Page 1


εlizabeth hoyt Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΟΡΑΚΙ Μετάφραση: Iωάννα Παπαγεωργίου Εκδοσεις Εlxis


Τίτλος πρωτοτύπου: The raven prince Nancy M. Finney Copyright © 2006 by Nancy M. Finney / Published by arrangement with Grand Central Publishing, New York, USA & O.A. Literary Agency Ltd. / © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2019 Οι Εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τους Grand Central Publishing, New York, USA & O.A. Literary Agency Ltd. ISBN: 978-618-5394-20-2 πρώτη ηλεκτρονική έκδοση: Μάιος 2019 Μετάφραση: Ιωάννα Παπαγεωργίου / επιμελεια – διορθωση: Μαρία Μπανούση / σχεδιασμός εξωφυλλου ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Ελένη Οικονόμου Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis: Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 info@elxisbooks.gr


Για τον άντρα μου Φρεντ, τη δική μου τάρτα με άγρια βατόμουρα, γλυκιά και πάντα απολαυστική.


Κεφάλαιο Ένα Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα πολύ μακρινή, ζούσε ένας φτωχός άρχοντας με τις τρεις κόρες του… Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

ΛΙΤΛ ΜΠΆΤΛΦΟΡΝΤ, ΑΓΓΛΊΑ ΜΆΡΤΙΟΣ 1760

Ο συνδυασμός ενός αλόγου που καλπάζει τρομακτικά γρήγορα, ενός λασπωμένου χωματόδρομου, και μάλιστα με στροφή και μιας κυρίας που περπατά στην άκρη αυτού του δρόμου δεν μπορεί να είναι ποτέ καλός. Ακόμα και κάτω από τις καλύτερες συνθήκες, οι πιθανότητες θετικής κατάληξης είναι πραγματικά ελάχιστες. Αλλά αν κάποιος προσθέσει στο παραπάνω μείγμα κι έναν σκύλο –έναν πολύ μεγάλο σκύλο–, τότε η καταστροφή είναι απλώς εγγυημένη, σκέφτηκε η Άννα Ρεν. Το εν λόγω άλογο έκανε στο πλάι καθώς είδε ξαφνικά την Άννα μπροστά του. Το μαστίφ που έτρεχε δίπλα του τρόμαξε και βρέθηκε κάτω από τη μύτη του αλόγου, το οποίο με τη σειρά του ταράχτηκε και ανασηκώθηκε προς τα πίσω. Οι τεράστιες οπλές του βρέθηκαν ξαφνικά στον αέρα. Και φυσικά ο πανύψηλος αναβάτης του αλόγου εκσφενδονίστηκε από τη θέση του. Ο άντρας έπεσε ακριβώς μπροστά της με πάταγο, σαν πουλί που το πυροβόλησε κυνηγός, αλλά με πολύ λιγότερη χάρη. Τα μακριά άκρα του τινάχτηκαν σαν άψυχα στον αέρα, έχασε το μαστίγιο και το τρίκοχο καπέλο του και μετά από μια σύντομη παραμονή στο κενό, προσγειώθηκε πανηγυρικά σε μια λακκούβα γεμάτη λάσπη. Ένα τεράστιο κύμα από λασπόνερα σηκώθηκε απειλητικά και έλουσε στην κυριολεξία την Άννα, από την κορυφή ως τα νύχια. Όλοι, συμπεριλαμβανομένου και του σκύλου, πάγωσαν για μερικά δευτερόλεπτα. Ηλίθιε, σκέφτηκε η Άννα, αλλά δεν τόλμησε να το πει. Οι αξιοσέβαστες χήρες μιας κάποιας ηλικίας –τριάντα ενός σε ένα-δυο μήνες– δεν ουρλιάζουν χαρακτηρισμούς σε αγνώστους, όσο εύστοχοι και αν είναι. Όχι. Φυσικά και δεν το κάνουν αυτό. «Ελπίζω να μη χτυπήσατε πολύ από την πτώση σας», είπε τελικά. «Μήπως θέλετε να σας βοηθήσω να σηκωθείτε;» πρότεινε χαμογελώντας προσποιητά στον μουσκεμένο άντρα. Εκείνος, όμως, δεν ανταπέδωσε την ευγένειά της. «Μα τι στο καλό έκανες στη μέση του δρόμου, ανόητη γυναίκα;» Ο άντρας ξεκόλλησε από τη λάσπη και σηκώθηκε στάζοντας από παντού. Την πλησίασε απειλητικά και προσπάθησε να φανεί όσο πιο τρομακτικός και σοβαρός γινόταν, όπως δηλαδή κάνουν όλοι οι άντρες που θέλουν να κρύψουν την ανοησία τους με μια γελοία επιθετικότητα. Η λάσπη που είχε απλωθεί στο πρόσωπό του, σε συνδυασμό με τη γεμάτη σημάδια επιδερμίδα του ήταν ένα μάλλον αηδιαστικό θέαμα. Μακριές και πλούσιες μαύρες βλεφαρίδες πλαισίωναν τα μεγάλα και σκούρα


μάτια του, αλλά αυτό που κυριαρχούσε στο πρόσωπό του ήταν η τεράστια μύτη και το σαγόνι του, που έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τα λεπτά και άχρωμα χείλη του. «Λυπάμαι πολύ», απάντησε η Άννα διατηρώντας ακόμα το παγωμένο της χαμόγελο. «Στον δρόμο αυτό βρίσκομαι γιατί πηγαίνω στο σπίτι μου, αλλά αν ήξερα ότι θα χρειαζόσασταν όλο το φάρδος του…» Η ερώτησή του φυσικά ήταν ρητορική. Ο άντρας της γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε με βαριά, θυμωμένα βήματα, αδιαφορώντας τελείως για τις εξηγήσεις της Άννας. Δεν μπήκε στον κόπο να σηκώσει το μαστίγιο και το καπέλο του, παρά άρχισε να βαδίζει προς το άλογό του, μουρμουρίζοντας βρισιές με μια μονότονη, βαριά φωνή. Ο σκύλος κάθισε στο έδαφος απολαμβάνοντας τη σκηνή. Το άλογο, ένα κοκαλιάρικο ζώο με παράξενα ανοιχτόχρωμα μπαλώματα στο τρίχωμά του, που του έδιναν μια μάλλον παρδαλή όψη, έστρεψε το βλέμμα του και έκανε μερικά πλάγια βήματα, στην προσπάθειά του να αποφύγει τον οργισμένο αναβάτη του. «Μπράβο, ναι. Χόρεψέ μας λίγο… σαν παρθένα που της άγγιξαν για πρώτη φορά το βυζάκι κάνεις, άχρηστο ψωράλογο της συμφοράς», μούγκρισε ο άντρας στο φοβισμένο ζώο. «Έτσι και σε πιάσω στα χέρια μου, θα σου στρίψω το άθλιο λαρύγγι σου, μπάσταρδο καμηλομούλαρο». Το άλογο σήκωσε διερευνητικά τα αφτιά του για να ακούσει καλύτερα τη βαριά, μονότονη φωνή του αναβάτη του, που συνέχιζε να βλαστημά μέσα από τα δόντια του, και έκανε ένα διστακτικό βήμα προς τα εμπρός. Η Άννα λυπήθηκε το άμοιρο ζώο. Η φωνή του αντιπαθητικού αυτού άντρα ήταν σαν φτερό στην πατούσα της: ενοχλητική αλλά και αναπάντεχα δελεαστική. Αναρωτήθηκε αν κάπως έτσι θα ακουγόταν όταν έκανε έρωτα. Φυσικά ήλπιζε πως δεν θα διατηρούσε την ίδια φρασεολογία. Ο άντρας κατάφερε να πλησιάσει αρκετά το άλογό του, ώστε να γραπώσει τα γκέμια. Το ζώο παρέμεινε ακίνητο σαν μαγνητισμένο, ενώ ο αναβάτης του συνέχισε να ξεστομίζει με τον ίδιο μονότονο τρόπο βρισιές και κατάρες. Ύστερα, με μια σχεδόν αβίαστη, αριστοτεχνική κίνηση, ανέβηκε στη σέλα και στάθηκε αγέρωχος πάνω στο άλογο. Τα στιβαρά πόδια του τυλίχτηκαν γύρω από τη ράχη του ζώου, με τους μυς να διαγράφονται ξεκάθαρα στο βρεγμένο παντελόνι. Με μια ελαφριά υπόκλιση του κεφαλιού, ακάλυπτου πια, στράφηκε προς την Άννα. «Καλή σας μέρα, κυρία μου», είπε απρόθυμα. Και χωρίς να της ρίξει δεύτερη ματιά, κάλπασε στην κατηφοριά, με τον σκύλο να τρέχει στο κατόπι του. Και έτσι, μέσα σε μια στιγμή χάθηκε. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα δεν ακουγόταν πια ούτε το ποδοβολητό του αλόγου. Η Άννα έστρεψε το βλέμμα της στο έδαφος. Μέσα στην τεράστια λακκούβα με τη λάσπη βρισκόταν το καλάθι της, με όλο του το περιεχόμενο, τα ψώνια της ημέρας, σκορπισμένο μέσα στα νερά. Πρέπει να της έπεσε όταν προσπάθησε να αποφύγει το άλογο που ερχόταν καταπάνω της. Και τώρα τα έξι αβγά, σπασμένα, με τους κίτρινους κρόκους χυμένους στη λάσπη, έκαναν συντροφιά στη μονόφθαλμη ρέγκα, που λες και την κοιτούσε επικριτικά, οργισμένη για την τόσο ταπεινωτική αυτή κατάληξη. Η Άννα σήκωσε το ψάρι και τίναξε από πάνω του τα λασπόνερα.


Αυτό μάλλον θα μπορούσε να το σώσει. Το γκρίζο φόρεμά της, παρ’ όλα αυτά, έσταζε ακόμα, αν και χρωματικά δεν διέφερε και πολύ από το στρώμα λάσπης που το είχε καλύψει. Προσπάθησε να ξεκολλήσει τις διάφορες στρώσεις του φορέματός της από τα μουσκεμένα πόδια της, αλλά πολύ γρήγορα κατάλαβε πόσο μάταιο ήταν και με έναν αναστεναγμό άφησε το κατεστραμμένο φόρεμα στην ησυχία του. Έστρεψε το βλέμμα της στον δρόμο, παρατηρώντας προς όλες τις κατευθύνσεις. Τα γυμνά κλαδιά των δέντρων χτυπούσαν μεταξύ τους σε κάθε φύσημα του αέρα. Ψυχή δεν υπήρχε τριγύρω. Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεστόμισε την απαγορευμένη λέξη δυνατά, με σιγουριά, με μάρτυρές της μόνο τον Θεό και την αθάνατη ψυχή της: «Μπάσταρδε!». Με το που βγήκε η λέξη από τα χείλη της, η αναπνοή της σταμάτησε και η Άννα στάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα ακίνητη, περιμένοντας έναν κεραυνό να τη χτυπήσει για την απρέπειά της ή έστω να νιώσει μια μικρή ενοχή. Τίποτε από τα δύο δεν συνέβη και σκέφτηκε ότι αυτό και μόνο θα έπρεπε να την ανησυχήσει. Εξάλλου οι κυρίες δεν βρίζουν ποτέ τους κυρίους, όσο μεγάλη και αν είναι η πρόκληση που υπέστησαν. Κι εκείνη ήταν πάνω από όλα μια πραγματική, αξιοσέβαστη κυρία, σωστά; Ώσπου να φτάσει στο σπίτι της και να περάσει το κατώφλι, η φούστα της είχε στεγνώσει, αλλά μαζί της είχε στεγνώσει και η λάσπη, που είχε δημιουργήσει μια απαίσια κρούστα πάνω στο ύφασμα. Το καλοκαίρι, τα αμέτρητα λουλούδια που γέμιζαν με ευωδιές τον μικρό, μπροστινό κήπο του εξοχικού σπιτιού δημιουργούσαν μια πραγματικά όμορφη εικόνα, αλλά αυτή την εποχή του χρόνου, ο κήπος ήταν βασικά ένας λασπότοπος. Πριν προλάβει να πιάσει το πόμολο, η πόρτα άνοιξε δειλά, το κεφάλι μιας γυναίκας, με γκρίζες μπούκλες να πλαισιώνουν το πρόσωπό της, εμφανίστηκε στο άνοιγμα. «Α ήρθες επιτέλους». Η γυναίκα συνέχισε να μιλά κραδαίνοντας μια ξύλινη κουτάλα, που έσταζε ακόμα, πιτσιλώντας το μάγουλό της. «Η Φάνι κι εγώ ετοιμάζουμε αρνάκι βραστό και νομίζω ότι η σάλτσα της έχει βελτιωθεί πολύ. Οι σβώλοι σχεδόν δεν φαίνονται». Το επόμενο, όμως, σχόλιο το έκανε ψιθυριστά, σκύβοντας ελαφρά: «Αλλά ακόμα προσπαθεί να πετύχει τους λουκουμάδες. Φοβάμαι πως έχουν μια πολύ παράξενη υφή». Η Άννα χάρισε ένα κουρασμένο χαμόγελο στην πεθερά της και απάντησε: «Είμαι σίγουρη πως το βραστό θα είναι υπέροχο». Μετά πέρασε το κατώφλι του σπιτιού για να αφήσει με κόπο το καλάθι της στην είσοδο. Ο ενθουσιασμός της γυναίκας με την κουτάλα στο χέρι εξανεμίστηκε καθώς η νεαρή κοπέλα πέρασε από μπροστά της, γιατί η έμπειρη μύτη της έπιασε μια μάλλον δυσάρεστη μυρωδιά. «Αγαπητή μου, έχω την αίσθηση ότι μια πολύ περίεργη μυρωδιά προέρχεται από…» Η μύτη άρχισε να φιλτράρει με προσοχή τον αέρα γύρω από την Άννα, μέχρι που έφτασε στο κεφάλι της. «Μα γιατί έβαλες βρεγμένα φύλλα στο καπέλο σου;» Η Άννα με μια γκριμάτσα αμηχανίας σήκωσε το χέρι της και ψηλάφισε το καπέλο για να εντοπίσει τα φύλλα. «Φοβάμαι πως είχα ένα μικρό ατύχημα καθώς ερχόμουν». «Ατύχημα;» αναφώνησε ταραγμένη η Μητέρα Ρεν και η κουτάλα της έπεσε στο


πάτωμα. «Μήπως χτύπησες; Εδώ δες, το φόρεμά σου έγινε χάλια, λες και κυλιόσουν στον λάκκο με τα γουρούνια». «Μια χαρά είμαι, απλώς λίγο βρεγμένη». «Καλά, πρώτα απ’ όλα πρέπει να αλλάξεις και να βάλεις ρούχα στεγνά, αγαπητή μου. Αχ, και τα μαλλιά σου… Φάνι!…» Η Μητέρα Ρεν δεν ολοκλήρωσε ποτέ τη φράση που είχε ουρλιάξει προς την κουζίνα. «Πρέπει οπωσδήποτε να λουστείς. Τα μαλλιά σου εννοώ, καταλαβαίνεις. Έλα να σε πάω μέχρι επάνω. Φάνι!» Ένα μικρό κορίτσι, κοκαλιάρικο, με χέρια κόκκινα και ξεφλουδισμένα από τις δουλειές και μια καροτένια, ακατάστατη μάζα από τρίχες για μαλλιά, εμφανίστηκε στο χολ. «Με θέλετε;» Η Μητέρα Ρεν σταμάτησε στη βάση της σκάλας, καθώς συνόδευε την Άννα στο επάνω πάτωμα και γέρνοντας προς τα πίσω, είπε αυστηρά: «Πόσες φορές σου έχω πει ότι θα απαντάς Μάλιστα, κυρία; Ποτέ δεν θα μπορέσεις να εργαστείς σε ένα καθωσπρέπει σπίτι, αν δεν μάθεις να μιλάς σωστά». Η Φάνι στεκόταν ακίνητη, κοιτάζοντας με βλέμμα θολό τις δυο γυναίκες στη βάση της σκάλας, ανοιγοκλείνοντας κάθε τόσο τα μάτια της, ενώ το στόμα της, μισάνοιχτο, έχασκε και αυτό όλο απορία. Το θέαμα ήταν αποκαρδιωτικό. Η Μητέρα Ρεν αναστέναξε απογοητευμένη. «Πήγαινε να βάλεις μια κατσαρόλα νερό στη φωτιά να ζεσταθεί. Η κυρία Άννα πρέπει να λούσει τα μαλλιά της αμέσως». Το κορίτσι έτρεξε αμέσως στην κουζίνα να εκτελέσει τη διαταγή, αλλά μερικά δευτερόλεπτα αργότερα το κεφάλι της ξεπρόβαλε και πάλι στο άνοιγμα της πόρτας για να πει απλά: «Μάλιστα, κυρία». Στο τελείωμα της απότομης σκάλας βρισκόταν ένα μικροσκοπικό πλατύσκαλο. Αριστερά βρισκόταν το υπνοδωμάτιο της ηλικιωμένης γυναίκας και στα δεξιά ήταν το δωμάτιο της Άννας. Μπήκε στο δωμάτιό της και πήγε αμέσως στον καθρέφτη που κρεμόταν πάνω από την τουαλέτα της. «Δεν ξέρω πού οδεύει πια αυτή η πόλη», είπε αναστενάζοντας η πεθερά της που την ακολουθούσε. «Μήπως σε πιτσίλισε καμιά άμαξα; Κάποιοι από τους αμαξάδες του ταχυδρομείου είναι εντελώς ανεύθυνοι. Έχουν την εντύπωση πως ο δρόμος ανήκει αποκλειστικά σε αυτούς και σε κανέναν άλλο». «Συμφωνώ απόλυτα», απάντησε η Άννα καθώς κοιτούσε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Ένα ξερό πια στεφάνι από άνθη μηλιάς ήταν κρεμασμένο στην άκρη του καθρέφτη, ενθύμιο από την ημέρα του γάμου της. «Σε αυτή την περίπτωση, όμως, ήταν μόνο ένας αναβάτης». Τα μαλλιά της είχαν γίνει τζίβα και στο μέτωπό της μπορούσε κανείς να διακρίνει σταγόνες λάσπης. «Α αυτοί οι αναβάτες είναι ακόμα χειρότεροι», μουρμούρισε η ηλικιωμένη γυναίκα. «Έχω την εντύπωση ότι μερικοί από αυτούς δεν μπορούν καν να ελέγξουν τα άλογά τους. Τρομερά επικίνδυνοι, ειδικά για τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά, σκέτη απειλή». «Μμμ…» απάντησε η Άννα και έβγαλε την κάπα της από τους ώμους, ενώ κάνοντας ένα ακόμα βήμα, χτύπησε άθελά της το καλάμι της πάνω στο πόδι μιας καρέκλας. Έριξε μια ματιά γύρω στο μικρό δωμάτιο. Αυτός ήταν ο χώρος όπου εκείνη και ο Πίτερ είχαν περάσει το μεγαλύτερο μέρος από τα τέσσερα χρόνια του


γάμου τους. Κρέμασε το καπέλο και την κάπα της στην κρεμάστρα στον τοίχο, εκεί που κάποτε ο Πίτερ κρεμούσε το παλτό του. Η καρέκλα όπου άλλοτε ο Πίτερ στοίβαζε τα βαριά, νομικά εγχειρίδια σήμερα χρησίμευε σαν κομοδίνο. Ακόμα και η βούρτσα του, που είχε μερικές κοκκινωπές τρίχες από τα μαλλιά του, είχε πακεταριστεί μαζί με όλα του τα πράγματα. «Τουλάχιστον κατάφερες να σώσεις τη ρέγκα». Η Μητέρα Ρεν περιφερόταν ακόμα μέσα στο δωμάτιο, τακτοποιώντας διάφορα πράγματα. «Παρ’ όλα αυτά, δεν νομίζω πως η βουτιά που έκανε στα λασπόνερα μπορεί να βελτιώσει τη γεύση της». «Κι εγώ αμφιβάλλω», απάντησε η Άννα αφηρημένα. Η ματιά της επέστρεψε στο στεφάνι. Ήταν έτοιμο να διαλυθεί. Και ήταν φυσικό, αφού ήταν ήδη χήρα έξι χρόνια τώρα. Τι άσχημο πράγμα. Ίσως να έπρεπε να το πετάξει στα σκουπίδια επιτέλους. Το παραμέρισε με τη σκέψη πως θα το έκανε αργότερα. «Έλα, καλή μου, έλα να σε βοηθήσω». Η Μητέρα Ρεν άρχισε να ξεκουμπώνει το φόρεμα της Άννας από κάτω. «Θα πρέπει να το μουσκέψουμε αμέσως. Έχει λασπωθεί αρκετά, ειδικά στον ποδόγυρο. Ίσως αν του έκανα ένα καινούριο τελείωμα…» Η φωνή της πια δεν ακουγόταν καθαρά, καθώς η γυναίκα ήταν πλέον σκυμμένη και επεξεργαζόταν τη ζημιά. «Α τώρα που το θυμήθηκα, πούλησες τη δαντέλα μου στην καπελού;» Η Άννα ελευθέρωσε τα χέρια και τη μέση της από το φόρεμα και τα χαμήλωσε για να το βγάλει. «Ναι, και της άρεσε πολύ. Μου είπε ότι ήταν η καλύτερη δαντέλα που έχει δει εδώ και καιρό». «Ε βλέπεις φτιάχνω δαντέλα εδώ και σαράντα χρόνια πια». Η Μητέρα Ρεν προσπάθησε να φανεί κάπως μετριόφρων και ξερόβηξε αμήχανα. «Πόσα σου έδωσε;» Στο άκουσμα της ερώτησης η Άννα αντέδρασε με έναν αμήχανο μορφασμό. «Ένα σελίνι και έξι πένες», απάντησε και έκανε να πιάσει το πουγκί με τα νομίσματα. «Μα μου πήρε πέντε μήνες για να τη φτιάξω!» είπε αγανακτισμένη η Μητέρα Ρεν. «Το ξέρω», απάντησε η Άννα με έναν αναστεναγμό και έλυσε την πλεξούδα της, αφήνοντας τα μαλλιά της να ξεχυθούν στους ώμους της. «Και όπως σου είπα, η καπελού είπε ότι είναι πρώτης τάξεως δαντέλα. Απλώς η δαντέλα δεν πουλά πια και τόσο πολύ». «Φυσικά και πουλά αν τη βάλεις πάνω σε ένα καπελάκι ή ένα ωραίο φόρεμα», απάντησε απότομα η Μητέρα Ρεν. Η Άννα την κοίταξε με συμπάθεια, αλλά δεν είπε τίποτα. Πήρε την πετσέτα του μπάνιου που κρεμόταν στην άκρη του τοίχου και οι δύο γυναίκες κατέβηκαν και πάλι κάτω, αμίλητες αυτή τη φορά. Στην κουζίνα η Φάνι παρακολουθούσε με προσοχή την κατσαρόλα με το νερό που ζεσταινόταν πάνω από τη φωτιά. Πάνω από το τζάκι κρέμονταν ματσάκια από βότανα και άγρια χόρτα που αρωμάτιζαν τον αέρα. Ήταν ένα τζάκι παλιό, φτιαγμένο από πυρότουβλα και καταλάμβανε έναν ολόκληρο τοίχο μέσα στην κουζίνα. Απέναντί του βρισκόταν ένα παράθυρο με κουρτίνες που έβλεπε στον πίσω κήπο. Από εκεί μπορούσε κανείς να διακρίνει τον μικρό λαχανόκηπο, με τις σειρές από ώριμα λάχανα, ραδίκια και παντζάρια, που ήταν ήδη έτοιμα για συγκομιδή μια βδομάδα τώρα.


Η Μητέρα Ρεν πήρε μια μεγάλη πήλινη σκάφη, τσακισμένη στις άκρες από τη χρήση, και την έβαλε στο κέντρο του μεγάλου τραπεζιού. Ήταν ένα τραπέζι βαρύ, μεγάλο, που δέσποζε στο κέντρο της κουζίνας, αλλά φθαρμένο από τις τόσες δουλειές που είχαν γίνει πάνω στη γυαλιστερή του πλέον επιφάνεια τόσα χρόνια πια. Τη νύχτα το έσπρωχναν στην άκρη, κολλητά με τον τοίχο, για να μπορεί η μικρή υπηρέτρια να απλώσει τα στρωσίδια της μπροστά στο τζάκι και να κοιμηθεί. Η Φάνι έφερε την κατσαρόλα με το ζεστό νερό. Η Άννα έσκυψε πάνω από τη σκάφη και η Μητέρα Ρεν έριξε το ζεστό νερό στο κεφάλι της κοπέλας. Ήταν μόλις χλιαρό. Η Άννα έλουσε τα μαλλιά της και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Φοβάμαι πως πρέπει να κάνουμε κάτι για να βελτιώσουμε τα οικονομικά μας». «Αχ μη μου πεις ότι πρέπει να κάνουμε και άλλες οικονομίες, καλή μου», απάντησε η Μητέρα Ρεν παραπονιάρικα. «Ήδη κόψαμε το κρέας, εκτός από τις Τρίτες και τις Πέμπτες που τρώμε λίγο αρνί. Και έχουμε να αγοράσουμε καινούριο φουστάνι πάρα πολύ καιρό». Η Άννα πρόσεξε ότι η πεθερά της δεν ανέφερε καθόλου τα χρήματα που χρειάζονταν για τη συντήρηση της Φάνι. Παρόλο που η μικρή εκτελούσε τυπικά χρέη μαγείρισσας και υπηρέτριας στο σπίτι, στην πραγματικότητα κατείχε αυτή τη θέση χάρη στη φιλευσπλαχνία των δύο γυναικών. Ο μόνος συγγενής της μικρής κοπέλας ήταν ο παππούς της, ο οποίος πέθανε όταν το κορίτσι ήταν μόλις δέκα ετών. Όταν έμεινε μόνη της, όλοι στο χωριό πίστευαν πως θα κατέληγε στο φτωχοκομείο, αλλά η Άννα αποφάσισε να παρέμβει και έτσι από τότε η μικρή ζούσε μαζί τους. Η Μητέρα Ρεν ήλπιζε πως θα μπορούσε να την εκπαιδεύσει ώστε να πιάσει μια κανονική δουλειά σαν υπηρέτρια σε κάποιο πλούσιο σπίτι, αλλά μέχρι τώρα η πρόοδός της ήταν μάλλον απογοητευτική. «Ήσουν πάρα πολύ καλή με τα οικονομικά μας μέχρι σήμερα», είπε η Άννα τρίβοντας το κεφάλι της για να κάνει μια ελαφριά σαπουνάδα. «Αλλά οι επενδύσεις που έκανε ο Πίτερ πριν πεθάνει δεν αποδίδουν όσο θα έπρεπε. Το εισόδημά μας μειώνεται σταθερά κάθε χρόνο από τότε που μας άφησε». «Τι κρίμα να μην μπορέσει να μας αφήσει περισσότερα», απάντησε η Μητέρα Ρεν. Η Άννα αναστέναξε. «Δεν το έκανε επίτηδες. Ήταν τόσο νέος όταν τον χτύπησε ο πυρετός. Είμαι σίγουρη πως αν είχε προλάβει να ζήσει μερικά χρόνια παραπάνω, οι επενδύσεις του θα είχαν φτιάξει ένα καλό κομπόδεμα». Στην πραγματικότητα, ο Πίτερ είχε βελτιώσει σημαντικά τα οικονομικά της οικογένειας από τότε που έχασε τον πατέρα του, λίγο πριν παντρευτούν. Ο γέρος Ρεν ήταν δικηγόρος, αλλά είχε κάνει μερικές άστοχες επενδύσεις και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να βρεθεί χρεωμένος. Μετά τον γάμο, ο Πίτερ αποφάσισε να πουλήσει το σπίτι στο οποίο είχε γεννηθεί και μεγαλώσει, για να ξεπληρώσει τα χρέη του και μετακόμισε μαζί με τη νεαρή γυναίκα του και τη χήρα μητέρα του σε ένα πολύ μικρότερο αγροτόσπιτο. Εργαζόταν σκληρά ως δικηγόρος και ο ίδιος μέχρι που τον χτύπησε ο πυρετός. Πέθανε μέσα σε δυο βδομάδες, αφήνοντας την Άννα να διαχειριστεί το σπιτικό τους ολομόναχη. «Λίγο νερό για ξέβγαλμα παρακαλώ». Το νερό που κύλησε στον λαιμό και στα μαλλιά της ήταν πλέον κρύο. Προσπάθησε να ξεβγάλει όλη τη σαπουνάδα από το κεφάλι της και μετά έστυψε με δύναμη τα μαλλιά της. Τα τύλιξε με την πετσέτα και σήκωσε το κεφάλι της.


«Νομίζω ότι πρέπει να βρω μια δουλειά». «Ω αγαπητή μου, όχι», απάντησε σαστισμένη η Μητέρα Ρεν και σωριάστηκε στην καρέκλα της κουζίνας. «Μια κυρία του καλού κόσμου δεν επιτρέπεται να εργάζεται». Η Άννα ένιωσε τα χείλη της να σφίγγουν. «Θα προτιμούσες να παραμείνουμε κυρίες του καλού κόσμου και να πεθάνουμε από την πείνα;» Η Μητέρα Ρεν δίστασε για μια στιγμή. Φαινόταν έτοιμη να ξεκινήσει μια συζήτηση πάνω στο θέμα. Η Άννα, όμως, την έκοψε. «Μην απαντήσεις», της είπε κοφτά. «Άλλωστε δεν πιστεύω ότι θα φτάσουμε ως εκεί. Αλλά το σίγουρο είναι ότι πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να αυξήσουμε το εισόδημά μας». «Ίσως αν μπορούσα να φτιάξω ακόμα περισσότερη δαντέλα; Ή θα μπορούσα να κόψω το κρέας εντελώς», απάντησε η πεθερά της με κάπως έντονο ύφος. «Δεν θέλω να αναγκαστείς να κάνεις κάτι τέτοιο. Άλλωστε ο πατέρας μου φρόντισε να αποκτήσω μια αρκετά καλή παιδεία». Το πρόσωπο της Μητέρας Ρεν φωτίστηκε στο άκουσμα αυτών των λέξεων. «Ο πατέρας σου ήταν ο καλύτερος εφημέριος που είχε ποτέ το χωριό μας, ο Θεός να τον αναπαύσει. Σίγουρα φρόντισε να μάθουν όλοι τις απόψεις του για την εκπαίδευση των παιδιών». «Μμμ…» απάντησε η Άννα, ξετυλίγοντας την πετσέτα από τα μαλλιά της για να τα χτενίσει. «Φρόντισε να μάθω ανάγνωση, γραφή και αριθμητική. Μέχρι και λίγα λατινικά έμαθα μαζί με μερικά αρχαία ελληνικά. Σκεφτόμουν μήπως αύριο αρχίσω να ψάχνω για κάποια δουλειά ως γκουβερνάντα ή και ως κυρία συντροφιάς». «Η ηλικιωμένη κυρία Λέστερ είναι σχεδόν τυφλή. Σίγουρα ο γαμπρός της θα μπορούσε να σε προσλάβει για να της διαβάζεις…» η Μητέρα Ρεν σταμάτησε απότομα. Εκείνη τη στιγμή η Άννα συνειδητοποίησε ότι η κουζίνα είχε μια παράξενη μυρωδιά. «Φάνι!» Η μικρή υπηρέτρια που τόση ώρα παρακολουθούσε τη συζήτηση ανάμεσα στις δυο γυναίκες αναπήδησε τρομαγμένη και έτρεξε στο τζάκι, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Η Άννα μούγκρισε εκνευρισμένη. Άλλο ένα φαγητό για πέταμα. Ο Φίλιξ Χοπλ κοντοστάθηκε μπροστά στην πόρτα που οδηγούσε στη βιβλιοθήκη του λόρδου Σγουόρτινγχαμ για να εξετάσει μια τελευταία φορά την εμφάνισή του. Η περούκα του, με δυο χοντρές σαν λουκάνικα μπούκλες στα πλάγια, είχε περαστεί πρόσφατα με ταλκ και είχε αποκτήσει μια κομψή απόχρωση λεβάντας. Τη λιγνή κορμοστασιά του –που ήταν μάλλον ικανοποιητική για έναν άντρα της ηλικίας του– τόνιζε ακόμα περισσότερο ένα μοντέρνο γιλέκο σε χρώμα σάπιου μήλου, διακοσμημένο με κίτρινα κεντημένα αμπελόφυλλα. Και το παντελόνι του με τις λεπτές πράσινες και πορτοκαλί ρίγες ήταν καλαίσθητο και διακριτικό. Η όλη του παρουσία άγγιζε την τελειότητα και θεώρησε πως δεν υπήρχε κανένας λόγος να περιμένει άλλο πίσω από την πόρτα. Ένας αυθόρμητος αναστεναγμός φούσκωσε το στήθος του. Ο λόρδος είχε τη μάλλον τρομακτική συνήθεια να γρυλίζει. Ως επιστάτης του αρχοντικού Ρέιβενχιλ,


ο Φίλιξ είχε εισπράξει αρκετές φορές αυτό το ανατριχιαστικό γρύλισμα τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Στο άκουσμά του ένιωθε σαν αυτούς τους δυστυχείς ιθαγενείς που ζουν στους πρόποδες μεγάλων και επικίνδυνων ηφαιστείων, όπως περιέγραφαν τα ταξιδιωτικά βιβλία της εποχής. Αυτά τα ενεργά, απειλητικά ηφαίστεια που είναι έτοιμα να εκραγούν ανά πάσα στιγμή. Ο Φίλιξ δυσκολευόταν να κατανοήσει γιατί ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ είχε αποφασίσει να μετακομίσει στο αρχοντικό, μετά από τόσα χρόνια μακάριας απουσίας, αλλά είχε τη δυσάρεστη υποψία πως ο κακότροπος λόρδος σκόπευε να παραμείνει εκεί για πάρα πολλά χρόνια. Ο επιστάτης έστρωσε για τελευταία φορά το γιλέκο του πριν μπει στο δωμάτιο. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του πως παρόλο που το θέμα που επρόκειτο να αναφέρει στον λόρδο δεν ήταν διόλου ευχάριστο, από την άλλη, δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί δικό του λάθος. Έχοντας οπλιστεί με όλο το θάρρος που χρειαζόταν, χτύπησε ευγενικά την πόρτα της βιβλιοθήκης. Μετά από μια σύντομη παύση ακούστηκε μια βαριά, σταθερή φωνή να λέει «εμπρός». Η βιβλιοθήκη βρισκόταν στη δυτική πτέρυγα του μεγάρου και το απόγευμα ο ήλιος έμπαινε από τα τεράστια, εντυπωσιακά παράθυρα που απλώνονταν σε όλο το μήκος του τοίχου, πλημμυρίζοντας το δωμάτιο με τη ζεστή του λάμψη. Θα νόμιζε κάποιος πως αυτό και μόνο θα ήταν αρκετό για να είναι αυτός ο χώρος φωτεινός, ζεστός και ευχάριστος. Αντίθετα, το βαρύ και σκούρο δωμάτιο κατάπινε με βουλιμία κάθε αχτίδα φωτός που εισχωρούσε σε αυτό και παρέμενε ως επί το πλείστον στο έλεος του σκότους. Το ταβάνι, σχεδόν δύο ορόφους ψηλό, ήταν σχεδόν αόρατο, κάπου στο βάθος μιας απόκοσμης σκιάς. Ο λόρδος ήταν καθισμένος πίσω από ένα τεράστιο ξύλινο γραφείο σε στυλ μπαρόκ, που θα έκανε έναν πιο μικρόσωμο άντρα να φαίνεται σαν νάνος. Κάπου εκεί κοντά υπήρχε ένα αναμμένο τζάκι, με τη φωτιά να προσπαθεί μάταια να ζεστάνει λίγο τον χώρο με τα χαρούμενα χρώματά της. Ένας γιγάντιος, παρδαλός σκύλος ήταν απλωμένος φαρδύς πλατύς μπροστά στο τζάκι, μοιάζοντας περισσότερο με πεθαμένο παρά με κοιμισμένο ζώο. Το πρόσωπο του Φίλιξ έκανε έναν αθέλητο μορφασμό μόλις το αντίκρισε. Ο σκύλος αυτός ήταν μια παράξενη διασταύρωση μαστίφ με κάποιο είδος κυνηγόσκυλου. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πανάσχημο, κακομούτσουνο ζωντανό, το οποίο ο ανήσυχος επιστάτης φρόντισε να αποφύγει όσο καλύτερα μπορούσε. Βήχοντας ξερά, προσπάθησε να καθαρίσει τον λαιμό του και είπε διστακτικά: «Αν μπορούσα να έχω ένα λεπτό από τον χρόνο σας, λόρδε μου;». Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ σήκωσε το βλέμμα του από το χαρτί που κρατούσε στο χέρι του. «Τι είναι πάλι, Χοπλ; Έλα μέσα, άνθρωπέ μου, έλα μέσα. Κάθισε λίγο εκεί μέχρι να τελειώσω αυτό που κάνω. Θα έχεις την αμέριστη προσοχή μου σε ένα λεπτό». Ο Φίλιξ πλησίασε μια από τις πολυθρόνες που βρίσκονταν μπροστά στο βαρύ, μαονένιο γραφείο και βυθίστηκε μέσα της, ενώ με την άκρη του ματιού του παρακολουθούσε και τον σκύλο, για να σιγουρευτεί ότι δεν κινδύνευε. Επωφελήθηκε από αυτή τη μικρή αναμονή για να παρατηρήσει το αφεντικό του, προσπαθώντας να μαντέψει τη διάθεσή του. Ο λόρδος συνέχισε να διαβάζει με


απόλυτη αφοσίωση το κείμενο που είχε μπροστά του συνοφρυωμένος, κάτι που έκανε τις ουλές στο πρόσωπό του να φαίνονται ακόμα πιο απαίσιες. Φυσικά, αυτό δεν ήταν απαραίτητα ένα κακό σημάδι. Ο λόρδος έπαιρνε συχνά τέτοιες γκριμάτσες. Ο λόρδος Σγουόρτινχαμ πέταξε το χαρτί που κρατούσε στην άκρη. Έβγαλε τα γυαλιά σε σχήμα μισοφέγγαρου που φορούσε για το διάβασμα και έριξε το αξιοσημείωτο βάρος του προς τα πίσω, πιέζοντας έτσι την πλάτη της καρέκλας, που έκανε ένα πονεμένο τρίξιμο. Ο Φίλιξ ένιωσε το «παράπονο» της καρέκλας και μόρφασε. «Λοιπόν, Χοπλ;» «Λόρδε μου, έχω κάποια δυσάρεστα νέα και ελπίζω να μη σας στενοχωρήσουν πολύ». Έκανε να χαμογελάσει δειλά. Ο λόρδος τον κοίταξε βλοσυρός και συνοφρυωμένος, χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο. Ο Φίλιξ τράβηξε νευρικά τις μανσέτες των μανικιών του προς τα κάτω. «Ο νέος γραμματέας μας, ο κύριος Τούτλχαμ, έλαβε ένα γράμμα που τον ειδοποιούσε για κάποια επείγουσα οικογενειακή υπόθεση και αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή του πάραυτα». Η έκφραση στο πρόσωπο του λόρδου παρέμεινε απαράλλαχτη, αλλά τα δάχτυλά του είχαν ήδη αρχίσει να χτυπούν νευρικά το μπράτσο της καρέκλας του. Ο Φίλιξ άρχισε να μιλά γρήγορα. «Φαίνεται πως οι γονείς του κυρίου Τούτλχαμ, που ζουν στο Λονδίνο, αρρώστησαν βαριά με πυρετό και έχουν ανάγκη από τη βοήθειά του. Είναι μια πολύ μολυσματική ασθένεια, οι ασθενείς έχουν έντονη εφίδρωση και πολλές εκκρίσεις, είναι πο… πολύ κολλητική νόσος». Ο λόρδος αντέδρασε ανασηκώνοντας το ένα φρύδι του. «Για την ακρίβεια, ό… όλη η οικογένεια του κυρίου Τούτλχαμ, τα δυο του αδέρφια, οι τρεις του αδερφές, η ηλικιωμένη γιαγιά του, η θεία του και η γάτα έχουν κολλήσει τον ίδιο ιό και είναι απόλυτα ανίκανοι να φροντίσουν τον εαυτό τους». Ο Φίλιξ έκανε μια παύση και κοίταξε τον λόρδο. Σιγή. Ο Φίλιξ προσπάθησε με κάθε τρόπο να μην αφήσει τη νευρικότητά του να μετατραπεί σε ακατάσχετη φλυαρία. «Η γάτα;» γρύλισε χαμηλόφωνα ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ. Ο Φίλιξ προσπάθησε να ψελλίσει μια δικαιολογία, αλλά το αφεντικό του τον έκοψε ουρλιάζοντας μια σειρά από βρομόλογα. Χάρη στην εξάσκηση των τελευταίων εβδομάδων, κατάφερε να αποφύγει ένα κεραμικό δοχείο, σκύβοντας την κατάλληλη στιγμή, λίγο πριν αυτό σκάσει στον τοίχο και σκορπιστεί σε χίλια δυο κομμάτια σε όλο το δωμάτιο. Ο σκύλος, που ως φαίνεται ήταν απόλυτα συνηθισμένος στον ασυγκράτητο θυμό του αφεντικού του, απλώς αναστέναξε και παρέμεινε ατάραχος στη θέση του. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ ανέπνεε πλέον βαριά, κοιτάζοντας τον Φίλιξ με τα διαπεραστικά, κατάμαυρα μάτια του. «Φαντάζομαι έχεις ήδη βρει τον αντικαταστάτη του». Ξαφνικά ο λαιμός του Φίλιξ στέγνωσε εντελώς και ένιωσε να πνίγεται από τη γραβάτα του. Με το δάχτυλό του προσπάθησε να χαλαρώσει το σφίξιμο γύρω από τον λαιμό του. «Ε βασικά, λόρδε μου, παρόλο που φυσικά έψαξα επιμελώς όλη την


περιοχή και τα γύρω χωριά, δεν μπόρεσα μέχρι τώρα να…» ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό του, τον οποίο κατάπιε με δυσκολία. «Φοβάμαι πως δεν έχουμε ακόμα βρει τον νέο μας γραμματέα». Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ δεν κουνήθηκε από τη θέση του. «Χρειάζομαι έναν γραμματέα για να καθαρογράψει τα χειρόγραφά μου, για μια σειρά από διαλέξεις που θα δώσω στον Αγροτικό Συνεταιρισμό σε τέσσερις εβδομάδες», είπε τονίζοντας κάθε λέξη με ανατριχιαστική ακρίβεια. «Κατά προτίμηση έναν γραμματέα που θα παραμείνει στην υπηρεσία μου πάνω από δύο ημέρες. Βρες τον». Και έχοντας δώσει τη διαταγή του, βούτηξε ένα χαρτί από το γραφείο του και αφοσιώθηκε στην ανάγνωσή του. Η συνάντηση είχε τελειώσει. «Μάλιστα, λόρδε μου», απάντησε ο Φίλιξ και με ένα απότομο τίναγμα βρέθηκε όρθιος και έτοιμος να αναχωρήσει. «Θα αρχίσω την αναζήτηση αμέσως, λόρδε μου». Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ περίμενε ώσπου να φτάσει ο Φίλιξ στην πόρτα της βιβλιοθήκης για να γρυλίσει κάτι ακόμα: «Χοπλ! Έχεις μέχρι μεθαύριο το πρωί». Ο Φίλιξ έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμένος τον εργοδότη του, που δεν είχε μπει στον κόπο να σηκώσει το βλέμμα του από το κείμενο που διάβαζε. Άλλος ένας κόμπος στον λαιμό τον έκανε να σκεφτεί πως κάπως έτσι θα ένιωσε κι εκείνος ο τύπος, ο Ηρακλής, μόλις είδε όλη εκείνη την κοπριά στους στάβλους του Αυγεία. «Μάλιστα, λόρδε μου», απάντησε και βγήκε από τη βιβλιοθήκη. Ο Έντουαρντ ντε Ραφ, ο πέμπτος λόρδος του Σγουόρτινγχαμ, ολοκλήρωσε την ανάγνωση της αναφοράς για την περιουσία που διατηρούσε στο Βόρειο Γιόρκσαϊρ και την πέταξε και αυτή στον σωρό με τα χαρτιά που βρισκόταν στο πλάι του γραφείου, μαζί με τα γυαλιά του. Το φως της ημέρας που έμπαινε από τα παράθυρα όλο και λιγόστευε και σε λίγο όλος ο χώρος θα βυθιζόταν στο σκοτάδι. Σηκώθηκε από την καρέκλα του και πλησίασε στο παράθυρο για να κοιτάξει έξω. Ο σκύλος σηκώθηκε, τεντώθηκε νωχελικά και βημάτισε βαριεστημένα για να πάει και να σταθεί δίπλα στο αφεντικό του. Με μια κίνηση του κεφαλιού του κάτω από το χέρι του λόρδου, κατάφερε να εισπράξει ένα μηχανικό χάδι πίσω από τα αφτιά. Αυτός ήταν ο δεύτερος γραμματέας σε δύο μήνες που αποφάσισε να φύγει νύχτα, σαν κυνηγημένος. Λες και ο Έντουαρντ ήταν κανένα ανθρωποφάγο κτήνος. Όλοι ανεξαιρέτως οι άντρες που ήρθαν να εργαστούν ως γραμματείς ήταν πιο πολύ ποντίκια παρά πραγματικά αρσενικά. Μόλις έρχονταν αντιμέτωποι με λίγα νεύρα, ίσως με μια φωνή σε λίγο πιο έντονο τόνο, γίνονταν καπνός. Μακάρι ένας μόνο από αυτούς να διέθετε τα κότσια της γυναίκας που παραλίγο να χτυπήσει στον δρόμο τις προάλλες… Τα χείλη του σφίχτηκαν και το στόμα του έγινε μια λεπτή γραμμή στη σκέψη της. Και φυσικά δεν του είχε διαφύγει η σαρκαστική απάντησή της, όταν τη ρώτησε τι δουλειά είχε μέσα στον δρόμο. Όχι, αυτή η γυναίκα σίγουρα ήξερε να κρατά τη θέση της και το έκανε ακόμα και όταν εκείνος ξέσπασε όλο του τον θυμό πάνω της. Τι κρίμα να μην μπορεί να βρει έναν γραμματέα με ανάλογες ικανότητες. Άφησε και πάλι το βλέμμα του να περιπλανηθεί στους κήπους, όσο ακόμα μπορούσε να τους διακρίνει από το παράθυρο. Έπειτα, υπήρχε και κάτι άλλο που τον βασάνιζε. Το πατρικό του σπίτι δεν ήταν πια αυτό που θυμόταν ως παιδί. Ναι, σίγουρα, τώρα ήταν ένας μεγάλος άντρας πια. Την τελευταία φορά που είδε


το μεγάλο αρχοντικό του Ρέιβενχιλ ήταν απλώς ένα αμούστακο αγόρι που θρηνούσε τον χαμό της οικογένειάς του. Στις δύο δεκαετίες που ακολούθησαν περιπλανήθηκε αρκετά, από τα βόρεια της χώρας όπου κατείχε μια σημαντική περιουσία ως το μεγαλοπρεπές σπίτι που διατηρούσε στο Λονδίνο, αλλά σε κανένα από τα δύο δεν ένιωσε ποτέ οικεία. Τόσα χρόνια είχε παραμείνει μακριά από το αρχοντικό, ακριβώς γιατί ένιωθε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να νιώσει το ίδιο όπως τότε, που η οικογένειά του ζούσε ακόμα εκεί. Ήταν προετοιμασμένος για αυτή τη διαφορά. Αλλά δεν περίμενε ποτέ το σπίτι να είναι τόσο καταθλιπτικό. Ούτε είχε προβλέψει την έντονη αίσθηση μοναξιάς που τον είχε κυριεύσει. Τα άδεια δωμάτια τον πλάκωναν και ήταν σαν να τον κοροϊδεύουν, αφού οι χώροι αυτοί γεννούσαν στο μυαλό του κάθε τόσο εικόνες χαράς, γέλιου και ζωντάνιας μιας άλλης εποχής. Εικόνες από την οικογένεια που θυμόταν ακόμα. Ο μόνος λόγος που είχε αποφασίσει να ανοίξει και πάλι το πατρικό του σπίτι ήταν γιατί ήλπιζε να φέρει σε αυτό τη νέα του σύζυγο – τη σύζυγο που μελλοντικά θα είχε, μόλις ολοκληρωνόταν με επιτυχία η προγαμιαία συμφωνία. Δεν είχε σκοπό να επαναλάβει τα λάθη που είχε κάνει με τον πρώτο και σύντομο γάμο του, στην προσπάθειά του να εγκατασταθεί κάπου αλλού. Τότε είχε προσπαθήσει να κάνει την αγαπημένη του ευτυχισμένη και είχε δεχτεί να εγκατασταθεί στη γενέτειρά της, στο Γιόρκσαϊρ. Αλλά το σχέδιό του απέτυχε. Στα χρόνια που μεσολάβησαν από τον πρόωρο θάνατο της γυναίκας του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν θα ήταν ευτυχισμένη όπου κι αν αποφάσιζαν να εγκατασταθούν. Ο Έντουαρντ απομακρύνθηκε από το παράθυρο και βημάτισε αργά προς την πόρτα της βιβλιοθήκης. Θα ξεκινούσε, λοιπόν, από το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε. Στο Ρέιβενχιλ. Θα το έκανε και πάλι ένα κανονικό σπιτικό. Αυτή ήταν η έδρα του τίτλου του και σκόπευε να φυτέψει και ο ίδιος το δικό του οικογενειακό δέντρο στα πατρογονικά χώματα. Και όταν με το καλό ο γάμος θα του έδινε και απογόνους, όταν τα δωμάτια και οι διάδρομοι θα αντηχούσαν και πάλι με παιδικές φωνές και γέλια, τότε σίγουρα το Αββαείο του Ρέιβενχιλ θα ζωντάνευε ξανά.


Κεφάλαιο Δύο Λοιπόν, και οι τρεις κόρες του δούκα ήταν εξίσου όμορφες. Η μεγαλύτερη είχε μαλλιά τόσο μαύρα και γυαλιστερά, που καμιά φορά στο φως γυάλιζαν με τόνους του μπλε. Η δεύτερη είχε σφιχτές, παιχνιδιάρικες μπούκλες, που πλαισίωναν ένα αλαβάστρινο, κατάλευκο πρόσωπο. Και η μικρότερη ήταν σκέτο στολίδι, τόσο λαμπερό πρόσωπο και σώμα, που νόμιζε κανείς πως ήταν ένα πλάσμα λουσμένο στο φως. Αλλά από τις τρεις αυτές πανέμορφες δεσποσύνες, μόνο η μικρότερη είχε πάρει τον ευλογημένο και ευγενικό χαρακτήρα του πατέρα της. Το όνομά της ήταν Αύρα… Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

Ποιος να το φανταζόταν πως θα υπήρχε τόσο ισχνή προσφορά θέσεων εργασίας για καθωσπρέπει κυρίες στο Λιτλ Μπάτλφορντ. Η Άννα ήξερε καλά πως δεν θα ήταν εύκολο να βρει την κατάλληλη δουλειά, όταν έφυγε από το σπίτι της εκείνο το πρωί, αλλά είχε ξεκινήσει ελπίζοντας για το καλύτερο. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να βρει μια οικογένεια με αναλφάβητα παιδιά ή μια ηλικιωμένη κυρία που να χρειάζεται κάποιον να της τυλίγει το μαλλί του πλεξίματος. Σίγουρα αυτό θα ήταν κάτι μάλλον εφικτό. Αλλά καθώς φάνηκε, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι. Είχε πια περάσει η ώρα, ήταν αργά το απόγευμα. Τα πόδια της είχαν πληγιάσει από τον ατελείωτο ποδαρόδρομο σε λασπωμένα στενά και ακόμα δεν είχε βρει ούτε μια θέση. Η ηλικιωμένη κυρία Λέστερ δεν είχε καμία ιδιαίτερη αγάπη στη λογοτεχνία. Και ο γαμπρός της ήταν πολύ τσιγκούνης για να προσλάβει για χάρη της μια κυρία για να της κρατά απλώς συντροφιά. Η Άννα χτύπησε την πόρτα και άλλων ανάλογων κυριών, αναφέροντας πως αναζητούσε μια τέτοια θέση, μόνο για να ανακαλύψει πως οι μισές κυρίες δεν μπορούσαν να πληρώσουν έναν τέτοιο μισθό, ενώ οι άλλες μισές απλώς δεν ήθελαν μια τέτοια υπηρεσία. Έτσι έφτασε και στο σπίτι της Φελίσιτι Κλίαργουοτερ. Η Φελίσιτι ήταν η τρίτη γυναίκα του αξιότιμου κυρίου Κλίαργουοτερ, που ήταν ένας άντρας τουλάχιστον τριάντα χρόνια μεγαλύτερός της. Ο κύριος Κλίαργουοτερ ήταν από τους μεγαλύτερους γαιοκτήμονες της περιοχής, μαζί με τον λόρδο Σγουόρτινγχαμ. Ως σύζυγος ενός τέτοιου άντρα, η Φελίσιτι θεωρούσε τον εαυτό της ως την πρώτη κυρία του Λιτλ Μπάτλφορντ και σίγουρα ανώτερη από όλα τα μέλη της οικογένειας Ρεν. Αλλά η Φελίσιτι είχε δυο μικρές κόρες που ήταν σε ηλικία κατάλληλη για γκουβερνάντα, οπότε η Άννα αποφάσισε να χτυπήσει την πόρτα της. Η πρώτη μισή ώρα αυτής της συνάντησης ήταν εφιαλτική και η Άννα ένιωσε σαν να περπατούσε πάνω σε κοφτερά γυαλιά. Όταν τελικά η Φελίσιτι κατάλαβε τον σκοπό της επίσκεψής της, έστρωσε τα ήδη τέλεια χτενισμένα μαλλιά με το παχουλό, αψεγάδιαστο χέρι της και με ύφος γλυκό αλλά και επιδεικτικό ρώτησε την Άννα για τις μουσικές της γνώσεις. Στο σπίτι του εφημέριου πατέρα της δεν υπήρξε ποτέ κάποιο μουσικό όργανο όσο η Άννα με την οικογένειά της ζούσαν εκεί. Και αυτό ήταν κάτι που η Φελίσιτι το


γνώριζε καλά, γιατί είχε τύχει να τους επισκεφθεί αρκετές φορές όταν ήταν μικρή. Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα πριν απαντήσει. «Φοβάμαι πως δεν έχω μουσικές γνώσεις, αλλά γνωρίζω λίγα ελληνικά και λατινικά». Η Φελίσιτι άνοιξε μια βεντάλια μπροστά στο πρόσωπό της και έκανε έναν μορφασμό προσποιητής έκπληξης, σε μια ψεύτικη προσπάθεια να κρύψει την αποδοκιμασία της. «Ω λυπάμαι, καλή μου», είπε όταν κατάφερε να συνέλθει από το σοκ της ανύπαρκτης μουσικής παιδείας της Άννας, «αλλά δεν σκοπεύω να διδάξω στις κόρες μου κάτι τόσο αρρενωπό όπως είναι τα ελληνικά ή τα λατινικά. Είναι μάλλον κάπως χοντροκομμένο για μια κυρία, δεν νομίζεις;» Η Άννα χρειάστηκε να σφίξει με δύναμη τα δόντια της για να σχηματίσει ένα ευγενικό χαμόγελο. Αλλά όταν η Φελίσιτι πρότεινε να πάει στην κουζίνα και να ρωτήσει τη μαγείρισσα μήπως χρειάζεται καμιά κοπέλα για τη λάντζα, το όλο εγχείρημα άρχισε γοργά να παίρνει την κάτω βόλτα. Η Άννα έβγαλε έναν κουρασμένο αναστεναγμό. Ίσως τελικά να αναγκαζόταν να δουλέψει στην κουζίνα, στην υπηρεσία ενός μεγάλου σπιτιού, να κάνει την υπηρέτρια ή την πλύστρα, αλλά σίγουρα αυτό δεν θα ήταν της Φελίσιτι. Είχε έρθει η ώρα να επιστρέψει στο σπίτι της. Καθώς έστριβε στη γωνία, μετά το μαγαζί του σιδερά, παραλίγο να έρθει μύτη με μύτη με τον κύριο Φίλιξ Χοπλ, ο οποίος περπατούσε βιαστικά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σταματώντας τον δικό της βηματισμό, κατάφερε παρά τρίχα να μη συγκρουστεί με τον επιστάτη του Ρέιβενχιλ. Ένα πακέτο με βελόνες, ένα μασούρι με κίτρινη κλωστή κεντήματος κι ένα μικρό σακουλάκι με τσάι που είχε αγοράσει για τη Μητέρα Ρεν ξεπήδησαν από το καλάθι της και έπεσαν στο έδαφος. «Ω με συγχωρείτε πολύ, κυρία Ρεν», είπε βαριανασαίνοντας ο μικρόσωμος άντρας καθώς έσκυβε για να τα μαζέψει. «Φοβάμαι πως δεν έβλεπα πού με πήγαιναν τα πόδια μου». «Δεν πειράζει», είπε η Άννα προσέχοντας το ριγέ γυαλιστερό γιλέκο του. Για τον Θεό! «Άκουσα πως ο λόρδος εγκαταστάθηκε επιτέλους στο μέγαρο Ρέιβενχιλ. Πρέπει να είστε πάρα πολύ απασχολημένος τελευταία». Στο χωριό, τα κουτσομπολιά για την επιστροφή του κόμη στην παλιά του κατοικία έδιναν και έπαιρναν. Και η Άννα, όπως και όλοι οι κάτοικοι της περιοχής, είχε σκάσει από την περιέργεια για να μάθει λεπτομέρειες. Και μάλιστα είχε αρχίσει να αναρωτιέται ποιος ήταν αυτός ο άσχημος άντρας που κόντεψε να τη χτυπήσει τις προάλλες στον δρόμο… Ο κύριος Χοπλ αναστέναξε βαριά. «Ναι, φοβάμαι πως είμαι». Έβγαλε από την τσέπη του ένα μαντίλι και σκούπισε το ιδρωμένο μέτωπό του. «Αναζητώ εναγωνίως έναν γραμματέα για τον λόρδο και η αναζήτηση αυτή δεν είναι διόλου απλή υπόθεση. Ο τελευταίος υποψήφιος για τη θέση, όση ώρα κράτησε η συνάντησή μας, περνούσε το στυπόχαρτο πάνω από το γραπτό του και δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι ξέρει καν ορθογραφία». «Αυτό πράγματι θα ήταν μεγάλο πρόβλημα για έναν γραμματέα», μουρμούρισε η Άννα. «Ναι, πράγματι». «Αν δεν καταφέρετε να βρείτε κάποιον σήμερα, μην ξεχνάτε ότι την Κυριακή το πρωί η εκκλησία θα είναι γεμάτη από νεαρούς κυρίους», είπε η Άννα. «Ίσως να


βρείτε κάποιον εκεί». «Πολύ φοβάμαι πως αυτό δεν με βοηθά και πολύ. Ο λόρδος μου ξεκαθάρισε πως πρέπει να έχει έναν νέο γραμματέα στην υπηρεσία του μέχρι αύριο το πρωί». «Τόσο σύντομα;» είπε η Άννα σαστισμένη. «Μα δεν έχετε σχεδόν καθόλου χρόνο». Εκείνη τη στιγμή μια ιδέα γεννήθηκε στο μυαλό της. Ο επιστάτης προσπαθούσε ακόμα να καθαρίσει το πακέτο με τις βελόνες από τη λάσπη του δρόμου. «Κύριε Χοπλ», είπε χαμηλόφωνα, «μήπως ο λόρδος σας τόνισε πως θέλει οπωσδήποτε άντρα γραμματέα;» «Ε όχι», απάντησε ο κύριος Χοπλ αφηρημένος, ενώ πάλευε ακόμα με το πακετάκι με τις βελόνες. «Ο λόρδος απλώς μου ανέθεσε να προσλάβω έναν νέο γραμματέα, αλλά τι άλλο θα μπορούσε να είναι;…» κι εκεί σταμάτησε ξαφνικά να μιλά. Η Άννα ίσιωσε το ψάθινο καπελάκι στο κεφάλι της και τον κοίταξε με ένα χαμόγελο όλο νόημα. «Για να είμαι ειλικρινής, σκεφτόμουν τελευταία πόσο ελεύθερο χρόνο έχω. Και πρέπει να σας πω πως ο γραφικός μου χαρακτήρας είναι ιδιαίτερα καθαρός και σίγουρα ξέρω καλή ορθογραφία». «Δεν πιστεύω να εννοείτε…» Ο κύριος Χοπλ την κοίταξε σαστισμένος, έμοιαζε σαν χάνος με περούκα. «Ναι, αυτό ακριβώς εννοώ», είπε η Άννα με σιγουριά. «Πιστεύω πως είναι εξαιρετική ιδέα. Τι ώρα θα πρέπει να αναλάβω καθήκοντα στο Ρέιβενχιλ αύριο, στις εννέα ή στις δέκα το πρωί;» «Εννέα θα έλεγα. Ο λόρδος σηκώνεται νωρίς. Αλλά ειλικρινά, κυρία Ρεν;…» ψέλλισε ο κύριος Χοπλ. «Ναι, ειλικρινά, κύριε Χοπλ. Εντάξει λοιπόν, κανονίστηκε. Θα σας δω αύριο το πρωί στις εννέα ακριβώς», είπε η Άννα χτυπώντας φιλικά τον κύριο Χοπλ στο μπράτσο. Η αλήθεια είναι ότι δεν φαινόταν να νιώθει πολύ καλά ο δυστυχής. Γύρισε να φύγει, αλλά θυμήθηκε κάτι πολύ σημαντικό και γύρισε πάλι προς το μέρος του επιστάτη. «Κάτι ακόμα. Τι μισθό προσφέρει ο λόρδος για τη θέση;» «Μισθό;» Ο κύριος Χοπλ ανοιγόκλεισε τα μάτια σαστισμένος. «Ε ο τελευταίος γραμματέας του έπαιρνε μισθό τρεις λίρες τον μήνα. Είναι εντάξει αυτό το ποσό;» «Τρεις λίρες», τα χείλη της Άννας επανέλαβαν τις λέξεις χωρίς να ακούγεται η φωνή της. Τελικά η μέρα αυτή δεν είχε πάει καθόλου μα καθόλου άσχημα. «Τρεις λίρες θα είναι μια χαρά». «Και φυσικά πολλά από τα επάνω δωμάτια θα πρέπει να αεριστούν και ίσως να βαφτούν επίσης. Τα σημείωσες όλα αυτά, Χοπλ;» Ο Έντουαρντ κατέβηκε τα τελευταία τρία σκαλιά στο κατώφλι του μεγάλου σπιτιού του με ένα σάλτο και κατευθύνθηκε προς τους στάβλους, με τον ζεστό απογευματινό ήλιο να του ζεσταίνει την πλάτη. Ο σκύλος ως συνήθως τον ακολουθούσε πιστά σε κάθε του βήμα. Η ερώτηση του λόρδου δεν είχε πάρει ακόμη απάντηση. «Χοπλ; Χοπλ;» Σταμάτησε απότομα τον βηματισμό του, χώνοντας τις μπότες του στο παχύ χαλίκι και κοίταξε πίσω του. «Ένα λεπτό, λόρδε μου». Ο επιστάτης μόλις εκείνη τη στιγμή έφτασε στα σκαλιά της κεντρικής εισόδου, βαριανασαίνοντας με δυσκολία. «Έφτασα… σε ένα λεπτό…»


Ο Έντουαρντ περίμενε, με το πόδι του να χτυπά νευρικά το χαλίκι ενώ ο Χοπλ πάσχιζε να τον φτάσει. Μόλις ο επιστάτης κατάφερε να βρεθεί δίπλα του, ο λόρδος ξεκίνησε και πάλι τον γρήγορο βηματισμό του. Τώρα η αυλή δεν ήταν στρωμένη με χαλίκι, αλλά με βαριές, σκούρες πέτρινες πλάκες. «Τα σημείωσες αυτά που σου είπα για τα επάνω δωμάτια;» «Ε… τα επάνω δωμάτια, λόρδε μου;» ο μικροκαμωμένος άντρας προσπαθούσε να πάρει ανάσα ενώ έψαχνε πανικόβλητος τις σημειώσεις του. «Πες στην οικονόμο πως πρέπει να αεριστούν», επανέλαβε αργά ο Έντουαρντ. «Επίσης, πρέπει να ελεγχθούν για την περίπτωση που χρειάζονται βάψιμο. Με παρακολουθείς;» «Μάλιστα, λόρδε μου», μουρμούρισε ο Χοπλ σημειώνοντας βιαστικά. «Φαντάζομαι πως έχεις ήδη βρει τον νέο μου γραμματέα». «Ε δηλαδή…» ο επιστάτης κατέφυγε και πάλι στις σημειώσεις του, αποφεύγοντας να απαντήσει. «Σου είπα, νομίζω, πως πρέπει να έχω έναν γραμματέα μέχρι αύριο το πρωί». «Μάλιστα, πράγματι, λόρδε μου, και μάλιστα νομίζω πως έχω βρει το κατάλληλο πρόσωπο για τη θέση…» Ο Έντουαρντ σταμάτησε μπροστά στην τεράστια διπλή πόρτα που οδηγούσε στους στάβλους. «Χοπλ, έχεις βρει γραμματέα ή όχι;» Ο επιστάτης φαινόταν να βρίσκεται σε απόλυτη σύγχυση. «Μάλιστα, λόρδε μου. Πιστεύω πως θα μπορούσε να πει κανείς πως έχω βρει ένα άτομο για να εργαστεί ως γραμματέας». «Και γιατί δεν το λες τόση ώρα;» Ο λόρδος κοίταξε τον επιστάτη του συνοφρυωμένος. «Μήπως ο κύριος αυτός έχει κάποιο πρόβλημα;» «Ό… όχι, λόρδε μου». Ο Χοπλ προσπάθησε να στρώσει το απαίσιο, πολύχρωμο γιλέκο του. «Νομίζω πως θα μείνετε πολύ ευχαριστημένος από το άτομο που θα εργαστεί ως γραμματέας σας», είπε ενώ προσπάθησε να εστιάσει το βλέμμα του στο ανεμούριο σε σχήμα αλόγου, που χόρευε από τον αέρα στη στέγη του κτιρίου που στέγαζε τους στάβλους. Ο Έντουαρντ έπιασε τον εαυτό του να κοιτάζει και αυτός το ανεμούριο. Καθώς γύριζε αργά, έβγαζε ένα παραπονιάρικο τρίξιμο. Η ματιά του εγκατέλειψε τη στέγη και στράφηκε προς το έδαφος. Ο σκύλος ήταν πάντα δίπλα του, αλλά και αυτός, με το κεφάλι στραμμένο προς τα πάνω, κοιτούσε το ανεμούριο που χόρευε στο αεράκι. Ο Έντουαρντ κούνησε ενοχλημένος το κεφάλι του. «Ωραία. Αύριο το πρωί που θα έρθει ο γραμματέας εγώ θα λείπω». Οι δύο άντρες άφησαν πίσω τους το γλυκό φως του απογευματινού ήλιου και μπήκαν στους σκοτεινούς στάβλους. Ο σκύλος με έναν πιο γρήγορο βηματισμό έσπευσε να προηγηθεί, για να μυρίσει κάθε γωνιά του νέου αυτού χώρου. «Γι’ αυτό θα χρειαστεί να του δείξεις εσύ τα χειρόγραφά μου και να του δώσεις γενικές οδηγίες ως προς τα καθήκοντά του». Γύρισε να κοιτάξει για μια ακόμα φορά τον υπάλληλό του. Ίσως και να ήταν ιδέα του, αλλά ο Χοπλ φαινόταν ανακουφισμένος. «Πολύ καλά, λόρδε μου», απάντησε ο επιστάτης. «Αύριο νωρίς το πρωί θα πάω στο Λονδίνο και θα απουσιάζω όλη την υπόλοιπη εβδομάδα. Μέχρι να επιστρέψω, πρέπει να έχει καθαρογράψει όλα τα έγγραφα που


έχω αφήσει». «Μάλιστα, λόρδε μου». Ήταν σαφές, ο επιστάτης φαινόταν εξαιρετικά χαρούμενος τώρα. Ο Έντουαρντ του έριξε μια τελευταία ματιά και είπε με ύφος αυστηρό: «Ανυπομονώ να γνωρίσω τον νέο μου γραμματέα αμέσως μόλις επιστρέψω». Και κάπως έτσι το χαμόγελο του Χοπλ έσβησε από το πρόσωπό του. Το μεγάλο αρχοντικό του Ρέιβενχιλ ήταν ένα μάλλον επιβλητικό κτίριο, σκέφτηκε η Άννα καθώς πλησίαζε στην κεντρική είσοδο του μεγάρου την επομένη το πρωί. Η απόσταση από το χωριό ως το σπίτι ήταν σχεδόν τρία μίλια και τα πόδια της είχαν ήδη αρχίσει να πονάνε. Ευτυχώς ο καιρός ήταν υπέροχος και ο ήλιος λαμπερός. Η μεγάλη αλέα που οδηγούσε στο μέγαρο ήταν πλαισιωμένη από πανάρχαιες οξιές, μια αξιοσημείωτη αλλαγή από τα ανοιχτά λιβάδια που διέσχιζε ο δρόμος από το Λιτλ Μπάτλφορντ. Τα δέντρα αυτά ήταν τόσο παλιά και μεγάλα, που δεν άφηναν χώρο παρά μόνο για δύο αναβάτες και μόνο αν αυτοί οδηγούσαν τα άλογά τους δίπλα δίπλα. Καθώς έπαιρνε την τελευταία στροφή πριν από το σπίτι, σταμάτησε σαστισμένη και η ανάσα της κόπηκε για μερικά δευτερόλεπτα. Ένα χαλί από υπέροχους κίτρινους νάρκισσους στόλιζε το καταπράσινο γρασίδι κάτω από τα δέντρα. Τα κλαδιά από πάνω τους μόλις που είχαν καταφέρει να φτιάξουν ένα νέο, αραιό φύλλωμα και ο ήλιος περνούσε ανεμπόδιστος από μέσα. Κάθε πανέμορφο, κίτρινο λουλούδι έλαμπε στις αχτίδες του και έμοιαζε σαν γυάλινο, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ενός παραμυθένιου, απόκοσμου τοπίου. Μα τι άνθρωπος ήταν αυτός που είχε επιλέξει να μείνει μακριά από αυτόν τον παράδεισο για δυο ολόκληρες δεκαετίες; Η Άννα έφερε στο μυαλό της ιστορίες από την τελευταία μεγάλη επιδημία ευλογιάς που είχε χτυπήσει το Λιτλ Μπάτλφορντ λίγα χρόνια πριν η ίδια και η οικογένειά της μετακομίσουν στην ενορία. Ήξερε πως όλη η οικογένεια του λόρδου είχε χαθεί από την ασθένεια τότε. Αλλά και πάλι. Είναι δυνατόν να μην είχε νιώσει την ανάγκη να επισκεφθεί το σπίτι του μια φορά στα τόσα χρόνια που μεσολάβησαν; Κούνησε το κεφάλι της και συνέχισε τον δρόμο της. Μόλις πέρασε το λιβάδι με τους νάρκισσους, το τοπίο άνοιξε μπροστά της και τώρα είδε καθαρά το μέγαρο του Ρέιβενχιλ. Ήταν ένα τεράστιο κτίριο με τέσσερις ορόφους, χτισμένο με γκρίζα πέτρα, σε ύφος κλασικό. Στην πρόσοψη του μεγάρου δέσποζε η μία και μοναδική κεντρική είσοδος. Από αυτή δύο ίδιες τοξωτές σκάλες στα πλάγια κατέληγαν στο ισόγειο. Μέσα σε εκείνο το ανοιχτό τοπίο με τα ατελείωτα λιβάδια, το μέγαρο φάνταζε σαν ένα νησί στη μέση της θάλασσας, μοναχικό και αγέρωχο. Η Άννα ξεκίνησε και πάλι να πηγαίνει προς το αρχοντικό του Ρέιβενχιλ, με την αυτοπεποίθησή της να μειώνεται σε κάθε βήμα. Αυτή η κεντρική είσοδος ήταν πάρα πολύ επιβλητική. Για μια στιγμή δίστασε καθώς πλησίαζε στο μεγαλόπρεπο κτίριο και έριξε μια ματιά από τη γωνία. Μετά ακριβώς από τη γωνία είδε την είσοδο του προσωπικού. Και αυτή η πόρτα ήταν διπλή και πανύψηλη, αλλά τουλάχιστον δεν θα χρειαζόταν να ανέβει τα μαύρα γρανιτένια σκαλιά για να φτάσει στο κατώφλι της. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έπιασε το μπρούντζινο πόμολο,


το γύρισε, έσπρωξε και μπήκε μέσα. Βρέθηκε ευθύς στην τεράστια κουζίνα του θεόρατου αυτού μεγάρου. Μια εύσωμη γυναίκα με ξανθά, σχεδόν άσπρα μαλλιά στεκόταν μπροστά στο μεγάλο κεντρικό τραπέζι. Ζύμωνε με δύναμη ένα κομμάτι ζυμάρι, με τα χέρια ως τους αγκώνες χωμένα μέσα σε ένα πήλινο μπολ, μεγάλο όσο μια λεκάνη. Μερικές ατίθασες τρίχες από τα μαλλιά της είχαν βγει από το σκουφάκι της στην κορυφή του κεφαλιού και είχαν κολλήσει από τον ιδρώτα στα κατακόκκινα μάγουλά της. Οι μόνοι άλλοι άνθρωποι μέσα στην κουζίνα ήταν η βοηθός της μαγείρισσας που έκανε τη λάντζα κι ένας πιτσιρίκος που δούλευε ως λούστρος. Και οι τρεις γύρισαν απότομα και κάρφωσαν το βλέμμα τους πάνω της. Η ξανθιά γυναίκα –σίγουρα η μαγείρισσα– σήκωσε τα γεμάτα αλεύρι χέρια της στον αέρα. «Ε εσύ!» Η Άννα ανασήκωσε το σαγόνι της. «Καλή σας μέρα. Είμαι η νέα γραμματέας του λόρδου, η κυρία Ρεν. Μπορείτε, παρακαλώ, να μου πείτε πού θα βρω τον κύριο Χοπλ;» Με τα μάτια πάντα καρφωμένα στην Άννα, η μαγείρισσα φώναξε στον μικρό λούστρο: «Ε εσύ, Ντάνι. Πήγαινε να φωνάξεις τον κύριο Χοπλ και πες του ότι η κυρία Ρεν είναι στην κουζίνα. Σβέλτα!». Ο Ντάνι έφυγε τρέχοντας από την κουζίνα και η μαγείρισσα συνέχισε ατάραχη το ζύμωμα. Η Άννα συνέχισε να στέκεται εκεί όρθια περιμένοντας. Η μικρή υπηρέτρια συνέχισε να κοιτάζει την Άννα αφηρημένη, ξύνοντας το μπράτσο της. Η Άννα της χαμογέλασε και τότε το κορίτσι, συνειδητοποιώντας πόση ώρα την κοιτούσε αποχαυνωμένη, έστρεψε βιαστικά το βλέμμα της αλλού. «Πρώτη φορά μου ακούω γυναίκα να δουλεύει σαν γραμματέας», είπε η μαγείρισσα, χωρίς ωστόσο να πάρει τα μάτια της από το ζυμάρι, που συνέχισε να το δουλεύει με τα δυνατά της χέρια. Με μεγάλη μαεστρία έβγαλε το ζυμάρι από το πήλινο δοχείο και το άπλωσε με άνεση πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού, για να το μαζέψει αμέσως σε μια μπάλα με τα μυώδη χέρια της. «Τον έχεις γνωρίσει τον λόρδο, λοιπόν;» «Δεν έχουμε συστηθεί επίσημα», απάντησε η Άννα. «Η πρόσληψή μου έγινε από τον κύριο Χοπλ, αλλά δεν φάνηκε να έχει κάποιον ενδοιασμό στο να μου αναθέσει τη δουλειά του γραμματέα για λογαριασμό του λόρδου». Τουλάχιστον δεν είχε εκφράσει τους ενδοιασμούς του, συμπλήρωσε από μέσα της. Η μαγείρισσα έβγαλε ένα σιγανό μουγκρητό ως απάντηση, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της. «Ας είναι», είπε τελικά ενώ άρχισε να παίρνει μικρά κομμάτια από τη ζύμη, να τα πλάθει σε μικρές μπάλες και να τις στοιβάζει στο τραπέζι μπροστά της. «Μπέρθα, φέρε μου αυτό το ταψί από εκεί». Η υπηρέτρια έφερε το μεγάλο επίπεδο ταψί στο τραπέζι και άρχισε να τοποθετεί στη σειρά, μια-μια, τις μπάλες από ζυμάρι. «Ανατριχιάζω κάθε φορά που τον ακούω να φωνάζει όταν έχει τα νεύρα του», είπε ψιθυριστά η μικρή. Η μαγείρισσα έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα στη βοηθό της. «Εσύ ανατριχιάζεις και με τις κουκουβάγιες. Ο λόρδος είναι ένας εξαίρετος κύριος. Μας πληρώνει όλους μια χαρά και μας δίνει και τις άδειές μας κανονικά». Η Μπέρθα δάγκωσε τα χείλη της καθώς τοποθετούσε με προσοχή κάθε μπαλίτσα


δίπλα στην άλλη. «Η γλώσσα του σπάει κόκαλα. Ίσως γι’ αυτό ο κύριος Τούτλχαμ έφυγε τόσο…» Αλλά εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι η μαγείρισσα την κοιτούσε με ένα δολοφονικό βλέμμα και χωρίς να τελειώσει τη φράση της, έκλεισε απότομα το στόμα της. Η άφιξη του κυρίου Χοπλ στην κουζίνα έσπασε την αμήχανη σιωπή που ακολούθησε. Φορούσε ένα μάλλον τολμηρό μοβ γιλέκο, κεντημένο παντού με κατακόκκινα κερασάκια. «Καλημέρα, καλημέρα, κυρία Ρεν». Έριξε μια κάπως φευγαλέα ματιά στη μαγείρισσα και τη βοηθό της, που παρακολουθούσαν με έντονο ενδιαφέρον και συνέχισε πιο χαμηλόφωνα: «Είστε σίγουρη γι’ αυτό που πάτε να κάνετε;». «Μα φυσικά, κύριε Χοπλ», απάντησε η Άννα με ένα χαμόγελο που ήλπιζε να τον πείσει για τη σιγουριά της. «Ανυπομονώ να γνωρίσω τον λόρδο». Η μαγείρισσα δεν μπόρεσε να κρύψει ένα μουγκρητό, που της βγήκε αυθόρμητα στο άκουσμα αυτής της δήλωσης. «Α», είπε ο κύριος Χοπλ ξεροβήχοντας με αμηχανία, «όσο για αυτό, ο λόρδος βρίσκεται στο Λονδίνο για δουλειές. Πηγαίνει αρκετά συχνά στην πόλη, ξέρετε», είπε με έναν τόνο επισημότητας. «Εκεί συναντά άλλους κυρίους του δικού του επιπέδου και ανάλογης μόρφωσης. Ξέρετε, ο λόρδος είναι αυθεντία στα αγροτικά πράγματα». Η απογοήτευση της Άννας ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. «Θα πρέπει, λοιπόν, να περιμένω να επιστρέψει;» ρώτησε. «Όχι, όχι. Δεν υπάρχει λόγος», είπε ο κύριος Χοπλ. «Η Εξοχότητά του άφησε κάποια χειρόγραφα για σας, τα οποία θα πρέπει να καθαρογράψετε στη βιβλιοθήκη. Θα σας οδηγήσω εγώ, αν δεν έχετε αντίρρηση». Η Άννα συμφώνησε με ένα νεύμα και ακολούθησε τον επιστάτη, που βγήκε από την κουζίνα και προχώρησε στο κεντρικό χολ του σπιτιού. Το δάπεδο ήταν μαρμάρινο, με ροζ και μαύρα κομμάτια περίτεχνα συνδυασμένα, αλλά στο ημίφως δεν μπορούσε να το διακρίνει καλά. Έφτασαν στην κεντρική είσοδο και η Άννα έμεινε να κοιτάζει γοητευμένη την τεράστια κεντρική σκάλα. Θεέ μου, ήταν μεγαλειώδης. Τα σκαλιά οδηγούσαν σε ένα μεγάλο πλατύσκαλο, που ήταν σχεδόν όσο όλη της η κουζίνα και από εκεί ξεκινούσαν δύο ακόμα σκάλες, που κατέληγαν ακόμα ψηλότερα, στον σκοτεινό πρώτο όροφο του σπιτιού. Μα πώς στο καλό μπορούσε ένας μόνο άνθρωπος να ζει σε ένα τόσο μεγάλο σπίτι, ακόμα κι αν είχε έναν στρατό από υπηρέτες στη δούλεψή του; Η Άννα συνειδητοποίησε ότι ο κύριος Χοπλ της μιλούσε για αρκετή ώρα, όμως εκείνη δεν του είχε δώσει την παραμικρή σημασία. «Ο τελευταίος γραμματέας και φυσικά και αυτός που προηγήθηκε εργάζονταν στο δικό τους γραφείο κάτω από τη σκάλα», είπε ο μικρόσωμος άντρας. «Αλλά το δωμάτιο αυτό είναι μάλλον καταθλιπτικό. Δεν νομίζω ότι ταιριάζει σε μια κυρία. Γι’ αυτό σκέφτηκα ότι θα μπορούσατε να εγκατασταθείτε στη βιβλιοθήκη, όπου εργάζεται και ο λόρδος. Εκτός φυσικά», πρόσθεσε ο κύριος Χοπλ ασθμαίνοντας, «αν προτιμάτε να έχετε τον δικό σας προσωπικό χώρο;» Ο επιστάτης άνοιξε την πόρτα της βιβλιοθήκης για την Άννα, προσκαλώντας τη να περάσει. Εκείνη προχώρησε, αλλά σταμάτησε απότομα, αναγκάζοντας τον κύριο


Χοπλ να την παρακάμψει κάπως άτσαλα για να μην πέσει επάνω της. «Όχι, όχι, εδώ είμαι μια χαρά». Ακόμα και η ίδια έμεινε έκπληκτη από την ηρεμία που φανέρωσε η φωνή της. Τόσο πολλά βιβλία! Όλοι οι τοίχοι του δωματίου ήταν ντυμένοι από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι με ράφια γεμάτα βιβλία. Υπήρχαν ράφια με βιβλία ακόμα και πάνω από το τζάκι, έφταναν μέχρι την αρχή του θολωτού ταβανιού. Θα πρέπει να υπήρχαν πάνω από χίλια βιβλία μέσα σε εκείνο το δωμάτιο. Μια μάλλον ασταθής σκάλα με ρόδες βρισκόταν στο πλάι, για να μπορεί κάποιος να φτάσει τα πιο ψηλά σημεία της βιβλιοθήκης. Πώς να ήταν άραγε να έχεις όλα αυτά τα βιβλία δικά σου και να μπορείς να τα διαβάζεις όποτε θέλεις; Ο κύριος Χοπλ την οδήγησε σε μια γωνία του σπηλαιώδους δωματίου, όπου βρισκόταν ένα τεράστιο μαονένιο γραφείο. Απέναντί του, μερικά μέτρα πιο μακριά, υπήρχε ένα μικρότερο σεκρετέρ από ξύλο τριανταφυλλιάς. «Εδώ είμαστε, κυρία Ρεν», είπε με ενθουσιασμό ο επιστάτης. «Έχω ετοιμάσει όλα όσα νομίζω πως θα χρειαστείτε: χαρτί, πένες, μελάνι, στυπόχαρτο και άμμο. Αυτά είναι τα χειρόγραφα που ο λόρδος θα ήθελε να καθαρογράψετε», είπε και της έδειξε ένα ψηλό πάκο με χειρόγραφα, που έδειχναν άτσαλα και κακογραμμένα. «Εδώ στη γωνία βρίσκεται το κουδούνι για την υπηρεσία και είμαι σίγουρος ότι η μαγείρισσα θα σας έστελνε ευχαρίστως έναν δίσκο με τσάι ή κάτι δροσιστικό, αν προτιμάτε. Υπάρχει κάτι άλλο που επιθυμείτε;» «Όχι, όχι. Όλα είναι μια χαρά». Η Άννα σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος της, προσπαθώντας να κρύψει τη νευρικότητά της. «Σίγουρα; Λοιπόν, ενημερώστε με αν χρειάζεστε παραπάνω χαρτί ή κάτι άλλο, οτιδήποτε». Και με ένα τελευταίο χλιαρό χαμόγελο γύρισε και εξαφανίστηκε πίσω από τη μεγάλη πόρτα. Η Άννα κάθισε στο κομψό, μικρό γραφείο και με κάποιον δισταγμό χάιδεψε με το χέρι της τη λεία, γυαλιστερή επιφάνειά του. Μα τι όμορφο που ήταν αυτό το έπιπλο! Με έναν αναστεναγμό, σήκωσε την πρώτη σελίδα από τα χειρόγραφα του λόρδου. Ο γραφικός χαρακτήρας του ήταν τολμηρός, βαρύς και έγερνε ελαφρώς προς τα δεξιά. Σε κάποια σημεία, κάποιες προτάσεις είχαν σβηστεί και είχαν αντικατασταθεί από άλλες, που είχαν γραφτεί με μικρά, ακατάστατα γράμματα στο περιθώριο της σελίδας, με πολλά βελάκια που έδειχναν το σημείο στο οποίο έπρεπε να τοποθετηθούν. Η Άννα άρχισε την αντιγραφή. Ο δικός της γραφικός χαρακτήρας ήταν αβίαστος, με μικρά, στρογγυλά, καθαρά γράμματα. Κάθε τόσο σταματούσε το γράψιμο στην προσπάθειά της να βγάλει τι έλεγε το κείμενο του λόρδου. Πραγματικά, τα γράμματά του ήταν αισχρά. Μετά από λίγο, όμως, άρχισε να συνηθίζει τη γραφή του, τα ύψιλον που γύριζαν ανάποδα και τα ρο που έγερναν προς τα πίσω. Λίγο μετά τις δώδεκα το μεσημέρι, η Άννα άφησε κάτω την πένα και προσπάθησε να καθαρίσει τα δάχτυλά της από το μελάνι. Έπειτα σηκώθηκε και με μια διστακτική κίνηση τράβηξε το κορδόνι που επικοινωνούσε με το κουδούνι στην κουζίνα. Δεν ακούστηκε ο παραμικρός ήχος, αλλά η Άννα ήλπιζε ότι κάποιος θα άκουγε το κουδούνισμα και θα της έφερνε έναν δίσκο με λίγο τσάι. Έριξε μια ματιά στα βιβλία που βρίσκονταν στον τοίχο, πίσω από το κορδόνι. Ήταν δερματόδετοι, χοντροί τόμοι με τίτλους γραμμένους στα λατινικά. Με περιέργεια τράβηξε έναν. Καθώς τράβηξε το βαρύ βιβλίο, ένας άλλος πιο λεπτός τόμος έπεσε


στο έδαφος με πάταγο. Η Άννα έσκυψε γρήγορα και τον σήκωσε, ρίχνοντας κλεφτές, ένοχες ματιές προς την πόρτα. Κανείς δεν είχε ανταποκριθεί στο κουδούνι. Η προσοχή της επέστρεψε στον τόμο που κρατούσε στα χέρια της. Ήταν δεμένος με λεπτό, κόκκινο δέρμα από το Μαρόκο, απαλό και λείο στο άγγιγμα, αλλά δεν είχε τίτλο. Το μόνο στολίδι στο εξωτερικό του βιβλίου ήταν ένα ανάγλυφο, χρυσό φτερό στην κάτω δεξιά γωνία του εξωφύλλου. Με μια γκριμάτσα απογοήτευσης, έβαλε πίσω στο ράφι τον μεγάλο τόμο με τα λατινικά και επέστρεψε στο μυστηριώδες κόκκινο βιβλίο. Μέσα, στην πρώτη σελίδα, είδε γραμμένο με γράμματα παιδικά τη φράση: Το βιβλίο αυτό ανήκει στην Ελίζαμπεθ Τζέιν ντε Ραφ. «Μάλιστα, κυρία;» Το κόκκινο βιβλίο κόντεψε να πέσει από τα χέρια της, καθώς η Άννα τρόμαξε ακούγοντας τη φωνή της υπηρέτριας στον χώρο. Έβαλε βιαστικά πίσω στη θέση του το κόκκινο βιβλίο και χαμογέλασε στη μικρή. «Αναρωτιόμουν αν θα μπορούσα να έχω λίγο τσάι;» «Μάλιστα, κυρία». Η υπηρέτρια έκανε μια βιαστική υπόκλιση και βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να πει κάτι άλλο. Η Άννα έριξε άλλη μια ματιά στο βιβλίο της Ελίζαμπεθ, αλλά αποφάσισε ότι θα ήταν πιο φρόνιμο να φερθεί με διακριτικότητα και επέστρεψε στο γραφείο της για να περιμένει τον δίσκο με το τσάι. Στις πέντε ακριβώς ο κύριος Χοπλ μπήκε τρεχάτος στη βιβλιοθήκη. «Πώς ήταν η πρώτη σας μέρα; Ελπίζω όχι υπερβολικά κουραστική;» Πήρε στα χέρια του το πάκο με τα καθαρογραμμένα χειρόγραφα και τα εξέτασε με ένα βιαστικό πέρασμα. «Μου φαίνεται πως κάνατε πολύ καλή δουλειά. Ο λόρδος θα χαρεί πολύ που είναι πλέον έτοιμα για το τυπογραφείο», είπε με φανερή ανακούφιση. Η Άννα αναρωτήθηκε αν είχε περάσει τη μέρα του ανησυχώντας για τις ικανότητές της. Μάζεψε τα πράγματά της και ρίχνοντας μια τελευταία εξεταστική ματιά στο γραφείο της, για να βεβαιωθεί ότι το άφηνε σε άριστη κατάσταση, καληνύχτισε τον κύριο Χοπλ και ξεκίνησε για το σπίτι της. Η Μητέρα Ρεν αναπήδησε τη στιγμή που η Άννα έφτασε στη μικρή αγροικία και άρχισε ευθύς αμέσως να τη βομβαρδίζει με ερωτήσεις. Ακόμα και η Φάνι την κοιτούσε στα μάτια περιμένοντας τις απαντήσεις της, λες και η δουλειά της ήταν κάτι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο και εντυπωσιακό. «Μα δεν τον γνώρισα καν», απάντησε η Άννα προσπαθώντας να κατευνάσει την ένταση της στιγμής. Οι επόμενες μέρες πέρασαν γρήγορα και η στήλη με τις καθαρογραμμένες σελίδες στο γραφείο της μεγάλωνε καθημερινά. Η Κυριακή ήταν μέρα ξεκούρασης, κάτι που η Άννα είχε ανάγκη. Όταν επέστρεψε στο μέγαρο τη Δευτέρα το πρωί, το Ρέιβενχιλ είχε καταληφθεί από έναν αέρα προσμονής και ενθουσιασμού. Ο λόρδος είχε επιτέλους επιστρέψει από το Λονδίνο. Η μαγείρισσα δεν σήκωσε καν τα μάτια της από τη σούπα που ανακάτευε όταν η Άννα μπήκε στην κουζίνα και ο κύριος Χοπλ δεν ήταν εκεί για να την προϋπαντήσει, όπως έκανε κάθε μέρα τον τελευταίο καιρό. Η Άννα πήγε μόνη της στη βιβλιοθήκη, περιμένοντας ότι επιτέλους θα γνώριζε τον εργοδότη της.


Αλλά βρήκε και πάλι το δωμάτιο έρημο. Καλά λοιπόν. Η Άννα έβγαλε έναν κουρασμένο αναστεναγμό και ακούμπησε το καλάθι με το κολατσιό της στο μικρό γραφείο. Άρχισε τη δουλειά της και η ώρα πέρασε γρήγορα, με τον ήχο της πένας της να γαργαλάει το χαρτί ως μόνη συντροφιά της. Αλλά κάποια στιγμή ένιωσε μια άλλη παρουσία στον χώρο και σήκωσε το βλέμμα της από τα χαρτιά της. Αυτό που είδε της έκοψε την ανάσα. Ένας τεράστιος σκύλος στεκόταν δίπλα στο γραφείο της, μόλις μερικά βήματα μακριά της. Ο σκύλος είχε μπει μέσα στο δωμάτιο χωρίς να κάνει τον παραμικρό ήχο. Η Άννα προσπάθησε να μείνει ακίνητη όσο σκεφτόταν τι έπρεπε να κάνει. Τα φοβόταν τα σκυλιά. Όταν ήταν παιδί, είχε ένα γλυκό, μικρούλι τεριέ. Αλλά αυτό το ζώο ήταν τεράστιο, το μεγαλύτερο σκυλί που είχε δει ποτέ. Και δυστυχώς, κάτι της θύμιζε. Είχε δει το ίδιο ακριβώς ζώο μόλις πριν από μια εβδομάδα να τρέχει δίπλα στον άσχημο εκείνο άντρα που είχε πέσει από το άλογό του στον χωματόδρομο έξω από το χωριό. Κι αν αυτό το σκυλί ήταν τώρα εδώ… ωχ, λες; Η Άννα σηκώθηκε και έκανε ένα βήμα, αλλά το σκυλί αμέσως ενδιαφέρθηκε γι’ αυτή και την πλησίασε γοργά, αποθαρρύνοντάς τη από το να τραπεί σε φυγή. Έτσι, αποφάσισε να καθίσει και πάλι στη θέση της με έναν αναστεναγμό. Ο σκύλος συνέχισε να την κοιτάζει με προσήλωση και η Άννα δεν μπορούσε παρά να κάνει το ίδιο. Τέντωσε το χέρι της προς το μέρος του, με την παλάμη γυρισμένη προς το έδαφος, για να δώσει στο ζώο την ευκαιρία να τη μυρίσει. Ο σκύλος ακολούθησε την κίνηση του χεριού της με το βλέμμα του, αλλά δεν έκανε την παραμικρή κίνηση προς το μέρος της. «Αφού, λοιπόν, δεν σκοπεύετε να κινηθείτε, αγαπητέ μου κύριε», είπε η Άννα στον σκύλο, «μπορώ νομίζω να συνεχίσω τη δουλειά μου». Πήρε και πάλι την πένα της και προσπαθώντας να αγνοήσει τον τεράστιο σκύλο δίπλα της, συνέχισε το γράψιμο. Μετά από λίγο ο σκύλος κάθισε στο πάτωμα, αλλά πάντα με το βλέμμα του καρφωμένο επάνω της. Όταν το ρολόι πάνω από το τζάκι σήμανε δώδεκα το μεσημέρι, άφησε την πένα της και έτριψε το πονεμένο χέρι της. Με προσοχή τέντωσε τα μπράτσα της πάνω από το κεφάλι της για να ξεπιαστεί, φροντίζοντας φυσικά να μην κάνει καμία απότομη κίνηση. «Ίσως θα ήθελες λίγο μεσημεριανό;» είπε με ευγένεια στον σκύλο. Η Άννα άνοιξε το μικρό καλάθι που έφερνε κάθε πρωί μαζί της, σκεπασμένο με μια πετσέτα. Σκέφτηκε να ειδοποιήσει στην κουζίνα να της φέρουν ένα τσάι για να συνοδεύσει το γεύμα της, αλλά δεν ήταν σίγουρη ότι ο σκύλος θα την άφηνε να απομακρυνθεί από το γραφείο της. «Και αν δεν έρθει κανείς για να δει τι κάνω», μουρμούρισε στον θηριώδη σκύλο, «με βλέπω να παραμένω εδώ καρφωμένη όλο το απόγευμα εξαιτίας σου». Στο καλαθάκι της είχε ψωμί και βούτυρο, ένα μήλο κι ένα κομματάκι τυρί, τυλιγμένο σε ένα κομμάτι γάζα. Πρόσφερε στον σκύλο ένα κομμάτι από την κόρα του ψωμιού της, αλλά εκείνος δεν μπήκε καν στον κόπο να το μυρίσει. «Είσαι πολύ επιλεκτικός, έτσι δεν είναι;» είπε και αποφάσισε να μασουλήσει η ίδια το ξεροκόμματο. «Φαντάζομαι εσύ έχεις συνηθίσει να γευματίζεις με φασιανό και σαμπάνια».


Ο σκύλος την κοιτούσε ατάραχος, χωρίς καμία απολύτως αντίδραση. Η Άννα έφαγε όλο το ψωμί και προχώρησε με το μήλο, ενώ ο σκύλος συνέχισε να την κοιτάζει ατάραχος. Σίγουρα αν το ζώο αυτό ήταν επικίνδυνο, δεν θα του επέτρεπαν να περιφέρεται στο σπίτι ελεύθερο. Άφησε το τυρί να το φάει τελευταίο. Καθώς το ξετύλιγε, πήρε μια βαθιά ανάσα, μυρίζοντας το περιτύλιγμα για να απολαύσει τη δυνατή ευωδιά του. Το τυρί αυτό ήταν, κάτω από τις συνθήκες, η μόνη πολυτέλεια που είχε στη διάθεσή της. Έγλειψε τα χείλη της. Εκείνη τη στιγμή ο σκύλος αποφάσισε να τεντώσει τον λαιμό του, καθώς η έντονη οσμή του τυριού έφτασε στα ρουθούνια του. Η Άννα πάγωσε κοιτάζοντας τον σκύλο, κρατώντας το τυρί λίγα εκατοστά από το στόμα της. Κοίταξε πρώτα το τυρί και μετά τον σκύλο. Τα μάτια του ήταν σκούρα καφέ, υγρά και μεγάλα. Με μια κίνηση σήκωσε το μεγάλο του μπροστινό πόδι και το απόθεσε στην ποδιά της. Η κοπέλα αναστέναξε. «Λίγο τυράκι, λόρδε μου;» έκοψε ένα κομμάτι από το τυρί της και το πρότεινε στον σκύλο. Το τυρί εξαφανίστηκε αμέσως, αφήνοντας ίχνη από αηδιαστικά σάλια στα δάχτυλα που μόλις πριν από λίγο κρατούσαν το τυρί. Η παχιά ουρά χάιδεψε το χαλί, καθώς την κούνησε ικανοποιημένος. Το βλέμμα του ήταν όλο προσδοκία, καθώς την κάρφωσε με τα υγρά μάτια του. Η Άννα ανασήκωσε τα φρύδια της με αυστηρότητα. «Αγαπητέ μου, είστε ξεδιάντροπος». Χωρίς να το πολυσκεφτεί, έδωσε και το υπόλοιπο τυρί στο θηρίο, που μόνο τότε αποφάσισε να της επιτρέψει να τον χαϊδέψει πίσω από τα αφτιά. Και ενώ η Άννα χάιδευε το μεγάλο κεφάλι του, λέγοντάς του πόσο όμορφος και περήφανος σκύλος ήταν, ακούστηκαν για πρώτη φορά βήματα από βαριές μπότες να πλησιάζουν από το κεντρικό χολ. Σήκωσε το βλέμμα της και είδε τον λόρδο του Σγουόρτινγχαμ να στέκεται στην πόρτα, με τα κατάμαυρα μάτια του καρφωμένα επάνω της.


Κεφάλαιο Τρία Ένας παντοδύναμος πρίγκιπας που δεν φοβόταν ούτε Θεό ούτε θνητό αφέντευε την περιοχή στα ανατολικά σύνορα του δουκάτου. Αυτός ο πρίγκιπας ήταν ένας σκληρός και άπληστος άντρας. Ζήλευε θανάσιμα τον δούκα, τα εύφορα χωράφια του και την ευτυχία όσων ζούσαν στη γη του. Μια μέρα ο πρίγκιπας μάζεψε στρατό και επιτέθηκε με λύσσα στο μικρό δουκάτο, λεηλατώντας τις περιουσίες των χωρικών, μέχρι που οι άντρες του έφτασαν στο κάστρο του δούκα. Ο γέρος δούκας σκαρφάλωσε στις πολεμίστρες του κάστρου του και είδε μια θάλασσα από στρατιώτες, που ξεκινούσαν από τα πέτρινα τείχη του πύργου του, μέχρι μακριά στα βάθη του ορίζοντα. Πώς μπορούσε να νικήσει έναν τόσο παντοδύναμο στρατό; Έκλαψε απελπισμένος για τον λαό του και για τις κόρες του, που σίγουρα θα έπεφταν στα χέρια των βαρβάρων που θα τις έσφαζαν. Αλλά καθώς στεκόταν εκεί απελπισμένος, άκουσε μια βραχνή φωνή. «Μην κλαις, δούκα… Δεν έχει χαθεί κάθε ελπίδα…» Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

Ο Έντουαρντ σταμάτησε απότομα καθώς μπήκε στη βιβλιοθήκη του. Τα μάτια του ανοιγόκλεισαν αρκετές φορές ώσπου να συνειδητοποιήσει ότι… μια γυναίκα καθόταν στο γραφείο του γραμματέα του. Αδύνατον! Η πρώτη του αντίδραση ήταν να κάνει μερικά βήματα πίσω και να σιγουρευτεί ότι είχε μπει στο σωστό δωμάτιο, αλλά τελικά αποφάσισε να μην το κάνει. Αντ’ αυτού, τα μάτια του έγιναν δυο σχισμές καθώς άρχισε να εξετάζει με προσοχή τον εισβολέα. Ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα, με καφέ ρούχα κι ένα φριχτό δαντελωτό σκουφάκι που έκρυβε τα μαλλιά της. Η πλάτη της ήταν τόσο ίσια, τόσο σφιγμένη, που δεν ακουμπούσε στην πλάτη της καρέκλας. Είχε την εμφάνιση μιας καθωσπρέπει κυρίας χαμηλού εισοδήματος, αλλά το αξιοπερίεργο ήταν ότι χάιδευε –χάιδευε, για όνομα του Θεού– τον θηριώδη, τρομακτικό σκύλο του. Το κεφάλι του ζώου είχε γείρει, η γλώσσα του κρεμόταν έξω από το μισάνοιχτο στόμα του και τα μάτια του ήταν μισόκλειστα, λες και το ζώο βρισκόταν σε έκσταση. Ο Έντουαρντ έβαλε μια φωνή στο ζώο. «Ποια είσαι;» μούγκρισε στην Άννα, λίγο πιο άγρια από όσο σκόπευε. Το στόμα της γυναίκας λέπτυνε προς στιγμή, κάτι που του τράβηξε αμέσως την προσοχή. Η γυναίκα αυτή είχε το πιο ερωτικό στόμα που είχε δει ποτέ του. Ήταν χορταστικό, με το επάνω χείλος πιο γεμάτο από το κάτω, η μια του άκρη ήταν λιγάκι στραβή. «Είμαι η Άννα Ρεν, λόρδε μου. Πώς λένε τον σκύλο σας;» «Δεν ξέρω». Έκανε μερικά βήματα μέσα στο δωμάτιο αργά, προσέχοντας να μην κάνει καμία απότομη κίνηση. «Μα», είπε η γυναίκα με ανασηκωμένα τα φρύδια, «δεν είναι δικός σας ο σκύλος;» Έριξε μια ματιά στον σκύλο και για μια στιγμή ένιωσε να υπνωτίζεται από το θέαμα. Τα λεπτά, ευκίνητα δάχτυλά της χάιδευαν τη γούνα του σκύλου, μπαίνοντας ανάμεσα στο τρίχωμα. «Με ακολουθεί παντού και κοιμάται δίπλα στο κρεβάτι μου», είπε ο Έντουαρντ ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους. «Αλλά δεν έχει κάποιο όνομα, από όσο


ξέρω». Πλησίασε το γραφείο από ξύλο τριανταφυλλιάς. Στάθηκε μπροστά της, κλείνοντας πλέον κάθε οδό διαφυγής από τη σκοτεινή βιβλιοθήκη. Το πρόσωπο της Άννας συνοφρυώθηκε με αποδοκιμασία. «Μα κάποιο όνομα πρέπει να έχει. Εσείς πώς τον φωνάζετε;» «Δεν τον φωνάζω». Η γυναίκα αυτή ήταν πολύ απλή. Είχε μια λεπτή, καλλίγραμμη μύτη, καστανά μάτια και μαλλιά – όσο μπόρεσε να δει τουλάχιστον. Τίποτα στο παρουσιαστικό της δεν ήταν αξιοπρόσεκτο. Εκτός από εκείνο το στόμα. Με την άκρη της γλώσσας της ύγρανε την άκρη του. Ο Έντουαρντ ένιωσε τον ανδρισμό του να θεριεύει και να σκληραίνει μονομιάς, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να γίνει αντιληπτό. Κάτι τέτοιο σίγουρα θα σόκαρε ανεπανόρθωτα μια ευαίσθητη και σεμνή γυναίκα, σκέφτηκε. Η πραγματικότητα όμως ήταν αυτή. Τον είχε ξεσηκώσει μια σεμνή, ασήμαντη γυναίκα που ούτε καν γνώριζε. Ο σκύλος φάνηκε να βρίσκει τη συζήτηση μάλλον ανιαρή, γι’ αυτό, εγκαταλείποντας τα χάδια της Άννας, άφησε το σώμα του να απλωθεί μπροστά στο τζάκι νωχελικά με έναν μακάριο αναστεναγμό. «Αν πρέπει οπωσδήποτε να έχει κάποιο όνομα, γιατί δεν επιλέγετε εσείς ένα;» είπε ο Έντουαρντ ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους και ακούμπησε τα ακροδάχτυλα του δεξιού χεριού του στην επιφάνεια του γραφείου του. Το αγέρωχο βλέμμα που του έριξε εκείνη ακριβώς τη στιγμή έδωσε μια απότομη ώθηση στους τροχούς της μνήμης και ξαφνικά ο Έντουαρντ θυμήθηκε. Με μάτια σαν δυο σχισμές την κοίταξε με προσοχή και αναφώνησε: «Εσείς είσαστε η γυναίκα που έκανε το άλογό μου να αναπηδήσει τις προάλλες στον κεντρικό δρόμο». «Ναι», απάντησε η Άννα απαντώντας στο αυστηρό του βλέμμα με μια ματιά όλο γλύκα αλλά και πονηριά. «Λυπάμαι πολύ που πέσατε από το άλογό σας». Τι αναίδεια! «Δεν έπεσα! Απλώς αποσυντονίστηκα». «Αλήθεια;» Ήταν έτοιμος να υπερασπιστεί σθεναρά τη λέξη που είχε επιλέξει για να περιγράψει το ατυχές περιστατικό, αλλά εκείνη του πρότεινε μια αρμαθιά χαρτιά λέγοντας: «Θα θέλατε να επιθεωρήσετε τη δουλειά που έκανα σήμερα;». «Χμ», μουρμούρισε τελικά εγκαταλείποντας την προσπάθεια να ανατρέψει την εντύπωση που είχε δώσει με την πτώση του. Πήρε τα γυαλιά του από την τσέπη και τα στερέωσε στην κορυφή της μύτης του. Του πήρε μερικά λεπτά για να μπορέσει να συγκεντρωθεί στο κείμενο που είχε μπροστά του, αλλά όταν τα κατάφερε, ο Έντουαρντ αναγνώρισε αμέσως τον γραφικό χαρακτήρα. Γιατί είχε ήδη διαβάσει, μόλις την προηγούμενη βραδιά, μερικές από τις σελίδες που είχε καθαρογράψει «ο νέος του γραμματέας» και ενώ είχε θαυμάσει τον καθαρό και ευανάγνωστο χαρακτήρα του, είχε σκεφτεί πως ίσως πρόδιδε μια κάποια θηλυπρέπεια. Έριξε μια φευγαλέα ματιά στην Άννα πάνω από τα γυαλιά του και ρουθούνισε αμήχανα. Όχι θηλυπρέπεια, λοιπόν, απλώς θηλυκότητα. Έτσι εξηγούνταν και οι υπεκφυγές, η αμηχανία και η νευρικότητα του Χοπλ.


Διάβασε μερικές γραμμές ακόμα και μια ακόμη αιφνίδια σκέψη γεννήθηκε στο κεφάλι του. Ο Έντουαρντ έριξε μια γρήγορη αλλά εξεταστική ματιά στα χέρια της γυναίκας και παρατήρησε ότι δεν υπήρχε βέρα. Χα! Σίγουρα κανείς από τους εργένηδες της περιοχής δεν είχε τα κότσια να τη φλερτάρει. «Είστε ανύπαντρη;» Η ερώτηση βρήκε την Άννα απροετοίμαστη. «Είμαι χήρα, λόρδε μου». «Α!» Δηλαδή κάποιος την είχε φλερτάρει και την είχε παντρευτεί, αλλά αυτή τη στιγμή ήταν μόνη, χωρίς κάποιον προστάτη στη ζωή της. Και πριν προλάβει να ολοκληρώσει αυτή τη σκέψη στο κεφάλι του, μια άλλη σκέψη, αυτοκριτικής αυτή τη φορά, απασχόλησε τον νου του: ήταν γελοίο που είχε έστω και για μια στιγμή βλέψεις για μια γυναίκα στη δική της κατάσταση. Αλλά ήταν και αυτό το στόμα… Ανασηκώθηκε και τέντωσε την πλάτη του, σε μια προσπάθεια να ανασυντάξει τις σκέψεις του και να συγκεντρωθεί στο γραπτό που είχε μπροστά του. Δεν υπήρχαν ορατά λάθη στην ορθογραφία ή λεκέδες από μελάνι. Αυτό ακριβώς θα περίμενε από το χέρι μιας μικροκαμωμένης, απλοϊκής χήρας. Μια γκριμάτσα απογοήτευσης σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Αλλά ξαφνικά, να, ένα λάθος. Έριξε μια άγρια ματιά στην Άννα πάνω από τα γυαλιά του. «Αυτή η λέξη δεν είναι σύνθεση, αλλά αποσύνθεση. Δεν βγάζετε τον γραφικό μου χαρακτήρα;» Η κυρία Ρεν πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να προετοιμαζόταν για μια σκληρή μάχη, κάτι που έκανε το πλούσιο μπούστο της να ανασηκωθεί ελαφρά. «Λόρδε μου, ναι, το ομολογώ, καμιά φορά είναι δύσκολο να καταλάβω τι γράφετε». «Χμφφφ», μούγκρισε λίγο απογοητευμένος που η Άννα δεν επέλεξε να λογομαχήσει μαζί του. Ίσως αν αποφάσιζε να κάνει έναν μικρό καβγά, να αναγκαζόταν να πάρει πολλές βαθιές ανάσες. Τελείωσε την ανάγνωση των σελίδων που του είχε δώσει και τις πέταξε σχεδόν στο γραφείο της, αφήνοντάς τες να σκορπίσουν μπροστά της, παρασέρνοντας και άλλη μια στοίβα. Η Άννα ξεφύσησε ενοχλημένη από την ακαταστασία και έσκυψε να σηκώσει μια από τις σελίδες που είχε καταλήξει στο πάτωμα. «Μια χαρά μου φαίνονται», είπε ο Έντουαρντ και πέρασε πίσω της. «Θα δουλέψω εδώ σήμερα το απόγευμα, καθώς εσείς θα ολοκληρώνετε τη δουλειά της ημέρας με τα χειρόγραφα». Έσκυψε από πάνω της για να διώξει με τα δάχτυλα ένα χνουδάκι που είχε πέσει πάνω στο γραφείο. Για μια στιγμή ένιωσε τη ζεστασιά της και στη μύτη του έφτασε μια ανεπαίσθητη μυρωδιά από τριαντάφυλλα, που ανέδιδε το θερμό κορμί της. Η πλάτη της σφίχτηκε και όλοι της οι μύες ένιωσαν ένα ρίγος. Ο Έντουαρντ απομακρύνθηκε. «Αύριο θα χρειαστεί να εργαστείτε μαζί μου σε θέματα που αφορούν το κτήμα. Ελπίζω πως δεν έχετε κάποια αντίρρηση;» «Καμία, λόρδε μου». Ένιωσε το κορμί της να στρίβει για να μπορέσει να τον κοιτάξει, αλλά εκείνος είχε ήδη στραφεί προς την πόρτα. «Πολύ καλά. Πρέπει να φροντίσω πρώτα κάποιες υποθέσεις, πριν καθίσω να εργαστώ εδώ». Έκανε μια μικρή παύση πριν βγει από την πόρτα. «Α κυρία Ρεν;» Εκείνη ανασήκωσε τα φρύδια της. «Μάλιστα;» «Μη φύγετε από το μέγαρο πριν επιστρέψω», της είπε αποφασιστικά και βγήκε.


Βιαζόταν να πιάσει τον επιστάτη του και να τον ανακρίνει. Στη βιβλιοθήκη, η Άννα έμεινε να κοιτάζει την πόρτα με μάτια σχιστά, έχοντας παρακολουθήσει την παράξενη αναχώρηση του εργοδότη της. Μα τι ανυπόφορος άνθρωπος! Φαινόταν ότι ήταν αλαζόνας ακόμα και αν τον κοιτούσες από πίσω. Οι ώμοι του στητοί και αλύγιστοι, το κεφάλι στημένο ψηλά, αλλά και με μια υπεροπτική κλίση προς τα πλάγια. Η Άννα ξανασκέφτηκε αυτό που της είχε πει βγαίνοντας από το δωμάτιο και κοίταξε τον σκύλο συνοφρυωμένη και μπερδεμένη. «Γιατί το είπε αυτό; Πιστεύει ότι σκόπευα να το σκάσω;» Το μαστίφ άνοιξε το ένα μάτι μόνο, αλλά μάλλον κατάλαβε ότι η ερώτηση ήταν ρητορική, οπότε γρήγορα το ξαναέκλεισε με αγαλλίαση. Η Άννα αναστέναξε και κούνησε το κεφάλι της σκεφτική. Έπειτα πήρε ένα καθαρό κομμάτι χαρτί από τη στοίβα της. Σε κάθε περίπτωση ήταν η γραμματέας του. Θα έπρεπε να συνηθίσει τους τρόπους του εκκεντρικού λόρδου. Και φυσικά θα έπρεπε να μάθει να κρατά τις σκέψεις της για τον εαυτό της. Τρεις ώρες αργότερα, η Άννα είχε σχεδόν τελειώσει τη δουλειά της με τις σελίδες της ημέρας και ένιωθε τους ώμους και τον αυχένα της να διαμαρτύρονται. Ο λόρδος δεν είχε επιστρέψει ακόμα, παρά τα όσα είχε πει προηγουμένως. Αναστέναξε και τέντωσε το δεξί χέρι. Έπειτα σηκώθηκε να κάνει μερικά βήματα στον χώρο. Ο σκύλος ανασήκωσε το κεφάλι του, την κοίταξε και σηκώθηκε για να την ακολουθήσει. Αφηρημένη, άφησε τα δάχτυλά της να χαϊδέψουν τις ράχες των βιβλίων σε ένα από τα ράφια της βιβλιοθήκης, καθώς βημάτιζε αργά μπροστά τους. Ήταν τεράστιοι, χοντροί τόμοι, που από τους τίτλους που είχαν στη ράχη τους, η Άννα υπέθεσε ότι το θέμα τους ήταν η γεωγραφία. Τα βιβλία αυτά ήταν σίγουρα μεγαλύτερα από το κόκκινο εκείνο δερματόδετο βιβλιαράκι που είχε δει τις προάλλες. Η Άννα σταμάτησε να βηματίζει. Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε βρει το κουράγιο να επιστρέψει σε εκείνο το κόκκινο βιβλίο από εκείνο το απόγευμα που την είχε διακόψει η υπηρέτρια, αλλά τώρα η περιέργειά της την οδήγησε κατευθείαν σε εκείνο το ράφι, κοντά στο κορδόνι για το κουδούνι. Και ήταν πράγματι εκεί, κρυμμένο σχεδόν, ανάμεσα σε ψηλότερα, πιο σημαντικά συγγράμματα, ακριβώς εκεί που το είχε αφήσει. Το μικρό, λεπτό βιβλιαράκι σχεδόν την καλούσε να το εξερευνήσει. Η Άννα το έβγαλε από τη θέση του και το άνοιξε στην πρώτη σελίδα. Τα γράμματα ήταν καλλιγραφικά και ευανάγνωστα. Ο Πρίγκιπας Κοράκι. Δεν υπήρχε το όνομα του συγγραφέα. Με τα φρύδια ανασηκωμένα άρχισε να το ξεφυλλίζει, μέχρι που έφτασε σε μια εικονογράφηση που απεικόνιζε ένα τεράστιο, γιγάντιο κοράκι, πολύ μεγαλύτερο από ένα κανονικό πουλί. Έστεκε πάνω σε έναν πέτρινο τοίχο, δίπλα σε έναν άντρα με άσπρη γενειάδα και κουρασμένο βλέμμα. Η Άννα συνοφρυώθηκε. Το κεφάλι του κορακιού έγερνε προς το πλάι, λες κι εκείνο ήξερε κάτι που ο γέρος άντρας αγνοούσε. Το ράμφος του ήταν ανοιχτό, λες και… «Τι κοιτάτε εκεί;» Η βαριά, επιβλητική φωνή του λόρδου τρόμαξε την Άννα τόσο πολύ, που άφησε το βιβλίο να της πέσει από τα χέρια αυτή τη φορά. Μα πώς ήταν δυνατόν ένας τόσο μεγαλόσωμος άντρας να κινείται τόσο αθόρυβα; Ο Έντουαρντ περπατούσε


τώρα προς το μέρος της πάνω στο χαλί, αδιαφορώντας για τις λασπωμένες πατημασιές που άφηνε πίσω του. Σταμάτησε μπροστά της και σήκωσε το βιβλίο που είχε προσγειωθεί στα πόδια της. Η έκφρασή του άλλαξε μόλις αναγνώρισε το εξώφυλλο. Η όψη του ήταν τελείως ανέκφραστη και η Άννα δυσκολεύτηκε να καταλάβει τι σκεφτόταν. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα του. «Σκεφτόμουν να καλέσω να μας φέρουν τσάι», είπε στεγνά και τράβηξε το κορδόνι για την υπηρεσία. Το θηριώδες σκυλί έχωσε τη μουσούδα του στο χέρι του αφεντικού του. Ο λόρδος έξυσε βιαστικά το κεφάλι του ζώου και βημάτισε μέχρι το γραφείο του για να τοποθετήσει το βιβλίο στο συρτάρι του. Η Άννα έβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό της. «Απλώς του έριξα μια ματιά. Ελπίζω να μην ενοχληθήκατε που…» Αλλά ο λόρδος της έκανε νόημα να σιωπήσει, γιατί εκείνη τη στιγμή μπήκε στον χώρο η υπηρέτρια. Ο Έντουαρντ κοίταξε το κορίτσι και είπε: «Μπίτσι, πες στη μαγείρισσα να ετοιμάσει έναν δίσκο με λίγο ψωμί και τσάι και ό,τι άλλο βρίσκεται στην κουζίνα». Έριξε μια ματιά στην Άννα, σχεδόν σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά. «Δες μήπως υπάρχουν και τίποτα γλυκά ή μπισκότα, εντάξει;» Δεν είχε καν ρωτήσει την Άννα αν προτιμούσε τα γλυκά, αλλά ευτυχώς ήταν αυτό ακριβώς που επιθυμούσε. Η υπηρέτρια έκανε μια μικρή υπόκλιση και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο. Η Άννα έσφιξε τα χείλη της και είπε: «Δεν είχα σκοπό να…». «Δεν πειράζει», τη διέκοψε εκείνος. Ο λόρδος είχε ήδη πάρει τη θέση του στο γραφείο του και έβγαζε από τα συρτάρια του πένες και μελανοδοχεία με κινήσεις ασυντόνιστες όσο και νευρικές. «Μπορείτε να ρίξετε μια ματιά τριγύρω αν το επιθυμείτε. Όλα αυτά τα βιβλία θα έπρεπε να χρησιμεύουν και σε κάτι. Αν και δεν ξέρω αν θα βρείτε κάτι ανάμεσά τους που να σας ενδιαφέρει. Αφορούν κυρίως θέματα βαρετά, αν θυμάμαι καλά, και σίγουρα πολλά θα έχουν πια μουχλιάσει». Σταμάτησε για μια στιγμή, για να κοιτάξει με προσοχή ένα χαρτί που βρισκόταν μπροστά του. Εκείνη άνοιξε το στόμα της για να κάνει μια ακόμα προσπάθεια, αλλά την προσοχή της απέσπασε το χέρι του λόρδου, που χάιδευε απαλά το φτερό της πένας του καθώς διάβαζε απορροφημένος. Τα χέρια του ήταν μεγάλα και μαυρισμένα από τον ήλιο. Πολύ περισσότερο από ό,τι θα περίμενε κανείς κοιτάζοντας τα χέρια ενός αριστοκράτη. Τη ράχη των χεριών του κάλυπταν πολλές μαύρες τρίχες. Και μια ακόμα σκέψη γεννήθηκε μονομιάς. Ίσως θα είχε ανάλογες μαύρες τρίχες και στο στήθος του. Ανασήκωσε τους ώμους της και καθάρισε τον βραχνό λαιμό της. Εκείνος την κοίταξε σηκώνοντας το κεφάλι από το γραπτό. «Πιστεύετε ότι το Δούκας είναι ένα καλό όνομα;» τον ρώτησε. Το βλέμμα του έμεινε για λίγο κενό, πριν καθαρίσει και εστιάσει και πάλι. Έριξε μια ματιά στον σκύλο για να επεξεργαστεί τη σκέψη. «Δεν νομίζω. Θα είχε μεγαλύτερο αξίωμα από μένα». Η Άννα δεν μπόρεσε να απαντήσει, γιατί εκείνη τη στιγμή τρεις υπηρέτριες με δίσκους έκαναν την εμφάνισή τους στην πόρτα. Έστρωσαν το τραπέζι για το τσάι δίπλα στο παράθυρο και εξαφανίστηκαν όσο διακριτικά εμφανίστηκαν. Ο λόρδος της έκανε νόημα να τον συνοδεύσει στο τραπέζι και να καθίσει στην καρέκλα


απέναντί του. «Να σερβίρω;» ρώτησε η Άννα. «Παρακαλώ», απάντησε εκείνος με ένα νεύμα. Η Άννα άρχισε να σερβίρει το τσάι. Ένιωθε το βλέμμα του καρφωμένο επάνω της, καθώς έκανε τις τελετουργικές κινήσεις, αλλά όταν σήκωσε τα μάτια της για να τον αντικρίσει, εκείνος κοιτούσε με αφοσίωση το φλιτζάνι του. Η ποσότητα του φαγητού που είχε απλωθεί μπροστά της ήταν σχεδόν τρομακτική. Υπήρχε ψωμί και βούτυρο, τρεις διαφορετικές μαρμελάδες, κρύο χοιρομέρι κομμένο σε λεπτές φέτες, μια πίτα με σφολιάτα, λίγο τυρί, δύο διαφορετικές γλυκές κρέμες, μικρά κέικ με ζάχαρη και ξηροί καρποί όλων των ειδών. Έφτιαξε ένα πιάτο για τον λόρδο με μια ποικιλία από όλα, σίγουρη πως ένας άντρας σαν αυτόν σίγουρα θα πεινούσε μετά από μερικές ώρες σωματικής άσκησης. Έπειτα έφτιαξε και για την ίδια ένα πιάτο με μερικούς ξηρούς καρπούς κι ένα κομμάτι κέικ. Ήταν ξεκάθαρο στα λεπτά που ακολούθησαν ότι ο λόρδος δεν χρειαζόταν κουβέντα για να απολαύσει το γεύμα του. Χωρίς να χάσει χρόνο, μεθοδικά και αποφασιστικά άδειασε το πιάτο του μέσα σε λίγα λεπτά. Η Άννα τον παρακολουθούσε τσιμπολογώντας το κέικ λεμόνι που είχε βάλει στο πιάτο της. Ο Έντουαρντ, έχοντας ολοκληρώσει το φαγητό του, τεντώθηκε ακουμπώντας στην πλάτη της καρέκλας, με το ένα πόδι ελαφρώς λυγισμένο μπροστά του και το άλλο απλωμένο τεμπέλικα κάτω από το τραπέζι. Η Άννα δεν μπόρεσε παρά να εξετάσει με προσοχή το σώμα αυτό που τεντωνόταν με αναίδεια, από τις λασπωμένες μπότες του, τους μυώδεις μηρούς, τη στενή λεκάνη του, τη σφιχτή, επίπεδη κοιλιά του, μέχρι το στήθος και τους ώμους του, που ήταν ασυνήθιστα μεγάλοι για έναν κατά τα άλλα λεπτό άνθρωπο. Το βλέμμα της πέρασε και στο πρόσωπο. Τα μαύρα του μάτια έβγαλαν σπίθες όταν τελικά συνάντησαν τα δικά της. Εκείνη ένιωσε να κοκκινίζει ξαφνικά και ξερόβηξε αμήχανα. «Ο σκύλος σας είναι τόσο», έριξε μια ματιά στο μισοκοιμισμένο ζώο, «τόσο ασυνήθιστος. Δεν νομίζω ότι έχω ξαναδεί ποτέ ένα ζώο σαν αυτό. Πού το βρήκατε;» Ο λόρδος ξεφύσησε και προσπάθησε να βολευτεί καλύτερα στην καρέκλα του. «Εμφανίστηκε ξαφνικά ένα βράδυ, πριν από περίπου έναν χρόνο, στο κτήμα μου στο Βόρειο Γιόρκσαϊρ. Τον βρήκα στην άκρη του δρόμου. Ήταν σκελετωμένος, γεμάτος ψύλλους και είχε ένα σχοινί δεμένο στον λαιμό του και στα μπροστινά του πόδια. Έκοψα το σχοινί και το αναθεματισμένο ζώο με ακολούθησε από μόνο του στο σπίτι». Ο Έντουαρντ έριξε ένα βλοσυρό βλέμμα στον σκύλο, αλλά εκείνος απάντησε με ένα χαρωπό κούνημα της ουράς του. Ο λόρδος έπιασε ένα μεγάλο κομμάτι πίτας, το πέταξε στον αέρα και αυτό προσγειώθηκε στο ανοιχτό στόμα του ζώου, που το άρπαξε με μια γρήγορη κίνηση. «Από τότε δεν έχω καταφέρει να το ξεφορτωθώ». Η Άννα έσφιξε τα χείλη της για να κρύψει ένα αυθόρμητο χαμόγελο. Όταν ξανασήκωσε το βλέμμα της, ένιωσε πως ο λόρδος είχε επικεντρώσει όλο του το βλέμμα στο στόμα της. Ω όχι! Μήπως είχε πασαλείψει τα χείλη της με ζάχαρη άθελά της; Βιαστικά, πέρασε το δάχτυλό της πάνω από τα χείλη της για να σιγουρευτεί ότι το στόμα της ήταν καθαρό. «Πρέπει να σας είναι πολύ πιστός, αφού του σώσατε τη ζωή».


Εκείνος μούγκρισε. «Μάλλον είναι πιστός στους μεζέδες και στα αποφάγια που παίρνει κάθε τόσο εδώ μέσα». Ο λόρδος σηκώθηκε απότομα και κάλεσε το προσωπικό να μαζέψει τα πιάτα, ενώ ο σκύλος είχε σηκωθεί και τον ακολουθούσε πιστά. Απ’ ό,τι φαινόταν το γεύμα τους είχε τελειώσει. Το υπόλοιπο της ημέρας πέρασε μάλλον ευχάριστα. Ο λόρδος δεν ήταν καθόλου αθόρυβος όταν έγραφε. Μουρμούριζε και μονολογούσε, περνούσε συχνά τα χέρια του από τα μαλλιά του ανακατεύοντάς τα, ώσπου τούφες από την κορυφή και τα πλάγια του κεφαλιού του άρχισαν να πέφτουν στο μέτωπο και στα μάγουλά του. Κάποιες φορές σηκωνόταν απότομα και βημάτιζε γύρω-γύρω στο δωμάτιο, για να επιστρέψει λίγο αργότερα στο γραφείο του και να συνεχίσει το σχεδόν νευρικά γρήγορο γράψιμο. Ο σκύλος φαινόταν να έχει συνηθίσει τη ρουτίνα του αφεντικού του και ροχάλιζε ατάραχος, απλωμένος μακάρια μπροστά στο τζάκι. Όταν το μεγάλο ρολόι του τοίχου σήμανε πέντε το απόγευμα, η Άννα σηκώθηκε και άρχισε να βάζει τα πράγματά της στο καλάθι της. Ο λόρδος συνοφρυώθηκε. «Φεύγετε κιόλας;» Η Άννα κοντοστάθηκε. «Είναι ήδη πέντε η ώρα, λόρδε μου». Εκείνος έδειξε να εκπλήσσεται, αλλά μετά έριξε μια ματιά έξω από το παράθυρο, στον ήδη σκοτεινιασμένο ουρανό. «Πράγματι», απάντησε. Σηκώθηκε όρθιος και περίμενε όσο εκείνη ετοιμαζόταν στο γραφείο της και μετά τη συνόδευσε ως την πόρτα. Η Άννα ένιωθε την παρουσία του έντονη, επιβλητική καθώς τη συνόδευε στο χολ. Το κεφάλι της, έτσι όπως περπατούσαν ο ένας δίπλα στον άλλο, δεν έφτανε ούτε μέχρι τους ώμους του, θυμίζοντάς της πόσο μεγαλόσωμος πραγματικά ήταν. Ο λόρδος κοντοστάθηκε όταν έφτασαν στην εξώπορτα και δεν είδε τίποτα έξω στο προαύλιο. «Πού είναι η άμαξά σας;» «Δεν έχω άμαξα», απάντησε εκείνη κάπως κοφτά. «Ήρθα με τα πόδια από το χωριό». «Α φυσικά», απάντησε εκείνος. «Περιμένετε εδώ. Θα καλέσω να έρθει η δική μου άμαξα». Η Άννα δοκίμασε να διαμαρτυρηθεί, αλλά εκείνος κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες και κατευθύνθηκε προς τους στάβλους, αφήνοντάς την να περιμένει μόνη στην είσοδο, παρέα με τον θηριώδη σκύλο. Το ζώο έβγαλε ένα μουγκρητό αγανάκτησης και κάθισε στο έδαφος. Η Άννα χάιδεψε τρυφερά τα αφτιά του. Εκείνο, απολαμβάνοντας το άγγιγμά της, κούνησε φιλάρεσκα τα αφτιά του και σηκώθηκε πάλι όρθιο για να εισπράξει περισσότερα χάδια. Σε λίγο η άμαξα έστριψε από τη γωνία φτάνοντας μπροστά στην είσοδο του μεγάρου. Ο λόρδος κατέβηκε από την καμπίνα και κράτησε την πόρτα ανοιχτή για την Άννα. Με προθυμία, το μαστίφ άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά πριν από την Άννα. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ κοίταξε αγριεμένος τον σκύλο του. «Δεν είναι για σένα». Το ζώο κατέβασε απογοητευμένο το κεφάλι του και πήγε να σταθεί στο πλάι του. Η Άννα άφησε το γαντοφορεμένο χέρι της στο δικό του, καθώς εκείνος της το πρότεινε για να τη βοηθήσει. Για μια στιγμή, τα δυνατά, αρρενωπά δάχτυλά του


έσφιξαν το λεπτό χέρι της. Έπειτα την άφησε κι εκείνη βολεύτηκε στο κόκκινο δερμάτινο κάθισμα. Ο λόρδος έσκυψε και έβαλε το κεφάλι του στην καμπίνα της άμαξάς του. «Δεν χρειάζεται να φέρετε φαγητό μαζί σας αύριο. Θα γευματίσετε μαζί μου». Και χωρίς άλλη λέξη έκανε ένα νόημα στον αμαξά, που έθεσε σε κίνηση την άμαξά του, στερώντας από την Άννα την ευκαιρία να τον ευχαριστήσει. Καθώς απομακρυνόταν, η Άννα γύρισε το κεφάλι της προς τα πίσω για να τον κοιτάξει. Ο λόρδος στεκόταν ακόμα στη βάση της σκάλας, με τον σκύλο του στο πλάι. Για κάποιον λόγο, η εικόνα αυτή τη γέμισε με ένα αίσθημα μελαγχολίας και μοναξιάς. Η Άννα κούνησε το κεφάλι της και γύρισε πάλι μπροστά της, νουθετώντας τον εαυτό της για τις σκέψεις της. Ο λόρδος σίγουρα δεν είχε ανάγκη τον οίκτο της. Ο Έντουαρντ έμεινε για λίγο να κοιτάζει την άμαξα καθώς απομακρυνόταν. Είχε μια πολύ έντονη αίσθηση πως αυτή τη μικροκαμωμένη χήρα δεν έπρεπε να την αφήσει από τα μάτια του. Η παρουσία της εκείνο το απόγευμα στη βιβλιοθήκη, η αίσθηση που είχε όταν ήταν μαζί της, ήταν αναπάντεχα ανακουφιστική. Η συνειδητοποίηση αυτή τον έκανε να πάρει μια παράξενη γκριμάτσα. Η Άννα Ρεν δεν ήταν κατάλληλη. Δεν ήταν της τάξης του. Ήταν μια σεμνή, καθωσπρέπει χήρα από το χωριό. Δεν ήταν μια κυρία του καλού κόσμου, δεν ήταν αριστοκράτισσα και σίγουρα δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει κανενός είδους σχέση εκτός γάμου με έναν άντρα. «Έλα τώρα», είπε στον εαυτό του, χτυπώντας το χέρι του στον μηρό του. Ο σκύλος τον ακολούθησε πίσω στη βιβλιοθήκη. Το δωμάτιο ήταν και πάλι κρύο και αφιλόξενο. Παραδόξως, ήταν πιο ζεστό και φιλόξενο όταν η κυρία Ρεν ήταν εκεί πριν από λίγο. Βημάτισε αργά πίσω από το μικρό της γραφειάκι από ξύλο τριανταφυλλιάς και είδε ένα μαντίλι πεσμένο στο έδαφος. Ήταν λευκό, με μικρά λουλουδάκια κεντημένα σε μια από τις τέσσερις γωνίες του. Βιολέτες ίσως; Δύσκολο να πει κανείς με βεβαιότητα, γιατί ήταν λίγο στραβά. Ο Έντουαρντ σήκωσε το μικρό κομμάτι ύφασμα στο πρόσωπό του και κόλλησε πάνω τη μύτη του για να το μυρίσει. Είχε άρωμα τριαντάφυλλου. Με το μαντιλάκι να τυλίγεται και να ξετυλίγεται ανάμεσα στα δάχτυλά του, άρχισε να βηματίζει μπροστά στα παράθυρα που έβλεπαν στον σκοτεινό πια κήπο. Το ταξίδι του στο Λονδίνο είχε πάει καλά. Ο σερ Ρίτσαρντ Γκέραρντ είχε δεχτεί την πρόταση που του είχε γίνει για το χέρι της κόρης του. Ο Γκέραρντ ήταν ένας απλός βαρονέτος, αλλά η οικογένειά του ήταν παλιά και αξιοσέβαστη. Η μητέρα είχε κάνει επτά παιδιά και πέντε από αυτά είχαν φτάσει στην ενηλικίωση. Επίσης, ο Γκέραρντ είχε ένα μικρό κτήμα, ελεύθερο από κάθε νόμιμη διεκδίκηση, που ήταν ακριβώς στα όρια με το δικό του κτήμα στο Βόρειο Γιόρκσαϊρ. Ο πατέρας, βέβαια, δεν είχε την πρόθεση να συμπεριλάβει και αυτό στην προίκα που θα έδινε στη μεγαλύτερη θυγατέρα του, αλλά ο Έντουαρντ ήταν σίγουρος πως τελικά θα τον έκανε να αλλάξει γνώμη. Εξάλλου, ο Γκέραρντ με αυτόν τον γάμο θα αποκτούσε γαμπρό έναν λόρδο. Δεν ήταν και μικρή υπόθεση. Όσο για την κοπέλα… Οι σκέψεις του Έντουαρντ σταμάτησαν να τρέχουν και για μερικά εφιαλτικά δευτερόλεπτα πάγωσε: δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνομά της. Του ήρθε, όμως, γρήγορα. Σίλβια. Φυσικά, Σίλβια. Δεν είχε περάσει και πολύ χρόνο μόνος μαζί της, αλλά είχε σιγουρευτεί πως αυτό το συνοικέσιο την έβρισκε σύμφωνη. Την είχε


ρωτήσει χωρίς κανέναν ενδοιασμό και με αφοπλιστική ειλικρίνεια να του πει αν έβρισκε τις ουλές στο πρόσωπό του αποκρουστικές. Κι εκείνη είχε απαντήσει «όχι». Ο Έντουαρντ έσφιξε το χέρι του σε γροθιά και το χτύπησε στη χούφτα του. Του έλεγε την αλήθεια; Και άλλες γυναίκες του είχαν δώσει την ίδια απάντηση στο παρελθόν, αλλά είχαν αποδειχθεί ψεύτρες. Κάλλιστα θα μπορούσε και αυτή να του είχε πει ακριβώς αυτό που ήθελε να ακούσει και αυτό σήμαινε πως η αλήθεια θα αποκαλυπτόταν όταν πλέον θα ήταν αργά. Αλλά ποια ήταν η εναλλακτική του; Να παραμείνει μόνος και άτεκνος για το υπόλοιπο της ζωής του φοβούμενος ένα ψέμα; Αυτή ήταν μια μοίρα που θα ήθελε να αποφύγει. Ο Έντουαρντ πέρασε το δάχτυλό του από το μάγουλο με τις ουλές και ένιωσε το χάδι του απαλού υφάσματος στο δέρμα του. Το μαντιλάκι ήταν ακόμα στο χέρι του. Το κοίταξε για μερικά λεπτά, χαϊδεύοντας το μαλακό ύφασμα με τον αντίχειρά του. Έπειτα δίπλωσε προσεκτικά το μαντιλάκι και το έβαλε πάνω στο γραφείο. Βγήκε με βιαστικά βήματα από το δωμάτιο, με τον σκύλο πάντα στο κατόπι του. Η άφιξη της Άννας στο σπίτι με τη μεγαλόπρεπη άμαξα προκάλεσε μεγάλη αναταραχή στο σπιτικό της οικογένειας Ρεν. Πριν καν σταματήσει μπροστά στο σπίτι, η Άννα διέκρινε το χλωμό πρόσωπο της Φάνι να κρυφοκοιτάζει έξω, ανάμεσα από τις κουρτίνες του σαλονιού, καθώς ο αμαξάς σταματούσε με τα γκέμια του τα ζώα έξω από την πόρτα του σπιτιού. Η Άννα περίμενε τον υπηρέτη να κατεβάσει τα αναδιπλούμενα σκαλιά και έπειτα βγήκε με κάποια αμηχανία από την εντυπωσιακή άμαξα του λόρδου. «Ευχαριστώ», είπε με ένα χαμόγελο στον υπηρέτη. «Ευχαριστώ κι εσάς, κύριε», είπε στον οδηγό. «Λυπάμαι που σας έβαλα σε τέτοιο κόπο». «Δεν ήταν κόπος, κυρία», απάντησε ο οδηγός, αγγίζοντας το γείσο του καπέλου του με τα δάχτυλά του, δίνοντας παράλληλα στο κεφάλι του μια μικρή κλίση. «Ήταν χαρά μας να σας φέρουμε με ασφάλεια σπίτι σας». Ο υπηρέτης με ένα σάλτο βρέθηκε και πάλι στη θέση του, στο πίσω μέρος της άμαξας και ο οδηγός με μια απλή κίνηση κι ένα νεύμα χαιρετισμού τράβηξε τα γκέμια του και η άμαξα ξεκίνησε. Δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί παρά ελάχιστα, όταν η Μητέρα Ρεν και η Φάνι πετάχτηκαν όλο ενθουσιασμό από το εσωτερικό του σπιτιού βομβαρδίζοντας την Άννα με ερωτήσεις. «Ο λόρδος με έστειλε σπίτι με το δικό του όχημα», απάντησε η Άννα προσπαθώντας να περάσει μέσα. «Μα τι ευγενής, τι κύριος!» είπε η πεθερά της με ενθουσιασμό. Η Άννα σκέφτηκε τον τρόπο με τον οποίο ο λόρδος την είχε ουσιαστικά διατάξει να πάρει την άμαξα. «Ναι», απάντησε στεγνά καθώς έβγαζε το πανωφόρι και το σκουφάκι της. «Τον γνωρίσατε, λοιπόν, τον λόρδο αυτοπροσώπως, κυρία;» ρώτησε η Φάνι. Η Άννα χαμογέλασε στην κοπέλα και έγνεψε καταφατικά. «Δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου λόρδο, κυρία. Πώς είναι;» «Είναι ένας κοινός άντρας, σαν όλους τους άλλους», απάντησε η Άννα. Αλλά δεν ήταν καθόλου σίγουρη για την απάντηση που έδωσε. Αν ο λόρδος ήταν ένας απλός άντρας, σαν όλους τους άλλους, γιατί είχε αυτή την ακατανίκητη


επιθυμία να λογομαχεί μαζί του; Κανένας από τους άλλους άντρες του κύκλου της δεν της γεννούσε αυτή την ανεξήγητη τάση, να τον κοντράρει. «Άκουσα ότι το πρόσωπό του έχει φριχτές ουλές από ευλογιά». «Φάνι καλή μου», απάντησε η Μητέρα Ρεν, «ο εσωτερικός μας κόσμος είναι πιο σημαντικός από την εξωτερική μας εμφάνιση». Για μια στιγμή και οι τρεις γυναίκες έμειναν σιωπηλές, αναλογιζόμενες αυτή τη θεωρητικά ευγενική άποψη. Η Φάνι μαδούσε ασυναίσθητα το φρύδι της όση ώρα σκεφτόταν τα λόγια της κυρίας Ρεν. Η Μητέρα Ρεν καθάρισε τον λαιμό της με ένα ξερό βηχαλάκι. «Άκουσα ότι οι ουλές καλύπτουν σχεδόν το μισό του πρόσωπο». Η Άννα δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Έχει κάποιες ουλές στο πρόσωπό του, αλλά δεν είναι και τόσο αξιοπρόσεκτες, για να πω την αλήθεια. Εξάλλου, έχει ωραία, πλούσια μαύρα μαλλιά και πολύ όμορφα μαύρα μάτια και η φωνή του είναι πολύ βαθιά, σχεδόν αισθησιακή, ειδικά όταν μιλά σιγά. Και είναι πολύ ψηλός, με πολύ φαρδιά πλάτη και σφιχτούς, γεροδεμένους ώμους». Σταμάτησε απότομα την περιγραφή της. Η Μητέρα Ρεν την κοιτούσε για ώρα με ένα ύφος παράξενο. Η Άννα έβγαλε νευρικά τα γάντια της, τραβώντας τα με δύναμη. «Είναι έτοιμο το βραδινό;» «Βραδινό; Α ναι, το βραδινό πρέπει να είναι έτοιμο». Η Μητέρα Ρεν έσπρωξε τη Φάνι βιαστικά προς την κουζίνα. «Έχουμε μια πολύ ωραία πουτίγκα κι ένα κοτόπουλο ψητό που αγόρασε η Φάνι πολύ φτηνά από τον αγρότη Μπράουν. Δοκιμάζει, βλέπεις, τις ικανότητές της στο παζάρι όταν πηγαίνει για ψώνια. Σκεφτήκαμε να γιορτάσουμε την πρόσληψή σου στη νέα σου δουλειά». «Α τι ωραία!» είπε η Άννα και ανέβηκε τις σκάλες. «Πάω να φρεσκαριστώ λιγάκι». Η Μητέρα Ρεν τη σταμάτησε πιάνοντας απαλά το χέρι της. «Είσαι σίγουρη ότι ξέρεις τι κάνεις, καλή μου;» τη ρώτησε με τόνο στοργικό. «Καμιά φορά οι γυναίκες μιας κάποιας ηλικίας κάνουν άθελά τους σκέψεις για κάποιους κυρίους». Έκανε μια μικρή παύση και μετά συμπλήρωσε βιαστικά: «Δεν είναι της τάξης μας, ξέρεις. Το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να πληγωθείς». Η Άννα κοίταξε το μικρό και γερασμένο χέρι της πεθεράς της, που βρισκόταν ακόμα πάνω στο δικό της. Έπειτα της χαμογέλασε και την κοίταξε στα μάτια. «Ξέρω πολύ καλά πως οποιαδήποτε προσωπική σχέση με τον λόρδο Σγουόρτινγχαμ θα ήταν ανάρμοστη. Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς». Η ηλικιωμένη γυναίκα κοίταξε τη νύφη της στα μάτια εξεταστικά για λίγα δευτερόλεπτα ακόμα, πριν αφήσει το χέρι της Άννας με ένα μικρό χάδι. «Μην αργήσεις, αγαπητή μου. Δεν έχουμε προλάβει να κάψουμε το ψητό ακόμη απόψε».


Κεφάλαιο Τέσσερα Ο δούκας γύρισε και είδε ένα τεράστιο κοράκι να στέκεται πάνω στον τοίχο του κάστρου. Το πουλί με μερικά πηδηματάκια πλησίασε και έγειρε το κεφάλι του. «Θα σε βοηθήσω να νικήσεις τον πρίγκιπα, αν μου δώσεις μια από τις κόρες σου για γυναίκα μου». «Πώς τολμάς, άτιμε;» Ο γέρος δούκας έτρεμε από αγανάκτηση. «Τολμάς να με προσβάλλεις υπονοώντας ότι θα μπορούσα ποτέ να σκεφτώ να δώσω μια από τις κόρες μου σε ένα βρομερό πουλί σαν εσένα;» «Ωραία λόγια, φίλε μου», χαχάνισε το κοράκι. «Μην είσαι, όμως, και τόσο βιαστικός. Σε λίγο θα χάσεις και τις δυο σου κόρες, αλλά και τη ζωή σου». Ο δούκας κοίταξε το κοράκι με προσοχή και παρατήρησε ότι αυτό δεν ήταν ένα συνηθισμένο πουλί. Γύρω από τον λαιμό του φορούσε μια χρυσή αλυσίδα, πάνω της κρεμόταν ένα κόσμημα στο σχήμα ενός τέλειου, πανέμορφου στέμματος, με κόκκινα, αστραφτερά ρουμπίνια. Έριξε μια ακόμα ματιά στον απειλητικό στρατό που είχε συγκεντρωθεί στις πύλες του κάστρου και βλέποντας πως κινδύνευε να χάσει τα πάντα, συναίνεσε σε αυτή την ανίερη συμφωνία. Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

«Έχετε σκεφτεί ποτέ το όνομα Γλύκας;» ρώτησε η Άννα καθώς έκοβε με το κουτάλι της ένα κομμάτι ψητού μήλου. Εκείνη και ο λόρδος κάθονταν στην άκρη ενός τεράστιου τραπεζιού. Από το παχύ στρώμα σκόνης που κάλυπτε την άλλη άκρη του μεγάλου τραπεζιού, η Άννα συμπέρανε πως αυτό το δωμάτιο δεν το χρησιμοποιούσαν και πολύ. Ίσως ο λόρδος δεν έτρωγε σχεδόν ποτέ εδώ τα γεύματά του. Παρ’ όλα αυτά, η μεγάλη αυτή τραπεζαρία ήταν στη διάθεσή τους κάθε μέρα την τελευταία εβδομάδα, την ώρα του μεσημεριανού. Η Άννα διαπίστωσε πως ο λόρδος δεν ήταν καθόλου καλός συζητητής. Μετά από πολλές μέρες που οι συζητήσεις τους περιορίζονταν σε μουγκρητά και μονολεκτικές απαντήσεις, η Άννα κατέληξε να διασκεδάζει προκαλώντας τον εργοδότη της σε κουβέντες που ήταν αναγκασμένος να δώσει μια μεγαλύτερη απάντηση. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ σταμάτησε απότομα ενώ έκοβε ένα κομμάτι από την κρεατόπιτα που είχε μπροστά του. «Γλύκας;» Τα μάτια του ήταν και πάλι καρφωμένα στο στόμα της και η Άννα συνειδητοποίησε ότι μόλις είχε γλείψει τα χείλη της. «Ναι. Δεν νομίζετε ότι το όνομα Γλύκας είναι πολύ συμπαθητικό;» Έριξαν και οι δύο μια συγχρονισμένη ματιά στον σκύλο, που ήταν καθισμένος δίπλα στο αφεντικό του. Είχε στο στόμα του ένα μεγάλο, ζουμερό κόκαλο που δάγκωνε και έγλειφε με μανία, ενώ τα μεγάλα, κοφτερά δόντια του γυάλιζαν κάτω από το φως των κεριών. «Νομίζω ότι το Γλύκας δεν είναι εντελώς ταιριαστό με την προσωπικότητά του», απάντησε ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ, βάζοντας το κομμάτι της κρεατόπιτας στο πιάτο του. «Χμ, μάλλον έχετε δίκιο», απάντησε η Άννα αφού κατάπιε την μπουκιά της.


«Παρ’ όλα αυτά, δεν έχετε δώσει μια εναλλακτική πρόταση». Ο λόρδος εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να κόψει με μανία ένα σκληρό κομμάτι κρέας. «Αυτό συμβαίνει γιατί πολύ απλά δεν έχω καμία ιδιαίτερη επιθυμία να του βρω όνομα». «Όταν ήσαστε παιδί δεν είχατε ποτέ σκύλο;» «Εγώ;» Την κοίταξε γουρλώνοντας τα μάτια, λες και τον είχε ρωτήσει αν όταν ήταν παιδί είχε δυο κεφάλια. «Όχι», απάντησε. «Δεν είχατε καθόλου κατοικίδια;» Το βλέμμα του επέστρεψε στο πιάτο του. «Ε η μητέρα μου είχε ένα μικρό σκυλάκι…» «Ορίστε, βλέπετε;» απάντησε η Άννα ενθουσιασμένη. «Αλλά το σκυλί αυτό ήταν ένα μικρό μπουλντόγκ και μάλιστα ιδιαίτερα κακότροπο». «Παρ’ όλα αυτά…» «Γρύλιζε σε όλους και δάγκωνε τους πάντες, εκτός από τη μητέρα,» απάντησε ο λόρδος αναπολώντας τα παιδικά του χρόνια. «Κανείς δεν το συμπαθούσε. Μια φορά δάγκωσε έναν από τους υπηρέτες. Ο πατέρας αναγκάστηκε να δώσει στον δύστυχο άνθρωπο ένα σελίνι σαν αποζημίωση». «Και το μπουλντόγκ αυτό είχε όνομα;» «Ζαχαρούλης», είπε ο λόρδος και έφαγε μια γενναία πιρουνιά από την πίτα του. «Αλλά ο Σάμι τον έλεγε Κατρουλή. Του έδινε μάλιστα και τούρκικα λουκούμια για να τον βλέπει να παιδεύεται να τα ξεκολλήσει από τον ουρανίσκο του και να γελά». Η Άννα χαμογέλασε. «Ο Σάμι ήταν ο αδερφός σας;» Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ είχε ήδη σηκώσει το ποτήρι με το κρασί στα χείλη του και ακούγοντας την ερώτηση, πάγωσε για ένα δυο δευτερόλεπτα, πριν πιει μια γουλιά. «Ναι», απάντησε και άφησε το ποτήρι μαλακά δίπλα στο πιάτο του. «Θα χρειαστεί να φροντίσω ορισμένες υποθέσεις που αφορούν το κτήμα σήμερα το απόγευμα», είπε αλλάζοντας ύφος. Το χαμόγελο της Άννας έσβησε απότομα. Το παιχνίδι που είχε μόλις αρχίσει φάνηκε πως έπρεπε να τελειώσει. Και ο λόρδος συνέχισε. «Αύριο θα χρειαστεί να έρθετε μαζί μου με τα άλογα στην εξοχή. Ο Χοπλ θέλει να μου δείξει κάποια χωράφια που έχουν πρόβλημα αποστράγγισης και θα ήθελα να κρατάτε σημειώσεις όση ώρα θα συζητάμε για πιθανές λύσεις στο πρόβλημα». Σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε. «Ιππεύετε, έτσι δεν είναι;» Η Άννα χτύπησε νευρικά τα ακροδάχτυλά της πάνω στο φλιτζάνι. «Η αλήθεια είναι, λόρδε μου, πως δεν έχω ιππεύσει ποτέ στη ζωή μου». «Ποτέ;» Τα ανασηκωμένα φρύδια του έδειξαν την απόλυτη έκπληξή του. «Δεν έχουμε άλογο». «Ναι, φαντάζομαι πως όχι», απάντησε συνοφρυωμένος, προσπαθώντας να εστιάσει το βλέμμα του στην πίτα που βρισκόταν στο πιάτο του. «Έχετε κάποιο φόρεμα που θα μπορούσατε να χρησιμοποιήσετε για την περίσταση;» Η Άννα προσπάθησε να θυμηθεί το εύρος της ομολογουμένως ταπεινής γκαρνταρόμπας της. «Θα μπορούσα ίσως να μεταποιήσω ένα δυο παλαιότερα


φορέματα». «Θαυμάσια. Φορέστε ένα από αυτά αύριο. Θα σας δώσω μερικά βασικά μαθήματα ιππασίας. Δεν νομίζω να δυσκολευτείτε πολύ. Άλλωστε δεν θα πάμε και πολύ μακριά». «Μα, λόρδε μου», διαμαρτυρήθηκε η Άννα, «δεν θέλω να σας βάλω σε τέτοιο κόπο. Μπορούμε να αναθέσουμε σε κάποιον από τους σταβλίτες να μου διδάξουν όσα πρέπει να ξέρω». «Όχι», απάντησε αγριεμένος, «εγώ θα σας διδάξω να ιππεύετε». Μα τι καταπιεστικός άνθρωπος. Έσφιξε τα χείλη και προτίμησε να μη δώσει καμία απάντηση. Αντ’ αυτού, ήπιε μια γουλιά από το τσάι της. Ο λόρδος τελείωσε την πίτα του με δυο ακόμα μπουκιές και έσπρωξε προς τα πίσω την καρέκλα του. «Θα σας δω πριν φύγετε απόψε, κυρία Ρεν». Και μουρμουρίζοντας ένα ανόρεχτο «έλα», βγήκε βιαστικός από το δωμάτιο, με τον σκύλο χωρίς όνομα να τον ακολουθεί όπως πάντα πιστά. Η Άννα έμεινε να τους κοιτάζει καθώς απομακρύνονταν. Ένιωθε ενοχλημένη γιατί ο λόρδος της είχε φερθεί με τον ίδιο αυταρχικό τρόπο που μεταχειριζόταν τον σκύλο του; Ή μήπως την είχε αναστατώσει η ιδέα ότι θα της έκανε ο ίδιος μαθήματα ιππασίας; Ανασήκωσε τους ώμους της με έναν αναστεναγμό και ήπιε μια ακόμα γουλιά από το τσάι της. Επιστρέφοντας στη βιβλιοθήκη, πήγε κατευθείαν στο γραφείο της και ξεκίνησε τη δουλειά της. Μετά από λίγο άπλωσε το χέρι της για να πάρει μια καθαρή σελίδα και συνειδητοποίησε ότι δεν είχε μείνει ούτε μια. Αχ, τι μπελάς. Η Άννα σηκώθηκε για να καλέσει την υπηρέτρια, όταν θυμήθηκε πως στο συρτάρι του λόρδου υπήρχε ένα καινούριο πακέτο με καθαρό χαρτί. Εκεί, πάνω στη στοίβα με τις καθαρές σελίδες βρισκόταν και το κόκκινο δερματόδετο βιβλιαράκι. Η Άννα το παραμέρισε και τράβηξε μερικές σελίδες από το πακέτο. Ένα κομμάτι χαρτί έπεσε στο πάτωμα με αυτή την κίνηση. Έσκυψε να το μαζέψει και παρατήρησε ότι ήταν γράμμα ή ένα είδος επιστολής. Είχε ένα παράξενο σύμβολο χαραγμένο στην κορυφή της σελίδας. Εκ πρώτης όψεως φαινόταν σαν να απεικόνιζε τις μορφές δύο αντρών και μιας γυναίκας, αλλά δεν μπόρεσε να διακρίνει τι ακριβώς έκαναν αυτές οι μικροσκοπικές φιγούρες. Περιεργάστηκε το γράμμα για λίγο γυρνώντας το πότε από τη μία και πότε από την άλλη. Ένα κούτσουρο έσκασε στο τζάκι. Και ξαφνικά η Άννα κατάλαβε τι απεικόνιζε το σύμβολο και κόντεψε να της πέσει το γράμμα. Μια νύμφη και δύο σάτυροι βρίσκονταν εν τω μέσω μιας πράξης που σωματικά τουλάχιστον φαινόταν ακατόρθωτη. Η Άννα έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. Τελικά ίσως και να μπορούσε κάποιος να το πετύχει. Η φράση «Η Σπηλιά της Αφροδίτης» ήταν χαραγμένη κάτω από το τολμηρό σκίτσο με καλλιγραφικά γράμματα. Η επιστολή ήταν ουσιαστικά ένας λογαριασμός, για δύο διανυκτερεύσεις σε κάποιο σπίτι και αν έκρινε κανείς από το σύμβολο στην κορυφή της επιστολής, ήταν σαφές τι είδους σπίτι ήταν αυτό. Ποιος να το φανταζόταν ότι ένα πορνείο θα έστελνε στους πελάτες του τον λογαριασμό λες και ήταν η μοδίστρα της γειτονιάς; Η Άννα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται από αηδία. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ πρέπει να υπήρξε πελάτης του καταστήματος, αφού αυτός ο λογαριασμός


βρισκόταν στο γραφείο του. Άφησε το σώμα της να πέσει στην καρέκλα του γραφείου και κάλυψε το στόμα με το χέρι της. Μα γιατί την ενόχλησε τόσο πολύ η ανακάλυψη των πιο ταπεινών ενστίκτων του; Ο λόρδος ήταν ένας ώριμος άντρας που είχε χάσει τη γυναίκα του εδώ και πολλά χρόνια. Δεν ήταν λογικό κάποιος να περιμένει πως ένας τέτοιος άντρας θα έμενε άγαμος για το υπόλοιπο της ζωής του. Προσπάθησε να ισιώσει το απαίσιο χαρτί με το χέρι της. Και όμως, η σκέψη και μόνο πως εκείνος είχε έρθει σε μια τέτοιου είδους επαφή με μια όμορφη γυναίκα της προκάλεσε ένα παράξενο σφίξιμο στο στήθος. Θυμό! Αυτό ένιωθε. Θυμό. Μπορεί η κοινωνία να μην απαιτούσε από τον λόρδο να ασπαστεί την αγαμία, αλλά σίγουρα το απαιτούσε από την ίδια. Εκείνος, ως άντρας που ήταν, μπορούσε άνετα να επισκεφθεί κακόφημα σπίτια και να περάσει νύχτες ολόκληρες συντροφιά με ελκυστικές, γοητευτικές υπάρξεις. Ενώ εκείνη, ως γυναίκα, ήταν υποχρεωμένη να παραμείνει ανέγγιχτη και να μην τολμήσει ούτε καν να σκεφτεί δυο μαύρα μάτια κι ένα ανδρικό, αρρενωπό στήθος. Αυτό απλώς ήταν άδικο. Εντελώς μα εντελώς άδικο. Σκέφτηκε την ένοχη επιστολή για λίγη ώρα ακόμα. Έπειτα την τοποθέτησε με προσοχή πίσω στο συρτάρι, κάτω από το πάκο με το καθαρό χαρτί. Πήγε να κλείσει το συρτάρι, αλλά σταμάτησε και πάλι και κοίταξε το κόκκινο βιβλίο. Το στόμα της Άννας έγινε μια σχισμή και χωρίς δεύτερη σκέψη άρπαξε το βιβλίο. Το έβαλε βιαστικά στο κεντρικό συρτάρι του δικού της γραφείου και επέστρεψε στη δουλειά της. Το απόγευμα πέρασε αργά και βαρετά. Ο λόρδος δεν επέστρεψε ποτέ από τα κτήματα, όπως της είχε υποσχεθεί νωρίτερα. Μερικές ώρες αργότερα κι ενώ επέστρεφε με την άμαξα στο σπίτι, η Άννα άγγιξε με τα ακροδάχτυλά της το τζάμι και κοίταξε γύρω το τοπίο. Τα κτήματα και τα χωράφια είχαν δώσει τη θέση τους στα στενά, λασπωμένα δρομάκια του χωριού. Τα δερμάτινα καθίσματα της άμαξας είχαν ποτίσει από την υγρασία και ανέδιδαν μια βαριά μυρωδιά. Καθώς περνούσαν μέσα από το χωριό, η Άννα είδε έναν γνώριμο δρόμο και αμέσως χτύπησε την οροφή της άμαξας για να ειδοποιήσει τον οδηγό. Ο Τζον ο αμαξάς έβαλε μια φωνή στα άλογα, τραβώντας τα γκέμια τους και σταμάτησε το όχημα με ένα γερό ταρακούνημα. Η Άννα κατέβηκε από την άμαξα και ευχαρίστησε βιαστικά τον οδηγό. Βρισκόταν σε μια περιοχή όπου τα σπίτια ήταν λίγο πιο καινούρια και πιο καλοφτιαγμένα από τη δική της μικρή αγροικία. Το τρίτο σπίτι στη σειρά ήταν ένα κτίσμα με κόκκινο τούβλο και διακοσμημένο με άσπρα στοιχεία. Χτύπησε το κουδούνι. Σε λίγο μια υπηρέτρια εμφανίστηκε στην πόρτα. Η Άννα χαμογέλασε στην κοπέλα. «Γεια σου, Μεγκ. Είναι μέσα η κυρία Φέρτσαϊλντ;» «Καλησπέρα σας, κυρία Ρεν», απάντησε το μελαχρινό κορίτσι με ένα πλατύ χαμόγελο. «Η κυρία θα χαρεί τόσο πολύ να σας δει. Μπορείτε να περιμένετε στο σαλόνι, για να την ειδοποιήσω ότι ήρθατε». Η Μεγκ οδήγησε την Άννα σε ένα μικρό σαλόνι με τοίχους βαμμένους σε ένα κίτρινο, φωτεινό χρώμα. Μια παχουλή, καλοζωισμένη γάτα κοιμόταν απλωμένη στο χαλί, απολαμβάνοντας τις τελευταίες αχτίδες του ήλιου που έμπαιναν από το παράθυρο λίγο πριν από τη δύση. Στον καναπέ βρισκόταν ένα καλάθι με ραφτικά, με τις κλωστές να ξεχύνονται σε ένα κουβάρι από το άνοιγμά του. Η Άννα έσκυψε να χαιρετήσει τη γάτα ενώ περίμενε υπομονετικά.


Σε λίγο ακούστηκαν βήματα στις σκάλες και η Ρεμπέκα Φέρτσαϊλντ εμφανίστηκε φουριόζα στην πόρτα του σαλονιού. «Μα είναι ντροπή! Έχεις τόσο καιρό να με επισκεφθείς, που νόμιζα πως με εγκατέλειψες στην πιο δύσκολη στιγμή μου». Αλλά τα λόγια της δεν συμφωνούσαν με τις κινήσεις του σώματός της. Η εύσωμη γυναίκα έσπευσε να αγκαλιάσει την Άννα. Η τεράστια κοιλιά της, όμως, έκανε την όλη διαδικασία κάπως δύσκολη, γιατί ήταν ολοστρόγγυλη και βαριά και φαινόταν σαν να κινείται αυτόνομα, οδηγώντας το υπόλοιπο σώμα της γυναίκας, κάτι σαν τα ιστία ενός πλεούμενου. Η Άννα ανταπέδωσε το εγκάρδιο αγκάλιασμα της γυναίκας με την ίδια τρυφερότητα. «Με συγχωρείς, έχεις δίκιο. Σε έχω παραμελήσει τελευταία. Πώς είσαι;» «Χοντρή. Όχι, αλήθεια λέω», είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια η Ρεμπέκα, αγνοώντας τελείως τις διαμαρτυρίες της Άννας για το αντίθετο. «Ακόμα και ο Τζέιμς, αυτός ο γλυκύτατος άνθρωπος, δεν προσφέρεται πια να με κουβαλήσει στο επάνω πάτωμα στα χέρια, όπως παλιά». Και καθώς άφησε το σώμα της να προσγειωθεί άτσαλα στον καναπέ, παραλίγο να ισοπεδώσει το καλάθι με τα ραφτικά, που βρισκόταν ατυχώς στο σημείο. «Πάει, πέθανε πια ο ιπποτισμός. Αλλά εσύ πες μου. Μίλα μου για τη νέα σου δουλειά στο Ρέιβενχιλ». «Το έμαθες;» Η Άννα τράβηξε μια καρέκλα από την τραπεζαρία για να καθίσει απέναντι από τη φίλη της. «Αν το έμαθα; Δεν ακούω και τίποτε άλλο τελευταία», είπε η Ρεμπέκα χαμηλώνοντας ξαφνικά την ένταση της φωνής της. «Ο μελαχρινός, μυστηριώδης λόρδος του Σγουόρτινγχαμ προσέλαβε τη νεαρή χήρα Ρεν για άγνωστους λόγους και περνά καθημερινά πολύ χρόνο μόνος μαζί της, εξυπηρετώντας τους σκοτεινούς σκοπούς του». Η Άννα γούρλωσε τα μάτια και πήρε μια έκφραση αηδίας. «Απλώς καθαρογράφω τα χειρόγραφά του». Η Ρεμπέκα απάντησε με ένα νεύμα αδιαφορίας ενώ την ίδια στιγμή η Μεγκ έμπαινε στο σαλόνι κουβαλώντας τον δίσκο με το τσάι. «Μη μου λες εμένα για χειρόγραφα. Το συνειδητοποιείς ότι είσαι ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που τον έχουν δει πραγματικά; Μόνο να ακούσεις τι λέγεται στο χωριό και θα καταλάβεις. Λένε πως επίτηδες κρύβεται μέσα σε εκείνο το μαυσωλείο που έχει για σπίτι, για να μη δώσει την ευκαιρία στους κατοίκους του χωριού να τον δουν και να τον σχολιάσουν. Μα είναι αλήθεια τόσο αποκρουστικός όσο λένε;» «Μα όχι!» Η Άννα είχε τώρα αρχίσει να θυμώνει. Δεν μπορεί όλοι αυτοί οι άνθρωποι να είχαν πειστεί ότι ο λόρδος ήταν αποκρουστικός εξαιτίας μερικών σημαδιών. «Δεν είναι όμορφος, φυσικά, αλλά δεν είναι και αντιπαθητικός». Δηλαδή μάλλον συμπαθητικός, άκουσε μια φωνούλα να ψιθυρίζει κάπου στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Η Άννα έστρεψε αμέσως το βλέμμα της στα νευρικά της χέρια συνοφρυωμένη. Πότε άραγε είχε πάψει να προσέχει τις ουλές του προσώπου του και είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο πίσω από αυτές; «Κρίμα», είπε η Ρεμπέκα απογοητευμένη που ο λόρδος δεν ήταν ένα απαίσιο τέρας. «Θέλω να μου τα πεις όλα, τα πιο σκοτεινά μυστικά του, τα κόλπα που χρησιμοποίησε για να σε αποπλανήσει». Η Μεγκ έφυγε αθόρυβα από το δωμάτιο.


Η Άννα έβαλε τα γέλια. «Μπορεί να έχει ένα σωρό σκοτεινά μυστικά», η φωνή της έγινε κάπως πιο βραχνή ξαφνικά στη σκέψη του λογαριασμού για τις δυο αμαρτωλές βραδιές σε εκείνο το σπίτι, «αλλά είναι μάλλον απίθανο να προσπαθήσει να με αποπλανήσει». «Φυσικά και δεν θα το κάνει, αν συνεχίσεις να φοράς αυτό το απαίσιο σκουφί», απάντησε η Ρεμπέκα, δείχνοντας με το χέρι που κρατούσε το τσαγιερό προς το κεφάλι της Άννας. «Δεν καταλαβαίνω γιατί το φοράς. Είσαι ακόμα νέα γυναίκα». «Είμαι χήρα και πρέπει να το φοράω», είπε η Άννα και άγγιξε με χέρι διστακτικό το σκουφάκι από μουσελίνα. «Εξάλλου, ποιος σου είπε ότι θέλω να με αποπλανήσει;» «Και γιατί όχι παρακαλώ;» «Γιατί…» η Άννα σταμάτησε απότομα. Το μυαλό της είχε σταματήσει, δεν μπορούσε να βρει ούτε έναν λόγο για να δικαιολογήσει την άρνησή της στις υποτιθέμενες προτάσεις του λόρδου. Έβαλε ένα μπισκοτάκι στο στόμα της και άρχισε να το μασά αργά-αργά. Ευτυχώς η Ρεμπέκα δεν είχε προσέξει την ξαφνική παύση, γιατί είχε ήδη αρχίσει να μιλά για χτενίσματα που πίστευε ότι έπρεπε να δοκιμάσει η φιλενάδα της, ως εναλλακτική του σκουφιού. «Ρεμπέκα», είπε η Άννα προσπαθώντας να τη διακόψει, «πιστεύεις πως όλοι οι άντρες χρειάζονται παραπάνω από μία γυναίκες για να είναι ευτυχισμένοι;» Η Ρεμπέκα, που εκείνη την ώρα σερβίριζε στον εαυτό της το δεύτερο φλιτζάνι τσάι, σήκωσε τα μάτια στη φίλη της και την κοίταξε με ένα βλέμμα συμπόνιας αλλά και οίκτου. Η Άννα ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στα μάγουλά της και να τα καίει. «Εννοώ…» «Όχι, καλή μου, κατάλαβα τι εννοείς», είπε η Ρεμπέκα και ακούμπησε αργά το τσαγιερό στη βάση του. «Δεν ξέρω για όλους τους άντρες, αλλά είμαι σχεδόν σίγουρη πως ο Τζέιμς υπήρξε πιστός. Και ίσως, αν είχε ποτέ σκοπό να με απατήσει, θα το έκανε τώρα», είπε και χτύπησε απαλά την κοιλιά της με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο πήρε ένα ακόμα μπισκότο από το πιάτο. Η Άννα δεν μπορούσε να καθίσει άλλο ακίνητη. Η νευρικότητά της τη νίκησε και σηκώθηκε βιαστικά για να επιθεωρήσει τα διάφορα μπιμπελό και στολίδια που κοσμούσαν την εταζέρα πάνω από το τζάκι. «Με συγχωρείς. Το ξέρω πως ο Τζέιμς δεν θα μπορούσε ποτέ…» «Χαίρομαι που το ξέρεις», είπε η Ρεμπέκα με ένα ντελικάτο ρουθούνισμα. «Έπρεπε να ακούσεις τις συμβουλές που μου έδωσε η Φελίσιτι Κλίαργουοτερ για το τι θα έπρεπε να περιμένω από τον σύζυγό μου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, κάθε σύζυγος απλώς περιμένει…» η Ρεμπέκα σταμάτησε απότομα. Η Άννα πήρε στα χέρια της μια πορσελάνινη βοσκοπούλα και χάιδεψε με τα ακροδάχτυλά της το χρυσό σιρίτι που είχε στο σκουφάκι της. Δεν μπορούσε να το διακρίνει καλά. Τα μάτια της λες και είχαν θολώσει. «Τώρα είναι σειρά μου να σου ζητήσω να με συγχωρήσεις», είπε απολογητικά η Ρεμπέκα. Η Άννα δεν γύρισε να την κοιτάξει. Πάντα αναρωτιόταν αν η Ρεμπέκα ήξερε. Και μόλις τώρα έμαθε την απάντηση. Έκλεισε τα μάτια της.


«Πιστεύω πως κάθε σύζυγος που παίρνει τόσο αψήφιστα τους όρκους που έδωσε», άκουσε τη Ρεμπέκα να λέει, «ντροπιάζει ανεπανόρθωτα τον εαυτό του». Η Άννα ακούμπησε την πορσελάνινη βοσκοπούλα και πάλι στη θέση της. «Και η σύζυγος; Μήπως έχει και αυτή ένα μερίδιο ευθύνης, αν ο άντρας της προσπαθήσει να βρει την ικανοποίηση έξω από το σπίτι;» «Όχι, καλή μου», απάντησε η Ρεμπέκα. «Δεν πιστεύω πως η σύζυγος έχει ποτέ ευθύνη, για τίποτα». Η Άννα ένιωσε ξαφνικά καλύτερα, σαν να ελάφρυνε λίγο η καρδιά της. Προσπάθησε να χαμογελάσει, αν και είχε την αίσθηση πως το μόνο που κατάφερε ήταν ένα τρεμουλιαστό μειδίαμα. «Είσαι καλή φίλη, Ρεμπέκα», της είπε. «Μα φυσικά», απάντησε η στρογγυλή γυναίκα με ικανοποίηση και αυταρέσκεια. «Και για του λόγου το αληθές, θα καλέσω αμέσως τη Μεγκ να μας φέρει μερικά γλυκάκια με κρέμα. Είναι σκέτη αμαρτία, αγαπητή μου!» είπε με τρυφερότητα η Ρεμπέκα στην αγαπημένη φίλη της. Η Άννα έφτασε στο Ρέιβενχιλ την άλλη μέρα φορώντας ένα χοντρό μάλλινο μπλε σύνολο. Είχε μείνει άυπνη σχεδόν ως τα μεσάνυχτα για να μεγαλώσει τη φούστα και ήλπιζε πως θα μπορούσε μετά τη μετατροπή να καθίσει άνετα πάνω στη σέλα του αλόγου. Ο λόρδος είχε ήδη βγει στον προαύλιο χώρο, μπροστά στην είσοδο του μεγάρου και βημάτιζε πάνω-κάτω νευρικός, περιμένοντάς τη. Φορούσε ένα στενό δερμάτινο παντελόνι και σκούρες δερμάτινες στρατιωτικές μπότες που έφταναν ψηλά, πάνω από το γόνατο. Αλλά ήταν φθαρμένες και το δέρμα θαμπό, κάτι που έκανε την Άννα να αναρωτηθεί –και όχι για πρώτη φορά– αν ο προσωπικός υπηρέτης του έκανε καλά τη δουλειά του. «Α κυρία Ρεν», είπε μόλις την είδε επιθεωρώντας τη φούστα της. «Ναι, νομίζω αυτό που φορέσατε είναι μια χαρά», είπε βιαστικά και ξεκίνησε με βήμα ανυπόμονο προς τους στάβλους. Η Άννα προσπάθησε να τον προλάβει, τρέχοντας με μικρά βηματάκια ξοπίσω του. Όταν έφτασαν στους στάβλους, το γεροδεμένο, κοκκινωπό άλογό του ήταν ήδη σελωμένο και έδειχνε εκνευρισμένο τα δόντια του σε έναν νεαρό σταβλίτη. Το παιδί προσπαθούσε να κρατήσει το ζώο σε απόσταση, περιμένοντας να παραδώσει τα γκέμια του στον λόρδο και το πρόσωπό του μαρτυρούσε τον φόβο που του προκαλούσε το ψηλό και ατίθασο αρσενικό. Αντίθετα, μια στρουμπουλή, καστανή φοράδα στεκόταν δίπλα σε ένα ξύλινο σκαλί, περιμένοντας ατάραχη τον δικό της αναβάτη. Ο σκύλος έκανε και αυτός την εμφάνισή του πίσω από τους στάβλους και πλησίασε την Άννα κουνώντας την ουρά του ενθουσιασμένος. Σταμάτησε απότομα, όμως, μπροστά της και προσπάθησε έστω και καθυστερημένα να ανακτήσει λίγη από τη χαμένη του αξιοπρέπεια. «Σε έχω καταλάβει εσένα, να ξέρεις», είπε η Άννα στον σκύλο και άπλωσε το χέρι να τον χαϊδέψει πίσω από τα αφτιά. «Όταν τελειώσετε το παιχνίδι με το ζωντανό, κυρία Ρεν…» είπε ο λόρδος αυστηρά, κοιτάζοντας τον σκύλο αγριεμένος. Η Άννα αναπήδησε και σήκωσε το βλέμμα της, στήνοντας την πλάτη της. Ο λόρδος με ένα νεύμα τής έδειξε το ξύλινο σκαλί δίπλα στη φοράδα κι εκείνη το πλησίασε διστακτικά. Θεωρητικά ήξερε πώς καβαλικεύουν ένα άλογο στο πλάι,


αλλά στην πράξη το πράγμα φαινόταν λίγο πιο σύνθετο από ό,τι περίμενε. Κατάφερε να βάλει το ένα πόδι στον αναβολέα, αλλά δεν μπόρεσε να καταλάβει πώς έπρεπε να περάσει το άλλο πόδι της πάνω από τη λαβή της σέλας. «Αν μου επιτρέπετε;» Ο λόρδος ήταν ήδη πίσω της. Ένιωσε τη ζεστή ανάσα του στο μάγουλό της, που μύριζε ανεπαίσθητα καφέ, καθώς έσκυψε από πάνω της. Με ένα νεύμα και χωρίς να πει λέξη, η Άννα του επέτρεψε να τη βοηθήσει. Εκείνος έβαλε τα μεγάλα, δυνατά χέρια του γύρω από τη μέση της και τη σήκωσε σαν να ήταν πούπουλο. Με μια απαλή κίνηση την έβαλε πάνω στη σέλα και κράτησε τον αναβολέα σταθερό για να βάλει μέσα το πόδι της. Η Άννα ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν καθώς γύρισε και είδε το κεφάλι του, που είχε βρεθεί τόσο κοντά στο δικό της. Είχε αφήσει το καπέλο του στον υπηρέτη του και η Άννα κοίταξε από κοντά τα μαλλιά του. Η κοτσίδα του είχε αρχίσει να γκριζάρει, είδε μερικές αραιές, ασημένιες τρίχες να ξεχωρίζουν ανάμεσα στα κατάμαυρα, γυαλιστερά μαλλιά. Άραγε τα μαλλιά του ήταν απαλά ή άγρια; Το γαντοφορεμένο χέρι της ανασηκώθηκε και σαν να κινήθηκε ανεξάρτητα από τη θέλησή της, άγγιξε απαλά το κεφάλι του λόρδου. Το τράβηξε αμέσως, αλλά όχι πριν ο άντρας νιώσει το άγγιγμά της. Σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε στα μάτια για ένα μόνο λεπτό, όμως η Άννα το ένιωσε να κρατά ώρες ατελείωτες. Είδε τα βλέφαρά του να χαμηλώνουν και τα μάγουλά του να παίρνουν ένα ανεπαίσθητο ροζ χρώμα. Αμέσως στάθηκε όρθιος και άρπαξε τα γκέμια του αλόγου. «Αυτή είναι μια πολύ ήρεμη φοράδα», της είπε. «Δεν νομίζω ότι θα έχετε κανένα πρόβλημα, αν δεν συναντήσουμε αρουραίους». Η Άννα τον κοίταξε με μάτια γουρλωμένα. «Αρουραίους;» Εκείνος απλώς έκανε ένα νεύμα. «Ναι, τους φοβάται τους αρουραίους». «Δεν την αδικώ», μουρμούρισε η Άννα. Άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε διστακτικά τη χαίτη του αλόγου, που ήταν πλούσια αλλά σκληρή. «Τη λένε Ντέιζι», είπε ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ. «Θα θέλατε να σας κάνω μια βόλτα στην αυλή πρώτα, για να συνηθίσετε την κίνησή της;» Η Άννα συμφώνησε με ένα νεύμα. Ο λόρδος έδωσε το σήμα και το άλογο ξεκίνησε τον βηματισμό του. Η Άννα αιφνιδιασμένη άρπαξε μια τούφα από τη χαίτη του αλόγου. Όλο της το σώμα σφίχτηκε στην προσπάθειά της να βρει την ισορροπία της, αφού για πρώτη φορά βρέθηκε σε κίνηση τόσο ψηλά από το έδαφος. Η φοράδα κούνησε το κεφάλι της. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ κοίταξε τα χέρια της Άννας. «Μπορεί να νιώσει τον φόβο σας. Έτσι δεν είναι, γλυκό μου κορίτσι;» Αυτές οι τελευταίες λέξεις ξάφνιασαν την Άννα, που απότομα άφησε τη χαίτη του αλόγου. «Καλύτερα. Αφήστε το σώμα σας ελεύθερο», της είπε με μια φωνή ζεστή, γεμάτη, σίγουρη, που αγκάλιασε την Άννα σαν ζεστή κουβέρτα. «Αντιδρά καλύτερα όταν την αγγίζουν απαλά, ευγενικά. Θέλει χάδια και τρυφερότητα, έτσι δεν είναι, ομορφιά μου;» είπε στη φοράδα. Βάδισαν έτσι για λίγο, κάνοντας κύκλους στην αυλή, με τη βαθιά φωνή του λόρδου να μαγεύει το άλογο και να το οδηγεί. Η Άννα ένιωσε την καρδιά της να ζεσταίνεται, να λιώνει, στο άκουσμα αυτής της σαγηνευτικής φωνής και απλώς ακολούθησε τις οδηγίες του σαν υπνωτισμένη. Της έδειξε πώς να κρατά τα γκέμια


και να κάθεται σωστά στη σέλα. Μετά από μισή ώρα εξάσκησης, η Άννα ένιωθε πολύ πιο άνετα πάνω στο άλογο. Τότε ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ ανέβηκε στο δικό του άλογο και άρχισε να κατηφορίζει τον δρόμο προς τα κτήματα. Ο σκύλος που βρισκόταν πάντα κοντά του ακολουθούσε πιστά. Καμιά φορά χανόταν ανάμεσα στις πρασινάδες, όταν αποφάσιζε να εξερευνήσει κάποιο χωράφι στα δεξιά ή αριστερά του δρόμου, αλλά επέστρεφε πάντα στο πλάι του αφέντη του λίγα λεπτά αργότερα. Όταν έφτασαν στον κεντρικό δρόμο, ο λόρδος άφησε το άλογό του να τρέξει και να εκτονώσει λίγη από την ενέργειά του, για να επιστρέψει και πάλι στο πλάι της Άννας και της ήρεμης φοράδας της, που απλώς αγνοούσε επιδεικτικά τα παιδιαρίσματα των αρσενικών και παρέμενε πιστή στον αργό και σίγουρο βηματισμό της. Η Άννα σήκωσε το πρόσωπό της προς τον ήλιο. Της είχε τόσο λείψει η ζεστασιά του, μετά από έναν μακρύ χειμώνα. Στην άκρη του δρόμου, διέκρινε μερικά βαθυκίτρινα άνθη ζαφοράς. «Κοιτάξτε, ανθισμένα ηράνθεμα, πρέπει να είναι τα πρώτα για φέτος, δεν νομίζετε;» Ο λόρδος κοίταξε προς το σημείο που του έδειξε η Άννα. «Εκείνα τα κίτρινα λουλούδια εννοείτε; Δεν τα έχω ξαναδεί». «Προσπάθησα να τα καλλιεργήσω στον κήπο μου, αλλά δεν τους αρέσει να τα μεταφυτεύουν», απάντησε η Άννα. «Έχω, όμως, μερικές τουλίπες. Έχω δει τους περίφημους ασφόδελους που έχετε στο κτήμα, στο Ρέιβενχιλ. Έχετε και τουλίπες, λόρδε μου;» ρώτησε. Ο λόρδος δεν ήξερε πώς να απαντήσει στην ερώτησή της. «Μπορεί να υπάρχουν τουλίπες στον κήπο. Θυμάμαι πως η μητέρα μου τις φρόντιζε όταν έκανε κηπουρική, αλλά έχω να πάω στον κήπο πολύ καιρό…» Η Άννα περίμενε να ολοκληρώσει την απάντησή του, αλλά μάταια. «Δεν αρέσει σε όλους η κηπουρική, φυσικά», απάντησε τελικά εκείνη ευγενικά. «Στη μητέρα μου άρεσε πολύ να ασχολείται με τον κήπο», είπε ο λόρδος με το βλέμμα να ατενίζει αφηρημένα το βάθος του δρόμου. «Εκείνη φύτεψε τους ασφόδελους που είδατε και ανανέωσε τον κήπο με τον μεγάλο πέτρινο τοίχο, πίσω από το σπίτι. Όταν πέθανε…» Μια γκριμάτσα πόνου εμφανίστηκε στιγμιαία στο πρόσωπό του. «Όταν πέθαναν όλοι, είχα άλλα πιο σημαντικά πράγματα να φροντίσω. Οι κήποι παραμελήθηκαν και ίσως πια σήμερα στην κατάσταση που είναι θα έπρεπε να τους καταργήσω». «Όχι, σίγουρα όχι!» Η Άννα πρόσεξε το ανασηκωμένο φρύδι του λόρδου, που φάνηκε να ξαφνιάζεται από την παθιασμένη απάντησή της και κατέβασε τον τόνο της φωνής της. «Θέλω να πω πως ένας καλός κήπος μπορεί εύκολα να ξαναγεννηθεί με λίγη φροντίδα». Εκείνος έκανε έναν μορφασμό και ρώτησε δύσπιστα: «Με σκοπό;». Η Άννα δεν φάνηκε να κλονίζεται από την απάντησή του. «Πάντα υπάρχει ένας καλός λόγος για να έχει κάποιος έναν ωραίο κήπο». Ο λόρδος ανασήκωσε και πάλι το φρύδι του σκεφτικός. «Η μητέρα μου είχε έναν πολύ όμορφο κήπο όταν ήμουν μικρή», είπε η Άννα. «Καλλιεργούσε ηράνθεμα, ασφόδελους και τουλίπες την άνοιξη και μετά ο κήπος γέμιζε με χελιδονόχορτο και γαρίφαλα και βιολέτες και πανσέδες που κρατούσαν


όλο τον χρόνο». Όση ώρα μιλούσε ο λόρδος κοιτούσε με ενδιαφέρον το πρόσωπό της. «Τώρα στην αγροικία που μένω έχω φυσικά μερικές αλθαίες και πολλά από τα λουλούδια που καλλιεργούσε η μητέρα μου. Θα ήθελα να έχω λίγο περισσότερο χώρο για να φυτέψω μερικά τριαντάφυλλα», είπε σκεφτική η Άννα. «Αλλά οι τριανταφυλλιές είναι ακριβές και θέλουν μεγάλους λάκκους. Φοβάμαι πως δεν μπορώ να δικαιολογήσω μια τέτοια πολυτέλεια, όταν η προτεραιότητα είναι ο λαχανόκηπος». «Ίσως θα μπορούσατε να μου δώσετε μερικές συμβουλές για τον κήπο του Ρέιβενχιλ σε λίγο καιρό, την άνοιξη», απάντησε ο λόρδος. Είχαν φτάσει σε ένα σταυροδρόμι και ο λόρδος έστρεψε το κεφάλι του αλόγου του στο πλάι για να κατηφορίσει στο στενό δρομάκι. Η Άννα προσπάθησε να συγκεντρωθεί ώστε να στρίψει κι εκείνη το κεφάλι της φοράδας της προς το στενό δρομάκι. Όταν ανασήκωσε και πάλι το βλέμμα της προς τον ορίζοντα, είδε το πλημμυρισμένο χωράφι μπροστά της. Ο κύριος Χοπλ ήταν ήδη εκεί και συνομιλούσε με έναν αγρότη που φορούσε ένα μάλλινο πανωφόρι και ψάθινο καπέλο. Ο γεωργός δυσκολευόταν να κρατήσει το βλέμμα του στο πρόσωπο του επιστάτη. Τα μάτια του καρφώνονταν άθελά του στο παρδαλό, ροζ γιλέκο του κυρίου Χοπλ. Στις άκρες του υπήρχε ένα κέντημα από μαύρη κλωστή. Όταν η Άννα πλησίασε αρκετά, μπόρεσε να διακρίνει την παράσταση του κεντήματος, που ήταν μικρά μαύρα γουρουνάκια. «Καλημέρα, Χοπλ, κύριε Γκραντλ», είπε ο λόρδος κάνοντας ένα νεύμα με το κεφάλι προς τον επιστάτη του και τον γεωργό. Η ματιά του έπεσε αυτόματα στο γιλέκο του κυρίου Χοπλ. «Πολύ ενδιαφέρον αυτό το γιλέκο, Χοπλ. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ κάτι παρόμοιο», είπε ο λόρδος με τόνο βαρύ και σοβαρό. Ο κύριος Χοπλ φούσκωσε από περηφάνια και έστρωσε με την παλάμη του το γιλέκο στο στήθος του. «Ευχαριστώ πολύ, λόρδε μου. Ήταν ειδική παραγγελία, μου το έφτιαξε ένα μικρό ραφείο, όταν ήμουν τελευταία στο Λονδίνο». Ο λόρδος ξεπέζεψε με άνεση από το άλογό του και έδωσε τα γκέμια στον κύριο Χοπλ. Έπειτα πλησίασε τη φοράδα της Άννας. Με μια κίνηση ήπια και σίγουρη έπιασε την Άννα από τη μέση και την κατέβασε μαλακά στο έδαφος. Για μια μόνο στιγμή, το στήθος της ακούμπησε το στέρνο του και καθώς οι ρώγες της τρίφτηκαν πάνω στο πανωφόρι του, ένιωσε τα χέρια του να σφίγγουν το κορμί της. Αλλά μόλις τα πόδια της ακούμπησαν το χώμα, οι παλάμες του χαλάρωσαν και την άφησε για να γυρίσει γρήγορα προς τον επιστάτη και τον γεωργό. Πέρασαν όλο το πρωινό περπατώντας στα κτήματα, επιθεωρώντας τα χωράφια με τα νερά που λίμναζαν. Κάποια στιγμή ο λόρδος χρειάστηκε να μπει μέχρι το γόνατο μέσα στις λάσπες για να επιθεωρήσει ένα σημείο που ενδεχομένως προκαλούσε το πρόβλημα. Η Άννα κρατούσε σημειώσεις σε ένα μικρό τετράδιο που της είχε δώσει γι’ αυτόν τον σκοπό. Κοιτάζοντας την άκρη της φούστας της, που πλέον είχε μουλιάσει στη λάσπη, σκέφτηκε πως είχε πολύ σωστά επιλέξει αυτό το παλιό φόρεμα για την περίσταση. «Πώς σκοπεύετε λοιπόν να λύσετε το πρόβλημα της αποστράγγισης;» ρώτησε η Άννα όταν πλέον είχαν πάρει τον δρόμο του γυρισμού. «Θα πρέπει να σκάψουμε ένα χαντάκι στο βόρειο άκρο του κτήματος», απάντησε


ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ σκεφτικός. «Αυτό βέβαια μπορεί να μην είναι τόσο απλό, γιατί εκεί συνορεύει με το κτήμα των Κλίαργουοτερ και για λόγους ευπρέπειας θα πρέπει να στείλω τον Χοπλ να ζητήσει την άδειά τους. Ο αγρότης έχει ήδη χάσει τη σοδειά του αρακά και αν το χωράφι του δεν στεγνώσει, σύντομα θα χάσει και τη σοδειά των σιτηρών…» Ο λόρδος σταμάτησε απότομα και έριξε μια διερευνητική ματιά στην Άννα. «Με συγχωρείτε, φαντάζομαι όλα αυτά δεν σας ενδιαφέρουν και τόσο». «Φυσικά και με ενδιαφέρουν, λόρδε μου», απάντησε η Άννα, στήνοντας το κορμί της πάνω στη σέλα. Ένα μικρό, όμως, στραβοπάτημα της φοράδας την ανάγκασε και πάλι να καμπουριάσει και να αρπάξει τρομαγμένη τη χαίτη του αλόγου. «Διάβασα με πολλή προσοχή τα κείμενά σας για τη διαχείριση της γης. Αν κατάλαβα καλά τις θεωρίες σας, ένας αγρότης θα πρέπει να φυτέψει φασόλια ή αρακά αφού πρώτα μαζέψει τη σοδειά με το σιτάρι και έπειτα να φυτέψει σέσκουλα και πάει λέγοντας. Αν λοιπόν ισχύει αυτό, δεν θα έπρεπε ο αγρότης αυτός να φυτέψει τώρα σέσκουλα και όχι σιτάρι;» «Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό ισχύει, αλλά σε αυτή την περίπτωση…» Η Άννα άκουσε με προσοχή τον λόρδο να της εξηγεί με την ήρεμη και βαθιά φωνή του τη διαδικασία της σποράς και της συγκομιδής. Ήταν πάντα η γεωργία ένα θέμα τόσο συναρπαστικό και δεν το είχε συνειδητοποιήσει; Μάλλον δεν ήταν το θέμα της συζήτησης που την είχε τόσο σαγηνεύσει, σκέφτηκε η Άννα. Μια ώρα αργότερα ο Έντουαρντ συνέχιζε να εξηγεί με κάθε λεπτομέρεια τους τρόπους με τους οποίους μπορούσε κάποιος να αποστραγγίσει ένα χωράφι, ενώ απολάμβαναν με την κυρία Ρεν το μεσημεριανό γεύμα τους. Φυσικά γι’ αυτόν το θέμα παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά ήταν η πρώτη φορά που μπόρεσε να μοιραστεί αυτές τις σκέψεις με μια γυναίκα. Στην ουσία είχε ελάχιστες ευκαιρίες να συνομιλήσει με γυναίκες, από τότε που έχασε τη μητέρα του και την αδερφή του. Φυσικά όταν ήταν νεαρός, είχε φλερτάρει κάποιες κοπέλες και είχε εμπλακεί σε ελαφρές, διασκεδαστικές συζητήσεις με κάποιες παρέες. Αλλά μια τέτοια συζήτηση, με ανταλλαγή απόψεων, όπως θα έκανε με έναν άντρα, ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τον λόρδο. Και απολάμβανε αυτή την κουβέντα με τη χαριτωμένη κυρία Ρεν. Τον άκουγε με προσήλωση, γέρνοντας το κεφάλι της στο πλάι, ενώ οι αχτίδες του ήλιου που έμπαιναν από το παράθυρο χάιδευαν το μάγουλο και τον λαιμό της, δίνοντάς τους ένα σχεδόν χρυσό περίγραμμα. Αυτή η απόλυτη αφοσίωση που εισέπραττε από αυτή τη γυναίκα τον είχε γοητεύσει. Μερικές φορές, ενώ μιλούσε, εκείνη του χάριζε ένα μικρό, στραβό χαμόγελο και αυτό ειδικά ήταν κάτι που έβρισκε σχεδόν μεθυστικό. Η μια πλευρά των ρόδινων χειλιών της, είχε προσέξει, έπαιρνε μια μικρή κλίση προς τα πάνω κάθε φορά που χαμογελούσε. Συνειδητοποίησε εκείνη τη στιγμή πως το βλέμμα του είχε καρφωθεί σε αυτά τα χείλη, με την ελπίδα πως θα του χάριζε άλλο ένα στραβό χαμόγελο, ενώ φαντασιωνόταν τη γεύση που θα είχαν αν τη φιλούσε. Ο Έντουαρντ γύρισε απότομα το κεφάλι του από την άλλη και έκλεισε τα μάτια του. Ένιωσε το δερμάτινο παντελόνι του και πάλι σφιχτό, στενό, ανίκανο να κρύψει τη διέγερσή του. Είχε παρατηρήσει τελευταία πως το πρόβλημα αυτό είχε γίνει συχνό, κάθε φορά που συζητούσε και περνούσε χρόνο με τη νέα γραμματέα του.


Για όνομα του Θεού, ήταν ένας ώριμος άντρας, πάνω από τριάντα, όχι κανένα παιδαρέλι να ξερογλείφεται στη θέα ενός γυναικείου χαμόγελου. Η όλη κατάσταση θα ήταν μάλλον κωμική, αν δεν ένιωθε αυτή την απίστευτη πίεση ανάμεσα στα πόδια του. Ο Έντουαρντ συνειδητοποίησε ξαφνικά πως η κυρία Ρεν του είχε κάνει μια ερώτηση. «Τι;» είπε απότομα. «Σας ρώτησα αν νιώθετε καλά, λόρδε μου», απάντησε η Άννα. Τον κοιτούσε ώρα τώρα ανήσυχη. «Μια χαρά είμαι, πολύ καλά», απάντησε εκείνος και πήρε μια βαθιά ανάσα, ενώ σκεφτόταν πόσο πολύ ποθούσε να τον αποκαλέσει με το μικρό του όνομα. Πόσο ήθελε να την ακούσει να τον λέει Έντουαρντ. Αλλά όχι. Θα ήταν τελείως ανάρμοστο να τον αποκαλεί έτσι. Προσπάθησε να μαζέψει για άλλη μια φορά τις σκόρπιες σκέψεις του. «Ας επιστρέψουμε στη δουλειά μας», είπε και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο, νιώθοντας σαν να δραπέτευε από τον λάκκο με τα φίδια και όχι από τη συντροφιά μιας απλής, αθώας χήρας. Όταν το ρολόι χτύπησε πέντε το απόγευμα, η Άννα τακτοποίησε πάνω στο γραφείο της τη μικρή στοίβα με τα καθαρογραμμένα χειρόγραφα που είχε ολοκληρώσει μέσα στην ημέρα και έριξε μια κλεφτή ματιά στον λόρδο. Ήταν ακόμα καθισμένος στο γραφείο του, αφοσιωμένος στην ανάγνωση ενός χαρτιού που είχε μπροστά του. Καθάρισε τον λαιμό της με ένα βηχαλάκι. Εκείνος σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε. «Είναι κιόλας ώρα να σχολάσετε;» Εκείνη ένευσε θετικά. Σηκώθηκε ευγενικά από τη θέση του και περίμενε όση ώρα η Άννα μάζευε τα πράγματά της. Ο σκύλος τους ακολούθησε πειθήνια ως την πόρτα, αλλά μόλις βγήκαν από το δωμάτιο, έτρεξε παιχνιδιάρικα στα σκαλιά και στο προαύλιο, πέρα από τη μεγάλη ανοιχτή πόρτα. Το σκυλί είχε μυρίσει κάτι πολύ ενδιαφέρον στο έδαφος κι αφού κόλλησε εκεί για λίγο τη μύτη του, μετά άρχισε να κυλιέται φιλήδονα στο χώμα, τρίβοντας τη ράχη και το κεφάλι του. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ αναστέναξε. «Θα βάλω έναν από τους σταβλίτες να του κάνει ένα μπάνιο πριν μπει στο σπίτι», είπε κοιτάζοντας το ζώο. «Μμμ», είπε η Άννα σκεφτική, «τι θα λέγατε για το Άδωνις;» Γύρισε και την κοίταξε με ένα βλέμμα που μαρτυρούσε τόση φρίκη και αηδία, που με το ζόρι μπόρεσε να συγκρατήσει ένα γέλιο που της βγήκε αυθόρμητα και ξαφνικά. «Όχι, μάλλον όχι», μουρμούρισε. Ο σκύλος είχε βαρεθεί να κυλιέται στο χώμα και είχε τώρα σηκωθεί, τινάζοντας το κεφάλι και το σώμα του για να φύγει η σκόνη από πάνω του. Όταν σταμάτησε το τίναγμα, το ένα του αφτί είχε μείνει στο κεφάλι και φαινόταν σαν να είχε γυρίσει το μέσα έξω. Πλησίασε το αφεντικό του γοργά, προσπαθώντας να δείχνει σοβαρός και άγριος, πάντα με το ένα αφτί γυρισμένο ανάποδα. «Συγκρατήσου, παλικάρι μου», του είπε ο λόρδος αυστηρά και του έφτιαξε το αφτί. Η Άννα αυτή τη φορά δεν άντεξε, της ξέφυγε ένα αυθόρμητο γελάκι. Εκείνος της έριξε μια κλεφτή, πλάγια ματιά και η Άννα ήταν σχεδόν σίγουρη ότι είδε το μεγάλο στόμα του να συσπάται με ένα αχνό μειδίαμα. Εκείνη τη στιγμή έφτασε και


η άμαξα. Η Άννα ανέβηκε με τη βοήθειά του. Ο σκύλος ήξερε πλέον πως δεν μπορούσε να πάει μαζί της, οπότε του αρκούσε να την παρακολουθεί καθισμένος λίγο πιο πέρα. Η Άννα βολεύτηκε στη θέση της και άρχισε να παρατηρεί το γνώριμο πλέον τοπίο, που άλλαζε με την κίνηση της άμαξας. Όταν έφτασαν στα όρια του χωριού, η Άννα παρατήρησε έναν μπόγο με ρούχα στην άκρη του δρόμου, πεσμένο στο χαντάκι. Το θέαμα της κίνησε την περιέργεια και έβγαλε το κεφάλι της από το παράθυρο για να δει καλύτερα. Εκείνη τη στιγμή ο μπόγος άρχισε να κινείται κι ένα κεφάλι με ανοιχτά καστανά μαλλιά ξεπρόβαλε από μέσα και στράφηκε προς την άμαξα καθώς την άκουσε να πλησιάζει. «Σταμάτα! Τζον, σταμάτα αμέσως!» φώναξε η Άννα χτυπώντας την οροφή της άμαξας με τη γροθιά της. Η άμαξα σταμάτησε αργά και η Άννα άνοιξε με ορμή την πόρτα. «Τι συμβαίνει, δεσποινίς;» Η Άννα πρόλαβε να δει το φοβισμένο πρόσωπο του Τομ, του υπηρέτη, που την παρακολουθούσε καθώς έτρεχε προς το σημείο εκείνο του δρόμου που είχε δει τον μπόγο, με το ένα χέρι της να κρατά ψηλά τη φούστα της. Η Άννα έφτασε κοντά στον μπόγο και έσκυψε κοντά του. Εκεί, μέσα στο χαντάκι, βρισκόταν πεσμένη μια νεαρή γυναίκα.


Κεφάλαιο Πέντε Μόλις ο δούκας συμφώνησε με την πρόταση του κορακιού, εκείνο έκανε ένα σάλτο και βρέθηκε στον αέρα με την ώθηση που του έδωσαν τα πανίσχυρα φτερά του. Την ίδια στιγμή, ένας μαγικός στρατός ξεχύθηκε από τις κατακόμβες του κάστρου. Πρώτα όρμησαν στη μάχη δέκα χιλιάδες άντρες, οπλισμένοι με ξίφη και ασπίδες. Τους ακολούθησαν δέκα χιλιάδες τοξοβόλοι με τα θανατηφόρα βέλη τους και τα μεγάλα τόξα τους. Στο τέλος εμφανίστηκαν δέκα χιλιάδες έφιπποι πολεμιστές, με άλογα γεροδεμένα, που έτριζαν τα δόντια τους καθώς ρίχνονταν στη μάχη με μανία. Το κοράκι πετούσε μπροστά οδηγώντας τον στρατό και όταν έφτασε το μέτωπο του πρίγκιπα, η σύγκρουση ακούστηκε σαν κεραυνός που έπεσε από τον ουρανό. Σύννεφα σκόνης κάλυψαν όλο το πεδίο της μάχης, κανείς δεν μπορούσε να δει τι συνέβαινε. Μπορούσαν όλοι, όμως, να ακούσουν τις κραυγές των αντρών που πάλευαν για τη ζωή τους. Και όταν η σκόνη κατακάθισε, δεν είχε μείνει ούτε ίχνος από τον στρατό του πρίγκιπα, εκτός από μερικά απομεινάρια από τις πανοπλίες των στρατιωτών του, που κείτονταν κατεστραμμένα πάνω στο χώμα… Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

Η γυναίκα ήταν ξαπλωμένη στο χαντάκι, γυρισμένη στο πλάι, με τα πόδια μαζεμένα στο στήθος, σαν να προσπαθούσε να ζεστάνει το παγωμένο κορμί της. Με τα χέρια της έσφιγγε ένα λεπτό, βρόμικο σάλι γύρω από τους σκελετωμένους ώμους της. Το φόρεμά της, κάτω από το σάλι, κάποτε είχε ένα απαλό ροζ χρώμα, αλλά τώρα ήταν λερωμένο και γεμάτο λάσπες και λεκέδες. Τα μάτια της ήταν κλειστά και το κατακίτρινο πρόσωπό της μαρτυρούσε πως η γυναίκα ήταν άρρωστη. Η Άννα προσπάθησε να κρατήσει τη φούστα της μακριά από το χαντάκι με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο δοκίμασε να στηριχτεί στους βράχους για να πλησιάσει την άτυχη γυναίκα. Καθώς πλησίασε, η μύτη της διέκρινε μια άσχημη μυρωδιά να αναδίδεται από το ταλαιπωρημένο σώμα. «Έχετε χτυπήσει, κυρία μου;» τη ρώτησε διστακτικά, αγγίζοντας το χλωμό πρόσωπο της κοπέλας. Η γυναίκα έβγαλε ένα ασυνάρτητο μουγκρητό και τα τεράστια μάτια της άνοιξαν απότομα και καρφώθηκαν πάνω στο πρόσωπο της Άννας, που τρόμαξε προς στιγμήν και τινάχτηκε προς τα πίσω. Πίσω από την Άννα είχε πλέον φτάσει και ο οδηγός της άμαξας μαζί με τον υπηρέτη και είχαν και αυτοί κατέβει διστακτικά προς το χαντάκι. Ο Τζον Κόουτσμαν, ο αμαξάς, έβγαλε ένα επιφώνημα αηδίας και προσπάθησε να καθαρίσει τον λαιμό του, όταν βρέθηκε αρκετά κοντά στη γυναίκα. «Καλύτερα να απομακρυνθείτε, κυρία Ρεν. Αυτό δεν είναι ένα θέαμα για μια κυρία σαν εσάς». Η Άννα γύρισε και τον κοίταξε εμβρόντητη. Εκείνος, αμήχανος, έστρεψε το βλέμμα του προς τα άλογα. Η Άννα κοίταξε τον Τομ. Και αυτός κοιτούσε κάτω, παρατηρώντας τις πέτρες δίπλα στα πόδια του. «Η κυρία αυτή είναι χτυπημένη ή άρρωστη, Τζον», είπε αυστηρά, με το ένα φρύδι ανασηκωμένο. «Πρέπει να καλέσουμε βοήθεια».


«Μάλιστα, κυρία. Θα ειδοποιήσουμε εμείς κάποιον να έρθει να τη φροντίσει», απάντησε υπάκουα ο Τζον. «Ελάτε τώρα πίσω στην άμαξα, κυρία Ρεν, και θα σας πάμε στο σπίτι». «Μα δεν μπορώ να αφήσω την κυρία εδώ μόνη της!» «Δεν είναι κυρία, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ», είπε ο Τζον σχεδόν μουρμουρίζοντας. «Δεν είναι πρέπον να ασχολείστε εσείς με μια γυναίκα σαν αυτή». Η Άννα κοίταξε την κοπέλα που είχε τραβήξει στην αγκαλιά της. Πρόσεξε τώρα κάποια πράγματα που πριν δεν είχε διακρίνει. Το ντεκολτέ της κοπέλας άφηνε να φανεί αρκετή από τη γυμνή σάρκα της. Και το ύφασμα του φορέματός της ήταν φτηνό και κακόγουστο. Το πρόσωπό της σκοτείνιασε. Είχε άραγε ξανασυναντήσει ποτέ πόρνη στη ζωή της; Μάλλον όχι. Οι γυναίκες αυτές ζούσαν σε έναν άλλο κόσμο και σε αυτόν τον κόσμο δεν ζούσαν καθωσπρέπει χήρες σαν την ίδια. Η Άννα ζούσε σε μια κοινότητα που απαγόρευε κατηγορηματικά την επαφή των δύο αυτών κόσμων. Ήξερε ότι έπρεπε να κάνει αυτό που της έλεγε ο Τζον και να αφήσει τη φτωχή γυναίκα μόνη της. Εξάλλου, αυτό θα περίμεναν όλοι από εκείνη. Ο Τζον Κόουτσμαν της είχε προτείνει το χέρι του για να την τραβήξει από το χαντάκι και περίμενε να του δώσει εκείνη το δικό της. Η Άννα έμεινε να κοιτάζει το χέρι του. Ήταν η ζωή της πάντα τόσο συμβατική, αναρωτήθηκε. Ήταν τα όριά της τόσο στενά, που κάποιες φορές ένιωθε λες και βάδιζε σε τεντωμένο σχοινί; Τελικά η προσωπικότητά της ήταν μόνο και αποκλειστικά αυτό που όριζε η κοινωνική της θέση; Όχι, δεν ήταν αυτό. Η Άννα έσφιξε τα χείλη και κοίταξε τον Τζον με μάτια που πετούσαν φλόγες. «Παρ’ όλα αυτά, Τζον, εγώ αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτή τη γυναίκα. Σε παρακαλώ, συνόδευσέ τη με τη βοήθεια του Τομ στην άμαξα. Πρέπει να την πάμε στο σπίτι μου και από εκεί να ειδοποιήσουμε τον δόκτορα Μπίλινγκς». Οι δύο άντρες έδειξαν φανερά δυσαρεστημένοι με την όλη κατάσταση, αλλά το βλέμμα της Άννας δεν τους άφησε επιλογή. Κουβάλησαν την ασθενική γυναίκα στην άμαξα. Η Άννα μπήκε μέσα πρώτη και έπειτα γύρισε για να βοηθήσει τη γυναίκα να βολευτεί στο κάθισμα της άμαξας. Χρειάστηκε να την κρατά σφιχτά στην αγκαλιά της όση ώρα κράτησε η διαδρομή, για να μην πέσει από τη θέση της. Όταν η άμαξα σταμάτησε, άφησε μαλακά τη γυναίκα πάνω στο κάθισμα και βγήκε πάλι πρώτη. Ο Τζον ήταν ακόμα καθισμένος στη θέση του οδηγού, συνοφρυωμένος, με το βλέμμα καρφωμένο στον δρόμο μπροστά του. Η Άννα έβαλε τα χέρια στη μέση και του είπε αυστηρά: «Τζον, κατέβα κάτω και βοήθησε τον Τομ να τη φέρουμε μέσα στο σπίτι». Ο Τζον μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του, αλλά υπάκουσε. «Μα τι συμβαίνει, Άννα;» ακούστηκε η φωνή της Μητέρας Ρεν, που είχε ήδη βγει στην πόρτα. «Μια δύστυχη κυρία, τη βρήκα στην άκρη του δρόμου», απάντησε η Άννα ενώ παρακολουθούσε τους δύο άντρες να βγάζουν τη γυναίκα από την άμαξα. «Φέρτε τη μέσα, σας παρακαλώ». Η Μητέρα Ρεν έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω για να περάσουν οι δύο άντρες που προσπαθούσαν να μεταφέρουν την αναίσθητη γυναίκα πέρα από το κατώφλι.


«Πού να την αφήσουμε, κυρία;» ρώτησε ο Τομ βαριανα- σαίνοντας. «Νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να την πάτε στο δωμάτιό μου, είναι στο επάνω πάτωμα». Ο Τζον έριξε μια αποδοκιμαστική ματιά στην Άννα, αλλά εκείνη απλώς τον αγνόησε. Οι δυο υπηρέτες κουβάλησαν τη γυναίκα στο επάνω πάτωμα. «Τι έπαθε η κυρία;» ρώτησε η Μητέρα Ρεν. «Δεν ξέρω. Νομίζω πως είναι άρρωστη», είπε η Άννα. «Σκέφτηκα πως ήταν καλύτερα να τη φέρω εδώ». Οι άντρες βγήκαν βιαστικοί από το σπίτι, κατεβαίνοντας όπως-όπως τις σκάλες. «Μην ξεχάσετε να ειδοποιήσετε τον δόκτορα Μπίλινγκς», τους φώναξε. Ο Τζον Κόουτσμαν έκανε ένα νεύμα με το χέρι του για να δείξει ότι την είχε ακούσει, ενώ η άμαξα ήδη απομακρυνόταν με βιασύνη. Η Φάνι είχε βγει και αυτή στην πόρτα και κοιτούσε με μάτια γουρλωμένα τη σκηνή. «Μπορείς να ετοιμάσεις λίγο τσάι, σε παρακαλώ, Φάνι;» είπε η Άννα. Μόλις η Φάνι εξαφανίστηκε στην κουζίνα, η Άννα τράβηξε τη Μητέρα Ρεν κοντά της. «Ο Τζον και ο Τομ λένε πως αυτή η γυναίκα δεν είναι μια καθωσπρέπει κυρία. Θα τη στείλω κάπου αλλού, αν πιστεύεις ότι πρέπει να το κάνω», είπε κοιτάζοντας την πεθερά της με μάτια γεμάτα αγωνία. Η Μητέρα Ρεν ανασήκωσε τα φρύδια της. «Εννοείς ότι είναι πόρνη;» Το τρομαγμένο βλέμμα της Άννας την έκανε να χαμογελάσει. Της χτύπησε απαλά και τρυφερά το χέρι. «Θα ήταν αδύνατον να φτάσω στην ηλικία που είμαι χωρίς να έχω τουλάχιστον ακούσει τη λέξη, καλή μου!» «Ναι, φαντάζομαι έτσι είναι», απάντησε η Άννα. «Ναι, ο Τζον και ο Τομ επιμένουν πως είναι πόρνη». Η Μητέρα Ρεν αναστέναξε. «Ξέρεις, νομίζω πως θα ήταν καλύτερο να τη στείλουμε κάπου αλλού». «Ναι, σίγουρα, σωστά», απάντησε η Άννα σφιγμένα. «Αλλά», συμπλήρωσε η Μητέρα Ρεν σηκώνοντας τα χέρια της ψηλά, «αν θέλεις να τη φροντίσεις, δεν πρόκειται να σε σταματήσω». Η Άννα αναστέναξε ανακουφισμένη και έτρεξε να δώσει τις πρώτες βοήθειες στην ασθενή της. Ένα τέταρτο περίπου αργότερα, ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Η Άννα κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και πρόλαβε να δει τη Μητέρα Ρεν να ξεσκονίζει τη φούστα της καθώς άνοιγε την πόρτα. Ο δόκτωρ Μπίλινγκς, με μια φουσκωτή, κάτασπρη περούκα, στεκόταν στο κατώφλι. «Χαίρετε, κυρία Ρεν κι εσείς κυρία Ρεν», είπε με ευγένεια. «Καλωσορίσατε, δόκτωρ Μπίλινγκς», απάντησε η Μητέρα Ρεν για λογαριασμό και των δυο τους. Η Άννα οδήγησε τον γιατρό στο δωμάτιό της. Ο δόκτωρ Μπίλινγκς αναγκάστηκε να σκύψει για να μπει στο υπνοδωμάτιο της Άννας. Ήταν ένας ψηλόλιγνος άνθρωπος με ένα σχεδόν μόνιμο καμπούριασμα. Η άκρη της λεπτής μύτης του ήταν πάντα κόκκινη, ακόμα και το καλοκαίρι. «Για να δούμε λοιπόν, τι έχουμε εδώ;» «Βρήκα αυτή τη γυναίκα πεσμένη στον δρόμο, δόκτωρ Μπίλινγκς», απάντησε η Άννα. «Μπορείτε να δείτε αν είναι χτυπημένη ή άρρωστη;» Καθάρισε τον λαιμό του. «Αφήστε με, σας παρακαλώ, μόνο με την ασθενή, κυρία


Ρεν. Θα προσπαθήσω να την εξετάσω», είπε ο γιατρός. Ήταν ολοφάνερο πως ο αμαξάς είχε προλάβει να ενημερώσει τον γιατρό για το τι είδους γυναίκα ήταν η ασθενής του. «Θα ήθελα να παραμείνω, αν δεν σας πειράζει, δόκτωρ Μπίλινγκς», απάντησε η Άννα. Ήταν φανερό ότι τον πείραζε και μάλιστα πολύ, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί κάποιον λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να διώξει την Άννα από το δωμάτιο. Παρά τη γνώμη που είχε ήδη σχηματίσει για την κοπέλα, ο γιατρός την εξέτασε με προσοχή και ευγένεια. Κοίταξε προσεκτικά τον λαιμό της και παρακάλεσε την Άννα να γυρίσει προς τον τοίχο για να εξετάσει το στήθος της άρρωστης. Όταν τελείωσε, σκέπασε την κοπέλα και είπε με έναν αναστεναγμό: «Μάλλον θα ήταν καλύτερα να τα πούμε κάτω». «Φυσικά», απάντησε η Άννα και τον οδήγησε στο κάτω πάτωμα. Πριν φτάσουν στο σαλόνι, η Άννα σταμάτησε για να ζητήσει από τη Φάνι να ετοιμάσει έναν δίσκο με τσάι. Έπειτα έδειξε ευγενικά στον γιατρό τη μοναδική πολυθρόνα κι εκείνη κάθισε πρόχειρα στο μπράτσο του μικρού καναπέ της, με τα χέρια σφιγμένα πάνω στην ποδιά της. Ήταν άραγε η άτυχη γυναίκα ετοιμοθάνατη; «Είναι πολύ άρρωστη», ξεκίνησε ο δόκτωρ Μπίλινγκς. Η Άννα έγειρε προς το μέρος του. «Ναι;» Ο γιατρός προσπάθησε να αποφύγει το βλέμμα της. «Έχει πυρετό, ίσως κάποια λοίμωξη στους πνεύμονες. Θα χρειαστεί να μείνει λίγο καιρό στο κρεβάτι για να αναρρώσει». Δίστασε για λίγο, αλλά μετά, βλέποντας την ανησυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της Άννας, συνέχισε: «Δεν είναι κάτι τόσο σοβαρό, σας διαβεβαιώνω, κυρία Ρεν. Θα αναρρώσει. Απλώς χρειάζεται χρόνο για να ανακάμψει». «Είμαι πολύ ανακουφισμένη», είπε η Άννα χαμογελώντας. «Βλέποντας το ύφος σας, νόμιζα πως η ασθένειά της ήταν ανίατη». «Όχι, φυσικά και όχι». «Δόξα τω Θεώ!» Ο δόκτωρ Μπίλινγκς έτριψε τη ράχη της λεπτής μύτης του με το δάχτυλο. «Θα στείλω μερικούς άντρες αμέσως μόλις φτάσω στο σπίτι. Θα πρέπει να μεταφερθεί αμέσως στο φτωχοκομείο για περίθαλψη φυσικά». Η Άννα τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Μα νόμισα ότι είχατε καταλάβει, δόκτωρ Μπίλινγκς. Θα τη φροντίσουμε εμείς εδώ». Το πρόσωπο του γιατρού έγινε κατακόκκινο μονομιάς. «Ανοησίες. Είναι εντελώς ανάρμοστο για εσάς και την ηλικιωμένη κυρία Ρεν να φροντίσετε μια γυναίκα αυτού του είδους». Η Άννα έσφιξε τα δόντια. «Το έχω συζητήσει με την πεθερά μου και είμαστε και οι δύο σύμφωνες: θα κρατήσουμε την κυρία εδώ και θα τη φροντίσουμε όπως πρέπει». Ο δόκτωρ Μπίλινγκς είχε γίνει κόκκινος σαν αστακός από τη σύγχυση. «Αυτό αποκλείεται!» απάντησε. «Γιατρέ…» Αλλά ο δόκτωρ Μπίλινγκς έσπευσε να τη διακόψει. «Είναι μια πόρνη!» είπε εκνευρισμένος. Η Άννα ξέχασε αυτό που ήθελε να πει και κράτησε το στόμα της κλειστό. Κοίταξε


σκεφτική τον γιατρό για αρκετή ώρα και είδε στη μορφή του τη σκληρή, άσχημη πραγματικότητα. Αυτός ήταν ο τρόπος που θα αντιδρούσε ο καθένας στη μικρή κοινωνία του Λιτλ Μπάτλφορντ. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Το έχουμε ήδη αποφασίσει. Θα φροντίσουμε εμείς τη γυναίκα αυτή. Το επάγγελμά της δεν αλλάζει την απόφασή μας». «Πρέπει να λογικευτείτε, κυρία Ρεν», μούγκρισε ο γιατρός φανερά αναστατωμένος. «Δεν μπορείτε να φροντίσετε εσείς ένα τέτοιο πλάσμα». «Μήπως η ασθένειά της είναι κολλητική;» «Όχι, μάλλον όχι τώρα πια», αναγκάστηκε να παραδεχτεί ο γιατρός. «Τότε, λοιπόν, δεν βλέπω τον λόγο να της αρνηθούμε τη φροντίδα μας», απάντησε η Άννα με ένα αχνό χαμόγελο. Η Φάνι διάλεξε αυτή ακριβώς τη στιγμή για να φέρει το τσάι. Η Άννα σερβίρισε τον γιατρό και μετά γέμισε κι ένα φλιτζάνι και για την ίδια, προσπαθώντας να φαίνεται όσο το δυνατόν πιο ψύχραιμη και αποφασισμένη. Δεν ήταν συνηθισμένη να λογομαχεί κατ’ αυτόν τον τρόπο με κυρίους και δυσκολευόταν αρκετά να παραμείνει σταθερή στη θέση της και να μην υποχωρήσει απολογούμενη, όπως συνήθως. Η όλη ιστορία την είχε αναστατώσει, ξέροντας μάλιστα πως ο γιατρός διαφωνούσε ριζικά μαζί της, ή, ακόμα χειρότερα, ότι δεν ενέκρινε καθόλου τη στάση της. Αλλά την ίδια στιγμή, δεν μπόρεσε να μην αναγνωρίσει πως ένιωθε κι έναν ανεξήγητο ενθουσιασμό. Πόσο απελευθερωτικό και λυτρωτικό ήταν να τολμά να εκφράσει ελεύθερα τη γνώμη της, χωρίς να νοιάζεται για τη γνώμη ενός άντρα! Σίγουρα θα έπρεπε να ντρέπεται για τη συμπεριφορά της, αλλά πραγματικά δεν αισθανόταν κανενός είδους μεταμέλεια. Καμία απολύτως. Ήπιαν το τσάι τους χωρίς να μιλούν, ενώ η ατμόσφαιρα ήταν σαφώς ηλεκτρισμένη, αφού ο γιατρός είχε πλέον καταλάβει πως δεν μπορούσε με τίποτα να της αλλάξει γνώμη. Όταν τελείωσε το τσάι του, ο δόκτωρ Μπίλινγκς έβγαλε από την τσάντα του ένα μικρό καφέ φιαλίδιο και το παρέδωσε στην Άννα με οδηγίες για τη χορήγηση του φαρμάκου. Έπειτα έβαλε το καπέλο στο κεφάλι του και τύλιξε ένα μοβ κασκόλ μερικές φορές γύρω από τον λαιμό του. Πριν βγει από το σπίτι, σταμάτησε μια τελευταία φορά στο κατώφλι και γύρισε προς την Άννα. «Αν αλλάξετε γνώμη, κυρία Ρεν, σας παρακαλώ, ενημερώστε με. Θα αναλάβω αμέσως να βρω το κατάλληλο μέρος για τη νεαρή γυναίκα». «Σας ευχαριστώ», μουρμούρισε η Άννα. Μόλις ο γιατρός βγήκε από το σπίτι, η Άννα έκλεισε την πόρτα και στηρίχτηκε πάνω της, με τους ώμους της να γέρνουν προς τα εμπρός. Η Μητέρα Ρεν μπήκε στο χολ και κοίταξε την Άννα με βλέμμα εξεταστικό. «Τι έχει η κοπέλα, καλή μου;» «Πυρετό και μια λοίμωξη στους πνεύμονες», απάντησε η Άννα κοιτάζοντάς τη με βλέμμα κουρασμένο. «Ίσως θα ήταν καλύτερα να πάτε εσύ και η Φάνι να μείνετε σε κάποιο φιλικό σπίτι μέχρι να τελειώσει αυτή η ιστορία». Η Μητέρα Ρεν ανασήκωσε και πάλι τα φρύδια της. «Και ποιος θα τη φροντίζει μέσα στην ημέρα, όταν εσύ θα βρίσκεσαι στο Ρέιβενχιλ;» Η Άννα την κοίταξε αποσβολωμένη, συνειδητοποιώντας ξαφνικά το πρόβλημα. «Το είχα ξεχάσει τελείως αυτό». Η Μητέρα Ρεν κούνησε το κεφάλι της. «Είναι απολύτως απαραίτητο να


δημιουργηθεί όλη αυτή η ανακατωσούρα, καλή μου;» «Με συγχωρείς», είπε η Άννα κατεβάζοντας το βλέμμα, που την ανάγκασε για πρώτη φορά να προσέξει το λεκιασμένο φουστάνι της. Αυτοί οι λεκέδες δεν θα έβγαιναν με τίποτα, το γρασίδι βάφει το ύφασμα. «Δεν θέλω να σε μπλέξω στα δικά μου προβλήματα». «Τότε γιατί δεν δέχεσαι τη βοήθεια που σου προσφέρει ο γιατρός; Είναι πολύ πιο εύκολο να κάνεις αυτό που όλοι περιμένουν από σένα, Άννα». «Μπορεί να είναι πιο εύκολο, αλλά δεν είναι απαραίτητα και το σωστό, Μητέρα. Σίγουρα μπορείς να το καταλάβεις αυτό, έτσι δεν είναι;» Κοίταξε την πεθερά της με βλέμμα ικετευτικό, προσπαθώντας να βρει τα σωστά λόγια για να της εξηγήσει. Οι πράξεις της της φαίνονταν απόλυτα λογικές, όταν ήταν ακόμα έξω στον δρόμο και κοιτούσε το ασθενικό πρόσωπο της άτυχης κοπέλας, που κείτονταν ετοιμοθάνατη στο χαντάκι. Αλλά τώρα, απέναντι στη Μητέρα Ρεν που περίμενε υπομονετικά τις εξηγήσεις της, δεν της ήταν και τόσο εύκολο να διατυπώσει τις σκέψεις της. «Πάντα έκανα αυτό ακριβώς που περίμεναν όλοι από εμένα, έτσι δεν είναι; Ανεξάρτητα αν αυτό ήταν σωστό ή λάθος». Η ηλικιωμένη γυναίκα συνοφρυώθηκε. «Μα δεν έκανες ποτέ κάτι λάθος…» «Ναι, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα», είπε η Άννα δαγκώνοντας τα χείλη της, καθώς συνειδητοποίησε πως ήταν έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάματα. «Ποτέ δεν ξεπέρασα τα όρια του ρόλου που μου δόθηκε από τότε που γεννήθηκα, δεν δοκίμασα ποτέ τον εαυτό μου. Πάντα ζούσα με τον φόβο του τι θα πει ο κόσμος νομίζω. Ήμουν δειλή. Αν αυτή η γυναίκα με χρειάζεται, δεν βρίσκω τον λόγο να της αρνηθώ τη βοήθειά μου, τόσο για εκείνη, όσο και για μένα την ίδια!» «Το μόνο που ξέρω είναι ότι αυτός ο δρόμος θα σου προκαλέσει πολύ πόνο», απάντησε θλιμμένα η Μητέρα Ρεν και κούνησε και πάλι απογοητευμένη το κεφάλι της. Η Άννα πέρασε πρώτη στην κουζίνα και οι δύο γυναίκες άρχισαν να ετοιμάζουν ένα ελαφρύ βραδινό με κρεατόσουπα. Η Άννα ετοίμασε τον δίσκο, έβαλε πάνω και το μικρό καφέ μπουκαλάκι του γιατρού και επέστρεψε στο υπνοδωμάτιο. Με αργές, αθόρυβες κινήσεις άνοιξε την πόρτα και έριξε μια εξεταστική ματιά μέσα. Η γυναίκα την αντιλήφθηκε, ανασηκώθηκε και προσπάθησε να καθίσει στο κρεβάτι. Η Άννα ακούμπησε κάπου τον δίσκο και έσπευσε κοντά της. «Μην προσπαθείτε να κουνηθείτε», της είπε. Στο άκουσμα της φωνής της Άννας, η άρρωστη γυναίκα άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και άρχισε να κοιτάζει ανήσυχη τριγύρω της. «Π… ποια είστε;» «Το όνομά μου είναι Άννα Ρεν. Βρίσκεστε στο σπίτι μου», απάντησε η Άννα. Έφερε γρήγορα τον δίσκο με το βραδινό μπροστά στην άρρωστη. Βάζοντας το χέρι απαλά στην πλάτη της κοπέλας, τη βοήθησε να ανασηκωθεί και να στηριχτεί στο κεφαλάρι του κρεβατιού. Η γυναίκα ήπιε μερικές γουλιές από τον ζεστό ζωμό, καταπίνοντας με δυσκολία. Αφού είχε πιει σχεδόν το μισό, τα μάτια της άρχισαν και πάλι να κλείνουν. Η Άννα τη βοήθησε να ξαπλώσει και πάλι ανάσκελα και μάζεψε τον δίσκο. Την ώρα που γύρισε να φύγει από το δωμάτιο, το τρεμάμενο χέρι της γυναίκας άρπαξε με δύναμη το δικό της. «Η αδερφή μου», ψιθύρισε ξεψυχισμένα. Η Άννα γύρισε έκπληκτη προς την άρρωστη. «Θέλετε να ειδοποιήσω την αδερφή


σας;» Η γυναίκα απάντησε με ένα θετικό νεύμα. «Περιμένετε», απάντησε η Άννα. «Να βρω μολύβι και χαρτί για να σημειώσω τη διεύθυνσή της». Έτρεξε στη μικρή της τουαλέτα και άνοιξε το τελευταίο συρτάρι. Κάτω από μερικά ασπρόρουχα βρισκόταν ένα ξύλινο, καφέ σετ αλληλογραφίας που κάποτε ανήκε στον Πίτερ. Η Άννα το πήρε και κάθισε στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι, με το ξύλινο κουτί στην ποδιά της. «Πού να στείλω την επιστολή προς την αδερφή σας;» Η γυναίκα με φωνή ξεψυχισμένη έδωσε το όνομα και τη διεύθυνση της αδερφής της που έμενε στο Λονδίνο και η Άννα το σημείωσε σε ένα κομμάτι χαρτί που έκοψε από το σημειωματάριο που βρισκόταν μέσα στο κουτί. Έπειτα η γυναίκα, εξουθενωμένη, άφησε το κεφάλι της να πέσει στο μαξιλάρι. Η Άννα άγγιξε διστακτικά το χέρι της. «Μπορείτε να μου πείτε το δικό σας όνομα;» «Περλ», ψιθύρισε η κοπέλα με κόπο, χωρίς, όμως, να ανοίξει τα μάτια της. Η Άννα πήρε μαζί της το ξύλινο κουτί και βγήκε από το δωμάτιο, κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω της. Κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά και μπήκε βιαστική στο σαλόνι για να γράψει αμέσως το γράμμα στην αδερφή της Περλ, τη δεσποινίδα Κόραλ Σμάιθ. Το ξύλινο σετ αλληλογραφίας του Πίτερ ήταν ένα παραλληλόγραμμο κουτί και χρησίμευε σαν φορητό γραφείο, καθώς μπορούσε κανείς να το βάλει στην ποδιά του και να γράψει άνετα τις επιστολές του. Στο επάνω μέρος του έκλεινε με ένα σκέπασμα με μεντεσέδες και κάτω από αυτό υπήρχε ένας χώρος για τις πένες, τα μελάνια, τα χαρτιά και ό,τι άλλο χρειαζόταν κάποιος για την αλληλογραφία του. Η Άννα δίστασε για μια στιγμή. Το σετ αυτό ήταν πολύ όμορφο και η Άννα μόλις συνειδητοποίησε ότι δεν το είχε αγγίξει από τότε που πέθανε ο Πίτερ. Όσο εκείνος ζούσε ακόμα, ήταν ένα από τα πιο προσωπικά και αγαπημένα του αντικείμενα. Ένιωσε σχεδόν ένοχη που οικειοποιήθηκε κάτι τόσο ιδιαίτερο, πόσο μάλλον αφού προς το τέλος της ζωής του η σχέση τους δεν ήταν και τόσο ζεστή πια. Κούνησε το κεφάλι της για να διώξει αυτές τις σκέψεις και άνοιξε το κουτί. Η Άννα ήταν πολύ προσεκτική όταν έγραφε, αλλά και πάλι χρειάστηκε να πετάξει αρκετά γράμματα στα σκουπίδια μέχρι να μείνει ικανοποιημένη από την επιστολή που τελικά έγραψε. Τη δίπλωσε προσεκτικά και την έβαλε στο πλάι για να την πάει την επομένη το πρωί στο κεντρικό πανδοχείο του Λιτλ Μπάτλφορντ για να το ταχυδρομήσει. Έχοντας τελειώσει το γράμμα, πήρε τη θήκη όπου φυλάσσονταν οι πένες για να τη βάλει στη θέση της μέσα στο κουτί, αλλά συνειδητοποίησε πως το καπάκι δεν έκλεινε καλά γιατί κάτι είχε σφηνώσει στο πίσω μέρος του κουτιού. Άνοιξε το καπάκι μέχρι το τέρμα και κούνησε όλο το κουτί ώστε να μετατοπιστούν τα διάφορα μικροαντικείμενα που υπήρχαν εκεί. Έπειτα έβαλε μέσα το χέρι της και άρχισε να ψαχουλεύει το εσωτερικό του. Πολύ σύντομα το χέρι της έπιασε κάτι στρογγυλό και ψυχρό. Το τράβηξε λίγο και το μικρό αντικείμενο ξεκόλλησε από τη θέση που είχε σφηνώσει και βρέθηκε στο χέρι της. Όταν τράβηξε το χέρι της έξω από το κουτί, είδε ότι κρατούσε ένα μικρό, χρυσό μενταγιόν. Το επάνω μέρος του ήταν διακοσμημένο με περίτεχνα σχέδια χαραγμένα στο μέταλλο, ενώ στο πίσω μέρος ήταν κολλημένη μια μικρή παραμάνα,


ώστε να μπορεί να φορεθεί και σαν καρφίτσα. Η Άννα προσπάθησε να ξεκολλήσει το λεπτό μεταλλικό κάλυμμα του μενταγιόν και χωρίς πολλή προσπάθεια το είδε ξαφνικά να ανοίγει. Ήταν άδειο. Η Άννα έκλεισε το μικροσκοπικό κουτάκι πιέζοντάς το με τα δάχτυλα. Χάιδεψε απαλά τα σχέδια με τον αντίχειρά της. Το μενταγιόν αυτό δεν ήταν δικό της. Το έβλεπε πρώτη φορά στη ζωή της. Ξαφνικά της ήρθε μια ακατανίκητη επιθυμία να του δώσει μια και να το πετάξει στην άλλη άκρη του δωματίου. Πώς τόλμησε να κάνει κάτι τέτοιο; Ακόμα και νεκρός κατάφερε να της προκαλέσει πόνο. Δεν είχε τραβήξει αρκετά όσο ζούσε; Και τώρα, τόσα χρόνια μετά, βρήκε αυτό το αναθεματισμένο κόσμημα, λες και περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να κάνει την εμφάνισή του. Η Άννα σήκωσε το χέρι της με το μενταγιόν ακόμα μέσα στην παλάμη της. Δάκρυα είχαν πλημμυρίσει τα μάτια της και δεν μπορούσε να δει καθαρά. Έπειτα πήρε μια βαθιά ανάσα. Ο Πίτερ ήταν νεκρός έξι χρόνια τώρα. Εκείνη, όμως, ήταν ακόμα ζωντανή. Πήρε άλλη μια βαθιά αναπνοή και άνοιξε τη χούφτα της. Το μενταγιόν έλαμπε στο φως των κεριών. Με μια προσεκτική κίνηση έκλεισε την παλάμη της και πάλι και τοποθέτησε το κόσμημα στην τσέπη της. Την επομένη ήταν Κυριακή. Η εκκλησία του Λιτλ Μπάτλφορντ ήταν ένα μικρό κτίριο φτιαγμένο από γκρίζα πέτρα, με ένα καμπαναριό που έγερνε ελαφρά. Είχε χτιστεί κατά τη διάρ- κεια του Μεσαίωνα και τον χειμώνα ήταν ιδιαίτερα κρύο και υγρό. Η Άννα είχε περάσει πολλά κυριακάτικα πρωινά ευχόμενη το κήρυγμα του ιερέα να τελείωνε σύντομα, πριν το ζεστό τούβλο που είχε φέρει από το σπίτι της κρυώσει εντελώς και τα δάχτυλα των ποδιών της παγώσουν. Όταν εκείνη και η πεθερά της μπήκαν στην εκκλησία εκείνο το κυριακάτικο πρωινό, ένα γενικό σούσουρο ξεσήκωσε το εκκλησίασμα. Κάποια μάτια που έσπευσαν να αποφύγουν την επαφή με τη ματιά των δύο γυναικών επιβεβαίωσαν τις υποψίες της Άννας, ότι δηλαδή είχαν γίνει το επίκεντρο όλων των κουτσομπολιών του χωριού. Παρ’ όλα αυτά, εκείνη χαιρέτησε τους γείτονές της χωρίς να δείξει ούτε στο ελάχιστο ότι γνώριζε όσα λέγονταν γι’ αυτή. Η Ρεμπέκα τους έκανε ένα νεύμα από τα μπροστινά στασίδια. Ήταν καθισμένη δίπλα στον άντρα της, τον Τζέιμς, έναν παχουλό, ξανθό άντρα, με μια μάλλον εντυπωσιακή κοιλιά. Η Μητέρα Ρεν και η Άννα προσπάθησαν να στριμωχτούν δίπλα τους στον στενό πάγκο. «Θα έλεγα πως η ζωή σου είναι μάλλον πολυτάραχη τελευταία», ψιθύρισε η Ρεμπέκα στο αφτί της Άννας. «Αλήθεια;» απάντησε η Άννα δήθεν αδιάφορα, προσπαθώντας να δείχνει απασχολημένη, τακτοποιώντας τα γάντια και τη Βίβλο της. «Μμμ, μμμ», μουρμούρισε η Ρεμπέκα. «Δεν είχα ιδέα ότι σε ενδιέφερε να ασκήσεις το αρχαιότερο επάγγελμα στον κόσμο». Αυτό το σχόλιο νίκησε την ψεύτικη ψυχραιμία της Άννας: «Τι;». «Δεν σε έχει κατηγορήσει κανείς τους ακόμα ευθέως για κάτι τέτοιο, αλλά δεν απέχουν και πολύ», απάντησε η Ρεμπέκα, ρίχνοντας ένα ψεύτικο χαμόγελο στην κυρία από το πίσω στασίδι, που είχε γείρει προς το μέρος τους να ακούσει τη στιχομυθία.


Η γυναίκα, καταλαβαίνοντας ότι ενοχλούσε, έγειρε και πάλι προς τα πίσω με ένα ρουθούνισμα αποδοκιμασίας. Και η φιλενάδα της Άννας συνέχισε. «Οι κακές γλώσσες του χωριού είχαν να διασκεδάσουν τόσο από τότε που η γυναίκα του μυλωνά γέννησε το παιδί του δέκα μήνες αφότου αυτός πέθανε». Εκείνη τη στιγμή ο εφημέριος εμφανίστηκε στο ιερό και η Θεία Λειτουργία άρχισε, αφού ησύχασε το εκκλησίασμα. Όπως ήταν αναμενόμενο, το κήρυγμα του ιερέα βασίστηκε στις αμαρτίες της Ιεζάβελ, ένα θέμα που ήταν φανερό πως δεν απολάμβανε και ιδιαίτερα ο καημένος ο εφημέριος Τζόουνς. Το μόνο που είχε να κάνει η Άννα ήταν να ρίξει μια ματιά στο πρόσωπο της κυρίας Τζόουνς, που καθόταν στην άλλη πλευρά της εκκλησίας, στο μπροστινό στασίδι, για να καταλάβει ποιος είχε επιλέξει το θέμα του σημερινού κηρύγματος. Μετά από αρκετή ώρα η Θεία Λειτουργία τελείωσε και μπόρεσαν επιτέλους να σηκωθούν και να βγουν από την εκκλησία. «Δεν ξέρω γιατί δεν έφαγαν τα χέρια και τα πόδια της», είπε ο Τζέιμς καθώς οι πιστοί σηκώθηκαν από τις θέσεις τους. Η Ρεμπέκα κοίταξε τον άντρα της με ένα ύφος κουρασμένο αλλά και τρυφερό. «Τι μουρμουράς πάλι, αγάπη μου;» «Για την Ιεζάβελ λέω», απάντησε ο Τζέιμς προβληματισμένος, «τα σκυλιά, λέει, δεν έφαγαν τα χέρια και τα πόδια της. Γιατί; Απ’ όσο ξέρω τα άγρια σκυλιά δεν έχουν τέτοιες παραξενιές με τη λεία τους». Η Ρεμπέκα γύρισε τα μάτια της προς τον ουρανό σε απόγνωση και χτύπησε απαλά το χέρι του άντρα της. «Μην το σκέφτεσαι, καλέ μου. Ίσως τότε τα σκυλιά να ήταν διαφορετικά». Ο Τζέιμς δεν φάνηκε να ικανοποιείται από την εξήγηση της γυναίκας του, αλλά δεν είπε τίποτα, παρά μόνο υπάκουσε ευγενικά, όταν εκείνη τον έσπρωξε μαλακά προς την πόρτα. Η Άννα ένιωσε μια κάποια ανακούφιση κι ευγνωμοσύνη προς τους καλούς της φίλους, όταν παρατήρησε ότι τόσο η Μητέρα Ρεν όσο και η Ρεμπέκα είχαν πάρει θέση δεξιά κι αριστερά της βγαίνοντας στο προαύλιο της εκκλησίας, ενώ ο Τζέιμς ακολούθησε καλύπτοντας τα νώτα τους. Αλλά, τελικά, δεν ήταν αναγκαία όλη αυτή η προστασία που της παρείχαν. Γιατί, ενώ σίγουρα δέχτηκε κάποια περιφρονητικά και αυστηρά βλέμματα από μερικούς, δεν είχαν όλες οι κυρίες του Λιτλ Μπάτλφορντ τόσο αρνητική άποψη γι’ αυτή. Συνειδητοποίησε μάλιστα πως μερικές από τις νεότερες δεσποινίδες και κυρίες του χωριού ζήλευαν τόσο πολύ τη θέση που είχε κερδίσει ως γραμματέας του λόρδου Σγουόρτινγχαμ, που μάλλον αδιαφορούσαν για την πρόσφατη απόφασή της να γίνει προστάτιδα μιας έκπτωτης γυναίκας. Η Άννα είχε σχεδόν απομακρυνθεί από το τσούρμο των πιστών που βρίσκονταν ακόμα συγκεντρωμένοι έξω από την εκκλησία και είχε αρχίσει να χαλαρώνει, όταν άκουσε μια σχεδόν γλυκερή φωνή πίσω της να λέει: «Κυρία Ρεν, θα ήθελα να ξέρετε πόσο γενναία πιστεύω πως είστε!». Η Φελίσιτι Κλίαργουοτερ κρατούσε την κάπα της κάπως άτσαλα με το ένα χέρι στον αέρα, ώστε να μπορούν όλοι να δουν το καινούριο, μοντέρνο φόρεμά της. Το ύφασμα ήταν στολισμένο με πορτοκαλιά και μπλε μπουκετάκια σε ένα βαθυκίτρινο φόντο. Η φούστα άνοιγε στα δύο, αποκαλύπτοντας μια άλλη εσωτερική φούστα


από πλούσιο μπλε μπροκάρ, ενώ το όλο σύνολο έπεφτε πλούσιο πάνω από την εσωτερική άσπρη δαντέλα. Η Άννα για μια στιγμή σκέφτηκε τι ωραία που θα ήταν να μπορούσε κι εκείνη να φορά ρούχα τόσο όμορφα, όπως η Φελίσιτι. Αλλά εκείνη τη στιγμή η Μητέρα Ρεν έσπευσε δίπλα της. «Η Άννα δεν σκέφτηκε στιγμή τον εαυτό της, όταν αποφάσισε να φέρει τη φτωχή αυτή κοπέλα στο σπίτι». Τα μάτια της Φελίσιτι άνοιξαν διάπλατα. «Ω μα φυσικά. Αφήστε τα σχόλια που έκαναν όλοι στο χωριό, για να μη μιλήσω για την επίπληξη που μόλις έλαβε πριν από λίγο στην εκκλησία. Σίγουρα η Άννα δεν θα σκέφτηκε τίποτε απ’ όλα αυτά». «Δεν νομίζω ότι θα έπρεπε κανείς να πάρει τα παθήματα της Ιεζάβελ τόσο σοβαρά», είπε η Άννα με τόνο δήθεν ανάλαφρο. «Εξάλλου, όλα αυτά μπορεί και να αφορούν και άλλες κυρίες σε αυτό το χωριό». Για κάποιον λόγο, αυτή η τελευταία παρατήρηση έκανε τη Φελίσιτι να ξινίσει κάπως τη μούρη της. «Εγώ πού να ξέρω από τέτοια πράγματα;» απάντησε περνώντας αμήχανα τα χέρια της πάνω από τα μαλλιά της. «Σε αντίθεση με εσένα, κανείς δεν θα μπορούσε να με κατακρίνει για τις παρέες που επιλέγω». Και με ένα στεγνό, ψεύτικο χαμόγελο, η Φελίσιτι απομακρύνθηκε πριν η Άννα προλάβει να της δώσει την αρμόζουσα απάντηση. «Τι σκύλα!» είπε η Ρεμπέκα μισοκλείνοντας τα μάτια της σαν αιλουροειδές. Πίσω στο σπίτι της πια, η Άννα πέρασε την υπόλοιπη μέρα επιδιορθώνοντας κάλτσες, μια τεχνική που είχε μάθει καλά, από ανάγκη φυσικά. Αφού έφαγε το βραδινό της, ανέβηκε αθόρυβα στο επάνω πάτωμα και έριξε μια ματιά στο δωμάτιο της Περλ. Βρήκε την ασθενή της πολύ καλύτερα και τη βοήθησε να ανασηκωθεί στο κρεβάτι και να φάει λίγο χυλό αραιωμένο με γάλα. Ήταν αρκετά όμορφη γυναίκα, παρά την ταλαιπωρία που είχε υποστεί. Η Περλ έπαιζε νευρικά για αρκετή ώρα με μια τούφα από τα αδυνατισμένα μαλλιά της μέχρι να βρει το θάρρος να μιλήσει στην Άννα. «Γιατί με περιμαζέψατε, λοιπόν;» Η Άννα ξαφνιάστηκε. «Μα ήσουν πεσμένη στο χαντάκι, στην άκρη του δρόμου. Δεν μπορούσα να σε αφήσω εκεί». «Ξέρετε τι είδους κορίτσι είμαι, έτσι δεν είναι;» «Ναι…» «Είμαι πόρνη», είπε η Περλ προφέροντας τη λέξη χωρίς συστολή, απλώς σφίγγοντας κάπως τα χείλη της. «Ναι, το φαντάστηκα», απάντησε η Άννα. «Ε τώρα ξέρετε, λοιπόν». «Δεν βλέπω, όμως, τι σημασία μπορεί να έχει αυτό», είπε η Άννα. Η Περλ φάνηκε να εκπλήσσεται από την απάντησή της. Η Άννα βρήκε την ευκαιρία να της δώσει άλλη μια κουταλιά από τον ζεστό χυλό. «Δεν πιστεύω να είστε από αυτές τις θεούσες;» ρώτησε η Περλ με καχυποψία. Η Άννα σταμάτησε με το κουτάλι στον αέρα και κοίταξε την Περλ με απορία. «Τι;» Η Περλ πήρε το σεντόνι που κάλυπτε τα πόδια της και το έστριψε στα χέρια της νευρικά. «Δεν πιστεύω να είστε από αυτές τις θεούσες που αρπάζουν κορίτσια σαν


εμένα για να τα βάλουν στον σωστό δρόμο. Έχω ακούσει ότι αν πέσεις στα χέρια τους, σου δίνουν μόνο ψωμί και νερό και σε βάζουν να ράβεις μέχρι να ματώσουν τα δάχτυλά σου». Η Άννα κοίταξε το μπολ με τον άσπρο χυλό. «Αυτό δεν είναι, όμως, ψωμί και νερό, έτσι δεν είναι;» Η Περλ κοκκίνισε από ντροπή. «Όχι, κυρία, υποθέτω πως δεν είναι». «Θα σου δώσουμε κάτι πιο νόστιμο και θρεπτικό να φας μόλις γίνεις λίγο καλύτερα, σε διαβεβαιώνω». Η Περλ ήταν ακόμα δύσπιστη, ήταν φανερό, γι’ αυτό και η Άννα πρόσθεσε αμέσως: «Μπορείς να φύγεις από εδώ όποτε θέλεις. Έγραψα στην αδερφή σου. Ίσως να έρθει σύντομα να σε συναντήσει». «Σωστά», απάντησε η Περλ ανακουφισμένη. «Θυμάμαι που σας έδωσα τη διεύθυνσή της». Η Άννα σηκώθηκε. «Προσπάθησε να μην ανησυχείς, απλώς φρόντισε να κοιμηθείς καλά». «Ναι», είπε η Περλ χωρίς να φύγει η ανησυχία από το πρόσωπό της. Η Άννα αναστέναξε. «Καληνύχτα», της είπε. «Καλή σας νύχτα, κυρία», απάντησε το κορίτσι. Η Άννα βγήκε από το δωμάτιο με το μπολ και το κουτάλι στα χέρια και κατέβηκε στην κουζίνα για να τα ξεπλύνει. Είχε ήδη σκοτεινιάσει τελείως όταν βολεύτηκε κι εκείνη σε ένα πρόχειρο κρεβατάκι που είχε φτιάξει στο δωμάτιο της πεθεράς της. Ο ύπνος της ήταν βαθύς, χωρίς όνειρα και η Άννα ξύπνησε το πρωί από το σκούντημα που ένιωσε στον ώμο της. «Άννα, είναι ώρα να σηκωθείς, καλή μου», είπε η πεθερά της, «αν θέλεις να φτάσεις στο Ρέιβενχιλ στην ώρα σου». Και ήταν η πρώτη φορά που η Άννα αναρωτήθηκε τι γνώμη θα είχε ο εργοδότης της για την ασθενή της. Δευτέρα πρωί, η Άννα μπήκε με βήμα κουρασμένο στη βιβλιοθήκη του μεγάλου σπιτιού. Είχε έρθει με τα πόδια από το σπίτι της και σε όλο τον δρόμο ανησυχούσε για το πώς θα την αντιμετώπιζε ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ, έχοντας μια ενδόμυχη ελπίδα ότι θα έδειχνε μεγαλύτερη κατανόηση από τον γιατρό. Αλλά ο λόρδος είχε τη συνηθισμένη του όψη και συμπεριφορά – το μαντίλι του φορεμένο στραβά, τα ρούχα του τσαλακωμένα, τα μαλλιά του αχτένιστα και η διάθεσή του μαύρη. Την υποδέχτηκε με ένα μουγκρητό, λέγοντάς της ότι είχε βρει ένα λάθος σε ένα από τα χθεσινά της χειρόγραφα. Η Άννα αναστέναξε ανακουφισμένη και κάθισε στο γραφείο της για να ξεκινήσει τη δουλειά της. Μετά το μεσημεριανό, όμως, φάνηκε ότι η τύχη είχε αποφασίσει να της γυρίσει την πλάτη. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ είχε πάει στο χωριό για να συναντηθεί με τον εφημέριο, ώστε να συζητήσουν την ανακατασκευή της αψίδας που σκόπευε να χρηματοδοτήσει. Η Άννα κατάλαβε πως είχε επιστρέψει, όταν άκουσε με τρόμο την εξώπορτα να κλείνει με πάταγο και τη φωνή του λόρδου να ουρλιάζει. «ΚΥΡΙΑ ΡΕΝ!» Το άκουσμα της φωνής του και το άγριο χτύπημα της πόρτας έκαναν την Άννα


να ανατριχιάσει. Ο σκύλος που κοιμόταν ανύποπτος δίπλα στη φωτιά ανασήκωσε και αυτός το κεφάλι του. «Διάολε! Πού είναι αυτή η γυναίκα;» Η Άννα γύρισε τα μάτια στο ταβάνι κουνώντας το κεφάλι της. Στη βιβλιοθήκη ήταν φυσικά, εκεί που ήταν πάντα. Πού νόμιζε ότι θα μπορούσε να είναι; Οι βαριές, θηριώδεις μπότες του έκαναν τα βήματά του να ακούγονται απειλητικά καθώς πλησίαζε στην πόρτα της βιβλιοθήκης. Και μετά, η τεράστια, σκοτεινή φιγούρα του στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας. «Τι είναι αυτά που ακούω, κυρία Ρεν, για το άτομο που έχετε περιμαζέψει στο σπίτι σας; Ο γιατρός ήταν εκτός εαυτού καθώς μου περιέγραφε την ανοησία σας». Είχε ήδη φτάσει στο μικρό γραφειάκι και είχε σταθεί όρθιος μπροστά της, με τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος του. Η Άννα σήκωσε το σαγόνι προσπαθώντας να σταθεί περήφανη και αγέρωχη μπροστά του, κάτι που φυσικά δεν ήταν καθόλου εύκολο, αν αναλογιστεί κανείς το θεόρατο ανάστημα του λόρδου. «Βρήκα μια δυστυχισμένη γυναίκα που χρειαζόταν άμεσα βοήθεια, λόρδε μου, και φυσικά την πήρα στο σπίτι ώστε να τη φροντίσω για να ανακτήσει τις δυνάμεις της». Το βλέμμα του την κάρφωσε αγριεμένο. «Εννοείτε μια δύστυχη ιερόδουλη! Μα είστε παράφρων;» Φαινόταν πολύ πιο εξαγριωμένος από όσο περίμενε η Άννα. «Το όνομά της είναι Περλ», του απάντησε. «Α μάλιστα», είπε ο λόρδος και απομακρύνθηκε κάπως από το γραφείο της. «Γίνατε και φίλη με αυτό το… πλάσμα». «Απλώς ήθελα να τονίσω ότι δεν είναι ένα πλάσμα… είναι μια γυναίκα», απάντησε η Άννα. «Λεπτομέρειες», είπε ο λόρδος κάνοντας μια χειρονομία αδιαφορίας. «Δεν σας απασχολεί καθόλου η υπόληψή σας;» «Η υπόληψή μου δεν είναι το θέμα». «Δεν είναι το θέμα; Δεν είναι το θέμα;» είπε έξαλλος και γύρισε απότομα, αρχίζοντας να βηματίζει με εκνευρισμό μπροστά στο γραφείο της. Ο σκύλος τράβηξε τα αφτιά του προς τα πίσω ξαφνιασμένος, χαμήλωσε το κεφάλι του και άρχισε να παρακολουθεί τον βηματισμό του αφεντικού του. «Θα σας παρακαλούσα να μην επαναλαμβάνετε τα λόγια μου σαν παπαγάλος», είπε χαμηλόφωνα η Άννα. Ένιωσε τα μάγουλά της να καίνε, καθώς το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της και ευχήθηκε να μπορούσε να το ελέγξει. Δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να φανεί αδύναμη μπροστά του. Ο λόρδος, που εκείνη τη στιγμή ήταν αρκετά μακριά της, δεν φάνηκε να άκουσε την απάντησή της. «Η υπόληψή σας είναι το ένα και μοναδικό θέμα που θα έπρεπε να σας απασχολεί. Υποτίθεται πως είστε μια καθωσπρέπει κυρία. Ένα τέτοιο στραβοπάτημα θα μπορούσε να σας αμαυρώσει ανεπανόρθωτα». Για όνομα! Η Άννα ίσιωσε την πλάτη της, έσφιξε τις γροθιές της και απάντησε κοφτά: «Αμφισβητείτε την αξιοπρέπειά μου, λόρδε Σγουόρτινγχαμ;». Εκείνος σταμάτησε μονομιάς και γύρισε να την κοιτάξει με πρόσωπο παραμορφωμένο από θυμό. «Μην ακούω ανοησίες. Φυσικά και δεν αμφισβητώ την αξιοπρέπειά σας».


«Αλήθεια;» «Χα! Εγώ…» Αλλά η Άννα είχε ήδη κερδίσει αυτή τη μάχη. «Είμαι μια αξιοπρεπής και καθωσπρέπει γυναίκα και πιστεύω πως δεν σας έχω δώσει κανέναν λόγο να αμφισβητείτε την κρίση μου». Ο θυμός της είχε αρχίσει να την παρασύρει, ένιωσε την ένταση να αυξάνει μέσα της, σε βαθμό που δεν ήξερε αν μπορούσε να τη συγκρατήσει. «Ως καθωσπρέπει γυναίκα που είμαι, λοιπόν, θεωρώ ότι είναι καθήκον μου να βοηθώ όσους στάθηκαν λιγότεροι τυχεροί στη ζωή από εμένα». «Μη μεταχειρίζεστε σοφιστείες μαζί μου», απάντησε με το δάχτυλο σηκωμένο ο λόρδος. «Η φήμη σας και η θέση σας στο χωριό θα καταστραφούν αν συνεχίσετε αυτή την τακτική». «Μπορεί κάποιοι να με κατακρίνουν», είπε φέρνοντας τα χέρια μπροστά της και δένοντάς τα στην ποδιά της, «αλλά δεν νομίζω ότι κινδυνεύω να καταστραφώ επειδή αποφάσισα να φερθώ σαν καλή, φιλεύσπλαχνη χριστιανή». Ο λόρδος έβγαλε έναν άκομψο ήχο. «Οι καλοί χριστιανοί αυτού του χωριού θα είναι οι πρώτοι που θα σας λιθοβολήσουν». «Εγώ…» «Είστε εξαιρετικά ευάλωτη. Μια νεαρή, ελκυστική χήρα…» «Που εργάζεται για έναν ανύπαντρο άντρα», τόνισε η Άννα γλυκά. «Φυσικά η αρετή μου πρέπει να βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο». «Δεν είπα κάτι τέτοιο!» «Όχι, αλλά το λένε άλλοι», είπε η Άννα. «Αυτό ακριβώς εννοώ», της ανταπέδωσε ουρλιάζοντας, προφανώς θεωρώντας ότι όσο πιο δυνατά φώναζε, τόσο πιο πιθανό ήταν να τη μεταπείσει. «Δεν μπορείτε να έρχεστε σε επαφή με μια τέτοια γυναίκα!» Ε αυτό πήγαινε πολύ. Τα μάτια της Άννας έγιναν δυο σχισμές. «Δεν μπορώ να έρχομαι σε επαφή με μια τέτοια γυναίκα;» Σταύρωσε και πάλι τα χέρια του στο στήθος του. «Ακριβώς…» «Δεν μπορώ να έρχομαι σε επαφή με μια τέτοια γυναίκα;» Αυτή τη φορά η Άννα το επανέλαβε πιο δυνατά. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ φάνηκε να κλονίζεται κάπως από τον τόνο της φωνής της. Και πολύ καλά έκανε φυσικά. «Και τι έχετε να πείτε για όλους τους άντρες που ήρθαν σε επαφή μαζί της και την έκαναν αυτό που είναι;» ρώτησε η Άννα. «Κανείς δεν ανησυχεί για την υπόληψη αυτών των αντρών, που συντηρούν και πληρώνουν πόρνες». «Δεν μπορώ να πιστέψω πώς τολμάτε να μιλάτε για τέτοια πράγματα», της απάντησε οργισμένος. Η ένταση στο κεφάλι της Άννας είχε πλέον εξαφανιστεί και είχε αντικατασταθεί από μια αίσθηση μεθυστικής ελευθερίας. «Ε λοιπόν, τολμώ και μιλώ για τέτοια πράγματα. Και ξέρω και άντρες που κάνουν πολλά περισσότερα από το να μιλάνε για τέτοια πράγματα. Ένας άντρας, βλέπετε, μπορεί να επισκέπτεται μια ιερόδουλη τακτικά, ακόμα και κάθε μέρα της εβδομάδας, αλλά να παραμένει απόλυτα αξιοπρεπής. Ενώ το κακόμοιρο το κορίτσι, που συμμετείχε στην ίδια πράξη με εκείνον, είναι απλώς ένα σκουπίδι». Ο λόρδος ήταν ανίκανος να αρθρώσει λέξη. Απλώς ρουθούνιζε, ανήμπορος να


αντιδράσει. Η Άννα δεν μπορούσε πλέον να σταματήσει τον χείμαρρο που έβγαινε από το στόμα της. «Και υποψιάζομαι πως δεν είναι μόνο οι άντρες της κατώτερης τάξης που επισκέπτονται συχνά τέτοιες γυναίκες. Πιστεύω πως ακόμα και κύριοι της υψηλής κοινωνίας, ακόμα και ευγενείς, αριστοκράτες, δεν διστάζουν να περάσουν το κατώφλι τέτοιων κακόφημων σπιτιών». Τα χείλη της Άννας τώρα είχαν αρχίσει να τρέμουν. «Είναι, μα την αλήθεια, τόσο υποκριτικό για έναν άντρα να χρησιμοποιεί μια πόρνη, αλλά να αρνείται να τη βοηθήσει όταν εκείνη το έχει τόση ανάγκη». Σταμάτησε και ανοιγόκλεισε τα μάτια της νευρικά. Όχι, δεν θα έβαζε τα κλάματα. Τα ρουθουνίσματα του λόρδου αυξήθηκαν και οδήγησαν σε έναν τρομακτικό βρυχηθμό. «Μα τον Θεό, γυναίκα!» ούρλιαξε στην Άννα έξω φρενών. «Νομίζω πως θα πρέπει να πάω σπίτι μου τώρα», είπε η Άννα και χωρίς άλλη λέξη βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Ω, Θεέ μου, τι είχε κάνει; Είχε αφήσει τον εαυτό της να χάσει τον έλεγχο, είχε καβγαδίσει με έναν άντρα, είχε τσακωθεί με τον εργοδότη της. Και φυσικά είχε καταστρέψει κάθε πιθανότητα να συνεχίσει να εργάζεται ως γραμματέας του λόρδου.


Κεφάλαιο Έξι Οι κάτοικοι του κάστρου ξέσπασαν σε πανηγυρισμούς και φωνές χαράς. Ο εχθρός τους είχε ηττηθεί και πλέον δεν είχαν τίποτα να φοβούνται. Αλλά την ώρα που όλοι γλεντούσαν, το κοράκι πέταξε πάνω από το πλήθος και προσγειώθηκε μπροστά στον δούκα. «Έκανα αυτό που είχα υποσχεθεί και κατέστρεψα τον πρίγκιπα. Δώσε μου τώρα την αμοιβή μου». Αλλά ποια από τις κόρες του δούκα έμελλε να γίνει γυναίκα του; Η μεγαλύτερη έβαλε τις φωνές και είπε κλαίγοντας πως δεν ήθελε να χαραμίσει την ομορφιά της για ένα άσχημο πουλί. Η δεύτερη αναρωτήθηκε γιατί θα έπρεπε ο πατέρας της να τηρήσει τη συμφωνία του, αφού πλέον ο πρίγκιπας και ο στρατός του είχαν καταστραφεί. Μόνο η μικρότερη, η Αύρα, προσφέρθηκε να στηρίξει την τιμή του πατέρα της και να τηρήσει τη συμφωνία. Εκείνο το ίδιο βράδυ, σε μια παράξενη τελετή, που κανείς ποτέ δεν είχε ξαναδεί, η Αύρα παντρεύτηκε το κοράκι. Και μόλις ο ιερέας ονόμασε το ζευγάρι συζύγους, το κοράκι ζήτησε από τη νύφη να ανέβει στην πλάτη του και με τη γυναίκα του στη ράχη πέταξε μακριά… Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

Ο Έντουαρντ έμεινε άναυδος, εμβρόντητος, κοιτάζοντας την πόρτα από την οποία είχε μόλις βγει η Άννα, πνιγμένος από οργή. Μα τι είχε γίνει; Πότε έχασε τον έλεγχο αυτής της λογομαχίας; Γύρισε και άρπαξε δυο πορσελάνινα αγαλματίδια και μια μικρή ταμπακέρα από το ράφι πάνω από το τζάκι και τα πέταξε, το ένα μετά το άλλο, στον τοίχο απέναντί του, με όση δύναμη είχε. Έσπασαν με πάταγο σκορπίζοντας τα κομμάτια τους τριγύρω, αλλά αυτό δεν ανακούφισε καθόλου τον εκνευρισμό του. Μα τι την είχε πιάσει αυτή τη γυναίκα; Εκείνος απλώς της είχε τονίσει –κάπως έντονα για να γίνει απόλυτα κατανοητός– ότι το να έχει στο σπίτι της μια τέτοια γυναίκα δεν ήταν καθόλου πρέπον και τελικά το όλο πράγμα είχε σκάσει κυριολεκτικά στη μούρη του. Μα τι στον διάολο συνέβη; Βγήκε στον διάδρομο, όπου είδε έναν υπηρέτη να στέκει αποσβολωμένος και να κοιτάζει προς την κεντρική είσοδο του σπιτιού. «Τι στέκεσαι εκεί σαν στήλη άλατος;» Ο υπηρέτης πετάχτηκε ξαφνιασμένος στο άκουσμα της βαριάς φωνής του Έντουαρντ. «Τρέχα να ειδοποιήσεις τον Τζον Κόουτσμαν να πάρει την άμαξα και να τρέξει πίσω από την κυρία Ρεν. Η ανόητη γυναίκα, είναι ικανή να πάει με τα πόδια στο σπίτι της μόνο και μόνο για να με εξαγριώσει». «Μάλιστα, λόρδε μου», είπε ο υπηρέτης με μια υπόκλιση και έτρεξε να εκτελέσει τη διαταγή. Ο Έντουαρντ ανέβασε νευρικά και τα δυο χέρια στο κεφάλι του και τα πέρασε μέσα από τα μαλλιά του τόσο δυνατά, που ένιωσε την κοτσίδα του να λύνεται. Γυναίκες! Δίπλα του ο σκύλος συμφώνησε με έναν λαρυγγισμό. Ο Χοπλ κοίταξε διστακτικά από τη γωνία πριν βγει στον διάδρομο, ήθελε να βεβαιωθεί πως η καταιγίδα είχε περάσει, όπως κάνει ένα ποντίκι όταν πρωτοβγαίνει από τη φωλιά του. Καθάρισε τον λαιμό του ξεροβήχοντας. «Γυναίκες… μπορεί να


γίνουν πολύ παράλογες ώρες-ώρες, λόρδε μου, ναι;» «Σκάσε κι εσύ, Χοπλ», γάβγισε ο Έντουαρντ και βγήκε από τον διάδρομο. Τα πουλιά είχαν μόλις αρχίσει να τιτιβίζουν καλωσορίζοντας το πρώτο φως της ημέρας, όταν το επόμενο πρωί η Άννα ξύπνησε από έναν επίμονο και δυνατό χτύπο στην πόρτα του σπιτιού της. Στην αρχή νόμιζε πως ο ήχος ήταν μόνο στο όνειρό της, καθώς ακόμα δεν είχε ξυπνήσει, αλλά όταν τα μάτια της τελικά άνοιξαν και το όνειρο φάνηκε να διαλύεται, ήταν πλέον σαφές πως ο χτύπος στην πόρτα ήταν, δυστυχώς, πέρα για πέρα αληθινός. Η Άννα σηκώθηκε αργά από το αχυρόστρωμα που χρησιμοποιούσε για κρεβάτι και βρήκε τη γαλάζια ρόμπα της. Τυλίγοντάς τη γύρω από τους ώμους της, κατέβηκε μισοζαλισμένη τα σκαλιά, με πόδια γυμνά, αφήνοντας μερικά χορταστικά χασμουρητά να τεντώσουν τους μυς του σαγονιού της. Ο απρόσμενος επισκέπτης φαίνεται πως ήταν ιδιαίτερα νευρικός και έχοντας εξαντλήσει την όποια υπομονή του, τώρα χτυπούσε μανιασμένα την πόρτα. Και η Άννα δεν μπόρεσε παρά να σκεφτεί πως ο μόνος άνθρωπος που γνώριζε με μια τέτοια εκρηκτική προσωπικότητα ήταν… «Λόρδε Σγουόρτινγχαμ!» Το ένα χέρι του ήταν τεντωμένο και ακουμπισμένο πάνω από το οριζόντιο δοκάρι της πόρτας, ενώ το άλλο είχε μείνει μετέωρο, έτοιμο να χτυπήσει για ακόμα μια φορά την πόρτα που τώρα ήταν πλέον ανοιχτή. Βιαστικά χαμήλωσε το χέρι του. Ο σκύλος που στεκόταν στο πλάι του, μόλις είδε την Άννα, άρχισε να κουνά την ουρά του. «Κυρία Ρεν», της είπε με φωνή βραχνή, «δεν έχετε ντυθεί ακόμα;» Η Άννα έριξε μια ματιά στην τσαλακωμένη νυχτικιά της, στη ρόμπα και στα γυμνά της πόδια και απάντησε ατάραχη: «Προφανώς και όχι, λόρδε μου». Ο σκύλος προσπέρασε τα πόδια του αφέντη του και προσπάθησε να χώσει τη μουσούδα του στο χέρι της για μερικά χάδια. «Και γιατί παρακαλώ;» τη ρώτησε. «Γιατί είναι πολύ νωρίς ακόμα, ίσως;» Ο σκύλος είχε γείρει πάνω της, καθώς εκείνη τον χάιδευε μηχανικά. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ αγριοκοίταξε το ανυποψίαστο σκυλί του. «Κόπρε», είπε αγριεμένος. «Πώς είπατε;» πετάχτηκε η Άννα ξαφνιασμένη. Ο λόρδος γύρισε και την κοίταξε με τα φρύδια του σφιγμένα. «Δεν το είπα σε εσάς, τον σκύλο εννοούσα…» «Ποιος είναι, Άννα;» η Μητέρα Ρεν στεκόταν στην κορυφή της σκάλας, προσπαθώντας να διακρίνει τον επισκέπτη στην πόρτα. Η Φάνι χασομερούσε στον διάδρομο. «Είναι ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ, Μητέρα», απάντησε η Άννα, λες και ήταν σύνηθες οι ευγενείς του τόπου να κάνουν επισκέψεις πριν από το πρωινό. Και γυρίζοντας το βλέμμα της πίσω στον λόρδο, του είπε με τόνο επίσημο: «Επιτρέψτε μου να σας συστήσω την πεθερά μου κυρία Ρεν. Μητέρα, αυτός είναι ο λόρδος Έντουαρντ ντε Ραφ, ο λόρδος του Σγουόρτινγχαμ». Η Μητέρα Ρεν, φορώντας ένα απαλό ροζ σάλι από αφράτο μαλλί, προσπάθησε να


κάνει μια μάλλον παρακινδυνευμένη υπόκλιση, ενώ ήταν ακόμα στα σκαλιά. «Πώς είστε;» «Χαίρομαι για τη γνωριμία, κυρία μου», μουρμούρισε ανόρεχτα ο άντρας στην πόρτα. «Έχει σταματήσει να νηστεύει;» ρώτησε η Μητέρα Ρεν την Άννα. «Δεν ξέρω», απάντησε η Άννα και γύρισε αυτόματα στον λόρδο Σγουόρτινγχαμ, που ένιωσε τα σημαδεμένα του μάγουλα να κοκκινίζουν επικίνδυνα. «Έχετε σταματήσει τη νηστεία;» «Εγώ…» ψέλλισε ο λόρδος φανερά αιφνιδιασμένος από την ερώτηση. Τα φρύδια του έσμιξαν τόσο, που σχημάτισαν μια σκούρα γραμμή στο μέτωπό του. «Προσκάλεσέ τον, Άννα, ας κοπιάσει στο σπιτικό μας», είπε η Μητέρα Ρεν με πυγμή. «Θα μας έκανε μεγάλη τιμή να πάρετε πρωινό μαζί μας, λόρδε μου», είπε η Άννα με ύφος γλυκό. Ο λόρδος ένευσε χαμηλώνοντας το κεφάλι. Διατηρώντας πάντα έναν μορφασμό δυσαρέσκειας, έσκυψε για να περάσει από τη χαμηλή πόρτα και δρασκέλισε το κατώφλι της μικρής αγροικίας. Η ηλικιωμένη κυρία Ρεν έσπευσε να κατέβει τις σκάλες με τις φούξια κορδέλες της να ανεμίζουν παιχνιδιάρικα. «Χαίρομαι τόσο πολύ που σας γνωρίζω, λόρδε μου. Φάνι, γρήγορα, τρέχα να ζεστάνεις νερό για το τσάι!» Η Φάνι έκανε μια αδέξια υπόκλιση και εξαφανίστηκε στην κουζίνα. Η Μητέρα Ρεν οδήγησε τον επισκέπτη τους στο μικρό σαλόνι και η Άννα πρόσεξε πως η παρουσία του πανύψηλου λόρδου μέσα στο δωμάτιο το έκανε να φαίνεται ακόμα πιο μικρό από ό,τι ήταν. Ο λόρδος κάθισε αμήχανα στη μοναδική πολυθρόνα, ενώ οι δυο γυναίκες προτίμησαν να βολευτούν στο μικρό καναπεδάκι τους. Ο σκύλος έκανε ενθουσιασμένος έναν γύρο στο δωμάτιο, χώνοντας τη μύτη του σε κάθε γωνιά και κόγχη, ώσπου το αφεντικό του με ένα μουγκρητό τον διέταξε να κάτσει κάτω. Η Μητέρα Ρεν χαμογέλασε πλατιά. «Η Άννα μάλλον έκανε λάθος όταν μου είπε ότι την απολύσατε». «Τι;» είπε ο λόρδος έκπληκτος, αρπάζοντας τα χερούλια της πολυθρόνας του. «Είχε, ξέρετε, την εντύπωση ότι δεν θα χρειαστείτε πλέον τις υπηρεσίες ενός γραμματέα». «Μητέρα», ψιθύρισε η Άννα αμήχανα. «Μα αυτό δεν μου είπες, καλή μου;» Τα μάτια του λόρδου ήταν καρφωμένα στην Άννα. «Έκανε λάθος. Η κυρία Ρεν παραμένει γραμματέας μου». «Ω τι καλά!» είπε η Μητέρα Ρεν ενθουσιασμένη. «Ξέρετε, ήταν πολύ στενοχωρημένη χθες το βράδυ που νόμιζε πως έχασε τη δουλειά της». «Μητέρα», επέμεινε η Άννα. Η ηλικιωμένη γυναίκα έσκυψε προς το μέρος του λόρδου, λες και η Άννα είχε ξαφνικά φύγει από το δωμάτιο. «Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα όταν βγήκε χθες το βράδυ από την άμαξα. Έχω την εντύπωση πως έκλαιγε». «Μητέρα!» Η κυρία Ρεν γύρισε και κοίταξε με ένα δήθεν αθώο βλέμμα τη νύφη της. «Μα


ήταν, καλή μου, κατακόκκινα». «Ήταν πράγματι;» ρώτησε χαμηλόφωνα ο λόρδος, τα κατάμαυρα μάτια του γυάλιζαν στο ημίφως. Ευτυχώς, η είσοδος της Φάνι στο δωμάτιο την έσωσε από την υποχρέωση να δώσει μια απάντηση. Η Άννα κοίταξε τον δίσκο και παρατήρησε ανακουφισμένη πως η μικρή υπηρέτρια είχε σκεφτεί να ετοιμάσει μερικά βραστά αβγά και να φρυγανίσει λίγο ψωμί για να συνοδεύσουν τον συνηθισμένο χυλό που έτρωγαν κάθε πρωί. Είχε καταφέρει να βρει και λίγο χοιρομέρι και το είχε σερβίρει και αυτό μαζί με το τσάι. Η Άννα έριξε ένα επιδοκιμαστικό βλέμμα στο κορίτσι, που χαμογέλασε ικανοποιημένο. Αφού ο λόρδος κατανάλωσε μια εντυπωσιακή ποσότητα βραστών αβγών –ευτυχώς η Φάνι είχε πάει στην αγορά μόλις την προηγουμένη–, σηκώθηκε και ευχαρίστησε τη Μητέρα Ρεν για το πρωινό. Εκείνη του χάρισε ένα φιλάρεσκο χαμόγελο και η Άννα αναρωτήθηκε σε πόσο χρόνο οι κακές γλώσσες του χωριού θα μάθαιναν πως οι δύο γυναίκες δέχθηκαν τον λόρδο του Σγουόρτινγχαμ για πρωινό με τις νυχτικιές τους. «Μπορείτε να φορέσετε κατάλληλα ρούχα για ιππασία, κυρία Ρεν;» ρώτησε ο λόρδος την Άννα. «Έξω περιμένουν το άλογό μου και η φοράδα σας». «Φυσικά, λόρδε μου», απάντησε η Άννα και ζήτησε συγγνώμη για να πάει να ντυθεί. Λίγα λεπτά αργότερα, ντυμένη, κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες και είδε ότι ο λόρδος την περίμενε στον μπροστινό κήπο του σπιτιού. Είχε τα μάτια του στραμμένα στο χώμα και κοιτούσε σκεφτικός τους μπλε υάκινθους και τους κίτρινους ασφόδελους που πλαισίωναν το μικρό δρομάκι μπροστά στην πόρτα της αγροικίας με τα χαρωπά τους χρώματα. Όταν η Άννα εμφανίστηκε στην πόρτα, σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε με μια ματιά που για μια μόνο στιγμή έκοψε την ανάσα της. Έστρεψε αμέσως το πρόσωπο στο έδαφος, δήθεν για να φτιάξει τα γάντια της, προσπαθώντας να κρύψει τα κατακόκκινα, φλογισμένα μάγουλά της. «Καιρός ήταν», είπε εκείνος. «Έχουμε ήδη αργήσει πολύ περισσότερο από όσο είχα υπολογίσει». Η Άννα αγνόησε τον απότομο τρόπο του και στάθηκε δίπλα στη φοράδα της, περιμένοντας τη βοήθειά του για να την καβαλικέψει. Ο λόρδος την πλησίασε και τύλιξε τα δυνατά χέρια του γύρω από τη μέση της, για να την πετάξει σχεδόν πάνω στη σέλα του αλόγου. Στάθηκε για μια στιγμή εκεί, με τον αέρα να παίζει με τις σκούρες τούφες των ατίθασων μαλλιών του, κοιτάζοντάς τη αμίλητος. Εκείνη, ανίκανη να τραβήξει το βλέμμα της από πάνω του, έμεινε ακίνητη, με το μυαλό της να αδειάζει από κάθε σκέψη. Και ξαφνικά έστρεψε το βλέμμα του και κατευθύνθηκε στο άλογό του. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Η Άννα δεν θυμόταν να είχε ακούσει τον ήχο της βροχής μέσα στη νύχτα, αλλά ήταν σαφές πως είχε βρέξει όπου κι αν κοιτούσες. Ο δρόμος ήταν γεμάτος λακκούβες με λασπόνερα, ενώ τα κλαδιά των δέντρων και οι φράχτες έσταζαν ακόμη από την πρόσφατη νεροποντή. Ο λόρδος οδήγησε τα άλογα μέσα από το χωριό προς τα κτήματα. «Πού πηγαίνουμε;» ρώτησε η Άννα.


«Τα πρόβατα του κυρίου Ντάρμπιν έχουν αρχίσει να γεννάνε και θέλω να δω πώς τα πάνε οι προβατίνες», απάντησε καθαρίζοντας τον λαιμό του. «Υποθέτω πως θα έπρεπε να σας είχα ενημερώσει για αυτή μας την έξοδο νωρίτερα». Η Άννα δεν γύρισε προς το μέρος του. Απλώς συνέχισε να κοιτάζει ευθεία μπροστά της ενώ αντέδρασε με ένα απλό επιφώνημα στην απάντησή του. Εκείνος ξερόβηξε. «Και θα σας είχα ενημερώσει φυσικά, αν δεν είχατε φύγει τόσο βιαστικά χθες το απόγευμα». Εκείνη ανασήκωσε ελαφρώς το φρύδι της, αλλά δεν έδωσε άλλη απάντηση. Συνέχισαν για αρκετή ώρα σιωπηλοί. Την άβολη σιωπή ανάμεσά τους έσπασε το γάβγισμα του σκύλου, που βάλθηκε να κυνηγά έναν λαγό κρυμμένο στις πρασινάδες. Έπειτα από λίγο ο λόρδος έκανε μια ακόμα προσπάθεια. «Ξέρω πως κάποιοι λένε ότι οι τρόποι μου είναι λίγο…» έκανε μια παύση, προφανώς ψάχνοντας την κατάλληλη λέξη για να συνεχίσει. Η Άννα έσπευσε να τον βοηθήσει «Πρωτόγονοι;» Την κοίταξε με μια άβολη έκφραση. «Βάναυσοι;» Εκείνος συνοφρυώθηκε και άνοιξε το στόμα του για να μιλήσει. Αλλά η Άννα ήταν γρηγορότερη. «Βάρβαροι;» Αποφάσισε να τη διακόψει για να την εμποδίσει να προσθέσει κι άλλους χαρακτηρισμούς. «Ναι, ας πούμε, λοιπόν, απλώς ότι μερικές φορές κάνω τους ανθρώπους να νιώθουν φόβο». Δίστασε για λίγο. «Δεν θα ήθελα όμως να ισχύει το ίδιο και για εσάς, κυρία Ρεν». «Δεν θα το θέλατε;» Της έριξε μια φευγαλέα, δειλή ματιά. Δεν είπε τίποτε άλλο, αλλά οι μύες στο πρόσωπό του χαλάρωσαν και η έκφρασή του γλύκανε. Σε λίγο, άλογο και αναβάτης προχώρησαν στον δρόμο με έναν ανάλαφρο καλπασμό, ενώ οι οπλές του ζώου πετούσαν δεξιά κι αριστερά μεγάλα κομμάτια βρεγμένου χώματος καθώς έσκαβαν τον δρόμο. Ο σκύλος άρχισε να τρέχει ξοπίσω τους με τη γλώσσα του να κρέμεται στο πλάι. Η Άννα χαμογέλασε χωρίς λόγο και ανασήκωσε το πρόσωπο προς τον ήλιο, αφήνοντας το δροσερό πρωινό αεράκι να της χαϊδέψει το πρόσωπο. Συνέχισαν να ακολουθούν τον εξοχικό χωματόδρομο, ώσπου έφτασαν σε ένα βοσκοτόπι, πλαισιωμένο από ένα ποτάμι. Ο λόρδος έσκυψε να ανοίξει τη μεγάλη ξύλινη πόρτα του φράχτη και προχώρησαν. Καθώς έμπαιναν όλο και πιο βαθιά στο κτήμα, η Άννα είδε σε ένα σημείο, κοντά στο ποτάμι, πέντε άντρες μαζεμένους, με μερικά τσοπανόσκυλα τριγύρω τους. Ένας από τους άντρες, αρκετά ηλικιωμένος, με γκρίζα μαλλιά, σήκωσε το βλέμμα του και τους είδε να πλησιάζουν. «Λόρδε μου! Αυτό κι αν είναι μπλέξιμο τώρα!» «Ντάρμπιν», είπε ο λόρδος γνέφοντας έναν χαιρετισμό και κατέβηκε από το άλογό του. Αμέσως πήγε στο άλογο της Άννας για να τη βοηθήσει να κατέβει. «Τι πρόβλημα έχουμε;» ρώτησε ενώ βοηθούσε τη γραμματέα του να ξεπεζέψει. «Προβατίνες μέσα στο ρυάκι», απάντησε ο Ντάρμπιν και έφτυσε στο πλάι. «Ανόητα ζώα! Πρέπει να ακολούθησαν η μία την άλλη ως την όχθη και τώρα έχουν κατέβει εκεί κάτω και δεν μπορούν να ανέβουν πάλι επάνω. Τρεις από αυτές


είναι γκαστρωμένες και πολύ βαριές για να τα καταφέρουν». «Α…» Ο λόρδος πλησίασε το ποτάμι και η Άννα τον ακολούθησε. Μπόρεσε τώρα να διακρίνει τις πέντε προβατίνες που είχαν μπει για τα καλά στο φουσκωμένο ποτάμι. Τα καημένα τα ζώα είχαν κολλήσει σε ένα σημείο που το νερό σχημάτιζε δίνη, τα πόδια τους εγκλωβισμένα σε πέτρες και κλαδιά που υπήρχαν εκεί. Σε εκείνο το σημείο το νερό είχε μεγάλο βάθος και όλες οι πέτρες τριγύρω ήταν υγρές και καλυμμένες με λάσπη. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ κούνησε το κεφάλι του. «Εδώ το μόνο που χρειάζεται είναι δύναμη», είπε σκεφτικός. «Αυτό ακριβώς σκεφτόμουν κι εγώ», απάντησε ο αγρότης κουνώντας το κεφάλι του με ικανοποίηση που είχε επιβεβαιωθεί από τον λόρδο. Δύο από τους άντρες μαζί με τον λόρδο ξάπλωσαν πάνω στις λασπωμένες όχθες του ποταμού και δημιουργώντας ανθρώπινη αλυσίδα, τράβηξαν τέσσερις από τις πέντε προβατίνες επάνω, αρπάζοντάς τες από το μαλλί τους. Τα τσοπανόσκυλα που γάβγιζαν συνεχώς, έχοντας και αυτά κατέβει στο ποτάμι, τους έδιναν έναν ακόμα λόγο να ξεκολλήσουν από το σημείο και να επιστρέψουν στο παχνί τους. Αφού ανέβηκαν στο βοσκοτόπι, κούνησαν το κεφάλι τους σοκαρισμένες και έτρεξαν με αγωνία προς το γνώριμο καταφύγιό τους. Η πέμπτη προβατίνα, όμως, ήταν πιο μακριά και οι άντρες δεν μπορούσαν να τη φτάσουν. Μπορεί να ήταν τα πόδια της τελείως παγιδευμένα ανάμεσα στα κλαδιά ή απλώς ήταν ανίκανη να σκεφτεί πως έπρεπε να σκαρφαλώσει και να βγει από το νερό. Σε κάθε περίπτωση, είχε ξαπλώσει μέσα στις λάσπες και φώναζε πανικόβλητη ενώ το νερό ανέβαινε ορμητικά. «Μπα. Αυτό πάει, κόλλησε για τα καλά», είπε ο Ντάρμπιν αναστενάζοντας και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του με την άκρη του σακακιού του. «Γιατί δεν στέλνουμε τη γριά Μπέσι εκεί κάτω να την τρομάξει λίγο;» Ο γιος του αγρότη χάιδευε ασυναίσθητα πίσω από τα αφτιά ένα ασπρόμαυρο τσοπανόσκυλο. «Μπα, δεν θέλω να χάσω και την Μπέσι μέσα στις λάσπες. Είναι ίσα με το κεφάλι της βαθύ εκεί κάτω το νερό. Ένας από μας πρέπει να κατέβει να το βγάλει το ζαγάρι, δεν γίνεται αλλιώς», είπε ο αγρότης. «Θα το κάνω εγώ, Ντάρμπιν», είπε ο λόρδος και έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω για να βγάλει το πανωφόρι του. Το πέταξε στην Άννα, που αιφνιδιασμένη από την κίνηση κατάφερε να το αρπάξει τελευταία στιγμή, πριν πέσει και αυτό μέσα στις λάσπες. Έπειτα έβγαλε το γιλέκο του και μετά πέρασε πάνω από το κεφάλι του το φίνο πουκάμισο από λευκό, πανάκριβο λινό. Ύστερα κάθισε στο χώμα για να βγάλει τις ψηλές, δερμάτινες μπότες του. Η Άννα προσπάθησε να μην τον κοιτάξει. Η θέα ενός ημίγυμνου άντρα δεν ήταν κάτι σύνηθες γι’ αυτή. Για την ακρίβεια, δεν θυμόταν να είχε δει ποτέ της άντρα χωρίς το πουκάμισό του σε δημόσιο χώρο. Το στήθος του ήταν και αυτό σημαδεμένο από ουλές, όπως και το πρόσωπό του, αλλά η Άννα ενδιαφερόταν για άλλα πράγματα. Όλα όσα είχε φανταστεί επιβεβαιώνονταν μπροστά της. Ναι, είχε όντως τρίχες στο στήθος του. Και αρκετές μάλιστα. Οι κοντές μαύρες μπούκλες που κάλυπταν το στέρνο του συνέχιζαν ως το στομάχι του. Έπειτα οι τρίχες σχημάτιζαν σταδιακά μια πιο λεπτή λωρίδα, που περνούσε από τον αφαλό του και λεπταίνοντας κι άλλο έσβηνε, καθώς χανόταν μέσα στο εσώρουχό του.


Ο λόρδος στεκόταν τώρα μπροστά της φορώντας μόνο το παντελόνι του, που έφτανε ως το γόνατο και τις λεπτές κάλτσες του. Πότε σκαρφαλώνοντας και πότε γλιστρώντας, πέρασε πάνω από τις πέτρες στις όχθες και μέσα στην κοίτη του ποταμού. Το ορμητικό ρέμα σχημάτισε μικρές δίνες καθώς βρήκε αντίσταση πάνω στα μυώδη πόδια του, ενώ ο λόρδος προχώρησε αργά προς την προβατίνα. Έσκυψε πάνω από το ζώο και άρχισε να παραμερίζει τα κλαδιά που την κρατούσαν δέσμια. Οι ογκώδεις, δυνατοί ώμοι του γυάλιζαν καλυμμένοι με ιδρώτα και σταγόνες από το λασπωμένο ποτάμι. Μια φωνή ακούστηκε από το τσούρμο των αντρών που παρακολουθούσαν τη σκηνή. Η προβατίνα ήταν ελεύθερη, αλλά μες στη βιασύνη της να φύγει, έδωσε μια κλοτσιά στον λόρδο και τον έριξε φαρδύ πλατύ μέσα στα λασπόνερα. Η Άννα ταράχτηκε και άρχισε να προχωρά προς το σημείο. Ο σκύλος του λόρδου Σγουόρτινγχαμ πηγαινοερχόταν νευρικά, γαβγίζοντας ανήσυχος. Ο λόρδος εμφανίστηκε από την κοίτη του ποταμού σαν Ποσειδώνας, ίσως κάπως κουρελής και λασπωμένος, αλλά χαμογελαστός, με το νερό να τρέχει πάνω στο δυνατό στέρνο του και τα μαλλιά του, βρεγμένα και κολλημένα με λάσπες, να έχουν λυθεί από τη χαλαρή κοτσίδα, αφού σίγουρα η κορδέλα που τα κρατούσε μάλλον χάθηκε στο ρέμα. Ο σκύλος γάβγιζε ακόμη αναστατωμένος με την όλη περιπέτεια. Από την άλλη, ο αγρότης και οι συγγενείς του, σκασμένοι στα γέλια, παραπατούσαν εδώ κι εκεί, χτυπώντας τα γόνατά τους με τα χέρια τους. Λίγο ακόμα και θα είχαν πέσει ανάσκελα στα χώματα να χτυπιούνται σαν τα σκυλιά. Η Άννα αναστέναξε. Από ό,τι φαίνεται, το θέαμα ενός ευγενή να τρώει κλοτσιά και να πέφτει στις λάσπες ήταν το πιο αστείο πράγμα που είχαν δει στη ζωή τους. Τα αρσενικά τελικά είναι πολύ περίεργα όντα μερικές φορές. «Ε λόρδε! Έτσι είσαι πάντα με τα θηλυκά; Κλοτσάνε;» φώναξε ένας από τους αγρότες. «Μπααα, απλώς δεν της άρεσε που ένιωσε το χέρι του στον κώλο της», απάντησε ένας άλλος, συνοδεύοντας την ατάκα του με μια χειρονομία που έκανε την παρέα να ξεσπάσει σε νέο κύκλο ασυγκράτητου γέλιου. Ο λόρδος δεν μπόρεσε παρά να συμμετάσχει στα χωρατά, αλλά γρήγορα έκανε ένα αυστηρό νεύμα στους αγρότες, δείχνοντας με το κεφάλι του την Άννα. Η παρουσία της, την οποία είχαν προς στιγμήν ξεχάσει, τους έκανε να μαζευτούν και να σταματήσουν τις χειρονομίες. Αντ’ αυτού άφηναν κάθε τόσο να βγει ένα πνιχτό γελάκι, που έκρυβαν όσο καλύτερα μπορούσαν. Ο λόρδος σήκωσε τα χέρια του για να καθαρίσει λίγο το πρόσωπό του. Η Άννα ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Με τα χέρια του σηκωμένα προσπαθούσε να στύψει την κοτσίδα του και να αφαιρέσει όσο περισσότερη λάσπη μπορούσε από τα μαλλιά του, αλλά η κίνηση αυτή τόνισε με τρόπο υπέροχο τους μυς των χεριών και του στήθους του. Ο ήλιος έπεφτε πάνω στα μπράτσα και στο στέρνο του και τα έκανε να γυαλίζουν. Μικρά ρυάκια από νερό, ανακατεμένα με αίμα από την προβατίνα και λάσπη, έτρεχαν πάνω στο στήθος και στα χέρια του. Το στενό, χαμηλοκάβαλο παντελόνι του είχε κολλήσει από τα νερά πάνω στο κορμί του, αφήνοντας να φανεί ανάγλυφος ο ανδρισμός του. Είχε μια όψη υπέροχα παγανιστική.


Η Άννα ένιωσε το σώμα της να τρέμει. Με τη βοήθεια του νεαρού Ντάρμπιν, ο λόρδος πέρασε πάνω από τις πέτρες και τους βράχους της όχθης και βγήκε στο χωράφι. Η Άννα, που είχε μείνει να τον κοιτάζει, αναπήδησε και έτρεξε προς το μέρος του για να του δώσει τα ρούχα του. Εκείνος πήρε το λινό πουκάμισό του για να το χρησιμοποιήσει σαν πετσέτα και έπειτα φόρεσε το παλτό του κατάσαρκα. «Λοιπόν, Ντάρμπιν, την επόμενη φορά που θα έχεις πρόβλημα με κάποιο θηλυκό, εδώ είμαι εγώ», είπε περιπαικτικά ο λόρδος. «Όπως αγαπάτε, λόρδε μου!» είπε ο αγρότης και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη. «Σας ευχαριστώ για τη βοήθεια. Δεν θυμάμαι να έχω δει ποτέ καλύτερη βουτιά». Το σχόλιο αυτό ήταν αρκετό για να ξεσπάσουν και πάλι οι άντρες σε τρανταχτά γέλια και πέρασε αρκετή ώρα για να καταλαγιάσουν και να μπορέσουν ο λόρδος και η Άννα να τους αποχαιρετήσουν. Όταν ανέβηκαν στα άλογα για να πάρουν τον δρόμο του γυρισμού, ο λόρδος είχε ήδη αρχίσει να νιώθει το κρύο να τον περονιάζει, αλλά δεν φάνηκε να βιάζεται. «Θα πουντιάσετε για τα καλά, λόρδε μου», του είπε η Άννα. «Σας παρακαλώ, προχωρήστε προς το σπίτι και θα σας ακολουθήσω κι εγώ. Εσείς μπορείτε να φτάσετε σπίτι πολύ πιο γρήγορα, χωρίς εμένα και την Ντέιζι να σας καθυστερούμε». «Δεν έχω κανένα πρόβλημα, κυρία Ρεν», απάντησε ο λόρδος με τα δόντια του σφιγμένα, φοβούμενος πως αν άφηνε το σαγόνι του ελεύθερο, θα άρχιζε να τρέμει και τα δόντια του να χτυπούν από την παγωνιά. «Εξάλλου, δεν θα ήθελα να στερηθώ την αβρότητα της συντροφιάς σας ούτε για μια στιγμή». Η Άννα τον κοίταξε επίμονα για λίγο, σίγουρη ότι το σχόλιό του ήταν εντελώς ειρωνικό. «Δεν χρειάζεται να αρρωστήσετε με πνευμονία για να μου αποδείξετε τον ανδρισμό σας». «Ώστε προσέξατε τον ανδρισμό μου, κυρία Ρεν;» απάντησε ο λόρδος χαμογελώντας αυτάρεσκα σαν έφηβος. «Κι εγώ που νόμιζα πως τόση ώρα πάλευα με ένα βρομερό πρόβατο για το τίποτα!» Η Άννα προσπάθησε, αλλά ήταν αδύνατον να συγκρατήσει το στόμα της, που συσπάστηκε αυτόματα για να μη χαμογελάσει. «Δεν ήξερα ότι οι γαιοκτήμονες βοηθούν τόσο τους αγρότες τους», απάντησε. «Σίγουρα κάτι τέτοιο δεν είναι σύνηθες». «Σίγουρα δεν είναι», απάντησε εκείνος. «Υποθέτω ότι οι περισσότεροι γαιοκτήμονες σαν εμένα κάθονται όλη μέρα στον κώλο τους, στα ωραία λονδρέζικα σπίτια τους και αφήνουν τους επιστάτες τους να τρέχουν τις περιουσίες τους». «Τότε εσείς γιατί επιλέγετε να βουτάτε σε λασπωμένα ρέματα και να παλεύετε με τα πρόβατα;» Ο λόρδος ανασήκωσε τους ώμους. «Ο πατέρας μου μου έμαθε πως ένας καλός γαιοκτήμονας πρέπει να ξέρει τους αγρότες που νοικιάζουν τα κτήματά του και να γνωρίζει πώς κάνουν τις δουλειές τους. Άλλωστε έχω ασχοληθεί πολύ με το θέμα της γεωργίας, το έχω σπουδάσει, γι’ αυτό και καταπιάνομαι με αυτό». Ανασήκωσε και πάλι τους ώμους για να προσθέσει χαμογελαστός: «Επίσης μου αρέσει πολύ να παλεύω με προβατίνες και άλλα θηλυκά». Η Άννα ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Πάλευε και ο πατέρας σας με προβατίνες;»


Ακολούθησε σιωπή και η Άννα φοβήθηκε προς στιγμήν ότι το τελευταίο της σχόλιο ήταν μάλλον παρατραβηγμένο. «Όχι, δεν τον θυμάμαι ποτέ να λερώνει τα ρούχα του», απάντησε ο λόρδος με το βλέμμα καρφωμένο στον δρόμο μπροστά τους. «Αλλά αν χρειαζόταν, θα έμπαινε μέσα σε ένα πλημμυρισμένο χωράφι και του άρεσε να παρακολουθεί τη συγκομιδή κάθε φθινόπωρο. Και πάντα με έπαιρνε μαζί του για να γνωρίσω τους ανθρώπους και να δω τη γη». «Πρέπει να ήταν θαυμάσιος πατέρας», μουρμούρισε η Άννα. Για να έχει μεγαλώσει έναν τόσο θαυμάσιο γιο, σκέφτηκε. «Ναι, αν καταφέρω να είμαι έστω και λίγο σαν εκείνον με τα δικά μου παιδιά, θα είμαι ικανοποιημένος», της είπε και γύρισε να την κοιτάξει με ένα κάπως περίεργο ύφος. «Εσείς δεν αποκτήσατε παιδιά από τον γάμο σας;» Η Άννα έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε τα χέρια της. Ήταν σφιγμένα σε γροθιές γύρω από τα γκέμια. «Όχι. Ήμαστε παντρεμένοι για τέσσερα χρόνια, αλλά δεν ήταν θέλημα Θεού να κάνουμε παιδιά». «Λυπάμαι», απάντησε ο λόρδος δείχνοντας πως το εννοούσε. «Κι εγώ, λόρδε μου», απάντησε η Άννα. Κάθε μέρα. Το υπόλοιπο της διαδρομής μέχρι να εμφανιστεί το επιβλητικό μέγαρο στον ορίζοντα το έκαναν χωρίς να μιλήσουν. Όταν η Άννα έφτασε στο σπίτι της εκείνο το βράδυ, βρήκε την Περλ να κάθεται στο κρεβάτι με την πλάτη στο κεφαλάρι και να τρώει σούπα με τη βοήθεια της Φάνι. Ήταν ακόμα πολύ αδύναμη, αλλά είχε πιάσει τα μαλλιά της πίσω με μια κορδέλα, αφήνοντας να φανεί το λεπτό της πρόσωπο και φορούσε ένα από τα παλιά φορέματα της νεαρής υπηρέτριας. Η Άννα πήρε τη θέση της Φάνι και έστειλε το κορίτσι στην κουζίνα για να συνεχίσει την προετοιμασία του βραδινού. «Ξέχασα να σας ευχαριστήσω, κυρία», είπε η Περλ με συστολή. «Δεν υπάρχει λόγος», της απάντησε η Άννα με ένα χαμόγελο. «Απλώς εύχομαι να γίνεις γρήγορα καλά». Η κοπέλα αναστέναξε βαθιά. «Ναι, μόνο λίγη ξεκούραση χρειάζομαι». «Είσαι από αυτά τα μέρη ή περνούσες από το χωριό αυτό τυχαία όταν αρρώστησες;» ρώτησε η Άννα, δίνοντάς της μια κουταλιά με βραστό μοσχάρι. Η Περλ μάσησε το κρέας αργά και κατάπιε με κάποια προσπάθεια. «Όχι, κυρία, προσπαθούσα να επιστρέψω στο Λονδίνο, εκεί μένω. Ένας κύριος με έφερε εδώ με μια ωραία άμαξα και μου υποσχέθηκε ότι θα με βολέψει». Η Άννα ανασήκωσε τα φρύδια της. «Φανταζόμουν πως θα με βολέψει σε κάποιο μικρό εξοχικό σπιτάκι», είπε η Περλ και ίσιωσε νευρικά το σεντόνι που σκέπαζε τα πόδια της. «Μεγαλώνω, βλέπετε, και δεν θα μπορώ να δουλεύω έτσι για πολύ ακόμα». Η Άννα παρέμεινε σιωπηλή. «Αλλά ήταν απλώς μια απάτη», συνέχισε εκνευρισμένη η Περλ. «Απλώς με ήθελε για να διασκεδάσει σε ένα πάρτι που έκανε με τους φίλους του». Η Άννα προσπάθησε να βρει κάτι να πει. «Λυπάμαι που δεν ήταν μια πιο μόνιμη θέση». «Ναι. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είχε την απαίτηση να ευχαριστήσω και


αυτόν, αλλά και τους δύο φίλους του», είπε η Περλ σφίγγοντας τα χείλη της. Και τους δύο φίλους του; «Δηλαδή εννοείς ότι, εε… έπρεπε να ικανοποιήσεις τρεις κυρίους ταυτόχρονα;» ρώτησε η Άννα έκπληκτη. Η Περλ έσφιξε ακόμα περισσότερο τα χείλη και έγνεψε καταφατικά. «Ναι, είτε όλους μαζί είτε έναν-έναν με τη σειρά», απάντησε εκείνη κοιτάζοντας την Άννα, που ήταν εμφανώς σοκαρισμένη. «Κάποιοι από αυτούς τους κυρίους της καλής κοινωνίας… τους αρέσει να το κάνουν μαζί, έτσι, για να κοκορεύονται ο ένας στον άλλο. Αλλά πολλές φορές τα κορίτσια τραυματίζονται έτσι». Θεέ και Κύριε! Η Άννα κοίταξε την Περλ συγκλονισμένη. «Αλλά δεν πειράζει», συμπλήρωσε η Περλ. «Έφυγα και τους παράτησα». Η Άννα απάντησε με ένα νεύμα, ανήμπορη ακόμα να μιλήσει. «Στον δρόμο της επιστροφής, στην άμαξα, άρχισα να νιώθω άσχημα. Πρέπει να με πήρε ο ύπνος, γιατί το επόμενο που θυμάμαι είναι να ψάχνω το τσαντάκι μου που είχε εξαφανιστεί. Ο αμαξάς δεν μου επέτρεψε να συνεχίσω αφού δεν είχα άλλα λεφτά κι έτσι με κατέβασε και έπρεπε να κάνω τη διαδρομή με τα πόδια», είπε η Περλ κουνώντας το κεφάλι. «Αν δεν με είχατε βρει εσείς, τώρα σίγουρα θα είχα πεθάνει». Η Άννα χαμήλωσε τα μάτια και κοίταξε τις παλάμες της. «Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι, Περλ;» «Φυσικά, ό,τι θέλετε», απάντησε η κοπέλα με προθυμία, βάζοντας τα χέρια στη μέση της. «Έχεις ακούσει για μια επιχείρηση που ονομάζεται “Η Σπηλιά της Αφροδίτης”;» Η Περλ έγειρε προς τα πίσω, άφησε το κεφάλι της να πέσει στο μαξιλάρι και κοίταξε την Άννα με ένα περίεργο βλέμμα. «Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι μια κυρία σαν εσάς θα ήξερε ότι υπάρχουν τέτοια μέρη, κυρία». Η Άννα προσπάθησε να αποφύγει το βλέμμα της Περλ. «Άκουσα να το αναφέρουν κάποιοι κύριοι. Δεν νομίζω πως κατάλαβαν ότι είχα ακούσει αυτά που έλεγαν». «Φαντάζομαι πως όχι», συμφώνησε η Περλ. «Λοιπόν, η “Σπηλιά της Αφροδίτης” είναι ένα πανάκριβο σπίτι. Τα κορίτσια που δουλεύουν εκεί την περνάνε φίνα, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Φυσικά έχω ακούσει ότι υπάρχουν και πολλές κυρίες του καλού κόσμου που πάνε εκεί φορώντας μάσκες και προσποιούνται ότι κάνουν τη δουλειά που κάνω κι εγώ». Τα μάτια της Άννας άνοιξαν διάπλατα. «Θέλεις να πεις…» «Διαλέγουν όποιον άντρα τους αρέσει και τον παίρνουν στο δωμάτιο στο κάτω πάτωμα και περνάνε τη νύχτα μαζί του», είπε η Περλ με σιγουριά. «Ή μένουν μαζί του για όση ώρα θέλουν εκείνες. Κάποιες νοικιάζουν ένα δωμάτιο και περιγράφουν στη Μαντάμ τον τύπο του άντρα που θέλουν για να τους τον στείλει. Άλλες ζητάνε έναν κοντό ξανθό ή έναν ψηλό κοκκινομάλλη». «Έτσι όπως τα λες, ακούγεται σαν να αγοράζουν άλογα», είπε η Άννα και σούφρωσε με αποδοκιμασία τη μύτη της. Η Περλ για πρώτη φορά έσκασε ένα χαμόγελο. «Έξυπνο αυτό, κυρία. Ναι, είναι σαν να διαλέγουν επιβήτορα», είπε και έσκασε στα γέλια. «Δεν θα με πείραζε καθόλου να είμαι εγώ αυτή που διαλέγει για μια φορά, αντί να το κάνουν οι άντρες».


Η Άννα χαμογέλασε άβολα, καθώς συνειδητοποίησε τη σκληρή πραγματικότητα που ζούσε η Περλ καθημερινά. «Αλλά γιατί ένας άντρας να συμφωνήσει σε κάτι τέτοιο;» «Στους κυρίους αρέσει γιατί έχουν την ευκαιρία να περάσουν τη νύχτα με μια κυρία του καλού κόσμου», είπε η Περλ ανασηκώνοντας τους ώμους. «Αν μπορεί κανείς να την πει κυρία». Η Άννα ανοιγόκλεισε τα μάτια της και τίναξε το κεφάλι της για να επαναφέρει τον εαυτό της στην πραγματικότητα. «Σε καθυστερώ κι εσύ πρέπει να ξεκουραστείς. Καλύτερα να πάω κι εγώ κάτω, να φροντίσω για το δικό μου βραδινό». «Εντάξει, λοιπόν», απάντησε η Περλ με ένα χασμουρητό. «Και πάλι σας ευχαριστώ». Εκείνο το βράδυ η Άννα έμοιαζε κάπως αφηρημένη την ώρα του βραδινού φαγητού. Εκείνο το σχόλιο της Περλ, ότι θα της άρεσε για μια φορά να κάνει εκείνη την επιλογή, ερχόταν ξανά και ξανά στις σκέψεις της. Καθώς αναλογιζόταν τα λόγια της, τρυπούσε μηχανικά την κρεατόπιτα που είχε στο πιάτο της με το πιρούνι. Η αλήθεια ήταν πως ακόμα και στη δική της τάξη, οι άντρες ήταν αυτοί που έκαναν όλες τις επιλογές. Οι νεαρές δεσποινίδες κάθονταν στο σπίτι και περίμεναν την επίσκεψη κάποιου νεαρού κυρίου για να αρχίσει ένα φλερτ, ενώ οι νεαροί κύριοι είχαν όλο τον χρόνο και την άνεση να σκεφτούν και να αποφασίσουν ποια κοπέλα θα φλερτάρουν. Όταν πλέον παντρεύονταν, η σύζυγος ήταν αυτή που όφειλε να περιμένει υπομονετικά τον σύζυγο να έρθει στο κρεβάτι. Εκείνος ήταν αυτός που θα έκανε πάντα την αρχή στην εκτέλεση των συζυγικών καθηκόντων ή καμιά φορά και όχι. Τουλάχιστον αυτή ήταν η εικόνα που είχε η Άννα από τον δικό της γάμο. Σίγουρα δεν θα τολμούσε ποτέ να πει στον Πίτερ ότι είχε κι εκείνη κάποιες ανάγκες ή ότι ίσως δεν ήταν και τελείως ικανοποιημένη με όσα συνέβαιναν στο κρεβάτι τους. Αργότερα εκείνο το βράδυ και ενώ η Άννα ετοιμαζόταν για ύπνο, το μυαλό της γύριζε συνεχώς στη «Σπηλιά της Αφροδίτης». Φανταζόταν τον λόρδο Σγουόρτινγχαμ να κάθεται στο σαλόνι και μια τολμηρή, αριστοκρατική γυναίκα να τον κοιτάζει και να τον καλεί κοντά της. Τον έβλεπε μαζί της, να περνά το βράδυ στην αγκαλιά της μασκοφορεμένης, μοιραίας γυναίκας. Και οι σκέψεις αυτές έκαναν το στήθος της να σφίγγεται, καθώς αργά και βασανιστικά την έπαιρνε ο ύπνος. Και ξαφνικά βρέθηκε στη «Σπηλιά της Αφροδίτης». Φορούσε μια μάσκα και έψαχνε για τον λόρδο. Ο χώρος ήταν γεμάτος από άντρες κάθε λογής, ψηλούς, κοντούς, νέους, γέρους, όμορφους και άσχημους. Σαν σε πανικό, η Άννα προσπαθούσε να περάσει μέσα από το πλήθος, ψάχνοντας απεγνωσμένα ένα ζευγάρι μαύρα λαμπερά μάτια. Η αγωνία της μεγάλωνε καθώς η αναζήτησή της συνεχιζόταν. Αλλά επιτέλους, κάποια στιγμή, τον είδε μέσα στο πλήθος, στην άλλη άκρη της σάλας και άρχισε να τρέχει προς το μέρος του. Αλλά όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιου είδους εφιάλτες, όσο πιο γρήγορα προσπαθούσε να τρέξει, τόσο πιο αργά προχωρούσε. Κάθε της βήμα διαρκούσε μια αιωνιότητα. Και ενώ εκείνη αγωνιζόταν να τον φτάσει, είδε μια άλλη γυναίκα με μάσκα να τον καλεί κοντά της. Κι εκείνος, χωρίς καν να έχει δει την Άννα, γύρισε και ακολούθησε πειθήνια


την άλλη γυναίκα έξω από τη σάλα. Η Άννα ξύπνησε μέσα στη νύχτα με την καρδιά της να χτυπά δυνατά και το δέρμα της να έχει ανατριχιάσει. Έμεινε εντελώς ακίνητη, φέρνοντας στο μυαλό της και πάλι το όνειρο, ενώ η αναπνοή της ακουγόταν βαριά και κοφτή. Της πήρε λίγη ώρα για να συνειδητοποιήσει ότι έκλαιγε με λυγμούς.


Κεφάλαιο Επτά Το τεράστιο κοράκι πετούσε με τη νέα του γυναίκα στην πλάτη για δυο μέρες και δυο νύχτες. Την τρίτη μέρα πέταξαν πάνω από λιβάδια χρυσαφένια με ώριμα στάρια. «Ποιανού είναι αυτά τα λιβάδια;» ρώτησε η Αύρα, κοιτάζοντας καθισμένη στη ράχη του κορακιού. «Του άντρα σου», της απάντησε το κοράκι. Έπειτα πέρασαν από ένα ατελείωτο βοσκοτόπι, γεμάτο παχιές αγελάδες, με το γυαλιστερό τους τρίχωμα να λάμπει κάτω από τον ήλιο. «Ποιανού είναι αυτά τα κοπάδια;» ρώτησε και πάλι η Αύρα. «Του άντρα σου», απάντησε πάλι το κοράκι. Μετά αντίκρισαν το μεγάλο, πυκνό δάσος που απλωνόταν κάτω από τα πόδια τους και κάλυπτε τους γύρω λόφους ως εκεί που έφτανε το μάτι τους. «Ποιανού είναι αυτό το δάσος;» ξαναρώτησε η Αύρα. «Του άντρα σου», απάντησε το κοράκι… Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

Η διαδρομή προς το Ρέιβενχιλ εκείνο το πρωί ήταν δύσκολη, αφού η Άννα είχε κάνει έναν ανήσυχο και διακεκομμένο ύπνο και ένιωθε ήδη κουρασμένη. Σταμάτησε για λίγο για να θαυμάσει ένα λιβάδι πλημμυρισμένο από γαλάζια αγριολούλουδα, που είχαν γεμίσει το χώμα γύρω από τις ρίζες των δέντρων που πλαισίωναν τον δρόμο. Τα μικρά, γυαλιστερά μπλε ανθάκια έλαμπαν στον ήλιο, σαν καλογυαλισμένα νομίσματα. Συνήθως η καρδιά της ελάφρωνε και ένιωθε πάντα καλύτερα θαυμάζοντας τα λουλούδια, αλλά εκείνο το πρωί δεν συνέβη το ίδιο. Αναστέναξε και συνέχισε τον δρόμο της, ώσπου έστριψε στον χωματόδρομο και σταμάτησε απότομα. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ βάδιζε νευρικός με τις γνώριμες δερμάτινες, λασπωμένες μπότες του, ερχόμενος προφανώς από τους στάβλους, και δεν την είχε δει ακόμα. Έβγαλε μια δυνατή φωνή. «ΣΚΥΛΕ!» Για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα η Άννα χαμογέλασε. Σίγουρα ο λόρδος είχε χάσει τον πιστό του τετράποδο ακόλουθο και το μόνο που έκανε ήταν να φωνάζει όσο πιο δυνατά μπορούσε το πιο προφανές όνομα. Η Άννα τον πλησίασε με βήματα αργά. «Δεν βλέπω τον λόγο να ανταποκριθεί σε αυτό το κάλεσμα». Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ γύρισε απότομα στο άκουσμα της φωνής της. «Αν δεν κάνω λάθος, είχα αναθέσει σε εσάς την εύρεση ενός κατάλληλου ονόματος για τον μούργο, κυρία Ρεν». «Και όλες μου οι προτάσεις απορρίφθηκαν ασυζητητί, όπως πολύ καλά γνωρίζετε». Εκείνος της χαμογέλασε με βλέμμα πονηρό. «Νομίζω σας έχω δώσει υπεραρκετό χρόνο για να βρείτε ένα όνομα. Θα πρέπει να το δώσετε αμέσως τώρα». Η Άννα βρήκε αυτή την ξαφνική πρόκληση διασκεδαστική. «Μπούλης;» «Πολύ παιδικό». «Τιβέριος;» «Πολύ αυτοκρατορικό».


«Οθέλλος;» «Πολύ φονικό». Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ δίπλωσε τα χέρια στο στήθος αυτάρεσκα. «Ελάτε τώρα, κυρία Ρεν, μια γυναίκα της δικής σας ευστροφίας σίγουρα μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα». «Τι θα λέγατε για το Τζοκ, λοιπόν;» «Δεν είναι καλό». «Και γιατί όχι;» ρώτησε η Άννα θιγμένη. «Εμένα μ’ αρέσει το όνομα Τζοκ». «Τζοκ», είπε και ο λόρδος δυνατά, δοκιμάζοντας το όνομα στο άκουσμά του. «Βάζω στοίχημα ότι ο σκύλος θα έρθει αμέσως αν τον φωνάξετε με αυτό το όνομα». «Χα!» απάντησε ο λόρδος κοιτάζοντάς τη με βλέμμα όλο ειρωνεία, με το ίδιο ύφος ανωτερότητας και αυταρέσκειας που χρησιμοποιούν όλοι οι άντρες απανταχού στον κόσμο όταν πιστεύουν ότι έχουν να κάνουν με ανόητα θηλυκά. «Σας παρακαλώ να δοκιμάσετε». «Πολύ καλά, θα δοκιμάσω». Έγειρε για λίγο περιπαικτικά το κεφάλι της. «Και αν ανταποκριθεί στο κάλεσμά μου, θα πρέπει να με ξεναγήσετε στους κήπους του σπιτιού». Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ ανασήκωσε τα φρύδια του. «Και αν δεν ανταποκριθεί;» «Δεν ξέρω», παραδέχτηκε η Άννα. Φαίνεται πως δεν το είχε σκεφτεί το πράγμα πολύ καλά τελικά. «Αποφασίστε εσείς την ποινή μου». Εκείνος σούφρωσε τα χείλη του σκεφτικός και περιεργάστηκε για λίγο το έδαφος κοντά στα πόδια του. «Πιστεύω πως, σύμφωνα με την παράδοση, όταν τίθεται ένα στοίχημα, ο κύριος ζητά από την κυρία μια χάρη». Η Άννα πήρε μια ανάσα που δεν έλεγε να βγει και έμεινε εκεί να φουσκώνει το στήθος της άθελά της. Τα μαύρα μάτια του λόρδου έλαμπαν σαν δυο χάντρες κάτω από τα πυκνά, σκούρα φρύδια του. «Ίσως ένα φιλί;» Ω Θεέ μου. Ίσως να βιάστηκε λίγο να μιλήσει, σκέφτηκε η Άννα. Άφησε την ανάσα της να βγει με μια απότομη εκπνοή και απάντησε αποφασιστικά: «Πολύ καλά!». Εκείνος με μια κίνηση του χεριού του της έδωσε το έναυσμα να προχωρήσει. «Παρακαλώ!» Η Άννα καθάρισε τον λαιμό της και φώναξε: «Τζοκ!». Τίποτα. «Τζοκ!» Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ άρχισε να χαμογελά χαιρέκακα. Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα και με όση δύναμη είχε στα πνευμόνια της έβγαλε μια κραυγή που λίγο θύμιζε μια λεπτεπίλεπτη κυρία: «ΤΖΟΚ!». Στάθηκαν και οι δύο ακίνητοι και αμίλητοι για να αφουγκραστούν μια πιθανή ανταπόκριση από τον σκύλο. Τίποτα. Ο λόρδος την πλησίασε με μικρά, αργά βήματα. Μέσα στην απόλυτη ησυχία, οι βαριές μπότες ακούστηκαν καθαρά να συνθλίβουν τα χαλίκια σε κάθε του κίνηση. Όταν σταμάτησε, στέκονταν ο ένας λίγα εκατοστά από τον άλλο. Έκανε ακόμα ένα βήμα, με τα πανέμορφα μαύρα μάτια του καρφωμένα στο πρόσωπό της. Η Άννα ένιωσε κάθε χτύπο της καρδιάς της και το αίμα να ανεβαίνει ζεστό και


να γεμίζει το στήθος της. Έγλειψε νευρικά τα χείλη της. Η ματιά του κατέβηκε στο υγρό, θαυμάσιο στόμα της και τα ρουθούνια του άνοιξαν καθώς πήρε μια βαθιά ανάσα. Έκανε ακόμα ένα βήμα και πλέον βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής ο ένας από την άλλη. Σαν σε όνειρο, είδε τα χέρια του να κινούνται αργά και να αρπάζουν τα μπράτσα της, νιώθοντας την πίεση από τα ακροδάχτυλά του μέσα από το πανωφόρι και το φόρεμά της. Η Άννα άρχισε να τρέμει. Έγειρε το μελαχρινό κεφάλι του προς το μέρος της και η ανάσα του χάιδεψε απαλά τα χείλη της. Εκείνη έκλεισε απλώς τα μάτια της. Κι εκείνη τη στιγμή άκουσε τον σκύλο να έρχεται τρεχάτος από την αυλή. Η Άννα άνοιξε τα μάτια της. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ πάγωσε. Γύρισε αργά το κεφάλι του, μόνο μερικά εκατοστά μακριά από το δικό της, για να κοιτάξει τον σκύλο του, που στεκόταν ανύποπτος και αθώος μπροστά του, με τη μακριά γλώσσα του να κρέμεται στο πλάι, ανασαίνοντας βαριά. «Σκατά!» μούγκρισε ο λόρδος. Ακριβώς, σκέφτηκε η Άννα. Τα χέρια του άφησαν τα μπράτσα της και με μερικά βιαστικά βήματα απομακρύνθηκε και της γύρισε την πλάτη. Έφερε και τα δύο χέρια στα μαλλιά του και πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσά τους, κουνώντας νευρικά τους ώμους του. Τον άκουσε που πήρε μια βαθιά ανάσα, αλλά η φωνή του ήταν ακόμα βραχνή όταν της μίλησε. «Από ό,τι φαίνεται, κερδίσατε το στοίχημα». «Ναι, λόρδε μου», απάντησε εκείνη προσπαθώντας να ακουστεί όσο πιο ήρεμη και αδιάφορη γινόταν, λες και κάθε μέρα τη φιλούσαν κύριοι στον δρόμο. Λες και δεν προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει την κομμένη της ανάσα. Λες και δεν είχε ευχηθεί εκατό φορές να έμενε ο αναθεματισμένος σκύλος όσο μακριά γινόταν. «Θα είναι χαρά μου να σας ξεναγήσω στους κήπους του σπιτιού», μουρμούρισε ο λόρδος, «αν μπορεί κανείς να τους αποκαλέσει έτσι, αμέσως μετά το μεσημεριανό μας γεύμα. Ίσως θα μπορούσατε να εργαστείτε στη βιβλιοθήκη μέχρι εκείνη την ώρα;» «Εσείς δεν θα έρθετε στη βιβλιοθήκη;» ρώτησε η Άννα προσπαθώντας να κρύψει την απογοήτευσή της. Ακόμα δεν είχε τολμήσει να την κοιτάξει. «Νομίζω πως υπάρχουν υποθέσεις που πρέπει να φροντίσω στα κτήματα». «Φυσικά», απάντησε η Άννα μέσα από τα δόντια της. Επιτέλους γύρισε να την κοιτάξει. Πρόσεξε ότι τα μάτια του ήταν ακόμα γλαρά και η Άννα ήταν σχεδόν σίγουρη ότι έριξε μια φευγαλέα ματιά στο ντεκολτέ της. «Θα σας δω στο μεσημεριανό, λοιπόν», της είπε στεγνά. Εκείνη έκανε απλώς ένα νεύμα και ο λόρδος με το γνώριμο χτύπημα των δαχτύλων του έδωσε το σήμα στον σκύλο του να τον ακολουθήσει. Καθώς πέρασε από δίπλα της, τον άκουσε να μουρμουρίζει κάτι στο ζώο, όμως δεν ήταν το νέο του όνομα, Τζοκ, αλλά μάλλον ένας απλός χαρακτηρισμός: Βλάκα. Χριστέ και Κύριε, τι έκανα; Ο Έντουαρντ βημάτιζε νευρικά προς το σπίτι. Είχε σκόπιμα φέρει την κυρία Ρεν σε μια πολύ δύσκολη θέση. Δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να αρνηθεί τις όποιες προτάσεις του. Πώς φαντάστηκε πως μια


γυναίκα τόσο εκλεπτυσμένη θα μπορούσε να νιώσει την παραμικρή έλξη για έναν βλογιοκομμένο σαν αυτόν. Αλλά όταν την τράβηξε στην αγκαλιά του, δεν σκέφτηκε ούτε για μια στιγμή τις ουλές στο πρόσωπό του. Τίποτα δεν σκέφτηκε. Ήταν το ένστικτο που τον οδήγησε: η ασίγαστη επιθυμία που ένιωθε να αγγίξει αυτό το πανέμορφο, ερωτικό στόμα. Στη σκέψη και μόνο ένιωσε το αίμα να κυλά με ορμή και να σκληραίνει μέσα σε δευτερόλεπτα τον ανδρισμό του. Όταν εμφανίστηκε ο σκύλος, ένιωσε πως δεν μπορούσε με τίποτα να απελευθερώσει την κυρία Ρεν από την αγκαλιά του και όταν τελικά τα κατάφερε, έπρεπε να της γυρίσει γρήγορα την πλάτη, πριν της δώσει την ευκαιρία να παρατηρήσει το εξόγκωμα στο παντελόνι του. Είχε περάσει λίγη ώρα, αλλά αυτό παρέμενε εκεί, επίμονο, να τον βασανίζει ανελέητα. «Κι εσύ τι κάνεις, Τζοκ;» μούγκρισε θυμωμένος στον σκύλο του, που τον κοιτούσε με μια αθώα αφέλεια. «Αν θέλεις να συνεχίσεις να καταβροχθίζεις τα αποφάγια της κουζίνας μου, πρέπει να μάθεις πότε να εμφανίζεσαι και πότε να εξαφανίζεσαι». Ο Τζοκ του χάρισε ένα σκυλίσιο, χαζό χαμόγελο, κοιτάζοντάς τον με λατρεία, ενώ το ένα του αφτί ήταν γυρισμένο το μέσα έξω. Ο Έντουαρντ το γύρισε με μια μηχανική σχεδόν κίνηση. «Αν ερχόσουν ένα λεπτό νωρίτερα ή, ακόμα καλύτερα, κάνα δυο λεπτά αργότερα, θα ήταν προτιμότερο». Αναστέναξε. Δεν μπορούσε να αφήσει αυτόν τον βασανιστικό πόθο να τον ταλανίζει. Για τον Θεό, ίσως έπρεπε να το αποδεχτεί, αυτή η γυναίκα του άρεσε πραγματικά. Ήταν έξυπνη και δεν άφηνε τα παροιμιώδη νεύρα του να την τρομάξουν. Του έκανε ερωτήσεις που αφορούσαν τις αγροτικές του δραστηριότητες και θεωρίες. Τον είχε συνοδεύσει στα κτήματα με τα άλογα και είχε αναγκαστεί να μπει μέχρι το γόνατο στις λάσπες, αλλά δεν είχε παραπονεθεί ούτε μια φορά. Θα έλεγε μάλιστα ότι μάλλον είχε απολαύσει αυτές τους τις εξορμήσεις. Και καμιά φορά, όταν τον κοιτούσε και το κεφάλι της έγερνε ελαφρά στο πλάι, είχε την αίσθηση ότι του έδινε την απόλυτη προσοχή της, και αυτό του προκαλούσε ένα ευχάριστο σφίξιμο στο στήθος. Έσμιξε τα φρύδια του με έναν μορφασμό και κλότσησε νευρικά ένα πετραδάκι. Δεν ήταν καθόλου σωστό, καθόλου τίμιο να υποβάλει την κυρία Ρεν στους χοντροκομμένους τρόπους του. Δεν έπρεπε να συνεχίσει να σκέφτεται το ροδαλό, απαλό στήθος της και να αναρωτιέται αν οι ρώγες της είχαν ένα αχνό ροζ χρώμα ή ήταν πιο σκούρες, πιο ροδαλές. Να αναλογίζεται αν θα σκλήραιναν αμέσως μόλις περνούσε τα ακροδάχτυλά του από πάνω τους ή αν θα περίμεναν να νιώσουν την υγρή, ένοχη γλώσσα του. Διάολε! Άφησε να του ξεφύγει ένα γέλιο αναμεμειγμένο με ένα μουγκρητό πόθου. Το πέος του ήταν και πάλι σκληρό και όρθιο, παλλόταν σε κάθε παλμό της καρδιάς του, μόνο με τη σκέψη της. Είχε να νιώσει το σώμα του σε τέτοια αναστάτωση από τότε που ήταν έφηβος και είχε μόλις χοντρύνει η φωνή του. Κλότσησε νευρικά άλλο ένα πετραδάκι και σταμάτησε για λίγο με τα χέρια στη μέση για να πάρει μια ανάσα και να ρίξει το κεφάλι προς τα πίσω για να δει τον ουρανό. Δεν είχε κανένα νόημα. Ο Έντουαρντ έριξε το κεφάλι του προς τα μπρος, τεντώνοντας τους μυς του λαιμού για να ανακουφιστεί από την ένταση που είχε κάνει όλο του το σώμα ένα μάτσο νεύρα. Σίγουρα θα έπρεπε σε καμιά δυο μέρες να


κάνει ένα σύντομο ταξίδι στο Λονδίνο για να επισκεφθεί τη «Σπηλιά της Αφροδίτης». Ίσως, έχοντας περάσει ένα-δυο βράδια εκεί, θα μπορούσε να βρίσκεται στον ίδιο χώρο με τη γραμματέα του χωρίς να καταλαμβάνεται από ζωώδεις σκέψεις πόθου για αυτή. Έσπρωξε το πετραδάκι που πριν από λίγο είχε κλοτσήσει μέσα στη λάσπη με το τακούνι της μπότας του και κατευθύνθηκε με βήμα αποφασιστικό προς τους στάβλους. Η ιδέα του ταξιδιού στο Λονδίνο του φαινόταν τώρα περισσότερο σαν αγγαρεία. Η σκέψη ότι θα περνούσε μερικά βράδια στο κρεβάτι μιας γυναίκας μοντέρνας και τολμηρής δεν τον ενθουσίασε καθόλου. Αντίθετα, τη βρήκε μάλλον καταθλιπτική. Ο Έντουαρντ ποθούσε μια γυναίκα που δεν μπορούσε να έχει. Αργότερα εκείνο το απόγευμα, η Άννα διάβαζε τον Πρίγκιπα Κοράκι όταν ακούστηκε ένας χτύπος. Είχε φτάσει μόλις στη σελίδα τρία και βρισκόταν στο σημείο όπου μια μάχη μαγική θα έκρινε την τύχη ενός κακού και πανούργου πρίγκιπα, που τα είχε βάλει με ένα γιγάντιο κοράκι. Η ιστορία ήταν ένα πολύ παράξενο παραμύθι, αλλά την είχε συνεπάρει και της πήρε μερικά λεπτά να καταλάβει πως κάποιος χτυπούσε το ρόπτρο στην πόρτα του μεγάρου. Τον ήχο αυτό δεν τον είχε ξανακούσει. Οι μόνοι άνθρωποι που είχε δει να μπαίνουν στο τεράστιο σπίτι χρησιμοποιούσαν την πόρτα υπηρεσίας. Έβαλε το βιβλίο της βιαστικά σε ένα από τα συρτάρια του γραφείου της και πήρε μια πένα στο χέρι της, ακούγοντας με προσοχή τη φασαρία έξω από τη βιβλιοθήκη. Πρώτα άκουσε τα βιαστικά βήματα του υπηρέτη, που προφανώς άνοιξε την πόρτα. Έπειτα ένα ακατάληπτο μουρμουρητό από διάφορες φωνές, μια από αυτές γυναικεία, και μετά τα τακούνια μιας κυρίας πάνω στο μαρμάρινο δάπεδο, καθώς εκείνη πλησίαζε την πόρτα της βιβλιοθήκης. Ο υπηρέτης άνοιξε την πόρτα και η Φελίσιτι Κλίαργουοτερ πέρασε μέσα βιαστικά. Η Άννα σηκώθηκε όρθια. «Μπορώ να σας βοηθήσω;» «Ω μη σηκώνεσαι. Δεν θα ήθελα να σε αποσπάσω από τα καθήκοντά σου», είπε η Φελίσιτι κάνοντας μια υπεροπτική χειρονομία, κοιτάζοντας εξεταστικά τη σιδερένια σκάλα στη γωνία. «Ήρθα απλώς να παραδώσω μια πρόσκληση στον λόρδο Σγουόρτινγχαμ για το ανοιξιάτικο γκαλά που οργανώνω». Πέρασε το δάχτυλό της πάνω από τη σιδερένια ράγα της σκάλας και έκανε έναν μορφασμό αηδίας όταν είδε τον λεκέ από σκόνη και σκουριά που άφησε στο γάντι της. «Αυτή τη στιγμή απουσιάζει», απάντησε η Άννα. «Ναι; Τότε θα πρέπει να την εμπιστευτώ σε εσένα», είπε η Φελίσιτι, που πλησίασε με χάρη το γραφείο της Άννας και έβγαλε από την τσέπη της έναν φάκελο με ανάγλυφα, καλλιγραφικά γράμματα. «Θα το δώσεις αυτό…» ξεκίνησε να λέει κρατώντας τον φάκελο ανάμεσά τους, αλλά σταμάτησε να μιλά και έμεινε να κοιτάζει την Άννα. «Ναι;» Η Άννα πέρασε με αμηχανία το χέρι της πάνω από τα μαλλιά της. Μήπως είχε καμιά μουντζούρα στο πρόσωπό της; Ίσως ένα μικρό κομμάτι μαρούλι είχε σταθεί ανάμεσα στα μπροστινά της δόντια; Η Φελίσιτι συνέχισε να την κοιτάζει σαν μαρμαρωμένη. Σίγουρα μια μικρή μουντζούρα δεν θα μπορούσε να προκαλέσει τέτοιο σοκ. Ο φάκελος με τα ανάγλυφα, καλλιγραφικά γράμματα έπεσε από το τρεμάμενο


χέρι της Φελίσιτι και προσγειώθηκε στο γραφείο της Άννας. Εκείνη έριξε μια ματιά πίσω της και όταν γύρισε και πάλι προς τη Φελίσιτι, όλα είχαν επανέλθει σε μια κανονικότητα. Η Άννα ανοιγόκλεισε νευρικά τα μάτια της. Ίσως και να ήταν ιδέα της όλο αυτό. «Σε παρακαλώ, φρόντισε να λάβει ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ την πρόσκλησή μου, έτσι;» είπε η Φελίσιτι. «Είμαι σίγουρη πως δεν θέλει με κανέναν τρόπο να χάσει το πιο σημαντικό κοινωνικό γεγονός της περιοχής». Χάρισε στην Άννα ένα τελευταίο, ψεύτικο χαμόγελο και βγήκε από τη βιβλιοθήκη. Η Άννα, απορροφημένη από όσα είχαν συμβεί μόλις πριν, έβαλε μηχανικά το χέρι της στον λαιμό της και η αίσθηση του ψυχρού μετάλλου την αιφνιδίασε. Τα φρύδια της έσμιξαν όταν θυμήθηκε. Εκείνο το πρωί, ενώ ετοιμαζόταν, είχε σκεφτεί πως το μαντίλι που συνήθως έβαζε στον λαιμό της ήταν κάπως άχαρο. Είχε, λοιπόν, ψάξει στην μπιζουτιέρα της και ανάμεσα στα λιγοστά της κοσμήματα βρήκε τη μία και μοναδική καρφίτσα της, αλλά ήταν πολύ μεγάλη. Τότε θυμήθηκε το μενταγιόν που είχε βρει στο κουτί αλληλογραφίας του Πίτερ. Αυτή τη φορά δεν ένιωσε παρά ένα ελάχιστο τσίμπημα στην καρδιά όταν το αντίκρισε ξανά. Ίσως έχανε σιγά-σιγά τη δύναμή του και δεν μπορούσε πλέον να την πληγώσει τόσο. Κοιτάζοντάς το, έκανε τη σκέψη «και γιατί όχι» και με μια αποφασιστική κίνηση το καρφίτσωσε στον λαιμό της. Η Άννα πέρασε τα δάχτυλά της πάνω από το κόσμημα που τώρα στόλιζε τον λαιμό της. Ήταν κρύο και σκληρό και μετάνιωσε που ενέδωσε στον πειρασμό εκείνο το πρωί. Να πάρει! Να πάρει! Να πάρει! Η Φελίσιτι, καθισμένη στην άμαξα που την επέστρεφε στο σπίτι της, είχε στρέψει το βλέμμα της στο τοπίο, χωρίς να κοιτάζει τίποτα συγκεκριμένο, καθώς απομακρυνόταν από το Ρέιβενχιλ. Δεν είχε ανεχτεί για έντεκα ολόκληρα χρόνια τα ελεεινά χουφτώματα και σαλιαρίσματα από έναν άντρα που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι παππούς της, για να καταλήξει σήμερα να δει τα πάντα να καταρρέουν. Θα φανταζόταν κανείς ότι η μανία του Ρέτζιναλντ Κλίαργουοτερ να κάνει παιδιά θα είχε κάπως κατευναστεί με τους τέσσερις μεγάλους πλέον σε ηλικία γιους του και τις έξι κόρες που είχε αποκτήσει από τις δύο πρώτες γυναίκες του. Εξάλλου, η πρώην σύζυγος του άντρα της είχε αφήσει την τελευταία της πνοή ενώ γεννούσε το μικρότερο από τα αγόρια του. Αλλά όχι. Ο Ρέτζιναλντ ήταν πολύ περήφανος για τη θαυμαστή καρποφορία του και επιθυμούσε διακαώς να δώσει στη γυναίκα του ένα παιδί. Πολλές φορές, κατά τη διάρκεια των συζυγικών του επισκέψεων στην κάμαρή της, η Φελίσιτι είχε σκεφτεί πως όλη αυτή η προσπάθεια ήταν μάταιη. Ο άνθρωπος αυτός βρισκόταν ήδη στην τρίτη του σύζυγο, αλλά δεν είχε καταφέρει να μάθει ούτε τις βασικές δεξιότητες που απαιτούνται στην κρεβατοκάμαρα. Η Φελίσιτι ξεφύσησε. Παρά τα όποια κουσούρια της παρούσας κατάστασης, η Φελίσιτι εκτιμούσε αφάνταστα τα οφέλη που αποκόμιζε ως σύζυγος ενός πλούσιου αριστοκράτη. Το σπίτι της ήταν το μεγαλύτερο στην περιοχή, αν εξαιρέσουμε φυσικά το Ρέιβενχιλ. Είχε ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό στη διάθεσή της κάθε μήνα για τα φορέματά της και τα καπέλα της και φυσικά τη δική της, προσωπική άμαξα. Κάθε χρόνο στα


γενέθλιά της, ο εύπορος, ηλικιωμένος σύζυγός της την έλουζε με πανέμορφα και πανάκριβα κοσμήματα. Οι καταστηματάρχες του χωριού έπεφταν κυριολεκτικά στα τέσσερα κάθε φορά για να την εξυπηρετήσουν. Σε κάθε περίπτωση, ήταν ένας τρόπος ζωής που είχε κάθε λόγο να θέλει να διατηρήσει. Και η σκέψη αυτή της έφερε και πάλι στο μυαλό την Άννα Ρεν. Η Φελίσιτι πέρασε το χέρι της πάνω από το κεφάλι της για να βεβαιωθεί ότι το χτένισμά της παρέμενε στη θέση του. Πόσο καιρό άραγε να το ήξερε η Άννα; Αποκλείεται να ήταν τυχαίο αυτό το συμβάν με το μενταγιόν. Δεν υπάρχουν τέτοιες διαβολικές συμπτώσεις. Άρα η καταραμένη γυναίκα θα πρέπει να το ήξερε και αποφάσισε να την τιμωρήσει μετά από τόσο καιρό. Το γράμμα που είχε γράψει η Φελίσιτι στον Πίτερ είχε γραφτεί σε μια στιγμή αχαλίνωτου πάθους και ήταν δυστυχώς αποκαλυπτικά καταδικαστικό. Το είχε βάλει μέσα στο μενταγιόν που εκείνος της είχε δώσει και του το είχε επιστρέψει, χωρίς να της περάσει ποτέ από το μυαλό ότι ο ανόητος θα το κρατούσε. Και ξαφνικά πέθανε. Και από τότε η Φελίσιτι περίμενε με αγωνία τη στιγμή που η Άννα θα της χτυπούσε την πόρτα και θα της παρουσίαζε τα αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής της. Πέρασαν ένα δυο χρόνια και το μενταγιόν δεν είχε κάνει την εμφάνισή του, έτσι η Φελίστι σκέφτηκε πως ο Πίτερ είτε το είχε πουλήσει είτε το είχε θάψει κάπου, μαζί φυσικά με το γράμμα της, πριν πεθάνει. Άντρες! Μα τι άχρηστα όντα που είναι – εκτός φυσικά από μία και οφθαλμοφανή χρησιμότητα. Η Φελίσιτι άρχισε να χτυπά νευρικά τα δάχτυλά της στο πλαίσιο του παραθύρου. Μόνο δύο λόγους θα είχε η Άννα για να της δείξει τώρα το μενταγιόν, ήθελε είτε να την εκδικηθεί είτε να την εκβιάσει. Έκανε έναν μορφασμό ενόχλησης και πέρασε τη γλώσσα της ανάμεσα στα δόντια της. Ήταν ολόισια, λεπτά και κοφτερά. Πολύ κοφτερά. Αν η μικρή και ασήμαντη Άννα Ρεν πίστευε πως θα μπορούσε να τρομάξει μια Φελίσιτι Κλίαργουοτερ, θα ανακάλυπτε πολύ σύντομα πόσο λάθος έκανε. «Πιστεύω πως σας οφείλω κάτι, κυρία Ρεν», ανακοίνωσε ο λόρδος μπαίνοντας με γοργά βήματα στη βιβλιοθήκη το ίδιο απόγευμα. Ο ήλιος που έμπαινε φωτεινός και ζεστός από τα παράθυρα έδινε ασημένιες ανταύγειες στα κατάμαυρα μαλλιά του λόρδου Σγουόρτινγχαμ. Οι μπότες του ήταν και πάλι λασπωμένες. Η Άννα άφησε κάτω την πένα της και κάλεσε με το χέρι της τον Τζοκ, που είχε ακολουθήσει το αφεντικό του στη βιβλιοθήκη. «Κι εγώ είχα αρχίσει να πιστεύω ότι είχατε ξεχάσει το στοίχημα που χάσατε το πρωί, λόρδε μου». Άφησε ένα από τα αλαζονικά του φρύδια να ανασηκωθεί. «Θέλετε να πείτε ότι αμφισβητείτε την τιμή μου, κυρία Ρεν;» ρώτησε ο λόρδος. «Αν σας έλεγα πως ναι, θα με καλούσατε σε μονομαχία;» Έκανε έναν μάλλον άκομψο ήχο. «Όχι, γιατί είναι πολύ πιθανό να κερδίζατε κι εκεί. Δεν είμαι ιδιαίτερα εύστοχος και χρειάζομαι σίγουρα πολλή εξάσκηση στο ξίφος». Η Άννα σήκωσε το σαγόνι της με χαριτωμένη υπεροψία. «Τότε ίσως θα πρέπει να είστε προσεκτικός όταν μου μιλάτε».


Τα χείλη του λόρδου Σγουόρτινγχαμ συσπάστηκαν σε κάτι που θύμιζε χαμόγελο. «Θα με συνοδεύσετε στον κήπο ή θέλετε να συνεχίσουμε την ανταλλαγή λεκτικών πυρών;» «Δεν βλέπω γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε και τα δύο ταυτόχρονα», μουρμούρισε η Άννα και πήρε το πανωφόρι της. Της πρόσφερε το μπράτσο του και βγήκαν περπατώντας αργά από τη βιβλιοθήκη. Ο Τζοκ φυσικά τους πήρε στο κατόπι, με τα αφτιά του ανασηκωμένα στη σκέψη ότι ίσως πήγαινε άλλη μια βόλτα. Ο λόρδος την οδήγησε έξω από την κεντρική είσοδο, γύρω από το σπίτι, μετά τους στάβλους. Το στρωμένο με πλάκες δάπεδο γύρω από το σπίτι έδωσε πλέον τη θέση του στο γρασίδι. Πέρασαν έναν λαχανόκηπο πλαισιωμένο από χαμηλούς θάμνους, που βρισκόταν κοντά στην είσοδο υπηρεσίας. Κάποιος είχε ήδη φυτέψει πράσα στην άκρη του μικρού κήπου, ήταν άγουρα και κοντά ακόμα, σχηματίζοντας μια ίσια γραμμή, και η Άννα σκέφτηκε ότι αργότερα θα ωρίμαζαν και θα γέμιζαν το παρτέρι. Πέρα από το κηπάκι με τα λαχανικά βρισκόταν μια πλαγιά στρωμένη με χορτάρι και στο βάθος ένας μεγαλύτερος κήπος, προστατευμένος με έναν πέτρινο τοίχο. Κατέβηκαν τη μικρή πλαγιά βαδίζοντας σε ένα στενό μονοπάτι με γκρίζες, πέτρινες πλάκες. Καθώς πλησίασαν η Άννα παρατήρησε ότι ο κισσός είχε μεγαλώσει τόσο, που είχε σχεδόν καλύψει τον τοίχο με το κόκκινο τούβλο. Μια ξύλινη πόρτα είχε σχεδόν κρυφτεί σε ένα βαθούλωμα του τοίχου, καμουφλαρισμένη πίσω από ξερά καφέ κλαδιά κισσού που κρέμονταν άτακτα. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ έπιασε το σκουριασμένο χερούλι της ξύλινης πόρτας και το έστριψε με δύναμη. Η πόρτα έτριξε και έκανε να ανοίξει, αλλά μετά κόλλησε και έμεινε ακίνητη. Μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του και μετά γύρισε και κοίταξε την Άννα. Εκείνη του χάρισε ένα ενθαρρυντικό χαμόγελο. Έβαλε και τα δυο του χέρια στο χερούλι της πόρτας και στερέωσε καλά τα πόδια του στο έδαφος πριν δώσει μια γερή σπρωξιά. Για λίγα δευτερόλεπτα φάνηκε πως η πόρτα δεν σκόπευε να ανοίξει, αλλά ξαφνικά υποχώρησε με ένα βογκητό. Ο Τζοκ πέρασε πρώτος με ένα άλμα και βρέθηκε αμέσως μέσα στον κήπο. Ο λόρδος στάθηκε στο πλάι και με μια ευγενική υπόκλιση έδειξε τον δρόμο στην Άννα και την άφησε να προηγηθεί. Εκείνη έσκυψε το κεφάλι για να ρίξει μια πρώτη ματιά μέσα. Και αντίκρισε μια ζούγκλα. Ο κήπος έμοιαζε με τετράγωνο κομμάτι γης με τοίχο ολόγυρά του. Τουλάχιστον αυτό πρέπει να ήταν το αρχικό σχέδιό του. Ένα μονοπάτι από κεραμικά τούβλα, που πλέον ίσα-ίσα που φαινόταν, καλυμμένο από ένα σωρό πέτρες και χώματα, σχημάτιζε μια ωραία διαδρομή παράλληλα με τον εξωτερικό τοίχο. Κάποια σημεία του τέμνονταν με τον κεντρικό διάδρομο σε σχήμα σταυρού, χωρίζοντας ουσιαστικά τον κήπο σε τέσσερα μικρότερα τετράγωνα. Στον τοίχο στο πίσω μέρος του κήπου υπήρχε άλλη μια πόρτα, και αυτή σχεδόν αόρατη κάτω από ένα ξερό πια αναρριχητικό φυτό που είχε απλωθεί άναρχα. Ίσως πίσω από εκείνη την πόρτα να ακολουθούσε ένας ακόμα κήπος ή μια σειρά από κήπους. «Το σχέδιο του κήπου αυτού με τα παρτέρια το είχε κάνει η γιαγιά μου», είπε ο λόρδος που στεκόταν πίσω της. Χωρίς να το καταλάβει, η Άννα είχε περάσει την πόρτα του κήπου και είχε βρεθεί μέσα, παρόλο που δεν μπορούσε να θυμηθεί τον


εαυτό της να περπατά. «Η μητέρα μου πήρε τα σχέδια αυτά και τα εξέλιξε», συνέχισε ο λόρδος. «Κάποτε πρέπει να ήταν πολύ όμορφος», είπε εκείνη. Καθώς βάδιζε στο μονοπάτι, πέρασε ένα σημείο που ήταν χαλασμένο και τα τούβλα είχαν ανασηκωθεί. Άραγε εκείνο το δέντρο ήταν αχλαδιά; «Δεν έχει απομείνει και τίποτε από τη δουλειά της, έτσι δεν είναι;» απάντησε εκείνος. Μπόρεσε να ακούσει τον ήχο από τις μικρές κλοτσιές που έδινε καθώς βάδιζε δίπλα της. «Μάλλον το καλύτερο θα ήταν να γκρεμίσω τον τοίχο και να ισοπεδώσω τον κήπο, ώστε να γίνει λιβάδι». Η Άννα γύρισε το κεφάλι της απότομα και τον κοίταξε με παράπονο. «Όχι, λόρδε μου, όχι, δεν πρέπει να το κάνετε αυτό». Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Γιατί όχι;» «Μα υπάρχουν τόσα πολλά εδώ που αξίζει να σώσετε». Ο λόρδος έριξε μια ματιά στον άναρχο και αφρόντιστο κήπο, στο μισοκατεστραμμένο μονοπάτι, ήταν σαφές πως η Άννα δεν τον είχε πείσει. «Δεν βλέπω ούτε ένα πράγμα που να αξίζει να σωθεί εδώ μέσα». Εκείνη του έριξε μια αγανακτισμένη ματιά και είπε: «Κοιτάξτε εκείνα τα δέντρα στον τοίχο που έχουν κάνει μια φυσική σπαλιέρα». Εκείνος στράφηκε προς το σημείο που του έδειχνε η Άννα. Εκείνη άρχισε να βαδίζει μέσα στα χόρτα προς τον τοίχο. Σκόνταψε σε μια πέτρα, κρυμμένη ανάμεσα στα αγριόχορτα, αλλά κατάφερε και βρήκε αμέσως την ισορροπία της για να σκοντάψει ξανά και να πέσει. Δυο δυνατά χέρια την έπιασαν από πίσω και με ευκολία τη σήκωσαν ψηλά. Με δυο μεγάλα βήματα, ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ βρέθηκε δίπλα στον τοίχο. Τότε μόνο την άφησε και πάλι να πατήσει στο έδαφος. «Αυτό θέλετε να δείτε;» τη ρώτησε. «Ναι», είπε η Άννα που προσπαθούσε να ανακτήσει την κομμένη ανάσα της, κοιτάζοντάς τον πλάγια. Εκείνος κοίταξε με κάποια απογοήτευση το δέντρο που είχε σκαρφαλώσει πάνω στον τοίχο. Γύρισε κι εκείνη προς το μέρος του ασθενικού δέντρου και αμέσως ξεχάστηκε και συνέχισε. «Νομίζω ότι είναι μηλιά ή ίσως είναι αχλαδιά. Βλέπετε; Έχουν φυτευτεί γύρω γύρω κατά μήκος του τοίχου. Και αυτό εδώ ετοιμάζεται να ανθίσει». Ο λόρδος σαν υπάκουο παιδί άρχισε να εξετάζει με προσοχή το κλαδί που του έδειξε η Άννα. Έβγαλε ένα μουγκρητό. «Και πραγματικά, το μόνο που χρειάζονται είναι ένα καλό κλάδεμα», συνέχισε να τιτιβίζει. «Θα μπορούσατε να φτιάχνετε τον δικό σας μηλίτη». «Ποτέ δεν μου άρεσε ο μηλίτης ιδιαίτερα». Εκείνη τον κοίταξε με ένα βλέμμα στωικό. «Ή θα μπορούσατε να πείτε στη μαγείρισσα να κάνει μαρμελάδα μήλο». Ο λόρδος ανασήκωσε και πάλι το ένα του φρύδι. Είχε μόλις αρχίσει να υπερασπίζεται το δικαίωμα στη ζωή για την καημένη τη μηλιά, όταν την προσοχή της τράβηξε ένα μικρό λουλούδι ανάμεσα στα αγριόχορτα. «Τι λέτε να είναι αυτό; Βιολέτα ή μήπως βίγκα;» Το λουλούδι είχε φυτρώσει μερικά εκατοστά έξω από το παρτέρι. Η Άννα έσκυψε


για να το δει καλύτερα, βάζοντας το ένα χέρι στο έδαφος για να μην πέσει. «Ή μήπως είναι μη-με-λησμόνει, αλλά αυτά συνήθως φυτρώνουν πολλά μαζί, σε συστάδες», είπε και με προσοχή ξερίζωσε το φυτό. «Όχι, είμαι χαζή, κοιτάξτε τα φύλλα του». Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ στεκόταν ακίνητος πίσω της. «Πρέπει να είναι ένα είδος υάκινθου», είπε και σηκώθηκε όρθια για να γυρίσει προς το μέρος του. «Α!» είπε αυθόρμητα ο λόρδος καθώς βρέθηκε ξαφνικά κοντά του και ο ήχος αυτός βγήκε βραχνός και περίεργος. Εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια, κάπως ξαφνιασμένη στο άκουσμα αυτής της φωνής. «Μα βέβαια, και φυσικά όπου υπάρχει ένα, υπάρχουν και άλλα». «Τι άλλα;» Η Άννα τον κοίταξε με μάτια σαν σχισμές, όλο υποψία. «Μάλλον δεν με προσέχατε τόση ώρα, σωστά;» «Όχι». Το βλέμμα του ήταν τόσο έντονο, τόσο επίμονο, που η Άννα ένιωσε την αναπνοή της να χάνεται. Το αίμα στο πρόσωπό της ανέβηκε γοργά, κάνοντας τα μάγουλά της να καίνε. Μέσα στην απόλυτη ησυχία, ένα δροσερό αεράκι φύσηξε φέρνοντας παιχνιδιάρικα μια τούφα από τα μαλλιά της μπροστά στο στόμα της. Εκείνος άπλωσε το χέρι του και πολύ αργά την απομάκρυνε με τα δάχτυλά του, αφήνοντας τις ροζιασμένες άκρες τους να αγγίξουν ανεπαίσθητα τα λεπτά και ευαίσθητα χείλη της. Εκείνη αντέδρασε κλείνοντας τα μάτια για να απολαύσει το άγριο άγγιγμά του. Προσεκτικά στερέωσε την ατίθαση τούφα της στο πλάι ενώ το χέρι του έμεινε για λίγο ακόμα, μετέωρο, να ακουμπά απαλά τον κρόταφό της. Ένιωσε τη ζεστή ανάσα του πάνω στα χείλη της. Ναι, μη διστάσεις, ναι. Κι εκείνη τη στιγμή, άφησε το χέρι του να πέσει. Η Άννα άνοιξε τα μάτια της και είδε τα κατάμαυρα μάτια του καρφωμένα πάνω της. Σήκωσε το χέρι της για να διαμαρτυρηθεί – ή ίσως να αγγίξει και αυτή το πρόσωπό του, δεν ήταν σίγουρη, αλλά δεν είχε πλέον και πολλή σημασία. Εκείνος είχε ήδη απομακρυνθεί με δυο βιαστικές δρασκελιές και βρισκόταν μερικά βήματα μακριά της. Μάλλον δεν είχε καν προλάβει να δει τη δική της κίνηση, που σταμάτησε απότομα. Ο λόρδος γύρισε το κεφάλι του με τέτοιο τρόπο, ώστε η Άννα μπόρεσε να δει μόνο το προφίλ του. «Πώς είπατε;» «Εγώ…» απάντησε η Άννα, προσπαθώντας να χαμογελάσει «…δηλαδή…» Ο λόρδος έκανε μια απότομη χειρονομία και δήλωσε με τρόπο κατηγορηματικό: «Αύριο θα πρέπει να ταξιδέψω ως το Λονδίνο. Φοβάμαι πως έχω κάποιες δουλειές εκεί που δεν παίρνουν άλλη αναβολή». Η Άννα έσφιξε τις γροθιές της με δύναμη. «Εσείς μπορείτε να συνεχίσετε να θαυμάζετε τον κήπο, αν το επιθυμείτε. Εγώ πρέπει να επιστρέψω στα χειρόγραφά μου», είπε ο λόρδος κοφτά και απομακρύνθηκε βιαστικός. Ο ήχος που έκαναν οι βαριές δερμάτινες μπότες του πάνω στο παλιό, τούβλινο μονοπάτι ήταν το μόνο που έσπασε τη σιωπή. Η Άννα χαλάρωσε τις σφιγμένες γροθιές της και ένιωσε το λιωμένο πια λουλουδάκι να γλιστρά από το χέρι της. Έριξε μια ακόμα ματιά στον


εγκαταλειμμένο κήπο. Είχε πράγματι πολλές δυνατότητες. Ήθελε λίγο ξεχορτάριασμα κατά μήκος του τοίχου, λίγα φρέσκα φυτά να αντικαταστήσουν τα παλιά στα παρτέρια, απλώς λίγη φροντίδα. Κανένας κήπος δεν μπορεί να πεθάνει ολοκληρωτικά, όσο υπάρχει ένας κηπουρός που μπορεί να τον φέρει πίσω στη ζωή. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν κάποιος να νοιαστεί, κάποιος να τον αγαπήσει… Ξαφνικά τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Με το τρεμάμενο χέρι της τα σκούπισε γρήγορα, ενοχλημένη γι’ αυτό το ξέσπασμα. Είχε ξεχάσει το μαντίλι της στο σπίτι και τώρα τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα μέχρι το σαγόνι της. Αχ, τι μπελάς τώρα. Θα ήταν αναγκασμένη να χρησιμοποιήσει το μανίκι της για να τα σκουπίσει. Μια σωστή κυρία δεν πάει πουθενά χωρίς ένα μαντιλάκι κάτω από το μανίκι της. Τι σόι κυρία ήταν; Μάλλον όχι και τόσο σωστή, από ό,τι φαίνεται. Μια κυρία που ένας κύριος, ίσως τελικά, να μη θέλει να φιλήσει. Σκούπισε το πρόσωπό της με το εσωτερικό του μανικιού της, αλλά χωρίς να το θέλει, τα δάκρυα συνέχισαν να τρέχουν ανεξέλεγκτα. Λες και πίστεψε αυτές τις ανοησίες για δήθεν δουλειές που είχε να κάνει στο Λονδίνο. Η Άννα δεν ήταν κοριτσάκι. Ήξερε πολύ καλά τι εννοούσε ο λόρδος όταν είπε πως έπρεπε να πάει στο Λονδίνο. Θα πήγαινε σε αυτό το βρομερό, απαίσιο σπίτι. Η ανάσα της ξαφνικά σταμάτησε, ενώ ένας μεγάλος λυγμός στάθηκε σαν πέτρα στον λαιμό της. Συνειδητοποίησε πως ο λόρδος θα πήγαινε σίγουρα στη «Σπηλιά της Αφροδίτης». Η καρδιά της πάγωσε… Ο λόρδος θα πήγαινε στο Λονδίνο για να κοιμηθεί με μια άλλη γυναίκα.


Κεφάλαιο Οκτώ Το κοράκι με την Αύρα στην πλάτη του συνέχισε να πετά για μια μέρα και μια νύχτα ακόμα και όλα όσα το κορίτσι έβλεπε στο έδαφος ανήκαν σε αυτό. Η Αύρα προσπαθούσε να καταλάβει το μέγεθος όλης αυτής της περιουσίας, όλης αυτής της δύναμης, αλλά ήταν κάτι που ξεπερνούσε το μυαλό της. Ο πατέρας της τελικά είχε στην κατοχή του ένα ελάχιστο κομμάτι γης και διοικούσε μια μικρή, πολύ μικρή περιοχή σε σχέση με την περιουσία, τη γη και τα χωριά που φαίνεται πως κατείχε το τεράστιο κοράκι. Όταν τελικά την τέταρτη μέρα έφτασαν στον προορισμό τους, η κοπέλα είδε να ξεπροβάλλει στο βάθος του ορίζοντα ένα μεγαλειώδες κάστρο, φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από κατάλευκο, λαμπερό μάρμαρο και χρυσάφι. Ο ήλιος που έδυε πίσω από τα βουνά έστελνε τις αχτίδες του πάνω στο πανέμορφο παλάτι και αυτό άστραφτε τόσο, που τα μάτια της Αύρας δεν το άντεχαν και πονούσαν. «Σε ποιον ανήκει αυτό το κάστρο;» ρώτησε το κοράκι ψιθυριστά, ενώ μια αίσθηση τρόμου και απειλής κατέλαβαν ξαφνικά την ψυχή της, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το γιατί. Το κοράκι γύρισε το τεράστιο κεφάλι του, την κοίταξε με μάτια που έβγαζαν σπίθες και απάντησε: «Στον άντρα σου!». Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

Εκείνο το βράδυ η Άννα γύρισε μόνη στο σπίτι, με βήμα κουρασμένο και αργό. Όταν τελικά κατάφερε να συνέλθει μετά το ασυγκράτητο κλάμα στον έρημο και κατεστραμμένο κήπο, επέστρεψε στη βιβλιοθήκη με σκοπό να συνεχίσει τη δουλειά της. Αλλά, όπως αποδείχτηκε, ήταν μάταιο. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ παρέμεινε άφαντος όλο το απόγευμα και καθώς μάζευε τα πράγματά της στο τέλος της ημέρας, ένας υπηρέτης τής έφερε και της παρέδωσε μια κάρτα διπλωμένη στα δυο. Το κείμενο στο σημείωμα ήταν λιτό και σύντομο. Ο λόρδος σκόπευε να φύγει πολύ νωρίς το πρωί κι έτσι δεν θα την έβλεπε καθόλου πριν αναχωρήσει, οπότε με την ευκαιρία τής έστελνε τους χαιρετισμούς του. Αφού λοιπόν ο λόρδος απουσίαζε και δεν μπορούσε να διαμαρτυρηθεί, η Άννα αποφάσισε να επιστρέψει στο σπίτι της με τα πόδια και όχι να πάρει την άμαξα, εν μέρει σε ένδειξη διαμαρτυρίας και εν μέρει γιατί ήθελε να μείνει μόνη της για λίγο και να σκεφτεί. Άλλωστε, δεν μπορούσε να γυρίσει σπίτι με μάτια κατακόκκινα και πρησμένα. Ο ποδαρόδρομος θα της έδινε την ευκαιρία να συνέλθει εντελώς. Διαφορετικά θα είχε στα σίγουρα να αντιμετωπίσει την ανάκριση της Μητέρας Ρεν, που οπωσδήποτε θα τραβούσε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Όταν μετά από ώρα η Άννα έφτασε στα πρώτα σπίτια του χωριού, τα πόδια της ήδη είχαν αρχίσει να πονάνε. Φαίνεται είχε καλομάθει στην πολυτέλεια της άμαξας. Συνέχισε με πείσμα τον δρόμο της, έφτασε στη γνώριμη διασταύρωση και έκανε να στρίψει στο δρομάκι του σπιτιού της. Κι εκεί κοκάλωσε. Μια λαμπερή κόκκινη και μαύρη άμαξα με χρυσή διακόσμηση στεκόταν ακριβώς μπροστά στην πόρτα της. Ο αμαξάς και οι δύο υπηρέτες που βρίσκονταν στο πίσω μέρος της άμαξας ήταν ντυμένοι με ακριβές μαύρες ρεντιγκότες με κόκκινα τελειώματα στις ραφές και ολόχρυσα σιρίτια να κρέμονται από τους ώμους. Δίπλα στο


πολυτελέστατο όχημα, μια μικρή ομάδα από πιτσιρίκια χοροπηδούσαν εκστασιασμένα και έκαναν όλα μαζί ερωτήσεις στους υπηρέτες. Και η Άννα το βρήκε πολύ φυσικό – αυτή η άμαξα πρέπει να ανήκε σε κάποιον πολύ σπουδαίο άνθρωπο, ίσως ακόμα και σε κάποιο μέλος ή συγγενή της βασιλικής οικογένειας. Έκανε μερικά βήματα γύρω από την άμαξα, για να τη δει λίγο καλύτερα και μπήκε διστακτικά στο σπίτι της. Όταν μπήκε στο σαλόνι, αντίκρισε τη Μητέρα Ρεν και την Περλ να πίνουν το τσάι τους με μια γυναίκα που η Άννα δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Η γυναίκα ήταν πολύ νέα, ίσως μόλις πάνω από είκοσι. Τα μαλλιά της, χτενισμένα σε ένα φαινομενικά απλό στυλ και πασπαλισμένα με μια ιριδίζουσα, αέρινη πούδρα, φώτιζαν το μεγάλο της μέτωπο και τόνιζαν τα παράξενα πράσινα μάτια της. Φορούσε μια μαύρη τουαλέτα. Συνήθως το μαύρο ήταν το χρώμα του πένθους, αλλά η Άννα δεν είχε ξαναδεί ποτέ πένθιμο ρούχο σαν αυτό. Ένα αέρινο ύφασμα κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος του φορέματος, στολισμένο με λεπτά, γυαλιστερά μαύρα πετραδάκια, που έπαιζαν ασταμάτητα με το φως σε κάθε κίνηση της γυναίκας, ενώ στο κέντρο η φούστα άνοιγε για να αποκαλύψει ένα μεσοφόρι με κόκκινα κεντήματα. Το ίδιο ζωντανό μοτίβο του κεντήματος επαναλαμβανόταν στο βαθύ, τετράγωνο ντεκολτέ του φορέματος και τρεις πιέτες από φίνα, μεταξωτή δαντέλα έπεφταν με χάρη πάνω στα μανίκια. Η εικόνα της ήταν μια παραφωνία στο μικρό, ταπεινό σαλόνι της Άννας, σαν παγώνι σε ένα κοτέτσι με κότες. Η Μητέρα Ρεν φάνηκε ενθουσιασμένη που είδε την Άννα να μπαίνει στο σαλόνι. «Καλή μου, αυτή είναι η κυρία Κόραλ Σμάιθ, η μικρή αδερφή της Περλ. Μόλις καθίσαμε για λίγο τσάι», είπε με λαχτάρα και με μια αδέξια χειρονομία κόντεψε να λούσει την καημένη την Περλ με το τσάι της. «Η νύφη μου Άννα Ρεν», είπε περήφανα η ηλικιωμένη γυναίκα. «Πώς είστε, κυρία Ρεν;» απάντησε η Κόραλ με μια βαθιά, σαγηνευτική φωνή, που θα έλεγε κάποιος πως ήταν περισσότερο αντρική και όχι γυναικεία. «Χαίρομαι που σας γνωρίζω», μουρμούρισε η Άννα καθώς πήρε ένα φλιτζάνι τσάι στα χέρια της. «Θα πρέπει να φύγουμε σύντομα, αν θέλουμε να είμαστε στο Λονδίνο πριν από το ξημέρωμα», είπε η Περλ. «Είσαι αρκετά καλά για να κάνεις ένα τέτοιο ταξίδι, αδερφούλα;» είπε η Κόραλ με ένα ίχνος ανησυχίας, με τα μάτια καρφωμένα στο πρόσωπο της Περλ. «Σίγουρα θα είναι προτιμότερο να διανυκτερεύσετε εδώ μαζί μας απόψε, μις Σμάιθ», πετάχτηκε με προθυμία η Μητέρα Ρεν. «Ίσως θα είναι καλύτερα για την Περλ να ξεκινήσει φρέσκια και ξεκούραστη το ταξίδι της». Τα χείλη της Κόραλ σχημάτισαν αργά ένα άνευρο χαμόγελο. «Δεν θα ήθελα να σας βάλω σε τέτοιο κόπο, κυρία Ρεν». «Ω μα δεν είναι κανένας κόπος. Έχει σχεδόν σκοτεινιάσει έξω και δεν φαντάζομαι πως είναι ασφαλές για δυο νεαρές κυρίες να ταξιδεύουν μέσα στη νύχτα», είπε η Μητέρα Ρεν, στρέφοντας κάθε τόσο το βλέμμα στο παράθυρο. Πράγματι, ήταν σχεδόν νύχτα πια. Όταν τελείωσαν το τσάι τους, η Άννα οδήγησε την Κόραλ στο υπνοδωμάτιο που χρησιμοποιούσε η Περλ για να πλυθεί πριν από το βραδινό γεύμα. Της έφερε μερικές καθαρές πετσέτες και γέμισε με την κανάτα τον νιπτήρα στην τουαλέτα.


Καθώς έκανε να φύγει, η Κόραλ τη σταμάτησε. «Κυρία Ρεν, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω», είπε κοιτάζοντας την Άννα με τα περίεργα, ανοιχτόχρωμα, μελαγχολικά μάτια της. Η έκφρασή της δεν συμφωνούσε με όσα έλεγε το στόμα της. «Δεν έκανα τίποτα, μις Σμάιθ», απάντησε η Άννα χαμογελαστή, «δεν ήταν δυνατόν να σας στείλουμε να διανυκτερεύσετε στο πανδοχείο». «Μα φυσικά και μπορούσατε», απάντησε με φυσικότητα η Κόραλ, ενώ στο πρόσωπό της σχηματίστηκε ένα πονηρό, αλλόκοτο χαμόγελο. «Αλλά εγώ δεν σας μιλώ γι’ αυτό. Ήθελα να σας ευχαριστήσω που βοηθήσατε την Περλ. Μου είπε πόσο άρρωστη ήταν. Αν δεν την είχατε μαζέψει από τον δρόμο και δεν την είχατε φροντίσει στο σπίτι σας, θα είχε σίγουρα πεθάνει». Η Άννα ανασήκωσε τους ώμους της, νιώθοντας κάπως άβολα. «Σίγουρα κάποιος άλλος θα περνούσε από εκεί και θα…» «Και θα την άφηναν εκεί ακριβώς που τη βρήκατε», τη διέκοψε η Κόραλ. «Μη μου πείτε πως κάποιος άλλος θα έκανε ό,τι κι εσείς. Κανείς άλλος δεν θα το έκανε». Η Άννα δεν ήξερε τι να πει. Όσο κι αν ήθελε να αντικρούσει την κυνική άποψη της Κόραλ για την ανθρωπιά των συμπολιτών της, ήξερε καλά πως η γυναίκα που είχε απέναντί της είχε απόλυτο δίκιο. «Η αδερφή μου δούλεψε στον δρόμο για να με ζήσει, όταν ήμαστε μικρές», συνέχισε η Κόραλ. «Μείναμε ορφανές όταν ήταν μόλις δεκαπέντε χρόνων και μετά από λίγο καιρό έχασε τη δουλειά που είχε σε ένα σπίτι κάποιων πλούσιων αστών, όπου δούλευε ως υπηρέτρια. Θα μπορούσε να με είχε αφήσει στο φτωχοκομείο. Αν δεν είχε εμένα να θρέψει, θα μπορούσε να βρει μια άλλη δουλειά, μια αξιοπρεπή δουλειά, ίσως να είχε τώρα παντρευτεί και να είχε κάνει οικογένεια». Τα χείλη της Κόραλ σφίχτηκαν απότομα. «Αλλά εκείνη αποφάσισε να διασκεδάζει τους άντρες για χρήματα». Η Άννα έκανε έναν μορφασμό, προσπαθώντας να φανταστεί τον πόνο και την πίκρα μιας τέτοιας ζωής. Μιας ζωής σε αδιέξοδο. «Έχω προσπαθήσει πολλές φορές να πείσω την Περλ να μου επιτρέψει πλέον να τη συντηρώ εγώ», είπε η Κόραλ, αλλά εκείνη τη στιγμή γύρισε από την άλλη το κεφάλι της και σταμάτησε. «Αλλά δεν υπάρχει λόγος να σας κουράζω με τα οικογενειακά μας. Αρκεί απλώς να προσθέσω πως η Περλ είναι ο μοναδικός άνθρωπος που αγαπώ πάνω σε αυτή τη γη». Η Άννα έμεινε σιωπηλή. «Αν υπάρχει κάτι, οτιδήποτε που μπορώ να κάνω για σας, κυρία Ρεν», συνέχισε η Κόραλ, με τα διαπεραστικά πράσινα μάτια της να καρφώνουν την Άννα, «το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να το ζητήσετε». «Οι ευχαριστίες σας είναι υπεραρκετές», απάντησε η Άννα καλοσυνάτα. «Ήταν χαρά μου που μπόρεσα να βοηθήσω την αδερφή σας». «Μάλλον δεν πήρατε αυτό που σας είπα στα σοβαρά», παρατήρησε η Κόραλ. «Σας παρακαλώ, σκεφτείτε το. Αν υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για σας, ό,τι και να είναι αυτό, σας υπόσχομαι ότι θα το πράξω με μεγάλη χαρά». Η Άννα έγνεψε ευγενικά και έκανε πάλι να βγει από το δωμάτιο. Ό,τι και να είναι αυτό… Το βήμα της έμεινε μετέωρο, πριν περάσει το κατώφλι του δωματίου. Χωρίς


να το σκεφτεί και πολύ, γύρισε απότομα προς την Κόραλ και μίλησε πριν καλάκαλά προλάβει να σκεφτεί. «Έχετε ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος για μια επιχείρηση με το όνομα η “Σπηλιά της Αφροδίτης”;» «Ναι», απάντησε η Κόραλ και το πρόσωπό της πήρε αμέσως μια στεγνή, άχρωμη έκφραση. «Επίσης γνωρίζω την ιδιοκτήτρια, την ίδια την Αφροδίτη. Θα μπορούσα να σας κλείσω ένα δωμάτιο για μια νύχτα στο σπίτι της ή ακόμα και μια εβδομάδα ολόκληρη, αν το επιθυμείτε». Έκανε ένα βήμα προς την Άννα. «Μπορώ να σας εξασφαλίσω μια νύχτα με έναν ικανότατο ζιγκολό ή ακόμα και με ένα αμούστακο, άπειρο σχολιαρόπαιδο, αν αυτό επιθυμείτε περισσότερο», είπε η Κόραλ με τα μάτια της τώρα ορθάνοιχτα, να εκπέμπουν μια ένοχη λάμψη. «Μπορείτε να έχετε έναν ευγενή ή κι έναν ζητιάνο από τον δρόμο. Έναν πολύ ιδιαίτερο κύριο ή δέκα παντελώς άγνωστους άντρες. Άντρες μελαχρινούς, κοκκινομάλληδες, ξανθούς, τους άντρες που ονειρεύεστε όταν είστε μόνη στην κατασκότεινη κάμαρή σας, κρυμμένη κάτω από τα βαριά σκεπάσματα. Ό,τι κι αν επιθυμείτε. Ό,τι ποθείτε. Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να το ζητήσετε». Η Άννα στεκόταν ακίνητη και κοιτούσε την Κόραλ μαγεμένη, υπνωτισμένη, σαν ένα ποντικάκι που κοιτάζει παγωμένο το πανέμορφο, τεράστιο φίδι, λίγο πριν αυτό του ορμήσει για να το καταβροχθίσει. Ετοιμάστηκε να αρθρώσει μια αδέξια απάντηση για να αρνηθεί όλα όσα είχε ακούσει, αλλά η Κόραλ την έκοψε με μια χειρονομία. «Σκεφτείτε το απόψε, κυρία Ρεν. Πάρτε λίγο χρόνο και σκεφτείτε το απόψε και το πρωί μου λέτε την απόφασή σας. Και τώρα, αν δεν σας πειράζει, θα ήθελα να μείνω για λίγο μόνη». Η Άννα βρέθηκε ξαφνικά στον διάδρομο, έξω από το υπνοδωμάτιό της, λες και είχε μόλις ξυπνήσει από ένα όνειρο. Κούνησε μια δυο φορές το κεφάλι της. Είναι δυνατόν ο διάβολος να μπορεί να πάρει τη μορφή μιας γυναίκας; Γιατί σίγουρα ο πειρασμός είχε φωλιάσει στην ψυχή της. Κατέβηκε αργά τις σκάλες με το μυαλό της να περιεργάζεται ασταμάτητα την απίθανη προσφορά της Κόραλ. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να τη βγάλει από τις σκέψεις της, αλλά με τρόμο συνειδητοποίησε ότι της ήταν αδύνατον. Και όσο ο χρόνος περνούσε, η ιδέα γινόταν όλο και πιο ελκυστική. Η νύχτα της Άννας ήταν εξοντωτική. Το μυαλό της δεν έλεγε να ηρεμήσει και μέσα σε λίγες ώρες άλλαξε γνώμη αμέτρητες φορές. Κατά διαστήματα την έπαιρνε ο ύπνος, ένας ύπνος ανήσυχος, ταραγμένος. Ξυπνούσε αλαφιασμένη και καθόταν ξάγρυπνη στο κρεβάτι της, με την πρόταση της Κόραλ να την ταλανίζει, ώσπου κατάκοπη αποκοιμιόταν πάλι. Στα σύντομα και αγωνιώδη όνειρά της έβλεπε πάντα τον λόρδο Σγουόρτινγχαμ να απομακρύνεται κι εκείνη να τρέχει ξοπίσω του, χωρίς, όμως, ποτέ να μπορεί να τον φτάσει. Λίγο πριν από το ξημέρωμα, αποφάσισε πως ο ύπνος ήταν πλέον αδύνατος και απλώς ξάπλωσε ανάσκελα, με τα μάτια ορθάνοιχτα να κοιτάζει το ταβάνι. Έδεσε τα χέρια της κάτω από το σαγόνι, σαν μικρό κοριτσάκι, και προσευχήθηκε στον Θεό να τη βοηθήσει ώστε να παλέψει τον κολασμένο πειρασμό που η Κόραλ είχε βάλει στην ψυχή της. Ήταν σίγουρη πως μια αξιοπρεπής και ενάρετη γυναίκα δεν θα είχε καμιά δυσκολία στο να αρνηθεί μια τέτοια προσφορά. Μια καθωσπρέπει κυρία δεν θα σκεφτόταν ποτέ να μπει κρυφά σε ένα από τα καταγώγια του Λονδίνου για να διεκδικήσει έναν άντρα, ο οποίος της είχε κάνει απολύτως σαφές ότι δεν τον ενδιέφερε καθόλου.


Όταν η Άννα άνοιξε τα μάτια της, είχε ήδη ξημερώσει. Σηκώθηκε βιαστικά και έριξε άφθονο κρύο νερό στο πρόσωπο και στον λαιμό της. Έπειτα ντύθηκε και βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιο για να μην ξυπνήσει την πεθερά της. Βγήκε στον κήπο και πήγε στα παρτέρια με τα λουλούδια. Σε αντίθεση με τον κήπο του λόρδου, ο δικός της ήταν μικρός και φροντισμένος. Τα μικρά ανθάκια των κρόκων είχαν ήδη μαραθεί, αλλά οι ασφόδελοι ήταν ακόμα γεμάτοι μπουμπούκια. Έσκυψε για να κόψει ένα από τα φυτά που φαινόταν σχεδόν πεθαμένο. Κοίταξε πιο κει και είδε τις τουλίπες της, έτοιμες να ανοίξουν τα πέταλά τους, και η θέα αυτή έφερε για λίγο και πάλι τη γαλήνη στην ψυχή της. Τότε θυμήθηκε πως ο λόρδος θα πήγαινε στο Λονδίνο εκείνο το πρωί και έκλεισε με δύναμη τα μάτια, προσπαθώντας να διώξει τη σκέψη από το μυαλό της. Εκείνη τη στιγμή άκουσε βήματα πίσω της. «Πήρατε κάποια απόφαση, κυρία Ρεν;» Η Άννα γύρισε και αντίκρισε την εντυπωσιακή Κόραλ, με τα διαπεραστικά πράσινα μάτια της να την καρφώνουν με προσμονή. Η κοπέλα στεκόταν απέναντί της χαμογελαστή. Η Άννα άρχισε δειλά να κουνά το κεφάλι της αρνητικά, αλλά άκουσε έκπληκτη το στόμα της να λέει τις λέξεις: «Δέχομαι την πρότασή σας». Η Κόραλ χαμογέλασε πλατιά και τα χείλη της σχημάτισαν μια τέλεια, σαγηνευτική καμπύλη. «Πολύ καλά. Μπορείτε, λοιπόν, να ταξιδέψετε με εμένα και την Περλ ως το Λονδίνο, με την άμαξά μας», είπε και άφησε ένα πονηρό γελάκι να της ξεφύγει. «Αυτό, λοιπόν, θα είναι πολύ ενδιαφέρον», συμπλήρωσε. Και πριν η Άννα προλάβει να απαντήσει, έκανε μεταβολή και μπήκε και πάλι στο μικρό σπιτάκι της οικογένειας Ρεν. «Εεε ήρεμα», μουρμούρισε ο Έντουαρντ στο άλογό του. Κρατούσε το κεφάλι του αλόγου ανάμεσα στα χέρια του, δίνοντας χρόνο στο ζώο να ηρεμήσει. Η αλήθεια είναι ότι το αγαπημένο του άλογο ήταν πάντα λίγο ανήσυχο το πρωί κι εκείνη ειδικά την ημέρα το είχε σελώσει νωρίτερα από ό,τι συνήθως. Ο ουρανός είχε μόλις αρχίσει να φωτίζει από την ανατολή. «Έλα τώρα, παλιόφιλε», του ψιθύρισε. Για πρώτη φορά σκέφτηκε πως το ζώο στο οποίο μιλούσε δεν είχε όνομα. Μα πόσο καιρό το είχε στην κατοχή του; Σίγουρα έξι, επτά χρόνια, αλλά ποτέ δεν είχε μπει στον κόπο να διαλέξει ένα όνομα γι’ αυτό. Η Άννα Ρεν σίγουρα θα τον μάλωνε αν το ήξερε. Ο Έντουαρντ έκανε μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας καθώς καβαλίκευε το άλογο. Να, γι’ αυτό ακριβώς πήγαινε στο Λονδίνο. Για να βγάλει από το μυαλό του τη χήρα. Είχε μάλιστα αποφασίσει να πάει με το άλογο στο Λονδίνο για να εκτονώσει την ένταση που τον ταλαιπωρούσε τελευταία, τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική. Ο υπηρέτης του και οι αποσκευές του θα τον ακολουθούσαν με την άμαξα. Αλλά μόλις το άλογο έκανε τα πρώτα του βήματα έξω από τον στάβλο, ο πιστός του σκύλος ο Τζοκ εμφανίστηκε ξαφνικά και έτρεξε προς το μέρος του, λες και ήθελε να τον χλευάσει για τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του. Με μια δυο δρασκελιές προπορεύτηκε και βρέθηκε στο προαύλιο. Το τελευταίο μισάωρο ήταν άφαντος και τώρα είχε εμφανιστεί από το πουθενά, με τα πίσω πόδια του και τα καπούλια του πασαλειμμένα με λάσπη που ανέδιδε μια απαίσια μυρωδιά.


Ο Έντουαρντ έκανε έναν κύκλο με το άλογό του γύρω από τον σκύλο και αναστέναξε. Είχε σκοπό να επισκεφθεί τη μνηστή του και να συζητήσει και τις τελευταίες λεπτομέρειες του αρραβώνα. Ένα τεράστιο, βρομερό κοπρόσκυλο σίγουρα δεν θα έκανε καλή εντύπωση στην οικογένεια Γκέραρντ. «Τζοκ, μείνε!» Ο σκύλος κάθισε στα πισινά του πόδια και κοίταξε πειθήνια το αφεντικό του με τα μεγάλα, καφέ, κωμικά θλιμμένα μάτια του. Η ουρά του κουνιόταν ασταμάτητα πάνω στα χαλίκια. «Λυπάμαι, φιλαράκι», του είπε ο Έντουαρντ σκύβοντας για να τον χαϊδέψει λίγο πίσω από τα αφτιά. Το νευρικό άλογο έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω, απομακρύνοντας τον λόρδο από τον σκύλο του. «Αυτή τη φορά θα μείνεις εδώ», του είπε. Ο σκύλος τέντωσε τον λαιμό του, με τα σκούρα μάτια του καρφωμένα στο αφεντικό του. Ο Έντουαρντ ένιωσε ένα κύμα μελαγχολίας να τον καταβάλλει. Ο σκύλος δεν μπορούσε να είναι κομμάτι της ζωής του και το ίδιο ίσχυε και για τη γυναίκα που είχε κάνει κατάληψη στο κεφάλι του τελευταία. «Μείνε, Τζοκ, και να μου την προσέχεις, έτσι, αγόρι μου;» είπε στον σκύλο χαμογελώντας κάπως θλιμμένα. Γιατί ήξερε πολύ καλά ότι ούτε ο Τζοκ ήταν ένας εκπαιδευμένος σκύλος φύλακας, αλλά ούτε και η Άννα Ρεν δική του για να τη φυλά ο σκύλος του. Προσπαθώντας για ακόμα μια φορά να διώξει αυτές τις σκέψεις από το μυαλό του, τράβηξε τα γκέμια του αλόγου του και ξεκίνησε το ταξίδι για το Λονδίνο. Αφού το σκέφτηκε για λίγο, η Άννα είπε στη Μητέρα Ρεν ότι θα πήγαινε με την Περλ και την Κόραλ στο Λονδίνο για να αγοράσει μερικά τόπια ύφασμα και να φτιάξει ένα-δυο καινούρια φορέματα. «Χαίρομαι πάρα πολύ που μπορούμε πλέον να αγοράσουμε καινούρια υφάσματα, αλλά είσαι σίγουρη;» ρώτησε η Μητέρα Ρεν. Τα μάγουλά της είχαν πάρει ένα έντονα ροδαλό χρώμα και μίλησε σχεδόν ψιθυριστά. «Δεν λέω, είναι πολύ καλές κοπέλες, αλλά ξέρεις, δεν παύουν να είναι δυο ιερόδουλες». Η Άννα δυσκολευόταν να κοιτάξει την πεθερά της στα μάτια. «Η Κόραλ ήθελε απλώς να δείξει την ευγνωμοσύνη της για τον τρόπο που φροντίσαμε την αδερφή της. Είναι πολύ δεμένες οι δυο τους». «Ναι, αλλά…» «Και γι’ αυτό μου πρόσφερε το ταξίδι με την άμαξά της, που θα με πάει και θα με φέρει πίσω, όταν τελειώσω τα ψώνια μου». Τα φρύδια της Μητέρας Ρεν έσμιξαν μαρτυρώντας τη δυσπιστία της. «Είναι μια πολύ ευγενική προσφορά», είπε η Άννα χαμηλόφωνα. «Θα κάνω μεγάλη οικονομία αφού δεν θα χρειαστεί να πληρώσω τα έξοδα του ταξιδιού με την άμαξα. Άσε που θα πάω και θα έρθω πολύ άνετα. Με τα χρήματα που θα γλιτώσω θα μπορέσω να αγοράσω λίγο ύφασμα παραπάνω». Η Μητέρα Ρεν είχε αρχίσει να πείθεται. «Δεν θα ήθελες να αποκτήσεις ένα καινούριο φόρεμα;» τη ρώτησε η Άννα. «Καλή μου, απλώς ανησυχώ για σένα, αλλά αφού λες ότι είσαι ικανοποιημένη με


τον τρόπο που έχουν κανονιστεί τα πράγματα, δεν έχω παρά να συμφωνήσω». «Σ’ ευχαριστώ», της είπε η Άννα με ένα τρυφερό χαμόγελο και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο, πριν τρέξει στο υπνοδωμάτιό της για να ετοιμαστεί. Τα άλογα είχαν ήδη αρχίσει να χτυπούν τα πόδια τους νευρικά στο έδαφος, καταλαβαίνοντας πως όλα ήταν έτοιμα για το ταξίδι τους, όταν η Άννα εμφανίστηκε στην πόρτα του σπιτιού της. Αποχαιρέτησε βιαστικά τους δικούς της και μπήκε στην άμαξα, όπου την περίμεναν οι αδερφές Σμάιθ. Η Άννα έβγαλε το κεφάλι της από το παράθυρο και αποχαιρέτησε μια τελευταία φορά τη Μητέρα Ρεν καθώς η άμαξα απομακρυνόταν, κάτι που η Κόραλ φάνηκε να βρίσκει διασκεδαστικό. Ήταν έτοιμη να βάλει και πάλι το κεφάλι της μέσα στην άμαξα, όταν με την άκρη του ματιού της έπιασε τη Φελίσιτι Κλίαργουοτερ που στεκόταν λίγο πιο κάτω στον δρόμο. Η Άννα δίστασε για μια στιγμή, καθώς το βλέμμα της διασταυρώθηκε με της Φελίσιτι. Αλλά η άμαξα είχε ήδη αναπτύξει ταχύτητα και η Άννα επέστρεψε γρήγορα στη θέση της, δαγκώνοντας νευρικά το κάτω χείλος της. Η Φελίσιτι δεν μπορούσε φυσικά να γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο η Άννα πήγαινε στο Λονδίνο, αλλά η συνάντηση αυτή την έκανε να νιώσει κάπως άβολα. Η Κόραλ, που καθόταν ακριβώς απέναντί της, την κοίταξε με ύφος εξεταστικό. Σε μια απότομη στροφή και καθώς ο δρόμος ήταν ανώμαλος, η άμαξα τραντάχτηκε δυνατά, αναγκάζοντας την Άννα να αρπάξει ένα λουρί που κρεμόταν πάνω από το κεφάλι της για να στηριχτεί. Η Κόραλ την παρακολουθούσε σιωπηλή και τώρα στο πρόσωπό της σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο. Έκαναν μια στάση στο Ρέιβενχιλ, ώστε η Άννα να ενημερώσει τον κύριο Χοπλ ότι θα απουσίαζε μερικές μέρες από τη δουλειά της. Η άμαξα την περίμενε σε ένα σημείο κάπως απόμερο, μακριά από τα μάτια του κόσμου, ενώ εκείνη πήγε και ήρθε από το μέγαρο με τα πόδια. Είχε σχεδόν φτάσει στην άμαξα, όταν συνειδητοποίησε ότι ο Τζοκ την είχε πάρει στο κατόπι. Γύρισε και είδε τα αθώα μάτια του να την κοιτούν. «Πήγαινε πίσω, Τζοκ!» τον διέταξε. Εκείνος, όμως, απλώς κάθισε στα πισινά του πόδια στη μέση του δρόμου και συνέχισε να την κοιτάζει ατάραχος. «Όχι, αγόρι μου, πήγαινε σπίτι σου, Τζοκ!» επανέλαβε η Άννα, δείχνοντάς του το μέγαρο πίσω του. Ο Τζοκ γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι του για να δει το μεγάλο σπίτι, αλλά δεν έκανε βήμα. «Πολύ καλά λοιπόν», είπε η Άννα εκνευρισμένη, νιώθοντας ανόητη που τσακωνόταν με έναν σκύλο. «Εγώ απλώς θα σε αγνοήσω». Η Άννα συνέχισε τον δρόμο της αποφασισμένη να μη δώσει καμία σημασία στον τεράστιο σκύλο που την ακολουθούσε. Αλλά όταν έφτασε στη μεγάλη καγκελόπορτα του σπιτιού και είδε την άμαξα, κατάλαβε αμέσως ότι τα προβλήματά της μόλις άρχισαν. Ο ένας από τους υπηρέτες την είχε δει να πλησιάζει και είχε κατέβει από τη θέση του για να της ανοίξει την πόρτα. Ο Τζοκ, που εξέλαβε την κίνηση σαν προσωπική πρόσκληση, με μερικές άτσαλες δρασκελιές πάνω στα χαλίκια, προσπέρασε τρέχοντας την Άννα και πήδηξε μέσα στην άμαξα. «Τζοκ!» φώναξε η Άννα με τρόμο.


Ήταν σαφές πως μέσα στην άμαξα επικράτησε πανικός, καθώς το κουβούκλιο άρχισε να κουνιέται βίαια για λίγο, αλλά μετά σταμάτησε. Ο υπηρέτης βρισκόταν ακόμα δίπλα στην πόρτα κοιτάζοντας την άμαξα άναυδος. Η Άννα τον πλησίασε και έριξε μια διστακτική ματιά στο εσωτερικό της άμαξας από το άνοιγμα της πόρτας. Ο Τζοκ είχε καθίσει σαν κύριος σε ένα από τα μαλακά καθίσματα της άμαξας με την ακριβή ταπετσαρία, απέναντι από την Περλ, που τον κοιτούσε σοκαρισμένη. Η Κόραλ, από την άλλη, είχε παραμείνει ατάραχη και συνέχιζε να χαμογελά αχνά, με το ύφος ανθρώπου που δεν εκπλήσσεται εύκολα. Η Άννα είχε ξεχάσει πόσο τρομακτική ήταν η μορφή του Τζοκ και πόσο φόβο μπορούσε να προκαλέσει σε όποιον τον έβλεπε πρώτη φορά. «Λυπάμαι πολύ», είπε απολογητικά. «Είναι άκακος, όμως, αλήθεια». Η Περλ γύρισε και κοίταξε την Άννα με ύφος που μαρτυρούσε τόσο την απέχθεια στο ζώο, όσο και τη δυσπιστία της σε αυτά που έλεγε. «Να, θα τον βγάλω από εδώ αμέσως», είπε η Άννα αποφα- σιστικά. Αλλά αυτό αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερο από όσο φαινόταν. Μετά από έναν απειλητικό βρυχηθμό, ο υπηρέτης αποφάσισε ότι ο χειρισμός επικίνδυνων, άγριων ζώων δεν ήταν μέσα στα καθήκοντά του και υποχώρησε άπραγος. Τότε ανέλαβε η Άννα, που μπήκε βιαστικά στην άμαξα για να λύσει το πρόβλημα καλοπιάνοντας το ζώο. Όταν ούτε αυτή η τακτική έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα, η Άννα αποφάσισε να τον αρπάξει από τον σβέρκο και να τον τραβήξει έξω. Αλλά ο Τζοκ στύλωσε τα πόδια στο κάθισμα και παρέμεινε ακίνητος, αφήνοντας την Άννα να τον τραβολογά μάταια προς την πόρτα. Τότε ακούστηκε το γέλιο της Κόραλ, που φαίνεται πως έβρισκε την όλη διαδικασία απόλυτα διασκεδαστική. «Από ό,τι φαίνεται, ο σκύλος σας θέλει οπωσδήποτε να έρθει μαζί μας. Αφήστε τον, κυρία Ρεν, δεν έχω αντίρρηση να έχουμε έναν ακόμα επιβάτη στην άμαξα». «Όχι, δεν θα μπορούσα να το δεχτώ αυτό», απάντησε η Άννα βαριανασαίνοντας, αφού ακόμα προσπαθούσε να κουνήσει το πεισματάρικο μαστίφ. «Μα φυσικά και μπορείτε. Ας μη χάνουμε χρόνο. Ελάτε να καθίσετε και προσπαθήστε τουλάχιστον να προστατέψετε εμένα και την Περλ από αυτό το θηρίο». Ο Τζοκ φάνηκε να ικανοποιείται όταν η Άννα τελικά κάθισε δίπλα του. Όταν πλέον σιγουρεύτηκε ότι κανείς δεν θα τον πετούσε έξω, ξάπλωσε αναπαυτικά και έπεσε για ύπνο. Η Περλ συνέχισε να τον κοιτάζει ανήσυχη. Αφού πέρασε αρκετή ώρα χωρίς ο σκύλος να κουνηθεί από τη θέση του, άφησε κι εκείνη το κεφάλι της να γείρει. Η Άννα χαλάρωσε πάνω στα πλούσια μαξιλάρια της πολυτελούς άμαξας και σκέφτηκε πως ήταν ακόμα πιο άνετα από τα καθίσματα στην άμαξα του λόρδου. Σε λίγη ώρα τα μάτια της βάρυναν και παραδόθηκε σε έναν ελαφρύ ύπνο, κατάκοπη από την αϋπνία της προηγούμενης νύχτας. Έκαναν ακόμα μια στάση στη διαδρομή τους, κάποια στιγμή αργά το απόγευμα, όπου κάθισαν για ένα ελαφρύ γεύμα σε κάποιο πανδοχείο πάνω στον δρόμο. Όταν η άμαξα σταμάτησε μπροστά στην είσοδο, ένα μάτσο νεαροί σταβλίτες με φωνές και χωρατά έτρεξαν προς το πολυτελές όχημα για να κρατήσουν τα γκέμια των αλόγων, που χτυπούσαν τις οπλές τους νευρικά στις πέτρες, ενώ οι γυναίκες


κατέβηκαν από την άμαξα. Το πανδοχείο ήταν παράδοξα καθαρό και οι τρεις κοπέλες απόλαυσαν ένα ωραίο γεύμα με βραστό βοδινό και μηλίτη. Η Άννα δεν παρέλειψε να κόψει ένα γενναίο κομμάτι κρέας από τη μερίδα της για τον Τζοκ, ο οποίος περίμενε στην άμαξα. Όταν τελείωσαν το γεύμα τους, η Άννα άφησε τον Τζοκ να καταβροχθίσει το δικό του και να κάνει μια βόλτα στην αυλή του πανδοχείου, όπου κατατρόμαξε τους πάντες, πριν η παρέα συνεχίσει το ταξίδι της. Ο ήλιος είχε δύσει πια όταν η άμαξα έφτασε στο Λονδίνο και σταμάτησε μπροστά σε ένα όμορφο, πανάκριβο λονδρέζικο αρχοντικό, σε μια ωραία και πεντακάθαρη γειτονιά της πόλης. Η Άννα έμεινε έκπληκτη από τη χλιδή του σπιτιού, αλλά γρήγορα αναλογίστηκε την πολυτέλεια της άμαξας με την οποία είχε ταξιδέψει και συνειδητοποίησε ότι δεν θα έπρεπε να εκπλήσσεται τόσο. Η Κόραλ πρέπει να έπιασε το βλέμμα της Άννας, που συνέχισε να θαυμάζει το εντυπωσιακό οικοδόμημα, και χαμογέλασε αινιγματικά. «Είναι όλα μια ευγενική χειρονομία εκ μέρους του μαρκησίου», είπε κάνοντας μια χαριτωμένη χειρονομία προς το σπίτι και το χαμόγελό της έγινε αμέσως κυνικό. «Είναι πολύ στενός μου φίλος». Η Άννα την ακολούθησε καθώς η οικοδέσποινα άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες, οδηγώντας τη στο εσωτερικό του αρχοντικού. Ο ήχος από τα τακούνια των γυναικών αντήχησε μέσα στο επιβλητικό χολ με τα μαρμάρινα πατώματα. Ακόμα και οι τοίχοι ήταν στολισμένοι με μεγάλες μαρμάρινες πλάκες που έφταναν ως το ταβάνι, που ήταν διακοσμημένο με περίτεχνα γύψινα στοιχεία, ενώ από το κέντρο του κρεμόταν ένας τεράστιος, λαμπερός, κρυστάλλινος πολυέλαιος. Ήταν ένας πολύ όμορφος χώρος, αλλά άδειος και ψυχρός. Η Άννα σκέφτηκε πως αυτός ο χώρος ίσως ταίριαζε απόλυτα στο άτομο που αυτή τη στιγμή τον κατοικούσε ή στον πραγματικό ιδιοκτήτη του, που σίγουρα απουσίαζε. Η Κόραλ γύρισε για μια στιγμή και κοίταξε την Περλ, που φαινόταν εξουθενωμένη από το μακρύ και επίπονο ταξίδι τους. «Θέλω να μείνεις εδώ μαζί μου, Περλ», της είπε. «Σίγουρα ο μαρκήσιος δεν θα θέλει να μείνω εδώ για πολύ. Το ξέρεις αυτό», απάντησε η Περλ ανήσυχη. Τα χείλη της Κόραλ σφίχτηκαν και σχημάτισαν μια λεπτή, σκληρή γραμμή. «Ο μαρκήσιος είναι δικό μου θέμα, άσε με να το χειριστώ όπως νομίζω. Είμαι σίγουρη ότι θα δείξει κατανόηση. Εξάλλου λείπει στο εξωτερικό και θα επιστρέψει σε δύο εβδομάδες», συμπλήρωσε με ένα ζεστό χαμόγελο. «Λοιπόν, ελάτε τώρα να σας δείξω τα δωμάτιά σας». Το δωμάτιο της Άννας ήταν ένας πανέμορφος μικρός χώρος, διακοσμημένος στα χρώματα της θάλασσας, ένα αχνό, μουντό γαλάζιο και άσπρο. Η Κόραλ και η Περλ την καληνύχτισαν και η Άννα ετοιμάστηκε για τον βραδινό της ύπνο. Ο Τζοκ αναστέναξε και αυτός ανακουφισμένος και ξάπλωσε μακάρια μπροστά στο αναμμένο τζάκι. Καθώς χτένιζε τα μακριά μαλλιά της, η Άννα άρχισε να του μιλά. Έκανε ό,τι μπορούσε για να μη σκέφτεται τη μέρα που θα ξημέρωνε. Αλλά καθώς ξάπλωσε για να κοιμηθεί, όλες αυτές οι σκέψεις που με τόσο κόπο προσπαθούσε να διώξει από το μυαλό της ήρθαν σαν χείμαρρος και άρχισαν και πάλι να τη βασανίζουν. Ήταν άραγε αυτό που σκόπευε να κάνει αμαρτία; Πώς θα ένιωθε την επόμενη μέρα; Θα μπορούσε να ικανοποιήσει τον λόρδο;


Με κάποια δόση ντροπής και συστολής συνειδητοποίησε ότι αυτό που την απασχολούσε περισσότερο ήταν εκείνη η τελευταία σκέψη. Η Φελίσιτι άναψε με ένα μικρό σπαρματσέτο τα κεριά ενός μεγάλου κηροπηγίου και το έβαλε προσεκτικά στην άκρη του γραφείου. Ο Ρέτζιναλντ ήταν ιδιαίτερα ορεξάτος απόψε στο κρεβάτι. Στην ηλικία του ίσως θα έπρεπε να είναι πιο αργός και φειδωλός στις ερωτικές περιπτύξεις, σκέφτηκε. Η Φελίσιτι ξεφύσησε κουρασμένη. Το μόνο πράγμα που είχε αρχίσει να γίνεται πιο αργό ήταν ο χρόνος που χρειαζόταν για να ολοκληρώσει. Θα μπορούσε να είχε γράψει ένα ολόκληρο θεατρικό με πέντε πράξεις όση ώρα προσπαθούσε να τελειώσει ο καημένος, ιδροκοπώντας και ασθμαίνοντας επάνω στο κορμί της. Αλλά αντ’ αυτού οι σκέψεις της εκείνη τη στιγμή έτρεχαν στην Άννα Ρεν. Τι δουλειά είχε μια χήρα, μια απλή γυναίκα του χωριού στο Λονδίνο; Η Μητέρα Ρεν, όταν η Φελίσιτι της έκανε την ερώτηση, απάντησε ότι η νύφη της πήγε στο Λονδίνο για να αγοράσει μερικά τόπια ύφασμα. Ίσως η δικαιολογία να έβγαζε κάποιο νόημα, αλλά ήταν σίγουρη πως το Λονδίνο είχε να προσφέρει πολλές και ποικίλες απολαύσεις σε μια γυναίκα χωρίς συνοδό σαν την Άννα. Ήταν μάλιστα τόσες πολλές και ποικίλες, που η Φελίσιτι σκέφτηκε πως θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να ανακαλύψει τι ακριβώς σκόπευε να κάνει η χήρα στην πρωτεύουσα. Έβγαλε ένα καθαρό επιστολόχαρτο από το γραφείο του άντρα της και σήκωσε το καπάκι του μελανοδοχείου. Βούτηξε την πένα της στο σκούρο μελάνι και σταμάτησε για μια στιγμή σκεφτική. Ποιος από όλους τους γνωστούς που είχε στο Λονδίνο θα ήταν ο καταλληλότερος για κάτι τέτοιο; Η Βερόνικα ήταν πολύ περίεργη. Όσο για τον Τίμοθι, ενώ στο κρεβάτι οι σωματικές επιδόσεις του ήταν εντυπωσιακές, εκτός κρεβατιού οι διανοητικές του επιδόσεις ήταν κάτι παραπάνω από απογοητευτικές. Υπήρχε φυσικά και ο… Μα φυσικά! Η Φελίσιτι χαμογέλασε ικανοποιημένη και άρχισε με ύφος απόλυτης αυταρέσκειας να γράφει με κινήσεις παιχνιδιάρικες την επιστολή της. Ο άνθρωπος στον οποίο απευθυνόταν το γράμμα δεν ήταν ούτε ιδιαίτερα τίμιος ούτε ιδιαίτερα κύριος. Και δεν ήταν καθόλου μα καθόλου συμπαθής.


Κεφάλαιο Εννέα Το κοράκι πέταξε για λίγο κυκλικά πάνω από το κάτασπρο κάστρο και καθώς γλίστρησε αργά, σμήνη από ένα σωρό πουλιά άρχισαν να ξεπετάγονται από τους τοίχους και τις γωνιές του παλατιού και να πετούν στον αέρα φτερουγίζοντας χαρμόσυνα: τσίχλες και αιγίθαλοι, σπουργίτια και ψαρόνια, κοκκινολαίμηδες και τρωγλοδύτες. Κάθε είδος πουλιού που ήξερε η Αύρα και πολλά ακόμα που δεν ήξερε βρίσκονταν εκεί, στον ουρανό μαζί τους, να τους προϋπαντήσουν. Το κοράκι προσγειώθηκε τελικά και σύστησε τα πουλιά στην Αύρα λέγοντάς της ότι ήταν οι πιστοί του υπηρέτες. Ενώ, όμως, το κοράκι μπορούσε να μιλήσει με ανθρώπινη λαλιά, τα μικρά αυτά πουλιά δεν μπορούσαν. Εκείνο το βράδυ, τα πουλιά-υπηρέτες οδήγησαν την Αύρα σε μια υπέροχη σάλα, με το τραπέζι στρωμένο για το δείπνο. Ήταν ένα τεράστιο, μακρόστενο τραπέζι γεμάτο με ένα σωρό λιχουδιές, πιάτα που η Αύρα δεν είχε καν ποτέ φανταστεί. Περίμενε ότι το κοράκι θα έτρωγε μαζί της, αλλά δεν εμφανίστηκε ποτέ και αναγκάστηκε να δειπνήσει μόνη της. Μετά οι υπηρέτες την οδήγησαν σε ένα πανέμορφο υπνοδωμάτιο. Πάνω στο τεράστιο κρεβάτι υπήρχε μια αέρινη νυχτικιά από φίνο, απαλό μετάξι. Τη φόρεσε και ξάπλωσε στο μαλακό στρώμα. Ο ύπνος την πήρε αμέσως και ήταν βαθύς, χωρίς όνειρα… Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

Η καταραμένη η περούκα τού προκαλούσε μια απίστευτη φαγούρα και έντονο εκνευρισμό. Ο Έντουαρντ έβαλε το πορσελάνινο πιατάκι με τις μαρέγκες στην ποδιά του και σκέφτηκε πόσο θα ανακουφιζόταν αν μπορούσε να βάλει ένα έστω δάχτυλο κάτω από την περούκα και να ξύσει το κεφάλι του. Ή, ακόμα καλύτερα, τι ωραία που θα ήταν να μπορούσε να τη βγάλει εντελώς. Αλλά οι περούκες ήταν απαραίτητο αξεσουάρ για τις επίσημες εμφανίσεις ενός καθωσπρέπει αριστοκράτη. Και η επίσκεψή του στην οικογένεια της μνηστής του ήταν σίγουρα μια περίσταση που απαιτούσε μια εξαιρετικά προσεγμένη εμφάνιση. Είχε περάσει μια ολόκληρη ημέρα στη σέλα ενός αλόγου, ταξιδεύοντας προς το Λονδίνο και σήμερα το πρωί είχε σηκωθεί από το χάραμα, όπως έκανε πάντα, όσο ντεμοντέ κι αν ήταν κάτι τέτοιο. Και φυσικά, έπρεπε να περιμένει τρώγοντας τα νύχια του αρκετές ώρες μέχρι να φτάσει η κατάλληλη στιγμή που εθεωρείτο πρέπον για έναν κύριο να επισκεφθεί μια νεαρή δεσποινίδα. Αυτοί οι αναθεματισμένοι κανόνες της καλής κοινωνίας… στον διάολο και αυτοί και η κοινωνία τους. Απέναντί του, η μελλοντική πεθερά του μιλούσε ασταμάτητα σε όλους ή σε κανέναν ή απλώς στον χώρο. Μάλλον δεν μιλούσε, έκανε διάλεξη. Η λαίδη Γκέραρντ ήταν μια μάλλον όμορφη γυναίκα, με πλατύ μέτωπο και μεγάλα, ολοστρόγγυλα γαλάζια μάτια. Είχε παραδοθεί σε μια ατελείωτη λογοδιάρροια με θέμα τα πιο μοντέρνα σχέδια καπέλων και δεν φαινόταν διατεθειμένη να σταματήσει. Από την άλλη, το ζήτημα αυτό με τα καπέλα άφηνε τον Έντουαρντ παγερά αδιάφορο και κρίνοντας από τις μηχανικές κινήσεις που έκανε το κεφάλι του σερ Ρίτσαρντ, καθώς κάθε τόσο της έγνεφε θετικά, το ίδιο ίσχυε και για τον άμοιρο σύζυγό της. Από ό,τι φάνηκε όμως, όταν η λαίδη Γκέραρντ ξεκινούσε να


μιλά, μόνο μια θεϊκή παρέμβαση μπορούσε να τη σταματήσει. Ένας κεραυνός, παραδείγματος χάριν. Τα μάτια του Έντουαρντ έγιναν δυο μικρές σχισμές. Από την άλλη, ίσως και αυτός ακόμα ο κεραυνός να μην ήταν αρκετός. Η Σίλβια, η μνηστή του, ήταν καθισμένη με χάρη διαγώνια απέναντί του. Τα μάτια της ήταν σαν της μητέρας της, στρογγυλά, φωτεινά και γαλάζια. Είχε πραγματικά τα απόλυτα αγγλικά χρώματα: ένα υγιές, ροδαλό, φωτεινό δέρμα και πλούσια, κατάξανθα μαλλιά. Κατά κάποιον τρόπο του θύμιζε τη μητέρα του. Ο Έντουαρντ ήπιε μια γουλιά από το τσάι του και φαντάστηκε ότι ήταν ουίσκι. Στο μικρό τραπεζάκι δίπλα στη Σίλβια υπήρχε ένα βάζο γεμάτο παπαρούνες. Τα λουλούδια είχαν ένα ζωηρό κόκκινο χρώμα και έρχονταν σε τέλεια αντίθεση με τα χρώματα του δωματίου, όπου δέσποζε το κίτρινο και το πορτοκαλί. Αυτά τα άνθη και η κοπέλα που καθόταν δίπλα τους, με την πανέμορφη τουαλέτα της σε σκούρο τυρκουάζ, θα ήταν το τέλειο θέμα για έναν ζωγράφο. Μήπως την είχε τοποθετήσει εκεί σκόπιμα η μητέρα της; Τα παμπόνηρα μάτια της λαίδης Γκέραρντ έβγαζαν σπίθες καθώς ανέλυε με ύφος περισπούδαστο τη χρήση της γάζας στα καπέλα της εποχής. Ναι, η εικόνα ήταν σίγουρα σκηνοθετημένη, ήταν μια πόζα. Αλλά οι παπαρούνες δεν ανθίζουν κανονικά αυτή την εποχή. Αυτό σήμαινε πως η συγκεκριμένη ανθοδέσμη θα πρέπει να στοίχισε πολλά χρήματα, γιατί μόνο αν την κοιτούσες με πολλή προσοχή και από πολύ κοντά μπορούσες να καταλάβεις πως τα μπουμπούκια αυτά ήταν φτιαγμένα από φίνο μετάξι και κερί. Έβαλε το πιάτο του στο τραπέζι δίπλα του. «Θα μπορούσατε ίσως, δεσποινίς Γκέραρντ, να με ξεναγήσετε στους κήπους σας;» είπε με ευγένεια. Η λαίδη Γκέραρντ έκανε μια πολύ σύντομη παύση για να δώσει τη συγκατάθεσή της με ένα απλό νεύμα. Η Σίλβια σηκώθηκε και τον οδήγησε στον μικρό κήπο του αστικού αρχοντικού, περνώντας από τις μεγάλες μπαλκονόπορτες του σαλονιού, με την πλούσια ταφταδένια φούστα της να θροΐζει μελωδικά σε κάθε της βήμα. Άρχισαν να βηματίζουν αργά πάνω στο μικρό μονοπάτι, με το χέρι της να ακουμπά απαλά στο μπράτσο του. Ο Έντουαρντ προσπάθησε να βρει κάτι να πει, να ξεκινήσει μια ευχάριστη κουβέντα, αλλά δεν μπόρεσε να σκεφτεί τίποτα, λες και το μυαλό του είχε αδειάσει εντελώς. Δεν μπορούσε φυσικά με μια δεσποινίδα της τάξης της να αρχίσει να συζητά για την εναλλασσόμενη καλλιέργεια ή για τους διάφορους τρόπους αποστράγγισης ενός χωραφιού ούτε φυσικά για τις νέες τεχνικές κομποστοποίησης. Η αλήθεια ήταν ότι δεν υπήρχε ούτε ένα ενδιαφέρον θέμα το οποίο θα μπορούσε να συζητήσει μαζί της. Καθώς συνέχιζαν τη βόλτα τους, ο Έντουαρντ έσκυψε και είδε ένα μικρό, κίτρινο ανθάκι που δεν ήταν ούτε ασφόδελος ούτε πρίμουλα και αμέσως αναρωτήθηκε αν η κυρία Ρεν είχε κάτι τέτοιο στον κήπο της. «Μήπως ξέρετε τι λουλούδι είναι αυτό;» ρώτησε τη δεσποινίδα Γκέραρντ. Η Σίλβια έσκυψε για να κοιτάξει καλύτερα το λουλούδι. «Όχι, λόρδε μου», απάντησε εκείνη με τα φρύδια της να σμίγουν σε έναν μορφασμό όλο απορία. «Θα θέλατε να ρωτήσουμε τον κηπουρό;» «Δεν υπάρχει λόγος», της απάντησε εκείνος και στάθηκε πάλι όρθιος, τινάζοντας το χώμα από τα χέρια του. «Απλώς αναρωτήθηκα προς στιγμήν», είπε κάπως


αμήχανα. Είχαν φτάσει στο τέλος του μικρού μονοπατιού που οδηγούσε σε ένα πέτρινο παγκάκι, δίπλα στη μάντρα του κήπου. Ο Έντουαρντ έβγαλε από την τσέπη του ένα μαντιλάκι και το άπλωσε με περισσή ευγένεια πάνω στο πέτρινο κάθισμα. Της έδειξε τη θέση με μια ιπποτική χειρονομία. «Παρακαλώ!» Η κοπέλα κάθισε με μια χαριτωμένη κίνηση και δίπλωσε τα χέρια της πάνω στην αφράτη φούστα. Εκείνος έδεσε τα χέρια πίσω από την πλάτη και άφησε το βλέμμα του να πάει για ακόμα μια φορά στο κίτρινο λουλούδι. «Θα ήθελα να ξέρω αν αυτή μας η… ένωση σας βρίσκει σύμφωνη, δεσποινίς Γκέραρντ», της είπε κοφτά. «Απόλυτα σύμφωνη, λόρδε μου», απάντησε ατάραχη εκείνη, μιας και η ευθύτητα της ερώτησης δεν την είχε αιφνιδιάσει καθόλου. «Τότε θα μου κάνετε την τιμή να γίνετε γυναίκα μου;» «Ναι, λόρδε μου», απάντησε εκείνη. «Ωραία», είπε ο Έντουαρντ και έσκυψε να φιλήσει το μάγουλό της, το οποίο είχε ήδη πάρει θέση για να λάβει το φιλί της επισημοποίησης. Η φαγούρα από την καταραμένη περούκα του είχε γίνει τώρα ανυπόφορη. «Α εδώ είστε!» Η φωνή της Κόραλ έσπασε τη σιωπή στη μικρή βιβλιοθήκη. «Χαίρομαι που βρήκατε κάτι ενδιαφέρον να κάνετε», είπε. Η Άννα αναπήδησε αιφνιδιασμένη και μόλις που κατάφερε να πιάσει στον αέρα το βιβλίο που κόντεψε να της πέσει από τα χέρια. Γύρισε και είδε τη νεαρή οικοδέσποινα να την κοιτάζει με ύφος ικανοποίησης. «Με συγχωρείτε! Μάλλον είμαι συνηθισμένη στα ωράρια της εξοχής. Όταν κατέβηκα στη σάλα του πρωινού, δεν ήταν ακόμα τίποτα έτοιμο. Η υπηρέτρια μου πρότεινε να ρίξω μια ματιά σε αυτό το δωμάτιο», είπε η Άννα κάπως απολογητικά. Κρατούσε ακόμη ανοιχτό το βιβλίο μπροστά της, ως απόδειξη των όσων έλεγε, αλλά μόλις συνειδητοποίησε τις μάλλον τολμηρές εικονογραφήσεις, προτίμησε να το χαμηλώσει βιαστικά. Η Κόραλ έριξε μια γρήγορη ματιά στον τίτλο του βιβλίου που κρατούσε η καλεσμένη της. «Αυτό είναι πολύ καλό, αλλά νομίζω πως αυτό θα σας φανεί πολύ πιο χρήσιμο γι’ αυτό που σκοπεύετε να κάνετε απόψε», είπε η Κόραλ και απλώνοντας το χέρι της, κατέβασε από ένα ράφι έναν λεπτό πράσινο τόμο και τον άφησε στα χέρια της Άννας. «Ω! Εεε… ευχαριστώ», είπε η Άννα ενώ κατάλαβε πως το πρόσωπό της είχε ήδη πάρει όλες τις αποχρώσεις, από αχνό ροζ μέχρι βαθύ κόκκινο. Δεν είχε νιώσει μεγαλύτερη ντροπή και συστολή στη ζωή της ποτέ. Η Κόραλ, ντυμένη άψογα με ένα κίτρινο φουστάνι, δεν έδειχνε πάνω από δεκάξι. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια καθωσπρέπει δεσποινίδα που ετοιμαζόταν να επισκεφθεί τις συνομήλικες φίλες της για να περάσουν μια μέρα με αθώα κουτσομπολιά και κοριτσίστικα παιχνίδια. Μόνο τα μάτια της μαρτυρούσαν την πραγματικότητα, που ήταν τόσο διαφορετική. «Ελάτε, μπορούμε τώρα να πάρουμε μαζί το πρωινό μας», της είπε ευγενικά και την οδήγησε στη σάλα του πρωινού, όπου τις περίμενε ήδη η Περλ, καθισμένη στο τραπέζι.


Ολόκληρος ο μπουφές πίσω από το τραπέζι ήταν γεμάτος από πιάτα με διάφορες λιχουδιές για το πρωινό τους, αλλά η Άννα συνειδητοποίησε ότι δεν είχε καθόλου όρεξη για φαγητό. Κάθισε σε μια καρέκλα απέναντι από την Κόραλ, έχοντας βάλει στο πιάτο της μόνο μια φέτα φρυγανισμένο ψωμί. Μετά το πρωινό, η Περλ ζήτησε να τη συγχωρήσουν και αποσύρθηκε ενώ η Κόραλ έγειρε προς τα πίσω στην καρέκλα της και κάθισε πιο αναπαυτικά. Η Άννα ένιωσε τους μυς στον αυχένα και στην πλάτη της να σφίγγουν άθελά της. «Νομίζω πως έχει έρθει η ώρα να συζητήσουμε λίγο για τα σχέδιά μας απόψε», είπε η Κόραλ με σοβαρότητα. «Τι προτείνετε;» ρώτησε η Άννα. «Έχω αρκετά φορέματα που ίσως θα έπρεπε να δοκιμάσετε. Όποιο και να διαλέξετε μπορεί να διορθωθεί και να έρθει στα μέτρα σας με μικρές επιδιορθώσεις. Επίσης, θα πρέπει να συζητήσουμε για τα σφουγγάρια». «Πώς είπατε;» είπε η Άννα ανοιγοκλείνοντας αθώα τα μάτια της. Τι σχέση μπορεί να είχαν όλα αυτά με τα σφουγγάρια; «Ίσως να μην το γνωρίζετε», είπε η Κόραλ ρουφώντας ατάραχη το τσάι της. «Τα σφουγγάρια αυτά είναι ειδικά και τα εισάγουμε στο σώμα μας για να αποφύγουμε μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη». Το μυαλό της Άννας σταμάτησε για λίγο και στάθηκε εκεί παγωμένη. Πρώτη φορά στη ζωή της άκουγε για κάτι τέτοιο. «Εγώ… ίσως να μην είναι απαραίτητα. Ήμουν παντρεμένη τέσσερα χρόνια και δεν είχα καταφέρει να συλλάβω». «Τότε μπορούμε να τα παραβλέψουμε», απάντησε η Κόραλ. Η Άννα έπαιξε αμήχανα με το φλιτζάνι του τσαγιού που βρισκόταν μπροστά της. Η Κόραλ, όμως, συνέχισε. «Έχετε σκοπό να εμφανιστείτε στο σαλόνι του χώρου υποδοχής στη “Σπηλιά της Αφροδίτης” για να επιλέξετε έναν κύριο της αρεσκείας σας ή έχετε κάποιον συγκεκριμένο κύριο στο μυαλό σας;» είπε ρίχνοντάς της ένα διαπεραστικό, εξεταστικό βλέμμα. Η Άννα δίστασε και για να κερδίσει χρόνο ήπιε μια γερή γουλιά από το τσάι της. Άραγε μπορούσε να εμπιστευτεί την Κόραλ; Είχε από την πρώτη στιγμή ακολουθήσει την κοπέλα αυτή δείχνοντάς της σχεδόν τυφλή υπακοή και είχε κάνει ό,τι ακριβώς της είχε πει με απόλυτη αφέλεια. Αλλά στην ουσία δεν τη γνώριζε καθόλου. Μπορούσε να της εμπιστευτεί αυτό που ήθελε πραγματικά; Μπορούσε να της πει το όνομα του λόρδου Σγουόρτινγχαμ; Η Κόραλ, ήταν σαφές, διάβασε με ευκολία τη σιωπή της. «Είμαι πόρνη», της είπε με ύφος ανέκφραστο. «Και εκτός αυτού, δεν είμαι καλός άνθρωπος. Αλλά παρ’ όλα αυτά, ο λόγος μου είναι συμβόλαιο». Κοίταξε την Άννα στα μάτια, με το διαπεραστικό, έντονο βλέμμα της. «Συμβόλαιο. Σας ορκίζομαι ότι δεν πρόκειται ποτέ εν γνώσει μου να βλάψω ή να προδώσω εσάς ή οποιονδήποτε δικό σας άνθρωπο». «Σας ευχαριστώ!» απάντησε η Άννα. Το στόμα της Κόραλ έκανε μια σύσπαση. «Εγώ πρέπει να σας πω ευχαριστώ. Δεν είναι πολλοί αυτοί που θα εμπιστεύονταν τον λόγο μιας πόρνης». Η Άννα απλώς αγνόησε το τελευταίο σχόλιο και αποφάσισε να απαντήσει στην προηγούμενη ερώτηση της Κόραλ. «Ναι, σωστά μαντέψατε, θα ήθελα να συναντήσω έναν συγκεκριμένο κύριο», είπε


και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Τον λόρδο Σγουόρτινγχαμ!» Τα μάτια της Κόραλ άνοιξαν διάπλατα. «Δηλαδή έχετε κάποιο ραντεβού με τον λόρδο Σγουόρτινγχαμ στη “Σπηλιά της Αφροδίτης”;» «Όχι. Αυτός δεν έχει ιδέα για όλα αυτά», απάντησε η Άννα βιαστικά. «Και ούτε θα ήθελα να καταλάβει τίποτα». Η Κόραλ δεν μπόρεσε να πνίξει ένα γελάκι που βγήκε αυθόρμητα. «Με συγχωρείτε, αλλά μάλλον μπερδεύτηκα. Θέλετε να περάσετε μια βραδιά με τον λόρδο –οι δυο σας στο κρεβάτι–, αλλά δεν θέλετε να καταλάβει τίποτα; Σκοπεύετε να τον ναρκώσετε;» «Ω όχι. Με παρεξηγήσατε», είπε η Άννα νιώθοντας σίγουρη πως το πρόσωπό της ήταν πια φανερά και μόνιμα κόκκινο. «Θέλω να περάσω μια νύχτα με τον λόρδο – οι δυο μας στο κρεβάτι. Απλώς δεν θέλω να καταλάβει ότι είμαι εγώ, κατά κάποιον τρόπο». Η Κόραλ χαμογέλασε και έγειρε το κεφάλι της στο πλάι σκεφτική. «Μα πώς;» «Μάλλον δεν τα εξηγώ καλά», απάντησε η Άννα αναστενάζοντας και προσπάθησε να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της. «Βλέπετε, ο λόρδος έχει έρθει στο Λονδίνο για δουλειές. Έχω λόγους να πιστεύω πως θα επισκεφθεί τη “Σπηλιά της Αφροδίτης”, ίσως ακόμα κι απόψε», είπε τελικά και δάγκωσε αμήχανα τα χείλη της. «Αλλά φυσικά δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς τι ώρα». «Αυτό μπορούμε να το μάθουμε», απάντησε η Κόραλ. «Αλλά πώς νομίζετε πως μπορείτε να κρύψετε την ταυτότητά σας;» «Η Περλ μου είπε πως πολλές κυρίες φορούν μάσκα όταν επισκέπτονται τη “Σπηλιά της Αφροδίτης”. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι θα μπορούσα να φορέσω κι εγώ μία». «Χμμ», έκανε η Κόραλ. «Πιστεύετε πως δεν θα έχει αποτέλεσμα;» ρώτησε η Άννα με αγωνία, χτυπώντας νευρικά τα δάχτυλά της στο φλιτζάνι με το τσάι. «Είστε υπάλληλος του λόρδου, δεν είναι έτσι;» «Είμαι η γραμματέας του». «Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να γνωρίζετε πως υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να σας αναγνωρίσει», την προειδοποίησε η Κόραλ. «Μα αν φορώ μάσκα…» «Θα ακούσει τη φωνή σας, θα δει τα μαλλιά σας, θα αναγνωρίσει το σώμα σας», απάντησε η Κόραλ, απαριθμώντας ένα-ένα τα προβλήματα με τα δάχτυλά της. «Ακόμα και η μυρωδιά σας μπορεί να σας προδώσει, αν έχει τύχει να έρθετε αρκετά κοντά στο παρελθόν». «Ναι, φυσικά, έχετε δίκιο», είπε η Άννα απογοητευμένη, προσπαθώντας να μην αφήσει τα δάκρυα να τρέξουν από τα μάτια της. «Δεν λέω φυσικά ότι δεν μπορεί να γίνει», την καθησύχασε η Κόραλ με ψυχραιμία. «Απλώς… θέλω να κατανοήσετε τους κινδύνους». Η Άννα προσπάθησε να σκεφτεί. Ήταν τόσο δύσκολο να συγκεντρώσει τις σκέψεις της ενώ βρισκόταν τόσο κοντά στον στόχο της. «Ναι, ναι, νομίζω ότι τους κατανοώ». Η Κόραλ της έριξε άλλη μια εξεταστική ματιά. Έπειτα χτύπησε τα χέρια της μια φορά αποφασιστικά. «Ωραία. Λοιπόν, πρώτα πρέπει να βρούμε το κατάλληλο


κοστούμι. Θα χρειαστούμε μια μάσκα που να καλύπτει σχεδόν όλο σας το πρόσωπο. Ας ζητήσουμε τη βοήθεια της καμαριέρας μου της Ζιζέλ. Στη βελόνα είναι ασυναγώνιστη». «Αλλά πώς θα μάθουμε αν ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ έχει σκοπό να επισκεφθεί τη “Σπηλιά της Αφροδίτης” απόψε;» ρώτησε η Άννα. «Αχ, παραλίγο να το ξεχάσω», είπε η Κόραλ και χτύπησε το κουδούνι της υπηρεσίας για να της φέρουν τα σύνεργα της αλληλογραφίας. Χωρίς να χάσει χρόνο, κάθισε στο τραπέζι του πρωινού και συνέταξε μια σύντομη επιστολή. Καθώς έγραφε, μιλούσε. «Γνωρίζω τη διαχειρίστρια και συνιδιοκτήτρια της “Σπηλιάς της Αφροδίτης”. Παλιά λεγόταν κυρία Λάβεντερ, αλλά τώρα αποκαλεί τον εαυτό της Αφροδίτη. Είναι μια άπληστη βρομόγρια, αλλά μου χρωστά χάρη και μάλιστα πολύ μεγάλη. Ίσως νομίζει πως το έχω ξεχάσει, οπότε θα ταρακουνηθεί αρκετά όταν λάβει αυτό το γράμμα». Η Κόραλ σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε την Άννα με ένα πλατύ, δαιμόνιο χαμόγελο. «Εγώ, φυσικά, δεν ξεχνώ ποτέ ένα χρέος, οπότε κατά κάποιον τρόπο μου κάνετε και εξυπηρέτηση, αφού μου δίνετε την ευκαιρία να εξαργυρώσω κάτι τόσο σημαντικό». Φύσηξε πάνω στο υγρό μελάνι για να στεγνώσει πιο γρήγορα, δίπλωσε το χαρτί και σφράγισε την επιστολή με βουλοκέρι. Έπειτα κάλεσε τον υπηρέτη της για να το παραδώσει. «Οι κύριοι που επισκέπτονται τακτικά τη “Σπηλιά της Αφροδίτης” φροντίζουν να κλείνουν κάποιο ραντεβού, ώστε να είναι σίγουροι πως θα υπάρχει κρατημένο γι’ αυτούς ένα καλό δωμάτιο και μια κοπέλα στη διάθεσή τους για τη νύχτα», εξήγησε η Κόραλ. «Η κυρία Λάβεντερ θα μας ενημερώσει αν ισχύει κάτι τέτοιο για τον λόρδο σας απόψε». «Και αν όντως ο λόρδος έχει κάνει κράτηση;» ρώτησε η Άννα αναστατωμένη. «Τότε θα κάνουμε κι εμείς τα σχέδιά μας», απάντησε η Κόραλ και σερβίρισε ακόμα ένα φλιτζάνι τσάι και στις δυο τους. «Ίσως να κλείσετε εσείς ένα δωμάτιο και να αναλάβει η κυρία Λάβεντερ να στείλει σε αυτό το δωμάτιο τον λόρδο Σγουόρτινγχαμ». Τα μάτια της έγιναν δυο σχισμές ξαφνικά, καθώς το μυαλό της σκεφτόταν διεξοδικά το σχέδιο. «Ναι, πιστεύω πως αυτή είναι η καλύτερη λύση. Στο δωμάτιο δεν θα υπάρχει άλλο φως, εκτός από ελάχιστα κεριά, έτσι ώστε να μην μπορεί να σας διακρίνει καλά». «Θαυμάσια», απάντησε η Άννα χαμογελαστή. Η Κόραλ έδειξε να εκπλήσσεται προς στιγμήν με την αντίδραση της Άννας, αλλά αμέσως χάρισε στην Άννα ένα πλατύ χαμόγελο. Ήταν το πιο ειλικρινές και καλοσυνάτο χαμόγελο που είχε ποτέ εισπράξει η Άννα. Ίσως τελικά το σχέδιό τους να πετύχαινε. Η «Σπηλιά της Αφροδίτης» ήταν μια πολυτελής απάτη, σκέφτηκε η Άννα καθώς κοιτούσε το κτίριο από το παράθυρο της άμαξας εκείνο το βράδυ. Ήταν ένα τετραώροφο οίκημα με μαρμάρινες κολόνες, διακοσμημένο με χρυσά στοιχεία, που με την πρώτη ματιά έδειχνε πραγματικά εντυπωσιακό. Αλλά αν το κοιτούσε κανείς με περισσότερη προσοχή, θα έβλεπε πως το μάρμαρο ήταν απλώς μια τεχνοτροπία φτιαγμένη με μπογιά και τα χρυσά στοιχεία καλογυαλισμένος αλλά φθαρμένος μπρούντζος. Η άμαξα έστριψε σε έναν στενό δρόμο και σταμάτησε μπροστά στην πίσω είσοδο του κτιρίου.


Η Κόραλ, καθισμένη στη σκοτεινή πλευρά της άμαξας, απέναντι στην Άννα, έγειρε προς τα εμπρός και είπε χαμηλόφωνα: «Είστε έτοιμη, κυρία Ρεν;». Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα και έλεγξε για μια τελευταία φορά τη μάσκα της για να βεβαιωθεί ότι βρισκόταν στη θέση της. Σηκώθηκε και προσπάθησε να στηριχτεί στα τρεμάμενα πόδια της, ακολουθώντας την Κόραλ που είχε ήδη βγει από την άμαξα. Όταν βρέθηκε στον δρόμο, είδε ένα μικρό φανάρι να φωτίζει αμυδρά την πίσω πόρτα, το αχνό του φως σκόρπιζε και χανόταν στο στενό δρομάκι. Καθώς έκαναν να ανηφορίσουν και να χτυπήσουν την πόρτα, εκείνη άνοιξε ξαφνικά και από πίσω εμφανίστηκε μια ψηλή γυναίκα με βαμμένα κόκκινα με χέννα μαλλιά. «Α κυρία Λάβεντερ», είπε η Κόραλ. «Αφροδίτη, αν έχετε την καλοσύνη», απάντησε κοφτά η γυναίκα εκνευρισμένη. Η Κόραλ έσκυψε το κεφάλι με μια ειρωνική έκφραση στο πρόσωπο. Μπήκαν στο φωτισμένο χολ και η Άννα διαπίστωσε πως η Αφροδίτη, η κυρία Λάβεντερ, φορούσε μια μοβ τουαλέτα που έμοιαζε με αρχαιοελληνικό χιτώνα. Μια χρυσή μάσκα κρεμόταν από το ένα της χέρι. Η μαντάμ γύρισε και κοίταξε με τα πονηρά και διαπεραστικά μάτια της την Άννα. «Κι εσείς είστε;…» «Μια φίλη», πρόλαβε να απαντήσει η Κόραλ πριν η Άννα ανοίξει το στόμα της. Η Άννα της έριξε μια ματιά όλο ευγνωμοσύνη και σκέφτηκε πόσο δίκιο είχε η Κόραλ που επέμενε να φορέσει τη μάσκα της πριν φύγουν από το σπίτι. Δεν θα ήταν καθόλου φρόνιμο να αφήσει τη μαντάμ να δει το πρόσωπό της. Η Αφροδίτη έριξε μια δυσαρεστημένη ματιά στην Κόραλ και οδήγησε τις δυο γυναίκες στα ενδότερα. Αφού ανέβηκαν μερικές σκάλες και πέρασαν από έναν στενό διάδρομο, σταμάτησαν πίσω από μια πόρτα. Η μαντάμ την άνοιξε και με μια απλή χειρονομία τις κάλεσε να περάσουν. «Θα έχετε το δωμάτιο ως το χάραμα. Θα ενημερώσω τον λόρδο ότι τον περιμένετε όταν φτάσει», είπε και χωρίς άλλο σχόλιο έκανε μεταβολή και έφυγε. «Καλή τύχη, κυρία Ρεν», είπε η Κόραλ και βγήκε κι εκείνη βιαστικά από το δωμάτιο. Η Άννα έκλεισε προσεκτικά την πόρτα πίσω της και στάθηκε για ένα λεπτό ακίνητη για να πάρει μια σωστή ανάσα, αφήνοντας το βλέμμα της να περιπλανηθεί γύρω στον χώρο. Το δωμάτιο, κατά παράδοξο τρόπο, ήταν διακοσμημένο με πολύ γούστο, αν σκεφτεί κανείς ότι βρισκόταν μέσα σε ένα πορνείο. Η Άννα έτριψε τα χέρια της μεταξύ τους για να τα ζεστάνει. Τα παράθυρα ήταν καλυμμένα με πλούσιες, βελούδινες κουρτίνες και στο μαρμάρινο τζάκι έκαιγε μια δυνατή και ευχάριστη φωτιά, ενώ μπροστά του βρίσκονταν δυο πανέμορφες, πανάκριβες πολυθρόνες. Σήκωσε τα σκεπάσματα για να επιθεωρήσει το κρεβάτι. Ευτυχώς, τα σεντόνια ήταν καθαρά, ή τουλάχιστον φαίνονταν καθαρά. Έβγαλε το παλτό της και το ακούμπησε σε μια από τις πολυθρόνες. Κάτω από το πανωφόρι της φορούσε μια διάφανη τουαλέτα που είχε δανειστεί από την Κόραλ. Η Άννα υπέθεσε ότι ήταν κατά πάσα πιθανότητα νυχτικό, αλλά ήταν εξαιρετικά άβολο, αν προοριζόταν για τέτοια χρήση. Το επάνω μέρος ήταν κυρίως φτιαγμένο από δαντέλα. Η Κόραλ, παρ’ όλα αυτά, την είχε διαβεβαιώσει πως αυτή ήταν η κατάλληλη αμφίεση για μια τέτοια νύχτα. Η μάσκα της, φτιαγμένη από σατέν, είχε


σχήμα πεταλούδας. Ήταν αρκετά μεγάλη για να καλύπτει το μέτωπο και το πρόσωπό της, καθώς σχεδόν και τα δυο της μάγουλα. Οι τρύπες για τα μάτια ήταν οβάλ, αλλά στις άκρες ανέβαιναν προς τα πάνω με μια χαριτωμένη καμπύλη, που τα έκανε να μοιάζουν σχεδόν εξωτικά. Τα μαλλιά της ήταν λυτά και έπεφταν σαν χείμαρρος στους ώμους της, ενώ ξεχώριζαν οι ολοστρόγγυλες, καλοσχηματισμένες μπούκλες. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ δεν την είχε δει ποτέ με τα μαλλιά της λυτά. Όλα ήταν έτοιμα. Η Άννα περπάτησε νευρικά μέχρι το τζάκι και άρχισε να παίζει νευρικά με ένα από τα κεριά. Μα τι στο καλό έκανε εκεί μέσα; Το σχέδιό της ήταν ανόητο και καταδικασμένο να αποτύχει. Τι διάολο την είχε πιάσει και βρέθηκε εκεί; Είχε ακόμα χρόνο να ακυρώσει τα πάντα. Θα μπορούσε αυτή τη στιγμή να βγει από το δωμάτιο, να πάρει την άμαξα και… Η πόρτα άνοιξε. Η Άννα γύρισε και έμεινε ακίνητη, παγωμένη. Η μορφή ενός άντρα εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας, με τη σιλουέτα του να διαγράφεται ξεκάθαρα από το φως του διαδρόμου. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου ένιωσε τον φόβο να την καταβάλλει και έκανε ένα βήμα προς τα πίσω φανερά τρομαγμένη. Δεν μπορούσε καν να είναι σίγουρη πως αυτός ο άντρας ήταν πράγματι ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ. Αλλά όταν εκείνος προχώρησε και μπήκε στο δωμάτιο, η Άννα τον αναγνώρισε αμέσως από το σχήμα του κεφαλιού του, το βάδισμά του, τις κινήσεις των χεριών του, καθώς έβγαζε το παλτό του. Ο λόρδος ακούμπησε το πανωφόρι του στην πολυθρόνα και την πλησίασε φορώντας το πουκάμισο, το γιλέκο και το παντελόνι του. Η Άννα δεν ήξερε τι να πει και τι να κάνει. Με νευρικές κινήσεις, άρπαξε μερικές τούφες από τα μαλλιά της που είχαν πέσει στο πρόσωπό της και τις στερέωσε πίσω από τα αφτιά της. Δεν μπορούσε να διακρίνει την έκφραση του προσώπου του μέσα στο ημίφως, αλλά το ίδιο ίσχυε και γι’ αυτόν. Ο λόρδος στάθηκε μπροστά της, άπλωσε τα χέρια του και την πήρε στην αγκαλιά του. Εκείνη χαλάρωσε αμέσως και σήκωσε το πρόσωπό της, περιμένοντας να τη φιλήσει. Εκείνος, όμως, δεν φίλησε τα χείλη της. Αντίθετα, προσπέρασε τελείως το πρόσωπό της και με τα χείλη του άρχισε να φιλά αχόρταγα την καμπύλη του λαιμού της. Η Άννα άρχισε να τρέμει. Περίμενε τόσο καιρό για ένα άγγιγμά του και τώρα ξαφνικά ένιωθε την υγρή του γλώσσα να τρέχει πεινασμένα πάνω στον λαιμό της και να φτάνει ως την άκρη του ώμου της, περνώντας πάνω από τους τεντωμένους μυς που αντιδρούσαν σε κάθε κίνησή της. Ήταν ένα συναίσθημα τόσο σοκαριστικό, όσο και υπέροχο. Άρπαξε τα μπράτσα του. Τα χείλη του συνέχισαν να την εξερευνούν, περνώντας πάνω από το στέρνο της και κατά μήκος της κλείδας στον λαιμό της. Με κάθε φιλί ένιωθε μια γλυκιά και συνάμα τρομακτική ανατριχίλα. Οι ρώγες της, σκληρές και ατίθασες, πετάχτηκαν μονομιάς, παλεύοντας να σκίσουν την άγρια δαντέλα της νυχτικιάς της. Εκείνος άπλωσε το χέρι του και κατέβασε αργά το μανίκι που κάλυπτε τον ένα της ώμο. Η δαντέλα πιάστηκε προς στιγμήν στη σκληρή σαν πέτρα ρώγα της και σχεδόν τη γρατζούνισε καθώς έπεσε για να αποκαλύψει το στήθος της. Η ανάσα της έγινε πιο βαριά και πιο κοφτή. Το χέρι του κατέβηκε από τον ώμο της και με κινήσεις αργές αλλά και σίγουρες έπιασε το στήθος της, σκεπάζοντάς το με πάθος. Η ανάσα της κόπηκε για μια στιγμή και ένιωσε τον σφυγμό της να χτυπά δυνατά


στο στέρνο της. Κανένας δεν την είχε αγγίξει εκεί εδώ και έξι χρόνια. Και ο μόνος άντρας που την είχε αγγίξει ήταν ο άντρας της. Το χέρι του ήταν καυτό, το ένιωσε να καίει το δροσερό δέρμα του σφιχτού στήθους της. Με κινήσεις αργές και νωχελικές, άρχισε να μαλάζει τη φλεγόμενη πλέον σάρκα της, ενώ με τα δάχτυλά του ψηλαφούσε την τέλεια καμπύλη μέχρι να βρει τη ροδαλή και ερεθισμένη ρώγα της. Με τον αντίχειρα και τον δείκτη εντόπισε τη σκληρή προεξοχή και την πίεσε απαλά, ενώ παράλληλα δάγκωσε τον ώμο της. Η Άννα σκίρτησε από ηδονή, που κατέλαβε το σώμα της σαν ηλεκτρικό ρεύμα, περνώντας από κάθε πόρο του κορμιού της μέσα της και στέλνοντας σήματα σχεδόν επώδυνης απόλαυσης στο ερεθισμένο της εφήβαιο. Οι μύες της κοιλιάς της σφίχτηκαν απότομα. Τα χέρια της άρχισαν να ανεβαίνουν αργά από τα μπράτσα του προς τους ώμους, ενώ τα δάχτυλά της πίεζαν και χάιδευαν το γεροδεμένο σώμα του, αναζητώντας και αυτά λαίμαργα τη γυμνή του σάρκα. Τα μαλλιά του ήταν κάπως υγρά από το ψιλόβροχο εκείνης της βραδιάς και τώρα στα ρουθούνια της έφτασε η μυρωδιά του έντονη, μεθυστική, μύριζε μπράντι και ιδρώτα. Το πρόσωπό της αναζήτησε το δικό του και προσπάθησε να έρθει κοντά του, αλλά εκείνος και πάλι το απέφυγε. Έκανε τότε κι εκείνη το ίδιο. Ήθελε τόσο πολύ να τον φιλήσει. Αλλά ξαφνικά, με μια σχεδόν βίαιη κίνηση κατέβασε τη νυχτικιά της από τους ώμους, κάτι που την έκανε να αναπηδήσει αιφνιδιασμένη. Το αέρινο φόρεμά της έπεσε μεμιάς στο πάτωμα και έμεινε εκεί να στέκει γυμνή μπροστά του. Για μια στιγμή ένιωσε απόλυτα ευάλωτη και ανοιγόκλεισε τα μάτια με αγωνία. Αλλά εκείνος έσκυψε και άρχισε να φιλά και να γλείφει τη ρώγα της. Το σώμα της σείστηκε κι ένα βογκητό πόθου βγήκε αυθόρμητα καθώς αφέθηκε στο άγγιγμά του. Εκείνος άρχισε να γλείφει και την άλλη ρώγα. Η επιδέξια γλώσσα του έγλειφε τη βασανιστικά σκληρή ρώγα σαν γάτα, χτυπώντας τη σχεδόν με την άκρη της, στέλνοντας κάθε φορά κύματα ηδονής σε κάθε νεύρο του σώματός της. Μέσα από τα στήθη του έβγαινε ένας ήχος σαν γουργουρητό, δίνοντας ακόμα περισσότερο την εντύπωση ενός πεινασμένου αιλουροειδούς που γλείφει λαίμαργα το θύμα του λίγο πριν το καταβροχθίσει. Τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν και ένιωσε μια αδυναμία να την καταβάλλει. Με έκπληξη συνειδητοποίησε ότι δυσκολευόταν να σταθεί όρθια. Μα τι ήταν αυτό που την είχε πιάσει; Πρώτη φορά ένιωθε τόσο ανίκανη να ελέγξει το σώμα της. Είχε λοιπόν περάσει τόσος καιρός που είχε ξεχάσει πώς είναι να κάνεις έρωτα με έναν άντρα; Όλα όσα ένιωθε απόψε ήταν πρωτόγνωρα, ξένα, τόσο για το σώμα της όσο και για την ψυχή της. Τα χέρια του πλέον την είχαν τυλίξει στοργικά και κρατούσαν το βάρος της. Χωρίς να ξεκολλήσει το στόμα του από το πανέμορφο στήθος της, τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την ακούμπησε απαλά στο κρεβάτι. Όλες οι σκέψεις της μεμιάς σκόρπισαν στο κενό. Με τα δυο του χέρια άρχισε να χαϊδεύει το περίγραμμα του κορμιού της, περνώντας τα αργά από κάθε καμπύλη, στα πλευρά, στους γοφούς, στους μηρούς της. Άρπαξε με δύναμη τα πόδια της και τα άνοιξε με μια σίγουρη κίνηση, μπαίνοντας ανάμεσά τους. Έσπρωξε τη λεκάνη του πάνω στη δική της λες και του ανήκε, λες και ήταν απόλυτα δική του. Εκεί, πάνω στο πρησμένο της εφήβαιο, το πέος του, σκληρό και πανέτοιμο, έπαιζε νωχελικά χαμηλώνοντας κάθε φορά και κάνοντας κυκλικές κινήσεις, που ερέθιζαν και άνοιγαν αργά τα υγρά χείλη. Τον ένιωσε να πλησιάζει, μεγάλο, επιβλητικό και, ναι, βίαιο, καθώς πίεσε το


σκληρό του μόριο, εγκλωβισμένο ακόμα μέσα στο παντελόνι του. Ένα ρίγος απόλυτης ηδονής διαπέρασε όλο της το κορμί. Εκείνος έκανε έναν ήχο μεταξύ γουργουρητού και μουγκρητού. Φαινόταν να απολαμβάνει τόσο την πράξη όσο και το πόσο ευάλωτη ένιωθε στα χέρια του. Άρχισε να κουνιέται ρυθμικά και νωχελικά, ενώ το στόμα του βασάνιζε ανελέητα τη σκληρή ρώγα της. Με κάθε κίνηση έσπρωχνε τους γοφούς του και πίεζε με δύναμη, ενώ εκείνη ένιωθε όλο της το σώμα να συσπάται και τη μέση της να λυγίζει. Η λεκάνη της πετάχτηκε προς τα μπρος, σαν να προσπαθούσε να ξεφύγει, αλλά εκείνος ανασήκωσε τους γοφούς του, την υπέταξε και με ένα βογκητό την ανάγκασε να χαλαρώσει, ενώ η γλώσσα του άρχισε να γλείφει αχόρταγα την άλλη ρώγα της. Μια αδύναμη κραυγή ακούστηκε να βγαίνει από τα στήθη της, καθώς τα μυώδη χέρια του έσκισαν σχεδόν την ευαίσθητη σάρκα της, πιέζοντάς τη προς τα κάτω. Η μέση της κύρτωσε και πάλι, τεντώνοντας προς τα πάνω τη λεκάνη της. Αυτή τη φορά δεν της άφησε πολλές επιλογές. Άρπαξε τους γοφούς της και τους καθήλωσε στο στρώμα, με όλο του το βάρος και τον όγκο να την πιέζουν γλυκά και να την αναγκάζουν να δεχτεί με υποταγή τις ορέξεις του. Δεν μπορούσε πλέον να κουνηθεί. Το σώμα της, αδύναμο και λιγωμένο, απολάμβανε κάθε λεπτό απόλυτης ηδονής, παραδομένο στον εισβολέα του. Κι εκείνος, χωρίς σταματημό, συνέχισε να κουνιέται ρυθμικά, ενώ το στόμα του ξεδιάντροπα εξακολουθούσε να τυραννά τα παλλόμενα στήθη της. Η Άννα δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό της. Κύματα απόλαυσης διαπερνούσαν συνεχώς το κορμί της από το πρησμένο της εφήβαιο μέχρι τις άκρες των ποδιών της. Μικρές, γαργαλιστικές δονήσεις τάραζαν το σώμα της κάθε δευτερόλεπτο και τη βασάνιζαν ηδονικά, αναγκάζοντας το μυαλό της να εγκαταλείψει την προσπάθεια για σκέψη. Η απόλαυση που ένιωθε είχε νικήσει την όποια αγωνία της. Εκείνος συνέχιζε να βρίσκεται ανάμεσα στα πόδια της και να κουνιέται ρυθμικά, τώρα, όμως, πιο αργά, λες και ήξερε πως το ανέγγιχτο αυτό σώμα χρειαζόταν περισσότερη στοργή και χάδια. Τα χέρια του άρχισαν και πάλι να εξερευνούν το λεπτό σώμα, να τρέχουν στις πλούσιες καμπύλες της, ενώ το στόμα του συνέχιζε να γεύεται τα ερεθισμένα στήθη της. Δεν ήξερε πόση ώρα βρισκόταν εκεί, ζαλισμένη και μεθυσμένη από ηδονή, αλλά κάποια στιγμή ένιωσε τα δάχτυλά του σκληρά να πιέζουν το εφήβαιο, καθώς εκείνος προσπαθούσε να ξεκουμπώσει το παντελόνι του. Δεν υπήρχε και πολύς χώρος ανάμεσά τους και κάθε φορά που εκείνος κουνούσε τα δάχτυλά του, εκείνα πίεζαν την ερεθισμένη ήβη της, δοκιμάζοντας τις αντοχές της. Η Άννα βόγκηξε με πόθο, νιώθοντας πως το σώμα της ικέτευε για κάτι περισσότερο. Ναι, ήθελε κι άλλο και το ήθελε τώρα. Εκείνος, παίρνοντας τα μηνύματα, άφησε ένα σκοτεινό, χαιρέκακο γελάκι. Τραβήχτηκε για λίγο από πάνω της για να αποδεσμευτεί από τα ρούχα του, αλλά αμέσως μετά έσκυψε και πάλι επάνω της, με το πέος του να βρίσκεται ελεύθερο τώρα ανάμεσα στα πεινασμένα χείλη της. Μπόρεσε να νιώσει τη σάρκα του ζεστή πάνω στο δικό της μαλακό και υγρό δέρμα. Ήταν μεγάλος, πολύ μεγάλος. Ήταν φυσικό να είναι τόσο μεγάλος. Ήταν ένας μεγαλόσωμος άντρας. Απλώς η Άννα δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο μεγαλόσωμος ήταν στα αλήθεια. Το επιβλητικό πέος του δεν της άφησε περιθώρια κι εκείνη απλώς βόγκηξε παραδομένη. Το καλοσχηματισμένο και σκληρό σαν πέτρα μόριό


του πίεζε αργά αλλά σταθερά τα στενά και υγρά χείλη, ανοίγοντάς τα απαλά, γλυκά. Η Άννα είχε πλέον αφήσει κάθε άμυνά της να καταρρεύσει. Ένιωσε το στρογγυλό, πρησμένο κεφάλι του πέους του να εισέρχεται με σιγουριά και να ανοίγει μαλακά, ηδονικά τα εσωτερικά χείλη του πλημμυρισμένου κόλπου της. Το στήθος του άρχισε να πάλλεται, καθώς μια γλυκιά αίσθηση απόλαυσης άρχισε να τον συνεπαίρνει. Τέντωσε τα μπράτσα του, στήριξε καλύτερα το βάρος του, έσφιξε τους γλουτούς και έσπρωξε τον ανδρισμό του μέσα της με μια κίνηση τόσο σίγουρη όσο και τρυφερή. Η Άννα πλέον μπόρεσε να τον νιώσει ολόκληρο, μεγαλειώδη και σκληρό σαν πέτρα να μπαίνει μέσα της. Ω Θεέ μου, ήταν απλώς υπέροχο. Σήκωσε τα πόδια της και αγκάλιασε με αυτά τη μέση και τους γοφούς του, νιώθοντας με κάποια έκπληξη το εσώρουχό του ανάμεσα στους μηρούς της, αφού από ό,τι φαίνεται δεν το είχε ακόμα βγάλει εντελώς. Εκείνος τραβήχτηκε για μια στιγμή και με μια αποφασιστική, επιδέξια κίνηση ξαναμπήκε μέσα της, κάνοντας την Άννα να ξεχάσει το εσώρουχο και ό,τι άλλο είχε εκείνη την ώρα στο μυαλό της. Συνέχισε να κινείται ρυθμικά, με δύναμη, μπαίνοντας μέσα της όλο και πιο βαθιά, σκληρός και ερεθισμένος. Ανασήκωσε τον κορμό του, απομακρύνοντας το πρόσωπο και το στήθος του από το σώμα της, ενώ με τους γοφούς του συνέχισε να οδηγεί τον υπέροχο ανδρισμό του στο σώμα της Άννας, που είχε πια παραδοθεί στον ρυθμό του. Εκείνη ανασήκωσε το στήθος της και άπλωσε τα χέρια για να χαϊδέψει το πρόσωπό του, αλλά εκείνος άρπαξε τους καρπούς της και τους κάρφωσε στο στρώμα, ενώ σκύβοντας επάνω της, άρχισε να πιπιλάει τον λοβό του αφτιού της. Η ανάσα του τώρα ήταν γρήγορη και κοφτή, οι κινήσεις του έγιναν όλο και πιο γρήγορες. Τα δάχτυλά της πέρασαν μέσα από τα μαλλιά του και συνέχισαν προς τα κάτω, στον λαιμό και στην πλάτη του, ενώ οι μηροί της έκλεισαν σφιχτά γύρω από τους γοφούς του, σαν να προσπαθούσαν να κάνουν αυτή τη στιγμή να κρατήσει όσο γινόταν περισσότερο. Εκείνος γρύλισε από ηδονή, ενώ τα χείλη του βρίσκονταν ακόμα στον λοβό του αφτιού της. Η Άννα ένιωσε τους γλουτούς του να σφίγγουν κάτω από τις φτέρνες της και με μια κίνηση δυνατή και βίαιη άφησε τους χυμούς του να τρέξουν μέσα της. Η λεκάνη της υψώθηκε προς τα πάνω, με τη μέση της να λυγίζει, λες και το σώμα της ήθελε να ρουφήξει κάθε σταγόνα του και να μην τον αφήσει να βγει από μέσα της ποτέ. Αλλά η πράξη είχε τελειώσει κι εκείνος, λιγωμένος από την απόλαυση, έπεσε πάνω της ανασαίνοντας βαριά. Εκείνη άφησε το σώμα της να χαλαρώσει, ενώ με τα χέρια της αγκάλιασε την πλάτη του και έκλεισε τα μάτια, προσπαθώντας να κρατήσει αυτή τη στιγμή στη μνήμη της για πάντα. Ένιωσε και πάλι το άγριο ύφασμα του εσώρουχου που φορούσε ακόμα πάνω στο απαλό δέρμα των μηρών της, ενώ τα χέρια της μπόρεσαν να ψηλαφίσουν έναν-έναν τους μυς της ράχης και των πλευρών του καθώς ανάσαινε κοφτά. Η ανάσα αυτή έκανε την Άννα να λυγίσει. Ήταν ένας ήχος γνώριμος, οικείος και τόσο μα τόσο υπέροχος, που της έφερε δάκρυα στα μάτια. Για κάποιον λόγο, ένιωσε τα συναισθήματά της να ξεχειλίζουν, κάτι που σίγουρα δεν περίμενε. Αυτή ήταν η πιο αναπάντεχη και συναρπαστική εμπειρία της ζωής της. Είχε ξεκινήσει με την ιδέα πως θα ήταν απλώς μια σωματική εκτόνωση, αλλά


ανακάλυπτε τώρα ότι όλα είχαν αλλάξει μέσα της. Δεν μπορούσε να βγάλει κάποιο λογικό συμπέρασμα για όλα όσα ένιωθε εκείνη τη στιγμή. Ήταν ακόμα ζαλισμένη, μεθυσμένη από ηδονή. Αποφάσισε πως θα επεξεργαζόταν όλα αυτά με τη λογική της αργότερα. Αυτή τη στιγμή βρισκόταν ακόμα ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με τα πόδια της ανοιχτά και απλωμένα στο στρώμα, από την ώρα που εκείνος είχε σταματήσει να κινείται. Ήταν ακόμα μέσα της και το σώμα του ακόμα τιναζόταν πότε πότε, από τις ηδονικές ανατριχίλες που το διαπερνούσαν. Η Άννα έκλεισε και πάλι τα μάτια, απολαμβάνοντας την αίσθηση που της χάριζε το βαρύ σώμα του πάνω στο δικό της. Ένιωσε το ζεστό σπέρμα ανάμεσα στα χείλη του χορτασμένου κόλπου της και τη μυρωδιά από τον ιδρώτα του να γαργαλά τα ρουθούνια της. Παράξενο πόσο ωραία έβρισκε αυτή τη μυρωδιά, τη μυρωδιά του έρωτα, πόσο ήρεμη και χαλαρή ένιωθε. Γύρισε το κεφάλι της προς το δικό του και χάιδεψε με τα χείλη της τα μαλλιά του. Εκείνος ανασηκώθηκε, τράβηξε το σώμα του από πάνω της και απομακρύνθηκε. Οι κινήσεις του ήταν αργές, αλλά με κάθε εκατοστό που έμπαινε ανάμεσά τους η Άννα ένιωσε το κενό να γιγαντώνεται. Η αίσθηση αυτή συνέχισε να την κατακλύζει καθώς εκείνος εγκατέλειψε το κρεβάτι, σηκώθηκε και άρχισε να κουμπώνει το εσώρουχό του. Με κινήσεις γρήγορες ντύθηκε, άρπαξε το παλτό που είχε πετάξει πάνω στην πολυθρόνα και πήγε προς την πόρτα. Την άνοιξε, αλλά δεν προχώρησε. Γύρισε και με το φως του διαδρόμου να φωτίζει τη σκοτεινή σιλουέτα του, της είπε κοφτά «θέλω να σε ξαναδώ αύριο βράδυ» και έκλεισε αργά την πόρτα πίσω του. Και τότε η Άννα συνειδητοποίησε πως ήταν η πρώτη και τελευταία φορά εκείνο το βράδυ που της είχε απευθύνει τον λόγο.


Κεφάλαιο Δέκα Στη μέση της νύχτας, όταν όλα ήταν ακόμα βυθισμένα στο σκοτάδι, η Αύρα ξύπνησε από παθιασμένα φιλιά που εξερευνούσαν όλο της το σώμα. Ζαλισμένη ακόμη από τον ύπνο, δεν μπόρεσε να διακρίνει μέσα στο σκοτάδι ποιος ήταν ο μυστήριος εραστής, αλλά το άγγιγμά του ήταν απαλό. Γύρισε και τα χέρια της αγκάλιασαν έναν άγνωστο άντρα. Τα χάδια του και τα φιλιά του ήταν τόσο απολαυστικά, τόσο γλυκά και ηδονικά, που δεν κατάλαβε πότε κατάφερε να της βγάλει το νυχτικό που φορούσε. Της έκανε έρωτα σιωπηλά και το μόνο πράγμα που έσπαγε τη σιωπή ήταν τα βογκητά της Αύρας καθώς σπαρταρούσε εκστατική. Έμεινε μαζί της όλο το βράδυ, απολαμβάνοντας το κορμί της, σπιθαμή προς σπιθαμή και όταν πλέον άρχισε να ξημερώνει, η Αύρα αποκοιμήθηκε αποκαμωμένη. Όταν το πρωί ξύπνησε και ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της, ο εραστής της είχε φύγει. Κοίταξε γύρω της, ψάχνοντας κάποιο σημάδι της παρουσίας του από το προηγούμενο βράδυ, αλλά το μόνο που μπόρεσε να βρει ήταν ένα μαύρο φτερό. Και τότε αναρωτήθηκε αν όλα όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ ήταν μόνο ένα όνειρο… Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

Ο Έντουαρντ πέταξε από πάνω του το πάπλωμα και έβγαλε τα γυαλιά του για να τρίψει τα ταλαιπωρημένα του μάτια. Διάολε. Το κεφάλι του ήταν καζάνι και του ήταν αδύνατον να διαβάσει. Έξω από το σπίτι του, σε μια μάλλον λαϊκή συνοικία του Λονδίνου, ο ήχος από τα κάρα των μικροπωλητών και των χαμάληδων σηματοδοτούσε την αρχή μιας ακόμα εργάσιμης ημέρας. Άκουσε την πόρτα της εισόδου να κλείνει με πάταγο και το σιγανό τραγούδι της υπηρέτριας καθώς σκούπιζε τη μεγάλη σκάλα του σπιτιού. Το φως της ημέρας είχε αρχίσει να φωτίζει το σκοτεινό δωμάτιο και έσκυψε για να σβήσει το κερί που έκαιγε όλη τη νύχτα πάνω στο γραφείο του. Δεν είχε καταφέρει να κλείσει μάτι εκείνο το βράδυ. Πάλευε να ησυχάσει για ώρες, αλλά όταν πλέον έφτασε το ξημέρωμα, παραιτήθηκε και αποφάσισε να σηκωθεί. Τι παράξενο! Νωρίτερα το ίδιο βράδυ είχε κάνει το καλύτερο σεξ της ζωής του και θα έπρεπε να νιώθει εξαντλημένος και νυσταγμένος. Εκείνος, αντίθετα, είχε περάσει όλη τη νύχτα σκεπτόμενος την Άννα Ρεν και αυτή τη νεαρή πόρνη που τον είχε δεχτεί στο κρεβάτι της στη «Σπηλιά της Αφροδίτης». Αλλά ήταν πράγματι πόρνη; Αυτό ήταν το πρόβλημα. Το ερώτημα αυτό είχε βασανίσει το μυαλό του για ώρες εκείνη τη νύχτα. Όταν έφτασε στη «Σπηλιά της Αφροδίτης» το προηγούμενο βράδυ, η μαντάμ του είπε ότι τον περίμενε ήδη μια γυναίκα. Δεν του είχε φυσικά ξεκαθαρίσει αν η κοπέλα αυτή ήταν μια από τις πόρνες της ή μια καθωσπρέπει κυρία που αναζητούσε μια βραδιά μυστικής ηδονής. Κι εκείνος δεν είχε ρωτήσει να μάθει λεπτομέρειες. Κανείς δεν ρωτούσε τέτοια πράγματα στη «Σπηλιά της Αφροδίτης». Γι’ αυτό άλλωστε και ήταν τόσο δημοφιλές αυτό το σπίτι ανάμεσα στους κυρίους της καλής κοινωνίας. Ήξεραν πως η ανωνυμία τους και η καθαριότητα των γυναικών ήταν εγγυημένες. Και η περιέργεια αυτή δεν είχε ξυπνήσει μέσα του παρά μόνο όταν είχε ήδη φύγει από το πορνείο.


Από την άλλη, η γυναίκα αυτή φορούσε μάσκα, όπως συνήθιζαν να κάνουν οι κυρίες που ήθελαν να κρύψουν την πραγματική τους ταυτότητα. Πολλές φορές φυσικά και οι πόρνες στη «Σπηλιά της Αφροδίτης» φορούσαν μάσκες, για να δώσουν στην όλη πράξη έναν αέρα μυστηρίου. Όμως είχε παρατηρήσει πόσο στενή ήταν αυτή η γυναίκα όταν μπήκε μέσα της, λες και δεν είχε πάει με άντρα εδώ και πολύ καιρό. Ίσως πάλι να ήταν απλώς η φαντασία του, που κατασκεύαζε στο μυαλό του αυτό που ήθελε να νιώσει σαν πραγματική εμπειρία. Έβγαλε ένα μουγκρητό εκνευρισμού με τις αντικρουόμενες σκέψεις να γεμίζουν ενοχλητικά το κεφάλι του. Η σκέψη της και μόνο έκανε τον ανδρισμό του να σκληραίνει σαν πέτρα. Και τον γέμιζε ενοχές. Γιατί αυτός ήταν ο κυριότερος λόγος που είχε μείνει άγρυπνος όλη τη νύχτα. Οι ενοχές. Πράγμα γελοίο, αν το καλοσκεφτεί κανείς. Όλα ήταν μια χαρά, θαυμάσια μάλιστα, μέχρι που άρχισε να σκέφτεται την κυρία Ρεν, την Άννα, μόλις ένα τέταρτο αφότου έφυγε από τη «Σπηλιά της Αφροδίτης». Και οι σκέψεις αυτές τον έκαναν να νιώσει μια μελαγχολία, ένα ένοχο αίσθημα ντροπής, που δεν μπόρεσε να αποβάλει όση ώρα διήρκεσε η διαδρομή του προς το σπίτι. Ένιωσε πως κατά κάποιον τρόπο την είχε προδώσει, άσχετα αν ουσιαστικά δεν υπήρχε κάτι ανάμεσά τους. Εκείνη δεν είχε αφήσει ποτέ να φανεί το παραμικρό, δεν έδειξε να ανταποκρίνεται στον δικό του πόθο. Όμως, αυτή η αίσθηση, ότι την είχε κατά μια έννοια απατήσει, παρέμενε βαθιά μέσα στην ψυχή του και του έτρωγε τα σωθικά. Η μικρή αυτή πόρνη είχε το σώμα και τη μορφή της Άννας. Καθώς την κρατούσε στην αγκαλιά του, φανταζόταν πως στη θέση της βρισκόταν η Άννα Ρεν. Φανταζόταν πως ήταν εκείνη που δεχόταν τα πεινασμένα χάδια του. Και όταν φίλησε τον λαιμό της, ένιωσε αμέσως το σώμα του να ξυπνά από έναν βίαιο ερωτικό ερεθισμό. Ο Έντουαρντ βόγκηξε απελπισμένος, με τα χέρια του να καλύπτουν το πρόσωπό του. Όλα αυτά ήταν απλώς γελοία. Έπρεπε να σταματήσει να σκέφτεται έτσι για τη μικρή του γραμματέα. Άλλωστε, δεν ταίριαζαν τέτοιες σκέψεις σε έναν κύριο της θέσης του. Αυτή η ζωώδης επιθυμία να αποπλανήσει μια αθώα γυναίκα έπρεπε να καταπολεμηθεί και θα το κατάφερνε, ακόμα κι αν έπρεπε να αναγκάσει τον εαυτό του με τη δύναμη της θέλησης. Σηκώθηκε από το γραφείο του, πήγε στη γωνία του δωματίου που κρεμόταν το κορδόνι της υπηρεσίας και το τράβηξε με δύναμη. Έπειτα άρχισε να τακτοποιεί τα χαρτιά του. Έβγαλε τα γυαλιά του και τα έβαλε σε ένα μικρό συρτάρι. Πέντε λεπτά αργότερα και ο υπηρέτης του ακόμα να φανεί. Ο Έντουαρντ ξεφύσησε απογοητευμένος κοιτάζοντας την πόρτα. Ένα ακόμα λεπτό πέρασε, κανείς δεν είχε ανταποκριθεί στο κάλεσμά του. Άρχισε να χτυπά νευρικά τα δάχτυλά του πάνω στο γραφείο του. Διάολε, και η υπομονή είχε τα όριά της. Με μερικές νευρικές δρασκελιές βρέθηκε στην πόρτα, την άνοιξε και ούρλιαξε στον διάδρομο: «Ντέιβις!». Από τα βάθη του διαδρόμου ακούστηκε ένα θρόισμα, λες κι ένα πλάσμα απόκοσμο και αργοκίνητο είχε ξεκινήσει να πλησιάζει αργά και απειλητικά. Ο ήχος δυνάμωσε καθώς το πλάσμα πλησίασε την πόρτα. Αργά, πολύ αργά. «Νύχτωσε μέχρι να έρθεις, Ντέιβις, κάνε πιο γρήγορα!» φώναξε ο Έντουαρντ και σταμάτησε για να αφουγκραστεί τον ήχο που ερχόταν από τον διάδρομο.


Το βήμα του υπηρέτη δεν φάνηκε να επιταχύνει. Ο Έντουαρντ αναστέναξε για άλλη μια φορά και έγειρε πάνω στην ανοιχτή πόρτα. «Μια από αυτές τις μέρες θα σε διώξω και θα σε αντικαταστήσω με μια εκπαιδευμένη αρκούδα. Είμαι σίγουρος ότι θα είναι καλύτερη στη δουλειά σου από σένα. Με ακούς, Ντέιβις;» Ο Ντέιβις, ο πιστός του υπηρέτης, εμφανίστηκε τελικά στο άνοιγμα της πόρτας κρατώντας έναν δίσκο με ζεστό νερό. Τα χέρια του έτρεμαν κάνοντας τον δίσκο να αναπηδά. Το αργό βήμα του υπηρέτη έγινε ακόμα πιο νωχελικό μόλις αντίκρισε το αφεντικό του. Ο Έντουαρντ ξεφύσησε αγανακτισμένος. «Ναι, κοίτα, μην τρέχεις και λαχανιάσεις. Άλλωστε, μπορώ να σε περιμένω μέχρι το βράδυ με το νυχτικό, δεν υπάρχει βία!» Ο υπηρέτης, όμως, φάνηκε να μην άκουσε όλα όσα του είπε ο κύριός του. Οι κινήσεις του είχαν τη σβελτάδα της χελώνας. Ο Ντέιβις ήταν ένας ηλικιωμένος μπάτλερ με αραιά γκρίζα, θαμπά μαλλιά. Η ράχη του είχε κυρτώσει και περπατούσε με ένα χαρακτηριστικό καμπούριασμα. Μια μεγάλη, σκούρα κρεατοελιά με μπόλικες τρίχες είχε φυτρώσει και μεγάλωνε στο μάγουλό του, δίπλα στο στόμα του, που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη φθίνουσα κόμη του και τα γκρίζα, θολά μάτια του. «Ξέρω ότι μ’ ακούς», φώναξε ο Έντουαρντ στο αφτί του καθώς περνούσε από κοντά του. Ο υπηρέτης αναπήδησε λες και για πρώτη φορά αντιλήφθηκε την παρουσία του αφεντικού του. «Νωρίς νωρίς σηκωθήκατε, λόρδε μου! Οι αταξίες σας χθες το βράδυ σας κράτησαν ξύπνιο ε;» «Έκανα έναν ύπνο χωρίς όνειρα», αποκρίθηκε ο Έντουαρντ. «Ώστε έτσι ε;» απάντησε ο Ντέιβις και άφησε ένα πονηρό γελάκι, που έμοιαζε περισσότερο με την κραυγή μιας γέρικης νυφίτσας. «Δεν κάνει για έναν άντρα στην ηλικία σας να περνά η νύχτα χωρίς έναν καλό ύπνο, αν μου επιτρέπετε, λόρδε μου». «Τι μουρμουράς εκεί, ξεμωραμένε παλιόγερε;» απάντησε ο Έντουαρντ. Ο Ντέιβις ακούμπησε τον δίσκο στην τουαλέτα και γύρισε να κοιτάξει τον Έντουαρντ με ένα πονηρό, κακεντρεχές χαμόγελο. «Δεν κάνει καλό στον ανδρισμό σας, λόρδε μου, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ». «Όχι, δεν καταλαβαίνω τι εννοείς, δόξα τω Θεώ!» απάντησε ο Έντουαρντ και έριξε λίγο από το ζεστό νερό στο λαβομάνο του για να πλύνει το πρόσωπό του. Ο Ντέιβις έσκυψε από πάνω του και είπε με βραχνή, κακόηχη φωνή. «Το ζευγάρωμα εννοώ, λόρδε μου», είπε και του έκλεισε το μάτι με νόημα. Ο Έντουαρντ του έριξε μια οργισμένη ματιά καθώς άπλωνε στο πρόσωπό του τον αφρό για το ξύρισμα. «Για τους νέους είναι αλλιώς, αντέχουν», συνέχισε ο Ντέιβις ανενόχλητος. «Αλλά εσείς δεν είστε πια παιδαρέλι, λόρδε μου. Οι μεγάλοι άνθρωποι πρέπει να κρατάνε δυνάμεις». «Ναι, φαντάζομαι εσύ είσαι ειδικός!» Ο Ντέιβις έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας και πήρε το ξυράφι στο χέρι του. Ο Έντουαρντ το άρπαξε με μια βιαστική κίνηση μόλις τον είδε να το κραδαίνει.


«Δεν τρελάθηκα να σε αφήσω να με πλησιάσεις με μια κοφτερή λεπίδα στο χέρι», είπε και άρχισε να ξυρίζεται μόνος του, ξεκινώντας από το σαγόνι. «Φυσικά, υπάρχουν και κάποιοι που δεν χρειάζεται να κρατάνε τις δυνάμεις τους καθόλου», συνέχισε την ανάλυση ο υπηρέτης. Η λεπίδα ήταν πλέον πάνω στο σαγόνι του Έντουαρντ και γλιστρούσε αργά προς τα κάτω. «Αυτοί που έχουν πρόβλημα, γιατί το πουλί τους δεν κελαηδά, αν με καταλαβαίνετε, άρχοντά μου». Στο άκουσμα του τελευταίου σχολίου, το χέρι του Έντουαρντ δεν μπόρεσε να κρατηθεί σταθερό και το ξυράφι έφυγε από τη θέση του, καταφέρνοντάς του ένα ωραιότατο κόψιμο. «Έξω! Βγες έξω τώρα, ραμολιμέντο του κερατά!» Ο υπηρέτης με την ανάσα του να σφυρίζει, λες και έβγαινε με δυσκολία από το στήθος του, έσπευσε να βγει από το δωμάτιο. Ίσως αν κάποιος άλλος άκουγε αυτόν τον ήχο, να ανησυχούσε για την υγεία του ηλικιωμένου υπηρέτη, αλλά ο Έντουαρντ δεν είχε κανέναν λόγο να αγωνιά. Ο παμπόνηρος γέρος είχε καταφέρει για άλλη μια φορά να κουρδίσει το αφεντικό του, όπως ακριβώς ήθελε, και τώρα απολάμβανε τη νίκη του. Ο ήχος που έβγαινε από το στήθος του ήταν ένα χαιρέκακο και κακόηχο γέλιο. Το ραντεβού της με τον λόρδο δεν είχε πάει ακριβώς όπως το είχε φανταστεί, σκέφτηκε η Άννα το επόμενο πρωί. Ναι, είχαν κάνει έρωτα φυσικά. Και από ό,τι φάνηκε δεν την είχε αναγνωρίσει. Αυτό σίγουρα ήταν μια ανακούφιση. Αλλά όσο περισσότερο αναλογιζόταν τον τρόπο με τον οποίο ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ είχε κάνει έρωτα, τόσο περισσότερο προβληματιζόταν. Ήταν ένας καλός εραστής. Ένας φανταστικός εραστής, για να ακριβολογούμε. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε νιώσει τόση ηδονή και αυτό δεν το είχε προβλέψει. Αλλά ο τρόπος που είχε αποφύγει να τη φιλήσει… Η Άννα σερβίρισε ένα φλιτζάνι τσάι. Είχε κατέβει αρκετά νωρίς για το πρωινό και ήταν ακόμα μόνη της στη σάλα. Δεν την είχε αφήσει να αγγίξει το πρόσωπό του ούτε για μια στιγμή. Η όλη πράξη ήταν κάπως απρόσωπη, ψυχρή. Αλλά μάλλον αυτό ήταν κάτι φυσικό, έτσι δεν είναι; Για αυτόν ήταν απλώς μια πόρνη ή έστω μια γυναίκα φτηνή, κοινή. Ήταν αναμενόμενο να τη μεταχειριστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αυτό άλλωστε δεν περίμενε; Η Άννα έβαλε στο πιάτο της μια ρέγκα καπνιστή και την αποκεφάλισε με το μαχαίρι της, μπήγοντας το πιρούνι της στο πλευρό της. Αυτό ακριβώς θα έπρεπε να περιμένει, αλλά δεν ήταν ακριβώς έτσι. Το πρόβλημα ήταν ότι όση ώρα εκείνη έκανε έρωτα… αυτός απλώς έκανε σεξ. Με μια ανώνυμη πόρνη, μια ασήμαντη. Η σκέψη αυτή την έκανε να νιώσει μια βαθιά θλίψη. Κοίταξε για μια στιγμή την αποκεφαλισμένη ρέγκα με κάποια αηδία. Και απόψε; Τι στο καλό θα έκανε με την αποψινή βραδιά; Δεν είχε κανονίσει να μείνει στο Λονδίνο παρά μόνο δυο νύχτες. Κανονικά θα έπρεπε να είχε πάρει την πρωινή άμαξα και να βρισκόταν ήδη στον δρόμο για το χωριό της. Αλλά, αντ’ αυτού, καθόταν στο τραπέζι της Κόραλ και ταλαιπωρούσε μια νεκρή ρέγκα στο πιάτο της. Το ύφος της Άννας ήταν ακόμα θλιμμένο, όταν η Κόραλ μπήκε στο δωμάτιο, φορώντας ένα απαλό ροζ σάλι με πούπουλα κύκνου πλεγμένα ανάμεσα στο απαλό νήμα.


Η Άννα σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε με ύφος απόγνωσης. «Δεν ήρθε στο δωμάτιό σας χθες βράδυ;» «Τι;» είπε η Άννα σαν να ξυπνούσε από λήθαργο. «Α ναι, ήρθε στο δωμάτιο», απάντησε κοκκινίζοντας και ήπιε βιαστικά μια γουλιά από το τσάι της για να κρύψει τη συστολή της. Η Κόραλ έβαλε στο πιάτο της μερικά κομμάτια βραστού αβγού και μια φρυγανιά από τον μπουφέ και κάθισε με χάρη σε μια καρέκλα απέναντι από την Άννα. «Μήπως ήταν πολύ άγριος;» «Όχι», απάντησε η Άννα. «Δεν το ευχαριστηθήκατε;» επέμεινε η Κόραλ. «Μήπως δεν κατάφερε να σας φέρει σε οργασμό;» Η Άννα κόντεψε να πνιγεί με το τσάι της καθώς εκείνη τη στιγμή ήπιε μια ακόμα γουλιά. «Όχι, δηλαδή ναι!» απάντησε αμήχανα. «Ήταν πολύ ευχάριστο». Η Κόραλ πήρε ατάραχη το τσαγιερό και σερβίρισε το τσάι της. «Τότε τα μάτια σας γιατί δεν πετάνε σπίθες από χαρά; Γιατί τόση θλίψη;» «Δεν ξέρω», απάντησε η Άννα, συνειδητοποιώντας με φρίκη ότι είχε ξαφνικά ανεβάσει τον τόνο της φωνής της. Μα τι στο καλό της συνέβαινε; Η Κόραλ είχε δίκιο. Η ευχή της είχε πραγματοποιηθεί. Είχε περάσει μια βραδιά με τον λόρδο, όπως ακριβώς την είχε σχεδιάσει και παρ’ όλα αυτά έδειχνε τελείως ανικανοποίητη. Μα ήταν πράγματι πολύ περίεργη τελικά. Η Κόραλ ανασήκωσε τα φρύδια της, εισπράττοντας την εκνευρισμένη απάντηση της Άννας. Η Άννα δάγκωσε ένα κομματάκι από τη φρυγανιά της, προσπαθώντας να αποφύγει το εξεταστικό βλέμμα της γυναίκας απέναντί της. «Θέλει να ξαναβρεθούμε εκεί απόψε!» «Αλήθεια;» απάντησε η Κόραλ εντυπωσιασμένη. «Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον». «Δεν πρέπει να πάω», απάντησε η Άννα. Η Κόραλ έφερε το φλιτζάνι της στα χείλη χωρίς να σχολιάσει. «Μπορεί να με αναγνωρίσει αν ξαναβρεθούμε», είπε η Άννα σπρώχνοντας τη ρέγκα στην άκρη του πιάτου της. «Δεν είναι σωστό να ξαναγίνει, δεν είναι κόσμιο». «Ναι, καταλαβαίνω τον προβληματισμό σας», απάντησε τελικά η Κόραλ. «Μια νύχτα σε ένα μπουρδέλο είναι απόλυτα αξιοπρεπής, αλλά δύο νύχτες είναι ρίσκο, σχεδόν στα όρια του χοντροκομμένου». Η Άννα την κοίταξε με μάτια γυάλινα, ανήμπορη να απαντήσει στο σχόλιο της κοπέλας. Η Κόραλ της χάρισε ένα καλοσυνάτο και παιχνιδιάρικο χαμόγελο. «Τι θα λέγατε αν πηγαίναμε να αγοράσουμε εκείνα τα υφάσματα που είπατε στην πεθερά σας πως θα της πάτε; Θα έχετε έτσι τον χρόνο να το σκεφτείτε με την ησυχία σας και να πάρετε μια απόφαση αργότερα, το απόγευμα ίσως». «Αυτή είναι μια πολύ καλή ιδέα. Σας ευχαριστώ», απάντησε η Άννα με ευγνωμοσύνη και άφησε κάτω το πιρούνι της. «Καλύτερα να πάω να αλλάξω». Σηκώθηκε από το τραπέζι και σχεδόν έτρεξε έξω από τη σάλα, νιώθοντας ξαφνικά ανάλαφρη και αισιόδοξη. Ευχήθηκε να μπορούσε να αφήσει πίσω όλες τις αρνητικές σκέψεις με την ίδια ευκολία που είχε αφήσει το πρωινό της. Παρά τα


όσα είχε πει στην Κόραλ, η Άννα ήταν σχεδόν σίγουρη ότι βαθιά μέσα της η απόφαση είχε παρθεί. Θα πήγαινε εκείνο το βράδυ στη «Σπηλιά της Αφροδίτης» και πίσω στην αγκαλιά του λόρδου Σγουόρτινγχαμ. Εκείνο το βράδυ, ο λόρδος μπήκε στο δωμάτιο που τον περίμενε η Άννα χωρίς να πει λέξη. Οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν στο δωμάτιο ήταν το τρίξιμο της πόρτας και τα κούτσουρα που καίγονταν στο τζάκι. Εκείνη τον κοιτούσε ακίνητη καθώς έκανε μερικά βήματα μέσα στον χώρο, με το πρόσωπό του σχεδόν σκοτεινό, καθώς το μόνο φως μέσα στο δωμάτιο βρισκόταν πίσω του. Με μια αργή, φυσική κίνηση έβγαλε το πανωφόρι του, αποκαλύπτοντας τους μυώδεις, καλοσχηματισμένους ώμους του. Η Άννα γλίστρησε ξαφνικά και βρέθηκε στην αγκαλιά του, κάνοντας την πρώτη κίνηση για να πάρει εκείνη τον έλεγχο. Στάθηκε στις μύτες των ποδιών της για να τον φιλήσει, αλλά εκείνος γρήγορα το απέφυγε και την τράβηξε πάνω στο σώμα του. Εκείνο το βράδυ είχε έρθει αποφασισμένη να κάνει αυτόν τους τον «χορό» πολύ πιο άμεσο και προσωπικό, να τον κάνει να καταλάβει πως ήταν μια αληθινή γυναίκα. Να τον αγγίξει έστω και λίγο. Βάλθηκε να του ξεκουμπώνει τα κουμπιά του γιλέκου του, μιας και λόγω του ύψους της, ήταν ακριβώς μπροστά της. Γρήγορα εκείνο άνοιξε και χωρίς να χάσει χρόνο, συνέχισε με τα κουμπιά του πουκαμίσου του. Εκείνος άπλωσε τα χέρια του για να προλάβει τα δικά της, αλλά η Άννα είχε ήδη ξεκουμπώσει αρκετά κουμπιά και τώρα ήταν έτοιμη να γευτεί την απόλαυση της νίκης. Άπλωσε τα χέρια της και χάιδεψε τρυφερά τα πλευρά και το στομάχι του. Τα δάχτυλά της ψηλάφισαν το δασύτριχο στήθος του μέχρι να βρουν τις ρώγες του. Και όταν τις εντόπισαν, το στόμα της έσπευσε να τις γευτεί, να τις γλείψει και να τις τυραννήσει, όπως είχε κάνει εκείνος με τις δικές της το προηγούμενο βράδυ, χαρίζοντας στην Άννα μια αίσθηση θριάμβου που είχε καταφέρει να πάρει το πάνω χέρι τόσο γρήγορα. Τα χέρια του εγκατέλειψαν την προσπάθεια να τη σταματήσουν. Αντί για τους καρπούς της, προτίμησε να αρπάξει τους στρογγυλούς, υπέροχους γλουτούς της. Το ύψος του ήταν πράγματι ένα πρόβλημα για την Άννα. Δεν μπορούσε να φτάσει σε όλα τα σημεία που επιθυμούσε. Έτσι, τον έσπρωξε προς τα πίσω και τον άφησε να πέσει σε μια από τις πολυθρόνες μπροστά στο τζάκι. Ήταν πολύ σημαντικό γι’ αυτή να βγει νικήτρια από την αποψινή αναμέτρηση. Εκείνος έμεινε ακίνητος, απλωμένος πάνω στην πολυθρόνα, με το πουκάμισό του μισάνοιχτο, να φωτίζεται από τις φλόγες του τζακιού που τρεμόπαιζαν αδιάφορα. Εκείνη γονάτισε μπροστά του, ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια του και πέρασε τα χέρια της μέσα από το πουκάμισο, ανεβάζοντάς τα μέχρι επάνω στους ώμους του. Εκεί, με τα δάχτυλα να πιέζουν ελαφρά τη σάρκα του, κατέβασε απαλά και αργά τις παλάμες της, περνώντας πάνω από τα μπράτσα, συμπαρασύροντας και το ύφασμα που τα κάλυπτε. Όταν τα χέρια της έφτασαν στους αγκώνες, το πουκάμισό του είχε βγει κι εκείνη το πέταξε με βιασύνη στο πάτωμα. Ήταν πια γυμνός από τη μέση κι επάνω, και τα χέρια της ελεύθερα να ταξιδέψουν πάνω στο υπέροχο στήθος του, στους καμπυλωτούς, γυαλιστερούς ώμους και στα δυνατά και μακριά μπράτσα


του. Ένα αγκομαχητό βγήκε αυθόρμητα από το στήθος της, καθώς γευόταν το σφριγηλό και καυτό κορμί του. Ένιωσε το κεφάλι της ελαφρύ, μια ζάλη ηδονική, καθώς ο πόθος της φούσκωνε κάθε λεπτό. Εκείνος έπιασε τα χέρια της και τα έφερε στο κέντρο, ακουμπώντας τα πάνω στα κουμπιά που κρατούσαν το εσώρουχό του κλειστό. Τα δάχτυλά της έτρεμαν, αλλά όταν εκείνος προσφέρθηκε να τη βοηθήσει με τα μικρά κουμπιά, εκείνη έδιωξε το χέρι του και άνοιξε με σχετική άνεση τις κρυφές κουμπότρυπες. Σε κάθε της κίνηση ένιωθε το πέος του να σκληραίνει και να πάλλεται κάτω από το ύφασμα. Όταν το ρούχο άνοιξε, πέρασε το χέρι της μέσα και τον έπιασε τρυφερά, βγάζοντάς τον στο φως. Ήταν πανέμορφος. Μεγάλος και παχύς, με φλέβες που διαγράφονταν σε όλο του το μήκος έως τη βάση του. Ήταν σφιχτός και στητός. Στη θέα του υπέροχου ανδρισμού του η Άννα ένιωσε όλο της το σώμα να φλέγεται. Από τον λαιμό της βγήκε αυθόρμητα ένας απαλός ήχος, κάτι σαν αναστεναγμός, καθώς συνέχισε να ξεκουμπώνει το εσώρουχό του για να τον αποκαλύψει ολοκληρωτικά και να μπορέσει να τον κοιτάξει με φόντο την κοιλιά και το στήθος του. Το θέαμα ήταν υπέροχο. Οι πυκνές και μαύρες τρίχες στη βάση του συνέχιζαν προς τα πάνω, καλύπτοντας μια μικρή νησίδα στο κέντρο της κοιλιάς ως τον αφαλό, εκεί που βρισκόταν το μεγάλο και πρησμένο πέος του, αλλά συνέχιζαν και προς τα κάτω, καλύπτοντας τους δύο πλούσιους όρχεις του. Το γυμνό δέρμα του είχε πάρει μια γυαλάδα απόκοσμη κάτω από το φως των ελάχιστων κεριών και της φωτιάς. Εκείνος μούγκρισε από ευχαρίστηση και άρπαξε με τα χέρια το κεφάλι της, απλώνοντας τα μακριά δάχτυλά του μέσα στα μαλλιά της. Με κινήσεις αργές, κατεύθυνε το κεφάλι της προς το μόριό του. Εκείνη για μια στιγμή δίστασε. Δεν είχε ποτέ της… Μα ίσως τώρα να ήταν η ευκαιρία να το τολμήσει; Έπειτα σκέφτηκε πως αυτή η βραδιά ήταν ένας πόλεμος, μια μάχη και αυτή η κίνησή του δεν ήταν παρά μια κίνηση στρατηγική. Απλώς, στο τέλος έπρεπε να κερδίσει εκείνη. Άλλωστε η σκέψη και μόνο την αναστάτωσε. Ήταν αυτή η τελευταία λεπτομέρεια που την οδήγησε στην απόφασή της. Με κινήσεις κάπως διστακτικές άρπαξε τη στύση του και τη σήκωσε ψηλά, μακριά από την κοιλιά του και κοντά στα χείλη της. Κοίταξε το πρόσωπό του. Τα μάγουλά του ήταν αναψοκοκκινισμένα και τα μάτια του σκοτεινά. Τα βλέφαρά της έπεσαν αργά και πήρε με αποφασιστικότητα τη βάλανο στο στόμα της. Ένιωσε τους γοφούς του να τρέμουν καθώς τα χείλη της άγγιξαν το ευαίσθητο, υγρό δέρμα του κι ένα αίσθημα θριάμβου γέμισε τα σωθικά της. Τώρα ήξερε ότι μπορούσε να ασκήσει εξουσία πάνω σε έναν άντρα με αυτόν τον τρόπο. Το κυριότερο, μπορούσε να ασκήσει εξουσία πάνω σε αυτόν τον άντρα. Έριξε άλλη μια ματιά προς τα πάνω. Την κοιτούσε με τα αχόρταγα, υγρά μάτια του –όσο εκείνη έγλειφε βασανιστικά το πρησμένο του πέος–, με τις φλόγες της φωτιάς να καθρεφτίζονται στη σκοτεινή τους άβυσσο. Τα δάχτυλά του πάντα μπλεγμένα στα πλούσια μαλλιά της. Άφησε τα μάτια της να κλείσουν εντελώς καθώς έχωσε το μεγάλο του μόριο όσο πιο βαθιά στο στόμα της μπορούσε, για να το τραβήξει αμέσως μετά προς τα έξω αργά, σφίγγοντας τα χείλη που σκάλωσαν για λίγο στην κατακόκκινη και πρησμένη του βάλανο. Αυτό φάνηκε να τον στέλνει σε πελάγη ηδονής, γιατί έβγαλε άθελά του ένα απελπισμένο αγκομαχητό, ενώ η λεκάνη του πετάχτηκε


ακούσια προς τα επάνω. Έγλειψε για λίγο το περίγραμμα της βαλάνου, τυραννώντας γλυκά την υγρή σάρκα του. Ήταν σαν δέρμα σαμουά πάνω σε καυτό σίδερο και η γεύση του ήταν η γεύση του θαλασσινού νερού, του ιδρώτα… και της επιτυχίας. Σίγουρα μετά από αυτό, μετά την αποψινή βραδιά, όλα θα ήταν διαφορετικά. Άρχισε να εξερευνά με τη γλώσσα της εκείνο το σημείο που φαινόταν να τον ερεθίζει. Μετά από λίγο όμως, ένιωσε το χέρι του να καλύπτει το δικό της. Με αργές, τρυφερές κινήσεις την καθοδήγησε πώς να κινεί το χέρι της πάνω κάτω χαϊδεύοντάς τον ρυθμικά. Στο άγγιγμά της μούγκρισε από ηδονή. Τότε εκείνη άρχισε να κινεί το χέρι της πιο γρήγορα, καθώς εκείνος την ενθάρρυνε να τον πάρει και πάλι στο στόμα της, προτάσσοντας τους γοφούς του προς το μέρος της. Αυτή τη φορά, όταν τράβηξε το στόμα της προς τα πάνω, αγγίζοντας πάλι ερεθιστικά τη βάλανο στο ευαίσθητο σημείο, ένιωσε στη γλώσσα της μια γεύση διαφορετική, από ένα υγρό που βγήκε σαν σταγόνα από την κορυφή του πέους του. Εκείνος άφησε ακόμα ένα αγκομαχητό. Η Άννα ανατρίχιασε κι εκείνη ερεθισμένη. Δεν είχε κάνει ποτέ της κάτι τόσο τολμηρό στο κρεβάτι. Ένιωσε το δέρμα σε όλο της το σώμα ιδρωμένο, ξαναμμένο, ενώ το στήθος της είχε φουσκώσει και παλλόταν με κάθε ήχο που έβγαινε από τον βραχνό λαιμό της. Οι γοφοί του άρχισαν να κινούνται ρυθμικά καθώς τα χέρια και το στόμα της συνέχισαν να του προσφέρουν αυτή τη θεσπέσια απόλαυση. Οι αισθησιακοί ήχοι που βγήκαν από το στόμα της καθώς έγλειφε το υγρό και σηκωμένο του μόριο αύξησαν την ένταση ανάμεσά τους. Ξαφνικά ένιωσε το σπέρμα του να βγαίνει βίαια σε μια αναπάντεχη κορύφωση και με μια κοφτή ανάσα προσπάθησε να τραβηχτεί από το στόμα της. Αλλά εκείνη ήθελε να τον γευτεί καθώς τελείωνε, ήθελε να νιώσει αυτή τη μοναδική εμπειρία που θα τους έφερνε όσο πιο κοντά γίνεται να έρθουν δυο άνθρωποι σωματικά, ήθελε να ζήσει μαζί του αυτή την τόσο ευάλωτη στιγμή του. Κρατήθηκε λοιπόν επάνω του, αρνούμενη να αφήσει το στητό πέος που παλλόταν και τον ρούφηξε με ακόμα μεγαλύτερη λύσσα. Ένα ζεστό, αλμυρό νέκταρ γέμισε το στόμα της. Ένιωσε και η ίδια να έρχεται σχεδόν σε οργασμό, ξέροντας το μέγεθος της ηδονής που του είχε χαρίσει εκείνη τη στιγμή. Εκείνος έσκυψε και την πήρε στην αγκαλιά του για να την ακουμπήσει στο σώμα του, που ήταν ακόμη απλωμένο πάνω στην πολυθρόνα. Κάθισαν εκεί για λίγο οι δυο τους, το λεπτό κορμί της κουλουριασμένο πάνω στο θεόρατο δικό του, με τη φωτιά πάνω στα κούτσουρα να σπάει πότε πότε την απόλυτη σιγή. Άφησε το κεφάλι της να πέσει πάνω στον ώμο του και με ένα δάχτυλο σαν γάντζο απομάκρυνε μερικές ατίθασες τούφες που είχαν πέσει μπροστά στο πρόσωπό της. Δεν πέρασε πολλή ώρα και είδε τα χέρια του να τραβούν το δαντελένιο νυχτικό της για να αποκαλύψουν το στήθος της. Άρχισε να παίζει με τις ρώγες της, πιέζοντας, χαϊδεύοντας και βασανίζοντάς τες όσο πιο γλυκά μπορούσε. Η Άννα έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στα έμπειρα χέρια του. Έπειτα τη σήκωσε στα μπράτσα του και της έβγαλε τελείως το διάφανο νυχτικό. Τη γύρισε προς το μέρος του και την κάθισε αντικριστά, πάνω στα πόδια του, γυμνή, να τον κοιτάζει κατάματα. Τα πόδια της ανοιχτά, να πέφτουν δεξιά κι αριστερά, πάνω από τα μπράτσα της πολυθρόνας. Ήταν στο απόλυτο έλεός του, ευάλωτη και ανίκανη να αντιδράσει.


Ήταν άραγε αυτό που ήθελε πραγματικά; Δεν ήταν και απόλυτα σίγουρη. Αλλά εκείνη τη στιγμή, τα δάχτυλά του, που μέχρι πριν από λίγο χάιδευαν νωχελικά την κοιλιά της, κατέβηκαν προς τα κάτω και χώθηκαν μονομιάς ανάμεσα στα πόδια της. Η Άννα δεν νοιαζόταν για τίποτα πια. Στην αρχή άρχισαν να παίζουν αθώα με τις τριχούλες που κάλυπταν την κορυφή της πρησμένης ήβης της, αλλά σιγά σιγά κατέβηκαν χαμηλότερα. Η ανάσα της σταμάτησε για λίγο και σε κάθε του κίνηση κοβόταν απότομα, με γλυκιά προσμονή για το επόμενο ηδονικό χάδι. Έχωσε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα υγρά και κατακόκκινα χείλη και άρχισε να τα χαϊδεύει και να τα ανοίγει απαλά. Η Άννα δάγκωσε δυνατά τα χείλη της για να συγκρατήσει τα βογκητά της. Έπειτα έφερε και πάλι το χέρι του ψηλά, με τα δάχτυλά του μουσκεμένα από τους χυμούς της για να παίξει με τις ρώγες της. Ήταν σίγουρη πως όλα όσα γίνονταν εκείνη τη στιγμή κανείς δεν θα μπορούσε να τα χαρακτηρίσει «καθωσπρέπει», αλλά για κάποιον λόγο, σε εκείνο το μέρος, με αυτόν τον άντρα, οι αυστηροί κανόνες της στενόμυαλης κοινωνίας τους δεν την ένοιαζαν καθόλου. Εκείνος, αφοσιωμένος στο παιχνίδι του με τις ρώγες της, συνέχισε να τις τεντώνει, να τις τσιμπά και να τις ερεθίζει ανελέητα, έχοντας φροντίσει να απλώσει πάνω τους τα υγρά του ίδιου της του κορμιού. Η ανάσα της θύμιζε άγριο ζώο και ένιωσε και η ίδια το ακατέργαστο θηλυκό ένστικτο να παίρνει τον πρώτο λόγο. Αυτά που της έκανε ήταν τόσο τολμηρά και ζωώδη, που την αναστάτωσαν πέρα από κάθε όριο. Έσκυψε και πήρε τη μια της ρώγα στο στόμα του, ρουφώντας τη αχόρταγα. Τα χάδια του είχαν ήδη κάνει τη σάρκα της ευαίσθητη και καθώς ένιωσε τη γλώσσα του πάνω στη θηλή της, μια γλυκιά ανατριχίλα διαπέρασε όλο της το κορμί και έκανε τη μέση της να λυγίσει. Το χέρι του επέστρεψε στην πρησμένη και ερεθισμένη ήβη της και το μεγάλο και μακρύ μεσαίο του δάχτυλο χώθηκε με ορμή μέσα στον υγρό της κόλπο, ενώ ο αντίχειράς του άρχισε ανελέητα να χτυπά την κλειτορίδα της. Η Άννα ένιωσε τον κόλπο της να πλημμυρίζει και τους χυμούς της να τρέχουν ανάμεσα στους μηρούς της, ενώ αδυνατούσε να συγκρατήσει τα αγκομαχητά της, που έβγαιναν από το στόμα της αβίαστα πια. Εκείνος με ένα πονηρό γελάκι συνέχισε το γλυκό βασανιστήριο, πιέζοντας και χαϊδεύοντας όλο και πιο δυνατά τη σκληρή σαν πέτρα κλειτορίδα της, ενώ τα χείλη του είχαν αρχίσει να ρουφούν με πάθος την άλλη θηλή. Το σώμα της Άννας ήταν πια σαν ηλεκτρισμένο και σκιρτούσε στο κάθε του άγγιγμα. Σαν πεινασμένο ζώο, άρπαξε τους ώμους του και έφερε τη λεκάνη της μπροστά, μην μπορώντας να ελέγξει τίποτα πια. Εκείνος έφερε το άλλο χέρι στην πλάτη της για να τη βοηθήσει να συγκρατήσει το βάρος της, ενώ το χέρι του συνέχισε ασταμάτητα να τυραννά το ερεθισμένο αιδοίο της. Όταν η Άννα ήρθε σε οργασμό, ήταν μια στιγμή απόλυτα εκρηκτική και το σώμα άρχισε να τρέμει από αλλεπάλληλα ρίγη ηδονής. Προσπάθησε να κλείσει τα πόδια της, αλλά η πολυθρόνα τα κρατούσε ανοιχτά. Το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να κουνά τους γοφούς της ρυθμικά και ακούσια, ενώ εκείνος συνέχισε να παίζει με τα δάχτυλά του ακόμα μέσα της. Στο τέλος, και ενώ η Άννα ένιωσε τους λυγμούς του ασυγκράτητου πόθου της να την πνίγουν, εκείνος την άρπαξε από τα οπίσθια και την κάρφωσε πάνω στο στητό και όρθιο πέος του.


Η ανάσα του ήταν βαριά καθώς έμπαινε όλο και πιο βαθιά μέσα στον στενό κόλπο της. Με τα δυνατά χέρια του την έσπρωχνε προς τα κάτω, ώσπου ολόκληρο το μόριό του, ζεστό, σκληρό και όρθιο, χώθηκε μέσα της και την έσκισε με έναν ξαφνικό αλλά γλυκό πόνο. Έπειτα, με προσοχή, άρπαξε ένα-ένα τα πόδια της, τα σήκωσε πάνω από τα μπράτσα της πολυθρόνας και τα έφερε στα πλευρά του. Την ανασήκωσε τόσο ώστε να σταθεί στα γόνατα, με τη βάλανο να βρίσκεται ακόμα μέσα της, ανοίγοντας κι άλλο τον μικρό και ερεθισμένο κόλπο της. Την κράτησε για λίγο εκεί, να ισορροπεί πάνω στο σηκωμένο πέος, ενώ εκείνος είχε στρέψει την προσοχή του στις ρώγες της, που είχαν γίνει κατακόκκινες και σκληρές, έτοιμες να εκραγούν. Εκείνη άφησε ένα ηδονικό μουγκρητό. Αυτά που της έκανε την είχαν τρελάνει. Μεθυσμένη και ζαλισμένη, προσπάθησε να χαμηλώσει και πάλι τη λεκάνη της, ώστε να νιώσει τον τεράστιο ανδρισμό του μέσα στον πεινασμένο κόλπο της, αλλά εκείνος με ένα σκοτεινό χαμόγελο την κράτησε εκεί, ακίνητη, να τυραννιέται πάνω στην πρησμένη του βάλανο. Προσπάθησε να στρίψει τους γοφούς της, να πάρει όσο πιο βαθιά μπορούσε αυτό το πανέμορφο πέος. Στο τέλος κι εκείνος παραδόθηκε και την κάρφωσε και πάλι πάνω του, σχεδόν βίαια αυτή τη φορά, ξεχειλώνοντας τα ευαίσθητα χείλη για να χωθεί μέσα της ολοκληρωτικά. Ω ναι! Ένα αυτάρεσκο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της. Καθώς κουνιόταν ρυθμικά πάνω του, απολάμβανε τις εκφράσεις που έπαιρνε το πρόσωπό του. Εκείνος χάιδευε ασυναίσθητα τα στήθη της με το κεφάλι του γερμένο προς τα πίσω και τα μάτια του κλειστά. Τα χείλη του σχημάτισαν ένα αχνό, ηδονικό, ασυναίσθητο μειδίαμα και το φως από το τζάκι που τρεμόπαιζε μέσα στο σκοτάδι έφτιαξε με τις σκιές ένα σχεδόν σατανικό προσωπείο. Τότε τα χέρια του ανέβηκαν στο στήθος της και πίεσαν με δύναμη και τις δυο θηλές της, κάτι που την έκανε αμέσως να κυρτώσει τη μέση της και να ρίξει πίσω το κεφάλι της, παραδομένη στην ηδονή. Τα πλούσια μαλλιά της έπεσαν σαν άγριο ποτάμι πάνω στην πλάτη της, χαϊδεύοντας απαλά τόσο τα δικά της πόδια, όσο και τα δικά του. Εκείνος ο οργασμός ήταν αργός και ήρθε σε κύματα, που κάθε τόσο έκαναν όλο το κορμί της να ταράζεται και να συσπάται. Τα μάτια της θόλωσαν. Οι γοφοί του ήταν πλέον ένα με τους δικούς της. Άρπαξε με τα δυνατά χέρια του τα σφιχτά οπίσθιά της και τα κράτησε χαμηλά, με τον κόλπο της ανοιχτό και λαίμαργο να καταπίνει το πέος του, που πλέον ήταν έτοιμο να εκραγεί. Και καθώς την πίεζε με δύναμη πάνω στο σώμα του, άφησε και τους δικούς του χυμούς ελεύθερους, κλείνοντας τα μάτια και ρίχνοντας το κεφάλι του στην πλάτη της καρέκλας. Η Άννα έπεσε πάνω του αποκαμωμένη, ανασαίνοντας βαριά, με το κεφάλι της να ακουμπά στον δυνατό του ώμο, ενώ εκείνος την κρατούσε τρυφερά στην αγκαλιά του. Το πρόσωπό του ήταν γυρισμένο στο πλάι κι εκείνη έμεινε εκεί να το χαζεύει καθώς προσπαθούσε να ξαναβρεί την ανάσα της. Οι γραμμές, που συνήθως έκαναν το μέτωπό του να φαίνεται άγριο και σκυθρωπό, είχαν μαλακώσει. Οι μακριές και πλούσιες βλεφαρίδες του απλώνονταν κάτω από τα βλέφαρα, ρίχνοντας τη σκιά τους στα μάγουλά του, κρύβοντας παράλληλα τα σκούρα και σκοτεινά μάτια.


Ήθελε να χαϊδέψει το πρόσωπό του, να αγγίξει το δέρμα του με τα ακροδάχτυλά της. Αλλά πλέον ήξερε καλά ότι εκείνος δεν θα της το επέτρεπε. Είχε πράγματι κερδίσει όλα όσα ήθελε; Ξαφνικά ένιωσε τα μάτια της να τσούζουν, καθώς μικρά δάκρυα άρχισαν να γεννιούνται στις άκρες τους. Κάτι της έφταιγε, υπήρχε ένα αγκάθι που δεν μπορούσε να αγνοήσει. Ο έρωτας που μόλις είχαν κάνει ήταν ακόμα πιο υπέροχος απόψε. Αλλά την ίδια στιγμή, ακριβώς ανάλογο με την ερωτική της πληρότητα ήταν και το κενό που ένιωθε στην ψυχή της. Κάτι έλειπε. Ξαφνικά, εκείνος αναστέναξε και ανασηκώθηκε. Η σάρκα του γλίστρησε πάνω στη δική της καθώς κουνιόταν. Τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την ακούμπησε μαλακά στο κρεβάτι. Εκείνη ένιωσε ένα ρίγος και σκεπάστηκε με το κάλυμμα του κρεβατιού, μένοντας εκεί να τον κοιτάζει. Ήθελε τόσο πολύ να του μιλήσει, αλλά τι να του έλεγε; Εκείνος κούμπωσε το πουκάμισό του και το έχωσε με τις παλάμες μέσα στο παντελόνι του, πριν το κουμπώσει. Τα δάχτυλα των χεριών του πέρασαν μια φορά αργά ανάμεσα από τα μαλλιά του. Έπειτα άρπαξε το παλτό του και το γιλέκο του και με τον αέρα ενός άντρα που νιώθει απόλυτα σίγουρος και πλήρης, βημάτισε προς την πόρτα. Σταμάτησε, όμως, για μια στιγμή, πριν βγει από το δωμάτιο, «Αύριο», είπε στεγνά και εξαφανίστηκε κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Η Άννα έμεινε εκεί για λίγο ακίνητη, ακούγοντας τα βήματά του που απομακρύνονταν, νιώθοντας μια βαθιά μελαγχολία. Αναπήδησε ξαφνιασμένη όταν ακούστηκε ένα δυνατό γυναικείο γέλιο από κάποιο άλλο δωμάτιο. Σηκώθηκε και άρχισε να πλένεται με τις πετσέτες και το νερό που βρισκόταν ήδη στο λαβομάνο. Η Άννα πέταξε τη νωπή πετσέτα στο πάτωμα και έμεινε να την κοιτάζει. Φυσικά, οι πετσέτες και το νερό είναι απαραίτητα για κάθε πόρνη που πρέπει να πλένεται μετά από την πράξη. Η σκέψη αυτή την έκανε να νιώσει φτηνή, βρόμικη, να νιώσει σαν ιερόδουλη. Και η αλήθεια ήταν πως είχε έρθει επικίνδυνα κοντά σε αυτόν τον τύπο γυναίκας. Είχε αφήσει τον πόθο της για την ερωτική επαφή να γίνει τόσο γιγάντιος, που κατέληξε σε ένα πορνείο να συναντά μυστικά τον εραστή της. Αναστέναξε και φόρεσε ένα απλό και λιτό μαύρο φόρεμα που είχε φέρει μαζί της, διπλωμένο σε μια μικρή βαλίτσα, μαζί με μια ολόσωμη κάπα με κουκούλα και μπότες. Όταν ντύθηκε, δίπλωσε τη μεταξωτή νυχτικιά και την έβαλε βιαστικά μέσα στην τσάντα. Τα είχε πάρει όλα; Έριξε μια ματιά γύρω στο δωμάτιο για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε αφήσει τίποτα δικό της πίσω. Άνοιξε την πόρτα διστακτικά, ελάχιστα στην αρχή και επιθεώρησε την κίνηση στον διάδρομο τόσο από τη μία πλευρά όσο και από την άλλη. Το πεδίο ήταν ελεύθερο. Ανέβασε την κουκούλα και κάλυψε το κεφάλι της, ενώ το πρόσωπό της ήταν ακόμα καλυμμένο από τη μάσκα σε σχήμα πεταλούδας και προχώρησε. Η Κόραλ της είχε δώσει σαφείς οδηγίες για το πώς να κινηθεί μέσα στο σπίτι: της είχε πει να προσέχει τους διαδρόμους και να χρησιμοποιήσει μόνο τις σκάλες στην πίσω μεριά του σπιτιού. Μια άμαξα θα την περίμενε έξω από την πίσω πόρτα, όταν θα ήταν έτοιμη να φύγει. Η Άννα κατέβηκε με προσοχή τις σκάλες, όπως ακριβώς της είχε υποδείξει η Κόραλ, αλλά όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Πήρε μια ανάσα ανακούφισης όταν από την ανοιχτή πόρτα στη βάση της σκάλας είδε την άμαξα να την περιμένει ακριβώς


απ’ έξω. Η μάσκα είχε αρχίσει να γδέρνει την άκρη της μύτης της. Έτσι την έλυσε για να ανακουφιστεί από την ενόχληση. Μόλις, όμως, την έβγαλε από το πρόσωπό της, τρεις νεαροί άντρες εμφανίστηκαν μπροστά της, έχοντας μόλις στρίψει μέσα στο στενό. Η Άννα έτρεξε προς την άμαξα τρομαγμένη. Αλλά πριν προλάβει να μπει, ο ένας από τους νεαρούς χτύπησε τον διπλανό του φιλικά στην πλάτη. Εκείνος, όμως, που ήταν τύφλα στο μεθύσι, παραπάτησε και πέφτοντας συμπαρέσυρε και την Άννα, που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν δίπλα του, στην προσπάθειά της να φτάσει στην άμαξα. Το μπέρδεμα κατέληξε με την Άννα και τον νεαρό ξαπλωμένους στο πεζοδρόμιο. «Μ… με συγχωρείτε, κυρία μου…» ψέλλισε ο μεθυσμένος. Στην προσπάθειά του να σηκωθεί ενώ χασκογελούσε ζαλισμένος, έριξε μια επώδυνη αγκωνιά στο στομάχι της Άννας. Στάθηκε προς στιγμήν στα πόδια του, αλλά ακόμα καμπουριαστός, προσπαθώντας να βρει την ισορροπία του. Χωρίς να μπορεί να κουνηθεί με σιγουριά, έμεινε εκεί μετέωρος, κάνοντας μικρές κινήσεις μπρος πίσω, ανίκανος να κάνει βήμα. Η Άννα τον έσπρωξε με το σώμα της, προσπαθώντας να τον σηκώσει τελικά από πάνω της. Η πίσω πόρτα της «Σπηλιάς της Αφροδίτης» άνοιξε ξαφνικά. Το φως από το εσωτερικό του σπιτιού έπεσε πάνω στο πρόσωπό της, που ήταν πλέον ακάλυπτο. Ο νεαρός άρχισε να χαμογελά με το ηλίθιο, μεθυσμένο του ύφος. Ένα χρυσό δόντι έλαμψε για λίγο μέσα στο στόμα του. «Μπα, από ό,τι βλέπω δεν είσαι καθόλου άσχημη, γλύκα!» Και προσπάθησε να γείρει προς το μέρος της, επιχειρώντας ένα ζαλισμένο, αηδιαστικό φλερτ, ενώ η ανάσα του έστειλε ένα βρομερό σύννεφο που μύριζε φτηνή μπίρα και τσιγάρο στο πρόσωπο της Άννας, που ήταν ακόμα καθηλωμένη στο έδαφος. «Τι θα ’λεγες, εσύ κι εγώ…» «Κάτω τα χέρια σας, κύριε!» φώναξε η Άννα και με μια σπρωξιά στο στήθος του κατάφερε να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του. Εκείνος έπεσε στο πλάι και άρχισε να βλαστημά και να βρίζει χυδαία. Η Άννα σηκώθηκε βιαστικά και έτρεξε προς την αντίθετη κατεύθυνση για να μην μπορέσει να τη φτάσει. «Αν σε πιάσω στα χέρια μου, μωρή βρόμα, θα σου…» Ο φίλος του νεαρού πρόλαβε να απαλλάξει την Άννα από το υβρεολόγιο που σίγουρα θα άκουγε αν δεν τον σταματούσε. Τον σήκωσε και πάλι όρθιο, αρπάζοντάς τον από το πουκάμισο. «Έλα, παλιόφιλε… γιατί να χάνουμε τον χρόνο μας με τις βοηθητικές, ενώ μέσα μας περιμένουν τα καθαρόαιμα;» Και χασκογελώντας σαν παιδαρέλια, απομάκρυναν τον φίλο τους που έβριζε ακόμα μέσα στην απόλυτη ζάλη του. Η Άννα έτρεξε προς την άμαξα, μπήκε βιαστικά μέσα και έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω της. Το απαίσιο αυτό περιστατικό την είχε ταράξει πολύ, έτρεμε σύγκορμη. Και ήταν ένα περιστατικό που θα μπορούσε να είχε πολύ χειρότερη κατάληξη. Κανείς ποτέ δεν την είχε περάσει για κάτι άλλο εκτός από μια αξιοπρεπή και καθωσπρέπει γυναίκα. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε τιποτένια. Βρόμικη. Πήρε βαθιές ανάσες και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι δεν είχε κάνει τίποτα το κακό, τίποτα για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπεται. Δεν είχε ευτυχώς χτυπήσει από το πέσιμο και ο φίλος του μεθυσμένου νεαρού τον είχε απομακρύνει πριν αυτός προλάβει να την προσβάλει περισσότερο ή, ακόμα χειρότερα, να τη χτυπήσει.


Φυσικά είχε προλάβει να δει το πρόσωπό της. Αλλά ήταν μάλλον απίθανο να τον συναντήσει τυχαία στο Λιτλ Μπάτλφορντ. Η Άννα άρχισε να νιώθει λίγο καλύτερα. Σίγουρα αυτό το ατυχές γεγονός δεν θα είχε καμία συνέχεια. Δυο χρυσά νομίσματα πέταξαν στον αέρα, μέσα από την πόρτα στο πίσω μέρος της «Σπηλιάς της Αφροδίτης», γυαλίζοντας μέσα στο σκοτάδι και έπεσαν σε δυο χέρια που τα έπιασαν με μεγάλη ευκολία. «Τα καταφέραμε περίφημα». «Χαίρομαι που τ’ ακούω, παλιόφιλε», είπε ο ένας από τους νεαρούς με ένα πλατύ χαμόγελο, δίνοντας την εντύπωση πως ήταν όντως αρκετά μεθυσμένος. «Μπορείς τώρα να μας πεις τι ακριβώς ήταν όλο αυτό;» «Φοβάμαι πως δεν μπορώ να το κάνω αυτό», απάντησε ο άντρας και σηκώνοντας το χείλος του, αποκάλυψε και πάλι το χρυσό δόντι που λαμπύρισε στο σκοτάδι. «Είναι μυστικό!»


Κεφάλαιο Έντεκα Οι μήνες περνούσαν και η Αύρα συνέχιζε να μένει στο κάστρο του άντρα της του κορακιού. Την ημέρα περνούσε ευχάριστα την ώρα της διαβάζοντας τα υπέροχα βιβλία με τα μαγευτικά σχέδια που γέμιζαν τη βιβλιοθήκη του παλατιού ή κάνοντας περιπάτους στους πανέμορφους κήπους του. Τα βράδια γευμάτιζε απολαμβάνοντας νόστιμες, σπάνιες λιχουδιές, που ούτε καν είχε ποτέ φανταστεί ότι υπήρχαν. Είχε πανέμορφες τουαλέτες για να αλλάζει και πανάκριβα, αξιοθαύμαστα κοσμήματα. Καμιά φορά το κοράκι την επισκεπτόταν, είτε κάνοντας ξαφνικά την εμφάνισή του μέσα στο δωμάτιό της είτε στο δείπνο, και πάλι χωρίς να την έχει προειδοποιήσει. Η Αύρα είχε καταλάβει ότι ο παράξενος σύζυγός της είχε ένα τετραπέρατο μυαλό και μαζί του μπορούσε να κάνει απολαυστικές και μακροσκελείς συζητήσεις. Αλλά πάντα έφτανε η ώρα που το μαύρο μεγάλο πουλί εξαφανιζόταν και πάντα πριν η Αύρα αποσυρθεί στα διαμερίσματά της για να κοιμηθεί. Και κάθε βράδυ, μέσα στο σκοτάδι, ο μυστηριώδης ξένος ερχόταν στο κρεβάτι της για να της κάνει υπέροχο έρωτα ως το χάραμα… Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

«Χαίρε, ω υπερασπιστή των παντζαριών και άρχοντα των αμνών!» είπε μια χοντρή, σαρκαστική φωνή το επόμενο πρωί. «Έξοχο που βρεθήκαμε, φίλε και σύντροφε Αγρότη!» Ο Έντουαρντ προσπάθησε να διακρίνει τον άνθρωπο που είχε μόλις ακούσει να φωνάζει μέσα από το πέπλο πυκνού καπνού που κάλυπτε τον χώρο του χαμηλοτάβανου καφενείου. Μόλις που κατάφερε να τον δει, απλωμένο σχεδόν στο τραπέζι του, στη γωνία, στον πίσω τοίχο του καταστήματος. Υπερασπιστής των παντζαριών ε; Ο Έντουαρντ προσπαθούσε ακόμα να φτάσει τον φίλο του, διασχίζοντας τον δαίδαλο που σχημάτιζαν τα βαριά, μαυρισμένα, ξύλινα τραπέζια του καφενείου και όταν τα κατάφερε, τον χτύπησε δυνατά στην πλάτη, με την οικειότητα που μοιράζονται οι φίλοι. «Άιντελσι! Δεν έχει πάει ακόμα πέντε το απόγευμα. Πώς και είσαι ξύπνιος;» Ο Σάιμον, ο υποκόμης Άιντελσι, δεν κουνήθηκε ούτε εκατοστό από το δυνατό χτύπημα στην πλάτη που του έδωσε ο Έντουαρντ –πιθανότατα το περίμενε και ήταν προετοιμασμένος–, αλλά έκανε μια σύντομη και ανεπαίσθητη γκριμάτσα πόνου. Ήταν ένας λεπτός και κομψός άνθρωπος. Στο κεφάλι του ξεχώριζε μια ακριβή περούκα, φροντισμένη με μπόλικη πούδρα, που συμπλήρωνε τέλεια το φίνο πουκάμισό του με τον δαντελένιο γιακά. Σίγουρα στα μάτια κάποιων θα φαινόταν σαν ένας μαλθακός, φιλάρεσκος ευγενής. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση, τα φαινόμενα σίγουρα απατούσαν. «Υπάρχουν φορές που καταφέρνω να ξυπνήσω πριν από το μεσημέρι», απάντησε ο Άιντελσι, «αλλά δεν μπορώ να πω ότι αυτό συμβαίνει και τόσο συχνά». Κλότσησε μια καρέκλα που πετάχτηκε κάτω από το τραπέζι μπροστά στον φίλο του. «Κάθισε, άνθρωπε, και έλα να μοιραστούμε αυτό το περίφημο ποτό που ονομάζουν καφέ. Αν οι θεοί του Ολύμπου το είχαν υπόψη τους, δεν θα νοιάζονταν διόλου για το νέκταρ». Ο Έντουαρντ έκανε ένα νεύμα στον νεαρό σερβιτόρο και κάθισε στην καρέκλα


που του είχε μόλις προσφερθεί. Με μια ελαφριά κλίση του κεφαλιού χαιρέτησε τον τρίτο άντρα που βρισκόταν στην παρέα τους. «Χάρι. Πώς είσαι;» Ο Χάρι Πάι ήταν επιστάτης σε ένα από τα μεγάλα κτήματα της νότιας Αγγλίας και ερχόταν συχνά στο Λονδίνο. Πιθανότατα βρισκόταν εκεί λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων. Σε αντίθεση με τον παρδαλό αριστοκράτη, τον υποκόμη, εκείνος ταίριαζε απόλυτα με τους θαμώνες και το περιβάλλον εκεί μέσα. Ήταν ένας άντρας που περνούσε εύκολα απαρατήρητος με την απλή του ρεντιγκότα και το μακρύ, σκούρο καφέ παλτό του. Και ο Έντουαρντ ήξερε καλά ότι πάντα κρατούσε κρυμμένη μια λεπίδα στην αριστερή μπότα του. Ο Χάρι απάντησε κι εκείνος με μια μικρή κλίση του κεφαλιού. «Χαίρομαι που σας βλέπω, λόρδε μου», είπε με το πρόσωπό του να διατηρεί τη σοβαρή, αγέλαστη έκφρασή του, αλλά τα πράσινα, γυαλιστερά μάτια του να δείχνουν τη γνήσια ευχαρίστησή του. «Μα τον Θεό, Χάρι, αλήθεια, πόσες φορές σου έχω πει να με λες Έντουαρντ ή τουλάχιστον Ντε Ραφ;» είπε ο Έντουαρντ και έκανε και πάλι ένα νεύμα στον σερβιτόρο. «… ή Εντ ή ακόμα Έντι», πετάχτηκε ο Άιντελσι. «Όχι Έντι», διαμαρτυρήθηκε ο Έντουαρντ και γύρισε να πάρει την κούπα με τον ζεστό καφέ που είχε μόλις αφήσει ο μικρός σερβιτόρος, κοπανώντας τη στο τραπέζι. «Όπως επιθυμείτε, λόρδε μου», άκουσε τον Χάρι να μουρμουρίζει, αλλά ο Έντουαρντ δεν μπήκε στον κόπο να απαντήσει. Έριξε μια ματιά στον χώρο. Ο καφές σε αυτό το μαγαζί ήταν πράγματι πολύ καλός. Αυτός ήταν και ο κυριότερος λόγος που ο Αγροτικός Συνεταιρισμός είχε επιλέξει αυτό το μέρος για τις συναντήσεις του. Σίγουρα δεν ήταν για να θαυμάσουν την αρχιτεκτονική. Το μέρος ήταν γεμάτο κόσμο και το ταβάνι πολύ χαμηλό. Οι περισσότεροι άλλωστε γνώριζαν πως το υπέρθυρο στην είσοδο δεν χάριζε κάστανα και πολλά κεφάλια είχαν σπάσει πριν αποκτήσουν αυτή την πολύτιμη γνώση. Τα τραπέζια πιθανότατα δεν είχαν τριφτεί και καθαριστεί ποτέ και οι κούπες μόλις που ξεβγάζονταν κάπως πρόχειρα. Αλλά και το προσωπικό του καφενείου ήταν μάλλον περίεργο και πολλές φορές αποκτούσε μια επιλεκτική κουφαμάρα, αν δεν είχε και πολλή όρεξη να σερβίρει τους πελάτες, ακόμα κι αν ήταν αριστοκράτες. Αλλά ο καφές του ήταν φρέσκος και δυνατός και το μέρος ήταν ανοιχτό προς όλους, αρκεί να είχαν κάποιο ενδιαφέρον για τα αγροτικά θέματα. Ο Έντουαρντ αναγνώρισε αρκετούς από τους ευγενείς που βρίσκονταν εκεί, καθισμένους σε άλλα τραπέζια, αλλά διέκρινε και πολλούς μικρούς γαιοκτήμονες που είχαν έρθει για μια μόνο μέρα στο Λονδίνο και φυσικά επιστάτες σαν τον Χάρι. Ο Αγροτικός Συνεταιρισμός τους ήταν περίφημος για τα χαλαρά κοινωνικά του στεγανά, μιας και ανάμεσα στα μέλη του επικρατούσε μια κάπως παράδοξη ισότητα, ανεξάρτητα από την κοινωνική θέση του καθενός. «Και τι σε φέρνει στην υπέροχη, αν και βρομερή πρωτεύουσα;» ρώτησε ο Άιντελσι. «Βρίσκομαι σε διαπραγματεύσεις για ένα προγαμιαίο συμβόλαιο», απάντησε ο Έντουαρντ. Τα μάτια του Χάρι Πάι ζωντάνεψαν αμέσως, φάνηκαν καταπράσινα πάνω από την κούπα του καφέ. Κρατούσε το χοντρό φλιτζάνι με το χέρι του τυλιγμένο γύρω


του και ήταν φανερό ότι ο παράμεσος έλειπε εντελώς. «Ω ομολογώ ότι είσαι πολύ γενναιότερος από μένα», είπε ο Άιντελσι. «Και υποθέτω πως γιόρταζες με τον τρόπο σου τον επικείμενο γάμο σου όταν σε είδα αργά χθες βράδυ στη “Σπηλιά της Αφροδίτης”». «Ήσουν κι εσύ εκεί;» ρώτησε ο Έντουαρντ νιώθοντας με κάποια έκπληξη αναστατωμένος. «Δεν σε είδα». «Όχι», είπε ο Άιντελσι με ένα πονηρό χαμόγελο. «Ήσουν τόσο… πώς να το πω… χαλαρός όταν βγήκες από το σπίτι κι εγώ από την άλλη πολύ απασχολημένος με δύο πρόθυμες νύμφες, αλλιώς θα σε χαιρετούσα». «Μόνο με δύο;» ρώτησε ο Χάρι με το ανέκφραστο ύφος του. «Αργότερα η παρέα μας συμπληρώθηκε με μια ακόμα μικρή θεότητα», είπε ο Άιντελσι με μάτια που έλαμπαν και ξεγελούσαν με την ψεύτικη αθωότητά τους. «Αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ γιατί φοβήθηκα πως αναπόφευκτα θα σας έβαζα σε σκέψεις για τον ανδρισμό σας και θα σας ωθούσα σε ατυχείς συγκρίσεις». Ο Χάρι ρουθούνισε με τα μάτια του να γελάνε. Ο Έντουαρντ έσκασε και αυτός ένα σύντομο χαμόγελο και γύρισε αναζητώντας με τα μάτια του τον νεαρό σερβιτόρο. Με το ένα δάχτυλο σηκωμένο του έδωσε να καταλάβει πως ήθελε άλλη μια κούπα καφέ. «Για τον Θεό, δεν νομίζεις πως είσαι λίγο σιτεμένος για τέτοια ακροβατικά;» Ο υποκόμης σήκωσε το χέρι του που ήταν ντυμένο με ένα δαντελένιο γάντι και το ακούμπησε τελετουργικά στο μέρος της καρδιάς. «Σε διαβεβαιώνω πως και οι τρεις σουσουράδες ήταν χαμογελαστές και ικανοποιημένες όταν τις άφησα». «Πιθανότατα από όλο το χρυσάφι που πριν από λίγο είχες χώσει στις τσέπες τους», απάντησε περιπαικτικά ο Έντουαρντ. «Με πληγώνεις βαθύτατα», είπε ο υποκόμης προσπαθώντας παράλληλα να καμουφλάρει ένα χασμουρητό. «Εξάλλου, κι εσύ υποθέτω επιδόθηκες σε κάποιου είδους ακολασία ευρισκόμενος στον ναό του έρωτα. Μην το αρνείσαι». «Αλήθεια είναι», είπε ο Έντουαρντ με το πρόσωπό του σκυθρωπό, σκύβοντας πάνω από την κούπα του. «Αλλά δεν θα το συνεχίσω για πολύ ακόμα αυτό». Ο υποκόμης, που τόση ώρα παρατηρούσε το λεπτεπίλεπτο κέντημα στο μανίκι της ρεντιγκότας του, σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε τον φίλο του με σοβαρότητα. «Μη μου πεις πως σκοπεύεις να είσαι ένας πιστός και φρόνιμος σύζυγος;» «Δεν νομίζω πως έχω άλλη επιλογή». Ο Άιντελσι ανασήκωσε εντυπωσιασμένος τα φρύδια του. «Μήπως αυτό είναι μια κάπως φτωχή –για να μην πω πεπαλαιωμένη– ερμηνεία των γαμήλιων όρκων;» «Πιθανότατα. Αλλά νομίζω πως είναι απαραίτητη για έναν πετυχημένο γάμο», απάντησε ο Έντουαρντ και ένιωσε τους μυς στο σαγόνι του να σφίγγονται. «Θέλω αυτή τη φορά να γίνει σωστά. Χρειάζομαι έναν διάδοχο». «Τότε, φίλε μου, σου εύχομαι κάθε επιτυχία», είπε ο Άιντελσι χαμηλόφωνα. «Θα πρέπει να έχεις επιλέξει με πολλή προσοχή την υποψήφια». «Ναι, πράγματι», απάντησε ο Έντουαρντ κοιτάζοντας αμήχανα τη σχεδόν άδεια κούπα του. «Είναι από πολύ καλή οικογένεια, πιο παλιά ακόμα κι από τη δική μου. Και οι ουλές στο πρόσωπό μου δεν της προκαλούν αποστροφή. Το ξέρω γιατί τη ρώτησα ευθέως, κάτι που είχα παραλείψει να κάνω με την πρώτη μου σύζυγο. Είναι έξυπνη αλλά και ήσυχη. Είναι ευπαρουσίαστη, αλλά όχι όμορφη. Και


προέρχεται από μεγάλο τζάκι. Με το θέλημα του Θεού, θα μπορέσει να μου δώσει μερικούς γερούς και δυνατούς γιους». «Καθαρόαιμη μητέρα, καθαρόαιμα τέκνα», είπε ο Άιντελσι με ένα κάπως σαρκαστικό χαμόγελο. «Σύντομα οι στάβλοι σου θα γεμίσουν με γεροδεμένα, φωνακλάδικα παιδιά. Είμαι σίγουρος πως ανυπομονείς να αρχίσεις να τεκνοποιείς με τη διαλεχτή της καρδιάς σου». «Ποια είναι η κυρία;» ρώτησε ο Χάρι. «Η μεγαλύτερη κόρη του σερ Ρίτσαρντ Γκέραρντ, η μις Σίλβια», απάντησε ο Έντουαρντ. Ο Άιντελσι έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης που προσπάθησε αμέσως να πνίξει. Ο Χάρι του έριξε μια κοφτερή ματιά όλο νόημα. «Γκέραρντ. Τη γνωρίζεις;» ρώτησε ο Έντουαρντ χαμηλόφωνα. Ο Άιντελσι άρχισε και πάλι να επιθεωρεί τις λεπτομέρειες της δαντέλας που κάλυπτε τον καρπό του. «Η γυναίκα του αδερφού μου του Ίθαν ήταν μια Γκέραρντ. Αν θυμάμαι καλά, η μητέρα τους στον γάμο είχε κάνει έντονη εντύπωση». «Ναι, ακόμα κάνει εντύπωση», είπε ο Έντουαρντ κάπως αδιάφορα. «Αλλά αμφιβάλλω ότι θα έρχομαι τόσο συχνά σε επαφή μαζί της μετά τον γάμο». Ο Χάρι σήκωσε αργά την κούπα του. «Συγχαρητήρια, λόρδε μου, για τους γάμους σας». «Ναι, συγχαρητήρια!» βιάστηκε να συμφωνήσει και ο υποκόμης. «Και καλή τύχη, φίλε μου». Η Άννα ξύπνησε από μια υγρή και κρύα μύτη που κόλλησε ξαφνικά στο μάγουλό της. Άνοιξε διστακτικά τα μάτια και αντίκρισε δυο άλλα μάτια, μικρότερα και αθώα, να την κοιτάζουν με αφοπλιστική καλοσύνη αλλά και αδημονία. Η σκυλίσια ανάσα που εκείνη τη στιγμή γέμισε τα ρουθούνια της την έκανε να απομακρυνθεί στιγμιαία με ένα αγκομαχητό και να γυρίσει το κεφάλι της για να δει τον ουρανό έξω από το παράθυρο. Το πρώτο φως της ημέρας ίσα που φαινόταν στον μακρινό ορίζοντα, ενώ το βαθύ μοβ χρώμα του ουρανού είχε αρχίσει σταδιακά να δίνει τη θέση του στο πιο ανοιχτό γαλάζιο. Γύρισε και πάλι για να κοιτάξει τα σκυλίσια μάτια που συνέχιζαν να είναι καρφωμένα επάνω της. «Καλημέρα, Τζοκ!» Ο Τζοκ κατέβασε τα δυο μπροστινά του πόδια από το στρώμα της και έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω, για να πάρει την πόζα του καλού και υπάκουου σκύλου. Ήταν ακίνητος με τα αφτιά του σηκωμένα, τα μπροστινά πόδια τεντωμένα κι ένα βλέμμα όλο προσμονή, που παρακολουθούσε κάθε κίνηση της Άννας με προσήλωση. Ήταν η απόλυτη εικόνα ενός σκύλου που ανυπομονεί να βγει έξω για την ανάγκη του. «Ωχ, καλά, εντάξει. Θα σηκωθώ», είπε και περπάτησε αργά μέχρι το λαβομάνο για να κάνει την πρωινή της τουαλέτα πριν ντυθεί. Σε λίγο ξεπρόβαλαν και οι δυο τους από το δωμάτιο και κατέβηκαν αργά τη σκάλα στο πίσω μέρος του σπιτιού. Η Κόραλ έμενε σε μια πολυτελή συνοικία του Λονδίνου, κοντά στο Μέιφερ,


γεμάτη από καλαίσθητα και νεόκτιστα αρχοντικά, όλα τους με τοίχους ντυμένους από άσπρες πέτρινες πλάκες. Στα περισσότερα από αυτά επικρατούσε ησυχία, εκτός από τις υπηρέτριες που εμφανίζονταν πού και πού για να πλύνουν τα σκαλιά ή να γυαλίσουν τα πόμολα και τα κάγκελα της εισόδου. Κανονικά η Άννα θα ένιωθε άβολα να κάνει βόλτα σε μια ξένη γειτονιά, στην καρδιά της πόλης, χωρίς συνοδό, αλλά με τον Τζοκ ήταν διαφορετικά. Εκείνος, σαν να το ένιωθε, άλλαζε το βήμα του και ερχόταν πιο κοντά της κάθε φορά που έβλεπε έναν άγνωστο να πλησιάζει, λες και ήθελε να την προστατέψει. Η Άννα και ο Τζοκ συνέχισαν σιωπηλοί τη χαλαρή βόλτα τους. Ο σκύλος ήταν άλλωστε απασχολημένος από τις χιλιάδες μυρωδιές που κάθε τόσο ανίχνευε με τα ρουθούνια του, ενώ η Άννα ήταν χαμένη στις δικές της σκέψεις. Όλο το βράδυ σκεφτόταν όσα είχαν προηγηθεί μερικές ώρες νωρίτερα και όταν ξύπνησε εκείνο το πρωί, ήξερε ήδη τι έπρεπε να κάνει. Δεν μπορούσε να τον ξανασυναντήσει. Έπαιζε με τη φωτιά και είχε έρθει η ώρα να το παραδεχτεί. Παρασυρμένη από την ανάγκη της να έρθει πιο κοντά στον λόρδο Σγουόρτινγχαμ, είχε εκθέσει τον εαυτό της σε ένα σωρό κινδύνους. Είχε αποφασίσει με χαρακτηριστική απερισκεψία να έρθει μέχρι το Λονδίνο και να γίνει μια άλλη, μπαίνοντας σε έναν οίκο ανοχής, λες και έπαιζε έναν ρόλο στον ερασιτεχνικό θίασο του χωριού της. Από θαύμα δεν είχε ανακαλύψει ποια πραγματικά ήταν. Θυμήθηκε όσα καταλόγισε στους άντρες που πάνε σε τέτοια σπίτια και ένιωσε την υποκρισία της, μιας και πλέον το είχε κάνει και η ίδια και μάλιστα για δύο συνεχόμενες βραδιές. Μια γκριμάτσα πόνου ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της όταν σκέφτηκε τι θα έλεγε ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ αν την αναγνώριζε ένα από αυτά τα βράδια. Ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλη περηφάνια, αλλά και ιδιαίτερα οξύθυμος. Η Άννα κούνησε το κεφάλι της για να διώξει αυτές τις σκέψεις και έριξε μια ματιά γύρω της. Βρισκόταν μερικά μέτρα μακριά από το σπίτι της Κόραλ. Ίσως είχε ασυναίσθητα γυρίσει πίσω κάνοντας αφηρημένη τον γύρο του τετραγώνου, ίσως πάλι ο Τζοκ, με το σκυλίσιο του ένστικτο, τους είχε οδηγήσει πίσω στη βάση τους. Χάιδεψε ανάλαφρα το κεφάλι του σκύλου. «Μπράβο, Τζοκ. Καλύτερα να πάμε μέσα και να ετοιμαστούμε για το ταξίδι. Πάμε σπίτι». Ο Τζοκ ανασήκωσε τα αφτιά του στο άκουσμα της λέξης «σπίτι». Αλλά εκείνη τη στιγμή, μια άμαξα σταμάτησε μπροστά στην είσοδο του σπιτιού της Κόραλ. Η Άννα δίστασε και έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω για να κρυφτεί στη γωνία και να κρυφοκοιτάξει από εκεί. Ποιος έκανε επίσκεψη τέτοια ώρα; Ένας υπηρέτης πήδηξε στο πεζοδρόμιο από τη θέση του στο πίσω μέρος της άμαξας και τοποθέτησε ένα ξύλινο σκαλοπάτι μπροστά στην πόρτα του οχήματος, πριν την ανοίξει. Ένα αντρικό πόδι εμφανίστηκε από το άνοιγμα της πόρτας, αλλά αμέσως μετά ξαναμπήκε στην άμαξα. Ο υπηρέτης μετακίνησε το σκαλοπάτι μερικά εκατοστά προς τα αριστερά. Και τότε εμφανίστηκε ένας στρουμπουλός άντρας με σκυμμένη πλάτη και κυρτούς ώμους. Σταμάτησε για μια στιγμή ώστε να πει κάτι στον υπηρέτη του. Από τη στάση του νεαρού και τη βαθιά του υπόκλιση δευτερόλεπτα αργότερα, ήταν σαφές πως είχε εισπράξει μια γερή επίπληξη. Ο στρουμπουλός άντρας προχώρησε και μπήκε στο σπίτι. Άραγε αυτός ήταν ο μαρκήσιος της Κόραλ; Η Άννα άρχισε να επεξεργάζεται στο κεφάλι της αυτή τη νέα έκβαση στα πράγματα, ενώ ο Τζοκ παρέμενε δίπλα της


περιμένοντας υπομονετικά. Από τα λίγα πράγματα που είχε ακούσει για τον μαρκήσιο, υπέθεσε ότι θα ήταν καλύτερο να μην τον συναντήσει. Δεν ήθελε να δημιουργήσει το παραμικρό πρόβλημα στην Κόραλ, αλλά δεν ένιωθε και τόσο άνετα ώστε να προχωρήσει σε συστάσεις, ενώ φιλοξενούνταν σε αυτό το σπίτι. Παρόλο που ήταν μάλλον απίθανο να ξανασυναντήσει τον μαρκήσιο, το περιστατικό με τους νεαρούς το προηγούμενο βράδυ την είχε αναστατώσει. Αποφάσισε να μπει στο σπίτι από την πίσω πόρτα, που χρησιμοποιούσαν μόνο οι υπηρέτες κι έτσι να αποφύγει την όποια τυχαία συνάντηση. «Ευτυχώς είχα ήδη αποφασίσει να φύγω σήμερα, έτσι κι αλλιώς», μουρμούρισε στον Τζοκ καθώς περνούσαν μέσα από την τεράστια κουζίνα του αρχοντικού. Αλλά η κουζίνα αυτή σήμερα ήταν γεμάτη με ανθρώπους που δούλευαν με ασυνήθιστη βιασύνη και εργατικότητα. Οι καμαριέρες έτρεχαν να φροντίσουν ένα σωρό μικροδουλειές και οι υπηρέτες κουβαλούσαν ασταμάτητα ένα σωρό αποσκευές και δέματα. Κανείς σχεδόν δεν πρόσεξε την παρουσία της καθώς ανέβαινε στο επάνω πάτωμα από την εσωτερική σκάλα της υπηρεσίας. Ευτυχώς. Εκείνη και ο Τζοκ κινήθηκαν αθόρυβα στον διάδρομο του πρώτου ορόφου. Η Άννα άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου της και βρήκε την Περλ να την περιμένει με αγωνία. «Αχ, δόξα τον Θεό, γυρίσατε, κυρία Ρεν», είπε η κοπέλα όταν την είδε να μπαίνει στο δωμάτιο. «Πήγα μια βόλτα με τον Τζοκ», απάντησε η Άννα. «Αυτός ο άντρας που είδα να μπαίνει στο σπίτι είναι ο μαρκήσιος της Κόραλ;» «Ναι», απάντησε η Περλ. «Η Κόραλ δεν τον περίμενε τόσο νωρίς, υποτίθεται ότι θα έλειπε για μια εβδομάδα ακόμα ή και περισσότερο. Θα θυμώσει αν καταλάβει πως φιλοξενεί ανθρώπους στο σπίτι του». «Μα είχα σκοπό να μαζέψω τα πράγματά μου και να φύγω, οπότε δεν πρόκειται να βρεθώ στα πόδια του». «Σας ευχαριστώ πολύ, κυρία. Είμαι σίγουρη ότι αυτό θα κάνει πιο εύκολα τα πράγματα για την Κόραλ». «Εσύ, όμως, Περλ, τι θα κάνεις;» ρώτησε η Άννα σκύβοντας για να τραβήξει την τσάντα της κάτω από το κρεβάτι. «Η Κόραλ μου είπε ότι ήθελε να σε κρατήσει κοντά της. Θα σε αφήσει ο μαρκήσιος να μείνεις εδώ;» Η Περλ κοίταξε αμήχανα μια κλωστούλα που κρεμόταν από το μανίκι της. «Η Κόραλ είπε πως μπορεί να τον πείσει να με αφήσει να μείνω, αλλά δεν ξέρω. Είναι πολύ κακός ώρες-ώρες, παρόλο που είναι αριστοκράτης. Και το σπίτι αυτό είναι δικό του, ξέρετε». Η Άννα έγνεψε καταφατικά και συνέχισε να διπλώνει με προσοχή τα ρούχα της. «Χαίρομαι που η Κόραλ έχει ένα τόσο όμορφο σπίτι για να μένει, με υπηρέτες και άμαξες και τόσο ωραία πράγματα», συνέχισε η Περλ χαμηλόφωνα. «Αλλά ο μαρκήσιος με τρομάζει λίγο». Η Άννα σταμάτησε το πακετάρισμα, ενώ στα χέρια της είχε ακόμα μια μικρή στοίβα από διπλωμένα ρούχα. «Δεν φαντάζομαι να φοβάσαι ότι θα της κάνει κακό;» ρώτησε ανήσυχη. Η Περλ την κοίταξε με βλέμμα σκοτεινό. «Δεν ξέρω». Ο Έντουαρντ πηγαινοερχόταν στο γνωστό δωμάτιο στη «Σπηλιά της Αφροδίτης»


σαν πεινασμένο θηρίο στο κλουβί. Η γυναίκα είχε αργήσει. Κοίταξε το πορσελάνινο ρολόι πάνω από το τζάκι για μια ακόμα φορά. Είχε αργήσει μισή ώρα, διάολε. Πώς τόλμησε να τον κάνει να περιμένει; Πλησίασε το τζάκι και έμεινε εκεί να κοιτάζει αφηρημένος τη φωτιά. Δεν είχε ποτέ ξαναπάει με την ίδια γυναίκα για παραπάνω από μια βραδιά και σίγουρα ποτέ με την εμμονή και τη λαχτάρα που είχε νιώσει γι’ αυτή. Το σεξ μαζί της, όμως, ήταν τόσο καλό κάθε φορά. Ήταν τόσο ενεργητική. Δεν είχε διστάσει σε τίποτα ούτε είχε κάνει πίσω, δίνοντάς του την εντύπωση ότι το απόλαυσε τόσο όσο κι εκείνος. Δεν ήταν αφελής. Ήξερε καλά πως οι γυναίκες που κάνουν έρωτα επί πληρωμή τις περισσότερες φορές προσποιούνται ότι απολαμβάνουν την πράξη, ενώ στην ουσία τους είναι αδιάφορη. Αλλά η φυσική αντίδραση ενός κορμιού δεν μπορεί να είναι προσποιητή. Είχε νιώσει και δει με τα μάτια του πόσο υγρή ήταν. Είχε κυριολεκτικά πλημμυρίσει από τη διέγερση. Έβγαλε ένα μουγκρητό εκνευρισμού. Η σκέψη και μόνο του κορμιού της που έσταζε από πόθο είχε, όπως ήταν αναμενόμενο, κάνει τον ανδρισμό του να αντιδράσει στιγμιαία. Μα πού στον διάολο ήταν τέλος πάντων; Ο Έντουαρντ έβρισε μέσα από τα δόντια του και απομακρύνθηκε από το τζάκι για να συνεχίσει τον νευρικό βηματισμό του μέσα στο δωμάτιο. Είχε αφήσει τον εαυτό του να την αναπολεί όλη την ημέρα, προσπαθώντας να φανταστεί πώς θα ήταν το πρόσωπο κάτω από τη μάσκα, σαν ερωτευμένο μαθητούδι. Και το πιο ανησυχητικό από όλα ήταν ότι είχε πιάσει τον εαυτό του να τη φαντάζεται με το πρόσωπο της Άννας. Σταμάτησε να πηγαινοέρχεται και στήριξε το μέτωπό του στον τοίχο, με τα χέρια πεσμένα δίπλα στα πλευρά του. Το στήθος του φούσκωνε και ξεφούσκωνε με κάθε του ανάσα. Είχε έρθει στο Λονδίνο ακριβώς για να απαλλαγεί από τις βασανιστικές σκέψεις που τυραννούσαν το μυαλό του και αφορούσαν φυσικά τη νεαρή γραμματέα του, ώστε να προετοιμαστεί για τον γάμο του. Και αντ’ αυτού είχε αποκτήσει μια νέα εμμονή. Αλλά μήπως αυτή η νέα φαντασίωση είχε επισκιάσει την παλιά; Όχι βέβαια. Ο πόθος του για την Άννα όχι μόνο είχε γιγαντωθεί, αλλά είχε αναμειχθεί με την ερωτική έλξη που ένιωθε για αυτή τη μικρή πόρνη. Τώρα έπρεπε να αντιμετωπίσει δύο εμμονές που είχαν πλέξει μεταξύ τους έναν σαγηνευτικό ιστό, μέσα στην παραζάλη που επικρατούσε στο μυαλό του. Άρχισε να χτυπά το κεφάλι του στον τοίχο. Ίσως είχε αρχίσει να χάνει τα λογικά του. Αυτό σίγουρα θα εξηγούσε όλα όσα του συνέβαιναν τελευταία. Φυσικά τίποτε από όλα αυτά δεν απασχολούσε το πρησμένο του πέος. Είτε τα είχε χαμένα είτε όχι, εκείνο ανυπομονούσε να νιώσει τον στενό, υγρό κόλπο της μυστηριώδους αυτής γυναίκας και να μπει ολόκληρο μέσα της. Σταμάτησε να κοπανά το μέτωπό του στον τοίχο και κοίταξε για άλλη μια φορά το πορσελάνινο ρολόι. Είχε αργήσει τριάντα τρία ολόκληρα λεπτά πλέον. Μα τον Θεό, δεν επρόκειτο να περιμένει ούτε ένα λεπτό παραπάνω. Ο Έντουαρντ άρπαξε το παλτό του και βγήκε από το δωμάτιο οργισμένος, χτυπώντας την πόρτα πίσω του. Δύο γκριζομάλληδες κύριοι περπατούσαν αργά στον διάδρομο. Δεν χρειάστηκε παρά να ρίξουν μία και μόνη ματιά στο πρόσωπό του για να παραμερίσουν τρομοκρατημένοι και να του αφήσουν χώρο να περάσει. Με γρήγορες και μεγάλες δρασκελιές κατέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά της μεγάλης σκάλας και βρέθηκε στην κεντρική σάλα του σπιτιού, όπου οι κύριοι μαζεύονταν


για να περάσουν τον χρόνο τους και να διαλέξουν την πόρνη της αρεσκείας τους ή να συναντήσουν τις κυρίες με τις μάσκες. Άρχισε να επεξεργάζεται τον χώρο γύρω του. Υπήρχαν αρκετές νέες γυναίκες με πολύχρωμα, παρδαλά φορέματα, περιτριγυρισμένες από διάφορους επίδοξους πελάτες ή εραστές, αλλά μόνο μία φορούσε μάσκα και μάλιστα χρυσή. Ήταν ψηλότερη από τις άλλες γυναίκες και στεκόταν κάπως απόμερα, παρακολουθώντας κι εκείνη με την εξεταστική ματιά της τα όσα συνέβαιναν στο σαλόνι. Η μάσκα που κάλυπτε σχεδόν όλο της το πρόσωπο ήταν λεία και το προσωπείο είχε μια γαλήνια έκφραση. Τα φρύδια ήταν σχεδιασμένα απόλυτα συμμετρικά, ως επιστέγασμα δύο καλοσχηματισμένων αμυγδαλωτών ματιών. Η Αφροδίτη παρακολουθούσε με το αετίσιο βλέμμα της τα κορίτσια της πίσω από τη χρυσή μάσκα. Ο Έντουαρντ πήγε κατευθείαν σε εκείνη. «Πού είναι αυτή;» απαίτησε να μάθει. Η μαντάμ, που συνήθως έδειχνε ατάραχη, ό,τι κι αν συνέβαινε γύρω της, αναπήδησε από τον απότομο και αγενή τρόπο που της μίλησε. «Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ, αν δεν κάνω λάθος;» «Ναι. Πού είναι η γυναίκα που επρόκειτο να συναντήσω απόψε;» «Μα δεν είναι στο δωμάτιό σας, λόρδε μου;» απόρησε η μαντάμ. «Όχι», απάντησε ο Έντουαρντ σφίγγοντας τα δόντια. «Φυσικά και δεν είναι στο δωμάτιο. Θα βρισκόμουν εδώ ρωτώντας για αυτή, αν αυτή τη στιγμή βρισκόταν στο δωμάτιο;» «Έχουμε πολλές και πρόθυμες κοπέλες εδώ, λόρδε μου», είπε η μαντάμ με μια μειλίχια, ψεύτικη ευγένεια. «Μήπως θα θέλατε να στείλω επάνω μια από αυτές;» Ο Έντουαρντ έσκυψε προς το μέρος της. «Δεν θέλω καμία άλλη. Θέλω τη γυναίκα που συνάντησα χθες και προχθές το βράδυ. Ποια είναι;» Τα μάτια της Αφροδίτης έκαναν μερικές νευρικές κινήσεις, που διακρίνονταν εύκολα από τα ανοίγματα της μάσκας. «Μα, λόρδε μου, ξέρετε καλά πως δεν αποκαλύπτουμε ποτέ την ταυτότητα των υπέροχων κοριτσιών μας εδώ στη “Σπηλιά”. Επαγγελματική εχεμύθεια, καταλαβαίνετε», απάντησε εκείνη. Ο Έντουαρντ ρουθούνισε εκνευρισμένος. «Δεν δίνω δεκάρα για την επαγγελματική εχεμύθεια ενός μπουρδέλου. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ;» Η Αφροδίτη έκανε ένα βήμα προς τα πίσω, δείχνοντας κάπως φοβισμένη. Ήταν άλλωστε φυσικό, αφού ο θεόρατος Έντουαρντ την είχε πλησιάσει με διαθέσεις άκρως απειλητικές. Εκείνη έκανε ένα νεύμα σε κάποιον πίσω από τον ώμο της. Τα μάτια του Έντουαρντ είχαν γίνει δυο στενές σχισμές και την κάρφωναν με οργή. Ήξερε ότι δεν είχε παραπάνω από ένα δυο λεπτά στη διάθεσή του. «Θέλω το όνομά της –τώρα–, αλλιώς δεν το έχω σε τίποτα να κάνω το σαλονάκι σας άνω κάτω». «Δεν υπάρχει λόγος για απειλές. Υπάρχουν τόσες άλλες γυναίκες εδώ μέσα που θα ήταν πρόθυμες να σας ικανοποιήσουν και να περάσουν το βράδυ μαζί σας». Η φωνή της Αφροδίτης χαμήλωσε και ήταν σαφές πως κάτω από τη μάσκα στο πρόσωπό της είχε σχηματιστεί ένα σατανικό μειδίαμα. «Και σίγουρα δεν θα ενοχληθούν καθόλου από μερικές ουλές». Ο Έντουαρντ πάγωσε και έμεινε ακίνητος σαν στήλη άλατος για μια στιγμή. Ήξερε πολύ καλά πώς έβλεπαν οι άλλοι το σημαδεμένο του πρόσωπο. Εκείνον είχε πάψει πλέον να τον ενοχλεί –είχε πια περάσει την ηλικία που ασχολείται κανείς με


την εμφάνισή του–, αλλά ήξερε καλά πως οι περισσότερες γυναίκες έβρισκαν τις ουλές του αποκρουστικές. Η μικρή του, όμως, πόρνη είχε αδιαφορήσει για το σημαδεμένο του πρόσωπο. Φυσικά χθες είχαν κάνει έρωτα πάνω στην πολυθρόνα, μπροστά στο τζάκι. Ίσως ήταν η πρώτη φορά που τις είχε δει στο φως. Ίσως είχε νιώσει τόση αηδία στη θέα αυτού του προσώπου που είχε αποφασίσει να μην τον ξανασυναντήσει. Που να την πάρει ο διάολος! Ο Έντουαρντ έκανε μια βίαιη μεταβολή. Άρπαξε ένα ψεύτικο κινέζικο βάζο, το σήκωσε πάνω από το κεφάλι του και το έριξε με δύναμη στο πάτωμα. Η πορσελάνη έσπασε σε χίλια κομμάτια, που σκορπίστηκαν παντού. Νεκρική σιγή έπεσε ξαφνικά στο σαλόνι και όλα τα κεφάλια γύρισαν προς το μέρος του. Τα λόγια ήταν πλέον περιττά και η πολλή σκέψη δεν κάνει καλό. Αυτό που χρειαζόταν ήταν πράξεις και μιας και δεν μπορούσε να εκτονώσει τη συσσωρευμένη ενέργεια στο κρεβάτι, αυτή η πράξη ήταν η πιο άμεση και προσιτή λύση. Αλλά ξαφνικά ένιωσε τα χέρια ενός άλλου άντρα να τον αρπάζουν από πίσω. Με την άκρη του ματιού του έπιασε μια μεγάλη γροθιά, ίση με το μπούτι ενός μεγάλου προβάτου, που ερχόταν με ταχύτητα προς το μέρος του. Ο Έντουαρντ έγειρε προς τα πίσω. Το χέρι του αγνώστου πέρασε από μπροστά του ξυστά. Έχοντας κερδίσει χρόνο, έσφιξε τη δική του γροθιά και την κατάφερε με δύναμη στην κοιλιά του άντρα. Εκείνος δίπλωσε στα δύο καθώς ο αέρας βγήκε βίαια από τα πνευμόνια του με ένα πονεμένο «ουφ» –τι ωραίος ήχος– καθώς παραπατούσε προς τα πίσω. Τρεις ακόμη άντρες έτρεξαν προς το μέρος του για να αναλάβουν αυτό που ο πρώτος δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει. Ήταν οι μεγαλόσωμοι μπράβοι της επιχείρησης, που πληρώνονταν για να πετάνε έξω όποιον έκανε φασαρία. Ένας από αυτούς κατάφερε μια γερή γροθιά στο πρόσωπο του Έντουαρντ. Παρόλο που ζαλίστηκε και άρχισε να βλέπει αστεράκια από το δυνατό χτύπημα, γύρισε και ανταπέδωσε με ένα χτύπημα στο σαγόνι του αντιπάλου του. Αρκετοί από τους θαμώνες του πορνείου άρχισαν να τον χειροκροτούν. Από εκεί και μετά τα πράγματα πήραν διαφορετική τροπή. Κάποιοι από τους παρευρισκόμενους, νιώθοντας πως η μάχη ήταν άνιση, αποφάσισαν να συνδράμουν τον Έντουαρντ. Έτσι μπήκαν και αυτοί στον καβγά, με έναν ενθουσιασμό που σίγουρα οφειλόταν σε έναν βαθμό στις μεγάλες ποσότητες αλκοόλ που είχαν καταναλώσει πρωτύτερα. Τα κορίτσια προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να προστατευτούν από τις μπουνιές που έπεφταν σαν βροχή, πηδώντας πάνω από καναπέδες και ανάκλιντρα. Η Αφροδίτη στεκόταν στη μέση της σάλας, ουρλιάζοντας οδηγίες και διαταγές που δεν άκουγε κανείς. Η φωνή της, όμως, σταμάτησε να ακούγεται ξαφνικά, όταν κάποιος μέσα στο γενικό μπέρδεμα έχωσε το κεφάλι της μέσα στο μπολ με το παντς. Τραπέζια άρχισαν να ίπτανται. Μια από τις πιο έξυπνες πόρνες άρχισε να δέχεται στοιχήματα για τον καβγά, από τους άντρες και τις κοπέλες που είχαν σπεύσει να βρουν ασφαλές καταφύγιο στο χολ, έξω από το σαλόνι. Τέσσερις ακόμα μπράβοι και μερικοί από τους άντρες που μέχρι εκείνη την ώρα βρίσκονταν στα δωμάτια του ορόφου μπήκαν στον τσακωμό. Κάποιοι από τους θαμώνες είχαν φανερά ενοχληθεί που η βραδιά τους είχε χαλάσει, γιατί είχαν κατέβει άρον άρον με τα εσώρουχα ή, στην περίπτωση ενός


ευγενούς, ηλικιωμένου κυρίου, ακόμα και χωρίς αυτά. Ο Έντουαρντ το διασκέδαζε αφάνταστα. Το αίμα που έτρεχε από ένα βαθύ κόψιμο στα χείλη του δημιούργησε ένα μικρό ποταμάκι που έφτασε ως το σαγόνι, ενώ ήταν σίγουρος ότι το ένα μάτι του κόντευε να κλείσει. Ένας μικρόσωμος άντρας του επιτέθηκε από πίσω και τον χτύπησε στο κεφάλι και στους ώμους. Και μπροστά του, ένας πολύ μεγαλόσωμος, αγριεμένος τύπος ήταν έτοιμος να κλοτσήσει τα πόδια του Έντουαρντ με σκοπό να τον ρίξει στο έδαφος. Εκείνος, όμως, κατάφερε να αποφύγει την αδέξια κλοτσιά με ένα βήμα στο πλάι και με χαρακτηριστική ταχύτητα έφερε το δικό του γόνατο με δύναμη στο πόδι του αντιπάλου του, αναγκάζοντάς τον να χάσει την ισορροπία του και να σωριαστεί με όλο του το βάρος στο παρκέ. Η πτώση του ήταν θεαματική και ηχηρή. Τώρα έπρεπε να στρέψει την προσοχή του στον ενοχλητικό μικρόσωμο άντρα πίσω του, που είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει. Αρπάζοντάς τον από τα μαλλιά, έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω και τον συνέθλιψε χτυπώντας τον στον τοίχο. Ένα ανατριχιαστικό «γκντουπ» ακούστηκε όταν το κεφάλι του δύστυχου κοντούλη έσκασε στο ντουβάρι. Ο αναίσθητος άντρας γλίστρησε από τους ώμους του Έντουαρντ και απλώθηκε στο πάτωμα, καλυμμένος από αρκετά κομμάτια σοβά που ξεκόλλησαν με την πρόσκρουση. Ο Έντουαρντ χαμογέλασε ικανοποιημένος και κοίταξε γύρω του με το ένα ανοιχτό μάτι για να εντοπίσει τον επόμενο αντίπαλο. Ένας από τους μπράβους του σπιτιού προσπαθούσε να το σκάσει από την πλαϊνή πόρτα. Κοιτάζοντας πίσω του, λίγο πριν βγει από το δωμάτιο, συνάντησε το δολοφονικό βλέμμα του Έντουαρντ που τον είχε μόλις εντοπίσει. Μια σύντομη ματιά γύρω του επιβεβαίωσε στον δύστυχο μπράβο ότι δεν είχε μείνει κανείς από τους συντρόφους του όρθιος για να τον βοηθήσει. «Έλεος, λόρδε μου. Δεν πληρώνομαι τόσο καλά ώστε να με κάνουν τουλούμι στο ξύλο, όπως έκανες με τους άλλους». Ο μπράβος, που φαινόταν τρομοκρατημένος, κρατούσε τα χέρια του ψηλά, σε στάση απόλυτης παράδοσης, και οπισθοχώρησε καθώς ο Έντουαρντ τον πλησίασε απειλητικά. «Εδώ κατάφερες να ξαπλώσεις τον Μπιγκ Μπίλι, και δεν έχω δει στη ζωή μου πιο γρήγορο μποξέρ από τον Μπιγκ Μπίλι». «Πολύ καλά», είπε ο Έντουαρντ, «παρόλο που μπορώ να δω μόνο από το ένα μάτι, κάτι θα μπορούσες να εκμεταλλευτείς…» Κοίταξε τον μπράβο με προσμονή, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να τον δελεάσει, αλλά εκείνος απλώς χαμογέλασε ηλίθια και κούνησε το κεφάλι του. «Όχι; Καλά λοιπόν. Δεν μου λες, ξέρεις κανένα στέκι εδώ γύρω που να μπορεί να πάει κανείς και να κάνει ένα καλό μεθύσι;» Έτσι, μερικά λεπτά αργότερα, ο Έντουαρντ βρέθηκε μέσα σε μια από τις πιο βρομερές και κακόφημες ταβέρνες του Ανατολικού Λονδίνου, παρέα με όλους τους μπράβους από τη «Σπηλιά της Αφροδίτης», συμπεριλαμβανομένου και του Μπιγκ Μπίλι, ο οποίος, παρά την πρησμένη μύτη και τα δυο μαυρισμένα μάτια, είχε γίνει κολλητός του και με το χέρι του πάνω από τους ώμους του λόρδου, προσπαθούσε να του μάθει τους στίχους ενός πονηρού τραγουδιού που διηγούνταν την ιστορία μιας κοπέλας με το όνομα Τίτι. Το τραγουδάκι πρέπει να είχε πολλά υπονοούμενα και κωμικούς στίχους, αλλά ο Έντουαρντ αδυνατούσε να εκτιμήσει το πόσο έξυπνο


ήταν. Είχε περάσει το τελευταίο δίωρο πίνοντας ασταμάτητα και κερνώντας ποτά όλο το μαγαζί, οπότε η διαύγειά του είχε πάει περίπατο. «Π… ποια ήταν η πουτανίτσα που θέλατε να βρείτε όταν ξεκινήσατε όλον αυτόν τον σαματά, λόρδε μου;» Ο Τζάκι ο μπράβος είχε φροντίσει να μη χάσει ούτε ένα από τα κεράσματα του Έντουαρντ. Όταν έκανε την ερώτηση, ανίκανος να εντοπίσει τον λόρδο στον χώρο και να εστιάσει το βλέμμα του κάπου, απευθύνθηκε γενικά προς τη μεριά του Έντουαρντ. «Μια άπιστη γυναίκα», μουρμούρισε ο Έντουαρντ μιλώντας ουσιαστικά στην μπίρα του. «Όλες τους είναι βρόμες και άπιστες», ακούστηκε μια ανδρική φωνή να λέει. Αυτό το απόσταγμα ανδρικής σοφίας προερχόταν από τον Μπιγκ Μπίλι. Όλοι οι άντρες γύρω τους κούνησαν τα παραζαλισμένα κεφάλια τους καταφατικά, μια κίνηση που αμέσως έκανε μερικούς από αυτούς να σωριαστούν στο πάτωμα ή στις καρέκλες τους. «Όχι, δεν είναι αλήθεια αυτό», είπε ο Έντουαρντ. «Τι δεν είναι αλήθεια;» «Ότι όλες τους είναι άπιστες», είπε ο Έντουαρντ με προσοχή. «Εγώ ξέρω μια γυναίκα που… που είναι πιο αγνή κι από το κάτασπρο χιόνι». «Και ποια είναι αυτή;» «Πείτε μας, λόρδε!» Όλοι τους μαζεύτηκαν γύρω του αδημονώντας να ακούσουν το όνομα αυτής της γυναίκας-φαινόμενο. «Κυρία Άννα Ρεν», είπε ο Έντουαρντ και σήκωσε το ποτήρι του στον αέρα. «Μια πρόποση! Μια πρόποση για την πιο ά… άσπιλη κυρία σε όλη την Αγγλία. Την κυρία Άννα Ρεν!» Όλοι οι θαμώνες του μαγαζιού ξέσπασαν σε πανηγυρισμούς και χειροκροτήματα, πίνοντας στην υγεία της μοναδικής αυτής κυρίας. Και κάπου εκεί ο Έντουαρντ αναρωτήθηκε ξαφνικά γιατί έσβησαν όλα τα φώτα. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. Ο Έντουαρντ άνοιξε τα μάτια, αλλά αμέσως μετά το μετάνιωσε και αποφάσισε πως θα ήταν καλύτερο να τα κρατήσει κλειστά. Με προσοχή άγγιξε το μέτωπό του στην προσπάθειά του να καταλάβει γιατί το επάνω μέρος του κεφαλιού του ήταν έτοιμο να αποκολληθεί από το κάτω. Και τότε άρχισε να θυμάται… Θυμήθηκε τη «Σπηλιά της Αφροδίτης». Θυμήθηκε ότι η γυναίκα που είχε πάει να συναντήσει δεν εμφανίστηκε ποτέ. Θυμήθηκε τον καβγά. Ο Έντουαρντ έκανε μια γκριμάτσα πόνου και με τη γλώσσα του άρχισε να ψαχουλεύει τα δόντια του για να βεβαιωθεί ότι δεν του έλειπε κανένα. Ωραία, η οδοντοστοιχία του ήταν ακέραιη. Κάτι ήταν και αυτό. Το μυαλό του άρχισε σιγά-σιγά να παίρνει μπρος. Θυμήθηκε ότι γνώρισε έναν ωραίο τύπο το προηγούμενο βράδυ. Τον Μπιγκ Μπομπ; Όχι, Μπιγκ Μπερτ; Όχι. Μπιγκ Μπίλι. Ναι, το θυμήθηκε… Ω Θεέ μου! Θυμήθηκε ότι έκανε πρόποση στο όνομα της Άννας μέσα στην πιο θλιβερή τρύπα του Λονδίνου, όπου αναγκάστηκε να πιει τη χειρότερη νερωμένη μπίρα που είχε ποτέ γευτεί. Είχε πράγματι φωνάξει σαν ηλίθιος το όνομα της Άννας σε αυτό το καταγώγιο; Ναι, μάλλον το είχε κάνει. Και αν η μνήμη του δεν τον απατούσε, το


ίδιο είχαν κάνει κι ένα μάτσο βρόμικοι και απένταροι αλητήριοι, με τους οποίους μπεκρόπινε όλη τη νύχτα. Μούγκρισε απελπισμένος. Ο Ντέιβις άνοιξε την πόρτα, αφήνοντάς τη να χτυπήσει με δύναμη καθώς έκλεινε, και με αργές κινήσεις, όπως πάντα, έσυρε τα πόδια του στο δωμάτιο, μεταφέροντας έναν φορτωμένο δίσκο. Ο Έντουαρντ άφησε ακόμα ένα πονεμένο μουγκρητό. Ο ήχος της πόρτας που έσκασε με δύναμη στον τοίχο έκανε θαρρείς το επάνω μέρος του κρανίου του να ξεκολλήσει και να πεταχτεί ως το ταβάνι. «Να σε πάρει ο διάολος, Ντέιβις. Όχι τώρα!» Ο Ντέιβις συνέχισε την αργή πορεία του προς το κρεβάτι του αφεντικού του. «Το ξέρω ότι μπορείς να με ακούσεις», είπε ο Έντουαρντ μιλώντας λίγο πιο δυνατά αυτή τη φορά, αλλά όχι τόσο δυνατά ώστε να κάνει και πάλι το κεφάλι του να κουδουνίσει σαν ντέφι. «Τα κοπανήσαμε για τα καλά χθες από ό,τι φαίνεται, λόρδε μου», είπε ο Ντέιβις φωναχτά. «Δεν ήξερα ότι το έριξες κι εσύ στο ξενύχτι», απάντησε ειρωνικά ο Έντουαρντ, κρατώντας το πρόσωπό του καλυμμένο με τα χέρια του. Ο Ντέιβις αγνόησε το σχόλιο του λόρδου. «Πολύ καλοί κύριοι αυτοί που σας έφεραν στο σπίτι χθες το βράδυ. Κάνατε νέους φίλους, λόρδε μου;» Ο Έντουαρντ άνοιξε τα δάχτυλα ώστε να μπορέσει να ρίξει μια απειλητική ματιά στον υπηρέτη του. Αλλά τίποτα δεν φάνηκε να ταράζει τον γέρο, παμπόνηρο μπάτλερ. «Λίγο μεγαλούτσικος δεν είστε για να κάνετε τέτοιες κραιπάλες, λόρδε μου; Μπορεί να πάθετε ποδάγρα στην ηλικία σας». «Με συγκινεί ιδιαιτέρως το ενδιαφέρον σου για την υγεία μου», απάντησε ο Έντουαρντ κοιτάζοντας τον δίσκο που επιτέλους ο υπηρέτης του είχε καταφέρει να ακουμπήσει στο κομοδίνο του. Περιείχε ένα φλιτζάνι τσάι που είχε ήδη κρυώσει, αν έκρινε κανείς από τον λίγο αφρό που επέπλεε στην επιφάνεια κι ένα μπολ με γάλα και φρυγανιά. «Τι κατάπλασμα είναι αυτό; Δεν είμαι άρρωστος. Φέρε μου λίγο μπράντι να στρώσει το κεφάλι μου». Ο Ντέιβις προσποιήθηκε φυσικά ότι δεν άκουσε το παραμικρό, με τόση πειστικότητα μάλιστα, που σίγουρα θα τον ζήλευε και ο πιο φτασμένος ηθοποιός. Άλλωστε, ήταν βετεράνος στο είδος, μετά από τόσα χρόνια προϋπηρεσίας. «Ορίστε ένα θαυμάσιο πρωινό που θα σας δώσει δύναμη και ενέργεια», είπε ο υπηρέτης στο αφτί του αφεντικού του. «Το γάλα είναι πολύ δυναμωτικό για έναν άντρα στην ηλικία σας». «Έξω! Έξω! Έξω!» ούρλιαξε ο Έντουαρντ κρατώντας το κεφάλι του και με τα δυο χέρια, για να αντέξει τις σφυριές που του κοπανούσαν το κρανίο από μέσα. Ο Ντέιβις έκανε μερικά βήματα προς την πόρτα, αλλά δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό ενός τελευταίου, φαρμακερού σχολίου. «Πρέπει να προσέχετε τα νεύρα σας, λόρδε μου. Μπορεί το πρόσωπό σας να γίνει σαν παντζάρι, να σας πεταχτούν τα μάτια έξω και να σας έρθει κανένας ταμπλάς. Δεν είναι ωραίος τρόπος αυτός να πεθάνει κανείς». Και χωρίς άλλη λέξη γλίστρησε έξω από το δωμάτιο με μια ξαφνική όσο και


πρωτοφανή ευλυγισία και ταχύτητα για έναν άνθρωπο στην ηλικία του, αποφεύγοντας παρά τρίχα το μπολ με το γάλα και τις φρυγανιές που έσκασε στον τοίχο, λίγο πιο πάνω από εκεί που θα βρισκόταν το κεφάλι του. Ο Έντουαρντ μούγκρισε με πόνο και έκλεισε τα μάτια του, αφήνοντας το κεφάλι του να πέσει και πάλι στο μαξιλάρι. Κανονικά έπρεπε να σηκωθεί και να αρχίσει να πακετάρει τα πράγματά του για να φύγει από το Λονδίνο. Είχε καταφέρει να εξασφαλίσει για τον εαυτό του μια καλή αρραβωνιαστικιά και να πάει και στη «Σπηλιά της Αφροδίτης» όχι μία, αλλά δυο φορές. Στην πραγματικότητα, είχε κάνει όλα όσα είχε σχεδιάσει όταν αποφάσισε αυτό το ταξίδι. Και παρόλο που ένιωθε πολύ χειρότερα από τη στιγμή που έφυγε από το σπίτι του, δεν υπήρχε κανένας λόγος να παραμείνει στην πόλη. Ήταν σίγουρος πως δεν θα ξαναέβλεπε τη μικρή του πόρνη και γι’ αυτό πρέπει να είχε και ο ίδιος μεγάλη ευθύνη. Και η αλήθεια είναι πως έτσι έπρεπε να γίνουν τα πράγματα. Δεν υπήρχε χώρος στη ζωή του για μια μυστηριώδη γυναίκα με μάσκα και τις εφήμερες απολαύσεις που μπορούσε να του προσφέρει.


Κεφάλαιο Δώδεκα Οι μέρες και οι νύχτες περνούσαν σαν σε όνειρο και η Αύρα ένιωθε ικανοποιημένη. Ίσως μάλιστα θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν ευτυχισμένη. Αλλά μετά από μερικούς μήνες άρχισε να νιώθει την ανάγκη να δει τον πατέρα της. Η επιθυμία αυτή μεγάλωνε μέρα με τη μέρα, ώσπου κάθε ώρα και κάθε λεπτό σκεφτόταν το πρόσωπό του και τη στιγμή που θα τον ξαναέβλεπε. Έγινε μελαγχολική και ανόρεχτη. Ένα βράδυ, την ώρα του δείπνου, το κοράκι γύρισε και κοίταξε τη γυναίκα του με τα σκοτεινά, γυαλιστερά μάτια του. «Τι είναι αυτό που σου προκαλεί τόση θλίψη;» τη ρώτησε. «Θέλω να δω και πάλι το πρόσωπο του πατέρα μου, κύριε». Η Αύρα αναστέναξε. «Μου λείπει πολύ», συμπλήρωσε. «Αδύνατον!» φώναξε το κοράκι και εγκατέλειψε το τραπέζι χωρίς να πει άλλη λέξη. Αλλά η Αύρα, παρόλο που ποτέ δεν παραπονιόταν, ένιωθε τόση λαχτάρα να ξαναδεί τον γονιό της, που σταμάτησε να τρώει και το μόνο που έκανε κάθε βράδυ στο δείπνο ήταν να τρώει μερικά ψίχουλα από τις πεντανόστιμες λιχουδιές που σερβίρονταν μπροστά της. Άρχισε λοιπόν να αδυνατίζει, ώσπου μια μέρα το κοράκι δεν άντεξε άλλο. Μπήκε οργισμένο μέσα στο δωμάτιό της και είπε: «Πήγαινε, λοιπόν, να δεις τον γονιό σου, γυναίκα. Αλλά φρόντισε να είσαι πίσω σε δυο εβδομάδες, γιατί αν λείψεις παραπάνω, θα μαραζώσω». Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

«Ω Θεέ μου!» είπε η Άννα την επομένη όταν τον είδε. «Μα τι συνέβη στο πρόσωπό σας;» Φυσικά και πρόσεξε τις μελανιές και τα κοψίματα. Ο λόρδος σταμάτησε και την κοίταξε με ένα άγριο βλέμμα. Είχαν να ιδωθούν πέντε ολόκληρες μέρες και το πρώτο πράγμα που βρήκε να του πει ήταν μια παρατήρηση. Για μια στιγμή αναλογίστηκε όλους τους προηγούμενους γραμματείς του που ήταν άντρες και σκέφτηκε ότι κανένας τους δεν θα τολμούσε ποτέ να του κάνει μια ανάλογη ερώτηση που να αφορά την εμφάνισή του. Φυσικά και δεν θα τολμούσαν. Και μάλιστα, δεν μπορούσε να σκεφτεί και κανέναν άλλο, εκτός φυσικά από τη νεαρή γραμματέα του που ήταν γυναίκα, που θα τολμούσε ποτέ να του μιλήσει με τέτοια αυθάδεια. Αλλά, παραδόξως, αυτή της την αυθάδεια εκείνος την έβρισκε κολακευτική. Όχι φυσικά ότι έπρεπε και να της το δείξει. Ο Έντουαρντ ανασήκωσε υπεροπτικά το ένα φρύδι και προσπάθησε να τη βάλει στη θέση της. «Δεν συνέβη απολύτως τίποτα στο πρόσωπό μου, ευχαριστώ, κυρία Ρεν». Αλλά ο τόνος του δεν φάνηκε να έχει κάποιο ιδιαίτερο αποτέλεσμα. «Μα πώς είναι δυνατόν να μου λέτε ότι δεν συνέβη τίποτα; Αυτό το μαυρισμένο μάτι και οι μελανιές στο σαγόνι σας μαρτυρούν ακριβώς το αντίθετο», είπε η Άννα κοιτάζοντάς τον με κάποια αποδοκιμασία. «Βάλατε τουλάχιστον λίγη αλοιφή πάνω στις πληγές;» Ήταν καθισμένη στη θέση της όπως πάντα, στο μικρό γραφείο από ξύλο τριανταφυλλιάς στη βιβλιοθήκη του. Η εικόνα της ήταν γαλήνια και όλη της η μορφή είχε μια χρυσή σχεδόν λάμψη, καθώς ο ήλιος που έμπαινε από το παράθυρο


την έλουζε με τις αχτίδες του. Ήταν σαν μια εικόνα ιερή, σαν να μην έφυγε ποτέ από το γραφείο της, όσο καιρό εκείνος έλειπε στο Λονδίνο. Ήταν μια σκέψη που κατά κάποιον παράξενο τρόπο τον γαλήνευε. Ο Έντουαρντ πρόσεξε πως είχε έναν μικρό λεκέ από μελάνι στο σαγόνι της. Και παρατήρησε και κάτι άλλο. Η εμφάνισή της γενικά είχε κάτι το διαφορετικό. «Δεν έβαλα καμία αλοιφή, κυρία Ρεν, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει λόγος». Προσπάθησε να φτάσει στο γραφείο του χωρίς να αποκαλύψει ότι κούτσαινε. Αλλά φυσικά, το κοφτερό βλέμμα της το διέκρινε αμέσως. «Και το πόδι σας! Μα γιατί κουτσαίνετε, λόρδε μου;» «Δεν κουτσαίνω!» Τα φρύδια της ανασηκώθηκαν τόσο πολύ, ώστε κόντεψαν να φτάσουν στην κορυφή του μετώπου της, εκεί που άρχιζαν τα μαλλιά της. Ο Έντουαρντ ήταν αναγκασμένος να διατηρεί το άγριο και αυστηρό ύφος του για να δώσει κάποια πειστικότητα στο ψέμα του. Προσπάθησε να σκεφτεί μια κάποια δικαιολογία για τα τραύματά του, που δεν θα αποκάλυπτε την ανοησία του στα μάτια της. Σίγουρα δεν μπορούσε να αποκαλύψει στη νεαρή γραμματέα του πως είχε μπλέξει σε έναν άθλιο καβγά μέσα σε έναν οίκο ανοχής. Αλλά τι ήταν αυτό που είχε αλλάξει επάνω της; «Μήπως είχατε κάποιο ατύχημα;» τον ρώτησε πριν αυτός προλάβει να βρει κάτι να της πει. Και η ερώτηση αυτή του φάνηκε η ιδανική διέξοδος. «Ναι, είχα ένα ατύχημα», απάντησε κοφτά. Ίσως ήταν τα μαλλιά της… ίσως δοκίμασε κάποιο καινούριο χτένισμα. «Πέσατε από το άλογό σας;» «Όχι!» Ο Έντουαρντ χαμήλωσε τη φωνή του, που είχε ασυναίσθητα γίνει πιο δυνατή από ό,τι χρειαζόταν. Ξαφνικά, η απάντηση στο ερώτημα που τον τυραννούσε εμφανίστηκε μπροστά του. Έβλεπε τα μαλλιά της. «Όχι, δεν έπεσα από το άλογο. Μα πού είναι το σκουφί σας;» Αν αυτό ήταν μια απόπειρα να αποσπάσει την προσοχή της Άννας, ήταν σίγουρα απόλυτα αποτυχημένη. «Αποφάσισα να πάψω να το φοράω», απάντησε στεγνά. «Αν δεν πέσατε από το άλογο, τι σας συνέβη;» Αν αυτή η γυναίκα ήταν ιεροεξεταστής, θα είχε τεράστια επιτυχία. «Εγώ…» ψέλλισε ο Έντουαρντ καθώς προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει ένα έξυπνο ψέμα. Η Άννα τον κοιτούσε φανερά ανήσυχη. «Δεν αναποδογύρισε η άμαξά σας ε;» «Όχι!» «Μήπως σας χτύπησε κάποιο κάρο ή άμαξα σε κάποιον δρόμο του Λονδίνου; Έχω ακούσει ότι οι δρόμοι τους εκεί είναι πολύ επικίνδυνοι, γεμάτοι οχήματα». «Όχι, ούτε με χτύπησε κάποιο κάρο», απάντησε και πάλι ο Έντουαρντ με ένα μάλλον αφελές και αμήχανο χαμόγελο. «Μου αρέσετε καλύτερα χωρίς το σκουφί. Τα μαλλιά σας λάμπουν σαν λιβάδι από μαργαρίτες». Η Άννα τον κοίταξε με μάτια μισόκλειστα, όλο απορία. Ίσως τελικά να μην ήταν και τόσο γοητευτικός. «Δεν ήξερα ότι υπάρχουν και καφέ μαργαρίτες. Είστε σίγουρος ότι δεν πέσατε από


το άλογο;» Ο Έντουαρντ έτριξε τα δόντια του και παρακάλεσε από μέσα τον Μεγαλοδύναμο να του δώσει υπομονή. «Δεν έπεσα από το άλογό μου. Δεν έχω πέσει ποτέ…» Εκείνη σήκωσε το ένα φρύδι. «Δεν έχω πέσει σχεδόν ποτέ από τη σέλα του αλόγου μου». Το πρόσωπό της πήρε μια έκφραση γαλήνιας σοφίας. «Εντάξει, δεν έχει καμιά σημασία», είπε με μια κατανόηση σχεδόν ενοχλητική. «Ακόμα και οι καλύτεροι αναβάτες καμιά φορά πέφτουν από τη σέλα τους, δεν χρειάζεται να ντρέπεστε». Ο Έντουαρντ σηκώθηκε από το γραφείο του και πλησίασε το δικό της κουτσαίνοντας άτσαλα. Έβαλε και τα δυο του χέρια στην επιφάνεια του γραφείου της και στάθηκε από πάνω της απειλητικά, με τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της και τα πρόσωπά τους μόνο μερικά εκατοστά μακριά το ένα από το άλλο. «Δεν ντρέπομαι», είπε χαμηλόφωνα. «Δεν έπεσα από το άλογό μου ούτε με έριξε κανένας από το άλογό μου. Θα ήθελα αυτή η συζήτηση να πάρει ένα τέλος. Θα είχατε, λοιπόν, την καλοσύνη, κυρία Ρεν, να αφήσετε το θέμα να λήξει εδώ;» Η Άννα ξεροκατάπιε και η φανερή αυτή αμηχανία της τράβηξε το βλέμμα του λόρδου στον λαιμό της. «Ναι, ναι, όπως επιθυμείτε, λόρδε Σγουόρτινγχαμ», απάντησε βιαστικά. «Ωραία», είπε εκείνος ενώ τα μάτια του τώρα είχαν στραφεί στα υγρά χείλη της, τα οποία εκείνη είχε γλείψει νευρικά μόλις πριν από λίγο. «Σας σκεφτόμουν πολύ όσο έλειπα. Εσείς; Σας έλειψα καθόλου;» «Εγώ…» ψέλλισε η Άννα. Ξαφνικά ο Χοπλ έκανε την εμφάνισή του στον χώρο. «Καλωσορίσατε, λόρδε μου. Ελπίζω η παραμονή σας στην πρωτεύουσα να ήταν ευχάριστη;» Ο επιστάτης είχε μπει με φόρα στο δωμάτιο και σταμάτησε απότομα όταν παρατήρησε τον τρόπο που ο Έντουαρντ στεκόταν πάνω από την Άννα. Ο Έντουαρντ ίσιωσε την πλάτη του και τράβηξε τα μάτια του από την Άννα. «Η παραμονή μου ήταν αρκετά ευχάριστη, Χοπλ, παρόλο που ένιωσα να μου λείπει η… μοναξιά της εξοχής». Η Άννα είχε αναψοκοκκινίσει. Ο Έντουαρντ τώρα χαμογέλασε αυτάρεσκα. Ο κύριος Χοπλ πάλι τον κοίταξε σαν υπνωτισμένος. «Μα… τι συνέβη στο…» Η Άννα έσπευσε να τον διακόψει. «Κύριε Χοπλ, έχετε τον χρόνο να δείξετε στον λόρδο το νέο χαντάκι;» «Το χαντάκι; Μα…» Ο Χοπλ κοίταξε μια τον Έντουαρντ και μια την Άννα σαν χαμένος. Η Άννα ανασήκωσε τα φρύδια της, λες και ήθελε να διώξει μια ανύπαρκτη μύγα από το μέτωπό της. «Το νέο χαντάκι που έγινε για την απορροή του νερού στο κτήμα του κυρίου Γκραντλ. Αυτό που μου λέγατε τις προάλλες». «Το… Α ναι, το χαντάκι στο αγρόκτημα του Γκραντλ», απάντησε τελικά ο Χοπλ. «Αν θέλετε να έρθετε μαζί μου, λόρδε μου, πιστεύω πως θα το βρείτε ενδιαφέρον για μια επιθεώρηση τουλάχιστον». Τα μάτια του Έντουαρντ επέστρεψαν στην Άννα. «Θα βρίσκομαι μαζί σου σε μισή ώρα, Χοπλ. Για την ώρα, υπάρχει κάτι που πρέπει να συζητήσω με τη γραμματέα


μου». «Μάλιστα, φυσικά, πολύ καλά, λόρδε μου», ψέλλισε ο Χοπλ και βγήκε από τη βιβλιοθήκη δείχνοντας παντελώς μπερδεμένος. «Τι θα θέλατε, λοιπόν, να συζητήσετε μαζί μου, λόρδε μου;» τον ρώτησε. Ο Έντουαρντ ξερόβηξε για να καθαρίσει τον βραχνό λαιμό του. «Για να πω την αλήθεια, ήθελα να σας δείξω κάτι. Αν είχατε την καλοσύνη να έρθετε μαζί μου;» Η Άννα έδειξε σαστισμένη, αλλά σηκώθηκε από τη θέση της και ακούμπησε στο μπράτσο που της είχε ήδη προτείνει. Την οδήγησε έξω, στον μεγάλο διάδρομο και προς την πίσω πόρτα του μεγάρου αντί για την μπροστινή. Όταν μπήκαν στην κουζίνα, η μαγείρισσα που εκείνη την ώρα έπινε το τσάι της κόντεψε να πνιγεί από την έκπληξη. Τρεις καμαριέρες ήταν στριμωγμένες στην ίδια πλευρά του μεγάλου τραπεζιού όπου βρισκόταν και η μαγείρισσα, σαν πιστές μαθήτριες γύρω από τη δασκάλα τους. Και οι τέσσερις γυναίκες πετάχτηκαν από τη θέση τους και στάθηκαν όρθιες με σεβασμό μόλις τους αντίκρισαν να μπαίνουν. Ο Έντουαρντ τους έκανε ένα νεύμα που τις απάλλαξε από την υποχρέωση να στέκουν σε στάση προσοχής. Σίγουρα τις είχε διακόψει από το πρωινό κουτσομπολιό. Χωρίς να δώσει την παραμικρή εξήγηση, διέσχισε την κουζίνα και βγήκε από την πόρτα της υπηρεσίας. Διέσχισαν τη μεγάλη αυλή μπροστά στους στάβλους κάτω από τον ήχο των βημάτων του, καθώς οι βαριές μπότες συνέθλιβαν με θόρυβο τα μικρά χαλίκια. Ο Έντουαρντ έστριψε στη γωνία, στο τέλος του κτιρίου και σταμάτησε σε ένα σκιερό σημείο. Η Άννα κοίταξε γύρω της ανήμπορη να καταλάβει το νόημα όλων αυτών. Ξαφνικά ο Έντουαρντ άρχισε να νιώθει μια βαθιά ανασφάλεια. Ήταν ένα κάπως ασυνήθιστο δώρο. Ίσως να μην της άρεσε ή –ακόμα χειρότερα– να ένιωθε προσβεβλημένη. «Αυτό είναι για σας», της είπε δείχνοντας με το χέρι του ένα παρτέρι πάνω στο οποίο βρισκόταν ένα λασπωμένο σακί από καναβάτσο. Η Άννα κοίταξε τον λόρδο και μετά το κομμάτι με το λασπωμένο ύφασμα. «Τι; …» Ο Έντουαρντ έσκυψε και τράβηξε πιο πέρα το βρόμικο σακί. Από κάτω του υπήρχε ένα μάτσο από φαινομενικά ξερά κλαδιά γεμάτα αγκάθια. Η Άννα άφησε άθελά της μια μικρή κραυγή ενθουσιασμού. Αυτός ο ήχος ήταν μάλλον ένα καλό σημάδι. Ο Έντουαρντ συνοφρυώθηκε μην μπορώντας να αποκρυπτογραφήσει την αντίδρασή της με βεβαιότητα. Εκείνη, όμως, γύρισε και του χάρισε ένα πλατύ και ζεστό χαμόγελο, που γαλήνεψε την ψυχή του και γλύκανε την έκφραση του προσώπου του. «Τριαντάφυλλα!» είπε ενθουσιασμένη η Άννα. Έπεσε στα γόνατα για να επιθεωρήσει από κοντά τα μικρά νεαρά φυτά μέσα στο παρτέρι. Τα είχε καλύψει με το υγρό σακί για να τα διατηρήσει ζωντανά στον δρόμο από το Λονδίνο. Κάθε ένα από τα φυτά είχε λίγα λεπτά κλαδάκια με αγκάθια, αλλά οι ρίζες τους ήταν όλες γερές και μεγάλες. «Προσοχή, τα αγκάθια τσιμπάνε πολύ», της είπε ο Έντουαρντ καθώς ήταν σκυμμένος κοντά της. Η Άννα μέτρησε τα φυτά με βιασύνη. «Μα εδώ υπάρχουν δύο δωδεκάδες τριανταφυλλιές. Σκοπεύετε να τις φυτέψετε όλες στον κήπο σας;»


Ο Έντουαρντ έσκυψε και πάλι από πάνω της. «Αυτές είναι για σας. Για τον δικό σας κήπο, του σπιτιού σας», της είπε. Η Άννα άνοιξε το στόμα διάπλατα και για μερικά δευτερόλεπτα έστεκε εκεί, ανήμπορη να βρει κάτι να πει. «Μα… ακόμα και αν μπορούσα να τις δεχτώ, θα πρέπει να κόστισαν ένα σωρό χρήματα». Άκουσε καλά; Είχε μόλις αρνηθεί το δώρο του; «Γιατί δεν μπορείτε να τις δεχτείτε;» «Αρχικά είναι πάρα πολλές και δεν χωρούν όλες στον μικρό μου κήπο». «Πόσες θα μπορούσατε να χωρέσετε;» «Υποθέτω τρεις ή τέσσερις», απάντησε η Άννα. «Διαλέξτε λοιπόν τις τέσσερις καλύτερες και θα στείλω τις υπόλοιπες πίσω», είπε με κάποια ανακούφιση ο Έντουαρντ. Τουλάχιστον δεν του πέταξε τις τριανταφυλλιές στη μούρη. «Ή θα τις κάψω», πρόσθεσε, μια ακόμα πιο βολική εναλλακτική. «Θα τις κάψετε;» Η Άννα τον κοίταξε με φρίκη. «Μα δεν μπορείτε απλώς να βάλετε φωτιά και να τις κάψετε. Δεν τις θέλετε για τον δικό σας κήπο;» Εκείνος κούνησε το κεφάλι με κάποια δυσαρέσκεια. «Δεν ξέρω πώς να τις φυτέψω». «Εγώ, όμως, ξέρω. Θα τις φυτέψω εγώ για σας, για να σας ευχαριστήσω για τις τέσσερις που μου δωρίσατε». Η Άννα τον κοίταξε χαμογελαστή, με μια φυσική και απόλυτα αληθινή συστολή. «Σας ευχαριστώ πολύ για τα τριαντάφυλλα, λόρδε Σγουόρτινγχαμ», του είπε ευγενικά. Ο Έντουαρντ ξερόβηξε και πάλι. «Παρακαλώ, κυρία Ρεν», είπε ενώ προσπαθούσε να κρύψει την αμηχανία του μεταφέροντας το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο, σαν ντροπαλός μπόμπιρας. «Υποθέτω πως πρέπει να συναντήσω τον Χοπλ τώρα», είπε στο τέλος. Εκείνη απλώς έμεινε εκεί να τον κοιτάζει. «Ναι… εεε, ναι», είπε στο τέλος, σχεδόν τραυλίζοντας από αμηχανία. «Λοιπόν, καλύτερα να πάω να τον βρω», μουρμούρισε και με έναν τυπικό χαιρετισμό απομακρύνθηκε για να αναζητήσει τον επιστάτη του. Πού να ήξερε πως είναι τόσο δύσκολο να δώσεις ένα δώρο στη γραμματέα σου. Η Άννα τον κοιτούσε αφηρημένη καθώς απομακρυνόταν, με τα χέρια της ακόμα μέσα στο λασπωμένο παρτέρι. Ήξερε με κάθε λεπτομέρεια πώς ήταν να νιώθει το κορμί αυτού του άντρα πάνω στο δικό της. Ήξερε ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο κινούσε το σώμα του όταν έκανε έρωτα. Ήξερε πόσο βαθιά και βραχνή γινόταν η φωνή του όταν έφτανε σε οργασμό. Ήξερε τα πιο προσωπικά, τα πιο ιδιαίτερα πράγματα που μπορεί να γνωρίζει μια γυναίκα για έναν άντρα, αλλά δεν ήξερε πώς να συμφιλιώσει όλα αυτά τα μικρά μυστικά με τον άντρα που έβλεπε την ημέρα. Πώς μπορούσε να συνδέσει εκείνο τον άντρα που της έκανε έρωτα τόσο υπέροχα με αυτόν τον άντρα που της έφερε ένα μάτσο τριανταφυλλιές από το Λονδίνο. Η Άννα κούνησε το κεφάλι της για να απαλλαγεί από όλες αυτές τις σκέψεις. Ίσως το πρόβλημά της ήταν πολύ δύσκολο για να το λύσει έτσι απλά. Ίσως πάλι να μην κατάφερνε ποτέ να κατανοήσει τις διαφορές ανάμεσα σε εκείνον τον παθιασμένο εραστή της νύχτας και τον ψυχρό και τυπικό κύριο που εμφανιζόταν


την ημέρα. Δεν είχε σκεφτεί πόσο περίπλοκο θα ήταν να τον συναντήσει και πάλι μετά από εκείνες τις δύο απίστευτες βραδιές που πέρασε στην αγκαλιά του. Αλλά τώρα ήξερε. Ένιωθε μια βαθιά θλίψη, σαν να είχε χάσει κάτι που δεν ήταν ποτέ πραγματικά δικό της. Είχε πάει στο Λονδίνο για να κάνει έρωτα μαζί του, να βιώσει τη σωματική ικανοποίηση, όπως ακριβώς θα έκανε κι ένας άντρας: χωρίς συναίσθημα. Αλλά στην πράξη συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν τόσο χοντρόπετση. Ήταν γυναίκα και το σώμα της δεν ήταν ξέχωρο από την καρδιά της. Η πράξη αυτή την είχε κατά κάποιον τρόπο δέσει μαζί του, είτε εκείνος το ήξερε είτε όχι. Και φυσικά δεν έπρεπε ποτέ να το μάθει. Αυτό που είχε συμβεί ανάμεσά τους σε εκείνο το σκοτεινό υπνοδωμάτιο θα έπρεπε να παραμείνει το δικό της, προσωπικό, επτασφράγιστο μυστικό. Το βλέμμα της έπεσε στις τριανταφυλλιές και έμεινε εκεί να τις κοιτάζει. Ίσως τα φυτά αυτά να ήταν ένα σημάδι ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να διορθωθούν. Η Άννα άγγιξε ένα από τα κλαδάκια με τα αγκάθια. Κάτι πρέπει να σημαίνει αυτή η κίνηση, σίγουρα, σκέφτηκε. Δεν ήταν σύνηθες για έναν κύριο να δίνει στη γραμματέα του ένα τόσο υπέροχο –τόσο τέλειο– δώρο. Δεν το είχε ακούσει ποτέ να γίνεται. Ένα από τα αγκάθια άνοιξε μια μικρή τρυπούλα στο δάχτυλο της Άννας. Αφηρημένη το έφερε στο στόμα της και ρούφηξε το αίμα. Ίσως τελικά να υπήρχε μια κάποια ελπίδα. Όσο η πράξη της έμενε μυστική, υπήρχε κάποια ελπίδα. Αργότερα εκείνο το πρωί, ο Έντουαρντ στεκόταν μέσα στις λάσπες που έφταναν σχεδόν μέχρι το γόνατο, επιθεωρώντας το χαντάκι αποστράγγισης. Ένα αγριοπούλι τιτίβιζε χαρούμενο στον φράχτη του κτήματος του κυρίου Γκραντλ. Ίσως από τη χαρά του που πλέον το χωράφι ήταν στεγνό. Λίγο πιο κει, δυο νεαροί με ολόσωμες φόρμες φτυάριζαν τη λάσπη και καθάριζαν το νέο χαντάκι από πέτρες και χώματα. Ο Χοπλ στεκόταν και αυτός μέσα στις λάσπες, με μια έκφραση θλίψης και αηδίας. Αυτό, φυσικά, ίσως οφειλόταν εν μέρει στο γεγονός ότι είχε ήδη παραπατήσει και πέσει μια φορά στα λασπόνερα που γέμιζαν το χαντάκι. Το γιλέκο του, που πριν από λίγο είχε ένα ζεστό κίτρινο χρώμα με πράσινα κεντήματα, τώρα βρισκόταν σε αισχρή κατάσταση, λερωμένο με λάσπες. Το νερό που έτρεχε στο χαντάκι κατέληγε και χυνόταν σε ένα φυσικό ρυάκι, καθώς ο λασπωμένος επιστάτης εξηγούσε τη μηχανική λειτουργία του όλου σχεδίου. Ο Έντουαρντ, που παρακολουθούσε αφηρημένος τους εργάτες που έσκαβαν, έκανε πότε πότε νεύματα στον Χοπλ που συνέχιζε το λογύδριό του, ενώ στην ουσία σκεφτόταν την Άννα και την αντίδρασή της στο δώρο του. Όταν του μιλούσε, δυσκολευόταν πολύ να μην καρφώνει το βλέμμα του στο υπέροχο στόμα της. Το πώς αυτό το τέλειο στόμα είχε βρεθεί στο πρόσωπο μιας τόσο απλοϊκής και αγνής γυναίκας ήταν ένα μυστήριο που τον βασάνιζε ανελέητα και μια σκέψη που μπορούσε να απασχολεί το μυαλό του για ώρες. Αυτό το στόμα μπορούσε να κάνει και τον πιο αξιοσέβαστο αρχιεπίσκοπο να βουτήξει στην αμαρτία χωρίς δεύτερη σκέψη. «Δεν συμφωνείτε, λόρδε μου;» τον ρώτησε έξαφνα ο Χοπλ.


«Μα ναι, φυσικά. Φυσικά και συμφωνώ». Ο επιστάτης του έριξε ένα παραξενεμένο βλέμμα. Ο Έντουαρντ αναστέναξε και συμπλήρωσε: «Συνεχίστε, παρακαλώ». Ο Τζοκ έκανε από το πουθενά την εμφάνισή του, κρατώντας στο στόμα του ένα δύστυχο τρωκτικό. Πήδησε πάνω από το χαντάκι και προσγειώθηκε με πάταγο στην άλλη πλευρά, σηκώνοντας μικρά κύματα από λασπόνερα, ολοκληρώνοντας έτσι την απόλυτη καταστροφή του γιλέκου που φορούσε ο κύριος Χοπλ. Ήταν σαφές πως το τρόπαιο που κρατούσε με περηφάνια ανάμεσα στα δόντια του είχε αφήσει την τελευταία του πνοή αρκετό καιρό τώρα. Ο Χοπλ οπισθοχώρησε σοκαρισμένος, φέρνοντας το λευκό μαντιλάκι του στη μύτη, ενώ μουρμούριζε ενοχλημένος: «Μα τον Θεό! Νόμιζα πως είχαμε γλιτώσει από αυτό το βρομόσκυλο όταν εξαφανίστηκε για λίγες μέρες, τις προάλλες». Ο Έντουαρντ αφηρημένος χάιδεψε το κεφάλι του σκύλου του, που ακόμα κρατούσε απτόητος το κουφάρι του ζώου που είχε αρχίσει να αποσυντίθεται. Ένα μεγάλο σκουλήκι έπεσε στο χαντάκι με τα νερά, κάνοντας τον ανάλογο ήχο. Ο Χοπλ κατάπιε με κόπο, προσπαθώντας να κρατήσει το περιεχόμενο του στομάχου του στη θέση του και συνέχισε να περιγράφει τις λεπτομέρειες του έργου αποστράγγισης, πάντα διατηρώντας το αρωματισμένο μαντιλάκι του μπροστά στη μύτη και στο στόμα του. Φυσικά, έχοντας πλέον γνωρίσει την Άννα προσωπικά, ο Έντουαρντ δεν την έβρισκε καθόλου απλοϊκή. Στην πραγματικότητα, τώρα δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί την είχε με τόση ευκολία αγνοήσει την πρώτη φορά που συναντήθηκαν. Πώς του είχε δώσει την εντύπωση μιας γυναίκας συνηθισμένης και άχρωμης. Όλα αυτά φυσικά δεν αφορούσαν το στόμα της. Αυτό το στόμα του είχε κάνει τεράστια εντύπωση από την αρχή. Ο Έντουαρντ αναστέναξε και κλότσησε ασυναίσθητα ένα μάτσο πέτρες που βρίσκονταν μπροστά στα πόδια του, με αποτέλεσμα να σηκώσει άλλη μια γερή δόση λάσπης που προσγειώθηκε εδώ κι εκεί. Η Άννα ήταν μια κυρία. Αυτό ήταν κάτι που είχε καταλάβει από νωρίς, ακόμα και όταν είχε τη λανθασμένη εντύπωση ότι τον έβρισκε ελκυστικό. Αλλά εκείνος ήταν ένας ευγενής, ένας κύριος και δεν έπρεπε να σκέφτεται κατ’ αυτόν τον τρόπο για μια γυναίκα σαν την Άννα. Άλλωστε, γι’ αυτό υπήρχαν οι πόρνες. Οι καθωσπρέπει κυρίες δεν γονάτιζαν ποτέ μπροστά σε έναν άντρα για να σκύψουν πάνω από το σώμα του και να πάρουν στο στόμα τους το… Ο Έντουαρντ προσπάθησε να διορθώσει αμήχανα τη στάση του, με το πρόσωπό του πάντα συνοφρυωμένο. Τώρα που ήταν επίσημα αρραβωνιασμένος με τη δεσποινίδα Γκέραρντ, έπρεπε να πάψει να σκέφτεται την Άννα και το υπέροχο στόμα της και όλα τα άλλα μέρη του κορμιού της. Έπρεπε να βγάλει την Άννα – την κυρία Ρεν– από το μυαλό του, αν ήθελε να έχει έναν πετυχημένο δεύτερο γάμο. Η μελλοντική του οικογένεια εξαρτιόταν από αυτό. Τι παράξενα λουλούδια που είναι τα τριαντάφυλλα: σκληρά και επιθετικά απέξω, αλλά τόσο ευαίσθητα από μέσα, σκεφτόταν η Άννα εκείνο το βράδυ. Τα τριαντάφυλλα ήταν από τα πιο δύσκολα λουλούδια που θα μπορούσε κάποιος να


καλλιεργήσει. Χρειάζονταν συνέχεια φροντίδα και περιποίηση, πολύ περισσότερο από κάθε άλλο φυτό. Από την άλλη, όταν έπιαναν καλά, μπορούσαν να ζήσουν για χρόνια, ακόμα και αν ο κηπουρός τους τα εγκατέλειπε. Ο μικρός κήπος στο πίσω μέρος του σπιτιού της ήταν μόλις μισό τετραγωνικό μέτρο, αλλά υπήρχε μια γωνία στην οποία χωρούσε ένα μικρό σπιτάκι κηπουρικής. Με τη βοήθεια ενός μόνο κεριού, είχε μπει λίγο πριν βραδιάσει στη μικρή αποθήκη και είχε καταφέρει να βρει μέσα σε όλη τη σκονισμένη σαβούρα ένα δυο κουβάδες κι ένα παλιό λαβομάνο. Τώρα είχε τοποθετήσει τα φυτά στα δοχεία τους και έχοντας συμπληρώσει μπόλικο χώμα, έριχνε απαλά το παγωμένο νερό που είχε πάρει από το πηγάδι. Έκανε ένα βήμα πίσω και κοίταξε με περηφάνια το έργο της. Είχε την αίσθηση ότι ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ προσπαθούσε να την αποφύγει με κάθε ευκαιρία, από τη στιγμή που της δώρισε τις τριανταφυλλιές. Δεν είχε έρθει στο σπίτι για το μεσημεριανό κι εκείνο το απόγευμα είχε περάσει από τη βιβλιοθήκη μόνο μια φορά. Αλλά φυσικά ήταν πολύ απασχολημένος με όλες τις δουλειές που είχαν μείνει πίσω κατά την απουσία του. Και ο άνθρωπος ήταν ιδιαίτερα πολυάσχολος. Έριξε και πάλι πάνω από τα φυτά το νωπό και λασπωμένο σακί, έχοντας τοποθετήσει τις αυτοσχέδιες γλάστρες τους σε μέρος σκιερό και υγρό, για να τα προστατέψει από τον καυτό ήλιο που θα έβγαινε το ξημέρωμα. Θα περνούσαν μερικές μέρες πριν καταφέρει να τις φυτέψει κανονικά στο χώμα, αλλά το νερό θα τις κρατούσε ενυδατωμένες και ζωντανές. Έκανε ένα τελευταίο ικανοποιημένο νεύμα με το κεφάλι και μπήκε στο σπίτι για να πλυθεί και να ετοιμάσει το βραδινό. Η οικογένεια Ρεν εκείνο το βράδυ θα δειπνούσε με ψητές πατάτες και λίγο καπνιστό χοιρομέρι. Είχαν σχεδόν τελειώσει το γεύμα τους, όταν το πιρούνι της Μητέρας Ρεν έπεσε στο πάτωμα, καθώς η γυναίκα αναπήδησε ξαφνικά. «Ω ξέχασα να σου πω, αγαπητή μου, όσο έλειπες, η κυρία Κλίαργουοτερ μας κάλεσε στο ετήσιο ανοιξιάτικο σουαρέ της που θα γίνει μεθαύριο». Η Άννα έμεινε ακίνητη για λίγο, με το φλιτζάνι του τσαγιού μετέωρο ακόμα στα χείλη της. «Αλήθεια; Δεν μας έχει καλέσει ποτέ στο παρελθόν!» «Μα ξέρει ότι είστε φίλοι με τον λόρδο Σγουόρτινγχαμ», είπε χαμογελαστή η Μητέρα Ρεν με προσποιητή αφέλεια. «Θα ήταν σπουδαίο γι’ αυτή αν ερχόταν και αυτός στο σουαρέ της». «Δεν μπορώ να επηρεάσω τον λόρδο πάνω σε αυτό το θέμα και το ξέρεις πολύ καλά αυτό, Μητέρα», απάντησε η Άννα. «Αλήθεια το πιστεύεις αυτό;» της απάντησε η Μητέρα Ρεν, με το κεφάλι της να γέρνει με νόημα στο πλάι. «Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ δεν έχει κάνει ποτέ καμία προσπάθεια να συμμετάσχει στις εκδηλώσεις που κάνει η μικρή μας κοινωνία. Δεν δέχεται ποτέ προσκλήσεις για τσάι ή για δείπνο και δεν έχει έρθει ποτέ στη Θεία Λειτουργία τις Κυριακές». «Υποθέτω πως θέλει την ησυχία του», παραδέχτηκε η Άννα. «Κάποιοι λένε πως είναι πολύ ψωροπερήφανος για να καταδεχτεί να διασκεδάσει μαζί μας, σαν κοινός χωριάτης». «Αυτό δεν είναι αλήθεια», απάντησε η Άννα. «Ω ξέρω πως είναι πολύ ευγενικός κύριος», βιάστηκε να τονίσει η Μητέρα Ρεν, γεμίζοντας και πάλι το φλιτζάνι της με τσάι. «Μα τις προάλλες που φάγαμε


πρωινό όλοι μαζί σε αυτό εδώ το τραπέζι ήταν σωστός κύριος, ευγενέστατος ήταν. Αλλά δεν έχει κάνει και τίποτα για να γίνει λίγο πιο αγαπητός στους ανθρώπους της κοινότητας. Και αυτό σίγουρα δεν κάνει καλό στη φήμη του». Η Άννα κατσούφιασε και έμεινε να κοιτάζει χωρίς λόγο τη μισοφαγωμένη πατάτα της. «Δεν το είχα συνειδητοποιήσει πως ο κόσμος τον βλέπει έτσι. Οι νοικάρηδες στα χωράφια του τον λατρεύουν». Η Μητέρα Ρεν ένευσε με το κεφάλι ότι συμφωνούσε. «Οι νοικάρηδές του μπορεί, αλλά πρέπει να είναι αρεστός και σε αυτούς που βρίσκονται ψηλότερα στην κοινωνία». «Θα προσπαθήσω να τον πείσω να έρθει στο σουαρέ», είπε η Άννα και έστησε ίσια την πλάτη της. «Αλλά δεν νομίζω ότι θα είναι και τόσο εύκολο. Όπως είπες και μόνη σου, δεν είναι από τους ανθρώπους που ενδιαφέρονται για κοσμικές εμφανίσεις». Η Μητέρα Ρεν χαμογέλασε. «Εν τω μεταξύ, εμείς οι δυο πρέπει να συζητήσουμε τι θα φορέσουμε στο σουαρέ». «Ούτε που το είχα σκεφτεί αυτό», είπε η Άννα προβληματισμένη. «Το μόνο που έχω είναι εκείνη η παλιά πράσινη σκούρα τουαλέτα. Δεν έχουμε αρκετό χρόνο για να ράψουμε τα υφάσματα που έφερα από το Λονδίνο». «Μα τι κρίμα», είπε απογοητευμένη η Μητέρα Ρεν συμφωνώντας. «Αλλά εκείνη η πράσινη τουαλέτα σου πάει πολύ, καλή μου. Είναι θαυμάσιο χρώμα. Κάνει τα μάγουλά σου να φαίνονται ρόδινα και έρχεται σε πολύ ωραία αντίθεση με τα μαλλιά σου. Παρόλο που φοβάμαι πως το ντεκολτέ της είναι τελείως ντεμοντέ». «Ίσως θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε μερικά από τα υφάσματα που έφερε η κυρία Ρεν από το Λονδίνο», πετάχτηκε η Φάνι ντροπαλά. Τόση ώρα γυρόφερνε τις δυο γυναίκες μέσα στο δωμάτιο ακούγοντας την κουβέντα τους. «Μα τι καλή ιδέα!» πετάχτηκε η Μητέρα Ρεν και χάρισε στο κορίτσι μια λαμπερή, επιδοκιμαστική ματιά, που έκανε τη μικρή να κοκκινίσει. «Και μάλιστα καλύτερα να ξεκινήσουμε από σήμερα». «Ναι, πράγματι, αλλά πρώτα πρέπει να βρω κάτι, πριν αρχίσουμε με τα φορέματα». Η Άννα έσπρωξε προς τα πίσω την καρέκλα της και πήγε στον μπουφέ της κουζίνας. Γονάτισε στο πάτωμα και χώθηκε η μισή σχεδόν στο κάτω ντουλάπι κοιτάζοντας μέσα. «Μα τι ψάχνεις, Άννα καλή μου;» ρώτησε γεμάτη απορία η Μητέρα Ρεν. Η Άννα βγήκε από το ντουλάπι και φταρνίστηκε κάνα δυο φορές, πριν σηκώσει θριαμβευτικά στο χέρι της ένα μικρό, σκονισμένο βαζάκι. «Η αλοιφή της μητέρας μου για ουλές και γρατζουνιές». Η Μητέρα Ρεν κοίταξε με απορία το βαζάκι. «Η μητέρα σου ήταν μια θαυμάσια εμπειρική βοτανολόγος, αγαπητή μου, και η αλοιφή της με έχει σώσει πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά έχει μια τόσο δυσάρεστη μυρωδιά. Είσαι σίγουρη πως χρειάζεσαι κάτι τέτοιο;» Η Άννα σηκώθηκε και τίναξε τη σκόνη από τη φούστα της. «Α δεν είναι για μένα. Είναι για τον λόρδο. Είχε ένα ατύχημα με το άλογό του». «Είχε ατύχημα με το άλογο;» είπε σαστισμένη η ηλικιωμένη γυναίκα ανοιγοκλείνοντας με αγωνία τα μάτια. «Έπεσε δηλαδή;»


«Όχι, όχι. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ είναι πολύ καλός αναβάτης για να πέσει από το άλογό του», είπε η Άννα. «Δηλαδή, δεν ξέρω ακριβώς τι συνέβη, αλλά είμαι σίγουρη ότι δεν θέλει να το συζητήσει. Το πρόσωπό του, όμως, έχει γεμίσει κοψίματα και μελανιές». «Α το πρόσωπό του…» είπε η Μητέρα Ρεν σκεφτική. «Ναι, το ένα μάτι του είναι κατάμαυρο, μελανιασμένο και το σαγόνι του μαύρο σαν μελάνι». «Οπότε σκοπεύεις να βάλεις αυτή την αλοιφή στο πρόσωπό του…» συμπλήρωσε η Μητέρα Ρεν, κλείνοντας προκαταβολικά τη μύτη της, νιώθοντας τεράστιο οίκτο για τον λόρδο. Η Άννα αγνόησε τους θεατρινισμούς της πεθεράς της. «Θα βοηθήσει να επουλωθούν γρηγορότερα», τη διαβεβαίωσε η Άννα με σιγουριά. «Είμαι σίγουρη ότι εσύ ξέρεις καλύτερα, αγαπητή μου», απάντησε η Μητέρα Ρεν, αλλά το βλέμμα της μαρτυρούσε ότι αυτό δεν ήταν και απόλυτα αληθές. Το επόμενο πρωί, η Άννα πέτυχε τον σκοπό της και μάλιστα στη μέση της αυλής, έξω από τους στάβλους. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ βρισκόταν εκεί, γαβγίζοντας οδηγίες στον κύριο Χοπλ, που τις σημείωνε βιαστικά σε ένα μικρό βιβλιαράκι. Ο Τζοκ που βρισκόταν εκεί δίπλα σηκώθηκε να χαιρετήσει την Άννα καθώς πλησίαζε. Ο λόρδος πρόσεξε την αντίδραση του σκύλου, γύρισε και αντίκρισε τη γραμματέα του να έρχεται προς το μέρος του. Της χαμογέλασε. Ο κύριος Χοπλ σήκωσε τα μάτια του από το μικρό βιβλιαράκι, μιας και το αφεντικό του είχε σταματήσει να κραυγάζει διαταγές. «Καλημέρα σας, κυρία Ρεν», της είπε και γύρισε να κοιτάξει τον λόρδο Σγουόρτινγχαμ. «Να ξεκινήσω με αυτά που έχω σημειώσει ως τώρα;» «Ναι, ναι», του είπε ο λόρδος βιαστικά για να τον ξεφορτωθεί. Ο επιστάτης έφυγε με φούρια, ανακουφισμένος που η λίστα με τις δουλειές που έπρεπε να φροντίσει δεν θα μεγάλωνε άλλο. Ο λόρδος έκανε μερικά βήματα προς το μέρος της. «Θα θέλατε κάτι;» τη ρώτησε ενώ δεν σταμάτησε να περπατά, ώσπου βρέθηκε πραγματικά πολύ κοντά της. Εκείνη μπόρεσε να διακρίνει τις λίγες ασημένιες τρίχες που είχαν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται ανάμεσα στα σκούρα μαλλιά του λόρδου. «Ναι, θα ήθελα. Θα ήθελα να σταθείτε για λίγο ακίνητος», απάντησε η Άννα με αυτοπεποίθηση. Τα μεγάλα, εκφραστικά και κατάμαυρα μάτια του Έντουαρντ γούρλωσαν. «Τι;» «Έφερα λίγη αλοιφή για το πρόσωπό σας», απάντησε η Άννα και έβγαλε ένα μικρό βαζάκι από το καλάθι της. Εκείνος το κοίταξε με ύφος δύσπιστο και επιφυλακτικό. «Είναι φτιαγμένη με τη συνταγή της μακαρίτισσας της μητέρας μου. Κάνει θαύματα, έτσι έλεγε και ορκιζόταν σε αυτή». Η Άννα έβγαλε το καπάκι από το βάζο και ο λόρδος πετάχτηκε προς τα πίσω όταν έφτασε στα ρουθούνια του η αηδιαστική μυρωδιά. Ο Τζοκ από την άλλη σηκώθηκε όρθιος και προσπάθησε να χώσει τη μύτη του στο βάζο. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ κράτησε τον σκύλο από το κολάρο και τον ανάγκασε να καθίσει κάτω. «Μα τον Θεό, μυρίζει σαν αλογίσια… κόπρανα», είπε κομπιάζοντας


σαν είδε το αυστηρό βλέμμα της Άννας. «Ε στους στάβλους βρισκόμαστε, η μυρωδιά ταιριάζει απόλυτα με το περιβάλλον, δεν νομίζετε;» Ο λόρδος φάνηκε πραγματικά ανήσυχος. «Δεν πιστεύω να έχει πράγματι μέσα αλογίσια…» «Όχι βέβαια», απάντησε η Άννα σοκαρισμένη. «Είναι φτιαγμένη από αρνίσιο λίπος, βότανα και κάτι άλλα συστατικά. Δεν είμαι και σίγουρη τι περιέχει. Θα πρέπει να αναζητήσω τη συνταγή της μητέρας μου για να σας πω επακριβώς. Αλλά είμαι απόλυτα σίγουρη πως δεν περιέχει αλογίσια… ε… κάτι ακατάλληλο τέλος πάντων. Τώρα σταθείτε για λίγο ακίνητος». Ανασήκωσε στιγμιαία το φρύδι του, κάπως αιφνιδιασμένος από τον απολυταρχικό τόνο της, αλλά παρ’ όλα αυτά στάθηκε υπάκουος μπροστά της. Εκείνη πήρε με τα ακροδάχτυλα μια γερή δόση από την αλοιφή και τεντωμένη στις μύτες των ποδιών της, άρχισε να την απλώνει πάνω στο μάγουλό του. Ήταν τόσο ψηλός, που έπρεπε να στέκεται υπερβολικά κοντά του για να μπορέσει να φτάσει το πρόσωπό του. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ ήταν αμίλητος και προσπαθούσε να ελέγξει τη βαριά αναπνοή του, καθώς η Άννα χάιδευε απαλά το πρόσωπό του, αλείφοντας την κρέμα κοντά στο μελανιασμένο μάτι του. Χωρίς να τον κοιτάζει, ήξερε πως το βλέμμα του ήταν καρφωμένο επάνω της. Πήρε άλλη μια γερή δόση με τα δάχτυλα και άρχισε να περιποιείται το στραπατσαρισμένο σαγόνι του. Η αλοιφή ήταν κρύα στην αρχή, αλλά μετά πολύ γρήγορα έγινε πιο ρευστή και ζεστή, καθώς ήρθε σε επαφή με το δέρμα του. Τα δάχτυλά της ένιωσαν την αγριάδα του αξύριστου δέρματος και προσπάθησε να καταπολεμήσει την επιθυμία της να χασομερήσει πάνω από κάθε μικρή γρατζουνιά. Αφού κάλυψε και το τελευταίο κόψιμο στο πρόσωπό του, άφησε το χέρι της να πέσει. Εκείνος έσκυψε και την κοίταξε στα μάτια. Στην προσπάθειά της να τον φτάσει, είχε σχεδόν χωθεί ανάμεσα στα πόδια του και τώρα ένιωθε έντονα τη θέρμη του κορμιού του να την περιβάλλει. Άρχισε να κάνει μερικά βήματα προς τα πίσω. Αλλά τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω από τα δικά της. Τα δάχτυλά του έσφιξαν τη σάρκα της και το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω της. Η Άννα κράτησε την αναπνοή της. Θα το κάνει; Αλλά εκείνος έλυσε τα χέρια του και την άφησε. «Σας ευχαριστώ, κυρία Ρεν», είπε και ξανάνοιξε το στόμα του, σαν να ήθελε να συμπληρώσει κάτι ακόμα, αλλά μετά άλλαξε γνώμη. Όταν τελικά ξαναμίλησε, είπε: «Έχω κάποιες δουλειές που με περιμένουν. Θα σας δω αργότερα, σήμερα το απόγευμα». Έκανε μια μικρή υπόκλιση και απομακρύνθηκε. Ο Τζοκ την κοίταξε, κλαψούρισε για λίγο και μετά γύρισε και ακολούθησε το αφεντικό του, όπως πάντα πιστά. Η Άννα τους κοίταξε καθώς απομακρύνονταν και έκλεισε σκεφτική το βαζάκι με έναν αναστεναγμό.


Κεφάλαιο Δεκατρία Έτσι, λοιπόν, η Αύρα επέστρεψε στο σπίτι της για να δει τον πατέρα της. Ταξίδεψε μέσα σε μια χρυσή άμαξα που την έσερναν κύκνοι πετώντας ψηλά στον ουρανό. Μαζί της πήρε ένα σωρό θαυμαστά και σπάνια δώρα για να μοιράσει στην οικογένεια και στους φίλους της. Αλλά όταν οι μεγαλύτερες αδερφές της είδαν ότι η μικρή τους αδερφή είχε τόσα όμορφα και ακριβά πράγματα, αντί η καρδιά τους να γεμίσει χαρά για την καλή της τύχη, γέμισε ζήλια και φθόνο. Οι αδερφές της αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και άρχισαν να ρωτάνε την Αύρα για το νέο της σπίτι και τον περίεργο σύζυγό της. Λίγο-λίγο τα έμαθαν όλα: την πολυτέλεια του παλατιού, τους ιπτάμενους υπηρέτες, τα εξωτικά γεύματα και τέλος –το πιο σημαντικό– τον σιωπηλό και μυστηριώδη εραστή της νύχτας. Όταν άκουσαν αυτή την τελευταία λεπτομέρεια, χαμογέλασαν με κακία, κρύβοντας το χαμόγελο πίσω από τα κατάλευκα χέρια τους και άρχισαν να φυτεύουν στο μυαλό και στην ψυχή της αδερφής τους τον σπόρο της αμφιβολίας. Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

«Λίγο πιο πάνω», είπε η Φελίσιτι Κλίαργουοτερ με το μέτωπο ζαρωμένο, κοιτάζοντας το ταβάνι στην τεράστια τραπεζαρία. Οι κουρτίνες που ήταν τραβηγμένες εμπόδιζαν τον απογευματινό ήλιο να φωτίσει τον χώρο. «Όχι, όχι, πιο αριστερά». Μια ανδρική φωνή μουρμούρισε κάτι ενοχλημένη. «Αυτό είναι», είπε. «Ναι, νομίζω ότι τα κατάφερες». Εκεί στη γωνία υπήρχε μια ρωγμή στο ταβάνι. Δεν την είχε προσέξει ποτέ μέχρι σήμερα. Πρέπει να ήταν πρόσφατη. «Τη βρήκες;» Ο Τσίλτον Λίλιπιν, ο Τσίλι όπως τον έλεγαν οι κολλητοί του –και η Φελίσιτι σίγουρα ήταν μία από αυτούς– έφτυσε μια τρίχα. «Καλό μου κλωσόπουλο, προσπάθησε να χαλαρώσεις. Με αποσπάς από την τέχνη μου», και έσκυψε και πάλι. Τέχνη; Προσπάθησε να καταπολεμήσει ένα πηγαίο κοροϊδευτικό ρουθούνισμα που της βγήκε αυθόρμητα. Έκλεισε τα μάτια για λίγο και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στον εραστή της και σε αυτό που έκανε, αλλά ήταν μάταιο. Άνοιξε και πάλι τα μάτια της. Έπρεπε επειγόντως να φέρει τους σοβατζήδες για να επισκευάσουν αυτή τη ρωγμή. Την τελευταία φορά που είχαν έρθει για να κάνουν κάποιο μερεμέτι, ο Ρέτζιναλντ ήταν σαν θηρίο στο κλουβί, πηγαινοερχόταν συνεχώς χτυπώντας τα πόδια του και γκρινιάζοντας, λες και οι εργάτες ήταν εκεί μόνο και μόνο για να του σπάσουν τα νεύρα. «Αυτό είναι, γλύκα μου», ακούστηκε η φωνή του Τσίλι από κάπου χαμηλά. «Απλώς ξάπλωσε και άσε τον μάστορα εραστή σου να σε πάει στα ουράνια». Εκείνη κοίταξε για λίγο και πάλι το ταβάνι απελπισμένη με αυτά που άκουγε. Αυτόν, τον μάστορα εραστή, τον είχε σχεδόν ξεχάσει τόση ώρα. Αναστέναξε και πάλι. Δεν γινόταν τίποτα, ήταν μάταιο. Η Φελίσιτι άρχισε να βγάζει ψεύτικες κραυγές ηδονής. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, ο Τσίλι στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη της σάλας


και τακτοποιούσε την περούκα του. Κοίταξε για λίγο με προσοχή την εικόνα του στο γυαλί και τράβηξε ελάχιστα προς τα δεξιά την περούκα, που στεκόταν με άνεση πάνω στο ξυρισμένο κεφάλι του. Ήταν ένας μάλλον ελκυστικός άντρας, αλλά, όπως έλεγε και η Φελίσιτι, κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του. Τα μάτια του είχαν ένα έντονο γαλάζιο χρώμα, αλλά βρίσκονταν ένα χιλιοστό πιο κοντά το ένα στο άλλο από ό,τι έπρεπε. Τα χαρακτηριστικά του ήταν συνηθισμένα, αλλά το σαγόνι του ήταν μια ιδέα πιο κοντό από όσο έπρεπε και έδινε την εντύπωση ότι γινόταν ένα με τον λαιμό του. Και τα άκρα του ήταν αρκετά μυώδη, αλλά τα πόδια του ήταν μια ιδέα πιο κοντά για να πει κάποιος ότι ο άνθρωπος αυτός είχε καλές αναλογίες. Αλλά και η προσωπικότητά του ακολουθούσε το ίδιο μοτίβο. Η Φελίσιτι είχε ακούσει φήμες ότι ενώ ήταν ικανός ξιφομάχος, ο Τσίλι συνήθιζε να αποδεικνύει και να επιβεβαιώνει τον ανδρισμό του προκαλώντας σε μονομαχία ξιφομάχους σαφώς κατώτερους από τον ίδιο και να τους σκοτώνει χωρίς δισταγμό. Η Φελίσιτι μισόκλεισε τα μάτια της. Δεν θα εμπιστευόταν τον Τσίλι ούτε για αστείο, αλλά μπορούσε κατά κάποιον τρόπο να της φανεί χρήσιμος. «Κατάφερες να μάθεις πού πήγε στο Λονδίνο;» «Φυσικά», απάντησε ο Τσίλι κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. Το είδωλό του, με την ξανθιά περούκα, του έκλεισε το μάτι. «Αυτή η μικρή τσουλίτσα πήγε σε ένα από εκείνα τα σπίτια με το όνομα η “Σπηλιά της Αφροδίτης”, και όχι μόνο μία φορά, αλλά δύο. Το πιστεύεις;» «Η “Σπηλιά της Αφροδίτης”;» «Είναι ένα πρωτοκλασάτο “σπίτι”», είπε ο Τσίλι τραβώντας για τελευταία φορά την περούκα του και κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη. Έπειτα έκανε μεταβολή για να κοιτάξει τη Φελίσιτι. «Καμιά φορά πάνε εκεί και κυρίες της ελίτ, μεταμφιεσμένες φυσικά, για να συναντήσουν τους κρυφούς εραστές τους». «Αλήθεια;» είπε η Φελίσιτι προσπαθώντας να κρύψει τον ενθουσιασμό της. Ο Τσίλι γέμισε και πάλι το ποτήρι του από το καλύτερο λαθραίο μπράντι του κόμη. «Δεν μου κολλάει για μια απλή χήρα του χωριού». Και έτσι ήταν. Πώς είχε καταφέρει η Άννα να πληρώσει ένα τέτοιο μέρος; Το σπίτι που είχε περιγράψει ο Τσίλι δεν ήταν ένα φτηνό στέκι. Ο εραστής της θα πρέπει να ήταν πλούσιος σίγουρα. Και μάλιστα θα πρέπει να γνώριζε καλά το Λονδίνο και τους δρόμους όπου σύχναζε η καλή κοινωνία, αλλά και τις πιο κακόφημες συνοικίες. Και ο μόνος κύριος που ταίριαζε με αυτή την περιγραφή στο Λιτλ Μπάτλφορντ, ο μόνος κύριος που βρισκόταν στο Λονδίνο την ίδια περίοδο με την Άννα Ρεν ήταν ο λόρδος του Σγουόρτινγχαμ. Ένα ρίγος συγκίνησης από την τεράστια επιτυχία της διαπέρασε το σώμα της Φελίσιτι. «Γιατί ασχολείσαι, λοιπόν, με όλα αυτά, μπορώ να μάθω;» ρώτησε ο Τσίλι κοιτάζοντάς τη πάνω από το γεμάτο ποτήρι του. «Τι σε νοιάζει αν αυτό το μικρό ποντικάκι της εξοχής έχει μυστικά;» θέλησε να μάθει, αν και το ενδιαφέρον αυτό ακούστηκε κάπως υπερβολικό. «Να μη σε νοιάζει», απάντησε η Φελίσιτι καθώς απλώθηκε πάνω στο διπλό καναπεδάκι της με τα στήθη της να ξεχειλίζουν από το ντεκολτέ. Το ενδιαφέρον του Τσίλι μετατοπίστηκε αμέσως. «Κάποια μέρα θα σου πω», συμπλήρωσε η Φελίσιτι. «Δεν αξίζω μια μικρή ανταμοιβή για τον κόπο μου;» είπε ο Τσίλι προσποιούμενος


ότι μούτρωσε, ένα θέαμα μάλλον δυσάρεστο παρά αστείο. Έκανε μερικά βήματα για να την πλησιάσει και κάθισε δίπλα της στο μικρό καναπεδάκι. Η αλήθεια είναι ότι τα είχε καταφέρει μια χαρά. Και η Φελίσιτι ήταν ευχαριστημένη από τον κόσμο εκείνη την ημέρα. Γιατί να μην του κάνει το χατίρι; Άπλωσε το χέρι της και άρχισε να ανοίγει τα κουμπιά του παντελονιού του. Ο Έντουαρντ τράβηξε με δύναμη τη γραβάτα που βρισκόταν γύρω από τον λαιμό του. Έπρεπε να επιβληθεί στο σώμα και στις ορέξεις του. Τσαλάκωσε και πέταξε αδιάφορα το κουλουριασμένο ύφασμα πάνω σε μια καρέκλα. Το υπνοδωμάτιό του στο αρχοντικό ήταν ένα καταθλιπτικό μέρος, με μεγάλα, βαριά και σκούρα έπιπλα, μουντά χρώματα και θλιβερή διακόσμηση. Ήταν άξιο θαυμασμού που η οικογένεια Ντε Ραφ μπόρεσε να τεκνοποιήσει και να πολλαπλασιαστεί σε έναν τέτοιο χώρο. Ο Ντέιβις, φυσικά, δεν ήταν εκεί, τώρα που θα μπορούσε να του φανεί κάπως χρήσιμος. Ο Έντουαρντ πάτησε το σιδερένιο εργαλείο που χρησιμοποιούσε για να βγάζει τις μπότες του και άρχισε να τραβά το πόδι του προς την αντίθετη κατεύθυνση. Λίγο πριν, στην αυλή, έξω από τους στάβλους, είχε κοντέψει να χάσει τον έλεγχο. Λίγο ακόμα και θα είχε σφίξει την Άννα στην αγκαλιά του και θα την είχε φιλήσει. Αυτό ακριβώς προσπαθούσε να αποφύγει μια βδομάδα τώρα που πάλευε με τον εαυτό του. Η μπότα βγήκε από το πόδι του και έπεσε με θόρυβο στο πάτωμα. Σειρά τώρα είχε η άλλη μπότα. Το ταξίδι του στο Λονδίνο είχε γίνει, υποτίθεται, ακριβώς με αυτόν τον σκοπό. Και τώρα που είχε σχεδόν ολοκληρώσει τις προετοιμασίες για τον γάμο… έπρεπε να αρχίσει να συμπεριφέρεται σαν ένας μέλλων σύζυγος. Δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να συνεχίσει να σκέφτεται τα μαλλιά της Άννας και γιατί δεν φορούσε πια το σκουφάκι της. Έπρεπε να πάψει να αναπολεί το πόσο κοντά του στεκόταν όταν άπλωσε την αλοιφή στις ουλές και τις μελανιές του. Και σίγουρα δεν επρόκειτο να ξανασκεφτεί εκείνο το στόμα και πώς θα ένιωθε αν κατάφερνε να το κρατήσει ανοιχτό, κάτω από το δικό του και να… Διάολε! Βγήκε και η δεύτερη μπότα και ο Ντέιβις, στην απόλυτα κατάλληλη στιγμή, έκανε την εμφάνισή του χτυπώντας την πόρτα. «Θεέ και κύριε! Τι βρομάει έτσι; Μπλιαχ!» Ο υπηρέτης κρατούσε στα χέρια του ένα πάκο από φρεσκοπλυμένες και σιδερωμένες γραβάτες, που ήταν και ο οφθαλμοφανής λόγος της παρουσίας του στο δωμάτιο του αφεντικού του. Ο Έντουαρντ αναστέναξε. «Καλησπέρα και σε εσένα, Ντέιβις». «Μα Χριστέ κι απόστολε! Μήπως πέσατε στον λάκκο με τα γουρούνια, λόρδε μου;» Ο Έντουαρντ άρχισε να βγάζει τις κάλτσες του. «Έχεις υπόψη σου ότι μερικοί υπηρέτες βοηθούν τους κυρίους να ντυθούν και να γδυθούν, αντί να κάνουν αγενέστατα σχόλια για θέματα εντελώς προσωπικά;» Ο Ντέιβις χασκογέλασε. «Χα! Έπρεπε να μου πείτε ότι δυσκολεύεστε να κουμπώσετε τα κουμπιά του παντελονιού σας, λόρδε μου. Θα σας βοηθούσα ευχαρίστως». Ο Έντουαρντ τον κοίταξε αγριεμένος. «Απλώς άσε κάπου τις γραβάτες και εξαφανίσου».


Ο Ντέιβις πήγε αργά ως την ντουλάπα, άνοιξε ένα από τα πάνω συρτάρια και πέταξε μέσα τις γραβάτες. «Τι είναι αυτό το σιχαμένο πράμα που έχετε στη μούρη σας;» ρώτησε. «Η κυρία Ρεν είχε την ευγένεια να μου δώσει λίγη αλοιφή για τις μελανιές μου σήμερα το απόγευμα», απάντησε ο Έντουαρντ με τόνο επίσημο και στεγνό. Ο γερο-υπηρέτης έγειρε προς το μέρος του και ρουθούνισε μερικές φορές κοφτά για να επιβεβαιώσει τις υποψίες του. «Να από πού ερχόταν αυτή η βρομερή μυρωδιά. Σαν καβαλίνα μυρίζει». «Ντέιβις!» «Μα αφού έτσι μυρίζει. Τελευταία φορά που μύρισα κάτι τέτοιο εδώ μέσα ήταν τότε που ήσαστε μικρός και είχατε πέσει με τον κώλο μέσα στον βούρκο με τα γουρούνια, στο κτήμα του γερο-Πιούαρντ, θυμάστε;» «Και να ήθελα να το ξεχάσω δεν μπορώ, με εσένα να με περιτριγυρίζεις συνεχώς από τότε», απάντησε ο Έντουαρντ μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια του. «Χριστούλη μου! Νόμιζα πως δεν θα καταφέρναμε να σας καθαρίσουμε ποτέ εκείνη την ημέρα, τόσο πολύ είχε κολλήσει το σκατό επάνω σας. Το παντελόνι σας αναγκάστηκα να το πετάξω». «Λοιπόν, παρά τη νοσταλγική αυτή αναδρομή στις υπέροχες στιγμές της νιότης μου…» είπε ο Έντουαρντ προσπαθώντας να κλείσει το θέμα. «Φυσικά, δεν θα σας συνέβαινε ποτέ κάτι τέτοιο, αν δεν είχατε αποβλακωθεί κοιτάζοντας την κόρη του γερο-Πιούαρντ», συνέχισε ο Ντέιβις ανενόχλητος. «Δεν κοιτούσα κανενός την κόρη. Γλίστρησα και έπεσα, απλά», απάντησε ο Έντουαρντ συγχυσμένος. «Μπααα…» είπε ο Ντέιβις ξύνοντας την καράφλα του. «Η γλώσσα σας είχε φτάσει στο γόνατο όση ώρα τα μάτια σας ήταν κολλημένα στα μεγάλα βυζιά της». Ο Έντουαρντ έσφιξε τα δόντια θυμωμένος για τα καλά. «Γλίστρησα και έπεσα». «Λες και ήταν σημάδι από τον Θεό», συμπλήρωσε ο Ντέιβις με το ένα δάχτυλο υψωμένο προς το ταβάνι. «Αν κάνεις μπανιστήρι στα βυζιά των κοριτσιών, θα βουτήξεις με το κεφάλι στα σκατά των γουρουνιών». «Ω για όνομα του Θεού. Καθόμουν πάνω στον φράχτη, γλίστρησα και έπεσα». «Αλλά και αυτή η κοπέλα ε; Η Πρίσι Πιούαρντ, τι μεγάλα βυζιά που είχε εκείνο το κορίτσι!» είπε ο Ντέιβις με σχεδόν νοσταλγική διάθεση. «Εσύ δεν ήσουν καν εκεί», του είπε ο Έντουαρντ. «Αλλά εκείνη η μυρωδιά από τα γουρούνια δεν συγκρίνεται με αυτό το ξέρασμα που έχετε πάνω στη μούρη σας αυτή τη στιγμή». «Ντέιβις!» «Μάλλον παλαβώσατε αφού αφήσατε μια γυναίκα να αλείψει με σκα…» «Ντέιβις!» «… όλο σας το πρόσωπο». Ο υπηρέτης του άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον διάδρομο, μουρμουρίζοντας ακόμα μέσα από τα δόντια του. Κι επειδή το βάδισμά του ήταν αργό, όπως πάντα, ο Έντουαρντ συνέχισε να τον ακούει να μονολογεί για πέντε και παραπάνω λεπτά, καθώς διέσχιζε τον μακρύ διάδρομο του αρχοντικού. Το περίεργο ήταν πως όσο ο υπηρέτης απομακρυνόταν, τόσο πιο δυνατά ακουγόταν η φωνή του. Ο Έντουαρντ πήγε στον καθρέφτη του και κοίταξε το πρόσωπό του με μια


έκφραση αηδίας. Αυτό το κατασκεύασμα όντως μύριζε απαίσια. Πήρε την κανάτα και έριξε λίγο ζεστό νερό στο λαβομάνο. Πήρε μια καθαρή πετσέτα, την έβρεξε λίγο, αλλά… δίστασε. Η αλοιφή ήταν απλωμένη στο πρόσωπό του αρκετή ώρα πια και θυμήθηκε πόση χαρά είχε δώσει στην Άννα, όταν την άφησε να την αλείψει στα μάγουλα και στο σαγόνι του. Έτριψε απαλά τον αντίχειρα στον κρόταφό του, φέρνοντας και πάλι στο μυαλό του τα τρυφερά χέρια να τον αγγίζουν. Πέταξε την πετσέτα στην τουαλέτα. Θα καθάριζε το πρόσωπό του μια και καλή στο πρωινό ξύρισμα. Γύρισε την πλάτη του στον καθρέφτη και συνέχισε να βγάζει τα ρούχα του, διπλώνοντάς τα ένα-ένα και τοποθετώντας τα στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι του. Η ύπαρξη ενός τόσο εκκεντρικού υπηρέτη στη ζωή του είχε κι ένα θετικό αποτέλεσμα. Είχε μάθει από μικρός να είναι τακτικός και επιμελής με τα πράγματά του, μιας και ο Ντέιβις αρνούνταν κατηγορηματικά να συμμαζεύει την ακαταστασία του. Γυμνός πια, στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι του, τεντώθηκε, χασμουρήθηκε και ξάπλωσε στο παμπάλαιο εκείνο έπιπλο με τις τέσσερις σκούρες κολόνες που συγκρατούσαν τον επιβλητικό ουρανό του. Γύρισε στο κομοδίνο του και έσβησε το κερί που έκαιγε δίπλα του. Στάθηκε για λίγο εκεί, ανάσκελα, με τα μάτια ανοιχτά μέσα στο σκοτάδι, να παρατηρεί τις σκιές που σχημάτιζαν οι κουρτίνες του κρεβατιού του. Αναρωτήθηκε πόσο παλιές ήταν. Σίγουρα πιο παλιές και από το ίδιο το σπίτι. Άραγε είχαν πάντα αυτό το απαίσιο κιτρινωπό, καφετί χρώμα; Το νυσταγμένο βλέμμα του έριξε μια πανοραμική ματιά στον χώρο και εκεί, κοντά στην πόρτα, διέκρινε τη μορφή μιας γυναίκας να στέκεται ακίνητη. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του και όταν τα ξανάνοιξε, η γυναίκα στεκόταν δίπλα ακριβώς στο κρεβάτι του. Του χαμογέλασε. Ήταν το ίδιο χαμόγελο με αυτό της Εύας, όταν πρόσφερε στον Αδάμ το μοιραίο εκείνο μήλο. Η γυναίκα έστεκε εκεί γυμνή, με ένα θεσπέσιο σώμα και μια μάσκα σε σχήμα πεταλούδας να καλύπτει το πρόσωπό της. Είναι η πόρνη από τη «Σπηλιά της Αφροδίτης», σκέφτηκε με το μισοκοιμισμένο μυαλό του. Και αμέσως μετά σκέφτηκε, ονειρεύομαι. Η σκέψη, όμως, αυτή γρήγορα πέταξε από τον νου του. Η γυναίκα έφερε τα χέρια της αργά προς τα πάνω χαϊδεύοντας το απαλό δέρμα των γοφών και της κοιλιάς της, ώσπου έφτασαν στο πλούσιο στήθος της. Με τις παλάμες της ανοιχτές αγκάλιασε τα στήθη της και έγειρε προς το μέρος του, φέρνοντας τις θηλές της στο ύψος των ματιών του. Έπειτα άρχισε να τις τσιμπά και να τις τρίβει με τα λεπτά της δάχτυλα. Το στόμα του ήταν στεγνό και τα μάτια του κολλημένα πάνω στις ροζ θηλές της, που είχαν αρχίσει να σκληραίνουν και να κοκκινίζουν. Σήκωσε το κεφάλι του για να φιλήσει τα στήθη της, με το σάλιο του να γεμίζει το λαίμαργο και πεινασμένο στόμα του, αλλά εκείνη με μια κίνηση περιπαικτική απομακρύνθηκε πριν προλάβει να την αγγίξει. Η γυναίκα σήκωσε με τα χέρια της τα πλούσια κυματιστά μαλλιά της, που έπεφταν σαν μετάξι πάνω στην πλάτη της. Οι μπούκλες της τυλίχτηκαν γύρω από τα μπράτσα της σαν λεπτά πλοκάμια. Κύρτωσε τη μέση της, σπρώχνοντας το στήθος της προς τα πάνω και προς το μέρος του. Δυο λαχταριστά, ώριμα φρούτα μπροστά στα μάτια του. Γρύλισε από πόθο και ένιωσε τον ανδρισμό του να πάλλεται βίαια, πρησμένος και σκληρός πάνω στην κοιλιά του.


Η γυναίκα του χάρισε ένα πονηρό, όλο υπονοούμενα χαμόγελο. Ήξερε πολύ καλά πόσο τον ερέθιζε αυτός ο χορός της. Έφερε και πάλι τα χέρια της μπροστά, στο στέρνο και το στήθος της, τα πέρασε πάνω από τις ερεθισμένες, κατακόκκινες θηλές της, την επίπεδη, βελούδινη κοιλιά της και μετά… σταμάτησε. Τα τεντωμένα της δάχτυλα ίσα που άγγιζαν την κορυφή της ήβης της και τις ολόχρυσες τριχούλες που την κάλυπταν. Την προέτρεψε να οδηγήσει το χέρι της πιο κάτω, αλλά εκείνη ήθελε να τον βασανίσει κι άλλο και άφησε την παλάμη της εκεί, πάνω από το ύψωμα του διεγερμένου αιδοίου, να παίζει με τη μικρή, μεταξένια φουντίτσα. Και μόνο όταν εκείνος δεν μπορούσε πλέον να αντέξει άλλο, με ένα αυτάρεσκο γελάκι άνοιξε τα πόδια της. Ο Έντουαρντ δεν ήταν σίγουρος ότι ανέπνεε κανονικά. Τα μάτια του ήταν εγκλωβισμένα εκεί, ανάμεσα στα χέρια της και στα ανοιχτά πόδια της. Με τα μακριά της δάχτυλα άνοιξε τα χείλη του κόλπου της. Εκείνος διέκρινε τώρα το ροδαλό, απαλό, γυαλιστερό δέρμα και τις σταγόνες από τα υγρά που είχαν τρέξει παντού και ανέδιδαν μια πλούσια και μεθυστική μυρωδιά. Έβαλε ένα μόνο από τα δάχτυλά της στη στενή σχισμή του κόλπου της. Άρχισε να το κουνά κυκλικά και απαλά, ώσπου βρήκε τη σκληρή κλειτορίδα. Με την άκρη του δαχτύλου της άρχισε πότε να τη χτυπά απαλά και πότε να τη χαϊδεύει κυκλικά. Οι γοφοί της άρχισαν να κινούνται και αυτοί ρυθμικά και κυκλικά, ενώ το κεφάλι της έπεσε προς τα πίσω καθώς αναστέναζε και βογκούσε. Η φωνή της, βραχνή, έγινε ένα με τα απελπισμένα βογκητά του Έντουαρντ, που ένιωθε το πέος του έτοιμο να εκραγεί, κόκκινο και σκληρό σαν πέτρα. Συνέχισε να την κοιτάζει με τα αχόρταγα μάτια του, καθώς εκείνη έφερε τη λεκάνη της κοντά του. Γλίστρησε το μεσαίο της δάχτυλο μέσα στον κόλπο της και το έβγαλε πάλι έξω, αργά, σαγηνευτικά, καθώς λαμπύριζε στο φως, λουσμένο με τα υγρά της. Το άλλο χέρι της είχε αρχίσει να κινείται γρηγορότερα, ερεθίζοντας ακόμα περισσότερο την κλειτορίδα της, τυραννώντας τη γλυκά και χωρίς οίκτο. Ξαφνικά το σώμα της τεντώθηκε, το κεφάλι της ακόμα πεσμένο προς τα πίσω και έβγαλε ένα βαθύ και λιγωμένο αγκομαχητό. Ο Έντουαρντ μούγκρισε σαν πληγωμένο ζώο. Μπόρεσε να διακρίνει ασημένιες σταγόνες να τρέχουν στους μηρούς της, απόδειξη της κορύφωσής της και η εικόνα αυτή έκανε το σώμα του να επαναστατήσει. Η γυναίκα αναστέναξε και χαλάρωσε, με τους γοφούς της να κινούνται αργά πια, απολαμβάνοντας τις τελευταίες στιγμές ενός υπέροχου οργασμού. Τράβηξε τα μουσκεμένα της δάχτυλα από τον κόλπο της και τα ακούμπησε στα χείλη του. Πέρασε τα ακροδάχτυλά της πάνω από το στόμα του και τον άφησε να γευτεί τους πλούσιους, γλυκούς χυμούς της. Ζαλισμένος ακόμα, την κοίταξε με μάτια γλαρά και συνειδητοποίησε πως η μάσκα είχε πέσει και μπορούσε πια να δει το πρόσωπό της. Η Άννα του χαμογέλασε γλυκά. Και ήταν αυτή η στιγμή που έφτασε στη δική του κορύφωση, με τα δικά του υγρά να πετάγονται βίαια και να του χαρίζουν τη γλυκιά λύτρωση που λαχταρούσε. Τα μάτια της Άννας χρειάστηκε να συνηθίσουν το ημίφως καθώς βάδιζε μέσα στους επιβλητικούς στάβλους του Ρέιβενχιλ νωρίς το άλλο πρωί. Το κτίριο ήταν


παλιό και ιστορικό. Ήταν το μόνο που είχε μείνει ανέπαφο μέσα σε όλα τα χρόνια που το αρχοντικό είχε περάσει από διάφορες αλλαγές και ανακαινίσεις. Οι πέτρες που αποτελούσαν το δομικό υλικό για τα θεμέλια και τους τοίχους του είχαν το μέγεθος ανθρώπινου κεφαλιού. Τα ντουβάρια του υψώνονταν αρκετά μέτρα από το έδαφος, ενώ τη βαριά και εντυπωσιακή στέγη υποστήριζαν μεγάλοι και χοντροί ξύλινοι δοκοί, που έφταναν πολλά μέτρα ψηλότερα. Από κάτω, τα ξύλινα χωρίσματα και οι κολόνες διαμόρφωναν έναν πλατύ διάδρομο που διέσχιζε κάθετα το οικοδόμημα. Οι στάβλοι του Ρέιβενχιλ χωρούσαν άνετα πενήντα και πλέον άλογα, αλλά σήμερα φιλοξενούσαν μόλις δέκα. Το νούμερο της έφερε μια κάποια θλίψη. Κάποτε αυτός ο χώρος έσφυζε από ζωή, ενώ τώρα έστεκε σιωπηρός, σκοτεινός, σαν ένας κοιμώμενος γίγαντας. Η μυρωδιά του άχυρου και του δέρματος, αναμεμειγμένη με την οσμή από κοπριά δεκαετιών, ίσως ακόμα και αιώνων, ήταν παράξενα ευχάριστη και δελεαστική. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ επρόκειτο να τη συναντήσει εκεί για να ξεκινήσουν μαζί, με τα άλογα, την επιθεώρησή του σε κάποια μακρινά χωράφια του κτήματος. Η φορεσιά που είχε φτιάξει η Άννα για αυτές τις εξόδους στην εξοχή είχε μια μικρή ουρά, η οποία σερνόταν πάνω στο πέτρινο και σκονισμένο δάπεδο των στάβλων καθώς προχωρούσε. Πότε-πότε ένα αλογίσιο κεφάλι ξεπρόβαλε από τα χωρίσματα για να την καλημερίσει. Διέκρινε τον λόρδο στο βάθος να συνομιλεί με τον αρχισταβλίτη. Ο Έντουαρντ ήταν πολύ ψηλότερος από τον ηλικιωμένο υπάλληλο και καθώς στεκόταν μπροστά του, έκρυβε σχεδόν τον ήλιο που έμπαινε από τα παράθυρα, κρατώντας τον γέρο στη σκιά. Καθώς πλησίασε, η Άννα κατάλαβε ότι συζητούσαν για ένα χρόνιο πρόβλημα που είχε η μια από τις φοράδες στο βάδισμα. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ σήκωσε το βλέμμα του και την είδε να βαδίζει προς το μέρος του. Εκείνη σταμάτησε μπροστά στην Ντέιζι. Ο Έντουαρντ χαμογέλασε και γύρισε και πάλι προς τον σταβλίτη για να συνεχίσουν την κουβέντα τους. Η Ντέιζι ήταν ήδη έτοιμη, με τη σέλα της στη θέση της, δεμένη χαλαρά σε έναν στύλο, στον φαρδύ διάδρομο του στάβλου. Η Άννα περίμενε μιλώντας χαμηλόφωνα και γλυκά στη φοράδα. Παρακολουθούσε τον λόρδο Σγουόρτινγχαμ καθώς έσκυβε για να ακούσει με προσοχή όσα του έλεγε ο σταβλίτης του. Ήταν ένας μικρόσωμος, ηλικιωμένος άνθρωπος. Τα χέρια του γεμάτα κόμπους και παραμορφωμένα από την αρθρίτιδα, γερασμένα και λεπτά. Ήταν φανερά ένας περήφανος άνθρωπος, με την πλάτη του ακόμα ίσια και καμαρωτή. Αλλά σαν όλους τους ηλικιωμένους αγρότες, μιλούσε αργά και του άρεσε να συζητά με τις ώρες για το θέμα που τον απασχολούσε. Η Άννα παρατήρησε ότι ο λόρδος τον άφηνε να απολαύσει την πολυλογία του και δείχνοντάς του έναν συγκινητικό σεβασμό, δεν τον διέκοψε ούτε μια φορά. Μόνο όταν ο σταβλίτης ένιωσε πως το πρόβλημα είχε συζητηθεί εξοντωτικά, αποφάσισε να κλείσει την κουβέντα. Ο λόρδος τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη και τον άφησε να φύγει, παρακολουθώντας τον να βγαίνει από το κτίριο. Τότε γύρισε προς την Άννα και άρχισε να περπατά προς το μέρος της. Και ξαφνικά, χωρίς καμία προειδοποίηση, η Ντέιζι, η ήρεμη και χαδιάρα Ντέιζι, σηκώθηκε στα πισινά πόδια της αιφνιδιάζοντας τους πάντες. Τα σιδερένια πέταλα πέρασαν μόλις μερικά χιλιοστά από το πρόσωπο της Άννας, η οποία τρομαγμένη


έπεσε προς τα πίσω, πάνω στην ξύλινη πόρτα ενός από τους στάβλους. Μια από τις οπλές έπεσε με δύναμη πάνω στην πόρτα, κάνοντας ένα βαθούλωμα λίγα εκατοστά μακριά από τον ώμο της Άννας. «Άννα!» Η φωνή του λόρδου ήχησε στα αφτιά της, ανάμεσα στα χλιμιντρίσματα των αλόγων και στην κλαψιάρικη σχεδόν φωνή της Ντέιζι, που ακόμα διαμαρτυρόταν. Ένας μεγάλος αρουραίος έτρεξε και χώθηκε κάτω από την πόρτα ενός κοντινού στάβλου, κουνώντας πανικόβλητος την ουρά του καθώς χωνόταν κάτω από τη χαραμάδα. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ έπιασε τα γκέμια του αλόγου και το τράβηξε μακριά από την Άννα. Εκείνη το μόνο που άκουσε ήταν ένα αγκομαχητό και μια ξύλινη πόρτα ενός από τους στάβλους να κλείνει με θόρυβο. Δυο δυνατά χέρια τυλίχτηκαν γύρω της. «Θεέ μου, Άννα, χτύπησες;» Δεν μπόρεσε να απαντήσει. Ο λαιμός της είχε κλείσει από την τρομάρα. Πέρασε αμέσως τα χέρια του πάνω από τους ώμους και τα μπράτσα της, ψηλαφώντας τη γοργά για να εντοπίσει τυχόν χτύπημα. «Άννα», είπε πάλι και το πρόσωπό του ήρθε πολύ κοντά στο δικό της. Δεν μπορούσε πλέον να κάνει τίποτα για να σταματήσει αυτό που ερχόταν. Έκλεισε τα μάτια της. Εκείνος έσκυψε και τη φίλησε. Τα χείλη του ήταν ζεστά και στεγνά. Απαλά αλλά και σφιχτά. Στην αρχή ακούμπησαν αργά τα δικά της και η ανάσα του χάιδεψε το ευαίσθητο δέρμα. Αλλά γρήγορα το πρόσωπό του ήρθε ακόμα πιο κοντά και τότε το στόμα του κόλλησε στο δικό της, βίαια σχεδόν. Τα ρουθούνια της άνοιξαν διάπλατα και η μυρωδιά του στάβλου έγινε ένα με τη δική του. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε πως από τότε και για πάντα η μυρωδιά των αλόγων θα ήταν συνδεδεμένη μέσα της με τον λόρδο Σγουόρτινγχαμ. Με τον Έντουαρντ. Η γλώσσα του έγλειψε και χάιδεψε τα χείλη της τόσο τρυφερά στην αρχή, που νόμιζε πως απλώς το φαντάστηκε. Αλλά το χάδι αυτό επαναλήφθηκε και ήταν σαν το απαλότερο βελούδο, αναγκάζοντάς τη να ανοίξει κι εκείνη τα χείλη της για να τον γευτεί. Ένιωσε τη ζεστή ανάσα του και τη γλώσσα του πάνω στη δική της. Είχε ακόμα τη γεύση του καφέ, που σίγουρα είχε πιει νωρίτερα με το πρωινό του. Εκείνη τύλιξε τα δάχτυλά της γύρω από τον λαιμό του και τα έσφιξε, καθώς το στόμα του άνοιξε ακόμα περισσότερο και τα μπράτσα του την έσφιξαν για να κολλήσει πάνω του. Ένα από τα χέρια του ανέβηκε ως το μάγουλό της και το χάιδεψε απαλά. Εκείνη πέρασε τα δάχτυλα μέσα από τα μαλλιά του στη βάση του αυχένα του και άθελά της έλυσε το κορδελάκι που τα κρατούσε δεμένα. Η κοτσίδα του λύθηκε και τα στιλπνά μαλλιά χύθηκαν ελεύθερα στα χέρια της, για να απολαύσει τη μεταξένια υφή τους με τα ακροδάχτυλά της. Η γλώσσα του έκανε ένα αργό πέρασμα πάνω από τα χείλη της κι εκείνος ρούφηξε το κάτω χείλος για να το δαγκώσει μαλακά με τα δόντια του. Εκείνη άκουσε ένα βογκητό να βγαίνει αυθόρμητα από το στόμα της. Άρχισε να τρέμει και τα γόνατά της κόπηκαν, αδυνατούσαν πλέον να συγκρατήσουν το βάρος της. Ένας σαματάς έξω από τους στάβλους ήταν αρκετός για να συνεφέρει την Άννα και να την επιστρέψει στην πραγματικότητα. Ο Έντουαρντ σήκωσε το κεφάλι του


για να ακούσει με προσοχή. Ένας από τους σταβλίτες μάλωνε κάποιον πιτσιρικά βοηθό, που είχε ρίξει κάτω μια στοίβα με εργαλεία και σύνεργα. Γύρισε και κοίταξε την Άννα. Ο αντίχειράς του πέρασε και πάλι τρυφερά πάνω από το μάγουλό της. «Άννα, εγώ…» Αλλά οι σκέψεις του δεν είχαν ειρμό. Κούνησε το κεφάλι του για να συνέλθει. Και τότε, σαν μαγεμένος, κόλλησε και πάλι τα χείλη του στα δικά της, στην αρχή μαλακά, διστακτικά και μετά με πάθος, δυνατά, σε ένα ατελείωτο, αχαλίνωτο φιλί. Αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά. Η Άννα το ένιωσε ξεκάθαρα. Ο Έντουαρντ γλιστρούσε από τα χέρια της. Τον έχανε. Πίεσε το σώμα της επάνω του, προσπαθώντας να κρατήσει αυτή τη στιγμή για πάντα. Τα χείλη του πέρασαν πάνω από τα ζυγωματικά της και αργά, απαλά, πάνω από τα κλειστά βλέφαρά της. Αισθάνθηκε την ανάσα του πάνω στα ματοτσίνορά της. Και τότε τα χέρια του χαλάρωσαν και την άφησαν κι εκείνος απομακρύνθηκε. Εκείνη άνοιξε τα μάτια της και τον είδε να την κοιτάζει με αγωνία, με τα χέρια του ανάμεσα στα μαλλιά του. «Συγγνώμη. Ήταν… Θεέ μου… λυπάμαι τόσο πολύ». «Όχι, σας παρακαλώ, μη ζητάτε συγγνώμη», του είπε με χαμόγελο, καθώς η ζεστασιά της στιγμής ανάμεσά τους μαλάκωσε την παγωμένη καρδιά μέσα στο στήθος της. Ίσως η στιγμή είχε έρθει. «Το ήθελα αυτό το φιλί, όσο κι εσείς. Η αλήθεια είναι…» «Είμαι αρραβωνιασμένος», της είπε κοφτά. «Τι;» απάντησε η Άννα κάνοντας ασυναίσθητα μερικά βήματα προς τα πίσω, σαν να είχε δεχτεί ένα γερό χτύπημα. «Είμαι αρραβωνιασμένος και πρόκειται να παντρευτώ», επανέλαβε εκείνος με μια γκριμάτσα αηδίας και πόνου. Εκείνη έμεινε παγωμένη απέναντί του να τον κοιτάζει, προσπαθώντας να κατανοήσει τη σημασία των όσων είχε ακούσει. Ένιωσε όλο το κορμί της να σφίγγεται και η ζεστασιά που είχε πριν από λίγο πλημμυρίσει το κορμί της έδωσε τη θέση της σε μια αίσθηση κρύα και σκληρή, που την ανάγκασε να μένει εκεί άκαμπτη και μαρμαρωμένη. «Γι’ αυτό πήγα στο Λονδίνο, για να κανονίσω τις τελευταίες λεπτομέρειες της συμφωνίας», είπε ο Έντουαρντ με τα χέρια του να προσπαθούν νευρικά να συμμαζέψουν τα λυμένα μαλλιά. «Είναι κόρη βαρόνου, μεγάλη οικογένεια, παλιά. Πρέπει να ήρθαν εδώ με τον Γουλιέλμο τον Α′, κάτι που δεν ισχύει για τους Ντε Ραφ. Τα κτήματά της…» σταμάτησε απότομα σαν να τον είχε διακόψει. Αλλά εκείνη παρέμεινε σιωπηλή. Την κοίταξε για μια επώδυνη στιγμή στα μάτια και μετά γύρισε και άφησε το βλέμμα του να κοιτάξει αλλού. Ένιωσε λες και το νήμα που τους κρατούσε δεμένους, έχοντας τεντώσει εντελώς, τελικά έσπασε. «Λυπάμαι, κυρία Ρεν», είπε τελικά ξεροβήχοντας. «Δεν έπρεπε να συμπεριφερθώ κατ’ αυτόν τον τρόπο απέναντί σας. Έχετε τον λόγο της τιμής μου ότι δεν πρόκειται να ξανασυμβεί». «Εγώ… εγώ…» η Άννα προσπάθησε να αρθρώσει μια απάντηση, αλλά ο λαιμός της ήταν ακόμη ανήμπορος να ανταποκριθεί. «Θα πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά μου, λόρδε μου», κατάφερε να πει τελικά. Ήταν η μόνη σκέψη που κατάφερε εκείνη τη στιγμή να ολοκληρώσει το μουδιασμένο μυαλό της. Και


παλεύοντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της, γύρισε για να φύγει, αλλά η φωνή του τη σταμάτησε. «Ο Σαμ…» «Τι;» απάντησε η Άννα, που εκείνη τη στιγμή το μόνο που ήθελε ήταν να ανοίξει μια τρύπα στη γη και να κουλουριαστεί μέσα της, ώστε να μη χρειαστεί ποτέ ξανά να σκεφτεί και να νιώσει το παραμικρό. Κάτι, όμως, στην έκφραση του προσώπου του δεν την άφησε να τρέξει μακριά του. Ο Έντουαρντ κοιτούσε ψηλά προς το πατάρι, ψάχνοντας κάτι ή κάποιον. Η Άννα ακολούθησε το βλέμμα του, αλλά δεν μπόρεσε να δει κάτι. Το παλιό πατάρι του στάβλου ήταν σχεδόν άδειο. Κάποτε πρέπει να ήταν φορτωμένο με μπάλες από άχυρο, αλλά τώρα έχασκε εκεί κενό, σκονισμένο και σκοτεινό. Το άχυρο για τα άλογα φυλασσόταν πια στο ισόγειο, στους κενούς στάβλους που περίσσευαν. Αλλά ο Έντουαρντ έμεινε εκεί να κοιτάζει το πατάρι. «Αυτό ήταν το αγαπημένο μέρος του αδερφού μου», είπε στο τέλος. «Ο Σάμιουελ, ο μικρότερος αδερφός μου. Ήταν εννέα ετών, γεννημένος έξι χρόνια μετά από μένα. Είχαμε αρκετά μεγάλη διαφορά ηλικίας κι έτσι δεν του έδινα και ιδιαίτερη σημασία τότε. Ήταν ήσυχο παιδί. Ερχόταν συνέχεια εδώ και κρυβόταν στο πατάρι, παρόλο που έκανε τη μητέρα μας έξω φρενών. Φοβόταν ότι ο μικρός θα μπορούσε να πέσει και να σκοτωθεί. Αλλά αυτό δεν τον σταματούσε. Περνούσε σχεδόν τη μισή μέρα εκεί πάνω, μόνος, παίζοντας με τα στρατιωτάκια του ή ό,τι άλλο έβρισκε. Ήταν εύκολο να τον ξεχάσει κανείς όσο βρισκόταν κρυμμένος εκεί πάνω και καμιά φορά έριχνε άχυρα επάνω μου μόνο και μόνο για να με κουρδίσει», είπε και τα φρύδια του σφίχτηκαν και σχημάτισαν έναν δυσάρεστο μορφασμό στο πρόσωπό του. «Ή αποζητούσε απλώς την προσοχή του μεγαλύτερου αδερφού του. Όχι ότι την κέρδισε ποτέ. Εγώ ήμουν τότε δεκαπέντε χρόνων και πολύ απασχολημένος με ασχολίες όπως το κυνήγι και το πιοτό. Γινόμουν άντρας από παιδί και δεν είχα χρόνο να ασχοληθώ με ένα νιάνιαρο». Έκανε μερικά βήματα πιο πέρα, πάντα κοιτάζοντας εξεταστικά το πατάρι πάνω από το κεφάλι του. Η Άννα προσπάθησε να καταπιεί για να απαλλαγεί από τον κόμπο που είχε σταθεί στον λαιμό της. Γιατί τώρα; Γιατί μοιραζόταν μαζί της όλες αυτές τις αναμνήσεις, τώρα που δεν είχε πια καμιά σημασία; Εκείνος, όμως, συνέχισε: «Είναι παράξενο όμως. Όταν γύρισα μετά από χρόνια εδώ, περίμενα να έρθω και να τον βρω ακόμα εδώ, στους στάβλους. Έμπαινα στο κτίριο και κοιτούσα ψηλά, για να δω το πρόσωπό του υποθέτω», είπε ο Έντουαρντ και ανοιγόκλεισε τα υγρά μάτια του. «Καμιά φορά τον βλέπω εκεί να με κοιτάζει», είπε τελικά σαν να μονολογούσε. Η Άννα έσφιξε τη γροθιά της και την έβαλε στο στόμα της. Δάγκωσε γερά με τα δόντια της. Δεν ήθελε να τα ακούσει όλα αυτά. Δεν ήθελε να νιώσει συμπόνια γι’ αυτόν τον άνθρωπο εκείνη τη στιγμή. «Αυτοί οι στάβλοι κάποτε ήταν γεμάτοι», είπε. «Ο πατέρας μου λάτρευε τα άλογα και εδώ έκανε την εκτροφή τους. Υπήρχαν πάντοτε ένα σωρό σταβλίτες που πηγαινοέρχονταν και κάθε τόσο μαζεύονταν οι φίλοι του πατέρα μου εδώ και τα έπιναν, κουβεντιάζοντας για τα άλογα, ή πήγαιναν κυνήγι. Η μητέρα μου έμενε στο σπίτι και οργάνωνε πάρτι και προετοίμαζε την αδερφή μου για την πρώτη της επίσημη έξοδο. Αυτό το σπίτι ήταν πάντοτε γεμάτο κόσμο. Γεμάτο ευτυχία. Ήταν


το ομορφότερο μέρος στον κόσμο». Ο Έντουαρντ άγγιξε με την παλάμη του την παλιά ξύλινη πόρτα ενός από τους στάβλους. «Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα το εγκατέλειπα. Ποτέ μου δεν ήθελα να φύγω». Η Άννα τύλιξε τα χέρια της γύρω από τους ώμους της και κατάπιε έναν λυγμό που ήταν έτοιμος να βγει από τον λαιμό της. «Αλλά τότε ήρθε η ευλογιά», συνέχισε ο Έντουαρντ. Τα μάτια του κοιτούσαν το κενό ή κάτι μακρινό και οι γραμμές του προσώπου του έγιναν αδρές, βαθιές και έντονες. «Και πέθαναν όλοι τους, ο ένας μετά τον άλλο. Πρώτα ο Σάμι, μετά ο πατέρας και η μητέρα. Η Ελίζαμπεθ, η αδερφή μου, ήταν η τελευταία που έφυγε. Είχε χρειαστεί να της κόψουν τα μαλλιά λόγω του πυρετού και τη θυμάμαι να κλαίει σπαρακτικά απαρηγόρητη. Πίστευε ότι ήταν το ομορφότερο στοιχείο επάνω της. Δυο μέρες αργότερα την έβαλαν κι εκείνη στην κρύπτη, στον οικογενειακό τάφο. Ήμαστε τυχεροί σε αυτό, αν μπορεί κανείς να το πει αυτό τύχη. Άλλες οικογένειες έπρεπε να περιμένουν την άνοιξη για να θάψουν τους δικούς τους. Ήταν καταχείμωνο και το έδαφος δεν σκαβόταν, ήταν παγωμένο». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Αυτά τα τελευταία, όμως, δεν τα θυμάμαι, μου τα είπαν αργότερα, γιατί τότε πια ήμουν κι εγώ άρρωστος». Πέρασε τον αντίχειρα πάνω από το μάγουλό του, εκεί όπου βρίσκονταν μερικές από τις πιο βαθιές ουλές, σημάδια εκείνης της αρρώστιας και η Άννα αμέσως αναρωτήθηκε πόσες φορές άραγε είχε κάνει την ίδια κίνηση όλα αυτά τα χρόνια. «Και φυσικά, εγώ επιβίωσα», είπε. Την κοίταξε με το πιο πικρό χαμόγελο που είχε δει ποτέ η Άννα, σαν να είχε ξαφνικά γεμίσει το στόμα του δηλητήριο. «Έμεινα εγώ, μόνος. Από όλους επιβίωσα μόνο εγώ». Έκλεισε τα μάτια του. Όταν τα ξανάνοιξε, το πρόσωπό του είχε μετατραπεί σε ένα χλωμό, λευκό, σχεδόν λείο προσωπείο. «Είμαι ο τελευταίος της γενιάς μου, ο τελευταίος των Ντε Ραφ», είπε. «Δεν υπάρχουν μακρινά ξαδέρφια να κληρονομήσουν τον τίτλο και το σπίτι, κανένας άγνωστος και κρυφός κληρονόμος να περιμένει στο σκοτάδι. Όταν πεθάνω –αν πεθάνω χωρίς να έχω αποκτήσει γιο–, όλα αυτά θα πάνε πίσω στο παλάτι». Η Άννα προσπάθησε να κρατήσει το βλέμμα του πάνω της, αλλά εκείνος αποκαρδιωμένος το απομάκρυνε και πάλι. «Πρέπει να αποκτήσω έναν απόγονο, έναν κληρονόμο. Καταλαβαίνετε;» Έσφιξε τα δόντια και οι επόμενες λέξεις που βγήκαν από τα χείλη του ήταν σαν να τις είχε ξεριζώσει μία-μία, τραβώντας τις σάρκες από τα σωθικά του: «Πρέπει να παντρευτώ μια γυναίκα που μπορεί να μου δώσει απογόνους».


Κεφάλαιο Δεκατέσσερα Ποιος ήταν ο εραστής της; Οι αδερφές της Αύρας επέμεναν να τη ρωτούν και να την ξαναρωτούν, με τα πρόσωπά τους παραμορφωμένα από την προσποιητή αγωνία για το καλό της αδερφής τους. Γιατί δεν τον είχε δει ποτέ με το φως της ημέρας; Και αφού δεν τον είχε δει, πώς ήταν σίγουρη πως ήταν άνθρωπος; Ίσως να ήταν και αυτός ένα τέρας, τόσο φριχτό στην όψη, που φοβόταν να παρουσιαστεί μπροστά της την ημέρα. Και μπορεί αυτό το τέρας να της έκανε παιδιά που θα έβγαιναν με μορφή εφιαλτική, χειρότερη απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ άνθρωπος να φανταστεί. Και όσο περισσότερο το κουβέντιαζε μαζί τους, τόσο μεγάλωναν η αγωνία και ο φόβος της, ώσπου δεν ήξερε πια τι να σκεφτεί και τι να κάνει… Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

Το υπόλοιπο της ημέρας πέρασε με την Άννα απλώς να υπομένει το αργό πέρασμα του χρόνου. Ανάγκασε τον εαυτό της να καθίσει στο μικρό γραφείο της και με κινήσεις μηχανικές, με ψυχή παγωμένη, έβαλε την πένα της στο μελανοδοχείο και ξεκίνησε να γράφει χωρίς να στάξει σταγόνα. Αντέγραψε μια ολόκληρη χειρόγραφη σελίδα από τα κείμενα του Έντουαρντ και όταν τελείωσε, πήρε μια άλλη και μετά μια άλλη, με τον ίδιο άψυχο, παγωμένο τρόπο. Άλλωστε γι’ αυτό βρισκόταν εκεί, ήταν η γραμματέας του. Πολύ παλιά, τον πρώτο καιρό που ήταν με τον Πίτερ, όταν της είχε πρωτοπεί να παντρευτούν, είχε σκεφτεί φυσικά τα παιδιά. Αναρωτιόταν αν τα παιδιά τους θα είχαν καστανά ή κόκκινα μαλλιά και σκεφτόταν πώς θα τα ονόμαζε. Όταν πλέον παντρεύτηκαν και μετακόμισαν στο μικρό εξοχικό σπιτάκι, ανησυχούσε μήπως το σπίτι ήταν πολύ μικρό για μια κανονική οικογένεια. Δεν της είχε περάσει βέβαια ποτέ από το μυαλό ότι δεν θα έκανε παιδιά. Τον δεύτερο χρόνο του γάμου τους, η Άννα ξεκίνησε να παρακολουθεί και να υπολογίζει τον κύκλο της. Τον τρίτο χρόνο έκλαιγε κάθε μήνα, όταν αντίκριζε στα ρούχα της τους κόκκινους λεκέδες. Όταν πλέον πέρασαν τέσσερα χρόνια γάμου, κατάλαβε ότι ο Πίτερ είχε στη ζωή του μια άλλη γυναίκα. Ίσως γιατί δεν ήταν ικανή να του δώσει παιδιά, ίσως γιατί δεν ήταν καλή στο κρεβάτι, ίσως και τα δύο, ποτέ δεν έμαθε τον λόγο. Και όταν ο Πίτερ πέθανε… Όταν εκείνος πέθανε, πήρε όλα της τα όνειρα και τις ελπίδες για ένα μωρό, τα έκλεισε καλά σε ένα κουτί και τα έθαψε βαθιά μέσα στην ψυχή της. Τόσο βαθιά, που δεν άφησε ποτέ ξανά το μυαλό της να τα αναλογιστεί. Αλλά εκείνη την ημέρα, με εκείνη τη μία και μοναδική πρόταση, ο Έντουαρντ τα είχε φέρει όλα πίσω. Είχε ξεθάψει το κουτί με τα όνειρα και το είχε ανοίξει διάπλατα. Οι ελπίδες της, η ανάγκη της για ένα παιδί θέριεψε και πάλι μέσα της, το ίδιο επιτακτική όσο και όταν ήταν νιόπαντρη. Ω, να μπορούσε να δώσει στον Έντουαρντ ένα παιδί! Και τι δεν θα έδινε για να μπορέσει να του προσφέρει ένα μωρό, να κρατήσει το δικό της μωρό στην αγκαλιά της. Ένα παιδί φτιαγμένο από τα σώματα και τις ψυχές και των δυο τους. Η Άννα ένιωσε έναν δυνατό πόνο στο στήθος της. Ήταν ένας πόνος που απλώθηκε και


έπιασε όλο της το είναι, τόσο μεγάλος, που φοβήθηκε ότι δεν θα κατάφερνε να τον αντέξει χωρίς να διπλωθεί στα δύο. Αλλά έπρεπε να κρατήσει τα προσχήματα. Βρισκόταν στη βιβλιοθήκη του Έντουαρντ κι εκείνος βρισκόταν μερικά μέτρα μακριά της. Δεν έπρεπε να αφήσει να φανεί ο πόνος της. Έσφιξε τα δόντια και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στην πένα της, που έγραφε λες μόνη της το κείμενο πάνω στο χαρτί. Δεν είχε σημασία που τα ορνιθοσκαλίσματα που έκανε τόση ώρα δεν θα μπορούσαν να διαβαστούν από κανέναν. Δεν πείραζε που αυτές οι σελίδες θα έπρεπε να πεταχτούν και να ξαναγραφτούν από την αρχή. Το μόνο που είχε σημασία ήταν να αντέξει μέχρι την ώρα που θα έπρεπε να φύγει. Μερικές εφιαλτικές ώρες αργότερα η Άννα στεκόταν όρθια και μάζευε τα πράγματά της με κινήσεις που θύμιζαν γριά γυναίκα. Καθώς ετοιμαζόταν, η πρόσκληση για το σουαρέ της Φελίσιτι Κλίαργουοτερ έπεσε από το πανωφόρι της. Έμεινε να τη χαζεύει για αρκετή ώρα. Κάποτε, της φάνηκε πως είχαν περάσει αιώνες από τότε, είχε σκοπό να μιλήσει στον Έντουαρντ για αυτό το θέμα. Τώρα της φαινόταν άσκοπο. Αλλά η Μητέρα Ρεν της είχε τονίσει πόσο σημαντικό ήταν για τον Έντουαρντ να συμμετάσχει στην κοσμική ζωή του χωριού. Η Άννα ίσιωσε την πλάτη της και έστησε τον κορμό της. Θα έκανε και αυτό και μετά θα πήγαινε σπίτι. «Το σουαρέ της κυρίας Κλίαργουοτερ θα γίνει αύριο βράδυ», είπε με τη φωνή της να σπάει. «Δεν σκοπεύω να δεχτώ την πρόσκληση της κυρίας Κλίαργουοτερ», απάντησε εκείνος κοφτά. Η Άννα αρνήθηκε να τον κοιτάξει, αλλά ακόμα και η φωνή του Έντουαρντ υποδήλωνε πως και αυτός δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση. «Είστε ο πιο σημαίνων ευγενής της περιοχής, λόρδε μου», του είπε. «Θα ήταν πολύ μεγαλόψυχο από μέρους σας να παραστείτε στο σουαρέ». «Αναμφίβολα», απάντησε εκείνος. «Είναι ο καλύτερος τρόπος να ακούσετε τα τελευταία κουτσομπολιά του χωριού». Εκείνος απλώς μούγκρισε χωρίς να δώσει άλλη απάντηση. «Η κυρία Κλίαργουοτερ σερβίρει πάντα το περίφημο παντς της. Όλοι λένε πως είναι το καλύτερο σε όλο τον νομό», είπε η Άννα γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν ψέμα. «Δεν σκοπεύω να…» «Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, πηγαίνετε στο σουαρέ», είπε χωρίς να τον κοιτάζει ακόμα, αλλά νιώθοντας το βλέμμα του πάνω της, να την αγγίζει σχεδόν, σαν να ήταν ένα χέρι με σάρκα και οστά. «Όπως θέλετε», απάντησε τελικά εκείνος. «Ωραία», είπε η Άννα και έβαλε με φόρα το καπέλο στο κεφάλι της, έτοιμη να φύγει. Αλλά πριν κάνει ένα βήμα, κάτι θυμήθηκε. Πήγε στο συρτάρι του μικρού γραφείου της και έβγαλε από μέσα τον Πρίγκιπα Κοράκι. Το πήγε μέχρι το γραφείο του Έντουαρντ και το άφησε μπροστά του. «Αυτό είναι δικό σας», είπε. Και πριν εκείνος προλάβει να πει κάτι, έκανε μεταβολή και βγήκε τρέχοντας από τη βιβλιοθήκη. Η σάλα είχε μια ζέστη αποπνικτική και η διακόσμηση ήταν ίδια με αυτή που είχε


χρησιμοποιηθεί δυο χρόνια πριν, ενώ η μουσική ήταν τελείως φάλτση. Αυτό ήταν λίγο έως πολύ ό,τι μπορούσε να πει κάποιος για το περίφημο ανοιξιάτικο σουαρέ της Φελίσιτι Κλίαργουοτερ. Κάθε χρόνο, οι κάτοικοι του Λιτλ Μπάτλφορντ που είχαν την τύχη να λάβουν μια επίσημη πρόσκληση στο σουαρέ έβαζαν τα καλά τους και πήγαιναν στο σπίτι της για να πιουν νερωμένο παντς. Η Φελίσιτι στεκόταν στην πόρτα για να υποδεχτεί τους καλεσμένους της. Φορούσε μια καινούρια τουαλέτα σε χρώμα λουλακί, με μανίκια που κρύβονταν κάτω από πλούσιους φραμπαλάδες. Η φούστα που ξεπρόβαλε από το άνοιγμα του φορέματος ήταν κεντημένη με κατακόκκινα πουλιά πάνω σε έναν απαλό γαλάζιο ουρανό, ενώ το μπούστο της ήταν στολισμένο με κεντημένους μικρούς κόκκινους φιόγκους σε σχήμα V. Ο κύριος Κλίαργουοτερ, ένας παχουλός κύριος με πορτοκαλιές κάλτσες και μια φανταχτερή περούκα που σίγουρα φορούσε στα νιάτα του, στεκόταν δίπλα της αμήχανος και νευρικός. Ήταν ξεκάθαρο ότι η δεξίωση αυτή ήταν αποκλειστικά και μόνο δική της. Η Άννα είχε καταφέρει να περάσει αλώβητη από τη διαδικασία της υποδοχής και είχε εισπράξει μόνο ένα παγωμένο και προσποιητό χαμόγελο από τη Φελίσιτι, ενώ ο σύζυγός της περιορίστηκε σε έναν αόριστο και απρόσωπο χαιρετισμό. Ανακουφισμένη που αυτή η δοκιμασία είχε περάσει χωρίς παρατράγουδα, βρισκόταν τώρα στο πλάι της σάλας και στεκόταν εκεί κοιτάζοντας αδιάφορα πότε προς τη μια πλευρά του χώρου και πότε προς την άλλη. Είχε αναγκαστεί να δεχτεί ένα ποτήρι με παντς από τον εφημέριο και τώρα ήταν υποχρεωμένη να το πιει αργά και βασανιστικά. Η Μητέρα Ρεν στεκόταν δίπλα της και της έριχνε κάθε τόσο ματιές γεμάτες αγωνία. Η Άννα δεν της είχε πει τι είχε συμβεί ανάμεσα σε εκείνη και στον λόρδο στους στάβλους. Και φυσικά δεν είχε σκοπό να το κάνει και ποτέ. Αλλά η πεθερά της είχε καταλάβει πως κάτι την απασχολούσε. Η Άννα δεν ήταν καθόλου πειστική όταν ήθελε να προσποιηθεί την κεφάτη και χαρούμενη. Ήπιε άλλη μια μικρή γουλιά από το ποτήρι που κρατούσε. Φορούσε το καλύτερο φόρεμά της. Τόσο εκείνη όσο και η Φάνι είχαν περάσει αρκετές ώρες επιδιορθώνοντάς το. Είχε μια απαλή απόχρωση πράσινου μήλου και οι δυο κοπέλες το είχαν φρεσκάρει με την προσθήκη μερικών κομματιών λευκής δαντέλας στο ντεκολτέ. Η δαντέλα είχε τοποθετηθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να κρύβει τις βελονιές που είχαν μετατρέψει τη γραμμή του ντεκολτέ από κυκλική σε τετράγωνη, όπως πρόσταζε η μόδα εκείνη τη χρονιά. Η Φάνι, σε μια κρίση δημιουργικότητας, είχε φτιάξει μια ροζέτα για τα μαλλιά της Άννας από μερικά κομμάτια δαντέλα και μια πράσινη κορδέλα. Η Άννα φυσικά δεν είχε καμία διάθεση για υπερβολές και στολίδια, αλλά ήξερε πόσο πολύ θα πληγωνόταν η Φάνι αν δεν τη φορούσε. «Το παντς δεν είναι και τόσο κακό», ψιθύρισε η Μητέρα Ρεν στην Άννα. Η Άννα δεν το είχε προσέξει. Ήπιε άλλη μια γουλιά και πράγματι, η έκπληξη ήταν ευχάριστη. «Ναι, είναι καλύτερο απ’ ό,τι λένε», απάντησε. Η Μητέρα Ρεν έμεινε για λίγο αμήχανη, ώσπου βρήκε ένα νέο θέμα συζήτησης. «Είναι κρίμα που δεν μπόρεσε να έρθει η Ρεμπέκα», είπε. «Δεν καταλαβαίνω γιατί το λες αυτό», απάντησε η Άννα. «Ξέρεις ότι δεν μπορεί πια να βγαίνει έξω και να κάνει κοσμικές εμφανίσεις, αγαπητή μου, στην κατάστασή της. Στις μέρες μου, δεν τολμούσαμε να βγούμε από


το σπίτι όταν άρχιζε να φαίνεται η κοιλιά». Η Άννα σούφρωσε τη μύτη της. «Μα είναι τόσο ανόητο. Όλοι ξέρουν ότι φουσκώνει. Δεν είναι δα και κανένα μυστικό». «Δεν έχει σημασία τι ξέρει όλος ο κόσμος, σημασία έχει να κρατά κανείς τα προσχήματα. Εξάλλου η Ρεμπέκα είναι σε πολύ προχωρημένη εγκυμοσύνη. Δεν νομίζω ότι θα ήθελε να στέκεται όρθια τόσες ώρες. Δεν υπάρχουν ποτέ αρκετά καθίσματα σε τέτοιους χορούς», είπε η Μητέρα Ρεν κοιτάζοντας γύρω τον χώρο. «Λες να έρθει ο λόρδος σου;» «Δεν είναι λόρδος μου, όπως πολύ καλά γνωρίζεις», είπε η Άννα ξερά. Η Μητέρα Ρεν της έριξε μια ξαφνιασμένη και κάπως αυστηρή ματιά. Η Άννα έσπευσε να αλλάξει τον τόνο της. «Εγώ απλώς του είπα πως το θεωρώ καλή ιδέα να δώσει το παρών στην αποψινή βραδιά». «Ελπίζω να έρθει πριν αρχίσει ο χορός. Πολύ μου αρέσει να βλέπω μια αρρενωπή σιλουέτα να λικνίζεται στην πίστα». «Μπορεί φυσικά και να μην έρθει, οπότε θα χρειαστεί να αρκεστείς στη διόλου αρρενωπή σιλουέτα του κυρίου Μέριγουεδερ, ο οποίος σίγουρα θα λικνίζεται στην πίστα», απάντησε η Άννα δείχνοντας με το βλέμμα της έναν κύριο που έστεκε στην απέναντι πλευρά του δωματίου. Ο κύριος Μέριγουεδερ ήταν ένας άντρας άσχημος, κοκαλιάρης, με μεγάλα και κακοσχηματισμένα γόνατα, που συνομιλούσε εκείνη τη στιγμή με μια μεγαλόσωμη και πληθωρική γυναίκα, ντυμένη με ένα σομόν σύνολο. Καθώς οι δύο γυναίκες τον παρατηρούσαν από την άλλη άκρη της σάλας, εκείνος έγειρε προς τη γυναίκα δίπλα του για να τονίσει ίσως κάτι στον λόγο του, αλλά άθελά του έγειρε ταυτόχρονα και το ποτήρι του, από το οποίο ξέφυγε μια γερή ποσότητα παντς που έλουσε το πλούσιο ντεκολτέ της εμβρόντητης γυναίκας. Η Μητέρα Ρεν κούνησε απογοητευμένη το κεφάλι της. «Ξέρεις», είπε η Άννα σκεφτική, «νομίζω πως ο κύριος Μέριγουεδερ δεν έχει πάει ποτέ σε δεξίωση και να μην τα κάνει σαλάτα». Η Μητέρα Ρεν αναστέναξε και έριξε μια φευγαλέα ματιά στην πόρτα, πίσω από την Άννα και το πρόσωπό της φωτίστηκε μονομιάς. «Μάλλον δεν θα χρειαστεί να αρκεστώ στον κύριο Μέριγουεδερ, απ’ ό,τι βλέπω. Να τος ο λόρδος σου, ήρθε, είναι στην πόρτα!» Η Άννα γύρισε και κοίταξε προς την πόρτα στην άλλη άκρη της αίθουσας, φέρνοντας παράλληλα το ποτήρι στα χείλη της. Για μια στιγμή το ξέχασε εκεί, καθώς παρατηρούσε τον λόρδο που εκείνη τη στιγμή έκανε την είσοδό του στον χώρο. Φορούσε μαύρο, κολλητό παντελόνι ως το γόνατο και μια ρεντιγκότα στο χρώμα του ζαφειριού, με ένα σκούρο γιλέκο. Τα μαύρα μαλλιά του ήταν χτενισμένα όμορφα και αντίθετα απ’ ό,τι συνήθως πιασμένα με προσοχή σε κοτσίδα. Ήταν φρεσκολουσμένα και γυαλιστερά και στο φως των κεριών γυάλιζαν σαν τα στιλπνά φτερά κορακιού. Ήταν τουλάχιστον ένα κεφάλι ψηλότερος από όλους τους παρευρισκόμενους. Η Φελίσιτι ήταν απλώς στον έβδομο ουρανό, μιας και ήταν η πρώτη σε όλο το χωριό που είχε καταφέρει να δελεάσει τον μυστηριώδη και μοναχικό λόρδο Σγουόρτινγχαμ ώστε να τον δεχτεί στο σπίτι της, και μάλιστα στο πιο κοσμικό γεγονός της χρονιάς. Είχε κολλήσει σχεδόν το χέρι της στο μπράτσο του και είχε ήδη ξεκινήσει την περιήγησή της στον χώρο για να τον


συστήσει σε όσο περισσότερους μπορούσε. Η Άννα χαμογέλασε κρυφά. Οι ώμοι του Έντουαρντ ήταν σκυφτοί και η έκφρασή του θλιμμένη. Ακόμα και από αρκετή απόσταση μπόρεσε να διακρίνει ότι συγκρατούσε τα νεύρα του με πολύ κόπο. Φαινόταν σχεδόν έτοιμος να κάνει ένα τεράστιο ατόπημα, να εγκαταλείψει την οικοδέσποινα την ώρα των συστάσεων. Εκείνη τη στιγμή σήκωσε το βλέμμα του και συνάντησε το δικό της. Η ανάσα της κόπηκε για λίγο. Ήταν αδύνατον να διαβάσει την έκφραση του προσώπου του. Εκείνος έγειρε προς τη Φελίσιτι, της είπε κάτι και έπειτα γύρισε και άρχισε να βαδίζει προς το μέρος της Άννας, περνώντας ανάμεσα από τον κόσμο που στεκόταν παντού γύρω τους. Εκείνη ένιωσε κάτι κρύο και υγρό να παγώνει τον καρπό του χεριού της και κοίταξε προς τα κάτω. Το χέρι που κρατούσε το γεμάτο ποτήρι έτρεμε σαν το ψάρι και έχυνε το παντς δεξιά κι αριστερά. Έφερε αμέσως το άλλο χέρι της και τα έσφιξε και τα δύο γύρω από το ποτήρι για να σταματήσει το τρέμουλο. Για μια στιγμή σκέφτηκε να φύγει, αλλά η Μητέρα Ρεν στεκόταν ακριβώς δίπλα της και ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα έπρεπε να έρθει αντιμέτωπη μαζί του. Πιθανότατα η Φελίσιτι θα είχε κάνει λίγο νωρίτερα σήμα στους μουσικούς, γιατί εκείνη τη στιγμή ο ήχος από ένα κλαψιάρικο βιολί άρχισε να γεμίζει τη σάλα. «Α κυρία Ρεν. Μεγάλη μου χαρά που σας ξαναβλέπω», είπε ο Έντουαρντ και έκανε μια ευγενική υπόκλιση μπροστά στη Μητέρα Ρεν. Δεν χαμογέλασε, αλλά αυτό δεν φάνηκε να πτόησε στο ελάχιστο την ηλικιωμένη γυναίκα, που του απάντησε με τεράστια θέρμη και ενθουσιασμό. «Ω λόρδε μου, χαίρομαι τόσο πολύ που μπορέσατε να έρθετε. Η Άννα ανυπομονούσε για έναν χορό», είπε η Μητέρα Ρεν και ανασήκωσε τα φρύδια της με νόημα. Η Άννα σκέφτηκε πως έπρεπε να είχε φύγει τρέχοντας όταν είχε ακόμα την ευκαιρία. Το αδέξιο και χοντροκομμένο υπονοούμενο έμεινε εκεί να αιωρείται ανάμεσά τους για ώρα, δημιουργώντας μια απαίσια αμηχανία σε όλους. Τη σιωπή έσπασε ο Έντουαρντ, που είπε: «Λοιπόν, θέλετε να μου κάνετε την τιμή;». Δεν την κοίταξε καθόλου. Για όνομα του Θεού, είχε τολμήσει να τη φιλήσει! Η Άννα απάντησε με χείλη σφιχτά και άκαμπτα: «Δεν ήξερα ότι ξέρετε να χορεύετε, λόρδε μου». Ο Έντουαρντ της έριξε ένα βλέμμα που έκοβε σαν λεπίδα. «Φυσικά και ξέρω να χορεύω. Είμαι λόρδος άλλωστε, έτσι δεν είναι;» «Λες και θα μπορούσα ποτέ να το ξεχάσω», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της. Ο Έντουαρντ της έριξε άλλη μια δολοφονική ματιά με μισόκλειστα μάτια. Χα! Τώρα σίγουρα είχε την απόλυτη προσοχή του. Της πρότεινε το γαντοφορεμένο χέρι του κι εκείνη του έδωσε ντροπαλά το δικό της. Ακόμα και με δύο στρώσεις υφάσματος ανάμεσά τους, η Άννα ένιωσε τη ζεστασιά του χεριού του. Για μια μόνο στιγμή έφερε στο μυαλό της τα δάχτυλά της καθώς γλιστρούσαν πάνω στη γυμνή και ιδρωμένη πλάτη του. Ήταν επώδυνα υπέροχο. Ξεροκατάπιε αμήχανα. Με μια μόνο ευγενική κλίση του κεφαλιού του προς τη Μητέρα Ρεν πήρε την


Άννα και την οδήγησε στο κέντρο της μεγάλης σάλας, όπου και απέδειξε ότι όντως ήξερε να χορεύει, αν και κάπως μονοκόμματα. «Λοιπόν, πράγματι, ξέρετε τα βήματα», είπε η Άννα καθώς έκαναν τη χορευτική προμενάντ ανάμεσα στα ζευγάρια. Εκείνος της έριξε ένα λοξό, αυστηρό βλέμμα και η Άννα το έπιασε με την άκρη του ματιού της. «Δεν γεννήθηκα σε σπηλιά, ξέρετε. Γνωρίζω πώς πρέπει να συμπεριφέρομαι σε κάθε κοινωνική περίσταση». Η μουσική τελείωσε πριν η Άννα προλάβει να σκεφτεί μια πρέπουσα απάντηση. Έκανε μια υπόκλιση και γύρισε να φύγει τραβώντας το χέρι της. Εκείνος, όμως, το τράβηξε κοντά του και το εγκλώβισε με τον αγκώνα του. «Μην τολμήσετε να με εγκαταλείψετε, κυρία Ρεν. Εσείς φταίτε που βρίσκομαι σε αυτό το αναθεματισμένο σουαρέ». Μα ήταν ανάγκη να την αγγίζει συνεχώς; Επιθεώρησε βιαστικά τον χώρο γύρω της για να βρει κάτι ώστε να αποσπάσει την προσοχή του. «Μήπως θα θέλατε λίγο παντς;» Την κοίταξε καχύποπτα. «Θα ήθελα;» «Ε μάλλον όχι, θα έλεγα», παραδέχτηκε. «Αλλά δεν υπάρχει κάποιο άλλο ποτό επί του παρόντος, και το τραπέζι με τα αναψυκτικά βρίσκεται στην άλλη πλευρά, μακριά από την κυρία Κλίαργουοτερ». «Ε μα τότε ας δοκιμάσουμε το παντς, γιατί όχι;» Άρχισαν να προχωρούν προς το τραπέζι όπου βρισκόταν το μεγάλο μπολ με το παντς και η Άννα παρατήρησε ότι ο κόσμος παραμέριζε στο διάβα του λόρδου, σχεδόν ασυναίσθητα. Και χωρίς καν να το καταλάβει, είχε στα χέρια της ένα ακόμα ποτήρι με παντς, που άρχισε να πίνει αφηρημένα. Ο Έντουαρντ είχε πάει λίγο πιο κει για να απαντήσει σε μια ερώτηση που του έθεσε ο εφημέριος, όταν η Άννα άκουσε μια γλοιώδη φωνή δίπλα της. «Μου κάνει εντύπωση που σας βλέπω εδώ, κυρία Ρεν. Άκουσα ότι κάνατε το ντεμπούτο σας σε ένα καινούριο επάγγελμα». Ο Έντουαρντ γύρισε αργά για να δει τον ομιλητή, έναν κοκκινομούρη με παρδαλά ρούχα και μια περούκα που καθόταν άτσαλα πάνω στο κεφάλι του. Δεν ήταν γνωστός του. Δίπλα του η Άννα είχε γίνει άσπρη σαν το πανί και τον κοιτούσε παγωμένη. «Μήπως μάθατε τίποτα νέες δεξιότητες από τις κυρίες που φιλοξενούσατε πρόσφατα;» συνέχισε προκλητικά ο άντρας, που είχε στρέψει όλη του την προσοχή επάνω της. Εκείνη άνοιξε το στόμα της κάτι να πει, αλλά ο Έντουαρντ την πρόλαβε. «Νομίζω πως δεν σας άκουσα καλά». Ο αναιδής ξένος φάνηκε πως δεν είχε προσέξει την παρουσία του λόρδου. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Ωραία. Η σιγή που είχε ήδη επικρατήσει σε μια ακτίνα μερικών μέτρων γύρω τους άρχισε να απλώνεται σε όλο το σαλόνι, καθώς οι καλεσμένοι συνειδητοποίησαν ότι κάτι πολύ ενδιαφέρον συνέβαινε δίπλα τους. Ο τύπος, όμως, ήταν μάλλον πιο θαρραλέος από ό,τι έδειχνε. «Είπα…»


«Προσέξτε πάρα μα πάρα πολύ τα λόγια που ετοιμάζεστε να ξεστομίσετε», είπε ο Έντουαρντ, που ένιωσε τους μυς των ώμων και των μπράτσων του να σφίγγουν επικίνδυνα. Ο κοκκινωπός άντρας επιτέλους φάνηκε να συνειδητοποιεί το ρίσκο που πήρε. Άνοιξε τα μάτια του ακόμα πιο πολύ και ξεροκατάπιε νευρικά. Ο Έντουαρντ κούνησε το κεφάλι μια φορά ικανοποιημένος. «Ωραία. Ίσως θα θέλατε να ζητήσετε μια συγγνώμη στην κυρία Ρεν για αυτά που δεν είπατε». «Εγώ…» ο τρομοκρατημένος άντρας χρειάστηκε να σταματήσει και να καθαρίσει τον λαιμό του από τη βραχνάδα. «Θα ήθελα να σας ζητήσω να με συγχωρήσετε αν κάτι από όσα είπα σας πρόσβαλε, κυρία Ρεν». Η Άννα έσκυψε ελαφρά το κεφάλι δεχόμενη τη συγγνώμη του, αλλά εκείνος στράφηκε προς τον Έντουαρντ για να βεβαιωθεί ότι είχε εξιλεωθεί πλήρως. Και δεν είχε. Ο νεαρός ξεροκατάπιε και πάλι. Μια σταγόνα ιδρώτα σχηματίστηκε κάτω από την περούκα του και άρχισε να κυλά στον κρόταφό του. «Δεν ξέρω τι με έπιασε. Λυπάμαι πάρα πολύ αν τα λόγια μου σας προκάλεσαν την όποια δυσφορία, κυρία Ρεν». Τράβηξε με τα δάχτυλά του τον γιακά του που ένιωθε να τον πνίγει και συνέχισε: «Είμαι αλήθεια ένα γαϊδούρι, ξέρετε». «Ναι, ναι, πράγματι», απάντησε ο Έντουαρντ ευγενικά. Το πρόσωπο του άντρα άσπρισε μονομιάς. «Λοιπόν!» είπε η Άννα. «Νομίζω πως είναι καιρός για έναν ακόμα χορό. Νομίζω πως ακούω τη μουσική να αρχίζει». Την τελευταία φράση την είπε δυνατά και προς την κατεύθυνση των μουσικών, που έπιασαν το νόημα αμέσως και ξεκίνησαν και πάλι να παίζουν. Εκείνη άρπαξε το χέρι του Έντουαρντ και άρχισαν να βαδίζουν προς την πίστα. Το χέρι της ήταν παραδόξως πολύ δυνατό για ένα μικροσκοπικό πλάσμα σαν την Άννα. Ο Έντουαρντ γύρισε και έριξε μια τελευταία απειλητική ματιά στον αναιδή κοκκινομάλλη και έπειτα άφησε πειθήνια την Άννα να τον οδηγήσει στο κέντρο της αίθουσας. «Ποιος είναι αυτός;» Η Άννα τον κοίταξε καθώς έπαιρναν τις θέσεις τους για το επόμενο κομμάτι. «Δεν μου έκανε πραγματικά κακό, ξέρετε». Ο χορός ξεκίνησε και ο Έντουαρντ ήταν αναγκασμένος να περιμένει, καθώς τα βήματα του χορού τούς υποχρέωναν να βρίσκονται για αρκετή ώρα μακριά ο ένας από την άλλη. Όταν, όμως, βρέθηκαν κοντά, ο Έντουαρντ μίλησε. «Ποιος είναι αυτός, Άννα;» «Λέγεται Τζον Γουίλτονσον», απάντησε κουρασμένα. «Ήταν φίλος με τον άντρα μου». Ο Έντουαρντ περίμενε. «Μου έκανε μια πρόταση, όταν πέθανε ο Πίτερ». «Ήθελε να σε παντρευτεί;» είπε συνοφρυωμένος. «Ήταν μια ανήθικη πρόταση», απάντησε η Άννα αποφεύγοντας το βλέμμα του. «Ήταν ήδη –και είναι ακόμα– παντρεμένος». Ο Έντουαρντ έμεινε ακίνητος στη μέση της πίστας, κάνοντας το ζευγάρι που ακολουθούσε να πέσει επάνω τους. «Σε ανάγκασε να κάνεις κάτι που δεν ήθελες;»


«Όχι», του είπε βιαστικά τραβώντας του το μπράτσο, αλλά εκείνος παρέμεινε καρφωμένος στη θέση του. Εκείνη πλησίασε και ψιθύρισε στο αφτί του. «Ήθελε να γίνω ερωμένη του. Αρνήθηκα». Τώρα τα ζευγάρια των χορευτών είχαν αρχίσει να σχηματίζουν μια ιδιότυπη ουρά πίσω τους. «Λόρδε μου!» Ο Έντουαρντ αποφάσισε να συνεχίσει τον χορό, αν και πλέον ο ρυθμός είχε χαθεί και τα βήματα που έκαναν ήταν άσχετα με τη μουσική. «Δεν θέλω ποτέ ξανά να ακούσω κάποιον να μιλά έτσι για σένα», της είπε. «Είμαι σίγουρη ότι το λέτε με κάθε καλή πρόθεση», απάντησε εκείνη, «αλλά δεν νομίζω πως μπορείτε να με ακολουθείτε όπου πάω και να απειλείτε τον κάθε ανάγωγο που συναντώ». Ανίκανος να σκεφτεί μια απάντηση, έμεινε να την κοιτάζει. Είχε δίκιο και η σκέψη και μόνο του έσκισε τα σωθικά. Η Άννα ήταν απλώς η γραμματέας του και τίποτα παραπάνω. Δεν μπορούσε να είναι μαζί της συνεχώς ούτε μπορούσε να την προστατέψει από κάθε προσβολή. Δεν μπορούσε καν να την προστατέψει από τυχόν επίθεση που θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλειά της. Μια τέτοια σχέση μαζί της μπορούσε να έχει μόνο ο σύζυγός της. Η Άννα διέκοψε τον ειρμό των σκέψεών του. «Δεν έπρεπε να χορέψουμε και πάλι μαζί τόσο σύντομα. Δεν είναι σωστό». «Δεν δίνω δεκάρα για το τι είναι σωστό και τι όχι», απάντησε ο Έντουαρντ. «Άλλωστε ξέρετε καλά πως δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να με απομακρύνετε από αυτόν τον μπαμπουίνο». Εκείνη του χαμογέλασε κι εκείνος ένιωσε κάτι βαθιά μέσα στο στήθος του να ραγίζει. Πώς θα μπορούσε να την προστατέψει από κάθε τι κακό; Το μυαλό του Έντουαρντ ήταν ακόμα κολλημένο στην ίδια σκέψη, στο ίδιο βασανιστικό ερώτημα, δυο ώρες αργότερα. Έγειρε σε έναν τοίχο και αφαιρέθηκε καθώς παρακολουθούσε την Άννα να χορεύει με έναν γεματούλη κύριο, που προσπαθούσε λαχανιασμένος να κρατήσει τον ρυθμό σε έναν παραδοσιακό χορό. Σίγουρα είχε ανάγκη από έναν σύζυγο, αλλά δεν μπορούσε να τη φανταστεί με έναν άντρα. Ή μάλλον δεν μπορούσε να τη φανταστεί με έναν άλλο άντρα. Έσκυψε συνοφρυωμένος και κοίταξε το έδαφος. Εκείνη τη στιγμή άκουσε κάποιον να ξεροβήχει δίπλα του. Γύρισε και αντίκρισε έναν νεαρό άντρα με φουσκωτή περούκα. Από το κολάρο που φορούσε, συμπέρανε ότι επρόκειτο για τον εφημέριο Τζόουνς. Ο εφημέριος ξαναέβηξε μια φορά ακόμα και του χαμογέλασε εγκάρδια κοιτάζοντάς τον με τα μυωπικά μάτια του, πίσω από τα γυαλιά του. «Λόρδε Σγουόρτινγχαμ. Τι ευγενικό εκ μέρους σας να παραστείτε σε αυτή τη μικρή εκδήλωση». Ο Έντουαρντ αναρωτήθηκε πώς κατάφερνε να ακούγεται ηλικιωμένος, ενώ στην ουσία δεν ήταν πάνω από τριάντα. «Εφημέριε, βρίσκω το σουαρέ της κυρίας Κλίαργουοτερ ιδιαίτερα ευχάριστο», και με κάποια έκπληξη συνειδητοποίησε πως δεν έλεγε ψέματα. «Ωραία, ωραία. Οι δεξιώσεις της κυρίας Κλίαργουοτερ διακρίνονταν πάντα για την εξαιρετική τους διοργάνωση, λόρδε μου. Και τα αναψυκτικά που σερβίρει, πραγματικά υπέροχα!» Και για να το αποδείξει, ο εφημέριος κατάπιε μονομιάς το


παντς που περιείχε το ποτήρι του. Ο Έντουαρντ κοίταξε το υγρό στο δικό του ποτήρι και σκέφτηκε πως κάποια στιγμή θα έπρεπε να ελέγξει τον μισθό του εφημερίου. Προφανώς ο άνθρωπος δεν μπορούσε να παρέχει στον εαυτό του φαγητό της προκοπής. «Μπορώ να πω πως η κυρία Ρεν είναι θαυμάσια χορεύτρια», είπε ο εφημέριος που μισόκλεινε κάθε τόσο τα μάτια του για να δει καλύτερα την Άννα, που χόρευε στο κέντρο της αίθουσας. «Δείχνει κάπως διαφορετική απόψε». Ο Έντουαρντ ακολούθησε το βλέμμα του. «Δεν φορά το σκουφάκι της», απάντησε ο Έντουαρντ. «Αυτό είναι άραγε;» είπε ο εφημέριος χωρίς να ακούγεται πολύ σίγουρος. «Ίσως εσείς βλέπετε καλύτερα από εμένα, λόρδε μου. Αναρωτιόμουν μήπως είναι το φόρεμα, ίσως να το αγόρασε στο ταξίδι της». Ο Έντουαρντ είχε φέρει το ποτήρι στα χείλη του και ήταν έτοιμος να πιει μια γουλιά, όταν συνειδητοποίησε τι του είχε πει ο εφημέριος. Έσμιξε τα φρύδια και κατέβασε το ποτήρι του. «Ποιο ταξίδι;» «Μμ;» ο εφημέριος ήταν πολύ απορροφημένος από το θέαμα των ζευγαριών που χόρευαν στη σάλα και είχε ήδη ξεχάσει το θέμα της κουβέντας τους. Ο Έντουαρντ ήταν έτοιμος να επαναλάβει την ερώτησή του, όταν τον διέκοψε η κυρία Κλίαργουοτερ. «Α λόρδε Σγουόρτινγχαμ, βλέπω γνωρίζεστε με τον εφημέριο». Και οι δύο άντρες αναπήδησαν με κάποια ταραχή στην αιφνίδια εμφάνισή της. Ο Έντουαρντ χαμογέλασε προσποιητά στην οικοδέσποινα. Με την άκρη του ματιού του έπιασε τον εφημέριο να αναζητά με το βλέμμα έναν τρόπο, ένα πρόσχημα για να τους εγκαταλείψει. «Ναι, γνωριστήκαμε με τον εφημέριο Τζόουνς, κυρία Κλίαργουοτερ». «Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ είχε την ευγενή καλοσύνη να μας βοηθήσει με τη νέα σκεπή της εκκλησίας», είπε ο εφημέριος αναζητώντας παράλληλα το βλέμμα κάποιου από τους καλεσμένους. «Μα νομίζω πως βλέπω τον κύριο Μέριγουεδερ. Πρέπει οπωσδήποτε να του μιλήσω. Με συγχωρείτε για λίγο;» Και ο εφημέριος το έσκασε βιαστικά. Ο Έντουαρντ παρακολούθησε τον εφημέριο να απομακρύνεται με φθόνο. Ο τύπος φαίνεται είχε ξαναβρεθεί σε ένα από αυτά τα σουαρέ και είχε εμπειρία. «Τι ωραία που έχουμε την ευκαιρία να μείνουμε λίγο οι δυο μας, λόρδε μου», είπε η κυρία Κλίαργουοτερ. «Ήθελα πολύ να συζητήσουμε για το ταξίδι σας στο Λονδίνο». «Αλήθεια;» «Και φυσικά για τη γοητευτική κυρία που είχατε μαζί σας, την οποία γνωρίζουμε και οι δύο». Η Φελίσιτι με μερικές μόνο λέξεις κατάφερε να αιχμαλωτίσει με τη μία την προσοχή του λόρδου. Μα τι στο καλό έλεγε αυτή η γυναίκα; «Φελίιι-σι-τι!» μια φωνή που σίγουρα ανήκε σε έναν άντρα αρκετά μεθυσμένο ακούστηκε εκείνη τη στιγμή. Η κυρία Κλίαργουοτερ μόρφασε αηδιασμένη στο γνώριμο, προφανώς, άκουσμα. Ο κύριος Κλίαργουοτερ βάδιζε τρεκλίζοντας προς το μέρος τους. «Φελίσιτι χρυσή μου, δεν πρέπει να μονοπωλείς τον λόρδο. Σίγουρα δεν θέλει να ακούσει για μόδα και φρα-φρα-φραμπαλάδες», είπε ο στρουμπουλός άντρας κάνοντας μια χειρονομία όλο


νόημα στον λόρδο, με τον αγκώνα του να χτυπά φιλικά τα πλευρά του Έντουαρντ. «Έτσι δεν είναι, λόρδε μου; Κυνήγι, αυτό είναι το θέμα. Ανδρική υπόθεση! Τι; Τι;» Η κυρία Κλίαργουοτερ απάντησε με ένα ρουθούνισμα κάπως άκομψο. «Η αλήθεια είναι ότι δεν μου αρέσει και πολύ το κυνήγι», απάντησε ο Έντουαρντ. «Τα κυνηγόσκυλα, τα αλυχτίσματά τους, τα άλογα και ο καλπασμός τους, η μυρωδιά του αίματος…» ο κύριος Κλίαργουοτερ ήταν φανερά στον κόσμο του. Εκείνη τη στιγμή ο Έντουαρντ διέκρινε την Άννα που έβαζε την εσάρπα της και ετοιμαζόταν να φύγει. Διάολε. Δηλαδή θα έφευγε χωρίς ούτε καν να του πει αντίο; «Με συγχωρείτε,» είπε με όση ευγένεια μπόρεσε. Με μια βιαστική υπόκλιση στην οικοδέσποινα και στον ζαλισμένο σύζυγό της, απομακρύνθηκε γρήγορα περνώντας μέσα από το πλήθος των καλεσμένων, που πλέον είχαν κατακλύσει την αίθουσα. Όταν ο Έντουαρντ έφτασε στην πόρτα, η Άννα και η κυρία Ρεν βρίσκονταν ήδη έξω από το σπίτι. «Άννα!» φώναξε ο Έντουαρντ, προσπερνώντας τους δύο υπηρέτες που στέκονταν στην είσοδο για να ανοίξει μόνος του την πόρτα. «Άννα!» Εκείνη δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί, παρά μερικά βήματα μόνο. Στο άκουσμα της φωνής του και οι δύο γυναίκες γύρισαν απότομα. «Δεν πρέπει να πας στο σπίτι μόνη και με τα πόδια», είπε ο Έντουαρντ, αλλά αμέσως μετά κατάλαβε το λάθος του και συμπλήρωσε, «ούτε εσείς φυσικά, κυρία Ρεν». Η Άννα φαινόταν μπερδεμένη, αλλά η ηλικιωμένη γυναίκα έδειξε να ενθουσιάζεται. «Λόρδε μου, ήρθατε για να μας συνοδεύσετε ως το σπίτι;» «Ναι!» Η άμαξά του βρισκόταν λίγα μέτρα πιο κάτω και ήταν απλό να τη χρησιμοποιήσουν, αλλά αυτό θα σήμαινε ότι η βραδιά θα τελείωνε μέσα σε λίγα λεπτά. Άλλωστε η βραδιά ήταν γλυκιά. Έκανε νόημα στον αμαξά να τους ακολουθήσει από πίσω, καθώς εκείνοι θα έκαναν τη διαδρομή περπατώντας. Πρόσφερε το ένα μπράτσο στην Άννα και το άλλο στη Μητέρα Ρεν. Παρόλο που οι δυο κυρίες είχαν εγκαταλείψει το πάρτι νωρίς, έξω είχε ήδη πέσει το σκοτάδι. Τον ουρανό φώτιζε με το ασημένιο του φως ένα γεμάτο, ολοστρόγγυλο φεγγάρι, γεμίζοντας τη νύχτα με σκιές, που έπαιζαν μαζί τους καθώς βάδιζαν αργά. Καθώς βρέθηκαν σχεδόν στο σταυροδρόμι, ο Έντουαρντ άκουσε ένα γρήγορο ποδοβολητό να πλησιάζει από μακριά. Αμέσως έβαλε τις δυο γυναίκες πίσω του, με πρόθεση να τις προστατέψει από ό,τι κι αν εμφανιζόταν από τη γωνία. Αλλά το μόνο που εμφανίστηκε ήταν μια μικρόσωμη κοπελίτσα που έτρεξε προς το μέρος τους μόλις τους είδε. «Μεγκ! Μα τι συνέβη;» φώναξε η Άννα στην κοπέλα. «Ω κυρία», άρχισε να λέει η Μεγκ και σταμάτησε πιάνοντας με πόνο το πλευρό της, διπλωμένη σχεδόν στα δυο για να πάρει ανάσα. «Η κυρία Φέρτσαϊλντ, κυρία, έπεσε από τις σκάλες και δεν μπορώ να τη σηκώσω. Νομίζω πως έρχεται και το μωρό!»


Κεφάλαιο Δεκαπέντε Η Αύρα λοιπόν επέστρεψε στο παλάτι της με την υπέροχη, χρυσή άμαξα, ενώ σε όλη τη διαδρομή το καταχθόνιο σχέδιο των αδερφών της τριγυρνούσε στις σκέψεις της ασταμάτητα. Το κοράκι την υποδέχτηκε με έναν σχεδόν αδιάφορο χαιρετισμό. Όταν ήρθε το βράδυ, κάθισαν μαζί στο τραπέζι και απόλαυσαν ένα θεσπέσιο δείπνο. Μετά την καληνύχτισε και η Αύρα πήγε στο δωμάτιό της για να περιμένει τον αισθησιακό νυχτερινό επισκέπτη. Πέφτοντας, όμως, στο κρεβάτι, η Αύρα συνειδητοποίησε ότι εκείνος ήταν κιόλας εκεί, πιο απαιτητικός και ορμητικός από κάθε άλλη φορά. Η Αύρα ένιωσε μια γλυκιά νύστα κι ένα λίγωμα μετά τα αμέτρητα χάδια του παθιασμένου εραστή της, αλλά κρατήθηκε ξύπνια και δεν παραδόθηκε στον ύπνο που τόσο επιθυμούσε, ακόμα και όταν η ανάσα του άντρα δίπλα της έγινε ρυθμική και ήρεμη, μαρτυρώντας ότι εκείνος κοιμόταν βαθιά. Χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο, ανασηκώθηκε στο κρεβάτι και έψαξε μέσα στο σκοτάδι να βρει το κερί που είχε νωρίτερα κρύψει στο κομοδίνο της, δίπλα στο κρεβάτι… Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

«Ω Θεέ μου», φώναξε η Άννα προσπαθώντας να θυμηθεί πότε έπρεπε κανονικά να γεννηθεί το μωρό της Ρεμπέκα. Σίγουρα όχι πριν από τον άλλο μήνα, πάντως. «Ο δόκτωρ Μπίλινγκς είναι ακόμα στο σουαρέ», είπε ο λόρδος με ψυχραιμία. «Πάρε την άμαξά μου», είπε στη Μεγκ, «και πήγαινε γρήγορα να τον φέρεις». Αμέσως μετά γύρισε και έδωσε φωναχτά μερικές οδηγίες στον Τζον τον αμαξά χειρονομώντας. «Θα πάω με τη Μεγκ», είπε η Μητέρα Ρεν. Ο Έντουαρντ έγνεψε και βοήθησε τη γυναίκα και την υπηρέτρια να ανέβουν στην άμαξα. «Υπάρχει ίσως και κάποια μαία που θα έπρεπε να καλέσουμε;» γύρισε και ρώτησε την Άννα. «Η Ρεμπέκα σκόπευε να χρησιμοποιήσει την κυρία Στάκερ…» «Η μαία αυτή τη στιγμή είναι στην κυρία Λάιλ», πετάχτηκε η Μητέρα Ρεν. «Και το σπίτι της είναι τέσσερα με πέντε χιλιόμετρα έξω από το χωριό. Άκουσα κάποιες κυρίες να το συζητάνε στη δεξίωση». «Πηγαίνετε να φέρετε τον δόκτορα Μπίλινγκς στο σπίτι της κυρίας Φέρτσαϊλντ και μετά θα στείλω εγώ τον αμαξά μου να φέρει και τη μαία», διέταξε ο Έντουαρντ. Η Μητέρα Ρεν και η Μεγκ έγνεψαν βιαστικά και κάθισαν στην άμαξα, που ήταν έτοιμη να ξεκινήσει. Ο Έντουαρντ έκλεισε με δύναμη την πόρτα και φώναξε κάνοντας μερικά βήματα προς τα πίσω: «Φύγε γρήγορα, Τζον!». Ο αμαξάς έβγαλε μια κραυγή στα άλογα κι εκείνα άρχισαν αμέσως να καλπάζουν υπάκουα. Ο Έντουαρντ έπιασε το χέρι της Άννας. «Προς τα πού είναι το σπίτι της κυρίας Φέρτσαϊλντ;» «Είναι εδώ, λίγο πιο πάνω», απάντησε εκείνη αρπάζοντας τη φούστα της για να μπορέσει να τρέξει πιο γρήγορα.


Η μπροστινή πόρτα στο σπίτι της Ρεμπέκα ήταν μισάνοιχτη. Μια δέσμη φωτός έβγαινε από τον διάδρομο στο εσωτερικό του σπιτιού και φώτιζε τον κατασκότεινο κήπο μπροστά στο σπίτι. Ο Έντουαρντ έσπρωξε την πόρτα και μπήκε στο σπίτι. Η Άννα τον ακολούθησε και άρχισε να ψάχνει τριγύρω. Η βάση της σκάλας φαινόταν από το χολ της εισόδου, αλλά τα επάνω σκαλιά ήταν βυθισμένα στο σκοτάδι. Και η Ρεμπέκα ήταν άφαντη. «Είναι δυνατόν να μπόρεσε να μετακινηθεί;» είπε η Άννα σαστισμένη. Εκείνη τη στιγμή άκουσαν ένα αγκομαχητό από τον επάνω όροφο. Η Άννα άρχισε να ανεβαίνει τρέχοντας τα σκαλιά, πριν ο Έντουαρντ προλάβει να κουνηθεί. Τον άκουσε να βρίζει καθώς την ακολουθούσε. Η Ρεμπέκα ήταν ξαπλωμένη στο πλατύσκαλο, στη μέση της σκάλας. Η Άννα ένιωσε μια πρόσκαιρη ανακούφιση που η πτώση της είχε σταματήσει εκεί και δεν είχε κουτρουβαλιαστεί σε όλα τα σκαλιά μέχρι το ισόγειο. Η φίλη της ήταν ξαπλωμένη στο πλάι, με την τεράστια κοιλιά της να δείχνει ακόμα πιο μεγάλη. Το πρόσωπό της ήταν πολύ χλωμό και μούσκεμα από τον ιδρώτα. Η Άννα δάγκωσε με αγωνία τα χείλη της. «Ρεμπέκα, μ’ ακούς;» «Άννα», είπε η Ρεμπέκα και άπλωσε το χέρι της στην Άννα, που το έπιασε στοργικά. «Δόξα τω Θεώ που ήρθες», είπε και έκανε έναν μορφασμό πόνου, ενώ τα δάχτυλά της τυλίχτηκαν και σφίχτηκαν γύρω από το χέρι της Άννας. «Τι σου συμβαίνει;» «Το μωρό», είπε η Ρεμπέκα ξέπνοα. «Γεννάω». «Μπορείς να σηκωθείς;» «Είμαι τόσο αδέξια. Χτύπησα τον αστράγαλό μου και πονά», είπε και δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της. «Το μωρό έρχεται πολύ νωρίς, δεν είναι ακόμα η ώρα μου». Τα μάτια της Άννας άρχισαν να δακρύζουν και αυτά, αλλά δάγκωσε το μάγουλό της και τα ανάγκασε να σταματήσουν. Τα δάκρυα δεν μπορούσαν να βοηθήσουν τη φίλη της αυτή τη στιγμή. «Επιτρέψτε μου να σας μεταφέρω στο δωμάτιό σας, κυρία Φέρτσαϊλντ», είπε ο Έντουαρντ βγαίνοντας από το σκοτάδι. Η Άννα, αιφνιδιασμένη στο άκουσμα της φωνής του, γύρισε και τον κοίταξε. Στεκόταν πίσω της και το πρόσωπό του ήταν σοβαρό και ανήσυχο. Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω και άφησε το χέρι της Ρεμπέκα για να δώσει χώρο στον Έντουαρντ. Εκείνος χαμήλωσε δίπλα στην πεσμένη γυναίκα, τοποθέτησε απαλά τα χέρια του κάτω από το σώμα της και με μια αργή και αβίαστη κίνηση τη σήκωσε στα χέρια, προσέχοντας να μην πονέσει τον αστράγαλό της. Εκείνη, όμως, κλαψούρισε και έσφιξε τα χέρια της μπροστά στο στήθος του, φοβισμένη και πονεμένη. Τα χείλη του λόρδου σφίχτηκαν. Έκανε νόημα στην Άννα κι εκείνη ανέβηκε τα σκαλιά για να τον οδηγήσει στο υπνοδωμάτιο της Ρεμπέκα, το μόνο που είχε φως, από το κερί που βρισκόταν στο κομοδίνο της. Η Άννα έσπευσε να το πάρει στα χέρια της και να ανάψει με αυτό μερικά ακόμα, που βρίσκονταν διάσπαρτα μέσα στο δωμάτιο. Ο Έντουαρντ έστριψε στο πλάι για να περάσει με το φορτίο του τη στενή πόρτα και έπειτα τοποθέτησε μαλακά την κοπέλα στο κρεβάτι. Για πρώτη φορά η Άννα παρατήρησε ότι και αυτός ήταν ιδιαίτερα χλωμός.


Έσκυψε και έβγαλε με μια τρυφερή κίνηση μια τούφα από τα μαλλιά της Ρεμπέκα, που είχε κολλήσει από τον ιδρώτα στο μέτωπό της. «Πού είναι ο Τζέιμς;» Η Άννα δεν πήρε αμέσως την απάντησή της, γιατί εκείνη τη στιγμή η Ρεμπέκα είχε άλλη μια επώδυνη σύσπαση και χρειάστηκε λίγα λεπτά για να σταματήσει να βογκά και να μπορέσει να μιλήσει. Όταν πλέον ο πόνος έφυγε, εκείνη έδειχνε εξουθενωμένη. «Πήγε στο Ντριούσμπερι για δουλειές. Είπε πως θα γυρίσει αύριο, πριν από το μεσημέρι», απάντησε τελικά δαγκώνοντας το χείλος της. «Θα θυμώσει τόσο πολύ μαζί μου!» Ο Έντουαρντ μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του και πήγε να σταθεί στο σκοτεινό παράθυρο, στην άκρη του δωματίου. «Ανοησίες», τη μάλωσε η Άννα. «Δεν έκανες τίποτα κακό, δεν φταις εσύ για όλα αυτά». «Μα πώς κατάφερα να πέσω από τις σκάλες, για τον Θεό;» Η Άννα προσπαθούσε να την παρηγορήσει όταν ακούστηκε ο ήχος της εξώπορτας να ανοίγει με δύναμη. Προφανώς είχε έρθει ο γιατρός. Ο Έντουαρντ ζήτησε συγγνώμη από τις κυρίες και πήγε να τον φέρει. Ο δόκτωρ Μπίλινγκς προσπαθούσε να δείχνει ήρεμος και ατάραχος, αλλά ήταν σαφές πως ανησυχούσε. Κατ’ αρχήν έδεσε τον αστράγαλο της Ρεμπέκα που είχε ήδη πρηστεί και είχε γίνει κατάμαυρος. Η Άννα συνέχισε να κάθεται δίπλα της, στο προσκεφάλι της και να την παρηγορεί, κρατώντας της πάντα το χέρι. Προσπαθούσε να την ηρεμήσει, αλλά δεν ήταν κάτι εύκολο. Με βάση τους υπολογισμούς της μαίας αλλά και της ίδιας της Ρεμπέκα, το παιδί θα γεννιόταν έναν μήνα νωρίτερα. Καθώς η νύχτα προχωρούσε, η αγωνία και οι πόνοι της κοπέλας δυνάμωσαν και άρχισε να χάνει τις ελπίδες της. Είχε πια πειστεί ότι το μωρό της θα πέθαινε και ό,τι κι αν έκανε η Άννα, δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Παρ’ όλα αυτά έμεινε δίπλα στη φίλη της, πάντα κρατώντας της το χέρι και χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά ενώ μουρμούριζε στο αφτί της λόγια παρηγοριάς. Τρεις ώρες μετά την άφιξη του γιατρού, η μαία έκανε την πανηγυρική της εμφάνιση στο δωμάτιο. Ήταν μια γυναίκα στρογγυλή, με κόκκινα μάγουλα και μαύρα μαλλιά, που λόγω ηλικίας είχαν αρχίσει να γκριζάρουν ελαφρά. Η άφιξή της έφερε μια κάποια ανακούφιση. «Μάλιστα! Απόψε είναι η νύχτα των μωρών, έτσι;» είπε. «Με χαρά σας ανακοινώνω ότι η κυρία Λάιλ μόλις απέκτησε ένα ακόμη αγοράκι, το πέμπτο της, αν το πιστεύετε! Και δεν ξέρω γιατί πάω κάθε φορά. Απλώς κάθομαι στη γωνία και πλέκω και όταν είναι ώρα, πιάνω το μωρό, αυτό είναι όλο!» Η κυρία Στάκερ έβγαλε το πανωφόρι της και μια σειρά από μαντίλια και εσάρπες και τα άφησε όλα σε ένα βουναλάκι πάνω στην καρέκλα. «Έχεις λίγο νερό και σαπούνι, Μεγκ; Πάντα πλένω τα χέρια μου πριν βοηθήσω την έγκυο». Ο δόκτωρ Μπίλινγκς την κοίταξε με κάποια δυσφορία, αλλά δεν διαμαρτυρήθηκε που μια μαία αναλάμβανε ουσιαστικά την ασθενή του. «Και πώς είστε λοιπόν, κυρία Φέρτσαϊλντ; Αντέχετε παρά τον αστράγαλο, βλέπω ε; Αυτό πρέπει να πόνεσε πράγματι», είπε ενώ ακουμπούσε τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της Ρεμπέκα, κοιτάζοντας εξεταστικά και προσεκτικά το πρόσωπό της. «Το μικρό μας ανυπομονεί ε; Αποφάσισε να βγει νωρίτερα, μόνο και μόνο για να


ταράξει τη μάνα του. Αλλά μην ανησυχείτε. Καμιά φορά τα μωρά αποφασίζουν από μόνα τους πότε θα βγουν από την κοιλιά». «Θα είναι γερό;» ρώτησε η Ρεμπέκα με χείλη στεγνά και τρεμάμενα. «Ε τώρα ξέρεις πως δεν μπορώ να σου υποσχεθώ τίποτα, καλή μου. Αλλά είσαι μια γυναίκα γερή και δυνατή, αν μου επιτρέπετε κιόλας. Κι εγώ θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ για να βοηθήσω εσένα και το μωρό σου». Όλα ήταν καλύτερα μετά την άφιξη της κυρίας Στάκερ. Έβαλε τη Ρεμπέκα να ανακαθίσει στο κρεβάτι, γιατί τα μωρά γλιστράνε πιο εύκολα προς τα κάτω, όπως είπε. Η Ρεμπέκα φαινόταν πιο αισιόδοξη. Πλέον είχε τη διάθεση και για κουβεντούλα μεταξύ των πόνων του τοκετού, που έρχονταν κάθε τόσο. Τη στιγμή που η Άννα ένιωσε έτοιμη να καταρρεύσει από την κούραση, η Ρεμπέκα άρχισε να βογκά σπαρακτικά. Στην αρχή η Άννα ανησύχησε πολύ νομίζοντας πως κάτι κακό συνέβη. Αλλά η κυρία Στάκερ δεν φάνηκε να ταράζεται και είπε χαρούμενη πως το μωρό δεν θα αργούσε να φανεί. Και πράγματι, μισή ώρα περίπου αργότερα, κατά την οποία η Άννα ξύπνησε τελείως, το μωρό της Ρεμπέκα γεννήθηκε. Ήταν ένα κοριτσάκι, ζαρωμένο και μικροσκοπικό, αλλά αν έκρινε κανείς από το δυνατό κλάμα, υγιές και γερό. Ο ήχος αυτός ήταν αρκετός για να κάνει την ταλαιπωρημένη μητέρα του να χαμογελάσει γλυκά. Η μικρούλα είχε μαύρα μαλλιά, που στέκονταν όρθια πάνω στο μικρό κεφαλάκι. Τα γαλάζια ματάκια της ανοιγόκλειναν αργά και μόλις την τοποθέτησαν στο στήθος της Ρεμπέκα, εκείνη γύρισε το κεφαλάκι της για να βρει τη θηλή. «Μα δεν είναι το ομορφότερο μωρό που έχετε δει ποτέ;» είπε όλο περηφάνια η κυρία Στάκερ. «Ξέρω ότι είστε εξουθενωμένη, κυρία Φέρτσαϊλντ, αλλά ίσως θα έπρεπε να πιείτε λίγο τσάι ή μια κούπα ζεστό ζωμό;» συνέστησε η έμπειρη μαία. «Θα πάω να δω τι υπάρχει στο σπίτι», είπε η Άννα με ένα χασμουρητό. Κατέβηκε τη σκάλα με αργά, κουρασμένα βήματα. Όταν έφτασε στο πλατύσκαλο, στη βάση της σκάλας είδε ένα φως να έρχεται από το σαλόνι. Παραξενεμένη η Άννα άνοιξε την πόρτα και μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο και στάθηκε εκεί, ακίνητη να κοιτάζει. Ο Έντουαρντ ήταν ξαπλωμένος στο μικρό καναπεδάκι της Ρεμπέκα, με τα μακριά πόδια του να περισσεύουν και να ξεχύνονται στο πάτωμα. Είχε βγάλει τη γραβάτα του και είχε ξεκουμπώσει το γιλέκο του. Το ένα μπράτσο του κάλυπτε τα μάτια του ενώ το άλλο, τεντωμένο και ακουμπισμένο στο πάτωμα, κρατούσε ακόμα στην παλάμη ένα μισογεμάτο ποτήρι που περιείχε λίγο από το μπράντι του Τζέιμς. Η Άννα μπήκε με μικρά βήματα στο δωμάτιο. Μόλις την αντιλήφθηκε, σήκωσε το μπράτσο από τα μάτια του με βιασύνη και προσπάθησε να κρύψει το ότι τον είχε πάρει ο ύπνος. «Πώς είναι;» Η φωνή του ήταν βραχνή και η όψη του ταλαιπωρημένη. Οι μελανιές που είχαν αρχίσει να σβήνουν ξεχώριζαν τώρα στο χλωμό πρόσωπο και το αξύριστο δέρμα του έκανε την εικόνα του ακόμα πιο αξιολύπητη. Η Άννα ένιωσε ντροπή. Είχε ξεχάσει τελείως τον Έντουαρντ και είχε υποθέσει ότι είχε γυρίσει σπίτι του ώρες τώρα. Αλλά εκείνος βρισκόταν όλες αυτές τις ώρες μόνος του στο σαλονάκι, περιμένοντας να ακούσει κάποιο νέο για τη Ρεμπέκα. «Η Ρεμπέκα είναι μια χαρά», απάντησε η Άννα. «Μόλις απέκτησε ένα κοριτσάκι». Η έκφρασή του, όμως, δεν άλλαξε. «Είναι ζωντανό;»


«Ναι», είπε η Άννα με φωνή ξεψυχισμένη. «Ναι, φυσικά. Και η Ρεμπέκα και το μωρό είναι ζωντανές και είναι καλά». «Δόξα τω Θεώ!» είπε εκείνος, χωρίς και πάλι το πρόσωπό του να χάσει τη θλιβερή του όψη. Εκείνη άρχισε να νιώθει άβολα. Μήπως ήταν υπερβολικά ανήσυχος; Τη Ρεμπέκα την είχε γνωρίσει εκείνο το ίδιο βράδυ, σωστά; «Μα τι συμβαίνει;» τον ρώτησε. Εκείνος αναστέναξε και έβαλε πάλι το μπράτσο του πάνω στα μάτια του. Μεσολάβησε μια τεράστια σιγή, τόσο μεγάλη, που η Άννα σκέφτηκε ότι μάλλον δεν σκόπευε να της απαντήσει. «Η γυναίκα μου και το παιδί μου πέθαναν στη γέννα», είπε τελικά. Η Άννα κάθισε αργά σε ένα σκαμνάκι κοντά στον καναπέ. Δεν είχε σκεφτεί ποτέ την ύπαρξη της πρώτης του γυναίκας. Ήξερε ότι κάποτε είχε παντρευτεί και ότι η γυναίκα του είχε πεθάνει πολύ νέα, αλλά δεν ήξερε πώς πέθανε. Την αγαπούσε άραγε; Την αγαπούσε ίσως ακόμα; «Λυπάμαι πολύ!» Σήκωσε το χέρι του και έκανε μια κουρασμένη χειρονομία, αφήνοντας προς στιγμήν το ποτήρι με το μπράντι, αλλά μετά, σαν να μην είχε άλλο μέρος να το βολέψει, το επανέφερε στο πάτωμα και ξανάπιασε το ποτήρι με το μπράντι. «Δεν σου το είπα για να προκαλέσω τον οίκτο σου. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Δέκα περίπου». «Πόσο ήταν όταν πέθανε;» «Δυο βδομάδες πριν είχε κλείσει τα είκοσι», είπε και το στόμα του έκανε μια μικρή σύσπαση. «Εγώ ήμουν είκοσι τέσσερα». Η Άννα έμεινε σιωπηλή. Όταν ξαναμίλησε, η φωνή του ήταν τόσο σιγανή, που η Άννα αναγκάστηκε να γείρει προς το μέρος του για να τον ακούσει. «Ήταν νέα και γερή. Ποτέ δεν μου είχε περάσει από το μυαλό ότι η γέννα ενός παιδιού θα μπορούσε να τη σκοτώσει, αλλά απέβαλε στον έβδομο μήνα. Το μωρό ήταν πολύ μικρό για να ζήσει. Μου είπαν πως ήταν αγόρι. Μετά άρχισε να αιμορραγεί». Απομάκρυνε το χέρι του από τα μάτια του, αλλά το βλέμμα του είχε πάρει μια γυάλινη όψη και ήταν σαν να κοιτούσε σε κάποια άλλη διάσταση, σαν να έβλεπε ένα όραμα. «Δεν μπορούσαν να σταματήσουν το αίμα. Γιατροί, μαίες, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Οι υπηρέτριες έτρεχαν όλη τη μέρα μέσα έξω με πετσέτες και πάνες συνεχώς», είπε ξεψυχισμένα, ξαναζώντας τη φρίκη εκείνης της ημέρας. «Εκείνη συνέχιζε να χάνει αίμα, κι άλλο αίμα, ώσπου στο τέλος χάθηκε, έσβησε. Είχε χάσει τόσο αίμα, που το στρώμα είχε ποτίσει μέχρι μέσα. Χρειάστηκε να το κάψουμε». Τα δάκρυα που τόσες ώρες κρατούσε για χάρη της Ρεμπέκα τώρα έτρεχαν σαν ποτάμι στα μάγουλα της Άννας. Η απώλεια ενός ανθρώπου που αγαπάς και μάλιστα τόσο άδικα, τόσο πρόωρα και τόσο τραγικά, πόσο επώδυνη πρέπει να είναι, σκέφτηκε. Και το παιδάκι αυτό, πρέπει να το ήθελε πάρα πολύ. Ήξερε πόσο σημαντική ήταν η οικογένεια γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Η Άννα έφερε την παλάμη στο στόμα της και πίεσε με δύναμη, μια κίνηση που φαίνεται πως ξύπνησε τον Έντουαρντ από τον θλιβερό λήθαργο. Όταν είδε τα δάκρυα στα μάτια της, βλαστήμησε χαμηλόφωνα και ανακάθισε στον καναπέ.


Χωρίς καμία συστολή και δυσκολία, άπλωσε τα χέρια του προς το μέρος της, τα έβαλε γύρω από το σώμα της και τη σήκωσε για να την ακουμπήσει μαλακά στα γόνατά του. Την ακούμπησε στο στήθος του, κρατώντας την πλάτη της με το μπράτσο του. Το κεφάλι της έπεσε μαλακά πάνω στον ώμο του. Με το άλλο του χέρι άρχισε να χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά της. «Συγχώρησέ με. Δεν έπρεπε να σ’ τα πω όλα αυτά. Δεν είναι σωστό για μια κυρία σαν εσένα, ειδικά μετά την αποψινή βραδιά, που την πέρασες άυπνη και με τόση αγωνία, στο πλάι της φίλης σου». Η Άννα είχε επιτρέψει στον εαυτό της να γείρει πάνω του, απολαμβάνοντας την ανακουφιστική ζεστασιά του κορμιού του και το απαλό του χάδι. «Πρέπει να την αγαπούσες πολύ». Το χέρι σταμάτησε για λίγο στον αέρα και μετά συνέχισε το ρυθμικό χάδι. «Πίστευα πως την αγαπούσα. Απ’ ό,τι αποδείχθηκε δεν την ήξερα και τόσο καλά». Εκείνη έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω για να τον κοιτάξει στα μάτια. «Πόσο καιρό ήσαστε παντρεμένοι;» «Λίγο περισσότερο από χρόνο». «Μα…» Εκείνος την έφερε πάλι πάνω στο στήθος του. «Δεν γνωριζόμασταν πολύ καιρό όταν αρραβωνιαστήκαμε και νομίζω πως δεν της είχα μιλήσει ποτέ μέχρι τότε. Ο πατέρας της ήταν αυτός που ήθελε περισσότερο αυτόν τον γάμο. Εκείνος μου είπε πως το κορίτσι ήταν σύμφωνο, οπότε κι εγώ υπέθεσα…» Η φωνή του ξαφνικά έγινε πιο βαριά. «Αφού παντρευτήκαμε, ανακάλυψα πως έβρισκε το πρόσωπό μου αποκρουστικό». Η Άννα προσπάθησε να μιλήσει, αλλά εκείνος την εμπόδισε και πάλι. «Νομίζω πως με φοβόταν κιόλας», είπε με κάποια δυσφορία. «Μπορεί να μην το έχεις παρατηρήσει, αλλά είμαι λίγο νευρικός άνθρωπος». Εκείνη ένιωσε το χέρι του πάνω στο κεφάλι της. «Ήταν ήδη έγκυος στο παιδί μου, όταν ανακάλυψα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Και τις τελευταίες της στιγμές τον καταράστηκε». «Ποιον καταράστηκε;» «Τον πατέρα της, που την ανάγκασε να παντρευτεί έναν τόσο άσχημο άντρα». Η Άννα ένιωσε ένα ρίγος. Η κοπέλα αυτή πρέπει να ήταν ένα πολύ ανόητο πλάσμα. «Απ’ ό,τι φαίνεται, ο πατέρας της μου είχε πει ψέματα», είπε ο Έντουαρντ με τη φωνή του να έχει γίνει στεγνή και ψυχρή. «Ήθελε τόσο απελπισμένα αυτόν τον γάμο, και για να μη με προσβάλει, ανάγκασε την κόρη του να μου αποκρύψει πόσο την απωθούσε το πρόσωπό μου». «Λυπάμαι, εγώ…» «Σσσς», της ψιθύρισε. «Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε και πλέον έχω μάθει να ζω με τις ουλές μου και να διακρίνω ποιοι είναι αυτοί που κρύβουν την αποστροφή τους όταν με κοιτούν. Ακόμα και αν ισχυρίζονται το αντίθετο, συνήθως μπορώ να καταλάβω αμέσως». Αλλά τα δικά της ψέματα δεν τα είχε ακόμα καταλάβει και η Άννα ένιωσε να παγώνει στη σκέψη και μόνο. Τον είχε κι εκείνη παραπλανήσει και δεν θα της το συγχωρούσε ποτέ αν το ανακάλυπτε. Εκείνος νόμισε πως τα ρίγη της Άννας οφείλονταν στην αναστάτωση που της είχε


φέρει η διήγησή του. Ψιθύρισε κάτι απαλά στο αφτί της και την έσφιξε στην αγκαλιά του, ώσπου η ζεστασιά του κορμιού του μαλάκωσε και ανακούφισε την ψυχή και το σώμα της. Έμειναν έτσι εκεί, καθισμένοι, δίνοντας ενέργεια και παρηγοριά ο ένας στην άλλη. Έξω είχε αρχίσει να χαράζει. Το πρώτο αχνό φως μπήκε δειλά από το παράθυρο, που είχε ακόμα τραβηγμένες τις κουρτίνες. Η Άννα βρήκε την ευκαιρία να σκουπίσει τη μύτη της πάνω στο τσαλακωμένο πουκάμισό του. Η μυρωδιά του ήταν βαριά, θύμιζε το μπράντι που είχε πιει νωρίτερα, μια ανδρική, αρρενωπή μυρωδιά. Εκείνος έγειρε προς τα πίσω για να κοιτάξει το πρόσωπό της. «Μα τι κάνεις εκεί;» «Σε μυρίζω». «Πρέπει να βρομάω, μετά από μια τέτοια βραδιά». «Όχι», είπε η Άννα κουνώντας το κεφάλι. «Μυρίζεις… ωραία». Στάθηκε στο πρόσωπό της σκεφτικός για ένα λεπτό. «Σε παρακαλώ, συγχώρησέ με. Δεν θέλω να σου δώσω την εντύπωση ότι υπάρχει ελπίδα. Αν υπήρχε κάποιος τρόπος να…» «Το ξέρω», είπε και σηκώθηκε. «Και μάλιστα σε κατανοώ», είπε και πήγε με βήμα ζωντανό ως την πόρτα. «Ήρθα κάτω για να φέρω κάτι στη Ρεμπέκα. Θα πρέπει να αναρωτιέται τι απέγινα τόση ώρα». «Άννα…» Αλλά εκείνη προσποιήθηκε ότι δεν άκουσε και βγήκε από το σαλόνι. Το ότι ο Έντουαρντ την είχε απορρίψει ήταν κάτι που θα μπορούσε ίσως να το αντέξει. Αλλά τον οίκτο του δεν θα τον δεχόταν ποτέ και για κανέναν λόγο. Εκείνη τη στιγμή άνοιξε διάπλατα η πόρτα με πάταγο, αποκαλύπτοντας τον Τζέιμς Φέρτσαϊλντ σε κατάσταση αλλοφροσύνης. Ήταν σαν φάντασμα, με τα ξανθά του μαλλιά να στέκονται όρθια και το κολάρο του ανοιχτό, με τη γραβάτα άφαντη. Κοίταξε την Άννα με βλέμμα μισότρελο. «Η Ρεμπέκα;» Αλλά αντί άλλης απάντησης, άκουσε το επίμονο και απαιτητικό κλάμα ενός νεογέννητου μωρού. Το πρόσωπο του Τζέιμς Φέρτσαϊλντ άλλαξε μονομιάς και από την έκφραση πανικού και απόγνωσης πήρε αυτομάτως το ύφος του κεραυνοβολημένου. Και μην περιμένοντας να ακούσει κάτι άλλο από την Άννα, έτρεξε στις σκάλες και ανέβηκε γρήγορα τρία-τρία τα σκαλιά. Καθώς περνούσε από μπροστά της, η Άννα παρατήρησε ότι φορούσε μόνο μία κάλτσα, ενώ το άλλο του πόδι ήταν γυμνό. Το θέαμα την έκανε να κρύψει ένα χαμόγελο που βγήκε αυθόρμητα, πριν πάει στην κουζίνα. «Πιστεύω ότι είναι σχεδόν ο καιρός για να φυτέψουμε, λόρδε μου», είπε ο Χοπλ δειλά. «Αναμφίβολα», είπε ο Έντουαρντ μισοκλείνοντας τα μάτια, τυφλωμένος από τον δυνατό απογευματινό ήλιο. Μετά το προηγούμενο βράδυ, που δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου, δεν είχε καμία όρεξη για ψιλή κουβεντούλα. Περπατούσαν δίπλα δίπλα με τον επιστάτη του, επιθεωρώντας ένα χωράφι, για να διαπιστώσουν αν θα χρειαζόταν χαντάκι αποστράγγισης, όπως έγινε και με το κτήμα του κυρίου Γκραντλ. Και από ό,τι μπόρεσε να συμπεράνει, οι σκαφτιάδες τα είχαν εξασφαλισμένα τα μεροκάματα του


χειμώνα. Ο Τζοκ ακολουθούσε όπως πάντα με βήμα ελαφρύ, μαρκάροντας κάθε τόσο και από ένα σημείο στον φράχτη, ενώ η δραστήρια μύτη του χωνόταν κάθε τόσο σε κάποια τρύπα ή λαγούμι σε αναζήτηση λαγού. Ο Έντουαρντ είχε στείλει ένα σημείωμα στην Άννα εκείνο το πρωί, με το οποίο την ειδοποιούσε ότι δεν χρειαζόταν να έρθει στην εργασία της εκείνη την ημέρα. Θα μπορούσε αν ήθελε να πάρει άδεια για να ξεκουραστεί. Άλλωστε κι εκείνος χρειαζόταν ένα διάλειμμα από την παρουσία της. Είχε κοντέψει να την ξαναφιλήσει χθες το βράδυ, παρά την υπόσχεση και τον λόγο τιμής που είχε δώσει. Έπρεπε να την απολύσει. Εξάλλου, μετά τον γάμο του, δεν θα μπορούσε να διατηρεί στην υπηρεσία του μια γυναίκα για γραμματέα του. Αλλά αυτό θα σήμαινε πως η Άννα θα έχανε το μόνο της εισόδημα, και ήταν σχεδόν σίγουρος πως η οικογένεια Ρεν χρειαζόταν αυτά τα χρήματα. «Ίσως αν βάζαμε το χαντάκι εδώ;» είπε ο Χοπλ δείχνοντας το σημείο, όπου ο Τζοκ είχε μόλις αποφασίσει να σκάψει, στέλνοντας ολόκληρα κομμάτια λάσπης στον αέρα, προς πάσα κατεύθυνση. Κοίταξε τις μπότες του που ήταν μέσα στις λάσπες και είπε σκεφτικός: «Καλά κάνατε και δεν φέρατε την κυρία Ρεν σε αυτή μας την εξόρμηση». «Είναι στο σπίτι», απάντησε ο Έντουαρντ. «Της είπα να περάσει την ημέρα στο κρεβάτι για να κοιμηθεί. Άκουσες για τη γέννα της κυρίας Φέρτσαϊλντ χθες βράδυ;» «Η κυρία είχε μια δύσκολη γέννα, απ’ ό,τι καταλαβαίνω. Τι θαύμα που τόσο η μητέρα, όσο και το μωρό είναι καλά στην υγεία τους», είπε με ανακούφιση. Ο Έντουαρντ ρουθούνισε. «Πράγματι θαύμα. Είναι ασυγχώρητα ηλίθιο να αφήνει ένας άντρας τη γυναίκα του μόνο με μια υπηρετριούλα στην κατάστασή της». «Άκουσα πως ο πατέρας του παιδιού σήμερα το πρωί ήταν ακόμα σοκαρισμένος», είπε ο Χοπλ. «Και που είναι σοκαρισμένος; Τι έκανε για τη γυναίκα του χθες βράδυ;» είπε ο Έντουαρντ αυστηρά. «Τέλος πάντων, η κυρία Ρεν έμεινε ξάγρυπνη όλη τη νύχτα με τη φίλη της. Σκέφτηκα πως λογικό θα ήταν να πάρει τη σημερινή μέρα για να ξεκουραστεί. Άλλωστε δεν έχει ποτέ της χάσει μια εργάσιμη μέρα, δουλεύει ασταμάτητα, κάθε μέρα, εκτός από τις Κυριακές, από τότε που έγινε γραμματέας μου». «Ναι, πράγματι», είπε ο Χοπλ. «Εκτός από τις τέσσερις μέρες που λείπατε στο Λονδίνο φυσικά». Ο Τζοκ είχε καταφέρει να εντοπίσει έναν λαγό, ο οποίος το έβαλε στα πόδια, με τον Τζοκ να τρέχει ξοπίσω του. Ο Έντουαρντ σταμάτησε και γύρισε να κοιτάξει τον επιστάτη του. «Πώς;» «Η κυρία Ρεν δεν εργάστηκε τις μέρες που εσείς λείπατε στο Λονδίνο», είπε ο Χοπλ ξεροκαταπίνοντας. «Δηλαδή εκτός από την ημέρα που επιστρέψατε. Εκείνη την ημέρα εργάστηκε κανονικά». «Κατάλαβα», είπε ο Έντουαρντ. Αλλά δεν είχε καταλάβει τίποτα. «Ήταν μόνο για τέσσερις μέρες, λόρδε μου», είπε ο Χοπλ προσπαθώντας να τα μπαλώσει. «Και είχε προχωρήσει αρκετά με τις αντιγραφές, όπως με διαβεβαίωσε. Δεν άφησε τη δουλειά της να μείνει πίσω». Ο Έντουαρντ κοίταξε σκεφτικός τη λάσπη κοντά στα πόδια του. Τότε θυμήθηκε ότι και ο εφημέριος είχε αναφέρει κάποιο «ταξίδι» το προηγούμενο βράδυ.


«Πού είχε πάει;» ρώτησε ο Έντουαρντ. «Είχε πάει, λόρδε μου;» Ο Χοπλ ήταν φανερό πως προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο. «Εγώ, ε, δεν ξέρω, τι να πω, δεν γνωρίζω να πήγε κάπου. Δεν ανέφερε κάτι». «Ο εφημέριος είπε ότι έκανε κάποιο ταξίδι. Υπονόησε νομίζω ότι πήγε κάπου για ψώνια». «Μπορεί να έκανε λάθος», απάντησε ο Χοπλ. «Αν μια κυρία δεν μπορεί να βρει αυτό που ψάχνει εδώ στο Μπάτλφορντ, τότε η μόνη της εναλλακτική είναι να πάει στο Λονδίνο, και δεν νομίζω πως η κυρία Ρεν θα πήγαινε τόσο μακριά». Ο Έντουαρντ απάντησε με ένα ακατάληπτο μουγκρητό και το βλέμμα του γύρισε στο έδαφος και συγκεντρώθηκε στις γνωστές λάσπες. Τα φρύδια του έσμιξαν και πάλι. Πού είχε πάει η Άννα; Και γιατί; Η Άννα στερέωσε καλά τα πόδια της στο έδαφος και τράβηξε την παλιά αυλόπορτα του κήπου με όλη της τη δύναμη. Ο Έντουαρντ της είχε δώσει ρεπό, αλλά δεν μπορούσε να μείνει στο κρεβάτι όλη μέρα. Το πρωί κοιμήθηκε αρκετά και ξεκουράστηκε μέχρι το μεσημέρι, αλλά αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την υπόλοιπη μέρα για να φυτέψει τις τριανταφυλλιές. Η πόρτα, που για αρκετή ώρα δεν έλεγε να κουνήσει, υποχώρησε ξαφνικά και η δύναμη που είχε βάλει η Άννα ήταν αρκετή για να την κάνει σχεδόν να πέσει στον πισινό της, αλλά κρατήθηκε τελευταία στιγμή. Ξεσκόνισε τα χέρια της, πήρε τα σύνεργα κηπουρικής και πέρασε μέσα στον παραμελημένο κήπο. Ήταν μόλις πριν από μια εβδομάδα όταν την έφερε για πρώτη φορά εδώ ο Έντουαρντ. Μέσα σε αυτό το διάστημα είχαν γίνει πολλές αλλαγές ανάμεσα σε αυτούς τους τοίχους. Πολλά πράσινα κλωνάρια είχαν πεταχτεί και απλωθεί στα παρτέρια και τα μονοπατάκια. Κάποια ήταν σίγουρα αγριόχορτα, αλλά υπήρχαν και κάποια φυτά που είχαν μια πιο εκλεπτυσμένη ομορφιά. Η Άννα μπόρεσε και να αναγνωρίσει μερικά από αυτά: τα μικρά, κόκκινα μπουμπούκια από τουλίπες, τις κολομβίνες που φύτρωναν άναρχα και δειλά και μερικά δροσερά, πράσινα φύλλα αλχημίλλης. Κάθε νέα ανακάλυψη ήταν σαν να έβρισκε έναν καλά κρυμμένο θησαυρό. Ο κήπος δεν ήταν καθόλου νεκρός. Απλώς είχε πέσει σε μια βαθιά νάρκη. Έβαλε στο έδαφος το καλάθι της και πήγε στην πόρτα του κήπου για να φέρει και τις υπόλοιπες τριανταφυλλιές που της είχε δωρίσει ο Έντουαρντ. Είχε ήδη φυτέψει τρεις στον δικό της μικρό κήπο. Τα φυτά βρίσκονταν ακόμα εκεί που τα είχε αφήσει, ακόμα νωπά από τους κουβάδες με το νερό. Κάθε ένα από αυτά είχε ήδη βγάλει νέα μπουμπούκια, ακόμα πράσινα και κλειστά. Στάθηκε και τα κοίταξε για λίγο. Της είχαν δώσει τόσες ελπίδες όταν ο Έντουαρντ της τα είχε προσφέρει. Μπορεί αυτές οι ελπίδες να ήταν τώρα νεκρές, αλλά αυτό δεν σήμαινε πως έπρεπε να συμβεί το ίδιο και με τις τριανταφυλλιές. Θα τις φύτευε σήμερα κιόλας και αν ποτέ ο Έντουαρντ ερχόταν στον κήπο, θα είχε την ικανοποίηση ότι θα τις έβλεπε εκεί. Η Άννα τράβηξε το πρώτο σακί με τα φυτά και το άφησε να πέσει στη μέση του λασπωμένου μονοπατιού. Ίσιωσε την πλάτη της και κοίταξε γύρω για να βρει ένα καλό σημείο. Κάποτε ο κήπος αυτός είχε ένα σχέδιο, αλλά τώρα ήταν σχεδόν αδύνατον να διακρίνεις πού άρχιζαν και πού τελείωναν τα διάφορα παρτέρια.


Σήκωσε το φτυάρι της και άρχισε να σκάβει έναν λάκκο σε ένα από τα παρτέρια που είχε επιλέξει. Ετοιμάστηκε να φυτέψει τις τριανταφυλλιές του λόρδου. Η Άννα ήταν ακόμα στον κήπο το απόγευμα και ο Έντουαρντ τη βρήκε εκεί. Ήταν αναστατωμένος. Την έψαχνε για πάνω από δεκαπέντε λεπτά, από τη στιγμή που ο Χοπλ τον είχε ενημερώσει ότι βρισκόταν στο σπίτι. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος για να την αναζητήσει: αυτή ήταν η απόφαση που είχε πάρει το ίδιο πρωί. Αλλά κάτι μέσα του δεν τον άφηνε να μείνει μακριά της, όταν ήξερε ότι βρισκόταν κάπου γύρω. Όταν, λοιπόν, τη βρήκε, ήταν θυμωμένος με τον ίδιο του τον εαυτό και την έλλειψη αυτοσυγκράτησής του. Αλλά ακόμα κι εκείνη τη στιγμή, σταμάτησε για μια στιγμή στην πόρτα του κήπου για να θαυμάσει την εικόνα της. Είχε πέσει στα γόνατα για να φυτέψει τις τριανταφυλλιές. Το κεφάλι της ήταν ακάλυπτο και τα μαλλιά της είχαν αρχίσει να ξεφεύγουν από τον κότσο που έστεκε πάντα σφιχτός στη βάση του κεφαλιού της. Στον λαμπερό απογευματινό ήλιο, οι καστανές μπούκλες είχαν πάρει μια χάλκινη και χρυσή απόχρωση. Ο Έντουαρντ ένιωσε κάτι στο στήθος του να τον σφίγγει. Κατάλαβε πως ήταν φόβος. Κατσούφιασε και άρχισε να κατηφορίζει το μονοπάτι. Ο φόβος δεν ήταν ένα συναίσθημα που ένας άντρας, δυνατός και σκληρός σαν τον Έντουαρντ, θα έπρεπε να νιώθει απέναντι σε μια μικροσκοπική, αδύναμη χήρα, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Η Άννα γύρισε απότομα και ξαφνιάστηκε που τον είδε. «Λόρδε μου», είπε και απομάκρυνε τα μαλλιά από το μέτωπό της, αφήνοντας μια λασπωμένη γραμμή πάνω στο δέρμα της. «Ήθελα να προλάβω να φυτέψω τις τριανταφυλλιές πριν ξεραθούν». «Το βλέπω». Τον κοίταξε κάπως παραξενεμένη, αλλά αποφάσισε να μη δώσει σημασία στη φαινομενικά κακή του διάθεση. «Θα φυτέψω λίγες σε κάθε ένα από τα παρτέρια, αφού είναι σχεδιασμένα τόσο συμμετρικά. Αργότερα, αν το θέλετε, μπορούμε να φυτέψουμε τριγύρω λίγη λεβάντα. Η κυρία Φέρτσαϊλντ έχει πολύ ωραία λεβάντα στον κήπο της και είμαι σίγουρη πως με χαρά θα μου έδινε μερικές παραφυάδες για τον δικό σας κήπο». «Χμμ», απάντησε ο Έντουαρντ. Η Άννα σταμάτησε τον μονόλογο για να συμμαζέψει και πάλι τις ατίθασες τούφες των μαλλιών της, απλώνοντας κι άλλο τη λάσπη που είχε ήδη αφήσει στο μέτωπο. «Αχ, τι μπελάς. Ξέχασα να φέρω το ποτιστήρι». Έκανε έναν μορφασμό και άρχισε να σηκώνεται για να σταθεί όρθια, αλλά ο Έντουαρντ τη σταμάτησε. «Καθίστε εκεί. Θα πάω εγώ να σας το φέρω». Ο Έντουαρντ αγνόησε τις διαμαρτυρίες της και άρχισε να ανηφορίζει και πάλι το μονοπάτι. Έφτασε στην πόρτα του κήπου, αλλά κάτι τον έκανε να διστάσει. Για πάντα από τότε, θα αναρωτιόταν τι τον έκανε να σταματήσει. Γύρισε και την κοίταξε άλλη μια φορά, γονατισμένη στο χώμα, δίπλα σε μια από τις τριανταφυλλιές. Πίεζε με τα χέρια της το χώμα γύρω από τις ρίζες που είχε μόλις φυτέψει. Καθώς την κοιτούσε, η Άννα σήκωσε το χέρι της και με το μικρό δαχτυλάκι της πήρε μια μπούκλα από τα μαλλιά της και την κόλλησε πίσω από το


αφτί της. Εκείνος πάγωσε. Όλοι οι ήχοι γύρω του σίγασαν και ένιωσε τον χρόνο να σταματά, καθώς ολόκληρος ο κόσμος του θαρρείς καταποντίστηκε γύρω του. Τρεις φωνές, ψίθυροι, μουρμουρητά, όλα γύριζαν μέσα στο κεφάλι του, οι ήχοι μπλεγμένοι, αντηχούσαν σαν βοή, αλλά σταδιακά άρχισαν να ξεδιαλύνουν, ώσπου μπόρεσε να ακούσει ξεκάθαρα κάθε λέξη. Η φωνή του Χοπλ δίπλα στο χαντάκι: Όταν αυτό το σκυλί εξαφανίστηκε για μερικές μέρες, ήλπιζα πως θα το ξεφορτωνόμασταν. Η φωνή του εφημερίου Τζόουνς στο σουαρέ της κυρίας Κλίαργουοτερ: Φαντάστηκα ότι ίσως θα αγόρασε ένα καινούριο φόρεμα στο ταξίδι της. Και πάλι η φωνή του Χοπλ, μόλις σήμερα: Η κυρία Ρεν δεν ήρθε στη δουλειά τις μέρες που απουσιάζατε στο Λονδίνο. Μια ομίχλη κόκκινη, ένα νέφος άλικο απλώθηκε μπροστά του. Όταν το νέφος διαλύθηκε, είχε φτάσει πάνω από την Άννα και ήξερε ότι είχε ήδη αρχίσει να βαδίζει προς το μέρος της, πριν ακόμα καταλαγιάσουν οι φωνές μέσα στο κεφάλι του. Εκείνη ήταν ακόμα σκυμμένη πάνω από την τριανταφυλλιά, μη μπορώντας να προλάβει την καταιγίδα που ερχόταν να αναποδογυρίσει τη ζωή της. Όταν τον αντιλήφθηκε, ο Έντουαρντ στεκόταν από πάνω της απειλητικά. Πρέπει όλα όσα είχε καταλάβει, όλα όσα τον είχαν κάνει έτσι να διαγράφονταν στο πρόσωπό του, γιατί το χαμόγελο της Άννας πάγωσε στα χείλη της πριν καλάκαλά σχηματιστεί.


Κεφάλαιο Δεκαέξι Με πολλή προσοχή η Αύρα άναψε το κερί και το σήκωσε ψηλά για να φωτίσει όλο το κορμί του εραστή της. Η ανάσα της κόπηκε, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και αναπήδησε σαστισμένη. Ήταν μια ανεπαίσθητη κίνηση, αλλά ήταν αρκετή για να κάνει μια σταγόνα από το καυτό υγρό να γλιστρήσει από την άκρη του κεριού και να πέσει στον ώμο του άντρα που ήταν ξαπλωμένος δίπλα της. Γιατί άντρας ήταν –δεν ήταν τέρας–, ένας άντρας με απαλό, λευκό δέρμα, μακριά, γεροδεμένα άκρα και μαύρα, κατάμαυρα μαλλιά. Άνοιξε τα μάτια του και η Αύρα είδε ότι και αυτά είχαν μαύρο χρώμα. Ένα μαύρο διαπεραστικό, πανέξυπνο και παράξενα οικείο. Στο στήθος του γυάλιζε ένα μενταγιόν. Είχε το σχήμα ενός μικρού αλλά τέλειου στέμματος, στολισμένου με πανέμορφα ρουμπίνια… Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

Η Άννα αναρωτιόταν αν είχε τοποθετήσει την τριανταφυλλιά στο ιδανικό σημείο μέσα στο παρτέρι, όταν μια σκούρα σκιά έπεσε επάνω της. Σήκωσε τα μάτια της. Ο Έντουαρντ βρισκόταν όρθιος ακριβώς μπροστά της. Η πρώτη σκέψη της ήταν ότι είχε επιστρέψει πολύ σύντομα και σίγουρα δεν της είχε φέρει το ποτιστήρι. Και μετά είδε την έκφραση στο πρόσωπό του. Τα χείλη του ήταν τόσο σφιγμένα, που σχημάτιζαν μια λεπτή γραμμή, σχεδόν αόρατη, στο πρόσωπό του και τα μάτια του ήταν σαν μαύρες τρύπες που μέσα τους έκαιγε φωτιά. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε πως τα είχε μάθει όλα. Στα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν πριν ανοίξει το στόμα του, προσπάθησε να καθησυχάσει τον εαυτό της σκεφτόμενη ότι δεν ήταν δυνατόν να είχε μάθει το μυστικό της. Τα λόγια του, όμως, σκότωσαν κάθε ελπίδα. «Εσύ!» η φωνή του ήταν τόσο βαθιά και βραχνή, που δεν την αναγνώρισε. «Εσύ ήσουν στο πορνείο». Δεν ήταν ποτέ καλή στο να λέει ψέματα. «Τι;» απάντησε. Πίεσε με δύναμη τα μάτια του, σαν να ήθελε να τα προστατέψει από τον δυνατό ήλιο. «Εσύ ήσουν αυτή. Με περίμενες σαν αράχνη κι εγώ έπεσα μια χαρά μέσα στον ιστό σου». Θεέ και Κύριε, τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα από όσο τα είχε φανταστεί. Εκείνος νόμιζε πως ό,τι έκανε ήταν μια κακόγουστη, εκδικητική φάρσα. «Εγώ, δεν…» Τα μάτια του άνοιξαν απότομα κι εκείνη σήκωσε το χέρι της, σαν να προσπαθούσε να προστατευτεί από τα καυτά βέλη που της πετούσαν. «Εσύ δεν τι; Δεν πήγες στο Λονδίνο; Δεν ήσουν εκεί, στη “Σπηλιά της Αφροδίτης”;» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και άρχισε να σηκώνεται όρθια, αλλά εκείνος δεν της έδωσε το περιθώριο. Την άρπαξε από τους ώμους και τη σήκωσε χωρίς να βάλει καθόλου δύναμη, με τόση ευκολία, λες και το σώμα της δεν ζύγιζε παραπάνω από ένα κλαδάκι. Πόσο δυνατός ήταν αλήθεια; Δεν είχε σκεφτεί ποτέ πόσο μεγάλη διαφορά έχει το αρσενικό από το θηλυκό στη σωματική δύναμη. Ένιωσε σαν πεταλούδα που την έχει αιχμαλωτίσει ένα μεγάλο, μαύρο πουλί. Την πήγε μέχρι τον πλησιέστερο τοίχο και την έσπρωξε πάνω του. Έφερε το πρόσωπό του τόσο


κοντά στο δικό της, που οι μύτες τους σχεδόν ακούμπησαν η μία την άλλη, ενώ μπόρεσε να δει το είδωλό του να καθρεφτίζεται στα μεγάλα και ορθάνοιχτα από τον τρόμο μάτια της. «Περίμενες εκεί, χωρίς να φοράς τίποτα, εκτός από λίγη δαντέλα». Τα λόγια του έπεσαν πάνω της σαν σφοδρά χτυπήματα, με την ανάσα του να ζεσταίνει το πρόσωπό της. «Και όταν μπήκα μέσα, μου ρίχτηκες, παραδόθηκες κι εγώ σε γάμησα μέχρι που δεν μπορούσα να δω μπροστά μου». Η Άννα ένιωσε κάθε ανάσα του να σκάει σχεδόν πάνω στα χείλη της με κάθε λέξη του. Στο άκουσμα της βωμολοχίας του μόρφασε. Ήθελε να το αρνηθεί, να του πει πως αυτή η λέξη δεν μπορούσε με τίποτα να περιγράψει το γλυκό, υπέροχο σμίξιμο που έζησαν οι δυο τους στο Λονδίνο, αλλά οι λέξεις δεν έβγαιναν από τον στεγνό λαιμό της. «Και να σκεφτείς ότι ανησυχούσα ότι η επαφή σου με την πόρνη που έβαλες στο σπίτι σου θα κατέστρεφε το καλό σου όνομα. Πόσο γελοίο με έκανες να νιώσω! Φαντάζομαι πόσο δυσκολεύτηκες να μη σκάσεις στα γέλια, όταν σου ζήτησα ταπεινά συγγνώμη που σε φίλησα». Τα χέρια του παρέμειναν σφιχτά πάνω στους ώμους της. «Και όλο αυτόν τον καιρό προσπαθούσα να συγκρατήσω τον εαυτό μου, γιατί πίστευα ότι ήσουν μια αξιοπρεπής γυναίκα. Ενώ εσύ το μόνο που ήθελες ήταν αυτό». Και όρμησε στα χείλη της, καταβροχθίζοντας το στόμα της με το δικό του, χωρίς να δώσει σημασία στο μέγεθός της και στη λεπτή, ευαίσθητη σάρκα της. Τα χείλη του πίεσαν με δύναμη τα δικά της πάνω στα δόντια της. Εκείνη μούγκρισε από πόνο, ή από πόθο, δεν μπορούσε να τα ξεχωρίσει. Εκείνος πίεσε τη γλώσσα του μέσα στο στόμα της απότομα, σκληρά, λες και ήταν πια απόλυτο δικαίωμά του. «Έπρεπε να μου το πεις ότι αυτό ήταν το μόνο που ήθελες από μένα», της είπε και σήκωσε για λίγο το κεφάλι του προς τα πάνω για να πάρει ανάσα. «Θα σε εξυπηρετούσα με χαρά». Η Άννα ένιωθε χαμένη, ανίκανη να σκεφτεί, πόσο μάλλον να μιλήσει. «Το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να πεις μια λέξη και θα σε είχα πάρει μετά χαράς στη βιβλιοθήκη, πάνω στο γραφείο μου ή ακόμα και μέσα στην άμαξα, με τον Τζον τον αμαξά να κάθεται από πάνω, ακόμα κι εδώ, μέσα στον κήπο». Εκείνη προσπάθησε να σχηματίσει κάποιες λέξεις, μέσα στην απόλυτη σύγχυση του μυαλού της. «Όχι, εγώ…» «Ένας Θεός ξέρει μόνο πόσο υπέφερα τόσες μέρες, τόσες εβδομάδες, όταν βρισκόμουν κοντά σου, πόσο βασανιστικά σκληρός ήμουν συνεχώς», μούγκρισε. «Θα μπορούσα να σε είχα κουτουπώσει μια χαρά. Ή μήπως δεν θέλεις να παραδεχτείς ότι σ’ αρέσει να πηγαίνεις με βλογιοκομμένους;» Εκείνη κούνησε το κεφάλι της στην προσπάθειά της να τα αρνηθεί όλα, αλλά δεν μπόρεσε, γιατί με το μπράτσο του έσφιξε τη μέση της και την τράβηξε προς το μέρος του, αναγκάζοντας το κεφάλι της να πέσει πίσω από την απότομη κίνηση. Το άλλο χέρι του πήγε χαμηλότερα, έπιασε τους γοφούς της και τους κόλλησε στους δικούς του. Η Άννα ένιωσε τη στύση του να πιέζει αλύπητα την απαλή κοιλιά της. «Αυτό δεν είναι που ποθείς; Γι’ αυτό δεν έκανες όλο αυτό το ταξίδι μέχρι το Λονδίνο;» ψιθύρισε με το στόμα του σχεδόν κολλημένο στο δικό της.


Εκείνη έβγαλε ένα βογκητό για να το αρνηθεί, αλλά οι γοφοί της, σαν μαγνητισμένοι, προσπαθούσαν να γίνουν ένα με τους δικούς του. Με τα δυνατά χέρια του την ακινητοποίησε και απομάκρυνε το στόμα του από το δικό της. Αλλά μη μπορώντας να αφήσει για πολύ τα μεταξένια χείλη της, όρμησε και πάλι πάνω τους. Το στόμα του άρχισε να περιπλανιέται στο πρόσωπό της, μέχρι που έπιασε στα χείλη του τον λοβό του αφτιού της και τον αιχμαλώτισε. «Γιατί;» ρώτησε με έναν πονεμένο αναστεναγμό, ακουμπώντας το στόμα του στο αφτί της. «Γιατί; Γιατί; Γιατί; Γιατί μου είπες ψέματα;» Προσπάθησε και πάλι να κουνήσει το κεφάλι της. Εκείνος την τιμώρησε με ένα δυνατό δάγκωμα. «Ήταν απλώς για να κάνεις το κέφι σου; Το βρήκες διασκεδαστικό να κοιμηθείς μαζί μου τη μια βραδιά και την άλλη να μου το παίξεις ενάρετη χήρα; Ή μήπως είναι κάποια αρρωστημένη σου ανάγκη; Κάποιες γυναίκες ερεθίζονται όταν πέφτουν στο κρεβάτι με άντρες σημαδεμένους από την ευλογιά σαν εμένα». Τότε εκείνη άρχισε να κουνά βίαια το κεφάλι της, παρά τον πόνο που είχαν προκαλέσει τα δόντια του στο αφτί της. Δεν μπορούσε, δεν έπρεπε να τον αφήσει να πιστεύει αυτά τα πράγματα για κείνη. «Σε παρακαλώ, πρέπει να καταλάβεις…» Εκείνος γύρισε το κεφάλι του. Προσπάθησε να τον κάνει να την κοιτάξει, αλλά εκείνος έκανε το χειρότερο που μπορούσε να κάνει. Την άφησε και της γύρισε την πλάτη. «Έντουαρντ! Έντουαρντ! Για όνομα του Θεού, πρέπει να με ακούσεις!» Τι παράξενο, ήταν η πρώτη φορά που τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα. Εκείνος είχε ήδη αρχίσει να βαδίζει στο μονοπάτι. Έτρεξε πίσω του, τα μάτια της θολά από τα δάκρυα που έτρεχαν ποτάμι και σκόνταψε σε ένα από τα τούβλα που είχε βγει από τη θέση του. Εκείνος σταμάτησε όταν την άκουσε να πέφτει, αλλά δεν γύρισε να την κοιτάξει. «Τα δάκρυά σου, Άννα, πάντα άφθονα όταν τα χρειάζεσαι, κροκοδείλια δάκρυα». Κι έπειτα ακούστηκε να λέει σιγανά, τόσο που η Άννα νόμισε πως το φαντάστηκε. «Υπήρξαν και άλλοι εκτός από μένα;» ρώτησε και απομακρύνθηκε. Εκείνη συνέχισε να τον κοιτάζει, ώσπου χάθηκε πίσω από την πόρτα του κήπου. Το στήθος της είχε γίνει μια σφιχτή γροθιά που έκαιγε. Σκέφτηκε προς στιγμήν πως ίσως είχε χτυπήσει με την πτώση, αλλά ένας ήχος σπαρακτικός, απόκοσμος, ανατριχιαστικός ακούστηκε ξαφνικά. Κι ένα μικρό κομμάτι του μυαλού της που λειτουργούσε ακόμα σκέφτηκε πόσο παράξενα ακουγόταν το κλάμα της. Πόσο ανελέητη, πόσο σκληρή ήταν η τιμωρία της, που τόλμησε να βγει έστω και για δυο μέρες από τα στενά πλαίσια της ζωής της ως χήρα. Όλα όσα φοβόταν από κοριτσάκι, όλες οι προειδοποιήσεις που της είχαν δοθεί όταν ήταν μικρή, όλοι οι κανόνες, άγραφοι και μη, όλα είχαν επαληθευτεί με τον πιο σκληρό τρόπο μέσα σε μια στιγμή. Αν και υπέθεσε πως η τιμωρία της δεν ήταν αυτό ακριβώς που θα περίμεναν οι συντηρητικοί, ενάρετοι κάτοικοι του Μπάτλφορντ. Όχι, η μοίρα της ήταν πολύ χειρότερη από τη διαπόμπευση και τον εξευτελισμό. Ήταν το μίσος του Έντουαρντ. Αυτό και η βασανιστική γνώση της αλήθειας. Ότι δεν είχε πάει στο Λονδίνο για το σεξ, είχε πάει γι’ αυτόν. Αυτόν ήθελε και όχι την ίδια την ερωτική πράξη. Φαίνεται πως είπε ψέματα τόσο στον εαυτό της όσο και σε εκείνον. Τι τραγικό, να ανακαλύπτει όλη την αλήθεια τώρα που τα πάντα είχαν γίνει στάχτη


γύρω της. Η Άννα δεν ήξερε πόση ώρα έμεινε εκεί, με το παλιό της καφέ φόρεμα να ρουφά την υγρασία από το νωπό χώμα. Όταν πλέον οι λυγμοί της άρχισαν να καταλαγιάζουν, ο απογευματινός ουρανός είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Τέντωσε τα χέρια της για να βρεθεί στα γόνατα και από εκεί να σταθεί αργά στα πόδια της. Όταν σηκώθηκε, ακόμα παραπατούσε ζαλισμένη και χρειάστηκε να στηριχτεί στον τοίχο του κήπου για να μην πέσει. Έκλεισε τα μάτια της και πήρε μια βαθιά ανάσα. Έπειτα σήκωσε το φτυάρι της. Σε λίγο θα έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι και να πει στη Μητέρα Ρεν πως είχε χάσει τη δουλειά της. Απόψε το κρεβάτι της θα ήταν πιο μοναχικό από ποτέ και θα παρέμενε έτσι για όλα τα υπόλοιπα βράδια της ζωής της. Αλλά για την ώρα, έπρεπε να φυτέψει τις τριανταφυλλιές. Η Φελίσιτι έβαλε ένα υγρό πανί, ποτισμένο με αιθέριο έλαιο λεβάντας, στο μέτωπό της. Είχε αποσυρθεί στο πρωινό σαλονάκι της, ένα δωμάτιο που τις περισσότερες φορές της έδινε μεγάλη ικανοποίηση, κυρίως όταν σκεφτόταν πόσα χρήματα είχε δώσει για να το διακοσμήσει. Τα χρήματα που ξόδεψε για τον κίτρινο καναρινί καναπέ από δαμάσκο θα αρκούσαν για να ταΐσουν την οικογένεια Ρεν για πέντε χρόνια. Αλλά για την ώρα, είχε έναν απαίσιο και επίμονο πονοκέφαλο. Τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Ο Ρέτζιναλντ περιφερόταν στο σπίτι μουτρωμένος και γκρίνιαζε γιατί η καλύτερη φοράδα του είχε αποβάλει. Ο Τσίλι είχε επιστρέψει στο Λονδίνο πικαρισμένος, επειδή η Φελίσιτι δεν του είπε τίποτα για την Άννα και τον λόρδο. Και από την άλλη, πόσο ενοχλητικά μπουμπούνας ήταν ο λόρδος στο σουαρέ; Εντάξει, οι περισσότεροι άντρες είναι λίγο χοντροκέφαλοι, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, αλλά τον λόρδο Σγουόρτινγχαμ δεν τον είχε κόψει για τόσο βλάκα. Ο άνθρωπος, απ’ ό,τι φάνηκε, δεν κατάλαβε καν την σπόντα που του είχε πετάξει. Πώς θα τον έπειθε να κρατήσει το στόμα της Άννας κλειστό, αν ήταν τόσο ηλίθιος που δεν κατανοούσε καν ότι τον εκβίαζαν; Η Φελίσιτι έκανε έναν μορφασμό ενοχλημένη. Όχι δηλαδή πως τον εκβίαζαν. Αυτό ακουγόταν πολύ ωμό. Απλώς του έδωσαν ένα κίνητρο. Αυτό ήταν καλύτερο. Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ θα είχε το κίνητρο να μην αφήσει την Άννα να διαφημίσει σε όλο το χωριό τις παλιές αδιακρισίες της Φελίσιτι. Εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε με πάταγο και η πιο μικρή από τις δύο κόρες της, η Σίνθια, μπήκε χοροπηδώντας μέσα στο δωμάτιο. Την ακολουθούσε η μεγαλύτερη αδερφή της, η Κριστίν, αλλά περπατώντας πιο ήρεμα. «Μαμά», ξεκίνησε η Κριστίν, «η Νταντά λέει πως αν δεν πάρουμε την άδειά σου, δεν μπορούμε να πάμε στο μαγαζί με τα ζαχαρωτά στην πόλη. Μπορούμε;» «Γλει-φιτζού-ρια!» φώναξε η Σίνθια συνεχίζοντας το υστερικό χοροπηδητό γύρω από τον καναπέ όπου βρισκόταν ξαπλωμένη η Φελίσιτι. «Λουκούμια! Λεμονοσταγόνες!» συνέχισε η μικρή. Τι παράξενο, αυτό το παιδί έμοιαζε όλο και περισσότερο στον Ρέτζιναλντ. «Σε παρακαλώ, Σίνθια, σταμάτα», είπε η Φελίσιτι. «Η μαμά έχει πονοκέφαλο». «Λυπάμαι που το ακούω, μαμά», είπε η Κριστίν, παρόλο που δεν λυπόταν καθόλου. «Θα φύγουμε μόλις πάρουμε την άδειά σου», είπε χαμογελώντας πονηρά.


«Την άδεια της μαμάς! Την άδεια της μαμάς!» ξανάρχισε τα ξεφωνητά η μικρή. «Ναι!» είπε η Φελίσιτι. «Έχετε την άδειά μου να πάτε!» «Γιούπι! Γιούπι!» φώναξε η Σίνθια με τα κόκκινα μακριά μαλλιά της να ανεμίζουν καθώς έτρεξε ενθουσιασμένη έξω από το σαλόνι. Αυτά τα κατακόκκινα μαλλιά ήταν το μεγάλο μαράζι της Φελίσιτι. «Σε ευχαριστώ, μαμά», είπε και η Κριστίν με ευπρέπεια και έφυγε, κλείνοντας ήρεμα την πόρτα πίσω της. Η Φελίσιτι άφησε ένα μουγκρητό πόνου και τράβηξε το κορδόνι για να της φέρει η υπηρέτρια λίγο νερό για το λαβομάνο της. Πόσο θα ήθελε να μην είχε γράψει ποτέ εκείνο το ανόητο σημείω- μα. Και τι σκεφτόταν, μα τον Θεό, ο Πίτερ όταν αποφάσισε να φυλάξει εκείνο το μενταγιόν; Πράγματι, οι άντρες είναι ηλίθιοι. Πίεσε τα δάχτυλά της πάνω στη βρεγμένη πετσέτα που είχε απλώσει στο μέτωπό της. Ίσως ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ όντως να μην ήξερε για ποιο θέμα του μιλούσε. Την είχε κοιτάξει με ύφος σαστισμένο, όταν του είπε πως και οι δύο γνώριζαν την κυρία με την οποία πήγε στη «Σπηλιά της Αφροδίτης». Και αν στην ουσία δεν την ήξερε… Η Φελίσιτι ανακάθισε απότομα και η πετσέτα έπεσε μεμιάς στο πάτωμα. Αν, λοιπόν, εκείνος όντως δεν ήξερε την ταυτότητα της γυναίκας αυτής, τότε εκείνη εκβίαζε τον λάθος άνθρωπο. Η Άννα βρισκόταν γονατιστή το επόμενο πρωί στον μικρό κήπο της, φροντίζοντας τα λουλούδια. Δεν είχε βρει το κουράγιο να πει στην πεθερά της ότι είχε χάσει τη δουλειά της. Είχε επιστρέψει αργά το προηγούμενο βράδυ και σήμερα το πρωί δεν θέλησε να κάνει κάποια συζήτηση. Όχι ακόμα τουλάχιστον, γιατί το θέμα θα γεννούσε ερωτήματα στα οποία δεν μπορούσε να δώσει απάντηση. Κάποια στιγμή θα έπρεπε να βρει το κουράγιο και να ζητήσει συγγνώμη από τον Έντουαρντ. Αλλά αυτό θα γινόταν αργότερα. Για την ώρα, η Άννα χρειαζόταν χρόνο για να γλείψει τις πληγές της. Και γι’ αυτόν τον λόγο αποφάσισε να δουλέψει στον κήπο της. Η κηπουρική και η φροντίδα των λαχανικών της, η απλή και αβίαστη αυτή δουλειά, αλλά και η μυρωδιά του νωπού χώματος ανακούφισαν κάπως την πονεμένη ψυχή της. Είχε αρχίσει να σκάβει για να ξεριζώσει μερικά ραδίκια, όταν άκουσε μια φωνή να έρχεται από την μπροστινή μεριά του σπιτιού. Μόρφασε κάπως ενοχλημένη και άφησε κάτω το φτυάρι της. Το μυαλό της πήγε αμέσως στο μωρό της Ρεμπέκα και ευχήθηκε αυτός ο σαματάς να μην είχε να κάνει με τη φίλη της. Σήκωσε τη φούστα της για να μπορέσει πιο εύκολα να διασχίσει τον κήπο και να βρεθεί στην μπροστινή αυλή. Άκουσε τον ήχο μιας άμαξας με πολλά άλογα να σταματά. Μια ξεκάθαρα γυναικεία φωνή ακούστηκε και πάλι δυνατά αυτή τη φορά, καθώς η Άννα έστριβε στη γωνία του σπιτιού της. Μπροστά στο κατώφλι της Άννας στεκόταν η Περλ, συγκρατώντας μια άλλη γυναίκα. Καθώς η Άννα πλησίασε και οι δύο γυναίκες γύρισαν προς το μέρος της, ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Η γυναίκα που κρατούσε η Περλ είχε δυο κατάμαυρα από τις μελανιές μάτια και η μύτη της φαινόταν σπασμένη. Η Άννα δεν την αναγνώρισε αμέσως. Ήταν η Κόραλ.


«Ω Θεέ μου!» είπε η Άννα. Η μπροστινή πόρτα άνοιξε και η Άννα έτρεξε να στηρίξει την Κόραλ και να την οδηγήσει στο σπίτι. «Φάνι, κράτησε την πόρτα, σε παρακαλώ», φώναξε η Άννα. Η Φάνι, με τα μάτια γουρλωμένα, υπάκουσε κοιτάζοντας αμήχανη καθώς οι δύο γυναίκες μετέφεραν αδέξια την κοπέλα μέσα. «Είπα στην Περλ», ψιθύρισε η Κόραλ, «να μη με φέρει εδώ». Τα χείλη της ήταν τόσο πρησμένα, που δεν μπορούσε να αρθρώσει σωστά. «Δόξα τω Θεώ που δεν σε άκουσε», απάντησε η Άννα. Κοιτάζοντας την απότομη σκάλα που οδηγούσε στις κρεβατοκάμαρες, η Άννα συνειδητοποίησε ότι δεν θα κατάφερναν να την ανέβουν, αφού η Κόραλ πια είχε αφήσει σχεδόν όλο της το βάρος επάνω τους. «Ας την πάμε στο σαλόνι», πρότεινε η Άννα. Η Περλ συμφώνησε. Άφησαν μαλακά την Κόραλ να ξαπλώσει στον καναπέ. Η Άννα έστειλε τη Φάνι στην κρεβατοκάμαρά της για να φέρει μια κουβέρτα. Τα μάτια της Κόραλ ήταν τώρα κλειστά και η Άννα αναρωτήθηκε αν η κοπέλα είχε λιποθυμήσει. Η ανάσα της σφύριζε καθώς ανέπνεε με κόπο από το στόμα, μιας και η μύτη της ήταν πολύ πρησμένη για να αφήνει τον αέρα να περνά. Η Άννα τράβηξε την Περλ πιο πέρα. «Τι συνέβη;» Η μικρή την κοίταξε με μάτια φοβισμένα, ρίχνοντας μια ανήσυχη ματιά στην αδερφή της. «Αυτός ο μαρκήσιος… ήρθε στο σπίτι χθες βράδυ, τύφλα στο μεθύσι. Αλλά παρά το μεθύσι του, κατάφερε να της κάνει αυτό που βλέπεις». «Μα γιατί;» «Μα από όσο ξέρω, δεν χρειάζεται κάποιον ιδιαίτερο λόγο», είπε η Περλ και τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν. Το σοκαρισμένο βλέμμα της Άννας την έκανε να κάνει μια γκριμάτσα σαρκασμού. «Μουρμούριζε κάτι ανοησίες, ότι η Κόραλ έβλεπε άλλους άντρες, αλλά αυτά ήταν μπούρδες. Η Κόραλ στο κρεβάτι είναι επαγγελματίας. Δεν υπάρχει περίπτωση να το κάνει με κάποιον άλλο όσο έχει έναν προστάτη. Απλώς γουστάρει να βλέπει τις γροθιές του να σακατεύουν το πρόσωπό της». Η Περλ σκούπισε ένα δάκρυ, καθώς ένιωσε την οργή να ξεχειλίζει μέσα της. «Αν δεν την είχα πάρει από εκεί μέσα όταν πήγε να κατουρήσει, μπορεί και να τη σκότωνε ο αλήτης». Η Άννα αγκάλιασε την Περλ από τους ώμους. «Ας δοξάσουμε, λοιπόν, τον Θεό που σε βοήθησε να της σώσεις τη ζωή». «Δεν ήξερα πού αλλού να την πάω, κυρία», απολογήθηκε η Περλ. «Λυπάμαι που σας γίνομαι πάλι βάρος, μετά την τόση καλοσύνη που μου δείξατε τότε. Αν μας αφήσετε να μείνουμε ένα δυο βράδια, μέχρι να συνέλθει λίγο η Κόραλ…» «Θα μείνετε και οι δύο εδώ, μέχρι η Κόραλ να γίνει τελείως καλά. Και φοβάμαι πως θα πάρει πολύ περισσότερο από μια δυο βραδιές». Η Άννα έριξε άλλη μια ανήσυχη ματιά στην τραυματισμένη γυναίκα. «Πρέπει να στείλω τη Φάνι να φέρει τον δόκτορα Μπίλινγκς αμέσως». «Όχι, όχι», είπε πανικόβλητη η Περλ. «Μην το κάνετε αυτό!» «Μα χρειάζεται να τη δει ένας γιατρός, οπωσδήποτε». «Θα ήταν καλύτερο να μη μάθει κανείς ότι βρισκόμαστε εδώ, εκτός φυσικά από τη Φάνι και την άλλη κυρία Ρεν», είπε η Περλ. «Μπορεί να αρχίσει να την ψάχνει».


Η Άννα ένευσε κουνώντας αργά το κεφάλι της σκεφτική. Η Κόραλ βρισκόταν προφανώς σε μεγάλο κίνδυνο. «Αλλά τι θα κάνουμε με τις πληγές της;» «Θα τη φροντίσω εγώ. Δεν έχει σπάσει κόκαλα, την έχω ήδη ελέγξει και μπορώ να της ισιώσω τη μύτη μόνη μου», είπε η Περλ με σιγουριά. «Μπορείς να φτιάξεις μια σπασμένη μύτη;» ρώτησε η Άννα εντυπωσιασμένη. Η άλλη κοπέλα έσφιξε και πάλι τα χείλη. «Το έχω ξανακάνει. Στη δική μου δουλειά… είναι χρήσιμο να ξέρεις τέτοια πράγματα». Η Άννα έκλεισε τα μάτια. «Λυπάμαι πολύ. Δεν ήθελα να ακουστώ δύσπιστη. Πες μου τι χρειάζεσαι;» Και με τις οδηγίες της Περλ, η Άννα συγκέντρωσε στο σαλόνι ένα σωρό σύνεργα: νερό, επιδέσμους, πετσέτες και την αλοιφή της μητέρας της. Η Περλ άρχισε να φροντίζει το πρόσωπο της αδερφής της με τη βοήθεια της Άννας. Η νεαρή κοπέλα ήταν επιδέξια και θαρραλέα, επίμονη όταν έπρεπε, ακόμα και όταν η Κόραλ διαμαρτυρόταν και έδιωχνε τα χέρια της με μανία για να σταματήσει τον πόνο. Η Άννα χρειάστηκε να κρατήσει σταθερά τα χέρια της κοπέλας όσο η Περλ ολοκλήρωνε το δέσιμο με τους επιδέσμους. Αναστέναξε με ανακούφιση όταν η Περλ της είπε ότι τελείωσαν. Σιγουρεύτηκαν ότι η Κόραλ ήταν αναπαυτικά ξαπλωμένη και μπορούσε να κοιμηθεί, πριν πάνε οι δυο τους στην κουζίνα για ένα φλιτζάνι τσάι που τόσο είχαν ανάγκη. Η Περλ αναστέναξε όταν σήκωσε το φλιτζάνι για να το φέρει στα χείλη της. «Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ τόσο πολύ, κυρία! Είστε τόσο καλή!» Η Άννα γέλασε με έναν αυτοσαρκασμό. «Εγώ θα πρέπει να σε ευχαριστήσω. Αν ήξερες πόσα σου χρωστάω. Χρειαζόμουν επειγόντως μια καλή πράξη αυτές τις μέρες». Ο Έντουαρντ πέταξε στο πάτωμα την κουβέρτα που είχε στα πόδια και άρχισε να βηματίζει νευρικά μέσα στη βιβλιοθήκη του, ώσπου έφτασε στο παράθυρο. Δεν είχε καταφέρει να γράψει μια κανονική πρόταση όλη την ημέρα. Το δωμάτιο ήταν πολύ ήσυχο, πολύ μεγάλο και πολύ άδειο και αυτό το κενό τον τρέλανε εκείνη την ημέρα. Το μόνο που μπόρεσε να σκεφτεί ήταν η Άννα και αυτό που του είχε κάνει. Γιατί; Γιατί να διαλέξει αυτόν; Ήταν ίσως ο τίτλος του; Τα πλούτη του; Θεέ μου, μήπως ήταν το βλογιοκομμένο του πρόσωπο; Αλλά για ποιον λόγο μια αξιοπρεπής γυναίκα σαν την Άννα θα μεταμφιεζόταν και θα έπαιζε τον ρόλο της πόρνης; Αν ήθελε εραστή, δεν θα μπορούσε πολύ εύκολα να βρει κάποιον στο Λιτλ Μπάτλφορντ; Ή μήπως απλώς απολάμβανε να παίζει αυτόν τον ρόλο; Ο Έντουαρντ έτριψε το μέτωπό του πάνω στο κρύο γυαλί του παραθύρου. Θυμήθηκε όλα όσα της είχε κάνει εκείνα τα δυο βράδια στη «Σπηλιά της Αφροδίτης». Κάθε εξαίσιο σημείο του σώματός της που είχαν αγγίξει τα χέρια του, κάθε εκατοστό του κορμιού της που είχε εξερευνήσει με τα χείλη και τη γλώσσα του. Θυμήθηκε ότι έκανε πράγματα που δεν θα τολμούσε ποτέ ούτε καν να τα σκεφτεί με μια κυρία, πόσο μάλλον με μια γυναίκα που γνώριζε καλά και συμπαθούσε. Η Άννα είχε δει ένα κομμάτι του που πάλευε έντονα να κρύψει από τα μάτια του κόσμου, μια μυστική, αυστηρά προσωπική πλευρά. Είχε δει την απόλυτα ζωώδη πλευρά του. Τι άραγε να ένιωσε όταν πίεσε το κεφάλι της πάνω


στο πέος του; Την είχε ερεθίσει ή την είχε τρομάξει εκείνη η κίνηση; Ίσως της είχε προκαλέσει αποστροφή. Και οι σκέψεις συνέχισαν να τον κατακλύζουν σαν χείμαρρος, χωρίς εκείνος να μπορεί να κάνει κάτι για να τις σταματήσει. Είχε πάει και με άλλους άντρες όσο ήταν στη «Σπηλιά της Αφροδίτης»; Είχε άραγε μοιραστεί το χυμώδες, υπέροχο σώμα της και με άλλους, που δεν γνώριζε καν; Τους είχε αφήσει να φιλήσουν το σπάνιο, υπέροχο στόμα της, να χουφτώσουν το πλούσιο στήθος της, να χαϊδέψουν το σαγηνευτικό και πρόθυμο κορμί της; Ο Έντουαρντ έδωσε μια δυνατή μπουνιά στο πλαίσιο του παραθύρου και αυτό έσπασε και έκοψε το χέρι του, που γέμισε αίματα. Ήταν αδύνατον να σταματήσει τις σκηνές που διαδέχονταν η μία την άλλη στο μυαλό του, με την Άννα, τη δική του Άννα, να κάνει έρωτα με έναν άλλο άντρα. Τα μάτια του θόλωσαν. Μα για όνομα του Θεού, έκλαιγε σαν παιδάκι. Ο Τζοκ σκούντησε το πόδι του και έβγαλε κι εκείνος ένα σύντομο κλαψούρισμα. Εκεί τον είχε καταντήσει αυτή η γυναίκα. Ήταν ένα ράκος. Αλλά δεν είχε καμία σημασία, γιατί αυτός ήταν ένας κύριος κι εκείνη, παρά τις πράξεις της, ήταν μια κυρία. Θα έπρεπε να την παντρευτεί και παίρνοντας αυτή την απόφαση, να εγκαταλείψει κάθε όνειρο και ελπίδα για μια δική του οικογένεια. Εκείνη δεν μπορούσε να του δώσει παιδιά. Η γενιά του θα πέθαινε μαζί του. Δεν θα αποκτούσε ποτέ μια κορούλα που να του θυμίζει τη μητέρα του ή έναν μικρό γιο που να μοιάζει με τον Σάμι. Δεν θα γινόταν γονιός για να δώσει ολοκληρωτικά την καρδιά του σε ένα μικρό πλάσμα. Δεν θα είχε την ευκαιρία να δει ένα μωρό να μεγαλώνει. Ο Έντουαρντ στήθηκε όρθιος. Αν αυτό ήταν το γραφτό του, ας είναι. Θα σιγουρευόταν πως η Άννα θα ένιωθε το τίμημα των όσων έπραξε. Σκούπισε τα δάκρυα από το πρόσωπό του και έσφιξε με δύναμη τη ζώνη του.


Κεφάλαιο Δεκαεπτά Ο άντρας που βρισκόταν ξαπλωμένος δίπλα της στο κρεβάτι κοίταξε για λίγο την Αύρα και όταν αποφάσισε να μιλήσει, η φωνή του βγήκε γλυκιά και απαλή. «Λοιπόν, αγαπητή μου κυρία, δεν μπορούσες να αφήσεις τα πράγματα ως είχαν. Θα ικανοποιήσω, λοιπόν, την ασίγαστη περιέργειά σου. Το όνομά μου είναι Πρίγκιπας Νίγηρας και είμαι ο αφέντης της περιοχής και αυτού του παλατιού. Μια κατάρα από τα παλιά τα χρόνια με κρατά δέσμιο και κάθε βράδυ μεταμορφώνομαι σε αυτό το απαίσιο, μαύρο κοράκι. Οι υπηρέτες του παλατιού μου γίνονται και αυτοί πουλιά. Ο μάγος που με τιμώρησε με αυτό το απάνθρωπο ξόρκι έβαλε μόνο έναν όρο: αν μπορούσα να βρω μια γυναίκα που με τη θέλησή της θα συμφωνούσε να με παντρευτεί, τότε θα μπορούσα να παίρνω και πάλι την ανθρώπινη μορφή μου από τα μεσάνυχτα μέχρι το ξημέρωμα κάθε βράδυ. Εσύ ήσουν αυτή η γυναίκα. Αλλά τώρα όλα τελείωσαν. Θα πρέπει να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου με αυτή την αηδιαστική, μισητή μορφή και όλοι μου οι ακόλουθοι θα παραμείνουν δέσμιοι αυτής της άδικης κατάρας για πάντα…» Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

Το επόμενο πρωί, ο Φίλιξ Χοπλ βρέθηκε στο μικρό εξοχικό σπίτι της κυρίας Ρεν αμήχανος και νευρικός. Έκανε μερικά βηματάκια μπροστά στην εξώπορτα, μη μπορώντας να ελέγξει τον εκνευρισμό του και μετά χτύπησε διστακτικά την πόρτα. Στερέωσε τραβώντας προς τα κάτω την πουδραρισμένη περούκα του και πέρασε εξεταστικά το χέρι του πάνω από το κολάρο και την αφράτη γραβάτα του. Δεν του είχε ποτέ ζητηθεί να κάνει ένα θέλημα σαν αυτό. Και για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ήταν σχεδόν σίγουρος πως κάτι τέτοιο δεν συμπεριλαμβανόταν στα επίσημα καθήκοντά του. Φυσικά αυτό ήταν κάτι που αδυνατούσε να ομολογήσει στον λόρδο Σγουόρτινγχαμ. Ειδικά όταν τον κάρφωνε με εκείνα τα διαβολεμένα, μαύρα, φλογερά μάτια του. Έβγαλε ακόμα έναν αναστεναγμό. Τα νεύρα του αφεντικού του ήταν σε ακόμα χειρότερη κατάσταση από ό,τι συνήθως όλη αυτή την εβδομάδα. Τα μπιμπελό που κάποτε κοσμούσαν διάφορες γωνίες της βιβλιοθήκης είχαν σχεδόν αποδεκατιστεί. Ακόμα και ο σκύλος έψαχνε καταφύγιο να κρυφτεί κάθε φορά που έβλεπε τον λόρδο να περιφέρεται στο αρχοντικό. Μια όμορφη γυναίκα άνοιξε την πόρτα. Ο Φίλιξ ανοιγόκλεισε τα μάτια ξαφνιασμένος και έκανε ένα ασυναίσθητο βήμα προς τα πίσω. Είχε άραγε έρθει στο σωστό σπίτι; «Ναι;» είπε η γυναίκα στρώνοντας τη φούστα της και κοιτάζοντάς τον με απορία. «Εεεμ, εγώ… αναζητώ την κυρία Ρεν», είπε ο Φίλιπ τραυλίζοντας. «Την κυρία Ρεν τη νεότερη δηλαδή. Δεν ξέρω αν έχω έρθει στη σωστή διεύθυνση». «Μα ναι, αυτή είναι η σωστή διεύθυνση», απάντησε η κοπέλα. «Θέλω να πω, αυτή είναι η κατοικία της οικογένειας Ρεν. Εγώ απλώς φιλοξενούμαι». «Α κατάλαβα, δεσποινίς…» «Σμάιθ. Περλ Σμάιθ», είπε η γυναίκα κοκκινίζοντας για κάποιον λόγο. «Θα θέλατε να περάσετε;»


«Σας ευχαριστώ, δεσποινίς Σμάιθ», είπε ο Φίλιξ και μπήκε μέσα στο μικρό σπίτι με τη στενή είσοδο. Στάθηκαν και οι δύο τους στο μικρό χολ. Ο Χοπλ κουνούσε νευρικά τα πόδια του ενώ εκείνη τον κοιτούσε εντυπωσιασμένη, με το βλέμμα της καρφωμένο στο στήθος και στην κοιλιά του. «Ωωω! Δεν έχω δει ποτέ μου τόσο όμορφο γιλέκο». «Α, ε… α… σας, ε σας ευχαριστώ, δεσποινίς Σμάιθ», είπε περνώντας τα χέρια του πάνω από το ζωηρό πράσινο γιλέκο του. «Αυτά τα κεντήματα είναι μέλισσες;» είπε η Περλ σκύβοντας για να δει καλύτερα τα μοβ κεντήματα, προσφέροντάς του μια εξαίσια θέα στο υπέροχο ντεκολτέ της. Ένας σωστός κύριος δεν θα εκμεταλλευόταν ποτέ μια τέτοια ατυχή στιγμή για μια κυρία. Ο Φίλιξ έστρεψε αμέσως τα μάτια του στο ταβάνι, αλλά σταδιακά άρχισε να τα κατεβάζει, ώσπου τελικά έφτασε και στο σημείο του ντεκολτέ. Τα ανοιγόκλεισε νευρικά. «Μα δεν είναι υπέροχα;» είπε η Περλ στήνοντας και πάλι όρθια την πλάτη της. «Δεν νομίζω πως έχω δει ποτέ κάτι τόσο όμορφο πάνω σε έναν κύριο». «Τι;» είπε απότομα ο Φίλιξ αιφνιδιασμένος. «Εεε ναι, μάλιστα. Και πάλι σας ευχαριστώ, δεσποινίς Σμάιθ. Είναι σπάνιο να συναντά κάποιος ανθρώπους με τόσο λεπτό γούστο σε ό,τι αφορά τη μόδα». Η δεσποινίς Σμάιθ έδειξε να μην πολυκατάλαβε το τελευταίο αυτό σχόλιο, αλλά χαμογέλασε ευγενικά. Εκείνος πάλι δεν μπόρεσε παρά να θαυμάσει το πόσο όμορφη πραγματικά ήταν αυτή η κοπέλα, από την κορυφή ως τα νύχια. «Είπατε πως θέλετε να δείτε την κυρία Ρεν. Σας παρακαλώ, περιμένετε εδώ ένα λεπτό», είπε δείχνοντας το μικρό σαλόνι του σπιτιού, «κι εγώ θα πάω να τη φωνάξω. Είναι στον κήπο». Ο Φίλιξ μπήκε στο μικρό δωμάτιο, ακούγοντας τα βήματα της νεαρής γυναίκας να απομακρύνονται και μετά την πίσω πόρτα να ανοίγει και να κλείνει. Πλησίασε το τζάκι και πρόσεξε ένα όμορφο πορσελάνινο ρολόι πάνω στο πέτρινο πλαίσιο. Έκανε έναν μορφασμό και έβγαλε αμέσως από την τσέπη του το δικό του ρολόι. Το ρολόι στο τζάκι πήγαινε μπροστά. Η πίσω πόρτα άνοιξε και πάλι και σε λίγο η κυρία Ρεν εμφανίστηκε στο σαλόνι. «Κύριε Χοπλ, τι μπορώ να κάνω για σας;» Ήταν σκυμμένη, σκουπίζοντας τα χώματα από τα χέρια της σε μια ποδιά και δεν είχε ακόμα πιάσει το βλέμμα του. «Εκτελώ ένα θέλημα, εκ – εκ μέρους του λόρδου», απάντησε εκείνος. «Αλήθεια;» η κυρία Ρεν συνέχισε να κρατά το βλέμμα της χαμηλά. «Ναι», είπε εκείνος μη ξέροντας ακριβώς πώς να συνεχίσει. «Παρακαλώ, καθίστε», του είπε η Άννα και σήκωσε τα μάτια της για να τον κοιτάξει όλο απορία. Ο Φίλιξ ξερόβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό του. «Έρχεται πάντα ο καιρός στη ζωή ενός άντρα που η περιπέτεια και η ελευθερία αρχίζουν να ξεθωριάζουν και αυτό που έχει περισσότερο ανάγκη είναι η ανάπαυση και η θαλπωρή. Είναι πια καιρός να αφήσει πίσω του την ξενοιασιά της νιότης –ή εν πάση περιπτώσει της πρώτης ωριμότητας– και να αποκατασταθεί, να δημιουργήσει ένα σπιτικό, ήρεμο και γαλήνιο». Έκανε μια παύση για να δει αν όλα όσα είπε έγιναν κατανοητά.


«Ναι, κύριε Χοπλ;» απάντησε η Άννα, ακόμα πιο απορημένη και μπερδεμένη. Έκανε άλλη μια παύση για να πάρει την απαραίτητη δύναμη και συνέχισε. «Ναι, κυρία Ρεν. Αυτά συμβαίνουν στη ζωή κάθε άντρα, ακόμα και στη ζωή ενός λόρδου», και τη συγκεκριμένη λέξη την είπε πιο δυνατά, πιο καθαρά, δίνοντάς της όσο μεγαλύτερη έμφαση μπορούσε. «Ακόμα κι ένας λόρδος χρειάζεται ένα ασφαλές αποκούμπι, μια ήρεμη φωλιά. Ένα καταφύγιο, τρόπον τινά, που θα φροντίζει ένα τρυφερό, θηλυκό χέρι. Ένα χέρι που θα μπορεί να ακουμπήσει και να στηριχτεί σε ένα άλλο αντρικό χέρι, πιο δυνατό, σε έναν προστάτη και μαζί του να αντέξει τις μπόρες και τις δυσκολίες που η ζωή μπορεί να φέρει στον καθένα», είπε ο Χοπλ. Η Άννα είχε μείνει άναυδη, κοιτάζοντας τον κύριο Χοπλ σαστισμένη. Ο Φίλιξ άρχισε να απελπίζεται. «Κάθε άντρας, κάθε λόρδος έχει ανάγκη από τη ζεστασιά και τη θαλπωρή ενός γάμου». Τα φρύδια της ανασηκώθηκαν απότομα. «Γάμου;» «Ναι», είπε ο Χοπλ και σκούπισε το ιδρωμένο μέτωπό του. «Γάμου, δηλαδή μιας γαμήλιας πράξης και σχέσης». Η Άννα ανοιγόκλεισε τα μάτια απόλυτα χαμένη. «Κύριε Χοπλ, γιατί σας έστειλε ο λόρδος εδώ;» Ο Φίλιξ ξεφύσησε παραδομένος. «Α δεν έχω άλλον τρόπο να σας το πω, κυρία Ρεν. Θέλει να σας παντρευτεί». Η Άννα έγινε ξαφνικά άσπρη σαν το πανί. «Τι;» Ο Φίλιξ έβγαλε ένα πονεμένο βογκητό. Το ήξερε πως θα τα έκανε θάλασσα. Μα τον Θεό, ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ είχε πολύ μεγάλες απαιτήσεις από αυτόν. Αυτός ήταν απλώς ένας επιστάτης, δεν ήταν προξενήτρα. Τώρα το μόνο που του έμενε να κάνει ήταν να ολοκληρώσει την αποστολή του όσο μπορούσε καλύτερα. «Ο Έντουαρντ ντε Ραφ, ο λόρδος του Σγουόρτινγχαμ, ζητά το χέρι σας σε γάμο. Θα ήθελε η περίοδος του αρραβώνα να είναι σύντομη και σκέφτηκε πως…» «Όχι». «…οι γάμοι θα μπορούσαν να προγραμματιστούν για την πρώτη Ιουνίου… πώς είπατε;» «Είπα όχι», απάντησε η Άννα κοφτά και πεντακάθαρα. «Πείτε του πως λυπάμαι. Πραγματικά λυπάμαι πολύ. Αλλά δεν υπάρχει καμία περίπτωση να τον παντρευτώ». «Μα, μα, μα…» ο Φίλιξ αναγκάστηκε να πάρει μια ανάσα για να συνεφέρει τη γλώσσα του που είχε μουδιάσει. «Μα είναι λόρδος. Ξέρω πως είναι ένας άνθρωπος πολύ νευρικός, με κακούς τρόπους και ότι περνά απίστευτα πολύ χρόνο μέσα στις λάσπες μέχρι το γόνατο, κάτι το οποίο, πρέπει να ομολογήσω», συνέχισε με ένα ρίγος αηδίας, «φαίνεται να απολαμβάνει. Αλλά ο τίτλος του και κυρίως η τεράστια –κάποιοι ίσως θα την έλεγαν και χυδαία υπερμεγέθη– περιουσία του νομίζω πως αντισταθμίζει όλα τα παραπάνω, δεν νομίζετε;» Ο Φίλιξ έπρεπε να σταματήσει να μιλά και να πάρει μια ανάσα. «Όχι, δεν το νομίζω», είπε και πήγε προς την πόρτα. «Απλώς πείτε του όχι». «Μα, κυρία Ρεν! Πώς θα τον αντικρίσω;» Εκείνη, όμως, χωρίς να πει άλλη κουβέντα, βγήκε από το δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα πίσω της, καθώς οι φωνές του απελπισμένου και τρομοκρατημένου κυρίου Χοπλ ακούγονταν ως το χολ. Ο Φίλιξ κατέρρευσε σε μια πολυθρόνα και σκέφτηκε


πόσο θα ήθελε να καταπιεί μονομιάς εκείνη τη στιγμή ένα ολόκληρο μπουκάλι κρασί. Αυτή η εξέλιξη δεν θα άρεσε καθόλου στον λόρδο Σγουόρτινγχαμ. Η Άννα βύθισε ένα μικρό φτυάρι στο νωπό χώμα και έβγαλε με βία ένα μπουκέτο πικραλίδες από τον λάκκο του. Μα τι μπορεί να σκεφτόταν ο Έντουαρντ όταν αποφάσισε να στείλει τον κύριο Χοπλ στο σπίτι της και να τη ζητήσει σε γάμο; Σίγουρα δεν τον είχε συνεπάρει ξαφνικά ο έρωτας. Άφησε ένα εκνευρισμένο ρουθούνισμα και επιτέθηκε σε μια ακόμα πικραλίδα. Η πίσω πόρτα άνοιξε και η Άννα γύρισε να δει ποιος ήταν, αλλά αμέσως το πρόσωπό της πήρε μια έκφραση αγωνίας. Η Κόραλ είχε βγει στον κήπο, σέρνοντας ένα μικρό σκαμνί. «Μα τι κάνεις εσύ εδώ έξω;» είπε η Άννα αυστηρά. «Η Περλ κι εγώ έπρεπε να σε κουβαλήσουμε για να ανέβεις τις σκάλες σήμερα το πρωί». Η Κόραλ κάθισε με κόπο στο σκαμνάκι. «Ο καθαρός αέρας υποτίθεται ότι βοηθά την ανάρρωση, έτσι δεν λένε;» Το πρήξιμο στο πρόσωπό της είχε κάπως υποχωρήσει, αλλά οι μελανιές ήταν ακόμα έντονες. Η Περλ είχε βάλει στα ρουθούνια της γάζες για να βοηθήσει τα οστά να κολλήσουν, αλλά ήταν πρησμένα και είχαν μια απαίσια όψη. Το αριστερό βλέφαρο της Κόραλ κρεμόταν πιο χαμηλά σε σύγκριση με το δεξί και η Άννα αναρωτήθηκε στιγμιαία, προσέχοντάς το, αν αυτή η παραμόρφωση θα εξαφανιζόταν με τον καιρό ή αν θα παρέμενε μόνιμα. Πάνω από το κακοποιημένο μάτι της μπόρεσε να διακρίνει μια ημικυκλική ουλή. «Υποθέτω πως πρέπει να σε ευχαριστήσω», είπε η Κόραλ αφήνοντας την πλάτη της να ακουμπήσει πάνω στον τοίχο του σπιτιού και κλείνοντας τα μάτια της, για να απολαύσει τις ζεστές αχτίδες του ήλιου πάνω στο σακατεμένο πρόσωπό της. «Δεν χρειάζεται, δεν έκανα τίποτα ιδιαίτερο», απάντησε η Άννα. «Για μένα είναι πολύ ιδιαίτερο. Δεν μ’ αρέσει να χρωστώ χάρες σε ανθρώπους». «Τότε μην το βλέπεις σαν χάρη, πες ότι σου έκανα ένα δώρο», απάντησε η Άννα με ένα μικρό γρύλισμα, καθώς έβαλε όση δύναμη είχε για να ξεριζώσει ένα γερά ριζωμένο ζιζάνιο. «Δώρο!» απάντησε η Κόραλ ειρωνικά. «Η εμπειρία μού έχει διδάξει ότι τα δώρα κάποτε πληρώνονται, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Ίσως, όμως, στη δική σου περίπτωση να μην ισχύει αυτό. Σε ευχαριστώ». Αναστέναξε και άλλαξε θέση για να βολευτεί. Παρόλο που δεν είχε σπάσει κάποιο κόκαλο, όλο της το σώμα ήταν μελανιασμένο και πονούσε παντού. «Για μένα έχει περισσότερη αξία η εκτίμηση και η φιλία μιας γυναίκας παρά ενός άντρα», είπε η Κόραλ. «Είναι τόσο σπάνια μια τέτοια φιλία, ειδικά στο δικό μου επάγγελμα. Γυναίκα ευθύνεται γι’ αυτό που βλέπεις». «Τι;» είπε η Άννα με φρίκη. «Μα νόμιζα ότι ο μαρκήσιος…» Η κοπέλα χαμογέλασε πικρά. «Αυτός δεν ήταν παρά το όργανό της. Η κυρία Λάβεντερ του είπε πως διατηρούσα σχέσεις με άλλους άντρες». «Μα γιατί;» «Ήθελε να πάρει τη θέση μου ως ερωμένη του μαρκησίου. Και ανάμεσά μας υπάρχει ένα παρελθόν», είπε η Κόραλ κουνώντας αόριστα το χέρι της. «Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Θα την κανονίσω όταν συνέλθω. Εσύ γιατί δεν είσαι


σήμερα στη δουλειά σου στο Ρέιβενχιλ; Εκεί δεν πηγαίνεις κάθε μέρα;» Η Άννα έκανε έναν μορφασμό σμίγοντας τα φρύδια της. «Αποφάσισα να σταματήσω». «Τσακωθήκατε με τον καλό σου;» ρώτησε η Κόραλ. «Πώς;…» «Αυτόν δεν συνάντησες στο Λονδίνο; Τον Έντουαρντ ντε Ραφ, τον λόρδο του Σγουόρτινγχαμ, έτσι δεν είναι;» «Ναι, αυτόν συνάντησα», είπε με έναν αναστεναγμό, «αλλά δεν είναι ο καλός μου». «Έχω παρατηρήσει πως γυναίκες της δικής σου ποιότητας –γυναίκες με αρχές– δεν πάνε με έναν άντρα στο κρεβάτι αν δεν είναι ερωτευμένες», είπε η Κόραλ με ένα σαρδόνιο χαμόγελο. «Η πράξη γι’ αυτές είναι μια πράξη πολύ συναισθηματική». Η Άννα δεν απάντησε αμέσως, ψάχνοντας να βρει την επόμενη ρίζα με το φτυαράκι της. «Ίσως να έχεις δίκιο. Ίσως και για μένα η πράξη να ήταν πολύ συναισθηματική. Αλλά τώρα όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία πια». Έβαλε με δύναμη το φτυάρι της στο χώμα και η πικραλίδα πετάχτηκε απότομα. «Τσακωθήκαμε». Η Κόραλ την κοίταξε για λίγο με το εξεταστικό βλέμμα της και μετά ανασήκωσε τους ώμους και έκλεισε πάλι τα μάτια της. «Κατάλαβε πως ήσουν εσύ…» Η Άννα σήκωσε το βλέμμα της και την κοίταξε σαστισμένη. «Πώς το;…» «Και φαντάζομαι πως τώρα έχεις αποφασίσει να δεχτείς πειθήνια και παθητικά την αποδοκιμασία του», συνέχισε η Κόραλ με μια ανάσα. «Θα κρύψεις την ντροπή σου πίσω από το προσωπείο της ενάρετης χήρας. Ίσως θα αρχίσεις να πλέκεις κάλτσες για τους φτωχούς του χωριού. Οι καλές σου πράξεις θα είναι αυτές που θα σου κάνουν ζεστή συντροφιά τις νύχτες, όταν αυτός σε λίγο καιρό θα παντρευτεί και θα κοιμάται με μια άλλη γυναίκα». «Μου έκανε πρόταση γάμου». Η Κόραλ άνοιξε μεμιάς διάπλατα τα μάτια της. «Τώρα μάλιστα, αυτό είναι ενδιαφέρον!» είπε και κοίταξε το βουναλάκι με τα ξεριζωμένα φυτά που αύξανε κάθε λεπτό. «Αλλά εσύ αρνήθηκες». Φαπ! Η Άννα άρχισε να χτυπά με το φτυάρι της τον σωρό με τα ξεριζωμένα φυτά. «Πιστεύει πως είμαι μια ξεδιάντροπη». Φαπ! «Είμαι στείρα κι εκείνος θέλει να κάνει παιδιά». Φαπ! «Και δεν με θέλει». Φαπ! Φαπ! Φαπ! Η Άννα σταμάτησε και έμεινε να κοιτάζει τα κατακρεουργημένα βλαστάρια που κείτονταν εκεί ακρωτηριασμένα. «Δεν σε θέλει, αλήθεια;» μουρμούρισε η Κόραλ. «Κι εσύ; Τον… τον θέλεις;» Η Άννα ένιωσε τα μάγουλά της να αναψοκοκκινίζουν. «Ζω μόνη μου, χωρίς άντρα πολλά χρόνια πια. Μπορώ να το ξανακάνω». Ένα χαμόγελο φώτισε για λίγο το πρόσωπο της Κόραλ. «Έχεις ποτέ παρατηρήσει


ότι όταν δοκιμάσεις τη γλυκιά γεύση ενός πεντανόστιμου γλυκού, για παράδειγμα, στη δική μου περίπτωση ομολογώ ότι τρελαίνομαι για τρούφες με βατόμουρο – είναι τελείως αδύνατον να μην το σκέφτεσαι, να μην το θέλεις, να μην το ποθείς και να αναζητάς άλλη μια αμαρτωλή μπουκιά;» «Ο λόρδος Σγουόρτινγχαμ δεν είναι τρούφα με βατόμουρο». «Όχι, θα έλεγα ότι είναι μους πικρής σοκολάτας», μουρμούρισε πονηρά η Κόραλ. «Και», συνέχισε η Άννα κάνοντας πως δεν άκουσε το τελευταίο σχόλιο της κοπέλας, «και δεν αναζητώ άλλη μια μπουκιά, ε… εννοώ δεν αναζητώ άλλη μια βραδιά μαζί του». Και αμέσως μνήμες από εκείνη τη δεύτερη βραδιά πλημμύρισαν τις σκέψεις της: η εικόνα του Έντουαρντ, με στήθος γυμνό, το παντελόνι του ξεκούμπωτο κι εκείνον ξαπλωμένο στην πολυθρόνα, μπροστά στο τζάκι σαν πασάς, το δέρμα του και το πρησμένο του μόριο, όλα να γυαλίζουν στο φως της φωτιάς. Η Άννα ξεροκατάπιε για να βρέξει τον λαιμό της, ενώ το στόμα της είχε υγρανθεί ξαφνικά. «Μπορώ να ζήσω και χωρίς τον λόρδο Σγουόρτινγχαμ», δήλωσε με σιγουριά. Η Κόραλ αντέδρασε ανασηκώνοντας το ένα φρύδι. «Φυσικά και μπορώ! Εξάλλου δεν ήσουν μπροστά», είπε η Άννα νιώθοντας ξαφνικά τόσο ευάλωτη όσο και οι πικραλίδες που είχε μόλις ξεριζώσει. «Ήταν εξαγριωμένος. Μου μίλησε απαίσια». «Α», είπε η Κόραλ. «Δεν μπορεί να είναι σίγουρος για σένα». «Δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό το βρίσκεις καλό», απάντησε η Άννα. «Και επιτέλους, δεν είναι μόνο αυτό. Δεν πρόκειται ποτέ να με συγχωρήσει». Η Κόραλ χαμογέλασε με το ύφος που έχει η γάτα όταν παρακολουθεί το ανυποψίαστο σπουργίτι να πλησιάζει. «Μπορεί. Μπορεί και όχι», είπε με ύφος αινιγματικό. «Τι εννοείς δεν θα με παντρευτείς;» Ο Έντουαρντ βημάτιζε νευρικά ξεφυσώντας κάθε τόσο και διέσχιζε με μεγάλες, θορυβώδεις δρασκελιές το σαλόνι από άκρη σε άκρη. Και μέσα σε ένα τόσο μικρό δωμάτιο, αυτές οι δρασκελιές ήταν μόλις τρεις, από τον ένα τοίχο του σαλονιού στον ακριβώς απέναντι. «Είμαι ολόκληρος λόρδος, διάβολε!» Η Άννα έκανε μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας. Δεν έπρεπε να τον αφήσει να μπει στο σπίτι της. Φυσικά δεν είχε και πολλές επιλογές, γιατί απείλησε ότι θα έσπαγε την πόρτα και η Άννα ήξερε καλά ότι ήταν απόλυτα ικανός να το κάνει αν δεν του άνοιγε. «Δεν πρόκειται να σας παντρευτώ». «Γιατί; Όταν με άφηνες να σε γαμάω με ήθελες, έτσι δεν είναι;» Η Άννα έκανε έναν ακόμα μορφασμό. «Σας παρακαλώ, σταματήστε να χρησιμοποιείτε αυτή τη λέξη». Ο Έντουαρντ γύρισε απότομα και την κοίταξε με μια απαίσια, σαρκαστική έκφραση. «Μήπως προτιμάς το κουτουπώνω; Πηδάω; Καβαλάω;» Εκείνη έφερε το χέρι της στα χείλη της. Ευτυχώς η Μητέρα Ρεν και η Φάνι είχαν πάει στα μαγαζιά εκείνο το πρωί. Ο Έντουαρντ δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρατήσει χαμηλά τον τόνο της


φωνής του. «Εσείς δεν θέλετε να με παντρευτείτε», απάντησε η Άννα χαμηλόφωνα, αρθρώνοντας μία-μία τις λέξεις με στόμφο, λες και μιλούσε σε κάποιον καθυστερημένο και κουφό. «Το αν θέλω να σε παντρευτώ ή όχι δεν έχει καμία σημασία, όπως πολύ καλά γνωρίζεις», είπε ο Έντουαρντ. «Το θέμα είναι ότι πρέπει να σε παντρευτώ». «Γιατί;» ρώτησε η Άννα ξεφυσώντας. «Δεν υπάρχει η πιθανότητα ενός παιδιού. Όπως μου είπατε με σαφήνεια, ξέρετε ότι είμαι στείρα». «Σε εξέθεσα», απάντησε ο Έντουαρντ. «Εγώ ήμουν αυτή που πήγε στη “Σπηλιά της Αφροδίτης” μεταμφιεσμένη. Μου φαίνεται πως εγώ είμαι αυτή που σας εξέθεσε». Η Άννα ένιωσε περήφανη που εκείνη τη στιγμή δεν άφησε τα χέρια της να χειρονομήσουν άγρια λόγω της μεγάλης έντασης, παρά τα κράτησε ακίνητα στην ποδιά της. «Αυτό είναι γελοίο!» απάντησε ο Έντουαρντ τόσο δυνατά, που οι φωνές του σίγουρα θα ακούστηκαν μέχρι το Ρέιβενχιλ, αν όχι μακρύτερα. Γιατί οι άντρες πιστεύουν ότι όσο πιο δυνατά ουρλιάζουν, τόσο περισσότερη ισχύ έχουν αυτά που λένε; «Όχι όσο γελοίο είναι ένας λόρδος που είναι ήδη αρραβωνιασμένος να κάνει πρόταση γάμου στη γραμματέα του», απάντησε η Άννα και ο τόνος της φωνής της τώρα ήταν και αυτός κάπως ανεβασμένος. «Δεν σου κάνω πρόταση. Απλώς σου λέω ότι πρέπει να παντρευτούμε». «Όχι», είπε η Άννα και δίπλωσε τα χέρια στο στήθος της. Ο Έντουαρντ έκανε μερικά αργά και απειλητικά βήματα προς το μέρος της, δεν σταμάτησε ώσπου το στήθος του έφτασε σε απόσταση αναπνοής από το πρόσωπό της. Εκείνη τέντωσε τον λαιμό της για να μπορέσει να τον κοιτάξει κατά πρόσωπο. Ήταν αποφασισμένη να μην κάνει πίσω, να μην του δείξει υποταγή. Εκείνος έγειρε προς το μέρος της και έφτασε τόσο κοντά, ώστε η ανάσα του χάιδεψε το μέτωπό της. «Θα με παντρευτείς». Η μυρωδιά του θύμιζε καφέ. Η Άννα χαμήλωσε τα μάτια και κοίταξε το στόμα του. Ακόμα και τώρα που ήταν τόσο θυμωμένος, το στόμα του είχε μια αισθησιακή, ωμή όψη. Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω και του γύρισε την πλάτη. «Δεν πρόκειται να σας παντρευτώ». Η ανάσα του ακούστηκε άγρια, ασταμάτητη και βαριά λίγα εκατοστά από την πλάτη της. Έριξε μια κλεφτή ματιά πίσω από τον ώμο της. Ο Έντουαρντ κοιτούσε τα οπίσθιά της με ύφος περισυλλογής. Τα μάτια του μονομιάς στράφηκαν στο πρόσωπό της. «Θα με παντρευτείς», επέμεινε και ύψωσε το χέρι του για να τη διακόψει, όταν εκείνη πήγε να απαντήσει. «Αλλά για την ώρα δεν θα συζητήσουμε το πότε και το πώς. Εν τω μεταξύ, χρειάζομαι ακόμα μια γραμματέα. Θέλω να επιστρέψετε στην εργασία σας σήμερα το απόγευμα». «Δεν νομίζω πως…» –η Άννα έπρεπε να σταματήσει για μια στιγμή, ώστε να διορθώσει τη φωνή της που πήγαινε να σπάσει– «…δεν νομίζω πως, έχοντας η σχέση μας πάρει αυτή την τροπή, πρέπει να συνεχίσω να εργάζομαι ως γραμματέας σας». Τα μάτια του Έντουαρντ έγιναν δυο σχισμές. «Διορθώστε με αν κάνω λάθος,


κυρία Ρεν, αλλά εσείς είστε αυτή που οδήγησε τη σχέση μας σε αυτή την τροπή. Για τον λόγο αυτό, λοιπόν…» «Σας ζήτησα συγγνώμη!» Εκείνος, όμως, αγνόησε τη διαμαρτυρία της. «Για τον λόγο αυτό, λοιπόν, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί εγώ θα πρέπει να είμαι αυτός που θα ζημιωθεί με την απώλεια της γραμματέως μου, αν το μόνο πρόβλημα σχετικά με την παραμονή σας στην υπηρεσία μου είναι απλώς η δική σας δυσφορία». «Ναι, αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα!» απάντησε η Άννα, ξέροντας ότι η λέξη δεν μπορούσε ούτε στο ελάχιστο να περιγράψει το μαρτύριο που σίγουρα θα περνούσε αν έπρεπε να συνεχίσουν όλα ως είχαν. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να πάρει δυνάμεις. «Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω». «Τότε λοιπόν», είπε ο Έντουαρντ με σκληρότητα, «φοβάμαι πως δεν μπορώ να σας καταβάλω τον μισθό του τελευταίου μηνός». «Αυτό είν…» ψέλλισε η Άννα και σταμάτησε πριν ολοκληρώσει τη φράση της, όταν συνειδητοποίησε με φρίκη τι ακριβώς σήμαινε αυτό. Η οικογένεια Ρεν είχε τεράστια ανάγκη αυτά τα χρήματα, που θα έρχονταν στο τέλος του μήνα. Είχαν δημιουργήσει ήδη κάποια μικρά χρέη στα μαγαζιά του χωριού. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ότι θα έχανε τη δουλειά της. Αν δεν εισέπραττε τα χρήματα από τον μισθό της, θα βρισκόταν σε εξαιρετικά δεινή θέση. «Ναι;» ρώτησε ο Έντουαρντ. «Αυτό είναι άδικο!» ξέσπασε η Άννα. «Μα, καλή μου, σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι είμαι ένας δίκαιος άνθρωπος;» της απάντησε με ένα χαμόγελο που έσταζε σαρκασμό. «Δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό!» «Φυσικά και μπορώ. Σου έχω πει τόσες φορές ότι είμαι ένας λόρδος, αλλά εσύ δεν εννοείς να το καταλάβεις». Έφερε τη γροθιά του κάτω από το σαγόνι του και στήριξε παιχνιδιάρικα το κεφάλι του λέγοντας: «Φυσικά, αν έρθεις πίσω στο Ρέιβενχιλ, ο μισθός σου θα καταβληθεί κανονικά και στο ακέραιο». Η Άννα έκλεισε το στόμα και προσπάθησε να ελέγξει την ανάσα της, αναπνέοντας με θόρυβο από τη μύτη. «Πολύ καλά. Θα επιστρέψω. Αλλά θέλω να πληρωθώ στο τέλος της εβδομάδας. Και να πληρώνομαι κάθε εβδομάδα». Εκείνος γέλασε. «Είσαι τόσο δύσπιστη!» Την πλησίασε για λίγο και πιάνοντας το χέρι της, το φίλησε. Έπειτα γύρισε το χέρι της από την άλλη και πέρασε τη γλώσσα του πάνω από το εσωτερικό της παλάμης της. Για ένα δευτερόλεπτο, όσο κράτησε εκείνο το αισθησιακό πέρασμα της ζεστής, υγρής σάρκας πάνω από το δέρμα της, ένιωσε όλα της τα νεύρα να ξυπνούν, ταράζοντας το κορμί της. Και χωρίς άλλη λέξη εξαφανίστηκε, πριν η Άννα προλάβει να διαμαρτυρηθεί. Γιατί ήταν σχεδόν σίγουρη πως αν είχε τον χρόνο, θα είχε διαμαρτυρηθεί. Σχεδόν σίγουρη. Ξεροκέφαλη, ξεροκέφαλη γυναίκα. Ο Έντουαρντ κάθισε με φόρα στη σέλα του αλόγου του. Κάθε άλλη γυναίκα στο Λιτλ Μπάτλφορντ θα πουλούσε και τη μάνα της για να τον παντρευτεί. Διάβολε, οι περισσότερες γυναίκες στην Αγγλία θα


πουλούσαν όλη τους την οικογένεια, τους υπηρέτες, ακόμα και τα κατοικίδιά τους για να τον παντρευτούν. Ο Έντουαρντ ρουθούνισε περήφανα. Δεν ήταν εγωιστής. Δεν είχε να κάνει με αυτόν προσωπικά. Ο τίτλος που έφερε το όνομά του είχε μεγάλη αξία στην αγορά των γαμπρών. Αυτό και τα χρήματα φυσικά, που συνόδευαν το όνομα και το αξίωμα. Αλλά όχι για την Άννα Ρεν, μια απένταρη χήρα ταπεινής κοινωνικής θέσης. Όχι. Γι’ αυτή και μόνο γι’ αυτή ήταν αρκετός μόνο για το κρεβάτι της, όχι για να γίνει και σύζυγός της. Ο Έντουαρντ έσφιξε τα γκέμια καθώς είδε το άλογο να τρομάζει από ένα φύλλο που πετούσε με τον αέρα. Λοιπόν, αυτή η ίδια η λαγνεία της που την είχε οδηγήσει στο πορνείο και στο κρεβάτι μαζί του θα ήταν και η καταστροφή της. Την είχε δει πώς κοιτούσε το στόμα του λίγο πριν, πάνω στον καβγά και τότε του μπήκε η ιδέα: Γιατί να μη χρησιμοποιήσει την ίδια της τη λαγνεία για να πετύχει τους σκοπούς του; Τι σημασία είχε για ποιον λόγο είχε αποφασίσει να τον αποπλανήσει –είτε ήταν τα σημάδια στο πρόσωπο είτε κάτι άλλο–, το γεγονός ήταν ότι το είχε κάνει. Της άρεσε το στόμα του ε; Θα την ανάγκαζε λοιπόν να το βλέπει κάθε μέρα, όλη μέρα, όσο έπαιζε τον ρόλο της γραμματέως. Και θα φρόντιζε να της θυμίζει και όλα τα άλλα που λαχταρούσε αλλά δεν μπορούσε να έχει, μέχρι να δεχτεί να πει το ναι. Ο Έντουαρντ χαμογέλασε ικανοποιημένος. Μα την αλήθεια, θα το απολάμβανε πολύ, να της δείχνει κάθε τόσο όλα όσα θα αποκτούσε αν γινόταν γυναίκα του. Η αχαλίνωτη φύση της θα την ανάγκαζε τελικά να υποκύψει. Και θα γινόταν δική του. Η σκέψη και μόνο τον έκανε να νιώσει μια ανακούφιση. Δεν ήταν και άσχημο πράγμα για έναν άντρα να έχει μια τόσο λάγνα γυναίκα. Ναι, πράγματι, καθόλου άσχημο. Και χαμογελώντας αυτάρεσκα και πλατιά, έμπηξε τα τακούνια του στα πλευρά του αλόγου και ξεκίνησε να καλπάζει προς το σπίτι.


Κεφάλαιο Δεκαοκτώ Η Αύρα κοιτούσε με τρόμο τον άντρα της. Τότε οι πρώτες αχτίδες του ήλιου μπήκαν από το ψηλότερο παράθυρο της κάμαρας και έπεσαν πάνω στον πρίγκιπα. Το σώμα του άρχισε να ζαρώνει και να συσπάται. Οι δυνατοί και μυώδεις ώμοι του άρχισαν να συρρικνώνονται και να μικραίνουν. Το καλοσχηματισμένο, σαν κομψοτέχνημα στόμα του άρχισε να μακραίνει και να σκληραίνει. Και τα μακριά και λεπτά δάχτυλα μεταμορφώθηκαν σε μεγάλα και μακριά φτερά. Και καθώς το κοράκι έπαιρνε την τελική μορφή του, οι τοίχοι του παλατιού άρχισαν να τρέμουν και να κουνιούνται, ώσπου διαλύθηκαν στον αέρα σαν καπνός και εξαφανίστηκαν. Ο ήχος από εκατοντάδες φτερά που χτυπούσαν τον αέρα απλώθηκε δυνατός και απειλητικός γύρω από την Αύρα, καθώς όλη η αυλή του πρίγκιπα, με όλους τους ακολούθους και τους υπηρέτες του πέταξε προς τον ουρανό σαν μεγάλο σμήνος. Η Αύρα κοίταξε γύρω της. Ήταν μόνη, γυμνή, χωρίς τροφή και νερό, σε μια ξερή και έρημη πεδιάδα, που απλωνόταν άγονη και τρομακτική προς όλες τις κατευθύνσεις, ως εκεί πού μπορούσε να φτάσει το μάτι του ανθρώπου. Από τον Πρίγκιπα Κοράκι

Η Άννα είχε σχεδόν χάσει την υπομονή της. Έπιασε τον εαυτό της να χτυπά νευρικά τη μύτη του ποδιού της στο έδαφος και έσπευσε να σταματήσει. Στεκόταν στην αυλή, έξω από τους στάβλους, ενώ ο Έντουαρντ λογομαχούσε με έναν από τους σταβλίτες για τη σέλα της Ντέιζι. Προφανώς υπήρχε κάποιο πρόβλημα με τη σέλα, αλλά φυσικά κανείς τους δεν είχε μπει στον κόπο να της εξηγήσει, γιατί αυτή ήταν γυναίκα. Αναστέναξε. Εδώ και μία εβδομάδα εκτελούσε τα καθήκοντά της υπάκουα, δαγκώνοντας τη γλώσσα της κάθε τόσο. Ήταν σαφές ότι πολλές φορές οι διαταγές του Έντουαρντ ήταν προσεκτικά διατυπωμένες, ώστε να την κάνουν να χάνει κάθε τόσο την ψυχραιμία της. Επιπλέον, τουλάχιστον μία φορά την ημέρα, άκουγε τον Έντουαρντ να κάνει κάποιο πικρόχολο σχόλιο για την απιστία και την μπαμπεσιά των γυναικών. Και δεν υπήρχε σχεδόν ούτε μια στιγμή μέσα στην ημέρα που να σήκωνε τα μάτια της προς τον Έντουαρντ και δεν τον έπιανε να την κοιτάζει επίμονα. Εκείνη από την άλλη ήταν ευπρεπής και σεμνή και όλο αυτό τη σκότωνε κάθε μέρα κι από λίγο. Η Άννα έκλεισε για λίγο τα μάτια. Υπομονή. Η υπομονή ήταν μια αρετή που αυτή τη στιγμή της ήταν απαραίτητη και μάλιστα σε τεράστιες δόσεις. «Μήπως σας πήρε ο ύπνος;» είπε ο Έντουαρντ καθώς πέρασε από δίπλα της κι εκείνη αναπήδησε σαστισμένη και γούρλωσε τα μάτια, μια αντίδραση που εκείνος δεν πρόλαβε να δει, αφού της είχε ήδη γυρίσει την πλάτη και απομακρυνόταν. «Ο Τζορτζ λέει πως το λουρί της σέλας είναι φαγωμένο και θα πρέπει να το αλλάξει. Θα πάρουμε τη μικρή άμαξα». «Δεν νομίζω πως…» πήγε να πει η Άννα. Εκείνος, όμως, περπατούσε ήδη προς την ομάδα των νεαρών που ετοίμαζαν τα άλογα και τα έδεναν στο αμάξωμα. Η Άννα έμεινε για ένα λεπτό ακίνητη, με τα λόγια της ακόμα μετέωρα και το στόμα ανοιχτό. Όταν συνήλθε, προσπάθησε με ένα τρεχαλητό να φτάσει τον


Έντουαρντ. «Λόρδε μου!» Εκείνος δεν της έδωσε την παραμικρή σημασία. «Έντουαρντ!» είπε μέσα από τα δόντια της. «Αγάπη μου;» είπε ξαφνικά και σταμάτησε τόσο απότομα, που η Άννα κόντεψε να πέσει επάνω του με τη φόρα που είχε πάρει. «Μη με λέτε έτσι», είπε η Άννα τονίζοντας την κάθε λέξη, σφίγγοντας τα χείλη. Είχε αναγκαστεί να πει το ίδιο πράγμα τόσες φορές μέσα στην εβδομάδα, που είχε γίνει σχεδόν αστείο. «Δεν υπάρχει χώρος σε αυτό το πράγμα για υπηρέτη ή ιπποκόμο». Εκείνος έριξε μια ματιά στη μικρή άμαξα. Ο Τζοκ είχε ήδη ανέβει και πάρει τη θέση του στο μοναδικό και στενό κάθισμα, έτοιμος να πάει τη βόλτα του. «Γιατί να θέλω να πάρω μαζί μου ιπποκόμο ή υπηρέτη για μια επιθεώρηση στα χωράφια;» Η Άννα έσφιξε τα χείλη και είπε: «Ξέρετε πολύ καλά για ποιον λόγο». Εκείνος ανασήκωσε τα φρύδια του, δήθεν ανήξερος. «Για να έχουμε κάποια συνοδεία», είπε και χαμογέλασε γλυκά, για να μη δώσει τροφή για σχόλια στο προσωπικό των στάβλων που έστεκε τριγύρω. Εκείνος έγειρε προς το μέρος της, «Γλυκιά μου, με κολακεύεις, αλλά ακόμα κι εγώ δεν θα μπορούσα να σε αποπλανήσω σε μια άμαξα σαν αυτή». Η Άννα κοκκίνισε. Το ήξερε αυτό. «Εγώ…» Ο Έντουαρντ άρπαξε το χέρι της και πριν προλάβει να αρθρώσει την επόμενη λέξη, την τράβηξε προς την άμαξα και την πέταξε με δύναμη στη θέση του συνοδηγού. Εκείνος πήγε να βοηθήσει τους σταβλίτες που συνέχιζαν να ασχολούνται με το δέσιμο των αλόγων πάνω στην άμαξα. «Ανυπόφορος άνθρωπος», είπε η Άννα στον Τζοκ, μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια της. Ο σκύλος κούνησε την ουρά του σαν να συμφωνούσε και άφησε το κεφάλι του να πέσει πάνω στον ώμο της, λερώνοντας το φόρεμά της με τα σάλια που έτρεχαν πάντα και ασταμάτητα από το τεράστιο στόμα του. Πέρασαν λίγα ακόμα λεπτά και ο Έντουαρντ έδωσε ένα σάλτο και προσγειώθηκε στην άμαξα με πάταγο. Τράβηξε τα γκέμια με δύναμη και τα άλογα άρχισαν να κινούνται, τραβώντας πίσω τους την άμαξα, που ξεκίνησε με ένα απότομο τίναγμα προς τα μπρος. Η Άννα άρπαξε την πλάτη του καθίσματος για να κρατηθεί στη θέση της. Ο Τζοκ από την άλλη, πανευτυχής, όρθωσε το ανάστημά του κόντρα στον αέρα, με τα αφτιά του να ανεμίζουν χαρωπά. Η άμαξα είχε αναπτύξει ταχύτητα και παίρνοντας μια στροφή χωρίς να την ελαττώσει, έκανε την Άννα να πέσει πάνω στον Έντουαρντ. Για μια μόνο στιγμή το στήθος της πίεσε την έξω πλευρά του μπράτσου του. Εκείνη αμέσως κάθισε και πάλι ίσια στη θέση της και πιάστηκε από τα πλάγια για να σταθεροποιηθεί. «Αυτό το κάνατε επίτηδες;» Η ερώτησή της όμως δεν πήρε καμία απάντηση. «Αν με ταρακουνάτε κατ’ αυτό τον τρόπο για να με βάλετε στη θέση μου», είπε ξεφυσώντας συγχυσμένη, «πιστεύω πως η συμπεριφορά σας είναι τουλάχιστον παιδαριώδης». Το εβένινο μάτι του της έριξε μια λοξή ματιά μέσα από τις πλούσιες και σκούρες


βλεφαρίδες του. «Αν θέλετε να με τιμωρήσετε», είπε η Άννα, «μπορώ ίσως να το καταλάβω, αλλά η καταστροφή της άμαξάς σας δεν θα ήταν ούτε προς το δικό σας συμφέρον». Εκείνος μείωσε ελάχιστα την ταχύτητά τους. Η Άννα έβαλε και πάλι τα χέρια της στην ποδιά της. «Γιατί να θέλω να σας τιμωρήσω;» τη ρώτησε. «Ξέρετε γιατί», είπε εκείνη. Πράγματι, ήταν ο πιο ανυπόφορος άνθρωπος που είχε ποτέ γνωρίσει. Συνέχισαν για λίγο τον δρόμο τους χωρίς να μιλάνε. Ο ουρανός είχε αρχίσει να φωτίζει και να ροδίζει με απαλές κόκκινες αποχρώσεις. Η Άννα μπόρεσε να δει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του καθαρά τώρα, δεν φαινόταν να έχει διάθεση για εκμυστηρεύσεις. «Πραγματικά λυπάμαι», είπε με έναν αναστεναγμό η Άννα. «Λυπάσαι που σε ανακάλυψα;» η φωνή του Έντουαρντ ήταν ύποπτα γλυκιά και ήπια. Εκείνη δάγκωσε το μάγουλό της νευρικά. «Λυπάμαι που σας εξαπάτησα». «Αυτό δυσκολεύομαι να το πιστέψω». «Υπονοείτε ότι λέω ψέματα;» είπε η Άννα σφίγγοντας τα δόντια της για να συγκρατήσει τον θυμό της, υπενθυμίζοντας στον εαυτό της ότι είχε ορκιστεί να κάνει υπομονή. «Μα, ναι, γλυκιά μου, αυτό μάλλον υπονοώ», είπε κι εκείνος τρίζοντας τα δικά του δόντια. «Απ’ ό,τι φαίνεται έχεις μια εξαιρετική ικανότητα στο ψέμα». Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα. «Καταλαβαίνω γιατί το πιστεύετε αυτό, αλλά, σας παρακαλώ, πρέπει να πιστέψετε ότι ποτέ δεν είχα την πρόθεση να σας κάνω κακό». Ο Έντουαρντ χασκογέλασε ειρωνικά. «Ναι, ωραία, τέλεια. Βρισκόσουν σε ένα από τα πιο φημισμένα πορνεία του Λονδίνου, ντυμένη σαν πρωτοκλασάτη πουτάνα κι εγώ απλώς έτυχε να πέσω πάνω σου. Ναι, καταλαβαίνω τώρα πώς έγινε η παρεξήγηση». Η Άννα μέτρησε μέχρι το δέκα. Έπειτα μέτρησε μέχρι το πενήντα. «Περίμενα εσάς. Μόνο εσάς». Αυτή η φράση φάνηκε να τον κλονίζει και για λίγα λεπτά η μορφή του ήταν αλλαγμένη. Ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά ψηλά στον ουρανό πια. Πήραν μια ακόμα κάπως απότομη στροφή και στο πέρασμά τους τρόμαξαν δυο λαγούς που στέκονταν στη μέση του δρόμου. «Γιατί;» γάβγισε εκείνος. Εκείνη είχε προς στιγμήν χάσει τον ειρμό της. «Τι;» «Γιατί διάλεξες εμένα, μετά από –πόσα ήταν– έξι χρόνια αγαμίας;» «Σχεδόν επτά», τον διόρθωσε. «Μα είσαι χήρα μόνο έξι χρόνια», παρατήρησε εκείνος. Ένιωσε το βλέμμα του Έντουαρντ να τη διαπερνά με έντονη περιέργεια. «Δεν έχει σημασία πόσος καιρός είχε περάσει, γιατί εμένα; Οι ουλές μου;…» «Δεν είχε να κάνει με τις αναθεματισμένες ουλές σας!» ξέσπασε η Άννα. «Οι ουλές σας δεν έχουν καμία σημασία για μένα, δεν το έχετε καταλάβει αυτό;» «Τότε γιατί;» Και τώρα ήταν η σειρά της να σιωπήσει. Ο ήλιος ήταν πολύ λαμπερός τώρα,


φώτιζε τα πάντα, δεν άφηνε τίποτα κρυφό. Προσπάθησε να του εξηγήσει. «Πίστευα… Όχι, ήξερα ότι υπήρχε μια έλξη ανάμεσά μας. Μετά εσείς φύγατε και συνειδητοποίησα ότι πήρατε όλα όσα νιώθατε για μένα με σκοπό να τα δώσετε σε μια άλλη γυναίκα. Μια γυναίκα που ούτε καν γνωρίζατε. Και ήθελα… είχα την ανάγκη…» Η Άννα σήκωσε τα χέρια της ψηλά σε απόγνωση. «Ήθελα να είμαι εγώ αυτή που θα – που θα έκανε έρωτα μαζί σας». Ο Έντουαρντ ξεροκατάπιε. Εκείνη δεν μπόρεσε να καταλάβει από την έκφρασή του αν ήταν αηδιασμένος, σοκαρισμένος ή απλώς γελούσε εις βάρος της. Ξαφνικά ένιωσε τον θυμό να βράζει και να ξεχειλίζει μέσα της. «Εσείς ήσαστε αυτός που πήγε στο Λονδίνο. Εσείς ήσαστε αυτός που αποφάσισε να – να κουτουπώσει μια άλλη γυναίκα. Εσείς ήσαστε αυτός που απομακρύνθηκε από μένα. Από εμάς. Ποιος έκανε τη μεγαλύτερη αμαρτία; Εγώ δεν σκοπεύω άλλο να…» Αλλά δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της. Ο Έντουαρντ τράβηξε τα γκέμια των αλόγων τόσο δυνατά, που αυτά σχεδόν στάθηκαν όρθια. Ο Τζοκ κόντεψε να εκσφενδονιστεί από το κάθισμα. Η Άννα άνοιξε το στόμα της τρομαγμένη, αλλά πριν προλάβει να πει κάτι, ένιωσε το στόμα του Έντουαρντ να καλύπτει αχόρταγα το δικό της. Έβαλε τη γλώσσα του ανάμεσα στα χείλη της και τα άνοιξε με ορμή, απροειδοποίητα, σπρώχνοντάς τη όλο και πιο μέσα, πιέζοντας τη δική της. Εκείνη ένιωσε τη γεύση του καφέ, που ήταν ακόμα έντονη πάνω στη γλώσσα του. Τα άγρια δάχτυλά του έτριβαν τη βάση του αυχένα της. Η ανδρική, βαριά, αισθησιακή μυρωδιά του τη μεθούσε γλυκά. Αργά και απρόθυμα, τα χείλη του τελικά άφησαν τα δικά της. Καθώς το στόμα του απομακρύνθηκε από το δικό της, της χάρισε ένα τελευταίο χάδι με τη γλώσσα του, που ήταν σαν να αποχαιρέτησε τα γλυκά χείλη της θλιμμένα. Η Άννα ανοιγόκλεισε τα μάτια της θαμπωμένη από τον ήλιο, καθώς το κεφάλι του απομακρύνθηκε και δεν τη σκίαζε πλέον. Ο Έντουαρντ κοίταξε με προσοχή το ζαλισμένο πρόσωπο και αυτό που είδε πρέπει να τον ικανοποίησε αρκετά. Χαμογέλασε επιδεικνύοντας τα κατάλευκα δόντια του. Έπειτα άρπαξε τα γκέμια και τα τράβηξε με δύναμη. Η άμαξα και πάλι αναπήδησε και η Άννα χρειάστηκε και πάλι να αρπάξει τα πλάγια στηρίγματα της άμαξας για να μην πέσει ενώ παράλληλα προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς είχε γίνει. Και δεν ήταν και εύκολο κάτι τέτοιο με τη γεύση αυτού του άντρα ακόμα μέσα στο στόμα της. «Θα σε παντρευτώ», φώναξε ο Έντουαρντ. Όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να βρει κάτι να πει. Κι έτσι δεν είπε τίποτα. Ο Τζοκ, όμως, γάβγισε χαρούμενος και άφησε τη γλώσσα του να ανεμίζει καθώς η άμαξα έτρεχε στον χωμάτινο, επαρχιακό δρόμο. Η Κόραλ έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω, για να αφήσει τις ευεργετικές αχτίδες του ήλιου να πέσουν πάνω στο τραυματισμένο πρόσωπο και να το ανακουφίσουν με τη ζεστασιά τους. Ήταν καθισμένη έξω ακριβώς από την πίσω πόρτα που οδηγούσε στον μικρό κήπο της οικογένειας Ρεν. Εκεί καθόταν κάθε μέρα από τότε που μπόρεσε να σηκωθεί από το κρεβάτι της, για να απολαύσει λίγο τον ήλιο και τον καθαρό αέρα. Γύρω της ένα σωρό πρασινάδες, άλλες ήμερες, άλλες άγριες, ξεπρόβαλλαν από το νωπό χώμα και αναζητούσαν και αυτές τον ζωογόνο ήλιο για να μεγαλώσουν.


Ένα πουλάκι ήταν εκεί κοντά ενθουσιασμένο, δεν σταμάτησε να τιτιβίζει δυνατά. Τι παράξενο, σκέφτηκε η κοπέλα, στο Λονδίνο κανείς δεν παρατηρεί τον ήλιο. Η βουή της μεγαλούπολης, οι φωνές τόσων ανθρώπων, ο βρόμικος καπνός και οι ρυπαροί, κατάμεστοι δρόμοι ήταν αρκετά για να αποσπάσουν την προσοχή των κατοίκων και τελικά κανείς δεν κοιτούσε τον ουρανό. Κανείς δεν ένιωθε το απαλό άγγιγμα του ήλιου. «Ω κύριε Χοπλ!» Η Κόραλ άνοιξε τα μάτια της όταν άκουσε τη φωνή της αδερφής της, αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Η Περλ κοντοστάθηκε για λίγο στην καγκελόπορτα του κήπου πριν την ανοίξει. Μαζί της ήταν ένας μικρόσωμος, αδύνατος άντρας που φορούσε το πιο κακόγουστο γιλέκο που είχε δει ποτέ η Κόραλ. Η συμπεριφορά του μαρτυρούσε πως ήταν ντροπαλός, γιατί συνεχώς τραβούσε νευρικά το παρδαλό γιλέκο προς τα κάτω. Αλλά αυτό δεν της φάνηκε διόλου παράξενο. Πολλοί άντρες ένιωθαν αμηχανία μπροστά σε μια κοπέλα που έβρισκαν ελκυστική. Τουλάχιστον αυτό ίσχυε, μάλλον, για τους έντιμους και καλούς ανθρώπους. Αλλά και η Περλ φάνηκε να έχει κάποια αμηχανία, έτσι όπως έπαιζε νευρικά και ασυναίσθητα με τις μπούκλες των μαλλιών της. Και αυτό ήταν πράγματι παράξενο. Ένα από τα πρώτα και βασικά μαθήματα που έπαιρνε μια πόρνη ήταν να φορά πάντα τη μάσκα της αυτοπεποίθησης, ίσως ακόμα και του θράσους, σε κάθε της επαφή με το ισχυρό φύλο. Ήταν μια τακτική επιβίωσης. Η Περλ αποχαιρέτησε τον συνοδό της με ένα χαριτωμένο, πνιχτό γελάκι. Άνοιξε την καγκελόπορτα και μπήκε στον λιλιπούτιο κήπο. Είχε ήδη φτάσει στην πίσω πόρτα του σπιτιού, όταν παρατήρησε την αδερφή της καθισμένη στο σκαμνάκι της. «Ο Χριστός και η Παναγία, με τρόμαξες! Δεν σε είχα δει!» είπε η Περλ όταν την είδε ξαφνικά, γυρνώντας απότομα το αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο. «Κόντεψα να τα κάνω πάνω μου από τον φόβο». «Το βλέπω», είπε η Κόραλ. «Δεν φαντάζομαι να ψάχνεις για νέο προστάτη; Δεν χρειάζεται να δουλεύεις άλλο. Εξάλλου, σε λίγες μέρες φεύγουμε για το Λονδίνο, τώρα που είμαι καλύτερα». «Δεν είναι προστάτης», απάντησε η Περλ. «Τουλάχιστον όχι όπως το εννοείς εσύ. Μου πρότεινε δουλειά, ως καμαριέρα στο Ρέιβενχιλ». «Καμαριέρα;» «Ναι», είπε η Περλ κοκκινίζοντας. «Έχω εκπαιδευτεί ως καμαριέρα, ξέρεις. Θα μπορούσα να γίνω πολύ καλή στη δουλειά αυτή. Το ξέρω». Η Κόραλ συνοφρυώθηκε. «Μα δεν χρειάζεται να δουλεύεις καθόλου. Σου είπα πως θα σε φροντίσω εγώ και θα το κάνω». Η αδερφή της όρθωσε την πλάτη της και τέντωσε το στέρνο της αγέρωχη. «Σκοπεύω να μείνω εδώ με τον κύριο Φίλιξ Χοπλ». Η Κόραλ έμεινε ανέκφραστη να την κοιτάζει για λίγο. Η Περλ, όμως, δεν άλλαξε στάση. «Γιατί;» τη ρώτησε τελικά με τόνο στεγνό. «Ζήτησε την άδειά μου να με φλερτάρει κι εγώ του την έδωσα». «Και όταν μάθει τι είδους γυναίκα είσαι;» «Νομίζω πως το ξέρει ήδη». Η Περλ διέκρινε την απορία στο βλέμμα της Κόραλ και έσπευσε να της εξηγήσει. «Δηλαδή δεν του το έχω πει εγώ, αλλά όταν


χρειάστηκε να μείνω εδώ εκείνη την πρώτη φορά, το είχε μάθει όλο το χωριό. Και αν δεν το ξέρει ήδη, θα του το πω εγώ. Νομίζω, όμως, πως θα με θέλει παρ’ όλα αυτά». «Μπορεί εκείνος να αποδεχτεί την παλιά σου ζωή, αλλά οι κάτοικοι αυτού του χωριού αποκλείεται», της είπε τρυφερά η αδερφή της. «Ω ξέρω ότι θα είναι δύσκολο. Αλλά δεν είμαι πια κοριτσάκι με ρόδινα μάγουλα και τα μυαλά πάνω από το κεφάλι. Κι εκείνος είναι ένας σωστός κύριος». Η Περλ γονάτισε δίπλα στο σκαμνάκι της Κόραλ. «Μου φέρεται με τόση ευγένεια και με κοιτάζει σαν να είμαι κι εγώ μια σωστή κυρία». «Και θα μείνεις εδώ;» «Κι εσύ μπορείς να μείνεις», είπε η Περλ αθώα και άπλωσε να πιάσει το χέρι της αδερφής της. «Μπορούμε να ξεκινήσουμε μια καινούρια ζωή εδώ και οι δυο μας. Να κάνουμε οικογένειες, παιδιά, σαν όλους τους ανθρώπους. Θα μπορούσαμε να έχουμε το δικό μας εξοχικό σπιτάκι, σαν αυτό εδώ και να μένουμε μαζί. Δεν θα ήταν υπέροχο αυτό;» Η Κόραλ κοίταξε το χέρι της που ήταν πλεγμένο με το χέρι της μεγαλύτερης αδερφής της. Τα χέρια της Περλ ήταν χέρια ηλιοκαμένα, με μικρές, λευκές, βαθιές ρυτίδες γύρω από τα νύχια, η κληρονομιά από τα χρόνια της ως υπηρέτρια. Το δικό της χέρι ήταν άσπρο, λείο και το δέρμα της ασυνήθιστα απαλό. Το τράβηξε από το χέρι της αδερφής της. «Φοβάμαι πως εγώ δεν μπορώ να μείνω εδώ», απάντησε η Κόραλ προσπαθώντας να χαμογελάσει, χωρίς, όμως, να τα καταφέρει. «Το σπίτι μου εμένα είναι το Λονδίνο, δεν μπορώ να νιώσω άνετα κάπου αλλού». «Μα…» «Σώπασε, καλή μου. Η δική μου πορεία σε αυτή τη ζωή έχει χαραχθεί πολύ καιρό τώρα». Η Κόραλ σηκώθηκε και τίναξε τη φούστα της. «Εξάλλου, όλη αυτή η λιακάδα και ο καθαρός αέρας δεν κάνουν καθόλου καλό στην επιδερμίδα μου. Έλα μέσα να με βοηθήσεις να μαζέψω τα πράγματά μου». «Αν είναι αυτό που θέλεις πραγματικά», απάντησε η Περλ υπάκουα. «Είναι», είπε η Κόραλ και άπλωσε το χέρι της για να τραβήξει και την αδερφή της, που ήταν ακόμα γονατισμένη. «Μου είπες πώς νιώθει ο κύριος Χοπλ για σένα, αλλά δεν μου είπες πώς νιώθεις εσύ γι’ αυτόν». «Με κάνει να νιώθω ασφάλεια και ζεστασιά», είπε η Περλ κοκκινίζοντας. «Και φιλά τόσο ωραία». «Τάρτα με κρέμα λεμόνι», μουρμούρισε η Κόραλ. «Πάντα σου άρεσε η τάρτα με κρέμα λεμόνι». «Τι;» «Τίποτα, καλή μου», είπε η Κόραλ και έδωσε ένα τρυφερό φιλί στην αδερφή της. «Χαίρομαι απλώς που βρήκες τον άντρα της ζωής σου». «Και επιπλέον, αυτή η θεότρελη θεωρία που υποστηρίζετε απλώς επιβεβαιώνει τις υποψίες μου για την προχωρημένη γεροντική ανία από την οποία προφανώς υποφέρετε. Έχετε την αμέριστη συμπάθειά μου». Η Άννα έγραφε μανιωδώς όλα όσα υπαγόρευε ο Έντουαρντ, ενώ εκείνος βάδιζε πάνω-κάτω μπροστά στο μικρό γραφείο της. Ήταν η πρώτη φορά που έκανε αυτή


τη δουλειά και συνειδητοποίησε ότι ήταν πολύ δυσκολότερη από ό,τι φανταζόταν. Και το γεγονός ότι ο Έντουαρντ μιλούσε με υπερβολική ταχύτητα όταν υπαγόρευε τις επιστολές του έκανε το πράγμα ακόμα πιο ακατόρθωτο. Με την άκρη του ματιού της έπιασε τον γνώριμο κόκκινο τόμο, τον Πρίγκιπα Κοράκι, που βρισκόταν και πάλι ακουμπισμένος πάνω στο γραφείο της. Από εκείνη τη διαδρομή που έκαναν με τη μικρή άμαξα στα χωράφια δυο μέρες πριν, ο Έντουαρντ κι εκείνη είχαν ξεκινήσει ένα παράξενο παιχνίδι με αυτό το βιβλίο. Ένα πρωί είχε βρει το κόκκινο βιβλίο να την περιμένει τοποθετημένο στο κέντρο του τραπεζιού της. Του το είχε επιστρέψει χωρίς να πει κουβέντα, αλλά μετά το μεσημεριανό ανακάλυψε ότι ο τόμος βρισκόταν και πάλι πάνω στο μικρό γραφείο της. Εκείνη το ξαναέβαλε στο γραφείο του Έντουαρντ και από τότε η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε ξανά και ξανά. Πολλές φορές. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχε βρει το κουράγιο να τον ρωτήσει τι ακριβώς σήμαινε αυτό το βιβλίο για εκείνον και γιατί επέμενε να της το δίνει συνεχώς. Τώρα ο Έντουαρντ βρισκόταν κάπου στη μέση του κειμένου που ήθελε να στείλει. «Ίσως η θλιβερή κατάντια της πνευματικής σας διαύγειας να οφείλεται σε κάποια κληρονομικότητα». Έβαλε τη γροθιά του σφιγμένη στο γραφείο του, παρασυρμένος από τον οίστρο της συγγραφής. «Θυμάμαι τον θείο σας, τον δούκα του Άρλινγκτον, ο οποίος επιδείκνυε την ίδια ακριβώς στενοκεφαλιά στο θέμα της εκτροφής χοίρων. Μάλιστα κάποιοι ισχυρίζονται ότι η τελευταία αποπληκτική κρίση που υπέστη ήταν κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης πάνω στις γέννες και στα μαντριά. Κάνει ζέστη εδώ μέσα ή μόνο εγώ ζεσταίνομαι;» Η Άννα είχε ήδη αρχίσει να γράφει την τελευταία φράση του και σταμάτησε πριν ολοκληρώσει τη λέξη «μέσα», όταν φυσικά συνειδητοποίησε ότι μιλούσε στην ίδια. Σήκωσε το βλέμμα της και μόλις πρόλαβε να τον δει να βγάζει το σακάκι του. «Όχι, το δωμάτιο έχει μια ωραία θερμοκρασία», απάντησε. Το χαμόγελό της πάγωσε, όμως, όταν είδε τον Έντουαρντ να βγάζει και τη γραβάτα του. «Ζεσταίνομαι πολύ», απάντησε εκείνος και ξεκούμπωσε το γιλέκο του. «Μα τι κάνετε;» είπε με φωνή κάπως τσιριχτή η Άννα. «Σας υπαγορεύω μια επιστολή», απάντησε με μια προσποιητή αθωότητα, ανασηκώνοντας ανήξερος τα φρύδια του. «Εσείς γδύνεστε». «Όχι, θα συμφωνούσα μαζί σας αν είχα βγάλει και το πουκάμισό μου», είπε ο Έντουαρντ ενώ είχε αρχίσει να ξεκουμπώνει και τα κουμπιά του πουκαμίσου του. «Έντουαρντ!» «Αγάπη μου;» «Βάλε το πουκάμισό σου αυτή τη στιγμή», είπε η Άννα σφίγγοντας τα δόντια της. «Μα γιατί; Βρίσκεις το θέαμα αποκρουστικό;» «Ναι», είπε η Άννα, αλλά αμέσως έκανε έναν μορφασμό βλέποντας το ύφος του. «Όχι! Βάλε το πουκάμισό σου!» «Είσαι σίγουρη ότι οι ουλές μου δεν σου προκαλούν απέχθεια;» είπε και έγειρε προς το μέρος της, με τα δάχτυλά του να τρέχουν πάνω από το σκαμμένο δέρμα στο στέρνο του. Τα μάτια της, σαν υπνωτισμένα, ακολούθησαν το σαγηνευτικό χέρι του, αλλά η Άννα προσπάθησε να συγκρατηθεί και με ένα τίναγμα επανήλθε και ξεκόλλησε τα


μάτια της από πάνω του. Ήταν έτοιμη να του πετάξει μια σαρκαστική απάντηση για να τον πικάρει, αλλά σταμάτησε αμέσως βλέποντας το βλέμμα του Έντουαρντ. Το θέμα ήταν σίγουρα κάτι που για αυτόν τον ανυπόφορο άνθρωπο είχε τεράστια σημασία. Αναστέναξε. «Δεν βρίσκω τίποτα επάνω σου που να μου προκαλεί απέχθεια, όπως πολύ καλά γνωρίζεις». «Τότε άγγιξέ με». «Έντουαρντ…» «Κάνε το», ψιθύρισε εκείνος. «Πρέπει να ξέρω», είπε και έπιασε το χέρι της για να την τραβήξει προς το μέρος του και να την αναγκάσει να σταθεί απέναντί του. Η Άννα κοίταξε το πρόσωπό του και προσπάθησε να κατευνάσει μέσα της την πάλη, που από τη μια την ωθούσε να κρατήσει τους τύπους και τα προσχήματα, ενώ από την άλλη την έσπρωχνε να κάνει ό,τι έπρεπε για να ανακουφίσει την αγωνία του. Το βασικό πρόβλημα φυσικά ήταν ότι πραγματικά ήθελε να τον αγγίξει. Πολύ περισσότερο από ό,τι έπρεπε. Εκείνος περίμενε. Εκείνη σήκωσε το χέρι της. Δίστασε. Έπειτα τον άγγιξε. Η παλάμη της άνοιξε και απλώθηκε τρεμάμενη στο στήθος του, εκεί που τελείωνε ο λαιμός και άρχιζε το στήθος, πάνω στην καρδιά του. Τα μάτια του λες και είχαν πάρει ένα ακόμα πιο βαθύ μαύρο χρώμα καθώς την κοιτούσαν επίμονα. Και το δικό της στήθος άρχισε να ανταποκρίνεται και να φουσκώνει γεμίζοντας αέρα, καθώς το χέρι της γλίστρησε πάνω στο αγαπημένο, μυώδες στέρνο. Με τα ακροδάχτυλά της ένιωσε τα βαθουλώματα των πληγών και το χέρι της σταμάτησε πάνω από μια ουλή, αφήνοντας το μεσαίο δάχτυλο να διαγράψει έναν κύκλο γύρω της. Τα βλέφαρά του έκλεισαν αργά, λες και βάρυναν ξαφνικά. Τα δάχτυλα της Άννας συνέχισαν ψηλαφώντας μια άλλη ουλή λίγο πιο κάτω. Εκείνη κοίταξε το χέρι της πάνω στο τραυματισμένο για πάντα δέρμα του και αναλογίστηκε τον πόνο που κάθε τέτοιο σημάδι έφερε στην ψυχή του. Ήταν μόνο ένα παιδί και δεν είχε να αντιμετωπίσει μόνο τον σωματικό, αλλά και τον αβάσταχτο ψυχικό πόνο εκείνης της περιπέτειας. Δεν ακουγόταν τίποτα στον χώρο, εκτός από τις δυο ανάσες που γίνονταν όλο και πιο γρήγορες. Δεν είχε ποτέ εξερευνήσει ένα αντρικό στήθος από τόσο κοντά και με τέτοια λεπτομέρεια. Ήταν υπέροχο. Αισθησιακό. Μια εμπειρία πιο ερωτική ακόμα και από την ίδια τη σεξουαλική πράξη. Και έγειρε προς το μέρος του, μαγνητισμένη από μια δύναμη τόσο ισχυρή, που της ήταν αδύνατον να αντισταθεί. Οι τρίχες του στήθους του γαργάλησαν τα χείλη της. Εκείνη κόλλησε το πρόσωπό της επάνω του, απολαμβάνοντας τη ζέστη που ανέδιδε το κορμί του. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε πιο γρήγορα τώρα. Εκείνη άνοιξε το στόμα της και άφησε τον αέρα που είχε συγκεντρωθεί στο στήθος της να βγει από μέσα της. Η γλώσσα της βγήκε απαλά για να πάρει μια γεύση από την αλμύρα του. Ένα αγκομαχητό ακούστηκε, ίσως από τον ένα, ίσως όμως και από τους δύο ταυτόχρονα. Τα χέρια της αγκάλιασαν τα πλευρά του και ένιωσε τα δικά του χέρια να την τραβούν πάνω του μαλακά. Η γλώσσα της συνέχισε να εξερευνά και να γεύεται τις μικρές, άτακτες τρίχες, τον αλμυρό ιδρώτα, την άγρια και σκληρή ρώγα του. Το αλάτι από τα δικά της δάκρυα.


Και τότε ανακάλυψε ότι τα μάτια της ήταν υγρά με δάκρυα, που έτρεχαν αργά πάνω στα μάγουλά της, έφταναν στο στόμα της και αναμειγνύονταν με τον ιδρώτα του Έντουαρντ. Δεν μπόρεσε να καταλάβει τον λόγο, αλλά ήταν αδύνατον να τα σταματήσει. Τόσο δύσκολο όσο το να σταματήσει το κορμί της να ποθεί αυτόν τον άντρα και την καρδιά της να τον… αγαπά. Η συνειδητοποίηση σαν να την ξύπνησε από τον λήθαργο και να καθάρισε για λίγο το σύννεφο που είχε καταλάβει το μυαλό της. Πήρε μια ανάσα τρέμοντας ακόμα και αποτραβήχτηκε αφήνοντας το αγκάλιασμά του. Τα χέρια του, όμως, προσπάθησαν να την κρατήσουν. «Άννα…» «Σε παρακαλώ, άφησέ με», είπε με φωνή βραχνή. «Διάβολε», απάντησε, αλλά υπάκουσε και χαμήλωσε τα μπράτσα του για να την απελευθερώσει. Εκείνη απομακρύνθηκε κάνοντας μερικά γρήγορα βήματα. «Αν νομίζεις ότι θα το ξεχάσω αυτό…» της είπε κοιτάζοντάς τη βλοσυρά. «Δεν χρειάζεται να μου το πεις», απάντησε με ένα νευρικό γέλιο, νιώθοντας ότι βρισκόταν πολύ κοντά στο να χάσει την ψυχραιμία της. «Ξέρω πολύ καλά πως δεν ξεχνάς τίποτα – ούτε συγχωρείς τίποτα». «Διάβολε, ξέρεις πολύ καλά ότι…» Εκείνη τη στιγμή, ένας χτύπος ακούστηκε στην πόρτα της βιβλιοθήκης. Ο Έντουαρντ απομακρύνθηκε και ίσιωσε την πλάτη του, περνώντας το χέρι του βιαστικά μέσα από τα μαλλιά του, λύνοντας έτσι σχεδόν την κοτσίδα του. «Τι;» Ο κύριος Χοπλ έβγαλε αργά το κεφάλι του πίσω από την πόρτα πριν την ανοίξει διστακτικά. Μόλις είδε την κατάσταση του λόρδου, κοντοστάθηκε και ανοιγόκλεισε τα μάτια μερικές φορές με αμηχανία, αλλά παρ’ όλα αυτά αποφάσισε να μιλήσει. «Με σ-σ-συγχωρείτε, λόρδε μου, αλλά ο Τζον ο αμαξάς λέει πως η πίσω ρόδα της άμαξας είναι ακόμα στον σιδερά για επισκευή». Ο Έντουαρντ έριξε ένα βλοσυρό βλέμμα στον επιστάτη του και άρπαξε το πουκάμισό του. Η στιγμή ήταν κατάλληλη για να μπορέσει η Άννα να σκουπίσει τα δάκρυα από τα μάτια της χωρίς να γίνει αντιληπτή. «Με διαβεβαιώνει φυσικά ότι χρειάζεται μια ακόμα μέρα», συνέχισε ο κύριος Χοπλ τρομαγμένος, «το πολύ δύο». «Δεν έχω τόσο χρόνο στη διάθεσή μου, άνθρωπέ μου», απάντησε ο Έντουαρντ, ο οποίος είχε ήδη ντυθεί πάλι κανονικά και τώρα βρισκόταν πάνω από το γραφείο του, μαζεύοντας με φούρια τα πράγματά του, ενώ διάφορα χαρτιά κατέληγαν στο πάτωμα με τις απότομες κινήσεις του. «Θα πάρουμε τη μικρή άμαξα και οι υπηρέτες θα έρθουν αργότερα, όταν επισκευαστεί η μεγάλη». Η Άννα του έριξε ένα βλέμμα γ