Page 1


Κάνε την εγγραφή σου στο dioptra.gr και απόκτησε πρόσβαση σε ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ και ΔΩΡΑ.


LORRAINE HEATH

ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΕΡΩΤΑ μετάφραση: Ελένη Τουλούπη ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕLXIS


τιτλοσ πρωτοτυπου The duke and the lady in red #3 SCANDALOUS GENTLEMEN OF ST. JAMES © Lorraine Heath, 2014 / © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2017 Οι Εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τη HarperCollins Publishers ISBN: 978-618-5229-15-3 Ηλεκτρονική έκδοση: Μάιος 2017 μεάαφραση: Ελένη Τουλούπη / επιμελεια – διορθωση Μαρία Γουρνιεζάκη / σχεδιασμός εξωφύλλου- ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Ελένη Οικονόμου Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 info@elxisbooks.gr


«Ένιωσα το βλέμμα σας πάνω μου». «Ίσως ήταν το βλέμμα κάποιου άλλου». «Όχι, είμαι σχεδόν σίγουρη ότι ήταν το δικό σας. Έχετε κάτι έντονο πάνω σας. Στέκεστε συχνά εδώ πάνω, κατασκοπεύοντας το πλήθος κάτω από τα πόδια σας;» Πέρασε το γυμνό του δάχτυλο από τον αυχένα της. Ανατρίχιασε στο άγγιγμά του. «Πρέπει να ξέρεις πως χρησιμοποιώ κάθε μέσο για να πετύχω αυτό που θέλω». «Ακούγεστε αδίστακτος, εξοχότατε». «Σε θέλω, Ρόζαλιντ. Σε ήθελα από την πρώτη στιγμή που πέρασες την πόρτα». «Δεν είμαι τόσο εύκολος στόχος». «Δεν είσαι;» Γύρισε και τον κοίταξε. «Όχι». «Είμαι έτοιμος να σε πείσω για το αντίθετο». Και διεκδίκησε τα χείλη της σαν να ήταν ήδη δικά του.


Για την Κέισι Κάθε συγγραφέας θα ήταν τυχερός να έχει μια θαυμάστρια σαν εσένα.


Πρόλογος Από το Ημερολόγιο του Δούκα του Άβεντεϊλ Έγινα ο άντρας που είμαι εξαιτίας ενός σκοτεινού μυστικού… Και αυτό τα λέει όλα.


Κεφάλαιο 1 Λονδίνο 1874

Θα μπορούσε να κερδίσει μια περιουσία εδώ μέσα. Η Ρόουζ δεν άφησε να φανεί τίποτα που θα αποκάλυπτε τη χαρά της γι’ αυτό που ανακάλυψε, αν και δεν αμφέβαλε ότι κανείς δεν θα μπορούσε να καταλάβει το πραγματικό νόημα που κρυβόταν πίσω από ένα λαμπερό χαμόγελο ή ένα βλέμμα γεμάτο ικανοποίηση. Όλες οι κυρίες ανυπομονούσαν μπροστά σ’ αυτή την υπέροχη επίδειξη χλιδής, αμαρτίας και αντρικών απολαύσεων. Το ασθενές φύλο είχε γίνει δεκτό σε ένα από τα πιο διαβόητα και πολυσυζητημένα αντρικά άβατα και απολάμβανε όσα του είχαν κρατήσει μυστικά και του είχαν αρνηθεί τόσο καιρό. Ο σκοπός της αποψινής εκδήλωσης –ενός μεγάλου χορού, όπου γίνονταν δεκτοί μονάχα όσοι είχαν πρόσκληση– ήταν να διασκεδάσουν τα υπάρχοντα μέλη, αλλά και να γνωρίσουν τα υποψήφια νέα μέλη τις υπηρεσίες που πρόσφερε η πρώην λέσχη κυρίων. Από την ώρα που ήρθε στο Λονδίνο πριν από δεκαπέντε μέρες, η Ρόουζ ανακάλυψε ότι οι Δίδυμοι Δράκοι ήταν το πιο πολυσυζητημένο θέμα στην πόλη. Δεν της έκανε πια εντύπωση βλέποντας πριν από μισή ώρα τον ιδιοκτήτη να βγαίνει από μια πόρτα που προφανώς οδηγούσε στο πίσω μέρος. Τράβηξε την προσοχή της με το αποφασιστικό του βλέμμα, γιατί αναγνώρισε μια αδερφή ψυχή. Δέκα λεπτά αργότερα, είχε πάρει μια γυναίκα στην αγκαλιά του και την είχε φιλήσει περιπαθώς και εντελώς ανάρμοστα – ακριβώς καταμεσής μίας αίθουσας χορού. Κρίνοντας από το πάθος του και τον ενθουσιασμό της κυρίας, η Ρόουζ τον απέκλεισε από τους υποψηφίους που θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν στα σχέδιά της. Προφανώς ήταν δεσμευμένος, και οι ελεύθεροι άντρες ήταν πολύ πιο εύκολος στόχος. Αγνοώντας όσους την κοίταζαν, εξοικειώθηκε με τον χώρο που θα λειτουργούσε σαν δεύτερο σπίτι της τις επόμενες μέρες. Ένα μέρος της αίθουσας καταλάμβαναν τα τραπέζια με τα τυχερά παιχνίδια. Υποψιάστηκε πως την επομένη θα γέμιζε ολόκληρη με τραπέζια, αλλά απόψε ο χώρος αυτός προοριζόταν για να χορεύουν οι καλεσμένοι. Η ταπετσαρία στους τοίχους είχε ένα ουδέτερο χρώμα, χωρίς να παραπέμπει ιδιαίτερα στο γούστο κάποιου φύλου. Η Ρόουζ θα ήθελε να έχει την ευκαιρία να δει τη λέσχη πριν από την ανακαίνιση που είχε σαν στόχο να φέρει σε ισορροπία ό,τι θα διατηρούσε το ενδιαφέρον των αντρών, χωρίς να προσβάλλει, όμως, τις γυναίκες. Σίγουρα θα ήταν πιο παρακμιακή και πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Δεν ήταν, όμως, εδώ για τις φιοριτούρες. Αυτό που την είχε τραβήξει εδώ ήταν η καρδιά και η ψυχή του κτιρίου, ό,τι του έδινε ζωή – και αυτό και μόνο αυτό βρισκόταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός της. Άρχισε να περιφέρεται ανάμεσα στο πλήθος, χαμογελώντας εδώ κι εκεί, και ήξερε πως αυτοί στους οποίους θα έκανε ένα νεύμα οικειότητας θα σάστιζαν,


προσπαθώντας να θυμηθούν από πού την ήξεραν. Κάποιοι, μάλιστα, θα ορκίζονταν την επομένη ότι την είχαν αναγνωρίσει, ότι ήταν παλιοί γνωστοί. Κανείς δεν θα παραδεχόταν ότι δεν την είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του. Είχε τελειοποιήσει την τέχνη του να φαίνεσαι ότι ανήκεις κάπου, όπως είχε τελειοποιήσει και πολλά άλλα πράγματα. Μπαίνοντας στην αίθουσα των κυριών, στην οποία θα απαγορευόταν η είσοδος στους άντρες μετά την αποψινή βραδιά, η Ρόουζ ήξερε ότι δεν θα γινόταν θαμώνας της, αλλά μπορεί να της έδινε την ευκαιρία να εδραιώσει τις σωστές σχέσεις. «Γεια σας». Η Ρόουζ γύρισε και είδε μια μικρόσωμη γυναίκα με κατάμαυρα μαλλιά και μάτια σκοτεινά σαν την ψυχή του Σατανά, γεμάτα καχυποψία. Άλλη μια αδερφή-ψυχή της ίσως. «Καλησπέρα», είπε η Ρόουζ αυστηρά, σαν να είχε τον έλεγχο του χώρου. Ο έλεγχος, που ήταν απαραίτητος για να κερδίζεις το παιχνίδι, έπρεπε να διατηρείται ανά πάσα στιγμή και με όποιο κόστος. «Δεν νομίζω ότι έχουμε συστηθεί. Είμαι η κυρία Ρόζαλιντ Σαρπ». «Δεσποινίς Μινέρβα Ντότζερ». Κρύβοντας την έκπληξή της, η Ρόουζ παρέμεινε ατάραχη. «Σπάνιο φαινόμενο, καλή μου. Μια ευκατάστατη ανύπαντρη γυναίκα». «Πώς προέκυψε αυτό το συμπέρασμα;» «Απ’ όσο ξέρω, στην αποψινή βραδιά παραβρίσκονται μονάχα ευγενείς ή άτομα ευκατάστατα. Δεν μου φαίνεστε ευγενής, οπότε το μόνο που απομένει είναι η περιουσία». Η γυναίκα χαμογέλασε ανάλαφρα. «Ναι, οι προσκλήσεις ήταν περιορισμένες, αλλά ο πατέρας μου είναι ευκατάστατος. Άλλωστε ήταν ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του χώρου, όταν ονομαζόταν αντρική λέσχη Ντότζερ». Ναι, σωστά. Η Ρόουζ έπρεπε να αναγνωρίσει το όνομα. Αν δεν τα κατάφερνε, θα κάκιζε στο μέλλον τον εαυτό της. Μια μικρή απροσεξία θα της κόστιζε πολύ ακριβά, θα έβαζε εμπόδια τα σχέδιά της. «Υποθέτω πως είναι πολύ ενδιαφέρων τύπος. Ανυπομονώ να τον γνωρίσω». Η δεσποινίς Ντότζερ κοίταξε γύρω της ανέμελα, ωστόσο είχε μια ένταση που δεν άρεσε στη Ρόουζ. «Είναι εδώ ο σύζυγός σας;» ρώτησε η νεότερη γυναίκα. «Είμαι χήρα». Το βλέμμα της δεσποινίδας Ντότζερ επέστρεψε και πάλι στη Ρόουζ, με τα σκοτεινά μάτια της να ξεχειλίζουν θλίψη. «Λυπάμαι πολύ». «Δέχτηκε επίθεση από τίγρη ενώ διασχίζαμε τη ζούγκλα της Ινδίας. Έφυγε, όμως, όπως έζησε – μέσα στην περιπέτεια. Με παρηγορεί αυτό. Δεν θα του άρεσε καθόλου να πεθάνει από γηρατειά, άρρωστος, στο κρεβάτι». «Υποθέτω πως είναι καλύτερα να φεύγεις όπως θέλεις παρά όπως αναγκάζεσαι. Άρα είστε καινούρια στο Λονδίνο; Δεν θέλω να φανώ αδιάκριτη, απλώς δεν γνωρίζω την οικογένειά σας». «Δεν χρειάζεται να απολογείστε, καλή μου. Είμαι εδώ μονάχα δεκαπέντε μέρες. Είναι η πρώτη μου δημόσια εμφάνιση στην πόλη». «Παράξενο». «Πριν από την Ινδία, ζούσα στον βορρά, σε μια μικρή πόλη που δεν αξίζει καν να


αναφέρω, μια και ελάχιστοι την έχουν ακουστά». Καμία περιοχή απ’ όσες είχε ζήσει δεν άξιζε να αναφερθεί, όταν μάλιστα θα μπορούσε να αποκαλύψει στοιχεία σε όποιον θα ενδιαφερόταν να μάθει τη διαδρομή της. «Έχω την εντύπωση ότι ο ρόλος του δικηγόρου μου ήταν καταλυτικός στην εξασφάλιση μιας πρόσκλησης για την αποψινή βραδιά». Ήταν σίγουρη, στην πραγματικότητα. Ο Ντάνιελ Μπέκγουιθ έκανε το παν για να την εξυπηρετήσει από τη στιγμή που μπήκε στο γραφείο του. Οι χήρες που θα κληρονομούσαν όλη την περιουσία του συζύγου τους σπάνιζαν και τις εκτιμούσε ιδιαίτερα. Με βάση όσα του είχε πει για την περιουσία της, είχε συνειδητοποιήσει ότι θα κέρδιζε ένα μεγάλο ποσό βοηθώντας την. Ήθελε να είναι κάτι παραπάνω από ικανοποιημένη. «Του χρωστώ αιωνίως». «Θέλετε να σας ξεναγήσω;» «Δεν θα ήθελα να σας γίνω βάρος. Εξάλλου, έχω κάπως περιπετειώδη χαρακτήρα και προτιμώ να ανακαλύπτω μόνη μου τα πράγματα». «Εντάξει, λοιπόν. Θα σας αφήσω να συνεχίσετε. Ελπίζω να απολαύσετε τη βραδιά σας». «Αυτό ακριβώς θα προσπαθήσω να κάνω». Η δεσποινίς Ντότζερ έφυγε και η Ρόουζ σκέφτηκε να ρωτήσει τον Μπέκγουιθ για τον πατέρα της κοπέλας. Ήταν πολύ πιθανό να θέλει να γίνει φίλη της δεσποινίδας Ντότζερ, παρότι δεν ήταν ευγενής. Σε αντίθεση με τους περισσότερους, η Ρόουζ ενδιαφερόταν περισσότερο για το χρήμα παρά για την κοινωνική τάξη. Όπως ο νέος ιδιοκτήτης είχε ανοίξει τον χώρο και σε μη ευγενείς, έτσι κι εκείνη εκτιμούσε τα χρήματα περισσότερο από την καταγωγή. Μια πολύ σοφή αρχή, μια και δεν μπορούσε κανείς να επιλέξει την οικογένειά του. Αυτό το ήξερε πολύ καλά. Η Ρόουζ μπήκε σε μια τραπεζαρία. Τα τραπέζια ήταν ξέχειλα από τις απίστευτες ποσότητες εδεσμάτων, κινδυνεύοντας να σπάσουν από το βάρος. Οι καλεσμένοι κάθονταν γύρω από στρογγυλά τραπέζια με λινά τραπεζομάντιλα, απολαμβάνοντας το φαγητό. Τα φώτα ήταν πιο χαμηλά. Στο δωμάτιο μπορούσες να απολαύσεις ένα ρομαντικό ραντεβού. Θα δειπνούσε εδώ όταν ερχόταν η κατάλληλη στιγμή, θα έκανε πολλά πράγματα εδώ. Την είχαν αφήσει να μπει. Η ικανότητα και η εξυπνάδα της τη βοήθησαν να εκμεταλλευτεί την έλλειψη κρίσης τους. • Η γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα τράβηξε την προσοχή του αμέσως μόλις πέρασε την πόρτα λες κι ήταν η ίδια η βασίλισσα της Αγγλίας. Ξαφνιάστηκε που την πρόσεξε, καθώς δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο. Κοιτάζοντας από τη σκοτεινή γωνιά του εξώστη της λέσχης Ντότζερ... Ο Άβεντεϊλ θύμωσε. Οι Δίδυμοι Δράκοι. Γιατί είχε αλλάξει ο Ντρέικ το όνομα αυτής της παλιάς χαρτοπαικτικής κόλασης; Όχι μόνο το όνομα, αλλά σχεδόν τα πάντα εδώ μέσα. Του Άβεντεϊλ δεν του άρεσε. Δεν του άρεσε καθόλου. Κυρίως δεν του άρεσε που επιτρεπόταν η είσοδος στις γυναίκες, που θα γίνονταν μέλη, που θα περιφέρονταν στον χώρο όπως τώρα αυτή η γυναίκα με τα κόκκινα. Τα μαλλιά της, πιασμένα ψηλά και στερεωμένα με μαργαριταρένια χτενάκια, ήταν


ξανθά και μεταξένια. Δεν ήταν εντυπωσιακά ή διαφορετικά. Θα έπρεπε να περνάει απαρατήρητη. Δεν περνούσε, όμως. Ήταν η παρουσία της. Η λεπτή καμπύλη του λαιμού της, ο τρόπος που περιέφερε αυτούς τους λεπτούς ώμους σαν να μην είχαν σηκώσει ποτέ ούτε το παραμικρό βάρος. Ο τρόπος που το φόρεμά της αγκάλιαζε τις καμπύλες της κι έκανε τους άντρες να εύχονται να τις αγκαλιάσουν κι εκείνοι. Είχε ένα αρκετά πλούσιο μπούστο, το οποίο αναδείκνυε άψογα, τραβώντας τα βλέμματα από το πρόσωπό της. Υπέθεσε ότι αρκετοί από τους κυρίους απόψε θα έφερναν στον νου τους τη γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα την ώρα του πρωινού, αν και αμφέβαλε ότι έστω κι ένας θα μπορούσε να περιγράψει με ακρίβεια τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Θα μπορούσαν, όμως, να σχεδιάσουν με κάθε λεπτομέρεια τη σιλουέτα της στον αέρα μπροστά τους. Ήξερε τις περισσότερες γυναίκες που ανήκαν στην αριστοκρατία. Εκείνη δεν την ήξερε, κι αυτό σήμαινε πως μάλλον ήταν μία από τις πλούσιες κοινές θνητές που είχε βάλει στη λέσχη του ο Ντρέικ. Ή Αμερικανίδα. Απ’ όσα είχε καταφέρει να μάθει, ήταν όλοι πλούσιοι. Σίγουρα κι εκείνη έδινε την εντύπωση ότι γνώριζε πολύ καλά τις πιο εκλεπτυσμένες πτυχές της ζωής. Στην κεντρική αίθουσα, είχε μιλήσει μόνο σε ένα άτομο – έναν υπηρέτη. Λίγο αργότερα, είχε εξαφανιστεί στα ιδιωτικά διαμερίσματα των γυναικών. Παραλίγο να την ακολουθήσει, αλλά δεν ήθελε να τον κυριεύσει η περιέργειά του γι’ αυτή. Σίγουρα ήταν αποτέλεσμα της βαρεμάρας που ένιωθε τελευταία. Ο συνεργός του στις αμαρτίες, ο δούκας του Λόβινγκτον, είχε παντρευτεί πρόσφατα τη λαίδη Γκρέις Μάμπρι, αφήνοντας τον Άβεντεϊλ να διασκεδάζει μόνος του. Όχι ότι χρειαζόταν αντρική συντροφιά, όταν υπήρχαν τόσες γυναίκες. Μερικές φορές, όμως, ήταν ωραία να έχεις κάποιον με τον οποίο να μπορείς να κάνεις μια έξυπνη συζήτηση. Κάποιον με μυαλό. Κάποιον που να εκτιμά ένα τολμηρό αστείο. Οι γυναίκες που συνήθως τον συντρόφευαν νιαούριζαν, αναστέναζαν και ψιθύριζαν προστυχόλογα στ’ αφτιά του. Όχι πως δεν τα απολάμβανε. Του άρεσαν πολύ. Απλώς ήταν όλες τόσο ίδιες. Σπάνια διέφεραν. Τα μαλλιά, τα μάτια, τα σώματά τους ήταν διαφορετικά, αλλά στον πυρήνα τους ήταν όλες ίδιες. Τον ενθουσίαζαν στο κρεβάτι του, αλλά ήταν φριχτά βαρετές έξω από αυτό. Η γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα, όμως, δεν έμοιαζε καθόλου βαρετή. Ήξερε ότι έπαιζαν μια ιδιωτική παρτίδα –χωρίς γυναίκες– σε μια αίθουσα στην άκρη του διαδρόμου. Έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Εκεί κατευθυνόταν όταν αποφάσισε να ρίξει μια ματιά στο πλήθος. Και την εντόπισε. Από τότε τον μαγνήτισε. Ακόμα κι όταν δεν την έβλεπε, ένιωθε την παρουσία της να τον προκαλεί. Κι όμως, εκείνος ποτέ δεν σκεφτόταν τις γυναίκες όταν δεν βρίσκονταν στο οπτικό του πεδίο. Δεν ήταν πολύ ευπρεπές εκ μέρους του, αλλά συνήθιζε να περνάει τον χρόνο του με γυναίκες ελευθέρων ηθών που δεν περίμεναν να τις θυμάται – και ίσως και να το προτιμούσαν έτσι. Απέφευγε τις περιπέτειες και τις πολυπληθείς κοσμικές συγκεντρώσεις. Πήγαινε μόνο σε γάμους ή βραδιές σαν την αποψινή, που αφορούσαν φίλους ή συγγενείς του. Συνήθως έκανε την εμφάνισή του για λίγο μόνο για να δηλώσει την παρουσία του, όταν δεν ήθελε να φερθεί άσχημα. Για να


ευχαριστήσει τη μητέρα του. Κι έδινε την ευκαιρία να του μιλήσουν μόνο για να ανταλλάξουν μερικές κουβέντες. Την είχε δει νωρίτερα να τριγυρίζει με τον δεύτερο σύζυγό της, τον Ουίλιαμ Γκρέιβς. Ο πατέρας του Άβεντεϊλ ήταν ο πρώτος. Μια πολύ δυσάρεστη σχέση. Έδιωξε μακριά τις αναμνήσεις. Δεν ήταν από αυτές που του άρεσε να εξερευνά. Η γυναίκα με τα κόκκινα, όμως… Ήθελε πολύ να εξερευνήσει κάθε πόντο του κορμιού της. • Ήξερε ότι την παρακολουθούσαν. Μπορούσε να νιώσει το βλέμμα πάνω της, ένιωθε το δέρμα της να ανατριχιάζει. Οι μικρές τριχούλες στον αυχένα της είχαν ανασηκωθεί. Εξωτερικά, όμως, δεν έδινε την εντύπωση ότι την ενοχλούσε, παρότι η καρδιά της χτυπούσε σαν πολεμικό ταμπούρλο που καλούσε στη μάχη. Είχε ακούσει κάποιον να μιλάει για έναν επιθεωρητή της Σκότλαντ Γιαρντ, που κυκλοφορούσε εκεί γύρω. Ήταν, όμως, καλεσμένος. Δεν την αναζητούσε. Είχε πολύ καιρό να βρεθεί στο Λονδίνο. Ήταν αδύνατον να έχει χτυπήσει κάποιος συναγερμός, κανείς δεν είχε υποψιαστεί... «Σαμπάνια;» ρώτησε πίσω της μια βαθιά φωνή. Θα ήθελε λίγη σαμπάνια, αλλά έπρεπε να παραμείνει σε εγρήγορση και συγκεντρωμένη. Γύρισε για να απορρίψει την πρόταση, αλλά σάστισε. Ο άντρας που της άπλωνε το ποτήρι σίγουρα δεν ήταν υπηρέτης. Η αριστοκρατική καταγωγή του, ο τίτλος του, η προνομιούχα θέση του φώναζαν από κάθε πόρο του κορμιού του, από κάθε περίτεχνη ραφή, από κάθε κλωστή υπέροχου υφάσματος που έντυνε τη μοναδική κορμοστασιά του. Τα σκοτεινά μάτια του την παρατηρούσαν αδιάκριτα κι ένιωσε ανατριχίλα στον αυχένα της. Αυτός την παρακολουθούσε, λοιπόν. Είχε μια ένταση πάνω του που την αναστάτωνε, την έκανε να φοβάται ότι θα μπορούσε να διακρίνει την αλήθεια για εκείνη. Σ’ αυτή την περίπτωση, όμως, θα είχε καλέσει εκείνον τον επιθεωρητή, δεν θα της πρόσφερε σαμπάνια. Το βλέμμα του δεν έφευγε αποπάνω της, σαν να υπολόγιζε κάθε καμπύλη, κάθε λακκάκι και κάθε κοιλότητα, καθώς φανταζόταν πώς θα γέμιζαν τα δυο του χέρια. Αν έπρεπε να μαντέψει τη θέση του, θα του έδινε τον τίτλο του δούκα. Η δύναμη και η επιρροή ήταν δεύτερη φύση του. Θα της έκανε ένας δούκας. Του πρόσφερε το πιο γοητευτικό, αισθησιακό της χαμόγελο. «Είμαι αρκετά διψασμένη και εκτιμώ πάντα έναν άντρα που μπορεί να καλύψει τις επιθυμίες μου. Σας ευχαριστώ». Τύλιξε τα γαντοφορεμένα δάχτυλά της γύρω από το πόδι του ψηλού ποτηριού, φροντίζοντας να αγγίξουν τα δικά του για μια μόνο στιγμή. Τα μάτια του άνοιξαν ακόμα περισσότερο και μια γωνία των πλούσιων χειλιών του κινήθηκε ανεπαίσθητα προς τα πάνω. Κάποιος άλλος μπορεί να μην το είχε προσέξει, αλλά εκείνη είχε εκπαιδεύσει τον εαυτό της να ξεχωρίζει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Οι άνθρωποι ήταν πολύ πιο αληθινοί με τα σώματά τους και τις εκφράσεις του προσώπου τους παρά με τα λόγια που χρησιμοποιούσαν. Τσούγκρισε την άκρη του ποτηριού της με το δικό του. «Σε μια ενδιαφέρουσα


βραδιά». Κοιτάζοντας πάνω από το χείλος του ποτηριού πίνοντας μια γουλιά, τον είδε να κάνει το ίδιο παρατηρώντας τη. Δεν είχε εντυπωσιαστεί ποτέ από άλλο άντρα τόσο πολύ. Οι περισσότεροι άρχιζαν να την κολακεύουν μόλις έκαναν την κίνησή τους τραβώντας την προσοχή της. Αυτός ήταν πιο προσεκτικός, πιο επιφυλακτικός. Θα αποτελούσε μια πρόκληση, αλλά, αν είχε δίκιο για τη θέση του, ήταν πολύ πρόθυμη να την αποδεχτεί. Έγλειψε τα χείλη της, νιώθοντας να την πλημμυρίζει ικανοποίηση καθώς τα καστανά του μάτια γίνονταν ακόμα πιο σκοτεινά. Δεν μπορούσε να κρύψει τόσο καλά όσο εκείνη ότι είχε επηρεαστεί. «Δεν αποτελεί σκάνδαλο να πλησιάζει ένας κύριος μια γυναίκα που δεν γνωρίζει, χωρίς να είναι κάποιος μαζί του για να κάνει τις συστάσεις;» τον ρώτησε. «Τα συνηθίζω τα σκάνδαλα». «Να ανησυχώ; Κινδυνεύει η υπόληψή μου;» «Εξαρτάται. Δεδομένου ότι ήρθατε χωρίς κηδεμόνα ή συνοδό, υποθέτω ότι δεν σας απασχολεί ιδιαίτερα η υπόληψή σας». Άρα την είχε δει να έρχεται, την παρατηρούσε για ώρα. Σχεδόν εδώ και τρία τέταρτα. Ήταν καλός οιωνός που είχε καταφέρει να διατηρήσει το ενδιαφέρον του για τόση ώρα. «Είμαι χήρα. Δεν χρειάζομαι κηδεμόνα». «Τα συλλυπητήριά μου, αν και μάλλον έχει περάσει η περίοδος του πένθους». Πρόσεξε τον τρόπο που το βλέμμα του έπεσε στην καμπύλη του στήθους της. Τραβούσε τους άντρες περισσότερο από το πρόσωπό της, που δεν ήταν και τόσο όμορφο. Το χρησιμοποιούσε, όμως, προς όφελός της, μια και ένα τέτοιο βλέμμα σπάνια παρατηρούσε την εξυπνάδα στα μάτια της. «Πάνε δύο χρόνια τώρα. Εξερευνούσαμε τη ζούγκλα της Ινδίας, όταν του επιτέθηκε μια τίγρης. Ήταν φριχτό». Ανατρίχιασε, φροντίζοντας να του τραβήξει την προσοχή το τρεμάμενο στήθος της. Ήταν πολύ εύκολο να χειραγωγήσεις έναν άντρα. Έπρεπε να ντρέπεται, αλλά είχε μάθει εδώ και καιρό ότι δεν έπρεπε να ντρέπεσαι για όσα αναγκάζεσαι να κάνεις για να επιβιώσεις. «Δεν θέλω να το θυμάμαι». Ήπιε άλλη μια γουλιά από αυτή την υπέροχη σαμπάνια. «Φοβάμαι ότι χρειάζομαι κάτι για να ξεχαστώ. Ήταν πολύ ευχάριστη η συνομιλία μας, αλλά θα ήθελα να δω την αίθουσα των αντρών. Αν κατάλαβα καλά, μετά την αποψινή βραδιά, δεν θα επιτρέπονται εκεί γυναίκες. Θέλω να δω όσα θα στερηθούμε». «Θα σας συνοδεύσω». «Σίγουρα θα έχετε κάπου μια σύζυγο που δεν θα εκτιμά καθόλου την προσοχή που μου δίνετε». «Καμία σύζυγο. Δεν είμαι αρραβωνιασμένος ούτε έχω κάποια ερωμένη. Δεν με ενδιαφέρουν οι μόνιμες σχέσεις». «Δεν σας αδικώ. Έχοντας βιώσει μια τέτοια σχέση στο παρελθόν, τώρα πιάνω τον εαυτό μου να νιώθει ακριβώς όπως εσείς». Της πρόσφερε το χέρι του. «Πάμε, λοιπόν;» Ακούμπησε το χέρι της στο εσωτερικό της γωνίας που σχημάτιζε ο αγκώνας του κι ένιωσε τους γυμνασμένους μυς του. Δραστήριος άντρας. Το κεφάλι της έφτανε μετά βίας στον ώμο του. Ήταν ψηλός, μεγαλόσωμος. Τα σωματικά του χαρακτηριστικά, όμως, δεν ήταν τα μόνα που τον έκαναν να μοιάζει δυνατός. Υποψιαζόταν πως, ακόμα κι αν ήταν κοντύτερος, και πάλι θα δέσποζε στο


περιβάλλον. Έκανε τα πάντα γύρω του να μοιάζουν μικροσκοπικά. Δεν ήξερε αν είχε ποτέ συναντήσει έναν τόσο επιβλητικό άντρα. Καθώς προχωρούσαν –και πραγματικά αυτός ο άντρας βάδιζε με μεγάλη αυτοπεποίθηση– μέσα στην αίθουσα, χαιρέτησε κάποια άτομα, αλλά όλοι τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό. «Εξοχότατε». «Άβεντεϊλ». «Δούκα». Είχε δίκιο για τον τίτλο του. Αναρωτήθηκε πόσους ακόμα άλλους τίτλους διέθετε, πόση περιουσία. Πόσα άξιζε; Με βάση το άψογα ραμμένο σακάκι, παντελόνι και γιλέκο, αλλά και την καρφίτσα στη γραβάτα του, σίγουρα άξιζε ένα πριγκιπικό ποσό. Έφτασαν σε ένα δωμάτιο πολύ πιο σκοτεινό από όποιο άλλο είχε δει. Οι τοίχοι ήταν ντυμένοι με ταπετσαρία σε βαθύ μπορντό και πράσινο χρώμα. Τα έπιπλα ήταν ταιριαστά. Ένα τεράστιο τζάκι δέσποζε στον χώρο. Γυάλινες προθήκες ήταν γεμάτες με πολλά και διάφορα ποτά. Υπηρέτες με λιβρέες σέρβιραν κεχριμπαρένια υγρά στα ποτήρια. Τελείωσε τη σαμπάνια της και ακούμπησε το ποτήρι στον δίσκο ενός περαστικού σερβιτόρου. Ο άντρας πίσω της –ο Άβεντεϊλ– έκανε το ίδιο. Δεν της άρεσε που φαινόταν ότι ανήκε εδώ περισσότερο από οπουδήποτε αλλού. Ότι είχε γεννηθεί μέσα στην –και για την– ακολασία. Ένιωθε άνετα στο περιβάλλον, θα άνθιζε εδώ μέσα, όπως και στην κρεβατοκάμαρα. Ακόμα και στις σκιές, θα ξεχώριζε, θα την κυνηγούσε, θα κατακτούσε τη νύχτα, θα κατακτούσε και την ίδια. Δεν θα διαμαρτυρόταν καθόλου. «Θα σας ενδιέφερε κάτι πιο σκούρο και σκοτεινό;» τη ρώτησε. Χαμογέλασε σαν λύκος, και για μια στιγμή φοβήθηκε ότι διάβαζε τις σκέψεις της. Ανατρίχιασε πριν καταλάβει τι εννοούσε. Της είχε αποσπάσει την προσοχή. Συνήθως ήταν προσεκτική με τους άντρες, ακόμα και με τους γοητευτικούς. Ή μπορεί να του έδινε μεγάλη αξία και απλώς να είχε πιει πολύ γρήγορα τη σαμπάνια της, κάνοντας το μυαλό της να παγώσει για μια στιγμή. «Επιτρέπεται;» ρώτησε αθώα. «Επιτρέπεται. Αυτός είναι ο σκοπός του Ντάρλινγκ – να δώσει πρόσβαση στις κυρίες σε κάθε βίτσιο και ακολασία. Δεν θα ήταν, όμως, ακόμα πιο απολαυστικό αν δεν επιτρεπόταν;» Την κοίταξε στα μάτια και δεν ήταν πια σίγουρη ότι μιλούσαν για το ποτό. Τα απαγορευμένα ήταν σίγουρα πιο απολαυστικά. Πώς ήξερε ότι τα προτιμούσε; Πώς ήξερε πού ξεχώριζε; Τα απαγορευμένα ήταν πάντα πιο γοητευτικά. Υποψιαζόταν πως πολλές από τις κυρίες σύντομα θα αναρωτιόνταν προς τι τόση φασαρία, αφού τώρα μπορούσαν να περάσουν όποτε θέλουν αυτές τις πόρτες. «Άκουσα να αναφέρεται το όνομά μου παρεμπιπτόντως;» ρώτησε μια βαθιά φωνή. Γυρίζοντας στο πλάι, ήρθε αντιμέτωπη με τον άντρα που είχε δει νωρίτερα να φιλάει εκείνη τη γυναίκα καταμεσής της αίθουσας χορού. Εκείνη τη γυναίκα, που τώρα έλαμπε από ευτυχία, ακουμπισμένη κάπως προκλητικά στο πλευρό του. Αμέσως, όμως, σκέφτηκε ότι σε ένα τέτοιο μέρος τίποτα δεν ήταν εντελώς


προκλητικό. Αυτή ήταν η ουσία του. «Αναφέρω το όνομά σου παρεμπιπτόντως από τότε που σκέφτηκες αυτή τη φριχτή ιδέα να αφήσεις τις γυναίκες να μπουν στο άβατό μας», είπε ο Άβεντεϊλ, εμφανώς ενοχλημένος. «Και όμως περπατάς με μία από αυτές τις γυναίκες», είπε ο Ντρέικ Ντάρλινγκ. «Θα μας συστήσεις;» «Φοβάμαι πως δεν έχουμε συστηθεί ακόμα». Ο Άβεντεϊλ την κοίταξε. «Τα ονόματα δεν έχουν καμία σημασία για εμένα». Άρα το ενδιαφέρον του ήταν προσωρινό. Ίσως μονάχα για την αποψινή βραδιά. Μια ερωτική γνωριμία, κάτι πρόστυχο. Προσεβλήθη αρκετά ώστε να ενοχληθεί, αλλά όχι τόσο ώστε να μη νιώσει και κολακευμένη. Και τα δύο συναισθήματά της, όμως, φρόντισε να μην τα δείξει. Θα ένιωθε μεγαλύτερη ικανοποίηση αν τον έκανε αργότερα να πληρώσει για την αλαζονεία του. Και σίγουρα θα πλήρωνε. Ανυπομονούσε, αλλά η εκδίκηση θα ήταν πιο γλυκιά αν έπαιρνε τον χρόνο της. «Με συγχωρείτε, κύριε Ντάρλινγκ», είπε απαλά. «Είμαι η κυρία Ρόζαλιντ Σαρπ». Έσμιξε τα σκούρα φρύδια του πάνω από τα σκούρα του μάτια. «Ξέρετε ποιος είμαι;» «Μου στείλατε μια πρόσκληση. Έκανα μια μικρή έρευνα όταν έφτασα και κάποιος μου έδειξε ποιος είστε. Σχεδίαζα να σας γνωρίσω αμέσως, αλλά μου φανήκατε απασχολημένος». Χαμογέλασε, κάνοντας ό,τι μπορεί για να κοκκινίσει, και κοίταξε τη γυναίκα. «Ναι, μάλλον ήμουν», παραδέχτηκε. «Συνειδητοποιείς ότι θα πρέπει να παντρευτείς τη λαίδη Οφίλια τώρα», είπε ο Άβεντεϊλ, «μετά το θέαμα που μας πρόσφερες νωρίτερα». Η Ρόουζ πάλεψε να μη δείξει την έκπληξή της που ένας κοινός θνητός είχε συνδεθεί με μια ευγενή. «Θα το κάνω με μεγάλη μου χαρά. Και είμαι αγενής. Λαίδη Οφίλια Λάιτλτον, επιτρέψτε μου να σας συστήσω την κυρία Ρόζαλιντ Σαρπ». «Χαίρω πολύ», είπε η λαίδη Οφίλια. «Η χαρά είναι όλη δική μου, λαίδη. Ελπίζω να έχουμε την ευκαιρία να γνωριστούμε καλύτερα», απάντησε η Ρόουζ. «Ο χώρος με έχει γοητεύσει. Μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να περνά αρκετό χρόνο εδώ». «Είμαι σίγουρη πως θα περνάω συχνά αποδώ, αλλά στο άμεσο μέλλον θα είμαι απασχολημένη με την προετοιμασία του γάμου μας». Κοίταξε με λατρεία τον Ντρέικ Ντάρλινγκ και η Ρόουζ προσπάθησε να καταπνίξει μια μικρή ζήλια. Δεν ήταν γι’ αυτή οι έρωτες και το ήξερε καλά. «Και τώρα, αν μας επιτρέπετε», είπε ο κύριος Ντάρλινγκ, «πρέπει να συνεχίσουμε». Πιάστηκαν χέρι χέρι και απομακρύνθηκαν. «Πάει κι αυτός», είπε λυπημένα ο Άβεντεϊλ. Η Ρόουζ τον κοίταξε. «Φαίνεται πως είστε φίλοι, πράγμα που με εκπλήσσει. Είναι ένας κοινός θνητός και, από τον τρόπο που σας χαιρετούν, εσείς είστε μάλλον δούκας». Ανασήκωσε τους ώμους. «Οι οικογένειές μας συνδέονται από παλιά με στενή φιλία».


«Αυτό είναι ακόμα πιο παράξενο». «Είμαστε ένα κράμα κοινών θνητών και ευγενών, είναι πολύ δύσκολο να το εξηγήσω με λίγα λόγια. Και δεν έχω διάθεση να μιλήσω, προτιμώ να πιω». Έπιασε δύο ποτήρια με κεχριμπαρένιο υγρό από έναν περαστικό σερβιτόρο και της πρόσφερε το ένα. «Κάτι πιο σκούρο από τη σαμπάνια». «Ευχαριστώ». Ήπιε μια μικρή γουλιά. «Εξαιρετικό μπράντι». «Μια γυναίκα που απολαμβάνει πιο εκλεπτυσμένες γεύσεις». «Ω, είμαι σίγουρα». Κοίταξε γύρω της. «Σ’ αυτό το δωμάτιο, λοιπόν, οι άντρες πίνουν, καπνίζουν, διαβάζουν και συζητούν. Πού παίζουν χαρτιά όταν δεν θέλουν να παραμείνουν πολιτισμένοι;» Έδειξε με μια κίνηση του κεφαλιού το πίσω μέρος του δωματίου. «Μια πόρτα εκεί πίσω οδηγεί σε ένα άλλο δωμάτιο, όπου μπορούν να παίξουν όσο θέλουν, χωρίς να βλέπουν οι κυρίες πόσο φριχτοί είναι στα χαρτιά και πόσα χάνουν πριν προλάβουν καν ν’ ανοιγοκλείσουν τα μάτια τους». «Δεν μου φαίνεστε σαν κάποιος που χάνει». «Δεν χρειάζεται να με κολακεύετε, κυρία Σαρπ. Μου έχετε ήδη τραβήξει την προσοχή». «Για πόση ώρα, όμως, χωρίς τις κολακείες;» Χαμογέλασε. «Μέχρι να βαρεθώ. Και η κολακεία με κάνει να βαριέμαι». «Τότε, λοιπόν, χωρίς άλλη καθυστέρηση, θα ήθελα να ολοκληρώσω την περιήγησή μου στον χώρο. Είστε ευπρόσδεκτος να με συνοδεύσετε ή και όχι. Δεν έχω κανένα πρόβλημα». Μπορούσε να είναι όσο χαλαρή και άνετη την ήθελε. Της άρεσε που δεν αποζητούσε φιλοφρονήσεις, την μπέρδευε, όμως, και λίγο, μια και δεν είχε έρθει ποτέ σε επαφή με έναν άντρα που δεν αντιδρούσε θετικά στις κολακείες των άλλων. Της έδειξε την αίθουσα που προοριζόταν μόνο για τα παιχνίδια των αντρών. Έμοιαζε με το σαλόνι: σκοτεινή και δυσοίωνη. Αρρενωπή. Ξεχείλιζε από δύναμη και πλούτο. Πώς θα της άρεσε να είναι μια μύγα στον τοίχο εδώ μέσα. Δεν είπε πολλά και τελικά τη συνόδευσε στην κεντρική αίθουσα. Ήταν ένας άντρας, όμως, που επικοινωνούσε αλλιώς. Με ένα άγγιγμα στον αγκώνα, στο πίσω μέρος του λαιμού, στους ώμους. Απαλά και γρήγορα χάδια, αλλά με έναν αέρα κτητικότητας. Δεν ήταν εντελώς αδιάφορος στα θέλγητρά της. Απλώς προσπαθούσε να μην υποκύψει πολύ. «Χορέψτε μαζί μου», της είπε. Τα λόγια του την ξάφνιασαν. Μέσα της, τα έβαλε με τον εαυτό της, που έχασε για μια στιγμή την αυτοκυριαρχία της, που του επέτρεψε να την παρασύρει. «Δεν είμαι σίγουρη γιατί, αλλά δεν πίστευα ότι είστε από αυτούς που χορεύουν». «Κανονικά όχι, αλλά η μητέρα μου ξόδεψε μια περιουσία σε μαθήματα. Πρέπει να το εξασκώ πού και πού. Θα προτιμούσατε να χορέψουμε εδώ ή στην αίθουσα χορού;» «Υπάρχει ξεχωριστή αίθουσα για χορό; Μάλλον μου ξέφυγε». «Κάτι μου λέει ότι δεν σας ξεφεύγουν και πολλά». Το ίδιο κι εκείνου. Σκέφτηκε να βρει μια δικαιολογία, να φύγει πριν τα πράγματα πάνε πολύ μακριά, πριν παρασυρθεί και πάψει να σκέφτεται καθαρά, αλλά είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που κάποιος τη γοήτευσε. Ήταν


μυστηριώδης. Κρίνοντας από το πόσο λίγοι σταμάτησαν για να του μιλήσουν, υποψιάστηκε πως μάλλον είχε τη φήμη ότι δεν πολυνοιαζόταν για τις υποθέσεις των άλλων, ούτε και μοιραζόταν τις δικές του. Μπορούσε να εκμεταλλευτεί αυτή την προτίμησή του στην ιδιωτικότητα. «Θα ήθελα να δω την αίθουσα χορού», του είπε. «Αν πρέπει να περπατήσω τόσο για έναν χορό, τότε ίσως πρέπει να μου χαρίσετε δύο». «Αυτό θα ήταν μάλλον σκανδαλώδες, έτσι δεν είναι;» «Υποθέτω πως έχετε ξεπεράσει τις πρώτες ντροπές της αθωότητας. Τα σκάνδαλα μάλλον σας ταιριάζουν». «Για να είμαι ειλικρινής προσπαθώ να τα αποφύγω, αλλά έχω χρόνια να χορέψω, από τότε που πέθανε ο σύζυγός μου», ένιωσε την υποχρέωση να του εξηγήσει. Τύλιξε το χέρι της γύρω από τον αγκώνα του και του χάρισε ένα χαμόγελο όλο γοητεία για να τον κάνει να νιώσει ότι ήταν ο μόνος άντρας στο δωμάτιο που άξιζε την προσοχή της. «Πάμε, λοιπόν». Καθώς τη συνόδευε στις αίθουσες και στους διαδρόμους, αντιλήφθηκε τα γεμάτα απορία βλέμματα, τα σηκωμένα φρύδια. Ήταν προς όφελός της να τραβήξει την προσοχή, αλλά όχι υπερβολικά. Μια γυναίκα είναι καλύτερο να κρατάει γύρω της έναν αέρα μυστηρίου. Η αίθουσα χορού ήταν υπέροχη. Αστραφτεροί πολυέλαιοι. Καθρέφτες στους τοίχους. Ένας εξώστης με δωδεκαμελή τουλάχιστον ορχήστρα. Κρίνοι ανέδιδαν το λεπτό άρωμά τους στον αέρα. Ναι, ο Ντρέικ Ντάρλινγκ είχε φτιάξει έναν χώρο όπου οι πλούσιοι χωρίς τίτλους μπορούσαν να συναναστραφούν τους ευγενείς. Έξυπνος άνθρωπος. Είχε συγκεντρώσει όλα όσα την ενδιέφεραν σε έναν πολύ βολικό χώρο. Έπρεπε να του στείλει μια ευχαριστήρια κάρτα με την πρώτη ευκαιρία. «Φαίνεστε εντυπωσιασμένη», είπε ο Άβεντεϊλ. «Εκτιμώ την κομψότητα». Και ήταν σημαντικό να θυμάται κάθε λεπτομέρεια. Σίγουρα θα τις ανέλυε όλες όταν γύριζε στο σπίτι. «Πρέπει να κάνω κάτι ανάλογο με τη δική μου αίθουσα χορού. Χρειάζεται λίγο παραπάνω στιλ». «Έχετε αίθουσα χορού;» ρώτησε και διέκρινε την έκπληξη στη φωνή του. «Ο άντρας μου, ο Θεός να τον έχει καλά εκεί που είναι, μου άφησε αρκετά μεγάλη περιουσία. Θεωρούσα ότι θα είχατε την ευφυΐα να αντιληφθείτε ότι είμαι μια ανεξάρτητη γυναίκα. Πώς αλλιώς θα είχα καταφέρει να αποκτήσω μια πρόσκληση;» «Σωστά. Έπρεπε να το σκεφτώ. Ξέχασα ότι ο Ντάρλινγκ έχει κάποιες απαιτήσεις από τα μέλη του. Τουλάχιστον πρέπει να κρατήσει μακριά τις μάζες». Έδειξε με ένα νεύμα το κέντρο της αίθουσας. «Πάμε;» «Βεβαίως. Με μεγάλη μου χαρά». Με μια απλότητα που έκανε την καρδιά της να σκιρτήσει, την παρέσυρε ανάμεσα στους υπόλοιπους χορευτές. Συνειδητοποίησε λίγο αργά πως το βαλς μαζί του ήταν λάθος. Την κρατούσε κοντά του και πολύ σφιχτά, κτητικά. Ναι, έβλεπε πια τον κίνδυνο. Ήταν ένας άντρας που είχε συνηθίσει να κάνει δικό του ό,τι ήθελε. Τα σκούρα μάτια του δεν ξεκόλλησαν ποτέ από τα δικά της. Αντιλαμβανόταν πολύ καλά ότι την παρατηρούσε. Κάθε τρίχα των μαλλιών της, κάθε βλέφαρο,


κάθε κοκκίνισμα στα μάγουλά της. Πράγμα δίκαιο, βέβαια, γιατί τον παρατηρούσε κι εκείνη. Ακόμα και η παραμικρή τρίχα των σκούρων καστανών μαλλιών του ήταν στη θέση της. Μερικές φορές, όταν έπεφτε πάνω τους το φως, νόμιζε ότι διέκρινε και ίχνη κόκκινου μέσα τους, αλλά η πιο σκοτεινή απόχρωση επικρατούσε. Υποψιαζόταν ότι αυτό συνέβαινε σε κάθε πτυχή της ζωής του. Τίποτα πάνω του δεν έμοιαζε ανάλαφρο ή ανέμελο. Όλα ήταν έντονα. Ενώ οι άλλοι συζητούσαν και χαμογελούσαν στις παρτενέρ τους, εκείνος απλώς παρατηρούσε κάθε γραμμή και καμπύλη. Μπορούσε να μαντέψει ότι προτιμούσε τις καμπύλες. Το είχε συνηθίσει αυτό στους άντρες. Το στήθος της ήταν το πιο πλούσιο προσόν της κι έμπαινε σε μεγάλο κόπο για να το αναδείξει. Είχε αποτινάξει εδώ και καιρό τον μανδύα της σεμνοτυφίας. Το πρόσωπό του είχε σκληρές γραμμές και γωνίες. Δεν θα τον θεωρούσες ποτέ όμορφο, κι όμως υπήρχε ομορφιά σ’ αυτή τη σκληράδα των χαρακτηριστικών του. Γοητευτικός, αρρενωπός. Ελκυστικός. Τη γοήτευε όπως δεν την είχε γοητεύσει ποτέ κανείς άλλος. Αυτό τον έκανε πραγματικά πολύ επικίνδυνο. Ύψωνε έναν τοίχο ανάμεσα στον εαυτό της και στους άντρες. Έπρεπε να τους χρησιμοποιεί κι έπειτα να τους πετάει. Δεν πίστευε, όμως, ότι μπορούσε να απαλλαγεί κανείς εύκολα από αυτόν τον άντρα. Έπρεπε να απομακρυνθεί από τη συντροφιά του όσο πιο γρήγορα μπορούσε, όσο μπορούσε ακόμα. Τη γοήτευε πάρα πολύ. Κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου τους σκοπούς της. Ούτε εκείνος θα τους εξυπηρετούσε. Οι τελευταίες νότες του βαλς έδωσαν τη θέση τους στη σιωπή. «Ήταν υπέροχα», είπε. «Ευχαριστώ. Πρέπει να σας αφήσω να απολαύσετε την υπόλοιπη βραδιά». Τα μάτια του μισόκλεισαν. «Νόμιζα ότι συμφωνήσαμε δύο χορούς». «Δεν θα ήθελα να μονοπωλήσω τον χρόνο σας». «Δεν θα ήθελα να τον μονοπωλήσει κανείς άλλος. Περιμένει κάποιος τη συντροφιά σας;» Ίσως έπρεπε να πει ναι. Τότε, όμως, σίγουρα, θα την παρακολουθούσε για να μάθει ποιος ενδιαφέρεται γι’ αυτή. Δεν ήθελε να την παρατηρεί. Μάλλον ήταν καλύτερα να του δώσει λίγο χρόνο ακόμα και μετά να προχωρήσει. «Όχι». «Τότε νομίζω ότι ένας ακόμα χορός επιβάλλεται». Η μουσική ξεκίνησε. Ένα ακόμα βαλς. Αυτή η ορχήστρα μόνο βαλς ήξερε τελικά; Έπρεπε το δέρμα της να δέχεται με ευχαρίστηση την πίεση των χεριών του; Έπρεπε να νιώθει το άγγιγμά του να διαπερνά όλο της το είναι; Ήταν ταυτόχρονα συναρπαστικό και ανησυχητικό να νιώθει έτσι κοντά του. Τι είχε πάνω του που την επηρέαζε τόσο; Δεν ήταν απλώς τα αρρενωπά χαρακτηριστικά του, υπήρχε μέσα του κάτι βαθύτερο που την καλούσε, που ξυπνούσε ένα δικό της κομμάτι το οποίο βρισκόταν σε ύπνωση. Χρειαζόταν κάτι να της τραβήξει την προσοχή από αυτές τις ανησυχητικές σκέψεις. «Πού βρίσκεται η ιδιοκτησία σας;» τον ρώτησε. «Στην Κορνουάλη». Ναι, μπορούσε να το φανταστεί. Ήταν από τις πιο άγριες ακτές. Ίσως καταγόταν από πειρατές. Μπορούσε πολύ εύκολα να σκεφτεί ότι στις φλέβες του κυλούσε αίμα ληστών.


«Δεν είστε ιδιαίτερα φίλος της επικοινωνίας, έτσι;» τον ρώτησε. «Με λόγια, όχι. Προτιμώ άλλα είδη επικοινωνίας, ειδικά όταν έχω απέναντί μου μια κυρία». Έχανε τον έλεγχο μαζί του. Δεν ήξερε πώς να τον ανακτήσει. «Αυτού του είδους η επικοινωνία έχει να κάνει μόνο με την επιφάνεια. Δεν υπάρχει βάθος σε μια σχέση τέτοιας φύσης». «Προσωπικά με ενδιαφέρει μονάχα ενός είδους βάθος». Τα μάτια του έλαμψαν γεμάτα υπονοούμενα κι εκείνη παραλίγο να παραπατήσει. Ένιωθε άβολα μαζί του. Δεν θα μπορούσε να τον χειραγωγήσει εύκολα. Κάτι μέσα της, όμως, την έτρωγε να αποδεχτεί την πρόκληση. Τα πράγματα είχαν γίνει πολύ μονότονα τελευταία. Είχε βαρεθεί. Δεν το είχε συνειδητοποιήσει μέχρι αυτή τη στιγμή. Δεν είχε ζωή, δεν είχε πια ενθουσιασμό μέσα της. Απλώς υπήρχε. Εκείνος, όμως, έφερε μια σπίθα. Την ενδιέφερε. Σκέφτηκε ότι ίσως έκρυβε μυστικά σκοτεινά σαν τα δικά της. Θα ήταν μια πρόκληση να του τα αποσπάσει, η οποία τελικά ίσως και να λειτουργούσε προς όφελός της. «Με προσβάλλετε με τους υπαινιγμούς σας», είπε. «Αν ήταν αλήθεια, θα με είχατε ήδη χαστουκίσει. Είστε χήρα, όχι μια αθώα δεσποινίς. Οι άλλες κυρίες εδώ δεν με ενδιαφέρουν καθόλου, γιατί είναι αφελείς. Προτιμώ μια ώριμη γυναίκα». «Και με θεωρείτε ώριμη;» «Μου εξάπτεις την περιέργεια, Ρόζαλιντ». «Νομίζω ότι έχετε πάρει υπερβολικό θάρρος». «Οι διαμαρτυρίες σου είναι μάλλον επίπλαστες. Θέλεις να πάρω θάρρος. Και αυτός είναι ο λόγος που δεν έφυγες αμέσως». Μισόκλεισε τα μάτια. «Όχι, δεν είσαι από αυτές που το βάζουν στα πόδια. Νομίζω ότι θα προτιμούσες να με κάνεις να πληρώσω με άλλο τρόπο». Ναι, είχε δίκιο. Σίγουρα θα τον έκανε να πληρώσει με άλλο τρόπο. Θα συνέχιζε. Για την ώρα, όμως, απλώς αξιολογούσαν ο ένας τον άλλο. «Κι εγώ σας βρίσκω εξίσου ενδιαφέροντα, εξοχότατε, αλλά φοβάμαι ότι λείπω πολύ καιρό από την κοινωνική σκηνή. Οι ικανότητές μου στη σεμνοτυφία έχουν δυστυχώς εξασθενήσει». «Δεν χρειάζεται να προσποιείσαι μαζί μου. Προτιμώ την ειλικρίνεια». «Τότε πρέπει να ξέρετε ότι με έχετε γοητεύσει, αν και δεν είμαι σίγουρη ότι κάτι τέτοιο θα ήταν σώφρον για κανέναν από τους δυο μας». «Θα ήταν, όμως, απολαυστικό». Δεν είχε καμία αμφιβολία. Ήταν ένας άντρας με αυτοπεποίθηση. Μπορούσε να την κάνει να περάσει πολύ καλά, αλλά ήξερε τόσο λίγα γι’ αυτόν. Ο σκοπός της απόψε δεν ήταν να επικεντρωθεί σε έναν, αλλά να αποκτήσει πολλούς θαυμαστές. Της αποσπούσε την προσοχή από τα σχέδιά της. Το βαλς τελείωσε, αλλά δεν την άφησε αμέσως. Απλώς την κράτησε σκανδαλωδώς κοντά του, επιτρέποντας να περνούν τα λεπτά σαν να μην τους έβλεπε κανείς, σαν να μην είχε κανείς γλώσσα που να μπορούσε να τους κρίνει. Αν ήταν ένα δεκαεννιάχρονο κορίτσι, με έναν πατέρα ή έναν αδερφό να την υπερασπιστεί, ως τα μεσάνυχτα θα ήταν αρραβωνιασμένη. «Τι άλλο απομένει να δω;» ρώτησε.


«Νομίζω πως τα έχετε δει όλα. Ίσως δεν έχουμε άλλο λόγο να μείνουμε». Έμπαινε στον πειρασμό να δεχτεί την πρόσκλησή του, να πάει μαζί του όπου ήθελε. Κατέστρωνε, όμως, πολύ καιρό το σχέδιό της για να φερθεί τόσο απερίσκεπτα τώρα. «Πρόσεξα έναν εξώστη με κουρτίνες στην άκρη της κεντρικής αίθουσας». Υπέθετε πως αποκεί την παρατηρούσε νωρίτερα. «Θα ήθελα πολύ να τον δω. Πώς μπορεί να πάει κανείς εκεί;» «Πρέπει να έχει το κλειδί». Ανασήκωσε το πιγούνι. «Μην το εκλάβετε ως κολακεία, εξοχότατε, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς. Θεωρώ πως μάλλον είστε κάποιος που θα είχε κλειδί». • Όντως είχε κλειδί. Ήταν σίγουρα απερίσκεπτο να την πάει εκεί πάνω, μια και ήθελε να κάνει πράγματα μαζί της που καλύτερα να γίνονται στη σκιά, κι εκείνος ο εξώστης ήταν γεμάτος σκιές και το πάθος του ήταν συνήθως ασυγκράτητο. Δεν ήταν μια αθώα δεσποινίδα, που είχε πρόσφατα παρουσιαστεί στη βασίλισσα στον καθιερωμένο χορό των νεμπιντάντ. Ήταν μια χήρα. Πρέπει να ήξερε από άντρες, να ήξερε ότι ήταν μαζί της αυτή τη στιγμή γιατί ήθελε να τη γνωρίσει με τη βιβλική έννοια του όρου. Θα υπέκυπτε χωρίς ενοχές στις επιθυμίες του. Δεν ήταν, όμως, ακριβώς αυτό που έδειχνε. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Είχε περάσει όλη του τη ζωή αποφεύγοντας μπλεξίματα και σχέσεις. Δεν έβλεπε κάτι άλλο σε μια γυναίκα εκτός από την εμφάνισή της, αλλά κάτι πάνω της τον έσπρωχνε να εξερευνήσει λίγο πιο βαθιά. Δεν ήταν Αμερικανίδα, όπως είχε σκεφτεί στην αρχή. Η προφορά της ήταν εκλεπτυσμένη, σίγουρα αγγλική, πολύ καλά μελετημένη, αλλά πού και πού διέκρινε και κάτι άλλο, σαν να έδινε μια παράσταση και για μια στιγμή είχε ξεχάσει τον ρόλο της στο έργο. Αυτή η μικρή λεπτομέρεια τον γοήτευε όλο και περισσότερο, αλλά ήταν και ανησυχητική. Δεν ήθελε κάτι μόνιμο μαζί της. Ήθελε απλώς να εξερευνήσει ό,τι κρυβόταν κάτω από αυτό το κόκκινο φόρεμα. Τα χέρια του θα τύλιγαν τη μέση της. Το στήθος της θα γέμιζε τις παλάμες του. Την οδήγησε μέσα στο πλήθος, που πύκνωνε όλο και περισσότερο όσο περνούσε η ώρα. Πόσες προσκλήσεις να είχαν μοιραστεί; Μάλλον δεν θα ερχόταν πολύ συχνά μετά την αποψινή βραδιά. Η λέσχη δεν ήταν πια τόσο αποκλειστική όπως κάποτε. Είχε βρει, όμως, εδώ και πολύ καιρό πιο σκοτεινά μέρη για να εκτονώνει την ντροπή και τον θυμό του. Έφτασαν στην πόρτα που οδηγούσε στους διαδρόμους με τα γραφεία και τα ιδιωτικά δωμάτια για στιγμές πιο προσωπικής διασκέδασης. Βγάζοντας το κλειδί από το τσεπάκι του γιλέκου του, το έτεινε προς το μέρος της. Του χάρισε ένα πονηρό χαμόγελο, γεμάτο ενθουσιασμό και προκλητικότητα. Απολάμβανε να κάνει πράγματα που δεν θα έπρεπε. Του άρεσε αυτό πάνω της. Πριν τελειώσει η νύχτα, ανυπομονούσε να κάνουν πολλά ανάρμοστα πράγματα. Έβαλε το κλειδί, το γύρισε, τράβηξε το πόμολο και άνοιξε την πόρτα. Μπήκε χωρίς να διστάσει και μετά του επέστρεψε το κλειδί. Εκείνος έκλεισε την πόρτα και


της πρόσφερε και πάλι τον αγκώνα του. «Όλα εδώ μέσα μοιάζουν παλιά», είπε. «Ο Ντάρλινγκ δεν μπήκε στον κόπο να αλλάξει την επίπλωση αυτού του χώρου και χαίρομαι γι’ αυτό. Υπάρχει κάτι παρηγορητικό σε οτιδήποτε οικείο. Το δωμάτιο αυτό είναι ίδιο εδώ και δεκαετίες». «Δεν μου φαίνεστε αρκετά μεγάλος για να επισκέπτεστε τον χώρο εδώ και δεκαετίες», σχολίασε. «Ξεκίνησα όταν ήμουν πολύ μικρός». Αν και είχε δίκιο. Επισκεπτόταν το δωμάτιο εδώ και μια δεκαετία περίπου. «Ξέρω, όμως, την ιστορία του. Είναι θρύλος στο περιβάλλον μου. Η σκάλα που οδηγεί στον εξώστη είναι αποδώ». Με το χέρι του στο πίσω μέρος του λαιμού της, την οδήγησε στη σκάλα και αποκεί στον μικρό διάδρομο, που κατέληγε στον εξώστη. «Όσο μένεις πίσω από την κουρτίνα, δεν μπορεί να σε δει κανείς», είπε σιγανά. «Οι σκιές λειτουργούν σαν κάλυψη». Έσκυψε ελαφρά μπροστά και κοίταξε τους καλεσμένους. «Εδώ ήσασταν όταν με εντοπίσατε;» ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά. Ήρθε πίσω της. Μόνο μια τρίχα χώριζε τα σώματά τους. «Ναι». «Είναι παράξενο, αλλά ένιωσα το βλέμμα σας πάνω μου». «Ίσως ήταν το βλέμμα κάποιου άλλου». «Όχι, είμαι σχεδόν βέβαιη ότι ήταν το δικό σας. Έχετε κάτι τόσο έντονο πάνω σας. Στέκεστε συχνά εδώ πάνω, κατασκοπεύοντας το πλήθος κάτω από τα πόδια σας;» «Ο Ντάρλινγκ το έκανε αυτό. Του άρεσε να βλέπει το χρήμα που έμπαινε στη λέσχη. Ο Ντότζερ, ο προηγούμενος ιδιοκτήτης, το ίδιο». Έβγαλε τα γάντια του, τα έβαλε στις τσέπες του σακακιού του και πέρασε το γυμνό του δάχτυλο από τον αυχένα της. Ανατρίχιασε στο άγγιγμά του. «Προσπαθούσα απλώς να αποφασίσω αν άξιζε τον κόπο να κατέβω απόψε». «Τι θα κάνατε, αν δεν κατεβαίνατε;» «Υπάρχει ένα ιδιωτικό παιχνίδι σε ένα από τα δωμάτια εδώ πάνω. Τα στοιχήματα είναι πολύ υψηλά, αλλά οι παίκτες κλέβουν». Ακούμπησε τα χείλη του χαμηλά στον λαιμό της. «Πρέπει να ξέρεις πως χρησιμοποιώ κάθε μέσο για να πετύχω αυτό που θέλω». «Ακούγεστε αδίστακτος, εξοχότατε». «Πολύ ευγενικά το θέτεις. Σε θέλω, Ρόζαλιντ. Σε ήθελα από την πρώτη στιγμή που πέρασες την πόρτα. Υπάρχουν δωμάτια εδώ. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε κάποιο από αυτά. Ή να πάμε στο σπίτι μου». «Δεν είμαι τόσο εύκολος στόχος». «Δεν είσαι;» Γύρισε και τον κοίταξε. «Όχι». «Είμαι έτοιμος να σε πείσω για το αντίθετο». Και διεκδίκησε τα χείλη της σαν να ήταν ήδη δικά του. • Δεν έπρεπε να εκπλαγεί που εκμεταλλεύτηκε το σκοτάδι. Ήξερε ότι έπαιζε με έναν


άντρα πολύ πιο τολμηρό απ’ όσο έδειχνε το πολιτισμένο προσωπείο του. Ξαφνιάστηκε, όμως, από την αντίδρασή της στο παθιασμένο φιλί του. Το καλοδέχτηκε. Νιώθοντας τα χέρια του γύρω από τη μέση της να τη σπρώχνουν πάνω στο σφιχτό κορμί του, θα έπρεπε να έχει διαμαρτυρηθεί. Αντίθετα, αφέθηκε στην περιέργεια και τη φλογερή επιθυμία της, που κατέπνιγε τόσο καιρό. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που είχε αποκτήσει κάτι που ήθελε, που είχε κάνει κάτι για τον εαυτό της. Σίγουρα το απολάμβανε. Πέρασε τα δάχτυλά της ανάμεσα από τα πυκνά μαλλιά του και μετάνιωσε που φορούσε γάντια. Γεύτηκε την πλούσια γεύση του ποτού στη γλώσσα του και μετάνιωσε που δεν είχαν πιει κι άλλο. Καθώς την κυρίευε η απόλαυση, μετάνιωσε που δεν ήταν ελεύθερη. Αυτή η σκέψη τη γέμισε ενοχές. Δεν μετάνιωνε για τα δεσμά της. Η ελευθερία είχε ένα τρομερό κόστος που δεν ήταν ακόμα έτοιμη να πληρώσει. Απέδιωξε αυτές τις σκέψεις και επικεντρώθηκε στη στιγμή. Ήταν πάντα καλύτερο να επικεντρώνεσαι στη στιγμή. Τα μεγάλα του χέρια χάιδεψαν την πλάτη της, τα πλευρά της, τους γοφούς της, έφτασαν στη μέση της και σταμάτησαν κάτω από το στήθος της. Ένιωσε το άγγιγμα του αντίχειρά του. Θα έπρεπε να φρίξει. Θα έπρεπε να τον χτυπήσει. Μια γυναίκα, όμως, στην ηλικία της σίγουρα λαχταρά τα πράγματα που της έλειψαν. Τα φιλιά δεν ήταν κάτι καινούριο, αλλά αυτός ο άντρας δεν πίεζε απλώς τα χείλη του στα δικά της. Τη διεκδικούσε, τη σημάδευε. Θα θυμόταν για πάντα τη γεύση του, τη δύναμή του, το άρωμά του. Σανταλόξυλο και περγαμόντο. Σκοτεινό και πλούσιο. Θα θυμόταν ότι σηκώθηκε στις μύτες για να υποδεχτεί τα χείλη του. Το βαθύ του μουγκρητό αντήχησε στον εξώστη. «Δεν θα προλάβουμε να πάμε στο σπίτι μου», είπε βραχνά. «Υπάρχει ένα δωμάτιο λίγο πιο κάτω στον διάδρομο». «Όχι». Το είπε πολύ απλά. Δεν πρέπει να το άκουσε, γιατί άρχισε να πιπιλά τον λοβό του αφτιού της. Σχεδόν λιποθύμησε από ηδονή. Θα μπορούσε να την πάρει εδώ και τώρα. «Όχι», είπε πιο αποφασιστικά. Έκανε πίσω, ανασαίνοντας βαριά, και την κοίταξε με τα σκοτεινά του μάτια. «Αφού δεν έχεις κηδεμόνα, δεν είσαι μια αθώα κοπέλα που χρειάζεται προστασία». «Ούτε είμαι, όμως, ανήθικη. Δεν πέφτω στο κρεβάτι με έναν άντρα απλώς και μόνο επειδή το θέλει». «Και εσύ το θέλεις. Τα βογκητά και οι αναστεναγμοί σου είναι η απόδειξη». «Δυστυχώς, στη ζωή δεν μπορούμε πάντα να κάνουμε αυτό που θέλουμε. Λείπω πολλή ώρα από τη γιορτή. Πρέπει να επιστρέψω πριν αρχίσουν να οργιάζουν οι φήμες». Πέρασε το χέρι του από τον λαιμό της και χάιδεψε το πιγούνι της. «Δεν μου φαίνεσαι γυναίκα που ενδιαφέρεται για τις φήμες». «Ενδιαφέρομαι για τις ευκαιρίες που θα μου φέρει η αποψινή νύχτα». Δεν θα μπορούσε να μιλήσει πιο ειλικρινά. «Ήρθα εδώ για να κάνω γνωριμίες, να γίνω μέρος αυτής της κοινωνίας. Για να με αποδεχτούν και να με καλωσορίσουν. Θα ήταν απερίσκεπτο από μέρους μου να τα θέσω όλα αυτά σε κίνδυνο για μια νύχτα


απόλαυσης». «Σου υπόσχομαι ότι θα άξιζε τον κόπο». Γι’ αυτό, δεν είχε καμία αμφιβολία, αλλά το τίμημα ήταν πολύ υψηλό – για τα σχέδιά της, ίσως και για το κύρος της. Αν αυτός έφευγε μετά… Μέχρι τώρα ήταν αυτή που έφευγε, που αποφάσιζε ότι είχε έρθει η ώρα να προχωρήσει παρακάτω. Έδιωξε μακριά τον πειρασμό. «Καληνύχτα, εξοχότατε». Είχε κάνει μόλις δύο βήματα, όταν άρπαξε με το μεγάλο του χέρι το μπράτσο της, τη γύρισε πίσω κοντά του και τη φίλησε ξανά. Το στόμα του ήταν πλούσιο και καυτό και τόσο επιδέξιο, που μπορούσε να την κάνει να ξεχάσει τις ευθύνες, τα καθήκοντά της. Θα ήταν τόσο κακό αν μια φορά στη ζωή της έκανε κάτι για τον εαυτό της; Αν έπαιρνε κάτι που λαχταρούσε; Απομάκρυνε το στόμα της από το δικό του, έσπρωξε τους δυνατούς του ώμους και ταράχτηκε όταν κατάλαβε ότι δεν κατάφερε να τον κάνει να οπισθοχωρήσει έστω και λίγο. «Όχι». Τα μάτια του έκαιγαν όσο και το στόμα του. «Με προκαλείτε όλο το βράδυ, κυρία Σαρπ. Δεν μπορεί να πιστεύετε ότι θα σας αφήσω να φύγετε χωρίς να κάνω ό,τι μπορώ για να σας πείσω να μείνετε». Με ένα ακόμα φιλί ίσως να κατάφερνε τον σκοπό του, που να πάρει. «Πάει πολύς καιρός από τότε που έχω να βρεθώ με έναν άντρα. Δεν είμαι έτοιμη γι’ αυτά που προτείνετε». Άπλωσε το χέρι και χάιδεψε τα μαλλιά του, ισιώνοντας τις άκρες που είχε ανακατέψει. «Σας παρακαλώ, αφήστε με να φύγω». Αργά, βασανιστικά αργά, την άφησε. «Τουλάχιστον επιτρέψτε μου να έχω την τιμή να σας συνοδεύσω στο σπίτι». «Ξέρουμε και οι δύο ότι αυτό θα ήταν πολύ επικίνδυνο. Μόνοι, σε έναν μικρό χώρο, μέσα στο σκοτάδι. Δεν νομίζω ότι θα έφτανα στο σπίτι ασφαλής. Εξάλλου, έχω την άμαξά μου. Και πάλι, καλή σας νύχτα». «Δεν θα το βάλω κάτω». Δεν γύρισε, αλλά τα λόγια του την έκαναν να παγώσει στη θέση της. «Θα σε κάνω δική μου», είπε και η φωνή του ακούστηκε σαν υπόσχεση που την έκανε να ανατριχιάσει, να ριγήσει από ευχαρίστηση. «Γιατί το θέλεις όσο κι εγώ». Παραλίγο να αρνηθεί τα λόγια του, αλλά φοβήθηκε πως αν καθυστερούσε θα βρισκόταν και πάλι στην αγκαλιά του, και αυτή τη φορά χωρίς τη δύναμη να τον αρνηθεί, να αρνηθεί και στους δυο τους μια σίγουρα υπέροχη βραδιά. Ήθελε να φύγει, να το βάλει στα πόδια, αλλά συνέχισε να περπατά αργά και προσεκτικά απομακρυνόμενη από τον εξώστη, έκπληκτη που τα τρεμάμενα πόδια της κατάφεραν να την οδηγήσουν μέχρι κάτω στη σκάλα. Γύρισε το πόμολο, άνοιξε την πόρτα και μπήκε στην κεντρική αίθουσα. Σχεδίαζε να συνεχίσει την περιήγησή της, να κάνει αισθητή την παρουσία της, ίσως να κάνει μερικές ακόμα γνωριμίες, αλλά την είχε αναστατώσει. Δεν είχε συνηθίσει να την αναστατώνουν. Όσο πιο ήρεμα μπορούσε, προχώρησε ως την έξοδο, νιώθοντας το βλέμμα του να την ακολουθεί. Είχε κάνει λάθος απόψε, δεν είχε υπολογίσει σωστά. Θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτική στο μέλλον. Ο δούκας του Άβεντεϊλ είχε τη δύναμη να την καταστρέψει.


Κεφάλαιο 2 Μέχρι να περάσει ξανά την πόρτα του σπιτιού της, η Ρόουζ είχε ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της, η καρδιά της δεν χτυπούσε με μανία στα στήθη της. Ένα κομμάτι της ένιωθε ευγνωμοσύνη που είχε καταφέρει να ξεφύγει. Ένα άλλο, όμως, το οποίο σπάνια άφηνε να βγει στην επιφάνεια, ευχόταν να βρισκόταν ακόμα στον σκοτεινό εξώστη, αιχμάλωτη στα φιλιά του. Ο Μέρικ βγήκε από το σαλόνι συνοφρυωμένος. «Δεν σε περίμενα τόσο νωρίς». Έβγαλε το πανωφόρι της και του το έδωσε. «Δες τι μπορείς να μάθεις για τον δούκα του Άβεντεϊλ». Του είχε δώσει πολλή δύναμη. Για να το αποφύγει στο μέλλον, έπρεπε να μάθει ό,τι μπορεί γι’ αυτόν. «Δούκας; Πολύ τολμηρό, ακόμα και για εσένα. Μπορεί να έχει αρκετή επιρροή ώστε να φροντίσει να σε κρεμάσουν μόλις μάθει τι είσαι». «Το θέμα, λοιπόν, είναι να φροντίσουμε να μην το μάθει. Είχαμε κανένα πρόβλημα απόψε;» «Όχι». Το πρόσωπο του Μέρικ ήταν ταλαιπωρημένο από τη σκληρή ζωή του. «Μοιάζει ευχαριστημένος εδώ. Κοιμάται τώρα. Ίσως θα μπορούσαμε να μείνουμε αυτή τη φορά». «Το ξέρεις πως αυτό δεν γίνεται». Πήγε προς τη σκάλα, ενώ ο Μέρικ περπατούσε αργά πίσω της. «Ίσως μπορούμε να βρούμε έναν άλλο τρόπο». Γύρισε. Δεν είχε υπολογίσει καλά πόσο κοντά της ήταν κι έπεσε πάνω του. Τον έπιασε από τους ώμους και τον κράτησε για να μην πέσει. Όταν βρήκε πάλι την ισορροπία του, την κοίταξε κι επανέλαβε. «Ίσως θα μπορούσαμε». «Τι προτείνεις; Τι θα μπορούσα να κάνω για να μας παρέχω τα απαραίτητα για να ζούμε με την ίδια πολυτέλεια;» «Ίσως να μη χρειαζόμαστε τόση πολυτέλεια». «Ο Χάρι θα έπρεπε να την έχει, όμως. Του το χρωστάω». «Δεν φταις εσύ για τον τρόπο με τον οποίο του φέρθηκε ο πατέρας σου». Ο Μέρικ δεν είχε ζήσει όσα είχε ζήσει εκείνη. Δεν μπορούσε να διανοηθεί όλες τις φριχτές πράξεις του πατέρα της. «Μην ξεχνάς, Μέρικ, ότι βρίσκεσαι εδώ χάρη στην καλή μου καρδιά, όχι για να με αμφισβητείς. Και τώρα πες στη Σάλι ότι γύρισα και θέλω να με βοηθήσει να ετοιμαστώ για να ξαπλώσω». Ανέβηκε τη σκάλα, αρνούμενη να νιώσει ενοχές για τη ζωή που ζούσε ή να σκεφτεί τις συνέπειες που μπορεί να είχε πάνω της. Η ζωή ήταν γεμάτη επιλογές. Εκείνη είχε κάνει τις δικές της. Ήταν πολύ αργά για να μετανιώσει, αυτό δεν θα της πρόσφερε τίποτα, απλώς θα της αποσπούσε την προσοχή. Στο δωμάτιό της, έβγαλε τα γάντια της, τα πέταξε στο μπουντουάρ της κι έπειτα πήγε στο παράθυρο κι άρχισε να κοιτάζει τον βυθισμένο στην ομίχλη κήπο. Δεν είχε καταφέρει όσα ήθελε απόψε. Ήλπιζε να γνωρίσει διάφορες κυρίες που θα την καλούσαν στους χορούς και στα δείπνα τους. Όσο πιο πολύ την έβλεπαν να


συναναστρέφεται την υψηλή κοινωνία, τόσο περισσότερο θα την εμπιστεύονταν, τόσο περισσότεροι άνθρωποι θα ήθελαν να τη βοηθήσουν. Ο δούκας, όμως, την είχε αποσπάσει από τον στόχο της. Μετά τα καυτά φιλιά που της είχε δώσει, μετά βίας μπορούσε να σκεφτεί. Είχε πια διασχίσει τη μισή διαδρομή για το σπίτι της όταν άρχισε να σκέφτεται πάλι λογικά. Πώς μπορούσε να καταστρώνει σχέδια όταν το μυαλό της είχε σταματήσει; Είχε δώσει πολλά φιλιά στο παρελθόν, αλλά δεν ένιωσε ποτέ τέτοια κτητικότητα, κανείς δεν την είχε κυριεύσει τόσο. Είχε εκπλαγεί που δεν πήραν φωτιά σ’ εκείνο το μπαλκόνι. Μόλις άκουσε την πόρτα να ανοίγει, στράφηκε χαμογελώντας. «Σάλι». «Πέρασες καλά;» ρώτησε η σύζυγος του Μέρικ. «Απόψε πήγα για δουλειά, όχι για διασκέδαση». Προχώρησε μέχρι τη μέση του δωματίου, όπου βρισκόταν ένα μικρό σκαμπό, και γύρισε την πλάτη. Η Σάλι την πλησίασε και άρχισε να της ξεκουμπώνει τα κουμπιά και να λύνει τις κορδέλες. «Θα μπορούσες να τα συνδυάσεις». «Μπορεί να επικεντρωθώ περισσότερο στο ένα και να χάσω το άλλο». «Δεν θα ήταν και τόσο άσχημα αν δεν επικεντρωνόσουν στη δουλειά. Πότε ήταν η τελευταία φορά που διασκέδασες λίγο;» Το φόρεμά της ήταν πια χαλαρό και η Ρόουζ το έβγαλε. «Διάβασα ένα ολόκληρο βιβλίο χτες βράδυ πριν κοιμηθώ». Η Σάλι μάζεψε το φόρμα και είπε: «Εννοώ να διασκεδάσεις με άλλους». Η Ρόουζ χαμογέλασε. «Περνάω πολύ καλά μαζί σου». «Με δυσκολεύεις». «Ναι, γιατί δεν θέλω να το συζητήσω». Αφού έβγαλε και τα υπόλοιπα ρούχα και έβαλε τη νυχτικιά της, κάθισε στο σκαμπό μπροστά από την τουαλέτα της. Αν μπορούσε, θα είχε ένα σπίτι χωρίς καθρέφτες, αλλά έπρεπε να ξέρει πώς είναι πριν βγει έξω. Η εμφάνιση ήταν απαραίτητη στο παιχνίδι. Εδώ, στο δωμάτιό της, όμως, όχι και τόσο. Όταν κοίταξε το είδωλό της, είδε μια γυναίκα κοντά στα τριάντα, η οποία δεν θα είχε ποτέ έναν άντρα που θα την αγαπούσε ή παιδιά για να λατρεύει. Μια γυναίκα τόσο μόνη, η οποία τώρα προσπαθούσε να μην κλάψει. Απεχθανόταν αυτές τις στιγμές αδυναμίας που τα χαμένα της όνειρα εμφανίζονταν στη θύμησή της. Δεν είχε δικαίωμα να παραπονιέται, όχι όταν άλλοι υπέφεραν περισσότερο από την ίδια. «Φαίνεσαι λυπημένη», παρατήρησε η Σάλι, καθώς την πλησίασε κι άρχισε να της χτενίζει τα μαλλιά. «Είμαι απλώς κουρασμένη. Ήταν δύσκολη νύχτα». «Ο Μέρικ μού είπε ότι ψάχνεις πληροφορίες για κάποιο δούκα». «Χορέψαμε». Το είδωλό της χαμογέλασε. Ήταν σχεδόν ονειρικό, σαν να ήταν ένα μικρό κορίτσι γεμάτο ελπίδα μετά το πρώτο βαλς. «Ήταν πολύ γοητευτικός». Υπέροχα γοητευτικός. Και προκλητικός. «Ήταν όμορφος;» ρώτησε η Σάλι. «Ξέρεις κανένα δούκα που να μην είναι;» ρώτησε η Ρόουζ. «Δεν ξέρω κανένα δούκα».


Η Ρόουζ γέλασε. «Ναι, ήταν όμορφος. Σκούρα μαλλιά και ακόμα πιο σκούρα μάτια. Σκοτεινά. Δεν είναι πολύ χαρούμενος». «Είσαι πάντα τόσο καλή να διαβάζεις τους άλλους». Έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική για να κάνει αυτό που έκανε. Είχε πάρει αυτό το ταλέντο από τον πατέρα της, αν και δεν είχε μάθει τίποτα αξιόλογο από αυτόν. «Τον συμπάθησες;» ρώτησε η Σάλι. Τον είχε συμπαθήσει; «Δεν τον ξέρω αρκετά καλά για να κρίνω αν τον συμπαθώ ή όχι». «Ήταν ευχάριστος;» «Ήταν έντονη παρουσία. Πολύ έντονη. Δεν μίλησε με πολλούς, αν και ήταν σαφές ότι οι περισσότεροι τον γνώριζαν. Νομίζω πως ήταν εκεί μόνο για έναν λόγο: για να αφοσιωθεί σε οποιαδήποτε ακολασία έβρισκε πιο εύκολη». «Και σίγουρα σκέφτηκε να δοκιμάσει και μαζί σου». Η Σάλι γύρισε από την άλλη πλευρά κι έριξε τα χτενισμένα μαλλιά της Ρόουζ στον ώμο της. «Εσύ, όμως, τον κράτησες σε απόσταση». Τα λόγια αυτά δεν ήταν ερώτηση αλλά δήλωση, και η Ρόουζ ήξερε ότι η Σάλι θα απογοητευόταν αν είχε συμβεί κάτι απρεπές – όπως ένα φιλί στα σκοτεινά. «Δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς μου να ενδώσω στον πειρασμό». «Μπήκες σε πειρασμό, δηλαδή;» Η Ρόουζ γύρισε στο σκαμπό και κοίταξε τη Σάλι στα μάτια. «Όχι». Αυτό το ψέμα δεν έπρεπε να βγει τόσο εύκολα. Εκτός αυτού, ήταν και ανησυχητικό. Αν μπορούσε να πει τόσο εύκολα ψέματα στην αγαπημένη της φίλη, μπορούσε, άραγε, να το κάνει και στον ίδιο της τον εαυτό; «Σ’ ευχαριστώ, Σάλι. Θα τα πούμε το πρωί». Σηκώθηκε, πήγε μέχρι το τραπεζάκι στη γωνία κι έβαλε σε ένα ποτήρι μια γουλιά μπράντι, ακολουθώντας το καθιερωμένο νυχτερινό τελετουργικό της. «Δεν είσαι καλά», παρατήρησε η Σάλι. «Είμαι απλώς κουρασμένη, όπως σου είπα και πριν». Την κοίταξε και της χαμογέλασε. «Καλά είμαι. Καληνύχτα». Περίμενε μέχρι να φύγει η Σάλι κι έπειτα πήγε στον καναπέ και κουλουριάστηκε στη γωνία. Πρώτα μύρισε το μεθυστικό άρωμα. Ήπιε μια μικρή γουλιά και απόλαυσε τη γεύση περισσότερο από ποτέ. Της θύμιζε εκείνον. Φαντάστηκε και πάλι τα χείλη του στα δικά της. Και προσπάθησε να μη νιώθει άσχημα που δεν είχε φύγει μαζί του. • Ο Άβεντεϊλ μπήκε στο σπίτι του και σταμάτησε απότομα όταν ένα ζευγάρι που προχωρούσε προς τη σκάλα παραλίγο να πέσει πάνω του. «Εξοχότατε», ψέλλισε ο νέος, χαιρετώντας τον αδέξια, πριν πέσει με θόρυβο στο έδαφος, παρασύροντας μαζί του και τη γυναίκα που είχε στο πλάι του. Ο Άβεντεϊλ σκέφτηκε ότι δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα χειρότερο από έναν άντρα που δεν αντέχει το ποτό. Γελώντας χαριτωμένα, η Αφροδίτη απελευθερώθηκε από τον πιωμένο συνοδό της και σηκώθηκε όρθια. Πήγε προς το μέρος του. «Άβεντεϊλ, νομίζω πως έχασα τον


παρτενέρ μου. Όμως προτιμώ εσένα, έτσι κι αλλιώς». Η αραχνοΰφαντη τουαλέτα αποκάλυπτε όλα τα πλούσια προσόντα της. Τα γαλάζια μάτια της έλαμπαν από επιθυμία και το χέρι της άρχισε να διατρέχει το στήθος και τους ώμους του. «Είμαι δική σου», είπε με προκλητική φωνή. Ναι, γιατί την πλήρωνε – όχι με χρήματα, αλλά με λούσα. Ρούχα, κοσμήματα, μπιχλιμπίδια, αρώματα. «Όχι απόψε, Αφροδίτη». Αυτό που ήθελε απόψε δεν μπορούσε να το έχει, και αυτό τον έκανε να θέλει ακόμα πιο πολύ τη Ρόζαλιντ Σαρπ. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που του αρνήθηκαν κάτι, την τελευταία φορά που οι σκέψεις του επικεντρώνονταν σε μία συγκεκριμένη γυναίκα. Χωρίς ενοχές ή τύψεις, άφησε ευγενικά πίσω του την Αφροδίτη –θα έβρισκε πολύ εύκολα κάποιον άλλο– και κατευθύνθηκε στη βιβλιοθήκη του. Ένας υπηρέτης –που δεν στεκόταν απλώς προσοχή, αλλά έπαιζε και τον ρόλο του φύλακα, μια και στο συγκεκριμένο δωμάτιο δεν επιτρεπόταν η είσοδος σε κανέναν άλλο εκτός από τους υπηρέτες– άνοιξε την πόρτα. Ο Άβεντεϊλ μπήκε μέσα. Η πόρτα έκλεισε πίσω του κι εκείνος κατευθύνθηκε σε μια γυάλινη προθήκη με ποτά. Ένα μαρμάρινο τραπέζι πλάι της ήταν γεμάτο ποτήρια και κανάτες. Αφού γέμισε ένα ποτήρι με ουίσκι, τράβηξε μια καρέκλα κοντά στο τζάκι και ήπιε το μισό περιεχόμενο, πριν αναστενάξει και γείρει πίσω το κεφάλι του. Πώς είχε γίνει τόσο ακόλαστη η ζωή του; Καλλονές αμφιβόλου ηθικής ήταν πάντα δίπλα του. Νεαροί εμφανίζονταν συνεχώς για να απολαύσουν τις γυναίκες, το ποτό ή τα χαρτιά. Δεν ήξερε τα ονόματα ούτε των μισών, αλλά όλοι ήξεραν ότι πίσω από τους τοίχους του σπιτιού του γίνονταν όργια. Όλα ξεκίνησαν όταν ήταν πολύ νεότερος, όταν περνούσε περισσότερο χρόνο χαμένος στις γυναίκες και στο κρασί. Τελευταία, όμως, είχε αρχίσει να τα βαριέται. Σπάνια δεχόταν τις προσκλήσεις των γυναικών πια. Δεν μπορούσε πλέον να τις ξεχωρίσει. Ίσως δεν μπορούσε ποτέ. Του χάριζαν μερικές στιγμές χωρίς σκοτεινές σκέψεις – όπως και το ποτό. Τελευταία, μάλιστα, έμοιαζε να βασίζεται περισσότερο σ’ αυτό. Ήπιε ακόμα μια γουλιά, πιέζοντας τον εαυτό του να την απολαύσει. Απολάμβανε τόσο λίγα πράγματα πια. Βυθιζόταν στις ηδονές λες κι ήταν η μοναδική απάντηση. Ενώ στην πραγματικότητα δεν ήξερε καν την ερώτηση. Μια γουλιά ακόμα. Ένα πικρό γέλιο. Είχε όντως σκεφτεί να φέρει εδώ μέσα τη Ρόζαλιντ Σαρπ; Να γίνει μάρτυρας της τρέλας του, να δει ότι είχε βυθιστεί στην ακολασία; Θα μπορούσε να της εξηγήσει την παρουσία των καλεσμένων του λέγοντας απλώς ότι απόψε είχε οργανώσει μια γιορτή... Γιατί ένιωθε την ανάγκη να δικαιολογήσει τον τρόπο ζωής του; Δεν υπήρχε λόγος. Ούτε σ’ αυτή ούτε σε κανέναν άλλο. Έκανε ό,τι ήθελε, όποτε το ήθελε, όπως το ήθελε. Σηκώθηκε, πήγε στο γραφείο του και τράβηξε το κορδόνι από το μικρό καμπανάκι στον τοίχο πίσω του. Προχώρησε μέχρι το παράθυρο. Οι λάμπες γκαζιού φώτιζαν τους κήπους και τους ανθρώπους που περιφέρονταν. Κάποιοι, μάλιστα, ήταν γυμνοί στο σιντριβάνι του. Άλλοτε θα πήγαινε κοντά τους. Απόψε του φαίνονταν κουραστικοί.


Άνοιξε η πόρτα. «Θέλω να φύγουν», ανακοίνωσε, πριν προλάβει να κάνει μερικά βήματα ο μπάτλερ του. Σιωπή. Τελικά: «Ποιοι;» «Όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Οι γυναίκες, οι άντρες. Πες στις κυρίες να απευθυνθούν στον συνεργάτη μου αν θέλουν βοήθεια για να τακτοποιηθούν κάπου». «Μάλιστα, εξοχότατε. Κάτι άλλο;» Ο Άβεντεϊλ συνέχισε να κοιτάζει τον κήπο. «Πες να αντικαταστήσουν όλα τα στρώματα. Τα μαξιλάρια. Αντικατάστησε ό,τι μπορεί να αντικατασταθεί και πέτα τα υπόλοιπα. Θέλω να φύγει κάθε έπιπλο που θυμίζει αυτές τις άθλιες δραστηριότητες. Αποδώ και πέρα, θέλω να φαίνεται ότι εγώ ήμουν πάντα ο μόνος κάτοικος αυτού του σπιτιού και ότι έχω ζήσει τη ζωή μου αγνά, σαν μοναχός». «Θα το τακτοποιήσω αμέσως». «Και φρόντισε να υπάρχει πάντα μια υπηρέτρια που να μπορεί να εξυπηρετήσει μία κυρία». «Μάλιστα, κύριε». Ο Άβεντεϊλ μπορούσε να διακρίνει την απορία στο ύφος του Θάτσερ: ετοιμαζόταν να παντρευτεί ο δούκας; «Αυτά». «Όπως θέλετε, κύριε». Αφού έφυγε ο Θάτσερ, ο Άβεντεϊλ στηρίχτηκε στην κάσα του παράθυρου. Σκόπευε να φιλοξενήσει άμεσα την κυρία Ρόζαλιντ Σαρπ στην οικία του. Ήθελε να την κάνει να νιώσει άνετα, να της αρέσουν όλα, έτσι οι προετοιμασίες έπρεπε να ξεκινήσουν το συντομότερο. Δεν θα ήταν εύκολο να την κατακτήσει, αλλά θα τα κατάφερνε. • Ξαπλωμένη στο κρεβάτι, η Ρόζαλιντ κοιτούσε το ταβάνι. Δεν είχε κοιμηθεί καθόλου καλά, είχε απλώς κλείσει ελάχιστα τα μάτια της. Έφταιγε ο καταραμένος ο Άβεντεϊλ που ένιωθε να φλέγεται. Κάποια στιγμή σκέφτηκε ακόμα και να βγάλει τη νυχτικιά της. Παρότι ήξερε ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον, θα έπαιρνε όρκο ότι ένιωθε ακόμα τα χείλη του να κινούνται αποφασιστικά πάνω στα δικά της. Δεν είχε διστάσει καθόλου να χαϊδέψει με τα χέρια του το κορμί της. Ήταν ένας άντρας που ήξερε τι ακριβώς ήθελε. Και ήθελε εκείνη. Όλα αυτά τα χρόνια κι άλλοι άντρες την πόθησαν. Είχε γίνει πολύ επιδέξια στο να τους γοητεύει, αλλά συγχρόνως και να τους κρατά σε απόσταση. Δεν ήταν σίγουρη ότι ο Άβεντεϊλ θα μπορούσε να χειραγωγηθεί τόσο εύκολα. Ήταν επικίνδυνος, δεν θα αρκούνταν στα ψίχουλα που σκόπευε να του προσφέρει. Καλά θα έκανε να ψάξει για κάποιον άλλο ευεργέτη, αλλά ο Άβεντεϊλ τη γοήτευε. «Θα σε κάνω δική μου», της είχε πει. Κι αφού δεν ήταν εύκολο να τον απομακρύνει, θα μπορούσε να αποδεχτεί την πρόκληση να τον ξεπεράσει. Θα ήταν αρκετά ευχάριστο και σίγουρα έκρυβε κάποιες επιπλέον απολαύσεις. Δεν ήταν


σίγουρα δύσκολο να τον φιλάει. Όσο διατηρούσε τον έλεγχο, σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να κερδίσει όλα όσα ήθελε. Μια γρήγορη ματιά στο ρολόι πάνω στο τζάκι αποκάλυψε ότι ήταν ήδη πρωί. Μπήκε στον πειρασμό να κουκουλωθεί με τα σκεπάσματα για να δει αν μπορεί να αποκοιμηθεί πιο εύκολα, αλλά αντιστάθηκε, ξέροντας ότι ο Χάρι ήδη θα απολάμβανε το πρωινό του. Θα έπρεπε να έχει πάει να τον δει χτες το βράδυ, αλλά είχε την τρελή ιδέα πως αν ξυπνούσε θα μπορούσε να την κοιτάξει και να καταλάβει τι είχε γίνει με τον Άβεντεϊλ. Αναρωτήθηκε, μάλιστα, μήπως μπορούσε να μυρίσει το άρωμα του δούκα στο δέρμα της. Οι τύψεις μπορούσαν σίγουρα να την κάνουν παράλογη. Σηκώθηκε από το κρεβάτι κι άρχισε να ετοιμάζεται: πλύθηκε, χτένισε τα μαλλιά της και τα τράβηξε πίσω, τα στερέωσε με έναν φιόγκο και φόρεσε ένα απλό μπλε φόρεμα που δεν απαιτούσε κάποια ιδιαίτερη βοήθεια. Όταν έμεινε ικανοποιημένη με την εμφάνισή της, κατέβηκε στην τραπεζαρία για το πρωινό. «Γεια σου, αγάπη μου», είπε στον Χάρι μπαίνοντας. Ήταν τέσσερα χρόνια μικρότερός της, αν και δεν θα το μάντευαν πολλοί, μια και η ζωή δεν ήταν πολύ ευγενική μαζί του και οι δυσκολίες είχαν αφήσει το σημάδι τους. Έσκυψε και τον φίλησε στο κεφάλι. «Πώς είσαι σήμερα;» «Καλά», απάντησε, με τα μάτια του να λάμπουν από χαρά, ενώ της χάριζε εκείνο το χαμόγελο που πάντα της ζέσταινε την καρδιά. Κάθισε στο μικρό τετράγωνο τραπέζι. Προτίμησε τη θέση απέναντί του για να είναι πιο εύκολο να συζητήσουν, σήκωσε την κανάτα με το τσάι και έβαλε λίγο στο φλιτζάνι της. Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν μερικά καλυμμένα πιάτα. Ήταν μόνο οι δυο τους κάθε πρωί, και έτσι τα γεύματά τους ήταν ελαφρά και απλά. Δεν υπήρχαν μπουφέδες φορτωμένοι με ταιριαστά σερβίτσια. Δεν μπορούσαν να κάνουν τέτοιες σπατάλες. «Πέρασες καλά χτες το βράδυ;» τη ρώτησε. Έβαλε τέσσερις κύβους ζάχαρη στο τσάι της και το ανακάτεψε. «Πράγματι. Αν και μου έλειψες πολύ, το ίδιο και το διάβασμά μας. Ανυπομονώ να μάθω πού θα οδηγήσουν τον Γκιούλιβερ τα επόμενα ταξίδια του». Το διάβασμα ήταν η καθιερωμένη νυχτερινή τους ιεροτελεστία. «Θα μείνω στο σπίτι απόψε». «Πες μου για το μέρος που πήγες», της ζήτησε. «Το κτίριο ήταν υπέροχο, οι άνθρωποι πολύ όμορφα ντυμένοι. Ας ξεκινήσουμε από τη στιγμή που πέρασα την πόρτα». Κι έπειτα, αναφέροντας κάθε λεπτομέρεια που είχε απομνημονεύσει, σκιαγράφησε μια πολύ ζωηρή εικόνα της χτεσινής νύχτας, ελπίζοντας ότι θα του έδινε μια ανάμνηση που δεν θα μπορούσει να αποκτήσει ποτέ μόνος. «Μακάρι να μπορούσα να το δω», ψιθύρισε όταν τελείωσε. «Μακάρι, αγάπη μου. Αργότερα θα σου το ζωγραφίσω, αν θέλεις». Έκανε ένα ανεπαίσθητο νεύμα κι έπειτα έστρεψε πάλι την προσοχή του στο φαγητό. Ήξερε ότι τα σκίτσα είναι ένα φτηνό υποκατάστατο, αλλά δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει να της χαλάσει τα σχέδια. Το μέλλον τους εξαρτιόταν από αυτά.


Κεφάλαιο 3 «Θα αρχίσεις να κάνεις τους υπαλλήλους μου να αισθάνονται άσχημα έτσι που παραμονεύεις από τον εξώστη». Ο Άβεντεϊλ ήταν εδώ πάνω, παρατηρώντας το πλήθος, προσέχοντας ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε, εδώ και τρεις νύχτες. Κοίταξε τον Ντρέικ. «Δεν θα έπρεπε να ασχολείσαι με τον γάμο σου εσύ;» «Η Φι και η θεία της τα έχουν αναλάβει αυτά. Εγώ πρέπει απλώς να βγάλω την άδεια, ώστε να έχω χρόνο να ασχολούμαι με την επιχείρησή μου. Αυτή τη στιγμή η λέσχη είναι κάτι καινούριο, δεν είναι σίγουρο ότι θα γίνει αποδεκτή. Δεν προσκάλεσα, όμως, και γυναίκες για να μπορούν οι άντρας να αφοσιωθούν στην ηδονοβλεψία. Θα καταστρέψεις τη φήμη της δουλειάς μου, αυτά που προσπαθώ να πετύχω, αν συνεχίσεις έτσι. Θα αναγκαστώ να σου πάρω το κλειδί». Αγνοώντας την απειλή, ο Άβεντεϊλ τον ρώτησε: «Τι ξέρεις για την κυρία Ρόζαλιντ Σαρπ;» «Ποια;» «Δεν ξέρεις καν ποια είναι, αλλά την κάλεσες στον χορό σου;» «Το όνομα κάτι μου θυμίζει». «Η γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα», είπε ανυπόμονα ο Άβεντεϊλ. «Σας σύστησα – ή, για την ακρίβεια, εκείνη συστήθηκε μόνη της– στην αίθουσα των αντρών». «Α, ναι, τώρα τη θυμήθηκα. Φοβάμαι πως μάλλον με απασχολούσαν άλλα πράγματα εκείνο το βράδυ». «Πώς την εντόπισες, λοιπόν;» Ο Ντρέικ πέρασε τα δάχτυλα από τα μακριά, σκούρα μαλλιά του. «Ο δικηγόρος της μου έστειλε μια επιστολή, σκέφτηκε ότι μπορεί να πληρούσε τις προδιαγραφές μου». «Οι οποίες ήταν;» «Ένας κομψός αστράγαλος και περιουσία». Στον Άβεντεϊλ δεν άρεσε η ιδέα ότι μπορεί ο δικηγόρος να είχε δει τον αστράγαλό της. «Πώς ήξερε τον αστράγαλό της;» Ο Ντρέικ αναστέναξε. «Εννοούσε ότι είναι γυναίκα. Γιατί σε ενδιαφέρει τόσο;» «Έχει έρθει καθόλου μετά τον χορό; Δεν την έχω δει». Σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος του, ο Ντρέικ ακούμπησε στον τοίχο. «Σε ενδιαφέρει;» Ο Άβεντεϊλ δεν μάσησε τα λόγια του. «Τη θέλω στο κρεβάτι μου». Ο Ντρέικ συνοφρυώθηκε. «Οι γυναίκες που είναι ευπρόσδεκτες στη λέσχη μου δεν έρχονται εδώ γι’ αυτόν τον σκοπό». «Δεν θα την αναγκάσω, αλλά σκοπεύω σίγουρα να την αποπλανήσω. Καμία από τις πράξεις μου δεν θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην επιχείρησή σου». «Το ελπίζω. Δεν θα μου άρεσε καθόλου να πάψεις να είσαι μέλος της λέσχης». «Έχει έρθει;» ρώτησε επίμονα ο Άβεντεϊλ.


«Απ’ όσο ξέρω, όχι». «Έγινε μέλος;» «Πρέπει να κοιτάξω τα αρχεία μου». «Κοίταξέ τα τότε». «Ξέρεις πάρα πολύ καλά ότι οι πληροφορίες αυτές είναι απολύτως εμπιστευτικές». «Είμαστε πολύ καιρό φίλοι...» «Δεν υπήρξαμε ποτέ φίλοι. Γνωστοί – λόγω της σχέσης των οικογενειών μας και της φιλίας μας με τον Λόβινγκτον. Πέρα από αυτό, όμως, δεν θα μας χαρακτήριζα φίλους». Ο Άβεντεϊλ συνοφρυώθηκε. Για άντρας που ζούσε βουτηγμένος στις απολαύσεις, ο Ντρέικ παραήταν ηθικός. Και ενοχλητικός σαν τον διάβολο, παρότι ήταν γενναιόδωρος όταν περιέγραφε τη σχέση τους. «Μπορεί να μου μιλήσει κάποιος γι’ αυτή;» «Μάλλον όχι». Ο Ντρέικ άπλωσε το ένα του χέρι για να προλάβει τον Άβεντεϊλ πριν αρχίσει να τον κατσαδιάζει για την απροθυμία του να συνεργαστεί. «Δεν την ξέρω. Όπως σου είπα, την κάλεσα λόγω των συστάσεων». «Πρέπει να έκανες μια μικρή έρευνα γι’ αυτή, δεν μπορεί. Και σίγουρα θα βρήκες κάποια διεύθυνση για να στείλεις την πρόσκληση». «Λυπάμαι, εμπιστευτικές πληροφορίες». «Που να σε πάρει!» Ο Άβεντεϊλ έστρεψε την προσοχή του και πάλι στην κεντρική αίθουσα. Αν δεν επέστρεφε ποτέ; Αν δεν είχε βρει ενδιαφέροντα όσα είχαν να προσφέρουν οι Δίδυμοι Δράκοι; Αν δεν είχε βρει ούτε τον ίδιο ενδιαφέροντα; Τα φιλιά που είχαν μοιραστεί άλλα έδειχναν. Ίσως, όμως, η έλξη αυτή να την τρόμαξε. Το γεγονός ότι ήταν χήρα δεν σήμαινε ότι είχε γνωρίσει το πάθος. Ο άντρας της μπορεί να ήταν από εκείνους τους υποκριτές που θεωρούν ότι μόνο οι άντρες πρέπει να απολαμβάνουν τη συνουσία. Αυτά που είχαν συμβεί ανάμεσα σ’ εκείνη και στον Άβεντεϊλ είχαν πολύ πάθος... Ξανθές μεταξένιες μπούκλες μαζεμένες σε έναν άψογο κότσο, με λίγες τούφες να κρέμονται σε έναν λεπτό λαιμό τράβηξαν την προσοχή του, καθώς μια γυναίκα εμφανίστηκε στην πόρτα. Πήρε μια ανάσα που έκανε τους πνεύμονές του να πονέσουν. Φορούσε ένα σκούρο μοβ φόρεμα που άφηνε τους ώμους της ακάλυπτους για να μπορεί να τους φιλά πιο εύκολα. Λευκά γάντια ανέβαιναν μέχρι τους αγκώνες της. Θα του άρεσε να της τα βγάλει. «Τι σου τράβηξε την προσοχή;» ρώτησε ο Ντρέικ. «Ήρθε». Επιτέλους. Του ήταν αδιανόητο πόσο πολύ τον επηρέαζε. Για να διατηρήσει το πάνω χέρι, θα έμενε εδώ τουλάχιστον μισή ώρα. Και μετά θα πήγαινε κοντά της χωρίς να βιαστεί... Ας είναι... Δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει να φύγει πριν τη συναντήσει. «Ετοίμασε ένα δωμάτιο για μια ιδιωτική παρτίδα», είπε κι έφυγε βιαστικά από τον εξώστη. «Μήπως ο δούκας του Άβεντεϊλ είναι τσιμπημένος;» φώναξε ο Ντρέικ. Αγνοώντας το ειρωνικό του ύφος, ο Άβεντεϊλ συνέχισε τον δρόμο του. «Τσιμπημένος» ήταν πολύ ελαφριά λέξη γι’ αυτά που ένιωθε. Δυστυχώς δεν είχε λόγια να περιγράψει την τρέλα που τον είχε κυριεύσει, απλούστατα γιατί δεν είχε ξανανιώσει ποτέ κάτι τέτοιο. Ήξερε απλώς ότι έπρεπε να την κάνει δική του. Με


τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Με όποιο κόστος. • Περίμενε τρεις νύχτες πριν επιστρέψει στη λέσχη. Καλύτερα να μη φαινόταν ότι ανυπομονεί. Μπορεί, όμως, και να ήταν οι πιο μεγάλες νύχτες της ζωής της, παρότι τις είχε περάσει με τον Χάρι, διαβάζοντας, παίζοντας και κάνοντας περιπάτους στον κήπο. Προτιμούσε τον κήπο τη νύχτα. Τα μπουμπούκια των λουλουδιών ήταν κλειστά, αλλά το άρωμά τους πλανιόταν ακόμα στην ατμόσφαιρα. Εδώ τα αρώματα ήταν πολύ διαφορετικά. Καπνός, ποτά, βαριά αντρικά αρώματα που πάλευαν με τα πιο ανάλαφρα γυναικεία για το ποιο θα κυριαρχήσει. Ξαφνιάστηκε που δεν είδε πολλές γυναίκες, αλλά και πάλι το γεγονός ότι ήταν ένα μέρος ανοιχτό για το γυναικείο φύλο δεν σήμαινε ότι θα σύχναζαν εκεί, ειδικά αν είχαν αυστηρούς πατεράδες, αδερφούς ή συζύγους στη ζωή τους. Εκείνη ευτυχώς μπορούσε να ορίσει τη δική της ζωή. Το έκανε από τα δεκαεφτά, όταν το έσκασε από τον σκληρό πατέρα της. Έδωσε το πανωφόρι της σε μια νέα γυναίκα στην είσοδο, πήρε ένα χαρτί με έναν αριθμό και το έβαλε στο τσαντάκι της. Αναρωτήθηκε αν έπρεπε πρώτα να επισκεφθεί τη γυναικεία αίθουσα και τον χώρο των παιχνιδιών, αν έπρεπε να προσπαθήσει να κάνει γνωριμίες. Στην τελευταία της επίσκεψη είχε γνωρίσει κάποιες κυρίες και, παρόλο που το τελικό της σχέδιο αφορούσε κάποιον κύριο, ήξερε ότι οι γυναίκες επηρέαζαν αρκετά τους άντρες, ακόμα κι όταν ήταν αυταρχικοί. Από την άλλη, ήταν σίγουρη ότι θα κέντριζε το ενδιαφέρον με τόσο λίγες γυναίκες εδώ. Και αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Καθώς πλησίαζε μια ρουλέτα, τράβηξε την προσοχή ενός κυρίου. Της έκλεισε το μάτι κι έκανε λίγο στο πλάι αφήνοντάς της χώρο για να πλησιάσει στο τραπέζι. Κοίταξε τη μικρή μπίλια που γύριζε. Πέντε, σκέφτηκε. Κάθισε στο είκοσι ένα. Ακούστηκε ένα ομαδικό μουρμούρισμα αποτελούμενο από καμιά δεκαριά φωνές. Μόλις μαζεύτηκαν οι ξύλινες μάρκες, αμέσως το τραπέζι γέμισε με καινούριες. Ένα χέρι ακούμπησε στη μέση της κι εκείνη αναγνώρισε αμέσως το πλατύ στέρνο πίσω της. Θα μπορούσε και να έχει ξαφνιαστεί, αν η παρουσία του δεν ήταν τόσο ισχυρή, αν δεν είχε αντιληφθεί ότι πλησίαζε πριν καν έρθει κοντά της. «Έχεις παίξει ποτέ;» Ο Άβεντεϊλ ψιθύρισε στο αφτί της κι εκείνη πάλεψε σκληρά να μην τον αφήσει να καταλάβει τα ρίγη που ένιωθε όταν ήταν κοντά του. «Όχι, αλλά μου φαίνεται μάλλον εύκολο». «Πράγμα που σημαίνει ότι είναι πιο πιθανό να χάσεις». Έβαλε μερικά νομίσματα στο τραπέζι. Ο άντρας που είχε γυρίσει τη ρουλέτα τού έδωσε μια στοίβα πράσινες μάρκες και έβαλε πάνω τους ένα μικρό μεταλλικό νόμισμα. Ο Άβεντεϊλ της τα έδωσε. «Πόνταρέ τα όπου θέλεις». «Δεν θέλω να χάσω τα χρήματά σας». «Είναι απλώς χρήματα». Έσφιξε τα δόντια για να μην του απαντήσει. Απλώς χρήματα γι’ αυτόν. Επιβίωση γι’ αυτή.


Τον κοίταξε κάτω από τα χαμηλωμένα της βλέφαρα, του χαμογέλασε παιχνιδιάρικα, πήρε τις μάρκες και τις έβαλε όλες στο είκοσι πέντε. Στην ηλικία του Χάρι. «Μπορείς να τις απλώσεις, αν θέλεις», είπε ο Άβεντεϊλ. «Πιστεύω στο όλα ή τίποτα». Ένιωσε το χέρι του να σφίγγει ανεπαίσθητα τη μέση της. «Κι εγώ το ίδιο», είπε τόσο χαμηλόφωνα, που σίγουρα δεν το άκουσε κανείς άλλος. Ο κρουπιέρης κούνησε το χέρι του πάνω από το τραπέζι, γύρισε τη ρουλέτα, έριξε την μπίλια... Η Ρόουζ είχε αντιληφθεί πολύ καλά ότι ο Άβεντεϊλ ήταν ανάρμοστα κοντά της. Θα έπρεπε να τον σπρώξει με τον αγκώνα της, να τον απομακρύνει, παρ’ όλα αυτά, όμως, απολάμβανε τη θέρμη του κορμιού του, το άρωμά του, την ανάσα του ανάμεσα στις τούφες των μαλλιών της. Δεν ήθελε να σταματήσει ποτέ η μπίλια. Ήθελε να μείνει έτσι για πάντα, κι αυτό ήταν ανόητο και κοντόφθαλμο. Είχε ευθύνες. Είχε ένα σχέδιο. «Τριάντα τρία μαύρο», είπε ο κρουπιέρης. Η Ρόουζ έκλεισε τα μάτια κι άφησε με θόρυβο την ανάσα που κρατούσε τόση ώρα. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τον Άβεντεϊλ. «Λυπάμαι πολύ». «Έλα να δειπνήσουμε μαζί και θα σε συγχωρήσω». Γέλασε. «Θα με συγχωρήσετε; Ενώ δεν είχα κανένα έλεγχο στο αποτέλεσμα;» «Εσύ επέλεξες τον αριθμό. Εξάλλου, απολογήθηκες, άρα μάλλον ένιωσες κάποιες τύψεις. Εγώ απλώς θέλω να σε ανακουφίσω, λοιπόν. Έφαγες απόψε;» «Τίποτα το ιδιαίτερο». «Δεν έχω δοκιμάσει ακόμα το εστιατόριο εδώ, αλλά ξέρω πως ο μάγειρας είναι εξαιρετικός». «Μάλλον πεινάω λιγάκι». «Υπέροχα». Της πρότεινε το μπράτσο του, αλλά η ένταση στο βλέμμα του την έκανε να σταματήσει. Μπορούσε τόσο εύκολα να καταστρέψει τα σχέδιά της. Ή μπορεί και να γινόταν ο σωτήρας της. Άπλωσε χέρι της στο μπράτσο του. Ο Μέρικ είχε μάθει ότι ο Άβεντεϊλ ήταν αρκετά ευκατάστατος. Στο σπίτι του επικρατούσε μεγάλη αναστάτωση, σαν να μετακόμιζε μια ερωμένη για να εγκατασταθεί εκεί η επόμενη. Αν σκεφτόταν εκείνη γι’ αυτόν τον ρόλο σίγουρα θα απογοητευόταν, γιατί η Ρόουζ δεν είχε καμία πρόθεση ούτε να γίνει ερωμένη του ούτε να επισκεφθεί το κρεβάτι του. Το ενδιαφέρον του, όμως, έδειχνε ότι θα μπορούσε να τον προκαλέσει, να τον κάνει να τη θελήσει μέχρι να είναι πρόθυμος να της δώσει ό,τι ζητήσει. Μόνο και μόνο για να ανακαλύψει πολύ αργά ότι δεν θα έπαιρνε αυτό που ήθελε. Είχε κάποιες αρχές, όσο αμφιλεγόμενες ή ταπεινές κι αν ήταν. Καθώς διέσχιζαν τους διαδρόμους, αντιλήφθηκε διάφορα διερευνητικά βλέμματα από τους κυρίους και τις κυρίες, αλλά είδε με ανακούφιση –μόλις μπήκαν στην τραπεζαρία– ότι σχεδόν σε κάθε τραπέζι κάθονταν ένας άντρας και μία γυναίκα. Δύο κύριοι κάθονταν σε ένα τραπέζι. Σε δύο άλλα κάθονταν δύο κύριοι μόνοι τους. Ο χώρος, όμως, φαινόταν ότι προοριζόταν κυρίως για ζευγάρια. Ο Άβεντεϊλ μίλησε χαμηλόφωνα σε έναν άντρα με κόκκινη λιβρέα. Έπειτα τους


συνόδευσαν σε μια απομονωμένη γωνία με λιγοστό φως. Είχε την ενοχλητική εντύπωση ότι ντρεπόταν να τον δουν μαζί της. «Δεν θα ήταν καλύτερα να μην απομονωθούμε;» τον ρώτησε, χωρίς να μπει στον κόπο να κρύψει την ενόχλησή της που βιάστηκε να κρυφτούν. «Θέλω να σε γνωρίσω καλύτερα», απάντησε. «Η απομόνωση εξυπηρετεί τον σκοπό μου». «Φοβάμαι ότι μπορεί να σκεφτούν ότι οι προθέσεις μας δεν είναι καλές». «Με ξέρουν όλοι αρκετά καλά, ώστε να γνωρίζουν ότι δεν έχω ποτέ καλές προθέσεις». «Το λέτε με τόση περηφάνια». «Όλοι πρέπει να διακρινόμαστε κάπου κι εγώ είμαι πολύ καλός στο να αποτελώ αντικείμενο κουτσομπολιού». Μα δεν ντρεπόταν καθόλου; Πόσο ωραία πρέπει να ήταν να μη σε απασχολεί η γνώμη των άλλων. Έκανε νόημα στον υπηρέτη κι εκείνος αμέσως τράβηξε την καρέκλα της. Δίστασε και κοίταξε τα άλλα ζευγάρια. Σίγουρα δεν ήταν όλοι παντρεμένοι και το να καθίσει με τον Άβεντεϊλ σε μια σκοτεινή γωνιά δεν θα έπληττε ούτε την υπόληψη ούτε τα σχέδιά της. Από την άλλη, αν καθόταν στα σκοτεινά μαζί του, μπορεί να έκανε όλα τα άλλα να ατονήσουν, μπορεί να της επέτρεπε να κερδίσει αυτό που ήθελε πολύ πιο γρήγορα. Κάθισε στη θέση της και πήγε να βγάλει το γάντι της. Πριν προλάβει καν να ανοιγοκλείσει τα μάτια, ο Άβεντεϊλ είχε γονατίσει πλάι της και της έπιασε το χέρι. «Επίτρεψέ μου». Πάλεψε να μη δείξει την έκπληξή της. «Σηκωθείτε. Θα νομίζουν ότι μου κάνετε πρόταση γάμου». «Όπως είπα, με ξέρουν πολύ καλά εδώ, άρα γνωρίζουν ότι δεν ασχολούμαι με τέτοιες ανοησίες. Αν και σκοπεύω όντως να προτείνω κάτι πριν τελειώσει η νύχτα, κάτι αρκετά πονηρό». Τα μάτια του έλαμψαν όταν συνάντησαν τα δικά της. Πώς να προσβληθεί με αυτό το διαβολικό χαμόγελό του; Δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει για την ευθύτητά του, αφού τις προάλλες είχε δεχτεί τα φιλιά του. Το παιχνίδι που έπαιζε ήταν πολύ πιο ειλικρινές από το δικό της. «Πιστεύω, εξοχότατε, ότι με έχετε περάσει για μια γυναίκα επιπόλαιου χαρακτήρα. Σας διαβεβαιώ ότι δεν είμαι εύκολη». «Βασίζομαι σ’ αυτό». Τι στο καλό εννοούσε; Και έπειτα όλες οι σκέψεις της χάθηκαν καθώς το δάχτυλό του άγγιξε το μπράτσο της, πάνω από το γάντι. Κάτω. Και πάλι πάνω. Το δέρμα της πλημμύρισε από ευχαρίστηση, ζεστάθηκε όλο της το είναι. Όταν έπιασε πάλι το γάντι, άρχισε να το κατεβάζει αργά αργά, με τις άκρες των δαχτύλων του να χαϊδεύουν το δέρμα της, ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα, περισσότερο μια υπόσχεση, μέχρι που το απαλό δέρμα στάθηκε στον καρπό της. Αναρωτήθηκε αν μπορούσε να νιώσει τον παλμό της. Έβγαλε απαλά κάθε δάχτυλο, μέχρι που τελικά αφαίρεσε το γάντι. Κράτησε τα δάχτυλά της και το άγγιγμά του ήταν δυνατό και καθησυχαστικό. Δεν ήταν προκλητικός. Δεν πίστευε καν ότι είναι αλαζόνας, αλλά ένας άντρας που


κατανοούσε ότι η θέση του στον κόσμο ήταν στην κορυφή και κανείς δεν μπορούσε να τον διώξει αποκεί. Φαντάστηκε τους προγόνους του στο πεδίο της μάχης. Εκείνοι σίγουρα θα ξεκινούσαν την επίθεση. Ακόμα κι αν ήταν οι τελευταίοι που απέμειναν ζωντανοί, σίγουρα δεν θα παραδίνονταν αμαχητί. Είχε την παράλογη αίσθηση ότι θα έπρεπε να έχει μείνει στη ρουλέτα. Μπορεί συνήθως να κέρδιζε η μπάνκα, αλλά σκέφτηκε ότι θα είχε περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει εκεί παρά να κερδίσει τον Άβεντεϊλ. Έπειτα, όμως, αγαπούσε τόσο τις προκλήσεις, και αν κατάφερνε να επικρατήσει, θα ένιωθε μεγάλη ικανοποίηση. Έπιασε το άλλο της χέρι, έδωσε ακριβώς την ίδια προσοχή στο δέρμα πάνω από τον αγκώνα της και άρχισε να το χαϊδεύει με επιμέλεια πριν βγάλει τελικά το γάντι. Μόνο που αυτή τη φορά, όταν έπιασε τα δάχτυλά της, γύρισε ανάποδα την παλάμη της και τη φίλησε στο κέντρο. Οι πνεύμονές της πάγωσαν. Όλα μέσα της άρχισαν να της φωνάζουν να φύγει, αλλά το είχε βάλει στα πόδια μόνο δύο φορές στη ζωή της. Την πρώτη φορά είχε καταλήξει σε αποτυχία και ξύλο. Είχε πάρει, όμως, ένα πολύ σημαντικό μάθημα. Τη δεύτερη φορά, δεν είχε καταφέρει κανείς να την πιάσει. Από τότε, είχε μάθει την αξία του να εμμένει κανείς στη θέση του. Θα κέρδιζε εκείνος μόνο αν τον άφηνε. «Παίρνετε ελευθερίες που δεν θα έπρεπε». Σήκωσε το βλέμμα του. Είδε την ικανοποίηση και ένα ίχνος υπεροχής. Φάνηκε πως κι εκείνος εμμένει στη θέση του. «Το μέρος αυτό είναι ένα μέρος αμαρτωλό. Οι κυρίες θα έπρεπε να κατανοούν πού ακριβώς θέλουν να μπουν». «Με χρησιμοποιείτε για δώσετε το παράδειγμα. Αυτό μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνο, εξοχότατε». Έσκυψε, του έδωσε ένα γρήγορο φιλί στο μάγουλο κι έπειτα του ψιθύρισε με απαλή, βραχνή φωνή στο αφτί: «Να ξέρετε ότι μπορούμε και οι δύο να παίξουμε αυτό το παιχνίδι». • Το φιλί της σχεδόν τον ευνούχισε. Και τα λόγια της το πέτυχαν ολοκληρωτικά. Ο Άβεντεϊλ χρειάστηκε μια στιγμή για να συνέλθει, ώστε να σηκωθεί και να καθίσει στη θέση του. Ήξερε προκλητικές γυναίκες. Ήξερε γυναίκες που δεν προσποιούνταν ότι είναι κάτι άλλο από τον αληθινό τους εαυτό. Καμία, όμως, δεν ήταν τόσο ευθεία όσο εκείνη. Θα τον προκαλούσε κάθε στιγμή, αλλά του άρεσε πολύ, ανυπομονούσε γι’ αυτό. Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που τον ενθουσίασε κάτι τόσο. Ο σερβιτόρος ήρθε και τους έδωσε από μία κάρτα με τις αποψινές λιχουδιές. «Θα θέλατε κρασί απόψε;» ρώτησε. Ο Άβεντεϊλ κοίταξε τη Ρόζαλιντ. «Κρασί», είπε. «Κόκκινο. Προτιμώ τα πιο βαριά, που μένουν στη γλώσσα». Ο Άβεντεϊλ σκέφτηκε τη γλώσσα της πάνω του, να πάλλεται στον λαιμό του, στο στήθος του, πιο χαμηλά. Καταράστηκε τη βραχνάδα της φωνής του όταν παρήγγειλε το πιο ακριβό μπουκάλι στη λίστα. Όταν τους έβαλαν το κρασί, σήκωσε το ποτήρι του. «Εύχομαι να απολαύσουμε στο έπακρο τη βραδιά». Τα χείλη της δαγκώθηκαν ελαφρά. «Αξίζει να πιούμε σ’ αυτό». Τσούγκρισε το


ποτήρι της στο δικό του, ήπιε μια γουλιά κρασί, έκλεισε τα μάτια. «Είναι υπέροχο». Άνοιξε τα μάτια της και μετάνιωσε που ήταν στο σκοτάδι. Διαφορετικά θα μπορούσε να δει καθαρά τα ζαφειρένια βάθη τους. Όταν θα της έκανε έρωτα, τα φώτα θα ήταν όλα αναμμένα. Ήθελε να βλέπει τη φωτιά στα μάτια της, το πάθος και, τελικά, την κορύφωση της απόλαυσης. Παρήγγειλε τα καλύτερα. Για εκείνη ήθελε μόνο ό,τι πιο φίνο. Δεν ήταν μια φτηνή πόρνη. Δεν έμοιαζε με καμία από τις γυναίκες που είχε γνωρίσει. «Μιλήστε μου για την οικογένειά σας», απαίτησε. «Για τους κοινούς θνητούς και τους ευγενείς της». Στριφογύρισε το ποτήρι του και παρακολούθησε τη δίνη που σχημάτισε το κρασί και που μπορούσε να τον ρουφήξει αν δεν ήταν προσεκτικός. «Άνθρωποι γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν χωρίς να κοιτάξουν τάξεις ή περιουσίες, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά. Βαρετές ιστορίες. Προτιμώ να μιλήσουμε για εσένα». «Αυτή τη στιγμή, η ζωή μου είναι φριχτά βαρετή. Πενθούσα δύο χρόνια. Τώρα είμαι έτοιμη να ζήσω ξανά. Θέλω να απολαύσω τη ζωή». Άπλωσε το χέρι του στο τραπέζι, έπιασε το δικό της και το χάιδεψε με τον αντίχειρά του. «Μπορώ να σε βοηθήσω να το πετύχεις αυτό». Γέλασε και πάλι απαλά και έκανε την ψυχή του να ταραχτεί. «Δεν είστε καθόλου αλαζόνας, έτσι;» «Ξέρω τι θέλω κι έχω συνηθίσει να το αποκτώ». Τράβηξε το χέρι της από το δικό του. «Κι αν ανακαλύψετε ότι το τίμημα είναι πολύ υψηλό;» «Νομίζω πως αξίζεις κάθε τίμημα». «Δεν είμαι πόρνη, εξοχότατε». «Ούτε και αθώα. Ξέρεις ότι σου αρέσει το παιχνίδι της γοητείας». Έγειρε το κεφάλι και τον κοίταξε μέσα από τα χαμηλωμένα βλέφαρά της. «Ναι, και ξέρω, επίσης, ότι όλα τα καλά χαρτιά είναι στο χέρι μου». • Η Ρόουζ ένιωσε ευγνωμοσύνη όταν έφτασε η σούπα. Όχι πως το στομάχι της ήταν αρκετά ήρεμο για να την απολαύσει. Δεν είχε γνωρίσει ποτέ κάποιον άντρα που να υπονοεί τόσο τολμηρά αυτό που ήθελε. Αυτό τη φόβιζε, αλλά και την ενθουσίαζε. Ο τρόπος που την κοίταζε, ο τρόπος που το βλέμμα του χάιδευε το κορμί της σαν να μπορούσε να τη φανταστεί εύκολα χωρίς ρούχα. Το περίεργο ήταν ότι έπιανε τον εαυτό της να αναρωτιέται τι μπορεί να κρύβεται κάτω από τα δικά του. Δεν είχε ποτέ νιώσει να έλκεται έτσι από έναν άντρα, δεν ανυπομονούσε ποτέ να ξεκουμπώσει ένα κουμπί ή να λύσει μια γραβάτα. Δεν ήθελε ποτέ να ζητήσει από κάποιον να μείνει ακίνητος όσο εκείνη τον ξετύλιγε σαν δώρο. Δεν είχε αμφιβολία ότι ο Άβεντεϊλ ήταν ένα δώρο – μάλλον του ίδιου του Σατανά. Γιατί σίγουρα δεν ήταν άγγελος. Κάποιες στιγμές ξεχνούσε ότι δεν ήταν μόνοι εκεί, ότι οι σκέψεις της ήταν εντελώς ανάρμοστες, ότι οι υπαινιγμοί του έπρεπε να την κάνουν να τον χαστουκίσει.


Την ίδια στιγμή, όμως, η μοναχική γυναίκα μέσα της κολακευόταν από την προσοχή του, παρότι καταλάβαινε πως γι’ αυτόν ήταν κάτι καινούριο. Μόλις έπαιρνε αυτό που ήθελε, θα είχε τελειώσει μαζί της. Ήταν ένας παθιασμένος άντρας και υποψιαζόταν πως άλλαζε διάθεση όσο συχνά άλλαζε ο άνεμος. Για την ώρα πάντως ο άνεμος φυσούσε προς τη δική της κατεύθυνση κι έπρεπε να το εκμεταλλευτεί. Ποιος ξέρει πότε θα στρεφόταν αλλού; «Πώς είναι το όνομά σας;» τον ρώτησε, παρατηρώντας ότι δεν είχε αγγίξει σχεδόν καθόλου τη σούπα του και έπινε πάλι κρασί. «Άβεντεϊλ». «Η μητέρα σας θα σας έδωσε κάποιο όνομα όταν γεννηθήκατε. Ποιο;» «Υποψιάζομαι πως μάλλον ο πατέρας μου μου το έδωσε. Απ’ ό,τι έχω καταλάβει, ήθελε να γίνονται όλα με πολύ συγκεκριμένο τρόπο». «Πόσων ετών ήσασταν όταν πέθανε;» «Τεσσάρων όταν μου είπαν ότι σκοτώθηκε σε μια πυρκαγιά». Παράξενη φράση, σκέφτηκε, αλλά υπέθεσε πως αν ρωτούσε πιο συγκεκριμένα για το θέμα δεν θα έπαιρνε απάντηση και έτσι προχώρησε. «Τον θυμάστε;» «Μπέντζαμιν Πολ Μπάκλαντ, κόμης του Γουίτσον, δούκας του Άβεντεϊλ», είπε κοφτά, δείχνοντας ότι δεν σκόπευε να απαντήσει στην ερώτησή της για τον πατέρα του. «Από την ώρα που γεννήθηκα, φέρω τον τίτλο του κόμη του Γουίτσον. Μέχρι σήμερα, η μητέρα μου με αποκαλεί Γουίτ πιο συχνά από ό,τι με φωνάζει Άβεντεϊλ. Κανείς, κανένας απολύτως, δεν με φωνάζει Μπέντζαμιν ή Πολ. Αυτό, γλυκιά μου, είναι ό,τι σκοπεύω να μοιραστώ για την οικογένεια ή το παρελθόν μου. Δεν έχουν καμία θέση στη ζωή μου». «Το παρελθόν είναι πάντα εδώ», παρατήρησε. «Μπορεί να το αγνοείτε, αλλά θα ήσασταν ανόητος αν δεν αναγνωρίζατε την επιρροή του, και δεν μου φαίνεστε καθόλου ανόητος». «Με ενδιαφέρεις εσύ, έτσι δεν είναι; Αυτό θα έπρεπε να σου αποδεικνύει πως δεν είμαι ανόητος». Το αντίθετο, σκέφτηκε. Της αποδείκνυε ακριβώς το αντίθετο. Έφεραν το επόμενο πιάτο. Πάπια γλασαρισμένη με κάτι σαν χυμό πορτοκαλιού, την οποία ευχήθηκε να μπορούσε να πάρει στο σπίτι για τον Χάρι. Η Σάλι μαγείρευε, αλλά έφτιαχνε κυρίως φαγητά που ίσα που σ’ έκαναν να μην είσαι πετσί και κόκαλο και να ’χεις λίγο κρέας – αν κι αυτό δεν μπορούσε να το καταλάβει κανείς, κοιτάζοντας τη Ρόουζ. Πρόσεχε πολύ τη σιλουέτα της, μια και τη θεωρούσε το πιο γοητευτικό προσόν της για να τραβήξει την προσοχή του αντρικού φύλου. «Έχετε θεωρείο στο θέατρο;» τον ρώτησε. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το κρασί του και ευχήθηκε να μπορούσε να του βγάλει τη γραβάτα για να παρακολουθήσει τις κινήσεις του λαιμού του καθώς απολάμβανε τα αρώματα του ποτού του. Δεν ήξερε γιατί είχε αυτή την εμμονή να του βγάλει τα ρούχα. Κανένας άλλος άντρας δεν είχε ποτέ προκαλέσει αυτές τις σκέψεις στο μυαλό της, αλλά έτσι κι αλλιώς κανείς από όσους είχε συναντήσει δεν ήταν τόσο ξεχωριστός όσο αυτός που είχε τώρα απέναντί της. «Είναι μάλλον υποχρεωτικό να έχουν θεωρείο στο θέατρο όσοι είναι δούκες», είπε τελικά.


«Δεν έχω πάει ποτέ σε θέατρο του Λονδίνου. Είναι στη λίστα με όσα πρέπει να κάνω στη ζωή μου». «Δεν σε πήγε ποτέ ο κύριος Σαρπ;» Ξαφνιάστηκε που ανέφερε τον άντρα της. Το θεωρούσε μάλλον άκομψο να αναφέρεις έναν άλλο άντρα στη γυναίκα που προσπαθείς να σαγηνεύσεις. «Δεν επισκεφθήκαμε ποτέ το Λονδίνο. Μετακομίσαμε στην Ινδία αμέσως μόλις παντρευτήκαμε». «Γιατί στην Ινδία;» Του χαμογέλασε πλατιά. «Περιμένετε να σας αποκαλύψω το παρελθόν μου, ενώ εσείς αρνείστε να αποκαλύψετε το δικό σας;» «Είμαι σίγουρος ότι είναι πιο ενδιαφέρον. Πού αλλού έχεις ταξιδέψει;» «Μόνο στην Ινδία. Ο σύζυγός μου είχε δουλειές εκεί». «Πού μεγάλωσες;» «Βόρεια». Το πλούσιο στόμα του, που σίγουρα είχε τη γεύση του κρασιού, χαμογέλασε αργά. «Φαίνεται πως κι εσύ είσαι το ίδιο συγκρατημένη μ’ εμένα». «Μάλλον πεισματάρα», είπε, πίνοντας το δικό της κρασί. «Δεν θα αποκαλύψω το παρελθόν μου, αν δεν μου αποκαλύψετε το δικό σας». «Τότε καλύτερα να επικεντρωθούμε στο παρόν». Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στα πιάτα που τους έφεραν, αλλά ήξερε ότι το δείπνο πλησίαζε στο τέλος του όταν ακούμπησαν μπροστά της ένα κομμάτι τούρτα καλυμμένο με σοκολάτα. Αναστέναξε απολαμβάνοντας την πρώτη μπουκιά. «Υπέροχη». Άπλωσε το χέρι του και πέρασε τον αντίχειρά του από την άκρη των χειλιών της. Πρόλαβε να δει πάνω του ένα κομμάτι σοκολάτας, πριν τον αφήσει να γλιστρήσει ανάμεσα στα χείλη της. «Είσαι πράγματι». Ένιωσε να καίγεται. Γιατί αντιδρούσε έτσι όταν την άγγιζε, όταν την κοίταζε, όταν της χαμογελούσε; Άραγε θα διακινδύνευε ένα ακόμα φιλί απόψε; Αφού υπέγραψε σε ένα μικρό βιβλιαράκι που του έφερε ο υπηρέτης, ο Άβεντεϊλ σηκώθηκε και τη βοήθησε να σηκωθεί κι εκείνη από την καρέκλα της. Διασχίζοντας την τραπεζαρία, το χέρι του ακούμπησε απαλά χαμηλά στην πλάτη της, ανέμελα αλλά και κτητικά. Ένιωσε πως ήθελε να δείξει ότι είναι δική του μπροστά σε όλους. «Θα ήθελες να με συνοδεύσεις σε μια ιδιωτική παρτίδα;» είπε σιγανά, βγαίνοντας στην κεντρική αίθουσα. «Έχω κλείσει ένα δωμάτιο». Σταμάτησε, γύρισε ελαφρά προς το μέρος του και προσπάθησε να φανεί όσο πιο αθώα μπορούσε. «Πόσοι θα είναι οι παίκτες;» Τα μάτια του σκοτείνιασαν όλο υποσχέσεις. «Μόνο εσύ και εγώ». Το σκέφτηκε, αλλά ήξερε πως ήταν πολύ νωρίς. Ήταν πάντα προς όφελός της να τους αφήνει γεμάτους λαχτάρα. «Μπαίνω στον πειρασμό, εξοχότατε. Εσείς με βάζετε στον πειρασμό, αλλά νομίζω πως ξέρουμε και οι δύο ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ επικίνδυνο και να οδηγήσει σε προορισμούς στους οποίους δεν είμαι ακόμα έτοιμη να ταξιδέψω». «Η συμπεριφορά μου θα είναι πολύ καλή». «Η καλύτερη συμπεριφορά σας μπορεί να αποδειχθεί πολύ κακή και το ξέρετε.


Πραγματικά ευχαριστώ πολύ για το δείπνο, αλλά πρέπει να πηγαίνω. Ίσως κάποιο άλλο βράδυ». Σηκώθηκε στις μύτες, ακούμπησε το ένα της χέρι στον ώμο του για να ισορροπήσει και πίεσε απαλά τα χείλη της στο μάγουλό του πριν ψιθυρίσει στο αφτί του: «Αύριο στις τέσσερις, θα κάνω ιππασία στο Χάιντ Παρκ». Και έπειτα, χωρίς να κοιτάξει πίσω της, τον άφησε εκεί να στέκεται. Για άλλη μια φορά ένιωθε το βλέμμα του πάνω της, ένιωθε οτιδήποτε είχε σχέση μ’ αυτόν. Ύφαινε έναν ιστό και ήξερε ότι μαζί του έπρεπε να προσέχει για να μην παγιδευτεί η ίδια μέσα του.


Κεφάλαιο 4 «Έχει έρθει να σας δει η δούκισσα, εξοχότατε», ανήγγειλε ο Θάτσερ. Καθισμένος στο γραφείο του στη βιβλιοθήκη το επόμενο απόγευμα, ο Άβεντεϊλ σήκωσε το κεφάλι από το σημείωμα που έγραφε στη μητέρα του. Ο Θάτσερ εξακολουθούσε να την αποκαλεί δούκισσα, αν και δεν ήταν δούκισσα εδώ και πολλά χρόνια, από τότε που παντρεύτηκε έναν άντρα χωρίς τίτλο. Για τον Θάτσερ, όμως, που δούλευε για εκείνη πολύ πριν αρχίσει να εργάζεται για τον Άβεντεϊλ, παρέμενε πάντα δούκισσα. «Πες της ότι δεν είμαι στο σπίτι». Ο Θάτσερ τον κοίταξε. Ο Άβεντεϊλ αναστέναξε. «Τώρα δουλεύεις για εμένα, Θάτσερ, όχι για εκείνη». «Είναι η μητέρα σας» «Το γνωρίζω πολύ καλά». Η σχέση τους, ωστόσο, ήταν δύσκολη εδώ και πολλά χρόνια. Δεν του ήταν εύκολο να είναι μαζί της και να μην αποκαλύψει αυτό που υποψιαζόταν, αυτό που ήξερε, αυτό που είχε δει. Είχε προσπαθήσει αμέτρητες φορές να της μιλήσει, αλλά τι νόημα θα είχε – εκτός από το να απομακρυνθούν κι άλλο; Ο Θάτσερ δεν κουνήθηκε, δεν τράβηξε τα μάτια του. «Θα έπρεπε να σε διώξω», είπε ο Άβεντεϊλ. Ο Θάτσερ ανασήκωσε το ένα του φρύδι, που κάποτε ήταν μαύρο σαν την ψυχή του Σατανά και τώρα κατάλευκο σαν τα φτερά αγγέλου. «Αυτό σημαίνει ότι είστε στο σπίτι;» «Ναι». Μόνο, όμως, αφού το ξανασκέφτηκε, γιατί έπρεπε να την ενημερώσει ότι θα χρησιμοποιούσε το θεωρείο αυτή τη βδομάδα. Ήταν πιο εύκολο να της το πει από κοντά από το να της το γράψει. Την άφηνε να το χρησιμοποιεί, μια και πήγαινε σπάνια στο θέατρο. Ειλικρινά δεν θυμόταν την τελευταία φορά που είχε πάει. Όταν ήταν πολύ πιο νέος και είχε ερωτευτεί μια μεγαλύτερή του ηθοποιό. Του είχε μάθει την αξία των πιο ώριμων γυναικών. Η μητέρα του εισέβαλε στο δωμάτιο, αποπνέοντας σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Ο Άβεντεϊλ σηκώθηκε, έκανε τον γύρο του γραφείου του και τη φίλησε στο μάγουλο. «Δεν χρειάζεται να περιμένεις να σε αναγγείλουν». Του χαμογέλασε πικρά. «Δεν θέλω να διακόψω κάποια από τις ερωτικές συναντήσεις σου». «Ναι, αυτό θα μπορούσε να αποδειχθεί μάλλον άβολο». Πήγε στο τραπέζι με τα ποτά. «Λίγο σέρι;» «Είναι μεσημέρι», του είπε. «Τότε μάλλον άργησα». Έβαλε λίγο ουίσκι και της έδειξε δύο καρέκλες πλάι στο παράθυρο που έβλεπε στον κήπο. Κάθισε με χάρη στη βελούδινη καφέ καρέκλα κι εκείνος κάθισε απέναντί της. «Το σπίτι μοιάζει κάπως διαφορετικό», είπε.


«Έδιωξα τις παρέες μου και είπα στους υπηρέτες να το καθαρίσουν πολύ καλά». Το πρόσωπό της έλαμψε. «Μήπως αυτό σημαίνει ότι σου τράβηξε την προσοχή κάποια αξιόλογη κυρία;» «Μια κυρία, ναι. Απομένει να δούμε πόσο αξιόλογη είναι. Ελπίζω όχι και πολύ». «Εξυπνάδες», τον μάλωσε. «Υπάρχουν κι άλλα πράγματα στη ζωή εκτός από τις πονηρές γυναίκες». «Όχι για εμένα». «Είναι πια καιρός να τακτοποιηθείς. Ο Λόβινγκτον παντρεύτηκε και τώρα άκουσα ότι και ο Ντρέικ Ντάρλινγκ αρραβωνιάστηκε με τη λαίδη Οφίλια Λάιτλτον. Κάτι πλανιέται στον αέρα αυτή την περίοδο». «Τότε πρέπει να βιαστώ να κρατήσω την ανάσα μου όσο μπορώ, για να μην επηρεαστώ απ’ αυτό που πλανιέται στον αέρα και προκαλεί τη λήψη τόσο κακών αποφάσεων», απάντησε. «Γιατί είσαι τόσο εναντίον της αγάπης;» «Σίγουρα δεν ήρθες για να συζητήσουμε τα αισθηματικά μου». «Όχι, αλλά μερικές φορές αναρωτιέμαι πού έχει πάει το γλυκό μικρό μου αγοράκι» Το γλυκό μικρό της αγοράκι είχε δει κάτι που τον είχε αλλάξει ανεπανόρθωτα. Και ήξερε πως δεν θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό της αν το μάθαινε. «Μεγάλωσε», της είπε. «Μια και το έφερε η κουβέντα, θα χρειαστώ το θεωρείο μου αυτή τη βδομάδα». «Θεέ μου! Όχι πάλι ηθοποιός!» Χαμογέλασε. «Αντιθέτως, μπορεί να είναι η πιο ειλικρινής γυναίκα που έχω γνωρίσει ποτέ». «Ποια είναι;» «Δεν την ξέρεις. Δεν κυκλοφορεί στους κύκλους σου». «Θα σε εξέπληττε το εύρος του κύκλου μου τον τελευταίο καιρό». Αυτό ήταν αλήθεια. Γνώριζε πολλούς κοινούς θνητούς μέσω του άντρα της. «Η κυρία Ρόζαλιντ Σαρπ». «Παντρεμένη;» Ένιωσε την απογοήτευση στη φωνή της και τον πείραξε που πάντα υποψιαζόταν το χειρότερο. Ωστόσο είχε τους λόγους της, καθώς κατά καιρούς είχε κρατήσει συντροφιά σε παντρεμένες κυρίες. «Χήρα». «Μεγάλη;» «Νεαρή». «Μελαχρινή;» «Ξανθιά. Είναι καινούρια στο Λονδίνο». «Υπέροχα. Την Πέμπτη θα παραθέσω ένα δείπνο. Πέρασα για να φέρω την πρόσκληση. Να τη φέρεις μαζί σου». «Η σχέση μου μαζί της –ή η σχέση που σκοπεύω να έχω μαζί της– δεν είναι κάτι που θα ήθελες να παρουσιάσεις στα υπόλοιπα παιδιά σου». Η μητέρα του τον κοίταξε για ώρα, κάνοντάς τον να στριφογυρίσει στην καρέκλα του. «Ξέρω πως κάτι ψάχνεις, Γουίτ. Μακάρι μόνο να ήξερα τι». Το ίδιο ευχόταν κι εκείνος, αλλά δεν είχε την παραμικρή ιδέα.


Κεφάλαιο 5 «Ένα άλογο; Τι να το κάνεις το άλογο;» ρώτησε ο Μέρικ. Η Ρόουζ παρακολουθούσε τον αμαξά της, τον Τζόσεφ, να εξετάζει το υπέροχο λευκό άλογο. Ο κύριος Σλάτερι, που το είχε παραδώσει, στεκόταν αρκετά μακριά ευτυχώς, κι έτσι ο Μέρικ δεν χρειαζόταν να προσέχει το ύφος του. «Για βόλτες στο πάρκο», του απάντησε απαλά. «Έχεις δύο πόδια. Και φαίνεται πως λειτουργούν πολύ καλά». Αναστέναξε απελπισμένη κι έσκυψε για να πλησιάσει το πρόσωπό του. «Ειλικρινά, Μέρικ, δοκιμάζεις την υπομονή μου. Θέλω να είναι το τελευταίο μας κόλπο για αρκετό καιρό και πρέπει να το φροντίσω. Για να γίνει αυτό, πρέπει να παρουσιάσω μια συγκεκριμένη εικόνα. Αν θέλεις να το συζητήσουμε, θα μιλήσουμε αργότερα». Σηκώθηκε πάλι όρθια και ο Τζόσεφ τής έκλεισε το μάτι. «Είναι μια χαρά». Χαμογελώντας, άρχιζε να καλπάζει γύρω από το σπίτι της, όπου υπήρχε, επίσης, ένας μικρός στάβλος. Άπλωσε το χέρι της. «Ευχαριστώ, κύριε Σλάτερι. Θα ειδοποιήσω τον κύριο Μπέκγουιθ να σας στείλει τα χρήματα με τόκο μόλις τακτοποιήσει την περιουσία του συζύγου μου». «Ευχαριστώ, κυρία», είπε κι έβγαλε το καπέλο του για να τη χαιρετήσει φεύγοντας. Δεν έκρινε σκόπιμο να του πει ότι ο δικηγόρος της είχε περάσει αποκεί το πρωί για να την ενημερώσει ότι δυσκολευόταν πολύ να εντοπίσει τους ανθρώπους με τους οποίους έπρεπε να μιλήσει στην Ινδία, ώστε να τακτοποιήσει την περιουσία και να της εξασφαλίσει όσα χρήματα της είχε αφήσει ο άντρας της. Πίνοντας τσάι, τον είχε επαινέσει για τις προσπάθειές του και τον ενθάρρυνε να μην το βάλει κάτω. Ήταν η τελευταία της ευκαιρία να πάρει όσα της ανήκαν δικαιωματικά. Ήξερε πως ήταν ενοχλητικό που έπρεπε να συνεργαστεί με ξένους, αλλά δεν υπήρχε άλλη λύση. Της επανέλαβε να στείλει σ’ εκείνον τους διάφορους εμπόρους για να τους διαβεβαιώσει ότι ήταν αξιόπιστη και ότι σίγουρα θα έπαιρναν τα χρήματά τους. Τον είχε πείσει ακόμα και να της δανείσει δύο χιλιάδες λίρες μετρητά για ανάγκες που δεν μπορούσε να καλύψει με πίστωση. Στο κάτω κάτω, μια γυναίκα μόνη στον κόσμο δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς καθόλου χρήματα. «Τζόσεφ, σέλωσέ τη, σε παρακαλώ», είπε. «Θα βάλω τη στολή ιππασίας και θα φύγω». «Δεν μου αρέσει αυτό», μουρμούρισε ο Μέρικ, καθώς πήγαιναν προς το σπίτι. «Δεν χρειάζεται να σου αρέσει». «Νομίζω πως αυτή τη φορά παίρνεις πολλά ρίσκα». «Για να έχουμε μεγαλύτερο κέρδος». Σταμάτησε και τον κοίταξε. «Δεν είναι σαν τους άλλους, Μέρικ. Δεν μπορώ να τον κερδίσω με κολακείες ή λέξεις που στοχεύουν στην τόνωση του εγωισμού του. Ο ιστός που υφαίνω αυτή τη φορά είναι πολύ διαφορετικός. Χρειάζεται περισσότερη λεπτότητα, πιο περίτεχνη


εξαπάτηση». «Τότε φύγε. Βρες κάποιον άλλο να μαδήσεις». Δεν το σκέφτηκε στιγμή. «Όχι, απολαμβάνω την πρόκληση. Εξάλλου, κι αυτός είναι πολύ γοητευμένος μαζί μου για να απομακρυνθεί έτσι απλά, αν έχανα το ενδιαφέρον μου. Με θέλει πολύ». «Φαίνεται πως ο δικός σου εγωισμός έχει τονωθεί». Μήπως είχε δίκιο ο Μέρικ; Δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι το κυνήγι του Άβεντεϊλ είχε αποδειχθεί βάλσαμο για την πληγωμένη ψυχή της, αλλά δεν επηρέαζε τις αποφάσεις της. Τα πράγματα ήταν όπως πάντα: αποφάσιζε ψυχρά και υπολογιστικά. «Η περηφάνια μου δεν έχει καμία σχέση. Όπως είπα, δεν θα τα παρατήσει, αλλά όταν έρθει η ώρα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να κινηθούμε άμεσα και να μεταφερθούμε κάπου μακριά. Σκέφτομαι τη Σκοτία, ειδικά αν καταφέρω να κερδίσω αρκετά ώστε να μπορούμε να ζήσουμε άνετα για λίγο χωρίς να ανησυχούμε για πιστωτές ή για νέους πόρους. Αν δεν σου αρέσει ο τρόπος που εξασφαλίζω το φαγητό, τα ρούχα και τη στέγη μας, μπορείς να φύγεις». Συνοφρυώθηκε. «Ξέρεις ότι δεν πρόκειται να προτιμήσω ποτέ τίποτα άλλο. Τουλάχιστον μπορείς να με σέβεσαι». «Σου ζητώ απλώς να κάνεις το ίδιο». Μία ώρα αργότερα, καθόταν πάνω στη Λίλι –όπως ήταν το όνομα που έδωσε στο άλογο– και κάλπαζε στο Ρότεν Ρόου. Ήταν ένα υπέροχο απόγευμα. Ένα ελαφρό αεράκι στην ατμόσφαιρα, ο ήλιος ζέσταινε το πρόσωπό της. Είχε αρκετό κόσμο. Αναγνώρισε κάποιους από τις δύο βραδιές στους Δίδυμους Δράκους. Τρεις κύριοι της έβγαλαν το καπέλο. Μερικές κυρίες χαμογέλασαν. Χρειαζόταν, όμως, κάτι παραπάνω. Υπομονή, είπε μέσα της. Το κλειδί ήταν η υπομονή. Και έπειτα τον είδε. Ήταν εκεί, κάλπαζε προς το μέρος της πάνω σε ένα μεγαλόσωμο μαύρο άλογο. Πανδαισία. Ο Άβεντεϊλ, όχι το άλογο. Αν και ομολογουμένως το ζώο ήταν υπέροχο. Ο ενθουσιασμός που ένιωσε λόγω της παρουσίας του, λόγω της εγγύτητάς του, σχεδόν την έκανε να πέσει από τη σέλα. Ήταν ό,τι ήθελε ποτέ, όλα όσα δεν θα μπορούσε ποτέ να αποκτήσει. Ευχήθηκε να ήταν διαφορετικές οι συνθήκες, ευχήθηκε να ήταν όλα διαφορετικά. Αν ήταν, όμως, δεν θα βρισκόταν τώρα εδώ, ούτε θα τον γνώριζε ποτέ. Ήταν ένας δούκας κι εκείνη δεν άξιζε τον χρόνο και την προσοχή του. Αυτό, όμως, δεν την εμπόδιζε να τον θέλει. Τράβηξε τα γκέμια της Λίλι για να πάει πιο σιγά, δίνοντας την εντύπωση ότι έκανε ακριβώς αυτό που φαινόταν ότι κάνει: τον περίμενε να την προλάβει. Καθώς την πλησίασε, τράβηξε πάλι τα γκέμια και σταμάτησε εντελώς. Σταμάτησε κι εκείνος το άλογό του, έβγαλε το καπέλο του και τη χαιρέτησε. «Ρόουζ». Της άρεσε το υποκοριστικό της στα χείλη του. Μια λεξούλα, αλλά την έλεγε τόσο προκλητικά και αισθησιακά. Τι είχε πάθει και επηρεαζόταν τόσο, όταν την αποκαλούσαν έτσι όλη της τη ζωή; Κανείς άλλος, όμως, δεν την είχε κάνει να τον θέλει τόσο. Κανείς δεν είχε κάνει την καρδιά της να χτυπάει μέσα στο στήθος της. Κανείς άλλος δεν την είχε κάνει να σκεφτεί να προσθέσει τη συνεύρεση χωρίς


προοπτική γάμου στη μεγάλη λίστα με τις αμαρτίες της. «Μπέντζαμιν». Χαμογέλασε. «Το ήξερα ότι δεν έπρεπε να σου το έχω πει». «Αν δείχνεις τόση οικειότητα απέναντί μου, τότε πρέπει να κάνω κι εγώ το ίδιο». «Αν δεν μπορείς να με αποκαλείς Άβεντεϊλ, τότε λέγε με Γουίτ». «Έτσι σε φωνάζει η μητέρα σου. Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελα είναι να με σκέφτεσαι σαν τη μητέρα σου». «Τα πράγματα που θέλω να κάνω μαζί σου… πίστεψέ με, η μητέρα μου είναι η τελευταία που θα έχω στο μυαλό μου, όπως κι αν με φωνάζεις». Η απροκάλυπτη σεξουαλική λαχτάρα στα μάτια του την έκανε να λιώσει από επιθυμία. Πώς μπορούσε να την επηρεάζει τόσο μόνο με ένα βλέμμα; Ποτέ άλλοτε δεν ήθελε τόσο να χαϊδέψει τα μπράτσα ενός άντρα, τους ώμους του, το στήθος και την πλάτη του. Ποτέ άλλοτε δεν ήθελε να δει τι κρυβόταν κάτω από τα ρούχα του, πώς μπορεί να ήταν σμιλεμένο το κορμί του, πώς ήταν οι γραμμώσεις του. Με μια απαλή κίνηση, έκανε το άλογό της να προχωρήσει. Ο Άβεντεϊλ –δεν μπορούσε να τον σκέφτεται ούτε ως Γουίτ ούτε ως Μπέντζαμιν, μια και ο τίτλος του του ταίριαζε καλύτερα– έκανε έναν κύκλο με το άλογό του και τελικά βρέθηκε δίπλα της. «Πόσο καιρό θα μείνεις στο Λονδίνο;» τη ρώτησε. Τον κοίταξε λοξά. «Σκοπεύω να μείνω εδώ για πάντα. Βρήκα πολλά πράγματα που μου… αρέσουν εδώ». Με οποιονδήποτε άλλο άντρα, η τελευταία πρόταση θα ήταν ψέμα, θα ήταν κάτι που θα έλεγε απλώς για να του δώσει λόγο να νιώσει καλύτερα. Ο Άβεντεϊλ δεν ήταν απ’ αυτούς και το γεγονός ότι του μιλούσε ειλικρινά για την έλξη που ένιωθε απέναντί του εξυπηρετούσε τον σκοπό της. «Προτιμώ να μη με χαϊδεύεις με τα λόγια αλλά με τα χέρια σου». Έσκυψε τόσο, που η Ρόουζ παραξενεύτηκε που δεν έπεσε από τη σέλα. «Ή με το στόμα σου». Ήταν σχεδόν βέβαιη πως είχε γίνει κατακόκκινη σαν την αγαπημένη της τουαλέτα. «Παίρνεις πολλές ελευθερίες με τα υπονοούμενά σου». Αναρωτήθηκε γιατί ακούστηκε τόσο ξέπνοη, λες και τόση ώρα κάλπαζε πάνω στο γρασίδι. «Δεν είσαι αγνή. Δεν βλέπω τον λόγο να μασάω τα λόγια μου ή να προσποιούμαι ότι θέλω κάτι διαφορετικό». «Το γεγονός ότι δεν είμαι πια παρθένα δεν σημαίνει ότι δεν μου αξίζει να με φλερτάρουν. Απαιτώ τρυφερότητα». «Σε διαβεβαιώ ότι η φροντίδα δεν πρόκειται να σου λείψει καθόλου». Πάλι αυτό το φλογισμένο βλέμμα, η υπόσχεση για τόσο πάθος που φοβόταν ότι θα την έκαιγε για όλη της τη ζωή. «Να κάνουμε έναν περίπατο, τι λες;» τη ρώτησε. Περίπατο; Πίστευε πραγματικά ότι τα πόδια της θα την κρατούσαν ύστερα από τον τρόπο που την κοίταξε, από τα λόγια που της είπε; Δεν ήθελε να την επηρεάζει τόσο. Θόλωνε τη σκέψη της. Από την άλλη, η παρουσία της μπορεί να θόλωνε και τη δική του. «Ναι, θα ήταν υπέροχο». Τουλάχιστον είχε ξαναβρεί την ανάσα της και ακουγόταν περισσότερο ο εαυτός της. Ο Άβεντεϊλ σταμάτησε το άλογό του, έκανε κι εκείνη το ίδιο κι έπειτα τον παρακολούθησε μαγεμένη να κατεβαίνει από τη ράχη του. Γιατί τη γοήτευε τόσο


κάθε κίνησή του, όσο συνηθισμένη ή ασήμαντη κι αν ήταν; Πώς μπορούσε να διατηρεί ζωντανό το ενδιαφέρον της επί ώρες, απλώς και μόνο αναπνέοντας; Ήταν γελοίο που επηρέαζε τόσο τις αισθήσεις της. Ήρθε και στάθηκε μπροστά της κι έβαλε τα χέρια του στη μέση της. Τόσο μεγάλα χέρια, τόσο ικανά. Χέρια που θα μπορούσαν να σφίξουν τον λαιμό της και να της κόψουν την ανάσα, αν ανακάλυπτε τα σχέδιά της και γέμιζε θυμό. Θα έπρεπε να έχει διαλέξει έναν πιο μικρόσωμο άντρα, αλλά η αλήθεια ήταν πως δεν είχε και πολλές επιλογές από τη στιγμή που την πλησίασε, από τη στιγμή που τον προσκάλεσε. Την ήθελε τώρα, και ήξερε πως δεν ήταν από αυτούς που τα παρατούν πριν πάρουν αυτό που θέλουν. Αυτός ήταν κι ο λόγος που σκέφτηκε προς στιγμήν ότι θα αντιμετωπίσει την οργή του, γιατί δεν επρόκειτο να του δώσει αυτό που ήθελε. Είχε κάνει πολλά στη ζωή της, πολλά για τα οποία δεν ήταν περήφανη, αλλά είχε καταφέρει να κάνει αυτό που έπρεπε χωρίς να ανοίγει τα πόδια της για να πάρει αυτό που ήθελε. Και ήταν εξίσου αποφασισμένη μ’ εκείνον να πάρει αυτό που ήθελε. Το πλεονέκτημα, βέβαια, ήταν δικό της. Ήξερε πώς παιζόταν το πραγματικό παιχνίδι, ήξερε τους κανόνες. Το δικό του παιχνίδι ήταν διαφορετικό. Το κόλπο ήταν να εξασφαλίσει ότι δεν θα καταλάβαινε πως δεν έπαιζαν το ίδιο παιχνίδι πριν κερδίσει εκείνη. Έριξε το βλέμμα στα πλούσια χείλη του και θυμήθηκε τα φιλιά τους, ξέροντας ότι αυτό ήταν αρκετό για να την κάνει να κοκκινίσει και τα μάτια της να λάμψουν. Τον είδε να καταπίνει και ένιωσε ηδονή, ένιωσε τα χέρια του να σφίγγονται πάνω της. Έβαλε τα γαντοφορεμένα χέρια της στους ώμους του και απόλαυσε τη δύναμή του, παρότι ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά όλο της το κορμί. Τη σήκωσε σιγά, πολύ σιγά, κι έπειτα κατέβασε τα πόδια της στο χώμα, φέρνοντάς την τόσο κοντά του, που το στήθος της άγγιξε το δικό του. Οι θηλές της σκλήρυναν επώδυνα, η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή, το στομάχι της σφίχτηκε. Προσπάθησε να κρατήσει ίσια τα γόνατά της για να παραμείνει όρθια. Λόγω του καταραμένου του καπέλου του, το πάνω μέρος του προσώπου του ήταν βυθισμένο στη σκιά καθώς την κοιτούσε. Ήθελε να το βγάλει με μια γρήγορη κίνηση, να δει καθαρά τα μάτια του, να μάθει τις σκέψεις του, τα αισθήματά του, τις επιθυμίες του. Με τους αντίχειρές του χάιδεψε μία, δύο, τρεις φορές τα πλευρά της και τελικά την άφησε, έκανε ένα βήμα πίσω και έπιασε χαλαρά τα γκέμια και των δύο αλόγων στο ένα του χέρι, προσφέροντάς της το άλλο. Θα ήταν πιο σοφό να το αρνηθεί, αλλά δεν μπορούσε να στερήσει από τα δάχτυλά της την πολυτέλεια των σφιχτών μυών του. Ήξερε ότι δεν ήταν σωστό, αλλά έβαλε το χέρι της στη γωνία που σχημάτιζε ο λυγισμένος αγκώνας του. Ενώ δεν ήταν ιδιαίτερα κοντή, ήξερε ότι περπατούσε πιο αργά για να τη διευκολύνει καθώς άφηναν πίσω τους το Ρότεν Ρόου. Αρχικά χαιρέτησε κάποια άτομα με ένα νεύμα ή με ένα άγγιγμα στο γείσο του καπέλου του, αλλά τελικά φάνηκε να βαριέται. Κατάφερνε με κάποιον τρόπο να δίνει την αίσθηση ενός άντρα που δεν ήθελε να τον ενοχλούν. Όσες ελπίδες κι αν είχε ότι η υπόληψή της θα παρέμενε άσπιλη πέταξαν μακριά


σαν τις πεταλούδες που φτεροκοπούσαν γύρω τους. Ήξερε πολύ καλά ότι τη διεκδικούσε εδώ και τώρα. Στο απογευματινό φως του ήλιου, μέσα στο πολυσύχναστο πάρκο όπου έκαναν τον περίπατό τους οι προνομιούχοι και σημείωναν ποιος περνούσε χρόνο με ποιον. Με την επίδειξη της κτητικότητάς του, οι επιλογές της μειώνονταν σημαντικά. Αν ήθελε, όμως, να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της, είχαν μειωθεί ήδη από τη στιγμή που τον είδε να της προσφέρει εκείνο το ποτήρι με τη σαμπάνια. Μπορούσε, λοιπόν, να απολαύσει τη συντροφιά του για όσο διάστημα γινόταν, για όσο καιρό είχε αυτή τη δυνατότητα. Όχι όπως υπονοούσε εκείνος, όμως. Ήταν ειλικρινής χτες βράδυ. Μπορεί να βάσιζε την άποψή της μόνο στη δική της εκτίμηση, ήξερε πάντως ότι ήταν ένας άντρας που δεν θα πίεζε ποτέ μια γυναίκα να κάνει κάτι που δεν ήθελε. Μπορεί να φιλιόντουσαν ξανά, μπορεί να αγγίζονταν, αλλά τελικά δεν θα έπαιρνε αυτό που ήθελε. Η θλίψη που ένιωσε μ’ αυτή τη σκέψη την παραξένεψε. «Έχεις πολλά ακίνητα;» τον ρώτησε. Την κοίταξε κι εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. «Είμαι περίεργη για εσένα, αλλά διστάζεις να συζητήσεις οτιδήποτε πολύ προσωπικό. Μπορώ να ρωτήσω για την περιουσία σου. Θα μπορούσε να με ενημερώσει ίσως και ο δικηγόρος του συζύγου μου. Φαίνεται πως γνωρίζει πολύ καλά την αριστοκρατία». «Ποιος είναι ο δικηγόρος σου;» «Ο Μπέκγουιθ». «Ποιος απ’ όλους;» «Ο Ντάνιελ». «Ο μικρότερος». «Γνωρίζεις το γραφείο Μπέκγουιθ και Υιοί;» Έγνεψε καταφατικά. «Ο πατέρας τους είχε ασχοληθεί με πολλές υποθέσεις μου, μέχρι που τις παραχώρησε στον μεγαλύτερο γιο του. Οι άλλοι δύο γιοι έχουν πολύ καλή φήμη. Νομίζω ότι έχεις κάνει πολύ καλή επιλογή». «Φοβάμαι ότι δυσκολεύεται να διεκπεραιώσει το ζήτημα. Ο άντρας μου δεν είχε τακτοποιήσει τις υποθέσεις του. Ο Μπέκγουιθ καθυστερεί αρκετά. Στο μεταξύ εγώ βασίζομαι στην καλοσύνη των ξένων. Ανησυχώ, όμως, πως οι πιστωτές μου σύντομα θα χάσουν την υπομονή τους». «Αν υπάρχει κάποιος που μπορεί να τους συγκρατήσει, τότε αυτός είναι σίγουρα ο Μπέκγουιθ». «Βασίζομαι σ’ αυτό. Τα ακίνητά σου, λοιπόν;» ρώτησε, θέλοντας να αλλάξει θέμα από τον Μπέκγουιθ. Δεν ανησυχούσε πάντως ότι ο Άβεντεϊλ θα του έκανε ερωτήσεις για τις υποθέσεις της, μια και ήταν προφανές ότι τον ενδιέφεραν περισσότερο οι δικές του. «Δύο, συν το σπίτι μου στο Λονδίνο. Είναι μεγάλο, αλλά το κληρονόμησα από τον πατέρα μου. Υποθέτω πως θα το έχω για πάντα». «Ανέφερες ότι πέθανε όταν ήσουν τεσσάρων. Τον θυμάσαι;» «Ελάχιστα και δεν αξίζει τον κόπο να χάσεις τον χρόνο σου μ’ αυτές τις ερωτήσεις». «Ό,τι έχει σχέση μαζί σου αξίζει τον χρόνο μου». Γέλασε. «Αυτό σίγουρα όχι. Γιατί τόσες ερωτήσεις, Ρόουζ;»


«Δεν έχεις συνηθίσει να ρωτούν για εσένα οι γυναίκες;» «Όχι ιδιαίτερα. Οι κυρίες που συνήθως μου κρατούν συντροφιά θέλουν μόνο ένα πράγμα και αυτό δεν χρειάζεται πολλή συζήτηση». «Δεν εξερευνάς ποτέ το μυαλό μιας γυναίκας;» «Το γυναικείο μυαλό είναι βαρετό. Προτιμώ να εξερευνώ άλλες πτυχές της». «Φοβάμαι πως μάλλον με προσβάλλεις. Δεν θεωρώ καθόλου βαρετές τις σκέψεις μου». «Ίσως αποδειχθείς εξαίρεση». Είχαν φτάσει σε μια συστάδα δέντρων. Καθώς την οδηγούσε ανάμεσά τους, εκείνη έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του. Ο κόσμος ήταν πολύ μακριά για να καταλάβει αν είχε προσέξει κανείς πού πήγαινε ο Άβεντεϊλ. Τι σημασία είχε, όμως; Και μόνο που ήταν οι δυο τους ήταν αρκετά επιζήμιο. Τίποτα, όμως, δεν θα την απομάκρυνε από τον στόχο της. Τα κλαδιά ήταν γεμάτα φύλλα, το φως του ήλιου περνούσε ανάμεσά τους κι έπεφτε στο έδαφος. Ο Άβεντεϊλ τύλιξε τα γκέμια σε έναν χαμηλό θάμνο κι έπειτα την πήρε στην αγκαλιά του και έφερε το στόμα του στο δικό της. Ήξερε ότι θα τη φιλούσε. Και πάλι, όμως, η επαφή την αναστάτωσε, γιατί δεν έγινε απαλά, αλλά μάλλον άπληστα, σαν να ήταν ένας άντρας που είχε περάσει πολύ καιρό στερημένος. Αμέσως ένιωσε τα γόνατά της να λύνονται και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. Έκανε ένα βήμα πίσω, κι ακόμα ένα, μέχρι που η πλάτη της ακούμπησε στον κορμό και ο Άβεντεϊλ πίεσε το στήθος της με το πλατύ του στέρνο. Η γλώσσα του την κυρίευε, την κατακτούσε, την απολάμβανε. Η βελούδινη απαλή υφή της τη γοήτευε, την έκανε να πετάξει εκείνο το καταραμένο καπέλο που κρατούσε τόσα πολλά στη σκιά, την έκανε να περάσει τα δάχτυλά της από τα μαλλιά του, από τις πυκνές μπούκλες του, την έκανε να τον κρατήσει κοντά της, να τον ενθαρρύνει να μείνει. Τα χέρια του χάιδευαν τα πλευρά της, τα οπίσθιά της, τους γοφούς της. Πάνω και κάτω, δεξιά κι αριστερά, μέχρι που τελικά έπιασε το ένα της στήθος. Κάπου στο βάθος άκουσε ένα βογκητό, έναν αναστεναγμό –εκείνη ήταν;– κι έπειτα ένα θριαμβευτικό μουγκρητό. Πέρασε τον αντίχειρά του πάνω από τη σκληρή θηλή της, γεμίζοντάς την επιθυμία, κάνοντας κάθε μέρος του κορμιού της να διψάει για κάτι παραπάνω. Έσυρε το στόμα του στο πιγούνι της, συνέχισε πιο κάτω και τελικά έφτασε στην κλείδα της και στη μικρή καμπύλη που σχημάτιζε ο λαιμός της. «Γιατί οι στολές ιππασίας είναι τόσο κλειστές που θυμίζουν ράσα;» είπε θυμωμένα. Δόξα τω Θεώ, σκέφτηκε, δόξα τω Θεώ. Αν ένιωθε το καυτό του σώμα πάνω στο δέρμα της, η αποφασιστικότητά της θα διαλυόταν και θα του έδινε τα πάντα πριν προλάβει να υπολογίσει τις συνέπειες. Να πάρει! Είχε την ικανότητα να τη ζαλίζει με τα φιλιά του. Να την κάνει να τον υποδέχεται με χαρά. Πιπίλισε τον λοβό του αφτιού της και ακούστηκε πάλι εκείνο το βογκητό. Το εσωτερικό των μηρών της φλεγόταν. Τα δάχτυλά της έσφιξαν τα μαλλιά του. «Έλα μαζί μου στο σπίτι μου», είπε βραχνά. Η φωνή της την είχε εγκαταλείψει. Παραλίγο να γνέψει καταφατικά. Θα του


έδινε τα πάντα, τα πάντα, αν μπορούσε να διώξει μακριά αυτόν τον υπέροχο πόνο, αν της επέστρεφε τη λογική της. Ήξερε, αναμφίβολα, πως είχε τη δύναμη να βάλει φωτιά στη ζωή της. «Όχι», του είπε με σκληρή φωνή. «Σου είπα. Θέλω τρυφερότητα». «Θα σου δώσω όση δεν έχεις ξαναζήσει ποτέ». Κούνησε το κεφάλι και βρήκε τη δύναμη να σπρώξει τους ώμους του. «Όχι». Η φλόγα στα μάτια του την τρόμαξε – δεν έδειχνε θυμό, αλλά αβυσσαλέο πάθος. Είδε πόσο απελπισμένα την ήθελε. Για μια στιγμή απόλαυσε τον θρίαμβό της, αλλά έπειτα βούλιαξε σε μια θλίψη που δεν μπορούσε να καταλάβει. Αυτός ο άντρας τα είχε όλα: πλούτο, δύναμη, κύρος, επιρροή. Ο κόσμος τού ανήκε. Της είχε δώσει χρήματα για να παίξει στη ρουλέτα. Είναι απλώς χρήματα. Θεωρούσε δεδομένο ό,τι είχε. Είχαν όλα τόσο λίγη σημασία γι’ αυτόν. Και ήθελε να την κάνει δική του. Όταν θα την έκανε, δεν θα είχε πια σημασία γι’ αυτόν, θα έχανε την αξία της. Θα γινόταν ό,τι και τα χρήματα που σκορπούσε χωρίς να δίνει σημασία, χωρίς να μπαίνει καν στον κόπο να τα μετρήσει. «Όχι», επανέλαβε και είδε τη φλόγα να ξεθωριάζει και να μετατρέπεται σε πικρή αποδοχή. «Έλα μαζί μου στο θέατρο», της είπε. «Απόψε». Ανοιγόκλεισε τα μάτια. Περίμενε να της μιλήσει άσχημα, να δηλώσει τη δυσαρέσκειά του για την άρνησή της. Δεν περίμενε να της κάνει τέτοια πρόταση. «Δεν μπορώ απόψε», του απάντησε, χωρίς να ξέρει ούτε κι η ίδια πού βρήκε τη δύναμη να μην αποδεχτεί αμέσως την πρότασή του. Δεν είχε πάει ποτέ στο θέατρο. Η ιδέα την ενθουσίαζε. Η ιδέα να πάει μαζί του την ενθουσίαζε ακόμα περισσότερο. «Αύριο», της είπε κοφτά, με ένα ύφος που θύμιζε διαταγή. Τον άφησε να απολαύσει αυτή τη μικρή νίκη. «Ναι, θα το ήθελα αυτό». «Δώσε μου τη διεύθυνσή σου. Θα περάσω με την άμαξά μου στις εφτά και μισή». Δίστασε, αλλά πού ήταν το κακό; Μπορεί ο Άβεντεϊλ να είχε σχηματίσει διαφορετική εντύπωση, αλλά απολάμβανε τις προσωπικές της στιγμές όπως κι εκείνος. Αφού του έδωσε τη διεύθυνση, απομακρύνθηκε αργά από κοντά της. Ξαφνιάστηκε που το αποτύπωμα του κορμιού του δεν είχε μείνει πάνω στο κόκκινο νήμα των ρούχων της. Έσκυψε, έπιασε το καπέλο του και το ξανάβαλε στο κεφάλι του. Έπειτα της χαμογέλασε κι εκείνη τότε σκέφτηκε πως ίσως είχε παρεξηγήσει τον στόχο του, πως ίσως είχε κερδίσει ακριβώς αυτό που ήθελε. «Αύριο βράδυ, λοιπόν», της είπε. «Ας φροντίσουμε να μας μείνει αξέχαστο».


Κεφάλαιο 6 Με τρυφερότητα. Η Ρόουζ ξαναδιάβασε το σημείωμα, έπειτα κοίταξε δύο ντουζίνες τριαντάφυλλα που είχαν παραδοθεί μέσα σε ένα υπέροχο κρυστάλλινο βάζο, το οποίο ο Άβεντεϊλ πρέπει να είχε αγοράσει ξεχωριστά. Σίγουρα τα λουλούδια δεν παραδίδονταν μέσα σε κάτι τόσο περίτεχνο. Του είχε πει ότι απαιτούσε τρυφερότητα, αλλά δεν μπορούσε να μη σκεφτεί ότι την κορόιδευε. Γιατί να ρισκάρει, όμως, να την αναστατώσει, ενώ προσπαθούσε να τη ρίξει στο κρεβάτι του; Άπλωσε το χέρι και χάιδεψε ένα από τα ροδοπέταλα. «Δεν εμπιστεύομαι έναν άντρα που στέλνει λουλούδια», είπε η Σάλι. «Επειδή ο Μέρικ δεν σου έστειλε ποτέ». «Γιατί να το κάνω;» αναρωτήθηκε εκείνος. «Ξέρει ότι την αγαπώ». «Μερικές φορές πρέπει να το υπενθυμίζεις σε μια κυρία», είπε η Ρόουζ. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος. «Υπάρχουν καλύτεροι τρόποι να της το υπενθυμίζεις». «Ο δούκας προσπαθεί να σε κερδίσει», σχολίασε η Σάλι. «Μπορεί, αν και υποψιάζομαι ότι είναι περισσότερο συνήθεια, κάτι που κάνει ένας κύριος όταν θέλει να αποκτήσει την εύνοια μιας γυναίκας». «Τι γράφει το σημείωμα;» ρώτησε ο Μέρικ. Ασχολιόταν πολύ περισσότερο από τη Σάλι με τις υποθέσεις της Ρόουζ. Η Ρόουζ έβαλε το διπλωμένο σημείωμα στην τσέπη του πουκαμίσου της. «Έγραφε απλώς το όνομά του για να ξέρω από ποιον είναι». Δεν είχε γράψει το όνομά του, αλλά ήξερε ποιος τα είχε στείλει. Κι όχι μόνο επειδή δεν διεκδικούσε κάποιος άλλος κύριος την προσοχή της. Απλώς ήξερε. «Θα πάμε στο θέατρο απόψε», τους ανακοίνωσε. «Τι ωραία. Πάντα ήθελα να πάω στο θέατρο», είπε η Σάλι. «Πώς κατάφερες να μας βρεις θέσεις;» Η Ρόουζ ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος της. «Συγγνώμη, καλή μου. Εννοούσα τον Άβεντεϊλ κι εμένα». Η Σάλι συνοφρυώθηκε. «Φυσικά. Τι ανόητο αυτό που σκέφτηκα. Τι θα φορέσεις;» «Το κόκκινο χωρίς τους φραμπαλάδες. Θέλω να είμαι πολύ κομψή απόψε». «Θα πεις στον Χάρι πού θα πας;» ρώτησε ο Μέρικ. «Φυσικά. Δεν έχω μυστικά απ’ αυτόν». Θα απογοητευόταν κι εκείνος που δεν θα πήγαινε μαζί της. Θα του άρεσε να πάει στο θέατρο. Θα έπρεπε να απομνημονεύσει κάθε λεπτομέρεια. Αρκεί να μην της αποσπούσε την προσοχή ο Άβεντεϊλ. • Καθώς η καλοφτιαγμένη του άμαξα διέσχιζε τους δρόμους, ο Άβεντεϊλ σκέφτηκε


ότι ήταν πολύ παράξενο που ανυπομονούσε για μια βραδιά στο θέατρο. Ακόμα κι όταν περνούσε χρόνο με εκείνη τη θεατρίνα, δεν ανυπομονούσε τόσο πολύ για μια βραδιά στο θεωρείο του. Ήταν η Ρόουζ. Αυτή η πρόκληση. Οι περισσότερες κυρίες που ήξερε θα ικανοποιούσαν κάθε του επιθυμία ελπίζοντας να γίνουν δούκισσες, ενώ εκείνη τον προκαλούσε συνεχώς. Ίσως επειδή ήταν μια κοινή θνητή; Ίσως επειδή ήξερε ότι δεν επρόκειτο ποτέ να τη ζητήσει σε γάμο; Τον φλέρταρε, του έδινε ό,τι της έδινε. Δεν ήταν μια δεσποινίδα που αρεσκόταν σε φιλοφρονήσεις. Ήταν μια έμπειρη γυναίκα. Είχε παντρευτεί, είχε χάσει έναν σύζυγο και τώρα ήταν μόνη της. Άκουσε τον αμαξά να φωνάζει στα άλογα να σταματήσουν και κοίταξε έξω από το παράθυρο για να δει το σπίτι. Ήταν το ένα τέταρτο του δικού του, αλλά και πάλι αρκετά μεγάλο για να περιλαμβάνει αρκετά δωμάτια. Φαινόταν καινούριο. Ο υπηρέτης άνοιξε την πόρτα. Ο Άβεντεϊλ κατέβηκε τη στιγμή που η Ρόουζ έβγαινε από το σπίτι. Ήταν πάλι ντυμένη στα κόκκινα. Δεν έπρεπε να φοράει άλλο χρώμα. Χαμογέλασε, κατέβηκε βιαστικά τα σκαλιά κι έπειτα διέσχισε το μικρό μονοπάτι μέχρι την πύλη. «Κανονικά μια κυρία περιμένει τον κύριο να την πάρει από το εσωτερικό του σπιτιού», τη μάλωσε χαριτολογώντας. Χαμογέλασε και έσφιξε το μπράτσο του. «Ήμουν πολύ ενθουσιασμένη για να περιμένω». «Ένα λεπτό θα μου έπαιρνε». Έτριψε το μέρος που είχε σφίξει σαν να φοβήθηκε ότι τον είχε πονέσει και τώρα έπρεπε να τον παρηγορήσει. «Μη με παρεξηγείς. Δεν έχω πάει ποτέ στο θέατρο. Δεν θέλω να χάσω λεπτό. Πάμε;» Κοιτάζοντας το σπίτι πίσω της, ένιωσε απογοήτευση που δεν τον άφησε να μπει μέσα. Ήθελε να δει τα έπιπλα, τους πίνακες, τις μικρές πινελιές που θα είχε σίγουρα προσθέσει. Ήθελε να πάρει ακόμα μια γεύση από εκείνη και πίστευε ότι θα μπορούσε να πάρει περισσότερες πληροφορίες όταν έβλεπε το σπίτι της. Από τα παράθυρα δεξιά κι αριστερά της πόρτας έβγαινε ένα απαλό φως. Όλα τα υπόλοιπα παράθυρα ήταν βυθισμένα στο σκοτάδι, κι όμως είχε την εντύπωση ότι τον παρακολουθούσαν. Κάποιος περίεργος υπηρέτης ίσως. Ποιος άλλος, εξάλλου; «Άβεντεϊλ;» είπε, βγάζοντάς τον από τις σκέψεις του. «Είσαι πολύ εντυπωσιακή», είπε. «Ναι, ανυπομονούσα για την αποψινή βραδιά». Και προετοιμάστηκες γι’ αυτή, σκέφτηκε. Το κόκκινο φόρεμά της είχε ένα απλό, κομψό κόψιμο που κολάκευε τις καμπύλες της. Η φούστα δεν ήταν τόσο φουσκωτή και μπορούσε να σχηματίσει μια σαφή ιδέα για το μέγεθος των γοφών της. Ένα βελούδινο τσόκερ με καμέο στόλιζε το κέντρο του λαιμού της. Έπρεπε να έχει ρουμπίνια. Μια ολόκληρη σειρά ρουμπίνια απλωμένα στο γυμνό ντεκολτέ της. Σκέφτηκε πόσο θα του άρεσε να βγάλει ξανά εκείνα τα γάντια που έφταναν ως τον αγκώνα της. Ήθελε να απελευθερώσει τις ξανθές μπούκλες της, που κρατούσαν αιχμάλωτες τα μαργαριταρένια της χτενάκια. Αν και δεν έβρισκε καθόλου κακό το γεγονός ότι ο λεπτός λαιμός της ήταν εκτεθειμένος. Τα χείλη του θα έβρισκαν εκεί καταφύγιο.


Αφού τη βοήθησε να ανέβει στην άμαξα, κοίταξε το σπίτι και του φάνηκε πως είδε τις κουρτίνες ενός παράθυρου στον πάνω όροφο να κουνιούνται. Ίσως κατάφερνε να ρίξει μια ματιά μέσα όταν την έφερνε πίσω. Μπήκε στην άμαξα και κάθισε απέναντί της. Είχε ανάψει τη λάμπα ώστε να μπορεί να τη θαυμάζει χωρίς να τον εμποδίζουν οι σκιές. Τον εντυπωσίαζε πόσο του άρεσε μόνο να την κοιτάζει. Τα άλογα ξεκίνησαν. Καθόταν πολύ προσεκτικά, κοίταζε έξω από το παράθυρο κι έμοιαζε σαν να μην είχε ξαναδεί ποτέ της την ίδια της τη γειτονιά. «Το σπίτι σου δεν μοιάζει αρκετά μεγάλο για να φιλοξενήσει μια αίθουσα χορού», της είπε. Τον κοίταξε με χαμηλωμένα μάτια. «Μην κρίνεις από το φαίνεσθαι». «Μάλλον έχεις δίκιο. Η γειτονιά πάντως είναι όμορφη. Τα έχεις καταφέρει μια χαρά και χωρίς να τακτοποιήσεις το θέμα της περιουσίας σου». «Χάρη στον Μπέκγουιθ. Εγγυήθηκε για εμένα ώστε να μου δώσουν πίστωση διάφορες επιχειρήσεις». «Δύο χρόνια είναι μάλλον αρκετά για να μην έχουν επιλυθεί αυτά τα ζητήματα». «Φοβάμαι ότι φταίω εγώ. Έμεινα στην Ινδία πολύ καιρό προσπαθώντας να τακτοποιήσω τις υποθέσεις του άντρα μου. Τελικά έπρεπε να αποδεχτώ ότι δεν είχα τις ικανότητες και να έρθω στο Λονδίνο. Μίλησα χτες με τον Μπέκγουιθ και είναι πολύ αισιόδοξος ότι σύντομα θα έχουν τελειώσει όλα». «Αυτό είναι πολύ καλό». Καθώς σκεφτόταν την περιουσία του άντρα της, σκέφτηκε τον ίδιο και τελικά κατέληξε στο... «Έχεις παιδιά;» Χαμογέλασε πικρά. «Όχι. Δεν ήμασταν τόσο καιρό παντρεμένοι και κάποιες φορές απλώς δεν συμβαίνει». «Πόσο καιρό ήσασταν παντρεμένοι;» «Σχεδόν έναν χρόνο». Δυσκολεύτηκε να μη δείξει την έκπληξή του. Δεν ήταν ευγενικό να τη ρωτήσει πόσων χρονών ήταν, ειδικά από τη στιγμή που δεν τον ενδιέφερε καθόλου, αλλά θεωρούσε πως ήταν κοντά στην ηλικία του, πράγμα που σήμαινε πως όταν παντρεύτηκε ήταν ήδη σε ηλικία που κινδύνευε να μείνει στο ράφι. «Έχεις παντρευτεί μόνο μια φορά;» τη ρώτησε. «Μόνο μία. Πιθανότατα πρώτη και τελευταία». «Είσαι νέα. Δεν φαντάζεσαι τον εαυτό σου να ξαναπαντρεύεται;» Κούνησε το κεφάλι. «Ο άντρας μου ήταν καλός άνθρωπος, ευγενικός, αλλά είχε όλη την εξουσία στα χέρια του. Μου λείπει πολύ. Μακάρι να μην είχε πεθάνει, αλλά έχω λίγη περισσότερη ελευθερία τώρα». Του χάρισε ένα μαγευτικό χαμόγελο. «Για να πάω στο θέατρο, ας πούμε. Το θεωρούσε πολύ βαρετό». «Οι περισσότεροι άντρες». «Και εσύ το ίδιο;» ρώτησε. «Εξαρτάται από την παρέα. Απόψε δεν νομίζω ότι θα είναι βαρετό». Καταράστηκε το φως που δεν ήταν αρκετά δυνατό για να του επιτρέψει να δει αν είχε κοκκινίσει. Υπέθετε πως το έκανε, πως ένα ροδαλό χρώμα θα είχε πλημμυρίσει το στήθος, τον λαιμό και τα μάγουλά της σαν παλίρροια. Κοίταξε πάλι έξω από το παράθυρο. «Μερικές φορές με τρομάζεις», του είπε σιγανά.


Συνοφρυώθηκε. «Γιατί; Δεν είμαι από αυτούς που κάνουν κακό σε μια γυναίκα». «Διεκδικείς αυτό που θέλεις, όμως». Γύρισε πάλι προς το μέρος του. «Ανελέητα». «Συνήθως όχι», παραδέχτηκε. «Όχι όταν μιλάμε για γυναίκες. Συνήθως πέφτουν στα πόδια μου. Κυριολεκτικά. Μπορείς να το εκλάβεις ως κομπλιμέντο που ακόμα σε κυνηγάω». «Και αν ξέρεις σίγουρα ότι δεν θα πάρεις αυτό που θέλεις;» «Το μόνο σίγουρο στη ζωή είναι ο θάνατος. Απλώς, λοιπόν, πρέπει να δουλέψω πιο σκληρά για να σου αλλάξω γνώμη». «Μπορεί να απογοητευτείτε, εξοχότατε». «Αμφιβάλλω, όταν απολαμβάνω τόσο να είμαι κοντά σου, να μυρίζω το τριανταφυλλένιο σου άρωμα». «Μπορεί να ανακαλύψεις ότι είμαι γεμάτη αγκάθια». «Δεν με πειράζει να με τσιμπήσουν, αν η ανταμοιβή είναι να παρακολουθώ την ομορφιά σου να ξεδιπλώνεται». Το γλυκό της γέλιο πλημμύρισε την άμαξα και φώλιασε βαθιά στην ψυχή του. Κι άλλες γυναίκες είχαν γελάσει μπροστά του, αλλά δεν θυμόταν τον ήχο του γέλιου τους. Δεν θα ξεχνούσε, όμως, ποτέ το δικό της. Θα το ανέσυρε τις μοναχικές νύχτες και θα το μελετούσε, θα το θυμόταν με ακρίβεια και θα απολάμβανε κάθε νότα του σαν εκείνη να ήταν ακόμα μπροστά του. Του πέρασε από το μυαλό η φευγαλέα σκέψη ότι μια νύχτα μαζί της δεν θα ήταν αρκετή, ότι θα έπρεπε να εξερευνήσει κάθε πτυχή της από διαφορετικές γωνίες. Ότι υπήρχαν μέσα της αχαρτογράφητα βάθη, ότι ένας άντρας δεν θα μπορούσε ποτέ να τα γνωρίσει όλα. Ένιωσε ζήλια που ο Σαρπ την είχε γνωρίσει, την είχε γνωρίσει μάλλον πολύ καλύτερα απ’ όσο θα τη γνώριζε ποτέ ο Άβεντεϊλ. «Τον αγαπούσες;» άκουσε τον εαυτό του να ρωτάει, και ευχήθηκε να είχε δαγκώσει καλύτερα τη γλώσσα του, γιατί δεν ήθελε καθόλου να ακουστεί σαν ζηλιάρης εραστής. Γούρλωσε τα μάτια από την έκπληξη κι έκανε πίσω το κεφάλι. «Τον άντρα μου;» «Ναι». «Δεν θα τον είχα παντρευτεί διαφορετικά». Δεν ήταν η κατάλληλη απάντηση. Ήθελε να ξέρει το βάθος της αγάπης της. Είχε κλάψει γοερά όταν πέθανε, είχε σκεφτεί ότι η ζωή της τελείωσε, είχε κοιμηθεί με το πουκάμισό του, είχε περάσει τα δάχτυλά της από τη βούρτσα του, είχε μυρίσει το άρωμά του αργά τη νύχτα; Είχε κάνει όλα αυτά τα πράγματα που δεν θα έκανε ποτέ γι’ αυτόν κάποια γυναίκα; Είχε γνωρίσει πολλές στη ζωή του, αλλά ήξερε με βεβαιότητα ότι καμία –πέρα από τη μητέρα του– δεν τον είχε αγαπήσει αληθινά. Τους άρεσε, ναι, απολάμβαναν τη συντροφιά του, σίγουρα. Αν πέθαινε, μπορεί να ένιωθαν θλίψη, αλλά σίγουρα δεν θα θρηνούσαν. Ζήλευε τον Σαρπ που αυτή η γυναίκα τον είχε πενθήσει. Από πού είχαν προκύψει αυτές οι δυσάρεστες σκέψεις; Τις έδιωξε μακριά. Δεν χρειαζόταν την αγάπη ή την τρυφερότητά της. Ήθελε μόνο την προθυμία της, την επιθυμία της, το πάθος της. Η καρδιά δεν είχε καμία δουλειά. Και καλύτερα, δηλαδή, μια και η σχέση τους θα ήταν πολύ σύντομη. Όπως ένας εξερευνητής που χαρτογραφούσε ένα νησί πριν μπει πάλι στο σκάφος του για να ξεκινήσει για μια αποστολή καινούρια και


διαφορετική, έτσι και ο Άβεντεϊλ βαριόταν εύκολα. Πάντα. Η απροθυμία της να του δοθεί ήταν αυτό που κρατούσε ζωντανό το ενδιαφέρον του. Μόλις του έδινε πρόσβαση στους θησαυρούς της, η αποστολή του θα τελείωνε και μαζί της και ο ενθουσιασμός του κυνηγιού. Χωρίς τον ενθουσιασμό, δεν θα τον κρατούσε πια τίποτα. Καθώς πλησίαζαν στην Ντρέαρι Λέιν, είδε την έξαψη στα μάτια της. Ο ενθουσιασμός της σχεδόν ερχόταν σε αντίθεση με τη γυναίκα που είχε γνωρίσει. Για μια στιγμή σκέφτηκε πόσο ωραία θα ήταν να γύριζε τον κόσμο μαζί της, να της δείξει χιλιάδες πράγματα. Μα τι σκεφτόταν; Είχε ταξιδέψει στην Ινδία. Δεν είχε, όμως, πάει ποτέ στο θέατρο. Ενδιαφέρον. Τι άλλο δεν είχε κάνει ποτέ; Ανυπομονούσε να μάθει – και να φροντίσει να το κάνει μαζί του. Η άμαξα σταμάτησε. Ο υπηρέτης άνοιξε γρήγορα την πόρτα. Ο Άβεντεϊλ βγήκε έξω κι έπειτα γύρισε για να τη βοηθήσει. Για μια στιγμή, την ώρα που τα φώτα του δρόμου φώτισαν το πρόσωπό της, σκέφτηκε ότι μπορεί να είχε κάνει λάθος για την ηλικία της. Του θύμισε ένα κοριτσάκι που ξετύλιγε τα δώρα του το πρωινό των Χριστουγέννων και ανακάλυπτε την κούκλα που της είχαν χαρίσει. Το βλέμμα του έπεσε στην καμπύλη του στήθους της. Όχι, τίποτα πάνω της δεν του θύμιζε κοριτσάκι, αλλά δεν είχε κανένα πρόβλημα να δει το πρόσωπό της ενθουσιασμένο στο κρεβάτι του. Μπήκαν τελικά στο θέατρο, με το χέρι της να ακουμπά στο μπράτσο του, κι εκείνος ένιωθε το κεφάλι της να γυρίζει δεξιά κι αριστερά καθώς απορροφούσε κάθε πληροφορία, σαν να μην ήθελε να παραβλέψει έστω και ένα εκατοστό του χώρου. «Μου φαίνεται αδιανόητο που δεν έχεις πάει ποτέ στο θέατρο», της είπε. «Έχω δει περιοδεύοντες θιάσους, αλλά ποτέ σε κάποιο χώρο σαν αυτόν. Είναι πολύ εντυπωσιακός». «Δεν οφείλεται σ’ εμένα, όμως, αυτό». «Ναι, αλλά εσύ είσαι αυτός που με έφερε». Το θεωρείο του ήταν κοντά στη σκηνή. Καθώς η Ρόουζ κοιτούσε από ψηλά, ο Άβεντεϊλ ένιωθε μεγάλη χαρά που μπορούσε να της προσφέρει τόσο υπέροχα θέα. Γύρισε και τον κοίταξε χαμογελώντας. «Πρέπει να σου κόστισε μια περιουσία». Ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν θυμάμαι. Το έχω εδώ και χρόνια. Ο διαχειριστής μου φροντίζει να πληρώνεται». Το χαμόγελό της σαν να ξεθώριασε κάπως. Κάτι περίεργο πλημμύρισε το πρόσωπό της. «Πρέπει να είναι υπέροχο να μη χρειάζεται να ανησυχείς για κάτι τόσο τετριμμένο όσο τα χρήματα». Διέκρινε αποδοκιμασία στη φωνή της; Ζήλια; Φθόνο; Δεν μπορούσε ακριβώς να το ορίσει, αλλά ήταν σίγουρος ότι δεν την ικανοποιούσε η ευκολία με την οποία αποκτούσε πράγματα. Ούτε καταλάβαινε γιατί ένιωθε αυτή την ανάγκη να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να αποκτήσει ό,τι ήθελε. «Μπορείς να χρησιμοποιείς όποτε θέλεις το θεωρείο μου». Έγειρε το κεφάλι σκεφτική. «Ακόμα κι όταν στρέψεις σε κάποιαν άλλη την προσοχή σου;» Θα προχωρούσε, το ήξερε ότι θα προχωρούσε. Πάντα το έκανε. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε να το φανταστεί. «Θα το συζητήσουμε όταν έρθει η ώρα. Στο μεταξύ, ας


απολαύσουμε την αποψινή νύχτα, τι λες;» «Ναι, φυσικά». Κάθισαν στις θέσεις τους μόλις άρχισαν να χαμηλώνουν τα φώτα. Είχε ξεχάσει πόσο γοητευτικό μπορούσε να είναι το θεωρείο μέσα στο σκοτάδι. Δεν θα της έκανε έρωτα εδώ φυσικά, αλλά ποιος θα πρόσεχε ένα τυχαίο άγγιγμα; Μπορούσε να περάσει το δάχτυλό του από το μπράτσο της, από τον αυχένα, από τους γυμνούς της ώμους. Οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες πίσω και εκείνη ανασηκώθηκε στο κάθισμά της μαγεμένη, λες, από τη σκηνή. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ κανέναν να παρακολουθεί με τέτοια ένταση μια παράσταση, με τέτοια αφοσίωση σαν να φοβόταν μήπως χάσει έστω και μια λέξη. Δεν μιλούσε, δεν τον κοίταζε, δεν τράβηξε το βλέμμα της από τη σκηνή. Έμοιαζε σχεδόν με άγαλμα. Στη μέση της παράστασης, στην κορύφωση του δράματος, άπλωσε το χέρι της και έσφιξε το δικό του σαν να ήθελε να νιώσει ότι δεν ήταν μόνη. Θα μπορούσε να σκύψει και να της ψιθυρίσει κάτι πονηρό στο αφτί, να πιπιλίσει τον υπέροχο λοβό της, αλλά δεν ήθελε να της αποσπάσει την προσοχή. Ούτε καταλάβαινε γιατί του άρεσε τόσο να τη βλέπει να απολαμβάνει την παράσταση. Απλώς τον είχε μαγέψει. Όταν έκλεισε η αυλαία, σηκώθηκε απότομα όρθια και άρχισε να χειροκροτεί ενθουσιασμένη. «Μπράβο! Μπράβο!» Σηκώθηκε κι εκείνος. Τον κοίταξε και το πρόσωπό της έλαμπε. «Σ’ ευχαριστώ», του είπε. «Σ’ ευχαριστώ τόσο πολύ!» Δεν μπορούσε να θυμηθεί αν του είχε δείξει ποτέ κανείς τόση ευγνωμοσύνη για κάτι τόσο απλό. Έκανε λες κι ήταν υπεύθυνος για τους ηθοποιούς, το έργο, το θέατρο. Το στήθος του πλημμύρισε από ευχαρίστηση. Της είχε δώσει τόση χαρά με κάτι τόσο μικρό. Θα έδειχνε την ίδια ευγνωμοσύνη για όλα; Ξαφνικά ήθελε να της χαρίσει τα πάντα. Λόγω του πλήθους, η αποχώρηση από το θέατρο γινόταν πολύ αργά, αλλά συνέχισε να την κρατάει αγκαζέ και να της ανοίγει χώρο. Μόλις βγήκαν έξω, εντόπισε την άμαξά του, την πήγε μέχρι εκεί και τη βοήθησε να ανέβει. Κάθισε απέναντί της, αλλά πέρασαν μερικά λεπτά μέχρι να ξεκινήσουν το ταξίδι της επιστροφής στο σπίτι. «Ήταν πραγματικά υπέροχα», του είπε αναστενάζοντας. «Περισσότερο απ’ όσο περίμενα». «Χαίρομαι που σου άρεσε. Δεν πιστεύω ότι έχω ξαναδεί ποτέ κάποιον τόσο ενθουσιασμένο με μια παράσταση». «Πρέπει μάλλον να με θεωρείς πολύ ανόητη που ενθουσιάστηκα με κάτι που σίγουρα εσύ θεωρείς δεδομένο». «Αντιθέτως, σκεφτόμουν πόσο ξεχωριστή είσαι». Δάγκωσε το κάτω χείλος της, κι έπειτα το έγλειψε με τη γλώσσα της. «Είσαι σπουδαίος». Η επιθυμία στη φωνή της δεν πέρασε απαρατήρητη ούτε και το χαμήλωμα των βλεφάρων της. Σκέφτηκε να χαμηλώσει το φως της λάμπας, αλλά ήθελε να τη βλέπει. Έκλεισε, όμως, απότομα τις κουρτίνες στα παράθυρα.


«Τι κάνεις εκεί;» ρώτησε μόλις βυθίστηκαν ακόμα περισσότερο στο σκοτάδι. Δεν αντιλήφθηκε φόβο ή δισταγμό, απλά περιέργεια. Ή ίσως μια προσποιητή αθωότητα, αφού ήξερε σίγουρα τι ακριβώς ήθελε. Ήταν πολύ ξεκάθαρος και θα συνέχιζε να είναι. Δεν θα την πίεζε, αλλά σίγουρα σκόπευε να εκμεταλλευτεί κάθε ευκαιρία. «Μας έδωσα λίγο περισσότερη ιδιωτικό χώρο». «Για ποιο λόγο;» «Για να κάνω αυτό που θέλω όλο το βράδυ. Να σε φιλήσω». Έβγαλε τα γάντια του κι έπειτα πέρασε απέναντι και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Το δέχτηκε πρόθυμα, με χαρά, το στόμα της ενώθηκε με το δικό του, η μεταξένια γλώσσα της άρχισε να χαϊδεύει τη δική του και να φουντώνει τη φλόγα του πόθου του. Είχε γνωρίσει πολλές γυναίκες, αλλά πάντα ακολουθούσαν το πρόσταγμά του. Εκείνη όχι, όμως. Τον πλησίαζε χωρίς προσποίηση, χωρίς δισταγμό. Ήξερε πολλές έμπειρες γυναίκες, αλλά ακόμα κι αυτές ήταν συγκρατημένες. Εκείνη δεν κρατούσε τίποτα. Εξερευνούσε, απαιτούσε να κάνει κι αυτός το ίδιο. Μπορεί να ήταν μια κοινή θνητή, η κοινωνία μπορεί να είχε το θράσος να τη θεωρεί κατώτερή του, αλλά ήταν σίγουρα ισάξιά του στο θέμα του πάθους. Αυτό του άρεσε, του άρεσε πολύ. Εκείνη του άρεσε. Υπήρχε μια ειλικρίνεια στον τρόπο που κουνούσε τα χείλη της πάνω στα δικά του, που έχωνε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Η λαχτάρα της ήταν αληθινή. Δεν ζητούσε κάποιο μπιχλιμπίδι ή χρήματα. Ήθελε μόνο αυτό που μπορούσε να υπάρξει μεταξύ τους. Το ένιωθε στο ελαφρό της τρέμουλο, το άκουγε στους γλυκούς αναστεναγμούς της, το γευόταν στα πρόθυμα χείλη της, το μύριζε στο άρωμα που ανέδιδε το δέρμα της καθώς φλεγόταν. Πέρασε τα χείλη του από τον λαιμό της, παρατηρώντας ότι είχε γείρει πίσω το κεφάλι για να του δώσει καλύτερη πρόσβαση. Πιπίλισε τον ώμο της και βούτηξε τη γλώσσα του στην καμπύλη του λαιμού της, πριν κατευθύνει τα χείλη του στην καμπύλη του στήθους της. Έλυσε το μεταξωτό ύφασμα, πήρε τη μια θηλή της στο στόμα του και άρχισε να την πιπιλάει. Αναστέναξε. Τα δάχτυλά της βυθίστηκαν στους ώμους του. Πέρασε το χέρι του από τον γοφό της, από τον μηρό της και έφτασε στην άκρη της φούστας της. Έπειτα έχωσε το χέρι του κάτω από το μετάξι και το σατέν και το γλίστρησε πάνω από την κάλτσα της, μέχρι που τελικά έφτασε στον παράδεισο που του πρόσφερε το γυμνό της δέρμα. Απαλό και μεταξένιο. Καυτό και υγρό. Ακόμα πιο πάνω, τα δάχτυλά του άνοιγαν χώρο στα υφάσματα, μέχρι που έφτασε στην κοιλότητα του καυτού της πυρήνα. Ήταν υγρός, τόσο υγρός, και καυτός. Ένα καυτό μέλι. Κράτησε την ανάσα της, αλλά όχι με αποτροπιασμό. Απλώς με θαυμασμό. Τον κοίταξε στα μάτια και τα χείλη της σχημάτισαν έναν μικρό κύκλο. Λαχάνιασε. Η ανάσα της ήταν κοφτή. Έσφιξε τους ώμους του. Άρχισε να τη χαϊδεύει, αργά και απαλά, αυξάνοντας την πίεση. Τα δάχτυλά του πίεζαν, τσιμπούσαν, σχημάτιζαν μικρούς κύκλους και τελικά γύρισαν στον πυρήνα της με αποφασιστικότητα... Έπεσε στα χέρια του με μια κραυγή. Βυθίστηκε στην αγκαλιά της, την κράτησε σφιχτά, ένιωσε τα ρίγη που


διαπερνούσαν το κορμί της. Έχωσε το πρόσωπό της στον λαιμό του και καταράστηκε το πουκάμισό του, που τον εμπόδιζε να νιώσει το άγγιγμα των χειλιών της και την κοφτή ανάσα της. «Θεέ μου!» αναστέναξε, με βραχνή φωνή. «Ω Θεέ μου, δεν είχα ιδέα!» Έμεινε ακίνητος, δεν πήρε καν ανάσα. Δεν μπορεί να άκουσε… δεν μπορεί να εννοούσε… «Ο άντρας σου ποτέ δεν...» «Ο άντρας μου;» επανέλαβε σαν να ήταν μια λέξη ξένη στη γλώσσα της. «Ναι, ο άντρας σου. Δεν σου χάρισε ποτέ τέτοια απόλαυση;» Κούνησε το κεφάλι της. «Όχι». Έγειρε πίσω μέχρι να συναντηθούν τα βλέμματά τους, με το πρόσωπό της γεμάτο δέος. Δεν κούνησε ξανά το κεφάλι. «Όχι». «Τότε ήταν ένας εγωιστής». Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το δικό του, που ήταν ακόμα θαμμένο κάτω από τη φούστα της, και το έσπρωξε απαλά. «Μου επιτρέπεις ένα λεπτό; Σε παρακαλώ». Τράβηξε αργά το χέρι του, ίσιωσε το φούστα της και μετά το πάνω μέρος. Φίλησε απαλά το μέτωπό της και είπε χαμηλόφωνα: «Έλα μαζί μου στο σπίτι μου. Μπορώ να σου μάθω τόσα πολλά ακόμα». «Όχι, δεν μπορώ». Κάθισε πίσω στη γωνία και έγλειψε τα πλούσια χείλη της. «Δεν μπορώ». Παρότι δεν είχε καμία διάθεση να το κάνει, γύρισε στο κάθισμα απέναντί της και απλώς την κοίταξε. «Αν το ήξερα...» Άπλωσε το χέρι της για να σταματήσει την απολογία του. «Σε παρακαλώ, μην πεις ότι λυπάσαι. Εγώ όχι. Απλώς δεν ήξερα». «Το βρίσκω εγκληματικό». «Ίσως να μην ήξερε ούτε ο άντρας μου. Δεν νομίζω να είχε τη δική σου εμπειρία». Κοίταξε το παράθυρο με τις κλειστές κουρτίνες σαν να μπορούσε να δει πίσω του. «Νιώθω ανόητη που έκανα τόση φασαρία, που φώναξα». «Πίστεψέ με, μου άρεσε πολύ η αντίδρασή σου». «Πρέπει να σε εμπιστεύομαι για να σε αφήσω να με αγγίξεις με τέτοιο τρόπο». «Είσαι σίγουρη ότι δεν θέλεις να έρθεις στο σπίτι μου;» Έστρεψε πάλι σ’ αυτόν την προσοχή της. «Είσαι πολύ πειστικός, αλλά δεν είμαι έτοιμη γι’ αυτά που μου υπόσχεσαι. Πρέπει να αφομοιώσω πρώτα αυτό. Δεν ξέρω αν νιώθω άνετα. Και θέλω να είμαι, αν πρόκειται να υπάρξει και συνέχεια μεταξύ μας». Σχεδόν την καθησύχασε ότι θα υπάρξει και συνέχεια. Δεν θα την άφηνε πριν τη γνωρίσει πλήρως. Το σώμα του πονούσε από επιθυμία, αλλά δεν είχε πιέσει ποτέ μια γυναίκα. Ήθελε να είναι πρόθυμη, όπως ήταν πριν καταλάβει πού τους οδηγούσε το ταξίδι τους. Θα την έκανε δική του και θα ήταν όμορφα, τόσο όμορφα. Η άμαξα έκοψε ταχύτητα, σταμάτησε. «Πες μου όταν είσαι έτοιμη να βγεις», της είπε. «Ο υπηρέτης μου δεν θα ανοίξει την πόρτα όσο είναι κλειστές οι κουρτίνες». «Χάνεις συχνά τον έλεγχο μέσα στην άμαξα;» «Τον χάνω παντού. Θέλω να τον χάσω ειδικά μαζί σου, μια και απ’ ό,τι φαίνεται


δεν μπορώ να συγκρατηθώ». «Σταμάτησες, όμως, όταν σου το ζήτησα». «Δεν είμαι βάρβαρος. Σε θέλω. Σε θέλω ολοκληρωτικά. Θέλω, όμως, να το θέλεις κι εσύ». Αναστέναξε. «Πρέπει να πηγαίνω». Τράβηξε τις κουρτίνες. Η πόρτα άνοιξε και βγήκε έξω. Τη βοήθησε να κατέβει και τη συνόδευσε μέχρι την πόρτα. «Ήταν μια υπέροχη βραδιά», του είπε. «Σ’ ευχαριστώ». Έπιασε το πιγούνι της με το ένα του χέρι και σήκωσε το πρόσωπό της. «Δεν τελειώσαμε, Ρόουζ, δεν τελειώσαμε. Πάρε όσο χρόνο χρειαστείς, αλλά να ξέρεις ότι πολύ σύντομα θα γίνεις ολοκληρωτικά δική μου». Ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της κι έπειτα έκανε πίσω. «Όνειρα γλυκά, εξοχότατε», του είπε, πριν ανοίξει την πόρτα και γλιστρήσει στο σπίτι. Καθώς επέστρεφε στην άμαξά του, σκέφτηκε πως μάλλον δεν θα κοιμόταν καθόλου. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε ποθήσει μια γυναίκα τόσο όσο τη Ρόζαλιντ Σαρπ. • Νιώθοντας ακόμα να τη διαπερνούν ρίγη, η Ρόουζ ακούμπησε την πλάτη της στην πόρτα, έκπληκτη που τα πόδια της είχαν ακόμα αρκετή δύναμη για να την κρατήσουν όρθια. Δεν είχε ξαναχάσει ποτέ τόσο πολύ τον έλεγχο μιας κατάστασης, τον έλεγχο του εαυτού της. Δεν είχε ξαναφοβηθεί ποτέ τη δύναμη που μπορούσε να ασκήσει πάνω της ένας άντρας. Μπορούσε να της κοστίσει τα πάντα. Έπρεπε να παραβλέψει την απόλαυση, αλλά ήταν τόσο δύσκολο, όταν όλες οι νευρικές απολήξεις στο κορμί της είχαν μετατραπεί σε μικροσκοπικά αστέρια που έλαμπαν παλλόμενα στον ουρανό. Της άρεσε να φιλάει τον Άβεντεϊλ, της άρεσε το παιχνίδι των στομάτων τους, η θέρμη που ένιωθε. Όταν έβαλε το χέρι του κάτω από τη φούστα της, ήξερε ότι πλησίαζε εκεί που δεν έπρεπε, αλλά δεν μπορούσε να τον σταματήσει, να σταματήσει την υπέροχη αίσθηση που τόσο εύκολα της είχε ξυπνήσει. Αν είχε καταλάβει πού θα τελείωνε αυτό το ταξίδι... Δεν τον είχε σταματήσει. Ήταν ακόμα εντυπωσιασμένη από αυτή την υπέροχη αίσθηση. Ποιος να το ’λεγε; Μπορούσε, άραγε, κι εκείνη να του προσφέρει την ίδια απόλαυση χωρίς συνουσία; Δεν το είχε σκεφτεί στην άμαξα, αλλά τώρα η πιθανότητα αυτή είχε εισβάλει στο μυαλό της. Το πρώτο βήμα, προφανώς, θα ήταν να ξεκουμπώσει το παντελόνι του και μετά... «Είσαι καλά; Μοιάζεις ταραγμένη». Απομακρύνθηκε απότομα από την πόρτα και ευτυχώς τα γόνατά της δεν την πρόδωσαν. Έριξε ένα αυστηρό βλέμμα στον Μέρικ. «Είμαι μια χαρά». Ήλπιζε ότι το πρόσωπό της δεν θα πρόδιδε όσα είχε ζήσει μέσα στην άμαξα. Ήταν πολύ προσωπικό, πολύ ιδιαίτερο, πολύ ξεχωριστό. «Θα πας για ύπνο;» τη ρώτησε. Δεν ήταν σίγουρη αν θα μπορούσε να ξανακοιμηθεί ποτέ. «Όχι, θα πάω να δω


λίγο τον Χάρι, αν είναι ακόμα ξύπνιος». Ήταν, καθόταν σε μια καρέκλα πλάι στο τζάκι στη βιβλιοθήκη. Το μόνο φως στο δωμάτιο προερχόταν από τη μικρή τρεμάμενη φλόγα του. Κρατούσε ένα ποτήρι με κεχριμπαρένιο περιεχόμενο και την κοίταξε καθώς τον πλησίαζε. Ήλπιζε να μην ήταν πια αναψοκοκκινισμένη, να μην έφερε πάνω της το άρωμα της απόλαυσης. Έσκυψε και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. «Γεια σου, αγάπη μου». Πρόσεξε ένα βιβλίο στα γόνατά του. «Τι διαβάζεις;» «Τον Τελευταίο των Μοϊκανών». Σηκώθηκε όρθια, τράβηξε την καρέκλα απέναντί του και ρώτησε: «Καλό είναι;» «Ενδιαφέρον. Έβαλε το χέρι του στην πλάτη σου καθώς πηγαίνατε στην άμαξα». Παραλίγο να τον ρωτήσει αστειευόμενη αν μιλούσε για το βιβλίο, αλλά φαινόταν πως ήταν ανήσυχος. «Μας παρακολουθούσες από το παράθυρο, έτσι;» Έγνεψε καταφατικά και τα μάτια του, με το ίδιο διαπεραστικό μπλε χρώμα όπως τα δικά της, δεν έκρυβαν καμία τύψη. Αναστέναξε και είπε: «Ήταν απλώς ευγενικός. Έτσι συμπεριφέρεται ένας κύριος». «Μου φάνηκε...» Το σαγόνι του σφίχτηκε. «Κτητικός». «Δεν ήταν. Δεν του ανήκω, Χάρι». «Είναι μεγαλόσωμος». Χαμογέλασε. «Όχι όσο εσύ». «Λες να τον τρόμαζα;» Ήταν δύσκολο, αλλά συνέχιζε να τον κοιτάζει στα μάτια, γιατί δεν ήθελε να σκεφτεί ότι ο Άβεντεϊλ θα μπορούσε να του κάνει κακό. «Είναι δούκας. Αμφιβάλλω αν τον τρομάζει οτιδήποτε». Ο Χάρι κοίταξε τη φωτιά. «Θα τον γνωρίσω ποτέ;» «Όχι, δεν νομίζω. Δεν θα μείνουμε πολύ εδώ». Αφού γεύτηκε τα ταλέντα του Άβεντεϊλ, δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει να χάσει πάλι τον έλεγχο. Το βλέμμα του έπεσε πάλι πάνω της βαρύ. «Τον αγαπάς;» Παρότι η καρδιά της σκίρτησε στο άκουσμα της ερώτησης, παρότι φοβόταν ότι η επόμενη λέξη που θα έλεγε θα ήταν ένα ψέμα, γέλασε ανέμελα. «Όχι». Όχι ακριβώς. Μπορούσε, όμως, να δει ότι κινδύνευε να τον αγαπήσει. Ένας τόσο ισχυρός άντρας, μόλις μάθαινε την αλήθεια, θα της έπαιρνε ό,τι αγαπούσε. «Εξαιτίας μου;» ρώτησε ο Χάρι. «Όχι, αγάπη μου. Εξαιτίας του. Το ενδιαφέρον του είναι αμιγώς...» Θεέ μου, το δωμάτιο είχε γίνει ξαφνικά πολύ ζεστό, μόλις θυμήθηκε ποιο ήταν το ενδιαφέρον του λίγο νωρίτερα, πού είχαν ταξιδέψει τα χέρια, τα δάχτυλα και το στόμα του. «Είναι ένας άντρας που τον ενδιαφέρει μονάχα το κυνήγι. Είναι όπως τότε που πήγαμε για ψάρεμα και εσύ επέμενες να πετάξουμε τα ψάρια πίσω στο νερό μόλις τα πιάναμε. Σε διασκέδαζε να τα πιάνουμε, όχι να τα κρατήσουμε». Συνοφρυώθηκε. «Μπορούσε να σε πιάσει απόψε κι αυτός στην αγκαλιά του». «Δεν είναι τόσο εύκολο με τους ανθρώπους». Έπρεπε να αλλάξει θέμα, πριν γίνει πολύ άβολη η συζήτηση. «Να σου περιγράψω το θέατρο;» Τα μάτια του έλαμψαν από ανυπομονησία. «Ναι, παρακαλώ». Οι πόλεις στις οποίες είχαν μείνει στο παρελθόν δεν είχαν θέατρα, όχι ότι θα πήγαινε ποτέ τον Χάρι ακόμα κι αν είχαν. Το Λονδίνο πρόσφερε πολύ περισσότερα πράγματα από οποιοδήποτε άλλο μέρος είχαν επισκεφθεί ποτέ. Θα της έλειπε πολύ


όταν έφευγαν. «Οι θέσεις μας ήταν σε ένα θεωρείο και μπορούσα να δω τα πάντα. Απομνημόνευσα κάθε λεπτομέρεια». Όταν άρχισε να του τις εξιστορεί, δεν μπορούσε παρά να θυμηθεί πόσο δύσκολο της ήταν να επικεντρωθεί σ’ αυτές, ενώ ήξερε πολύ καλά ότι την παρακολουθεί ο Άβεντεϊλ. Αντιλαμβανόταν πολύ την παρουσία του στο θεωρείο, την εγγύτητα του σώματός του. Ήταν σχεδόν σίγουρη ότι είχε βαρεθεί με την παράσταση. Δεν μπορούσε, όμως, να μην του πιάσει το χέρι στην πιο κρίσιμη στιγμή του έργου. Όσο κι αν εκτιμούσε το γεγονός ότι ο Άβεντεϊλ την είχε πάρει μαζί του, τη στενοχωρούσε ότι θεωρούσε τόσα πράγματα δεδομένα. Αν ήταν εκεί ο Χάρι, θα είχε ενθουσιαστεί. Θα έκανε την παράσταση ακόμα πιο γλυκιά. Μία ώρα αργότερα καληνύχτισε τον Χάρι και αποσύρθηκε στο δωμάτιό της. Η Σάλι τη βοήθησε να ετοιμαστεί για ύπνο. Όταν τελείωσαν και η Ρόουζ έμεινε και πάλι μόνη, κάθισε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Έφερε κάθε λεπτό της αποψινής νύχτας στο μυαλό της. Κάθε ανεπαίσθητο άγγιγμα, κάθε άπληστο βλέμμα, κάθε αποφασιστικό χάδι, κάθε ψίθυρο. Το λαχάνιασμά της, τα βογκητά του και την ενθάρρυνσή του. Το τρυφερό του άγγιγμα όταν είδε πόσο την είχε συγκλονίσει και πόσο δυσκολευόταν να συνέλθει. Όταν προσπαθούσε να ανακτήσει τον έλεγχο του εαυτού της, να μην τον ικετεύσει να την πάρει μακριά απ’ όλα και να κάνει μαζί της ό,τι ήθελε. Όλη της τη ζωή ζούσε για τους άλλους και την είχε κάνει να νιώσει πως για μια φορά εκείνη ερχόταν πρώτη, παρότι αναγνώριζε ότι αυτό που τον παρακινούσε ήταν οι εγωιστικές ανάγκες του. Την ήθελε. Θα έπαιζε οποιοδήποτε παιχνίδι για να την αποκτήσει, όπως κι εκείνη θα ακολουθούσε κάθε τακτική για να τον νικήσει. Δεν θα διακινδύνευε να του αφήσει ξανά το πάνω χέρι. Κι όμως, ενώ καθόταν εκεί ήξερε πόσο απελπισμένα ήθελε να το κάνει. Τον καταράστηκε γι’ αυτό που της πρόσφερε απόψε. Ποια γυναίκα θα μπορούσε να αντισταθεί; Εκείνη, όμως, έπρεπε, και θα το έκανε. Θα έφευγαν από το Λονδίνο νωρίτερα απ’ ό,τι είχε σχεδιάσει, γιατί ήξερε με βεβαιότητα ότι είχε τη δύναμη να την αιχμαλωτίσει πολύ εύκολα και, όταν το έκανε, θα είχαν χαθεί όλα για πάντα.


Κεφάλαιο 7 Ο Άβεντεϊλ δεν είχε ποτέ του εμμονές. Δεν τον ένοιαζε τίποτα τόσο πολύ ώστε να κολλήσει μαζί του. Τώρα, όμως, είχε εμμονή με τη Ρόουζ. Εισέβαλλε στις σκέψεις του, στα όνειρά του, στις φαντασιώσεις του. Το μυαλό του έτρεχε σ’ αυτή τις πιο περίεργες στιγμές: ενώ διάβαζε την εφημερίδα του την ώρα του πρωινού, ενώ έπινε το ουίσκι του, ενώ ξυριζόταν, ενώ κοίταζε έξω από το παράθυρο της άμαξάς του την πολύβουη πόλη. Την έβλεπε με κόκκινα, πάντα με κόκκινα. Μερικές φορές με μετάξι ή σατέν, κι άλλοτε με ένα πέπλο που τυλιγόταν γύρω της και τον προκαλούσε με αυτό που μπορεί να κρυβόταν από κάτω. Πάλευε να τη διώξει από το μυαλό του αυτό το απόγευμα, προσπαθώντας να καταλήξει αν έπρεπε να πάει στη λέσχη, γιατί δεν ήθελε να ξέρει ότι είχε τόση επιρροή πάνω του. Ενώ καθόταν, όμως, στο γραφείο του στη βιβλιοθήκη, κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια του, την ένιωθε ακόμα να τρέμει στην αγκαλιά του. Ήθελε να χωθεί βαθιά μέσα της τη στιγμή της κορύφωσης, ήθελε να πέσει από την ίδια κορυφή... «Άβεντεϊλ;» Τα μάτια του άνοιξαν απότομα και βρέθηκε να κοιτάζει τον δούκα του Λόβινγκτον, έναν άντρα που κάποτε μοιραζόταν μαζί του τη ροπή στην ακολασία, ωστόσο είχε πρόσφατα παντρευτεί κι είχε γίνει ήρεμος και βαρετός σαν πρόβατο. Ο Λόβινγκτον τον κοίταζε συνοφρυωμένος. «Ενοχλώ;» «Όχι, απλώς ξεκούραζα λίγο τα μάτια μου». Έδειξε με το χέρι του τα χαρτιά που ήταν σκορπισμένα στο γραφείο του. «Πέρασα όλο το απόγευμα μ’ αυτές τις βαρετές αναφορές που μου έστειλαν οι διαχειριστές των ακινήτων μου». Συνειδητοποίησε ότι το απόγευμα είχε πια περάσει και έξω από τα παράθυρα είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Ουίσκι;» «Δεν θα έλεγα όχι». Ο Άβεντεϊλ πήγε στο μαρμάρινο τραπεζάκι, επέλεξε ένα μπουκάλι κι έβαλε λίγο από το περιεχόμενό του σε δύο ποτήρια. «Πώς αποδώ; Βαρέθηκες κιόλας τη γυναίκα σου;» «Την Γκρέις δεν θα τη βαρεθώ ποτέ». Ο Άβεντεϊλ ένιωσε πόσο σίγουρος ήταν γι’ αυτό που είπε. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του να πιστεύει τόσο πολύ σε έναν άνθρωπο, να τον ξέρει τόσο καλά. Κάποτε πίστευε τόσο στη μητέρα του, αλλά ήταν μια παιδιάστικη ανάγκη. Υποψιαζόταν πως μια μέρα η πίστη του Λόβινγκτον στην Γκρέις θα δοκιμαζόταν. Ήλπιζε όχι, αλλά η εμπειρία τού έδειχνε ότι οι άνθρωποι ήταν πλασμένοι να απογοητεύουν ο ένας τον άλλο. Γύρισε, έδωσε το ένα ποτήρι στον Λόβινγκτον και το τσούγκρισε με το δικό του. «Στην υγειά σου». Απόλαυσε μια μεγάλη γουλιά, πριν ρωτήσει τελικά: «Τι σε φέρνει, λοιπόν, εδώ;» «Η περιέργεια. Σε είδα στο θέατρο χτες βράδυ». Ο Άβεντεϊλ αναστέναξε και βούλιαξε σε μια πολυθρόνα κοντά στο παράθυρο,


ευγνώμων για το μισόφωτο του σούρουπου. Ο Λόβινγκτον κάθισε απέναντί του. Και οι δύο άντρες τέντωσαν τα πόδια τους με άνεση. Ήταν πολύ καιρό φίλοι για να κρατούν τους τύπους μεταξύ τους. «Ήταν πολύ όμορφη. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν σε έχω δει με κάποια γυναίκα που, εκ πρώτης όψεως, να φαίνεται αξιοπρεπής», είπε ο Λόβινγκτον. «Είναι χήρα», δήλωσε, νιώθοντας υποχρεωμένος να του εξηγήσει. «Σκοπεύω να της αποδείξω ότι ο καθωσπρεπισμός είναι υπερεκτιμημένος». «Ποιος ήταν ο σύζυγός της;» «Κάποιος Σαρπ. Δεν είναι ευγενής. Αμφιβάλλω αν τον ξέραμε». «Δεν είναι ευγενής, είναι χήρα και, για την ώρα, αξιοπρεπής. Δεν κάνεις συχνά τέτοιες επιλογές». «Με κάνει να νιώθω ότι πέρασα όλη μου τη ζωή τρώγοντας πουτίγκα. Εκείνη έχει σίγουρα πιο πλούσια, πιο ωραία γεύση». «Από πού κατάγεται;» «Δεν είμαι σίγουρος. Ο άντρας της πέθανε στην Ινδία. Μάλλον μια τίγρης τον ήθελε για βραδινό». «Πρόσφατα;» «Πριν από δύο χρόνια. Μην ανησυχείς. Έχει τελειώσει η περίοδος του πένθους». «Δεν είμαι σίγουρος ότι κάποιος μπορεί να ξεπεράσει εντελώς το πένθος του. Απλώς μαθαίνεις να ζεις χωρίς αυτούς που αγάπησες κι έχασες». Ο Λόβινγκτον ήξερε για τι μιλούσε. Είχε χάσει τη γυναίκα και την κόρη του. Έπειτα, όμως, είχε βρει την Γκρέις και έμοιαζε να αγκαλιάζει και πάλι τη ζωή. Έσκυψε μπροστά, ακούμπησε τους αγκώνες στα γόνατά του και στριφογύρισε το ποτήρι ανάμεσα στα χέρια του. «Δεν μου πέφτει λόγος, αλλά...» «Τότε μην το πεις», του πρότεινε ο Άβεντεϊλ. Ο Λόβινγκτον σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε. «Το ξέρω πως δεν θα το έκανες σκόπιμα, αλλά μπορείς να της προκαλέσεις μεγάλο κακό, αν δεν είναι έτοιμη». Αναρωτήθηκε αν το είχε κάνει ήδη, χτες το βράδυ στην άμαξα. Όχι, δεν το είχε κάνει. Είχε ξαφνιαστεί από αυτό που συνέβη, αλλά μόνο και μόνο επειδή δεν το είχε ξαναζήσει ποτέ. Δεν είχε κλάψει ούτε τον είχε χαστουκίσει ούτε τον είχε αποκαλέσει σάτυρο. «Μου φαίνεται πως είναι αρκετά δυνατή. Δεν θα μπορούσα να της κάνω κακό». «Όπως προείπα, δεν θα το έκανες σκόπιμα». Ο Άβεντεϊλ κούνησε το ποτήρι του. «Γιατί ενδιαφέρεσαι;» «Σε ξέρω πολλά χρόνια, αλλά χτες το βράδυ ήταν η πρώτη φορά που έμοιαζες να βρίσκεσαι εκεί ακριβώς που θέλεις». «Στο θέατρο; Σιχαίνομαι το θέατρο». «Όχι, όμως, και τη γυναίκα που σε συνόδευε». Ο Άβεντεϊλ σηκώθηκε από την πολυθρόνα, πήγε ξανά στο μαρμάρινο τραπεζάκι και ξαναγέμισε το ποτήρι του. «Γιατί τη θέλω, Λόβινγκτον. Τη θέλω στο κρεβάτι μου, όπως δεν θέλησα ποτέ καμία άλλη». Γύρισε και κοίταξε τον φίλο του. «Και σκοπεύω να την αποκτήσω». •


Εξαιτίας της επίσκεψης του Λόβινγκτον, ο Άβεντεϊλ είχε πολύ κακή διάθεση όταν πέρασε την είσοδο των Δίδυμων Δράκων. Ήθελε ένα ιδιωτικό παιχνίδι όπου τα στοιχήματα ήταν πολύ ψηλά και οι άντρες στα τραπέζια αδίστακτοι. Δεν τον ένοιαζε να πληγούν τα οικονομικά του, το προτιμούσε για την ακρίβεια. Παραλίγο να πάει στο Γουαϊτσάπελ και στα κακόφημα στέκια του, γυρεύοντας μπελάδες. Ήθελε να μπλέξει σε καβγά. Ήθελε να χτυπηθεί με κάποιον. Ήθελε να... ...Πέσει πάνω της. Η Ρόουζ του ήταν εδώ. Κατά βάθος το ήξερε. Δεν ήταν τόσο αθώα όσο υπονοούσε ο Λόβινγκτον, δεν υπήρχε περίπτωση να την πληγώσει. Ήταν μια χήρα που προφανώς δεν είχε απολαύσει τη ζωή της στο έπακρο και το γεγονός ότι ερχόταν εδώ σήμαινε ότι προσπαθούσε να βρει κάτι που θα γέμιζε το κενό μέσα της. Θα ήθελε πολύ να γεμίσει αυτός το κενό της. Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα από τα ιδιωτικά δωμάτια. Ο Ντρέικ δεν θα έφερνε αντίρρηση. Ο Άβεντεϊλ, όμως, την ήθελε στο κρεβάτι του. Ήθελε τη μυρωδιά της να πλανιέται στον χώρο αφού φύγει. Άρχισε να προχωρά προς το μέρος της. Στεκόταν κοντά στη ρουλέτα. Αρκετά κοντά για να παρακολουθεί, αλλά όχι τόσο κοντά ώστε να έχει ποντάρει. Ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει πώς άρεσε σε κάποιους μόνο να παρακολουθούν. Αν δεν διακινδυνεύεις τίποτα, τότε πού είναι η έξαψη, ο ενθουσιασμός; Ακόμα και η ήττα ήταν καλύτερη από το να μη συμμετέχεις καν. Καθώς την πλησίαζε, κοίταξε προς το μέρος του, χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελό της είχε κάτι περίεργο. Θα μπορούσε να το αποδώσει στην αμηχανία μετά τη χτεσινή βραδιά, αλλά σκέφτηκε ότι αν ήταν αυτό δεν θα είχε έρθει καν εδώ, ξέροντας ότι πιθανότατα θα τον συναντούσε. Σκέφτηκε, όμως, πως η περηφάνια της δεν θα την άφηνε να μείνει κρυμμένη στο σπίτι. Όχι, θα τον αντιμετώπιζε, αλλά θα το έκανε με τα γαλάζια μάτια της να λάμπουν προκλητικά και το πιγούνι της προτεταμένο. Κάτι άλλο δεν πήγαινε καλά. Έβαζε στοίχημα τη ζωή του. Συνειδητοποίησε ότι το γαντοφορεμένο χέρι του είχε ακουμπήσει στην πλάτη της, ότι είχε πάει εκεί από μόνο του μόλις έφτασε κοντά της. Αντιστάθηκε στην παρόρμησή του να το απομακρύνει και το άφησε εκεί, διεκδικώντας τη. Δεν αντέδρασε στην τολμηρή του κίνηση. Αναρωτήθηκε αν θα έφερνε αντίρρηση αν έσκυβε και τη φιλούσε. Το ήθελε απελπισμένα. Ίσως. Αν και θα του άρεσε αυτή η αντίδραση. Εξαρχής τον είχε γοητεύσει η ζωντάνια της. Απόψε, όμως, έμοιαζε να έχει εξανεμιστεί. Και αυτό τον ενοχλούσε. Όχι τόσο η απουσία της, όσο η αιτία που την προκάλεσε. Δεν του άρεσε η ιδέα ότι κάτι –ή κάποιος– την είχε στενοχωρήσει. Δεν σκεφτόταν, ασφαλώς, να πάρει τον ρόλο του προστάτη. Δεν του ταίριαζε. Συνήθως ο ίδιος ήταν που προκαλούσε τις στενοχώριες. Δεν ένιωσε, βέβαια, ιδιαίτερα περήφανος μ’ αυτή τη σκέψη. Ήξερε, όμως, ότι η κατάστασή της δεν οφειλόταν στα γεγονότα τις χτεσινής νύχτας – εκτός κι αν είχε περάσει όλη της τη μέρα ξορκίζοντας τους δαίμονες της κοσμιότητας και της ευπρέπειας. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε. Κούνησε ελαφρά το κεφάλι. «Τίποτα».


Ψέματα. Ήταν περήφανος για την ικανότητά του να διαβάζει τις γυναίκες, αλλά δεν τη θεωρούσε ανοιχτό βιβλίο – πράγμα που σήμαινε ότι ήθελε να τη διαβάσει. Δεν ήταν στη φύση του να γίνεται αδιάκριτος και να ψάχνει μέχρι να ανακαλύψει τους λόγους πίσω από την κακή διάθεση μιας γυναίκας. Συνήθως δεν είχε κάποια λογική εξήγηση. Η γυναικεία κυκλοθυμία δεν τον γοήτευε ποτέ. Απλά απομακρυνόταν κι έβρισκε κάποια πιο κεφάτη, πιο πρόθυμη, λιγότερη περίπλοκη. Δεν μπορούσε, όμως, να απομακρυνθεί από εκείνη. Όχι ακόμα τουλάχιστον, όχι πριν τη ρίξει στο κρεβάτι του. Ήταν αυτή η ανεκπλήρωτη επιθυμία που τον κρατούσε ακόμα δεμένο στο πλάι της. «Γιατί δεν παίζεις;» Ανασήκωσε τους γυμνούς της ώμους. «Δεν νομίζω ότι πρέπει απόψε. Απλώς θέλω να βρίσκομαι ανάμεσα σε ανθρώπους που διασκεδάζουν». «Τι συμβαίνει, Ρόουζ;» επανέλαβε, παρακούοντας το ένστικτό του. Κάτι που έμοιαζε με τύψεις έλαμψε στα μάτια της, πριν στρέψει αλλού το βλέμμα σαν να φοβόταν ότι εκείνος μπορούσε να διαβάσει στα μάτια της την απάντηση. «Τίποτα, αλήθεια». «Αν δεν είναι τίποτα, τότε γιατί σε ενοχλεί;» Χλώμιασε και κοίταξε γύρω της σαν να φοβόταν ότι από στιγμή σε στιγμή θα αρχίσουν να την κυνηγούν ξαφνικά τεράστια και τρομακτικά τέρατα. «Δεν είναι ο κατάλληλος χώρος για να το συζητήσουμε». «Τότε πάμε να φύγουμε. Η άμαξά μου περιμένει». Το πρόσωπό της έλαμψε από ανακούφιση. Ήταν σίγουρος ότι θα συμφωνήσει. Αντίθετα, όμως, είπε: «Δεν είναι κάτι που πρέπει να σε ανησυχεί. Πήγαινε να παίξεις χαρτιά». Ήξερε πολύ καλά ότι έπεφταν πάνω τους διάφορα καχύποπτα βλέμματα. Από στιγμή σε στιγμή θα τους διέκοπτε σίγουρα κάποιος περίεργος. «Φοβάμαι ότι πρέπει να επιμείνω». Πίεσε την παλάμη του στην πλάτη της και κατάφερε να της μεταφέρει την αποφασιστικότητά του να κάνει σκηνή αν εκείνη συνέχιζε να επιμένει. Δεν επέμεινε. Έφυγε μαζί του, με μικρά, αργά βήματα. «Άβεντεϊλ, πραγματικά δεν θέλω να σε ενοχλώ». «Δεν με ενοχλείς», την καθησύχασε. Τη συνόδευσε έξω από το κτίριο και διέταξε τον νεαρό που στεκόταν έξω από την είσοδο να φέρει την άμαξά του. Δεν είπαν λέξη όσο περίμεναν. Δεν είχε τραβήξει ακόμα το χέρι του από την πλάτη της και την ένιωσε να ανατριχιάζει. Ήταν δροσερή βραδιά, αλλά δεν έκανε κρύο. Πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους της για να την προστατεύσει κι άλλο από το βραδινό αεράκι. «Δεν είναι σωστό», είπε. «Μόλις βγήκαμε από μια χαρτοπαικτική κόλαση. Είναι μάλλον αργά να μας απασχολεί τι είναι σωστό και τι όχι». «Μάλλον έχεις δίκιο», συμφώνησε και τον πλησίασε λίγο ακόμα. Δεν φημιζόταν για την ικανότητά του να παρηγορεί, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή ευχήθηκε να είχε φροντίσει να τελειοποιήσει αυτή τη δεξιότητα. Ό,τι κι αν τη βασάνιζε, έπρεπε να λυθεί. Ήρθε η άμαξά του και τη βοήθησε να επιβιβαστεί. Μπήκε στον πειρασμό να


καθίσει δίπλα της, αλλά ήξερε πως αυτή η επιλογή θα αποσπούσε την προσοχή και των δύο, πράγμα που δεν έπρεπε να συμβεί αυτή τη στιγμή. Όχι μέχρι να του πει την αλήθεια τουλάχιστον. Έτσι κάθισε πολύ σοφά απέναντί της κι άπλωσε τα πόδια του δεξιά κι αριστερά της. Η άμαξα ξεκίνησε και τα άλογα άρχισαν να κινούνται με αργό αλλά σταθερό καλπασμό. «Πού πάμε;» ρώτησε. «Μια βόλτα στην πόλη, μέχρι να επιλέξουμε προορισμό». Μέχρι να είναι έτοιμη να έρθει στο σπίτι του, στο κρεβάτι του. Δεν θυμόταν τον εαυτό του να έχει συγκρατήσει ποτέ τόσο πολύ την επιθυμία του. Την ήθελε, αλλά την ήθελε χαρούμενη, χωρίς ηττημένο βλέμμα. «Μπορώ να περιμένω όλο το βράδυ». Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε. «Γιατί σε απασχολούν τα προβλήματά μου;» «Δεν μου αρέσει να προσπαθώ να σε γοητεύσω όταν το μυαλό σου είναι αλλού». «Με εκπλήσσετε, εξοχότατε. Νόμιζα πως σας ενδιέφερε μονάχα η εξωτερική εμφάνιση μιας γυναίκας». Κανονικά, ναι. Όμως εκείνη ήταν διαφορετική. Δεν ήξερε γιατί. Τον ενοχλούσε, αλλά η αλήθεια ήταν πως ήθελε κάθε πτυχή της. Κάθε τρίχα των μαλλιών της, κάθε σκέψη του μυαλού της. «Η απόλαυση μπορεί να είναι ακόμα πιο έντονη όταν είναι ο μοναδικός στόχος κάποιου, όταν δεν υπάρχει κάτι άλλο που να του αποσπά την προσοχή. Μπορεί, λοιπόν, να σου φαίνομαι ευγενικός, αλλά το κάνω από καθαρό εγωισμό. Πιστεύω ότι το να κοιμηθούμε μαζί θα είναι μια μοναδική εμπειρία, μόνο, όμως, αν πέσεις με όλο σου το είναι στο κρεβάτι μου». Τα χείλη της χαλάρωσαν, του χαμογέλασε. «Νομίζω πως αυτό που μου αρέσει περισσότερο σ’ εσένα είναι η ευθύτητά σου». «Κι εμένα η δική σου. Σ’ ακούω, λοιπόν». Ένωσε τα γαντοφορεμένα χέρια της και έπλεξε τα δάχτυλά της. «Μπορείς να σβήσεις τη λάμπα; Προτιμώ το σκοτάδι». Έτσι γινόταν στις εξομολογήσεις ή, τουλάχιστον, έτσι είχε ακούσει. Δεν ήταν από αυτούς που εξομολογούνταν ή που άκουγε τους άλλους να το κάνουν. Είχε φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή του. Ίσως θα μπορούσε να περάσει δύο νύχτες μαζί της. Έσβησε τη λάμπα, ακούμπησε πίσω την πλάτη του και περίμενε. «Είναι τόσο δύσκολο, νιώθω τόσο ανόητη», είπε σιγανά, με τη φωνή της να ακούγεται σχεδόν μελωδική μέσα στο μισοσκόταδο. Μπορούσε να διακρίνει κάθε ανεπαίσθητη χροιά και αναρωτήθηκε γιατί δεν είχε προσέξει ποτέ ότι μιλούσε με πολλές διαφορετικές προφορές. Ίσως είχε ταξιδέψει περισσότερο απ’ όσο νόμιζε, ίσως τα ταξίδια της να μην περιορίζονταν στην Ινδία, όπως είχε αφήσει να εννοηθεί. Ίσως έπρεπε να τη ρωτήσει όταν τελείωνε, αλλά τι σημασία είχε; «Δεν νομίζω ότι είσαι ανόητη», της είπε ειλικρινά. Μπορεί να ήταν πολλά πράγματα, αλλά σίγουρα όχι ανόητη. «Αφελής ίσως είναι μια καλύτερη λέξη». Την άκουσε να καταπίνει, αλλά μπορούσε μονάχα να δει τις σκιές που χόρευαν γύρω από τη σιλουέτα της χάρη στο φως που έμπαινε στην άμαξα από τις λάμπες του δρόμου. «Δεν υπολόγισα σωστά πόσο καιρό θα χρειαζόμουν για να τακτοποιήσω τις υποθέσεις του συζύγου μου,


πόσο καιρό θα έπαιρνε ώστε να περάσει σ’ εμένα η περιουσία του. Ξόδευα αλόγιστα με πίστωση, περιμένοντας να καλύψω τα χρέη με την κληρονομιά. Δεν έχει γίνει, όμως, ακόμα και οι πιστωτές μου χάνουν την υπομονή τους». «Σε απείλησαν;» Του φάνηκε πως είδε ένα νεύμα. «Πολύ φοβάμαι πως ναι», του είπε. «Και ο Μπέκγουιθ τι λέει;» «Ότι δεν θα πάρει πολύ καιρό ακόμα. Με βοήθησε όσο μπορούσε. Μου δάνεισε, μάλιστα, και ένα μικρό ποσό, αλλά δεν είναι αρκετό. Δεν θέλω να το βάλω στα πόδια, δεν θέλω να φανώ δειλή. Το ξέρω ότι πρέπει να αντιμετωπίσω τις συνέπειες, αλλά η σκέψη και μόνο της φυλακής...» «Κανείς δεν μπαίνει πια στη φυλακή για χρέη». «Κάποιοι από αυτούς συμμάχησαν και με κατηγορούν για κλοπή. Έχω μόνο μια μέρα να τους πληρώσω ό,τι χρωστάω, αλλιώς με απείλησαν ότι θα πάνε στη Σκότλαντ Γιαρντ». Δεν θυμόταν να έχει ξανακούσει κάτι τέτοιο, αλλά σκέφτηκε πως οι πιστωτές έπρεπε να καταφύγουν κάπου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μπήκε λίγο φως από το παράθυρο κι έπεσε πάνω στα γάντια της και στα πλεγμένα δάχτυλά της. «Πόσα χρωστάς;» τη ρώτησε. «Ντρέπομαι πολύ να πω. Μίλησα με μια τράπεζα το απόγευμα, αλλά δεν μου δανείζουν το ποσό που χρειάζομαι. Δεν τους αδικώ, όταν δεν έχει τακτοποιηθεί ακόμα το ζήτημα της κληρονομιάς του συζύγου μου. Ας είναι καλά εκεί που βρίσκεται. Δεν ήταν από τους πιο οργανωμένους ανθρώπους στη γη. Με άφησε σε μεγάλους μπελάδες. Προσπαθώ απεγνωσμένα να μην τον μισήσω, αλλά μου είναι όλο και πιο δύσκολο όταν βλέπω πώς άφησε τα πράγματα». Ο άντρας της ακουγόταν τελικά ανόητος. Ο Άβεντεϊλ έσκυψε μπροστά, έλυσε τα χέρια της και τύλιξε γύρω τους τα δάχτυλά του. «Άφησέ με να σε βοηθήσω, Ρόουζ». «Απλώς θα τακτοποιούσα ένα χρέος με κάποιο άλλο». Μέσα στο ημίφως, ένιωθε το κοφτερό της βλέμμα καρφωμένο πάνω του. «Και ξέρω τι είδους πληρωμή θα ζητήσεις». Τα λόγια της τον πόνεσαν. Να και κάτι που συνέβαινε για πρώτη φορά. Δεν τον ένοιαξε ποτέ η άποψη των άλλων. Είχε ανοσία στην κριτική. Ζούσε μια ακόλαστη ζωή, ανήθικη, γιατί ήταν πολύ πιο εύκολο να την υπερασπιστεί. Δεν τον ένοιαζε πώς έβλεπαν οι άλλοι τις πράξεις του, αλλά η πεποίθησή της ότι θα τη βοηθούσε με αντάλλαγμα να πέσει στο κρεβάτι του… Τον πείραξε. Άφησε τα χέρια της κι έκανε πίσω. «Δεν είμαι τόσο απελπισμένος ώστε να πρέπει να πληρώσω μια γυναίκα για να κοιμηθεί μαζί μου. Αν έρθεις στο κρεβάτι μου, Ρόουζ, θα είναι μόνο επειδή το θέλεις. Μπορώ να σου δανείσω τα χρήματα που θέλεις. Χωρίς κανένα όρο, χωρίς καμία προσδοκία. Αν σε καθησυχάζει αυτό, μπορούμε να περιμένουμε μέχρι να μου τα επιστρέψεις πριν προχωρήσουμε». «Δεν νομίζεις ότι θα επηρέαζε τη σχέση μας; Έχω ακούσει πως το χειρότερο που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να δανείσει χρήματα σε φίλο του». «Δεν είμαι σίγουρος ότι θα σε αποκαλούσα φίλη μου, αλλά είμαι σίγουρος ότι


μπορώ να σου δανείσω τα χρήματα και να μη σε εκβιάσω μ’ αυτό. Δεν τα χρειάζομαι, έτσι κι αλλιώς. Μου τα επιστρέφεις με την άνεσή σου». Την άκουσε να παίρνει μια βαθιά ανάσα. «Δεν ξέρω, Άβεντεϊλ. Μήπως έτσι τα κάνω χειρότερα; Σε συμπαθώ πολύ. Δεν θέλω να εκμεταλλευτώ τα αισθήματά σου για εμένα». «Μπορούμε να υπογράψουμε κάποιο συμβόλαιο, αν θέλεις». Γέλασε. «Δεν νομίζω ότι είναι απαραίτητο. Εκτός αν το θέλεις εσύ, φυσικά». «Όχι, σου έχω εμπιστοσύνη, Ρόουζ». Της χαμογέλασε πονηρά. «Και ξέρω πού να σε βρω». Κούνησε το κεφάλι της. «Και πάλι δεν ξέρω. Είναι πολύ μεγάλο ποσό». «Πόσα;» «Πέντε χιλιάδες λίρες» «Ψίχουλα». Γέλασε πιο δυνατά αυτή τη φορά και κάλυψε το στόμα με το χέρι της. «Είσαι θείο δώρο. Τόσο γενναιόδωρος. Δεν το πιστεύω. Αν είσαι σίγουρος ότι δεν θα αλλάξει τα πράγματα ανάμεσά μας, τότε θα δεχτώ με χαρά την προσφορά σου». Χτύπησε ελαφρά την οροφή της άμαξας και έδωσε σήμα στον αμαξά να κατευθυνθούν στο σπίτι του. «Θα έχεις τα χρήματα σε μία ώρα».


Κεφάλαιο 8 Κρατώντας σφιχτά το τσαντάκι της, η Ρόουζ όρμησε μέσα στο σπίτι. «Μέρικ!» Ο Άβεντεϊλ την είχε πάρει μαζί του στη μεγάλη βιβλιοθήκη του υπέροχου σπιτιού του. Είχε ανοίξει ένα χρηματοκιβώτιο, κρυμμένο πίσω από μια θαλασσογραφία, και της είχε δώσει πέντε χιλιάδες λίρες με την ίδια ευκολία που κάποιος έδινε μια δεκάρα για ένα ζαχαρωτό. Και χωρίς να της ζητήσει τίποτα άλλο, ούτε ένα φιλί, την είχε γυρίσει πίσω στους Δίδυμους Δράκους. Βρήκε αμέσως μια δικαιολογία –έπρεπε να επικοινωνήσει με τους πιστωτές της για να τακτοποιήσει τα χρέη της– και του υποσχέθηκε ότι θα έπαιζε χαρτιά μαζί του την επομένη, ζήτησε από έναν νεαρό να καλέσει την άμαξά της κι επέστρεψε αμέσως στο σπίτι. «Μέρικ!» Εμφανίστηκε επιτέλους στον διάδρομο που οδηγούσε στην τραπεζαρία και την κουζίνα με ένα φλιτζάνι στο χέρι. «Νωρίς γύρισες». «Μάζεψε τα πράγματα. Φεύγουμε». Γούρλωσε τα καστανά του μάτια. «Απόψε;» «Ναι, απόψε. Αμέσως, όσο πιο γρήγορα μπορούμε». «Τι θα πάρουμε μαζί;» «Μόνο ό,τι είναι δικό μας. Τα υπόλοιπα άφησέ τα». Πήγε προς το μέρος της. «Πόσα πήρες;» «Αρκετά. Και τώρα βιάσου». Έτρεξε στον διάδρομο απ’ όπου είχε εμφανιστεί ο Μέρικ. Σταμάτησε για μια στιγμή έξω από την πόρτα της βιβλιοθήκης και πήρε μια ανάσα για να συνέλθει. Κι έπειτα ακόμα μία. Ακόμα δεν είχε συνηδειτοποιήσει ότι ο Άβεντεϊλ της είχε δώσει τόσο απλά πέντε χιλιάδες λίρες. Για μια στιγμή ένιωσε ενοχές, αλλά ήξερε πως ήταν ένα συναίσθημα που δεν είχε την πολυτέλεια να νιώθει. Είχε απαγορεύσει στον εαυτό της τα περισσότερα συναισθήματα, καθώς θα μπορούσαν να την αποπροσανατολίσουν από τον σκοπό της. Άλλη μια ανάσα. Ήταν έτοιμη να ασχοληθεί με το πιο κρίσιμο κομμάτι του σχεδίου. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο, χαρούμενη που ο Χάρι ήταν ακόμα ξύπνιος. Καθόταν στο γραφείο και μουτζούρωνε ένα χαρτί. Την κοίταξε. Του χαμογέλασε με σιγουριά. «Γεια σου, αγάπη μου». Έτρεξε πίσω του, τον αγκάλιασε από τους ώμους, φίλησε το κεφάλι του. Έπειτα πήγε και στάθηκε μπροστά του, γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να καταλάβει αυτά που είχε να του πει. «Με συγχωρείς που σε διακόπτω, αλλά πρέπει να μαζέψεις τα πράγματά σου. Θα φύγουμε απόψε». «Εξαιτίας αυτού του δούκα;» ρώτησε. «Σου έκανε κακό;» Για μια στιγμή ξαφνιάστηκε που είχε καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα. Ο Άβεντεϊλ δεν θα της έκανε ποτέ κακό. Κρίμα που δεν μπορούσε να κάνει κι εκείνη το ίδιο. «Όχι, απλώς αποφάσισα ότι θα ήθελα να δω τη Σκοτία». Μπορούσαν να


χαθούν εκεί. «Οι δρόμοι του Λονδίνου είναι τόσο πολυσύχναστοι στη διάρκεια της μέρας, που είναι καλύτερο να φύγουμε τώρα για να ταξιδέψουμε πιο άνετα». Άπλωσε το χέρι της κι έσφιξε το δικό του. «Πάρε μαζί τα μολύβια σου και τα αγαπημένα σου βιβλία. Έχουμε μόνο μια άμαξα, οπότε δεν μπορούμε να τα πάρουμε όλα. Μόνο όσα αγαπάς πολύ. Μπορείς να ετοιμαστείς γρήγορα;» «Ναι, εντάξει». Άκουσε τον δισταγμό, τη θλίψη στη φωνή του. Δεν είχαν ζήσει ποτέ σε τόσο όμορφο σπίτι όσο αυτό. Ήξερε πως, όσο γρήγορα κι αν έκανε, και πάλι θα ήταν αργός. Μόλις μάζευε τα πράγματά της, θα τον βοηθούσε. «Σ’ ευχαριστώ, αγάπη μου. Νομίζω πως θα σου αρέσει η Σκοτία». Δεν είχε πάει ποτέ για να ξέρει, αλλά είχε ακούσει πολλά. Τον άφησε κι έτρεξε στο δωμάτιό της. Σκέφτηκε να φορέσει κάτι πιο άνετο για το ταξίδι, αλλά δεν ήθελε να αργήσει. Τράβηξε το μπαούλο της από τη θέση του κοντά στον τοίχο, άνοιξε το καπάκι και άρχισε να χώνει μέσα τα ρούχα της. Σε αντίθεση με τις οδηγίες που είχε δώσει στους άλλους, μάζευε όλα τα πράγματα που δεν είχε ακόμα πληρώσει. Ήθελε να τα πάρει όλα, αλλά δεν γινόταν. Έτσι επέλεξε μόνο τα πιο κομψά φορέματα, γιατί μπορεί να της φαίνονταν χρήσιμα στο μέλλον. Μισή ώρα αργότερα, ο αμαξάς ήρθε να πάρει το μπαούλο της. Ο Τζόσεφ ήταν σχεδόν δύο μέτρα και πολύ λεπτός. Φοβήθηκε ότι θα σπάσουν τα κόκαλά του καθώς σήκωνε το μπαούλο, αλλά το κουβάλησε χωρίς το παραμικρό πρόβλημα. Ευχήθηκε να είχε κοσμήματα. Δεν θα έπιαναν πολύ χώρο και, αν τα πουλούσε, θα τους εξασφάλιζαν περισσότερα χρήματα από οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να πουλήσει. Οι κοσμηματοπώλες, όμως, δεν αποχωρίζονταν τόσο εύκολα τους θησαυρούς τους όταν ο άλλος είχε να τους προσφέρει μονάχα ένα γραμμάτιο. Έριξε μια τελευταία ματιά στο δωμάτιο. Άφηνε πολλά πίσω, αλλά ήθελε να έχει ο Χάρι όσο χώρο χρειαζόταν. Κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες και βγήκε έξω για να δει πώς προχωρά η ετοιμασία. Ο Τζόσεφ στερέωνε το μπαούλο της πάνω στην άμαξα. Αρκετές τσάντες και κιβώτια ήταν ήδη εκεί. Είχαν κάνει αρκετή πρόοδο. Τώρα έπρεπε μόνο να βιαστεί ο Χάρι... «Ετοιμάζεστε να το σκάσετε, κυρία Σαρπ;» άκουσε να τη ρωτά πίσω της μια βραχνή και πολύ γνώριμη φωνή. Γύρισε και βρέθηκε μπροστά στον Άβεντεϊλ. Ο Θεός να τη βοηθήσει. Ξαφνιάστηκε που η οργή που έβραζε στα σκοτεινά του μάτια δεν την έκαψε επιτόπου. • Ο Άβεντεϊλ ήταν έξαλλος. Τον είχε θυμώσει που δεν την είχε καταλάβει μέχρι σήμερα. Ξαφνικά σαν να είχε ανοίξει το βιβλίο της ψυχής της. Ήταν αρκετά ματαιόδοξος και πίστευε ότι διέθετε άριστη παρατηρητικότητα, ότι την είχε γνωρίσει, ότι την καταλάβαινε. Είχε τολμήσει, μάλιστα, να σκεφτεί ότι θα μπορούσε να υπάρχει μεταξύ τους κάτι παραπάνω από μια σωματική έλξη, ότι είχε αναστήσει κάτι στη ζωή του που ήταν νεκρό εδώ και πολύ καιρό.


Έπαιζε μια ιδιωτική παρτίδα χαρτιά με αρκετούς λόρδους, τον Λόβινγκτον και τη γυναίκα του, την Γκρέις. Την Γκρέις, που ήταν πολύ καλή στο κλέψιμο, που σε έκανε να πιστεύεις ότι μπλοφάρει μέχρι να ποντάρεις οτιδήποτε αξίας ξέροντας – ξέροντας– ότι θα παραμείνει δικό σου, μόνο και μόνο για να τη δεις να γυρίζει τα χαρτιά της, να χαμογελά θριαμβευτικά και να μαζεύει τα πάντα στον σωρό με τα δολίως αποκτηθέντα κέρδη της. Η καχυποψία είχε εισβάλει στο μυαλό του και είχε αρχίσει να σκέφτεται ότι ίσως να έπαιζε άλλη μια παρτίδα από τη στιγμή που είδε τη γυναίκα με τα κόκκινα να μπαίνει στη λέσχη. Αν μια γυναίκα ήθελε να εξαπατήσει κάποιον, θα ήταν πιο σοφό να επιλέξει έναν άντρα που δεν έκανε πολλές ερωτήσεις καθώς το ενδιαφέρον του επικεντρωνόταν στη φούστα της, έναν γνωστό γυναικά, έναν ακόλαστο που είχε τη φήμη ότι ενδιαφέρεται μονάχα για ένα πράγμα στη ζωή: την απόλαυση. Η πονηρή απατεώνισσα σήκωσε το κεφάλι. «Επέστρεψα στο σπίτι και βρήκα ένα σημείωμα από τη μητέρα του συζύγου μου. Αρρώστησε...» «Σταμάτα», τη διέταξε, με χαμηλή αλλά άγρια φωνή. «Μη με προσβάλλεις με άλλα ψέματα». «Δεν είπα ψέματα. Χρωστάω. Μόνο που οι πέντε χιλιάδες δεν είναι αρκετές». Ο γίγαντας –ένας άντρας ο οποίος ήταν τουλάχιστον δύο μέτρα–, που φόρτωνε τα μπαούλα, τις τσάντες και τα κιβώτια στην άμαξα, γούρλωσε τα μάτια έκπληκτος. Προφανώς δεν είχε ενημερωθεί για το ποσό. «Πόσες θα ήταν αρκετές;» ρώτησε ο Άβεντεϊλ. Έβλεπε την πονηριά στα μάτια της καθώς έκανε τους υπολογισμούς της. Η σκύλα. Θα έβαζε στοίχημα ότι δεν υπολόγιζε τα χρέη της, αλλά πόσα θα μπορούσε να της δώσει αν τον έπειθε ότι ήταν μια τρομαγμένη γυναίκα και όχι μια απατεώνισσα. Έγλειψε τα χείλη της, άνοιξε το στόμα... Ένας μικρόσωμος άντρας εμφανίστηκε πίσω από τα φουστάνια της. Ένας νάνος κι ένας γίγαντας. Ο Άβεντεϊλ ήταν ο βλάκας που είχε προσθέσει στην αλλόκοτη κομπανία της. «Δώσε του πίσω τα χρήματα, Ρόουζ», τη συμβούλευσε ο μικρόσωμος άντρας. «Μέρικ...» είπε. «Τα χρήματα είναι δικά σου για μια βδομάδα», τη διέκοψε ο Άβεντεϊλ, αποφασισμένος να πάρει ξανά το πάνω χέρι σ’ αυτή την κατάσταση. Έστρεψε πάλι την προσοχή της πάνω του και γέλασε. «Τι να τα κάνω, αν είναι μόνο για μια βδομάδα;» «Εννοούσα αν περάσεις μια βδομάδα μαζί μου». «Στο κρεβάτι σου, φαντάζομαι». «Αυτό εννοείται». «Θέλεις να γίνω η πόρνη σου για μια βδομάδα;» «Είναι καλύτερο από το να κατηγορηθείς για κλέφτρα. Θα σε καταδώσω στη Σκότλαντ Γιαρντ». Έμοιαζε πρόθυμος να αποκαλύψει όλο το εύρος της ανοησίας του. Αν του έδινε πίσω τα χρήματα, θα έφευγε έτσι κι αλλιώς κι αυτός δεν θα την κρατούσε πια. Είχε την αίσθηση πως εκείνος ο Μέρικ μπορούσε να την πείσει να επιστρέψει μέχρι και την τελευταία δεκάρα. Κάτι στη φωνή του, όταν μίλησε στη Ρόουζ, έδωσε την εντύπωση στον Άβεντεϊλ ότι ήταν φίλοι πολλά χρόνια. Δεν ήθελε


να σκεφτεί ότι μπορεί να ήταν και κάτι παραπάνω. Δεν είχε σημασία. Δεν είχε σημασία με πόσους άντρες είχε πάει. Είχε απολαύσει κι αυτός τη συντροφιά πολλών γυναικών. Δεν ήταν αρκετά υποκριτής για να της προσάψει ότι είχε υποδεχθεί κι άλλους άντρες στο κρεβάτι της. Εξάλλου, είχε ήδη κερδίσει στον τομέα της απόλαυσης, και ήταν μόνο η αρχή. Η έκπληξή της στην άμαξα ήταν πολύ αυθόρμητη για να είναι μέρος της απάτης της. Κανείς άλλος δεν την είχε κάνει να νιώσει όπως αυτός. Δεν του άρεσε καθόλου που, με τη σκέψη και μόνο, το στήθος του φούσκωνε τόσο, που παραλίγο να σπάσει τα κουμπιά του γιλέκου του. Τον κοίταξε για λίγο και είπε: «Με τρεις όρους». «Αν δεν επηρεάζουν τη συμφωνία μας, σε ακούω». «Μην το κάνεις, Ρόουζ», της είπε πάλι ο μικρόσωμος άντρας. «Δώσε του τα χρήματα. Θα βρούμε άλλο τρόπο». Έτριψε τους ώμους του σαν να ήθελε να απαλύνει τον πόνο που θα ερχόταν, γιατί δεν θα άκουγε τη συμβουλή του. Ο Άβεντεϊλ το ήξερε. Είδε την αποφασιστικότητα στο βλέμμα της, βλέμμα πολεμίστριας που ήξερε ότι η μάχη έχει χαθεί, αλλά δεν θα τα παρατούσε μέχρι την οριστική έκβαση του πολέμου. Θα μπορούσε να της πει την αλήθεια: θα έχανε και εκεί. Ήταν, όμως, πολύ θυμωμένος, έτσι κράτησε αυτή τη μικρή λεπτομέρεια για τον εαυτό του. Ας έπαιρνε το μάθημά της με τον δύσκολο τρόπο. Τον είχε περάσει για βλάκα και σκόπευε να την κάνει να μετανιώσει πικρά αυτή την απερισκεψία – κάθε δευτερόλεπτο που ήταν πλάι του. Έσφιξε τα χέρια στο στήθος της και είπε: «Πρώτον, μια και μένουμε εδώ έχοντας απλώς υποσχεθεί να πληρώσουμε, θα πληρώσεις όσα χρωστάμε για το ενοίκιο μέχρι το τέλος του μήνα, ώστε να έχουν κάπου να μείνουν οι φίλοι μου χωρίς να φοβούνται ότι θα τους διώξουν. Έπειτα έχουμε όντως κάποιους πιστωτές ακόμα που πρέπει να πληρωθούν. Πλήρωσέ τους ό,τι χρωστάμε. Και τέλος, κάθε απόγευμα, για μία ώρα, θα επιστρέφω εδώ μόνη μου». «Μπορείς να πληρώσεις τους πιστωτές σου με τις πέντε χιλιάδες λίρες». «Όχι. Θα φύγω με τις πέντε χιλιάδες άθικτες. Όποιο έξοδο προκύψει αυτή τη βδομάδα θα το καλύψεις εσύ χωρίς να κάνεις ερωτήσεις ή κριτική». «Δεν είσαι σε θέση να διαπραγματεύεσαι». «Αν έχω υπολογίσει σωστά πόσο πολύ θέλεις αυτό που θέλεις, τότε, πίστεψέ με, είμαι. Δεν θα σου το δώσω τόσο φτηνά». Δεν της είχε πει το ίδιο απόγευμα ότι δεν ήταν τόσο απελπισμένος ώστε να πληρώσει μια γυναίκα για να την κάνει δική του; Θα του έπαιρνε και την τελευταία δεκάρα, η μάγισσα. Αν είχε λίγο μυαλό, θα της έλεγε να πάει στον διάβολο και να του δώσει πίσω τα λεφτά του. Αν είχε έστω και λίγο μυαλό... Προφανώς δεν είχε καθόλου. «Είναι δικό σου κάποιο από αυτά τα μπαούλα;» ρώτησε. Έγνεψε καταφατικά. «Ναι, το κόκκινο». «Η άμαξά μου είναι στο τέλος του δρόμου. Θα πάρουμε το μπαούλο μαζί μας». «Περιμένεις να φύγω μαζί σου αυτή τη στιγμή;» «Αν θέλεις να κρατήσεις τα χρήματα». «Συμφωνείς με τους όρους;»


«Συμφωνώ». «Τότε θέλω δέκα λεπτά στο σπίτι». «Όχι, έκανα όποια παραχώρηση μπορούσα να κάνω». Ένευσε στον αμαξά του να φέρει κοντά την άμαξα. «Ή θα φύγουμε αμέσως τώρα ή θα μου επιστρέψεις τα χρήματα. Πρέπει να ξέρεις ότι ένας παλιός οικογενειακός φίλος είναι επιθεωρητής και θα τον βάλω να σε κυνηγήσει σαν σκυλί. Όπως θα μπορούσαν να σου επιβεβαιώσουν πολλοί εγκληματίες, έχει την ικανότητα να το κάνει». Έσκυψε και ψιθύρισε κάτι στον μικρόσωμο άντρα. Ο Άβεντεϊλ παραλίγο να της αρπάξει το χέρι και να την τραβήξει μακριά. Αρκετά μυστικά τού είχε κρατήσει. Μόλις σταμάτησε η άμαξά του, σηκώθηκε πάλι όρθια και προχώρησε μέχρι την πόρτα. Σήκωσε το φρύδι. «Εξοχότατε;» Ο νάνος τον πλησίασε. «Αν της κάνεις κακό, θα σε...» «Δεν θα της κάνω κακό», τον διέκοψε ο Άβεντεϊλ. Έστρεψε το βλέμμα του πάνω της και της χάρισε το πιο σατανικό χαμόγελό του. «Ο πόνος είναι το τελευταίο πράγμα που θα είχα στον νου μου να της προσφέρω». • Καθισμένη στην καλοφτιαγμένη του άμαξα, η Ρόουζ δεν ήταν σίγουρη ότι εμπιστευόταν τα λόγια ή το χαμόγελο του Άβεντεϊλ. «Ξέρω πως είσαι θυμωμένος». «Ο θυμός δεν περιγράφει καν την οργή που νιώθω που με εξαπάτησες. Αν και δεν παραπονιέμαι. Σου δάνεισα σκόπιμα τα χρήματα για να σε κρατήσω κοντά μου. Και τώρα θα είσαι όσο πιο κοντά γίνεται». Πήγε να καθίσει πλάι της, αλλά αρνήθηκε να δειλιάσει. Τον κοίταξε στα μάτια. «Έπρεπε να σε βάλω στα γόνατά μου, να σηκώσω τη φούστα σου και να σου τις βρέξω», της είπε. «Πιστεύω ότι θα περάσουμε πιο ευχάριστα αν είμαι πρόθυμη, αλλά δεν σκοπεύω να είμαι, αν απειλείς τη σωματική μου ακεραιότητα. Ξέρω ότι δεν θα το κάνεις και απλώς με εκνευρίζει που πιστεύεις ότι θα τρόμαζα με αυτές τις ανοησίες». «Είμαι πολύ πιο επικίνδυνος απ’ όσο νομίζεις». Άπλωσε το χέρι και χάιδεψε το πιγούνι του με την παλάμη της. «Ξέρω ακριβώς πόσο επικίνδυνος είσαι». Έπαιξε κι αυτό ρόλο στην απόφασή της να φύγουν γρήγορα, όχι τόσο από φόβο ότι θα ανακάλυπτε το κόλπο της, αλλά από φόβο ότι ήταν πολύ κοντά στο να υποκύψει στη γοητεία του. «Υποψιάζομαι ότι αυτή η βδομάδα θα με πληγώσει και θα με σημαδέψει περισσότερο απ’ όσο φαντάζεσαι. Έχεις τη δύναμη να καταστρέψεις όλο μου το είναι, κι όμως είμαι εδώ. Κάνε ό,τι χειρότερο μπορείς». «Που να σε πάρει!» γρύλισε. «Που να σε πάρει!» Τα χέρια του σφίχτηκαν γύρω της σαν τανάλιες και το στόμα του κόλλησε στο δικό της. Τώρα πια δεν θα έπρεπε να εκπλήσσεται από τη δύναμή του, από την έλξη που της ασκούσε, κι όμως ξαφνιάστηκε. Την κυρίευσε ηδονή, ένιωσε να τον λαχταράει. Ξαφνικά τα γυμνά του χέρια ήταν στα μαλλιά της και ένιωσε το βάρος τους καθώς άρχισαν να πέφτουν. Έσφιξε τη γροθιά του γύρω από μια της μπούκλα. «Υπέροχα, υπέροχα», μουρμούρισε, καθώς πλημμύριζε με φιλιά το πρόσωπό της πριν στρέψει πάλι την


προσοχή του στα χείλη της. Μέσα της άναψαν φλόγες που άρχισαν να καίνε από τα δάχτυλα των ποδιών της μέχρι το κεφάλι. Πέρασε τα χέρια της από τους ώμους, το στέρνο του, απόλαυσε την αίσθηση των μυών του, που άλλαζαν σχήμα με κάθε του κίνηση. Αναρωτήθηκε αν τον έκανε να νιώθει την ίδια φλόγα, το ίδιο βάσανο, την ίδια απελπισία. Ήταν ανόητη που δεν επέστρεψε τα χρήματα, που έκανε παζάρια μ’ αυτόν τον διάβολο, αλλά της είχε δώσει μια πρόγευση όσων μπορούσε να της προσφέρει. Σκέφτηκε ότι θα ήταν ακόμα πιο ανόητη αν δεν άρπαζε την ευκαιρία να μοιραστεί το κρεβάτι του. Ήταν ήδη χαμένη. Δεν είχε τίποτα άλλο να χάσει. Γλίστρησε τα χέρια της κάτω από το πέτο του κι έπειτα προσπάθησε να του βγάλει το σακάκι. Έκανε πίσω και απελευθερώθηκε βιαστικά από το ενοχλητικό ύφασμα, πετώντας το στο απέναντι κάθισμα. Με επιδέξια δάχτυλα, έλυσε τη γραβάτα του και την πέταξε στο πλάι. Χωρίς να το σκεφτεί ή να ζητήσει την άδεια, έχωσε το πρόσωπό της στον λαιμό του και μύρισε το πλούσιο άρωμά του. Φίλησε, πιπίλισε και έγλειψε το απαλό του δέρμα. Έβγαλε ένα βαθύ μουγκρητό και την έσφιξε ακόμα πιο δυνατά με τα δάχτυλά του. «Περίμενα τόσο καιρό γι’ αυτό», του ψιθύρισε με βραχνή φωνή. «Ζήλευα τόσο τη γραβάτα σου». Ανάμεσά τους αντήχησε το σκοτεινό του γέλιο. «Μην τολμήσεις να παραλείψεις κάποιο μέρος του σώματός μου». Άρπαξε πάλι τα χείλη της κι ένιωσε να την κυριεύουν τόσα συναισθήματα. Έπρεπε να φοβάται το πάθος που κόχλαζε ανάμεσά τους, αλλά το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να τον αφήσει να την κάνει ό,τι θέλει. Συσσωρευόταν από την πρώτη στιγμή που ένιωσε πάνω της το βλέμμα του εκείνο το βράδυ, από την πρώτη λέξη, το πρώτο κοίταγμα, το πρώτο άγγιγμα. Κάθε συνάντηση έκτοτε τους οδήγησε σε αυτό το ταξίδι, ένα ταξίδι προς την απόλαυση. Η άμαξα σταμάτησε. Ο Άβεντεϊλ βγήκε σαν αστραπή. Πήγε να τον ακολουθήσει και ξαφνικά βρέθηκε στην αγκαλιά του, με τα μακριά του πόδια να τους οδηγούν στην έπαυλή του. Την είχε βρει υπέροχη στο παρελθόν, αλλά ο σκοπός της επίσκεψής της δεν της είχε επιτρέψει να δώσει ιδιαίτερη σημασία στις λεπτομέρειες. Και τώρα αυτό που της αποσπούσε την προσοχή ήταν τα χείλη του. Είχε την αίσθηση ότι πέρασαν από την κεντρική είσοδο κι έπειτα άκουσε την ηχώ των βημάτων του πάνω στο μαρμάρινο πάτωμα, πριν αρχίσουν να ανεβαίνουν τη σκάλα. Τη μετέφερε με τόση άνεση σαν να ζύγιζε όσο ένα φύλλο. Με το ένα της χέρι έσφιξε τον ώμο του και με το άλλο χάιδευε το κεφάλι του και τα πυκνά μαλλιά του, ξέροντας ότι δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο ασφαλής, τόσο προστατευμένη. Περίεργο, αφού ήξερε πού πήγαιναν, πού θα κατέληγε αυτή η συνάντηση. Σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να τρέμει από φόβο. Εκείνη, όμως, έτρεμε από ανυπομονησία. Μπήκαν σε ένα υπνοδωμάτιο –σίγουρα το δικό του– και κλότσησε την πόρτα πίσω τους. Ξεκόλλησε το στόμα του από το δικό της και την έριξε στο τεράστιο κρεβάτι. Προσγειώθηκε πάνω του με έναν απαλό θόρυβο. Άρπαξε το πάνω μέρος του φορέματός της και το έσκισε, με τα κουμπιά να πετάγονται δεξιά κι αριστερά και να πέφτουν στο πάτωμα. Προσπάθησε να κάνει το ίδιο με το πουκάμισό του,


αλλά δεν είχε τη δύναμη, και τελικά άρχισε να το ξεκουμπώνει, ενώ τα χέρια της άρχισαν να χαϊδεύουν με λαχτάρα το στήθος και το σφιχτό στομάχι του. Με ένα σκοτεινό γέλιο, τράβηξε το πουκάμισό του και το πέταξε στην άκρη. Τα χέρια της άρχισαν να γλιστρούν πάνω στο ζεστό του στήθος. Άνοιξε το ύφασμα του σκισμένου της φορέματος και έχωσε το πρόσωπό του ανάμεσα στο στήθος της. «Είσαι τόσο όμορφη», είπε βραχνά και άρχισε να το χαϊδεύει με τα δάχτυλα και τη γλώσσα του. Άφησε μια σειρά από μικρές δαγκωματιές στον λαιμό της, μέχρι που βρέθηκε πάλι στο στόμα της. Οι κινήσεις τους είχαν μέσα τους κάτι άγριο, κάτι απελπισμένο. Δεν χόρταινε να τον αγγίζει, ένιωθε ότι δεν ποτέ δεν θα χορτάσει. «Την επόμενη φορά θα προχωρήσουμε πιο αργά», γρύλισε, ενώ το καυτό του στόμα ιχνηλατούσε τον λαιμό της. Σήκωσε τη φούστα της μέχρι τη μέση και τα δάχτυλά του γλίστρησαν στο άνοιγμά της. Η ανάσα του έκαιγε στο αφτί της. «Θεέ μου, είσαι τόσο υγρή! Τόσο υγρή! Και τόσο καυτή». Τέντωσε λίγο το σώμα του και ξεκούμπωσε βιαστικά το παντελόνι του. Μόλις που πρόλαβε να ρίξει μια ματιά σ’ αυτό που είχε ελευθερώσει, είχε μόλις ένα δευτερόλεπτο να αναρωτηθεί αν θα έπρεπε να τρομάξει πριν μπει μέσα της. Προσπάθησε να συγκρατήσει μια κραυγή πόνου, αλλά τελικά ακούστηκε κάτι σαν κλαψούρισμα. «Να σε πάρει», είπε με σφιγμένα δόντια, καθώς έκανε πίσω το κεφάλι, τέντωσε το σώμα του και άφησε έναν αναστεναγμό που αντήχησε από τα βάθη του στήθους του. Έπειτα έμεινε ακίνητος, τόσο ακίνητος. Η ανάσα του ήταν το μόνο που ακουγόταν. «Είπες ότι ήσουν χήρα», έκανε. «Είπα ψέματα».


Κεφάλαιο 9 Έφυγε χωρίς να πει λέξη. Την άφησε ξαπλωμένη στο κρεβάτι ανάμεσα στα κηλιδωμένα με αίμα ρούχα, με τον θόρυβο της πόρτας που έκλεισε πίσω του να αντηχεί στο δωμάτιο. Ξαφνιάστηκε που έμεινε στη θέση της. Τα δάκρυα έκαιγαν ακόμα πιο πολύ από το κάψιμο ανάμεσα στα πόδια της. Δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο μόνη, τόσο εγκαταλειμμένη, τόσο απελπισμένη. Ανακάθισε με δυσκολία και προσπάθησε να κουμπώσει τα ελάχιστα κουμπιά που είχαν απομείνει στον κορσέ της. Είχε τελειώσει μαζί της; Έπρεπε να μείνει; Μήπως η παρθενιά της άλλαξε τα πράγματα; Σίγουρα όχι. Δεν θα δεχόταν να κάνει πίσω από τη συμφωνία τους. Τα χρήματα ήταν δικά της, ακόμα κι αν δεν ήθελε να την ξαναδεί ποτέ. Γιατί είχε θυμώσει τόσο, λες και του είχε κάνει κάτι απαίσιο; Είχε πιστέψει πως θα του άρεσε να μάθει ότι δεν είχε προηγηθεί κανένας άλλος άντρας. Αυτό δεν ήθελαν όλοι τους; Αυτό δεν εκτιμούσαν; Την αρετή; Ακούστηκαν θόρυβοι από την άλλη πλευρά του τοίχου, στον οποίο υπήρχε μια πόρτα. Ήταν άλλο ένα δωμάτιο; Μήπως ήταν εκεί μέσα και καθάριζε το αίμα; Εκείνη πού μπορούσε να πλυθεί; Σηκώθηκε από το κρεβάτι μορφάζοντας από την ελαφριά ενόχληση που ένιωσε. Φορώντας ακόμα τα παπούτσια της προχώρησε στις μύτες μέχρι τη λεκάνη με το νερό, χωρίς να είναι σίγουρη γιατί δεν ήθελε να την ακούσει. Δεν είχε νερό. Θεέ μου, χρειαζόταν λίγο νερό. Ένιωσε τόσο βρόμικη. Παραλίγο να βάλει πάλι τα κλάματα, αλλά συγκρατήθηκε. Δεν θα έκλαιγε για κάτι που της είχε πάρει τόσο σκληρά, για κάτι που είχε προσφέρει απλόχερα. Ακούστηκε ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα που οδηγούσε στο άλλο δωμάτιο. Άνοιξε αργά κι ένα νεαρό κορίτσι με σκούφο στο κεφάλι πάνω από τα καστανά του μαλλιά χαμογέλασε στη Ρόουζ. «Σας ετοιμάσαμε το μπάνιο, κυρία». «Ω». Έπρεπε να πει κάτι ακόμα. «Ευχαριστώ». Προχώρησε προσεκτικά μέχρι το μπάνιο. Είχε μια τεράστια χάλκινη μπανιέρα, στην οποία μπορούσες σχεδόν να κολυμπήσεις. «Είμαι η Ίντιθ», είπε η νεαρή υπηρέτρια, πασχίζοντας να μην κοιτάζει τα σκισμένα ρούχα της Ρόουζ ή τα κουμπιά που έλειπαν. «Χτυπήσατε;» «Όχι. Δεν με πίεσε, αν εννοείς αυτό». Η Ίντιθ ανακουφίστηκε. «Το ξέρω πως δεν το συνηθίζει, αλλά φαινόταν πολύ ταραγμένος. Ούρλιαζε και έδινε διαταγές... Με συγχωρείτε. Είπα παραπάνω απ’ όσα έπρεπε». Καθάρισε τον λαιμό της, ίσιωσε τους ώμους της. «Θα είναι χαρά μου να σας βοηθήσω. Ένας υπηρέτης ανεβάζει τώρα τα πράγματά σας. Θα τα τακτοποιήσω όσο εσείς κάνετε το μπάνιο σας». Άρα θα έμενε. «Σ’ ευχαριστώ», είπε πάλι. Με τη βοήθεια της Ίντιθ κατάφερε να βγάλει χωρίς πρόβλημα τα ρούχα της και χώθηκε στην μπανιέρα, απολαμβάνοντας την αίσθηση του ζεστού νερού γύρω από


το σώμα της. Η Ίντιθ έβαλε ένα μικρό μαξιλάρι πίσω από το κεφάλι της Ρόουζ. «Ξεκουραστείτε για λίγο», είπε απαλά η κοπέλα, λες και η Ρόουζ ήταν ξαπλωμένη στο νεκροκρέβατό της. «Θα έρθω να σας πλύνω μόλις τακτοποιήσω τα πράγματά σας». Η Ρόουζ αναρωτήθηκε τι είχε πει ο Άβεντεϊλ στην υπηρέτρια για να είναι τόσο περιποιητική. Πήρε μια βαθιά ανάσα, αναστέναξε και βυθίστηκε ακόμα περισσότερο στο νερό. Παρατήρησε τις χρυσές λεπτομέρειες της μπανιέρας και του νιπτήρα δίπλα. Ήταν ό,τι πιο πολυτελές είχε δει. Πρέπει να του είχε κοστίσει μια περιουσία. Έκλεισε τα μάτια της κι άφησε το νερό να τη χαλαρώσει. Το σπίτι ήταν τόσο ήσυχο, σχεδόν αφύσικα ήσυχο. Άκουσε βήματα στο δωμάτιο, σίγουρα θα είχαν φέρει το μπαούλο της και η Ίντιθ θα τακτοποιούσε τα πράγματά της. Πού ήταν, όμως, ο Άβεντεϊλ; Τον ήθελε. Ήθελε να την πάρει στην αγκαλιά του, να την κρατήσει, να την παρηγορήσει... Αναστέναξε κι έχωσε το πρόσωπό της στα χέρια της. Αυτό ήταν ανόητο. Από τη στιγμή που το είχε σκάσει από το σπίτι της, βασιζόταν μονάχα στον εαυτό της. Στην εξυπνάδα της, στα σχέδιά της, στην αποφασιστικότητά της. Ήταν δυνατή. Δεν χρειαζόταν τον Άβεντεϊλ. Τον ήθελε, όμως. Κι αυτό της φαινόταν ακόμα χειρότερο από το να τον χρειάζεται. Του έδινε τον έλεγχο. Ένα απαλό χτύπημα. Είχαν κάνει μια συμφωνία. Δεν βασιζόταν στην αγάπη, στην τρυφερότητα, στη φροντίδα. Ήταν απλώς πόθος, μια ζωώδης έλξη που τους έκανε να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο σε κάθε τους συνάντηση. Ήταν μια τρέλα. Έπρεπε να το αναγνωρίσει και να κρατήσει την καρδιά της μακριά απ’ όλα αυτά. Άλλο ένα χτύπημα. «Ναι;» είπε αυτή τη φορά. Η πόρτα άνοιξε. «Είστε έτοιμη, κυρία;» ρώτησε η Ίντιθ ευγενικά, σαν να περίμενε ότι η Ρόουζ κινδύνευε να διαλυθεί. Την ενοχλούσε που ο Άβεντεϊλ πίστευε ότι έπρεπε να την κανακεύουν επειδή της είχε πάρει την παρθενιά. Να πάρει η ευχή! Δεν ήταν αδύναμη. «Ναι», απάντησε αποφασιστικά. Ανακάθισε και το μαξιλάρι έπεσε στο νερό. Η Ίντιθ το έπιασε κι έπειτα άρχισε να λούζει τα μαλλιά της Ρόουζ. Σύντομα φορούσε το νυχτικό της και καθόταν σε έναν καναπέ μπροστά στο τζάκι, με τα μαλλιά της πιασμένα σε μια κοτσίδα. Μάλλον δεν έπρεπε να εκπλαγεί από τις ικανότητες της Ίντιθ στη φροντίδα της. Δεν είχε καμία αμφιβολία πως ο Άβεντεϊλ θα είχε φιλοξενήσει πολλές κυρίες εδώ μέσα. Σκέφτηκε να τη ρωτήσει, αλλά δεν είχε καμία διάθεση να επιβεβαιώσει ότι ήταν μία από τις πολλές. Ίσως αυτό που είχε χάσει απόψε να την έκανε να θέλει να νιώσει ξεχωριστή. Παρότι ήξερε πως δεν ήταν. Άλλο ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα. Ο Μέρικ και η Σάλι δεν χτυπούσαν ποτέ τόσο απαλά. Λες και το σπίτι αυτό πενθούσε. Ξαφνικά ευχήθηκε να ήταν κοντά σ’ αυτούς που αγαπούσε. Η Ίντιθ άφησε έναν σκεπασμένο δίσκο πάνω σε ένα χαμηλό τραπεζάκι μπροστά της. «Το δείπνο σας, κυρία».


«Πού είναι ο δούκας;» Η Ίντιθ έσφιξε τα δάχτυλά της. «Στη βιβλιοθήκη». Η Ρόουζ σηκώθηκε όρθια. «Θέλω να τον δω». Η Ίντιθ χλώμιασε. «Συγγνώμη, κυρία, αλλά δεν επιτρέπεται να τον ενοχλεί κανείς ότι είναι κλειδωμένος εκεί μέσα». Η Ρόουζ την κοίταξε έκπληκτη. Σίγουρα δεν είχε ακούσει καλά. «Κλειδωμένος;» «Μάλιστα. Το κάνει καμιά φορά, όποτε είναι εκνευρισμένος». Της φάνηκε ανήκουστο. «Πήγαινέ με στη βιβλιοθήκη», της ζήτησε. «Όχι, κυρία. Μου είπαν να φροντίσω να είστε καλά. Να σας φέρω φαγητό και να σας βάλω στο κρεβάτι». «Να με βάλεις στο κρεβάτι;» Η Ρόουζ γέλασε. «Δεν είμαι παιδί για να με βάλεις στο κρεβάτι. Θα πάω στο κρεβάτι όταν μου κάνει κέφι». Τα μάτια της Ίντιθ παραλίγο να πεταχτούν έξω. Η Ρόουζ σκέφτηκε πως μάλλον δεν θα είχε ακούσει ποτέ πριν μια κυρία να μιλάει έτσι. «Αν δεν με πας στη βιβλιοθήκη, θα τη βρω μόνη μου». Πήγε προς την πόρτα. Τα βήματα της Ίντιθ, που έτρεξε να την προλάβει, αντήχησαν στο δωμάτιο. «Θα σας πάω εγώ», είπε η Ίντιθ, «αλλά δεν θα αρέσει καθόλου στον εξοχότατο». Η Ρόουζ αδιαφορούσε αν θα του άρεσε ή όχι. • Ο Άβεντεϊλ κάθισε έξαλλος σε μια καρέκλα μπροστά στο τζάκι και ήπιε άλλη μια γουλιά ουίσκι. Παρά τις τόσες αμαρτίες του, δεν είχε βλάψει ποτέ μια γυναίκα, δεν είχε κάνει καμιά γυναίκα να πονέσει. Μέχρι απόψε. Μέχρι τη Ρόουζ. Γιατί δεν τον είχε σταματήσει, να πάρει; Γιατί δεν του είχε πει τουλάχιστον να πάει πιο σιγά; Δεν καταλάβαινε αυτή την εμμονή, αυτή την ανάγκη του να την κάνει δική του. Δεν είχε σκεφτεί ποτέ ξανά στη ζωή του έτσι: Αν δεν πάρω αυτή τη γυναίκα τώρα, θα πεθάνω. Μπροστά της έχανε τα λογικά του. Πώς αλλιώς να εξηγήσει ότι της έδωσε πέντε χιλιάδες λίρες αντί να βάλει να τη συλλάβουν που τον εξαπάτησε; Τον είχε εξαπατήσει ακόμα περισσότερο. Δεν ήταν χήρα, αλλά μια ενάρετη γυναίκα. Το σκοτεινό του γέλιο αντήχησε στο δωμάτιο. Όχι, δεν ήταν ενάρετη. Μπορεί να μην είχε βρεθεί ποτέ ένας άντρας ανάμεσα στα πόδια της, αλλά δεν ήταν ενάρετη. Δεν ήξερε τι ήταν. Ποια ήταν η Ρόουζ Σαρπ; Τι ήξερε στ’ αλήθεια γι’ αυτή; Ότι μπορούσε να κάνει το μόριό του να σταθεί προσοχή τόσο γρήγορα που του έφερνε ζαλάδα. Πέρα από αυτό, όμως, τι... Ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. «Άβεντεϊλ, άνοιξε». Να πάρει, τι δουλειά είχε αυτή εδώ; «Πήγαινε να κοιμηθείς, Ρόουζ». «Έστειλα κάποιον να βρει το κλειδί. Μπορείς, λοιπόν, απλώς να μου ανοίξεις». Εκείνος ήταν το αφεντικό εδώ, όχι εκείνη. Και οι υπηρέτες του καταλάβαιναν ότι δεν έπρεπε να τον ενοχλούν όταν δεν είχε διάθεση. Είχε δει πολλές φορές έξαλλο


τον πατέρα του κι έμαθε ότι καλύτερα να μην υπήρχαν μάρτυρες όταν βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση. Το προσωπικό του ήξερε πολύ καλά πως, αν ξεκλείδωνε κάποιος την πόρτα, θα έχανε τη δουλει... Κλικ. Κλακ. Η Ρόουζ μπήκε κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Τι στον διάβολο; Όλος ο κόσμος τρελάθηκε ή μόνο ο δικός του; Σηκώθηκε όρθιος κι έτρεξε στην πόρτα. «Δεν θέλεις να είσαι εδώ μέσα». «Διαφωνώ», του είπε ήρεμα. «Αν δεν ήθελα να είμαι εδώ, δεν θα ήμουν». Ταράζοντας το ουίσκι στο ποτήρι που κρατούσε, της είπε: «Πρέπει να φύγεις αποδώ, πριν κάνω κάτι που θα μετανιώσουμε και οι δύο». «Μπορώ να έχω λίγο;» ρώτησε. Έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και αναρωτήθηκε πότε τον είχε πλησιάσει. Δεν έβλεπε ότι ήταν έξαλλος; Κοίταξε τα γαλάζια της μάτια και ένιωσε την οργή του να εξασθενεί... «Το χρειάζομαι», είπε. ...Να λιώνει… να σβήνει. Να εξαφανίζεται. Της έδωσε το ποτήρι του και έπιασε ένα άλλο. «Όσο θα είσαι εδώ, περιμένω να κάνεις αυτά που σου λέω». «Πολύ φοβάμαι ότι χάνεις τον χρόνο σου, γιατί δεν έχω καμία πρόθεση να γίνω σκλάβα σου». Όταν γέμισε το ποτήρι του, εκείνη το τσούγκρισε με το δικό της. «Σε μια βραδιά γεμάτη εκπλήξεις». Ήπιε μια γουλιά και έκανε ένα νεύμα επιδοκιμασίας. «Πολύ καλό». Έπειτα πήγε κοντά στη φωτιά και κάθισε στην καρέκλα του. Την πλησίασε. «Εγώ καθόμουν εκεί». Του χαμογέλασε παιχνιδιάρικα και τον κοίταξε. «Ναι, το ξέρω. Είναι ακόμα ζεστή από το κορμί σου. Είναι πολύ όμορφα εδώ». Σήκωσε τα πόδια της και κάθισε πάνω τους. Οποιαδήποτε άλλη γυναίκα θα καθόταν στην άλλη καρέκλα. Αλλά δεν ήταν οποιαδήποτε γυναίκα. Το ήξερε από την πρώτη στιγμή που την κοίταξε. Σωριάστηκε στην απέναντι καρέκλα, τέντωσε τα πόδια του, ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι του και την κοίταξε. Τα πλεγμένα μαλλιά της ήταν ριγμένα στον έναν της ώμο και φορούσε ένα απλό νυχτικό από μουσελίνα. Αύριο θα της αγόραζε κάτι από σατέν ή μετάξι. Τι νόημα είχε, όμως; Θα της το έβγαζε αμέσως. Τον ενοχλούσε που την ήθελε πάλι, με τόσο πάθος που σχεδόν τον ευνούχιζε. «Η ιστορία της χηρείας, λοιπόν», ξεκίνησε, «ήταν μέρος του κόλπου εξαρχής». «Ναι». «Και δεν υπάρχει καμία περιουσία, φυσικά». «Όχι». «Έκανες, όμως, τον Μπέκγουιθ να πηδάει σαν εκπαιδευμένος σκύλος». «Ναι, μάλλον. Παρ’ όλα αυτά, έχει αρχίσει να υποψιάζεται ότι τον έστειλα να κυνηγήσει μια χίμαιρα. Ότι δεν είχα ποτέ σύζυγο ούτε κληρονομιά, ότι δεν έχω πάει ποτέ στην Ινδία. Δεν έχω βγει ποτέ από την Αγγλία, για να είμαι ειλικρινής. Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να προχωρήσω. Λίγο νωρίτερα απ’ όσο θα ήθελα, αλλά δεν είχα άλλη επιλογή». «Γιατί δεν μου είπες ότι ήσουν αγνή;» τη ρώτησε σιγανά. «Είχες πολλές ευκαιρίες


στην άμαξα». «Δεν θα το έλεγα, από τη στιγμή που το στόμα σου κόλλησε στο δικό μου. Κάθε λογική σκέψη απομακρύνεται όταν μ’ αγγίζεις. Εξάλλου, θεώρησα ότι δεν είχε και τόση σημασία». «Σε έσκισα στα δύο σαν πολιορκητικός κριός που προσπαθεί να ρίξει τα τείχη ενός κάστρου». «Δεν ήσουν και τόσο απολίτιστος, δεν ήταν και τόσο άσχημα». «Ούρλιαξες». «Δεν περίμενα να αναστατωθείς τόσο που με πόνεσες». «Το παιχνίδι αυτό που παίζαμε… νόμιζα ότι ήσουν πιο έμπειρη, ότι καταλάβαινες...» «Κατάλαβα. Η έλλειψη εμπειρίας δεν σε καθιστά ανόητο». «Εμένα, όμως, με έκανε η έλλειψη γνώσης. Αν το ήξερα...» «Τι θα είχες κάνει διαφορετικά;» ρώτησε, ανασηκώνοντας το φρύδι της. «Θα σου δείξω όταν δεν είμαι πια θυμωμένος μαζί σου». Του χάρισε ένα αισθησιακό χαμόγελο και τα τελευταία απομεινάρια του θυμού του έλιωσαν κι αυτά. Να πάρει, θα της έδειχνε πριν καν ξημερώσει. «Ποια είσαι, Ρόζαλιντ Σαρπ;» «Είμαι μια γυναίκα που θα ζεστάνει το κρεβάτι σου για μια βδομάδα. Και μετά θα φύγω». Το στομάχι του σφίχτηκε στην ιδέα ότι θα φύγει. «Τόσο απλά;» ρώτησε. «Κανείς από τους δυο μας δεν ψάχνει κάτι μόνιμο». Είχε δίκιο. Σύντομα θα τη βαριόταν και σίγουρα δεν ήταν από τις γυναίκες που θα μπορούσε να παντρευτεί. Χρειαζόταν μια αξιοσέβαστη γυναίκα που θα μπορούσε να τον περιβάλει με την αρετή της. «Δεν νομίζω ότι έχω γνωρίσει ποτέ κάποια γυναίκα τόσο ειλικρινή...» Σταμάτησε και κούνησε το κεφάλι. «Μιλάς ανοιχτά, αλλά φοβάμαι ότι είσαι γεμάτη ψέμα». «Η επιθυμία μου για εσένα δεν είναι ψεύτικη». Αυτή τη φορά το σφίξιμο στο στομάχι του σχεδόν τον έκανε να διπλωθεί στα δύο. «Πώς έμεινες τόσο καιρό αγνή;» «Δεν είχα γνωρίσει ποτέ ως τώρα κάποιον με τον οποίο να θέλω να έρθω τόσο κοντά. Θα με έκανες δική σου και με τα μισά». Γέλασε. «Μ’ αρέσεις, Ρόουζ. Μ’ αρέσεις, να πάρει!» «Κι εμένα μ’ αρέσετε, εξοχότατε». «Όχι τόσο πολύ, αφού καθόλου δεν δίστασες να με εξαπατήσεις». Ανασήκωσε τους ώμους και τον κοίταξε πάνω από το χείλος του ποτηριού της. «Όπως σου εξήγησα, ένιωθα την ανάσα των πιστωτών στον λαιμό μου. Ήμουν απελπισμένη κι εσύ ομολόγησες πως τα χρήματα δεν σημαίνουν τίποτα για εσένα». «Ήμουν αρκετά ανόητος ώστε να το πω, έτσι;» Κοίταξε γύρω της. «Όταν έχεις τόσα πολλά, είναι πολύ εύκολο να ξεχάσεις ότι κάποιοι άλλοι έχουν τόσα λίγα». Δεν θα ένιωθε ενοχές για όσα είχε. Παρά την ακόλαστη ζωή του, είχε διαχειριστεί πολύ σωστά την περιουσία του, φροντίζοντας να είναι επικερδής. «Δίνω μεγάλα ποσά στις φιλανθρωπίες». Του χαμογέλασε προκλητικά. «Έτσι λέγεται το πορνείο όπου συχνάζεις;»


Γέλασε δυνατά. Δεν είχε ξαναγνωρίσει ποτέ μια γυναίκα που να μιλά τόσο ανοιχτά για ζητήματα για τα οποία δεν μιλούσαν ποτέ οι κυρίες. «Είσαι τόσο αντιφατική. Πριν από μια ώρα ήσουν ακόμα παρθένα, κι όμως δεν διστάζεις να μιλήσεις τόσο προκλητικά». «Η ζωή μου είναι πολύ ιδιαίτερη, αλλά δεν θα τη συζητήσω. Είμαι μόνη μου από τα δεκαεφτά, χωρίς κηδεμόνα να εξασφαλίζει ότι θα μείνω αγνή στη σκέψη και αδαής γύρω από τα όσα συμβαίνουν ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα». Ήξερε πολλά κορίτσια που είχαν παντρευτεί στα δεκαεφτά. Γιατί το θεωρούσε φριχτό να ζει μόνη της σε τόσο τρυφερή ηλικία. «Πώς κατάφερες να επιβιώσεις;» «Με μυαλό, πονηριά και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης». «Και αρκετές απάτες;» «Δεν παίρνω ποτέ τίποτα από αυτούς που δεν τους περισσεύουν». «Και θεωρείς ότι αυτό σε καθιστά ευγενή;» «Όχι, καθόλου. Και ξέρω ότι μια μέρα θα το πληρώσω ακριβά. Απλώς όχι ακόμα». «Αντιθέτως, πιστεύω ότι ήρθε η ώρα να πληρώσεις που με έκανες να πιστέψω ότι είσαι πιο έμπειρη απ’ όσο είσαι πραγματικά». Άφησε το ποτήρι του στην άκρη και σηκώθηκε όρθιος. Δεν είδε φόβο στα μάτια της, μόνο περιέργεια και επιθυμία. Πάντα επιθυμία. Δεν είχε ξαναγνωρίσει ποτέ κάποια που να τον κάνει να νιώθει τόσο επιθυμητός. Οι γυναίκες σίγουρα επιδίωκαν τη συντροφιά του, τον φλέρταραν, τον προκαλούσαν, τον ερέθιζαν. Δεν τον έκαναν, όμως, ποτέ να νιώθει ότι κάτι βαθιά μέσα τους ξυπνάει κάτι βαθιά κρυμμένο μέσα του. Έπιασε το ποτήρι της και το άφησε στο τραπέζι. Δεν έφερε αντίρρηση, σχεδόν δεν κουνήθηκε, με το βλέμμα της καρφωμένο στο δικό του. Δεν εμπιστευόταν πια τον εαυτό του, δεν μπορούσε να διαβάσει τη διάθεσή της, δεν μπορούσε να διαβάσει τι του έλεγε. Τον είχε ξεγελάσει ήδη μια φορά. Μπορούσε να το ξανακάνει. Παρ’ όλα αυτά, είχε έρθει στη φωλιά του για να προκαλέσει το θηρίο. Έπρεπε να ξέρει ότι δεν θα την ενοχλούσε αν έμενε στο δωμάτιό της και απλώς θα πήγαινε για ύπνο. Μπορεί να ένιωθε διαφορετικά το πρωί. Ο θυμός του μπορεί να είχε καταλαγιάσει ως τότε. Κι όμως είχε πάει κοντά του. Έπρεπε να ξέρει πού θα οδηγούσαν οι πράξεις της. Έβαλε τα χέρια του γύρω της, τα ακούμπησε στα μπράτσα της καρέκλας κι έσκυψε να τη φιλήσει. Ανταποκρίθηκε με θέρμη, σαν να της είχε βάλει φωτιά με ένα σπίρτο. Παρά την ανυπομονησία και την αγριάδα του νωρίτερα, άνοιξε το στόμα της και έμπλεξε τη γλώσσα της με τη δική του. Δεν ήταν μια ντροπαλή δεσποινίδα. Κάθε άλλο. Δεν θα κέρδιζε τίποτα περισσότερο υποκρινόμενη ότι τον θέλει. Τα χρήματα ήταν δικά της. Είχε συμφωνήσει με τους όρους της, παρότι ήδη μετάνιωνε που είχε δεχτεί να την αφήνει να φεύγει μία ώρα κάθε απόγευμα. Ήθελε να είναι μαζί της κάθε στιγμή, κάθε λεπτό μέχρι να τελειώσει η συμφωνία τους. Έβαλε το ένα του χέρι κάτω από τα πόδια της και το άλλο γύρω από την πλάτη της, τη σήκωσε και την ακούμπησε στο στήθος του. Δεν ήθελε να σκεφτεί πόσο άψογα ταίριαζαν τα σώματά τους. Τίποτα στη ζωή δεν ήταν άψογο. Τίποτα δεν ταίριαζε ακριβώς. Κι όμως μπορούσε να ορκιστεί πως εκείνη ταίριαζε, καθώς ακουμπούσε πάνω του. «Μπορώ να ανέβω τις σκάλες», του είπε. «Τα πόδια μου, όμως, είναι πιο μακριά, θα πάμε πιο γρήγορα».


Έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του. «Γιατί κλειδώνεσαι στη βιβλιοθήκη όταν δεν έχεις καλή διάθεση;» «Δεν θέλω να με βλέπουν οι άλλοι». Άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα. «Το θεωρώ αδυναμία». «Δεν νομίζω ότι έχεις κάτι αδύναμο πάνω σου». Έκανε λάθος. Μαζί της δεν ήταν όσο δυνατός θα έπρεπε. Δύο φορές σε ένα απόγευμα είχε καταφέρει να διώξει τον θυμό του με ένα απλό χαμόγελο. Αν δεν ήταν προσεκτικός, θα μπορούσε να τον αλλάξει ανεπανόρθωτα. Δεν έπρεπε να το ρισκάρει. • Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να συνηθίσει να την παίρνει στη δυνατή αγκαλιά του, να τη μεταφέρει όπου ήθελε να πάει. Η σκέψη αυτή τη θύμωσε. Δεν χρειαζόταν κανέναν από τότε που, στα δεκαεφτά της, το έσκασε από τον πατέρα της. Δεν ήταν ακριβώς μόνη της, αλλά μόνη της είχε την ευθύνη και για τους άλλους. Ήταν μαζί της, γιατί πίστευαν σ’ αυτή, επειδή ήταν πρόθυμη να κάνει τα πάντα για να τους κρατήσει ασφαλείς. Αυτός δεν ήταν και ο λόγος που βρισκόταν στο δωμάτιο του δούκα, ο οποίος τώρα την άφηνε απαλά να πατήσει πάνω στο χαλί; Αυτός πρέπει να ήταν ο λόγος, ο μόνος λόγος. Δεν θα επέτρεπε να υπάρχει κάποιος άλλος ούτε να τολμήσει να σκεφτεί ότι ίσως μια βδομάδα μαζί της δεν θα ήταν αρκετή. Ότι κάτι τόσο υπέροχο θα μπορούσε να προκύψει από μια απλή εκδίκηση. Θα έφευγε αποδώ μόνο με τις αναμνήσεις της. Το ήξερε αυτό. Δεν θα της έδινε ένα κομμάτι του εαυτού του να το πάρει μαζί της. Το μόνο που θα της έδινε ήταν απόλαυση. Τίποτα πιο βαθύ. Τα μεγάλα του χέρια ξεκούμπωσαν απαλά τα κουμπιά του νυχτικού της. Ένα φτηνόπραμα που εκείνη θα μπορούσε να αντικαταστήσει πολύ εύκολα αν της το έσκιζε. Όμως, όχι. Είχε επιλέξει να καταστρέψει ένα φόρεμα που της είχε κοστίσει ακριβά. Χαμογέλασε. Όχι, μάλλον κάτι που θα του κόστιζε ακριβά, μια και περιλαμβανόταν στους λογαριασμούς που θα πλήρωνε. Και θα πλήρωνε ξανά γι’ αυτό όταν θα αγόραζε ένα ακόμα πριν τελειώσει η βδομάδα. Σκέφτηκε πως ίσως θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να πληρωθούν όλοι οι πιστωτές πριν γίνει δική του, αλλά ήταν ένας αλήτης με αρχές. Ένας δούκας που θα πλήρωνε τα χρέη του, ακόμα κι αν αυτά τα χρέη ήταν δικά της. Ήταν παράξενο, αλλά τον εμπιστευόταν, εμπιστευόταν τον λόγο του. Μια φωνή μέσα της της ψιθύρισε να μην τον εμπιστεύεται σε όλα, αλλά δεν μπορούσε. Ο χρόνος που περνούσε μαζί του σήμαινε γι’ αυτή τα πάντα. Καθώς τα νυχτικό της γλιστρούσε στο πάτωμα, το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν αυτός, ο Άβεντεϊλ. Η ικανοποίηση στο βλέμμα του, ο θαυμασμός, ο πόθος. «Θεέ μου, είσαι τόσο όμορφη», είπε με φωνή βραχνή από επιθυμία. «Θα μπορούσα να με μαστιγώσω που βιάστηκα τόσο πριν και στέρησα από τον εαυτό μου το θέαμα του γυμνού κορμιού σου».


«Ίσως θα πρέπει να σε μαστιγώσω εγώ που μου στέρησες το θέαμα του δικού σου κορμιού». Δεν ήξερε από πού προέκυψε τόσο θάρρος. Ήξερε μόνο ότι της φαινόταν σωστό, ότι μαζί του δεν υπήρχε καμία ντροπή γι’ αυτό που μοιράζονταν. Δεν φορούσε όσα ρούχα φορούσε πριν. Έπρεπε απλώς να ξεκουμπώσει μερικά κουμπιά του πουκαμίσου του, ούτε καν τα μανίκια. Έγειρε προς τα πίσω και τράβηξε το ύφασμα πάνω από τους ώμους και το κεφάλι του, αποκαλύπτοντας αργά το σμιλεμένο του στομάχι και το στήθος. Ήταν μαυρισμένος. Αναρωτήθηκε πώς είχε καταφέρει να τον δει ο ήλιος. Τα μάτια του έλαμψαν από ικανοποίηση. Ήξερε ότι ήταν όμορφος. Ευχόταν να μπορούσε να τον κάνει να νιώσει λίγο άσχημα λέγοντάς του ότι είχε δει και καλύτερους, αλλά αυτό θα ήταν ψέμα και ήδη ανάμεσά τους υπήρχαν αρκετά. Τα δάχτυλά της έτρεμαν ελαφρά καθώς άγγιξαν την καυτή του σάρκα. Ο Άβεντεϊλ βόγκηξε κι εκείνη ένιωσε πολύ δυνατή που μπορούσε να τον επηρεάζει τόσο. Άπλωσε τις παλάμες της κάτω από τα πλευρά του κι άρχισε να ανεβαίνει προς τα πάνω. Ήταν τόσο γεροδεμένος, τόσο απαλός. Πώς μπορούσε να είναι και τα δύο; Πέρασε τα χέρια της από το στήθος του, από τους ώμους του, από τα δυνατά του μπράτσα. Οι μύες του έμοιαζαν με γρανίτη. «Θα σου έλεγα ότι είσαι υπέροχος», είπε, κοιτάζοντάς τον στα μάτια, «αλλά υποψιάζομαι πως σου το έχουν ήδη πει πολλές κυρίες για να τονώσουν το εγώ σου». «Καμία από αυτές δεν είχε σημασία». Το πιγούνι του σφίχτηκε κι εκείνη αναρωτήθηκε αν προσπαθούσε να εμποδίσει τον εαυτό του να πει ότι εκείνη είχε σημασία. Τι ανόητη σκέψη. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να την κάνει δική του. Θα μπορούσε να της ζητήσει περισσότερο χρόνο, δεκαπέντε μέρες, έναν μήνα, και θα του τον έδινε. Ήθελε, όμως, μονάχα μια βδομάδα, και μετά θα είχε τελειώσει μαζί της. Όσο κι αν ήθελε να είναι κάτι διαφορετικό, ήταν απλώς μία από εκείνες. Εκείνες που τελικά δεν είχαν καμία σημασία. Δεν θα το σκεφτόταν, όμως, αυτό. Όχι απόψε. Πέρασε τα χέρια της από τα μπράτσα του, κάνοντας ανάποδα τη διαδρομή, μέχρι που συνάντησαν το ύφασμα του παντελονιού του. Μπορούσε να δει το εξόγκωμα, κάτι που ασφυκτιούσε μέσα στο παντελόνι. Ήξερε τι αίσθηση είχε χωμένο μέσα της, αλλά δεν το είχε δει κανονικά. Χαμήλωσε το βλέμμα και άνοιξε ένα του κουμπί. Έπειτα άλλο ένα. Κι άλλο. Το απελευθέρωσε. Ακούμπησε τα τρεμάμενα δάχτυλά της πάνω στην καυτή σάρκα και δυσκολεύτηκε να πάρει ανάσα. «Αν το είχα δει καλύτερα πριν, θα είχα τρομοκρατηθεί». «Αν ήξερα ότι ήσουν παρθένα, θα σε είχα καθησυχάσει». Έσκυψε και κατέβασε το παντελόνι του, απολαμβάνοντας τη βαριά, υγρή μυρωδιά του. Όταν εκείνος το έβγαλε και το έσπρωξε στο πλάι, γλίστρησε τα χέρια της στους μυώδεις μηρούς του. Έβαλε τα χέρια του κάτω από τις μασχάλες της και τη σήκωσε όρθια. «Θα το εξερευνήσεις αργότερα. Τώρα θα μοιραστώ μαζί σου όσα νωρίτερα ήμουν πολύ εγωιστής και ανυπόμονος για να το κάνω». Τη σήκωσε για άλλη μια φορά και την ακούμπησε στο κρεβάτι, μόνο που αυτή τη


φορά έβαλε το κεφάλι της πάνω στο μαξιλάρι και πήρε το στόμα της στο δικό του τόσο απαλά, που εκείνη ένιωσε ότι θα δακρύσει. Υπήρχε πάντα λαχτάρα και πόθος ανάμεσά τους, αλλά ήξερε ότι προσπαθούσε να τη συγκρατήσει, να επανορθώσει, ενώ δεν χρειαζόταν να επανορθώσει για τίποτα. Δεν μπορούσε, όμως, να αρνηθεί ότι της άρεσαν τα αργά χάδια της γλώσσας του στη δική της. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τους ώμους του, απολαμβάνοντας την εγγύτητά τους. Έπιασε τους καρπούς της και τράβηξε τα χέρια της πάνω από το κεφάλι της, ακινητοποιώντας τα με το δικό του. «Δεν θα με αγγίζεις», τη διέταξε. «Θα γίνουν όλα για εσένα». «Μα μου αρέσει να σε αγγίζω. Το απολαμβάνω». Το πρόσωπό του απείχε λίγα χιλιοστά από το δικό του, τα βλέμματά τους ήταν ενωμένα. «Είσαι υπέροχη». «Σίγουρα κι άλλες κυρίες θα ήθελαν να σε αγγίξουν». «Περισσότερο από υποχρέωση μάλλον. Γιατί αυτό περίμενα να κάνουν». Του χαμογέλασε. «Μπορεί να σε έκαναν να το πιστεύεις, αλλά υποψιάζομαι ότι μάλλον θα απολάμβαναν την ευκαιρία που είχαν να αγγίξουν το κορμί σου. Είσαι υπέροχος». Μισόκλεισε τα μάτια. «Δεν είναι κολακεία, όταν είναι αλήθεια», πρόσθεσε. «Για την ώρα, φρόντισε να απολαύσεις αυτό που θα σου προσφέρω». Την άφησε και άρχισε να κυλά το στόμα του πάνω από το πιγούνι της, κι έπειτα από τον λαιμό της, στέλνοντας μικρά κύματα ηδονής που έκαναν τα δάχτυλα των ποδιών της να σφίγγονται. Άρχισε να γλείφει το δέρμα ανάμεσα στο στήθος της σαν να ήταν καλυμμένο με ζάχαρη. Προσπάθησε να κρατήσει τα χέρια της εκεί που τα είχε βάλει, να του κάνει αυτή τη χάρη, αλλά, όταν έπιασε το ένα της στήθος και έφερε στο στόμα του τη θηλή της, δεν μπορούσε παρά να χώσει τα δάχτυλά της στα πυκνά σκούρα μαλλιά του. Ούτε μπορούσε να μην αφήσει πνιχτές κραυγές ή να μην τεντώσει πίσω την πλάτη της. Έγλειφε και περνούσε τη γλώσσα του πάνω από τη σκληρή κορυφή, έγλειφε ξανά και ταυτόχρονα τη χάιδευε απαλά. Ήταν τόσο υπέροχο. Την άγγιζε σε ένα μόνο σημείο, αλλά έμοιαζε να το νιώθει παντού. Σκέφτηκε ότι θα έχανε το μυαλό της και ίσως αυτός να ήταν ο σκοπός του: να την τρελάνει, ώστε να μην μπορεί πια να προφυλάξει τον εαυτό της, ώστε να υποταχθεί στις φροντίδες του για την υπόλοιπη ζωή της. Τι ανόητη σκέψη. Δεν την ήθελε για πάντα. Της το είχε ξεκαθαρίσει. Την ήθελε μόνο για μια βδομάδα, για εφτά νύχτες. Και μετά θα τελείωνε μαζί της. Έπειτα θα έφευγε από το σπίτι του και θα ήταν μια γυναίκα για πάντα αλλαγμένη. Δεν θα το μετάνιωνε, όμως, ούτε θα ένιωθε πικρία. Όχι όταν είχε τη δύναμη να την κάνει να νιώθει τόσο υπέροχα όπως εκείνο το βράδυ στην άμαξα ή όπως υποψιαζόταν ότι θα την έκανε να νιώσει τώρα. Μαζί του μπορούσε να πετάξει, να νιώσει τόσο ελεύθερη όσο δεν είχε νιώσει ποτέ. Για άλλη μια φορά, έφερε τα χέρια της στο μαξιλάρι. Σχεδόν τη μάλωσε. Μπορούσε να την καταστρέψει, να την κάνει ανίκανη για όλους τους άλλους, και μια φωνούλα αντηχούσε στο μυαλό της, λέγοντας ότι αυτό ήταν το σχέδιό του. Να της δώσει όσα δεν θα της έδινε ποτέ κανένας άλλος άντρας. Να της πάρει όσα δεν


μπορούσε ποτέ να της πάρει κανείς άλλος. Μετακίνησε το υπέροχο σώμα του κι εκείνη παρακολούθησε το παιχνίδισμα των μυών του. Το σφίξιμο, το τέντωμα. Ήθελε να τον δει χωρίς ρούχα σε κάθε πιθανή δραστηριότητα. Ήταν άψογος, είχε ένα σώμα που δεν μπορούσε να σε προδώσει. Αν πίστευε στον Θεό, θα έλεγε ότι ήταν ευλογημένος, αλλά είχε κοιτάξει στα μάτια του και ήξερε πως τον είχαν προδώσει, πως βαθιά μέσα του είχε πολλές κρυμμένες πληγές. Παρά το σκοτάδι, όμως, που κρυβόταν κάτω από την επιφάνεια, είχε την ικανότητα να της προσφέρει την ομορφιά της απόλαυσης. Σκυμμένος ανάμεσα στα πόδια της, ακούμπησε τα χέρια του στους γοφούς της και πέρασε τα χείλη του από το στομάχι της, γλείφοντας και φιλώντας το δέρμα της καθώς προχωρούσε προς τον αφαλό της. Άρχισε να παίζει μαζί του με τη γλώσσα του, μέχρι που τη βύθισε στο εσωτερικό του. «Σε λίγο θα πιω ουίσκι αποδώ μέσα», είπε βραχνά κι εκείνη ένιωθε να φλέγεται ολόκληρη στη σκέψη ότι θα έπινε το ποτό του πάνω στη σάρκα της. Έπειτα κατέβηκε ακόμα πιο κάτω, μέχρι που η ανάσα του χάιδεψε το χνούδι στην κορυφή των μηρών της. Της φάνηκε πολύ πρόστυχο να βλέπει την κορυφή του κεφαλιού του ανάμεσα στα ανοιχτά της πόδια. Τέντωσε τα χέρια της προς τα κάτω και έχωσε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Είχε αντέξει να μην τον αγγίζει όσο πιο πολύ μπορούσε. Έπειτα η γλώσσα του άρχισε να χαράζει ένα προκλητικό μονοπάτι ανάμεσα στις πτυχές της θηλυκότητάς της κι εκείνη έσφιξε τους μηρούς της γύρω του και τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Περίμενε πως θα χρησιμοποιούσε πάλι τα δάχτυλά του. Δεν περίμενε να τη λατρέψει με το στόμα του. Έγλειφε, ρουφούσε, πίεζε απαλά. Το κεφάλι της σηκώθηκε από το μαξιλάρι, οι ώμοι της τεντώθηκαν μπροστά. «Άβεντεϊλ, τι κάνεις;» Σήκωσε το κεφάλι του. Μέσα στα σκούρα του μάτια είδε επιθυμία, πάθος, κτητικότητα. Εκείνη τη στιγμή ήταν δική του και το ήξερε πολύ καλά. «Αυτό που έπρεπε να έχω κάνει νωρίτερα. Αυτό που θέλω να κάνω τώρα. Αυτό που σκοπεύω να κάνω εκατό φορές πριν φύγεις». «Δεν είναι σωστό». «Θέλεις να σταματήσω;» Η πρόκληση ήταν εκεί, αλλά και η αμφιβολία. Θα σταματούσε την περιποίησή του, αλλά μόνο αν του το ζητούσε. Δεν του εμπιστευόταν την καρδιά της, δεν θα ήταν δίκαιο και, άλλωστε, δεν ήταν μέρος της συμφωνίας. Όμως, τον εμπιστευόταν ολοκληρωτικά σε ό,τι είχε να κάνει με το κορμί της. «Όχι». Ήταν ένας ξέπνοος ήχος, χαμηλότερος κι από ψίθυρο, κι όμως φάνηκε να αντηχεί στο δωμάτιο σαν τη ριπή ενός πυροβόλου. Της χαμογέλασε πονηρά. «Τότε απόλαυσέ το». Έγειρε και πάλι πίσω κι έμεινε να κοιτάζει τον βελούδινο ουρανό του κρεβατιού, ενώ η γλώσσα του σχημάτιζε κύκλους πάνω στη σάρκα της. Δεν ήθελε να θυμάται το βελούδο. Ήθελε να θυμάται εκείνον. Χαμήλωσε τα μάτια και απόλαυσε την εικόνα του ανάμεσα στα ανοιχτά της πόδια. Ένα καυτό κύμα άρχισε να την πλημμυρίζει από τον πυρήνα της και την τύλιξε ολόκληρη. Η ηδονή έφτασε στο αποκορύφωμα. Έβαλε τα χέρια του ανάμεσα στο στρώμα και στα οπίσθιά της, τη σήκωσε ελαφρά


σαν να του πρόσφερε ένα λαχταριστό γεύμα, και οι αισθήσεις την κυρίευσαν λες και την είχε χτυπήσει κεραυνός. Έσφιξε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Η αναπνοή της έγινε κοφτή. Η απόλαυση άρχισε να ξεχειλίζει σαν να ήταν εκείνος ο ρυθμιστής της ηδονής της. Ψιθύρισε το όνομά του κι έπειτα το φώναξε καθώς την τύλιξαν τα κύματα της έκστασης και τη σήκωσαν ψηλά. Άρχισε να τρέμει με τόση δύναμη που κόντεψε να τη συνθλίψει, που ένιωσε ότι θα έλιωνε το κορμί της. «Θεέ μου! Θεέ μου!» Ανέβηκε λίγο πιο ψηλά, την πήρε στην αγκαλιά του και την κράτησε κοντά του, βυθίζοντας το πρόσωπό της στον ώμο του, χαϊδεύοντας με το ένα του χέρι τη σπονδυλική της στήλη. Μετά από όσα της είχε δώσει, πώς έβρισκε ακόμα μεγαλύτερη ευχαρίστηση σε κάτι τόσο απλό, τόσο παρηγορητικό; Ήταν ζαλισμένη και είχε δίκιο για το κορμί της. Ένιωθε να έχει λιώσει. Δεν θα ήταν ποτέ σε θέση να αφήσει το κρεβάτι του. Βρήκε κάπως τη δύναμη να απλώσει το χέρι της στον γοφό του. «Σε θέλω… μέσα μου», είπε. Τη φίλησε στο μέτωπο. «Αργότερα». «Μα σε θέλω». «Σου είπα: αυτή τη φορά ήταν όλα για εσένα. Δεν θα είμαι ξανά τόσο αλτρουιστής, γι’ αυτό απόλαυσέ το. Κοιμήσου». Έσφιξε απαλά τα οπίσθιά της και είπε χαμηλόφωνα: «Είναι ο καλύτερος ύπνος». Στην άμαξα, νόμιζε ότι είχε βιώσει το αποκορύφωμα της απόλαυσης. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να τρομάξει που είχε μόλις ανακαλύψει ότι είχε κάνει λάθος. Σκέφτηκε ότι, πριν τελειώσει μαζί της, θα μπορούσε κάλλιστα να πεθάνει από όλες τις αισθήσεις που τόσο περίτεχνα της πρόσφερε. • Το σώμα του πονούσε από την επιθυμία να βρεθεί μέσα της. Δεν συνήθιζε να στερεί από τον εαυτό του αυτό που ήθελε, αλλά, όταν είχε να κάνει μ’ εκείνη, όλες του οι συνήθειες έμοιαζαν καταδικασμένες. Πάντα απολάμβανε την ηδονή και μόνο την ηδονή, αλλά μαζί της υπήρχε και κάτι ακόμα που δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακριβώς, ούτε κι ήθελε να το εξερευνήσει. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι σίγουρα ήθελε να εξερευνήσει εκείνη. Ήταν τόσο κοντά του που μπορούσε να νιώσει τους μυς της να χαλαρώνουν ακόμα περισσότερο καθώς βυθιζόταν στον ύπνο. Έκανε ό,τι έπρεπε να έχει κάνει νωρίτερα και έλυσε απαλά τα μαλλιά της, περνώντας τα δάχτυλά του από τις μακριές τούφες τους χωρίς να την ενοχλεί. Δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει ότι είχε καταφέρει να μπει στο άβατό του –είχε πείσει, μάλιστα, την οικονόμο του να ξεκλειδώσει– σαν να ήταν και δικό της. Ποτέ καμία άλλη γυναίκα δεν του είχε φανεί ισάξιά του. Βρήκε αυτή την πλευρά της τόσο προκλητική όσο και το αλαβάστρινο δέρμα που είχε αποκαλύψει, όταν βρήκε τελικά τον χρόνο να εκτιμήσει πλήρως την εικόνα της. Θα περνούσαν μια υπέροχη βδομάδα μαζί, παρότι ήδη μετάνιωνε που δεν θα κρατούσε περισσότερο. Η απαλή της ανάσα χάιδευε τις τρίχες στο στήθος του. Το χέρι της στον γοφό του μούδιασε, τα δάχτυλά της συσπάστηκαν. Δεν είχε προσέξει ποτέ ξανά τόσες


λεπτομέρειες. Θα μπορούσε να την κάνει δική του με τα μισά, έτσι δεν είναι; Παραλίγο να της ομολογήσει πως θα της έδινε ό,τι κι αν του ζητούσε. Μετακινήθηκε όσο πιο απαλά μπορούσε για να μην την ενοχλήσει, άπλωσε το χέρι και τη σκέπασε. Έπειτα σηκώθηκε από το κρεβάτι όσο πιο σιγά μπορούσε, έβαλε το μεταξωτό του νυχτικό και προχώρησε προς το μαρμάρινο τραπέζι πλάι στο τζάκι. Έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι, κάθισε στον καναπέ και άρχισε να παρακολουθεί τις κεχριμπαρένιες φλόγες που έσβηναν στο τζάκι. Ποια ήταν αυτή η γυναίκα και γιατί είχε τέτοια εμμονή μαζί της; Είχε ένα εκατομμύριο ερωτήσεις που ζητούσαν απάντηση και ήξερε ότι δεν θα απαντούσε καμία. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να μείνει μαζί της για την υπόλοιπη ζωή του και πάλι να μη μάθει τίποτα γι’ αυτή. Γιατί ένας νάνος; Γιατί ένας γίγαντας; Γιατί στο Λονδίνο; Γιατί αυτόν; Ποιον άλλο είχε ξεγελάσει παλιότερα; Γιατί είχε πάρει αυτόν τον δρόμο; Σκέφτηκε να ζητήσει από τον Τζέιμς Σουίντλερ της Σκότλαντ Γιαρντ να κάνει μια έρευνα, να μάθει ό,τι μπορούσε γι’ αυτή. Ήταν πολύ ικανός στο να βρίσκει πληροφορίες, αλλά έτσι μπορεί να οδηγούσε στη σύλληψή της. Εξάλλου, δεν ήθελε να του δώσει άλλος τις λεπτομέρειες της ζωής της. Ήθελε να το κάνει μόνη της. Έσκυψε μπροστά, ακούμπησε τους αγκώνες του στα πόδια του, κράτησε το ποτήρι ανάμεσα στα δυο του χέρια και κοίταξε πιο προσεκτικά τη φωτιά. Τι σημασία είχε ποια ήταν; Είχε σημασία. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στη ζωή του. Εκείνη είχε σημασία. Δεν ήθελε να έχει. Δεν ήθελε να του προσφέρει τίποτα άλλο πέρα από απόλαυση. Ήθελε να είναι ό,τι και κάθε άλλη γυναίκα στη ζωή του: μια βολική συντροφιά. Να πάρει, όμως, σίγουρα δεν ήταν μόνο αυτό. Ήπιε το ουίσκι του, άφησε το ποτήρι και σηκώθηκε όρθιος. Δεν είχε συνηθίσει να προσπαθεί να αποκρυπτογραφεί τις ανθρώπινες σχέσεις. Αυτή εδώ θα ήταν σύντομη και γλυκιά. Δεν θα προέκυπτε τίποτα άλλο. Ήταν μια εγκληματίας, μια απατεώνισσα… μια γυναίκα με μυστικά. Είχε, εξάλλου, κι εκείνος αρκετά δικά του. • Η Ρόουζ ξύπνησε μέσα στο ζεστό σκοτεινό δωμάτιο, με ένα τεράστιο σώμα ξαπλωμένο πλάι της, ένα στέρνο στην πλάτη της, δυο δυνατά μπράτσα που την κρατούσαν κοντά τους, ένα χέρι ακουμπισμένο στο επίπεδο στομάχι της. Είχε λύσει τα μαλλιά της. Θα ήταν μπερδεμένα το πρωί. Δεν την ένοιαζε. Την είχε κάνει να μη νοιάζεται για τίποτα άλλο πέρα από την ευχαρίστηση που τόσο επιδέξια της πρόσφερε. Το σκληρό φύλο του κουνήθηκε στην πλάτη της. Γύρισε όσο μπορούσε το κεφάλι της. «Είσαι ξύπνιος;» ρώτησε απαλά, μη θέλοντας να τον ενοχλήσει αν κοιμόταν ακόμα.


«Τώρα είμαι». Η βραχνή φωνή του τη γέμισε ευχαρίστηση. Όλα πάνω του τη γέμιζαν ευχαρίστηση. Έκανε τα μαλλιά της στο πλάι και πίεσε τα χείλη του στο πίσω μέρος του λαιμού της. «Πονάς ακόμα;» «Όχι». Ήταν ένα μικρό ψεματάκι, αλλά άξιζε τον κόπο, γιατί σηκώθηκε και τη γύρισε ανάσκελα. Ήταν μια σιλουέτα μέσα στο σκοτάδι. Το μόνο φως που έμπαινε από τα παράθυρα ήταν το χλωμό φως του δρόμου, μπορούσε, όμως, να διακρίνει τη φιγούρα του καθώς έφερνε τα χείλη του στα δικά της. Μύριζε ύπνο, όνειρα, και αυτές οι σκέψεις την προβλημάτισαν. Συνήθως ήταν πολύ ρεαλίστρια για κάτι τέτοιο, αλλά την έκανε να λαχταρά την αθωότητα. Η γυναίκα που θα παντρευόταν σίγουρα θα ήταν. Θα ήταν ευγενής, η λαίδη Τάδε ή Δείνα. Δεν θα την είχαν φιλήσει ποτέ, δεν θα την είχαν αγγίξει. Θα ήταν αθώα απέναντι στη σκληρότητα του κόσμου και ο Άβεντεϊλ θα φρόντιζε να παραμείνει. Θα την προστάτευε κι εκείνη θα τον λάτρευε. Η Ρόουζ ήταν σίγουρη πως η γυναίκα του θα τον λάτρευε, γιατί ήδη εκείνη ένιωθε να νοιάζεται γι’ αυτόν καθώς έπαιρνε θέση ανάμεσα στα πόδια της. Χάιδεψε τον λαιμό της. Έμοιαζε τόσο πονηρός στο σκοτάδι. Όλα, όμως, πάνω του ήταν φτιαγμένα για απόλαυση. Αυτή τη φορά δεν θα του επέτρεπε να της αρνηθεί τίποτα. Έβαλε το χέρι της ανάμεσά του και ένιωσε το ατσάλι κάτω από το βελούδο. Αναστέναξε κι εκείνος βόγκηξε. Ανασήκωσε τους μηρούς της, αδιαφορώντας για μια μικρή ενόχληση που ένιωσε, και τον υποδέχτηκε μέσα της, άρχισε να ανοίγει στο άγγιγμά του, απολαμβάνοντας πλήρως το μεγαλείο του. Πίεσε τις πατούσες της στις γάμπες του καθώς μπαινόβγαινε μέσα της αργά. Σηκώθηκε στους αγκώνες και φρόντισε να μην τη βαραίνει, καθώς συνέχιζε να λεηλατεί το στόμα της. Έχωσε τα δάχτυλά της στους ώμους του και αναρωτήθηκε αν θα τον βαριόταν ποτέ. Κάθε φορά ήταν διαφορετική, κάθε φορά της αποκάλυπτε και μια καινούρια πτυχή του. Οι νωθρές κινήσεις του την έκαναν να αναρωτιέται αν ήταν και οι δύο στα όρια του ύπνου, εκεί όπου παραμόνευαν τα όνειρα. Φοβήθηκε ότι μπορεί να ξυπνούσε και να ανακάλυπτε πως ήταν ένα όνειρο, πως όλα αυτά ήταν στη φαντασία της. Μόνο που οι υπέροχες αισθήσεις που την πλημμύριζαν τη διαβεβαίωναν πως ήταν όλα πολύ αληθινά. Ξεκόλλησε το στόμα του από το δικό της και η ανάσα του αντήχησε βαριά στη σιγαλιά γύρω τους. Έχωσε τα δάχτυλά της στους ώμους του, έξυσε με τα νύχια της την πλάτη του. Το υπόκωφο μουγκρητό του την έκανε να ανατριχιάσει. Η ηδονή ολοένα και αυξανόταν... Φώναξε την ώρα της κορύφωσης. Με μια ζωώδη κραυγή, έγειρε πίσω το κεφάλι και έπεσε πάνω της, με την πλάτη του τεντωμένη, και έμεινε ακίνητος. Μπορούσε να νιώσει τα ρίγη που έκαναν το κορμί του να τρέμει. Χωρίς να ξεκολλήσει αποπάνω της, έγειρε στο πλάι και την τράβηξε κοντά του, με το ένα της πόδι τεντωμένο πάνω στον γοφό του. Η ανάσα τους ηρέμησε, αλλά σκέφτηκε πως η καρδιά της δεν θα σταματούσε ποτέ να χτυπάει σαν τρελή. «Θα με πεθάνεις», της είπε. «Δεν θα ήταν ένας όμορφος θάνατος, όμως;»


«Πολύ καλύτερος από το να σε φάει μια τίγρης, υποθέτω». Τον δάγκωσε απαλά κι εκείνος γέλασε ξέπνοα, την τράβηξε ακόμα πιο κοντά και την κράτησε στην αγκαλιά του μέχρι να αποκοιμηθεί.


Κεφάλαιο 10 Όταν η Ρόουζ ξύπνησε, βρήκε τον Άβεντεϊλ ακόμα δίπλα της, με το χέρι του πάνω στον γοφό της σαν να ήθελε να την κρατήσει ανάμεσα στα σεντόνια πλάι του μέχρι να είναι έτοιμος να την αφήσει να φύγει. Είχαν αποκοιμηθεί χωρίς να κλείσουν τις κουρτίνες κι έτσι το φως του ήλιου εισέβαλε από τα παράθυρα του δωματίου, που ήταν σχεδόν τόσο μεγάλο όσο ολόκληρος ο όροφος με τα υπνοδωμάτια στο σπίτι της. Ήταν στραμμένος προς το μέρος της, με τις μακριές του βλεφαρίδες να ακουμπούν στα καλοσμιλεμένα μάγουλά του. Προσπαθώντας να μην τον ενοχλήσει, όσο πιο απαλά μπορούσε πίεσε την παλάμη της στο κέντρο του στήθους, χαμογελώντας καθώς οι τρίχες τυλίχτηκαν γύρω από τα δάχτυλά της ακριβώς όπως τυλιγόταν κι εκείνος γύρω της όλο το βράδυ. Δεν περίμενε να μείνει μαζί της, αλλά υπήρχαν τόσα πάνω του που δεν περίμενε. Όπως και στον ίδιο της τον εαυτό. Πλημμύρισε από χαρά που ήταν ακόμα εδώ. Η χαρά αυτή την τρόμαξε, γιατί ήξερε εξαρχής πως όταν τελείωνε ο χρόνος του μαζί της θα την έβαζε στην άμαξα χωρίς τύψεις, χωρίς να σκεφτεί ότι μπορεί να του έλειπε. Κι όμως, ήξερε ότι εκείνης θα της έλειπε πολύ, ότι θα ένιωθε πολύ μεγάλο πόνο. Άνοιξε τα μάτια του. Τα καστανά τους βάθη έμοιαζαν πιο ζεστά από ποτέ. Η μία γωνία των χειλιών του ανασηκώθηκε ελαφρά. «Γεια σου». Χάιδεψε με το χέρι του τα οπίσθιά της κι έπειτα το ανέβασε στην πλάτη της. «Πεινάς;» Αν ήταν άλλη, μάλλον θα περίμενε να του απαντήσει: Πεινάω για εσένα. Παραλίγο να το πει, γιατί ήταν αλήθεια, αλλά της φάνηκε τόσο ανόητο, τόσο ξένο. «Ναι, λιγάκι». «Τότε θα πάρουμε πρωινό στο κρεβάτι, τι λες;» Έγνεψε καταφατικά. «Πολύ ωραία ιδέα». Πίεσε την παλάμη του στην πλάτη της και την τράβηξε πιο κοντά του, μέχρι που τα σώματά τους ενώθηκαν, αλλά μπορούσαν ακόμα να κοιτάζονται στα μάτια. «Πονάς ακόμα σήμερα;» «Λίγο», παραδέχτηκε απρόθυμα. «Μμμ», μουρμούρισε σκύβοντας να φιλήσει τον λαιμό της. Αναστέναξε. «Όχι και τόσο». Γέλασε και η ανάσα του δρόσισε τον λαιμό της. «Μετά το πρωινό, λοιπόν». «Και γιατί όχι πριν;» Το γέλιο του ήταν ακόμα πιο βαθύ αυτή τη φορά. «Γιατί θέλω να συνέλθεις λίγο για να το απολαύσεις. Δεν είμαι εντελώς κάθαρμα». «Το απόλαυσα πολύ χτες το βράδυ». «Νύσταζα όταν ξεκινήσαμε και δεν είχα τη δύναμη να σου αντισταθώ». «Τώρα, δηλαδή, την έχεις; Με βαρέθηκες κιόλας;» Χαμογέλασε πονηρά. «Καθόλου». Την έσφιξε πιο δυνατά. «Θα γίνει αυτό που


θέλεις, λοιπόν. Το πρωινό αναβάλλεται». Έκαναν έρωτα αργά, τρυφερά. Ένιωθε μια μικρή ενόχληση, αλλά δεν ήταν αρκετή για να την κάνει να θέλει να σταματήσει. Της άρεσε το βάρος του κορμιού του πάνω στο δικό της, η αίσθηση που ένιωθε όταν έμπαινε μέσα της. Λάτρευε να νιώθει έτσι. Λάτρευε το δώρο που της έκανε το φως του ήλιου, όταν την άφηνε να τον βλέπει καθαρά ενώ κουνιόταν πάνω της γεμάτος πάθος. Όταν πια ξάπλωσαν στο κρεβάτι χορτασμένοι και χαρούμενοι, τυλίχτηκε πάνω του, τον έσφιξε κοντά της. Ναι, θα μετάνιωνε όταν τον άφηνε, αλλά οι αναμνήσεις αυτές θα την έκαναν μετά από χρόνια να χαμογελάει με τρυφερότητα. Έπρεπε να τον μισεί για τη συμφωνία που επέμενε να κλείσουν. Άλλα κι εκείνος τότε θα έπρεπε να τη μισεί που εκμεταλλεύτηκε τη γενναιοδωρία του. Έπαιρνε ο καθένας αυτό που ήθελε. Περίεργο που συνειδητοποιούσε τώρα ότι χρειαζόταν κάτι εντελώς διαφορετικό. • «Θα με ξεναγήσεις στο σπίτι σου;» ρώτησε η Ρόουζ, φορώντας το μεταξωτό νυχτικό της, με τη ράχη της ακουμπισμένη σε ένα σωρό από μαξιλάρια στην πλάτη του κρεβατιού. Πάνω στα γόνατά της υπήρχε ένας δίσκος γεμάτος λιχουδιές. Ένας μικρός στρατός από υπηρέτες τούς είχε φέρει άφθονα εδέσματα και τα είχε ακουμπήσει σε ένα μακρύ τραπέζι μπροστά στον τοίχο. Εκείνος και η Ρόουζ θα μπορούσαν να μείνουν μια βδομάδα στο δωμάτιο χωρίς να πεινάσουν. Ήταν διχασμένη. Από τη μία ήθελε να εκφράσει τον θαυμασμό της για όλη αυτή την πολυτέλεια και από την άλλη τον θυμό της για κάθε φορά που είχε πεινάσει, ενώ οι πλούσιοι άφηναν τόσα φαγητά να πάνε χαμένα. Ξαπλωμένος στην άκρη του κρεβατιού, φορώντας μονάχα το παντελόνι του κι ένα φαρδύ πουκάμισο, κατάπινε την πιο μικροσκοπική πίτα που είχε δει ποτέ της. «Αν θέλεις». «Έχει όνομα;» Οι πλούσιοι πάντα έδιναν κάποιο όνομα στα σπίτια τους. «Μπάκλαντ Πάλας, από το όνομα της οικογένειάς μου». «Άρα σε λένε Μπέντζαμιν Πάλας;» «Μπάκλαντ, μικρή μου μάγισσα, όπως ξέρεις ήδη πολύ καλά». Της άρεσε να τον πειράζει, λάτρευε τη λάμψη στα μάτια του. Δεν χαμογελούσε αρκετά για τα γούστα της – όχι με ένα αληθινό, γνήσιο χαμόγελο. Τα χαμόγελά του ήταν σατανικά, πονηρά, καυστικά. Αυτά, όμως, που πήγαζαν από τα βάθη της ψυχής του ήταν σπάνια. «Δεν έχω ξαναβρεθεί ποτέ σε παλάτι», είπε, βάζοντας ένα σταφύλι στο στόμα της. «Δεν είμαι σίγουρος ότι είναι πραγματικό παλάτι. Οι άνθρωποι δίνουν ό,τι όνομα θέλουν στα σπίτια τους». Για εκείνη ήταν σίγουρα παλάτι, σκέφτηκε, καθώς το γνώριζε μετά το πρωινό. Φορούσε ακόμα τη νυχτικιά της. Υποψιαζόταν πως θα περνούσαν κι άλλη ώρα στο κρεβάτι πριν φύγει για την απογευματινή της επίσκεψη. Της είχε δείξει όλα τα υπνοδωμάτια εκείνης της πτέρυγας. Υπήρχε ακόμα μία στην άλλη πλευρά του σπιτιού, όπου έμεναν οι επισκέπτες. Της είχε δείξει την επίσημη τραπεζαρία, που σίγουρα θα φιλοξενούσε τους διάφορους λόρδους, μια μικρότερη τραπεζαρία, μια


τραπεζαρία πρωινού και μια πιο μικρή, που φιλοξενούσε τα πιο ιδιωτικά δείπνα. Τη βιβλιοθήκη του τη γνώριζε ήδη. Την είχε πάει στη βιβλιοθήκη της δούκισσας, αν και αυτή τη στιγμή δεν υπήρχε δούκισσα. Της είχε δείξει τα βιβλία. Τόσα βιβλία. Ακόμα και τα δωμάτια που δεν ήταν βιβλιοθήκες περιείχαν ράφια με διάφορους τόμους. Του Χάρι θα του άρεσε τόσο πολύ εδώ. Τώρα διέσχιζαν ένα δωμάτιο γεμάτο πίνακες. Ήταν ένα σπίτι με ένα δωμάτιο ειδικά προορισμένο για να φιλοξενεί διάφορα πορτρέτα. Της φαινόταν ταυτόχρονα απίστευτη πολυτέλεια, αλλά και ματαιοδοξία. Εδώ και εκεί υπήρχαν διάφορα σημεία για να καθίσεις, αλλά αυτό που δέσποζε ήταν οι πίνακες. Μπορούσε να διακρίνει χαρακτηριστικά του σε κάθε αντρικό πορτρέτο. Στη διάρκεια της ξενάγησης τη χάιδευε ελαφρά –στην πλάτη, στους ώμους, στον γοφό–, σαν να μην άντεχε στη σκέψη να περάσει τόση ώρα χωρίς να έχει κάποια επαφή μαζί της. Της άρεσε, μια και ήξερε ότι τέτοια ώρα την επόμενη βδομάδα θα έχανε για πάντα το άγγιγμά του. Σταμάτησε μπροστά σε έναν τεράστιο πίνακα πάνω από το τζάκι. «Ο πατέρας σου. Είμαι σίγουρη». «Ναι». Το χέρι του στάθηκε στην πλάτη της. «Σε βλέπω στα χαρακτηριστικά του, αν και έχει μια σκληράδα που εσύ δεν διαθέτεις». «Αν το πιστεύεις αυτό, τότε δεν με ξέρεις καθόλου καλά». Έγειρε πίσω το κεφάλι της και απομακρύνθηκε από κοντά του. «Νομίζω ότι είσαι θυμωμένος για κάτι, κάτι πέρα από τη δική μου εξαπάτηση. Το πρόσεξα την πρώτη νύχτα να υποβόσκει κάτω από την επιφάνεια. Σκέφτηκα να απομακρυνθώ. Ήσουν, όμως, πολύ γοητευτικός για να σου αντισταθώ». Γέλασε δυνατά. «Αλήθεια; Νόμιζα ότι σκέφτηκες: Να ένας άντρας με γεμάτες τσέπες που θα μπορούσα κάπως να ξαλαφρώσω». «Αυτό ήρθε μετά, αφού ρώτησα για εσένα». Σοβάρεψε. «Θα έπρεπε μάλλον να ειδοποιήσεις τον Μπέκγουιθ να σταματήσει τις προσπάθειες». Αναστέναξε. «Ναι, θα το φροντίσω πηγαίνοντας στο σπίτι μου το απόγευμα». «Θα το τακτοποιήσω εγώ. Είναι πιο πιθανό να σε συγχωρήσει αν το μάθει από εμένα». Συνοφρυώθηκε. «Εξάλλου, θα πρέπει να τον πληρώσω έτσι κι αλλιώς για τις υπηρεσίες του». Χαμογέλασε και προχώρησε στο επόμενο πορτρέτο. Αυτή η γυναίκα είχε ζωηρά καστανά μάτια και κατάμαυρα μαλλιά. «Η μητέρα σου;» «Ναι». «Φαίνεται δυστυχισμένη». «Νομίζω πως ήταν». Γύρισε και τον κοίταξε. «Και τώρα;» «Απογοητευμένη από εμένα, αλλά κατά τα άλλα νομίζω πως είναι πολύ ευχαριστημένη με την υπόλοιπη ζωή της». «Επειδή είσαι ακόλαστος;» Κούνησε το κεφάλι. «Δεν εγκρίνει τη ζωή μου». «Και αυτό σε ενοχλεί». «Όχι ιδιαίτερα».


Έλεγε ψέματα, αλλά δεν ήταν σίγουρη ότι το συνειδητοποιούσε. Δεν τον πίεσε, όμως. Η σχέση τους ήταν επιφανειακή, είχε να κάνει μόνο με τη σάρκα, τις αισθήσεις και την ηδονή. Ήταν καλύτερα να μην ψάχνει πιο βαθιά. Πήγε κοντά της. «Η δική σου μητέρα;» ρώτησε. «Πέθανε όταν ήμουν μικρή». «Ο πατέρας σου;» «Δεν είμαι σίγουρη. Τον άφησα στα δεκαεφτά μου. Δεν κοίταξα ποτέ πίσω μου». «Πώς τα κατάφερες; Πρέπει να ήταν δύσκολα». Πέρασε το δάχτυλό της από ένα ανάγλυφο κάδρο. Δεν είχε ίχνος σκόνης. «Πόσους υπηρέτες έχεις;» «Εδώ στο Λονδίνο; Περίπου τριάντα. Αποφεύγεις την ερώτηση». Ακούμπησε στην πλάτη μιας ψηλής καρέκλας. «Ο πατέρας μου είχε μαζέψει κάποια χρήματα. Τα έκλεψα πριν φύγω. Ήταν αρκετά για να περάσω μερικά χρόνια». «Και τότε άρχισες να επιβιώνεις με απάτες». «Μάλλον με το μυαλό μου. Ο κόσμος είναι γεμάτος ανόητους». Απομακρύνθηκε από την καρέκλα και κόλλησε στο στήθος του, τυλίγοντας τα χέρια της στη μέση του. «Κάποιοι έχουν όντως πολύ φορτωμένες τσέπες. Αν και τελικά αποδείχτηκε ότι δεν ήσουν τόσο ανόητος όσο νόμιζα». Τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την έβγαλε από το δωμάτιο. «Ω, υποψιάζομαι πως είμαι μάλλον αρκετά ανόητος». Δάγκωσε το αφτί του και απόλαυσε το βογκητό του. Δεν ήταν ο μόνος ανόητος, όμως. Γιατί και η δική της καρδιά είχε αρχίσει να χτυπάει δυνατά και το σώμα της να πάλλεται από ανυπομονησία και ήδη ευχόταν να περάσει μαζί του πάνω από μια βδομάδα. • «Γιατί πρέπει να γυρίσεις στο σπίτι σου;» ρώτησε ο Άβεντεϊλ, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, γυμνός κάτω από τα σεντόνια, χορτάτος και αρκετά ικανοποιημένος. Θα ένιωθε πλήρη ικανοποίηση αν ήταν ακόμα στο κρεβάτι μαζί του, αλλά, αφού την είχε κάνει δική του, είχε χτυπήσει το κουδούνι της Ίντιθ. Τον είχε ενοχλήσει που μπορούσε να τον αφήσει τόσο εύκολα και τόσο γρήγορα. Τον είχε ενοχλήσει ακόμα περισσότερο που δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο μαζί της. Θα έπρεπε να τη θέλει λιγότερο τώρα που την είχε γευτεί, αλλά ανακάλυψε πως την ήθελε όλο και περισσότερο. Παρακολουθώντας την Ίντιθ να την ντύνει, είχε καταραστεί κάθε κομμάτι υφάσματος που είχε αρχίσει να καλύπτει τη γυμνή της σάρκα. Τώρα η υπηρέτρια έφτιαχνε τα μαλλιά της Ρόουζ, αλλά το μόνο που ήθελε εκείνος ήταν να βγάλει τα χτενάκια και να τα δει να χύνονται στους ώμους της. «Θέλω να βεβαιωθώ ότι είναι όλοι καλά μετά την ξαφνική μου αναχώρηση χτες το βράδυ», είπε τελικά η Ρόουζ. «Θα έρθω μαζί σου». «Όχι», του είπε απότομα, στρέφοντας τα μάτια της από την αντανάκλασή της στον καθρέφτη στο πρόσωπό του. Γλύκανε την έκφρασή της, τον τόνο της. «Ο


όρος μου ήταν να πηγαίνω μόνη». «Γιατί;» «Γιατί το προτιμώ». Έστρεψε πάλι την προσοχή της στον καθρέφτη. «Τι σου είναι εκείνοι οι άντρες;» Δεν του άρεσε καθόλου που ακούστηκε σαν να ζηλεύει. Δεν ζήλευε, αλλά αυτή τη στιγμή ήταν δική του. Δεν είχε καμία πρόθεση να τη μοιραστεί. «Φίλοι». «Γιατί πρέπει να πας μόνη;» ξαναρώτησε. Αναστέναξε, γύρισε στο σκαμπό μπροστά από το μπουντουάρ, που είχε μεταφέρει προσωρινά από ένα άλλο υπνοδωμάτιο, και τον κοίταξε. Έδιωξε την Ίντιθ με μια κίνηση του χεριού της. Μόλις έφυγε το κορίτσι, η Ρόουζ τού είπε: «Δεν θα το σκάσω, αν είναι αυτό που σε απασχολεί». Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. «Το βρίσκω απλώς περίεργο». «Κι αν θέλω λίγο χρόνο για τον εαυτό μου; Εξάλλου, είμαι σίγουρη ότι θα απολαύσεις ένα διάλειμμα από την παρουσία μου». Δεν θα το απολάμβανε καθόλου. Όχι πως θα της το έλεγε. Δεν θα της έδινε τέτοια εξουσία πάνω του. Του είχε δοθεί τόσο ελεύθερα, τόσο απλά. Δεν την εμπιστευόταν. Είχε γνωρίσει πολλές διαβολικές γυναίκες στη ζωή του. Δεν ταίριαζε μαζί τους, κι όμως οι άλλες του φαίνονταν πιο αξιόπιστες. «Αν δεν γυρίσεις, όπως μου υποσχέθηκες, θα σε κυνηγήσω». Έβαλε τα δυο της χέρια πάνω στην καρδιά της. «Θεέ μου! Τι ρομαντικό! Πρόσεχε, γιατί θα με κάνεις να σε ερωτευτώ». «Μιλάω σοβαρά, Ρόουζ». Σηκώθηκε όρθια και προχώρησε προς το κρεβάτι. «Κάναμε μια συμφωνία εμείς οι δύο. Θα κρατήσω την υπόσχεσή μου». «Γιατί να πιστέψω αυτό που μου λες, ενώ μου έχεις πει τόσα ψέματα;» Δεν φάνηκε να προσβάλλεται ή να πληγώνεται. «Για όλα αυτά τα ψέματα υπήρχε κάποιος λόγος. Δεν έχω να κερδίσω κάτι, αν πω ψέματα τώρα». Γιατί να την πιστέψει και γιατί τον πείραζε που δεν μπορούσε να το κάνει; Του χαμογέλασε. «Θα μου λείψεις». «Δεν είμαι σίγουρος ότι το πιστεύω αυτό». «Θα προσπαθήσω να σε πείσω όταν γυρίσω. Τώρα δεν προλαβαίνω». Διέσχισε το δωμάτιο κι έπιασε το τσαντάκι της. «Γιατί είσαι τόσο μυστικοπαθής;» τη ρώτησε. Σταμάτησε στην πόρτα και τον κοίταξε. «Εσύ γιατί είσαι;» Το στομάχι του σφίχτηκε. «Δεν είμαι». «Φυσικά και είσαι. Οι συζητήσεις μας για τις ζωές μας είναι επιφανειακές. Δεν το βρίσκω κακό, μιας και μας ενδιαφέρει μόνο μια επιφανειακή σχέση». Του χαμογέλασε ξανά. Είχε δίκιο. Το ήξερε. Κι εκείνη το ήξερε πως το ήξερε. «Φέρε μου μια λίστα των πιστωτών σου για να το τακτοποιήσω. Ο διαχειριστής μου θα φροντίσει να πληρωθούν όλοι». «Ξέρω ότι αμφιβάλλεις για την ειλικρίνειά μου, αλλά σκέψου αυτό. Σου έδωσα αυτό που ήθελες πριν πληρώσεις τους λογαριασμούς μου. Γιατί σε εμπιστεύομαι πλήρως». «Έκανα ποτέ κάτι που θα σε έπειθε ότι δεν πρέπει;»


«Μάλλον έχεις δίκιο. Ξέρω ότι σου έδωσα πολλούς λόγους να μη με εμπιστεύεσαι, κι όμως είμαστε εδώ, μπλεγμένοι σε μια ιστορία που απαιτεί πλήρη εμπιστοσύνη, νομίζω. Τουλάχιστον για εμένα. Θα τα πούμε σε λίγο». Έφυγε κι έκλεισε πίσω της σιγά την πόρτα. Εκείνος πέταξε απότομα τα σκεπάσματα, σηκώθηκε από το κρεβάτι και κάλεσε τον υπηρέτη του. Όσο έλειπε, έπρεπε να τακτοποιήσει διάφορα ζητήματα. Ο Μπέκγουιθ ήταν πρώτος στη λίστα. • Ο Μπέκγουιθ έκρυψε το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια του. «Τι απατεώνισσα. Πώς μπόρεσα να φανώ τόσο ανόητος;» Καθισμένος σε μια πολυθρόνα μπροστά από το γραφείο του δικηγόρου, ο Άβεντεϊλ ομολόγησε: «Αν σε παρηγορεί αυτό, κι εγώ έπεσα θύμα της». Ο Μπέκγουιθ σήκωσε το κεφάλι, με τα γαλάζια μάτια του μεγεθυσμένα από τους φακούς των γυαλιών του. «Τα αδέρφια μου θα γελάσουν πολύ με την αφέλειά μου». «Δεν υπάρχει λόγος να το μάθουν. Ήρθα να σε αποζημιώσω για τα έξοδα που έκανες και να σου δώσω ό,τι σου χρωστάει». Ο νεαρός Μπέκγουιθ συνοφρυώθηκε. «Πρέπει να την καταγγείλω στη Σκότλαντ Γιαρντ». «Θα προτιμούσα να μην το κάνεις. Μπορείς να αυξήσεις το ποσό αν θέλεις, αν αυτό θα σε βοηθούσε να νιώσεις λιγότερο ανόητος». Ο Μπέκγουιθ είχε μεγάλη ιδέα για την περηφάνια του, αλλά ο Άβεντεϊλ πλήρωσε αγόγγυστα το ποσό. Όλοι μπορούσαν τελικά να γίνουν λίγο απατεώνες αν τους δινόταν η ευκαιρία. Ο Άβεντεϊλ ασχολήθηκε έπειτα με το σπίτι της Ρόουζ. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, πλήρωσε όσα χρωστούσε και τρεις επιπλέον μήνες. Ήξερε πως πιθανότατα θα έφευγε από το Λονδίνο μετά το πέρας της βδομάδας, αλλά, αν ήθελε να μείνει λίγο παραπάνω, έπρεπε να της δώσει αυτή την ευκαιρία. Τώρα ήταν μαζί του εξαιτίας της συμφωνίας τους, επειδή έπρεπε να είναι μαζί του, αν ήθελε να αποφύγει δυσάρεστες συνέπειες. Αυτή η σκέψη τον πονούσε. Την ήθελε κοντά του επειδή εκείνη ήθελε να είναι εκεί. Αυτό που συνέβαινε ανάμεσά τους ήταν υπέροχο, σχεδόν συγκλονιστικό, για να είναι ειλικρινής. Βάραινε, όμως, τη συνείδησή του ότι την είχε οδηγήσει με το ζόρι στο κρεβάτι του. Αν ήταν κύριος, θα την απάλλασσε από το χρέος της. Ήταν, όμως, πολύ καιρό ανήθικος ώστε να εγκαταλείψει κάτι που ήθελε τόσο πολύ. Και την ήθελε. Ήταν έτσι κι αλλιώς καταδικασμένος. Θα μπορούσε να πάρει, λοιπόν, κάποιες αναμνήσεις μαζί του στην κόλαση. Και μέχρι στιγμής, εκείνη ήταν η καλύτερη απ’ όλες. • «Σου έκανε κακό;» ρώτησε ο Μέρικ όταν η Ρόουζ κατέβηκε από την άμαξα. Βγήκε τρέχοντας από την πόρτα λες και τον κυνηγούσαν τα σκυλιά της κόλασης. Τα


λόγια της την προηγούμενη νύχτα –Πες στον Χάρι ότι υπήρξε μια αλλαγή στα σχέδιά μας και θα μείνουμε λίγο ακόμα στο Λονδίνο. Θα τον δω αύριο στις δύο– τον είχαν κάνει να την περιμένει ανυπόμονα. «Μη λες ανοησίες», του απάντησε, περνώντας δίπλα του για να μπει στο σπίτι. «Δεν τον συμπαθώ». Έσκυψε και του χάιδεψε τον ώμο. «Δεν χρειάζεται, αν και πιστεύω ότι, αν με έβγαζες από την εξίσωση, θα σου άρεσε πολύ». «Σε εκμεταλλεύτηκε». «Τολμώ να πω ότι δεν ήταν ο μόνος. Θα φύγουμε με πέντε χιλιάδες λίρες και ό,τι άλλο θέλουμε, μια και είναι όλα πληρωμένα». «Με ποιο τίμημα, όμως;» «Με ένα τίμημα που ήμουν πρόθυμη να πληρώσω. Και τώρα σταμάτα την γκρίνια. Θέλω να περάσω λίγη ώρα με τον Χάρι. Δεν μπορώ να λείψω πάνω από μία ώρα, γιατί διαφορετικά ο Άβεντεϊλ θα αρχίσει να με ψάχνει. Δεν τον αδικώ, φυσικά. Υποθέτω πως ο Χάρι είναι στη βιβλιοθήκη». «Ναι. Δεν έχει κέφια, όμως. Έπρεπε να του πω λίγα παραπάνω πράγματα, γιατί απείλησε να σε ακολουθήσει». Αυτό θα ήταν καταστροφή. «Εμπιστεύομαι την κρίση σου, Μέρικ. Πες στη Σάλι να μας φέρει λίγο τσάι και μπισκότα». Έτρεξε προς τη βιβλιοθήκη με τα τακούνια της να αντηχούν στον διάδρομο. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Πάντα καλό σημάδι. Δεν ήταν τόσο προβληματισμένος όσο νόμιζε ο Μέρικ. Ακόμα κι αν ήταν, όμως, ήξερε ότι δεν θα είχαν πολύ χρόνο, κι έτσι αποφάσισε να μην τον ξοδέψει αναγκάζοντάς τη να προσπαθήσει να παραβιάσει την πόρτα. Θυμήθηκε την κλειστή βιβλιοθήκη χτες το βράδυ. Φαίνεται πως όλοι οι άντρες είχαν κάτι κοινό όταν πληγωνόταν η περηφάνια τους: την ανάγκη να γλείψουν τις πληγές τους. Ήταν ακόμα έκπληκτη που ο Άβεντεϊλ είχε ταραχτεί όταν συνειδητοποίησε πως ήταν παρθένα. Πίστευε πως ήταν ένας άντρας που η περηφάνια του μπορούσε να τον κάνει να γίνει έξαλλος, αλλά όχι να νιώσει τύψεις ή ενοχές. Νόμιζε πως θεωρούσε ότι ήταν υπεράνω αυτών των συναισθημάτων. Δεν είχε κάνει ποτέ τόσο λάθος στην κρίση της για κάποιον άνθρωπο. Δυστυχώς δεν είχε υπολογίσει σωστά ούτε το κόστος που θα είχε αυτή η βδομάδα κοντά του. Όταν τελείωνε, σίγουρα θα είχε αλλάξει δραματικά. Αυτό, όμως, θα το αντιμετώπιζε την επόμενη βδομάδα. Για την ώρα, υπήρχε μόνο ο Χάρι. Μπαίνοντας στη βιβλιοθήκη, τον βρήκε στο γραφείο του, με μια πένα στο χέρι. «Γεια σου, αγάπη μου. Πώς πάει η ιστορία σου;» τον ρώτησε. Έσκυψε πίσω και την κοίταξε με τα κρυστάλλινα γαλάζια μάτια του, που έκρυβαν τόσο πόνο. «Απλώς σηκώθηκες κι έφυγες… χωρίς να πεις ούτε μια λέξη». «Δεν είχα άλλη επιλογή, αλλά είμαι εδώ τώρα. Αν και έχω λιγότερο από μία ώρα. Ας μην την περάσουμε μαλώνοντας». Έβγαλε τα γάντια της και τα έβαλε μέσα στο τσαντάκι της. «Έλα, κάθισε κοντά μου στο παράθυρο. Είναι μια υπέροχη μέρα». «Θα βρέξει». Κοίταξε τον καθαρό ουρανό. «Λες;» «Ναι. Απόψε. Αργά». Ήταν πολύ καλός στις προβλέψεις του καιρού. Σκέφτηκε πόσο υπέροχα θα ήταν


να ξαπλώσει στο κρεβάτι με τον Άβεντεϊλ, ενώ έπεφτε η βροχή στη στέγη και στα παράθυρα. Κούνησε το κεφάλι. Δεν θα σκεφτόταν τον Άβεντεϊλ αυτή τη στιγμή. Κάθισε στην άκρη του καναπέ κι ένιωσε ευγνωμοσύνη όταν ο Χάρι κάθισε στην άλλη άκρη. Η Σάλι τούς έφερε τσάι και μπισκότα σε έναν δίσκο και τα άφησε στο τραπέζι μπροστά τους. Κοίταξε επίμονα τη Ρόουζ σαν να ήταν αρκετό για να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί από τη στιγμή που είχε φύγει. Η Σάλι μισόκλεισε τα μάτια και αναστέναξε πριν φύγει. Η Ρόουζ ετοίμασε το τσάι, έβαλε ένα φλιτζάνι μπροστά στον Χάρι, αν και ήξερε πως μάλλον δεν θα το άγγιζε. Μερικές φορές χρειάζονταν και οι δύο να νιώσουν πολιτισμένοι. «Ήταν εκείνος ο δούκας, έτσι;» είπε τελικά ο Χάρι. «Σε ανάγκασε να πας μαζί του». Η Ρόουζ ήπιε μια γουλιά τσάι και άφησε το φλιτζάνι της. «Όχι, αγάπη μου, δεν με ανάγκασε. Ήθελα να πάω. Ο Θεός να με βοηθήσει, αλλά μου αρέσει, Χάρι». «Γιατί;» Αναστέναξε. «Γιατί; Με ρωτάς;» Ο Χάρι είχε μια τεράστια περιέργεια, ήθελε να ξέρει τα πάντα. Έπιασε το φλιτζάνι της, το άφησε πάλι κάτω. Πώς μπορούσε να του εξηγήσει κάτι που ούτε η ίδια δεν καταλάβαινε; «Μου αρέσει ο τρόπος που με κοιτάζει – σαν να μην υπήρχαν άλλες γυναίκες πριν από εμένα. Παρότι ξέρω πως μάλλον υπήρξαν εκατοντάδες». «Πώς είναι; Δεν μπόρεσα να τον δω καθαρά τις προάλλες». Πλημμύρισε από ευχαρίστηση μόλις έφερε στον νου της την εικόνα του. «Είναι ψηλός, αλλά όχι σαν εσένα. Έχει φαρδιούς ώμους. Του αρέσει να με κουβαλάει παντού, κι αυτό με κάνει να νιώθω ασφάλεια. Τα μαλλιά του είναι σκούρα καστανά. Σαν την άμμο, σαν το χειμωνιάτικο παλτό της Σάλι. Μερικές φορές όταν πέφτει πάνω τους το φως, μπορώ να διακρίνω παιχνιδίσματα κόκκινου. Τα μάτια του έχουν σχεδόν την ίδια απόχρωση με τα μαλλιά του. Αν και εκεί δεν υπάρχει καθόλου κόκκινο. Είναι πολύ σοβαρός. Ξοδεύει πολύ χρόνο κυνηγώντας τις διάφορες απολαύσεις, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι περνάει όντως καλά. Φαίνεται λίγο χαμένος. Νιώθει μάλλον μοναξιά. Είναι πολύ περίεργο. Όταν είμαστε σε ένα δωμάτιο με πολύ κόσμο, όλοι θα τον χαιρετήσουν με ένα νεύμα του κεφαλιού ή ένα χαμόγελο, αλλά δεν θα τον πλησιάσουν για να του μιλήσουν ούτε θα τον ρωτήσουν τι κάνει. Ούτε εκείνος ρωτάει, όμως. Σαν να μην τον απασχολεί τίποτα άλλο πέρα από τις δικές του υποθέσεις, αλλά νομίζω πως αυτό είναι απλώς ένα προσωπείο. Νομίζω πως είναι πληγωμένος. Είναι πολύ επιφυλακτικός». Ξαφνιάστηκε που αποκάλυψε τόσα πολλά. «Τον αγαπάς», είπε ο Χάρι. Η Ρόουζ παραλίγο να πέσει από τον καναπέ με τη δήλωσή του. Γέλασε. «Όχι βέβαια». Ο Χάρι την κοίταξε σαν να μην την πίστευε. «Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφή», τον καθησύχασε. «Η επίγνωση του κινδύνου δεν μας αποτρέπει πάντα από το να κάνουμε κάτι». «Πράγματι». Έσκυψε και έσφιξε το χέρι του. «Πρέπει να δεις το σπίτι του, Χάρι. Έχει τόσα βιβλία. Σε κάθε δωμάτιο θα υπάρχει και κάποιο. Εντάξει, όχι στις τραπεζαρίες. Θα ένιωθες, όμως, ότι είσαι στον παράδεισο. Θα δω μήπως μπορώ να


δανειστώ κάποιο αύριο για να σου το φέρω. Θα μπορούσες να διαβάσεις αρκετά αυτή τη βδομάδα». Γιατί δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα; «Πώς είναι το σπίτι του;» «Λέγεται Μπάκλαντ Πάλας. Λέει πως δεν είναι πράγματι παλάτι, αλλά είναι σίγουρα. Απλώς έχει συνηθίσει στην πολυτέλεια και δεν την αντιλαμβάνεται. Είναι τόσο μεγάλο. Έχει ζωγραφιές στο ταβάνι, χρυσές λεπτομέρειες στην μπουαζερί, στην ξύλινη επένδυση των τοίχων. Τεράστια δωμάτια. Το υπνοδωμάτιό του μόνο…» Δίστασε, ευχήθηκε να μην είχε πει τόσα πολλά, να μην του είχε δώσει τη δυνατότητα να τη φανταστεί στο κρεβάτι του δούκα. Ήταν μάλλον αθώος στα ζητήματα των σχέσεων κι έτσι τα λόγια της δεν τον έκαναν να σκεφτεί πονηρά. «…Είναι σχεδόν τόσο μεγάλο όσο όλα μας τα υπνοδωμάτια μαζί. Με ξενάγησε. Ήταν υπέροχα». Μίλησαν για το πόσο καιρό ακόμα θα έμεναν στο Λονδίνο. Δεν υπήρχε λόγος να φύγουν αμέσως, αφού θα είχαν πληρωθεί όλα τους τα χρέη. Υποψιαζόταν, όμως, ότι δεν θα ήθελε να μείνει παραπάνω, όταν θα άφηνε πια τον δούκα. Είπε στον Χάρι όσα ήξερε για τη Σκοτία και του εξήγησε γιατί πίστευε ότι θα ήταν ευτυχισμένοι εκεί. Καθώς έφευγε, τον αγκάλιασε σφιχτά και του υποσχέθηκε να τον δει την επομένη στις δύο. Δεν θα ένιωθε τύψεις που τον άφηνε εκεί. Είχε να γράψει την ιστορία του. Θα απολάμβανε την ησυχία. Κι εκείνη την απολάμβανε, καθώς προσπαθούσε να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της την ώρα που η άμαξα διέσχιζε τους δρόμους του Λονδίνου. Δεν της άρεσε που ανυπομονούσε να γυρίσει στο Μπάκλαντ Πάλας, που ανυπομονούσε να βρεθεί πάλι με τον Άβεντεϊλ. Δεν ήταν ότι ήξερε απλώς να κάνει το σώμα της να δονείται και να φλέγεται και να πετάει στα ουράνια. Της άρεσε η παρέα του, της άρεσε ο τρόπος που την κρατούσε μετά. Της άρεσε ο ήχος της φωνής του, αν και δεν συζητούσαν τίποτα το ιδιαίτερο. Της άρεσε ακόμα και που ζήλευε λιγάκι. Όταν γύρισε στο σπίτι και είδε ότι έλειπε και ο μπάτλερ του, ο Θάτσερ, την ενημέρωσε ότι δεν είχε ιδέα πότε θα επέστρεφε ο εξοχότατος, ένιωσε μεγάλη απογοήτευση. Δεν ήξερε αν το υπόλοιπο απόγευμα θα περιλάμβανε κι άλλη διασκέδαση στο κρεβάτι του, δεν ήταν σίγουρη πώς έπρεπε να ετοιμαστεί. Κούνησε το κεφάλι της και σχεδόν έβαλε τα γέλια. Ήταν εκεί για έναν και μόνο σκοπό – γιατί την ήθελε στο κρεβάτι του. Έτσι θα περνούσαν το βράδυ τους. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να κάνει μπάνιο, να γίνει όσο πιο γοητευτική γινόταν. Πρώτα, όμως, όσο ήταν μόνη, ήθελε να ψάξει τα ράφια στα διάφορα δωμάτια και να δει ποιο από τα βιβλία θα απολάμβανε περισσότερο ο Χάρι. Μόλις γύριζε ο Άβεντεϊλ, θα του αφιέρωνε τον χρόνο και τη σκέψη της – ο άθλιος. Καθόλου δεν την πείραζε, όμως. Ήλπιζε ότι δεν θα αργούσε πολύ, μόνο όσο χρειαζόταν για να εντοπίσει κάποιο βιβλίο για τον Χάρι, κάτι μικρό, που ο Άβεντεϊλ δεν θα πρόσεχε ότι έλειπε. Η πρόκληση ήταν να το βγάλει έξω, αλλά θα έβρισκε κάποιον τρόπο. Ήταν πάντα πολύ ευρηματική. Σταμάτησε σε ένα μικρό τραπεζάκι που είχε πάνω του ένα ασημένιο μπολ γεμάτο δεκάδες φακέλους. Δεν την αφορούσαν, αλλά, ξέροντας ότι μάλλον περιείχαν προσκλήσεις για χορούς, δεν άντεξε και άνοιξε έναν. Αφού έβγαλε τη


χρυσοποίκιλτη πρόσκληση, πέρασε το δάχτυλό της πάνω από τα γράμματα. Όταν είχε μπει πρώτη φορά στους Δίδυμους Δράκους, το σχέδιό της ήταν να γνωρίσει άτομα που θα μπορούσαν να της στείλουν τέτοιες προσκλήσεις. Είχε την υπέροχη πρόσκληση που της είχε στείλει ο Ντρέικ Ντάρλινγκ, αλλά ήθελε να πάει σε διάφορους χορούς σε σπίτια, να γίνει αποδεκτή, να έχει χρόνο να διαλέξει τη λεία της. Είχε απολαύσει χορούς εμπόρων, τραπεζιτών και ζαχαροπλαστών της επαρχίας. Οι πόλεις που είχε επισκεφθεί της είχαν προσφέρει πολλά, αλλά όχι όσα είχε φανταστεί ότι θα έβρισκε στο Λονδίνο. Με τα χρόνια, είχε τελειοποιήσει τις ικανότητές της στα μακρινά χωριά, όπου δεν θα συναντούσε ποτέ αριστοκράτες. Είχε πολύ υψηλούς στόχους για το Λονδίνο: να απολαύσει, να αρχίσει να συναναστρέφεται με άτομα που ανήκαν σε κύκλους πολύ υψηλότερους από την ταπεινή καταγωγή της. Να παραβρεθεί σε κάθε είδους χορό: μασκέ, επίσημο, παραμυθένιο. Τώρα πια, όμως, δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί σε κανένα τέτοιο χορό, γιατί είχε επιτρέψει στον Άβεντεϊλ να την κάνει ό,τι θέλει. Κι όμως, δεν το είχε μετανιώσει. Ήταν στη μικρότερη βιβλιοθήκη –τη βιβλιοθήκη της δούκισσας– και έψαχνε τα βιβλία, όταν αντιλήφθηκε πως κάποιος την παρακολουθεί. Ήταν κάτι που είχε νιώσει και την πρώτη βραδιά στους Δίδυμους Δράκους. Γύρισε και είδε τον Άβεντεϊλ να ακουμπάει στην κάσα της πόρτας, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του. «Γύρισα γρήγορα όπως σου υποσχέθηκα, αλλά δεν σε βρήκα εδώ», του είπε. «Ακούγεσαι απογοητευμένη». Ανασήκωσε τους ώμους. «Αν το ήξερα ότι δεν θα με περίμενες, μπορεί να είχα καθυστερήσει λίγο». «Έπρεπε να τακτοποιήσω το θέμα του Μπέκγουιθ». Το στομάχι της σφίχτηκε. «Σου δημιούργησε προβλήματα;» «Όχι κάτι που δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω πάντως». Αυτή η σιγουριά, αυτή η αλαζονεία του. Δεν έπρεπε να της αρέσουν, αλλά απολάμβανε και τα δύο. «Τακτοποίησα και το ενοίκιο του σπιτιού σου», συνέχισε. Ένιωσε ανακούφιση, έφυγε αποπάνω της ένα βάρος που ως τώρα δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλο ήταν. Είχαν ένα σπίτι που δεν θα μπορούσε να τους πάρει κανείς, τουλάχιστον για ένα διάστημα. «Ήσουν μάλλον απασχολημένος, λοιπόν». «Βρήκα χρόνο και για κάτι πιο ευχάριστο». Την πλησίασε με μεγάλες δρασκελιές. Ρούφηξε το υπέροχο αρρενωπό του άρωμα κι έκανε ένα βήμα παραπάνω, γέρνοντας στην αγκαλιά του. Ήθελε να ακουμπήσει το κεφάλι της στο φαρδύ του στέρνο, ήθελε τα δυνατά του χέρια γύρω της. Ήταν γελοίο να θέλει τόσο πολύ κάτι που θα είχε για τόσο λίγο. Ίσως αυτό να τον έκανε ακαταμάχητα γοητευτικό. Αν ήξερε πως θα τον είχε για όλη την υπόλοιπη ζωή της, σίγουρα θα τον βαριόταν όπως θα τη βαριόταν κι εκείνος. Ήταν οι συνθήκες, οι περιορισμένες ώρες που περνούσαν τόσο γρήγορα. Γιατί ήταν ακόμα εδώ κάτω άραγε; Γιατί δεν την είχε ήδη κουβαλήσει στο κρεβάτι του; Γιατί ήταν ακόμα ντυμένοι ενώ λαχταρούσε το γυμνό μεταξένιο δέρμα του πάνω στο δικό της;


Χαλαρά, σαν να είχε τη δυνατότητα να σταματήσει τα ρολόγια και να ακινητοποιήσει τα λεπτά που περνούσαν ανεπιστρεπτί, έβαλε τα χέρια του στο σακάκι του κι έβγαλε από μέσα ένα μαύρο βελούδινο κουτί, που έμοιαζε πολύ μεγάλο για να είναι τόσο αριστοτεχνικά κρυμμένο μέσα σε μια μικρή τσεπούλα. Της το έδωσε. «Δικό σου». Τώρα ήταν σειρά της να μείνει ακίνητη σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος, σαν να μην επρόκειτο να κερδίσει τίποτα αν βιαζόταν. Άνοιξε αργά το κουτί κι έμεινε αποσβολωμένη να κοιτάζει τα πιο υπέροχα ρουμπίνια και διαμάντια που είχε δει ποτέ. Φαντάστηκε το περιδέραιο στον λαιμό της. Κούνησε το κεφάλι της, έκλεισε το βελούδινο κουτί και του το έδωσε πίσω. «Δεν μπορώ». «Τι εννοείς δεν μπορείς;» ρώτησε, σμίγοντας τόσο πολύ τα φρύδια του, που αποκλείεται να μην ένιωσε πόνο. «Σαν να με ανταμείβεις που πέφτω στο κρεβάτι σου. Αν το δεχτώ, θα με κάνεις να νιώσω σαν πόρνη». «Δεν θυμάσαι μάλλον ότι σου δίνω πέντε χιλιάδες λίρες. Για να μην αναφέρω ότι ξεπληρώνω όλα τα χρέη σου!» Τον είχε θυμώσει, και δεν το ήθελε αυτό γι’ απόψε. Δεν ήθελε δράματα. Ήθελε μόνο… ειρήνη. Ήθελε αυτά που είχαν συμβεί μεταξύ τους στο σκοτάδι της νύχτας. «Δεν το έχω ξεχάσει, αλλά αυτό μου φαίνεται διαφορετικό. Δεν μπορώ να το εξηγήσω». Κάθισε σε μια καρέκλα εκεί κοντά και την κοίταξε. «Είσαι ο πιο περίεργος άνθρωπος που έχω γνωρίσει. Έχω χαρίσει κοσμήματα σε πολλές γυναίκες. Δεν σημαίνει τίποτα». Τα λόγια του την πλήγωσαν, μικρά αγκάθια τρύπησαν την καρδιά της. Νόμιζε πως ήταν ξεχωριστή, είχε δώσει ιδιαίτερο νόημα σ’ αυτό το υπέροχο κόσμημα, του είχε δώσει αξία γιατί ήταν δικό του δώρο. «Μάλλον αυτό είναι. Χαρίζεις κοσμήματα σε όλες τις γυναίκες που έχουν πέσει στο κρεβάτι σου. Με κάνει να νιώθω σαν όλες τις άλλες». «Πίστεψέ με, Ρόουζ, δεν έχεις καμία σχέση με τις άλλες». Κάθισε αργά σε μια καρέκλα. «Γιατί;» Το σαγόνι του σφίχτηκε. «Τι γιατί;» «Γιατί είμαι διαφορετική;» Μισόκλεισε τα μάτια κι έτριψε τα δάχτυλά του στα μπράτσα της καρέκλας ξανά και ξανά. «Καταρχήν δεν κάνεις τα πάντα για να με ικανοποιήσεις. Με προκαλείς. Μου φέρνεις αντιρρήσεις. Είσαι...» «Θα με προτιμούσες εύκολη;» τον ρώτησε. «Η ζωή, εξοχότατε, δεν είναι εύκολη για όλους». «Νομίζεις πως η δική μου ζωή είναι εύκολη;» «Τι άλλο να σκεφτώ όταν δεν μοιράζεσαι μαζί μου τίποτα σημαντικό;» «Ίσως θα έπρεπε να με ευγνωμονείς που δεν σε σκοτίζω με τα βάσανα της ζωής μου». Σηκώθηκε απότομα και πέταξε το βελούδινο κουτί στα γόνατά της. «Δεν χρειάζεται να το δεχτείς, αλλά θα το φοράς όσο είσαι εδώ». Σηκώθηκε χωρίς να πιάσει το κουτί που έπεσε στο πάτωμα. «Οι όροι της συμφωνίας μας δεν μου στερούν τις επιλογές μου. Συμφώνησα να είμαι μαζί σου για μια βδομάδα, αλλά δεν θα με ελέγχεις. Το τι θα φοράω όσο είμαστε μαζί είναι


δική μου επιλογή». «Εντάξει, όπως θέλεις. Θα πάμε στη λέσχη απόψε. Θα σου ζητούσα να φορέσεις το κόκκινο φόρεμα που φορούσες όταν γνωριστήκαμε. Φόρεσε, όμως, ό,τι θέλεις, μια και δεν με νοιάζει πια καθόλου». Την ώρα που βγήκε έξαλλος από το δωμάτιο, τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα. Τι στο καλό είχε συμβεί;


Κεφάλαιο 11 Στη βιβλιοθήκη του, ο Άβεντεϊλ έβαλε απότομα λίγο ουίσκι στο ποτήρι του και το ήπιε μονορούφι. Του άρεσε το κάψιμο που ένιωσε, αυτή η θέρμη, χρειαζόταν κάτι για να καταπραΰνει τον θυμό που ένιωθε μέσα του. Ήταν θυμωμένος με τον εαυτό του, γιατί είχε απογοητευτεί όταν απέρριψε το δώρο του. Ένιωσε σαν να απέρριψε τον ίδιο. Ειδικά όταν είχε περάσει σχεδόν μία ώρα προσπαθώντας να επιλέξει το ιδανικό περιδέραιο για εκείνη. Έπρεπε να έχει την κατάλληλη κόκκινη απόχρωση, τα διαμάντια δεν έπρεπε να είναι πολλά. Το ίδιο το κόσμημα δεν έπρεπε να είναι φανταχτερό, αλλά έπρεπε να το προσέχεις. Ίσα να το προσέχεις. Έβαλε κι άλλο ουίσκι και το ήπιε. Γενικά, όταν επέλεγε κοσμήματα για μια γυναίκα, αγόραζε το πρώτο κομμάτι που έβλεπε. Δεν τον ένοιαζε αν ήταν φανταχτερό ή πολύ μικρό. Δεν τον ένοιαζε αν θα ήταν μακρύ για τον λαιμό της. Δεν σκεφτόταν καθόλου αν θα της άρεσε ή αν της ταίριαζε. Σήμερα, όμως, είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με την επιλογή του. Ήθελε πολύ να την ευχαριστήσει. Και τώρα κάκιζε τον εαυτό του που είχε αφιερώσει τόσο χρόνο και κόπο στο θέμα. Ήταν μαζί του για πέντε χιλιάδες λίρες, αλλά σταματούσε σε μερικές γυαλιστερές πέτρες; Δεν θα την καταλάβαινε ποτέ, αλλά δεν ήθελε τίποτα άλλο τόσο απεγνωσμένα όσο αυτό ακριβώς. Να ξέρει τις σκέψεις της, να μην αμφιβάλλει πως μαζί του ήταν η αληθινή Ρόουζ και όχι η απατεώνισσα. Ήθελε κάτι αληθινό ανάμεσά τους και αυτό τον έκανε ανόητο. Θα χρησιμοποιούσε το σώμα της όσο συχνά, όσο σκληρά, όσο γρήγορα μπορούσε όσο ήταν εκεί. Θα άξιζε τα λεφτά του. Αν δεν είχε ήδη κανονίσει απόψε μια ιδιωτική παρτίδα, δεν θα την έβγαζε έξω. Απλώς θα την πήγαινε κατευθείαν στο κρεβάτι. Οι φίλοι του, όμως, θα τον περίμεναν και θα φαινόταν ανόητος αν το ακύρωνε. Μετά την αποψινή βραδιά, εκτός από τις απογευματινές της επισκέψεις, τον λίγο χρόνο που τους απέμενε θα τον περνούσαν στο κρεβάτι. Θα την έπαιρνε όσο περισσότερες φορές γινόταν. Το περιδέραιο την έκανε να νιώθει σαν πόρνη; Ε, λοιπόν, θα φρόντιζε να... «Με συγχωρείς». Σχεδόν έσκυψε για να προστατεύσει τον εαυτό του από αυτή την απαλή φωνή. Ήταν χαμένος στον θυμό του και δεν άκουσε την πόρτα να ανοίγει, δεν άκουσε τα βήματά της καθώς τον πλησίαζε. Δεν την κοίταξε. Έβαλε απλώς κι άλλο ουίσκι και το ήπιε. «Δεν μου έχουν ξανακάνει ποτέ τόσο υπέροχο δώρο», συνέχισε. «Μάλλον του έδωσα περισσότερη σημασία απ’ όση έπρεπε». Πήρε ένα ποτήρι, το γέμισε με ουίσκι και της το πρόσφερε. «Δεν σε βλέπω σαν πόρνη». Πήρε το ποτήρι. «Ανάμεσά μας υπάρχει μόνο σωματική έλξη».


«Απολαμβάνω την παρέα σου, Ρόουζ. Εκτός από όταν διαφωνούμε». Γέλασε πικρά. «Να πάρει! Ακόμα και τότε. Έχεις την ικανότητα να με εκνευρίζεις. Καμία άλλη γυναίκα δεν το έχει καταφέρει αυτό. Είναι περίεργο. Σκέφτομαι τόσα πράγματα όταν είμαι μαζί σου. Προσέχω τόσα πράγματα. Δεν είσαι μόνο ένα γυμνό στήθος ή δυο θεϊκά πόδια». Τα χείλη που σκόπευε να φιλήσει αφού της έδινε το περιδέραιο σούφρωσαν. «Πάλι με κάνεις να κοκκινίζω με τα λόγια σου». Της χαμογέλασε. «Δεν χρειάστηκε ποτέ να δωροδοκήσω μια γυναίκα για να βρεθεί στο κρεβάτι μου. Ο τίτλος, τα πλούτη, η δύναμη, το κύρος, η επιρροή – όταν είναι αυτά τα χαρακτηριστικά του προσωπείου σου δεν χρειάζεσαι τίποτα άλλο. Αρκεί μόνο να χτυπήσεις τα δάχτυλά σου. Μπορεί να είσαι εδώ για τα χρήματα, αλλά δεν νομίζω ότι όλα τα υπόλοιπα σε εντυπωσιάζουν». «Με εντυπωσιάζουν πολύ, εξοχότατε, αλλά, όπως λέτε κι εσείς, είναι απλώς το προσωπείο. Εμένα με ενδιαφέρει περισσότερο τι κρύβεται πίσω από αυτό». Το χαμόγελο που της χάρισε αυτή τη φορά ήταν εκείνο το διαβολικό χαμόγελο που είχε μάθει να δίνει από τα νεανικά του χρόνια. «Πιστεύω ότι το γνώρισες χτες το βράδυ». Τα μάγουλά της κοκκίνισαν. «Δεν είναι μόνο αυτό». «Δεν υπάρχουν και πολλά ακόμα, φοβάμαι». Άφησε το ποτήρι του, πήγε στο παράθυρο και κοίταξε τον περιποιημένο κήπο. «Πώς ήταν η επίσκεψή σου στο σπίτι;» Τον πλησίασε. «Πολύ σύντομη». Την κοίταξε. «Μη διανοηθείς ότι υπάρχει περίπτωση να αλλάξουμε τους όρους της συμφωνίας μας. Ο χρόνος μας μαζί ήδη δεν είναι αρκετός». «Νόμιζα ότι θα με βαριόσουν πολύ γρήγορα». «Για να είμαι ειλικρινής, κι εγώ το ίδιο. Είσαι τυχερή που κάναμε και οι δύο λάθος». Γέλασε και ο ήχος διαπέρασε όλο του το σώμα. Σοβάρεψε. «Θα φορέσω το περιδέραιο, αλλά δεν νομίζω ότι μπορώ να το πάρω μαζί μου. Μετά από όσα έχω κάνει, δεν νομίζω ότι μου αξίζει ένα δώρο». «Ήταν αρκετά ακριβό. Μπορείς να το πουλήσεις». «Νομίζω ότι θα το θεωρούσα εξαιρετικά πολύτιμο για να το πουλήσω». Τα λόγια της θα έπρεπε να απαλύνουν την απογοήτευσή του, αν πίστευε ότι όντως ένιωθε κάτι για το περιδέραιο, αλλά ήταν εντελώς πραγματίστρια. Θα το θεωρούσε πολύτιμο λόγω της χρηματικής του αξίας, ίσως λόγω της ομορφιάς του. Και πάλι, όμως, είπε: «Τότε πάρ’ το για να θυμάσαι τις μέρες που περάσαμε μαζί». «Δεν χρειάζομαι ενθύμια». Σηκώθηκε όρθια, πίεσε τα χείλη της στα δικά του, κι έπειτα έβαλε το χέρι της πίσω από το κεφάλι του και τον έσπρωξε μπροστά για να τα διεκδικήσει με περισσότερο πάθος, αναγκάζοντάς τα να ανοίξουν μπροστά στη γλώσσα της. Ήταν η πρώτη φορά που εκείνη πήρε την πρωτοβουλία για ένα φιλί τους κι αυτό τον έκανε να νιώσει μια τόσο δυνατή σουβλιά στο στήθος, που νόμισε πως θα πεθάνει. Καμία γυναίκα δεν ήταν τόσο επιθετική μαζί του, καμία γυναίκα δεν είχε φερθεί έτσι σαν να ήταν δικαίωμά της. Πάντα εκείνος όριζε τα βήματα του χορού, πάντα εκείνος καθοδηγούσε. Του άρεσε που δεν ήταν συγκρατημένη, που του έδειχνε τι ήθελε, πότε το ήθελε.


Τύλιξε γύρω της τα χέρια του, την έσφιξε στην αγκαλιά του και άρχισε να χαϊδεύει την πλάτη της. Μπορούσε να τον κάνει να πάρει φωτιά τόσο εύκολα. Τον οδηγούσε στην τρέλα με ελάχιστη προσπάθεια. Τον κατέστρεφε. Δεν θα ήταν ποτέ ευχαριστημένος με καμία άλλη. Αν ήθελε, όμως, να είναι ειλικρινής, δεν ήταν καν σίγουρος πως υπήρξε ποτέ. Όχι όσο ευχαριστημένος ήταν μαζί της. Μαζί της όλα ήταν διαφορετικά: οι αισθήσεις, το πάθος, η λαχτάρα. Δέκα λεπτά αφότου την καταβρόχθιζε, την ήθελε πάλι. Χωρίς να τραβήξει το στόμα του από το δικό της, όχι πως θα μπορούσε, δηλαδή, έτσι που ήταν κολλημένη πάνω του, έτσι επίμονα που έμεναν τα χείλη της πάνω στα δικά του, τη σήκωσε και προχώρησε προς το γραφείο. Όταν έφτασε, έριξε στο πάτωμα ό,τι υπήρχε εκεί πάνω με μια αδέξια κίνηση του χεριού του, προσέχοντας να μην τη ρίξει κάτω. Γέλασε και διέκοψε το φιλί τους. «Εδώ;» «Εδώ». Τα μάτια του έλαμψαν την ώρα που άρχισε να λύνει τη γραβάτα του. Σήκωσε τη φούστα της. Του ξεκούμπωσε γρήγορα το γιλέκο και το πουκάμισο. Τα χέρια της άρχισαν να χαϊδεύουν το δέρμα του. Ξεκούμπωσε το παντελόνι του κι έπειτα γλίστρησε το ένα του χέρι ανάμεσα στους μηρούς της, μέχρι που τα δάχτυλά του χάθηκαν μέσα στο καυτό μέλι που τον περίμενε. Έβαλε τα χέρια της πίσω από το κεφάλι του και τον τράβηξε κοντά της, προσφέροντας το υπέροχο, πλούσιο στόμα της στο δικό του. Γύρισε το κορμί της, την έφερε πιο κοντά κι έπειτα βόγκηξε χαμηλόφωνα την ώρα που έσφιγγε γύρω του τα πόδια της. Γέμιζε φιλιά τον λαιμό και το στήθος του, ενώ εκείνος πηγαινοερχόταν πάνω της. Πιο γρήγορα, πιο δυνατά. Οι κοφτές τους ανάσες αντηχούσαν γύρω τους. Αρπάχτηκε αποπάνω του και φώναξε το όνομά του, σαν ευλογία ή σαν κατάρα, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει. Το όνομά της στα χείλη του ήταν σίγουρα κατάρα πάντως, την ώρα που τον πλημμύριζε η ηδονή, ανελέητη και αδίστακτη. Την κράτησε σφιχτά όσο κρατούσαν οι σπασμοί τους, κι εκείνη τυλίχτηκε γύρω του, με το καταφύγιό της να πάλλεται ακόμα από την κορύφωση. Γιατί ήταν πάντα τόσο έντονα μαζί της; Γιατί ένιωθε αδύναμος μετά, αλλά και τόσο δυνατός μαζί; Αναστέναξε και πίεσε το μέτωπό του στο δικό της. «Θα αργήσουμε στο ραντεβού μας». «Πρέπει να φύγουμε;» Δεν είχε γνωρίσει ποτέ άλλη γυναίκα που έμοιαζε να απολαμβάνει την κοινή τους κορύφωση με την ίδια ένταση που την απολάμβανε κι εκείνος. «Μας περιμένουν». Έσκυψε πίσω για να τον κοιτάξει στα μάτια. «Ποιοι;» «Λίγοι φίλοι. Έχουμε κανονίσει μια ιδιωτική παρτίδα. Τα στοιχήματα είναι πολύ υψηλά κι αυτό σημαίνει ότι το παιχνίδι θα είναι συγκλονιστικό». «Απλώς θα παρακολουθώ, λοιπόν». «Θα παίξεις». «Δεν θα διακινδυνεύσω τις πέντε χιλιάδες μου». Έσπρωξε μια τούφα από τα μαλλιά της πίσω από το αφτί της. Του άρεσε το αναψοκοκκινισμένο δέρμα της και η ατημέλητη εμφάνισή της. «Όλα τα έξοδα είναι δικά μου αυτή τη βδομάδα, θυμάσαι;»


«Κι αν κερδίσω;» «Οτιδήποτε κερδίσεις πέρα από αυτά που θα σου δώσω είναι δικό σου». «Δεν βλέπω πώς μπορώ να αρνηθώ, λοιπόν». Δεν μπορούσε, χωρίς να αθετήσει τη συμφωνία τους. Ήταν δική του απόψε, όπως κι αν την ήθελε. Και σκόπευε να το εκμεταλλευτεί στο έπακρο. • «Με ξεγέλασες», είπε ο Άβεντεϊλ, καθισμένος απέναντί της στην άμαξα. «Μπορείς να τους ξεγελάσεις κι εκείνους. Μην τους δείξεις ποτέ ότι έχεις τραβήξει καλό φίλο – ή κακό. Φρόντισε η έκφρασή σου να είναι ουδέτερη. Θα τα καταφέρεις περίφημα». Είχε βάλει κόκκινα γιατί αυτό ήθελε εκείνος να φορέσει. Το κόσμημα κρεμόταν βαρύ στον λαιμό της, γιατί το ήθελε εκείνος. Δεν της άρεσε, αλλά η αλήθεια ήταν πως ήθελε να τον ικανοποιεί. «Δεν περίμενα να είστε ανειλικρινής, εξοχότατε». «Το παιχνίδι που παίζουμε απόψε δεν έχει να κάνει μόνο με τα χαρτιά. Θα σου αρέσει». «Είναι σημαντικό να μην ξέρουν οι άλλοι την αλήθεια για εμένα. Δεν θέλω να κάνουν ερωτήσεις. Πώς θα εξηγήσεις, λοιπόν, την παρουσία μου;» «Δεν θα χρειαστούν εξηγήσεις. Εξάλλου, δεν έχω καμία διάθεση να μάθουν ότι έπεσα θύμα της απάτης σου». «Όχι απόλυτα. Διαφορετικά δεν θα ήμουν εδώ απόψε». Κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Πληγώνει την περηφάνια μου ότι θα μπορούσες να φύγεις τόσο εύκολα χωρίς να έχουμε λύσει όλα τα ζητήματα ανάμεσά μας». «Σίγουρα όχι τόσο εύκολα, και σίγουρα όχι χωρίς να το μετανιώσω». Την κοίταξε σαν να μπορούσε να δει μέσα στις σκιές, μέσα από τα ρούχα της, κατευθείαν στην ψυχή της. «Τους άλλους τους άφηνες εύκολα;» «Ναι». «Υποθέτω πως αυτό με παρηγορεί κάπως. Πόσοι άλλοι υπήρξαν;» «Σου το είπα και χτες το βράδυ ότι δεν θα συζητήσω το παρελθόν μου». «Κι όμως, με γοητεύουν όσα μπορεί να κρύβει». Αναστέναξε και κοίταξε έξω από το παράθυρο, χωρίς να πέσει στην παγίδα του. Ήξερε ήδη πολλά, αρκετά για να την κλείσει στη φυλακή αν ήθελε. Έπρεπε να πιστέψει πως, όταν τελείωνε ο χρόνος τους, δεν θα ζητούσε να την εκδικηθεί στα δικαστήρια, θα τηρούσε την υπόσχεσή του και θα την άφηνε να φύγει. Η άμαξα σταμάτησε. Βγήκε πρώτος και τη βοήθησε να κατέβει και τότε κατάλαβε ότι βρίσκονταν πίσω από τους Δίδυμους Δράκους. «Ντρέπεσαι να σε δουν μαζί μου;» τον ρώτησε, ενοχλημένη που το παρελθόν της θα την εμπόδιζε να έχει κάτι παραπάνω από μια σαρκική σχέση με έναν άντρα της δικής του θέσης. «Αντιθέτως, αλλά έτσι συνηθίζουμε κάτι τέτοιες βραδιές – όταν θέλουμε το παιχνίδι να είναι ιδιωτικό». Ανέβηκαν τις σκάλες και διέσχισαν κάποιους σκοτεινούς διαδρόμους, μέχρι που ο Άβεντεϊλ σταμάτησε μπροστά σε μία πόρτα και χτύπησε αρκετές φορές, με έναν τρόπο που της θύμιζε παιδικό τραγουδάκι.


Άνοιξε ένα μικρό παραθυράκι στην πόρτα. «Σύνθημα;» ρώτησε μια βραχνή φωνή. «Φίγκαν», απάντησε ο Άβεντεϊλ. Η πόρτα άνοιξε και την οδήγησε στο εσωτερικό. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, αλλά ξεχώριζε αρκετές καρέκλες και τραπέζια με ποτά. «Ποιος είναι ο Φίγκαν;» τον ρώτησε. «Ένα γέρικο κάθαρμα, που δίδαξε στους γονείς των ανθρώπων που θα συναντήσεις πώς να επιβιώνουν στους δρόμους». «Ακούγεται ενδιαφέρουσα ιστορία», είπε. «Δεν είναι η μοναδική». Με το χέρι του στην πλάτη της, πέρασαν μέσα από τις κουρτίνες κι έπειτα τράβηξε άλλη μία και μπήκαν σε ένα φωτεινό δωμάτιο, όπου είχαν ήδη συγκεντρωθεί οι υπόλοιποι. «Ήρθατε», είπε ένας άντρας με σκούρα μαλλιά. Στο πλάι του μια γυναίκα με τα πιο εντυπωσιακά κόκκινα μαλλιά που είχε δει ποτέ. «Νομίζαμε πως άλλαξες γνώμη». «Όχι όταν έχω την ευκαιρία να σας πάρω τα λεφτά», είπε ο Άβεντεϊλ. «Επιτρέψτε μου να σας συστήσω την κυρία Ρόζαλιντ Σαρπ. Ρόουζ, ο δούκας και η δούκισσα του Λόβινγκτον». Η Ρόουζ υποκλίθηκε. «Χαίρω πολύ». «Θα δούμε πώς θα νιώθετε στο τέλος της βραδιάς, όταν θα έχω πάρει όλα σας τα χρήματα», είπε η δούκισσα χαμογελώντας. «Μην τη δυσκολέψεις πολύ, Γκρέις». Την τράβηξε προς το μέρος του σαν να ήθελε να την προστατεύσει και είπε: «Τον Ντρέικ τον ξέρεις, φυσικά». Θα έπρεπε να το περιμένει ότι και ο Ντρέικ Ντάρλινγκ θα ήταν εδώ. «Μου αρέσει πολύ η λέσχη σας». Την κοίταξε επίμονα, δίνοντάς της την εντύπωση ότι έβλεπε περισσότερα απ’ όσα ήθελε εκείνη. «Χαίρομαι που το ακούω», της είπε. Ο Άβεντεϊλ έστρεψε την προσοχή της Ρόουζ σε έναν ψηλό κύριο. «Ο μαρκήσιος του Ρέξτον». Πριν προλάβει να υποκλιθεί, ο μαρκήσιος είχε ήδη φέρει το χέρι της στα χείλη του, αλλά ο διάβολος χόρευε στα γαλάζια του μάτια και υποψιάστηκε πως διασκέδαζε εις βάρος του Άβεντεϊλ, γιατί ένιωσε τα χέρια του δούκα να σφίγγονται στην πλάτη της. «Πάντα η χαρά μου είναι μεγάλη όταν έχουμε μια όμορφη γυναίκα στη συντροφιά μας». «Είστε πολύ ευγενικός, κύριε, αλλά έχω καθρέφτη και γνωρίζω ότι δεν είμαι και τόσο όμορφη». «Νομίζω πως ο καθρέφτης σας είναι σπασμένος. Ίσως πρέπει να σας χαρίσω έναν καινούριο». Συνειδητοποίησε από το φλερτ του ότι σίγουρα αντιλαμβανόταν τον ρόλο της στη ζωή του Άβεντεϊλ. Πιθανότατα τον αντιλαμβάνονταν όλοι. «Δεν χρειάζεται καθρέφτη», του είπε ο Άβεντεϊλ. «Όλες οι γυναίκες χρειάζονται έναν καθρέφτη». Ο Ρέξτον άφησε το χέρι της. Ήταν αρκετά ευχάριστος, αλλά δεν την τραβούσε όσο ο Άβεντεϊλ. «Επιτέλους, υποκόμη Λάνγκτον», είπε ο Άβεντεϊλ. Ο Λάνγκτον τής χαμογέλασε. «Δεν περίμενα ποτέ να γνωρίσω μια γυναίκα που θα


βάλει στον ίσιο δρόμο τον Άβεντεϊλ». «Δεν έκανα κάτι τέτοιο». «Αυτό θα το δούμε». «Εγώ ήθελα να παίξουμε χαρτιά», είπε ο Άβεντεϊλ ξαφνικά, κάνοντάς τους να τιναχτούν. «Μπορούμε να πάμε αλλού, αν θέλετε να συνεχίσετε να κουτσομπολεύετε σαν γεροντοκόρες». «Ας παίξουμε, λοιπόν», είπε ο Ρέξτον. Με τον Άβεντεϊλ στο πλευρό της, η Ρόουζ κάθισε απέναντι από τη δούκισσα και τους άλλους κυρίους δεξιά κι αριστερά της. Είχε εντυπωσιαστεί από τα τόσα χρήματα που μετέτρεπαν σε μάρκες. «Δεν κλέβουμε, Γκρέις», πέταξε ο Άβεντεϊλ. «Όχι, βέβαια, όταν έχουμε καλεσμένους», απάντησε η δούκισσα, προσβεβλημένη τάχα που είχε σκεφτεί κάτι τέτοιο. «Κλέβετε;» Η Ρόουζ δεν άντεξε να μη ρωτήσει. Η δούκισσα χαμογέλασε. «Φυσικά». «Πρόσφατα ανακάλυψα πως η αδερφή μου είναι πολύ καλή σ’ αυτό», είπε ο Ρέξτον και μόνο τότε η Ρόουζ αντιλήφθηκε τις ομοιότητες στα χαρακτηριστικά τους. Έχανε την παρατηρητικότητά της. Κανονικά θα το είχε προσέξει αμέσως. Ο Άβεντεϊλ έφταιγε, που της αποσπούσε την προσοχή. Αυτός μονοπωλούσε το ενδιαφέρον της. Πώς μπορούσε να τα περιγράψει όλα αυτά στον Χάρι, αν δεν τους έδινε την αμέριστη προσοχή της; «Δεν το πιστεύω ότι δεν το καταλάβατε», είπε ο Ντάρλινγκ ανακατεύοντας. Προφανώς ο ρόλος του ήταν απλώς να μοιράζει τα χαρτιά, μια και δεν είχε πάρει μάρκες. «Δεν περίμενα τέτοια κόλπα από κάποια τόσο γλυκιά», μουρμούρισε ο Ρέξτον. «Τα κόλπα μου μου έφεραν τον Λόβινγκτον», είπε, βάζοντας το χέρι της πάνω στο χέρι του συζύγου της. Της χαμογέλασε, γύρισε την παλάμη του προς τα πάνω και έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της. Ο Άβεντεϊλ έσκυψε προς το μέρος της Ρόουζ και ψιθύρισε: «Είναι εμετικά ερωτευμένοι. Θα πάρω λίγο ουίσκι. Θέλεις;» «Ναι, θα πιω κι εγώ». Ο Άβεντεϊλ έκανε νόημα σε έναν υπηρέτη κι εκείνη μουρμούρισε: «Τους βρίσκω πολύ χαριτωμένους». Συνοφρυώθηκε, αλλά χωρίς ίχνος δυσαρέσκειας. Ένιωθε κολακευμένη που ήθελε να περάσει ένα ολόκληρο βράδυ με τους φίλους του κι εκείνη. Κολακευμένη και ήρεμη. Ήταν ανάμεσα σε ευγενείς, κι όμως δεν τους έβρισκε τόσο διαφορετικούς από την ίδια. «Παίζετε πόκερ, κυρία Σαρπ;» ρώτησε ο Ντάρλινγκ. «Παρακαλώ να με λέτε Ρόουζ. Όλοι σας. Και όχι, δεν παίζω. Δεν παίζω χαρτιά συνήθως. Δεν κερδίζω εύκολα τα χρήματά μου». Ο Άβεντεϊλ έκανε έναν θόρυβο σαν να πνίγεται. Καθάρισε τον λαιμό του. «Γι’ αυτό απόψε θα παίξει με τις δικές μου μάρκες». «Δεν θα παίξεις;» τον ρώτησε, καθώς οι υπηρέτες άρχισαν να τοποθετούν ποτήρια με κεχριμπαρένιο ποτό μπροστά τους. «Όχι μέχρι να βεβαιωθώ ότι κατάλαβες το παιχνίδι».


Η δούκισσα σήκωσε το ποτήρι της. «Μια πρόποση, στο καινούριο μας μέλος. Μακάρι η τύχη να σου χαμογελάσει απόψε, Ρόουζ». «Στην υγειά της!» είπαν οι κύριοι εν χορώ, σηκώνοντας τα ποτήρια τους και αδειάζοντας το περιεχόμενο με τη μία. Έριξαν τις μάρκες τους στο κέντρο του τραπεζιού. Ο Ντάρλινγκ άρχισε να μοιράζει τα χαρτιά. Η Ρόουζ περίμενε μέχρι να σταματήσει. Πήρε τα χαρτιά της και τα άπλωσε. Ο Άβεντεϊλ έσκυψε, με το χέρι του στην πλάτη της καρέκλας της και τα δάχτυλά του να χαϊδεύουν το μπράτσο της. Δεν ήταν σίγουρη ότι αντιλαμβανόταν τι έκανε, εκείνη, όμως, καταλάβαινε πολύ καλά. Πώς περίμενε να συγκεντρωθεί ενώ ήταν τόσο κοντά της, ενώ το άρωμά του από σανταλόξυλο και περγαμόντο προκαλούσε την όσφρησή της; Κοίταξε τα μακριά του δάχτυλα να απλώνουν τα χαρτιά της, να τα βάζουν σε διαφορετική σειρά, και τα σκέφτηκε να τη χαϊδεύουν, να σφίγγουν το στήθος της, να τσιμπάνε τη θηλή της. Είχε τόσο ικανά χέρια. Τόσο αρρενωπά. Ήταν αστείο πόσο πολύ την επηρέαζαν. Με τα χείλη του κοντά στο αφτί της και τη χαμηλή φωνή του να θυμίζει το χάδι ενός εραστή, της εξήγησε τους διάφορους συνδυασμούς, τους πόντους, ποιος είχε μεγαλύτερη αξία – πράγματα που της είχε ήδη εξηγήσει στην άμαξα καθώς έρχονταν. Θυμόταν κάθε του λέξη, θα μπορούσε να θυμηθεί κάθε λέξη που είχε βγει από τα χείλη του ακόμα και στο νεκροκρέβατό της. Ευχήθηκε να μην είχε αυτή την επιρροή πάνω της, αν και το απολάμβανε. Την άφησε να διαλέξει τα χαρτιά που θα έριχναν και δεν φάνηκε να απογοητεύεται καθόλου όταν έχασαν τον πρώτο γύρο από τη δούκισσα. «Εμείς θα κερδίσουμε τον επόμενο», της είπε. Εμείς. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει στο στήθος της τόσο δυνατά, που ήταν σίγουρη ότι όλοι στο δωμάτιο άκουγαν το σφυροκόπημά της. Ένιωσε περήφανη που το χέρι της δεν έτρεμε όταν σήκωσε το ποτήρι της για να πιει μια μεγάλη γουλιά. Δεν ήταν ποτέ ξανά μέρος ενός εμείς. Αν και δεν ήταν μόνη στη ζωή –είχε τον Χάρι, τον Μέρικ, τη Σάλι, τον Τζόσεφ–, εκείνη ήταν αυτή που έπαιρνε όλα τα ρίσκα, εκείνη αποφάσισε το σχέδιο, εκείνη δούλευε μόνη και τα αντιμετώπιζε όλα μόνη. Δεν ενέπλεκε ποτέ τους άλλους. Ο Χάρι δεν είχε ιδέα πώς εξασφάλιζε το σπίτι, το φαγητό ή τα ρούχα τους. Δεν ήξερε ότι ήταν μια απατεώνισσα. Σ’ αυτή την πλευρά της ζωής της ήταν μόνη. Αν την έπιαναν, εκείνη θα έμπαινε φυλακή, εκείνη θα πλήρωνε. Δεν θα έθετε σε κίνδυνο τους άλλους. Κουβαλούσε μόνη το βάρος των αμαρτιών της. Μοίρασαν τα χαρτιά του καινούριου γύρου. Σήκωσε τα δικά της και είδε τρία δεκάρια. Συνοφρυώθηκε ανεπαίσθητα, ενώ ο Άβεντεϊλ άρχισε να τα γυρίζει στα χέρια της σαν να μην μπορούσε να βρει κάποιον ικανοποιητικό τρόπο να τα συνδυάσει. Έπειτα την άφησε να παρατηρήσει τους υπόλοιπους παίκτες. Τα πρόσωπά τους ήταν εντελώς ανέκφραστα. Ούτε ένα χαμόγελο ούτε μια ένδειξη αν ήταν ικανοποιημένοι ή δυσαρεστημένοι από το φύλλο τους. Γι’ αυτό του άρεσε να παίζει μαζί τους. Δεν ήταν για τα χρήματα ή για τη νίκη. Ήθελε απλώς να τους ξεγελάσει. Μήπως την είχε φέρει εκεί επειδή κι εκείνη είχε καταφέρει να τον ξεγελάσει;


Μόνο που δεν το είχε καταφέρει, τελικά όχι, όχι όταν είχε σημασία. Δεν την είχαν ανακαλύψει ποτέ πριν. Οι άνθρωποι καταλάβαιναν τι είχε κάνει αργότερα, ποτέ στη διάρκεια του κόλπου της. Γιατί την είχε ξεσκεπάσει; Δεν ήθελε να σκεφτεί πως ίσως το είχε επιτρέψει επίτηδες, πως ήθελε να την πιάσει. Δεν είχε νόημα. Δεν ήξερε ακόμα αρκετά πράγματα γι’ αυτόν, ώστε να είναι σίγουρη ότι δεν θα την κατέδιδε στις Αρχές. Τα τρία δεκάρια της πήραν εκείνη την παρτίδα. Μάζεψε τις μάρκες. Έβγαλε αρκετά κέρδη απόψε. Αναρωτήθηκε γιατί δεν ένιωσε την ικανοποίηση που ένιωθε συνήθως όταν έπαιρνε χρήματα από όσους μπορούσαν να τα χάσουν. Κανείς από τους ανθρώπους γύρω της δεν θα υπέφερε επειδή τους πήρε μερικά χρήματα. Κι όμως δεν ένιωθε και τόσο θριαμβευτικά στη σκέψη ότι τους πήρε τα λεφτά. Ήταν ένα απλό παιχνίδι της τύχης. Ήταν όλοι ισότιμοι εκεί, η τύχη τους καθοριζόταν από την τράπουλα, αλλά δεν ήθελε να τους κερδίσει. Πάντα έβλεπε την αριστοκρατία από απόσταση, πάνω σε βάθρα που έφταναν στα σύννεφα. Ανάμεσα στις παρτίδες, τους παρακολουθούσε να αποβάλλουν τα ανέκφραστα προσωπεία του παιχνιδιού και να γελούν, να αστειεύονται, να πειράζουν ο ένας τον άλλο. Παρότι ήταν φίλοι του Άβεντεϊλ, σπάνια τον συμπεριλάμβαναν στα αστεία τους. Συνειδητοποίησε πως δεν ήταν ότι δεν ήθελαν, απλώς εκείνος παρέμενε με κάποιον τρόπο αποστασιοποιημένος, σαν να μην ένιωθε και τόσο άνετα στον κύκλο τους. Κι όμως είχε γοητευτεί απ’ αυτούς. Ήταν ευγενικοί, αστείοι – και γενναιόδωροι, όπως ανακάλυψε όταν κέρδισε τρεις παρτίδες στη σειρά. «Φαίνεται πως τα ορφανοτροφεία σου δεν θα ωφεληθούν απόψε», σχολίασε ο Ρέξτον. «Η Γκρέις πάντα δωρίζει τα κέρδη της στα ορφανοτροφεία που ίδρυσαν οι γονείς μας», της εξήγησε ο Ντάρλινγκ. Η Ρόουζ πάσχισε να κρύψει την έκπληξή της. Ήταν μέλος της οικογένειάς τους; «Όχι πια», είπε η δούκισσα. Αρκετά πρόσωπα γύρω από το τραπέζι συνοφρυώθηκαν. Ο Λόβινγκτον, ωστόσο, ακούμπησε απλώς το χέρι του πάνω στο χέρι της γυναίκας του. Του χαμογέλασε κι έπειτα απευθύνθηκε στους υπόλοιπους. «Θα φτιάξω ένα καταφύγιο στα κτήματα της προίκας μου». «Με ποιο σκοπό;» ρώτησε ο Λάνγκτον. «Για όσες γυναίκες έχουν υποβληθεί σε καταστροφικές επεμβάσεις. Έναν χώρο για να αναρρώνουν και να μη νιώθουν τόσο μόνες». «Μπράβο», είπε ο Λάνγκτον και σήκωσε το ποτήρι του. «Από σήμερα, τα κέρδη μου θα πηγαίνουν κι αυτά στο εγχείρημά σου». Του χάρισε ένα χαμόγελο ευγνωμοσύνης και η Ρόουζ αναρωτήθηκε αν όλοι δώριζαν κάπου τα κέρδη τους. Μήπως περίμεναν να δωρίσει και τα δικά της; Γι’ αυτό είχε επιμείνει τόσο ο Άβεντεϊλ να τα κρατήσει; Δεν μπορούσε να τα πάρει μαζί της; Δεν θα ένιωθε ενοχές που δεν είχε δώσει ποτέ μέρος των παράνομων κερδών της σε κάποιον άλλο πέρα από τον στενό της κύκλο. Δεν είχε όσα αυτοί οι άνθρωποι. Εκείνοι μπορούσαν να δώσουν χωρίς να υποφέρουν. Κι όμως αυτό δεν μείωνε τον σεβασμό της απέναντί τους. Δεν ήταν εγωιστές, όπως είχε αρχικά υποθέσει, ούτε τους απασχολούσε μονάχα η ευχαρίστηση.


Αυτή η επίγνωση την έκανε να νιώθει ακόμα πιο μεγάλη περιέργεια για τον Άβεντεϊλ. Πώς ταίριαζε μαζί τους; Πόσο τους έμοιαζε; Φαινόταν τόσο διαφορετικός. Σταμάτησε να ανακατεύει τα χαρτιά της, αν και παρέμενε πλάι της. Όταν έχανε μια παρτίδα, της εξηγούσε πώς θα μπορούσε να έχει παίξει καλύτερα, τι θα έπρεπε να έχει κρατήσει. Μερικές φορές, ακόμα κι όταν κέρδιζε, της επισήμαινε πώς θα μπορούσε να αυξήσει ακόμα περισσότερο τις πιθανότητες. «Είναι πολύ εύκολο να το λες, όταν έχεις δει ό,τι έχουν παίξει όλοι», είπε περιπαικτικά. Χαμογέλασε και πέρασε το δάχτυλό του από τον αυχένα και τους ώμους της. «Μια μέρα θα με ευχαριστείς για τα μαθήματα που σου έδωσα απόψε». Αναρωτήθηκε αν αναφερόταν σε κάτι άλλο πέρα από τα χαρτιά. «Αμφιβάλλω. Δεν θα παίξω ποτέ με δικά μου χρήματα». Χαμογέλασε ξανά. «Θα δούμε πώς θα νιώθεις όταν τελειώσει η βραδιά, ειδικά αν κερδίσεις ένα μεγάλο ποσό. Όταν νιώσεις την έξαψη της νίκης, πάντα την αναζητάς». «Τότε ελπίζω να μην τη νιώσω, γιατί θα δυσκολευτώ πολύ να επιδιώξω ξανά να τη ζήσω». «Λέω συχνά», είπε ο Ντάρλινγκ, «ότι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε κάποιον είναι να κερδίσει την πρώτη φορά που παίζει χαρτιά». «Πρόσεξα ότι εσείς δεν παίζετε», είπε η Ρόουζ. Ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν τον αφήνουμε να παίζει», είπε ο Άβεντεϊλ. «Είναι ο πιο επιδέξιος κλέφτης απ’ όλους μας». Η Ρόουζ γέλασε. «Το ανέφερες και πριν αυτό. Σοβαρά μιλάς; Κλέβετε όλοι όταν παίζετε;» «Μερικές φορές», απάντησε η δούκισσα κοιτάζοντας λοξά τον σύζυγό της και χαμογελώντας. «Αν, όμως, σε πιάσουν να το κάνεις, πρέπει να επιστρέψεις όλα σου τα κέρδη». «Δεν κλέβω ποτέ», είπε ο Ρέξτον. «Και σπάνια κερδίζεις», είπε ο Ντάρλινγκ. «Θα χαρώ πολύ να σε διδάξω». «Η μητέρα θα γινόταν έξαλλη – είσαι ελεύθερος για μάθημα αύριο το βράδυ;» Η Ρόουζ γέλασε. Δεν ήθελε να συμπαθήσει αυτούς τους αριστοκράτες, αλλά το έκανε. Δεν ήθελε να θυμάται ότι είχε μπει στη λέσχη ψάχνοντας μια εύκολη λεία. Σίγουρα είχε κάνει λάθος. Έπαιξαν μερικές παρτίδες ακόμα κι έπειτα ο Ντάρλινγκ τέντωσε τα δάχτυλά του. «Ας κάνουμε ένα διάλειμμα, τι λέτε; Πρέπει να δω μερικά πράγματα». «Το προσωπικό σου θα σε ενημερώσει αν παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα», παρατήρησε ο Λόβινγκτον. «Θέλω να τα ελέγξω όλα μόνος μου. Δέκα λεπτά θα κάνω μόνο». Σηκώθηκαν όλοι όρθιοι. Η Ρόουζ ζαλίστηκε για μια στιγμή. Κοίταξε το ποτήρι της. Ήταν σχεδόν γεμάτο. Έπινε όσο έπαιζαν, αλλά δεν είχε πιει και τόσο πολύ. «Είσαι καλά;» ρώτησε ο Άβεντεϊλ, πιάνοντάς την από τον αγκώνα. Του χαμογέλασε. «Ναι, είμαι μια χαρά. Μου αρέσουν οι φίλοι σου». «Και εκείνοι σε συμπάθησαν». «Πώς το ξέρεις;»


«Επειδή δεν κλέβουν». «Ίσως και να κλέβουν, πάντως με αφήνουν να κερδίσω. Υποθέτω πως οι άνθρωποι καταφεύγουν σε απάτες για πολλούς λόγους». «Αν ψάχνεις να βρεις κάποιον ενάρετο, σίγουρα δεν θα τον βρεις εδώ». Υποψιάστηκε πως ίσως να έκανε λάθος. Μπορούσε να αξιολογεί τους άλλους. Και αυτοί εδώ της έμοιαζαν… αυθεντικοί. Νοιαζόταν ο ένας για τον άλλο, φρόντιζε ο ένας τον άλλο. Χαιρόταν που τους είχε ο Άβεντεϊλ, αν και δεν ήταν σίγουρη πως εκείνος το εκτιμούσε πραγματικά. «Άβεντεϊλ, μπορώ να σου πω μια στιγμή;» τους διέκοψε ο Λόβινγκτον. «Ναι, φυσικά». Την κοίταξε. «Σε πειράζει;» «Όχι, καθόλου». Απομακρύνθηκαν λίγο. Η Ρόουζ ευχήθηκε να μπορούσε να διαβάζει τα χείλη, αναρωτήθηκε τι ήταν το τόσο επείγον που ο Λόβινγκτον... «Για εμένα το έκανε», είπε η δούκισσα. Η Ρόουζ γύρισε και βρέθηκε αντιμέτωπη με δύο ευγενικά αλλά περίεργα μάτια. «Ήθελα να μείνουμε λίγο μόνες», της εξήγησε η δούκισσα. «Ήταν εξαρχής φανερό ότι ο Άβεντεϊλ δεν θα απομακρυνόταν ούτε στιγμή από κοντά σας. Δεν τον έχω ξαναδεί τσιμπημένο». «Αν εννοείτε ότι σας μοιάζει τσιμπημένος απόψε, φοβάμαι πως έχετε παρεξηγήσει τα πράγματα». «Πώς γνωριστήκατε;» ρώτησε. «Εδώ, στον χορό των εγκαινίων». «Είστε μέλος, λοιπόν;» «Ναι». Ήθελε να αποφύγει άλλες ερωτήσεις. «Εξεπλάγην που εσείς και ο κύριος Ντάρλινγκ έχετε τους ίδιους γονείς». Η δούκισσα της χαμογέλασε θερμά. «Οι γονείς μου τον υιοθέτησαν όταν ήταν μικρός. Μεγάλωσε σαν αδερφός μου». «Οι γονείς σας είναι…;» Μετάνιωσε για τη συνήθεια που είχε να ψάχνει για λεπτομέρειες που θα τη βοηθούσαν να εντοπίσει ποιον θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί πιο εύκολα. «Ο δούκας και η δούκισσα του Γκρέιστοουν». «Με τόσους δούκες γύρω μου, είμαι σίγουρη πως δεν έχω ξαναβρεθεί ανάμεσα σε τόσο σημαντική συντροφιά». «Είμαστε μάλλον ασυνήθιστα συνηθισμένοι. Η μητέρα μου και ο πατέρας του Λάνγκτον ξεκίνησαν τη ζωή τους στους δρόμους και κατάφεραν να επιβιώσουν. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν έχουν όλοι τη δική μας τύχη». «Γι’ αυτό φτιάχνετε αυτό το καταφύγιο;» «Είναι λίγο πιο προσωπικό». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και χαμογέλασε. «Βλέπω ότι οι κύριοι επιστρέφουν». Ο Λόβινγκτον πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της γυναίκας του και την τράβηξε κοντά του. Ο Άβεντεϊλ ακούμπησε το χέρι του στην πλάτη της Ρόουζ. Δεν ήθελε κάτι παραπάνω. Ήταν ανόητο να θέλει κάτι παραπάνω. «Βαρέθηκα τα χαρτιά», είπε ο Άβεντεϊλ. «Πάμε στου Κρέμορν». «Στου Κρέμορν;» ρώτησε η Ρόουζ. Είχε ακούσει να μιλούν γι’ αυτό το μέρος. Ήταν το άντρο της παρακμής. Κάποιοι, μάλιστα, ισχυρίζονταν ότι έπρεπε να


κλείσει. «Δεν έχω πάει ποτέ». «Σ’ αυτό το μέρος θριαμβεύει η ακολασία... κι εγώ». Κοίταξε τον Λόβινγκτον. «Θα έρθεις μαζί μας;» Ο Λόβινγκτον κούνησε το κεφάλι. «Όχι». Ο Άβεντεϊλ στράφηκε προς τη δούκισσα. «Τον έχεις κάνει φριχτά βαρετό». «Με έχει κάνει φριχτά ευτυχισμένο», απάντησε ο Λόβινγκτον. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Η Ρόουζ δεν ήταν σίγουρη τι ακριβώς συνέβαινε. «Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία», τους είπε. «Πρέπει να βρεθούμε για τσάι κάποια στιγμή», της είπε η δούκισσα. «Πολύ καλή ιδέα». Ο Άβεντεϊλ άρχισε να την απομακρύνει. «Ξέχασες τα χρήματά σου», του είπε, καθώς έφευγαν από το τραπέζι. «Ο Ντάρλινγκ θα εξαργυρώσει τις μάρκες μου και θα μου στείλει τα χρήματα». «Τον εμπιστεύεσαι;» «Δεν κερδίζει τίποτα αν με κλέψει. Ξέρω ακριβώς πόσα χρήματα είναι πάνω στο τραπέζι. Κέρδισες πεντακόσιες λίρες. Θα σου τις δώσω αργότερα». «Να τις δώσεις στη δούκισσα». Την κοίταξε. «Ποια δούκισσα; Την Γκρέις εννοείς;» Έγνεψε καταφατικά και το στομάχι της σφίχτηκε. Θα μπορούσε να αγοράσει βιβλία για τον Χάρι με αυτά τα λεφτά. Τι σκεφτόταν και τα έδωσε; Ίσως ήθελε να σώσει την ψυχή της. Λες και η ίδια δεν άξιζε κάτι τόσο καλό. «Για το καταφύγιό της». «Θα το συζητήσουμε αύριο», της είπε, «όταν θα σκέφτεσαι πιο καθαρά». «Σκέφτομαι πολύ καθαρά και τώρα». Χαμογέλασε. «Έτσι νομίζεις. Μου κάνει εντύπωση που μπορείς ακόμα να περπατάς». «Δεν ήπια πολύ. Το ποτήρι μου ήταν σχεδόν γεμάτο». «Οι υπηρέτες πληρώνονται να είναι διακριτικοί – και να κρατούν τα ποτήρια σχεδόν γεμάτα. Πίστεψέ με, ήπιες πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζεις. Και θα πιούμε ακόμα παραπάνω μέχρι να τελειώσει η βραδιά». • Καθώς η άμαξα διέσχιζε τους δρόμους μέσα στη νύχτα, ο Άβεντεϊλ αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι είχε απολαύσει να βλέπει τη Ρόουζ να παίζει χαρτιά πολύ περισσότερο απ’ όσο είχε απολαύσει ποτέ να παίζει ο ίδιος. Του άρεσε ο τρόπος που φωτιζόταν το πρόσωπό της κάθε φορά που κέρδιζε μια παρτίδα, εντυπωσιαζόταν από τον τρόπο που έκρυβε την απογοήτευσή της όταν έχανε. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να γίνει ηθοποιός. «Είσαι σίγουρος ότι πρέπει να πάμε;» τον ρώτησε. Καθόταν απέναντί του. Αν ήταν πλάι της, θα την έκανε δική του πριν καν φτάσουν στον προορισμό τους. Έπρεπε να πάνε κατευθείαν στο σπίτι του. Δεν ήξερε γιατί ήθελε να περάσει χρόνο μαζί της στου Κρέμορν, όταν θα περνούσε τόσο καλύτερα μαζί της στο κρεβάτι του. «Είμαι σίγουρη ότι θα βρέξει πριν ξημερώσει». Γέλασε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η ομίχλη δεν είχε πέσει ακόμα. «Δεν θα


βρέξει». «Βάζω στοίχημα τις πεντακόσιες λίρες που κέρδισα απόψε. Αν δεν βρέξει πριν ο ήλιος τρυπήσει τον ορίζοντα, είναι δικές σου. Αν βρέξει, κρατάω τις πεντακόσιες λίρες κι εσύ δίνεις άλλες τόσες από την τσέπη σου στη δούκισσα και της λες ότι είναι από εμένα». «Θα της άρεσε πολύ το πονηρό σου στοίχημα», της είπε. «Δεν χρειάζομαι, όμως, χρήματα. Αν δεν βρέξει, θα κερδίσω άλλη μια νύχτα μαζί σου στο κρεβάτι μου». «Σύμφωνοι». Ξαφνιάστηκε που συμφώνησε τόσο εύκολα. Της άρεσε, άραγε, η ιδέα να περάσει άλλη μια νύχτα στο κρεβάτι του ή ήταν τόσο περήφανη που πίστευε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να χάσει τώρα που είχε γευτεί τον θρίαμβο; Δεν είχε σημασία. Το στοίχημα ήταν δικό του. Ο αέρας δεν μύριζε καν βροχή. «Μου αρέσουν οι φίλοι σου, αλλά έχω την εντύπωση ότι η φιλία σας δεν είναι βαθιά». Ήταν πολύ έξυπνη. Έπρεπε να το φανταστεί ότι θα πρόσεχε κι άλλα πράγματα εκτός από τα χαρτιά. «Είμαι πιο κοντά με τον Λόβινγκτον. Μαζί του έμπαινα σε μπελάδες πριν τον αρπάξει η Γκρέις». «Δεν εγκρίνεις τη δούκισσα;» «Δεν εγκρίνω καμία γυναίκα που οδηγεί έναν άντρα στην εκκλησία». «Κάποια στιγμή θα παντρευτείς κι εσύ». «Αμφιβάλλω». «Μα είσαι δούκας. Πρέπει να αποκτήσεις διάδοχο. Τα νόθα παιδιά σου δεν μπορούν να κληρονομήσουν». «Δεν έχω παι...» Σταμάτησε, χαμογέλασε. «Έξυπνο κορίτσι. Αν ήθελες να μάθεις αν έχω παιδιά, γιατί δεν με ρώτησες;» «Δεν είσαι πολύ πρόθυμος να δώσεις απαντήσεις». «Προσέχω πάντα να μην προκύψουν απόγονοι». Μόνο που μαζί της δεν είχε προσέξει, όπως συνειδητοποιούσε μόλις τώρα. Και εκείνη σίγουρα δεν θα είχε τις απαραίτητες γνώσεις σχετικά με την αντισύλληψη. Να πάρει. Είχε τέτοια εμμονή μαζί της, την ήθελε τόσο πολύ, που δεν είχε σκεφτεί να την προστατεύσει. «Αν μείνεις έγκυος, θέλω να μου το πεις». «Σου φαίνομαι απ’ αυτές που θα άρχιζαν να παρακαλάνε;» Το φως μιας λάμπας του δρόμου έπεσε πάνω στο περιδέραιό της, στο δώρο που θα άφηνε πίσω της. Όχι, δεν θα παρακαλούσε. Όταν τελείωνε ο χρόνος τους, δεν θα την έβλεπε ποτέ ξανά. Θύμωσε μ’ αυτή τη σκέψη και προσπάθησε να συγκρατηθεί. Δεν τη χρειαζόταν, δεν χρειαζόταν κανέναν. Τον ενοχλούσε που μπορεί και να του έλειπε όταν έφευγε. «Και πάλι, όμως, θα ήθελα να το ξέρω». «Όπως θέλεις. Πηγαίνεις συχνά στου Κρέμορν;» ρώτησε κι εκείνος ήταν ευγνώμων που άλλαξε θέμα συζήτησης από την πιθανότητα μιας εγκυμοσύνης. Δεν ήθελε να αναλύσει για ποιο λόγο δεν τον τρόμαζε η ιδέα να αποκτήσει παιδιά μαζί της. «Σχεδόν κάθε βράδυ», της είπε. Δεν καταλάβαινε την παράλογη ανάγκη του να της δείξει πώς ζούσε. «Και τι θα κάνουμε εκεί;» «Θα πιούμε, θα χορέψουμε. Θα φιληθούμε στα σκοτεινά». «Αυτά μπορούσαμε να τα κάνουμε και στους Δίδυμους Δράκους».


Γέλασε. «Ναι, θα μπορούσαμε, αλλά όλα μοιάζουν τόσο καθωσπρέπει εκεί. Τίποτα, όμως, δεν είναι καθωσπρέπει στου Κρέμορν». • Είχε δίκιο, σκέφτηκε η Ρόουζ καθώς περπατούσε πλάι του με το χέρι της περασμένο στον αγκώνα του. Δεν ήταν σίγουρη γιατί τη μελαγχολούσε να τον σκέφτεται εδώ κάθε βράδυ, ψάχνοντας για κάτι που υποψιαζόταν ότι δεν θα έβρισκε ποτέ σ’ αυτά τα μέρη. Έπαιζε μουσική. Ο κόσμος χόρευε – στο αίθριο, αλλά και έξω από αυτό. Το κρασί και τα ποτά έρεαν άφθονα. Γυναίκες –οι φιλανθρωπίες στις οποίες έκανε σίγουρα τις δωρεές του– γύριζαν από άντρα σε άντρα, κάποιες μάλιστα εντελώς απροκάλυπτα. Δεν ήθελε να σκεφτεί ότι μπορεί να είχε διασκεδάσει με κάποια από αυτές, ότι μπορεί να την είχε πάρει ακουμπισμένη σε ένα δέντρο ή στον τοίχο. Δεν του μίλησε κανείς, αν και ήταν βέβαιο πως αρκετοί τον γνώριζαν. Ήταν μάλλον ένας άγραφος κανόνας: ό,τι συνέβαινε εκεί μέσα παρέμενε μέσα σε αυτούς τους τοίχους και η ταυτότητα των συμμετεχόντων κρατιόταν μυστική. Πού και πού ο Άβεντεϊλ σταματούσε, έπιανε το πρόσωπό της και έσκυβε για να τη φιλήσει. Εδώ μπορούσες να φιληθείς δημόσια. Όπως, επίσης, και να κάνεις άλλα πράγματα. Δεν θα έφτανε, όμως, μέχρι εκεί. Αυτά που μοιραζόταν μαζί του ήταν μόνο δικά τους. Προσωπικά, ιδιωτικά. Ένας άντρας, όμως, μπορούσε να φέρει εδώ την ερωμένη του χωρίς να τον κατακρίνουν. Αναρωτήθηκε πόσες νύχτες έπρεπε να περάσει μια γυναίκα με έναν άντρα για να θεωρηθεί ερωμένη του. Ο Άβεντεϊλ μπορούσε να μοιραστεί μαζί της όλα αυτά τα ποταπά μέρη, γιατί δεν ήταν αξιοπρεπής ούτε αξιοσέβαστη. Μπορούσε να διασκεδάσει μαζί της όπως δεν θα διασκέδαζε ποτέ με τη γυναίκα του. Η σκέψη αυτή τη μελαγχόλησε, την έκανε να θέλει να φύγει. Κι όμως, ήθελε να μείνει, συγκινημένη από το γεγονός ότι μοιραζόταν ένα κομμάτι της ζωής του μαζί της, παρότι δεν ήταν και το πιο φωτεινό. Αναρωτήθηκε γιατί προσπαθούσε τόσο πολύ να την πείσει ότι ήταν ακόλαστος κι ανήθικος. Δυστυχώς το μυαλό της δεν ήταν αρκετά καθαρό για να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. Ίσως την επομένη. Έπιναν από την ώρα που έφτασαν, και το ποτό την είχε ζαλίσει. Γαντζώθηκε πάνω του. Την αγκάλιασε και την τράβηξε κοντά του. Εκείνη γέλασε. «Δεν είσαι ο εαυτός σου». Την κοίταξε κι εκείνη αναρωτήθηκε πότε έγινε τόσο θολός. Μισόκλεισε τα μάτια και κατάφερε να διακρίνει μόνο τα σμιχτά του φρύδια. «Πίστεψέ με, είμαι», της είπε. «Δεν έχω μεταμορφωθεί σε κάποιον άλλο». Κούνησε το κεφάλι της. Όλα γύριζαν. Σήκωσε το χέρι. «Όχι, αυτό το μέρος δεν είσαι εσύ». «Κάνεις λάθος. Εδώ θριαμβεύω». «Όχι, εδώ έρχεσαι όταν θέλεις να χαθείς». Σηκώθηκε στις μύτες και του έδωσε ένα φιλί στα χείλη. «Γιατί θέλεις να χάνεσαι; Από τι προσπαθείς να ξεφύγεις;» «Δεν ξέρεις τι λες». Ήξερε, όμως.


«Έλα, πιες αυτό», της είπε. Ένιωθε ένα δροσερό αεράκι κι έτσι η ζέστη που της χάριζε το ουίσκι ήταν ευπρόσδεκτη. Το ήπιε μονορούφι. Το ποτήρι γλίστρησε από τα χέρια της και έσπασε. Ο Άβεντεϊλ γέλασε και την τράβηξε πιο πέρα. Αμέσως βρέθηκε ένα άλλο ποτήρι στο χέρι της. Δεν θυμόταν πώς. «Πιες το», τη διέταξε. «Έχω σχεδόν μεθύσει, νομίζω». «Σε θέλω εντελώς μεθυσμένη». «Γιατί;» «Γιατί το απαιτεί το μέρος». Ήπιε και παράλληλα σκεφτόταν ότι δεν είχε δοκιμάσει ποτέ κάτι τόσο υπέροχο. Πέταξε το ποτήρι της στην άκρη, στάθηκε μπροστά από τον Άβεντεϊλ και τύλιξε τα χέρια της στον λαιμό του. «Θα κερδίσω το στοίχημα». «Δεν νομίζω ότι...» Ένας κεραυνός την εμπόδισε να ακούσει την υπόλοιπη απάντησή του. Οι ουρανοί άνοιξαν και άρχισε κατακλυσμός. Απομακρύνθηκε από κοντά του, σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό κι άρχισε να στριφογυρίζει. «Κέρδισα! Κέρδισα! Σου το είπα ότι θα βρέξει!» Πέρασε το χέρι του στη μέση της και την τράβηξε κοντά του. «Δεν έχω φιλήσει ποτέ μια γυναίκα στη βροχή». «Τότε φίλα με, για να έχεις αυτή την ανάμνηση, για να μη με ξεχάσεις ποτέ». Ξαφνικά της φαινόταν απαραίτητο να μην την ξεχάσει ποτέ, να είναι κάτι διαφορετικό από τις τόσες άλλες γυναίκες που είχαν ζεστάνει το κρεβάτι του. «Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ». Πήρε το στόμα της με μια μανία που την ξάφνιασε. Να έφταιγε, άραγε, αυτό το μέρος; Η παρακμή του, η τρέλα των ανθρώπων που αναζητούσαν κάθε πιθανή ηδονή; Δεν είχε σημασία. Μόλις που αντιλαμβανόταν το ποδοβολητό των ανθρώπων γύρω τους που έτρεχαν για να βρουν καταφύγιο από τη βροχή. Εκείνη και ο Άβεντεϊλ έμειναν στη θέση τους, αδιαφορώντας που γίνονταν μούσκεμα. Σκέφτηκε τι όμορφα που θα ήταν όταν θα γύριζαν στο σπίτι του και θα τη ζέσταινε. Για την ώρα, όμως, δεν ήθελε τίποτα παραπάνω: τα χείλη του λεηλατούσαν τα δικά της σαν να μην τη χόρταινε, σαν να μην υπήρχε τίποτα πιο σημαντικό στον κόσμο από το αγκάλιασμά τους αυτή τη στιγμή. • Η Ρόουζ κουλουριάστηκε κάτω από τις κουβέρτες μέχρι που κόλλησε πάνω στον Άβεντεϊλ, απορροφώντας τη θέρμη του κορμιού του. Άρχισε να της χαϊδεύει απαλά την πλάτη, πράγμα που θα έπρεπε να την ανακουφίζει, αλλά ένιωθε πως το κεφάλι της είχε εκραγεί κάποια στιγμή το βράδυ και τώρα ερχόταν πάλι στη θέση του κομμάτι κομμάτι, προκαλώντας της φριχτούς πόνους πίσω από τα μάτια. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πόσο ήπιε. Γιατί να το κάνει αυτό στον εαυτό του κάθε βράδυ ο Άβεντεϊλ; Έπρεπε να παραδεχτεί, βέβαια, ότι μάλλον διασκέδασε, αλλά δεν ήταν σίγουρη ότι άξιζε τον κόπο. Θα μπορούσε να διασκεδάσει με πολύ λιγότερο


ποτό. Θα μπορούσε ακόμα και να θυμάται τη βραδιά. Εκείνη τη στιγμή θυμόταν μόνο εικόνες. Την επιστροφή τους στο σπίτι. Τον Άβεντεϊλ που της έβγαλε τα ρούχα. Ένα υπέροχο ζεστό μπάνιο. Την αγκαλιά του. Τον κόσμο που στροβιλιζόταν όποτε έκλεινε τα μάτια της, παρασύροντάς τη σε μια δίνη όπου το παρελθόν της γύριζε γύρω της σαν κοράκι τρυπώντας την ψυχή της μέχρι να ματώσει. Τον Άβεντεϊλ να την παρηγορεί, να της υπόσχεται πως όλα θα πήγαιναν καλά. Ήθελε να του πει τα πάντα, αλλά το ένστικτο της επιβίωσης ήταν πιο δυνατό από την επιθυμία μιας καθαρής συνείδησης και επικράτησε της ζάλης του ποτού. Τώρα, όμως, υπέφερε από την υπερβολή τους. Δεν μπορούσε να απολαύσει τη βροχή όπως συνήθως, γιατί κάθε σταγόνα έμοιαζε να πέφτει στο μυαλό της αντί να πέφτει στο παράθυρο. Ένας καταιγισμός ενοχλητικών θορύβων. Τελικά, όμως, είχε κερδίσει το στοίχημα με τον Άβεντεϊλ. Είχε βρέξει, έβρεχε ακόμα. Ο Άβεντεϊλ την έπιασε από την πλάτη και την έφερε κοντά του. Ήταν καυτός και σκληρός. Ξαφνικά όλη η δυσφορία της μειώθηκε. «Νόμιζα ότι δεν θα ξυπνήσεις ποτέ», της είπε με φωνή πιο τραχιά από τον ύπνο. «Δεν ακούγεσαι σαν να πέρασες όλη τη νύχτα ξύπνιος», του απάντησε, δαγκώνοντας απαλά τον λαιμό του. Γέλασε, με ένα γέλιο βαθύ και πλούσιο, που διέλυσε τους ιστούς που είχαν γεμίσει το μυαλό της. «Είμαι ξύπνιος εδώ και ώρα και σε λαχταράω». Ανέβηκε πάνω της και άρχισε να ακολουθεί με το στόμα του τις γραμμές του λαιμού της, των γυμνών της ώμων. Δεν είχαν φορέσει τίποτα όταν έπεσαν στο κρεβάτι. Άκουσε από μακριά τον χτύπο ενός ρολογιού. Τέσσερις φορές. Σίγουρα είναι αυτό στην είσοδο, σκέφτηκε νυσταγμένα. Αναρωτήθηκε γιατί δεν το είχαν κλείσει οι υπηρέτες για να μην ακούγεται τη νύχτα. «Νόμιζα πως είναι πιο αργά», μουρμούρισε καθώς ο Άβεντεϊλ γλίστρησε πιο κάτω κι άρχισε να ασχολείται με το στήθος της. «Μμμ;» «Νόμιζα ότι κοιμηθήκαμε περισσότερο». «Δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσαμε να κοιμηθούμε πιο πολύ. Είναι απόγευμα». Συνοφρυώθηκε. Οι κουρτίνες ήταν κλειστές, το δωμάτιο σκοτεινό, αλλά σίγουρα έξω από το παράθυρο ήταν πρωί. Όχι απόγευμα. Όχι τέσσερις το απόγευμα. «Δεν μπορεί». Κατέβηκε ακόμα πιο κάτω και η γλώσσα του άρχισε να παίζει με τον αφαλό της. «Είμαι βέβαιος ότι μπορεί, γλυκιά μου. Κοιμηθήκαμε όλη μέρα». Πετάχτηκε αμέσως όρθια, αγνοώντας τον πόνο στο κεφάλι της, ξεγλίστρησε κάτω από το σώμα του και σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Γιατί δεν μου το είπες;» Εκείνος, ξαπλωμένος στο πλάι, της άρπαξε το χέρι και την εμπόδισε να απομακρυνθεί. «Τι στο καλό, Ρόουζ; Απλώς κοιμηθήκαμε λίγο παραπάνω». «Έπρεπε να είμαι στο σπίτι στις δύο». «Και τι διαφορά έχουν μερικές ώρες;» «Έχουν μεγάλη διαφορά. Το υποσχέθηκα». Απελευθερώθηκε από τη λαβή του κι έτρεξε στην ντουλάπα. Διάλεξε ένα απλό φόρεμα, που μπορούσε να φορέσει χωρίς


βοήθεια. Χωρίς κορσέ, ένα απλό μεσοφόρι. «Μπορείς, σε παρακαλώ, να τους πεις να ετοιμάσουν μια άμαξα;» Σηκώθηκε αργά, λες και είχε όλο τον χρόνο του κόσμου. «Γιατί τέτοια εμμονή να βλέπεις τους υπηρέτες σου κάθε απόγευμα;» «Σου το ξανάπα: δεν είναι υπηρέτες μου. Είναι φίλοι μου». Αφού κούμπωσε και το τελευταίο κουμπί, έπιασε μια βούρτσα και άρχισε να ξεμπλέκει τα μαλλιά της. Είδε το δυσαρεστημένο του βλέμμα στον καθρέφτη. «Σε παρακαλώ, Άβεντεϊλ». Έπιασε τα ρούχα του από το πάτωμα. «Δεν μου αρέσει αυτό το κομμάτι της συμφωνίας μας». Έπιασε μια κορδέλα, τράβηξε πίσω τα μαλλιά της, τα έπιασε και τον κοίταξε. «Όπως και να ’χει, το συμφωνήσαμε. Αν θέλεις να γυρίσω οικειοθελώς απόψε, θα πρέπει να το σεβαστείς». «Θεέ μου!» είπε. «Έπρεπε ήδη να σε έχω βαρεθεί, αλλά δεν σε έχω χορτάσει». Και μ’ αυτά τα λόγια έφυγε για να φροντίσει για την άμαξα. Έπιασε ένα γούνινο παλτό για να την προστατεύει από τη βροχή και το τσαντάκι της και τον ακολούθησε. Έφτασε στο σπίτι και ανακάλυψε ότι είχε γίνει πραγματικότητα ο χειρότερός της φόβος: ο Χάρι είχε φύγει.


Κεφάλαιο 12 Ο Άβεντεϊλ κάθισε στη βιβλιοθήκη του, πίνοντας αργά το ουίσκι του και παρακολουθώντας τα λεπτά να περνούν στο ρολόι πάνω στο τζάκι. Εκατόν είκοσι. Τα διπλά απ’ όσα της είχε παραχωρήσει εκείνο το απόγευμα. Ήταν ακόμα εκεί γιατί σκεφτόταν πως ίσως λόγω της βροχής η άμαξα να αναγκαζόταν να κινείται πιο αργά. Τον ενοχλούσε τόσο πολύ που δεν ήταν μαζί του κάθε ώρα της μέρας, όσες μέρες θα του κρατούσε συντροφιά. Της είχε πει ότι έπρεπε να είναι μαζί του για μια βδομάδα. Θα αφαιρούσε αυτές τις ώρες από τις ώρες που έχει κανονικά μια βδομάδα και θα επέμενε να του κρατήσει συντροφιά άλλες τόσες. Ίσως έπρεπε να αφαιρέσει και τις ώρες που κοιμούνται. Σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα, πήγε στο τζάκι, ακούμπησε το μέτωπό του στο μάρμαρο και κοίταξε τη φωτιά. Τι στο καλό είχε πάθει; Γιατί τον ενοχλούσε που τον άφηνε για τόσο λίγη ώρα; Θα γύριζε και θα συνέχιζαν. Θα έτρωγαν το βραδινό τους κι έπειτα θα ξάπλωναν στο κρεβάτι – αφού θα είχε χαϊδέψει κάθε πόντο του κορμιού της. Είχε κάποια λάδια από την Ανατολή. Ίσως να τα χρησιμοποιούσε. Πρώτα θα την τρέλαινε. Ήταν δίκαιο, αφού έκανε κι εκείνη το ίδιο. Γιατί δεν είχε επιστρέψει; Ο οδηγός είχε σαφείς εντολές να μην κάνει καμία παράκαμψη. Κι αν το είχε σκάσει από τον πίσω κήπο; Ήταν υπερβολική που θύμωσε μαζί του επειδή δεν την ξύπνησε για να είναι στην ώρα της στο ραντεβού της. Πού να ήξερε ότι η συγκεκριμένη ώρα ήταν τόσο σημαντική; Για ποιο λόγο, εξάλλου; Γιατί να ενοχληθεί ο νάνος ή ο γίγαντας; Όλα μέσα του πάγωσαν. Είχε υποθέσει ότι ο μικρόσωμος άντρας και ο γίγαντας ήταν οι μόνοι ένοικοι του σπιτιού. Τι ανόητο συμπέρασμα. Επειδή ήταν οι μόνοι που είχε δει; Κι αν υπήρχε και κάποιος άλλος; Κάποιος που αγαπούσε; Το γεγονός ότι τη βρήκε αγνή την πρώτη τους νύχτα δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε άλλος άντρας στη ζωή της. Σήκωσε τα μάτια και κοίταξε το ρολόι. Είχαν περάσει άλλα δέκα λεπτά. Η καχυποψία άρχισε να δείχνει το κακό της πρόσωπο. Ήθελε να την εμπιστευτεί, αλλά δεν μπορούσε. Τον είχε εξαπατήσει. Του είχε πει ψέματα στο παρελθόν. Γιατί ήταν τόσο μυστικοπαθής γι’ αυτή την ώρα, που τώρα είχαν γίνει δύο; Άκουσε ένα απαλό χτύπημα και γύρισε για να δει τον αμαξά του να στέκεται στην πόρτα, με ένα ύφος σαν να ετοιμαζόταν να βάλει το κεφάλι του στην γκιλοτίνα. «Εξοχότατε, περίμενα περισσότερο απ’ όσο έπρεπε και ζητώ συγγνώμη. Όταν τελικά η κυρία δεν βγήκε, χτύπησα την πόρτα και ένας μικρόσωμος κύριος μού είπε ότι η κυρία είχε φύγει. Σκέφτηκα πως ήταν καλύτερα να σας ενημερώσω. Η βροχή με καθυστέρησε». «Θα το συζητήσουμε αργότερα αυτό». «Μάλιστα, κύριε».


Είχε παραβεί τους όρους της συμφωνίας τους. Δεν έπρεπε να εκπλήσσεται, αλλά δεν θα την άφηνε να τη γλιτώσει. Είχε κάθε δικαίωμα να την ψάξει, να απαιτήσει μια εξήγηση και την επιστροφή των χρημάτων του. Αν και πραγματικά δεν έδινε δεκάρα για τα χρήματα. Ήθελε να πληρώσει για μια ακόμα εξαπάτηση. Έπρεπε να του δώσει έναν μήνα αυτή τη φορά, έναν μήνα χωρίς απογευματινές επισκέψεις στο σπίτι της. Καθώς διέσχιζε τους δρόμους, με τη βροχή να μαστιγώνει την άμαξά του, προσπάθησε να κρατηθεί από τον θυμό του, αρνούμενος να παραδεχτεί ότι είχε απογοητευτεί με την αναξιοπιστία της, με την τόσο εύκολη εγκατάλειψη. Απεχθανόταν τον εαυτό του που απολάμβανε τόσο πολύ την παρέα της, που ανησυχούσε για κάποια πιθανή αναποδιά. Πόσες φορές θα τον παραπλανούσαν τα ψέματά της; Πήδηξε από την άμαξα σχεδόν πριν καλά καλά προλάβει να σταματήσει στο σπίτι της. Ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά, άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Ο μικρόσωμος άντρας –ο Μέρικ, αν θυμόταν καλά– βγήκε από το καθιστικό. «Δεν μπορείτε να μπείτε εδώ μέσα», του είπε. «Πληρώνω το ενοίκιο αυτού του καταραμένου σπιτιού. Μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, μπορώ ακόμα και να σας πετάξω στον δρόμο. Πού είναι;» Σήκωσε το κεφάλι. «Βγήκε για έναν περίπατο». «Μ’ αυτόν τον καιρό;» «Της αρέσει η βροχή». Σκέφτηκε πως ίσως αυτός που ήθελε να συναντήσει αυτό το απόγευμα δεν ζούσε σ’ αυτό το σπίτι. Ότι την άφηναν εδώ και μετά το έσκαγε για να πάει όπου έπρεπε να πάει. Άρχισε να διασχίζει έναν διάδρομο. «Δεν έχετε το δικαίωμα να ψάχνετε το σπίτι μας!» φώναξε ο Μέρικ. Το είχε και θα το έκανε. Συνειδητοποίησε ότι ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε στο σπίτι της. Δεν είχε πλούσια επίπλωση. Κανένα πορτρέτο, κανένα πίνακα. Τίποτα στον διάδρομο. Σταμάτησε μπροστά από την τραπεζαρία. Δεν υπήρχαν μπουφέδες, δεν υπήρχαν βιτρίνες, μόνο ένα μικρό τετράγωνο τραπέζι με ένα λευκό τραπεζομάντιλο. Τεσσάρων θέσεων. Συνέχισε στον διάδρομο μέχρι που είδε μια ακόμα πόρτα. Έπιασε με τα δάχτυλά του το χερούλι. «Δεν μπορείτε να μπείτε εκεί μέσα». Κοίταξε τον Μέρικ. «Θα το διασκέδαζα πολύ αν προσπαθούσες να με σταματήσεις». Δεν ήξερε γιατί ήταν τόσο απαραίτητο να δει κάθε εκατοστό αυτού του σπιτιού. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε σε ένα δωμάτιο που προφανώς ήταν η βιβλιοθήκη. Μια ντουζίνα βιβλία γέμιζαν τα ράφια. Ένα μεγάλο γραφείο και μια καρέκλα ήταν τοποθετημένα κοντά στο παράθυρο. Υπήρχε κι ένας καναπές μπροστά στο τζάμι, και φαντάστηκε το φως του ήλιου να πέφτει στο πρόσωπο της Ρόουζ. Ένα άνετο μικρό καθιστικό ήταν τοποθετημένο σε μια γωνιά μπροστά στο τζάκι. Στην απέναντι πλευρά του δωματίου υπήρχε ένα τεράστιο, καλοστρωμένο κρεβάτι. Μήπως κοιμόταν εκεί ο γίγαντας; Όχι, δεν ήταν αρκετά μεγάλο γι’ αυτόν. Ταίριαζε περισσότερο σε έναν άντρα στο μέγεθος του Άβεντεϊλ. Θα ρωτούσε τον Μέρικ, αλλά ο μικρόσωμος άντρας δεν τον είχε ακολουθήσει. Αμφέβαλε ότι θα του έλεγε έτσι κι αλλιώς.


Άρχισε να περπατάει αργά μέσα στο δωμάτιο, προσπαθώντας να καταλάβει τι αίσθηση του έδινε. Πρόσεξε μια στοίβα χαρτιά στο γραφείο. Πλησίασε και είδε το μελάνι νωπό, αλλά το χαρτί ήταν αναποδογυρισμένο και έτσι δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι έγραφε. Πάνω στη στοίβα υπήρχε μια πέτρα από αυτές που βρίσκεις στον κήπο, σαν να ήταν εμπόδιο για τα αδιάκριτα βλέμματα. Ο Άβεντεϊλ ήταν τόσο θυμωμένος με τη Ρόουζ που δεν είχε καμία πρόθεση να σεβαστεί την ιδιωτικότητα οποιουδήποτε ενοίκου αυτού του σπιτιού. Έβαλε την πέτρα στην άκρη και γύρισε την πρώτη σελίδα. Τα Απομνημονεύματα του Χάρι Λόνγκμορ Ποιος στον διάβολο ήταν πάλι αυτός ο Χάρι Λόνγκμορ; Γιατί ζούσε εδώ; Τι της ήταν; Άφησε αυτή τη σελίδα κι άρχισε να διαβάζει την επόμενη. Η ιστορία αυτή είναι της Ρόουζ όσο και δική μου. Ήμασταν αχώριστοι… Έσφιξε το πιγούνι του στη σκέψη ότι κάποιος άλλος άντρας ήταν τόσο σημαντικός στη ζωή της Ρόουζ. Ο Άβεντεϊλ ήθελε να σκίσει το χαρτί, να του βάλει φωτιά. Κι όμως, το έβαλε προσεκτικά στη θέση του κι έπειτα βγήκε από το δωμάτιο. Δεν του άρεσε καθόλου ότι την είχε χωρίσει από αυτόν τον Χάρι Λόνγκμορ. Προφανώς νοιαζόταν πολύ γι’ αυτόν, αλλιώς δεν θα ερχόταν εδώ κάθε μέρα. Μόλις τελείωνε ο χρόνος της με τον Άβεντεϊλ, θα συνέχιζε να ζει μ’ αυτόν τον θηριώδη τύπο και θα έφευγαν από την πόλη γελώντας, μαζί με πέντε χιλιάδες λίρες. «Ευχαριστημένος;» ρώτησε ο Μέρικ μόλις ο Άβεντεϊλ άρχισε να διασχίζει αντίθετα τον διάδρομο. «Καθόλου». Φασαρία στην είσοδο, μια πόρτα που κλείνει, φωνές. Επιτάχυνε το βήμα του μέχρι που ο Μέρικ δεν μπορούσε πια να τον ακολουθήσει. «Δεν πειράζει, αγάπη μου», άκουσε τη γλυκιά, καθησυχαστική φωνή της Ρόουζ. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τις λέξεις που ακολούθησαν, αλλά ήταν πιο μπάσες, προφανώς αντρικές, κι εκείνος έγινε ακόμα πιο έξαλλος στη σκέψη ότι ήταν με έναν άλλο άντρα. Μπορεί να ήταν παρθένα, αλλά κάποιον αγαπούσε. Ήταν έτοιμος για μια σφοδρή αντιπαράθεση, που θα μπορούσε να φτάσει ακόμα και στη βιαιοπραγία. Όρμησε στην είσοδο... Σταμάτησε απότομα σαν να είχε πέσει πάνω σε τοίχο. Αν δεν είχε περάσει όλη του τη ζωή προσπαθώντας να μην αποκαλύπτει ποτέ τις σκέψεις του, μπορεί να είχε φωνάξει, να είχε κάνει πίσω. Κι όμως, δεν αντέδρασε καθόλου. Απλώς παρακολούθησε τη σκηνή σαν να ήταν κάτι που έβλεπε κάθε μέρα. Η Ρόουζ και ο γίγαντας ήταν εκεί και στήριζαν κάτι ανάμεσά τους – δεν ήταν σίγουρος τι. Έναν άντρα ίσως. Μάλλον. Φριχτά παραμορφωμένο, όμως. Το κεφάλι του ήταν πολύ μεγάλο για το σώμα του, ένα σώμα που προφανώς τον είχε προδώσει μια και ήταν σκυφτό, λυγισμένο, στρεβλό με τρόπους που δεν θα έπρεπε


καν να είναι πιθανοί. Είχε κάποιο ατύχημα; Από μια πληγή στο κεφάλι του έτρεχε αίμα και έβαφε τα ρούχα του. Γρατζουνιές και μελανιές είχαν γεμίσει το φριχτά παραμορφωμένο πρόσωπό του. Για κάποιο λόγο, το δεξί του χέρι –το οποίο κρατούσε η Ρόουζ– έμοιαζε φυσιολογικό. Το άλλο έμοιαζε περισσότερο με το πτερύγιο μας φώκιας, μετά βίας μπορούσες να ξεχωρίσεις τα δάχτυλα. Η Ρόουζ δεν φάνηκε τρομοκρατημένη από την παρουσία του Άβεντεϊλ, αλλά ήταν εμφανώς ανήσυχη για τον άντρα που βοηθούσε να διασχίσει το δωμάτιο. Ο Άβεντεϊλ υποψιάστηκε πως ο θυμός της θα ερχόταν αργότερα. Χωρίς δεύτερη σκέψη την πλησίασε. «Άσ’ τον σ’ εμένα για να μη σε βαραίνει». «Δεν είναι βάρος», του είπε κοφτά και τότε συνειδητοποίησε ότι είχε κάνει λάθος. Ήταν έξαλλη. Και δεν είχε καμία πρόθεση να τον εμπιστευτεί. Πόνεσε. Πόνεσε που είδε και μια μελανιά στο μάγουλό της, το σκισμένο της φόρεμα. Τα μαλλιά της ήταν λυτά, η κορδέλα είχε εξαφανιστεί. Κάποιος της είχε κάνει κακό, και δεν ήταν εκεί για να την προστατεύσει. «Θα είναι πιο εύκολο γι’ αυτόν να τον στηρίξει κάποιος στο δικό του ύψος». Δίστασε για μια στιγμή και τελικά είπε: «Εντάξει. Απλώς φρόντισε να μην τον πονέσεις». Λες και μπορούσε να μην τον πονέσει. Ο Άβεντεϊλ πέρασε τον ώμο του κάτω από το χέρι αυτού του… πλάσματος. Ο άντρας βόγκηξε. «Συγγνώμη, φίλε μου», είπε ο Άβεντεϊλ, ενώ η Ρόουζ έκανε στην άκρη. «Αποδώ», του είπε και τους οδήγησε στον γνώριμο πια διάδρομο. «Τι του συνέβη;» ρώτησε ο Μέρικ, πλησιάζοντας. «Έπεσε πάνω σε αλήτες», απάντησε η Ρόουζ. Ο Άβεντεϊλ μόλις κατάλαβε γιατί ήταν τόσο απεριποίητη η Ρόουζ. Θα είχε παρέμβει στον καβγά. Έπρεπε να χτυπήσει κάτι, κάποιον. «Του είπα να μη βγει έξω, αλλά το έσκασε όταν δεν πρόσεχα», εξήγησε ο νάνος. «Δεν πειράζει, Μέρικ», του απάντησε. «Φέρε μερικές πετσέτες και ζεστό νερό. Πρέπει να του βάλουμε στεγνά ρούχα». Τους οδήγησε στη βιβλιοθήκη. Όσο πιο απαλά μπορούσαν, ο Άβεντεϊλ και ο γίγαντας ξάπλωσαν τον άντρα στο κρεβάτι. Ο γίγαντας άφησε ένα μπαστούνι που κρατούσε στο σκελετωμένο του χέρι. «Πρέπει να ακουμπήσει στα μαξιλάρια», τους είπε η Ρόουζ. «Δεν μπορεί να αναπνεύσει καλά, αν είναι ξαπλωμένος». Όταν τακτοποίησαν τον άντρα, η Ρόουζ κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και χάιδεψε απαλά αυτό που κάποτε πρέπει να ήταν ένα μάγουλο. «Όλα θα πάνε καλά, αγάπη μου». Ο άντρας δεν είπε τίποτα, αλλά το γαλάζιο βλέμμα του, όμοιο με αυτό της Ρόουζ, έπεσε πάνω στον Άβεντεϊλ. Τον κοίταζε επίμονα κι αυτό του προκαλούσε αμηχανία. «Θα πω στον αμαξά μου να φέρει τον γιατρό μου», είπε ο Άβεντεϊλ. «Είναι από τους καλύτερους στο Λονδίνο». Τον κοίταξε. «Δεν μπορώ να πληρώσω τον καλύτερο». «Ο χρόνος μας μαζί δεν τελείωσε, Ρόουζ. Τα έξοδα είναι δικά μου».


«Δεν ζήτησα να αναλάβεις κάτι τέτοιο». «Ανέλαβα ό,τι χρειάζεται για να μείνεις κοντά μου μια βδομάδα. Ας μην το αναλύουμε περισσότερο». Ένιωσε την παράλογη ανάγκη να τη διεκδικήσει, να βεβαιωθεί πως καταλάβαινε ότι τα πράγματα ανάμεσά τους δεν είχαν τελειώσει ακόμα. Να καταλάβει ο άντρας στο κρεβάτι ότι ήταν δική του. «Εντάξει, τότε. Σ’ ευχαριστώ. Υποθέτω πως πρέπει να σας συστήσω». Τύλιξε και τα δύο της χέρια γύρω από το καλό χέρι του άντρα. «Εξοχότατε, έχω την τιμή να σας συστήσω στον κύριο Χάρι Λόνγκμορ». Τον άντρα με τον οποίο υποτίθεται πως ήταν αχώριστη. «Τον αδερφό μου».


Κεφάλαιο 13 Η Ρόουζ καθόταν στον καναπέ του καθιστικού, με το μεγάλο χέρι του Άβεντεϊλ να καλύπτει και τα δύο δικά της. Θα ήθελε τόσο πολύ να έχει έναν καναπέ στον διάδρομο έξω από το δωμάτιο του Χάρι. Ήταν μαζί με τον γιατρό τώρα. Κάποιο σερ Ουίλιαμ Γκρέιβς. Δεν ήταν απλώς ο καλύτερος, ήταν ο γιατρός της βασίλισσας. Ήταν πολύ ήρεμος, αλλά και σίγουρος για τον εαυτό του. Ο Χάρι συνήθως δεν ένιωθε άνετα με τους ξένους, αλλά φάνηκε να τα πηγαίνει καλά με τον σερ Ουίλιαμ. «Και το δικό σου επίθετο είναι Λόνγκμορ;» ρώτησε ήρεμα ο Άβεντεϊλ. Ήξερε πως θα είχε πολλές απορίες. Το ότι ξεκίνησε από το όνομά της της έκανε εντύπωση. «Ναι, Ρόζαλιντ Λόνγκμορ. Αλλάζω το επίθετο, ποτέ το μικρό. Είναι πιο εύκολο». «Θέλω να δει κι εσένα ο σερ Ουίλιαμ όταν τελειώσει με τον αδερφό σου». «Καλά είμαι». «Έχεις μια μελανιά στο μάγουλό σου. Αύριο το μάτι σου θα είναι μαύρο. Έχεις γρατζουνιές, τα ρούχα σου είναι σκισμένα». «Καλά είμαι», επέμεινε. «Μπορείς να τους ξαναβρείς;» Τον κοίταξε. «Να βρω ποιους;» «Τους αλήτες που επιτέθηκαν σ’ εσένα και τον αδερφό σου;» «Τι σκοπεύεις να κάνεις;» «Θα βάλω να τους συλλάβουν, αφού πρώτα τους ρίξω ένα χέρι ξύλο». Όχι, δεν περίμενε να εξελιχθεί έτσι η συζήτηση. «Ήταν απλώς ανόητοι και σκληροί. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία στα χαρακτηριστικά τους. Ο Χάρι ξέρει ότι είναι επικίνδυνο να βγαίνει έξω. Ακόμα κι όταν φοράει κουκούλα, οι άλλοι δεν τον αφήνουν ήσυχο. Με έψαχνε γιατί είχα αργήσει. Ανησυχούσε ότι είχα μπλέξει κάπου. Δεν ξέρω γιατί σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να με βρει». «Γιατί δεν μου μίλησες γι’ αυτόν; Γιατί δεν μου εξήγησες για ποιο λόγο έπρεπε να έρχεσαι;» Κούνησε το κεφάλι. Πώς να το εξηγήσει; «Δεν ήξερα πώς θα αντιδρούσες». Ήταν ένας ισχυρός άντρας. Θα μπορούσε να προσπαθήσει να πάρει μακριά της τον Χάρι, να τον χρησιμοποιήσει προς όφελός του. Κάποιοι άλλοι το είχαν κάνει. Εμπιστευόταν μόνο τον Μέρικ, τη Σάλι και τον Τζόσεφ με τον Χάρι. «Προσπαθούσα να τον προστατεύσω». «Πάντα έτσι ήταν;» ρώτησε ο Άβεντεϊλ. Εξεπλάγη από την ευγένεια με την οποία είχε βοηθήσει τον Χάρι να ξαπλώσει, και είχε εκπλαγεί ακόμα πιο πολύ από την ηρεμία του όταν είδε πρώτη φορά τον αδερφό της. Οι περισσότεροι ένιωθαν απέχθεια, φόβο. Πολλοί τον είχαν χτυπήσει. «Όχι», είπε απαλά. «Όταν γεννήθηκε ήταν άψογος. Ήμουν τεσσάρων, αλλά ακόμα θυμάμαι πόσο όμορφος ήταν. Ο πατέρας μου δούλευε στα χωράφια, η


μητέρα μου είχε τις δουλειές της και έτσι τον πρόσεχα εγώ. Ήταν γύρω στα δύο όταν η μητέρα μου πρόσεξε το πρώτο… εξόγκωμα στο κεφάλι του. Οι γονείς μου νόμιζαν ότι ήμουν απρόσεκτη και τον έριξα κάτι. Ο πατέρας μου άρχισε να με χτυπάει με μια βέργα στη γυμνή μου πλάτη και στα πόδια μέχρι που μάτωσαν, μέχρι που δεν μπορούσα πια να καθίσω». Το χέρι του Άβεντεϊλ σφίχτηκε γύρω από το δικό της και κατάλαβε ότι είχε θυμώσει που της είχαν φερθεί άσχημα. «Ο πατέρας μου ήταν τόσο περήφανος που είχε κάνει αγόρι, έναν γιο. Νόμιζε ότι τον έκανε πιο άντρα, νομίζω». «Δεν ξέρεις πού είναι τώρα;» ρώτησε κοφτά ο Άβεντεϊλ. Τον κοίταξε. «Ο πατέρας μου;» Έγνεψε καταφατικά. «Όχι. Αδιαφορώ ακόμα κι αν σαπίζει κάπου». «Πολύ θα ήθελα να τον χτυπήσω». «Δεν έχω ακούσει πιο γλυκά λόγια από αυτά». Πέρασε τρυφερά το δάχτυλό του πάνω από το πρησμένο και μελανιασμένο μάγουλό της. «Ξέρεις τι προκάλεσε την κατάσταση του αδερφού σου;» «Όχι. Άρχισαν να εμφανίζονται κι άλλα εξογκώματα. Διάφορα μέρη του σώματός του άρχισαν να μεγαλώνουν υπερβολικά. Το σαγόνι του παραμορφώθηκε, το σώμα του το ίδιο. Ανεξήγητα. Ο πατέρας μου κατέληξε ότι η μητέρα μου είχε κοιμηθεί με τον διάβολο, γιατί σίγουρα ένα πλάσμα σαν τον αδερφό μου δεν μπορούσε να προέλθει από το δικό του σπέρμα. Την έκλεισε σε φρενοκομείο μέχρι που πέθανε». «Πιστεύεις κι εσύ ότι κοιμήθηκε με τον διάβολο;» Κούνησε το κεφάλι της. «Όχι βέβαια. Πιστεύω απλώς ότι η φύση είναι σκληρή. Διαλέγει τυχαία κάποιους ανθρώπους και τους φορτώνει με φρικαλεότητες που δεν τους αξίζουν. Δεν πιστεύω σε έναν Θεό τιμωρό. Ο Χάρι ήταν μωρό. Πώς μπορούσε να εξοργίσει τον Θεό; Γιατί να υποφέρει εκείνος κι όχι εγώ; Δεν έχει κανένα νόημα». «Πολλά φριχτά πράγματα στον κόσμο δεν έχουν νόημα. Υποθέτω πως ο θυμός του πατέρα σου δεν μειώθηκε όταν η μητέρα σου μπήκε στο φρενοκομείο». «Αντιθέτως, φάνηκε να δυναμώνει. Έκρυψε τον Χάρι για ένα διάστημα, αλλά ο κόσμος μιλούσε ακόμα γι’ αυτόν. Έρχονταν στη φάρμα, μας πρόσφεραν χρήματα για να του ρίξουν μια ματιά. Τελικά ο πατέρας μου αποφάσισε να εκμεταλλευτεί οικονομικά την πάθηση του Χάρι. Άρχισε να τον επιδεικνύει. Ο κόσμος πλήρωνε αρκετά για να δει το Αγόρι με τα Εξογκώματα. Τον έντυνε απλώς με ένα περίζωμα, ώστε να μπορούν να δουν όλο το εύρος της παραμόρφωσής του. Ο Χάρι στεκόταν όσο πιο περήφανα μπορούσε, ενώ το κοινό τον παρακολουθούσε. Μου ράγιζε την καρδιά. Έβλεπαν κάτι περίεργο, κάτι φριχτό. Εγώ έβλεπα μια ευγενική ψυχή που άξιζε τόσα πολλά. »Τελικά ακολουθήσαμε ένα τσίρκο, όπου γνώρισα τον Μέρικ και τη γυναίκα του, τη Σάλι – το Πιο Μικροσκοπικό Ζευγάρι στον Κόσμο τούς έλεγαν. Και τον Τζόσεφ, τον Άνθρωπο-Οδοντογλυφίδα. Όταν ήμουν δεκαεφτά, είπα στον Χάρι ότι θα ξεκινούσαμε μαζί για μια φοβερή περιπέτεια και το σκάσαμε. Οι υπόλοιποι ήρθαν μαζί μας». «Και τους φροντίζεις από τότε». Στη φωνή του διέκρινε ένα κράμα θλίψης και θαυμασμού. «Είναι πιο εύκολο για


εμένα. Είμαι η λιγότερη περίεργη». Συνοφρυώθηκε. «Η λιγότερο περίεργη; Δεν είσαι καθόλου περίεργη». Το χαμόγελό της έδειχνε ότι υποτιμά τον εαυτό της. «Το πρόσωπό μου είναι πολύ συνηθισμένο. Δεν μπορεί να διατηρήσει το ενδιαφέρον ενός άντρα ζωντανό, σε αντίθεση με το μάλλον μεγάλο μου στήθος. Έμαθα πολύ νωρίς πώς να το χρησιμοποιώ προς όφελός μου. Είναι το πρώτο πράγμα που προσέχουν πάνω μου οι άντρες. Εκεί πέφτουν αμέσως τα βλέμματά τους. Δεν δίνουν σημασία στα μάτια μου κι έτσι δεν αντιλαμβάνονται τους υπολογισμούς που κάνω στο μυαλό μου, αξιολογώντας την αξία και την ευπιστία τους. Στην περίπτωσή σου, δεν υπολόγισα σωστά. Πληγώθηκε η περηφάνια μου». Έσφιξε το χέρι της κι έπειτα άρχισε να το χαϊδεύει με τον αντίχειρά του. Ήθελε να βάλει τα κλάματα μ’ αυτή την ευγενική του χειρονομία. «Δεν πρόσεξα πρώτα το στήθος σου», της είπε σιγανά. «Αυτό που μου τράβηξε την προσοχή ήταν ο τρόπος που μπήκες στον χώρο λες και σου ανήκε». Το βλέμμα της συναντήθηκε με το δικό του και είδε την απόλυτη αλήθεια στα μάτια του. Εξαρχής υπέθετε ότι ήταν σαν τους άλλους, ότι είχε γοητευτεί από ένα μέρος του σώματός της στο οποίο δεν είχε κανένα έλεγχο. Τώρα που το σκεφτόταν, όμως, που το σκεφτόταν πραγματικά, συνειδητοποιούσε ότι δεν έμενε κολλημένος εκεί για πολλή ώρα. Έδινε την προσοχή του σε όλο της το σώμα. Ακόμα και τα δάχτυλα των ποδιών της δεν έμεναν παραπονεμένα. «Δεν περίμενα ότι είσαι ευγενής», συνέχισε, «αλλά είχες τόσο βασιλική εμφάνιση. Με μάγεψες και είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που το είχα νιώσει. Ήταν ωραίο να νιώθω αυτή την περιέργεια, αυτή την έξαψη. Όπως κι εγώ, έμοιαζες κι εσύ ότι έκρυβες κάτι. Αυτό με έκανε ακόμα πιο περίεργο». «Τι κρύβεις;» τον ρώτησε. Κούνησε το κεφάλι. «Ο αδερφός σου δεν φεύγει ποτέ αποδώ, δηλαδή;» Συνειδητοποίησε ότι δεν επρόκειτο να της απαντήσει, τουλάχιστον όχι τώρα. Ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Η προσοχή της έπρεπε να είναι στραμμένη στον Χάρι. «Όχι. Δεν βγαίνει ούτε στον κήπο στη διάρκεια της μέρας, γιατί μπορεί να τον δουν οι γείτονες από τα πάνω παράθυρα. Δεν θέλουμε να τραβήξει την προσοχή των περίεργων. Ταξιδεύει στα βιβλία του. Διαβάζει με μανία όταν δεν γράφει. Του αρέσει και να γράφει, αλλά δεν μοιράζεται μαζί μου τα κείμενά του. Είναι τόσο μυστικοπαθής». Άκουσε βήματα και σηκώθηκε. Ο σερ Ουίλιαμ μπήκε στο δωμάτιο. Ο Άβεντεϊλ στάθηκε πλάι της και έβαλε το χέρι του στη μέση της σαν να έπρεπε να τη στηρίξει γι’ αυτό που θα ακολουθούσε. Αναρωτήθηκε προς στιγμήν αν συνειδητοποιούσε πόσο συχνά την άγγιζε. «Ας καθίσουμε», είπε ο σερ Ουίλιαμ. Αυτή η εισαγωγή δεν ήταν ποτέ καλή. Η Ρόουζ επέστρεψε στη θέση της στον καναπέ, με τον Άβεντεϊλ στο πλευρό της. Ο σερ Ουίλιαμ κάθισε σε μια πολυθρόνα απέναντί τους. Για μια στιγμή, φάνηκε να παρακολουθεί προσεκτικά τον Άβεντεϊλ, σαν να του φαινόταν ξαφνικά ξένος, κι αυτό ήταν παράξενο μια και ήταν χρόνια ο γιατρός του. Καθάρισε τον λαιμό και έστρεψε την προσοχή του στη Ρόουζ. «Τα τραύματα που υπέστη ο αδερφός σας είναι ασήμαντα. Μερικές αμυχές, μελανιές. Τίποτα που δεν θα θεραπευτεί από μόνο του με τον καιρό».


Η Ρόουζ ανακουφίστηκε. «Ωραία. Είχα ανησυχήσει πολύ. Μου φάνηκε ότι δυσκολευόταν να αναπνεύσει περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως». Ο σερ Ουίλιαμ έγνεψε καταφατικά. «Μου ανέφερε ότι δυσκολεύεται να κάνει αρκετά πράγματα». Η Ρόουζ χαμογέλασε. «Τον καταλάβατε; Οι περισσότεροι δεν μπορούν, μια και το στόμα του τον αναγκάζει μάλλον να μουρμουρίζει παρά να μιλάει». «Υπάρχουν πολλοί όγκοι στο στόμα και στο σώμα του. Μπορεί να υπάρχουν και μέσα του». «Θα μπορούσες, όμως, να τους αφαιρέσεις», είπε ο Άβεντεϊλ. Η Ρόουζ πρόσεξε ότι ένα πέπλο θλίψης κάλυψε τα γαλάζια μάτια του σερ Ουίλιαμ. «Είναι πάρα πολλοί. Οι κίνδυνοι είναι… Δεν θα ήξερα από πού να ξεκινήσω. Για να είμαι ειλικρινής, αμφιβάλλω ότι θα επιβίωνε από την επέμβαση – ακόμα και στα χέρια του πιο ικανού χειρουργού». «Τι προκάλεσε την κατάστασή του;» ρώτησε ο Άβεντεϊλ. Ο σερ Ουίλιαμ κούνησε το κεφάλι. «Δεν έχω ιδέα. Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο. Θα ήθελα να τον εξετάσω πιο προσεκτικά στο νοσοκομείο, να συμβουλευτώ κάποιους συναδέλφους μου». «Επειδή είναι περίεργος;» ρώτησε η Ρόουζ. «Είπατε ότι δεν μπορείτε να τον θεραπεύσετε έτσι κι αλλιώς». «Δεν μπορώ να τον θεραπεύσω, όχι». Έσκυψε προς το μέρος της. «Μπορεί, όμως, να μάθουμε κάτι απ’ αυτόν». Τα μάτια της έτσουξαν από τα δάκρυα. «Όχι, τον έχουν κοιτάξει και τον έχουν εξευτελίσει αρκετά. Δεν θα περάσει πάλι από αυτή τη διαδικασία. Ακόμα και για χάρη της ιατρικής». «Δεν σας αδικώ». Αναστέναξε. «Καλύτερα πάντως να αρχίσετε να προετοιμάζεστε, γιατί δεν νομίζω ότι θα μείνει πολύ ακόμα σ’ αυτόν τον κόσμο». Τα λόγια αυτά χτύπησαν κατάστηθα τη Ρόουζ. Παραξενεύτηκε που οι πνεύμονές της μπορούσαν ακόμα να απορροφούν οξυγόνο και που η καρδιά της συνέχιζε να χτυπά. Τα δάκρυα που συγκρατούσε τόση ώρα ξεχύθηκαν και άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της. «Το ήξερα ότι χειροτερεύει. Μεγαλώνουν, έτσι δεν είναι; Αυτά τα πράγματα». «Ναι, έτσι νομίζω, με βάση αυτά που μου είπε. Ψηλάφισα μερικά μέσα στο σώμα του, αλλά για να έχω μια πιο πλήρη εικόνα θα έπρεπε να τον εγχειρίσω. Δεν νομίζω ότι θα κέρδιζε κάτι από αυτό, σύμφωνα με αυτά που βλέπω στην επιφάνεια». «Ξέρετε πόσο καιρό ακόμα…» Δεν μπορούσε καν να το ξεστομίσει. Μπορεί να ήταν ένα τέρας για όλους τους άλλους, αλλά για εκείνη ήταν ο αδερφός της. «Λυπάμαι», είπε ο σερ Ουίλιαμ, «αλλά δεν μπορώ να ξέρω. Μπορεί να του αφήσω λίγο λάβδανο για να τον ανακουφίσει. Μπορώ να έρχομαι να τον βλέπω σε τακτά χρονικά διαστήματα. Θα κάνω και μια διακριτική έρευνα κι ίσως μάθω κάτι που μπορεί να απαλύνει τον πόνο του». «Ναι, εντάξει». Ο σερ Ουίλιαμ σηκώθηκε όρθιος. Το ίδιο έκανε κι εκείνη με τον Άβεντεϊλ. «Ευχαριστώ που ήρθες», είπε ο Άβεντεϊλ. «Ευχαριστώ που με φώναξες. Σημαίνει πολλά για τη μητέρα σου». «Φρόντισε να μου στείλεις τον λογαριασμό για τις υπηρεσίες σου».


«Τώρα με προσβάλλεις». Ο σερ Ουίλιαμ έστρεψε την προσοχή του στη Ρόουζ. «Λυπάμαι που δεν γνωριστήκαμε υπό καλύτερες συνθήκες». «Δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω για όσα κάνατε». Έγνεψε με το κεφάλι προς το μέρος του Άβεντεϊλ. «Αν μπορείτε να τον κρατάτε μακριά από μπλεξίματα, είναι μια καλή αρχή». Με τον Άβεντεϊλ στο πλάι της, η Ρόουζ συνόδευσε τον σερ Ουίλιαμ στην πόρτα και τον παρακολούθησε να απομακρύνεται και να ανεβαίνει σε μια μόνιππη άμαξα που οδηγούσε ο ίδιος. «Γιατί έχει σημασία για τη μητέρα σου που έστειλες να τον φωνάξουν;» ρώτησε η Ρόουζ, κλείνοντας την πόρτα. «Γιατί είναι ο σύζυγός της». Έγειρε το κεφάλι και τον κοίταξε. Είχε αντιληφθεί ότι υπήρχε κάποια ένταση ανάμεσά τους. «Έχει κάποια σχέση με το μυστικό σου;» «Έχει απόλυτη σχέση, αλλά δεν θα σου πω κάτι άλλο σχετικά. Φαντάζομαι ότι θα θέλεις να μείνεις εδώ το βράδυ». «Θέλω, ναι». Ήθελε να του θυμώσει που είχε έρθει εδώ απρόσκλητος, που είχε εισβάλει με τη βία στη ζωή της, στη ζωή του Χάρι, αλλά δεν μπορούσε. Τον πλησίασε, τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση του και ένιωσε ανακούφιση όταν τελικά την έκλεισε στην αγκαλιά του. Τη φίλησε στο μέτωπο. «Δεν είμαι από τους τρυφερούς τύπους, οπότε είμαι χαμένη υπόθεση, Ρόουζ. Πες μου τι μπορώ να κάνω για να νιώσεις καλύτερα». Απλώς τον έσφιξε πιο πολύ στην αγκαλιά της, γιατί η παρουσία του ήταν αρκετή. • Αν ο Άβεντεϊλ είχε ακόμα κάποιες αμφιβολίες ότι ο Χάρι ήταν πράγματι άντρας, αυτές εξανεμίστηκαν όταν μπήκε με τη Ρόουζ στη βιβλιοθήκη και τον βρήκε να κάθεται σε μια καρέκλα δίπλα στη φωτιά. Σηκώθηκε όρθιος. Μάλλον ήξερε ότι η Ρόουζ θα ερχόταν να τον δει πριν φύγει και ότι ο Άβεντεϊλ θα τη συνόδευε. Τα ρούχα του έμοιαζαν μ’ εκείνο το σακί που φορούσε, μόνο που δεν ήταν βρεγμένα, σκισμένα και ματωμένα. Ήταν φαρδιά, αλλά πώς θα μπορούσαν να είναι εφαρμοστά τα ρούχα ενός ανθρώπου με τέτοια σιλουέτα; Μουρμούρισε κάτι, ακουμπώντας σε ένα μπαστούνι. Ο Άβεντεϊλ δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε. «Ο Χάρι αναρωτιέται αν θα ήθελες να πιεις μαζί του λίγο ουίσκι», είπε η Ρόουζ σαν να είχε αντιληφθεί τη δυσκολία του να καταλάβει τι του έλεγε. «Είμαι ένας αλήτης», είπε ο Άβεντεϊλ. «Δεν λέω ποτέ όχι σε ένα ποτό». Του φάνηκε ότι τα χείλη του άντρα τρεμόπαιξαν και ο Άβεντεϊλ συνειδητοποίησε ότι ο αδερφός της Ρόουζ δεν μπορούσε να χαμογελάσει κανονικά λόγω του σχήματος των χειλιών του, όμως τα μάτια του έλαμψαν από ικανοποίηση. «Θα σας βάλω εγώ», είπε η Ρόουζ. «Άβεντεϊλ, θα φέρεις την καρέκλα από το γραφείο για να καθίσω κι εγώ;» Έκανε αυτό που του ζήτησε, αλλά δεν είχε καμία πρόθεση να την αφήσει να καθίσει εκεί όταν η άλλη καρέκλα φαινόταν πιο μαλακή και άνετη. Έφερε τα ποτήρια πάνω σε έναν μικρό δίσκο. Ο Άβεντεϊλ πήρε το ένα κι έπειτα είδε τον Χάρι


να κάνει το ίδιο με το ένα όμορφο και κομψό του χέρι, κι αμέσως αναρωτήθηκε μήπως θα ήταν καλύτερα να μην έχει πάνω του τίποτα άψογο. Η Ρόουζ σήκωσε το ποτήρι της. «Στον καλύτερο γιατρό του Λονδίνου». Τσούγκρισαν τα ποτήρια τους και ήπιαν από μια γουλιά. Ο Άβεντεϊλ έδειξε στη Ρόουζ πού να καθίσει και έπειτα κάθισαν με τον Χάρι κι αυτοί στις καρέκλες τους. «Λυπάμαι που δεν ήμουν εδώ το απόγευμα όπως σου υποσχέθηκα», είπε η Ρόουζ. «Ο δούκας κι εγώ πήγαμε στους Κήπους του Κρέμορν χτες το βράδυ και ήπια λίγο παραπάνω. Με πήρε ο ύπνος. Δεν μοιάζει με τον κήπο μας. Είναι ένα μέρος για απολαύσεις κάθε είδους. Θέλεις να σου το περιγράψω;» Κούνησε με ενθουσιασμό το κεφάλι και ο Άβεντεϊλ συνειδητοποίησε πως ήταν πολύ μεγαλόσωμος για απαλές κινήσεις. Άκουσε τη Ρόουζ να περιγράφει τους κήπους με τόσες λεπτομέρειες, που μπορούσε να τους δει στο μυαλό του τόσο καθαρά όσο χτες το βράδυ. Όχι, πιο καθαρά. Είδε όλες τις λεπτομέρειες που είχε παραβλέψει, που είχε θεωρήσει δεδομένες. Τα χρώματα, τους ήχους, τις μυρωδιές, τις γεύσεις – ακόμα και τα πράγματα που είχε αγγίξει. Σημαίες, παγκάκια, το αίθριο. Σκέφτηκε πόσο απορροφημένη ήταν στο θέατρο. Τώρα καταλάβαινε τον λόγο. Προσπαθούσε να μεταφέρει αυτόν τον κόσμο στον αδερφό της, έναν κόσμο που δεν θα μπορούσε να επισκεφθεί χωρίς συνέπειες. Ο Χάρι έκανε σχεδόν άναρθρες ερωτήσεις, αλλά εκείνη του έδινε απαντήσεις που τον ικανοποιούσαν. Ο Άβεντεϊλ συγκεντρωνόταν στους ήχους, μέχρι που τελικά κατάφερε να αποκρυπτογραφεί τις λέξεις και κατάλαβε από την αντίδρασή της ότι είχε κατορθώσει να κατανοήσει το μουρμουρητό του. Πάνω απ’ όλα, όμως, την κοίταζε: το φως που έπεφτε στα μάτια της καθώς μοιραζόταν με τον Χάρι τα μέρη που είχε επισκεφθεί, την έξαψη στη φωνή της. Τη χαρά στο πρόσωπό της, το πόσο απολάμβανε την ώρα που περνούσε με τον αδερφό της, πόσο τον λάτρευε. Ο Άβεντεϊλ ένιωθε φτηνός και ποταπός για την ενόχλησή του που πέρασε το απόγευμα μακριά του, για την επιμονή του να της το στερήσει. Αν του το είχε πει… Δεν το είχε κάνει, όμως, και γιατί άλλωστε; Από την πρώτη στιγμή που συναντήθηκαν, την έκανε να πιστέψει ότι δεν ήθελε τίποτα παραπάνω από αυτή πέρα από κάποιες νύχτες στο κρεβάτι του. Ήταν τόσο άθλιος που αυτή ήταν όντως η μόνη του επιθυμία. Ήθελε να χαθεί μέσα στη φωτιά της, στο πάθος της. Τα είχε αγοράσει, μόνο και μόνο για να ανακαλύψει ότι δεν ήταν αρκετά. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε ξανανιώσει ότι δεν ήξερε τι ακριβώς θέλει. Είχε επικεντρωθεί στην απόλαυση με κάθε κόστος. Και τώρα αναρωτιόταν αν το κόστος αυτό ήταν πολύ υψηλό. Ποιος θα νοιαζόταν γι’ αυτόν αν ξαφνικά ασχήμαινε, αν έχανε την περιουσία του, τη δύναμή του; Είχε περάσει ήδη μία ώρα, όταν ο Χάρι άρχισε να δείχνει πιο κουρασμένος, πιο ταλαιπωρημένος. Η Ρόουζ άφησε το ποτήρι της, σηκώθηκε, τον πλησίασε και του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο. «Θα σε αφήσουμε να κοιμηθείς». Αφού απομακρύνθηκε, ο Άβεντεϊλ του άπλωσε το χέρι. «Χάρηκα για τη γνωριμία, κύριε Λόνγκμορ». «Χάρι», απάντησε, και πάλι μπερδεμένα, αλλά τα αφτιά του Άβεντεϊλ μάλλον


είχαν συνηθίσει τους βασανισμένους αυτούς ήχους, γιατί κατάλαβε πολύ καλά τι του είπε. «Χάρι, λοιπόν». Το χέρι του άντρα, ζεστό και δυνατό, έσφιξε το χέρι του Άβεντεϊλ και εκείνος σκέφτηκε πως ήταν άδικο που το υπόλοιπο σώμα του Χάρι τον είχε προδώσει τόσο. Η φύση μπορούσε να είναι ταυτόχρονα θαυμαστή και σκληρή, μπορούσε να δημιουργήσει τόση ομορφιά κι έπειτα να την αλλοιώνει με την ασχήμια. Ίσως το έκανε για να μη θεωρούν οι άνθρωποι την ομορφιά δεδομένη. Ο Άβεντεϊλ ακολούθησε τη Ρόουζ έξω από το δωμάτιο κι έκλεισε την πόρτα πίσω τους. Στον διάδρομο γύρισε προς το μέρος του και εκείνος την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Θα έρθεις αύριο;» τον ρώτησε. «Δεν φεύγω, Ρόουζ». Έγειρε πίσω το κεφάλι της και τον κοίταξε σαν να μην πίστευε στ’ αφτιά της, σαν να μην καταλάβαινε το νόημα των λόγων του. Πέρασε τον αντίχειρά του από τη μελανιά στο πρόσωπό της. «Με προσβάλλεις που πίστεψες ότι θα έφευγα». Κούνησε αργά το κεφάλι και το βλέμμα της φανέρωνε την αμηχανία της, σαν να μην ήξερε τι να πει. Ζήλευε την άνεση με την οποία μιλούσε μία ώρα με τον αδερφό της, ενώ μαζί του μετρούσε τα λόγια της λες και πίστευε ότι θα κρίνει κάθε της φράση. «Δεν έχω ό,τι χρειάζεσαι εδώ». «Είσαι εσύ εδώ». Αντί να νιώσει ανακούφιση ή τρυφερότητα με τα λόγια του, που ακούστηκαν πολύ πιο συναισθηματικά και ανόητα απ’ όσο σκόπευε, φάνηκε ακόμα πιο ανήσυχη. «Δεν έχω υπηρέτες, δεν έχω κανέναν να σε περιποιηθεί». «Νομίζω πως θα τα καταφέρω. Δεν θα με πείσεις να φύγω, οπότε μην κουράζεσαι». «Δεν χρειάζεται να ανησυχείς ότι θα φύγω από το Λονδίνο. Ο Χάρι είναι πολύ αδύναμος για να ταξιδέψει. Το βλέπω. Νομίζω ότι, αν επιχειρούσα να τον πάω στη Σκοτία, θα πέθαινε». Εκεί, λοιπόν, σκόπευε να πάει το βράδυ που την έπιασε να φορτώνει την άμαξα. Είχε κάποιον να τη φροντίσει εκεί; Όχι, αν είχε, θα είχε φύγει εδώ και καιρό. Τα χρήματά του θα την κάλυπταν για ένα διάστημα, αλλά τελικά θα έπρεπε να καταφύγει σε μια καινούρια απάτη για να επιβιώσει. Ή μπορεί και να έβρισκε πιο θεμιτά μέσα. Έσφιξε τα μπράτσα του και τον κούνησε ελαφρά σαν να είχε καταλάβει ότι σκεφτόταν, αλλά έπρεπε να στρέψει σ’ εκείνη όλη του την προσοχή. «Πεθαίνει. Ο σερ Ουίλιαμ το είπε καθαρά. Δεν θα μείνει πολύ ακόμα σ’ αυτόν τον κόσμο. Βοήθησέ με, Άβεντεϊλ. Βοήθησέ με να κάνω όσο πιο ευχάριστο γίνεται τον χρόνο που του απομένει. Μετά μπορείς να μου ζητήσεις ό,τι θέλεις και θα το δεχτώ. Θα μείνω μαζί σου όσο θέλεις. Θα σου υπογράψω και συμβόλαιο. Με αίμα, αν θέλεις. Η ζωή ήταν πολύ άδικη μαζί του. Δεν θέλω να ανησυχεί πια». «Ό,τι θέλω;» επανέλαβε. «Οτιδήποτε».


«Για όσο θέλω;» «Για όσο θέλεις». Δεν μπορούσε να φανταστεί πώς ήταν να αγαπάς κάποιον τόσο βαθιά, να είσαι διατεθειμένος να παρατήσεις τις ελπίδες, τα σχέδια, τα όνειρά σου για την ευτυχία κάποιου άλλου. Δεν μπορούσε να το καταλάβει. Αυτό που μπορούσε, όμως, να καταλάβει πολύ καλά ήταν πόσο πολύ την ήθελε. Είχε ήδη αρχίσει να μετανιώνει που η συμφωνία τους την έκανε δική του μόνο για μια βδομάδα. Τώρα του έδινε την ευκαιρία να την κρατήσει κοντά του μέχρι να τη βαρεθεί. Ένας πιο έντιμος άντρας θα ένιωθε τύψεις να εκμεταλλευτεί την κατάσταση. Σκέφτηκε πως έστω και το γεγονός ότι αναγνώριζε πως έπρεπε να νιώθει τύψεις φανέρωνε κάτι καλό για τον εαυτό του. Του πρόσφερε, όμως, αυτό που ήθελε και δεν χρειαζόταν να χάσει κάτι σημαντικό για να το αποκτήσει. Μόνο κάποιος ανόητος θα απέρριπτε την προσφορά. Και εκείνος δεν ήταν ανόητος. «Φαίνεται πως μόλις κλείσαμε άλλη μια συμφωνία», είπε. Το χαμόγελο ευγνωμοσύνης που του χάρισε ήταν τόσο φωτεινό όσο χίλια αστέρια στον ουρανό. «Δεν θα το μετανιώσεις, σου το υπόσχομαι», του είπε. «Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθώ να θέλω να μείνω εδώ απόψε για να έχω τον νου μου στον Χάρι». «Όπως σου ξαναείπα, θα μείνω μαζί σου. Έστειλα τον οδηγό μου στο Μπάκλαντ, αφού έφερε τον σερ Ουίλιαμ. Θα επιστρέψει να με πάρει το πρωί». «Το ήξερες πως ήθελα να μείνω». Φάνηκε έκπληκτη. Δεν την αδικούσε, μια και είχε εκπλαγεί και ο ίδιος. Το ήξερε όντως. Δεν το είχε σκεφτεί πολύ, αλλά αναστατώθηκε όταν συνειδητοποίησε ότι δεν είχε καμία αμφιβολία για το τι ήθελε να κάνει. Δεν χρειαζόταν να ρωτήσει. Απλώς το ήξερε. «Ήταν λογικό». Τον κοίταξε κι έπειτα είπε: «Θέλεις να σε ξεναγήσω;» «Στον πάνω όροφο ίσως. Εδώ κάτω τα έχω ήδη δει όλα». Ίσιωσε τους ώμους της και έγινε πάλι η σίγουρη, τολμηρή γυναίκα που είχε γνωρίσει. «Θα έπρεπε να θυμώσω που παραβίασες τους όρους της συμφωνίας μας. Υποτίθεται ότι δεν θα με ενοχλούσες όσο είμαι εδώ». «Αντιθέτως, εσύ ήσουν που έλειψες περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Είχα κάθε δικαίωμα να σε αναζητήσω. Μπορεί να είμαι αλήτης, αλλά τιμώ τις συμφωνίες που κλείνω και απαιτώ από τους άλλους να κάνουν το ίδιο». Η Ρόουζ άρχισε να βαδίζει προς το καθιστικό κι εκείνος την ακολούθησε. «Με μέθυσες επίτηδες εκείνο το βράδυ;» ρώτησε. «Για να βεβαιωθείς ότι θα κοιμάμαι όλη τη μέρα;» Ντρεπόταν να παραδεχτεί την αλήθεια. «Μπορεί να μου πέρασε από το μυαλό ότι με αρκετό ποτό δεν θα σηκωνόσουν για να έρθεις εδώ σήμερα». Χαμογέλασε πικρά και τον κοίταξε. «Παρότι αυτοί ήταν οι όροι της αρχικής μας συμφωνίας;» «Είμαι ένα κάθαρμα, Ρόουζ. Θέλω αυτό που θέλω, όταν το θέλω». Έφτασαν στη σκάλα. Ανέβηκε δύο σκαλοπάτια, γύρισε, τον κοίταξε και σταμάτησε μπροστά του. Δεν ντρεπόταν καθόλου να τον κοιτάζει στα μάτια. Το είχε κάνει και την πρώτη βραδιά που είχαν γνωριστεί και, όπως και τότε, τον έκανε να αναστενάξει. «Συνειδητοποιείς, βέβαια, ότι με την καινούρια συμφωνία μας δεν


θα περνάω απλώς μια ώρα τη μέρα με τον Χάρι. Θα περνάω αρκετά από τα απογεύματά μου μαζί του». «Καταλαβαίνω μια χαρά τους όρους και ότι θα μου μείνουν τα αποφάγια». Τελικά, όμως, θα έπαιρνε όλο το πακέτο. Αναρωτήθηκε για ποιο λόγο λυπόταν, όχι για τον εαυτό του, αλλά για εκείνη. Δεν ήθελε να στενοχωριέται, αλλά ήταν αναπόφευκτο, και ήθελε να είναι εκεί να την παρηγορήσει – πράγμα που επίσης τον εξέπληξε, γιατί απέφευγε τη συναισθηματική εμπλοκή όπως ο διάβολος το λιβάνι. «Σκοπεύω, όμως, να είμαι κάπου εδώ κοντά. Κάνω μια επένδυση και συνηθίζω να παρακολουθώ στενά τις επενδύσεις μου». Χαμογέλασε κι ο Άβεντεϊλ ανακουφίστηκε. Φοβόταν ότι θα περνούσαν μέρες, βδομάδες πριν ξαναχαμογελάσει. Δεν τον απασχολούσε που γελούσε εις βάρος του. Πέρασε το χέρι της γύρω από τον λαιμό του κι έσκυψε μπροστά. «Τα γλυκά σου λόγια συνεχίζουν να με εκπλήσσουν. Απορώ που οι γυναίκες δεν πέφτουν συνεχώς στα πόδια σου». Τον φίλησε στα χείλη κι εκείνος ευχήθηκε να μπορούσε να μιλήσει πιο γλυκά, να είχε τελειοποιήσει την τέχνη της ευγένειας. Τη σήκωσε στην αγκαλιά του. «Όχι εδώ», του είπε χαμηλόφωνα. «Όχι, όχι εδώ». Το ήξερε αυτό, αλλά του ήταν αδύνατον να μείνει μακριά της. Συνέχισε και την ανέβασε στη σκάλα. Όταν έφτασε στην κορυφή, τη ρώτησε: «Σε ποιο δωμάτιο;» «Το πρώτο δεξιά». Έπρεπε να φανταστεί ότι θα προτιμούσε να βλέπει στον κήπο παρά στον δρόμο. Έπρεπε να έχει φανταστεί πολλά. Έπρεπε να έχει προσέξει τη θλίψη στα μάτια της, τις μικρές γραμμές γύρω από τα φρύδια της. Έπρεπε να έχει αναγνωρίσει πως τα τείχη της ήταν πιο μεγάλα και πιο γερά από τα δικά του, ότι έκρυβαν μέσα τους κι άλλους. Μπήκε σε ένα δωμάτιο που τον εξέπληξε με την απλότητά του, ειδικά σε σχέση με τη βιβλιοθήκη. Την άφησε όρθια στο ξύλινο πάτωμα, απομακρύνθηκε από κοντά της και περιηγήθηκε στο δωμάτιο. Φτηνά έπιπλα. Ένα κρεβάτι, μια ντουλάπι, ένα μπουντουάρ, ένα σκαμπό, ένας καναπές. Ένα μικρό τραπέζι με ένα μπουκάλι μπράντι και ένα ποτήρι. Τίποτα παραπάνω, τίποτα υπερβολικό, τίποτα πολυτελές. Γύρισε και την είδε να κρατάει με το ένα της χέρι τον έναν πάσσαλο του κρεβατιού. «Σου το είπα ότι δεν πληροί τις προδιαγραφές σου». «Για μια νύχτα θα επιβιώσω». Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Είχε πέσει το σκοτάδι. Δεν μπορούσε να δει καλά τον κήπο, αλλά ξεχώριζε τον πέτρινο τοίχο του. Το σπίτι ήταν σε μια ακριβή περιοχή, αλλά ήταν μικρό. Οι γείτονες μπορούσαν όντως να τους κατασκοπεύσουν. Θεωρούσε τόσα πράγματα δεδομένα. Πάνω απ’ όλα την ιδιωτικότητά του. «Δεν βρήκα καμία αίθουσα χορού στον κάτω όροφο», της είπε. «Είπα ψέματα και γι’ αυτό. Ήθελα να νομίζεις ότι είχα περισσότερα απ’ όσα έχω στ’ αλήθεια». Έκλεισε τα μάτια του κι αναρωτήθηκε αν θα έβρισκε κάποια στιγμή που δεν του είχε πει ψέματα για κάτι. Έλεγε ψέματα τόσο εύκολα για να πετύχει αυτό που θέλει. Δεν μπορούσε να το ξεχάσει, αλλά ήθελε να την εμπιστευτεί, να σκεφτεί ότι


ανάμεσά τους μπορούσε να υπάρξει κάτι αληθινό. Τα βήματά της αντήχησαν πάνω στο ξύλο. Κοίταξε πίσω και την είδε να γονατίζει μπροστά στο τζάκι. «Θα το φροντίσω εγώ», της είπε και προχώρησε προς το τζάκι. «Θα τα καταφέρω». Της πήρε τα σπίρτα από το χέρι. «Θα το φροντίσω εγώ». «Πεινάς; Μπορώ να ζητήσω από τη Σάλι να μας ετοιμάσει κάτι για το δείπνο». «Νόμιζα πως δεν είχες υπηρέτες», της είπε, ανάβοντας ένα σπίρτο για να ανάψει τη φωτιά. «Δεν είναι υπηρέτρια, αλλά βοηθάει σε ό,τι χρειάζεται. Είναι πολύ καλύτερη μαγείρισσα από εμένα». Η φωτιά δυνάμωσε και στο δωμάτιο απλώθηκε μια γλυκιά ζέστη. «Ίσως αργότερα». Σηκώθηκε. «Ένα ποτό, τότε;» «Σ’ αυτό δεν θα έλεγα όχι». Σηκώθηκε και την είδε να γεμίζει το ποτήρι. Οι κινήσεις της είχαν κάτι οικείο, κάτι πολύ μοναχικό. Πόσες νύχτες να είχε βάλει, άραγε, ποτό στον εαυτό της; Πόσες νύχτες να είχε πιει μόνη σ’ αυτό το δωμάτιο; Ήταν κι εκείνη τόσο μόνη όσο αυτός; Γέμιζε τις νύχτες του με γυναίκες, κρασί και χαρτιά – αλλά μόνο για να αποφύγει την ανιαρή άβυσσο της μοναξιάς. Του έδωσε το ποτήρι και κάθισε στην άκρη του καναπέ. Πήγε κοντά της και κάθισε στην άλλη άκρη, αφήνοντας κάποια απόσταση ανάμεσά τους, ενώ το μόνο που ήθελε ήταν να βρεθεί όσο πιο κοντά της γίνεται. Τώρα, όμως, δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Δεν ήταν αυτό που ήθελε, αυτό που χρειαζόταν. Αν πλησίαζε πολύ θα την έπαιρνε σ’ εκείνο το άβολο κρεβάτι. Θα έπαιρνε μακριά τον πόνο της, χαρίζοντάς της ηδονή. Μπορεί να του είχε πει ότι δεν ήθελε να γίνει εκεί μέσα, αλλά ήξερε πως το σεξ μπορούσε να είναι ένας έξοχος αντιπερισπασμός από τις σκοτεινές σκέψεις, τους φόβους και τις αμφιβολίες. Είχε βασιστεί σ’ αυτό πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια. Ήπιε μια γουλιά από εκείνο το υπέροχο μπράντι και έπειτα της έδωσε το ποτήρι. Απεχθανόταν αυτή την ανησυχία, αυτή τη θλίψη στα μάτια της. Θα την ακολουθούσαν και στο σπίτι του. Δεν ήθελε να σκεφτεί πόσα χαμόγελα θα του στερούσε, πόσα γέλια δεν θα άκουγε τις επόμενες μέρες. Δεν μπορούσε να την αναγκάσει να έρχεται μόνο μία ώρα εδώ. Έπρεπε να της δώσει όση ώρα ήθελε. Αυτό, όμως, θα σήμαινε ότι θα έμενε μακριά του. Δεν θα του άρεσαν καθόλου αυτές οι στιγμές. Κι όμως, θα έδινε ό,τι είχε και δεν είχε για να την απαλλάξει από τη στενοχώρια που σύντομα θα αντιμετώπιζε. Του έδωσε το ποτό. Το πήρε και ήπιε μια ακόμα μεγαλύτερη γουλιά. «Δεν θα είσαι άνετα σ’ αυτό το κρεβάτι», του είπε. «Θα τα καταφέρω». Γύρισε ελαφρά και τον κοίταξε στα μάτια. «Δεν υπάρχει λόγος να μείνεις, να ταλαιπωρηθείς». Ο καναπές δεν ήταν και τόσο μεγάλος, κι έτσι, όταν ακούμπησε το χέρι του στην πλάτη, τα δάχτυλά του χάιδεψαν το μάγουλό της. «Δεν φεύγω, Ρόουζ». Έβαλε το χέρι της πάνω στο δικό του και του έδωσε ένα φιλί στο κέντρο της παλάμης του· θα έπαιρνε όρκο ότι το ένιωσε στην καρδιά του. «Δεν φανταζόμουν ότι θα έμενες μαζί μου. Σε θεωρούσα εγωιστή».


«Είμαι. Πάρα πολύ. Και είμαι εδώ, γιατί θέλω να είμαι εδώ. Αν δεν ήθελα να είμαι, δεν θα με κρατούσε τίποτα». «Άρα δεν μένεις για εμένα». «Όχι». Στερέωσε πίσω από το αφτί της μια τούφα από τα μαλλιά της. «Όπως ξέρεις πολύ καλά, με ενδιαφέρει μόνο η προσωπική μου απόλαυση και οι επιθυμίες μου». Του χαμογέλασε. «Το έχω προσέξει. Περίεργο, όμως, που η απόλαυση και οι επιθυμίες σου συχνά αντικατοπτρίζουν και τις δικές μου». Ήπιε άλλη μια γουλιά και σκέφτηκε πως έπρεπε να πει ότι ενδιαφέρεται γι’ αυτή. Δεν ήταν σίγουρος πότε ακριβώς συνέβη. Είχε γίνει ένα κομμάτι της ζωής του που δεν ήθελε να χάσει. Της έδωσε το ποτήρι και παρατήρησε τις κινήσεις του λεπτού λαιμού της καθώς ήπιε μια μικρή γουλιά. Έγλειψε τα χείλη της, απολαμβάνοντας τη γεύση. Μπήκε στον πειρασμό να σκύψει και να τη φιλήσει. Φοβήθηκε, όμως, πως έτσι απλώς θα γινόταν ακόμα πιο μελαγχολική. «Αναρωτιόμουν», είπε χαμηλόφωνα, χτυπώντας το δάχτυλό της στο ποτήρι, «αν θα με άφηνες να φέρω μερικά από τα βιβλία σου εδώ για να τα διαβάσει ο Χάρι. Αγαπάει τόσο πολύ το διάβασμα και έχει ήδη διαβάσει όσα βιβλία έχουμε». «Δεν θα ήταν καλύτερα να πάμε τον Χάρι στα βιβλία;» Τον κοίταξε σαν να της είχε μόλις προτείνει να βάλει τον αδερφό της πάνω σε ένα μαγικό χαλί. Συνέχισε. «Όταν γυρίσουμε στο σπίτι μου αύριο, ίσως πρέπει να έρθει μαζί μας. Μπορεί να μείνει στην πτέρυγα των ξένων. Θα έχει δικό του δωμάτιο, μια μικρή βιβλιοθήκη, υπηρέτες για να τον βοηθούν...» «Όχι, δεν θέλω να τον χαζεύουν οι υπηρέτες σου». Πέρασε τον δείκτη του από το μάγουλό της. «Είμαι δούκας, Ρόουζ. Το προσωπικό μου δεν χαζεύει». Σηκώθηκε και πλησίασε τη φωτιά, κρατώντας το ποτήρι και με τα δυο της χέρια. «Είναι άνετα εδώ». «Νομίζω ότι θα είναι πιο άνετα εκεί. Θα έχει χώρο να κινείται, χιλιάδες βιβλία στη διάθεσή του. Οι υπηρέτες θα φροντίζουν για κάθε ανάγκη του». Άρχισε να κουνάει το κεφάλι της. Σηκώθηκε και πήγε κοντά της πλάι στη φωτιά. «Μου ζήτησες να σε βοηθήσω, ώστε να είναι ευτυχισμένες οι τελευταίες μέρες του. Η μαγείρισσά μου θα του ετοιμάζει λιχουδιές που δεν έχει ξαναδοκιμάσει. Οι κήποι μου είναι υπέροχοι. Θα μπορεί να κάνει περιπάτους χωρίς να φοβάται ότι θα τον παρακολουθούν οι γείτονες από τα παράθυρα. Θα μπορείς να είσαι κοντά του οποιαδήποτε στιγμή, μέρα και νύχτα. Δεν θα ανησυχείς τόσο πολύ. Θα μπορείς να τον βλέπεις όποτε θέλεις». «Γιατί το κάνεις αυτό;» Γιατί με πονάει να σε βλέπω τόσο πληγωμένη, τόσο στενοχωρημένη. «Νομίζω ότι είναι ο καλύτερος τρόπος για να μην επηρεαστεί η συμφωνία μας». Ήθελε τόσο πολύ να την αγγίξει, αλλά φοβήθηκε ότι θα έχυνε πάνω του όσο ποτό είχε απομείνει στο ποτήρι. Δεν θα ερχόταν σε δύσκολη θέση. Όχι, ούτε καν γι’ αυτή. «Νομίζω πως νοιάζεσαι για εμένα», του είπε απαλά, λες και αυτή η σκέψη είχε μόλις περάσει από το μυαλό της.


«Συναισθήματα, ευαισθησίες – δεν είναι το στιλ μου. Η απόλαυση, όμως, είναι. Η απόλαυση του ουρανίσκου όταν ακουμπά τη γλώσσα ένα υπέροχο γεύμα, η απόλαυση που σου προσφέρει το άρωμα ενός παλαιωμένου κρασιού, η απόλαυση των ματιών όταν κοιτάζεις ένα σπουδαίο έργο τέχνης, ο απολαυστικός ήχος που ακούγεται όταν ένας αρπιστής περνάει τα δάχτυλά του από τις χορδές, η απόλαυση ενός αγγίγματος». Χάιδεψε τον λοβό του αφτιού της. «Πιστεύω ότι ο αδερφός σου έχει δει ελάχιστα πράγματα από τον έξω κόσμο. Καταλαβαίνω ότι φοβάσαι μήπως τον ανακαλύψουν, ότι θέλεις να τον προστατεύσεις από αυτούς που θα τον κρίνουν ή που θέλουν να του κάνουν κακό. Το σπίτι μου είναι περισσότερο μουσείο παρά σπίτι. Μπορεί να περάσει ώρες εκεί μέσα. Έχω μπιχλιμπίδια από κάθε γωνιά του κόσμου, που θα μπορούσε να αγγίξει και να εξερευνήσει όσο λαχταράει η καρδιά του». «Δεν θέλω να φανώ σκληρή, αλλά είναι κάπως αδέξιος. Αν έσπαγε κάτι, θα...» «Είναι απλώς μπιχλιμπίδια. Η αξία τους είναι μόνο η χαρά που προσφέρουν, όχι το ποσό που έδωσα για να τα αποκτήσω. Αν σπάσουν, έσπασαν». «Τα έχω δει, Άβεντεϊλ. Κάποια από αυτά είναι ανεκτίμητοι θησαυροί». «Δεν σημαίνουν τίποτα για εμένα, Ρόουζ». Εσύ σημαίνεις. Γιατί του ήταν αδύνατον να πει αυτά τα λόγια; «Δεν θα με πειράξει αν σπάσουν. Ίσως μπορέσουμε να βάλουμε κρυφά τον Χάρι στους Δίδυμους Δράκους για μια παρτίδα πόκερ». Έστρεψε το βλέμμα στο πρόσωπό της και είδε τα μάτια της να λάμπουν στην προοπτική όλων αυτών που θα μπορούσαν να μοιραστούν με τον αδερφό της. «Δεν θέλω να πληγωθεί ο Χάρι». «Σου δίνω τον λόγο μου ότι δεν θα πληγωθεί». «Δεν μπορείς να ελέγξεις τους άλλους». «Νομίζω ότι θα εκπλαγείς από το πόσα μπορεί να πετύχει ένας δούκας και από τι μπορούν να κάνουν οι άλλοι για να τον ικανοποιήσουν. Ακόμα κι όταν μιλάμε για έναν δούκα τόσο ακόλαστο όσο εμένα». Άφησε το ποτήρι πάνω στο τζάκι και τον κοίταξε. «Πώς θα μπορούσαμε να πάμε τον Χάρι στο σπίτι σου;» «Έχεις άμαξα. Θα φύγουμε πριν ξημερώσει. Κανείς δεν θα τον δει να βγαίνει αποδώ μέσα. Αμφιβάλλω αν θα τον δει κανείς να μπαίνει και στο σπίτι μου». Έσφιξε τα λεπτά της χέρια, τα φρύδια της έσμιξαν. «Αν γίνει πραγματικότητα η επιθυμία μου και ο γιατρός σου κάνει λάθος… αν ο θάνατος δεν καραδοκεί να πάρει τον Χάρι… μήπως πρέπει να περιορίσουμε την παραμονή του στο σπίτι σου σε μία μόνο βδομάδα;» «Χωρίς περιορισμούς». Χάιδεψε το μάγουλό της με το δάχτυλό του. «Όσο χρειαστεί». «Κι αν μας βαρεθείς;» «Δεν θα σας βαρεθώ». Αυτό το ήξερε με σιγουριά. «Και ο Μέρικ, η Σάλι και ο Τζόσεφ;» «Θα μείνουν εδώ». Συμφώνησε. «Ναι, θα είναι πιο εύκολο. Ο Μέρικ δεν σε συμπαθεί». «Αμοιβαία τα αισθήματα». «Ίσως, όμως, μπορούν να τον επισκέπτονται». «Καμιά φορά, ίσως». Με το ένα του χέρι χάιδεψε το μάγουλό της. «Σηκώνεις


πολλά χρόνια το βάρος του αδερφού σου. Άσε με να σε βοηθήσω». Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της, αλλά χαμογέλασε. «Φοβάμαι. Δεν έχω συνηθίσει να μην είμαι υπεύθυνη». Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλό της με τον αντίχειρά του. «Τη νύχτα που κλείσαμε την πρώτη μας συμφωνία με εμπιστεύτηκες. Εμπιστεύσου με και τώρα». Έγνεψε καταφατικά, πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να σταματήσει να κλαίει. Ένιωσε έναν οξύ πόνο στο στήθος του. Αν δεν την ήξερε καλύτερα, θα πίστευε ότι είναι έτοιμη να καταρρεύσει. Χαμήλωσε το κεφάλι του, τη φίλησε στα χείλη και γεύτηκε τα αλμυρά της δάκρυα. «Θα δανειστώ την άμαξά σου για να γυρίσω στο σπίτι μου και να φροντίσω να είναι όλα έτοιμα για τον αδερφό σου. Θα επιστρέψω απόψε, αλλά δεν χρειάζεται να με περιμένεις». «Θα είμαι ξύπνια όταν έρθεις». «Τότε θα κάνω γρήγορα». Τη φίλησε ξανά, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόταν γιατί του ήταν τόσο δύσκολο να την αφήσει. Είχε αφήσει αμέτρητες γυναίκες χωρίς καν να γυρίσει να τις κοιτάξει. Εκείνη, όμως, ήταν διαφορετική. Το ήξερε από την αρχή. Έκανε πίσω κι ανασήκωσε το πιγούνι της με τα δάχτυλά του. «Πού θα βρω τον γίγαντα;» «Σίγουρα στην κουζίνα». «Μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά». «Αν δεν...» Κατάπιε κι έγλειψε τα χείλη της. «Υπόσχομαι να τηρήσω τη συμφωνία μας. Ό,τι θέλεις, για όσο θέλεις». Ξαφνικά κατάλαβε γιατί δεν ήθελε να δεχτεί το περιδέραιο. Δεν ήθελε την ευγνωμοσύνη της. Δεν ήταν σίγουρος, όμως, τι στο καλό ήθελε. «Δεν θα περίμενα κάτι διαφορετικό», είπε και βγήκε από το δωμάτιο, ευχόμενος να είχε επιλέξει πιο τρυφερά λόγια. • «Δεν μου αρέσει», είπε ο Μέρικ. Μόλις έφυγε ο Άβεντεϊλ, η Ρόουζ γύρισε στο δωμάτιο του Χάρι, ευγνώμων που ήταν ακόμα ξύπνιος. Υποψιαζόταν πως κοιμόταν ελάχιστα τα τελευταία βράδια. Δυσκολευόταν να αναπνεύσει και συχνά ακουγόταν ένα σφύριγμα, λες και ο αέρας έβγαινε από τα στενά τοιχώματα μια σπηλιάς. Ζήτησε από τον Μέρικ και τη Σάλι να πάνε κοντά τους. Τους εξήγησε πως θα έπαιρνε τον Χάρι για μια περιπέτεια στο σπίτι του δούκα. Το πρόσωπο του Χάρι έμοιαζε με το έκπληκτο πρόσωπο ενός παιδιού που πήρε το πρώτο του ζαχαρωτό. Το πρόσωπο του Μέρικ, βέβαια, θύμιζε καταιγίδα. Πηγαινοερχόταν μπροστά στο τζάκι. «Τι ξέρεις γι’ αυτόν τον δούκα; Σε εκμεταλλεύτηκε τη νύχτα που φεύγαμε. Μπορεί να κάνει το ίδιο και τώρα. Ίσως σκοπεύει να γελοιοποιήσει τον Χάρι μπροστά στους αριστοκράτες φίλους του. Οι ευγενείς αρέσκονται να επιδεικνύουν περίεργα πράγματα». «Δεν έχει καμία τέτοια πρόθεση», επέμεινε η Ρόουζ. «Είναι, όμως, σε πολύ


καλύτερη θέση από εμάς και μπορεί να φροντίσει τις ανάγκες του Χάρι. Έχει υπηρέτες, προσωπικό. Νομίζω, μάλιστα, ότι θα προσλάβει ακόμα και νοσοκόμα αν χρειαστεί». Δεν της είχε πει κάτι τέτοιο, αλλά θα στοιχημάτιζε τις πέντε χιλιάδες της ότι θα το έκανε. Πάλεψε τόσο πολύ να δίνει την εντύπωση ότι αδιαφορεί, αλλά το μόνο που είχε κάνει ήταν να της δείξει καλοσύνη. Και τώρα έδειχνε και στον Χάρι. «Δεν τον φροντίζουμε και τόσο άσχημα», επέμεινε ο Μέρικ, σταματώντας με τα χέρια στη μέση. Η Ρόουζ συνειδητοποίησε ότι είχε πληγωθεί η περηφάνια του. Δεν το είχε σκεφτεί αυτό. Νόμιζε πως όλοι ήθελαν το καλύτερο. «Τον φροντίζετε εξαιρετικά, αλλά είναι μια ευκαιρία να βιώσει και μια διαφορετική ζωή. Ο δούκας έχει μέχρι και δωμάτιο μπιλιάρδου. Ο Χάρι δεν έχει παίξει ποτέ». «Είναι ανοησία να τον πάρεις γι’ αυτόν τον λόγο». «Μπορείτε να έρχεστε να τον βλέπετε. Κάθε μέρα, αν θέλετε». Προσπάθησε να μην κάνει καμία γκριμάτσα. Του Άβεντεϊλ μάλλον δεν θα του άρεσε αυτό. «Πρέπει να το αποφασίσει ο Χάρι», δήλωσε ο Μέρικ. «Ναι, φυσικά. Ο Χάρι θα το αποφασίσει. Δεν θα τον πάρουμε με τη βία αποδώ». Κοίταξε τον αδερφό της. «Θέλεις να έρθεις μαζί μας;» «Τον αγαπάς;» Τι σχέση είχε τώρα αυτό; «Τον συμπαθώ πολύ». «Κι εγώ τον συμπαθώ». Γύρισε ελαφρά το κορμί του για να δει πιο καθαρά τον Μέρικ. «Συγγνώμη, Μέρικ. Θέλω να πάω». «Δεν χρειάζεται να απολογείσαι», απάντησε ο Μέρικ. «Αν ήμουν στη θέση σου, μάλλον κι εγώ θα ήθελα να πάω». «Εγώ νομίζω ότι είναι υπέροχη ιδέα», είπε η Σάλι. Ο Μέρικ την κοίταξε και η Ρόουζ ήξερε τι ακριβώς σκεφτόταν. Προδοσία. «Σκέψου πόσα πράγματα θα ζήσει. Υπέροχα πρωινά, κι όχι μόνο τα βραστά αβγά μου». «Μου αρέσουν τα βραστά αβγά σου», είπε ο Χάρι. Η Σάλι χαμογέλασε. «Είσαι τόσο γλυκό παιδί. Το να περάσεις χρόνο με έναν δούκα, όμως… είναι όνειρο ζωής για πολλούς, ξέρεις». «Για εσένα;» ρώτησε ο Μέρικ θυμωμένα. «Όχι βέβαια», τον μάλωσε. Όταν, όμως, ο Μέρικ κοίταξε από την άλλη, η Σάλι έκλεισε το μάτι στη Ρόουζ. Η Ρόουζ παραλίγο να βάλει τα γέλια, αλλά οι σκέψεις της την έκαναν να σοβαρέψει. Είχε κρίνει κάποτε τον Άβεντεϊλ με βάση τη θέση του, αδιαφορώντας για τον άντρα που κρυβόταν πίσω της. Τώρα έβλεπε μονάχα τον άντρα.


Κεφάλαιο 14 Ο Χάρι ένιωθε σαν το σκυλάκι που είχε όταν ήταν παιδί. Ήταν ένα ενθουσιώδες πλάσμα, που συνεχώς χοροπηδούσε κυνηγώντας την ουρά του. Ο πατέρας του του το είχε χαρίσει πριν ο Χάρι μεταμορφωθεί σε τέρας, πριν γίνει το Αγόρι με τα Εξογκώματα. Όταν ο πατέρας του συνειδητοποίησε ότι ο Χάρι δεν ήταν δικός του γιος αλλά του διαβόλου, από τον θυμό του έπνιξε τον σκύλο. Η Ρόουζ είχε κρατήσει το χέρι του Χάρι και του είχε υποσχεθεί πως δεν θα άφηνε κανέναν να τον ξαναπληγώσει. Ο Χάρι συχνά ευχόταν να μπορούσε να της υποσχεθεί το ίδιο, να μπορούσε να την προσέχει. Υποψιαζόταν, όμως, πως θα το έκανε ο δούκας στη θέση του. Πίστευε, βέβαια, ότι ούτε ο ίδιος ο δούκας δεν το ήξερε ακόμα, ενώ διέσχιζαν με την άμαξα τους δρόμους του Λονδίνου. Ο Χάρι, όμως, το ήξερε. Μπορούσε να αντιληφθεί τέτοια πράγματα. Ακριβώς όπως ήξερε ότι θα έβρεχε πάλι. Το μπαούλο που ο Μέρικ τον είχε βοηθήσει να ετοιμάσει βρισκόταν στην οροφή της άμαξας. Η Ρόουζ καθόταν πλάι του. Σκέφτηκε πως ο δούκας μάλλον θα προτιμούσε να καθόταν κοντά του, αλλά εκείνη ανησυχούσε μήπως ο Χάρι φοβόταν ότι κάποιος θα του έκανε κακό. Δεν φοβόταν, τουλάχιστον όχι για τον εαυτό του, αλλά ανησυχούσε για εκείνη. Ήξερε ότι συχνά έκανε πράγματα που δεν έπρεπε, ότι θα μπορούσε να πάει φυλακή, αν την έπιανε. Δεν ήξερε ότι το γνώριζε. Δεν μπορούσε να μιλήσει κι έτσι αναγκαζόταν να επικοινωνεί με πολύ απλές λέξεις –το δύσμορφο στόμα του δυσκολευόταν να σχηματίσει πιο περίπλοκες λέξεις– και οι άνθρωποι συχνά πίστευαν ότι είχε πρόβλημα και το μυαλό του. Ήταν, όμως, πιο έξυπνος απ’ όσο νόμιζαν. Και ήξερε πολύ καλά ότι σύντομα θα πέθαινε. Κουραζόταν όλο και πιο πολύ κάθε μέρα. Μερικές φορές δεν μπορούσε καν να σηκώσει το κεφάλι του από τους όγκους που είχαν σχηματιστεί. Μεγάλωναν και μέσα του. Το ήξερε εδώ και καιρό. Ο γιατρός το είχε επιβεβαιώσει όταν είχε πιέσει το στομάχι του Χάρι. Ήταν σίγουρος πως ο γιατρός τούς είχε πιάσει. Δεν είχε πει τίποτα, αλλά τα μάτια του είχαν γεμίσει θλίψη. Ο Χάρι ήθελε να μείνει με τον Μέρικ, αλλά ήταν πιο σημαντικό να είναι η Ρόουζ με τον δούκα της. Ο Χάρι ήξερε τα πάντα για τους δούκες και τη δύναμή τους. Θα προστάτευε τη Ρόουζ όπως δεν θα μπορούσε ποτέ να την προστατεύσει ο ίδιος. «Να ξέρεις», είπε ο δούκας», «ότι είπα στον μπάτλερ μου να έχει έναν υπηρέτη στη διάθεσή σου κάθε στιγμή. Αν χρειαστείς οτιδήποτε, αρκεί να του το ζητήσεις». «Πολύ ευγενικό», είπε η Ρόουζ. Ο δούκας τη μάλωσε. «Τους πληρώνω, Ρόουζ. Πρέπει να κερδίζουν τον μισθό τους». Του δούκα δεν του άρεσαν καθόλου οι ευχαριστίες της Ρόουζ. Ο Χάρι το βρήκε πολύ ενδιαφέρον. «Μπορείς να περνάς όση ώρα θέλεις σε οποιοδήποτε δωμάτιο, όσο συχνά θέλεις»,


είπε ο δούκας. «Εκτός από το υπνοδωμάτιό μου». «Ο Χάρι δυσκολεύεται να ανεβαίνει σκάλες», εξήγησε η Ρόουζ. «Το φαντάστηκα κρίνοντας από τη διαρρύθμιση του σπιτιού σας. Μετέτρεψα ένα από τα δωμάτια στο ισόγειο σε υπνοδωμάτιο. Θα βρεις ό,τι χρειάζεσαι, αλλά μην ντραπείς να ζητήσεις οτιδήποτε θελήσεις. Δεν θέλω να ακουστώ χυδαίος, αλλά τα χρήματα δεν είναι πρόβλημα». Η Ρόουζ απέναντί του σφίχτηκε. Δεν της άρεσε όταν οι άνθρωποι θεωρούσαν τα χρήματα δεδομένα. «Φρόντισε να το εκμεταλλευτείς, Χάρι. Ίσως είναι η μόνη φορά που δεν χρειάζεται να μας απασχολούν τα χρήματα». Υπήρχε και κάποιο τίμημα, όμως, απ’ όσο ήξερε. Και ήξερε, επίσης, ότι η Ρόουζ δεν θα του το έλεγε. Η άμαξα άφησε τους κεντρικούς δρόμους και μπήκε σε ένα λιθόστρωτο μονοπάτι. Μπροστά τους βρισκόταν το Μπάκλαντ Πάλας. Ο Χάρι συνειδητοποίησε ότι είχε γουρλώσει τα μάτια, ότι είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό, γιατί η Ρόουζ είχε δίκιο. Ήταν ένα παλάτι. Και θα έμενε για λίγο εκεί. • Η Ρόουζ κρατούσε το μπράτσο του Χάρι, όσο εκείνος στηριζόταν στο μπαστούνι του για να πάει από την άμαξα στο σπίτι. Ο Άβεντεϊλ ήταν κοντά της, παρατηρώντας τους προσεκτικά σαν να φοβόταν μήπως πέσει ο αδερφός της. Όταν, όμως, πέρασαν την πόρτα και μπήκαν στο σπίτι, είδε τον Χάρι να πλημμυρίζει από ενθουσιασμό βλέποντας τα ψηλά ταβάνια, τη μεγάλη σκάλα, τους πίνακες, την πολυτέλεια. Δύο υπηρέτες μετέφεραν ήδη το μπαούλο του. Ακόμα κι αν είχαν δει το πρόσωπό του κάτω από την κουκούλα του, δεν αντέδρασαν καθόλου. Είχε, όμως, μόλις ξημερώσει, η ομίχλη καθυστερούσε το φως του ήλιου. Ίσως να μην τον είχαν δει καλά. Ο Θάτσερ έκανε ένα βήμα μπροστά. Ένας νεαρός υπηρέτης –που η Ρόουζ δεν είχε ξαναδεί– στεκόταν πλάι του προσοχή. Σκέφτηκε πως ο Άβεντεϊλ σίγουρα θα είχε πολλούς υπηρέτες που δεν είχε ξαναδεί ποτέ. «Εξοχότατε, είναι όλα όπως τα ζητήσατε», ενημέρωσε ο Θάτσερ κι έπειτα στράφηκε στη Ρόουζ. «Καλώς ήρθατε, κυρία». Έστρεψε ελαφρά το βλέμμα του. «Καλώς ήρθατε στο Μπάκλαντ Πάλας, κύριε Λόνγκμορ». Ο Χάρι έβγαλε την κουκούλα του. «Χαίρομαι που είμαι εδώ». Ούτε ο Θάτσερ ούτε ο νεαρός υπηρέτης έδειξαν κάτι. Δεν γούρλωσαν τα μάτια, δεν οπισθοχώρησαν. Δεν αντέδρασαν καθόλου. Ο Θάτσερ συνέχισε. «Αυτός είναι ο Τζέραλντ. Θα σας εξυπηρετεί όσο μείνετε εδώ». «Ευχαριστώ». Η Ρόουζ εντυπωσιάστηκε που δεν υπήρχε καθόλου αμηχανία. Αναρωτήθηκε τι είχε πει ο Άβεντεϊλ στο προσωπικό του. Αμφέβαλε, όμως, ότι θα της το αποκάλυπτε αν τον ρωτούσε. «Χάρι, θα ήθελες να σε ξεναγήσουμε στο σπίτι πριν πάρουμε πρωινό;» ρώτησε ο Άβεντεϊλ. Ο Χάρι έκανε ένα ελαφρό νεύμα και η Ρόουζ προσπάθησε να μην είναι τόσο


αγχωμένη. Όλα πήγαιναν πολύ καλά, αλλά ήταν σίγουρη πως η πρώτη αναποδιά παραμόνευε κάτω από την επιφάνεια. «Να πάρω τον μανδύα σας, κύριε Λόνγκμορ;» ρώτησε ο Τζέραλντ, κάνοντας ένα βήμα μπροστά με το χέρι απλωμένο. Πιάνοντας το μπαστούνι με το προβληματικό του χέρι, ο Χάρι κατάφερε να ξεκουμπώσει το κουμπί του μανδύα του με το άλλο. Η Ρόουζ ήθελε να τον βοηθήσει, αλλά κατάλαβε ότι ήταν ζήτημα περηφάνιας, και έτσι περίμενε υπομονετικά να τον βγάλει και να τον δώσει στον υπηρέτη. Ο Τζέραλντ τον πήρε και τον κρέμασε στο χέρι του. «Όσο θα περιηγείστε στο σπίτι, θα τακτοποιήσω τα πράγματά σας, αν δεν έχετε αντίρρηση». «Ευχαριστώ». Ο Τζέραλντ αντάλλαξε ένα νεύμα με τον Άβεντεϊλ κι έπειτα απομακρύνθηκε στον διάδρομο που οδηγούσε στην πτέρυγα όπου θα έμενε ο Χάρι. «Θα φροντίσω να ετοιμάσουν το πρωινό», ενημέρωσε ο Θάτσερ κι αποχώρησε κι εκείνος. «Έλα να γνωρίσεις το σπίτι, λοιπόν», είπε ο Άβεντεϊλ. «Προτείνω πάντως να έχεις τον Τζέραλντ στο πλάι σου αν αποφασίσεις να κάνεις μια βόλτα. Είναι πολύ εύκολο να χαθείς στους δαιδαλώδεις διαδρόμους». Τον οδήγησε περπατώντας αργά, φροντίζοντας να μη μείνει πίσω ο Χάρι. Του εξηγούσε διάφορα πράγματα όσο περπατούσαν, όπως είχε κάνει και με τη Ρόουζ. Ο Χάρι περπατούσε πλάι της και η Ρόουζ αντιλαμβανόταν τον θαυμασμό και το δέος που ένιωθε. Ευχήθηκε να μπορούσε να γυρίσει μαζί του τον κόσμο. Κι έπειτα μπήκαν στη βιβλιοθήκη του Άβεντεϊλ. Του Χάρι τού κόπηκε η ανάσα. Η Ρόουζ συνειδητοποίησε πως με τις σελίδες όλων αυτών των βιβλίων ο Χάρι θα ταξίδευε πιο μακριά απ’ όσο θα μπορούσε ποτέ να τον πάει. Πλησίασε προσεκτικά τα ράφια κι έβαλε το καλό του χέρι πάνω στη δερμάτινη ράχη κάποιων βιβλίων. «Κοίταξέ τα, Ρόουζ». «Μπορείς να τα διαβάσεις όσο είσαι εδώ», τον διαβεβαίωσε. «Ζήτα από τον Τζέραλντ να σου πιάσει όσα δεν φτάνεις», του πρότεινε ο Άβεντεϊλ. «Δεν θα προλάβω ποτέ να τα διαβάσω όλα». «Υπάρχει και μια μικρότερη βιβλιοθήκη στην πτέρυγά σου», είπε ο Άβεντεϊλ, «αλλά φοβάμαι ότι τα περισσότερα βιβλία εκεί είναι ιστορίες αγάπης και ίσως να μη σου αρέσουν». Γυρίζοντας αργά, ο Χάρι τού χάρισε ένα από τα παράξενα χαμόγελά του. «Μου αρέσουν οι ρομαντικές ιστορίες. Δεν με στενοχωρεί ποτέ το τέλος τους». «Η μητέρα μου προτιμούσε αυτού του είδους τις ιστορίες. Θα βρεις αρκετές εκεί μέσα». Η Ρόουζ δεν περίμενε αυτή τη συμπάθεια που αναπτυσσόταν μεταξύ του δούκα και του αδερφού της. Οι αμφιβολίες της σχετικά με την άφιξή τους εδώ σιγά σιγά διαλύονταν, καθώς συνειδητοποιούσε ότι ο Άβεντεϊλ είχε όντως δεχτεί με χαρά τον Χάρι στο σπίτι του. Όταν έφτασαν στην τραπεζαρία του πρωινού, τα μάτια του Χάρι γούρλωσαν από την ποικιλία των εδεσμάτων στο τραπέζι. «Δεν είναι όλα πολύ πλούσια, Χάρι;» τον ρώτησε η Ρόουζ.


Κούνησε το κεφάλι, κοίταξε τον Άβεντεϊλ, κοίταξε την αδερφή του. «Δεν θα μπορούσα ποτέ να τα φάω όλα αυτά». «Δεν χρειάζεται», απάντησε ο Άβεντεϊλ. «Ό,τι μείνει μοιράζεται σε όσους έχουν ανάγκη». Η Ρόουζ τον κοίταξε. Ο Άβεντεϊλ συνοφρυώθηκε. «Νόμιζες πως απλά πετούσαμε ό,τι περισσεύει;» «Γιατί να σκεφτώ κάτι άλλο; Ζεις τόσο πλουσιοπάροχα». «Πολλοί άνθρωποι ζουν μια αρκετά καλή ζωή χάρη στις σπατάλες μου», της είπε. Δεν το είχε σκεφτεί ποτέ. Δεν είχε σκεφτεί πολλά γι’ αυτόν. Του είχε πει ότι η σχέση τους ήταν καθαρά επιφανειακή, γιατί αρνιόταν να μοιραστεί μαζί της τις λεπτομέρειες της ζωής του. Ίσως να μην ήταν, όμως, και τόσο παρατηρητική όσο πίστευε. Ο Τζέραλντ έκανε ένα βήμα μπροστά κρατώντας ένα πιάτο και η Ρόουζ αναρωτήθηκε πότε είχε μπει στο δωμάτιο. «Τι θα θέλατε, κύριε;» ρώτησε τον Χάρι. «Τα πάντα». «Όπως θέλετε». Προχώρησε προς τον μπουφέ, βάζοντας μια απίστευτη ποσότητα φαγητού στο πιάτο, υπό το άγρυπνο βλέμμα του Χάρι. Ο Άβεντεϊλ την πλησίασε. «Φαίνεται πως του αρέσει. Ελπίζω να νιώθεις πιο ήσυχη που τον έφερες εδώ». Κούνησε καταφατικά το κεφάλι και άγγιξε το μπράτσο του. «Δεν θα μπορέσω ποτέ να σου το ξεπληρώσω». Όσο κι αν έμενε μαζί του, ό,τι κι αν της ζητούσε. «Μην ανησυχείς γι’ αυτό τώρα». Δεν της είπε ότι θα έπρεπε να απολαύσει όσο χρόνο της είχε απομείνει με τον Χάρι. Φαινόταν, όμως, στα σκοτεινά, θλιμμένα μάτια του Άβεντεϊλ. Όταν κάθισαν στο τραπέζι, παρακολούθησε τον Χάρι να τρώει την πρώτη μπουκιά από τα αβγά του. Αναστέναξε και έκλεισε τα μάτια. Σκέφτηκε ότι θα απολάμβανε ακόμα περισσότερο το δείπνο του. Ο Τζέραλντ έκοψε διακριτικά το ζαμπόν στο πιάτο του Χάρι, ετοίμασε το τσάι του και γέμιζε ταχύτατα το ποτήρι του με νερό. Η Ρόουζ ήλπιζε να τον πληρώνει καλά ο Άβεντεϊλ. Τον κοίταξε. Έσπρωχνε με το μαχαίρι το φαγητό του πάνω στο πιρούνι. Τα χαρακτηριστικά του Χάρι συχνά έκοβαν την όρεξη των άλλων. Ακόμα και ο Μέρικ, η Σάλι και ο Τζόσεφ σπάνια έτρωγαν μαζί του. Ο Άβεντεϊλ φαινόταν να μην ενοχλείται καθόλου. Το στήθος της σφίχτηκε. Σίγουρα θα πλήρωνε καλά τους υπηρέτες του. Ήταν ένας πλούσιος άντρας, αλλά δεν ήταν καθόλου τσιγκούνης. Άνοιξε το σπίτι του, τις βιβλιοθήκες του στον Χάρι. Διεύρυνε τον κόσμο του αδερφού της. Ίσως να έπαιζαν και σκάκι. Ίσως να συζητούσαν. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που σε έκριναν. Παρότι ήξερε ότι είχε επιβιώσει εξαπατώντας τους άλλους, δεν την είχε κατηγορήσει ποτέ γι’ αυτό, δεν την είχε κάνει να νιώσει σαν εγκληματίας, ενώ ήξερε πως ήταν. Μπορούσε ακόμα και να τον συγχωρήσει για το κόλπο που είχε κάνει και την είχε αναγκάσει να χάσει το ραντεβού της με τον Χάρι. Αν ήταν στο χέρι της, δεν θα έλεγε ποτέ στον Άβεντεϊλ για τον αδερφό της, όχι γιατί ντρεπόταν για τον Χάρι –γιατί δεν ντρεπόταν–, αλλά γιατί θεωρούσε ότι ο δούκας ήταν ένας άνθρωπος χωρίς συμπόνια. Αναρωτήθηκε


πού αλλού είχε κάνει λάθος. Όταν ο Χάρι δήλωσε ότι κόντευε πια να σκάσει, τον πήραν στην πτέρυγα των ξένων, και για μια ακόμα φορά έκανε σαν παιδί που ανακάλυπτε ένα σωρό καινούρια θαύματα. Μπήκαν στο γραφείο και είδε το χειρόγραφό του πάνω στο τραπέζι. Το πλησίασε αργά, σαν να επρόκειτο για κάτι διαφορετικό μέσα σ’ αυτούς τους τοίχους, σαν να μην το αναγνώριζε. Έσκυψε το κεφάλι και ακούμπησε το καλό του χέρι στα προσεκτικά στοιβαγμένα χαρτιά. «Θα μπορέσεις να δουλέψεις την ιστορία σου εδώ», του είπε η Ρόουζ. «Ακόμα και να την τελειώσεις». Κούνησε το κεφάλι, το σήκωσε ελαφρά και κοίταξε τον Άβεντεϊλ. «Θέλετε να το διαβάσετε;» Η Ρόουζ έκανε ένα βήμα μπροστά. «Το τέλειωσες; Τι ωραία!» «Όχι, αλλά νομίζω πως ο δούκας μπορεί να το βρει… ενδιαφέρον. Δεν μπορείτε, όμως, να την αφήσετε να το διαβάσει. Όχι μέχρι να τελειώσει». Η Ρόουζ έβαλε τα χέρια στη μέση. «Μόλις τον γνώρισες και θα τον αφήσεις να το διαβάσει; Κι εμένα όχι; Την αδερφή σου, που σ’ αγαπάει πιο πολύ κι απ’ τη ζωή της;» Το βλέμμα του Χάρι δεν έφευγε από τον Άβεντεϊλ. «Νομίζω ότι πρέπει να το διαβάσει». «Με μεγάλη μου χαρά». Ο Χάρι το έσπρωξε στην άκρη του γραφείου. Ο Άβεντεϊλ το έπιασε. «Ευχαριστώ που μου το εμπιστεύεσαι». «Μην την αφήσετε να το δει». «Ειλικρινά», είπε θυμωμένα η Ρόουζ, «αν μου ζητάς να μην το διαβάσω, δεν θα το κάνω». «Λέει ψέματα», είπε ο Χάρι. Ο Άβεντεϊλ γέλασε. «Το έχω προσέξει». «Με προσβάλλεις, Χάρι. Δεν σου έχω πει ποτέ ψέματα». Γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος της και την κάρφωσε με τα γαλάζια μάτια του. Συνειδητοποίησε ότι δεν τον προστάτευσε και τόσο καλά. Ήξερε ότι τον είχε κοροϊδέψει, ότι δεν ήταν ειλικρινής μαζί του. «Βολέψου», του είπε ο Άβεντεϊλ. «Θα φροντίσω να κοιμηθεί λίγο η αδερφή σου. Δεν έκλεισε μάτι χτες το βράδυ». Πώς το ήξερε αυτό; Ήξερε ότι ήταν εξαντλημένη, ότι νόμιζε πως από στιγμή σε στιγμή θα καταρρεύσει; Η αγωνία την είχε καταβάλει. Αγκάλιασε τον Χάρι, του είπε να φωνάξει τον Τζέραλντ αν χρειαστεί κάτι κι έπειτα έφυγε από το δωμάτιο με τον Άβεντεϊλ στο πλάι της. Στον διάδρομο συνάντησαν έναν υπηρέτη και τον διέταξε να πάει το χειρόγραφο στη βιβλιοθήκη του. Έπειτα, με το χέρι του στην πλάτη της, την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο. Περίμενε να της σκίσει τα ρούχα, να την κάνει δική του πριν καν φτάσουν στο κρεβάτι. Αντίθετα, εκείνος είπε μόνο: «Θα στείλω την Ίντιθ να σε βοηθήσει με τα ρούχα σου. Ξεκουράσου». Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. «Πώς ήξερες ότι δεν κοιμήθηκα;» «Σε κρατούσα και κατάλαβα πόσο σφιγμένη ήσουν. Δεν χαλάρωσες ούτε στιγμή».


«Νόμιζα πως ο ερχομός μας εδώ θα ήταν καταστροφή». Πήγε κοντά της και χάιδεψε το μάγουλό της. «Παρότι σου είπα ότι δεν θα ήταν;» «Είχα αναλάβει όλες τις ευθύνες εδώ και τόσο καιρό. Δυσκολεύομαι να παραδώσω σε άλλον τα ηνία σε ό,τι έχει να κάνει με τον Χάρι». «Δεν τα παρέδωσες. Απλώς σε βοηθάει και κάποιος άλλος να τα κρατήσεις». Άπλωσε το χέρι και χάιδεψε με τα δάχτυλά της το πιγούνι του. «Κάθε φορά που νομίζω ότι σε ξέρω, ανακαλύπτω πως δεν ισχύει. Γιατί δεν μένεις μαζί μου;» «Γιατί πρέπει να φροντίσω κάποιες υποθέσεις. Μπορεί να φαίνεται ότι ζω μια πολύ άνετη ζωή, αλλά μπορώ να το κάνω μόνο και μόνο γιατί ασχολούμαι με τις δουλειές μου όταν πρέπει». «Θα βγεις, δηλαδή;» «Όχι, θα είμαι στη βιβλιοθήκη, μελετώντας αναφορές, παίρνοντας αποφάσεις. Είναι πολύ βαρετή και κουραστική δουλειά, αλλά πρέπει να γίνει. Όταν τελειώσω θα έρθω να σε βρω». «Ξέρω ότι το είπα και νωρίτερα, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω πόσο ευγενικός είσαι με τον Χάρι». «Το λες σαν να είσαι ένα βήμα πριν με προτείνεις για αγιοποίηση. Απέχω πολύ απ’ αυτό. Απλώς τηρώ τους όρους της συμφωνίας». Άγγιξε τα χείλη της με τα δικά του και βγήκε από το δωμάτιο. Η καρδιά της θα ήταν πιο ήρεμη αν τον πίστευε. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν τον πίστευε. Ακόμα κι αν της δήλωνε την αγάπη του, όμως, τι νόημα θα είχε; Ήταν ένας δούκας. Εκείνη ήταν εγκληματίας, με ένα παρελθόν που τη βάραινε και μια μέρα θα ερχόταν στο φως. Μέχρι τότε μπορούσε να είναι ερωμένη του για όσο καιρό την ήθελε – ή μέχρι να παντρευτεί. Οι αμαρτίες της ήταν πολλές, αλλά δεν θα έπαιρνε ποτέ έναν παντρεμένο άντρα στο κρεβάτι της.


Κεφάλαιο 15 Πάντα υπέφερα ξέροντας ότι υποφέρει, βλέποντας τη θλίψη και τα δάκρυα στα μάτια της. Μερικές φορές φανταζόμουν ότι μπορούσα να ακούσω την καρδιά της να σπάει, έβλεπα μικρά κομμάτια να σκορπίζονται. Για χάρη της, πάλευα να στέκομαι περήφανα ανάμεσα στους ανθρώπους που με έδειχναν, ψιθύριζαν, έμεναν με ανοιχτό το στόμα. Μια φορά μια γυναίκα έκανε εμετό, έβγαλε το πρωινό της. Από τότε ο πατέρας μου αποφάσισε να σκορπίζει γύρω μου σανό, σαν να ήμουν ένα ζώο που δεν μπορούσε να ελέγξει τις σωματικές του λειτουργίες. Το σανό, όμως, το χρειάζονταν αυτοί που με παρακολουθούσαν. Δεν μιλούσα ποτέ, δεν έδειχνα ότι υπέφερα που επιδείκνυε σαν κάτι αξιοπερίεργο τη γυμνή μου σάρκα. Επειδή ακριβώς είχα σταματήσει να μιλάω, ο πατέρας μου νόμιζε ότι μουγγάθηκα. Η Ρόουζ, όμως, ήξερε την αλήθεια. Τις πιο σκοτεινές ώρες της νύχτας, ερχόταν και γονάτιζε πλάι στο κρεβάτι μου. «Μια μέρα θα φύγουμε», μου υποσχόταν με τόση ειλικρίνεια, που ακόμα και από τα εξογκώματα από τα οποία μου είχαν δώσει το παρατσούκλι μου θα μπορούσαν να αρχίσουν να κυλούν δάκρυα. «Μόλις αποφασίσω πώς θα επιβιώνουμε». Κι έπειτα μου έλεγε μια ιστορία για ένα όμορφο μέρος με όμορφους ανθρώπους που θα με αγαπούσαν, και με έπαιρνε ο ύπνος νιώθοντας λιγότερο άσχημος. «Εξοχότατε;» Ο Άβεντεϊλ σήκωσε το κεφάλι από τις λέξεις που διάβαζε, έκπληκτος που είχε περάσει σχεδόν μία ώρα. Σκόπευε να διαβάσει μόνο μία σελίδα. Είχε διαβάσει δεκάδες. Ήταν ανησυχητικό που είχε απορροφηθεί τόσο από την ιστορία που δεν είχε καν ακούσει τον μπάτλερ του να μπαίνει στη βιβλιοθήκη. «Ναι, Θάτσερ;» «Είναι εδώ ο κύριος Γουάτκινς». «Ωραία. Πες του να περάσει». Ο Άβεντεϊλ σηκώθηκε όρθιος, πήγε στο τραπεζάκι κι έβαλε λίγο ουίσκι σε δύο ποτήρια. Στράφηκε προς την πόρτα την ώρα ακριβώς που έμπαινε ένας άντρας μετρίου αναστήματος με άψογα ρούχα. «Γουάτκινς». Ο Άβεντεϊλ του πρόσφερε το ένα ποτήρι. Ο άντρας έκανε μια κίνηση να αρνηθεί. «Δεν είναι ούτε μεσημέρι ακόμα, εξοχότατε». «Πίστεψέ με, Γουάτκινς, θα το χρειαστείς». Ο ράφτης του πήρε το ποτήρι και ήπιε διστακτικά, ενώ ο Άβεντεϊλ κάθισε στην άκρη του γραφείου του. Ήπιε το ποτό του και αναστέναξε. «Φιλοξενώ έναν κύριο. Τον κύριο Χάρι Λόνγκμορ. Χρειάζεται ρούχα. Κάτι απλό για κάθε μέρα, αλλά και μια βραδινή ενδυμασία».


«Ειδικότητά μου, εξοχότατε». «Γι’ αυτό σε κάλεσα. Χρειάζομαι έναν άντρα με τις δικές σου ικανότητες, φοβάμαι, όμως, ότι η δουλειά αυτή κρύβει μια πρόκληση. Για να το πω ωμά, ο άντρας αυτός είναι παραμορφωμένος, φριχτά παραμορφωμένος». Ο Γουάτκινς τελείωσε το ποτό του και έγλειψε τα χείλη του. «Μάλιστα». «Αμφιβάλλω αν θα μπορέσεις να του φτιάξεις κάτι απόλυτα ταιριαστό, αλλά θα ανταμειφθείς πλουσιοπάροχα για ό,τι καλύτερο μπορείς να κάνεις. Και διπλά, αν βιαστείς. Χρειαζόμαστε τα ρούχα αυτή τη βδομάδα». «Θα βάλω τα δυνατά μου. Μπορώ να ξεκινήσω αμέσως αν θέλετε». «Άψογα. Έλα μαζί μου τότε να σας συστήσω». • Ο Χάρι έγραφε στο γραφείο του όταν ξαφνικά μπήκε ο δούκας με έναν άντρα με πυκνά γκρίζα μαλλιά, πυκνές φαβορίτες και ένα παχύ μουστάκι που έκρυβε το στόμα του. Για μια στιγμή ο Χάρι ένιωσε να τον κυριεύει απελπισία. Τον είχε φέρει, άραγε, για να του δείξει τον Χάρι σαν κάτι αξιοπερίεργο, όπως είχε προβλέψει ο Μέρικ; Σίγουρα δεν θα το ήξερε η Ρόουζ. Ήταν βέβαιος γι’ αυτό. Θα γινόταν έξαλλη μόλις μάθαινε την προδοσία του. Θα έπαιρνε αμέσως τον Χάρι αποκεί και θα αναγκαζόταν να αφήσει πίσω του όλα αυτά τα υπέροχα βιβλία χωρίς να τα διαβάσει. Τα μάτια του άντρα, όμως, ούτε που κουνήθηκαν όταν κοίταξε τον Χάρι. «Χάρι», είπε ο δούκας, «επίτρεψέ μου να σου συστήσω τον κύριο Γουάτκινς, τον ράφτη μου. Είναι από τους καλύτερους του Λονδίνου. Θα ήθελα να του επιτρέψεις να σου πάρει τα μέτρα για μερικά καινούρια ρούχα». Το πρόσωπο του Χάρι κοκκίνισε από ντροπή που είχε καταλήξει στο λάθος συμπέρασμα σχετικά με τις προθέσεις του δούκα. Δεν διέφερε καθόλου από όσους τον κοίταζαν υποτιμητικά και τον έκριναν γι’ αυτό που ήταν. Έπρεπε να ξέρει ότι ο δούκας προσπαθούσε μονάχα να τον κάνει να νιώσει πιο άνετα σ’ αυτό το υπέροχο περιβάλλον. Ήξερε πως τα ρούχα του ήταν φαρδιά κι έπεφταν σαν σακί από πατάτες στο παράξενο κορμί του. Η Σάλι έραβε πολύ καλά, αλλά δεν ήταν από τις καλύτερες ράφτρες του Λονδίνου. Συμφώνησε με χαρά να αποκτήσει καινούρια ρούχα. «Υπέροχα», είπε ο δούκας. Έφερε το δάχτυλό του στο στόμα. «Θα το κρατήσουμε, όμως, μυστικό. Θα μείνει μεταξύ μας. Ετοιμάζω μια έκπληξη για την αδερφή σου και δεν θέλω να μάθει ακόμα τίποτα». Του Χάρι τού άρεσε να κάνει εκπλήξεις στη Ρόουζ. Όταν ήταν μικρός, της μάζευε λουλούδια ή όμορφες πετρούλες. Από τότε, όμως, που άρχισε να μένει όλο και περισσότερο μέσα, δεν μπορούσε να της προσφέρει τίποτα. Έγραφε για εκείνη, θα ήταν το δώρο του όταν ερχόταν η ώρα. Γέμιζε τις σελίδες με όλη την αγάπη που της είχε για να μείνει μαζί της όταν εκείνος θα έφευγε. Τώρα, όμως, μπορούσε να της κάνει μια έκπληξη· ήταν σίγουρος ότι θα της άρεσε, γιατί τα μάτια του δούκα ήταν γεμάτα ανυπομονησία και παιχνιδιάρικη διάθεση. Ανυπομονούσε να κάνει έκπληξη στη Ρόουζ. Ο Χάρι έφερε και το δικό του δάχτυλο στα χείλη. «Σςς».


«Ακριβώς. Θα σας αφήσω μόνους». Την ώρα που ο δούκας έβγαινε από το δωμάτιο, ο Χάρι αναρωτήθηκε αν ο Άβεντεϊλ είχε συνειδητοποιήσει ότι αγαπούσε τη Ρόουζ. • Μετά από έναν υπέροχο ύπνο, η Ρόουζ θέλησε να κάνει μια βόλτα στον κήπο με τον Χάρι, αλλά έφτασαν μονάχα μέχρι το σιντριβάνι, όπου ένα γυμνό ζευγάρι σκαλισμένο στην πέτρα αγκαλιαζόταν με τέτοιο τρόπο που άφηνε ελάχιστα στη φαντασία. Ένιωσε την ανάγκη να του πει ότι ήταν πολύ προκλητικό. «Οι λεπτομέρειες» –τα γυμνά οπίσθια του άντρα, το στητό στήθος της γυναίκας– «έχουν σχεδιαστεί για να σοκάρουν τους καθωσπρέπει ανθρώπους». «Εγώ νομίζω ότι είναι πολύ όμορφο». «Συμφωνώ», ακούστηκε πίσω της μια φωνή, που παραλίγο να τη ρίξει μέσα στο σιντριβάνι. Ο Άβεντεϊλ στάθηκε πλάι της και δυσκολεύτηκε να συγκρατηθεί και να μην τον αγγίξει, να μην τον πλησιάσει για να κουλουριαστεί στην αγκαλιά του. Δεν μπορούσε να αντισταθεί σε οτιδήποτε είχε σχέση μαζί του. Δεν ήξερε αν θα μπορούσε να αρκεστεί να είναι ερωμένη του για όλη της τη ζωή. Δεδομένου του παρελθόντος της, ο γάμος ήταν μάλλον απίθανος. «Υπάρχει ομορφιά, αλήθεια, ειλικρίνεια στο γυμνό», είπε ο Άβεντεϊλ. «Το θεωρώ έγκλημα που η κοινωνία ενοχλείται τόσο πολύ από τη γύμνια και την καλύπτει με ένα σωρό ρούχα». Χαμογέλασε και κούνησε τη φούστα της για να δείξει τι ακριβώς εννοούσε, σε περίπτωση που δεν είχε καταλάβει. «Αν τη βλέπαμε συνέχεια, δεν θα έχανε τη γοητεία της;» ρώτησε, παρότι ήξερε ότι δεν θα βαριόταν ποτέ να τον βλέπει γυμνό. «Ίσως θα τη θεωρούσαμε δεδομένη». «Εξακολουθώ να βρίσκω αυτό το ζευγάρι πολύ γοητευτικό, παρότι βρίσκεται εδώ πολλά χρόνια». «Εσύ είσαι ακόλαστος. Σίγουρα η γυναίκα σου θα πει να το αφαιρέσουν». «Τότε πρέπει να το απολαύσω όσο μπορώ. Εσύ τι λες, Χάρι; Θα έπρεπε να έχω διαλέξει ένα σιντριβάνι με το γλυπτό ενός ψαριού καλύτερα;» Ο Χάρι χαμογέλασε, κοκκίνισε και απέφυγε το βλέμμα της Ρόουζ. «Αυτό εδώ μου αρέσει πολύ». «Σε όλους τους άντρες. Και στις γυναίκες το ίδιο, νομίζω, αλλά έχουν εκπαιδευτεί να το αρνούνται. Κι εσένα σου αρέσει, έτσι δεν είναι, Ρόουζ;» Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι συζητούσε για γυμνό μπροστά στον μικρό της αδερφό. «Ομολογώ ότι είναι προκλητικό». «Ξέρεις, Χάρι, έχω κάνει διάφορες γιορτές εδώ, όπου οι γυναίκες χόρευαν γυμνές στο σιντριβάνι». Ο Χάρι έμεινε με ανοιχτό το στόμα, ακριβώς όπως και η Ρόουζ. «Είσαι πολύ φιλελεύθερος», του είπε. «Δεν το αρνούμαι». Άγγιξε το μάγουλό της. «Θέλεις να φύγει το σιντριβάνι; Θα το αφαιρέσω, αν σε κάνει να νιώθεις άβολα». Ένιωθε άβολα που στεκόταν εδώ και συζητούσε αυτά τα πράγματα με τον αδερφό


της. Διαφορετικά, το θεωρούσε το ωραιότερο γλυπτό που είχε δει ποτέ. Η πρότασή του, όμως, ήταν γελοία, μια και δεν θα έμενε τόσο πολύ στη ζωή του. «Μου αρέσει, αλλά προτιμώ τα τριαντάφυλλα. Τι λες, Χάρι; Πάμε να δούμε τα λουλούδια;» «Ναι, πριν βρέξει». «Θα βρέξει πάλι;» «Ναι». «Μια στιγμή», είπε ο Άβεντεϊλ. «Γι’ αυτό ήξερες ότι θα βρέξει τις προάλλες;» Ένιωσε περήφανη. «Έχει μια απίστευτη ικανότητα να προβλέπει τον καιρό. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το στοίχημά μας, απλώς είχα πάρει τις πληροφορίες μου». Γέλασε. «Πράγματι. Θα σας αφήσω να απολαύσετε τον κήπο όσο προλαβαίνετε, λοιπόν». Έφυγε, αν και εκείνη ήλπιζε να μείνει μαζί τους. Εκτιμούσε που δεν έμενε συνέχεια μαζί τους, που της έδινε λίγο χρόνο με τον Χάρι. Ήταν ανόητο που της έλειπε. Έπρεπε να σκληρύνει η καρδιά της, αλλιώς όταν έφευγε αποδώ θα κατέρρεε. Έπιασε τον Χάρι αγκαζέ. «Πάμε να εξερευνήσουμε τον χώρο;» Χρησιμοποιώντας το μπαστούνι του, άρχισε να γυρίζει γύρω από τα λουλούδια και να τα θαυμάζει ένα ένα. Αυτός ο κήπος πρέπει να είχε πραγματικά κάθε είδος λουλουδιών. Ο Χάρι σταματούσε για να αγγίξει τα πέταλα, να μυρίσει τα αρώματά τους, να θαυμάσει τα χρώματα. Οι γείτονες ήταν αρκετά μακριά κι έτσι δεν μπορούσε κανείς να τον δει καθαρά. Κι αν το έκαναν, ήταν σχεδόν βέβαιη πως ο Άβεντεϊλ θα τακτοποιούσε το ζήτημα πολύ αποτελεσματικά. Ο Χάρι παρατηρούσε ένα ροζ τριαντάφυλλο όταν τη ρώτησε χαμηλόφωνα: «Θα χορέψεις στο σιντριβάνι για χάρη του;» «Τι; Όχι! Όχι βέβαια!» Την κοίταξε πονηρά – ο μικρός αδερφός της που δεν ήταν ποτέ πονηρός, απ’ όσο ήξερε. «Του χορεύεις αλλού;» Πάντα πίστευε ότι ο Χάρι ήταν αθώος, ότι δεν ήξερε τι συμβαίνει ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, αλλά φυσικά και ήξερε. Στο κάτω κάτω, ήταν άντρας. Τη στενοχωρούσε η σκέψη ότι δεν θα ερχόταν ποτέ κοντά σε μια γυναίκα και δεν θα βίωνε την αγάπη που υπάρχει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που δεν συνδέονται με κάποια συγγένεια εξ αίματος. Μα τι σκεφτόταν; Αυτού του είδους την αγάπη δεν θα τη βίωνε ούτε εκείνη. «Ο Άβεντεϊλ κι εγώ έχουμε κάνει μια συμφωνία», του είπε και ήταν σίγουρη ότι τα μάγουλά της θα είχαν πάρει το χρώμα του τριαντάφυλλου. «Τι συμφωνία;» «Ότι θα είμαστε μαζί για λίγο». «Εξαιτίας μου». Ναι. «Όχι. Απολαμβάνουμε ο ένας τη συντροφιά του άλλου, αλλά κανείς μας δεν θέλει κάτι πιο μόνιμο». «Κάνει πολλά για μας, Ρόουζ». «Ναι, αλλά σίγουρα μπορεί να τα κάνει». «Δεν νομίζω πως είναι αυτός ο λόγος». Δεν ήθελε να σκεφτεί ότι ο αδερφός της είχε δίκιο, πως ίσως σήμαινε κάτι για τον Άβεντεϊλ. «Δεν πρέπει να αναλύουμε τόσο πολύ τη ζωή μας. Θα έπρεπε απλώς να την απολαμβάνουμε».


Πριν αρχίσει ο χειμώνας, επιστρέφαμε στη φάρμα μας. Η Ρόουζ ήταν πιο ευτυχισμένη τότε. Νομίζω ένας λόγος ήταν ότι εκεί δεν θα με επιδείκνυε και τόσο πολύ, αλλά κυρίως επειδή μπορούσε να δει τον Φίλιπ. Η οικογένειά του είχε μια φάρμα δίπλα στη δική μας και ερχόταν συχνά να επισκεφθεί τη Ρόουζ. Ένα απόγευμα την έψαχνα κι άκουσα φωνές πίσω από μια αποθήκη. «Θα πάω στο Μάντσεστερ να δουλέψω σε ένα εργοστάσιο. Θέλω να με παντρευτείς. Να έρθεις μαζί μου. Θα ζήσουμε καλά, Ρόουζ», της έλεγε ο Φίλιπ. Την άκουσα να γελάει, τη φαντάστηκα να κρέμεται από τον λαιμό του και να την αγκαλιάζει. Το είχα δει στο παρελθόν. Ίσως ακόμα και να τον φιλούσε. «Ναι! Ναι! Σ’ αγαπώ, Φίλιπ. Του Χάρι θα του αρέσει τόσο πολύ το Μάντσεστερ». «Τι σχέση έχει ο Χάρι;» «Μα θα έρθει μαζί μας». «Όχι». «Φίλιπ, δεν μπορώ να τον αφήσω». «Δεν είναι παιδί σου, δεν είναι δική σου ευθύνη». «Είναι αδερφός μου. Ο πατέρας μου του φέρεται απαίσια. Η συμπεριφορά του συνεχώς χειροτερεύει. Του υποσχέθηκα να τον πάρω μαζί μου όταν φύγω». «Δεν θα έρθει μαζί μας. Ανακατεύομαι όταν τον βλέπω. Δεν μπορώ να φάω». «Νόμιζα ότι μ’ αγαπούσες». «Σ’ αγαπώ, εκείνον όμως όχι». Η Ρόουζ δεν έφυγε μαζί του. Συχνά σκέφτομαι πώς θα ήταν η ζωή της αν είχε φύγει. Σίγουρα θα ήταν πολύ πιο εύκολη. Μερικές φορές νιώθω ενοχές που της είμαι βάρος, αλλά είμαι εγωιστής και χαίρομαι που δεν με άφησε. Αν οι ρόλοι μας είχαν αντιστραφεί, δεν ξέρω αν θα είχα τη δύναμη να μείνω πίσω. Έξι μήνες μετά, το σκάσαμε. «Εξοχότατε;» Ο Άβεντεϊλ χρειάστηκε μια στιγμή να συνέλθει από τα λόγια, από τις εικόνες. Γι’ αυτό δεν του είχε μιλήσει η Ρόουζ για τον αδερφό της. Θα ήθελε πολύ να βρει αυτόν τον Φίλιπ και να τον τσακίσει για τον πόνο που της προκάλεσε, για τον πόνο που προκάλεσε στον Χάρι με τα σκληρά του λόγια. «Τι συμβαίνει, Θάτσερ;» Έπρεπε μήπως να κλειδώνει την πόρτα για να διαβάζει με την ησυχία του; «Είναι στην είσοδο ένας μικρόσωμος κύριος που επιμένει να δει τον κύριο Λόνγκμορ. Είναι πολύ επίμονος για το μέγεθός του. Διατάξατε το προσωπικό να προστατεύσει τον κύριο Λόνγκμορ από όποιον θα ήθελε να του κάνει κακό, και


έτσι δεν ήμουν σίγουρος τι έπρεπε να κάνω με τον κύριο. Δεν νομίζω ότι εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία, αλλά σίγουρα δεν είναι και πολύ ευχάριστος». Ο Άβεντεϊλ σηκώθηκε από την καρέκλα του αναστενάζοντας. Το προηγούμενο βράδυ είχε διώξει τον αμαξά του από το σπίτι της Ρόουζ κι έτσι τους είχε μεταφέρει ο δικός της αμαξάς, ο οποίος έδωσε τη διεύθυνση στον νάνο. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Μέρικ ήξερε πού να τους βρει. «Θα το τακτοποιήσω εγώ». Ο Θάτσερ είχε ξεχάσει να του αναφέρει ότι ήταν μαζί του και μια γυναίκα. Σίγουρα το άλλο μισό του πιο Μικροσκοπικού Ζευγαριού στον Κόσμο. Ήταν ελάχιστα πιο κοντή από τον έξαλλο άντρα στο πλευρό της, με μαύρα μαλλιά και καστανά μάτια. Η ευγενική έκφρασή της ήταν ακριβώς το αντίθετο από εκείνη του εξοργισμένου συζύγου της. «Απαιτώ να δω τον Χάρι». Ο Μέρικ έβγαζε αφρούς από το στόμα. Η γυναίκα του παρέμενε ήρεμη. Ο Άβεντεϊλ τη συμπάθησε αμέσως. «Στο σπίτι μου δεν είσαι σε θέση να απαιτείς τίποτα. Υποθέτω πως ο γίγαντας που σας έφερε είναι ακόμα εδώ». Ο Μέρικ τον κοίταξε σαν να ήταν λίγο πριν από την αποπληξία. «Ναι», απάντησε η γυναίκα. «Ο Τζόσεφ μάς έφερε». Έκανε ένα βήμα μπροστά. «Πρέπει να καταλάβετε πως φροντίζουμε πολύ καιρό τον Χάρι και απλώς θέλουμε να δούμε αν είναι χαρούμενος στο καινούριο του περιβάλλον». Ακόμα και χωρίς την εξήγησή της, είχε ήδη αποφασίσει να πει: «Θέλετε να φάτε μαζί μας;» Στις καρέκλες του πιο Μικροσκοπικού Ζευγαριού τοποθετήθηκαν βιβλία ώστε να φτάνουν με άνεση στο τραπέζι. Κάθισαν όλοι μαζί στη μία πλευρά, με τον Χάρι και τον γίγαντα στην άλλη. Ο Άβεντεϊλ είχε πάρει τη θέση του στην κεφαλή του τραπεζιού, ενώ η Ρόουζ κάθισε απέναντί του. Φαινόταν να απολαμβάνει την παρέα των καλεσμένων του ή μπορεί εκείνη να απολάμβανε να τον βλέπει. Γιατί ήταν ευγενικός, γιατί δεν είχε διώξει τον μικροσκοπικό της φίλο. Άλλωστε, κι εκείνος έβρισκε πολύ διασκεδαστική την παρέα τους. Αφού η Ρόουζ, δεν του αποκάλυπτε το παρελθόν της, σίγουρα θα έπαιρνε πληροφορίες από εκείνους. Αυτό ήταν το αρχικό του σχέδιο, αλλά δεν μπορούσε τελικά να παραβιάσει την ιδιωτική της ζωή, αφού επέμενε τόσο να την κρατάει κρυφή. Ίσως δεν θα έπρεπε καν να διαβάζει τα γραπτά του αδερφού της. «Μακάρι να μαγείρευα κι εγώ έτσι», σχολίασε η Σάλι, γευόμενη τον γλασαρισμένο φασιανό. Ο Άβεντεϊλ ήπιε μια γουλιά κρασί. Απολάμβανε περισσότερο το ποτό παρά το φαγητό. «Είμαι σίγουρος ότι η μαγείρισσά μου θα χαρεί να μοιραστεί τις συνταγές της». «Αυτό θα ήταν υπέροχο». «Φαντάζομαι ότι δεν σας λείπει η προηγούμενη ζωή σας». «Δεν ήταν και τόσο άσχημα», απάντησε η Σάλι, που μιλούσε περισσότερο από τους υπόλοιπους. «Ο Μέρικ κι εγώ απλώς στεκόμασταν κάπου ενώ ο κόσμος έτρωγε. Τα πράγματα ήταν χειρότερα για τον Χάρι, γιατί είναι τόσο διαφορετικός». Τόσο διαφορετικός. Πολύ ευγενικός τρόπος να το θέσεις. Κοίταξε τη Ρόουζ, το απαλό χρώμα στα μάγουλά της. Είχε εκπλαγεί που είχε καλέσει τους φίλους της για φαγητό, και τον είχε ευχαριστήσει. Δεν ήθελε την


ευγνωμοσύνη της. Ήθελε να μάθει τα πάντα για τη ζωή της. Υποψιαζόταν πως θα μάθαινε πολύ περισσότερα απ’ όσα ήθελε μέσα από τις σελίδες του Χάρι, αλλά ήθελε να του μιλήσει η ίδια η Ρόουζ για τον εαυτό της. Κι αυτό δεν ήταν δίκαιο, μια και δεν επρόκειτο να της αποκαλύψει κάτι για τον ίδιο. «Σε αντιμετώπισε κι εσένα ποτέ σαν έκθεμα;» Τα λόγια βγήκαν από το στόμα του πριν προλάβει να τα σταματήσει. Αν η απάντησή της ήταν ναι, δεν ήξερε κι αυτός τι θα έκανε. Σκούπισε απαλά τα χείλη με την πετσέτα της και την ακούμπησε στα γόνατά της. «Όχι ακριβώς. Ο πατέρας μου έβαζε σε μπουκάλια ένα δήθεν ελιξίριο, που, αν το έπινε μια γυναίκα πριν μείνει έγκυος, θα απέτρεπε κάθε είδους δυσμορφίες. Έλεγε ότι το είχε φτιάξει αφού γεννήθηκε ο Χάρι και πως η γυναίκα του το είχε πιει πριν με αποκτήσει. Και τότε έβγαινα εγώ στη σκηνή. Δεν είχε καμία σημασία που ο Χάρι είχε γεννηθεί τέσσερα χρόνια μετά από εμένα. Λόγω της κατάστασής του δεν μπορούσες να υπολογίσεις την ηλικία του. Δύο πένες για να δουν τον Χάρι και ένα σελίνι για το μαγικό ελιξίριο». «Και από τι ήταν φτιαγμένο αυτό το μαγικό ελιξίριο;» «Από νερό του ποταμού και λίγο τζιν». «Από ένα συγκεκριμένο ποτάμι;» Κούνησε το κεφάλι της. «Από οποιοδήποτε ποτάμι ήταν κοντά μας». «Μεγάλος απατεώνας ο πατέρας σας». «Νόμιζε ότι ο Θεός τού χρωστάει και ότι είχε δικαίωμα να κάνει ό,τι μπορεί για να ζήσει καλύτερα. Δεν είχε σημασία ποιον πλήγωνε στην πορεία». Σαν τον πατέρα της, κι εκείνη είχε διαλέξει τον δρόμο της εξαπάτησης των άλλων, αλλά δυσκολευόταν να τη δει σαν απατεώνισσα. Σίγουρα το κίνητρό της δεν ήταν ο εγωισμός. Δεν μπορούσε να πει το ίδιο και για τον εαυτό του. Από τη στιγμή που τη γνώρισε, το μόνο που σκεφτόταν ήταν η ανάγκη του να την κάνει δική του. «Εκείνος ζήτησε από τους υπόλοιπους να έρθουν μαζί σας;» «Όχι, αυτό θα απαιτούσε πολλή δουλειά – δεν μπορούσε να αναλάβει ολόκληρο το θίασο. Ήταν ένα μικρό τσίρκο. Ένας ελέφαντας, μια καμήλα…» «Μια καμηλοπάρδαλη», πρόσθεσε ο γίγαντας και ο Άβεντεϊλ τον κοίταξε. Η φωνή του ακουγόταν σαν να βγαίνει από τα βάθη του κορμιού του. Ήταν η πρώτη φορά που ο Άβεντεϊλ τον άκουγε να μιλάει. Είχε αρχίσει να πιστεύει ότι ήταν μουγγός. «Του Τζόσεφ τού άρεσε η καμηλοπάρδαλη», είπε η Ρόουζ. «Ήταν ένας κόσμος γεμάτος περίεργα πλάσματα. Νομίζω πως είμαστε όλοι περίεργοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο». Μπορεί και να είχε δίκιο, αν και δεν έβρισκε τίποτα περίεργο πάνω της. Αντίθετα, την έβρισκε σπουδαία. Μετά το φαγητό δεν ακολούθησε την παράδοση που έλεγε ότι οι κύριοι αποσύρονται για ένα ποτό, και ζήτησε από τις κυρίες να τους ακολουθήσουν στη βιβλιοθήκη. Κάθισαν δίπλα στη φωτιά, ήπιαν ένα ποτό και τότε συνειδητοποίησε ότι είχε αρχίσει να βρέχει. Κοίταξε τη Ρόουζ. Του χαμογέλασε. Μοιράστηκαν μια στιγμή και οι υπόλοιποι –που μιλούσαν και γελούσαν– δεν την πρόσεξαν καν. Δεν τον απασχολούσε ποτέ η ηρεμία του σπιτιού του ή οι ήσυχες νύχτες ή οι όμορφες αναμνήσεις. Πάντα προτιμούσε την ένταση, τις φωνές, τη ζωντάνια. Δεν


ήθελε ποτέ να εξερευνήσει τις πλευρές της ζωής που είχε εγκαταλείψει. Περίεργο, αλλά, τώρα που την κοιτούσε, ένιωθε ικανοποίηση, περιτριγυρισμένος από αυτή την ασυνήθιστη συντροφιά. • «Νομίζω πως είδα τον Τίνσντεϊλ να παραμονεύει στον δρόμο». Στο μπαλκόνι του υπνοδωματίου, με το άρωμα της βροχής να πλανιέται στο απαλό αεράκι και τα δάχτυλά της να σφίγγουν τα κάγκελα, η Ρόουζ επαναλάμβανε στο μυαλό της τα λόγια που της ψιθύρισε ο Μέρικ την ώρα που έφευγαν, επιτρέποντας σ’ αυτό το δυσάρεστο ρεφρέν να γεμίσει το μυαλό της, έκπληκτη που μετά από μια ντουζίνα επαναλήψεις είχε ακόμα τη δύναμη να κάνει τον φόβο να της σφίγγει το στομάχι. Ο πρώην αστυνομικός, ο οποίος τώρα πουλούσε τις υπηρεσίες του σε όσους ήταν πρόθυμοι να τις αγοράσουν, ήταν ξοπίσω της εδώ και χρόνια, από τότε που είχε εξαπατήσει έναν δικηγόρο στο Μάντσεστερ ακριβώς όπως είχε εξαπατήσει τώρα τον Μπέκγουιθ. Δεν βοηθούσε καθόλου που είχαν εκδοθεί δύο εντάλματα για τη σύλληψή της στον βορρά. Για να μην αναφέρουμε τη μικρή αμοιβή που πρόσφερε ένας χήρος ιδιοκτήτης που της είχε παραχωρήσει το σπίτι του για τρεις μήνες. Όταν ξεκίνησε τις απάτες ήταν πολύ νέα και πολύ αφελής για να συνειδητοποιήσει ότι οι προσπάθειές της έπρεπε να στρέφονται σε άντρες που ήταν πολύ περήφανοι για να επιτρέψουν να μαθευτεί ότι τους είχε εξαπατήσει. Με τα χρόνια, είχε γίνει τόσο δύσκολο να ξεφύγει από τον Τίνσντεϊλ, όσο και να καταστρώνει τις απάτες της. Δεν θα την αναζητούσε στους κύκλους των ευγενών. Δεν τη θεωρούσε αρκετά τολμηρή για κάτι τέτοιο. Θα την έψαχνε ανάμεσα στους απλούς πλούσιους, στους εμπόρους, στους επενδυτές των σιδηροδρόμων. Αναρωτήθηκε για μια στιγμή αν έπρεπε να κανονίσει να μεταφερθούν κάπου αλλού οι φίλοι της. Όχι, δεν ήταν ένοχοι για κάτι. Ο Τίνσντεϊλ δεν θα διακινδύνευε να αντιληφθούν την παρουσία του. Ο Τζόσεφ δεν θα ερχόταν ως εδώ αν δεν ήταν σίγουρος ότι δεν τους ακολουθεί κανείς. Και πάλι, αν δεν ήταν ο Χάρι, θα είχε ήδη αρχίσει να κάνει σχέδια για την αναχώρησή τους. Αν δεν ήταν η συμφωνία της με τον Άβεντεϊλ... Έκλεισε τα μάτια. Αν δεν ήταν ο ίδιος ο Άβεντεϊλ. Ήταν ένας άντρας που ξυπνούσε κάτι βαθιά μέσα της, ένας άντρας που χωρίς καν να το καταλαβαίνει της αποκάλυπτε το τεράστιο κόστος της ζωής που είχε ζήσει. Πάντα κοιτούσε κλεφτά πίσω της, πάντα περίμενε να πέσει ο πέλεκυς, να την ανακαλύψουν. Δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ κάτι παραπάνω από ερωμένη του, μια γυναίκα κρυμμένη στη σκιά. «Δεν περίμενα να σε βρω εδώ», της είπε χαμηλόφωνα ο Άβεντεϊλ. Κοίταξε πίσω της και του χαμογέλασε. Την είχε καλέσει να πιουν μαζί ένα κονιάκ αφού καληνύχτισε τον Χάρι, αλλά, θέλοντας να μείνει μόνη για να αφομοιώσει τα άσχημα νέα του Μέρικ, είχε προφασιστεί πως είχε πονοκέφαλο και ζήτησε να ξαπλώσει. Τα σκούρα μάτια του Άβεντεϊλ είχαν γεμίσει καχυποψία. Γιατί του έλεγε ψέματα τόσο εύκολα;


«Νόμιζα ότι θα απέφευγες το δωμάτιό μου με τον αδερφό σου στο σπίτι», συνέχισε. «Ήμουν προετοιμασμένος να έρθω εγώ να σε ψάξω». Όταν ερχόταν η κατάλληλη στιγμή θα ήταν πολύ δύσκολο να του ξεφύγει. Είχε αθετήσει πολλές υποσχέσεις στη ζωή της, αλλά πιο πολύ απ’ όλες θα μετάνιωνε αν αναγκαζόταν να μην κρατήσει αυτή που είχε δώσει σ’ εκείνον. Αν όμως ο Τίνσντεϊλ ήταν κοντά, δεν είχε άλλη επιλογή. «Το σπίτι σου είναι αρκετά μεγάλο, ώστε να μη μας ακούει ο Χάρι, που βρίσκεται στην άλλη πτέρυγα», του είπε. Έκανε ένα βήμα μπροστά, την αγκάλιασε από τη μέση και φίλησε τον αυχένα της, σημαδεύοντάς τη σαν καυτό σίδερο. «Με προκαλείς να σε κάνω να ουρλιάζεις, αντί απλώς να φωνάζεις;» Η ντροπή την έκανε να κοκκινίσει. «Όχι βέβαια. Αν μου προσφέρεις ακόμα περισσότερη ηδονή, μπορεί να πεθάνω». «Ο πονοκέφαλός σου;» «Πέρασε, καθώς ετοιμαζόμουν να ξαπλώσω». Όσο τη βοηθούσε με τον Χάρι, θα έδινε στον Άβεντεϊλ ό,τι περισσότερο μπορούσε – ακόμα κι αν δεν ήταν τα πάντα. «Αυτό το νυχτικό δεν σε κολακεύει», της είπε. «Είναι, όμως, γνώριμο και άνετο, σαν ένας παλιός φίλος». Στάθηκε πλάι της και το βλέμμα του έπεσε με τέτοια ένταση στο πρόσωπό της, που της φάνηκε ότι άκουσε έναν γδούπο. «Μια και ανέφερες τους παλιούς φίλους, τι σου είπε ο Μέρικ όταν σε πήρε παράμερα την ώρα που έφευγε;» Θα την είχε προσέξει τη συνομιλία τους. Φυσικά. Πρόσεχε τα πάντα. Ήταν ένα από τα πράγματα που αγαπούσε πάνω του: ότι δεν αγνοούσε τις μικρές λεπτομέρειες της ζωής. «Αυτό που λέει πάντα. Ότι δεν σε συμπαθεί». «Γιατί δεν σε πιστεύω;» «Τι άλλο θα μπορούσε να μου πει;» ρώτησε όσο πιο αθώα μπορούσε. «Δεν ξέρω, αλλά έδειχνε ανήσυχος κι εσύ για μια στιγμή φάνηκες τρομοκρατημένη». Γύρισε και τον κοίταξε. Πάντα να κοιτάς στα μάτια τον αντίπαλό σου όταν λες ψέματα. Έτσι της είχε πει η Ελίζ, ένα μέντιουμ. «Δεν φοβάμαι εγώ». Πάλι αυτή η αμφιβολία στο πρόσωπό του. «Μετά από όσα κάνω για εσένα και τον Χάρι, δεν αξίζω την αλήθεια;» Παραλίγο να του πει ότι η ειλικρίνεια δεν ήταν κομμάτι της συμφωνίας τους. «Σου είπα ότι δεν θα σου μιλούσα ποτέ για το παρελθόν μου, κι όμως απόψε πήρες μια ιδέα. Αρκέσου σε αυτό». «Και αν δεν μπορώ;» Τα πάντα μέσα της σώπασαν, πάγωσαν, και ένιωσε λες και το μπαλκόνι είχε φύγει κάτω από τα πόδια της. Σχεδόν άπλωσε το χέρι της για να τον αρπάξει, αλλά είχε μάθει πολύ καιρό πριν ότι έπρεπε να σώζει μόνη της τον εαυτό της. «Δεν έπρεπε ποτέ να συμφωνήσω να φέρω εδώ τον Χάρι. Θα φύγουμε αύριο το πρωί». «Και όλα αυτά που θέλεις για τον Χάρι;» «Έχω τις πέντε χιλιάδες λίρες». «Όχι αν δεν ολοκληρωθεί η βδομάδα μας. Διαφορετικά θα έχεις απλώς ένα ταξίδι στη Σκότλαντ Γιαρντ». «Μπλοφάρεις».


«Κι εσύ το ίδιο. Δεν θα φύγεις. Δεν θα τα παρατήσεις όλα αυτά, όχι όσο ο αδερφός σου απολαμβάνει την εύνοιά μου. Μετά δεν είμαι σίγουρος ότι θα σε κρατήσει εδώ η υπόσχεσή σου». Δεν θα την κρατούσε, να πάρει, αλλά δεν θα του επιβεβαίωνε ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Ακόμα κι αν είχε, δεν μπορούσε να ορκιστεί ότι θα έμενε. Ελπίζοντας να αλλάξουν συζήτηση, έβαλε την παλάμη της στο στήθος του. «Δεν μου αρέσει όταν μαλώνουμε». «Τότε να είσαι ειλικρινής μαζί μου». «Μπορώ να είμαι ειλικρινής μαζί σου σε σχέση με τα αισθήματά μου απέναντί σου, με τις επιθυμίες μου. Όχι, όμως, για το παρελθόν μου. Είμαι εγκληματίας, Άβεντεϊλ. Δεν χρειάζεται να ξέρεις κάτι παραπάνω». «Πόσο μεγάλη εγκληματίας;» Γέλασε. «Σαν να με ρωτάς “Πόσο έγκυος είσαι;”». «Υπάρχουν βαθμοί εγκληματικότητας. Ο φόνος είναι πολύ χειρότερος από το να κλέβεις ένα μεταξωτό μαντίλι. Πόσους έχεις εξαπατήσει;» «Αρκετούς για να επιβιώσω». «Ήσουν πολύ πιο ειλικρινής χτες βράδυ». «Χτες βράδυ ήμουν αναστατωμένη, είχαν πέσει οι αντιστάσεις μου». Της είχε ρίξει μόνη της, η ανόητη. Είχε αποκαλύψει πολλά. Όσο καλός και γενναιόδωρος κι αν ήταν, δεν θα μπορούσε ποτέ να κατανοήσει όλα τα παραπτώματά της. «Ξαναπήρα τον έλεγχο και η γέφυρα σηκώθηκε και πάλι». «Δεν μου αρέσει που συνεχίζεις να μου κρατάς μυστικά». «Η συμφωνία μας είναι προσωρινή. Δεν επηρεάζεται από τα μυστικά μου». Άλλο ένα ψέμα. «Κι αν δεν ήταν;» τη ρώτησε. Πάλι ένιωσε ότι πέφτει. «Δεν βλέπω πώς μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό. Είσαι ένας δούκας. Είμαι απατεώνισσα. Μπορεί να νιώθεις άνετα να με συστήσεις σε κάποιους καλούς σου φίλους σε μια πίσω αίθουσα μιας χαρτοπαικτικής λέσχης, αλλά δημόσια; Σε κάθε ευγενή του βασιλείου; Στη βασίλισσα; Ξέρω ακριβώς τι είμαι, εξοχότατε, και ποια θέση μού αναλογεί στη ζωή σας. Μπορώ να είμαι μονάχα η ερωμένη σας. Ελπίζω πως, όταν παντρευτείς, θα με απαλλάξεις από το βάσανο να σε μοιράζομαι». Θεέ μου, σκέφτηκε, αυτό θα ήταν χειρότερο κι από τη φυλακή. Πέρασε το χέρι του στον λαιμό της. Ο αντίχειράς του χάιδεψε το πιγούνι της. «Φαίνεται πως το έχεις σκεφτεί πολύ». «Έχω περάσει μεγάλο μέρος της ζωής μου υπολογίζοντας και ζυγίζοντας τις συνέπειες των πράξεών μου. Μπορεί να μην είμαι ειλικρινής με τους άλλους, αλλά ήμουν πάντα ειλικρινής με τον εαυτό μου». «Ενώ εγώ είμαι το αντίθετο. Ωμά ειλικρινής με τους άλλους και σπάνια ειλικρινής με τον εαυτό μου». «Γιατί δεν είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου;» «Θα έπρεπε να τα βάλω με τη συνείδησή μου και απεχθάνομαι τον πόνο. Κι αυτός είναι μάλλον ο λόγος που επικεντρώνομαι στην ηδονή. Αν δεν θέλεις να σου χαλάσω αυτό το απαίσιο νυχτικό, πρέπει να το βγάλεις εδώ έξω. Μόλις μπούμε στο δωμάτιο, θα το σκίσω». Της πήρε μια στιγμή μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι η συζήτηση είχε μόλις


τελειώσει. Ότι περνούσαν σε πιο ευχάριστα, πιο τολμηρά πράγματα. Τους φώτιζε μόνο το απαλό φως της λάμπας, αλλά μπορούσε να δει την πρόκληση στα μάτια του. Τι ήταν αυτό που την έκανε να θέλει να σηκώσει κάθε γάντι που της πέταγε; Ήθελε να τη θυμάται όταν θα είχε πια φύγει από τη ζωή του, όταν θα έπεφτε στο κρεβάτι με μια γυναίκα άμεμπτης ηθικής και θα της έκανε παιδιά. Άνοιξε ένα κουμπί της νυχτικιάς και τον άκουσε να λαχανιάζει, είδε τα μάτια του να σκουραίνουν. «Φαντάζομαι πως το επόμενο που θα μου ζητήσεις είναι να χορέψω στο σιντριβάνι σου», του είπε. «Θα το έκανες;» ρώτησε και η επιθυμία έκανε τη φωνή του να ακουστεί βραχνή, γεμάτη πόθο. Ένιωσε να καίγεται ανάμεσα στα πόδια της και σκέφτηκε ότι μπορούσε να τη φέρει στην κορύφωση χωρίς καν να την αγγίξει με τα χέρια του. Αρκούσε μόνο η φωνή του, το βλέμμα του. Η επίγνωση ότι ακόμα την ήθελε σαν να μην την είχε κάνει ποτέ δική του. Άλλο ένα κουμπί. «Θα έπρεπε να μου το ζητήσεις, πριν έρθει ο φιλοξενούμενός σου». «Το δωμάτιό του δεν βλέπει στο σιντριβάνι». «Ναι, αλλά του αρέσει να κάνει περιπάτους τις νύχτες». Άλλο ένα κουμπί. «Θα μπορούσα να φροντίσω να είναι απασχολημένος ένα βράδυ, αλλά…» Τα δάχτυλά της σταμάτησαν πάνω στο επόμενο κουμπί. «Αλλά;» Κούνησε το κεφάλι. «Δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω να σε δω να χορεύεις στο σιντριβάνι. Βαρέθηκα τις γυναίκες που το έκαναν». «Κι εμένα θα με βαρεθείς τελικά». Άνοιξε το τελευταίο κουμπί και πέρασε το νυχτικό από τους ώμους της, αφήνοντάς το να γλιστρήσει στο πάτωμα. Παρακολούθησε την πορεία του υφάσματος μέχρι που έφτασε στα πόδια της. Έπειτα έστρεψε πάλι τα μάτια του στα δικά της. «Τελικά ναι. Όχι απόψε, όμως». Πήρε το χέρι της και την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο.


Κεφάλαιο 16 «Ρόουζ, πρέπει να σηκωθούμε». Πίεσε τη μύτη της στο στήθος του Άβεντεϊλ, προσπαθώντας να αγνοήσει τη γοητεία που της ασκούσε η βραχνή ακόμα από τον ύπνο φωνή του. Αφού έπεσαν στο κρεβάτι, της έκανε έρωτα τόσο αργά, που σχεδόν δάκρυσε. Έκαναν έρωτα. Αυτή ήταν η κατάλληλη λέξη όταν βρισκόταν μαζί του. Μισάνοιξε τα μάτια και τον κοίταξε. «Δεν έχει ξημερώσει ακόμα». «Το ξέρω. Πρέπει να φύγουμε νωρίς. Είναι πιο εντυπωσιακό έτσι. Έλα, σήκω». Της έριξε μια ξυλιά στον ποπό και σηκώθηκε. Ανασηκώθηκε και ακούμπησε στο κεφαλάρι του κρεβατιού. «Τι ετοιμάζεις;» Έπιασε ένα απλό φόρεμα από την ντουλάπα και το πέταξε στο κρεβάτι. «Φόρεσε αυτό». Σκεπάστηκε με τις κουβέρτες και είπε: «Δεν πρόκειται να φορέσω τίποτα μέχρι να μου εξηγήσεις τι συμβαίνει. Έχεις μπλεξίματα; Πρέπει να το σκάσουμε; Αποφάσισες να μας διώξεις;» Την αγκάλιασε και της είπε: «Σου έχω μια έκπληξη». Άφησε την κουβέρτα και χάιδεψε το μάγουλό του με τα δάχτυλά της. «Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να αφήσουμε μόνο τον Χάρι». «Θα έρθει μαζί μας». «Πού θα πάμε;» Φίλησε την άκρη της μύτης της. «Κάπου όπου αμφιβάλλω ότι έχει βρεθεί ποτέ. Κάνε γρήγορα τώρα». Έφυγε από το πλευρό της, κάθισε σε μια καρέκλα κι άρχισε να βάζει τις μπότες του. Πότε είχε βάλει το παντελόνι; Σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Γιατί πρέπει να είσαι τόσο μυστηριώδης;» «Γιατί είναι πιο διασκεδαστικό». Ήθελε να τον εμπιστευτεί, αλλά είχε μόλις μάθει για τον Χάρι. Δεν καταλάβαινε τους περιορισμούς, την ανάγκη της να τον προστατεύσει. Γονάτισε μπροστά του κι εκείνος πάγωσε. Την κοίταξε. «Θα είναι κι άλλοι μαζί μας;» Αναστέναξε εμφανώς δυσαρεστημένος. «Αφού πρέπει οπωσδήποτε να ξέρεις, θα πάμε για ένα πικνίκ στην εξοχή». Δεν ακούστηκε σαν κάτι που θα μπορούσε να κάνει κακό στον Χάρι. Σηκώθηκε και τον φίλησε στο κεφάλι. «Σ’ ευχαριστώ». Άρχισε να ντύνεται. Ετοιμάστηκε πρώτος και τη βοήθησε, αλλά ήταν αγέλαστος. Δεν του άρεσε καθόλου που του είχε χαλάσει την έκπληξη. «Δεν έχω κάνει ποτέ πικνίκ», του είπε απαλά, ελπίζοντας να μετριάσει κάπως την απογοήτευσή του. «Ελπίζω ότι αυτό δεν θα το ξεχάσεις ποτέ». Δεν θα ξεχνούσε καμία στιγμή που πέρασε στο πλάι του. Επειδή θα έκαναν πικνίκ, αποφάσισε να φορέσει ένα ψάθινο καπέλο για να προστατευτεί από τον ήλιο.


Ακολούθησε τον Άβεντεϊλ έξω από το δωμάτιο και τον έπιασε αγκαζέ για να κατέβουν τη σκάλα. Περίμενε να βγουν από την κεντρική πόρτα, αλλά όταν έφτασαν στην είσοδο την οδήγησε στον πίσω διάδρομο προς τη βιβλιοθήκη. «Δεν θα πάρουμε τον Χάρι;» ρώτησε. «Μας περιμένει με τον Τζέραλντ. Έχουμε αργήσει λίγο». Την κοίταξε. Προφανώς δεν είχε υπολογίσει τις ερωτήσεις της όταν κατέστρωνε τα σχέδιά του. Πέρασαν από τη βιβλιοθήκη και βγήκαν στον κήπο. Μόλις είδε αυτό που τους περίμενε, σταμάτησε απότομα. Το πρωινό φως ήταν αρκετό ώστε να διακρίνει τον Χάρι να βηματίζει δίπλα σε ένα μεγάλο καλάθι δεμένο με ένα τεράστιο μπαλόνι. Είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο στα πανηγύρια που ο πατέρας της επιδείκνυε τον αδερφό της. «Τι θέλει αυτό εδώ;» ρώτησε με τον φόβο πως ήξερε ήδη την απάντηση. «Θα είναι το μεταφορικό μας μέσο». Την έπιασε από το χέρι κι άρχισε να τη σπρώχνει μπροστά. «Έπαθε κάτι η άμαξά σου;» ρώτησε. «Τίποτα απολύτως». Τον κοίταξε και είδε ότι χαμογελούσε. Δεν ήταν το πικνίκ η έκπληξη, να πάρει. Το αερόστατο ήταν η έκπληξη. Το μέρος που θα πήγαιναν και δεν είχε ξαναπάει; Τα σύννεφα. «Κοίτα, Ρόουζ!» φώναξε ο Χάρι καθώς πλησίαζαν. Μέσα στο σκοτάδι είδε ότι ο Τζέραλντ ήταν εξίσου χλωμός με εκείνη. «Ναι, αγάπη μου. Δεν είναι υπέροχο;» «Θέλεις να κάνουμε μια βόλτα;» ρώτησε ο Άβεντεϊλ. Ο Χάρι έγνεψε καταφατικά με όσο ενθουσιασμό τού επέτρεπε η κατάστασή του. Ο Άβεντεϊλ στράφηκε προς το μέρος της. «Ρόουζ;» «Δεν μπορεί να περιμένεις πραγματικά να μπω σε ένα ψάθινο καλάθι που πετάει στον ουρανό!» «Σκέψου τη θέα». «Σκέψου τον λεκέ που θα κάνουμε όταν πέσουμε στο έδαφος». «Ο κύριος Γκρέιντζερ», έγνεψε σε έναν άντρα που στεκόταν πλάι στο αερόστατο, «είναι ένας εξαιρετικός πιλότος. Έχω ξαναπετάξει μαζί του. Σε διαβεβαιώ ότι είναι μια μοναδική εμπειρία». Την ανάγκασε να γυρίσει και να τον κοιτάξει. «Αυτό δεν ήθελες για τον Χάρι; Θα δει την ανατολή πάνω από το Λονδίνο κι είναι ελάχιστοι οι άνθρωποι που έζησαν αυτή την εμπειρία. Θα πάμε και χωρίς εσένα αν χρειαστεί, αλλά προτιμώ να είσαι μαζί μας». «Έλα μαζί μας, Ρόουζ, σε παρακαλώ», την ικέτεψε ο Χάρι. «Εντάξει». Δεν μπορούσε ποτέ να του χαλάσει χατίρι και διέκρινε ένα ίχνος απογοήτευσης στα μάτια του Άβεντεϊλ όταν πείστηκε από τα λόγια του Χάρι και όχι από τα δικά του να τους ακολουθήσει. «Ωραία», είπε ο Άβεντεϊλ. «Και τώρα πρέπει να ξεκινήσουμε, αλλιώς θα χάσουμε το καλύτερο». Τη σήκωσε στα χέρια του και την έβαλε μέσα στο καλάθι. Έπιασε ένα σκοινί που κρατούσε το μπαλόνι δεμένο στο καλάθι. Βοήθησε τον Χάρι να μπει, μπήκε κι εκείνος και τελευταίος ο κύριος Γκρέιντζερ. Νόμιζε πως θα ήταν ο πρώτος που θα έμπαινε. Αν αυτό το καταραμένο πράγμα ξεκινούσε χωρίς αυτόν; Ο Άβεντεϊλ πέρασε το χέρι του στους ώμους της και την τράβηξε κοντά του.


«Νόμιζα πως ήσουν ατρόμητη». «Είμαι ρεαλίστρια. Αν μπορούσαμε να πετάξουμε, θα είχαμε φτερά». «Αν μπορούσαμε να πετάξουμε, θα βρίσκαμε έναν τρόπο να το καταφέρουμε». Ο Τζέραλντ έλυσε τα σκοινιά. Ο Γκρέιντζερ έκανε κάτι και άκουσε μια ριπή αέρα. Το καλάθι σηκώθηκε ελαφρά κι άρχισε να αιωρείται. Έσφιξε το χέρι του Άβεντεϊλ, ευχόμενη να μπορούσε να πιάσει και το χέρι του Χάρι, αλλά θα έπρεπε να αφήσει το σκοινί που κρατούσε και ήταν σίγουρη πως, όσο δεν το άφηνε, με κάποιον τρόπο κρατούσε το αερόστατο στον αέρα. Ανέβαιναν… πιο πάνω, πιο πάνω, πιο πάνω. Μέχρι που είδε τη στέγη του σπιτιού του Άβεντεϊλ. «Ηρέμησε, Ρόουζ. Δεν θα σε αφήσω να πέσεις». Έγειρε στο στήθος του κι εκείνος την αγκάλιασε με το άλλο του χέρι και την τράβηξε κοντά του. «Δεν θα έπρεπε να κρατιέσαι από κάπου;» «Κρατιέμαι από εσένα». «Ναι, αλλά αν αρχίσουμε να πέφτουμε...» «Αν αρχίσουμε να πέφτουμε, ό,τι και να κρατάμε δεν θα μας συγκρατήσει». «Σ’ ευχαριστώ που με καθησυχάζεις». «Δεν πρόκειται να συμβεί τίποτα». Έσκυψε και της έδωσε ένα φιλί στον λαιμό. «Δεν θα το επιτρέψω». Για κάποιο λόγο, παρότι ήξερε ότι δεν μπορούσε να ελέγξει τον αέρα ή τον ουρανό ή την κίνηση αυτού του πράγματος, τον πίστεψε. «Απλώς κλείσε τα μάτια», της είπε. «Απόλαυσε την ηρεμία». Έκανε αυτό που της είπε. Ήταν τόσο ήσυχα, οι θόρυβοι της γης ήταν απαλοί, εξασθενημένοι. Παρότι ήξερε ότι κινούνται, το έκαναν τόσο αργά, που σχεδόν μπορούσε να φανταστεί ότι αιωρούνταν ακίνητοι. «Κοίτα, Ρόουζ!» φώναξε ο Χάρι. Άνοιξε τα μάτια της και είδε τον Τάμεση κάτω από τα πόδια τους. Τα σκάφη και τις βάρκες. Τον ήλιο στον ορίζοντα να βάφει το τοπίο με τα υπέροχα χρώματα της ανατολής. «Μπορούμε να δούμε τα πάντα. Θα κάνουμε τον γύρο του κόσμου, δούκα;» ρώτησε ο Χάρι. «Όχι σήμερα», του απάντησε. Κοίταξε πίσω της και είδε το χαμόγελο του Χάρι πιο λαμπερό από ποτέ. Έγειρε πίσω το κεφάλι και γέλασε όπως δεν είχε γελάσει ποτέ. Το στήθος της σφίχτηκε. Δεν του είχε χαρίσει ποτέ κάτι τέτοιο. Ακόμα κι αν είχε τα χρήματα, δεν θα είχε σκεφτεί ποτέ κάτι παρόμοιο. Στράφηκε και είδε τον Άβεντεϊλ να την κοιτάζει, αντί να θαυμάζει τη θέα. «Το κάνεις συχνά αυτό;» «Μερικές φορές τον χρόνο. Εδώ πάνω δεν υπάρχουν προβλήματα, απογοητεύσεις, ενοχές». «Για τι πράγμα έχεις ενοχές;» Κούνησε το κεφάλι. «Είπαμε, δεν υπάρχουν ενοχές εδώ πάνω». Ήξερε, όμως, πως της έλεγε ψέματα. Υπήρχαν παντού. Ήταν κομμάτι σου για πάντα.


• Η Ρόουζ κάθισε σε μια κουβέρτα. Ο Άβεντεϊλ βολεύτηκε δίπλα της. Ο Χάρι περπατούσε πλάι στο ποτάμι με τον κύριο Γκρέιντζερ. Ο πιλότος είχε προσγειώσει το αερόστατο σε αυτό το υπέροχο λιβάδι, που ήταν γεμάτο μοβ, κίτρινα και μπλε λουλούδια. Ξέροντας ότι ο Άβεντεϊλ την παρακολουθεί, έπιασε ένα λουλούδι και το έκοψε με τα δάχτυλά της. Είχαν απολαύσει ένα υπέροχο πρωινό, που έβγαλαν από ένα όμορφο καλάθι. «Θα μου λείψει η μαγείρισσά σου όταν τελειώσει ο χρόνος μας». «Μη διανοηθείς να μου την πάρεις φεύγοντας». Τον κοίταξε. «Λες και μπορώ». «Υποψιάζομαι πως μπορείς να κάνεις ό,τι βάλεις στο μυαλό σου». «Ακόμα και να πετάξω με αερόστατο. Δεν το πιστεύω ότι το έκανα αυτό». «Σου άρεσε, έτσι δεν είναι;» «Πάρα πολύ. Αν και όχι όσο του Χάρι. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πρόσωπό του όταν πέταξε πλάι μας εκείνο το σμήνος των πουλιών». Άπλωσε το χέρι του και πέρασε το δάχτυλό του από το μέτωπό της, το μάγουλό της, το πιγούνι της, κι εκείνη αναρωτήθηκε πώς μπορούσε ακόμα το άγγιγμά του να κάνει την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή. Σχεδόν ευχήθηκε να ήταν μόνοι τους, ώστε να μπορούσε να τον φιλήσει. «Κι εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ το δικό σου», της είπε. «Φαντάζομαι πώς ήμουν. Σίγουρα θα είχα γουρλώσει τα μάτια». «Σχεδόν». Κοίταξε γύρω της. «Ελπίζω ο ιδιοκτήτης αυτής της γης να μην έρθει να μας κυνηγήσει μέχρι να φύγουμε». «Έχει φάει πάρα πολλή πίτα για να μπορεί να τρέξει». Ξάπλωσε και στηρίχτηκε στον αγκώνα της για να τον βλέπει πιο καθαρά. «Η γη αυτή είναι δική σου». «Ναι». «Είναι κάποιο από τα κτήματά σου;» Ίσως το μικρότερο. Ήταν σίγουρη πως δεν είχαν φτάσει ως την Κορνουάλη. Θα της άρεσε πολύ να την ξεναγήσει στο εξοχικό του. «Όχι, είναι απλώς ένα κομμάτι γης που μου άρεσε κι έτσι το αγόρασα». «Γιατί; Προίκα για την κόρη σου ίσως;» Μπορούσε να τον φανταστεί με ένα μικρό κοριτσάκι, να του κρατάει το χέρι, να το προστατεύει από όποιον πήγαινε να του κάνει κακό. Παρά την αγριάδα του και τις δηλώσεις του ότι δεν νοιαζόταν για τους άλλους, μπορούσε να φανταστεί ότι η μικρή θα τον τύλιγε γύρω από το μικρό της δαχτυλάκι με μεγάλη ευκολία. «Όχι, απλώς για κάτι τέτοιες περιστάσεις, όταν θέλω να απομακρυνθώ λίγο από το Λονδίνο. Τα κτήματά μου είναι πολύ μακριά για μια μικρή απόδραση». «Θα χτίσεις κάτι εδώ;» τον ρώτησε. Χάιδεψε την παλάμη της. «Το σκεφτόμουν». «Θα ήθελα να το δω όταν το τελειώσεις». Την κοίταξε με τόση ένταση, που ένιωσε σαν να της είχε τρυπήσει με ένα βέλος


την καρδιά. «Ίσως να είναι για εσένα». Ένα σπίτι για την ερωμένη του, σκέφτηκε, γιατί αυτό θα γινόταν, για όσο την ήθελε. Δεν ήθελε να βασανίζεται με αυτό τώρα, δεν ήθελε να αναγνωρίσει ότι αποδεχόταν ποια θα ήταν η θέση της στη ζωή του. Δεν θα μετάνιωνε για τον ρόλο της, δεν θα δυσφορούσε με το τίμημα. Ο Άβεντεϊλ είχε ήδη αποδείξει ότι είχε ξεπεράσει ό,τι θα μπορούσε ποτέ να προσφέρει στον αδερφό της, επομένως κι εκείνη θα του έδινε όσα περισσότερα μπορούσε. Δεν θα του έδινε νόθα παιδιά, όμως, αν και ένας θεός ήξερε πόσο θα ήθελε να κάνει τα παιδιά του. Δεν θα ήταν, όμως, δίκαιο για το παιδί. Ακόμα κι αν ο Άβεντεϊλ το αναγνώριζε, δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει νόμιμος κληρονόμος του, δεν θα είχε ποτέ μια αξιοπρεπή θέση στην κοινωνία. Έδιωξε μακριά αυτές τις σκέψεις, έδιωξε την υποψία ότι θα ήταν αρκετό καιρό μαζί ώστε να της χτίσει ένα σπίτι και απλά γέλασε. «Είμαι μια γυναίκα που δεν δέχεται ένα περιδέραιο ως δώρο. Πιστεύεις πραγματικά ότι θα δεχόμουν ένα σπίτι;» «Μάλλον όχι, τουλάχιστον όχι χωρίς καβγάδες». «Ορίστε. Πρέπει να αξιοποιήσεις, λοιπόν, κάπως αλλιώς τη γη σου. Να τη μοιραστείς ίσως με την οικογένειά σου». Κούνησε αργά το κεφάλι και κοίταξε το ποταμάκι όπου ο Χάρι πετούσε πέτρες στο νερό. «Είναι τυχερός που είσαι αδερφή του». «Εγώ είμαι τυχερή. Ο πατέρας μου δεν ήταν παράδειγμα προς μίμηση, αλλά ο Χάρι ενσαρκώνει για εμένα όλα όσα όσα προσφέρει μια οικογένεια». Ο κύριος Γκρέιντζερ έδωσε άλλη μια πέτρα στον Χάρι. Αναρωτήθηκε αν είχε αντιληφθεί πως, αν ο Χάρι έσκυβε για να πιάσει μία μόνος του, σίγουρα θα έπεφτε στο νερό. «Τι θα κάνεις όταν φύγει;» τη ρώτησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε, αλλά η Ρόουζ ένιωσε σαν να την είχε χτυπήσει. Τον κοίταξε απειλητικά. Νόμιζε πως ήταν ευγενικός, πως είχε κατανόηση... «Πρέπει να το έχεις σκεφτεί. Κανείς δεν θα σε κατηγορήσει αν το κάνεις. Είσαι ρεαλίστρια, Ρόουζ, και χτες το βράδυ είπες ότι δεν λες ψέματα στον εαυτό σου, άρα σίγουρα το σκέφτηκες». Να πάρει. Την ήξερε πια τόσο καλά, μπορούσε να την καταλάβει πολύ εύκολα. Η δύναμή της ήταν ότι παρέμενε μυστηριώδης. Αν αναγκαζόταν να τον αφήσει πριν ολοκληρωθεί η συμφωνία τους, πώς θα μπορούσε να το κάνει αφού καταλάβαινε τα ψέματά της; «Αυτό δεν σημαίνει πως δεν νιώθω ενοχές όταν το κάνω». «Τι θα κάνεις, λοιπόν;» Σήκωσε το κεφάλι και του είπε κοφτά: «Θα τιμήσω τη συμφωνία που κάναμε». «Και αν δεν υπήρχε συμφωνία;» «Τι νόημα έχει να κάνουμε υποθέσεις;» «Είμαι απλώς περίεργος. Πριν με γνωρίσεις, τι σχέδια είχες για την εποχή που δεν θα χρειαζόταν πια να τον προσέχεις;» «Τι σε νοιάζει;» Χάιδεψε το χέρι της με το δάχτυλό του, και εκείνη ξαφνιάστηκε όπως πάντα από το πώς μπορούσε ένα ανεπαίσθητο άγγιγμά του να την κάνει να παραδίνεται, να θέλει να τον φιλήσει. «Αν δεν νιώθεις άνετα να πεις τι θα κάνεις όταν θα έχει φύγει ο Χάρι, πες μου τι θα κάνεις όταν απαλλαγείς από εμένα».


Θα κλαίω ανεξέλεγκτα για μέρες, νύχτες, βδομάδες. Όχι, ήταν πολύ ρεαλίστρια για τέτοιες ανοησίες. Θα έκλαιγε για μερικές ώρες κι έπειτα ορθώνοντας το κορμί αγέρωχα θα τραβούσε μπροστά. Ξάπλωσε και κοίταξε τον γαλάζιο ουρανό, μην μπορώντας ακόμα να πιστέψει ότι τον είχε διασχίσει. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτή τη μέρα. Φρόντιζε ώστε εκείνη και ο Χάρι να αποκτήσουν τόσες αναμνήσεις. Πώς μπορούσε να του το ξεπληρώσει; «Θα ξυπνάω κάθε πρωί και θα πηγαίνω όπου θέλω. Ίσως ακόμα και στην Ινδία. Δεν θα έχω ευθύνες, υποχρεώσεις, καθήκοντα. Θα τριγυρίζω, χωρίς να υπάρχει κάτι να με κρατάει πίσω. Δεν θα έχω σχέδια, στρατηγικές, καμία ανάγκη να κάνω οτιδήποτε άλλο πέρα από το να αναπνέω». «Και πώς θα επιβιώνεις;» Ανασήκωσε τους ώμους. «Με τα γνωστά κόλπα». Την πλησίασε και της έκρυψε τον γαλάζιο ουρανό. Έβλεπε μόνο το πρόσωπό του. «Νόμιζα ότι το έκανες από ανάγκη». «Πρέπει να τρώω, όμως». Του είχε πει ότι ήταν πάντα ειλικρινής με τον εαυτό της; «Δεν ξέρω αν μπορώ να τα παρατήσω. Μου αρέσει η πρόκληση». Άπλωσε το χέρι και απομάκρυνε τα μαλλιά από τα μάτια του. «Συγγνώμη που σε απογοητεύω». «Η ζωή έχεις κι άλλες προκλήσεις που θα μπορούσες να γνωρίσεις». «Καμία, όμως, δεν θα μου έδινε την ελευθερία να ζήσω όπως θέλω και να ανησυχώ μόνο για τις δικές μου επιθυμίες». Κατάπιε και ανάγκασε τις λέξεις να βγουν από τον λαιμό της. «Πέρασα ένα τέταρτο του αιώνα φροντίζοντας τον Χάρι». Έγλειψε τα χείλη της, κατάπιε ξανά και συγκράτησε τα δάκρυά της. «Δεν το μετανιώνω». Σηκώθηκε απότομα, χωρίς καν να αντιληφθεί ότι χτύπησε το πιγούνι της με τον ώμο του. «Δεν το μετανιώνω», επέμεινε. «Μερικές φορές, όμως, λαχταράω να μην έχω να δώσω λογαριασμό σε κανέναν, να σκέφτομαι μόνο τον εαυτό μου. Θα χωρίσω με τον Μέρικ και τους άλλους. Είμαι εγωίστρια, πολύ εγωίστρια. Δεν θέλω παιδιά, δεν θέλω σύζυγο, δεν θέλω να με διεκδικεί κανείς. Θέλω να έχω μόνο τον εαυτό μου». Ο Άβεντεϊλ σηκώθηκε και σκούπισε με τον αντίχειρά του ένα δάκρυ που είχε κυλήσει στο μάγουλό της χωρίς να το καταλάβει. «Κι όμως συμφώνησες να δίνεις λογαριασμό σ’ εμένα». Χάιδεψε το πρόσωπό του και πρόσεξε τις βαθιές ρυτίδες που δεν θα έπρεπε να έχει ένας άντρας στην ηλικία του. «Ναι, το έκανα». «Και θα συνεχίσεις, λόγω του Χάρι». Κυρίως λόγω του Άβεντεϊλ, αλλά δεν μπορούσε να του δώσει αυτή την εξουσία. Η αυτοσυντήρηση την ανάγκαζε να τον κάνει να πιστέψει ότι του έλεγε αλήθεια. «Θα συνεχίσω». «Παρότι δεν συνηθίζεις να ξεπληρώνεις τα χρέη σου;» «Αυτό θα το ξεπληρώσω». «Γιατί δεν σε πιστεύω;» «Μάλλον με πιστεύεις, γιατί αλλιώς δεν θα ήμασταν εδώ». «Είμαι σίγουρος ότι θα μείνεις μαζί μου όσο ζει ο Χάρι. Μετά, όμως, νομίζω ότι θα φύγεις αμέσως μόλις γυρίσω την πλάτη μου». «Τότε γιατί τα κάνεις όλα αυτά;»


«Γιατί μου αρέσει να σε βλέπω να χαμογελάς». Τα λόγια αυτά τη διέλυσαν. Γιατί έπρεπε να είναι τόσο καλός, ενώ εκείνη ήταν τόσο σάπια; «Δεν θα αθετήσω την υπόσχεσή μου». Το εννοούσε, θα κρατούσε την υπόσχεσή της – αν μπορούσε. Υπήρχε πάντα ένα αλλά. Τα λόγια πάντα μπορούσαν να αποδειχθούν ψεύτικα. «Πώς έμαθες να λες τόσο καλά ψέματα;» τη ρώτησε. «Δεν λέω ψέματα». Το βλέμμα του έμοιαζε με χάδι. Έβαλε τα δυνατά της να μην κοιτάξει από την άλλη. «Το ελπίζω», είπε τελικά κι εκείνη μπόρεσε να αφήσει την ανάσα που κρατούσε τόση ώρα. «Δυσκολεύομαι, όμως, να πιστέψω ότι έμαθες τα πάντα από τον πατέρα σου». Χαμογέλασε. «Έχεις δίκιο σ’ αυτό. Έμαθα κάποια πράγματα και από ένα μέντιουμ, την Ελίζ. Ήταν μέλος του θιάσου μας. Έλεγε πως ήταν τσιγγάνα. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια. Είχε, όμως, μαύρα μαλλιά και μάτια. Όταν σε κοίταζε, ήταν σαν να κοίταζε μέσα στην ψυχή σου». «Σου είπε ποτέ τη μοίρα σου;» «Μια φορά τη βδομάδα τουλάχιστον. Με γοήτευε η τελετουργία. Από αυτή έμαθα τη σημασία της σκηνοθεσίας. Με τα μαντίλια της, τα κεριά που τρεμόπαιζαν και τους ψιθύρους, δεν μπορούσα παρά να πιστέψω ότι έβλεπε το μέλλον μου». «Τι προέβλεψε;» «Πάντα μου έλεγε το ίδιο: πριν κλείσω τα τριάντα, θα χάσω αυτό που αγαπώ πιο πολύ». «Τον Χάρι». «Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο». «Πότε κλείνεις τα τριάντα;» «Σε δύο μήνες». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ναι, λοιπόν, έχω σκεφτεί πώς θα είναι η ζωή μου μετά τα τριάντα. Και εσείς, εξοχότατε, τι βλέπετε για το μέλλον σας;» «Μια καθωσπρέπει σύζυγο που μπορεί να προσδώσει αξιοπιστία σ’ εμένα και στο οικογενειακό μου όνομα. Μια κυρία που θα χαίρει της εκτίμησης της κοινωνίας και θα αναδείξει κι εμένα». Μια γυναίκα με καλό όνομα, πολύ διαφορετική από εκείνη. «Κάποια που θα ενέκρινε η μητέρα σου». Έγνεψε καταφατικά και κοίταξε προς το ποτάμι. «Πρέπει να της προσφέρω τουλάχιστον αυτό, μια και δεν ήμουν καλός γιος», είπε χαμηλόφωνα. Δεν ήταν πια ανάμεσα στα σύννεφα, άρα είχαν επιστρέψει οι ενοχές και βάραιναν τους ώμους τους. Δεν ξαφνιάστηκε από τη δήλωσή του. Είχε αναφέρει ξανά ότι η μητέρα του ήταν απογοητευμένη μαζί του. «Υποψιάζομαι πως είσαι πολύ καλύτερος γιος απ’ όσο νομίζεις». Την κοίταξε. Μπορούσε πολύ εύκολα να χαθεί μέσα στα σκοτεινά βάθη των ματιών του και να εξαφανιστεί. Μπορεί να είχε χαθεί ήδη. «Πώς μπορείς να είσαι τόσο αισιόδοξη;» τη ρώτησε. «Εσύ πώς μπορείς να μην είσαι;» Γέλασε. «Γιατί ξέρω τα κρίματά μου».


«Μπορούν να συγχωρηθούν». «Όχι, όμως, να ξεχαστούν». «Πιστεύω ότι επιλέγουμε πώς να τα θυμόμαστε, πώς να τα αντιλαμβανόμαστε. Πάρε τον πατέρα μου, για παράδειγμα. Θα μπορούσα να θυμάμαι τη συμπεριφορά του απέναντι στον Χάρι σαν συνέπεια της άγνοιάς του. Θα μπορούσα να είμαι πιο ανεκτική με τις πράξεις του. Κι όμως, τον βλέπω μέσα από το πρίσμα της σκληρότητας. Δεν θα τον συγχωρήσω ποτέ. Θα τον καταριέμαι ακόμα και με την τελευταία μου ανάσα. Ξέρω ότι αυτό μαυρίζει ένα κομμάτι της ψυχής μου, αλλά υπάρχουν κι άλλα μέρη της πιο φωτεινά λόγω του Χάρι. Η μητέρα σου δεν έχει άλλη επιλογή από το να σε βλέπει υπό το πρίσμα της αγάπης. Θα σε συγχωρήσει, γιατί δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο». «Παραθέτει ένα δείπνο απόψε. Ήθελε να πάω». Η Ρόουζ θα ήθελε πολύ να πάει, να δει όλη αυτή τη λάμψη, να φάει με την οικογένεια του δούκα, αλλά ήξερε πολύ καλά ότι δεν θα μπορούσε να τη γνωρίσει στον κύκλο του. «Πρέπει να πας. Ο Χάρι κι εγώ θα βρούμε κάτι να κάνουμε». Κούνησε το κεφάλι. «Δεν μπορώ». «Είναι η μητέρα σου». «Σκότωσε τον πατέρα μου». • Δεν είχε πει ποτέ δυνατά αυτή τη φράση. Οι λέξεις αντήχησαν γύρω του, ακούστηκαν σκληρές, ωμές και ψεύτικες. Τον ανάγκασαν να σηκωθεί όρθιος, να τρέξει με μανία στο λιβάδι, λιώνοντας τα πέταλα των λουλουδιών με τις μπότες του. Δεν ήξερε γιατί της το είπε. Γιατί του ξέφυγε. Η οικογένειά της δεν ήταν άψογη, αλλά, όταν την έβλεπε με τον αδερφό της, όταν έβλεπε την αγάπη και την αφοσίωση που μοιράζονταν... Εκείνος είχε τρεις αδερφούς και δύο αδερφές –ετεροθαλή αδέρφια– και αμφέβαλε αν θα μπορούσε να τους ξεχωρίσει ανάμεσα στο πλήθος. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που τους είδε. Έμενε μακριά τους γιατί δεν ήθελε να είναι κακή επιρροή. «Άβεντεϊλ, περίμενε!» του φώναξε η Ρόουζ. Δεν μπορούσε. Έπρεπε να φύγει μακριά από τις σκέψεις του. Τον παρέσυραν πίσω στον χρόνο και δεν ήθελε να πάει πίσω, δεν ήθελε ποτέ να ξαναπάει εκεί. «Άβεντεϊλ!» Άρπαξε το μπράτσο του. «Περίμενε!» Ήθελε να τη διώξει, αλλά και να την αγκαλιάσει σφιχτά. Είδε έναν κορμό και τη Ρόουζ να παραπατά και να πηγαίνει να πέσει... Γύρισε, την έπιασε, τη βοήθησε να ξαναβρεί την ισορροπία της και την κοίταξε στα μάτια. Είχε δει τόση φρίκη που δεν μπορούσε καν να φανταστεί, αλλά παρ’ όλα αυτά είχε μεταμορφωθεί σε μια σπουδαία γυναίκα που δεν είχε μείνει κολλημένη στην αδικία που υπέστη, αλλά προσπαθούσε απλώς να ζήσει μια ισορροπημένη ζωή. «Μου είπες ότι ο πατέρας σου πέθανε σε μια φωτιά», του είπε.


«Έτσι ήθελαν να πιστεύω». Τράβηξε το χέρι του και ίσιωσε τα μαλλιά του. «Δεν σε έφερα εδώ γι’ αυτόν τον λόγο». Έπιασε το χέρι του σαν να ήταν παιδιά, τον οδήγησε σε ένα δέντρο και κάθισε στο χώμα, χωρίς να τη νοιάζει που θα λερωνόταν το φόρεμά της. Τον κοίταξε και του έκανε νόημα να καθίσει. Έπρεπε να της πει ότι ήταν ώρα να φύγουν. Αντίθετα, κάθισε πλάι της, δίπλωσε το ένα του γόνατο και ακούμπησε πάνω το χέρι του. «Μίλησέ μου», του είπε. Ξερίζωσε ένα λουλουδάκι και άρχισε να το μαδάει. «Να της μιλήσω». Τράβηξε άλλο ένα πέταλο. «Να μην της μιλήσω». Άλλο ένα. «Να της μιλήσω». Πήρε το λουλούδι από τα δάχτυλά του και το πέταξε. «Ξέρεις τα μυστικά μου», του είπε. «Τα ξέρω;» Αμφέβαλε ότι τα ήξερε όλα. «Αυτά που έχουν σημασία». Εν μέρει, λόγω των γραπτών του Χάρι, ήξερε πολύ περισσότερα απ’ όσα νόμιζε. Του φαινόταν δίκαιο να αποκαλύψει μερικά δικά του, αλλά τα είχε κρατήσει μέσα του πολύ καιρό και του ήταν δύσκολο να τα μοιραστεί, ακόμα και μαζί της. Κι όμως, αν αποφάσιζε να τα μοιραστεί με κάποιον, θα ήταν με εκείνη. Είχε αρχίσει να τη νοιάζεται, περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, περισσότερο απ’ όσο θεωρούσε πιθανό. Πάντα κρατούσε τον εαυτό του μακριά από τα συναισθήματά του, γιατί είχε μάθει από νωρίς ότι δεν έπρεπε να τα εμπιστεύεται. Όσο και να ήθελε να την εμπιστευτεί, δεν μπορούσε. Όχι απόλυτα, αλλά ίσως αρκετά ώστε να μπορεί να ξαλαφρώσει λίγο. Περίμενε υπομονετικά, αμίλητη, σαν να ήξερε ακριβώς πόσο δύσκολο του ήταν να αποκαλύψει ό,τι τον βάραινε. Πήγε να πιάσει άλλο ένα λουλούδι, αλλά έπεσε πάνω στα δάχτυλά της, που έμπλεξαν με τα δικά του αποφασιστικά. Τον κοίταξε με τα γαλάζια μάτια της. Καθάρισε τον λαιμό του και ξεκίνησε. «Οι αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας είναι θολές. Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς έγινε, αλλά μέναμε με τον σερ Ουίλιαμ –δεν ήταν σερ Ουίλιαμ τότε, ήταν απλώς ο δρ Γκρέιβς– και τότε μάθαμε ότι ο πατέρας μου πέθανε σε μια πυρκαγιά. Η μητέρα δεν έκλαιγε όταν μου το είπε, αντίθετα υπήρχε μια αίσθηση ανακούφισης. Αυτό το θυμάμαι περισσότερο απ’ όλα. Ο Γκρέιβς ήταν μαζί της, την κράταγε. Νομίζω ότι εκείνος και η μητέρα μου ήταν εραστές. Ήμουν πολύ μικρός τότε για να μπορώ να το συμπεράνω. Όταν μεγάλωσα περισσότερο και κατάλαβα τι συμβαίνει ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, θυμήθηκα εκείνη την εποχή και συνειδητοποίησα γιατί ήταν πάντα μαζί μας». «Νομίζεις πως τον σκότωσαν για να είναι μαζί;» «Ξέρω ότι ακούγεται φριχτό. Γι’ αυτό δεν το ανέφερα ποτέ. Εκείνη την εποχή δεν καταλάβαινα καλά τι σημαίνει θάνατος. Ήξερα μόνο ότι δεν θα ξανάβλεπα τον πατέρα μου, γιατί είχε πάει στον παράδεισο. Τον είδα, όμως. Τρία χρόνια αργότερα». Γούρλωσε τα μάτια. «Εννοείς ότι είδες το φάντασμά του;» Κούνησε το κεφάλι, παραβλέποντας το γεγονός ότι πίστευε σε τέτοια πράγματα. «Όχι, ήταν μπροστά μου με σάρκα και οστά, ολοζώντανος. Κρυβόταν στις σκιές: στο πάρκο, στον ζωολογικό κήπο. Μια νύχτα ξύπνησα και τον βρήκα στην άκρη


του κρεβατιού μου». «Θα πρέπει να τρομοκρατήθηκες». «Παραδόξως όχι. Είχα αρχίσει να σκέφτομαι ότι ήταν ο άνθρωπος σκιά, γιατί δεν μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του. Εκείνο το βράδυ, μου είπε ότι η μητέρα μου και ο εραστής της προσπάθησαν να τον ξεφορτωθούν, αλλά δεν θα τα κατάφερναν και τόσο εύκολα. Θα τους έκανε να πληρώσουν. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είχε νόημα τότε, μια και δεν ήξερα τι ήταν ο εραστής ή πού κρυβόταν τόσο καιρό. Μου είπε ότι ήταν εκεί για να με προστατεύσει, ότι η μητέρα μου δεν με αγαπούσε κι ότι ήθελε να μου κάνει κακό. Δεν έπρεπε, όμως, να το πω σε κανέναν. Τον ζωγράφισα, όμως. Η μητέρα μου είδε τις ζωγραφιές. Ένα απόγευμα με πήγε στου Λόβινγκτον και μου είπε να μείνω εκεί το βράδυ. Όταν σκοτείνιασε, όμως, έτρεξα στο σπίτι. Την είδα να τον χτυπάει με τη μασιά από το τζάκι. Δεν ξανασηκώθηκε». «Σε είδε;» «Όχι. Ήμουν κρυμμένος στη βεράντα. Δεν είπα λέξη επί ώρες. Έκλαιγα σιωπηλά. Πρέπει να αποκοιμήθηκα. Θυμάμαι μόνο μερικές στιγμές εκείνης της νύχτας. Ήταν εκεί ο Γκρέιβς. Το ίδιο και ο επιθεωρητής Σουίντλερ της Σκότλαντ Γιαρντ. Νόμιζα ότι θα τη συλλάβει, αλλά δεν το έκανε. Τελικά έτρεξα πίσω στου Λόβινγκτον. Η μητέρα μου ήρθε να με βρει και έκανε να σαν να μην είχε λερώσει τα χέρια της με αίμα. Νόμιζα ότι θα γινόταν κι άλλη κηδεία. Δεν έγινε, όμως. Δεν ειπώθηκε ποτέ τίποτα». Έσκυψε προς το μέρος του και του χάιδεψε το πρόσωπο. «Και παντρεύτηκε τον Γκρέιβς;» Πήρε το χέρι της από το μάγουλό του και χάιδεψε το περίγραμμά του. Ήταν πιο εύκολο να της μιλάει έτσι. «Λίγο αργότερα. Μερικές φορές, με κοίταζε κι έβλεπα στα μάτια της τις ενοχές. Και αναρωτιόμουν αν θα σκότωνε κι εμένα». Φάνηκε να σοκάρεται. «Δεν μπορεί να πίστευες ότι θα σου έκανε κακό η ίδια σου η μητέρα». «Ήμουν παιδί. Τα λόγια του και οι πράξεις της με στοίχειωναν. Ζούσα μέσα στον φόβο μέχρι που πήγα στο σχολείο. Ακόμα και τότε δεν ήμουν απόλυτα σίγουρος πως ήμουν ασφαλής. Ήμουν πολύ κλειστός, εμπιστευόμουν ελάχιστους ανθρώπους. Με τον καιρό, έγινε συνήθεια. Γι’ αυτό μάλλον δεν σε εμπιστευόμουν στην αρχή». «Τώρα, όμως, με εμπιστεύεσαι». «Όχι απόλυτα». Το στόμα της έκανε έναν μορφασμό δυσαρέσκειας και εκείνος θέλησε να τη φιλήσει για να την αποδιώξει. Γιατί ήθελε να τη φιλάει ό,τι κι αν έκανε; Γλίστρησε προς το μέρος της, μέχρι που οι γοφοί τους ενώθηκαν. Πέρασε το χέρι του πάνω από τα γόνατά της, ακούμπησε την παλάμη του στο σκληρό χώμα και κατάφερε να ισορροπήσει, ώστε με το άλλο χέρι του να χαϊδέψει το πρόσωπό της. «Να σε εμπιστευτώ;» Του χαμογέλασε πικρά. «Μάλλον δεν θα έπρεπε, αλλά πρέπει σίγουρα να μιλήσεις στη μητέρα σου για εκείνη τη νύχτα. Ίσως έχει να σου δώσει μια εξήγηση». «Πιστεύεις ότι θα νιώσει καλύτερα ξέροντας τι είδα;» «Νομίζω ότι θα ένιωθε καλύτερα αν συμμετείχες πιο ενεργά στη ζωή της. Και νομίζω πως κι εσύ θα ωφεληθείς από την αλήθεια».


Κι αν τα πράγματα ήταν χειρότερα απ’ όσο νόμιζε; «Το έχω αφήσει να συνεχίζεται τόσο καιρό. Δεν μπορεί να βγει κάτι καλό απ’ όλο αυτό». «Δεν σε θεωρούσα δειλό». Τα λόγια της τον χτύπησαν σαν γροθιά στο στομάχι. «Πρόσεξε. Δεν θέλεις να με κάνεις εχθρό σου». «Το ξέρω πολύ καλά». Με τα δάχτυλά της απομάκρυνε απαλά τα μαλλιά από τα μάτια του. «Πήγαινε στο δείπνο». Δεν ήθελε να πάει, ήθελε μόνο να την έχει στο πλευρό του. Κανείς, όμως, δεν έπαιρνε την ερωμένη του στο δείπνο της μητέρας του, ειδικά μάλιστα αν είχε παραβεί τον νόμο. Αν και οι φίλοι της μητέρας του είχαν κάνει τις δικές τους ατιμίες. Το δείπνο, όμως, δεν ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να τα ξαναβρούν. «Θα έχουμε χρόνο να τα πούμε αργότερα». Κουρασμένος από αυτή την επίσκεψη στο παρελθόν και θέλοντας να χαθεί στο παρόν και στο πάθος του μαζί της, τη φίλησε. Μια εικόνα από το μέλλον πέρασε από το μυαλό του. Την είδε εκεί, να περπατάει στη γη του, με τα παιδιά του να κρέμονται από τα φουστάνια της. Με όλες τις ευθύνες και τα καθήκοντα που δεν επιθυμούσε. Είχε συμφωνήσει να μείνει μαζί του όσο καιρό ήθελε, αλλά ήδη μετάνιωνε γι’ αυτή τη συμφωνία, γιατί ανακάλυπτε ότι δεν ήθελε να την έχει κοντά του αν δεν ήταν αυτό που ήθελε κι εκείνη. Και του είχε ήδη πει πως δεν ήταν. Δεν μπορούσε να βρει την ανέμελη ζωή που λαχταρούσε στο πλάι του. Δυστυχώς ήταν αρκετά εγωιστής για να την αφήσει να φύγει. • Η Ρόουζ στεκόταν όρθια στην αίθουσα με τους πίνακες και παρατηρούσε το πορτρέτο του πρώην δούκα του Άβεντεϊλ. Αφού επέστρεψαν από την εκδρομή τους, ο Άβεντεϊλ έφυγε για να κάνει κάποιες δουλειές στην πόλη. Την ξάφνιαζε που δεν ζούσε την ανέμελη ζωή που είχε φανταστεί. Πάντα υπήρχε κάποια λεπτομέρεια που χρειαζόταν την προσοχή του. Άκουσε έναν γνώριμο συριγμό, γύρισε και είδε τον αδερφό της να της χαμογελάει. «Έπρεπε να ζητήσεις να με φωνάξουν, αγάπη μου. Δεν χρειάζεται να ανεβαίνεις τη σκάλα». «Το ήθελα. Εξάλλου, δεν έψαχνα εσένα. Απλώς ήθελα να εξερευνήσω το σπίτι». «Είναι υπέροχο. Προσπαθώ να φανταστώ πόση φροντίδα χρειάστηκε για να ετοιμαστεί κάθε δωμάτιο και πραγματικά με ξεπερνάει». «Δηλώνει μονιμότητα». «Ναι, μάλλον έχεις δίκιο. Δεν έχω συνηθίσει να βλέπω τα πράγματα σαν κάτι μόνιμο. Όλα είναι φευγαλέα». Τα μάτια του γέμισαν θλίψη. «Θα έπρεπε να έχεις κάτι μόνιμο, για πάντα». Χαμογέλασε και προσπάθησε να απαλύνει τα λόγια της, να βεβαιωθεί ότι δεν θα ένιωθε ενοχές. «Δεν θα ήξερα τι να την κάνω». Συνήθως μετά από τόσο καιρό ήθελε ήδη να συνεχίσει τη νομαδική ζωή της. Ο Χάρι κοίταξε το πορτρέτο που κάλυπτε μεγάλο μέρος του τοίχου, περισσότερο από κάθε άλλο πίνακα, λες και το απαιτούσε ο εγωισμός αυτού του άντρα. «Ο


πατέρας του Άβεντεϊλ;» «Ναι». «Δεν μου αρέσει», ψιθύρισε. «Έχει κάτι κακό στο βλέμμα του, έτσι δεν είναι;» «Ούτε ο καλλιτέχνης τον συμπαθούσε. Δεν έκρυψε ότι ο πατέρας του Άβεντεϊλ δεν ήταν καλός άνθρωπος». Προς στιγμήν αναρωτήθηκε πώς θα απεικόνιζε ένας καλλιτέχνης τον Χάρι, αν είχε την ευκαιρία. Θα είχε ενδιαφέρον. Ο πατέρας της είχε γοητευτικά χαρακτηριστικά, αλλά το μίσος και ο εγωισμός του τα είχαν αλλοιώσει και η συμπεριφορά του τον έκανε αντιπαθή. Ο Χάρι ίσως είχε τα ίδια χαρακτηριστικά κάτω από τους δύσμορφους όγκους, αλλά εκείνη ακόμα κι έτσι τον έβρισκε αρκετά όμορφο. «Θα πρέπει να φτιάξουν το πορτρέτο σου», είπε ο Χάρι. Θα ήταν σκέτη καταστροφή. Απλώς θα έδινε στην αστυνομία περισσότερα στοιχεία για την ταυτότητά της. «Ίσως, μια μέρα». Ο Χάρι προχώρησε προς το πορτρέτο της μητέρας του Άβεντεϊλ. «Χάρι, αν ξυπνούσες ένα πρωί και δεν ήμουν εδώ...» Γύρισε. «Γιατί να μην είσαι εδώ;» «Μπορεί να συνέβαινε κάτι και να έπρεπε να φύγω». «Τι κάτι;» «Οτιδήποτε. Είναι υποθετική ερώτηση, αλλά θέλω να ξέρεις πως, ακόμα κι αν δεν είμαι κοντά σου, σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ οτιδήποτε στον κόσμο». «Του δούκα δεν θα του αρέσει καθόλου αυτό». «Όχι, δεν θα του αρέσει». «Θα του πεις ότι μπορεί να φύγεις;» «Όχι, αλλά αν γίνει...» «Δεν πρόκειται». Έστρεψε την προσοχή του πάλι στο πορτρέτο. «Αν χρειαζόταν, όμως, και ο Άβεντεϊλ σου ζητούσε να φύγεις, θα έπρεπε να γυρίσεις στον Μέρικ. Να μην προσπαθήσεις να με βρεις». «Δεν πρόκειται να γίνει», επανέλαβε. «Αν γίνει, όμως», την κοίταξε πονηρά, «δεν θα χρειαστεί να σε ψάξω, γιατί θα σε βρει ο δούκας». Ανατρίχιασε στη σκέψη ότι ο Άβεντεϊλ θα ήταν ανελέητος στην αναζήτησή του. «Του δίνεις πολύ μεγάλη αξία». «Δεν του δίνεις αρκετή». Έστρεψε πάλι την προσοχή του στον πίνακα. Ποτέ δεν της ήρθε να χτυπήσει τον αδερφό της, αλλά αυτή ακριβώς τη στιγμή σκέφτηκε ότι του χρειαζόταν ένα χέρι ξύλο. «Μπορείς να γίνεις πολύ εκνευριστικός όταν θέλεις», του είπε, χωρίς να μπει στον κόπο να κρύψει την ενόχλησή της. «Μ’ αγαπάς, όμως, παρ’ όλ’ αυτά». Έτριψε τον ώμο του, συγχωρώντας τον πολύ πιο εύκολα απ’ όσο θα ’πρεπε. «Πράγματι, σ’ αγαπώ». «Και αγαπάς και τον δούκα». Τα δάχτυλά της σφίχτηκαν και τράβηξε αμέσως το χέρι της πριν καταλάβει την ταραχή της. «Αυτό θα ήταν ανοησία». «Γιατί;» Γύρισε και την κοίταξε.


«Δεν θα μπορούσε ποτέ να με παντρευτεί». «Γιατί;» Αναστέναξε απελπισμένη. «Ειλικρινά, Χάρι, πρέπει να εμπλουτίσεις το λεξιλόγιό σου». «Λόγω όσων έχεις κάνει, λόγω του τρόπου ζωής μας;» Δίστασε, αλλά έγνεψε καταφατικά, χωρίς να εκπλήσσεται που τα είχε καταλάβει όλα. Ήταν τόσο έξυπνος, τόσο παρατηρητικός. «Δεν είμαι πολύ καλός άνθρωπος κατά βάθος. Ο δούκας χρειάζεται μια σύζυγο άμεμπτης ηθικής». «Χρειάζεται μια σύζυγο που να τον αγαπά». «Νομίζω πως δεν θα δυσκολευτεί να τη βρει όταν το αποφασίσει». Δεν θα δυσκολευόταν καθόλου. Ήλπιζε μόνο να έχει φύγει ως τότε. Μια φωνούλα βαθιά στο κεφάλι της την προειδοποίησε να προσέχει τι εύχεται.


Κεφάλαιο 17 Η Ρόουζ μάς εξασφάλισε ένα μικρό σπιτάκι κοντά στη θάλασσα. Το βράδυ με νανούριζαν τα κύματα. Όταν είχε πανσέληνο, περπατούσα πλάι στο νερό. Ήθελα να περπατήσω στην ξύλινη προκυμαία, αλλά φοβόμουν ότι θα έπεφτα και θα πνιγόμουν. Η αριστερή μου πλευρά είχε γεμίσει εξογκώματα και είχα αρχίσει να δυσκολεύομαι να διατηρώ την ισορροπία μου. Αν και δεν είπε ποτέ τίποτα, νομίζω ότι η Ρόουζ ήξερε για τους μεταμεσονύκτιους περιπάτους μου. Μια μέρα, μου χάρισε ένα υπέροχο εβένινο μπαστούνι, με το κεφάλι ενός σκύλου σκαλισμένο στην άκρη. Το γλυπτό μού θύμισε τον σκύλο που είχα κάποτε. Η Ρόουζ άρχισε να βγαίνει τα βράδια. Σκέφτηκα πως ίσως είχε κάποιο φίλο. Ένα βράδυ καθώς περπατούσα, εμφανίστηκε ξαφνικά στο σκοτάδι και αναρωτήθηκα πόσες νύχτες στεκόταν εκεί και με παρακολουθούσε. «Θέλεις να μπεις στη θάλασσα;» με ρώτησε. «Μπορεί να πέσω». «Θα σε πιάσω εγώ». Ήμουν δεκαπέντε χρονών, παιδί ακόμα, στα πρόθυρα της ενηλικίωσης, κι όχι τόσο μεγαλόσωμος όσο αργότερα. Γονάτισε και μου έβγαλε τα παπούτσια. Έπειτα πήρε το χέρι μου και μετρήσαμε τα βήματα μέχρι να μπούμε στη θάλασσα. Έξι. Το νερό άρχισε να κυλάει γύρω από τους αστραγάλους μου και σκέφτηκα ότι τα κύματα αυτά είχαν αγγίξει μακρινές ακτές, ότι το νερό ήταν ελεύθερο να ταξιδέψει όπου θέλει. Για μια στιγμή το ζήλεψα. «Θα φύγουμε αποδώ», μου είπε ψιθυριστά η Ρόουζ κι εγώ την άκουσα παρά τους ήχους της θάλασσας. Μέχρι να ξημερώσει είχαμε φύγει. Ο ανεπαίσθητος ήχος που άφηνε το εβένινο μπαστούνι στο παρκέ και το σύρσιμο των ποδιών του Χάρι τράβηξαν την προσοχή του Άβεντεϊλ. Γύρισε και τον είδε στην πόρτα της βιβλιοθήκης. Φαίνεται πως ο Άβεντεϊλ δεν ήταν ο μόνος που δεν μπορούσε να κοιμηθεί απόψε. Η συζήτηση που είχε με τη Ρόουζ νωρίτερα τον βάραινε ακόμα. Μήπως ήταν άδικος με τη μητέρα του τόσα χρόνια; Μήπως ήταν άδικος με τη Ρόουζ τώρα; Μετά το φαγητό, είχε χαθεί μέσα της για λίγο, αλλά όταν αποκοιμήθηκε ήρθε στη βιβλιοθήκη για να χαθεί στο παρελθόν της, μια και ήταν πιο εύκολο να αντιμετωπίσει το δικό της απ’ ό,τι το δικό του. Ή έτσι τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι. Ανακάλυπτε ότι το παρελθόν της τον αναστάτωνε πιο πολύ απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί. Ήταν τόσο δυνατή για καιρό. Χωρίς να το θέλει, όμως, της είχε στερήσει τις επιλογές της. Είχε μπλεχτεί στα πόδια της. «Χάρι». «Συγγνώμη για την ενόχληση. Δεν περίμενα ότι θα είναι κανείς εδώ τέτοια ώρα». Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και ο διάδρομος ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι. «Πού


είναι ο Τζέραλντ;» «Κοιμάται». «Δεν θα έπρεπε να τριγυρίζεις μόνος σου». Παρότι το δωμάτιο φωτιζόταν μονάχα από τη λάμπα στο γραφείο του, ο Άβεντεϊλ κατάφερε να δει ότι ο Χάρι χαμογελούσε. «Δεν θα χαθώ. Ήθελα να βρεθώ εδώ γιατί έχει τα περισσότερα βιβλία. Η μυρωδιά τους είναι πιο βαριά εδώ. Μου αρέσει. Θα έρθω, όμως, αργότερα». «Μη φύγεις. Κάθισε στο τζάκι. Έλα να πιούμε μαζί ένα ποτό». Ο καλεσμένος του έγνεψε καταφατικά και ο Άβεντεϊλ πήγε στο μαρμάρινο τραπεζάκι, γέμισε δύο ποτήρια με ουίσκι και πλησίασε τον Χάρι. Κάθισε και σήκωσε το ποτήρι του. «Σε μια μέρα γεμάτη περιπέτειες και στην αδερφή σου, που τελικά μπήκε στο αερόστατο». Ο Χάρι χαμογέλασε και ήπιε. Το ίδιο έκανε και ο Άβεντεϊλ. Ανάμεσά τους η σιωπή δεν ήταν δυσάρεστη. Ο Χάρι περιεργαζόταν το δωμάτιο και ο Άβεντεϊλ τον παρακολουθούσε. Τελικά είπε: «Πώς έμαθες να διαβάζεις; Δεν νομίζω ότι πήγες σχολείο». «Η Ρόουζ». «Φυσικά». «Πήγε στο σχολείο για μερικά χρόνια, πριν ο πατέρας αποφασίσει να με μοιραστεί με τον κόσμο». Να με μοιραστεί με τον κόσμο. Μια φράση που έκανε τον πατέρα του να ακούγεται λιγότερο κακός, λιγότερο αναίσθητος. «Ξέρω και αριθμητική», του είπε ο Χάρι. «Αν και δεν μου αρέσει το ίδιο. Υπάρχει ομορφιά και μαγεία στις λέξεις, όταν ενώνονται». «Υπάρχει ομορφιά και μαγεία και στους αριθμούς, φίλε μου. Συνδυάζονται με τρόπους που μου επιτρέπουν να κάνω πράγματα που διαφορετικά δεν θα μπορούσα». «Είμαι;» ρώτησε ο Χάρι. Ο Άβεντεϊλ έγειρε το κεφάλι. «Ορίστε;» «Είμαι φίλος σου;» Φαίνεται πως στις λέξεις υπήρχε και αλήθεια. Ο Άβεντεϊλ είχε χρησιμοποιήσει τη λέξη χωρίς να το σκεφτεί, χωρίς να σκεφτεί πόσο βάρος έχει. Χωρίς να συνειδητοποιεί πώς θα την ερμήνευε ο Χάρι, που έγραφε με τόση ειλικρίνεια. «Ναι, νομίζω πως είσαι». Ο Χάρι χαμογέλασε. «Και εσύ είσαι φίλος μου». Ο Άβεντεϊλ σήκωσε το ποτήρι του. «Τιμή μου. Στη φιλία». Ήπιαν και οι δύο με λαχτάρα. Ο Άβεντεϊλ χτύπησε το ποτήρι του με το δάχτυλό του. «Πραγματικά απολαμβάνω την ιστορία σου». «Είναι αληθινή πέρα για πέρα». «Το φαντάστηκα. Η αδερφή σου είναι υπέροχη γυναίκα. Θέλω να ξέρεις ότι θα φροντίσω να είναι καλά». Παρά τις περιορισμένες εκφράσεις του προσώπου του, ο Χάρι χάρισε στον Άβεντεϊλ ένα χαμόγελο που θα μπορούσες να το περιγράψεις μονάχα ως πονηρό. «Το ξέρω». Ο Άβεντεϊλ συνειδητοποίησε πόσο λίγα πράγματα ξέφευγαν από τον αδερφό της


Ρόουζ. Θα μπορούσε να κάνει τα πάντα, αν ο κόσμος αποδεχόταν πιο εύκολα όσους ήταν διαφορετικοί. Ο Χάρι έγειρε πίσω το κεφάλι. «Πώς έβαλες εκεί πάνω τόσα βιβλία;» Έδειξε τον εξώστη –οι τοίχοι του αποτελούνταν από ακόμα περισσότερα ράφια γεμάτα με λογοτεχνικούς θησαυρούς–, που ήταν χτισμένος γύρω από το δωμάτιο. «Η σκάλα δεν είναι αρκετά ψηλή». «Όχι, χρησιμεύει μόνο για να πιάνεις τα ψηλότερα βιβλία σε αυτό το επίπεδο. Για να πας στον εξώστη – έλα, θα σου δείξω». Άφησε το ποτήρι του, πήρε το ποτήρι του Χάρι και το ακούμπησε ακριβώς δίπλα. Έπειτα σηκώθηκε και τον βοήθησε να σηκωθεί κι αυτός. Ήξερε κι ο ίδιος πολύ καλά τι σημαίνει περηφάνια και την έβλεπε στην προσπάθεια του Χάρι. Θα ερχόταν κάποια στιγμή που δεν θα μπορούσε να σηκώνεται πια μόνος του, αλλά όχι ακόμα. Ο Άβεντεϊλ δεν θα χαρακτήριζε ποτέ τον εαυτό του υπομονετικό. Περίεργο που τώρα ήταν. Όταν τελικά ο Χάρι σηκώθηκε όσο πιο όρθιος μπορούσε, με τη βοήθεια του μπαστουνιού του, ο Άβεντεϊλ του έδειξε προς τα πού θα πήγαιναν. «Αποδώ». Οδήγησε τον Χάρι σε μερικά ράφια κοντά στο τζάκι. «Και τώρα κοίτα». Έσπρωξε τα ράφια στο σημείο που ενώνονταν με τα από κάτω. Ακούστηκε ένας ήχος σαν να κουνήθηκε κάποιος μοχλός και τα ράφια μετακινήθηκαν λίγο πιο μπροστά. Έβαλε το χέρι του πίσω από τη χαραμάδα και άνοιξε μια μικρή πόρτα, αποκαλύπτοντας μια στριφογυριστή σκάλα κρυμμένη μέσα στο μικρό άνοιγμα. Ο Χάρι γούρλωσε τα μάτια έκπληκτος και ψιθύρισε: «Ένα μυστικό πέρασμα». «Πράγματι. Ήταν η αγαπημένη μου κρυψώνα όταν ήμουν μικρός. Μπες». Ο Χάρι πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε σαν να πίστευε ότι αυτό το μικρό δωμάτιο μπορούσε να τον μεταφέρει κάπου αλλού. Κατά κάποιον τρόπο ίσως και να το έκανε. Ακούμπησε τη μεταλλική σκάλα με δέος και γέλασε. Κοίταξε τον Άβεντεϊλ. «Μπορώ να ανέβω;» Να πάρει, δεν είχε σκεφτεί ότι ο Χάρι θα ζητούσε κάτι τέτοιο. Έπρεπε να του πει ότι ο εξώστης ήταν διακοσμητικός. «Νόμιζα ότι δυσκολεύεσαι να ανεβαίνεις σκαλιά». Η απογοήτευση έσβησε τη φλόγα στα μάτια του Χάρι. «Είμαι αδέξιος κι αργός». «Αυτό είναι όλο;» ρώτησε ο Άβεντεϊλ. «Δεν με περιμένει κανείς. Εσένα;» • Η Ρόουζ στεκόταν στην πόρτα της βιβλιοθήκης, αμίλητη, παρακολουθώντας τον αδερφό της να εξερευνά τον εξώστη, ενώ ο Άβεντεϊλ απαντούσε υπομονετικά στις ερωτήσεις του. Κατά καιρούς το γέλιο τους αντηχούσε στο δωμάτιο, φέρνοντας δάκρυα στα μάτια της. Είχε ξυπνήσει ζαλισμένη και διαπίστωσε ότι ο Άβεντεϊλ έλειπε από το κρεβάτι, κι έτσι βγήκε να τον ψάξει, υποθέτοντας πως θα ήταν στη βιβλιοθήκη. Δεν περίμενε, όμως, αυτό το θέαμα. Ήταν ένα αλλόκοτο ζευγάρι –ο γοητευτικός δούκας και ο δύσμορφος αδερφός της–, αλλά η εικόνα τους μαζί, η φιλία τους που γεννιόταν μπροστά της, έκανε το στήθος της να σφίγγεται τόσο, που νόμιζε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να ξαναπάρει


ανάσα. Ήταν προφανές ότι ο Χάρι λάτρευε τον Άβεντεϊλ, ότι ο Άβεντεϊλ ήταν ο μεγάλος αδερφός που δεν απέκτησε ποτέ. Η καλοσύνη του Άβεντεϊλ… ήταν κάτι που δεν περίμενε. Περίμενε να είναι ανεκτικός. Δεν είχε σκεφτεί ότι θα αγκάλιαζε τόσο τον Χάρι. Παρά τις ατέλειές του, ο Χάρι είχε την ικανότητα να είναι γοητευτικός όταν του δινόταν η ευκαιρία. Το πρόβλημα ήταν πως ελάχιστοι του την έδιναν. Οι περισσότεροι τον έκριναν από την εμφάνισή του και δεν πήγαιναν πιο πέρα. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για την ίδια: οι άντρες έβλεπαν το στήθος της και θεωρούσαν ότι ήταν το μόνο που μπορούσε να δώσει. Όλοι εκτός από τον Άβεντεϊλ. Ο τρόπος που έπιασε ένα βιβλίο και το ακούμπησε στο τραπέζι έκανε την καρδιά της να χτυπά σαν τρελή. Έδειξε κάτι, γύρισε, κάτι είπε και ο Χάρι κοίταξε τη σελίδα που του έδειχνε. Ακόμα κι από τόσο μακριά, μπορούσε να δει την έκπληξη στο πρόσωπό του και να ακούσει το γέλιο του. Ο Άβεντεϊλ τον χτύπησε στον ώμο και στο πρόσωπο του είχε σχηματιστεί ένα αρρενωπό χαμόγελο που δήλωνε ότι οι δύο άντρες είχαν μοιραστεί ένα μυστικό. Ο Χάρι κοίταξε κάτω και... «Ρόουζ!» Έδειχνε ενθουσιασμένος που την είδε. Εκείνη θα προτιμούσε να μην την είχε εντοπίσει, βέβαια. Θα μπορούσε να στέκεται εκεί και να τους κοιτάζει για μέρες. Θα τη χαροποιούσε πολύ περισσότερο. Ο Χάρι κατευθύνθηκε προς τη σκάλα κι εκείνη ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται στη σκέψη ότι θα μπορούσε να πέσει. «Πρόσεχε, αγάπη μου!» «Έχει μια κρυφή σκάλα!» της φώναξε. «Έλα!» Και τότε είδε τα ράφια με την κρυφή πόρτα. Του Χάρι σίγουρα θα του άρεσε πολύ να εξερευνήσει αυτή την κρυφή γωνιά. Ήταν ευγνώμων στον Άβεντεϊλ που τη μοιράστηκε με τον αδερφό της. Ανεβαίνοντας τη στριφτή σκάλα ένιωσε να ζαλίζεται και εντυπωσιάστηκε που ο Χάρι τα κατάφερε. Στην κορυφή, την περίμενε ο Άβεντεϊλ. «Φοβάμαι ότι ο αδερφός σου αποφάσισε πως αυτό είναι το αγαπημένο μέρος του στο σπίτι», είπε, μπλέκοντας τα ζεστά του δάχτυλα με τα δικά της καθώς την οδηγούσε στον εξώστη. «Δεν τον αδικώ». «Κοίτα, Ρόουζ», είπε ο Χάρι, καθώς την πλησίαζε. «Μερικά από τα βιβλία είναι πάρα πολύ παλιά. Μυρίζουν διαφορετικά απ’ όσα είναι κάτω». Φυσικά και θα το πρόσεχε ο Χάρι. Αντιλαμβανόταν πάντα τόσες λεπτομέρειες. «Πράγματι». Είδε ότι το τραπέζι ήταν πλέον άδειο. «Ποιο βιβλίο σού έδειξε πριν ο Άβεντεϊλ;» Ο Χάρι κοκκίνισε. Ο Άβεντεϊλ καθάρισε τον λαιμό του και την κοίταξε. «Κάτι πονηρό. Θα σου δείξω αργότερα, αν θέλεις». «Προσπαθείς να διαφθείρεις τον αδερφό μου;» «Εντελώς». Μην μπορώντας να συγκρατηθεί, έβαλε τα γέλια. Δεν υπήρχε ίχνος μεταμέλειας στη φωνή του. Είχε προσπαθήσει τόσο πολύ να προστατεύσει τον Χάρι. Μήπως του είχε κάνει κακό τελικά; Ήταν ένας νέος άντρας, με την περιέργεια που έχουν όλοι οι νέοι άντρες. Ο Άβεντεϊλ σίγουρα θα ήταν ένας άψογος δάσκαλος σ’ αυτόν τον


τομέα. «Ίσως πρέπει να σας αφήσω μόνους», είπε. Τα μάτια του Χάρι γούρλωσαν από την έκπληξη, ενώ ο Άβεντεϊλ απλώς της χάρισε ένα σατανικό χαμόγελο. «Νομίζω πως τελειώσαμε γι’ απόψε. Ο Χάρι μού είπε ότι συνηθίζεις να του διαβάζεις. Ίσως θα μπορούσες να του διαβάσεις και τώρα». Κάθισαν σε μια ζεστή γωνία του εξώστη, κοντά στο παράθυρο. Οι καρέκλες ήταν μεγάλες και μαλακές, ιδανικές για να κουλουριάζεσαι, αν και η Ρόουζ ήταν η μόνη που το εκμεταλλεύτηκε. Ο Χάρι έσκυψε μπροστά, γεμάτος ενθουσιασμό, ενώ ο Άβεντεϊλ έγειρε προς τα πίσω. Ο Χάρι κοίταξε τον Άβεντεϊλ και πήρε την ίδια πόζα όσο καλύτερα μπορούσε, και η καρδιά της Ρόουζ σφίχτηκε. Χαιρόταν τόσο πολύ που ο Άβεντεϊλ της πρότεινε να φέρουν εκεί τον Χάρι. Της έδωσε τις Χίλιες και Μία Νύχτες και άρχισε να διαβάζει για το λυχνάρι του Αλαντίν. Μέσα της, ευχήθηκε να είχαν χίλιες και μία τέτοιες νύχτες.


Κεφάλαιο 18 Η Ρόουζ φορούσε το κόκκινο φόρεμά της και παράλληλα σκεφτόταν ότι ο Χάρι είχε τελικά προσαρμοστεί πολύ καλά στο Μπάκλαντ Πάλας αυτή τη βδομάδα. Καταβρόχθιζε βιβλία, έκανε περιπάτους στον κήπο, ενώ είχαν έρθει άλλες δύο φορές για δείπνο ο Μέρικ, η Σάλι και ο Τζόσεφ. Κάθε απόγευμα, ο Άβεντεϊλ του παρουσίαζε και μια καινούρια έκπληξη: έναν κουρδιστό κλόουν-ακροβάτη· έναν παιδικό ιππόδρομο που έπιανε σχεδόν ολόκληρο το καθιστικό και ο Χάρι ενθουσιαζόταν κάθε φορά από το αποτέλεσμα, παρότι κέρδιζε το ίδιο άλογο· ένα καλειδοσκόπιο· ένα τηλεσκόπιο. Χτες το βράδυ ο ουρανός ήταν καθαρός και είχαν βγει στον κήπο για να δουν τα αστέρια. Έτσι, όταν ο Άβεντεϊλ της ζήτησε να τον συνοδεύσει στο θέατρο, ένιωσε πως δεν ήταν σε θέση να αρνηθεί την πρόσκλησή του. Αφιέρωνε στον Χάρι πολύ περισσότερο χρόνο απ’ όσο θα περίμενε και δεν ήταν δίκαιο να μένει μόνος μαζί της μονάχα αργά τη νύχτα όταν πήγαιναν να ξαπλώσουν. Τους άξιζε να βγουν ένα βράδυ μαζί έξω. Ο Χάρι έδειξε μεγάλη κατανόηση. Όταν πρότεινε να καλέσουν τον Μέρικ για να του κρατήσει συντροφιά, ο Χάρι τής είπε ότι θα προτιμούσε να μείνει μόνος. Ο δούκας τού είχε δώσει την άδεια να «λύσει» τον ιππόδρομο και ο Χάρι ανυπομονούσε να αποκωδικοποιήσει πώς λειτουργούσε. Κοιτάζοντας στον καθρέφτη, είδε τον Άβεντεϊλ να φοράει το βραδινό του σακάκι. Τώρα πια δεν θα έπρεπε να χαίρεται τόσο όταν τον έβλεπε να ντύνεται, αν και προτιμούσε να τον βλέπει να γδύνεται. Δεν θα έπρεπε το καινούριο να έχει ξεθωριάσει, να έχουν βαρεθεί ο ένας τον άλλο; Η Ίντιθ στερέωσε το τελευταίο μαργαριταρένιο χτενάκι στα μαλλιά της Ρόουζ κι έπειτα πήγε να πιάσει το περιδέραιο. «Θα το τακτοποιήσω εγώ αυτό», είπε ο Άβεντεϊλ και πλησίασε τη Ρόουζ. Η Ίντιθ έκανε μια μικρή υπόκλιση κι έφυγε. Η Ρόουζ έμεινε ακίνητη όταν ο Άβεντεϊλ κρέμασε το υπέροχο κόσμημα στον λαιμό της. Τον παρακολουθούσε και είδε την επιδοκιμασία στο βλέμμα του. Αποφάσισε να πάρει μαζί της το κόσμημα όταν θα έφευγε, γιατί θα της θύμιζε τον χρόνο που πέρασαν μαζί. Θα μπορούσε σίγουρα να θυμηθεί την αίσθηση που της προκαλούσε όταν το ακουμπούσε πάνω της. «Σ’ ευχαριστώ», του είπε όταν τελείωσε. Άρχισε να φοράει το γάντι της και εκείνος οπισθοχώρησε. Τον είδε συνοφρυωμένο στον καθρέφτη. «Χμμ», μουρμούρισε. Όταν πια το γάντι ήταν στη θέση του πάνω από τον αγκώνα της, έπιασε το άλλο. «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε. «Κάτι δεν μου ταιριάζει». Έβαλε και το άλλο της γάντι, σηκώθηκε και πλησίασε κι άλλο στον καθρέφτη. Έκανε μια στροφή κι έπειτα είπε: «Δεν βλέπω κάτι παράξενο».


«Μπορεί να είναι αυτό». Έπιασε το χέρι της και της φόρεσε ένα βραχιόλι με ρουμπίνια και διαμάντια. «Άβεντεϊλ...» «Μην πεις όχι», τη σταμάτησε κοιτάζοντάς τη. «Μην το πάρεις μαζί σου αν δεν θέλεις, παρότι είναι από τον Χάρι». «Ο Χάρι δεν έχει χρήματα για να μπορεί να αγοράσει κάτι τέτοιο». «Του έμαθα να παίζει πόκερ το απόγευμα. Με διέλυσε». Ήξερε χωρίς καμία αμφιβολία ότι είχε κλέψει για να τον «διαλύσει» ο Χάρι. Χάιδεψε το πιγούνι του. «Δεν περίμενα να είσαι τόσο καλός». «Δεν είμαι σίγουρος ότι το περίμενα κι εγώ ο ίδιος, αλλά δεν είναι εντελώς ανιδιοτελής η συμπεριφορά μου. Αν δεν φύγουμε αμέσως, θα χάσουμε την αρχή. Θα χαλάσει ολόκληρη η βραδιά αν δεν δούμε το έργο από το άνοιγμα της αυλαίας». Τον έπιασε αγκαζέ και τον ακολούθησε στις σκάλες. «Τι θα δούμε;» τον ρώτησε. «Σίγουρα κάτι του Σαίξπηρ. Έχει σημασία;» «Μάλλον όχι». Σταμάτησε απότομα μόλις είδε τον Χάρι να στέκεται στην είσοδο χαμογελώντας. Φορούσε μαύρο παντελόνι, μαύρο σακάκι, λευκό πουκάμισο, γκρίζο γιλέκο και μια άψογα δεμένη γραβάτα. Στο χέρι του κρατούσε ένα ψηλό καπέλο και ακουμπούσε στο γυαλιστερό μπαστούνι του. «Άβεντεϊλ», του ψιθύρισε. Είχε σταματήσει ένα σκαλί πιο κάτω. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει από την καλοσύνη του, αλλά και από τη σκληρότητα που έδειχνε άθελά του. «Δεν μπορούμε να τον πάρουμε μαζί μας». «Έχε μου εμπιστοσύνη, Ρόουζ». Ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό. Άρχισε να κουνάει το κεφάλι. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς έκαναν οι άνθρωποι όταν έβλεπαν τον Χάρι. Είχε δημιουργήσει ένα ασφαλές καταφύγιο στο σπίτι του, αλλά πέρα αποκεί δεν μπορούσε να ελέγξει τις αντιδράσεις των άλλων. Δεν μπορούσε να σώσει τον αδερφό της από την ντροπή που θα ένιωθε όταν του θύμιζαν πόσο διαφορετικός ήταν. Ο Άβεντεϊλ της χάιδεψε το πρόσωπο. «Το θεωρείο μου είναι σκοτεινό. Θα καθίσει πίσω και δεν θα τον δει κανείς». «Πρέπει, όμως, να φτάσει εκεί με κάποιον τρόπο». «Κάποτε είχα μπλέξει με μια ηθοποιό. Ξέρω μια πίσω πόρτα. Οι μόνοι που θα τον δουν είναι όσοι έχω πληρώσει πολύ καλά να μην αντιδράσουν καθόλου και να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό». Την κοίταξε στα μάτια. «Θυμήθηκα πόσο εντυπωσιάστηκες τη βραδιά που είχαμε πάει, τον τρόπο που παρατηρούσες κάθε λεπτομέρεια. Ξέρω ότι προσπαθούσες να τα μεταφέρεις όλα στον Χάρι. Δώσε του την ευκαιρία να τα βιώσει όλα αυτά ο ίδιος». Ήταν στη φύση της να προστατεύει τον αδερφό της, να τον γλιτώνει απ’ όσο περισσότερο πόνο μπορούσε, αλλά ακόμα και τα μικρά πουλάκια δεν θα μάθαιναν να πετάξουν αν δεν έφευγαν από τη φωλιά τους. Πήρε μια βαθιά ανάσα, καταράστηκε τον κορσέ της που δεν την άφηνε να πάρει όσο αέρα ήθελε και είπε: «Εντάξει». Έπιασε αγκαζέ τον Άβεντεϊλ και η δύναμή του την καθησύχασε. Την απορρόφησε μέχρι που τα δάχτυλά της σταμάτησαν να τρέμουν και κατέβηκε τη σκάλα.


Έφτασε στην είσοδο και χαμογέλασε πλατιά. «Χάρι, είσαι υπέροχος». Έγνεψε καταφατικά και το βλέμμα του ταξίδεψε ανάμεσα σ’ εκείνη και στον Άβεντεϊλ. «Ο δούκας έχει έναν εξαιρετικό ράφτη που με επισκέφθηκε». «Έχει πράγματι». «Πρέπει να φύγουμε», είπε ο Άβεντεϊλ κι έβαλε το χέρι του στην πλάτη της, διαλύοντας και τους τελευταίους φόβους που είχε ότι αυτό που έκαναν ήταν μια πολύ κακή ιδέα. Ο Χάρι φόρεσε το καπέλο του, αλλά δεν στερεώθηκε πολύ καλά. Η Ρόουζ το ίσιωσε όσο καλύτερα μπορούσε κι έπειτα δήλωσε: «Άψογο». Μόλις μπήκαν στην άμαξα, συνειδητοποίησε ότι ήταν μόνη και οι δύο κύριοι κάθονταν απέναντί της. Προφανώς ο Άβεντεϊλ είχε μάθει στον Χάρι πώς πρέπει να κάθονται οι κύριοι. Η λάμπα ήταν αναμμένη, αλλά οι κουρτίνες στα παράθυρα κλειστές. «Ξαφνιάστηκες, Ρόουζ;» ρώτησε ο Χάρι. «Αρκετά». «Ο Χάρι τρωγόταν να σου το πει όλη μέρα», αποκάλυψε ο Άβεντεϊλ. «Γιατί νομίζεις ότι παίζαμε χαρτιά όλο το απόγευμα;» «Τον κέρδισα. Κάθε φορά», είπε ο αδερφός της, αλλά εκείνη δεν του εξήγησε ότι δεν ήταν σωστό να καυχιόμαστε για τις νίκες μας. «Είσαι πολύ έξυπνος, Χάρι». Το ίδιο, όμως, και ο Άβεντεϊλ. Έξυπνος κι ευγενικός. Ενώ έλεγε πως δεν ξέρει τι σημαίνει φροντίδα, τελικά ήξερε και με το παραπάνω. Συνειδητοποίησε με τρόμο ότι είχε αρχίσει να τον ερωτεύεται. Πώς θα ζούσε όταν δεν θα ήταν πια στη ζωή της; Δεν ανησυχούσε για το σώμα της, αλλά για την καρδιά της, για την ψυχή της. Τη φρόντιζε, την έτρεφε. Είχε κρατηθεί μακριά από οποιονδήποτε δεν ανήκε στον μικρό της κύκλο. Τους αγαπούσε πολύ, αλλά όχι με τον τρόπο που αγαπούσε τον Άβεντεϊλ. Ήταν σαν να έχει γίνει κομμάτι του εαυτού της. Είχε αρχίσει να ξέρει τι θα έλεγε πριν καν το πει. Κάθε φορά που τον έβλεπε, πλημμύριζε από χαρά. Δεν είχε σημασία αν είχαν περάσει μόλις πέντε λεπτά από την προηγούμενη συνάντησή τους. Ήθελε να τον αγγίξει ακόμα και αυτή τη στιγμή, να τον πάρει αγκαλιά, να ξεκουράσει το κεφάλι της στον ώμο του. «Πόσο καιρό το σχεδιάζεις;» τον ρώτησε. «Σχεδόν από την πρώτη μέρα». «Θα μπορούσες να μου το πεις». «Και να μην το διασκεδάσω; Αποκλείεται». «Δεν είχα ιδέα ότι ο μικρός μου αδερφός ήταν τόσο καλός στο να κρατάει μυστικά». «Είμαι ο καλύτερος», είπε ο Χάρι. «Μετά το αερόστατο και αυτό το μυστικό, νομίζω ότι δεν πρέπει να σας αφήνω μόνους εσάς τους δυο για να καταστρώνετε τα σχέδιά σας». «Ο δούκας κι εγώ είμαστε φίλοι. Οι φίλοι καταστρώνουν περιπέτειες». Τα λόγια αυτά την κατέκλυσαν, κατέκλυσαν τον χώρο γύρω της, κι αναρωτήθηκε αν ο Χάρι συνειδητοποιούσε πόσο σημαντικό ήταν που τον τιμούσε με τη φιλία του ένας άντρας με τη θέση και το κύρος του Άβεντεϊλ. Άραγε ο δούκας συνειδητοποιούσε ότι ο Χάρι ήταν φίλος του απλώς και μόνο επειδή τον


συμπαθούσε; Ο Χάρι δεν επηρεαζόταν από πλούτη, καταγωγή ή θέση. Έκρινε τους ανθρώπους από αυτό που έβλεπε μέσα τους. Κι αυτός ήταν ο λόγος που ήταν τόσο σημαντικό ότι την αγαπούσε. Η άμαξα σταμάτησε και η αγωνία της Ρόουζ επέστρεψε δριμύτερη. «Περιμένετε εδώ», είπε ο Άβεντεϊλ και βγήκε από την άμαξα. Η Ρόουζ κοίταξε από την κουρτίνα και τον είδε να ανεβαίνει μερικά σκαλοπάτια και να σταματάει μπροστά σε μια πόρτα. Τη χτύπησε με την άκρη του μπαστουνιού του, κοίταξε γύρω του και περίμενε. «Τι κάνει;» ψιθύρισε ο Χάρι. «Περιμένει να του απαντήσουν. Πρέπει να είμαστε σε κάποιο πίσω δρομάκι». Είδε την πόρτα να ανοίγει και άκουσε φωνές, αν και δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν. Έπειτα ο Άβεντεϊλ άρχισε πάλι να κατευθύνεται προς την άμαξα. Ένας υπηρέτης τού άνοιξε την πόρτα. Μπήκε μέσα κι έπιασε το χέρι της Ρόουζ. «Είναι όλα έτοιμα». Τη βοήθησε να κατέβει κι έπειτα βοήθησε τον Χάρι. Τους οδήγησε στη σκάλα κι αποκεί σε μια πόρτα που οδηγούσε σε ένα μικρό, σκοτεινό δωμάτιο που έβγαζε σε μια άλλη σκάλα. Τους υποδέχτηκε ένας καλοντυμένος κύριος με μια λάμπα στο χέρι. «Ελάτε μαζί μου, αν έχετε την καλοσύνη». Με τον Άβεντεϊλ να βοηθά τον αδερφό της, η Ρόουζ ακολούθησε τον κύριο στη στενή σκάλα. Όταν έφτασαν στην κορυφή, τον περίμεναν με κομμένη την ανάσα να ανοίξει τις βαριές κουρτίνες. Κρατώντας στην άκρη το ύφασμα, μπήκε σε έναν διάδρομο και τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν. Έφτασαν στο θεωρείο του Άβεντεϊλ χωρίς κανένα πρόβλημα. Η Ρόουζ ξεφύσησε ανακουφισμένη, χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει ότι τόση ώρα κρατούσε την ανάσα της, και κάθισε ανάμεσα στον Άβεντεϊλ και στον Χάρι, ο οποίος ήταν ενθουσιασμένος από όσα έβλεπε γύρω του. «Είναι ακριβώς όπως τα περίγραψες», της ψιθύρισε, «αλλά ακόμα καλύτερα». «Το ήξερα ότι η περιγραφή μου θα αδικούσε την πραγματικότητα». «Πώς μπορείς να συλλάβεις την ουσία του; Μπορείς μόνο να το βιώσεις». Ο Χάρι έσκυψε μπροστά. «Πόσοι άνθρωποι! Μπορούν να με δουν;» «Όχι, αρκεί να μείνεις εκεί πίσω», απάντησε ο Άβεντεϊλ. «Αλλά και να μας δουν, δεν πρόκειται να μας ενοχλήσουν». Ο Χάρι τον κοίταξε. «Επειδή είσαι δούκας;» Ο Άβεντεϊλ χαμογέλασε με σιγουριά. «Ακριβώς». Η Ρόουζ, όμως, συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν μόνο αυτό. Δεν θα το ανεχόταν. Θα τους υπερασπιζόταν, όπως έκαναν οι πρόγονοί του στο πεδίο της μάχης. Ευχήθηκε να μην είχε μάθει ποτέ για τον Χάρι, γιατί η φροντίδα του για την προστασία του αδερφού της τη συγκίνησε τόσο, που ξέχασε να προστατεύσει την καρδιά της. Ο Άβεντεϊλ είχε περάσει τα τείχη της κι είχε χτίσει το σπίτι του εκεί μέσα. Δεν το είχε μετανιώσει, όμως, ούτε στιγμή, κι ας ήξερε πόσο θα πονούσε όταν θα τον αποχωριζόταν. Η ώρα αυτή, όμως, δεν είχε έρθει ακόμα. Άπλωσε το χέρι και το ακούμπησε στον μηρό του. Έστρεψε πάνω της το σκοτεινό του βλέμμα, σήκωσε το χέρι της και της έβγαλε το γάντι, αργά, βασανιστικά, πόντο πόντο. Όλο το είναι της ταράχτηκε. Όταν τέλειωσε, έβγαλε και τα δικά του γάντια


κι έπειτα έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της. Αυτός ο άντρας δεν φοβόταν τίποτα, ούτε την κοινωνική αποδοκιμασία ούτε να κάνει πράγματα που δεν έπρεπε. Για μια στιγμή τόλμησε να ονειρευτεί ότι μπορεί να τη διεκδικούσε. Ότι θα πήγαινε στην άκρη του θεωρείου, θα την τραβούσε κοντά του και θα φώναζε ότι την αγαπούσε, ότι θα γινόταν η δούκισσά του. Την επόμενη ακριβώς στιγμή, φαντάστηκε τον Τίνσντεϊλ στο κοινό να σηκώνεται όρθιος, να τη δείχνει και να αποκαλύπτει σε όλους ότι είναι μια ψεύτρα. Μια κλέφτρα, μια απατεώνισσα. Ίδια ο πατέρας της με τα μαγικά του ελιξίρια. Σκέφτηκε την ντροπή που θα έφερνε η δίκη στον Άβεντεϊλ. Τον πόνο που θα ένιωθε η ίδια αν δεν στεκόταν στο πλάι της, την αγωνία αν το έκανε. Η γυναίκα ενός δούκα δεν μπορούσε να κρύβεται στις σκιές. «Τι συμβαίνει;» της ψιθύρισε. Κούνησε το κεφάλι, σήκωσε τα ενωμένα χέρια τους και φίλησε το δικό του. «Είμαι ευγνώμων για την αποψινή βραδιά». Μισόκλεισε τα μάτια κι εκείνη ήξερε πως δεν την πίστεψε. Ήταν όλα πιο δύσκολα τώρα που μπορούσε να καταλάβει τόσο εύκολα τα ψέματά της. Άκουσε έναν θόρυβο και κοίταξε τον Χάρι, που είχε σκύψει μπροστά την ώρα που άνοιγε η αυλαία για να αποκαλύψει τη σκηνή. Σκέφτηκε να του πει να προσέχει, αλλά δεν ήθελε να μειώσει τον ενθουσιασμό του. Η αποψινή βραδιά ήταν μια εξαιρετική εμπειρία, άλλη μία από εκείνες που δεν θα μπορούσε η ίδια ποτέ να του προσφέρει. Ο Άβεντεϊλ, όμως, είχε τη δύναμη, τα χρήματα και την επιρροή να πραγματοποιήσει σχεδόν τα πάντα. Έτσι, ο Χάρι μπορούσε να πάει στο θέατρο. Την ώρα που ξεκίνησε η παράσταση, έσκυψε στον Άβεντεϊλ και του είπε: «Παίζει και η ηθοποιός σου απόψε;» Δεν ήξερε γιατί το ρώτησε, γιατί ένιωσε ζήλια που μπορεί να θυμόταν τις στιγμές που πέρασε με μια άλλη γυναίκα. «Όχι», της απάντησε χαμηλόφωνα. «Πρέπει να ήταν πολύ όμορφη». «Για να είμαι ειλικρινής, σχεδόν δεν θυμάμαι πώς έμοιαζε». Μετά από χρόνια, όταν πια η σχέση τους θα είχε τελειώσει, θα έλεγε, άραγε, τα ίδια και για εκείνη; «Αυτό δεν είναι και πολύ κολακευτικό για τα αισθήματά σου απέναντί της». «Πριν από έναν μήνα, θα την περιέγραφα με κάθε λεπτομέρεια, αλλά τώρα έχει ξεθωριάσει. Έχουν ξεθωριάσει όλες, Ρόουζ». Προσπαθούσε να την καθησυχάσει, να της δείξει ότι ήταν ξεχωριστή, αλλά η Ρόουζ ήξερε πως μια μέρα θα ξεθώριαζε κι εκείνη στον νου του. Ενώ αυτός θα έμενε πάντα ολοζώντανος στις σκέψεις της, στις αναμνήσεις της. Δεν μπορούσε να φανταστεί, όσα χρόνια κι αν ζούσε ακόμα, όσους άντρες κι αν συναντούσε, ότι θα έβρισκε ποτέ κάποιον να γεμίσει τη γωνιά που είχε σκαλίσει στην καρδιά της. Ήταν άδικο ίσως για τον άντρα που πιθανόν θα γνώριζε μελλοντικά, αλλά είχε μάθει εδώ και πολύ καιρό ότι τα περισσότερα πράγματα στη ζωή ήταν άδικα. Έσφιξε το χέρι του και, χωρίς να τον αφήσει, έστρεψε την προσοχή της στον Χάρι, ο οποίος ήταν μαγεμένος, απορροφημένος από τη δράση και το μεγαλείο. Τα μάτια του δεν απομακρύνθηκαν ούτε μια φορά από τη σκηνή. Δεν είπε ούτε μια λέξη. Δεν έβγαλε ούτε έναν ήχο. Ευχήθηκε να είχε ένα πορτρέτο του, έτσι όπως ήταν χαμένος σ’ αυτόν τον φανταστικό κόσμο.


Όταν τελικά έπεσε η αυλαία, σηκώθηκε όρθιος με το υπόλοιπο κοινό κι άρχισε να χειροκροτά σαν τρελός, με ένα πλατύ χαμόγελο. Έσκυψε και την αγκάλιασε λες και του είχε κάνει εκείνη αυτό το δώρο. Κοίταξε τον Άβεντεϊλ και είδε την ικανοποίηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. «Σ’ ευχαριστώ», του είπε απαλά. Έβαλε το χέρι του στον λαιμό της, τη φίλησε στο μέτωπο και της ψιθύρισε: «Το έκανα για εσένα». Η ανάσα της κόπηκε, το στήθος της σφίχτηκε στη σκέψη πως τα έκανε όλα για εκείνη, για να της χαρίσει αναμνήσεις, για να απαλύνει τις ενοχές που ένιωθε επειδή δεν μπορούσε να δώσει στον αδερφό της μια καλύτερη ζωή. Της είχε περάσει πραγματικά από το μυαλό πως, ακόμα κι αν ένιωθε την ανάσα του Τίνσντεϊλ στον λαιμό της, θα μπορούσε να αθετήσει την υπόσχεση που του είχε δώσει; Περίμεναν μέχρι να αδειάσει ο διάδρομος και βγήκαν πάλι από τις σκάλες και την πίσω πόρτα. Ο Χάρι δεν μίλησε μέχρι που μπήκαν ξανά στην άμαξα. Μόνο που αυτή τη φορά ο Άβεντεϊλ κάθισε πλάι της, σαν να μην ήταν έτοιμος να την αποχωριστεί, έχοντας περάσει όλη τη βραδιά πλάι της στο θεωρείο. Της έσφιξε το χέρι και η Ρόουζ μετάνιωσε που είχε βάλει τα γάντια της. «Σ’ ευχαριστώ, δούκα», του είπε ο Χάρι. «Χαρά μου». «Τι κάνουν τώρα; Οι άνθρωποι της σκηνής». «Πάνε να ξεκουραστούν, για να ετοιμαστούν για την αυριανή παράσταση». «Τους ενοχλούσε που τους κοιτούσαμε;» «Όχι, αυτό ακριβώς θέλουν». «Δεν είναι όπως μ’ εσένα, Χάρι», προσπάθησε να του εξηγήσει η Ρόουζ. «Θέλουν να διασκεδάζουν τον κόσμο». «Πειράζει που εγώ δεν ήθελα;» τη ρώτησε. «Όχι, αγάπη μου. Είναι άλλο πράγμα να έχεις πάθος με την υποκριτική, να θέλεις να ζωντανεύεις τα θεατρικά έργα, και είναι κάτι εντελώς διαφορετικό να σε αναγκάζουν να κάνεις κάτι που δεν θέλεις». Έγνεψε καταφατικά και η Ρόουζ ήλπισε να κατάλαβε. Σίγουρα δεν ήθελε να σκέφτεται ότι θα έπρεπε να έχει αποδεχτεί την προσπάθεια του πατέρα τους να εκμεταλλευτεί την ιδιαίτερη κατάσταση του Χάρι. «Εσύ αναγκάζεσαι να κάνεις πράγματα;» Δίπλα της ο Άβεντεϊλ σφίχτηκε, περιμένοντας σίγουρα να του εξηγήσει τη συμφωνία που είχαν κάνει. Είχε, όμως, επιλογή. Την πρώτη φορά θα έπρεπε να απομακρυνθεί. Όχι, δεν μπορούσε. Τον ήθελε όσο την ήθελε κι εκείνος. Στη δεύτερη συμφωνία – και εκεί είχε επιλογή. Μπορεί, όμως, να σκεφτόταν ολόκληρη τη ζωή της και τη φροντίδα του Χάρι από τότε που ήταν τεσσάρων χρονών. «Με ξέρεις αρκετά καλά, Χάρι, για να γνωρίζεις ότι δεν κάνω ποτέ τίποτα που δεν θέλω». Εκείνος έκλεισε τα μάτια, σκέφτηκε για λίγο κι ύστερα είπε: «Ήταν μια υπέροχη βραδιά». «Ναι, ήταν», του απάντησε, ευγνώμων που δεν ήθελε να μιλήσουν για όσα είχε κάνει. Μπορεί να ένιωθε συχνά ότι δεν είχε άλλη επιλογή, αυτό δεν σήμαινε, όμως, πως ένιωθε ότι την είχε αναγκάσει κάποιος.


Όταν έφτασαν στο σπίτι, ο Τζέραλντ τούς περίμενε στην πόρτα για να βοηθήσει τον Χάρι. Φίλησε τον αδερφό της στο μάγουλο. «Θα τα πούμε αύριο, αγάπη μου». «Καληνύχτα, Ρόουζ, δούκα». Τον κοίταξε να απομακρύνεται στον διάδρομο, με ακόμα πιο αργό, ακόμα πιο ασταθές βήμα, παρά τη βοήθεια του μπαστουνιού. «Ίσως πρέπει να τον δει ο σερ Ουίλιαμ αύριο». «Θα τον ειδοποιήσω». «Σ’ ευχαριστώ». Γύρισε και τον κοίταξε. Δεν θα χρωστούσε ποτέ σε κανέναν όσα του χρωστούσε. Αν το έλεγε, ήξερε πως θα εκνευριζόταν, πως το πιγούνι του θα σφιγγόταν, τα χείλη του θα σχημάτιζαν μια αυστηρή ίσια γραμμή. Τον καταλάβαινε πολύ καλά, σχεδόν σαν να ήταν κομμάτι του. Μπορούσε να διαβάσει τη διάθεσή του όπως δεν μπορούσε να το κάνει για κανέναν άλλο. «Το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον που ο Χάρι δεν σχολίασε το βραχιόλι μου, δεδομένου ότι ήταν δικό του δώρο. Περίμενα να χαρεί που το φόρεσα». «Νομίζω ότι τον απασχολούσε πάνω απ’ όλα η περιπέτεια που έζησε πηγαίνοντας στο θέατρο». Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. «Νομίζω, εξοχότατε, πως δεν είμαι η μόνη που λέει ψέματα». «Με κατάλαβες». Δεν φάνηκε καθόλου ενοχλημένος, γιατί τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την ανέβασε στη σκάλα. Με επιδέξια δάχτυλα, του έλυσε τη γραβάτα, κυριευμένη από τεράστια ανυπομονησία. «Υποθέτω πως δεν θα χρειαστώ την Ίντιθ απόψε». «Θα έχω εγώ την τιμή να σε γδύσω». Την έκανε όντως να νιώθει σαν να ήταν τιμή του, καθώς την έγδυνε αργά, προκλητικά, φιλώντας την επιδερμίδα που αποκάλυπτε και φαινόταν πάντα να τον ικανοποιεί. Την είχε καταστρέψει για κάθε άλλο άντρα. Όταν τελείωνε μαζί της, θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή της μόνη και δεν θα μετάνιωνε ούτε λεπτό. Μάζευε όλες αυτές τις στιγμές, απορροφούσε κάθε λεπτομέρεια, μέχρι που κυριευόταν από την ταυτόχρονη τρέλα τους. Μετά από χρόνια, όμως, θα μπορούσε να θυμάται κάθε ξεχωριστή στιγμή, γιατί είχε εκπαιδεύσει τον εαυτό της να μην παραβλέπει τίποτα, ώστε να μπορεί να περιγράφει όσα έβλεπε στον Χάρι. Δεν θα μοιραζόταν, βέβαια, κάτι απ’ όλα αυτά μαζί του. Όχι, αυτές οι αναμνήσεις ήταν μόνο για εκείνη, για να την κρατούν ζεστή όταν τα κόκαλά της θα ήταν πια εύθραυστα και το δέρμα της ρυτιδωμένο. Θα θυμόταν τον τρόπο που την ξάπλωνε στο κρεβάτι κι εκείνη τον παρακολουθούσε να βγάζει τα ρούχα του χωρίς να παίρνει τα μάτια του από τα δικά της. Τον τρόπο που την πλησίαζε σαν τεράστιο αιλουροειδές, τα μακριά του πόδια, τους μυς του που χαλάρωναν πλάι της. Μια υπέροχη τελειότητα. Θα μπορούσε να είναι το μοντέλο για τον άντρα στο γλυπτό του σιντριβανιού. Συνειδητοποίησε, μάλιστα, πως πιθανότατα ήταν. Στα νιάτα του, αλαζόνας και τολμηρός, και σίγουρος για τον ανδρισμό του. Ήταν τόσο απορροφημένη από το αγκάλιασμα των σωμάτων που δεν είχε προσέξει τα πρόσωπά τους. Ντροπή της. Εκείνη που πάντα απεχθανόταν τον τρόπο που γοήτευε τους άντρες το κορμί της, ήταν τώρα ένοχη για το ίδιο πράγμα.


Γιατί, όμως, να κοιτάξει το πρόσωπο κάποιου άλλου –ζωντανού ή μαρμάρινου– όταν είχε πάνω της έναν τόσο όμορφο και καλοφτιαγμένο άντρα; Τα σκοτεινά του μάτια φλέγονταν από πόθο κι εκείνη απορούσε που την ήθελε ακόμα, που μετά από τόσες νύχτες το πάθος εξακολουθούσε να τους καίει ασίγαστο. Έσκυψε το κεφάλι και τη φίλησε στο στόμα. Εκείνη ανασήκωσε τους μηρούς της και υποδέχτηκε το μεγαλείο του. Άρχισαν να κουνιούνται συγχρονισμένα. Οι αισθήσεις τούς κυρίευσαν, τους κατασπάραξαν, μέχρι που υπήρχαν μόνο αυτοί στον κόσμο, μέχρι που διαλύθηκαν σε χίλια κομμάτια. Ήξερε ότι μια μέρα θα συνέβαινε το ίδιο και με την καρδιά της.


Κεφάλαιο 19 Ο Χάρι κούμπωσε το πουκάμισο που του είχε φτιάξει ο ράφτης του δούκα για να φοράει μέσα στο σπίτι. Το απαλό ύφασμα έπεφτε υπέροχα πάνω στο δέρμα του, τον έκανε να νιώσει σαν να τον χαϊδεύουν συνεχώς τα πιο μαλακά χέρια. «Δεν έχω πολύ χρόνο, σωστά;» ρώτησε χαμηλόφωνα Ο σερ Ουίλιαμ έκλεισε τη μαύρη τσάντα του. «Ναι, έτσι νομίζω». «Μην το πείτε στη Ρόουζ». Τα μάτια του γέμισαν θλίψη για όσα δεν θα προλάβαινε να κάνει. Ο γιατρός τον κοίταξε κι έγνεψε καταφατικά. «Αν το θέλετε, θα το σεβαστώ». «Μου αρέσει να της κάνω εκπλήξεις. Αυτή δεν θα της αρέσει, αλλά καλύτερα έτσι». «Δεν νομίζετε πως είναι καλύτερο να την προετοιμάσετε;» «Ξέρει ότι πεθαίνω. Της το είπατε ήδη». «Ναι, φοβάμαι πως το έκανα». «Δεν χρειάζεται να ξέρει πόσο σύντομα, πόσο άσχημα είναι τα πράγματα». «Μακάρι να μπορούσα να κάνω περισσότερα για σας». «Κάνατε ήδη πολλά». «Θα σας αφήσω λίγο λάβδανο ακόμα». Ο Χάρι δεν έφερε αντίρρηση, αν και δεν θα το χρησιμοποιούσε. Του έφερνε νύστα. Δεν ήθελε να περάσει τον λιγοστό χρόνο που του απέμενε στο κρεβάτι. Έπρεπε να τελειώσει την ιστορία του. Έπρεπε να διαβάσει ακόμα τόσα βιβλία, να κάνει τόσα πράγματα. Δεν ήξερε αν ήταν ευλογία ή κατάρα που ήξερε ότι δεν είχε πολύ χρόνο, που δεν θα μπορούσε να κάνει τόσα πράγματα. Φτάσαμε στο Λονδίνο μέσα στη νύχτα, γιατί τέτοια ώρα φτάναμε οπουδήποτε, σαν να ήμασταν κακούργοι που είχαν στον νου τους μόνο το κακό, αλλά ήξερα ότι η παραμόρφωσή μου ήταν αυτή που μας ανάγκαζε να κινούμαστε μυστικά. Παρότι φορούσα έναν μαύρο μανδύα με κουκούλα κάθε φορά που έβγαινα έξω, δεν μπορούσε να με σώσει από όσους ήθελαν να μου κάνουν κακό. Οι άνθρωποι φοβούνται ό,τι δεν καταλαβαίνουν και σπάνια αφιέρωναν τον απαραίτητο χρόνο για να με καταλάβουν. Το σπίτι μας ήταν το πιο πολυτελές απ’ όσα είχαμε ποτέ. Ένα βράδυ, η Ρόουζ βγήκε έξω και το επόμενο πρωί μού μίλησε για μια χαρτοπαικτική λέσχη. Με σόκαρε και με παραξένεψε που επισκέφθηκε ένα τέτοιο μέρος. Δεν ήταν, όμως, ο εαυτός της όσο μου περιέγραφε αυτά που είχε δει. Είχα την αίσθηση πως δεν μοιραζόταν μαζί μου μεγάλο μέρος της περιπέτειάς της, ένα κομμάτι που την τρόμαζε. Προσπάθησα να μην ανησυχήσω μια και ήξερα ότι δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, αλλά τελικά δεν τα κατάφερα. «Ο Θάτσερ είπε ότι με ζήτησες».


Ο Άβεντεϊλ πήρε τα μάτια του από την ιστορία και σηκώθηκε όρθιος, ενώ η Ρόουζ μπήκε στη βιβλιοθήκη και στάθηκε μπροστά στο γραφείο του. Είχαν περάσει μερικές μέρες από την επίσκεψή τους στο θέατρο. Είχε αρχίσει να βαριέται. Το ίδιο υποψιαζόταν και για τον Χάρι. Τα παιχνίδια δεν θα κρατούσαν ζωντανό το ενδιαφέρον του για πολύ καιρό. «Θα ήθελα να πάμε τον Χάρι στους Δίδυμους Δράκους την επόμενη Τρίτη, και πριν πεις οτιδήποτε...» «Σε εμπιστεύομαι». Τα λόγια της τον χτύπησαν με τόση δύναμη που ένιωσε να πέφτει. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο απεγνωσμένα ήθελε την εμπιστοσύνη της, πόσο απεγνωσμένα ήθελε τόσα πράγματα που δεν ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε να αποκτήσει. Ήταν μαζί του λόγω του αδερφού της. Θα έμενε μαζί του όσο ήθελε χάρη σε όσα έκανε για να εξασφαλίσει ότι οι τελευταίες μέρες θα του έμεναν αξέχαστες. Ακόμα κι αν σκεφτόταν να παραβλέψει το παρελθόν του για να την κάνει δούκισσά του, οι ευθύνες ήταν περισσότερες απ’ όσες μπορούσε να φανταστεί. Πώς μπορούσε να της ζητήσει να αναλάβει τα καθήκοντα που θα είχε η γυναίκα του, όταν ήξερε πως ήθελε να είναι ελεύθερη; Σε ολόκληρη την ενήλικη ζωή του ήταν ένα εγωιστικό κάθαρμα, που νοιαζόταν μόνο για τις δικές του επιθυμίες και ανάγκες. Δεν ήταν εύκολο να σκεφτεί να αλλάξει για χάρη της, ούτε να σκεφτεί να την αφήσει να φύγει ενώ την ήθελε τόσο. Δεν ήξερε πώς τα κατάφερνε τόσο καιρό να φροντίζει τον εαυτό της εις βάρος των δικών της αναγκών. «Άψογα», είπε χαρούμενα, μη θέλοντας να αποκαλύψει τις αμφιβολίες που βασάνιζαν τη συνείδησή του. «Ας το κρατήσουμε μυστικό από τον Χάρι για την ώρα, τι λες;» «Σου αρέσουν τα μυστικά». «Μου αρέσουν οι εκπλήξεις». Τα μυστικά, όμως, μπορούσαν να οδηγήσουν έναν άντρα στην καταστροφή. • Ο Άβεντεϊλ στεκόταν όρθιος στο απλό καθιστικό του σπιτιού της μητέρας του και περίμενε μέχρι να της αναγγείλει την επίσκεψή του ο μπάτλερ. Πάνω από το τζάκι υπήρχε ένα πορτρέτο της με τον σύζυγό της και τα παιδιά τους. Του είχε ζητήσει να συμμετέχει, αλλά ήταν πολύ απασχολημένος εκείνη την εποχή, με πολύ ουίσκι και πολλές γυναίκες. Τώρα το μετάνιωνε, γιατί του είχε ζητήσει κάτι τόσο απλό. Και εκείνος ήταν έτοιμος να της ζητήσει μια τεράστια χάρη. «Γουίτ!» Άκουσε τη χαρούμενη φωνή της και πήρε τα μάτια του από τον πίνακα. «Μητέρα». Έτρεξε προς το μέρος του, τον αγκάλιασε βιαστικά κι έπειτα έκανε ένα βήμα πίσω κι άρχισε να τον κοιτάζει προσεκτικά σαν να είχε τη δύναμη να διαβάζει τη σκέψη του. Αναρωτήθηκε γιατί δεν είχε προσέξει στην τελευταία της επίσκεψη ότι τα μαλλιά της είχαν πάρει ένα ασημί χρώμα και οι γραμμές γύρω από τα μάτια και το στόμα της είχαν μετατραπεί σε ρυτίδες. Πριν από τη Ρόουζ, πρόσεχε τόσο λίγα πράγματα.


«Μια χαρά μού φαίνεσαι», είπε η μητέρα του. «Κι όμως, είσαι ανήσυχος. Τι συμβαίνει;» «Τίποτα. Απλώς... Να καθίσουμε;» «Ναι, βέβαια. Με συγχωρείς. Να πω να μας φέρουν λίγο τσάι;» «Όχι, εγώ...» Παραλίγο να της πει ότι δεν θα έμενε πολύ, αλλά αυτό που ήθελε δεν μπορούσε να το εξηγήσει εύκολα. «Λίγο ουίσκι, αν γίνεται». Έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. Παρ’ όλα αυτά κάλεσε τον μπάτλερ. Όταν τους έφεραν τσάι, μπισκότα και ουίσκι, ο Άβεντεϊλ δοκίμασε το φίνο κεχριμπαρένιο υγρό, ενώ η μητέρα του ήπιε μια γουλιά από το τσάι της. Έσκυψε μπροστά, με τους αγκώνες στα πόδια του, κρατώντας το ποτήρι ανάμεσα στα χέρια του, και είπε: «Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη. Μπορώ να ζητήσω βοήθεια από τις γνωριμίες μου...» η Ρόουζ είχε δίκιο. Ο μόνος του φίλος ήταν ο Λόβινγκτον. Οι άλλοι ήταν απλοί γνωστοί. «Πιστεύω ότι θα είχαμε μεγαλύτερη επιτυχία αν το ζητούσες εσύ». «Τι θέλεις;» Τόσο απλά. Χωρίς κανένα δισταγμό, καμία αμφιβολία, σαν να ήταν ένας καλός γιος, σαν να του άξιζε η πίστη της, σαν να μην εκμεταλλευόταν την επιρροή της, την καλή πρόθεση των άλλων απέναντί της. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ελπίδα ότι θα μπορούσε να τον βοηθήσει, να του δώσει αυτό που ήθελε. Τα τελευταία χρόνια, πόσο συχνά τον περίμενε –με την ίδια ελπίδα– να έρθει για ένα δείπνο, για μια επίσκεψη; Πόσες προσκλήσεις της είχε αγνοήσει; Όταν μεγάλωσε αρκετά και μετακόμισε, σπάνια περνούσε πια το κατώφλι της. Άφησε το ποτήρι του και σηκώθηκε όρθιος. «Συγγνώμη. Έκανα λάθος που ήρθα». Στράφηκε προς την πόρτα, με γρήγορες κινήσεις. «Γουίτ, καλέ μου, ό,τι κι αν χρειάζεσαι, όποιο πρόβλημα κι αν έχεις, είμαστε εδώ για εσένα». Σταμάτησε. Ήξερε πως, αν περνούσε την πόρτα, δεν θα ερχόταν ποτέ ξανά. Δεν μπορούσε να ζει άλλο χωρίς την αλήθεια. Απλώς δεν ήταν σίγουρος ότι την ήθελε. Σκέφτηκε την αλήθεια με την οποία είχε έρθει αντιμέτωπη η Ρόουζ. Θα έχανε τον αδερφό της. Κι όμως, αντιμετώπιζε με θάρρος την κάθε μέρα. Μπροστά της ήταν ένας δειλός. Γύρισε και κοίταξε τη μητέρα του. Τα μάτια της είχαν γεμίσει πάλι ελπίδα. Θα της μιλούσε, ωμά και σκληρά. Ήταν ο καλύτερος τρόπος. Δεν θα μάσαγε τα λόγια του, δεν θα γυρόφερνε κάτι που έπρεπε να έχει αντιμετωπίσει εδώ και χρόνια – όταν είχε συμβεί. «Σε είδα να σκοτώνεις τον πατέρα μου». Έκανε ένα βήμα πίσω σαν την είχε χτυπήσει με όλο του το σώμα. Σίγουρα έτσι θα ένιωσε. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της, έκλεισε το στόμα της με το ένα της χέρι, κούνησε το κεφάλι κι έπεσε σε μια πολυθρόνα. Πού ήταν ο θυμός της, η οργή της, η αποδοκιμασία της; Τον έκανε έξαλλο που ο μικρός σπόρος της αμφιβολίας τον οποίο έτρεφε τόσα χρόνια είχε διαλυθεί κάτω από τον τρόπο που είχε καλύψει το πρόσωπό της. «Δεν θα το αρνηθείς;» Το στόμα της κουνήθηκε, αλλά δεν έβγαιναν οι λέξεις, σαν να μην μπορούσε να αποφασίσει από πού να ξεκινήσει. Τελικά τον ρώτησε, με φωνή που μόλις ακουγόταν: «Πώς γίνεται… να νομίζεις ότι είδες… κάτι τόσο φριχτό;» «Με είχες πάει στου Λόβινγκτον, αλλά, αφού μας έβαλαν στο κρεβάτι, ξεγλίστρησα κι έτρεξα στο σπίτι γιατί μου έλειπες. Μπήκα από τον κήπο, αλλά


ένιωσα ότι κάτι δεν πάει καλά και τρόμαξα. Η μπαλκονόπορτα της βιβλιοθήκης ήταν ανοιχτή. Όταν πλησίασα, σε είδα να τον χτυπάς με τη μασιά». Κούνησε το κεφάλι της κι άπλωσε το ένα της χέρι, λες κι είχε τη δύναμη να τον σταματήσει. «Δεν ήθελα να τον σκοτώσω, μόνο να τον σταματήσω». «Μα γιατί να...» «Για να προστατεύσει εμένα», ακούστηκε μια ήρεμη αλλά αποφασιστική βαθιά φωνή. Ο Άβεντεϊλ γύρισε και βρέθηκε αντιμέτωπος με την οργή του σερ Ουίλιαμ. Πάντα πίστευε ότι ήταν ευγενής, ίσως υπερβολικά ευγενής, αλλά αυτή τη στιγμή ο Άβεντεϊλ είδε έναν άντρα που θα σκότωνε για να προστατεύσει ό,τι ήταν δικό του. Και η δούκισσα ήταν δική του. «Για να προστατεύσει εμένα», επανέλαβε ο σερ Ουίλιαμ. «Επειδή εσύ και η μητέρα μου ήσασταν εραστές;» του είπε. «Σας ανακάλυψε κι έτσι φροντίσατε να ξεφορτωθείτε τον πατέρα μου;» «Όχι!» φώναξε η μητέρα του. «Αυτό νόμιζες τόσα χρόνια;» «Τι άλλο να σκεφτώ όταν έβλεπα συνεχώς εδώ τον σερ Ουίλιαμ;» «Ότι εσύ κι εκείνη χρειαζόσασταν προστασία. Ο πατέρας σου ήταν ένα κτήνος. Προσπαθήσαμε να απαλλάξουμε τη μητέρα σου από την παρουσία του μία φορά, αλλά μάταια». «Ποιοι προσπαθήσατε;» Κοίταξε πάλι τη μητέρα του. «Την πρώτη φορά εκείνη δεν είχε καμία σχέση». Έστρεψε πάλι την προσοχή του στον σερ Ουίλιαμ. «Τότε ποιοι προσπαθήσατε;» Το πρόσωπο του σερ Ουίλιαμ παρέμεινε ανέκφραστο. «Δεν έχει σημασία». «Τότε που υποτίθεται ότι πέθανε στη φωτιά;» «Θα σου έλεγα να καθίσεις, αλλά υποθέτω ότι προτιμάς να τα ακούσεις όλα όρθιος», είπε ο σερ Ουίλιαμ. «Υπήρξε όντως μια πυρκαγιά, την οποία έβαλε εκείνος, αλλά τον έσωσαν. Θα ήταν καλύτερα να τον είχαν αφήσει εκεί, αλλά δεν το έκαναν. Κανόνισαν να μεταφερθεί ως κατάδικος σε μια φυλακή στην άλλη άκρη του κόσμου. Έξυπνος άνθρωπος ο πατέρας σου. Κατάφερε να το σκάσει και να γυρίσει πίσω». «Όταν κατάλαβα ότι ήταν ζωντανός και είχε γυρίσει στο Λονδίνο, ήξερα ότι θα ερχόταν να με βρει», είπε η μητέρα του, με βλέμμα γεμάτο θλίψη. «Έδιωξα εσένα και όλους τους υπηρέτες. Είχα αλλάξει όσο έλειπε. Ήμουν ευτυχισμένη. Ήθελα να του δώσω να καταλάβει ότι δεν θα του επέτρεπα να μου το στερήσει αυτό. Δεν θα του επέτρεπα να σε πάρει από εμένα. Είχε δέσει, όμως, τον Ουίλιαμ κι ετοιμαζόταν να τον σκοτώσει και να με στείλει στο φρενοκομείο. Ποιος θα σε προστάτευε από εκείνον τότε;» Ο Άβεντεϊλ κούνησε το κεφάλι. «Δεν θυμάμαι να είδα τον σερ Ουίλιαμ εδώ, πόσο μάλλον δεμένο. Τον θυμάμαι αργότερα να σου λέει ότι ο πατέρας ήταν νεκρός». «Τα ψυχικά τραύματα μπορούν να επηρεάσουν τη μνήμη μας», είπε ο σερ Ουίλιαμ. «Και έχουν περάσει ήδη είκοσι χρόνια». Έγνεψε καταφατικά. Μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας ήταν θολό. Με την εξομολόγηση, όμως, της μητέρας του ξεκαθάρισαν πολλά πράγματα. Θυμήθηκε τον πατέρα του να τη χτυπάει.


«Γι’ αυτό κρατούσες αποστάσεις τόσα χρόνια;» τον ρώτησε η μητέρα του. «Γιατί ήξερες τι είχα κάνει και δεν μπορούσες να με συγχωρήσεις». Σκέφτηκε όσα είχε κάνει η Ρόουζ για να προστατεύσει τον αδερφό της. Κάποτε του είπε ότι ήξερε πως θα πλήρωνε γι’ αυτά. Η μητέρα του είχε κάνει το ίδιο, είχε πληρώσει το τίμημα για να τον προστατεύσει. Το είχαν πληρώσει και οι δύο. Γονάτισε μπροστά της. «Ήρθε στο δωμάτιό μου ένα βράδυ, μου είπε ότι προσπαθούσες να τον ξεφορτωθείς, αλλά και να μου κάνεις κακό». Ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. «Όχι!» «Όταν σε είδα να τον σκοτώνεις, φοβήθηκα ότι θα είμαι ο επόμενος». «Θεέ μου, Γουίτ!» Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, πλημμύρισαν το πρόσωπό της. Κράτησε το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της. «Δεν θα σου έκανα ποτέ κακό. Είσαι το λατρεμένο αγοράκι μου». Πώς την είχε κρίνει τόσο άδικα; Τύλιξε τα χέρια του στη μέση της κι ακούμπησε το πρόσωπό του στα γόνατά της. «Συγγνώμη, συγγνώμη που απομακρύνθηκα. Ήμουν θυμωμένος, δεν είχα καταλάβει τι είχε συμβεί και ήμουν πολύ δειλός για να ρωτήσω». «Δεν φταις εσύ. Ο πατέρας σου φταίει που έβαλε τέτοιες ιδέες στο μυαλό σου. Αν ήταν ακόμα ζωντανός, σου ορκίζομαι ότι θα τον ξανασκότωνα». Σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε τα μάτια της, που δεν ήταν τα μάτια μιας δολοφόνου, αλλά μιας λέαινας που ήθελε να σώσει το κουτάβι της. Δεν μπορούσε να χωνέψει τι είχε πιστέψει στα εφτά του χρόνια, τους φόβους που είχε επιτρέψει να καθορίσουν τη ζωή του. «Όσο μεγάλωνα δεν έβγαζε νόημα, αλλά η ζημιά είχε γίνει». Χάιδεψε το μάγουλό του. «Φταίω κι εγώ. Ένιωθα τόσες τύψεις. Φοβόμουν πάντα ότι θα ανακαλύψεις την αλήθεια. Τώρα την ξέρεις. Έπρεπε να σου είχα μιλήσει πριν από χρόνια. Φοβόμουν, όμως, τι γνώμη θα σχημάτιζες για εμένα». «Υποθέτω πως θα σκεφτόμουν ό,τι και τώρα: ότι είσαι μια υπέροχη γυναίκα». Τα μάτια της γέμισαν πάλι δάκρυα. «Όχι και τόσο υπέροχη. Αναγκάστηκα να προστατεύσω τη ζωή μου και τη ζωή όσων αγαπώ. Οι πράξεις μου δεν ήταν αυτές που θα επέλεγα, αλλά μερικές φορές δεν υπάρχει εναλλακτική». Πώς ήξερε κάποιος, αναρωτήθηκε, πότε είχε επιλογή – πότε θα έπρεπε να έχει επιλογή; «Αν σου είχε πει ότι μπορούσες να φύγεις, θα το έκανες;» «Ναι», του είπε απαλά. «Εξαφάνισε την αγάπη μου για εκείνον με το ξύλο. Ο Ουίλιαμ ήρθε στη ζωή μου και γέμισε πάλι την καρδιά μου. Πάντα θα διαλέγω την αγάπη πάνω απ’ όλα. Είναι το μόνο που μετράει. Η μεγαλύτερή μου επιθυμία είναι να μη ζήσει κανένα από τα παιδιά μου τη ζωή του χωρίς αγάπη». «Συγγνώμη που δεν ήμουν καλός γιος». «Γουίτ, δεν θα μπορούσα να ζητήσω καλύτερο γιο από εσένα». Ήξερε ότι ήταν ψέμα, αλλά δεν της είπε τίποτα. Έσκυψε και του έβγαλε τα μαλλιά από το πρόσωπο, όπως έκανε όταν ήταν μικρός. «Ήρθες, όμως, να μας ζητήσεις μια χάρη. Τι θέλεις;» Τόσα χρόνια απομάκρυνσης έλιωσαν μεμιάς, σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Η καρδιά του φούσκωσε από αγάπη για τη μητέρα του. Της είπε τι ήθελε να κάνουν.


Κεφάλαιο 20 Αυτή τη φορά, όταν η Ρόουζ κατέβηκε τη σκάλα και είδε τον Χάρι με το βραδινό του κοστούμι, δεν σταμάτησε. Συνέχισε και κατέπνιξε τους δισταγμούς της. Εμπιστευόταν τον Άβεντεϊλ. Απόλυτα, άνευ όρων. «Είσαι έτοιμος για μια πονηρή βραδιά;» ρώτησε τον αδερφό της πλησιάζοντας. Έγνεψε καταφατικά και χαμογέλασε. Σκέφτηκε ότι δεν φοβόταν μήπως βρεθεί στην κόλαση για όποιες αμαρτίες έκανε απόψε, γιατί έτσι κι αλλιώς είχε περάσει εκεί την περισσότερη ζωή του. Σίγουρα αυτό θα έπρεπε να μετρήσει, για να ανοίξουν οι πύλες του παραδείσου και να τον υποδεχτούν όταν ερχόταν η ώρα. «Πάμε, λοιπόν», είπε ο Άβεντεϊλ κι εκείνη σκέφτηκε ότι ήταν πιο ωραίος από ποτέ, πιο σίγουρος, πιο χαλαρός. Κάτι είχε αλλάξει τις τελευταίες μέρες, αλλά δεν μπορούσε να το εντοπίσει. Κάθισε πλάι της στην άμαξα. Απολαμβάνοντας την εγγύτητα των σωμάτων τους, αποφάσισε να χαρεί τη βραδιά, να αφεθεί στην ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος τους μαζί δεν θα τελείωνε ποτέ. Σίγουρα δεν έδειχνε ότι την είχε βαρεθεί, αλλά κάποια στιγμή το ενδιαφέρον του θα υποχωρούσε. Έδιωξε μακριά αυτές τις ενοχλητικές σκέψεις. Η άμαξα σταμάτησε. Οι κουρτίνες ήταν κλειστές αλλά της φάνηκε ότι ο θόρυβος που ερχόταν από το δρομάκι ήταν μεγαλύτερος απ’ ό,τι την τελευταία φορά που είχαν έρθει: χλιμιντρίσματα αλόγων, άμαξες, γρήγορα βήματα, πιο αργά, φωνές. Η πόρτα άνοιξε. Ο Άβεντεϊλ κατέβηκε και της άπλωσε το χέρι. Βγαίνοντας, το βλέμμα της έπεσε στην πρόσοψη των Δίδυμων Δράκων και προσπάθησε να συγκρατήσει τον πανικό της. Εμπιστεύσου τον. Εμπιστεύσου τον. «Υπέθετα ότι θα μπούμε από την πίσω πόρτα για περισσότερη διακριτικότητα», του είπε. «Όχι απόψε», απάντησε και την κοίταξε με νόημα. Τον εμπιστευόταν; Κατάπιε με κόπο και έγνεψε καταφατικά. Έκανε νόημα στον υπηρέτη κι εκείνος πλησίασε στην άμαξα. «Κύριε Χάρι». Βοήθησε τον Χάρι να κατέβει. Μόλις ο αδερφός της κατέβηκε στο πεζοδρόμιο, τα μάτια του γούρλωσαν. «Υπέροχη αρχιτεκτονική». «Την έβρισκα πάντα υπερβολικά γοτθική», σχολίασε ο Άβεντεϊλ. «Ταιριάζει με το όνομα», είπε ο Χάρι. «Δεν το σκέφτηκα ποτέ, γιατί το απεχθάνομαι. Για εμένα θα είναι πάντα η λέσχη Ντότζερ. Είσαι έτοιμος να την εξερευνήσεις;» «Ναι, βέβαια». «Κύριοι», είπε ο Άβεντεϊλ, πριν δώσει το χέρι του στη Ρόουζ, η οποία τότε συνειδητοποίησε ότι υπήρχαν δύο ακόμα υπηρέτες εκεί. Ο ένας βοήθησε τον Χάρι να ανέβει τα σκαλιά, οι άλλοι δύο τους συνόδευαν. Ήταν μεγαλόσωμοι, λειτουργούσαν σαν ασπίδες. Κανείς δεν θα πλησίαζε τον Χάρι.


Αμφέβαλε αν κάποιος θα πλησίαζε αρκετά για να τον δει καλά. Όταν ανέβηκαν τις σκάλες και πλησίασαν στην είσοδο, ένας υπηρέτης έκανε μια ελαφριά υπόκλιση λέγοντας: «Εξοχότατε». Έπειτα άνοιξε την πόρτα. Μπήκαν μόνο εκείνη, ο Άβεντεϊλ και ο Χάρι. Το πρόσωπο του αδερφού της ήταν γεμάτο θαυμασμό, ενώ η Ρόουζ ξαφνιάστηκε από τον λιγοστό κόσμο που, εκτός των άλλων, έμοιαζε να μη δίνει σημασία στην άφιξή τους. «Δεν έχει πολύ κόσμο», παρατήρησε η Ρόουζ. Ήλπιζε να μην έχει προβλήματα η επιχείρηση. «Απόψε η βραδιά είναι μόνο με προσκλήσεις», εξήγησε ο Άβεντεϊλ. Τον κοίταξε. «Επειδή το ζήτησες εσύ;» Πριν προλάβει να απαντήσει, ο Χάρι φώναξε: «Μέρικ!» Η Ρόουζ γύρισε και είδε τον Μέρικ, τη Σάλι και τον Τζόσεφ να χαιρετούν τον Χάρι. Οι κύριοι φορούσαν κομψά βραδινά κοστούμια σαν αυτό του Χάρι. Η Σάλι φορούσε ένα μπλε μεταξωτό βραδινό φόρεμα, που σίγουρα δεν ήταν φτηνό. Χαμογέλασε στον Άβεντεϊλ. «Ευχαριστούμε για την πρόσκληση, εξοχότατε». «Μια νύχτα με φίλους είναι πάντα πιο απολαυστική». Η Σάλι υποκλίθηκε. «Ευχαριστώ και για το υπέροχο φόρεμα. Δεν είχα ποτέ κάτι τόσο κομψό». «Ευχαρίστησή μου. Το χρώμα σάς πηγαίνει πολύ». Τα μάτια της έλαμψαν και κοίταξε τη Ρόουζ. «Έστειλε μια μοδίστρα στο σπίτι. Και έναν ράφτη για τους κυρίους. Ο Μέρικ δεν υπήρξε ποτέ πιο γοητευτικός». «Έχω καταλήξει τελικά πως ο δούκας είναι πολύ γενναιόδωρος και του αρέσουν οι εκπλήξεις», παραδέχτηκε η Ρόουζ. Ο Μέρικ προχώρησε μπροστά κι άπλωσε το χέρι του. «Δούκα». Ο Άβεντεϊλ του άπλωσε το δικό του. «Μέρικ». «Πολύ ωραίο μέρος». «Δεν μπορώ να πάρω τα εύσημα και γι’ αυτό». Ο Τζόσεφ πλησίασε και τον κοίταξε αυστηρά. «Στο μέρος αυτό γίνονται ανηθικότητες». «Πράγματι». Ο άντρας χαμογέλασε. «Μου αρέσει αυτό». Ο Άβεντεϊλ έβαλε τα γέλια. «Κι εμένα. Για να είμαστε σίγουροι ότι θα το απολαύσετε στο έπακρο, θα βρείτε ένα γενναίο ποσό με το οποίο μπορείτε να ποντάρετε. Ό,τι κερδίσετε θα είναι δικό σας». «Ε, τότε, λοιπόν», είπε ο Μέρικ τρίβοντας τα χέρια του πανευτυχής, «πρέπει να ζητήσουμε από τη Θεά Τύχη να μας χαμογελάσει. Θα έρθεις μαζί μας, Χάρι;» «Σε λίγο». Οι άλλοι απομακρύνθηκαν και η Ρόουζ έσφιξε το χέρι του Χάρι. «Πρέπει να απολαύσεις τη βραδιά μαζί τους». «Θα το κάνω, απλώς…» Κοίταξε γύρω του. «Κανείς δεν με κοιτάζει. Κανείς δεν μου δίνει σημασία. Είναι σαν να παίζω στο θέατρο». Κοίταξε τον Άβεντεϊλ. «Είναι φίλοι σου». «Κι αυτό τους κάνει και δικούς σου φίλους». Το βλέμμα του Χάρι στράφηκε στη Ρόουζ και έπειτα πάλι στον δούκα. Δεν


φάνηκε να έχει πειστεί. «Μα δεν με ξέρουν». «Θα σε έχουν γνωρίσει μέχρι να τελειώσει η βραδιά». Η Ρόουζ έκανε ένα βήμα μπροστά κι ακούμπησε το χέρι της στο παραμορφωμένο μάγουλο του αδερφού της. «Τι υπέροχο που θα έχουν την ευκαιρία να σε γνωρίσουν, να σε δουν ως έναν άνθρωπο κι όχι σαν έκθεμα. Δεν έχω καμία αμφιβολία πως θα σε λατρέψουν όσο κι εγώ». «Πόση ώρα θα μείνουμε εδώ;» «Μέχρι να βαρεθείς», απάντησε ο Άβεντεϊλ. «Η λέσχη δεν κλείνει ποτέ, άρα θα φύγουμε όποτε θέλεις. Ακόμα κι αυτή τη στιγμή». «Όχι, θέλω να μείνω». Η δεσποινίς Μινέρβα Ντότζερ τούς πλησίασε, λαμπερή μέσα σε ένα λιλά φόρεμα. «Εξοχότατε», τον χαιρέτησε, σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι. «Μινέρβα», ανταπέδωσε ο Άβεντεϊλ. «Επίτρεψέ μου να έχω την τιμή να σου συστήσω τη δεσποινίδα Λόνγκμορ και τον αδερφό της, Χάρι». «Δεσποινίς Λόνγκμορ», είπε η δεσποινίς Ντότζερ. «Μάλλον δεν ήσασταν πολύ ειλικρινής το βράδυ που γνωριστήκαμε. Ευτυχώς για σας, δεν συνηθίζω να κρίνω τους άλλους, αν και ελπίζω να μοιραστείτε μαζί μου την ιστορία σας κάποια στιγμή». «Φοβάμαι πως είναι μάλλον ανιαρή», τη διαβεβαίωσε. «Πολύ αμφιβάλλω». Η δεσποινίς Ντότζερ τότε στράφηκε στον Χάρι. «Κύριε Λόνγκμορ, ανυπομονούσα να σας γνωρίσω. Ο πατέρας μου ήταν κάποτε ο ιδιοκτήτης της λέσχης και είμαι πολύ εξοικειωμένη με τον χώρο. Ελπίζω να μου δώσετε τη χαρά να σας ξεναγήσω». Ο Χάρι ανοιγόκλεισε τα μάτια, δείχνοντας εξαιρετικά έκπληκτος για να μπορέσει να πει λέξη, και η Ρόουζ ξαφνικά ένιωσε θλίψη που ελάχιστες γυναίκες τού είχαν δώσει έστω και λίγη προσοχή στη σύντομη ζωή του. «Χάρι, πάντα λέμε ναι όταν μια νεαρή κυρία μάς προτείνει κάτι», του εξήγησε ο Άβεντεϊλ. Ο Χάρι κοκκίνισε. «Με μεγάλη μου χαρά, δεσποινίς Ντότζερ». «Υπέροχα, αλλά να με φωνάζεις Μινέρβα, μια και είμαι σίγουρη ότι μέχρι να τελειώσει η βραδιά θα έχουμε γίνει φίλοι». Τον έπιασε αγκαζέ. «Θα σε συστήσω σε μερικά καθάρματα που σίγουρα θα προσπαθήσουν να σε παρασύρουν σε μια ιδιωτική παρτίδα. Δική σου η ευθύνη αν παίξεις». Η Ρόουζ κοιτούσε τη νεαρή γυναίκα και τον Χάρι να απομακρύνονται συζητώντας. Ο αδερφός της έμοιαζε ήδη γοητευμένος. «Έχετε υπέροχους φίλους, εξοχότατε». «Είπα απλώς στον Χάρι ότι είναι φίλοι μου για να τον καθησυχάσω. Τα υπόλοιπα τα κανόνισε η μητέρα μου». Ξαφνιάστηκε από τα λόγια του και τον κοίταξε. «Μίλησες μαζί της;» «Μάλλον αντιμετωπίσαμε το παρελθόν. Θα σου εξηγήσω αργότερα. Για την ώρα, πιστεύω ότι πρέπει πρώτα να σου τη συστήσω». Η Ρόουζ κοίταξε πιο πέρα και είδε τον σερ Ουίλιαμ να πλησιάζει με μια μικρόσωμη γυναίκα στο πλευρό του. Τα μαλλιά της ήταν πιο θαμπά σε σύγκριση με τα πορτρέτα, αλλά την αναγνώρισε. Είχε μια κομψότητα που εκείνη δεν θα αποκτούσε ποτέ, όσες ώρες κι αν περνούσε κάνοντας πρόβα μπροστά στον


καθρέφτη. Ο Άβεντεϊλ αγκάλιασε τη μητέρα του κι έπειτα τράβηξε τη Ρόουζ κοντά τους. «Μητέρα, θα ήθελα να σου συστήσω τη δεσποινίδα Λόνγκμορ». «Χαίρω πολύ, δεσποινίς Λόνγκμορ». «Εξοχότατη, παρακαλώ να με αποκαλείτε Ρόουζ», είπε κι έκανε μια μικρή υπόκλιση. «Πάνε πολλά χρόνια από τότε που ήμουν δούκισσα. Λαίδη Ουίνιφρεντ είναι αρκετό. Εκτιμώ πολύ που δώσατε νόημα στη ζωή του γιου μου». «Δεν θα το έλεγα, αν και είναι πολύ γενναιόδωρος με τον αδερφό μου». «Η ζωή μπορεί να είναι πολύ άδικη. Συχνά μας συμβαίνουν πράγματα που δεν μας αξίζουν». «Έμαθα πως εσείς είστε υπεύθυνη για όλους αυτούς τους ευγενικούς ανθρώπους απόψε εδώ». «Μην υπερβάλλετε. Απλώς μοίρασα κάποιες προσκλήσεις». «Αυτοπροσώπως», συμπλήρωσε ο Άβεντεϊλ. «Ναι. Ανακάλυψα ότι είναι πιο δύσκολο να σου αρνηθούν κάτι όταν σε κοιτάζουν στα μάτια». «Γι’ αυτό καταφέρνει να μαζεύει τόσα χρήματα για τις φιλανθρωπίες της», σχολίασε ο σερ Ουίλιαμ, εμφανώς περήφανος. Χτύπησε ελαφρά τον άντρα της στο μπράτσο κι έπειτα έστρεψε πάλι την προσοχή της στη Ρόουζ. «Ανυπομονούμε να γνωρίσουμε τον αδερφό σας. Να είστε βέβαιη ότι η Μινέρβα θα φροντίσει να περάσει πολύ καλά. Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι ακόμα ελεύθερο αυτό το κορίτσι. Οι νέοι σήμερα μερικές φορές είναι τυφλοί». «Συγχωρήστε τη σύζυγό μου», είπε ο σερ Ουίλιαμ. «Της αρέσει να κάνει την προξενήτρα». «Μόνο γιατί το σωστό ταίρι είναι απαραίτητο για την ευτυχία του ανθρώπου». «Κοίτα να στρέψεις αλλού τα βέλη του Έρωτα», της είπε ο Άβεντεϊλ. Η μητέρα του σηκώθηκε στις μύτες, τον φίλησε στο μάγουλο και του ψιθύρισε: «Μόνο αν ανοίξεις τα μάτια σου, αγάπη μου». Κι έπειτα έκλεισε το μάτι στη Ρόουζ. «Χάρηκα που σε γνώρισα, καλή μου. Πρέπει να έρθεις για δείπνο κάποιο βράδυ. Θα μου άρεσε να γνωρίσεις και τα υπόλοιπα παιδιά μου. Ήθελαν πολύ να έρθουν απόψε, αλλά είναι ακόμα πολύ μικρά για μια νύχτα με τόσες σκανδαλώδεις απολαύσεις». «Σας ευχαριστώ. Θα ήθελα πολύ να τα γνωρίσω». Στην πραγματικότητα, όμως, ήξερε πως, αν η μητέρα του Άβεντεϊλ καταλάβαινε τον ρόλο της στη ζωή του γιου της και μάθαινε το παρελθόν της, θα ένιωθε φρίκη και μόνο στη σκέψη να έμπαινε η Ρόουζ στο σπίτι της και να γνώριζε τα σπουδαία παιδιά της. Όταν ο σερ Ουίλιαμ και η γυναίκα του απομακρύνθηκαν, η Ρόουζ σκέφτηκε πως ήταν ένα ιδανικό ζευγάρι. «Μου αρέσει η μητέρα σου», είπε. «Είναι αξιαγάπητη, εκτός από τις στιγμές που προσπαθεί να ασχοληθεί με τα προσωπικά μου». «Σ’ αγαπάει, θέλει να είσαι ευτυχισμένος. Αυτό θέλουν οι περισσότερες μητέρες για τα παιδιά τους. Εγώ δεν είχα την ευκαιρία να το ζήσω. Δεν θα έπρεπε να το θεωρείς δεδομένο». «Δεν το θεωρώ, όχι πια, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θέλω να ανακατεύεται».


«Θα σου βρει μια καθωσπρέπει σύζυγο». Κοίταξε τη Ρόουζ. «Δεν είμαι σίγουρος ότι είμαι ο κατάλληλος για μια καθωσπρέπει σύζυγο». «Σκέφτεσαι, όμως, να παντρευτείς». Παρότι ισχυριζόταν ότι δεν ήθελε μια καθωσπρέπει νύφη, η Ρόουζ ήξερε ότι ήταν πολύ ακατάλληλη για να καλύψει αυτή τη θέση στη ζωή του. «Σκέφτομαι να πιω ένα ποτό. Πάμε να βρούμε κάτι, τι λες;» Η συζήτηση, όμως, την είχε ενοχλήσει, οι πιθανές αναποδιές. Έπρεπε να θυμίσει και στους δυο τους τη θέση της. «Με σύστησες με το πραγματικό μου όνομα». Είχε ήδη κάνει δύο βήματα, σταμάτησε και γύρισε να την κοιτάξει. «Ορίστε;» «Όταν με σύστησες απόψε, είπες “δεσποινίς Ρόζαλιντ Λόνγκμορ”». «Βαρέθηκα τα ψέματα, τις απάτες, τα καταραμένα μυστικά, που το μόνο που καταφέρνουν είναι να δημιουργούν παρεξηγήσεις και να απομακρύνουν τους ανθρώπους». Πήγε κοντά της. «Η δεσποινίς Ρόζαλιντ Λόνγκμορ είναι μήπως επικηρυγμένη;» Δεν δίστασε στιγμή. «Όχι». Η κυρία Ρόζαλιντ Πόιντερ, όμως, ναι. Το ίδιο και η κυρία Ρόζαλιντ Μπλακ. «Τότε προς τι η ανησυχία;» «Από συνήθεια μάλλον. Δεν χρησιμοποιώ ποτέ το πραγματικό μου όνομα». «Τότε είναι καιρός να το κάνεις. Έλα τώρα, πάμε να πιούμε κάτι και να σε συστήσω». Η Ρόουζ άρχισε να ζαλίζεται, να σαστίζει από τις συστάσεις: ο κόμης και η κόμισσα του Κλέιμπορν, ο δούκας και η δούκισσα του Γκρέιστοουν, ο σερ Τζέιμς και η λαίδη Έμα, ο Τζακ Ντότζερ και η Ολίβια. Στη διάρκεια της νύχτας, γνώρισε και κάποια από τα παιδιά τους, αν και δεν ήταν σίγουρη πως θα μπορούσε να τα αντιστοιχίσει με τη σωστή οικογένεια, αν της ζητούσε κάποιος να το κάνει. Ήταν ευγνώμων που έμεινε μια στιγμή μόνη στον εξώστη για να ηρεμήσει. Κοίταξε κάτω και είδε τον αδερφό της να ρίχνει τα ζάρια. Όσοι ήταν γύρω του ζητωκραύγασαν, ο Τζακ Ντότζερ τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Το χαρούμενο γέλιο του Χάρι έφτασε μέχρι τα αφτιά της, την πλημμύρισε, τη ζέστανε. «Δεν ξέρω αν είχε γίνει ποτέ τόσο αποδεκτός», είπε. «Εσύ τον αποδεχόσουν πάντα». Γύρισε και προσπάθησε να κοιτάξει τον Άβεντεϊλ, που την είχε αγκαλιάσει από πίσω. «Αυτό είναι διαφορετικό. Εμένα είναι αδερφός μου». «Για κάποιους δεν θα είχε καμία διαφορά». Δεν θεωρούσε ότι ήταν τόσο ξεχωριστή. Όσοι έδιναν λίγο χρόνο για να γνωρίσουν τον Χάρι τον ερωτεύονταν. Πώς να μην το κάνουν, όταν είχε τόσο γενναιόδωρη καρδιά; «Δεν ξέρω αν πρέπει να είμαι στο πλευρό του απόψε ή αν πρέπει να του δώσω την ευκαιρία να περάσει τη βραδιά με τη συντροφιά των άλλων». «Άφησέ τον να απολαύσει την παρέα τους για λίγο. Έλα να χορέψουμε». Μπορεί να θεωρούσε την πρότασή του εγωιστική, αν δεν είχε αντιληφθεί πως εδώ και δεκαπέντε μέρες ζητούσε μονάχα ψίχουλα της προσοχής της και του χρόνου της. «Θα το ήθελα πολύ, αλλά πρώτα…» Γύρισε, σηκώθηκε στις μύτες και τον φίλησε κι εκείνος την τράβηξε κοντά του.


Παραλίγο να του πει ότι τον αγαπούσε, αλλά αμφέβαλε αν θα του άρεσε η ιδέα. Μπορεί και να μην την πίστευε, μπορεί να σκεφτόταν ότι ένιωθε υποχρεωμένη να το πει μετά από όσα είχε κάνει. Κατά κάποιον τρόπο, όσα είχε κάνει ήταν εν μέρει υπεύθυνα για τα αισθήματά της – μόνο και μόνο, όμως, γιατί ήταν απόδειξη της καλοσύνης και της γενναιοδωρίας του. Οι οποίες, όπως ανακάλυπτε τελευταία, δεν είχαν όρια. Είχε προσπαθήσει να τον εκμεταλλευτεί και τελικά βρέθηκε τρελά ερωτευμένη μαζί του. • Ο Χάρι ήταν ενθουσιασμένος από τη βραδιά, τον κόσμο, τα τυχερά παιχνίδια, την απίστευτη τύχη που είχε σ’ αυτά. Όλοι ήταν τόσο ευγενικοί. Είχε γνωρίσει δύο νεαρές δεσποινίδες που ήταν ολόιδιες. Δεν θυμόταν τα μικρά τους ονόματα, μόνο το επίθετο: Σουίντλερ. Ο πατέρας τους ήταν επιθεωρητής της Σκότλαντ Γιαρντ και προς στιγμήν είχε ανησυχήσει για τη Ρόουζ, αλλά μετά την είδε με τον δούκα και ήξερε ότι δεν θα της συνέβαινε απολύτως τίποτα. Και πάλι, όμως, είπε στις δύο κυρίες ότι θα ήθελε να τη δει για λίγο κι εκείνες τον συνόδευσαν με ευγένεια μέχρι την αίθουσα χορού. Ελάχιστα ζευγάρια χόρευαν στην υπέροχη αίθουσα με τους πολυτελείς πολυελαίους και την ορχήστρα που έπαιζε στον εξώστη. Η Ρόουζ και ο δούκας της χόρευαν βαλς. Ο Χάρι ήξερε τον χορό γιατί η Ρόουζ τού είχε δείξει κάποτε τα βήματα, όταν μπορούσε ακόμα να περπατήσει χωρίς μπαστούνι, όταν δεν έχανε τόσο εύκολα την ισορροπία του. Τώρα απλώς απολάμβανε τη χάρη των κινήσεών της, τη χαρά στο πρόσωπό της καθώς ο δούκας την κρατούσε στην αγκαλιά του. Η Ρόουζ ήταν ευτυχισμένη και της άξιζε. Κι αυτό τον έκανε κι εκείνον ευτυχισμένο. Πιο ευτυχισμένο από ποτέ. «Κύριε Λόνγκμορ». Το όνομά του ακούστηκε σαν ένα απαλό, αργό γουργουρητό. Γύρισε ελαφρά το κεφάλι και είδε την πιο όμορφη γυναίκα που είχε συναντήσει ποτέ. Τα μαλλιά της ήταν σαν τις αχτίδες του φεγγαριού, τα μάτια της λαμπερά ζαφείρια. Ήταν ψηλή, αλλά γεμάτη καμπύλες. Όταν τις πρόσεξε, ένιωσε το πρόσωπό του να καίγεται. Ο δούκας δεν θα κοκκίνιζε έτσι. Ο δούκας απλώς θα την κοίταζε μέχρι να χορτάσει. Όχι, ο φίλος του θα την έπαιρνε στα σκοτεινά και θα την αγκάλιαζε, θα τη φιλούσε. Ο Χάρι ήθελε να κάνει το ίδιο. Ντρεπόταν, ντρεπόταν που έκανε αυτές τις σκέψεις. Σίγουρα θα έβαζε τις φωνές αν την πλησίαζε περισσότερο. Του χαμογέλασε πλατιά και τον κοίταξε στα μάτια. «Σας ψάχνω εδώ και λίγη ώρα». «Αλήθεια;» είπε βραχνά, κι αναρωτήθηκε γιατί είχε γίνει έτσι η φωνή του. «Ναι. Είμαι η Αφροδίτη». Δεν ξαφνιάστηκε που είχε το όνομα μιας θεάς. Τη φαντάστηκε με ένα διάφανο φόρεμα και τον άνεμο να φυσά γύρω της και μόνο γι’ αυτή εγκαταλείποντας τον υπόλοιπο κόσμο. Άξιζε να γραφτούν ποιήματα για χάρη της. Το μυαλό του είχε ήδη αρχίσει να πλημμυρίζει από λέξεις. «Θα χορέψετε μαζί μου;» τον ρώτησε.


Τα ποιητικά λόγια, κάθε σκέψη, εξαφανίστηκαν. Ήθελε αυτό που του ζητούσε περισσότερο από όσο ήθελε να αναπνέει, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή από το να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι. «Λυπάμαι, αλλά δεν γίνεται. Μπορεί να χάσω την ισορροπία μου». Και η υπέροχη βραδιά θα καταστρεφόταν, καθώς όλοι θα γίνονταν μάρτυρες της αδεξιότητάς του. Δεν θα μπορούσε πια να προσποιείται ότι δεν ήταν ένας άξεστος. «Είμαι πολύ καλή στο να φροντίζω να μη χάνουν την ισορροπία τους οι άντρες». Έκανε ένα βήμα μπροστά, ακούμπησε το ένα απαλό της χέρι στον ώμο του και το άλλο στο χέρι του, στο απαίσιο χέρι του, χωρίς να το αποστρέφεται. «Δεν θα ακολουθήσουμε τη μουσική. Θα χορέψουμε όπως μπορείτε». Του άρεσε πολύ να την έχει κοντά του. Μύριζε πορτοκάλι. «Είστε φίλη του δούκα;» τη ρώτησε. «Μερικές φορές. Απόψε, όμως, είμαι δική σας» Ο Χάρι ήταν σχεδόν βέβαιος ότι της το είχε ζητήσει ο δούκας. Είχε απαντήσει σε πολλές ερωτήσεις του Χάρι γύρω από τις γυναίκες, αλλά κάθε ανακάλυψη οδηγούσε σε μια νέα ερώτηση, σαν να τον είχε καταπιεί μια δίνη, έτοιμη να τον πετάξει στην επόμενη. Ο δούκας τον είχε διαβεβαιώσει πως ακόμα κι αν ζούσε μέχρι τα εκατό, δεν θα έπαιρνε ποτέ απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις. «Οι γυναίκες είναι ένα μυστήριο, φίλε μου, κι αυτό μας κάνει απλώς να τις θέλουμε ακόμα πιο πολύ», του είχε πει. Επιτέλους, ενώ χόρευε τόσο κοντά σ’ αυτή τη γυναίκα, με το στήθος της να ακουμπά στο δικό του και τα μακριά της πόδια να κινδυνεύουν να μπλέξουν με τα δικά του, ο Χάρι κατάλαβε τι προσπαθούσε να του διδάξει ο δούκας. Ότι δεν αντιστοιχούσαν οι ίδιες ερωτήσεις ή οι ίδιες απαντήσεις σε κάθε γυναίκα. Η κάθε γυναίκα ήταν μοναδική, η καθεμιά σου πρόσφερε μια ξεχωριστή εμπειρία. Ήξερε πολύ λίγα για την Αφροδίτη, αλλά ανακάλυψε ότι ήθελε να μάθει τα πάντα, όμως ήξερε ήδη ότι ακόμα και μια ζωή ολόκληρη δεν θα του έδινε όλες τις απαντήσεις. Ωστόσο, σίγουρα θα ζούσε πολλές περιπέτειες αν προσπαθούσε να τις ανακαλύψει. • Αυτή τη φορά, ο χορός της με τον Άβεντεϊλ ήταν διαφορετικός από εκείνον που χόρεψαν το βράδυ της γνωριμίας τους. Δεν φοβόταν ότι θα ανακάλυπτε τα μυστικά της, ότι είχε τη δύναμη να καταστρέψει τα σχέδιά της. Στο παρελθόν ήταν ένα αίνιγμα, ο σκοπός που θα αγίαζε τα μέσα. Ήθελε να τον χρησιμοποιήσει. Τώρα ευχόταν να μην είχε υπάρξει ποτέ καμία απάτη ανάμεσά τους, καμία συμφωνία. Ευχόταν να τον είχε εμπιστευτεί νωρίτερα, να είχαν φτάσει στο σημείο που ήταν τώρα επειδή το ήθελαν και οι δύο. Από την άλλη, ήταν αρκετά ρεαλίστρια ώστε να συνειδητοποιεί ότι δεν θα ήταν ποτέ κάτι παραπάνω από ένα διακοσμητικό στοιχείο στη ζωή του. Ενώ οι κοντινοί του άνθρωποι είχαν τολμήσει να παραβλέψουν τους κοινωνικούς κανόνες και είχαν παντρευτεί άτομα που δεν ανήκαν στην τάξη τους, ο Άβεντεϊλ δεν θα ήθελε καμία σχέση μαζί της αν μάθαινε όλες τις απάτες της. Μπορεί να εξακολουθούσε να θέλει το στήθος της και τα μακριά της πόδια, μπορεί να λαχταρούσε να περάσει τα χέρια του από κάθε πόντο του κορμιού της, μπορεί να


ήθελε να νιώσει το σώμα της κάτω από το δικό του, αλλά δεν θα την ήθελε για σύζυγο. Και κάποια στιγμή θα τη βαριόταν. Κι εκείνη θα κουραζόταν από τη ζωή που θα της πρόσφερε. Όχι ότι δεν εκτιμούσε τις ανέσεις, αλλά η καθημερινότητά της δεν της έδινε καμία πρόκληση – απλώς τον ικανοποιούσε, έκανε ό,τι ήθελε, παρόλο που οι επιθυμίες του ήταν ίδιες με τις δικές της. Θα κουραζόταν χωρίς τις απάτες και τα σχέδιά της. Όταν ερχόταν η στιγμή να χωρίσουν, θα είχε τις αναμνήσεις της. Τις υπέροχες, φοβερές, συγκλονιστικές αναμνήσεις. Τον τρόπο που τα μάτια του δεν ξεκολλούσαν από τα δικά της ενώ χόρευαν βαλς. Το απαλό χαμόγελο που της υποσχόταν ένα άλλου είδους βαλς αργότερα μέσα στη νύχτα, στο κρεβάτι του, όπου η μουσική θα ήταν ένα κρεσέντο των αναστεναγμών και των κραυγών τους. Σίγουρα θα της έλειπε πολύ. Ήξερε ότι ίσως και να περνούσαν χρόνια μέχρι να συμβεί, βαθιά μέσα της, όμως, πίστευε ότι δεν θα αργούσε. Έκαναν μια στροφή στην πίστα και με την άκρη του ματιού της είδε τον Χάρι στην αγκαλιά μιας καλλονής. Χόρευε – όσο μπορούσε τουλάχιστον. Η καρδιά της πλημμύρισε από τη χαρά που είδε στο πρόσωπό του, αλλά φοβήθηκε μήπως η γυναίκα αυτή του ζητούσε πράγματα που δεν μπορούσε να κάνει. «Ποια είναι η γυναίκα που χορεύει με τον Χάρι;» τον ρώτησε. Ο Άβεντεϊλ δεν μπήκε στον κόπο να κοιτάξει καν και η Ρόουζ κατάλαβε πως είχε αντιληφθεί ήδη την παρουσία τους. Εδώ και πόση ώρα, αναρωτήθηκε. «Το όνομά της είναι Αφροδίτη». «Αλήθεια;» Ανασήκωσε τους ώμους. «Μάλλον όχι. Όπως το δικό σου δεν είναι κυρία Σαρπ. Οι άνθρωποι αλλάζουν τα ονόματά τους για χιλιάδες λόγους, οπότε δεν θα την έκρινα πολύ αυστηρά αν ήμουν στη θέση σου». «Δεν την κρίνω, αλλά θέλω να βεβαιωθώ ότι δεν θα εκμεταλλευτεί τον Χάρι». «Νομίζω πως εκείνος δεν θα είχε κανένα πρόβλημα αν το έκανε». «Είναι από τις γυναίκες που θα το έκαναν;» «Με τα κατάλληλα κίνητρα». «Τα οποία σίγουρα παρείχες. Είναι από τις φιλανθρωπίες που στήριζες τόσα χρόνια;» Απεχθανόταν τη ζήλια που ακουγόταν στη φωνή της. Της χαμογέλασε με κατανόηση και αυτό την εκνεύρισε ακόμα περισσότερο. «Είναι μία από τις γυναίκες που βαρέθηκα, αν και είναι πραγματικά ταλαντούχα και γενναιόδωρη με την τρυφερότητά της». Δεν διέκρινε κανένα πόθο γι’ αυτή την Αφροδίτη στη φωνή του. Μπορεί να εξηγούσε με το ίδιο ακριβώς ύφος πώς φοράει ένας κύριος το παντελόνι του. Και πάλι, όμως, είχε καταλάβει πολύ καλά τη σχέση του με τον αδερφό της, ώστε να ξέρει ποιο ήταν το κίνητρο πίσω από την εμφάνιση αυτής της γυναίκας. «Την έφερες εδώ για να διασκεδάσει τον Χάρι». «Είναι άντρας, Ρόουζ. Μιλήσαμε για πολλά πράγματα χτες το βράδυ στη βιβλιοθήκη μου. Είναι περίεργος για τις γυναίκες. Μου φάνηκε αμαρτία να μην ικανοποιήσω την περιέργειά του». Την κοίταξε επίμονα. «Είπες ότι με εμπιστεύεσαι». «Σε εμπιστεύομαι. Δεν είμαι σίγουρη, όμως, αν μπορώ να εμπιστευτώ αυτή». «Έχει χρυσή καρδιά».


Κοίταξε τον Χάρι και είδε ότι είχαν σταματήσει να χορεύουν και έφευγαν χέρι χέρι από την αίθουσα. «Κι αν τον πληγώσει;» «Κι αν πέσει το κτίριο στο κεφάλι μας;» Κοίταξε τον Άβεντεϊλ. Της χαμογέλασε γλυκά, με έναν τρόπο που δεν είχε ξαναδεί, με ένα χαμόγελο που αιχμαλώτισε την καρδιά της. «Δεν μπορείς πάντα να τον προστατεύεις, γλυκιά μου. Άφησέ τον να είναι άντρας απόψε, να απολαύσει την ικανοποίηση που σου χαρίζει η συντροφιά μιας πρόθυμης γυναίκας». «Πονάει πολύ να μεγαλώνεις». «Το ξέρω. Πέρασα χρόνια από τη ζωή μου προσπαθώντας να μην το κάνω. Η ανταμοιβή, όμως, για όλο αυτόν τον πόνο είναι μεγάλη». Άπλωσε το χέρι και του χάιδεψε το πιγούνι κι έπειτα τα μαλλιά. Μερικές φορές ευχόταν να μην είχε μεγαλώσει σε τόσο μικρή ηλικία, να μην είχε αναγκαστεί να το σκάσει και να επιβιώνει με όποιον τρόπο μπορούσε, αλλά, αν δεν το είχε κάνει, δεν θα τον είχε γνωρίσει ποτέ. Πάντα θα έλειπε κάτι στη ζωή της. Θα ένιωθε την απουσία του, ακόμα κι αν δεν καταλάβαινε τι ήταν αυτό. Αυτός ο άντρας τής είχε διδάξει πώς είναι να μοιράζεσαι έναν στόχο με κάποιον, να συνεργάζεσαι, να έχεις μια τόσο στενή σχέση. «Σε ό,τι έχει να κάνει με τον αδερφό μου, έχεις σκεφτεί τόσα πράγματα που μπορεί να θέλει ή να χρειάζεται, που εμένα δεν μου είχαν περάσει ποτέ από το μυαλό». «Είναι ο μικρός σου αδερφός. Θα τον προστάτευες μέχρι θανάτου. Εμένα μου θυμίζει τα νιάτα μου, πόσο φευγαλέα είναι, συχνά γεμάτα ατυχείς επιλογές που, όμως, μας χαρίζουν τις καλύτερες αναμνήσεις μας. Και είναι κάποιος με τον οποίο θα μπορούσα να μοιραστώ ό,τι αμαρτία έχω κάνει όλα αυτά τα χρόνια. Αντικατέστησε τον Λόβινγκτον στις ακολασίες μου». «Μου απέδειξες αυτό ακριβώς που είπα. Ξέρεις πόσο θα τον χαροποιούσε αν ήξερε ότι τον εκτιμάς τόσο; Θα τον έκανε να νιώσει τόσο άντρας, τόσο αποδεκτός». «Ίσως μπορείς να του το πεις αργότερα. Στο μεταξύ, ας τελειώσουμε τον χορό μας κι ας βρούμε μια σκοτεινή γωνία. Θέλω ακόμα ένα φιλί». Και έτσι τον ερωτεύτηκε λίγο ακόμα. • Ήταν μιάμιση όταν η Ρόουζ βρήκε τον Χάρι στην αίθουσα των κυρίων με τον Μέρικ, τη Σάλι και τον Τζόσεφ. Και την Αφροδίτη. Καθόταν δίπλα του στον καναπέ, κρατώντας το καλό του χέρι, χαϊδεύοντάς το με τα μακριά, λεπτά της δάχτυλα, ενώ το χαμόγελό της απέπνεε ζεστασιά και καλοσύνη. ‘Όταν την κοίταξε ο Χάρι, η Ρόουζ κατάλαβε ότι την είχε ερωτευτεί. «Ήρθε η ώρα να φύγουμε;» ρώτησε ο Χάρι. Μπορεί να ακούστηκε σαν μια απλή ερώτηση, αλλά εκείνη κατάλαβε την κούραση στη φωνή του, ήξερε ότι ήταν έτοιμος να φύγει – όσο απεγνωσμένα κι αν ευχόταν να μπορούσε να μείνει. Ήξερε, επίσης, ότι δεν ήθελε να πληγώσει κανέναν, δεν ήθελε να εξαρτηθεί από εκείνον η αναχώρησή τους. «Φοβάμαι πως ναι», του είπε ευγενικά. «Είναι πολύ αργά, πονάνε τα πόδια μου και έχω κουραστεί πολύ». Έστρεψε την προσοχή του στην Αφροδίτη. «Πρέπει να πηγαίνω». Χάιδεψε το πρόσωπό του και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. «Σ’ ευχαριστώ για


την όμορφη βραδιά». Σηκώθηκε με χάρη κι άρχισε να απομακρύνεται. Ο Άβεντεϊλ τη σταμάτησε και αντάλλαξαν κάποια λόγια που η Ρόουζ δεν μπόρεσε να διακρίνει. Η Σάλι σηκώθηκε από την καρέκλα της και αγκάλιασε τον Χάρι, που ακόμα καθόταν. «Σ’ ευχαριστώ, παπάκι, για την όμορφη βραδιά. Μας λείπεις, αλλά ζεις τόσες περιπέτειες». «Ήταν υπέροχα, Σάλι, αλλά μου λείψατε κι εμένα». «Θα σε δούμε αύριο στο δείπνο», είπε ο Μέρικ και τον χτύπησε ελαφρά στον ώμο. Ο Τζόσεφ σηκώθηκε όρθιος και βοήθησε τον Χάρι να σηκωθεί. Τον άγγιξε ελαφρά στο κεφάλι κι ο Χάρι έκανε το ίδιο κι έπειτα προχώρησε προς τη Ρόουζ. «Είμαι έτοιμος». Ο Άβεντεϊλ τους περίμενε στην πόρτα που οδηγούσε στην κεντρική αίθουσα με τα παιχνίδια. Μόλις έφτασαν, η Ρόουζ είδε ένα σωρό ανθρώπους –υπηρέτες, κρουπιέρηδες, μουσικούς, κοινούς θνητούς και ευγενείς– σε μια σειρά, κατά μήκος του δωματίου, που έφτανε ως την είσοδο. «Ήθελαν να σου πουν καληνύχτα», είπε ο Άβεντεϊλ. Και το έκαναν. Οι κύριοι κουνούσαν το κεφάλι, οι κυρίες τον φιλούσαν στο μάγουλο ή τον αγκάλιαζαν. Τον πλημμύριζαν με ευγενικά λόγια. «Χάρηκα που σε γνώρισα». «Ευχαριστούμε για τη συντροφιά σου». «Χάρηκα». «Να προσέχεις». Η Ρόουζ σκέφτηκε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να ευχαριστήσει αρκετά τον Άβεντεϊλ για αυτό το βράδυ. Ό,τι κι αν του υποσχόταν, ό,τι κι αν της ζητούσε, δεν θα ήταν ποτέ αρκετό. Ήταν όλοι ήσυχοι στη διαδρομή για το σπίτι. Η Ρόουζ προσπαθούσε να αφομοιώσει τη βραδιά. Ο Τζέραλντ τούς περίμενε στην είσοδο. «Κύριε Χάρι, φαντάζομαι ότι περάσατε πολύ καλά». «Πράγματι». Κοίταξε τη Ρόουζ. «Θα ήθελα, όμως, ένα ποτό». «Δεν ήπιες αρκετά στη λέσχη;» Έγνεψε καταφατικά. «Θα ήθελα, όμως, ένα ακόμα μ’ εσένα και τον δούκα». «Στη βιβλιοθήκη μου ή στη δική σου;» ρώτησε ο Άβεντεϊλ. «Στη δική μου». Διέσχισαν τον διάδρομο και μπήκαν στη μικρή βιβλιοθήκη του Χάρι. Ο Τζέραλντ είχε ήδη φροντίσει να είναι αναμμένη η φωτιά στο τζάκι. «Καλέστε με όταν είστε έτοιμος, κύριε», είπε ο Τζέραλντ. «Θα σε ειδοποιήσω», διαβεβαίωσε ο Χάρι. «Σ’ ευχαριστώ, Τζέραλντ. Για όλα». «Χαρά μου, κύριε». Γύρισε την πλάτη και βγήκε από το δωμάτιο. «Έλα, Χάρι», είπε η Ρόουζ και ξεκούμπωσε το σακάκι του. «Έλα να καθίσουμε μέχρι να μας βάλει ο Άβεντεϊλ τα ποτά μας». Τον βοήθησε να βγάλει το σακάκι, ξεκούμπωσε το γιλέκο του κι έλυσε τη γραβάτα του. «Έλα να καθίσεις». «Ένας κύριος...» «Ξέρω τι κάνει ένας κύριος, αλλά είσαι ο αδερφός μου και βλέπω πόσο κουρασμένος είσαι. Κάθισε». Δεν έφερε άλλες αντιρρήσεις και σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα. Ο Άβεντεϊλ τους


έφερε τα ποτά τους και έβαλε τη Ρόουζ να καθίσει σε ένα σκαμπό. Την κοίταζε ενώ ο αδερφός της απολάμβανε αργά το ποτό του. «Πέρασες καλά απόψε, αγάπη μου;» τον ρώτησε. «Πάρα πολύ». Έγνεψε προς το μέρος του Άβεντεϊλ. «Τους συμπάθησα όλους τους φίλους σου. Ειδικά την Αφροδίτη. Αν και ξέρω ότι την πλήρωσες για να μου κρατήσει συντροφιά». «Προσφέρθηκα. Αρνήθηκε. Φαίνεται πως δεν έχει συμπαθήσει ποτέ κανέναν όσο συμπάθησε εσένα. Ίσως σου κρατήσει συντροφιά και κάποιο άλλο απόγευμα». «Θα μου άρεσε αυτό». «Θα την ειδοποιήσω αύριο». Η Ρόουζ δεν θα ανησυχούσε μήπως απογοητευτεί ο Χάρι, μήπως η αποψινή φροντίδα ήταν απλώς κάτι ευκαιριακό. Είχε μια αθωότητα, μια γοητεία που θα συγκινούσε ακόμα και την πιο σκληρή γυναίκα. «Όταν το κάνεις, το μήνυμα να απευθύνεται στην Άνι», είπε ο Χάρι. «Ποια είναι πάλι η Άνι;» ρώτησε ο Άβεντεϊλ. «Είναι το πραγματικό της όνομα». Ο Άβεντεϊλ χαμογέλασε, έσκυψε ελαφρά το κεφάλι και σήκωσε το ποτήρι του, σαν πολεμιστής που χαιρετά τον αντίπαλό του, ο οποίος τελικά τον είχε ξεπεράσει. «Δεν το μοιράστηκε ποτέ μαζί μου. Πρέπει να σε συμπάθησε πολύ». Ο Χάρι κοκκίνισε, αλλά φάνηκε πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Ήταν, επίσης, πολύ κουρασμένος. Η Ρόουζ το έβλεπε στους γυρτούς του ώμους, στο πεσμένο του κεφάλι. «Πρέπει να σε αφήσουμε να κοιμηθείς λίγο». Σηκώθηκε όρθια κι έκανε κι εκείνος το ίδιο. «Δεν θα ξυπνήσουμε νωρίς το πρωί. Έτσι γίνεται μετά από μια τέτοια νύχτα». «Ήταν ένα υπέροχο δώρο, Ρόουζ. Ένα υπέροχο δώρο. Για ένα βράδυ, ήμουν φυσιολογικός». Τον αγκάλιασε σφιχτά. «Για εμένα, είσαι πάντα φυσιολογικός. Σ’ αγαπώ, Χάρι». Την έσφιξε κι εκείνος. «Σ’ αγαπώ, Ρόουζ». Του χαμογέλασε. «Όνειρα γλυκά, αγάπη μου». «Ευχαριστώ». Έπειτα έσφιξε το χέρι του Άβεντεϊλ. «Καληνύχτα, φίλε μου». «Καληνύχτα, Χάρι. Θα σου στείλω τον Τζέραλντ». «Όχι ακόμα. Θα γράψω για λίγο. Θα τον καλέσω όταν τον χρειαστώ». «Όπως θέλεις. Τα λέμε αύριο». Η Ρόουζ έσφιξε το χέρι του Χάρι. Δεν ήξερε γιατί δίσταζε τόσο να τον αφήσει. Μπορεί να μην το έκανε, αν δεν την ανάγκαζε ο Άβεντεϊλ παίρνοντάς την αγκαλιά. «Η βραδιά τον κούρασε πολύ», είπε καθώς πήγαιναν στο δωμάτιό του. «Νομίζω ότι μας κούρασε όλους». «Όχι εντελώς», είπε κι έγειρε πάνω του. «Έχω αρκετή ενέργεια ακόμα για να μου πεις για την επίσκεψή σου στη μητέρα σου. Τη συμπάθησα πολύ». «Την επόμενη φορά που θα με καλέσει για φαγητό, θα πάμε». Γέλασε. «Δεν μπορώ να πάω στο σπίτι της μητέρας σου, να καθίσω στο τραπέζι σου. Είμαι μια εγκληματίας». «Όπως και πολλοί από όσους γνώρισες απόψε – κάποια στιγμή στη ζωή τους. Οι άνθρωποι αλλάζουν, Ρόουζ».


«Όχι το παρελθόν μας, όμως, όχι όσα έχουμε ήδη κάνει». «Μακάρι να μου έλεγες τι ακριβώς έχεις κάνει». «Όχι τώρα». Ποτέ, αν ήταν στο χέρι της. «Δεν θέλω να χαλάσω μια υπέροχη βραδιά». «Για μας, όμως, δεν τελείωσε». Τη σήκωσε στην αγκαλιά του και ανέβηκαν τη σκάλα. • Αφού βούτηξε την πένα του στο μελάνι, ο Χάρι έγραψε τις τελευταίες λέξεις, αυτές που ανήκαν στο ξεκίνημα της ιστορίας του, αλλά περίμενε να τις γράψει στο τέλος. Είχε τελειώσει. Με πολλούς τρόπους. Χαιρόταν που είχε τελειώσει. Χαιρόταν που είχε γράψει την ιστορία του. Λυπόταν κιόλας, γιατί πια δεν είχε κανένα σκοπό. Όπως κάθε βράδυ, έγραψε ένα γράμμα στη Ρόουζ και το άφησε στην κορυφή της στοίβας... Για κάθε περίπτωση.


Κεφάλαιο 21 Ο Άβεντεϊλ είχε κοιμηθεί μονάχα μερικές ώρες και ξύπνησε με τη Ρόουζ κουλουριασμένη πλάι του. Δεν ήθελε να την ενοχλήσει, αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να χαϊδέψει απαλά το γυμνό της μπράτσο. Δεν κουνήθηκε. Ανησυχούσε τόσο για την κούραση του Χάρι, που είχε παραβλέψει το γεγονός πως ήταν κι εκείνη εξαντλημένη. Με τη λάμπα στο κομοδίνο να καίει ακόμα, μπόρεσε να δει καθαρά το προφίλ της. Πώς μπορούσε να πιστεύει ότι δεν είχε εντυπωσιακά χαρακτηριστικά; Πώς μπορούσε να σκεφτεί το ίδιο την πρώτη φορά που την κατασκόπευσε; Αν ήταν ειλικρινής, θα έπρεπε να αναγνωρίσει ότι πιθανότατα ένας στόλος δεν θα ξεκινούσε ποτέ για να τη διεκδικήσει λόγω της ομορφιάς της, αλλά σίγουρα θα τη διεκδικούσε για το θάρρος, της, το μυαλό της, την αποφασιστικότητά της, την απροθυμία της να γίνει υποχείριο. Πάντα ήταν πολύ περήφανη μαζί του. Φερόταν σαν να ήταν ισάξιά του και δεν ήταν σίγουρος αν είχε ξαναγνωρίσει ποτέ μια τέτοια γυναίκα. Να πάρει! Την είχε ερωτευτεί. Πιθανότατα από την πρώτη κιόλας νύχτα, όταν είχε απορρίψει τη σαμπάνια που της πρόσφερε. Είχε αναγνωρίσει την απόρριψη στο βλέμμα της πριν καν την εκφράσει, αλλά και την αποδοχή αργότερα. Ή μήπως όταν του είπε ότι το παιχνίδι ήταν δικό της. Τέτοια αυτοπεποίθηση. Αγαπούσε αυτή την πλευρά της. Δεν ήταν γατούλα. Είχε αρχίσει να την ερωτεύεται πολύ πριν μάθει την αλήθεια γι’ αυτή, αλλά όταν ανακάλυψε τα μυστικά της, τα αισθήματά του απλώς έγιναν πιο δυνατά. Θα τιμούσε, άραγε, τη συμφωνία τους μέχρι τέλους; Αν την ήθελε μαζί του για πάντα, θα ήταν διατεθειμένη να μείνει τόσο πολύ; Ή μήπως είχε δεχτεί τη συμφωνία, περιμένοντας ότι ο χρόνος τους μαζί θα ήταν περιορισμένος; Κόντευε να τρελαθεί με τόσες ερωτήσεις και εικασίες, αλλά ευτυχώς τον έσωσε ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, έπιασε τη μεταξωτή ρόμπα του και τη φόρεσε πηγαίνοντας στην πόρτα. Την άνοιξε και είδε τον Τζέραλντ. Το πρόσωπο του άντρα τα έλεγε όλα. «Εξοχότατε...» «Εντάξει. Θα κατέβω αμέσως». Έκλεισε την πόρτα και πίεσε το μέτωπό του στο ξύλο. Γιατί πονούσε τόσο πολύ; Μακάρι να μπορούσε να γλιτώσει τη Ρόουζ... «Ο Χάρι;» τον ρώτησε. Κοίταξε πίσω του και την είδε να κάθεται στο κρεβάτι, με τις κουβέρτες τραβηγμένες στο στήθος της. «Λυπάμαι πολύ, Ρόουζ». Τα χείλη της σχημάτισαν μια ευθεία γραμμή. Κούνησε το κεφάλι. «Λοιπόν. Πρέπει να γίνουν πολλά πράγματα». Πέταξε τις κουβέρτες. Πήγε κοντά της, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και την


αγκάλιασε από τους ώμους για να τη σταματήσει. «Εδώ και χρόνια προσπαθείς να φαίνεσαι ψύχραιμη και σκληρή, μάλλον από τότε που σε κατηγόρησαν ότι έριξες τον αδερφό σου. Δεν χρειάζεται να δείχνεις έτσι και σ’ εμένα». Κούνησε το κεφάλι. «Άβεντεϊλ…» Την κοίταξε. «Δεν χρειάζεται να δείχνεις δυνατή σ’ εμένα». «Αν δεν το κάνω», είπε βραχνά, «θα καταρρεύσω». «Θα σε πιάσω και θα σε βοηθήσω να συνέλθεις». Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Ακούστηκε ένας δυνατός, σκληρός λυγμός που έμοιαζε σαν να βγήκε από τα βάθη της ψυχής της. Κι έπειτα άλλος ένας. Κι άλλος. Οι ώμοι της τραντάζονταν από το κλάμα, κι εκείνος την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του, την κουνούσε απαλά και επαναλάμβανε το όνομά της. Ενώ η καρδιά του γινόταν χίλια κομμάτια από τον πόνο. • Ο Χάρι έμοιαζε ήρεμος. Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη της Ρόουζ όταν κάθισε σε ένα σκαμπό πλάι στην καρέκλα απ’ όπου είχε ξεκινήσει ο αδερφός της το τελευταίο του ταξίδι. Κρατούσε το χέρι του εδώ και μισή ώρα. Είχε κλάψει τουλάχιστον μία ώρα στην αγκαλιά του Άβεντεϊλ. Θα είχε στείλει το μήνυμα στον Μέρικ και στους άλλους, αλλά δεν ήταν ακόμα έτοιμη να το γράψει. Όχι, δεν θα τους έγραφε. Θα τους το έλεγε προσωπικά. Αγαπούσαν τον Χάρι σχεδόν όσο και την ίδια. Κι εκείνος τους είχε αγαπήσει. «Ρόουζ, ήρθε ο ιατροδικαστής», είπε απαλά αλλά αποφασιστικά ο Άβεντεϊλ. Έγνεψε καταφατικά, σηκώθηκε, έσκυψε και φίλησε τον Χάρι στο μέτωπο. «Τέρμα τα εξογκώματα, αγάπη μου. Τέρμα ο πόνος. Θα μας λείψεις, όμως». Κοίταξε τον Άβεντεϊλ. «Πρέπει να πάω να βρω τον Μέρικ». «Πρέπει να σου δείξω κάτι πρώτα». Με το χέρι του στους ώμους της, την πήρε από το υπνοδωμάτιο και την οδήγησε στη μικρή βιβλιοθήκη, όπου ο Χάρι έγραφε, διάβαζε κι απολάμβανε το ποτό του. «Ελπίζω να τελείωσε την ιστορία του», είπε. «Νομίζω πως την τελείωσε». Τη συνόδευσε στο γραφείο. Πάνω στη στοίβα με τα χαρτιά, υπήρχε ένα διπλωμένο χαρτί με το όνομά της. Το άνοιξε προσεκτικά. Αγαπημένη μου Ρόουζ, Εδώ και καιρό σού γράφω ένα γράμμα κάθε βράδυ. Το πρωί, αν τελικά δεν είχε χρειαστεί, το έκαιγα. Για να το διαβάζεις, σημαίνει ότι μάλλον αυτό χρειάστηκε. Η ζωή που μοιράστηκα μαζί σου τελείωσε. Δεν θα είμαι τόσο εγωιστής ώστε να σου ζητήσω να μην πενθήσεις, αλλά ελπίζω ότι θα χαμογελάς κιόλας. Γιατί πήγα σε ένα πανέμορφο μέρος με τους υπέροχους ανθρώπους για τους οποίους μου μιλούσες. Ξέρω ότι πιστεύεις πως η ζωή δεν ήταν καλή μαζί μου, αλλά ήταν, γιατί,


βλέπεις, μου έδωσε εσένα. Τελείωσα την ιστορία μου, Ρόουζ. Χτες το βράδυ, μέσα σε λίγες ώρες. Αν και είναι μάλλον η ιστορία μας ή, ίσως, η δική σου ιστορία, και γι’ αυτό ήθελα να τη διαβάσει ο δούκας. Νομίζω πως τον αγαπάς. Και νομίζω πως σ’ αγαπάει κι εκείνος, αν και δεν είμαι σίγουρος πως είναι από τους άντρες που θα έλεγαν ποτέ αυτά τα λόγια. Δεν θα τον πίστευες αν το έκανε. Δεν ξέρω γιατί πιστεύεις πάντα ότι δεν μπορεί κανείς να σε αγαπήσει, ενώ εγώ –όσο αποκρουστικός κι αν είμαι– δεν το σκέφτηκα ποτέ για τον εαυτό μου. Πάντα, όμως, είχα την αγάπη σου και μπορούσα να δω τον εαυτό μου μέσα από τα δικά σου μάτια. Μακάρι να είχα κάνει το ίδιο για εσένα. Σε παρακαλώ, ευχαρίστησε τον δούκα για τις υπέροχες στιγμές που πέρασα μαζί του. Μου έκανε τόσα δώρα, αλλά το πιο σπουδαίο απ’ όλα είναι ότι μου χάρισε τη φιλία του κι αυτό το πήρα μαζί μου σαν θησαυρό. Αυτό και την αγάπη σου. Ελπίζω και η δική μου να μείνει μαζί σου. Τώρα μπορείς να διαβάσεις το βιβλίο, Ρόουζ. Πάντα δικός σου, Χάρι Χωρίς να κοιτάζει τον Άβεντεϊλ, η Ρόουζ δίπλωσε το χαρτί και το έβαλε στην τσέπη της. Ο Χάρι είχε άδικο. Ο Άβεντεϊλ δεν την αγαπούσε. Απλώς δεν ήξερε για τη συμφωνία που είχε κάνει με τον δούκα. «Εκτιμούσε πολύ τη φιλία σου». «Κι εγώ τη δική του». Δεν περίμενε να τα πάνε τόσο καλά. Κοίταξε τα χαρτιά, τα χάιδεψε. «Μου γράφει ότι το τελείωσε». «Περίμενα ότι θα ήταν κοντά στο τέλος. Μου ζήτησε να του επιστρέψω όσα μου είχε δώσει. Υπέθεσα ότι ήθελε να τα βάλει όλα μαζί. Θα το διαβάσεις;» Κοίταξε τον τίτλο με την άψογη καλλιγραφία του. «Μου γράφει να το διαβάσω». Τράβηξε το πρώτο χαρτί και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Η ιστορία αυτή είναι αφιερωμένη στην αδερφή μου, την άψογή μου Ρόουζ. Κούνησε το κεφάλι. «Δεν ήμουν άψογη». «Γι’ αυτόν ήσουν». Έτρεξε στην αγκαλιά του Άβεντεϊλ κι αναρωτήθηκε αν θα ερχόταν ποτέ μια στιγμή που η καρδιά της δεν θα πονούσε πια.


Κεφάλαιο 22 Τις επόμενες μέρες, ο πόνος καταλάγιασε με το προσωπικό του Άβεντεϊλ να κάνει τα πάντα για να δείξει τη συμπάθεια και τη συμπαράστασή του. Ο Μέρικ, η Σάλι και ο Τζόσεφ έκλαψαν σχεδόν όσο κι εκείνη. Ήταν μαζί της στο καθιστικό όταν πέρασαν όσοι ήταν στους Δίδυμους Δράκους εκείνη τη νύχτα. Οι κρουπιέρηδες, οι μουσικοί, οι σερβιτόροι. Το ίδιο έκανε και η οικογένεια του Άβεντεϊλ, οι φίλοι και οι γνωστοί του που ήταν μαζί τους εκείνο το βράδυ. Μίλησαν με πολύ καλά λόγια για τον χρόνο που πέρασαν με τον Χάρι, μοιράστηκαν μαζί τους στιγμιότυπα που δεν είχε αντιληφθεί η Ρόουζ – παιχνίδια και γέλια. Έμεινε στη ζωή τους ελάχιστα, κι όμως φαίνεται πως είχε αφήσει ένα σημάδι που δεν θα ξεχνούσαν ποτέ. Η Ρόουζ σκέφτηκε ότι αυτό ήταν πολύ όμορφη κληρονομιά. Η τελευταία κατοικία του Χάρι ήταν στον υπέροχο κήπο ενός κοιμητηρίου. Δεν της έκανε καμία εντύπωση που το κανόνισε ο Άβεντεϊλ. Φαίνεται πως, σε ό,τι είχε να κάνει με τον αδερφό της, ήταν αποφασισμένος να μη σκεφτεί τα έξοδα. Όταν έκλαιγε, την παρηγορούσε. Όταν δεν μπορούσε να κοιμηθεί, την κρατούσε αγκαλιά. Όταν έκανε περιπάτους στον κήπο, της έδινε το χέρι του για να στηριχτεί. Η μία μέρα διαδέχτηκε την άλλη μέχρι που πέρασαν δεκαπέντε, και τότε συνειδητοποίησε ότι είχε έρθει η ώρα να διώξει τη μελαγχολία. Είχε κάνει μια συμφωνία με τον Άβεντεϊλ να είναι μαζί του όπως ήθελε για όσο ήθελε. Σίγουρα δεν θα ήθελε, όμως, μια γυναίκα που πενθεί. Στεκόταν μπροστά στο σιντριβάνι, όταν ξαφνικά άκουσε τα βήματά του στο πλακόστρωτο. Κοίταξε τον Άβεντεϊλ και χαμογέλασε. Παρά τη θλίψη της, χαιρόταν πάντα που τον έβλεπε, παρότι αυτή τη φορά, για κάποιον περίεργο λόγο, κρατούσε στα χέρια του το ασημένιο μπολ με τις προσκλήσεις που συνήθως έμενε στην είσοδο. «Απολαμβάνεις το σιντριβάνι;» ρώτησε. «Είναι παράξενο, αλλά οι αγαπημένες μου αναμνήσεις από τον Χάρι είναι από το σπίτι σου. Μου τον θυμίζουν όλα. Πραγματικά έκανες υπέροχες τις τελευταίες του μέρες. Δεν είμαι σίγουρη ότι τον είχα δει ποτέ να χαμογελάει τόσο πολύ. Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω». «Δεν θέλω την ευγνωμοσύνη σου», της είπε κοφτά. «Κι όμως, την έχεις». Του έδειξε το μπολ με ένα νεύμα. «Τι το θέλεις αυτό; Δεν σε έχω δει ποτέ να του δίνεις σημασία». «Ενώ εσύ του δίνεις συνέχεια. Κάθε φορά που μπαίνουμε στο σπίτι, το βλέμμα σου πέφτει κατευθείαν εκεί. Αναρωτήθηκα, λοιπόν: είναι η ομορφιά του που σε γοητεύει ή το περιεχόμενο;» Η ομορφιά του περιεχομένου: να έχεις τόσους ανθρώπους που να σε θέλουν στη ζωή τους. Συνειδητοποιούσε, άραγε, πόσο σπουδαίο ήταν αυτό; «Δέχεσαι αμέτρητες προσκλήσεις, κι όμως τις απορρίπτεις όλες». «Ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσω».


Σκέφτηκε πως μπορούσε να ακούσει κάθε σταγόνα που έπεφτε στο σιντριβάνι. Όχι πως τον κατηγορούσε που τη βαρέθηκε. Δεν τηρούσε τη συμφωνία τους δίνοντάς του αυτό που ήθελε, γιατί σίγουρα δεν ήθελε εκείνο το θλιβερό πλάσμα στο οποίο είχε μεταμορφωθεί. «Η καρδιά της μητέρας σου θα χτυπήσει σαν τρελή όταν συνειδητοποιήσει ότι ψάχνεις για σύζυγο». Η δική της πάντως θα σταματούσε να χτυπά. «Δεν ψάχνω για σύζυγο, αλλά για κάτι που θα μπορούσε να σου δώσει χαρά. Έχεις πάει ποτέ σε κάποιο χορό, πέρα από εκείνον στους Δίδυμους Δράκους;» Το ψέμα στάθηκε στην άκρη της γλώσσας της, αλλά δεν μπορούσε να το πει. «Έχω πάει σε χορούς στην επαρχία, αλλά υποψιάζομαι ότι ωχριούν μπροστά στους χορούς που παραθέτει η αριστοκρατία». Της έδωσε το μπολ. «Διάλεξε μια πρόσκληση και θα την αποδεχτούμε». Τον κοίταξε. «Δεν μπορείς να με πάρεις στους χορούς». «Γιατί όχι;» «Καταρχήν γιατί πενθώ». «Πράγμα που σίγουρα δεν θα ενέκρινε ο Χάρι. Θα το ήξερες, αν είχες διαβάσει το βιβλίο του. Το ξεκίνησες;» «Δεν μπορώ. Είναι πολύ νωρίς». «Πίστεψέ με, τότε. Σίγουρα θα ένιωθε μεγάλη απογοήτευση». Κούνησε το μπολ. «Άβεντεϊλ, όλο αυτό είναι λάθος. Είμαι απλώς η παλλακίδα σου». «Δεν σε βλέπω έτσι». «Ερωμένη σου;» τον ρώτησε με νόημα. «Αυτό δεν το αρνούμαι». «Λεπτομέρειες, λοιπόν. Στην ουσία είναι το ίδιο πράγμα». «Οι άνθρωποι παίρνουν μαζί τους εραστές και τις ερωμένες τους». «Ακόμα κι αν έχουν ένα παρελθόν γεμάτο απάτες όπως το δικό μου;» «Γιατί μαστιγώνεις συνεχώς τον εαυτό σου με το παρελθόν;» «Ξέρω πώς είναι, ξέρω τι έχω κάνει». Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον κοίταξε. «Ξέρω ποια είμαι». Της χάιδεψε το μάγουλο με τα δάχτυλά του. «Κι εγώ σε ξέρω, ξέρω πόσο πεισματάρα είσαι. Δεν θα σε πιέσω, αλλά αποφάσισα ότι πρέπει να φτιάξεις αμέσως ένα καινούριο φόρεμα. Μην πεις στον κόπο να πεις ότι πενθείς. Μου υποσχέθηκες να κάνεις ό,τι θέλω, οπότε τα μαύρα θα φύγουν. Θέλω να σε δω πάλι στα κόκκινα. Με κάτι καινούριο και ζωηρό. Θα φύγουμε για τη μοδίστρα σε μισή ώρα». Και λέγοντας αυτή τη φράση, γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε, αφήνοντάς τη να τον κοιτάζει. Τι πεισματάρης. Χρησιμοποιούσε πάλι τη συμφωνία τους εναντίον της. Παρ’ όλα αυτά, ένιωσε να την πλημμυρίζει ενθουσιασμός, μια αίσθηση ότι ήταν πάλι ζωντανή. Κοίταξε άλλη μια φορά το σιντριβάνι, το ζευγάρι και το παθιασμένο αγκάλιασμά του. Ίσως απόψε να χόρευε στους πίδακες. • Ενώ η άμαξα διέσχιζε τους δρόμους του Λονδίνου, ο Άβεντεϊλ καθόταν απέναντι από τη Ρόουζ και είχε την ευκαιρία να την κοιτάζει. Χαιρόταν που έβλεπε ότι το


χρώμα είχε επιστρέψει στα μάγουλά της. Δεν ήταν από τις γυναίκες που ενδιαφέρονταν να παίρνουν πράγματα για τον εαυτό της –διαφορετικά θα είχε πάρει τα κοσμήματα που της έδωσε–, αλλά πίστευε ότι θα της έκανε καλό να βγει από το σπίτι. Πάντα θα της έλειπε ο αδερφός της. Δεν γινόταν διαφορετικά. Να πάρει, του έλειπε κι εκείνου ο Χάρι, οπότε ήξερε ότι ήταν ακόμα χειρότερα για εκείνη. Πάντα αφουγκραζόταν να ακούσει την ηχώ του μπαστουνιού του στο παρκέ, το σύρσιμο των μεγάλων ποδιών του. Περίμενε τις ευχάριστες διακοπές του, που δεν θα επαναλαμβάνονταν ποτέ. Περίεργο πόση επιρροή μπορούσε να έχει κάποιος μέσα σε τόσο μικρό διάστημα. Δεν ήξερε πάντως γιατί είχε ξαφνιαστεί. Η Ρόουζ τον είχε κυριεύσει μέσα σε ελάχιστο διάστημα. Την αγαπούσε. Ήταν ένα συναίσθημα που δεν περίμενε ποτέ να νιώσει, και μερικές φορές το ευχόταν κιόλας, γιατί εκτός από χαρά σού έδινε και πολύ πόνο. Όποτε πονούσε εκείνη, πονούσε κι αυτός. Όποτε ήταν θλιμμένη, ένιωθε κι εκείνος θλίψη. Όταν χαμογελούσε, όμως, ήταν λες και το χαμόγελό της πλημμύριζε όλο του το σώμα, όλο του το είναι. Θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να χαμογελάσει πάλι – ακόμα κι αν αυτό σήμαινε να την πάει σε έναν βαρετό χορό. Του άρεσε που είχε καταλάβει σωστά το βλέμμα της κάθε φορά που κοιτούσε το ασημένιο μπολ. Μπορούσε να της προσφέρει μια υπέροχη ζωή, γεμάτη χορούς, δείπνα και κομψότητα. Κι όμως, υποψιαζόταν πως για εκείνη ένας χορός θα ήταν αρκετός. Έπειτα πάλι θα διψούσε για ελευθερία. «Νομίζω ότι τη χρειαζόμουν αυτή την έξοδο», είπε τελικά. «Νιώθω ότι μπορώ να αναπνεύσω ξανά, σαν να φεύγει σιγά σιγά το βάρος του πένθους». «Φαίνεσαι όντως κάπως πιο χαρούμενη». «Ποια γυναίκα δεν θα χαιρόταν στην ιδέα ενός καινούριου φορέματος;» «Εσύ πάντως όχι». Κοκκίνισε. «Με ξέρεις τόσο καλά, ακόμα καλύτερα κι από τον Χάρι». «Εξασκήθηκα αρκετά. Υποθέτω ότι μου λες περισσότερα ψέματα απ’ όσα έλεγες σ’ εκείνον». «Μόνο όταν είναι απαραίτητο. Έχεις δίκιο, όμως. Πάντα έβλεπα τα ρούχα ως εργαλείο, σαν κάτι που θα αποπροσανατόλιζε τους άλλους. Τώρα θέλω κάτι που να αρέσει σ’ εσένα. Θα είναι μια νέα εμπειρία». «Δεν έχω δει ποτέ μια γυναίκα στη μοδίστρα». «Και δεν θα δεις ούτε σήμερα. Θέλω να σου κάνω έκπληξη». Ανασήκωσε το φρύδι. «Θα είναι κόκκινο, αλλά εκτός από αυτό θα πρέπει να περιμένεις να με δεις να το φοράω. Θα χρειαστεί, λοιπόν, να βρεις κάτι άλλο να κάνεις το απόγευμα». Θα πήγαινε να της αγοράσει κάτι. Όχι πως θα της το έλεγε. Δεν ήταν η μόνη που ήθελε να κάνει έκπληξη. «Υποθέτω πως ο Μέρικ και οι υπόλοιποι θα χρειαστούν μια δουλειά», είπε. Χαμογέλασε κι εκείνος είδε ότι ένιωθε πως την καταλάβαινε και της έδινε ασφάλεια. «Ναι, πρέπει να τους μιλήσω, να τους εξηγήσω ότι δεν μπορώ να τους την παρέχω εγώ πια. Ήρθε η ώρα να φροντίσουν πάλι μόνοι τη ζωή τους, αν και υποψιάζομαι πως το ξέρουν ήδη. Ο Χάρι μάς κρατούσε ενωμένους. Όσο τον φρόντιζαν, φρόντιζα κι εγώ με μεγάλη μου χαρά τις ανάγκες τους. Δεν χρειάζεται,


όμως, πια φροντίδα». «Το ενοίκιο στο σπίτι είναι πληρωμένο για δύο μήνες ακόμα». Γούρλωσε τα μάτια από την έκπληξη. «Πότε το έκανες αυτό;» Ανασήκωσε τους ώμους. «Στην αρχή. Δεν ήθελα να νιώθεις ότι έπρεπε να φύγεις αμέσως μόλις τελείωνε η αρχική μας συμφωνία». Χαμογέλασε ξανά. «Θα το εκτιμήσουν πολύ. Μπορεί τελικά να κερδίσεις τη συμπάθεια του Μέρικ». «Δεν είναι αυτός ο στόχος μου». Ο στόχος του ήταν να την κάνει ευτυχισμένη. • Όταν σταμάτησε η άμαξα, η Ρόουζ ξαφνιάστηκε από την ανυπομονησία που ένιωθε. Ο Άβεντεϊλ τη βοήθησε να κατέβει κι εκείνη στάθηκε μια στιγμή για να κοιτάξει γύρω της... Είδε έναν άντρα να βγαίνει από μια άμαξα κι ένιωσε να την κυριεύει αγωνία, αλλά το πρόσωπό της παρέμεινε ανέκφραστο, το χαμόγελό της απαλό. Ούτε πολύ πλατύ ούτε σφιγμένο. Όσο έπρεπε. Δεν έπρεπε να προδοθεί. Ούτε στον Άβεντεϊλ ούτε σ’ αυτόν τον άντρα ούτε στους περαστικούς. «Υπάρχει ένα βιβλιοπωλείο εδώ κοντά», είπε ο Άβεντεϊλ. «Θα ρίξω μια ματιά για λίγο και θα περάσω σε μία ώρα να σε πάρω. Είναι αρκετή;» «Ναι, υπεραρκετή». Γύρισε προς την άμαξα. «Άβεντεϊλ;» Την κοίταξε. «Αυτά που έκανες για εμένα, για τον Χάρι, σημαίνουν τα πάντα». Εσύ σημαίνεις τα πάντα για εμένα. Δεν μπορούσε, όμως, να του πει αυτά τα λόγια. Θα σκεφτόταν ότι ήταν ψέμα και δεν ήθελε να σκεφτεί ότι τα τελευταία λόγια που θα του έλεγε ήταν ψέματα. «Ρόουζ...» «Ξέρω ότι δεν θέλεις την ευγνωμοσύνη μου, αλλά την έχεις παρ’ όλα αυτά». Σηκώθηκε στις μύτες και του έδωσε ένα φιλί στα χείλη. Θα ένιωθε λιγότερο έκπληκτος αν είχε αρχίσει να γδύνεται στη μέση του δρόμου. Του χαμογέλασε πονηρά. «Δεν μπορούσα να αντισταθώ. Θα σε δω σε λίγο». Ευχόμενη να μπορούσε να τον αποχαιρετίσει πιο σωστά, μπήκε στο μαγαζί και παρακολούθησε την άμαξα να χάνεται από τα μάτια της. Η επίγνωση ότι δεν θα τον ξανάβλεπε έκανε την καρδιά της να πονά. Στράφηκε στην ιδιοκτήτρια. «Υπάρχει πίσω πόρτα;» Η γυναίκα με τα σκούρα μαλλιά την κοίταξε καχύποπτα. «Προβλήματα με τον εραστή σας;» Άρα η γυναίκα είχε δει το φιλί. Όχι πως είχε σημασία. Η Ρόουζ δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ. «Ναι. Μπορείτε να με βοηθήσετε;» «Δεν θα έπρεπε. Ο Άβεντεϊλ είναι πολύ ισχυρός άντρας». «Τον ξέρετε;» «Μου ζήτησε να φτιάξω ένα φόρεμα για μια μικροκαμωμένη γυναίκα. Φαίνεται


πως έχει πολύ ιδιαίτερα γούστα». Η Ρόουζ δεν είχε χρόνο γι’ αυτά, για να αρνηθεί ή να επιβεβαιώσει αυτή την κατηγορία. Κοίταξε από το παράθυρο και είδε τον άντρα να ακουμπά σε μια λάμπα του δρόμου και να κοιτάζει τα νύχια του. Ίσιωσε τη σπονδυλική της στήλη και της χάρισε το υπέροχο χαμόγελό της. «Είμαι κι εγώ εξίσου ισχυρή. Θα βρω μόνη μου τον δρόμο». Πήγε προς την πίσω πόρτα, αγνοώντας τις γυναίκες που έραβαν, αλλά και μία που τις έπαιρναν μέτρα. Είδε την πόρτα. Η Ρόουζ την άνοιξε χωρίς δισταγμό και βγήκε στο δρομάκι. Άρχισε να τρέχει μέχρι που συνάντησε έναν δρόμο, έστριψε... Και έπεσε σε έναν τοίχο. Ξαφνικά ένιωσε δυο χέρια να την αρπάζουν κι όταν γύρισε το κεφάλι είδε ένα μοχθηρό χαμόγελο. «Για κοίτα. Η κυρία Πόιντερ». «Κύριε Τίνσντεϊλ. Φαντάζομαι ότι δεν θα με αφήσετε, έτσι;» Χαλάρωσε τα χοντρά του μπράτσα, αλλά το χέρι του έσφιξε αμέσως τον καρπό της. Δεν θα του έδινε την ικανοποίηση να τη δει να κλαίει, αλλά η παραμικρή πίεση θα μπορούσε να της σπάσει τα κόκαλα στα δύο. «Πώς ξέρατε πού να με βρείτε;» «Μετά τον θάνατο του αδερφού σου, οι άλλοι δεν ήταν πια τόσο προσεκτικοί στις μετακινήσεις τους, μια και προσπαθούσαν να σε παρηγορήσουν αλλά και να παρηγορηθούν. Σας ακολούθησα ακόμα και στο κοιμητήριο. Μόλις κατάλαβα πού ήσουν, έπρεπε απλώς να περιμένω να απομακρυνθεί αυτός ο μεγαλόσωμος τύπος. Ζούσες μέσα στην πολυτέλεια, αλλά τώρα είσαι δική μου». • Καθώς ξεφύλλιζε τα βιβλία, ο Άβεντεϊλ συνειδητοποίησε ότι δεν ήξερε τι είδους ιστορίες προτιμούσε η Ρόουζ. Θα του άρεσε να της αγοράσει ένα βιβλίο, αλλά υποψιαζόταν πως οι περισσότερες επιλογές της βασίζονταν στις προτιμήσεις του αδερφού της. Καλύτερα τα κοσμήματα. Κάτι απλό αυτή τη φορά. Μια καρφίτσα. Ένα τσόκερ. Ένα δαχτυλίδι. Οι πιθανότητες στριφογύριζαν στο μυαλό του την ώρα που έμπαινε στην άμαξά του. Δεν είχε περάσει μία ώρα από τότε που άφησε τη Ρόουζ, αλλά αν έφτανε νωρίτερα θα είχε την ευκαιρία να δει τι προτιμούσε σε ένα φόρεμα. Φαντάστηκε πως θα ήταν λιγότερο αποκαλυπτικό, λίγο πιο σεμνό. Δεν είχε πια λόγο να του αποσπά την προσοχή. Κάτι τέτοιο, βέβαια, ήταν αδύνατον. Την ήθελε, ήξερε τις κινήσεις της, τις εκφράσεις της. Τις μέρες μετά τον θάνατο του Χάρι, είχε αναπτυχθεί ανάμεσά τους μια ιδιαίτερη ειλικρίνεια, ένας δεσμός που είχε γίνει πιο ισχυρός. Δεν είχε ξαναζήσει κάτι τέτοιο. Μπορούσε να βασιστεί πάνω του. Ήθελε να είναι εκεί γι’ αυτή – και στα καλά και στα άσχημα. Η άμαξα σταμάτησε κι εκείνος πήδησε έξω αμέσως μόλις άνοιξε η πόρτα. Μπήκε στο κατάστημα και ξαφνιάστηκε που δεν είδε τη Ρόουζ να διαλέγει υφάσματα. «Εξοχότατε», του είπε η ιδιοκτήτρια, κάνοντας μια μικρή υπόκλιση. «Κυρία Ράνιερ, ήρθα για την κυρία Λόνγκμορ». «Δεν είναι εδώ, εξοχότατε».


«Τελειώσατε νωρίτερα;» «Δεν ξεκινήσαμε καν. Μπήκε από την μπροστινή πόρτα και μετά από δύο λεπτά έφυγε από την πίσω». Σίγουρα δεν άκουσε καλά· προφανώς η γυναίκα δεν κατάλαβε καλά. «Έφυγε από την πίσω πόρτα;» «Ναι. Είπε ότι είχε προβλήματα με τον εραστή της. Υπέθεσα πως εννοούσε εσάς, γιατί σας είδα από το παράθυρο να φιλιέστε. Αρκετά σκανδαλώδης συμπεριφορά, θα έλεγα». Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, χωρίς να είναι σίγουρος τι έκφραση είχε στο πρόσωπό του. Εκείνη, πάντως, οπισθοχώρησε. «Μου λέτε, δηλαδή, ότι ήρθε κι έφυγε αμέσως από την πίσω πόρτα;» «Μάλιστα, εξοχότατε». Παραλίγο να τη ρωτήσει γιατί, αλλά δεν θα ήξερε. Εκείνος, όμως, ήξερε. Βοήθησέ με να κάνω όσο πιο ευχάριστο γίνεται τον χρόνο που του απομένει. Μετά μπορείς να μου ζητήσεις ό,τι θέλεις και θα το δεχτώ. Είχε προσφερθεί ακόμα και να υπογράψει με το αίμα της. Είχε στραφεί σ’ αυτόν σε μια ώρα ανάγκης κι εκείνος ήταν αρκετά ανόητος ώστε να πιστέψει τα ψέματά της. Ήταν αδιανόητο, απίστευτο που κατάφερε πάλι να τον ξεγελάσει... Το έκανε, όμως, να πάρει. • «Πού είναι;» Ο Άβεντεϊλ είχε εισβάλει στο σπίτι της Ρόουζ και είχε στριμώξει τον Μέρικ στο καθιστικό. «Ποιος;» ρώτησε ο Μέρικ. «Η Ρόουζ. Ποιον άλλο λες να έψαχνα;» «Τι κάνεις εκεί;» τον ρώτησε η Σάλι μπαίνοντας στο δωμάτιο και εκείνος πήγε προς το μέρος της τόσο έξαλλος, που την ανάγκασε να κάνει πίσω, λες και ο θυμός του στόχευε εκείνη, ενώ στην ουσία απευθυνόταν στη Ρόουζ. «Η Ρόουζ έφυγε σήμερα το απόγευμα. Θέλω να μάθω πού είναι». «Έφυγε; Δεν είναι δυνατόν». «Δεν την είδατε;» «Μετά την κηδεία του Χάρι, όχι. Γιατί να φύγει;» Πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε τον Μέρικ και τη Σάλι. Έμοιαζαν σαστισμένοι. Μπορεί να μην τον είχε αφήσει. Μπορεί... Γιατί να φύγει, όμως, από την πίσω πόρτα; «Την αγαπάς», είπε η Σάλι. Μπορεί, αλλά τώρα… να πάρει ο διάβολος, την αγαπούσε ακόμα. «Είχαμε μια συμφωνία. Έπρεπε να...» Σταμάτησε, γιατί τα λόγια του ακούγονταν ανόητα, παιδικά. Έπρεπε να μείνει μαζί του... ενώ δεν είχε εκφράσει ποτέ τα αισθήματά του, την αγάπη του, τον θαυμασμό του. Ενώ δεν είχε ποτέ πιστέψει ότι θα μείνει. «Είναι πια ελεύθερη», είπε ο Μέρικ. «Τώρα που έφυγε ο Χάρι». «Μέρικ!» τον μάλωσε η Σάλι. «Μη λες τέτοια πράγματα».


«Μα είναι αλήθεια». Στάθηκε μπροστά στον Άβεντεϊλ. «Τον αγαπούσε. Όλοι τον αγαπούσαμε. Δεν είχε, όμως, ποτέ την ευκαιρία να ζήσει σαν κορίτσι, όχι πραγματικά. Να είναι ανέμελη. Πάντα είχε την ευθύνη του, από τότε που ήταν παιδί, απ’ όσο ξέρω. Δεν μπορείς να φανταστείς τι βάρος ήταν αυτό». Μπορούσε. Είχε διαβάσει τα γραπτά του Χάρι. Μπορεί να είχε φύγει για να βρει εκείνον τον ανόητο εργάτη στο Μάντσεστερ. Το ήξερε ότι έφευγε όταν τον φίλησε στη μέση του δρόμου μπροστά από τη μοδίστρα. Το έβλεπε, εκ των υστέρων, στη φωνή της, στα μάτια της. Πίστευε ότι είχε μάθει να τη διαβάζει, ότι δεν θα μπορούσε πια να τον ξεγελάσει. Ήταν, όμως, φοβερή ηθοποιός κι εκείνος είχε φανεί για άλλη μια φορά ανόητος. «Αν έρθει αποδώ...» Τι; Τι θα έκανε; Θα την ανάγκαζε να μείνει μαζί του; «Πείτε της να χτυπήσει την πόρτα της υπηρεσίας στο σπίτι μου και η Ίντιθ θα της δώσει τα πράγματά της. Δεν χρειάζεται να με συναντήσει». Και έτσι δεν θα είχε την ευκαιρία να την ικετεύσει να μείνει. • Ο Άβεντεϊλ κάθισε σε μια καρέκλα πλάι στο τζάκι της βιβλιοθήκης και προσπάθησε να ξεχάσει πίνοντας. Τη μία καταριόταν μέσα του τη Ρόουζ και την άλλη ήταν έτοιμος να βγει να την ψάξει. Δεν είχε έρθει να πάρει τα πράγματά της. Πώς θα επιβίωνε μόνο με αυτά που φορούσε; Γιατί δεν του είπε ότι ήθελε να φύγει; Γιατί θα της έλεγε ότι θα έτρεχε πίσω της αν έφευγε. Πρέπει να ένιωθε σαν φυλακισμένη, θρηνώντας όχι μόνο για τον Χάρι, αλλά και για την πλήρη έλλειψη ελευθερίας επιλογής. «Εξοχότατε;» είπε ο Θάτσερ. Σήκωσε το κεφάλι. Δεν συνήθιζε πια να κλειδώνει την καταραμένη την πόρτα όταν ήθελε να ηρεμήσει. «Τι συμβαίνει, Θάτσερ; Δεν βλέπεις ότι δεν είμαι καλά;» Λες και θα ήταν αργότερα, αν συνέχιζε να κάνει αυτό που θέλει. «Έχει έρθει ο επιθεωρητής Σουίντλερ». Ο Σουίντλερ; Τι στο καλό ήθελε; Σύζυγο για τις κόρες του; «Πες του ότι λείπω». «Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να το κάνω αυτό, κύριε. Έχει έρθει για μια υπόθεση της Σκότλαντ Γιαρντ». Ένιωσε να πλημμυρίζει από ανησυχία. Ήπιε ό,τι είχε μείνει στο ποτήρι του, το άφησε στην άκρη και σηκώθηκε όρθιος. «Καλά, εντάξει. Πες του να περάσει». Μέτρησε τα δευτερόλεπτα –δώδεκα– πριν δει τον Σουίντλερ να μπαίνει στο δωμάτιο. «Σουίντλερ». «Εξοχότατε. Φοβάμαι ότι είμαι κομιστής κακών ειδήσεων. Η κυρία Λόνγκμορ συνελήφθη και κατηγορείται για κλοπή, εξαπάτηση εμπόρων που τις έδιναν διάφορα αγαθά με πίστωση, αλλά και πολιτών, στους οποίους παρουσίασε ένα διαφορετικό πρόσωπο». Ο Άβεντεϊλ τον κοίταξε έκπληκτος. «Πότε… πώς;» «Το απόγευμα. Την έφερε ένας κύριος, εισέπραξε την αμοιβή...» «Ήταν επικηρυγμένη;» Ανασήκωσε τους ώμους. «Είχε δυσαρεστήσει αρκετούς». Ήταν δυνατόν να μην το είχε σκάσει από τον Άβεντεϊλ, αλλά να προσπαθούσε να


ξεφύγει από τον άντρα που την κυνηγούσε; Ένιωσε τύψεις που δεν την είχε εμπιστευτεί, που είχε σκεφτεί το χειρότερο. «Εξαφάνισε την υπόθεση». «Δεν μπορώ. Δεν αρνείται καμία κατηγορία. Για την ακρίβεια, τα ομολόγησε όλα οικειοθελώς». Ο Άβεντεϊλ σηκώθηκε και πετάχτηκε προς την πόρτα. «Πρέπει να τη δω». «Το φαντάστηκα». • Η Ρόουζ καθόταν σε ένα τραπέζι σε ένα μικρό δωμάτιο, μόνη της με τις σκέψεις της. Ένιωθε τόσες τύψεις. Ήταν τόσο νέα όταν είχε πάρει αυτό το μονοπάτι, θεωρούσε ότι ήταν το μόνο που μπορούσε να διανύσει με επιτυχία. Μπορεί ο Μέρικ να είχε δίκιο και να έπρεπε να έχει βρει κάποιον άλλο τρόπο, αλλά ήταν ευκολότερο να συνεχίσει όπως ξεκίνησε. Τουλάχιστον ο Χάρι δεν είχε δει την κατάντια της. Ο Άβεντεϊλ σίγουρα θα σκεφτόταν ότι απλώς είχε φύγει. Θα ανησυχούσε μέχρι που θα έβλεπε τα νέα για τη σύλληψή της στην εφημερίδα. Σίγουρα θα το έγραφαν. Κι έπειτα οι άνθρωποι που είχε εξαπατήσει θα έπεφταν πάνω της σαν δαίμονες εκδικητές, θέλοντας ένα κομμάτι από τη σάρκα της, στερώντας της την ευκαιρία να αποζημιώσει τον Άβεντεϊλ για όσα είχε κάνει για τον Χάρι. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο επιθεωρητής Σουίντλερ. Την είχε ανακρίνει νωρίτερα... Πίσω από τον επιθεωρητή ερχόταν ο Άβεντεϊλ. Της κόπηκε η ανάσα, η έλλειψη οξυγόνου έκανε τους πνεύμονές της να πονάνε. Έπρεπε να το φανταστεί ότι ο επιθεωρητής θα τον ειδοποιούσε. Είχαν κάποια προϊστορία αυτοί οι δύο. Ο Σουίντλερ έκλεισε την πόρτα και στάθηκε μπροστά της, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Ο Άβεντεϊλ τράβηξε την καρέκλα απέναντί της και κάθισε. «Είσαι καλά;» ρώτησε. Ανόητη ερώτηση δεδομένων των συνθηκών, παρ’ όλα αυτά εκείνη έγνεψε καταφατικά, ενώ στην πραγματικότητα ήθελε να απλώσει το χέρι και να του χαϊδέψει το πρόσωπο, να τον διαβεβαιώσει ότι είχε κάθε πρόθεση να τηρήσει τη συμφωνία τους. «Ο επιθεωρητής Σουίντλερ μού εξήγησε την υπόθεση». Έβαλε μπροστά της ένα χαρτί. Είχε γραμμένα διάφορα ονόματα. «Αυτοί οι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι εσύ…» Η φωνή του ακουγόταν σαν να μην άντεχε να ζει σ’ αυτόν τον κόσμο. Σκέφτηκε πως ήταν άλλο να ξέρει ότι στην αρχή της γνωριμίας τους ήταν ανειλικρινής απέναντί του κι άλλο να βλέπει τις αποδείξεις της απάτης της τόσο αναλυτικά. «Τους εξαπάτησα», είπε απότομα, βρίσκοντας τη λέξη απεχθή, δικαιολογώντας τον που ένιωθε το ίδιο. «Η λέξη που ψάχνεις είναι εξαπάτηση. Ή ίσως κοροϊδία». «Είναι όλοι;» Ένιωσε τον θυμό στη φωνή του να αυξάνεται. Ήθελε να τον δει θυμωμένο, έξαλλο, να τον δει να την απεχθάνεται. Θα ήταν πιο εύκολο και για τους δύο έτσι. «Τι σημασία έχει;»


«Πρέπει να εξασφαλίσω ότι θα πληρωθούν όλοι, ώστε να μην επαναληφθεί αυτό». Ένιωσε σαν να την είχε χτυπήσει με πολιορκητικό κριό. Ενώ πίστευε ότι ήταν αδύνατον να τον αγαπήσει πιο πολύ απ’ όσο τον αγαπούσε ήδη, έκανε κάτι τέτοιο κι εκείνη ένιωθε να τον αγαπά ακόμα περισσότερο. Έκλεισε τα μάτια για να σταματήσει τα δάκρυα που απειλούσαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Δεν μπορούσε, όμως, να αντισταθεί στον πειρασμό να απλώσει το χέρι της στο δικό του για να απαλύνει τον πόνο που θα ένιωθε από τα λόγια της. «Δεν είναι δικό σου το χρέος». «Δεν είναι ώρα τώρα για διαφωνίες». Ήταν. Θα επέμενε. Δεν θα τον άφηνε να τη σώσει, ενώ δεν της άξιζε να σωθεί. Ακούμπησε την πλάτη της καρέκλας της και τον κοίταξε. Ήξερε κάθε γραμμή, κάθε καμπύλη, κάθε γωνία του προσώπου του. Θα της έλειπαν πολύ στο μέλλον. «Ρόουζ...» «Όχι». Δεν θα υπέκυπτε στις παρακλήσεις του. Τα σκοτεινά μάτια, που είχαν γεμίσει τόσες φορές με ζεστασιά όταν την κοίταζε, τώρα έμοιαζαν άγρια και σκληρά. Το πιγούνι, που είχε τόσες φορές φιλήσει, τώρα ήταν σφιγμένο από θυμό. Τα ρουθούνια του έβγαζαν φλόγες. «Είχαμε μια συμφωνία εμείς οι δύο», είπε. «Θα έκανες ό,τι ήθελα για όσο καιρό το ήθελα. Θέλω να μου δώσεις κάθε όνομα μέχρι να τα έχω όλα». «Δεν μπορείς να το διορθώσεις». «Μπορώ. Μόλις πληρωθούν, θα αποσύρουν τις κατηγορίες». Γέλασε. «Είμαι εγκληματίας, Άβεντεϊλ. Αποδέξου το. Ξέχνα το. Θέλω να σου ζητήσω, όμως, μια χάρη». «Όχι. Δεν μου δίνεις αυτό που θέλω. Γιατί να κάνω κάτι για εσένα;» Γιατί νοιαζόταν για εκείνη. Δεν θα ήταν εκεί, αν δεν νοιαζόταν. Δεν ήξερε αν αυτό που ένιωθε ήταν τόσο βαθύ όσο η αγάπη, αλλά ήταν κάτι. Παρά τον θυμό του, την άρνησή του, με κάποιον τρόπο ήξερε ότι θα έκανε αυτό που του ζητούσε. «Πήγαινε το μπαούλο μου στον Μέρικ. Έχει ένα μυστικό χώρισμα. Ξέρει πώς να το βρει. Εκεί μέσα είναι οι πέντε χιλιάδες. Εκείνος και οι άλλοι μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν για να φτιάξουν τις ζωές τους». «Και η δική σου ζωή;» «Πάντα ήξερα ότι θα κατέληγα εδώ. Οι ενοχές για όσα έκανα με βάραιναν πάντα – όσο βάραιναν τον καημένο τον Χάρι οι όγκοι που έπρεπε να κουβαλάει. Ανακουφίστηκα πραγματικά που τελείωσαν όλα. Λυπάμαι μόνο που δεν μπόρεσα να τηρήσω τη συμφωνία μας. Σε νοιάζομαι». «Τότε πες μου αυτό που πρέπει να μάθω». «Και μετά; Θα συνεχίσουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτα; Λες να μην το γράψουν οι εφημερίδες; Ο Τίνσντεϊλ θα το φροντίσει, διαφορετικά όσοι τον προσέλαβαν για να με βρει δεν θα τον πληρώσουν. Η μητέρα σου θα μάθει με τι είδους γυναίκα έχει μπλέξει ο γιος της. Και οι φίλοι σου; Λες να τους αρέσει να μάθουν ότι μια γυναίκα που δεν δίσταζε να πάρει ένα σωρό πράγματα χωρίς να τα πληρώσει κάθισε ανάμεσά τους, γέλασε μαζί τους και τους πήρε τα λεφτά; Θα νιώσουν φρίκη και θα έχουν απόλυτο δίκιο». «Δεν δίνω δεκάρα! Σ’ αγαπώ!» Ένιωσε λες ήταν ήδη στην κρεμάλα και η καταπακτή άνοιξε κάτω από τα πόδια


της. Του έκλεισε το στόμα και τα μάτια. «Μη», του ψιθύρισε. Άνοιξε τα μάτια και ήταν γεμάτα απελπισία. «Σ’ αγαπώ. Εδώ και καιρό». Η Ρόουζ έβαλε τα γέλια. Την αγαπούσε. Ήθελε να κουλουριαστεί στην αγκαλιά του, να τον τραβήξει κοντά της, αλλά έπρεπε να τον προστατεύσει. Δεν μπορούσε να τον αφήσει να καταστρέψει τη ζωή του για χάρη της. «Τι ανόητος που είσαι. Σου τ’ ορκίζομαι, Άβεντεϊλ, ήσουν η πιο επιτυχημένη μου απάτη. Θεέ μου, φαντάζομαι πως είχες κάνει ήδη σχέδια να με παντρευτείς, πως είχες ήδη βγάλει την άδεια». «Σταμάτα, Ρόουζ». «Τι να σταματήσω; Να είμαι ειλικρινής μαζί σου; Ήσουν στόχος μου από το πρώτο βράδυ. Σου είπα ψέματα στους Δίδυμους Δράκους και σου λέω ψέματα από τότε για όλα εκτός από τον Χάρι. Πιστεύεις πραγματικά πως θα έμενα μαζί σου, πως θα έκανα ό,τι ήθελες για όσο το ήθελες; Τα είπα όλα αυτά, γιατί ήξερα πώς θα αντιδρούσες, ακριβώς όπως αντιδράς και σε κάθε μου άγγιγμα. Δεν σκόπευα ποτέ να μείνω μαζί σου για πολύ». «Λες ψέματα». «Ναι; Ρώτα τη μοδίστρα. Μπήκα και βγήκα. Δεν θα έφτιαχνα φόρεμα για εσένα. Ήμουν έτοιμη να προχωρήσω. Δυστυχώς, πριν προλάβω να μπω σε μια άμαξα, έπεσα πάνω στον Τίνσντεϊλ». «Πώς θα πλήρωνες την άμαξα; Δεν είχες μαζί σου τις πέντε χιλιάδες». «Όπως πληρώνω για όλα. Με υποσχέσεις». «Δεν σε πιστεύω». «Κάνε ό,τι θέλεις. Είναι, όμως, ό,τι πιο ειλικρινές σου έχω πει ποτέ». Μισόκλεισε τα μάτια και την κοίταξε. «Εντάξει, λοιπόν». Σηκώθηκε όρθιος. «Θα στείλω το μπαούλο στον Μέρικ». «Σ’ ευχαριστώ». «Δεν τελειώσαμε». Κι όμως, είχαν τελειώσει. Έπρεπε να το καταλάβει. Πήγε προς την πόρτα. «Άβεντεϊλ, άλλη μια χάρη». Σταμάτησε, γύρισε και η καρδιά της παραλίγο να σπάσει από τη στωικότητα στο πρόσωπό του. «Σε παρακαλώ, μην έρθεις στη δίκη μου», του είπε απαλά. Κούνησε απότομα το κεφάλι και βγήκε από το δωμάτιο. Όταν τον είδε να φεύγει, ένιωσε να μαραίνεται, ένιωσε τα δάκρυα που με κόπο συγκρατούσε να την πιέζουν να τα αφήσει ελεύθερα. Αν άρχιζε, όμως, να κλαίει τώρα για όσα είχε χάσει, φοβόταν ότι δεν θα σταματούσε ποτέ. Δεν θα μάθαινε ποτέ πόσα πολλά της είχε δώσει, δεν θα μάθαινε ποτέ ότι τον αγαπούσε πιο πολύ κι από τη ζωή της. Ποτέ δεν θα μάθαινε πόσο δύσκολο της ήταν να του πει ψέματα και να τον διώξει μακριά της. • Δεν θα γινόταν καμία καταραμένη δίκη. Ακόμα κι αν έχανε και την τελευταία του δεκάρα, ακόμα κι αν ζητούσε όποια χάρη μπορούσε, ακόμα κι αν πουλούσε την


ψυχή του στον διάβολο. Ο Άβεντεϊλ βγήκε από εκείνο το μικρό δωμάτιο και διέσχισε τον διάδρομο της Σκότλαντ Γιαρντ. Έμοιαζε τόσο γενναία, τόσο στωική, τόσο μόνη. Σαν να τον είχε ξεγράψει, σαν να είχε ξεγράψει την ιστορία τους. Έπρεπε να την αφήσει να σαπίσει στη φυλακή. Δεν μπορούσε, όμως, γιατί σήμαινε πια τα πάντα γι’ αυτόν. Τη γνώριζε, την καταλάβαινε. Ήξερε ότι είχε πει αυτά τα ψέματα για να τον προστατεύσει. Έτσι έκανε πάντα. Ήξερε πόσο σκανδαλώδες θα ήταν να έχει μια απατεώνισσα στο πλευρό του. «Και τώρα;» ρώτησε ο Σουίντλερ. Ο Άβεντεϊλ τον κοίταξε. «Σκοπεύω να τους βρω όλους. Θα χρειαστώ τη βοήθειά σου». Ο Σουίντλερ έγνεψε καταφατικά. «Θα κάνω ό,τι μπορώ». «Ξέρω από πού να ξεκινήσω». Ο Άβεντεϊλ υποψιάστηκε πως το ήξερε και ο Σουίντλερ, αλλά είχε κι άλλα φλέγοντα ζητήματα στη Σκότλαντ Γιαρντ, κι έτσι ο Άβεντεϊλ συνέχισε μόνος του. Οι τρεις φίλοι της Ρόουζ στο σπίτι της σοκαρίστηκαν, αλλά δεν ξαφνιάστηκαν όταν τους είπε ότι την είχαν συλλάβει. Σίγουρα, όμως, αναστατώθηκαν. «Το διακινδύνευε πολύ», είπε ο Μέρικ, βηματίζοντας μπροστά στο τζάκι. «Προσπάθησα να την προειδοποιήσω, αλλά είναι πεισματάρα. Δεν ακούει». «Δεν έχει νόημα να ψάχνουμε τον ένοχο», είπε η Σάλι, κοιτάζοντας τον Άβεντεϊλ. Του είχε προσφέρει τσάι, αλλά είχε αρνηθεί. Τώρα καθόταν σε μια καρέκλα και τα πόδια της δεν ακουμπούσαν στο πάτωμα. Έπρεπε να θυμίζει παιδί, αλλά έμοιαζε με λέαινα, αποφασισμένη να βρει έναν τρόπο να προστατεύσει το μικρό της. «Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε ότι δεν προσπαθούσε να το σκάσει από εσένα, αλλά από αυτή τη νυφίτσα, τον Τίνσντεϊλ». Ο Τζόσεφ, αμίλητος, καθόταν σε μια διπλανή καρέκλα και τα γόνατά του σχεδόν άγγιζαν το στήθος του. «Της είπα ότι τον είχα δει», είπε ο Μέρικ. «Έπρεπε να προσέχει». «Το ήξερε;» ρώτησε ο Άβεντεϊλ. Ο Μέρικ έγνεψε καταφατικά. «Από το πρώτο βράδυ που φάγαμε στο σπίτι σου. Δεν είχαμε έρθει να δούμε τον Χάρι, αλλά να την ειδοποιήσουμε ότι είδαμε τον Τίνσντεϊλ». «Θέλαμε να δούμε και τον Χάρι», συμπλήρωσε η Σάλι, αλλά ο Άβεντεϊλ προσπαθούσε ακόμα να επεξεργαστεί την αποκάλυψη του Μέρικ. «Είστε όλοι σας απατεώνες;» ρώτησε. «Μάλλον ψεύτες», απάντησε ο Μέρικ. «Αν χρειαζόταν, υποθέτω πως θα έλεγες κι εσύ ψέματα». «Δεν συζητάμε για εμένα», πέταξε κοφτά ο Άβεντεϊλ. «Ίσως θα έπρεπε, όμως», είπε η Σάλι. «Είσαι δούκας. Βγάλε τη Ρόουζ αποκεί μέσα». «Μπορεί να φαίνεται έτσι, αλλά δεν έχω ασυλία μπροστά στον νόμο», παραδέχτηκε. «Τότε ποιο είναι το καλό σου;» ρώτησε ο Μέρικ. «Μέρικ!» του φώναξε η Σάλι. «Μη μιλάς έτσι. Έχει κάνει τόσα για μας, αλλά τα χέρια του είναι δεμένα...»


«Δεν είπα αυτό», συνέχισε ο Άβεντεϊλ. Ο Μέρικ έκανε δυο βήματα μπροστά. «Τότε τι είπες;» Ο Άβεντεϊλ έβγαλε το χαρτί από την τσέπη του σακακιού του. «Έχω τα ονόματα τεσσάρων αντρών που την κατήγγειλαν. Θέλω να ξέρω τα ονόματα και των υπόλοιπων ανθρώπων που εξαπάτησε». Ο Μέρικ σταύρωσε τα χέρια στο στήθος του. «Γιατί; Για να τα πουν όλα στις Αρχές και να περάσει όλη τη ζωή της στη φυλακή;» Ο Άβεντεϊλ αναρωτήθηκε προς στιγμήν τι έκανε τον Μέρικ τόσο δύσπιστο απέναντι σε κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα του. «Για να τους αποζημιώσω, να τους δώσω όσα τους χρωστάει και να αποσύρουν τις κατηγορίες». «Ω». Ο Μέρικ έδειχνε τόσο πεισματάρης, αλλά στον Άβεντεϊλ φάνηκε ότι ίσως έκρυβε ένα ίχνος μεταμέλειας. «Πόσοι ήταν;» ρώτησε ο Άβεντεϊλ. «Νομίζω πως εσύ ήσουν ο ένατος». Περίμενε κάτι χειρότερο. «Ονόματα;» «Δεν είμαι σίγουρος ότι τους ξέρω όλους ούτε πού θα τους βρεις. Δεν μοιραζόταν τα πάντα μαζί μας, αν μπορούσε να βρει μόνη της πληροφορίες». «Τους ξέρω εγώ», είπε με τη βαθιά φωνή του ο γίγαντας. «Ξέρω και πού να τους βρούμε όλους». Ο Μέρικ γύρισε με γουρλωμένα μάτια. «Γιατί να τα πει όλα σ’ εσένα και όχι σ’ εμένα;» «Γιατί εγώ ήμουν ο οδηγός της». Ανασήκωσε τους κοκαλιάρικους ώμους του, που σχεδόν άγγιξαν τα αφτιά του. «Έπρεπε να ξέρω πού πάει. Ξέρω κι όλους τους εμπόρους που είχε πει ότι θα πληρώσει, αλλά δεν το έκανε ποτέ». «Δεν μπορεί να τους θυμάσαι όλους», σχολίασε ο Μέρικ. «Έχουν περάσει χρόνια». Ο Τζόσεφ έφερε το δάχτυλό του στον κρόταφο. «Θυμάμαι τα πάντα. Τα πάντα. Είναι κατάρα». «Τότε, οι τρεις μας μπορούμε να τους καταγράψουμε όλους και να δούμε πού μπορώ να τους βρω», συμπέρανε ο Άβεντεϊλ. Κάθισε κι έβγαλε ένα μολύβι από την τσέπη του. «Ξεκινάμε;» • Είκοσι εφτά μέρες. Ξαπλωμένη στο άβολο ράντζο του κελιού της, η Ρόουζ ευχήθηκε να περνούσαν γρήγορα οι μέρες, μέχρι να χάσει το μέτρημα, αλλά, παρά τη μονοτονία, καθεμιά κολλούσε στο μυαλό της σαν μια πληγή που πονούσε και δεν σε άφηνε ούτε στιγμή να την ξεχάσεις. Ο Ντάνιελ Μπέκγουιθ την επισκέφθηκε δύο φορές για να τη διαβεβαιώσει ότι ο μεγαλύτερος αδερφός του θα αναλάμβανε τη δίκη, «αν κατέληγαν τελικά εκεί». Δεν καταλάβαινε για ποιο λόγο να μην καταλήξει εκεί και, όταν τον ρώτησε, η απάντησή του ήταν: «Ποτέ δεν ξέρεις». Ίσως τα διφορούμενα λόγια του να ήταν μια προσπάθεια να την εκδικηθεί που τον είχε εξαπατήσει όταν πρωτογνωρίστηκαν. Την πρώτη φορά που την επισκέφθηκε, της πήγε την ιστορία του Χάρι κι εκείνη πέρασε ώρες ξαναζώντας την ιστορία της ζωής τους μέσα από τα μάτια του. Ίσως να μην τα είχε πάει και τόσο


άσχημα με τον αδερφό της τελικά. Άξιζε το τίμημα που θα πλήρωνε. Άκουσε ένα κλειδί να γυρίζει. Σηκώθηκε όρθια. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μια επιβλητική γυναίκα ντυμένη στα μπλε. «Μάζεψε τα πράγματά σου. Ώρα να πηγαίνεις», της είπε απότομα. Η Ρόουζ έβαλε μια πετσέτα, τη βούρτσα της και μια κουβέρτα σε μια πάνινη τσάντα. Ο Μπέκγουιθ είχε προσφερθεί να της φέρει περισσότερα πράγματα για να είναι πιο άνετα, αλλά του ζήτησε να μην το κάνει. Ήξερε πως ό,τι κι αν της έφερνε θα το είχε πληρώσει ο Άβεντεϊλ και είχε ήδη ξοδέψει αρκετά γι’ αυτή. Έπιασε το βιβλίο του Χάρι. «Ήρθε η ώρα της δίκης μου;» «Θα πας κάπου αλλού». «Πού;» «Δεν ξέρω. Μου είπαν απλώς να έρθω να σε πάρω». Η Ρόουζ την ακολούθησε στον διάδρομο. «Είναι εδώ ο κύριος Μπέκγουιθ;» «Είδα έναν κύριο, αλλά δεν ξέρω ποιος είναι». «Πώς είναι;» «Όχι άλλες ερωτήσεις». Η Ρόουζ σώπασε. Είχε μάθει πολύ νωρίς ότι δεν είχε καμία δύναμη εδώ μέσα. Έτρωγε όταν της έφερναν φαγητό, πλενόταν όταν της έφερναν νερό. Δεν παραπονιόταν, όμως, γιατί τα λάθη της ήταν αυτά που την είχαν οδηγήσει εδώ. Το ήξερε ότι θα συνέβαινε. Η γυναίκα άνοιξε την πόρτα. Η Ρόουζ την ακολούθησε σε ένα μεγαλύτερο δωμάτιο. Κι εκεί είδε τον Άβεντεϊλ. Ήθελε να τον μαλώσει, να του βάλει τις φωνές, να του ζητήσει να φύγει, ακριβώς όσο ήθελε να τρέξει κοντά του, να τον αγκαλιάσει και να τον ικετεύσει να την πάρει μακριά. Έμεινε, όμως, ακίνητη, σαν πέτρα, σαν ένα άγαλμα που θα μπορούσε να τοποθετήσει σε ένα σιντριβάνι στον κήπο του. Έμοιαζε αδυνατισμένος. Οι γραμμές στο πρόσωπό του ήταν πιο βαθιές. Απεχθανόταν τον εαυτό της για την ταλαιπωρία που τον υπέβαλε. Ίσιωσε τα μαλλιά της, ευχόμενη να ήταν κομψά πιασμένα, αντί δεμένα σε μια απλή πλεξίδα. Αυτή η παράλογη σκέψη σχεδόν την έκανε να βάλει τα γέλια. Δεν είχε κάνει κανονικό μπάνιο από τη μέρα που είχε μπει στη φυλακή. Το φόρεμά της ήταν βρόμικο. Η ίδια ήταν βρόμικη. Ο Άβεντεϊλ την πλησίασε με μεγάλες, αποφασιστικές δρασκελιές, έβαλε το χέρι του γύρω από τη μέση της κι άρχισε να την τραβά μπροστά. «Τι κάνεις;» του είπε. «Σε παίρνω αποδώ». «Η δίκη μου...» «Δεν θα γίνει δίκη». Σταμάτησε και κατάφερε να τον ακινητοποιήσει κι εκείνον μπροστά στην πόρτα που θα τους έβγαζε αποδώ, που θα την οδηγούσε μακριά από αυτή την τρέλα. «Τι έκανες;» Την κοίταξε στα μάτια. «Αυτό που σου είπα ότι θα κάνω. Τους πλήρωσα όλους». «Όλους;» «Όλους. Ο Μέρικ, ο Τζόσεφ και η Σάλι με βοήθησαν να τους βρω. Μου πήρε περισσότερο καιρό απ’ όσο ήλπιζα, αλλά τώρα πια τελείωσε. Κάναμε μια συμφωνία


εμείς οι δύο. Πώς στο καλό θα κρατούσες τον λόγο σου από τη φυλακή;» Κοίταξε το αγαπημένο του πρόσωπο, τη σοβαρότητα στο βλέμμα του, ίσως κι ένα ίχνος θυμού. «Σου είπα ότι η συμφωνία ήταν ένα ψέμα». «Σου είπα ότι δεν σε πίστεψα». Ήδη της είχε δηλώσει πως την αγαπούσε. «Άβεντεϊλ...» «Θα τα συζητήσουμε αργότερα, Ρόουζ. Προς το παρόν πάμε να φύγουμε αποδώ μέσα». Αναστέναξε. «Ναι, σε παρακαλώ».


Κεφάλαιο 23 Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να βγάλει τα ρούχα της και να βυθιστεί στο καυτό νερό της μπανιέρας. Το νερό δεν της φάνηκε αρκετά καυτό. Αν ο Άβεντεϊλ δεν προειδοποιούσε πως, αν ήταν λίγο ακόμα πιο ζεστό, θα ξεκολλούσε το δέρμα από τα κόκαλά της, θα ζητούσε να καίει ακόμα περισσότερο. «Κάψε τα», του είπε, ενώ καθόταν σε ένα σκαμπό πλάι στην μπανιέρα. «Τα ρούχα. Πες να τα κάψουν». Κάλεσε την Ίντιθ, η οποία ήρθε και τα πήρε. Όταν γύρισε, στο ένα χέρι του κρατούσε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και στο άλλο ένα πιάτο με τυριά και φρούτα. Πήρε το ποτήρι και το κράτησε στον αέρα. «Στην ελευθερία και σ’ εσένα που μου τη χάρισες». «Ήταν τόσο φριχτά εκεί μέσα;» ρώτησε. «Μοναχικά. Κρύα, δύσκολα. Δυσάρεστα. Μου άξιζε, όμως». Ήπιε μια γουλιά από το κρασί κι αναστέναξε. «Πρέπει να ειδοποιήσουμε τον Μέρικ ότι είμαι εδώ». «Το ξέρει. Θα τους δεις όλους αύριο». Έφερε μια κόκκινη ώριμη φράουλα στα χείλη της. Δάγκωσε το ζουμερό φρούτο κι αναστέναξε ξανά. «Όλα έχουν τόσο υπέροχη γεύση, τόσο πιο πλούσια από πριν. Δεν θα ξαναθεωρήσω ποτέ πια τίποτα δεδομένο». «Δεν νομίζω ότι το έκανες έτσι κι αλλιώς». «Όχι συχνά, αλλά τώρα δεν θα θεωρήσω ποτέ τίποτα δεδομένο». Ειδικά εκείνον. Ακολούθησε ένα κομμάτι ανανά, λίγο τυρί, ακόμα περισσότερο κρασί. «Όσο ευγνώμων κι αν είμαι για όσα έκανες, δεν ήθελα ποτέ να πληρώσεις τα χρέη μου». «Τα πλήρωσα με χρήματα, Ρόουζ. Τι νόημα έχουν τα χρήματα αν δεν τα ξοδεύεις;» «Ξόδεψες, όμως, τόσα πολλά. Ξέρω τι χρωστούσα. Πρέπει να έδωσες μέχρι και την τελευταία σου δεκάρα». «Μάλλον υποτιμάς την οικονομική μου ευχέρεια». «Θα επανορθώσω. Ό,τι μου ζητήσεις...» Έφερε τον αντίχειρά του στα χείλη της. «Απόψε μπορείς να επανορθώσεις με το να μην αναφέρεις ότι μου χρωστάς». Έγνεψε καταφατικά. Δεν θα χρωστούσε ποτέ ξανά σε κανέναν όσα χρωστούσε σ’ εκείνον. «Θα σου επιστρέψω τις πέντε χιλιάδες...» «Αυτό ήταν μια άλλη συμφωνία. Είναι δικές σου». «Σε παρεξήγησα τόσο πολύ, Άβεντεϊλ». «Αμφιβάλλω. Έλα τώρα να λούσουμε τα μαλλιά σου». Περίμενε να φωνάξει την Ίντιθ. Έβαλε, όμως, το πιάτο στην άκρη, κάθισε πίσω της και την έλουσε ο ίδιος, κάνοντάς της απαλά μασάζ στο κεφάλι. Ήθελε να εξαφανίσει τις ενοχές που ένιωθε για όσα είχε ξοδέψει για χάρη της. Ίσως να βοηθούσε αν του έλεγε πως τον αγαπούσε, αλλά θα την πίστευε; Ξέροντας πόσα


του χρωστούσε, ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεπληρώσει το χρέος της, μήπως εκείνος σκεφτόταν ότι απλώς του λέει κούφια λόγια, ότι προσπαθεί να τον κολακεύσει, να του κάνει ένα ψεύτικο δώρο; Την αγαπούσε πραγματικά ή μήπως είχε μιλήσει βιαστικά; Μήπως είχε μετανιώσει που το είπε, όταν, μάλιστα, εκείνη του είχε μιλήσει τόσο σκληρά; «Δεν τα εννοούσα», είπε χαμηλόφωνα. Τα δάχτυλά του σταμάτησαν, σηκώθηκε και στάθηκε απέναντί της, κοιτάζοντάς τη στα μάτια. Περίμενε. «Όταν είπα ότι ήταν όλα μια απάτη», συνέχισε. «Ότι ήθελα να φύγω από εσένα. Ήταν ένα ψέμα. Την ώρα που έβγαινα από την άμαξα, είδα τον Τίνσντεϊλ. Από εκείνον προσπαθούσα να ξεφύγω». «Γιατί δεν μου μίλησες γι’ αυτόν;» Κούνησε το κεφάλι. «Ντρεπόμουν. Δεν σου είχα μιλήσει ποτέ για το παρελθόν μου, γιατί δεν ήθελα να ξέρεις τα φριχτά πράγματα που είχα κάνει. Τώρα, όμως, τα ξέρεις. Και δεν καταλαβαίνω γιατί δεν με άφησες να σαπίσω». Έπιασε το πιγούνι της και το χάιδεψε με τον αντίχειρά του. «Ξέρεις γιατί». «Είπες ότι μ’ αγαπάς κι εγώ σε προσέβαλα. Και παρ’ όλ’ αυτά εσύ με έσωσες. Δεν έχεις λόγο να με εμπιστεύεσαι, δεν έχεις λόγο να με πιστεύεις, όχι μετά από τόσα ψέματα. Σε ερωτεύτηκα τρελά, όμως, και γι’ αυτό...» Το στόμα του, το υπέροχο στόμα του, άρπαξε το δικό της με τόση μανία, που θα έπρεπε να την κάνει να τρομάξει, όμως απλώς άναψε τη σπίθα του πόθου της. Τον ήθελε, κάθε πόντο του κορμιού του. Ήθελε να τον αγγίξει και να τον γευτεί, να χαϊδέψει, να νιώσει. Τόσες νύχτες στριφογύριζε με τη σκέψη του. Από την πρώτη στιγμή που εξαπάτησε κάποιον, ήξερε ότι τελικά θα πλήρωνε για τα εγκλήματά της, αλλά από τότε που γνώρισε τον Άβεντεϊλ η τιμωρία φαινόταν δέκα φορές πιο σκληρή. Η γνωριμία τους ξεκίνησε ως ευλογία, έγινε κατάρα… και κατέληξε πάλι ευλογία. Δεν την είχε σώσει μονάχα από τη φυλακή. Της είχε χαρίσει μια ζωή με τον Χάρι. Τόσες όμορφες στιγμές μαζί του, τόσες εμπειρίες που δεν θα μπορούσε ποτέ να του προσφέρει. Ο Άβεντεϊλ την είχε σώσει από τη μοναξιά. Η ζωή μαζί του δεν θα ήταν ποτέ βαρετή. Θα έκαναν έρωτα συχνά, παθιασμένα, άγρια. Θα πήγαιναν σε χαρτοπαικτικές λέσχες και θα έπαιζαν παιχνίδια. Θα πόνταραν, θα έβαζαν στοιχήματα μεταξύ τους, θα γελούσαν και θα φλυαρούσαν. Για όσο καιρό ήθελε. Δυστυχώς, ήξερε πως, όσο καιρό κι αν την ήθελε, ποτέ δεν θα της έφτανε. Ποτέ δεν θα ήθελε να τον αφήσει. Θα απολάμβανε την κάθε μέρα, που, όμως, θα τελείωνε με τη γλυκόπικρη επίγνωση ότι μπορεί να ήταν η τελευταία. Ότι μπορεί να ξυπνούσε κάποιο πρωί και να αποφάσιζε ότι δεν την αγαπούσε πια. Και κάποιος άλλος της είχε πει κάποτε ότι την αγαπούσε κι είχε φύγει. Το ίδιο θα μπορούσε να κάνει μια μέρα και ο Άβεντεϊλ. Απόψε, όμως, ήταν εκεί. Τα βρεγμένα του χέρια χάιδευαν το απαλό της δέρμα. Οι αισθήσεις άρχισαν να την πλημμυρίζουν. Άνοιξε το στόμα της στο δικό του. Η γλώσσα του το λεηλατούσε, το κατακτούσε. Μπορούσε να την κάνει δική του τόσο εύκολα, αλλά κάθε φορά ένιωθε σαν να ήταν μια προσωπική της νίκη. Τράβηξε το στόμα του από το δικό της. «Έχεις ανατριχιάσει». Πότε κρύωσε το νερό; «Δεν πειράζει».


«Πειράζει. Πέρασα είκοσι εφτά μέρες μακριά σου». «Τις μετρούσες», του είπε έκπληκτη με χαρά. Χαμογέλασε. «Κι εσύ το ίδιο, απ’ ό,τι φαίνεται». Πέρασε τα δάχτυλά του από το πρόσωπό της. «Δεν σκοπεύω να περάσουμε τη βραδιά μ’ εσένα να τρέμεις». Τη βοήθησε να βγει από το νερό. Η καρδιά της παραλίγο να σπάσει από την ευγένεια με την οποία τύλιξε το σώμα της με την πετσέτα. Έπειτα την πήρε στην αγκαλιά του, την κουβάλησε στο υπνοδωμάτιο και την ακούμπησε τόσο απαλά στο κρεβάτι, που σχεδόν δεν κουνήθηκε. Τόσο διαφορετικά από την πρώτη φορά που την έριξε εδώ πάνω. «Δεν θα σπάσω», του είπε, ενώ έβγαζε τα ρούχα του. Πόσες φορές είχε βασανίσει τον εαυτό της με τις εικόνες του γυμνού κορμιού του. Την παρηγόρησε η σκέψη ότι μπορούσε να τον θυμάται ακριβώς όπως ήταν: όλη του την τελειότητα, κάθε μικρή ατέλεια. Τους μυς των ποδιών και των χεριών του. Ένα μικρό σημάδι στον αριστερό του ώμο. Μια ελιά πάνω από το δεξί πλευρό. Το φαρδύ του στέρνο, τη γεροδεμένη του πλάτη. Τα σφιχτά οπίσθια. «Το ξέρω πολύ καλά», μουρμούρισε και ξάπλωσε πλάι της. «Δεν έχω ξαναγνωρίσει ποτέ μια τόσο δυνατή γυναίκα. Μου ερχόταν να σε χαστουκίσω όταν δεν μου έδινες τα ονόματα». Πέρασε τα δάχτυλά της από τα μαλλιά του. «Τους βρήκες, όμως, έτσι κι αλλιώς. Δεν ξέρω αν έχω γνωρίσει ποτέ έναν τόσο ξεχωριστό άντρα. Ήδη από την πρώτη νύχτα που γνωριστήκαμε, ήξερα ότι δεν τα παρατούσες εύκολα». «Δεν σκόπευα να τα παρατήσω με κανένα τρόπο. Σε ήθελα τότε, και, αν είναι δυνατόν, σε θέλω ακόμα περισσότερο τώρα». «Κι όμως είσαι τόσο προσεκτικός μαζί μου». «Θέλω να απολαύσω κάθε στιγμή». Έφερε τα χείλη του στον λαιμό της και τη γέμισε φιλιά, κι έπειτα έφερε το στόμα του στη μικρή κοιλάδα ανάμεσα στα στήθη της. Πέρασε τα δάχτυλά της από το κεφάλι του, απολαμβάνοντας την αίσθηση των πυκνών μαλλιών του. Έστρεψε την προσοχή του σε μία από τις θηλές της, απολαμβάνοντάς τη με τη γλώσσα του πριν την κλείσει ανάμεσα στα χείλη του. Πλημμύρισε ολόκληρη από ηδονή, μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών της. Ίσως να μη ζούσε ποτέ ξανά στη ζωή της κάτι παρόμοιο. Το είχε, όμως, τώρα. Δεν θα το θεωρούσε ποτέ δεδομένο. Ένιωθε πολύ καθαρά κάθε φιλί που της έδινε, κάθε άγγιγμα της γλώσσας του, κάθε απαλό χάδι, κάθε άγγιγμα των δαχτύλων του. Οι κινήσεις του ήταν τόσο αργές, ασχολήθηκε με κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Έσπρωξε τους ώμους του, τον ανάγκασε να γυρίσει ανάσκελα, έπιασε τους καρπούς του, έφερε τα χέρια του πάνω από το κεφάλι του και άρχισε να τον βασανίζει όπως κι εκείνος. Με φιλιά, χάδια της γλώσσας της και των δαχτύλων της. Τώρα εξερευνούσε εκείνη το κορμί του. Το πλατύ του στέρνο, τα σφιχτά του χέρια, τους σκληρούς μηρούς του. Την καυτή του σάρκα. Την άφησε για το τέλος, κλείνοντας τα δάχτυλά της γύρω από το σκληρό του μεγαλείο. Ήταν υπέροχη, τολμηρή, δυνατή. Χαμήλωσε το στόμα και πήρε μέσα της όσο περισσότερο μπορούσε. «Χριστέ μου!» μούγκρισε, με τα χέρια του να χαϊδεύουν το πρόσωπό της. Σήκωσε τα μάτια της και κοίταξε το πρόσωπό του, που φανέρωνε ένα κράμα


ανυπομονησίας και πάθους. Νιώθοντας πανίσχυρη, άρχισε να στριφογυρίζει τη γλώσσα της, βλέποντάς τον να κλείνει τα χέρια και να γέρνει πίσω το κεφάλι. Έγλειφε, φιλούσε, βασάνιζε. Όσο έλειπε, το είχε σκεφτεί πολλές φορές και μετάνιωνε που δεν του το είχε προσφέρει ποτέ, ενώ εκείνος της χάριζε απλόχερα την απόλαυση με το στόμα του κολλημένο στα πιο απόκρυφα σημεία της. Αναρωτιόταν για τη γεύση του, για το πώς θα ένιωθε όταν του έκανε ό,τι της έκανε κι αυτός. Την πήρε στην αγκαλιά του και τη σήκωσε. «Πέρασε τόσος καιρός», της είπε. «Δεν αντέχω ούτε μια στιγμή ακόμα χωρίς να σε κάνω δική μου». Σήκωσε τους γοφούς της, κάθισε και το σώμα της τον υποδέχτηκε. Τυλίχτηκε γύρω του. Τη διαπέρασε μια υπέροχη ηδονή. Ένιωθε τόσο καλά, τόσο υπέροχα που τον είχε κοντά της, που ήταν ένα μαζί του. Αφόρητα καλά. Τη σήκωσε κι εκείνη άρχισε να κουνιέται πάνω του γρήγορα και μανιασμένα, ενώ εκείνος χάιδευε το στήθος της με τα επιδέξια δάχτυλά του. Έσκυψε πάνω του, με τα μαλλιά της να πέφτουν σαν κουρτίνα ανάμεσά τους. Έχωσε τη γλώσσα της στο στόμα του, ενώ εκείνος χωνόταν χαμηλά μέσα της. Οι αισθήσεις εκτινάχθηκαν, τους κυρίευσαν. Φίλησε τον ιδρώτα στον λαιμό του. «Σ’ αγαπώ». Η ηδονή την πλημμύρισε, έφτασε στην κορύφωση. Εκείνος μούγκρισε καθώς τιναζόταν κάτω από το σώμα της. Την έσφιξε στην αγκαλιά του. Ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του και μπορούσε να ακούσει τον ρυθμικό χτύπο της καρδιάς του. Σχεδόν δεν κατάλαβε ότι τη φίλησε στο κεφάλι την ώρα που αποκοιμιόταν.


Κεφάλαιο 24 Ξύπνησε από το φως του ήλιου που έμπαινε από το παράθυρο, σε ένα κρεβάτι χωρίς τον Άβεντεϊλ. Ανασηκώθηκε, τον είδε να κάθεται σε μια καρέκλα πλάι στο κρεβάτι κι αναστέναξε από ανακούφιση. «Δεν ξέρω αν έχω ξανακοιμηθεί ποτέ τόσο καλά», παραδέχτηκε. «Ούτε που κουνήθηκες όταν σηκώθηκα». Κοίταξε τα κομψά του ρούχα: το καφέ του παντελόνι, το μπροκάρ γιλέκο του, το μαύρο του σακάκι, την άψογα δεμένη γραβάτα του. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Ανησύχησε. «Γιατί είσαι ντυμένος;» Σήκωσε ελαφρά τα σκεπάσματα για να του αποκαλύψει το γυμνό της σώμα. «Έλα στο κρεβάτι». «Έχεις ένα ραντεβού». Της έδωσε κάτι. Ένα στενό πακέτο. Το πήρε, έλυσε το κορδόνι, άνοιξε το χαρτί και είδε τα εισιτήρια. Τα κοίταξε. Εισιτήρια για τη Σκοτία με το τρένο. Γύρισε και κοίταξε τον Άβεντεϊλ, χωρίς να είναι σίγουρη γιατί ένιωθε τόσο θυμωμένη. «Όσα κι αν σου χρωστάω, περίμενα να ζητήσεις περισσότερες από μία νύχτες». Κούνησε αργά το κεφάλι. «Όχι, η συμφωνία μας τελείωσε». Σηκώθηκε όρθιος. «Οι άλλοι θα σε περιμένουν στον σταθμό. Πήρα και για εκείνους εισιτήρια. Θα στείλω την Ίντιθ να σε βοηθήσει να ετοιμαστείς για το ταξίδι». Ήθελε να κλάψει, να φωνάξει, να τον ικετέψει να μην τη διώξει. Την αγαπούσε. Το είπε. Είχε τολμήσει να του πει το ίδιο και να φανεί αδύναμη. Ένιωσε παγωμένη. Χτες το βράδυ δεν της είπε ότι την αγαπούσε. Ούτε μια φορά. Γιατί να το κάνει άλλωστε; Προσπαθώντας να της χαρίσει την ελευθερία της, είχε ανακαλύψει όλα της τα μυστικά, όλες τις ντροπιαστικές της πράξεις. Σήκωσε όσο πιο περήφανα μπορούσε το κεφάλι, προσπαθώντας να κρύψει τον πόνο της, και είπε: «Τι ώρα φεύγουμε;» «Σε μία ώρα». Έγνεψε καταφατικά. «Πρέπει να ετοιμαστώ, λοιπόν». Βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να πει λέξη. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σιχάθηκε τον εαυτό της που τον είχε ερωτευτεί, που του είχε δώσει τη δύναμη να της ραγίσει την καρδιά. • Το δυσκολότερο πράγμα που είχε κάνει ποτέ ο Άβεντεϊλ ήταν να βγει από εκείνο το δωμάτιο, αλλά ήξερε πως δεν είχε άλλη επιλογή, ήξερε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από τη στιγμή που πλήρωσε τον πρώτο άντρα που είχε εξαπατήσει. Και μετά τον επόμενο, και τον επόμενο. Το ήξερε καθώς το χρέος της σ’ αυτόν αυξανόταν, γινόταν όλο και πιο μεγάλο. Ήθελε την αγάπη της για όλη του τη ζωή. Δεν ήταν, όμως, κάτι που μπορούσε να ζητήσει. Καταράστηκε τη συμφωνία τους. Αν έμενε, πάντα θα αμφέβαλλε για τα


λόγια που του ψιθύριζε τις νύχτες, στην κορύφωση του πάθους. Δεν μπορούσε να ζήσει με την αβεβαιότητα, με τόσες αμφιβολίες για τα αληθινά της αισθήματα απέναντί του. Ούτε μπορούσε να της ζητήσει να απαρνηθεί την ανέμελη ζωή που λαχταρούσε. Ως δούκισσά του, θα είχε περισσότερες ευθύνες απ’ όσες θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Έπρεπε να την αφήσει να φύγει, να μην εγκαταλείψει τις ελπίδες, τα σχέδιά της, τα όνειρά της για να εξασφαλίσει τη δική του ευτυχία. Τώρα το καταλάβαινε πραγματικά, τη θυσία, τον πόνο να τα παραμερίζεις όλα για να εξασφαλίσεις ότι κάποιος άλλος θα κάνει πραγματικότητα τα όνειρά του. Ήταν παράξενο που, παρότι πονούσε για την απώλεια, ένιωθε και χαρά ξέροντας ότι θα ήταν ευτυχισμένη. Που δεν θα ένιωθε σκλάβα ή πόρνη. Κι αν την έστελνε μακριά, θα ήταν σίγουρος ότι δεν θα ξυπνούσε κάθε μέρα νιώθοντας δεμένη μαζί του. Καθώς πήγαινε στη βιβλιοθήκη του, ήξερε ότι, αν δεν ήταν εγωιστής, θα την είχε πάει στον σταθμό την προηγούμενη μέρα, όμως ήταν και ήθελε να χαρίσει στον εαυτό του άλλη μια νύχτα μαζί της, μια νύχτα ακόμα γεμάτη αναμνήσεις που θα την κουβαλούσε μέσα του για την υπόλοιπη ζωή του. Καμία γυναίκα δεν θα την αντικαθιστούσε ποτέ. Το ήξερε πολύ καλά. Πήγε στη βιβλιοθήκη και κοίταξε τον κήπο από το παράθυρο. Όταν θα γύριζε αργότερα, θα κλείδωνε την πόρτα και θα πνιγόταν στο ποτό. Ίσως αύριο να γέμιζε πάλι το σπίτι του με όλες εκείνες της γυναίκες ελευθέρων ηθών και τους νεαρούς αλήτες που ήθελαν μόνο να περάσουν καλά. Θα μπορούσαν να χορέψουν γυμνοί στο σιντριβάνι... Όχι, δεν ήθελε να πλησιάσουν καν το σιντριβάνι. Δεν ήθελε να κηλιδώσει τίποτα την ανάμνηση της Ρόουζ όταν προσπαθούσε να εξηγήσει στον αδερφό της πόσο πονηρό ήταν το ζευγάρι του αγάλματος. Είχε ποζάρει για τον γλύπτη. Του είχε φανεί πολύ καλή ιδέα τότε. Περίεργο, αλλά τώρα που κοιτούσε τη μορφή της γυναίκας στο άγαλμα έβλεπε τη Ρόουζ. Μπορεί να μην ήταν το μοντέλο, αλλά τα μάτια του μόνο εκείνη έβλεπαν. Φοβόταν ότι θα την έβλεπε παντού. Ανόητος φόβος, μια και ήταν το μόνο που αποζητούσε: να μην την ξεχάσει ποτέ. «Το μπαούλο μου είναι στην άμαξα», την άκουσε να του λέει χαμηλόφωνα πίσω του. Γύρισε και είδε το ρολόι στο τζάκι. Είχε περάσει μια ώρα. Πώς δεν το κατάλαβε; «Θέλω να σε ευχαριστήσω για ό,τι έκανες για εμένα», του είπε με ανέκφραστη φωνή. Η απατεώνισσα που μπορούσε να τον κάνει να πιστέψει τα πάντα, ακόμα κι ότι δεν την ένοιαζε που έφευγε, στεκόταν τώρα μπροστά του. Αν είχε σκίσει τα εισιτήρια, αν είχε αρνηθεί την πρότασή του, μπορεί να της ζητούσε να μείνει. «Δεν έκανα τίποτα». Η φωνή του ήταν εξίσου ανέκφραστη. Είχε περάσει, όμως, μια ολόκληρη ζωή τελειοποιώντας την τέχνη του να δείχνει ότι δεν νοιάζεται για τίποτα. «Εντάξει, λοιπόν. Να σε χαιρετήσω τότε». «Θα σε συνοδεύσω στον σταθμό». Για μια στιγμή, του φάνηκε ότι πανικοβλήθηκε, έπειτα, όμως, κάθε συναίσθημα εξαφανίστηκε από το πρόσωπό της.


«Δεν είναι απαραίτητο». «Επιμένω». Παρότι αυτή τη στιγμή υπήρχε ψυχρότητα ανάμεσά τους, ήθελε λίγα λεπτά ακόμα μαζί της. Της πρόσφερε το χέρι του και ξαφνιάστηκε όταν τον έπιασε αγκαζέ. Βγήκαν από το δωμάτιο χωρίς να πουν λέξη. Ήταν περίεργο να νιώθουν αυτή την πρωτοφανή, ασυνήθιστη ένταση ανάμεσά τους. Από τη στιγμή που είχαν συναντηθεί πρώτη φορά, είτε ήταν θυμωμένος είτε ενοχλημένος μαζί της, δεν είχε νιώσει ποτέ αυτό το χάσμα. Ήξερε πως σε λίγο θα ήταν πολύ μακριά. Ήταν το καλύτερο, όμως. Έτσι επαναλάμβανε στον εαυτό του, πως ήταν το καλύτερο. Το έκανε για εκείνη. Κάθισε απέναντί της στην άμαξα. Αν καθόταν πλάι της, η αποφασιστικότητά του θα διαλυόταν. Ήταν αρκετό που το άρωμά της γέμιζε τον χώρο, προκαλούσε τις αισθήσεις του. Μπορούσε να δει μονάχα το προφίλ της, γιατί κοιτούσε απορροφημένη από το παράθυρο λες και το τοπίο γύρω τους ήταν τόσο μαγευτικό. «Τι θα κάνεις;» τη ρώτησε. Τον κοίταξε. «Δεν ξέρω, αλλά αναγνωρίζω ότι μου πρόσφερες άπλετο χώρο. Η ζωή μου είναι μια λευκή σελίδα. Πρέπει να το εκμεταλλευτώ και να κάνω κάτι αξιόλογο. Ίσως να διδάξω. Ή να γράψω. Αν και, σε αντίθεση με τον Χάρι, θα ήθελα να ασχοληθώ με τη μυθοπλασία. Η αλήθεια είναι πολύ πικρή. Εσύ τι θα κάνεις;» «Θα επιστρέψω στους κήπους της ηδονής». Ήταν ψέμα. Η σχέση τους τον είχε καταστρέψει. Θα έβλεπε μονάχα εκεί. Όπου κι αν κοίταζε. «Και οι ευθύνες σου απέναντι στον τίτλο σου; Πρέπει να παντρευτείς. Να αποκτήσεις έναν διάδοχο». Μπορούσε να τον παραχωρήσει τόσο εύκολα σε κάποιαν άλλη, ενώ εκείνος ένιωθε να πεθαίνει στη σκέψη ότι θα πήγαινε με άλλο άντρα. «Έχω έναν ξάδερφο. Θα το φροντίσει αυτός». «Πρέπει να το κάνεις». Αυτό θα σήμαινε να παντρευτεί μια γυναίκα που δεν αγαπούσε, γιατί δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα ένιωθε έτσι ποτέ με άλλη. Έφτασαν τελικά στον σταθμό. Ο υπηρέτης ξεφόρτωσε το μπαούλο της. Οι υπόλοιποι περίμεναν στην αποβάθρα. Ο Άβεντεϊλ στάθηκε στην άκρη ενώ εκείνη τους χαιρετούσε και τους αγκάλιαζε εγκάρδια. Έτσι θα ήταν η ζωή της: χαρούμενες συναντήσεις και πολλοί φίλοι. Ο Μέρικ τον πλησίασε, σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε στα μάτια. «Δεν είσαι και τόσο κακός». Άπλωσε το χέρι του. Ο Άβεντεϊλ του έδωσε το δικό του. «Πραγματικά σπουδαίος έπαινος». «Δεν ξέρουμε πώς να σε ευχαριστήσουμε», του είπε η Σάλι. «Ευχαρίστησή μου». «Αν χρειαστείς ποτέ οτιδήποτε», είπε ο Τζόσεφ. Χρειαζόταν τη Ρόουζ, αλλά δεν μπορούσε να την έχει, όχι υπό τις συνθήκες που είχαν συμφωνήσει. Παρότι είχαν δηλώσει την αγάπη τους, το χρέος ήταν εκεί. Η πανέμορφη, γενναία Ρόουζ του έκανε ένα βήμα μπροστά. «Δεν περίμενα να σου πω αντίο τόσο σύντομα. Σαν να έχουμε τόσα πολλά να πούμε ακόμα».


«Αξιοποίησε την ευκαιρία που σου δίνεται τώρα». «Γιατί το έκανες;» τον ρώτησε. «Γιατί πλήρωσες όλα μου τα χρέη;» «Το υποσχέθηκα στον Χάρι». Έκλεισε τα μάτια και κούνησε το κεφάλι. «Φυσικά». Έπειτα άνοιξε τα μάτια της και ο Άβεντεϊλ πίστεψε ότι κατάλαβε, αλλά δεν μπορούσε να τα καταλάβει όλα. «Ο αδερφός μου ήξερε πολύ περισσότερα απ’ όσα φανταζόμουν. Σίγουρα θα σου ζήτησε να με προσέχεις». Θα το είχε κάνει και χωρίς την υπόσχεση στον Χάρι, αλλά και να της το έλεγε απλώς θα καθυστερούσε το αναπόφευκτο. Ακούστηκε ένα σφύριγμα. «Καλύτερα να πηγαίνετε». Έσκυψε βιαστικά και φίλησε το μάγουλό του κι έπειτα απομακρύνθηκε, με το κεφάλι ψηλά και την πλάτη ίσια. Οι άλλοι την ακολούθησαν αμέσως, αφήνοντάς τον να στέκεται εκεί, παλεύοντας να μην τρέξει πίσω της, παλεύοντας να μη φωνάξει το όνομά της ικετεύοντάς τη να μείνει. Έπρεπε να την αφήνει να φύγει, παρότι μέσα του πέθαινε. • Η Ρόουζ καθόταν στη θέση της και κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Ήθελε να ρίξει μια τελευταία ματιά στον Άβεντεϊλ για να κρατήσει την εικόνα του για πάντα μαζί της. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι την άφηνε να φύγει, όχι μετά από όσα είχε κάνει για εκείνη. Τον είδε να στέκεται στην αποβάθρα. Πόσο θλιμμένος και μόνος έμοιαζε. Πόσο μόνος. Ο Χάρι, που ήξερε τόσα πολλά, δεν τα ήξερε όλα. Θυμήθηκε τα λόγια στο τελευταίο του γράμμα. Και νομίζω πως σ’ αγαπάει κι εκείνος, αν και δεν είμαι σίγουρος πως είναι από τους άντρες που θα έλεγαν ποτέ αυτά τα λόγια. Τα είχε πει, όμως – πάνω στον θυμό και την απελπισία του. Κι όμως, όταν είχε μεγαλύτερη σημασία, όταν είχε έρθει να τη βρει, ήταν τόσο τυπικοί μεταξύ τους. Όταν είχε τολμήσει να του πει κι αυτή αυτές τις λέξεις, δεν τις είχε επαναλάβει. Τώρα την έστελνε μακριά, σε ένα μέρος που του είχε αναφέρει, σε μια ζωή που η μόνη της ευθύνη θα ήταν απέναντι στον εαυτό της. Θα μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε: να κοιμάται μέχρι αργά, να τρώει γλυκά τρεις φορές τη μέρα, να ταξιδεύει με αερόστατο... Η σκέψη του γύρισε πίσω στο πικνίκ, στο λιβάδι, τη στιγμή που τη ρώτησε τι θα έκανε όταν ο Χάρι δεν θα ήταν πια μαζί της. Δεν θα έχω ευθύνες, υποχρεώσεις, καθήκοντα. Θα τριγυρίζω, χωρίς να υπάρχει κάτι να με κρατάει πίσω. Δεν θα έχω σχέδια, στρατηγικές, καμία ανάγκη να κάνω οτιδήποτε άλλο πέρα από το να αναπνέω. Της τα πρόσφερε όλα αυτά. Όλα. Δεν είχε πάψει να την αγαπάει εξαιτία όσων ανακάλυψε πληρώνοντας τα χρέη της. Αν δεν την αγαπούσε, θα την είχε αφήσει να σαπίσει. «Θεέ μου». Το τρένο άρχισε να κινείται. Σηκώθηκε όρθια. «Να με περιμένετε στον επόμενο σταθμό».


«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Μέρικ. «Η αγάπη συμβαίνει». Κι έπειτα έτρεξε στον διάδρομο. Έφτασε στην πόρτα, την άνοιξε και πήδησε έξω από το τρένο, την ώρα που άρχισε να επιταχύνει. • Ο Άβεντεϊλ δεν πίστευε στα μάτια του. Διώχνοντας τους περαστικούς από μπροστά του, έτρεξε κι έφτασε στη Ρόουζ την ώρα που κατρακυλούσε στην αποβάθρα. Την έπιασε από τα χέρια και τη σήκωσε όρθια. «Έχεις τρελαθεί τελείως;» «Σου υποσχέθηκα να μείνω μαζί σου όσο θα ήθελες. Με βαρέθηκες κιόλας;» Κοίταξε το τρένο να απομακρύνεται στο βάθος κι έπειτα κοίταξε πάλι εκείνη. Να πάρει. Πώς θα έβρισκε το κουράγιο να την ξαναδιώξει; «Δεν θα σε βαρεθώ ποτέ, Ρόουζ». «Το ποτέ είναι μεγάλη κουβέντα». «Ναι, αλλά όταν μιλάμε για εσένα δεν είναι αρκετό». «Τότε γιατί με διώχνεις;» «Δεν σε διώχνω. Σε απαλλάσσω από τη συμφωνία μας. Σε θέλω στη ζωή μου περισσότερο απ’ ό,τι έχω θελήσει ποτέ οτιδήποτε. Εσύ μου έμαθες, όμως, τι σημαίνει να είσαι ανιδιοτελής. Δεν θα γνωρίσω ποτέ ξανά την ευτυχία, αλλά το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να είσαι εσύ ευτυχισμένη». «Είσαι ανόητος, Άβεντεϊλ. Πώς είναι δυνατόν να είμαι ευτυχισμένη, αν δεν είμαι μαζί σου;» «Ρόουζ...» «Σ’ αγαπώ». «Το λες γιατί νιώθεις ότι μου χρωστάς». «Όχι. Το λέω γιατί το νιώθω. Δεν με νοιάζουν τα λεφτά σου. Ας ήσουν φτωχός. Το γεγονός ότι πλήρωσες τα χρέη μου… Άβεντεϊλ, αυτό δεν μπορώ να σου το ξεπληρώσω ποτέ. Ούτε αν ζήσω χίλια χρόνια. Σε αγαπούσα, όμως, πολύ πριν τα πληρώσεις. Σε αγαπούσα πριν με συλλάβουν. Σε αγαπούσα πριν πεθάνει ο Χάρι. Παρακαλούσα τον Θεό να μην είχαμε κάνει ποτέ αυτή τη συμφωνία, ώστε να μπορούσες να με πιστέψεις. Είμαι τόσο καλή να πείθω τους άλλους για τα ψέματά μου, αλλά δεν ξέρω πώς να σε πείσω για την αλήθεια. Σε αγαπώ με όλη μου την καρδιά, με όλη μου την ψυχή. Θα σε αγαπώ μέχρι την τελευταία μου ανάσα. Σε παρακαλώ, πίστεψέ με». «Πώς να μη σε πιστέψω; Πήδησες από ένα ολόκληρο τρένο για να μου το πεις». «Θα πηδούσα ακόμα κι από αερόστατο αν χρειαζόταν». «Θα σκοτωνόσουν». Πήγες προς το μέρος του και τύλιξε τα χέρια της στον λαιμό του. «Όχι, γιατί θα με έπιανες». Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε. Ναι, θα την έπιανε, πάντα την έπιανε. Τη φίλησε κι εκείνος, γιατί δεν είχε άλλη επιλογή. Χάιδεψε το πρόσωπό της. «Σ’ αγαπώ, Ρόουζ». «Δεν αξίζω την αγάπη σου, αλλά θα τη δεχτώ γιατί δεν θέλω τίποτα άλλο στον


κόσμο. Θα είμαι ερωμένη σου για όσο καιρό με θέλεις». Κούνησε το κεφάλι. «Δεν καταλαβαίνεις πόσο σ’ αγαπάω». Γονάτισε, πήρε το χέρι της, το φίλησε και την κοίταξε. «Θέλω να είσαι μαζί μου για την υπόλοιπη ζωή μας. Θα με παντρευτείς;» Έμεινε με ανοιχτό το στόμα. «Είσαι δούκας. Δεν μπορείς να με παντρευτείς. Θα γινόταν σκάνδαλο». Χαμογέλασε. «Σου το ξανάπα. Είμαι γεννημένος για σκάνδαλα». Γονάτισε κι εκείνη και του χάιδεψε το πρόσωπο. «Σ’ αγαπώ τόσο πολύ. Θα είμαι η καλύτερη σύζυγος που θα μπορούσε να έχει ποτέ ένας δούκας». Την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε, βαθιά, παθιασμένα, αδιαφορώντας για τα αδιάκριτα βλέμματα. Θα φιλούσε αυτή τη γυναίκα όσο πιο συχνά μπορούσε για την υπόλοιπη ζωή του. «Πάμε στο σπίτι τώρα;» τη ρώτησε, όταν τελείωσε το φιλί τους. «Θα το ήθελα πολύ, αλλά είπα στους άλλους να με περιμένουν στον επόμενο σταθμό». «Πάμε να τους πάρουμε τότε». «Είσαι σίγουρος πως δεν σε πειράζει;» «Ρόουζ, η γυναίκα που αγαπώ συμφώνησε να με παντρευτεί. Ανυπομονώ να το πω στον Μέρικ». Γέλασε. «Δεν νομίζω να φέρει αντίρρηση. Νομίζω ότι έχει αλλάξει γνώμη για εσένα». «Πώς θα μπορούσε να μην αλλάξει; Στο κάτω κάτω, είμαι δούκας». «Είσαι κάτι πολύ παραπάνω», του είπε σφίγγοντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. «Είσαι ο άντρας που αγαπώ».


Επίλογος Από το Ημερολόγιο του Δούκα του Άβεντεϊλ Έγινα ο άντρας που είμαι λόγω ενός σκοτεινού μυστικού… Ένα άλλο μυστικό με απελευθέρωσε. Όταν ήμουν παιδί, είδα κάτι που δεν έπρεπε. Αν δεν είχα παρακούσει τη μητέρα μου και δεν είχα γυρίσει στο σπίτι εκείνο το βράδυ, δεν θα την είχα δει ποτέ να χτυπά και να σκοτώνει τον πατέρα μου. Τώρα καταλαβαίνω πως ήταν ατύχημα, αλλά τότε, με το παιδικό μου μυαλό, έβλεπα μόνο κακία. Όταν η μητέρα μου παντρεύτηκε τον Ουίλιαμ Γκρέιβς λίγο αργότερα, είδα υποκρισία. Με τα χρόνια, κουβαλούσα αυτές τις φριχτές σκέψεις μαζί με τα λόγια του πατέρα μου ότι η μητέρα μου ήθελε να μου κάνει κακό. Με είχαν στοιχειώσει, με έκαναν να απομακρυνθώ από την οικογένειά μου. Η Ρόουζ μου κουβαλούσε κι αυτή τα δικά της βάσανα, αλλά με περισσότερη αξιοπρέπεια. Είχε έναν αδερφό που ο κόσμος αντιμετώπιζε με σκληρότητα. Για να επανορθώσει για την κακία των άλλων, στράφηκε στις απάτες. Κατά κάποιον τρόπο, ήταν ένας θηλυκός Ρομπέν των Δασών, που έπαιρνε από τους πλούσιους και τα έδινε σε όσους η κοινωνία θεωρούσε περίεργους, σε όσους είχε φερθεί άδικα η ζωή. Ενώ καταλαβαίνω απόλυτα ότι οι πράξεις της δεν ήταν σωστές, καταλαβαίνω και για ποιο λόγο τις έκανε. Ήθελε να δημιουργήσει για τον αδερφό της έναν καλύτερο κόσμο από αυτόν στον οποίο ζούσαν και ήξερε πως ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος της, οπότε προσπάθησε να βιαστεί και τελικά κατέληξε σ’ εμένα. Κι έτσι εκείνη κι ο Χάρι μού άλλαξαν τη ζωή. Δεν περνάει ούτε μια μέρα που να μη σκεφτώ εκείνη την ευλογημένη βραδιά όταν κοίταξα από τον εξώστη και μου τράβηξε την προσοχή μια γυναίκα με κόκκινο φόρεμα. Δύο λεπτά αργότερα, δύο λεπτά νωρίτερα, και μπορεί να μην την είχα δει ποτέ. Μπορεί απλώς να είχα στραφεί σε μια καινούρια παρτίδα ή σε μια ακόμα ακόλαστη δραστηριότητα. Αντίθετα, εκείνη τη νύχτα πήρα έναν δρόμο που τελικά θα μου αποκάλυπτε ό,τι έψαχνα τόσο καιρό: μια αγάπη τόσο βαθιά, τόσο αληθινή, τόσο γεμάτη, που θα μπορούσα να κάνω τα πάντα για να προστατεύσω τη γυναίκα που μου έκλεψε την καρδιά. Γιατί μέσα από εκείνη κατάλαβα πόσο μακριά μπορεί να φτάσει κανείς γι’ αυτόν ή γι’ αυτή που αγαπά. Μέσα από εκείνη, ξαναβρήκα την οικογένειά μου. Μέσα από τον γάμο μας, κέρδισα μια ζωή πιο πλούσια από αυτή που θα μου προσέφεραν όλα μου τα χρήματα. Τον πρώτο μας γιο, τον διάδοχό μου, τον ονομάσαμε Χάρι. Ήταν τέλειος όταν γεννήθηκε. Η Ρόουζ ανησυχούσε μήπως η πάθηση του αδερφού της επηρέαζε και τα παιδιά μας, αλλά αυτό δεν συνέβη. Μέχρι σήμερα, η εμφάνισή τους παραμένει άψογη. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι άψογη η καρδιά τους. Ο Μέρικ, η Σάλι και ο Τζόσεφ βρήκαν δουλειά στους Δίδυμους Δράκους. Έμειναν στο Λονδίνο και περνούσαν μαζί μας πολλά βράδια, αλλά και τις γιορτές. Τα παιδιά


μας τους θεωρούσαν οικογένεια. Στη βιβλιοθήκη μου, σε ένα σκαλιστό βάθρο, έχουμε τοποθετήσει τις σελίδες που γέμισε ο Χάρι με τόσο κόπο, περιγράφοντας την ιστορία του και την ιστορία της Ρόουζ, η οποία τελικά έγινε κομμάτι της δικής μου ιστορίας. Συχνά διαβάζω τα τελευταία λόγια που έγραψε ο Χάρι: Η ιστορία μου πρέπει κάπου εδώ να τελειώσει, αλλά της Ρόουζ θα συνεχιστεί. Δεν μπορώ να μαντέψω το μέλλον, αλλά πιστεύω ότι η Ρόουζ και ο δούκας της θα ζήσουν μαζί κι ευτυχισμένοι. Και πράγματι, ζήσαμε.


Σημείωμα της συγγραφέως Πάντα με γοήτευε η ζωή του Τζόσεφ Μέρικ, του Ανθρώπου-Ελέφαντα. Η σκληρότητα που βίωσε στα χέρια ορισμένων, η καλοσύνη που του έδειξαν απλόχερα κάποιοι άλλοι. Το 1884, τράβηξε την προσοχή του γιατρού σερ Φρέντερικ Τριβς, δέκα χρόνια μετά την εποχή που διαδραματίζεται αυτή η ιστορία. Θα περνούσαν δύο χρόνια ακόμα πριν ο Τριβς τον αναλάβει κι αρχίσει να τον μελετά διεξοδικά. Θα περνούσαν, όμως, πολλά χρόνια από τον θάνατο του Μέρικ πριν διαγνωστεί η πάθησή του ως νευροϊνωμάτωση, αν και ακόμα και σήμερα ορισμένοι αμφισβητούν τη διάγνωση. Ο Χάρι έπασχε από την ίδια νόσο, αλλά είχε μια αδερφή που πάλευε για να τον προστατεύσει, που θα έκανε τα πάντα για να τον γλιτώσει από τη σκληρότητα του κόσμου. Ακόμα και σήμερα δεν υπάρχει θεραπεία για την πάθηση αυτή, οπότε ούτε εγώ ούτε ο εξαιρετικός γιατρός σερ Ουίλιαμ Γκρέιβς θα μπορούσαμε να σώσουμε τον Χάρι. Τον αγαπούσαν, όμως, πολλοί περισσότεροι άνθρωποι απ’ όσους περίμενε. Ελπίζω να τον αγαπήσατε κι εσείς.