Page 1


Julia Quinn

ΚΑΙ ΖΗΣΑΝ ΑΥΤΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ μετάφραση: Βιολέττα Ζεύκη

Εκδοσεις Εlxis

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Τίτλος πρωτοτύπου: On the way to the wedding / Julia Quinn © Julie Cotler Pottinger, 2006 / Published by arrangement with Avon Books, an imprint of HarperCollins Publishers, The Marsh Agency and JLM Literary Agency © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2018 / Οι Εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα. Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τους Avon Books – HarperCollins Publishers, The Marsh Agency and JLM Literary Agency ISBN: 978-618-5229-77-1 Πρώτη ελληνική έκδοση: Nοέμβριος 2018 / Μετάφραση: Βιολέττα Ζεύκη / Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Γουρνιεζάκη / Σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελένη Οικονόμου / Ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Ηλίας Σούφρας Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis: Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι / Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 / www. elxisbooks.gr / info@elxisbooks.gr

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Για τη Λίζα Κόις. Γιατί είσαι η εκδότριά μου. Γιατί είσαι η φίλη μου. Και για τον Πολ. Έτσι απλά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


******ebook converter DEMO Watermarks*******


******ebook converter DEMO Watermarks*******


Πρόλογος Λονδίνο, όχι μακριά από την πλατεία Ανόβερ, καλοκαίρι 1827 Τα πνευμόνια του είχαν πάρει φωτιά. Ο Γκρέγκορι Μπρίτζερτον έτρεχε. Έτρεχε στους δρόμους του Λονδίνου, αδιαφορώντας για τα περίεργα βλέμματα των περαστικών. Οι κινήσεις του είχαν έναν αλλόκοτο, δυνατό ρυθμό –ένα δύο τρία τέσσερα, ένα δύο τρία τέσσερα–, που τον ωθούσε να συνεχίσει, τον κινούσε μπροστά ακόμα κι αν το μυαλό του παρέμενε εστιασμένο σε ένα και μόνο πράγμα: στην εκκλησία. Έπρεπε να φτάσει στην εκκλησία. Έπρεπε να σταματήσει τον γάμο. Πόση ώρα έτρεχε; Ένα λεπτό; Πέντε; Δεν ήξερε, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε τίποτε άλλο πέρα από τον προορισμό του. Στην εκκλησία. Έπρεπε να φτάσει στην εκκλησία. Είχε αρχίσει στις έντεκα αυτό το πράγμα. Αυτή η τελετή. Αυτό που δεν θα έπρεπε να έχει συμβεί ποτέ. Αλλά εκείνη, παρ’ όλα αυτά, το έκανε. Κι εκείνος έπρεπε να το σταματήσει. Δεν ήξερε πώς, και σίγουρα δεν ήξερε γιατί, αλλά εκείνη το έκανε κι αυτό ήταν λάθος. Έπρεπε να μάθει ότι ήταν λάθος. Ήταν δική του. Ανήκαν ο ένας στον άλλο. Εκείνη το ήξερε αυτό. Να πάρει η ευχή, το ήξερε. Πόση ώρα διαρκούσε μια γαμήλια τελετή; Πέντε λεπτά; Δέκα; Είκοσι; Δεν είχε ασχοληθεί ποτέ στο παρελθόν και σίγουρα δεν είχε σκεφτεί ποτέ του να κοιτάξει το ρολόι του στην αρχή και στο τέλος. Ποτέ του δεν πίστευε ότι θα του ήταν χρήσιμη αυτή η πληροφορία. Ποτέ του δεν σκέφτηκε ότι θα είχε τόση σημασία. Πόση ώρα έτρεχε; Δύο λεπτά; Δέκα; Έστριψε γλιστρώντας σχεδόν σε μια γωνία στην οδό Ρίτζεντ, μουγκρίζοντας κάτι που υποτίθεται ότι αντικαθιστούσε τη λέξη «συγγνώμη», καθώς έπεσε πάνω σε έναν αξιοπρεπώς ντυμένο κύριο, ρίχνοντας στο έδαφος τη βαλίτσα του. Κανονικά ο Γκρέγκορι θα σταματούσε να βοηθήσει τον κύριο, θα έσκυβε να σηκώσει τη βαλίτσα, αλλά όχι σήμερα, όχι το συγκεκριμένο πρωινό. Όχι τώρα. Στην εκκλησία. Έπρεπε να φτάσει στην εκκλησία. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο. Δεν έπρεπε. Έπρεπε να...

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Να πάρει! Σταμάτησε γλιστρώντας καθώς μία άμαξα βγήκε ξαφνικά μπροστά του. Ακούμπησε τα χέρια στους μηρούς του –όχι επειδή το ήθελε, αλλά μάλλον επειδή το απαιτούσε το απελπισμένο του κορμί–, ρουφούσε τεράστιες ανάσες αέρα, προσπαθώντας να ανακουφίσει την έντονη πίεση στο στήθος του, εκείνο το φριχτό κάψιμο, εκείνη την αίσθηση σαν σκίσιμο όπως... Η άμαξα πέρασε κι εκείνος ξεκίνησε πάλι. Ήταν κοντά τώρα. Μπορούσε να τα καταφέρει. Δεν μπορεί να ήταν πάνω από πέντε λεπτά που έφυγε από το σπίτι. Ίσως και έξι. Τα ένιωθε σαν τριάντα, αλλά όπως και να έχει σίγουρα δεν ήταν περισσότερα από εφτά. Έπρεπε να το σταματήσει αυτό. Ήταν λάθος. Έπρεπε να το σταματήσει. Και θα το σταματούσε. Τώρα έβλεπε την εκκλησία. Στο βάθος, το γκρίζο καμπαναριό της υψωνόταν στον φωτεινό γαλανό ουρανό. Κάποιος είχε κρεμάσει λουλούδια στους φανοστάτες. Δεν ήξερε τι λουλούδια ήταν – κίτρινα και λευκά, κυρίως κίτρινα. Έγερναν μπροστά με απερίσκεπτη εγκατάλειψη, ξεχειλίζοντας από τα καλάθια. Έδειχναν εορταστικά, σχεδόν χαρούμενα θα έλεγε κανείς, κι όλο αυτό ήταν τόσο λάθος. Δεν ήταν μια χαρούμενη μέρα. Δεν ήταν ένα γεγονός που έπρεπε να γιορταστεί. Και θα το σταματούσε. Επιβράδυνε το βήμα του ίσα για να μπορέσει να ανέβει τρέχοντας τα σκαλοπάτια χωρίς να πέσει και να σπάσει τα μούτρα του κι έπειτα τράβηξε δυνατά την πόρτα, ανοιχτή, ορθάνοιχτη, και μόλις που άκουσε τον κρότο καθώς χτύπησε δυνατά στον εξωτερικό τοίχο. Ίσως έπρεπε να σταματήσει για να πάρει μια ανάσα. Ίσως έπρεπε να μπει ήσυχα, επιτρέποντας στον εαυτό του μια στιγμή για να εκτιμήσει την κατάσταση, για να κρίνει πόσο είχαν προχωρήσει με το μυστήριο. Στην εκκλησία επικρατούσε ησυχία. Ο ιερέας σταμάτησε τον βαρετό μονόλογό του και όλες οι πλάτες γύρισαν, ώσπου όλα τα πρόσωπα στράφηκαν πίσω. Προς εκείνον. «Μη», είπε ξέπνοα ο Γκρέγκορι, αλλά ήταν τόσο λαχανιασμένος, ώστε ίσα που άκουσε κι ο ίδιος τη λέξη του. «Μη», είπε, πιο δυνατά αυτή τη φορά, αρπάζοντας την άκρη από τα στασίδια καθώς όρμησε έκπληκτος μπροστά. «Μην το κάνεις». Εκείνη δεν μίλησε, αλλά την είδε. Την είδε, με το στόμα της ορθάνοιχτο από την έκπληξη. Είδε την ανθοδέσμη να γλιστράει από τα χέρια της και ήξερε, μα τον Θεό, ήξερε ότι της είχε κοπεί η ανάσα. Ήταν τόσο όμορφη. Τα χρυσά της μαλλιά λες κι αιχμαλώτιζαν το φως κι έλαμπαν με μια ακτινοβολία που τον γέμιζε με δύναμη. Ίσιωσε την πλάτη, ακόμα ασθμαίνοντας, αλλά τώρα μπορούσε να περπατήσει χωρίς βοήθεια και έπαψε να στηρίζεται στα στασίδια.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Μην το κάνεις», είπε πάλι και κατευθύνθηκε προς το μέρος της με την αθόρυβη χάρη του άντρα που ξέρει τι θέλει. Που ξέρει τι πρέπει να γίνει. Εκείνη συνέχιζε να μη μιλάει. Δεν μιλούσε κανείς. Ήταν παράξενο αυτό. Τριακόσιοι από τους μεγαλύτερους ψηλομύτηδες του Λονδίνου συγκεντρωμένοι σε ένα κτίριο και κανείς δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Κανείς δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω του καθώς περπατούσε στο κεντρικό κλίτος. «Σ’ αγαπώ», της είπε, εκεί ακριβώς, μπροστά σε όλους. Και λοιπόν; Δεν μπορούσε να κρατήσει το μυστικό του. Δεν θα την άφηνε να παντρευτεί κάποιον άλλο χωρίς να βεβαιωθεί ότι όλος ο κόσμος ήξερε πως του είχε κλέψει την καρδιά. «Σ’ αγαπώ», της είπε πάλι και με την άκρη του ματιού του είδε τη μητέρα και την αδελφή του, που κάθονταν στην πρώτη σειρά, με το στόμα ορθάνοιχτο από την έκπληξη. Συνέχισε να περπατάει κατά μήκος του κλίτους και κάθε του βήμα ήταν πιο βέβαιο, πιο σίγουρο. «Μην το κάνεις», της είπε κι ανέβηκε στην αψίδα. «Μην τον παντρευτείς». «Γκρέγκορι», του ψιθύρισε. «Γιατί το κάνεις αυτό;» «Σ’ αγαπώ», της είπε, γιατί αυτό ήταν το μόνο που είχε να της πει. Το μόνο που είχε σημασία. Τα μάτια της άστραψαν κι είδε ότι η ανάσα της στάθηκε στον λαιμό της. Σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε τον άντρα που προσπαθούσε να παντρευτεί. Aνασήκωσε τα φρύδια και ανεπαίσθητα τους ώμους, σαν να έλεγε: Εσύ αποφασίζεις. Ο Γκρέγκορι γονάτισε στο ένα πόδι. «Παντρέψου με», της είπε κι άκουγες όλη του την ψυχή στις λέξεις του. «Παντρέψου εμένα». Κράτησε την ανάσα του. Ολόκληρη η εκκλησία κράτησε την ανάσα της. Τα μάτια της κοίταξαν βαθιά μέσα στα δικά του. Ήταν τεράστια και καθάρια και ό,τι εκείνος φανταζόταν ως καλό και ευγενικό και αληθινό. «Παντρέψου με», της ψιθύρισε μια τελευταία φορά. Τα χείλη της έτρεμαν, αλλά η φωνή της ήταν καθαρή όταν του είπε...

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 1 Στο οποίο ο ήρωάς μας ερωτεύεται Δύο μήνες νωρίτερα Σε αντίθεση με τους περισσότερους γνωστούς του άντρες, ο Γκρέγκορι Μπρίτζερτον πίστευε στον αληθινό έρωτα. Θα ήταν ανόητος αν δεν πίστευε σε αυτόν. Σκεφτείτε τα εξής: Ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Άντονι… Η μεγαλύτερη αδελφή του, η Δάφνη… Οι άλλοι αδελφοί του, ο Μπένεντικτ και ο Κόλιν, αλλά και οι αδελφές του, η Ελοΐζ, η Φραντσέσκα και η εκνευριστική αλλά αληθινή Υακίνθη, όλοι τους –όλοι τους– ήταν αρκετά ευτυχισμένοι με το ξεμυάλισμά τους με τους συζύγους τους. Για τους περισσότερους άντρες, μια τέτοια κατάσταση δεν θα έβγαζε και τόση χολή, αλλά για τον Γκρέγκορι που είχε γεννηθεί με μια ασυνήθιστα χαρωπή, αν όχι ενίοτε ενοχλητική –σε σχέση με τη μικρότερη αδελφή του– διάθεση, απλώς σήμαινε ότι δεν είχε άλλη επιλογή παρά να πιστέψει το προφανές: Ο έρωτας υπήρχε. Δεν ήταν ένα τρυφερό αποκύημα της φαντασίας, που επινοήθηκε για να μην πεθάνουν της πείνας οι ποιητές. Μπορεί να μην ήταν κάτι που μπορούσες να δεις ή να μυρίσεις ή να αγγίξεις, αλλά ήταν εκεί έξω και ήταν θέμα χρόνου να βρει κι εκείνος τη γυναίκα των ονείρων του και να νοικοκυρευτεί για να καρποφορήσει, να πολλαπλασιαστεί και να ασχοληθεί με κοπιαστικά χόμπι όπως το παπιέ μασέ και η συλλογή από τρίφτες μοσχοκάρυδου. Παρ’ όλα αυτά, αν κάποιος ήθελε να τοποθετηθεί με περισσότερη ακρίβεια επί του θέματος, κι αυτό έμοιαζε μάλλον δύσκολο για ένα τόσο αφηρημένο θέμα, τα όνειρά του δεν συμπεριλάμβαναν κάποια γυναίκα. Δηλαδή, καμία γυναίκα με συγκεκριμένα και αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά. Δεν ήξερε τίποτα για τη δική του γυναίκα, για κείνη που υποτίθεται ότι θα άλλαζε τελείως τη ζωή του και θα τον μεταμόρφωνε σε έναν χαρωπό στυλοβάτη ανίας και ευπρέπειας. Δεν ήξερε αν θα είναι κοντή ή ψηλή, μελαχρινή ή ξανθιά. Ήθελε να πιστεύει ότι θα είναι έξυπνη και με λεπτή αίσθηση του χιούμορ, αλλά, πέρα από αυτά, από πού κι ως πού να ξέρει; Θα μπορούσε να είναι ντροπαλή ή εξωστρεφής, κατακόκκινη από τις ατέλειωτες βόλτες της στον ήλιο. Δεν ήξερε. Όταν σκεφτόταν αυτή τη γυναίκα, αυτή την απίθανη, υπέροχη και προς το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


παρόν ανύπαρκτη γυναίκα, το μόνο που ήξερε ήταν πως όταν την έβρισκε… …Θα το καταλάβαινε. Δεν ήξερε πώς θα το καταλάβαινε· απλώς ήξερε ότι θα συνέβαινε. Κάτι στιγμιαίο, κάτι συνταρακτικό που θα άλλαζε τη ζωή του… δηλαδή, στ’ αλήθεια. Δεν θα ερχόταν στη ζωή του ψιθυριστά. Θα ερχόταν με πληρότητα και ορμή, σαν την παροιμιώδη κεραμίδα. Το μόνο ερώτημα ήταν το πότε. Και στο μεταξύ, δεν είχε λόγο να μην το διασκεδάζει όσο περίμενε την άφιξή της. Άλλωστε, δεν ήταν απαραίτητο να συμπεριφέρεται σαν καλόγερος περιμένοντας τον αληθινό έρωτά του. Ο Γκρέγκορι ήταν, κατά γενική ομολογία, ένας αρκετά τυπικός Λονδρέζος, με ένα άνετο –αν και οπωσδήποτε όχι εξωφρενικό– εισόδημα, πολλούς φίλους και αρκετά έξυπνος για να ξέρει πότε πρέπει να αποχωρήσει από ένα τραπέζι στοιχημάτων. Θεωρούνταν αρκετά αξιοπρεπής υποψήφιος γαμπρός στο νυφοπάζαρο του Λονδίνου, αν και όχι από τους πρώτους –οι τέταρτοι γιοι ποτέ δεν τύγχαναν ιδιαίτερα μεγάλης προσοχής–, και ήταν πάντα περιζήτητος όποτε οι μανούλες της αριστοκρατίας χρειάζονταν έναν κατάλληλο άντρα για να συμπληρώσουν ζυγό αριθμό στις βραδινές γιορτές. Κι αυτό όντως αύξανε λίγο περισσότερο το προαναφερθέν εισόδημά του – ήταν πάντα ένα προνόμιο. Ίσως όφειλε να έχει μεγαλύτερους στόχους στη ζωή του. Κάποιο σκοπό ή ακόμα κι ένα σπουδαιότερο καθήκον να εκπληρώσει στη ζωή του. Αλλά αυτό μπορούσε να περιμένει, σωστά; Σύντομα, ήταν σίγουρος, όλα θα ξεκαθάριζαν. Θα ήξερε τι ακριβώς θα ήθελε να κάνει και με ποιον θα ήθελε να το κάνει και στο μεταξύ... Δεν θα περνούσε καλά. Τουλάχιστον όχι αυτή τη στιγμή. Ας γίνουμε πιο σαφείς. Ο Γκρέγκορι τη συγκεκριμένη στιγμή καθόταν σε μια δερμάτινη πολυθρόνα, αρκετά άνετη, όχι πως αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία, εκτός από το ότι η έλλειψη άνεσης δεν ευνοούσε την ονειροπόληση κι αυτό με τη σειρά του τον ευνοούσε να μην ακούει τον αδελφό του, που, σημειωτέον, στεκόταν σχεδόν ενάμισι μέτρο μακριά του, μουρμουρίζοντας για άσχετα θέματα, χρησιμοποιώντας σχεδόν πάντα κάποια παραλλαγή των λέξεων καθήκον και υπευθυνότητα. Ο Γκρέγκορι δεν έδινε ιδιαίτερη προσοχή. Σπάνια έδινε προσοχή. Δηλαδή, κάθε τόσο έδινε, αλλά... «Γκρέγκορι; Γκρέγκορι!» Σήκωσε τα μάτια βλεφαρίζοντας. Τα χέρια του Άντονι ήταν σταυρωμένα στο στήθος κι αυτό δεν ήταν ποτέ καλό σημάδι. Ο Άντονι ήταν ο υποκόμης Μπρίτζερτον εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια. Και όλο αυτό το διάστημα –ο Γκρέγκορι ήταν ο πρώτος που επέμενε σε αυτό– είχε αποδειχτεί ο αξιότερος από όλους τους αδελφούς του και ήταν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ένας καλός φεουδάρχης. «Ζητώ χίλια συγγνώμη που εισβάλλω στις σκέψεις σου, όποιες κι αν είναι αυτές», είπε ο Άντονι στεγνά, «αλλά μήπως –λέω μήπως– άκουσες καμία λέξη από όσες είπα;» «Φιλοπονία», παπαγάλισε ο Γκρέγκορι, γνέφοντας με έναν τρόπο που θεωρούσε αρκετά σοβαρό. «Σκοπός». «Πράγματι», απάντησε ο Άντονι και ο Γκρέγκορι έδωσε συγχαρητήρια στον εαυτό του για κάτι που ήταν σαφώς μια εμπνευσμένη παράσταση. «Είναι πλέον καιρός να αναζητήσεις επιτέλους έναν σκοπό στη ζωή σου». «Φυσικά», μουρμούρισε ο Γκρέγκορι, κυρίως επειδή είχε χάσει το βραδινό και πεινούσε και είχε μάθει ότι η κουνιάδα του σέρβιρε δροσιστικά αναψυκτικά στον κήπο. Άλλωστε, δεν είχε ποτέ νόημα να φέρνει κανείς αντιρρήσεις στον Άντονι. Ποτέ. «Πρέπει να κάνεις μια αλλαγή. Να επιλέξεις μια νέα πορεία». «Όντως». Ίσως να σέρβιραν και σάντουιτς. Θα έτρωγε επιτόπου καμιά σαρανταριά από κείνα τα γελοία τα μικρούτσικα χωρίς κόρα. «Γκρέγκορι». Η φωνή του Άντονι διατηρούσε εκείνο τον τόνο που, αν και ήταν αδύνατον να τον περιγράψει, ήταν αρκετά εύκολο να τον αναγνωρίσει. Και ο Γκρέγκορι ήξερε ότι είχε έρθει η ώρα να προσέξει τι του έλεγε. «Σωστά», είπε, γιατί, ειλικρινά, ήταν απίστευτο το πόσο καλά δυο συλλαβές μπορούσαν να καθυστερήσουν μια σωστή πρόταση. «Υποθέτω ότι θα γίνω κληρικός». Αυτό έκανε τον Άντονι να παγώσει. Πάγωσε, μαρμάρωσε. Ο Γκρέγκορι έκανε μια παύση για να απολαύσει τη στιγμή. Κρίμα που έπρεπε να γίνει ιερωμένος για να το πετύχει. «Πώς είπες;» μουρμούρισε επιτέλους ο Άντονι. «Δεν θα έλεγα ότι έχω και πολλές επιλογές», είπε ο Γκρέγκορι. Και καθώς ηχούσαν οι λέξεις, συνειδητοποίησε ότι ήταν η πρώτη φορά που τις είχε αρθρώσει. Κατά κάποιο τρόπο αυτό τις έκανε πιο αληθινές, πιο μόνιμες. «Ή στρατός ή κλήρος», συνέχισε, «και, πρέπει να το ομολογήσω, είμαι φριχτός στη σκοποβολή». Ο Άντονι δεν μίλησε. Όλοι τους ήξεραν ότι αυτό ήταν αλήθεια. Μετά από μια στιγμή αλλόκοτης σιωπής, ο Άντονι μουρμούρισε: «Υπάρχουν και τα ξίφη». «Ναι, αλλά με την τύχη που έχω θα με στείλουν στο Σουδάν». Ο Γκρέγκορι έφριξε. «Όχι πως είμαι μίζερος, αλλά ναι, σκέφτομαι τη ζέστη. Εσύ θα πήγαινες;» Ο Άντονι έσπευσε να προβάλει την αντίρρησή του. «Όχι, φυσικά όχι». «Και», πρόσθεσε ο Γκρέγκορι, που άρχισε να το διασκεδάζει, «είναι και η μητέρα». Ακολούθησε μια παύση. Έπειτα: «Σχετίζεται με το Σουδάν… με ποιο τρόπο;» «Δεν θα της πολυάρεσε να πάω και, αν φύγω, ξέρεις, θα πρέπει εσύ να της κρατάς το χέρι κάθε φορά που θα ανησυχεί ή που θα έχει κάποιο φριχτό εφιάλτη σχετικά με...»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Εντάξει, με έπεισες», τον διέκοψε ο Άντονι. Ο Γκρέγκορι επέτρεψε στον εαυτό του να χαμογελάσει μέσα του. Στ’ αλήθεια, δεν ήταν δίκαιο για τη μητέρα του που, αυτό όφειλε να το διευκρινίσει, δεν είχε ποτέ απαιτήσει να προδικάσει το μέλλον με κάτι τόσο ασαφές όσο ένα όνειρο. Αλλά όντως θα μισούσε την ιδέα του να πάει στο Σουδάν και όντως ο Άντονι θα αναγκαζόταν να την ακούει να ανησυχεί για το γεγονός. Και καθώς ο Γκρέγκορι δεν ήθελε και ιδιαίτερα να εγκαταλείψει τις ομιχλώδεις ακτές της Αγγλίας, το θέμα αποσιωπήθηκε, όπως και να ’χε. «Μάλιστα», είπε ο Άντονι. «Μάλιστα. Τότε χαίρομαι που επιτέλους μπορούμε να κάνουμε αυτή τη συζήτηση». Ο Γκρέγκορι κοίταξε το ρολόι του τοίχου. Ο Άντονι καθάρισε τον λαιμό του, η φωνή του έκρυβε μια ανυπομονησία. «Και που επιτέλους αρχίζεις να σκέφτεσαι το μέλλον σου». Ο Γκρέγκορι ένιωσε το σαγόνι του να σφίγγεται. «Μα είμαι μόλις είκοσι έξι», του θύμισε. «Σίγουρα πολύ νέος για να επαναλαμβάνεις τόσες πολλές φορές τη λέξη “επιτέλους”». Ο Άντονι σήκωσε απλώς το ένα του φρύδι. «Να επικοινωνήσω με τον αρχιεπίσκοπο; Να κοιτάξω να σου βρω μια ενορία;» Το στήθος του Γκρέγκορι σφίχτηκε σε έναν αναπάντεχο σπασμό βήχα. «Ε όχι», είπε, όταν κατάφερε να μιλήσει. «Όχι ακόμα, τουλάχιστον». Η μια άκρη των χειλιών του Άντονι υψώθηκε. Αλλά όχι πολύ και όχι, οπωσδήποτε, σε χαμόγελο, με καμία έννοια. «Θα μπορούσες να παντρευτείς», του είπε σιγανά. «Θα μπορούσα», συμφώνησε ο Γκρέγκορι. «Και θα το κάνω. Μάλιστα, αυτό σκοπεύω να κάνω». «Αλήθεια;» «Όταν βρω την κατάλληλη γυναίκα». Και τότε, καθώς τον κοίταζε με δυσπιστία ο Άντονι, ο Γκρέγκορι πρόσθεσε: «Σίγουρα εσύ περισσότερο από όλους θα πρότεινες μια ένωση από έρωτα και όχι από συμφέρον». Ο Άντονι ήταν μάλλον φημισμένος για το ότι ήταν ξετρελαμένος με τη γυναίκα του, η οποία με τη σειρά της ήταν μάλλον ανεξήγητα ξετρελαμένη μαζί του. Ο Άντονι ήταν μάλλον φημισμένος για την αφοσίωσή του στα εφτά μικρότερα αδέλφια του κι έτσι ο Γκρέγκορι δεν θα έπρεπε να θεωρήσει τόσο απροσδόκητη τη συγκίνηση που άρχισε να αναβλύζει όταν του είπε τρυφερά: «Σου εύχομαι όλη την ευτυχία που απολαμβάνω στη ζωή μου». Ένα πολύ δυνατό γουργούρισμα στο στομάχι του Γκρέγκορι τον έσωσε από την υποχρέωση να απαντήσει. Κοίταξε τον αδελφό του κάπως ντροπιασμένος. «Συγγνώμη. Δεν έχω φάει για βράδυ». «Το ξέρω. Σε περιμέναμε νωρίτερα».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Γκρέγκορι απέφυγε να κάνει έναν μορφασμό. Μόλις και μετά βίας. «Η Κέιτ μπορώ να πω ότι στενοχωρήθηκε». Αυτό ήταν ό,τι χειρότερο. Άλλο πράγμα να ήταν ο Άντονι απογοητευμένος και άλλο η γυναίκα του να υποφέρει κατά κάποιο τρόπο… Τότε, λοιπόν, ο Γκρέγκορι ήξερε ότι είχε μπλέξει. «Έφυγα αργά από το Λονδίνο», ψέλλισε. Αυτή ήταν η αλήθεια, αλλά, παρ’ όλα αυτά, δεν αποτελούσε δικαιολογία για κακή συμπεριφορά. Τον περίμεναν στο δείπνο της βραδινής γιορτής και δεν είχε πάει. Λίγο έλειψε να πει: «Θα βρω τρόπο να επανορθώσω για κείνη», αλλά την τελευταία στιγμή δάγκωσε τη γλώσσα του. Αυτό κατά κάποιο τρόπο θα έκανε τα πράγματα χειρότερα, σαν να προσπαθούσε να υποτιμήσει τη σοβαρότητα της αργοπορίας του, συμπεραίνοντας ότι θα ήταν δυνατόν να εξομαλύνει κάθε ατασθαλία του με ένα χαμόγελο και ένα επιπόλαιο σχόλιο. Κι αυτό μπορούσε να το κάνει συχνά, αλλά για κάποιο λόγο αυτή τη φορά... Δεν ήθελε να το κάνει. Έτσι, αντί γι’ αυτό, είπε απλώς: «Λυπάμαι». Και μάλιστα το εννοούσε. «Έχει βγει στον κήπο», είπε ο Άντονι απότομα. «Νομίζω ότι έχει σκοπό να χορέψει – στο αίθριο, το πιστεύεις;» Ο Γκρέγκορι το πίστευε. Ήταν κάτι το χαρακτηριστικό για την κουνιάδα του. Δεν ήταν από κείνες που άφηναν να την προσπεράσει οποιαδήποτε ευτυχισμένη στιγμή και, με τόσο ασυνήθιστα καλό καιρό, γιατί να μη διοργανώσει έναν αυτοσχέδιο χορό έξω στη δροσούλα; «Φρόντισε να χορέψεις με όποια θέλει εκείνη», είπε ο Άντονι. «Η Κέιτ δεν θα θέλει να νιώσουν αποκλεισμένες κάποιες κοπέλες». «Φυσικά και όχι», μουρμούρισε ο Γκρέγκορι. «Τα λέμε σε ένα τέταρτο», είπε ο Άντονι κι επέστρεψε στο γραφείο του, όπου τον περίμεναν μερικές στοίβες χαρτιά. «Πρέπει να τακτοποιήσω κάποια έγγραφα». Ο Γκρέγκορι σηκώθηκε. «Θα το πω στην Κέιτ». Και τότε, με τη συνομιλία τους σαφώς λήξασα, βγήκε από το δωμάτιο και κατευθύνθηκε προς τον κήπο. Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε που είχε μετακομίσει στο Όμπρεϊ Χολ, το πατρικό της οικογένειας των Μπρίτζερτον. Η οικογένεια συναντιόταν εδώ στο Κεντ τα Χριστούγεννα, φυσικά, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν το σπίτι του Γκρέγκορι και ποτέ του δεν το ένιωσε έτσι. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του είχε κάνει μια αντισυμβατική επιλογή και απομάκρυνε την οικογένεια από τις ρίζες της, επιλέγοντας να περνά τον περισσότερο χρόνο της στο Λονδίνο. Δεν τους το είχε πει ποτέ, αλλά ο Γκρέγκορι υποπτευόταν ότι το χαριτωμένο παλιό σπίτι τους φιλοξενούσε υπερβολικά πολλές αναμνήσεις. Κατά συνέπεια, ο Γκρέγκορι πάντα ένιωθε περισσότερο στο σπίτι του στην πόλη παρά στην εξοχή. Η Οικία Μπρίτζερτον, στο Λονδίνο, ήταν το σπίτι των παιδικών του

******ebook converter DEMO Watermarks*******


χρόνων, όχι το Όμπρεϊ Χολ. Παρ’ όλα αυτά, απολάμβανε τις επισκέψεις του εκεί και πάντα του άρεσαν οι βουκολικές ασχολίες, όπως η ιππασία και η κολύμβηση, όταν η λίμνη ήταν αρκετά ζεστή για να την επιτρέπει, και, παραδόξως, του άρεσε η αλλαγή του ρυθμού. Του άρεσε η σιγαλιά και η καθαρότητα του αέρα μετά από τόσους μήνες στην πόλη. Και του άρεσε επίσης το ότι μπορούσε να τα αφήσει όλα αυτά πίσω του όταν ο αέρας γινόταν υπερβολικά σιγανός και καθαρός. Οι νυχτερινές εορταστικές εκδηλώσεις πραγματοποιούνταν στο γρασίδι στον νότιο χώρο ή τουλάχιστον έτσι του είχε πει ο μπάτλερ όταν έφτασε νωρίς το ίδιο πρωί. Του φάνηκε καλό σημείο για υπαίθρια εκδήλωση – επίπεδο έδαφος, θέα στη λίμνη κι ένα μεγάλο αίθριο με πολλά καθίσματα για τους λιγότερο δραστήριους επισκέπτες. Καθώς πλησίαζε στο μακρόστενο σαλόνι που έβλεπε στον κήπο, άκουγε το χαμηλόφωνο μουρμουρητό από φωνές που βούι​ζαν μέσα από τις μπαλκονόπορτες. Δεν ήταν βέβαιος για τον αριθμό των καλεσμένων στην οικιακή γιορτή της κουνιάδας του – ίσως γύρω στους είκοσι, ώστε να μπορεί κανείς να δραπετεύσει για λίγη ηρεμία και ησυχία χωρίς να αφήσει πίσω του κενό στην ομήγυρη. Καθώς ο Γκρέγκορι διέσχιζε το σαλόνι, πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας ως έναν βαθμό να μαντέψει τι είδους φαγητά είχε αποφασίσει να σερβίρει η Κέιτ. Δεν θα ήταν πολλά, φυσικά. Θα είχε ήδη μπουκώσει τους καλεσμένους της στο δείπνο. Γλυκά, αποφάσισε ο Γκρέγκορι, μυρίζοντας μια πινελιά κανέλας μόλις έφτασε στην ανοιχτόχρωμη γκρίζα πέτρα του αίθριου. Έβγαλε μια εκπνοή απογοήτευσης. Πέθαινε της πείνας κι εκείνη τη στιγμή μια τεράστια πιατέλα με κρέας θα ήταν ο παράδεισος για κείνον. Όμως είχε αργήσει και κανείς δεν έφταιγε γι’ αυτό παρά μόνο ο ίδιος και ο Άντονι θα του έπαιρνε το κεφάλι αν δεν πήγαινε αμέσως στη γιορτή, άρα έπρεπε να συμφιλιωθεί με τα κέικ και τα μπισκότα. Ένα ζεστό αεράκι χάιδεψε το δέρμα του καθώς βγήκε έξω. Έκανε απίστευτη ζέστη για Μάη μήνα. Όλοι γι’ αυτό μιλούσαν. Ήταν εκείνος ο καιρός που σου ανέβαζε τη διάθεση – τόσο αιφνιδιαστικά ευχάριστος που δεν μπορούσες παρά να χαμογελάσεις. Και όντως, οι καλεσμένοι τριγύρω του έδειχναν κεφάτοι. Το χαμηλόφωνο βουητό της κουβέντας τους κάθε τόσο διανθιζόταν από συχνούς βρυχηθμούς και τρίλιες γέλιου. Ο Γκρέγκορι κοίταξε τριγύρω, αναζητώντας τόσο τα αναψυκτικά όσο και κάποιον γνωστό του, κατά προτίμηση την κουνιάδα του Κέιτ, την οποία όφειλε να χαιρετήσει πρώτη, όπως υπαγόρευαν οι καλοί τρόποι. Αλλά καθώς το βλέμμα του σάρωνε το γύρω σκηνικό, αντί για την Κέιτ είδε... Εκείνη. Εκείνη. Και το κατάλαβε την ίδια στιγμή. Κατάλαβε ότι ήταν η εκλεκτή. Έμεινε να στέκει εκεί

******ebook converter DEMO Watermarks*******


παγωμένος, καθηλωμένος. Ο αέρας δεν βγήκε απότομα από μέσα του. Αντίθετα, λες και δραπέτευε αργά, ώσπου δεν του απέμενε ούτε ανάσα, και στεκόταν εκεί κούφιος, ανυπομονώντας για περισσότερα. Δεν έβλεπε το πρόσωπό της, ούτε καν το προφίλ της. Μόνο την πλάτη της, απλώς και μόνο την τέλεια καμπύλη του λαιμού της που του έκοβε την ανάσα και μια ξανθιά μπούκλα της να στροβιλίζεται πάνω στον ώμο της. Και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν: Είμαι κατεστραμμένος. Για όλες τις άλλες γυναίκες του κόσμου ήταν κατεστραμμένος. Αυτή η ένταση, αυτή η φωτιά, αυτή η συναρπαστική αίσθηση του σωστού – δεν είχε νιώσει ποτέ του κάτι παρόμοιο. Ίσως να ήταν ανοησία. Ίσως και τρέλα. Πιθανότατα και τα δύο. Αλλά περίμενε. Αυτή τη στιγμή, χρόνια τώρα, την περίμενε. Και ξαφνικά του έγινε σαφές – για ποιο λόγο δεν είχε καταταγεί στον στρατό ή δεν είχε χειροτονηθεί κληρικός ή δεν είχε αποδεχτεί μία από τις συχνές προσφορές του αδελφού του να διαχειριστεί ένα μικρότερο κτήμα ιδιοκτησίας των Μπρίτζερτον. Περίμενε. Αυτό ήταν όλο. Να πάρει, δεν είχε καν συνειδητοποιήσει πόσο καιρό δεν έκανε τίποτε άλλο από το να περιμένει αυτή τη στιγμή. Και να που ήρθε η στιγμή. Και να που ήρθε εκείνη. Και το ήξερε. Το ήξερε. Διέσχισε αργά το γρασίδι, ξεχνώντας το φαγητό και την Κέιτ. Κατάφερε να μουρμουρίσει τον χαιρετισμό του προς έναν ή δύο ανθρώπους καθώς τους προσπερνούσε, χωρίς να χάνει τον ρυθμό του βηματισμού του. Έπρεπε να φτάσει κοντά της. Έπρεπε να δει το πρόσωπό της, να ανασάνει το άρωμά της, να γνωρίσει τον ήχο της φωνής της. Κι έφτασε τελικά, λίγα μόλις μέτρα μακριά της. Έμεινε με κομμένη την ανάσα, γεμάτος δέος, με μια αίσθηση εκπλήρωσης και μόνο που στεκόταν δίπλα στη δική της παρουσία. Μιλούσε με μια άλλη κοπέλα, με χειρονομίες που ήταν αρκετές για να καταλάβει πως ήταν καλές φίλες. Στάθηκε εκεί για μια στιγμή και απλώς τις κοίταζε, ώσπου εκείνες γύρισαν αργά και αντιλήφθηκαν την παρουσία του. Τους χαμογέλασε. Αμυδρά, ελάχιστα. Και είπε... «Χαίρω πολύ». Η Λουσίντα Αμπέρναθι, ευρύτερα γνωστή, δηλαδή, σε όλους ως Λούσι, συγκράτησε έναν βρυχηθμό καθώς στράφηκε προς τον κύριο που την κρυφοκοίταζε, πιθανώς για να κάνει τα γλυκά μάτια στην Ερμιόνη, όπως άλλωστε έκαναν όλοι όσοι γνώριζαν την Ερμιόνη.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ήταν εξαιρετικά ριψοκίνδυνο να έχεις φίλη την Ερμιόνη Γουά​​τσον. Έκανε συλλογή από ραγισμένες καρδιές όπως ο γέροντας εφημέριος στο Αβαείο έκανε συλλογή από πεταλούδες. Με τη μόνη διαφορά, φυσικά, ότι η Ερμιόνη δεν τρυπούσε τη συλλογή της με άθλιες μικρές καρφίτσες. Η αλήθεια να λέγεται, η Ερμιόνη δεν ήθελε να κερδίσει τις καρδιές των κυρίων και σίγουρα δεν προσπάθησε ποτέ να ραγίσει κάποια από αυτές. Απλώς... συνέβαινε. Η Λούσι το είχε πια συνηθίσει. Η Ερμιόνη ήταν η Ερμιόνη, με ανοιχτά ξανθά μαλλιά στο χρώμα του βούτυρου, πρόσωπο στο σχήμα της καρδιάς και τεράστια, πλατιά μάτια με την πιο συναρπαστική απόχρωση του πράσινου. Η Λούσι, από την άλλη, ήταν... Τέλος πάντων, δεν ήταν και η Ερμιόνη, σαφέστατα. Απλώς ήταν ο εαυτός της και, τις περισσότερες φορές, αυτό ήταν αρκετό. Η Λούσι ήταν, σχεδόν με κάθε ορατό τρόπο, λίγο λιγότερο Ερμιόνη. Λίγο λιγότερο ξανθιά. Λίγο λιγότερο αδύνατη. Λίγο λιγότερο ψηλή. Τα μάτια της είχαν λίγο λιγότερο έντονο χρώμα – ουσιαστικά, προς το μπλε-γκρι, αρκετά γοητευτικά όταν συγκρίνονταν με τα μάτια οποιασδήποτε άλλης εκτός από της Ερμιόνης, αλλά αυτό δεν την ωφελούσε και σε τίποτα, γιατί δεν πήγαινε πουθενά χωρίς την Ερμιόνη. Είχε καταλήξει σε αυτό το συνταρακτικό συμπέρασμα κάποια μέρα, την ώρα που δεν ήταν συγκεντρωμένη στα μαθήματά της στην Αγγλική Σύνθεση και Λογοτεχνία στη Σχολή για Εξαιρετικές Νεαρές Κυρίες της δεσποινίδας Μος, όπου φοιτούσαν εδώ και τρία χρόνια εκείνη και η Ερμιόνη. Η Λούσι ήταν λίγο λιγότερη. Ή μάλλον, αν κάποιος ήθελε να το θέσει πιο ευγενικά, ήταν απλώς σχεδόν. Ήταν, υπέθετε, αρκετά γοητευτική, με εκείνον τον υγιεινό, παραδοσιακά, τρόπο των αγγλικών τριαντάφυλλων, αλλά οι άντρες σπανίως, ή μάλλον ποτέ, πάθαιναν πλάκα με την παρουσία της. Αλλά η Ερμιόνη... τέλος πάντων, ήταν καλό που ήταν τόσο συμπαθητικός τύπος. Διαφορετικά, θα ήταν αβάσταχτο να είναι φίλη της. Κι εκτός από αυτό, ήταν και το γεγονός ότι απλώς δεν ήξερε να χορεύει. Βαλς, καντρίλια, μινουέτο – ό,τι κι αν ήταν. Σε ό,τι είχε να κάνει με μουσική και κίνηση, η Ερμιόνη δεν τα κατάφερνε. Κι αυτό ήταν υπέροχο. Η Λούσι δεν θεωρούσε τον εαυτό της ιδιαίτερα ρηχό άτομο και θα επέμενε, αν τη ρωτούσε κανείς, ότι πρόθυμα θα έπεφτε στις ρόδες μιας άμαξας για την αγαπημένη της φίλη, αλλά υπήρχε ένα είδος ικανοποιητικής δικαιοσύνης στο γεγονός ότι η πιο όμορφη κοπέλα στην Αγγλία δεν σκάμπαζε από χορό, γιατί είχε πόδια κούτσουρα. Που λέει ο λόγος, δηλαδή. Και να τα μας πάλι. Όχι τα κούτσουρα, φυσικά, αλλά ένας άντρας. Και μάλιστα, γοητευτικός. Ψηλός, αν και όχι υπερβολικά, με καστανά μαλλιά κι ένα μάλλον

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ευχάριστο χαμόγελο. Και μια λάμψη στα μάτια του, που δεν μπορούσε να διακρίνει το χρώμα τους μέσα στο μισόφωτο του βραδινού ουρανού. Για να μην πούμε ότι δεν μπορούσε καν να δει τα μάτια του, γιατί δεν κοίταζε εκείνη. Κοίταζε την Ερμιόνη, όπως έκαναν πάντα οι άντρες. Η Λούσι χαμογέλασε ευγενικά, αν και δεν φανταζόταν ότι εκείνος το παρατήρησε, και τον περίμενε να υποκλιθεί και να συστηθεί. Και τότε εκείνος έκανε το πιο εκπληκτικό πράγμα. Αφού αποκάλυψε το όνομά του – θα έπρεπε να το έχει μαντέψει ότι ήταν ένας Μπρίτζερτον από το παρουσιαστικό του–, έσκυψε και φίλησε πρώτα το δικό της χέρι. Της Λούσι της κόπηκε η ανάσα. Μετά, φυσικά, συνειδητοποίησε τι έκανε εκείνος. Ω ναι, απλώς ήταν καλός. Πολύ καλός. Τίποτα, τίποτα δεν θα έκανε έναν άντρα πιο αγαπητό στην Ερμιόνη γρηγορότερα από ένα κομπλιμέντο στη Λούσι. Τι κρίμα για κείνον που η καρδιά της Ερμιόνης ήταν ήδη δοσμένη σε άλλον. Τέλος πάντων. Τουλάχιστον, θα ήταν διασκεδαστικό να δει πώς θα εξελισσόταν το πράγμα. «Είμαι η δεσποινίς Ερμιόνη Γουάτσον», έλεγε η Ερμιόνη και η Λούσι συνειδητοποίησε ότι η τακτική του κυρίου Μπρίζερτον ήταν διπλά ευφυής. Φιλώντας δεύτερο το χέρι της Ερμιόνης, θα μπορούσε να παραμείνει κοντά του, και σ’ εκείνη, χωρίς βιασύνη κι έπειτα εκείνη θα έπρεπε να αναλάβει να κάνει τις συστάσεις. Η Λούσι σχεδόν εντυπωσιάστηκε. Αν μη τι άλλο, αυτό τον διέκρινε ως λίγο πιο έξυπνο από τον μέσο όρο των κυρίων. «Και από εδώ η καλύτερή μου φίλη», συνέχισε η Ερμιόνη, «λαίδη Λουσίντα Αμπέρναθι». Το είπε όπως το έλεγε πάντα, με αγάπη και αφοσίωση και ίσως με μια νύξη απελπισίας, σαν να έλεγε: Μα προς Θεού, ρίξτε μια ματιά και σ’ εκείνη. Αλλά φυσικά κανείς δεν το έκανε αυτό ποτέ. Μόνο όταν αναζητούσαν συμβουλές σε ό,τι αφορούσε την Ερμιόνη, την καρδιά της και την κατάκτησή της. Όταν συνέβαινε αυτό, η Λούσι ήταν πάντα περιζήτητη. Ο κύριος Μπρίτζερτον –ο κύριος Γκρέγκορι Μπρίτζερτον, διόρθωσε μέσα της η Λούσι, γιατί, απ’ ό,τι γνώριζε, υπήρχαν τρεις κύριοι Μπρίτζερτον συνολικά, χωρίς να υπολογίσουμε τον υποκόμη φυσικά– γύρισε και την αιφνιδίασε με ένα νικηφόρο χαμόγελο κι ένα ζεστό βλέμμα. «Πώς είστε, λαίδη Λουσίντα;» μουρμούρισε. «Πολύ καλά, ευχαριστώ», κι έπειτα ήταν να σκάσει, γιατί τραύλισε πριν το Π πολύ, αλλά, δόξα τω Θεώ, οι άντρες ποτέ δεν κοίταζαν εκείνη όταν το βλέμμα τους έπεφτε στην Ερμιόνη, ποτέ. Θα μπορούσε άραγε να ενδιαφέρεται για κείνη; Όχι, αδύνατον. Κανείς δεν ενδιαφερόταν ποτέ.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Και στ’ αλήθεια, είχε σημασία; Φυσικά θα ήταν γοητευτικό αν ένας άντρας ερωτευόταν τρελά και παθιασμένα εκείνη, έτσι, χάριν αλλαγής. Αλήθεια, δεν θα την πείραζε να της δώσουν σημασία. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι η Λούσι ήταν λογοδοσμένη με τον λόρδο Χέιζελμπι εδώ και πάρα πολλά χρόνια και συνεπώς δεν είχε νόημα να έχει έναν συνεπαρμένο θαυμαστή. Δεν θα οδηγούσε σε τίποτα το χρήσιμο κάτι τέτοιο. Κι άλλωστε, σίγουρα δεν έφταιγε η Ερμιόνη που είχε γεννηθεί με αγγελικό πρόσωπο. Έτσι η Ερμιόνη ήταν η σειρήνα και η Λούσι ήταν η έμπιστη φίλη και όλα ήταν σωστά και δίκαια στον κόσμο. Ή, αν όχι σωστά και δίκαια, τουλάχιστον αρκετά προβλέψιμα. «Είστε ένας από τους οικοδεσπότες, λοιπόν;» ρώτησε επιτέλους η Λούσι, αφού κανείς δεν είχε πει το παραμικρό όταν είχαν ξεμπερδέψει με τα απαραίτητα «χάρηκα πολύ για τη γνωριμία». «Φοβάμαι πως όχι», απάντησε ο κύριος Μπρίτζερτον. «Όσο κι αν θα ήθελα να πάρω τα εύσημα για τη γιορτή, η έδρα μου είναι το Λονδίνο». «Είστε πολύ τυχερός που έχετε το Όμπρεϊ Χολ στην οικογένειά σας», είπε ευγενικά η Ερμιόνη, «ακόμα κι αν είναι του αδελφού σας». Και τότε η Λούσι το κατάλαβε. Ο κύριος Μπρίτζερτον λιμπιζόταν την Ερμιόνη. Δεν είχε σημασία που φίλησε πρώτα το δικό της χέρι ή που την κοίταζε όταν εκείνη μιλούσε, κάτι που οι περισσότεροι άντρες δεν έμπαιναν ποτέ στον κόπο να κάνουν. Και μόνο αν έβλεπε κανείς τον τρόπο που κοίταξε την Ερμιόνη όταν μίλησε, θα καταλάβαινε ότι κι αυτός ήταν ένας από το πλήθος. Τα μάτια του είχαν εκείνο το κάπως λαμπερό βλέμμα. Τα χείλη του ήταν μισάνοιχτα. Και υπήρχε μια ένταση, σαν να ήθελε να πάρει την Ερμιόνη και να κατηφορίσει τον λόφο μαζί της, κι ας πάνε στα κομμάτια και τα πλήθη και η περιουσία. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τον τρόπο που κοίταζε εκείνη, που θα μπορούσε κανείς να τον περιγράψει ως ευγενική έλλειψη ενδιαφέροντος. Ή ίσως ήταν: Γιατί μου στέκεσαι εμπόδιο και δεν μπορώ να πάρω την Ερμιόνη αγκαλιά και να κατηφορίσω τον λόφο μαζί της κι ας πάνε στα κομμάτια και τα πλήθη και η περιουσία; Δεν ήταν απογοητευτικό ακριβώς. Απλώς... όχι... μη απογοητευτικό. Θα έπρεπε να υπάρχει λέξη για κάτι τέτοιο. Στ’ αλήθεια, θα έπρεπε. «Λούσι; Λούσι;» Η Λούσι συνειδητοποίησε με μια δόση αμηχανίας ότι δεν ήταν συγκεντρωμένη στη συζήτηση. Η Ερμιόνη την κοιτούσε παράξενα, με το κεφάλι γερμένο στο πλάι μ’ εκείνο τον τρόπο που οι άντρες πάντα έβρισκαν τόσο γοητευτικό. Η Λούσι το είχε δοκιμάσει κάποτε. Της είχε φέρει ζαλάδα. «Ναι;» μουρμούρισε, γιατί μάλλον ήταν απαραίτητο να απαντήσει με κάποια λέξη. «Ο κύριος Μπρίτζερτον μου ζήτησε να χορέψω μαζί του», είπε η Ερμιόνη, «αλλά του είπα ότι δεν μπορώ».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Ερμιόνη πάντα παρίστανε ότι είχε στραμπουλίξει τους αστραγάλους της ή ότι είχε ψύξη στο κεφάλι για να αποφύγει την πίστα του χορού. Κι αυτό ήταν πάντα μια χαρά, εκτός από το ότι φόρτωνε όλους τους θαυμαστές της στη Λούσι. Κι αυτό ήταν μια χαρά στην αρχή, αλλά είχε γίνει κάτι τόσο συνηθισμένο, ώστε η Λούσι υποψιαζόταν ότι οι κύριοι πλέον πίστευαν ότι κατευθύνονταν προς το μέρος της μόνο από οίκτο, κι αυτό θα μπορούσε να μην απέχει καθόλου από την αλήθεια. Η Λούσι ήταν, αφού και η ίδια το έλεγε, αρκετά καλή στον χορό. Και άριστη στην κουβέντα. «Με μεγάλη μου χαρά θα χόρευα με τη λαίδη Λουσίντα», είπε ο κύριος Μπρίτζερτον γιατί, ειλικρινά τώρα, τι άλλο μπορούσε να πει; Κι έτσι η Λούσι χαμογέλασε, όχι απόλυτα εγκάρδια, αλλά σε κάθε περίπτωση χαμογέλασε και αφέθηκε να την οδηγήσει στο αίθριο.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 2 Στο οποίο η ηρωίδα μας επιδεικνύει μια σαφή έλλειψη σεβασμού για οτιδήποτε ρομαντικό Ο Γκρέγκορι ήταν, αν μη τι άλλο, κύριος με τα όλα του κι έκρυψε την απογοήτευσή του καθώς πρόσφερε το μπράτσο του στη λαίδη Λουσίντα και τη συνόδευσε στην αυτοσχέδια πίστα χορού. Ήταν σίγουρος πως ήταν μια απόλυτα γοητευτική και αξιαγάπητη νεαρή κοπέλα, αλλά δεν ήταν η δεσποινίδα Ερμιόνη Γουάτσον. Κι εκείνος περίμενε όλη του τη ζωή να συναντήσει τη δεσποινίδα Ερμιόνη Γουάτσον. Παρ’ όλα αυτά, αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί επωφελές για τον σκοπό του. Η λαίδη Λουσίντα ήταν σαφώς η πιο στενή φίλη της δεσποινίδας Γουάτσον – κι η δεσποινίδα Γουάτσον είχε φλυαρήσει για κείνη στη σύντομη συνομιλία τους, κατά τη διάρκεια της οποίας η λαίδη Λουσίντα κοίταζε μακριά κάτι πέρα από τον ώμο του, προφανώς χωρίς να ακούει ούτε μία λέξη του. Έχοντας τέσσερις αδελφές, ο Γκρέγκορι ήξερε κάποια πραγματάκια για τις γυναίκες, το πιο σημαντικό από τα οποία ήταν πως αποδεικνυόταν πάντα καλή ιδέα να είσαι φίλος με τη φίλη, αρκεί να ήταν όντως φίλες και όχι απλώς εκείνο το αλλόκοτο πράγμα που κάνουν οι γυναίκες όταν παριστάνουν ότι είναι φίλες, ενώ στην πραγματικότητα απλώς περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να μαχαιρώσουν η μια την άλλη πισώπλατα. Μυστήρια πλάσματα οι γυναίκες. Αν μπορούσαν να μάθουν να λένε αυτό που εννοούν, ο κόσμος θα γινόταν πολύ καλύτερος. Αλλά η δεσποινίδα Γουάτσον και η λαίδη Λουσίντα έδιναν την εντύπωση ότι είναι αφοσιωμένες φίλες, πέρα από την ονειροπόληση της λαίδης Λουσίντα. Και αν ο Γκρέγκορι ήθελε να μάθει περισσότερα για τη δεσποινίδα Γουάτσον, η λαίδη Λουσίντα Αμπέρναθι ήταν η πιο προφανής αφετηρία. «Είστε καιρό φιλοξενούμενη στο Όμπρεϊ Χολ;» ρώτησε ο Γκρέγκορι ευγενικά καθώς περίμεναν να αρχίσει η μουσική. «Από χτες», του απάντησε. «Κι εσείς; Δεν σας είχαμε δει ως τώρα στις άλλες συγκεντρώσεις». «Ήρθα μόλις απόψε», της είπε. «Μετά το δείπνο». Έκανε έναν μορφασμό. Τώρα που δεν κοίταζε πια τη δεσποινίδα Γουάτσον, θυμήθηκε ότι πεινούσε πολύ. «Πρέπει να πεθαίνετε στην πείνα», αναφώνησε η λαίδη Λουσίντα. «Θα προτιμούσατε να κάνετε μια βόλτα στο αίθριο αντί να χορέψετε; Σας υπόσχομαι ότι μπορούμε να περπατήσουμε πέρα από το τραπέζι με τα αναψυκτικά». Ο Γκρέγκορι θα μπορούσε να την αγκαλιάσει. «Λαίδη Λουσίντα, είστε μια εξαίρετη

******ebook converter DEMO Watermarks*******


νεαρή κυρία». Του χαμογέλασε, αλλά με ένα παράξενο χαμόγελο, κι εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει ακριβώς τι σήμαινε. Της άρεσε το κομπλιμέντο του, για αυτό ήταν παραπάνω από βέβαιος, αλλά υπήρχε και κάτι άλλο, κάτι λίγο θλιμμένο, κάτι που πρόδιδε παραίτηση. «Πρέπει να έχετε αδελφό», της είπε. «Έχω», του επιβεβαίωσε, χαμογελώντας με το συμπέρασμά του. «Είναι τέσσερα χρόνια μεγαλύτερός μου και μονίμως πεινασμένος. Θα απορούσα αν έβρισκα ποτέ φαγητό στο κελάρι όταν επέστρεφα από το σχολείο». Ο Γκρέγκορι βόλεψε το χέρι της στην κοιλότητα του διπλωμένου αγκώνα του και μαζί προχώρησαν προς την περίμετρο του αίθριου. «Από δω», είπε η λαίδη Λουσίντα, τραβώντας λίγο το χέρι του όταν εκείνος προσπάθησε να κατευθύνει και τους δυο τους με φορά αντίθετη των δεικτών του ρολογιού. «Εκτός εάν προτιμάτε τα γλυκά». Ο Γκρέγκορι ένιωσε το πρόσωπό του να φωτίζεται. «Υπάρχουν αλμυρά;» «Σάντουιτς. Είναι μικρά αλλά πολύ νόστιμα, ιδιαίτερα εκείνα με το αβγό». Εκείνος έγνεψε καταφατικά, κάπως αφηρημένος. Έπιασε με την άκρη του ματιού του τη δεσποινίδα Γουάτσον και ήταν λίγο δύσκολο να συγκεντρωθεί σε οτιδήποτε άλλο. Ειδικά όταν εκείνη ήταν περικυκλωμένη από άντρες. Ο Γκρέγκορι ήταν βέβαιος πως περίμεναν πώς και πώς κάποιον να απομακρύνει τη λαίδη Λουσίντα για να της επιτεθούν. «Εεε, γνωρίζετε καιρό τη δεσποινίδα Γουάτσον;» τη ρώτησε, προσπαθώντας να μην το πει απροκάλυπτα. Ακολούθησε μια μικρή παύση κι έπειτα του απάντησε: «Τρία χρόνια. Είμαστε συμμαθήτριες στη σχολή της δεσποινίδας Μος. Ή μάλλον ήμαστε συμμαθήτριες. Αποφοιτήσαμε φέτος». «Να υποθέσω ότι προγραμματίζετε να κάνετε το ντεμπούτο σας στο Λονδίνο φέτος την άνοιξη;» «Ναι», του απάντησε, γνέφοντας προς ένα τραπέζι στρωμένο με μικρά σνακ. «Αφιερώσαμε τους τελευταίους μήνες στις προετοιμασίες, όπως αρέσκεται να τις αποκαλεί η μητέρα της Ερμιόνης, συμμετέχοντας σε οικιακές γιορτές και μικρές συγκεντρώσεις». «Το τελευταίο γυάλισμα;» τη ρώτησε χαμογελώντας. Τα χείλη της καμπυλώθηκαν για να απαντήσουν. «Ακριβώς. Τώρα πρέπει να είμαι πια το τέλειο κηροπήγιο». Διαπίστωσε ότι διασκέδαζε μαζί της. «Ένα απλό κηροπήγιο, λαίδη Λουσίντα; Προς Θεού, μην υποτιμάτε τον εαυτό σας. Τουλάχιστον, είστε ένας περίτεχνος ασημένιος αμφορέας από κείνους που τελευταία όλοι θέλουν να έχουν στο καθιστικό τους».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Άρα είμαι αμφορέας;» του είπε κι έδειξε μόλις να παίρνει στα σοβαρά την ιδέα. «Αναρωτιέμαι τότε τι θα είναι η Ερμιόνη». Ένα κόσμημα. Ένα διαμάντι δεμένο με χρυσάφι. Ένα διαμάντι δεμένο με χρυσάφι και τριγύρω... Πίεσε τον εαυτό του να εμποδίσει τις σκέψεις του να προχωρήσουν προς την κατεύθυνση που είχαν πάρει. Θα επιδείκνυε αργότερα τις ποιητικές του επιδόσεις, όταν δεν θα αναμενόταν να συνεχίσει τη συζήτηση από την πλευρά του. Μια συζήτηση με μια διαφορετική νεαρή κυρία. «Είμαι σίγουρος ότι δεν γνωρίζω», είπε αψήφιστα, προσφέροντάς της ένα πιάτο. «Άλλωστε, μόλις γνώρισα τη δεσποινίδα Γουάτσον». Εκείνη δεν μίλησε, αλλά τα φρύδια της ανασηκώθηκαν ελαφρά. Και τότε, φυσικά, ο Γκρέγκορι συνειδητοποίησε ότι κοίταζε πάνω από τον ώμο της προσπαθώντας να έχει καλύτερο οπτικό πεδίο προς τη δεσποινίδα Γουάτσον. Η λαίδη Λουσίντα έβγαλε έναν μικρό αναστεναγμό. «Μάλλον πρέπει να μάθετε ότι είναι ερωτευμένη με κάποιον άλλο». Ο Γκρέγκορι επέστρεψε το βλέμμα του ξανά στη γυναίκα στην οποία όφειλε να εστιάζει την προσοχή του. «Ορίστε;» Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της ελαφρά καθώς σέρβιρε μερικά μικρά σάντουιτς στο πιάτο της. «Η Ερμιόνη. Είναι ερωτευμένη με κάποιον άλλο. Θεώρησα ότι θα θέλατε να το ξέρετε». Ο Γκρέγκορι έμεινε με το στόμα ανοιχτό κι έπειτα, ενάντια στην τελευταία στάλα λογικής που του απέμενε, κοίταξε ξανά τη δεσποινίδα Γουάτσον. Ήταν η πιο προφανής, αξιολύπητη χειρονομία, αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί. Απλώς... Θεέ και Κύριε, απλώς ήθελε να την κοιτάξει και να την ξανακοιτάξει και να μη σταματήσει ποτέ. Αν αυτό δεν ήταν έρωτας, δεν μπορούσε να φανταστεί τι άλλο θα μπορούσε να είναι. «Ζαμπόν;» «Τι;» «Ζαμπόν». Η λαίδη Λουσίντα κρατούσε μια μικρή φέτα ζαμπόν για σάντουιτς με μια τσιμπίδα. Το πρόσωπό της ήταν ενοχλητικά ξέγνοιαστο. «Θέλετε μια φέτα;» τον ρώτησε. Εκείνος μούγκρισε και πλησίασε το πιάτο του προς το μέρος της. Κι έπειτα, επειδή δεν μπορούσε να αφήσει το θέμα σε εκκρεμότητα, είπε αυστηρά: «Είμαι βέβαιος ότι δεν με αφορά». «Το θέμα του σάντουιτς;» «Το θέμα της δεσποινίδας Γουάτσον», της πέταξε. Παρ’ όλα αυτά, φυσικά, δεν το εννοούσε. Η Ερμιόνη Γουάτσον τον αφορούσε και πολύ μάλιστα – ή, τουλάχιστον, θα τον αφορούσε πολύ σύντομα. Ήταν κάπως δυσάρεστο το γεγονός ότι εκείνη προφανώς δεν την είχε χτυπήσει ο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ίδιος κεραυνός που είχε πλήξει τον ίδιο. Δεν είχε ποτέ του φανταστεί πως, όταν εκείνος θα ερωτευόταν, το αντικείμενο του έρωτά του μπορεί να μην ένιωθε το ίδιο και μάλιστα με την ίδια αμεσότητα. Αλλά τουλάχιστον αυτή η εξήγηση –το ότι εκείνη πίστευε ότι ήταν ερωτευμένη με κάποιον άλλο– βοήθησε λίγο την περηφάνια του. Ήταν πολύ πιο ευπρόσδεκτο να τη σκέφτεται τρελά ερωτευμένη με κάποιον άλλο παρά εντελώς αδιάφορη για κείνον. Το μόνο που του απέμενε ήταν να την κάνει να συνειδητοποιή​σει πως, όποιος κι αν ήταν ο άλλος άντρας, δεν ήταν ο κατάλληλος για κείνη. Ο Γκρέγκορι δεν ήταν αλαζόνας ώστε να θεωρεί ότι θα μπορούσε να κερδίσει οποιαδήποτε γυναίκα στην οποία έριχνε τη ματιά του, αλλά σίγουρα δεν είχε ποτέ δυσκολίες με το ωραίο φύλο και, δεδομένης της αντίδρασής του απέναντι στη δεσποινίδα Γουά​τσον, ήταν απλώς αδιανόητο τα αισθήματά της να μείνουν πολύ καιρό χωρίς αναπόκριση. Ίσως έπρεπε να αγωνιστεί για να κερδίσει την καρδιά της και το χέρι της, αλλά αυτό θα έκανε μονάχα ακόμα πιο γλυκιά τη νίκη του. Ή, τουλάχιστον, αυτό έλεγε στον εαυτό του. Η αλήθεια ήταν ότι ένας αμοιβαίος κεραυνοβόλος έρωτας θα δημιουργούσε πολύ λιγότερα προβλήματα. «Μη νιώθετε άσχημα», είπε η λαίδη Λουσίντα, τεντώνοντας ελαφρά τον λαιμό της καθώς παρατηρούσε τα σάντουιτς, αναζητώντας, πιθανώς, κάτι πιο εξωτικό από το βρετανικό χοιρινό. «Δεν νιώθω άσχημα», της πέταξε κι έπειτα περίμενε να στρέψει την προσοχή της σ’ εκείνον. Όταν εξακολουθούσε να μην το κάνει, της είπε πάλι: «Δεν νιώθω άσχημα». Γύρισε προς το μέρος του, τον κοίταξε με ειλικρίνεια και ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της. «Τότε αυτό είναι ανακουφιστικό, οφείλω να πω. Οι περισσότεροι άντρες καταρρέουν». Ζάρωσε το μέτωπό του. «Τι εννοείτε καταρρέουν;» «Εννοώ αυτό ακριβώς που είπα», του απάντησε, ρίχνοντάς του μια ανυπόμονη ματιά. «Ή, αν δεν καταρρεύσουν, κυριεύονται από έναν μάλλον ανεξήγητο θυμό», συμπλήρωσε με ένα χαριτωμένο ρουθούνισμα. «Λες και είναι των γυναικών το φταίξιμο». «Το φταίξιμο;» επανέλαβε ο Γκρέγκορι σαν αντίλαλος, γιατί στην πραγματικότητα ήταν δύσκολο να καταλάβει τι εννοούσε. «Δεν είστε ο πρώτος κύριος που φαντάζεται ότι είναι ερωτευμένος με την Ερμιόνη», του είπε με ύφος μάλλον κουρασμένο. «Συνέχεια αυτό συμβαίνει». «Δεν φαντάζομαι ότι είμαι ερωτευμένος...» τη διέκοψε, ελπίζοντας να μην καταλάβει την έμφαση που έδωσε στη λέξη «φαντάζομαι». Θεέ και Κύριε, μα τι του συνέβαινε; Κάποτε είχε αίσθηση του χιούμορ. Ακόμα και με τον εαυτό του. Ειδικά με τον εαυτό του. «Όχι», ακούστηκε ευχάριστα αιφνιδιασμένη. «Λοιπόν, αυτό είναι ανακουφιστικό».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Γιατί είναι ανακουφιστικό;» τη ρώτησε. «Γιατί κάνετε τόσο πολλές ερωτήσεις;» ήταν η απάντησή της. «Δεν ισχύει αυτό», διαμαρτυρήθηκε εκείνος, αν και ήξερε ότι συνέβαινε. Εκείνη αναστέναξε κι έπειτα τον κατέπληξε λέγοντας: «Συγγνώμη». «Ορίστε;» Κοίταξε το σάντουιτς με αβγοσαλάτα στο πιάτο της, έπειτα πάλι εκείνον, και το ότι τον έβαλε σε δεύτερη μοίρα δεν του φάνηκε κολακευτικό. Συνήθως τον θεωρούσαν πιο σημαντικό από την αβγοσαλάτα. «Νόμιζα ότι θέλατε να μιλήσετε στην Ερμιό​νη», του είπε. «Ζητώ συγγνώμη για το λάθος μου». Κι αυτό έφερε τον Γκρέγκορι σε ένα λεπτό δίλημμα. Θα μπορούσε να παραδεχτεί ότι είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα τη δεσποινίδα Γουάτσον, κάτι που προκαλούσε μάλλον αμηχανία ακόμα και σε έναν απελπισμένο ρομαντικό τύπο του είδους του. Ή θα μπορούσε να τα αρνηθεί όλα, πράγμα που εκείνη σίγουρα δεν θα πίστευε. Ή θα μπορούσε να συμβιβαστεί και να παραδεχτεί ότι ήταν απλώς κάπως γοητευμένος, κάτι που κανονικά θα θεωρούσε ως την καλύτερη λύση, αν δεν πρόσβαλλε τη λαίδη Λουσίντα. Άλλωστε, είχε γνωρίσει ταυτόχρονα τις δύο κοπέλες. Και δεν ήταν κεραυνοβόλα ερωτευμένος μ’ εκείνη. Αλλά τότε, λες και διάβαζε τις σκέψεις του –κάτι που, ειλικρινά, του προκαλούσε τρόμο–, κούνησε το ένα της χέρι και είπε: «Παρακαλώ, μην ανησυχείτε μήπως με προσβάλλετε. Έχω συνηθίσει. Όπως είπα, αυτό συμβαίνει συνέχεια». Άνοιξε την καρδιά, χώσε το μαχαίρι και στρίψ’ το. «Αφήστε που», συνέχισε κάπως εύθυμα, «εγώ είμαι λογοδοσμένη». Κι έπειτα δάγκωσε το σάντουιτς με την αβγοσαλάτα. Ο Γκρέγκορι αναρωτιόταν τι είδους άντρας ήταν εκείνος που είχε δεσμευτεί με αυτό το αλλόκοτο πλάσμα. Δεν τον λυπόταν ακριβώς, αλλά… αναρωτιόταν. Κι έπειτα η λαίδη Λουσίντα αναφώνησε ένα σιγανό «Ω!» Τα μάτια του ακολούθησαν τα δικά της προς το σημείο όπου άλλοτε στεκόταν η δεσποινίδα Γουάτσον. «Πού να πήγε άραγε;» αναρωτήθηκε η λαίδη Λουσίντα. Ο Γκρέγκορι αμέσως γύρισε προς την πόρτα, ελπίζοντας να τη δει για μια τελευταία φορά πριν εξαφανιστεί, αλλά είχε ήδη φύγει. Ήταν μεγάλη απογοήτευση. Τι νόημα είχε ένας τρελός, δυνατός, κεραυνοβόλος έρωτας, αν δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτόν; Κι έπρεπε να τον βγάλει από το μυαλό του, γιατί ήταν μονόπλευρος. Θεέ και Κύριε. Δεν ήξερε ποια λέξη περιγράφει τον αναστεναγμό ανάμεσα σε σφιγμένα δόντια, αλλά αυτό ακριβώς έκανε. «Α, λαίδη Λουσίντα, εδώ είστε».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Γκρέγκορι σήκωσε το βλέμμα και είδε την κουνιάδα του να πλησιάζει. Και θυμήθηκε ότι την είχε ξεχάσει τελείως. Η Κέιτ δεν θα ένιωθε προσβεβλημένη φυσικά. Ήταν απίστευτα καλοπροαίρετη. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, ο Γκρέγκορι συνήθως προσπαθούσε να έχει καλύτερους τρόπους με γυναίκες με τις οποίες δεν συνδεό​ταν με συγγένεια αίματος. Η λαίδη Λουσίντα έκανε μια μικρή χαριτωμένη υπόκλιση. «Λαίδη Μπρίτζερτον». Η Κέιτ ανταπέδωσε ένα ζεστό χαμόγελο. «Η δεσποινίδα Γουά​τσον μου ζήτησε να σας πληροφορήσω ότι δεν αισθανόταν καλά και αποσύρθηκε για το υπόλοιπο της βραδιάς». «Αλήθεια; Μήπως είπε... Ω, αφήστε, τίποτα». Η λαίδη Λουσίντα έκανε μια χειρονομία που δήλωνε δήθεν αδιαφορία, αλλά ο Γκρέγκορι είδε μια πινελιά απογοήτευσης να βάφει τις άκρες των χειλιών της. «Πονοκέφαλος, φαντάζομαι», πρόσθεσε η Κέιτ. Η λαίδη Λουσίντα έγνεψε κοφτά. «Ναι», είπε, δείχνοντας λιγότερη κατανόηση από ό,τι θα περίμενε ο Γκρέγκορι, δεδομένων των συνθηκών, «μάλλον κάτι τέτοιο». «Κι εσύ», συνέχισε η Κέιτ, γυρίζοντας προς τον Γκρέγκορι, «δεν μπήκες καν στον κόπο να με χαιρετήσεις. Πώς είσαι;» Πήρε τα χέρια της και φίλησε το ένα σε μια κίνηση απολογίας. «Αργοπορημένος». «Αυτό το ήξερα». Το πρόσωπό της πήρε μια έκφραση που δεν έδειχνε ενόχληση αλλά μάλλον κάποια αγανάκτηση. «Πώς είσαι κατά τα άλλα;» «Κατά τα άλλα υπέροχα». Χαμογέλασε. «Όπως πάντα». «Όπως πάντα», επανέλαβε εκείνη και του έριξε μια ματιά που ήταν σαφής υπόσχεση μιας επικείμενης ανάκρισης. «Λαίδη Λουσίντα», συνέχισε η Κέιτ με ύφος αρκετά λιγότερο αυστηρό, «να υποθέσω ότι συστηθήκατε με τον αδελφό του άντρα μου, τον κύριο Γκρέγκορι Μπρίτζερτον;» «Πράγματι», απάντησε η λαίδη Λουσίντα. «Απολαμβάναμε τα φαγητά. Τα σάντουιτς είναι πεντανόστιμα». «Ευχαριστώ», είπε η Κέιτ κι έπειτα πρόσθεσε: «Ο Γκρέγκορι σας υποσχέθηκε κάποιο χορό; Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι η μουσική είναι επαγγελματικής ποιότητας, αλλά καταφέραμε να στήσουμε ένα κουαρτέτο εγχόρδων μεταξύ των καλεσμένων μας». «Ναι, μου υποσχέθηκε», απάντησε η λαίδη Λουσίντα, «αλλά τον απάλλαξα από την υποχρέωση για να κατευνάσει την πείνα του». «Πρέπει να έχετε αδελφούς», είπε η Κέιτ με ένα χαμόγελο. Η λαίδη Λουσίντα κοίταξε τον Γκρέγκορι με κάπως έκπληκτο ύφος πριν απαντήσει: «Μόνο έναν». Εκείνος γύρισε προς την Κέιτ. «Το ίδιο σχόλιο έκανα κι εγώ νωρίτερα», της εξήγησε. Η Κέιτ γέλασε στιγμιαία. «Τα μεγάλα πνεύματα συναντιούνται, αυτό είναι σίγουρο». Γύρισε προς τη νεαρή κοπέλα και είπε: «Αξίζει όντως τον κόπο να καταλαβαίνει κανείς

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τη συμπεριφορά των αντρών, λαίδη Λουσίντα. Δεν πρέπει ποτέ να υποτιμάμε τη δύναμη του φαγητού». Η λαίδη Λουσίντα την κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα. «Για την εξασφάλιση μιας ευχάριστης διάθεσης;» «Ναι, και γι’ αυτό», είπε η Κέιτ, σχεδόν αυθόρμητα, «αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε τη χρησιμότητά του όταν θέλουμε να βγούμε νικήτριες σε μια διαμάχη. Ή απλώς να γίνει το δικό μας». «Κέιτ, μόλις τέλειωσε το σχολείο το κορίτσι», την επέπληξε ο Γκρέγκορι. Η Κέιτ τον αγνόησε και, αντίθετα, χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο στη λαίδη Λουσίντα. «Ποτέ δεν είναι νωρίς να αποκτήσει κανείς σημαντικές ικανότητες». Η λαίδη Λουσίντα κοίταξε τον Γκρέγκορι, έπειτα την Κέιτ και τέλος τα μάτια της άρχισαν να λάμπουν με καλή διάθεση. «Τώρα καταλαβαίνω γιατί όλοι σάς θαυμάζουν, λαίδη Μπρίτζερτον». Η Κέιτ γέλασε. «Είστε πολύ καλή, λαίδη Λουσίντα». «Ω, σε παρακαλώ, Κέιτ», διέκοψε ο Γκρέγκορι. Γύρισε προς τη λαίδη Λουσίντα και πρόσθεσε: «Είναι ικανή να κολλήσει εδώ όλη νύχτα και να σας μπουκώνει με φιλοφρονήσεις». «Μην του δίνετε σημασία», είπε η Κέιτ χαμογελώντας. «Είναι νέος και άμυαλος και δεν ξέρει τι λέει». Ο Γκρέγκορι ετοιμαζόταν να κάνει άλλο ένα σχόλιο –δεν θα επέτρεπε στην Κέιτ να τη γλιτώσει–, αλλά τότε τους διέκοψε η λαίδη Λουσίντα. «Με μεγάλη μου χαρά θα έπλεκα το εγκώμιό σας όλη την υπόλοιπη βραδιά, λαίδη Μπρίτζερτον, αλλά νομίζω ότι είναι ώρα να αποχωρήσω. Θα ήθελα να δω πώς είναι η Ερμιόνη. Ήταν έξω όλη μέρα και θέλω να βεβαιωθώ ότι είναι καλά». «Φυσικά», απάντησε η Κέιτ. «Παρακαλώ, δώστε της τους χαιρετισμούς μου και μη διστάσετε να χτυπήσετε το κουδούνι αν χρειαστείτε κάτι. Η οικονόμος μας περηφανεύεται ότι είναι δεινή βοτανολόγος και πάντα αναμειγνύει τα βοτάνια. Μερικές φορές, μάλιστα, με επιτυχία». Χαμογέλασε και η έκφρασή της ήταν τόσο φιλική, που ο Γκρέγκορι συνειδητοποίησε στη στιγμή ότι η Κέιτ ενέκρινε τη λαίδη Λουσίντα. Κι αυτό σήμαινε κάτι. Η Κέιτ ποτέ της δεν ανεχόταν τους ηλίθιους, πρόθυμα ή μη. «Θα σας συνοδεύσω ως την πόρτα», έσπευσε να πει ο Γκρέγκορι. Ήταν η ελάχιστη ευγενική χειρονομία που μπορούσε να της προσφέρει και, άλλωστε, δεν θα έπρεπε να προσβάλει την πιο στενή φίλη της δεσποινίδας Γουάτσον. Αποχαιρετίστηκαν και ο Γκρέγκορι την πήρε αγκαζέ. Περπάτησαν αμίλητοι ως την πόρτα του καθιστικού και ο Γκρέγκορι είπε: «Να υποθέσω ότι μπορείτε να συνεχίσετε μόνη σας;» «Φυσικά», του απάντησε. Κι έπειτα σήκωσε το βλέμμα –τα μάτια της ήταν προς το γαλανό, όπως παρατήρησε εκείνος σχεδόν αδιάφορα– και ρώτησε: «Θέλετε να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μεταφέρω κάποιο μήνυμα στην Ερμιόνη;» Τα χείλη του μισάνοιξαν από έκπληξη και τη ρώτησε: «Και για ποιο λόγο να το κάνετε αυτό;» Εκείνη απλώς ανασήκωσε τους ώμους και είπε: «Το μη χείρον βέλτιστον. Αυτό είστε, κύριε Μπρίτζερτον». Ήθελε απεγνωσμένα να της ζητήσει να αποσαφηνίσει εκείνο το σχόλιο, αλλά δεν μπορούσε να το αποτολμήσει, όχι στο πλαίσιο μιας τόσο εύθραυστης γνωριμίας, έτσι προσπάθησε να διατηρήσει ένα αδιάφορο ύφος λέγοντας: «Δώστε τους χαιρετισμούς μου, αυτό μόνο». «Αλήθεια;» Να πάρει, μα εκείνο το βλέμμα στα μάτια της του προκαλούσε αμηχανία. «Αλήθεια». Έκανε μια πολύ μικρή υπόκλιση κι έφυγε από κοντά του. Ο Γκρέγκορι κοίταξε για μια στιγμή την πόρτα μέσα από την οποία είχε εξαφανιστεί κι έπειτα επέστρεψε στη γιορτή. Όλο και περισσότεροι καλεσμένοι είχαν αρχίσει να χορεύουν και σίγουρα το γέλιο γέμιζε τον αέρα, αλλά κατά κάποιο τρόπο ένιωθε τη νύχτα βαρετή και άτονη. Φαγητό, αποφάσισε. Θα έτρωγε άλλα είκοσι μικροσκοπικά σάντουιτς και μετά θα αποσυρόταν κι εκείνος. Όλα θα ξεκαθάριζαν το πρωί. Η Λούσι το ήξερε ότι η Ερμιόνη δεν είχε πονοκέφαλο ούτε πονούσε κάπου αλλού και δεν ξαφνιάστηκε καθόλου που την είδε καθιστή στο κρεβάτι της, μελετώντας προσεκτικά ένα τετρασέλιδο γράμμα. Εξαιρετικά πυκνογραμμένο. «Μου το έφερε ένας υπηρέτης», είπε η Ερμιόνη, χωρίς καν να σηκώσει το βλέμμα. «Είπε ότι ήρθε με τη σημερινή αλληλογραφία, αλλά ξέχασαν να μου το δώσουν νωρίτερα». Η Λούσι αναστέναξε. «Από τον κύριο Έντμοντς να υποθέσω;» Η Ερμιόνη έγνεψε καταφατικά. Η Λούσι διέσχισε το δωμάτιο που μοιράζονταν η ίδια και η Ερμιόνη και κάθισε στην καρέκλα της τουαλέτας. Δεν ήταν η πρώτη επιστολή που λάμβανε η Ερμιόνη από τον κύριο Έντμοντς και η Λούσι ήξερε εκ πείρας ότι η Ερμιόνη έπρεπε να τη διαβάσει δύο φορές, κι έπειτα άλλη μία για να την αναλύσει βαθύτερα και τέλος μία τελευταία φορά, για να διακρίνει ενδεχόμενα κρυφά νοήματα στον χαιρετισμό της αρχής και του τέλους. Πράγμα που σήμαινε ότι η Λούσι δεν θα είχε τι άλλο να κάνει παρά να κοιτάζει εξεταστικά τα νύχια των χεριών της για τουλάχιστον πέντε λεπτά. Πράγμα που έκανε, όχι επειδή ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τα νύχια των χεριών της, ούτε επειδή ήταν ιδιαίτερα υπομονετικός άνθρωπος, αλλά μάλλον επειδή ήξερε να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


αναγνωρίζει μια μάταιη κατάσταση και δεν έβλεπε τον λόγο να σπαταλήσει ενέργεια για να πιάσει κουβέντα με την Ερμιόνη όταν εκείνη ήταν τόσο απαθώς αδιάφορη απέναντι σε οτιδήποτε είχε να της πει. Ωστόσο, τα νύχια των χεριών μπορούσαν να απασχολήσουν μια κοπέλα για συγκεκριμένη ώρα, ειδικά όταν ήταν καθαρά και σχολαστικά περιποιημένα, έτσι η Λούσι σηκώθηκε και προχώρησε προς την ντουλάπα, κοιτάζοντας αφηρημένα τα πράγματά της. «Να πάρει», μούγκρισε, «το μισώ όταν το κάνει αυτό». Η υπηρέτριά της είχε τοποθετήσει ένα ζευγάρι παπούτσια ανάποδα, με το αριστερό στη δεξιά πλευρά και το δεξί στην αριστερή, και, παρόλο που η Λούσι ήξερε ότι δεν χάλασε κι ο κόσμος, αυτό πρόσβαλε μια παράξενη –και εξαιρετικά τακτική– γωνίτσα των ευαισθησιών της. Έτσι διόρθωσε τα γοβάκια της κι έπειτα στάθηκε όρθια για να επιθεωρήσει το έργο της, έβαλε τα χέρια στους γοφούς κι έκανε μεταβολή. «Τελείωσες επιτέλους;» ρώτησε. «Σχεδόν», είπε η Ερμιόνη κι ακούστηκε λες και η λέξη ήταν στην άκρη των χειλιών της όλη αυτή την ώρα, λες και την είχε έτοιμη για να την πετάξει μόλις ρωτούσε η Λούσι. Η Λούσι κάθισε πάλι ξεφυσώντας. Αυτή τη σκηνή την είχαν παίξει αμέτρητες φορές στο παρελθόν. Ή τουλάχιστον τέσσερις. Ναι, η Λούσι ήξερε ακριβώς πόσα γράμματα είχε λάβει η Ερμιόνη από τον ρομαντικό κύριο Έντμοντς. Θα ήθελε να μην ξέρει. Πράγματι, ήταν κάτι παραπάνω από εκνευρισμένη που το ζήτημα καταλάμβανε πολύτιμο χώρο στον εγκέφαλό της, τον οποίο θα μπορούσε να αφιερώσει σε κάτι χρήσιμο, όπως η βοτανική ή η μουσική ή, Θεέ και Κύριε, άλλη μία σελίδα στο Εγχειρίδιο καλών τρόπων Ντεμπρέτ, αλλά το κακό ήταν ότι οι επιστολές του κυρίου Έντμοντς δεν ήταν παρά ένα γεγονός και, ακόμα κι όταν η Ερμιόνη είχε ένα γεγονός, τότε, η Λούσι ήταν αναγκασμένη να το ζήσει κι εκείνη. Μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο για τρία χρόνια στη σχολή της δεσποινίδας Μος και, επειδή η Λούσι δεν είχε κάποια στενή συγγενή να τη βοηθήσει να ενταχθεί στην υψηλή κοινωνία, η μητέρα της Ερμιόνης είχε συμφωνήσει να την υποστηρίξει οικονομικά κι έτσι παρέμεναν ακόμα μαζί. Πράγμα που ήταν πολύ ωραίο, ειλικρινά, με εξαίρεση τον πανταχού παρόντα – τουλάχιστον νοερά– κύριο Έντμοντς. Η Λούσι τον είχε συναντήσει μόνο μία φορά, αλλά σίγουρα ένιωθε λες και ήταν πάντα δίπλα τους, να αιωρείται σαν τον αρχάγγελο από πάνω τους και η Ερμιόνη να αναστενάζει τις πιο ανύποπτες στιγμές και να κοιτάζει μελαγχολικά στο κενό λες και συνέθετε από μνήμης ένα ερωτικό σονέτο για να το συμπεριλάβει στην επόμενη απάντησή της. «Το ξέρεις», είπε η Λούσι, αν και η Ερμιόνη δεν είχε δώσει ενδείξεις ότι τελείωνε την ανάγνωση της επιστολής, «ότι οι γονείς σου δεν θα σου επιτρέψουν ποτέ να τον

******ebook converter DEMO Watermarks*******


παντρευτείς». Αυτό ήταν αρκετό για να κάνει την Ερμιόνη να αφήσει το γράμμα, έστω και για λίγο. «Ναι», της είπε με ύφος εκνευρισμένο, «μου το έχεις πει». «Είναι γραμματέας», είπε η Λούσι. «Το καταλαβαίνω». «Γραμματέας», επανέλαβε η Λούσι, αν και είχαν κάνει την ίδια συζήτηση άπειρες φορές στο παρελθόν. «Ο γραμματέας του πατέρα σου». Η Ερμιόνη είχε ξαναπιάσει το γράμμα σε μια προσπάθεια να αγνοήσει τη Λούσι, αλλά τελικά εγκατέλειψε και το άφησε πάλι, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες της Λούσι ότι το είχε από ώρα διαβάσει και ότι τώρα ήταν στη δεύτερη, ίσως και στην τρίτη, ανάγνωση. «Ο κύριος Έντμοντς είναι καλός και τίμιος άνθρωπος», απάντησε η Ερμιόνη με σφιγμένα χείλη. «Σίγουρα είναι», είπε η Λούσι, «αλλά δεν μπορείς να τον παντρευτείς. Ο πατέρας σου είναι υποκόμης. Στ’ αλήθεια νομίζεις ότι θα επιτρέψει στη μοναχοκόρη του να παντρευτεί έναν απένταρο γραμματέα;» «Ο πατέρας μου με αγαπάει», γκρίνιαξε η Ερμιόνη, αλλά χωρίς αυτοπεποίθηση. «Δεν προσπαθώ να σε αποτρέψω από έναν δεσμό από έρωτα», άρχισε να λέει η Λούσι, «αλλά...» «Αυτό ακριβώς προσπαθείς να κάνεις», τη διέκοψε η Ερμιόνη. «Καθόλου. Απλώς δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μπορείς να προσπαθήσεις να ερωτευτείς κάποιον που θα μπορούσαν να εγκρίνουν οι γονείς σου». Το υπέροχο στόμα της Ερμιόνης στράβωσε σε ένα χαμόγελο απογοήτευσης. «Δεν καταλαβαίνεις». «Μα τι να καταλάβω; Δεν νομίζεις ότι η ζωή σου θα μπορούσε να είναι κομματάκι πιο εύκολη αν ερωτευόσουν κάποιον κατάλληλο;» «Λούσι, δεν επιλέγουμε τον άνθρωπο που ερωτευόμαστε». Η Λούσι σταύρωσε τα χέρια. «Δεν καταλαβαίνω γιατί όχι». Το στόμα της Ερμιόνης τώρα άνοιξε διάπλατα. «Λούσι Αμπέρναθι», της είπε, «δεν καταλαβαίνεις τίποτα». «Ναι», είπε στεγνά η Λούσι, «αυτό μας το ξανάπες». «Μα πώς νομίζεις ότι κάποιος μπορεί να επιλέξει τον άνθρωπο που θα ερωτευτεί;» είπε με πάθος η Ερμιόνη, αν και όχι με τόσο πάθος ώστε να αναγκαστεί να ανασηκωθεί από τη μισοξαπλωμένη στάση της στο κρεβάτι. «Δεν επιλέγουμε. Απλώς συμβαίνει. Σε μια στιγμή». «Καλά τώρα, αυτό δεν το πιστεύω», απάντησε η Λούσι κι έπειτα πρόσθεσε, μην μπορώντας να αντισταθεί, «ούτε για μια στιγμή». «Κι όμως, αυτό συμβαίνει», επέμεινε η Ερμιόνη. «Το ξέρω, γιατί μου συνέβη. Δεν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


προσπαθούσα να ερωτευτώ». «Όχι;» «Όχι». Η Ερμιόνη την αγριοκοίταξε. «Δεν προσπαθούσα. Είχα κάθε πρόθεση να βρω σύζυγο στο Λονδίνο. Αλήθεια, θα περίμενε κανείς να γνωρίσει κάποιον στο Φίντσλεϊ;» Το είπε με την έμφυτη απαξίωση ενός γνήσιου τέκνου του Φίντσλεϊ. Η Λούσι κοίταξε ψηλά με απόγνωση κι έγειρε το κεφάλι στο πλάι, περιμένοντας την Ερμιόνη να συνεχίσει. Κάτι που η Ερμιόνη δεν φάνηκε να εκτιμά. «Μη με κοιτάζεις έτσι», είπε κοφτά. «Πώς δηλαδή;» «Έτσι». «Επαναλαμβάνω, πώς;» Ολόκληρο το πρόσωπο της Ερμιόνης πήρε μια έκφραση ξινισμένη. «Ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ». Η Λούσι έφερε τη μία παλάμη στο πρόσωπό της. «Απίστευτο», αναστέναξε. «Τώρα ήσουν ίδια η μητέρα σου». Η Ερμιόνη τραβήχτηκε πίσω θιγμένη. «Αυτό ήταν κακία τώρα». «Μα η μητέρα σου είναι αξιαγάπητη!» «Όχι όταν το πρόσωπό της είναι ξινισμένο». «Η μητέρα σου είναι αξιαγάπητη ακόμα και με ξινισμένο πρόσωπο», είπε η Λούσι, προσπαθώντας να κλείσει την κουβέντα. «Λοιπόν, θα μου πεις για τον κύριο Έντμοντς ή όχι;» «Έχεις σκοπό να με κοροϊδέψεις;» «Φυσικά και όχι». Η Ερμιόνη ανασήκωσε τα φρύδια. «Ερμιόνη, σου υπόσχομαι ότι δεν θα σε κοροϊδέψω». Η Ερμιόνη ακόμα έδειχνε διστακτική, αλλά είπε: «Πολύ καλά. Μα αν το κάνεις...» «Ερμιόνη». «Όπως σου είπα», είπε, ρίχνοντας στη Λούσι μια προειδοποιη​τική ματιά, «δεν περίμενα να συναντήσω τον έρωτα. Δεν ήξερα καν ότι ο πατέρας μου είχε προσλάβει καινούριο γραμματέα. Απλώς περπατούσα στον κήπο, προσπαθώντας να αποφασίσω ποια τριαντάφυλλα να κόψω για το τραπέζι και τότε…. τον είδα». Το είπε τόσο δραματικά, που θα δικαιολογούσε έναν ρόλο στο θέατρο. «Ω Ερμιόνη», αναστέναξε η Λούσι. «Είπες ότι δεν θα με κοροϊδέψεις», την επέπληξε η Ερμιόνη και όντως κούνησε το δάχτυλο προς την κατεύθυνση της Λούσι κι εκείνη το βρήκε τόσο ασυνήθιστο για τον χαρακτήρα της, που σώπασε. «Στην αρχή δεν είδα καν το πρόσωπό του», συνέχισε η Ερμιόνη. «Μόνο το πίσω μέρος του κεφαλιού του, τον τρόπο που τα μαλλιά του σχημάτιζαν μπούκλες στον

******ebook converter DEMO Watermarks*******


γιακά του πανωφοριού του». Έπειτα αναστέναξε. Και το έκανε κοιτάζοντας τη Λούσι με την πιο αξιολύπητη έκφραση. «Κι αυτό το χρώμα! Ειλικρινά, Λούσι, έχεις ξαναδεί ποτέ τόσο υπέροχη απόχρωση του ξανθού;» Λαμβάνοντας υπόψη τις φορές που είχε αναγκαστεί να ακούει τους κυρίους να κάνουν την ίδια δήλωση για τα μαλλιά της Ερμιό​νης, η Λούσι σκέφτηκε ότι θα έδειχνε τον καλό της χαρακτήρα αν απέφευγε να σχολιάσει. Αλλά η Ερμιόνη δεν είχε ολοκληρώσει. Όχι ακόμα. «Έπειτα γύρισε», της είπε, «και είδα το προφίλ του και ορκίζομαι ότι άκουσα μουσική». Η Λούσι θα ήθελε να επισημάνει ότι το ωδείο των Γουάτσον ήταν δίπλα στον ροδώνα, αλλά δάγκωσε τη γλώσσα της. «Κι έπειτα έκανε μεταβολή», είπε η Ερμιόνη και η φωνή της μαλάκωσε και τα μάτια της πήραν την έκφραση κάποιου που απαγγέλλει από μνήμης ένα ερωτικό σονέτο, «και το μόνο που σκέφτηκα ήταν: Καταστράφηκα». Η Λούσι αναστέναξε. «Μην το λες αυτό. Ούτε καν να το υπαινίσσεσαι». Η καταστροφή δεν ήταν μια λέξη που οποιαδήποτε νεαρή κυρία θα ανέφερε αβασάνιστα. «Δηλαδή όχι ότι καταστράφηκα κυριολεκτικά», διόρθωσε η Ερμιόνη βιαστικά. «Προς Θεού, Λούσι, ήμουν μέσα στον ροδώνα ή μήπως δεν ακούς τι σου λέω; Αλλά ήξερα – το ήξερα ότι είχα καταστραφεί για όλους τους άλλους άντρες. Δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκριθεί κάποιος μαζί του». «Κι όλα αυτά τα κατάλαβες από το πίσω μέρος του κεφαλιού του;» ρώτησε η Λούσι. Η Ερμιόνη την κεραυνοβόλησε με την πιο εκνευρισμένη της ματιά. «Και από το προφίλ του, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας». Η Λούσι περίμενε υπομονετικά να ακούσει το θέμα τους, αν και ήταν σχεδόν σίγουρη ότι δεν θα ήταν ένα θέμα στο οποίο θα μπορούσε να συμφωνήσει. Ή έστω να το καταλάβει. «Το θέμα είναι», είπε η Ερμιόνη κι η φωνή της έγινε τόσο σιγανή, που η Λούσι έπρεπε να γείρει μπροστά για να την ακούσει, «ότι απλώς δεν μπορώ να είμαι χαρούμενη χωρίς εκείνον. Είναι αδύνατον». «Λοιπόν», είπε η Λούσι αργά, γιατί δεν ήταν απόλυτα βέβαιη πως έπρεπε να προσθέσει ό,τι ακολουθούσε, «τώρα φαίνεσαι χαρούμενη». «Μόνο επειδή ξέρω ότι με περιμένει. Και», η Ερμιόνη κράτησε ψηλά το γράμμα, «επειδή γράφει ότι με αγαπάει». «Ω Θεέ μου», μονολόγησε η Λούσι. Η Ερμιόνη πρέπει να την άκουσε, γιατί τα χείλη της σφίχτηκαν, αλλά δεν είπε τίποτα. Οι δυο τους κάθισαν εκεί, η καθεμία στη θέση της, για ένα ολόκληρο λεπτό, και μετά η Λούσι καθάρισε τον λαιμό της και είπε: «Εκείνος ο συμπαθητικός κύριος Μπρίτζερτον φάνηκε γοητευμένος από σένα».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Ερμιόνη ανασήκωσε τους ώμους. «Είναι ο μικρότερος γιος, αλλά νομίζω ότι έχει αρκετά μεγάλο μερίδιο στην περιουσία. Και σίγουρα προέρχεται από καλή οικογένεια». «Λούσι, σου είπα ότι δεν ενδιαφέρομαι». «Μα είναι πολύ γοητευτικός», είπε η Λούσι, ίσως με περισσότερη έμφαση απ’ ό,τι είχε σκοπό. «Τότε να τον διεκδικήσεις εσύ», ανταπάντησε η Ερμιόνη. Η Λούσι την κοίταξε έκπληκτη. «Ξέρεις ότι δεν μπορώ. Είμαι λογοδοσμένη με τον λόρδο Χέιζελμπι». «Ανεπίσημα», της θύμισε η Ερμιόνη. «Θα μπορούσε να είναι επίσημο», είπε η Λούσι. Και ήταν αλήθεια. Ο θείος της είχε συζητήσει το θέμα με τον κόμη του Ντάβενπορτ, τον πατέρα του υποκόμη Χέιζελμπι, πριν από χρόνια. Ο Χέιζελμπι ήταν περίπου δέκα χρόνια μεγαλύτερος από τη Λούσι και απλώς όλοι την περίμεναν να μεγαλώσει. Πράγμα που υποτίθεται ότι είχε συμβεί. Σίγουρα ο γάμος δεν θα αργούσε πολύ ακόμα. Και ήταν καλό συνοικέσιο. Ο Χέιζελμπι ήταν ένας απόλυτα ευχάριστος τύπος. Δεν της μιλούσε σαν να ήταν ηλίθια, έδειχνε καλοσυνάτος με τα ζώα και το παρουσιαστικό του ήταν αρκετά ευχάριστο, ακόμα κι αν τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Φυσικά, η Λούσι είχε συναντήσει τον μέλλοντα σύζυγό της τρεις φορές όλες κι όλες, αλλά όλοι ήξεραν ότι οι πρώτες εντυπώσεις ήταν πολύ σημαντικές και συνήθως ακριβείς. Επιπλέον, ο θείος της ήταν ο προστάτης της από τότε που πέθανε ο πατέρας της, δέκα χρόνια νωρίτερα και, παρόλο που δεν την είχαν ακριβώς πλημμυρίσει η αγάπη και η στοργή εκείνη και τον αδελφό της Ρίτσαρντ, είχε κάνει το καθήκον του απέναντί τους και τους ανέθρεψε καλά και η Λούσι ήξερε ότι ήταν καθήκον της να υπακούσει στις επιθυμίες του και να τιμήσει τον αρραβώνα που είχε συμφωνήσει. Ή ανεπίσημα συμφωνήσει. Αλήθεια, δεν είχε και καμιά μεγάλη διαφορά. Θα παντρευόταν τον Χέιζελμπι. Όλοι το ήξεραν. «Νομίζω ότι τον χρησιμοποιείς σαν δικαιολογία», είπε η Ερμιόνη. Η πλάτη της Λούσι έμεινε άκαμπτη. «Ορίστε;» «Χρησιμοποιείς τον Χέιζελμπι σαν δικαιολογία», επανέλαβε η Ερμιόνη και το πρόσωπό της πήρε μια μεγαλοπρεπή έκφραση που στη Λούσι δεν άρεσε καθόλου. «Για να μην επιτρέψεις στην καρδιά σου να δεθεί με κάποιον άλλο». «Και με ποιον άλλο, ακριβώς, θα μπορούσε να δεθεί η καρδιά μου;» ρώτησε η Λούσι. «Η σεζόν δεν έχει καν αρχίσει!» «Ίσως», είπε η Ερμιόνη, «αλλά έχουμε κάνει κάποιες εξόδους, κάνουμε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


“προθέρμανση”, όπως θα έλεγες εσύ και η μητέρα μου. Δεν έμενες και σε σπηλιά, Λούσι. Έχεις γνωρίσει αρκετούς άντρες». Δεν υπήρχε τρόπος να επισημάνει ότι κανένας από όλους αυτούς τους άντρες δεν θα την είχε ούτε καν δει αν δεν στεκόταν δίπλα στην Ερμιόνη. Η Ερμιόνη θα προσπαθούσε να το αρνηθεί, αλλά και οι δυο τους θα ήξεραν ότι λέει ψέματα σε μια προσπάθεια να μην πληγώσει τη Λούσι. Έτσι, η Λούσι μούγκρισε κάτι μέσα από τα δόντια της που υποτίθεται ότι ήταν απάντηση χωρίς να απαντά ουσιαστικά. Και τότε η Ερμιόνη δεν είπε τίποτα. Απλώς την κοίταξε μ’ εκείνο το πονηρό ύφος που δεν χρησιμοποιούσε με κανέναν άλλο και η Λούσι έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό της. «Δεν είναι δικαιολογία», είπε σταυρώνοντας τα χέρια κι έπειτα στερεώνοντάς τα στη μέση της, όταν ένιωσε ότι έπρεπε να αλλάξει στάση. «Ειλικρινά, τι νόημα θα είχε; Ξέρεις ότι θα παντρευτώ τον Χέιζελμπι. Είναι προγραμματισμένο εδώ και χρόνια». Σταύρωσε και πάλι τα χέρια της. Και τα άφησε πάλι να πέσουν. Κι έπειτα κάθισαν επιτέλους. «Δεν είναι κακό το συνοικέσιο», είπε η Λούσι. «Αλήθεια, μετά απ’ ό,τι συνέβη στην Τζορτζιάνα Γουίτον, θα έπρεπε να φιλάω γονυπετής τα πόδια του θείου μου που έκανε μια τόσο ικανοποιη​τική συμμαχία». Ακολούθησε μια στιγμή τρομερής, σχεδόν ευλαβικής σιωπής. Αν ήταν θρησκόληπτες, σίγουρα θα είχαν κάνει τον σταυρό τους. «Δεν τη ζηλεύω καθόλου», είπε επιτέλους η Ερμιόνη. Η Λούσι έγνεψε αργά πως συμφωνεί. Η Τζορτζιάνα είχε παντρευτεί έναν ασθμαίνοντα εβδομηντάχρονο με ουρική νόσο. Και ούτε καν έναν εβδομηντάχρονο με ουρική νόσο αλλά και με τίτλο. Έλεος, θα έπρεπε να κερδίσει τουλάχιστον τον τίτλο της «λαίδης» δίπλα στο όνομά της μόνο και μόνο για τη θυσία της. «Άρα καταλαβαίνεις», ολοκληρωσε η Λούσι, «ότι ο Χέιζελμπι δεν είναι και τόσο κακή περίπτωση. Ουσιαστικά, είναι πολύ καλύτερος από πολλούς». Η Ερμιόνη την κοίταξε. Από κοντά. «Λοιπόν, αν αυτό θέλεις, Λούσι, ξέρεις ότι θα σε υποστηρίξω με τα χίλια. Όσο για μένα όμως…» Αναστέναξε και τα πράσινα μάτια της πήραν εκείνο το απόμακρο ύφος που έκανε τους μεγάλους άντρες να λιποθυμούν. «Εγώ θέλω κάτι άλλο». «Το ξέρω», είπε η Λούσι, προσπαθώντας να χαμογελάσει. Αλλά δεν μπορούσε καν να φανταστεί τρόπο για να πραγματοποιήσει τα όνειρά της η Ερμιόνη. Στον κόσμο που ζούσαν, οι κόρες των υποκόμων δεν παντρεύονταν γραμματείς υποκόμων. Και η Λούσι θεωρούσε ότι θα είχε περισσότερο νόημα να προσαρμοστούν τα όνειρα της Ερμιόνης παρά να επαναπροσδιοριστεί η κοινωνική τάξη. Κι επιπλέον θα ήταν πιο εύκολο. Αλλά αυτή τη στιγμή ήταν κουρασμένη και ήθελε να πάει για ύπνο. Θα σκεφτόταν το ζήτημα της Ερμιόνης το πρωί. Θα άρχιζε με τον γοητευτικό κύριο Μπρίτζερτον. Θα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ήταν τέλειος για τη φίλη της και ένας Θεός ήξερε πόσο ενδιαφερόταν κι εκείνος. Η Ερμιόνη θα άλλαζε γνώμη. Η Λούσι ήταν σίγουρη γι’ αυτό.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 3 Στο οποίο ο ήρωάς μας καταβάλλει ιδιαίτερα φιλότιμες προσπάθειες Tο επόμενο πρωί ήταν φωτεινό και ανέφελο και, καθώς ο Γκρέγκορι έπαιρνε πρωινό, η κουνιάδα του πρόβαλε δίπλα του, χαμογελώντας αμυδρά, και ήταν βέβαιο ότι κάτι είχε βάλει στον νου της. «Καλημέρα», του είπε, υπερβολικά ευδιάθετη και χαρούμενη. Ο Γκρέγκορι έγνεψε έναν χαιρετισμό καθώς στοίβαζε αβγά στο πιάτο του. «Κέιτ». «Σκέφτηκα ότι με τόσο καλό καιρό θα μπορούσαμε να πάμε εκδρομή στο χωριό». «Για να αγοράσουμε κορδέλες και φιόγκους;» «Ακριβώς», του απάντησε. «Θεωρώ σημαντικό να ενισχύουμε τους τοπικούς καταστηματάρχες. Εσύ;» «Φυσικά», μουρμούρισε εκείνος, «αν και τον τελευταίο καιρό δεν θα έλεγα ότι έχω και πολύ μεγάλη ανάγκη από κορδέλες και φιόγκους». Η Κέιτ έδειξε να μην αντιλαμβάνεται τον σαρκασμό του. «Όλες οι νέες κοπέλες έχουν λίγο χαρτζιλίκι και δεν έχουν πού να το ξοδέψουν. Αν δεν τις στείλω στην πόλη, τις έχω ικανές να στήσουν χαρτοπαικτική λέσχη μες στο σαλόνι των ρόδων». Ε λοιπόν, αυτό θα ήθελε να το δει. «Επίσης», συνέχισε η Κέιτ αρκετά αποφασιστικά, «αν τις στείλω στην πόλη, θα χρειαστεί να τις στείλω με συνοδούς». Άργησε να απαντήσει κι επανέλαβε: «Με συνοδούς». Ο Γκρέγκορι καθάρισε τον λαιμό του. «Να υποθέσω ότι μου ζητάς να πάω περίπατο στο χωριό σήμερα το απόγευμα;» «Σήμερα το πρωί», του διευκρίνισε, «και επιπλέον, επειδή σκέφτηκα να τις ζευγαρώσω όλες και επειδή είσαι ένας Μπρίτζερτον και άρα ο πιο αγαπημένος μου κύριος από όλους, σκέφτηκα να σε ρωτήσω αν υπάρχει κάποια με την οποία θα προτιμούσες να σε ταιριάξω». Η Κέιτ ήταν κάθε άλλο παρά προξενήτρα, αλλά σε αυτή την περίπτωση ο Γκρέγκορι αποφάσισε ότι όφειλε να είναι ευγνώμων για την παρέμβασή της. «Εδώ που τα λέμε», άρχισε να της λέει, «υπάρχει...» «Τέλεια!» τον διέκοψε η Κέιτ, χτυπώντας τις παλάμες της. «Είναι η Λούσι Αμπέρναθι». Η Λούσι Αμπέρ... «Η Λούσι Αμπέρναθι;» επανέλαβε. «Η λαίδη Λουσίντα;» «Ναι, οι δυο σας δείχνατε τόσο ταιριαστοί χτες το βράδυ και ομολογώ, Γκρέγκορι, ότι τη συμπαθώ όσο δεν φαντάζεσαι. Λέει ότι είναι λογοδοσμένη, αλλά εγώ πιστεύω

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ότι...» «Δεν ενδιαφέρομαι για τη λαίδη Λουσίντα», τη διέκοψε, αποφασίζοντας ότι θα ήταν υπερβολικά επικίνδυνο να περιμένει την Κέιτ να πάρει ανάσα. «Ώστε όχι;» «Όχι, δεν ενδιαφέρομαι. Εγώ...» Έσκυψε μπροστά, αν και δεν βρισκόταν κανείς άλλος μέσα στην αίθουσα του πρωινού. Κατά κάποιο τρόπο έμοιαζε παράξενο, και ναι, ντρεπόταν λίγο να το ξεστομίσει. «Την Ερμιόνη Γουάτσον», είπε σιγανά. «Θα ήθελα να γίνω ταίρι με τη δεσποινίδα Γουάτσον». «Αλήθεια;» Η Κέιτ δεν έδειξε ακριβώς απογοήτευση αλλά μια μικρή παραίτηση. Σαν να το είχε ακούσει και στο παρελθόν. Επανειλημμένα. Να πάρει! «Ναι», απάντησε ο Γκρέγκορι κι ένιωσε ένα αρκετά μεγάλο κύμα εκνευρισμού να τον κατακλύζει. Πρώτα από όλα εναντίον της Κέιτ, γιατί ήταν δίπλα του κι αυτός είχε ερωτευτεί απελπισμένα κι εκείνη το μόνο που μπορούσε να πει ήταν: «Αλήθεια;» Αλλά μετά συνειδητοποίησε ότι όλο το πρωί ήταν εκνευρισμένος. Δεν είχε κοιμηθεί καλά την προηγούμενη νύχτα· σκεφτόταν συνεχώς την Ερμιόνη και την καμπύλη του λαιμού της, το πράσινο των ματιών της, την απαλή, μελωδική φωνή της. Ποτέ –μα ποτέ– δεν είχε αντιδράσει έτσι απέναντι σε μια γυναίκα και, παρόλο που ήταν κάπως ανακουφισμένος που είχε βρει επιτέλους τη γυναίκα που σκόπευε να παντρευτεί, ήταν λίγο προβληματισμένος που εκείνη δεν είχε την ίδια αντίδραση απέναντί του. Ένας Θεός ήξερε πόσες φορές είχε ονειρευτεί αυτή τη στιγμή. Όποτε είχε φανταστεί ότι θα έβρισκε τον αληθινό έρωτα, η γυναίκα ήταν πάντα θολή στις σκέψεις του – χωρίς όνομα, χωρίς πρόσωπο. Αλλά πάντα ένιωθε για κείνον το ίδιο πάθος. Δεν τον έστελνε να χορέψει με την καλύτερή της φίλη, για όνομα του Θεού. «Ώστε η Ερμιόνη Γουάτσον», είπε η Κέιτ, εκπνέοντας με τον τρόπο που το κάνουν οι γυναίκες όταν θέλουν να σου πουν κάτι που δεν θα μπορούσες να καταλάβεις ακόμα κι αν το έλεγαν όσο πιο απλά γινόταν, πράγμα που δεν συνέβαινε, φυσικά. Η Ερμιόνη Γουάτσον ήταν. Η Ερμιόνη Γουάτσον θα ήταν. Σύντομα. Ίσως το ίδιο πρωί. «Νομίζεις ότι θα υπάρχει κάτι άλλο να αγοράσει κανείς στο χωριό εκτός από φιόγκους και κορδέλες;» ρώτησε τη Λούσι η Ερμιό​​νη καθώς φορούσαν τα γάντια τους. «Το ελπίζω», απάντησε η Λούσι. «Το κάνουν σε κάθε σπιτική γιορτή, σωστά; Μας στέλνουν έξω με το χαρτζιλίκι μας για να αγοράσουμε κορδέλες και φιόγκους. Θα διακοσμούσα ένα ολόκληρο σπίτι με τόσα που έχω μαζέψει. Ή, τουλάχιστον, ένα μικρό αγροτόσπιτο με αχυροσκεπή». Η Ερμιόνη χαμογέλασε παιχνιδιάρικα. «Θα δωρίσω και τις δικές μου στην αποστολή σου και μαζί θα διακοσμήσουμε ένα…» Έκανε μια παύση για να σκεφτεί κι έπειτα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


χαμογέλασε. «Ένα μεγάλο αγροτόσπιτο με αχυροσκεπή!» Η Λούσι χαμογέλασε κι αυτή. Η Ερμιόνη είχε κάτι που πρόδιδε αφοσίωση. Κανείς δεν το έβλεπε ποτέ, φυσικά. Κανείς δεν έμπαινε στον κόπο να κοιτάξει πέρα από το πρόσωπό της. Αν και, για να είμαστε δίκαιοι, η Ερμιόνη σπάνια μοιραζόταν αρκετά στοιχεία του εαυτού της με τους θαυμαστές της, ώστε να μπορέσουν να συνειδητοποιήσουν τι υπήρχε κάτω από το όμορφο εξωτερικό παρουσιαστικό της. Όχι πως ήταν ντροπαλή, για την ακρίβεια, αν και σίγουρα δεν ήταν τόσο εξωστρεφής όσο η Λούσι. Θα ’λεγε κανείς ότι η Ερμιόνη ήταν κλειστή. Ωστόσο απλώς δεν την ένοιαζε να μοιραστεί τις σκέψεις και τις απόψεις της με ανθρώπους που δεν γνώριζε. Κι αυτό τρέλαινε τους κυρίους. Η Λούσι κοίταξε έξω από το παράθυρο καθώς έμπαιναν σε ένα από τα πολλά καθιστικά του Όμπρεϊ Χολ. Η λαίδη Μπρίτζερτον τους είχε δώσει οδηγία να έρθουν ακριβώς στις έντεκα. «Τουλάχιστον δεν δείχνει ότι θα βρέξει», είπε. Την τελευταία φορά που τις είχαν στείλει έξω για μπιχλιμπίδια έβρεχε σε όλη τη διαδρομή προς το σπίτι. Κάτω από τις δεντροστοιχίες είχαν φυλαχτεί κάπως από το νερό, αλλά οι μπότες τους σχεδόν καταστράφηκαν ολοσχερώς. Και η Λούσι φτερνιζόταν για μία βδομάδα. «Καλημέρα, λαίδη Λουσίντα, δεσποινίς Γουάτσον». Ήταν η λαίδη Μπρίτζερτον, η οικοδέσποινά τους, που μπήκε με μεγάλες δρασκελιές στο δωμάτιο με τη χαρακτηριστική της αυτοπεποίθηση. Τα σκουρόχρωμα μαλλιά της ήταν τραβηγμένα πίσω με τάξη και τα μάτια της έλαμπαν με σπιρτάδα κι ευφυΐα. «Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω και τις δύο», είπε. «Είστε οι τελευταίες κοπέλες που περιμέναμε να έρθουν». «Αλήθεια;» ρώτησε η Λούσι τρομοκρατημένη. Μισούσε την αργοπορία. «Λυπάμαι πάρα πολύ. Δεν είχατε πει στις έντεκα;» «Ω αγαπητή μου, δεν ήθελα να σας ταράξω», είπε η λαίδη Μπρίτζερτον. «Όντως είπα στις έντεκα. Αλλά επειδή είχα σκεφτεί να σας ξεπροβοδίσω με βάρδιες». «Με βάρδιες;» είπε σαν αντίλαλος η Ερμιόνη. «Ναι, είναι πολύ πιο διασκεδαστικό έτσι, δεν συμφωνείτε; Έχω οχτώ κυρίες και οχτώ κυρίους. Αν σας έστελνα όλους μαζί έξω, θα ήταν αδύνατον να μιλήσουμε σαν άνθρωποι. Είναι και το πλάτος του δρόμου. Δεν θα ήθελα να πέφτετε ο ένας πάνω στον άλλο». Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει το «η ισχύς εν τη ενώσει», αλλά η Λούσι κράτησε τις σκέψεις της για τον εαυτό της. Η λαίδη Μπρίτζερτον ήταν σαφές ότι είχε κάποιο πρόγραμμα στον νου της και, μιας και η Λούσι είχε ήδη αποφασίσει ότι θαύμαζε απείρως την υποκόμησσα, ήταν μάλλον περίεργη να δει το τελικό αποτέλεσμα. «Δεσποινίς Γουάτσον, εσείς θα είστε ζευγάρι με τον αδελφό του συζύγου μου. Νομίζω ότι τον γνωρίσατε χτες, σωστά;» Η Ερμιόνη έγνεψε καταφατικά με ευγένεια.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Λούσι χαμογέλασε μέσα της. Ο κύριος Μπρίτζερτον είχε πιάσει δουλειά εκείνο το πρωί. Και μπράβο του. «Κι εσάς, λαίδη Λουσίντα», συνέχισε η λαίδη Μπρίτζερτον, «θα σας συνοδεύσει ο κύριος Μπέρμπρουκ». Χαμογέλασε αμυδρά, σχεδόν απολογητικά. «Είναι κατά κάποιο τρόπο συγγενής», πρόσθεσε, «και ένας στ’ αλήθεια καλοσυνάτος άνθρωπος». «Συγγενής;» είπε η Λούσι σαν αντίλαλος, γιατί δεν ήταν ακριβώς βέβαιη για το πώς έπρεπε να απαντήσει στον ασυνήθιστα διστακτικό τόνο της λαίδης Μπρίτζερτον. «Κατά κάποιο τρόπο;» «Ναι. Η αδελφή της συζύγου του αδελφού του συζύγου μου έχει παντρευτεί τον αδελφό του». «Μάλιστα». Η Λούσι διατήρησε τη μειλίχια έκφρασή της. «Άρα είστε στενοί συγγενείς;» Η λαίδη Μπρίτζερτον γέλασε. «Μου αρέσετε, λαίδη Λουσίντα. Όσο για τον Νέβιλ… είμαι βέβαιη ότι θα τον βρείτε διασκεδαστικό. Α, μόλις ήρθε. Νέβιλ! Νέβιλ!» Η Λούσι παρατηρούσε τη λαίδη Μπρίτζερτον να κατευθύνεται προς τον κύριο Νέβιλ Μπέρμπρουκ και να τον χαιρετάει στην πόρτα. Φυσικά, είχαν ήδη συστηθεί. Όλες οι συστάσεις είχαν γίνει στη σπιτική γιορτή. Αλλά η Λούσι δεν είχε ακόμα συνομιλήσει με τον κύριο Μπέρμπρουκ, ούτε ουσιαστικά τον είχε δει παρά μόνο από μακριά. Έμοιαζε ένας αρκετά ευπροσήγορος τύπος, με χαρούμενο παρουσιαστικό και ροδαλό χρώμα και μια τούφα ξανθά μαλλιά. «Γεια σας, λαίδη Μπρίτζερτον», είπε, πέφτοντας σχεδόν πάνω σε ένα τραπεζάκι σαλονιού καθώς μπήκε στο δωμάτιο. «Εξαιρετικό το πρωινό σήμερα. Ειδικά η καπνιστή ρέγγα». «Ευχαριστώ», απάντησε η λαίδη Μπρίτζερτον, κοιτάζοντας με αγωνία προς το κινέζικο βάζο που τώρα ταλαντευόταν πάνω στο τραπεζάκι. «Είμαι βέβαιη ότι θυμάστε τη λαίδη Λουσίντα». Οι δύο φίλες μουρμούρισαν τους χαιρετισμούς τους κι έπειτα ο κύριος Μπέρμπρουκ είπε: «Σας αρέσει η καπνιστή ρέγγα;» Η Λούσι κοίταξε πρώτα την Ερμιόνη, έπειτα τη λαίδη Μπρίτζερτον για καθοδήγηση, αλλά ούτε εκείνη έδειχνε λιγότερο σαστισμένη από την ίδια, οπότε είπε απλώς: «Ε… ναι;» «Τέλεια!» της είπε. «Δεν μου λέτε, γλαρόνι είναι αυτό που βλέπω από το παράθυρο;» Η Λούσι ανοιγόκλεισε τα μάτια. Κοίταξε τη λαίδη Μπρίτζερτον, για να διαπιστώσει μόνο ότι η υποκόμησσα επέμενε να μην την κοιτάζει στα μάτια. «Γλαρόνι είπατε», μουρμούρισε τελικά η Λούσι, μην μπορώντας να σκεφτεί κάποια άλλη κατάλληλη απάντηση. Ο κύριος Μπέρμπρουκ προχώρησε ως το παράθυρο κι εκείνη πήγε κοντά του. Κοίταξε έξω. Δεν έβλεπε πουλιά. Στο μεταξύ, με την άκρη του ματιού της είδε τον κύριο Μπρίτζερτον να μπαίνει στο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


δωμάτιο και να κάνει ό,τι μπορεί για να γοητεύσει την Ερμιόνη. Έλεος, τι ωραίο χαμόγελο που είχε! Ομοιόμορφα λευκά δόντια και η έκφρασή του απλωνόταν μέχρι και τα μάτια του, σε αντίθεση με τους περισσότερους βαριεστημένους νεαρούς αριστοκράτες που είχε γνωρίσει η Λούσι. Ο κύριος Μπρίτζερτον χαμογελούσε λες και το εννοούσε. Κάτι που έβγαζε νόημα, φυσικά, γιατί χαμογελούσε στην Ερμιόνη, με την οποία προφανώς ήταν σχεδόν ξετρελαμένος. Η Λούσι δεν άκουγε τι έλεγαν, αλλά εύκολα αναγνώριζε την έκφραση στο πρόσωπο της Ερμιόνης. Ευγενική, φυσικά, γιατί η Ερμιόνη δεν θα ήταν ποτέ αγενής. Και ίσως δεν μπορούσε κανείς άλλος να το δει εκτός από τη Λούσι, που ήξερε τόσο καλά τη φίλη της, αλλά η Ερμιόνη δεν έκανε τίποτα άλλο από το να ανέχεται το ενδιαφέρον του κυρίου Μπρίτζερτον και να αποδέχεται τα κολακευτικά του σχόλια με ένα γνέψιμο κι ένα όμορφο χαμόγελο ενώ το μυαλό της πετούσε μακριά, αλλού. Σ’ εκείνον τον καταραμένο τον κύριο Έντμοντς. Η Λούσι έσφιξε το σαγόνι παριστάνοντας ότι έψαχνε για γλαρόνια, οποιουδήποτε είδους, με τον κύριο Μπέρμπρουκ. Δεν είχε λόγο να σκέφτεται τον κύριο Έντμοντς ως έναν συμπαθητικό νεαρό κύριο, αλλά η αλήθεια ήταν ότι οι γονείς της Ερμιόνης δεν θα έδιναν ποτέ τη συγκατάθεσή τους γι’ αυτό το σμίξιμο και, όσο κι αν η Ερμιόνη νόμιζε ότι θα μπορούσε να ζήσει ευτυχισμένη με τον μισθό ενός γραμματέα, η Λούσι ήταν βέβαιη ότι μόλις μαραινόταν το πρώτο λουλούδι του γάμου, η φίλη της θα ήταν δυστυχισμένη. Και θα μπορούσε να έχει πολύ καλύτερη τύχη. Ήταν προφανές ότι η Ερμιόνη θα μπορούσε να παντρευτεί οποιονδήποτε. Οποιονδήποτε. Δεν χρειαζόταν να κάνει συμβιβασμούς. Θα ήταν μια βασίλισσα της υψηλής κοινωνίας, αρκεί να το ήθελε. Η Λούσι κοίταξε τον κύριο Μπρίτζερτον, γνέφοντας και ακούγοντας τον κύριο Μπέρμπρουκ, που συνέχισε να μιλάει για καπνιστές ρέγγες. Ο κύριος Μπρίτζερτον ήταν άψογος. Δεν κατείχε κάποιο τίτλο, αλλά η Λούσι δεν ήταν τόσο αδίστακτη ώστε να θεω​ρεί ότι η Ερμιόνη έπρεπε να παντρευτεί κάποιον της υψηλότερης δυνατής κοινωνικής θέσης. Θα μπορούσε απλώς να μην εξισώσει τον εαυτό της με έναν γραμματέα, για το όνομα του Θεού. Επιπλέον, ο κύριος Μπρίτζερτον ήταν εξαιρετικά γοητευτικός, με σκουρόχρωμα, καστανά μαλλιά και υπέροχα μελιά μάτια. Και η οικογένειά του έδειχνε απόλυτα ευχάριστη και λογική, κι αυτό για τη Λούσι ήταν κάτι που λειτουργούσε υπέρ του. Όταν παντρεύεσαι έναν άντρα, ουσιαστικά παντρεύεσαι και την οικογένειά του. Δεν μπορούσε να φανταστεί καλύτερο σύζυγο για την Ερμιό​νη. Δηλαδή, υπέθετε ότι η ίδια δεν θα παραπονιόταν αν ο κύριος Μπρίτζερτον ήταν ο επόμενος στη σειρά για μια μαρκιονία, αλλά ειλικρινά, δεν μπορείς να τα έχεις όλα. Και το πιο σημαντικό, ήταν βέβαιη ότι θα έκανε την Ερμιόνη ευτυχισμένη, ακόμα κι αν εκείνη δεν το είχε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


συνειδητοποιήσει μέχρι τώρα. «Θα το κάνω να συμβεί», μονολόγησε. «Ε;» ακούστηκε από τον κύριο Μπέρμπρουκ. «Εντοπίσατε το πουλί;» «Εκεί πέρα», είπε η Λούσι, δείχνοντας προς ένα δέντρο. Εκείνος έγειρε μπροστά. «Αλήθεια;» «Ω Λούσι!» ακούστηκε η φωνή της Ερμιόνης. Η Λούσι έκανε μεταβολή. «Φεύγουμε; Ο κύριος Μπρίτζερτον ανυπομονεί». «Είμαι στις υπηρεσίες σας, δεσποινίς Γουάτσον», σχολίασε ο εν λόγω κύριος. «Θα αναχωρήσουμε όποτε το επιθυμείτε εσείς». Η Ερμιόνη έριξε μια ματιά στη Λούσι που έλεγε ξεκάθαρα ότι εκείνη βιαζόταν να ξεκινήσει κι έτσι η Λούσι είπε: «Ας αναχωρήσουμε, τότε», και πήρε το μπράτσο που της πρόσφερε ο κύριος Μπέρμπρουκ και αφέθηκε να την οδηγήσει, καταφέρνοντας να ουρλιάξει μόνο μία φορά, αν και τρεις φορές χτύπησε το δάχτυλο του ποδιού της ένας Θεός ξέρει πού, αφού κατά κάποιο τρόπο, σε μια όμορφη και χαριτωμένη έκταση από γρασίδι, ο κύριος Μπέρμπρουκ κατάφερε να χτυπήσει πάνω σε κάθε ρίζα, πέτρα ή εξόγκωμα, παρασέρνοντας κι εκείνη μαζί του. Έλεος. Η Λούσι προετοιμάστηκε ψυχολογικά για περισσότερους τραυματισμούς. Θα ήταν μια επώδυνη έξοδος. Αλλά παραγωγική. Όταν θα επέστρεφαν στο σπίτι, η Ερμιόνη θα είχε γοητευτεί τουλάχιστον λιγάκι από τον κύριο Μπρίτζερτον. Θα φρόντιζε η Λούσι γι’ αυτό. Ακόμα κι αν ο Γκρέγκορι είχε αμφιβολίες για τη δεσποινίδα Ερμιόνη Γουάτσον, αυτές εξανεμίστηκαν τη στιγμή που ακούμπησε την παλάμη της στο εσωτερικό του διπλωμένου του αγκώνα. Υπήρχε μια αίσθηση του σωστού, μια παράξενη, μυστικιστική αίσθηση δύο μισών που ενώνονταν σε ένα. Ταίριαζε απόλυτα δίπλα του. Ταίριαζαν. Και την ήθελε. Δεν ήταν καν πόθος. Για την ακρίβεια, ήταν παράξενο. Δεν ένιωθε κάτι τόσο πεζό σαν τον σαρκικό πόθο. Ήταν κάτι άλλο. Κάτι μέσα του. Απλώς ήθελε να είναι δική του. Ήθελε να την κοιτάζει, ήθελε να βεβαιωθεί. Να βεβαιωθεί ότι θα έπαιρνε το όνομά του και ότι θα κυοφορούσε τα παιδιά του και θα τον κοίταζε με αγάπη κάθε πρωί, πάνω από ένα φλιτζάνι ζεστής σοκολάτας. Ήθελε να της τα πει όλα αυτά, να μοιραστεί τα όνειρά του, να ζωγραφίσει μια εικόνα της κοινής τους ζωής, αλλά δεν ήταν ανόη​τος κι έτσι είπε απλώς, καθώς την οδηγούσε στο μονοπάτι: «Είστε εξαιρετικά όμορφη σήμερα το πρωί, δεσποινίς Γουάτσον». «Ευχαριστώ», αποκρίθηκε. Κι έπειτα δεν είπε τίποτε άλλο.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Καθάρισε τον λαιμό του. «Κοιμηθήκατε καλά;» «Ναι, ευχαριστώ», του είπε. «Περνάτε όμορφα εδώ;» «Ναι, ευχαριστώ». Παράξενο, αλλά πάντα πίστευε ότι η συνομιλία με τη γυναίκα που θα παντρευόταν θα ήταν λίγο πιο εύκολη. Θύμισε στον εαυτό του ότι εκείνη φανταζόταν πως είναι ερωτευμένη με έναν άλλο άντρα. Με κάποιον μη ταιριαστό, αν το σχόλιο της λαίδης Λουσίντα το προηγούμενο βράδυ ήταν κάπως ενδεικτικό. Πώς τον είχε αποκαλέσει – τον λιγότερο κακό από τους δύο; Κοίταξε μπροστά. Η λαίδη Λουσίντα σκόνταφτε μπροστά του κρατώντας από το μπράτσο τον Νέβιλ Μπέρμπρουκ, που δεν είχε ποτέ μάθει να συντονίζει τον βηματισμό του μ’ εκείνον μιας κυρίας. Η κοπέλα έδειχνε να τα καταφέρνει αρκετά καλά, αν κι εκείνος νόμισε ότι άκουσε μια μικρή κραυγή πόνου κάποια στιγμή. Τίναξε ελαφρά το κεφάλι του. Θα ήταν κάποιο πουλί. Δεν είχε μόλις δει ο Νέβιλ ένα σμήνος από το παράθυρο; «Είστε πολύ καιρό φίλες με τη λαίδη Λουσίντα;» ρώτησε τη δεσποινίδα Γουάτσον. Ήξερε την απάντηση, φυσικά. Η λαίδη Λουσίντα του το είχε πει το προηγούμενο βράδυ. Αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι άλλο να ρωτήσει. Και χρειαζόταν μια ερώτηση που δεν μπορούσε να απαντηθεί με ένα «Ναι, ευχαριστώ» ή με ένα «Όχι, ευχαριστώ». «Τρία χρόνια», απάντησε η δεσποινίδα Γουάτσον. «Είναι η πιο αγαπημένη μου φίλη». Κι έπειτα το πρόσωπό της επιτέλους ζωήρεψε λιγάκι καθώς είπε: «Πρέπει να πάμε κοντά τους». «Στον κύριο Μπέρμπρουκ και τη λαίδη Λουσίντα;» «Ναι», του είπε γνέφοντας αποφασιστικά. «Ναι, πρέπει». Το τελευταίο πράγμα που ήθελε να κάνει ο Γκρέγκορι ήταν να σπαταλήσει κάπου αλλού τον πολύτιμο χρόνο του με τη δεσποινίδα Γουάτσον, αλλά φώναξε στον Μπέρμπρουκ να τους περιμένουν, όπως όφειλε. Το έκανε, σταματώντας τόσο απότομα, που η λαίδη Λουσίντα σχεδόν έπεσε κυριολεκτικά πάνω του. Έβγαλε μια κραυγή έκπληξης, αλλά εκτός από αυτό ουσιαστικά δεν έπαθε και τίποτα. Η δεσποινίδα Γουάτσον εκμεταλλεύτηκε την περίσταση, ωστόσο, απομακρύνοντας το χέρι της από τον αγκώνα του και τρέχοντας μπροστά. «Λούσι!» φώναξε. «Ω αγαπημένη μου Λούσι, χτύπησες;» «Καθόλου», απάντησε η λαίδη Λουσίντα κι έδειξε να απορεί με την υπερβολική ανησυχία της φίλης της. «Πρέπει να μου δώσεις το χέρι σου», ανακοίνωσε η δεσποινίδα Γουάτσον, περνώντας το μπράτσο της σ’ εκείνο της λαίδης Λουσίντα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Πρέπει;» είπε η Λούσι σαν αντίλαλος και τραβήχτηκε μακριά. Ή, τουλάχιστον, το προσπάθησε. «Όχι, αλήθεια, δεν είναι απαραίτητο». «Επιμένω». «Δεν είναι απαραίτητο», επανέλαβε η λαίδη Λουσίντα και ο Γκρέγκορι ευχόταν να μπορεί να δει το πρόσωπό της, γιατί ακούστηκε σαν να έτριζαν τα δόντια της. «Χε χε», ακούστηκε η φωνή του Μπέρμπρουκ. «Μάλλον θα πάρω εσένα αγκαζέ, Μπρίτζερτον». Ο Γκρέγκορι του έριξε μια ισοπεδωτική ματιά. «Όχι». Ο Μπέρμπρουκ ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα. «Αστείο ήταν, ξέρεις». Ο Γκρέγκορι πολέμησε την ανάγκη του να αναστενάξει και κατάφερε κάπως να ψελλίσει: «Το κατάλαβα». Γνώριζε τον Νέβιλ Μπέρμπρουκ από τότε που ήταν και οι δύο νήπια και συνήθως είχε περισσότερη υπομονή μαζί του, αλλά αυτή τη στιγμή ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο να του φορέσει φίμωτρο. Στο μεταξύ, οι δύο κοπέλες λογομαχούσαν για κάποιο θέμα, με ένταση αρκετά χαμηλή, ώστε να μην έχει ελπίδες ο Γκρέγκορι να ακούσει τι έλεγαν. Όχι πως θα καταλάβαινε τον κώδικά τους ακόμα κι αν φώναζαν. Ήταν προφανώς κάτι ακαθόριστα γυναικείο. Η λαίδη Λουσίντα εξακολουθούσε να τραβάει το χέρι της και η δεσποινίδα Γουάτσον απλώς αρνούνταν να την αφήσει ελεύθερη. «Έχει χτυπήσει», είπε η Ερμιόνη, γυρίζοντας προς το μέρος του και ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρα. Ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρα; Μα τέτοια στιγμή διάλεξε για να φλερτάρει; «Δεν έχω χτυπήσει», ανταπάντησε η Λούσι. Γύρισε προς τους δύο κυρίους. «Ούτε στο ελάχιστο. Πρέπει να προχωρήσουμε». Ο Γκρέγκορι δεν μπορούσε να αποφασίσει αν το όλο θέαμα τον διασκέδαζε ή τον πρόσβαλλε. Η δεσποινίδα Γουάτσον ήταν σαφές ότι δεν επιθυμούσε τη συνοδεία του και, παρόλο που κάποιοι άντρες αρέσκονταν στο να λαχταρούν το ανέφικτο, εκείνος πάντα προτιμούσε οι γυναίκες του να είναι χαμογελαστές, φιλικές και πρόθυμες. Ωστόσο, τότε η δεσποινίδα Γουάτσον γύρισε κι εκείνος είδε το πίσω μέρος του κεφαλιού της – μα τι είχε πια το πίσω μέρος του κεφαλιού της; Ένιωσε να βυθίζεται ξανά σ’ εκείνη την αίσθηση του τρελά ερωτευμένου που είχε νιώσει την προηγούμενη νύχτα και παρακίνησε τον εαυτό του να μη χάνει το θάρρος του. Ούτε μια ολόκληρη μέρα δεν τη γνώριζε. Απλώς ήθελε τον χρόνο της για να τον γνωρίσει. Ο έρωτας δεν τους χτυπάει όλους με την ίδια ταχύτητα. Ο αδελφός του ο Κόλιν, για παράδειγμα, γνώριζε τη γυναίκα του για πολλά χρόνια πριν συνειδητοποιήσει όταν ήταν γραφτό να είναι μαζί. Όχι πως ο Γκρέγκορι είχε σκοπό να περιμένει χρόνια ολόκληρα, αλλά, παρ’ όλα αυτά, αυτή η σκέψη έδινε στην παρούσα κατάσταση μια καλύτερη προοπτική. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα έγινε σαφές ότι η δεσποινίδα Γουάτσον δεν θα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


συναινούσε και οι δύο γυναίκες θα περπατούσαν αγκαζέ. Ο Γκρέγκορι βάδιζε δίπλα στη δεσποινίδα Γουάτσον, ενώ ο Μπέρμπρουκ περπατούσε νωχελικά σχετικά κοντά στη λαίδη Λουσίντα. «Πρέπει να μας πείτε πώς είναι να προέρχεται κανείς από τόσο μεγάλη οικογένεια», του είπε η λαίδη Λουσίντα, γέρνοντας μπροστά και μιλώντας πέρα από τη δεσποινίδα Γουάτσον. «Η Ερμιόνη κι εγώ έχουμε από έναν αδελφό». «Εγώ έχω τρεις αδελφούς», είπε ο Μπέρμπρουκ. «Και μία αδελφή». «Είναι…» ο Γκρέγκορι ήταν έτοιμος να δώσει τη συνηθισμένη του απάντηση, ότι δηλαδή ήταν τρελό και παλαβό και συνήθως πιο μπελαλίδικο από ό,τι άξιζε, αλλά τότε, με κάποιο τρόπο, η βαθύτερη αλήθεια γλίστρησε έξω από τα χείλη του και διαπίστωσε ότι είπε: «Για την ακρίβεια, είναι ανακουφιστικό». «Ανακουφιστικό;» είπε σαν αντίλαλος η λαίδη Λουσίντα. «Τι ενδιαφέρουσα επιλογή λέξης». Εκείνος κοίταξε πέρα από τη δεσποινίδα Γουάτσον για να τη δει που τον κοίταζε με γαλανά μάτια γεμάτα περιέργεια. «Ναι», της είπε αργά, αφήνοντας τις σκέψεις του να σχηματιστούν σε λέξεις πριν απαντήσει. «Υπάρχει μια ανακούφιση όταν έχεις οικογένεια, έτσι νομίζω. Είναι μια αίσθηση… επίγνωσης, υποθέτω». «Τι εννοείτε;» ρώτησε η Λούσι δείχνοντας ειλικρινές ενδιαφέρον. «Έχω επίγνωση ότι είναι εκεί», είπε ο Γκρέγκορι, «ότι αν ποτέ βρεθώ σε δυσκολία ή απλώς έχω ανάγκη από μια καλή κουβεντούλα, μπορώ πάντα να απευθυνθώ σ’ εκείνους». Και ήταν αλήθεια. Δεν το είχε ποτέ του σκεφτεί με τόσο πολλές λέξεις, αλλά ήταν αλήθεια. Δεν ήταν τόσο κοντά στους αδελφούς του όσο εκείνοι μεταξύ τους, αλλά αυτό ήταν φυσικό, με τη δεδομένη διαφορά ηλικίας. Όταν εκείνοι είχαν γίνει άντρες και κυκλοφορούσαν στην πόλη, εκείνος ήταν μαθητής στο Ίτον. Και τώρα είχαν παντρευτεί και οι τρεις και είχαν φτιάξει τη δική τους οικογένεια. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, ήξερε ότι, αν τους χρειαζόταν ή αν χρεια​ζόταν τις αδελφές του, δεν είχε παρά να το ζητήσει. Φυσικά, δεν τους είχε χρειαστεί. Όχι για κάτι σημαντικό τουλάχιστον. Ή ακόμα και για τα περισσότερα μη σημαντικά πράγματα. Αλλά ήξερε ότι μπορούσε να το κάνει. Ήταν κάτι παραπάνω απ’ όσα είχαν οι περισσότεροι άντρες στον κόσμο, περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν ποτέ να έχουν. «Κύριε Μπρίτζερτον;» Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του. Η λαίδη Λουσίντα τον κοίταζε γεμάτη περιέργεια. «Με συγχωρείτε», της μουρμούρισε. «Μάλλον ονειροπολούσα». Της χάρισε ένα χαμόγελο κι έπειτα κοίταξε τη δεσποινίδα Γουάτσον, η οποία, προς έκπληξή του, είχε επίσης γυρίσει να τον κοιτάξει. Τα μάτια της έδειχναν τεράστια στο πρόσωπό της, με

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ένα διαυγές και εκτυφλωτικό πράσινο χρώμα, και για μια στιγμή εκείνος ένιωσε σαν να τον διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα. Του χαμογέλασε, ελάχιστα, και με μια μικρή αμηχανία που την έπιασε στα πράσα, απέστρεψε το βλέμμα. Η καρδιά του Γκρέγκορι σκίρτησε δυνατά. Και τότε η λαίδη Λουσίντα μίλησε ξανά. «Έτσι ακριβώς νιώθω κι εγώ για την Ερμιόνη», είπε. «Είναι η αδελφή της καρδιάς μου». «Η δεσποινίδα Γουάτσον είναι στα αλήθεια μια εξαιρετική κυρία», μουρμούρισε ο Γκρέγκορι κι έπειτα πρόσθεσε: «Όπως κι εσείς, φυσικά». «Είναι θαυμάσια ακουαρελίστα», είπε η λαίδη Λουσίντα. Η Ερμιόνη κοκκίνισε ολόκληρη, μια ομορφιά. «Λούσι». «Αφού είσαι», επέμεινε η φίλη της. «Κι εμένα μου αρέσει να ζωγραφίζω», ακούστηκε η χαρούμενη φωνή του Νέβιλ Μπέρμπρουκ. «Αλλά κάθε φορά καταστρέφω κι ένα πουκάμισο». Ο Γκρέγκορι τον κοίταξε έκπληκτος. Ανάμεσα στην αλλόκοτα αποκαλυπτική συνομιλία με τη λαίδη Λουσίντα και στη διασταύρωση βλεμμάτων με τη δεσποινίδα Γουάτσον, είχε σχεδόν ξεχάσει ότι ήταν και ο Μπέρμπρουκ παρών. «Ο υπηρέτης μου σηκώνει τα χέρια ψηλά», συνέχισε ο Νέβιλ, βαδίζοντας νωχελικά. «Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν φτιάχνουν χρώματα που να πλένονται στα λινά ρούχα». Έκανε μια παύση, προφανώς βυθισμένος στις σκέψεις του. «Ή στα μάλλινα». «Εσείς ζωγραφίζετε;» ρώτησε τον Γκρέγκορι η λαίδη. «Δεν έχω τέτοιο χάρισμα», παραδέχτηκε εκείνος. «Αλλά ο αδελφός μου είναι σχετικά ονομαστός καλλιτέχνης. Δύο από τους πίνακές του εκτίθενται στην Εθνική Πινακοθήκη». «Ω, αυτό είναι θαυμάσιο!» αναφώνησε εκείνη. Γύρισε προς τη δεσποινίδα Γουάτσον. «Το άκουσες αυτό, Ερμιόνη; Πρέπει να ζητήσεις από τον κύριο Μπρίτζερτον να σε συστήσει στον αδελφό του». «Δεν θα ήθελα να φέρω σε δύσκολη θέση κάποιον από τους κυρίους Μπρίτζερτον», της απάντησε ντροπαλά. «Δεν θα με φέρετε καθόλου σε δύσκολη θέση», είπε ο Γκρέγκορι και της χαμογέλασε. «Θα ήταν μεγάλη μου χαρά να σας συστήσω και ο Μπένεντικτ πάντα λατρεύει να φλυαρεί για την τέχνη. Σπάνια μπορώ να παρακολουθήσω τη συζήτηση, αλλά εκείνος φαίνεται να το ευχαριστιέται και με το παραπάνω». «Ξέρεις», παρενέβη η Λούσι, χτυπώντας απαλά το χέρι της Ερμιόνης, «εσύ και ο κύριος Μπρίτζερτον έχετε πολλά κοινά τελικά». Ακόμα και ο Γκρέγκορι σκέφτηκε ότι παραήταν τραβηγμένη η παρατήρηση, αλλά δεν τη σχολίασε. «Ή στα βελούδινα», ανακοίνωσε ξαφνικά ο Νέβιλ. Τρία κεφάλια γύρισαν απότομα προς το μέρος του. «Ορίστε;» μουρμούρισε η λαίδη

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Λουσίντα. «Αυτά είναι τα χειρότερα», είπε γνέφοντας πολύ ζωηρά. «Για να καθαρίσουν από τα χρώματα, εννοώ». Ο Γκρέγκορι έβλεπε μόνο το πίσω μέρος του κεφαλιού της, αλλά κατάλαβε ότι ανοιγόκλεισε τα μάτια της λέγοντας: «Φοράτε βελούδινα όταν ζωγραφίζετε;» «Αν κάνει κρύο». «Πόσο… μοναδικό». Το πρόσωπο του Νέβιλ φωτίστηκε. «Νομίζετε; Πάντα ήθελα να είμαι μοναδικός». «Είστε», του είπε και ο Γκρέγκορι δεν άκουσε τίποτε άλλο παρά διαβεβαίωση στη φωνή της. «Βεβαιότατα και είστε, κύριε Μπέρμπρουκ». Ο Νέβιλ έλαμψε ολόκληρος. «Μοναδικός. Μου αρέσει αυτό. Μοναδικός». Χαμογέλασε πάλι και γεύτηκε τη λέξη στα χείλη του. «Μοναδικός. Μοναδικός. Μονααααα-διιι-κόος». Οι τέσσερίς τους συνέχισαν προς το χωριό σε μια χαλαρή σιω​​πή, που κάθε τόσο διέκοπταν οι περιστασιακές προσπάθειες του Γκρέγκορι να ανοίξει κουβέντα με τη δεσποινίδα Γουάτσον. Μερικές φορές το κατάφερνε, αλλά τις περισσότερες φορές ήταν η Λουσίντα που κατέληγε να συζητά μαζί του. Όταν φυσικά δεν προσπαθούσε να προκαλέσει τη δεσποινίδα Γουάτσον σε κουβέντα. Και όλη την ώρα ο Νέβιλ συνέχιζε να φλυαρεί, κυρίως συνομιλώντας με τον εαυτό του σχετικά με τη νεοαποκαλυφθείσα μοναδικότητά του. Επιτέλους τα οικεία κτίρια του χωριού φάνηκαν στον ορίζοντα. Ο Νέβιλ ανακοίνωσε ότι ήταν μοναδικά πεινασμένος, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό, κι έτσι ο Γκρέγκορι οδήγησε τη συντροφιά στο Λευκό Ελάφι, ένα τοπικό πανδοχείο που σέρβιρε απλά αλλά πεντανόστιμα πιάτα. «Να κάνουμε πίκνικ», πρότεινε η λαίδη Λουσίντα. «Δεν θα ήταν θαυμάσιο;» «Μεγαλειώδης ιδέα», αναφώνησε ο Νέβιλ και την κοίταξε σαν να ήταν θεά. Ο Γκρέγκορι απόρησε κάπως με την υπερβολική του αντίδραση, αλλά η λαίδη Λουσίντα δεν φάνηκε να δίνει σημασία. «Εσείς τι λέτε, δεσποινίς Γουάτσον;» ρώτησε ο Γκρέγκορι. Αλλά η εν λόγω κυρία ήταν χαμένη στις σκέψεις της, το βλέμμα της δεν εστίαζε κάπου, αλλά παρέμενε καρφωμένο σε έναν πίνακα στον τοίχο. «Δεσποινίς Γουάτσον;» επανέλαβε εκείνος κι έπειτα, όταν επιτέλους είχε κερδίσει την προσοχή της, είπε: «Θα θέλατε να κάνουμε πίκνικ;» «Ω ναι. Αυτό θα ήταν υπέροχο». Και τότε συνέχισε να κοιτάζει μπροστά στο κενό, με τα χείλη της κατεβασμένα σε μια έκφραση μελαγχολίας, σχεδόν ανυπομονησίας. Ο Γκρέγκορι έγνεψε καταφατικά, κατευνάζοντας την απογοήτευσή του, και άρχισε την προετοιμασία. Ο πανδοχέας, που ήξερε καλά την οικογένειά του, του έδωσε δύο καθαρές κουβέρτες για να στρώσουν στο γρασίδι και υποσχέθηκε να τους πάει κι ένα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


καλάθι με φαγητά μόλις ετοιμάζονταν. «Υπέροχα, κύριε Μπρίτζερτον», είπε η λαίδη Λουσίντα. «Δεν συμφωνείς κι εσύ, Ερμιόνη;» «Ναι, φυσικά». «Ελπίζω να μας φέρει πίτα», είπε ο Νέβιλ καθώς κρατούσε ανοιχτή την πόρτα για να περάσουν οι κυρίες. «Πάντα είναι ώρα για πίτα». Ο Γκρέγκορι φώλιασε την παλάμη της δεσποινίδας Γουάτσον στο εσωτερικό του διπλωμένου του αγκώνα πριν προλάβει να δραπετεύσει. «Ζήτησα ποικιλία από φαγητά», της είπε σιγανά. «Ελπίζω να υπάρχει κάτι που να σας αρέσει». Σήκωσε το βλέμμα της για να τον κοιτάξει κι εκείνος ένιωσε πάλι τον αέρα να φεύγει από το σώμα του καθώς χάθηκε μέσα στα μάτια της. Και ήξερε πως κι εκείνη το ένιωθε. Έπρεπε να το νιώθει. Πώς αλλιώς, όταν εκείνος ένιωθε τα πόδια που τον στήριζαν έτοιμα να λυγίσουν; «Είμαι σίγουρη ότι θα είναι υπέροχα», του είπε. «Είστε γλυκατζού;» «Είμαι», παραδέχτηκε εκείνη. «Τότε είστε τυχερή», της είπε ο Γκρέγκορι. «Ο κύριος Γκλάνιτς υποσχέθηκε να μας δώσει λίγη από την πίτα με βατόμουρα της γυναίκας του, που είναι ξακουστή στην περιοχή». «Πίτα;» είπε με φανερό ενδιαφέρον ο Νέβιλ. Γύρισε προς τη λαίδη Λουσίντα. «Είπε ότι θα φάμε πίτα;» «Νομίζω πως ναι», του απάντησε. Ο Νέβιλ αναστέναξε από ευχαρίστηση. «Σας αρέσει η πίτα, λαίδη Λουσίντα;» Ένα ίχνος απόγνωσης κάλυψε τα χαρακτηριστικά της καθώς ρωτούσε: «Τι είδους πίτα, κύριε Μπέρμπρουκ;» «Ω, οποιαδήποτε πίτα. Γλυκιά, αλμυρή, με φρούτα, με κρέας». «Λοιπόν…» καθάρισε τον λαιμό της, κοιτάζοντας τριγύρω λες και τα κτίρια και τα δέντρα θα μπορούσαν να της προσφέρουν καθοδήγηση. «Εγώ… α… υποθέτω ότι μου αρέσουν οι περισσότερες πίτες». Κι εκείνη τη στιγμή ο Γκρέγκορι ήταν σχεδόν βέβαιος ότι ο Νέβιλ την ερωτεύτηκε. Κακόμοιρη λαίδη Λουσίντα. Διέσχισαν την κύρια λεωφόρο, ώσπου έφτασαν σε ένα χορταριασμένο λιβάδι και ο Γκρέγκορι άνοιξε τις κουβέρτες και τις έστρωσε στο έδαφος. Η λαίδη Λουσίντα, όντας έξυπνο κορίτσι, κάθισε πρώτη κι έπειτα έδειξε χτυπώντας με το χέρι της μια θέση για τον Νέβιλ ώστε, εγγυημένα, ο Γκρέγκορι και η δεσποινίδα Γουάτσον να αναγκάζονταν να μοιραστούν το άλλο κομμάτι της κουβέρτας. Και τότε ο Γκρέγκορι στρώθηκε στη δουλειά για να κατακτήσει την καρδιά της.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 4 Στο οποίο η ηρωίδα μας προσφέρει συμβουλές, ο ήρωάς μας τις ακολουθεί και όλοι τρώνε υπερβολικά μεγάλη ποσότητα πίτας Τα έκανε όλα λάθος. Η Λούσι κοίταξε πάνω από τον ώμο του κυρίου Μπέρμπρουκ, προσπαθώντας να μη σμίξει τα φρύδια της. Ο κύριος Μπρίτζερτον έκανε μια γενναία προσπάθεια να κερδίσει την εύνοια της Ερμιόνης και η Λούσι αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι, υπό κανονικές συνθήκες, με μία διαφορετική κοπέλα, θα το είχε καταφέρει άνετα. Η Λούσι σκέφτηκε όλες εκείνες τις κοπέλες που γνώριζε από το σχολείο – οποιαδήποτε θα ήταν ήδη τρελά ερωτευμένη μαζί του. Ή, μάλλον, όλες τους. Αλλά όχι η Ερμιόνη. Κι εκείνος προσπαθούσε τόσο σκληρά. Ήταν υπερβολικά προσεκτικός, υπερβολικά εστιασμένος, υπερβολικά… υπερβολικά… Ε λοιπόν, ναι. Υπερβολικά ερωτευμένος, είναι αλήθεια, ή τουλάχιστον υπερβολικά γοητευμένος. Ο κύριος Μπρίτζερτον ήταν γοητευτικός και ελκυστικός και προφανώς αρκετά ευφυής, αλλά η Ερμιόνη όλα αυτά τα είχε ξαναδεί. Η Λούσι δεν θυμόταν πια πόσοι κύριοι είχαν πολιορκήσει τη φίλη της με τον ίδιο περίπου τρόπο. Άλλοι ήταν πνευματώδεις κι άλλοι σοβαροί. Πρόσφεραν λουλούδια, ποίηση, γλυκά – μάλιστα, ένας έφερε στην Ερμιόνη ένα κουτάβι, το οποίο έσπευσε να αρνηθεί η μητέρα της Ερμιόνης, πληροφορώντας τον άμοιρο κύριο ότι το φυσικό περιβάλλον των σκύλων δεν περιλάμβανε τάπητες Ομπισόν, πορσελάνες από την Ανατολή... ούτε και την ίδια. Όμως, κατά βάση όλοι τους ήταν ίδιοι. Κρέμονταν από κάθε λέξη της, την κοίταζαν σαν να ήταν θεά της αρχαίας Ελλάδας που είχε κατέβει στη γη και σπρώχνονταν στην προσπάθειά τους να προσφέρουν τις πιο έξυπνες, τις πιο ρομαντικές φιλοφρονήσεις που θα είχαν ποτέ αγγίξει τα όμορφα αφτιά της. Και ποτέ τους δεν έδειχναν να καταλαβαίνουν πόσο απόλυτα μη αυθεντικοί ήταν όλοι τους. Αν ο κύριος Μπρίτζερτον ήθελε στα αλήθεια να εξάψει το ενδιαφέρον της Ερμιόνης, θα έπρεπε να κάνει κάτι διαφορετικό. «Λίγη ακόμα πίτα χήνας, λαίδη Λουσίντα;» ρώτησε ο κύριος Μπέρμπρουκ. «Ναι, παρακαλώ», μουρμούρισε η Λούσι, μόνο και μόνο για να τον κρατήσει απασχολημένο με το κόψιμο της πίτας όσο εκείνη σκεφτόταν την επόμενη κίνησή της. Δεν ήθελε η Ερμιόνη να σπαταλήσει τη ζωή της με τον κύριο Έντμοντς και, ειλικρινά, ο κύριος Μπρίτζερτον ήταν τέλειος. Απλώς χρειαζόταν λίγη βοήθεια. «Κοιτάξτε!» αναφώνησε η Λούσι. «Η Ερμιόνη δεν έχει καθόλου πίτα».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Καθόλου πίτα;» ρώτησε έκπληκτος ο κύριος Μπέρμπρουκ. Η Λούσι του ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα, κάτι στο οποίο δεν είχε εξασκηθεί ιδιαίτερα ούτε είχε την ικανότητα. «Μπορείτε, σας παρακαλώ, να τη σερβίρετε;» Καθώς ο κύριος Μπέρμπρουκ έγνεφε καταφατικά, η Λούσι σηκώθηκε όρθια. «Νομίζω ότι θα περπατήσω να ξεπιαστώ λίγο», του ανακοίνωσε. «Έχει κάτι πανέμορφα λουλούδια στην άκρη του αγρού. Κύριε Μπρίτζερτον, έχετε καθόλου γνώσεις σχετικά με τη χλωρίδα της περιοχής;» Εκείνος σήκωσε το βλέμμα ξαφνιασμένος από την ερώτησή της. «Κάποιες λίγες». Αλλά έμεινε ακίνητος. Η Ερμιόνη απασχολούνταν με το να διαβεβαιώνει τον κύριο Μπέρμπρουκ ότι λάτρευε την πίτα χήνας κι έτσι η Λούσι εκμεταλλεύτηκε τη στιγμή κι έγνεψε απότομα με το κεφάλι της προς τα λουλούδια, χαρίζοντας στον κύριο Μπρίτζερτον εκείνο το κατεπείγον βλέμμα που γενικά σήμαινε «Ελάτε τώρα». Για μια στιγμή εκείνος έδειξε να απορεί, αλλά γρήγορα συνήλθε και σηκώθηκε όρθιος. «Θα μου επιτρέψετε να σας μιλήσω λίγο για το τοπίο, λαίδη Λουσίντα;» «Αυτό θα ήταν θαυμάσιο», του είπε, ίσως με λίγο υπερβολικό ενθουσιασμό. Η Ερμιόνη την κοίταζε με ολοφάνερη καχυποψία. Αλλά η Λούσι ήξερε ότι δεν θα προσφερόταν να έρθει μαζί τους. Αν το έκανε, θα ενθάρρυνε τον κύριο Μπρίτζερτον να πιστέψει ότι επιθυμούσε τη συντροφιά του. Έτσι η Ερμιόνη θα έμενε μόνη με τον κύριο Μπέρμπρουκ και την πίτα. Η Λούσι σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Καλά να πάθει. «Εκείνο νομίζω ότι είναι μαργαρίτα», της είπε ο κύριος Μπρίτζερτον, όταν διέσχισαν το λιβάδι. «Κι εκείνο το μπλε με τον ψηλό μίσχο... για την ακρίβεια, δεν ξέρω πώς λέγεται αυτό». «Δελφίνιο», του είπε βιαστικά η Λούσι, «και πρέπει να ξέρετε ότι δεν σας κουβάλησα ως εδώ για να μιλήσουμε για λουλούδια». «Κάτι υποπτεύτηκα». Αποφάσισε να αγνοήσει τον τόνο της φωνής του. «Ήθελα να σας δώσω μερικές συμβουλές». «Σοβαρά;» της είπε με μακρόσυρτη φωνή. «Σοβαρά». «Και ποια είναι η συμβουλή σας;» Δεν υπήρχε τρόπος να το κάνει να ακουστεί καλύτερα, έτσι τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και είπε: «Τα κάνετε όλα λάθος». «Ορίστε;» της είπε σφιγμένος. Η Λούσι έπνιξε ένα μουγκρητό. Τώρα είχε θίξει την περηφάνια του και σίγουρα θα γινόταν ανυπόφορος. «Αν θέλετε να κερδίσετε την Ερμιόνη», του είπε, «πρέπει να κάνετε κάτι διαφορετικό».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο κύριος Μπρίτζερτον χαμήλωσε το βλέμμα για να την κοιτάξει με μια έκφραση που άγγιζε την απαξίωση. «Είμαι απόλυτα ικανός να διεκπεραιώνω τα φλερτ μου». «Είμαι σίγουρη γι’ αυτό… με άλλες κυρίες. Όμως η Ερμιόνη είναι διαφορετική». Έμεινε σιωπηλός και η Λούσι ήξερε ότι είχε γίνει πειστική. Κι εκείνος θεωρούσε διαφορετική την Ερμιόνη, αλλιώς δεν θα έκανε τόση προσπάθεια. «Όλοι κάνουν ό,τι κάνετε εσείς», είπε η Λούσι κοιτάζοντας προς το πίκνικ για να βεβαιωθεί πως ούτε η Ερμιόνη ούτε ο κύριος Μπέρμπρουκ είχαν σηκωθεί για να έρθουν κοντά τους. «Όλοι». «Τι να πω; Ένας κύριος λατρεύει να τον συγκρίνουν με το κοπάδι», μουρμούρισε ο κύριος Μπρίτζερτον. Η Λούσι είχε κατά νου κάμποσες απαντήσεις γι’ αυτό το σχόλιο, αλλά παρέμεινε συγκεντρωμένη στον στόχο της και είπε: «Δεν μπορείτε να φέρεστε όπως οι υπόλοιποι. Χρειάζεται να ξεχωρίσετε». «Και τι προτείνετε για να το καταφέρω;» Εκείνη πήρε μια ανάσα. Δεν θα του άρεσε η απάντησή της. «Πρέπει να πάψετε να είστε τόσο... αφοσιωμένος. Να μην της φέρεστε σαν να είναι πριγκίπισσα. Μάλιστα, ίσως θα έπρεπε να την αφήσετε μόνη για λίγες μέρες». Η έκφρασή του έγινε καχύποπτη. «Και να επιτρέψω σε όλους τους άλλους κυρίους να εισβάλουν από παντού;» «Μα έτσι κι αλλιώς θα εισβάλουν», του είπε επισημαίνοντας την ουσία. «Δεν μπορείτε να κάνετε κάτι γι’ αυτό». «Έξοχα». Η Λούσι συνέχισε ακάθεκτη. «Αν εσείς αποσυρθείτε, η Ερμιό​νη θα αναρωτηθεί για ποιο λόγο το κάνατε». Ο κύριος Μπρίτζερτον φάνηκε να αμφιβάλλει κι έτσι εκείνη συνέχισε: «Μην ανησυχείτε, θα το καταλάβει ότι ενδιαφέρεστε. Έλεος, μετά τα σημερινά θα έπρεπε να είναι ηλίθια αν δεν το έχει καταλάβει». Την αγριοκοίταξε. Ούτε καν η ίδια η Λούσι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι μιλούσε με τόση ειλικρίνεια σε έναν άντρα που γνώριζε ελάχιστα, αλλά οι δύσκολοι καιροί απαιτούν και δύσκολες αποφάσεις... ή δύσκολες φράσεις. «Θα το καταλάβει, σας το εγγυώμαι. Η Ερμιόνη είναι ευφυέστατη. Όχι πως το καταλαβαίνουν όλοι. Οι περισσότεροι άντρες δεν βλέπουν τίποτε άλλο πέρα από το πρόσωπό της». «Θα ήθελα να γνωρίσω το μυαλό της», της είπε σιγανά. Κάτι στον τόνο της φωνής του τη χτύπησε κατάστηθα. Σήκωσε το βλέμμα, τον κοίταξε κατευθείαν μες στα μάτια και είχε την αλλόκοτη αίσθηση ότι εκείνη ήταν κάπου αλλού κι εκείνος ήταν κάπου αλλού κι ο κόσμος κατέρρεε γύρω τους. Ήταν διαφορετικός από τους άλλους κυρίους που είχε γνωρίσει. Δεν ήταν σίγουρη με ποιο τρόπο ακριβώς, εκτός από το ότι είχε κάτι παραπάνω από τους άλλους. Κάτι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


διαφορετικό. Κάτι που της προκαλούσε πόνο, βαθιά μέσα στο στήθος. Και για μια μόνο στιγμή νόμισε ότι ήταν πιθανόν να βάλει τα κλάματα. Αλλά δεν το έκανε. Γιατί, στα αλήθεια, δεν το μπορούσε. Και δεν ήταν τέτοια γυναίκα, έτσι κι αλλιώς. Δεν ήθελε να είναι. Και, σε κάθε περίπτωση, δεν έκλαιγε όταν δεν ήξερε τον λόγο για τον οποίο το έκανε. «Λαίδη Λουσίντα;» Είχε μείνει σιωπηλή πολλή ώρα. Δεν συνήθιζε να το κάνει και... «Δεν θα ήθελε να σας επιτρέψει να το κάνετε», ξέσπασε. «Να γνωρίσετε το μυαλό της, εννοώ. Αλλά μπορείτε...» Καθάρισε τον λαιμό της, ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα, ανέκτησε τη συγκέντρωσή της κι έπειτα κάρφωσε το βλέμμα της σταθερά πάνω στον μικρό σωρό από μαργαρίτες που έλαμπαν στο φως του ήλιου. «Μπορείτε να την πείσετε με άλλο τρόπο», συνέχισε. «Είμαι βέβαιη ότι μπορείτε. Αν είστε υπομονετικός. Και αν είστε αληθινός». Εκείνος δεν βιάστηκε να της απαντήσει. Δεν ακουγόταν τίποτε άλλο παρά μόνο το απαλό σφύριγμα του αέρα. Κι έπειτα, σιγανά, τη ρώτησε: «Γιατί με βοηθάτε;» Η Λούσι γύρισε πάλι προς το μέρος του και ανακουφίστηκε που αυτή τη φορά η γη παρέμενε σταθερή κάτω από τα πόδια της. Ήταν και πάλι ο εαυτός της, κοφτή, χωρίς να λέει ανοησίες, και πρακτική όσο δεν πήγαινε άλλο. Κι εκείνος ήταν άλλος ένας υποψήφιος για το χέρι της Ερμιόνης. Όλα ήταν φυσιολογικά. «Γιατί θα είστε ή εσείς ή ο κύριος Έντμοντς», του είπε. «Έτσι τον λένε;» μουρμούρισε. «Είναι ο γραμματέας της πατέρα της», του εξήγησε. «Δεν είναι κακός άνθρωπος και δεν νομίζω ότι είναι προικοθήρας, αλλά είναι ηλίου φαεινότερον ότι δεν πρόκειται για το ιδανικό ζευγάρι». Ο κύριος Μπρίτζερτον έγειρε στο πλάι το κεφάλι του. «Γιατί νιώθω ότι μόλις αποκαλέσατε ηλίθια τη δεσποινίδα Γουάτσον;» Η Λούσι γύρισε και τον κοίταξε με παγωμένο βλέμμα. «Μην αμφισβητήσετε ποτέ ξανά την αφοσίωσή μου στην Ερμιόνη. Δεν θα μπορούσα...» Έριξε μια γρήγορη ματιά στην Ερμιόνη για να βεβαιωθεί ότι δεν τους κοίταζε πριν χαμηλώσει τη φωνή της και συνεχίσει: «Δεν θα μπορούσα να την αγαπήσω περισσότερο, ακόμα κι αν ήταν αίμα μου, αδελφή μου». Προς τιμήν του, ο κύριος Μπρίτζερτον της έγνεψε με σεβασμό και είπε: «Δεν ήμουν σωστός απέναντί σας. Σας ζητώ συγγνώμη». Η Λούσι ξεροκατάπιε αμήχανη καθώς άκουγε τις λέξεις του. Έδειχνε να τις εννοεί κι αυτό την ηρέμησε αρκετά. «Η Ερμιόνη για μένα είναι ο κόσμος όλος», του είπε. Σκέφτηκε τις μέρες της σχολικής της ηλικίας που είχε περάσει με την οικογένεια των Γουάτσον και τις μοναχικές επισκέψεις στο σπίτι. Οι επιστροφές της δεν συνέπιπταν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ποτέ μ’ εκείνες του αδελφού της και το Αβαείο Φένσγουορθ ήταν ένας ψυχρός, απαγορευτικός τόπος όπου για μόνη συντροφιά είχε τον θείο της. Ο Ρόμπερτ Αμπέρναθι έκανε πάντα το καθήκον του σε ό,τι αφορούσε τις δύο υποχρεώσεις του, αλλά ήταν μάλλον ψυχρός και απαγορευτικός κι ο ίδιος. Το σπίτι ήταν συνώνυμο με πολύω​ρους μοναχικούς περιπάτους, ατελείωτο μοναχικό διάβασμα, ακόμα και μοναχικά γεύματα, καθώς ο θείος Ρόμπερτ ουδέποτε είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον να γευματίσει μαζί της. Όταν ειδοποιούσε τη Λούσι ότι δεν θα ήταν παρών στης δεσποινίδας Μος, η πρώτη της παρόρμηση ήταν να ορμήσει στην αγκαλιά του και να φωνάξει: «Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ!» Μόνο που δεν τον είχε αγκαλιάσει ποτέ πριν, ποτέ στα τόσα χρόνια που ήταν κηδεμόνας της. Άλλωστε, ήδη είχε ξανακαθίσει στο γραφείο του με την προσοχή του στραμμένη στα χαρτιά μπροστά του. Είχε τελειώσει με τη Λούσι. Όταν έφτασε στο σχολείο, αφοσιώθηκε στη νέα της ζωή ως μαθήτριας. Και λάτρεψε την κάθε στιγμή. Ήταν τόσο υπέροχο να έχει ανθρώπους να κουβεντιάζει. Ο αδελφός της Ρίτσαρντ είχε πάει στο Ίτον από τα δέκα του, πριν ακόμα πεθάνει ο πατέρας τους, κι εκείνη περιπλανιόταν στα δωμάτια του Αβαείου για μία δεκαετία σχεδόν χωρίς άλλη συντροφιά παρά μόνο την γκουβερνάντα της, που έχωνε τη μύτη της παντού. Στο σχολείο τη συμπαθούσαν. Αυτό ήταν το καλύτερο από όλα. Στο σπίτι ήταν μόνο μια εκ των υστέρων προσθήκη, αλλά στη Σχολή για Εξαιρετικές Νεαρές Κυρίες της δεσποινίδας Μος οι συμμαθήτριες αναζητούσαν τη συντροφιά της. Της έκαναν ερωτήσεις και, μάλιστα, περίμεναν να ακούσουν την απάντησή της. Η Λούσι μπορεί να μην ήταν η βασίλισσα μέλισσα του σχολείου, αλλά ένιωθε ότι κάπου ανήκε και ότι ήταν υπολογίσιμη. Έπρεπε να μοιραστούν το ίδιο δωμάτιο με την Ερμιόνη εκείνη την πρώτη χρονιά στη σχολή της δεσποινίδας Μος και η φιλία τους γεννήθηκε την ίδια στιγμή. Τη νύχτα της πρώτης μέρας οι δυο τους γελούσαν και κουβέντιαζαν λες και γνωρίζονταν όλη τους τη ζωή. Η Ερμιόνη την έκανε να νιώθει… καλύτερα, κατά κάποιο τρόπο. Όχι μόνο η φιλία τους, αλλά και η επίγνωση της φιλίας τους. Της Λούσι της άρεσε να είναι η καλύτερη φίλη κάποιου. Φυσικά, της άρεσε να έχει κι εκείνη μια καλύτερη φίλη, αλλά κατά βάθος της άρεσε να ξέρει ότι σε όλο τον κόσμο υπήρχε κάποιος που την προτιμούσε από τους άλλους. Την έκανε να έχει αυτοπεποίθηση. Άνεση. Ήταν μάλλον σαν τον κύριο Μπρίτζερτον και αυτό που είχε πει για την οικογένειά του. Ήξερε ότι μπορούσε να εμπιστεύεται την Ερμιόνη. Και η Ερμιόνη ήξερε ότι το ίδιο ίσχυε και για κείνη. Και η Λούσι δεν ήταν βέβαιη αν υπήρχε άλλος άνθρωπος στον κόσμο για τον οποίο θα μπορούσε να πει το ίδιο. Ο αδελφός της, ίσως. Ο Ρίτσαρντ

******ebook converter DEMO Watermarks*******


πήγαινε πάντα κοντά της όταν τον χρειαζόταν, αλλά βλέπονταν πολύ σπάνια πια. Ήταν κρίμα, στα αλήθεια. Ήταν πολύ δεμένοι όταν ήταν μικροί. Έγκλειστη στο Αβαείο Φένσγουορθ καθώς ήταν, σπάνια έβρισκε κάποιον άλλο να παίξουν κι έτσι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να στραφούν ο ένας στον άλλο. Ευτυχώς, γενικώς τα πήγαιναν καλά, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Ανάγκασε τις σκέψεις της να επιστρέψουν στο παρόν και στράφηκε προς τον κύριο Μπρίτζερτον. Έστεκε σχεδόν ακίνητος και την κοίταζε με ένα ευγενικά περίεργο ύφος και η Λούσι είχε την αλλόκοτη αίσθηση πως, αν του έλεγε τα πάντα, για την Ερμιό​​νη και τον Ρίτσαρντ και το Αβαείο Φένσγουορθ και για το πόσο όμορφα ήταν όταν έφυγε για να πάει στη σχολή… ...Είχε την αίσθηση ότι εκείνος θα έδειχνε κατανόηση. Δεν θα μπορούσε φυσικά να την καταλάβει, αφού προερχόταν από μια τόσο μεγάλη και δεμένη οικογένεια. Δεν θα μπορούσε να καταλάβει τι σήμαινε να νιώθεις μοναξιά, να έχεις κάτι να πεις, αλλά να μην έχεις κανέναν να το πεις. Αλλά με κάποιο τρόπο – και τα μάτια του, πιο πράσινα απ’ ό,τι είχε συνειδητοποιήσει, ήταν καρφωμένα στο πρόσωπό της... Ξεροκατάπιε. Θεέ και Κύριε, τι είχε πάθει και δεν μπορούσε να ολοκληρώσει ούτε μία από τις σκέψεις της; «Θέλω μόνο την ευτυχία της Ερμιόνης», κατάφερε να πει. «Ελπίζω να το συνειδητοποιείτε αυτό». Της έγνεψε καταφατικά κι έπειτα έστρεψε βιαστικά το βλέμμα του προς το πίκνικ. «Να πάμε τώρα στους άλλους;» τη ρώτησε. Της χαμογέλασε μετανιωμένος. «Είμαι βέβαιος ότι ο κύριος Μπέρμπρουκ θα έχει ήδη ταΐσει τη δεσποινίδα Γουάτσον τρία κομμάτια πίτα». Η Λούσι ένιωσε ένα γάργαρο γέλιο να απλώνεται μέσα της. «Ω ναι!» Ο τόνος του ήταν γοητευτικά αδιάφορος όταν είπε: «Για χάρη της υγείας της λοιπόν, αν μη τι άλλο, οφείλουμε να επιστρέψουμε». «Θα σκεφτείτε όσα σας είπα;» ρώτησε η Λούσι απιθώνοντας την παλάμη της στο χέρι του. Της έγνεψε καταφατικά. «Θα το κάνω». Εκείνη ένιωσε να τον αγγίζει ακόμα πιο σφιχτά. «Έχω δίκιο. Σας το υπόσχομαι. Κανείς δεν ξέρει την Ερμιόνη καλύτερα από μένα. Και κανείς άλλος δεν έχει δει όλους αυτούς τους κυρίους να προσπαθούν... να κερδίσουν την εύνοιά της». Γύρισε προς το μέρος της και το βλέμμα του διασταυρώθηκε με το δικό της. Για μια στιγμή έμειναν τελείως ακίνητοι και η Λούσι συνειδητοποίησε ότι την αξιολογούσε, τη μετρούσε με έναν τρόπο που θα έπρεπε να της προκαλεί αμηχανία. Αλλά δεν συνέβαινε αυτό. Κι ήταν τόσο παράξενο. Την κοίταζε επίμονα λες και μπορούσε να δει κατευθείαν μες στην ψυχή της κι εκείνη δεν το ένιωθε καθόλου σαν κάτι παράλογο. Αντίθετα, όλως περιέργως, ένιωθε ότι ήταν… ευχάριστο.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Θα ήταν τιμή μου να δεχτώ τις συμβουλές σας σχετικά με τη δεσποινίδα Γουάτσον», της είπε κι έκανε μεταβολή για να επιστρέψουν στο σημείο του πίκνικ. «Και σας ευχαριστώ που με βοη​​θάτε να την κερδίσω». «Ε-ευχαριστώ», τραύλισε η Λούσι, γιατί ποιος ξέρει αν ήταν όντως αυτή η πρόθεσή της. Αλλά μετά συνειδητοποίησε ότι δεν ένιωθε πια τόσο ευχάριστα. Ο Γκρέγκορι ακολούθησε κατά γράμμα τις οδηγίες της λαίδης Λουσίντα. Εκείνο το βράδυ δεν πλησίασε τη δεσποινίδα Γουάτσον στο σαλόνι, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι καλεσμένοι πριν από το δείπνο. Όταν μεταφέρθηκαν στην τραπεζαρία, δεν έκανε καμία προσπάθεια να παρέμβει στην κοινωνική ιεραρχία και να αλλάξει τη θέση του ώστε να καθίσει δίπλα της. Και όταν οι κύριοι είχαν πιει το Πόρτο τους και επέστρεψαν στις κυρίες στην αίθουσα συναυλιών για ένα ρεσιτάλ πιάνου, κάθισε προς τα πίσω, παρόλο που εκείνη και η λαίδη Λουσίντα στέκονταν μάλλον μόνες και θα ήταν εύκολο –αν όχι αναμενόμενο– να κοντοσταθεί και να τους ψιθυρίσει τους χαιρετισμούς του καθώς περνούσε από δίπλα τους. Αλλά όχι, ήταν αφοσιωμένος σε αυτή την πιθανώς αποτυχημένη συμβουλή κι έτσι πήγε στο πίσω μέρος της αίθουσας. Είδε ότι η δεσποινίδα Γουάτσον βρήκε θέση τρεις σειρές πιο μπροστά κι έπειτα βολεύτηκε στην καρέκλα του, επιτρέποντας επιτέλους στον εαυτό του την απόλαυση να κοιτάζει το πίσω μέρος του κεφαλιού της. Κι αυτό θα ήταν ένας απόλυτα ικανοποιητικός τρόπος να περάσει την ώρα του, αν δεν ήταν τελείως ανίκανος να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο πέρα από την απόλυτη έλλειψη ενδιαφέροντος από την πλευρά της. Για το πρόσωπό του. Ειλικρινά, ακόμα κι αν είχε δύο κεφάλια και ουρά, δεν θα του πρόσφερε τίποτα άλλο πέρα από ένα ευγενικό μισό χαμόγελο, δηλαδή ό,τι πρόσφερε σε όλους. Και αν... Δεν ήταν το είδος της αντίδρασης που έπαιρνε συνήθως ο Γκρέγκορι από τις γυναίκες. Δεν περίμενε και να τον λατρεύει ο κόσμος όλος, αλλά, όταν έκανε προσπάθεια, συνήθως έβλεπε καλύτερα αποτελέσματα από αυτό. Για να λέμε την αλήθεια, ήταν εκνευριστικό, να πάρει η ευχή! Έτσι κοίταζε τις δύο γυναίκες, θέλοντας να γυρίσουν προς το μέρος του, να κουνηθούν από τη θέση τους, να κάνουν κάτι, τέλος πάντων, για να του δείξουν ότι ήταν ενήμερες για την παρουσία του. Τελικά, μετά από τρία κοντσέρτα και μία φούγκα, η λαίδη Λουσίντα αναδεύτηκε στη θέση της. Μπορούσε να μαντέψει τις σκέψεις της. Αργά, αργά, κάνε πως κοιτάζεις προς την πόρτα για να δεις αν μπήκε κάποιος. Ρίξε βιαστικά το βλέμμα σου στον κύριο Μπρίτζερτον... Σήκωσε το ποτήρι του σε χαιρετισμό. Εκείνη αναστέναξε ή τουλάχιστον έτσι έλπιζε εκείνος, κι έκανε αμέσως μεταβολή. Εκείνος χαμογέλασε. Ίσως δεν θα έπρεπε να απολαμβάνει τόσο πολύ την

******ebook converter DEMO Watermarks*******


αναστάτωσή της, αλλά, ειλικρινά, ήταν το μοναδικό ευχάριστο κομμάτι της βραδιάς μέχρι στιγμής. Όσο για τη δεσποινίδα Γουάτσον, ακόμα κι αν ένιωθε το καυτό του βλέμμα, δεν έδειξε τίποτα. Ο Γκρέγκορι θα ήθελε να πιστεύει ότι τον αγνοούσε εσκεμμένα, αυτό τουλάχιστον θα μπορούσε να σημαίνει ένα είδος πρόθεσης. Αλλά καθώς την έβλεπε να κοιτάζει νωχελικά τριγύρω στο δωμάτιο, σκύβοντας κάθε τόσο το κεφάλι για να ψιθυρίσει κάτι στο αφτί της λαίδης Λουσίντα, του έγινε οδυνηρά σαφές ότι δεν τον αγνοούσε καθόλου. Γιατί κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε ότι είχε αντιληφθεί την παρουσία του. Το οποίο προφανώς και δεν είχε συμβεί. Ο Γκρέγκορι ένιωσε να σφίγγεται το πιγούνι του. Αν και δεν αμφέβαλλε για τις καλές προθέσεις των συμβουλών της λαίδης Λουσίντα, η ίδια η συμβουλή ήταν ολοφάνερα φριχτή. Και καθώς απέμεναν μόνο πέντε μέρες ως τη γιορτή του σπιτιού, είχε σπαταλήσει πολύτιμο χρόνο. «Δείχνεις να βαριέσαι». Γύρισε. Η κουνιάδα του είχε φωλιάσει στη θέση δίπλα του και μιλούσε χαμηλόφωνα για να μην ενοχλήσει όσους παρακολουθούσαν την παράσταση. «Καθόλου ενθαρρυντικό για τη φήμη μου ως καλής οικοδέσποινας», πρόσθεσε στεγνά. «Καθόλου», μουρμούρισε εκείνος. «Είσαι υπέροχη όπως πάντα». Η Κέιτ γύρισε πάλι μπροστά και έμεινε σιωπηλή για λίγες στιγμές πριν πει: «Είναι πολύ όμορφη». Ο Γκρέγκορι δεν μπήκε στον κόπο να παριστάνει ότι δεν ήξερε ποια εννοούσε. Η Κέιτ ήταν υπερβολικά έξυπνη για κάτι τέτοιο. Αλλά αυτό δεν σήμαινε πως έπρεπε να την ενθαρρύνει να συνεχίσει τη συνομιλία. «Όντως», της είπε απλά, κοιτάζοντας μπροστά. «Υποπτεύομαι», είπε η Κέιτ, «ότι η καρδιά της είναι δοσμένη αλλού. Δεν ενθάρρυνε κανέναν από τους κυρίους που της χάρισαν την προσοχή τους και σίγουρα όλοι προσπάθησαν πολύ». Ο Γκρέγκορι ένιωσε την ένταση να απλώνεται στο πιγούνι του. «Άκουσα», συνέχισε η Κέιτ, με τη βεβαιότητα ότι δεν ήταν ενοχλητική, όχι δηλαδή πως θα τη σταματούσε κάτι τέτοιο, «ότι το ίδιο ίσχυε και σε όλη τη διάρκεια της άνοιξης. Η κοπέλα δεν δείχνει καθόλου πρόθυμη να δεσμευτεί». «Της αρέσει ο γραμματέας του πατέρα της», είπε ο Γκρέγκορι. Γιατί, ειλικρινά τώρα, τι νόημα είχε να το κρατήσει μυστικό; Η Κέιτ είχε τον τρόπο της να τα μαθαίνει όλα. Και ίσως θα μπορούσε να τον βοηθήσει. «Αλήθεια;» Η φωνή της ακούστηκε αρκετά δυνατά και αναγκάστηκε να ζητήσει συγγνώμη από τους καλεσμένους της. «Αλήθεια;» είπε πάλι, αλλά πιο χαμηλόφωνα. «Πώς το ξέρεις;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Γκρέγκορι άνοιξε το στόμα για να απαντήσει, αλλά η Κέιτ απάντησε η ίδια στην ερώτησή της. «Μα φυσικά», είπε, «η λαίδη Λουσίντα. Εκείνη ξέρει τα πάντα». «Τα πάντα», επιβεβαίωσε ο Γκρέγκορι κοφτά. Η Κέιτ το σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα κι έπειτα δήλωσε το προφανές. «Οι γονείς της δεν θα είναι καθόλου ευχαριστημένοι». «Δεν ξέρω αν το έχουν υπόψη τους». «Θεέ μου». Η Κέιτ ακούστηκε αρκετά εντυπωσιασμένη από αυτή την πικάντικη μικρή πληροφορία και ο Γκρέγκορι γύρισε να την κοιτάξει. Όντως, τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα και λαμπερά. «Προσπάθησε να συγκρατηθείς», της είπε. «Μα είναι το πιο συναρπαστικό πράγμα που μου συνέβη αυτή την άνοιξη». Την κοίταξε ευθεία στο πρόσωπο. «Μάλλον πρέπει να βρεις ένα χόμπι». «Ω Γκρέγκορι», του είπε και τον σκούντησε απαλά με τον αγκώνα της. «Μην επιτρέπεις στον έρωτα να σε κάνει τέτοιο άνθρωπο. Είσαι μακράν πολύ πιο διασκεδαστικός από αυτό. Οι γονείς της δεν πρόκειται ποτέ να της επιτρέψουν να παντρευτεί τον γραμματέα κι εκείνη δεν είναι από τις γυναίκες που θα κλεφτούν. Απλώς, πρέπει να περιμένεις». Εκείνος έδειξε τον εκνευρισμό του με μια εκπνοή. Η Κέιτ τον χτύπησε φιλικά με την παλάμη για παρηγοριά. «Ξέρω, ξέρω, θέλεις να τελειώνεις. Δεν είναι στον τύπο σου να κάνεις υπομονή». «Στον τύπο μου;» Τίναξε το χέρι της, θεωρώντας αυτή τη χειρονομία επαρκή ως απάντηση. «Ειλικρινά, Γκρέγκορι», του είπε, «είναι για καλό». «Το ότι είναι ερωτευμένη με κάποιον άλλο;» «Πάψε πια να είσαι τόσο δραματικός. Εννοούσα ότι θα σου δώσει χρόνο για να επιβεβαιώσεις τα συναισθήματά σου για εκείνη». Ο Γκρέγκορι ένιωσε εκείνο το σφίξιμο στα σωθικά όπως και κάθε φορά που την κοίταζε. Θεέ και Κύριε, ιδιαίτερα το πίσω μέρος του κεφαλιού της, όσο παράξενο κι αν έμοιαζε αυτό. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι χρειαζόταν χρόνο. Αυτό ήταν ό,τι φανταζόταν πάντα στη ζωή του πως είναι ο έρωτας. Τεράστιος, ξαφνικός και πέρα για πέρα συναρπαστικός. Αλλά και κάπως εξουθενωτικός. «Ξαφνιάστηκα που δεν ζήτησες να καθίσεις δίπλα της στο δείπνο», μουρμούρισε η Κέιτ. Ο Γκρέγκορι κοίταξε το πίσω μέρος του κεφαλιού της λαίδης Λουσίντα. «Μπορώ να το κανονίσω για αύριο, αν θέλεις», του πρότεινε η Κέιτ. «Να το κάνεις». Η Κέιτ έγνεψε καταφατικά. «Ναι, εγώ... Μάλιστα. Η μουσική τελειώνει. Τώρα να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


προσέχεις να δείχνεις ότι είμαστε ευγενικοί μεταξύ μας». Σηκώθηκε όρθιος για να χειροκροτήσει, όπως κι εκείνη. «Έχεις παρακολουθήσει ποτέ σου συναυλία χωρίς να μιλάς σε όλη της τη διάρκεια;» τη ρώτησε, κοιτάζοντας πάντα μπροστά. «Έχω μια παράξενη αποστροφή για αυτές», του είπε. Αλλά μετά στα χείλη της σχηματίστηκε ένα πονηρό, μικρό χαμόγελο. «Αλλά και μια νοσταλγική συμπάθεια». «Αλήθεια;» Τώρα αποκτούσε ενδιαφέρον η υπόθεση. «Δεν κουτσομπολεύω, φυσικά», ψιθύρισε, προσπαθώντας να μην τον κοιτάζει, «αλλά με έχεις δει ποτέ να παρακολουθώ όπερα;» Ο Γκρέγκορι ένιωσε να ανασηκώνονται τα φρύδια του. Πάντως, κάποτε στο παρελθόν του αδελφού του, είχε υπάρξει μία τραγουδίστρια όπερας. Μα, αλήθεια, πού ήταν ο αδελφός του; Ο Άντονι λες και είχε αναπτύξει ένα αξιοθαύμαστο ταλέντο να αποφεύγει τις περισσότερες κοινωνικές εκδηλώσεις της γιορτής. Ο Γκρέγκορι τον είχε δει μόνο δύο φορές μετά τη συνομιλία τους τη βραδιά της άφιξής του. «Μα πού είναι ο σπινθηροβόλος λόρδος Μπρίτζερτον;» ρώτησε. «Α, κάπου θα είναι. Δεν ξέρω. Θα ανταμώσουμε στο τέλος της μέρας κι αυτό είναι που έχει σημασία». Η Κέιτ γύρισε προς το μέρος του με ένα αξιοθαύμαστα ανέμελο χαμόγελο. Ενοχλητικά ανέμελο. «Πρέπει να επιστρέψω στους καλεσμένους μου», του είπε και του χαμογέλασε σαν να μην την ένοιαζε ο κόσμος ολόγυρα. «Κοίτα να περάσεις καλά». Κι έγινε καπνός. Ο Γκρέγκορι έμεινε πίσω, συνομιλώντας ευγενικά με κάποιους καλεσμένους καθώς κρυφοκοίταζε τη δεσποινίδα Γουάτσον. Κουβέντιαζε με δύο νεαρούς κυρίους –δυο βαρετούς ηλίθιους–, ενώ η λαίδη Λουσίντα στεκόταν ευγενικά παραδίπλα. Και καθώς η δεσποινίδα Γουάτσον δεν έδειχνε να φλερτάρει με κανέναν από τους δύο, ήταν γεγονός ότι τους έδινε περισσότερη προσοχή απ’ όση είχε εισπράξει εκείνος τη συγκεκριμένη βραδιά. Ήταν εκεί και η λαίδη Λουσίντα, με το όμορφο χαμόγελό της, που παρατηρούσε με προσοχή. Τα μάτια του Γκρέγκορι στένεψαν. Μήπως τον είχε ξεγελάσει; Δεν έμοιαζε τέτοιος τύπος. Αλλά και πάλι, η γνωριμία τους αριθμούσε μόλις είκοσι τέσσερις ώρες. Πόσο καλά την ήξερε τελικά; Ίσως είχε πράξει από υστεροβουλία. Και ίσως ήταν μία πολύ καλή ηθοποιός, με σκοτεινά, μυστηριώδη μυστικά κάτω από την επιφάνεια... Ω, να πάρει η ευχή! Έχανε τα λογικά του. Θα στοιχημάτιζε και την τελευταία του δεκάρα ότι η λαίδη Λουσίντα δεν θα έλεγε ψέματα για να σώσει τη ζωή της. Ήταν φωτεινή και ανοιχτή και οπωσδήποτε καθόλου μυστηριώδης. Είχε καλή πρόθεση, ήταν βέβαιος γι’ αυτό. Αλλά η συμβουλή της ήταν ένα μαύρο χάλι. Διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους. Μια αμυδρή έκφραση απολογίας φάνηκε να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


διαπερνά το πρόσωπό της κι εκείνος νόμισε ότι ίσως ανασήκωσε τους ώμους της. Ανασήκωσε τους ώμους της; Τι στον διάβολο σήμαινε αυτό; Έκανε ένα βήμα μπροστά. Έπειτα σταμάτησε. Έπειτα σκέφτηκε να κάνει άλλο ένα βήμα. Όχι. Ναι. Όχι. Ίσως; Να πάρει! Δεν ήξερε τι να κάνει. Ήταν μια ιδιαίτερα δυσάρεστη αίσθηση. Κοίταξε πάλι τη λαίδη Λουσίντα, αρκετά βέβαιος ότι η έκφρασή του δεν είχε καμία σχέση με γλυκύτητα και φωτεινότητα. Ειλικρινά, το φταίξιμο ήταν όλο δικό της. Αλλά φυσικά τώρα δεν τον κοίταζε. Δεν απέστρεψε το βλέμμα του. Εκείνη έκανε μεταβολή. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Από ανησυχία, ευχόταν εκείνος. Ωραία. Κάτι γινόταν τώρα. Αν δεν μπορούσε να νιώσει την ευδαιμονία του βλέμματος της δεσποινίδας Γουάτσον, τουλάχιστον μπορούσε να κάνει τη λαίδη Λουσίντα να νιώσει τη δυστυχία του δικού του βλέμματος. Ειλικρινά, ήταν φορές που ενεργούσε με πλήρη έλλειψη ωριμότητας και τακτ. Παρέμεινε στην άκρη του δωματίου, αρχίζοντας επιτέλους να διασκεδάζει. Υπήρχε κάτι το διεστραμμένα διασκεδαστικό στο να φαντάζεται τη λαίδη Λουσίντα σαν ένα μικρό απροστάτευτο λαγουδάκι, που δεν γνώριζε αν ή πότε θα συναντούσε το πρόωρο τέλος του. Βέβαια όχι πως ο Γκρέγκορι μπορούσε να αποδώσει στον εαυτό του τον ρόλο του κυνηγού. Η απίστευτη αστοχία του εγγυόταν ότι δεν μπορούσε να χτυπήσει οτιδήποτε βρισκόταν σε κίνηση και ήταν σωτήριο που δεν ήταν ο ίδιος υπεύθυνος για την εξασφάλιση της τροφής του. Αλλά μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του ως αλεπού. Στο πρόσωπό του σχηματίστηκε το πρώτο αληθινό χαμόγελο της βραδιάς. Και τότε κατάλαβε ότι η τύχη ήταν με το μέρος του, γιατί είδε τη λαίδη Λουσίντα να ζητά συγγνώμη και να το σκάει από την πόρτα της αίθουσας συναυλιών, προφανώς για να επισκεφθεί την τουαλέτα. Καθώς ο Γκρέγκορι στεκόταν μόνος στην πίσω γωνία, κανείς δεν τον αντιλήφθηκε όταν βγήκε από το δωμάτιο από μια διαφορετική πόρτα. Και όταν η λαίδη Λουσίντα δρασκέλισε το κατώφλι της πόρτας προς τη βιβλιοθήκη, μπόρεσε να την τραβήξει κοντά του χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 5 Στο οποίο ο ήρωας και η ηρωίδα μας επιδίδονται σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία Ενώ η Λούσι προχωρούσε στον διάδρομο, με τη μύτη της σουφρωμένη καθώς προσπαθούσε να θυμηθεί πού βρισκόταν το πιο κοντινό μπάνιο, ξαφνικά ένιωσε να απογειώνεται ή τουλάχιστον να σκοντάφτει και να προσγειώνεται σε μια αναμφισβήτητα μεγαλόσωμη, αναμφισβήτητα θερμή και αναμφισβήτητα ανθρώπινη μορφή. «Μη φωνάξετε», ακούστηκε μια φωνή. Μια γνώριμη φωνή. «Κύριε Μπρίτζερτον;» Θεέ και Κύριε, αυτό κι αν ήταν ασυνήθιστο! Η Λούσι δεν ήταν βέβαιη αν έπρεπε να φοβηθεί. «Πρέπει να μιλήσουμε», της είπε αφήνοντας το χέρι της. Αλλά κλείδωσε την πόρτα κι έβαλε το κλειδί στην τσέπη του. «Τώρα;» ρώτησε η Λούσι. Τα μάτια της συνήθισαν στο αχνό φως και συνειδητοποίησε ότι βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη. «Εδώ;» Κι έπειτα της ήρθε στον νου μια πιο εύστοχη ερώτηση. «Μόνοι;» Εκείνος την αγριοκοίταξε. «Δεν πρόκειται να σας ατιμάσω, αν είναι αυτό που σας ανησυχεί». Ένιωσε το πιγούνι της να σφίγγεται. Δεν είχε σκεφτεί ότι θα της έκανε κάτι τέτοιο, αλλά κι εκείνος δεν ήταν ανάγκη να κάνει την έντιμη στάση του να φανεί τόσο προσβλητική. «Τότε περί τίνος πρόκειται;» τον ρώτησε. «Αν με πιάσουν εδώ μόνη μαζί σας, θα μπλέξω άσχημα. Ανεπίσημα είμαι λογοδοσμένη, ξέρετε». «Το ξέρω», της είπε. Από τον τόνο της φωνής του σαν να ήταν η πολλοστή φορά που τον πληροφορούσε για κάτι τέτοιο, ενώ ήξερε ότι δεν του το είχε αναφέρει παρά μία φορά. Άντε, δύο. «Μα είμαι», γκρίνιαξε, γνωρίζοντας ότι η τέλεια απάντηση θα της ερχόταν στο μυαλό δύο ώρες αργότερα. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε. «Τι εννοείτε;» τον ρώτησε, αν και ήξερε πολύ καλά τι εννοούσε. «Η δεσποινίδα Γουάτσον», της πέταξε. «Η Ερμιόνη;» Λες και υπήρχε κι άλλη δεσποινίδα Γουάτσον. Αλλά έτσι κέρδισε λίγο επιπλέον χρόνο. «Η συμβουλή σας», της είπε κοιτάζοντάς την κατάματα, «ήταν απαράδεκτη».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Είχε δίκιο, φυσικά, αλλά εκείνη έλπιζε να μην το είχε καταλάβει. «Σωστά», του είπε, κοιτάζοντάς τον επιφυλακτικά καθώς σταύρωνε τα χέρια του. Δεν ήταν η πιο θερμή χειρονομία, αλλά όφειλε να παραδεχτεί ότι την εκτέλεσε αριστοτεχνικά. Είχε ακουστά τη φήμη του ως τύπου της χαράς και των διασκεδάσεων, κανένα χαρακτηριστικό από τα οποία δεν ήταν ορατά αυτή τη στιγμή, αλλά, όπως και να ’χε, χειρότερο από τον οργισμένο άντρα δεν είχε. Υπέθεσε ότι δεν ένιωθαν μόνο οι γυναίκες μια μικρή έστω απογοήτευση στην προοπτική ενός ανεκπλήρωτου έρωτα. Και καθώς έριξε μια διστακτική ματιά στο γοητευτικό πρόσωπό του, της φάνηκε ότι πιθανότατα δεν ήταν και πολύ έμπειρος στους ανεκπλήρωτους έρωτες. Όντως, ποια θα έλεγε όχι σε αυτόν τον κύριο; Μόνο η Ερμιόνη. Αλλά έλεγε όχι σε όλους. Δεν θα έπρεπε να το πάρει προσωπικά. «Λαίδη Λουσίντα;» της είπε αργά, περιμένοντας μια απάντηση. «Φυσικά», είπε, κλέβοντας χρόνο κι ευχήθηκε να μην έδειχνε τόσο τεράστιος μέσα στο κλειδωμένο δωμάτιο. «Σωστά. Σωστά». Ανασήκωσε το ένα του φρύδι. «Σωστά». Εκείνη ξεροκατάπιε. Ο τόνος της φωνής του είχε μια ακαθόριστα πατρική ανοχή, σαν να ήταν ελαφρώς διασκεδαστική αλλά όχι άξια σημασίας. Ήξερε πολύ καλά αυτόν τον τόνο της φωνής. Ήταν ο αγαπημένος των μεγαλύτερων αδελφών και τον χρησιμοποιούσαν στις μικρότερες αδελφές τους. Και σε όλες τις φίλες τους που έφερναν στο σπίτι για τις σχολικές διακοπές. Μισούσε αυτόν τον τόνο της φωνής. Παρ’ όλα αυτά, συνέχισε ακάθεκτη και είπε: «Συμφωνώ ότι το σχέδιό μου τελικά δεν είχε την καλύτερη δυνατή έκβαση, αλλά, ειλικρινά, δεν νομίζω πως κάτι άλλο θα ήταν καλύτερο». Αυτό μάλλον δεν ήταν ό,τι ήθελε να ακούσει εκείνος. Καθάρισε τον λαιμό της. Δύο φορές. Κι άλλη μια φορά. «Λυπάμαι πολύ», πρόσθεσε, γιατί όντως ένιωθε άσχημα και ήξερε από την εμπειρία της ότι οι συγγνώμες πάντα έχουν επιτυχία όταν κάποιος δεν είναι σίγουρος τι πρέπει να πει, «αλλά όντως νόμιζα...» «Μου είπατε», τη διέκοψε, «πως αν αγνοούσα τη δεσποινίδα Γουάτσον...» «Δεν σας είπα να την αγνοήσετε!» «Κι όμως το είπατε». «Όχι. Όχι, δεν το είπα. Σας είπα να κάνετε ένα βήμα πίσω. Να προσπαθήσετε να μη δείχνετε τόσο φανερά τη συνεπαρμενοσύνη σας». Δεν υπήρχε τέτοια λέξη, αλλά, ειλικρινά, σκοτίστηκε η Λούσι. «Πολύ καλά», της απάντησε και ο τόνος της φωνής του από ελαφρώς ανώτερου και μεγαλύτερου αδελφού μετατράπηκε σε απροκάλυπτη περιφρόνηση. «Αν δεν έπρεπε να την αγνοήσω, τι ακριβώς νομίζετε ότι έπρεπε να κάνω;» «Να…» Έξυσε τον αυχένα της κι ένιωσε ξαφνικά σαν να ξεπεταγόταν σ’ εκείνο το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


σημείο το πιο τρομακτικό εξάνθημα. Ή ίσως ήταν μόνο τα νεύρα. Μάλλον θα προτιμούσε τα εξανθήματα. Δεν της άρεσε ιδιαίτερα αυτή η αηδιαστική αίσθηση που φούντωνε στο στομάχι της καθώς προσπαθούσε να σκεφτεί μια λογική απάντηση. «Εκτός απ’ ό,τι έκανα, δηλαδή», πρόσθεσε εκείνος. «Δεν είμαι σίγουρη», πετάχτηκε εκείνη. «Δεν έχω τεράστια εμπειρία σε τέτοια πράγματα». «Ω, αυτό να λέγεται». «Πάντως, άξιζε τον κόπο να προσπαθήσετε», του ανταπάντησε. «Ένας Θεός ξέρει τι θα είχατε καταφέρει μόνος σας». Τα χείλη του σφίχτηκαν σε μια γραμμή κι εκείνη επέτρεψε στον εαυτό της να σκάσει ένα χαμόγελο ικανοποίησης που τον εκνεύρισε. Κανονικά δεν ήταν χαιρέκακη, αλλά η συγκεκριμένη περίπτωση όντως φαινόταν ιδανική για να συγχαρεί λίγο τον εαυτό της. «Πολύ καλά», της είπε σφιγμένος και, ενώ εκείνη θα προτιμούσε να της ζητήσει συγγνώμη και να της πει –απερίφραστα– ότι είχε δίκιο κι ότι ο ίδιος είχε άδικο, υπέθεσε ότι σε κάποιους κύκλους το «Πολύ καλά» θα μπορούσε να εκληφθεί ως αναγνώριση του σφάλματος. Και κρίνοντας από το πρόσωπό του, μάλλον δεν επρόκειτο να της δώσει κάτι παραπάνω από αυτό. Του έγνεψε καταφατικά με ικανοποίηση. Της φάνηκε η καλύτερη δυνατή αντίδραση. Αν παρίστανε τη βασίλισσα, μπορεί και να της φερόταν σαν βασίλισσα. «Έχετε καμιά άλλη λαμπρή ιδέα;» Ίσως και όχι. «Ξέρετε», του είπε, παριστάνοντας πως όντως εκείνος ενδιαφερόταν για την απάντηση, «δεν νομίζω ότι το θέμα είναι τι να κάνετε, αλλά γιατί αυτό που κάνατε δεν είχε αποτέλεσμα». Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του. «Κανείς δεν έχει ποτέ παραιτηθεί με την Ερμιόνη», είπε η Λούσι με μια δόση αδημονίας. Το μισούσε όταν οι άνθρωποι δεν καταλάβαιναν αμέσως τι ήθελε να πει. «Η έλλειψη ενδιαφέροντος από την πλευρά της το μόνο αποτέλεσμα που έχει είναι να διπλασιάζουν τις προσπάθειές τους. Είναι ενοχλητικό, ξέρετε». Εκείνος έδειξε κάπως θυμωμένος. «Παρακαλώ πολύ!» «Δεν εννοώ εσάς», έσπευσε να πει η Λούσι. «Η ανακούφισή μου είναι προφανής». Η Λούσι θα έπρεπε να προσβληθεί με τον σαρκασμό του, αλλά η αίσθηση του χιούμορ του έμοιαζε τόσο πολύ με τη δική της, που τον βρήκε αναπόφευκτα απολαυστικό. «Όπως έλεγα», συνέχισε, γιατί πάντα ήθελε να παραμένει εντός θέματος, «κανείς δεν φαίνεται να αναγνωρίζει την ήττα του και να συνεχίζει με μια άλλη, πιο προσιτή κυρία. Μόλις καταλάβουν ότι τη θέλουν και όλοι οι υπόλοιποι, λες και χάνουν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τα λογικά τους. Λες και δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα βραβείο και πρέπει να το κερδίσουν». «Όχι για μένα», της είπε ήρεμα. Η ματιά της προσγειώθηκε στο πρόσωπό του και στη στιγμή συνειδητοποίησε πως εννοούσε πως η Ερμιόνη ήταν κάτι παραπάνω από ένα βραβείο. Όντως τη νοιαζόταν. Η Λούσι δεν ήταν βέβαιη για τον λόγο, ίσως και για το πώς, γιατί εκείνος είχε μόλις γνωρίσει τη φίλη της. Και η Ερμιόνη δεν ήταν η πιο πρόθυμη συνομιλήτρια, ούτε και ήταν ποτέ με τους άντρες που την πολιορκούσαν. Αλλά ο κύριος Μπρίτζερτον νοιαζόταν για τον εσωτερικό κόσμο της συγκεκριμένης γυναίκας και όχι για το άψογο πρόσωπό της. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε ο ίδιος. Του έγνεψε καταφατικά με αργές κινήσεις, προσπαθώντας να τα εμπεδώσει όλα αυτά. «Νόμιζα ότι, αν ίσως κάποιος σταματούσε να της δείχνει υπερβολική προσοχή, εκείνη θα το έβρισκε ενδιαφέρον. Η Ερμιόνη δεν βλέπει με καλό μάτι όλη αυτή την προσοχή των κυρίων», έσπευσε να τον ενημερώσει. «Μάλλον το αντίθετο. Για να είμαι ειλικρινής, ως επί το πλείστον τη θεωρεί άκρως ενοχλητική». «Η κολακεία σας δεν έχει όρια», είπε, αλλά της χαμογελούσε –ελάχιστα– καθώς το έλεγε. «Ποτέ μου δεν ήμουν ιδιαίτερα επιδέξια στην κολακεία», παραδέχτηκε εκείνη. «Είναι ηλίου φαεινότερον». Του χαμογέλασε κάπως ειρωνικά. Δεν είχε πρόθεση να την προσβάλει κι εκείνη δεν θα προσβαλλόταν. «Θα αναθεωρήσει». «Νομίζετε;» «Ναι. Αναγκαστικά θα το κάνει. Η Ερμιόνη είναι ρομαντική, αλλά καταλαβαίνει πώς λειτουργεί ο κόσμος. Βαθιά μέσα της ξέρει ότι δεν μπορεί να παντρευτεί τον κύριο Έντμοντς. Απλώς, είναι αδύνατον. Οι γονείς της θα την αποκληρώσουν ή τουλάχιστον θα απειλήσουν πως θα το κάνουν και δεν είναι ο τύπος που θα διακινδύνευε κάτι τέτοιο». «Αν όντως αγαπάει κάποιον», της είπε σιγανά, «θα διακινδύνευε τα πάντα». Η Λούσι πάγωσε. Υπήρχε κάτι στη φωνή του. Κάτι άγριο, κάτι δυνατό. Της έστειλε ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά, μια ανατριχίλα, που την ακινητοποίησε απόλυτα. Κι έπρεπε να τον ρωτήσει. Έπρεπε. Έπρεπε να ξέρει. «Εσείς θα το κάνατε;» του ψιθύρισε. «Θα διακινδυνεύατε τα πάντα;» Εκείνος δεν κουνήθηκε, αλλά τα μάτια του πετούσαν φλόγες. Και δεν δίστασε. «Τα πάντα». Τα χείλη της μισάνοιξαν. Από έκπληξη; Από δέος; Από κάτι άλλο; «Εσείς;» ρώτησε με τη σειρά του. «Εγώ… εγώ δεν είμαι σίγουρη». Τίναξε το κεφάλι της και είχε την αλλόκοτη αίσθηση ότι δεν αναγνώριζε πια τον εαυτό της. Γιατί όφειλε να είναι μια εύκολη

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ερώτηση αυτή. Και θα ήταν, μέχρι πριν από λίγες μέρες. Θα έλεγε «φυσικά και όχι» και θα έλεγε ότι παραήταν πρακτικός άνθρωπος για τέτοιου είδους ανοησίες. Και πάνω από όλα, θα έλεγε ότι αυτού του είδους ο έρωτας δεν υπήρχε, έτσι κι αλλιώς. Αλλά κάτι είχε αλλάξει και δεν ήξερε τι. Κάτι είχε μετατοπιστεί μέσα της προκαλώντας της αστάθεια. Και αβεβαιότητα. «Δεν ξέρω», είπε πάλι. «Υποθέτω ότι εξαρτάται». «Από τι;» Και η φωνή του έγινε ακόμα πιο απαλή. Απίστευτα απαλή κι όμως ξεχώριζε κάθε λέξη του. «Από…» Δεν ήξερε. Μα πώς δεν ήξερε από τι εξαρτιόταν; Ένιωθε χαμένη, χωρίς ρίζες και… και… και οι λέξεις ανέβηκαν στα χείλη της. Γλίστρησαν απαλά ανάμεσά τους. «Από τον έρωτα, υποθέτω». «Από τον έρωτα». «Ναι». Θεέ και Κύριε, είχε ποτέ κάνει τέτοια συζήτηση; Μα οι άνθρωποι όντως συζητούσαν για τέτοια πράγματα; Και υπήρχαν απαντήσεις; Ή μήπως ήταν το μόνο πρόσωπο στον κόσμο που δεν καταλάβαινε; Κάτι στάθηκε στον λαιμό της και η Λούσι ξαφνικά ένιωσε υπερβολικά μόνη στην άγνοιά της. Εκείνος ήξερε και η Ερμιόνη ήξερε και οι ποιητές ισχυρίζονταν πως ήξεραν κι εκείνοι. Φαίνεται πως η ίδια ήταν η μόνη χαμένη ψυχή, ο μοναδικός άνθρωπος που δεν καταλάβαινε τι είναι έρωτας, που δεν ήταν καν σίγουρη ότι υπάρχει κι αν υπήρχε για κείνη. «Από το πώς θα ένιωθα», του είπε τελικά, γιατί δεν ήξερε τι άλλο να πει. «Από το πώς θα ένιωθα τον έρωτα. Από την αίσθησή του». Τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της. «Νομίζετε ότι υπάρχουν παραλλαγές;» Δεν περίμενε κι άλλη ερώτηση από κείνον. Ακόμα παράπαιε από την προηγούμενη. «Στο πώς νιώθει κανείς τον έρωτα», της διευκρίνισε. «Νομίζετε ότι θα μπορούσε να έχει διαφορετική αίσθηση σε διαφορετικούς ανθρώπους; Αν αγαπάς κάποιον, αληθινά και βαθιά, δεν θα ήταν σαν να νιώθεις… τα πάντα;» Δεν ήξερε τι να του πει. Εκείνος γύρισε κι έκανε μερικά βήματα προς το παράθυρο. «Θα σας έτρωγε τα σωθικά», είπε. «Πώς αλλιώς;» Η Λούσι απλώς κοίταζε την πλάτη του, υπνωτισμένη από το καλοραμμένο του παλτό που τεντωνόταν ανάμεσα στους ώμους του. Ήταν ό,τι πιο παράξενο, αλλά δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα της από το μικροσκοπικό σημείο όπου τα μαλλιά του άγγιζαν τον γιακά του. Σχεδόν αναπήδησε όταν εκείνος έκανε μεταβολή. «Δεν θα υπήρχε αμφιβολία», της είπε κι η φωνή του είχε την ηρεμία εκείνου που το πιστεύει αληθινά. «Απλώς θα το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


καταλαβαίνατε. Θα το νιώθατε σαν όλα όσα έχετε ποτέ ονειρευτεί κι ακόμα περισσότερα». Προχώρησε προς το μέρος της. Ένα βήμα. Κι άλλο ένα. Κι έπειτα είπε: «Αυτή νομίζω ότι πρέπει να είναι η αίσθηση». Κι εκείνη τη στιγμή η Λούσι ήξερε ότι δεν έμελλε να νιώσει έτσι. Αν υπήρχε –αν ο έρωτας υπήρχε όπως τον φανταζόταν ο κύριος Μπρίτζερτον– δεν θα την περίμενε. Δεν μπορούσε να φανταστεί μια τέτοια δίνη συναισθήματος. Και δεν θα το απολάμβανε. Αυτό τουλάχιστον το ήξερε. Δεν ήθελε να νιώσει χαμένη στη δίνη, στο έλεος κάποιου πράγματος πέρα από τον έλεγχό της. Δεν ήθελε τη δυστυχία. Δεν ήθελε την απελπισία. Κι αν αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να απαρνηθεί την ευδαιμονία και την έκσταση, ας είναι. Σήκωσε το βλέμμα της και συνάντησε το δικό του και της κόπηκε η ανάσα από τη βαρύτητα των αποκαλύψεών της. «Είναι υπερβολικό», άκουσε τον εαυτό της να λέει. «Θα ήταν υπερβολικό. Εγώ δεν θα… δεν θα…» Αργά, εκείνος έγνεψε αρνητικά με το κεφάλι. «Δεν θα είχατε επιλογή. Δεν θα μπορούσατε να το ελέγξετε. Απλώς… συμβαίνει». Τα χείλη της μισάνοιξαν από έκπληξη. «Αυτό είπε κι εκείνη». «Ποια;» Κι όταν του απάντησε, η φωνή της ήταν αλλόκοτα απόμακρη, λες και οι λέξεις έρχονταν κατευθείαν από τη μνήμη της. «Η Ερμιόνη», του είπε. «Αυτό είπε η Ερμιόνη για τον κύριο Έντμοντς». Τα χείλη του Γκρέγκορι σφίχτηκαν στις άκρες. «Αλήθεια;» Η Λούσι έγνεψε καταφατικά με αργές κινήσεις. «Σχεδόν αυτολεξεί. Είπε ότι απλώς συμβαίνει. Μέσα σε μια στιγμή». «Είπε κάτι τέτοιο;» Οι λέξεις ακούστηκαν σαν αντίλαλος και όντως ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει εκείνος – να ψιθυρίζει ανόητες ερωτήσεις, να αναζητά επιβεβαίωση, να ελπίζει ότι ίσως είχε παρακούσει κι ότι εκείνη θα του έδινε μια τελείως διαφορετική απάντηση. Μα φυσικά δεν το έκανε. Στην πραγματικότητα, ήταν χειρότερο από ό,τι νόμιζε. Του είπε: «Ήταν στον κήπο, αυτό είπε, απλώς κοιτάζοντας τα τριαντάφυλλα, κι έπειτα είδε εκείνον. Και βεβαιώθηκε». Ο Γκρέγκορι απλώς την κοίταζε. Ένιωθε το στήθος του να αδειάζει, τον λαιμό του να σφίγγεται. Δεν ήταν αυτό που ήθελε να ακούσει. Να πάρει, ήταν το μόνο πράγμα που δεν ήθελε να ακούσει. Σήκωσε το βλέμμα της προς εκείνον και τα μάτια της, στο αχνό φως της νύχτας, συνάντησαν τα δικά του με έναν αλλόκοτα οικείο τρόπο. Λες και την ήξερε, λες και ήξερε τι θα του έλεγε και την έκφραση του προσώπου της όταν θα το έλεγε. Ήταν παράξενο και τρομακτικό και, πάνω από όλα, ανησυχητικό, γιατί δεν επρόκειτο για την

******ebook converter DEMO Watermarks*******


αξιότιμη δεσποινίδα Ερμιόνη Γουάτσον. Ήταν η λαίδη Λουσίντα Αμπέρναθι και δεν ήταν η γυναίκα με την οποία είχε την πρόθεση να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του. Ήταν απόλυτα χαριτωμένη, απόλυτα ευφυής και οπωσδήποτε κάτι παραπάνω από γοητευτική. Αλλά η Λούσι Αμπέρναθι δεν προοριζόταν για κείνον. Και σχεδόν γέλασε γιατί θα ήταν όλα πολύ πιο εύκολα αν η καρδιά του είχε σκιρτήσει την πρώτη φορά που είδε εκείνη. Μπορεί να ήταν λογοδοσμένη, αλλά δεν ήταν ερωτευμένη. Όσο γι’ αυτό ήταν βέβαιος. Αλλά η Ερμιόνη Γουάτσον… «Τι είπε;» της ψιθύρισε, προφέροντας αργόσυρτα τις λέξεις. Η λαίδη Λουσίντα έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και έμοιαζε απόλυτα σαστισμένη. «Είπε ότι δεν είδε καν το πρόσωπό του. Μόνο το πίσω μέρος του κεφαλιού του...» Μόνο το πίσω μέρος του κεφαλιού της. «...Κι έπειτα εκείνος γύρισε κι εκείνη νόμισε ότι άκουσε μουσική και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν...» Είμαι χαμένος. «...“Καταστράφηκα”. Αυτό μου είπε». Σήκωσε το βλέμμα προς εκείνον, το κεφάλι της έγερνε ακόμα, όλως περιέργως, στο πλάι. «Το φαντάζεστε; “Καταστράφηκα”; Αυτή τη λέξη βρήκε να διαλέξει; Δεν μπορούσα να το καταλάβω». Εκείνος, όμως, μπορούσε. Μπορούσε. Με απόλυτη ακρίβεια. Κοίταξε τη λαίδη Λουσίντα και είδε ότι κοίταζε προσεκτικά το πρόσωπό του. Έδειχνε ακόμα σαστισμένη. Και προβληματισμένη. Και λίγο μπερδεμένη όταν τον ρώτησε: «Δεν το βρίσκετε παράξενο;» «Ναι». Ήταν μόνο μία λέξη, αλλά ολόκληρη η καρδιά του είχε τυλιχτεί γύρω της. Γιατί ήταν όντως παράξενο. Κι έκοβε σαν μαχαίρι. Και η Ερμιόνη δεν έπρεπε να νιώθει έτσι για κάποιον άλλο. Υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να συμβαίνει αυτό. Και τότε, σαν να είχαν λυθεί τα μάγια, η λαίδη Λουσίντα γύρισε κι έκανε μερικά βήματα προς τα δεξιά. Έψαξε με το βλέμμα τα ράφια –όχι πως μπορούσε να διαβάσει τους τίτλους στο μισοσκόταδο– κι έπειτα χάιδεψε τις ράχες των βιβλίων με τα ακροδάχτυλά της. Ο Γκρέγκορι παρακολούθησε το χέρι της. Δεν ήξερε γιατί. Απλώς το κοίταζε καθώς κινιόταν. Ήταν αρκετά κομψή, συνειδητοποίησε. Δεν το καταλάβαινες με την πρώτη ματιά, γιατί η μορφή της ήταν τόσο ακέραιη και παραδοσιακή. Θα περίμενε κανείς η κομψότητα να λάμπει σαν μετάξι, να ακτινοβολεί, να καθηλώνει. Η κομψότητα ήταν μια ορχιδέα, όχι μια απλή μαργαρίτα. Μα όταν η λαίδη Λουσίντα μετακινήθηκε, έδειχνε διαφορετική. Έμοιαζε σαν να…

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ρέει. Θα μπορούσε να γίνει καλή χορεύτρια. Ήταν βέβαιος για αυτό. Παρόλο που δεν ήταν και πολύ σίγουρος για ποιο λόγο είχε σημασία κάτι τέτοιο. «Λυπάμαι», του είπε, κάνοντας ξαφνικά μεταβολή. «Σχετικά με τη δεσποινίδα Γουάτσον;» «Ναι. Δεν ήθελα να σας πληγώσω». «Το κάνατε όμως», της είπε, ίσως λίγο υπερβολικά απότομα. «Ω!» Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της έκπληκτη. «Δεν χαίρομαι γι’ αυτό. Δεν είχα τέτοια πρόθεση». Δεν είχε τέτοια πρόθεση, συνειδητοποίησε εκείνος. Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Τα χείλη της μισάνοιξαν, αλλά δεν μίλησε αμέσως. Τα μάτια της έδειχναν να εστιάζουν πέρα από τον ώμο του, λες και αναζητούσε τις σωστές λέξεις πίσω του. «Απλώς… Να, όταν είπατε ό,τι είπατε για τον έρωτα», άρχισε να λέει, «απλώς όλο αυτό μου φάνηκε τόσο οικείο. Δεν μπορούσα καν να το διανοηθώ». «Ούτε κι εγώ», της είπε απαλά. Εκείνη έμεινε σιωπηλή, χωρίς να τον κοιτάζει. Τα χείλη της ήταν κλειστά –ίσα που αγγίζονταν– και κάθε τόσο ανοιγόκλεινε τα βλέφαρά της. Με μια κίνηση όχι τόσο αγωνιώδη αλλά μάλλον αρκετά σκόπιμη. Σκεφτόταν, συνειδητοποίησε εκείνος. Ήταν άνθρωπος που σκεφτόταν τα πράγματα «Και τι θα κάνετε τώρα;» τον ρώτησε. «Σχετικά με τη δεσποινίδα Γουάτσον;» Του έγνεψε καταφατικά. «Τι προτείνετε να κάνω;» «Δεν είμαι σίγουρη», του είπε. «Μπορώ να της μιλήσω για σας, αν θέλετε». «Όχι». Κάτι τέτοιο του φαινόταν υπερβολικά παιδιάστικο. Και ο Γκρέγκορι τώρα μόλις άρχιζε να νιώθει ότι ήταν στα αλήθεια άντρας, απολύτως ανδρωμένος, έτοιμος να αφήσει το στίγμα του. «Τότε μπορείτε να περιμένετε», του είπε ανασηκώνοντας ελάχιστα τους ώμους. «Ή να συνεχίσετε την προσπάθεια να την κατακτήσετε. Δεν θα μπορέσει να δει τον κύριο Έντμοντς για τουλάχιστον έναν μήνα ακόμα και θα έλεγα πως… τελικά… θα καταλάβει ότι…» Αλλά δεν ολοκλήρωσε τη φράση της. Κι εκείνος ήθελε να ξέρει. «Θα καταλάβει τι;» την παρότρυνε. Σήκωσε το βλέμμα της, σαν να ξυπνούσε από όνειρο. «Να, ότι εσείς… ότι εσείς… απλώς ότι εσείς είστε πολύ καλύτερος από τους άλλους. Δεν ξέρω γιατί δεν μπορεί να το δει. Σ’ εμένα είναι προφανές». Αν το άκουγε από οποιονδήποτε άλλο, θα ήταν μια παράξενη δήλωση. Υπερβολικά ειλικρινής, ίσως. Ενδεχομένως και με έναν ντροπαλό υπαινιγμό διαθεσιμότητας.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Αλλά από κείνη όχι. Ήταν ανεπιτήδευτη, το είδος της κοπέλας που θα μπορούσε να εμπιστευτεί ένας άντρας. Σαν τις αδελφές του, υπέθεσε, με οξυδέρκεια και αιχμηρή αίσθηση του χιούμορ. Η Λούσι Αμπέρναθι δεν θα αποτελούσε ποτέ έμπνευση για ποίη​ση, αλλά θα ήταν μια πολύ καλή φίλη. «Θα συμβεί», του είπε, με φωνή απαλή αλλά γεμάτη βεβαιό​τητα. «Θα το καταλάβει. Εσείς… και η Ερμιόνη… θα σμίξετε. Είμαι σίγουρη για αυτό». Κοιτούσε τα χείλη της καθώς του μιλούσε. Δεν ήξερε γιατί, αλλά ξαφνικά έβρισκε το σχήμα τους ενδιαφέρον… ο τρόπος που κινούνταν, που σχημάτιζαν τα σύμφωνα και τα φωνήεντα. Ήταν συνηθισμένα χείλη. Τίποτα σε αυτά τα χείλη δεν είχε τραβήξει την προσοχή του. Αλλά τώρα, στο μισοσκόταδο της βιβλιοθήκης, όταν το μόνο που γέμιζε τον αέρα ήταν οι ψίθυροι από τις φωνές τους… Αναρωτήθηκε πώς θα ήταν αν τη φιλούσε. Έκανε ένα βήμα πίσω, γιατί ένιωσε πως ήταν ξαφνικά και απόλυτα λάθος. «Πρέπει να επιστρέψουμε», της είπε απότομα. Μια ανεπαίσθητη θλίψη έλαμψε στο βλέμμα της. Να πάρει. Δεν ήθελε να ακουστεί σαν να αγωνιούσε να την ξεφορτωθεί. Σε τίποτε από όλα αυτά δεν έφταιγε η λαίδη. Απλώς ήταν κουρασμένος. Και απογοητευμένος. Κι εκείνη ήταν εκεί. Και η νύχτα ήταν σκοτεινή. Και ήταν μόνοι. Και δεν ήταν πόθος. Δεν μπορούσε να είναι πόθος. Μια ολόκληρη ζωή περίμενε να αντιδράσει για μια γυναίκα όπως του είχε συμβεί με την Ερμιόνη Γουάτσον. Δεν ήταν δυνατόν να νιώθει πόθο για μια άλλη γυναίκα μετά από αυτό. Ούτε για τη λαίδη Λουσίντα ούτε για καμιά άλλη. Δεν ήταν τίποτα. Εκείνη δεν ήταν τίποτα. Όχι, δεν ήταν δίκαιο. Εκείνη ήταν κάτι. Όχι και λίγο, μάλιστα. Αλλά όχι για κείνον.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 6 Στο οποίο ο ήρωάς μας σημειώνει πρόοδο Θεέ και Κύριε, μα τι ήταν αυτό που του είπε; Η σκέψη και μόνο σφυροκοπούσε το μυαλό της Λούσι καθώς ξάπλωσε τη νύχτα, υπερβολικά τρομαγμένη ακόμα και για να αλλάξει πλευρό. Ξάπλωσε ανάσκελα, κοιτάζοντας επίμονα το ταβάνι, τελείως ακίνητη, τελείως παγωμένη. Και το επόμενο πρωί, καθώς κοίταζε στον καθρέφτη, αναστενάζοντας για το μοβ χρώμα της εξάντλησης κάτω από τα μάτια της, να το πάλι... Ω κύριε Μπρίτζερτον, είστε πολύ καλύτερος από τους άλλους. Και κάθε φορά το ξαναζούσε, η φωνή στη μνήμη της ακουγόταν όλο και πιο δυνατή, πιο χαιρέκακη, ώσπου την έκανε να μοιάζει μ’ εκείνα τα φριχτά πλάσματα – τα κορίτσια που κολάκευαν και λιποθυμούσαν κάθε φορά που ερχόταν στο σχολείο κάποιος μεγαλύτερος αδελφός. «Λούσι Αμπέρναθι», μούγκρισε μέσα από τα δόντια της, «ηλίθια αγελάδα». «Είπες κάτι;» είπε η Ερμιόνη σηκώνοντας το βλέμμα από τη θέση της κοντά στο κρεβάτι. Η Λούσι είχε ήδη ακουμπήσει το χέρι στο πόμολο της πόρτας, έτοιμη να βγει για το πρωινό. «Απλώς έκανα προσθέσεις με το μυαλό μου», είπε ψέματα στη φίλη της. Η Ερμιόνη συνέχισε να φοράει τα παπούτσια της. «Θεέ και Κύριε! Και γιατί;» είπε, μάλλον απευθυνόμενη στον εαυτό της. Η Λούσι ανασήκωσε τους ώμους, αν και η Ερμιόνη δεν την κοίταζε. Πάντα έλεγε ότι έκανε προσθέσεις με το μυαλό της όταν η Ερμιόνη την έπιανε να μονολογεί. Δεν είχε ιδέα για ποιο λόγο την πίστευε. Η Λούσι απεχθανόταν τις προσθέσεις, σχεδόν όσο και τα κλάσματα και την προπαίδεια. Αλλά έμοιαζε πιθανό να έκανε κάτι τέτοιο, τόσο πρακτική που ήταν, και η Ερμιόνη ποτέ δεν το αμφισβήτησε. Κάθε τόσο η Λούσι μουρμούριζε έναν αριθμό για να το κάνει πιο ρεαλιστικό. «Είσαι έτοιμη να κατέβεις;» ρώτησε, γυρνώντας το πόμολο. Όχι πως ήταν εκείνη έτοιμη. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε να δει, ο τελευταίος άνθρωπος, δηλαδή, ήταν ο κύριος Μπρίτζερτον φυσικά, αλλά η σκέψη ότι έπρεπε να αντιμετωπίσει όλο αυτόν τον κόσμο ήταν απλώς φριχτή. Όμως πεινούσε και κάποια στιγμή έπρεπε να εμφανιστεί και δεν έβλεπε τον λόγο η δυστυχία της να την αναγκάσει να παραμείνει με άδειο στομάχι. Καθώς πήγαιναν να πάρουν πρωινό, η Ερμιόνη την κοίταξε με απορία. «Είσαι καλά, Λούσι;» τη ρώτησε. «Δείχνεις κάπως περίεργα». Η Λούσι έπνιξε την επιθυμία της να σκάσει στα γέλια. Ήταν όντως περίεργα. Ήταν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ηλίθια και ίσως δεν θα έπρεπε να κυκλοφορεί ελεύθερη δημοσίως. Θεέ και Κύριε, όντως είχε πει στον Γκρέγκορι Μπρίτζερτον ότι ήταν καλύτερος από τους άλλους; Ήθελε να πεθάνει. Ή τουλάχιστον να κρυφτεί κάτω από ένα κρεβάτι. Αλλά όχι, δεν μπορούσε καν να φανταστεί να προσποιηθεί και να σκηνοθετήσει την άρρωστη. Ούτε καν της πέρασε από το μυαλό να το δοκιμάσει. Ήταν τόσο γελοιωδώς φυσιολογική και προσκολλημένη στη ρουτίνα της καθημερινότητας, που είχε σηκωθεί και ετοιμαστεί για να πάει για πρωινό πριν καν προλάβει να κάνει έστω μία λογική σκέψη. Εκτός από το να συλλογίζεται σχετικά με το πόσο απροκάλυπτα παράφρων είναι, φυσικά. Σε αυτό δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να εστιάσει. «Πάντως, είσαι μια κούκλα», είπε η Ερμιόνη μόλις έφτασαν στην κορυφή της σκάλας. «Μου αρέσει που διάλεξες την πράσινη κορδέλα με το μπλε φόρεμα. Εγώ δεν θα το σκεφτόμουν, αλλά είναι πολύ έξυπνη επιλογή. Και ταιριάζει πολύ με τα μάτια σου». Η Λούσι χαμήλωσε το βλέμμα προς τα ρούχα της. Δεν θυμόταν καν ότι ντύθηκε μόνη της. Θαύμα ήταν που δεν έμοιαζε σαν να το είχε μόλις σκάσει από καταυλισμό τσιγγάνων. Αν και… Έβγαλε έναν μικρό αναστεναγμό. Η απόδραση παρέα με τους τσιγγάνους της φάνηκε πολύ ελκυστική ιδέα εκείνη τη στιγμή, ίσως και πρακτική, γιατί ήταν σχεδόν βέβαιη ότι δεν έπρεπε να ξαναδείξει το πρόσωπό της στην υψηλή κοινωνία. Ήταν ολοφάνερο πως ο εγκέφαλος και το στόμα της δεν επικοινωνούσαν κι ένας Θεός ήξερε τι θα έβγαινε από τα χείλη της την επόμενη φορά. Θεέ και Κύριε, πάλι καλά που δεν είχε πει στον Γκρέγκορι Μπρίτζερτον ότι τον θεωρούσε θεό. Πράγμα το οποίο δεν ίσχυε. Καθόλου. Απλώς τον θεωρούσε πολύ καλό ταίρι για την Ερμιόνη. Και του το είχε πει. Ή μήπως όχι; Τι του είχε πει στα αλήθεια; Τι του είχε πει επακριβώς; «Λούσι;» Αυτό που είπε ήταν… Αυτό που είπε ήταν... Πάγωσε ολόκληρη. Ω Θεέ! Τώρα εκείνος θα νόμιζε ότι τον ήθελε για τον εαυτό της. Η Ερμιόνη έκανε μερικά βήματα ακόμα πριν συνειδητοποιήσει ότι η Λούσι δεν περπατούσε πια δίπλα της… «Λούσι;» «Ξέρεις», είπε η Λούσι, κι η φωνή της ακούστηκε λίγο τσιριχτή, «δεν νομίζω ότι πεινάω τελικά». Η Ερμιόνη φάνηκε καχύποπτη. «Για το πρωινό;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ήταν κάπως τραβηγμένο. Η Λούσι πάντα έτρωγε σαν ναύτης στο πρωινό. «Εγώ… ε… νομίζω ότι κάτι με πείραξε χτες το βράδυ. Ίσως ο σολομός». Έβαλε την παλάμη στην κοιλιά της για να το κάνει πιο ρεαλιστικό. «Νομίζω ότι πρέπει να ξαπλώσω». Και να μην ξανασηκωθεί ποτέ. «Όντως δείχνεις να έχεις πρασινίσει», είπε η Ερμιόνη. Η Λούσι χαμογέλασε αδύναμα, παίρνοντας τη συνειδητή απόφαση να είναι ευγνώμων για τις μικρές αυτές χάρες. «Θέλεις να σου φέρω κάτι;» ρώτησε η Ερμιόνη. «Ναι», είπε η Λούσι ανυπόμονα, ελπίζοντας η Ερμιόνη να μην άκουσε το στομάχι της που γουργούριζε. «Ω, μα δεν πρέπει», είπε η Ερμιόνη, φέρνοντας σκεφτική το ένα της δάχτυλο στα χείλη. «Καλύτερα να μη φας αν νιώθεις αδια​​θεσία. Το τελευταίο πράγμα που θέλεις είναι να σου ξανάρθει εμετός». «Δεν είναι τάση για εμετό, ακριβώς», αυτοσχεδίασε η Λούσι. «Όχι;» «Είναι… ε… μάλλον δύσκολο να σου εξηγήσω, ξέρεις. Εγώ…» Η Λούσι ακούμπησε στον τοίχο. Ποιος να το ’λεγε ότι θα ήταν τόσο καλή ηθοποιός! Η Ερμιόνη έτρεξε δίπλα της, συνοφρυωμένη από την ανησυχία. «Θεέ μου!» είπε, στηρίζοντας τη Λούσι με το ένα χέρι πίσω από την πλάτη της. «Φαίνεσαι χάλια». Η Λούσι ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα. Ίσως όντως να ήταν άρρωστη. Ακόμα καλύτερα. Αυτό θα την κρατούσε απομονωμένη για μέρες. «Θα σε πάω να ξαπλώσεις», είπε η Ερμιόνη με ύφος που δεν άφηνε περιθώρια διαπραγμάτευσης. «Και μετά θα καλέσω τη μητέρα. Εκείνη θα ξέρει τι να κάνει». Η Λούσι έγνεψε καταφατικά ανακουφισμένη. Τα γιατροσόφια της λαίδης Γουάτσον για κάθε είδους ασθένεια ήταν σοκολάτα με μπισκότα. Σίγουρα ανορθόδοξα, αλλά αυτά επέλεγε η μητέρα της Ερμιόνης, όταν η κόρη της ισχυριζόταν ότι ήταν αδιάθετη, και δεν θα μπορούσε να τα αρνηθεί σε οποιονδήποτε άλλο. Η Ερμιόνη τη συνόδευσε πίσω στην κρεβατοκάμαρά της και, μάλιστα, της έβγαλε και τα παπούτσια πριν ανέβει στο κρεβάτι. «Αν δεν σε ήξερα τόσο καλά», είπε η Ερμιόνη, πετώντας τα παπούτσια μέσα στην ντουλάπα, «θα έλεγα ότι προσποιείσαι». «Δεν θα το έκανα ποτέ». «Ω ναι, θα το έκανες», είπε η Ερμιόνη. «Φυσικά και θα το έκανες. Αλλά δεν θα μπορούσες να το υποστηρίξεις. Παραείσαι παραδοσιακή». Παραδοσιακή; Μα τι σχέση είχε η παράδοση; Η Ερμιόνη έβγαλε μια μικρή εκπνοή. «Τότε ίσως καθίσω με τον κουραστικό κύριο Μπρίτζερτον στο πρωινό». «Δεν είναι και τόσο φριχτός», είπε η Λούσι, ίσως με περισσότερη έμφαση από ό,τι θα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


περίμενε κανείς από κάποιον με την κοιλιά παραγεμισμένη με χαλασμένο σολομό. «Φαντάζομαι πως όχι», παραδέχτηκε η Ερμιόνη. «Είναι καλύτερος από πολλούς άλλους, τολμώ να πω». Η Λούσι τινάχτηκε στον αντίλαλο αυτών των λέξεων. Πολύ καλύτερος από τους άλλους. Πολύ καλύτερος από τους άλλους. Ήταν ίσως το πιο άθλιο πράγμα που είχε ξεστομίσει. «Αλλά δεν είναι για μένα», συνέχισε η Ερμιόνη, ξεχνώντας την αδιαθεσία της Λούσι. «Σύντομα θα το καταλάβει. Και τότε θα δοκιμάσει με κάποια άλλη». Η Λούσι είχε τις αμφιβολίες της για αυτό, αλλά δεν ήθελε να πει το παραμικρό. Τι μπέρδεμα! Η Ερμιόνη ήταν ερωτευμένη με τον κύριο Έντμοντς, ο κύριος Μπρίτζερτον ήταν ερωτευμένος με την Ερμιόνη και η Λούσι δεν ήταν ερωτευμένη με τον κύριο Μπρίτζερτον. Μα εκείνος νόμιζε ότι ήταν. Κι αυτό ήταν μια ανοησία, φυσικά. Δεν θα επέτρεπε ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο, καθώς ήταν επίσημα αρραβωνιασμένη με τον λόρδο Χέιζελμπι. Ο Χέιζελμπι. Σχεδόν βόγκηξε. Θα ήταν πολύ πιο εύκολα όλα αυτά αν μπορούσε να θυμηθεί το πρόσωπό του. «Ίσως καλέσω να φέρουν πρωινό», είπε η Ερμιόνη και το πρόσωπό της έλαμψε λες και είχε μόλις ανακαλύψει μια καινούρια ήπειρο. «Νομίζεις ότι θα στείλουν έναν δίσκο πάνω;» Να πάρει! Κατέρρευσαν όλα της τα σχέδια. Τώρα η Ερμιόνη είχε μια δικαιολογία για να παραμείνει στο δωμάτιο όλη μέρα. Και την επομένη, αν η Λούσι συνέχιζε να παριστάνει την άρρωστη. «Δεν ξέρω γιατί δεν το σκέφτηκα νωρίτερα», είπε η Ερμιό​νη, καθώς κατευθυνόταν προς το καμπανάκι για την υπηρεσία. «Προτιμώ να μείνω εδώ μαζί σου». «Όχι», φώναξε η Λούσι, με το μυαλό της να στριφογυρίζει σαν τρελό. «Γιατί όχι;» Πράγματι. Η Λούσι σκέφτηκε γρήγορα. «Αν τους ζητήσεις να φέρουν δίσκο, ίσως να μη σου ετοιμάσουν ό,τι θέλεις». «Μα ξέρω τι θέλω. Αβγά βραστά και φρυγανισμένο ψωμί. Αποκλείεται να μην μπορούν να μου φέρουν κάτι τόσο απλό». «Ναι, αλλά εγώ δεν θέλω αβγά και φρυγανισμένο ψωμί». Η Λούσι προσπάθησε να πάρει την πιο αξιοθρήνητη έκφραση που μπορούσε. «Ξέρεις πολύ καλά τις προτιμήσεις μου. Αν πας στο δωμάτιο όπου σερβίρεται πρωινό, είμαι σίγουρη ότι θα βρεις κάτι κατάλληλο». «Μα νόμιζα ότι δεν θα έτρωγες». Η Λούσι ακούμπησε πάλι την παλάμη της στην κοιλιά της. «Να, ίσως και να θέλω να φάω λιγάκι».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Πολύ καλά», είπε η Ερμιόνη, που τώρα ακουγόταν πιο ανυπόμονη από ποτέ. «Τι θέλεις;» «Ε, ίσως λίγο μπέικον;» «Με χαλασμένο στομάχι από ψάρι;» «Δεν είμαι σίγουρη ότι ήταν το ψάρι». Για μια ατελείωτη στιγμή, η Ερμιόνη έστεκε εκεί και την κοίταζε. «Μόνο μπέικον δηλαδή;» ρώτησε τελικά. «Ε, και ό,τι άλλο νομίζεις ότι θα μου άρεσε», είπε η Λούσι, αφού θα ήταν τόσο εύκολο να καλέσει να της φέρουν μπέικον. Η Ερμιόνη άφησε μια βαθιά εκπνοή. «Θα επιστρέψω σύντομα». Κοίταξε τη Λούσι με κάπως καχύποπτη έκφραση. «Μην το παρακάνεις». «Δεν θα το παρακάνω», υποσχέθηκε η Λούσι. Χαμογέλασε καθώς η πόρτα έκλεινε πίσω από την Ερμιόνη. Μέτρησε ως το δέκα κι έτρεξε στην ντουλάπα για να τακτοποιήσει τα παπούτσια της. Μόλις το κατάφερε σε ικανοποιητικό βαθμό, άρπαξε ένα βιβλίο και σύρθηκε πάλι στο κρεβάτι για να διαβάσει. Τελικά, το πρωινό εξελισσόταν υπέροχα. Όταν μπήκε στην αίθουσα του πρωινού, ο Γκρέγκορι ένιωθε πολύ καλύτερα. Ό,τι είχε συμβεί την προηγούμενη νύχτα δεν ήταν τίποτα. Ουσιαστικά το είχε ήδη ξεχάσει. Όχι πως όντως ήθελε να φιλήσει τη λαίδη Λουσίντα. Απλώς αναρωτιόταν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο κι αυτά τα δύο απείχαν πάρα πολύ μεταξύ τους. Άλλωστε, άντρας ήταν. Είχε αναρωτηθεί για εκατοντάδες γυναίκες, τις περισσότερες φορές χωρίς την παραμικρή πρόθεση ακόμα και να τους απευθύνει τον λόγο. Όλοι αναρωτιούνταν. Τη διαφορά την έκανε όποιος περνούσε στην πράξη. Τι του είχαν πει κάποτε τα αδέλφια του – τα καλοπαντρεμένα αδέλφια του, θα πρόσθετε; Ότι ο γάμος δεν τυφλώνει τον άντρα. Μπορεί να μην ψάχνουν για άλλες γυναίκες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν παρατηρούσαν όσες στέκονταν μπροστά στα μάτια τους. Είτε ήταν σερβιτόρα σε παμπ με μεγάλα στήθια είτε μια καθωσπρέπει κυρία με ένα, δηλαδή, με δύο χείλη δεν θα μπορούσαν να μη δουν το εκάστοτε επίμαχο μέρος του σώματος. Κι αν το έβλεπαν, τότε φυσικά θα αναρωτιούνταν και... Και τίποτα. Όλα αυτά οδηγούσαν στο τίποτα. Που σήμαινε ότι ο Γκρέγκορι μπορούσε να απολαύσει το πρωι​​νό του με καθαρό μυαλό. Τα αβγά κάνουν καλό στη διάθεση, αποφάσισε. Και το μπέικον επίσης. Ο μόνος συνδαιτυμόνας του στην αίθουσα του πρωινού ήταν ο κύριος Σνόουι, κοντά στα πενήντα και μονίμως παραγεμισμένος με άμυλα, ο οποίος ευτυχώς ενδιαφερόταν περισσότερο για την εφημερίδα του παρά για κουβέντα. Μετά τα υποχρεωτικά μουγκρητά για χαιρετισμό, ο Γκρέγκορι κάθισε στην απέναντι άκρη του τραπεζιού κι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


άρχισε να τρώει. Εξαιρετικό το λουκάνικο σήμερα το πρωί. Και το φρυγανισμένο ψωμί ήταν επίσης εξαιρετικό. Με τη σωστή ποσότητα βουτύρου. Λίγο αλάτι ήθελαν ακόμα τα αβγά, αλλά εκτός από αυτό ήταν μάλλον νόστιμα. Δοκίμασε τον παστό μπακαλιάρο. Καθόλου άνοστος. Πήρε άλλη μια δαγκωματιά. Μάσησε. Απόλαυσε. Επιδόθηκε σε πολύ βαθιές σκέψεις σχετικά με την πολιτική και τη γεωργία. Συνέχισε αποφασιστικά με τη νευτώνεια φυσική. Θα έπρεπε να ήταν πιο συγκεντρωμένος στο Ίτον, γιατί δεν μπορούσε να θυμηθεί τη διαφορά ανάμεσα στη δύναμη και στο έργο. Για να δούμε, το έργο ήταν εκείνος ο χτύπος με τα πέλματα και η δύναμη ήταν… Δεν αναρωτιόταν καν στα αλήθεια. Ειλικρινά, θα μπορούσε κανείς να τα αποδώσει όλα σε ένα παιχνίδισμα του φωτός. Ένιωθε κάπως πεσμένος. Κοίταζε τα χείλη της γιατί του μιλούσε, για το όνομα του Θεού. Πού αλλού θα έπρεπε να κοιτάζει, δηλαδή; Σήκωσε το πιρούνι του με ανανεωμένη ζωντάνια. Επέστρεψε στον μπακαλιάρο. Και στο τσάι του. Τίποτα δεν τον έκανε να τα ξεχνάει όλα όπως το τσάι. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά, κοιτάζοντας πάνω από το χείλος του φλιτζανιού του καθώς άκουσε κάποιον να έρχεται από τον διάδρομο. Και τότε γέμισε την πόρτα με την παρουσία της εκείνη. Ο Γκρέγκορι ανοιγόκλεισε έκπληκτος τα βλέφαρα κι έπειτα κοίταξε πίσω από τον ώμο της. Είχε έρθει χωρίς τη συνοδεία της. Τώρα που το σκεφτόταν, νόμισε ότι δεν είχε δει ποτέ τη δεσποινίδα Γουάτσον χωρίς τη λαίδη Λουσίντα. «Καλημέρα», της φώναξε, με απόλυτα φυσιολογικό τόνο. Αρκετά φιλικά για να μην ακουστεί ότι βαριόταν, αλλά όχι υπερβολικά φιλικά. Ένας άντρας ποτέ δεν ήθελε να ακούγεται απελπισμένος. Η δεσποινίδα Γουάτσον τον κοίταξε καθώς σηκωνόταν και το πρόσωπό της δεν έδειχνε το παραμικρό συναίσθημα. Ούτε ευτυχία ούτε οργή, τίποτε απολύτως παρά μόνο την ελάχιστη δυνατή έκφραση επίγνωσης. Ήταν αξιοπερίεργο, στα αλήθεια. «Καλημέρα», ψέλλισε. Και τότε, να πάρει, γιατί όχι; «Θα μου κάνετε παρέα;» τη ρώτησε. Τα χείλη της μισάνοιξαν κι έκανε μια παύση, σαν να μην ήταν βέβαιη τι ήθελε να κάνει. Και τότε, λες και του πρόσφερε μια διεστραμμένη απόδειξη πως όντως μοιράζονταν ένα είδος υψηλότερης σύνδεσης, διάβασε τη σκέψη της. Στα αλήθεια. Ήξερε με απόλυτη ακρίβεια τι σκεφτόταν. Ω, πολύ καλά, υποθέτω ότι έτσι κι αλλιώς πρέπει να φάω πρωινό. Κι αυτό ζέστανε όμορφα την ψυχή του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Δεν μπορώ να μείνω πολύ», είπε η δεσποινίδα Γουάτσον. «Η Λούσι δεν είναι καλά και της υποσχέθηκα να της πάω έναν δίσκο». Ήταν δύσκολο να φανταστεί την ακατάβλητη Λουσίντα να την έχει ρίξει κάτω η αδιαθεσία, αν και ο Γκρέγκορι δεν ήξερε τον λόγο. Ήταν λες και την ήξερε. Στα αλήθεια, δεν είχε μοιραστεί μαζί της παρά μόνο λίγες κουβέντες. Το πολύ. «Είμαι βέβαιος ότι δεν είναι κάτι σοβαρό», της ψιθύρισε. «Δεν νομίζω», του απάντησε, παίρνοντας ένα πιάτο. Σήκωσε το βλέμμα προς το μέρος του, ανοιγοκλείνοντας εκείνα τα υπέροχα πράσινα μάτια της. «Εσείς φάγατε ψάρι;» Εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα στον μπακαλιάρο του. «Τώρα;» «Όχι, χτες το βράδυ». «Νομίζω πως ναι. Συνήθως τρώω τα πάντα». Τα χείλη της μισάνοιξαν για μια στιγμή κι έπειτα μουρμούρισε: «Κι εγώ έφαγα». Ο Γκρέγκορι περίμενε για περαιτέρω εξηγήσεις, αλλά εκείνη δεν έδειχνε πρόθυμη να του τις δώσει. Έτσι, έμεινε όρθιος καθώς εκείνη σέρβιρε μικρές μερίδες αβγών και ζαμπόν στο πιάτο της. Έπειτα, αφού το σκέφτηκε για μια στιγμή... Στ’ αλήθεια πεινάω; Γιατί όσο πιο πολύ φαγητό σερβίρω στο πιάτο μου, τόσο περισσότερη ώρα θα μου πάρει να το καταναλώσω. Εδώ. Στην αίθουσα του πρωινού. Μαζί του. ...Πήρε μια φέτα φρυγανισμένο ψωμί. Χμ. Ναι, πεινάω. Ο Γκρέγκορι περίμενε ώσπου εκείνη κάθισε απέναντί του κι έπειτα κάθισε κι αυτός. Η δεσποινίδα Γουάτσον του χάρισε ένα μικρό χαμόγελο –από κείνα που δεν είναι τίποτα παραπάνω από ελαφρώς ανασηκωμένα χείλη– και συνέχισε να τρώει τα αβγά της. «Κοιμηθήκατε καλά;» τη ρώτησε ο Γκρέγκορι. Σκούπισε το στόμα της με την πετσέτα. «Πολύ καλά, ευχαριστώ». «Εγώ όχι», της ανακοίνωσε. Να πάρει! Αν η ευγενική συνομιλία δεν ήταν ικανή να την κάνει να εξωτερικευτεί, ίσως θα έπρεπε να δοκιμάσει με την έκπληξη. Σήκωσε το βλέμμα της. «Λυπάμαι». Κι έπειτα χαμήλωσε πάλι τα μάτια. Και συνέχισε να τρώει. «Είχα ένα τρομερό όνειρο», της είπε. «Έναν εφιάλτη, δηλαδή. Φριχτό». Πήρε το μαχαίρι της κι έκοψε το μπέικον στο πιάτο της. «Λυπάμαι», του είπε και φάνηκε να αγνοεί ότι είχε πει ακριβώς την ίδια λέξη μόλις λίγες στιγμές νωρίτερα. «Δεν μπορώ να θυμηθώ τι ήταν», είπε ο Γκρέγκορι σκεφτικός. Φυσικά, τα έβγαζε όλα από το μυαλό του. Δεν είχε κοιμηθεί καλά, αλλά όχι εξαιτίας ενός εφιάλτη. Όμως ή θα την ανάγκαζε να του μιλήσει ή θα πέθαινε από την προσπάθεια. «Εσείς θυμάστε τα όνειρά σας;» τη ρώτησε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Το πιρούνι της σταμάτησε μετέωρο πριν φτάσει στο στόμα της – και συνέβη πάλι αυτή η απολαυστική σύνδεση των μυαλών τους. Για το όνομα του Θεού, γιατί με ρωτάει κάτι τέτοιο; Δηλαδή, ίσως όχι για το όνομα του Θεού. Αυτό θα απαιτούσε λίγο περισσότερο συναίσθημα από όσο φαινόταν να διαθέτει μέσα της. Τουλάχιστον απέναντι σ’ εκείνον. «Ε, όχι», του είπε. «Συνήθως όχι». «Αλήθεια; Τι παράξενο! Εγώ θυμάμαι τουλάχιστον τα μισά, από ό,τι υπολογίζω». Του έγνεψε καταφατικά. Αν γνέψω καταφατικά, μάλλον δεν θα χρειαστεί να σκεφτώ να πω κάτι. Εκείνος συνέχισε ακάθεκτος. «Το χτεσινοβραδινό μου όνειρο ήταν αρκετά ζωντανό. Είχε μια καταιγίδα. Κεραυνοί και αστραπές. Πολύ δραματικό». Εκείνη γύρισε τον λαιμό της, εξωφρενικά αργά, και κοίταξε πάνω από τον ώμο της. «Δεσποινίς Γουάτσον;» Ξαναγύρισε. «Νόμιζα ότι άκουσα κάποιον». Έλπιζα ότι άκουσα κάποιον. Όντως, το ταλέντο του να διαβάζει τη σκέψη άρχιζε να γίνεται ανιαρό. «Μάλιστα», της είπε. «Λοιπόν; Τι έλεγα;» Η δεσποινίδα Γουάτσον άρχισε να τρώει πολύ γρήγορα. Ο Γκρέγκορι έσκυψε μπροστά. Δεν θα του ξέφευγε τόσο εύκολα. «Ω ναι, η βροχή», της είπε. «Έβρεχε πολύ δυνατά. Και το έδαφος άρχισε να λιώνει κάτω από τα πόδια μου. Με τραβούσε προς τα κάτω». Έκανε μια παύση, σκόπιμα, κι έπειτα έστρεψε το βλέμμα του στο πρόσωπό της, ώσπου εκείνη αναγκάστηκε να πει κάτι. Μετά από λίγες στιγμές μιας υπερβολικά αλλόκοτης σιωπής, επιτέλους έστρεψε τα μάτια της στο πρόσωπό του. Ένα μικρό κομμάτι αβγού έτρεμε στην άκρη του πιρουνιού της. «Το έδαφος έλιωνε», της είπε. Και σχεδόν γέλασε. «Τι… δυσάρεστο». «Όντως ήταν», της είπε πολύ παραστατικά. «Νόμιζα ότι θα με καταπιεί ολόκληρο. Έχετε νιώσει ποτέ έτσι, δεσποινίς Γουάτσον;» Σιωπή. Κι έπειτα: «Όχι. Όχι, δεν μπορώ να πω ότι το έχω νιώσει». Εκείνος χάιδεψε νωχελικά τον λοβό του αφτιού του κι έπειτα είπε, χωρίς σχεδόν να το προσχεδιάσει: «Δεν μου άρεσε και πολύ». Ο Γκρέγκορι νόμισε ότι θα της χυνόταν το τσάι. «Ναι, αλήθεια», συνέχισε. «Σε ποιον θα άρεσε;» Και για πρώτη φορά από τότε που τη γνώρισε, νόμισε πως είδε το προσωπείο αδιαφορίας να γλιστράει από πάνω της καθώς του είπε, με λίγο συναίσθημα: «Δεν έχω ιδέα».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Μάλιστα, τίναξε και το κεφάλι της. Τρία πράγματα ταυτόχρονα! Μια ολόκληρη πρόταση, μια πινελιά συναισθήματος και ένα τίναγμα του κεφαλιού. Κοίτα να δεις, ίσως και να την προσέγγιζε. «Και τι έγινε μετά, κύριε Μπρίτζερτον;» Θεέ και Κύριε, του είχε απευθύνει μια ολόκληρη ερώτηση. Λίγο έλειψε να πέσει από την καρέκλα του. «Για να πω την αλήθεια», της είπε, «ξύπνησα». «Ευτυχώς». «Κι εγώ το ίδιο σκέφτηκα. Λένε πως, αν πεθαίνεις στα όνειρά σου, πεθαίνεις στα αλήθεια την ώρα που κοιμάσαι». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Αλήθεια;» «Δηλαδή, τα αδέλφια μου το λένε», παραδέχτηκε. «Μπορείτε ελεύθερα να κρίνετε την αξιοπιστία της πληροφορίας με βάση την πηγή της». «Έχω κι εγώ έναν αδελφό», του είπε. «Απολαμβάνει όσο τίποτα να με βασανίζει». Ο Γκρέγκορι της χάρισε ένα αργό γνέψιμο του κεφαλιού. «Μα αυτό υποτίθεται ότι πρέπει να κάνουν οι αδελφοί». «Εσείς βασανίζετε τις αδελφές σας;» «Κυρίως τη μικρότερη». «Γιατί είναι πιο μικρόσωμη». «Όχι. Γιατί το αξίζει». Του γέλασε. «Κύριε Μπρίτζερτον, είστε τρομερός». Της χαμογέλασε αργά. «Το λέτε επειδή δεν έχετε γνωρίσει την Υακίνθη». «Αν σας ενοχλεί αρκετά ώστε να σας κάνει να θέλετε να τη βασανίζετε, είμαι βέβαιη ότι θα τη λάτρευα». Ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα, απολαμβάνοντας αυτή την αίσθηση άνεσης. Ήταν ευχάριστο που δεν χρειαζόταν να καταβάλει πολύ κόπο. «Άρα ο αδελφός σας είναι μεγαλύτερός σας;» Του έγνεψε καταφατικά. «Και όντως με βασανίζει επειδή είμαι πιο μικρόσωμη». «Εννοείτε ότι δεν το αξίζετε;» «Φυσικά και δεν το αξίζω». Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αστειευόταν ή όχι. «Και πού είναι τώρα ο αδελφός σας;» «Στο Τρίνιτι Χολ». Έφαγε την τελευταία μπουκιά από τα αβγά της. «Στο Κέιμπριτζ. Κι ο αδελφός της Λούσι ήταν εκεί. Αποφοίτησε εδώ και έναν χρόνο». Ο Γκρέγκορι δεν ήταν σίγουρος για ποιο λόγο του τα έλεγε αυτά. Δεν τον ενδιέφερε ο αδελφός της Λουσίντα Αμπέρναθι. Η δεσποινίδα Γουάτσον έκοψε ένα ακόμα μικρό κομμάτι μπέικον και σήκωσε το πιρούνι προς το στόμα της. Έτρωγε και ο Γκρέγκορι έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος της καθώς μασούσε το φαγητό του. Θεέ και Κύριε, ήταν πανέμορφη! Νόμιζε ότι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


δεν είχε δει άλλη γυναίκα με τέτοια χρώματα. Φαντάστηκε ότι οι πιο πολλοί άντρες θα νόμιζαν πως η ομορφιά της οφειλόταν στα μαλλιά και στα μάτια της και όντως αυτά ήταν τα χαρακτηριστικά που αρχικά καθήλωναν έναν άντρα. Αλλά το δέρμα της ήταν σαν αλάβαστρο απλωμένο πάνω σε ροδοπέταλο. Σταμάτησε να μασάει. Δεν είχε ιδέα ότι μπορούσε να γίνει τόσο ποιητικός. Η δεσποινίδα Γουάτσον ακούμπησε το πιρούνι της. «Λοιπόν», είπε με έναν απειροελάχιστο αναστεναγμό, «υποθέτω ότι πρέπει να ετοιμάσω τον δίσκο για τη Λούσι». Σηκώθηκε αμέσως για να τη βοηθήσει. Απίστευτο, αλλά ακούστηκε σαν να μην ήθελε να φύγει. Ο Γκρέγκορι συγχάρηκε τον εαυτό του για το εξαιρετικά παραγωγικό πρωινό γεύμα. «Θα βρω κάποιον να σας το μεταφέρει», της είπε, γνέφοντας σε έναν λακέ. «Ω, αυτό θα ήταν υπέροχο». Του χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη και η καρδιά του κυριολεκτικά σταμάτησε για μια στιγμή. Νόμιζε πως αυτό ήταν τρόπος του λέγειν, αλλά τώρα ήξερε πως ήταν αλήθεια. Ο έρωτας μπορεί να επηρεάσει τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπου. «Σας παρακαλώ, διαβιβάστε στη λαίδη Λουσίντα τις ευχές μου», της είπε και την κοίταζε προσεκτικά καθώς η δεσπονίδα Γουάτσον στοίβαζε πέντε φέτες κρέας στο πιάτο. «Της Λούσι της αρέσει το μπέικον», του είπε. «Το βλέπω». Και τότε εκείνη συνέχισε να σερβίρει αβγά, μπακαλιάρο, πατάτες κι ένα ξεχωριστό πιάτο με μάφιν και φρυγανισμένο ψωμί. «Το πρωινό είναι το αγαπημένο της γεύμα», είπε η δεσποινίδα Γουάτσον. «Και το δικό μου». «Θα της το πω». «Δεν νομίζω ότι θα την ενδιαφέρει». Μια υπηρέτρια είχε μπει στο δωμάτιο με έναν δίσκο και η δεσποινίδα Γουάτσον ακούμπησε πάνω του τα ξέχειλα πιάτα. «Ω, θα την ενδιαφέρει», του είπε ανεπιτήδευτα. «Όλα την ενδιαφέρουν τη Λούσι. Κάνει προσθέσεις με το μυαλό της, μάλιστα. Έτσι, για πλάκα». «Αστειεύεστε». Ο Γκρέγκορι δεν μπορούσε να φανταστεί λιγότερο ευχάριστο τρόπο για να κρατά κανείς απασχολημένο το μυαλό του. Ακούμπησε την παλάμη της στην καρδιά της. «Σας ορκίζομαι. Νομίζω ότι μάλλον προσπαθεί να ακονίσει το μυαλό της, γιατί ποτέ δεν ήταν πολύ καλή στη μαθηματικά». Προχώρησε προς την πόρτα κι έπειτα έκανε μεταβολή για να τον κοιτάξει. «Το πρωινό ήταν υπέροχο, κύριε Μπρίτζερτον. Σας ευχαριστώ για τη συντροφιά και την κουβέντα».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Έγειρε το κεφάλι του. «Η ευχαρίστηση ήταν όλη δική μου». Μόνο που δεν ίσχυε αυτό. Κι εκείνη είχε περάσει όμορφα στον κοινό τους χρόνο. Το έβλεπε στο χαμόγελό της. Και στα μάτια της. Κι ένιωθε βασιλιάς. «Το ήξερες ότι αν βλέπεις στο όνειρό σου ότι πεθαίνεις είναι επειδή όντως πεθαίνεις την ώρα που κοιμάσαι;» Η Λούσι δεν σταμάτησε καν να κόβει το μπέικόν της. «Ανοησίες», είπε. «Ποιος σου το είπε αυτό;» Η Ερμιόνη κούρνιασε στην άκρη του κρεβατιού. «Ο κύριος Μπρίτζερτον». Αυτό ήταν πιο σημαντικό από το μπέικον. Η Λούσι σήκωσε το βλέμμα αμέσως. «Άρα τον είδες στο πρωινό;» Η Ερμιόνη έγνεψε καταφατικά. «Καθίσαμε ο ένας απέναντι στον άλλο. Με βοήθησε να ετοιμάσω τον δίσκο σου». Η Λούσι κοίταξε το τεράστιο πρωινό της με απόγνωση. Συνήθως κατάφερνε να κρύψει τη θηριώδη όρεξή της χρονοτριβώντας στο τραπέζι του πρωινού και σερβιριζόμενη στη συνέχεια, όταν το πρώτο κύμα των επισκεπτών είχε αποχωρήσει. Τέλος πάντων, δεν μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό. Ο Γκρέγκορι Μπρίτζερτον ήδη θα τη θεωρούσε αγριόπαπια – ας τη θεω​ρούσε, λοιπόν, μια αγριόπαπια που ως το τέλος της χρονιάς θα είχε φτάσει τα εβδομήντα πέντε κιλά. «Τελικά, είναι αρκετά αστείος», είπε η Ερμιόνη, τυλίγοντας αφηρημένα μια μπούκλα γύρω από το δάχτυλό της. «Έμαθα ότι είναι αρκετά γοητευτικός». «Μμμ». Η Λούσι κοίταξε προσεκτικά τη φίλη της. Η Ερμιόνη κοίταζε έξω από το παράθυρο και, παρόλο που δεν είχε εκείνο το γελοίο βλέμμα όπως όταν προσπαθούσε να απομνημονεύσει ένα ερωτικό σονέτο, τουλάχιστον έμοιαζε να τα έχει καταφέρει με ένα ή δύο δίστιχα. «Είναι εξαιρετικά γοητευτικός», είπε η Λούσι. Δεν το έβρισκε κακό να το ομολογήσει. Δεν είχε πρόθεση να τον κατακτήσει και το παρουσιαστικό του ήταν αρκετά καλό, ώστε η φράση της να ερμηνευτεί ως μια απλή διαπίστωση και όχι ως προσωπική της άποψη. «Νομίζεις;» ρώτησε η Ερμιόνη. Γύρισε να κοιτάξει τη Λούσι, γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι σκεφτική. «Ω ναι», απάντησε η Λούσι. «Ειδικά τα μάτια του. Έχω μια αδυναμία στα μελιά μάτια. Πάντα την είχα». Ουσιαστικά, δεν της είχε περάσει ποτέ από το μυαλό, αλλά, τώρα που το σκεφτόταν, τα μελιά μάτια ήταν όντως όμορφα. Λίγο καστανά και λίγο πράσινα. Τα καλύτερα, δηλαδή.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Ερμιόνη την κοίταξε με περιέργεια. «Δεν το ήξερα αυτό». Η Λούσι ανασήκωσε τους ώμους. «Κι εγώ δεν σου τα λέω όλα». Άλλο ένα ψέμα. Η Ερμιόνη ήξερε κάθε βαρετή λεπτομέρεια της ζωής της Λούσι τουλάχιστον για τα τελευταία τρία χρόνια. Εκτός, φυσικά, από τα σχέδιά της να ζευγαρώσει την Ερμιόνη με τον κύριο Μπρίτζερτον. Ο κύριος Μπρίτζερτον. Μάλιστα. Έπρεπε να επαναφέρει το θέμα της συνομιλίας σ’ εκείνον. «Αλλά πρέπει να συμφωνήσεις», είπε η Λούσι με την πιο προβληματισμένη της φωνή, «ότι δεν είναι υπερβολικά γοητευτικός. Κι αυτό είναι καλό, εδώ που τα λέμε». «Ο κύριος Μπρίτζερτον;» «Ναι. Η μύτη του ξεχωρίζει κάπως, δεν νομίζεις; Και τα φρύδια του δεν είναι και πολύ συμμετρικά». Η Λούσι έσμιξε τα δικά της. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι της ήταν τόσο οικείο το πρόσωπο του Γκρέγκορι Μπρίτζερτον. Η Ερμιόνη αρκέστηκε σε ένα κούνημα του κεφαλιού κι έτσι η Λούσι συνέχισε λέγοντας: «Δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να θέλω να παντρευτώ κάποιον που είναι υπερβολικά γοητευτικός. Θα είναι απίστευτα τρομακτικό. Θα ένιωθα σαν την πάπια κάθε φορά που θα άνοιγα το στόμα μου». Η Ερμιόνη γέλασε με αυτό το σχόλιο. «Σαν την πάπια;» Η Λούσι συμφώνησε γνέφοντας και αποφάσισε να μην κράξει. Αναρωτήθηκε αν οι άντρες που φλέρταραν την Ερμιόνη ανησυχούσαν για τον ίδιο λόγο. «Είναι πολύ μελαχρινός», είπε η Ερμιόνη. «Όχι και τόσο». Η Λούσι σκέφτηκε ότι ήταν μετρίως καστανός. «Ναι, αλλά ο κύριος Έντμοντς είναι τόσο ξανθός». Ο κύριος Έντμοντς όντως είχε υπέροχα ξανθά μαλλιά κι έτσι η Λούσι αποφάσισε να μην το σχολιάσει. Και ήξερε ότι έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική σε αυτό το σημείο. Αν έσπρωχνε υπερβολικά την Ερμιόνη προς την κατεύθυνση του κυρίου Μπρίτζερτον, η Ερμιόνη σίγουρα θα διαφωνούσε και θα έσπευδε να επιστρέψει στον έρωτά της με τον κύριο Έντμοντς, ο οποίος, φυσικά, ήταν η απόλυτη καταστροφή. Όχι, η Λούσι θα έπρεπε να είναι διακριτική. Αν η Ερμιόνη επρόκειτο να κατευθύνει την αφοσίωσή της προς τον κύριο Μπρίτζερτον, θα έπρεπε να το καταλάβει από μόνη της. Ή να νομίζει ότι το κατάλαβε από μόνη της. «Και η οικογένειά του είναι πολύ έξυπνη», μουρμούρισε η Ερμιόνη. «Του κυρίου Έντμοντς;», ρώτησε η Λούσι, παριστάνοντας ότι δεν κατάλαβε. «Όχι, του κυρίου Μπρίτζερτον, φυσικά. Έχω ακούσει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα γι’ αυτούς». «Ω ναι», είπε η Λούσι. «Κι εγώ το ίδιο. Θα έλεγα ότι θαυμάζω τη λαίδη Μπρίτζερτον. Ήταν μια θαυμάσια οικοδέσποινα». Η Ερμιόνη έγνεψε τη συμφωνία της. «Νομίζω ότι σε προτιμάει σε σύγκριση μ’

******ebook converter DEMO Watermarks*******


εμένα». «Μην είσαι ανόητη». «Δεν με πειράζει», είπε η Ερμιόνη ανασηκώνοντας τους ώμους. «Όχι πως δεν με συμπαθεί. Απλώς συμπαθεί περισσότερο εσένα. Οι γυναίκες πάντα εσένα συμπαθούν περισσότερο». Η Λούσι άνοιξε το στόμα της για να προβάλει αντίρρηση, αλλά μετά σταμάτησε, συνειδητοποιώντας ότι αυτό ήταν αλήθεια. Τι παράξενο που δεν το είχε προσέξει ποτέ! «Και λοιπόν; Δεν θα τον παντρευτείς», της είπε. Η Ερμιόνη την κοίταξε με αυστηρό ύφος. «Δεν είπα ότι θέλω να παντρευτώ τον κύριο Μπρίτζερτον». «Όχι, φυσικά και όχι», είπε η Λούσι και κλότσησε νοερά τον εαυτό της. Κατάλαβε ότι είχε πει τις λάθος λέξεις τη στιγμή που έβγαιναν από το στόμα της. «Αλλά…» Η Ερμιόνη αναστέναξε και συνέχισε να κοιτάζει μπροστά, στο κενό. Η Λούσι έσκυψε μπροστά. Ώστε αυτό σήμαινε να κρέμεσαι από τις λέξεις. Και κρεμόταν, κρεμόταν… ώσπου δεν άντεξε άλλο. «Ερμιό​νη;» ρώτησε επιτέλους. Η Ερμιόνη σωριάστηκε ανάσκελα στο κρεβάτι. «Ω Λούσι», γκρίνιαξε, σε μια νότα αντάξια της όπερας του Κόβεντ Γκάρντεν. «Είμαι τόσο μπερδεμένη». «Μπερδεμένη;» χαμογέλασε η Λούσι. Αυτό πρέπει να ήταν καλό. «Ναι», απάντησε η Ερμιόνη, από την απόλυτα άκομψη θέση της στην κορυφή του κρεβατιού. «Όταν κάθισα στο τραπέζι με τον κύριο Μπρίτζερτον –στην αρχή πίστευα ότι ήταν κάπως τρελός–, συνειδητοποίησα ότι περνούσα καλά μαζί του. Ήταν αστείος, δηλαδή, και με έκανε να γελάω». Η Λούσι δεν μιλούσε, περιμένοντας την Ερμιόνη να τακτοποιή​σει τις υπόλοιπες σκέψεις της. Η Ερμιόνη έβγαλε έναν μικρό ήχο, κάτι ανάμεσα σε αναστεναγμό και βογκητό. Ήταν σε απόλυτη απόγνωση. «Και τότε, μόλις το συνειδητοποίησα αυτό, σήκωσα το βλέμμα να τον κοιτάξω και...» γύρισε στο ένα της πλευρό, στηρίχτηκε στον αγκώνα της και ακούμπησε το κεφάλι στην παλάμη της. «Σκίρτησε». Η Λούσι προσπαθούσε να χωνέψει το τρελό της σχόλιο. «Σκίρτησε;» είπε σαν αντίλαλος. «Τι σημαίνει “σκίρτησε”;» «Το στομάχι μου. Η καρδιά μου. Το... κάτι μου. Δεν ξέρω τι». «Περίπου όπως όταν είδες τον κύριο Έντμοντς για πρώτη φορά;» «Όχι, όχι, όχι». Κάθε «όχι» της το έλεγε με διαφορετική έμφαση και η Λούσι είχε την ακαθόριστη αίσθηση ότι προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της. «Δεν ήταν καθόλου το ίδιο», είπε η Ερμιόνη. «Αλλά ήταν… κάπως το ίδιο. Αλλά σε πολύ μικρότερο βαθμό». «Κατάλαβα», είπε η Λούσι, με αξιοθαύμαστη σοβαρότητα, αν σκεφτεί κανείς ότι δεν είχε καταλάβει τίποτα. Αλλά και πάλι, ποτέ δεν καταλάβαινε τέτοιου είδους πράγματα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Και μετά την παράξενη συνομιλία της με τον κύριο Μπρίτζερτον την προηγούμενη νύχτα ήταν σχεδόν βέβαιη ότι δεν θα καταλάβαινε ποτέ. «Αλλά θα το πίστευες –αν είμαι τόσο απελπισμένα ερωτευμένη με τον κύριο Έντμοντς–, θα το πίστευες ότι θα ένιωθα σκίρτημα για οποιονδήποτε άλλο;» Η Λούσι το σκέφτηκε. Κι έπειτα είπε: «Δεν καταλαβαίνω γιατί ο έρωτας πρέπει να είναι απελπισμένος». Η Ερμιόνη ανασηκώθηκε στους αγκώνες της και την κοίταξε με περιέργεια. «Δεν ρώτησα αυτό». «Λοιπόν», είπε η Λούσι, επιλέγοντας προσεκτικά κάθε λέξη, «ίσως αυτό να σημαίνει...» «Ξέρω τι θα πεις», τη διέκοψε η Ερμιόνη. «Θα πεις ότι αυτό ίσως σημαίνει ότι δεν είμαι τόσο ερωτευμένη με τον κύριο Έντμοντς όσο νόμιζα. Και μετά θα πεις ότι πρέπει να δώσω μια ευκαιρία στον κύριο Μπρίτζερτον. Και μετά θα μου πεις ότι πρέπει να δώσω μια ευκαιρία σε όλους τους άλλους κυρίους». «Κοίτα, όχι και σε όλους τους άλλους», είπε η Λούσι. Αλλά σε όλα τα άλλα η Ερμιόνη είχε πέσει σχεδόν μέσα. «Δεν νομίζεις ότι μου έχουν συμβεί πολλά; Δεν συνειδητοποιείς πόσο τρομερά αγχωτικό είναι όλο αυτό; Να έχω τόσες αμφιβολίες; Και, προς Θεού, Λούσι. Κι αν δεν τέλειωσε εδώ όλο αυτό; Κι αν συμβεί ξανά; Με κάποιον άλλο;» Η Λούσι υπέθεσε ότι μάλλον δεν περίμενε να της απαντήσει, αλλά, παρ’ όλα αυτά, μίλησε. «Δεν είναι καθόλου κακό να έχεις αμφιβολίες, Ερμιόνη. Ο γάμος είναι μια πολύ σπουδαία δέσμευση. Η πιο σημαντική επιλογή που θα κάνεις στη ζωή σου. Κι όταν την κάνεις, δεν θα μπορείς να αλλάξεις γνώμη». Η Λούσι πήρε μια δαγκωματιά από το μπέικον, θυμίζοντας στον εαυτό της πόσο ευγνώμων ήταν που ο λόρδος Χέιζελμπι ήταν τόσο κατάλληλος. Η κατάστασή της θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερη. Μάσησε, κατάπιε και είπε: «Απλώς χρειάζεται να δώσεις λίγο χρόνο στον εαυτό σου, Ερμιόνη. Και πρέπει να το κάνεις. Δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος να καταλήξεις βιαστικά στον γάμο». Ακολούθησε μια ατελείωτη σιωπή κι έπειτα η Ερμιόνη απάντησε. «Νομίζω ότι έχεις δίκιο». «Αν όντως είναι γραφτό να είσαι με τον κύριο Έντμοντς, εκείνος θα σε περιμένει». Θεέ και Κύριε. Η Λούσι δεν το πίστευε ότι είχε μόλις ξεστομίσει κάτι τέτοιο. Η Ερμιόνη πήδηξε από το κρεβάτι, όσο χρειαζόταν για να τρέξει στο πλάι της Λούσι και να της κάνει μια σφιχτή αγκαλιά. «Ω Λούσι, αυτό ήταν ό,τι πιο γλυκό μου έχεις πει ποτέ. Ξέρω ότι δεν τον εγκρίνεις». «Τι να πω…» Η Λούσι καθάρισε τον λαιμό της, προσπαθώντας να σκεφτεί μια αποδεκτή απάντηση. Κάτι που θα την έκανε να νιώσει όχι τόσο ένοχη που δεν το εννοούσε. «Δεν είναι ότι...»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Ω, δόξα τω Θεώ! «Περάστε», απάντησαν ταυτόχρονα οι δυο κοπέλες. Μπήκε μέσα μια υπηρέτρια κι έκανε μια αδέξια υπόκλιση. «Λαίδη», είπε, κοιτάζοντας τη Λούσι, «ο λόρδος Φένσγουορθ ήρθε να σας δει». Η Λούσι την κοίταξε με το στόμα ανοιχτό. «Ο αδελφός μου;» «Σας περιμένει στο σαλόνι των ρόδων, λαίδη. Να του πω ότι θα κατεβείτε αμέσως;» «Ναι. Ναι, φυσικά». «Θέλετε να πω και κάτι άλλο;» Η Λούσι έγνεψε αρνητικά με αργές κινήσεις. «Όχι, ευχαριστώ. Αυτό μόνο». Η υπηρέτρια έφυγε, αφήνοντας πίσω της τη Λούσι και την Ερμιόνη να κοιτάζονται έκπληκτες μεταξύ τους. «Γιατί νομίζεις ότι ήρθε ο Ρίτσαρντ;» ρώτησε η Ερμιόνη, με μάτια ορθάνοιχτα από το ενδιαφέρον. Είχε συναντήσει τον αδελφό της Λούσι σε διάφορες περιστάσεις και πάντα τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους. «Δεν ξέρω». Η Λούσι σηκώθηκε γρήγορα από το κρεβάτι, ξεχνώντας κάθε προσπάθεια να δείχνει αδιάθετη. «Ελπίζω να μη συμβαίνει κάτι κακό». Η Ερμιόνη έγνεψε καταφατικά και την ακολούθησε στην ντουλάπα. «Μήπως ο θείος σας δεν είναι καλά;» «Δεν θα ειδοποιούσε κάποιος αν συνέβαινε αυτό;» Η Λούσι ψάρεψε τα παπούτσια της και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού για να τα φορέσει πάλι. «Καλύτερα να κατέβω να τον δω. Για να έρθει εδώ, σημαίνει ότι είναι κάτι σημαντικό». Η Ερμιόνη την κοίταξε για μια στιγμή κι έπειτα ρώτησε: «Θέλεις να σε συνοδεύσω; Δεν θα συμμετέχω στη συνομιλία σας, φυσικά. Αλλά θα κατέβω μαζί σου, αν θέλεις». Η Λούσι έγνεψε καταφατικά και βγήκαν μαζί από το δωμάτιο με προορισμό το σαλόνι των ρόδων.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 7 Στο οποίο ο απροσδόκητος επισκέπτης μας είναι κοινωνός δυσάρεστων ειδήσεων Ο Γκρέγκορι κουβέντιαζε με την κουνιάδα του στην αίθουσα του πρωινού όταν ο μπάτλερ την πληροφόρησε σχετικά με τον απροσδόκητο επισκέπτη τους κι έτσι, πολύ φυσικά, αποφάσισε να τη συνοδεύσει στο σαλόνι των ρόδων για να χαιρετήσει τον λόρδο Φένσγουορθ, τον μεγαλύτερο αδελφό της λαίδης Λουσίντα. Δεν είχε να κάνει κάτι καλύτερο και, κατά κάποιο τρόπο, του φαινόταν ότι όφειλε να γνωρίσει τον νεαρό κόμη, εφόσον η δεσποινίδα Γουάτσον του είχε μιλήσει γι’ αυτόν ένα τέταρτο της ώρας νωρίτερα. Ο Γκρέγκορι τον είχε μόνο ακουστά. Τα τέσσερα χρόνια διαφοράς στην ηλικία τους ήταν ο λόγος για τον οποίο οι δρόμοι τους δεν διασταυρώθηκαν στο πανεπιστήμιο και ο Φένσγουορθ δεν είχε ακόμα επιλέξει να πάρει τη θέση που του αναλογούσε στη λονδρέζικη κοινωνία. Ο Γκρέγκορι περίμενε να δει έναν μελετηρό τύπο χωμένο στα βιβλία. Είχε ακούσει ότι ο Φένσγουορθ είχε διαλέξει να παραμείνει στο Κέιμπριτζ ακόμα κι όταν η σχολή ήταν κλειστή. Πράγματι, ο κύριος που περίμενε δίπλα στο παράθυρο μέσα στο σαλόνι των ρόδων όντως είχε μια σχετική σοβαρότητα που τον έκανε να δείχνει λίγο μεγαλύτερος από την ηλικία του. Αλλά ο λόρδος Φένσγουορθ ήταν επίσης ψηλός, λεπτός και, παρά το ότι ήταν λίγο ντροπαλός, φερόταν με μια αυτοκυριαρχία που πήγαζε από κάτι πολύ πιο αρχέγονο από έναν τίτλο ευγενείας. Ο αδελφός της λαίδης Λουσίντα ήξερε ποιος ήταν, όχι μόνο με ποιο όνομα είχε γεννηθεί. Ο Γκρέγκορι τον συμπάθησε ακαριαία. Ώσπου έγινε προφανές ότι κι εκείνος, όπως και όλη η υπόλοιπη αρσενική ανθρωπότητα, ήταν ερωτευμένος με την Ερμιό​​νη Γουάτσον. Το μοναδικό μυστήριο, για την ακρίβεια, ήταν για ποιο λόγο ξαφνιάστηκε ο Γκρέγκορι. Ο Γκρέγκορι όφειλε να τον χαιρετήσει – ο Φένσγουορθ κατάφερε για ένα ολόκληρο λεπτό να ρωτάει σχετικά με την υγεία της αδελφής του πριν προσθέσει: «Και η δεσποινίδα Γουάτσον; Θα έρθει κι εκείνη;» Δεν ήταν τόσο οι λέξεις όσο ο τόνος της φωνής του και η λάμψη στα μάτια του – εκείνη η σπίθα προσμονής και ανυπομονησίας. Εντάξει, ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Ήταν η απόλυτη απόγνωση να ελπίζει, τελεία και παύλα. Ο Γκρέγκορι όφειλε να το ξέρει – ήταν σχεδόν βέβαιος ότι η ίδια σπίθα είχε λάμψει και στα δικά του μάτια τις προηγούμενες μέρες. Θεέ και Κύριε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Γκρέγκορι υπέθετε ότι εξακολουθούσε να θεωρεί τον Φένσγουορθ αρκετά καλό παιδί, παρά το ενοχλητικό του ξεμυάλισμα, αλλά, ειλικρινά, η όλη κατάσταση είχε αρχίσει να γίνεται κουραστική. «Πολύ χαιρόμαστε που σας καλωσορίζουμε στο Όμπρεϊ Χολ», είπε η Κέιτ, μόλις τον πληροφόρησε ότι δεν ήξερε αν η δεσποινίδα Γουάτσον θα συνόδευε την αδελφή του στο σαλόνι των ρόδων. «Ελπίζω η παρουσία σας να μη σχετίζεται με κάποια επείγουσα κατάσταση στο σπίτι σας». «Όχι, καθόλου», απάντησε ο Φένσγουορθ. «Αλλά ο θείος μου ζήτησε να πάρω τη Λούσι και να τη συνοδεύσω στο σπίτι. Θέλει να της μιλήσει για ένα σημαντικό ζήτημα». Ο Γκρέγκορι ένιωσε τη μία άκρη των χειλιών του να ανασηκώνεται. «Πρέπει να είστε πολύ αφοσιωμένος στην αδελφή σας», είπε, «ώστε να κάνετε όλο αυτό το ταξίδι μόνος σας. Θα μπορούσατε να έχετε στείλει απλώς μια άμαξα». Προς τιμήν του, ο αδελφός της Λούσι δεν έδειξε μπερδεμένος από την ερώτηση, αλλά ταυτόχρονα δεν είχε να δώσει μια άμεση απάντηση. «Ω, όχι», είπε και οι λέξεις ακούστηκαν με μάλλον γρήγορο ρυθμό μετά από τη μεγάλη παύση. «Ήθελα πολύ να κάνω αυτό το ταξίδι. Η Λούσι είναι καλή συντροφιά και είχαμε καιρό να σας επισκεφθούμε». «Μα πρέπει να φύγετε άμεσα;» ρώτησε η Κέιτ. «Απόλαυσα τόσο πολύ τη συντροφιά της αδελφής σας! Και θα ήταν μεγάλη μας τιμή να σας συμπεριλάβουμε κι εσάς στους καλεσμένους μας». Ο Γκρέγκορι αναρωτιόταν τι να είχε στον νου της. Η Κέιτ θα έπρεπε να βρει άλλη μία κοπέλα για να ταιριάξει τους αριθμούς αν ο λόρδος Φένσγουορθ επρόκειτο να μείνει για τη γιορτή. Παρόλο που υπέθεσε πως, αν έφευγε η λαίδη Λουσίντα, θα έπρεπε να κάνει το ίδιο ακριβώς πράγμα. Ο νεαρός υποκόμης δίστασε και η Κέιτ εκμεταλλεύτηκε τη στιγμή λέγοντας αριστοτεχνικά: «Ω, πείτε ότι θα μείνετε. Ακόμα κι αν δεν μείνετε για όλη τη διάρκεια της γιορτής». «Λοιπόν», είπε ο Φένσγουορθ, ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρα όσο σκεφτόταν την πρόσκληση. Ήταν σαφές ότι ήθελε να μείνει – και ο Γκρέγκορι ήταν σχεδόν βέβαιος ότι γνώριζε και τον λόγο. Αλλά ανεξάρτητα από τον τίτλο ευγενείας, ήταν ακόμα νέος και ο Γκρέγκορι φαντάστηκε ότι θα λογοδοτούσε στον θείο του για όλα τα θέματα που αφορούσαν την οικογένεια. Και ο εν λόγω θείος σαφώς επιθυμούσε την άμεση επιστροφή της λαίδης Λουσίντα. «Υποθέτω ότι δεν θα βλάψει κανέναν αν μείνουμε μία μέρα παραπάνω», απάντησε ο Φένσγουορθ. Ω, έξοχα! Ήταν πρόθυμος να αψηφήσει τον θείο του για να κερδίσει λίγο χρόνο παραπάνω με τη δεσποινίδα Γουάτσον. Και όντας ο αδελφός της λαίδης Λουσίντα,

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ήταν ο μοναδικός άντρας που η Ερμιόνη δεν θα προσπερνούσε με τη συνήθη ευγενική ανία της. Ο Γκρέγκορι προετοίμασε τον εαυτό του για άλλη μία μέρα εξουθενωτικού ανταγωνισμού. «Σας παρακαλώ, πείτε μου ότι θα μείνετε μέχρι την Παρασκευή», είπε η Κέιτ. «Προγραμματίζουμε έναν χορό μεταμφιεσμένων για το βράδυ της Πέμπτης και δεν θα ήθελα να τον χάσετε». Ο Γκρέγκορι σημείωσε στον νου του να δώσει στην Κέιτ ένα απόλυτα συνηθισμένο δώρο στα επόμενα γενέθλιά της. Πέτρες, ίσως. «Μιλάμε μόνο για μια μέρα ακόμα», είπε η Κέιτ με ένα ακαταμάχητο χαμόγελο. Ήταν εκείνη τη στιγμή που η λαίδη Λουσίντα και η δεσποινίδα Γουάτσον μπήκαν στο δωμάτιο, η πρώτη με ένα ανοιχτό γαλάζιο πρωινό φόρεμα και η δεύτερη με το ίδιο πράσινο φόρεμα που φορούσε στο πρωινό. Ο λόρδος Φένσγουορθ κοίταξε τη δυάδα – περισσότερο τη μία κοπέλα παρά την άλλη και εννοείται ότι το αίμα δεν στάθηκε πιο δυνατό από τον χωρίς ανταπόκριση έρωτα– και ψέλλισε: «Την Παρασκευή, λοιπόν». «Υπέροχα», είπε η Κέιτ χτυπώντας μια φορά παλαμάκια. «Θα φροντίσω να σας ετοιμάσουν ένα δωμάτιο αμέσως». «Ρίτσαρντ;» ρώτησε η λαίδη Λουσίντα. «Γιατί είσαι εδώ;» Στάθηκε στην πόρτα και κοίταξε έναν προς έναν όλους τους παρευρισκομένους, προφανώς σαστισμένη με την παρουσία της Κέιτ και του Γκρέγκορι. «Λούσι», είπε ο αδελφός της. «Χρόνια και ζαμάνια». «Τέσσερις μήνες», του είπε, σχεδόν χωρίς καν να το σκεφτεί, λες κι ένα μικρό μέρος του εγκεφάλου της απαιτούσε την απόλυτη ακρίβεια, ακόμα κι όταν αυτό είχε ελάχιστη σημασία. «Θεέ και Κύριε, είναι πολύς καιρός», είπε η Κέιτ. «Σας αφήνουμε τώρα, λόρδε Φένσγουορθ. Είμαι βέβαιη ότι εσείς και η αδελφή σας θα θέλατε να έχετε λίγες στιγμές ιδιωτικότητας». «Δεν υπάρχει βιασύνη», είπε ο Φένσγουορθ και το βλέμμα του πέταξε αστραπιαία στη δεσποινίδα Γουάτσον. «Δεν θα ήθελα να φανώ αγενής και δεν είχα ακόμα την ευκαιρία να σας ευχαριστήσω για τη φιλοξενία σας». «Δεν θα ήταν καθόλου αγένεια», επενέβη ο Γκρέγκορι, ανυπομονώντας να αναχωρήσει πάραυτα από το σαλόνι, αγκαζέ με τη δεσποινίδα Γουάτσον. Ο λόρδος Φένσγουορθ έκανε μεταβολή και ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα, σαν να είχε ξεχάσει την παρουσία του Γκρέγκορι. Κάτι όχι και τόσο μη αναμενόμενο, καθώς ο Γκρέγκορι είχε παραμείνει ασυνήθιστα σιωπηλός σε όλη τη διάρκεια της συνομιλίας. «Παρακαλώ, μη σας απασχολεί», είπε ο υποκόμης. «Η Λούσι κι εγώ θα συνομιλήσουμε κατ’ ιδίαν αργότερα». «Ρίτσαρντ», είπε η Λούσι, κάπως ανήσυχη, «είσαι σίγουρος; Δεν σε περίμενα και αν συμβαίνει κάτι…»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Αλλά ο αδελφός της έγνεψε αρνητικά. «Τίποτα που να μην μπορεί να περιμένει. Ο θείος Ρόμπερτ επιθυμεί να σου μιλήσει. Μου ζήτησε να σε συνοδεύσω στο σπίτι». «Τώρα;» «Αυτό δεν το διευκρίνισε», απάντησε ο Φένσγουορθ, «αλλά η λαίδη Μπρίτζερτον είχε την ευγενή καλοσύνη να μας ζητήσει να μείνουμε ως την Παρασκευή κι εγώ συμφώνησα. Φυσικά», καθάρισε τον λαιμό του, «με την προϋπόθεση ότι θέλεις να μείνεις». «Μα φυσικά», απάντησε η Λούσι κι έδειχνε μπερδεμένη και αποπροσανατολισμένη. «Αλλά εγώ... δηλαδή… Ο θείος Ρόμπερτ…» «Πρέπει να φύγουμε», είπε αποφασιστικά η δεσποινίδα Γουά​​τσον. «Λούσι, πρέπει να μείνεις λίγο μόνη με τον αδελφό σου». Η Λούσι κοίταξε τον αδελφό της, αλλά εκείνος εκμεταλλεύτηκε τη συμμετοχή της δεσποινίδας Γουάτσον στη συνομιλία κοιτάζοντάς την και είπε: «Κι εσείς πώς είστε, Ερμιόνη; Πέρασε καιρός...» «Τέσσερις μήνες», είπε η Λούσι. Η δεσποινίδα Γουάτσον γέλασε και χαμογέλασε θερμά στον κόμη. «Καλά είμαι, ευχαριστώ. Και η Λούσι είναι ακριβής, όπως πάντα. Τελευταία φορά είχαμε μιλήσει τον Ιανουάριο, όταν μας επισκεφθήκατε στη σχολή». Ο Φένσγουορθ έγνεψε καταφατικά σκύβοντας το κεφάλι. «Πώς θα μπορούσα να το ξεχάσω; Ήταν πολύ ευχάριστες εκείνες οι μέρες». Ο Γκρέγκορι θα στοιχημάτιζε το δεξί του χέρι ότι ο ​Φένσγουορθ ήξερε με ακρίβεια λεπτού πόσο καιρό είχε να κοιτάξει τη δεσποινίδα Γουάτσον. Αλλά η εν λόγω κυρία ήταν σαφές ότι δεν είχε πάρει είδηση πόσο τον είχε γοητεύσει, γιατί απλώς χαμογέλασε και είπε: «Ναι, μάλλον ήταν. Ήταν πολύ γλυκό εκ μέρους σας που μας πήγατε για σκι. Είστε πάντα πολύ ευχάριστη συντροφιά». Έλεος, πώς μπορούσε να είναι τόσο πολύ στον κόσμο της; Δεν υπήρχε περίπτωση να είναι τόσο ενθαρρυντική αν είχε συνειδητοποιήσει τη φύση των αισθημάτων του κόμη για κείνη. Ο Γκρέγκορι ήταν απόλυτα βέβαιος. Αλλά, ενώ ήταν προφανές ότι η δεσποινίδα Γουάτσον συμπαθούσε πάρα πολύ τον λόρδο Φένσγουορθ, δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη ότι έτρεφε κάποια ρομαντική εκτίμηση για το πρόσωπό του. Ο Γκρέγκορι παρηγόρησε τον εαυτό του με τη σκέψη ότι οι δυο τους σίγουρα γνωρίζονταν εδώ και χρόνια και ήταν φυσικό εκείνη να είναι φιλική με τον Φένσγουορθ, αν σκεφτεί κανείς πόσο στενή σχέση είχε με τη Λουσίντα. Ουσιαστικά ήταν σαν αδελφός με αδελφή. Και μια που το έφερε η κουβέντα για τη λαίδη Λουσίντα – ο Γκρέγκορι γύρισε προς το μέρος της και δεν εξεπλάγη που την είδε συνοφρυωμένη. Ο αδελφός της, που είχε ταξιδέψει μια ολόκληρη μέρα για να έρθει κοντά της, τώρα έδειχνε να μη βιάζεται καθόλου να μιλήσει μαζί της.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Και πράγματι, όλοι οι άλλοι είχαν μείνει σιωπηλοί, επίσης. Ο Γκρέγκορι κοίταξε το παράξενο σκηνικό με ενδιαφέρον. Όλοι έδειχναν να ρίχνουν ματιές τριγύρω, περιμένοντας να δουν ποιος θα ήταν ο επόμενος που θα μιλούσε. Ακόμα και η λαίδη Λουσίντα, που κανείς δεν θα αποκαλούσε ντροπαλή, έδειχνε να μην ξέρει τι να πει. «Λόρδε Φένσγουορθ», είπε η Κέιτ, σπάζοντας ευτυχώς τη σιω​​πή, «πρέπει να πεινάτε πολύ. Θα πάρετε πρωινό;» «Πολύ θα το ήθελα, λαίδη Μπρίτζερτον». Η Κέιτ γύρισε προς τη Λουσίντα. «Ούτε εσάς είδα στο πρωινό. Θα τσιμπήσετε κάτι τώρα;» Ο Γκρέγκορι σκέφτηκε τον τεράστιο δίσκο που της είχε στείλει στον όροφο η δεσποινίδα Γουάτσον και αναρωτήθηκε τι είχε προλάβει να κατασπαράξει πριν κατέβει για να συναντήσει τον αδελφό της. «Φυσικά», μουρμούρισε η λαίδη Λουσίντα. «Θα ήθελα να κάνω παρέα στον Ρίτσαρντ, όπως και να ’χει». «Δεσποινίς Γουάτσον», είπε απαλά ο Γκρέγκορι, «θα θέλατε να κάνουμε μια βόλτα στους κήπους; Νομίζω ότι οι παιωνίες είναι σε άνθιση. Κι εκείνα τα μπλε λουλούδια με τον ψηλό μίσχο... πάντα ξεχνάω πώς τα λένε». «Δελφίνιο». Είχε μιλήσει η λαίδη Λουσίντα, φυσικά. Δεν την είχε ικανή να μπορεί να αντισταθεί. Έπειτα γύρισε και τον κοίταξε, με τα μάτια της να στενεύουν ελάχιστα. «Σας το είπα τις προάλλες». «Μα βέβαια», είπε. «Τι αδύναμη μνήμη». «Ω, η Λούσι θυμάται τα πάντα», σχολίασε η δεσποινίδα Γουά​τσον ήρεμα. «Και θα ήθελα πολύ να δω τον κήπο μαζί σας. Δηλαδή, αν δεν έχουν αντίρρηση η Λούσι και ο Ρίτσαρντ». Και οι δύο διαβεβαίωσαν ότι δεν είχαν αντίρρηση, αν και ο Γκρέγκορι ήταν σχεδόν βέβαιος ότι είδε μια λάμψη απογοήτευσης και –τολμούσε να πει– εκνευρισμού στα μάτια του λόρδου Φένσγουορθ. Ο Γκρέγκορι χαμογέλασε. «Θα σε δω μετά στο δωμάτιό σου;» είπε η δεσποινίδα Γουάτσον στη Λούσι. Η άλλη κοπέλα έγνεψε καταφατικά και ο Γκρέγκορι, με μια αίσθηση θριάμβου –γιατί δεν υπήρχε καλύτερο από το να υπερέχεις στον ανταγωνισμό– έβαλε την παλάμη της δεσποινίδας Γουάτσον στο εσωτερικό του αγκώνα του και την οδήγησε έξω από το δωμάτιο. Τελικά, θα ήταν ένα εξαιρετικό πρωινό. Η Λούσι ακολούθησε τον αδελφό της και τη λαίδη Μπρίτζερτον στην αίθουσα του πρωινού κι αυτό δεν την πείραξε καθόλου, γιατί δεν είχε προφτάσει να φάει και πολλά απ’ όσα της είχε πάει νωρίτερα η Ερμιόνη. Αλλά σήμαινε ότι έπρεπε να αντέξει ένα ολόκληρο μισάωρο ανούσιας συνομιλίας, ενώ ο εγκέφαλός της δούλευε πυρετωδώς

******ebook converter DEMO Watermarks*******


και φανταζόταν κάθε είδους συμφορά που θα μπορούσε να ευθύνεται για την απροσδόκητη ανάγκη της επιστροφής της. Ο Ρίτσαρντ δεν μπορούσε να της μιλήσει πολύ ανοιχτά για σοβαρά θέματα με τη λαίδη Μπρίτζερτον και τους μισούς καλεσμένους να φλυαρούν ανούσια σχετικά με τα βραστά αβγά και την πρόσφατη βροχόπτωση κι έτσι η Λούσι περίμενε υπομονετικά ώσπου να τελειώσει –πάντα έτρωγε εξωφρενικά αργά– κι έπειτα έκανε ό,τι μπορούσε για να μη χάσει την υπομονή της στον περίπατό τους έξω, στον πλαϊνό κήπο με γρασίδι, όταν ο Ρίτσαρντ αρχικά τη ρώτησε για τη σχολή, έπειτα για την Ερμιό​​νη, έπειτα για τη μητέρα της Ερμιόνης κι έπειτα για το επικείμενο ντεμπούτο της στην υψηλή κοινωνία κι έπειτα ξανά για την Ερμιό​​νη, με μια νύξη για τον αδελφό της Ερμιόνης, τον οποίο προφανώς είχε συναντήσει τυχαία στον Κέιμπριτζ κι έπειτα επανήλθε στο ντεμπούτο της και σε ποιο βαθμό εκείνη θα το μοιραζόταν με την Ερμιόνη… Ώσπου τελικά η Λούσι σταμάτησε να περπατάει, ακούμπησε τα χέρια στους γοφούς και απαίτησε να της πει για ποιο λόγο είχε πάει ως εκεί. «Μα σου είπα», της είπε, αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια. «Θέλει να σου μιλήσει ο θείος Ρόμπερτ». «Γιατί όμως;» Ήταν μια ερώτηση χωρίς προφανή απάντηση. Ο θείος Ρόμπερτ δεν είχε μπει στον κόπο να της μιλήσει πάνω από πέντε φορές τα τελευταία δέκα χρόνια. Αν είχε σκοπό να αρχίσει να το κάνει τώρα, κάποιος λόγος θα υπήρχε. Ο Ρίτσαρντ καθάρισε κάμποσες φορές τον λαιμό του για να πει τελικά: «Κοίτα, Λους, νομίζω ότι σχεδιάζει να σε παντρέψει». «Τώρα αμέσως;» ψιθύρισε η Λούσι και δεν ήξερε γιατί ήταν τόσο σαστισμένη. Το ήξερε ότι θα ερχόταν αυτή η στιγμή. Ήταν λογοδοσμένη εδώ και χρόνια. Κι είχε αναγκαστεί να επαναλάβει πολλές φορές στην Ερμιόνη ότι η σεζόν για κείνη ήταν μια ανοησία – γιατί να μπει σε τόσα έξοδα όταν απλώς επρόκειτο τελικά να παντρευτεί τον Χέιζελμπι; Αλλά τώρα… ξαφνικά… δεν ήθελε να το κάνει. Τουλάχιστον όχι τόσο σύντομα. Δεν ήθελε να μεταμορφωθεί από μαθήτρια σε σύζυγο, χωρίς τίποτα ενδιάμεσα. Δεν αναζητούσε την περιπέτεια –δεν ήθελε καν την περιπέτεια–, πραγματικά, δεν ήταν τέτοιος τύπος. Δεν ζητούσε και πάρα πολλά, μόνο λίγες στιγμές ελευθερίας και γέλιου. Λίγες στιγμές χορού ώσπου να της κοπεί η ανάσα, να στριφογυρίζει τόσο γρήγορα, που οι φλόγες από τα κεριά να της φαίνονται σαν μακριά φίδια από φως. Ίσως να ήταν πρακτικός τύπος. Ίσως να ήταν «η παλιομοδίτισσα Λούσι», όπως την αποκαλούσαν πολλές συμμαθήτριες στη σχολή της δεσποινίδας Μος. Αλλά της άρεσε να χορεύει. Και ήθελε να το κάνει. Τώρα. Πριν μεγαλώσει υπερβολικά. Πριν γίνει η σύζυγος του Χέιζελμπι.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Δεν ξέρω πότε», είπε ο Ρίτσαρντ, χαμηλώνοντας το βλέμμα πάνω της με… Ήταν μεταμέλεια; Και γιατί να είναι μεταμέλεια; «Σύντομα, νομίζω», της είπε. «Ο θείος Ρόμπερτ δείχνει κάπως ανυπόμονος να τελειώνει με αυτό το θέμα». Η Λούσι απλώς τον κοίταξε κι αναρωτήθηκε γιατί δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της τον χορό, γιατί δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της την εικόνα της, με μια ασημί και γαλάζια τουαλέτα, μαγική και λαμπερή, στα χέρια του... «Ω!» Χτύπησε με την παλάμη τα χείλη της, λες και αυτό μπορούσε να σωπάσει τις σκέψεις της. «Τι είναι;» «Τίποτα», του είπε, γνέφοντας αρνητικά. Οι ονειροπολήσεις της δεν είχαν συγκεκριμένο πρόσωπο. Δεν μπορούσαν να έχουν. Κι έτσι είπε ξανά, πιο αυστηρά: «Δεν ήταν τίποτα. Τίποτε απολύτως». Ο αδελφός της έσκυψε για να παρατηρήσει ένα αγριολούλουδο που με κάποιο τρόπο είχε διαφύγει την προσοχή των κηπουρών του Όμπρεϊ Χολ. Ήταν μικρό, μπλε κι έτοιμο να ανοίξει. «Δεν είναι πανέμορφο;» μουρμούρισε ο Ρίτσαρντ. Η Λούσι έγνεψε καταφατικά. Ο Ρίτσαρντ πάντα αγαπούσε τα λουλούδια. Ιδιαίτερα τα αγριολούλουδα. Ήταν διαφορετική από τον αδελφό της σε αυτό, συνειδητοποίησε. Εκείνη πάντα προτιμούσε την τάξη ενός επιμελώς φροντισμένου παρτεριού, με το κάθε άνθος στη θέση που του αναλογούσε, με το κάθε σχέδιο προσεκτικά και με αγάπη διατηρημένο. Αλλά τώρα… Χαμήλωσε το βλέμμα να δει εκείνο το λουλουδάκι, μικρό και λεπτεπίλεπτο, να έχει φυτρώσει προκλητικά εκεί όπου δεν ανήκε. Και αποφάσισε ότι της άρεσαν κι εκείνης τα αγριολούλουδα τελικά. «Ξέρω ότι θα ζούσες μία σεζόν», της είπε απολογητικά ο Ρίτσαρντ. «Αλλά, ειλικρινά, είναι τόσο τρομερό; Δεν το ήθελες ποτέ πραγματικά, σωστά;» Η Λούσι ξεροκατάπιε. «Όχι», είπε, γιατί ήξερε ότι αυτό ήθελε να ακούσει εκείνος και δεν ήθελε να τον κάνει να νιώσει χειρότερα από ό,τι ήδη ένιωθε. Και ουδέποτε την ενδιέφερε να ζήσει μια σεζόν στο Λονδίνο. Τουλάχιστον όχι μέχρι πολύ πρόσφατα. Ο Ρίτσαρντ τράβηξε το μπλε αγριολούλουδο από τη ρίζα, το κοίταξε απορημένος και σηκώθηκε. «Κουράγιο, Λους», της είπε και τη χάιδεψε απαλά στο πιγούνι. «Ο Χέιζελμπι δεν είναι κακός άνθρωπος. Δεν θα σε πειράξει που θα τον παντρευτείς». «Το ξέρω», του είπε σιγανά. «Δεν θα σε πληγώσει», πρόσθεσε μ’ εκείνη την υποψία χαμόγελου. Ενός χαμόγελου που όφειλε να είναι ενθαρρυντικό και, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, δεν το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κατάφερε ποτέ. «Δεν πίστεψα ότι θα με πλήγωνε», είπε η Λούσι με την υποψία… ενός τρομερού συναισθήματος στη φωνή της. «Πώς σου ήρθε να το πεις αυτό;» «Έτσι, χωρίς λόγο», έσπευσε να απαντήσει ο Ρίτσαρντ. «Αλλά ξέρω ότι αυτό είναι μια ανησυχία για πολλές γυναίκες. Δεν προσφέρουν όλοι οι άντρες στις συζύγους τους τον σεβασμό με τον οποίο θα σου φερθεί ο Χέιζελμπι». Η Λούσι έγνεψε καταφατικά. Φυσικά. Ήταν αλήθεια. Είχε ακούσει ιστορίες. Όλοι τους είχαν ακούσει ιστορίες. «Δεν θα είναι τόσο άσχημα», είπε ο Ρίτσαρντ. «Μάλιστα, πιθανότατα να τον συμπαθήσεις κιόλας. Είναι πολύ ευχάριστος». Ευχάριστος. Αυτό ήταν καλό. Καλύτερο από το δυσάρεστος. «Κάποια μέρα θα γίνει ο κόμης του Ντάβενπορτ», πρόσθεσε ο Ρίτσαρντ, αν και φυσικά εκείνη το ήξερε ήδη αυτό. «Θα γίνεις κόμησσα. Και μάλιστα περιωπής». Αυτό ήταν. Οι συμμαθήτριές της πάντα της έλεγαν πόσο τυχερή ήταν που είχε ήδη ένα προδιαγεγραμμένο μέλλον και, μάλιστα, με τόσο μεγαλεπήβολη έκβαση. Ήταν η κόρη ενός κόμη. Και ήταν προορισμένη να γίνει και σύζυγος κόμη. Δεν είχε κανένα λόγο να παραπονιέται. Κανέναν. Αλλά ένιωθε τόσο άδεια. Δεν ήταν ακριβώς δυσάρεστη η αίσθηση. Αλλά ήταν ανησυχητική. Και άγνωστη. Ένιωθε χωρίς ρίζες. Ένιωθε ακυβέρνητη. Ένιωθε έξω από τα νερά της. Και αυτό ήταν το χειρότερο από όλα. «Δεν ξαφνιάστηκες, έτσι, Λους;» ρώτησε ο Ρίτσαρντ. «Το ήξερες ότι θα συνέβαινε. Όλοι μας το ξέραμε». Του έγνεψε καταφατικά. «Δεν είναι τίποτα», του είπε, προσπαθώντας να ακουστεί όπως ο παλιός ψύχραιμος εαυτός της. «Απλώς, ποτέ μου δεν το ένιωσα τόσο κοντά». «Φυσικά», είπε ο Ρίτσαρντ. «Είναι μια έκπληξη, αυτό μόνο. Μόλις συνηθίσεις στην ιδέα, όλα θα σου φανούν πολύ καλύτερα. Ακόμα και φυσιολογικά. Άλλωστε, πάντα ήξερες ότι θα γίνεις σύζυγος του Χέιζελμπι. Και σκέψου πόσο θα χαρείς με τις ετοιμασίες του γάμου. Ο θείος Ρόμπερτ λέει ότι θα είναι μεγάλο γεγονός. Στο Λονδίνο, πιστεύω. Ο Ντάβενπορτ επιμένει». Η Λούσι ένιωσε να του γνέφει καταφατικά. Όντως της άρεσε να προγραμματίζει τα πράγματα. Ο προγραμματισμός συνοδευό​ταν από μια ευχάριστη αίσθηση υπευθυνότητας. «Η Ερμιόνη μπορεί να είναι η παράνυμφός σου», πρόσθεσε ο Ρίτσαρντ. «Φυσικά», μουρμούρισε η Λούσι. Γιατί, στα αλήθεια, ποια άλλη θα μπορούσε να διαλέξει; «Υπάρχει χρώμα που να μην της ταιριάζει;» αναρωτήθηκε συνοφρυωμένος. «Εσύ θα είσαι η νύφη. Δεν θέλω να σε επισκιάσει».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Λούσι κοίταξε ψηλά με απόγνωση. Ωραίος αδελφός να σου πετύχει. Μάλλον δεν είχε καταλάβει ότι την πρόσβαλε και η Λούσι υπέθεσε ότι δεν έπρεπε να την ξαφνιάζει αυτό. Η ομορφιά της Ερμιό​νης ήταν τόσο παροιμιώδης, που κανείς δεν προσβαλλόταν με τη σύγκριση που δεν τον ευνοούσε καθόλου. Θα έπρεπε να ζεις σε παραίσθηση για να έχεις άλλη άποψη. «Νομίζω ότι δεν θα της πήγαινε το μαύρο», είπε η Λούσι. Ήταν η μόνη απόχρωση που μπορούσε να φανταστεί ότι δεν θα κολάκευε την Ερμιόνη. «Ναι, δίκιο έχεις». Ο Ρίτσαρντ σώπασε. Ήταν φανερό ότι το σκεφτόταν και η Λούσι τον κοίταζε με δυσπιστία. Ο αδελφός της, ο οποίος ήταν πάντα ενημερωμένος για το τι ήταν στη μόδα και τι όχι, όντως ενδιαφερόταν για την απόχρωση του φορέματος της παράνυμφου. «Η Ερμιόνη μπορεί να φορέσει όποιο χρώμα θέλει», αποφάσισε η Λούσι. Και γιατί όχι; Από όλους τους ανθρώπους που θα παρακολουθούσαν το μυστήριο, κανείς άλλος δεν της ήταν πιο σημαντικός από την πιο στενή της φίλη. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου», είπε ο Ρίτσαρντ. Την κοίταξε σκεφτικός. «Είσαι καλή φίλη, Λούσι». Η Λούσι ήξερε ότι έπρεπε να νιώσει κολακευμένη, αλλά αντί γι’ αυτό αναρωτήθηκε για ποιο λόγο εκείνος είχε αργήσει τόσο πολύ να το καταλάβει. Ο Ρίτσαρντ της χάρισε ένα χαμόγελο κι έπειτα χαμήλωσε πάλι το βλέμμα στο λουλούδι που κρατούσε ακόμα στα χέρια του. Το σήκωσε, το κύλησε λίγες φορές, με τον μίσχο να κινείται μπρος και πίσω ανάμεσα στον αντίχειρα και στον δείκτη του. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα, ζάρωσε λίγο το μέτωπο κι έπειτα ακούμπησε το λουλούδι μπροστά από το φόρεμά της. Είχαν το ίδιο μπλε χρώμα – λίγο μοβ, ίσως και λίγο γκρι. «Αυτό το χρώμα πρέπει να φορέσεις», της είπε. «Είσαι πολύ όμορφη αυτή τη στιγμή». Ακούστηκε κάπως σαστισμένος κι έτσι η Λούσι κατάλαβε ότι το εννοούσε κιόλας. «Ευχαριστώ», του είπε. Πάντα πίστευε ότι αυτή η απόχρωση έκανε τα μάτια της να δείχνουν λίγο πιο φωτεινά. Ο Ρίτσαρντ ήταν ο πρώτος άνθρωπος μετά την Ερμιόνη που έκανε σχόλιο γι’ αυτό. «Ίσως και να το κάνω». «Να περπατήσουμε τώρα προς το σπίτι;» τη ρώτησε. «Είμαι σίγουρος ότι θα θέλεις να πεις τα πάντα στην Ερμιόνη». Εκείνη στάθηκε κι έπειτα έγνεψε αρνητικά. «Όχι, ευχαριστώ. Νομίζω ότι θα μείνω έξω για λίγο ακόμα». Μετακινήθηκε σε ένα σημείο κοντά στο μονοπάτι που κατηφόριζε προς τη λίμνη. «Έχει ένα παγκάκι, όχι πολύ μακριά από εδώ. Και θα ήθελα να νιώσω λίγο τον ήλιο στο πρόσωπό μου». «Είσαι σίγουρη;» Ο Ρίτσαρντ κοίταξε προς τον ουρανό με μισόκλειστα μάτια. «Πάντα έλεγες ότι δεν θέλεις να κάνεις φακίδες». «Μα ήδη έχω φακίδες, Ρίτσαρντ. Και δεν θα μείνω πολύ». Δεν είχε σκοπό να βγει

******ebook converter DEMO Watermarks*******


έξω όταν πήγε να τον χαιρετήσει κι έτσι δεν είχε πάρει μαζί της το καπέλο της. Αλλά ήταν νωρίς ακόμα. Λίγα λεπτά πρωινής λιακάδας δεν θα κατέστρεφαν την επιδερμίδα της. Άλλωστε, το ήθελε. Δεν θα ήταν όμορφο να κάνει κάτι επειδή απλώς και μόνο το ήθελε και όχι επειδή απαιτούνταν να το κάνει; Ο Ρίτσαρντ έγνεψε καταφατικά. «Θα σε δω στο γεύμα;» «Νομίζω ότι σερβίρουν στη μιάμιση». Εκείνος χαμογέλασε πονηρά. «Υπήρχε περίπτωση να μην ξέρεις εσύ;» «Τίποτα δεν συγκρίνεται με έναν αδελφό», του είπε γκρινιάζοντας. «Και τίποτα δεν συγκρίνεται με μια αδελφή». Έσκυψε και τη φίλησε στο μέτωπο αιφνιδιάζοντάς την. «Ω Ρίτσαρντ», μουρμούρισε, έντρομη με τη γλυκανάλατη αντίδρασή της. Δεν έκλαιγε ποτέ. Μάλιστα ήταν γνωστή για την παντελή έλλειψη τέτοιων ευαίσθητων αντιδράσεων. «Πήγαινε», της είπε κι η στοργή του ήταν αρκετή για να κάνει ένα δάκρυ να κυλήσει στο μάγουλό της. Η Λούσι το σκούπισε αμέσως, αμήχανη που το είδε ο αδελφός της, αμήχανη που είχε δακρύσει. Ο Ρίτσαρντ της έσφιξε το χέρι κι έγνεψε με το κεφάλι προς τον νότιο κήπο με το γρασίδι. «Πήγαινε να δεις τα δέντρα και να κάνεις ό,τι θέλεις. Θα νιώσεις καλύτερα αν αφιερώσεις λίγο χρόνο στον εαυτό σου». «Δεν νιώθω άσχημα», έσπευσε να του πει. «Δεν έχω ανάγκη να νιώσω καλύτερα». «Φυσικά και όχι. Απλώς ξαφνιάστηκες». «Ακριβώς». Ακριβώς. Ακριβώς. Στ’ αλήθεια, ήταν κατενθουσιασμένη, ειλικρινά. Χρόνια την περίμενε αυτή τη στιγμή. Δεν θα ήταν ωραία να νοικοκυρευτεί; Της άρεσε η τάξη. Της άρεσε το νοικοκύρεμα. Ήταν μόνο η έκπληξή της. Τίποτε άλλο. Όπως όταν κάποιος βλέπει έναν φίλο εκεί που δεν τον περιμένει και σχεδόν δεν τον αναγνωρίζει. Δεν περίμενε αυτή τη στιγμή την ανακοίνωση του γάμου. Εδώ, στη γιορτή στην Οικία Μπρίτζερτον. Κι αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος που την έκανε να νιώθει κάπως παράξενα. Αλήθεια.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 8 Στο οποίο η ηρωίδα μας μαθαίνει την αλήθειαγια τον αδελφό της (χωρίς να την πιστεύει), ο ήρωάς μας μαθαίνει ένα μυστικό για τη δεσποινίδα Γουάτσον (χωρίς να δίνει την παραμικρή σημασία), ενώ και οι δυο τους μαθαίνουν μια αλήθεια για τον εαυτό τους (χωρίς να έχουν επίγνωση) Μία ώρα αργότερα ο Γκρέγκορι συνέχαιρε τον εαυτό του για τον δεξιοτεχνικό του συνδυασμό στρατηγικής και συγχρονισμού που είχε οδηγήσει στην έξοδό του με τη δεσποινίδα Γουάτσον. Είχαν περάσει υπέροχα, ενώ ο λόρδος Φένσγουορθ... δηλαδή, ο Φένσγουορθ μπορεί να είχε περάσει το ίδιο υπέροχα, αλλά ήταν με την αδελφή του και όχι με την πανέμορφη Ερμιόνη Γουάτσον. Η νίκη ήταν όντως γλυκιά. Όπως είχε υποσχεθεί, ο Γκρέγκορι τη συνόδευσε σε έναν περίπατο στους κήπους του Όμπρεϊ Χολ, εντυπωσιάζοντας και τους δυο τους με την αξιοθαύμαστη μνήμη του σε έξι διαφορετικά είδη φυτών. Ακόμα και το δελφίνιο, το οποίο στην πραγματικότητα όφειλε στη λαίδη Λουσίντα. Και για να αποδώσουμε τις οφειλόμενες τιμές, τα άλλα ήταν: τριαντάφυλλο, μαργαρίτα, παιωνία, υάκινθος και γρασίδι. Συνολικά, σκέφτηκε ότι τα είχε πάει μια χαρά. Οι λεπτομέρειες δεν ήταν ποτέ το δυνατό του σημείο. Και ειλικρινά, όλα αυτά ήταν πια ένα παιχνίδι. Η δεσποινίδα Γουάτσον φάνηκε να απολαμβάνει τη συντροφιά του, επίσης. Μπορεί να μην αναστέναζε ούτε να ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα με λαχτάρα, αλλά το πέπλο της ευγενικής έλλειψης ενδιαφέροντος είχε αποσυρθεί και, μάλιστα, δύο φορές την έκανε σχεδόν να γελάσει. Μπορεί εκείνη να μην τον είχε κάνει να γελάσει, αλλά δεν ήταν σίγουρος πως το προσπάθησε και, άλλωστε, σίγουρα του είχε χαμογελάσει. Πάνω από μία φορά. Κι αυτό ήταν καλό. Ειλικρινά. Ήταν μάλλον ευχάριστο που είχε σώας τας φρένας. Δεν ένιωθε πια εκείνο το αίσθημα σαν γροθιά στο στήθος κι αυτό, αν μη τι άλλο, ήταν καλό για την αναπνευστική του λειτουργία. Αντίθετα, ανακάλυπτε ότι απολάμβανε την ανάσα του, κάτι που του ήταν δύσκολο όσο κοίταζε το πίσω μέρος του κεφαλιού της δεσποινίδας Γουάτσον. Ο Γκρέγκορι έσμιξε τα φρύδια, κάνοντας μια στάση στον συνηθισμένο του περίπατο προς τη λίμνη. Ήταν μάλλον μια παράξενη αντίδραση. Και σίγουρα είχε δει το πίσω μέρος του κεφαλιού της εκείνο το πρωί. Αφού την είχε δει να τρέχει μπροστά για να μυρίσει ένα λουλούδι.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Χμ. Ίσως και όχι. Δεν μπορούσε να θυμηθεί. «Καλημέρα σας, κύριε Μπρίτζερτον». Γύρισε και είδε έκπληκτος τη λαίδη Λουσίντα να κάθεται μόνη της σε ένα κοντινό πέτρινο παγκάκι. Ήταν παράξενο σημείο για παγκάκι, γιατί έβλεπε απλώς σε μια συστάδα δέντρων. Ίσως, όμως, ήταν σκόπιμο αυτό. Να γυρίσει κανείς την πλάτη του το σπίτι – και στους πολλούς κατοίκους του. Η αδελφή του η Φραντσέσκα συχνά έλεγε ότι, μετά από μία ή δύο μέρες με ολόκληρη την οικογένεια Μπρίτζερτον, τα δέντρα θα μπορούσαν να είναι πολύ καλή παρέα. Η λαίδη Λουσίντα χαμογέλασε αμυδρά σε χαιρετισμό και του έκανε εντύπωση η διαφορετική της όψη. Τα μάτια της έδειχναν κουρασμένα και η πλάτη της δεν ήταν και πολύ στητή. Δείχνει ευάλωτη, σκέφτηκε, μάλλον χωρίς να το περιμένει. Ο αδελφός της θα της είχε δυσάρεστα νέα. «Φαίνεστε κάπως σκυθρωπή», της είπε περπατώντας ευγενικά δίπλα της. «Να καθίσω μαζί σας;» Του έγνεψε καταφατικά και του χάρισε μια υποψία χαμόγελου. Αλλά δεν ήταν χαμόγελο. Καθόλου. Πήρε θέση δίπλα της. «Είχατε την ευκαιρία να μιλήσετε με τον αδελφό σας;» Του έγνεψε καταφατικά. «Μου κοινοποίησε νέα της οικογένειας. Δεν ήταν… κάτι σημαντικό». Ο Γκρέγκορι έγειρε το κεφάλι καθώς την κοίταζε. Ήταν προφανές ότι έλεγε ψέματα. Αλλά δεν την πίεσε. Αν ήθελε να το μοιραστεί, θα το έκανε. Και άλλωστε, δεν τον αφορούσε το θέμα. Αλλά ήταν περίεργος να μάθει. Εκείνη κοίταζε μπροστά, μακριά, πιθανώς κάποιο δέντρο. «Είναι ευχάριστα εδώ». Ήταν μια αλλόκοτα αδιάφορη δήλωση για τη Λουσίντα. «Ναι», της είπε. «Η λίμνη δεν απέχει πολύ πίσω από αυτά τα δέντρα. Συχνά έρχομαι προς τα εδώ όταν θέλω να σκεφτώ». Γύρισε απότομα προς το μέρος του. «Αλήθεια;» «Γιατί σας εκπλήσσει τόσο;» «Δεν... δεν ξέρω». Ανασήκωσε τους ώμους της. «Υποθέτω επειδή δεν φαίνεστε για τέτοιος τύπος». «Για τύπος που σκέφτεται, εννοείτε;» Εδώ που τα λέμε, είχε δίκιο. «Φυσικά και όχι», του είπε, κοιτάζοντάς τον ενοχλημένη. «Εννοούσα τύπος που έχει ανάγκη την απόδραση για να το κάνει». «Συγχωρήστε μου την αλαζονεία, αλλά ούτε κι εσείς φαίνεστε για τέτοιος τύπος». Το σκέφτηκε για λίγο μέσα της. «Δεν είμαι». Εκείνος γέλασε. «Μάλλον θα είχατε σημαντική κουβέντα με τον αδελφό σας».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Εκείνη ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα έκπληκτη. Αλλά δεν εξήγησε περαιτέρω. Κι αυτό επίσης δεν ήταν χαρακτηριστικό της. «Τι ήρθατε να σκεφτείτε εσείς;» τον ρώτησε. Άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει αλλά, πριν προλάβει να προφέρει έστω μια λέξη, του είπε: «Την Ερμιόνη, να υποθέσω». Δεν είχε και πολύ νόημα να το αρνηθεί. «Ο αδελφός σας είναι ερωτευμένος μαζί της». Αυτό την έκανε να βγει από την ομίχλη της. «Ο Ρίτσαρντ; Μη λέτε ανοησίες». Ο Γκρέγκορι την κοίταξε δύσπιστα. «Απορώ πώς δεν το είδατε». «Κι εγώ απορώ πού το είδατε. Για όνομα του Θεού, εκείνη τον βλέπει σαν αδελφό της». «Μπορεί αυτό να είναι αλήθεια, αλλά τα αισθήματα δεν είναι αμοιβαία». «Κύριε Μπρ…» Αλλά τη σταμάτησε σηκώνοντας το χέρι του. «Κοιτάξτε, λαίδη Λουσίντα, τολμώ να πω ότι έχω υπάρξει μάρτυρας περισσότερων ερωτευμένων από ό,τι εσείς...» Το γέλιο της πετάχτηκε σαν έκρηξη από το στόμα της. «Κύριε Μπρίτζερτον», του είπε, όταν κατάφερε επιτέλους να μιλήσει, «τα τελευταία τρία χρόνια είμαι η μόνιμη συνοδός της Ερμιόνης Γουάτσον. Της Ερμιόνης Γουάτσον», πρόσθεσε, σε περίπτωση που δεν είχε καταλάβει ποια εννοούσε. «Πιστέψτε με, σας λέω πως κανείς δεν έχει υπάρξει μάρτυρας περισσότερων ερωτευμένων απ’ ό,τι εγώ». Για μια στιγμή ο Γκρέγκορι δεν ήξερε τι να απαντήσει. Όντως, είχε ένα δίκιο. «Ο Ρίτσαρντ δεν είναι ερωτευμένος με την Ερμιόνη», του είπε με μια αδιάφορη κίνηση του κεφαλιού. Και με ένα ρουθούνισμα. Γυναικείο μεν, αλλά ήταν ρουθούνισμα. Του ρουθούνισε. «Εδώ θα διαφωνήσω», της είπε, γιατί είχε εφτά αδέλφια και σίγουρα δεν ήξερε πώς να αποχωρεί με χάρη από μια διαφωνία. «Δεν μπορεί να είναι ερωτευμένος μαζί της», του είπε αρκετά σίγουρη για τη δήλωσή της. «Υπάρχει κάποια άλλη». «Ω, αλήθεια;» Ο Γκρέγκορι ούτε που νοιάστηκε που οι ελπίδες του αναπτερώθηκαν. «Αλήθεια. Πάντα κουβεντιάζει για μια κοπέλα που γνώρισε μέσω κάποιου φίλου του», του είπε. «Νομίζω ότι είναι η αδελφή κάποιου. Δεν θυμάμαι το όνομά της. Μαίρη, ίσως». Μαίρη. Χμ. Το ήξερε ότι εκείνος ο Φένσγουορθ δεν είχε καθόλου φαντασία. «Άρα», συνέχισε η λαίδη, «δεν είναι ερωτευμένος με την Ερμιόνη». Τουλάχιστον άρχιζε να είναι περισσότερο ο εαυτός της. Ο κόσμος έδειχνε λίγο πιο σταθερός με τη Λούσι Αμπέρναθι να γαβγίζει σαν φοξ τεριέ. Είχε νιώσει σχεδόν τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του όταν την είδε να αγναντεύει θλιμμένη τα δέντρα. «Όπως νομίζετε», είπε ο Γκρέγκορι με έναν αλαζονικό αναστεναγμό. «Αλλά να ξέρετε το εξής: πολύ σύντομα ο αδελφός σας θα κληθεί να γιατρέψει τη ραγισμένη του

******ebook converter DEMO Watermarks*******


καρδιά». «Αλήθεια; Επειδή είστε σίγουρος για τη δική σας επιτυχία;» «Επειδή είμαι σίγουρος για τη δική του αποτυχία». «Μα δεν τον ξέρετε καν». «Ώστε τώρα τον υπερασπίζεστε; Πριν από λίγα δευτερόλεπτα είπατε ότι δεν ενδιαφερόταν». «Δεν ενδιαφέρεται». Δάγκωσε το χείλι της. «Αλλά δεν παύει να είναι ο αδελφός μου. Και αν όντως ενδιαφερόταν, θα όφειλα να τον υπερασπιστώ, δεν νομίζετε;» Ο Γκρέγκορι ανασήκωσε το ένα του φρύδι. «Μα πόσο γρήγορα αλλάζετε το αντικείμενο της αφοσίωσής σας!» Τον κοίταξε σχεδόν με μια απολογητική ματιά. «Μα είναι κόμης. Ενώ εσείς… δεν είστε». «Θα γίνετε πολύ καλή μανούλα της υψηλής κοινωνίας». Η πλάτη της σφίχτηκε. «Ορίστε;» «Παραδίδετε τη φίλη σας σε όποιον δίνει περισσότερα. Θα έχετε εξασκηθεί στο έπακρο μέχρι να αποκτήσετε τη δική σας κόρη». Τινάχτηκε αμέσως όρθια, με τα μάτια της να πετούν σπίθες από τον θυμό και την αγανάκτηση. «Είναι φριχτό αυτό που λέτε. Η πιο σημαντική μου έγνοια ήταν πάντα η ευτυχία της Ερμιόνης. Κι αν δεν μπορεί να την κάνει ευτυχισμένη ένας κόμης… που τυγχάνει να είναι και αδελφός μου…» Ω, έξοχα! Τώρα προσπαθούσε να ζευγαρώσει την Ερμιόνη με τον Φένσγουορθ. Εύγε, Γκρέγκορι. Εύγε, στ’ αλήθεια! «Μπορεί να είναι ευτυχισμένη μαζί μου», της είπε καθώς σηκωνόταν όρθιος. Και ήταν αλήθεια. Εκείνο το πρωί την έκανε να γελάσει δύο φορές, αν και δεν είχε καταφέρει το ίδιο εκείνη μαζί του. «Φυσικά και μπορεί», είπε η λαίδη Λουσίντα. «Και ένας Θεός ξέρει, είναι πιθανόν να ευτυχήσει, αν εσείς δεν τα κάνετε θάλασσα. Έτσι κι αλλιώς, ο Ρίτσαρντ είναι πολύ μικρός για παντρειά. Είναι μόλις είκοσι δύο ετών». Ο Γκρέγκορι την κοίταξε με περιέργεια. Τώρα ακουγόταν σαν να τον θεωρούσε πάλι τον τέλειο υποψήφιο. Μα τι είχε στον νου της, τέλος πάντων; «Και επιπλέον», πρόσθεσε, στερεώνοντας με ανυπομονησία μια τούφα από ξανθά μαλλιά πίσω από το αφτί της όταν ο άνεμος τη χτύπησε στο πρόσωπο, «δεν είναι ερωτευμένος μαζί της. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό». Κανείς από τους δύο δεν φάνηκε να έχει να προσθέσει κάτι σε αυτό κι έτσι, αφού και οι δυο τους ήταν ήδη όρθιοι, ο Γκρέγκορι έγνεψε προς το σπίτι. «Να επιστρέφουμε σιγά σιγά;» Εκείνη έγνεψε καταφατικά και ξεκίνησαν μαζί με αργό βήμα. «Παρ’ όλα αυτά, αυτό δεν λύνει το πρόβλημα του κυρίου Έντμοντς», παρατήρησε ο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Γκρέγκορι. Του χάρισε ένα αστείο βλέμμα. «Τι ήταν αυτό τώρα;» τη ρώτησε. Κι εκείνη γέλασε. Δηλαδή, δεν ήταν ακριβώς γέλιο, αλλά μια ανάσα που κάνουν οι άνθρωποι με τη μύτη τους όταν διασκεδάζουν. «Δεν ήταν τίποτα», του είπε, χαμογελώντας ακόμα. «Απλώς με εντυπωσιάζει το ότι δεν παριστάνετε ότι έχετε ξεχάσει το όνομά του». «Γιατί; Έπρεπε να τον αποκαλέσω κύριο Έντουαρντς και μετά κύριο Έλινγκτον και μετά κύριο Εντιφάις και...» Η Λούσι τον κοίταξε πονηρά. «Θα έχανα όλο μου τον σεβασμό για σας, να είστε βέβαιος». «Τι φρίκη! Η απόλυτη φρίκη!» της είπε, ακουμπώντας την παλάμη στην καρδιά του. Εκείνη τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της με ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο. «Παρά τρίχα τη γλιτώσατε». Την κοίταξε χωρίς να ανησυχεί. «Είμαι φριχτός στο σημάδι, αλλά ξέρω πώς να αποφεύγω τις σφαίρες». Αυτό κι αν της προκάλεσε περιέργεια. «Πρώτη φορά γνωρίζω άντρα που παραδέχεται ότι δεν είναι καλός στο σημάδι». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Απλώς, κάποια πράγματα είναι αναπόφευκτα. Πάντα θα είμαι ο Μπρίτζερτον που τον νικάει η αδελφή του στη σκοποβολή κοντινών στόχων». «Η αδελφή που μου λέγατε;» «Όλες μου οι αδελφές», παραδέχτηκε. «Μάλιστα». Έσμιξε τα φρύδια της. Θα έπρεπε να υπάρχει μια στερεότυπη φράση για τέτοιες καταστάσεις. Τι λέει άραγε κανείς όταν ένας κύριος ομολογεί μια αδυναμία του; Δεν θυμόταν να της έχει ξανασυμβεί ποτέ, αλλά σίγουρα σε όλη την ιστορία του ανθρώπινου γένους όλο και κάποιος κύριος θα το είχε κάνει. Και όλο και κάποιος θα έπρεπε να του απαντήσει κάτι. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της, περιμένοντας να της κατέβει στο μυαλό κάτι που να είχε νόημα. Αλλά τίποτα. Και τότε... «Η Ερμιόνη δεν χορεύει». Πετάχτηκε απλώς μέσα από το στόμα της. Θεέ και Κύριε, αυτό δηλαδή είχε νόημα; Εκείνος σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος της με περιέργεια. Ή ίσως ήταν μάλλον έκπληξη. Ίσως και τα δύο. Και της είπε το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να πει κανείς σε μια τέτοια περίσταση: «Ορίστε;» Η Λούσι το επανέλαβε, γιατί δεν μπορούσε να το πάρει πίσω. «Δεν ξέρει να χορεύει.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Γι’ αυτό δεν χορεύει. Επειδή και να ήθελε δεν μπορεί». Κι έπειτα περίμενε να ανοίξει η γη να την καταπιεί. Και δεν βοηθούσε το ότι εκείνος την κοίταζε σαν να ήταν κάπως ανισόρροπη. Κατάφερε να του σκάσει ένα χαμόγελο και δεν υπήρχε τίποτε άλλο για να γεμίσει την απίστευτα ατελείωτη στιγμή, ώσπου εκείνος είπε επιτέλους: «Θα έχετε κάποιο λόγο να μου τα λέτε αυτά». Η Λούσι άφησε μια εκπνοή όλη αγωνία. Δεν ακούστηκε θυμωμένος – μάλλον περίεργος, αν μη τι άλλο. Κι εκείνη δεν είχε πρόθεση να προσβάλει την Ερμιόνη. Αλλά όταν της είπε ότι δεν είναι καλός στη σκοποβολή, της φάνηκε λογικό, όλως περιέργως, να του πει ότι η Ερμιόνη δεν ήξερε να χορεύει. Όντως, ταίριαζε ως σχόλιο. Οι άντρες υποτίθεται ότι κάνουν σκοποβολή και οι γυναίκες υποτίθεται ότι χορεύουν και οι έμπιστες φίλες υποτίθεται ότι έπρεπε να κρατούν το ηλίθιο στόμα τους κλειστό. Όντως, και οι τρεις τους χρειάζονταν μερικές συμβουλές. «Νόμιζα ότι θα σας έκανε να νιώσετε καλύτερα», του είπε τελικά η Λούσι. «Επειδή δεν ξέρετε από σκοποβολή». «Ω, φυσικά και ξέρω από σκοποβολή», της είπε. «Αυτό είναι το εύκολο κομμάτι. Απλώς δεν μπορώ να στοχεύσω». Η Λούσι του χαμογέλασε. Δεν μπορούσε να κρατηθεί. «Θα μπορούσα να σας μάθω εγώ». Έστρεψε απότομα το κεφάλι του. «Θεέ και Κύριε! Μη μου πείτε ότι ξέρετε από σκοποβολή». Φούσκωσε σαν καμαρωτή γαλοπούλα. «Και πολύ καλά μάλιστα». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Το μόνο που μου λείπει σήμερα». «Είναι μια αξιοθαύμαστη ικανότητα», διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Είμαι σίγουρος, αλλά ήδη έχω τέσσερις γυναίκες στη ζωή μου που με νικούν. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζομαι είναι... Έλεος! Μη μου πείτε ότι η και η δεσποινίδα Γουάτσον είναι δεινή σκοπεύτρια». Η Λούσι ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα. «Ξέρετε κάτι; Δεν είμαι σίγουρη». «Τότε έχω ακόμα ελπίδες». «Δεν είναι παράξενο;» του μουρμούρισε. Την κοίταξε με ειρωνικό ύφος. «Το ότι έχω ακόμα ελπίδες;» «Όχι, το ότι...» Δεν μπορούσε να το πει. Έλεος, φαινόταν ανόη​​το ακόμα και στην ίδια. «Α, τότε θα θεωρείτε παράξενο ότι δεν ξέρετε αν η δεσποινίδα Γουάτσον ξέρει από σκοποβολή». Και τότε συνέβη. Όπως και να ’χει, εκείνος το μάντεψε. «Ναι», παραδέχτηκε εκείνη. «Αλλά και πάλι, γιατί να το θεωρώ παράξενο; Η σκοπευτική δεινότητα δεν περιλαμβανόταν στην ύλη της σχολής της δεσποινίδας Μος».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Προς μεγάλη ανακούφιση των απανταχού κυρίων, σας δια​βεβαιώνω». Της χάρισε ένα λοξό χαμόγελο. «Εσάς ποιος σας δίδαξε;» «Ο πατέρας μου», του είπε και ήταν παράξενο, γιατί τα χείλη της μισάνοιξαν πριν απαντήσει. Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι η ερώτηση την ξάφνιασε, αλλά δεν ήταν αυτό. Την είχε ξαφνιάσει η απάντησή της. «Απίστευτο», της απάντησε, «είχατε μάθει να περπατάτε ή όχι ακόμα;» «Λίγο», του είπε η Λούσι, απορημένη ακόμα με την ίδια της την αντίδραση. Ίσως επειδή δεν σκεφτόταν συχνά τον πατέρα της. Είχε πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια και δεν υπήρχαν πια πολλές ερωτήσεις στις οποίες η απάντηση να ήταν ο μακαρίτης ο υποκόμης Φένσγουορθ. «Το θεωρούσε σημαντική δεξιότητα», συνέχισε εκείνη. «Ακόμα και για κορίτσια. Το σπίτι μας είναι κοντά στην ακτή του Ντόβερ και πάντα υπήρχαν λαθρέμποροι. Οι περισσότεροι ήταν φιλικοί – όλοι ήξεραν ότι βρίσκονταν εκεί, ακόμα και ο δικαστής». «Θα απόλαυσε τόνους από γαλλικό μπράντι», μουρμούρισε ο κύριος Μπρίτζερτον. Η Λούσι χαμογέλασε με τη θύμηση αυτή. «Όπως και ο πατέρας μου. Αλλά δεν ήταν γνωστοί μας όλοι οι λαθρέμποροι. Μερικοί, είμαι σίγουρη, ήταν πολύ επικίνδυνοι. Και…» Έγειρε προς το μέρος του. Δεν θα μπορούσε να το πει κανείς αυτό χωρίς να γείρει προς τον άλλο. Δεν θα είχε πλάκα, αλλιώς. «Και;…» την προέτρεψε. Χαμήλωσε την ένταση της φωνής της. «Νομίζω ότι υπήρχαν και κατάσκοποι». «Στο Ντόβερ; Πριν από δέκα χρόνια; Οπωσδήποτε υπήρχαν κατάσκοποι. Αν και αναρωτιέμαι πόσο θεμιτό είναι να οπλίζεις νήπια». Η Λούσι γέλασε. «Ήμουν λίγο πιο μεγάλη. Νομίζω ότι αρχίσαμε όταν ήμουν εφτά. Ο Ρίτσαρντ συνέχισε τα μαθήματα όταν πέθανε ο πατέρας μου». «Υποθέτω πως είναι κι εκείνος δεινός σκοπευτής». Του έγνεψε καταφατικά απολογητικά. «Λυπάμαι». Συνέχισαν να βαδίζουν προς το σπίτι. «Τότε να μην τον προκαλέσω σε μονομαχία», της είπε αρκετά αυθόρμητα. «Δεν θα σας το συνιστούσα». Γύρισε και την κοίταξε με μια έκφραση που μόνο πονηρή θα την έλεγες. «Λαίδη Λουσίντα, πιστεύω ότι μόλις εκφράσατε τα στοργικά σας αισθήματα προς το πρόσωπό μου». Το στόμα της άνοιξε διάπλατα σαν άναρθρο ψάρι. «Μα δεν... Τι σας κάνει να πιστεύετε κάτι τέτοιο;» Και γιατί ένιωσε τα μάγουλά της να καίνε ξαφνικά; «Θα ήταν άνισος ο αγώνας», της είπε κι ακούστηκε απίστευτα άνετος με τα ελαττώματά του. «Αν και ομολογώ ότι δεν ξέρω αν υπάρχει άνθρωπος στη Βρετανία με τον οποίο θα μπορούσα να έχω έναν ισότιμο αγώνα». Ακόμα ένιωθε κάπως ζαλισμένη μετά την προηγούμενη έκπληξή της, αλλά κατάφερε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


να πει: «Είμαι σίγουρη ότι τα παραλέτε». «Όχι», της είπε, σχεδόν αυθόρμητα. «Ο αδελφός σας σίγουρα θα μου φύτευε μία σφαίρα στον ώμο». Έκανε μια παύση, για να το σκεφτεί. «Με την προϋπόθεση ότι δεν θα είχε πρόθεση να μου τη φυτέψει στην καρδιά». «Ω, μη λέτε ανοησίες». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Τέλος πάντων, πρέπει να ανησυχείτε για την υγεία μου περισσότερο από ό,τι νομίζετε». «Για όλων την υγεία ανησυχώ», του γκρίνιαξε. «Ναι», της μουρμούρισε, «όντως». Η Λούσι τραβήχτηκε πίσω. «Γιατί ακούστηκε σαν προσβολή αυτό;» «Αλήθεια; Σας διαβεβαιώνω ότι δεν ήταν». Τον κοίταξε καχύποπτα για τόσο πολλή ώρα, που εκείνος σήκωσε τελικά τα χέρια του σε χειρονομία παράδοσης. «Ήταν μια φιλοφρόνηση, σας το ορκίζομαι», της είπε. «Ειπωμένη απρόθυμα». «Όχι, καθόλου!» Της έριξε μια ματιά, προφανώς μην μπορώντας να πνίξει ένα χαμόγελο. «Γελάτε εις βάρος μου». «Όχι», επέμεινε εκείνος κι έπειτα φυσικά γέλασε. «Συγγνώμη. Τώρα ναι». «Θα μπορούσατε τουλάχιστον να προσπαθήσετε να είστε ευγενικός και να πείτε ότι γελάτε μαζί μου για κάτι αστείο». «Θα μπορούσα». Χαμογέλασε πονηρά και το βλέμμα του έγινε απόλυτα διαβολικό. «Αλλά θα ήταν ψέμα». Λίγο έλειψε να του διαλύσει τον ώμο με ένα χτύπημα. «Ω, είστε αφόρητος». «Το μόνιμο βασανιστήριο των αδελφών μου, σας διαβεβαιώνω». «Αλήθεια;» Η Λούσι δεν ήταν ποτέ βασανιστήριο για κανέναν κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή της φάνηκε μάλλον δελεαστικό. «Πώς δηλαδή;» «Ω, πάντα με τον ίδιο τρόπο. Πρέπει να ηρεμήσω, να βρω έναν σκοπό στη ζωή μου, να αφοσιωθώ σε κάτι». «Να παντρευτείτε;» «Ναι, κι αυτό». «Γι’ αυτό έχετε ερωτευτεί τόσο πολύ την Ερμιόνη;» Εκείνος στάθηκε – μόνο για μια στιγμή. Αλλά συνέβη. Η Λούσι το ένιωσε. «Όχι», της είπε. «Ήταν κάτι τελείως διαφορετικό». «Φυσικά», έσπευσε να του πει, νιώθοντας ανόητη και μόνο που τον ρώτησε. Της τα είχε εξηγήσει όλα την προηγούμενη νύχτα – ότι ο έρωτας συμβαίνει ξαφνικά, ότι δεν έχει κανείς επιλογή στον έρωτα. Δεν ήθελε την Ερμιόνη για να ευχαριστήσει τον αδελφό του. Ήθελε την Ερμιόνη γιατί δεν μπορούσε να μην τη θέλει. Κι αυτό την έκανε να νιώσει ακόμα πιο μόνη.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Φτάσαμε», της είπε, γνέφοντας προς την πόρτα προς το καθιστικό. Εκείνη δεν είχε καν πάρει είδηση ότι είχαν φτάσει. «Ναι, φυσικά». Κοίταξε την πόρτα, έπειτα κοίταξε εκείνον, έπειτα αναρωτήθηκε γιατί ένιωθε τόσο παράξενα τώρα που έπρεπε να αποχαιρετιστούν. «Σας ευχαριστώ που μου κάνατε παρέα». «Η ευχαρίστηση ήταν όλη δική μου». Η Λούσι έκανε ένα βήμα προς την πόρτα κι έπειτα έκανε μεταβολή για να τον κοιτάξει με ένα μικρό «Ω!». Ανασήκωσε τα φρύδια του. «Συμβαίνει κάτι;» «Όχι. Αλλά πρέπει να σας ζητήσω συγγνώμη που σας ανάγκασα να αλλάξετε δρόμο. Είπατε ότι θέλατε να πάτε από εκεί, να κατηφορίσετε προς τη λίμνη, όπως όταν θέλετε να σκεφτείτε. Και δεν φτάσατε ποτέ». Την κοίταξε με περιέργεια, με το κεφάλι του γερμένο ελαφρά στο πλάι. Και τα μάτια του – ω, μακάρι να μπορούσε να περιγράψει τι έβλεπε μέσα στα μάτια του. Γιατί δεν το καταλάβαινε, δεν κατανοούσε πώς έγειρε κι εκείνη το κεφάλι της σε αρμονία με το δικό του, πώς ένιωσε ότι η στιγμή διαρκούσε περισσότερο… πιο πολύ… όλο και πιο πολύ… για μια ζωή. «Δεν θέλατε να μείνετε μόνος;» τον ρώτησε, σιγανά… τόσο σιγανά που ήταν σχεδόν ψίθυρος. Αργά, εκείνος έγνεψε αρνητικά. «Ήθελα», της είπε κι οι λέξεις ακούστηκαν σαν να ήρθαν στον νου του εκείνη ακριβώς τη στιγμή, λες και η σκέψη του ήταν καινούρια και απρόσμενη ακόμα και για τον ίδιο. «Ήθελα», της είπε πάλι, «αλλά τώρα δεν θέλω». Τον κοίταξε. Την κοίταξε κι εκείνος. Και η σκέψη ξαφνικά φύτρωσε μες στο μυαλό της... Δεν ξέρει γιατί. Δεν ήξερε γιατί δεν ήθελε πια να μείνει μόνος. Κι εκείνη δεν ήξερε γιατί αυτό είχε σημασία.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 9 Στο οποίο σημειώνεται καμπή στην ιστορία μας Tην επόμενη νύχτα ήταν ο χορός μεταμφιεσμένων. Θα ήταν κάτι σπουδαίο, όχι υπερβολικά, φυσικά – ο αδελφός του Γκρέγκορι, ο Άντονι, δεν θα ανεχόταν μια υπερβολική διακοπή της άνετης ζωής του στην εξοχή. Παρ’ όλα αυτά, όμως, θα ήταν το αποκορύφωμα των εκδηλώσεων στην Οικία Μπρίτζερτον. Όλοι οι καλεσμένοι θα ήταν εκεί, μαζί με εκατό ή και παραπάνω επιπλέον συμμετέχοντες – κάποιοι θα έρχονταν από το Λονδίνο, άλλοι κατευθείαν από τις εξοχικές τους κατοικίες. Είχαν αερίσει ακόμα και το τελευταίο υπνοδωμάτιο και το είχαν ετοιμάσει για τους φιλοξενούμενους και, ακόμα κι έτσι, αρκετοί καλεσμένοι θα διανυκτέρευαν σε σπίτια γειτόνων ή, κάποιοι άλλοι λιγότερο τυχεροί, σε γειτονικά πανδοχεία. Η αρχική πρόθεση της Κέιτ ήταν να οργανώσει έναν ευφάνταστο χορό μεταμφιεσμένων –οραματιζόταν τον εαυτό της Μέδουσα (προς καμία έκπληξη κανενός)–, αλλά τελικά εγκατέλειψε την ιδέα όταν την πληροφόρησε ο Άντονι πως, αν το έκανε, εκείνος θα διάλεγε μόνος του τη δική του αμφίεση. Το βλέμμα του προφανώς αρκούσε για να την οδηγήσει σε άμεση υποχώρηση. Αργότερα είπε στον Γκρέγκορι ότι ακόμα δεν την είχε συγχωρήσει που τον είχε ντύσει ερωτιδέα στον χορό μεταμφιεσμένων των Μπίλινγκτον την προηγούμενη χρονιά. «Δηλαδή, έμοιαζε υπερβολικά με Χερουβείμ;» μουρμούρισε ο Γκρέγκορι. «Ναι, αλλά το καλό είναι», του είχε απαντήσει εκείνη, «ότι τώρα ξέρω πώς ακριβώς θα ήταν μωρό. Δηλαδή, πανέμορφος». «Μέχρι τώρα», είπε ο Γκρέγκορι με έναν μορφασμό, «δεν νομίζω ότι είχα καταλάβει ακριβώς πόσο σε αγαπάει ο αδελφός μου». «Πολύ, θα έλεγα». Χαμογέλασε και του έγνεψε καταφατικά. «Όντως, πολύ». Κι έτσι κατέληξαν σε συμβιβασμό. Όχι κοστούμια, μόνο μάσκες. Ο Άντονι δεν είχε καμία αντίρρηση για κάτι τέτοιο, γιατί θα απαλλασσόταν τελείως από τα καθήκοντά του ως οικοδεσπότη, αν το επιθυμούσε –ποιος θα παρατηρούσε την απουσία του, άλλωστε;– και η Κέιτ στρώθηκε στη δουλειά για να σχεδιάσει μία μάσκα με φίδια Μέδουσας να απλώνονται προς κάθε κατεύθυνση, χωρίς επιτυχία. Λόγω της επιμονής της Κέιτ, ο Γκρέγκορι έφτασε στην αίθουσα χορού στις οχτώμισι ακριβώς, οπότε και ανακοινώθηκε η έναρξη του χορού. Αυτό σήμαινε, φυσικά, ότι οι μόνοι παρευρισκόμενοι καλεσμένοι ήταν εκείνος, ο αδελφός του και η Κέιτ, αλλά υπήρχαν αρκετοί υπηρέτες που περιφέρονταν για να μη φαίνεται άδειος ο χώρος και ο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Άντονι ανακοίνωσε ότι ήταν ενθουσιασμένος με τη συνάθροιση. «Είναι πολύ πιο ωραίος ο χορός χωρίς όλο αυτόν τον κόσμο να τριγυρίζει στην αίθουσα», είπε χαρωπά. «Από πότε έγινες τόσο αντίθετος στις κοινωνικές συναθροίσεις;» ρώτησε ο Γκρέγκορι, παίρνοντας ένα κολονάτο ποτήρι με σαμπάνια από έναν δίσκο που του πρόσφεραν. «Δεν ισχύει καθόλου αυτό που λες», απάντησε ο Άντονι ανασηκώνοντας τους ώμους. «Απλώς δεν έχω άλλη υπομονή για ανοη​​σίες οποιασδήποτε μορφής». «Όσο γερνάει παραξενεύει», επιβεβαίωσε η γυναίκα του. Ακόμα κι αν ο Άντονι είχε κάποια αντίρρηση για το σχόλιό της, δεν το έδειξε στο παραμικρό. «Απλώς αρνούμαι να ασχολούμαι με ηλίθιους», είπε στον Γκρέγκορι. Το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Αυτό μείωσε στο μισό τις κοινωνικές μου υποχρεώσεις». «Τι νόημα έχει να κατέχεις κάποιο τίτλο αν δεν μπορείς να αρνείσαι προσκλήσεις;» μουρμούρισε ειρωνικά ο Γκρέγκορι. «Πράγματι», ήταν η απάντηση του Άντονι. «Πράγματι». Ο Γκρέγκορι γύρισε προς την Κέιτ. «Εσύ δεν έχεις αντίρρηση για όλα αυτά;» «Ω, έχω πολλές αντιρρήσεις», απάντησε, γέρνοντας τον λαιμό της καθώς επιθεωρούσε την αίθουσα χορού για τυχόν εκκρεμότητες της τελευταίας στιγμής. «Πάντα έχω αντιρρήσεις». «Είναι αλήθεια αυτό», είπε ο Άντονι. «Αλλά ξέρει πότε δεν μπορεί να βγει νικήτρια». Η Κέιτ γύρισε προς τον Γκρέγκορι, ακόμα κι αν τα λόγια της ήταν σαφές πως απευθύνονταν στον σύζυγό της. «Εκείνο που ξέρω είναι πώς να επιλέγω τις μάχες μου». «Μην της δίνεις σημασία», είπε ο Άντονι. «Είναι ο τρόπος της να παραδέχεται την ήττα της». «Κι όμως συνεχίζει», είπε η Κέιτ, χωρίς να απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα, «παρόλο που ξέρει ότι πάντα εγώ κερδίζω στο τέλος». Ο Άντονι ανασήκωσε τους ώμους και χάρισε στον αδελφό του ένα ασυνήθιστα ντροπαλό χαμόγελο. «Έχει δίκιο, φυσικά». Τελείωσε το ποτό του. «Αλλά δεν έχει νόημα να υποχωρεί κανείς χωρίς να προηγηθεί μάχη». Το μόνο που μπορούσε να κάνει ο Γκρέγκορι ήταν να χαμογελάσει. Πιο αθεράπευτα ερωτευμένους δεν είχε ξαναδεί. Ήταν όμορφο να τους βλέπει, παρόλο που αυτό του προκαλούσε ένα κέντρισμα ζήλιας. «Πώς πάει το φλερτ;» τον ρώτησε η Κέιτ. Τα αφτιά του Άντονι τεντώθηκαν. «Το φλερτ;» επανέλαβε σαν αντίλαλος και το πρόσωπό του πήρε μια έκφραση του τύπου «να με υπακούτε όλοι, είμαι ο υποκόμης». «Για ποια μιλάμε;» Ο Γκρέγκορι έριξε στην Κέιτ μια ειρωνική ματιά. Δεν είχε μοιραστεί τα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


συναισθήματά του με τον αδελφό του. Δεν ήταν σίγουρος για ποιο λόγο. Φυσικά, ως έναν βαθμό, επειδή δεν είχε αντιληφθεί και πολύ την παρουσία του Άντονι τις τελευταίες μέρες. Αλλά όχι μόνο γι’ αυτό. Απλώς, δεν θεωρούσε ότι ήταν κάτι που θα ήθελε να μοιραστεί με τον αδελφό του. Ειδικά με έναν αδελφό που ήταν πιο πολύ πατέρας παρά αδελφός. Αφήστε που… Αν δεν είχε επιτυχία… Τέλος πάντων, δεν ήθελε ιδιαίτερα να το γνωρίζει η οικογένειά του. Αλλά θα είχε επιτυχία. Γιατί να έχει αμφιβολίες για τον εαυτό του; Ακόμα και νωρίτερα, όταν η δεσποινίδα Γουάτσον του φερόταν σαν σε παρακατιανό, εκείνος ήταν βέβαιος για το αποτέλεσμα. Δεν είχε νόημα τώρα –με τη φιλία τους, που γινόταν όλο και πιο στενή– να αρχίσει ξαφνικά να έχει αμφιβολίες για τον εαυτό του. Η Κέιτ, όπως προβλεπόταν, αγνόησε τον εκνευρισμό του Γκρέγκορι. «Πόσο το λατρεύω όταν δεν ξέρεις κάτι», είπε στον άντρα της. «Και ειδικά όταν το ξέρω εγώ». Ο Άντονι γύρισε προς τον Γκρέγκορι. «Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να παντρευτείς μια από αυτές;» «Όχι ακριβώς», απάντησε ο Γκρέγκορι. «Αλλά κάτι παρόμοιο». Η έκφραση της Κέιτ έδειξε την ενόχλησή της, που την αποκάλεσαν «κάτι», αλλά γρήγορα συνήλθε και γύρισε προς τον Άντονι λέγοντας: «Δήλωσε ερωτευμένος με...» Κούνησε ένα από τα χέρια της σε μια χειρονομία σαν να απόδιωχνε μια ηλίθια ιδέα. «Ω, τέλος πάντων, νομίζω ότι δεν θα σου το πω». Η φράση της ήταν λίγο ύποπτη. Ίσως είχε από πριν σκοπό να του το κρατήσει κρυφό. Ο Γκρέγκορι δεν ήταν βέβαιος τι έβρισκε πιο ικανοποιητικό – το ότι η Κέιτ είχε κρατήσει το μυστικό του ή το ότι ο Άντονι είχε μείνει έκπληκτος. «Προσπάθησε να μαντέψεις», είπε η Κέιτ στον Άντονι με ένα πλατύ χαμόγελο. «Αυτό θα δώσει στη βραδιά σου έναν σκοπό». Ο Άντονι γύρισε προς τον Γκρέγκορι κοιτώντας τον κατάματα. «Ποια είναι;» Ο Γκρέγκορι ανασήκωσε τους ώμους. Πάντα συμμαχούσε με την Κέιτ όταν έβρισκε ευκαιρία να αντιμετωπίσει τον αδελφό του. «Δεν υπάρχει περίπτωση να σου στερήσω τον σκοπό της βραδιάς». Ο Άντονι γκρίνιαξε –«Υπεροπτική νυφίτσα»– και ο Γκρέγκορι ήξερε ότι η βραδιά ξεκινούσε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Οι καλεσμένοι άρχισαν να καταφτάνουν σιγά σιγά και, μέσα σε μια ώρα, στην αίθουσα χορού αντηχούσε το βουητό από κουβεντολόι και γέλια. Όλοι έδειχναν λίγο πιο ριψοκίνδυνοι με μια μάσκα στο πρόσωπο και σύντομα η κουβέντα έγινε πιο πιπεράτη και τα αστεία πιο πονηρά. Και το γέλιο… Ήταν δύσκολο να βρει κανείς την κατάλληλη λέξη, αλλά ήταν διαφορετικό. Υπήρχε κάτι παραπάνω από ευθυμία στον αέρα. Υπήρχε ένας ενθουσιασμός, καθώς οι καλεσμένοι ήξεραν κατά κάποιο τρόπο ότι αυτή ήταν η νύχτα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


που μπορούσαν να τολμήσουν. Να απελευθερωθούν. Γιατί το πρωί κανείς δεν θα ήξερε. Γενικά, του άρεσαν κάτι τέτοιες νύχτες του Γκρέγκορι. Ωστόσο, είχε πάει εννιάμισι η ώρα και άρχιζε να απογοητεύε​ται. Δεν μπορούσε να είναι αισιόδοξος, αλλά ήταν σχεδόν βέβαιος ότι η δεσποινίδα Γουάτσον δεν είχε κάνει την εμφάνισή της. Ακόμα και με μάσκα, θα ήταν σχεδόν αδύνατον να μπορέσει να κρατήσει κρυφή την ταυτότητά της. Τα μαλλιά της ήταν υπερβολικά εντυπωσιακά, υπερβολικά αιθέρια στο φως των κεριών ώστε να την μπερδέψει με οποιαδήποτε άλλη. Αλλά η λαίδη Λουσίντα, από την άλλη… Δεν θα είχε δυσκολία να περάσει απαρατήρητη στο πλήθος. Τα μαλλιά της σίγουρα είχαν μια υπέροχη μελένια απόχρωση, αλλά δεν ήταν κάτι απροσδόκητο ή μοναδικό. Οι μισές κυρίες της υψηλής κοινωνίας πιθανότατα είχαν το ίδιο χρώμα μαλλιών. Έριξε μια ματιά τριγύρω, στην αίθουσα χορού. Εντάξει, όχι οι μισές. Και ίσως ούτε καν το ένα τέταρτο. Αλλά δεν ήταν σαν τα μαλλιά της φίλης της, όμοια με φεγγαρόφωτο. Έσμιξε τα φρύδια του. Η δεσποινίδα Γουάτσον όντως έπρεπε να είχε έρθει τέτοια ώρα. Ως καλεσμένη της γιορτής του σπιτιού, δεν είχε να αντιμετωπίσει λασπωμένους δρόμους ή κουτσά άλογα ή την ατέλειωτη ουρά από άμαξες που περίμεναν να αποβιβάσουν τους καλεσμένους. Όσο κι αν αμφέβαλλε ότι θα ήθελε να έρθει εξίσου νωρίς μ’ εκείνον, σίγουρα δεν θα ερχόταν και μια ολόκληρη ώρα αργότερα. Αν μη τι άλλο, η λαίδη Λουσίντα δεν θα το ανεχόταν. Ήταν σαφώς από τους ανθρώπους που ήταν πάντα στην ώρα τους. Με την καλή έννοια. Στον αντίποδα της ανυπόφορης, γκρινιάρικης έννοιας. Χαμογέλασε μέσα του. Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Η λαίδη Λουσίντα ήταν μάλλον σαν την Κέιτ ή τουλάχιστον θα ήταν, όταν θα μεγάλωνε λίγο ακόμα. Ευφυής, καθόλου ανόητη και λίγο πονηρούλα. Δηλαδή απολαυστική, ουσιαστικά. Ήταν καλή περίπτωση η λαίδη Λουσίντα. Αλλά δεν την είδε ούτε εκείνη ανάμεσα στους καλεσμένους. Ή τουλάχιστον νόμισε ότι δεν την είδε. Δεν μπορούσε να είναι βέβαιος. Όντως έβλεπε διάφορες κυρίες με παρόμοιο χρώμα μαλλιών, αλλά καμία δεν έδειχνε να είναι η σωστή. Η μία κινούνταν διαφορετικά, υπερβολικά αδέξια, ίσως και λίγο άχαρα. Η άλλη είχε λάθος ύψος. Όχι πολύ λάθος, δηλαδή, μάλλον λίγα εκατοστά. Αλλά ξεχώριζε τη διαφορά. Δεν ήταν εκείνη. Μάλλον βρισκόταν στο ίδιο σημείο με τη δεσποινίδα Γουάτσον. Και αυτό του φάνηκε κάπως ανακουφιστικό. Η δεσποινίδα Γουάτσον δεν θα μπορούσε να βρεθεί σε μπελάδες με τη λαίδη Λουσίντα δίπλα της.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Το στομάχι του γουργούρισε και αποφάσισε να εγκαταλείψει τις έρευνές του προς το παρόν και να αναζητήσει τροφή. Η Κέιτ, όπως πάντα, είχε φροντίσει για μια πλούσια επιλογή φαγητών για να μασουλάνε οι καλεσμένοι της ολόκληρη τη βραδιά. Πήγε κατευθείαν στην πιατέλα με τα σάντουιτς – έδειχναν παρόμοια μ’ εκείνα που τους είχε σερβίρει το βράδυ της άφιξής του και του άρεσαν ιδιαίτερα. Δέκα σαντουιτσάκια θα ήταν ό,τι έπρεπε. Χμ. Είδε αγγούρι – υπερβολικά πολύ ψωμί. Τυρί – όχι, δεν έψαχνε αυτό. Ίσως... «Κύριε Μπρίτζερτον;» Η λαίδη Λουσίντα. Θα αναγνώριζε τη φωνή της οπουδήποτε. Έκανε μεταβολή. Και την είδε. Συνεχάρη τον εαυτό του. Είχε δίκιο για όλες τις άλλες μασκοφόρες ξανθές. Οπωσδήποτε, δεν είχε ξαναδεί μπροστά του κάτι παρόμοιο απόψε. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα και συνειδητοποίησε ότι η μάσκα της, καλυμμένη με γκριζογάλαζο ύφασμα, είχε ακριβώς το ίδιο χρώμα με τα μάτια της. Αναρωτήθηκε αν η δεσποινίδα Γουάτσον φορούσε μία παρόμοια μάσκα σε πράσινο χρώμα. «Εσείς είστε, σωστά;» «Πώς το καταλάβατε;» τη ρώτησε. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της. «Δεν ξέρω. Απλώς το κατάλαβα». Έπειτα τα χείλη της μισάνοιξαν – όσο χρειαζόταν για να φανεί μια μικροσκοπική λάμψη από λευκά δόντια και τότε του είπε: «Είμαι η Λούσι. Η λαίδη Λουσίντα». «Το ξέρω», της μουρμούρισε, εξακολουθώντας να κοιτάζει το στόμα της. Μα τι συνέβαινε με αυτές τις μάσκες; Λες και, αν κάλυπτες το πάνω μέρος, το κάτω μέρος γινόταν πιο ενδιαφέρον. Σχεδόν καθηλωτικό. Μα πώς και δεν είχε παρατηρήσει ως τώρα τον τρόπο που ανασηκώνονταν τα χείλη της στις άκρες; Ή τις φακίδες στη μύτη της; Είχε εφτά φακίδες. Ακριβώς εφτά, όλες σε οβάλ σχήμα, εκτός από την τελευταία, που έμοιαζε μάλλον με τον χάρτη της Ιρλανδίας. «Πεινούσατε;» τον ρώτησε. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του, πίεσε τα μάτια του να κοιτάζουν τα δικά της. Εκείνη έγνεψε προς τα σάντουιτς. «Εκείνα με το ζαμπόν είναι πολύ νόστιμα. Όπως και τα άλλα με το αγγούρι. Συνήθως δεν προτιμώ τα σάντουιτς με το αγγούρι –δεν μοιάζουν χορταστικά, παρόλο που μου αρέσει που είναι τραγανά–, αλλά αυτά έχουν και λίγη κρέμα τυριού αντί για σκέτο βούτυρο. Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη». Σώπασε και τον κοίταξε, γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι καθώς περίμενε την απάντησή του. Κι εκείνος χαμογέλασε. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Υπήρχε κάτι τόσο ασυνήθιστα διασκεδαστικό πάνω της όταν φλυαρούσε για τα φαγητά. Εκείνος τεντώθηκε, πήρε ένα σάντουιτς με αγγούρι και το σέρβιρε στο πιάτο του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Με τέτοιες συστάσεις», της είπε, «πώς θα μπορούσα να αρνηθώ;» «Πάντως, κι εκείνα με το ζαμπόν ωραία είναι, αν δεν σας αρέσει αυτό». Ξανά, τόσο χαρακτηριστικό για κείνη. Να θέλει να είναι όλοι ευτυχισμένοι. Δοκιμάστε αυτό. Κι αν δεν σας αρέσει, δοκιμάστε αυτό ή αυτό ή αυτό ή αυτό. Κι αν δεν σας αρέσουν ούτε αυτά, πάρτε το δικό μου. Δεν το είχε πει ποτέ αυτό, φυσικά, αλλά κατά κάποιο τρόπο εκείνος ήξερε ότι θα μπορούσε να το πει. Χαμήλωσε το βλέμμα της στην πιατέλα σερβιρίσματος. «Εγώ θα προτιμούσα να μην είναι όλα ανακατεμένα». Την κοίταξε απορημένος. «Ορίστε;» «Δηλαδή», του είπε, αυτό το μοναδικό «δηλαδή» που προϊδεά​ζει μια μακροσκελή και ειλικρινή εξήγηση. «Δεν νομίζετε ότι θα είχε περισσότερο νόημα να είναι χωρισμένα τα διάφορα είδη των σάντουιτς; Να μπαίνει ο κάθε τύπος σε μια δική του μικρότερη πιατέλα; Έτσι, αν διαπιστώσεις ότι σου αρέσει κάποιο, θα ξέρεις ακριβώς από πού θα πάρεις ένα ίδιο. Ή», εκείνη τη στιγμή πρόσθεσε περισσότερη έμφαση, σαν να διαχειριζόταν ένα πρόβλημα ύψιστης κοινωνικής σημασίας, «αν υπάρχει άλλο. Για σκεφτείτε το». Έγνεψε προς την πιατέλα. «Μπορεί να μην έχει μείνει ούτε ένα σάντουιτς με ζαμπόν στη στοίβα. Και δεν θα μπορούσατε να τα μετακινήσετε όλα για να ελέγξετε. Θα ήταν πολύ αγενές». Την κοίταξε σκεφτικός και μετά είπε: «Θέλετε τα πράγματα να είναι σε τάξη, σωστά;» «Ω, ναι», του είπε με κάθε ειλικρίνεια. «Είναι αλήθεια αυτό». Ο Γκρέγκορι σκέφτηκε τη δική του ακαταστασία. Πέταγε τα παπούτσια στην ντουλάπα, άφηνε προσκλήσεις σκόρπιες εδώ κι εκεί… Πέρυσι είχε δώσει άδεια στον γραμματέα του για μία βδομάδα για να επισκεφθεί τον άρρωστο πατέρα του κι όταν επέστρεψε ο άμοιρος το χάος που βρήκε μόνο πάνω στο γραφείο του Γκρέγκορι λίγο έλειψε να τον αποτελειώσει. Ο Γκρέγκορι κοίταξε τη σοβαρή έκφραση της λαίδης Λουσίντα και γέλασε. Μάλλον κι εκείνη θα την τρέλαινε μέσα σε λιγότερο από μία βδομάδα. «Σας αρέσει το σάντουιτς;» τον ρώτησε, μόλις δοκίμασε την πρώτη του δαγκωνιά. «Εκείνο με το αγγούρι;» «Πολύ ενδιαφέρον», της μουρμούρισε. «Αναρωτιέμαι αν η τροφή θα έπρεπε να είναι ενδιαφέρουσα». Τελείωσε το σάντουίτς του. «Δεν είμαι σίγουρος». Εκείνη έγνεψε κάπως αφηρημένα κι έπειτα είπε: «Το ​σάντουιτς με το ζαμπόν είναι ωραίο». Βυθίστηκαν σε μια φιλική σιωπή, καθώς έριχναν ματιές τριγύρω στο δωμάτιο. Οι μουσικοί έπαιζαν ένα ζωηρό βαλς και τα φορέματα των γυναικών φούσκωναν σαν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


καμπάνες από μετάξι καθώς στροβιλίζονταν και στριφογύριζαν. Ήταν αδύνατον να βλέπεις τη σκηνή και να μη νιώσεις ότι η ίδια η νύχτα είχε ζωντανέψει… ήταν γεμάτη ενέργεια… περιμένοντας να κάνει την κίνησή της. Κάτι θα γινόταν εκείνη τη νύχτα. Ο Γκρέγκορι ήταν βέβαιος γι’ αυτό. Κάποιου η ζωή θα άλλαζε. Κι αν ήταν τυχερός, θα ήταν η δική του. Τα χέρια του άρχισαν να μουδιάζουν. Και τα πόδια του επίσης. Έβαζε τα δυνατά του για να παραμείνει ακίνητος. Ήθελε να κινηθεί, ήθελε να κάνει κάτι. Ήθελε να θέσει σε κίνηση τη ζωή του, να τεντωθεί και να φτάσει τα όνειρά του. Ήθελε να κινηθεί. Δεν μπορούσε να μένει ακίνητος. Ήθελε... «Θέλετε να χορέψουμε;» Δεν είχε σκοπό να της το ζητήσει. Αλλά γύρισε και είδε τη Λούσι ακριβώς δίπλα του και οι λέξεις βγήκαν αυτόματα από το στόμα του. Τα μάτια της φωτίστηκαν. Ακόμα και με τη μάσκα, εκείνος διέ​κρινε ότι ήταν κατενθουσιασμένη. «Ναι», του είπε και σχεδόν αναστέναξε όταν πρόσθεσε: «Λατρεύω τον χορό». Πήρε το χέρι της και την οδήγησε στην πίστα. Το βαλς ήταν στο φόρτε του και γρήγορα συντονίστηκαν με τη μουσική. Λες και τους εξύψωνε, λες και τους έκανε ένα. Ο Γκρέγκορι απλώς πίε​​σε το χέρι του στη μέση της κι εκείνη κινήθηκε ακριβώς όπως θα περίμενε εκείνος. Στροβιλίζονταν, στριφογύριζαν, ο αέρας τους χάιδευε τα πρόσωπα τόσο γρήγορα, που δεν μπορούσαν να μη γελάσουν. Ήταν τέλεια. Ήταν κάτι που τους έκοβε την ανάσα. Ήταν λες και η μουσική είχε τρυπώσει κάτω από το δέρμα τους και καθοδηγούσε κάθε τους κίνηση. Κι έπειτα τελείωσε. Τόσο γρήγορα. Υπερβολικά γρήγορα. Η μουσική σταμάτησε και για μια στιγμή έμειναν όρθιοι εκεί, αγκαλιασμένοι ακόμα, τυλιγμένοι στη μνήμη της μουσικής. «Ω, ήταν υπέροχα», είπε η λαίδη Λουσίντα και τα μάτια της έλαμψαν. Ο Γκρέγκορι την άφησε από την αγκαλιά του κι έκανε μια υπόκλιση. «Είστε έξοχη χορεύτρια, λαίδη Λουσίντα. Το ήξερα ότι θα ήσαστε». «Σας ευχαριστώ, εγώ...» Το βλέμμα της πέταξε ως τα μάτια του. «Αλήθεια, το ξέρατε;» «Εγώ...» Μα γιατί το είχε πει αυτό; Δεν είχε σκοπό να πει κάτι τέτοιο. «Έχετε πολλή χάρη», είπε τελικά, οδηγώντας την και πάλι στην περίμετρο της αίθουσας χορού. Πολύ περισσότερη χάρη από τη δεσποινίδα Γουάτσον, για να λέμε την αλήθεια, αν και αυτό ήταν λογικό, αν σκεφτεί κανείς τι του είχε πει η Λούσι σχετικά με τις ικανότητες της φίλης της στον χορό. «Είναι ο τρόπος που περπατάτε», πρόσθεσε, γιατί εκείνη έδειξε ότι περίμενε μια πιο λεπτομερή εξήγηση.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Και αυτό θα ήταν μάλλον αρκετό, γιατί δεν είχε πρόθεση να αναλύσει περαιτέρω την παρατήρησή του. «Ω». Και τα χείλη της κινήθηκαν. Λίγο μόνο. Αλλά ήταν αρκετό. Κι αυτό τον ξάφνιασε – έδειχνε ευτυχισμένη. Κι εκείνος συνειδητοποίησε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι εκεί μέσα δεν έδειχναν ευτυχισμένοι. Έδειχναν να διασκεδάζουν ή να περνούν καλά ή να είναι ικανοποιημένοι. Η λαίδη Λουσίντα έδειχνε ευτυχισμένη. Κι αυτό του άρεσε. «Αναρωτιέμαι πού να είναι η Ερμιόνη», του είπε κοιτάζοντας τριγύρω. «Δεν ήρθε μαζί σας;» ρώτησε ο Γκρέγκορι, έκπληκτος. «Ναι, αλλά μετά είδαμε τον Ρίτσαρντ. Και της ζήτησε να χορέψουν. Όχι», πρόσθεσε με ιδιαίτερη έμφαση, «επειδή είναι ερωτευμένος μαζί της. Απλώς, ήταν ευγενικός μαζί της. Αυτό κάνει κάποιος για τις φίλες της αδελφής του». «Εγώ έχω τέσσερις αδελφές», της θύμισε. «Και ξέρω». Αλλά μετά θυμήθηκε. «Νόμιζα ότι η δεσποινίδα Γουάτσον δεν χορεύει». «Όντως, δεν χορεύει. Αλλά ο Ρίτσαρντ δεν το ξέρει αυτό. Κανείς δεν το ξέρει. Εκτός από μένα. Κι εσάς». Τον κοίταξε κάπως ανήσυχη. «Σας παρακαλώ, μην το πείτε σε κανέναν. Σας ικετεύω. Η Ερμιόνη θα στενοχωρηθεί πάρα πολύ». «Τα χείλη μου είναι σφραγισμένα», της υποσχέθηκε. «Υποθέτω ότι θα βγήκαν λίγο έξω για να πιουν κάτι», είπε η Λούσι, ακουμπώντας ελαφρά στο ένα της πλευρό καθώς προσπαθούσε να διακρίνει το τραπεζάκι με τις λεμονάδες. «Η Ερμιόνη έκανε ένα σχόλιο, είπε ότι ζεσταινόταν πολύ. Είναι η αγαπημένη της δικαιολογία. Σχεδόν πάντα έχει επιτυχία όταν κάποιος της ζητάει να χορέψουν». «Δεν τους βλέπω», είπε ο Γκρέγκορι ακολουθώντας το βλέμμα της. «Όχι, δεν μπορείτε να τους δείτε». Γύρισε πάλι να τον κοιτάξει, τινάζοντας ελαφρά το κεφάλι. «Δεν ξέρω γιατί κοίταζα. Έχει περάσει αρκετή ώρα». «Περισσότερη απ’ όση χρειάζεται για να πιει κανείς το ποτό του;» Του γέλασε. «Όχι, η Ερμιόνη μπορεί να κάνει ένα ποτήρι λεμονάδας να διαρκέσει μια ολόκληρη βραδιά, αν χρειαστεί. Αλλά νομίζω ότι ο Ρίτσαρντ θα έχανε την υπομονή του». Η γνώμη του Γκρέγκορι σχετικά με τον αδελφό της ήταν ότι πολύ ευχαρίστως θα έκοβε το δεξί του χέρι απλώς και μόνο για να μπορέσει να κοιτάζει τη δεσποινίδα Γουάτσον όσο παρίστανε ότι πίνει τη λεμονάδα της, αλλά δεν είχε νόημα να προσπαθήσει να πείσει τη Λούσι για κάτι τέτοιο. «Φαντάζομαι ότι θα αποφάσισαν να κάνουν έναν περίπατο», είπε η Λούσι κι ήταν φανερό ότι δεν ανησυχούσε καθόλου. Αλλά ο Γκρέγκορι ένιωσε μια ανησυχία. «Έξω;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. «Υποθέτω. Σίγουρα δεν είναι εδώ μέσα, στην αίθουσα χορού. Η Ερμιόνη δεν μπορεί να κρυφτεί στο πλήθος. Τα μαλλιά, ξέρετε». «Μα το βρίσκετε συνετό να τους αφήνουμε μόνους;» είπε ανήσυχος ο Γκρέγκορι. Η λαίδη Λουσίντα τον κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε την ανησυχία στη φωνή του. «Μα δεν είναι μόνοι», του είπε. «Υπάρχουν τουλάχιστον άλλοι είκοσι πέντε άνθρωποι εκεί έξω. Κοίταξα από τις μπαλκονόπορτες». Ο Γκρέγκορι πίεσε τον εαυτό του να παραμείνει τελείως ακίνητος όσο σκεφτόταν τι να κάνει. Ήταν σαφές ότι έπρεπε να βρει τη δεσποινίδα Γουάτσον και γρήγορα μάλιστα, πριν εκτεθεί σε κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί αμετάκλητο. Αμετάκλητο. Θεέ και Κύριε! Οι ζωές παίρνουν νέα τροπή μέσα σε μια στιγμή. Αν η δεσποινίδα Γουάτσον ήταν όντως έξω με τον αδελφό της Λούσι… Αν κάποιος τους τσάκωνε να… Μια αλλόκοτη φωτιά άρχισε να φουντώνει μέσα του, κάτι θυμωμένο και ζηλόφθονο και απόλυτα δυσάρεστο. Η δεσποινίδα Γουάτσον μπορεί να κινδύνευε… μπορεί και όχι. Μπορεί να της ήταν ευπρόσδεκτη η… προέλαση του Φένσγουορθ. Όχι. Όχι, δεν της ήταν ευπρόσδεκτη. Κατάπιε με τη βία τη σκέψη του αυτή. Η δεσποινίδα Γουάτσον νόμιζε ότι ήταν ερωτευμένη μ’ εκείνο τον γελοίο τον κύριο Έντμοντς, όποιος κι αν ήταν αυτός. Δεν θα της ήταν ευπρόσδεκτη η προέλαση του Γκρέγκορι ή του λόρδου Φένσγουορθ. Αν, όμως, ο αδελφός της Λούσι είχε αρπάξει μια ευκαιρία που ο ίδιος είχε χάσει; Η σκέψη τού προξενούσε δυσφορία, στρογγυλοκάθισε στο στήθος του σαν μπάλα κανονιού – αυτή η αίσθηση, αυτό το συναίσθημα, αυτό το αναθεματισμένο… φριχτό… αηδιαστικό… «Κύριε Μπρίτζερτον;» Βρομερό. Οπωσδήποτε βρομερό. «Κύριε Μπρίτζερτον, συμβαίνει κάτι;» Κούνησε το κεφάλι του ελάχιστα, όσο χρειαζόταν για να κοιτάξει καταπρόσωπο τη λαίδη Λουσίντα, αλλά, παρ’ όλα αυτά, του πήρε αρκετά δευτερόλεπτα να εστιάσει στα χαρακτηριστικά της. Τα μάτια της ήταν πολύ ανήσυχα, το στόμα της σφιγμένο σχηματίζοντας μια γραμμή αγωνίας. «Δεν φαίνεστε καλά», του είπε. «Καλά είμαι», της είπε απότομα. «Μα...» «Καλά», της πέταξε. Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω. «Φυσικά». Μα πώς τα είχε καταφέρει ο Φένσγουορθ; Πώς είχε ξεμοναχιάσει τη δεσποινίδα Γουάτσον; Ήταν ακόμα άπειρος, να πάρει η ευχή, μόλις είχε αποφοιτήσει από το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


πανεπιστήμιο και δεν είχε κατέβει ποτέ στο Λονδίνο. Και ο Γκρέγκορι ήταν… Τέλος πάντων, ήταν πιο έμπειρος από κείνον. Θα έπρεπε να ήταν πιο προσεκτικός. Θα έπρεπε να μην έχει επιτρέψει ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο. «Καλύτερα να αναζητήσω την Ερμιόνη», είπε η Λούσι καθώς απομακρυνόταν. «Βλέπω ότι προτιμάτε να μείνετε μόνος». «Όχι», της είπε απότομα, λίγο πιο έντονα απ’ ό,τι θα θεωρούνταν ευγενικό. «Θα έρθω μαζί σας. Θα ψάξουμε μαζί». «Νομίζετε ότι είναι συνετό;» «Γιατί να μην είναι συνετό;» «Δεν… δεν ξέρω». Σταμάτησε, τον κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια και τελικά είπε: «Απλώς δεν νομίζω ότι είναι συνετό. Εσείς ο ίδιος μόλις αμφισβητήσατε το πόσο συνετό είναι να βγουν έξω μόνοι ο Ρίτσαρντ και η Ερμιόνη». «Μα δεν μπορείτε να ψάξετε όλο το σπίτι μόνη σας». «Φυσικά και όχι», του είπε, λες και ήταν ηλίθιος και μόνο που το πρότεινε. «Θα πήγαινα να βρω τη λαίδη Μπρίτζερτον». Την Κέιτ; Θεέ και Κύριε! «Μην το κάνετε αυτό», έσπευσε να της πει. Και ίσως να το είπε και λίγο περιφρονητικά, αν και δεν είχε τέτοια πρόθεση. Αλλά εκείνη ήταν σαφές ότι προσβλήθηκε, γιατί μίλησε κοφτά όταν ρώτησε: «Και γιατί όχι;» Έσκυψε και με σιγανή και ανήσυχη φωνή της είπε: «Αν τους βρει η Κέιτ και δεν είναι σε πρέπουσα κατάσταση, θα παντρευτούν σε λιγότερο από δεκαπέντε μέρες. Ξέρω τι λέω». «Μη λέτε παράλογα πράγματα. Φυσικά και θα είναι όπως πρέπει», του ψιθύρισε κι αυτό τον ξάφνιασε, γιατί δεν περίμενε ποτέ ότι εκείνη θα υπερασπιζόταν την άποψή της τόσο σθεναρά. «Η Ερμιόνη δεν θα φερόταν ποτέ άπρεπα», συνέχισε εξοργισμένη, «το ίδιο και ο Ρίτσαρντ, αν θέλετε να μάθετε. Είναι ο αδελφός μου. Ο αδελφός μου!» «Την αγαπάει», της είπε απλώς ο Γκρέγκορι. «Όχι. Δεν την αγαπάει». Θεέ και Κύριε, έδειχνε έτοιμη να εκραγεί. «Και, ακόμα κι αν την αγαπούσε», συνέχισε ακάθεκτη, «που δεν συμβαίνει, δεν θα την ατίμαζε ποτέ! Ποτέ. Δεν θα... Δεν θα...» «Δεν θα τι;» Εκείνη ξεροκατάπιε. «Δεν θα μου το έκανε ποτέ αυτό». Ο Γκρέγκορι δεν πίστευε την αφέλειά της. «Δεν σκέφτεται εσάς, λαίδη Λουσίντα. Για την ακρίβεια, πιστεύω ότι μπορώ να πω πως δεν του έχει περάσει ούτε μία φορά από το μυαλό κάποια σκέψη που να σας αφορά». «Αυτό που λέτε είναι φριχτό».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο Γκρέγκορι ανασήκωσε τους ώμους. «Είναι ένας ερωτευμένος άντρας. Και άρα ένας αναίσθητος άντρας». «Ώστε έτσι πάει;» του ανταπάντησε. «Αυτό σημαίνει ότι είστε κι εσείς αναίσθητος;» «Όχι», της είπε λακωνικά και συνειδητοποίησε ότι όντως ίσχυε κάτι τέτοιο. Είχε ήδη συνηθίσει αυτή την αλλόκοτη φωτιά. Είχε ανακτήσει την ισορροπία του. Και ως κύριος με αρκετά περισσότερη πείρα, ακόμα κι όταν η δεσποινίδα Γουάτσον δεν αποτελούσε ζήτημα, διατηρούσε σώας τας φρένας του πολύ πιο εύκολα από τον Φένσγουορθ. Η λαίδη Λουσίντα τον κοίταξε περιφρονητικά με ανυπομονησία. «Ο Ρίτσαρντ δεν είναι ερωτευμένος μαζί της. Δεν ξέρω με πόσους ακόμα τρόπους πρέπει να σας το εξηγήσω». «Κάνετε λάθος», της είπε κοφτά. Παρακολουθούσε τον Φένσγουορθ εδώ και δύο μέρες. Τον παρακολουθούσε να παρακολουθεί τη δεσποινίδα Γουάτσον. Να γελάει με τα αστεία της. Να της προσφέρει ένα δροσιστικό ποτό. Να της κόβει ένα αγριολούλουδο, να της το στερεώνει πίσω από το αφτί. Αν αυτό δεν ήταν έρωτας, τότε ο Ρίτσαρντ Αμπέρναθι ήταν ο πιο προσεκτικός, στοργικός και μη εγωιστής μεγαλύτερος αδελφός στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και, καθώς ήταν κι ο ίδιος μεγάλος αδελφός –και συχνά τον πίεζαν να κάνει το καθήκον του χορεύοντας με τις φίλες των αδελφών του–, ο Γκρέγκορι θα μπορούσε να πει κατηγορηματικά ότι δεν υπήρχε μεγαλύτερος αδελφός με τέτοια φροντίδα και αφοσίωση. Όλοι αγαπούν την αδελφή τους, φυσικά, αλλά δεν θυσιάζουν κάθε λεπτό της μέρας τους όσο είναι ξύπνιοι για χάρη της καλύτερης φιλενάδας της χωρίς αντάλλαγμα. Εκτός αν έλυνε την εξίσωση ένας άθλιος και χωρίς ανταπόκριση έρωτας. «Δεν κάνω λάθος», είπε η Λουσίντα κι έδειχνε να θέλει πολύ να σταυρώσει τα χέρια στο στήθος. «Και θα πάω να βρω τη λαίδη Μπρίτζερτον». Ο Γκρέγκορι την έπιασε από τη μέση. «Αυτό θα ήταν το μεγαλύτερο λάθος». Εκείνη πάλεψε, αλλά δεν την άφηνε να φύγει. «Μη μου κάνετε κήρυγμα εμένα», του ψιθύρισε. «Δεν σας κάνω κήρυγμα. Σας δίνω συμβουλές». Το στόμα της έμεινε ορθάνοιχτο. Αλήθεια, πραγματικά, διάπλατα ορθάνοιχτο. Ο Γκρέγκορι θα απολάμβανε το θέαμα, αν δεν ήταν τόσο εξοργισμένος με όλα τα υπόλοιπα θέματα του κόσμου εκείνη τη στιγμή. «Είσαστε ανυπόφορος», του είπε, μόλις ελευθερώθηκε από τη λαβή του. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Περιστασιακά, ναι». «Κι έχετε παραισθήσεις». «Εύγε, λαίδη Λουσίντα». Ως ένα από οχτώ αδέλφια, ο Γκρέγκορι δεν μπορούσε παρά να θαυμάσει οποιοδήποτε εύστοχο σχόλιο ή απάντηση. «Αλλά θα θαύμαζα τη λεκτική σας δεινότητα, αν δεν προσπαθούσα να σας σταματήσω από το να διαπράξετε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μια μνημειώδη ανοησία». Τον κοίταξε με μάτια στενεμένα κι έπειτα του είπε: «Δεν με ενδιαφέρει να συνεχίσω να σας μιλάω». «Ποτέ ξανά;» «Θα πάω να βρω τη λαίδη Μπρίτζερτον», του ανακοίνωσε. «Να βρείτε εμένα; Για ποιο λόγο;» Ήταν η τελευταία φωνή που ήθελε να ακούσει ο Γκρέγκορι. Έκανε μεταβολή. Η Κέιτ στεκόταν μπροστά τους, κοιτάζοντας τη σκηνή με το ένα της φρύδι υψωμένο. Δεν μίλησε κανείς. Η Κέιτ κοίταξε δηκτικά το χέρι του Γκρέγκορι, που άγγιζε ακόμα τον καρπό της λαίδης Λουσίντα. Εκείνος το άφησε να πέσει κι έσπευσε να κάνει ένα βήμα πίσω. «Μήπως συμβαίνει κάτι που πρέπει να μάθω;» ρώτησε η Κέιτ και η φωνή της ήταν ένα φριχτό μείγμα πολιτισμένης ανάκρισης και ηθικής αυθεντίας. Ο Γκρέγκορι θυμήθηκε ότι η κουνιάδα του μπορούσε να πάρει μια μορφή κυρίαρχη οποτεδήποτε επέλεγε. Η λαίδη Λουσίντα –φυσικά– μίλησε αμέσως. «Ο κύριος Μπρίτζερτον θεωρεί ότι η Ερμιόνη μπορεί να κινδυνεύει». Η συμπεριφορά της Κέιτ άλλαξε στη στιγμή. «Να κινδυνεύει; Πού; Εδώ;» «Όχι», μούγκρισε ο Γκρέγκορι, αν και εκείνο που εννοούσε ήταν: Θα σε σκοτώσω. Αναφερόμενος στη λαίδη Λουσίντα, για να ακριβολογούμε. «Δεν την έχω δει εδώ και αρκετή ώρα», συνεχίστηκε η ανόη​τη συνομιλία. «Ήρθαμε μαζί, αλλά αυτό ήταν πριν από μια ώρα περίπου». Η Κέιτ κοίταξε τριγύρω και το βλέμμα της τελικά στάθηκε στις πόρτες που οδηγούσαν έξω. «Δεν θα μπορούσε να είναι στον κήπο; Μεγάλο μέρος της γιορτής έχει μεταφερθεί έξω». Η λαίδη Λουσίντα έγνεψε αρνητικά. «Δεν την είδα. Κοίταξα». Ο Γκρέγκορι δεν είπε τίποτα. Ήταν σαν να έβλεπε τον κόσμο να συντρίβεται μπροστά στα μάτια του. Και ειλικρινά, τι θα μπορούσε να πει για να σταματήσει κάτι τέτοιο; «Δεν είναι έξω;» είπε η Κέιτ. «Δεν πίστευα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά», είπε η λαίδη Λουσίντα, με τρόπο μάλλον ενοχλημένο. «Αλλά ο κύριος Μπρίτζερτον αμέσως ανησύχησε». «Αλήθεια;» Η Κέιτ γύρισε απότομα το κεφάλι της προς το μέρος του. «Ανησύχησες; Γιατί;» «Μπορούμε να το συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή;» μούγκρισε ο Γκρέγκορι. Η Κέιτ αμέσως του έκανε τη χάρη και κοίταξε κατάματα τη Λούσι. «Γιατί ανησύχησε;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Λούσι ξεροκατάπιε. Κι έπειτα ψιθύρισε: «Νομίζω ότι ίσως είναι με τον αδελφό μου». Η Κέιτ χλώμιασε. «Αυτό δεν είναι καλό». «Ο Ρίτσαρντ δεν θα έκανε ποτέ κάτι ανάρμοστο», επέμεινε η Λούσι. «Σας το εγγυώμαι». «Είναι ερωτευμένος μαζί της», είπε η Κέιτ. Ο Γκρέγκορι δεν είπε τίποτα. Η εκδίκηση δεν ήταν ποτέ τόσο γλυκιά. Η Λούσι κοίταξε την Κέιτ και τον Γκρέγκορι, με μια έκφραση που άγγιζε τον πανικό. «Όχι», ψιθύρισε. «Όχι, κάνετε λάθος». «Δεν κάνω λάθος», είπε η Κέιτ με ύφος σοβαρό. «Απλώς πρέπει να τους βρούμε. Γρήγορα». Έκανε μεταβολή κι άρχισε να κατευθύνεται βιαστικά προς την πόρτα. Ο Γκρέγκορι ακολούθησε και τα μακριά του πόδια συντονίστηκαν εύκολα με τον βηματισμό της. Η λαίδη Λουσίντα έδειξε για μια στιγμή να παγώνει κι έπειτα, μπαίνοντας στη δράση, έτρεξε πίσω τους. «Δεν θα έκανε ποτέ κάτι ενάντια στη θέληση της Ερμιόνης», έσπευσε να πει. «Σας το εγγυώμαι». Η Κέιτ σταμάτησε. Έκανε μεταβολή. Κοίταξε τη Λούσι με ύφος ειλικρινές και ίσως λίγο θλιμμένο, σαν να αναγνώριζε ότι η πιο νεαρή γυναίκα, εκείνη τη στιγμή, έχανε ένα κομμάτι της αθωό​​τητάς της και η ίδια, η Κέιτ, μετάνιωνε που έμελλε να είναι εκείνη που θα της έδινε αυτό το χτύπημα. «Ίσως να μη χρειαστεί να το κάνει», της είπε σιγανά. Να την εξαναγκάσει. Η Κέιτ δεν το είπε, αλλά οι λέξεις έμειναν μετέωρες, έτσι κι αλλιώς, στον αέρα. «Ίσως να μη χρειαστεί να το κάνει... Μα τι...» Ο Γκρέγκορι είδε ακριβώς ποια στιγμή το συνειδητοποίησε εκείνη. Τα μάτια της, πάντα τόσο ευμετάβλητα, δεν ήταν ποτέ πιο γκρίζα. Πληγωμένα. «Πρέπει να τους βρούμε», ψιθύρισε η Λούσι. Η Κέιτ έγνεψε καταφατικά και οι τρεις τους βγήκαν σιωπηλοί από το δωμάτιο.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 10 Στο οποίο ο έρωτας θριαμβεύει, αλλά όχι για τον ήρωα και την ηρωίδα μας Η Λούσι ακολούθησε τη λαίδη Μπρίτζερτον και τον Γκρέγκορι στον διάδρομο, προσπαθώντας να κατευνάσει την αγωνία που ένιωθε να φουντώνει μέσα της. Ένιωθε μια αδια​​θεσία στο στομάχι, ένιωθε την ανάσα της να δυσκολεύεται. Και το μυαλό της δεν έλεγε να ξεθολώσει. Ήταν ανάγκη να εστιάσει στο φλέγον ζήτημα. Ήξερε ότι έπρεπε να επικεντρωθεί απόλυτα στην έρευνα, αλλά ένιωθε λες κι ένα κομμάτι του μυαλού της ήταν αλλού – ζαλισμένο, πανικόβλητο και ανίκανο να ξεφύγει από ένα φριχτό προαίσθημα. Και αυτό της ήταν ακατανόητο. Άραγε δεν ήθελε να παντρευτεί η Ερμιόνη τον αδελφό της; Δεν είχε μόλις πει στον κύριο Μπρίτζερτον ότι το ζευγάρωμα, αν και μη πιθανό, θα ήταν εξαιρετικό; Η Ερμιόνη θα ήταν αδελφή της και κατ’ όνομα, όχι μόνο λόγω αισθημάτων, και η Λούσι δεν μπορούσε να φανταστεί καλύτερο πράγμα από αυτό. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, ένιωθε… Ανήσυχη. Και λίγο θυμωμένη, επίσης. Και ένοχη. Φυσικά. Γιατί ποιος της έδινε το δικαίωμα να νιώθει θυμωμένη; «Πρέπει να ψάξουμε χωριστά», συμβούλευσε ο κύριος Μπρίτζερτον, όταν είχαν στρίψει σε αρκετές γωνίες και οι ήχοι του χορού μεταμφιεσμένων υποχωρούσαν σε απόσταση. Έβγαλε τη μάσκα του και οι δύο γυναίκες έκαναν ακριβώς το ίδιο, αφήνοντας και τις τρεις μάσκες πάνω σε έναν μικρό φανοστάτη που είχε τοποθετηθεί σε μία γωνιακή εσοχή στον διάδρομο. Η λαίδη Μπρίτζερτον έγνεψε αρνητικά. «Δεν μπορούμε. Δεν μπορείς να τους εντοπίσεις μόνος σου», του είπε. «Δεν θέλω καν να σκεφτώ τις συνέπειες για τη δεσποινίδα Γουάτσον, αν βρεθεί μόνη με δύο ανύπαντρους κυρίους». Χώρια και πώς θα αντιδράσει μόλις τους δει, σκέφτηκε η Λούσι. Ο κύριος Μπρίτζερτον την εντυπωσίασε με την ψυχραιμία του. Δεν ήταν βέβαιη αν θα μπορούσε να εντοπίσει το ξεμοναχιασμένο ζευγάρι χωρίς να ξεσπάσει σε ένα παραλήρημα περί τιμής και υπεράσπισης της αρετής και αυτό πάντα οδηγούσε σε καταστροφή. Πάντα. Αν και, με δεδομένο το βάθος των αισθημάτων του για την Ερμιόνη, η αντίδρασή του ίσως να περιείχε λιγότερη τιμή και αρετή και περισσότερη ζηλόφθονη οργή. Ακόμα χειρότερα, αν ο κύριος Μπρίτζερτον δεν είχε ίσως την ικανότητα να πυροβολήσει στην ευθεία με μία σφαίρα, η Λούσι δεν αμφέβαλλε ότι θα μπορούσε να μαυρίσει ένα μάτι με θανατηφόρα ταχύτητα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Ούτε κι εκείνη μπορεί να είναι μόνη», συνέχισε η λαίδη Μπρίτζερτον, γνέφοντας προς τη Λούσι. «Είναι σκοτεινά. Και ερημιά. Οι άντρες φορούν μάσκες, για το όνομα του Θεού. Αυτό χαλαρώνει τη συνείδηση». «Δεν θα ήξερα και πού να ψάξω», πρόσθεσε η Λούσι. Ήταν μεγάλο το σπίτι. Μπορεί να φιλοξενούνταν εκεί για μια βδομάδα, αλλά μετά βίας είχε δει το μισό. «Θα μείνουμε όλοι μαζί ενωμένοι», είπε αυστηρά η λαίδη Μπρίτζερτον. Ο κύριος Μπρίτζερτον έδειξε να θέλει να τσακωθεί, αλλά κράτησε την ψυχραιμία του και, αντί για αυτό, είπε: «Εντάξει. Ας μη χάνουμε χρόνο, λοιπόν». Έφυγε με μεγάλες δρασκελιές, τα μακριά του πόδια ακολούθησαν έναν βηματισμό που καμία από τις δύο γυναίκες δεν θα πρόφταινε εύκολα. Άνοιγε διάπλατα τις πόρτες και τις άφηνε ανοιχτές να χάσκουν. Βιαζόταν υπερβολικά να φτάσει στο επόμενο δωμάτιο, ώστε να αφήνει πίσω του τα πράγματα όπως τα βρήκε. Η Λούσι τρέκλιζε πίσω του, δοκιμάζοντας με τα δωμάτια στην άλλη πλευρά του διαδρόμου. Η λαίδη Μπρίτζερτον προπορευόταν κάνοντας το ίδιο. «Ω!» η Λούσι αναπήδησε κι έκλεισε δυνατά μια πόρτα. «Τους βρήκατε;» ρώτησε ο κύριος Μπρίτζερτον. Τόσο εκείνος όσο και η λαίδη Μπρίτζερτον έτρεξαν γρήγορα δίπλα της. «Όχι», είπε η Λούσι κι έγινε κατακόκκινη. Ξεροκατάπιε. «Κάποιος άλλος». Η λαίδη Μπρίτζερτον βόγκηξε. «Θεέ και Κύριε! Πες μου, σε παρακαλώ, ότι δεν ήταν μια ανύπαντρη κυρία». Η Λούσι άνοιξε το στόμα της, αλλά πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα πριν πει: «Δεν ξέρω. Φοράνε μάσκες». «Φορούσαν μάσκες;» ρώτησε η λαίδη Μπρίτζερτον. «Άρα είναι παντρεμένοι. Και όχι μεταξύ τους». Η Λούσι ήθελε απεγνωσμένα να ρωτήσει πώς είχε οδηγηθεί σε αυτό το συμπέρασμα, αλλά δεν μπορούσε να το κάνει και, άλλωστε, ο κύριος Μπρίτζερτον σκόρπισε μακριά τις σκέψεις της μπαίνοντας μπροστά της και ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα. Μια γυναικεία στριγκλιά έσκισε τον αέρα κι αμέσως μετά μια θυμωμένη αντρική φωνή άρχισε να ξεστομίζει λέξεις που η Λούσι δεν θα τολμούσε να επαναλάβει. «Συγγνώμη», φώναξε ο κύριος Μπρίτζερτον. «Συνεχίστε». Έκλεισε δυνατά την πόρτα. «Ο Μόρλεϊ», ανακοίνωσε, «και η γυναίκα του Γουίτμορ». «Ω!» είπε η λαίδη Μπρίτζερτον με χείλη μισάνοιχτα από την έκπληξη. «Δεν είχα ιδέα». «Δεν πρέπει να κάνουμε κάτι;» ρώτησε η Λούσι. Για το όνομα του Θεού, δύο άνθρωποι διέπρατταν μοιχεία σε τρία μέτρα απόσταση. «Αυτό είναι πρόβλημα του Γουίτμορ», απάντησε ο κύριος Μπρίτζερτον θυμωμένος. «Εμείς έχουμε να ασχοληθούμε με τα δικά μας ζητήματα». Τα πόδια της Λούσι έμειναν ριζωμένα επιτόπου, καθώς εκείνος απογειώθηκε πάλι,

******ebook converter DEMO Watermarks*******


βαδίζοντας βιαστικά στον διάδρομο. Η λαίδη Μπρίτζερτον έριξε μια ματιά στην πόρτα, δείχνοντας να θέλει να την ανοίξει και να κρυφοκοιτάξει μέσα, αλλά τελικά αναστέναξε και ακολούθησε τον κουνιάδο της. Η Λούσι απλώς κοίταξε την πόρτα, προσπαθώντας να καταλάβει τι ήταν αυτό που στριφογύριζε στο μυαλό της. Το ζευγάρι πάνω στο τραπέζι –πάνω στο τραπέζι, για το όνομα του Θεού!– ήταν σοκαριστικό, αλλά κάτι άλλο την ενοχλούσε. Κάτι στην όλη σκηνή δεν ήταν σωστό. Κάτι παράταιρο. Κάτι αταίριαστο. Ή ίσως κάτι που της ξυπνούσε μια ανάμνηση. Αλλά τι ήταν; «Θα έρθεις;» φώναξε η λαίδη Μπρίτζερτον. «Ναι», απάντησε η Λούσι. Κι έπειτα εκμεταλλεύτηκε την αθωότητα και τη νιότη της και πρόσθεσε: «Το σοκ, ξέρετε. Χρειά​ζομαι λίγο χρόνο». Η λαίδη Μπρίτζερτον της έριξε μια ματιά γεμάτη κατανόηση κι έγνεψε καταφατικά, αλλά συνέχισε τη δουλειά της, επιθεωρώντας τα δωμάτια στην αριστερή πλευρά του διαδρόμου. Τι είχε δει άραγε; Ήταν ο άντρας και η γυναίκα, φυσικά, και το προαναφερθέν τραπέζι. Δύο καρέκλες, ροζ. Ένας καναπές, ριγέ. Κι ένα τραπεζάκι στην άκρη, με ένα βάζο με κομμένα λουλούδια… Λουλούδια. Αυτό ήταν. Ήξερε πού είχαν πάει. Αν έκανε λάθος και όλοι οι άλλοι είχαν δίκιο και ο αδελφός της στα αλήθεια ήταν ερωτευμένος με την Ερμιόνη, μόνο σε ένα μέρος θα μπορούσε να την είχε πάει για να την πείσει να ανταποκριθεί στα συναισθήματά του. Στον πορτοκαλεώνα. Βρισκόταν στην άλλη πλευρά του σπιτιού, μακριά από την αίθουσα χορού. Και ήταν γεμάτος όχι μόνο με πορτοκαλιές αλλά και με λουλούδια. Υπέροχα τροπικά φυτά που θα είχαν κοστίσει στον λόρδο Μπρίτζερτον μια ολόκληρη περιουσία για να τα εισαγάγει. Κομψές ορχιδέες. Σπάνια τριαντάφυλλα. Ακόμα και ταπεινά αγριολούλουδα, που είχαν εισαχθεί στη χώρα και είχαν μεταφυτευτεί με φροντίδα και αφοσίωση. Δεν υπήρχε πιο ρομαντικό μέρος κάτω από το φεγγαρόφωτο και σε κανένα άλλο μέρος ο αδελφός της δεν θα ένιωθε περισσότερο άνετα. Λάτρευε τα λουλούδια. Πάντα τα λάτρευε και είχε μια αξιοθαύμαστη μνήμη σχετικά με τα ονόματά τους, επιστημονικά και κοινά. Πάντα μάθαινε κάποιο στοιχείο, μια λεπτομέρεια – αυτό άνθιζε μόνο στο φεγγαρόφωτο, εκείνο σχετιζόταν με κάποιο άλλο φυτό από την Ασία. Η Λούσι πάντα το θεωρούσε κάπως βαρετό όλο αυτό, αλλά καταλάβαινε ότι μπορούσε να είναι ρομαντικό, αν εκείνος που μιλούσε δεν ήταν ο αδελφός σου. Κοίταξε στο χολ. Οι Μπρίτζερτον είχαν σταματήσει και συζητούσαν μεταξύ τους και

******ebook converter DEMO Watermarks*******


η Λούσι κατάλαβε από τις χειρονομίες τους ότι ο διάλογος ήταν έντονος. Δεν θα ήταν καλύτερα να πάει μόνη της να τους βρει; Χωρίς κανέναν από τους Μπρίτζερτον; Αν τους έβρισκε η Λούσι, θα μπορούσε να τους προειδοποιή​​σει και να αποτρέψει την καταστροφή. Αν η Ερμιόνη ήθελε να παντρευτεί τον αδελφό της… αυτό να συνέβαινε από επιλογή και όχι από υποχρέωση επειδή τους έπιασαν στα πράσα. Η Λούσι ήξερε τον δρόμο μέχρι τον πορτοκαλεώνα. Σε λίγα λεπτά θα ήταν εκεί. Έκανε ένα προσεκτικό βήμα προς τα πίσω, προς την αίθουσα χορού. Ούτε ο Γκρέγκορι ούτε η λαίδη Μπρίτζερτον έδειξαν να το παίρνουν είδηση. Έλαβε την απόφασή της. Έξι αθόρυβα βήματα, οπισθοχωρώντας προσεκτικά προς τη γωνία. Κι έπειτα μια τελευταία ματιά στον διάδρομο και βγήκε από το οπτικό τους πεδίο. Κι άρχισε να τρέχει. Σήκωσε το φόρεμά της κι έτρεξε σαν τον άνεμο ή, τουλάχιστον, όσο πιο γρήγορα μπορούσε με τη βαριά βελούδινη τουαλέτα που φορούσε. Δεν είχε ιδέα σε πόση ώρα θα αντιλαμβάνονταν την απουσία της οι Μπρίτζερτον και, παρόλο που δεν γνώριζαν τον προορισμό της, δεν είχε αμφιβολία ότι θα την έβρισκαν. Το μόνο που έπρεπε να κάνει η Λούσι ήταν να εντοπίσει την Ερμιόνη και τον Ρίτσαρντ πριν από κείνους. Αν μπορούσε να τους βρει, να τους προειδοποιήσει, θα μπορούσε να πετάξει έξω την Ερμιόνη και να ισχυριστεί ότι συνάντησε τυχαία τον Ρίτσαρντ μόνο του. Δεν είχε πολύ χρόνο, αλλά μπορούσε να τα καταφέρει. Το ήξερε ότι μπορούσε. Η Λούσι έφτασε στην κεντρική αίθουσα, επιβραδύνοντας το βήμα της όσο τολμούσε για να τη διασχίσει. Υπήρχαν παντού υπηρέτες, ίσως και κάποιοι αργοπορημένοι καλεσμένοι, και δεν είχε περιθώριο να εγείρει υποψίες τρέχοντας. Βγήκε κρυφά στον δυτικό διάδρομο, έστριψε στη γωνία κι άρχισε πάλι να τρέχει. Τα πνευμόνια της άρχισαν να καίνε και το δέρμα της νότισε από τον ιδρώτα κάτω από το φόρεμά της. Αλλά δεν έκοψε ταχύτητα. Δεν ήταν μακριά τώρα. Μπορούσε να τα καταφέρει. Το ήξερε ότι μπορούσε. Έπρεπε να το κάνει. Και τότε, όλως περιέργως, έφτασε εκεί, στις βαριές διπλές πόρτες που οδηγούσαν στον πορτοκαλεώνα. Το χέρι της προσγειώθηκε βαριά πάνω σε ένα από τα πόμολα και ήθελε να το στρέψει, αλλά αντί γι’ αυτό έσκυψε και προσπάθησε να ανακτήσει την ανάσα της. Τα μάτια της την έτσουζαν, προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά όταν το έκανε την κυρίευσε ένα κύμα πανικού. Ήταν κάτι απόλυτα αισθητό, απτό, και τη διαπέρασε με τέτοια ταχύτητα που αναγκάστηκε να πιαστεί από τον τοίχο για να στηριχτεί. Θεέ και Κύριε, δεν ήθελε να ανοίξει εκείνη την πόρτα. Δεν ήθελε να τους δει. Δεν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ήθελε να ξέρει τι έκαναν, δεν ήθελε να ξέρει το πώς και το γιατί. Δεν το ήθελε αυτό, δεν ήθελε τίποτε από όλα αυτά. Ήθελε τα πάντα να γίνουν όπως πριν, όπως πριν από τρεις μέρες. Δεν μπορούσαν να γίνουν όλα όπως πριν; Όπως πριν από τρεις μόνο μέρες. Τρεις μέρες και η Ερμιόνη θα ήταν ακόμα ερωτευμένη με τον κύριο Έντμοντς, κάτι που δεν αποτελούσε πρόβλημα, αφού δεν είχε καμία συνέπεια, και η Λούσι θα ήταν ακόμα... Θα ήταν ακόμα ο εαυτός της, ευτυχισμένη και γεμάτη αυτοπεποίθηση και μόνο λογοδοσμένη. Γιατί έπρεπε όλα να αλλάξουν; Η ζωή της Λούσι ήταν απόλυτα αποδεκτή όπως ήταν. Όλα ήταν στη θέση τους και σε απόλυτη τάξη και δεν έπρεπε να σκέφτεται τόσο πολύ για τα πάντα και ο αδελφός της δεν ποθούσε κρυφά την καλύτερή της φίλη και ο γάμος της ήταν μια θολή προοπτική για το μέλλον και ήταν ευτυχισμένη. Ήταν ευτυχισμένη. Και ήθελε να ξαναγίνουν όλα όπως πριν. Άρπαξε πιο δυνατά το πόμολο, προσπάθησε να το στρέψει, αλλά το χέρι της έμενε ακίνητο. Ο πανικός ήταν ακόμα εκεί, της πάγωνε τους μυς, της βάραινε το στήθος. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Δεν μπορούσε να σκεφτεί. Και τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν. Ω Θεέ μου! Θα σωριαζόταν κάτω. Εκεί, στον διάδρομο, λίγα μόλις εκατοστά από τον προορισμό της, θα κατέρρεε στο πάτωμα. Και τότε... «Λούσι!» Ήταν ο κύριος Μπρίτζερτον κι έτρεχε προς το μέρος της και τότε συνειδητοποίησε την αποτυχία της. Είχε αποτύχει. Δεν κατάφερε να φτάσει στον πορτοκαλεώνα. Είχε καταφέρει να φτάσει εγκαίρως, αλλά έμεινε να στέκει πίσω από την πόρτα. Σαν ηλίθια έστεκε εκεί, με τα δάχτυλα στο πόμολο και... «Θεέ μου! Λούσι, μα τι πήγαινες να κάνεις;» Την άρπαξε από τους ώμους και η Λούσι αφέθηκε στη δύναμή του. Ήθελε να πέσει στην αγκαλιά του και να τα ξεχάσει όλα. «Λυπάμαι», του ψιθύρισε. «Λυπάμαι». Δεν ήξερε για ποιο λόγο λυπόταν, αλλά το είπε, έτσι κι αλλιώς. «Δεν είναι κατάλληλο μέρος εδώ για μια γυναίκα μόνη», της είπε και η φωνή του ακούστηκε διαφορετική. Τραχιά. «Οι άντρες έχουν πιει. Φορούν τις μάσκες σαν κάλυψη για να...» Έμεινε σιωπηλός. Κι έπειτα πρόσθεσε: «Οι άνθρωποι δεν είναι ο εαυτός τους». Εκείνη έγνεψε καταφατικά και τελικά σήκωσε το βλέμμα από το πρόσωπό του. Και τότε τον είδε. Απλώς, τον είδε. Είδε το πρόσωπό του, που της είχε γίνει πια τόσο οικείο. Λες και ήξερε κάθε χαρακτηριστικό, από την απαλή μπούκλα των μαλλιών του ως τη μικροσκοπική ουλή κοντά στο αριστερό του αφτί.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ξεροκατάπιε. Πήρε μια ανάσα. Όχι όπως θα έπρεπε, αλλά κατάφερε να αναπνέει. Πιο αργά, όλο και πιο κοντά στη φυσιολογική ανάσα. «Λυπάμαι», του είπε πάλι, γιατί δεν ήξερε τι άλλο να πει. «Να πάρει!» βλαστήμησε εκείνος, κοιτάζοντας το πρόσωπό της με μάτια γεμάτα ανησυχία. «Μα τι σας έπιασε; Είστε καλά; Μήπως κάποιος...» Χαλάρωσε λίγο τη λαβή του κοιτάζοντας σαν μανιασμένος τριγύρω. «Ποιος το έκανε αυτό;» τη ρώτησε. «Ποιος σας ανάγκασε να...» «Όχι», είπε η Λούσι, τινάζοντας το κεφάλι. «Δεν ήταν κανείς. Εγώ το έκανα. Εγώ... εγώ ήθελα να τους βρω. Σκέφτηκα ότι αν εγώ... Δηλαδή, δεν ήθελα εσείς... Και μετά εγώ... Και μετά έφτασα εδώ και...» Τα μάτια του Γκρέγκορι κινήθηκαν γρήγορα από τις πόρτες ως τον πορτοκαλεώνα. «Εκεί είναι;» «Δεν ξέρω», παραδέχτηκε η Λούσι. «Έτσι νομίζω. Δεν μπορούσα...» Ο πανικός επιτέλους υποχωρούσε, είχε σχεδόν εξαλειφθεί, δηλαδή, και όλα έμοιαζαν τόσο ανόητα τώρα. Ένιωσε τόσο ανόητη. Είχε μείνει ακίνητη δίπλα στην πόρτα, άπραγη. Δεν είχε κάνει τίποτα. «Δεν μπορούσα να ανοίξω την πόρτα», του ψιθύρισε τελικά. Γιατί έπρεπε να του το πει. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει –δεν το καταλάβαινε ούτε και η ίδια–, αλλά έπρεπε να του πει τι είχε συμβεί. Γιατί την είχε βρει. Και αυτό έκανε όλη τη διαφορά. «Γκρέγκορι!» πετάχτηκε η λαίδη Μπρίτζερτον στην όλη σκηνή, ουσιαστικά πέφτοντας πάνω τους, σαφώς με κομμένη την ανάσα από την προσπάθειά της να τους φτάσει. «Λαίδη Λουσίντα! Μα γιατί... Είστε καλά;» Ακούστηκε τόσο ανήσυχη, που η Λούσι αναρωτήθηκε για την όψη της. Ένιωθε χλωμή. Ένιωθε μικροσκοπική για την ακρίβεια, αλλά τι θα μπορούσε να φαίνεται στο πρόσωπό της ώστε η λαίδη Μπρίτζερτον να την κοιτάζει με τόσο προφανή ανησυχία; «Καλά είμαι», είπε η Λούσι, ανακουφισμένη που δεν την είχε δει στην κατάσταση που την είδε ο κύριος Μπρίτζερτον. «Απλώς λίγο αποκαμωμένη. Νομίζω ότι έτρεχα υπερβολικά γρήγορα. Μεγάλη ανοησία. Λυπάμαι». «Όταν γυρίσαμε προς τα πίσω και δεν ήσαστε εκεί...» Η λαίδη Μπρίτζερτον έδειχνε να προσπαθεί να είναι αυστηρή, αλλά η ανησυχία είχε σχηματίσει ρυτίδες στο μέτωπό της και τα μάτια της ήταν γεμάτα καλοσύνη. Η Λούσι ήθελε να βάλει τα κλάματα. Κανείς δεν την είχε κοιτάξει ποτέ έτσι. Η Ερμιόνη την αγαπούσε και η Λούσι έβρισκε μεγάλη παρηγοριά σε αυτό, αλλά η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν κάτι άλλο. Η λαίδη Μπρίτζερτον δεν θα ήταν πολύ μεγαλύτερή της –δέκα χρόνια, ίσως και δεκαπέντε–, αλλά ο τρόπος που την κοίταζε… Ήταν λες και είχε μια μητέρα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ήταν μόνο για μια στιγμή. Μόνο για λίγα δευτερόλεπτα, για την ακρίβεια, αλλά δεν μπορούσε να υποκριθεί. Και ίσως το ευχόταν, λίγο. Η λαίδη Μπρίτζερτον έτρεξε κοντά της και αγκαλιάζοντάς τη με το ένα χέρι από τους ώμους, την τράβηξε μακριά από τον Γκρέγκορι, ο οποίος άφησε τα χέρια του να πέσουν στα πλάγια. «Είστε σίγουρη ότι είστε καλά;» τη ρώτησε. Η Λούσι έγνεψε καταφατικά. «Είμαι. Τώρα». Η λαίδη Μπρίτζερτον κοίταξε τον Γκρέγκορι. Εκείνος της έγνεψε. Μία φορά. Η Λούσι δεν ήξερε τι σήμαινε αυτό. «Νομίζω ότι μπορεί να είναι στον πορτοκαλεώνα», τους είπε και δεν ήταν σίγουρη τι ήταν αυτό που χρωμάτιζε τη φωνή της – παραίτηση ή μεταμέλεια. «Πολύ καλά», είπε η λαίδη Μπρίτζερτον, ισιώνοντας τους ώμους καθώς κατευθυνόταν προς την πόρτα. «Σε λίγο θα ξέρουμε, σωστά;» Η Λούσι έγνεψε καταφατικά. Ο Γκρέγκορι δεν έκανε τίποτα. Η λαίδη Μπρίτζερτον πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε την πόρτα με ένα τράβηγμα. Η Λούσι και ο Γκρέγκορι έσπευσαν να κινηθούν μπροστά για να κρυφοκοιτάξουν, αλλά ο πορτοκαλεώνας ήταν βουτηγμένος στο σκοτάδι, το μόνο φως ήταν εκείνο του φεγγαριού, που έλαμπε μέσα από τους τεράστιους υαλοπίνακες. «Να πάρει!» Η Λούσι αναπήδησε από την έκπληξη. Δεν είχε ακούσει ποτέ ως τώρα γυναίκα να βρίζει. Για μια στιγμή οι τρεις τους έμειναν ακίνητοι κι έπειτα η λαίδη Μπρίτζερτον έκανε ένα βήμα μπροστά και φώναξε: «Λόρδε Φένσγουορθ! Λόρδε Φένσγουορθ, απαντήστε μου, παρακαλώ. Είστε εκεί;» Η Λούσι άρχισε να φωνάζει την Ερμιόνη, αλλά ο Γκρέγκορι σκέπασε το στόμα της με την παλάμη του. «Μη», της ψιθύρισε στο αφτί. «Αν είναι και κανείς άλλος εδώ, δεν θέλουμε να καταλάβει ότι τους ψάχνουμε και τους δύο». Η Λούσι έγνεψε καταφατικά κι ένιωσε οδυνηρά άπειρη. Νόμιζε ότι είχε κάποια ιδέα για τον κόσμο, αλλά κάθε μέρα που περνούσε έμοιαζε λες και καταλάβαινε όλο και λιγότερα. Ο κύριος Μπρίτζερτον απομακρύνθηκε. Στάθηκε με τα χέρια στους γοφούς και ακίνητος σάρωνε με το βλέμμα τον πορτοκαλεώνα για πιθανές παρουσίες. «Λόρδε Φένσγουορθ!» φώναξε πάλι η λαίδη Μπρίτζερτον. Αυτή τη φορά άκουσε ένα θρόισμα. Αλλά απαλό. Και αργό. Λες και κάποιος προσπαθούσε να κρυφτεί. Η Λούσι στράφηκε προς την πηγή του ήχου, αλλά κανείς δεν βγήκε από εκεί. Δάγκωσε το χείλι της. Ίσως να ήταν κάποιο ζώο. Υπήρχαν πολλές γάτες στο Όμπρεϊ Χολ. Κοιμούνταν σε έναν μικρό περιφραγμένο χώρο κοντά στην πόρτα της κουζίνας, αλλά ίσως κάποια να χάθηκε και να κλείστηκε μέσα στον πορτοκαλεώνα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Δεν μπορεί, γάτα θα ήταν. Αν ήταν ο Ρίτσαρντ, θα είχε βγει μόλις άκουγε το όνομά του. Κοίταξε τη λαίδη Μπρίτζερτον, περιμένοντας να δει την επόμενη κίνησή της. Η υποκόμησσα κοίταζε προσεκτικά τον κουνιάδο της, ψελλίζοντας κάτι και γνέφοντας με τα χέρια και δείχνοντας προς την κατεύθυνση του ήχου. Ο Γκρέγκορι έγνεψε καταφατικά κι έπειτα κινήθηκε μπροστά με αθόρυβα βήματα. Τα πόδια του διέσχιζαν τον χώρο με εντυπωσιακή ταχύτητα, ώσπου... Η Λούσι αναστέναξε. Πριν προλάβει να ανοιγοκλείσει τα βλέφαρά της, ο Γκρέγκορι είχε ορμήσει μπροστά, βγάζοντας έναν αλλόκοτο, αρχέγονο ήχο από τον λάρυγγά του. Έπειτα έκανε ένα σάλτο στον αέρα και προσγειώθηκε με έναν γδούπο και μια κραυγή: «Σε έπιασα!» «Ω, όχι». Το χέρι της Λούσι κάλυψε το στόμα της. Ο κύριος Μπρίτζερτον είχε ρίξει κάποιον στο έδαφος και τα χέρια του έδειχναν επικίνδυνα κοντά στον λαιμό του αιχμαλώτου του. Η λαίδη Μπρίτζερτον έτρεξε προς το μέρος τους και η Λούσι, όταν τους είδε, θυμήθηκε επιτέλους ότι έχει κι εκείνη πόδια κι έτρεξε στο ίδιο σημείο. Αν ήταν ο Ρίτσαρντ –Ω, σε παρακαλώ, ας μην είναι ο Ρίτσαρντ!–, έπρεπε να φτάσει δίπλα του πριν τον σκοτώσει ο κύριος Μπρίτζερτον. «Άσε με… Άφησέ με!» «Ρίτσαρντ!» φώναξε στριγκλίζοντας η Λούσι. Ήταν η φωνή του. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Η μορφή που ήταν πεσμένη στο έδαφος του πορτοκαλεώνα γύρισε κι έτσι μπόρεσε να δει το πρόσωπό του. «Λούσι;» Έδειχνε σαστισμένος. «Ω Ρίτσαρντ!» Ένα ολόκληρο σύμπαν απογοήτευσης χώρεσε μέσα σ’ εκείνες τις δύο λέξεις. «Πού είναι εκείνη;» ρώτησε ο Γκρέγκορι. «Πού είναι ποια;» Η Λούσι ένιωσε ναυτία. Ο Ρίτσαρντ παρίστανε τον αδαή. Τον ήξερε πολύ καλά. Έλεγε ψέματα. «Η δεσποινίδα Γουάτσον», μούγκρισε ο Γκρέγκορι. «Δεν ξέρω γιατί...» Ένας τρομερός ήχος, σαν βρυχηθμός, ακούστηκε μέσα από τον λάρυγγα του Ρίτσαρντ. «Γκρέγκορι!» Η λαίδη Μπρίτζερτον τον άρπαξε από το μπράτσο. «Σταμάτα!» Χαλάρωσε τη λαβή του. Ελάχιστα. «Ίσως να μην είναι εδώ», είπε η Λούσι. Ήξερε ότι δεν ήταν αλήθεια, αλλά κατά κάποιο τρόπο αυτό έμοιαζε να δίνει λύση στη συγκεκριμένη κατάσταση. «Ο Ρίτσαρντ

******ebook converter DEMO Watermarks*******


λατρεύει τα λουλούδια. Πάντα τα λάτρευε. Και δεν του αρέσουν οι γιορτές». «Αυτό είναι αλήθεια», είπε ο Ρίτσαρντ με έναν αναστεναγμό. «Γκρέγκορι», είπε η λαίδη Μπρίτζερτον, «πρέπει να τον αφήσεις». Η Λούσι γύρισε να την κοιτάξει καθώς μιλούσε και τότε το είδε. Πίσω από τη λαίδη Μπρίτζερτον. Ροζ. Ελάχιστο ροζ. Μόλις που φαινόταν ανάμεσα στα φυτά. Η Ερμιόνη φορούσε ροζ. Εκείνη ακριβώς την απόχρωση. Τα μάτια της Λούσι άνοιξαν διάπλατα. Ίσως να ήταν απλώς ένα λουλούδι. Υπήρχαν ένα σωρό ροζ λουλούδια. Γύρισε πάλι προς τον Ρίτσαρντ. Γρήγορα. Υπερβολικά γρήγορα. Ο κύριος Μπρίτζερτον είδε το κεφάλι της να γυρίζει απότομα. «Τι είδατε;» τη ρώτησε. «Τίποτα». Αλλά δεν την πίστεψε. Άφησε τον Ρίτσαρντ κι άρχισε να κινείται προς την κατεύθυνση που κοίταζε η Λούσι, αλλά ο Ρίτσαρντ κύλησε στο πλάι και τον άρπαξε από τους αστραγάλους. Ο Γκρέγκορι έπεσε στο έδαφος με μια κραυγή και γρήγορα πήρε τη ρεβάνς, άρπαξε τον Ρίτσαρντ από το πουκάμισο και τον τράβηξε τόσο δυνατά, που έγδαρε το κεφάλι του στο έδαφος. «Μη!» φώναξε η Λούσι και όρμησε μπροστά. Θεέ και Κύριε! Μα αυτοί θα σκοτώνονταν. Στην αρχή ήταν από πάνω ο κύριος Μπρίτζερτον, μετά ο Ρίτσαρντ, μετά ο κύριος Μπρίτζερτον, μετά δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποιος νικούσε και όλη την ώρα γρονθοκοπούσαν ο ένας τον άλλο. Η Λούσι ήθελε απελπισμένα να τους χωρίσει, αλλά δεν ήξερε πώς να το κάνει χωρίς να διακινδυνεύσει τη δική της σωματική ακεραιότητα. Οι δυο τους δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν κάτι τόσο κοινότοπο σαν την ανθρώπινη παρουσία. Ίσως η λαίδη Μπρίτζερτον να μπορούσε να τους σταματήσει. Στο σπίτι της βρίσκονταν και οι καλεσμένοι ήταν δική της ευθύνη. Θα μπορούσε να διαχειριστεί την κατάσταση με περισσότερο κύρος από ό,τι θα έλπιζε ποτέ να έχει η Λούσι. Η Λούσι γύρισε. «Λαίδη Μπρ...» Οι λέξεις εξατμίστηκαν μέσα στον λαιμό της. Η λαίδη Μπρίτζερτον δεν ήταν εκεί όπου βρισκόταν λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα. Ω, όχι. Η Λούσι στριφογύριζε σαν τρελή το κεφάλι της. «Λαίδη Μπρίτζερτον; Λαίδη Μπρίτζερτον;» Και τότε την είδε, επέστρεφε ξανά προς τη Λούσι, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στα φυτά, με την παλάμη της τυλιγμένη σφιχτά γύρω από τον καρπό της Ερμιόνης. Τα μαλλιά της Ερμιόνης ήταν ανακατεμένα και το φόρεμά της ήταν τσαλακωμένο και βρόμικο και –Θεέ και Κύριε!– έδειχνε έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Ερμιόνη;» ψιθύρισε η Λούσι. Μα τι είχε συμβεί; Τι είχε κάνει ο Ρίτσαρντ;

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Για μια στιγμή η Ερμιόνη δεν έκανε τίποτα. Απλώς έστεκε εκεί σαν ένοχο κουτάβι, με το χέρι της χαλαρά τεντωμένο μπροστά της, λες και είχε ξεχάσει ότι η λαίδη Μπρίτζερτον ήδη την κρατούσε από τον καρπό. «Ερμιόνη, τι συνέβη;» Η λαίδη Μπρίτζερτον την άφησε και η Ερμιόνη ήταν σαν νερό που αποδεσμεύτηκε μέσα από ένα φράγμα. «Ω Λούσι», φώναξε και η φωνή της έσπασε καθώς όρμησε μπροστά. «Λυπάμαι πολύ». Η Λούσι έμεινε μαρμαρωμένη από το σοκ, αγκαλιάζοντάς την… αλλά όχι ακριβώς. Η Ερμιόνη ήταν γαντζωμένη πάνω της σαν μικρό παιδί, αλλά η Λούσι δεν ήξερε τι να κάνει. Τα χέρια της τα ένιωθε ξένα, αποκομμένα από το σώμα της. Κοίταξε πέρα από την Ερμιόνη, κάτω, στο έδαφος. Οι άντρες είχαν επιτέλους σταματήσει την πάλη, αλλά δεν ήταν σίγουρη ότι την ένοιαζε τώρα πια. «Ερμιόνη;» η Λούσι έκανε ένα βήμα πίσω, σε απόσταση αρκετή για να βλέπει το πρόσωπό της. «Τι συνέβη;» «Ω Λούσι», της είπε η Ερμιόνη. «Σκίρτησα». Μία ώρα αργότερα η Ερμιόνη και ο Ρίτσαρντ ήταν αρραβωνιασμένοι με προοπτική να παντρευτούν. Η λαίδη Λουσίντα επέστρεψε στη γιορτή. Όχι πως θα μπορούσε να συγκεντρωθεί σε οτιδήποτε της έλεγαν, αλλά η Κέιτ επέμενε. Ο Γκρέγκορι ήταν μεθυσμένος. Ή, τουλάχιστον, έκανε ό,τι μπορούσε για να μεθύσει. Υπέθεσε ότι η συγκεκριμένη νύχτα του είχε κάνει μερικές μικρές χάρες. Δεν είχε πιάσει επ’ αυτοφώρω τον λόρδο Φένσγουορθ και τη δεσποινίδα Γουάτσον. Ό,τι κι αν έκαναν –και ο Γκρέγκορι σπαταλούσε τεράστια ποσά ενέργειας για να μην το φαντάζεται– το είχαν σταματήσει όταν η Κέιτ φώναξε το όνομα του Φένσγουορθ. Ακόμα και τώρα, όλα έμοιαζαν με φάρσα. Η Ερμιόνη είχε ζητήσει συγγνώμη, έπειτα η Λούσι είχε ζητήσει συγγνώμη, έπειτα η Κέιτ είχε ζητήσει συγγνώμη, κάτι που ήταν τελείως ασυνήθιστο για τον χαρακτήρα της, ώσπου ολοκλήρωσε με τη φράση: «Αλλά από αυτή τη στιγμή είστε αρραβωνιασμένοι και θα παντρευτείτε σύντομα». Ο Φένσγουορθ έδειχνε πανευτυχής, αυτός ο ενοχλητικός γελοίος τυπάκος, κι έπειτα είχε το θράσος να χαμογελάσει θριαμβευτικά στον Γκρέγκορι. Κι ο Γκρέγκορι τον χτύπησε με τα γόνατα στα αχαμνά. Όχι υπερβολικά δυνατά. Θα μπορούσες να το πεις και ατύχημα. Αλήθεια. Ήταν ακόμα πεσμένοι στο έδαφος, ακίνητοι σε μια αδέξια θέση. Ήταν απόλυτα πιθανό να γλίστρησε το γόνατό του. Προς τα πάνω. Ό,τι κι αν είχε συμβεί, ο Φένσγουορθ βόγκηξε και κατέρρευσε. Ο Γκρέγκορι κύλησε στο πλάι τη στιγμή που ο υποκόμης χαλάρωσε τη λαβή του και στάθηκε όρθιος με μια αβίαστη κίνηση. «Λυπάμαι πολύ», είπε στις κυρίες. «Δεν ξέρω τι έπαθε».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Και, απ’ ό,τι φάνηκε, αυτό ήταν όλο κι όλο. Η δεσποινίδα Γουά​τσον του ζήτησε συγγνώμη – αφού πρώτα ζήτησε συγγνώμη στη Λούσι, μετά στην Κέιτ, μετά στον Φένσγουορθ, ένας Θεός ήξερε γιατί, καθώς ήταν προφανώς ο νικητής της βραδιάς. «Οι συγγνώμες περιττεύουν», είπε κοφτά ο Γκρέγκορι. «Όχι, αλλά εγώ...» Έδειχνε λυπημένη, αλλά ο Γκρέγκορι σκοτίστηκε για κάτι τέτοιο εκείνη τη στιγμή. «Όντως πέρασα υπέροχα στο πρωινό», του είπε. «Απλώς ήθελα να το ξέρετε». Γιατί; Γιατί να το πει αυτό; Μήπως νόμιζε ότι θα τον έκανε να νιώσει καλύτερα; Ο Γκρέγκορι δεν είπε λέξη. Της έγνεψε μόνο κι έπειτα αποσύρθηκε. Οι υπόλοιποι θα κανόνιζαν μόνοι τους τις λεπτομέρειες. Δεν είχε δεσμούς με το ζεύγος ούτε και ευθύνες απέναντι σ’ εκείνους ή στην περιουσία τους. Δεν τον ενδιέφερε πότε ή πώς θα ενημερώνονταν οι οικογένειές τους. Σκοτίστηκε. Τίποτα δεν τον ένοιαζε από όλα αυτά. Έτσι έφυγε. Χρειαζόταν μόνο ένα μπουκάλι μπράντι. Και τώρα βρισκόταν στο γραφείο του αδελφού του, έπινε το ποτό του αδελφού του κι αναρωτιόταν τι στο καλό σήμαιναν όλα αυτά. Τώρα πια τη δεσποινίδα Γουάτσον την είχε χάσει, αυτό ήταν σαφές. Εκτός αν ήθελε να την απαγάγει, φυσικά. Που δεν ήθελε. Αυτό ήταν παραπάνω κι από βέβαιο. Πιθανότατα θα στρίγκλιζε σαν ηλίθια σε όλη τη διαδρομή. Επιπλέον, υπήρχε και το ζήτημα ότι πιθανώς είχε ήδη δοθεί στον ​Φένσγουορθ. Ω, και ο Γκρέγκορι θα κατέστρεφε την καλή του φήμη. Αυτό ήταν. Δεν απάγεις ένα κορίτσι καλής ανατροφής –ειδικά ένα κορίτσι αρραβωνιασμένο με κόμη– περιμένοντας να παραμείνει ακηλίδωτο το καλό σου όνομα. Τι της είχε πει άραγε ο κόμης για να την ξεμοναχιάσει; Αναρωτήθηκε τι εννοούσε η Ερμιόνη όταν είπε ότι είχε σκιρτήσει. Αναρωτήθηκε αν θα τον καλούσαν στον γάμο. Χμ. Ίσως. Η Λούσι θα επέμενε να τον καλέσουν, σωστά; Πώς όχι με τόση τυπολατρεία; Καλοί τρόποι και ξερό ψωμί. Και τώρα τι; Μετά από τόσο πολλά χρόνια που ένιωθε άχρηστος, να περιμένει και να ξαναπεριμένει να μπουν στη θέση τους τα κομμάτια του παζλ της ζωής του, νόμιζε ότι επιτέλους είχε βρει τη λύση. Βρήκε τη δεσποινίδα Γουάτσον και ήταν έτοιμος να κάνει το βήμα και να την κατακτήσει. Ο κόσμος ήταν λαμπερός και καλός και φωτεινός και πολλά υποσχόμενος. Ω, εντάξει, ο κόσμος ήταν απόλυτα λαμπερός και καλός και φωτεινός και πολλά υποσχόμενος και πριν. Δεν ήταν καθόλου δυστυχισμένος. Για την ακρίβεια, δεν τον ενοχλούσε η αναμονή. Δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε να βρει τη νυφούλα του τόσο σύντομα. Ήξερε ότι υπήρχε ο έρωτας, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι την ήθελε εδώ και τώρα. Είχε μια πολύ ευχάριστη ζωή πριν. Να πάρει, οι περισσότεροι άντρες θα έδιναν ό,τι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


είχαν και δεν είχαν για να πάρουν τη θέση του. Όχι ο Φένσγουορθ, φυσικά. Ο μπάσταρδος, πιθανότατα εκείνη τη στιγμή να φανταζόταν μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της γαμήλιας νύχτας του. Ο ηλίθιος, ο... Άδειασε μονορούφι το ποτήρι του και το ξαναγέμισε. Τι σήμαιναν, λοιπόν, όλα αυτά; Τι σήμαινε να έχεις γνωρίσει τη γυναίκα που σε κάνει να ξεχνάς να πάρεις ανάσα και να παντρεύεται ξαφνικά με κάποιον άλλο; Τι υποτίθεται ότι έπρεπε να κάνει τώρα; Να κάθεται και να περιμένει μήπως και νιώσει ρίγη στη θέα του λαιμού κάποιας άλλης; Ήπιε άλλη μια γουλιά. Τέρμα οι λαιμοί. Τους είχε υπερτιμήσει. Κάθισε πίσω αναπαυτικά, σταυρώνοντας τα πόδια του πάνω στο γραφείο του αδελφού του. Ο Άντονι θα το μισούσε αυτό φυσικά, αλλά μήπως ήταν στο δωμάτιο; Όχι. Μήπως είχε μόλις ανακαλύψει ότι η γυναίκα που έλπιζε να παντρευτεί είχε πέσει στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα; Όχι. Και πιο συγκεκριμένα, μήπως το πρόσωπό του είχε πρόσφατα χρησιμοποιηθεί ως σάκος του μποξ από έναν νεαρό κόμη που ήταν σε απίστευτη φόρμα; Οπωσδήποτε όχι. Ο Γκρέγκορι άγγιξε διστακτικά το ζυγωματικό του. Και το δεξί του μάτι. Δεν θα ήταν γοητευτικός αύριο, αυτό ήταν σίγουρο. Αλλά ούτε και ο Φένσγουορθ, σκέφτηκε πανευτυχής. Πανευτυχής; Ήταν πανευτυχής; Ποιος να το φανταζόταν; Έβγαλε έναν αργό αναστεναγμό, προσπαθώντας να εκτιμήσει το πόσο νηφάλιος ήταν. Το μπράντι θα ήταν. Η ευτυχία δεν ήταν στο πρόγραμμα εκείνη τη βραδιά. Αν και… Ο Γκρέγκορι σηκώθηκε όρθιος. Έτσι, για δοκιμή. Σαν μια μικρή επιστημονική έρευνα. Μπορούσε να σταθεί όρθιος; Μπορούσε. Μπορούσε να περπατήσει; Ναι! Ναι, αλλά μπορούσε να περπατήσει ευθεία; Σχεδόν. Χμ. Δεν ήταν και τόσο τύφλα όσο νόμιζε. Θα μπορούσε να βγει. Δεν είχε νόημα να πάει στράφι η απροσδόκητα καλή του διάθεση. Πήγε ως την πόρτα και ακούμπησε το χέρι του στο πόμολο. Σταμάτησε κι έγειρε το κεφάλι του σκεφτικός. Το μπράντι θα ήταν. Αλήθεια, δεν υπήρχε άλλη εξήγηση.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 11 Στο οποίο ο ήρωάς μας κάνει κάτι που δεν θα περίμενε ποτέ Η ειρωνεία της βραδιάς αφορούσε και τη Λούσι καθώς επέστρεφε στο δωμάτιό της. Μόνη. Μετά τον πανικό του κυρίου Μπρίτζερτον για την εξαφάνιση της Ερμιόνης… μετά την έντονη επίπληξη στη Λούσι επειδή έφυγε τρέχοντας μόνη καταμεσής μιας βραδιάς που αποδεικνυό​ταν κάπως ατυχής… μετά τον αναγκαστικό, μα τον Θεό, αρραβώνα ενός ζευγαριού, κανείς δεν πρόσεξε πως η Λούσι έφυγε από τον χορό μόνη. Ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η λαίδη Μπρίτζερτον είχε επιμείνει να επιστρέψει στη γιορτή. Ουσιαστικά είχε πάρει σηκωτή τη Λούσι και την είχε εμπιστευτεί στη φροντίδα κάποιου ή μιας άλλης θείας πριν βρει τη μητέρα της Ερμιόνης, η οποία, προφανώς, δεν είχε ιδέα για ό,τι την περίμενε. Κι έτσι η Λούσι στεκόταν στην άκρη της αίθουσας χορού σαν ηλίθια, κοιτάζοντας τους υπόλοιπους καλεσμένους, και αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν να μη γνωρίζουν τα γεγονότα της βραδιάς. Της φαινόταν ασύλληπτο το γεγονός ότι τρεις ζωές μπορούσαν να ανατραπούν και ο υπόλοιπος κόσμος να συνεχίζει να πορεύεται ως συνήθως. Όχι, σκέφτηκε, μάλλον λυπημένη, για την ακρίβεια – ήταν τέσσερις οι ζωές που ανατράπηκαν. Έπρεπε να υπολογίσει και του κυρίου Μπρίτζερτον. Τα σχέδιά του για το μέλλον ήταν τελείως διαφορετικά στην αρχή της βραδιάς. Αλλά όχι, όλοι οι άλλοι έμοιαζαν απόλυτα φυσιολογικοί. Χόρευαν, γελούσαν, έτρωγαν σάντουιτς, που ήταν ακόμα δυστυχώς ανακατεμένα σε μία και μόνο πιατέλα σερβιρίσματος. Ήταν το πιο παράξενο θέαμα. Δεν θα έπρεπε έστω κάτι να φαντάζει διαφορετικό; Δεν θα έπρεπε κάποιος να πλησιάσει τη Λούσι και να πει, με βλέμμα απορημένο: Δείχνεις κάπως αλλαγμένη. Α, ξέρω. Ο αδελφός σου πρέπει να αποπλάνησε την καλύτερή σου φίλη. Κανείς δεν το έκανε αυτό, φυσικά, και όταν η Λούσι είδε την αντανάκλασή της σε έναν καθρέφτη, απόρησε που έδειχνε ίδια κι απαράλλαχτη. Λίγο κουρασμένη ίσως, λίγο χλωμή ίσως, αλλά εκτός από αυτά, η παλιά καλή Λούσι. Ξανθά μαλλιά, όχι υπερβολικά ξανθά. Μπλε μάτια, και πάλι, όχι υπερβολικά μπλε. Αλλόκοτο σχήμα στόματος που σχεδόν ποτέ δεν έμενε ακίνητο όπως ήθελε εκείνη και η ίδια ακαθόριστη μύτη με τις ίδιες εφτά φακίδες, συμπεριλαμβανομένης εκείνης κοντά στο μάτι της, που κανείς δεν παρατηρούσε παρά μόνο η ίδια.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Όντως έμοιαζε με τον χάρτη της Ιρλανδίας. Δεν ήξερε γιατί το έβρισκε ενδιαφέρον αυτό, αλλά πάντα συνέβαινε. Αναστέναξε. Δεν είχε πάει ποτέ στην Ιρλανδία και πιθανότατα δεν θα πήγαινε ποτέ. Φαινόταν ανόητο που αυτό ξαφνικά την ενοχλούσε, γιατί ποτέ της δεν ήθελε να πάει στην Ιρλανδία. Αλλά, αν ήθελε να πάει, θα έπρεπε να το ζητήσει από τον λόρδο Χέιζελμπι, σωστά; Δεν είχε και μεγάλη διαφορά από το να πρέπει να ζητήσει από τον θείο Ρόμπερτ την άδεια για να κάνει οτιδήποτε, αλλά κατά κάποιο τρόπο… Τίναξε το κεφάλι. Αρκετά. Ήταν μια παράξενη νύχτα και τώρα η διάθεσή της ήταν παράξενη, κολλημένη σε όλη της την παραδοξότητα καταμεσής ενός χορού μεταμφιεσμένων. Ήταν σαφές πως εκείνο που χρειαζόταν ήταν να πάει για ύπνο. Κι έτσι, μετά από τριάντα λεπτά προσπάθειας να δείχνει ότι δια​σκεδάζει, τελικά έγινε φανερό ότι η θεία στην οποία την είχαν εμπιστευτεί δεν είχε καταλάβει καλά τις προθέσεις της. Δεν ήταν δύσκολο να το συμπεράνει κανείς. Όταν η Λούσι προσπάθησε να της μιλήσει, στρίγκλισε κάτω από τη μάσκα της και φώναξε: «Σήκωσε λίγο το πιγούνι σου να σε δω, καλέ! Σε ξέρω;» Η Λούσι αποφάσισε ότι δεν έπρεπε να χάσει τέτοια ευκαιρία κι έτσι απάντησε: «Συγγνώμη. Σας πέρασα για κάποια άλλη», και βγήκε αμέσως από την αίθουσα χορού. Μόνη. Αλήθεια, ήταν σχεδόν αστείο. Σχεδόν. Ωστόσο, δεν ήταν χαζή και είχε ήδη διασχίσει μεγάλο μέρος του σπιτιού εκείνη τη βραδιά για να ξέρει πως, ενώ οι καλεσμένοι είχαν ξεχυθεί στα δυτικά και νότια της αίθουσας χορού, δεν είχαν περιπλανηθεί προς τη βόρεια πτέρυγα, όπου βρίσκονταν τα ιδιωτικά διαμερίσματα της οικογένειας. Για να ακριβολογούμε, ούτε η Λούσι έπρεπε να πάει προς τα εκεί, αλλά μετά από όσα είχε περάσει τις τελευταίες ώρες σκέφτηκε ότι της άξιζε να χαλαρώσει λίγο. Αλλά όταν έφτασε στον μακρύ διάδρομο που οδηγούσε βόρεια, είδε μια κλειστή πόρτα. Η Λούσι βλεφάρισε έκπληκτη. Δεν είχε παρατηρήσει ποτέ μία πόρτα σ’ εκείνο το σημείο. Υπέθετε ότι οι Μπρίτζερτον συνήθως την άφηναν ανοιχτή. Μετά ανησύχησε. Σίγουρα θα ήταν κλειδωμένη – για ποιο άλλο λόγο να είναι κλειστή μία πόρτα αν όχι για να αποτρέψει τους ανθρώπους από το να μπουν; Αλλά το πόμολο κινήθηκε εύκολα. Η Λούσι έκλεισε προσεκτικά την πόρτα πίσω της, πραγματικά γεμάτη ανακούφιση. Δεν μπορούσε να επιστρέψει στη γιορτή. Ήθελε απλώς να τρυπώσει στο κρεβάτι της, να σκεπαστεί με τα παπλώματα, να κλείσει τα μάτια και να κοιμηθεί, να κοιμηθεί, να κοιμηθεί. Της φαινόταν ο ίδιος ο παράδεισος. Και με λίγη τύχη, η Ερμιό​​νη δεν θα είχε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


επιστρέψει ακόμα. Ή, ακόμα καλύτερα, η μητέρα της θα επέμενε να μείνει τη νύχτα στο δικό της δωμάτιο. Ναι, η ιδιωτικότητα έμοιαζε εξαιρετικά ποθητή τη συγκεκριμένη στιγμή. Ήταν σκοτεινά καθώς περπατούσε, αλλά και ήσυχα. Μετά από λίγα λεπτά, τα μάτια της Λούσι συνήθισαν στο ημίφως. Δεν υπήρχαν λυχνάρια ή κεριά για να φωτίζουν τον διάδρομο, αλλά λίγες πόρτες έμεναν ανοιχτές και άφηναν απαλές κηλίδες από το φεγγαρόφωτο να σχηματίζουν παραλληλόγραμμα πάνω στο χαλί. Βάδιζε αργά και με μια αλλόκοτη αποφασιστικότητα. Κάθε βήμα ήταν προσεκτικά μετρημένο και στοχευμένο, λες και ισορροπούσε πάνω σε μια λεπτή γραμμή, τεντωμένη στο κέντρο του διαδρόμου. Ένα, δύο… Τίποτα το μη φυσιολογικό. Συχνά μετρούσε τα βήματά της. Και πάντα το έκανε στις σκάλες. Είχε εκπλαγεί όταν πήγε στο σχολείο και συνειδητοποίησε ότι οι άλλοι άνθρωποι δεν το έκαναν. …τρία, τέσσερα… Το χαλί έμοιαζε μονόχρωμο στο φεγγαρόφωτο, αλλά η Λούσι ήξερε ότι οι μεγάλοι ρόμβοι ήταν κόκκινοι και οι μικρότεροι χρυσοί. Αναρωτήθηκε αν μπορούσε να πατάει μόνο πάνω στα χρυσά τμήματα. …πέντε, έξι… Ή ίσως στα κόκκινα. Τα κόκκινα θα ήταν πιο εύκολα. Δεν ήταν η ιδανική νύχτα για να προκαλείς την τύχη σου. …εφτά, οχτώ, εν… «Ω!» Έπεσε πάνω σε κάτι. Θεέ και Κύριε, πάνω σε κάποιον! Κοίταζε κάτω, ακολουθώντας τους κόκκινους ρόμβους και δεν είχε δει… αλλά δεν θα έπρεπε να την έχει δει το άλλο πρόσωπο; Δύο στιβαρά χέρια την κράτησαν από τα μπράτσα και την ισορρόπησαν. Και τότε... «Λαίδη Λουσίντα;» Πάγωσε. «Κύριε Μπρίτζερτον;» Η φωνή του ήταν σιγανή και απαλή μες στο σκοτάδι. «Αυτό κι αν είναι σύμπτωση». Εκείνη απομακρύνθηκε προσεκτικά –την είχε αρπάξει από τα μπράτσα για να αποτρέψει την πτώση της– κι έκανε μερικά βήματα πίσω. Εκείνος έδειχνε τεράστιος μέσα στον στενό διάδρομο. «Τι κάνετε εδώ;» τον ρώτησε. Της χάρισε ένα χαμόγελο γεμάτο καχυποψία. «Κι εσείς; Τι κάνετε εδώ;» «Πηγαίνω για ύπνο. Αυτός ο διάδρομος μου φάνηκε η καλύτερη διαδρομή», του εξήγησε κι έπειτα πρόσθεσε κάπως ωμά: «Δεδομένου ότι είμαι ασυνόδευτη». Έγειρε το κεφάλι του. Έξυσε το φρύδι του. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα. Και τελικά είπε: «Αυτή είναι η λέξη;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Για κάποιο λόγο αυτό την έκανε να γελάσει. Όχι ακριβώς τα χείλη της, αλλά μέσα της, εκεί που είχε σημασία. «Δεν νομίζω», του απάντησε, «αλλά, ειλικρινά, ποσώς με ενδιαφέρει». Της χαμογέλασε ανεπαίσθητα, έπειτα έγνεψε προς το δωμάτιο από το οποίο πρέπει να είχε μόλις βγει. «Ήμουν στο γραφείο του αδελφού μου. Σκεφτόμουν». «Σκεφτόσαστε;» «Υπάρχουν πολλά να σκεφτεί κανείς απόψε, δεν νομίζετε;» «Ναι». Κοίταξε τριγύρω στον διάδρομο. Σε περίπτωση που υπήρχε και κάποιος άλλος, αν και ήταν σχεδόν βέβαιη ότι δεν υπήρχε κανείς. «Δεν θα έπρεπε να είμαι μόνη εδώ μαζί σας». Εκείνος έγνεψε καταφατικά με αργές κινήσεις. «Δεν θα ήθελα να δημιουργήσω πρόβλημα στον αρραβώνα σας». Η Λούσι ούτε καν που το είχε σκεφτεί αυτό. «Εννοούσα μετά από όλα όσα συνέβησαν με την Ερμιόνη και...» Και τότε της φάνηκε κάπως σκληρό να το ξεστομίσει. «Δηλαδή, είμαι σίγουρη ότι έχετε υπόψη ποιον εννοώ». «Όντως». Εκείνη ξεροκατάπιε κι έπειτα προσπάθησε να κρύψει ότι τον κοίταζε στο πρόσωπο για να δει αν ήταν ταραγμένος. Εκείνος απλώς ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα, έπειτα ανασήκωσε τους ώμους και η έκφρασή του ήταν… Αδιάφορη; Δάγκωσε το πάνω χείλι της. Όχι, αδύνατον. Θα πρέπει να τον παρεξήγησε. Ήταν ένας ερωτευμένος άντρας. Της το είχε πει. Αλλά αυτό δεν την αφορούσε. Απαιτούσε ως έναν βαθμό μια αυτοϋπενθύμιση –για να προσθέσει άλλη μία λέξη στη με γοργούς ρυθμούς αυξανόμενη συλλογή της–, αλλά έτσι ήταν. Δεν την αφορούσε καθόλου. Ούτε στο παραμικρό. Δηλαδή, την αφορούσε μόνο στο κομμάτι που σχετιζόταν με τον αδελφό της και με την καλύτερη φίλη της. Κανείς δεν θα μπορούσε να πει ότι αυτό δεν την αφορούσε. Αν ήταν μόνο η Ερμιόνη ή αν ήταν μόνο ο Ρίτσαρντ, ίσως και να υπήρχε ένα επιχείρημα για να μη χώσει τη μύτη της στην όλη υπόθεση, αλλά με τους δυο μαζί... εντάξει, ήταν σαφές ότι την αφορούσε. Αλλά όσο για τον κύριο Μπρίτζερτον… δεν την αφορούσε καθόλου. Τον κοίταξε. Ο γιακάς στο πουκάμισό του είχε χαλαρώσει και διέκρινε μια μικροσκοπική γρατζουνιά στο δέρμα του σε σημείο που ήξερε ότι δεν έπρεπε να κοιτάξει. Καθόλου. Καθόλου! Δεν την αφορούσε καθόλου. Τίποτε από όλα αυτά. «Μάλιστα», του είπε, καταστρέφοντας τον αποφασιστικό τόνο στη φωνή της με έναν απολύτως ακούσιο βήχα. Με έναν σπασμό. Με έναν σπασμωδικό βήχα. Που κάθε τόσο διέκοπτε η φράση: «Πρέπει να φεύγω τώρα».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Αλλά ακούστηκε περισσότερο σαν… Τέλος πάντων, ακούστηκε σαν κάτι που ήταν βέβαιη ότι δεν μπορούσε να καταγραφεί με τα γράμματα του αγγλικού αλφαβήτου! Ίσως θα μπορούσε με το κυριλλικό αλφάβητο. Ή ίσως με το εβραϊκό. «Είστε καλά;» τη ρώτησε. «Απολύτως», του είπε με έναν αναστεναγμό κι έπειτα συνειδητοποίησε ότι συνέχιζε να κοιτάζει εκείνο το σημείο της αμυχής στον λαιμό του. Ήταν μάλλον προς το στήθος του κι αυτό σήμαινε ότι όντως επρόκειτο για απολύτως ακατάλληλο σημείο. Τράβηξε μακριά το βλέμμα της, έπειτα έβηξε και πάλι, αυτή τη φορά σκόπιμα. Γιατί έπρεπε να κάνει κάτι. Διαφορετικά, τα μάτια της θα κολλούσαν πάλι εκεί που δεν έπρεπε. Την κοίταξε, σχεδόν σαν την κουκουβάγια, καθώς συνερχόταν. «Καλύτερα;» Του έγνεψε καταφατικά. «Πολύ χαίρομαι». Χαίρεται; Χαίρεται; Τι σήμαινε αυτό, δηλαδή; Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Το μισώ όταν συμβαίνει αυτό». Συμπεριφέρεται σαν φυσιολογικός άνθρωπος, ηλίθια Λούσι. Σαν κάποιος που ξέρει πώς νιώθει κανείς με ερεθισμένο λαιμό. Έχανε τα λογικά της. Τουλάχιστον γι’ αυτό ήταν απολύτως σίγουρη. «Πρέπει να φύγω», του πέταξε. «Πρέπει». «Όντως πρέπει». Αλλά έστεκε εκεί ακίνητη. Την κοίταζε με τον πιο παράξενο τρόπο. Τα μάτια του είχαν στενέψει – όχι με τον θυμωμένο τρόπο που στενεύουμε συνήθως τα μάτια, αλλά σαν να σκεφτόταν πολύ έντονα κάτι. Σκεφτόταν. Αυτό ήταν. Σκεφτόταν, όπως το είχε πει και ο ίδιος. Μόνο που σκεφτόταν εκείνη. «Κύριε Μπρίτζερτον;» τον ρώτησε διστακτικά. Όχι πως ήξερε τι θα μπορούσε να τον ρωτήσει όταν θα της έδινε τον λόγο. «Πίνετε, λαίδη Λουσίντα;» Πίνετε; «Ορίστε;» Της χάρισε ένα ντροπαλό μικρό χαμόγελο. «Μπράντι. Ξέρω πού κρύβει το καλύτερο ο αδελφός μου». «Ω!» Θεέ και Κύριε. «Όχι. Φυσικά και όχι». «Τι κρίμα», μουρμούρισε εκείνος. «Ειλικρινά, δεν θα μπορούσα», πρόσθεσε, γιατί, τέλος πάντων, ένιωσε ότι έπρεπε να δώσει εξηγήσεις. Παρόλο που φυσικά και δεν έπινε αλκοόλ.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Και φυσικά εκείνος το ήξερε. Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν ξέρω γιατί ρώτησα». «Πρέπει να φύγω», του είπε. Αλλά εκείνος δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Ούτε κι εκείνη. Και αναρωτιόταν τι γεύση να είχε άραγε το μπράντι. Και αναρωτιόταν αν θα το μάθαινε ποτέ. «Σας άρεσε η γιορτή;» τη ρώτησε. «Η γιορτή;» «Δεν σας ανάγκασαν να επιστρέψετε;» Του έγνεψε καταφατικά, κοιτάζοντας ψηλά με απόγνωση. «Ναι, μου το σύστησαν κατηγορηματικά». «Άρα σας πήγε σηκωτή». Προς μεγάλη έκπληξή της, η Λούσι γέλασε. «Ναι, κάτι τέτοιο. Και δεν είχα τη μάσκα μου κι αυτό με έκανε να ξεχωρίζω κάπως». «Σαν μανιτάρι που φύτρωσε ξαφνικά;» «Σαν τι;...» Κοίταξε το φόρεμά της κι έγνεψε προς το χρώμα. «Ένα μπλε μανιτάρι». Έριξε μια ματιά στον εαυτό της κι έπειτα σ’ εκείνον. «Κύριε Μπρίτζερτον, είστε μεθυσμένος;» Εκείνος έγειρε λίγο προς τα εμπρός με ένα πονηρό και λίγο ανόητο χαμόγελο. Σήκωσε το χέρι του και έδειξε με τον αντίχειρα και τον δείκτη. «Λιγάκι μόνο». Τον κοίταξε με δυσπιστία. «Αλήθεια;» Χαμήλωσε το βλέμμα στα δάχτυλά του με μέτωπο ζαρωμένο κι έπειτα μεγάλωσε την απόσταση ανάμεσα στα δύο δάχτυλα. «Εντάξει, ίσως τόσο». Η Λούσι δεν ήξερε και πολλά για τους άντρες ούτε και για το αλκοόλ, αλλά ήξερε αρκετά και για τα δύο μαζί ώστε να ρωτήσει: «Δεν συμβαίνει πάντα αυτό;» «Όχι». Ύψωσε τα φρύδια του και την κοίταξε από ψηλά. «Συνήθως ξέρω πόσο μεθυσμένος είμαι». Η Λούσι δεν είχε ιδέα τι απάντηση να δώσει σε αυτό. «Αλλά, ξέρετε, απόψε δεν είμαι βέβαιος». Και ακούστηκε σαν να τον εξέπληττε αυτό. «Ω!» του απάντησε. Τελικά ήταν πολύ ομιλητική απόψε. Εκείνος χαμογέλασε. Ένιωσε μια περίεργη αίσθηση στο στομάχι της. Προσπάθησε να του ανταποδώσει το χαμόγελο. Όντως έπρεπε να φύγει. Και με τρόπο απόλυτα φυσικό, ούτε που κουνήθηκε. Το κεφάλι του έγειρε στο πλάι καθώς άφησε μια εκπνοή σκεφτικός κι εκείνη συνειδητοποίησε πως έκανε ό,τι ακριβώς της είχε πει – σκεφτόταν. «Σκεφτόμουν», της

******ebook converter DEMO Watermarks*******


είπε αργά, «ότι με δεδομένα όσα συνέβησαν απόψε…» Εκείνη έγειρε προς τα εμπρός, με προσμονή. Γιατί οι άνθρωποι αφήνουν τη φωνή τους να σέρνεται όταν πρόκειται να πουν κάτι στ’ αλήθεια σημαντικό; «Κύριε Μπρίτζερτον;» τον παρότρυνε, γιατί τώρα εκείνος άρχισε να κοιτάζει έναν πίνακα στον τοίχο. Ζάρωσε τα χείλη του σκεφτικός. «Δεν νομίζετε ότι θα έπρεπε να είμαι λίγο πιο ταραγμένος;» Τα χείλη της μισάνοιξαν από την έκπληξη. «Δεν είστε ταραγμένος;» Μα πώς ήταν δυνατόν; Ανασήκωσε τους ώμους του. «Όχι όσο θα έπρεπε να είμαι, αν σκεφτεί κανείς ότι η καρδιά μου ουσιαστικά σταμάτησε να χτυπάει την πρώτη φορά που αντίκρισα τη δεσποινίδα Γουάτσον». Η Λούσι χαμογέλασε κάπως σφιγμένα. Ίσιωσε πάλι το κεφάλι του και την κοίταξε και ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα – με απόλυτα καθαρό βλέμμα, λες και είχε μόλις καταλήξει σε ένα προφανές συμπέρασμα. «Γι’ αυτό υποπτεύομαι ότι φταίει το μπράντι». «Κατάλαβα». Δεν κατάλαβε, φυσικά, αλλά τι άλλο μπορούσε να πει; «Εσείς… ε… όντως φαινόσαστε ταραγμένος». «Ήμουν θυμωμένος», της εξήγησε. «Δεν είστε πια;» Το σκέφτηκε λίγο. «Ω, είμαι ακόμα θυμωμένος». Και η Λούσι ένιωσε την ανάγκη να ζητήσει συγγνώμη. Κάτι που ήξερε πως ήταν γελοίο, γιατί για τίποτε από όλα αυτά δεν έφταιγε εκείνη. Αλλά ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα της εκείνη η ανάγκη να ζητάει συγγνώμη για τα πάντα. Δεν μπορούσε να το αποφύγει. Ήθελε όλοι να είναι ευτυχισμένοι. Πάντα το ήθελε αυτό. Όλα ήταν πιο τακτοποιημένα έτσι. Πιο τακτικά. «Λυπάμαι που δεν σας πίστεψα σχετικά με τον αδελφό μου», του είπε. «Δεν ήξερα. Ειλικρινά, δεν ήξερα». Την κοίταξε από ψηλά και τα μάτια του ήταν γεμάτα καλοσύνη. Δεν ήταν σίγουρη πότε συνέβη αυτό, γιατί πριν από μια στιγμή έμοιαζε χαμένος και αδιάφορος. Αλλά τώρα… ήταν διαφορετικός. «Το ξέρω ότι δεν ξέρατε», της είπε. «Και δεν είναι ανάγκη να ζητάτε συγγνώμη». «Ξαφνιάστηκα όταν τους βρήκαμε, όπως κι εσείς». «Εγώ δεν ξαφνιάστηκα ιδιαίτερα», της είπε. Τρυφερά, σαν να προσπαθούσε να μην την πληγώσει. Να την κάνει να μη νιώθει τόσο τούβλο που δεν έβλεπε το αυτονόητο. Του έγνεψε. «Όχι, μάλλον δεν ξαφνιαστήκατε ιδιαίτερα. Εσείς συνειδητοποιήσατε τι συνέβαινε, ενώ εγώ όχι». Και ειλικρινά, ένιωθε κουτή. Πώς μπορούσε να είναι τόσο ανίδεη; Ήταν η Ερμιόνη και ο αδελφός της, για το όνομα του Θεού! Ο πρώτος που θα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


έπρεπε να καταλάβει ότι γεννιόταν ένα ειδύλλιο ήταν εκείνη. Ακολούθησε σιωπή –μια αλλόκοτη σιωπή– κι έπειτα εκείνος είπε: «Θα τα καταφέρω». «Μα φυσικά και θα τα καταφέρετε», τον καθησύχασε η Λούσι. Και τότε ένιωσε και η ίδια καθησυχασμένη, γιατί ήταν τόσο όμορφο και φυσικό να είναι ο άνθρωπος που προσπαθεί να τα διορθώνει όλα. Και αυτό ακριβώς έκανε. Έτρεχε από εδώ και από εκεί. Φρόντιζε όλοι να είναι ευτυχισμένοι και άνετοι. Τέτοιος άνθρωπος ήταν. Αλλά τότε εκείνος τη ρώτησε – μα γιατί τη ρώτησε; «Εσείς;» Δεν του είπε τίποτα. «Εννοώ αν θα τα καταφέρετε», διευκρίνισε. «Θα τα καταφέρετε», έκανε μια παύση, έπειτα ανασήκωσε τους ώμους, «κι εσείς;» «Φυσικά», έσπευσε να του απαντήσει. Νόμιζε ότι η συνομιλία είχε τελειώσει, αλλά τότε της είπε: «Είστε σίγουρη; Γιατί φαινόσαστε λίγο…» Ξεροκατάπιε, περιμένοντας αμήχανα την εκτίμησή του. «…ταραγμένη», ολοκλήρωσε τη φράση του. «Να, ξαφνιάστηκα», του είπε και χάρηκε που είχε μια απάντηση. «Και ήταν φυσικό να είμαι κάπως στενοχωρημένη». Αλλά άκουσε ένα ελαφρύ τραύλισμα στη φωνή της και αναρωτιόταν ποιον από τους δυο τους προσπαθούσε να πείσει. Εκείνος δεν είπε τίποτα. Εκείνη ξεροκατάπιε. Ήταν αμήχανη η στιγμή. Ήταν αμήχανη κι εκείνη, αλλά συνέχισε να μιλάει, συνέχισε να εξηγεί. Και είπε: «Δεν είμαι απόλυτα σίγουρη για το τι συνέβη». Και πάλι, εκείνος δεν μίλησε. «Ένιωσα λίγο… Να, εδώ ακριβώς…» Η παλάμη της κατευθύνθηκε προς το στήθος της, στο σημείο όπου είχε νιώσει ότι παραλύει. Σήκωσε το βλέμμα να τον κοιτάξει, να τον ικετέψει ουσιαστικά με το βλέμμα της να πει κάτι, να αλλάξει θέμα συζήτησης και να δώσει ένα τέλος στη συνομιλία τους. Αλλά εκείνος δεν το έκανε. Και η σιωπή την ωθούσε να δίνει εξηγήσεις. Αν της έκανε μια ερώτηση, αν έλεγε έστω μία λέξη παρηγοριάς, δεν θα του μιλούσε έτσι. Αλλά η σιωπή άφηνε μεγάλο κενό. Κι εκείνη έπρεπε να το γεμίσει. «Δεν μπορούσα να κουνηθώ», του είπε κι άκουγε τις λέξεις μία προς μία να εγκαταλείπουν τα χείλη της. Λες και μιλώντας, επιτέλους, επιβεβαίωνε τι είχε συμβεί. «Έφτασα στην πόρτα και δεν μπορούσα να την ανοίξω». Σήκωσε το βλέμμα να τον κοιτάξει, αναζητώντας απαντήσεις. Αλλά φυσικά δεν πήρε ούτε μία. «Δεν... δεν ξέρω γιατί ήμουν τόσο ταραγμένη». Η φωνή της ακούστηκε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


λαχανιασμένη, ίσως και νευρική. «Θέλω να πω... ήταν η Ερμιόνη. Και ο αδελφός μου. Εγώ... εγώ λυπάμαι για τον πόνο που νιώθετε, αλλά όλο αυτό τακτοποιήθηκε, θα έλεγα. Ή τουλάχιστον θα έπρεπε να έχει τακτοποιηθεί. Η Ερμιόνη θα γίνει αδελφή μου. Πάντα ήθελα μια αδελφή». «Οι αδελφές μερικές φορές μπορούν να είναι διασκεδαστικές». Της το είπε σχεδόν χαμογελώντας κι αυτό έκανε τη Λούσι να νιώσει καλύτερα. Είναι απίστευτο πόσο καλύτερα την έκανε να νιώσει. Και ήταν αρκετό για να κάνει τις λέξεις της να ξεχυθούν, αυτή τη φορά χωρίς καμία διστακτικότητα, χωρίς ούτε ένα τραύλισμα. «Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι είχαν φύγει μαζί. Θα έπρεπε να έχουν πει κάτι. Θα έπρεπε να μου έχουν πει ότι νοιάζονται ο ένας για τον άλλο. Δεν έπρεπε να το ανακαλύψω με αυτόν τον τρόπο. Δεν είναι σωστό». Τον άρπαξε από το μπράτσο και τον κοίταξε, το βλέμμα της ήταν φλογερό και επιτακτικό. «Δεν είναι σωστό, κύριε Μπρίτζερτον. Δεν είναι σωστό». Εκείνος έγνεψε αρνητικά με το κεφάλι, αλλά ανεπαίσθητα. Το πιγούνι του ίσα που κουνήθηκε. Το ίδιο και τα χείλη του όταν είπε «Όχι». «Όλα αλλάζουν», του ψιθύρισε και δεν μιλούσε πια για την Ερμιόνη. Αλλά δεν είχε σημασία, εκτός από το ότι δεν ήθελε πια να σκέφτεται. Δεν ήθελε να το σκέφτεται αυτό. Δεν ήθελε να σκέφτεται το μέλλον. «Όλα αλλάζουν», του ψιθύρισε, «κι εγώ δεν μπορώ να το σταματήσω αυτό». Με κάποιο μαγικό τρόπο το πρόσωπό του πλησίασε περισσότερο όταν είπε πάλι: «Όχι». «Με ξεπερνά αυτό». Δεν μπορούσε να σταματήσει να τον κοιτάζει, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του και συνέχιζε να το ψιθυρίζει –«Με ξεπερνά όλο αυτό»–, όταν πια η απόσταση μεταξύ τους είχε μηδενιστεί. Και τα χείλη του… άγγιξαν τα δικά της. Ήταν ένα φιλί. Είχε πάρει το πρώτο της φιλί. Εκείνη. Η Λούσι. Για μια φορά όλα αφορούσαν εκείνη. Ήταν στο κέντρο του κόσμου της. Αυτό σήμαινε ζωή. Και συνέβαινε σ’ εκείνη. Ήταν υπέροχο, γιατί το ένιωσε τόσο μεγάλο, τόσο μεταμορφωτικό. Κι όμως, ήταν ένα μικρό φιλάκι – απαλό, ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα, τόσο ελαφρύ, σχεδόν σαν γαργαλητό. Ένιωσε μια φωτιά, ένα ρίγος, μια ελαφράδα στο στήθος της. Το κορμί της λες κι έπαιρνε ζωή και ταυτόχρονα έμενε μαρμαρωμένο στη σωστή του θέση, σαν να φοβόταν πως με μια λάθος κίνηση όλα θα χάνονταν. Αλλά δεν ήθελε να χαθούν. Ο Θεός να τη βοηθούσε, αλλά το ήθελε όλο αυτό. Ήθελε αυτή τη στιγμή, ήθελε αυτή την ανάμνηση και ήθελε… Απλώς ήθελε. Τα πάντα. Όλα όσα μπορούσε να έχει.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Όλα όσα μπορούσε να νιώσει. Τα χέρια του την αγκάλιασαν κι εκείνη έγειρε κοντά του, αναστέναξε πάνω στο στόμα του όταν το κορμί της ήρθε σε επαφή με το δικό του. Αυτό ήταν, σκέφτηκε με μυαλό θολωμένο. Αυτό ήταν η μουσική. Αυτό ήταν συμφωνία. Αυτό ήταν σκίρτημα. Παραπάνω από σκίρτημα. Το στόμα του έγινε όλο και πιο απαιτητικό κι εκείνη του ανοίχτηκε, του αποκαλύφθηκε μέσα στη θέρμη του φιλιού του. Το φιλί του της μιλούσε, ήταν ένα κάλεσμα στην ψυχή της. Τα χέρια του την κρατούσαν όλο και πιο σφιχτά και τα δικά της τον τύλιξαν σαν κινούμενα φίδια, ώσπου στάθηκαν εκεί που τα μαλλιά του συναντούσαν τον γιακά του. Δεν είχε πρόθεση να τον αγγίξει, ούτε καν που το είχε σκεφτεί. Τα χέρια της λες και ήξεραν τον δρόμο, πώς να τον βρουν, πώς να τον φέρουν πιο κοντά της. Η πλάτη της κύρτωσε και η φωτιά ανάμεσά τους φούντωσε ακόμα περισσότερο. Και το φιλί συνεχιζόταν… δεν τελείωνε. Το ένιωθε στο στομάχι της, το ένιωθε στα δάχτυλα των ποδιών της. Αυτό το φιλί λες και ήταν παντού, διαπερνούσε το δέρμα της κι έφτανε κατευθείαν στην ψυχή της. «Λούσι», της ψιθύρισε και τα χείλη του επιτέλους άφησαν τα δικά της για να χαράξουν ένα καυτό μονοπάτι από το πιγούνι ως το αφτί της. «Θεέ μου, Λούσι». Εκείνη δεν ήθελε να μιλήσει, δεν ήθελε να κάνει το παραμικρό που θα διέκοπτε εκείνη τη στιγμή. Δεν ήξερε πώς να τον αποκαλέσει. Δεν μπορούσε να πει «Γκρέγκορι», αλλά το «κύριος Μπρίτζερτον» ακουγόταν πια λάθος. Ήταν κάτι παραπάνω από αυτό τώρα. Κάτι παραπάνω για κείνη. Είχε δίκιο νωρίτερα. Όντως όλα άλλαζαν. Δεν ένιωθε πια η ίδια. Ένιωθε… ...Αφυπνισμένη. Ο λαιμός της έγειρε προς τα πίσω όταν δάγκωσε τον λοβό του αφτιού της κι εκείνη βόγκηξε – σιγανοί, ακατανόητοι ήχοι ξετρύπωναν μέσα από τα χείλη της σαν τραγούδι. Ήθελε να βυθιστεί μέσα του. Ήθελε να λιώσει πάνω στο χαλί και να τον πάρει μαζί της. Ήθελε το βάρος του κορμιού του, ήθελε τη φωτιά του και ήθελε να τον αγγίξει... ήθελε να κάνει κάτι. Ήθελε να δράσει. Ήθελε να τολμήσει. Έφερε τα χέρια της στα μαλλιά του, βύθισε τα δάχτυλά της μέσα στις μεταξένιες μπούκλες του. Εκείνος έβγαλε ένα μικρό βογκητό. Και μόνο ο ήχος της φωνής του έκανε την καρδιά της να χτυπά ακόμα πιο γρήγορα. Εκείνος έκανε υπέροχα πράγματα στον λαιμό της... τα χείλη του, η γλώσσα του, τα δόντια του... δεν ήξερε τι από όλα, αλλά κάτι από όλα αυτά της έβαζε φωτιά. Τα χείλη του κατηφόρισαν στον κίονα του λαιμού της, ραντίζοντας με φωτιά το δέρμα της. Και τα χέρια του είχαν μετακινηθεί. Ήταν κολλημένα πάνω της σαν βεντούζες, την πίεζαν πάνω του, και όλα τα ένιωθε τόσο επιτακτικά. Δεν ήταν επιθυμία. Όχι πια. Ήταν ανάγκη.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Άραγε αυτό να είχε συμβεί και στην Ερμιόνη; Άραγε είχε βγει για έναν αθώο περίπατο με τον Ρίτσαρντ και μετά… αυτό; Η Λούσι καταλάβαινε τώρα. Κατάλαβε τι σήμαινε να θέλεις κάτι που ξέρεις ότι είναι λάθος, να επιτρέπεις να συμβεί ακόμα κι αν αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε σκάνδαλο και... Και τότε το είπε. Προσπάθησε. «Γκρέγκορι», του ψιθύρισε και τα χείλη της ένιωσαν τη γεύση του ονόματός του. Το ένιωσε σαν τρυφερότητα, σαν οικειότητα, λες και μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο, όλα γύρω της, με μία και μοναδική λέξη. Αν είπε το όνομά του, τότε μπορεί να γίνει δικός της κι εκείνη θα μπορούσε να ξεχάσει όλα τα υπόλοιπα, θα μπορούσε να ξεχάσει... Τον Χέιζελμπι. Θεέ και Κύριε! Μα ήταν αρραβωνιασμένη. Δεν ήταν πια μια δέσμευση. Είχαν υπογραφεί τα σχετικά έγγραφα. Κι εκείνη... «Όχι», του είπε, πιέζοντας τα χέρια της στο στήθος του. «Όχι, δεν μπορώ». Της επέτρεψε να τον απομακρύνει. Έστρεψε το κεφάλι της, φοβόταν να τον αντικρίσει. Ήξερε… ότι αν έβλεπε το πρόσωπό του… Ήταν αδύναμη. Δεν μπορούσε να αντισταθεί. «Λούσι», της είπε κι εκείνη διαπίστωσε ότι ο ήχος της φωνής του ήταν εξίσου αβάσταχτος με το πρόσωπό του. «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό». Του έγνεφε αρνητικά, εξακολουθώντας να μην τον κοιτάζει. «Είναι λάθος». «Λούσι». Κι αυτή τη φορά ένιωσε τα δάχτυλά του στο πιγούνι της να την πιέζουν να τον κοιτάξει. «Σε παρακαλώ, άφησέ με να σε συνοδεύσω πάνω», της είπε. «Όχι!» Αυτό ακούστηκε υπερβολικά δυνατά κι εκείνη σώπασε και ξεροκατάπιε αμήχανα. «Δεν μπορώ να το διακινδυνεύσω», του είπε, επιτρέποντας τελικά στα μάτια του να συναντήσουν τα δικά της. Ήταν λάθος της. Ο τρόπος που την κοίταζε. Τα μάτια του ήταν βλοσυρά, αλλά όχι μόνο. Μια υποψία τρυφερότητας, μια πινελιά ζεστασιάς. Και περιέργειας. Λες και… Λες και δεν ήταν σίγουρος γι’ αυτό που έβλεπε. Λες και την κοίταζε για πρώτη φορά. Θεέ και Κύριε, αυτό ακριβώς ήταν το πιο αβάσταχτο. Δεν ήξερε γιατί. Ίσως επειδή κοίταζε ακριβώς εκείνη. Ίσως επειδή η έκφρασή του ήταν τόσο… εκείνος. Ίσως και τα δύο. Ίσως δεν είχε σημασία. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, την τρομοκρατούσε όλο αυτό. «Δεν θα υποχωρήσω», της είπε. «Η ασφάλειά σου είναι ευθύνη μου». Η Λούσι αναρωτήθηκε τι είχε απογίνει ο ελαφρώς μεθυσμένος, χαρωπός άντρας με τον οποίο συνομιλούσε λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα. Τον είχε αντικαταστήσει κάποιος

******ebook converter DEMO Watermarks*******


άλλος. Κάποιος με αίσθηση ευθύνης. «Λούσι», της είπε και δεν ήταν ακριβώς ερώτηση, αλλά μάλλον υπενθύμιση. Θα έκανε το δικό του κι εκείνη απλώς έπρεπε να το παραδεχτεί. «Το δωμάτιό μου δεν είναι μακριά», του είπε σε μια ύστατη προσπάθεια. «Ειλικρινά, δεν χρειάζομαι βοήθεια. Θα φτάσω μόλις ανέβω εκείνη τη σκάλα». Και μετά από έναν διάδρομο και μετά από μια στροφή στη γωνία, αλλά δεν ήθελε να του τα πει όλα αυτά. «Τότε θα σε πάω ως τη σκάλα». Καλά να πάθει η Λούσι που διαφωνούσε. Δεν υπήρχε περίπτωση να υποχωρήσει. Η φωνή του ήταν ήρεμη, αλλά με έναν τόνο που δεν ήταν σίγουρη ότι είχε ξανακούσει στο παρελθόν. «Και θα μείνω εκεί μέχρι να φτάσεις στο δωμάτιό σου». «Δεν είναι απαραίτητο». Την αγνόησε. «Χτύπα τρεις φορές όταν φτάσεις». «Δεν πρόκειται να...» «Αν δεν σε ακούσω να χτυπάς, θα ανέβω πάνω για να διαπιστώσω προσωπικά ότι είσαι καλά». Σταύρωσε τα χέρια του κι εκείνη τον κοίταξε και αναρωτήθηκε αν θα ήταν τέτοιος άντρας και ως πρωτότοκος γιος. Είχε μια απροσδόκητη αυταρχικότητα. Θα ήταν καλός ως υποκόμης, συμπέρανε, παρόλο που δεν ήταν σίγουρη αν θα της άρεσε τόσο. Ο λόρδος Μπρίτζερτον κυριολεκτικά την τρομοκρατούσε, αν και σίγουρα θα είχε μια πιο τρυφερή πλευρά, γιατί λάτρευε τη γυναίκα και τα παιδιά του με τρόπο προφανή. Ωστόσο… «Λούσι». Ξεροκατάπιε κι έτριξε τα δόντια της, που αναγκαζόταν να παραδεχτεί ότι του είχε πει ψέματα. «Πολύ καλά», του είπε απρόθυμα. «Αν θέλετε να ακούσετε το χτύπημα στην πόρτα μου, θα πρέπει να ανέβετε τη σκάλα». Της έγνεψε καταφατικά και την ακολούθησε ως την κορυφή της σκάλας με τα δεκαεφτά σκαλοπάτια. «Θα σε δω αύριο», της είπε. Η Λούσι δεν είπε τίποτα. Είχε το προαίσθημα ότι δεν θα ήταν συνετό να μιλήσει. «Θα σε δω αύριο», επανέλαβε εκείνος. Του έγνεψε καταφατικά, γιατί έκρινε ότι έτσι έπρεπε και δεν ήξερε πώς θα μπορούσε να τον αποφύγει, έτσι κι αλλιώς. Και ήθελε να τον δει. Δεν έπρεπε να θέλει και το ήξερε ότι δεν έπρεπε να το κάνει, αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί. «Υποθέτω ότι θα φύγουμε αύριο», του είπε. «Πρέπει να επιστρέψω στον θείο μου και ο Ρίτσαρντ… Δηλαδή, θα έχουμε να ασχοληθούμε με διάφορα τώρα».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Αλλά οι εξηγήσεις της δεν άλλαξαν την έκφρασή του. Το πρόσωπό του εξακολουθούσε να είναι αποφασιστικό, τα μάτια του ήταν τόσο επίμονα κολλημένα πάνω της, που τη διαπέρασε ρίγος. «Θα σε δω το πρωί», ήταν το μόνο που της είπε. Του έγνεψε και πάλι καταφατικά κι έπειτα έφυγε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε χωρίς να τρέχει. Έστριψε στη γωνία και είδε επιτέλους το δωμάτιό της, μόλις τρεις πόρτες παρακάτω. Αλλά στάθηκε. Εκεί, στη γωνία, εκτός του οπτικού του πεδίου. Και χτύπησε τρεις φορές. Απλώς και μόνο επειδή μπορούσε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 12 Στο οποίο δεν επέρχεται καμία λύση Όταν ο Γκρέγκορι κάθισε να πάρει πρωινό την επόμενη μέρα, η Κέιτ ήταν ήδη παρούσα, συννεφιασμένη και ανήσυχη. «Λυπάμαι πολύ», ήταν το πρώτο πράγμα που είπε όταν κάθισε δίπλα του. Μα τι γινόταν πια με αυτές τις συγγνώμες; αναρωτήθηκε. Πολύ συνηθίζονταν τις τελευταίες μέρες. «Ξέρω ότι ήλπιζες...» «Δεν πειράζει», τη διέκοψε, ρίχνοντας μια πεταχτή ματιά στο γεμάτο πιάτο που είχε αφήσει στην άλλη πλευρά του τραπεζιού. Δύο θέσεις παρακάτω. «Αλλά...» «Κέιτ», της είπε. Ούτε καν εκείνος δεν αναγνώριζε τη φωνή του. Ακουγόταν πιο ώριμη, αν ήταν αυτό δυνατόν. Πιο σκληρή. Εκείνη σώπασε, με τα χείλη μισάνοιχτα ακόμα, λες και οι λέξεις είχαν παγώσει πάνω στη γλώσσα της. «Δεν πειράζει», της είπε πάλι και αφοσιώθηκε ξανά στα αβγά του. Δεν ήθελε να το συζητήσει, δεν ήθελε να ακούσει εξηγήσεις. Ό,τι έγινε έγινε. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το αλλάξει αυτό. Ο Γκρέγκορι δεν ήταν σίγουρος τι έκανε η Κέιτ όσο εκείνος ήταν συγκεντρωμένος στο φαγητό του – πιθανότατα κοίταζε τριγύρω στο δωμάτιο, για να εκτιμήσει αν κάποιος από τους καλεσμένους μπορούσε να ακούσει τη συνομιλία τους. Κάθε τόσο την άκουγε να αναδεύεται στη θέση της, αλλάζοντας στάση, χωρίς να το καταλαβαίνει, περιμένοντας να πει κάτι. Εκείνος συνέχισε τρώγοντας το μπέικόν του. Και τότε – το ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να κρατήσει το στόμα της κλειστό για πολλή ώρα: «Μα εσύ...» Γύρισε. Την κοίταξε αυστηρά. Και είπε μόνο τρεις λέξεις. «Μην το κάνεις». Για μια στιγμή έμεινε ανέκφραστη. Έπειτα τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και ανασηκώθηκε η μία άκρη των χειλιών της. Λίγο μόνο. «Πόσων χρόνων ήσουν όταν γνωριστήκαμε;» τον ρώτησε. Τι στον διάβολο είχε βάλει με τον νου της; «Δεν ξέρω», της είπε ανυπόμονα, προσπαθώντας να θυμηθεί τον γάμο της με τον αδελφό του. Θυμόταν ότι υπήρχαν άπειρα λουλούδια. Φτερνιζόταν για βδομάδες ολόκληρες, από ό,τι θυμόταν.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Δεκατριών ίσως. Δώδεκα;» Τον κοίταξε με περιέργεια. «Πρέπει να είναι δύσκολο, νομίζω, να είσαι τόσο πολύ μικρότερος από τους αδελφούς σου». Άφησε κάτω το πιρούνι του. «Ο Άντονι και ο Μπένεντικτ και ο Κόλιν – όλοι τους στη σειρά. Σαν τις πάπιες, σκεφτόμουν πάντα, αν και δεν ήμουν τόσο κουτή για να το πω κιόλας. Κι έπειτα... χμ. Πόσα χρόνια διαφορά έχετε εσύ και ο Κόλιν;» «Δέκα». «Μόνο;» Η Κέιτ έδειξε να ξαφνιάζεται κι αυτό δεν του φάνηκε και πολύ κολακευτικό. «Και έξι ολόκληρα χρόνια ο Κόλιν με τον Άντονι», συνέχισε εκείνη, πιέζοντας ένα δάχτυλο στο πιγούνι της για να δείξει ότι το συλλογιζόταν σε βάθος. «Και λίγο πιο πολύ, μάλιστα. Αλλά υποθέτω ότι μια χαρά τα έχουν βρει βάζοντας τον Μπένεντικτ στη μέση». Εκείνος περίμενε. «Τέλος πάντων, δεν πειράζει», συνέχισε βιαστικά. «Άλλωστε, όλοι βρίσκουν τη θέση τους στη ζωή. Κάτι άλλο τώρα...» Την κοίταξε απορημένος. Πώς μπορούσε να αλλάζει έτσι θέμα συζήτησης; Πριν καν καταλάβει εκείνος τι ήθελε να του πει. «...Υποθέτω ότι πρέπει να σε πληροφορήσω για το τι συνέβη χτες τη νύχτα. Αφού έφυγες». Η Κέιτ αναστέναξε –ή μάλλον βόγκηξε– τινάζοντας το κεφάλι. «Η λαίδη Γουάτσον είχε στενοχωρηθεί λίγο με το γεγονός ότι η κόρη της δεν έτυχε στενής επίβλεψης, αν και, για να λέμε την αλήθεια, ποιος έφταιγε γι’ αυτό; Κι έπειτα στενοχωρήθηκε με το γεγονός ότι η λονδρέζικη σεζόν της δεσποινίδας Γουάτσον έληξε πριν προλάβει να ξοδέψει χρήματα για να της ανανεώσει την γκαρνταρόμπα. Γιατί, εδώ που τα λέμε, δεν πρόκειται πια να κάνει κανένα ντεμπούτο». Η Κέιτ έκανε μια παύση, περιμένοντας να πει κάτι ο Γκρέγκορι. Εκείνος ύψωσε τα φρύδια του ελάχιστα, όσο ήταν αρκετό για να δηλώσει ότι δεν είχε να προσθέσει τίποτα στη συνομιλία τους. Η Κέιτ του έδωσε άλλο ένα δευτερόλεπτο κι έπειτα συνέχισε λέγοντας: «Η λαίδη Γουάτσον συνήλθε αρκετά γρήγορα όταν της επισημάναμε ότι ο Φένσγουορθ είναι κόμης, παρά το νεαρό της ηλικίας του». Έκανε μια παύση, ζαρώνοντας τα χείλη της. «Είναι όντως αρκετά νεαρός, σωστά;» «Όχι και πολύ νεότερός μου», είπε ο Γκρέγκορι, αν και την προηγούμενη νύχτα είχε θεωρήσει τον Φένσγουορθ τουλάχιστον μωρό. Η Κέιτ έδειξε να το σκέφτεται λίγο. «Όχι», του είπε αργά, «υπάρχει μια διαφορά. Εκείνος δεν είναι… Δηλαδή, δεν ξέρω. Τέλος πάντων...» Μα γιατί άλλαζε θέμα συνέχεια όταν άρχιζε να λέει κάτι που όντως θα ήθελε να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ακούσει; «...έγινε ο αρραβώνας», συνέχισε επιταχύνοντας, «και πιστεύω ότι όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές είναι ικανοποιημένες». Ο Γκρέγκορι υπέθεσε ότι εκείνος δεν θεωρούνταν εμπλεκόμενη πλευρά. Αλλά και πάλι ένιωθε μάλλον εκνευρισμό παρά οτιδήποτε άλλο. Δεν του άρεσαν οι ήττες. Σε οποιονδήποτε τομέα. Εντάξει, εκτός από τη σκοποβολή. Σε αυτόν τον τομέα είχε παραιτηθεί εδώ και πολύ καιρό. Μα πώς δεν του είχε περάσει από το μυαλό ούτε μια φορά ότι μπορεί και να μην κατακτούσε τελικά τη δεσποινίδα Γουάτσον; Περίμενε ότι δεν θα είναι εύκολο, αλλά για κείνον η νίκη ήταν δεδομένη. Προδιαγεγραμμένη. Είχε όντως σημειώσει πρόοδο μαζί της. Είχε γελάσει με τα αστεία του, να πάρει! Σίγουρα κάτι θα σήμαινε αυτό. «Φεύγουν σήμερα», είπε η Κέιτ. «Όλοι τους. Χωριστά, φυσικά. Η λαίδη και η δεσποινίδα Γουάτσον θα αρχίσουν τις προετοιμασίες για τον γάμο και ο λόρδος Φένσγουορθ θα επιστρέψει στο σπίτι με την αδελφή του. Γι’ αυτόν τον σκοπό ήρθε, άλλωστε». Η Λούσι. Έπρεπε να δει τη Λούσι. Προσπαθούσε να μην τη σκέφτεται. Με ανάμεικτα αποτελέσματα. Αλλά εκείνη ήταν παρούσα, κάθε στιγμή, μετέωρη στο πίσω μέρος του μυαλού του, ακόμα και όσο προσπαθούσε να ξεπεράσει την απώλεια της δεσποινίδας Γουάτσον. Η Λούσι. Ήταν αδύνατον τώρα πια να τη σκέφτεται ως λαίδη Λουσίντα. Ακόμα κι αν δεν την είχε φιλήσει, θα ήταν η Λούσι. Ήταν εκείνη που ήταν. Και της ταίριαζε απόλυτα. Αλλά όντως την είχε φιλήσει. Και ήταν υπέροχο. Μα, πάνω από όλα, ήταν απροσδόκητο. Όλα όσα σχετίζονταν με το φιλί τον είχαν ξαφνιάσει, ακόμα και το ίδιο το γεγονός ότι τη φίλησε. Ήταν η Λούσι. Υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να φιλήσει τη Λούσι. Αλλά τον κρατούσε από το μπράτσο. Και τα μάτια της – μα τι ήταν αυτό με τα μάτια της; Τον κοίταζε λες και αναζητούσε κάτι. Λες και αναζητούσε κάτι σ’ εκείνον. Δεν είχε πρόθεση να το κάνει. Απλώς συνέβη. Είχε νιώσει κάτι να τον σπρώχνει, ανελέητα, προς εκείνη και η απόσταση ανάμεσά τους γινόταν όλο και μικρότερη… Κι έπειτα εκείνη βρέθηκε στην αγκαλιά του. Ήθελε να λιώσει ολόκληρος και να χυθεί στο πάτωμα, να χαθεί μέσα της και να μην την αφήσει ποτέ. Ήθελε να τη φιλάει ώσπου να τους διαλύσει και τους δύο το πάθος.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ήθελε να... Τέλος πάντων. Πολλά ήθελε, για να λέμε την αλήθεια. Αλλά ήταν και λίγο πιωμένος. Όχι πολύ. Αρκετά, όμως, για να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της αντίδρασής του. Και ήταν θυμωμένος. Και αποπροσανατολισμένος. Όχι με τη Λούσι, φυσικά, αλλά ήταν σχεδόν βέβαιος ότι αυτό είχε επηρεάσει την κρίση του. Παρ’ όλα αυτά, έπρεπε να τη δει. Ήταν μια νεαρή κυρία καλής ανατροφής. Δεν μπορείς να φιλάς τέτοιες κοπέλες χωρίς να δίνεις εξηγήσεις. Και όφειλε να της ζητήσει συγγνώμη, αν και δεν ήθελε καθόλου να το κάνει. Ήταν, όμως, αυτό που έπρεπε να κάνει. Σήκωσε το βλέμμα για να κοιτάξει την Κέιτ. «Πότε φεύγουν;» «Η λαίδη και η δεσποινίδα Γουάτσον; Σήμερα το απόγευμα, νομίζω». Όχι, λίγο έλειψε να εκραγεί: Εννοούσα η λαίδη Λουσίντα. Αλλά συγκρατήθηκε και μίλησε με δήθεν αδιάφορο ύφος λέγοντας: «Και ο Φένσγουορθ;» «Σύντομα, νομίζω. Η λαίδη Λουσίντα ήδη έχει πάρει το πρωι​​νό της». Η Κέιτ σκέφτηκε για μια στιγμή. «Νομίζω ότι ο Φένσγουορθ είπε ότι ήθελε να έχει επιστρέψει για το δείπνο. Αλλά είναι μιας μέρας ταξίδι. Δεν μένουν και τόσο μακριά». «Κοντά στο Ντόβερ», μουρμούρισε ο Γκρέγκορι αδιάφορα. Η Κέιτ ζάρωσε το μέτωπό της. «Νομίζω ότι έχεις δίκιο». Ο Γκρέγκορι συνοφρυώθηκε κοιτάζοντας το φαγητό του. Είχε σκοπό να περιμένει εκεί τη Λούσι. Αλλά, αν είχε ήδη φάει, τότε η ώρα της αναχώρησής της θα πλησίαζε επικίνδυνα. Και ήταν ανάγκη να τη δει. Σηκώθηκε όρθιος. Λίγο άτσαλα – χτύπησε τον μηρό του στην άκρη του τραπεζιού και η Κέιτ τον κοίταξε σαστισμένη. «Δεν θα τελειώσεις το πρωινό σου;» τον ρώτησε. Εκείνος έγνεψε την άρνησή του. «Δεν πεινάω». Τον κοίταξε με ολοφάνερη δυσπιστία. Ήταν μέλος της οικογένειάς του για πάνω από δέκα χρόνια, άλλωστε. «Πώς είναι δυνατόν;» Αγνόησε την ερώτησή της. «Σου εύχομαι ένα υπέροχο πρωινό». «Γκρέγκορι;» Γύρισε στο κάλεσμά της. Δεν ήθελε, αλλά είχε κάτι η φωνή της που του έδινε να καταλάβει ότι έπρεπε να της δώσει προσοχή. Τα μάτια της Κέιτ γέμισαν συμπόνια – και κατανόηση. «Δεν θα αναζητήσεις τη δεσποινίδα Γουάτσον, έτσι;» «Όχι», της είπε και ήταν σχεδόν αστείο, γιατί αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που είχε στον νου του. Η Λούσι κοίταζε τις αποσκευές της κι ένιωθε κουρασμένη. Και θλιμμένη. Και

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μπερδεμένη. Κι ένας Θεός ήξερε τι άλλο ένιωθε. Στυμμένη. Αυτό ένιωθε. Έβλεπε τις υπηρέτριες με τις πετσέτες μπάνιου, πώς τις έστυβαν για να βγάλουν και την τελευταία σταγόνα νερού. Ώστε έτσι είχε καταντήσει. Μια στυμμένη πετσέτα μπάνιου. «Λούσι;» Ήταν η Ερμιόνη, που μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο. Η Λούσι είχε ήδη αποκοιμηθεί όταν η Ερμιόνη επέστρεψε την προηγούμενη νύχτα και η Ερμιόνη κοιμόταν όταν η Λούσι βγήκε για το πρωινό. Όταν επέστρεψε η Λούσι, η Ερμιόνη είχε ήδη φύγει. Για πολλούς λόγους, η Λούσι είχε νιώσει ευγνωμοσύνη γι’ αυτό. «Ήμουν με τη μητέρα μου», εξήγησε η Ερμιόνη. «Θα φύγουμε σήμερα το απόγευμα». Η Λούσι έγνεψε καταφατικά. Η λαίδη Μπρίτζερτον την είχε συναντήσει στο πρωινό και την πληροφόρησε σχετικά με τα προγράμματα όλων. Όταν επέστρεψε στο υπνοδωμάτιό της, τα πράγματά της ήταν όλα πακεταρισμένα και έτοιμα να φορτωθούν σε μια άμαξα. Αυτό ήταν, λοιπόν. «Ήθελα να σου μιλήσω», είπε η Ερμιόνη, κουρνιάζοντας στην άκρη του κρεβατιού, αλλά κρατώντας αρκετή απόσταση από τη Λούσι. «Ήθελα να σου εξηγήσω». Το βλέμμα της Λούσι ήταν καρφωμένο στα μπαούλα της. «Δεν υπάρχει κάτι να εξηγήσεις. Είμαι πολύ χαρούμενη που θα παντρευτείς τον Ρίτσαρντ». Κατάφερε να σκάσει ένα θλιμμένο χαμόγελο. «Τώρα θα γίνεις αδελφή μου». «Δεν ακούγεσαι χαρούμενη». «Είμαι κουρασμένη». Η Ερμιόνη έμεινε για λίγο σιωπηλή κι έπειτα, όταν ήταν προφανές ότι η Λούσι είχε τελειώσει, της είπε: «Ήθελα να ξέρεις ότι ότι δεν σου κρατούσα μυστικά. Δεν θα το έκανα ποτέ αυτό. Ελπίζω να το ξέρεις ότι δεν θα το έκανα ποτέ αυτό». Η Λούσι έγνεψε καταφατικά, γιατί όντως το ήξερε, παρόλο που είχε νιώσει εγκαταλειμμένη και ίσως λίγο προδομένη την προηγούμενη νύχτα. Η Ερμιόνη ξεροκατάπιε κι έπειτα το πιγούνι της σφίχτηκε και πήρε μια ανάσα. Και η Λούσι κατάλαβε εκείνη τη στιγμή ότι είχε κάνει πρόβα στα λόγια της για ώρες, κλωθογυρίζοντάς τα μέσα στο μυαλό της, αναζητώντας τον πιο σωστό συνδυασμό λέξεων για να εκφράσει ό,τι ένιωθε. Ήταν ό,τι ακριβώς θα είχε κάνει και η Λούσι, αλλά, παρ’ όλα αυτά, κατά κάποιο τρόπο αυτό την έκανε να θέλει να βάλει τα κλάματα. Αλλά, παρ’ όλη την εξάσκηση, όταν μίλησε η Ερμιόνη, ήταν ακόμα αναποφάσιστη

******ebook converter DEMO Watermarks*******


και διάλεγε καινούριες λέξεις και φράσεις. «Όντως αγαπούσα... Όχι. Όχι», είπε, μιλώντας περισσότερο στον εαυτό της παρά στη Λούσι. «Εννοώ ότι στ’ αλήθεια νόμιζα ότι αγαπούσα τον κύριο Έντμοντς. Αλλά υποθέτω ότι δεν συνέβαινε αυτό. Γιατί πρώτα ήταν ο κύριος Μπρίτζερτον και μετά… ο Ρίτσαρντ». Η Λούσι σήκωσε απότομα το βλέμμα. «Τι εννοείς πρώτα ήταν ο κύριος Μπρίτζερτον;» «Δεν… δεν είμαι σίγουρη, να σου πω την αλήθεια», απάντησε η Ερμιόνη, ταραγμένη από την ερώτηση. «Όταν πήρα πρωινό μαζί του ήταν σαν να ξύπνησα από ένα ατελείωτο, αλλόκοτο όνειρο. Θυμάσαι που σου το είχα πει; Ω, δεν άκουσα μουσική ή κάτι παρόμοιο και δεν ένιωσα καν… Δηλαδή, δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, αλλά, παρόλο που δεν μπορώ να πω ότι ήμουν συνεπαρμένη –όπως με τον κύριο Έντμοντς–, εγώ… εγώ αναρωτιόμουν. Για κείνον. Και για το αν θα μπορούσα ίσως να νιώσω κάτι. Αν το προσπαθούσα. Και δεν καταλάβαινα πώς μπορούσα να είμαι ερωτευμένη με τον κύριο Έντμοντς αν ο κύριος Μπρίτζερτον με έκανε να αναρωτιέμαι». Η Λούσι έγνεψε καταφατικά. Ο Γκρέγκορι Μπρίτζερτον την έκανε κι εκείνη να αναρωτιέται. Όχι, όμως, αν μπορούσε να το κάνει. Αυτό το ήξερε ήδη. Ήθελε μόνο να ξέρει πώς να αποτρέψει τον εαυτό της από το να το κάνει. Αλλά η Ερμιόνη δεν είδε την ανησυχία της. Ή ίσως η Λούσι την έκρυβε καλά. Σε κάθε περίπτωση, η Ερμιόνη απλώς συνέχισε τις εξηγήσεις της. «Και μετά…» είπε, «με τον Ρίτσαρντ… Δεν είμαι σίγουρη πώς συνέβη, αλλά περπατούσαμε και κουβεντιάζαμε κι ήταν τόσο ευχάριστο όλο αυτό. Περισσότερο κι από ευχάριστο», πρόσθεσε διστακτικά. «Η λέξη ευχάριστο φαντάζει μικρή και δεν ήταν αυτό. Ένιωθα… σαν να ήταν σωστό. Σαν να είχα επιστρέψει στη φωλιά μου». Η Ερμιόνη χαμογέλασε, σχεδόν ανεξέλεγκτα, λες και δεν μπορούσε να πιστέψει στην καλή της τύχη. Και η Λούσι χάρηκε για λογαριασμό της. Αλήθεια. Αλλά αναρωτιόταν πώς μπορεί κανείς να νιώθει τόσο ευτυχισμένος και τόσο θλιμμένος ταυτόχρονα. Γιατί εκείνη δεν έμελλε ποτέ να νιώσει κάτι τέτοιο. Και, παρόλο που δεν πίστευε ότι υπάρχει κάτι τέτοιο, τώρα ήξερε ότι υπάρχει. Κι αυτό τα έκανε όλα πολύ χειρότερα. «Συγγνώμη αν δεν σου έδειξα πόσο χαίρομαι χτες τη νύχτα», είπε τρυφερά η Λούσι. «Όντως χαίρομαι. Και πολύ μάλιστα. Ήταν το σοκ, αυτό ήταν. Τόσο πολλές αλλαγές μαζεμένες». «Ναι, αλλά καλές αλλαγές, Λούσι», είπε η Ερμιόνη, και τα μάτια της φωτίστηκαν. «Καλές αλλαγές». Πόσο θα ήθελε να νιώσει την ίδια αυτοπεποίθηση και η Λούσι! Ήθελε να αγκαλιάσει την αισιοδοξία της Ερμιόνης, αλλά, αντίθετα, ένιωσε συντετριμμένη. Όμως δεν μπορούσε να το πει αυτό στη φίλη της. Όχι τώρα, που εκείνη έλαμπε από ευτυχία. Έτσι, η Λούσι χαμογέλασε και είπε: «Θα ζήσεις καλά με τον Ρίτσαρντ». Και το εννοούσε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Ερμιόνη πήρε το χέρι της ανάμεσα στα δικά της και το έσφιξε δυνατά με όλη τη φιλία και τον ενθουσιασμό που ένιωθε μέσα της. «Ω Λούσι, το ξέρω. Τον γνωρίζω καιρό και είναι ο αδελφός σου κι έτσι πάντα με έκανε να νιώθω ασφαλής. Και άνετα, θα έλεγα. Δεν χρειάζεται να ανησυχώ για το τι νομίζει για μένα. Σίγουρα θα του έχεις ήδη πει τα πάντα, καλά και άσχημα, και εξακολουθεί να θεωρεί ότι είμαι μάλλον καλή». «Δεν ξέρει ότι δεν μπορείς να χορέψεις», παραδέχτηκε η Λούσι. «Αλήθεια;» είπε η Ερμιόνη ανασηκώνοντας τους ώμους. «Τότε θα του το πω. Μπορεί και να μου μάθει. Έχει ταλέντο σε αυτό;» Η Λούσι έγνεψε αρνητικά. «Βλέπεις;» είπε η Ερμιόνη, με χαμόγελο μελαγχολικό και ελπιδοφόρο και χαρούμενο ταυτόχρονα. «Ταιριάζουμε απόλυτα. Όλα έχουν ξεκαθαρίσει. Είναι τόσο εύκολο να του μιλάω και χτες το βράδυ… Γελούσα και γελούσε κι εκείνος κι αυτό ήταν τόσο… υπέροχο. Δεν μπορώ να το εξηγήσω». Αλλά δεν χρειαζόταν να το εξηγήσει. Η Λούσι με τρόμο συνειδητοποίησε ότι ήξερε ακριβώς τι εννοούσε η Ερμιόνη. «Και μετά φτάσαμε στον πορτοκαλεώνα και ήταν τόσο όμορφα με το φεγγαρόφωτο να λάμπει μέσα από τα τζάμια. Υπήρχαν παντού θολές ασημένιες κηλίδες και… και τότε τον κοίταξα». Τα μάτια της Ερμιόνης έγιναν θολά, χωρίς να εστιάζουν κάπου, και η Λούσι ήξερε ότι ήταν χαμένη στις αναμνήσεις της. Χαμένη και ευτυχισμένη. «Τον κοίταξα», είπε πάλι η Ερμιόνη, «κι εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα και με κοίταξε. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Απλώς, δεν μπορούσα. Και τότε με φίλησε. Ήταν… Ούτε καν το σκέφτηκα. Απλώς συνέβη. Ήταν το πιο φυσικό, το πιο υπέροχο πράγμα στον κόσμο». Η Λούσι έγνεψε καταφατικά γεμάτη θλίψη. «Συνειδητοποίησα ότι ως τότε δεν καταλάβαινα. Με τον κύριο Έντμοντς... ω, νόμιζα ότι ήμουν τρελά ερωτευμένη μαζί του, αλλά δεν ήξερα τι είναι έρωτας. Ήταν τόσο γοητευτικός και με έκανε να νιώθω ντροπαλή και αναστατωμένη, αλλά ποτέ δεν πόθησα να τον φιλήσω. Ποτέ δεν τον κοίταξα πλησιάζοντάς τον, όχι επειδή ήθελα, αλλά επειδή… επειδή…» Επειδή τι; Η Λούσι ήθελε να φωνάξει. Αλλά, παρόλο που το ήθελε, δεν είχε την ενέργεια να το κάνει. «Επειδή εκεί ανήκα», ολοκλήρωσε ήρεμα η Ερμιόνη και έδειχνε έκπληκτη, σαν να μην το είχε συνειδητοποιήσει ούτε η ίδια ως εκείνη τη στιγμή. Η Λούσι ξαφνικά άρχισε να νιώθει πολύ παράξενα. Οι μύες της σφίχτηκαν και είχε την απόλυτα παρανοϊκή επιθυμία να σφίξει τις παλάμες της σε γροθιά. Τι εννοούσε; Γιατί το έλεγε αυτό; Όλοι εδώ και καιρό της έλεγαν ότι ο έρωτας ήταν κάτι μαγικό, κάτι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


άγριο και ανεξέλεγκτο που σε χτυπούσε σαν κεραυνός. Και τώρα ήταν κάτι άλλο; Ήταν απλώς και μόνο ανακούφιση; Κάτι γαλήνιο; Κάτι που ακουγόταν ευχάριστο; «Και η μουσική που έλεγες ότι άκουγες;» τη ρώτησε. «Το ότι βλέπεις το πίσω μέρος του κεφαλιού του και ξέρεις;» Η Ερμιόνη ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω. Αλλά δεν θα βασιζόμουν σε αυτό, στη θέση σου». Η Λούσι έκλεισε τα μάτια από την αγωνία. Δεν χρειαζόταν την προειδοποίηση της Ερμιόνης. Δεν θα βασιζόταν ποτέ σε ένα τέτοιο συναίσθημα. Δεν ήταν από κείνες που μαθαίνουν απ’ έξω ερωτικά σονέτα και ούτε θα το έκανε ποτέ. Αλλά στο άλλο –στο γέλιο, στην ανακούφιση, στην ευχάριστη αίσθηση– θα βασιζόταν σε μια στιγμή. Και, μα τον Θεό, αυτό ακριβώς είχε νιώσει με τον κύριο Μπρίτζερτον. Όλα εκείνα και τη μουσική μαζί. Η Λούσι ένιωσε το αίμα να στραγγίζει από το πρόσωπό της. Είχε ακούσει μουσική όταν τον φίλησε. Ήταν μια αληθινή συμφωνία, με έντονες κορυφώσεις ήχων και δυνατά κρουστά και μια παλλόμενη υπόκρουση που δεν τη συνειδητοποιείς παρά μόνο όταν βγαίνει στην επιφάνεια και υπαγορεύει τον ρυθμό της καρδιάς σου. Η Λούσι ένιωσε να επιπλέει. Ένιωσε να καίγεται. Ένιωσε όλα όσα είχε πει ότι ένιωσε η Ερμιόνη με τον κύριο Έντμοντς – και όλα όσα είχε πει ότι ένιωσε και με τον Ρίτσαρντ. Όλα με το ίδιο πρόσωπο. Ήταν ερωτευμένη μαζί του. Ήταν ερωτευμένη με τον Γκρέγκορι Μπρίτζερτον. Η συνειδητοποίηση αυτή δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη… ή πιο αδυσώπητη. «Λούσι;» ρώτησε διστακτικά η Ερμιόνη. Και ξανά: «Λους;» «Πότε είναι ο γάμος;» ρώτησε απότομα η Λούσι. Γιατί το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να αλλάξει θέμα συζήτησης. Γύρισε και κοίταξε κατάματα την Ερμιόνη και συνάντησε το βλέμμα της για πρώτη φορά στη συνομιλία τους. «Άρχισες να το προγραμματίζεις; Θα γίνει στο Φέντσλεϊ;» Λεπτομέρειες. Οι λεπτομέρειες ήταν η σωτηρία της. Πάντα ήταν. Η έκφραση της Ερμιόνης έγινε μπερδεμένη, αποπροσανατολισμένη κι έπειτα είπε: «Εγώ… όχι, νομίζω ότι θα γίνει στο ​Αβαείο. Είναι λίγο πιο μεγαλεπήβολο. Και… σίγουρα είσαι καλά;» «Αρκετά καλά», είπε η Λούσι απότομα και όντως ακούστηκε σαν να είναι ο εαυτός της, πράγμα που σήμαινε ότι ίσως όντως άρχιζε να νιώθει αρκετά καλά. «Αλλά δεν μου είπες πότε». «Ω, σύντομα. Μου είπαν ότι υπήρχε κόσμος κοντά στον πορτοκαλεώνα χτες το βράδυ. Δεν ξέρω τι ακούστηκε –ή τι μεταφέρθηκε–, αλλά έχουν αρχίσει τα κουτσομπολιά κι έτσι θα πρέπει να τακτοποιηθούν όλα το συντομότερο». Η Ερμιόνη της χάρισε ένα χαμόγελο όλο γλύκα. «Δεν με πειράζει. Και νομίζω ότι δεν πειράζει

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ούτε και τον Ρίτσαρντ». Η Λούσι αναρωτήθηκε ποια από τις δυο τους θα ανέβαινε πρώτη τα σκαλιά της εκκλησίας. Έλπιζε να ήταν η Ερμιόνη. Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Ήταν μια υπηρέτρια, ακολουθούμενη από δύο λακέδες, για να μεταφέρουν τα μπαού​λα της Λούσι. «Ο Ρίτσαρντ θέλει να φύγουμε νωρίς», εξήγησε η Λούσι, αν και δεν είχε δει τον αδελφό της μετά τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας. Η Ερμιόνη ήξερε περισσότερα για το πρόγραμμά τους απ’ ό,τι η ίδια. «Σκέψου το, Λούσι», είπε η Ερμιόνη, περπατώντας μαζί της ως την πόρτα. «Θα γίνουμε και οι δύο κόμησσες. Εγώ του ​Φένσγουορθ κι εσύ του Ντάβενπορτ. Εμείς οι δυο θα κάνουμε θραύση». Η Λούσι ήξερε ότι προσπαθούσε να την εμψυχώσει κι έτσι χρησιμοποίησε όλη την ενέργειά της για να της χαμογελάσει, με χείλη και μάτια, λέγοντας: «Θα έχει πολλή πλάκα, έτσι;» Η Ερμιόνη πήρε το χέρι της και το έσφιξε. «Ναι, θα έχει πλάκα, Λούσι. Θα το δεις. Ξημερώνει μια νέα μέρα για μας και θα είναι όντως πανέμορφη». Η Λούσι αγκάλιασε τη φίλη της. Ήταν ο μόνος τρόπος που μπορούσε να σκεφτεί για να μη δει το πρόσωπό της. Γιατί αυτή τη φορά δεν μπορούσε με τίποτα να υποκριθεί ότι χαμογελούσε. Ο Γκρέγκορι τη βρήκε τελευταία στιγμή. Ήταν στον δρόμο της πρόσοψης του σπιτιού, όλως περιέργως μόνη, εκτός από μια χούφτα υπηρέτες που περιπλανιούνταν εκεί γύρω. Είδε το προφίλ της, με το πιγούνι ελάχιστα υψωμένο καθώς έβλεπε να φορτώνουν τα μπαούλα της στην άμαξα. Φαινόταν… συγκροτημένη. Και προσεκτικά συγκρατημένη. «Λαίδη Λουσίντα», της φώναξε. Εκείνη πάγωσε πριν γυρίσει προς το μέρος του. Και όταν το έκανε, τα μάτια της ήταν γεμάτα πόνο. «Χαίρομαι που σας πρόλαβα», της είπε, αν και δεν ήταν πια σίγουρος γι’ αυτό. Εκείνη δεν χαιρόταν που τον έβλεπε. Κι αυτό δεν το περίμενε. «Κύριε Μπρίτζερτον», του είπε. Τα χείλη της ανασηκώθηκαν λίγο στις άκρες, σε μια υποψία χαμόγελου. Υπήρχαν εκατό διαφορετικά πράγματα που θα μπορούσε να της πει και φυσικά διάλεξε το πιο κενό νοήματος και το πιο προφανές. «Φεύγετε». «Ναι», του είπε, μετά από μια ανεπαίσθητη παύση. «Ο Ρίτσαρντ προτιμά να αναχωρήσουμε νωρίς». Ο Γκρέγκορι κοίταξε τριγύρω. «Εδώ είναι;» «Όχι ακόμα. Φαντάζομαι ότι θα αποχαιρετά την Ερμιόνη». «Α, ναι». Καθάρισε τον λαιμό του. «Φυσικά». Την κοίταξε, τον κοίταξε κι εκείνη κι έμειναν σιωπηλοί.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Τι αμηχανία! «Ήθελα να σας ζητήσω συγγνώμη», της είπε. Εκείνη… δεν χαμογέλασε. Δεν ήταν βέβαιος τι ήθελε να πει η έκφρασή της, αλλά χαμόγελο δεν ήταν. «Φυσικά», του είπε. Φυσικά; Φυσικά; «Τη δέχομαι». Κοίταξε ελάχιστα πάνω από τον ώμο του. «Παρακαλώ, πείτε ότι δεν συνέβη». Αυτό έπρεπε να του πει, είναι αλήθεια, αλλά, παρ’ όλα αυτά, ενόχλησε τον Γκρέγκορι. Την είχε φιλήσει και ήταν υπέροχο κι αν ήθελε να το θυμάται, μπορούσε μια χαρά να το κάνει. «Θα σας δω στο Λονδίνο;» τη ρώτησε. Σήκωσε το βλέμμα και τα μάτια της επιτέλους κοίταξαν τα δικά του. Αναζητούσε κάτι. Αναζητούσε κάτι σ’ εκείνον κι εκείνος δεν πίστεψε ότι το βρήκε. Φαινόταν υπερβολικά μελαγχολική, υπερβολικά κουρασμένη. Υπερβολικά όχι ο εαυτός της. «Υποθέτω ότι θα με δείτε», του απάντησε. «Αλλά δεν θα είναι το ίδιο. Είμαι αρραβωνιασμένη, ξέρετε». «Λογοδοσμένη», της θύμισε, χαμογελώντας. «Όχι». Έγνεψε το όχι της, αργά και με παραίτηση. «Τώρα είμαι στα αλήθεια. Γι’ αυτό ήρθε να με πάρει ο Ρίτσαρντ. Ο θείος μου έκλεισε τις συμφωνίες. Πιστεύω ότι σύντομα θα διαβαστεί το αγγελτήριο γάμου. Αυτό ήταν». Τα χείλη του μισάνοιξαν από την έκπληξη. «Κατάλαβα», είπε κι ο νους του άρχισε να τρέχει. Να τρέχει και να τρέχει στο απόλυτο πουθενά. «Σας εύχομαι τα καλύτερα», της είπε, γιατί τι άλλο θα μπορούσε να πει; Του έγνεψε καταφατικά κι έπειτα έγειρε το κεφάλι της προς τον μεγάλο κήπο με γρασίδι μπροστά από το σπίτι. «Νομίζω ότι θα κάνω μια βόλτα στον κήπο. Έχω μεγάλη διαδρομή μπροστά μου». «Φυσικά», της είπε με μια ευγενική υπόκλιση. Δεν ήθελε τη συντροφιά του. Πιο σαφές δεν θα μπορούσε να του το κάνει, ακόμα κι αν του το έλεγε απερίφραστα. «Χάρηκα πολύ που σας γνώρισα», του είπε. Τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της, για πρώτη φορά σε αυτή τους τη συνομιλία, την είδε, είδε βαθιά μέσα της, την είδε θλιμμένη και λαβωμένη. Και είδε ότι του έλεγε αντίο. «Λυπάμαι…» Σταμάτησε, κοίταξε στο πλάι. Σε έναν πέτρινο τοίχο. «Λυπάμαι που δεν πήγαν όλα όπως ελπίζατε». Εγώ όχι, σκέφτηκε εκείνος και συνειδητοποίησε ότι ήταν αλήθεια. Είδε ξαφνικά μπροστά του τον έγγαμο βίο με την Ερμιόνη Γουάτσον και… Βαρέθηκε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Έλεος, μα πώς δεν το είχε καταλάβει νωρίτερα; Εκείνος και η δεσποινίδα Γουάτσον δεν ταίριαζαν καθόλου και, εδώ που τα λέμε, είχε γλιτώσει παρά τρίχα. Δεν θα εμπιστευόταν την κρίση του την επόμενη φορά που θα προέκυπταν αισθηματικά ζητήματα, αλλά αυτό φαινόταν πολύ καλύτερο από έναν ανιαρό γάμο. Υπέθεσε ότι θα έπρεπε να ευχαριστήσει τη λαίδη Λουσίντα γι’ αυτό, αν και δεν ήταν σίγουρος για ποιο λόγο. Δεν είχε αποτρέψει εκείνη τον γάμο του με τη δεσποινίδα Γουάτσον. Εδώ που τα λέμε, τον είχε ενθαρρύνει όσο δεν πήγαινε άλλο. Αλλά κατά κάποιο τρόπο εκείνη ευθυνόταν που ο ίδιος είχε συνέλθει. Αν τυχόν υπήρχε ένα και μόνο αληθινό πράγμα εκείνο το πρωί, ήταν αυτό. Η Λούσι έγνεψε και πάλι προς το γρασίδι. «Ας πάω αυτόν τον περίπατο τώρα», του είπε. Εκείνος τη χαιρέτησε με ένα νεύμα και την κοίταζε καθώς έφευγε. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε έναν χαλαρό κότσο, οι ξανθές τούφες της αιχμαλώτιζαν πάνω τους τον φως του ήλιου με χρώματα σαν το μέλι με το βούτυρο. Περίμενε λίγη ώρα, όχι επειδή προσδοκούσε να κάνει μεταβολή, ούτε καν έλπιζε κάτι τέτοιο. Έτσι, για κάθε περίπτωση. Επειδή ίσως και να το έκανε. Ίσως και να έκανε μεταβολή και ίσως να είχε κάτι να του πει κι έπειτα ίσως εκείνος να της απαντούσε και ίσως εκείνη να... Αλλά δεν το έκανε. Συνέχιζε να περπατάει. Δεν έκανε μεταβολή, δεν κοίταξε πίσω της κι έτσι εκείνος πέρασε τα τελευταία του λεπτά κοιτάζοντας το πίσω μέρος του λαιμού της. Και η μόνη σκέψη που έκανε ήταν... Κάτι δεν πήγαινε καλά. Αλλά, μα τον Θεό, δεν είχε ιδέα τι.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 13 Στο οποίο η ηρωίδα μας ρίχνει μια κλεφτή ματιά στο μέλλον της Έναν μήνα αργότερα Tο φαγητό ήταν εξαιρετικό, τα σερβίτσια εντυπωσιακά, ο διάκοσμος πολυτελέστατος. Η Λούσι, όμως, ήταν δυστυχισμένη. Ο λόρδος Χέιζελμπι και ο πατέρας του, ο κόμης του Ντάβενπορτ, είχαν έρθει στην Οικία Φένσγουορθ στο Λονδίνο για δείπνο. Ήταν ιδέα της Λούσι, γεγονός που τώρα έβρισκε οδυνηρά ειρωνικό. Ο γάμος της απείχε μόλις μία βδομάδα και, παρ’ όλα αυτά, μέχρι αυτή τη νύχτα δεν είχε δει τον μέλλοντα σύζυγό της. Τουλάχιστον όχι από τότε που ο γάμος από πιθανός είχε γίνει επικείμενος. Εκείνη και ο θείος της είχαν έρθει στο Λονδίνο δεκαπέντε μέρες νωρίτερα και, αφού πέρασαν έντεκα μέρες χωρίς την παραμικρή θέα του μέλλοντα συζύγου, προσέγγισε τον θείο της και τον ρώτησε αν θα μπορούσαν να διοργανώσουν ένα είδος συνάντησης. Εκείνος φάνηκε να εκνευρίζεται, αν και όχι επειδή θεώρησε ανόητη την πρόταση – η Λούσι ήταν σχεδόν βέβαιη γι’ αυτό. Όχι, η παρουσία της και μόνο του προκαλούσε αυτό το συναίσθημα. Στεκόταν μπροστά του κι εκείνος αναγκάστηκε να σηκώσει το βλέμμα του για να την κοιτάξει. Ο θείος Ρόμπερτ δεν ήθελε να τον διακόπτουν. Αλλά προφανώς έκρινε συνετό να επιτρέψει στο μνηστευμένο ζεύγος να μοιραστεί δυο τρεις κουβέντες πριν συναντηθούν στην εκκλησία κι έτσι της είπε κοφτά ότι θα το φρόντιζε. Ενθαρρυμένη από τη μικρή της νίκη, η Λούσι ζήτησε επίσης την άδεια να παρευρεθεί σε μία από τις πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις που διοργανώνονταν ουσιαστικά έξω από την πόρτα της. Η σεζόν της αριστοκρατίας είχε ξεκινήσει στο Λονδίνο και κάθε νύχτα η Λούσι στεκόταν στο παράθυρό της κι έβλεπε τις κομψές άμαξες να περνούν. Κάποτε είχε γίνει μία γιορτή ακριβώς απέναντι από την Οικία Φένσγουορθ στην πλατεία Σεντ Τζέιμς. Η ουρά από άμαξες ξετυλιγόταν σαν φίδι γύρω από την πλατεία και η Λούσι είχε σβήσει όλα τα κεριά στο δωμάτιό της για να μη φανεί η σιλουέτα της στο παράθυρο καθώς παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα. Πολλοί καλεσμένοι είχαν αρχίσει να χάνουν την υπομονή τους λόγω της αναμονής και, επειδή ο καιρός ήταν πολύ καλός, είχαν αποβιβαστεί στη δική της πλευρά, καλύπτοντας την υπόλοιπη διαδρομή με τα πόδια. Η Λούσι έλεγε στον εαυτό της ότι ήθελε να δει τις τουαλέτες, αλλά βαθιά μέσα στην

******ebook converter DEMO Watermarks*******


καρδιά της ήξερε την αλήθεια. Αναζητούσε τον κύριο Μπρίτζερτον. Δεν ήξερε τι θα έκανε αν όντως τον έβλεπε. Θα κρυβόταν για να μην τη δει, κατά πάσα πιθανότητα. Έπρεπε να γνωρίζει πως αυτό ήταν το σπίτι της και σίγουρα θα είχε την περιέργεια να ρίξει μια ματιά στην πρόσοψη, ακόμα κι αν η δική της παρουσία στο Λονδίνο δεν είχε γίνει ευρέως γνωστή. Αλλά εκείνος δεν είχε έρθει στη γιορτή ή, αν ήρθε, η άμαξά του τον είχε αποβιβάσει ακριβώς στην είσοδο. Ή ίσως και να μην ήταν καν στο Λονδίνο. Η Λούσι δεν είχε κανένα τρόπο να το μάθει. Ήταν εγκλωβισμένη στο σπίτι της με τον θείο της και τη γριά, σχεδόν κουφή, θεία Χάριετ, που είχε μετακομίσει εκεί για λόγους ευπρέπειας. Η Λούσι έβγαινε από το σπίτι μόνο για να επισκεφθεί τον κομμωτή και για να κάνει περιπάτους στο πάρκο, αλλά κατά τα άλλα ήταν ολομόναχη, με έναν θείο που δεν μιλούσε και μία θεία που δεν άκουγε. Έτσι δεν γνώριζε γενικά τα κουτσομπολιά. Σχετικά με τον Γκρέγκορι Μπρίτζερτον, δηλαδή. Και, ακόμα και στη σπάνια περίπτωση που έβλεπε κάποιον γνωστό της, δεν μπορούσε να ρωτήσει για κείνον. Ο κόσμος θα νόμιζε ότι ενδιαφερόταν, κάτι που ίσχυε φυσικά, αλλά κανείς, απολύτως κανείς, δεν έπρεπε να το μάθει. Παντρευόταν κάποιον άλλο. Σε μια βδομάδα. Αλλά, ακόμα κι αν δεν παντρευόταν, ο Γκρέγκορι Μπρίτζερτον δεν είχε δώσει σημάδια ότι ίσως ενδιαφερόταν να πάρει τη θέση του Χέιζελμπι. Την είχε φιλήσει, ήταν αλήθεια, και έδειξε να νοιάζεται για την υγεία της, αλλά ακόμα κι αν ήταν από κείνους που θεωρούν ότι ένα φιλί ισοδυναμούσε με πρόταση γάμου, δεν το είχε δείξει καθόλου. Δεν ήξερε ότι ο αρραβώνας της με τον Χέιζελμπι είχε οριστικοποιηθεί – όχι όταν τη φίλησε και όχι το επόμενο πρωί όταν στέκονταν αμήχανα ο ένας απέναντι στον άλλο στον δρόμο. Το μόνο που θα μπορούσε να σκεφτεί ήταν ότι φιλούσε μια κοπέλα που ήταν τελείως αδέσμευτη. Δεν κάνεις τέτοια πράγματα αν δεν είσαι έτοιμος και πρόθυμος να ανέβεις τα σκαλιά της εκκλησίας. Όχι, όμως, ο Γκρέγκορι. Όταν του το είχε πει επιτέλους, εκείνος δεν έδειξε να εκπλήσσεται. Ούτε καν φάνηκε να ταράζεται έστω και στο ελάχιστο. Δεν την ικέτεψε να το ξανασκεφτεί ούτε προσπάθησε να βρει διέξοδο. Το μόνο που είδε στο πρόσωπό του –και είχε κοιτάξει το πρόσωπό του και με το παραπάνω– ήταν… τίποτα. Το πρόσωπό του, τα μάτια του... ήταν απολύτως ανέκφραστα. Ίσως με μια πινελιά έκπληξης, αλλά καθόλου θλίψη ή ανακούφιση. Τίποτα που να δηλώνει ότι ο αρραβώνας της σήμαινε κάτι για κείνον, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ω, δεν τον θεωρούσε δειλό και ήταν σχεδόν σίγουρη ότι θα την παντρευόταν, αν ήταν απαραίτητο. Αλλά δεν τους είχε δει κανείς κι έτσι, για τον υπόλοιπο κόσμο, ήταν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


σαν να μην είχε συμβεί ποτέ. Δεν υπήρχαν συνέπειες. Για κανέναν από τους δυο τους. Αλλά δεν θα ήταν όμορφο, αν έδειχνε έστω και λίγο ταραγμένος; Την είχε φιλήσει και σείστηκε η γη – σίγουρα θα το ένιωσε κι εκείνος. Δεν θα έπρεπε να θέλει περισσότερα από κείνη; Δεν θα έπρεπε να θέλει, αν όχι να την παντρευτεί, τουλάχιστον να έχει τη δυνατότητα να το κάνει; Αντί για αυτό είχε πει «Σας εύχομαι τα καλύτερα» κι αυτό είχε ακουστεί τόσο τελεσίδικο. Και καθώς έστεκε εκεί απέναντί του, κοιτάζοντας τα μπαούλα της να τα φορτώνουν στην άμαξα, ένιωσε την καρδιά της να ραγίζει. Το ένιωσε, βαθιά μέσα στο στήθος της. Είχε νιώσει τον πόνο. Και καθώς απομακρυνόταν, ο πόνος γινόταν χειρότερος, με μια πίεση κι ένα σφίξιμο, ώσπου νόμιζε ότι θα της κοπεί η ανάσα. Είχε αρχίσει να επιταχύνει το βήμα της –όσο πιο γρήγορα μπορούσε διατηρώντας έναν κανονικό βηματισμό– και τελικά έστριψε σε μια γωνιά και κατέρρευσε σε ένα παγκάκι, αφήνοντας το πρόσωπό της να πέσει αδύναμα μέσα στις παλάμες της. Και προσευχόταν να μην την έχει δει κανείς. Ήθελε να κοιτάξει πίσω. Ήθελε να κλέψει μια τελευταία ματιά του και να θυμάται τη στάση του – τον μοναδικό εκείνο τρόπο που στεκόταν όταν ήταν όρθιος, με τα χέρια πίσω από την πλάτη και τα πόδια ελάχιστα ανοιχτά. Η Λούσι ήξερε ότι έτσι στέκονταν εκατοντάδες άλλοι άντρες, αλλά εκείνος είχε κάτι το διαφορετικό. Μπορεί να της είχε γυρισμένη την πλάτη, πολλά μέτρα μακριά της, και, παρ’ όλα αυτά, εκείνη θα τον αναγνώριζε. Και το βάδισμά του ήταν διαφορετικό, λίγο πιο χαλαρό και άνετο, λες κι ένα μικρό κομμάτι στην καρδιά του ήταν ακόμα εφτά χρόνων. Ήταν κάτι στους ώμους του, ίσως κάτι στους γοφούς του – κάτι που σχεδόν κανείς δεν θα παρατηρούσε, αλλά η Λούσι πάντα έδινε προσοχή στις λεπτομέρειες. Όμως δεν είχε γυρίσει να τον κοιτάξει. Γιατί αυτό θα έκανε χειρότερα τα πράγματα. Πιθανότατα δεν την κοίταζε, αλλά αν την κοίταζε… κι αν την έβλεπε να κάνει μεταβολή… Θα ήταν ολέθριο. Δεν ήταν βέβαιη για ποιο λόγο, αλλά θα ήταν ολέθριο. Δεν ήθελε να δει το πρόσωπό της. Είχε καταφέρει να παραμείνει συγκροτημένη σε όλη τους τη συνομιλία, αλλά μόλις γύρισε να φύγει ένιωσε να αλλάζει. Τα χείλη της μισάνοιξαν και πήρε μια βαθιά ανάσα κι ήταν σαν να ήταν ολότελα άδεια μέσα της. Ήταν φριχτό. Και δεν ήθελε να το δει εκείνος. Άλλωστε, δεν τον ενδιέφερε. Είχε μόλις ζητήσει συγγνώμη για το φιλί. Εκείνη ήξερε πως αυτό όφειλε να κάνει. Ήταν κοινωνική επιταγή – ή αυτό ή ένα ταξιδάκι εξπρές ως την εκκλησία. Αλλά παρ’ όλα αυτά πονούσε. Ήθελε να πιστεύει ότι εκείνος είχε νιώσει τουλάχιστον ένα μικρό κομμάτι από όσα ένιωσε εκείνη. Όχι πως θα έβγαινε κάτι από αυτό, αλλά θα την έκανε να νιώσει καλύτερα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ή ίσως και χειρότερα. Και, τελικά, δεν είχε σημασία. Δεν είχε σημασία τι γνώριζε ή τι αγνοούσε η καρδιά της, γιατί δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Τι νόημα έχουν τα συναισθήματα αν κάποιος δεν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για να φτάσει σε μια απτή κατάληξη; Έπρεπε να είναι πρακτική. Τέτοιος άνθρωπος ήταν. Αυτή ήταν η μοναδική της σταθερά σε έναν κόσμο που περιστρεφόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα προκαλώντας της δυσφορία. Παρ’ όλα αυτά, όμως –εδώ στο Λονδίνο–, ήθελε να τον δει. Ήταν κουτό και ανόητο και αναμφίβολα απερίσκεπτο, αλλά το ήθελε, όπως και να ’χει. Δεν χρειαζόταν καν να του μιλήσει. Για την ακρίβεια, ίσως θα ήταν καλό να μην του μιλήσει. Αλλά μια ματιά… Μια ματιά δεν θα έβλαπτε κανέναν. Όταν, όμως, ζήτησε από τον θείο Ρόμπερτ την άδεια για να παρευρεθεί σε μια γιορτή, εκείνος αρνήθηκε, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε νόημα να σπαταλά χρόνο ή χρήματα για τη σεζόν όταν είχε ήδη πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα – μία πρόταση γάμου. Επιπλέον, όπως την ενημέρωσε, ο λόρδος Ντάβενπορτ ήθελε η Λούσι να συστηθεί στην υψηλή κοινωνία ως λαίδη Χέιζελμπι και όχι ως λαίδη Λουσίντα Αμπέρναθι. Η Λούσι δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ήταν τόσο σημαντικό αυτό, ιδίως από τη στιγμή που λίγα μέλη της αριστοκρατίας τη γνώριζαν ως λαίδη Λουσίντα Αμπέρναθι, από τη σχολή και από τις προετοιμασίες που είχε κάνει μαζί με την Ερμιόνη εκείνη την άνοιξη. Αλλά ο θείος Ρόμπερτ είχε επισημάνει –με τον αμίμητο τρόπο του, δηλαδή χωρίς να αρθρώσει λέξη– ότι η συνομιλία είχε λάβει τέλος και είχε ήδη στρέψει και πάλι την προσοχή του στα χαρτιά πάνω στο γραφείο του. Για μια σύντομη στιγμή, η Λούσι παρέμεινε στη θέση της. Αν έλεγε το όνομά του, ίσως και να σήκωνε το βλέμμα. Ίσως και όχι. Αλλά, αν το έκανε, η υπομονή του θα λιγόστευε επικίνδυνα κι εκείνη θα ένιωθε ενοχλητική και, σε κάθε περίπτωση, δεν θα έπαιρνε απαντήσεις στις ερωτήσεις της. Έτσι, απλώς έγνεψε καταφατικά και βγήκε από το δωμάτιο. Παρόλο που ένας Θεός ήξερε γιατί μπήκε στον κόπο να γνέψει. Ο θείος Ρόμπερτ ποτέ δεν σήκωνε το βλέμμα όταν της έλεγε να αποχωρήσει. Και τώρα ήταν εκεί, στο δείπνο που είχε ζητήσει η ίδια, και ευχόταν –με όλο της το είναι– να μην είχε ανοίξει το στόμα της. Ο Χέι​ζελμπι ήταν καλός και μάλιστα ευχάριστος. Αλλά ο πατέρας του… Η Λούσι προσευχήθηκε να μην πάει να ζήσει στην Οικία Ντάβενπορτ. Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, αφήστε τον Χέιζελμπι να μείνει σε δικό του σπίτι. Στην Ουαλία. Ίσως και στη Γαλλία. Ο λόρδος Ντάβενπορτ, αφού παραπονέθηκε για τον καιρό, τη Βουλή των Λόρδων και την όπερα –τα οποία θεωρούσε, αντίστοιχα, βροχερό, γεμάτη από κακότροπους ανόητους και «Μα τον Θεό, ούτε στα αγγλικά!»–, είχε στρέψει όλη του την κριτική

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ματιά σ’ εκείνη. Χρειάστηκε όλο το σθένος της Λούσι για να μην υποχωρήσει όταν έσκυψε πάνω της. Έμοιαζε με υπέρβαρο ψάρι, με εξόφθαλμους βολβούς στα μάτια και παχιά, σαρκώδη χείλη. Ειλικρινά, η Λούσι δεν θα ξαφνιαζόταν αν έβγαζε το πουκάμισό του και αποκαλύπτονταν βράγχια και λέπια. Και τότε… ανατρίχιασε και μόνο που το θυμήθηκε. Την πλησία​​σε, τόσο κοντά που ένιωσε την καυτή, βρομερή του ανάσα στο πρόσωπό της. Στάθηκε ευθυτενής, στην άψογη στάση στην οποία είχε εξασκηθεί από τα γεννητούρια της. Της είπε να του δείξει τα δόντια της. Αυτό ήταν εξευτελιστικό. Ο λόρδος Ντάβενπορτ την επιθεώρησε σαν φοράδα. Μάλιστα, έφτασε μέχρι και να ακουμπήσει τις παλάμες της πάνω στους γοφούς της για να τους μετρήσει σε περίπτωση τοκετού! Η Λούσι αναστέναξε και κοίταξε πανικόβλητη τον θείο της αναζητώντας βοήθεια, αλλά εκείνος ήταν ανέκφραστος και κοίταζε αποφασιστικά σε ένα σημείο που δεν ήταν το πρόσωπό της. Και τώρα που είχαν καθίσει να φάνε… Θεέ και Κύριε! Ο λόρδος Ντάβενπορτ της έκανε ανάκριση. Της είχε κάνει ό,τι ερώτηση μπορεί να φανταστεί κανείς για την υγεία της, καλύπτοντας τομείς που ήταν σχεδόν βέβαιη πως δεν ήταν οι πλέον κατάλληλοι σε μια μεικτή συντροφιά, και πάνω που νόμιζε ότι το χειρότερο είχε περάσει... «Ξέρετε την προπαίδεια;» Η Λούσι ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα. «Ορίστε;» «Την προπαίδεια», της είπε ανυπόμονος. «Την προπαίδεια του έξι, του εφτά». Για μια στιγμή η Λούσι έμεινε σιωπηλή. Ήθελε να την εξετάσει στα μαθηματικά; «Λοιπόν;» τη ρώτησε. «Φυσικά», απάντησε τραυλίζοντας. Κοίταξε πάλι τον θείο της, αλλά εκείνος διατηρούσε την έκφραση της αποφασιστικής αδιαφορίας. «Δείξτε μου». Το στόμα του Ντάβενπορτ σχημάτισε μια σφιχτή γραμμή πάνω από το έντονο πιγούνι του. «Η προπαίδεια του εφτά μου αρκεί». «Εγώ… ε…» Σε απόλυτη απόγνωση, προσπάθησε να συναντήσει έστω το βλέμμα της θείας Χάριετ, αλλά εκείνη ήταν στον κόσμο της, δεν παρακολουθούσε τα γεγονότα και, πράγματι, δεν είχε βγάλει λέξη όλη τη βραδιά. «Πατέρα», διέκοψε ο Χέιζελμπι, «είστε σίγουρος ότι...» «Αφορά την ανατροφή», είπε κοφτά ο λόρδος Ντάβενπορτ. «Το μέλλον της οικογένειας εναπόκειται στη μήτρα της. Έχουμε δικαίωμα να ξέρουμε τι παίρνουμε». Τα χείλη της Λούσι μισάνοιξαν από την ταραχή. Τότε συνειδητοποίησε ότι είχε τοποθετήσει το ένα της χέρι πάνω στην κοιλιά της. Διστακτικά το άφησε να κρεμαστεί ελεύθερο. Τα μάτια της κοίταζαν εναλλάξ πατέρα και γιο, χωρίς να είναι βέβαιη αν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


έπρεπε να μιλήσει. «Το τελευταίο πράγμα που θέλεις είναι μια γυναίκα που να σκέφτεται υπερβολικά», έλεγε ο λόρδος Ντάβενπορτ, «αλλά οφείλει να μπορεί να κάνει βασικούς πολλαπλασιασμούς. Θεέ και Κύριε! Γιε μου, σκέψου τους απογόνους». Η Λούσι κοίταξε τον Χέιζελμπι. Την κοίταξε κι εκείνος. Με απολογητικό ύφος. Εκείνη ξεροκατάπιε κι έκλεισε τα μάτια για μια μόνο στιγμή, για να πάρει δύναμη. Όταν τα άνοιξε, ο λόρδος Ντάβενπορτ την κοίταζε επίμονα και τα χείλη του μισάνοιγαν και συνειδητοποίη​σε ότι ήταν έτοιμος να της μιλήσει πάλι, κάτι που αναμφίβολα δεν μπορούσε πια να ανεχτεί και... «Εφτά, δεκατέσσερα, είκοσι ένα», είπε απότομα, προσπαθώντας να τον διακόψει όσο μπορούσε καλύτερα. «Είκοσι οχτώ, τριάντα πέντε, σαράντα δύο…» Αναρωτήθηκε τι θα έκανε εκείνος, αν του απαντούσε λάθος. Άραγε θα ακύρωνε τον γάμο; «…σαράντα εννέα, πενήντα έξι…» Μπήκε στον πειρασμό. Ήταν απίστευτος πειρασμός. «… εξήντα τρία, εβδομήντα, εβδομήντα εφτά…» Κοίταξε τον θείο της. Έτρωγε. Δεν την κοίταζε καν. «...ογδόντα δύο, ογδόντα εννέα…» «Ε, αρκεί», ανακοίνωσε ο λόρδος Ντάβενπορτ, διακόπτοντας ακριβώς πάνω στο ογδόντα δύο. Η εύθυμη αίσθηση που ένιωθε στο στήθος της γρήγορα στέρεψε. Είχε κάνει ανταρσία –ίσως για πρώτη φορά σε όλη της τη ζωή– και κανείς δεν το είχε πάρει είδηση. Είχε καθυστερήσει υπερβολικά να την κάνει. Αναρωτήθηκε τι άλλο θα έπρεπε να έχει ήδη κάνει στη ζωή της. «Εύγε», είπε ο Χέιζελμπι, με ένα ενθαρρυντικό χαμόγελο. Η Λούσι κατάφερε να ανταποδώσει με ένα μικρό χαμόγελο. Όντως, δεν ήταν κι άσχημος. Για την ακρίβεια, αν δεν υπήρχε ο Γκρέγκορι, θα τον θεωρούσε καλή επιλογή. Τα μαλλιά του ήταν ίσως λίγο λεπτά και ήταν κι εκείνος λίγο λεπτός, αλλά δεν ήταν και για να παραπονιέται κανείς. Ειδικά όταν η προσωπικότητά του –σίγουρα η πιο σημαντική πτυχή οποιουδήποτε άντρα– ήταν απολύτως αποδεκτή. Είχαν καταφέρει να έχουν μια σύντομη συνομιλία πριν από το δείπνο, όσο ο πατέρας του και ο θείος της συζητούσαν για πολιτική, και ήταν αρκετά γοητευτικός. Μάλιστα, είχε κάνει ένα στεγνό, έμμεσο αστείο για τον πατέρα του, κοιτάζοντας ψηλά με απόγνωση κι αυτό έκανε τη Λούσι να γελάσει. Ειλικρινά, δεν θα έπρεπε να έχει παράπονο. Και δεν είχε. Δεν θα είχε. Απλώς ευχόταν να είχε κάτι διαφορετικό. «Να υποθέσω ότι αποφοιτήσατε επιτυχώς από τη σχολή της δεσποινίδας Μος;» ρώτησε ο λόρδος Ντάβενπορτ και τα μάτια του στένεψαν όσο έπρεπε για να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


καταστήσουν την ερώτησή του κάθε άλλο παρά φιλική. «Ναι, φυσικά», απάντησε η Λούσι, ανοιγοκλείνοντας έκπληκτη τα μάτια. Νόμιζε ότι το θέμα συζήτησης δεν αφορούσε πια εκείνη. «Άριστη σχολή», είπε ο Ντάβενπορτ, μασώντας ένα κομμάτι ψητό αρνάκι. «Ξέρουν τι πρέπει και τι δεν πρέπει να ξέρει ένα κορίτσι. Η κόρη του Γουίνσλοου εκεί πήγε. Και του Φόρνταμ». «Ναι», μουρμούρισε η Λούσι, γιατί μια απάντησή της ήταν αναμενόμενη. «Είναι και οι δυο τους πολύ γλυκά κορίτσια», είπε ψέματα. Η Σίμπιλα Γουίνσλοου ήταν ένας σιχαμερός μικρός τύραννος που το έβρισκε διασκεδαστικό να τσιμπάει τα μπράτσα των μικρότερων μαθητριών. Αλλά για πρώτη φορά εκείνη τη βραδιά, ο λόρδος Ντάβενπορτ φάνηκε ευχαριστημένος μαζί της. «Τις ξέρετε καλά, λοιπόν;» τη ρώτησε. «Ε, κάπως», είπε διπλωματικά η Λούσι. «Η λαίδη Τζοάνα ήταν λίγο μεγαλύτερη, αλλά δεν είναι και πολύ μεγάλο αυτό το σχολείο. Δεν μπορούν να μη γνωρίζονται μεταξύ τους οι μαθήτριες». «Ωραία». Ο λόρδος Ντάβενπορτ έγνεψε επιδοκιμαστικά, τα σαγόνια του έτρεμαν με την κίνηση αυτή. Η Λούσι προσπάθησε να μην κοιτάζει. «Τέτοιους ανθρώπους πρέπει να γνωρίζετε», συνέχισε. «Αυτοί είναι οι δεσμοί που πρέπει να καλλιεργήσετε». Η Λούσι έγνεψε καταφατικά σαν καλό κορίτσι και ταυτόχρονα έφτιαχνε στο μυαλό της μια λίστα με όλα τα μέρη στα οποία θα ήθελε να είναι αυτή τη στιγμή. Παρίσι, Βενετία, Ελλάδα, αν και εκεί είχαν πόλεμο, σωστά; Δεν πειράζει. Παρ’ όλα αυτά, θα προτιμούσε να είναι στην Ελλάδα. «…ευθύνη απέναντι στο όνομα… σωστά πρότυπα συμπεριφοράς…» Δεν έκανε πολλή ζέστη στην Ανατολή; Πάντα θαύμαζε τα κινέζικα βάζα. «…δεν θα ανεχτούμε την παραμικρή παρέκκλιση από…» Πώς λεγόταν εκείνη η συνοικία; Σεν Ζιλ; Ναι, κι εκεί θα ήθελε να είναι τώρα. «…τις υποχρεώσεις. Υποχρεώσεις!» Αυτό το τελευταίο συνοδευόταν με ένα χτύπημα της γροθιάς στο τραπέζι, που έκανε τα ασημικά να κουδουνίσουν και τη Λούσι να αναπηδήσει στη θέση της. Ακόμα και η θεία Χάριετ σήκωσε το βλέμμα από το φαγητό της. Η Λούσι ανάκτησε αμέσως τη συγκέντρωσή της και, επειδή τα μάτια όλων ήταν καρφωμένα πάνω της, είπε: «Ναι;» Ο λόρδος Ντάβενπορτ έσκυψε μπροστά, σχεδόν απειλητικά. «Κάποια μέρα θα γίνετε λαίδη Ντάβενπορτ. Θα έχετε υποχρεώσεις. Πολλές υποχρεώσεις». Η Λούσι κατάφερε να τεντώσει τα χείλη της όσο χρειαζόταν για να θεωρηθεί αυτό ως απάντηση. Θεέ και Κύριε, θα τελείωνε ποτέ αυτή η βραδιά;

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ο λόρδος Ντάβενπορτ έσκυψε μπροστά και, παρόλο που το τραπέζι ήταν πλατύ και στρωμένο με φαγητά, η Λούσι από ένστικτο έκανε πίσω. «Δεν μπορείτε να παίρνετε αψήφιστα τις υποχρεώσεις σας», συνέχισε εκείνος και η φωνή του δυνάμωσε επικίνδυνα και τρομακτικά. «Με καταλαβαίνεις, μικρή;» Η Λούσι αναρωτήθηκε τι θα συνέβαινε αν έπιανε το κεφάλι της και φώναζε δυνατά: Έλεος! Σταματήστε πια αυτό το βασανιστήριο! Ναι, σκέφτηκε, σχεδόν με κάθε λεπτομέρεια, ότι αυτό θα μπορούσε μια χαρά να τον σταματήσει. Ίσως να τη θεωρούσε φρενοβλαβή και... «Φυσικά, λόρδε Ντάβενπορτ», άκουσε τον εαυτό της να λέει. Ήταν δειλή. Μια αξιοθρήνητη δειλή. Και τότε, λες και ήταν παιχνίδι που κάποιος το είχε ξεκουρδίσει, ο λόρδος Ντάβενπορτ κάθισε αναπαυτικά πίσω στην καρέκλα του, απόλυτα συγκροτημένος. «Χαίρομαι που το ακούω», είπε σκουπίζοντας την άκρη των χειλιών του με την πετσέτα του. «Είμαι βέβαιος ότι θα διαπιστώσω πως διδάσκουν ακόμα ευλάβεια και σεβασμό στη σχολή της δεσποινίδας Μος. Δεν μετανιώνω για την επιλογή μου να σας στείλω εκεί». Το πιρούνι της Λούσι έμεινε μετέωρο πριν φτάσει στο στόμα της. «Δεν ήξερα ότι το είχατε φροντίσει εσείς». «Κάτι έπρεπε να κάνω», γκρίνιαξε και την κοίταξε σαν να ήταν νοητικά καθυστερημένη. «Δεν έχετε μητέρα ώστε να φροντίσει να εκπαιδευτείτε σωστά για τον ρόλο σας στη ζωή. Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να γνωρίζετε για να γίνετε κόμησσα. Κάποιες δεξιότητες που πρέπει να διαθέτετε». «Φυσικά», του είπε με σεβασμό, έχοντας αποφασίσει ότι μια επίδειξη πραότητας και πειθαρχίας θα ήταν ο πιο γρήγορος τρόπος να βάλει ένα τέλος σε αυτό το βασανιστήριο. «Ε, και σας ευχαριστώ». «Για ποιο πράγμα;» ρώτησε ο Χέιζελμπι. Η Λούσι γύρισε προς τον μνηστήρα της. Φαινόταν όντως απορημένος. «Μα που με στείλατε στης δεσποινίδας Μος», εξήγησε, απευθύνοντας προσεκτικά την απάντησή της στον Χέιζελμπι. Ίσως, αν δεν κοίταζε τον λόρδο Ντάβενπορτ, να ξεχνούσε ότι ήταν παρών. «Άρα το ευχαριστηθήκατε;» ρώτησε ο Χέιζελμπι. «Ναι, πολύ», του απάντησε, κάπως έκπληκτη από το πόσο ευχάριστο ήταν να σου απευθύνει κανείς ευγενικά μια ερώτηση. «Ήταν πανέμορφα. Ήμουν πάρα πολύ χαρούμενη εκεί». Ο Χέιζελμπι άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει, αλλά προς έκπληξη και τρόμο της Λούσι η φωνή που ακούστηκε ήταν εκείνη του πατέρα του. «Δεν έχει να κάνει με το τι μας κάνει χαρούμενους!» ακούστηκε ο ξαφνικός βρυχηθμός του λόρδου Ντάβενπορτ.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Λούσι δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από το θέα​​μα του Χέιζελμπι, ο οποίος είχε ακόμα το στόμα του ανοιχτό. Αλήθεια τώρα, σκέφτηκε, σε μια παράξενη στιγμή απόλυτης γαλήνης, αυτό ήταν σχεδόν τρομακτικό. Ο Χέιζελμπι έκλεισε το στόμα του και γύρισε προς τον πατέρα του με ένα σφιγμένο χαμόγελο. «Και με τι έχει να κάνει τότε;» ρώτησε και η Λούσι εντυπωσιάστηκε από την παντελή απουσία δυσαρέσκειας στη φωνή του. «Έχει να κάνει με το τι μαθαίνει κανείς», απάντησε ο πατέρας του και χτύπησε με τη γροθιά του το τραπέζι με τον πιο δυσάρεστο τρόπο. «Και με ποιον κάνει κανείς φιλίες». «Πάντως, εγώ τα κατάφερα μια χαρά στην προπαίδεια», είπε ήρεμα η Λούσι, αν και δεν την άκουγε κανείς. «Θα γίνει κόμησσα», ξέσπασε ο Ντάβενπορτ. «Κόμησσα!» Ο Χέιζελμπι κοίταξε τον πατέρα του κατάματα. «Θα γίνει κόμησσα μόνο όταν πεθάνετε», μουρμούρισε. Το στόμα της Λούσι άνοιξε διάπλατα. «Άρα», συνέχισε ο Χέιζελμπι, βάζοντας ήρεμα μια δαγκωνιά ψάρι στο στόμα του, «δεν θα έχει και πολλή σημασία για σας τότε, σωστά;» Η Λούσι γύρισε προς τον λόρδο Ντάβενπορτ με μάτια ορθάνοιχτα. Το δέρμα του κόμη έγινε κατακόκκινο. Ήταν ένα φριχτό χρώμα – θυμωμένο, αγέλαστο και βαθύ, και το επιδείνωνε η φλέβα που παλλόταν δυνατά στον αριστερό του κρόταφο. Κοίταζε τον Χέιζελμπι με μάτια στενεμένα από την οργή. Δεν υπήρχε καμία κακία, καμία επιθυμία να τον βλάψει ή να του κάνει κακό, αλλά, παρόλο που αυτό δεν είχε κανένα νόημα, η Λούσι θα ορκιζόταν εκείνη τη στιγμή ότι ο Ντάβενπορτ μισούσε τον γιο του. Και ο Χέιζελμπι απλώς είπε: «Ωραίο καιρό μας κάνει, πάντως». Και χαμογέλασε. Χαμογέλασε! Η Λούσι τον κοίταζε αποσβολωμένη. Έβρεχε καταρρακτωδώς εδώ και μέρες. Αλλά πιο συγκεκριμένα, δεν συνειδητοποίησε ότι ο πατέρας του είχε φτάσει στα πρόθυρα αποπληξίας; Ο λόρδος Ντάβενπορτ έδειχνε έτοιμος να φτύσει και η Λούσι ήταν σχεδόν βέβαιη ότι μπορούσε να ακούσει τα δόντια του να τρίζουν, αν και καθόταν στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού. Και τότε, καθώς το δωμάτιο παλλόταν από την οργή, ο θείος Ρόμπερτ πήρε τον λόγο. «Χαίρομαι που αποφασίσαμε να κάνουμε τον γάμο εδώ στο Λονδίνο», είπε, με φωνή ήρεμη και γαλήνια και με μια πινελιά λεπτότητας, σαν να έλεγε Τελειώσαμε και με αυτό, λοιπόν. «Όπως γνωρίζετε», συνέχισε, ενώ όλοι οι άλλοι ανακτούσαν την ηρεμία τους, «ο Φένσγουορθ παντρεύτηκε στο Αβαείο πριν από μόλις δύο βδομάδες και, παρόλο που κάποιος σκέφτεται την ιστορία των προγόνων –νομίζω ότι οι τελευταίοι εφτά κόμητες τέλεσαν τους γάμους τους κατ’ οίκον–, ειλικρινά δεν μπόρεσε να παρευρεθεί σχεδόν κανείς».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Λούσι υποπτεύθηκε ότι αυτό είχε πιο πολύ να κάνει με το εσπευσμένο της υπόθεσης και όχι τόσο με τον τόπο τέλεσης του γάμου, αλλά μάλλον δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να μιλήσει γι’ αυτό το θέμα. Και της άρεσε πολύ ο γάμος, ακριβώς επειδή ήταν μικρός. Ο Ρίτσαρντ και η Ερμιόνη ήταν τόσο χαρούμενοι και όλοι οι παρευρισκόμενοι είχαν έρθει ωθούμενοι μόνο από αγάπη και φιλία. Στα αλήθεια, ήταν μια χαρούμενη περίσταση. Ώσπου έφυγαν την επόμενη μέρα για το ταξίδι του μέλιτος στο Μπράιτον. Η Λούσι δεν είχε νιώσει ποτέ τόση δυστυχία και μοναξιά καθώς έστεκε στον δρόμο και τους αποχαιρετούσε. Θα επέστρεφαν σύντομα, θύμισε στον εαυτό της. Πριν από τον δικό της γάμο. Η Ερμιόνη θα ήταν η μοναδική της παράνυμφος και ο Ρίτσαρντ έπρεπε να την παραδώσει στην εκκλησία. Και στο μεταξύ είχε τη θεία Χάριετ να της κρατά συντροφιά. Και τον λόρδο Ντάβενπορτ. Και τον Χέιζελμπι, που ήταν ή εξαιρετικά ευφυής ή τελείως παρανοϊκός. Μια φούσκα από γέλιο –ειρωνικό, παράλογο και απόλυτα ανάρμοστο– πίεζε τον λαιμό της και δραπέτευσε μέσω της μύτης της με ένα άκομψο ρουθούνισμα. «Ε;» μούγκρισε ο λόρδος Ντάβενπορτ. «Τίποτα», έσπευσε να του πει, βήχοντας όσο πιο πειστικά μπορούσε. «Κάτι από το φαγητό. Μάλλον μια ακίδα από το ψάρι». Ήταν σχεδόν αστείο. Θα ήταν αστείο ακόμα κι αν το είχε διαβάσει σε κάποιο βιβλίο. Θα έπρεπε να είναι σάτιρα, αποφάσισε, γιατί σίγουρα αισθηματικό μυθιστόρημα δεν το έλεγες. Και δεν άντεχε στη σκέψη ότι θα μπορούσε να μετατραπεί σε τραγωδία. Κοίταξε τριγύρω στο τραπέζι τους τρεις άντρες που επί του παρόντος συνιστούσαν τη ζωή της όλη. Εκείνη θα έπρεπε να δημιουργήσει τα υπόλοιπα. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Δεν είχε νόημα να συνεχίσει να είναι δυστυχισμένη, όσο δύσκολο κι αν ήταν να δει τη θετική πλευρά της κατάστασης. Και ειλικρινά, θα μπορούσε να είναι και χειρότερα. Έτσι, έκανε ό,τι ήξερε να κάνει καλύτερα και προσπάθησε να τα δει όλα από την πρακτική τους πλευρά και να κάνει έναν νοε​ρό κατάλογο με όλους τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι χειρότερα. Αλλά, αντί για αυτό, το πρόσωπο του Γκρέγκορι Μπρίτζερτον συνέχισε να κατακλύζει το μυαλό της – όπως και όλοι οι τρόποι με τους οποίους τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι καλύτερα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 14 Στο οποίο ο ήρωας και η ηρωίδα μας ξανασμίγουν και τα πουλιά του Λονδίνου είναι πολύ χαρούμενα Όταν την είδε ο Γκρέγκορι, εκεί ακριβώς στο Χάιντ Παρκ, την πρώτη κιόλας μέρα της επιστροφής του στο Λονδίνο, αυθόρμητα σκέφτηκε... Μα βέβαια. Τι πιο φυσικό από το να συναντήσει τυχαία τη Λούσι Αμπέρναθι κυριολεκτικά την πρώτη ώρα που βγήκε για βόλτα στο Λονδίνο. Δεν ήξερε το γιατί. Δεν υπήρχε λογική εξήγηση για το ότι συναντήθηκαν οι δρόμοι τους. Την είχε, όμως, συνέχεια στο μυαλό του από τότε που χώρισαν οι δρόμοι τους στο Κεντ. Και, παρόλο που συνέχιζε να τη σκέφτεται και στο Φένσγουορθ, παραδόξως ξαφνιάστηκε που εκείνη ήταν το πρώτο οικείο πρόσωπο που έβλεπε επιστρέφοντας ύστερα από έναν μήνα στην εξοχή. Όταν έφτασε το προηγούμενο βράδυ στην πόλη, ασυνήθιστα εξαντλημένος από το μακρύ ταξίδι σε πλημμυρισμένους δρόμους, είχε πάει κατευθείαν για ύπνο. Όταν ξύπνησε –μάλλον νωρίτερα από ό,τι συνήθιζε– ο τόπος ήταν ακόμα μούσκεμα από τις βροχές, αλλά ο ήλιος είχε προβάλει κι έλαμπε δυνατά. Ο Γκρέγκορι ντύθηκε αμέσως για να βγει. Λάτρευε τη μυρωδιά του φρέσκου αέρα μετά από μια έντονη καταιγίδα, ακόμα και στο Λονδίνο. Ή μάλλον όχι, ειδικά στο Λονδίνο. Ήταν η μόνη στιγμή που μύριζε έτσι η πόλη, έντονα και δροσερά, όπως τα φύλλα. Ο Γκρέγκορι είχε ένα μικρό διαμέρισμα σε ένα κομψό κτίριο στην περιοχή του Μεριλμπόουν και, παρόλο που η επίπλωσή του ήταν λιτή κι απέριττη, του άρεσε πολύ. Το ένιωθε πραγματικά σαν σπίτι του. Ο αδελφός και η μητέρα του του είχαν προτείνει πολλές φορές να μείνει μαζί τους. Οι φίλοι τον θεωρούσαν τρελό που αρνούνταν. Αυτές οι δύο κατοικίες ήταν εξαιρετικά πιο πολυτελείς και, για την ακρίβεια, πολύ καλύτερα εξυπηρετούμενες από προσωπικό, σε σύγκριση με το ταπεινό του διαμερισματάκι. Εκείνος, ωστόσο, προτιμούσε την ανεξαρτησία του. Δεν τον ενοχλούσε που τον πίε​ζαν – ήξεραν πως, έτσι κι αλλιώς, δεν θα τους άκουγε, κάτι που γνώριζε και ο ίδιος, αλλά δεν χαλούσαν και τις καρδιές τους γι’ αυτό το ζήτημα. Εκείνο που δεν άντεχε, όμως, ήταν ο εξονυχιστικός έλεγχος. Παρόλο που η μητέρα του παρίστανε πως δεν ανακατευόταν στη ζωή του, ο Γκρέγκορι ήξερε καλά πως πάντα τον παρακολουθούσε και ενημερωνόταν για τις κινήσεις του. Και επιπλέον σχολίαζε. Η Βάιολετ Μπρίτζερτον είχε την ικανότητα, όποτε ήθελε, να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κουβεντιάζει για νεαρές κυρίες και χορούς σε σχέση με τον ανύπαντρο γιο της με μια ταχύτητα και με μια ευκολία που θα έκανε το κεφάλι οποιουδήποτε ανθρώπου να γυρίζει. Και πολύ συχνά αυτό ακριβώς συνέβαινε. Αυτή η νεαρή κυρία κι η άλλη νεαρή κυρία και αχ, σίγουρα θα έπρεπε να χορέψει και με τις δυο τους –από δύο χορούς, μάλιστα– στην επόμενη εκδήλωση και κυρίως δεν θα έπρεπε, με κανένα τρόπο, να ξεχάσει και την άλλη νεαρή κυρία. Εκείνη δίπλα στον τοίχο. Μα καλά, δεν την είχε δει που έστεκε ολομόναχη; Και η θεία της, αδύνατον να μην το θυμάται, ήταν στενή οικογενεια​κή τους φίλη. Η μητέρα του Γκρέγκορι είχε πολλές στενές οικογενειακές φίλες. Η Βάιολετ Μπρίτζερτον είχε καλοπαντρέψει τα εφτά από τα οχτώ παιδιά της και ήταν όλα ευτυχισμένα στον γάμο τους και τώρα ο Γκρέγκορι ήταν υποχρεωμένος να υφίσταται μόνος του τον ζήλο της προξενήτρας μάνας του. Τη λάτρευε φυσικά και λάτρευε που νοιαζόταν τόσο πολύ για τη χαρά και για την ευτυχία του, αλλά υπήρχαν φορές που τον έκανε να τραβάει τα μαλλιά του. Και ο Άντονι ήταν ακόμα χειρότερος. Εκείνος δεν χρειαζόταν καν να μιλήσει. Η παρουσία του και μόνο ήταν συνήθως αρκετή για να κάνει τον Γκρέγκορι να νιώθει πως δεν κατάφερνε να σταθεί στο ύψος του ονόματος της οικογένειάς του. Ήταν δύσκολο να χαράξει κανείς τον δικό του δρόμο στη ζωή κάτω από το μόνιμα άγρυπνο μάτι του πανίσχυρου λόρδου Μπρίτζερτον. Απ’ όσο ήξερε, ο μεγάλος του αδελφός δεν είχε κάνει ούτε ένα λάθος στη ζωή του. Κι αυτό έκανε τα δικά του λάθη να φαίνονται ακόμα πιο τεράστια. Όπως ήρθαν, όμως, τα πράγματα, το συγκεκριμένο πρόβλημα λύθηκε πολύ εύκολα. Ο Γκρέγκορι απλώς μετακόμισε. Το να δια​τηρεί έστω και μια μικρή κατοικία απαιτούσε ένα σημαντικό μέρος του χρηματικού του επιδόματος, άξιζε, ωστόσο, και με το παραπάνω. Ακόμα και κάτι τόσο απλό όπως το να βγεις από το σπίτι χωρίς να αναρωτιέται κανείς γιατί το κάνεις ή πού πας –ή, στην περίπτωση της μητέρας του, σε ποιον πας– ήταν υπέροχο. Σου έδινε δύναμη. Ήταν παράξενο που μια απλή βόλτα μπορούσε να σε κάνει να νιώσεις ανεξάρτητος, αλλά ήταν αλήθεια. Και τότε την είδε μπροστά του. Τη Λούσι Αμπέρναθι. Στο Χάιντ Παρκ, ενώ κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται ακόμα στο Κεντ. Ήταν καθισμένη σε ένα παγκάκι κι έριχνε ψίχουλα σε κάτι κακομοιριασμένα πουλιά και ο Γκρέγκορι θυμήθηκε τη μέρα που τη συνάντησε τυχαία στο πίσω μέρος του Όμπρεϊ Χολ. Καθόταν και τότε σε ένα παγκάκι και έδειχνε πολύ άκεφη. Τώρα που το ξανασκεφτόταν, ο Γκρέγκορι συνειδητοποίησε πως ήταν πιθανόν να είχε μόλις μάθει από τον αδελφό της την οριστικοποίηση του αρραβώνα της. Αναρωτήθηκε γιατί δεν του είχε πει τότε κάτι.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Θα ήθελε πολύ να του το είχε πει. Αν ήξερε πως ήταν λογοδοσμένη, δεν θα την είχε φιλήσει. Ήταν αντίθετο στις αρχές του. Ένας καθωσπρέπει κύριος δεν έριχνε ποτέ τα δίχτυα του στη γυναίκα ενός άλλου. Αν ήξερε την αλήθεια, θα είχε απομακρυνθεί από κοντά της εκείνη την ίδια νύχτα και θα... Ξαφνικά πάγωσε. Δεν ήξερε τι θα έκανε. Πώς ήταν δυνατόν να έχει ξαναπαίξει τη σκηνή μέσα στο μυαλό του αμέτρητες φορές, αλλά μόλις τώρα να συνειδητοποιεί πως δεν θα έφτανε ποτέ στο σημείο να την κάνει πέρα; Αν το ήξερε, θα την άφηνε άραγε από την πρώτη στιγμή να πάρει τον δρόμο της; Αναγκαστικά, την είχε πιάσει για να τη στηρίξει, αλλά όταν την άφησε, θα μπορούσε να την έχει στρέψει προς άλλη κατεύθυνση. Δεν θα ήταν δύσκολο – μια μικρή μετατόπιση των ποδιών. Θα το είχε λήξει επιτόπου το θέμα, πριν δοθεί η ευκαιρία να ξεκινήσει κάτι. Εκείνος, ωστόσο, αντί γι’ αυτό, είχε χαμογελάσει, την είχε ρωτήσει τι έκανε εκεί κι έπειτα –μα πώς στα κομμάτια του ήρθε;– τη ρώτησε αν πίνει μπράντι. Μετά από αυτό, δεν ήταν ακριβώς σίγουρος πώς έγινε, αλλά τα θυμόταν όλα. Με κάθε λεπτομέρεια. Τον τρόπο που τον κοίταζε, το χέρι της πάνω στο μπράτσο του. Ήταν γαντζωμένη πάνω του κι εκείνη τη στιγμή έδειχνε να τον χρειάζεται. Θα μπορούσε να είναι ο βράχος της, το κέντρο της. Δεν ήταν ποτέ το κέντρο κάποιου. Δεν ήταν αυτός, όμως, ο λόγος. Δεν ήταν αυτός ο λόγος που την είχε φιλήσει. Την είχε φιλήσει επειδή… Επειδή… Μα τον Θεό, δεν ήξερε γιατί την είχε φιλήσει. Ήταν απλώς η στιγμή –εκείνη η παράξενη, ανεξιχνίαστη στιγμή– κι ήταν όλα τόσο γαλήνια – μια υπέροχη, μαγική, υπνωτιστική σιωπή που έμοιαζε να εισχωρεί αργά μέσα του, κλέβοντας την ανάσα του. Tο σπίτι ήταν γεμάτο επισκέπτες, αλλά ο διάδρομος ήταν όλος δικός τους. Η Λούσι τον κοίταζε με μάτια διερευνητικά κι έπειτα… με κάποιο τρόπο… βρέθηκε κοντά του. Δεν θυμόταν να την πλησιάζει ή να χαμηλώνει το κεφάλι του προς το μέρος της, αλλά το πρόσωπό της βρέθηκε μόλις λίγα εκατοστά από το δικό του. Κι αμέσως μετά… Τη φιλούσε. Από εκεί κι έπειτα, χάθηκε. Ήταν σαν να έχασε κάθε ικανότητα λόγου, λογικής και σκέψης. Το μυαλό του είχε μπει σε μια αλλόκοτη κατάσταση, όπου οι λέξεις απουσίαζαν. Ο κόσμος είχε γίνει χρώμα και ήχος, ζέστη και αίσθηση. Λες και το σώμα του είχε καταπιεί το μυαλό του. Και τώρα αναρωτιόταν –όποτε, δηλαδή, επέτρεπε στον εαυτό του να αναρωτιέται– αν θα μπορούσε να το είχε σταματήσει. Αν εκείνη δεν είχε πει όχι, αν δεν είχε πιέσει τα χέρια της στο στήθος του και δεν του είχε πει να σταματήσει...

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Θα είχε σταματήσει από μόνος του; Θα είχε σταματήσει; Ίσιωσε τους ώμους του. Έσφιξε το πιγούνι. Φυσικά και θα είχε σταματήσει. Ήταν η Λούσι, για το όνομα του Θεού. Υπέροχη από πολλές απόψεις, αλλά όχι ο τύπος που ξετρελαίνει τους άντρες. Ήταν μια προσωρινή παρέκκλιση. Μια στιγμιαία τρέλα που γέννησε εκείνο το παράξενο και ταραγμένο βράδυ. Ακόμα και τώρα, έτσι όπως ήταν καθισμένη σ’ εκείνο το παγκάκι στο Χάιντ Παρκ με ένα μικρό σμήνος περιστεριών στα πόδια της, ήταν η παλιά, γνωστή Λούσι. Δεν τον είχε δει ακόμα κι ένιωθε πολύ προνομιούχος που μπορούσε να την παρατηρεί. Ήταν μόνη, εκτός από την καμαριέρα της που καθόταν δύο παγκάκια παραπέρα, στριφογυρίζοντας τα δάχτυλά της. Τα χείλη της κινούνταν. Ο Γκρέγκορι χαμογέλασε. Η Λούσι μιλούσε στα πουλιά. Κάτι τους έλεγε. Ίσως τους έδινε οδηγίες για κάποιο προορισμό ή κανόνιζε την επόμενη συνάντηση για να τους δώσει ψίχουλα. Μπορεί και να τα συμβούλευε να μασάνε με το ράμφος κλειστό. Κρυφογέλασε. Δεν κρατήθηκε. Εκείνη γύρισε. Γύρισε και τον είδε. Τα μάτια της άνοιξαν διά​πλατα, τα χείλη της μισάνοιξαν κι εκείνος ένιωσε ένα χτύπημα στο κέντρο του στήθους... Χάρηκε που την είδε. Του φάνηκε παράξενη η αντίδρασή του, αν λάβει κανείς υπόψη τον τρόπο που αποχωρίστηκαν. «Λαίδη Λουσίντα», είπε προχωρώντας μπροστά. «Τι έκπληξη! Δεν φανταζόμουν ότι θα ήσαστε στο Λονδίνο». Για μια στιγμή φάνηκε πως δεν μπορούσε να αποφασίσει την αντίδρασή της. Ύστερα, όμως, χαμογέλασε –ίσως πιο διστακτικά από ό,τι συνήθως– και του έδειξε ένα κομμάτι ψωμί. «Για τα περιστέρια;» μουρμούρισε εκείνος. «Ή για μένα;» Το χαμόγελό της άλλαξε, έγινε πιο οικείο. «Ό,τι προτιμάτε. Οφείλω, ωστόσο, να σας προειδοποιήσω ότι είναι λίγο μπαγιάτικο». Ο Γκρέγκορι χαμογέλασε. «Άρα το δοκιμάσατε;» Και τότε ήταν σαν να μην είχε γίνει ποτέ τίποτα. Το φιλί, η αμήχανη συνομιλία το επόμενο πρωί… είχαν όλα εξαφανιστεί. Είχαν επιστρέψει στην παράξενη φιλία τους και ο κόσμος είχε ανακτήσει την κανονικότητά του. Τα χείλη της ήταν σφιγμένα σαν να σκεφτόταν ότι μάλλον έπρεπε να τον μαλώσει κι εκείνος χασκογελούσε, γιατί διασκέδαζε πολύ όταν της έβαζε φιτιλιές. «Είναι το κολατσιό μου», του είπε εντελώς ανέκφραστα. Ο Γκρέγκορι κάθισε στην άλλη άκρη στο παγκάκι κι άρχισε να κόβει κομματάκια το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ψωμί του. Όταν γέμισε καλά τη χούφτα του, τα πέταξε όλα μαζί κι ακούμπησε πίσω την πλάτη για να παρακολουθήσει με άνεση την επερχόμενη φρενίτιδα από ράμφη και φτερά. Παρατήρησε πως η Λούσι πετούσε μεθοδικά τα ψίχουλα, το ένα μετά το άλλο, ανά τρία δευτερόλεπτα. Άρχισε να μετράει. Τι άλλο να κάνει; «Με εγκατέλειψαν τα πουλιά», είπε συνοφρυωμένη. Ο Γκρέγκορι χαμογέλασε όταν το τελευταίο περιστέρι πήγε πηδώντας προς το τσιμπούσι του Μπρίτζερτον. Τους πέταξε άλλη μια χούφτα ψίχουλα. «Οργανώνω πάντα τα καλύτερα πάρτι». Εκείνη γύρισε, χαμήλωσε το πιγούνι και του έριξε μια ειρωνική ματιά πάνω από τον ώμο της. «Είστε αφόρητος». Την κοίταξε με ύφος πονηρό. «Είναι ένα από τα σπουδαιότερα προσόντα μου». «Σύμφωνα με ποιον;» «Ε, η μητέρα μου πάντως δείχνει να με συμπαθεί πολύ», είπε ταπεινά. Η Λούσι δεν κρατήθηκε να μη γελάσει. Ο Γκρέγκορι το θεώρησε ως μια μικρή νίκη. «Η αδελφή μου πάλι… όχι και τόσο». Το ένα της φρύδι ανασηκώθηκε. «Εκείνη που σας αρέσει να βασανίζετε;» «Δεν τη βασανίζω επειδή μου αρέσει», είπε με τόνο κάπως διδακτικό. «Το κάνω επειδή χρειάζεται». «Ποιος το χρειάζεται;» «Ολόκληρη η Βρετανία», είπε. «Πιστέψτε με». Τον κοίταξε καχύποπτα. «Δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο κακιά». «Υποθέτω πως όχι», είπε εκείνος. «Η μητέρα μου τη συμπαθεί πολύ κι αυτό πραγματικά με μπερδεύει». Ξαναγέλασε και ο ήχος του γέλιου της ήταν… καλός. Άχρωμη λέξη, σίγουρα, αλλά κατά κάποιο τρόπο άγγιζε τον πυρήνα της υπόθεσης. Ήταν ένα γέλιο που έβγαινε από βαθιά μέσα της, ζεστό, πλούσιο κι αληθινό. Κι έπειτα γύρισε και τα μάτια της σοβάρεψαν. «Σας αρέσει να την πειράζετε, αλλά στοιχηματίζω πως θα δίνατε και τη ζωή σας για κείνη». Ο Γκρέγκορι έκανε πως το σκέφτεται λιγάκι. «Πόσα θα στοιχηματίζατε;» «Ντροπή, κύριε Μπρίτζερτον. Αποφεύγετε την ερώτησή μου». «Φυσικά και θα έδινα και τη ζωή μου», είπε ο Γκρέγκορι σιγανά. «Είναι η μικρή μου αδελφή. Όλη δική μου για να τη βασανίζω, όλη δική μου και για να την προστατεύω». «Δεν είναι παντρεμένη τώρα;» Ανασήκωσε τους ώμους, κοιτάζοντας πέρα στο πάρκο. «Ναι, φαντάζομαι πως τώρα έχει αναλάβει ο Σεντ Κλερ να τη φροντίζει. Ας είναι καλά ο άνθρωπος, Θεέ μου».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Γύρισε και της χάρισε ένα πονηρό χαμογελάκι. «Συγγνώμη που έπιασα το όνομα του Κυρίου επί ματαίω». Εκείνη, όμως, δεν του το καταλόγισε. Τον ξάφνιασε, μάλιστα, λέγοντας με ένταση: «Δεν υπάρχει λόγος να απολογείστε. Κάποιες φορές μόνο μέσα από το όνομα του Κυρίου καταφέρνει ο άνθρωπος να εκφράσει την απελπισία του». «Γιατί έχω την εντύπωση πως αναφέρεστε σε κάτι που βιώσατε πρόσφατα;» «Χτες βράδυ», επιβεβαίωσε εκείνη. «Αλήθεια;» Έγειρε προς το μέρος της με τεράστιο ενδιαφέρον. «Τι συνέβη;» Εκείνη έγνεψε απλά με το κεφάλι. «Τίποτα σημαντικό». «Σίγουρα θα ήταν, για να πιάσετε εσείς το όνομα του Κυρίου». Η Λούσι αναστέναξε. «Σας το είπα ότι είστε αφόρητος, έτσι δεν είναι;» «Μία φορά σήμερα και σίγουρα κάμποσες φορές στο παρελθόν». Τον κοίταξε ειρωνικά και τα γαλανά της μάτια σοβάρεψαν όταν εστίασαν πάνω του. «Τις μετράτε;» Ο Γκρέγκορι στάθηκε. Ήταν παράξενη η ερώτησή της, όχι επειδή ρώτησε – κι εκείνος το ίδιο θα έκανε αν του έριχνε το δόλωμα. Ήταν παράξενη η ερώτηση γιατί είχε το περίεργο συναίσθημα πως, αν το σκεφτόταν αρκετά, θα ήξερε όντως να απαντήσει. Του άρεσε να μιλά με τη Λούσι Αμπέρναθι. Κι όταν του έλεγε κάτι… Το θυμόταν. Τι περίεργο. «Αναρωτιέμαι», είπε ο Γκρέγκορι κρίνοντας πως ήταν καλή η στιγμή για να αλλάξει θέμα. «Το φορητός είναι άραγε το αντίθετό του;» Η Λούσι το σκέφτηκε λιγάκι. «Νομίζω πως είναι, εσείς τι λέτε;» «Εμένα πάντως δεν με έχει αποκαλέσει κανείς έτσι». «Σας εκπλήσσει αυτό;» Ο Γκρέγκορι χαμογέλασε αργά. Το απολάμβανε. «Λαίδη Λουσίντα, είστε εξαιρετικά ετοιμόλογη». Τα φρύδια της υψώθηκαν κι εκείνη τη στιγμή πήρε μια έκφραση πολύ σκανταλιάρικη. «Είναι ένα από τα μυστικά που κρατώ πολύ καλά κρυμμένα». Ο Γκρέγκορι άρχισε να γελά. «Ξέρετε, δεν είμαι αδιάκριτος». Το γέλιο του άρχισε να δυναμώνει. Έβγαινε από βαθιά μέσα του και στο τέλος έγινε τρανταχτό. Εκείνη τον κοίταζε με κατανόηση κι ο Γκρέγκορι για κάποιο λόγο ένιωσε το βλέμμα της πολύ καθησυχαστικό. Ήταν τόσο φιλική… τόσο γαλήνια. Κι ήταν χαρούμενος που βρισκόταν μαζί της. Σ’ εκείνο το παγκάκι. Ήταν ευχάριστο απλώς και μόνο να είναι μαζί της. Γύρισε προς το μέρος της. Χαμογέλασε. «Έχετε άλλο ψωμί;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Του έδωσε τρεις φέτες. «Έφερα μαζί μου ολόκληρη φρατζόλα». Ο Γκρέγκορι άρχισε να το κόβει κομματάκια. «Προσπαθείτε να παχύνετε τα πουλιά;» «Μου αρέσουν οι περιστερόπιτες, είναι αλήθεια», είπε και άρχισε πάλι να ταΐζει αργά και τσιγκούνικα τα πουλιά. Ο Γκρέγκορι ήταν σίγουρος ότι το φαντάστηκε, αλλά θα ορκιζόταν πως τα πουλιά κοίταζαν με λαχτάρα προς το μέρος του. «Έρχεστε συχνά εδώ;» Δεν του απάντησε αμέσως. Έγειρε κάπως το κεφάλι σαν να έπρεπε να σκεφτεί τι θα απαντήσει. Πράγμα περίεργο, γιατί η ερώτηση ήταν απλή. «Μου αρέσει να ταΐζω τα πουλιά», είπε. «Είναι χαλαρωτικό». Ο Γκρέγκορι πέταξε με δύναμη άλλη μια χούφτα ψίχουλα και χαμογέλασε. «Ώστε έτσι λοιπόν;» Τα μάτια της στένεψαν και πέταξε κι εκείνη ένα ψιχουλάκι, με μια υπολογισμένη, σχεδόν στρατιωτική κίνηση του καρπού της. Το επόμενο ψίχουλο εκσφενδονίστηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Όπως και το επόμενο. Γύρισε και τον κοίταξε με σφιγμένα χείλη. «Είναι χαλαρωτικό, αν δεν προσπαθεί κανείς να δημιουργήσει σκόπιμα χάος». «Εγώ;» ανταπάντησε με κάθε αθωότητα. «Εσείς τα αναγκάζετε να πολεμήσουν μέχρι θανάτου για ένα παλιοψίχουλο από μπαγιάτικο ψωμί». «Αν θέλετε να ξέρετε, αυτή η φρατζόλα είναι εξαιρετική, καλοψημένη και πεντανόστιμη». «Τα ζητήματα διατροφής», είπε με υπερβολική γενναιοδωρία, «θα τα αφήνω πάντα πάνω σας». Η Λούσι τον κοίταξε κυνικά. «Οι περισσότερες γυναίκες δεν θα το έπαιρναν ως φιλοφρόνηση αυτό που είπατε». «Ω, μα εσείς δεν είστε σαν τις περισσότερες γυναίκες. Και επιπλέον», πρόσθεσε, «σας έχω προσέξει όταν τρώτε το πρωινό σας». Τα χείλη της μισάνοιξαν, αλλά, πριν προλάβει να εκφράσει την αγανάκτησή της, ο Γκρέγκορι βιάστηκε να προσθέσει: «Αυτό, παρεμπιπτόντως, ήταν όντως φιλοφρόνηση». Η Λούσι κούνησε το κεφάλι της. Ήταν πραγματικά αφόρητος. Και ήταν τόσο ευγνώμων γι’ αυτό. Όταν τον πρωτοείδε να στέκεται και να την κοιτάζει όσο τάιζε τα πουλιά, ένιωσε το στομάχι της να γυρνάει, ζαλίστηκε, δεν ήξερε τι να πει, πώς να φερθεί, τα είχε εντελώς χαμένα. Ύστερα, όμως, την πλησίασε χαλαρά και ήταν τόσο… ο εαυτός του. Την έκανε να νιώσει αμέσως άνετα κι αυτό ήταν πραγματικά εντυπωσιακό, δεδομένων των συνθηκών. Γιατί ήταν ερωτευμένη μαζί του. Και τότε χαμογέλασε με τον οικείο, νωχελικό τρόπο του και είπε ένα αστείο για τα περιστέρια και, πριν καλά καλά το καταλάβει, χαμογελούσε κι εκείνη. Ένιωθε πάλι ο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


εαυτός της κι αυτό ήταν πολύ καθησυχαστικό. Εδώ και βδομάδες δεν ένιωθε ο εαυτός της. Και στο πλαίσιο του «κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε», είχε αποφασίσει να μη σταθεί ιδιαίτερα στην ανάρμοστη τρυφερότητα που ένιωθε για κείνον, αλλά να είναι απλώς ευγνώμων που κατάφερνε να βρίσκεται κοντά του χωρίς να μεταμορφώνεται σε μια αμήχανη, τραυλή ανόητη. Προφανώς, η ζωή μας κάνει πού και πού τη χάρη. «Ήσαστε στο Λονδίνο όλο αυτόν τον καιρό;» τον ρώτησε, αποφασισμένη να διατηρήσει μια ευχάριστη και απόλυτα φυσιο​λογική συζήτηση. Εκείνος ξαφνιάστηκε. Μάλλον δεν περίμενε αυτή την ερώτηση. «Όχι. Επέστρεψα μόλις χτες βράδυ». «Μάλιστα». Η Λούσι έκανε μια παύση για να το συνειδητοποιήσει. Περιέργως, δεν της είχε περάσει καν από το μυαλό ότι μπορεί και να μη βρισκόταν στην πόλη. Ήταν μια εξήγηση όμως. Δεν ήταν ακριβώς βέβαιη, φυσικά, τι ήθελε να εξηγήσει. Το ότι δεν τον είχε δει καθόλου; Έτσι κι αλλιώς, μόνο στο σπίτι της, στο πάρκο και στη μοδίστρα πήγαινε. «Παραμείνατε στο Όμπρεϊ Χολ, δηλαδή;» «Όχι, έφυγα λίγο μετά την αναχώρησή σας και πήγα να επισκεφθώ τον αδελφό μου. Ζει με τη γυναίκα του και τα παιδιά του στο Γουιλτσάιρ, πανευτυχής μακριά από τον πολιτισμό». «Δεν είναι και τόσο μακριά το Γουιλτσάιρ». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Ακόμα και τους Times σπάνια τους λαμβάνουν. Λένε πως δεν τους νοιάζει». «Τι παράξενο». Η Λούσι δεν ήξερε κανέναν που να μη λαμβάνει την εφημερίδα, ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες κομητείες. Ο Γκρέγκορι έγνεψε τη συμφωνία του. «Αυτή τη φορά το βρήκα αναζωογονητικό, ωστόσο. Αγνοώ τι κάνουν οι άλλοι και ποσώς με ενδιαφέρει». «Συνήθως, δηλαδή, είστε κουτσομπόλης;» Την κοίταξε λοξά. «Οι άντρες δεν κουτσομπολεύουν. Μιλάνε». «Κατάλαβα», είπε η Λούσι. «Έτσι εξηγούνται όλα». Ο Γκρέγκορι κρυφογέλασε. «Εσείς είστε καιρό στην πόλη; Υπέθετα πως ήσαστε κι εσείς στην επαρχία». «Δύο βδομάδες», απάντησε εκείνη. «Επιστρέψαμε λίγο μετά τον γάμο». «Επιστρέψατε; Άρα επέστρεψε κι ο αδελφός σας και η δεσποινίδα Γουάτσον;» Δεν της άρεσε καθόλου που προσπαθούσε να εντοπίσει μια λαχτάρα στη φωνή του, αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. «Είναι πλέον η λαίδη Φένσγουορθ και όχι, έχουν φύγει ταξίδι του μέλιτος. Εγώ είμαι εδώ με τον θείο μου». «Για όλη τη σεζόν;» «Για τον γάμο μου».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Αυτό φρέναρε την αβίαστη ροή της συζήτησης. Έβαλε το χέρι της στην τσάντα κι έβγαλε άλλη μια φέτα ψωμί. «Θα γίνει σε μία βδομάδα». Την κοίταξε σοκαρισμένος. «Τόσο σύντομα;» «Ο θείος λέει πως δεν υπάρχει λόγος να καθυστερούμε». «Κατάλαβα». Μπορεί και να κατάλαβε. Ίσως τελικά όλα αυτά να ήταν κομμάτι κάποιου πρωτοκόλλου που δεν τα γνώριζε ένα απομονωμένο κορίτσι από την επαρχία όπως εκείνη. Ίσως πραγματικά να μην υπήρχε λόγος να αναβάλουν το αναπόφευκτο. Ίσως να ήταν όλα αυτά μέρος της φιλοσοφίας του «κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ», που τόσο κόπιαζε να εφαρμόσει. «Μάλιστα», είπε ο Γκρέγκορι. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του κάμποσες φορές και η Λούσι κατάλαβε ότι δεν ήξερε τι να πει. Ήταν μια ασυνήθιστη αντίδραση από μέρους του και τη χαροποίησε ιδιαίτερα. Ήταν όπως το ότι η Ερμιόνη δεν ήξερε να χορεύει. Αν ο Γκρέγκορι Μπρίτζερτον μπορούσε να χάσει τα λόγια του, υπήρχε κάποια ελπίδα για την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Τελικά κατάφερε να της πει: «Συγχαρητήρια». «Ευχαριστώ». Η Λούσι αναρωτήθηκε αν του είχαν στείλει πρόσκληση. Ο θείος Ρόμπερτ και ο λόρδος Ντάβενπορτ ήταν αποφασισμένοι να καλέσουν πραγματικά τους πάντες στην τελετή. Έλεγαν πως ήταν η πιο σημαντική της μέρα και ήθελαν να μάθει όλος ο κόσμος ότι επρόκειτο να γίνει σύζυγος του Χέιζελμπι. «Θα λάβει χώρα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου», είπε η Λούσι χωρίς κανένα λόγο. «Εδώ στο Λονδίνο;» Ακουγόταν ξαφνιασμένος. «Φαντάστηκα πως θα παντρευόσαστε στο Αβαείο Φένσγουορθ». Ήταν πολύ περίεργο, σκέφτηκε η Λούσι, πόσο ανώδυνο έμοιαζε όλο αυτό – να συζητά τον επικείμενο γάμο της μαζί του. Η αλήθεια ήταν πως ένιωθε μουδιασμένη. «Ήταν επιθυμία του θείου μου», εξήγησε παίρνοντας άλλη μία φέτα ψωμί από την τσάντα της. «Ο θείος σας συνεχίζει να είναι η κεφαλή της οικογένειας;» ρώτησε ο Γκρέγκορι κοιτάζοντάς τη με ενδιαφέρον. «Ο αδελφός σας είναι ο κόμης. Δεν ενηλικιώθηκε ακόμα;» Η Λούσι πέταξε ολόκληρη τη φέτα από το ψωμί στο έδαφος κι άρχισε να παρακολουθεί με νοσηρή περιέργεια τα περιστέρια που έκαναν σαν τρελά. «Ενηλικιώθηκε», απάντησε. «Πέρυσι. Προτίμησε, όμως, να αφήσει τον θείο μου να διαχειρίζεται τις οικογενειακές υποθέσεις κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών του σπουδών στο Κέιμπριτζ. Φαντάζομαι πως θα αναλάβει σύντομα τη θέση του τώρα που είναι», του χαμογέλασε απολογητικά, «παντρεμένος».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Μη φοβάστε ότι θα με πληγώσετε», την καθησύχασε. «Το έχω ξεπεράσει εντελώς». «Αλήθεια;» Ανασήκωσε ελαφρά τον έναν του ώμο. «Για να λέμε την αλήθεια, θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό». Έβγαλε άλλη μια φέτα ψωμί, αλλά τα δάχτυλά της πάγωσαν πριν αρχίσει να κόβει κομματάκια. «Σοβαρά;» ρώτησε κοιτάζοντάς τον με ενδιαφέρον. «Πώς είναι δυνατόν;» Ο Γκρέγκορι ανοιγόκλεισε έκπληκτος τα μάτια του. «Είστε πολύ ευθύς άνθρωπος, έτσι δεν είναι;» Κι εκείνη κοκκίνισε. Ένιωσε το αίμα να βάφει και να ζεσταίνει τα μάγουλά της απαίσια. «Με συγχωρείτε», είπε. «Ήταν πολύ αγενές από μέρους μου. Απλώς ήσαστε τόσο...» «Μη συνεχίσετε», τη διέκοψε κι εκείνη ένιωσε ακόμα χειρότερα γιατί ήταν έτοιμη να περιγράψει –πιθανόν με σχολαστική λεπτομέρεια– το πόσο ερωτοχτυπημένος ήταν με την Ερμιόνη. Κι αυτό, αν βρισκόταν η ίδια στη θέση του, δεν θα ήθελε να το ακούσει. «Συγγνώμη». Στράφηκε προς το μέρος της. Την κοίταξε με περιέργεια σαν κάτι να συλλογιζόταν. «Το λέτε αυτό αρκετά συχνά». «Το συγγνώμη;» «Ναι». «Δεν… δεν ξέρω». Έσφιξε τα δόντια της. Ένιωθε πιεσμένη. Αμήχανη. Γιατί να της επισημάνει κάτι τέτοιο; «Είναι κάτι που κάνω», είπε και μάλιστα το είπε με αποφασιστικότητα, γιατί… Ε, γιατί έτσι. Χρειάζεται κι άλλη εξήγηση; Εκείνος έγνεψε καταφατικά. Και την έκανε να νιώσει ακόμα χειρότερα. «Έτσι είμαι εγώ», πρόσθεσε υπερασπίζοντας τον εαυτό της, παρόλο που εκείνος συμφωνούσε μαζί της. «Εξομαλύνω τα πράγματα, τα διορθώνω». Κι έπειτα εκσφενδόνισε με δύναμη το τελευταίο κομμάτι ψωμιού στο έδαφος. Ο Γκρέγκορι ύψωσε τα φρύδια και γύρισαν ταυτόχρονα να παρακολουθήσουν το επικείμενο χάος. «Μπράβο», μουρμούρισε. «Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ», είπε εκείνη. «Πάντα». «Είναι αξιοθαύμαστο στοιχείο ενός χαρακτήρα», είπε ο Γκρέγκορι απαλά. Κι αυτό για κάποιο λόγο τη θύμωσε. Την έκανε πραγματικά έξαλλη. Δεν ήθελε να τη θαυμάζουν που είχε δεχτεί να έρχεται δεύτερη. Ήταν σαν να κέρδιζε βραβείο για τα πιο όμορφα παπούτσια σε αγώνα δρόμου. Άσχετο και άνευ σημασίας. «Κι εσείς;» ρώτησε με φωνή όλο και πιο τσιριχτή. «Εσείς κάνετε ό,τι καλύτερο μπορείτε; Γι’ αυτό λέτε ότι το έχετε ξεπεράσει; Εσείς δεν είχατε κατενθουσιαστεί με την ίδια την ιδέα του έρωτα; Που λέγατε πως ήταν το παν, πως δεν είχατε άλλη επιλογή. Που λέγατε πως...» Διέκοψε μόνη της τον εαυτό της, τρομοκρατημένη από τον τόνο της φωνής της.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Εκείνος την κοίταζε σαν να είχε τρελαθεί και μάλλον αλήθεια ήταν. «Λέγατε πολλά, τέλος πάντων», μουρμούρισε η Λούσι, ελπίζοντας να κλείσει έτσι τη συζήτηση. Θα έπρεπε να φύγει. Καθόταν ήδη στο παγκάκι δεκαπέντε λεπτά πριν φτάσει εκείνος. Φυσούσε, είχε πολλή υγρασία, η καμαριέρα της δεν ήταν αρκετά ζεστά ντυμένη και, αν σκεφτόταν λίγο ακόμα, θα έβρισκε εκατό πράγματα που έπρεπε να κάνει στο σπίτι. Τουλάχιστον κάποιο βιβλίο που θα μπορούσε να διαβάσει. «Συγγνώμη αν σας αναστάτωσα», είπε σιγανά ο Γκρέγκορι. Η Λούσι δεν άντεχε να τον κοιτάξει. «Δεν σας είπα ψέματα όμως», είπε ο Γκρέγκορι. «Πραγματικά δεν σκέφτομαι τη δεσποινίδα –με συγχωρείτε, τη λαίδη Φένσγουορθ– τόσο συχνά και, όταν συμβαίνει, είναι για να συνειδητοποιήσω ότι τελικά δεν ταιριάζαμε». Γύρισε προς το μέρος του και κατάλαβε πως ήθελε πολύ να τον πιστέψει. Πραγματικά το ήθελε. Γιατί, αν εκείνος μπορούσε να ξεχάσει την Ερμιόνη, θα μπορούσε και η ίδια να ξεχάσει εκείνον. «Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω», είπε ο Γκρέγκορι κουνώντας το κεφάλι του, σαν να ήταν κι εκείνος εξίσου μπερδεμένος. «Όταν, όμως, ερωτεύεσαι τρελά και ανεξήγητα…» Η Λούσι πάγωσε. Δεν ήταν δυνατόν να το πει. Πραγματικά, δεν θα μπορούσε να το πει. Ο Γκρέγκορι ανασήκωσε τους ώμους. «Ε, τότε δεν πρέπει να δίνεις βάση». Ω Θεέ μου. Τα λόγια της Ερμιόνης. Προσπάθησε να θυμηθεί πώς είχε απαντήσει στην Ερμιόνη. Ήταν υποχρεωμένη να πει κάτι. Διαφορετικά θα πρόσεχε τη σιω​​πή της. Θα γύριζε και θα έβλεπε πόσο αναστατωμένη ήταν. Και τότε θα της έκανε ερωτήσεις, δεν θα ήξερε τι να του απαντήσει και... «Σ’ εμένα δεν πρόκειται να συμβεί», είπε και οι λέξεις κυριολεκτικά ξεχύθηκαν από το στόμα της. Ο Γκρέγκορι γύρισε και την κοίταξε, αλλά διατήρησε το πρόσωπό της επιμελώς μπροστά. Μετάνιωνε που είχε πετάξει όλο το ψωμί. Ήταν πολύ πιο εύκολο να αποφύγει το βλέμμα του όταν παρίστανε πως ήταν απασχολημένη με κάτι άλλο. «Πιστεύετε πως δεν θα ερωτευτείτε;» τη ρώτησε. «Ε, ίσως», είπε προσπαθώντας να ακουστεί ανάλαφρη και σοφιστικέ. «Αλλά όχι έτσι». «Πώς έτσι;» Πήρε μια ανάσα, δυσαρεστημένη που την ανάγκαζε να του το εξηγήσει. «Με τον απελπισμένο τρόπο που τώρα απαρνιέστε κι εσείς και η Ερμιόνη».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Δάγκωσε το χείλι της και τελικά επέτρεψε στον εαυτό της να στραφεί προς το μέρος του. Γιατί ήθελε να δει αν ο Γκρέγκορι καταλάβαινε πως του έλεγε ψέματα. Αν διαισθανόταν πως ήταν ήδη ερωτευμένη... μαζί του. Θα ντρεπόταν ως το μεδούλι, αλλά τουλάχιστον θα ήξερε ότι ξέρει. Και δεν θα αναρωτιόταν. Η άγνοια δεν ήταν ευτυχία. Όχι για κάποια σαν εκείνη. «Έτσι κι αλλιώς, δεν έχουν σημασία πια όλα αυτά», συνέχισε γιατί δεν άντεχε τη σιωπή. «Σε μια βδομάδα παντρεύομαι τον λόρδο Χέιζελμπι και δεν θα αθετούσα ποτέ τον λόγο μου. Εγώ...» «Τον Χέιζελμπι;» Το σώμα του Γκρέγκορι τραντάχτηκε όταν γύρισε ολόκληρος να την κοιτάξει. «Παντρεύεστε τον Χέιζελμπι;» «Ναι», είπε η Λούσι ανοιγοκλείνοντας με μανία τα βλέφαρά της. Τι αντίδραση ήταν αυτή; «Νόμιζα πως το γνωρίζατε». «Όχι. Δεν το γνώριζα…» Έδειχνε σοκαρισμένος. Αν είναι δυνατόν… Κούνησε το κεφάλι του. «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς δεν το έμαθα». «Δεν ήταν μυστικό». «Όχι», είπε κάπως έντονα. «Εννοώ, όχι. Φυσικά όχι. Δεν εννοούσα κάτι τέτοιο». «Τρέφετε χαμηλή εκτίμηση για τον λόρδο Χέιζελμπι;» τον ρώτησε διαλέγοντας προσεκτικά τα λόγια της. «Όχι», απάντησε ο Γκρέγκορι κουνώντας το κεφάλι του – τελείως ανεπαίσθητα, σαν να μην το έκανε συνειδητά. «Όχι. Τον γνωρίζω αρκετά χρόνια. Ήμαστε στο σχολείο μαζί. Κι αργότερα στο πανεπιστήμιο». «Άρα έχετε την ίδια ηλικία;» ρώτησε η Λούσι κι έπειτα σκέφτηκε πως ήταν κάπως περίεργο που δεν ήξερε την ηλικία του αρραβωνιαστικού της. Έτσι κι αλλιώς, όμως, ούτε για την ηλικία του Γκρέγκορι ήταν σίγουρη. Εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Είναι αρκετά… φιλικός άνθρωπος. Θα σας φερθεί καλά». Καθάρισε τον λαιμό του. «Απαλά». «Απαλά;» επανέλαβε η Λούσι. Τι παράξενη λέξη που διάλεξε. Τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της και τότε η Λούσι συνειδητοποίησε ότι από τότε που ανέφερε το όνομα του αρραβωνιαστικού της, απέφευγε να την κοιτάξει εστιασμένα. Τώρα δεν μιλούσε. Μόνο την κοίταζε με μάτια τόσο έντονα, που έμοιαζαν να αλλάζουν χρώμα. Ήταν καστανά με πράσινο, ύστερα πράσινα με καστανό και τελικά τα δύο χρώματα έλιωναν σχεδόν το ένα μέσα στο άλλο. «Τι συμβαίνει;» ψιθύρισε η Λούσι. «Δεν έχει σημασία», είπε αλλά ακουγόταν παράξενα. «Εγώ…» Κι ύστερα γύρισε από την άλλη και η μαγεία χάθηκε. «Η αδελφή μου», είπε καθαρίζοντας τον λαιμό του. «Οργανώνει ένα σουαρέ αύριο το βράδυ. Θα θέλατε να παρευρεθείτε;» «Ω, ναι, θα ήταν υπέροχα», είπε η Λούσι αν και ήξερε πως δεν θα έπρεπε. Είχε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


περάσει, όμως, πολύ καιρό χωρίς κοινωνικές επαφές και εξάλλου μετά τον γάμο της δεν θα είχε τη δυνατότητα να κάνει παρέα μαζί του. Κανονικά, δεν θα έπρεπε να βασανίζει τον εαυτό της, λαχταρώντας κάτι που δεν μπορούσε να αποκτήσει, αλλά δεν άντεχε να κάνει διαφορετικά. Άδραξε τη μέρα. Τώρα. Γιατί πραγματικά, όταν... «Α, μα δεν μπορώ», είπε και η απελπισία έκανε τη φωνή της να ακουστεί σχεδόν σαν κλάμα. «Γιατί δεν μπορείτε;» «Λόγω του θείου μου», απάντησε αναστενάζοντας η Λούσι. «Και του λόρδου Ντάβενπορτ, του πατέρα του Χέιζελμπι». «Γνωρίζω ποιος είναι». «Φυσικά. Συγγνώ...» Διέκοψε μόνη τον εαυτό της. Δεν ήθελε να το ξαναπεί. «Δεν θέλουν να εμφανιστώ ακόμα κοινωνικά». «Ορίστε; Γιατί;» Η Λούσι ανασήκωσε τους ώμους της. «Δεν υπάρχει λόγος να κάνω το κοινωνικό μου ντεμπούτο ως λαίδη Λουσίντα Αμπέρναθι, όταν σε μια βδομάδα θα γίνω λαίδη Χέιζελμπι». «Μα αυτό είναι γελοίο». «Αυτό πιστεύουν πάντως». Η Λούσι συνοφρυώθηκε. «Έχω την εντύπωση πως δεν επιθυμούν και το οικονομικό κομμάτι για το ντεμπούτο μου». «Θα έρθετε αύριο βράδυ», είπε αποφασιστικά ο Γκρέγκορι. «Θα το φροντίσω προσωπικά». «Εσείς;» ρώτησε η Λούσι καχύποπτα. «Όχι εγώ φυσικά», απάντησε ο Γκρέγκορι λες και θα ήταν ανοησία. «Η μητέρα μου. Πιστέψτε με, σε ό,τι αφορά τις κοινωνικές σχέσεις και τα πρωτόκολλα, μπορεί να πετύχει τα πάντα. Έχετε συνοδό;» Η Λούσι έγνεψε καταφατικά. «Τη θεία Χάριετ. Είναι λίγο εύθραυστη, αλλά είμαι σίγουρη πως μπορεί να παρευρεθεί σε μια δεξίωση, αν το επιτρέψει ο θείος μου». «Θα το επιτρέψει», είπε με σιγουριά ο Γκρέγκορι. «Η αδελφή που σας έλεγα είναι η Δάφνη». Κι ύστερα διευκρίνισε: «Η εξοχότητά της, δούκισσα του Χέιστινγκς. Ο θείος σας δεν θα μπορούσε να αρνηθεί την πρόσκληση μιας δούκισσας, σωστά;» «Δεν νομίζω», είπε η Λούσι αργά. Δεν μπορούσε να φανταστεί ποιος θα έλεγε όχι σε μια δούκισσα. «Κανονίστηκε, λοιπόν», είπε η Γκρέγκορι. «Θα έχετε νέα από τη Δάφνη μέχρι το μεσημέρι». Σηκώθηκε όρθιος και της πρόσφερε το χέρι του για να τη βοηθήσει να σηκωθεί. Η Λούσι ξεροκατάπιε. Θα ήταν γλυκόπικρο να τον αγγίξει, αλλά του έδωσε το χέρι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


της. Ένιωσε ζεστό και φιλόξενο το δικό του. Και ασφαλές. «Σας ευχαριστώ», μουρμούρισε η Λούσι αποσύροντας το χέρι της για να κρατήσει και με τα δυο το καλαθάκι της. Έκανε νόημα στην καμαριέρα της κι εκείνη έφτασε αμέσως κοντά της. «Αύριο, λοιπόν», είπε ο Γκρέγκορι κάνοντας μια επίσημη υπόκλιση καθώς την αποχαιρετούσε. «Αύριο», είπε και η Λούσι και αναρωτήθηκε αν θα συνέβαινε πραγματικά. Ήξερε πως ο θείος της δεν άλλαζε γνώμη ποτέ. Αλλά ίσως… Ίσως. Μακάρι.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 15 Στο οποίο ο ήρωάς μας μαθαίνει ότι δεν είναι, και πιθανότατα δεν θα γίνει ποτέ, σοφός σαν τη μητέρα του Μια ώρα αργότερα ο Γκρέγκορι περίμενε στο σαλονάκι του αριθμού πέντε της οδού Μπράτον, όπου βρισκόταν το σπίτι της μητέρας του στο Λονδίνο, ύστερα από την επιθυμία της να αποχωρήσει από την Οικία Μπρίτζερτον μετά τον γάμο του Άντονι. Ήταν και δικό του σπίτι, πριν αποκτήσει το ιδιωτικό του διαμέρισμα εδώ και κάποια χρόνια. Η μητέρα του ζούσε εδώ μόνη από τότε που παντρεύτηκε η μικρή του αδελφή. Ο Γκρέγκορι προσπαθούσε να την επισκέπτεται τουλάχιστον δύο φορές τη βδομάδα και πάντα τον ξάφνιαζε η ησυχία που επικρατούσε πλέον εκεί μέσα. «Αγάπη μου!» αναφώνησε η μητέρα του, μπαίνοντας ανάλαφρα στο δωμάτιο με ένα πλατύ χαμόγελο. «Νόμιζα πως δεν θα σε έβλεπα μέχρι το βράδυ. Πώς ήταν το ταξίδι σου; Θέλω να μου τα πεις όλα για τον Μπένεντικτ και τη Σόφι και τα παιδιά. Είναι πραγματικά έγκλημα που βλέπω τόσο σπάνια τα εγγόνια μου». Ο Γκρέγκορι χαμογέλασε με επιείκεια. Η μητέρα του είχε επισκεφθεί το Γουιλτσάιρ μόλις πριν από έναν μήνα, κάτι που έκανε αρκετές φορές τον χρόνο. Της μετέφερε ευσυνείδητα τα νέα των τεσσάρων παιδιών του Μπένεντικτ και ιδιαίτερα της μικρής Βάιο​λετ, η οποία είχε πάρει και το όνομά της. Κι όταν η μητέρα του εξάντλησε πλέον όλες της τις ερωτήσεις, ο Γκρέγκορι είπε: «Ξέρεις, μητέρα, θα ήθελα να σου ζητήσω μια χάρη». Η Βάιολετ ήταν πάντα ευθυτενής, αλλά εκείνη τη στιγμή στυλώθηκε ακόμα περισσότερο. «Θέλεις μια χάρη; Τι χρειάζεσαι ακριβώς;» Της μίλησε για τη Λούσι όσο πιο σύντομα μπορούσε, για να μην την οδηγήσει σε άτοπα συμπεράσματα ως προς το ενδιαφέρον που έτρεφε για κείνη. Η μητέρα του είχε την τάση να θεωρεί κάθε ανύπαντρη κοπέλα πιθανή νύφη. Ακόμα κι εκείνες που παντρεύονταν το επόμενο Σαββατοκύριακο. «Φυσικά και θα σε βοηθήσω», του είπε. «Πανεύκολο». «Ο θείος της είναι αποφασισμένος να την κρατήσει απομονωμένη», της υπενθύμισε ο Γκρέγκορι. Απέρριψε την προειδοποίησή του με μια κίνηση του χεριού. «Παιχνιδάκι, γιόκα μου. Άσ’ το πάνω μου. Ούτε που θα κουραστώ». Ο Γκρέγκορι αποφάσισε να μην επιμείνει άλλο. Αφού η μητέρα του είπε ότι ξέρει πώς να διασφαλίσει την παρουσία κάποιου σε έναν χορό, την πίστευε. Κάθε επιπλέον ερώτηση απλώς θα την έκανε να πιστεύει πως εκείνος είχε απώτερους σκοπούς.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Και δεν είχε. Απλώς συμπαθούσε τη Λούσι. Τη θεωρούσε φίλη του. Και ήθελε να της δώσει την ευκαιρία να περάσει καλά. Ήταν πραγματικά αξιοθαύμαστο. «Θα βάλω την αδελφή σου να στείλει μαζί με την πρόσκληση κι ένα προσωπικό σημείωμα», είπε η Βάιολετ. «Ίσως κάνω και μια μικρή επίσκεψη κατευθείαν στον θείο της. Θα πω ψέματα ότι τη συνάντησα στο πάρκο». «Ψέματα;» Τα χείλη του Γκρέγκορι σφίχτηκαν για να μη χαμογελάσει. «Εσύ;» Το χαμόγελο της μητέρας του ήταν πραγματικά δαιμόνιο. «Δεν πειράζει και να μη με πιστέψει. Είναι ένα από τα πλεονεκτήματα της μεγάλης ηλικίας. Κανείς δεν τολμά να μην υπακούσει μια γριά δράκαινα σαν κι εμένα». Ο Γκρέγκορι ύψωσε τα φρύδια του. Δεν θα τσιμπούσε στο δόλωμά της. Η Βάιολετ Μπρίτζερτον μπορεί να ήταν μητέρα οχτώ ενήλικων παιδιών, αλλά με τη λευκή σαν γάλα, αρυτίδωτη επιδερμίδα της ήταν αδύνατον να τη θεωρήσει κανείς ηλικιωμένη. Για την ακρίβεια, ο Γκρέγκορι συχνά αναρωτιόταν γιατί δεν ξαναπαντρεύτηκε. Ένα σωρό γοητευτικοί χήροι τσακώνονταν ποιος θα τη βγάλει για δείπνο ή ποιος θα της ζητήσει έναν χορό. Ο Γκρέγκορι υπέθετε πως όλοι θα πέταγαν από τη χαρά τους, αν η μητέρα τους εκδήλωνε ποτέ ενδιαφέρον για γάμο. Εκείνη, όμως, ποτέ δεν θέλησε να ξαναπαντρευτεί και ο Γκρέγκορι παραδεχόταν πως ένιωθε μια εγωιστική χαρά. Παρά τη συνήθειά της να χώνεται σε όλα, υπήρχε κάτι ανακουφιστικό στην απόλυτη αφοσίωση που έδειχνε στα παιδιά και στα εγγόνια της. Ο πατέρας του είχε πεθάνει εδώ και είκοσι πέντε χρόνια. Ο Γκρέγκορι δεν είχε την παραμικρή ανάμνηση από κείνον. Η μητέρα του, όμως, μιλούσε συχνά για κείνον και τότε άλλαζε η φωνή της. Το βλέμμα της γλύκαινε και οι άκρες των χειλιών της τρεμόπαιζαν αδιόρατα και ο Γκρέγκορι διέκρινε τις αναμνήσεις στο πρόσωπό της. Εκείνες τις στιγμές καταλάβαινε τον λόγο που ήταν τόσο ανυποχώρητη να παντρευτούν τα παιδιά της από αγάπη. Σχεδίαζε να συμμορφωθεί κι ο ίδιος με την επιθυμία της. Κι εκείνη η φάρσα με τη δεσποινίδα Γουάτσον ήταν πραγματικά ειρωνεία της τύχης. Τότε έφτασε η καμαριέρα με τον δίσκο του τσαγιού και τον ακούμπησε στο χαμηλό τραπεζάκι ανάμεσά τους. «Η μαγείρισσα έφτιαξε τα αγαπημένα σου μπισκότα», είπε η μητέρα, προσφέροντάς του ένα φλιτζάνι τσάι ακριβώς όπως του άρεσε, χωρίς ζάχαρη, με ελάχιστο γάλα. «Με περίμενες;» ρώτησε ο Γκρέγκορι. «Δεν σε περίμενα το μεσημέρι», είπε η Βάιολετ πίνοντας μια γουλιά από το τσάι της. «Ήξερα, όμως, ότι σύντομα θα ερχόσουν. Αργά ή γρήγορα θα ήθελες να φας». Ο Γκρέγκορι χαμογέλασε χαριτωμένα. Ήταν αλήθεια. Όπως πολλοί άντρες της ηλικίας και της θέσης τους, δεν είχε χώρο στο διαμέρισμά του για κανονική κουζίνα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Έτρωγε στα πάρτι, στη λέσχη του και φυσικά στα σπίτια των αδελφών του και της μητέρας του. «Ευχαριστώ», μουρμούρισε, παίρνοντας το πιάτο στο οποίο η μητέρα του είχε βάλει έξι μπισκότα. Η Βάιολετ έριξε μια ματιά στον δίσκο, ύστερα έγειρε το κεφάλι της ελαφρά στο πλάι και έβαλε δύο μπισκότα στο δικό της πιάτο. «Με συγκινεί», είπε κοιτάζοντάς τον, «που ζήτησες τη βοή​​θειά μου για τη λαίδη Λουσίντα». «Σοβαρά;» ρώτησε με περιέργεια ο Γκρέγκορι. «Μα σε ποιον άλλο θα μπορούσα να καταφύγω για μια τέτοια υπόθεση;» Δάγκωσε μια μπουκίτσα από το μπισκότο της. «Είμαι φυσικά η προφανής λύση, αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι σπάνια στρέφεσαι στην οικογένειά σου όταν χρειάζεσαι κάτι». Ο Γκρέγκορι έμεινε ακίνητος κι ύστερα γύρισε αργά προς το μέρος της. Τα μάτια της μητέρας του –τόσο γαλανά και τόσο ανησυχητικά οξυδερκή– ήταν καρφωμένα στο πρόσωπό του. Τι να εννοούσε άραγε; Αδύνατον να αγαπήσει κανείς περισσότερο την οικογένειά του από κείνον. «Δεν είναι αλήθεια αυτό», είπε τελικά. Η μητέρα του απλώς χαμογέλασε. «Αυτό πιστεύεις;» Έσφιξε το πιγούνι του. «Ναι, αυτό πιστεύω». «Ω, μην προσβάλλεσαι», είπε η Βάιολετ με ένα τρυφερό χτυπηματάκι στο μπράτσο του. «Δεν εννοούσα πως δεν μας αγαπάς. Ωστόσο προτιμάς να κάνεις τα πράγματα μόνος σου». «Σαν τι;» «Ω, όπως το να βρεις σύζυγο...» Τη διέκοψε επιτόπου. «Προσπαθείς να μου πεις, δηλαδή, ότι ο Άντονι, ο Μπένεντικτ και ο Κόλιν καλοδέχτηκαν την ανάμειξή σου όταν έψαχναν νύφη;» «Όχι, φυσικά και όχι. Σε κανέναν άντρα δεν αρέσει αυτό. Ωστόσο...» Ανέμισε το χέρι της σαν να ήθελε να σβήσει αυτό που είχε πει. «Με συγχωρείς. Δεν ήταν καλό παράδειγμα». Έβγαλε έναν αναστεναγμό κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο και ο Γκρέγκορι κατάλαβε πως δεν ήταν διατεθειμένη να το συζητήσει άλλο. Περιέργως, εκείνος ήθελε να το συζητήσει. «Και ποιο είναι το πρόβλημα που προτιμώ να κάνω μόνος μου τα πράγματα;» Γύρισε και τον κοίταξε με ύφος λες και δεν είχε ξεκινήσει πριν την κουβέντα πάνω σε ένα δυνητικά άβολο θέμα. «Κανένα πρόβλημα. Εγώ καμαρώνω που έφερα στον κόσμο ανεξάρτητους γιους. Έτσι κι αλλιώς, εσείς οι τρεις θα πρέπει να χαράξετε μόνοι σας τον δρόμο στη ζωή». Έκανε μια παύση, το σκέφτηκε και πρόσθεσε: «Με λίγη βοήθεια από τον Άντονι φυσικά. Θα απογοητευό​μουν πολύ αν δεν σας φρόντιζε όλους».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Ο Άντονι είναι εξαιρετικά γενναιόδωρος», είπε σιγανά ο Γκρέγκορι. «Ναι, είναι, πραγματικά», είπε χαμογελώντας η Βάιολετ. «Και με τα χρήματα και με τον χρόνο του. Μοιάζει πολύ με τον πατέρα σου σε αυτό». Τον κοίταξε με μάτια γεμάτα νοσταλγία. «Τι κρίμα που δεν τον έζησες». «Ο Άντονι μου στάθηκε σαν πατέρας». Ο Γκρέγκορι το είπε γιατί ήξερε πως θα την έκανε να χαρεί, αλλά και γιατί ήταν αλήθεια. Τα χείλη της μητέρας του σφίχτηκαν και για μια στιγμή ο Γκρέγκορι νόμισε πως ήταν έτοιμη να κλάψει. Έβγαλε αμέσως ένα μαντίλι και της το πρόσφερε. «Όχι, όχι, δεν χρειάζεται», είπε, αλλά το πήρε και σκούπισε τα μάτια της. «Είμαι μια χαρά. Μόνο λίγο...» Κατάπιε κι έπειτα χαμογέλασε. Τα μάτια της, όμως, γυάλιζαν ακόμα από τα δάκρυα. «Κάποια μέρα θα καταλάβεις –όταν θα έχεις δικά σου παιδιά– πόσο όμορφο είναι να το ακούς αυτό». Άφησε κάτω το μαντίλι και πήρε το φλιτζάνι της. Ήπιε σκεφτική μια γουλιά και αναστέναξε από ευχαρίστηση. Ο Γκρέγκορι χαμογέλασε από μέσα του. Η μητέρα του λάτρευε το τσάι. Ξεπερνούσε τη γνωστή βρετανική αφοσίωση. Ισχυριζόταν πως τη βοηθούσε να σκέφτεται, κάτι που κανονικά θα ήταν καλό, μόνο που πολύ συχνά αποτελούσε ο ίδιος το αντικείμενο των σκέψεών της και μετά από το τρίτο φλιτζάνι κατάφερνε να σκαρφιστεί ένα τρομακτικά λεπτομερές σχέδιο για να τον παντρέψει με την κόρη του τάδε φίλου που την είχε επισκεφθεί εκείνο το πρωί. Προφανώς, όμως, αυτή τη φορά το μυαλό της δεν ήταν στον γάμο. Ακούμπησε κάτω το φλιτζάνι της και εκεί που νόμισε πως ήταν έτοιμη να αλλάξει θέμα, είπε: «Δεν είναι, όμως, πατέρας σου». Ο Γκρέγκορι σταμάτησε με το φλιτζάνι πριν φτάσει στο στόμα. «Ορίστε;» «Ο Άντονι. Δεν είναι πατέρας σου». «Ναι;» είπε αργά προσπαθώντας να καταλάβει πού το πάει. «Είναι αδελφός σου», συνέχισε εκείνη. «Όπως και ο Μπένεντικτ και ο Κόλιν και όταν ήσουν μικρός, αχ, πόσο ήθελες να συμμετέχεις στα δικά τους…» Ο Γκρέγκορι έμεινε εντελώς ακίνητος. «Εκείνοι, όμως, δεν ήθελαν να σε παίρνουν μαζί τους και πώς να τους κατηγορήσει κανείς;» «Έλα ντε;» μουρμούρισε σφιγμένος. «Α, μη θίγεσαι, Γκρέγκορι», είπε η μητέρα του κοιτάζοντάς τον λίγο μετανιωμένη και λίγο ανυπόμονη. «Ήταν υπέροχα τα αδέλφια σου και, για να λέμε και την αλήθεια, πολύ υπομονετικά τις περισσότερες φορές». «Τις περισσότερες φορές;» «Κάποιες φορές», διόρθωσε η μητέρα του. «Ήσουν, όμως, πολύ μικρότερος από κείνους. Δεν υπήρχαν κοινά πράγματα να κάνετε. Και όταν τελικά μεγάλωσες κι εσύ,

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ε…» Τα λόγια της έσβησαν κι αναστέναξε. Ο Γκρέγκορι έγειρε προς το μέρος της. «Τι;» την παρακίνησε. «Ω, τίποτα». «Μητέρα». «Καλά, λοιπόν», είπε κι εκείνη τη στιγμή ο Γκρέγκορι κατάλαβε πως η μητέρα του ήξερε ακριβώς τι έλεγε και όλοι αυτοί οι αναστεναγμοί και οι ατελείωτες προτάσεις ήταν αποκλειστικά για εντυπωσιασμό. «Νομίζω ότι πιστεύεις πως πρέπει να αποδείξεις την αξία σου απέναντί τους», είπε η Βάιολετ. Την κοίταξε με έκπληξη. «Δεν πρέπει, δηλαδή;» Τα χείλη της μητέρας του μισάνοιξαν, αλλά για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησε. «Όχι», είπε τελικά. «Γιατί νομίζεις πως θα έπρεπε;» Ήταν μια ανόητη ερώτηση. Επειδή... επειδή... «Δεν είναι κάτι που μπορεί να εκφραστεί με τα λόγια», μουρμούρισε ο Γκρέγκορι. «Σοβαρά;» Η Βάιολετ ήπιε μια γουλιά από το τσάι της. «Για να σου πω την αλήθεια, δεν περίμενα αυτή την αντίδραση». Ο Γκρέγκορι ένιωσε το πιγούνι του να σφίγγεται. «Τι ακριβώς περίμενες, δηλαδή;» «Ακριβώς;» Τον κοίταξε με αρκετό χιούμορ ώστε να τον εκνευρίσει. «Δεν είμαι σίγουρη για το πόσο ακριβής μπορώ να γίνω, αλλά, με λίγα λόγια, περίμενα να το αρνηθείς». «Το ότι δεν μου αρέσει, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν ισχύει», είπε ανασηκώνοντας τους ώμους του με επιτηδευμένη άνεση. «Τα αδέλφια σου σε σέβονται», είπε η Βάιολετ. «Δεν είπα ότι δεν με σέβονται». «Αναγνωρίζουν την αυτονομία σου». Ο Γκρέγκορι σκέφτηκε πως αυτό δεν ήταν εντελώς αλήθεια. «Το να ζητάς βοήθεια δεν είναι ένδειξη αδυναμίας», συνέχισε η Βάιολετ. «Δεν θεώρησα ποτέ ότι ήταν», απάντησε εκείνος. «Πριν από λίγο δεν ζήτησα τη βοήθειά σου;» «Σε ένα θέμα που μόνο μια γυναίκα μπορούσε να διευθετήσει», παρατήρησε η Βάιολετ. «Δεν είχες άλλη επιλογή από το να έρθεις σ’ εμένα». Ήταν αλήθεια και ο Γκρέγκορι δεν το σχολίασε. «Είσαι συνηθισμένος πάντως να κάνουν οι άλλοι πράγματα για σένα», είπε η Βάιολετ. «Μητέρα». «Και η Υακίνθη έτσι είναι», είπε βιαστικά. «Μάλλον επειδή είστε οι πιο μικροί. Και ειλικρινά δεν υπονοώ με κανένα τρόπο ότι είστε τεμπέληδες ή κακομαθημένοι ή

******ebook converter DEMO Watermarks*******


άπονοι». «Τι εννοείς, λοιπόν;» τη ρώτησε. Τον κοίταξε με ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο. «Ακριβώς;» Ο Γκρέγκορι ένιωσε να φεύγει ένα μέρος της έντασης. «Ακριβώς», είπε και έγνεψε. «Εννοούσα απλώς ότι δεν υποχρεώθηκες ποτέ να μοχθήσεις για κάτι. Είσαι τυχερός από αυτή την άποψη. Σου συμβαίνουν καλά πράγματα». «Κι εσύ ως μητέρα μου ενοχλείσαι από αυτό;… Γιατί;» «Ω Γκρέγκορι», είπε αναστενάζοντας. «Καθόλου δεν ενοχλούμαι. Εύχομαι πάντα καλά πράγματα να σου συμβαίνουν. Το ξέρεις αυτό». Δεν ήταν και πολύ σίγουρος για τη σωστή απάντηση σε αυτό κι έτσι έμεινε σιωπηλός υψώνοντας τα φρύδια του με απορία. «Σε μπέρδεψα λιγάκι, έτσι;» είπε η Βάιολετ κάπως συνοφρυω​μένη. «Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι ποτέ δεν χρειάστηκε να προσπαθήσεις πολύ για να πετύχεις τους στόχους σου. Δεν είμαι σίγουρη αν αυτό οφείλεται στις ικανότητές σου ή στους στόχους που βάζεις». Ο Γκρέγκορι δεν μίλησε. Τα μάτια του εντόπισαν ένα ιδιαίτερα περίτεχνο σημείο της ταπετσαρίας και καθηλώθηκαν εκεί, αδυνατώντας να εστιάσουν οπουδήποτε αλλού, όσο το μυαλό του πετούσε. Και λαχταρούσε. Και τότε, πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι λαχταρούσε, ρώτησε: «Τι σχέση έχει αυτό με τα αδέλφια μου;» Ανοιγόκλεισε τα μάτια της απορημένη κι ύστερα μουρμούρισε: «Α, εννοείς σε σχέση με την ανάγκη που νιώθεις να αποδείξεις την αξία σου;» Ο Γκρέγκορι έγνεψε καταφατικά. Η Βάιολετ έσφιξε τα χείλη. Συλλογίστηκε. Κι ύστερα είπε: «Δεν είμαι σίγουρη». Ο Γκρέγκορι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Δεν ήταν η απάντηση που περίμενε. «Δεν τα ξέρω και όλα!» είπε η Βάιολετ και ο Γκρέγκορι υποψιάστηκε πως ήταν η πρώτη φορά που βγήκαν από τα χείλη της αυτά τα λόγια. «Υποθέτω», είπε αργά σκεφτική, «ότι εσύ… Τέλος πάντων, είναι παράξενος αυτός ο συνδυασμός. Ίσως και όχι τόσο παράξενος, όταν υπάρχουν πολλά μεγαλύτερα αδέλφια». Ο Γκρέγκορι περίμενε καθώς εκείνη τακτοποιούσε τις σκέψεις της. Το δωμάτιο ήταν ήσυχο, ο αέρας εντελώς ακίνητος, αλλά εκείνος ένιωθε κάτι να τον πιέζει από όλες τις πλευρές. Δεν ήξερε τι επρόκειτο να πει, αλλά κατά κάποιο τρόπο… Ήξερε… Ήταν κάτι σημαντικό. Ίσως περισσότερο σημαντικό απ’ όσα είχε ακούσει ποτέ. «Δεν θέλεις να ζητάς βοήθεια», είπε η μητέρα του, «επειδή είναι σημαντικό για σένα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


να σε αντιμετωπίζουν σαν μεγάλο τα αδέλφια σου. Αλλά την ίδια στιγμή… Σου έχουν έρθει εύκολα τα πράγματα και γι’ αυτό νομίζω πως μερικές φορές δεν προσπαθείς». Τα χείλη του μισάνοιξαν. «Όχι πως αρνείσαι να προσπαθήσεις», βιάστηκε να προσθέσει η Βάιολετ. «Απλώς τις περισσότερες φορές δεν είναι αναγκαίο. Κι όταν κάτι απαιτεί μεγαλύτερη προσπάθεια... Αν είναι κάτι που δεν μπορείς να το τακτοποιήσεις μόνος σου, αποφασίζεις πως δεν αξίζει τον κόπο». Ο Γκρέγκορι απέσυρε επιτέλους το βλέμμα του από το σημείο της ταπετσαρίας όπου η περικοκλάδα ήταν πολύπλοκα μπλεγμένη. «Ξέρω τι θα πει να παλεύεις για κάτι», είπε χαμηλόφωνα. Γύρισε και την κοίταξε στο πρόσωπο. «Να θέλεις απεγνωσμένα κάτι και να ξέρεις ότι ίσως και να μην το αποκτήσεις». «Ώστε έτσι; Χαίρομαι». Άπλωσε το χέρι να πάρει το τσάι της, αλλά προφανώς άλλαξε γνώμη κι έστρεψε πάνω του το βλέμμα της. «Το απέκτησες τελικά;» «Όχι». Τα μάτια της φανέρωσαν μια μικρή θλίψη. «Λυπάμαι». «Εγώ πάλι όχι», είπε σοβαρά. «Όχι πια». «Εντάξει, λοιπόν». Αναδεύτηκε στην καρέκλα της. «Ούτε κι εγώ λυπάμαι τότε. Φαντάζομαι πως τώρα είσαι καλύτερος άνθρωπος εξαιτίας αυτού του γεγονότος». Η αρχική αντίδραση του Γκρέγκορι μάλλον ήταν να προσβληθεί, αλλά προς μεγάλη του έκπληξη είπε: «Νομίζω πως έχεις δίκιο». Και ξαφνιάστηκε ακόμα περισσότερο όταν κατάλαβε πως το εννοούσε. Η μητέρα του χαμογέλασε σοφά. «Χαίρομαι τόσο πολύ που καταφέρνεις να δεις κι αυτή την άποψη. Οι περισσότεροι άντρες δεν μπορούν». Έριξε μια ματιά στο ρολόι του τοίχου και ξαφνικά αναφώνησε: «Ω Θεέ μου! Πέρασε η ώρα. Είχα υποσχεθεί στην Πόρσια Φεδέρινγκτον να την επισκεφθώ σήμερα το απόγευμα». Ο Γκρέγκορι σηκώθηκε όρθιος καθώς σηκωνόταν και η μητέρα του. «Μην ανησυχείς για τη Λουσίντα», είπε πηγαίνοντας βιαστικά προς την πόρτα. «Θα τα φροντίσω όλα. Και, σε παρακαλώ, συνέχισε εσύ με το τσάι. Ανησυχώ που μένεις ολομόναχος και δεν έχεις μια γυναίκα να σε φροντίζει. Αν περάσει κι άλλος ένας χρόνος έτσι, θα μείνεις πετσί και κόκαλο». Τη συνόδευσε ως την πόρτα. «Όσον αφορά τα υπονοούμενα περί γάμου, το συγκεκριμένο ήταν ιδιαίτερα απροκάλυπτο», είπε ο Γκρέγκορι. «Βρίσκεις;» Τον κοίταξε αλαζονικά. «Τι καλά που δεν χρειάζεται να είμαι διακριτική πλέον. Έτσι κι αλλιώς, έχω καταλήξει πως οι περισσότεροι άντρες δεν δίνουν καμιά προσοχή σε οτιδήποτε δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο και υπογραμμισμένο». «Ακόμα και οι γιοι σου;» «Ειδικά οι γιοι μου». Ο Γκρέγκορι χαμογέλασε ειρωνικά. «Τι ήθελα και σε ρώτησα;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Κυριολεκτικά, πήγαινες γυρεύοντας». Πρότεινε να τη συνοδεύσει μέχρι τον κεντρικό διάδρομο, αλλά εκείνη τον έδιωξε τρυφερά. «Όχι, όχι, δεν είναι απαραίτητο. Πήγαινε να φας. Είχα πει στην κουζίνα να σου στείλουν σάντουιτς όταν θα ερχόσουν. Θα καταφτάσουν ανά πάσα στιγμή και είναι κρίμα να μην τα φας και πεταχτούν». Το στομάχι του Γκρέγκορι γουργούρισε εκείνη τη στιγμή κι έτσι έκανε μια μικρή υπόκλιση και είπε: «Είσαι καταπληκτική μητέρα, το ξέρεις;» «Επειδή σε ταΐζω;» «Ε, ναι, αλλά και για κάποιους άλλους λόγους». Η Βάιολετ σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε στο μάγουλο. «Δεν είσαι πια το μικρό μου αγοράκι, έτσι;» Ο Γκρέγκορι χαμογέλασε. Έτσι τον αποκαλούσε από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. «Θα είμαι όσο καιρό το θέλεις εσύ, μητέρα. Όσο καιρό το θέλεις».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 16 Στο οποίο ο ήρωάς μας ερωτεύεται Πάλι Όσον αφορά τις κοινωνικές μηχανορραφίες, η Βάιολετ Μπρίτζερτον ήταν ακριβώς όσο επιτυχημένη καυχιόταν και, πραγματικά, όταν ο Γκρέγκορι έφτασε στην Οικία Χέι​στινγκς το επόμενο βράδυ, η αδελφή του Δάφνη, δούκισσα του Χέιστινγκς, τον πληροφόρησε πως η λαίδη Λουσίντα Αμπέρναθι επρόκειτο να παραστεί στον χορό. Ένιωσε ανεξήγητα χαρούμενος με αυτή την έκβαση. Η Λούσι έδειχνε πολύ απογοητευμένη όταν του είπε πως δεν θα μπορούσε να έρθει και πραγματικά γιατί να μην μπορεί να χαρεί το κορίτσι μια τελευταία νύχτα γλεντιού πριν παντρευτεί τον Χέιζελμπι; Τον Χέιζελμπι. Ο Γκρέγκορι δεν μπορούσε ακόμα να το πιστέψει. Μα πώς και δεν είχε μάθει ότι επρόκειτο να παντρευτεί τον Χέιζελμπι; Δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να το σταματήσει, δεν είχε κανένα δικαίωμα άλλωστε, αλλά επρόκειτο για τον Χέιζελμπι, που να πάρει η ευχή. Δεν έπρεπε η Λούσι να μάθει την αλήθεια; Ο Χέιζελμπι ήταν ένας φιλικότατος τύπος και έξυπνος άνω του μετρίου, όπως παραδεχόταν ο Γκρέγκορι. Δεν θα τη χτυπούσε ποτέ, δεν θα ήταν αγενής, αλλά δεν… δεν μπορούσε… Δεν μπορούσε να γίνει πραγματικός σύζυγός της. Η σκέψη και μόνο του έφερνε θλίψη. Ο γάμος της Λούσι δεν θα ήταν ένας φυσιολογικός γάμος, γιατί στον Χέιζελμπι δεν άρεσαν οι γυναίκες. Όπως αρέσουν στους κανονικούς άντρες, δηλαδή. Ο Χέιζελμπι θα ήταν καλός μαζί της και θα της πρόσφερε εξαιρετικά απλόχερα τα χρήματά του, περισσότερα από όσα πρόσφεραν άλλοι σύζυγοι, ανεξάρτητα από την κλίση τους. Αλλά έμοιαζε άδικο, ειδικά η Λούσι, να έχει τέτοια μοίρα. Άξιζε πολλά περισσότερα. Ένα σπίτι γεμάτο παιδιά. Και σκυλιά. Ίσως και κάνα δυο γάτες. Έμοιαζε άνθρωπος που θα ήθελε ολόκληρο θηριοτροφείο. Και λουλούδια. Το σπίτι της Λούσι θα είχε παντού λουλούδια, ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Ροζ παιωνίες, κίτρινα τριαντάφυλλα κι εκείνο το μπλε με το μακρύ μίσχο που της άρεσε τόσο πολύ. Το δελφίνιο. Αυτό ήταν. Σταμάτησε. Θυμήθηκε. Το δελφίνιο.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Λούσι υποστήριζε πως ο αδελφός της ήταν ο βοτανολόγος του σπιτιού, αλλά ο Γκρέγκορι δεν μπορούσε να τη φανταστεί να ζει σε ένα σπίτι χωρίς χρώμα. Θα είχε γέλια και φασαρία και υπέροχη ακαταστασία, παρά τις προσπάθειές της να διατηρεί κάθε πλευρά της ζωής της τακτοποιημένη και καθαρή. Την έβλεπε με τη φαντασία του να πασχίζει, να οργανώνει και να προσπαθεί να βάλει όλο τον κόσμο σε πρόγραμμα. Παραλίγο να γελάσει δυνατά στη σκέψη αυτή. Τι κι αν υπήρχε στόλος ολόκληρος από υπηρέτες να ξεσκονίζουν, να συγυρίζουν, να γυαλίζουν και να σκουπίζουν; Όταν υπάρχουν παιδιά, τα πράγματα δεν μένουν ποτέ εκεί που τα βάζεις. Η Λούσι ήταν διευθύντρια. Αυτό την έκανε ευτυχισμένη και της άξιζε να έχει ένα σπιτικό να διευθύνει. Και παιδιά. Πολλά παιδιά. Οχτώ ίσως. Έριξε μια ματιά στην αίθουσα χορού που είχε αρχίσει σιγά σιγά να γεμίζει. Δεν είδε τη Λούσι και δεν υπήρχε ακόμα συνωστισμός για να τη χάσει. Είδε, ωστόσο, τη μητέρα του. Κατευθυνόταν προς το μέρος του. «Γκρέγκορι», είπε απλώνοντας τα χέρια του όταν έφτασε κοντά του, «είσαι ιδιαίτερα όμορφος απόψε». Πήρε τα χέρια της και τα έφερε στα χείλη του. «Λόγια ειπωμένα με την ειλικρίνεια και την αμεροληψία μιας μάνας», μουρμούρισε. «Ανοησίες», είπε χαμογελώντας εκείνη. «Είναι γεγονός ότι όλα μου τα παιδιά είναι εξαιρετικά έξυπνα και όμορφα. Αν ήταν μόνο η δική μου άποψη, κάποιος θα μου το είχε επισημάνει ως τώρα, έτσι δεν είναι;» «Λες και θα τολμούσε κανείς». «Ε, εντάξει», απάντησε, διατηρώντας εντυπωσιακά απαθές το πρόσωπό της. «Θα επιμείνω, ωστόσο, λέγοντας πως είμαι συζητήσιμος άνθρωπος». «Όπως νομίζεις, μητέρα», είπε με κάθε σοβαρότητα. «Όπως νομίζεις». «Η λαίδη Λουσίντα έχει έρθει;» Ο Γκρέγκορι έγνεψε αρνητικά. «Όχι ακόμα». «Τι περίεργο που δεν την έχω συναντήσει καθόλου», είπε η Βάιολετ. «Έχει έρθει στο Λονδίνο δεκαπέντε μέρες τώρα και θα φανταζόταν κανείς πως… Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία. Είμαι σίγουρη πως είναι υπέροχη για να κάνεις εσύ τόση προσπάθεια να διασφαλίσεις την παρουσία της εδώ απόψε». Ο Γκρέγκορι την κοίταξε με νόημα. Τον αναγνώριζε αυτόν τον τόνο. Ήταν το τέλειο μείγμα αδιαφορίας και απόλυτης ακρίβειας. Τον χρησιμοποιούσε συνήθως όταν ψάρευε πληροφορίες. Ήταν πραγματικά αριστοτέχνης σε αυτό η μητέρα του. Και φυσικά, τακτοποιούσε διακριτικά το χτένισμά της χωρίς να τον κοιτάζει, όταν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


τον ρώτησε: «Είπες ότι γνωριστήκατε όταν επισκέφθηκε τον Άντονι, σωστά;» Δεν έβρισκε τον λόγο να παριστάνει ότι δεν καταλάβαινε τι σκάρωνε. «Είναι αρραβωνιασμένη, μητέρα», είπε με έμφαση. Και πρόσθεσε: «Παντρεύεται σε μια βδομάδα». «Ναι, ναι, το γνωρίζω. Με τον γιο του λόρδου Ντάβενπορτ. Είναι λογοδοσμένοι καιρό, απ’ όσο ξέρω». Ο Γκρέγκορι έγνεψε καταφατικά. Δεν μπορούσε να φανταστεί πως η μητέρα του ήξερε την αλήθεια για τον Χέιζελμπι. Δεν ήταν κάτι που γνώριζε κι όλος ο κόσμος. Ακούγονταν ψίθυροι, φυσικά. Κανείς, όμως, δεν τολμούσε να τους επαναλάβει μπροστά σε μια κυρία. «Έλαβα πρόσκληση για τον γάμο τους», είπε η Βάιολετ. «Αλήθεια;» «Οργανώνεται μεγάλος γάμος, απ’ ό,τι καταλαβαίνω». Ο Γκρέγκορι έσφιξε λίγο τα δόντια. «Θα γίνει κόμησσα». «Ναι, υποθέτω. Δεν είναι κάτι που κάνεις σε κλειστό κύκλο». «Όχι». Η Βάιολετ αναστέναξε. «Λατρεύω τους γάμους». «Αλήθεια;» «Ναι». Αναστέναξε πάλι, αυτή τη φορά ακόμα πιο δραματικά, και ο Γκρέγκορι δεν ξαφνιάστηκε. «Είναι όλα τόσο ρομαντικά», πρόσθεσε η Βάιολετ. «Η νύφη, ο γαμπρός…» «Νόμιζα πως αυτοί οι δυο θεωρούνται δεδομένοι στην τελετή». Η μητέρα του τον κοίταξε με ενοχλημένο ύφος. «Πώς είναι δυνατόν ο γιος μου να μην είναι καθόλου ρομαντικός;» Ο Γκρέγκορι αποφάσισε ότι δεν υπήρχε απάντηση σε αυτό. «Εσύ χάνεις, λοιπόν», είπε η Βάιολετ. «Εγώ θα πάω. Δεν αρνούμαι σχεδόν ποτέ μια γαμήλια πρόσκληση». Και τότε ακούστηκε η φωνή. «Ποιος παντρεύεται;» Ο Γκρέγκορι γύρισε. Ήταν η μικρότερη αδελφή του, η Υακίνθη. Ντυμένη στα μπλε και χώνοντας τη μύτη της στις υποθέσεις των άλλων, ως συνήθως. «Ο λόρδος Χέιζελμπι με τη λαίδη Λουσίντα Αμπέρναθι», απάντησε η Βάιολετ. «Α, ναι», είπε συνοφρυωμένη η Υακίνθη. «Έλαβα μια πρόσκληση. Θα γίνει στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, σωστά;» Η Βάιολετ έγνεψε καταφατικά. «Θα ακολουθήσει δεξίωση στην Οικία Φένσγουορθ». Η Υακίνθη έριξε μια ματιά στην αίθουσα. Το έκανε συχνά, ακόμα κι όταν δεν έψαχνε κάποιον συγκεκριμένα. «Δεν είναι περίεργο που δεν την έχω γνωρίσει; Είναι αδελφή του κόμη του Φένσγουορθ, σωστά;» Ανασήκωσε τους ώμους της. «Περιέργως, ούτε κι εκείνον τον έχω γνωρίσει».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Νομίζω πως η λαίδη Λουσίντα δεν έχει κάνει ακόμα το ντεμπούτο της», είπε ο Γκρέγκορι. «Επίσημα, τουλάχιστον». «Απόψε, λοιπόν, θα είναι το ντεμπούτο της», είπε η μητέρα της. «Τι συναρπαστικό για όλους». Η Υακίνθη γύρισε και κοίταξε τον αδελφό της με μάτια κοφτερά σαν λεπίδες. «Και πώς γνωρίστηκες εσύ με τη λαίδη Λουσίντα, Γκρέγκορι;» Άνοιξε το στόμα του, αλλά εκείνη συνέχισε να μιλάει: «Και μη μου πεις ότι δεν έχετε γνωριστεί, γιατί η Δάφνη μου τα έχει ήδη πει όλα». «Τότε γιατί με ρωτάς;» Η Υακίνθη τον αγριοκοίταξε. «Δεν μου είπε πώς γνωριστήκατε». «Καλό θα ήταν να αναθεωρήσεις την κατανόηση της λέξης “όλα”». Το λεξιλόγιο και η κατανόηση κειμένου δεν ήταν ποτέ τα δυνατά της σημεία. Η Βάιολετ κοίταξε με απόγνωση το ταβάνι. «Κάθε μέρα απορώ πώς καταφέρατε εσείς οι δυο να ενηλικιωθείτε». «Φοβόσουν μη σκοτώσουμε ο ένας τον άλλο;» ρώτησε ο Γκρέγκορι. «Όχι. Φοβόμουν ότι θα σας σκότωνα εγώ». «Λοιπόν», δήλωσε η Υακίνθη λες και δεν έγινε η προηγούμενη συζήτηση, «η Δάφνη είπε ότι είχες αγχωθεί πολύ να λάβει η λαίδη Λουσίντα μια πρόσκληση και, από όσο ξέρω, η μητέρα έφτασε στο σημείο να γράψει ολόκληρο σημείωμα που έλεγε πόσο απολαμβάνει τη συντροφιά της, το οποίο, όπως όλοι ξέρουμε, είναι κατάφωρο ψέμα, διότι καμιά μας δεν έχει γνωρίσει ποτέ την...» «Σταματάς ποτέ να μιλάς;» τη διέκοψε ο Γκρέγκορι. «Για σένα, όχι», απάντησε η Υακίνθη. «Πώς την ξέρεις; Και για την ακρίβεια, πόσο καλά την ξέρεις; Και γιατί θέλεις τόσο πολύ να προσκαλέσεις μια γυναίκα που παντρεύεται την επόμενη βδομάδα;» Και τότε παραδόξως, η Υακίνθη όντως σταμάτησε να μιλάει. «Είχα κι εγώ αυτή την απορία πάντως», μουρμούρισε η Βάιολετ. Ο Γκρέγκορι κοίταξε την αδελφή του και ύστερα τη μητέρα του και συνειδητοποίησε πως δεν εννοούσε τίποτε από όσα είχε πει στη Λούσι για την παρηγοριά που προσφέρουν οι μεγάλες οικογένειες. Ενόχληση και αδιακρισία κι ένα σωρό άλλα πράγματα έβρισκε, για τα οποία ούτε τις λέξεις δεν μπορούσε να σκεφτεί εκείνη τη στιγμή. Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί καμιά από αυτές τις λέξεις δεν υπήρχε περίπτωση να ήταν θετική. Παρ’ όλα αυτά, στράφηκε προς τις δυο γυναίκες με εξαιρετική υπομονή και είπε: «Γνώρισα τη λαίδη Λουσίντα στο Κεντ. Σε μια γιορτή στο σπίτι του Άντονι και της Κέιτ, πριν από έναν μήνα. Και ζήτησα από τη Δάφνη να την καλέσει απόψε γιατί είναι μια ευχάριστη κοπέλα και έτυχε να τη συναντήσω τυχαία χτες στο πάρκο. Ο θείος της

******ebook converter DEMO Watermarks*******


δεν της επέτρεψε να κάνει το ντεμπούτο της φέτος και σκέφτηκα ότι θα έκανα μια καλή πράξη, αν της πρόσφερα την ευκαιρία να ξεσκάσει ένα βράδυ». Ύψωσε τα φρύδια, προκαλώντας τες να αποκριθούν. Και το έκαναν, φυσικά. Όχι με λόγια – τα λόγια δεν θα ήταν τόσο αποτελεσματικά όσο τα καχύποπτα βλέμματα που εκσφενδόνισαν πάνω του. «Ω, μα για όνομα του Θεού», ξέσπασε ο Γκρέγκορι. «Είναι αρραβωνιασμένη. Παντρεύεται». Δεν υπήρξε ορατό αποτέλεσμα. Ο Γκρέγκορι τις αγριοκοίταξε. «Φαίνομαι να θέλω να χαλάσω τον γάμο;» Η Υακίνθη ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Κάμποσες φορές, όπως έκανε πάντα όταν σκεφτόταν πολύ έντονα κάτι το οποίο δεν την αφορούσε. Προς μεγάλη του έκπληξη, όμως, άφησε να ακουστεί ένα «χμμμ» συναίνεσης και είπε: «Υποθέτω πως όχι». Έριξε μια ματιά στην αίθουσα. «Θα ήθελα πάντως να τη γνωρίσω». «Είμαι σίγουρος ότι θα τη γνωρίσεις», απάντησε ο Γκρέγκορι και συγχάρηκε τον εαυτό του, όπως έκανε τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, που δεν στραγγάλισε την αδελφή του. «Η Κέιτ έγραψε πως είναι υπέροχη», είπε η Βάιολετ. Ο Γκρέγκορι γύρισε και την κοίταξε νιώθοντας λίγο άβολα. «Η Κέιτ σου έγραψε;» Ω Θεέ μου, τι να αποκάλυψε άραγε; Δεν έφτανε που ο Άντονι γνώριζε το φιάσκο με τη δεσποινίδα Γουάτσον –το συμπέρανε μόνος του φυσικά–, αν το μάθαινε, όμως, κι η μητέρα του, η ζωή του θα γινόταν κόλαση. Θα τον σκότωνε με την καλοσύνη της. Ήταν σίγουρος. «Η Κέιτ μου γράφει δυο φορές τον μήνα», απάντησε ανασηκώνοντας ντελικάτα τον έναν ώμο της. «Μου τα λέει όλα». «Ο Άντονι το ξέρει;» μουρμούρισε ο Γκρέγκορι. «Δεν έχω ιδέα», είπε η Βάιολετ κοιτάζοντάς τον αφ’ υψηλού. «Έτσι κι αλλιώς, δεν τον αφορά». Ω Θεέ μου. Ο Γκρέγκορι κατάφερε να το πει μόνο από μέσα του. «Απ’ ό,τι κατάλαβα», συνέχισε η μητέρα του, «τσάκωσαν τον αδελφό της με την κόρη του λόρδου Γουάτσον σε ανάρμοστες στάσεις». «Σοβαρά;» Η Υακίνθη μέχρι εκείνη τη στιγμή χάζευε χαλαρά τον κόσμο, αλλά όταν το άκουσε αυτό γύρισε απότομα μπροστά. Η Βάιολετ έγνεψε καταφατικά σκεφτική. «Είχα αναρωτηθεί τότε γιατί έγινε τόσο βιαστικά ο γάμος». «Ορίστε, λοιπόν, ο λόγος», είπε ο Γκρέγκορι χλευάζοντας ελαφρώς. «Χμμμμ». Αυτό ακούστηκε από την Υακίνθη. Η Βάιολετ στράφηκε προς την κόρη της και είπε: «Ήταν υποχρεωμένοι».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Για την ακρίβεια», είπε ο Γκρέγκορι που εκνευριζόταν όλο και περισσότερο όσο περνούσε η ώρα, «όλα έγιναν πολύ διακριτικά». «Οι ψίθυροι, όμως, πάντα υπάρχουν», είπε η Υακίνθη. «Μην προσθέτεις κι εσύ τους δικούς σου», την προειδοποίησε η Βάιολετ. «Ούτε λέξη», υποσχέθηκε η Υακίνθη, ανεμίζοντας το χέρι της λες και δεν είχε πει ποτέ κακή κουβέντα στη ζωή της. Ο Γκρέγκορι ξεφύσησε. «Τώρα μάλιστα». «Δεν θα πω τίποτα», διαμαρτυρήθηκε η Υακίνθη. «Είμαι εξαιρετική με τα μυστικά, αρκεί να ξέρω ότι είναι μυστικά». «Εννοείς, δηλαδή, ότι δεν έχεις καμιά διακριτικότητα;» Η Υακίνθη στένεψε τα μάτια. Ο Γκρέγκορι σήκωσε τα φρύδια. «Μα πόσων χρόνων είστε τελικά;» παρενέβη η Βάιολετ. «Εσείς οι δυο δεν έχετε αλλάξει καθόλου από τον καιρό που φορούσατε πάνες. Δεν θα μου φαινόταν παράξενο αν αρχίζατε επιτόπου να μαλλιοτραβιέστε». Ο Γκρέγκορι έσφιξε το πιγούνι και κοίταξε αποφασισμένος μπροστά. Η επίπληξη της μάνας μπορεί να σε κάνει να νιώσεις πολύ μικρός. «Ω μητέρα, μην το παρατραβάς», είπε η Υακίνθη αντιμετωπίζοντας με χαμόγελο την επίπληξη. «Ξέρει ότι τον πειράζω επειδή τον αγαπώ πιο πολύ από όλους». Του χάρισε ένα φωτεινό και ζεστό χαμόγελο. Ο Γκρέγκορι αναστέναξε επειδή ήταν αλήθεια, επειδή ένιωθε κι ο ίδιος έτσι κι επειδή ήταν, παρ’ όλα αυτά, εξαντλητικό να είναι αδελφός της. Οι δυο τους, όμως, ήταν αρκετά νεότεροι από τα υπόλοιπα αδέλφια κι αυτό είχε αποτέλεσμα να δεθούν πολύ. «Κι εκείνος το ίδιο νιώθει, παρεμπιπτόντως», είπε στη Βάιολετ η Υακίνθη, «αλλά ως άντρας δεν θα το παραδεχόταν ποτέ». Η Βάιολετ συμφώνησε με ένα νεύμα. «Αυτό είναι αλήθεια». Η Υακίνθη στράφηκε στον Γκρέγκορι. «Και για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, ποτέ μου δεν σου τράβηξα τα μαλλιά». Αυτό ήταν σίγουρα το σήμα για να φύγει. Ή για να χάσει τα λογικά του. Από κείνον εξαρτιόταν. «Υακίνθη», είπε ο Γκρέγκορι, «σε λατρεύω. Το ξέρεις. Μητέρα, κι εσένα σε λατρεύω. Και τώρα φεύγω». «Περίμενε!» φώναξε η Βάιολετ. Γύρισε και την κοίταξε. Έπρεπε να το είχε καταλάβει ότι δεν θα ήταν τόσο εύκολο. «Θα είσαι ο συνοδός μου;» «Πού;» «Στον γάμο, φυσικά». Μα τι ήταν αυτή η απαίσια γεύση στο στόμα του; «Ποιο γάμο; Της λαίδης

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Λουσίντα;» Η μητέρα του τον κοίταζε με τα γαλανά μάτια της γεμάτα αθωότητα. «Δεν θα ήθελα να πάω μόνη». Έγνεψε προς το μέρος της αδελφής του. «Πάρε την Υακίνθη». «Θα θέλει να πάει με τον Γκάρεθ», απάντησε η Βάιολετ. Ο Γκάρεθ Σεντ Κλερ ήταν ο σύζυγος της Υακίνθης εδώ και τέσσερα χρόνια. Ο Γκρέγκορι τον συμπαθούσε τρομερά και μεταξύ τους είχε δημιουργηθεί μια πολύ ωραία φιλία και γι’ αυτό ήξερε πως ο Γκάρεθ θα προτιμούσε να βγάλει τα ματάκια του –και μάλιστα με τα ίδια του τα χέρια– από το να κάθεται και να υπομένει μια τεράστια, ξεχειλωμένη κοινωνική υποχρέωση που θα κρατούσε όλη μέρα. Ενώ η Υακίνθη, όπως παραδεχόταν και η ίδια, έτρεφε πάντα μεγάλο ενδιαφέρον για τα κουτσομπολιά και σίγουρα δεν θα ήθελε να χάσει έναν τόσο σημαντικό γάμο. Κάποιος θα έπινε περισσότερο από το κανονικό, κάποιος άλλος θα χόρευε υπερβολικά κοντά με την παρτενέρ του και η Υακίνθη θα γινόταν έξαλλη αν το μάθαινε τελευταία. «Γκρέγκορι;» ρώτησε η μητέρα του. «Δεν πρόκειται να πάω». «Μα...» «Δεν με κάλεσαν». «Σίγουρα παράβλεψη ήταν. Και είμαι βέβαιη πως θα τη διορθώσουν μετά απ’ όσα έκανες για τη Λούσι απόψε». «Μητέρα, όσο κι αν επιθυμώ να συγχαρώ τη λαίδη Λουσίντα, δεν έχω καμιά επιθυμία να πάω ούτε στον δικό της ούτε και σε κανενός άλλου τον γάμο. Υπερβολικά συναισθηματικές καταστάσεις». Σιωπή. Δεν ήταν ποτέ καλό σημάδι. Έριξε μια ματιά στην Υακίνθη. Τον κοίταζε με γουρλωμένα μάτια σαν κουκουβάγια. «Μα εσένα σου αρέσουν οι γάμοι», είπε. Ο Γκρέγκορι ξεφύσησε περιφρονητικά. Του φάνηκε η καλύτερη αντίδραση. «Σου αρέσουν», είπε η Υακίνθη. «Στον δικό μου τον γάμο...» «Υακίνθη, εσύ είσαι αδελφή μου. Άλλο αυτό». «Ναι, αλλά είχες πάει και στον γάμο της Φελίσιτι Αλμπανσντέιλ και θυμάμαι πάρα πολύ καλά...» Ο Γκρέγκορι της γύρισε την πλάτη πριν προλάβει να διηγηθεί πόσο ευδιάθετος ήταν τότε. «Μητέρα», είπε, «σ’ ευχαριστώ για την πρόσκληση, αλλά δεν επιθυμώ να παραστώ στον γάμο της λαίδης Λουσίντα». Η Βάιολετ άνοιξε το στόμα της σαν να ήθελε να ρωτήσει κάτι, αλλά ύστερα το έκλεισε. «Πολύ καλά», είπε. Ο Γκρέγκορι έγινε αμέσως καχύποπτος. Δεν υποχωρούσε τόσο εύκολα η μητέρα του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Αν, όμως, το σκάλιζε περισσότερο για να μάθει τα κίνητρά της, θα έχανε κάθε ευκαιρία για γρήγορη διαφυγή. Η απόφαση ήταν εύκολη. «Ορεβουάρ, λοιπόν, αγαπητές μου», είπε. «Πού πας;» ρώτησε επιτακτικά η Υακίνθη. «Και γιατί το λες στα γαλλικά;» Ο Γκρέγκορι γύρισε προς τη μητέρα του. «Είναι όλη δική σου». «Ναι», είπε η Βάιολετ αναστενάζοντας. «Το ξέρω». Η Υακίνθη στράφηκε κατευθείαν προς το μέρος της. «Τι θες να πεις, δηλαδή;» «Α, για το όνομα του Θεού, Υακίνθη, είσαι...» Ο Γκρέγκορι εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να δραπετεύσει, καθώς είχαν στρέψει αλλού την προσοχή τους. Οι καλεσμένοι ολοένα και πλήθαιναν και ο Γκρέγκορι σκέφτηκε πως η Λούσι μπορεί να είχε ήδη φτάσει όσο εκείνος μιλούσε με τη μητέρα και την αδελφή του. Φαντάστηκε ότι δεν θα είχε προχωρήσει και πολύ μέσα στην αίθουσα του χορού και για αυτό ξεκίνησε να πηγαίνει εκεί όπου γινόταν το καλωσόρισμα. Ήταν αργή διαδικασία. Είχε λείψει έναν μήνα και όλοι είχαν κάτι να του πουν, τίποτα, ωστόσο, ενδιαφέρον. «Καλή τύχη σου εύχομαι», μουρμούρισε στον λόρδο Τρέβελσταμ, που προσπαθούσε να του πουλήσει ένα άλογο πέρα από τις οικονομικές δυνατότητες του Γκρέγκορι. «Είμαι σίγουρος ότι δεν θα δυσκολευτείς καθόλου...» Έχασε τη φωνή του. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Δεν μπορούσε να σκεφτεί. Όχι πάλι, Θεέ μου. «Μπρίτζερτον;» Στην απέναντι πλευρά του δωματίου, δίπλα στην πόρτα. Τρεις κύριοι, μια ηλικιωμένη κυρία, δύο κυρίες και... Εκείνη. Ήταν εκείνη. Και τον τραβούσε προς το μέρος της λες και υπήρχε σκοινί ανάμεσά τους. Έπρεπε να φτάσει δίπλα της. «Μπρίτζερτον, τι...» «Με συγχωρείς», κατάφερε να ψελλίσει ο Γκρέγκορι, αφήνοντας πίσω του τον Τρέβελσταμ. Ήταν εκείνη. Μόνο που… Ήταν διαφορετική. Δεν ήταν η Ερμιόνη Γουάτσον. Ήταν... Δεν ήταν σίγουρος ποια ήταν, έβλεπε μονάχα την πλάτη της. Και να το πάλι εκείνο το υπέροχο και τρομακτικό συναίσθημα. Του έφερνε ζάλη. Του έφερνε έκσταση. Ένιωσε να αδειάζουν τα πνευμόνια του. Ένιωσε ολόκληρος άδειος. Και την ποθούσε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Όπως ακριβώς το είχε φανταστεί – εκείνη η μαγική, απαστράπτουσα αίσθηση όταν γνωρίζεις πως η ζωή σου ολοκληρώθηκε, πως βρήκες τον άνθρωπό σου. Μόνο που είχε ξανασυμβεί. Και η Ερμιόνη Γουάτσον δεν ήταν ο άνθρωπός του. Ω Θεέ μου, ήταν δυνατόν ένας άντρας να ερωτευτεί παράφορα και ανόητα δύο φορές στη ζωή του; Πρόσφατα δεν είχε προειδοποιήσει τη Λούσι να είναι επιφυλακτική και προσεκτική και, αν ποτέ την κυριεύσει παρόμοιο συναίσθημα, να μη δώσει βάση; Και να που… Και να που μπροστά του βρισκόταν εκείνη. Και βρισκόταν κι εκείνος. Και συνέβαινε για άλλη μια φορά. Όπως ακριβώς συνέβη με την Ερμιόνη. Όχι, τώρα ήταν χειρότερα. Είχε ανατριχιάσει από την κορυφή ως τα νύχια. Ήταν αδύνατον να ηρεμήσει… Του ερχόταν να βγει από το πετσί του, να διασχίσει τρέχοντας το δωμάτιο και… μόνο… μόνο… Μόνο να τη δει. Ήθελε να γυρίσει προς το μέρος του. Ήθελε να δει το πρόσωπό της. Ήθελε να μάθει ποια ήταν. Ήθελε να τη γνωρίσει. Όχι. Όχι, είπε μέσα του προσπαθώντας να αναγκάσει τα πόδια του να αλλάξουν κατεύθυνση. Ήταν τρέλα. Έπρεπε να φύγει. Έπρεπε να φύγει τώρα αμέσως. Δεν μπορούσε όμως. Κάθε σταγόνα λογικής ούρλιαζε μέσα του να κάνει μεταβολή και να φύγει, αλλά εκείνος έμενε ριζωμένος στο ίδιο σημείο και περίμενε να γυρίσει προς το μέρος του. Προσευχόταν να γυρίσει προς το μέρος του. Και τότε γύρισε. Και ήταν... Η Λούσι. Παραπάτησε σαν κάτι να τον χτύπησε. Η Λούσι; Όχι. Δεν ήταν δυνατόν. Την ήξερε τη Λούσι. Δεν του το προκαλούσε εκείνη αυτό. Την είχε δει δεκάδες φορές, την είχε φιλήσει κιόλας και ποτέ δεν ένιωσε έτσι. Ήταν λες και ο κόσμος θα τον κατάπινε ολόκληρο αν δεν πήγαινε πλάι της, αν δεν έπαιρνε το χέρι της μέσα στο δικό του. Έπρεπε να βρεθεί μια εξήγηση. Είχε ξανανιώσει έτσι. Με την Ερμιόνη. Αυτή τη φορά, όμως... δεν ήταν ακριβώς το ίδιο. Με την Ερμιό​​νη ήταν ζαλιστικό, καινούριο. Υπήρχε ο ενθουσιασμός της ανακάλυψης, της κατάκτησης. Αυτή, όμως,

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ήταν η Λούσι. Ήταν η Λούσι και... Πλημμύρισε με εικόνες. Το πώς έγερνε το κεφάλι της όταν εξηγούσε γιατί πρέπει να χωρίζουμε τα σάντουιτς ανά γεύση. Εκείνο το απολαυστικά ενοχλημένο ύφος του προσώπου της όταν του εξηγούσε τα λάθη που έκανε στην προσπάθειά του να κατακτήσει τη δεσποινίδα Γουάτσον. Πόσο όμορφα είχε νιώσει όταν απλώς καθόταν μαζί της σ’ εκείνο το παγκάκι στο Χάιντ Παρκ κι έριχναν ψωμί στα περιστέρια. Και το φιλί. Ω Θεέ μου, εκείνο το φιλί. Ακόμα ονειρευόταν εκείνο το φιλί. Και ήθελε κι εκείνη να το ονειρεύεται. Έκανε ένα βήμα. Μόνο ένα, λίγο μπροστά και κάπως στο πλάι για να μπορέσει να διακρίνει καλύτερα το προφίλ της. Όλα έμοιαζαν τόσο οικεία τώρα, η κλίση του κεφαλιού της, ο τρόπος που κινούσε τα χείλη της όταν μιλούσε. Μα πώς ήταν δυνατόν να μην την έχει αναγνωρίσει αμέσως, ακόμα και από πίσω; Οι μνήμες υπήρχαν, ήταν τακτοποιημένες σε γωνιές του μυαλού του, αλλά δεν είχε θελήσει –ή μάλλον δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό του– να αναγνωρίσει την παρουσία τους. Και τότε τον είδε. Η Λούσι τον είδε. Ο Γκρέγκορι το κατάλαβε πρώτα από τα μάτια της που άνοιξαν διάπλατα κι έλαμψαν κι ύστερα από το χαμόγελο στα χείλη της. Χαμογελούσε. Σ’ εκείνον. Ένιωσε να γεμίζει ολόκληρος. Ένιωσε να γεμίζει και να κοντεύει να σκάσει. Ένα χαμόγελο ήταν όλο κι όλο, αλλά ήταν αρκετό. Άρχισε να περπατάει. Σχεδόν δεν ένιωθε τα πόδια του, δεν όριζε το κορμί του. Απλώς κινούνταν, γνωρίζοντας βαθιά μέσα του ότι έπρεπε να φτάσει κοντά της. «Λούσι», είπε μόλις έφτασε δίπλα της, ξεχνώντας ότι περιβάλλονταν από ξένους ή, ακόμα χειρότερα, από φίλους και δεν θα έπρεπε να την προσφωνεί έτσι εύκολα με το μικρό της όνομα. Τίποτε άλλο, όμως, δεν ταίριαζε στα χείλη του. «Κύριε Μπρίτζερτον», είπε, αλλά τα μάτια της είπαν «Γκρέγκορι». Και ο Γκρέγκορι κατάλαβε. Την αγαπούσε. Ήταν η πιο παράξενη, η πιο υπέροχη αίσθηση. Ήταν συναρπαστικό. Λες κι άνοιξε ολόκληρος ο κόσμος μπροστά του. Όλα ξεκάθαρα. Καταλάβαινε. Καταλάβαινε όλα όσα έπρεπε να γνωρίζει και όλα βρίσκονταν εκεί, μέσα στα μάτια της. «Λαίδη Λουσίντα», είπε με μια βαθιά υπόκλιση πάνω από το χέρι της. «Θα μου χαρίσετε αυτόν τον χορό;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 17 Στο οποίο η αδελφή του ήρωά μας δίνει ώθηση στα πράγματα Ήταν ο απόλυτος παράδεισος. Ξεχάστε τους αγγέλους, ξεχάστε τον Άγιο Πέτρο και τις αστραφτερές άρπες. Ο παράδεισος είναι ένας χορός αγκαλιά με τον αγαπημένο σου. Κι όταν έχεις μια βδομάδα μόνο πριν παντρευτείς κάποιον άλλο, έπρεπε να αγκαλιάσεις σφιχτά τον παράδεισο και με τα δυο σου χέρια. Μεταφορικά μιλώντας. Η Λούσι χαμογελούσε καθώς λικνιζόταν και στροβιλιζόταν. Τι εικόνα κι αυτή… Τι θα έλεγε ο κόσμος αν ορμούσε πάνω του και τον σφιχταγκάλιαζε; Και δεν τον άφηνε ποτέ να φύγει. Οι περισσότεροι θα έλεγαν πως ήταν τρελή. Κάποιοι πως ήταν ερωτευμένη. Οι πονηροί θα έλεγαν και τα δύο. «Τι σκέφτεστε;» ρώτησε ο Γκρέγκορι. Την κοίταζε… διαφορετικά. Έκανε στροφή, επέστρεψε. Ένιωθε τολμηρή, σχεδόν μαγική. «Θα θέλατε να μάθετε;» Ο Γκρέγκορι πέρασε γύρω από την κυρία στα αριστερά του κι ύστερα ξαναγύρισε στη θέση του. «Θα ήθελα», απάντησε χαμογελώντας λάγνα. Εκείνη απλώς μειδίασε και κούνησε το κεφάλι. Τώρα επιθυμούσε να γίνει κάποια άλλη. Κάποια λιγότερο συμβατική. Κάποια πολύ πιο παρορμητική. Δεν ήθελε να είναι η παλιά, η ίδια Λούσι. Όχι απόψε. Είχε βαρεθεί να οργανώνει, να καθησυχάζει. Είχε βαρεθεί να μην κάνει τίποτα πριν σκεφτεί όλα τα ενδεχόμενα και τις συνέπειες. Αν κάνω αυτό, τότε θα γίνει εκείνο, αλλά, αν κάνω εκείνο, τότε αυτό κι αυτό κι αυτό και το άλλο θα συμβεί και αυτό θα φέρει ένα εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα, το οποίο θα σήμαινε πως... Πώς να μη ζαλιστεί μια κοπέλα; Πώς να μη νιώσει μαγκωμένη, ανήμπορη να κρατήσει τα ηνία της ζωής της; Όχι απόψε όμως. Απόψε, χάρη σε ένα απίστευτο θαύμα με το όνομα της δούκισσας του Χέιστινγκς –ή της χήρας λαίδης Μπρίτζερτον, η Λούσι δεν ήταν σίγουρη–, φορούσε μια τουαλέτα από το πιο εκλεκτό πράσινο μετάξι και παρευρισκόταν στον πιο λαμπερό χορό που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Και χόρευε με τον άντρα που ήταν σίγουρη πως θα αγαπούσε ως το τέλος του κόσμου. «Δείχνετε διαφορετική», είπε ο Γκρέγκορι.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Νιώθω διαφορετική». Τα χέρια τους ακούμπησαν καθώς προσπερνούσαν ο ένας τον άλλο. Τα δάχτυλά του μπλέχτηκαν με τα δικά της, αν και κανονικά θα έπρεπε απλώς να έχουν αγγιχτεί. Σήκωσε το βλέμμα της και είδε πώς την κοίταζε. Το βλέμμα του ήταν θερμό και έντονο και την κοιτούσε με τον ίδιο τρόπο που... Θεέ και Κύριε, την κοίταζε με τον τρόπο που κοίταζε την Ερμιόνη. Το κορμί της ρίγησε. Το ένιωσε στα ακροδάχτυλα και σε μέρη που δεν τολμούσε να σκεφτεί. Προσπέρασαν και πάλι ο ένας τον άλλο, μόνο που αυτή τη φορά ο Γκρέγκορι την πλησίασε περισσότερο και είπε: «Κι εγώ νιώθω διαφορετικά». Γύρισε απότομα να τον κοιτάξει, αλλά εκείνος είχε ήδη κάνει στροφή και κοίταζε από την άλλη. Τι διαφορετικά; Γιατί; Τι εννοούσε; Έκανε κύκλο γύρω από τον κύριο στα αριστερά της κι έπειτα πέρασε μπροστά από τον Γκρέγκορι. «Χαρήκατε που ήρθατε απόψε;» μουρμούρισε ο Γκρέγκορι. Εκείνη έγνεψε καταφατικά, γιατί είχε απομακρυνθεί πολύ και δεν μπορούσε να απαντήσει χωρίς να μιλήσει δυνατά. Όταν, όμως, πλησίασαν και πάλι, ο Γκρέγκορι ψιθύρισε: «Κι εγώ». Επέστρεψαν στις αρχικές τους θέσεις και έμειναν ακίνητοι όσο το επόμενο ζευγάρι έκανε τις κινήσεις του. Η Λούσι τον κοίταξε. Κοίταξε τα μάτια του. Το βλέμμα του δεν ξεκολλούσε στιγμή από το πρόσωπό της. Ακόμα και κάτω από το φως της νύχτας που τρεμόπαιζε –τα εκατοντάδες κεριά και φανούς που φώτιζαν την αστραφτερή αίθουσα του χορού–, μπορούσε να διακρίνει τη λάμψη των ματιών του. Ο τρόπος που την κοίταζε ήταν καυτός, κτητικός και περήφανος. Έστελνε ρίγη σε ολόκληρο το κορμί της. Την έκανε να αμφιβάλλει αν θα κατάφερνε να σταθεί όρθια. Κι όταν τελείωσε η μουσική, η Λούσι συνειδητοποίησε πως ορισμένα πράγματα μάλλον είναι πραγματικά βαθιά ριζωμένα, γιατί έκανε μια μικρή υπόκλιση, χαμογέλασε και έγνεψε ευγενικά στην κυρία δίπλα της, λες και δεν είχε αλλάξει ολόκληρη η ζωή της στη διάρκεια του προηγούμενου χορού. Ο Γκρέγκορι πήρε το χέρι της και την οδήγησε στην άκρη της αίθουσας όπου κάθονταν οι συνοδοί και κουβέντιαζαν, παρακολουθώντας τις προστατευόμενές τους πίνοντας λεμονάδα. Πριν φτάσουν, όμως, στον προορισμό τους, ο Γκρέγκορι έσκυψε και ψιθύρισε στο αφτί της: «Πρέπει να σας μιλήσω». Τον κοίταξε απότομα. «Ιδιαιτέρως», πρόσθεσε εκείνος. Η Λούσι ένιωσε πως ο Γκρέγκορι επιβράδυνε το βήμα τους, μάλλον για να έχουν

******ebook converter DEMO Watermarks*******


περισσότερο χρόνο να μιλήσουν ώσπου να την επιστρέψει στη θεία Χάριετ. «Τι είναι;» ρώτησε. «Συμβαίνει κάτι;» Έγνεψε αρνητικά. «Όχι πια». Κι έτσι επέτρεψε στον εαυτό της να ελπίζει. Λίγο μόνο, γιατί δεν άντεχε να αναλογιστεί πόσο θα πληγωνόταν αν είχε κάνει λάθος, αλλά ίσως… Ίσως την αγαπούσε. Ίσως επιθυμούσε να την παντρευτεί. Ο γάμος της θα γινόταν σε λιγότερο από μια βδομάδα, αλλά δεν είχε γίνει ακόμα. Ίσως υπήρχε ευκαιρία. Ίσως υπήρχε τρόπος. Αναζήτησε στο πρόσωπο του Γκρέγκορι στοιχεία και απαντήσεις. Κι όταν εκείνος κατάλαβε ότι τον πίεζε για απαντήσεις, κούνησε μόνο το κεφάλι του και ψιθύρισε: «Στη βιβλιοθήκη. Είναι δυο πόρτες μετά από την τουαλέτα των κυριών. Συνάντησέ με εκεί σε τριάντα λεπτά». «Είσαι τρελός;» Χαμογέλασε. «Λιγάκι». «Γκρέγκορι, εγώ...» Την κοίταξε στα μάτια κι αυτό την έκανε να σωπάσει. Ο τρόπος που την κοίταζε... Της έκοβε την ανάσα. «Δεν μπορώ», ψιθύρισε γιατί, ό,τι και να ένιωθαν ο ένας για τον άλλο, εκείνη ήταν ακόμα αρραβωνιασμένη με κάποιον άλλο. Ακόμα κι αν δεν ήταν, αυτή η συμπεριφορά θα κατέληγε μόνο σε σκάνδαλο. «Δεν μπορώ να είμαι μόνη μαζί σου. Το ξέρεις». «Πρέπει». Προσπάθησε να του γνέψει αρνητικά, αλλά δεν τα κατάφερε. «Λούσι», είπε, «πρέπει να έρθεις». Η Λούσι έγνεψε καταφατικά. Ήταν ίσως το μεγαλύτερο λάθος της ζωής της, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί. «Κυρία Αμπέρναθι», είπε ο Γκρέγκορι κι η φωνή του ακούστηκε υπερβολικά δυνατά όταν χαιρέτησε τη θεία Χάριετ. «Επιστρέφω τη λαίδη Λουσίντα στη φροντίδα σας». Η θεία Χάριετ έγνεψε, αν και η Λούσι υποψιάστηκε πως δεν είχε ιδέα τι της είχε πει ο Γκρέγκορι, κι ύστερα γύρισε στη Λούσι και φώναξε: «Τι εννοεί “στην κατσαρίδα μου;”» Ο Γκρέγκορι κρυφογέλασε και είπε: «Πρέπει να επιστρέψω στον χορό». «Φυσικά», απάντησε η Λούσι, αν και ένιωθε πως αγνοούσε τις πολυπλοκότητες του σχεδιασμού μιας παράνομης συνάντησης. «Κι εγώ μόλις είδα μια γνωστή μου», είπε ψέματα κι ύστερα, με ανακούφιση, διαπίστωσε πως όντως είδε κάποια που ήξερε, μια γνωστή της από το σχολείο. Όχι φίλη, αλλά αρκετά γνωστή ώστε να την προσεγγίσει και να τη χαιρετήσει. Πριν προλάβει, όμως, να κάνει βήμα, άκουσε μια γυναικεία φωνή να φωνάζει το όνομα του Γκρέγκορι. Η Λούσι δεν μπορούσε να δει ποια ήταν, αλλά έβλεπε τον

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Γκρέγκορι. Είχε κλείσει τα μάτια κι έδειχνε να νιώθει δυσφορία. «Γκρέγκορι!» Η φωνή πλησίασε και η Λούσι γύρισε στα αριστερά της και είδε μια νεαρή γυναίκα που σίγουρα ήταν μια από τις αδελφές του Γκρέγκορι. Μάλλον η μικρότερη, διαφορετικά ήταν πολύ καλοστεκούμενη. «Αυτή πρέπει να είναι η λαίδη Λουσίντα», είπε η γυναίκα. Τα μαλλιά της, παρατήρησε η Λούσι, είχαν ακριβώς την ίδια απόχρωση με τα μαλλιά του Γκρέγκορι, ζεστό και βαθύ καστανό. Τα μάτια της όμως ήταν γαλανά, ζωηρά και διαπεραστικά. «Λαίδη Λουσίντα», είπε ο Γκρέγκορι σαν να έκανε αγγαρεία, «να σας συστήσω την αδελφή μου, λαίδη Σεντ Κλερ». «Υακίνθη», είπε αποφασιστικά. «Ας μην κρατάμε τους τύπους. Είμαι σίγουρη πως θα γίνουμε θαυμάσιες φίλες. Τώρα, λοιπόν, πρέπει να μου τα πεις όλα για σένα. Και θα ήθελα να ακούσω και για τη γιορτή του Άντονι και της Κέιτ τον περασμένο μήνα. Ήθελα κι εγώ να παρευρεθώ, αλλά είχαμε ήδη κανονίσει κάτι. Άκουσα ότι ήταν εξαιρετικά διασκεδαστική». Ξαφνιασμένη από τον ανθρώπινο σίφουνα που βρέθηκε μπροστά της, η Λούσι κοίταξε τον Γκρέγκορι για να τη συμβουλεύσει. Εκείνος, όμως, ανασήκωσε απλώς τους ώμους και είπε: «Είναι εκείνη που μου αρέσει να βασανίζω». Η Υακίνθη γύρισε και τον κοίταξε. «Ορίστε;» Ο Γκρέγκορι έκανε μια υπόκλιση. «Πρέπει να φύγω». Και τότε η Υακίνθη Μπρίτζερτον έκανε κάτι πολύ παράξενο. Στένεψε τα μάτια της, κοίταξε τον αδελφό της, τη Λούσι και ξανά τον αδελφό της. Κι ύστερα το ξανάκανε. Και άλλη μια φορά. Και τότε είπε: «Θα χρειαστείτε τη βοήθειά μου». «Υακ...» άρχισε να λέει ο Γκρέγκορι. «Θα τη χρειαστείτε», τον διέκοψε. «Έχετε σχέδια. Μην προσπαθήσετε να το αρνηθείτε». Ήταν αδύνατον στη Λούσι να φανταστεί ότι η Υακίνθη είχε καταλάβει τα πάντα από μια υπόκλιση και ένα «Πρέπει να φύγω». Άνοιξε το στόμα της για να κάνει μια ερώτηση και το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει ήταν «Μα πώς...» πριν τη σταματήσει ο Γκρέγκορι με ένα προειδοποιητικό βλέμμα. «Ξέρω ότι κάτι σκαρώνεις εσύ», είπε η Υακίνθη στον Γκρέγκορι. «Διαφορετικά, δεν θα είχες μπει σε τόσο κόπο για να διασφαλίσεις την παρουσία της εδώ απόψε». «Το έκανε από καλοσύνη», προσπάθησε να πει η Λούσι. «Μη γίνεσαι ανόητη», απάντησε η Υακίνθη χτυπώντας την καθησυχαστικά στο μπράτσο. «Δεν θα το έκανε ποτέ αυτό». «Δεν είναι αλήθεια», διαμαρτυρήθηκε η Λούσι. Ο Γκρέγκορι μπορεί να ήταν λίγο σκανταλιάρης, αλλά η καρδιά του ήταν καλή και αγνή και δεν θα επέτρεπε σε κανέναν –ούτε στην ίδια την αδελφή του– να ισχυριστεί κάτι διαφορετικό.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Υακίνθη την κοίταξε χαμογελώντας ευχαριστημένη. «Σε συμπάθησα», είπε αργά σαν να το συμπέραινε εκείνη τη στιγμή. «Κάνεις λάθος, φυσικά, αλλά εγώ σε συμπάθησα, έτσι κι αλλιώς». Στράφηκε στον αδελφό της. «Τη συμπάθησα». «Ναι, το είπες ήδη». «Και χρειάζεστε τη βοήθειά μου». Η Λούσι παρακολούθησε τα δυο αδέλφια να ανταλλάσσουν ματιές που δεν μπορούσε ούτε καν να φανταστεί τι εννοούσαν. «Θα χρειαστείτε τη βοήθειά μου», είπε σιγανά η Υακίνθη. «Και απόψε και αργότερα». Ο Γκρέγκορι κοίταξε διαπεραστικά την αδελφή του κι έπειτα είπε με φωνή τόσο ψιθυριστή, που η Λούσι αναγκάστηκε να σκύψει για να ακούσει: «Πρέπει να μιλήσω στη λαίδη Λουσίντα. Ιδιαιτέρως». Η Υακίνθη χαμογέλασε. Αμυδρά. «Λοιπόν, μπορώ να το κανονίσω». Η Λούσι κατάλαβε ότι μπορούσε να κανονίσει τα πάντα. «Πότε;» ρώτησε η Υακίνθη. «Όποτε είναι πιο εύκολο», απάντησε ο Γκρέγκορι. Η Υακίνθη έριξε μια ματιά στην αίθουσα και, πραγματικά, η Λούσι δεν μπορούσε να φανταστεί τι είδους πληροφορίες συνέλεγε που θα μπορούσαν να της φανούν χρήσιμες στην απόφαση που έπρεπε να πάρει. «Σε μια ώρα», ανακοίνωσε με όλη την ακρίβεια στρατηγού. «Γκρέγκορι, εσύ φύγε και κάνε ό,τι κάνεις σε αυτές τις εκδηλώσεις. Χόρεψε. Πήγαινε πάρε μια λεμονάδα. Κυκλοφόρησε με την κόρη των Γουίτφορντ, που σε έχουν ζαλίσει εδώ και μήνες. »Εσύ», συνέχισε η Υακίνθη, γυρίζοντας προς τη Λούσι με εξουσιαστική λάμψη στα μάτια, «μείνε μαζί μου. Θα σε συστήσω σε όλους όσους πρέπει να γνωρίζεις». «Ποιους πρέπει να γνωρίζω;» ρώτησε η Λούσι. «Δεν είμαι σίγουρη ακόμα. Δεν έχει και πολλή σημασία». Η Λούσι έμεινε να την κοιτάζει με δέος. «Σε πενήντα πέντε λεπτά ακριβώς», είπε η Υακίνθη, «η λαίδη Λουσίντα θα σκίσει το φόρεμά της». «Εγώ θα το σκίσω;» «Εγώ θα το κάνω», απάντησε η Υακίνθη. «Είμαι καλή σε αυτά». «Θα της σκίσεις το φόρεμα;» ρώτησε με αμφιβολία ο Γκρέγκορι. «Εδώ, μέσα στην αίθουσα;» «Μη σε νοιάζουν τώρα οι λεπτομέρειες», είπε η Υακίνθη, ανεμίζοντας το χέρι σε μια περιφρονητική χειρονομία. «Εσύ φύγε και κάνε αυτό που είναι να κάνεις. Έλα να τη συναντήσεις σε μία ώρα στο μπουντουάρ της Δάφνης». «Στο υπνοδωμάτιο της δούκισσας;» τσίριξε η Λούσι. Της ήταν αδύνατον να το κάνει. «Για μας είναι η Δάφνη», είπε η Υακίνθη. «Άντε, λοιπόν, πηγαίνετε». Η Λούσι έμεινε να την κοιτάζει ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. Η ίδια δεν έπρεπε να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μείνει μαζί με την Υακίνθη; «Αυτός, εννοώ, να φύγει», είπε η Υακίνθη. Και τότε ο Γκρέγκορι έκανε το πιο εκπληκτικό πράγμα. Πήρε το χέρι της Λούσι. Εκεί, στη μέση της αίθουσας χορού, όπου όλοι τους έβλεπαν, πήρε το χέρι της και το φίλησε. «Σε αφήνω σε καλά χέρια», της είπε και έκανε ένα βήμα πίσω με μια ευγενική κίνηση του κεφαλιού. Έριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα στην αδελφή του και πρόσθεσε: «Όσο δύσκολο κι αν είναι να το πιστέψει κανείς». Ύστερα έφυγε, προφανώς για να κάνει τα γλυκά μάτια σε κάποιο ανυποψίαστο θηλυκό, το οποίο αγνοούσε πως ήταν απλώς ένα αθώο πιόνι στα μεγαλεπήβολα σχέδια της αδελφής του. Η Λούσι κοίταξε πάλι την Υακίνθη, εξαντλημένη ελαφρώς από όσα είχαν γίνει. Η Υακίνθη της χαμογελούσε. «Καλά τα κατάφερες», της είπε η Υακίνθη, αλλά στα αφτιά της Λούσι ακούστηκε σαν να έδινε συγχαρητήρια στον εαυτό της. «Για πες μου τώρα», συνέχισε, «γιατί θέλει ο αδελφός μου να σου μιλήσει; Και μη μου πεις ότι δεν έχεις ιδέα, γιατί δεν θα σε πιστέψω». Η Λούσι συλλογίστηκε πόσο σοβαρές θα ήταν διάφορες πιθανές απαντήσεις που θα μπορούσε να δώσει και κατέληξε να πει: «Δεν έχω ιδέα». Δεν ήταν ακριβώς η αλήθεια, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να μοιραστεί τις ελπίδες και τα όνειρά της με μια γυναίκα που είχε γνωρίσει πριν από λίγα λεπτά, ακόμα κι αν ήταν αδελφή του. Κι αυτό την έκανε να νιώσει πως είχε κερδίσει έναν πόντο. «Σοβαρά;» Η Υακίνθη έδειχνε καχύποπτη. «Σοβαρά». Ήταν ξεκάθαρο πως η Υακίνθη δεν την πίστεψε. «Αν μη τι άλλο, είσαι έξυπνη. Σου το αναγνωρίζω». Η Λούσι αποφάσισε να μην υποκύψει στον εκφοβισμό. «Ξέρεις κάτι;» είπε. «Νόμιζα πως εγώ ήμουν το πιο οργανωτικό και χειριστικό πλάσμα που γνώριζα, αλλά τώρα έχω την εντύπωση πως εσύ είσαι χειρότερη». Η Υακίνθη γέλασε. «Α, εγώ δεν είμαι καθόλου οργανωτική. Χειριστική είμαι. Κι εμείς οι δυο θα τα πάμε πάρα πολύ καλά». Πήρε αγκαζέ τη Λούσι. «Σαν αδελφές». Μία ώρα αργότερα, η Λούσι είχε καταλάβει τρία πράγματα για την Υακίνθη Σεντ Κλερ. Πρώτον, ήξερε τους πάντες. Και τα πάντα για τους πάντες. Δεύτερον, ήταν θησαυρός πληροφοριών για τον αδελφό της. Η Λούσι δεν χρειάστηκε να κάνει ούτε μία ερώτηση, αλλά μέχρι τη στιγμή που βγήκαν από την αίθουσα χορού είχε μάθει το αγαπημένο χρώμα του Γκρέγκορι (μπλε) και το αγαπημένο του φαγητό (τυριά όλων των ειδών), καθώς και ότι ήταν ψευδός όταν ήταν μικρός. Η Λούσι είχε μάθει επίσης ότι δεν έπρεπε ποτέ να κάνει το λάθος να υποτιμήσει τη

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μικρή αδελφή του Γκρέγκορι. Η Υακίνθη όχι μόνο έσκισε το φόρεμα της Λούσι, αλλά το έκανε με αρκετή μαεστρία, ώστε τέσσερις καλεσμένοι να δουν το γεγονός, καθώς και την αναγκαιότητα για επιδιόρθωση. Και όπως βόλευε, η ζημιά είχε γίνει στον ποδόγυρο, ώστε να διαφυλαχθεί και η τιμή της Λούσι. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακό. «Το έχω ξανακάνει», της εξομολογήθηκε η Υακίνθη καθώς την οδηγούσε έξω από την αίθουσα χορού. Η Λούσι δεν ξαφνιάστηκε καθόλου. «Είναι χρήσιμο ταλέντο», πρόσθεσε η Υακίνθη με απόλυτη σοβαρότητα. «Έλα, πάμε από εδώ». Η Λούσι την ακολούθησε στην πίσω σκάλα. «Λίγες είναι οι δικαιολογίες που μπορεί να προβάλει μια γυναίκα για να αποχωρήσει από μια κοινωνική εκδήλωση», συνέχισε η Υακίνθη επιδεικνύοντας αξιοπρόσεκτη ικανότητα να παραμένει στο θέμα της επιλογής της σαν κόλλα. «Έτσι, αναγκαζόμαστε να τελειοποιήσουμε όλα τα όπλα που διαθέτουμε στο οπλοστάσιό μας». Η Λούσι άρχισε να πιστεύει πως είχε ζήσει ως τώρα πολύ προστατευμένη. «Α, εδώ είμαστε». Η Υακίνθη άνοιξε μια πόρτα. Κοίταξε μέσα. «Δεν έχει έρθει ακόμα. Τέλεια. Αυτό μου δίνει λίγο χρόνο». «Για ποιο πράγμα;» «Για να επιδιορθώσω το φόρεμά σου. Ομολογώ πως είχα ξεχάσει αυτή τη λεπτομέρεια όταν σκάρωνα το πλάνο μου. Αλλά ξέρω πού φυλάει η Δάφνη τα ραφτικά της». Η Λούσι παρακολούθησε την Υακίνθη να τρέχει ως το κομοδίνο και να ανοίγει ένα συρτάρι. «Ακριβώς εκεί που νόμιζα», είπε η Υακίνθη χαμογελώντας θριαμβευτικά. «Πόσο μου αρέσει όταν έχω δίκιο. Η ζωή γίνεται τόσο πιο εύκολη, δεν συμφωνείς;» Η Λούσι έγνεψε καταφατικά, αλλά στο μυαλό της είχε μια δική της ερώτηση. Και την έκανε: «Γιατί με βοηθάς;» Η Υακίνθη την κοίταξε λες και ήταν χαζή. «Δεν μπορείς να επιστρέψεις με σκισμένο φόρεμα. Αφού είπαμε σε όλους ότι πάμε να το φτιάξουμε». «Δεν εννοώ αυτό». «Α». Η Υακίνθη έβγαλε μια βελόνα και την κοίταξε συλλογισμένη. «Καλή μου φαίνεται αυτή. Τι χρώμα κλωστή λες να βάλουμε;» «Άσπρη, αλλά δεν απάντησες στην ερώτησή μου». Η Υακίνθη έκοψε ένα κομμάτι κλωστή από μια κουβαρίστρα και την πέρασε από την τρύπα της βελόνας. «Σε συμπαθώ», είπε. «Κι αγαπώ τον αδελφό μου». «Το ξέρεις ότι είμαι αρραβωνιασμένη», είπε σιγανά η Λούσι. «Το ξέρω». Η Υακίνθη γονάτισε μπροστά από τα πόδια της Λούσι και με γρήγορες,

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ακατάστατες βελονιές, άρχισε να ράβει. «Παντρεύομαι σε μια βδομάδα. Σε λιγότερο από μια βδομάδα». «Το ξέρω. Είμαι καλεσμένη». «Α». Η Λούσι κανονικά θα έπρεπε να το ήξερε. «Ε, σχεδιάζεις να παρευρεθείς;» Η Υακίνθη σήκωσε το βλέμμα της. «Εσύ;» Τα χείλη της Λούσι μισάνοιξαν. Ως εκείνη τη στιγμή, η ιδέα του να μην παντρευτεί τον Χέιζελμπι ήταν ένα θολό και μακρινό ενδεχόμενο του τύπου ω-πόσο-θα-ήθελα-ναμην-είμαι-υποχρεω​​μένη-να-τον-παντρευτώ. Τώρα, όμως, με την Υακίνθη να την κοιτάζει τόσο εξονυχιστικά, άρχισε να το νιώθει πιο απτό. Αδύνατον ακόμα φυσικά ή τουλάχιστον… Ίσως… Ίσως όχι εντελώς αδύνατον. Ίσως μάλλον αδύνατον. «Τα χαρτιά υπογράφηκαν», είπε η Λούσι. Η Υακίνθη επέστρεψε στο ράψιμό της. «Ώστε έτσι;» «Τον διάλεξε ο θείος μου», είπε η Λούσι και αναρωτήθηκε ποιον προσπαθούσε να πείσει. «Ήταν κανονισμένο εδώ και πάρα πολύ καιρό». «Μμμμ». Μμμμ; Τι στην ευχή θα πει αυτό; «Και δεν μου έχει.. ο αδελφός σου δεν μου έχει…» Η Λούσι πάσχιζε να βρει τα λόγια, τρομοκρατημένη που ανοιγόταν τόσο πολύ σε μια σχεδόν ξένη, στην αδελφή του Γκρέγκορι, που να πάρει η ευχή. Η Υακίνθη, όμως, δεν έλεγε τίποτα. Απλώς καθόταν εκεί με τα μάτια καρφωμένα στη βελόνα που περνούσε μέσα και έξω από τον ποδόγυρο της Λούσι. Κι εφόσον η Υακίνθη δεν μιλούσε, έπρεπε να μιλήσει η Λούσι. Γιατί... Γιατί... Γιατί έπρεπε. «Δεν μου έχει υποσχεθεί τίποτα», είπε η Λούσι με φωνή που σχεδόν έτρεμε. «Δεν μου έχει δηλώσει τις προθέσεις του». Σε αυτό το σημείο, η Υακίνθη σήκωσε το βλέμμα της. Έριξε μια ματιά στο δωμάτιο σαν να έλεγε: Κοίταξε λίγο τι συμβαίνει. Είμαστε στο υπνοδωμάτιο της δούκισσας του Χέιστινγκς και επιδιορθώνω το φόρεμά σου. Και μουρμούρισε: «Ώστε έτσι;» Η Λούσι έκλεισε τα μάτια της μέσα σε απόλυτη αγωνία. Δεν ήταν σαν την Υακίνθη Σεντ Κλερ. Μέσα σε ένα τέταρτο της ώρας είχε καταλάβει ότι εκείνη θα μπορούσε να τολμήσει τα πάντα, θα άρπαζε κάθε ευκαιρία για να διασφαλίσει την ευτυχία της. Θα αψηφούσε τις συμβάσεις, θα υπερασπιζόταν τον εαυτό της απέναντι στους πιο σκληρούς κριτές και θα αναδυόταν εντελώς άθικτη, τόσο στο σώμα όσο και στο πνεύμα. Η Λούσι δεν ήταν τόσο ανθεκτική. Δεν την κυβερνούσαν τα πάθη. Η μούσα της ήταν πάντα η λογική. Ο ρεαλισμός.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Εκείνη δεν έλεγε στην Ερμιόνη ότι έπρεπε να παντρευτεί κάποιον που θα ενέκριναν οι γονείς της; Εκείνη δεν έλεγε στον Γκρέγκορι ότι δεν επιθυμούσε τον θυελ​λώδη, τον συγκλονιστικό έρωτα; Ότι δεν ήταν τέτοιος τύπος; Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Δεν ήταν. Όταν η γκουβερνάντα της σχεδίαζε ζωγραφιές για να τις χρωματίσει, εκείνη πάντα πρόσεχε να μη βγει από τις γραμμές. «Δεν νομίζω ότι μπορώ να το κάνω», ψιθύρισε η Λούσι. Η Υακίνθη κάρφωσε το βλέμμα πάνω της για αρκετή ώρα, γεμάτη αγωνία κι έπειτα επέστρεψε στο ράψιμό της. «Μάλλον σε έκρινα λάθος», είπε απαλά. Αυτό χτύπησε τη Λούσι σαν χαστούκι στο πρόσωπο. «Τ…Τι…» Τι είπες; Όμως τα χείλη της Λούσι δεν κατάφεραν να σχηματίσουν τις λέξεις. Δεν ήθελε να ακούσει την απάντηση. Κι η Υακίνθη είχε ξαναγυρίσει στον απότομο εαυτό της. Την κοίταξε από κάτω ενοχλημένη και είπε: «Μην κουνιέσαι τόσο πολύ». «Συγγνώμη», μουρμούρισε η Λούσι. Και σκέφτηκε: Πάλι το είπα. Τι προβλέψιμη που είμαι, συμβατική και κοινότοπη. «Συνεχίζεις και κουνιέσαι». «Ω». Μα καλά, τίποτα σωστό δεν μπορούσε να κάνει απόψε; «Συγγνώμη». Η Υακίνθη την τσίμπησε με τη βελόνα. «Ακόμα κουνιέσαι». «Δεν κουνιέμαι!» φώναξε σχεδόν η Λούσι. Η Υακίνθη κρυφογέλασε. «Καλύτερα τα πας». Η Λούσι κοίταξε κάτω δυσανασχετώντας: «Έβγαλε αίμα;» «Αν έβγαλε», είπε η Υακίνθη καθώς σηκωνόταν, «δεν φταίει άλλος από σένα». «Ορίστε;» Η Υακίνθη, όμως, ήταν ήδη όρθια και χαμογελούσε ικανοποιη​μένη. «Ορίστε», έδειξε αυτό που μόλις είχε κάνει. «Σίγουρα δεν είναι τέλειο, αλλά για απόψε είναι μια χαρά». Η Λούσι γονάτισε για να ελέγξει τον ποδόγυρο. Η Υακίνθη είχε εκφραστεί με υπερβολική επιείκεια για τη δουλειά που είχε κάνει. Ο ποδόγυρος ήταν χάλια ραμμένος. «Δεν είμαι και πολύ του ραψίματος», είπε η Υακίνθη ανασηκώνοντας ανέμελα τους ώμους. Η Λούσι σηκώθηκε όρθια, πασχίζοντας να αντισταθεί στην παρόρμηση να το ξηλώσει και να το ξαναφτιάξει μόνη της. «Θα μπορούσες να μου το έχεις πει», μουρμούρισε. Τα χείλη της Υακίνθης σχημάτισαν αργά ένα πονηρό χαμόγελο. «Ποπό», είπε, «γιατί ξίνισες ξαφνικά;» Και τότε η Λούσι ξάφνιασε τον εαυτό της λέγοντας: «Με πόνεσες».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Ίσως», απάντησε η Υακίνθη σαν να μην την ένοιαζε. Έριξε μια ματιά στην πόρτα κάπως απορημένη. «Θα έπρεπε να έχει έρθει». Η καρδιά της Λούσι χτύπησε παράξενα δυνατά στο στήθος της. «Σχεδιάζεις ακόμα να με βοηθήσεις;» ψιθύρισε. Η Υακίνθη γύρισε προς το μέρος της. «Ελπίζω», απάντησε κοιτάζοντας τη Λούσι στα μάτια και αξιολογώντας την ψυχρά, «να έχεις κρίνει λάθος τον εαυτό σου». Ο Γκρέγκορι είχε αργήσει δέκα λεπτά στο ραντεβού του. Δεν γινόταν διαφορετικά. Μόλις χόρεψε με την πρώτη νεαρή κυρία, έγινε φανερό πως έπρεπε να κάνει το χατίρι και σε άλλες έξι. Αν και του ήταν δύσκολο να διατηρεί την προσοχή του σε όλες τις συζητήσεις που έπρεπε να κάνει, η καθυστέρηση δεν τον προβλημάτιζε. Αντίθετα, διασφάλιζε πως η Λούσι θα είχε ήδη φύγει με την Υακίνθη από την αίθουσα πριν το σκάσει κι εκείνος από την πόρτα. Ήθελε να βρει έναν τρόπο να κάνει γυναίκα του τη Λούσι, αλλά δεν υπήρχε λόγος να δημιουργήσει σκάνδαλο. Κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο της αδελφής του. Είχε περάσει αμέτρητες ώρες στην Οικία Χέιστινγκς και ήξερε καλά τα κατατόπια. Όταν έφτασε στον προορισμό του, έσπρωξε χωρίς να χτυπήσει κι η καλολαδωμένη πόρτα άνοιξε αμέσως χωρίς θόρυβο. «Γκρέγκορι». Ήταν η φωνή της Υακίνθης. Στεκόταν δίπλα στη Λούσι που έδειχνε… Τσακισμένη. Μα τι της είχε κάνει η Υακίνθη; «Λούσι;» είπε πηγαίνοντας βιαστικά προς το μέρος της. «Έγινε κάτι;» Η Λούσι έγνεψε αρνητικά με το κεφάλι. «Τίποτα σημαντικό». Γύρισε και κοίταξε την αδελφή του με μάτια που εξαπέλυαν κατηγορίες. Η Υακίνθη ανασήκωσε τους ώμους. «Εγώ θα είμαι στο διπλανό δωμάτιο». «Και θα κρυφακούς πίσω από την πόρτα». «Θα περιμένω στο γραφειάκι της Δάφνης», είπε. «Είναι στη μέση του δωματίου και, πριν προλάβεις να εναντιωθείς, πρέπει να σου πω ότι δεν γίνεται να πάω πιο μακριά. Αν έρθει κάποιος, θα πρέπει να μπορώ να μπω στα γρήγορα για να μη σας παρεξηγήσουν». Είχε δίκιο, όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί ο Γκρέγκορι. Συμφώνησε, λοιπόν, με ένα κοφτό νεύμα και την παρακολούθησε να αποχωρεί από το δωμάτιο, περιμένοντας να ακούσει το κλικ της πόρτας πριν αρχίσει να μιλά. «Σου είπε κάτι αγενές;» ρώτησε τη Λούσι. «Ώρες ώρες φέρεται χωρίς καθόλου διακριτικότητα, αλλά έχει καλή καρδιά». Η Λούσι έγνεψε αρνητικά. «Όχι», είπε σιγανά. «Νομίζω ότι είπε αυτό ακριβώς που έπρεπε». «Λούσι;» Την κοίταξε απορημένος.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Τα μάτια της που έδειχναν πριν θολά φάνηκαν να εστιάζουν. «Τι ήταν αυτό που ήθελες να μου πεις;» «Λούσι», είπε, αναλογιζόμενος τον καλύτερο τρόπο να προσεγγίσει το θέμα. Όση ώρα χόρευε, έκανε πρόβα στο μυαλό του πώς θα της το πει, αλλά τώρα που βρισκόταν εκεί δεν ήξερε τι να πει. Ή μάλλον ήξερε. Απλώς δεν ήξερε με ποια σειρά και τι ύφος να χρησιμοποιήσει. Να της πει ότι την αγαπάει; Να ξεγυμνώσει την ψυχή του σε μια γυναίκα που επρόκειτο να παντρευτεί κάποιον άλλο; Ή να διαλέξει την ασφαλή οδό και να εξηγήσει γιατί δεν έπρεπε να παντρευτεί τον Χέιζελμπι; Πριν από έναν μήνα, η επιλογή θα ήταν προφανής. Ήταν ρομαντικός. Του άρεσαν οι μεγάλες χειρονομίες. Θα είχε δηλώσει τον έρωτά του, σίγουρος πως θα γινόταν δεκτός με χαρά. Θα είχε πάρει το χέρι της. Θα έπεφτε στα γόνατα. Θα την είχε φιλήσει. Τώρα όμως… Δεν ήταν πια τόσο σίγουρος. Εμπιστευόταν τη Λούσι, αλλά δεν εμπιστευόταν τη μοίρα. «Δεν μπορείς να παντρευτείς τον Χέιζελμπι», είπε. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Τι εννοείς;» «Δεν μπορείς να τον παντρευτείς», απάντησε ο Γκρέγκορι, αποφεύγοντας την ερώτησή της. «Θα ήταν καταστροφικό. Θα σε… Πρέπει να με εμπιστευτείς. Δεν πρέπει να τον παντρευτείς». Η Λούσι κούνησε το κεφάλι. «Γιατί μου τα λες αυτά;» Γιατί σε θέλω για τον εαυτό μου. «Γιατί… Γιατί…» Πάσχιζε να βρει τα σωστά λόγια. «Γιατί έχεις γίνει φίλη μου και θέλω την ευτυχία σου. Δεν είναι καλός σύζυγος για σένα, Λούσι». «Γιατί δεν είναι;» Η φωνή της ήταν χαμηλή, άδεια και θλιβερά διαφορετική από ό,τι συνήθως. «Δεν…» Έλεος, πώς να το πει; Θα καταλάβαινε άραγε τι εννοεί; «Δεν του…» Κατάπιε. Σίγουρα υπήρχε κάποιος ήπιος τρόπος να το πει. «Δεν του… Κάποιοι άνθρωποι…» Την κοίταξε. Το κάτω χείλι της έτρεμε. «Προτιμάει τους άντρες», είπε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. «Από τις γυναίκες. Κάποιοι άντρες είναι έτσι». Κι ύστερα περίμενε. Για κάμποση ώρα, η Λούσι δεν αντέδρασε καθόλου. Απλώς στεκόταν εκεί σαν φιγούρα τραγωδίας. Κάθε τόσο ανοιγόκλεινε τα μάτια της, αλλά τίποτα πέρα από αυτό. Και τελικά... «Γιατί;» Τι γιατί; Ο Γκρέγκορι δεν κατάλαβε. «Γιατί είναι έτσι, εννοείς;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Όχι», είπε η Λούσι με ένταση. «Γιατί μου το είπες; Γιατί να πεις κάτι τέτοιο;» «Σου το είπα...» «Όχι, δεν το έκανες από καλοσύνη. Γιατί μου το είπες; Για να με πληγώσεις; Για να με κάνεις να νιώσω όπως ένιωσες εσύ όταν η Ερμιόνη παντρεύτηκε τον αδελφό μου και όχι εσένα;» «Όχι!» είπε απότομα κρατώντας με τα χέρια του τα μπράτσα της. «Όχι, Λούσι», είπε ξανά. «Ποτέ μου δεν θα το έκανα αυτό. Θέλω να είσαι ευτυχισμένη. Θέλω…» Εκείνη. Ήθελε εκείνη, αλλά δεν ήξερε πώς να το πει. Πώς να της το πει τώρα που τον κοίταζε σαν να της ράγισε την καρδιά; «Θα μπορούσα να ευτυχήσω μαζί του», ψιθύρισε. «Όχι. Δεν θα μπορούσες. Δεν καταλαβαίνεις, αυτός...» «Ναι, θα μπορούσα», φώναξε η Λούσι. «Ίσως να μην τον αγαπούσα, αλλά θα μπορούσα να είμαι ευτυχισμένη. Ήταν αυτό που περίμενα. Καταλαβαίνεις; Αυτό για το οποίο είχα προετοιμαστεί. Κι εσύ… εσύ…» Τραβήχτηκε απότομα μακριά του και γύρισε από την άλλη για να μη βλέπει το πρόσωπό της. «Εσύ τα χάλασες όλα». «Πώς;» Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια και το βλέμμα της ήταν τόσο σοβαρό, τόσο βαθύ που του έκοψε την ανάσα. Και είπε: «Γιατί με έκανες να θέλω εσένα αντί γι’ αυτόν». Η καρδιά του χτύπησε δυνατά μέσα στο στήθος του. «Λούσι», είπε, γιατί δεν μπορούσε να πει κάτι άλλο. «Λούσι». «Δεν ξέρω τι να κάνω», του εξομολογήθηκε. «Φίλησέ με». Πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του. «Φίλησέ με μόνο». Αυτή τη φορά που τη φίλησε ήταν διαφορετικό. Ήταν η ίδια γυναίκα στην αγκαλιά του, αλλά εκείνος δεν ήταν ο ίδιος άντρας. Η ανάγκη του για κείνη ήταν βαθύτερη, πιο ουσιαστική. Την αγαπούσε. Τη φίλησε με ό,τι είχε και δεν είχε. Με κάθε ανάσα, με κάθε χτύπο της καρδιάς του. Τα χείλη του βρήκαν το μάγουλό της, το μέτωπο, τα αφτιά και ψιθύρισαν παντού το όνομά της σαν προσευχή... Λούσι, Λούσι, Λούσι. Την ήθελε. Τη χρειαζόταν. Σαν τον αέρα. Σαν την τροφή. Σαν το νερό. Το στόμα του πέρασε στον λαιμό της κι ύστερα κατηφόρισε στη δαντελένια άκρη του ντεκολτέ της. Το δέρμα της έκαιγε κάτω από τα χείλη του και, όταν τα δάχτυλα κατέβασαν το φόρεμά της από τον έναν ώμο, η Λούσι έβγαλε μια πνιχτή κραυγή... Αλλά δεν τον σταμάτησε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Γκρέγκορι», ψιθύρισε, βυθίζοντας τα δάχτυλά της στα μαλλιά του όσο τα χείλη του χάιδευαν το στέρνο της. «Γκρέγκορι, ω Θεέ μου, Γκρέγκορι». Το χέρι του πέρασε με ευλάβεια πάνω από την καμπύλη του ώμου της. Το δέρμα της έλαμπε απαλό και κατάλευκο σαν γάλα κάτω από το φως των κεριών. Τον κατέκλυσε μια έντονη αίσθηση ιδιοκτησίας. Περηφάνιας. Κανένας άλλος άντρας δεν την είχε δει έτσι κι ευχόταν να μην τη δει άλλος ποτέ. «Δεν μπορείς να τον παντρευτείς, Λούσι», ψιθύρισε με ένταση, καυτά ήταν τα λόγια του πάνω στο δέρμα της. «Δεν μπορείς». Κι ύστερα, επειδή καταλάβαινε πως δεν έπρεπε να προχωρήσει περισσότερο, ίσιωσε την πλάτη του, άφησε ένα τελευταίο φιλί στα χείλη της και την έφερε μπροστά από το πρόσωπό του αναγκάζοντάς τη να τον κοιτάξει κατάματα. «Δεν μπορείς να τον παντρευτείς», είπε ακόμα μια φορά. «Γκρέγκορι, τι μπορώ εγώ...» Έσφιξε τα μπράτσα της. Δυνατά. Και το είπε. «Σ’ αγαπώ». Τα χείλη της μισάνοιξαν. Έμεινε άφωνη. «Σ’ αγαπώ», ξαναείπε ο Γκρέγκορι. Η Λούσι το υποψιαζόταν, το ήλπιζε, αλλά δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό της να το πιστέψει. Κι όταν κατάφερε τέλος να βρει τα λόγια, είπε μόνο: «Αλήθεια;» Εκείνος χαμογέλασε, ύστερα γέλασε και τέλος ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της. «Με όλη μου την καρδιά», είπε. «Μόλις το συνειδητοποίησα. Είμαι πολύ ανόητος. Είμαι τυφλός. Είμαι...» «Όχι», τον διέκοψε, κουνώντας το κεφάλι. «Μην κατηγορείς τον εαυτό σου. Κανείς δεν προσέχει εμένα όταν είναι τριγύρω η Ερμιόνη». Τα χέρια του την έσφιξαν ακόμα πιο δυνατά. «Δεν σε φτάνει ούτε στο μικρό σου δαχτυλάκι». Μια ζεστασιά πλημμύρισε το κορμί της ως το κόκαλο. Δεν ήταν πόθος ούτε λαχτάρα. Ήταν καθαρή και αμιγής ευτυχία. «Πραγματικά το εννοείς», ψιθύρισε. «Το εννοώ τόσο ώστε θα κινήσω γη και ουρανό για να διασφαλίσω ότι δεν θα παντρευτείς τον Χέιζελμπι». Ξαφνικά η Λούσι χλώμιασε. «Λούσι;» Όχι. Μπορούσε να το κάνει. Θα το έκανε. Τι παράξενο που ήταν. Τρία ολόκληρα χρόνια συμβούλευε την Ερμιόνη να είναι πρακτική, να ακολουθεί τους κανόνες. Χλεύαζε την Ερμιόνη όταν της μιλούσε για έρωτες και πάθη και μουσική από τα ουράνια. Και τώρα… Πήρε μια βαθιά ανάσα για κουράγιο. Και τώρα, σκόπευε να διαλύσει τον αρραβώνα της.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Που ήταν κανονισμένος εδώ και χρόνια. Με τον γιο ενός κόμη. Πέντε μέρες πριν γίνει ο γάμος. Τι σκάνδαλο, Θεέ μου. Έκανε ένα βήμα πίσω, σηκώνοντας το πιγούνι της για να μπορέσει να δει το πρόσωπο του Γκρέγκορι. Τα μάτια του την κοίταζαν με όλη την αγάπη που ένιωθε κι εκείνη. «Σ’ αγαπώ», ψιθύρισε γιατί δεν του το είχε πει ακόμα. «Σ’ αγαπώ κι εγώ». Για πρώτη φορά θα σταματούσε να σκέφτεται τους άλλους. Δεν θα δεχόταν ό,τι της έδιναν και θα προσπαθούσε να κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε. Θα προσπαθούσε για τη δική της ευτυχία. Θα προσπαθούσε να ορίσει τη δική της μοίρα. Δεν θα έκανε αυτό που περίμεναν οι άλλοι από κείνη. Θα έκανε αυτό που ήθελε η ίδια. Είχε έρθει πια ο καιρός. Έσφιξε τα χέρια του Γκρέγκορι. Και χαμογέλασε. Δεν ήταν διστακτική η κίνησή της. Ήταν δυνατή και σίγουρη, γεμάτη ελπίδες και τη γνώση πως μπορούσε να το πραγματοποιήσει. Θα ήταν δύσκολο. Θα ήταν τρομακτικό. Αλλά θα άξιζε. «Θα μιλήσω με τον θείο μου», είπε σταθερά και σίγουρα. «Αύριο κιόλας». Ο Γκρέγκορι την τράβηξε πάνω του για ένα τελευταίο φιλί, γρήγορο, παθιασμένο και γεμάτο υποσχέσεις. «Θέλεις να έρθω κι εγώ;» ρώτησε. «Να τον επισκεφθώ για να τον βεβαιώσω για τις προθέσεις μου;» Η νέα Λούσι, η τολμηρή και γενναία, ρώτησε: «Και ποιες είναι οι προθέσεις σου;» Τα μάτια του Γκρέγκορι άνοιξαν διάπλατα με απορία, ύστερα αποδοχή και τέλος τα χέρια του πήραν τα δικά της. Η Λούσι ένιωσε αυτό που έκανε πριν το δει μπροστά της. Τα χέρια του γλίστρησαν μέσα στα δικά της καθώς ο Γκρέγκορι κατέβαινε… Ώσπου έφτασε γονατιστός στο ένα πόδι, να την κοιτάζει σαν να μην μπορούσε να υπάρξει ομορφότερη γυναίκα σε όλη την πλάση. Σκέπασε το στόμα της με το χέρι και συνειδητοποίησε πως έτρεμε. «Λαίδη Λουσίντα Αμπέρναθι», είπε με φωνή θερμή και σίγουρη, «θα μου κάνετε την πολύ μεγάλη τιμή να γίνετε γυναίκα μου;» Η Λούσι προσπάθησε να μιλήσει. Προσπάθησε τουλάχιστον να γνέψει καταφατικά. «Παντρέψου με, Λούσι», είπε. «Παντρέψου με». Αυτή τη φορά τα κατάφερε. «Ναι». Κι ύστερα: «Ναι! Ω, ναι!» «Θα σε κάνω ευτυχισμένη», είπε και σηκώθηκε για να την αγκαλιάσει. «Σου το υπόσχομαι».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Δεν υπάρχει λόγος να μου το υποσχεθείς». Κούνησε το κεφάλι για να διώξει τα δάκρυά της. «Δεν θα μπορούσες να μη με κάνεις ευτυχισμένη». Άνοιξε το στόμα του για να πει κάτι, αλλά τον διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα, σιγανό αλλά γρήγορο. Η Υακίνθη. «Πήγαινε», είπε ο Γκρέγκορι. «Η Υακίνθη θα σε συνοδεύσει στην αίθουσα χορού. Εγώ θα έρθω αργότερα». Η Λούσι έγνεψε καταφατικά και τακτοποίησε το φόρεμά της στην αρχική του κατάσταση. «Τα μαλλιά μου», ψιθύρισε κοιτάζοντάς τον. «Είναι υπέροχα», τη διαβεβαίωσε. «Είσαι τέλεια». Έτρεξε βιαστικά στην πόρτα. «Είσαι σίγουρος;» Σ’ αγαπώ, σχημάτισε άφωνα με τα χείλη του ο Γκρέγκορι. Και το βλέμμα του έλεγε ακριβώς το ίδιο. Η Λούσι άνοιξε την πόρτα κι η Υακίνθη πετάχτηκε μέσα. «Πολύ αργείτε εσείς οι δυο», είπε. «Πρέπει να επιστρέψουμε. Τώρα». Έτρεξε από την πόρτα προς τον διάδρομο κι έπειτα σταμάτησε για να κοιτάξει πρώτα τη Λούσι κι ύστερα τον αδελφό της. Το βλέμμα της στάθηκε τελικά στη Λούσι και ύψωσε το φρύδι της σαν κάτι να ρωτούσε. Η Λούσι δεν λύγισε. «Δεν με έκρινες λάθος», είπε σιγανά. Τα μάτια της Υακίνθης άνοιξαν διάπλατα και χαμογέλασε. «Τέλεια». Κι έτσι ήταν, σκέφτηκε η Λούσι. Ήταν πράγματι όλα τέλεια.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 18 Στο οποίο η ηρωίδα μας ανακαλύπτει κάτι τρομερό Μπορούσε να το κάνει. Μπορούσε. Έπρεπε απλώς να χτυπήσει. Στεκόταν έξω από το γραφείο του θείου της, με τα δάχτυλα έτοιμα να χτυπήσουν την πόρτα. Αλλά δεν χτυπούσαν. Πόση ώρα στεκόταν εκεί; Πέντε λεπτά; Δέκα; Αρκετά πάντως για να μοιάζει παιδαριώδης. Δειλή. Μα πώς έγινε αυτό; Γιατί έγινε; Όταν πήγαινε σχολείο όλοι ήξεραν πως ήταν ικανή και ρεαλίστρια. Ήταν το κορίτσι που κατάφερνε τα πάντα. Δεν ήταν ντροπαλή. Δεν ήταν φοβισμένη. Σε ό,τι αφορούσε τον θείο Ρόμπερτ όμως… Αναστέναξε. Πάντα έτσι ένιωθε με τον θείο της. Ήταν τόσο αυστηρός, τόσο κακοδιάθετος. Τόσο διαφορετικός από τον γελαστό πατέρα της. Κάθε φορά που έφευγε για το σχολείο, ένιωθε ελαφριά σαν πεταλούδα κι όταν επέστρεφε, αναγκαζόταν να κλειστεί και πάλι στο στενό, μικρό της κουκούλι. Γινόταν ανιαρή, σιωπηλή. Μοναχική. Αυτή τη φορά δεν θα ήταν έτσι. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ίσιωσε την πλάτη. Αυτή τη φορά θα έλεγε αυτό που έπρεπε να πει. Θα άφηνε τη φωνή της να ακουστεί. Σήκωσε το χέρι της. Χτύπησε. Περίμενε. «Εμπρός». «Θείε Ρόμπερτ», είπε μπαίνοντας στο γραφείο του. Έμοιαζε σκοτεινό, αν και το φως του απομεσήμερου έμπαινε πλάγια από το παράθυρο. «Λουσίντα», είπε ρίχνοντάς της μια βιαστική ματιά πριν ξαναγυρίσει στα χαρτιά του. «Τι είναι;» «Πρέπει να μιλήσουμε». Σημείωσε κάτι, κοίταξε βλοσυρά το γραπτό του κι ύστερα πέρασε το στυπόχαρτο πάνω από το μελάνι. «Πες μου». Η Λούσι καθάρισε τον λαιμό της. Θα της ήταν πιο εύκολο αν σήκωνε το βλέμμα του να την κοιτάξει. Δεν της άρεσε καθόλου να μιλάει στο σκυφτό του κεφάλι, το σιχαινόταν. «Θείε Ρόμπερτ», ξαναείπε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Μούγκρισε κάτι, αλλά συνέχισε να γράφει. «Θείε Ρόμπερτ». Είδε τις κινήσεις του να επιβραδύνονται και τελικά να σηκώνει το βλέμμα του προς το μέρος της. «Τι συμβαίνει, Λουσίντα;» ρώτησε φανερά ενοχλημένος. «Πρέπει να συζητήσουμε για τον λόρδο Χέιζελμπι». Ορίστε. Το είπε. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» ρώτησε αργά. «Όχι», άκουσε τον εαυτό της να λέει, αν και δεν ήταν όλη η αλήθεια. Αυτό, όμως, έλεγε πάντα όταν κάποιος ρωτούσε αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Ήταν από κείνα που της έβγαιναν αυτόματα, όπως «Με συγχωρείτε» ή «Λυπάμαι». Αυτό είχε μάθει να λέει. Υπάρχει κάποιο πρόβλημα; Όχι, φυσικά και όχι. Όχι, μη λαμβάνετε υπόψη τις δικές μου επιθυμίες. Όχι, σας παρακαλώ, μην ανησυχείτε για λογαριασμό μου. «Λουσίντα;» Η φωνή του θείου της ήταν απότομη, σχεδόν ενοχλητική. «Όχι», ξαναείπε, πιο δυνατά αυτή τη φορά, σαν να της έδινε δύναμη η ένταση. «Δηλαδή, ναι. Υπάρχει ένα πρόβλημα και πρέπει να σας μιλήσω γι’ αυτό». Ο θείος την κοίταξε βαριεστημένα. «Θείε Ρόμπερτ», άρχισε να λέει, νιώθοντας σαν να ακροβατούσε μέσα σε ένα χωράφι με σκαντζόχοιρους, «γνωρίζατε ότι…» Δάγκωσε το χείλι της, κοιτάζοντας οπουδήποτε αλλού εκτός από το πρόσωπό του. «Θέλω να πω, είχατε υπόψη σας ότι…» «Πες το να τελειώνουμε», είπε κοφτά. «Στον λόρδο Χέιζελμπι», είπε γρήγορα η Λούσι προσπαθώντας απεγνωσμένα να το ξεστομίσει. «Δεν αρέσουν οι γυναίκες». Για μια στιγμή ο θείος Ρόμπερτ έμεινε σιωπηλός και την κοιτούσε. Κι ύστερα άρχισε να… Γελάει. Άρχισε να γελάει. «Θείε Ρόμπερτ;» Η καρδιά της Λούσι χτυπούσε πολύ δυνατά. «Το γνωρίζατε;» «Φυσικά και το γνώριζα», είπε απότομα. «Γιατί νομίζεις πως ο πατέρας του σε ήθελε τόσο πολύ για νύφη; Γιατί ήξερε πως δεν θα πεις τίποτα». Γιατί να μην πει τίποτα; «Θα έπρεπε να μου είσαι ευγνώμων», είπε σκληρά ο θείος Ρόμπερτ, διακόπτοντας τις σκέψεις της. «Οι μισοί άντρες της υψηλής κοινωνίας είναι κτήνη. Σε δίνω στον έναν και μοναδικό που δεν πρόκειται να σε ενοχλήσει». «Όμως...» «Έχεις ιδέα πόσες γυναίκες θα λαχταρούσαν να βρίσκονται στη θέση σου;» «Δεν είναι εκεί το ζήτημα, θείε Ρόμπερτ». Το βλέμμα του έγινε ψυχρό σαν πάγος. «Ορίστε;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Η Λούσι παρέμεινε απόλυτα ακίνητη, συνειδητοποιώντας ότι αυτό ήταν. Είχε έρθει η δική της στιγμή. Δεν είχε έρθει ποτέ άλλοτε σε αντιπαράθεση μαζί του και μάλλον δεν θα ξαναερχόταν ποτέ. Ξεροκατάπιε. Κι ύστερα το είπε. «Δεν επιθυμώ να παντρευτώ τον λόρδο Χέιζελμπι». Σιωπή. Τα μάτια του όμως… Τα μάτια του κεραυνοβολούσαν. Η Λούσι συνάντησε το βλέμμα του με ψύχραιμη αυτοσυγκράτηση. Ένιωθε μια παράξενη, καινούρια δύναμη να μεγαλώνει μέσα της. Δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει πίσω τώρα που διακυβευόταν η υπόλοιπη ζωή της. Τα χείλη του θείου σφίχτηκαν και παραμορφώθηκαν, παρόλο που το υπόλοιπο πρόσωπό του έμοιαζε φτιαγμένο από πέτρα. Τελικά, τη στιγμή ακριβώς που η Λούσι είχε βεβαιωθεί πλέον πως θα κατέρρεε από αυτή τη σιωπή, τη ρώτησε χαμηλόφωνα: «Θα μπορούσα να μάθω τον λόγο;» «Θέλω... θέλω παιδιά», είπε η Λούσι αρπάζοντας την πρώτη δικαιολογία που της ήρθε στο μυαλό. «Ω, μα θα κάνεις παιδιά», είπε ο θείος. Κι έπειτα χαμογέλασε κι έκανε το αίμα της να παγώσει. «Θείε Ρόμπερτ;» ψιθύρισε. «Μπορεί να μην του αρέσουν οι γυναίκες, αλλά θα κάνει το καθήκον του αρκετά συχνά ώστε να σου χαρίσει ένα κουτσούβελο. Κι αν δεν μπορεί…» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Τι;» Η Λούσι ένιωσε πανικό να φουσκώνει στο στήθος της. «Τι εννοείτε;» «Θα το τακτοποιήσει ο Ντάβενπορτ». «Ο πατέρας του;» είπε πνιχτά η Λούσι. «Είτε από τον έναν είτε από τον άλλο, θα γεννηθεί ένας κληρονόμος και αυτό είναι το σημαντικό». Η Λούσι σκέπασε με τρόμο το στόμα της. «Ω, δεν μπορώ. Δεν μπορώ». Σκέφτηκε τον λόρδο Ντάβενπορτ με την ανυπόφορη αναπνοή και τα προγούλια του. Και τα σκληρά του μάτια. Χωρίς να ξέρει γιατί, ένιωθε πως δεν ήταν καλός άνθρωπος. Ο θείος της έγειρε μπροστά, στενεύοντας απειλητικά τα μάτια του. «Όλοι έχουμε τη θέση μας στη ζωή, Λουσίντα, και η δική σου είναι στο πλευρό ενός αριστοκράτη. Το καθήκον σου είναι να γεννήσεις έναν κληρονόμο. Και αυτό ακριβώς θα κάνεις με όποιο τρόπο θεωρήσει αναγκαίο ο Ντάβενπορτ». Η Λούσι ξεροκατάπιε. Πάντα έκανε ό,τι της έλεγαν. Είχε αποδεχτεί ότι ο κόσμος λειτουργούσε με συγκεκριμένους κανόνες. Τα όνειρα μπορούσαν να προσαρμοστούν. Η κοινωνική τάξη όχι. Πάρε αυτό που σου δίνεται και κάνε ό,τι καλύτερο μπορείς. Αυτό έλεγε πάντα. Αυτό έκανε πάντα. Όχι, όμως, αυτή τη φορά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε κατάματα τον θείο της. «Δεν πρόκειται να το κάνω», είπε με φωνή που δεν έτρεμε καθόλου. «Δεν πρόκειται να τον παντρευτώ». «Τι… είπες;» Η κάθε λέξη ακούστηκε σαν μια μικρή πρόταση, κοφτερή και παγωμένη. Η Λούσι ξεροκατάπιε. «Είπα ότι...» «Ξέρω τι είπες!» ούρλιαξε χτυπώντας τα χέρια του στο γραφείο καθώς σηκωνόταν όρθιος. «Πώς τολμάς να με αμφισβητείς; Σε ανέθρεψα, σε τάισα, σου παρείχα ό,τι καταραμένο πράγμα χρειαζόσουν. Φρόντιζα και προστάτευα αυτή την οικογένεια δέκα ολόκληρα χρόνια, χωρίς να περιμένω κανένα, μα κανένα, αντάλλαγμα». «Θείε Ρόμπερτ», προσπάθησε να πει. Κι η ίδια, όμως, μετά βίας άκουγε τη φωνή της. Όλα όσα είχε πει ο θείος ήταν αλήθεια. Το σπίτι αυτό δεν ήταν δικό του. Δεν είχε δικαίωμα ούτε στο Αβαείο ούτε σε καμιά άλλη ιδιοκτησία των Φένσγουορθ. Δεν είχε τίποτα, εκτός αν ο Ρίτσαρντ του παραχωρούσε κάτι όταν θα αναλάμβανε πλήρως τη θέση του ως κόμης. «Είμαι κηδεμόνας σου», είπε ο θείος με χαμηλή, τρεμάμενη φωνή. «Καταλαβαίνεις; Θα παντρευτείς τον Χέιζελμπι και δεν θα ξαναμιλήσουμε ποτέ πια γι’ αυτό το ζήτημα». Η Λούσι κοίταζε τρομοκρατημένη τον θείο της. Ήταν κηδεμόνας της δέκα χρόνια και δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ να χάνει την ψυχραιμία του. Σέρβιρε τη δυσαρέσκειά του πάντα κρύα. «Αυτός ο βλάκας ο Μπρίτζερτον τα έκανε όλα, έτσι δεν είναι;» είπε οργισμένος σπρώχνοντας με δύναμη κάμποσα βιβλία από το γραφείο του. Έπεσαν στο πάτωμα με γδούπο. Η Λούσι αναπήδησε προς τα πίσω. «Πες μου!» Εκείνη δεν μίλησε. Μόνο κοίταζε κουρασμένα τον θείο της να έρχεται προς το μέρος της. «Πες μου!» ούρλιαξε. «Ναι», είπε βιαστικά κάνοντας άλλο ένα βήμα πίσω. «Πώς... πώς το καταλάβατε;» «Για χαζό με περνάς; Είναι δυνατόν την ίδια μέρα να παρακαλούν η μητέρα του και η αδελφή του για να πας στον χορό;» Βλαστήμησε μέσα απ’ τα δόντια του. «Προφανώς ραδιουργούσαν για να σε κλέψουν». «Μου επιτρέψατε, όμως, να πάω στον χορό». «Επειδή η αδελφή του είναι η δούκισσα, μικρή και ανόητη! Ακόμα και ο Ντάβενπορτ συμφώνησε πως έπρεπε να πας». «Μα...» «Ο Χριστός και η Παναγία, γαμώ το», είπε ο θείος Ρόμπερτ βλαστημώντας τα θεία. Η Λούσι σώπασε αμέσως σοκαρισμένη. «Μου φαίνεται απίστευτη η βλακεία σου. Μήπως σου υποσχέθηκε και γάμο; Είσαι διατεθειμένη, δηλαδή, να πετάξεις στα σκουπίδια τον

******ebook converter DEMO Watermarks*******


γάμο σου με τον κληρονόμο μιας κομητείας για την πιθανότητα του τέταρτου γιου ενός υποκόμη;» «Ναι», ψιθύρισε η Λούσι. Ο θείος μάλλον είδε την αποφασιστικότητα στο πρόσωπό της, γιατί έχασε το χρώμα του. «Τι πήγες κι έκανες;» απαίτησε να μάθει. «Τον άφησες να σε αγγίξει;» Η Λούσι θυμήθηκε το φιλί του και κοκκίνισε. «Ανόητη γελάδα», είπε συριστικά. «Είσαι τυχερή βέβαια από μια άποψη, γιατί ο Χέιζελμπι δεν μπορεί να ξεχωρίσει μια παρθένα από μια πόρνη». «Θείε Ρόμπερτ!» Η Λούσι έτρεμε από φρίκη. Δεν ήταν ακόμα τόσο θαρραλέα ώστε να τον αφήσει να πιστεύει πως ήταν ανήθικη. «Ποτέ δεν θα... δεν... Μα πώς μπορέσατε να το σκεφτείτε αυτό για μένα;» «Γιατί φέρεσαι σαν ανόητη», είπε απότομα. «Από αυτή τη στιγμή, δεν θα βγεις από αυτό το σπίτι μέχρι να παντρευτείς. Και, στην ανάγκη, θα βάλω και φρουρούς μπροστά από το υπνοδωμάτιό σου». «Όχι!» φώναξε η Λούσι. «Πώς είναι δυνατόν να μου το κάνετε αυτό; Γιατί είναι τόσο σημαντικός αυτός ο γάμος; Δεν έχουμε ανάγκη τα χρήματά τους. Δεν έχουμε ανάγκη τις διασυνδέσεις τους. Γιατί να μην παντρευτώ από έρωτα;» Στην αρχή, ο θείος δεν αντέδρασε. Στεκόταν κοκαλωμένος και μόνο μια φλέβα χτυπούσε ορατά στον κρόταφό του. Και μετά, όταν η Λούσι ένιωσε την ανάσα της να επανέρχεται, ο θείος βλαστήμησε άγρια, χύμηξε και την κάρφωσε πάνω στον τοίχο. «Θείε Ρόμπερτ!» είπε πνιχτά. Είχε βάλει το χέρι του πάνω στο σαγόνι της κι έστριψε το κεφάλι της σε μια αφύσικη στάση. Προσπάθησε να καταπιεί, αλλά ήταν σχεδόν αδύνατον έτσι όπως ήταν ο λαιμός της. «Μη», κατάφερε να ψελλίσει, αλλά δεν ακούστηκε τίποτα πέρα από ένα κλαψούρισμα. «Σας παρακαλώ… Σταματήστε». Η λαβή του, όμως, έγινε πιο δυνατή, ο αγκώνας του άρχισε να πιέζει το στέρνο της και τα οστά του καρπού του χώθηκαν επώδυνα στο δέρμα της. «Θα παντρευτείς τον λόρδο Χέιζελμπι», είπε συριστικά. «Θα τον παντρευτείς και θα σου εξηγήσω το γιατί». Η Λούσι δεν είπε τίποτα, μόνο τον κοίταζε πανικόβλητη. «Εσύ, αγαπητή μου Λουσίντα, είσαι η τελευταία δόση ενός μακροχρόνιου χρέους προς τον λόρδο Ντάβενπορτ». «Τι εννοείτε;» ψιθύρισε. «Εκβιασμός», είπε ο θείος Ρόμπερτ με φωνή δυσοίωνη. «Πληρώνουμε τον λόρδο Ντάβενπορτ εδώ και χρόνια». «Μα γιατί;» ρώτησε η Λούσι. «Τι θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει για να μας εκβιάζουν;» Ένα χλευαστικό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του θείου. «Ο πατέρας σου, ο αγαπητός όγδοος κόμης του ​Φένσγουορθ, ήταν προδότης».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Μια πνιχτή κραυγή ξέφυγε από το στόμα της Λούσι κι ο λαιμός της έγινε κόμπος. Αποκλείεται να ήταν αλήθεια αυτό που άκουσε. Είχε νομίσει αρχικά ότι επρόκειτο για κάποια εξωσυζυγική σχέση. Ίσως ο κόμης να μην ήταν πραγματικά ένας Αμπέρναθι. Αλλά προδότης; Ω Θεέ μου… Όχι αυτό. «Θείε Ρόμπερτ», είπε προσπαθώντας να τον λογικέψει. «Κάποιο λάθος θα έχει γίνει. Κάποια παρεξήγηση. Ο πατέρας μου… δεν ήταν προδότης». «Ω, σε διαβεβαιώνω πως ήταν και ο Ντάβενπορτ το γνωρίζει». Η Λούσι σκέφτηκε τον πατέρα της. Τον έβλεπε ακόμα στο μυαλό της – ψηλός, καλοφτιαγμένος, με γελαστά γαλανά μάτια. Ξόδευε απλόχερα τα λεφτά του. Το θυμόταν ακόμα κι ας ήταν τότε μικρό παιδί. Αλλά προδότης δεν ήταν. Αποκλείεται να ήταν. Ήταν ένας έντιμος και καθωσπρέπει κύριος. Το θυμόταν. Το καταλάβαινε από τη στάση του, από τα πράγματα που της μάθαινε. «Λέτε ψέματα», είπε και τα λόγια τής έκαιγαν τον λαιμό. «Ή δεν σας πληροφόρησαν σωστά». «Υπάρχουν στοιχεία», είπε ο θείος αφήνοντάς την απότομα. Πήγε προς την άλλη πλευρά του δωματίου, όπου υπήρχε ένα μπουκάλι μπράντι. Γέμισε ένα ποτήρι και ήπιε μια μεγάλη γουλιά. «Βρίσκονται στα χέρια του Ντάβενπορτ». «Πώς;» «Δεν ξέρω πώς», είπε απότομα. «Απλώς ξέρω ότι τα έχει. Τα έχω δει». Η Λούσι ξεροκατάπιε και σταύρωσε τα χέρια της, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι της έλεγε. «Τι είδους στοιχεία;» «Επιστολές», είπε βλοσυρά. «Γραμμένες από το χέρι του πατέρα σου». «Μπορεί να είναι πλαστογραφημένες». «Έχουν τη σφραγίδα του!» φώναξε χτυπώντας κάτω το ποτήρι του. Τα μάτια της Λούσι άνοιξαν διάπλατα όταν είδε το μπράντι να χύνεται από το ποτήρι στην άκρη του γραφείου του. «Έχεις την εντύπωση ότι θα πίστευα κάτι τέτοιο χωρίς να το πιστοποιήσω ο ίδιος;» ρώτησε ο θείος της. «Περιείχαν πληροφορίες, λεπτομέρειες, πράγματα που μόνο ο πατέρας σου θα μπορούσε να γνωρίζει. Λες να υπέκυπτα στον εκβιασμό του Ντάβενπορτ και να πλήρωνα τόσα χρόνια, αν υπήρχε περίπτωση να ήταν ψέμα;» Η Λούσι έγνεψε αρνητικά με το κεφάλι. Ο θείος της μπορεί να ήταν πολλά πράγματα, αλλά ανόητος δεν ήταν. «Με προσέγγισε έξι μήνες μετά τον θάνατο του πατέρα σου. Τον πληρώνω από τότε». «Μα γιατί εμένα;» ρώτησε η Λούσι. Ο θείος γέλασε πικρόχολα. «Γιατί θα γίνεις η τέλεια, ευυπόληπτη, υπάκουη νύφη. Θα αντισταθμίσεις όλα τα ελαττώματα του Χέιζελμπι. Ο Ντάβενπορτ έπρεπε να παντρέψει το παλικάρι του με κάποια και χρειαζόταν μια οικογένεια που θα μπορούσε να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κρατήσει το μυστικό». Την κοίταξε κατάματα. «Εμείς θα το κρατήσουμε. Δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Και το ξέρει». Η Λούσι έγνεψε ότι συμφωνεί. Ποτέ δεν θα μιλούσε γι’ αυτά τα πράγματα, είτε ήταν γυναίκα του Χέιζελμπι είτε δεν ήταν. Τον συμπαθούσε τον Χέιζελμπι. Δεν ήθελε να φέρει προβλήματα στη ζωή του. Αλλά δεν ήθελε και να τον παντρευτεί. «Αν δεν τον παντρευτείς», είπε αργά ο θείος της, «ολόκληρη η οικογένεια Αμπέρναθι θα καταστραφεί. Το καταλαβαίνεις;» Η Λούσι έμεινε παγωμένη. «Δεν μιλάμε για μια νεανική τρέλα ούτε για έναν τσιγγάνο στο οικογενειακό μας δέντρο. Ο πατέρας σου διέπραξε εσχάτη προδοσία. Πούλησε κυβερνητικά μυστικά στους Γάλλους, περνώντας τα σε κατασκόπους που παρίσταναν τους λαθρέμπορους στο λιμάνι». «Μα γιατί;» ψιθύρισε η Λούσι. «Δεν χρειαζόμασταν χρήματα». «Πώς νομίζεις πως αποκτήσαμε αυτά τα χρήματα;» ανταπάντησε καυστικά ο θείος της. «Και στον πατέρα σου...» Βλαστήμησε μέσα απ’ τα δόντια του. «Στον πατέρα σου άρεσε πάντα ο κίνδυνος. Το πιο πιθανό είναι πως το έκανε έτσι, για λίγη περιπέτεια. Και κοίτα τώρα πού μας κατάντησε όλους. Κινδυνεύει η ίδια η κομητεία, επειδή ο πατέρας σου είχε όρεξη για λίγη περιπέτεια». «Δεν ήταν έτσι ο πατέρας», είπε η Λούσι, αλλά μέσα της δεν ήταν σίγουρη. Ήταν μόλις οχτώ χρόνων όταν ένας ληστής σκότωσε τον πατέρα της στο Λονδίνο. Της είχαν πει ότι είχε τρέξει να βοηθήσει μια κυρία, αλλά μήπως ήταν κι αυτό ψέμα; Μήπως σκοτώθηκε λόγω της προδοσίας του; Ήταν πατέρας της, αλλά πόσο πραγματικά τον γνώριζε; Ο θείος Ρόμπερτ δεν φάνηκε να άκουσε το σχόλιό της. «Αν δεν παντρευτείς τον Χέιζελμπι», είπε χαμηλόφωνα και τονίζοντας τις λέξεις, «ο λόρδος Ντάβενπορτ θα αποκαλύψει την αλήθεια για τον πατέρα σου και θα ντροπιάσει ολόκληρο τον Οίκο των Φένσγουορθ». Η Λούσι κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Σίγουρα θα υπήρχε κι άλλος τρόπος. Γιατί έπρεπε να σηκώσει μόνη της όλο αυτό το φορτίο; «Δεν συμφωνείς;» Ο θείος Ρόμπερτ γέλασε περιφρονητικά. «Ποιος νομίζεις ότι θα υποφέρει, Λουσίντα; Εσύ; Ε, ναι, υποθέτω πως θα υποφέρεις, αλλά θα μπορούσαμε πάντα να σε στείλουμε σε κανένα σχολείο να σαπίσεις σαν δασκαλίτσα. Θα το διασκέδαζες κιόλας». Έκανε μερικά βήματα προς το μέρος της χωρίς να παίρνει το βλέμμα του από το πρόσωπό της. «Τον αδελφό σου τον σκέφτεσαι όμως;» είπε. «Τι αντιμετώπιση θα έχει ως γιος ενός προδότη; Σίγουρα ο βασιλιάς θα ξηλώσει τον τίτλο του. Και θα του αφαιρέσει και το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του». «Όχι», είπε η Λούσι. Όχι. Δεν ήθελε να το πιστέψει. Ο Ρίτσαρντ δεν είχε κάνει τίποτα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κακό. Δεν ήταν δυνατόν να επωμιστεί τις αμαρτίες του πατέρα του. Η Λούσι βυθίστηκε σε μια πολυθρόνα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις και τα συναισθήματά της. Προδοσία. Μα πώς ήταν δυνατόν να κάνει κάτι τέτοιο ο πατέρας της; Ήταν ενάντια σε όλα όσα την είχε γαλουχήσει. Δεν αγαπούσε ο πατέρας της την Αγγλία; Δεν της είχε πει ότι η οικογένεια Αμπέρναθι είχε ιερό καθήκον απέναντι σε ολόκληρη τη Βρετανία; Ή μήπως της το είχε πει ο θείος Ρόμπερτ; Η Λούσι έκλεισε σφιχτά τα μάτια και προσπάθησε να θυμηθεί. Κάποιος της το είχε πει. Ήταν σίγουρη. Θυμόταν και πού στεκόταν: μπροστά στο πορτρέτο του πρώτου κόμη. Θυμόταν πώς μύριζε ο αέρας, τις συγκεκριμένες λέξεις και δυστυχώς τα θυμόταν όλα, εκτός από τον άνθρωπο που της το είπε. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τον θείο της. Μάλλον εκείνος της το είχε πει. Ήταν κάτι που θα το έλεγε. Δεν μιλούσε συχνά μαζί της, αλλά όταν το έκανε, το καθήκον ήταν πάντα ένα από τα αγαπημένα του θέματα. «Ω πατέρα», ψιθύρισε. Πώς μπόρεσε να το κάνει; Να πουλήσει μυστικά στον Ναπολέοντα, βάζοντας σε κίνδυνο τις ζωές χιλιάδων Βρετανών στρατιωτών; Ακόμα και... Το στομάχι της ανακατώθηκε. Θεέ και Κύριε, ίσως ευθυνόταν εκείνος για τον θάνατό τους. Ποιος ξέρει τι είχε αποκαλύψει στον εχθρό και πόσες ζωές χάθηκαν λόγω των πράξεών του! «Από σένα εξαρτάται, Λουσίντα», είπε ο θείος. «Είναι ο μόνος τρόπος για να μπει ένα τέλος». Εκείνη έγνεψε αρνητικά. Δεν κατάλαβε. «Τι εννοείτε;» «Από τη στιγμή που θα μπεις στην οικογένεια Ντάβενπορτ, δεν μπορεί να συνεχιστεί ο εκβιασμός. Αν ντροπιάσουν την οικογένεια τη δική μας, θα ντροπιαστεί και η δική τους». Περπάτησε προς το παράθυρο και ακούμπησε βαριά πάνω στο περβάζι για να κοιτάξει έξω. «Μετά από δέκα χρόνια, θα είμαι επιτέλους – θα είμαστε επιτέλους ελεύθεροι». Η Λούσι δεν είπε τίποτα. Ο θείος Ρόμπερτ την κοίταξε πάνω από τον ώμο του κι ύστερα έκανε μεταβολή και την πλησίασε, παρακολουθώντας τη σε κάθε του βήμα. «Βλέπω ότι αντιλήφθηκες τελικά τη σοβαρότητα της κατάστασης», είπε. Τον κοίταξε με στοιχειωμένα μάτια. Στο πρόσωπό του δεν υπήρχε ούτε συμπόνια ούτε τρυφερότητα. Ήταν μια ψυχρή μάσκα καθήκοντος. Είχε κάνει αυτό που έπρεπε και περίμενε το ίδιο κι από κείνη. Σκέφτηκε τον Γκρέγκορι, το πρόσωπό του όταν της ζήτησε να τον παντρευτεί. Την αγαπούσε. Δεν ήξερε πώς έγινε αυτό το θαύμα, αλλά την αγαπούσε. Και τον αγαπούσε κι εκείνη. Μα τον Θεό, ήταν σχεδόν αστείο. Εκείνη, που πάντα κορόιδευε τον ρομαντικό

******ebook converter DEMO Watermarks*******


έρωτα, είχε ερωτευτεί. Είχε ερωτευτεί απόλυτα, απελπισμένα – κι ήταν έτοιμη να γκρεμίσει όλα όσα πίστευε στο παρελθόν. Για τον Γκρέγκορι, ήταν διατεθειμένη να βαδίσει στο σκάνδαλο και στο χάος. Για τον Γκρέγκορι θα μπορούσε να υπομείνει όλα τα κουτσομπολιά, τους ψιθύρους και τα υπονοούμενα. Εκείνη που τρελαινόταν όταν έβλεπε τα παπούτσια της με λάθος σειρά στην ντουλάπα, ήταν έτοιμη να παρατήσει έναν κόμη, τέσσερις μέρες πριν από τον γάμο! Αν δεν ήταν έρωτας αυτό, τότε τι ήταν; Μόνο που τώρα όλα είχαν τελειώσει. Οι ελπίδες, τα όνειρα, τα ρίσκα που ήταν έτοιμη να αναλάβει, όλα είχαν πλέον τελειώσει. Δεν είχε άλλη επιλογή. Αν αψηφούσε τον λόρδο Ντάβενπορτ, η οικογένειά της θα καταστρεφόταν. Σκέφτηκε πόσο ευτυχισμένοι, πόσο ερωτευμένοι ήταν ο Ρίτσαρντ και η Ερμιόνη. Πώς να τους καταδικάσει σε μια ζωή ντροπής και ένδειας; Αν παντρευόταν τον Χέιζελμπι, η ζωή της δεν θα ήταν όπως την ήθελε, αλλά δεν θα υπέφερε. Ήταν καλός άνθρωπος. Αν του το ζητούσε, θα την προστάτευε από τον πατέρα του. Και η ζωή της θα ήταν… άνετη. Σταθερή. Ήρεμη. Πολύ καλύτερη από τη ζωή που θα ήταν αναγκασμένος να ζήσει ο Ρίτσαρντ με την Ερμιόνη, αν δημοσιοποιούνταν η ντροπή του πατέρα τους. Η θυσία της δεν συγκρινόταν με τα βάσανα που θα περνούσε η οικογένειά της, αν αρνούνταν. Παλιά, δεν επιθυμούσε τίποτα περισσότερο από την άνεση και την ήρεμη καθημερινότητα. Δεν μπορούσε να συνηθίσει σε αυτή την ιδέα και πάλι; «Θα τον παντρευτώ», είπε κοιτάζοντας με βλέμμα απλανές έξω από το παράθυρο. Έβρεχε. Πότε είχε αρχίσει να βρέχει; «Καλώς». Η Λούσι καθόταν στην καρέκλα της απόλυτα ακίνητη. Ένιωθε την ενέργεια να στραγγίζει από το σώμα της, να γλιστράει από τα χέρια και τα πόδια και να βγαίνει μέσα από τα δάχτυλά της. Πόσο κουρασμένη ένιωθε, Θεέ μου. Εξαντλημένη. Ήθελε να κλάψει. Όμως δεν είχε δάκρυα. Ακόμα κι όταν σηκώθηκε κι επέστρεψε με βήματα αργά στο δωμάτιό της, δεν είχε δάκρυα. Την επόμενη μέρα, όταν ο μπάτλερ τη ρώτησε αν επιθυμούσε να δει τον κύριο Μπρίτζερτον που την είχε επισκεφθεί, εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι – και δεν είχε δάκρυα. Και τη μεθεπόμενη που αναγκάστηκε να επαναλάβει την ίδια διαδικασία – πάλι δεν είχε δάκρυα. Τη μέρα που ακολούθησε, όμως, αφού είχε περάσει είκοσι τέσσερις ώρες κρατώντας στο χέρι της την κάρτα επισκεπτηρίου με το όνομά του, γλιστρώντας τρυφερά το δάχτυλό της πάνω από τα τυπωμένα γράμματα, ένα προς ένα –Αξιότιμος Γκρέγκορι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Μπρίτζερτον–, άρχισε να νιώθει τα δάκρυα να τσούζουν μέσα στα μάτια της. Και τότε τον είδε να στέκεται στο πεζοδρόμιο και να κοιτάζει την πρόσοψη της Οικίας Φένσγουορθ. Και την είδε. Η Λούσι κατάλαβε ότι την είδε. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα, το σώμα του σφίχτηκε και η Λούσι ένιωσε όλη του την ανησυχία και τον θυμό. Άφησε την κουρτίνα να πέσει. Βιαστικά. Στεκόταν εκεί, τρέμοντας στην ψυχή και στο σώμα, ανήμπορη να κουνηθεί. Τα πόδια της ήταν καρφωμένα στο πάτωμα και τότε άρχισε να νιώθει για άλλη μια φορά εκείνο το απαίσιο κύμα πανικού να κατακλύζει τα σωθικά της. Ήταν λάθος. Ήταν όλα εντελώς λάθος, αλλά ήξερε πως έκανε αυτό που έπρεπε. Έμεινε στο ίδιο σημείο. Στο παράθυρο, κοιτάζοντας τις πτυχές της κουρτίνας. Έμεινε εκεί ώσπου το σώμα της γέμισε ένταση, έμεινε εκεί με κομμένη την ανάσα. Έμεινε εκεί ώσπου η καρδιά της άρχισε να την πιέζει όλο και περισσότερο κι έμεινε εκεί ώσπου άρχισαν όλα να υποχωρούν σιγά σιγά. Κι ύστερα, με κάποιο τρόπο, βρήκε τον δρόμο της προς το κρεβάτι και ξάπλωσε. Κι εκεί αναλύθηκε τελικά σε δάκρυα.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 19 Στο οποίο ο ήρωάς μας, αλλά και η ηρωίδα μας, παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους Όταν έφτασε πια η Παρασκευή, ο Γκρέγκορι ήταν σε απόγνωση. Τρεις φορές είχε επισκεφθεί την Οικία Φένσγουορθ. Τρεις φορές τον είχαν διώξει. Του τέλειωνε ο χρόνος. Τους τέλειωνε ο χρόνος. Τι στην ευχή συνέβαινε; Ακόμα κι αν ο θείος της Λούσι είχε αρνηθεί την επιθυμία της να ματαιώσει τον γάμο –σίγουρα δεν θα χάρηκε που προσπαθούσε να αρνηθεί έναν μελλοντικό κόμη–, η Λούσι θα είχε επιχειρήσει να επικοινωνήσει μαζί του. Τον αγαπούσε. Το ήξερε όπως ήξερε την ίδια του τη φωνή, την ίδια του την καρδιά. Το ήξερε όπως ήξερε πως η γη ήταν στρογγυλή, τα μάτια της γαλανά και πως δύο και δύο θα έκαναν πάντα τέσσερα. Η Λούσι τον αγαπούσε. Δεν ήταν ψέμα. Δεν μπορούσε να πει ψέματα. Δεν θα έλεγε ψέματα. Δεν θα έλεγε ποτέ ψέματα για κάτι τέτοιο. Που σήμαινε πως είχε προκύψει κάποιο πρόβλημα. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Την είχε αναζητήσει στο πάρκο, περιμένοντας με τις ώρες στο παγκάκι που της άρεσε να ταΐζει τα περιστέρια, αλλά εκείνη δεν είχε εμφανιστεί. Παρακολουθούσε την πόρτα της, ελπίζοντας να τη συναντήσει όταν θα έβγαινε για διάφορες δουλειές, εκείνη, όμως, δεν βγήκε καθόλου έξω. Και τότε, την τελευταία φορά που αρνήθηκαν να τον δεχτούν μέσα, την είδε. Μια φευγαλέα μορφή στο παράθυρο που έκλεισε βιαστικά την κουρτίνα. Ήταν αρκετό όμως. Δεν είχε καταφέρει να δει το πρόσωπό της ώστε να καταλάβει την έκφρασή της. Κατάλαβε πολλά, όμως, από τον τρόπο που κινήθηκε, από το βιαστικό, σχεδόν πανικόβλητο, κλείσιμο της κουρτίνας. Κάτι συνέβαινε. Την είχαν περιορίσει παρά τη θέλησή της; Βρισκόταν υπό την επήρεια φαρμάκων; Στο μυαλό του Γκρέγκορι κλωθογύριζαν οι υποθέσεις, η μία χειρότερη από την άλλη. Και τώρα ήταν Παρασκευή βράδυ. Η τελετή θα γινόταν σε λιγότερο από δώδεκα ώρες. Και δεν είχε ακουστεί ψίθυρος, ούτε κιχ, κουτσομπολιού. Αν υπήρχε καν υπόνοια ότι δεν θα γινόταν ο γάμος των Χέιζελμπι-Αμπέρναθι όπως ήταν προγραμματισμένος, ο Γκρέγκορι θα το είχε ακούσει. Αν μη τι άλλο, θα είχε πει κάτι η Υακίνθη. Η Υακίνθη γνώριζε τα πάντα, συνήθως πριν το μάθουν ακόμα κι εκείνοι τους

******ebook converter DEMO Watermarks*******


οποίους αφορούσαν τα κουτσομπολιά. Ο Γκρέγκορι στεκόταν στη σκιά του δρόμου απέναντι από την Οικία Φένσγουορθ, γερμένος στον κορμό ενός δέντρου και παρακολουθούσε. Άραγε ήταν εκείνο το παράθυρο του δωματίου της; Εκείνο που την είχε δει νωρίτερα; Δεν έβλεπε φως από μέσα, αλλά πιθανόν να το έκρυβαν οι βαριές κουρτίνες. Μπορεί και να είχε πέσει για ύπνο. Ήταν αργά. Είχε και έναν γάμο το πρωί. Ω Θεέ μου. Δεν μπορούσε να την αφήσει να παντρευτεί τον λόρδο Χέιζελμπι. Δεν μπορούσε. Αν υπήρχε ένα πράγμα που γνώριζε μέσα στην καρδιά του ήταν ότι ήταν γραφτό να παντρευτεί τη Λουσίντα Αμπέρναθι. Το δικό της πρόσωπο ήταν γραφτό να βλέπει κάθε πρωί, πάνω από τα αβγά, το μπέικον, την καπνιστή ρέγγα, τον μπακαλιάρο και το φρυγανισμένο ψωμί. Ένα μικρό γέλιο βγήκε αυθόρμητα από μέσα του, αλλά ήταν νευρικό κι απελπισμένο, σαν να προσπαθούσε να μην κλάψει. Η Λούσι έπρεπε να τον παντρευτεί, αν μη τι άλλο για να τρώνε κάθε πρωί ένα τεράστιο πρωινό μαζί. Έριξε μια ματιά στο παράθυρό της. Αυτό που ήλπιζε πως ήταν το παράθυρό της. Με την ατυχία που τον έδερνε, το πιο πιθανό ήταν να παρακολουθούσε την τουα​​λέτα των υπηρετών. Ούτε που ήξερε πόση ώρα στεκόταν εκεί. Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωθε τόσο ανίσχυρος, αλλά τουλάχιστον αυτό –το να παρακολουθεί ένα αναθεματισμένο παράθυρο– ήταν κάτι που μπορούσε να ελέγξει. Αναλογίστηκε τη ζωή του. Ήταν σίγουρα ευλογημένη. Μπόλικα λεφτά, υπέροχη οικογένεια, αμέτρητοι φίλοι. Είχε την υγεία του, σωματική και ψυχική, και ως το φιάσκο με την Ερμιόνη Γουά​​τσον ήταν σίγουρος και για την ορθή του κρίση. Ίσως να μην ήταν ο πιο πειθαρχημένος άνθρωπος και ίσως να έπρεπε να είχε δώσει μεγαλύτερη προσοχή στις συμβουλές που λάτρευε να δίνει ο Άντονι. Ήξερε, όμως, να ξεχωρίζει το σωστό από το λάθος και ήξερε επίσης –βαθιά και απόλυτα– πως η ζωή του θα ζωγραφιζόταν πάνω σε έναν χαρούμενο κι ευτυχισμένο καμβά. Γιατί ήταν τέτοιος άνθρωπος. Δεν ήταν μελαγχολικός. Δεν είχε εκρήξεις θυμού. Και δεν χρειάστηκε ποτέ του να δουλέψει πολύ σκληρά. Κοίταξε σκεφτικός το παράθυρο. Είχε γίνει «πλαδαρός». Τόσο βέβαιος πως το μέλλον του θα ήταν ευτυχισμένο –δεν μπορούσε ακόμα να το πιστέψει εντελώς–, που ίσως τελικά να μην πετύχαινε αυτό που ήθελε. Της είχε κάνει πρόταση γάμου. Είχε δεχτεί. Βέβαια, ήταν ακόμα αρραβωνιασμένη με τον Χέιζελμπι.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Δεν θριαμβεύει, όμως, πάντα η πραγματική αγάπη στο τέλος; Έτσι δεν έγινε με όλα του τα αδέλφια; Σκέφτηκε τη μητέρα του, θυμήθηκε την έκφραση στο πρόσωπό της όταν ανέλυε με τόση οξυδέρκεια τον χαρακτήρα του. Συνειδητοποιούσε ότι τα περισσότερα από όσα είχε πει ήταν σωστά. Τα περισσότερα. Όχι όλα. Ήταν αλήθεια πως δεν αναγκάστηκε ποτέ να μοχθήσει για κάτι. Αυτό, όμως, ήταν μόνο ένα μέρος της αλήθειας. Δεν ήταν τεμπέλης. Θα δούλευε σαν σκλάβος αν… Αν υπήρχε λόγος. Κοίταξε προς το παράθυρο. Τώρα υπήρχε λόγος. Συνειδητοποίησε πως περίμενε. Περίμενε τη Λούσι να πείσει τον θείο της να διαλύσει τον αρραβώνα. Περίμενε τα κομμάτια του παζλ της ζωής του να μπουν στη θέση τους για να μπορέσει να προσθέσει ο ίδιος το τελευταίο αναφωνώντας θριαμβευτικά «Αχά!». Περίμενε. Περίμενε τον έρωτα. Περίμενε έναν σκοπό. Περίμενε τη διαύγεια, τη στιγμή που θα ήξερε πώς ακριβώς να προχωρήσει. Ήταν καιρός πια να σταματήσει να περιμένει, να ξεχάσει τη μοίρα και το πεπρωμένο. Ήταν καιρός να δράσει. Να δουλέψει. Σκληρά. Κανείς δεν θα του έδινε το προτελευταίο κομμάτι του παζλ. Έπρεπε να το βρει μόνος του. Έπρεπε να δει τη Λούσι. Κι έπρεπε αυτό να γίνει τώρα, μιας και προφανώς απαγορευόταν να την επισκεφθεί κανονικά. Πέρασε απέναντι και γλίστρησε στη γωνία που έβγαζε στο πίσω μέρος του σπιτιού. Τα παράθυρα του ισογείου ήταν σφαλιστά και θεοσκότεινα. Το αεράκι ανέμιζε κάποιες κουρτίνες σε ψηλότερους ορόφους, αλλά ο Γκρέγκορι δεν μπορούσε να σκαρφαλώσει στο κτίριο χωρίς να σκοτωθεί. Ο Γκρέγκορι αξιολόγησε την κατάσταση γύρω του. Αριστερά, ήταν ο δρόμος. Δεξιά, το πίσω δρομάκι και οι στάβλοι. Και μπροστά του… Η είσοδος του υπηρετικού προσωπικού. Την κοίταξε σκεφτικός. Γιατί όχι; Έκανε ένα βήμα μπροστά κι έβαλε το χέρι του στο πόμολο. Δεν ήταν κλειδωμένα. Ο Γκρέγκορι γέλασε σχεδόν από τη χαρά του. Άρχισε πάλι να πιστεύει, έστω και λίγο, στη μοίρα, στο πεπρωμένο και στα συναφή. Μάλλον κάποιος υπηρέτης θα είχε

******ebook converter DEMO Watermarks*******


βγει κρυφά έξω για το δικό του ραντεβουδάκι. Αφού η πόρτα ήταν ανοιχτή, σήμαινε πως ήταν γραφτό να μπει μέσα. Ή πως ήταν θεότρελος. Αποφάσισε να πιστέψει στη μοίρα. Μπήκε κι έκλεισε αθόρυβα την πόρτα πίσω του. Άφησε να περάσει ένα λεπτό για να συνηθίσουν τα μάτια του στο σκοτάδι. Κατάλαβε πως βρισκόταν σε ένα μεγάλο κελάρι. Η κουζίνα βρισκόταν στα δεξιά του. Ήταν πολύ πιθανό κάπου εκεί κοντά να κοιμούνταν κάποιοι υπηρέτες. Έβγαλε λοιπόν τις μπότες του, τις πήρε στο χέρι και τόλμησε να μπει στα ενδότερα. Ακροπατώντας με τις κάλτσες ανέβηκε αθόρυβα τις πίσω σκάλες προς τον δεύτερο όροφο, εκεί που είχε καταλάβει ότι βρισκόταν το υπνοδωμάτιο της Λούσι. Σταμάτησε στο πλατύσκαλο για μια στιγμή λογικής σκέψης πριν βγει στον διάδρομο. Τι ακριβώς είχε στον νου του; Δεν μπορούσε ούτε καν να φανταστεί τι θα συνέβαινε αν τον τσάκωναν εκεί μέσα. Ήταν παρανομία; Πιθανώς. Δεν ήταν δυνατόν να μην είναι. Ίσως να γλίτωνε την κρεμάλα χάρη στον υποκόμη αδελφό του, αλλά σίγουρα θα έμπλεκε πολύ άσχημα έτσι κι αλλιώς, εισβάλλοντας στο σπίτι ενός κόμη. Έπρεπε, όμως, να δει τη Λούσι. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Έμεινε λίγο ακόμα στο πλατύσκαλο για να προσανατολιστεί κι έπειτα προχώρησε προς την μπροστινή πλευρά του σπιτιού. Υπήρχαν δύο πόρτες στο τέλος του διαδρόμου. Σταμάτησε προσπαθώντας να σχηματίσει την εικόνα της πρόσοψης του σπιτιού στο μυαλό του. Άνοιξε την πόρτα στα αριστερά. Αν η Λούσι βρισκόταν στο δωμάτιό της όταν την είδε, τότε αυτή η πόρτα ήταν η σωστή. Αν όμως… Δεν είχε ιδέα. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα. Κι όμως περιφερόταν μες στα μαύρα μεσάνυχτα στο σπίτι του κόμη του Φένσγουορθ. Θεέ και Κύριε. Γύρισε το πόμολο αργά, ξεφυσώντας ανακουφισμένος που δεν έκανε θόρυβο. Άνοιξε λίγο την πόρτα, όσο χρειαζόταν για να περάσει μέσα, και την έκλεισε προσεκτικά πίσω του. Κοίταξε ολόγυρα στο δωμάτιο. Ήταν σκοτεινά και το φως του φεγγαριού περνούσε ελάχιστα μέσα από τις κουρτίνες του παραθύρου. Τα μάτια του είχαν ήδη προσαρμοστεί στο σκοτάδι και μπορούσε να διακρίνει κάποια έπιπλα – μια τουαλέτα, μια ντουλάπα… …Ένα κρεβάτι. Ένα βαρύ και στιβαρό κρεβάτι με ουρανό και κουρτίνες κλειστές τριγύρω. Αν πράγματι κοιμόταν άνθρωπος εκεί μέσα, έκανε ήσυχο ύπνο. Δεν ροχάλιζε, δεν στριφογυρνούσε, τίποτα. Έτσι θα κοιμόταν η Λούσι, σκέφτηκε ξαφνικά. Σαν ξερή. Δεν ήταν εύθραυστο λουλούδι η Λούσι του κι ο ήσυχος και γαλήνιος ύπνος σίγουρα ήταν μια από τις προτεραιότητές της. Παραξενεύτηκε που ήταν τόσο βέβαιος, αλλά έτσι ένιωθε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Συνειδητοποίησε πως την ήξερε. Την ήξερε πραγματικά. Όχι μόνο τα συνηθισμένα. Για την ακρίβεια, τα συνηθισμένα δεν τα ήξερε. Δεν ήξερε το αγαπημένο της χρώμα. Ούτε το αγαπημένο της ζώο ή το αγαπημένο της φαγητό. Για κάποιο λόγο, όμως, δεν είχε σημασία που δεν ήξερε αν προτιμάει το ροζ ή το μπλε ή το μοβ ή το μαύρο. Ήξερε την καρδιά της. Ήθελε την καρδιά της. Και δεν θα της επέτρεπε να παντρευτεί κάποιον άλλο. Τράβηξε προσεκτικά τις κουρτίνες. Δεν ήταν κανένας εκεί. Ο Γκρέγκορι βλαστήμησε μέσα απ’ τα δόντια του κι ύστερα πρόσεξε πως τα σεντόνια ήταν ανακατωμένα και στο μαξιλάρι υπήρχε ένα βαθούλωμα σαν κάποιος να είχε ξαπλώσει πρόσφατα. Έκανε απότομα μια στροφή και την τελευταία στιγμή απέφυγε ένα κηροπήγιο που κατευθυνόταν με δύναμη καταπάνω του. Μούγκρισε ξαφνιασμένος σκύβοντας, αλλά δεν πρόλαβε να αποφύγει ένα πλάγιο χτύπημα που τον βρήκε στον κρόταφο. Βλαστήμησε και πάλι, φωναχτά αυτή τη φορά. Και τότε άκουσε... «Γκρέγκορι;» Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. «Λούσι;» Έτρεξε κοντά του. «Τι κάνεις εσύ εδώ πέρα;» Έδειξε εκνευρισμένος το άδειο κρεβάτι. «Εσύ γιατί δεν κοιμάσαι;» «Επειδή παντρεύομαι αύριο». «Ε, λοιπόν, αυτός είναι ο λόγος που βρίσκομαι εδώ». Τον κοίταζε σιωπηλή. Η παρουσία του ήταν τόσο απρόσμενη, που δεν κατάφερνε να αντιδράσει σωστά. «Νόμιζα πως ήσουν κάποιος εισβολέας», είπε τελικά δείχνοντας το κηροπήγιο. Επέτρεψε στον εαυτό του να χαμογελάσει αμυδρά. «Για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς», μουρμούρισε, «είμαι». Για μια στιγμή φάνηκε έτοιμη να του ανταποδώσει το χαμόγελο. Αντί γι’ αυτό, όμως, σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος και είπε: «Πρέπει να φύγεις. Τώρα». «Όχι μέχρι να μου μιλήσεις». Το βλέμμα της εστιάστηκε σε ένα σημείο πάνω από τον ώμο του. «Δεν έχω τίποτα να σου πω». «Θα μου πεις “Σ’ αγαπώ”»; «Μην το λες αυτό», ψιθύρισε. Ο Γκρέγκορι έκανε ένα βήμα μπροστά. «Σ’ αγαπώ». «Σε παρακαλώ, Γκρέγκορι». Την πλησίασε ακόμα περισσότερο. «Σ’ αγαπώ». Η Λούσι πήρε μια βαθιά ανάσα. Ίσιωσε την πλάτη της. «Αύριο παντρεύομαι τον

******ebook converter DEMO Watermarks*******


λόρδο Χέιζελμπι». «Όχι», είπε. «Δεν θα τον παντρευτείς». Τα χείλη της μισάνοιξαν. Άπλωσε το χέρι του και πήρε το δικό της. Η Λούσι δεν το τράβηξε μακριά. «Λούσι», ψιθύρισε. Έκλεισε τα μάτια της. «Θέλω να είμαστε μαζί», είπε ο Γκρέγκορι. Έγνεψε αρνητικά, κουνώντας αργά το κεφάλι της. «Μην το κάνεις αυτό, σε παρακαλώ». Την τράβηξε κοντά του και πήρε το κηροπήγιο από τα χαλαρωμένα της δάχτυλα. «Θέλω να είμαστε μαζί, Λούσι Αμπέρναθι. Θέλω να γίνεις η αγάπη μου, θέλω να γίνεις η γυναίκα μου». Άνοιξε τα μάτια της, του έριξε μια φευγαλέα ματιά κι ύστερα κοίταξε αλλού. «Το κάνεις πάρα πολύ δύσκολο», ψιθύρισε. Ο πόνος στη φωνή της ήταν αβάσταχτος. «Λούσι», είπε αγγίζοντας το μάγουλό της, «άφησέ με να σε βοηθήσω». Έγνεψε αρνητικά με το κεφάλι της, αλλά σταμάτησε όταν το μάγουλό της φώλιασε στο χέρι του. Δεν έμεινε πολύ εκεί. Ούτε ένα δευτερόλεπτο. Εκείνος, όμως, το ένιωσε. «Δεν μπορείς να τον παντρευτείς», είπε φέρνοντας το κεφάλι της προς το δικό του. «Δεν θα είσαι ευτυχισμένη». Τα μάτια της έλαμπαν όταν συνάντησαν τα δικά του. Στο αχνό φως της νύχτας φαίνονταν σκοτεινά και οδυνηρά θλιμμένα. Μπορούσε να φανταστεί ολόκληρο τον κόσμο μέσα στα βάθη του βλέμματός της. Όλα όσα ήθελε να μάθει βρίσκονταν εκεί, μέσα της. «Δεν θα είσαι ευτυχισμένη, Λούσι», ψιθύρισε. «Το ξέρεις πως δεν θα ευτυχήσεις». Συνέχισε να μένει σιωπηλή. Μόνο η ανάσα της ακουγόταν καθώς περνούσε ήσυχα μέσα από τα χείλη της. Και τελικά... «Θα είμαι ευχαριστημένη». «Ευχαριστημένη;» επανέλαβε. Το χέρι του έπεσε από το πρόσωπό της κι έκανε ένα βήμα πίσω. «Θα είσαι ευχαριστημένη;» Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Και αυτό σου αρκεί;» Έγνεψε και πάλι, αλλά λιγότερο έντονα. Ένιωσε τον θυμό να φουντώνει μέσα του. Ήταν διατεθειμένη να τον κάνει πέρα για κάτι τέτοιο; Γιατί δεν ήθελε να πολεμήσει; Τον αγαπούσε, αλλά μήπως δεν τον αγαπούσε αρκετά; «Έχει να κάνει με τον τίτλο του;» ρώτησε. «Είναι τόσο σημαντικό για σένα να γίνεις κόμησσα;»

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Περίμενε πολλή ώρα πριν απαντήσει κι ο Γκρέγκορι κατάλαβε πως του έλεγε ψέματα όταν είπε: «Ναι». «Δεν σε πιστεύω», είπε με άγρια φωνή. Με φωνή πληγωμένη. Θυμωμένη. Κοίταξε το χέρι του, ανοιγοκλείνοντας με απορία τα μάτια του και αντιλήφθηκε πως κρατούσε ακόμα το κηροπήγιο. Του ήρθε να το πετάξει στον τοίχο. Αντί γι’ αυτό, το ακούμπησε κάτω. Είδε πως τα χέρια του δεν ήταν σταθερά. Την κοίταξε. Εκείνη δεν είπε τίποτα. «Λούσι», την ικέτεψε, «μίλησέ μου. Άσε με να σε βοηθήσω». Εκείνη ξεροκατάπιε κι ο Γκρέγκορι αντιλήφθηκε πως δεν τον κοίταζε πλέον στα μάτια. Πήρε τα χέρια της στα δικά του. Εκείνη σφίχτηκε, αλλά δεν τραβήχτηκε μακριά του. Στάθηκε ο ένας απέναντι στον άλλο και ο Γκρέγκορι παρατήρησε το ανήσυχο ανεβοκατέβασμα του στήθους της. Ακριβώς όπως ένιωθε κι ο ίδιος μέσα του. «Σ’ αγαπώ», της είπε. Ίσως αυτό να ήταν αρκετό, αν συνέχιζε να της το λέει. Ίσως οι λέξεις να γέμιζαν το δωμάτιο, να την αγκάλιαζαν και να έμπαιναν κάτω από το δέρμα της. Ίσως να καταλάβαινε τελικά ότι κάποια πράγματα δεν μπορεί κανείς να τα αρνηθεί. «Εμείς οι δυο είμαστε πλασμένοι για να είμαστε μαζί», είπε. «Για πάντα». Ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Μία φορά, αργά. Όταν τα ξανάνοιξε, έδειχνε καταρρακωμένη. «Λούσι», είπε προσπαθώντας να βάλει την ίδια του την ψυχή σε μια λέξη. «Λούσι, πες μου...» «Σε παρακαλώ, μη μου το λες αυτό», είπε γυρίζοντας το κεφάλι της ώστε να μην τον κοιτάζει. «Πες μου ό,τι άλλο θέλεις, αλλά όχι αυτό». «Γιατί;» Κι ύστερα ψιθύρισε. «Γιατί είναι αλήθεια». Του κόπηκε η ανάσα και με μια σβέλτη κίνηση την τράβηξε πάνω του. Δεν την αγκάλιασε ακριβώς. Τα δάχτυλά τους ήταν πλεγμένα, τα μπράτσα τους λυγισμένα και τα χέρια τους ενώνονταν στο στήθος του. Ψιθύρισε το όνομά της. Τα χείλη της Λούσι μισάνοιξαν. Το ψιθύρισε και πάλι τόσο σιγανά, ώστε η λέξη ήταν περισσότερο κίνηση παρά ήχος. Λούσι, Λούσι. Έμεινε ακίνητη, σχεδόν χωρίς ανάσα. Το σώμα του, τόσο κοντά στο δικό της, αλλά χωρίς να το αγγίζει. Η ένταση γέμιζε τον χώρο ανάμεσά τους, στροβιλιζόταν μέσα από το νυχτικό της, δονούνταν πάνω στο δέρμα της. Ρίγησε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Άσε με να σε φιλήσω», ψιθύρισε ο Γκρέγκορι. «Άσε με να σε φιλήσω μια φορά ακόμα κι αν μου πεις να φύγω σου ορκίζομαι πως θα το κάνω». Η Λούσι ένιωσε να γλιστράει, να κατρακυλάει στη λαχτάρα της, να πέφτει στον ομιχλώδη τόπο του έρωτα και του πόθου, εκεί που δεν ήταν εύκολο να διακρίνεις το σωστό από το λάθος. Τον αγαπούσε. Τον αγαπούσε τόσο πολύ, αλλά εκείνος δεν μπορούσε να γίνει δικός της. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή, η ανάσα της έτρεμε και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν ότι ποτέ δεν θα ένιωθε ξανά έτσι. Κανένας δεν θα την ξανακοιτούσε όπως την κοιτούσε ο Γκρέγκορι εκείνη τη στιγμή. Σε λιγότερο από μια μέρα, θα παντρευόταν έναν άντρα που δεν θα ήθελε ούτε να τη φιλήσει. Δεν θα ένιωθε ποτέ αυτό το παράξενο σφίξιμο στον πυρήνα της γυναικείας της φύσης, το φτερούγισμα στα σωθικά της. Ήταν η τελευταία φορά που κοιτούσε τα χείλη κάποιου και λαχταρούσε να αγγίξουν τα δικά της. Ω Θεέ μου, πόσο τον ήθελε. Πόσο το ήθελε. Πριν είναι πολύ αργά. Και την αγαπούσε. Την αγαπούσε. Το είχε πει και, παρόλο που της φαινόταν απίστευτο, τον πίστευε. Πέρασε τη γλώσσα πάνω από τα χείλη της. «Λούσι», ψιθύρισε ο Γκρέγκορι το όνομά της· ερώτηση, δήλωση, παράκληση, όλα μαζί. Η Λούσι έγνεψε καταφατικά. Και τότε, επειδή ήξερε πως δεν μπορούσε να πει ψέματα ούτε στον εαυτό της ούτε σε εκείνον, είπε: «Φίλησέ με». Δεν θα υποστήριζε ότι την παρέσυρε το πάθος, δεν θα παρίστανε πως έχασε την ικανότητα της λογικής. Η απόφαση ήταν δική της. Εκείνη την είχε πάρει. Στην αρχή, ο Γκρέγκορι δεν κινήθηκε, αλλά η Λούσι ήξερε πως την είχε ακούσει. Η ανάσα του ήταν βαριά και το βλέμμα του υγρό καθώς την κοίταζε. «Λούσι», είπε με φωνή βραχνή, βαθιά, τραχιά και εκατοντάδες άλλα πράγματα που την έκαναν να λιώσει. Τα χείλη του βρήκαν την εσοχή όπου το πιγούνι συναντούσε τον λαιμό της. «Λούσι», μουρμούρισε. Ήθελε κι εκείνη κάτι να πει, αλλά δεν μπορούσε. Έδωσε ό,τι είχε ζητώντας του να τη φιλήσει. «Σ’ αγαπώ», ψιθύρισε, σέρνοντας τις λέξεις από τον λαιμό ως το στέρνο της. «Σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ». Ήταν οι πιο επώδυνες, υπέροχες, τρομερές, καταπληκτικές λέξεις που θα μπορούσε να πει. Ήθελε να κλάψει, από ευτυχία και θλίψη μαζί. Από απόλαυση και πόνο. Και κατάλαβε, για πρώτη φορά στη ζωή της, την ακανθώδη χαρά του απόλυτου

******ebook converter DEMO Watermarks*******


εγωισμού. Δεν έπρεπε να κάνει αυτό που έκανε. Ήξερε πως δεν έπρεπε και ήξερε επίσης ότι ο Γκρέγκορι θα νόμιζε πως εκείνη προσπαθούσε να βρει τρόπο να διαλύσει τον αρραβώνα της με τον Χέιζελμπι. Ήταν σαν να του έλεγε ψέματα. Όπως ακριβώς αν του το είχε πει με λόγια. Δεν μπορούσε, όμως, να κάνει διαφορετικά. Αυτή ήταν η δική της στιγμή. Η μία και μοναδική στιγμή που κρατούσε την έκσταση στα χέρια της. Κι έπρεπε να κρατήσει για μια ολόκληρη ζωή. Αναθαρρημένη από τη φλόγα μέσα της, πίεσε τα χέρια της άγρια στα μάγουλά του και έφερε το στόμα του πάνω στο δικό της για ένα καυτό φιλί. Δεν είχε ιδέα τι έκανε – ήταν σίγουρη πως υπήρχαν κάποιοι κανόνες για όλα αυτά, αλλά δεν την ένοιαζε. Ήθελε μόνο να τον φιλήσει. Δεν μπορούσε να κρατηθεί. Το χέρι του κατέβηκε στους γοφούς της. Έκαιγε πάνω από το λεπτό ύφασμα του νυχτικού της. Ύστερα γλίστρησε στα οπίσθιά της, τα πίεσε και την έφερε κοντά του, μηδενίζοντας την απόσταση ανάμεσά τους. Η Λούσι ένιωσε να λιώνει και ύστερα βρέθηκαν στο κρεβάτι, εκείνη με την πλάτη κι εκείνος πάνω της, με τη θέρμη και το βάρος του κορμιού του θεσπέσια αντρικά. Ένιωσε γυναίκα. Ένιωσε θεά. Ένιωσε πως ήθελε να τυλιχτεί γύρω του και να μην τον αφήσει ποτέ να φύγει. «Γκρέγκορι», ψιθύρισε, βρίσκοντας πάλι τη φωνή της καθώς τύλιγε τα δάχτυλά της μέσα στα μαλλιά του. Εκείνος έπαψε να κινείται και η Λούσι κατάλαβε πως περίμενε να του πει κι άλλα. «Σ’ αγαπώ», είπε, επειδή ήταν αλήθεια κι επειδή είχε ανάγκη από κάτι αληθινό. Αύριο θα τη μισούσε. Αύριο θα τον πρόδιδε, αλλά αυτό τουλάχιστον ήταν αληθινό. «Σε θέλω», του είπε, όταν σήκωσε το κεφάλι του για να την κοιτάξει στα μάτια. Κάρφωσε το βλέμμα του πάνω της ώρα πολλή και η Λούσι κατάλαβε πως της έδινε μια τελευταία ευκαιρία να κάνει πίσω. «Σε θέλω», ξαναείπε γιατί τον ήθελε πέρα από τα λόγια. Ήθελε να τη φιλήσει, να την πάρει, να την κάνει να ξεχάσει ότι δεν ψιθύριζε λόγια αγάπης. «Λού...» Ακούμπησε το δάχτυλό της πάνω στο στόμα του. Και ψιθύρισε: «Θέλω να γίνω δική σου». Κι ύστερα πρόσθεσε: «Απόψε». Το κορμί του ρίγησε κι η ανάσα του ακούστηκε δυνατά μέσα από τα χείλη του. Μούγκρισε κάτι, ίσως το όνομά της, κι ύστερα το στόμα του συνάντησε το δικό της σε ένα φιλί που έδινε και έπαιρνε και έκαιγε και αναλωνόταν, ώσπου η Λούσι δεν άντεξε και κινήθηκε από κάτω του. Γλίστρησε τα χέρια της στον λαιμό του, μέσα από το παλτό του. Τα χέρια της αναζητούσαν απεγνωσμένα δέρμα και ζεστασιά. Ο Γκρέγκορι μουρμούρισε κάτι άγρια και ανασηκώθηκε λίγο για να βγάλει το παλτό και τη γραβάτα

******ebook converter DEMO Watermarks*******


του. Τον κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα. Τώρα έβγαζε το πουκάμισό του. Όχι αργά και κομψά, αλλά με μια μανιασμένη ταχύτητα που υπογράμμιζε τον πόθο του. Ήταν εκτός ελέγχου. Το ίδιο κι εκείνη. Ήταν σκλάβος αυτής της φωτιάς όσο κι η ίδια. Πέταξε στην άκρη το πουκάμισό του κι έμεινε άφωνη όταν τον είδε. Το λεπτό ανοιχτόχρωμο χνούδι στο στήθος του, οι σμιλευτοί μύες του που φούσκωναν κάτω από το δέρμα. Ήταν πανέμορφος. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ένας άντρας μπορούσε να είναι πανέμορφος, αλλά αυτή ήταν η μοναδική λέξη που θα μπορούσε ποτέ να τον περιγράψει. Σήκωσε το χέρι της και το ακούμπησε επιφυλακτικά πάνω στο δέρμα του. Ένιωσε το αίμα του να πάλλεται και σχεδόν τινάχτηκε μακριά του. «Όχι», είπε, καλύπτοντας το χέρι της με το δικό του. Έπλεξε τα δάχτυλά του γύρω από τα δικά της και έφερε το χέρι της στην καρδιά του. Την κοίταξε μέσα στα μάτια. Κι εκείνη δεν μπόρεσε να κοιτάξει αλλού. Κι ύστερα επέστρεψε πάνω της, με το κορμί του σκληρό και καυτό πάνω της, τα χέρια του παντού και τα χείλη του επίσης. Και το νυχτικό της δεν σκέπαζε πολλά πλέον. Σηκώθηκε ως στους μηρούς κι ύστερα μαζεύτηκε γύρω από τη μέση της. Ο Γκρέγκορι την άγγιξε – όχι εκεί αλλά κοντά. Χάιδεψε απαλά την κοιλιά της κι από όπου πέρασε έβαλε στο δέρμα της φωτιά. «Γκρέγκορι», είπε πνιχτά όταν τα δάχτυλά του βρήκαν το στήθος της. «Ω Λούσι», μούγκρισε πιάνοντας ολόκληρο το στήθος, σφίγγοντας και γαργαλώντας τη ρώγα και... Ω Θεέ μου. Μα πώς ήταν δυνατόν να το νιώθει κι εκεί κάτω; Σήκωσε με δύναμη τους γοφούς της προς τα πάνω. Είχε ανάγκη να πλησιάσει πιο πολύ. Ήθελε κάτι που δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακριβώς, κάτι να τη γεμίσει, να την ολοκληρώσει. Τράβηξε τώρα το νυχτικό της και το πέρασε από τον λαιμό της, αφήνοντάς τη σκανδαλωδώς γυμνή. Από ένστικτο, το ένα της χέρι σηκώθηκε για να καλύψει τη γύμνια της, όμως εκείνος άρπαξε τον καρπό της και τον κράτησε πάνω στο στήθος του. Την είχε καβαλήσει και στεκόταν πάνω της, κοιτάζοντάς τη σαν να… σαν να… Σαν να ήταν όμορφη. Την κοίταζε όπως κοίταζαν οι άντρες την Ερμιόνη, μόνο που υπήρχε και κάτι άλλο. Περισσότερο πάθος, περισσότερος πόθος. Ένιωσε λατρεμένη. «Λούσι», μουρμούρισε χαϊδεύοντας το στήθος της. «Νιώθω πως… νομίζω πως...» Τα χείλη του άνοιξαν και κούνησε το κεφάλι. Αργά, σαν να μην καταλάβαινε ακριβώς τι του συνέβαινε. «Το περίμενα αυτό», ψιθύρισε, «ολόκληρη τη ζωή μου. Κι ούτε που

******ebook converter DEMO Watermarks*******


το ήξερα. Ούτε που το ήξερα». Πήρε το χέρι του και το έφερε στο στόμα της, φιλώντας την παλάμη του. Είχε καταλάβει. Η αναπνοή του έγινε πιο γρήγορη κι ύστερα γλίστρησε από πάνω της και άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι του. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα καθώς τον παρακολουθούσε. «Θα είμαι τρυφερός», της είπε. «Σου το υπόσχομαι». «Δεν ανησυχώ», είπε εκείνη καταφέρνοντας να χαμογελάσει αμυδρά. Χαμογέλασε κι εκείνος. «Φαίνεσαι ανήσυχη». «Δεν είμαι». Όμως τα μάτια της κοίταξαν αλλού. Ο Γκρέγκορι κρυφογέλασε και ξάπλωσε πλάι της. «Μπορεί να πονέσεις. Μου έχουν πει πως πονάει στην αρχή». Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Δεν με νοιάζει». Το χέρι του χάιδεψε το μπράτσο της. «Να θυμάσαι ότι, ακόμα και να πονέσει, θα νιώσεις ωραία σιγά σιγά». Η Λούσι άρχισε να νιώθει πάλι εκείνο το αργό κάψιμο στα σωθικά της. «Πόσο ωραία;» ρώτησε με φωνή ξέπνοη και ασυνήθιστη. Χαμογέλασε αγγίζοντας με το χέρι του τον γοφό της. «Αρκετά, από όσο ξέρω». «Αρκετά», ρώτησε καταφέρνοντας μετά βίας να μιλήσει, «ή… πολύ;» Ανέβηκε πάνω της, συναντώντας με το δέρμα του κάθε εκατοστό από το δικό της. Ήταν απίστευτο. Ήταν ευδαιμονία. «Πολύ», απάντησε εκείνος, δαγκώνοντας ελαφρά τον λαιμό της. «Παραπάνω κι από πολύ, θα έλεγα». Ένιωσε τα πόδια της να ανοίγουν και το κορμί του φώλιασε στον χώρο που του άνοιξε. Τον ένιωσε σκληρό και καυτό να την πιέζει. Η Λούσι σφίχτηκε κι εκείνος πρέπει να το αισθάνθηκε, γιατί άρχισε να την καθησυχάζει σιγομουρμουρίζοντας απαλά «Σσσς» στο αφτί της. Κι ύστερα άρχισε να κατεβαίνει προς τα κάτω. Και πιο κάτω. Και πιο κάτω. Το στόμα του άναβε φωτιές από όπου περνούσε. Κατέβηκε από τον λαιμό στην καμπύλη του ώμου της κι ύστερα… Ω Θεέ μου. Το χέρι του χούφτωσε το στήθος της, το έσφιξε σαν φρούτο στρογγυλό και ζουμερό κι έφερε στο στόμα του τη ρώγα της. Τινάχτηκε από κάτω του. Εκείνος κρυφογέλασε και έπιασε με το άλλο χέρι τον ώμο της για να την

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ακινητοποιήσει, ώστε να συνεχίσει να τη βασανίζει. Σταμάτησε μόνο για να περάσει στο άλλο. «Γκρέγκορι», ψέλλισε γιατί δεν ήξερε τι άλλο να πει. Είχε χαθεί μέσα στην αίσθηση, απόλυτα ανήμπορη στην αισθησιακή του έφοδο. Ήταν κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει, να αλλάξει, ούτε να εκλογικεύσει. Μόνο να νιώσει μπορούσε και ήταν το πιο τρομακτικό, το πιο συναρπαστικό πράγμα που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Με ένα τελευταίο, μικρό δάγκωμα ελευθέρωσε το στήθος της και ξανάφερε το πρόσωπό του στο δικό της. Η αναπνοή του ήταν ακανόνιστη, οι μύες του γεμάτοι ένταση. «Άγγιξέ με», είπε βραχνά. Τα χείλη της μισάνοιξαν και τον κοίταξε στα μάτια. «Οπουδήποτε», την ικέτευσε. Τότε μόνο συνειδητοποίησε η Λούσι ότι τα χέρια της βρίσκονταν στο πλάι, γαντζωμένα στα σεντόνια λες κι αυτό θα την έσωζε από την τρέλα. «Συγγνώμη», είπε κι ύστερα, παραδόξως, άρχισε να γελάει. Ο Γκρέγκορι χαμογέλασε πονηρά. «Πρέπει να σου το κόψουμε αυτό το συνήθειο», μουρμούρισε. Έφερε τα χέρια της στην πλάτη του, εξερευνώντας απαλά το δέρμα. «Δεν θέλεις να σου ζητάω συγγνώμη;» τον ρώτησε. Όταν της έκανε αστεία και την πείραζε, την έκανε να νιώθει άνετα. Έπαιρνε θάρρος. «Όχι για τέτοια πράγματα», μούγκρισε. Έτριψε τα πόδια της στις γάμπες του. «Ποτέ;» Τότε τα χέρια του άρχισαν να κάνουν απερίγραπτα πράγματα. «Θέλεις εγώ να σου ζητήσω συγγνώμη;» «Όχι», είπε πνιχτά η Λούσι. Άγγιζε τα ιδιαίτερα σημεία της με απίστευτους τρόπους. Θα έπρεπε να ήταν φριχτό, αλλά δεν ήταν. Την έκανε να τεντώνεται, να λυγίζει σαν αψίδα το κορμί της, να χτυπιέται. Πρωτόγνωρες όλες αυτές οι αισθήσεις – και απερίγραπτες ακόμα και με τη βοήθεια του Σαίξπηρ. Ήθελε κι άλλο όμως. Αυτή ήταν η μόνη της σκέψη, το μόνο που ήξερε. Κάπου την οδηγούσε ο Γκρέγκορι. Ένιωθε να την τραβάει κάπου, να την παίρνει, να τη μεταφέρει. Τα ήθελε όλα. «Σε παρακαλώ», τον ικέτεψε. Οι λέξεις γλίστρησαν άθελά της μέσα από τα χείλη. «Σε παρακαλώ». Ο Γκρέγκορι, όμως, ήταν πέρα από τις λέξεις. Είπε το όνομά της. Το επανέλαβε ξανά και ξανά λες και τα χείλη του είχαν ξεχάσει οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. «Λούσι», ψιθύρισε φέρνοντας το στόμα του στο χώρισμα ανάμεσα στα στήθη της. «Λούσι», βόγκηξε, γλιστρώντας μέσα της το δάχτυλό του.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κι ύστερα ξαναείπε πνιχτά: «Λούσι!» Τον είχε αγγίξει. Απαλά, επιφυλακτικά. Ήταν όμως το άγγιγμά της. Το χέρι, το χάδι της. Ένιωσε να χάνεται μέσα στη φωτιά. «Συγγνώμη», είπε τραβώντας απότομα το χέρι της μακριά. «Μη μου ζητάς συγγνώμη», μούγκρισε, όχι επειδή είχε θυμώσει, αλλά επειδή δυσκολευόταν να μιλήσει. Βρήκε το χέρι της και το έβαλε πίσω. «Κοίτα πόσο σε θέλω», είπε τυλίγοντας το χέρι της γύρω του. «Με όλα όσα έχω, με όλα όσα είμαι». Η μύτη του απείχε ελάχιστα από τη δική της. Οι ανάσες τους μπλέκονταν και τα μάτια τους… Είχαν γίνει ένα. «Σ’ αγαπώ», μουρμούρισε και πήρε θέση. Το χέρι της απομακρύνθηκε και πήγε στην πλάτη του. «Κι εγώ σ’ αγαπώ», ψιθύρισε κι έπειτα τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα σαν να απόρησε που το είπε. Δεν τον ένοιαξε. Δεν είχε σημασία αν το είχε πει άθελά της ή όχι. Το είχε πει και δεν μπορούσε ποτέ να το πάρει πίσω. Ήταν δική του. Και ήταν δικός της. Καθώς στεκόταν ακίνητος, πιέζοντας πολύ ελαφρά το άνοιγμά της, συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν στην άκρη ενός γκρεμού. Η ζωή του τώρα χωριζόταν σε δύο μέρη: στο πριν και στο μετά. Δεν θα αγαπούσε άλλη γυναίκα πια. Δεν θα μπορούσε πια να αγαπήσει άλλη γυναίκα. Όχι μετά από αυτό. Όχι όσο υπήρχε η Λούσι. Δεν μπορούσε να υπάρξει καμιά άλλη για κείνον. Ήταν τρομακτικός αυτός ο γκρεμός. Τρομακτικός και συναρπαστικός και... Έκανε το άλμα. Η Λούσι έβγαλε μια πνιχτή κραυγή όταν ο Γκρέγκορι έσπρωξε, αλλά δεν έδειχνε να πονάει. Είχε ρίξει το κεφάλι της πίσω και κάθε της ανάσα συνοδευόταν από έναν μικρό αναστεναγμό, σαν να μην μπορούσε πια να κρατήσει μέσα της τον πόθο. Τα πόδια της τυλίχτηκαν γύρω από τα δικά του και έτριβαν τις γάμπες του. Η λεκάνη της υψωνόταν, πίεζε, τον παρακαλούσε να συνεχίσει. «Δεν θέλω να σε πονέσω», είπε ο Γκρέγκορι, καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια να κρατηθεί. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε θελήσει κάτι όσο ήθελε εκείνη. Και ταυτόχρονα ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο ανιδιοτελής. Όλο αυτό γινόταν για κείνη. Δεν έπρεπε να την πονέσει. «Δεν με πονάς», μούγκρισε η Λούσι και τότε δεν κρατήθηκε. Άρπαξε το στήθος της στο στόμα του κι έσπρωξε το τελευταίο εμπόδιο, μπαίνοντας εντελώς μέσα της. Δεν την ένοιαξε κι ας ένιωσε πόνο. Της ξέφυγε μια μικρή κραυγή απόλαυσης κι έπιασε σαν τρελή με τα δυο της χέρια το κεφάλι του. Σφάδαζε από κάτω του και όταν ο

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Γκρέγκορι προσπάθησε να περάσει στο άλλο της στήθος, τα δάχτυλά της χωρίς έλεος τον κράτησαν στη θέση του με άγρια επιμονή. Και το κορμί του συνέχιζε να την κάνει δική του, με έναν ρυθμό που ήταν πέρα από κάθε σκέψη και έλεγχο. «Λούσι, Λούσι, Λούσι», βόγκηξε όταν κατάφερε τελικά να απελευθερωθεί από το στήθος της. Ήταν δύσκολο. Ήταν υπερβολικό. Χρειαζόταν χώρο να αναπνεύσει, να ρουφήξει τον αέρα που δεν κατάφερνε να φτάσει στα πνευμόνια του. «Λούσι!» Έπρεπε να περιμένει. Προσπαθούσε να κρατηθεί. Εκείνη, όμως, τον άρπαξε καρφώνοντας τα νύχια της στην πλάτη του και σπρώχνοντας το κορμί της προς τα πάνω με τόση δύναμη που σήκωσε κι εκείνον από το κρεβάτι. Κι ύστερα την ένιωσε να σφίγγεται, να τον πιέζει και να πάλλεται γύρω του και αφέθηκε κι εκείνος. Αφέθηκε και ο κόσμος πραγματικά εξερράγη. «Σ’ αγαπώ», είπε πνιχτά, καταρρέοντας πάνω της. Νόμιζε πως δεν είχε λόγια, αλλά τελικά κατάφερε να το ξεστομίσει. Ήταν η συντροφιά του τώρα. Αυτές οι δυο λέξεις. Σ’ αγαπώ. Δεν θα τον άφηναν ποτέ. Κι αυτό ήταν υπέροχο.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 20 Στο οποίο ο ήρωάς μας περνά δύσκολες στιγμές Λίγη ώρα αργότερα, μετά τον ύπνο και λίγο ακόμα πάθος κι ύστερα από όχι ακριβώς ύπνο αλλά μια ήρεμη ησυχία και ακινησία και μετά κι άλλο πάθος –γιατί πραγματικά δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά–, είχε φτάσει πια η ώρα να φύγει ο Γκρέγκορι. Ήταν το δυσκολότερο πράγμα που είχε κάνει στη ζωή του, αλλά κατάφερε να φύγει με χαρά στην καρδιά του, γιατί ήξερε πως δεν ήταν το τέλος. Δεν ήταν καν αποχαιρετισμός. Τίποτα τελειωτικό. Η ώρα, όμως, ήταν επικίνδυνη. Κόντευε να ξημερώσει και, παρόλο που είχε κάθε πρόθεση να παντρευτεί τη Λούσι το συντομότερο δυνατόν, δεν ήθελε να ρισκάρει να την εξευτελίσει αν τους τσάκωναν μαζί το πρωί του γάμου της με έναν άλλο άντρα. Έπρεπε να σκεφτεί και τον Χέιζελμπι. Ο Γκρέγκορι δεν τον γνώριζε καλά, αλλά φαινόταν καλόκαρδος άνθρωπος και δεν άξιζε την ταπείνωση που θα ακολουθούσε. «Λούσι», ψιθύρισε ο Γκρέγκορι, χώνοντας τη μύτη του στο μάγουλό της, «κοντεύει πρωί». Έκανε έναν νυσταγμένο ήχο κι ύστερα γύρισε το κεφάλι της. «Ναι», είπε. Ένα απλό «Ναι». Δεν είπε «Τι άδικο που είναι» ή «Μακάρι να μην ήταν έτσι τα πράγματα». Έτσι, όμως, ήταν η Λούσι. Ρεαλίστρια, συνετή και γοητευτικά λογική και γι’ αυτό την αγαπούσε ακόμα πιο πολύ. Η Λούσι δεν ήθελε να αλλάξει τον κόσμο. Ήθελε, όμως, να τον κάνει όμορφο και υπέροχο για τους ανθρώπους που αγαπούσε. Για την ακρίβεια, το είχε ήδη κάνει – το ότι τον άφησε να κάνει έρωτα μαζί της και σχεδίαζε να ανακαλέσει τώρα τον γάμο της, το πρωί πριν από την τελετή, φανέρωνε πραγματικά πόσο βαθιά τον αγαπούσε. Η Λούσι δεν αποζητούσε την προσοχή, δεν ήθελε μελοδραματισμούς. Λαχταρούσε τη σταθερότητα και την ήρεμη καθημερινότητα και για να κάνει το βήμα που ετοιμαζόταν να κάνει... Ο Γκρέγκορι ένιωσε σεβασμό. «Πρέπει να έρθεις μαζί μου», είπε. «Τώρα. Πρέπει να φύγουμε μαζί πριν ξυπνήσει το σπίτι». Το χείλι της πήρε μια έκφραση σαν να έλεγε «Οχ, Θεέ μου» και ήταν τόσο χαριτωμένο, που δεν μπορούσε παρά να τη φιλήσει. Ένα ανάλαφρο φιλάκι στην άκρη των χειλιών της, γιατί δεν έπρεπε να παρασυρθούν. Ένα φιλάκι που δεν εμπόδισε την απογοητευτική απάντησή της: «Δεν μπορώ». Εκείνος τραβήχτηκε πίσω. «Δεν μπορείς να μείνεις». Η Λούσι έγνεψε αρνητικά. «Πρέπει… πρέπει να κάνω το σωστό».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Την κοίταξε μπερδεμένος. «Πρέπει να φερθώ έντιμα», του εξήγησε. Κάθισε και τα χέρια της έσφιξαν τα στρωσίδια τόσο πολύ, που άσπρισαν τα ακροδάχτυλά της. Έδειχνε νευρική κι ο Γκρέγκορι υπέθεσε πως ήταν λογικό. Ο ίδιος ένιωθε πως βρισκόταν στην άκρη μιας νέας αρχής, ενώ εκείνη... Είχε μπροστά της ένα τεράστιο βουνό να σκαρφαλώσει πριν φτάσει στην ευτυχή κατάληξη. Άπλωσε το χέρι του για να πιάσει το δικό της, αλλά εκείνη δεν ήταν δεκτική. Δεν τραβήχτηκε ακριβώς μακριά. Απλώς φάνηκε να αγνοεί το άγγιγμά του. «Δεν μπορώ να το σκάσω και να αφήσω τον λόρδο Χέιζελμπι να περιμένει μάταια στην εκκλησία», ξεστόμισε βιαστικά, ενώ τα μάτια της αναζήτησαν τα δικά του, ορθάνοιχτα και ικετευτικά. Για μια στιγμή μόνο. Κι ύστερα γύρισε από την άλλη. Ξεροκατάπιε. Ο Γκρέγκορι δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό της, αλλά καταλάβαινε από τον τρόπο που κινούνταν. Είπε σιγανά: «Ελπίζω να το καταλαβαίνεις». Το καταλάβαινε. Ήταν από τα πράγματα που αγαπούσε περισσότερο σ’ εκείνη. Είχε πολύ έντονη αίσθηση του σωστού και του λάθους, στα όρια της αδιαλλαξίας καμιά φορά. Δεν φερόταν, όμως, ποτέ συγκαταβατικά ούτε ηθικολογούσε. «Θα σε έχω στον νου μου», είπε. Γύρισε το κεφάλι της απότομα και άνοιξε τα μάτια της διάπλατα με απορία. «Ίσως χρειαστείς τη βοήθειά μου», είπε σιγανά. «Όχι, δεν είναι ανάγκη. Είμαι σίγουρη πως μπορώ να...» «Επιμένω», είπε με αρκετή ένταση για να την κάνει να σωπάσει. «Αυτό θα είναι το σινιάλο μας». Σήκωσε το χέρι του με τα δάχτυλα ενωμένα, παλάμη προς τα έξω. Γύρισε τον καρπό προς το πρόσωπό του κι ύστερα το επανέφερε στην αρχική θέση. «Θα έχω τον νου μου σ’ εσένα. Αν χρειαστείς τη βοήθειά μου, έλα στο παράθυρο και κάνε το σινιάλο». Άνοιξε το στόμα της μάλλον για να φέρει αντίρρηση, αλλά τελικά έγνεψε συμφωνώντας. Τότε ο Γκρέγκορι σηκώθηκε όρθιος, άνοιξε τις βαριές κουρτίνες που περιέβαλλαν το κρεβάτι της κι άρχισε να ψάχνει τα ρούχα του. Ήταν σκορπισμένα σε όλο το δωμάτιο, σε μια μεριά το παντελόνι, το πουκάμισο αξιοπρόσεκτα μακριά, γρήγορα, όμως, μάζεψε ό,τι χρειαζόταν και ντύθηκε. Η Λούσι παρέμεινε στο κρεβάτι, καθιστή, σκεπασμένη με τα σεντόνια που είχε στερεώσει κάτω από τα μπράτσα της. Ο Γκρέγκορι βρήκε χαριτωμένη τη σεμνότητά της και παραλίγο να αστειευτεί και λίγο. Αποφάσισε, όμως, απλώς να χαμογελάσει.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Ήταν πολύ σημαντική η περασμένη νύχτα για κείνη, δεν έπρεπε να την κάνει να ντραπεί για την αθωότητά της. Προχώρησε ως το παράθυρο για να κοιτάξει έξω. Δεν είχε προβάλει ακόμα ο ήλιος, αλλά ο ουρανός έμοιαζε γεμάτος προσμονή, ο ορίζοντας βαμμένος με το αχνό λαμπύρισμα του φωτός που έβλεπε κανείς μόνο πριν από την ανατολή. Υπήρχε ένα απαλό και γαλήνιο μπλε-μοβ και ήταν τόσο όμορφα, που της έκανε νόημα να έρθει κοντά του. Γύρισε την πλάτη του καθώς εκείνη φορούσε το νυχτικό της και αφού διέσχισε ανάλαφρα το δωμάτιο με τα ξυπόλυτα πόδια της, την τράβηξε απαλά πάνω του φέρνοντας την πλάτη της στο στήθος του. Ακούμπησε το πιγούνι του στο πάνω μέρος του κεφαλιού της. «Κοίτα», ψιθύρισε. Η νύχτα έμοιαζε να χορεύει, ακτινοβολώντας συναρπαστικά λες κι ο ίδιος ο αέρας κατανοούσε πως τίποτα πια δεν θα έμενε ίδιο. Η αυγή περίμενε από την άλλη πλευρά του ορίζοντα και τα αστέρια είχαν ήδη αρχίσει να λάμπουν λιγότερο στον ουρανό. Αν μπορούσε να παγώσει τον χρόνο, θα το έκανε. Δεν είχε ζήσει στη ζωή του άλλη στιγμή τόσο μαγική, τόσο… γεμάτη. Ήταν όλα εκεί, όλα τα καλά, τα αληθινά και τα ωραία. Και καταλάβαινε πλέον τη διαφορά ανάμεσα στην ευτυχία και στην ευχαρίστηση κι ένιωθε τυχερός και ευλογημένος που αισθανόταν και τα δύο σε τόσο συγκλονιστικό βαθμό. Ήταν η Λούσι. Εκείνη τον ολοκλήρωνε. Εκείνη έκανε τη ζωή του όπως έλπιζε κάποτε να τη ζήσει. Ήταν το όνειρό του. Ένα όνειρο που πραγματοποιούνταν γύρω του, μέσα στην αγκαλιά του. Και τότε, καθώς στέκονταν έτσι στο παράθυρο, ένα αστέρι έπεσε από τον ουρανό. Σχημάτισε μια φαρδιά καμπύλη χαμηλά στον ουρανό και του φάνηκε πως το άκουσε να ταξιδεύει, θροΐζοντας ώσπου χάθηκε από τα μάτια τους. Τον έκανε να θέλει να τη φιλήσει. Το ίδιο θα έκανε κι ένα ουράνιο τόξο, ένα τετράφυλλο τριφύλλι ή μια απλή χιονονιφάδα που έτυχε να πέσει πάνω στο μανίκι του χωρίς να λιώσει. Πώς να χαρεί κανείς τα μικρά θαύματα της φύσης χωρίς να τη φιλήσει; Φίλησε τον λαιμό της κι ύστερα τη γύρισε από την άλλη για να φιλήσει το στόμα της, το μέτωπο, ακόμα και τη μύτη. Και τις εφτά φακίδες της, φυσικά. Πόσο αγαπούσε τις φακίδες της… «Σ’ αγαπώ», ψιθύρισε. Ακούμπησε το μάγουλό της στο στήθος του και η φωνή της ήταν βραχνή και πνιχτή όταν του είπε: «Κι εγώ σ’ αγαπώ». «Είσαι σίγουρη πως δεν θέλεις να έρθεις τώρα μαζί μου;» Ήξερε την απάντησή της, αλλά τη ρώτησε έτσι κι αλλιώς. Όπως ήταν αναμενόμενο, η Λούσι έγνεψε καταφατικά. «Πρέπει να το κάνω μόνη

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μου». «Πώς θα αντιδράσει ο θείος σου;» «Δεν… δεν είμαι σίγουρη». Ο Γκρέγκορι έκανε ένα βήμα πίσω κρατώντας την από τους ώμους και λυγίζοντας κάπως τα γόνατα για να μη χάσει την επαφή με τα μάτια της. «Θα σου κάνει κακό;» «Όχι», έσπευσε να απαντήσει για να την πιστέψει. «Όχι. Το ξέρω». «Θα προσπαθήσει να σε αναγκάσει να παντρευτείς τον Χέιζελμπι; Θα σε κλειδώσει στο δωμάτιό σου; Μπορώ να μείνω, ξέρεις. Αν νομίζεις ότι θα με χρειαστείς, εγώ θα μείνω εδώ». Σίγουρα θα δημιουργούσε ακόμα μεγαλύτερο σκάνδαλο από αυτό που θα ακολουθούσε, αλλά αν έμπαινε ζήτημα δικής της ασφάλειας… Θα τα έκανε όλα. «Γκρέγκορι...» Την έκανε να σωπάσει κουνώντας το κεφάλι του. «Καταλαβαίνεις», άρχισε να της λέει, «πόσο εντελώς και απόλυτα ενάντια πηγαίνει όλο αυτό σε κάθε μου ένστικτο; Πώς να σε αφήσω εδώ να τα αντιμετωπίσεις όλα μόνη σου;» Τα χείλη της μισάνοιξαν και τα μάτια της... ...Γέμισαν δάκρυα. «Έχω ορκιστεί μέσα μου να σε προστατεύω», είπε με παθιασμένη, έντονη, ίσως και λίγο εξομολογητική φωνή. Γιατί κατάλαβε πως σήμερα ήταν η μέρα που είχε πραγματικά ανδρωθεί. Μετά από είκοσι έξι χρόνια ευχάριστης και, ναι, άσκοπης ύπαρξης, είχε βρει επιτέλους τον σκοπό του. Είχε καταλάβει επιτέλους γιατί γεννήθηκε. «Το ορκίστηκα μέσα μου», είπε, «και θα το ορκιστώ και στον Θεό όταν τα καταφέρουμε. Νιώθω σαν να καταπίνω φαρμάκι που σε αφήνω εδώ μόνη σου». Το χέρι του βρήκε το χέρι της κι έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της. «Δεν είναι σωστό», είπε χαμηλόφωνα αλλά με ένταση. Εκείνη συμφώνησε κουνώντας αργά το κεφάλι. «Έτσι πρέπει να γίνει όμως». «Αν παρουσιαστεί πρόβλημα», είπε, «αν νιώσεις κίνδυνο, θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα κάνεις το σινιάλο κι εγώ θα έρθω να σε πάρω. Θα βρεις καταφύγιο στο σπίτι της μητέρας μου. Ή σε κάποια αδελφή μου. Δεν νοιάζονται για τα σκάνδαλα. Το μόνο που θα τους ενδιαφέρει θα είναι η ευτυχία σου». Η Λούσι ξεροκατάπιε κι ύστερα χαμογέλασε. Τα μάτια της έγιναν μελαγχολικά. «Πρέπει να είναι υπέροχη η οικογένειά σου». Πήρε τα χέρια της και τα έσφιξε. «Είναι και δική σου οικογένεια τώρα». Περίμενε μήπως του πει κάτι, αλλά δεν είπε τίποτα. Έφερε τα χέρια της στα χείλη του και τα φίλησε ένα προς ένα. «Σύντομα», ψιθύρισε, «όλα αυτά θα βρίσκονται πίσω μας». Εκείνη έγνεψε και έριξε μια ματιά πίσω από την πλάτη της, προς την πόρτα. «Σε λίγο θα ξυπνήσουν οι υπηρέτες».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Και ο Γκρέγκορι έφυγε. Γλίστρησε έξω από την πόρτα με τις μπότες στο χέρι κι έφυγε αθόρυβα όπως είχε έρθει. Ήταν ακόμα σκοτεινά όταν έφτασε στο μικρό πάρκο που βρισκόταν στο απέναντι τετράγωνο από το σπίτι της. Θα περνούσαν πολλές ώρες πριν από τον γάμο και σίγουρα υπήρχε χρόνος για να γυρίσει σπίτι του και να αλλάξει ρούχα. Δεν ήθελε, όμως, να το ρισκάρει. Της είχε πει πως θα την προστάτευε και δεν υπήρχε περίπτωση να μην τηρήσει την υπόσχεσή του. Και τότε κάτι σκέφτηκε. Δεν ήταν απαραίτητο να το κάνει μόνος του. Για την ακρίβεια, δεν έπρεπε να το κάνει μόνος του. Αν τον χρειαζόταν η Λούσι, θα έπρεπε να μπορεί να τη βοηθήσει όπως έπρεπε. Κι αν αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσει βία, ένα ακόμα ζευγάρι χέρια θα ήταν πολύ χρήσιμο. Δεν είχε απευθυνθεί ποτέ στα αδέλφια του για βοήθεια. Ποτέ δεν τους είχε παρακαλέσει να τον βγάλουν από μια δύσκολη κατάσταση. Ήταν νέος. Στη ζωή του είχε πιει, είχε τζογάρει, είχε πάει με γυναίκες. Ποτέ, όμως, δεν ήπιε υπερβολικά ούτε τζόγαρε περισσότερα από όσα είχε και ως το προηγούμενο βράδυ δεν είχε πάει με γυναίκα που να διακινδύνευε την υπόληψή της πηγαίνοντας μαζί του. Δεν ήταν ο πιο υπεύθυνος άνθρωπος του κόσμου, αλλά δεν πήγαινε και γυρεύοντας για μπελάδες. Τα αδέλφια του τον έβλεπαν πάντα σαν παιδί, και ακόμα και τώρα, στα είκοσι έξι του χρόνια, υποψιαζόταν πως δεν τον έβλεπαν σαν ενήλικα. Γι’ αυτό και δεν ζητούσε τη βοήθειά τους. Και δεν έβαζε τον εαυτό του σε καταστάσεις όπου θα είχε την ανάγκη τους. Μέχρι τώρα. Ένας από τους μεγαλύτερους αδελφούς του έμενε εκεί κοντά. Ούτε τριακόσια μέτρα, μπορεί και λιγότερο. Ο Γκρέγκορι μπορούσε να πάει και να γυρίσει σε είκοσι λεπτά, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου που θα του έπαιρνε να πάρει σηκωτό τον Κόλιν από το κρεβάτι. Ο Γκρέγκορι άρχισε να κάνει ένα μικρό ζεσταματάκι για να προετοιμαστεί για την τρεχάλα, όταν είδε έναν μικρό καπνοδοχοκαθαριστή να περπατάει στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Ήταν πολύ μικρός –δώδεκα χρόνων, ίσως δεκατριών– και σίγουρα πρόθυμος να κερδίσει μια λίρα. Μαζί με την υπόσχεση για άλλη μια λίρα όταν θα παρέδιδε το μήνυμα του Γκρέγκορι στον αδελφό του. Ο Γκρέγκορι τον παρακολούθησε να στρίβει τρέχοντας στη γωνία κι ύστερα επέστρεψε στο αλσάκι. Δεν υπήρχε μέρος εκεί να καθίσει ούτε καν να σταθεί χωρίς να φαίνεται από την Οικία Φένσγουορθ. Γι’ αυτό ανέβηκε σε ένα δέντρο. Κάθισε πάνω σε ένα χαμηλό, χοντρό κλαδί,

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ακούμπησε πάνω στον κορμό και περίμενε. Κάποια μέρα, είπε μέσα του, θα γελούσε με όλα αυτά. Κάποια μέρα, θα διηγούνταν αυτή την ιστορία στα εγγόνια του και θα ακούγονταν όλα πολύ ρομαντικά και συναρπαστικά. Όσο για τώρα… Ρομαντικά, ναι. Συναρπαστικά, όχι και τόσο πολύ. Έτριψε τα χέρια του μεταξύ τους. Βασικά, έκανε κρύο. Ανασήκωσε τους ώμους του και προσπάθησε απλώς να το αγνοήσει. Δεν ήταν δυνατόν, αλλά δεν τον ένοιαζε. Τι αξία είχαν μερικά μελανιασμένα δάχτυλα απέναντι στη ζωή του ολόκληρη; Χαμογέλασε, σηκώνοντας το βλέμμα του προς το παράθυρό της. Εκεί ήταν. Εκεί ακριβώς, πίσω από την κουρτίνα. Και την αγαπούσε. Την αγαπούσε. Σκέφτηκε τους φίλους του, κυνικοί οι περισσότεροι. Κοιτούσαν βαριεστημένα την τελευταία φουρνιά από υποψήφιες νυφούλες, γκρίνιαζαν για το πόσο μεγάλη αγγαρεία ήταν ο γάμος και πόσο απαράλλαχτες ήταν όλες οι κυρίες, λέγοντας πως ο έρωτας ήταν μόνο για τους ποιητές. Τι ανόητοι που ήταν όλοι τους. Υπήρχε ο έρωτας. Ήταν εδώ ακριβώς, στον αέρα, στον άνεμο, στο νερό. Έπρεπε απλώς να τον περιμένεις. Να έχεις τον νου σου. Να πασχίσεις. Έτσι θα έκανε κι αυτός. Μάρτυράς του ο Θεός, αυτό θα έκανε. Ένα σημάδι από τη Λούσι και θα έτρεχε να την πάρει. Ήταν ένας ερωτευμένος άντρας. Τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει. «Καταλαβαίνεις πως δεν λογάριαζα να περάσω έτσι το πρωινό του Σαββάτου μου, έτσι δεν είναι;» Ο Γκρέγκορι απάντησε με ένα νεύμα. Ο αδελφός του είχε έρθει πριν από τέσσερις ώρες, χαιρετώντας τον με ένα πραγματικά διακριτικό «Ενδιαφέρον όλο αυτό». Ο Γκρέγκορι είχε διηγηθεί τα πάντα στον Κόλιν, ακόμα και τα γεγονότα της προηγούμενης βραδιάς. Δεν ήθελε να πει πολλά πράγματα για τη Λούσι, αλλά δεν μπορούσε να ζητήσει από τον αδελφό του να κάθεται ώρες ολόκληρες πάνω σε ένα δέντρο χωρίς να του εξηγήσει τον λόγο. Και ο Γκρέγκορι ξαλάφρωσε αρκετά που μίλησε στον Κόλιν. Δεν τον δασκάλεψε μετά. Ούτε τον έκρινε. Για την ακρίβεια, τον κατάλαβε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Όταν ο Γκρέγκορι τελείωσε την ιστορία του, εξηγώντας λακωνικά γιατί περίμενε έξω από την Οικία Φένσγουορθ, ο Κόλιν απλώς συμφώνησε με ένα νεύμα και είπε: «Φαντάζομαι πως δεν έφερες τίποτα να φάμε». Ο Γκρέγκορι κούνησε αρνητικά το κεφάλι και χαμογέλασε. Ήταν ωραία να έχεις αδελφό. «Δεν το οργάνωσες και πολύ καλά», μουρμούρισε ο Κόλιν. Χαμογελούσε κι εκείνος όμως. Έστρεψαν πάλι την προσοχή τους προς το σπίτι το οποίο είχε αρχίσει εδώ και πολλή ώρα να δείχνει σημεία ζωής. Οι κουρτίνες είχαν ανοίξει, τα κεριά άναψαν και έσβησαν καθώς η αυγή έδωσε τη θέση της στο πρωινό. «Δεν θα έπρεπε να έχει βγει;» ρώτησε ο Κόλιν κοιτάζοντας προς την πόρτα. Ο Γκρέγκορι συνοφρυώθηκε. Αναρωτιόταν κι εκείνος το ίδιο πράγμα. Έλεγε μέσα του πως η απουσία της ήταν καλός οιωνός. Αν ο θείος την είχε αναγκάσει να παντρευτεί με το ζόρι τον Χέιζελμπι, θα είχε ήδη φύγει για την εκκλησία. Σύμφωνα με το ρολόι του, το οποίο ομολογουμένως δεν ήταν ιδιαίτερα ακριβές, η τελετή έπρεπε να αρχίσει σε λιγότερο από μια ώρα. Και δεν είχε κάνει το σινιάλο που θα τον καλούσε να τη βοηθήσει. Αυτό δεν καθόταν καλά μέσα του. Ξαφνικά ο Κόλιν ζωήρεψε. «Τι τρέχει;» Ο Κόλιν έκανε ένα νεύμα δεξιά με το κεφάλι του. «Μια άμαξα», είπε, «τη φέρνουν από τους στάβλους». Τα μάτια του Γκρέγκορι γούρλωσαν από τη φρίκη όταν άνοιξε η εξώπορτα της Οικίας Φένσγουορθ. Οι υπηρέτες ξεχύθηκαν έξω γελώντας και χειροκροτώντας καθώς η άμαξα σταμάτησε μπροστά από την Οικία Φένσγουορθ. Ήταν μια άσπρη, ανοιχτή άμαξα στολισμένη με υπέροχα ροζ τριαντάφυλλα και φαρδιές ροζ κορδέλες που κρέμονταν από πίσω και ανέμιζαν στο ελαφρύ αεράκι. Ήταν μια γαμήλια άμαξα. Και δεν φάνηκε περίεργο σε κανέναν. Ο Γκρέγκορι ανατρίχιασε. Ένιωσε τους μυς του να σφίγγονται από την ένταση. «Όχι ακόμα», είπε ο Κόλιν, βάζοντας το χέρι του πάνω στο μπράτσο του Γκρέγκορι για να τον σταματήσει. Ο Γκρέγκορι κούνησε το κεφάλι του. Ήταν σαν να είχε χάσει την περιφερειακή του όραση και το μόνο που μπορούσε να δει ήταν αυτή η καταραμένη άμαξα. «Πρέπει να πάω να την πάρω», είπε. «Πρέπει να πάω». «Περίμενε», τον συμβούλευσε ο Κόλιν. «Περίμενε να δεις τι θα γίνει. Μπορεί να μη βγει. Μπορεί να...» Βγήκε όμως.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Δεν βγήκε πρώτη. Πρώτος βγήκε ο νιόπαντρος αδελφός της με τη γυναίκα του. Ύστερα βγήκε ένας πιο ηλικιωμένος κύριος –μάλλον ο θείος της– κι εκείνη η ηλικιωμένη κυρία που είχε γνωρίσει ο Κόλιν στη δεξίωση της αδελφής του. Κι έπειτα… Η Λούσι. Φορώντας νυφικό. «Θεέ μου», ψιθύρισε. Περπατούσε ελεύθερα. Δεν την ανάγκαζε κανείς. Η Ερμιόνη κάτι της είπε στο αφτί. Και η Λούσι χαμογέλασε. Χαμογέλασε. Ο Γκρέγκορι έμεινε άφωνος. Ο πόνος που ένιωσε ήταν ορατός. Πραγματικός. Διαπέρασε το στομάχι του, έσφιξε τα σωθικά του, ώσπου δεν μπορούσε πλέον να κουνηθεί. Μόνο να κοιτάζει. Και να σκέφτεται. «Σου είπε ότι δεν επρόκειτο να το κάνει;» ψιθύρισε ο Κόλιν. Ο Γκρέγκορι προσπάθησε να πει «Ναι» αλλά η λέξη τον έπνιξε. Προσπάθησε να θυμηθεί την τελευταία τους συζήτηση. Είχε πει πως έπρεπε να φερθεί έντιμα. Είχε πει πως έπρεπε να κάνει το σωστό. Είχε πει πως τον αγαπούσε… Δεν είχε πει, όμως, πως δεν θα παντρευόταν τον Χέιζελμπι. «Ω Θεέ μου», ψιθύρισε. Ο αδελφός του ακούμπησε το χέρι του πάνω στο δικό του. «Λυπάμαι», του είπε. Ο Γκρέγκορι παρακολούθησε τη Λούσι να ανεβαίνει στην ανοιχτή άμαξα. Οι υπηρέτες συνέχιζαν να ζητωκραυγάζουν. Η Ερμιόνη της τακτοποίησε τα μαλλιά, έφτιαξε το βέλο της κι εκείνη γέλασε όταν ο άνεμος σήκωσε το ανάλαφρο ύφασμα στον αέρα. Δεν ήταν δυνατόν να συμβαίνει αυτό. Κάποια εξήγηση θα υπήρχε. «Όχι», είπε ο Γκρέγκορι. Ήταν η μόνη λέξη που του ερχόταν στο μυαλό. «Όχι». Κι ύστερα θυμήθηκε. Το σινιάλο με το χέρι. Τον χαιρετισμό. Θα το έκανε. Θα του έκανε σήμα. Ό,τι και να είχε συμβεί μέσα στο σπίτι, δεν είχε καταφέρει να σταματήσει τη διαδικασία. Τώρα, όμως, που βρισκόταν έξω όπου μπορούσε να τη δει, θα του έκανε το σήμα. Έτσι έπρεπε. Ήξερε ότι μπορούσε να τη δει. Ήξερε πως ήταν εκεί έξω. Και την παρακολουθούσε. Κατάπιε σπασμωδικά χωρίς να παίρνει το βλέμμα του από το δεξί της χέρι.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Είμαστε όλοι εδώ;» άκουσε τη φωνή του αδελφού της Λούσι. Δεν διέκρινε τη φωνή της στη χορωδία των απαντήσεων, αλλά δεν αναρωτιόταν κανείς για την παρουσία της. Ήταν η νύφη. Κι εκείνος ο βλάκας καθόταν και την έβλεπε να φεύγει. «Λυπάμαι», είπε σιγανά ο Κόλιν καθώς παρακολουθούσαν την άμαξα να εξαφανίζεται πίσω από τη γωνία. «Δεν βγάζει νόημα», ψιθύρισε ο Γκρέγκορι. Ο Κόλιν πήδηξε από το δέντρο και άπλωσε σιωπηλός το χέρι του στον Γκρέγκορι. «Δεν βγάζει νόημα», επανέλαβε μπερδεμένος ο Γκρέγκορι κι άφησε τον αδελφό του να τον βοηθήσει να κατέβει. «Δεν θα το έκανε αυτό. Με αγαπάει». Κοίταξε τον Κόλιν. Τα μάτια του ήταν γεμάτα καλοσύνη αλλά και οίκτο. «Όχι», είπε ο Γκρέγκορι. «Όχι. Δεν την ξέρεις. Δεν θα... Όχι. Δεν την ξέρεις». Και ο Κόλιν, που η πρώτη του εμπειρία με τη λαίδη Λουσίντα Αμπέρναθι ήταν τη στιγμή που ράγισε την καρδιά του αδελφού του, ρώτησε: «Εσύ την ξέρεις;» Ο Γκρέγκορι πισωπάτησε σαν να τον τίναξε ρεύμα. «Ναι», είπε. «Ναι, την ξέρω». Ο Κόλιν δεν είπε τίποτε, αλλά ύψωσε τα φρύδια σαν να ρωτούσε: Ε, τότε; Ο Γκρέγκορι γύρισε από την άλλη για να κοιτάξει τη γωνία όπου είχε μόλις εξαφανιστεί η Λούσι. Για μια στιγμή, έμεινε ακίνητος εκτός από το εκούσιο, σκεφτικό βλεφάρισμα των ματιών του. Επέστρεψε στην αρχική του θέση και κοίταξε τον αδελφό του κατάματα. «Την ξέρω», είπε. «Την ξέρω». Τα χείλη του Κόλιν έσμιξαν σαν να ετοιμαζόταν να κάνει μια ερώτηση, αλλά ο Γκρέγκορι είχε ήδη γυρίσει από την άλλη. Κοιτούσε πάλι εκείνη τη γωνία. Κι ύστερα άρχισε να τρέχει.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 21 Στο οποίο ο ήρωάς μας διακινδυνεύει τα πάντα «Είσαι έτοιμη;» Η Λούσι κοίταξε το μεγαλόπρεπο εσωτερικό της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου – τα φωτεινά βιτρό, τις κομψές αψίδες, τα αμέτρητα λουλούδια, τα σταφύλια που έφεραν για να γιορτάσουν τον γάμο της. Σκέφτηκε τον λόρδο Χέιζελμπι που στεκόταν στο ιερό, δίπλα στον ιερέα. Σκέφτηκε όλους τους καλεσμένους, πάνω από τριακόσια άτομα, που περίμεναν να κάνει την είσοδό της στηριγμένη στο μπράτσο του αδελφού της. Σκέφτηκε και τον Γκρέγκορι, που σίγουρα την είχε δει να ανεβαίνει στη νυφική άμαξα φορώντας το νυφικό της. «Λούσι», επανέλαβε η Ερμιόνη, «είσαι έτοιμη;» Η Λούσι αναρωτήθηκε τι θα έκανε η Ερμιόνη αν της έλεγε όχι. Η Ερμιόνη ήταν ρομαντική. Καθόλου πρακτική. Το πιο πιθανό ήταν ότι θα έλεγε στη Λούσι ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να προχωρήσει στη διαδικασία, ότι δεν είχε καμιά σημασία που στέκονταν στο κατώφλι του παρεκκλησιού ούτε το ότι παρευρισκόταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Η Ερμιόνη θα της έλεγε πως δεν είχε καμιά σημασία που είχαν υπογραφεί τα χαρτιά και είχαν γίνει ανακοινώσεις σε τρεις διαφορετικές ενορίες. Δεν είχε σημασία που, αν το έσκαγε από την εκκλησία, η Λούσι θα δημιουργούσε το σκάνδαλο της δεκαετίας. Θα της έλεγε ότι δεν ήταν υποχρεωμένη, ότι δεν θα έπρεπε να έχει συμφωνήσει σε έναν λευκό γάμο, ενώ θα μπορούσε να παντρευτεί από έρωτα. Θα της έλεγε... «Λούσι;» (Αυτό της το είπε.) Η Λούσι γύρισε και την κοίταξε, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της μπερδεμένη, γιατί στη φαντασία της η Ερμιόνη είχε μόλις ολοκληρώσει το παθιασμένο της λογύδριο. Η Ερμιόνη χαμογέλασε τρυφερά. «Είσαι έτοιμη;» Και η Λούσι, επειδή ήταν η Λούσι και επειδή θα ήταν πάντα η Λούσι, έγνεψε καταφατικά. Δεν γινόταν να κάνει κάτι άλλο. Ο Ρίτσαρντ τις πλησίασε. «Μου φαίνεται απίστευτο που παντρεύεσαι», είπε στη Λούσι, αφού κοίταξε τρυφερά τη γυναίκα του. «Δεν είμαι πολύ πιο μικρή από σένα, Ρίτσαρντ», του υπενθύμισε η Λούσι. Έγειρε το κεφάλι της προς το μέρος της νέας λαίδης Φένσγουορθ. «Και είμαι και δύο μήνες

******ebook converter DEMO Watermarks*******


μεγαλύτερη από την Ερμιόνη». Ο Ρίτσαρντ χαμογέλασε σαν μικρό παιδί. «Ναι, αλλά εκείνη δεν είναι αδελφή μου». Η Λούσι χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη. Είχε ανάγκη από χαμόγελα. Όσο το δυνατόν πιο πολλά. Ήταν η μέρα του γάμου της. Λούστηκε, αρωματίστηκε, φόρεσε το πιο πολυτελές νυφικό που είχε δει ποτέ και τώρα ένιωθε… Άδεια. Ούτε να φανταστεί δεν ήθελε τι θα σκεφτόταν για κείνη ο Γκρέγκορι. Τον είχε αφήσει επίτηδες να πιστεύει πως είχε σκοπό να ματαιώσει τον γάμο. Ήταν φριχτό από μέρους της, σκληρό και ανέντιμο, αλλά δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Ήταν μια δειλή και δεν άντεχε να αντικρίσει το πρόσωπό του όταν θα του έλεγε πως σκόπευε να παντρευτεί τον Χέιζελμπι. Πώς θα μπορούσε να του το εξηγήσει, Θεέ μου; Εκείνος θα επέμενε πως σίγουρα θα έβρισκαν κάποιο άλλο τρόπο, ήταν ιδεα​​λιστής και δεν είχε αντιμετωπίσει ποτέ του αντιξοότητες. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Όχι αυτή τη φορά. Όχι χωρίς να θυσιάσει την οικογένειά της. Ξεφύσησε αργά. Μπορούσε να το κάνει. Πραγματικά. Μπορούσε. Μπορούσε. Έκλεισε τα μάτια της κουνώντας ελαφρά το κεφάλι, καθώς επαναλάμβανε αυτές τις λέξεις στο μυαλό της. Μπορώ να το κάνω. Μπορώ. Μπορώ. «Λούσι;» ακούστηκε η ανήσυχη φωνή της Ερμιόνης. «Δεν είσαι καλά;» Η Λούσι άνοιξε τα μάτια και είπε το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να πιστέψει η Ερμιόνη. «Κάνω κάτι προσθέσεις με το μυαλό μου». Η Ερμιόνη κούνησε το κεφάλι. «Ελπίζω να αρέσουν τα μαθηματικά στον λόρδο Χέιζελμπι γιατί πραγματικά, Λούσι, είσαι θεότρελη». «Ίσως». Η Ερμιόνη την κοίταξε παράξενα. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Λούσι. Η Ερμιόνη ανοιγόκλεισε μερικές φορές τα μάτια της πριν απαντήσει. «Δεν είναι τίποτα», είπε. «Μου φάνηκες περίεργη». «Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις». «Συμφώνησες μαζί μου όταν σε είπα θεότρελη. Ποτέ άλλοτε δεν θα το έκανες». «Ε, αυτό είπα», γκρίνιαξε η Λούσι, «οπότε δεν ξέρω τι...» «Ω, άσ’ τα αυτά. Η Λούσι που ξέρω θα έλεγε κάτι του τύπου “Τα μαθηματικά είναι μια εξαιρετικά σημαντική ενασχόληση και πραγματικά, Ερμιόνη, θα έπρεπε να σκεφτείς κι εσύ σοβαρά να αρχίσεις να κάνεις προσθέσεις με το μυαλό σου”». Η Λούσι κοκκίνισε. «Τόσο πολύ ανακατεύομαι στη ζωή των άλλων;» «Ναι», απάντησε η Ερμιόνη λες και ήταν τρελή που το αμφισβητούσε. «Αυτό, όμως,

******ebook converter DEMO Watermarks*******


είναι που μου αρέσει περισσότερο απ’ όλα πάνω σου». Και η Λούσι κατάφερε να χαμογελάσει. Ίσως τελικά να πήγαιναν όλα καλά. Ίσως να έβρισκε την ευτυχία. Αφού κατάφερε να χαμογελάσει δύο φορές εκείνο το πρωί, ίσως να μην ήταν τόσο άσχημα τα πράγματα. Έπρεπε μόνο να προχωρά μπροστά, στο μυαλό και στο σώμα. Έπρεπε να τελειώνει με αυτό το πράγμα, να γίνει τελειωτικό, ώστε να μπορέσει να βολέψει τον Γκρέγκορι στο παρελθόν της και να αρχίσει τουλάχιστον να παριστάνει πως αποδέχεται την καινούρια της ζωή ως συζύγου του λόρδου Χέιζελμπι. Ωστόσο, η Ερμιόνη ζήτησε από τον Ρίτσαρντ να μείνει ένα λεπτό μόνη με τη Λούσι κι ύστερα πήρε τα χέρια της στα δικά της και ψιθύρισε: «Λούσι, είσαι σίγουρη ότι θέλεις να το κάνεις;» Η Λούσι την κοίταξε έκπληκτη. Γιατί τη ρωτούσε αυτό; Τη στιγμή που ήθελε να το βάλει στα πόδια και να το σκάσει; Αφού χαμογελούσε πριν. Δεν την είδε η Ερμιόνη να χαμογελάει; Η Λούσι ξεροκατάπιε. Προσπάθησε να ισιώσει την πλάτη της. «Ναι», είπε. «Ναι, φυσικά. Πώς σου ήρθε να το ρωτήσεις αυτό;» Η Ερμιόνη δεν απάντησε αμέσως. Τα μάτια της –εκείνα τα τεράστια πράσινα μάτια που έκαναν τους άντρες να λιποθυμούν– απάντησαν αντί για κείνη. Η Λούσι ξεροκατάπιε και γύρισε από την άλλη για να μη βλέπει αυτά που της έλεγαν τα μάτια της Ερμιόνης. Και η Ερμιόνη ψιθύρισε: «Λούσι». Μόνο αυτό. «Λούσι». Η Λούσι γύρισε. Ήθελε να ρωτήσει την Ερμιόνη τι εννοούσε. Ήθελε να τη ρωτήσει γιατί είπε το όνομά της με τόσο τραγικό τρόπο. Δεν το έκανε όμως. Δεν μπορούσε. Έλπιζε η Ερμιόνη να διάβαζε τις ερωτήσεις στα μάτια της. Έτσι ακριβώς έγινε. Η Ερμιόνη άγγιξε το μάγουλό της με ένα θλιμμένο χαμόγελο. «Είσαι η πιο θλιμμένη νύφη που έχω δει». Η Λούσι έκλεισε τα μάτια της. «Δεν είμαι θλιμμένη. Απλώς νιώθω…» Δεν ήξερε, όμως, τι ένιωθε. Τι έπρεπε να νιώθει, δηλαδή; Δεν την είχε εκπαιδεύσει κανείς σε αυτό. Σε όλα τα χρόνια της εκπαίδευσης με την νταντά, την γκουβερνάντα της και τα τρία χρόνια στη σχολή της δεσποινίδας Μος, δεν έμαθε τίποτα τέτοιο. Μα κανείς δεν καταλάβαινε πως αυτό ήταν πολύ πιο σημαντικό από το κέντημα και τους παραδοσιακούς χορούς; «Νιώθω…» Κι ύστερα κατάλαβε. «Νιώθω σαν να αποχαιρετώ κάποιον». Η Ερμιόνη ανοιγόκλεισε τα μάτια με απορία. «Ποιον;» Τον εαυτό μου. Έτσι ήταν. Αποχαιρετούσε τον εαυτό της και όλα όσα θα μπορούσε να γίνει. Ένιωσε το χέρι του αδελφού της πάνω στο μπράτσο της. «Ήρθε η στιγμή να

******ebook converter DEMO Watermarks*******


ξεκινήσουμε», είπε. Η Λούσι έγνεψε καταφατικά. «Πού είναι η ανθοδέσμη σου;» ρώτησε η Ερμιόνη κι ύστερα απάντησε μόνη της, «Α, να την». Πήρε την ανθοδέσμη της Λούσι μαζί με τη δική της από ένα τραπεζάκι εκεί κοντά και την έδωσε στη Λούσι. «Θα γίνεις ευτυχισμένη», ψιθύρισε και τη φίλησε στο μάγουλο. «Πρέπει. Δεν θα αντέξω έναν κόσμο όπου δεν θα είσαι ευτυχισμένη». Ένα αμυδρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της Λούσι. «Ω Θεέ μου», είπε η Ερμιόνη. «Σαν κι εσένα ακούστηκα τώρα. Βλέπεις τι καλή επιρροή που είσαι;» Κι ύστερα, αφού της έστειλε ένα φιλί στον αέρα, μπήκε στο παρεκκλήσι. «Σειρά σου», είπε ο Ρίτσαρντ. «Σχεδόν», είπε η Λούσι. Και ήρθε και η σειρά της. Βρισκόταν στην εκκλησία και περπατούσε στον διάδρομο. Έφτασε μπροστά, έκανε νόημα στον ιερέα και κοίταξε τον Χέιζελμπι. Υπενθύμισε στον εαυτό της ότι πέρα από… κάποιες, τέλος πάντων, ιδιαίτερες συνήθειες που δεν καταλάβαινε ακριβώς, θα γινόταν ένας απόλυτα αποδεκτός σύζυγος. Αυτό έπρεπε να κάνει. Αν έλεγε όχι… Δεν μπορούσε να πει όχι. Με την άκρη του ματιού της, διέκρινε την Ερμιόνη, που στεκόταν στο πλάι της χαμογελώντας γαλήνια. Είχαν επιστρέψει στο Λονδίνο με τον Ρίτσαρντ πριν από δύο μέρες και ήταν τόσο ευτυχισμένοι. Γελούσαν και πείραζαν ο ένας τον άλλο, μιλούσαν για τις εργασίες που σκόπευαν να κάνουν στο Αβαείο Φένσγουορθ. Έναν πορτοκαλεώνα. Ήθελαν έναν πορτοκαλεώνα. Και ένα παιδικό δωμάτιο. Πώς θα μπορούσε η Λούσι να τους τα στερήσει όλα αυτά; Πώς θα μπορούσε να τους καταδικάσει σε μια ζωή ντροπής και ένδειας; Άκουσε τη φωνή του Χέιζελμπι να απαντάει «Δέχομαι» κι ύστερα ήταν η σειρά της. Δέχεσαι αυτόν τον άντρα για νόμιμο σύζυγο, να ζείτε μαζί σύμφωνα με τον νόμο του Θεού στον ιερό θεσμό του γάμου; Να τον υπακούς, να τον υπηρετείς, να τον αγαπάς, σε ασθένεια και υγεία και απαρνούμενη όλους τους άλλους και να περάσεις μαζί του το υπόλοιπο της ζωής σας; Κατάπιε και προσπάθησε να μη σκέφτεται τον Γκρέγκορι. «Δέχομαι». Είχε δώσει τη συγκατάθεσή της. Άρα, τελείωσε, λοιπόν. Δεν ένιωθε διαφορετικά. Συνέχιζε να είναι η παλιά Λούσι, μόνο που στεκόταν μπροστά σε πολύ περισσότερο κόσμο απ’ όσο θα ήθελε και ο αδελφός της την παρέδιδε στον γαμπρό. Ο ιερέας τοποθέτησε το δεξί της χέρι πάνω στου Χέιζελμπι και απήγγειλε τους όρκους με φωνή δυνατή, σταθερή και καθαρή.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Χωρίστηκαν και ύστερα η Λούσι πήρε το χέρι του. Εγώ, η Λουσίντα Μάργκαρετ Κάθριν… «Εγώ, η Λουσίντα Μάργκαρετ Κάθριν…» …Δέχομαι τον Άρθουρ Φιτζγουίλιαμ Τζορτζ… «…Δέχομαι τον Άρθουρ Φιτζγουίλιαμ Τζορτζ…» Τα είπε. Επανέλαβε τα λόγια του ιερέα, λέξη προς λέξη. Είπε το δικό της κομμάτι, μέχρι το σημείο που έπρεπε να δώσει τον όρκο της στον Χέιζελμπι, ώσπου... Οι πόρτες του παρεκκλησιού άνοιξαν με δύναμη. Γύρισε και κοίταξε. Όλοι γύρισαν και κοίταξαν. Ο Γκρέγκορι. Ω Θεέ μου. Ήταν σαν τρελός. Τόσο λαχανιασμένος, που δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Προχώρησε παραπατώντας, στηριζόμενος στις άκρες των στασιδιών και τον άκουσε να λέει... «Μη». Η καρδιά της Λούσι σταμάτησε. «Μην το κάνεις». Η ανθοδέσμη έπεσε από τα χέρια της. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, να μιλήσει, να κάνει οτιδήποτε. Μόνο στεκόταν εκεί σαν άγαλμα καθώς εκείνος προχωρούσε προς το μέρος της, αγνοώντας τις εκατοντάδες ανθρώπους που είχαν καρφωμένα τα μάτια τους πάνω του. «Μην το κάνεις», είπε πάλι. Και κανένας δεν μιλούσε. Γιατί δεν μιλούσε κανένας; Κάποιος έπρεπε να τρέξει μπροστά, να αρπάξει τον Γκρέγκορι και να τον βγάλει έξω. Κανένας δεν το έκανε όμως. Ήταν ένα θέαμα. Μια θεατρική παράσταση που όλοι ήθελαν να δουν ως το τέλος. Κι ύστερα... Εκεί μπροστά. Εκεί μπροστά σε όλους σταμάτησε. Σταμάτησε. Και είπε: «Σ’ αγαπώ». Η Ερμιόνη δίπλα της μουρμούρισε: «Ω Θεέ μου». Η Λούσι ήθελε να βάλει τα κλάματα. «Σ’ αγαπώ», ξαναείπε και συνέχιζε να περπατά, χωρίς να παίρνει το βλέμμα του από τα μάτια της. «Μην το κάνεις», είπε όταν έφτασε στο ιερό. «Μην τον παντρευτείς». «Γκρέγκορι», ψιθύρισε, «γιατί το κάνεις αυτό;» «Σ’ αγαπώ», είπε λες και δεν θα μπορούσε να υπάρχει άλλη εξήγηση. Έπνιξε έναν μικρό αναστεναγμό στον λαιμό της. Δάκρυα έκαιγαν τα μάτια της και το

******ebook converter DEMO Watermarks*******


κορμί της σφίχτηκε ολόκληρο. Σφίχτηκε και πάγωσε. Ένα μικρό αεράκι, μια ελάχιστη πνοή θα μπορούσε να τη ρίξει κάτω. Και το μόνο που σκεφτόταν ήταν Γιατί; Και Όχι. Και Σε παρακαλώ. Και... Ω Θεέ μου, ο λόρδος Χέιζελμπι! Κοίταξε τον γαμπρό, που βρέθηκε υποβιβασμένος σε δεύτερο ρόλο. Στεκόταν σιωπηλός όλη αυτή την ώρα και παρακολουθούσε με ενδιαφέρον το δράμα που ξεδιπλωνόταν μπροστά του, όπως και το υπόλοιπο κοινό. Τον ρώτησε με το βλέμμα της τι να κάνει, αλλά εκείνος κούνησε απλώς το κεφάλι. Ήταν μια πολύ μικρή κίνηση, πολύ αμυδρή για να την προσέξει άλλος, όμως εκείνη την είδε και κατάλαβε τι σημαίνει. Από σένα εξαρτάται. Στράφηκε πάλι στον Γκρέγκορι. Τα μάτια του έκαιγαν όπως γονάτισε. Μη, προσπάθησε να πει η Λούσι, αλλά δεν κατάφερε να κουνήσει τα χείλη της. Δεν κατάφερε να βρει τη φωνή της. «Παντρέψου με», είπε ο Γκρέγκορι και τον ένιωσε μέσα από τη φωνή του. Η φωνή του τυλίχτηκε γύρω από το σώμα της, τη φίλησε και την αγκάλιασε. «Παντρέψου εμένα». Πόσο το ήθελε, μα τον Θεό. Πόσο ήθελε να γονατίσει και να πάρει το πρόσωπό του στα χέρια της. Ήθελε να τον φιλήσει, να διακηρύξει τον έρωτά της για κείνον – εδώ, μπροστά σε όλους όσους γνώριζε και όσους θα γνώριζε ποτέ. Ωστόσο, όλα αυτά τα ήθελε από χτες κι από προχτές. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ο κόσμος της είχε γίνει πιο δημόσιος, αλλά δεν είχε αλλάξει. Ο πατέρας της συνέχιζε να είναι προδότης. Η οικογένειά της συνέχιζε να είναι θύμα εκβιασμού. Η μοίρα του αδελφού της και της Ερμιόνης συνέχιζε να βρίσκεται στα χέρια της. Κοίταξε τον Γκρέγκορι, τον λαχταρούσε, λαχταρούσε να είναι μαζί του. «Παντρέψου με», της ψιθύρισε. Τα χείλη της μισάνοιξαν και είπε... «Όχι».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 22 Στο οποίο γίνεται χαμός Άρχισε ο χαμός Ο λόρδος Ντάβενπορτ όρμησε μπροστά όπως επίσης και ο θείος της Λούσι καθώς και ο αδελφός του Γκρέγκορι, που είχε προ ολίγου παραπατήσει στα σκαλοπάτια της εκκλησίας, αφού κυνήγησε τον Γκρέγκορι σε ολόκληρο το Μέιφερ. Ο αδελφός της Λούσι έτρεξε για να απομακρύνει τη Λούσι και την Ερμιόνη από τη συμπλοκή, αλλά ο λόρδος Χέιζελμπι, που παρακολουθούσε τα γεγονότα με τον αέρα περίεργου θεατή, πήρε με ηρεμία τη μνηστή του αγκαζέ και είπε: «Θα τη φροντίσω εγώ». Όσο για τη Λούσι, παραπάτησε προς τα πίσω με το στόμα ανοιχτό όταν ο λόρδος Ντάβενπορτ όρμησε στον Γκρέγκορι, πέφτοντας πάνω του με την κοιλιά σαν... τέλος πάντων, αδύνατον να περιγραφεί. «Τον έπιασα!» φώναξε θριαμβευτικά ο Ντάβενπορτ και αμέσως μετά δέχτηκε ένα γερό χτύπημα από το τσαντάκι της Υακίνθης Σεντ Κλερ. Η Λούσι έκλεισε τα μάτια της. «Δεν τον είχες ονειρευτεί έτσι τον γάμο σου, φαντάζομαι», μουρμούρισε ο Χέιζελμπι στο αφτί της. Η Λούσι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, ήταν πολύ μουδιασμένη για οτιδήποτε άλλο. Έπρεπε να βοηθήσει τον Γκρέγκορι. Πραγματικά αυτό θα έπρεπε να κάνει. Ένιωθε, όμως, στραγγισμένη από κάθε ίχνος ενέργειας και ταυτόχρονα δείλιαζε να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του. Τι θα γινόταν αν την απέρριπτε; Τι θα γινόταν αν δεν κατάφερνε να του αντισταθεί; «Ελπίζω πάντως να καταφέρει να πετάξει τον πατέρα μου από πάνω του», συνέχισε ο Χέιζελμπι με ήρεμη φωνή λες και παρακολουθούσε μια μάλλον βαρετή κούρσα αλόγων. «Ο άνθρωπος ζυγίζει εκατόν τριάντα κιλά κι ας μην το παραδέχεται». Η Λούσι γύρισε και τον κοίταξε, αδυνατώντας να πιστέψει πόσο ήρεμος ήταν μέσα σε αυτό το χάος που είχε δημιουργηθεί μέσα στην εκκλησία. Ακόμα και ο πρωθυπουργός προσπαθούσε να προστατευτεί από μια ευτραφή κυρία που φορούσε ένα περίπλοκο καπέλο με ψεύτικα φρούτα και κοπανούσε όποιον τύχαινε να περάσει από κοντά της. «Δεν νομίζω πως βλέπει», είπε ο Χέιζελμπι, ακολουθώντας το βλέμμα της Λούσι.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Έχουν πέσει μπροστά τα σταφύλια». Μα τι είδους άντρα είχε... ω Θεέ μου, τον είχε όντως παντρευτεί άραγε; Κάτι είχαν συμφωνήσει, γι’ αυτό ήταν σίγουρη, αλλά δεν είχαν ανακηρυχθεί ακόμα αντρόγυνο. Όπως και να ’χε, ο Χέιζελμπι ήταν αλλόκοτα γαλήνιος, δεδομένων των γεγονότων της μέρας. «Γιατί δεν είπες τίποτα;» τον ρώτησε η Λούσι. Γύρισε και την κοίταξε με περιέργεια. «Εννοείς όσο σου εξομολογούνταν τον έρωτά του ο κύριος Μπρίτζερτον;» Όχι, όσο μας έπαιρνε τα αφτιά ο παπάς περί ιερότητας του γάμου, ήθελε να του πει απότομα. Αντί γι’ αυτό, έγνεψε καταφατικά. Ο Χέιζελμπι έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Υποθέτω πως ήθελα να δω τι θα έκανες». Τον κοίταξε καχύποπτα. Δηλαδή τι θα είχε κάνει αν είχε πει ναι; «Παρεμπιπτόντως, τιμή μου», είπε ο Χέιζελμπι. «Θα είμαι καλός μαζί σου. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς από αυτή την άποψη». Η Λούσι, όμως, δεν μπορούσε να μιλήσει. Ο λόρδος Ντάβενπορτ είχε απομακρυνθεί από τον Γκρέγκορι και, παρόλο που κάποιος άλλος κύριος που δεν αναγνώριζε προσπαθούσε να τον συγκρατήσει, εκείνος πάσχιζε να την πλησιάσει. «Σε παρακαλώ», ψιθύρισε, αν και κανείς δεν μπορούσε να την ακούσει, ούτε καν ο Χέιζελμπι, που κατέβηκε να βοηθήσει τον πρωθυπουργό. «Σε παρακαλώ, μη». Ο Γκρέγκορι, όμως, ήταν ασταμάτητος και, παρά τους δύο άντρες που τον τραβολογούσαν, έναν φίλο κι έναν αντίπαλο, κατάφερε να φτάσει στα σκαλοπάτια. Σήκωσε το πρόσωπό του και το βλέμμα του την κατακεραύνωσε. Ήταν ωμό, γεμάτο αγωνία και απορία κι η Λούσι σχεδόν παραπάτησε από τον κρυμμένο πόνο που διέκρινε μέσα του. «Γιατί;» απαίτησε να μάθει ο Γκρέγκορι. Η Λούσι άρχισε να τρέμει σύγκορμη. Μπορούσε να του πει ψέματα; Μπορούσε να το κάνει; Εδώ, μέσα σε μια εκκλησία, αφότου τον είχε πληγώσει με τον πιο προσωπικό και τον πιο δημόσιο τρόπο που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. «Γιατί;» «Επειδή έπρεπε να το κάνω», ψιθύρισε η Λούσι. Στα μάτια του άστραψε κάτι – ήταν απογοήτευση; Όχι. Ελπίδα; Όχι, ούτε αυτό. Ήταν κάτι άλλο. Κάτι που δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακριβώς. Άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, να ρωτήσει κάτι, αλλά εκείνη τη στιγμή οι δυο άντρες που τον κρατούσαν έγιναν τρεις και όλοι μαζί κατάφεραν να τον βγάλουν από την εκκλησία. Η Λούσι τύλιξε τα χέρια γύρω από το σώμα της, αδυνατώντας να σταθεί όρθια

******ebook converter DEMO Watermarks*******


καθώς τους έβλεπε να τον σέρνουν έξω. «Πώς μπόρεσες;» Γύρισε. Η Υακίνθη Σεντ Κλερ είχε γλιστρήσει πίσω της και την αγριοκοίταζε λες και ήταν ο διάβολος προσωποποιημένος. «Δεν καταλαβαίνεις», είπε η Λούσι. Τα μάτια της Υακίνθης, όμως, έβγαζαν φωτιές από την οργή. «Είσαι αδύναμη», είπε συριστικά. «Δεν σου αξίζει». Η Λούσι κούνησε το κεφάλι. Δεν ήταν κι η ίδια σίγουρη αν συμφωνούσε ή διαφωνούσε μαζί της. «Ελπίζω να...» «Υακίνθη!» Το βλέμμα της Λούσι τινάχτηκε από την άλλη μεριά. Μια άλλη γυναίκα είχε πλησιάσει. Ήταν η μητέρα του Γκρέγκορι. Είχαν συστηθεί στη δεξίωση της Οικίας Χέιστινγκς. «Αρκετά», είπε αυστηρά. Η Λούσι ξεροκατάπιε και ανοιγόκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να σταματήσει τα δάκρυα. Η λαίδη Μπρίτζερτον στράφηκε προς το μέρος της. «Να μας συγχωρείτε», είπε τραβώντας μακριά την κόρη της. Η Λούσι τις παρακολούθησε να φεύγουν, έχοντας την παράξενη αίσθηση πως όλα αυτά συνέβαιναν σε κάποιον άλλο. Ότι ήταν όλα ένα όνειρο, ένας εφιάλτης, ίσως μια σκηνή από φλογερό μυθιστόρημα. Ίσως ολόκληρη η ζωή της να ήταν το αποκύημα της φαντασίας κάποιου άλλου. Ίσως αν έκλεινε απλώς τα μάτια... «Να συνεχίσουμε;» Η Λούσι ξεροκατάπιε. Ήταν ο λόρδος Χέι​ζελμπι. Ο πατέρας του βρισκόταν στο πλάι του, εκφράζοντας το ίδιο συναίσθημα, αλλά με πολύ λιγότερο κομψά λόγια. Η Λούσι έγνεψε καταφατικά. «Καλώς», μούγκρισε ο Ντάβενπορτ. «Είσαι λογικό κορίτσι». Η Λούσι αναρωτήθηκε για την αξία της φιλοφρόνησης του λόρδου Ντάβενπορτ. Σίγουρα δεν εννοούσε κάτι καλό. Κι όμως τον άφησε να την οδηγήσει και πάλι στο ιερό. Στάθηκε εκεί, μπροστά στους μισούς καλεσμένους που είχαν επιλέξει να μην παρακολουθήσουν το θέαμα που διαδραματιζόταν απ’ έξω. Και παντρεύτηκε τον Χέιζελμπι. «Μα τι σου πέρασε από το μυαλό;» Ο Γκρέγκορι χρειάστηκε λίγη ώρα για να καταλάβει ότι η μητέρα του είχε απευθύνει την ερώτηση στον Κόλιν και όχι στον ίδιο. Βρίσκονταν μέσα στην άμαξα της μητέρας του, όπου τον είχαν σύρει όταν έφυγαν από την εκκλησία. Ο Γκρέγκορι δεν ήξερε πού

******ebook converter DEMO Watermarks*******


πήγαιναν. Μάλλον έκαναν άσκοπους γύρους. Οπουδήποτε, εκτός από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. «Προσπάθησα να τον σταματήσω», διαμαρτυρήθηκε ο Κόλιν. Δεν είχαν ξαναδεί ποτέ τη Βάιολετ Μπρίτζερτον τόσο θυμωμένη. «Προφανώς δεν προσπάθησες αρκετά». «Έχεις ιδέα πόσο γρήγορα τρέχει;» «Πολύ γρήγορα», επιβεβαίωσε η Υακίνθη χωρίς να τους κοιτάξει. Ήταν καθισμένη διαγώνια απέναντι στον Γκρέγκορι και κοιτούσε θυμωμένη έξω από το παράθυρο. Ο Γκρέγκορι δεν είπε τίποτα. «Ω Γκρέγκορι», αναστέναξε η Βάιολετ. «Καημένο μου παιδί». «Θα αναγκαστείς να φύγεις από την πόλη», είπε η Υακίνθη. «Έχει δίκιο», συμφώνησε η μητέρα. «Δεν γίνεται διαφορετικά». Ο Γκρέγκορι δεν είπε τίποτα. Τι εννοούσε η Λούσι όταν είπε «Επειδή έπρεπε να το κάνω;». Τι εννοούσε με αυτό; «Δεν θα την καλέσω ποτέ στο σπίτι μου», γρύλισε η Υακίνθη. «Θα γίνει κόμησσα», της υπενθύμισε ο Κόλιν. «Δεν με νοιάζει και βασίλισσα να γίνει». «Υακίνθη!» επενέβη η μητέρα. «Έτσι ακριβώς», ξέσπασε η Υακίνθη. «Κανείς δεν έχει το δικαίω​​μα να φέρεται με αυτόν τον τρόπο στον αδελφό μου. Κανείς!» Η Βάιολετ και ο Κόλιν την κοιτούσαν. Ο Κόλιν διασκεδάζοντας. Η Βάιολετ ανησυχώντας. «Θα την καταστρέψω», συνέχισε η Υακίνθη. «Όχι», είπε ο Γκρέγκορι χαμηλόφωνα, «δεν θα το κάνεις». Οι υπόλοιποι σώπασαν και ο Γκρέγκορι υποπτεύτηκε ότι δεν είχαν αντιληφθεί, ως τη στιγμή που μίλησε, πως εκείνος δεν είχε πάρει μέρος στη συζήτηση. «Θα την αφήσεις ήσυχη», είπε. Η Υακίνθη έτριξε τα δόντια. Έφερε το βλέμμα του πάνω στο δικό της. Ήταν σκληρό και αποφασιστικό. «Και αν συναντηθούν ποτέ οι δρόμοι σας», συνέχισε, «θα είσαι καλή κι ευγενική μαζί της. Με καταλαβαίνεις;» Η Υακίνθη δεν είπε τίποτα. «Με καταλαβαίνεις;» ούρλιαξε. Η οικογένεια τον κοίταξε σοκαρισμένη. Δεν είχε ξαναχάσει ποτέ την ψυχραιμία του. Ποτέ. Και τότε η Υακίνθη, που δεν διέθετε ιδιαίτερη διακριτικότητα, είπε: «Η αλήθεια είναι πως όχι».

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Ορίστε;» είπε ο Γκρέγκορι με φωνή που έσταζε πάγο, την ίδια στιγμή που ο Κόλιν στράφηκε στην αδελφή του και είπε μέσα από τα δόντια του: «Βούλωσ’ το». «Δεν σε καταλαβαίνω», συνέχισε, χώνοντας μια αγκωνιά στα πλευρά του Κόλιν. «Πώς είναι δυνατόν να τη συμπονάς; Αν είχε συμβεί το ίδιο σ’ εμένα, εσύ δεν θα...» «Δεν συνέβη σ’ εσένα», είπε απότομα ο Γκρέγκορι. «Και δεν την ξέρεις. Δεν ξέρεις τον λόγο που φέρθηκε έτσι». «Εσύ τον ξέρεις;» ρώτησε η Υακίνθη. Δεν τον ήξερε. Κι αυτό τον είχε διαλύσει. «Μην είσαι εκδικητική, Υακίνθη», είπε απαλά η μητέρα της. Η Υακίνθη ακούμπησε πίσω την πλάτη της. Έδειχνε έξαλλη, αλλά κράτησε το στόμα της κλειστό. «Θα μπορούσες να μείνεις με τον Μπένεντικτ και τη Σόφι στο Γουιλτσάιρ», πρότεινε η Βάιολετ. «Νομίζω πως ο Άντονι με την Κέιτ σκοπεύουν να έρθουν σύντομα στο Λονδίνο, οπότε δεν μπορείς να πας στο Όμπρεϊ Χολ, αν και είμαι σίγουρη πως δεν θα είχαν πρόβλημα να μείνεις εκεί και χωρίς να είναι οι ίδιοι παρόντες». Ο Γκρέγκορι απλώς κοίταζε έξω από το παράθυρο. Δεν ήθελε να πάει στην επαρχία. «Θα μπορούσες να ταξιδέψεις», είπε ο Κόλιν. «Η Ιταλία είναι πολύ ευχάριστη αυτή την εποχή. Δεν έχεις πάει εκεί, έτσι δεν είναι;» Ο Γκρέγκορι κούνησε αρνητικά το κεφάλι, χωρίς να ακούει πραγματικά. Δεν ήθελε να πάει στην Ιταλία. Επειδή έπρεπε να το κάνω, είχε πει η Λούσι. Όχι επειδή το ήθελε. Όχι επειδή ήταν λογικό. Επειδή έπρεπε. Τι εννοούσε; Την είχαν αναγκάσει; Την είχαν εκβιάσει; Τι θα μπορούσε να έχει κάνει για να την εκβιάζουν; «Θα ήταν πολύ δύσκολο να μην προχωρήσει με τον γάμο», είπε ξαφνικά η Βάιολετ, ακουμπώντας τρυφερά το χέρι της πάνω στο μπράτσο του. «Κανείς δεν θα ήθελε να κάνει εχθρό του τον λόρδο Ντάβενπορτ. Εκεί, μέσα στην εκκλησία, με όλο τον κόσμο να κοιτάζει… Ε», είπε αναστενάζοντας με κατανόηση, «θα έπρεπε να ήταν κανείς εξαιρετικά γενναίος. Και δυνατός». Έκανε μια μικρή παύση, κουνώντας το κεφάλι. «Και προετοιμασμένος». «Προετοιμασμένος;» ρώτησε ο Κόλιν. «Για όσα θα ακολουθούσαν», εξήγησε η Βάιολετ. «Το σκάνδαλο θα ήταν τεράστιο». «Το σκάνδαλο είναι ήδη τεράστιο», μουρμούρισε ο Γκρέγκορι. «Ναι, αλλά όχι τόσο όσο θα ήταν αν έλεγε ναι», είπε η μητέρα του. «Δεν είμαι φυσικά χαρούμενη για το αποτέλεσμα. Ξέρεις ότι το μόνο που επιθυμώ για σένα είναι να είσαι ευτυχισμένος. Η επιλογή που έκανε, όμως, θα δημιουργήσει θετικές

******ebook converter DEMO Watermarks*******


εντυπώσεις. Θα θεωρηθεί λογική κοπέλα». Ο Γκρέγκορι ένιωσε ένα πικρό χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη του. «Κι εγώ ένας ερωτοχτυπημένος ανόητος». Κανείς δεν τον αντέκρουσε. Μετά από μια στιγμή, η μητέρα του είπε: «Θα έλεγα ότι το διαχειρίζεσαι αρκετά καλά όλο αυτό». Πραγματικά. «Θα περίμενα πως...» Σταμάτησε. «Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία τι θα περίμενα. Έτσι είναι τα πράγματα». «Όχι», είπε ο Γκρέγκορι και γύρισε απότομα να την κοιτάξει. «Τι θα περίμενες, δηλαδή; Πώς θα έπρεπε να είμαι;» «Το θέμα δεν είναι πώς θα έπρεπε», είπε η μητέρα του, φανερά ξαφνιασμένη από τις απρόσμενες ερωτήσεις του. «Απλώς περίμενα πως θα ήσουν πιο… θυμωμένος». Την κοίταξε ώρα πολλή κι ύστερα επέστρεψε το βλέμμα του στο παράθυρο. Βρίσκονταν στην οδό Πικαντίλι με κατεύθυνση δυτικά προς το Χάιντ Παρκ. Γιατί δεν ήταν άραγε πιο θυμωμένος; Γιατί δεν βύθιζε τη γροθιά του μέσα στον τοίχο; Από την εκκλησία, χρειάστηκε να τον σύρουν με τη βία και να τον σπρώξουν μέσα στην άμαξα, αλλά, όταν όλα τέλειωσαν, τον κατέλαβε μια αλλόκοτη, σχεδόν μεταφυσική ηρεμία. Κι ύστερα στο μυαλό του αντηχούσε εκείνο που είχε πει η μητέρα του. «Ξέρεις πως το μόνο που επιθυμώ για σένα είναι να είσαι ευτυχισμένος». Να είναι ευτυχισμένος. Η Λούσι τον αγαπούσε. Ήταν βέβαιος. Το είχε δει στα μάτια της ακόμα και τη στιγμή που τον αρνούνταν. Το ήξερε γιατί του το είχε πει κι εκείνη δεν έλεγε ψέματα για τέτοια πράγματα. Το είχε νιώσει στον τρόπο που τον είχε φιλήσει και στη θέρμη της αγκαλιάς της. Τον αγαπούσε. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που την ανάγκασε να προχωρήσει στον γάμο με τον Χέιζελμπι ήταν μεγαλύτερο από κείνη. Πιο δυνατό. Χρειαζόταν τη βοήθειά του. «Γκρέγκορι;» ρώτησε σιγανά η μητέρα του. Γύρισε. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. «Τινάχτηκες καθώς καθόσουν», είπε η μητέρα του. Τινάχτηκε; Ούτε που το κατάλαβε. Οι αισθήσεις του, όμως, είχαν οξυνθεί και, όταν κοίταξε τα δάχτυλά του, είδε πως ήταν σφιγμένα σε γροθιές. «Σταματήστε την άμαξα». Όλοι γύρισαν και τον κοίταξαν. Ακόμα και η Υακίνθη, που όλη αυτή την ώρα κοιτούσε αγριεμένη έξω από το παράθυρο. «Σταματήστε την άμαξα», ξαναείπε. «Γιατί;» ρώτησε η μητέρα του με φανερή καχυποψία.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


«Χρειάζομαι αέρα», απάντησε και δεν ήταν καν ψέμα. Ο Κόλιν χτύπησε το τοίχωμα της άμαξας. «Θα έρθω κι εγώ να περπατήσω μαζί σου». «Όχι. Προτιμώ να είμαι μόνος». Τα μάτια της μητέρας του άνοιξαν διάπλατα. «Γκρέγκορι… Δεν σκοπεύεις να…» «Να μπουκάρω στην εκκλησία;» ολοκλήρωσε για κείνη. Ακούμπησε την πλάτη του πίσω και της χάρισε ένα ανέμελο χαμόγελο. «Νομίζω πως γελοιοποιήθηκα αρκετά για σήμερα, τι λες;» «Θα έχει τελειώσει τώρα ο γάμος, έτσι κι αλλιώς», σχολίασε η Υακίνθη. Ο Γκρέγκορι αντιστάθηκε στην επιθυμία να αγριοκοιτάξει την αδελφή του, που δεν έχανε ευκαιρία να τον τσιγκλήσει, να τον σουβλίσει, να τον στραμπουλήξει. «Ακριβώς», απάντησε. «Θα ένιωθα καλύτερα αν δεν ήσουν μόνος», είπε η Βάιολετ, αλλά τα γαλανά της μάτια ήταν ακόμα γεμάτα ανησυχία. «Άσ’ τον να φύγει», είπε σιγανά ο Κόλιν. Ο Γκρέγκορι γύρισε και κοίταξε έκπληκτος τον αδελφό του. Δεν περίμενε να τον υποστηρίξει. «Μεγάλος άντρας είναι πια», πρόσθεσε ο Κόλιν. «Μπορεί να πάρει τις δικές του αποφάσεις». Ακόμα και η Υακίνθη δεν προσπάθησε να τον αντικρούσει. Η άμαξα είχε ήδη σταματήσει κι ο οδηγός περίμενε έξω από την πόρτα. Μετά από ένα νεύμα του Κόλιν, την άνοιξε. «Μακάρι να μην έφευγες», είπε η Βάιολετ. Ο Γκρέγκορι τη φίλησε στο μάγουλο. «Χρειάζομαι λίγο αέρα», είπε. «Αυτό είναι όλο». Πήδηξε κάτω, αλλά πριν προλάβει να κλείσει την πόρτα ο Κόλιν έσκυψε προς τα έξω. «Μην κάνεις καμιά χαζομάρα», του είπε σιγανά. «Δεν θα κάνω χαζομάρα», του υποσχέθηκε ο Γκρέγκορι, «μόνο ό,τι χρειάζεται». Είδε σε ποια περιοχή βρισκόταν κι ύστερα, βλέποντας ότι η άμαξα της μητέρας του δεν είχε μετακινηθεί, άρχισε επίτηδες να περπατάει νότια. Μακριά από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Μόλις έφτασε, όμως, στον επόμενο δρόμο, άλλαξε κατεύθυνση. Κι άρχισε να τρέχει.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Κεφάλαιο 23 Στο οποίο ο ήρωάς μας διακινδυνεύει τα πάντα Ξανά Στα δέκα χρόνια της κηδεμονίας του, η Λούσι δεν είχε δει ποτέ τον θείο της να οργανώνει δεξίωση. Δεν έβλεπε με συμπάθεια τα περιττά έξοδα – και για την ακρίβεια, τίποτα δεν έβλεπε με συμπάθεια. Γι’ αυτόν τον λόγο, η Λούσι κοιτούσε με κάποια καχυποψία την πανάκριβη δεξίωση που οργανώθηκε για χάρη της στην Οικία Φένσγουορθ, μετά την τελετή του γάμου. Σίγουρα είχε επιμείνει ο λόρδος Ντάβενπορτ. Ο θείος Ρόμπερτ θα ήταν ευχαριστημένος να κεράσει κεκάκια έξω από την εκκλησία και να ξεμπερδεύει. Αλλά όχι, ο γάμος έπρεπε να είναι ένα γεγονός, με την πιο ακραία εκδοχή του όρου, κι έτσι όταν τελείωσε η τελετή άρπαξαν τη Λούσι και την πήγαν στο εντός-ολίγουπρώην-σπίτι της, δίνοντάς της ελάχιστο χρόνο στο εντός-ολίγου-πρώην-υπνοδωμάτιό της ώστε να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της, πριν την καλέσουν κάτω για να υποδεχθεί τους καλεσμένους της. Ήταν αξιοσημείωτο, σκεφτόταν καθώς έγνεφε και δεχόταν τα συγχαρητήρια των καλεσμένων, πόσο καλά ήξερε η υψηλή κοινωνία να παριστάνει ότι δεν είχε συμβεί τίποτα. Ω, αύριο δεν θα μιλούσαν για τίποτε άλλο και το πιο πιθανό ήταν πως θα αποτελούσε το κύριο θέμα συζήτησης για τους επόμενους μήνες. Και ήταν βέβαιο πως για τον επόμενο χρόνο, δεν υπήρχε περίπτωση να αναφερθεί το όνομά της χωρίς να προσθέτουν: «Ξέρεις ποια. Εκείνη με τον γάμο». Το οποίο σίγουρα θα ακολουθούσε το: «Ααα, αυτή εννοείς». Τώρα, όμως, μπροστά της, έλεγαν μόνο «Να ζήσετε και να ευτυχήσετε» και «Τι πανέμορφη νυφούλα που είσαι». Και κάποιοι πονηροί και τολμηροί: «Υπέροχη τελετή, λαίδη Χέιζελμπι». Λαίδη Χέιζελμπι. Το επανέλαβε μέσα της μερικές φορές. Τώρα ήταν η λαίδη Χέιζελμπι. Θα μπορούσε να είναι κυρία Μπρίτζερτον. Ή η λαίδη Λουσίντα Μπρίτζερτον, καθώς δεν ήταν υποχρεω​μένη να αφήσει τον τίτλο της, αν παντρευόταν κάποιον χωρίς τίτλο. Ήταν ωραίο όνομα, ίσως όχι τόσο αριστοκρατικό όσο το λαίδη Χέιζελμπι και σίγουρα δεν συγκρινόταν με το κόμησσα του Ντάβενπορτ, ωστόσο... Ξεροκατάπιε χωρίς να καταφέρει να σβήσει το χαμόγελο που είχε στολίσει το πρόσωπό της πριν από λίγα λεπτά.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Θα της άρεσε να γίνει η λαίδη Λουσίντα Μπρίτζερτον. Της άρεσε η λαίδη Λουσίντα Μπρίτζερτον. Ήταν χαρούμενος άνθρωπος, χαμογελούσε εύκολα και είχε μια ζωή γεμάτη και ολοκληρωμένη. Είχε έναν σκύλο, ίσως και δύο και πολλά παιδιά. Το σπιτικό της ήταν ζεστό και φιλόξενο, έπινε τσάι με τις φιλενάδες της και γελούσε. Η λαίδη Λουσίντα Μπρίτζερτον γελούσε. Δεν θα γινόταν ποτέ, όμως, αυτή η γυναίκα. Είχε παντρευτεί τον λόρδο Χέιζελμπι και τώρα ήταν σύζυγός του και, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να φανταστεί πού θα την οδηγούσε η ζωή. Δεν ήξερε τι σήμαινε να είναι η λαίδη Χέιζελμπι. Η δεξίωση κυλούσε ομαλά και η Λούσι χόρεψε τον απαραίτητο χορό με τον νέο της σύζυγο, ο οποίος ήταν καλός χορευτής, όπως διαπίστωσε με ανακούφιση. Ύστερα χόρεψε με τον αδελφό της, ο οποίος την έκανε σχεδόν να κλάψει, κι ύστερα με τον θείο της επειδή έτσι έπρεπε. «Έκανες το σωστό, Λούσι», είπε ο θείος. Εκείνη δεν είπε τίποτα. Δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της να μιλήσει. «Είμαι περήφανος για σένα». Η Λούσι παραλίγο να γελάσει. «Ποτέ δεν ήσαστε περήφανος για μένα». «Τώρα είμαι». Παρατήρησε πως ο θείος δεν αρνήθηκε αυτό που του είπε. Ο θείος την επέστρεψε στην άκρη της αίθουσας του χορού και ύστερα –ω Θεέ μου– έπρεπε να χορέψει με τον λόρδο Ντάβενπορτ. Το οποίο και έκανε, γιατί ήξερε το καθήκον της. Εκείνη τη μέρα, ειδικά, το ήξερε το καθήκον της. Τουλάχιστον δεν ήταν αναγκασμένη να μιλάει. Ο λόρδος Ντάβενπορτ ήταν εξαιρετικά εκδηλωτικός και μιλούσε και για τους δυο. Ήταν κατενθουσιασμένος με τη Λούσι. Πρόσφερε εξαιρετικό πλεονέκτημα στην οικογένεια. Και τα λοιπά και τα λοιπά για να καταλάβει η Λούσι ότι κατέστη προσφιλής μέσα του με τον πλέον ανεξίτηλο τρόπο. Διότι δεν συμφώνησε απλώς να παντρευτεί τον αμφιβόλου φήμης γιο του, αλλά επιβεβαίωσε την απόφασή της ενώπιον ολόκληρης της υψηλής κοινωνίας και μάλιστα κατά τη διάρκεια μιας σκηνής που θα άξιζε να παιχτεί στο μεγαλύτερο θέατρο. Η Λούσι έστριψε διακριτικά το κεφάλι της στο πλάι. Όταν ενθουσιαζόταν ο λόρδος Ντάβενπορτ, εκτόξευε σάλια από το στόμα του με ανησυχητική ταχύτητα και ακρίβεια. Πραγματικά, δεν ήταν σίγουρη τι ήταν χειρότερο, η περιφρόνηση του λόρδου Ντάβενπορτ ή η αιώνια ευγνωμοσύνη του. Η Λούσι κατάφερε, ωστόσο, να αποφύγει τον πεθερό της στο μεγαλύτερο μέρος της δεξίωσης. Κατάφερε να αποφύγει σχεδόν όλο τον κόσμο, το οποίο έγινε περιέργως με μεγάλη ευκολία, παρά το ότι ήταν η νύφη. Δεν ήθελε να βλέπει τον λόρδο Ντάβενπορτ, γιατί τον απεχθανόταν, και δεν ήθελε να βλέπει τον θείο της, γιατί υποπτευόταν πως κι

******ebook converter DEMO Watermarks*******


εκείνον τον απεχθανόταν. Δεν ήθελε να βλέπει ούτε τον λόρδο Χέιζελμπι, γιατί την έκανε να σκέφτεται την επικείμενη νύχτα του γάμου της, και δεν ήθελε να δει την Ερμιόνη, γιατί θα της έκανε διάφορες ερωτήσεις κι ύστερα η Λούσι θα έβαζε τα κλάματα. Και δεν ήθελε να δει τον αδελφό της, γιατί θα ήταν σίγουρα με την Ερμιόνη και γιατί, εκτός αυτού, ένιωθε πικραμένη και μετά είχε τύψεις που ένιωθε πικραμένη και ούτω καθεξής. Δεν έφταιγε ο Ρίτσαρντ που ήταν πανευτυχής, ενώ εκείνη δεν ήταν. Όπως και να ’χε πάντως, προτιμούσε να μην τον βλέπει. Υπήρχαν βέβαια και οι καλεσμένοι, άγνωστοι οι περισσότεροι. Και δεν ήθελε να γνωρίσει κανέναν τους. Βρήκε λοιπόν ένα σημείο σε μια γωνιά και μετά από μια δυο ώρες που είχαν μεθύσει όλοι, κανείς δεν πρόσεχε πως η νύφη καθόταν μόνη της. Και μάλιστα κανένας δεν παρατήρησε πως κάποια στιγμή το έσκασε και πήγε στο δωμάτιό της να ξεκουραστεί για λίγο. Δεν ήταν και πολύ ευγενικό να αποφεύγει μια νύφη τον κόσμο στη δεξίωση του γάμου της, αλλά πραγματικά δεν την ένοιαζε εκείνη τη στιγμή. Αν κάποιος πρόσεχε την απουσία της, θα φανταζόταν πως πήγε στην τουαλέτα. Για κάποιο λόγο, ένιωθε πως έπρεπε να είναι μόνη εκείνη τη μέρα. Ανέβηκε από την πίσω σκάλα για να μη συναντήσει τυχαία κάποιον καλεσμένο και με έναν αναστεναγμό ανακούφισης μπήκε στο δωμάτιό της και έκλεισε την πόρτα. Έγειρε πάνω στην κλειστή πόρτα και ξεφύσησε μέχρι να νιώσει πως δεν είχε μείνει τίποτα πια μέσα της. Και σκέφτηκε: Τώρα μπορώ να κλάψω. Ήθελε να κλάψει. Πραγματικά, ήθελε. Ένιωθε πως κρατιόταν ώρες ολόκληρες να μην κλάψει, περιμένοντας μια ιδιωτική στιγμή. Τα δάκρυα, όμως, δεν έρχονταν. Ήταν υπερβολικά μουδιασμένη, παραζαλισμένη από τα συμβάντα των τελευταίων είκοσι τεσσάρων ωρών. Κι έμεινε εκεί όρθια να κοιτάζει το κρεβάτι της. Και να θυμάται. Εκεί δεν ήταν ξαπλωμένη, μόλις δώδεκα ώρες πριν, χωμένη στην αγκαλιά του; Ένιωθε λες κι είχαν περάσει χρόνια. Λες κι η ζωή της είχε κοπεί προσεκτικά στα δύο και τώρα βρισκόταν στο μετά. Έκλεισε τα μάτια της. Ίσως, αν δεν κοίταζε το κρεβάτι, να μην τα σκεφτόταν όλα αυτά. Ίσως αν... «Λούσι». Πάγωσε. Όχι, Θεέ μου. «Λούσι». Άνοιξε αργά τα μάτια της. Και ψιθύρισε: «Γκρέγκορι;» Είχε τα χάλια του, ανεμοδαρμένος και βρόμικος όπως μετά από μια τρελή διαδρομή πάνω στο άλογο. Πρέπει να είχε μπει κρυφά όπως την περασμένη νύχτα. Την περίμενε.

******ebook converter DEMO Watermarks*******


Άνοιξε το στόμα της, προσπάθησε να μιλήσει. «Λούσι», είπε πάλι κι η φωνή του κύλησε μέσα της και την έλιωσε. Ξεροκατάπιε. «Γιατί είσαι εδώ;» Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της κι η καρδιά της σκίρτησε. Το πρόσωπό του ήταν τόσο όμορφο, τόσο αγαπημένο και τόσο υπέροχα οικείο. Γνώριζε την κλίση των ζυγωματικών του, την ακριβή απόχρωση των ματιών του, το καστανό κοντά στην ίριδα που έλιωνε σε πράσινο κοντά στην άκρη. Και το στόμα του... το γνώριζε αυτό το στόμα, την όψη, την υφή του. Γνώριζε το χαμόγελό του, το συνοφρύωμα, γνώριζε και... Γνώριζε υπερβολικά πολλά. «Δεν θα έπρεπε να βρίσκεσαι εδώ», είπε και η ένταση στη φωνή της ερχόταν σε αντίθεση με την ακινησία της στάσης της. Έκανε άλλο ένα βήμα προς το μέρος της. Δεν υπήρχε θυμός στα μάτια του κι αυτό της φάνηκε παράξενο. Ο τρόπος, όμως, που την κοιτούσε ήταν καυτός, κτητικός. Δεν θα ’πρεπε μια παντρεμένη γυναίκα να επιτρέπει να την κοιτάζει άλλος έτσι, εκτός από τον άντρα της. «Έπρεπε να μάθω το γιατί», είπε. «Δεν μπορούσα να σε αφήσω να φύγεις. Όχι πριν μάθω το γιατί». «Σε παρακαλώ», ψιθύρισε. «Σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό». Σε παρακαλώ, μη με κάνεις να το μετανιώσω. Μη με κάνεις να σε λαχταράω, να ελπίζω και να αναρωτιέμαι. Αγκάλιασε με τα χέρια της τους ώμους της σφιχτά λες κι ήθελε να εξαφανιστεί. Για να μη βλέπει, να μην ακούει. Να είναι μόνη και να... «Λούσι...» «Μη», είπε πάλι, απότομα αυτή τη φορά. Μη. Μη με κάνεις πάλι να πιστέψω στην αγάπη. Εκείνος όμως πλησίασε ακόμα περισσότερο. Αργά αλλά χωρίς δισταγμό. «Λούσι», είπε με θερμή και σταθερή φωνή. «Πες μου απλώς γιατί. Αυτό ζητάω μόνο. Θα φύγω και θα σου υποσχεθώ πως δεν θα σε ξαναπλησ