Page 1


Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.

Εκδόσεις Πατάκη – Ξένη λογοτεχνία Σύγχρονη ξένη λογοτεχνία – 377 Audrey Carlan, Το κορίτσι του ημερολογίου. Βιβλίο ΙΙ Τίτλος πρωτοτύπου: Calendar girl. Volume two Μετάφραση: Νίνα Μπούρη Υπεύθυνος έκδοσης: Κώστας Γιαννόπουλος Επιμέλεια-Διόρθωση: Κώστας Σίμος Σελιδοποίηση: Παναγιώτης Βογιατζάκης Φιλμ-Μοντάζ: Aναγραφή © Copyright Audrey Carlan, 2015 © Copyright για την ελληνική γλώσσα, Σ. Πατάκης ΑΕΕΔΕ (Εκδόσεις Πατάκη), 2016 Πρώτη έκδοση στην ελληνική γλώσσα από τις Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, Απρίλιος 2017 ΚΕΤ Α457 ΚΕΠ 244/17 ISBN 978-960-16-6943-4 Πρώτη ψηφιακή έκδοση από τις Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, Μάιος 2017 ΚΕΤ A458 ISBN 978-960-16-7007-2 ΠΑΝΑΓΗ ΤΣΑΛΔΑΡΗ (ΠΡΩΗΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ) 38, 104 37 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.: 210.36.50.000, 210.52.05.600, 801.100.2665, ΦΑΞ: 210.36.50.069 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: ΕΜΜ. ΜΠΕΝΑΚΗ 16, 106 78 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.: 210.38.31.078 ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ: ΚΟΡΥΤΣΑΣ (ΤΕΡΜΑ ΠΟΝΤΟΥ - ΠΕΡΙΟΧΗ Β΄ ΚΤΕΟ), 570 09 ΚΑΛΟΧΩΡΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ΤΗΛ.: 2310.70.63.54, 2310.70.67.15, ΦΑΞ: 2310.70.63.55

Web site: http://www.patakis.gr • e-mail: info@patakis.gr, sales@patakis.gr


Απρίλιος [ σελ. 9 ] Ανίτα Σκοτ Σόφνερ Το ταξίδι της Μία στη Βοστόνη είναι για σένα, γλυκιά μου. Όπως η Μία, έκανες πρόσφατα καινούρια αρχή. Είμαι περήφανη για σένα… που επέλεξες τον εαυτό σου. Όχι μόνο γιατί είσαι απίστευτη αναγνώστρια, που είσαι, αλλά και επειδή είσαι αξιολάτρευτη φίλη που με στηρίζει. Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω, Ναμαστέ, φίλη μου.

Μάιος [ σελ. 175 ] Κρις Γουόρντ Επευφημείς, στηρίζεις, αγαπάς. Οι γύρω σου ζηλεύουν την αυτοσυνείδησή σου. Μου θυμίζεις την αείμνηστη μητέρα μου. Γι’ αυτό, μαμά Κρις, το ταξίδι της Μία στη Χαβάη είναι για σένα. Είθε να σε λούζει πάντα ο ήλιος. Είθε το δώρο της αληθινής φιλίας να μείνει για πάντα δικό σου. Είθε η χαρά που προσφέρεις να σου επιστραφεί δεκαπλάσια. Είθε να σε περιβάλλει η αγάπη και να ολοκληρώσει την ψυχή σου. Με αγάπη, παντοτινά.

Ιούνιος [ σελ. 331 ] Λίσα Κόλγκροουβ Ροθ Ο Ιούνιος είναι αφιερωμένος σ’ εσένα, άγγελέ μου, γιατί παίζει σημαντικό ρόλο στο ταξίδι της Μία, όσο σημαντικό παίζεις εσύ στο δικό μου. Όταν μπήκες στην ομάδα μου, δεν είχα ιδέα ότι θα ήταν τέτοια ευλογία. Η ασταμάτητη προώθηση, υποστήριξη και φιλία σου με έχει βοηθήσει απεριόριστα. Με αγάπη και ευγνωμοσύνη για όλα όσα είσαι.


ΑΠΡΊΛΙΟΣ


1 «ΚΑΛΩΣ ΤΟ ΜΑΝΟΥΛΙ», ήταν τα πρώτα λόγια που βγήκαν από το σέξι στόμα του. Κρίμα που η φράση του αυτή και ο τρόπος που γλίστρησε το βλέμμα του πάνω μου έκαναν το αίμα μου να βράσει… και όχι με την καλή έννοια. Ο Μέισον Μέρφυ ακουμπούσε με την πλάτη σε μια λιμουζίνα. Φορούσε γυαλιά ηλίου τύπου αεροπόρου, είχε χαλκοκάστανα μαλλιά και ένα χαμόγελο που μάλλον έκανε όλες του τις φαν να λιώνουν. Ευτυχώς για μένα, είχα συνυπάρξει με τόσους θεογκόμενους τους τελευταίους μήνες, που δεν εντυπωσιάστηκα. Του έδωσα το χέρι. Εκείνος σούφρωσε τα χείλη και σήκωσε τα γυαλιά του, χαρίζοντάς μου ένα βλέμμα με τα εντυπωσιακά, καταπράσινα μάτια του. Ήταν σκούρα σαν σμαράγδια και εξίσου όμορφα. «Τι, δεν έχει φιλάκι;» Έσμιξα τα φρύδια, πέταξα τον γοφό στο πλάι και σταύρωσα τα χέρια. «Σοβαρά; Αυτό έχετε να πείτε;» Το κεφάλι του τινάχτηκε πίσω, έβγαλε τα γυαλιά από τα μαλλιά του και κατόπιν τα κρέμασε στο στόμα πιάνοντας τη μια άκρη ανάμεσα στα χείλη του. Με κοίταξε ξανά αποπάνω μέχρι κάτω. «Είσαι τσαούσα. Μ’ αρέσουν τα κορίτσια που είναι πρόκληση. Αλήθεια, τη βρίσκω πολύ!» Έκλεισα τα μάτια και τα ανοιγόκλεισα πολλές φορές για να τσεκάρω μήπως κοιμόμουν ακόμη από το υπνωτικό που είχα πάρει στην πτήση. Τα ταξίδια με το αεροπλάνο μού προκαλούσαν πάντα νευρικότητα. Αλλά καμία σχέση με αυτό που ένιωθα τώρα. «Είστε το κάτι άλλο, έτσι;» Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα και ένα τεράστιο χαμόγελο απλώθηκε στο σμιλεμένο πρόσωπο που μου αποσπούσε διαρκώς την προσοχή. Ψηλά


ζυγωματικά, ένα λακκάκι στο σαγόνι και αστραποβόλα μάτια που φαίνονταν κατεργάρικα. Με πλησίασε, πέρασε το χέρι του γύρω από τον αυχένα μου και με φίλησε στον κρόταφο. Κρατήθηκα με όλη μου τη δύναμη να μη γυρίσω και του δώσω… μια μπουνιά στη μούρη. «Πάρτε το χέρι σας αποπάνω μου και απομακρυνθείτε. Δεν έχετε καθόλου τρόπους;» Ο Μέισον στύλωσε τα πόδια του μπροστά μου και έγειρε προς το μέρος μου σαν να ήθελε να μου ψιθυρίσει κάτι. «Ξέρω τι είσαι και δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό. Κανένα απολύτως πρόβλημα. Θα το διασκεδάσουμε εμείς οι δύο». Τον έσπρωξα στο στήθος τόσο ώστε να τον απομακρύνω από κοντά μου. «Κοιτάξτε, κύριε Μέρφυ…» «Κύριε Μέρφυ», είπε κοροϊδευτικά. «Πολύ μου αρέσει αυτό». Πήρα μια ανάσα και έσφιξα τα δόντια. Αν είχα δαγκώσει τη γλώσσα μου, θα την είχα κόψει στα δύο από τα νεύρα μου. «Αυτό που πήγαινα να πω πριν με διακόψετε είναι ότι με έχετε παρεξηγήσει. Είμαι συνοδός. Που σημαίνει ότι σας συνοδεύω σε διάφορα. Σας προσφέρω συντροφιά με φιλικό τρόπο». Ήρθε ξανά πολύ κοντά μου, με έπιασε από τη λεκάνη και την κόλλησε στη δική του. «Ανυπομονώ να γίνουμε ακόμη πιο φιλικοί μεταξύ μας», είπε τρίβοντας τους λαγόνες του στους δικούς μου. Ένιωσα ανεπαίσθητα να διαγράφεται κάτι που σιγά σιγά ξυπνούσε. Αναστέναξα. Το άφησα να πέσει κάτω, και τον έσπρωξα πάλι μακριά μου. «Πάρτε τις βαλίτσες μου». Εκείνος σφύριξε στον οδηγό. Μάλιστα, του σφύριξε. Λες και ήταν σκυλί. Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πει «Έλα το αγόρι μου, μπράβο ο σοφέρ μου». Μόρφασα και τραβήχτηκα από τα χέρια του. «Μην ανησυχείς, μωρό μου, θα μπεις στο παιχνίδι», είπε και προσποιήθηκε ότι χτυπούσε με ρόπαλο του μπέιζμπολ στον αέρα. Εγώ από τη μεριά μου έκανα μια γκριμάτσα και άνοιξα την πόρτα της λιμουζίνας για να μπω. Έβαλε με ελιγμούς το μακρύ σώμα του μέσα στο ευρύχωρο όχημα και χτύπησε κεφάτα παλαμάκια. «Θες ποτό;»


Είμαι σίγουρη ότι τον κοίταξα σαν να είχε βγάλει ουρά. «Ούτε δώδεκα δεν είναι ακόμα». Ανασήκωσε τους ώμους. «Κάπου στον κόσμο, είναι», είπε κλείνοντάς μου τσαχπίνικα το μάτι. Έβγαλε ένα μπουκάλι σαμπάνια. Η γλώσσα του βγήκε και ύγρανε το σαρκώδες κάτω χείλι του. Η περιοχή ανάμεσα στα πόδια μου το κατέγραψε ακαριαία, με μια ηδονική σύσπαση. Κούνησα το κεφάλι και σταύρωσα τα πόδια μου. Ήταν κάθαρμα, αλλά δε γινόταν να μην προσέξω και πόσο ωραίος ήταν μαζί. Ο Μέισον Μέρφυ ήταν ψηλός, γύρω στο ένα ογδόντα, και είχε ένα σώμα που θα μπορούσε να κοσμεί περιοδικά, όπως συχνά έκανε. Οι μύες στους δικεφάλους του φούσκωναν απολαυστικά και οι τετρακέφαλοί του σφίχτηκαν καθώς έβαζε το μπουκάλι ανάμεσα στα πόδια του και άνοιγε τον φελλό με ένα πλοπ. Δεν τινάχτηκε αφρός. Μπράβο, του το αναγνωρίζω. «Και τώρα, γλύκα, ας ξεκαθαρίσουμε δυο πραγματάκια». Άνοιξα διάπλατα τα μάτια και τα φρύδια μου σηκώθηκαν ψηλά. Μου έδωσε ένα ποτήρι σαμπάνια. Παρόλο που δεν ήταν ούτε δέκα το πρωί, το δέχτηκα, με το σκεπτικό ότι σίγουρα θα χρειαζόμουν κάτι για να συγκρατήσω τον εκνευρισμό μου. «Σε στείλανε εδώ για να γίνεις η κοπέλα μου. Αυτό σημαίνει ότι για να το πιστέψουν οι φαν μου, οι πιθανοί σπόνσορες και τα ΜΜΕ γενικότερα, εσύ κι εγώ πρέπει να πιάσουμε φιλίες, πολύ γρήγορα. Και τώρα που σε βλέπω…» έγλειψε πάλι τα χείλη του ενώ τα μάτια του εξερευνούσαν το κορμί μου, ανεβαίνοντας από τις μπότες στα σφιγμένα στο τζιν πόδια μου και σταματώντας κατευθείαν στο στήθος μου. Γουρούνι. «Θα απολαύσω την κάθε στιγμή». Ο τύπος θα με δυσκόλευε πολύ. Ήταν αυτάρεσκος, απίστευτα σέξι, εκνευριστικός, απίστευτα σέξι, αγενέστατος, απίστευτα σέξι, και ανώριμος. Ξέχασα τίποτα; Α ναι, και απίστευτα σέξι. Ακούμπησε πίσω την πλάτη του, επιδεικνύοντάς μου το σώμα του στο απέναντι κάθισμα. Χαμογέλασε αυτάρεσκα και ήπιε τη σαμπάνια μονορούφι. Δεν είχα σκοπό να αφήσω αυτό τον βλάκα να φανεί καλύτερος από μένα, γι’ αυτό έφερα το ποτήρι στα χείλη μου και το άδειασα με μια ρουφηξιά. Σήκωσε τα φρύδια του και τα μάτια του άστραψαν από θαυμασμό. «Η γυναίκα των ονείρων μου», είπε σφίγγοντας τα χέρια πάνω στην καρδιά τάχα από αβρότητα.


Έσκυψα προς το μέρος του, πήρα το μπουκάλι, γέμισα το ποτήρι μου κι ύστερα έγνεψα με το πιγούνι μου προς το δικό του. Μου το έτεινε και το γέμισα κι εκείνο. «Λοιπόν, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα». Στο πρόσωπό του φάνηκε ότι ήταν έτοιμος να πετάξει κάποια εξυπνάδα, αλλά του έκοψα τη φόρα με ένα θανατηφόρο πράσινο βλέμμα. Ακούμπησε πίσω στο κάθισμα και σήκωσε το σαγόνι του. Χαμογέλασα γιατί είχα κερδίσει αυτό τον γύρο. «Μπορεί να προσλήφθηκα για να παραστήσω την κοπέλα σου αυτό τον μήνα, αλλά δεν είμαι η πουτάνα σου». Τα φρύδια του έσμιξαν. «Το σεξ με τους πελάτες είναι προαιρετικό από μέρους μου και δεν περιλαμβάνεται στο συμβόλαιό μου. Έπρεπε να είχες διαβάσει τα ψιλά γράμματα, φίλε, επειδή τώρα θα μάθεις τι πάει να πει να μένεις με το πουλί στο χέρι για έναν μήνα». Το στόμα του έμεινε ανοιχτό, κεραυνοβολημένος απ’ το σοκ. «Με δουλεύεις;» είπε χαμογελώντας. Έγνεψα αρνητικά. «Φοβάμαι πως όχι. Μάλλον θα πρέπει να συνηθίσεις τη χήρα με τα πέντε ορφανά εκεί πέρα, γιατί θα τη χρησιμοποιείς συχνά. Αν σε πάρουν γραμμή οι ρεπόρτερ εκεί έξω να τσιλημπουρδίζεις με όποιο τσουλάκι καταδεχτεί να γυρίσει να κοιτάξει, θα καταλάβουν ότι αυτό», έδειξα με το δάχτυλο τους δυο μας, «είναι απάτη, και ο κόπος και τα εκατό χιλιάρικα που με πλήρωσες θα πάνε στράφι». Ο Μέισον πέρασε τα δάχτυλά του από τα μαλλιά του. «Επίσης οι επίδοξοι χορηγοί σου δε θα δουν με καλό μάτι το ότι δεν μπορείς να κρατήσεις την όμορφη καινούρια κοπέλα σου ούτε μια μέρα. Μην ξεχνάς ότι η αμοιβή μου δεν επιστρέφεται». Μετά από αυτό ακούμπησα στην πλάτη του καθίσματος, σταύρωσα τα πόδια και ήπια μια γουλιά σαμπάνια, αφήνοντας τις πικρές φυσαλίδες να χορέψουν πάνω στη γλώσσα μου, ξυπνώντας ξανά τις αισθήσεις μου. Ο Μέισον με κοίταξε με μια απροσδιόριστη έκφραση στα ωραία χαρακτηριστικά του. «Και τι προτείνεις, γλύκα;» Χαμογέλασε πλατιά και τα μάτια του ανέβηκαν από τα πόδια στο στήθος μου, καταλήγοντας τελικά στο πρόσωπό μου. Τα λόγια του ήταν ευγενικά, αλλά δεν έβγαιναν με ειλικρίνεια. «Πρώτον, σταμάτα να με φωνάζεις γλύκα». Με διέκοψε πριν προλάβω να συνεχίσω. «Δεν πρέπει κανείς να έχει ένα


χαϊδευτικό για το κορίτσι του;» Έσφιξα τα χείλη μου και το σκέφτηκα. Μάλλον είχε δίκιο. «Ίσως, αν δεν το έλεγες τόσο ξιπασμένα». Ο Μέισον έριξε πίσω το κεφάλι και έβαλε τα γέλια. Ο ήχος αντήχησε μέσα στο αυτοκίνητο και ελάφρυνε την ατμόσφαιρα. Αν άκουγα αυτό το γέλιο κάθε μέρα, ίσως ο μήνας να μην ήταν τελείως χάλια. Έγλειψε ξανά τα χείλη του, και η ευαίσθητη περιοχή ανάμεσα στους μηρούς μου, που δεν είχε ξεχάσει ακόμα πόσο ωραία είναι η αίσθηση των τέλειων χειλιών ενός άντρα πάνω στην απαλή της σάρκα, σκίρτησε ξανά. Ήρεμα, κορίτσι μου! ήθελα να επιπλήξω τη λίμπιντό μου. Ύστερα από εκείνο το πανηγυρικό πήδημα με τον Γουές πριν από δύο εβδομάδες, ήμουν γεμάτη πόθο και καυλωμένη όσο δεν πάει, χωρίς να έχω τρόπο να ξεδώσω. Και τώρα που ο τωρινός πελάτης μου είχε ξεγραφτεί από τη λίστα των πιθανών εραστών, απ’ ό,τι φαίνεται θα έμενα κι εγώ μαζί του Αγαμήτου και Απάρτου γωνία. Μεγάλα γλέντια. «Κοίτα, καλό είναι κι αυτό. Νομίζω ότι το επόμενο βήμα είναι να μάθουμε μερικά πράγματα ο ένας για τον άλλο. Πες μου για σένα». Τύλιξε τα δάχτυλά του γύρω από το μεγάλο γόνατό του και κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Δεν έχω πολλά να πω. Είμαι από οικογένεια Ιρλανδών. Ο μπαμπάς δουλεύει σκουπιδιάρης, παρόλο που του έχω πει ότι μπορεί να σταματήσει τη δουλειά από εδώ και πέρα. Δε θέλει. Δεν καταδέχεται». «Ακούγεται καλός άνθρωπος». Σε αντίθεση με τον δικό μου. Καλά, εντάξει, αυτό δεν ισχύει βασικά· είχε προσπαθήσει. Λόγω των συνθηκών, μετά το πλήγμα από τη φυγή της μαμάς μου, είχε χάσει τον δρόμο του. Δεν είμαι σίγουρη αν ξέρει κανένας πραγματικά πώς να αντιμετωπίσει την απώλεια του έρωτα της ζωής του. Ο Μέισον χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας λευκά δόντια, κατά κύριο λόγο ίσια. Ο κυνόδοντάς του ήταν όσο στραβός χρειαζόταν για να δίνει χαρακτήρα στο χαμόγελό του. «Ο πατέρας μου είναι ο καλύτερος, πολύ σκληρό καρύδι. Όμως δουλεύει υπερβολικά σκληρά. Πάντα έτσι έκανε, για να μεγαλώσει εμένα και τα αδέρφια μου». «Πόσα αδέρφια έχεις;» ρώτησα, γιατί πραγματικά έβρισκα αυτή τη συζήτηση ενδιαφέρουσα. Σήκωσε τρία δάχτυλα, πίνοντας μια μικρή γουλιά από τη σαμπάνια του. «Είναι


όλοι τρελοί, αλλά τους αγαπάω» είπε, με τη βοστονέζικη προφορά του να κάνει την εμφάνισή της. Πολύ σέξι αυτές οι προφορές. Γαμώτο, θα δυσκολευόμουν να κρατήσω τα χέρια μου μακριά του αν συνέχιζε να φέρεται έτσι ωραία. Τα μάτια του στυλώθηκαν πάνω μου και το πράσινό τους σκοτείνιασε. «Θα τρελαθούν όταν μάθουν ότι σπίτωσα τέτοια μουνάρα». Και η μαλακία επανήλθε δριμύτερη. Κούνησα το κεφάλι και πήρα μια αργή, βαθιά ανάσα. «Εντάξει, τρία αδέρφια. Μεγαλύτερα, μικρότερα;» «Μικρότερα. Ο Μπρέιντεν είναι είκοσι ένα, ο Κόνερ δεκαεννιά, και ο μικρότερος, ο Σον, είναι δεκαεφτά και πάει ακόμα σχολείο». Έσκυψα μπροστά και άφησα το άδειο ποτήρι μου στη θήκη. «Ουάου, τέσσερα αγόρια». Ο Μέισον έγνεψε καταφατικά. «Ναι, ο Μπρέιντεν δουλεύει σε μπαρ και τα πρωινά πηγαίνει στο δημόσιο κολέγιο. Γκάστρωσε μια γκόμενα αμέσως μόλις τέλειωσε το σχολείο». Έκανα μια γκριμάτσα. «Η πουτάνα τού άφησε αμανάτι το παιδί κι έφυγε». Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Πώς μπορεί μια γυναίκα να παρατάει το σπλάχνο της; Βέβαια και η μαμά το ίδιο έκανε. Όμως μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι όταν ακούω ότι συνέβη και σε άλλο παιδί. «Γι’ αυτό ο Μπρέι μένει με τον μπαμπά και την κόρη του, την Έλενορ». Έλενορ. «Πολύ παλιομοδίτικο όνομα», σχολίασα. Χαμογέλασε και κοίταξε νοσταλγικά έξω από το παράθυρο. «Ναι, ήταν το όνομα της μαμάς μας». «Έχουν χωρίσει οι δικοί σου;» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, η μαμά πέθανε πριν δέκα χρόνια. Τη θέρισε νέα ο καρκίνος του μαστού. Έτσι είμαστε μόνοι μας οι άντρες εδώ και καιρό». Έσκυψα μπροστά και ακούμπησα το χέρι μου στο γόνατό του. «Λυπάμαι πολύ. Δεν έπρεπε να ρωτήσω». Με ένα τίναγμα του χεριού, απέρριψε τη χειρονομία μου. «Πάει πολύς καιρός. Δεν πειράζει. Ο Κόνερ σπουδάζει στο πανεπιστήμιο της Βοστόνης και ο Σον είναι όλη μέρα βουτηγμένος σε εφηβικά μουνάκια». Μούγκρισα συνοφρυωμένη. «Τι;» «Τίποτα». Δεν του είπα ότι είναι δείγμα ανωριμότητας να αποκαλεί


«μουνάκι», μπροστά σε μια κυρία, τα απόκρυφα μιας γυναίκας ένας υποτίθεται ενήλικας, γιατί ήταν χαμένος κόπος. «Λοιπόν, τι διαφημίσεις και χορηγούς περιμένεις;» ***

Μόλις φτάσαμε στο «τσαρδί» του, όπως το αποκάλεσε, προς μεγάλη μου έκπληξη μας υποδέχτηκε στην είσοδο μια όμορφη, κάτισχνη κοπέλα. Δεν είμαι καμιά μικροκαμωμένη, μάλλον μεσαίου μεγέθους για εικοσπεντάρα, αλλά εκείνη ήταν αδύνατη σαν μοντέλο. Μόνο που έμοιαζε με την Μπάρμπι Επιχειρηματία· είχε χρυσόξανθα μαλλιά μαζεμένα κότσο, αστραφτερά γαλάζια μάτια, τέλεια ροζ χείλη, ήταν ψηλή, και φορούσε ένα ταγέρ που ταίριαζε στην εντέλεια στο λεπτό σκαρί της. Απέπνεε χρήμα και επαγγελματισμό, δυο πράγματα που ήταν αντίθετα με τον τρόπο που κοιτούσε τον Μέισον. «Ε, κύριε Μέρφυ», είπε σηκώνοντας το δάχτυλο ενώ εκείνος περνούσε από μπροστά της για να μπει στο κτίριο. Τα χείλη της σούφρωσαν ακαριαία όταν την προσπέρασε χωρίς καν να την κοιτάξει. Στάθηκα στο σκαλοπάτι μπροστά της. Όταν τελικά σταμάτησε να παρακολουθεί τον κώλο του Μέισον όσο εκείνος πασπάτευε την πόρτα, τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά μου. Της χαμογέλασα πλατιά. «Βρε αγενή, η όμορφη ξανθιά με το ταγέρ προσπαθεί να σου τραβήξει την προσοχή», φώναξα στον Μέισον κοιτώντας την. «Και ξέχασες να πάρεις τις βαλίτσες μου». Κούνησα το κεφάλι και συμπλήρωσα ψιθυριστά: «μαλάκα». «Ορίστε;» είπε εκείνη τεντώνοντας το αυτί της προς το μέρος μου. Κούνησα το κεφάλι και της έδωσα το χέρι μου. «Μία Σόντερς. Είμαι η κοπέλα του Μέισον». Η ξανθιά έκλεισε τα μάτια και πήρε μια ανάσα, σαν να προσπαθούσε να προετοιμάσει τον εαυτό της για κάτι. «Ξέρω ποια είσαι, Μία· εμείς προτείναμε την πρόσληψή σου. Λέγομαι Ρέιτσελ Ντέντον, είμαι η εκπρόσωπος δημοσίων σχέσεων του Μέισον. Έχω αναλάβει να συνεργαστώ με τους δυο σας για να κοροϊδέψουμε τον κόσμο. Κανονικά θα συνεργαζόταν μαζί του ο εκπρόσωπος τύπου του, αλλά προσφέρθηκα να βοηθήσω», είπε δαγκώνοντας το χείλι της και γύρισε αλλού το βλέμμα.


«Τότε υποθέτω ότι θα το περάσουμε μαζί όλο αυτό. Ο τύπος είναι μεγάλο νούμερο», είπα χαμογελώντας τη στιγμή που εμφανίστηκε ο Μέισον στην πόρτα. «Χάθηκες, κουκλάρα μου;» Τα μάτια του γελούσαν, αλλά ο τόνος του ήταν ενοχλητικός. Έκανα έναν μορφασμό, έπιασα τη Ρέιτσελ από τους ώμους και την έφερα στο πλάι μου. Ο Μέισον έδειξε να την προσέχει για πρώτη φορά – κι όταν λέω ότι την πρόσεξε εννοώ ότι την κοίταξε αποπάνω μέχρι κάτω… δύο φορές. «Ρέιτσελ, τι κάνεις εδώ; Νόμιζα ότι θα έκανε η Βαλ αυτή τη δουλειά». Εκείνη έγνεψε αρνητικά και κοκκίνισε. Ενδιαφέρον. «Όχι, η Βαλ είναι απασχολημένη να σου κλείνει συνεντεύξεις με χορηγούς και διαφημιστές. Προσφέρθηκα», είπε κορδωμένη, ενώ εκείνος συνέχιζε να τη γαμάει με τα μάτια. «Δεν μπορώ να πω ότι θα μου λείψει», είπε με έναν τρόπο που παραδόξως δεν ακούστηκε ούτε συγκαταβατικός ούτε γλοιώδης. Ενδιαφέρον κι αυτό. Η Ρέιτσελ χαχάνισε – ω, ναι, χαχάνισε. Τα μάτια του μαλάκωσαν όταν κοίταξε το πρόσωπό της, κι ύστερα άνοιξε διάπλατα την πόρτα για να περάσουμε. «Ε, τεμπελάκο, οι βαλίτσες μου;» είπα γνέφοντας προς το αμάξι. «Α ναι», είπε και κοντοστάθηκε, κοίταξε τη Ρέιτσελ, πισωπάτησε πέφτοντας πάνω στην πόρτα που δεν είχε κλείσει εντελώς, και χαμογέλασε πλατιά. «Πάω να… ε… πάρω τις βαλίτσες». Παρακολούθησα τον υπερβολικά σίγουρο για τον εαυτό του και αλαζόνα γυναικά να τα χάνει μπροστά σε μια δημοσιοσχετίστρια, που ούτε εκείνη έκρυβε το ενδιαφέρον της με ιδιαίτερη επιτυχία. Τα μάγουλά της είχαν πάρει ένα ρόδινο χρώμα και τα δόντια της δάγκωναν μόνιμα το κάτω χείλι της. Έδειξα με τον αντίχειρα πίσω μου. «Τον γουστάρεις;» τη ρώτησα. Εκείνη έγνεψε βουβά κι ύστερα τα μάτια της γούρλωσαν απότομα. «Όχι! Τι; Εε… λάθος εντύπωση έχεις. Η σχέση μου με τον κύριο Μέρφυ είναι καθαρά επαγγελματική», ολοκλήρωσε το ποιηματάκι της σταυρώνοντας σφιχτά τα χέρια στο στήθος και σουφρώνοντας αποφασιστικά τα χείλη. Ρουθούνισα μην μπορώντας να πνίξω το γέλιο μου, και μπήκα στο σπίτι. «Ό,τι πεις». Θα το διερευνούσα λίγο περισσότερο αργότερα, για την πλάκα μου. Αφού δεν προβλεπόταν να κάνω σεξ σε αυτό το ταξίδι, το λιγότερο που μπορούσα να


κάνω ήταν να το διασκεδάσω λίγο. Ο Μέισον παράτησε τις αποσκευές μου στο χολ και μας συνόδεψε στο καθιστικό. Το δωμάτιο ήταν ένα μακρύ παραλληλόγραμμο, ό,τι θα περίμενε κανείς σε τυπική πολυώροφη μονοκατοικία της Βοστόνης, με πολλά πατώματα αποπάνω, και ίσως ένα ακόμη αποκάτω. Δεν έβλεπα την ώρα να ξεναγηθώ στον χώρο. Στο κέντρο του καθιστικού υπήρχε ένας γωνιακός καναπές από μαύρο δέρμα. Απέναντί του, μια επίπεδη τηλεόραση εξήντα ιντσών και βάλε, κρεμασμένη στον τοίχο. Παντού έβλεπες διάσπαρτα συλλεκτικά αντικείμενα του μπέιζμπολ. Μερικές κορνιζαρισμένες φανέλες και μια σειρά από μπάλες με αυτόγραφα πάνω στο τζάκι. Η καθεμιά βρισκόταν μέσα σε μια τετράγωνη προστατευτική θήκη από γυαλί ή πλαστικό. Αυτό έδειχνε ότι φρόντιζε τα αντικείμενα που αγαπούσε. Ίσως τελικά ο Μέισον Μέρφυ να είχε δύο πλευρές. Αν ήταν να περάσω έναν μήνα παριστάνοντας τη φιλενάδα του, σίγουρα έλπιζα να ήταν αλήθεια αυτό. «Λοιπόν, Ρέιτς, τι σε φέρνει εδώ;» ρώτησε, και το σώμα του γύρισε εντελώς προς το μέρος της, παρόλο που δε χρειαζόταν. Ρέιτς. Είχε κόψει το όνομά της. Συνήθως όταν το κάνει κάποιος αυτό, υποδηλώνει οικειότητα και κάποια άνεση. Εκείνη σταύρωσε τα πόδια της και η φούστα ανέβηκε στον μηρό της. Τα μάτια του Μέισον εντόπισαν την κίνηση και ακολούθησαν το μικρό γλίστρημα του υφάσματος. Χαχάνισα σιγανά, αλλά κανένας από τους δυο δε με άκουγε, ούτε έδινε σημασία στο γεγονός ότι ήμουν παρούσα. «Ήθελα να βεβαιωθώ ότι είστε και οι δύο ενήμεροι για αύριο. Θα είναι η πρώτη σας δημόσια εμφάνιση ως», ξερόβηξε και έσπρωξε μια μακριά τούφα από τα ξανθά μαλλιά της πίσω από το αυτί. Δεν κάθισε, γλίστρησε ξανά ντελικάτα στο σαγόνι της. Τα μάτια του Μέισον καθηλώθηκαν πάλι πάνω της, σε εκείνη την τούφα, σαν να ήθελε να την αγγίξει, να τη σπρώξει εκείνος πίσω, να χαϊδέψει το δέρμα της. Τα χέρια του έσφιξαν τη σάρκα των μηρών του. «Ως, εε, ζευγάρι», αποτέλειωσε εκείνη τη φράση της. «Θα πρέπει να το κάνετε να φαίνεται ρεαλιστικό. Να κρατιέστε χέρι χέρι όταν είστε στις κερκίδες, αγγιγματάκια, χαμόγελα… εεε», καθάρισε τον λαιμό της και μόρφασε σαν να της ήταν δύσκολο να τελειώσει. «Φιλιά, τέτοια πράγματα. Έχετε κάποιο πρόβλημα με αυτό, δεσποινίς Σόντερς;» με ρώτησε.


Την κοίταξα με γουρλωμένα μάτια. «Εσύ έχεις πρόβλημα;» τη ρώτησα, μην μπορώντας ειλικρινά να πιστέψω αυτό που έβλεπα. Ήταν φως φανάρι –παρόλο που τους είχα δει μαζί μόλις δέκα λεπτά– ότι ήθελαν ο ένας τον άλλο. Τι στον άνεμο τους εμπόδιζε να προχωρήσουν; Στην ερώτησή μου, το κεφάλι της Ρέιτσελ τινάχτηκε πίσω λες και είχε φάει μπουνιά. «Ορίστε;» Έπιασε το στήθος της και έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης. «Τι πρόβλημα να έχω εγώ;» «Σοβαρά;» είπα κουνώντας το κεφάλι. «Αυτό που μάλλον προσπαθεί να ρωτήσει η Μία είναι αν οι δημόσιες διαχύσεις θα δημιουργήσουν πρόβλημα με τους χορηγούς ή με την εταιρεία». Όχι, η Μία δεν υπαινισσόταν καθόλου αυτό. Σε ποιον πλανήτη προσγειώθηκα όταν κατέβηκα από το αεροπλάνο; Σοβαρολογούσαν αυτοί οι δύο; Αναστέναξα και αποφάσισα ότι το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να πάω με τα νερά τους μέχρι να καταλάβω τι παίζει. «Ναι, αυτό εννοούσα». Τα χείλη της Ρέιτσελ συσπάστηκαν και η ένταση φάνηκε να φεύγει από τους ώμους της. Ήταν σαν να παρακολουθούσες ένα φυτό να κλείνει τα λουλούδια του για το βράδυ. Να χαλαρώνει αργά, μαζεύοντας τα πέταλά του προς τα μέσα για να ξεκουραστεί ώσπου να το ανοίξει πάλι ο πρωινός ήλιος ή, στην προκειμένη περίπτωση, μια αδιάκριτη συνοδός με καταγωγή από το Βέγκας που σπάνια σκέφτεται πριν μιλήσει. «Αφιερώσαμε πολύ χρόνο στην προετοιμασία. Ξέρουμε ότι πρόκειται για ανορθόδοξη προσέγγιση, όμως ο κύριος Μέρφυ δεν έχει παρουσιάσει μέχρι τώρα στον κόσμο ένα είδωλο που να μπορεί να θαυμάσει. Μεταξύ άλλων, θα χρειαστεί να αλλάξουμε τους συχνούς καβγάδες στα μπαρ, την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ – ακόμη και το περιστασιακό κάπνισμα πρέπει να κοπεί. Το τιμ των δημοσίων σχέσεων θεωρεί ότι η ορδή γυναικών με την οποία κυκλοφορούσε όλη την προηγούμενη σεζόν −συν το γεγονός ότι δεν εμφανίστηκε ποτέ δυο φορές με την ίδια γυναίκα− δε βοήθησε καθόλου το ίματζ του. Είμαστε αποφασισμένοι να το αλλάξουμε αυτό, και εσύ είσαι το πρώτο βήμα». Επιτέλους έριξα μια ματιά στον Μέισον. Είχε ακουμπήσει τους αγκώνες στα γόνατα με το κεφάλι χωμένο στα χέρια του. Δεν είχα ξαναδεί πιο καταπτοημένη στάση. Σηκώθηκα και κάθισα ακριβώς δίπλα του, ακούμπησα το χέρι μου στην πλάτη του και άρχισα να την τρίβω πάνω κάτω. Γύρισε προς το μέρος μου. «Τα


έχω κάνει σκατά, γαμώτο». «Όλοι τα κάνουμε σκατά. Τουλάχιστον εσύ προσέλαβες τη Ρέιτσελ, και ο υπεύθυνος Τύπου σου πιστεύει ότι αξίζει τον κόπο να αλλάξεις». Συνέχισα να του χαϊδεύω τη δυνατή πλάτη του μέχρι που σήκωσε το κεφάλι και τους ώμους του ξανά, προτάσσοντας το στήθος. «Ωραία, δηλαδή θες δημόσιες διαχύσεις;» ρώτησε τη Ρέιτσελ, και εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Έγινε». Γύρισε προς το μέρος μου με μια ασυγκράτητη έκφραση και βλέμμα έντονο σαν λέιζερ. «Ας το κάνουμε». Αμέσως τα χέρια του έπιασαν το πρόσωπό μου και τα χείλη του βρέθηκαν πάνω στα δικά μου. Φώναξα από έκπληξη, ανοίγοντας κατά λάθος το στόμα. Εκείνος το εξέλαβε ως πρόσκληση. Αρχικά δεν ήταν, αλλά μετά η γεύση της σαμπάνιας είχε μείνει στη γλώσσα του που έπαιζε με τη δική μου, και μου φαινόταν σαν να είχα να φιληθώ αιώνες, κι ας είχαν περάσει μόνο δυο βδομάδες. Σε συνδυασμό με την υπέροχη κολόνια που αναδιδόταν από το κορμί του, με παρέσυραν. Χάθηκα στο φιλί του. Η γλώσσα του βούτηξε μέσα, απαιτητική και παιχνιδιάρα. Τον έγλειψα με τη σειρά μου, έγειρα μπροστά, άρπαξα το πουκάμισό του και τον κράτησα γερά γέρνοντας το κεφάλι για να ζητήσω περισσότερα. Περισσότερα από το φιλί του, περισσότερα από τον ίδιο. Γαμώτο. Δεν ήταν αυτό το σχέδιο. Όταν τελικά χωριστήκαμε, ήμασταν και οι δυο λαχανιασμένοι, ξέπνοοι. «Πώς σου φάνηκε;» Ο Μέισον γύρισε προς τα εκεί που καθόταν η Ρέιτσελ, αλλά εκείνη είχε φύγει. Άκουγα τα τακούνια της να χτυπάνε στο πλακάκι. «Ρέιτσελ;» φώναξε εκείνος. «Τα λέμε αύριο. Τα πήγατε σπουδαία!» φώναξε από την άλλη άκρη του σπιτιού δυο δευτερόλεπτα πριν ακουστεί η πόρτα που βροντούσε κλείνοντας. Ο Μέισον σωριάστηκε πίσω στον καναπέ. «Γάμησέ με». Κούνησα αρνητικά το κεφάλι και κάθισα πίσω. «Αποκλείεται». Χαχάνισε. «Τι ήταν αυτό;» «Εγώ που φιλούσα μια κουκλάρα συνοδό». Στα μάτια του γυάλιζε μια υποψία πόθου, αλλά δεν ξεγελιόμουν. Ήταν καθαρά σωματικό. Μπορεί να ήταν πανέμορφος, και δεν μπορώ να πω ότι το φιλί δε μου άναψε τα αίματα, αλλά η έλξη και το γνήσιο ενδιαφέρον είναι δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα. «Τη συμπαθείς», του πρόσφερα ένα κλαδί ελιάς.


Τα χείλη του σφίχτηκαν και έκλεισε τα μάτια. «Φυσικά. Είναι καλή και τους πληρώνω καλά. Είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Γιατί να μην τη συμπαθώ;» «Δεν εννοώ αυτό και το ξέρεις». «Κοίτα, δεν ξέρω για σένα, αλλά εγώ πεινάω και εσύ πρέπει να τακτοποιηθείς. Μέσα σε σακούλες στο δωμάτιό σου είναι ένα σωρό πράγματα που αγόρασαν η Ρέιτσελ και η Βαλ λόγω της συμφωνίας. Δεν τα τακτοποίησα, απλά τα άφησα πάνω στο κρεβάτι. Λέω να πάρω πίτσα, θες;» Σηκώθηκε γρήγορα και άρχισε να απομακρύνεται, και μετά μάλλον το σκέφτηκε καλύτερα. Γύρισε και μου έδωσε το χέρι του. «Σ’ ευχαριστώ που δέχτηκες τη δουλειά», είπε καθώς με σήκωνε όρθια. «Το δωμάτιό σου είναι η πρώτη πόρτα στα δεξιά, εκτός αν θες να μοιραστούμε το δικό μου», είπε ανασηκώνοντας τα φρύδια και ωθώντας τη λεκάνη του προς τα μπρος. Ξεφύσηξα και έγνεψα αρνητικά. Μόλις άρχισα να περπατάω, μου έριξε μια δυνατή ξυλιά στον πισινό. «Έχεις απίστευτη κωλάρα, Μία». Σταμάτησα και έβαλα το χέρι στη μέση. «Αν θες να κρατήσεις το χέρι σου, δε θα μου ξαναπιάσεις τον κώλο». Πισωπάτησε σηκώνοντας και τα δυο χέρια ψηλά. «Καλά, καλά, απλά κάνω λίγη προπόνηση για το αυριανό ματς. Δεν έγινε και τίποτα». «Κρατήσου για το παιχνίδι. Θα σου χρειαστεί». Πήγα σεινάμενη κουνάμενη στη σκάλα, νομίζοντας ότι είχα πει την τελευταία λέξη, αλλά μόλις έφτασα στον πάνω όροφο άκουσα την απάντησή του. «Γλυκιά μου, δεν ξέρεις ότι πάντα παίζω για να κερδίσω;» Ρε τι έχουμε πάθει.


2

Η ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ σαν εμένα βρίσκει ευτυχία στα ρούχα πρέπει να γίνει εθνική γιορτή και να την κυκλώσουν στα ημερολόγια με χοντρό κόκκινο μαρκαδόρο. Την ώρα που έβαζα το ωραίο καινούριο τζιν True Religion και φορούσα το στενό μπλουζάκι των Ρεντ Σοξ, μου ήρθε να προσκυνήσω τη θεία Μίλλι που μου έκλεισε αυτή τη δουλειά. Θα περνούσα έναν μήνα με έναν διάσημο παίκτη του μπέιζμπολ. Μπορεί να ήταν λίγο χοντροκομμένος, ανώριμος και να χρειαζόταν ένα γερό χέρι ξύλο στα πισινά… και μάλιστα όχι από το καλό − αλλά δεν υπήρχε καλύτερη δουλειά από αυτή που σου δίνει τη δυνατότητα να φοράς τζιν και φανελάκια. Έβαλα ένα ζευγάρι κόκκινα πάνινα αθλητικά και παραλίγο να λιώσω μόλις κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Πέρασα το χέρι μου πάνω από τον τουρλωτό πισινό μου. Ναι, φαινόταν ακόμα πολύ σφιχτός. Δεν είχα πάρει καθόλου βάρος από τότε που ξεκίνησα· φορούσα ακόμα 42 νούμερο, αλλά ήμουν σφιχτή εκεί που έπρεπε και μαλακή εκεί που ήθελα. Απ’ ό,τι φαίνεται, το σύνολο μου έκλεινε δουλειές, και πλησίαζα όλο και περισσότερο στο να ξεπληρώσω τον Μπλέιν. Έγιναν τέσσερις πληρωμές, μένουν έξι. Αν δούλευα κάθε μήνα, θα μπορούσα να αφήσω αυτή τη ζωή πριν τις γιορτές. Αν και, ποιον κοροϊδεύω; Έβγαζα εκατό χιλιάρικα τον μήνα, μερικές φορές και είκοσι χιλιάρικα έξτρα. Γιατί να σταματήσω; Ενώ μάζευα τις μακριές μαύρες μπούκλες μου σε δυο χαριτωμένες αλογοουρές –κάτι άλλο που είχα μάθει ότι γουστάρουν άντρες σαν τον Μέισον– και φορούσα ένα καπέλο του μπέιζμπολ, οι σκέψεις μου πήγαν στον Γουές. Από όλους, αυτός ήταν ο μοναδικός που ήθελα να κυνηγήσω. Όταν ήμασταν μαζί, ήταν το παν. Όταν ήμασταν χώρια, μου ήταν πολύ εύκολο να σκεφτώ λόγους για


τους οποίους δεν είναι γραφτό να είμαστε μαζί ή που ο δεσμός μας δεν είναι τόσο ισχυρός όσο ήθελα να νομίζω. Βασικά είχα καταλάβει ότι ήμουν πολύ καλή στο να προστατεύω την καρδιά μου, αλλά μου έλειπε. Είχαν περάσει δυο βδομάδες. Δε θα ’ταν κακό να επικοινωνήσω μαζί του… Έβγαλα το κινητό μου και σχημάτισα τον αριθμό του. Χτύπησε μερικές φορές και μετά απάντησε μια γυναικεία φωνή που δεν αναγνώριζα. «Εμπρός;» είπε χαχανίζοντας. «Εε… γεια, νομίζω ότι έχω πάρει λάθος». Εκείνη γελούσε, και άκουγα τα πέλματά της να χτυπούν με θόρυβο στα ξύλινα πατώματα. Ακούστηκε ένα βροντερό γέλιο, που ήξερα με σιγουριά ότι ήταν του Γουές. «Tον Γουέστον θέλετε;» μου είπε ναζιάρικα, και ο αισθησιακός τόνος της φωνής της έβαψε τις κόγχες της μνήμης μου. Η φωνή μού ήταν γνωστή. Κλείνοντας τα μάτια, πήρα βαθιά ανάσα. Ήταν η Τζίνα Ντελούκα, μια από τις πιο όμορφες και περιζήτητες εν ζωή σταρ του Χόλλυγουντ. Η γυναίκα που αυτή την περίοδο έπαιζε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία του Γουές Κώδικας Τιμής. Από τη γραμμή ακούστηκαν θροΐσματα. «Τζίνα… Κοπελιά, θα τις φας!» Η φωνή του Γουέστον ήταν τραχιά, αλλά παιχνιδιάρικη. «Έλα εδώ, κούκλα» είπε λαχανιασμένος ο Γουές, προφανώς κυνηγώντας την. «Συγγνώμη που θα κλείσω, αλλά ο Γουές θα σας πάρει κάποια άλλη στιγμή. Τώρα είναι πολύ απασχολημένος», τσίριξε εκείνη. «Σ’ έπιασα!» άκουσα τον Γουές να λέει κι ύστερα ακολούθησε ήχος φιλιών και ένα γυναικείο, βραχνό βογκητό. «Κλείσε το τηλέφωνο», γρύλισε εκείνος κι εκείνη νιαούρισε, μη δίνοντας καμία σημασία σ’ εμένα. Ένα οδοντωτό μαχαίρι μπήχτηκε στην καρδιά μου αλλά, ακόμα και μέσα στον πόνο που με έκαιγε, δεν μπορούσα να διακόψω την κλήση. Ήμουν καθηλωμένη, σαν παρατηρητής που παρακολουθεί με δέος ένα τροχαίο, μόνο που εγώ το έκανα από τηλεφώνου. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να πληγωθώ, κανένα απολύτως, αλλά αυτό δεν άλλαζε τίποτα. Σκίστηκε η καρδιά μου όταν άκουσα τον Γουές να σαλιαρίζει με άλλη γυναίκα. Έτσι ένιωθε κι εκείνος ξέροντας ότι πήγαινα σε άλλο άντρα κάθε μήνα; Μάλλον όχι πια, αν έκρινα από τους ήχους των υγρών χειλιών πάνω στη σάρκα.


«Το δικό σου είναι, όχι το δικό μου! Μια γκόμενα. Πάρε», την άκουσα να λέει, και ο χρόνος σταμάτησε. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν γκρανκάσα, μετρώντας τα δευτερόλεπτα όση ώρα τού πήρε να καταλάβει ποιος είχε τηλεφωνήσει και τι είχα ακούσει. «Γαμώτο», τον άκουσα να βρίζει καθώς το τηλέφωνο άλλαζε χέρια. «Τι συμβαίνει, μωρό μου; Εντάξει, κέρδισες. Έλα στο κρεβάτι». Η φωνή της έσβηνε σαν να απομακρυνόταν, και ο τόνος της ήταν απολογητικός. Ένα μουγκρητό έσκισε τον χώρο ανάμεσά μας. «Μία». Η φωνή του ήταν ένα πονεμένο βογκητό στο αυτί μου. «Συγγνώμη που… εε… αυτό δεν έπρεπε να συμβεί». Κούνησα το κεφάλι, αλλά δεν μπορούσε να με δει. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια μου, όμως δεν υπήρχε περίπτωση να τα αφήσω να κυλήσουν. Αν το έκανα, θα κουλουριαζόμουν στο κρεβάτι και δε θα κατάφερνα να παραστήσω την ευτυχισμένη δήθεν φιλενάδα του Μέισον Μέρφυ, του μεγάλου πίτσερ των Ρεντ Σοξ. «Α, όχι, δεν πειράζει. Απλά… εε… πήρα να σου πω ένα γεια. Γεια, λοιπόν». «Γεια», μου απάντησε λυπημένος. «Γαμώτο, Μία. Δεν είναι… ε, βασικά είναι απλά – Για όνομα του Χριστού!» Άκουσα μια πόρτα να κλείνει και γλάρους που έκρωζαν στο βάθος. Μάλλον αγνάντευε το Μαλιμπού ως εκεί που έφτανε το μάτι. Αν ήμουν εκεί, θα τον κρατούσα από τη μέση και θα έκανα το ίδιο. Τώρα όχι. Όχι, τώρα έχει την Τζίνα για να τα κάνει αυτά. «Αυτό δεν αλλάζει τίποτα», είπε πνιγμένα. Ρουθούνισα. «Αλήθεια; Αυτό τα αλλάζει όλα». Η φωνή του είχε γίνει γρύλισμα όταν μου απάντησε. «Γιατί το λες; Είμαστε ακόμα φίλοι». «Όντως. Είμαστε φίλοι». «Κι αυτό με την Τζίνα είναι τελείως εφήμερο, ξέρεις, απλά για να ξελαμπικάρουμε λίγο. Ξέρει ότι δεν είμαι για σχέση. Τουλάχιστον όχι μαζί της». «Δηλαδή μαζί μου είσαι;» Ξεφύσηξε αργά. «Αν σου απαντήσω ειλικρινά, θα κάνεις κάτι γι’ αυτό; Γιατί σου έχω δώσει πολλές φορές την ευκαιρία. Δεν την εκμεταλλεύτηκες. Συμφωνήσαμε και οι δυο να περιμένουμε μέχρι το τέλος του χρόνου. Τώρα τα γυρίζεις;»


Ένα προδοτικό δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου. Κωλοορμόνες. «Όχι, δεν τα γυρίζω, Γουές. Απλά–» ξεφύσηξα. «Μάλλον δεν περίμενα να προχωρήσεις». «Τι σε κάνει να νομίζεις ότι προχώρησα; Η Τζίνα; Θες να μου πεις ότι εσύ και ο Γαλλάκος σου δεν πηδιόσασταν έναν ολόκληρο μήνα αφού με άφησες;» «Γουές» τον προειδοποίησα, αλλά εκείνος με διέκοψε. «Αλήθεια είναι. Δεν έχει διαφορά. Δεν είμαστε επίσημα μαζί, αλλά ξέρεις ότι θα παρατούσα τα πάντα και τους πάντες για να είμαι μαζί σου· όμως όσο κλισέ κι αν ακούγεται… έχουν και οι άντρες ανάγκες. Νομίζω ότι είναι καλύτερα να μην τις συζητήσουμε» Δάγκωσα το χείλι μου και κάθισα στο κρεβάτι. «Όχι, έχεις δίκιο. Είναι απίστευτα άδικο από μέρους μου να έχω αξιώσεις απέναντί σου αφού δεν είμαι διατεθειμένη να σου προσφέρω το ίδιο· όμως, Γουές–» Η φωνή μου έσπασε και δεν μπόρεσα να συνεχίσω. «Γλυκιά μου, πες μου… σε παρακαλώ − γαμώτο, Μία. Θα κάνω το παν για να μείνω στην καρδιά σου. Δεν έχει αλλάξει τίποτα». Το λέει, αλλά δεν είναι αλήθεια. Είναι σαν να αρχίζουμε από την αρχή· η καρδιά μου είναι διπλοκλειδωμένη στο κουτάκι της Πανδώρας. «Απλά δε θέλω να σε χάσω». «Μία, θα σε έχω πάντα στο μυαλό μου· και όταν είσαι έτοιμη για περισσότερα, και η μεταξύ μας φάση έχει στ’ αλήθεια μια ευκαιρία… θα της τη δώσουμε. Εσύ κι εγώ». «Ναι, εντάξει. Ένα πράγμα μόνο, Γουές». «Ό,τι θέλεις, γλυκιά μου». «Να με θυμάσαι», είπα, τερμάτισα την κλήση και έκλεισα το κινητό. Δεν υπήρχε κανένας τρόπος να μπορέσω να του μιλήσω ούτε στιγμή παραπάνω. Είχα μια δουλειά να κάνω και έπρεπε να κρύψω όλα μου τα βάρη στην ντουλάπα και να συγκεντρωθώ. Μέισον Μέρφυ, καλά θα κάνεις να προσέχεις. Σε περιμένει το σόου του αιώνα. ***

Από την πρώτη στιγμή, μου επιτέθηκαν οι μυρωδιές των χοτ ντογκ, του ποπκόρν, της μπίρας και του γηπέδου. Για ένα κορίτσι σαν εμένα, ήταν ό,τι


πλησιέστερο είχα βιώσει στον παράδεισο. Ο Μέισον με έπιασε από το χέρι και με οδήγησε μέσα στις υπόγειες σήραγγες του γηπέδου. Ήταν σχεδόν αδύνατον να το παίξω κουλ όταν με πέρασε μέσα από τα αποδυτήρια. Μάλιστα, τα αποδυτήρια. Κάτι παίδαροι να σου τρέχουν τα σάλια, ημίγυμνοι και μερικοί ολόγυμνοι, κάθονταν και χαζολογούσαν ενώ ετοιμάζονταν για το παιχνίδι. Αν ήμουν άλλη, θα είχα σκεπάσει τα μάτια μου, ή τουλάχιστον θα είχα αποπειραθεί να το παίξω σεμνή. Αλλά όχι. Όχι εγώ. Τους κοίταξα ξελιγωμένα, σαν διεστραμμένος έφηβος που παρακολουθεί με τα κιάλια τη σέξι μεγαλύτερη γειτονοπούλα να αλλάζει ρούχα μέσα από τις γρίλιες. «Έλα, Τζούνιορ, θέλω να σου γνωρίσω την κοπέλα μου», είπε ο Μέισον στον Τζούνιορ Γκονζάλεζ, τον βασικό κάτσερ για τους Ρεντ Σοξ της Βοστόνης. Από τον ενθουσιασμό μου έσφιξα τον σκληρό σαν πέτρα δικέφαλο του Μέισον σαν να είχα βαλθεί να στύψω νερά από μια πετσέτα, προσπαθώντας να κρατήσω την ψυχραιμία μου. Εκείνος έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό μου και το χτύπησε καθησυχαστικά, με κοίταξε και μου έκλεισε το μάτι. «Φίλε, νομίζω ότι είναι θαυμάστριά σου». Ο Λατινοαμερικάνος ήταν μεγαλόσωμος και μυώδης. Το παντελόνι που φορούσε τεντωνόταν πάνω σε μηρούς χοντρούς σαν κούτσουρα, στέλνοντας ένα άγριο τρέμουλο στην ευαίσθητη περιοχή ανάμεσα στα πόδια μου. Τα μαλλιά του Τζούνιορ ήταν πυκνά, μαύρα και κοντοκουρεμένα στο πάνω μέρος. Τα μάτια του ήταν σοκολατένια και έκαναν έντονη αντίθεση με το κατάλευκο χαμόγελο και το δέρμα που είχε το χρώμα της μόκας. «Γεια σου, μανάρι μου, πώς πάει;» είπε ανασηκώνοντας τα φρύδια, και μου κόπηκαν τα γόνατα. Έγειρα κανονικά πάνω στον Μέισον και αναστέναξα. Έσκασαν και οι δυο στα γέλια, αλλά εγώ απλά έμεινα να κοιτάζω βουβή το μεγαλείο του Τζούνιορ Γκονζάλεζ. Του καλύτερου κάτσερ στην ιστορία του μπέιζμπολ και τέλειου δείγματος γυμνασμένου αντρικού σώματος. «Είσαι καταπληκτικός», είπα τελικά τραυλίζοντας. Εκείνος με κοίταξε αποπάνω μέχρι κάτω και μετά κοίταξε τον φίλο του. «Κι εσύ καλή είσαι. Δε θες να παρατήσεις αυτό τον βλάκα και να κάνεις παρέα με έναν πραγματικό άντρα, κούκλα μου;» αστειεύτηκε. Ήξερα ότι δεν το εννοούσε, επειδή δεν έκανε καμία κίνηση ή χειρονομία για να με τραβήξει κοντά του. Ο Μέισον έβαλε τα γέλια.


Έγνεψα αρνητικά, αλλά ήθελα να κάνω το αντίθετο. Ο Τζούνιορ Γκονζάλεζ θα με έκανε σίγουρα να ξεχάσω για λίγο την κουβέντα μου και τα αισθήματά μου για κάποιον ξανθό σέρφερ κινηματογραφιστή − ο οποίος αυτή τη στιγμή πηδούσε μια θεά με μια κορμάρα για την οποία οι άντρες θα έπεφταν πάνω στο σπαθί τους. «Ο Μέις μού λέει ότι… εεε… θα σε έχουμε μαζί μας αυτό τον μήνα;» Η φωνή του χαμήλωσε, έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και τα σοκολατένια μάτια του φανέρωσαν ότι ήξεραν τον πραγματικό λόγο που ήμουν εδώ. «Ναι, όλο τον μήνα». Έριξα μια δυνατή ξυλιά στο στήθος του Μέισον και μετά το έτριψα − και καλά παιχνιδιάρικα. Εκείνος έκανε μια γκριμάτσα και έτριψε το σημείο που τον είχα βαρέσει. «Σιγά, καλέ. Σοβαρά σου μιλάω, είναι η πιο ωραία γκόμενα που είχαν στην εταιρεία συνοδών, και είμαι τόσο γκαντέμης − δεν είναι καθόλου εύκολη». Μόλις το άκουσα, μου ήρθε να τον χτυπήσω πάλι. Ο Τζούνιορ έκλεισε τα μάτια, κατέβασε το κεφάλι και το κούνησε πέρα δώθε. «Πόπο, ρε φίλε, πότε θα μάθεις ότι δεν μπορείς να συμπεριφέρεσαι σε μια κυρία σαν να υπάρχει μόνο για το σεξ; Κοπελιά», είπε τονίζοντας τη λέξη, «ελπίζω να του δώσεις ένα μάθημα». Του έκλεισα το μάτι και έσπρωξα τον Μέισον να προχωρήσει. «Αυτό σκοπεύω να κάνω». «Ω ρε μάνα μου», είπε χαχανίζοντας ο Τζούνιορ και γύρισε από την άλλη. «Καλή τύχη. Θα σου χρειαστεί». «Η Τύχη δε με έχει βοηθήσει ποτέ στο παρελθόν. Δε φαντάζομαι να αρχίσει ως διά μαγείας να το κάνει τώρα», του πέταξα καθώς απομακρυνόμουν. Ο Μέισον κάγχασε. «Τι να την κάνει την τύχη όταν έχει εμένα;» «Έλα, γλυκέ μου, πήγαινέ με στη θέση μου», είπα γλυκερά ενώ τριβόμουν στο πλευρό του. Εκείνος πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους μου και με φίλησε στον κρόταφο. ***

Υπάρχει ένα ενδιαφέρον στοιχείο στο μπέιζμπολ που είναι άγνωστο στον πολύ κόσμο. Μια μυστική επίλεκτη κλίκα που ονομάζεται ΣυΚαιΦί. Το οποίο


σημαίνει «Σύζυγοι και Φιλενάδες». Επειδή είχαμε καθυστερήσει λίγο, ο Μέισον με άφησε στο θεωρείο των ΣυΚαιΦί και σηκώθηκε κι έφυγε, χώνοντας ένα μάτσο εικοσάρικα στο χέρι μου. Τίποτα δε λέει «πουτάνα» περισσότερο από μια χούφτα εικοσαδόλαρα. Μόνο και μόνο γι’ αυτό, δε θα έπαιρνε πίσω ούτε δεκαράκι. Είχα σκοπό να τα φάω όλα σε μπίρες, λουκάνικα και αναμνηστικά. Βρήκα το κάθισμά μου και κάθισα προσεκτικά, μη θέλοντας να ενοχλήσω τις κλώσες που φλυαρούσαν σαν πολυβόλα. Παρ’ όλα αυτά δε δίστασαν να με κοιτάξουν καλά καλά. Ήταν όλες περίπου στην ηλικία μου, μερικές λίγο μεγαλύτερες ή λίγο μικρότερες, αλλά με καμιά δεν είχα πάνω από πέντε με εφτά χρόνια διαφορά. «Γεια», έγνεψα στη σειρά. Τέσσερα κεφάλια γύρισαν προς το μέρος μου. «Με λένε Μία», δοκίμασα τη φιλική προσέγγιση. Μια κοπέλα, που υπέθεσα ότι ήταν η αρχηγός της συμμορίας, έσκυψε μπροστά. «Είσαι η αποψινή κοπέλα του Μέις;» Έσμιξα τα φρύδια μου. «Εε… όχι, θα είμαι μαζί του όλο τον μήνα. Ήρθα από το Βέγκας. Είμαστε φίλοι από παλιά, αλλά προσπαθούμε για κάτι παραπάνω. Αυτό τον μήνα θα δούμε αν μπορούμε να κάνουμε ή όχι μακροχρόνια σχέση». Μια ξανθιά που καθόταν δυο θέσεις πιο πέρα έπνιξε το γέλιο της. «Μακροχρόνια;» Η καστανή αρχηγός στράβωσε. «Δεν έχουμε ξαναδεί τον Μέις σε σχέση. Ξέρεις, είναι φάση ΠΓΤ». Σκάλισε το νύχι της και μετά κοίταξε βαριεστημένα προς το μέρος μου. «Ξέρεις: Περάστε, Γαμήστε, Τελειώσατε». «Ουάου. Κρίμα για τις γκόμενες που πήδηξε πριν από μένα», είπα ανέμελα, για να μην αφήσω την μπηχτή της αναπάντητη. Μια ξανθούλα, με γλυκό πρόσωπο και τα μαλλιά πιασμένα σε χαριτωμένη αλογοουρά, ακούμπησε το χέρι της στο γόνατό μου. «Μην την ακούς. Δεν ξέρει τον Μέις. Εγώ τον ξέρω πολύ καλά, και πιστεύω ότι αν βρεθεί η κατάλληλη, θα μπορέσει να δεσμευτεί. Είμαι σίγουρη ότι μάλλον θα είσαι εσύ αυτή». Το χαμόγελο και η φωνή της μου θύμιζαν άγγελο. Είχε καλοσυνάτα, όμορφα καστανά μάτια. Της έδωσα το χέρι μου. «Μία Σόντερς». Εκείνη το πήρε και το έσφιξε. «Κριστίν, αλλά μπορείς να με φωνάζεις Κρις. Είμαι με τον Τζούνιορ». Αμέσως τα μάγουλά της έγιναν ροδαλά σαν


τριαντάφυλλα. «Βγαίνουμε μόνο τρεις μήνες, αλλά είμαι τρελά ερωτευμένη μαζί του». Κατέβασε τα χέρια κι έπλεξε τις παλάμες της χαμηλά, χαμογελώντας ντροπαλά. «Από εκεί ξέρω τον Μέις. Είναι σαν αδέρφια. Καλά, εκτός από τα άλλα αδέρφια του Μέις και την οικογένεια του Τζούνιορ». Έβαλα τα γέλια. «Πολλά αδέρφια έχει ο Τζούνιορ». «Δε λες τίποτα. Είναι εννιά, ζωή να ’χουνε». «Ουάου», είπα, κι ύστερα είδα έναν μικροπωλητή να έρχεται προς το μέρος μας. «Ε, εδώ. Έχω πεθάνει της πείνας. Λουκάνικο και μπίρα;» τη ρώτησα. Ολόκληρο το πρόσωπό της φωτίστηκε λες και είχε πέσει πάνω της ο ήλιος. Καταλάβαινα τι της είχε βρει ο Τζούνιορ. Ήταν γλυκιά και αγγελική. «Αμέ, ευχαριστώ πολύ. Τι καλή που είσαι. Είδατε, παιδιά, η Μία δεν είναι καμιά πατσαβούρα. Είναι καλή κοπέλα», σχολίασε στις υπόλοιπες που κάθονταν μαζί μας. «Θα δούμε», είπε η καστανή στις δυο γυναίκες που κάθονταν αριστερά της. Ανασήκωσα τους ώμους. «Τέλος πάντων, δεν ήρθα εδώ γι’ αυτές. Ήρθα για να δω τον άντρα μου να τα σπάει στο γήπεδο. Αν ρίχνει αυτός και πιάνει ο Τζούνιορ… το ’χουμε. Καλά δε λέω;» είπα στην Κρις, σηκώνοντας την παλάμη μου ψηλά. Εκείνη τη χτύπησε και ζητωκραύγασε. «Ε, κι ο δικός μου σκίζει στην πρώτη βάση!» είπε μια από τις γυναίκες. «Με λένε Κρίσσυ, παρεμπιπτόντως», πρόσθεσε η σέξι κοκκινομάλλα. «Χαίρω πολύ, Κρίσσυ». «Κι εγώ είμαι η Μόργκαν!» πρόσθεσε μια όμορφη ανοιχτοκάστανη κοπελίτσα. Η ξινή καστανομάλλα μούγκρισε, αλλά προφανώς έβλεπε ότι η μάχη ήταν χαμένη. Είχα κερδίσει τις ΣυΚαιΦί. «Αυτή είναι η Σάρα», είπε η Μόργκαν δείχνοντας με τον αντίχειρα δίπλα της. «Είναι τσαντίλα επειδή τσακώθηκε χτες βράδυ με τον δικό της, τον Μπρετ, για μια θαυμάστρια. Παίζει στη δεύτερη βάση». Έγνεψα καταφατικά. «Ναι, ο δικός σου είναι παίδαρος. Καταλαβαίνω γιατί του την πέφτουν οι θαυμάστριες». Ο τσαμπουκάς της εξατμίστηκε και οι ώμοι της καμπούριασαν. «Το βρομοθήλυκο είχε το θράσος να έρθει και να καθίσει στα πόδια του όταν έφυγα για να πάω τουαλέτα. Εκείνος δεν έκανε τίποτα… σοβαρό. Έκανε πλακίτσα λες και γινόταν για αστείο και την έπιασε από τους γοφούς και τέτοια!»


Κατσούφιασε κι έβγαλε ένα σκλήρισμα, σαν ζώο που πέθαινε. Απ’ ό,τι έβλεπα, το να πιάσω φιλίες με γυναίκες ήταν πιο εύκολο απ’ όσο νόμιζα. Μέχρι πρότινος είχα μόνο τη Ζαν και τη Μάντυ, όμως το γυναικείο οπλοστάσιό μου μεγάλωνε. Τώρα είχα προσθέσει την Τζέννιφερ στο Μαλιμπού, που έπλεε σε πελάγη ευτυχίας με την εγκυμοσύνη της, και φυσικά την αδελφή του Τόνυ, την Άντζι, που ήταν επίσης έγκυος· όμως αυτή εδώ η εμπειρία ήταν καινούρια για μένα. Φαίνεται ότι όταν παραπονιέσαι για τον άντρα σου, μπαίνεις αμέσως στην κλίκα. Χμμμ. Έβαλα στα υπόψη αυτή την παράξενη συμπεριφορά, και άφησα την κοπέλα να κλαυτεί, να γκρινιάξει και να κλάψει για το πόσο μαλάκας ήταν ο δικός της. Πριν τελειώσει η πρώτη περίοδος, είχα γίνει η καινούρια της κολλητή. Τις βομβάρδισα όλες με μπίρες και λουκάνικα με τα διακόσια μου δολάρια, και αγόρασα για μένα ένα μεγάλο δάχτυλο από αφρολέξ! Ήταν καταπληκτικό. Θα το έπαιρνα όπου κι αν πήγαινα. Μου άρεσε πάρα πολύ. Στο πρώτο άουτ της δεύτερης περιόδου, πετάχτηκα όρθια και ζητωκραύγασα με όλη μου τη δύναμη πανηγυρίζοντας με το τεράστιο δάχτυλο. «Μέισον, μπράβο, ΜΩΡΟ μου! Αυτός εκεί είναι ο δικός μου! Ο Μέισον Μέρφυ τούς βγάζει όλους άουτ!» φώναξα. Τότε άκουσα τα κλικ. Πολλοί φωτογράφοι είχαν στρέψει τις μεγάλες μαύρες μηχανές τους προς το μέρος μου. Ώρα για την παράσταση. Έστειλα φιλάκια στον Μέισον, και κάποια στιγμή έβγαλε το καπέλο του, το έφερε στην καρδιά του, το ξαναφόρεσε και έβγαλε άουτ τον επόμενο παίκτη. Όφειλα να παραδεχτώ ότι ήμασταν ήδη καλοί σ’ αυτό. Κατά τη διάρκεια της έβδομης περιόδου, ο Μέισον επέστρεψε στον πάγκο, μερικές σειρές παρακάτω από εκεί που καθόμουν. Οι ΣυΚαιΦί είχαν πάρα πολύ καλές θέσεις. Κατέβηκα τρέχοντας μέχρι το κάγκελο που χώριζε τις κερκίδες από τον πάγκο. Ο Μέισον ανέβηκε πατώντας πάνω στο ξύλινο πλαϊνό τοίχωμα του υποστέγου και έσκυψε πάνω από το κάγκελο. Με αγκάλιασε από τον σβέρκο και κοίταξε τις κάμερες. Χαμογέλασε πλατιά και κόλλησε τα χείλη του στα δικά μου. Θα το ξαναπώ, φιλούσε πάρα πολύ ωραία. Έδινε καλή παράσταση για τους φωτογράφους αλλά, για να πω την αλήθεια, δεν υπήρχε καθόλου ενθουσιασμός, σπίθα, υγρασία στο κιλοτάκι, μόνο ένα καλό φιλί με έναν κούκλο. Όταν τραβήχτηκα, τα φρύδια του έσμιξαν. «Δε σου λέει απολύτως τίποτα, ε; Ωραία πληγώνεις τον κόσμο, γλύκα», γουργούρισε στο αυτί μου και έκανε πίσω,


με τα πράσινα μάτια του στυλωμένα στα δικά μου. Δεν ήταν όμως τα πράσινα μάτια στα οποία θα ήθελα να πνίγομαι τώρα. Χαμογέλασα πλατιά, ακούμπησα τα χέρια μου πάνω στους φαρδιούς του ώμους και κρεμάστηκα από τον λαιμό του. Εκείνος γύρισε το καπέλο μου ανάποδα και ακούμπησα το μέτωπό μου στο δικό του. «Συγγνώμη. Δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι τη Ρέιτσελ». Δεν ήταν απόλυτα αλήθεια. Λυπόμουν για την ντροπαλή ξανθιά που ήταν προφανές ότι ποθούσε τον Μέισον, και σίγουρα υπήρχε κάτι μεταξύ τους, αλλά κυρίως είχα πληγωθεί για τον Γουές. Ο Μέισον με έπιασε απλά από τον αυχένα, με φίλησε στο μέτωπο και τραβήχτηκε. Χαμογέλασε αυτάρεσκα, μου έκλεισε το μάτι και είπε «Μην τη σκέφτεσαι. Εγώ δεν τη σκέφτομαι». Ο τόνος του ήταν θρασύς και ψεύτικος. «Τα λέμε αργότερα, γλύκα». Τον παρακολούθησα να φεύγει, παριστάνοντας ότι έλιωνα για τον κούκλο σταρ του μπέιζμπολ, και υπό κανονικές συνθήκες, αυτό θα έκανα. Αλλά δεν ένιωθα ο εαυτός μου. Από τότε που είχα ακούσει τη φωνή της Τζίνα Ντελούκα να απαντάει το κινητό του Γουές, είχα χάσει ένα κομμάτι του εαυτού μου. Η ορμή που συνήθως έβραζε κάτω από την επιφάνεια είχε ξεθυμάνει σε μια αδύναμη ώθηση, που με έσπρωχνε να κάνω μηχανικά τη δουλειά μου. Ήταν άδικο και εντελώς παράλογο να υποθέτω ότι θα με περίμενε, ιδίως από τη στιγμή που εγώ πηδιόμουν με όποιον ήθελα. Για μένα, όμως, όταν είχε έρθει αυθόρμητα στο Σικάγο, κάτι είχε αλλάξει, και νόμισα ότι ίσως θα μπορούσα να τον περιμένω. Το σεξ ήταν σεξ. Μου άρεσε το σεξ, όπως και σε κάθε θερμόαιμη γυναίκα. Όμως το σεξ με τον Γουές ήταν κάτι παραπάνω από μια ακόμα εμπειρία. Ήταν συνταρακτικό. Ο Αλέκ ήταν καταπληκτικός στο κρεβάτι· ήταν διασκεδαστικό, αισθησιακό, εξωτικό και ωραίο όσο κράτησε. Είχα διασκεδάσει απίστευτα τον καιρό που πέρασα μαζί του, αλλά δεν υπήρχαν συναισθήματα στη μέση όπως με τον Γουές, και φοβόμουν πως, παρόλο που με διαβεβαίωνε ότι η σχέση του με την Τζίνα ήταν εφήμερη, εκείνη θα καταλάβαινε γρήγορα τι κελεπούρι έχει στα χέρια της, και στο τέλος θα ήμουν εγώ αυτή που θα έβγαινε χαμένη. Μα τι άλλες επιλογές είχα; Η οικογένειά μου με χρειαζόταν, και αναγκαστικά αυτό είχε προτεραιότητα. Στο μεταξύ, θα κοιτούσα μόνο τη δουλειά, και ίσως στο τέλος έκανα καλύτερη


τη ζωή κάποιου. Ξεκινώντας από τον Μέισον. Δεν ήταν χαμένη υπόθεση. Κάτω από όλην αυτή τη μαγκιά, έβλεπα έναν κύριο. Η ζωή τού είχε μάθει να ζει στο παρόν, και τα χρήματα στα οποία κολυμπούσε δεν του είχαν διδάξει πώς να σέβεται τους ανθρώπους που είχε στη ζωή του. Αναρωτήθηκα αν ήταν πραγματικά ευτυχισμένος. Μάλλον όχι, αφού έπρεπε να προσλάβει συνοδό για να παραστήσει την κοπέλα του. Όταν μάλιστα ορδές γυναικών ούρλιαζαν το όνομά του και παρακαλούσαν να τις προσέξει! Έπρεπε να μάθω περισσότερα για τον νεαρό Μέισον. Τι ήταν αυτό που τον ωθούσε, τι τον έκανε να είναι –ή να παριστάνει ότι είναι– έτσι γυναικάς; Όπως και να ’χε, θα έμενα εδώ σχεδόν έναν μήνα, και δεν είχα σκοπό να χαραμίσω το ταξίδι μου κλαψουρίζοντας πάνω από την μπίρα μου. Όχι, θα το περνούσα πίνοντας μπίρες με έναν παίδαρο μπεϊζμπολίστα και τους αφόρητα σέξι φίλους του. Αρχίζει το ματς!


3

Η ΠΡΩΤΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ που πέρασα παριστάνοντας την κοπέλα του Μέισον Μέρφυ, ή αλλιώς «Μέις», είχε αποδειχτεί καταπληκτική. Ένιωθα σαν να είχα έρθει διακοπές. Πήγα σε τέσσερα εντός έδρας παιχνίδια, από τα οποία κέρδισαν τα τρία, και πρέπει να παραδεχτώ ότι το να είσαι η γκόμενα ενός νικητή είναι τέλειο! Το γλεντήσαμε σαν να ήταν 1999, μόνο που αυτή τη φορά όλα τα ρεπορτάζ για τον Μέισον τον έδειχναν αγκαλιά με την ίδια κοπέλα, δηλαδή εμένα, χωρίς να καπνίζει και να πίνει ανεξέλεγκτα. Δεν υπήρχαν πλέον άθλιες μεθυσμένες φωτογραφίες για τους δημοσιογράφους. Ήταν τύπος και υπογραμμός, κι αυτό φαινόταν από τις παλιοφυλλάδες που ανέφεραν μεν τα καλά νέα, αλλά συνέχιζαν να εικάζουν ότι ήταν θέμα χρόνου να πέσει από το βάθρο του και να ξαναγίνει το κακό παιδί που όλοι ήξεραν. Θα περίμεναν πολύ ακόμα, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί κάτι τέτοιο όσο ήμουν εγώ εδώ. Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, είχα επίσης χρόνο να σκεφτώ πώς αισθανόμουν για τον Γουές και την Τζίνα −τους οποίους αποκαλούσα πλέον χαϊδευτικά «Γουεσίνα»−, μόνο και μόνο για να κρατήσω αναμμένη τη φωτιά που έκαιγε στα σωθικά μου. Δεν ήταν δίκαιο, αλλά είχα αγνοήσει τις κλήσεις και τα μηνύματα του Γουές. Από τότε που είχα ανακαλύψει ότι πηδούσε την πιο τέλεια γκομενάρα του Χόλλυγουντ, την Τζίνα Ντελούκα, έβρισκα κάθε μέρα από μια κλήση και ένα μήνυμα. Ήξερα ότι αν ήθελα να κρατήσουμε επαφή, έστω και ως φίλοι, έπρεπε να του απαντήσω. Γι’ αυτό όταν μου ήρθε μήνυμα από εκείνον, ούτε το αγνόησα ούτε το διέγραψα αυτόματα. ΠΡΟΣ: Μία Σοντερς


ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ

Σε σκέφτηκα στο εξωτερικό γύρισμα. Μου θύμισε εσένα. Πάντα θα σε θυμίζει. Μίλα μου, σε παρακαλώ. Κάτω από το μήνυμα υπήρχε μια φωτογραφία του ωραίου ωκεανού. Πάνω στην άμμο υπήρχε μία σανίδα. Πόσο μου έλειπε το σερφ. Ώσπου να μπορέσω να ξαναπάω στην Καλιφόρνια, θα είχα τόσο πολύ καιρό να κάνω, που θα έπρεπε να μου τα ξαναμάθει όλα από την αρχή. Η σκέψη με έκανε να γελάσω κρυφά. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, του έστειλα μήνυμα. ΠΡΟΣ: Γουές Τσάννινγκ ΑΠΌ: Μία Σόντερς Η θέα μοιάζει παραδεισένια. Καβάλα μερικά κύματα και για μένα, εντάξει; Μου λείπει να σερφάρω μαζί σου. Πριν προλάβω να βάλω το κινητό μου μέσα στην τσάντα, χτύπησε εισερχόμενο μήνυμα. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Ζει! Αμάν, βρε γλυκιά μου. Είχα ανησυχήσει ότι δε θα μου ξαναμιλούσες ποτέ. Χαίρομαι που δεν είναι έτσι. Τι κάνεις; ΠΡΟΣ: Γουές Τσάννινγκ ΑΠΌ: Μία Σόντερς Μπέιζμπολ, μπίρες και μεζέδες στη Βοστόνη… δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Ακούγεται σαν να έγινε το όνειρό σου πραγματικότητα. Τίποτα που να μην αρχίζει από Μ υπάρχει; Έκανα μια γκριμάτσα και άρχισα να πληκτρολογώ μανιασμένα. Είχε περάσει


πολύς καιρός και υπήρχε πολλή ένταση ανάμεσά μας. Έπρεπε να βρω κάτι που θα μας ικανοποιούσε και τους δυο. Η αλήθεια ήταν ότι νοιαζόμασταν βαθιά ο ένας για τον άλλο, όμως δεν ήμασταν σε θέση να είμαστε μαζί, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι δεν μπορούσαμε να ενδιαφερόμαστε. Ούτε ότι δεν έπρεπε να βρούμε έναν τρόπο να ξεπεράσουμε το γεγονός ότι θα είχαμε και οι δύο σχέσεις με το άλλο φύλο. Δε γινόταν να περιμένω από εκείνον να ζει σαν καλόγερος όταν εγώ δεν μπορούσα να του προσφέρω το ίδιο. ΠΡΟΣ: Γουές Τσάννινγκ ΑΠΌ: Μία Σόντερς Σαν τα Μ δεν έχει... Και φυσικά έπρεπε να μου τη φέρει και να αρχίσει να μιλάει πάλι σοβαρά ενώ απολάμβανα τα ανάλαφρα αστειάκια μας. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Και το Α καλό είναι. Αγκαλίτσες, Αγάπη, Αφοσίωση… Για να μην πω για το Γ. Γέλιο, Γουές… Γαμήσι. Έσκασα στα γέλια. Μόνο αυτός θα έχωνε τα σοβαρά ανάμεσα στα αστεία. ΠΡΟΣ: Γουές Τσάννινγκ ΑΠΌ: Μία Σόντερς Αν δε με απατά η μνήμη μου, έχω ήδη δοκιμάσει γαμήσι από τον Γουές και ήταν φανταστικό. Ήξερα ότι η απάντησή μου ήταν κάπως τολμηρή, αλλά ήμουν αποφασισμένη να επαναφέρω την ανάλαφρη και διασκεδαστική φύση της σχέσης μας. Αν ήθελα να τον κρατήσω με κάποιον τρόπο, έπρεπε πάνω από όλα να διατηρήσουμε αυτό. Ναι, το ότι πηδιόταν με την Τζίνα ήταν μεγάλο πλήγμα, αλλά είχα μια βδομάδα να το σκεφτώ, και όσο κι αν ήθελα να τα παρατήσω όλα, να πάω στην Καλιφόρνια με το πρώτο αεροπλάνο και να διεκδικήσω τον άντρα


μου, αυτό δεν μπορούσε να γίνει. Μπορούσα μόνο να ελπίζω ότι όντως ο Γουές δε θα άφηνε τη σχέση του με την Τζίνα να σοβαρέψει, κι αν δεν το έκανε, δεν είχα άλλη επιλογή παρά να συμφιλιωθώ με αυτή την απόφαση. Του είχα ξεκαθαρίσει ότι δεν ήταν τώρα η ώρα μας. Επέμενα σε αυτή την απόφαση, όσο κι αν με πλήγωνε. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Θα σε περιμένω τη στιγμή που θα θελήσεις να δοκιμάσουμε ξανά, γλυκιά μου. ΠΡΟΣ: Γουές Τσάννινγκ ΑΠΌ: Μία Σόντερς Είσαι τρελός! Πήγαινε να σερφάρεις· μην αφήνεις τα κύματα να περνάνε. Θα μιλήσουμε πάλι σε κάνα δυο μέρες. Με καλεί το καθήκον. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Τρελός για σένα. Αυτό ήταν το τελευταίο μήνυμα που μου έστειλε πριν τη σιγή ασυρμάτου. Τρελός για μένα. Κι εγώ ήμουν τρελή για εκείνον, αλλά δεν είχα πρόθεση να σοβαρέψω ξανά τα πράγματα. Χρειαζόμασταν χρόνο, πολύ χρόνο, για να ξεπεράσουμε το πλήγμα. Ήξερε ότι πηδιόμουν με άλλους άντρες, ήξερα ότι πηδιόταν με την Τζίνα. Αυτό ήταν πραγματικότητα. «Τι κοιτάς και φωτίστηκε έτσι το πρόσωπό σου, γλύκα;» ρώτησε ο Μέις, μπαίνοντας στο δωμάτιό μου στη σουίτα του ξενοδοχείου με ένα εντυπωσιακό κουστούμι. Έλεος κάπου· ο τύπος ήταν ωραίος με τη στολή του, και με ένα λιωμένο τζιν με τρύπα στο γόνατο, όμως με το κουστούμι απέπνεε έναν αέρα δύναμης που μου άρεσε… πολύ. Ο Μέισον χαμογέλασε και έπαιξε τα φρύδια του, κι ύστερα έκανε αργά μια στροφή γύρω από τον εαυτό του για να τον δω από παντού. «Σ’ αρέσει;» Έγνεψα καταφατικά. «Το ξέρεις ότι μ’ αρέσει. Περιμένω πώς και πώς να σε δει η Ρέιτσελ. Όλη την εβδομάδα κρύβεται».


Τα χείλη του Μέισον γύρισαν προς τα κάτω κατσούφικα μόλις αναφέρθηκε το όνομά της. «Μας έχεις παρεξηγήσει. Πρέπει να το βγάλεις από το μυαλό σου». Αυτή τη φορά έγνεψα αρνητικά. «Αποκλείεται. Είδα πώς κοιταζόσασταν τις προάλλες. Σε γουστάρει, αλλά δεν ξέρω γιατί κρύβεται». «Δεν κρύβεται. Θα περάσει σε λίγο να μας πάρει για να πάμε στην Power Up». Εκείνη τη στιγμή ακούσαμε ένα χτύπημα στην πόρτα. Χαμογέλασα πλατιά και έσπευσα στην πόρτα όσο πιο γρήγορα μου επέτρεπαν οι γόβες στιλέτο μου. Την άνοιξα, και στο κατώφλι ήταν η Ρέιτσελ, φορώντας άλλο ένα κομψό ταγέρ, μόνο που αυτή τη φορά ήταν γκρι. Μια ροζ παλ μπλούζα αναδείκνυε το ροζ στα μάγουλά της και τη λάμψη στο δέρμα της. Τα ξανθά μαλλιά της ήταν μαζεμένα σε μια σφιχτή αλογοουρά στον αυχένα της. Είχε κάνει εκείνο το γαμάτο κόλπο, που κρύβεις το λαστιχάκι κάτω από τα μαλλιά και είναι σαν να στέκονται μαγικά πίσω, από μόνα τους. Έπρεπε να ανακαλύψω πώς το κάνουν. Θα ήταν ωραίο να το μάθω, και θα μπορούσα να το δείξω στη Ζαν και τη Μάντυ. «Γεια σου, Ρέιτσελ, τι κάνεις;» είπα ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα. Με κοίταξε αποπάνω μέχρι κάτω. Φορούσα δερμάτινη στενή φούστα και ριχτή λευκή μπλούζα. Η φούστα αγκάλιαζε τον κώλο μου και η αέρινη μπλούζα έδειχνε μια δόση ντεκολτέ που έβρισκα σαγηνευτική. Ήταν σίγουρα κάτι που θα φορούσε η ωραία νεαρή γκόμενα ενός επαγγελματία παίκτη του μπέιζμπολ. Έκανε μια γκριμάτσα. «Αυτό το σύνολο είναι απροκάλυπτα σέξι. Η συγκεκριμένη φούστα φοριέται με κλειστό πουκάμισο». Τα χείλη της σούφρωσαν χαριτωμένα, χωρίς να πάψουν να είναι επικριτικά, και για πρώτη φορά ένιωσα λίγη. «Εε… εντάξει, αλλά δεν πήρα μαζί κανένα πουκάμισο, γιατί νόμισα ότι πήγαιναν με τα παντελόνια». Τότε εμφανίστηκε ο Μέις. Και μόνο η παρουσία του της έκοψε την ανάσα. Την άκουσα να παίρνει μια εισπνοή και να την κρατάει. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και τα δόντια της μπήχτηκαν αισθησιακά στο κάτω χείλι της. Η κοπέλα ήταν τρελή για τον τύπο. Πώς γινόταν να μην το βλέπει; Γύρισα και τον παρακολούθησα να πραγματοποιεί μια αργή στροφή γύρω από τον εαυτό του, κάνοντας επίδειξη για δεύτερη φορά σήμερα, μόνο που τώρα τα έδινε όλα για χάρη της Ρέιτσελ. Το χαμόγελό του ήταν πλατύ όταν ξαναγύρισε προς το μέρος μας. «Λέει αυτό


το κουστούμι “υπεύθυνος υποστηρικτής του ενεργειακού ποτού Power Up και της Quick Runners”;» Η Ρέιτσελ συμφώνησε βουβά. «Απ’ ό,τι φαίνεται, εσύ είσαι τέλειος κι εγώ μοιάζω με σέξι πόρνη», μουρμούρισα, αλλά πήρα την τσάντα μου. Τα μάτια του Μέισον στένεψαν, με έπιασε από τη μέση και με τράβηξε κοντά του. Κόλλησα στο στήθος του και εκείνος κατέβασε τα μάτια του προς το μέρος μου, με βλέμμα που φανέρωνε ανησυχία. Έριξα μια ματιά στη Ρέιτσελ, κι εκείνη κοίταξε αμέσως αλλού. «Άκου, είσαι τέλεια. Πολύ σέξι. Οι δημοσιογράφοι σε βλέπουν όλη τη βδομάδα με τζιν και φανελάκια. Τώρα ήρθε η ώρα να σε δουν με κάτι κυριλέ και νεανικό. Ακριβώς όπως μου αρέσουν οι γυναίκες. Εξάλλου, πιστεύεις ότι τα μεγάλα κεφάλια περιμένουν να είμαι με καμιά δυσκοίλια ξενέρωτη υπάλληλο γραφείου;» Μόλις ειπώθηκε αυτό, είδα τους ώμους της Ρέιτσελ να καμπουριάζουν. Στο μυαλό της, η ίδια ήταν ο ορισμός της ξενέρωτης υπαλλήλου, και αυτή τη στιγμή την έβλεπα να σφίγγει τα κωλομέρια της με τέτοια δύναμη, που από την πίεση θα έχεζε διαμάντια. Αυτό δεν ήταν καλός οιωνός για το σχέδιό μου να τους κάνω κατάσταση. Έπρεπε να βρω και να εφαρμόσω νέες τακτικές, αν ήθελα να υπάρξει μια ελπίδα να πετύχω. Φίλησα τον Μέισον στο μάγουλο και σκούπισα το κραγιόν που έμεινε στο φρεσκοξυρισμένο δέρμα του. «Τώρα που το ανέφερες, δεν είναι πολύ σέξι η Ρέιτσελ με αυτό το ταγέρ;» έγνεψα γέρνοντας το κεφάλι μου προς το μέρος της. Οι άκρες των χειλιών του Μέισον ανασηκώθηκαν, δημιουργώντας εκείνα τα ακαταμάχητα λακκάκια. «Θα την πήδαγα», ήταν τα ηλίθια λόγια που βγήκαν από το στόμα του. Μπορείς να βγάλεις τον παίκτη από τη Βοστόνη, αλλά δεν μπορείς να βγάλεις τον παίκτη από τον άντρα. Με το που το άκουσα, τον κοπάνησα στο μπράτσο. «Πόσες φορές έχουμε πει να μην είσαι γάιδαρος;» Σήκωσα και τα δυο χέρια και του έδειξα τα δάχτυλα ένα ένα. Εκείνος έτριψε τον ώμο του. «Με συγχωρείς, Ρέιτσελ, αλλά πραγματικά θα σε πήδαγα». Τον χτύπησα πάλι. «Άουτς, σταμάτα να με κοπανάς, γαμώτο». «Σταμάτα να είσαι μαλάκας!» Τότε πετάχτηκε η Ρέιτσελ. «Σταματήστε και οι δύο! Μία, δεν πειράζει. Έχω συνηθίσει πια την άξεστη συμπεριφορά του».


Κάνοντας μια γκριμάτσα, έβαλα το χέρι μου στη μέση. «Αυτό δεν την κάνει λιγότερο ανώριμη και άκομψη». Η Ρέιτσελ γέλασε και ακούστηκε σαν καμπανάκια που κουδούνιζαν. Ακόμα και το γέλιο της ήταν γλυκό. «Πράγματι, αλλά σας ευχαριστώ για το κομπλιμέντο, κύριε Μέρφυ». Μια λάβρα με χτύπησε σαν φλεγόμενο τείχος. Ο Μέισον άστραψε μόλις την άκουσε. «Πόσες φορές πρέπει να σου πω να με αποκαλείς Μέισον ή Μέις, Ρέιτσελ; Γνωριζόμαστε δύο χρόνια. Έχουμε ξεπεράσει πια τις τυπικότητες. Τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω». Τα μάτια της σηκώθηκαν και συνάντησαν τα δικά του και έδεσε τα χέρια της μεταξύ τους πλέκοντας τα δάχτυλά της. «Ναι, αχ, έχεις δίκιο. Τις έχουμε ξεπεράσει. Σου ζητώ συγγνώμη. Η συνήθεια φταίει. Να πηγαίνουμε;» «Να αλλάξω;» είπα ξερά, γιατί έπρεπε πραγματικά να ξέρω. Είχα έρθει για να βελτιώσω το ίματζ του. Νόμιζα ότι είχα διαλέξει ένα γαμάτο σύνολο, αλλά προφανώς χρειαζόμουν καθοδήγηση. Η Ρέιτσελ με περιεργάστηκε ξανά. «Είσαι πραγματικά πολύ ωραία, Μία. Πάντα είσαι. Με συγχωρείς, δεν αντέδρασα καλά. Όλα είναι εντάξει. Ας μην αφήνουμε τους υποψήφιους σπόνσορές μας να περιμένουν». Άνοιξε την πόρτα και βγήκαμε και οι τρεις. ***

Το τιμ του Power Up ήταν απροσδόκητα βαρετό. Για εταιρεία η οποία πουλούσε ένα ενεργειακό ποτό που απευθυνόταν σε νεαρούς αθλητές, δε θα μπορούσαν να είχαν βρει πιο ανιαρό τιμ. Τα γραφεία τους ήταν ασπρόμαυρα και οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με εικόνες του ποτού πάνω σε λευκό φόντο. Δεν υπήρχαν εντυπωσιακές εικόνες με άντρες να επιδίδονται σε θεαματικά σπορ, τύπου αναρρίχηση, κολύμπι, ράλι, με ένα μπουκάλι Power Up στο χέρι, όπως θα περίμενε κανείς. Αν με ρωτούσαν –αλλά φυσικά δε με ρώτησε κανείς κι έτσι κράτησα το στόμα μου κλειστό– χρειάζονταν τον Μέις περισσότερο απ’ όσο τους χρειαζόταν εκείνος. Αν ήθελαν να έχουν καμιά ελπίδα να ανταγωνιστούν τις μεγάλες εταιρείες όπως η Gatorade, έπρεπε να αλλάξουν κι εκείνοι το ίματζ τους. Η Ρέιτσελ πάντως τους είπε τη γνώμη της έξω από τα δόντια, και απέδειξε


γιατί μπορούσε να αγοράζει καλοραμμένα ταγέρ και γιατί άξιζε τα λεφτά που της έδινε ο Μέισον. Όταν μιλούσε, τους έκανε όλους να κρέμονται από τα χείλη της. Εγγυήθηκε στα στελέχη της Power Up όχι μόνο ότι ο Μέισον θα εμφανιζόταν πολύ περισσότερο στα ΜΜΕ, αφού τα στατιστικά του αποδείκνυαν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είχε έρθει στο πρωτάθλημα για να μείνει, αλλά επίσης ότι οι νέοι λάτρευαν τα πρώην κακά παιδιά. Μάλιστα τους παρουσίασε διάφορους τρόπους που θα μπορούσαν να βελτιώσουν το ίματζ τους σε συνεργασία με τον Μέισον, και τους διαβεβαίωσε ότι η εταιρεία της θα συνεργαζόταν ευχαρίστως με το τμήμα μάρκετινγκ της δικής τους για να βρουν τις καλύτερες δυνατές καμπάνιες που θα εκτόξευαν με επιτυχία και τις δύο εταιρείες σε νέα επίπεδα. Κι ύστερα ο μάνατζέρ του αναφέρθηκε στα λεφτά. Προφανώς το να είσαι εκπρόσωπος μιας εταιρείας ενεργειακών ποτών άξιζε εκατομμύρια. Όταν άρχισαν να πετάνε ποσά δεκάδων εκατομμυρίων, παραλίγο να κάνω εμετό. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι μερικά διαφημιστικά, μερικές φωτογραφίσεις και μερικές δημόσιες εμφανίσεις άξιζαν τόσα λεφτά. Βέβαια, κι εμένα μου έδιναν εκατό χιλιάρικα απλά για να κάθομαι και να κάνω την όμορφη. Είναι όλοι τρελοί για δέσιμο. Έτσι ζούσαν οι πλούσιοι, και τώρα που είχα γίνει συνοδός το έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια. Μόλις τελειώσαμε από την Power Up, που είπαν ότι θα σκέφτονταν όλα όσα συζητήθηκαν και θα αποφάσιζαν εντός της ερχόμενης εβδομάδας, πήγαμε με τη λιμουζίνα στην Quick Runners. Ήταν έτοιμοι να γίνουν η επόμενη Reebok ή Nike και είχαν ανάγκη μια έξτρα δόση λάμψης που θα τους έσπρωχνε στην κορυφή. Ο Μέισον Μέρφυ, ο καλύτερος πίτσερ του μπέιζμπολ σήμερα, ήταν ο άσος που έκρυβαν στο μανίκι. Η Ρέιτσελ φρόντισε να το εμπεδώσουν αυτό. Τα γραφεία τους ήταν το ακριβώς αντίθετο της Power Up. Ενώ οι προηγούμενοι ήταν ευυπόληπτοι μπίζνεσμεν με κουστούμια, αυτοί εδώ ήταν κάτι πιτσιρικάδες που μόλις είχαν βγει από το πανεπιστήμιο, με τζιν, πόλο μπλουζάκια και αθλητικά παπούτσια. Φύγαμε από τα γραφεία τους με μια προφορική συμφωνία για άλλον ένα κουβά εκατομμύρια και τη δέσμευση ότι για όσο ο Μέισον έδειχνε καλή διαγωγή, εκείνοι δε θα υπαναχωρούσαν. Όταν μπήκαμε στο ασανσέρ, μας αποχαιρέτησαν και έδιναν συγχαρητήρια ο ένας στον άλλο όσο έκλειναν οι πόρτες. Αμέσως μόλις έκλεισαν, ο Μέισον γύρισε στη Ρέιτσελ, την έπιασε από τα μάγουλα και της είπε «Είσαι κα-τα-πλη-


κτι-κή!». Ύστερα την κόλλησε πάνω του και της έδωσε ένα σβουριχτό φιλί. Εγώ στάθηκα στη γωνία με τα χέρια δεμένα στο στήθος, προσπαθώντας να μην τσιρίξω από τη χαρά μου. Όταν τραβήχτηκε, εκείνη φάνηκε ζαλισμένη και ξεμυαλισμένη. Εκείνος την άφησε, με έπιασε από τη μέση και με αγκάλιασε σφιχτά. Τότε τσίριξα και χοροπήδησα μέσα στην αγκαλιά του. «Το είδες; Είδες πώς τους χειρίστηκε όλους; Παναγία μου! Τι αγωνία!» Ο Μέισον έσφιξε τους ώμους της Ρέιτσελ και την τράβηξε στο πλευρό του. Μας είχε και τις δυο αγκαλιά. «Κυρίες μου, η σημερινή ήταν μια μεγάλη νίκη για την ομάδα Μέρφυ». Χαχάνισα. «Την ομάδα Μέρφυ;» Εκείνος έγνεψε φρενιασμένα. «Μάλιστα, την Ομάδα Μέρφυ. Εσύ…» είπε τραντάζοντας τον ώμο μου, «και η βασίλισσά μας, η Ρέιτσελ», είπε τραντάζοντας εκείνη. «Και φυσικά… ο ωραίος: εγώ». Αναστενάξαμε ταυτόχρονα με τη Ρέιτσελ. «Είσαι μεγάλη ψωνάρα». «Ναι, ναι, είμαι. Και τώρα ήρθε η ώρα να πιούμε για να το γιορτάσουμε!» Η Ρέιτσελ γούρλωσε τα μάτια. «Μέισον, δεν μπορούμε να ξεσαλώσουμε. Πρώτον, σε παρακολουθούν στενά· και δεύτερον, έχεις αγώνα αύριο». «Όντως. Γι’ αυτό λέω να καλέσουμε κάνα δυο από τα παιδιά με τις κοπέλες τους στη σουίτα για καμιά πίτσα και καμιά μπιρίτσα. Να τη βγάλουμε μέσα. Τι λέτε;» Μπίρες, αγόρια, πίτσα… εννοείται. «Βέβαια!» είπα. «Έλα, Ρέιτς, πρέπει να το γιορτάσεις, να αφήσεις κάτω τα μαλλιά σου και να χαλαρώσεις λίγο». Τα μάτια του Μέισον πήγαν στα χρυσαφένια μαλλιά της Ρέιτσελ. «Να κάτι που δεν έχω δει ποτέ». Το χέρι του ανέβηκε στην αλογοουρά της, την τύλιξε γύρω από τη φούχτα του και την άφησε. «Πολύ θα μου άρεσε να δω όλο αυτό το χρυσάφι λυτό, να κατσαρώνει γύρω από το πρόσωπό σου. Είναι πολύ ωραίο», της είπε σκύβοντας κοντά στο αυτί της, και αυτή τη φορά γούρλωσαν τα δικά μου μάτια. Φαινόταν κυριολεκτικά έτοιμη να σωριαστεί στο πάτωμα, είτε από έκπληξη είτε από φόβο. Ίσως λίγο απ’ όλα. Ο Μέισον μύρισε τον αέρα κοντά στο αυτί της. «Χριστέ μου, τι ωραία που μυρίζεις. Ώστε από σένα είναι η μυρωδιά αμυγδάλου που πάντα αναρωτιέμαι τι είναι. Εσύ είσαι. Πάντα εσύ ήσουν. Μυρίζεις τόσο ωραία, που μου έρχεται να σε φάω», μούγκρισε στον λαιμό της και εισέπνευσε βαθιά πριν αποτραβηχτεί. Κοιτούσε τη Ρέιτσελ σαν


πεινασμένο λιοντάρι μπροστά σε μια ζουμερή μπριζόλα. Οι πόρτες του ασανσέρ κουδούνισαν και το ξόρκι έσπασε. Η Ρέιτσελ βγήκε, όσο πιο γρήγορα της επέτρεπαν τα ψηλά τακούνια της, από την έξοδο του κτιρίου στη νεοϋορκέζικη νύχτα. «Ώρα να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο και να παραγγείλουμε εκείνες τις πίτσες και τις μπίρες που λέγαμε. Θέλεις να τηλεφωνήσεις στους φίλους σου, Μέισον;» Έβγαλε το κινητό της και αγνόησε τη θλιμμένη έκφραση του προσώπου του. Εκείνος έκλεισε τα μάτια, πήρε μια ανάσα και μπήκε στη λιμουζίνα. «Ναι, Ρέιτσελ, θα τηλεφωνήσω». Γλίστρησα δίπλα του και του έπιασα παρηγορητικά το γόνατο. «Είδες, σου τα έλεγα», μου είπε και σήκωσε το τηλέφωνο στο αυτί του. ***

Η σουίτα μας γέμισε με παίκτες των Ρεντ Σοξ και, παραδόξως, μερικούς παίκτες των Γιάνκις. Είχαμε παραγγείλει δυο βαρέλια μπίρα και τουλάχιστον καμιά εικοσαριά πίτσες που καταναλώνονταν σε χρόνο ντετέ. Οι γυναίκες ήταν περισσότερες από τους άντρες, πράγμα που μου φάνηκε παράξενο. Το λογικό θα ήταν να είναι ένας προς μία, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται μερικοί από τους εργένηδες είχαν καλέσει στο πάρτι κάποιες θαυμάστριές τους, κι εκείνες το είπαν σε άλλες θαυμάστριες, και ούτω καθεξής. Υπήρχαν γυναίκες που ήταν ντυμένες φυσιολογικά με τζιν και ωραία τοπ, και πουτανάκια που ψάχνονταν να φάνε πούτσο από κανά επαγγελματία μπεϊζμπολίστα για να έχουν να το λένε. Στο τέλος η κατάσταση βγήκε κάπως εκτός ελέγχου. Τόσο πολύ, που καταλήξαμε εγώ κι η Ρέιτσελ στο κρεβάτι του δωματίου μου να γινόμαστε λιάρδα, πίνοντας εναλλάξ από ένα μπουκάλι Jamison. «Ξέρεις, αν ήθελες τον Μέισον, θα μπορούσες να τον έχεις», της είπα ευθέως, γιατί το αλκοόλ μού είχε λύσει τη γλώσσα. Εκείνη έκανε γκριμάτσα και έναν ήχο με το στόμα της που ακούστηκε σαν λάστιχο που έχανε αέρα. Μου έδειξε τα τσαλακωμένα ρούχα της. «Πιστεύεις ότι θέλει κάτι τέτοιο;» Φορούσε ακόμα την κομψή γκρίζα κολλητή φούστα της, αλλά το ροζ μπλουζάκι της είχε ξεκουμπωθεί και ζαρωμένο κρεμόταν το μισό έξω από τη φούστα. Η αλογοουρά της ήταν στραβή και η μάσκαρά της είχε


πέσει. Δεν ήθελα καν να μάθω πώς ήμουν εγώ. Είχα βγάλει προ πολλού την ακριβή μπλούζα, φορώντας στη θέση της ένα φανελάκι, αλλά είχα κρατήσει τη δερμάτινη φούστα επειδή μου φαινόταν και πολύ «βυζιά» όπως θα έλεγε η κολλητή μου η Ζανέλ. Ήταν κάτι που λέγαμε μικρές: Αν μας άρεσε πολύ κάτι, λέγαμε ότι ήταν «βυζιά», επειδή ελάχιστα πράγματα είναι τόσο επιθυμητά ή περιζήτητα όσο ένα ωραίο γυναικείο μπούστο. Σηκώθηκα στα γόνατα, πήγα πίσω της και της έβγαλα το λαστιχάκι. Οι μακριές χρυσαφένιες μπούκλες της πλαισίωσαν τέλεια το πρόσωπό της, πολλαπλασιάζοντας την ομορφιά της. «Ουάου! Είσαι κουκλάρα!» της είπα, ήπια μια γουλιά από το ουίσκι και της έδωσα το μπουκάλι. Ύστερα πήρα ένα χαρτομάντιλο, το έβρεξα με λίγο σάλιο και της καθάρισα τη μουτζουρωμένη μάσκαρα από το πρόσωπο. «Ορίστε, τώρα είσαι σούπερ κουκλάρα! Όμως πρέπει να χαλαρώσεις λίγο. Ανησυχείς υπερβολικά για τα πάντα», είπα μασώντας τις λέξεις και ξανάπεσα πίσω στα μαξιλάρια. Η Ρέιτσελ σούφρωσε τα χείλη όπως την έβλεπα συχνά να κάνει. Σήμαινε ότι πραγματικά σκεφτόταν αυτό που της είχες πει, πριν σχολιάσει. Μου άρεσε αυτό. «Ναι, έχεις δίκιο. Πρέπει να γίνω περισσότερο σαν εσένα. Ελεύθερη, νέα και έτοιμη να αντιμετωπίσω τον κόσμο!» Σήκωσε μαχητικά τη γροθιά ψηλά, αλλά της έλειπε ο αέρας, και έμοιαζε περισσότερο σαν να παρίστανε το Άγαλμα της Ελευθερίας με τον πυρσό. Μην μπορώντας να σταματήσω τον εαυτό μου, χαχάνισα, μετά γέλασα, και μετά ξεκαρδίστηκα τόσο πολύ, που ρουθούνισα σαν γουρουνάκι. Μου κούνησε το δάχτυλο κι ύστερα έσκασε κι εκείνη στα γέλια. Όταν τελικά κατάφερα να ελέγξω τον εαυτό μου, της έσφιξα το χέρι. «Πρέπει να του την πέσεις. Απόψε!» Της έπιασα τα μάγουλα και τα μάτια της έγιναν πελώρια σαν νομίσματα. «Τι!» Της έσφιγγα τα μάγουλα κι έτσι ακούστηκε σαν πουλί που έκρωζε, πράγμα που με έκανε να βάλω πάλι τα γέλια, αλλά αυτή τη φορά σταμάτησα πιο εύκολα. «Σοβαρολογώ! Πρέπει να πας στον Μέις και να του πεις ότι σου αρέσει!» Η Ρέιτσελ έμεινε με το στόμα ανοιχτό και κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι. «Πιστεύεις ότι πρέπει να του πω ότι μου αρέσει; Σαν άντρας;» Γιατί μου ακουγόταν τόσο οικείο αυτό; Ο εγκέφαλός μου έκανε κούνια μπέλα,


πλέοντας σε μια λίμνη από ιρλανδέζικο ουίσκι Jamison, γι’ αυτό δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά, αλλά η ιδέα μού φαινόταν λογική. «Θα σε βοηθήσω!» Την τράβηξα από το κρεβάτι και τη σήκωσα όρθια. Ύστερα της άνοιξα δυο κουμπιά από την μπλούζα, μέχρι που δημιούργησα ένα ωραίο στρογγυλεμένο ντεκολτέ. Μου έδιωξε τα χέρια. «Τι κάνεις;» Μούγκρισα. «Εσύ τι λες; Τέσσερα πράγματα αρέσουν στους άντρες. Το πρώτο είναι τα βυζιά! Εσύ τα έχεις, γι’ αυτό πρέπει να τα δείξουμε». Εκείνη έγνεψε καταφατικά και έσπρωξε το στήθος της προς τα έξω. «Ωραία, ωραία. Αυτό να κάνεις όταν δεις τον Μέις! Λοιπόν, δεύτερον, στους άντρες αρέσουν τα μαλλιά». Της ανακάτεψα τα μαλλιά και βεβαιώθηκα ότι έδειχναν απαλά και σέξι. «Ωραία». Τσίμπησα τα χείλη μου με τα δάχτυλά μου και ταλαντεύτηκα μπρος πίσω. «Κώλος!» Την έδειξα με το δάχτυλο, τη γύρισα από την άλλη και τσέκαρα τον κώλο της. Το σκίσιμο της φούστας ήταν μικροσκοπικό, γι’ αυτό έσκυψα και το άνοιξα περισσότερο για να φαίνονται πιο πολύ ο κώλος και τα πόδια της. Ύστερα της έριξα μια ξυλιά στον μικρό πισινό της. «Τέλεια!» «Δεν είμαι πολύ σίγουρη», είπε η Ρέιτσελ με σιγανή φωνούλα. «Όχι, όχι, όχι. Θα είναι καταπληκτικά!» Ύστερα πίεσα τα δάχτυλά μου στον κρόταφό μου. «Δε θυμάμαι σε ποιον αριθμό είχα μείνει, αλλά… στόμα». Πήγα τρέχοντας στο νεσεσέρ μου, πήρα ένα λιπγκλός και το άπλωσα στα γλυκά χείλη της Ρέιτσελ. «Οι άντρες τρελαίνονται για γυαλιστερά χείλη. Τους κάνει να σκέφτονται ότι τους παίρνεις πίπα. Θα ήθελες να του πάρεις πίπα;» τη ρώτησα μεθυσμένη. Τα μάγουλά της έγιναν κόκκινα σαν κεράσια, αλλά είπε ψιθυρίζοντας σιγανά: «Ναι». «Εντάξει λοιπόν. Αυτή θα είναι η δεύτερη φάση. Η πρώτη είναι να τον κάνεις να σε προσέξει και να του πεις ότι σου αρέσει σαν άντρας». Πήρα το μπουκάλι με το ουίσκι και ήπια μια γερή γουλιά, αφήνοντάς το να κατέβει καίγοντας στο στομάχι μου πριν της το δώσω. «Σειρά σου». Ακολούθησε το παράδειγμά μου κι ύστερα επιστρέψαμε και οι δυο στο πάρτι. Είχα μια αποστολή, και παρόλο που ήταν ανόητη, ήμουν σίγουρη ότι θα στεφόταν με επιτυχία. Πόσο λάθος έκανα.


4

ΘΥΜΑΣΤΕ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΡΗΤΟ που λέει ότι ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις; Όποιος το σκέφτηκε, είχε απόλυτο δίκιο. Δεν είχα ιδέα τι έμελε να συμβεί όταν εγκαταλείψαμε την ασφάλεια του ιδιωτικού μας κοριτσίστικου πάρτι, όμως η ατμόσφαιρα της ήσυχης βραδιάς με τις πίτσες και τις μπίρες είχε αλλάξει άρδην. Παντού υπήρχε κόσμος! Ο χώρος ήταν γεμάτος καπνούς, και όχι μόνο από αυτούς που βρίσκεις στο καπνοπωλείο. Όχι· από αυτούς που παίρνεις από έναν τύπο χαλαρό, με ράστα, ο οποίος σου υπόσχεται ότι μπορεί να σε μεταφέρει σε μια παράλληλη πραγματικότητα με μια τζούρα. Τα πράγματα δεν ήταν καλά. Παντού γύρω μας υπήρχαν κορμιά κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο. Αναγκάστηκα να μπήξω τα νύχια μου στη Ρέιτσελ για να βεβαιωθώ ότι δε θα τη χάσω στο συνωστισμό. Τι στο διάολο είχε συμβεί, και πόση ώρα είχαμε μένει σ’ εκείνο το δωμάτιο; Αν κρίνω από το γεγονός ότι πήγαινα βάρκα γιαλό, μάλλον αρκετή. Δεν αναγνώριζα κανέναν γύρω μας, μέχρι που εντέλει έφτασα στο δωμάτιο του Μέισον. Δεν ήμουν προετοιμασμένη γι’ αυτό που θα έβλεπαν τα μάτια μου, αλλά η Ρέιτσελ –η γλυκιά, αθώα, ερωτευμένη με τον Μέισον Μέρφυ, μικρή Ρέιτσελ– ήταν σίγουρα απροετοίμαστη. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και η μουσική τόσο δυνατά, που ούτε έβλεπα ούτε άκουγα τίποτα. Σέρνοντας τη Ρέιτσελ από το χέρι, την τράβηξα μέσα στο δωμάτιο του Μέισον, νομίζοντας ότι μάλλον είχε πέσει για ύπνο. Τι καλύτερη έκπληξη από μια ωραία, λυγερή γυναίκα που του άρεσε! Φυσικά, δεν έγινε έτσι. Τελικά βρήκα τον διακόπτη και τον πάτησα. Ο Μέισον βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, μόνο που δεν ήταν μόνος του.


Κι όταν λέω ότι δεν ήταν μόνος, δεν εννοώ ότι ήταν απλά με μια γυναίκα· είχε μαζί του δυο ξέκωλα. Παρακολούθησα σοκαρισμένη, φρικαρισμένη και πολύ ερεθισμένη, μια καστανή να τσιμπουκώνει τον Μέισον, η οποία, στον μεθυσμένο εγκέφαλό μου, μου φάνηκε ότι είχε υπέροχη πεοθηλαστική τεχνική. Τον έπαιρνε με ευκολία βαθιά στο λαρύγγι της, και αυτό θέλει ταλέντο. Και βέβαια ήταν και η ζουμερή ξανθιά που κοιτούσε τον τοίχο, με το κεφάλι του Μέισον ανάμεσα στα πόδια της και τον τουρλωτό πισινό που γυάλιζε όπως έγραφε οχτάρια με τη λεκάνη της. Η γλώσσα του Μέισον μπαινόβγαινε ορατά μέσα στο μουνί της. Την έγλειφε σαν επαγγελματίας, καταβροχθίζοντας τη σάρκα της ενώ εκείνη λικνιζόταν αποπάνω του σαν να καβαλούσε άτι. Ήταν το πιο ερωτικό πράγμα που είχα δει ποτέ μου. Κι ενώ αυτό που ήθελα ήταν να καθίσω και να παρακολουθήσω το σόου, κι ίσως να τραβήξω καμιά μαλακία, άκουσα έναν λυγμό μέσα από τη συμφωνία των βογκητών. Δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπο της Ρέιτσελ και το ντελικάτο χέρι της σκέπασε το στόμα της. Πάνω που ήμουν έτοιμη να τη βγάλω έξω, ακούσαμε και οι δυο την ξανθιά να ουρλιάζει: «Χύνω!». Κοίταξα πίσω μου και είδα τα χέρια του Μέισον να γραπώνουν τον κώλο της καθώς μούγκριζε μέσα στο μουνί της κι εκείνη ούρλιαζε. Κατόπιν η λεκάνη του σηκώθηκε ψηλά στον αέρα, και η καστανή κατέβασε το χέρι της στο μουνί της και το έτριψε, κι ύστερα άρχισε να ανεβοκατεβαίνει πάνω στον πούτσο του. Το σπέρμα του τινάχτηκε μέσα στο στόμα της και άρχισε να τρέχει από τις άκρες των χειλιών της ενώ έχυνε κι εκείνη. Γαμώτο. Δεν είχα ξαναδεί πιο καυτό θέαμα στη ζωή μου. Όταν γύρισα προς το μέρος της Ρέιτσελ, δε βρισκόταν εκεί. Η πόρτα ήταν ανοιχτή περίπου τριάντα εκατοστά, οπότε πρέπει να είχε βγει από εκεί. Παραήμουν μεθυσμένη για να τρέξω πίσω της και να την παρηγορήσω. «Σκατά», είπα ξεφυσώντας. «Ποια στο διάολο είσαι εσύ;» Η καστανή ανακάθισε και σκούπισε τα χύσια από το στόμα της με την ανάστροφη του χεριού της. Σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος. Ο Μέισον έσπρωξε την ξανθιά από το πρόσωπό του και με κοίταξε. «Μία, γλύκα μου. Αυτές εδώ είναι… ε….» κοίταξε αριστερά και μετά δεξιά. «Η Νόστιμο Μουνί και η Σούπερ Τσιμπουκλού», είπε γελώντας, και τα κορίτσια χαμογέλασαν. «Αν είναι δυνατόν! Κι εγώ που ήρθα και σου έφερα δώρο», τσίριξα, βάζοντας


το χέρι στη μέση και κοπανώντας το πόδι κάτω. Το απλανές βλέμμα του και τα κατακόκκινα μάγουλά του αποδείκνυαν ότι δεν ήταν απλά ικανοποιημένος, αλλά επίσης μεθυσμένος και κατά πάσα πιθανότητα μαστουρωμένος. Και τα δυο θα του χαλούσαν το ίματζ. Ευτυχώς που είχαμε ιδιωτική σουίτα, αλλιώς κινδύνευε να χάσει και τον νέο και τον υποψήφιο χορηγό του. «Πες μου, σε παρακαλώ, ότι το κρύβεις κάτω από τα ρούχα σου. Θα ξεφορτωθώ μάνι μάνι αυτές τις δυο για να δοκιμάσω το γλυκό μουνάκι σου». Πήρα βαθιά ανάσα. «ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ! Σταμάτα να σκέφτεσαι με την ψωλή σου, ρε γελοίε!» Εκείνη τη στιγμή, η εν λόγω ψωλή ήταν σηκωμένη και έτοιμη για δεύτερο γύρο. Της έριξα ένα βλέφαρο. Δεν μπορώ να πω, ήταν πολύ ωραία. Μακριά, χοντρή, σκληρή. Η καστανή την έκλεισε μέσα στη χούφτα της και την έτριψε πάνω κάτω. Εκείνος βόγκηξε, αλλά δεν πήρε τα μάτια του αποπάνω μου. «Είσαι σίγουρη ότι δε θέλεις λίγο; Προσφέρομαι». Έγνεψα αρνητικά. «Σου έφερα τη Ρέιτσελ. Ήταν έτοιμη να σου πει ότι της αρέσεις – σαν άντρας! Και μετά σε είδε να πηδιέσαι μ’ αυτές τις πουτανίτσες και το έβαλε στα πόδια». Αυτό ήταν. Έδιωξε την καστανή τσούλα αποπάνω του και μετά σηκώθηκε από το κρεβάτι φεύγοντας και από την τσούλα νούμερο δύο. «Ήταν εδώ η Ρέιτσελ;» έδειξε το πάτωμα. «Εδώ μέσα;» Έγνεψα καταφατικά. «Και με είδε να πηδάω αυτές τις πατσαβούρες;» Έσφιξα τα χείλη μου σε μια βλοσυρή γραμμή και τον κοίταξα με ένα βλέμμα που του έδειχνε πόσο ηλίθιος ήταν. «Γάμησέ με!» «Ναι, μωρό, αυτό θα κάνουμε. Έλα πίσω. Είναι σειρά μου να σε γλείψω», είπε η ξανθιά τσούλα. Εκείνος μούτρωσε και κάθισε στο κρεβάτι. «Έξω από το δωμάτιό μου», φώναξε. Η καστανή τσούλα δεν πήρε το μήνυμα. Τον αγκάλιασε από πίσω και έτριψε τα ψεύτικα βυζιά της στην πλάτη του. «Έλα τώρα, μωρό, θα σε κάνουμε να νιώσεις καλύτερα, όπως πριν». «Έξω τώρα!» ούρλιαξε, σηκώθηκε όρθιος και μπήκε στο μπάνιο. «Κουφές είστε;» είπα ανοίγοντας την πόρτα. «Απλά τον θες όλο για πάρτη σου». «Μιας και είμαι η γκόμενά του… η απάντηση είναι ναι. Τώρα δρόμο!» Μόλις τις έβγαλα από το δωμάτιο, ο Μέισον ήρθε φορώντας ένα τζιν και


άρχισε να σκαλίζει τη βαλίτσα του για να βρει ένα μπλουζάκι. «Πρέπει να πάω να τη βρω». Τρίβοντας με το χέρι μου το πρόσωπό μου, τον έπιασα από το χέρι. «Και να της πεις τι; Συγγνώμη που με έπιασες να πηδάω δυο ξέκωλα; Δε νομίζω ότι θα καταφέρεις κάτι». Πέρασε τα δάχτυλά του από τα μαλλιά του και κάθισε βαρύς στο κρεβάτι. «Δεν μπορώ να το αφήσω έτσι». «Θεωρητικά, δεν της χρωστάς τίποτα. Εξάλλου, εγώ έφταιγα». Αναστέναξε τυραννισμένα. «Όχι, εσύ απλά προσπαθούσες να βοηθήσεις, αλλά ως συνήθως εγώ σκεφτόμουν με το κάτω κεφάλι». «Τι έγινε;» αποπειράθηκα να ρωτήσω. Όταν τον είχα αφήσει, έτρωγε πίτσες με τα παιδιά. Ο Μέισον κούνησε το κεφάλι. «Τη μια στιγμή κουβέντιαζα με τα παιδιά, και την επόμενη πρόσεξα ότι εσύ και η Ρέιτσελ φύγατε. Αυτές οι δυο μού την έπεφταν χοντρά, κι όσο περισσότερο έπινα, τόσο λιγότερο με ένοιαζε. Ήθελα απλά να νιώσω… κάτι. Καταλαβαίνεις; Κοιτούσα μήπως σε δω, κοιτούσα μήπως δω τη Ρέιτσελ, αλλά εκείνες συνέχισαν να μου την πέφτουν και λύγισα». Οι ώμοι του καμπούριασαν. «Με μισείς;» Τον αγκάλιασα από τους ώμους. «Όχι, δε σε μισώ. Αυτό που είδα ήταν πολύ καυλωτικό». Γέλασε σιγανά. Θεούλη μου, ήταν πραγματικά όμορφος όταν χαμογελούσε ειλικρινά. «Απλά δε νομίζω ότι το κορίτσι σου, αυτό που πραγματικά θέλεις, το βρήκε εξίσου καυτό μ’ εμένα. Στενοχωρήθηκε πολύ. Έβαλε τα κλάματα». Το κεφάλι του τινάχτηκε πάνω. «Έκλαιγε; Αλήθεια σού λέω, Μία, ήξερα ότι μπορεί να με χαλβάδιαζε λίγο, αλλά δεν έχει γίνει ποτέ τίποτα μεταξύ μας. Ήταν πάντα απλησίαστη. Τέλεια, επαγγελματίας, όμορφη, όλο το πακέτο. Μια τέτοια κοπέλα δε θα διάλεγε ποτέ κάποιον σαν εμένα. Παίζουμε σε τελείως διαφορετικά γήπεδα». Έτριψε το σαγόνι του, και ο ήχος από τις τρίχες που έξυναν τις ροζιασμένες παλάμες του έστειλε ρίγη στη ραχοκοκαλιά μου. Μου θύμισε μια άλλη εποχή και έναν άλλο άντρα που λάτρευα. «Σε καταλαβαίνω. Κι εμένα μου αρέσει ένας τύπος. Δεν είναι για τα δόντια μου, αλλά θέλω να πιστεύω ότι όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, θα βρεθούμε και οι δυο στο ίδιο γήπεδο ταυτόχρονα. Νομίζω ότι μπορείς να κάνεις κι εσύ το


ίδιο». «Σου αρέσει ένας τύπος;» Χαμογέλασα. Εννοείται ότι εκεί θα σκάλωνε. «Ναι, αλλά δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Όταν θα έρθει, αν έρθει ποτέ, θα είναι. Και όλα θα πάνε καλά. Έτσι θέλω να πιστεύω. Όμως εσύ μπορείς να κάνεις κάτι τώρα». Ο Μέισον κοίταξε μπροστά του με απλανές βλέμμα κι ύστερα έστρεψε τα πράσινα μάτια του σ’ εμένα. Ήταν πράα, σχεδόν ικετευτικά, λες και τα μάτια μου έκρυβαν μέσα τους τις απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις που είχε θελήσει να κάνει ποτέ. «Δείξ’ της τι άνθρωπος μπορείς να γίνεις. Τι άνθρωπος είσαι εδώ μέσα», έδειξα το στήθος του, εκεί που βρισκόταν η καρδιά του. «Ζήσε όπως ο άντρας που θέλεις να είσαι. Θα αλλάξει γνώμη». «Λες;» Χαμογέλασα πλατιά και τον έσφιξα στο στήθος μου. Μύριζε σεξ και πατσουλί. «Είμαι σίγουρη». «Σ’ ευχαριστώ, Μία. Είσαι πολύ εντάξει, το ξέρεις;» Γέλασα χωμένη στον λαιμό του. «Είσαι κι εσύ εντάξει, αλλά μυρίζεις σαν πουταναριό. Κάνε μου τη χάρη να κάνεις ένα ντους. Θα ασχοληθώ εγώ με τη Ρέιτσελ. Εσύ ασχολήσου με τον εαυτό σου». Σηκώθηκε και με βοήθησε να σηκωθώ κι εγώ. «Θα ασχοληθώ με τον εαυτό μου». «Όσο θα ασχολείσαι με τον εαυτό σου, μήπως μπορείς να ασχοληθείς και με το να διώξεις όλον αυτό τον κόσμο από τη σουίτα μας; Δεν μπορώ να κοιμηθώ όσο πηδιούνται στον καναπέ, καπνίζουν μπάφα, έχει παντού κορμιά και παίζει μουσική στη διαπασών». Άνοιξε την πόρτα που έβγαζε στο καθιστικό και είδε τον χαμό που γινόταν. «Γαμώ το στανιό μου. Είναι η τελευταία φορά που γινόμαστε κουνουπίδι». Πνίγηκα από τα γέλια. «Μη λες μεγάλα λόγια». ***

Το υπόλοιπο του ταξιδιού μας στη Νέα Υόρκη πέρασε σαν αστραπή. Η ομάδα έπαιξε τρία ματς· έχασε το ένα, κέρδισε τα δύο. Μέχρι στιγμής, τα πήγαιναν πολύ καλά στην κατάταξη. Η Quick Runners έκλεισε τον Μέισον ως επίσημο


ετήσιο εκπρόσωπο του νέου αθλητικού παπουτσιού της παντός εδάφους. Έκανε για τρέξιμο, για περπάτημα, για την μπάλα, και για όλα τα υπόλοιπα αθλήματα. Ακόμα δεν είχαμε νέα από την Power Up. Προφανώς είχαν μάθει ότι ο Μέισον είχε κλείσει συμφωνία με την Quick Runners και ήθελαν να βεβαιωθούν ότι θα ήταν καλό για το ίματζ και για τον τρόπο που ήθελαν να διεξάγουν την καμπάνια τους να έχουν και εκείνοι τον ίδιο εκπρόσωπο. Αυτό, πάντως, δεν ήταν κακό για τον Μέισον, γιατί προέκυψαν άλλες δυο διαφημίσεις με εξοπλισμό του μπέιζμπολ και ενεργειακές μπάρες. Τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα. Τώρα απλώς περιμέναμε, ο Μέισον έπαιζε όσο καλύτερα μπορούσε και κρατούσε χαμηλό προφίλ. Και σε αυτό συμπεριλαμβανόταν μια επίσκεψη στο σπίτι του. Όπου πηγαίναμε αυτή τη στιγμή με το αμάξι. Επιτέλους θα γνώριζα την οικογένεια του Μέισον. Μόλις φτάσαμε στο σπιτάκι που ήταν έξω από τα όρια της Βοστόνης, ο Μέισον μπήκε μέσα χωρίς να χτυπήσει. «Εδώ πίσω, μικρέ!» ακούστηκε μια δυνατή φωνή, ακολουθούμενη από την τσιρίδα ενός μικρού παιδιού. Ο Μέισον με πήρε από το χέρι και με οδήγησε μέσα στο γουστόζικο σπιτάκι. Λούτρινα ζωάκια και κούκλες ήταν διάσπαρτα στο πάτωμα, όπου μάλλον τα είχε παρατήσει για κάτι άλλο ένα παιδί που έπαιζε. Τα δωμάτια ήταν σκοτεινά, ανάστατα και ζεστά. Από τις φωτογραφίες στους τοίχους καταλάβαινες ότι κάποτε ζούσε εδώ μια γυναίκα, αλλά η σκόνη που τις σκέπαζε και η έλλειψη κοριτσίστικων διακοσμητικών μαρτυρούσε ότι πήγαινε καιρός από τότε. Στο κέντρο ενός τοίχου κρεμόταν μια γαμήλια φωτογραφία. Μια όμορφη κοκκινομάλλα με λευκό δέρμα και πολύ παλιομοδίτικο νυφικό στεκόταν όρθια κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά της έναν μεγαλόσωμο άντρα με σκούρα καστανά μαλλιά και καλοσυνάτο βλέμμα. Έναν άντρα που ήταν φτυστός ο Μέισον. Το μήλο είχε πέσει κάτω από τη μηλιά. Διασχίσαμε το σπίτι και φτάσαμε στην κουζίνα, όπου με χτύπησε αμέσως η μυρωδιά του μαγειρεμένου κρέατος. Άρχισαν να μου τρέχουν τα σάλια μόλις μύρισα το δεντρολίβανο και το φασκόμηλο μαζί με ό,τι άλλο έβραζε πάνω στο μάτι. Στον πάγκο βρισκόταν ένα μεγάλο κομμάτι ψητό κρέας και ένας άντρας που μας είχε γυρισμένη την πλάτη το έκοβε φέτες και τις έβαζε σε μια πιατέλα. Ένα μικρό κοκκινομάλλικο κοριτσάκι με πελώρια γαλάζια μάτια κάρφωσε το


βλέμμα του πάνω μου από τη στιγμή που μπήκα μέσα. Σηκώθηκε και χτύπησε παλαμάκια. Δε θα ήταν πάνω από τεσσάρων χρονών. «Ήρθες!» τσίριξε με τον τρόπο που τσιρίζουν μόνο τα μικρά παιδάκια, με όλο τους το σώμα και όλο χαρά. Χαμογέλασα πλατιά και ο άντρας γύρισε προς το μέρος μας, και είδα ότι είχα πέσει διάνα. Ήταν ίδιος ο Μέισον, ή όπως θα ήταν ο Μέισον σε είκοσι πέντε χρόνια. «Γεια σου, μπαμπά, αποδώ η Μία. Είναι… ε…» Ο άντρας χαμογέλασε πλατιά και μου έδωσε το χέρι του. «Είσαι η γυναίκα που όλοι λένε ότι είναι η κοπέλα του γιου μου». Δεν ήμουν σίγουρη πώς ήθελε να το παρουσιάσει ο Μέισον, γι’ αυτό δεν είπα τίποτα επί του θέματος. «Χαίρομαι που σας γνωρίζω, κύριε Μέρφυ». «Λέγε με Μικ· όλοι έτσι με φωνάζουν, εκτός από τα αγόρια μου, γιατί θα τους αργάσω το τομάρι αν τολμήσουν να μη δείξουν σεβασμό στους μεγαλύτερούς τους». Μόλις το άκουσα, σκούντηξα τον Μέισον. «Ο πατέρας σου είναι φοβερός». «Ναι, δυστυχώς μπροστά του η γαματοσύνη μου πέφτει κατακόρυφα». «Αυτό έλειπε, μικρέ! Δεν πας τώρα να στρώσεις το τραπέζι;» Ο Μέισον έστρωνε το τραπέζι όσο εγώ συστηνόμουν στην Έλενορ, που της άρεσε να τη φωνάζουν Έλλι. Με ξενάγησε στο σπίτι και μου έδειξε ένα ένα τα παιχνίδια στο δωμάτιό της, όπου είχε όλες τις πριγκίπισσες και ήταν πολύ περήφανη γι’ αυτό. Κοίταξα γύρω μου. Δεν είχα ποτέ κάτι τέτοιο όταν ήμουν μικρή. Ένα δωμάτιο αφιερωμένο στα πράγματα που μου άρεσαν στα παιδικά μου χρόνια. Πάντα μοιραζόμασταν το ίδιο δωμάτιο με τη Μάντυ, και καμιά από τις δυο δεν είχε αγαπημένο θέμα, ή κάτι ιδιαίτερο που να μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν δικό μας. Στενοχωριόμουν για όσα δεν είχα ζήσει και χαιρόμουν που, παρόλο που η Έλλι μεγάλωνε με άντρες χωρίς τη βοήθεια μιας γυναίκας, της πρόσφεραν όλα όσα χρειαζόταν. Η καρδιά μου πόνεσε όταν η Έλλι έβαλε μια κορόνα στο κεφάλι μου και μια στο δικό της. «Θα είσαι η βασίλισσα κι εγώ θα είμαι η πριγκίπισσα», μου πρότεινε. Έγνεψα καταφατικά και αγκάλιασα το μικρό κορμάκι της. Με έσφιξε δυνατά πριν μας διακόψει ένας ακόμη σωσίας της οικογένειας Μέρφυ. Αναρωτήθηκα αν είχε πάρει κανένας από τη μητέρα τους. «Είσαι η Μία;» Έγνεψα καταφατικά και σηκώθηκα από το πάτωμα, ενώ η


Έλλι μού έσφιγγε το χέρι. «Μπαμπά, αυτή είναι η βασίλισσα Μία και εγώ είμαι η πριγκίπισσα Έλλι. Θέλεις να είσαι ο βασιλιάς ή ο πρίγκιπας;» ρώτησε τον πατέρα της, κοιτώντας τον με σοβαρό βλέμμα. «Θέλω να πάει η πριγκίπισσα Έλλι να πλύνει τα χέρια της για να φάμε και να αφήσει τη βασίλισσα Μία να γυρίσει στον βασιλιά της», της απάντησε παίζοντας το παιχνίδι της. Η Έλλι με κοίταξε με τα τεράστια γαλάζια μάτια που πρέπει να είχε πάρει από τη μητέρα της, γιατί ο πατέρας της είχε τα ίδια πράσινα μάτια με τους άλλους δύο Μέρφυ. «Θα μου κρατήσετε μια θέση δίπλα σας στο τραπέζι, βασίλισσα Μία;» με ρώτησε με την τρισχαριτωμένη φωνούλα της. «Εννοείται, πριγκίπισσα Έλλι. Θα είναι τιμή μου». Έκανα μια υπόκλιση για το εφέ και εκείνη χειροκρότησε, έκανε μεταβολή επιτόπου και έφυγε τρέχοντας στον διάδρομο. Ο σωματώδης άντρας με τα χάλκινα μαλλιά και τα πράσινα μάτια μού έδωσε το χέρι του. «Με συγχωρείς. Η Έλλι δε συναντάει πολλές γυναίκες. Με λένε Μπρέιντεν». Έσφιξα το χέρι του και το κράτησα. «Κανένα απολύτως πρόβλημα. Το διασκέδασα. Πάει καιρός απ’ την τελευταία φορά που έπαιξα με παιδί». Και έτσι ήταν. Απ’ όσο ήξερα, δεν είχαμε παιδιά στο σόι, και καμιά από τις φίλες μου δεν είχε παιδιά –αν και δυο από τις καινούριες μου φίλες θα αποκτούσαν σύντομα–, κι όσο για τους συγγενείς του Τόνυ και του Έκτορ που είχαν παιδιά, δεν κάναμε πολλή παρέα όσο ήμουν εκεί. Ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια που έμενα μόνη μου με παιδί, και είχε πλάκα. Το είχα ευχαριστηθεί. Ο Μπρέιντεν με οδήγησε στο τραπέζι, όπου κάθισα και έπιασα την κουβέντα με τον αδερφό και τον πατέρα του. Μόλις ήρθαν όλα τα φαγητά στο τραπέζι, ένας σίφουνας μπήκε από την πίσω πόρτα, φρέναρε απότομα και πέταξε τη σάκα του στο πάτωμα πίσω του. «Ρε μαλάκα Μέις, η γκόμενά σου είναι μουνάρα!» φώναξε ένας ψηλόλιγνος έφηβος με πυρόξανθα μαλλιά και τα ίδια πράσινα μάτια με τους υπόλοιπους άντρες της οικογένειας Μέρφυ. «Μάζεψε τη γλώσσα σου!» τον επέπληξε ο Μικ κουνώντας το πιρούνι του προς το μέρος του μικρού. «Συγγνώμη, ρε πατέρα, αλλά έλεος… Μέις, χτύπησες πολύ ωραία γκόμενα»,


είπε το αγόρι κοιτώντας με αποπάνω μέχρι κάτω. «Με λένε Σον, τι κάνεις, γλύκα;» Δεν το πιστεύω. Με είπε γλύκα. «Βλέπω ποιος έχει επηρεάσει αυτό το νεαρό και άμαθο μυαλό», είπα αγριοκοιτάζοντας τον Μέισον, ο οποίος παραδόξως φάνηκε κακοκαρδισμένος. «Σον, μην αποκαλείς τις γκόμενες γλύκα. Δεν τους αρέσει». «Πώς δεν τους αρέσει. Σήμερα έχωσα τη γλώσσα μου σε μια γλυκιά γκομενίτσα». Γούρλωσα τα μάτια, και ο Μπρέιντεν έκλεισε τα αυτιά της Έλλι. «Μικρέ, θα σου κόψω τα πόδια αν δεν προσέχεις περισσότερο τι λες μπροστά στην κόρη μου. Και σταμάτα να μιλάς έτσι για τις γυναίκες. Της δίνεις κακό παράδειγμα!» Τα δόντια του ήταν σφιγμένα, και η καημένη η Έλλι χτυπούσε τα χέρια του πατέρα της. «Μπαμπάκα, σταμάτα! Δεν ακούω όταν το κάνεις αυτό!» σούφρωσε τη μύτη της και με κοίταξε. «Σου το κάνει κι εσένα αυτό ο θείος Μέις;» Οι άντρες στο τραπέζι γέλασαν. Χαμογέλασα και της χτύπησα τη μυτούλα με το δάχτυλο, στρέφοντας όλη την προσοχή μου στο αξιολάτρευτο κοριτσάκι. «Όχι, επειδή εγώ είμαι μεγάλη, ενώ ο μπαμπάς σου προσπαθεί να σε προφυλάξει για να μην ακούσεις πράγματα που δεν κάνουν για την ηλικία σου. Είναι πολύ καλός μπαμπάς». Εκείνη έγνεψε καταφατικά και έχωσε μια πελώρια πιρουνιά πουρέ στο στόμα της. Τα μάγουλά της φούσκωσαν σαν παχουλό κουνέλι. Κούνησα το κεφάλι και κοίταξα τον Σον. «Αν στο μέλλον θέλεις να κρατήσεις μια γυναίκα, θα μάθεις να της απευθύνεσαι με τρόπο που θα την κάνει να νιώθει ξεχωριστή, όχι μια από τις πολλές. Να το θυμάσαι αυτό». Τα μάτια του με περιεργάστηκαν όπως μόνο ένας έφηβος που έχει συνέχεια το μυαλό του στο σεξ θα έκανε. Πολύ διεστραμμένα. «Αν είναι να καπαρώσω κανένα καυτό γκομενάκι σαν εσένα, θα κάνω ό,τι πεις, γλύκα». Το μέτωπο του Μέισον κόλλησε στο τραπέζι. Ο Μπρέιντεν κούνησε το κεφάλι και κατάπιε μια βρισιά. Ο πατριάρχης, όμως, δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να του τα ψάλει ένα χεράκι, όπως και έκανε αφού τον έπιασε από το αυτί και τον πήγε στο διπλανό δωμάτιο. Όταν γύρισαν, στο πρόσωπο του Μέισον και του Μπρέιντεν απλώθηκε ένα χαμόγελο ικανοποίησης. Στο μεταξύ η Έλλι έφαγε ανέμελη τον πουρέ της και ζήτησε κι άλλο.


«Συγγνώμη που ήμουν αγενής, Μία. Θα προσπαθήσω να δείχνω περισσότερο σεβασμό», μουρμούρισε ο Σον με ξινισμένο ύφος. «Σ’ ευχαριστώ, Σον. Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου. Και τώρα πες μου καμιά ντροπιαστική ιστορία για τον Μέισον», άλλαξα θέμα συζήτησης, και όλοι εκτός από τον Μέισον χαμογέλασαν και άρχισαν να διηγούνται. Την ώρα που τελειώσαμε το φαγητό, η κοιλιά μου πονούσε τόσο πολύ από τα γέλια, που δεν μπορούσα καλά καλά να πάρω ανάσα, όχι να φάω το τσιζκέικ μου. Οι ιστορίες ήταν λεπτομερέστατες και άφθονες. Μου μιλούσαν ώρες για τον τρελο-Μέισον. Μικρός, ήταν ο καραγκιόζης της τάξης, περνιόταν για τον σπουδαιότερο εφευρέτη του κόσμου, και δεν είχε απολύτως καμία τύχη με τις γυναίκες. Αυτό το τελευταίο μού φάνηκε απίστευτο, βλέποντας το κορμί που είχε χτίσει. Όλο το πακέτο ήταν ωραίο, μόλις ξεπερνούσες τους μαλακισμένους τρόπους του, αλλά προσπαθούσαμε να τους καταπολεμήσουμε και είχε κάνει μεγάλη πρόοδο. Όχι τόση ώστε να αλλάξει γνώμη η Ρέιτσελ, αλλά έλπιζα ότι κάτι θα κατάφερνα να κάνω και γι’ αυτό. Ενώ οι άντρες μάζευαν, ανακάλυψα κάτι άλλο καταπληκτικό: οι καλεσμένοι στο σπίτι των Μέρφυ δεν έπλεναν ποτέ πιάτα, ακόμα κι αν ήταν γυναίκες. Υποθέτω ότι απλά είχαν συνηθίσει να κάνουν μόνοι τους όλες τις δουλειές του σπιτιού. Ήταν διαφωτιστικό, αλλά θλιβερό. Έτσι, όσο καθάριζαν, εγώ είδα όλες τις φωτογραφίες. Είχαν πολλές της μητέρας τους της Έλενορ σε όλο το σπίτι. Φωτογραφίες με κάθε αγόρι ξεχωριστά, με όλα μαζί, και χαρούμενες φωτογραφίες με τον σύζυγό της, τον Μικ. Φαίνονταν μια πραγματικά ευτυχισμένη και δεμένη οικογένεια. Ήταν μια γυναίκα που είχε παλέψει με τον καρκίνο και που μάλλον θα έδινε ό,τι είχε και δεν είχε για να μείνει με την οικογένειά της, ενώ η υγιής μητέρα μου είχε εγκαταλείψει την ευτυχισμένη οικογένειά της για να ικανοποιήσει τις δικές της εγωιστικές επιθυμίες. Ακόμα και σήμερα δεν ήμουν σίγουρη πού βρισκόταν, και όσο κι αν υποκρινόμουν ότι δε με ένοιαζε, με ένοιαζε. Τόσο πολύ, που με τσάντιζε. Ο Μέισον ήρθε από πίσω μου, ακούμπησε το χέρι του στον ώμο μου, αλλά δεν είπε τίποτα. «Η μητέρα σου ήταν πολύ όμορφη». «Ναι, ήταν. Ήταν η τέλεια μητέρα. Νοιαζόταν πραγματικά για μας. Ο καρκίνος τη διέλυσε, τη βρήκε τόσο γρήγορα, που δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι. Ο μπαμπάς κατηγορεί τον εαυτό του που δεν την πίεσε να κάνει εξετάσεις


νωρίτερα. Είναι μόλις σαράντα πέντε, και τη μαμά τη χάσαμε λίγο πριν κλείσει τα τριάντα πέντε. Αν ρωτήσεις τον μπαμπά, θα σου πει ότι έμειναν μαζί δεκαεφτά τέλεια χρόνια. Και μετά, έτσι απλά, τη χάσαμε. Η μαμά πάντα έλεγε ότι θα κάνει εξετάσεις όταν κλείσει τα σαράντα, όπως όλος ο κόσμος. Μα για εκείνη ήταν πολύ αργά». Ο τόνος του ήταν θλιμμένος και γεμάτος από τη λαχτάρα ενός άντρα που του λείπει η μητέρα του. Τον καταλάβαινα πολύ καλά. Σκέφτηκα την πανέμορφη Έλενορ που είχε φύγει από τον κόσμο τόσο νέα, αφήνοντας πίσω της τέσσερα αγόρια και έναν άντρα που την είχαν ανάγκη. Είχαν συνεχίσει τη ζωή τους και είχαν ο ένας τον άλλο· εξακολουθούσαν να είναι οικογένεια. «Πρέπει να κάνουμε κάτι για τη μαμά σου». Τα φρύδια του έσμιξαν. «Τι εννοείς;» Όσο το σκεφτόμουν, η ιδέα στριφογύρισε στο μυαλό μου και πήρε φτερά. Θα ήταν τέλειο. «Εννοώ για τον καρκίνο του μαστού. Να πάρεις μέρος στον αγώνα. Είσαι διάσημος επαγγελματίας παίκτης του μπέιζμπολ. Θα μπορούσαμε να οργανώσουμε έναν έρανο ή κάτι τέτοιο· να δωρίσουμε τα έσοδα στον τοπικό σύλλογο ενημέρωσης για τον καρκίνο του μαστού στη Βοστόνη. Μπορούμε να πάρουμε ροζ βραχιολάκια για να φοράμε εσύ κι εγώ, και μπλουζάκια για μένα και τις ΣυΚαιΦί. Αν θέλουν να συμμετέχουν κι άλλοι από την ομάδα, ευχαρίστως. Όχι μόνο θα τιμήσει τη μνήμη της μαμάς σου, τις γυναίκες που αγωνίζονται τώρα και όσες έχουν οικογενειακό ιστορικό και πρέπει να αρχίζουν τις μαστογραφίες πριν τα σαράντα, αλλά θα κάνει καλό και στο ίματζ σου». Ο Μέισον χαμογέλασε, και το στραβό δοντάκι του άστραψε στην κατάλευκη οδοντοστοιχία του. «Θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε γυναίκες σαν τη μαμά μου», είπε γεμάτος δέος, λες και ήταν η καλύτερη ιδέα που είχε ακούσει μετά την εφεύρεση του πρωταθλήματος μπέιζμπολ. «Φανταστική ιδέα! Είσαι μεγαλοφυΐα». Με σήκωσε αγκαλιά και με στριφογύρισε γύρω γύρω. «Λοιπόν, από πού λες να αρχίσουμε;» Την επόμενη ώρα, καθίσαμε τρώγοντας το αγαπημένο τσιζκέικ της Έλενορ που είχε φτιάξει ο Μικ στη μνήμη της, και συζητήσαμε πώς θα μπορούσαμε να ευαισθητοποιήσουμε τον κόσμο χρησιμοποιώντας τη φήμη του Μέισον.


5

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΠΟΥ ΒΡΗΚΑΜΕ για την καμπάνια ήταν «Σκεφτείτε Ροζ». Μόλις γυρίσαμε στη Βοστόνη, ο Μέισον κι εγώ πέσαμε με τα μούτρα στη δουλειά. Παραγγείλαμε ειδικά βραχιολάκια από σιλικόνη για να μοιράζουμε στα ματς, και ειδικά μπλουζάκια για τις ΣυΚαιΦί που πληρώσαμε ένα απίθανο ποσό για να ετοιμαστούν και να έρθουν όσο πιο γρήγορα γινόταν. Το δικό μου μπλουζάκι το παρήγγειλα και το πλήρωσα μόνη μου, χωρίς να ξέρει τίποτα ο Μέισον. Στο στήθος και στην πλάτη είχε το νούμερο της φανέλας του Μέισον, και αποπάνω έγραφε «Για την Έλενορ». Ήταν πολύ χαριτωμένο και ήξερα ότι θα σήμαινε πολλά για εκείνον. Όση ώρα ήταν στην προπόνηση, εγώ έμεινα στο «τσαρδί» του και κατέγραψα το σχέδιο για τη φιλανθρωπική εκδήλωση. Η Ρέιτσελ είχε πάρει ζεστά την ιδέα και τη θεωρούσε καταπληκτική, και είχε προσφερθεί να μας βοηθήσει στη διοργάνωση ώστε και να συγκεντρωθούν πραγματικά πολλά χρήματα και να βοηθήσει το ίματζ του Μέισον. Δεν είχαμε συζητήσει τον εφιάλτη της περασμένης εβδομάδας και δεν έδειχνε να έχει διάθεση να το κάνει. Κάθε φορά που ερχόταν ασχολιόταν αποκλειστικά με τη δουλειά. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να ξανακερδίσω την εύνοιά της για να προωθήσω τον Μέισον ως πιθανό σύντροφο. Αυτή τη στιγμή, πάντως, δεν είχα καμία ιδέα πώς θα γινόταν κάτι τέτοιο. Το όργιο που είχε αντικρίσει είχε σίγουρα καταφέρει ένα πλήγμα στην ελπίδα της ότι υπήρχε πιθανότητα να του αρέσει, και μάλλον τον είχε κάνει λιγότερο ποθητό στα μάτια της. Στα δικά μου είχε γίνει περισσότερο ποθητός, αλλά αυτό συνέβαινε επειδή με είχε φάει η αγαμία. Η ανάμνηση εκείνης της γυναίκας που του έπαιρνε πίπα και του Μέισον να γλείφει την ξανθιά ήταν


αρκετή για να γεμίσει δυο γύρους αυνανισμού στο ντους την εβδομάδα που μας πέρασε, αλλά είχα ανάγκη από κανονικό σεξ. Μόνο που δεν είχα στο μυαλό μου τον Μέισον. Δυστυχώς, είχα στο μυαλό μου έναν ηλιοκαμένο ξανθό από την Καλιφόρνια, ο οποίος αυτή τη στιγμή έκανε γυρίσματα με την γκόμενα που πηδούσε. Αναστέναξα και συνέχισα να δακτυλογραφώ το σχέδιό μου, αλλά μετά κατάλαβα ότι χρειαζόμουν ενισχύσεις. Έβγαλα το κινητό και πήρα τηλέφωνο. «Τι χαμπάρια, μωρή;» ακούστηκε η φωνή της Ζανέλ από τη γραμμή. Ο ήχος της φωνής της με γέμιζε χαρά. Το κακό ήταν ότι με γέμιζε και νοσταλγία. «Ετοιμάζω έναν έρανο». Το σκάσιμο μιας τσιχλόφουσκας και το βροντερό γέλιο της Ζαν διαπέρασε τη συγκέντρωσή μου στη λίστα που έγραφα. «Εε… ήδη δεν υλοποιείς την ιδέα σου να μαζέψεις τα χρήματα που χρειάζεσαι για να σώσεις τον μπαμπά σου; Ξέρεις, ανάσκελα!» Γέλασε σαν μανιακή με το αστείο της. «Όχι για μένα!» αναστέναξα. «Για τον Μέισον». Μια πνιγμένη φωνή γλίστρησε μέσα από τη γραμμή. «Ο πάμπλουτος παίκτης του μπέιζμπολ χρειάζεται χρήματα; Για ποιον λόγο;» Βόγκηξα. «Σταμάτα ν’ ακούσεις επιτέλους, μωρή σκρόφα. Θέλουμε να βελτιώσουμε το ίματζ του υποστηρίζοντας τον τοπικό Σύλλογο για τον Καρκίνο του Μαστού εδώ στη Βοστόνη. Η μαμά του πέθανε σε μικρή ηλικία από την ασθένεια και ο Μέισον θέλει να κάνει κάτι για να βοηθήσει. Αφού αυτός έχει ματς και προπονήσεις, ετοιμάζω μια εκδήλωση για να συγκεντρώσουμε χρήματα και να βοηθήσουμε το ίματζ του. Κατάλαβες;» Πάλι έσκασε την τσίχλα της. Για να πω την αλήθεια, προτιμούσα να την ακούω να κάνει αυτό, παρά να καπνίζει ένα από τα καρκινογόνα στριφτά της. «Και τι σκέφτεσαι, λοιπόν;» με ρώτησε. Η κολλητή μου, η Ζανέλ, ήταν απίστευτα δημιουργική. Θα κατέβαζε μερικές καλές ιδέες. Της είπα τα κύρια σημεία της εκδήλωσης. Θα τη διοργανώναμε σε κάποιο κυριλέ κεντρικό ξενοδοχείο. Οι περισσότεροι παίκτες της ομάδας είχαν συμφωνήσει να πάρουν μέρος. Θα έρχονταν πολλοί φίλοι του Μέισον, ένας διάσημος ντιτζέι είχε συμφωνήσει να παίξει μουσική δωρεάν και ένας φίλος της εταιρείας δημοσίων σχέσεων θα πρόσφερε τις υπηρεσίες και το φαγητό χωρίς χρήματα. «Α, και θα κάνουμε μια σιωπηλή δημοπρασία με συλλεκτικά αντικείμενα


μπέιζμπολ και άλλα πράγματα που δώρισαν οι φίλοι των παικτών. Αλλά δεν ξέρω, χρειάζομαι κάτι που θα μαζέψει πραγματικά πολλά λεφτά. Μπορείς να σκεφτείς τίποτα;» Η Ζανέλ έκανε τόση ώρα να απαντήσει, που δεν ήμουν σίγουρη ότι ήταν ακόμα στη γραμμή. «Λοιπόν;» «Κάτι σκέφτομαι, αλλά μη σκίσεις το κιλοτάκι σου… αν φοράς δηλαδή», με κατηγόρησε, και με το δίκιο της. Δε φορούσα, γιατί είχα βάλει κολάν, και θα διαγραφόταν, και κανείς δε χρειαζόταν να το δει αυτό. «Σκάσε!» την προειδοποίησα. Η Ζαν γέλασε και ένιωσα σαν να είχα γυρίσει σπίτι. Η καρδιά μου γέμισε αγάπη και χαρά όσο περίμενα υπομονετικά και έψαχνα τυχαία στο Google παρόμοιες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις για να δω τι είχαν κάνει. «Εντάξει· απ’ ό,τι μου είπες, θα έρθουν ένα σωρό παίδαροι παίκτες του μπέιζμπολ σ’ αυτό το πράγμα, έτσι; Σαν να λέμε τουλάχιστον είκοσι;» «Ναι», είπα, χωρίς να καταλαβαίνω πού το πάει. «Αντί για μια σιωπηλή δημοπρασία, γιατί δε βγάζετε αυτούς τους ίδιους σε πλειστηριασμό; Πάρτε έναν σπίκερ –ξέρεις, αυτούς που μιλάνε σαν πολυβόλα–, φροντίστε να φοράνε οι αθλητές πολύ ωραία ρούχα, σμόκιν για παράδειγμα, ή πείτε τους να βγάλουν τα πουκάμισα. Οι πλούσιες τρελαίνονται για τέτοια!» Δεν είχε άδικο. Μπορούσα να φανταστώ γυναίκες, ζαλισμένες από τη σαμπάνια, να διαγκωνίζονται για έναν ημίγυμνο παίκτη του μπέιζμπολ. «Ζαν, η ιδέα σου είναι φανταστική!» Ξεφύσηξε και τη φαντάστηκα να στριφογυρίζει στα δάχτυλά της μια τούφα από τα μαλλιά της, καμαρώνοντας χαριτωμένα. «Το ξέρω. Είμαι καλή σ’ αυτά». «Είσαι πράγματι. Σου έχω πει τελευταία ότι νιώθω μόνο αγάπη για σένα;» Σκέφτηκα πώς μπορούσε να γίνει. Θα έπειθα τα παιδιά να συμφωνήσουν να βγουν ένα ραντεβού με τη γυναίκα που θα τους αγόραζε. Θα πλήρωνε εκείνη, αλλά αυτοί θα έπρεπε να της κάνουν όλα τα χατίρια για τέσσερις ώρες. Ακόμα και οι παντρεμένοι θα το έκαναν για τόσο καλό σκοπό. «Ζαν, νομίζω ειλικρινά ότι αυτό θα μαζέψει πολλά λεφτά». «Εννοείται. Αφού είναι παίδαροι. Ποια πλούσια δε θέλει να έχει στο πλευρό της έναν θεογκόμενο για μια βραδιά;» Πάλι δίκιο είχε. «Θα κάτσω να καταστρώσω το σχέδιο. Σ’ ευχαριστώ πολύ, πολύ, πολύ!»


«Ε, μπορείς να με ξεπληρώσεις με φωτογραφίες γυμνόστηθων παίδαρων. Και δεν αστειεύομαι. Αν κάνεις την εκδήλωση και δε μου στείλεις φωτογραφίες μισόγυμνων αντρών, θα βρω πολύ σατανικούς τρόπους να σε ξεφτιλίσω στο μέλλον. Και μη νομίζεις ότι δεν έχω φωτογραφίες που αποδεικνύουν τις μαλακίες που έχεις κάνει». «Πουτάνα!» της πέταξα, γιατί θυμόμουν ότι είχε πράγματι ένα ολόκληρο κουτί γεμάτο από τις βλακείες που είχαμε κάνει όλα αυτά τα χρόνια, το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιήσει εναντίον μου. «Δε θα τολμούσες!» Πλατάγισε τη γλώσσα της. «Τι μας λες; Φωτογραφίες ημίγυμνων αντρών, στο κινητό μου, καθενός ξεχωριστά… και μην ξεχάσεις τον Μέισον. Θέλω μια φωτογραφία αυτού του σέξι κτήνους». Ξεκαρδίστηκα στα γέλια και η Ρέιτσελ μπήκε στην κουζίνα όπου καθόμουν. Τη χαιρέτησα με ένα νεύμα και εκείνη πήγε στην καφετιέρα, κατέβασε ένα φλιτζάνι και το γέμισε. «Έγινε, μωρή ξεσκισμένη εκβιάστρια». Τα μάτια της Ρέιτσελ γούρλωσαν και παραλίγο να της πέσει ο καφές. Δεν μπορούσα να της εξηγήσω, αλλά προσπάθησα να κουνήσω το κεφάλι και να της κάνω νόημα ότι όλα ήταν καλά. «Θα σου στείλω τις φωτογραφίες που θες. Αλλά κάνεις πολύ σκληρό παζάρι». «Πάντα. Παρεμπιπτόντως, η Μάντυ είναι μια χαρά. Εκείνο το παιδί που βγαίνουν είναι πολύ καλό. Τη ρώτησα διπλή φορά… είναι ακόμα παρθένα, αλλά δε νομίζω ότι θα ’ναι για πολύ. Είναι ομορφούλης, του αρέσει πολύ, κι εκείνη κάνει ό,τι μπορεί για να τον ευχαριστήσει. Είναι γλύκες. Προς το παρόν, πάντως, φαίνεται καλό παιδί. Θα μπορούσε να είχε βρει πολύ χειρότερο για την πρώτη της φορά». Μούγκρισα και ακούμπησα το κεφάλι μου στο χέρι μου. «Πιστεύεις ότι θα του δώσει την παρθενιά της; Αλήθεια;» «Ε ναι, δεν μπορεί να μείνει για πάντα άσπιλη, Μία. Είναι μεγάλη γυναίκα. Έχει κλείσει τα δεκαεννιά. Εγώ ούτε που θυμάμαι πότε το έκανα πρώτη φορά· πάει πάρα πολύς καιρός. Ειλικρινά δεν μπορώ να θυμηθώ την εποχή που δεν έτρωγα ωραία καυλιά». Αυτή τη φορά βόγκηξα. «Ζαν, μην αναφέρεις την αδερφή μου στην ίδια πρόταση με τη λέξη “καυλιά”. Θα πάθω αναφυλαξία. Το καλό που σου θέλω, μην την παροτρύνεις να του κάτσει, γιατί θα σε κυνηγήσω, θα σε κολλήσω στον


τοίχο, θα σε τσουρομαδήσω, θα σου βάλω μέλι στις ρώγες και θα σε αφήσω να σε φάνε τα μυρμήγκια!» «Για όνομα του Χριστού! Αυτό είναι αρρωστημένο. Θα έκανες κάτι τέτοιο στην καλύτερή σου φίλη; Πρέπει να βρω καινούριες φίλες. Η κολλητή μου είναι ψυχοπαθής!» φώναξε και μετά έσκασε στα γέλια. Έσκασα κι εγώ στα γέλια ενώ τη φανταζόμουν κολλημένη στον τοίχο, με μέλι στις ρώγες και τα μαλλιά της μαδημένα στο πάτωμα. Συγκράτησα τα γέλια μου και πήρα βαθιά ανάσα. «Δίκιο έχεις, δε θα το έκανα. Σε παρακαλώ, όμως, την άλλη φορά που θα τη δεις, θα της πεις να με πάρει ένα τηλέφωνο;» «Αμέ. Πρέπει να πάω να προβάρω την καινούρια χορογραφία. Πες μου πώς πήγε η εκδήλωση, και μην ξεχάσεις την ανταμοιβή μου!» Κούνησα το κεφάλι. «Να σου πω, τσούλα, σ’ αγαπώ και είμαι περήφανη που έκοψες τον καρκίνο. Θέλω να σε κρατήσω στη ζωή μου για να γίνουμε μαζί γριές και να πάρουμε δέκα γάτες και ένα σπίτι στη θάλασσα». «Πάντα μ’ άρεσαν οι ψιψίνες», είπε σιγανά η Ζαν με καημό. Μου είχε δώσει καλή πάσα. «Είναι επειδή είσαι γεροντοκόρη!» της φώναξα και έκλεισα το τηλέφωνο πριν προλάβει να απαντήσει. «Όλα είναι καλά στον κόσμο». Άνοιξα τα μάτια και είδα μπροστά μου μια εμβρόντητη Ρέιτσελ. «Σε εκβιάζουν;» Τα μάτια της είχαν γίνει μεγάλα σαν πιατάκια. Έσκασα στα γέλια και έγνεψα αρνητικά. «Όχι, μιλούσα με τη Ζανέλ, την κολλητή μου. Πάντα έτσι κάνουμε». «Απειλείτε η μια την άλλη και βρίζεστε;» Η φωνή της ήταν στριγκιά, και δεν καταλάβαινα τον λόγο. «Ε… ναι. Εσύ δεν το κάνεις με την κολλητή σου;» Κούνησε μουδιασμένα το κεφάλι. «Όχι. Δεν το κάνω. Λέμε πολύ καλά πράγματα η μια στην άλλη, βγαίνουμε για φαγητό και πηγαίνουμε για ψώνια». Έκανα μια γκριμάτσα. Πήγαιναν για ψώνια. Μπλιαχ. Με τη Ζαν δεν κάναμε τέτοιες αηδίες. Πίναμε μπίρες, κοζάραμε γκομενάκια, τζογάραμε λίγο, παίζαμε χαρτιά, πηγαίναμε σε συναυλίες – αυτά, μάλιστα! Ψώνια… να μου λείπει το βύσσινο. «Σε λυπάμαι», της είπα και το εννοούσα. «Καθόλου να μη με λυπάσαι» μου απάντησε εριστικά, και χαμογέλασα. Είχε ακόμα λίγη φλόγα μέσα της. Καλό αυτό. Ο Μέισον θα της άναβε τέτοια φωτιά,


που θα καιγόταν αν δεν είχε δική της μέσα της για να την πολεμήσει. ***

Η Ρέιτσελ δεν ενθουσιάστηκε με την ιδέα να γίνει δημοπρασία αντρών, αλλά ο Μέισον τη βρήκε καταπληκτική. Τηλεφώνησε στους συμπαίκτες του και πάνω από είκοσι άτομα δεσμεύτηκαν ότι ήταν ελεύθεροι εκείνο το Σαββατοκύριακο και διατεθειμένοι να δοθούν σε όποια έδινε τα περισσότερα, και να πετάξουν τα ρούχα τους, δηλαδή τα πουκάμισά τους, για καλό σκοπό. Τους βρήκα ροζ τιράντες για να φορέσουν και τους ζήτησα να βάλουν ένα ωραίο κουστούμι. Το σχέδιο ήταν να βγάλουν το σακάκι και το πουκάμισο και να μείνουν με τις τιράντες. Επίσης σχεδίαζα να ζωγραφίσω από μια ροζ κορδέλα στο στήθος του καθενός, ακριβώς πάνω στην καρδιά του, για να δένει με το θέμα. Μόλις γύρισε ο Μέισον, κάθισε μαζί μας στο τραπέζι, και συζητούσαμε ιδέες ενώ εκείνος έψηνε μπριζόλες στη βεράντα και εγώ ετοίμαζα τα συνοδευτικά. Μαζί βρήκαμε ένα σωρό ιδέες για να ενημερώσουμε τον κόσμο σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, μαζί με τρόπους να συμπεριλάβουμε τον μπαμπά και τα αδέρφια του, αφού εντέλει όλο αυτό γινόταν για να τιμήσουν τη μνήμη της μητέρας τους. Του πρότεινα να πει στον πατέρα του να μεγεθύνει μια φωτογραφία της γυναίκας του που του άρεσε και να την κορνιζάρει για να τη βάλουμε σε ένα από τα τραπέζια. Όσοι άλλοι παίκτες είχαν χάσει αγαπημένα τους πρόσωπα από τον καρκίνο θα έφερναν κι εκείνοι φωτογραφίες, έτσι ώστε οι δωρητές που θα έρχονταν να έβλεπαν τον πραγματικό λόγο της εκδήλωσης. Επίσης φροντίσαμε να παραβρεθεί ο πρόεδρος του τοπικού Συλλόγου για τον Καρκίνο του Μαστού και να πει δυο λόγια. «Μία, Ρέιτσελ, σας παραδέχομαι. Είστε φανταστικές στο να διοργανώνετε εκδηλώσεις της τελευταίας στιγμής». Ο Μέισον χαμογέλασε πλατιά, με έπιασε από τον ώμο και με φίλησε στο μάγουλο. Ύστερα πήγε κοντά στη Ρέιτσελ, που σφίχτηκε μόλις την πλησίασε. Η φωνή του Μέισον χαμήλωσε, αλλά τον άκουγα. «Συγγνώμη γι’ αυτό που είδες την περασμένη εβδομάδα. Δεν έπρεπε να συμβεί. Δε θέλω να είμαι τέτοιος άντρας». Κοίταξε βαθιά στα μεγάλα γαλάζια μάτια της κι εκείνη έγνεψε καταφατικά, αλλά δεν απάντησε. Την πλησίασε, μύρισε τα μαλλιά της και της


φίλησε το μάγουλο. «Σ’ ευχαριστώ που βοηθάς μ’ αυτό. Δε χρειαζόταν να ζητήσεις τόσες χάρες». Η Ρέιτσελ σήκωσε το κεφάλι και ανοιγόκλεισε τα μάτια, κοιτώντας χαριτωμένα τα μάτια του Μέισον. Ήταν φως φανάρι πόσο γούσταραν ο ένας τον άλλο. Έπρεπε να βάλω τα δυνατά μου για να στρέψω τα πράγματα προς τη σωστή κατεύθυνση. «Μέισον, θα σε βοηθούσα με οτιδήποτε», του είπε εξίσου χαμηλόφωνα. Τα δάχτυλά του χώθηκαν στα μαλλιά πάνω από τον τράχηλό της, το μεγάλο χέρι του έπιασε απαλά το σαγόνι της, και ο αντίχειράς του σύρθηκε στο κάτω χείλι της. Εκείνη έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης κι εγώ παρακολουθούσα καθηλωμένη, ελπίζοντας να κάνει κίνηση και να τη φιλήσει. «Όλα αυτά που κάνεις για να βοηθήσεις τη μαμά μου σημαίνουν πολλά για μένα. Δε θα τα ξεχάσω. Αν με χρειαστείς, Ρέιτσελ, είμαι εδώ. Αρκεί να με φωνάξεις, οποιαδήποτε ώρα και στιγμή. Εντάξει;» είπε, κι έπειτα έσκυψε μπροστά και τη φίλησε στο μέτωπο σαν να ήταν κάτι πολύτιμο. Και τότε κατάλαβα. Για τον Μέισον, ήταν ακριβώς αυτό: πολύτιμη. Για εκείνον, η Ρέιτσελ δεν ήταν σαν όλες τις άλλες κοπέλες. Ένιωθε την ανάγκη να της συμπεριφέρεται με λεπτότητα, να την αγγίζει σαν να ήταν από πορσελάνη. Ουάου. Μόλις τα έφτιαχναν, δε θα είχε μάτια για άλλη γυναίκα. Μπορεί πριν να ήταν γκομενάκιας, όμως νομίζω ότι στα μάτια της έβλεπε ένα μέλλον, ένα μέλλον που ήθελε διακαώς, αλλά δεν ήξερε πώς να το αποκτήσει. Πάλι καλά που θα έμενα άλλες δυο βδομάδες, για να φροντίσω να το πάρει το κορίτσι. «Δέχομαι, Μέις», είπε η Ρέιτσελ χαμογελώντας ενώ εκείνος απομακρυνόταν προς τη βεράντα για να δει τις μπριζόλες. Ακούμπησα το κεφάλι στο χέρι μου και περίμενα να φύγει. Η Ρέιτσελ παρακολουθούσε την κάθε του κίνηση. «Την έχουμε δαγκώσει τη λαμαρίνα;» είπα ανασηκώνοντας πονηρά τα φρύδια. Το κεφάλι της γύρισε απότομα προς το μέρος μου και τα μάτια της στένεψαν. «Δεν έχω ιδέα τι θες να πεις. Την περασμένη εβδομάδα είχα μεθύσει και δεν ήξερα τι έκανα. Ίσως σου έδωσα λάθος εντύπωση για τα αισθήματά μου προς τον πελάτη μου». Τόνισε τη λέξη, αλλά δεν ήμουν σίγουρη αν το έκανε για να το ακούσω εγώ ή η ίδια. Έγειρα το κεφάλι μου στο πλάι και ήπια μια μεγάλη ρουφηξιά από την μπίρα


μου. «Δε με ξεγελάς, και σίγουρα δεν ξεγελάς τον Μέις. Σε έχει πάρει χαμπάρι. Και σύντομα θα σε πάρει και γενικώς», είπα γελώντας με το αστειάκι μου. Η Ρέιτσελ βόγκηξε και κούνησε το κεφάλι. «Πρέπει να το σταματήσεις αυτό, Μία. Σε περίπτωση που το έχεις ξεχάσει, είσαι η κοπέλα του». «Δήθεν κοπέλα του και, γλυκιά μου, να μην το ξεχνάμε αυτό. Τη δουλειά μου κάνω. Οι θαυμαστές του τον λατρεύουν· ετοιμάζουμε μια φιλανθρωπική εκδήλωση που θα ωφελήσει το επαγγελματικό του ίματζ, αλλά θα κάνει ακόμα περισσότερο καλό στον ίδιο προσωπικά. Οργανώνει κάτι για τη μνήμη της μαμάς του. Την αγαπούσε πραγματικά και του λείπει πολύ. Για όλους τους άντρες της οικογένειας έτσι είναι. Ο τρόπος που τον βοηθάς αποδεικνύει ότι νοιάζεσαι, και όχι μόνο για το ίματζ του. Δεν είσαι απλά τσιμπημένη μαζί του. Παραδέξου το», πέταξα την τελευταία μου βολή και ακούμπησα πίσω στην καρέκλα μου. Η Ρέιτσελ έγλειψε τα χείλη της και δάγκωσε το κάτω. Έγειρε το κεφάλι μπροστά και έγνεψε καταφατικά. «Εντάξει. Το παραδέχομαι. Νοιάζομαι για αυτόν εδώ και πολύ καιρό. Εδώ που τα λέμε, νομίζω ότι τον ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή που τον είδα πριν από δύο χρόνια. Αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι τον έχω δει να γυρνάει με τη μια και με την άλλη και να μπεκρουλιάζει ενώ προσπαθούσα να συμμαζέψω τα ασυμμάζευτα. Όταν το κάνεις αυτό, ο άλλος πέφτει στα μάτια σου». «Όντως», συμφώνησα μαζί της. «Προφανώς όμως δεν έχει αλλάξει το πώς νιώθεις για εκείνον, αλλιώς δε θα έκανες αυτά που κάνεις. Δε θα είχες προσφερθεί να τον βοηθήσεις να γίνει άνθρωπος. Νοιάζεσαι ειλικρινά γι’ αυτόν και σκίζεσαι να το κρύψεις. Σε έχω δει πώς τον κοιτάς, πώς φωτίζεται το πρόσωπό σου όταν μπαίνει μέσα. Δε με ξεγελάς. Μπορεί να ξεγελούσες εκείνον τα τελευταία δύο χρόνια, καλή μου· αλλά τώρα έβγαλε τις παρωπίδες του. Σε βλέπει, και αυτό που βλέπει του αρέσει». Τα ντελικάτα χέρια της ανέβηκαν στο πρόσωπό της και τα πέρασε πάνω από τα χαρακτηριστικά της. «Πώς μπορείς να είσαι σίγουρη; Δε θέλω να γίνω η επόμενη σε μια σειρά εφήμερων γυναικών. Προτιμώ να μην τον έχω καθόλου και να μείνω έτσι στη ζωή του παντοτινά, παρά να πάρω μια γεύση κι ύστερα να τον χάσω για πάντα μόλις ξυπνήσει και συνειδητοποιήσει ότι δεν είμαι ο τύπος του. Αν κοιτάξεις το παρελθόν του, θα καταλάβεις ότι δεν είμαι». Έδειξε με το


δάχτυλο εμένα και τις καμπύλες μου και έκανε ένα κυκλικό νεύμα. «Χωρίς παρεξήγηση, ο τύπος του είναι γυναίκες σαν εσένα. Χυμώδεις, όμορφες, σέξι, όλα όσα μπορεί να βρει ένας άντρας σαν αυτόν ξανά και ξανά». Αναστέναξε και ακούμπησε με παραίτηση το κεφάλι της στο χέρι της. «Γλυκιά μου, εγώ δεν είμαι από τις κοπέλες που τις παντρεύεσαι. Είμαι από τις κοπέλες που φλερτάρεις και γαμάς. Ο Μέισον δε θέλει να συμβιβαστεί με μια κοπέλα σαν εμένα. Θέλει αυτό που είχε ο πατέρας του. Σύζυγο, σπίτι, παιδιά. Θα του δώσεις αυτά κι ακόμα περισσότερα. Έχεις όλο το πακέτο. Δεν είσαι μια συνοδός που έχει ταλέντο στο σερβίρισμα και στην ηθοποιία και κάνει απλά τους άντρες να βλέπουν αστράκια στο κρεβάτι. Γι’ αυτό το τελευταίο είμαι πολύ περήφανη, αλλά δεν πρόκειται να βρω έτσι τον κύριο Τέλειο, μόνο τον κύριο Τώρα. Νομίζω ότι πρέπει να είσαι πιο ανοιχτή απέναντι στο ενδεχόμενο να γίνει κάτι περισσότερο με τον Μέισον, ιδίως αφού σε δυο βδομάδες δε θα με έχετε πια μέσα στα πόδια σας». Αυτή τη φορά, όταν απάντησε, σούφρωσε τα χείλη της και στηρίχτηκε στο τραπέζι. «Αν ήσουν στη θέση μου, πώς θα έκανες κίνηση; Ιδίως μετά το φιάσκο της περασμένης εβδομάδας». «Ναι, γαμήθηκε ο Δίας τότε», συμφώνησα. «Κι όχι μόνο αυτός», αστειεύτηκε. Έμεινα με ανοιχτό το στόμα. «Σόκιν αστείο!» είπα γελώντας. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και τα μάγουλά της κοκκίνισαν. «Όντως!» «Υπάρχει ελπίδα!» αναφώνησα και γελάσαμε και οι δυο. «Σοβαρά όμως, ο Μέισον είναι πολύ εύκολος». «Δε λες τίποτα». Η πληρωμένη απάντηση ήρθε αμέσως μετά την προηγούμενη και με άφησε άφωνη. Κούνησα το κεφάλι και σκέπασα το στόμα. «Δύο μέσα σε ένα βράδυ. Βγάλε το ημερολόγιό σου, κοπελιά, πρέπει να σημειώσουμε την ημερομηνία που η κυρία Επαγγελματισμός εγκατέλειψε τον καθωσπρεπισμό της και απελευθέρωσε την πονήρω που έκρυβε μέσα της!» Κοίταξε προς τη βεράντα και ηρέμησε. «Πρέπει να μου πεις, πάντως. Δεν έχω μεγάλη εμπειρία στο να προσεγγίζω τους άντρες όταν θέλω να… ξέρεις…» Η φωνή της έσβησε. «Να πηδηχτείς;» μάντεψα.


«Θεέ μου! Όχι. Καλά, ναι – αλλά αυτό που εννοούσα ήταν να βγω ραντεβού μαζί τους. Ήμαρτον, σαν τα μούτρα του είσαι. Τελείως άξεστη». Διάβολε! Είχε δίκιο; Ήμουν σαν τον Μέισον; Μπα, εκείνη παραείναι σεμνότυφη και καθωσπρέπει. Τουλάχιστον αυτό είπα στον εαυτό μου για να ξεπεράσω την αλήθεια που ίσως έκρυβαν τα λόγια της. Σήκωσα τα μαλλιά μου κότσο και τα έπιασα με ένα κοκαλάκι που κρεμόταν από το στρίφωμα της μπλούζας μου, χώνοντάς το μέσα στις μπούκλες. «Άκου τι θα κάνεις. Το Σαββατοκύριακο, στην εκδήλωση, θα πιεις κάνα δυο ποτηράκια σαμπάνια για να χαλαρώσεις. Θα φλερτάρεις λιγάκι μαζί του όλη νύχτα. Όχι τίποτα εντυπωσιακό, ξέρεις, λίγα αγγίγματα εδώ», γλίστρησα το χέρι μου από τον ώμο της ως τον αγκώνα και τραβήχτηκα. «Ίσως να του σφίξεις λίγο το χέρι». Την πήρα από το χέρι και την τράβηξα να σηκωθεί και να περπατήσει στον χώρο. Σταματούσα, έπαιρνα πόζα, την κοιτούσα πεταρίζοντας τις βλεφαρίδες μου και μετά κοιτούσα απότομα αλλού. «Φρόντισε να του δείξεις λίγο τις χάρες σου». Μόλις το άκουσε αυτό η Ρέιτσελ, τα χείλια της σφίχτηκαν. «Δεν έχω χάρες», ψέλλισε. Την κοίταξα σαν να είχε βγάλει δεύτερο κεφάλι. «Κοπελιά, κάθε γυναίκα έχει κάτι που ελκύει το άλλο φύλο». Την κοίταξα αποπάνω μέχρι κάτω. «Έχεις πολύ ωραία πόδια. Φόρα κάτι κοντό. Πάρε ένα καλό σουτιέν με διπλή ενίσχυση για να σηκώσεις τα μπαλκόνια σου και φρόντισε το φουστάνι που θα διαλέξεις να έχει ντεκολτέ». Έγνεψε καταφατικά, γι’ αυτό συνέχισα. «Α, και άσε τα μαλλιά σου κάτω. Θυμάσαι τότε που είπε ότι θα ήθελε να τα δει έτσι; Κάν’ τα απαλά, με μεγάλες μπούκλες, για να χύνονται στην πλάτη σου. Κι αν το φόρεμα είναι εξώπλατο, ακόμα καλύτερα», είπα κουνώντας τα φρύδια για έμφαση. «Γιατί;» με ρώτησε, και μου ήρθε να βογκήξω και να της δώσω μια φάπα στο κεφάλι. Πώς γινόταν να είναι τόσο αφελής όσον αφορά τους άντρες; Για όνομα του Θεού, ήταν ολόκληρη γαϊδάρα. Δεν μπορεί να μην είχε ιδέα πώς σκέφτονταν οι άντρες. Αντί να της τα πω όλα αυτά, απλώς της απάντησα. «Επειδή όταν οι άντρες βλέπουν γυμνό δέρμα, σκέφτονται το σεξ. Είναι καλό να σκέφτονται το σεξ κι εσένα την ίδια στιγμή, αφού στην τελική αυτό που θέλεις να κάνεις είναι να ρίξεις τον Μέις στο κρεβάτι».


«Θέλω να είμαι με τον Μέισον, όχι απλά να… ε… πέσω στο κρεβάτι μαζί του». Τώρα δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το απηυδισμένο ξεφύσημα που βγήκε από τα πνευμόνια μου. «Οι άντρες σχετίζουν το καλό σεξ με το πόσο καλά θα μπορούσαν να περάσουν με μια καλή γυναίκα. Η καλή σεξουαλική ζωή και το να είσαι ο άνθρωπος που ο Μέισον θέλει να περάσει χρόνο μαζί του έξω από την κρεβατοκάμαρα είναι κάτι που λειτουργεί υπέρ σου. Αν και συνήθως οι άντρες σκέφτονται πρώτα το σεξ. Είναι ενστικτώδες. Κατάλαβες τίποτα; Θα αποπλανήσεις τον Μέισον στο πάρτι αυτό το Σαββατοκύριακο;» ρώτησα με τρελό ενθουσιασμό. «Θα το σκεφτώ», μου είπε. Συνοφρυώθηκα, αλλά καταλάβαινα ότι δεν υπήρχε τρόπος να τη σπρώξω να πάει πιο γρήγορα. Έτσι ήταν ο χαρακτήρας της, και νομίζω ότι άμα το σκεφτόταν μερικές μέρες και μάζευε κουράγιο, θα έκανε τη σωστή επιλογή. «Μου το υπόσχεσαι;» την ενθάρρυνα. Μου χαμογέλασε πλατιά και ήταν αλήθεια, το χαμόγελό της μπορούσε να φωτίσει σκοτεινό δωμάτιο. «Το υπόσχομαι». Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα ο Μέισον και έκλεισε την μπαλκονόπορτα σπρώχνοντάς τη με τη μακριά του αρίδα. «Πεινάνε οι δύο πιο ωραίες γυναίκες ολόκληρου του κόσμου;» Κούνησα το κεφάλι. «Ερωτύλε μου εσύ», είπα γελώντας, και αυτή τη φορά γέλασε και η Ρέιτσελ. Θα περίμενα μια ξινισμένη έκφραση, όχι ένα γελάκι. Είχε γίνει μεγάλη πρόοδος.


6

Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΔΕΞΙΩΣΕΩΝ του κυριλέ ξενοδοχείου για την αποψινή εκδήλωση του «Σκεφτείτε Ροζ» εντυπωσίασε και εμένα και τον Μέισον. Ροζ μπαλόνια κάλυπταν ολόκληρη την οροφή, τα φώτα έμοιαζαν με τις ροζ κορδέλες για τον καρκίνο του μαστού, και το νέο μας σλόγκαν, το «Σκεφτείτε Ροζ», ήταν γραμμένο φαρδιά πλατιά παντού στους κατάμαυρους τοίχους. Μια ντισκομπάλα στροβιλιζόταν εκπέμποντας στίγματα λευκού φωτός προς κάθε κατεύθυνση. Σε λίγο θα έρχονταν τα παιδιά και θα άνοιγαν οι πόρτες. Σε μια γωνιά οι σερβιτόροι δέχονταν οδηγίες. Όλοι φορούσαν ροζ μπλουζάκια με το θέμα μας, και τα κορίτσια φορούσαν φανελάκια που έγραφαν «Σώστε τα βυζάκια» στο στήθος. Ήταν χοντροκομμένο, διασκεδαστικό, και ακριβώς αυτό που ταίριαζε σε έναν αθλητή. Ο Μέισον κι εγώ, πάντως, ήμασταν ντυμένοι στην πένα. Εκείνος φορούσε μαύρο κουστούμι και ροζ πουκάμισο, τις ροζ τιράντες που είχα ζητήσει από όλους τους παίκτες να φορέσουν, και μια γραβάτα γεμάτη ροζ κορδελίτσες που τον έκανε να δείχνει καθωσπρέπει επαγγελματίας. Τα κοκκινοκάστανα μαλλιά του ήταν χτενισμένα πίσω, και τα πράσινα μάτια του περιδιάβαιναν στην αίθουσα θαυμάζοντας τον χώρο. Τα ψηλά τραπέζια με τα μαύρα τραπεζομάντιλα, διακοσμημένα με μπουκέτα από ροζ τριαντάφυλλα στο κέντρο και το φως των ρεσό που λαμπύριζε πάνω στα πέταλά τους, έφτιαχναν την ατμόσφαιρα. Ήταν όμορφα, κομψά, νεανικά και ταυτόχρονα μοντέρνα. «Μία…» η φωνή του έσβησε, προφανώς γιατί του άρεσε αυτό που έβλεπε. Χαμογέλασα με περηφάνια. Η πρώτη μου φιλανθρωπική εκδήλωση είχε βγει καταπληκτική. Φυσικά, είχε παίξει μεγάλο ρόλο η εντυπωσιακή ξανθιά που


ερχόταν προς το μέρος μας. Νόμιζα ότι εγώ ήμουν ωραία με το έντονο ροζ φουστάνι μου με τις πούλιες που αντανακλούσαν το φως και αστραποβολούσαν σαν την ντισκομπάλα πάνω από τα κεφάλια μας. Ούτε καν. Η Ρέιτσελ ήρθε κοντά μας από την άλλη άκρη της αίθουσας. Φορούσε ένα απαλό ροζ σατέν στράπλες φουστάνι που έφτανε μέχρι το γόνατο, αλλά είχε ένα σκίσιμο ως τον γοφό, δίνοντάς της το απόλυτο σεξαπίλ σε συνδυασμό με το καρδιόσχημο ντεκολτέ που αναδείκνυε το μπούστο της. Είχε αφήσει κάτω τα μαλλιά της με ένα χτένισμα που θύμιζε παλιό Χόλλυγουντ. Ένα χτυπητό κόκκινο κραγιόν τόνιζε τα γεμάτα χείλη της. Μια λεπτή γραμμή μαύρο αϊλάινερ έκανε τα καταγάλανα μάτια της να μοιάζουν γατίσια. Δεν την περίμενα έτσι. Ήταν ένα κράμα πιν-απ κοριτσιού και αριστοκρατικής κυρίας. Ο Μέισον στεκόταν σιωπηλός και την παρακολουθούσε να έρχεται. Το σαγόνι του σφίχτηκε και τα μάτια του έκαιγαν. Εμένα δε με είχε κοιτάξει ποτέ έτσι. Αυτό το καυτό βλέμμα το επιφύλασσε για την ψηλή ξανθιά, που με την κομψότητά της με έκανε να νιώθω σαν ξέκωλο για το κραυγαλέο συνολάκι μου. «Είστε και οι δυο φανταστικοί», είπε ναζιάρικα μόλις έφτασε κοντά μας. Ο Μέισον την κοίταξε αποπάνω μέχρι κάτω, τη βούτηξε από τη μέση, της έπιασε τα μάγουλα και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Εκείνη δεν έβγαλε άχνα, απλά τον άφησε να την πασπατέψει, και ήξερα το γιατί. Επειδή ήταν άλφα άλφα, τέρμα ερωτικό, και όταν σε άρπαζε και σε πασπάτευε ένας άντρας σαν τον Μέις με αυτό τον τρόπο, το δεχόσουν και δοξολογούσες τον Μεγαλοδύναμο που συνέβαινε. «Είσαι πανέμορφη», της είπε, και το βλέμμα του αναζήτησε το δικό της. «Θα σε θέλουν όλοι οι άντρες». «Εγώ μόνο έναν θέλω», του απάντησε γεμάτη αυτοπεποίθηση. Αν δεν προσπαθούσα να ξεγλιστρήσω μέσα στη σκοτεινή αίθουσα για να τους αφήσω μόνους, θα της είχα δώσει συγχαρητήρια για αυτή την ατάκα. Ήταν ντόμπρα και καθαρά σεξουαλική· θα της έδινα αργότερα τα εύσημα. «Ώστε έτσι, ε; Τον ξέρω;», της είπε, χαϊδεύοντας το πρόσωπό της με τη μύτη του. Εκείνη έτρεμε στην αγκαλιά του. Ένιωσα σχεδόν την κίνηση στο δικό μου κορμί. Ήταν σαν να παρακολουθούσα ζωντανά μια καυτή ξένη ταινία· μόνο εγώ ήξερα τι έλεγαν οι χαρακτήρες. Έγλειψε τα χείλη της και τα μάτια του Μέισον ακολούθησαν την κίνηση. Τον


είχε καμακώσει για τα καλά. Ήταν χαμένος! «Ίσως. Υποθέτω ότι πρέπει να δούμε πώς θα πάει η αποψινή βραδιά», ψιθύρισε τόσο κοντά στο στόμα του, που σίγουρα ένιωσε την ανάσα της στα χείλη του. «Καλά, κράτησε έναν χορό και για μένα, ε;» Η Ρέιτσελ έριξε ένα μυστικό χαμόγελο μόνο για τον Μέισον. «Πρέπει να δω το πρόγραμμά μου. Να βεβαιωθώ ότι δεν είναι ήδη γεμάτο». «Υπάρχει χώρος και για μένα. Θα κάνω χώρο». Της χαμογέλασε, κι εκείνη στηρίχτηκε πάνω του κι ύστερα απομακρύνθηκε αργά. Την άφησε, και δεν ήμουν σίγουρη αν ανέβηκε η θερμοκρασία του χώρου ή αν έφταιγε απλώς η θερμότητα που έβγαζαν ο ένας από τον άλλο. Μερικοί παίκτες κατέφτασαν φορώντας πάνω κάτω τα ίδια που φορούσε και ο Μέισον, κουστούμια, πουκάμισα και μπόλικο ροζ. Ήταν τέλεια. Ανυπομονούσα να δω πώς θα πήγαινε ο πλειστηριασμός. Μόλις σκέφτηκα τον πλειστηριασμό, έπιασα τη Ρέιτσελ από το χέρι και την πήγα στο τραπέζι όπου ήταν απλωμένα τα διάφορα πράγματα για τη σιωπηλή δημοπρασία. Πανάκριβα μπουκάλια κρασί, συνδρομές σε λέσχες, ταξίδια, κρουαζιέρες, εξοχικά – ό,τι μπορείτε να φανταστείτε υπήρχε πάνω σ’ εκείνο το τραπέζι. «Έχεις καλέσει όλη την καλή κοινωνία, έτσι;» Η Ρέιτσελ πήρε ένα ντοσιέ και έγνεψε καταφατικά. «Ναι, μας έχουν επιβεβαιώσει ότι θα έρθουν τετρακόσια άτομα, που όλοι βγάζουν πάνω από ένα εκατομμύριο τον χρόνο». «Αν είναι δυνατόν, δεν ήξερα ότι υπάρχουν τόσοι πλούσιοι στον κόσμο». «Καλά, έχουμε να κάνουμε με διασημότητες, αθλητικούς παράγοντες, ιδιοκτήτες ομάδων, χορηγούς και ούτω καθεξής. Επίσης θα έρθουν πολλοί οργανισμοί μόνο και μόνο για τη δικτύωση, οπότε θα κάνουν δωρεές για να φανούν και να μη χάσουν την επαφή τους με τους παίκτες και τους υπόλοιπους επενδυτές. Είναι ένας φαύλος κύκλος όσον αφορά τους ανθρώπους, τις επιχειρήσεις και τα χρήματά τους. Τους αρέσει να τα επιδεικνύουν με το πρόσχημα της φιλανθρωπίας». «Δε με ενδιαφέρει ιδιαίτερα πώς το κάνουν ή γιατί, αρκεί να φύγουμε απόψε από εδώ έχοντας δώσει πολλά στην οργάνωση. Πιστεύεις ότι θα καταφέρουμε να πιάσουμε τουλάχιστον πενήντα με εκατό χιλιάδες;» Μόλις άκουσε αυτό το σχόλιο, η Ρέιτσελ έριξε πίσω το κεφάλι και έβαλε τα


γέλια. Γέλασε τόσο πολύ, που αναγκάστηκε να κλείσει με τα ακροδάχτυλα τους δακρυϊκούς πόρους στα μάτια της, για να μην της χαλάσει το μακιγιάζ. «Μία, αν δε βγάλουμε τουλάχιστον ένα εκατομμύριο απόψε, θα εκπλαγώ». Ένα εκατομμύριο δολάρια. Σε ένα βράδυ. Δουλεύω κάθε μέρα ως συνοδός πλουσίων για να βγάλω ένα εκατομμύριο ώστε να ξεπληρώσω το χρέος του πατέρα μου στον τοκογλύφο του, και μπορεί να βγάλουμε τόσα μέσα σε ένα βράδυ. «Απίστευτο», αναφώνησα. Το χέρι της ανέβηκε στον ώμο μου και τον έσφιξε. «Άλλη ζωή. Μην ανησυχείς, δε θα τους λείψουν». «Το φαντάζομαι. Τουλάχιστον θα πάνε σε πολύ καλό σκοπό. Ο Μέισον θα ευχαριστηθεί αν βγάλουμε τόσα πολλά για την οργάνωση». «Έλα, πάμε να ξεκινήσουμε το πάρτι. Έχει αρχίσει να έρχεται κόσμος». ***

Οι επόμενες τρεις ώρες πέρασαν σαν αστραπή με γνωριμίες, συζητήσεις, σαμπάνια, χορούς στους ρυθμούς του ντιτζέι και γέλια με τις συζύγους των παικτών. Όλοι διασκέδαζαν με την καρδιά τους, και, την τελευταία φορά που κοίταξα, το τραπέζι της δημοπρασίας είχε προσφορές εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων για τα προς πώληση αντικείμενα. Ακόμα κι αν ο πλειστηριασμός των παικτών δεν πήγαινε καλά, η οργάνωση θα έπαιρνε γύρω στο μισό εκατομμύριο, πράγμα που με έκανε να πετάω από τη χαρά μου. Πήγα κουνιστή και λυγιστή στην πίστα, πίνοντας τη ροζ σαμπάνια μου. Απόψε όλα τα ποτά ήταν ροζ και έρεαν άφθονα. Το πλήθος διασκέδαζε με την καρδιά του και όλοι είχαν πολύ γενναιόδωρη διάθεση. Η Ρέιτσελ ήρθε κοντά μου και με έπιασε από το χέρι για να με πάρει από την πίστα. Μούτρωσα. «Καλέ, μη με κοιτάς έτσι. Ήρθε η ώρα για τον πλειστηριασμό των αντρών! Ήθελα να βεβαιωθώ ότι θα είχες την καλύτερη θέση για να παρακολουθήσεις το σόου». Σ’ ευχαριστώ, βρε Ρέιτσελ, σκέφτηκα από μέσα μου. Αχ ναι! Σέξι παίκτες του μπέιζμπολ έβγαζαν τα ρούχα τους. Τράβηξα το κινητό μου από το μπούστο μου. Η Ρέιτσελ με κοίταξε και κούνησε το κεφάλι. «Δεν το πιστεύω ότι χωράει το κινητό σου στο σουτιέν σου. Οι άντρες πρέπει να


τρελαίνονται για το στήθος σου». Κοίταξα τα φουσκωμένα βυζιά μου και χαμογέλασα. «Δεν έχει παραπονεθεί κανείς», της είπα και γέλασε. Ο εκφωνητής που είχαμε προσλάβει ανέβηκε στη μακρόστενη σκηνή και στάθηκε στην άκρη, πίσω από το βήμα. «Απόψε έχουμε κάτι ξεχωριστό για τις κυρίες που βρίσκονται εδώ. Αφού ο φιλανθρωπικός σκοπός αφορά γυναίκες, θα γίνει μια δημοπρασία για τις κυρίες. Άντρες, εεελάτε έξω!» είπε, τραβώντας τη φράση και ξεσηκώνοντάς μας. Οι είκοσι πέντε παίκτες βγήκαν στη σκηνή και παρατάχτηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο. Ήταν χάρμα οφθαλμών. Όπου και να κοιτούσες, έβλεπες παίδαρους. «Απόψε σας προσφέρουμε… ραντεβού με έναν παίκτη των Ρεντ Σοξ! Θα σας βγάλουν έξω για τέσσερις ολόκληρες ώρες σε ένα ραντεβού της επιλογής σας» –ο τόνος της φωνής του χαμήλωσε– «εντός λογικών ορίων, κυρίες μου». Ο ντιτζέι έβαλε ένα πικάντικο κομμάτι, ό,τι πρέπει για στριπτίζ, και ο παίκτης της τρίτης βάσης έκανε ένα βήμα μπροστά. «Θεέ μου, είναι ο Τζέικομπ Μουρ!» φώναξε μια γυναίκα και σήκωσε τη ροζ πινακίδα της πριν προλάβει ο εκφωνητής να ζητήσει μια προσφορά. «Λοιπόν, απ’ ό,τι φαίνεται, κάποιες δεν μπορούν να περιμένουν. Τι λες να βγάλεις το σακάκι και να δείξεις στις κυρίες τι κρύβεις αποκάτω, Τζέικ!» Ο Τζέικομπ συμμορφώθηκε. Τα ξανθά μαλλιά και τα γαλάζια μάτια του έλαμπαν κάτω από τα φώτα. «Ας αρχίσουμε τις προσφορές από τα χίλια δολάρια!» Έλα μουνί στον τόπο σου! Χίλια δολάρια για αρχική προσφορά! Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Περιττό να πω ότι δεν ήταν αρκετά. Ο Τζέικομπ έκανε μερικές βόλτες πάνω στη σκηνή, και τη στιγμή που ξεκούμπωσε το πουκάμισό του, η προσφορά ανέβηκε στα σαράντα χιλιάδες δολάρια. «Πρέπει να ’χουν έρθει μερικές πολύ πλούσιες και πολύ καυλωμένες γυναίκες απόψε», είπα στη Ρέιτσελ ενώ έβγαζα μια φωτογραφία για να στείλω στη Ζανέλ. Η απάντηση ήρθε αμέσως. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Φακλάνα Σε μισώ, γαμώ το κεφάλι σου. Στείλε κι άλλες… Αχ, και τι δε θα ’θελα να κάνω


πάνω σ’ αυτό το καυτό γκομενάκι. Γέλασα και έδειξα στη Ρέιτσελ τι είχε γράψει η Ζαν. Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Δεν το πιστεύω ότι έχεις ως “Φακλάνα” την κολλητή σου στο κινητό». «Γιατί; Έχει πλάκα». Ανασήκωσε τους ώμους. «Για να το λες εσύ…» Παρακολουθήσαμε τον εξωτερικό να πιάνει άλλες είκοσι χιλιάδες. Ο επόμενος ήταν το αριστερό άκρο. Δίπλα στη σκηνή στεκόταν μια γυναίκα που είχε ξετρελαθεί με το χρώμα του δέρματός του − μαύρη σοκολάτα. Έπιασε πενήντα χιλιάδες. Η γυναίκα δεν ήταν διατεθειμένη να τον αφήσει για κάτι λιγότερο. Η αρχική της προσφορά ήταν είκοσι πέντε. Σκούντηξα τη Ρέιτσελ στον ώμο, έβγαλα μια φωτογραφία και έστειλα τον μαύρο καλλονό στη Ζανέλ. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Φακλάνα Γάμησέ με. Θα έκανα τον σοκολατένιο κώλο του μια χαψιά. Αναρωτιέμαι αν θα έλιωνε στο στόμα ή στο χέρι μου. Αυτό, και το κέφι που μου είχε φέρει το ποτό, με έκαναν να ξεκαρδιστώ στα γέλια. Έβγαλα κάτι κακαρίσματα που δεν άρμοζαν καθόλου σε μια κυρία, και με έκαναν να χάσω έναν από τους παίκτες. Δεν το είπα στη Ζαν. Θα τσαντιζόταν. «Λοιπόν, Ρέιτς, νομίζω ότι πρέπει να κεντρίσουμε λίγο τις συμμετέχουσες. Να τις αναγκάσουμε να δώσουν περισσότερα. Καλά δε λέω;» «Θα μπορούσαμε, αλλά μια χαρά τα καταφέρνουν και μόνες τους. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, έχουν πουληθεί οχτώ άντρες και έχουμε ήδη βγάλει τριακόσιες χιλιάδες. Οι δύο τελευταίοι έπιασαν πενήντα έκαστος». Παρακολούθησα τον επόμενο να βγαίνει μπροστά. Ήταν ο Τζούνιορ. Η Κρις, η όμορφη φιλενάδα του, ήρθε χοροπηδώντας κοντά μου. «Ο Τζούνιορ με αφήνει να κάνω προσφορά!» είπε τσιρίζοντας μέσα στην τρελή χαρά. Αυτό θα είχε ενδιαφέρον. Οι περισσότερες ήθελαν τον Τζούνιορ Γκονζάλεζ. Ήταν μπουκιά και συχώριο. Η αποψινή βραδιά δεν αποτελούσε εξαίρεση. «Συγγνώμη, Κρις». Σήκωσα την κάμερα, και μόλις αποκαλύφθηκε όλο το


σοκολατένιο στέρνο του, με τους γραμμωμένους κοιλιακούς που γυάλιζαν και τη ροζ κορδέλα που είχε ζωγραφισμένη στο στήθος, παραλίγο να καταπιώ τη γλώσσα μου. Η Κρις άρχισε να ουρλιάζει: «Εγώ, εγώ, εγώ θέλω να τον αγοράσω! Μπορεί να με πιάσει όποια μέρα θέλει!» φώναξε ενώ τραβούσα μια φωτογραφία για να απαθανατίσω την αρρενωπή ομορφιά του. Εντάξει, για να λέω την αλήθεια, τράβηξα πολλές φωτογραφίες. Ανφάς, προφίλ, και μια πολύ κοντινή στον σφιχτό πισινό του όταν έσφιξε τους γλουτιαίους και έκανε όλες τις γυναίκες να ζητωκραυγάσουν. Έστειλα τις φωτογραφίες στη Ζανέλ και το κινητό μου χτύπησε συγχρονισμένα με τις τσιρίδες των γυναικών. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Φακλάνα Χριστέ μου, ο Τζούνιορ! Σ’ αγαπώ, Τζούνιορ! Πες του ότι τον αγαπώ. Πριν προλάβω να το αφήσω κάτω, ξαναχτύπησε. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Φακλάνα Τι κώλος! Κάποιος να λυπηθεί την ακόλαστη ψυχή μου. Θα τον άφηνα να με πιάσει, να με ρίξει, να με κάνει πάσα, φτάνει να το έκανε γυμνός και να μου πέταγε τα μάτια έξω. Οι προσφορές έπεφταν βροχή για τον Τζούνιορ, και με κάθε προσφορά η Κρις μούτρωνε όλο και περισσότερο. Κάποια στιγμή, τσαντίστηκε κανονικά. Ανέμιζε την πινακίδα της, φώναζε στον εκφωνητή, αγριοκοίταζε τις άλλες γυναίκες που έκαναν προσφορές. Στο τέλος ούρλιαξε «Εκατό χιλιάδες δολάρια!». Παραλίγο να πέσω κάτω. Η Ρέιτσελ με έπιασε και με βοήθησε να σταθώ στα πόδια μου. «Κριστίν! Επιτρέπεται να χαλάσεις τόσα λεφτά;» τη ρώτησα, ανησυχώντας μήπως βρει τον μπελά της με τον Τζούνιορ. Εκείνη έγνεψε εμφατικά, εξακολουθώντας να κουνάει την πινακίδα της και να πουλάει τσαμπουκά. Έπειτα μου απάντησε: «Ήθελε να δώσει χρήματα έτσι κι


αλλιώς. Μ’ αυτό τον τρόπο, και δε θα μου πάρει καμιά τον άντρα και θα πραγματοποιηθεί η επιθυμία του να κάνει δωρεά προς τιμή της μαμάς του Μέις. Είπε ότι πάντα ήθελε να την τιμήσει και ότι με τον Μέις είναι αδέρφια κι ας έχουν άλλους γονείς. Έτσι λέει». Χαμογέλασε πλατιά και άρχισε να χορεύει από τη χαρά της όταν ο εκφωνητής φώναξε «Πουλήθηκε στη μικροκαμωμένη ξανθιά για εκατό χιλιάδες δολάρια!». Αντί να επιστρέψει στη θέση του, ο Τζούνιορ κατέβηκε με έναν πήδο από τη σκηνή, με το βλέμμα καρφωμένο στο τρόπαιο, σήκωσε αγκαλιά την κοπέλα του και κόλλησε το στόμα του στο δικό της. «Τα πήγες καταπληκτικά, μωρό μου!» της είπε, κουνώντας την πέρα δώθε σαν πάνινη κούκλα. Εκείνη κορδώθηκε και τον γέμισε φιλιά. Ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο. Ξέρω ότι συνήθως οι θρησκευόμενοι, παλιομοδίτες ισπανόφωνοι άντρες προτιμούν τις Λατινοαμερικάνες, αλλά αυτός είχε τον τρόπο του. Θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε τι θα γινόταν όταν θα την πήγαινε στη μάνα του. Με έπιασε ρίγος μόλις το σκέφτηκα. Αγαπιόντουσαν τόσο πολύ, που ήταν φανερό ότι δεν έδινε δεκάρα για τους παραδοσιακούς κανόνες. Είχε βρει τη νεράιδά του, και του άρεσε. Ο πλειστηριασμός συνεχίστηκε με τους υπόλοιπους άντρες. Είχαν γίνει προσφορές δεκάδων χιλιάδων δολαρίων, φτάνοντας ως τις εκατόν πενήντα χιλιάδες, όταν ήρθε η σειρά του Μέις. Ήταν ο μόνος που είχε μείνει. «Εντάξει, κυρίες και κύριοι, ήρθε αυτός που όλοι περιμένατε. Ο Μέισον “Μέις” Μέρφυ! Μπορεί να πετάξει μια μπάλα με εκατόν εξήντα χιλιόμετρα την ώρα, φιγουράρει στις λίστες των πιο σέξι αντρών ανά την υφήλιο, και τώρα είναι εδώ και περιμένει τις προσφορές σας. Ας ξεκινήσουμε με πενήντα χιλιάδες δολάρια!» είπε ο εκφωνητής. Σε ολόκληρη την αίθουσα σηκώθηκαν πινακίδες. Μια κανονική ροζ θάλασσα. «Εντάξει, είστε πολύ γενναιόδωρες και η προσφορά δεν είναι αρκετά μεγάλη. Πάμε στις εκατό χιλιάδες!» Έμειναν σηκωμένες τουλάχιστον δέκα πινακίδες. Στο τέλος, αφού έφτασε στις διακόσιες πενήντα χιλιάδες, μόνο μία πινακίδα έμεινε ψηλά. «Έχω διακόσιες χιλιάδες δολάρια; Ένα, δύο, πουλήθηκε στην κυρία με το ροζ σατέν φόρεμα!» Γύρισα στα αριστερά μου και είδα τη Ρέιτσελ να κρατάει την πινακίδα της ψηλά. Ο Μέισον έκλεισε το μάτι στο πλήθος και πήδηξε κάτω από τη σκηνή. Πήγε σαν σίφουνας στη Ρέιτσελ και την τράβηξε στην αγκαλιά του.


«Με αγόρασες για διακόσιες πενήντα χιλιάδες δολάρια;» τη ρώτησε γεμάτος δέος. Στεκόμουν εκεί δίπλα του και ούτε εγώ μπορούσα να το πιστέψω. «Η εταιρεία μού είπε μέχρι πόσα μπορούσα να δώσω. Σε λίγο θα υπογράψεις πολλές συμφωνίες για εκπροσωπήσεις, διαφημίσεις και χορηγίες· συνολικά είναι μια σταγόνα στον ωκεανό σε σχέση με την προμήθεια που θα πάρουμε. Θέλουμε να κρατάμε τον πελάτη μας ευχαριστημένο», γουργούρισε εκείνη. Τα χείλη της λαμπύριζαν κάτω από τα φώτα, κάνοντάς τα να δείχνουν απολαυστικότατα. Διακόσιες πενήντα χιλιάδες δολάρια ήταν μια σταγόνα στον ωκεανό. Λάθος δουλειά έκανα, πανάθεμά με. «Δεν ξέρω τι να πω». Το βλέμμα του Μέισον ήταν μαλακό και περιεργαζόταν κάθε σπιθαμή του προσώπου της. «Ένα ευχαριστώ είναι μια καλή αρχή». Το φρύδι της σηκώθηκε, και για πρώτη φορά είδα τη γλυκιά, αθώα Ρέιτσελ να χαμογελάει πονηρά. Ήταν υπέροχο. Κράτησε το πρόσωπό της στα χέρια του, όμως οι φωτογράφοι έβγαζαν ήδη φωτογραφίες. Δεν ήταν καλό αυτό. Αντί να τη φιλήσει, την αγκάλιασε σφιχτά, της ψιθύρισε ευχαριστώ στο αυτί, ήρθε δίπλα μου και έχωσε τη μύτη του στα μαλλιά μου. Οι κάμερες τραβούσαν σαν τρελές. «Ρέιτσελ, δεν τελειώσαμε. Θέλω να μείνω μόνος μαζί σου μετά την εκδήλωση. Μη μου φύγεις. Θέλω να έρθεις στο δωμάτιό μου όταν τελειώσει για να μιλήσουμε. Ορκίσου μου ότι θα έρθεις», την ικέτεψε χαμηλόφωνα. «Θα έρθω», του υποσχέθηκε. Ύστερα εκείνος με φίλησε στο μάγουλο και πήγε να σφίξει το χέρι των δωρητών που είχαν δώσει χρήματα στον πλειστηριασμό. ***

Το πλήθος συνέχισε να χορεύει και να συμμετέχει στη διασκέδαση ενώ προχωρούσε η νύχτα. Τελικά, η φωνή του Μέισον ακούστηκε από τα ηχεία και τα φώτα δυνάμωσαν, δείχνοντας ότι η βραδιά πλησίαζε στο τέλος της. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και τα πόδια μου με είχαν πεθάνει. Ήθελα να κάνω ένα καυτό μπάνιο, πράγμα που ήξερα ότι θα γινόταν στη σουίτα μου στο ξενοδοχείο. Ο Μέισον μάς είχε κλείσει μια διπλή σουίτα για να μη χρειαστεί να οδηγήσουμε ή να πάρουμε ταξί μέχρι το σπίτι του, που ήταν μισή ώρα μακριά. Θα μέναμε σε μια από τις σουίτες του ρετιρέ του πολυτελούς ξενοδοχείου, όπως και οι


περισσότεροι από τους παίκτες με τις ΣυΚαιΦί τους. Ο Μέισον ξερόβηξε, και ακούστηκε υπερβολικά δυνατά μέσα από το μικρόφωνο. «Μπορώ να έχω την προσοχή σας;» ρώτησε το πλήθος, και σιγά σιγά όλοι μαζεύτηκαν κοντά στη σκηνή. Ο προβολέας έπεσε στο όμορφο πρόσωπο του Μέις. «Απλά ήθελα να σας ευχαριστήσω όλους που ήρθατε απόψε εδώ, που στηρίξατε την καμπάνια ενημέρωσης για τον καρκίνο του μαστού και τον τοπικό σύλλογο της Βοστόνης. Πριν από δέκα χρόνια, ο πατέρας μου έχασε τη σύζυγό του, και τα τρία αδέρφια μου και εγώ χάσαμε τη μαμά μας. Ήταν μόλις τριάντα πέντε χρονών. Μας λείπει καθημερινά. Ο καρκίνος χτύπησε ακαριαία και την πήρε γρήγορα. Δεν είχε κάνει ποτέ μαστογραφία γιατί δεν είχε πάει σαράντα. Παρόλο που είχαμε ιστορικό στην οικογένεια, δεν πίστευε ότι θα συμβεί σε εκείνη. Αλλά συνέβη. Ας μη χάσουμε άλλες γυναίκες που λατρεύουμε από αυτή την ολέθρια ασθένεια». Το χειροκρότημα του πλήθους ήταν εκκωφαντικό. Ο Μέισον άπλωσε το χέρι του και έκανε ένα νεύμα για να ησυχάσει το πλήθος. «Παρόλο που η αποψινή βραδιά έγινε στη μνήμη της μητέρας μου, της Έλενορ Μέρφυ, είναι περισσότερο για τις γυναίκες εκείνες που μπορούν ακόμα να σωθούν. Γι’ αυτό, με πολύ μεγάλη μου χαρά, θέλω να υποδεχτώ στη σκηνή τον Πρόεδρο του Συλλόγου για τον Καρκίνο του Μαστού στη Βοστόνη για να παραλάβει μια επιταγή με τις αποψινές δωρεές». Ο Μέισον κοίταξε την επιταγή και τα μάτια του βούρκωσαν, και πριν προλάβει να συγκρατηθεί, ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Έτριψε τα μάτια του. «Νομίζω ότι μου μπήκε ένα σκουπιδάκι στο μάτι». Το πλήθος γέλασε και γέλασα κι εγώ μαζί. Ο Μέισον κούνησε το κεφάλι και το χέρι του άρχισε να τρέμει. Το θέαμα ενός μεγαλόσωμου άντρα γεμάτου αυτοπεποίθηση που λύγιζε από συγκίνηση προκάλεσε αίσθηση στους συγκεντρωμένους. Ήταν σαν ένα παλιρροϊκό κύμα χαράς ανάμεικτης με λύπη. Ο Μικ Μέρφυ ανέβηκε στη σκηνή, χτύπησε τον γιο του στην πλάτη και του έσφιξε πολλές φορές τον ώμο. Το να είναι δίπλα στον γιο του και να τον βοηθάει να σταθεί στο ύψος του σε μια τόσο έντονη στιγμή ήταν κάτι που θα ήθελα να είχα ζήσει και με τον δικό μου πατέρα. «Με πολύ μεγάλη χαρά και ευγνωμοσύνη για όλους όσοι είστε εδώ, σας προσφέρω μια επιταγή ενός εκατομμυρίου, διακοσίων εβδομήντα χιλιάδων δολαρίων». Ο Μέισον τού έτεινε την επιταγή, και το πλήθος ούρλιαξε τόσο


δυνατά, που παραλίγο να γκρεμιστεί το κτίριο. Ρίγη διαπέρασαν τα χέρια μου και ανατρίχιασα σε όλο μου το σώμα. Είχαμε μαζέψει σχεδόν ένα κόμμα τρία εκατομμύρια δολάρια μέσα σε μια νύχτα. Ο άνθρωπος από τη φιλανθρωπική οργάνωση πήρε την επιταγή με δάκρυα στα μάτια. Δεν προσπάθησε να τα κρύψει. Από το μικρόφωνο δίπλα στο μάγουλο του Μέισον, ακουγόταν ο άντρας που έλεγε: «Γιε μου, πριν από μερικά χρόνια έχασα τη γυναίκα μου. Θα ήταν πολύ περήφανη αν το έβλεπε αυτό. Η κόρη μου είναι ζωντανή λόγω του έργου που διατελούμε και των προληπτικών εξετάσεων που έκανε όταν ήταν είκοσι χρονών. Δεν έχω λόγια να σε ευχαριστήσω που κατέστησες την πόλη μας κοινωνό του σκοπού μας και που ενημέρωσες τον κόσμο με το καλό σου όνομα». Τραβήχτηκε πίσω. «Και όλη την ομάδα των Ρεντ Σοξ. Σας ευχαριστώ όλους. Όλοι όσοι είστε απόψε εδώ και συμβάλατε, να ξέρετε ότι θα χρησιμοποιήσουμε τα χρήματα αμέσως!» ολοκλήρωσε σκουπίζοντας τα δάκρυά του. Η εικόνα ενός ώριμου άντρα που δακρύζει μπορεί να κάνει μια γυναίκα να μυξοκλαίει σαν παλαβή. Όλες γύρω μου κλαίγανε, σκουπίζοντας τα μάτια τους με μαντίλια και χαρτομάντιλα, κι έκλαιγα κι εγώ μαζί. Ήταν η καλύτερη νύχτα που είχα ζήσει εδώ και πολύ καιρό. ***

Αφού γυρίσαμε στο δωμάτιο, βγήκα νυσταγμένη από το χλιαρό νερό της μπανιέρας. Οι μπουρμπουλήθρες είχαν φύγει εδώ και ώρα, είχα τελειώσει τη σαμπάνια μου, είχα φάει το βάρος μου σε φράουλες με σοκολάτα και ήμουν έτοιμη να πέσω στο κρεβάτι. Φόρεσα ένα άνετο μπουρνούζι, θέλοντας να πάω να καληνυχτίσω τον Μέισον. Ήταν απασχολημένος με τα αδέρφια του· του είχα πει ότι θα τον έβλεπα πάνω στη σουίτα ή το πρωί στο πρωινό. Με φίλησε γλυκά στα χείλη για τις κάμερες που περίμεναν ανυπόμονα, μου έπιασε τα χέρια και με ευχαρίστησε για όλα. Μια από τις ΣυΚαιΦί κι εγώ ανεβήκαμε στα δωμάτιά μας και αφήσαμε τους άντρες να τελειώσουν την κουβέντα τους. Συνολικά είχα εντυπωσιαστεί από το πώς είχαν πάει τα πράγματα. Είχε συγκεντρωθεί ένα τρελό ποσό, η εκδήλωση είχε ωφελήσει την εικόνα του Μέισον και όλης της


ομάδας των Ρεντ Σοξ, και διάφοροι πλούσιοι είχαν πετύχει γενναίες φοροαπαλλαγές. Το κυριότερο ήταν ότι είχε τιμηθεί η μνήμη της μαμάς του Μέισον και περισσότερες γυναίκες απ’ όσες μπορώ να μετρήσω με τα δάχτυλα θα έκαναν τις προληπτικές εξετάσεις που χρειάζονταν και, με αυτό τον τρόπο, θα σώζονταν ζωές. Αισθανόμουν σαν σύγχρονη Μητέρα Τερέζα με προκλητικά τακούνια, στενή φούστα και δερμάτινο μπουφάν. Γέλασα μόνη μου και βγήκα παραπαίοντας στο ανοιχτό σαλόνι. Ήταν άδειο, αλλά το σακάκι του Μέισον βρισκόταν παρατημένο στην πλάτη του καναπέ, οπότε ήξερα ότι είχε γυρίσει. Πήγα πατώντας στις μύτες των ποδιών μέχρι το δωμάτιό του και είδα ένα απαλό φως να βγαίνει από τη χαραμάδα της πόρτας. Καθώς πλησίαζα, έπιασα θορύβους. Ο εγκέφαλός μου δεν κατάφερνε να εντοπίσει την κατάλληλη αντίδραση σε αυτό που άκουγα, μέχρι που το είδα με τα μάτια μου. Από τη χαραμάδα της πόρτας φαίνονταν δυο σώματα. Ο Μέισον ήταν πάνω από μια γυναίκα και έμπαινε μέσα της από πίσω. «Αχ ναι, είσαι πολύ στενή», είπε. Τον παρακολούθησα, ανήμπορη να τραβήξω το βλέμμα του, να γλιστράει το χέρι του στη ραχοκοκαλιά της και να το χώνει στα ξανθά μαλλιά της. Τα έσπρωξε στο πλάι και τότε είδα ποια ήταν η γυναίκα που βρισκόταν πεσμένη στα τέσσερα. Ήταν η Ρέιτσελ. Η γλυκιά, γεμάτη επαγγελματισμό Ρέιτσελ έσπρωχνε τον τέλειο κωλαράκο της προς το μέρος του Μέισον ενώ εκείνος χωνόταν μέσα της ξανά και ξανά. Έκλεισε το χέρι του γύρω από τον ώμο της και μπήκε βαθιά μέσα της. «Δική μου. Είσαι δική μου τώρα, Ρέιτς. Θα γαμάω αυτό το γλυκό μουνί κάθε μέρα για όλη την υπόλοιπη ζωή μου», φώναξε. Η Ρέιτσελ ούρλιαξε «Αχ Θεέ μου, ναι. Μέις, είναι πολύ ωραίο. Θα… θα… αχ, Θεέ μου». «Έτσι, μωρό μου», είπε ο Μέισον πριν τη σηκώσει για να τυλίξει το χέρι του γύρω από το στήθος της για να παίξει με τις ρώγες της. Είχε μικρά βυζιά, αλλά ταίριαζαν τέλεια στο χέρι του, και εκείνος έδειχνε να τα απολαμβάνει χωρίς να έχει παράπονο. Ήξερα ότι έπρεπε να φύγω, ότι δε γινόταν να μείνω και να τους παρακολουθήσω, αλλά ήταν πανέμορφοι. Σε αντίθεση με το ερωτικό και βιτσιόζικο σόου που είχα δει την τελευταία φορά που έπιασα τον Μέισον στα πράσα, αυτό ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Ήταν σαν να παρακολουθούσα


τέχνη. Αποτύπωνε την ερωτική πράξη στην εντέλεια. Ο Μέισον έπαιξε με τις μικρές ρώγες της Ρέιτσελ ώσπου σκλήρυναν. Δάγκωσα το χείλι μου και έσφιξα τα μπούτια μου. Η περιοχή ανάμεσα στα πόδια μου έσφυζε, υγρή, ζητώντας απελπισμένα την προσοχή μου. Αλλά δεν μπορούσα. Δε γινόταν να τελειώσω βλέποντάς τους. Παραπήγαινε. Την ώρα που άρχισα να οπισθοχωρώ για να τους αφήσω μόνους, το χέρι του Μέισον πήγε ανάμεσα στα πόδια της, όπου οι ξανθές της τρίχες ήταν κομμένες σε μια ωραία μικρή γραμμή. Άρχισε να γράφει κύκλους με τα δυο του δάχτυλα, κι εκείνη αψίδωσε την πλάτη της προς τα πίσω όσο αυτός τη σφυροκοπούσε με τη λεκάνη του. Φώναξαν και οι δυο την ταυτόχρονη κορύφωσή τους. Ήταν εξωτικό, αισθησιακό, και κάτι που ήθελα και για μένα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Απλά δεν ήξερα με ποιον και πότε θα το έβρισκα. Για λίγο στην αρχή του χρόνου νόμιζα ότι το είχα, αλλά τώρα βρισκόμουν πάλι στο μηδέν και ήμουν ελεύθερη. Μπορούσα να πάω με όποιον ήθελα, και το ίδιο και ο Γουές. Ο Γουές. Θεέ μου, ακόμα και το όνομά του έκανε ένα νέο κύμα πόθου να υγράνει τη σάρκα ανάμεσα στα σκέλια μου. Γύρισα τρέχοντας στο δωμάτιό μου, έκλεισα την πόρτα και έπεσα στο κρεβάτι. Δεν ήθελα να κάνω αυτό που έκανα στη συνέχεια, αλλά δε γινόταν να κρατηθώ. Πήρα το κινητό μου, βρήκα τις φωτογραφίες που είχα τραβήξει τον Γουές και τον Αλέκ και χάζεψα τη γυμνή ομορφιά τους. Και μετά χαϊδεύτηκα. Μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα αγκομαχούσα, πνίγοντας τις κραυγές μου με το μπράτσο μου, μπήγοντας τα δόντια μου στη ρόμπα και τη σάρκα μου ενώ με διαπερνούσαν ρίγη ηδονής. Ήταν ωραίο όσο κράτησε, αλλά έτσι όπως ήμουν ξαπλωμένη στη σιωπή του δωματίου, το συναίσθημα που κυριαρχούσε κάτω από την επιφάνεια ήταν μια απίστευτη αίσθηση μοναξιάς. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, ήμουν μόνη, αληθινά μόνη και έρημη.


7

ΎΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ φιλανθρωπική μας εκδήλωση, προέκυψαν κι άλλοι χορηγοί για τον Μέισον. Απ’ ό,τι φαίνεται, όταν ένας νεαρός επαγγελματίας αθλητής στρέφεται στη φιλανθρωπία, όλοι οι μεγάλοι οργανισμοί που ασχολούνται με τα σπορ θέλουν να τον προσεγγίσουν. Η Ρέιτσελ απαντούσε σε αιτήσεις για συνεντεύξεις, διαφημιστικές καμπάνιες, διαφημιστικά σποτ και άλλα, ολόκληρη την εβδομάδα. Εγώ έπαιζα τον ρόλο της όμορφης, πιστής φιλενάδας ενώ έπινα μπίρες και έβλεπα όσο μπέιζμπολ τραβούσε η ψυχή μου. Ήταν τέλεια. Είχαν περάσει τρεις εβδομάδες, και ήδη έκλαιγα τη μοίρα μου που σύντομα θα άφηνα τον Μέισον και την εύκολη ζωή. Εννοείται ότι θα με έστελναν σε κάποιον άλλο πλούσιο που με χρειαζόταν για κάτι άλλο και θα είχα φοβερές ανέσεις, αλλά δε θα ήταν κάτι που μου ταίριαζε. Η ζωή με τον Μέισον, μόλις ξεπεράσαμε τους ηλίθιους τρόπους του, ήταν πραγματικά εύκολη. Είχε πλάκα, ήταν έξυπνος και ήξερε να ζει. Ένιωθα νέα για πρώτη φορά μετά από καιρό. Δε χρειαζόταν να κάνω τίποτα άλλο πέρα απ’ το να είμαι ο εαυτός μου. Ο Μέισον με συμπαθούσε γι’ αυτό που ήμουν. Μάλιστα συμπεριφερόμασταν σαν φίλοι με μακριά προϊστορία, παρόλο που είχαν περάσει μόνο τρεις βδομάδες. Ταιριάζαμε. Τα καλά νέα ήταν ότι η Ρέιτσελ ερχόταν πολύ πιο συχνά. Ήταν απίστευτα γλυκούληδες. Εκείνη συμπεριφερόταν ακόμα με λίγη συστολή, ενώ εκείνος έκανε τα αδύνατα δυνατά για να την ευχαριστήσει. Αναρωτιόμουν τι θα γινόταν όταν έφευγα. Οι οπαδοί και ο κόσμος με έβλεπαν τις τελευταίες τρεις εβδομάδες ως στοργική φιλενάδα, φανατική οπαδό των Ρεντ Σοξ και ως εκείνη που είχε βοηθήσει τον δικό της να οργανώσει ένα τεράστιο φιλανθρωπικό γκαλά.


«Δε μου λες, Μέις, μήπως πρέπει να σκαρώσουμε κανέναν δημόσιο χωρισμό;» τον ρώτησα ενώ τηγάνιζα τα αυγά. Ήταν σειρά μου να φτιάξω πρωινό. Ο Μέισον έτρωγε απίθανες ποσότητες πρωτεΐνης, οπότε έφτιαχνα δώδεκα αυγά για τους δυο μας –δέκα από τα οποία θα καταβρόχθιζε εκείνος–, μπέικον, και λίγα φρούτα που είχα κόψει νωρίτερα. Ο Μέισον τσίμπησε ένα κομμάτι μπέικον από το πιάτο που είχα αφήσει δίπλα στα μάτια της κουζίνας και το μασούλησε σκεπτικός. «Δεν ξέρω. Να ρωτήσουμε τη Ρέιτσελ. Υποθέτω ότι η Ρέιτσελ κι εγώ θα κρατήσουμε κρυφή τη σχέση μας για μερικές εβδομάδες, για να μη φανεί σαν να πηγαίνω από τη μία στην άλλη – ξέρεις». Έγνεψα καταφατικά· πήρα το τριμμένο τυρί, έριξα λίγο πάνω στην ομελέτα, κι ύστερα έβαλα αλάτι και πιπέρι. «Λογικό μού ακούγεται. Για πες, πώς τα πάτε;» Όχι ότι θα δυσκολευόμουν να ακούσω τις επιδόσεις τους κι από τη διπλανή πολιτεία. Έπρεπε να κάνουν πιο σιγά. Όλη την εβδομάδα ήμουν διαρκώς ερεθισμένη, μόνο και μόνο από αυτά που άκουγα μέσα από τους τοίχους. Βούτηξε άλλη μια φέτα μπέικον και στάθηκε δίπλα στον φούρνο όσο έβαζα το πρωινό στα πιάτα. Δύο αυγά και δυο φέτες μπέικον για μένα, δέκα αυγά και τέσσερις φέτες μπέικον για τον Μέισον. Άφησα τα αυγά πάνω στον πάγκο όπου προτιμούσαμε να τρώμε. Η τραπεζαρία μάς φαινόταν και στους δυο πολύ επίσημη. «Καλά τα πάμε». Χαμογέλασε. «Δεν ήξερα τι τίγρη κρυβόταν κάτω από τα ταγέρ, αλλά να με πάρει και να με σηκώσει αν δεν είμαι ο πιο τυχερός μαλάκας που υπάρχει». Ρουθούνισα και πνίγηκα με την μπουκιά μου. Με χτύπησε στην πλάτη μέχρι που μου πέρασε. «Τίγρη; Σοβαρά;» Εκείνος έγνεψε καταφατικά, χαμογελώντας τόσο πλατιά, που έβλεπα όλα του τα δόντια. «Το καλύτερο γαμήσι της ζωής μου». Τον χτύπησα δυνατά στο μπράτσο για να μάθει. Το έτριψε. «Αλήθεια είναι. Είναι γλυκιά και καθωσπρέπει με τα ταγέρ της, αλλά μόλις της τα βγάζω… τι να σου λέω, Μία, αυτή η ξανθούλα με κάνει να βλέπω αστράκια». Ήταν η σειρά μου να χαμογελάσω. «Χαίρομαι πάρα πολύ, Μέις. Πιστεύεις ότι θα γίνει κάτι παραπάνω;» τον ρώτησα, συγκρατώντας την ελπίδα μου και προσπαθώντας να μη δείξω πόσο ενθουσιασμένη ήμουν για λογαριασμό τους.


Εκείνος ανασήκωσε το σαγόνι και με σκούντηξε με το μπράτσο του. «Είναι σοβαρό. Δεν μπορώ να φανταστώ να βάζει τα χέρια του πάνω της άλλος άντρας». Αναρίγησε και μούγκρισε. «Τρελαίνομαι και μόνο που το σκέφτομαι. Υποθέτω ότι αν μου έρχεται να τα κάνω όλα λαμπόγυαλο μόνο και μόνο που σκέφτομαι ότι πηγαίνει με άλλον, αυτό κάτι σημαίνει. Έτσι;» «Έτσι», συμφώνησα αμέσως. «Οπότε λέω να της μιλήσω γι’ αυτό αύριο βράδυ που θα είμαστε στο Σιάτλ». Στο Σιάτλ. Θα πηγαίναμε στο Σιάτλ. Κάποιος για τον οποίο νοιαζόμουν πάρα πολύ έμενε σ’ εκείνη την πόλη. «Αλήθεια, στο Σιάτλ;» «Ναι, το αεροπλάνο φεύγει αύριο πρωί πρωί. Θα μείνουμε εκεί δυο μέρες. Έχουμε τρία ματσάκια. Συγκεντρώσου, γλύκα». Είχε καθαρίσει το πιάτο του τόσο γρήγορα, που δεν ήταν σαν να τα είχε φάει άνθρωπος, αλλά σαν να τα ρούφηξε ηλεκτρική σκούπα. Έγλειψα τα χείλη μου, και το ενδεχόμενο να αποβάλλω λίγη από τη μοναξιά που ένιωθα την περασμένη εβδομάδα άναψε στο μυαλό μου σαν να είχε πατηθεί διακόπτης. «Να σου πω, έχω έναν… ε… φίλο στο Σιάτλ. Όσο εσύ και η Ρέιτσελ κάνετε… ξέρεις… τα δικά σας, σε πειράζει να έρθει να με επισκεφτεί;» Τα μάτια του Μέισον άνοιξαν διάπλατα και χαμογέλασε. «Έχεις έναν φίλο;» Στένεψα τα μάτια μου και τον κοίταξα. «Ναι, όλοι δεν έχουν φίλους;» «Τι σόι φίλο;» με πίεσε με ένα ίχνος ιλαρότητας στη φωνή. «Γένους αρσενικού;» «Έχει σημασία;» του πέταξα με τσαμπουκά. Δεν τον αφορούσε και δεν είχα σκοπό να του πω. Έγνεψε αρνητικά. «Όχι, απλώς σε πειράζω. Δε με νοιάζει με ποιον πηδιέσαι· αν δεν πάρουν γραμμή οι δημοσιογράφοι ότι η δήθεν φιλενάδα μου με απατάει, είμαστε εντάξει». Τότε χαμογέλασα και ανασήκωσα πονηρά τα φρύδια. «Ξέρω να είμαι διακριτική». Ο Μέισον έγλειψε τα χείλη του και χαμογέλασε πειραχτικά. «Είμαι σίγουρος». ***

Καθυστέρηση λόγω βροχής. Από την ώρα που προσγειωθήκαμε και πήγαμε στο


γήπεδο, έριχνε καρεκλοπόδαρα. Οι διαιτητές καθυστερούσαν την έναρξη του παιχνιδιού εδώ και μία ώρα. Οι οπαδοί πάντως δε νοιάζονταν καθόλου. Οι Μαρίνερ ακολουθούσαν φανατικά την ομάδα τους και μάλλον ήταν συνηθισμένοι στις βροχές. Έτσι είχα χρόνο να στείλω μήνυμα σε έναν σέξι Γάλλο που μου είχε λείψει. ΠΡΟΣ: Αλέκ Ντυμπουά ΑΠΌ: Μία Σόντερς Γεια σου, Γαλλάκο… Είμαι στην πόλη σου για δυο μέρες. Έχεις χρόνο να βρεθούμε απόψε; Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που έκανα. Είχα να μιλήσω με τον Αλέκ από τότε που έφυγα πριν από δύο μήνες. Μία ώρα αργότερα, πήρα επιτέλους απάντηση. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Αλέκ Ντυμπουά Ma jolie, να βρεθούμε όπου και όποτε θες. Να υποθέσω ότι η συνάντησή μας είναι αυτό που εσείς εδώ λέτε «ξεπέτα»; Ξεκαρδίστηκα στα γέλια μόλις φαντάστηκα τον Αλέκ να λέει «ξεπέτα» με τη γαλλική προφορά του. Πήρα αγκαλιά το τηλέφωνο, νιώθοντας ήδη πιο ανάλαφρη και όχι πια μόνη. ΠΡΟΣ: Αλέκ Ντυμπουά ΑΠΌ: Μία Σόντερς Ενδιαφέρεσαι; ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Αλέκ Ντυμπουά Το ρωτάς; Φόρα ελάχιστα. Θέλω να δω ta peau parfaite μόλις ανοίξεις την πόρτα.


Το τέλειο δέρμα μου. Θέλει να δει το τέλειο δέρμα μου. Πάντα είχε τον τρόπο του να μου δείχνει πόσο λάτρευε το κορμί μου. Θυμήθηκα τα ακροδάχτυλά του να χαϊδεύουν τον γυμνό γοφό μου ως τη μέση και ανάμεσα στα στήθη μου. Μου ψιθύριζε όμορφα γαλλικά γλυκόλογα στο αυτί όσο με άγγιζε. Ο Αλέκ μού είχε δώσει να καταλάβω ότι είμαι όμορφη. Από κάθε άποψη. Αμέσως άναψα και ο πόθος στροβιλίστηκε πηχτός μέσα στις φλέβες μου, καθώς η προσμονή για τη συνάντηση μαζί του διαπέρασε κάθε πόρο και διέγειρε κάθε τρίχα μου, πλημμυρίζοντάς με με το αποκρυστάλλωμα της λαχτάρας. Απόψε θα έβλεπα τον Γάλλο μου. Ανυπομονούσα! ***

Άνοιξα την πόρτα και στεκόταν εκεί. Ο Αλέκ Ντυμπουά, ο Γαλλάκος μου. Πριν προλάβω να του πω γεια, με άρπαξε από τη μέση, με τράβηξε στο στήθος του και με σήκωσε στον αέρα. Τα χείλη του πήγαν στα δικά μου και τα πόδια μου τυλίχτηκαν γύρω από τη λεπτή μέση του. Γύρισε, έκλεισε με πάταγο την πόρτα και με κόλλησε πάνω της, βαθαίνοντας το φιλί. Το σκληρότερο μέλος του τρίφτηκε ακριβώς πάνω στο σημείο όπου τον ήθελα περισσότερο. Βόγκηξα, ανοίγοντας περισσότερο το στόμα μου. Δέχτηκε την πρόσκληση και έβαλε μέσα τη γλώσσα του ελίσσοντάς τη πάνω στη δική μου. Ως εκείνη τη στιγμή, είχα ξεχάσει πόσο μου είχαν λείψει τα φιλιά του Αλέκ. Όταν φιλούσε, το έκανε με όλα όσα είχε να δώσει… πάθος, πόθο, χάρη. Τόση χάρη και ομορφιά, που μου κοβόταν η ανάσα. Τράβηξε το στόμα του και ακούμπησε το μέτωπό του πάνω στο δικό μου. «Ma jolie, μου έλειψε ο έρωτάς σου», ψιθύρισε πάνω στα χείλη μου. Δάκρυα έτσουξαν στα μάτια μου και τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Τα μάτια του ήταν χρυσοκίτρινα με καφετί πιτσιλιές που έμοιαζαν να λάμπουν σε αυτό το φως. Δάγκωσα μαλακά τα χείλη του και χώθηκα στον λαιμό του. «Κι εμένα μου έλειψες, Αλέκ. Δεν ήξερα πόσο, μέχρι που σε είδα μπροστά μου». Εκείνος έμπλεξε τα δάχτυλά του στον τράχηλό μου και χάιδεψε με τους αντίχειρές του το σαγόνι και τα χείλη μου. Τα μάτια του έδειχναν να περιεργάζονται κάθε πλευρά του προσώπου μου,


όπως μόνο ένας καλλιτέχνης που εστιάζει πολύ στις λεπτομέρειες θα μπορούσε να κάνει. «Ήσουν θλιμμένη, chérie. Γιατί;» Έγνεψα αρνητικά, μη θέλοντας να το συζητήσω. «Αργότερα. Προς το παρόν, μήπως πεινάς, να σου φέρω κάτι;» Αμέσως ο Αλέκ πίεσε δυνατά το στειλιάρι του στο κέντρο μου. Κόμποι διέγερσης εκτοξεύτηκαν βουερά προς τα μέλη μου. Έσφιξα τα πόδια μου, φέρνοντάς τον πιο κοντά. Τα μάτια του άστραψαν με μια ένταση που μου είχε λείψει. Είχε το ύφος ενός άντρα που ήταν απεγνωσμένος, που ήθελε απεγνωσμένα να πάρει τη γυναίκα του. «Νιώθω μόνο την πείνα να γευτώ το γλυκό σου μουνί, ma jolie». Να τος ο πρόστυχος Γάλλος μου. Χωρίς άλλη χρονοτριβή, με οδήγησε στη σουίτα μου και έκλεισε την πόρτα με το πόδι του. Ακούμπησε το γόνατό του στο κρεβάτι και έσκυψε, αφήνοντάς με πάνω του σαν να ήμουν εξίσου πολύτιμη με έναν από τους πίνακές του. «Γδύσου για μένα», είπε ο Αλέκ και σηκώθηκε. «Θέλω να σε δω να αποκαλύπτεις το φως σου». Ο τρόπος που μιλούσε, η φλόγα στο βλέμμα του, με ζάλισαν από τον πόθο. Χωρίς καμιά φινέτσα, σηκώθηκα στα γόνατα και έβαλα το μικροσκοπικό φουστάνι που φορούσα από το κεφάλι. Αποκάτω δεν είχα βάλει τίποτα, γιατί θυμόμουν ότι προτιμούσε τα λιγοστά ρούχα και την έλλειψη εμποδίων. «Vous êtes devenue plus belle», είπε ο Αλέκ στα γαλλικά και τα λόγια του γλίστρησαν στην επιφάνεια του δέρματός μου σαν να με είχε αγγίξει, ελαφρά σαν πούπουλο αλλά εξίσου σκανδαλιστικά. Παρότι τα γαλλικά μου είχαν σκουριάσει και δεν είχα εμπειρία, κατάλαβα τι μου έλεγε. Ότι είχα γίνει ακόμα πιο όμορφη. Έγνεψα αρνητικά. «Μόνο στα μάτια σου». Ακούμπησε την παλάμη του στο μάγουλό μου. «Δε βλέπεις τον εαυτό σου όπως σε βλέπει ο κόσμος». Γέλασα. «Δεν είσαι όλος ο κόσμος, Γαλλάκο». Ο Αλέκ μού χτύπησε απαλά τα χείλη κι εγώ πήρα τον αντίχειρά του στο στόμα μου και στριφογύρισα γύρω του τη γλώσσα μου. Τα μάτια του σκοτείνιασαν και το φως έπαψε να αναδεικνύει τη χρυσαφένια απόχρωση του κεχριμπαρένιου βλέμματός του. «Αχ, chérie, ξέχασες κιόλας όσα έμαθες τον καιρό που ήμασταν μαζί;» μου


ψιθύρισε βγάζοντας την μπλούζα του και αποκαλύπτοντας τους τετράγωνους θωρακικούς μυς, όπου μου άρεσε να μπήγω τα δόντια μου, και τους γυμνασμένους κοιλιακούς, που τα δάχτυλά μου τρώγονταν να αγγίξουν. «Δεν έχω ξεχάσει πόσο λατρεύω το κορμί σου», του απάντησα, σφίγγοντας τις γροθιές μου στα πλευρά μου, ενώ το στήθος μου ανεβοκατέβαινε βαριά από τον πόθο. Τα χέρια του απλώθηκαν και σήκωσαν τους δίδυμους λόφους, σφίγγοντας και μαλάζοντάς τους σαν να γνώριζε το κορμί μου από την αρχή. Μια κραυγή βγήκε από τα χείλη μου όταν πέρασε τους αντίχειρές του πάνω από τις διογκωμένες κορυφές. Πήρε βαθιά εισπνοή μόλις έφτασε κοντά στον λαιμό μου, σαν να οσμιζόταν τη μυρωδιά μου. Κλείνοντας τα μάτια, βόγκηξα και έριξα το κεφάλι πίσω σαν να του πρόσφερα το σώμα μου. Ένιωθα τις άκρες των μαλλιών μου να σέρνονται στο γυμνό δέρμα του πισινού μου. «Λατρεύω το άγγιγμά σου». Μια υγρή αίσθηση κάλυψε το δεξί μου στήθος, κι ύστερα ένιωσα τα δόντια του να τσιμπούν το δέρμα. Ένα νέο κύμα πόθου ξεπήδησε από το σημείο που δάγκωνε και ρουφούσε, διαπερνώντας τον κορμό μου και φτάνοντας γραμμή ανάμεσα τους μηρούς μου. Η κλειτορίδα μου παλλόταν και έσφυζε, έτοιμη για τη στιγμή που θα με άγγιζε εκεί. Ήξερα ότι θα το έκανε. Αν ήξερα κάτι για τον Αλέκ Ντυμπουά, αυτό ήταν ότι λάτρευε τη γεύση μου στη γλώσσα του. Για λεπτά που μου φάνηκαν ατέλειωτα, ο Αλέκ απολάμβανε το στήθος μου, ρουφώντας, τσιμπώντας, μαλάζοντας και δαγκώνοντας τις κορυφές του ώσπου έγιναν ώριμες κατακόκκινες φράουλες έτοιμες για φάγωμα. Η λεκάνη μου έγραφε κύκλους στον αέρα, αναζητώντας κάτι, οτιδήποτε, να ανακουφίσει τον πόθο. «Αλέκ», τον ικέτεψα, κι εκείνος χαμογέλασε πάνω στη θηλή μου, τη ρούφηξε δυνατά και τραβήχτηκε. Όταν άνοιξα τα μάτια, κατάλαβα τι έπρεπε να έβλεπε. Μια γυναίκα που ήταν έτοιμη να γαμηθεί. Μόνο που ο Αλέκ δε γαμούσε, έκανε έρωτα, και μου το είχε πει επανειλημμένα. Τα χέρια του πήγαν στο τζιν του, που το ξεκούμπωσε και το κατέβασε στους γυμνασμένους μηρούς του. Το χοντρό κεφάλι του πούτσου του ανάβλυζε υγρό από την άκρη του όταν απελευθερώθηκε από την υφασμάτινη φυλακή του. Έσκυψα μπροστά και έγλειψα τη μαργαριταρένια σταγόνα, βογκώντας καθώς ξαναθυμόμουν τη γεύση της.


«Oui, mon amour, ανακούφισέ με για να μπορέσω να σε χαρώ». Έπεσα στα τέσσερα κι εκείνος πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά μου και χώθηκε στο στόμα μου. Τον πήρα βαθιά, τόσο βαθιά, που γλίστρησε μέσα στο λαρύγγι μου όπως του άρεσε. «Si bon». Πολύ ωραίο, είπε. Και δεν είχε άδικο. Ήταν απίστευτα ωραίο να ικανοποιώ με το στόμα μου τον Αλέκ. Η γεύση, η μυρωδιά του, μου θύμιζαν ωραίες στιγμές, υπέροχο σεξ, και πολύ γέλιο, αγάπη και φιλία. Όλα όσα είχα ανάγκη τώρα στη ζωή μου. Με τον Αλέκ, δεν ήμουν μόνη. Διπλασίασα τις προσπάθειές μου, με μεγάλες γλειψιές κατά μήκος του πέους του και ξεχωριστή περιποίηση στο κεφάλι, ρουφώντας κάθε σταγόνα των υγρών με μικροσκοπικά τινάγματα της γλώσσας, όπως πίνει ένα γατί από ένα πιατάκι γάλα. Με παρακολούθησε να τον καταπίνω ολόκληρο ξανά και ξανά. Όταν σήκωσα το βλέμμα μου, τα ρουθούνια του ήταν τεντωμένα, τα μάτια του έντονες μισόκλειστες σχισμές, το στόμα του μια αυστηρή γραμμή, που συστρεφόταν από την έκσταση καθώς έμπαινε με δύναμη στο στόμα μου. Πήρα αυτό που μου έδινε και απόλαυσα κάθε στιγμή. Έπειτα, χωρίς προειδοποίηση, ποτέ δεν προειδοποιούσε, χώθηκε βαθιά και γέμισε το στόμα μου με τους χυμούς του. Καυτές ριπές από τον σπόρο του κατέβηκαν ορμητικά στο λαρύγγι μου. Κατάπια ευλαβικά, απομυζώντας κάθε σταγόνα, ώσπου το χέρι του έγινε γροθιά στις ρίζες των μαλλιών μου και με τράβηξε από τον πούτσο του. «Αχ, ma jolie, θα σου δείξω ξανά πώς να αγαπάς τον εαυτό σου, και τους άλλους, κάνοντάς σου έρωτα απόψε. Αυτή, όμορφη Μία μου, ήταν τέλεια αρχή». ***

Είχαμε μόλις βγει από το ντους, μετά από δύο γύρους σοβαρού γαμησιού. «Σ’ ευχαριστώ που ήρθες απόψε», είπα γερμένη στο γυμνό στήθος του. Τα ακροδάχτυλά του έγραφαν σχήματα που δεν μπορούσα να αναγνωρίσω στο μπράτσο και τον ώμο μου. Δεν προσπάθησα. Ο Αλέκ έτριψε το σαγόνι του στην κορυφή του κεφαλιού μου. «Γιατί είσαι τόσο μόνη όταν σε πληρώνουν να είσαι με κάποιον;» με ρώτησε. Ο τόνος του ήταν ερωτηματικός, όχι επιτιμητικός.


Σφίχτηκα πάνω του, έγλειψα τη ρώγα του και τη φίλησα γλυκά. «Δεν κοιμάμαι με όλους τους πελάτες μου, Αλέκ». Τα μπράτσα του σφίχτηκαν γύρω μου. «Vraiment? Αλήθεια;» με ρώτησε. Αυτό μού προκάλεσε ένα γελάκι. «Αλήθεια», αποκρίθηκα. «Δεν καταλαβαίνω. Γιατί, αφού σε πληρώνουν για να είσαι μαζί τους, δεν είσαι μαζί τους με τον ωραιότερο δυνατό τρόπο;» Γέλασα ξανά κόντρα στο θερμό δέρμα του. Εννοείται ότι δε θα καταλάβαινε. «Δεν ήμουν υποχρεωμένη να κάνω σεξ μαζί σου, ξέρεις». Τα μάτια του στένεψαν, και καταλάβαινα ότι προσπαθούσε να κατανοήσει κάτι. «Chérie, εσύ κι εγώ ήμασταν πλασμένοι για να αγαπηθούμε. Δεν υπήρξε ποτέ αμφιβολία, oui?» «Oui, αλλά αυτό δεν ισχύει για όλους, Αλέκ. Δεν πληρώνομαι για να γαμιέμαι». «Εγώ δε γαμάω», μου επανέλαβε έντονα, με φωνή σαν γρύλισμα, κάτι που ήξερα πολύ καλά. Σήκωσα το κεφάλι, ακούμπησα τα χέρια μου στο στέρνο του και στήριξα το πιγούνι μου πάνω τους. «Το ξέρω. Και μου αρέσει πολύ αυτό σ’ εσένα». Τα χέρια του ανεβοκατέβαιναν στην πλάτη μου σαν να ζωγράφιζε κάτι. Ίσως αυτό έκανε. Καλλιτέχνης ήταν. «Με έμαθες να αγαπάω αυτόν με τον οποίο είμαι μαζί, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει και να κάνω σεξ μαζί του». Τα μάτια του στένεψαν και φάνηκε να προσβάλλεται κανονικά. «Γιατί όχι; Όλοι έχουν ανάγκη από αποσυμπίεση και σωματική επαφή, και το να κάνεις έρωτα είναι ο καλύτερος τρόπος». Εννοείται ότι ο Γαλλάκος θα το έβλεπε έτσι. «Λοιπόν, ο πελάτης που είχα μετά από σένα ήταν γκέι». Ανασήκωσα τους ώμους. «Τότε θα μπορούσες να είχες κάνει έρωτα και με τους δύο». Με τράβηξε τελείως πάνω του, κατέβασε τα χέρια του στον κώλο μου και μου άνοιξε τα πόδια για να τον καβαλήσω. Σκλήραινε αποκάτω μου. Ο Αλέκ είχε μακράν τις μεγαλύτερες αντοχές από όλους τους άντρες που είχα γνωρίσει. Όταν έλεγε ότι θα μου κάνει έρωτα όλη νύχτα, δεν είχα καμία αμφιβολία ότι θα έπεφτα λιπόθυμη, από την ανάγκη για ύπνο, πριν ακόμη παραδώσει αυτός τα όπλα. Γράφοντας με τη γλώσσα μου μια γραμμή από τη μία ρώγα στην άλλη, ρούφηξα τον παραμελημένο επίπεδο δίσκο μέχρι που σκλήρυνε. «Θα ήταν κι


αυτό μια εμπειρία, αλλά δεν είχαμε τέτοια σχέση». «Δε θα το καταλάβω ποτέ. Συνέχισε». Γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι, χάιδεψα το μουστάκι και τη γενειάδα του με το ένα μου δάχτυλο. Οι μακριές καστανοκόκκινες μπούκλες του είχαν στεγνώσει και ήταν κυματιστές και σέξι με έναν τρόπο έντονα αρρενωπό. «Ο τύπος με τον οποίο είμαι τώρα, ο παίκτης του μπέιζμπολ… Αρχικά νόμισα ότι ίσως ήθελα να μοιραστώ το κρεβάτι μου μαζί του, αλλά τελικά είναι ερωτευμένος με άλλη». «Α, και η άλλη γυναίκα δε θέλει να μοιράζεται. Τότε τι σε χρειάζεται εσένα;» ρώτησε σκεπτικά, αλλά ήταν δύσκολο να συγκεντρωθώ, επειδή την ίδια στιγμή αποφάσισε να βάλει ένα δάχτυλο βαθιά μέσα στο μουνί μου από πίσω. Με γάμησε νωθρά με το ένα δάχτυλο ώσπου υγράθηκα αρκετά ώστε να μπορεί να βάλει και δεύτερο. «Κάτι έλεγες», είπε ο Αλέκ με ένα χαμόγελο, ξέροντας ακριβώς τι μου έκανε. Σέξι κάθαρμα. «Ε, ναι. Λοιπόν, ήταν λίγο κόπανος όταν γνωριστήκαμε και μετά τον βοήθησα, αχ Θεέ μου, γαμώτο…» Έσκυψα το κεφάλι και έσπρωξα τη λεκάνη μου προς τα κάτω, αφήνοντας τα δάχτυλά του να χτυπήσουν το σωστό σημείο. «Ε, να ρίξει την κοπέλα που ήθελε». Πλατάγισε τη γλώσσα. «Κρίμα. Καλύτερα για μένα», είπε και έμπηξε βαθιά μέσα μου εκείνα τα δύο χοντρά δάχτυλα. Έσπρωξα τη λεκάνη μου πάνω τους αγκομαχώντας και βογκώντας καθώς η αίσθηση εξακοντιζόταν παντού μέσα μου. Ύστερα έβαλα το στόμα μου στο στήθος του και έγλειφα και δάγκωνα όσο με έφερνε σε οργασμό με τα δάχτυλά του. Μόλις φώναξα, με γύρισε ανάσκελα και κατέβηκε γράφοντας ένα μονοπάτι με φιλιά στο σώμα μου. «Θέλω την κρέμα σου στη γλώσσα μου, ma jolie. Θέλω να θυμηθώ τη γεύση σου. Θα σε γλείψω, τώρα. Τελείωσες με τις ιστορίες σου;» Ιστορίες. Νόμιζε ότι το να μιλάς σημαίνει να λες ιστορίες. Γαμώτο, ο άνθρωπος ήταν γλυκούλης και μεγάλο ταλέντο. Στηρίχτηκα στις φτέρνες μου και πίεσα το σώμα μου στο πρόσωπό του. Εκείνος μούγκρισε και έχωσε μέσα μου τη γλώσσα του όσο πιο βαθιά γινόταν. Άνοιξε με τα χέρια του τα κάτω χείλη μου και έτριψε το στόμα, το μουστάκι και τη γενειάδα του σε ολόκληρο το μουνί μου. «Θέλω τη μυρωδιά σου πάνω μου όταν θα κοιμάμαι. Έτσι θα δω όμορφα όνειρα με τη γλυκιά, πανέμορφη Μία. Oui, ma jolie?» «Ναι!» βόγκηξα και ούρλιαξα όταν ρούφηξε πολύ δυνατά τη σκανδάλη του


οργασμού μου, στέλνοντάς με στο ζενίθ της κορύφωσης. Ο Αλέκ δε βιάστηκε ανάμεσα στα πόδια μου. Με ρούφηξε, με γάμησε με το δάχτυλό του, με δάγκωσε με τα δόντια του, μέχρι και μια ροζ πιπιλιά μού άφησε στο μέσα μέρος του μηρού μου. Με έφερνε ξανά και ξανά στο αποκορύφωμα της διέγερσης, κι ύστερα έκανε πίσω, μέχρι που ένιωσα τέτοια εξάντληση και τόση ανάγκη, που τον ικέτεψα και τον εκλιπαρούσα να με κάνει να τελειώσω. Το μουνί μου ήταν τόσο υγρό, που ένιωθα τους χυμούς να γλιστράνε στην κωλοχωρίστρα μου. Ο Αλέκ δεν τους άφησε να πάνε χαμένοι. Όρμησε με τη γλώσσα του και διέγειρε τη μικροσκοπική ροζέτα που ήξερα ότι λάτρευε, κόλλησε το ανοιχτό του στόμα στη σχισμή μου και ήπιε. Τα μάγουλά του ρουφήχτηκαν προς τα μέσα, η πλάτη μου κύρτωσε, κι έπειτα έσυρε τα δόντια του στην κλειτορίδα μου κι εγώ εκτοξεύτηκα στη στρατόσφαιρα, τινάζοντας τους γοφούς μου σαν τρελή. Όσο έχυνα, φόρεσε ένα προφυλακτικό, με τρύπησε βαθιά με το χοντρό καυλί του και με πήδηξε δυνατά, πιο δυνατά από κάθε άλλη φορά. Ήμασταν παράφοροι, αχαλίνωτοι και πηδιόμασταν σαν να μην υπήρχε αύριο. Κάποια στιγμή, μου τράβηξε τα πόδια ψηλά, σπάζοντας το σώμα μου στα δύο, και με σφυροκόπησε. «Λατρεύω το σώμα σου». «Λατρεύω το μουνί σου». «Λατρεύω την καρδιά σου». «Λατρεύω την ψυχή σου». «Σε λατρεύω, Μία». Μόνο που τα είπε όλα αυτά στα γαλλικά. Όσα κάναμε εκείνο το βράδυ ήταν απίστευτα αισθησιακά, αφοσιωμένα, και μια από τις πιο παθιασμένες ερωτικές εμπειρίες της ζωής μου. Μας έφερε ξανά και τους δυο στο αποκορύφωμα, και μόλις χύθηκαν μέσα μου τα τελευταία απομεινάρια των χυμών του, σωριάστηκε πάνω μου. Αποκοιμηθήκαμε ταυτόχρονα, ενωμένοι ακόμα σωματικά, συναισθηματικά και διανοητικά.


8

ΞΥΠΝΗΣΑ ΣΤΑ ΜΙΣΑ ενός οργασμού. Τα πόδια μου ήταν σφιγμένα γύρω από το κεφάλι του Αλέκ τη στιγμή που με έφερνε στην κορύφωση. Ύστερα, χωρίς να πει μια λέξη, μια καλημέρα, φόρεσε ένα προφυλακτικό. Είχα χάσει το μέτρημα πόσα είχαμε χρησιμοποιήσει χτες βράδυ. Μπήκε αργά στους πρησμένους, γλυκά ταλαιπωρημένους ιστούς. Η αίσθηση ήταν και πάλι θεϊκή. Ο καημένος ο κόλπος μου τανυζόταν και παλλόταν σαν να είχε δώσει μάχη και να είχε νικήσει. Αυτή τη φορά μού έκανε αργό, προσεκτικό έρωτα. Ξέραμε και οι δυο ότι θα ήταν η τελευταία φορά, αλλά δε θα έλεγα για πάντα. Είχα μάθει να μη σκέφτομαι έτσι. Αφού είχα ξαναδεί τον Γουές και τώρα τον Αλέκ, το ποτέ ήταν μια λέξη που δεν υπήρχε πια στο λεξιλόγιό μου όσον αφορά τους άντρες που με ενδιέφεραν. Μόλις τελειώσαμε, φόρεσε μεθοδικά τα ρούχα του. «Απόλαυσα αυτή τη νύχτα μαζί σου, ma jolie. Όταν ξαναβρεθείς στην πόλη, ή όποτε χρειαστείς μια υπενθύμιση ότι σε αγαπούν, θα μου τηλεφωνήσεις, oui?» Έγνεψα καταφατικά, σηκώθηκα και φόρεσα μια μεταξωτή ρόμπα που κρεμόταν από την πόρτα, όσο εκείνος σήκωνε τα μαλλιά του σε έναν ατημέλητο αντρικό κότσο. Θεέ μου, πόσο μου άρεσε ο κότσος του. Σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου και τον φίλησα. Τύλιξε τα χέρια του γύρω από το κορμί μου και με κράτησε σφιχτά ενώ φιλιόμασταν αρκετή ώρα. Τραβήχτηκε πίσω και με φίλησε στη μύτη. «Έχω πολλή δουλειά να κάνω, αλλιώς θα καθόμουν να χαρώ τη σάρκα σου όλη μέρα». Έβαλε τα χέρια του στα μάγουλά μου και περιδιάβηκε με το κατακτητικό βλέμμα του το πρόσωπό μου. «Δε σου πηγαίνει η θλίψη. Ένας άντρας είναι ο λόγος που είσαι έτσι θλιμμένη;» Πίεσα τα χείλη μου μεταξύ τους και αναλογίστηκα εκείνο το τηλεφώνημα. Θεέ


μου, πόσο εύχομαι να μην το είχα κάνει. Μπορούσα απλώς να του είχα στείλει μήνυμα, κι ύστερα θα συνεχίζαμε και οι δυο μακάρια τη ζωή μας, ξέροντας ότι ο άλλος τρέφει ακόμα βαθιά αισθήματα. Και τώρα εγώ έκανα το ίδιο που έκανε κι εκείνος. Χανόμουν στο κορμί ενός άλλου άντρα, στο σεξ. Πολύ ωραίο σεξ, σεξ που σου παίρνει τα μυαλά και σε κάνει να σφίγγεις τα δάχτυλα των ποδιών σου, ωστόσο δεν το έκανα με εκείνον που ήθελα. «Ναι, ήταν ένας άντρας, αλλά ξέρεις, τώρα που είσαι εσύ εδώ, και που βοηθάω τον Μέισον με την κοπέλα του, συνειδητοποιώ ότι είναι κι αυτό μέρος της διαδικασίας. Το ταξίδι μου αυτή τη χρονιά είναι μεγάλο, κι αν στο τέλος είναι γραφτό να είμαι με έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, τότε θα είμαι». Ο Αλέκ έγνεψε καταφατικά και χαμογέλασα, καθώς η σκέψη έπαιρνε φτερά. Ο Αλέκ έσπρωξε πίσω τα ατίθασα μαλλιά μου και χάιδεψε το πλάι του προσώπου μου. «Ma jolie, είσαι πολύ νέα. Δώσε χρόνο στον εαυτό σου να απολαύσει τη ζωή και όλα όσα έχει να σου προσφέρει». Κόλλησε το μέτωπό του στο δικό μου. «Μαζί με τις ηδονές της σάρκας, oui?» Ήξερα τι εννοούσε, και αποκατέστησε εντός μου την πεποίθηση ότι αυτή η χρονιά ήταν για μένα. Όχι για μένα και κάποιον άλλο. Ήταν για να σώσω τον μπαμπά μου και να βρω τον εαυτό μου. Θα με έβγαζε όπου ήταν να με βγάλει. Είχε δίκιο. Ήμουν νέα και δεν είχα αποκλειστική σχέση, το ίδιο και ο Γουές. Δεν μπορούσα να του ρίξω άδικο επειδή ήθελε να έχει επαφή με κάποιον, να μην είναι μόνος έστω και για τον λίγο χρόνο που μοιραζόταν το κορμί του με κάποια άλλη. Το είχα κάνει κι εγώ. Και εδώ που τα λέμε, ήταν φανταστικό. Ένιωθα φανταστικά. Ανανεωμένη και έτοιμη να αντιμετωπίσω οτιδήποτε έφερνε στον δρόμο μου η ζωή. «Ξέρεις, είσαι καταπληκτικός, Γαλλάκο». Ο Αλέκ χαμογέλασε με εκείνο το θανατηφόρο χαμόγελο, που ορκίζομαι ότι το ένιωσα στην κλειτορίδα μου. «Αυτό το ξέρω, chérie». Έσκυψε και με φίλησε απαλά. «Μόνο που πρέπει να θυμάσαι ότι είσαι κι εσύ ένα δώρο σε αυτό τον κόσμο». Ο Αλέκ ήξερε να μιλάει. Τα λόγια του μπορούσαν να με παρηγορήσουν, να με σαγηνεύσουν, και πάντα επιδρούσαν μαγικά στην ψυχή μου. Τον οδήγησα από το χέρι στο καθιστικό της σουίτας. Η ελπίδα μου ότι ο Μέισον και η Ρέιτσελ θα είχαν ήδη φύγει διαψεύστηκε. Από την άλλη, θα μπορούσα απλώς να είχα κοιτάξει έξω από το παράθυρο. Βροχή. Καταρρακτώδης βροχή χτυπούσε ρυθμικά τη συρόμενη μπαλκονόπορτα. Αυτό


σήμαινε ότι η προπόνηση ή θα καθυστερούσε ή θα ακυρωνόταν. Η Ρέιτσελ και ο Μέισον ήταν ντυμένοι κανονικά και κάθονταν στην τραπεζαρία τρώγοντας ένα γεύμα που έμοιαζε με μεσημεριανό, όχι με πρωινό. Να πάρει, τι ώρα ήταν; Τα μάτια του Μέισον αντίκρισαν πρώτα τον Αλέκ και μετά εμένα με τη ρόμπα, τα ανάστατα μαλλιά, τα μάγουλα που μάλλον ήταν ροδοκόκκινα από τον τελευταίο οργασμό, και γενικά την όλη εμφάνισή μου που φώναζε ότι ήμουν φρεσκογαμημένη. Ο Μέισον χαμογέλασε πλατιά. «Γεια σου, γλύκα, κοιμήθηκες καλά;» Παρενέβη ο Αλέκ. «Δε θα έλεγα ότι κοιμηθήκαμε», είπε παίζοντας σαγηνευτικά τα φρύδια. Ο Γάλλος μου ήταν αδιόρθωτος. Η Ρέιτσελ δεν είπε λέξη. Είχε μείνει με το στόμα ορθάνοιχτο και το πιρούνι στον αέρα κοντά στο πρόσωπό της, με μια φράουλα καρφωμένη στα δόντια του, έτοιμη να φαγωθεί. «Εε… ο Αλέκ, ο Μέισον, και η κοπέλα του, η Ρέιτσελ». Το χέρι της Ρέιτσελ κατέβηκε και το πιρούνι κροτάλισε πάνω στο πιάτο. «Εε… γεια;» είπε. Ήταν σίγουρα η πρώτη φορά που έβλεπα αυτή τη γεμάτη επαγγελματισμό και συγκροτημένη γυναίκα να χάνει τα λόγια της όταν δεν εμπλεκόταν ένας μεγαλόσωμος, καυτός σαν αμαρτία παίκτης του μπέιζμπολ. Ο Μέισον έγνεψε με το σαγόνι του. Γύρισα τον Αλέκ από την άλλη και τον συνόδεψα στην πόρτα. Μας έβλεπαν ακόμη, αλλά ποτέ δεν τον ένοιαζε τι σκέφτονταν οι άλλοι. Αντί να βγει έξω, με τράβηξε κοντά του, έβαλε το ένα του χέρι στον κώλο μου και το άλλο στον αυχένα μου, και με κόλλησε στο μακρύ κορμί του πριν καταβροχθίσει το στόμα μου. Γλώσσα, χείλη και δόντια γλιστρούσαν και χόρευαν σε ένα απολαυστικότατο αποχαιρετιστήριο φιλί. Στο τέλος, όταν δεν μπορούσαμε και οι δυο να ανασάνουμε, με άφησε. «Je t’aime, Μία», είπε ο Αλέκ, με φωνή γεμάτη από την αγάπη που ήξερα ότι έτρεφε για μένα. Είχα μια θέση στην καρδιά του και θα την είχα πάντα. Κι αυτό μού έφτανε. «Κι εγώ σ’ αγαπώ, Αλέκ». Τον ακολούθησα με το βλέμμα μέχρι που μπήκε στο ασανσέρ. «Εις το επανιδείν, ma jolie», είπε καθώς έκλειναν οι πόρτες. Έκανα μεταβολή και επέστρεψα στο τραπέζι. Μόλις έφτασα εκεί, ο Μέισον μού έδωσε ένα κομμάτι από το κλαμπ σάντουιτς που είχε μπροστά του. Κάθισα και έκοψα μια δαγκωνιά,


νιώθοντας ξαφνικά πολύ πεινασμένη. Κανείς τους δε μίλησε, ώσπου ο Μέισον έστρεψε ολόκληρο το σώμα προς το μέρος μου, με τον αγκώνα ακουμπισμένο στο τραπέζι. «Ώστε τον αγαπάς;» είπε δείχνοντας πίσω από την πλάτη του με τον αντίχειρά του. Έγνεψα καταφατικά. «Ναι, αλλά όχι όπως φαντάζεσαι. Δεν είμαι ερωτευμένη μαζί του. Απλώς έχουμε κάτι. Όταν είμαστε μαζί, είμαστε μαζί. Είμαστε εμείς. Αλλά τον περισσότερο καιρό, δεν είμαστε». Η Ρέιτσελ έκλεισε τα μάτια και σούφρωσε τα χείλη. «Δεν καταλαβαίνω. Τον ακούσαμε να σου λέει ότι σ’ αγαπάει. Και μάλιστα στα γαλλικά. Αχ Θεέ μου, ήταν πολύ σέξι». Έβγαλε μια φωνή όταν το πύρινο βλέμμα του Μέισον στράφηκε προς το μέρος της. «Συγγνώμη». Έχωσε ένα κομμάτι φρούτο στο στόμα της και κοίταξε το πιάτο της. Αφού έσπρωξα πίσω μια τούφα από τα μαλλιά μου και ανέβασα το πόδι μου πάνω στην καρέκλα, κοίταξα τους δύο καινούριους φίλους μου και αποφάσισα ότι δεν είχα τίποτα να κρύψω. Έπρεπε να είμαι ο εαυτός μου με όλα μου τα κουσούρια. Αν ήταν φίλοι μου, θα με αποδέχονταν για αυτό που ήμουν, όχι γι’ αυτό που νόμιζαν ότι ήμουν. «Ο Αλέκ ήταν πελάτης μου. Προχωρήσαμε». Έκανα ένα νεύμα που κατάλαβαν και οι δυο. «Το απόλαυσα τρομερά. Με έμαθε πολλά για τους ανθρώπους και για το πώς να αγαπάω τον εαυτό μου και τους άλλους. Οπότε ναι, τον αγαπάω. Απλώς όχι του τύπου “Θέλω να τον παντρευτώ, να κάνω τα παιδιά του ή να έχουμε σχέση”. Περισσότερο…» Το σκέφτηκα μια στιγμή κοιτώντας τη βροχή που έπεφτε ορμητικά στο μπαλκόνι. «Περισσότερο του τύπου “Τρελαίνομαι όταν με γαμάει σαν να μην υπάρχει αύριο και νοιάζομαι γι’ αυτόν και τον αγαπώ σαν φίλο”. Καταλαβαίνετε τι εννοώ;» Ο Μέισον και η Ρέιτσελ έγνεψαν αρνητικά κι εγώ βόγκηξα. «Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Μη σας απασχολεί». «Απ’ ό,τι ακούσαμε, το να σε γαμάει σαν να μην υπάρχει αύριο συνέβη εκατό τοις εκατό. Αμάν, βρε κορίτσι μου, χτες βράδυ γύρισα και πήδηξα τη Ρέιτς τόσες πολλές φορές, που νομίζω ότι στραμπούληξα τον πούτσο μου ακούγοντάς σε να τον παίρνεις ξανά και ξανά», αστειεύτηκε βάρβαρα ο Μέισον. Η Ρέιτσελ κι εγώ τον κοπανήσαμε ταυτόχρονα στα χέρια. «Άουτς!» είπε τρίβοντάς τα. «Το ευχαριστήθηκες», είπε δείχνοντας τη Ρέιτσελ, και τα μάγουλά της έγιναν κόκκινα σαν παντζάρια.


Καταβρόχθισα το σάντουιτς και σηκώθηκα. «Πρέπει να πάω να κάνω ντους». «Τα λέμε αργότερα… σεξοφίλη μου», είπε ο Μέισον ενώ απομακρυνόμουν. «Κάτι ξέρεις εσύ, σκατόφατσα!» του απάντησα. Ίσως ο Μέισον μπορούσε να γίνει η αρσενική βερσιόν της Ζανέλ. Ωραία θα ήταν. «Κάνετε και οι δύο σαν παιδιά», ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσα τη Ρέιτσελ να λέει πριν κλείσω την πόρτα του δωματίου μου. ***

Τις επόμενες δύο μέρες, ο Μέισον και οι Ρεντ Σοξ κέρδισαν όλα τα ματς. Όλοι είχαν τρελά κέφια, και φαινόταν. Όταν επιστρέψαμε στη Βοστόνη, κατεβήκαμε από το αεροπλάνο, πήραμε ένα ταξί και πήγαμε στην παμπ «Μαύρο Τριαντάφυλλο» όπου δούλευε μπάρμαν ο αδερφός του ο Μπρέιντεν. Είχε έρθει η ώρα να το γιορτάσουμε, και η ομάδα ήταν έτοιμη. Ένα σωρό άντρες ξεχύθηκαν από ταξί και λιμουζίνες. Τη στιγμή που μπήκαμε, ο Μπρέιντεν σφύριξε. Μια όμορφη σερβιτόρα πλησίασε κάτι που έμοιαζε με στερεοφωνικό και πάτησε ένα κουμπί. Ο χώρος γέμισε από τον ήχο του We are the champions. Ήταν νωρίς ακόμα, και επιπλέον ήταν καθημερινή, οπότε δεν υπήρχε ψυχή στην παμπ στις τέσσερις το μεσημέρι, αλλά αυτό δε σταμάτησε την ομάδα. Ήταν έτοιμοι να πιουν μερικές μπίρες και να ξεδώσουν λίγο. Έπαιζαν σαν ροκ σταρ στο γήπεδο και είχαν λίγες μέρες κενό για να χαλαρώσουν. Σήμερα ήταν μέρα γιορτής. Οι ΣυΚαιΦί κάθισαν στην αγκαλιά ή στα γόνατα του εκλεκτού τους και άρχισαν να πίνουν. Αρκετές ώρες αργότερα, ένιωθα καταπληκτικά. «Μέις, θα γυρίσω σπίτι», είπε η Ρέιτσελ, γέρνοντας κοντά του, αλλά όχι τόσο κοντά ώστε να προκαλέσει υποψίες. Οι συμπαίκτες του δεν ήξεραν ότι πηδούσε τη Ρέιτσελ κι όχι εμένα. Όλοι πίστευαν το ψέμα μας – εκτός από τον Τζούνιορ βέβαια. «Όχι, ρε μωρό, να μη βρεθούμε σπίτι μου;» της πρότεινε ο Μέισον με το καλύτερο παρακαλετό του ύφος. Έπρεπε να την παραδεχτώ που κατάφερνε να του αρνηθεί αυτό που της ζητούσε με τέτοιο ύφος. Η Ρέιτσελ έγνεψε αρνητικά. «Αύριο έχω να πάω στη δουλειά – πρέπει να


πλύνω ρούχα και να είμαι φρέσκια. Να περάσω από το σπίτι για μεσημεριανό;» Ο Μέισον έγνεψε καταφατικά και ακούμπησε το χέρι του στον αυχένα της. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, και τα δικά μου το ίδιο, ενώ κοιτούσα γύρω για να δω μήπως τους έβλεπε κανένας. Δεν τους έβλεπαν. Εξάλλου οι περισσότεροι είχαν γίνει ήδη τύφλα. «Μέις» τον προειδοποίησα, ανησυχώντας μήπως βγει από τον ρόλο. Όμως εκείνος τής έσφιξε τον αυχένα και τη χτύπησε μαλακά στον ώμο. «Μου λείπεις, μωρό. Τα λέμε αύριο». Η Ρέιτσελ χαμογέλασε γλυκά στον Μέις και με αγκάλιασε. «Πρόσεχέ τον, εντάξει;» Την κοίταξα ψευτοσοβαρά, έφερα το χέρι μου στο μέτωπο και τη χαιρέτησα στρατιωτικά. «Μάλιστα, κυρία!» «Παιδιά. Ειλικρινά, όταν είμαι μαζί σας είναι σαν να κάνω παρέα με εικοσάχρονα παιδιά», είπε κουνώντας το κεφάλι και έφυγε. Ο Μέισον ακολούθησε τον κώλο της με το βλέμμα του. Η Ρέιτσελ είχε ωραίο κώλο. Ήταν μικρός, αλλά ήξερε να τον κουνάει. «Γαμάτο κώλο έχει αυτή η γυναίκα. Γαμώτο, πόσο θα ’θελα να τον δαγκώσω τώρα». Μούγκρισε, κι ύστερα κατέβασε την υπόλοιπη μπίρα του. «Θες να γίνουμε λιάρδα και να πάρουμε ένα ταξί για το σπίτι;» Ο Μπρέιντεν ήρθε εκεί που καθόμασταν. «Τι κάνετε;» είπε και τα χάλκινα μαλλιά του έλαμπαν κόκκινα κάτω από τα ροζ νέον φώτα του μπαρ πίσω του. «Είμαστε έτοιμοι να πιούμε σοβαρά. Σφηνάκια και μπίρες. Μία, θα παίξουμε ένα παιχνίδι!» Τσουτσούρωσα στο σκαμπό μου. «Λατρεύω τα παιχνίδια. Πώς λέγεται, μπορεί να το έχω ακούσει». «Λέγεται “Σκατά”». «Έγινε, παιχταρά μου. Η φιλενάδα μου η Ζανέλ κι εγώ είμαστε πρωταθλήτριες σ’ αυτό το παιχνίδι. Δεν έχουμε χάσει ποτέ!» Ο Μέισον με κοίταξε με ένα κοροϊδευτικό, σατανικό μειδίαμα. «Βάλε να πιούμε, αδερφέ». Αφού ο Μέις μού είχε πετάξει το γάντι, έβγαλα το φούτερ των Ρεντ Σοξ που φορούσα και το άφησα στην πλάτη της καρέκλας μου, μένοντας με ένα στενό φανελάκι. Το μπούστο μου φαινόταν φάτσα κάρτα. Ο Μέις κοίταξε τα βυζιά μου


και βόγκηξε. «Δεν παίζεις δίκαια. Τι κάνεις, προσπαθείς να μου αποσπάσεις την προσοχή;» με κατηγόρησε κι εγώ γέλασα. «Λοιπόν, θα χρειαστούμε κι άλλους παίκτες». Ο Τζούνιορ και η Κρις κάθονταν κοντά μας. Τους βάλαμε στο παιχνίδι και ο Μέισον τούς εξήγησε τους κανόνες. Και μετά αρχίσαμε να πίνουμε. ***

«Μια φορά κι έναν καιρό, περπάταγα στο δάσος και πάτησα σκατά αρκούδας!» είπε ο Μέισον. Συνήθως οι ιστορίες ήταν πιο περίπλοκες και ευφάνταστες, αλλά παίζαμε αρκετή ώρα και χάναμε όλοι συνέχεια. Η Αρκούδα ήμουν εγώ. Οπότε όταν είπε «σκατά αρκούδας», απάντησα φωνάζοντας «Σκατά!» και χτύπησα το χέρι μου στην μπάρα. «Τι σκατά;» Το κεφάλι του Μέις τινάχτηκε πίσω σαν να είχε φάει μπουνιά. «Σκατά μωρού!» είπα γελώντας σατανικά και έδειξα την Κρις. Το παιχνίδι παίζεται ως εξής: Λες μια ιστορία, και ξαφνικά πετάς τη λέξη «σκατά», μαζί με το παρατσούκλι κάποιου από τους άλλους παίκτες, ο οποίος πρέπει αμέσως να απαντήσει λέγοντας κι αυτός «Σκατά». Τότε εσύ ρωτάς «Τι σκατά;» ή κάτι ανάλογο. Και ο παίκτης λέει το παρατσούκλι κάποιου άλλου, ο οποίος πρέπει αμέσως να απαντήσει, με τον ίδιο τρόπο. Και ούτω καθεξής, μέχρι να μπερδευτεί κάποιος από τους παίκτες, κάτι που συνήθως δεν αργεί να συμβεί, αφού στο μεταξύ ρέει άφθονο το αλκοόλ, ειδικά για αυτούς που χάνουν. Ήμουν άσος σε αυτό το παιχνίδι γιατί το είχα παίξει μικρή αμέτρητες φορές με τη Ζανέλ, αλλά αυτό δε με εμπόδιζε να πίνω σε όλη τη διάρκειά του μαζί με εκείνους που δεν τα πήγαιναν καλά. «Ε… Ε… Γαμώτο, ξέχασα τι πρέπει να πω!» μούτρωσε η Κρις. «Πιες!» φωνάξαμε ο Μέισον κι εγώ ταυτόχρονα και τη δείξαμε. Ήπιαμε όλοι από ένα σφηνάκι, επειδή έχει περισσότερη πλάκα να πίνουμε όλοι μαζί παρά ένας ένας, και συνεχίσαμε το παιχνίδι. Την ώρα που ήταν να κλείσει το μαγαζί, ο Μέισον κι εγώ είχαμε γίνει σκνίπα και με το ζόρι στεκόμασταν όρθιοι. Δεν είχαμε φάει βραδινό, αλλά τσιμπολογούσαμε πατάτες τηγανητές και νάτσος κατά τη διάρκεια του


παιχνιδιού. Προσπαθούσα να πίνω νερό κάθε φορά που μου γέμιζε ο Μπρέιντεν το ποτήρι, αλλά είμαι σίγουρη ότι για κάθε ποτήρι νερό είχα πιει τρεις μπίρες και κάνα δυο σφηνάκια. Ο Μπρέιντεν μάς έβαλε σ’ ένα ταξί, πλήρωσε τον ταρίφα από το πορτοφόλι του Μέισον, μας χτύπησε χαϊδευτικά στα κεφαλάκια και είπε στον ταξιτζή πού να μας πάει. Δεν ήμασταν πολύ σίγουροι πώς φτάσαμε σπίτι, αλλά στη διαδρομή τραγουδούσαμε ύμνους του μπέιζμπολ, βρίζαμε και φωνάζαμε. Εντέλει, φτάσαμε σπίτι. Ανεβήκαμε παραπατώντας τα σκαλιά. «Πώς στα κομμάτια θα μπούμε μέσα;» είπε μασώντας τις λέξεις και στηρίχτηκε βαριά πάνω στην πόρτα. Εγώ κουνιόμουν πέρα δώθε και κοιτούσα γύρω μου. Ο δρόμος ήταν πολύ όμορφος. Θολές λωρίδες χρώματος περνούσαν σαν αστραπή από το οπτικό μου πεδίο. Ο αέρας μού έπαιρνε τα μαλλιά και χάιδευε το δέρμα μου, κάνοντας τις τρίχες στους βραχίονές μου να σηκώνονται γαργαλιστικά. «Μου αρέσει πολύ η γειτονιά σου. Είναι σαν έργο τέχνης, όλο χρώματα και θαμπά φώτα». Πήγα να κατέβω, αλλά ο Μέισον με άρπαξε αμέσως από το μπράτσο πριν κατρακυλήσω στα σκαλιά. Με έσπρωξε πάνω στην πόρτα. «Τα κλειδιά!» είπε σαν να είχε πιάσει το λαχείο. Έβαλε το χέρι στην τσέπη και έβγαλε μια αρμαθιά κλειδιά, δείχνοντάς μου το τρόπαιο. «Ναι!» είπε σηκώνοντας θριαμβευτικά τη γροθιά του στον αέρα, κι εγώ ταυτόχρονα προσπάθησα να το κολλήσουμε, αλλά δεν έπιασε. Απλώς χτύπησα τη σφιγμένη γροθιά του. Παλέψαμε μαζί να ανοίξουμε την πόρτα και μπήκαμε σκουντουφλώντας στην είσοδο. Στηριχτήκαμε με κόπο ο ένας πάνω στον άλλο και ανεβήκαμε τις σκάλες. «Σςς, μπορεί να ξυπνήσεις τη Ρέιτσελ», είπε ο Μέισον, πέφτοντας πάνω στον τοίχο, παρασέρνοντάς με κι εμένα μαζί. Συγκεντρώθηκα όσο μπορούσα και τον έσπρωξα να προχωρήσει. «Δεν είναι εδώ!» του θύμισα. Το πρόσωπό του πήρε μια περίλυπη έκφραση. «Πόπο, μεγάλη μαλακία ρε γαμώτο. Ήθελα να την πηδήξω. Φτου σου», είπε γλιστρώντας το χέρι του πάνω από το πρόσωπό του.


«Σώπα, δεν πειράζει. Μπορείς να την πηδήξεις αύριο!» του πρότεινα ενώ προχωρούσα παραπατώντας. Με στρίμωξε στον τοίχο και το στήθος του κόλλησε στο δικό μου. «Τι ωραία που μυρίζεις, Μία. Σου το έχω πει;» Έγνεψα αρνητικά και ανοιγόκλεισα πολλές φορές τα βλέφαρα. «Όχι, αλλά είσαι πολύ καλός. Να είσαι καλός συχνότερα. Σε συμπαθώ, δηλαδή είσαι πολύ συμπαθητικός όταν δεν είσαι κόπανος». Έβαλε τα χέρια του στη λεκάνη μου και με έσφιξε κοντά του. «Μου λείπει η Ρέιτσελ», είπε γέρνοντας στο στήθος μου, ακουμπώντας το κεφάλι στα μαλακά μαξιλάρια των βυζιών μου. Σήκωσα τα χέρια, τον χτύπησα παρηγορητικά στην πλάτη και πέρασα τα νύχια μου από τα μεταξένια μαλλιά του. «Σώπα, θα έρθει γρήγορα. Μάλλον θα μας μαγειρέψει. Είναι καλούλα», είπα χωρίς να ξέρω τι λέω. Αν είχα ιδέα πώς ακουγόμουν, σαν αμόρφωτη ηλίθια, ίσως να είχα προσπαθήσει περισσότερο να βάλω το μυαλό μου να δουλέψει κανονικά, όμως το αλκοόλ είχε το τίμημά του. Προς στιγμή σκέφτηκα ότι είχα παρατήσει το κολέγιο στο πρώτο έτος, αλλά τέλος πάντων. Όλες αυτές οι σαχλαμάρες δεν είχαν σημασία εξάλλου. Έβγαζα εκατό χιλιάρικα τον χρόνο. Τον μήνα. Όσο ήταν. Μιλάμε για πολλά λεφτά. Όσο σκεφτόμουν τη θέση μου στη ζωή, ο Μέισον είχε σηκώσει τα χέρια του και μάλαζε τα βυζιά μου, κοιτώντας τα γεμάτος δέος. «Έχεις τα πιο γαμάτα βυζιά που έχω δει. Η Ρέιτς έχει μικρά βυζιά, αλλά μου αρέσουν. Οι βυζάρες σου είναι πρώτης τάξης για γαμήσι. Μπορώ να γαμήσω τα βυζιά σου; Πόπο, φίλε, αυτό θα ήταν γαμάτο!» φώναξε χαρούμενος κι εγώ τον έσπρωξα αποπάνω μου. Έπεσε στον απέναντι τοίχο και έμεινε όρθιος με το ζόρι. «Όχι, βλάκα. Δεν μπορείς να γαμήσεις τα βυζιά μου. Και σ’ ευχαριστώ». Χαμογέλασα πλατιά και τα χούφτωσα για να εκτιμήσω το μέγεθος και το βάρος τους. «Είναι καλά βυζιά. Αρέσουν πολύ στους άντρες. Είναι ένα από τα καλύτερα χαρακτηριστικά μου». Ο Μέισον κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι, με τέτοια ζέση και τόσες φορές, που, μέσα στο μεθύσι μου, ανησύχησα μήπως σπάσει. «Όχι, όχι, όχι. Έχεις καταπληκτικά βυζιά και κώλο. Αλλά τα μαλλιά και τα μάτια σου θα μπορούσαν να κάνουν τους άντρες να πέφτουν στα πόδια σου. Τα μάτια σου μοιάζουν με πράσινα διαμάντια». Ήρθε κοντά μου και σήκωσε το


πρόσωπό μου προς το φως του διαδρόμου. «Ναι, είναι σαν πετράδια. Έχεις μάτια σαν πετράδια!» αναφώνησε και έτριψε το σαγόνι του στον λαιμό μου. Ύστερα το σώμα του μισοσωριάστηκε πάνω μου. «Είμαι κουρασμένος». Όταν το είπε, το σκέφτηκα. Τα μέλη μου έγιναν πολύ βαριά, σαν να κουβαλούσα ένα καφάσι πέτρες με κάθε χέρι και είχα ένα βάρος δύο τόνων στο στήθος. Το βάρος ήταν ο Μέισον, που είχε στηρίξει όλο του το σώμα πάνω στο δικό μου και σχεδόν κοιμόταν. Από τις μικρές ανάσες του καταλάβαινα ότι όπου να ’ναι θα τον έπαιρνε ο ύπνος όρθιο. «Όχι, πρέπει να πάμε στο κρεβάτι σου». Τον τράβηξα και φτάσαμε άτσαλα στο πελώριο κρεβάτι του. «Ετοιμάσου τώρα», του είπα. Σήκωσε το κεφάλι και έβγαλε το πουκάμισό του. Γάμησέ με: Το στήθος του ήταν χρυσαφί και λαξευμένο στην εντέλεια. Θυμήθηκα τον Γαλλάκο μου. Είχε κι εκείνος καυτό κορμί σαν τον Μέισον. «Σειρά σου». Για κάποιον λόγο, αυτή η απαίτηση, στην κατάστασή μου, δε μου φάνηκε παράξενη. Έβγαλα το φανελάκι μου, κι ύστερα ξεκουμπώσαμε ταυτόχρονα τα τζιν μας και τα βγάλαμε. Έμεινα με το σουτιέν και το κιλοτάκι κι εκείνος έμεινε με το μποξεράκι. «Θα πηδηχτούμε;» με ρώτησε πηγαίνοντας μπρος πίσω το σώμα του. Έριξα μια ματιά στο εργαλείο του. Δεν κουνιόταν φύλλο. «Όχι! Τι ζώον». Τράβηξα τα σκεπάσματα. «Εξάλλου, το καυλί σου έχει μεθύσει», είπα χαχανίζοντας και αγκάλιασα τα σκεπάσματα. Άρχισα να αποκοιμιέμαι τη στιγμή που το κεφάλι μου ακούμπησε το μαξιλάρι. Ο Μέισον ψαχούλεψε λίγο, τράβηξε τα σκεπάσματα και έπεσε στο κρεβάτι. «Το μεθί μου δεν έχει καυλίσει» ισχυρίστηκε κι εγώ έβαλα δυνατά τα γέλια και χώθηκα βαθύτερα στη σπηλιά των σκεπασμάτων. «Δεν έχει μελίσει», ψέλλισε κι ύστερα με έπιασε από τη μέση και με απίθωσε στο στέρνο του. «’Νύχτα, Ρέιτς», μου είπε, κρατώντας με σφιχτά. «Δεν είμαι η Ρέιτς. Είμαι η Μία», είπα και τρίφτηκα στο ζεστό στήθος του απολαμβάνοντας τη θέρμη. «Ντάξει, ’νύχτα, Μία», είπε και πέσαμε και οι δυο για ύπνο σαν νεκροί, ή πιο συγκεκριμένα, σαν μεθυσμένοι.


***

Άκουγα αμυδρά θορύβους από το κάτω πάτωμα. Σκέφτηκα ότι ίσως ήταν ο Μέισον που έφτιαχνε πρωινό. Το κεφάλι μου παλλόταν σαν να βαρούσε εμβατήρια ολόκληρη φιλαρμονική μες στο κεφάλι μου. Αντί ν’ ανοίξω τα μάτια, κουλουριάστηκα πιο βαθιά στη ζεστασιά που με περιέβαλλε. «Πόπο ρε γαμώτο, με πονάει το κεφάλι μου, γαμώ τον διάολο», άκουσα τον Μέις να λέει. Μόνο που δεν ακουγόταν από το κάτω πάτωμα ή από την άλλη άκρη του δωματίου, ή από το διπλανό μαξιλάρι. Ήταν ένας βαθύς βρόντος ακριβώς στο αυτί μου, που πολλαπλασίαζε τη μουσική στο κεφάλι μου. Ανοιγόκλεισα πολλές φορές τα βλέφαρα και άνοιξα τα μάτια. Μόλις άρχισα να απομακρύνομαι από το σώμα με το οποίο ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, το πάπλωμα έπεσε στους γοφούς μου και με άφησε μισόγυμνη με το σουτιέν. «Τι στο…» είπα κοιτώντας τον γυμνόστηθο Μέισον που άνοιγε σιγά σιγά τα μάτια. Φυσικά, τίποτα από αυτά δεν έβγαζε νόημα. Το κεφάλι μου βούιζε και πίεσα τις παλάμες στους κροτάφους μου προσπαθώντας απεγνωσμένα να διώξω το σφίξιμο, ενώ παράλληλα πάσχιζα να θυμηθώ τι είχε συμβεί. Εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε, και μια κεφάτη Ρέιτσελ με ταγέρ μπήκε λέγοντας «Ξύπνα, υπναρά…» − κι ύστερα με είδε, και ο Μέις ανασηκώθηκε, και η κουβέρτα αποκάλυψε το γυμνό του στήθος. «Θεέ μου!» Δάκρυα πλημμύρισαν αμέσως τα μάτια της και ένα ντελικάτο χέρι σκέπασε τη φρίκη που απειλούσε να ξεχυθεί από το στόμα της. «Όχι…» ψέλλισε τρέμοντας σύγκορμη. Ο Μέισον κοίταξε σαστισμένος εμένα και μετά τη Ρέιτσελ, και πετάχτηκε από το κρεβάτι σαν να είχαν πάρει φωτιά τα μπατζάκια του. Και το πράγμα έγινε χειρότερο, γιατί φορούσε μόνο το εσώρουχο. Η Ρέιτσελ έβγαλε ένα πνιχτό αναφιλητό, κι εγώ κούνησα αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, Ρέιτς, όχι, σε παρακαλώ. Δεν είναι αυτό που φαίνεται», είπα, ενώ σηκωνόμουν από το κρεβάτι βλακωδώς ντυμένη μόνο με μια υποψία λευκού δαντελένιου υφάσματος −που μετά βίας μπορούσε να χαρακτηριστεί κιλοτάκι και δεν κάλυπτε καθόλου τον κώλο μου−, καθώς και ένα ασορτί σουτιέν τριών τετάρτων από το οποίο σχεδόν ξεχείλιζε το στήθος μου. Αν έσκυβα, ήμουν σίγουρη ότι θα πετάγονταν έξω οι ρώγες μου. Έπιασα το πάπλωμα και το


τράβηξα πάνω μου. Η Ρέιτσελ με έδειξε με το δάχτυλο. «Φαίνεται σαν να έκανες σεξ με τον γκόμενό μου. Πράγμα που υποθέτω ότι θα έπρεπε να περιμένω, αφού είσαι πουτάνα!» ούρλιαξε τα γεμάτα μίσος λόγια της που χτύπησαν την καρδιά και την ψυχή μου ακριβώς όπως είχε σκοπό. Σαν μαχαίρι που με ξέσκιζε σιγά σιγά, κομμάτι κομμάτι. «Ρέιτσελ, δεν έγινε τίποτα!» Ο Μέισον πήγε κοντά της, αλλά εκείνη τέντωσε μπροστά το χέρι της κάνοντάς του νεύμα να σταματήσει. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι σε εμπιστεύτηκα. Έναν γυναικά. Νόμιζα ότι θα άλλαζες. Δεν άλλαξες. Απλά έκρυψες πολύ καλά τον πραγματικό σου εαυτό», βόγκηξε και δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό της. «Ήμουν ερωτευμένη μαζί σου, Μέισον! Θα σου το έλεγα όταν έφευγε η Μία και μέναμε οι δυο μας!» ούρλιαξε κλαίγοντας. Ύστερα έκανε μεταβολή και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. «Είστε ό,τι πρέπει ο ένας για τον άλλο!» φώναξε φεύγοντας. Το μόνο που ακούσαμε ήταν τα τακούνια που χτυπούσαν στα σκαλοπάτια και την πόρτα που βρόντηξε κλείνοντας.


9

Ο ΜΕΪΣΟΝ ΠΕΡΑΣΕ τα δάχτυλά του από τα μαλλιά του και τα τράβηξε. «Γαμώτο, γαμώτο, γαμώτο. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι κοιμηθήκαμε μαζί. Σκατά!» είπε βηματίζοντας πέρα δώθε. Σήκωσα το τιραντάκι μου από το πάτωμα, το έβαλα και έπιασα το παντελόνι μου. Μόλις ο Μέισον γύρισε από την άλλη, το έβαλα και το κούμπωσα. «Μέισον, δεν κοιμηθήκαμε μαζί». Σταμάτησε, με κοίταξε σαν να είχα πει κάτι υπερβολικά χαζό και έδειξε το κρεβάτι. «Τι λες;» Ξεφύσηξα απηυδισμένη και ενοχλημένη. Ήθελα έναν καφέ και μερικά παυσίπονα, και γρήγορα. Οι μικροσκοπικοί άντρες που έκαναν εργασίες και τρυπούσαν το κρανίο μου με τα μικροσκοπικά τους εργαλεία, κοροϊδεύοντάς με που ήπια τόσο πολύ χτες βράδυ, έπρεπε να φύγουν, για να μπορέσω να σκεφτώ καθαρά. «Όχι. Κοιμηθήκαμε μαζί, αλλά δεν κάναμε σεξ. Ήμασταν σκνίπα. Πίστεψέ με, αν είχα πηδηχτεί θα το ήξερα, και είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρη ότι αυτό δε συνέβη». Με κοίταξε από την κορυφή μέχρι τα νύχια. «Ναι, θα το ήξερες», χαμογέλασε κι έκανα μια γκριμάτσα. «Συγγνώμη. Γαμώτο!» είπε πάλι, νιώθοντας προφανώς μαλάκας. «Πώς διάολο να την κάνω να με πιστέψει; Ξέρει την προϊστορία μου, Μία. Είναι σαν όλες τις μαλακίες που είχα κάνει πριν από εκείνη». Καμπούριασε και κάθισε στο κρεβάτι. Κάθισα δίπλα του. «Λοιπόν, άκου τι θα κάνουμε. Θα πλυθούμε, θα φάμε κάτι, θα πιούμε κανέναν καφέ και θα χαπακωθούμε…» Τα φρύδια του σηκώθηκαν. «Θα πάρουμε κανένα παυσίπονο εννοώ, βλαμμένε – και μετά θα της


τηλεφωνήσουμε. Θα πέσουμε στα πόδια της και θα της εξηγήσουμε ότι απλώς ήμασταν μεθυσμένοι, δεν πηδηχτήκαμε, και παρόλο που φαίνεται πολύ άσχημο, δε συνέβη τίποτα πέρα από το ότι κοιμηθήκαμε ο ένας δίπλα στον άλλο». Πίεσε με τα δάχτυλα τους κροτάφους του, απλώνοντας το μεγάλο χέρι του. «Θυμάμαι ότι σου χούφτωσα τα βυζιά και σου ζήτησα να τα γαμήσω». Βόγκηξε και με κοίταξε ενοχικά. «Καλά, αυτό δε θα της το πούμε. Ήταν ηλίθια μεθυσμένη συμπεριφορά και δεν την είδε κανείς άλλος. Ήταν άκακο». «Έτσι το λέμε τώρα», είπε κατσούφικα. Οι ώμοι του καμπούριασαν· έχωσε το κεφάλι του στα χέρια και ακούμπησε τους αγκώνες στα γόνατα. Ήταν η προσωποποίηση του ανθρώπου που είχε χάσει τον δρόμο του, που νόμιζε ότι είχε έρθει το τέλος του κόσμου. Χάιδεψα τη ζεστή γυμνή πλάτη του. «Την αγαπάς;» τον ρώτησα. Το κεφάλι του τινάχτηκε πάνω και το βλέμμα του καρφώθηκε αμέσως στο δικό μου. Έκλεισε τα μάτια και έγνεψε σοβαρά. «Πρέπει να της το πεις, Μέις. Ίσως είναι ο μόνος τρόπος να βγεις από αυτό το μπλέξιμο». Ξεφύσηξε, φουσκώνοντας τα μάγουλά του από την προσπάθεια. «Δε θα με πιστέψει. Την ξέρω. Θα νομίσει ότι το λέω για να γλιτώσω. Έπρεπε να της το είχα πει τη στιγμή που το κατάλαβα. Ίσως τότε να με πίστευε». Ο Μέισον αγαπούσε τη Ρέιτσελ. Θα σταματήσουν ποτέ τα θαύματα; Ο σεξιστής, γκομενιάρης παίκτης είχε κάνει απίστευτη πρόοδο από τη μέρα που πρωτοήρθα, πριν σχεδόν έναν μήνα. «Πότε το κατάλαβες;» Σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να βηματίζει πέρα δώθε, κι ύστερα πήγε στο παράθυρο και κοίταξε τον δρόμο αποκάτω. «Την πρώτη νύχτα που κάναμε έρωτα. Ήταν… απλά ήταν… καταλαβαίνεις. Είναι σαν να κατάλαβα ότι ήταν η μόνη γυναίκα με την οποία ήθελα να είμαι μαζί για πάντα. Και τα έκανα σκατά. Χριστέ μου!» τραβήχτηκε πίσω και χτύπησε με δύναμη την ανοιχτή παλάμη του στον τοίχο. Ευτυχώς που δεν του έριξε μπουνιά, γιατί αλλιώς θα έμενε εκτός αγώνα για το προσεχές μέλλον. Πήγα κοντά του και ακούμπησα το μέτωπό μου στην πλάτη του. «Θα το διορθώσουμε. Θα δεις. Όλα θα πάνε καλά στο τέλος». Κούνησε το κεφάλι. «Γιατί το πιστεύεις αυτό;» «Επειδή, πολύ απλά, δε γίνεται αλλιώς. Αν είναι η μοναδική γυναίκα για σένα,


πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να την κάνουμε να το καταλάβει. Θα βρούμε άκρη. Μαζί, θα κερδίσουμε πίσω το κορίτσι σου. Στη ζωή πρέπει να παίρνεις ρίσκα. Να πηγαίνεις προς το άγνωστο». «Σ’ ευχαριστώ, Μία. Είσαι καλή φίλη». «Το ξέρω», του είπα και σκούντηξα τον γοφό του με τον δικό μου. «Λοιπόν, πρώτα ντους, χάπια, φαγητό και τόνοι νερό, με αυτή τη σειρά». Του έδωσα το χέρι μου για χειραψία. Εκείνος χαμογέλασε βλέποντας το τεντωμένο χέρι μου, θεωρώντας μάλλον σαχλά τα καμώματά μου. «Σύμφωνοι;» Μου έπιασε το χέρι και το έσφιξε. «Σύμφωνοι». ***

Η επικοινωνία με τη Ρέιτσελ αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολη απ’ όσο νόμιζα. Έφευγα σε δυο μέρες, και ο Μέισον ακόμα δεν είχε καταφέρει να μιλήσει με την ακριβοθώρητη ξανθιά. Κάθε φορά που της τηλεφωνούσα έβγαινε αμέσως τηλεφωνητής, όπου άφηνα επανειλημμένα μηνύματα ικετεύοντάς την να μου τηλεφωνήσει, να τηλεφωνήσει στον Μέισον, να μας ακούσει. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Τι σιδερένια πυγμή αυτή η γυναίκα! Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι πραγματικά δε θα έδινε άλλη ευκαιρία στον Μέισον, και μου σκιζόταν η καρδιά. Μολονότι είπε κάποια πράγματα που με πλήγωσαν πολύ, καταλάβαινα γιατί τα είπε. Όταν χάνεις αυτό που πάντα ήθελες μπροστά στα μάτια σου, ξεσπάς. Είναι φυσιολογικό, και η ξαπλωμένη δίπλα στον γκόμενό σου καστανή είναι πολύ καλός στόχος. Άξιζα όλα όσα είπε, κι ακόμα περισσότερα. Αν και δε μου άρεσε που πίστευε ότι ήμουν πουτάνα. Ήταν κάτι που μ’ έτρωγε κι εμένα μέσα μου· ήμουν μια συνοδός που είχε κάνει σεξ με τους δύο πρώτους πελάτες της. Φυσικά, με τους δύο τελευταίους δεν είχα κάνει τίποτα, αλλά εκείνη πίστευε άλλα. Χτύπησε το κινητό μου και το σήκωσα. «Εμπρός;» «Γεια σου, κούκλα! Είσαι έτοιμη να πας στον επόμενο πελάτη σου;» Η φωνή της θείας Μίλλι καταπράυνε τα σπασμένα νεύρα μου σαν βάλσαμο. Τις δύο τελευταίες μέρες ένιωθα σκατά που ο Μέισον και η Ρέιτσελ πονούσαν, προσπαθώντας να αποδεχτώ τον ρόλο που είχα παίξει σε αυτό και κάνοντας ό,τι


μπορούσα για να το διορθώσω, χωρίς να ξέρω πώς. Αναστέναξα. «Η αλήθεια είναι πως ναι – κι όσο πιο γρήγορα, τόσο το καλύτερο», είπα για πρώτη φορά. Πότε άλλοτε δεν είχα θελήσει τόσο πολύ να φύγω όσο τώρα. Μου φαινόταν καλή ιδέα να απομακρυνθώ από το πρόβλημα. «Τι συμβαίνει, γλυκιά μου; Ο μεγάλος αθλητής δε σου φέρεται καλά;» Έγνεψα αρνητικά, αλλά δε με έβλεπε. «Όχι, μια χαρά είναι. Μόλις ξεπεράσαμε κάποιες μαλακισμένες συμπεριφορές και έμαθε δυο τρία πράγματα για το πώς φέρεσαι σε μια γυναίκα, περάσαμε πολύ καλά». Ο τόνος της θείας Μίλλι έγινε πικάντικος. «Α, μάλιστα, άρα να υποθέσω ότι πρέπει να περιμένω την έξτρα αμοιβή από μέρα σε μέρα, ε;» «Θεία Μίλλι! Για όνομα του Χριστού, νομίζεις ότι πηδιέμαι με όλους τους πελάτες μου;» «Γλυκιά μου, είσαι νέα, κουκλάρα, και εργάζεσαι ως συνοδός για ζάπλουτους και ωραίους άντρες. Εννοείται ότι θεωρώ πως θα πέσεις στην αγκαλιά τους. Αν ήμουν στη θέση σου, αυτό θα έκανα. Στο παρελθόν είχα κι εγώ τις εμπειρίες μου με ωραίους, πλούσιους άντρες». Κάθισα και άρχισα να ξύνω το νύχι μου. «Ήσουν συνοδός;» «Κουκλίτσα μου, πώς νομίζεις ότι έμαθα τόσα για αυτή τη δουλειά, για τις αμοιβές, για το πού να στέλνω τα κορίτσια μου; Εννοείται ότι έπρεπε να ήμουν κι εγώ συνοδός για να μπορέσω να διευθύνω την πιο επιτυχημένη υπηρεσία συνοδών στη χώρα. Τα έχω κάνει όλα, γλυκιά μου, μεταξύ άλλων και να πηγαίνω με πελάτες, αν και στην εποχή μου δεν πλήρωναν εξτρά. Ήταν μέρος της δουλειάς. Τώρα, όπως ξέρεις, δεν έχω οίκο ανοχής, έχω μια ευυπόληπτη επιχείρηση και πληρώνω το μερτικό μου στον θείο Σαμ. Τα βιβλία μου ελέγχονται τακτικά και κρατάω σφιχτά τα λουριά. Αν τα κορίτσια μου θέλουν να προσφέρουν κάτι παραπάνω, τότε περιμένω ότι οι άντρες θα δεχτούν αυτό το δώρο ανταποδίδοντάς το. Είδες, είναι εύκολο». «Κατάλαβα. Μάλλον νόμιζα ότι για σένα ήταν απλώς μια επιχείρηση». «Έτσι είναι. Αλλά πριν από είκοσι χρόνια, ήμουν εγώ στη θέση σου. Μόνο που εγώ δεν ήμουν τόσο έξυπνη». Μόλις το άκουσα αυτό, άρχισα να παρακολουθώ με πολύ μεγάλη προσοχή αυτά που μου έλεγε. «Εκείνη την εποχή γνώρισα και ερωτεύτηκα έναν από τους πελάτες μου, και μου ράγισε την καρδιά». Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η ιστορία επαναλαμβανόταν με την ανιψιά της, μόνο


που δε θα έλεγα ότι είχα ερωτευτεί τον Γουές… ακόμα. Η θεία Μίλλι συνέχισε: «Τώρα φέρομαι στους άντρες με τον ίδιο τρόπο που φέρονται εκείνοι στις γυναίκες. Ως κάτι το οποίο απολαμβάνεις όσο το έχεις. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Χωρίς προσδοκίες για κάτι παραπάνω, μόνο διασκέδαση και πολλή απόλαυση». Αυτό, ωστόσο, ίσχυε. Ήταν αυτό που είχα προσπαθήσει να κάνω και εγώ, χωρίς επιτυχία, γιατί η καρδιά μου μπλεκόταν στις λεπτομέρειες. Με τον Γουές είχα βουλιάξει στη συναισθηματική αναταραχή. Με τον Αλέκ ήταν διασκεδαστικά, ηδονικά, και δεν ένιωθα σαν να είχα εγκαταλείψει ή να είχα χάσει κάτι, γιατί εξαρχής δεν ήταν δικό μου. Μόλις τελείωσε ο χρόνος μας μαζί, προχωρήσαμε στο επόμενο πράγμα που μας έδινε χαρά, χωρίς καθόλου ενοχές ή ανησυχία για τον άλλο, γιατί δεν είχαμε τέτοια σχέση. Ευχόμουν να μπορούσα να κάνω το ίδιο με τον Γουές. Και εκείνη τη στιγμή υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα σήκωνα ξανά το τείχος, και θα το πετύχαινα. Όταν ήμασταν με τον Γουές, ήταν καταπληκτικά, απίστευτα θα έλεγα. Ήταν οι καλύτερες στιγμές που είχα ζήσει με κάποιον για τον οποίο νοιαζόμουν. Η εμπειρία με τον Αλέκ πλησίαζε πολύ σε αυτό. Όμως με τον Αλέκ ξέραμε ότι ήταν μόνο για λίγο, κι αυτό την έκανε τρελά παθιασμένη και κάτι που θα μας έμενε ως όμορφη ανάμνηση. Με τον Γουές μού φαινόταν γεμάτη νόημα, περιπλεγμένη από συναισθήματα με τα οποία κανείς από τους δυο μας δε θα έπρεπε από την αρχή να είχε επενδύσει στον άλλο. Εκεί ήταν που κάναμε λάθος. Επειδή, με τον τρόπο αυτό, ο Γουές και εγώ μαζί γινόμασταν αυτόματα κάτι παραπάνω. Έπρεπε κάπως να γίνει ένας διαχωρισμός, να μπουν όρια ώστε να σταματήσουμε να πληγώνουμε ο ένας τον άλλο. Ήταν κι αυτό ένα ακόμα πρόβλημα που δεν είχα καμία ελπίδα να λύσω σήμερα, ύστερα από το μπλέξιμο με τη Ρέιτσελ και τον Μέισον. Πήρα βαθιά ανάσα και έγινα ακόμα πιο αποφασισμένη. «Έχεις δίκιο. Σ’ ευχαριστώ για τη συμβουλή». «Αλίμονο», είπε και άκουσα τα νύχια της να χτυπάνε στα πλήκτρα μέσα από το ακουστικό. «Λυπάμαι που δεν πήγε καλά με τον μπεϊζμπολίστα. Πρέπει να ήταν μαρτυρικός μήνας». Θυμήθηκα τον Αλέκ και χαμογέλασα. «Βασικά, συνάντησα έναν παλιό φίλο όσο ήμασταν στο Σιάτλ».


«Τι λες; Ακούγεσαι σαν να πέρασες καλά με αυτό τον παλιό φίλο». «Όντως». Θέλησα να αλλάξω θέμα γιατί δεν ήξερα τι έλεγε ο κανονισμός σχετικά με τις συναντήσεις με παλιούς πελάτες όσον αφορά το οικονομικό σκέλος της υπόθεσης, επειδή αυτό που είχα ζήσει με τον Αλέκ, και τον περασμένο μήνα με τον Γουές, ήταν προσωπικό, ιδιωτικό, και δεν είχε καμία σχέση με τη δουλειά μου ως συνοδού. «Θα μου πεις πού πρόκειται να πάω ή θα με κρατήσεις σε αγωνία;» «Α, καλό μου παιδί, θα περάσεις πολύ ωραία. Έχεις πάει ποτέ στη Χαβάη;» Κύμα, άμμος και αντηλιακό. «Σοβαρολογείς; Θα πάω Χαβάη;» «Ναι, κούκλα! Και άκου και το άλλο: Θα κάνεις το μοντέλο!» Βόγκηξα. «Όπως με τον Αλέκ;» Πλάκα είχε να κάνω τη μούσα, όμως εκείνη η εμπειρία είχε διεισδύσει στο υποσυνείδητό μου και είχε ανακινήσει θέματα από το παρελθόν μου. Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμουν ήταν άλλη μια ανάλογη εμπειρία. Ακούστηκε ξανά ο ήχος των πλήκτρων, κι ύστερα η θεία Μίλλι έκανε τς τς με τα χείλη της. «Όχι, γλυκιά μου. Θα φωτογραφηθείς με μαγιό για έναν κορυφαίο σχεδιαστή. Λέγεται Άντζελο Ντ’Αμίκο. Σε ζήτησε γιατί σε έχει παρακολουθήσει στα κουτσομπολίστικα περιοδικά. Είδε ότι τραβάς την προσοχή και κυκλοφορείς με μεγάλα ονόματα. Αυτό είναι καλό για κάποιον που φέρνει κάτι νέο στον κλάδο του. Για να μην αναφέρω ότι φτιάχνει μαγιό για αληθινές γυναίκες». «Τι εννοείς;» «Η κολεξιόν του δεν αρχίζει από το έξτρα έξτρα σμολ· έχει από σμολ και πάνω. Θέλει πιο χυμώδεις γυναίκες για τις διαφημίσεις του. Γυναίκες που έχουν λίγο κρέας πάνω τους. Γυναίκες με στήθος που δε γεμίζει κάτω από δυο τριγωνάκια υφάσματος των πέντε πόντων. Του άρεσε που φοράς σουτιέν 36D και έχεις την κλασική σιλουέτα κλεψύδρα. Έχει ένα σλόγκαν που λέει ότι θέλει να αποδείξει πως η ομορφιά βγαίνει σε όλα τα μεγέθη ή κάτι παρόμοιο». Για δες. Ακουγόταν πραγματικά ενδιαφέρον. Ένας σχεδιαστής μόδας που ασχολιόταν με πιο ρεαλιστικά μεγέθη. «Ωραίο ακούγεται. Και επίσης… Χαβάη! Τέλεια». Άρχισα να χορεύω μέσα στο δωμάτιό μου, μην μπορώντας να πιστέψω ότι θα πήγαινα σε νησί. «Το ταξίδι θα είναι πολύ μεγάλο, χρυσό μου. Έξι ώρες Βοστόνη-Καλιφόρνια, και άλλες πέντε Καλιφόρνια-Χαβάη. Θες να μείνεις κάνα δυο μέρες στην


Καλιφόρνια, να δεις το σπίτι σου;» Σκέφτηκα τον Γουές και ότι ενδεχομένως να μπορούσα να τον δω αν δεν είχε γυρίσματα. Αμέσως απέρριψα την ιδέα. Απλώς θα δημιουργούσε περισσότερο δράμα και θα έβαζα κι άλλες συναισθηματικές σκοτούρες στο κεφάλι μου. Όχι, ήθελα να περάσω καλά, να απολαύσω τη Χαβάη. Να βρω κανέναν τυχαίο στο νησί με μοναδικό σκοπό να του πετάξω τα μάτια έξω. Ναι, αυτό θα ήταν το νέο μου σχέδιο. «Όχι, βάλε μου μια στάση δυο μέρες στο Βέγκας για να δω τη Μάντυ, τη Ζανέλ και τι κάνει ο μπαμπάς». Η Ζαν μού είχε πει ότι η Μάντυ ήταν έτοιμη να κάνει το μεγάλο βήμα με τον καινούριο φίλο της, και σκέφτηκα ότι ίσως θα ήθελε να μιλήσει με τη μεγάλη της αδελφή. «Θα φροντίσω να κλείσει η Ζαν τα απαραίτητα ραντεβού για τον καλλωπισμό μου». Η θεία Μίλλι πήρε μια ανάσα που ακούστηκε να περνάει μέσα από τα δόντια της με έναν συριγμό. «Ήθελα να σου πω γι’ αυτό. Θα χρειαστεί να κάνεις αποτρίχωση». «Πάντα κάνω», της θύμισα. «Όχι, χρυσό μου, εννοώ παντού. Τελείως. Θα φωτογραφηθείς με μαγιό. Δεν επιτρέπεται να ξεμυτίζουν τριχούλες από τα πλάγια ή να διαγράφονται κάτω από το ύφασμα όταν κάνεις φωτογράφιση μέσα στη θάλασσα». Βόγκηξα. «Μαλακία. Θα πονέσει πολύ». Σχεδόν ένιωθα ήδη τις λωρίδες του πηχτού, κολλώδους υγρού να απλώνονται στην ευαίσθητη περιοχή μου και μετά να τραβιούνται απότομα. Άουτς! «Ναι, κουκλίτσα μου, πονάει. Τα καλά νέα είναι ότι ο σχεδιαστής είναι ένας πενηντάρης Ιταλός, παντρεμένος με ένα πρώην μοντέλο, τη Ρόζα, που αναλαμβάνει τα κορίτσια. Και δε θα είσαι απασχολημένη κάθε ώρα και στιγμή. Θα έχεις μια δυο μέρες φωτογράφιση, και την υπόλοιπη εβδομάδα ρεπό. Ξέρω ότι έχουν κανονίσει μια δυο φωτογραφίσεις την εβδομάδα. Τον υπόλοιπο καιρό θα κάνεις ό,τι θες. Επιπλέον, επιβεβαίωσα ότι θα μένεις σε ένα νοικιασμένο δυάρι μπανγκαλόου πάνω στο κύμα». «Θα έχω δικό μου σπίτι; Δε χρειάζεται να μείνω μαζί τους;» «Όχι, και δε θα σου παρέχουν γκαρνταρόμπα. Αυτό είναι το μείον της υπόθεσης. Αφού όμως θα κάνεις μόνο φωτογραφίσεις και ίσως εμφανιστείς σε κάνα δυο πάρτι με το ζευγάρι, θα έχεις τον περισσότερο καιρό δικό σου και άρα θα φοράς ό,τι θέλεις. Όμως μπορείς να κρατήσεις τα μαγιό». Τέλεια!


Ένας μήνας στη Χαβάη. Η ζωή μου έγινε εκατό φορές καλύτερη. «Λες να μπορώ να πάρω μαζί τη Ζαν και τη Μάντυ;» Είχα αποταμιεύσει αρκετά από τα έξτρα είκοσι χιλιάρικα του Γουές και του Αλέκ ώστε να μπορώ να πληρώσω για εκείνες. Θα μπορούσαν να μείνουν μαζί μου, οπότε χρειαζόμασταν μόνο τα αεροπορικά και το φαγητό. «Αρκεί να πηγαίνεις στις φωτογραφίσεις – κατά τα άλλα, μπορείς να κάνεις ό,τι θες. Να τους κλείσω εισιτήρια;» «Ναι, αλλά θα σε ενημερώσω για πότε. Πρέπει να δω πότε έχει διακοπές η Μάντυ από τη σχολή και να ρωτήσω αν μπορεί να πάρει άδεια η Ζαν. Θεέ μου! Θα πάω στη Χαβάη, και θα έρθουν μαζί η αδερφή μου και η κολλητή μου! Είναι η καλύτερη μέρα της ζωής μου!» τσίριξα στο τηλέφωνο, και η θεία μου γέλασε. «Χαίρομαι που ευχαριστήθηκες, κουκλίτσα μου. Μην ξεχάσεις μόνο ότι πρέπει να ξεριζωθούν όλες οι τρίχες από την περιοχή του μπικίνι». Ρουθούνισα. «Θα σου στείλω e-mail με τις πτήσεις και τις λεπτομέρειες. Θες να σου κλείσω την πρώτη πρωινή πάλι, έτσι;» «Ναι, θέλω να ξεκινήσω νωρίς». Μου άρεσε να αποχωρώ απαρατήρητη, πριν καταλάβει ο πελάτης μου ότι έφευγα. Τις τελευταίες τρεις φορές είχε πάει καλά, και δεν έβλεπα τον λόγο να το αλλάξω τώρα. «Σ’ αγαπώ, θεία Μίλλι». «Κι εγώ, κουκλίτσα μου», είπε και έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να πει αντίο. Τώρα που είχε κλείσει αυτό το θέμα, έπρεπε να βρω έναν τρόπο να τα ξαναφτιάξω στη Ρέιτσελ και τον Μέισον. Την ώρα που έβαζα το κινητό μου στην κωλότσεπη, χτύπησε πάλι. «Εμπρός;» «Η Μία Σόντερς;» ρώτησε μια σοβαρή αλλά σιγανή φωνή. «Μάλιστα, ποιος είναι;» «Τηλεφωνώ από το Κεντρικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης στο Κέιμπριτζ. Έχουμε τον Μέισον Μέρφυ, τον σύντροφό σας, στα Επείγοντα». «Θεέ μου». Κοίταξα γύρω μου, νιώθοντας τον πανικό να με κυριεύει. Εντόπισα την τσάντα μου πάνω στη σιφονιέρα, την πήρα και άρχισα να κατεβαίνω τη σκάλα για να φύγω. «Είναι καλά; Τι συνέβη;» «Έχει μερικές μελανιές και μια διάσειση η οποία αντιμετωπίζεται. Έπαθε ένα μικρό ατύχημα με το αυτοκίνητο μαζί με άλλους δυο παίκτες, που δέχονται και


αυτοί τις φροντίδες των γιατρών. Μπορείτε να έρθετε; Ζήτησε επίσης κάποια Ρέιτσελ Ντέντον, αλλά δεν απαντάει στο τηλέφωνο». «Θα τη βρω εγώ. Είναι όντως καλά;» «Μάλιστα, κυρία μου. Θα μείνει εδώ απόψε. Τώρα είναι με τους γιατρούς. Μάλλον θα πάρει εξιτήριο σε μερικές ώρες. Καλό θα είναι να έρθει κάποιος να τον πάρει». «Βέβαια, βέβαια. Θα ενημερώσω και την οικογένειά του, για παν ενδεχόμενο». «Βεβαίως, κυρία μου. Τα λέμε σε λίγο». Έκλεισα το τηλέφωνο και κοντοστάθηκα στον δρόμο έξω από το σπίτι του Μέισον, χωρίς να ξέρω από πού να αρχίσω. Δε γνώριζα ποιο ήταν το τηλέφωνο του πατέρα του, και η Ρέιτσελ δεν απαντούσε στις κλήσεις μου. Μετά θυμήθηκα ότι ο αδερφός του δούλευε στο «Μαύρο Τριαντάφυλλο». Στη χειρότερη περίπτωση, κάποιος εκεί θα μπορούσε να μου δώσει το τηλέφωνο του αδερφού του. Πήρα τις πληροφορίες καταλόγου και με συνέδεσαν με το μπαρ. «Παμπ Μαύρο Τριαντάφυλλο, είμαι ο Μπρέιντεν», απάντησε ο αδερφός του στο τηλέφωνο, και ένιωσα να μου κόβονται τα γόνατα. Κάθισα στο σκαλοπάτι και συνήλθα. «Μπρέιντεν, η Μία είμαι. Ο αδερφός σου είχε ένα μικροατύχημα με το αμάξι και βρίσκεται στο Κεντρικό Νοσοκομείο στο Κέιμπριτζ». «Τι πράγμα; Είναι καλά;» «Εντάξει είναι. Έχει διάσειση και μερικές μελανιές. Πηγαίνω τώρα εκεί, αλλά πρέπει να βρω τη Ρέιτσελ, την κοπέλα του», είπα, ξεχνώντας προς στιγμή τον ρόλο μου. «Δεν είσαι εσύ η κοπέλα του;» με ρώτησε, με μια χροιά στη φωνή που δεν είχα ξανακούσει. Αναστέναξα, σηκώθηκα όρθια και σήκωσα το χέρι για να σταματήσω ένα ταξί. «Όχι, ήταν όλα ψέματα. Η Ρέιτσελ, η ξανθιά από τις προάλλες, είναι η αληθινή του κοπέλα, μόνο που τα έχει πάρει στο κρανίο και με τους δυο μας γιατί νομίζει ότι ο Μέισον την απάτησε μαζί μου, και δεν μας απαντάει στα τηλέφωνα. Ο Μέισον έχει τραυματιστεί και θέλει τη γυναίκα που αγαπάει δίπλα του. Πρέπει να τη βρω». Τότε ο Μπρέιντεν έκανε το τελευταίο πράγμα που περίμενα υπό αυτές τις


συνθήκες. Άρχισε να γελάει. Δυνατά. «Δε με άκουσες;» «Μία, Μία, λες την ωραία ξανθιά που είναι συνέχεια μαζί του; Μια με μεγάλα γαλάζια μάτια, αδύνατη, με σέξι ταγέρ;» Επιτέλους με είδε ένας ταξιτζής και σταμάτησε δίπλα στο πεζοδρόμιο. Μπήκα μέσα, και πάνω που ήμουν έτοιμη να του πω να με πάει στο νοσοκομείο, ο Μπρέιντεν χαχάνισε και μου απάντησε: «Εδώ είναι, στο μπαρ. Το έχει ρίξει στο ποτό. Θες να την κρατήσω;» Απ’ ό,τι φαίνεται, το σύμπαν είχε αποφασίσει να μου χαμογελάσει απόψε. Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε. Τέτοια πράγματα δε μου συνέβαιναν σχεδόν ποτέ. «Ναι, νέρωσέ της τα ποτά. Σε ένα τέταρτο θα είμαι εκεί». «Στην παμπ Μαύρο Τριαντάφυλλο, και αν κάνεις γρήγορα, θα σου δώσω ένα εικοσαδόλαρο επιπλέον!» είπα στον ταξιτζή. «Έγινε, κυρία. Η γυναίκα μου όλο γκρινιάζει ότι δε βγάζω κάτι παραπάνω. Ένα εικοσάρικο είναι ό,τι πρέπει!» «Αν είμαστε εκεί σε δέκα λεπτά, θα σου δώσω σαράντα». Το ταξί χώθηκε στην κίνηση, έκανε αναστροφή και έφυγε με ταχύτητα για το μπαρ. Πρέπει να χρειαζόταν πραγματικά τα λεφτά, γιατί σε έντεκα λεπτά είχαμε φτάσει. Δεν κάθισα να πιάσω κουβέντα για το έξτρα λεπτό. Πλήρωσα τον λογαριασμό και του πέταξα τα επιπλέον σαράντα στο κάθισμα. «Ευχαριστώ, μάγκα!» φώναξα, πετάχτηκα έξω από το ταξί, άνοιξα την πόρτα του μπαρ και άρχισα να κοιτάζω τους θαμώνες έναν έναν. Η Ρέιτσελ καθόταν με καμπουριασμένη πλάτη και μαλλιά ανάστατα που έπεφταν από τον περίπλοκο κότσο, με τούφες να πετάγονται προς κάθε κατεύθυνση. Έπνιγε τον πόνο της στο ποτό. «Δόξα τω Θεώ!» φώναξα και την πλησίασα. Συνοφρυώθηκε. Ακόμη και με το πρόσωπο αλλοιωμένο από το συνοφρύωμα, εξακολουθούσε να είναι απίστευτα όμορφη. Ήταν από τις γυναίκες εκείνες που τις βλέπεις να ψωνίζουν στο σουπερμάρκετ ή να στέκονται στην ουρά στο ταχυδρομείο και λες από μέσα σου, γαμώτο, θα ’θελα να ’μαι κι εγώ τόσο κομψή και αριστοκρατική όσο αυτή. «Ρέιτς, δόξα τω Θεώ που σε βρήκα!» είπα και σωριάστηκα στο σκαμπό δίπλα της.


«Γιούπι». Το δάχτυλό της σηκώθηκε στον αέρα και έκανε μια κίνηση σαν ανεμοστρόβιλος. «Δεν μπορώ να πω ότι χαίρομαι που είσαι εδώ, αντροχωρίστρα!» Οι γαλάζιοι δίσκοι στένεψαν σαν σχισμές, πετώντας κεραυνούς προς το μέρος μου. Μου την έδινε που με κοιτούσε έτσι. «Ρέιτς…» αποπειράθηκα πάλι. Με διέκοψε. «Δε βρίσκεις αρκετούς άντρες στη δουλειά σου; Κοίτα εμφάνιση». Τα μάτια της με περιεργάστηκαν αποπάνω μέχρι κάτω. «Είσαι τέλεια. Μια γυναίκα που αξίζει να καταφέρει έναν άντρα σαν τον Μέισον Μέρφυ. Κι εκείνος τέλειος είναι, ξέρεις. Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι, που λένε». Ήπιε μια γουλιά από ένα φρουτώδες μαρτίνι που είχε μπροστά της και έγλειψε τα χείλη της. «Να ξέρεις», μου είπε κουνώντας μου το δάχτυλο, «χαίρομαι που ήρθαν έτσι τα πράγματα. Τουλάχιστον τώρα ξέρω με σιγουριά ότι δε θα μπορούσα ποτέ να είμαι με έναν άντρα σαν αυτόν. Τέτοιο αρσενικό δε γίνεται να είναι ευτυχισμένο μαζί μου. Όχι όταν μπορεί να έχει μια εξωτική γυναίκα σαν εσένα!» Βόγκηξα και την αγκάλιασα από τους ώμους. Εκείνη δάγκωσε το χείλι της και σταμάτησε να μιλάει. «Άκουσέ με», την ταρακούνησα. «Ο Μέισον αγαπάει εσένα. Εσένα!» Τα ματιά της άνοιξαν διάπλατα και άρχισε να καταρρέει μπροστά μου. Τα χείλη της σούφρωσαν και τα ωραία μάτια της γέμισαν δάκρυα που δεν κύλησαν. Έγνεψε αρνητικά, απρόθυμη να το πιστέψει. «Ναι! Σε αγαπάει, κι αν καθόσουν να τον ακούσεις για πέντε λεπτά, θα το καταλάβαινες κι εσύ! Μπήκες στον κόπο να ακούσεις κανένα από τα μηνύματα που σου αφήσαμε;» Τότε άρχισε να τρέμει και έγνεψε αρνητικά, με δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά της. «Χριστέ μου, παρά την εξυπνάδα σου, ώρες ώρες γίνεσαι πολύ χαζή!» τη μάλωσα. Οι ώμοι της καμπούριασαν, σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος και ζάρωσε. «Φύγε». «Δεν μπορώ!» ξεφώνισα, χάνοντας την ψυχραιμία μου. Ένιωθα τη ζέστη που εκτοξευόταν από τους πόρους μου ενώ της φώναζα κατάμουτρα. «Ο Μέισον είναι στο νοσοκομείο και ζητάει την κοπέλα του. Την πραγματική κοπέλα του».


10 «ΘΑ ΚΑΝΩ ΕΜΕΤΟ». Το πρόσωπο της Ρέιτσελ πάνιασε και έκλεισε το στόμα με το χέρι της. Ένας κουβάς εμφανίστηκε μπροστά της από το πουθενά, και έχασε τον έλεγχο. Ξέρασε με απανωτά αναγουλιάσματα μέσα στον κουβά, βγάζοντας όλο το αλκοόλ που είχε πιει. Της έτριψα την πλάτη και κοίταξα τον Μπρέιντεν. Το ύφος του τα έλεγε όλα. Θλίψη και ανησυχία. Μόλις τελείωσε, ο Μπρέιντεν πήρε τον κουβά και πήγε στο πίσω δωμάτιο. Οδήγησα μια Ρέιτσελ που έτρεμε σαν το φύλλο στις γυναικείες τουαλέτες. Ξέπλυνε το στόμα της και της έδωσα μια τσίχλα για να διώξει τη γεύση και τη μυρωδιά. Μετά τράβηξα τα τσιμπιδάκια από τα μαλλιά της και άφησα ελεύθερες τις μπούκλες της. Ψαχούλεψα την τσάντα της· δεν είχε μπει καν στον κόπο να τη βγάλει όσο έπινε στο μπαρ. Βρήκα μια βούρτσα και ξέμπλεξα αργά αργά όλους τους κόμπους από τα μαλλιά της, ώσπου γυάλισαν ξανά σαν χρυσαφένιο νήμα. Της έδωσα ένα βρεγμένο κομμάτι χαρτί για να καθαρίσει τα ρυάκια από μάσκαρα που είχαν μείνει στα μάτια και τα μάγουλά της. Ύστερα σκάλισα πάλι την τσάντα της και εντόπισα το λιπγκλός. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο· προφανώς η γυναίκα δεν κουβαλούσε βαφτικά μαζί της, παρόλο που είχε μια πούδρα. Της τα έδωσα και τα δυο κι εκείνη έφτιαξε το πρόσωπό της όσο καλύτερα μπορούσε. «Τι έπαθε ο Μέισον;» Η φωνή της έτρεμε, και άρχισε να ξαναγίνεται η Ρέιτσελ που ήξερα ως φίλη μου. «Ήταν με μερικούς συμπαίκτες του και χτύπησε με το αυτοκίνητο. Έπαθε διάσειση και σε μερικές ώρες θα τον αφήσουν να βγει από το νοσοκομείο. Δεν τον έχω δει. Ήθελε εσένα, γι’ αυτό έφαγα τον κόσμο να σε βρω». Κατάπιε ένα αναφιλητό. «Εμένα ήθελε;»


Έγνεψα καταφατικά και έβαλα το χέρι μου στον ώμο της. «Ρέιτσελ, σου ορκίζομαι ότι δεν έγινε τίποτα. Ήμασταν μεθυσμένοι. Πολύ μεθυσμένοι. Τόσο πολύ, που βγάζαμε φωτιές από το στόμα. Σου ορκίζομαι στον Θεό ότι δεν είχα ιδέα πως δεν ήμουν στο δικό μου το κρεβάτι. Απλώς πέσαμε στο δικό του και κοιμηθήκαμε. Τέλος. Δεν έγινε τίποτα άλλο». Τα μάτια της έκλεισαν και το σαγόνι της χαμήλωσε. «Σε πιστεύω». Πήρα μια πελώρια αναζωογονητική ανάσα, αποβάλλοντας τη στενοχώρια και την ενοχή ημερών. «Δόξα τω Θεώ. Ο Μέισον ήταν σαν χαμένος χωρίς εσένα. Νόμιζε ότι δε θα σε ξανακερδίσει ποτέ». «Αυτό δε σημαίνει ότι είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο, Μία. Όπως σου είπα και πριν, μόλις τον είδα μαζί σου, μου άνοιξαν τα μάτια. Δεν του ταιριάζει μια γυναίκα καριέρας. Του ταιριάζει κάποια που της αρέσει να περνάει καλά, που μπορεί να πηγαίνει στους αγώνες του, να ταξιδεύει μαζί του σε όλη τη χώρα, και να είναι στο πλευρό του. Εγώ δε θα μπορώ να το κάνω συχνά αυτό». «Σοβαρολογείς τώρα; Κι όλες εκείνες οι δουλειές; Εργάζεσαι στην εταιρεία δημοσίων σχέσεων που τον εκπροσωπεί. Απευθύνεται σ’ εσένα για ό,τι έχει να κάνει με χορηγούς και τέτοια πράγματα. Σε χρειάζεται κοντά του πολύ πιο συχνά απ’ όσο λες». Το κεφάλι της έγειρε στο πλάι. «Όντως…» Οι τρίχες στον αυχένα μου ηλεκτρίστηκαν. Είχε αρχίσει να πείθεται. «Και ποιος θα τον συγκρατεί για να μη γίνεται ρεζίλι στα μίτινγκ; Τον είδες πώς κάνει. Ακόμα δεν ξέρει τι του γίνεται. Θα τον εκμεταλλεύονταν, αν δεν ήσουν εσύ εκεί. Ο μόνος λόγος που τα καταφέρνει είσαι εσύ. Τώρα που οι προτάσεις πέφτουν βροχή, και θα συνεχίσουν να πέφτουν βροχή, θα χρειαστεί μια δημοσιοσχετίστρια που να ασχολείται αποκλειστικά μαζί του. Είμαι βέβαιη γι’ αυτό. Και αυτή είσαι εσύ. Μόνο εσένα εμπιστεύεται». Έδιωξε τα μαλλιά από τα μάτια της και ίσιωσε την πλάτη της. «Έχεις δίκιο. Θα τον είχαν ξεγελάσει. Παραείναι δοτικός και ανέμελος. Παρόλο που δεν το κάνει αποκλειστικά για τα λεφτά –ξέρω ότι λατρεύει το άθλημα–, προσπαθούσαν να του δώσουν λιγότερα». «Ακριβώς. Και εσύ το κατάλαβες. Εσύ, Ρέιτσελ». Έδειξα με το δάχτυλο το στήθος της. «Εσύ είσαι η ιδανική για εκείνον». Τα μάτια της έλαμψαν από κάτι που θα μπορούσε μόνο να περιγραφεί ως


ανανεωμένη αίσθηση της προσωπικής της αξίας. «Πρέπει να πάμε κοντά του!» είπε. Βγήκαμε και οι δυο φουριόζες από το μπαρ. «Μπρέιντεν, θα σου τηλεφωνήσω μόλις μάθω τι συμβαίνει». Ανασήκωσε ήρεμα το σαγόνι του σε ένα νεύμα που έλεγε σιωπηρά έγινε, ή κάτι εξίσου μάτσο. «Χρέωσε τα ποτά στον Μέισον». «Τα έβαλα ήδη στον λογαριασμό του», είπε χαμογελώντας πλατιά. «Μαζί μ’ αυτό», συμπλήρωσε σηκώνοντας μια μπίρα, που την έφερε στα χείλη του και ήπιε μια γερή γουλιά. Κούνησα το κεφάλι και βγήκα από το μαγαζί. ***

Στο νοσοκομείο γινόταν της τρελής. Απ’ ό,τι μάθαμε, μια μεγάλη νταλίκα δίπλωσε στην εθνική και προκάλεσε καραμπόλα δεκατεσσάρων αυτοκινήτων. Παντού υπήρχαν άνθρωποι που κρατούσαν γάζες στα κεφάλια, στα χέρια και τα πόδια τους. Έκανα μια γκριμάτσα και πήγα καρφί στο γκισέ των πληροφοριών. «Μία Σόντερς λέγομαι, έχουμε έρθει για τον Μέισον Μέρφυ». Η γυναίκα αναζήτησε το όνομά του στον υπολογιστή. «Τον μετέφεραν προσωρινά σε θάλαμο. Στον δεύτερο όροφο, στο δωμάτιο 130». «Ευχαριστούμε». Η Ρέιτσελ κι εγώ πήγαμε στο ασανσέρ και περιμέναμε καρτερικά. «Να πάει να γαμηθεί», είπα κάποια στιγμή, και πήγαμε από τις σκάλες. Ανεβήκαμε στον δεύτερο και αρχίσαμε να ψάχνουμε για το δωμάτιό του. Μόλις το βρήκαμε, κόψαμε και οι δύο ταχύτητα. Κράτησα τα χέρια της Ρέιτσελ, και για μια στιγμή γίναμε ένα. Γίναμε ένα όπως γίνονται οι αδερφές ή οι καλύτερες φίλες, παρηγορώντας και στέλνοντας θεραπευτική ενέργεια η μια στην άλλη. Έπειτα από κάνα δυο αργές αναπνοές, γυρίσαμε και ανοίξαμε την πόρτα. Μπήκα εγώ πρώτη, με τη Ρέιτσελ να ακολουθεί αθόρυβα πίσω μου. Ο Μέισον ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι με τα μάτια κλειστά. Τα φώτα ήταν χαμηλωμένα και ο πατέρας του καθόταν σε μια πολυθρόνα στην άκρη. «Μία, γλυκό μου κορίτσι, επιτέλους κατάφεραν να επικοινωνήσουν μαζί σου», είπε ο Μικ και με αγκάλιασε. Τον έσφιξα στην αγκαλιά μου ενώ η Ρέιτσελ στεκόταν κοντά στο κρεβάτι του Μέισον. Τα μάτια του άνοιξαν και έγλειψε το σκισμένο του χείλι. Μια σειρά από


ράμματα, όχι πάνω από πεντέξι, απλωνόταν στο μέτωπό του. Είχε διάφορες γρατζουνιές και γδαρσίματα στα χέρια, αλλά δε φαινόταν να έχει κανένα σπάσιμο ή καμιά άλλη βλάβη. «Ρέιτσελ…» Το χέρι του τεντώθηκε κι εκείνη το έσφιξε μέσα στα δικά της. Όλα τα δάκρυα που συγκρατούσε κατά τη διάρκεια της διαδρομής με το αυτοκίνητο επανεμφανίστηκαν και κύλησαν στα μάγουλά της, στάζοντας πάνω στο χέρι του Μέισον που είχε φέρει κοντά στο πρόσωπό της. «Μωρό μου, είμαι καλά. Εσύ, για σένα ανησυχώ…» «Ε, νομίζω ότι κάτι δεν έχω καταλάβει», είπε ο Μικ ξεροβήχοντας και με έσφιξε περισσότερο σαν να προσπαθούσε να με προστατέψει. Τι καλός άνθρωπος. Ανησυχούσε για τον γιο του και τη δήθεν κοπέλα του. Του ανταπέδωσα την αγκαλιά και έγνεψα αρνητικά κουνώντας πέρα δώθε το κεφάλι. «Όλα καλά», του ψιθύρισα. Η Ρέιτσελ κοίταξε τον Μικ, και το πρόσωπό της πήρε ένα ύφος σαν τρομαγμένο ποντικάκι. Ο Μέισον αντέδρασε αμέσως. «Ε, όμορφη. Κοίταξέ με. Με συγχωρείς, δεν έγινε τίποτα. Σου το ορκίζομαι», είπε επαναλαμβάνοντας σχεδόν τα ίδια λόγια που της είχα πει κι εγώ νωρίτερα. «Δε θα μπορούσε να συμβεί. Μόνο εσένα θέλω. Μόνο εσύ υπάρχεις για μένα». «Μη μιλάς, έχεις ανάγκη από ξεκούραση». Η φωνή της ήταν βραχνή σαν να είχε καπνίσει ένα πακέτο Camel άφιλτρα το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο. Εκείνος κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι και έκανε έναν μορφασμό πόνου. Το χέρι της σηκώθηκε και τον χάιδεψε από την πλευρά που δεν είχε τραύματα. Απ’ όσο έβλεπα, μάλλον το κεφάλι του είχε χτυπήσει στο παράθυρο και άνοιξε. Τα γυαλιά πρέπει να ήταν ο λόγος που είχε γεμίσει μικρογρατζουνιές και γδαρσίματα. «Δεν έχω ανάγκη από ξεκούραση. Αυτό που έχω ανάγκη είναι να με ακούσει η γυναίκα που αγαπάω!» γόγγυξε, και ο πατέρας του κι εγώ σταθήκαμε τελείως ακίνητοι και αμίλητοι, παρακολουθώντας τη σκηνή που εκτυλισσόταν μπροστά μας. Εμένα μου φαινόταν πανέμορφη. Ο πατέρας του είχε σαστίσει. «Μέισον…» Η Ρέιτσελ έχασε τη μιλιά της. Τράβηξε το χέρι της προς το μέρος του, φέρνοντας το σώμα της πιο κοντά του. «Μάλιστα. Σ’ αγαπώ. Σ’ αγάπησα από την πρώτη νύχτα. Δε θα έκανα ποτέ κάτι για να το καταστρέψω αυτό. Όχι όπως νομίζεις. Δεν έγινε το παραμικρό


ανάμεσα σ’ εμένα και τη Μία, το παραμικρό!» Ο τόνος της φωνής του υψώθηκε, κι εκείνη ακούμπησε δυο δάχτυλα στα χείλη του. «Μου τα είπε ήδη η Μία. Και σε πιστεύω. Συγγνώμη που αμφέβαλα για σένα». «Είχες τους λόγους σου. Αλλά, μωρό μου, μετά το σημερινό τρακάρισμα… θα μπορούσε να ήταν πολύ χειρότερα και να μη σε είχα και δίπλα μου τώρα. Δε θέλω καν να το σκέφτομαι…» Η φωνή του βάρυνε από τη συγκίνηση. «Σε χρειάζομαι. Πάντα. Στο πλευρό μου». Τα μεγάλα γαλάζια μάτια της Ρέιτσελ ήταν θολά και μαλακά, εστιασμένα μόνο στον άντρα που βρισκόταν μπροστά της. «Τότε θα είμαι εκεί. Θα κάνω ό,τι χρειάζεσαι. Γιατί κι εγώ σ’ αγαπώ». Ήθελα να χοροπηδήσω από τη χαρά μου και να βγω έξω να το φωνάξω, αλλά συμβιβάστηκα με ένα τεράστιο χαμόγελο. «Γιε μου…» είπε ο Μικ, πηγαίνοντας από την άλλη πλευρά του κρεβατιού. «Πρέπει να δώσεις μερικές εξηγήσεις», πρόσθεσε με σχετικά εύθυμο τόνο. «Μπαμπά, να σου συστήσω τη Ρέιτσελ. Θα γίνει η βασική δημοσιοσχετίστριά μου, αν δεχτεί τη δουλειά». Εκείνη έγνεψε καταφατικά, χαμογελώντας πλατιά. «Και επιπλέον, είναι η κοπέλα μου. Η πραγματική κοπέλα μου». Το χαμόγελό της ήταν τόσο λαμπερό, που φώτισε το δωμάτιο όπως έκανε πάντα από τη στιγμή που τη γνώρισα. «Χαίρετε, κύριε Μέρφυ. Λέγομαι Ρέιτσελ Ντέντον και είμαι ερωτευμένη με τον γιο σας». Ο Μικ κοιτούσε μια τη Ρέιτσελ, μια τον γιο του και μια εμένα. Έδειξε με τον αντίχειρά του εμένα, που στεκόμουν πίσω τους. «Και η Μία;» «Είναι συνοδός» αποκρίθηκε απλά ο Μέισον. Μου ήρθε να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Τα μάτια του πατέρα του γούρλωσαν τόσο πολύ, που μου φάνηκε ότι μπορούσα να δω κατευθείαν τον εγκέφαλό του. «Α, όχι, όχι. Δεν είναι αυτό που νομίζετε!» προσπάθησε να το μαζέψει η Ρέιτσελ. «Μπαμπά, όχι· την προσλάβαμε για να βοηθήσει το ίματζ μου. Είχα ανάγκη από μια κοπέλα, και σε εκείνη τη φάση δεν τα είχαμε φτιάξει ακόμα με τη Ρέιτσελ. Η Μία μάς ενθάρρυνε να το κάνουμε». Αυτό ναι, ήταν αλήθεια. «Συγγνώμη που δε σου είπα όλη την αλήθεια, Μικ, αλλά ήταν κομμάτι του ρόλου μου. Μπορείς να με συγχωρέσεις;» Πετάρισα τις βλεφαρίδες μου με ένα


ύφος που πίστευα ότι θα τον έκανε να με λυπηθεί. «Να μας συγχωρέσεις;» πρόσθεσε και ο Μέισον, κοιτώντας τον κι εκείνος παρακαλετά. Ο Μικ κάτι μουρμούρισε και χτύπησε τον γιο του στον ώμο για να δείξει την υποστήριξή του. Πάντα τον υποστήριζε. «Γιε μου, αν αυτή η ωραία κυρία είναι το κορίτσι σου και την αγαπάς όπως λες, τότε είμαι βέβαιος ότι θα την αγαπήσω κι εγώ. Αλλά αν μου ξαναπείς ποτέ ψέματα, θα σου αργάσω το τομάρι χειρότερα από το τροχαίο. Μ’ ακούς;» Μόλις το ακούσαμε, η Ρέιτσελ κι εγώ σκάσαμε στα γέλια. Ο Μέισον μούτρωσε. «Ναι, μπαμπά. Σ’ ακούω». ***

Ήταν νωρίς. Ο ήλιος δεν είχε φανεί ακόμα στον ορίζοντα όταν έκλεισα το φερμουάρ της βαλίτσας μου και την κατέβασα αθόρυβα στον κάτω όροφο. Ο Μέισον και η Ρέιτσελ κοιμούνταν στη μεγάλη κρεβατοκάμαρα· όταν οι γιατροί χτες άφησαν τον Μέισον να φύγει, γυρίσαμε στο σπίτι και ο πατέρας του μαγείρεψε να φάμε. Είπε ότι το κρυολόγημα θέλει φαγητό για να στρώσει. Φυσικά, ο Μέισον δεν είχε πάθει κρυολόγημα, αλλά ατύχημα, κανείς μας όμως δε θεώρησε φρόνιμο να το επισημάνει. Είχα την αίσθηση ότι ο πατέρας του ένιωθε την ανάγκη να κάνει κάτι για να βοηθήσει, κυρίως να περάσει χρόνο με τον γιο του μέχρι να βεβαιωθεί ότι ήταν εντάξει. Αφού φάγαμε, πέρασαν για επίσκεψη και τα τρία αδέρφια του. Ο Σον με την καινούρια του κοπέλα. Δεν ήταν εκείνη της οποίας τη φωτογραφία μού είχε δείξει την τελευταία φορά που είχα πάει σπίτι τους για φαγητό, αλλά έτσι άστατοι είναι οι έφηβοι. Εδώ, έτσι είμαι εγώ! Πηδάω από άντρα σε άντρα κάθε μήνα, χωρίς να ξέρω πού θα βρεθώ και πότε. Τα αδέρφια του δεν κάθισαν πολύ – ίσα ίσα να τον πειράξουν για το ατύχημα και που είχε δυο γκόμενες για πάρτη του, πράγμα που έκανε τη Ρέιτσελ να νιώσει εξαιρετικά άβολα, μην έχοντας προλάβει να συνηθίσει τη συμπεριφορά της οικογένειας Μέρφυ, παρόλο που ήξερα ότι στο τέλος θα ένιωθε σαν στο σπίτι της. Η Έλλι έπαιζε μεγάλο ρόλο σε αυτό. Λόγω της εμφάνισής της, η Έλλι πίστεψε ότι η Ρέιτσελ ήταν αληθινή πριγκίπισσα. Όπως η μητέρα τους, η Ρέιτσελ ήταν κομψή, απέπνεε βασιλικό


αέρα, μιλούσε απαλά και είχε κλασική ομορφιά. Είχα ένα προαίσθημα ότι οι δυο τους θα κατάφερναν να μείνουν μαζί για πάντα, και έλπιζα ότι ακόμη και μετά από όσα είχαν συμβεί, προς το τέλος της παραμονής μου, θα ήθελαν να κρατήσουν τις γραμμές επικοινωνίας ανοιχτές. Διέσχισα τώρα το σκοτεινό σπίτι, έκανα λίγο καφέ και τον ήπια αργά κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Ο καιρός που είχα περάσει με τον Μέισον ήταν αν μη τι άλλο ενδιαφέρων. Είχα ζήσει καταπληκτικές στιγμές παρακολουθώντας τους αγώνες του από τις καλύτερες θέσεις του γηπέδου, κάνοντας παρέα με τους παίκτες, γνωρίζοντας τη ζωή μιας ΣυΚαιΦί, και κυρίως βλέποντας από κοντά πώς λειτουργεί μια ομάδα. Άνθρωποι που στηρίζουν ο ένας τον άλλο και παίζουν μπάλα σαν καλολαδωμένη μηχανή: κανείς δεν είναι σημαντικότερος από τον άλλο και το σύνολο είναι μια ομορφιά. Είχα αγαπήσει ακόμη περισσότερο την ομάδα των Ρεντ Σοξ από τότε που ήρθα στη Βοστόνη, παρόλο που ήμουν και από πριν φανατική οπαδός τους. Επίσης, θα μου έλειπαν οι σύζυγοι και οι φιλενάδες που είχα γνωρίσει. Είχαν τη δική τους κλίκα και είχα ευχαριστηθεί πάρα πολύ τη συμμετοχή μου στο θηλυκό τους κλαμπ αυτό τον μήνα. Η Σάρα, η Μόργκαν, και φυσικά η μικρή Κρις, δε θα ξεχνιούνταν εύκολα. Ήταν εκλεκτές γυναίκες που στήριζαν τους άντρες τους εκατό τοις εκατό. Τους έστειλα σιωπηλά τις ευχές και την αγάπη μου. Πάνω απ’ όλα, πάντως, είχα παρακολουθήσει ένα ζευγάρι να ερωτεύεται. Δυο άνθρωποι, που δεν πί-στευαν ότι ήταν κατάλληλοι, ότι δεν ταιριάζουν, είχαν ανακαλύψει ότι το μόνο πράγμα που δεν άντεχαν ήταν να είναι χώρια. Στην τελική, η Ρέιτσελ και ο Μέισον συμπλήρωναν ο ένας τον άλλο· ήταν ο ένας το γιν στο γιανγκ του άλλου. Ήμουν τρισευτυχισμένη που ο Μέισον είχε πάψει να συμπεριφέρεται σαν γουρούνι. Νομίζω ότι ίσως είχε βρει αυτό τον τρόπο για να υψώσει γύρω του ένα τείχος. Ένα τείχος που θα απομάκρυνε τις καλές γυναίκες, ίσως γιατί δεν ένιωθε αντάξιος ή αρκετά καλός για μια γυναίκα μεγάλου βεληνεκούς. Μόλις έκανε αυτές τις αλλαγές, μόλις άρχισε να ζει για τον ίδιο και να ανακαλύπτει τη θέση του στον κόσμο, του ήταν πιο εύκολο να δει ότι δεν είχε ανάγκη από καμία βιτρίνα. Μπορούσε να διακινδυνεύσει να είναι ο εαυτός του, και μόλις το έκανε, ανοίχτηκε μπροστά του ένας ολόκληρος κόσμος ευτυχίας, δηλαδή αυτή η γλυκιά


γυναίκα που κοιμόταν πλάι του, έτοιμη να τον φροντίσει από κάθε άποψη που είχε σημασία: επαγγελματικά, σωματικά, διανοητικά και συναισθηματικά. Για τη Ρέιτσελ, νομίζω ότι χρειάστηκε σχεδόν να τον χάσει για να συνειδητοποιήσει ποια ήταν, και ότι αυτό που είχε ήταν αρκετό για εκείνον. Παραπάνω από αρκετό. Η γυναίκα που έδειχνε στον έξω κόσμο ήταν ακριβώς εκείνη η γυναίκα που ερωτεύτηκε ο Μέισον, αυτή με την οποία ήμουν σίγουρη ότι μια μέρα θα ανέβαινε τα σκαλιά της εκκλησίας. Μόλις τελείωσα τον καφέ μου, έβγαλα τα επιστολόχαρτά μου. Μέισον, Κάτι που δεν ξέρεις για μένα είναι ότι δε μου αρέσουν οι αποχαιρετισμοί. Είναι δυσάρεστοι και άβολοι, και αυτός είναι ο λόγος που σε αφήνω κοιμισμένο στην αγκαλιά της γυναίκας που αγαπάς. Της γυναίκας που ήσουν προορισμένος να αγαπήσεις. Είναι τιμή μου που με επέλεξες να παραστήσω τη φιλενάδα σου. Διασκέδασα περισσότερο τον τελευταίο μήνα απ’ όσο όλα τα προηγούμενα χρόνια μαζί. Και έμαθα μερικά πράγματα. Παίρνω μαζί μου τη γνώση ότι πρέπει πάντοτε να παρουσιάζεις τον καλύτερό σου εαυτό και να είσαι ανοιχτός τις ευκαιρίες που βρίσκονται μπροστά σου. Είναι σημαντικό να παίρνεις ρίσκα για να βρεις την ευτυχία, και πάρα πολύ συχνά οι άνθρωποι κολλάνε στην καθημερινή ρουτίνα, ή νομίζουν ότι η ζωή που κάνουν δεν μπορεί να γίνει καλύτερη, ακόμα κι όταν ξέρουν ότι δεν είναι ευτυχισμένοι. Επέλεξες την ευτυχία, και αυτή είχε τη μορφή μιας γλυκιάς, όμορφης ξανθιάς. Να της φερθείς όπως της αξίζει. Παίρνει και εκείνη ρίσκα δίνοντάς σου ολοκληρωτικά τον εαυτό της. Ρέιτσελ, Φρόντισέ τον. Χρειάζεται μια δυνατή γυναίκα που δε θα ανέχεται τις σαχλαμάρες του. Ξέρω ότι είσαι εσύ αυτή. Θα μου λείψετε και οι δυο και θα σας σκέφτομαι συχνά. Σας ευχαριστώ που μου δείξατε πόσο όμορφη μπορεί να είναι η ζωή – αρκεί να διαλέξω την ευτυχία. Μια μέρα, είμαι σίγουρη ότι θα βρω αυτό που πρέπει, κι όταν το κάνω, και έρθει η κατάλληλη στιγμή, δε θα το αφήσω ποτέ.Ούτε κι εσείς μην αφήσετε ποτέ ο ένας τον άλλο. Με όλη μου την αγάπη,


Μία Άφησα το σημείωμα στον πάγκο της κουζίνας, βγήκα τσουλώντας τη βαλίτσα μου, κατέβηκα τα σκαλοπάτια και βρήκα το ταξί μου. «Στο Διεθνές Αεροδρόμιο Λόγκαν, παρακαλώ». Η πόλη περνούσε σαν αστραπή έξω από το παράθυρο όσο ο ήλιος σκαρφάλωνε γλιστρώντας στον ορίζοντα, φωτίζοντας τον ουρανό με απαλούς τόνους γαλάζιου και χρυσού. Ήταν καλός μήνας. Με τόσους αγώνες μπέιζμπολ και τόση παρέα με τον Μέισον, τη Ρέιτσελ και το υπόλοιπο παρεάκι, είχα περάσει υπέροχα. Επίσης μου δόθηκε η ευκαιρία να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου στη διοργάνωση μιας φιλανθρωπικής εκδήλωσης. Μιας εκδήλωσης που ήταν κάτι παραπάνω από πετυχημένη και που θα βοηθούσε πολλές γυναίκες να καταπολεμήσουν τον καρκίνο του μαστού. Συνολικά, θα κατέτασσα αυτό τον μήνα ανάμεσα στους πολλούς που δε θα ξεχνούσα ποτέ. Ο ταξιτζής με άφησε στο αεροδρόμιο, έκανα τσεκ-ιν, πέρασα από τον έλεγχο, κι ύστερα βρήκα ένα Starbucks όπου κάθισα να πιω έναν καφέ και να φάω κέικ λεμόνι. Κάτι με τριβέλιζε, και όσο προσπαθούσα να το διώξω, τόσο έρχονταν και με τσιγκλούσαν οι ενοχλητικές σκέψεις. Έβγαλα το κινητό, και η καρδιά μου σταμάτησε. Μήνυμα από τον Γουές. Είχαμε να μιλήσουμε από τότε που του είχα κλείσει το τηλέφωνο πριν από δύο εβδομάδες. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Είμαστε ακόμα φίλοι; Συλλογίστηκα πολλή ώρα αυτές τις λέξεις. Ακόμα φίλοι. Ήμασταν φίλοι με τον Γουές; Εραστές ναι. Φίλοι… Πριν ανακαλύψω ότι κοιμόταν με την Τζίνα, θα είχα απαντήσει ναι. Οπωσδήποτε. Φίλοι με προνόμια, βεβαιότατα. Σκέφτηκα τη Ζαν και τι ήταν αυτό που μας έκανε φίλες. Η εμπιστοσύνη. Η προϊστορία. Τα κοινά σημεία. Όμως, σε τελική ανάλυση, η ουσία ήταν το πώς θα ήταν η ζωή μου αν δεν υπήρχε εκείνη. Και η απάντηση είναι ότι θα ήταν φριχτή. Θα ένιωθα χαμένη χωρίς την άγκυρα της φιλίας της. Το είχα αυτό με τον Γουές;


Η απάντηση ήταν κατηγορηματικά ναι. Ναι, το είχα. Ήξερα με κάθε βεβαιότητα ότι αν τηλεφωνούσα αυτή τη στιγμή στον Γουές και του έλεγα ότι τον είχα ανάγκη, θα παρατούσε τα πάντα, θα έπαιρνε το πρώτο αεροπλάνο και θα ερχόταν δίπλα μου. Όπως ο Έκτορ και ο Τόνυ, ή ακόμα και ο Αλέκ. Οπωσδήποτε ο Μέισον. Επειδή ήταν φίλοι μου. Άνθρωποι με τους οποίους είχα μοιραστεί ένα κομμάτι της ζωής μου και είχαν αφήσει το ίχνος τους στην ψυχή μου. Ήταν τώρα ένα αποτύπωμα στο μονοπάτι της ζωής μου. Του απάντησα με γρήγορα δάχτυλα. ΠΡΟΣ: Γουές Τσάννινγκ ΑΠΌ: Μία Σόντερς Ναι. Θα είμαστε πάντα φίλοι. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εσένα. Διέσχισα το αεροδρόμιο, πήρα ένα περιοδικό και περίμενα στην πύλη. Από το τηλέφωνό μου ήρθε ο ήχος του εισερχόμενου μηνύματος. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Κι εγώ έτσι νιώθω. Υπάρχει ακόμα περιθώριο για κάτι παραπάνω ή σε έχω χάσει; ΠΡΟΣ: Γουές Τσάννινγκ ΑΠΌ: Μία Σόντερς Δε γίνεται να με χάσεις. Προς το παρόν, τραβάμε ο καθένας τον δρόμο του. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Ακολουθούμε το σχέδιο; ΠΡΟΣ: Γουές Τσάννινγκ ΑΠΌ: Μία Σόντερς Ναι.


ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ

Πότε θα σε ξαναδώ; ΠΡΟΣ: Γουές Τσάννινγκ ΑΠΌ: Μία Σόντερς Την επόμενη φορά που είναι να με ξαναδείς. Μετά από αυτό το μήνυμα, έκλεισα το κινητό μου και ανέβηκα στο αεροπλάνο για το Βέγκας. Δυο μερούλες με την αδερφή μου και την καλύτερή μου φίλη θα ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν ώστε να προετοιμαστώ για έναν μήνα στη Χαβάη. Δεν κρατιόμουν από την ανυπομονησία. Ήλιος, κύμα και αντηλιακό. Φωτιά και λάβρα.


ΜΆΙΟΣ


1

ΟΙ ΠΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ είναι κόλαση! Ξεκίνησα από τη Βοστόνη, έκανα στάση στο Σικάγο και μετά έφτασα Ντένβερ, όπου δόξασα τον Μεγαλοδύναμο που είχα φορέσει τις πιστές μου μπότες καθώς διέσχιζα τροχάδην το αεροδρόμιο για να προλάβω την πτήση στο παρά πέντε. Με άλλα λόγια, ήμουν εκείνος ο γνωστός επιβάτης που κάπου έχει ξεμείνει και όλοι ξέρουν ότι βρίσκεται στο αεροδρόμιο, και τον περιμένουν ανυπόμονα να ανέβει στο αεροπλάνο. Πάνω από εκατόν πενήντα ζευγάρια μάτια με αγριοκοιτούσαν ενώ έκανα ελιγμούς με τη χειραποσκευή μου μέσα στο πλήθος των δυσαρεστημένων επιβατών για να φτάσω στη θέση μου. Από εκεί, το πράγμα πήρε την κατιούσα. Με έβαλαν ανάμεσα σε έναν πολύ παχουλό κύριο και μια αδιάκριτη οχτάχρονη που πετούσε ασυνόδευτη. Οι γονείς της είχαν πάρει διαζύγιο, και τώρα είχε δύο οικογένειες. Μισούσε τη γυναίκα που αποκαλούσε «κακιά μητριά», καθώς και τη μεγαλύτερη κόρη της, η οποία, σύμφωνα πάντα με τη μικρή, ήταν κακίστρω. Ο προορισμός της ήταν το σπίτι της μητέρας της, όπου η μαμά ήταν «αρτίστα» στην κεντρική λεωφόρο του Βέγκας. Καμία έκπληξη. Όταν ζεις στο Βέγκας, δηλαδή στην καρδιά του Βέγκας, ή που θα δουλεύεις στα καζίνο, ή που θα σερβίρεις φαγητά, ή που θα συμμετέχεις σε κάποιο νούμερο ή υπηρεσία για τους τουρίστες. Αν μένεις έξω από την πόλη, υπάρχουν κι άλλες ευκαιρίες για δουλειά. Όλα αυτά τα έμαθα επειδή η μικρή Τσάσιτυ φρόντισε να μου πει τα πάντα για εκείνη. Και όταν λέω τα πάντα, εννοώ τα πάντα. Το αγαπημένο της χρώμα ήταν το μοβ, αλλά όχι το σκούρο, μόνο το ανοιχτό, το οποίο συμπέρανα ότι ήταν το χρώμα της λεβάντας. Τα ζώα ήταν η αδυναμία της, ιδίως τα άλογα. Το καλύτερο στο σπίτι του μπαμπά της στο Ντένβερ ήταν ότι είχε γη όπου


έτρεφαν ζώα. Μεγάλο δέλεαρ για ένα οχτάχρονο. Όμως έπρεπε να τρώει στη μάπα την κακιά μητριά, κι αυτό μείωνε κατά πολύ τον ενθουσιασμό της για τις επισκέψεις στον πατέρα της. Κι έπειτα ήταν και οι τύψεις. Η μαμά της Τσάσιτυ είχε πολύ λίγους φίλους και κανέναν συγγενή. Η μικρή ένιωθε ότι ο ρόλος της ήταν να κρατάει συντροφιά στη μαμά της. Επειδή «κανείς δε θέλει να είναι μόνος του. Οι άνθρωποι χρειάζονται ανθρώπους». Τουλάχιστον σύμφωνα με την κολλητσίδα, καλοπροαίρετη Τσάσιτυ. Μόλις ο πιλότος ανακοίνωσε ότι σε είκοσι λεπτά προσγειωνόμαστε, έστειλα στον Μεγάλο μια προσευχή να βρουν η Τσάσιτυ και η μαμά της τη χρυσή τομή. Επίσης ευχαρίστησα τους επιστήμονες για το θαύμα της αντισύλληψης. Η συνύπαρξή μου με ένα οχτάχρονο για πεπερασμένο χρονικό διάστημα εδραίωσε μέσα μου την αντίληψη ότι δεν ήμουν καθόλου έτοιμη να τεκνοποιήσω, και ότι ενδέχεται να μην έκανα ποτέ αυτό το βήμα. Έπρεπε να είσαι ιδιαίτερος άνθρωπος για να μεγαλώσεις ένα παιδί, και ένιωθα ότι το είχα ήδη κάνει με τη μικρή μου αδερφή, τη Μάντυ. Το επόμενο παιδί που θα μεγάλωνα, θα έβγαινε κατά πάσα πιθανότητα διαβολόπαιδο. Καλύτερα να μην αφήνουμε τέτοια πράγματα στα χέρια της Τύχης. Όπως είχα ήδη διαπιστώσει… η Τύχη είναι μια σκληρόκαρδη σκρόφα, οπότε δεν υπάρχει λόγος να την προκαλούμε παραπάνω απ’ όσο είναι απαραίτητο. Στον χώρο παραλαβής αποσκευών, πήρα την έξτρα βαλίτσα με τα καταπληκτικά αναμνηστικά των Ρεντ Σοξ, τα τζιν και τα υπόλοιπα λάφυρά μου από το Σικάγο, σκεπτόμενη ότι θα τα αφήσω στο σπίτι του μπαμπά και της Μάντυ. Έτσι η Μάντυ θα μπορούσε να διαλέξει ό,τι ήθελε και να νιώσει πριγκίπισσα με τα ρούχα που είχε επιλέξει για μένα ο Έκτορ, και τα νεανικά, καθημερινά ρουχαλάκια από τη Ρέιτσελ. Το κινητό μου άρχισε να κελαηδάει αμέσως μόλις πάτησα το κουμπί για να το ανοίξω. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Μέισον Μέρφυ Το γράμμα σου ήταν καλό, γλύκα, αλλά θα ήταν ακόμα καλύτερα αν μας είχες αποχαιρετήσει αυτοπροσώπως. Η Ρέιτς κι εγώ θέλαμε να πάμε στο αεροδρόμιο. Πληγώθηκε. Εγώ τσαντίστηκα. Βρες έναν τρόπο να επανορθώσεις. ; )


Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένας πελάτης –ή μήπως έπρεπε να πω «φίλος»– είχε στενοχωρηθεί από τον τρόπο που έλεγα αντίο. Ο Γουές είχε μάλλον προβλέψει τη λαθραία αναχώρησή μου. Ο Αλέκ το είχε πάρει χαλαρά, και ο Έκτορ είχε βάλει τα κλάματα. Ο γκέι Λατινοαμερικάνος μού έστειλε ένα δακρύβρεχτο μήνυμα λέγοντάς μου ότι κατέστρεψα τον τέλειο αποχαιρετισμό που είχε ετοιμάσει. Κάτι που είχε δει κάποτε σε μια ταινία, και ότι τα είχε σχεδιάσει όλα με περιστέρια που πετούσαν και διάφορα τέτοια. Δεν ξέρω· ο Τόνυ πρέπει να του πήρε το τηλέφωνο εκείνη τη στιγμή και διέκοψε το μήνυμα. Πάντως δεν είχε παραλείψει να εκφράσει και τον δικό του εκνευρισμό, επειδή τον είχα αφήσει να τα βγάλει πέρα με έναν αρραβωνιαστικό που μυξόκλαιγε, και άρα του χρωστούσα. Το επόμενο μήνυμα ήταν ότι είχαν έρθει να με πάρουν. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Φακλάνα Γεια. Το αμάξι είναι απέξω. Κόβει κύκλους. Μη με βάλεις να σταματήσω και φάω κλήση για τη μάπα σου. Γελώντας, ζαλώθηκα την τσάντα μου και είδα τη Honda της Ζανέλ. Της κούνησα το χέρι κι εκείνη σταμάτησε στην παραλαβή επιβατών, παρκάροντας στραβά. «Τι γίνεται, μωρή σκρόφα;» μου είπε ενώ έχωνα την πελώρια βαλίτσα μου και τη μικρή χειραποσκευή στο πίσω κάθισμα. Όταν κάθισα στη θέση του συνοδηγού, οι ξανθές μπούκλες της χοροπηδούσαν στον αυχένα της και μια σκασμένη καταπράσινη τσιχλόφουσκα ήταν κολλημένη στα λευκά δόντια της. Ανασήκωσα το σαγόνι μου. «Γεια σου, γλυκιά μου, σ’ ευχαριστώ που ήρθες να με πάρεις», γουργούρισα αυτάρεσκα. Με ένα τίναγμα του καρπού και ένα στρίψιμο του τιμονιού ξεπάρκαρε σπινάροντας και μπήκε στην κίνηση. Εξ όψεως, δε σου γέμιζε το μάτι για καλή οδηγός. Αν θα μπορούσε να οδηγεί σε ράλι; Μάλλον. Οι ελιγμοί της ήταν απαράμιλλοι, όπως και η ικανότητά της να παίρνει αποφάσεις σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Όμως έπαιρνε πολλά ρίσκα στο τιμόνι. Ως τώρα πάντως, όλα


πήγαιναν καλά. Γαντζώθηκα από αυτή τη μικρή παρηγοριά για όσο έμεινα γραπωμένη από το χερούλι μέχρι να βγούμε στην εθνική. Παίρνοντας μια αργή ανάσα, έγειρα πίσω το κεφάλι και απόλαυσα τη σιωπή του να είμαι με την κολλητή μου. Δε χρειαζόταν να μιλάμε, κι αυτό ήταν που μας έκανε τέλειες φίλες. Αισθανόμασταν άνετα στην σιωπή. Οι θόρυβοι της εθνικής και τα σκασίματα της τσίχλας της και το άρωμα του σαμπουάν λεμονιού σχεδόν μου έφεραν δάκρυα στα μάτια. Ήμουν σπίτι. Ήταν οικείο. Ήταν καλό. Ήταν αυτό που ήξερα σε όλη μου τη ζωή. Δε σήμαινε ότι θα ήταν για πάντα ο τελικός προορισμός μου· απλώς ότι όταν βρισκόμουν εδώ, το αγαπούσα με όλη μου την καρδιά. Η Ζανέλ με πήγε στο σπίτι της Μάντυ και του μπαμπά. Έβλεπε ότι ήμουν συλλογισμένη και δε γέμισε το αμάξι με ανούσιες φλυαρίες, αλλά με κοίταξε, μου έπιασε το χέρι και το κράτησε πάνω στο ταμπλό ανάμεσά μας. Αδερφική αλληλεγγύη. Μπορεί να μην ήταν αίμα μου, αλλά ήταν μακράν το δεύτερο καλύτερο πράγμα σε ολόκληρο το σύμπαν. «Σ’ αγαπώ», ψιθύρισα, χωρίς να συνειδητοποιώ ότι με είχαν πιάσει οι συναισθηματισμοί μου. Το βλέμμα της διασταυρώθηκε με το δικό μου· το πρόσωπό της ήταν όμορφο και γλυκό. Τα ροζ χείλη της σούφρωσαν με τέτοιον τρόπο, που νόμισα ότι θα μου ανταπέδιδε αυτές τις δύο λέξεις. Αντί αυτών, είπε δυο άλλες. «Το ξέρω». Και γέλασα. Δυνατά. Η Ζαν μου ήξερε ακριβώς τι χρειαζόμουν ύστερα από μια απίστευτα κουραστική μέρα ταξιδιού, μια δύσκολη διαφυγή από τον τελευταίο πελάτη μου −που πλέον θεωρούσα αδερφό από άλλη μάνα− και την επίγνωση ότι είχα μόλις τρεις μερούλες πριν χρειαστεί να πάρω το αεροπλάνο για να πάω στον επόμενο. Είχα παρατείνει την παραμονή μου στη Βοστόνη δύο μέρες: Συνήθως έμενα γύρω στις είκοσι τέσσερις, ώστε να έχω έξι μέρες πάνω κάτω να τακτοποιήσω τις προσωπικές μου υποθέσεις συν τις δύο μέρες ταξιδιού που απαιτούνταν για να πάω και να ’ρθω. Στην Καλιφόρνια είχα να πάω από τον Γενάρη, και τώρα ήμουν εδώ, τρεις μέρες πριν μπει ο Μάιος. Άλλος ένας μήνας, άλλες εκατό χιλιάδες δολάρια για τον Μπλέιν. Έδωσα στη Ζανέλ έναν φάκελο με την επιταγή. «Θα το αφήσεις στον προϊστάμενο του ξενοδοχείου; Για να γλιτώσω το γραμματόσημο;» «Έγινε, μωρό», είπε παίρνοντας τον φάκελο που περιείχε την τελευταία


πληρωμή του Μπλέιν και τον έβαλε στην τσάντα της ενώ πάρκαρε στον δρόμο έξω από το πατρικό μου σπίτι. «Πρέπει να πεινάς. Η Μαντς ετοιμάζει ολόκληρο τραπέζι για να σε υποδεχτεί. Ρολό, πουρέ, καλαμπόκι και την περίφημη πίτα σοκολάτα-κεράσι για επιδόρπιο». Ύστερα άνοιξε την πόρτα, πήγε στο πορτμπαγκάζ και έβγαλε ένα κουτί με μπίρες. «Στ’ αλήθεια σ’ αγαπώ». Κοίταξα το κουτί με τις μπίρες και το φτωχοκαλυβάκι μου με τη μικροσκοπική βεράντα και τον γυμνό γλόμπο. Πίσω από τις δαντελένιες κουρτίνες, έβλεπα τη γλυκιά μου αδερφούλα να στρώνει το τραπέζι. Για μένα. Επειδή γυρνούσα σπίτι. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο. Η Ζαν με έπιασε από τους ώμους και με τράβηξε προς το σπίτι. «Σοβαρά σου λέω ότι το ξέρω. Δε με άκουσες πριν;» Πήρε ένα τάχα απηυδισμένο ύφος και ξεφύσηξε για έμφαση. Κούνησα το κεφάλι και την αγκάλιασα σφιχτά. Άνοιξα την πόρτα και μια γαργαλιστική μυρωδιά από ψημένο κρέας, λαχανικά και σκόρδο μού χτύπησε αμέσως τη μύτη. «Μαντς, ήρθα!» φώναξα, ενώ πετούσα την τσάντα μου στο γρατζουνισμένο τραπεζάκι, περιμένοντας την τσιρίδα. Η Μάντυ πάντα έβγαζε κοριτσίστικες τσιρίδες όταν ενθουσιαζόταν. Αυτή η φορά δε διέφερε από τις άλλες. Η τσιρίδα συνοδεύτηκε από την ψηλή αδερφή μου που όρμησε καταπάνω μου. Δεν υποχώρησα, καταφέρνοντας να κρατηθώ με το ζόρι όρθια. «Κοριτσάκι μου, μου έλειψες». Έσφιξα το λυγερό κορμί της στην αγκαλιά μου. Πήγαιναν δύο μήνες από την τελευταία φορά που την είχα δει, και ήδη το σώμα της έμοιαζε να γεμίζει, χάνοντας τις εφηβικές γωνίες και αποκτώντας τις θηλυκές καμπύλες του σογιού της μαμάς. Τα βυζιά της είχαν μεγαλώσει σίγουρα, και οι γοφοί της έδειχναν λίγο πιο χυμώδεις. Όταν τραβήχτηκα από την αγκαλιά της που μοσχοβολούσε κεράσι και αμύγδαλο, την κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια. Εκείνο το τεράστιο χαμόγελο που λάτρευα απλώθηκε στα χείλη της. «Το ωραιότερο κορίτσι του κόσμου. Αλλά μόνο όταν χαμογελάει», είπα επαναλαμβάνοντας τη φράση που της έλεγα εδώ και σχεδόν μια δεκαετία. Εκείνο το υπέροχο κοκκίνισμα ανέβηκε στα μάγουλά της, και με τράβηξε πάλι κοντά της για μια αγκαλιά. Αυτή ήταν ακόμα πιο σφιχτή και μου έδινε την αίσθηση ότι δεν ήθελε να με αφήσει. «Τι συμβαίνει;» Ακούμπησα τις παλάμες μου στα μάγουλά της και την κοίταξα στα μάτια. Η Μάντυ κούνησε το κεφάλι, αφήνοντας τις υπερβολικά μακριές αφέλειες στο


μέτωπό της να πέσουν στα μάτια της. «Τίποτα. Απλά χαίρομαι πάρα πολύ που ήρθες. Έφτιαξα το αγαπημένο σου φαγητό». «Το μυρίζω». Αμέσως η κοιλιά μου αποφάσισε να διαλαλήσει ότι δεν είχα φάει τίποτα, γουργουρίζοντας υπερβολικά δυνατά. «Έχω σερβίρει τη σούπα», είπε η Μάντυ, τραβώντας με από το χέρι στην κουζίνα. Η Ζανέλ μάς ακολούθησε. Ναι, όλα ήταν καλά. Το σπίτι μου ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν. ***

«Θα πάμε στη Χαβάη!» αντήχησε μέσα στο δωμάτιο με τέτοια ένταση, που έσπαγε τζάμια. «Ο Χριστός και η Παναγία! Χαλαρώστε λίγο, καλέ», είπα κλείνοντας τα αυτιά μου με τα χέρια. «Πλάκα μου κάνεις; Θα πάω στη Χαβάη; Δεν έχω φύγει από τη Νεβάδα παρά μόνο για να έρθω να σε επισκεφτώ στην Καλιφόρνια, και τώρα θα διασχίσω κοτζάμ ωκεανό με φάλαινες και ψάρια και ένα σωρό άλλα πράγματα! Γάμησέ με!» ούρλιαξε η Ζανέλ, βάζοντας στο στόμα της καινούρια τσίχλα και πίνοντας μια τεράστια γουλιά μπίρα. Αηδία. Αποφάσισα να μην πω τίποτα για τον αμφιβόλου ποιότητας συνδυασμό, επειδή δεν κάπνιζε − και ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, αυτό ήταν σημαντική πρόοδος. Αφού ήπια και εγώ μια γουλιά από την μπίρα μου, την άφησα πάνω στη φορμάικα του τραπεζιού. «Ηρέμησε. Ναι. Θα σας κάνω τα εισιτήρια για να έρθετε και οι δύο στη Χαβάη αυτό τον μήνα. Πρέπει να συνεννοηθείτε μεταξύ σας πότε βολεύει καλύτερα. Να έρθετε για καμιά βδομάδα και να μείνετε στο μπανγκαλόου που μου διαθέτουν». Σήκωσα ψηλά τα χέρια για να τις εμποδίσω πριν με διακόψουν. «Σας το λέω, δεν ξέρω πώς θα είναι εκεί, οπότε ίσως κοιμηθούμε και οι τρεις σε ένα κρεβάτι, αλλά σκέφτηκα ότι καλά… τζάμπα ταξίδι, έτσι;» «Εννοείται! Κοιμάμαι και στο γαμίδι το πάτωμα!» Βόγκηξα. «Ζαν, κούλαρε με τις βρισιές μπροστά στη Μαντς. Ήμαρτον». «Έλα σε παρακαλώ, δεν είμαι παιδάκι. Μάλιστα… από το περασμένο Σαββατοκύριακο είμαι και επίσημα γυναίκα». Ο τόνος της ήταν αγέρωχος και


ενημερωτικός, και καθόλου αυτό που ήθελα να ακούσω από τα χείλη της αδερφούλας μου. Έκλεισα τα μάτια και σκούντηξα με το χέρι την μπίρα που ήταν πάνω στο τραπέζι. Η Ζαν την έπιασε πριν χυθεί. «Μαντς…» ψιθύρισα. Εκείνη σούφρωσε τα χείλη και χαμογέλασε ντροπαλά, σέρνοντας το δάχτυλό της στην επιφάνεια του τραπεζιού. «Να το συζητήσουμε αργότερα;» Τα μάτια της έδειξαν τη Ζανέλ. Όσο κι αν θεωρούσα τη Ζανέλ αδερφή μου, δεν είχαν τόσο στενή σχέση με τη Μάντυ. Αγαπιόντουσαν, αλλά δεν ήταν τόσο φίλες, ή αδερφές όπως η Μάντυ κι εγώ, ώστε να εκμυστηρεύονται τα πάντα η μια στην άλλη. Η Ζαν κοίταξε επιδεικτικά το ρολόι της. «Για δες. Ώρα να φύγω!» είπε δυνατά. «Μου φαίνεται ότι πρέπει να πάω να αγοράσω μαγιό. Α, και αύριο στη μία έχουμε ραντεβού στο σπα για να επαναφέρουμε τα απεριποίητα κομμάτια σου σε άριστη κατάσταση. Θα είμαστε πάλι οι τρεις μας. Έγινε;» «Ζαν… σ’ ευχαριστώ. Για όλα. Το ξέρεις ότι…» άρχισα να λέω, αλλά η Ζανέλ, ως συνήθως, δεν είχε παρεξηγηθεί που η Μάντυ ήθελε να μου μιλήσει ιδιαιτέρως. Τύλιξε το χέρι της γύρω μου αγκαλιάζοντάς με κι ύστερα φίλησε τη Μάντυ στην κορυφή του κεφαλιού και της ανακάτεψε τα μαλλιά. «Τα λέμε αύριο, κάργιες!» «Γεια!» είπαμε με μια φωνή η Μάντυ κι εγώ. Η ένταση στην ατμόσφαιρα αυξήθηκε, αλλά όχι με απειλητικό τρόπο. Πιο πολύ επειδή είχαμε πράγματα να πούμε. «Δεν είχα σκοπό να γίνει έτσι…» άρχισε να λέει η Μάντυ και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Ήθελα να σου μιλήσω πρώτα, αλλά περνούσαμε τόσο καλά, και με αγαπάει στ’ αλήθεια, και τον αγαπάω κι εγώ και…» Σκέπασα το χέρι της με το δικό μου και κοίταξα τα όμορφα μάτια της. «Και… πώς ήταν;» Έγλειψε τα χείλη της και χαμήλωσε το κεφάλι. «Πόνεσε. Μάτωσα λίγο, αλλά εκείνος πήγε πολύ αργά. Τόσο πολύ, που έτρεμε από την προσπάθεια. Φοβόταν μήπως με πονέσει, και αλήθεια, πόνεσε πολύ λίγο». Χαμογέλασα, ενώ δάκρυα γέμιζαν τα μάτια μου και κυλούσαν στα μάγουλά μου. Η αδερφούλα μου είχε μεγαλώσει. «Σου άρεσε;» Έγνεψε αμέσως καταφατικά. «Το έχουμε κάνει άλλες δύο φορές από τότε»,


είπε χαχανίζοντας. «Και ήταν χίλιες φορές καλύτερα!» Γέλασα και έγνεψα καταφατικά, γιατί ήξερα πώς ήταν. «Για πες για τη σχέση σου. Πώς σου φέρεται τώρα; Είναι όλα εντάξει;» Τα μάτια της φωτίστηκαν σαν τούρτα γενεθλίων γεμάτη κεράκια. «Α, είναι φανταστικός! Κάθε μέρα μου λέει ότι είμαι η πιο ωραία κοπέλα, και πόσο με αγαπάει, και ότι μια μέρα θα παντρευτούμε». Έδεσε τα χέρια της στο στήθος και κοίταξε με λαχτάρα ένα γυμνό σημείο στον τοίχο της κουζίνας. «Είναι τα πάντα, Μία. Όλα όσα θέλησα ποτέ. Όλα όσα μου έλεγες να βρω πριν κάνω αυτό το βήμα. Είμαι τρισευτυχισμένη». Έσπρωξα την καρέκλα μου προς το μέρος της και την τράβηξα στην αγκαλιά μου, γιατί είχα ανάγκη να έρθω κοντά της. «Χαίρομαι πάρα πολύ που η εμπειρία ήταν καλή και που ο άντρας με τον οποίο είστε μαζί σε αγαπάει γι’ αυτό που είσαι. Έτσι δεν είναι; Σ’ αγαπάει για την αληθινή ομορφιά μέσα σου – όχι μόνο για την εξωτερική ομορφιά σου, έτσι;» Το κεφάλι της Μάντυ έγνεψε φρενιασμένα δίπλα στο δικό μου ενώ της χάιδευα τα μαλλιά. «Έτσι νομίζω. Μου το λέει συνέχεια. Μάλιστα θέλει να σου μιλήσει. Του είπα ότι απόψε δε γίνεται, αλλά ότι ίσως αύριο δεχτείς να έρθεις στο πατρικό του για φαγητό. Θέλουν να γνωρίσουν την οικογένειά μου και… μόνο εσένα έχω». Αυτό ξεσήκωσε νέο κύμα τύψεων στις φλέβες μου, θυμού που μας εγκατέλειψε η μητέρα μας και θλίψης που ο πατέρας μας δεν μπορούσε να την παλέψει τόσο όσο χρειαζόταν για να μπορέσει να μας σταθεί στις σημαντικές στιγμές της ζωής μας. Τουλάχιστον για τη Μάντυ. Εκείνη το αξίζει. Κράτησα τα μάγουλα της αδερφής μου στις παλάμες μου και τη φίλησα απαλά στα χείλη. «Θα είναι μεγάλη μου χαρά να γνωρίσω τους γονείς του φίλου σου και να καθίσω μαζί του να μιλήσουμε». Για άλλη μια φορά, το πρόσωπο που μπορούσε να φωτίσει εκατό πόλεις έλαμψε από ενθουσιασμό και χαρά. Πετάχτηκε όρθια και πήγε στην καφετιέρα. Την είδα να ρίχνει μέσα μερικές κουταλιές ντεκαφεϊνέ Folgers ενώ λικνιζόταν σε ένα τραγούδι που μόνο εκείνη άκουγε. «Αυτό πρέπει να το γιορτάσουμε… με σοκολάτα». «Τέλεια, κοριτσάκι μου. Ονειρεύομαι τη σοκολατόπιτα με κεράσι από τότε που την έφτιαξες για τα περασμένα μου γενέθλια».


Εκείνο το βράδυ μιλήσαμε σαν αδερφή προς αδερφή, λέγοντας όλα μας τα νέα. Της είπα για τους πελάτες μου και πόσο πολύ τους είχα συμπαθήσει με τον καιρό. Ως φανατική οπαδός των Ρεντ Σοξ, εντυπωσιάστηκε περισσότερο με τον Μέισον. Αυτό θα έκανε την μπλούζα, το καπέλο και τη φωτογραφία με τα αυτόγραφα ακόμη πιο φανταστικά όταν θα της τα έδινα. Φυσικά της υποσχέθηκα ότι μια μέρα θα τη σύστηνα στον Μέισον και τους υπόλοιπους, αν μας δινόταν η ευκαιρία. Μόλις η συζήτηση πήγε στον Γουές, της τα είπα όλα χαρτί και καλαμάρι. Σχεδόν σαν να είχα ανάγκη να τα βγάλω από μέσα μου. «Μεγάλο τομάρι!» ξέσπασε εκείνη βρίζοντας, όταν της είπα ότι είχε απαντήσει στο τηλέφωνό του η σταρ της ταινίας του και ότι μου είχε παραδεχτεί πως την πηδάει. Κούνησα το κεφάλι. «Είσαι πολύ καλή που το πιστεύεις αυτό και, πίστεψέ με, κι εγώ την ίδια σκέψη έκανα όταν το έμαθα. Αλλά αν το καλοσκεφτείς… Είναι σωστό να περιμένει μέχρι να ξεμπλέξω, και να περνάω καλά με όποιον θέλω, ενώ εκείνος κάθεται και μαραζώνει στην Καλιφόρνια;» Το πρόσωπό της πήρε συλλογισμένο ύφος. «Δεν είναι πολύ δίκαιο», παραδέχτηκε. «Όχι, δεν είναι. Δεν μπορώ να πω ότι δε με έτσουξε· για μια ολόκληρη βδομάδα έβραζα στο ζουμί μου, αλλά στο φινάλε το καταλαβαίνω. Και επιπλέον, λίγο αργότερα συναντήθηκα ξανά με τον Αλέκ και, ξέρεις, το ένα έφερε τ’ άλλο». Τα φρύδια της Μάντυ έσμιξαν. «Τι εννοείς συναντηθήκατε και το ένα έφερε τ’ άλλο; Πώς ήξερε ότι ήσουν στην πόλη;» Κοίταξα το υπερπέραν και ήπια μια γουλιά από τον καφέ μου. «Ε… δε θυμάμαι πολλές λεπτομέρειες», έκανα μια απόπειρα, αλλά δεν την έπεισα. «Σαχλαμάρες! Του είπες να βρεθείτε για μια ξεπέτα, έτσι δεν είναι;» Η κατηγορία της περιείχε γέλιο. «Ξεπέτα; Τι είναι αυτό; Σε πληροφορώ, αγαπητή μου αδερφή, ότι το σεξ με αυτό τον άντρα μόνο ξεπέτα δεν είναι!» Ακούμπησα πίσω στην καρέκλα μου, ικανοποιημένη από τον εαυτό μου, χωρίς να μετανιώνω ούτε στιγμή για αυτό που είχα κάνει, κι ύστερα καταβρόχθισα μια πιρουνιά από το δεύτερο κομμάτι σοκολατόπιτας που έτρωγα.


Το χαριτωμένο γελάκι της Μάντυ μού έφερε χάχανα. Ήταν τόσο νέα και άμαθη. Έλπιζα μόνο να ήταν καλό παιδί ο φίλος της και να μην την εκμεταλλευόταν. Υποθέτω ότι θα το μάθαινα αύριο βράδυ που θα γνώριζα τους δικούς του. Ένα τρέμουλο ανησυχίας απλώθηκε στο στήθος μου. Έτσι σκέφτονται οι μπαμπάδες και οι μαμάδες όταν γνωρίζουν για πρώτη φορά τους γονείς; Θέλω να πω, δεν της έκανε και πρόταση γάμου. Ένα τραπέζι είναι. Έτσι κάνουν οι φυσιολογικές οικογένειες, σωστά; Δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Αργότερα τη νύχτα, που πέσαμε στο κρεβάτι, έβαλα το κινητό μου για να επικοινωνήσω με την Άντζι, την αδερφή του Τόνυ. Είχαμε έρθει κοντά όταν ήμουν στο Σικάγο, κι αν κάποιος ήξερε από σχέσεις και συναντήσεις με γονιούς, ήταν εκείνη. ΠΡΟΣ: Αντζελίνα Φαζάνο ΑΠΌ: Μία Σόντερς Γεια σου, Άντζι, η Μία είμαι. Συγγνώμη που στέλνω τέτοια ώρα. Όταν οι γονείς ενός αγοριού καλούν τους γονείς ενός κοριτσιού για φαγητό είναι μεγάλο θέμα; Παραδόξως, το κινητό χτύπησε αμέσως. Έριξα μια ματιά στο ρολόι. Εδώ ήταν τρεις το πρωί. Εκεί ήταν πέντε. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Αντζελίνα Φαζάνο Γεια σου, κοπελιά. Παράξενη ερώτηση, αλλά ναι, συνήθως είναι κάπως επίσημο. Θέλουν να σιγουρευτούν ότι το κορίτσι κάνει για τον γιο τους, τσεκάροντας την οικογένεια. Γιατί; Γαμώτο. Θα τηλεφωνήσω στον Έκτορ αύριο να μου πει τι να βάλω. Εκείνος θα ξέρει. Πρώτη άμυνα, να μοιάζω με φυσιολογική, υπεύθυνη μεγαλύτερη αδερφή. Να μην αναφέρω τη δουλειά. Να μη συζητήσω το γεγονός ότι ο αγαπημένος, μεθύστακας πατερούλης μου βρίσκεται σε δημόσια κλινική αποκατάστασης επειδή ο τοκογλύφος πρώην γκόμενός μου τον σκότωσε σχεδόν στο ξύλο. Χριστέ μου, ακόμα και μέσα στο κεφάλι μου ακουγόταν εντελώς


χάλια. Βόγκηξα στην υπερβολική ησυχία του δωματίου και έγραψα την απάντηση στην Άντζι. ΠΡΟΣ: Αντζελίνα Φαζάνο ΑΠΌ: Μία Σόντερς Ο πρώτος κανονικός γκόμενος της αδερφής μου. Άσ’ τα. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Αντζελίνα Φαζάνο Ζεις ένα δράμα! Χα χα χα


2

ΑΦΟΥ ΠΕΡΑΣΑΜΕ ΜΙΑ ΜΕΡΑ στο σπα με τη Ζαν σαν τις κοσμικές κυρίες του Χόλλυγουντ που προσποιούμασταν ότι ήμασταν, το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να περάσω το βράδυ μου με ξένους. Και επιπλέον δεν ήθελα αυτοί οι ξένοι να θεωρήσουν εμένα ή τα γονίδιά μου κατώτερα. Είμαι σίγουρη ότι βαριαναστέναξα πολλές φορές ενώ ετοιμαζόμουν για το μεγάλο δείπνο με την οικογένεια του φίλου της Μάντυ. Πάντως η Μάντυ γυρνούσε σαν πεταλουδίτσα στο σπίτι, σταματώντας για να κοιταχτεί στον καθρέφτη, ισιώνοντας το χυτό καλοκαιρινό φόρεμά της και στρώνοντας ανύπαρκτες τρίχες που πετούσαν στη στιλπνή αλογοουρά της, χωρίς καμία απολύτως έγνοια. Φαινόταν νέα, ανέμελη και πανέμορφη. Στα τέλη του Απρίλη στο Βέγκας έκανε αρκετή ζέστη ώστε να βάλεις καλοκαιρινά, και πάνω της έδειχναν τελείως αβίαστα. Την κοίταξα αποπάνω μέχρι κάτω. Ήταν η επιτομή του κοριτσιού της διπλανής πόρτας. Χρυσαφένια ξανθά μαλλιά και όμορφα πράσινα μάτια, το μοναδικό χαρακτηριστικό που είχαμε κοινό. Μια μέρα, θα γινόταν η τέλεια σύζυγος για έναν καλό άντρα. Από τότε που τη θυμόμουν, ήθελε να παντρευτεί, να έχει σπίτι με άσπρο ξύλινο φράχτη και ένα τσούρμο παιδιά. Το ακριβώς αντίθετο από αυτά που ονειρευόμουν εγώ. «Τι σπουδάζει ο Ματ;» ρώτησα, κατσαρώνοντας τις τελευταίες τούφες από τα μακριά μαύρα μαλλιά μου. «Βοτανολογία, το ξέχασες;» Αναστέναξε και κάθισε στο κρεβάτι, φέρνοντας τα χέρια της στο στήθος. Έγνεψα καταφατικά και την κοίταξα στα μάτια μέσα από την αντανάκλασή της στον καθρέφτη. «Εσύ αποφάσισες τι κατεύθυνση θα πάρεις; Ξέρω ότι


ασχολιόσουν με τις επιστήμες πριν από κάνα δυο μήνες». Μέσα μου επαναλάμβανα… μην πεις ιατροδικαστική, μην πεις ιατροδικαστική. Ήδη άκουγα μέσα μου την ερώτηση. Τι δουλειά κάνει η αδερφή σου; «Α, ναι, ανοίγει πτώματα». Μια γκριμάτσα πέρασε από το πρόσωπό μου, αλλά την έκρυψα γοργά, μη θέλοντας να την επηρεάσω. Όσο κι αν ήθελα να πάρω τις σημαντικές αποφάσεις για λογαριασμό της, λογικά ήξερα ότι έπρεπε να την αφήσω ως έναν βαθμό ελεύθερη. Η γλυκιά μου αδερφούλα είχε ενηλικιωθεί, και ήταν καιρός να αρχίσω να της συμπεριφέρομαι αναλόγως. Πήρε μια ανάσα, σήκωσε το πόδι της και κάθισε πάνω του. «Αποφάσισα. Βιοχημεία». Γυρίζοντας προς το μέρος της, άφησα τη λέξη να κυλήσει στον εγκέφαλό μου. Η βιοχημεία σίγουρα θα έχει κάποια σχέση με τη βιολογία, αλλά αυτό δε σημαίνει ιατροδικαστική. «Εντάξει, τι ακριβώς είναι αυτό και τι θα κάνεις με τέτοιο πτυχίο;» Η Μάντυ έγλειψε τα δόντια της και βολεύτηκε. Ενώ μιλούσε, ζωήρευε όλο και περισσότερο· χαμογελούσε πλατιά, τα μάγουλά της κοκκίνισαν και τα μάτια της έλαμπαν. Ξέχασα τα περισσότερα απ’ όσα μου είπε γιατί, για να μιλήσω ειλικρινά, άρχισε να μου αραδιάζει κάτι ακαταλαβίστικα και σταμάτησα να την ακούω. «Λοιπόν, βασικά οι βιοχημικοί μελετούν διάφορες πτυχές του ανοσοποιητικού συστήματος, τη γονιδιακή έκφραση, απομονώνοντας, αναλύοντας και συνθέτοντας διάφορα προϊόντα. Θα μπορούσα να ασχοληθώ με καρκινικές μεταλλάξεις, να δουλέψω σε εργαστήριο ή να γίνω επικεφαλής ερευνητικής ομάδας. Οι επιλογές είναι αμέτρητες». Στο άκουσμα της μεγάλης ποικιλίας επιλογών που ανοίγονταν μπροστά της, χαμογέλασα τόσο πλατιά, που τα μάγουλά μου άρχισαν να καίνε. «Είμαι πολύ περήφανη για σένα, Μαντς. Η βιοχημεία ακούγεται δύσκολη, αλλά ακριβώς αυτό που σου αρέσει. Πόσα χρόνια είναι; Θέλεις ακόμα να κάνεις μεταπτυχιακό, έτσι;» Δάγκωσε το ροζ χείλι της και κοίταξε αλλού. «Μάντυ, ξέρω ότι ανησυχείς για τα δίδακτρα, αλλά δε χρειάζεται. Έχω ήδη αποπληρώσει τη φετινή χρονιά και ό,τι είχε μείνει από την προηγούμενη». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Χαμογέλασα, ευχαριστημένη από τη μικρή μου έκπληξη. «Ως το τέλος του χρόνου, θα έχω σώσει τον μπαμπά και θα έχω αρκετά χρήματα για να πληρώσω πολλά χρόνια σπουδών ακόμα. Δε θέλω να


συμβιβαστείς. Καθόλου!» Όχι όπως εγώ, ήθελα να συμπληρώσω, αλλά δεν το έκανα. Υπήρχε πολλή αβεβαιότητα στη ζωή μου. Προς το παρόν, πήγαινα όπου με έβγαζε και έβγαζα τα χρήματα που χρειαζόμουν για να βοηθήσω την οικογένειά μου να επιβιώσει. Η Μάντυ πετάχτηκε όρθια, έτρεξε προς το μέρος μου και με έκλεισε στην αγκαλιά της, ενώ τα μάτια της, που έμοιαζαν με πετράδια, βούρκωναν. «Σ’ αγαπώ. Όταν θα γίνω πλούσια επιστήμονας, θα σου αγοράσω ένα σπίτι ακριβώς δίπλα στο δικό μου, ώστε όπου κι αν βρίσκεσαι, να ξέρεις πάντα πού είναι το σπίτι σου. Κοντά μου». Της χάιδεψα το κεφάλι ενώ με φιλούσε στον κρόταφο. «Ωστόσο, μην ανησυχείς· θα κάνω αίτηση και για μερικές υποτροφίες, επειδή για να πάω εκεί που θέλω σε αυτό τον τομέα, θα χρειαστώ διδακτορικό». Διδακτορικό. Αυτή η λέξη έστειλε ένα κύμα αδρεναλίνης στο στήθος και στα μέλη μου. Οι τρίχες στους βραχίονές μου στάθηκαν προσοχή ενώ επέτρεπα στον εαυτό μου να φρικάρει. «Θα γίνεις δόκτωρ!» είπα με καθαρό δέος και μητρικό καμάρι στη φωνή. Η Μάντυ έκανε μια γκριμάτσα και έγνεψε καταφατικά, τραβώντας το σουφρωμένο χειλάκι της σε ένα πειραχτικό χαμόγελο. «Ναι, αδερφούλα, δόκτωρ… με διδακτορικό», είπε γελώντας. «Γαμώ το κέρατό μου, δε με νοιάζει τι σόι δόκτωρ θα γίνεις. Η αδερφούλα μου θα γίνει δόκτωρ και επιστήμονας. Μου έφτιαξες όλη τη χρονιά, γλυκό μου κοριτσάκι». Κούνησα το κεφάλι και σκέφτηκα το μέλλον. Τη Μάντυ να ανεβαίνει στη σκηνή για να παραλάβει τα πτυχία της, να κάθεται σε κάποια εταιρεία φορώντας μια άσπρη ιατρική ποδιά που απέπνεε κύρος. Ναι, το κοριτσάκι μου είχε λαμπρό μέλλον, και εγώ θα έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να εξασφαλίσω ότι θα πραγματοποιούσε όλα τα όνειρά του. Κοίταξα με λαχτάρα το υπερπέραν και αναπήδησα όταν η Μάντυ με γαργάλησε στο μπράτσο. «Το φαντάστηκα ότι θα σου αρέσει το σχέδιο. Πάμε τώρα; Πεθαίνω να δω τον Ματ». Τον Ματ. Τον φίλο της. Εκείνον στον οποίο είχε δώσει την παρθενιά της. Το καλό που του θέλω να αξίζει το βάρος του σε χρυσάφι, γιατί αλλιώς μαύρο φίδι που τον έφαγε. Τίποτα δε θα εμπόδιζε τη Μάντυ να πετύχει. Τίποτα.


***

Οι γονείς του Ματ ήταν σαν τους γονείς των παλιών τηλεοπτικών σειρών που όλοι ήθελαν αλλά κανείς δεν είχε. Ο Ματ Ρέινς, πάντως, είχε τους τέλειους γονείς. Η μητέρα του, η Τίφφανυ, ήταν ψηλή, με καστανά μαλλιά και καστανά μάτια. Ο πατέρας του, ο Τρεντ, την περνούσε ένα κεφάλι, είχε κι εκείνος καστανά μαλλιά και δυο εκθαμβωτικά, καθάρια γαλάζια μάτια. Ο Ματ, ο νεαρός που κοιτούσε η αδερφή μου με λιγωμένο βλέμμα, ήταν κούκλος, με τον τρόπο του σικ σπασίκλα. Φορούσε πουκάμισο που τεντωνόταν πάνω από ωραία γραμμωμένους μυώδεις ώμους. Σίγουρα φρόντιζε τον εαυτό του και γυμναζόταν. Τα καστανά μαλλιά του ήταν σπαστά, αλλά χτενισμένα πίσω με περιποιημένο τρόπο. Πάνω στην ίσια μύτη του στεκόταν ένα ζευγάρι χοντρά γυαλιά με μαύρο σκελετό. Σικ σπασίκλας. Είχε τα κρυστάλλινα γαλάζια μάτια του πατέρα του. Μάτια που δεν είχαν κοιτάξει κανέναν παρά μόνο την αδερφή μου όλο το βράδυ. «Μία, μαθαίνω ότι ο πατέρας σου βρίσκεται στο νοσοκομείο;» ρώτησε ο Τρεντ Ρέινς όταν σερβιριζόταν το επιδόρπιο. Έγνεψα καταφατικά. «Ναι, έπαθε ένα ατύχημα. Είναι σε κώμα εδώ και λίγους μήνες, αλλά κάθε μέρα προσευχόμαστε να ξυπνήσει». Το πρόσωπο της Τίφφανυ μαλάκωσε και έβαλε το χέρι της στον ώμο μου. «Λυπάμαι που το ακούω. Πρέπει να είναι δύσκολο για δύο νεαρές γυναίκες να τα βγάζουν πέρα μόνες τους». Κούνησε το κεφάλι, όχι τόσο με οίκτο, αλλά σχεδόν με θλίψη. Μια απάντηση που δεν ήταν αμιγώς ευγενική έφτασε στην άκρη της γλώσσας μου. Έβαλα τα δυνατά μου να την καταπιώ. Για καλό το λέγανε. Αυτό που ήθελα να απαντήσω και κάθισε στο στόμα μου σαν οξύ, ανοίγοντας μια τρύπα στην άκρη της γλώσσας μου, ήταν ότι τα έβγαζα πέρα μόνη μου από τότε που ήμουν δέκα χρονών, και τα είχα πάει μια χαρά, ευχαριστώ πολύ. Δυστυχώς για την εκτόνωσή μου, είχα αρκετό μυαλό ώστε να μη γίνω στρίγκλα μπροστά τους. Αντ’ αυτού χαμογέλασα και ήπια τον ντεκαφεϊνέ μου. Γαμώτο, ακόμα και ο καφές τους είχε καλύτερη γεύση από αυτόν που πίναμε στο σπίτι. Σίγουρα ήταν κάποια ακριβή μάρκα που άλεθαν καθημερινά. «Εντάξει, λοιπόν». Ο Ματ σηκώθηκε και κράτησε το χέρι της αδερφής μου. Εκείνη τον κοίταξε με διαμάντια στα μάτια. «Θέλω να κάνω μια ανακοίνωση».


Όποτε κάποιος ισχυρίζεται ότι θέλει να κάνει μια «ανακοίνωση», συνήθως σημαίνει ότι κάποια μαλακία θα γίνει, και μάλιστα μεγάλη. Παρακολούθησα με τρόμο τον Ματ να τραβάει το χέρι της αδερφής μου και να τη σηκώνει στο πλευρό του, κρατώντας τη σφιχτά – υπερβολικά σφιχτά, κατά τη γνώμη μου. Το κεφάλι του Ματ έγειρε προς το κεφάλι της Μάντυ. Πλήρης και απόλυτη αφοσίωση πλημμύρισε την ατμόσφαιρα. «Ζήτησα από τη Μάντισον να με παντρευτεί και δέχτηκε!» είπε με θάρρος και ένα πελώριο χαμόγελο. Τσιρίδες ενθουσιασμού βγήκαν από το στόμα της μητέρας του, και δυνατά χειροκροτήματα και μια απάντηση που ακούστηκε σαν το χο χο χο του Άγιου Βασίλη αντήχησε στο δωμάτιο από τον πατέρα του. Εγώ; Παραλίγο να κατουρηθώ πάνω μου. Τι στο διάολο; Η Μάντυ, χαμογελώντας όπως δεν την έχω ξαναδεί, πιο όμορφη από ποτέ, γύρισε το βλέμμα της προς το μέρος μου. Το χαμόγελό της έσβησε, το σαγόνι της τραντάχτηκε, και εκείνο το χειλάκι που τόσο καλά ήξερα άρχισε να τρέμει. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της, αλλά κρεμάστηκαν από τις βλεφαρίδες της. «Μία, σε παρακαλώ…» την άκουσα να ψιθυρίζει, και κούνησα πέρα δώθε το κεφάλι. Σηκώθηκα, βγήκα από το δωμάτιο, πέρασα την εξώπορτα του σπιτιού και βρέθηκα στη δροσερή θέα της ερήμου που φαινόταν καθαρά από την μπροστινή βεράντα του σπιτιού των Ρέινς. Αν είχα μείνει στο τραπέζι, θα είχα εκραγεί. Θα είχα αρπάξει το κοριτσάκι μου από τα νύχια των προαστίων και δε θα σταματούσα να τρέχω μέχρι να της βγάλω από το μυαλό τη γελοία ιδέα ότι θα παντρευόταν… στα δεκαεννιά. Μη χειρότερα. Άρχισα να κόβω βόλτες πέρα δώθε, έχοντας φουντώσει ολόκληρη, ενώ κόμποι ιδρώτα ανάβλυζαν από το μέτωπο και το πάνω χείλι μου. Ενώ έβραζα και προσπαθούσα να σκεφτώ έναν λογικό τρόπο να μη φανώ η σατανική αδερφή σε αυτό το σενάριο, που θα πάρει την αδερφή της μακριά από εδώ, άκουσα τη σήτα να ανοιγοκλείνει πίσω μου. Γύρισα από την άλλη και ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ματ. Το πρόσωπό του φανέρωνε τύψεις, αλλά όχι τόσες ώστε να πιστέψω ότι θα το έπαιρνε πίσω. «Συγγνώμη που δε σε ρώτησα πρώτα, αλλά μετά το περασμένο Σαββατοκύριακο…» «Εννοείς τότε που έκλεψες την παρθενιά της αδερφούλας μου!» ούρλιαξα, μην


αναγνωρίζοντας τον ήχο της φωνής μου. Ακούστηκε σαν σειρήνα. Το κεφάλι του τινάχτηκε πίσω σαν να τον είχαν χτυπήσει. «Αυτό δε σε αφορά· η Μάντισον είναι μεγάλη γυναίκα, την οποία αγαπώ πάρα πολύ. Αυτό που μου έδωσε ήταν ένα δώρο, το οποίο θα φυλάω πάντα σαν θησαυρό. Και δε θέλω να το πάρει κανένας άλλος άντρας σε αυτή τη ζωή». Το δήλωσε με σιγουριά και σχεδόν τον είδα να ψηλώνει λιγάκι όσο ξεστόμιζε τα λόγια που υποτίθεται ότι θα με έπειθαν να δεχτώ το σκεπτικό του. Δεν υπήρχε περίπτωση. Τραβώντας τα μαλλιά μου, ακούμπησα στο κάγκελο. «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι πρέπει να την παντρευτείς; Αυτή τη στιγμή;» Πλησίασε και στάθηκε μπροστά μου. «Όχι αυτή τη στιγμή. Θα πάρουμε πρώτα το πτυχίο μας. Αυτό θέλει άλλα δύο χρόνια για να γίνει». Η τελευταία δήλωση έκανε αμέσως τον φόβο να αρχίσει σιγά σιγά να υποχωρεί και τον θυμό να συρρικνώνεται σε ένα μέγεθος που μπορούσα να διαχειριστώ πιο εύκολα. «Απλώς ήθελα μια δέσμευση. Για να ξέρει ότι είμαι δικός της και ότι εκείνη είναι δική μου. Και θέλω να έχει κάτι χειροπιαστό, επειδή σχεδιάζουμε να μείνουμε μαζί… σύντομα». Και τότε η αγανάκτηση επέστρεψε και διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά μου πάλι σαν πλάστης που ανοίγει ζύμη. «Σοβαρά;» γρύλισα. Ναι. «Δε μου αρέσει η περιοχή που μένει, ιδίως ολομόναχη. Όταν δεν είχε αυτοκίνητο, κόντευα να τρελαθώ που διέσχιζε με τα πόδια εκείνη τη γειτονιά τη νύχτα. Μετά της πήρες το αμάξι, κι αυτό ήταν πολύ καλό, αλλά ο πατέρας σου δεν είναι εκεί, Μία. Ούτε εσύ είσαι εκεί». Αυτή η τελευταία πρόταση με χτύπησε κατακούτελα σαν τηγάνι. Το πρόσωπο του Ματ έγινε σκληρό, σχεδόν ψυχρό· ο τόνος του έγινε τραχύς. «Είναι μόνη της, απροστάτευτη». Κούνησε το κεφάλι. «Είναι απαράδεκτο», κατέληξε ο Ματ ξεφυσώντας, λες και ήταν μεγάλος άντρας και όχι ένα εικοσάχρονο παιδαρέλι. Οι ώμοι μου καμπούριασαν, ηττημένη αντίκρισα τις ρωγμές της πραγματικότητας. Αυτό που έλεγε ήταν σωστό. Πολύ σωστό. Ούτε εμένα μου άρεσε που ήταν μόνη της η Μάντυ. Το σιχαινόμουν. Τους τελευταίους μήνες ήταν μια μόνιμη πηγή άγχους. Αυτός ήταν ο λόγος που έβαζα τη Ζανέλ να περνάει έξω από το σπίτι κάθε βράδυ γυρίζοντας από τη δουλειά για να βεβαιωθεί ότι όλα είναι εντάξει. Πήρα μια αργή εισπνοή από τη μύτη και την έβγαλα ακόμη πιο αργά. «Έχεις


δίκιο. Δεν είναι ασφαλές». Ο Ματ έγνεψε καταφατικά αλλά δε μίλησε. Τον εκτίμησα που μου άφησε χρόνο να πω τη γνώμη μου, να εκφράσω τις ανησυχίες μου. Στο Βέγκας είμαστε. Θα μπορούσαν να είχαν πάει να κλεφτούν σε ένα από τα χιλιάδες παρεκκλήσια του κέντρου αν ήταν αποφασισμένοι. Πιάνοντας την κουπαστή, έμπηξα τα νύχια μου στο άσπρο ξύλο και αγνάντεψα την έρημο. «Απλά δε θέλω να κάνει λάθος. Είστε πολύ νέοι». «Γι’ αυτό δε θα βιαστούμε. Πρώτα θα συζήσουμε για να δούμε πώς θα πάει. Θα βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο να βγάλει τη σχολή και θα πάρουμε μαζί πτυχίο. Έχουμε άλλες δυο χρονιές μετά τη φετινή». Όχι· αυτό δεν ίσχυε πλέον· η Μάντυ θα γινόταν διδάκτωρ. Η πρώτη στην οικογένειά μας. «Και μετά η Μάντυ θέλει να κάνει μεταπτυχιακό και διδακτορικό. Τι θα γίνει τότε; Θα την υποστηρίξεις και σ’ αυτά ως σύζυγός της;» Ο Ματ κούνησε φρενιασμένα το κεφάλι. «Οπωσδήποτε. Δική μου ιδέα ήταν! Είναι πρώτη στο έτος, πολύ πιο ψηλά κι από μένα ακόμα, και διαβάζω σαν τρελός. Δεν υπάρχει άλλο τέτοιο ταλέντο και άλλο τέτοιο μυαλό στη σχολή μας. Θα γίνει καταπληκτική επιστήμονας, και εγώ θα είμαι ο τύπος που θα έχει το προνόμιο να ακουμπάει το χέρι του στη μέση της όταν θα αποδέχεται τα βραβεία και θα κάνει τις ομιλίες που αναμφίβολα θα της ζητήσουν να δώσει στο μέλλον. Θα έχω το προνόμιο να στέκομαι στο πλευρό της και να την ενθαρρύνω, όπως θα κάνει κι εκείνη για μένα». Ο Ματ ακούμπησε το χέρι του στον βραχίονά μου και με ανάγκασε να τον κοιτάξω στα μάτια. «Δεν το παίρνουμε ελαφρά, δεν είμαστε χαζοί. Αλλά είμαστε ερωτευμένοι, και δε θέλω να ρισκάρω να τη χάσω για τίποτα». Τα γαλάζια μάτια του Ματ είχαν τόση σιγουριά μέσα τους, που δεν μπορούσα να μείνω άλλο θυμωμένη. Ο θυμός στράγγισε από μέσα μου σαν το νερό που στριφογυρίζει και τρέχει μέσα στο σιφόνι της ντουζιέρας. Με άφησε εξαντλημένη και ηττημένη. «Μπορώ να έρθω έξω τώρα;» Η φωνή της Μάντυ ακούστηκε μικρή μέσα από τη σήτα. «Ναι, κοριτσάκι μου, έλα έξω. Έλα να δούμε το δαχτυλίδι». Αγριοκοίταξα παιχνιδιάρικα τον Ματ προσπαθώντας να διασκεδάσω λίγο την κατάσταση. «Το καλό που σου θέλω, να υπάρχει δαχτυλίδι!» Ένα συνοφρύωμα απλώθηκε στο πρόσωπό μου, αλλά δεν μπόρεσα να το διατηρήσω όταν η Μάντυ βγήκε από το σπίτι χοροπηδώντας με το αριστερό χέρι προτεταμένο.


Το δαχτυλίδι δεν ήταν καμιά κοτρόνα, αλλά ούτε κανένα μικρό. Φαινόταν αντίκα. «Ήταν της γιαγιάς μου. Μου το έδωσε η μητέρα μου την πρώτη φορά που έφερα τη Μάντυ στο σπίτι», είπε γελώντας. «Είναι πανέμορφο». Κοίταξα την αδερφούλα μου που φαινόταν απίστευτα αγχωμένη και αβέβαιη για τον εαυτό της. Θεέ μου, ελπίζω ο Ματ να της μάθαινε να έχει λίγη αυτοπεποίθηση. Αν μπορούσε να αντιμετωπίσει τη θεότρελη αδερφή που πάσχει από σύνδρομο υπερπροστατευτικότητας, σίγουρα μπορούσε να μάθει στην αδερφή μου πώς να είναι πιο σίγουρη για τον εαυτό της. Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλα της Μάντυ. «Είμαι πολύ ευτυχισμένη, Μία. Σε παρακαλώ, προσπάθησε να χαρείς κι εσύ για μένα. Δεν αντέχω να είσαι απογοητευμένη». Από τότε που ήταν μικρή, ιδίως αφού έφυγε η μαμά μας, ήμουν η μόνη γυναικεία επιρροή που είχε στη ζωή της. Μέσα στα χρόνια, δεν άντεχε να σκέφτεται ότι με είχε απογοητεύσει ή με είχε πληγώσει με κάποιον τρόπο. Προτιμούσε να πατήσει πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, παρά να ακούσει ότι ήμουν απογοητευμένη από τις αποφάσεις της. «Αχ γλυκό μου, χαζό μου κοριτσάκι. Έλα εδώ». Την τράβηξα στην αγκαλιά μου. Έκλαψε σιγανά στον λαιμό μου, με λυγμούς, αφήνοντας το άγχος και τον φόβο της να φύγουν, ενώ της χάιδευα τα μαλλιά και της μουρμούριζα το τραγούδι της. Το Three Little Birds του Μπομπ Μάρλεϋ ήταν ένα τραγούδι που είχα μάθει από ένα CD που άκουγε ο μπαμπάς αφού έφυγε η μαμά. Κυρίως άκουγε το No Woman No Cry ξανά και ξανά μέσα στο μεθύσι του, ενώ εγώ φρόντιζα τον εαυτό μου και τη Μάντυ. Όμως εκείνο το τραγούδι με έκανε να πιστεύω ότι τα πράγματα θα πήγαιναν καλά… στο τέλος. Η Μάντυ σήκωσε το πρόσωπό της και της σκούπισα τα δάκρυα με τους αντίχειρές μου. «Συγγνώμη που αντέδρασα με αυτό τον τρόπο». Έριξα μια ματιά στον Ματ. «Οι γονείς σου θα νομίζουν ότι είμαι για δέσιμο». Χαχάνισε. «Όχι, νομίζω ότι μάλλον καταλαβαίνουν το αυθόρμητο της κατάστασης και το πώς αντιδρούν οι συγγενείς. Γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν τρεις μήνες μετά τη γνωριμία τους. Για εκείνους, απλώς ακολουθώ τα αυθόρμητα βήματά τους. Ωστόσο σου υπόσχομαι, Μία, ότι αυτή η κίνηση δεν είναι αυθόρμητη. Θα τελειώσουμε τη σχολή πρώτα· απλά θέλω το δαχτυλίδι στο χέρι της και την ίδια ασφαλή στο διαμέρισμά μου ακριβώς απέναντι από τη


σχολή». «Μένεις απέναντι από τη σχολή;» Αυτή η μητρική πλευρά μου, που μου έβγαινε μόνο με τη μικρή μου αδερφούλα, άρχισε να λάμπει τώρα δυνατά, σαν φάρος που δεσπόζει πάνω από τον σκοτεινό ωκεανό. Εκείνος χαμογέλασε πλατιά και έγνεψε καταφατικά ενώ τραβούσε τη Μάντυ στην αγκαλιά του. «Είσαι εντάξει, ψυχή μου;» της ψιθύρισε στο αυτί, αλλά αρκετά δυνατά ώστε να το ακούσω κι εγώ. Εστίασα την προσοχή μου στην έγνοια και την ανησυχία με την οποία άγγιζε το κορίτσι μου. Ήταν καλό παιδί. Μάλλον ένας αληθινός άγγελος σε μια θάλασσα από αμαρτωλούς εδώ στο Βέγκας. «Αν η Μία είναι εντάξει με όλα αυτά, είμαι κι εγώ». Τα μάτια της γύρισαν στα δικά μου. Βόγκηξα. «Εντάξει, σας δίνω την ευχή μου». Υπήρξε αντίδραση. Χοροπηδηχτή, τσιριχτή, εφηβική αντίδραση, για να είμαι ακριβής. Ύστερα από μερικά ακόμα λεπτά κήρυγμα από μέρους μου, ξαναμπήκαμε στο σπίτι. Η Τίφφανυ και ο Τρεντ Ρέινς περίμεναν υπομονετικά στο καθιστικό. «Το αγόρι μου θα φροντίσει εξαιρετικά την αδερφή σου, σου το λέω με απόλυτη βεβαιότητα», είπε ο κύριος Ρέινς λάμποντας από περηφάνια. «Δεν έχει τα μυαλά του πάνω από τη σκούφια του, αλλά δε γίνεται να πας κόντρα σε έναν ερωτευμένο. Όταν οι Ρέινς ερωτεύονται, ερωτεύονται γρήγορα, δυνατά και για μια ζωή». Έβαλε το χέρι του στους ώμους της γυναίκας του. «Κι αυτό είναι γεγονός», είπε με κέφι. Κάθισα και κοίταξα το ευτυχές ζεύγος. «Η Μάντυ κι εγώ δεν είχαμε εύκολη παιδική ηλικία. Μπορούσαμε να βασιστούμε μόνο η μία στην άλλη. Γι’ αυτό μόλις άκουσα ότι η μικρή μου αδερφή θα παντρευτεί τον γιο σας, στην τρυφερή ηλικία των δεκαεννιά, κάτι μέσα μου έσπασε. Δεν το χειρίστηκα καλά και σας ζητώ συγγνώμη». Η Τίφφανυ σηκώθηκε και κάθισε δίπλα μου στο καναπεδάκι. «Μην ανησυχείς. Κι εμάς μας ήρθε λίγο ξαφνικό όταν ο Ματ μάς ανακοίνωσε τις προθέσεις του πριν από λίγες μέρες. Θέλω να πω… ήξερα ότι την αγαπούσε. Είναι αχώριστοι εδώ και σχεδόν δύο μήνες». Δύο μήνες. Ήταν μαζί δύο μήνες και είχαν ήδη αρραβωνιαστεί. Δεν το χωρούσε το μυαλό μου.


«Φαίνεται πολύ γρήγορο…» «Συμβαίνουν αυτά στην οικογένεια των Ρέινς», είπε η Τίφφανυ χαμογελώντας ενώ κοιτούσε τον σύζυγό της. Αγάπη, λατρεία και αφοσίωση γέμισαν τα καστανά της μάτια. Ήθελα να το έχει και η Μάντυ αυτό, και ίσως αν γινόταν μέλος αυτής της οικογένειας, να γινόταν μια μέρα δικό της. Σε παρακαλώ, Θεέ μου, κάνε μόνο να συμβεί στ’ αλήθεια αφού πάρει το πτυχίο της. Η Τίφφανυ μου χάιδεψε την πλάτη με μια παρηγορητική, μητρική χειρονομία που είχα πολλά χρόνια να νιώσω. «Όλα θα πάνε καλά. Θα πάρουν το πτυχίο τους και μετά θα οργανώσουμε τον γάμο! Έχουμε χρόνο». Χρόνος. Μου φαινόταν ότι αυτές τις μέρες ο χρόνος ήταν το τελευταίο πράγμα που είχα. ***

Η υπόλοιπη παραμονή μου στο Βέγκας πέρασε σαν αστραπή. Η Ζαν, φυσικά, έβρισκε τον αρραβώνα της Μάντυ ξεκαρδιστικό. Αυτή η πουτάνα ήξερε ακριβώς πώς να μου πατάει τα κουμπιά, και συνέχισε να το κάνει μέχρι που έφυγα. Πετούσε σχόλια ότι ο Ματ και η Μάντυ θα το σκάσουν και θα παντρευτούν στο κέντρο ή ότι σε λίγους μήνες θα περιμένουν παιδί. Αυτό το αστειάκι με έκανε να καθίσω κάτω τη Μάντυ και να της εξηγήσω πόσο σημαντικό ήταν να μην ξεχάσει ποτέ να πάρει ούτε ένα αντισυλληπτικό χάπι. Μου ορκίστηκε ότι δεν το ξεχνούσε ποτέ και ότι το έπινε κάθε βράδυ πριν πέσει για ύπνο. Ύστερα από αυτή την αμήχανη συζήτηση –για εκείνη, όχι για μένα– την έβαλα να ορκιστεί ότι δε θα παντρευτεί χωρίς να είμαι παρούσα. Ήταν ο μόνος τρόπος που είχα για να διασφαλίσω ότι τα πράγματα θα πήγαιναν όπως τα σχεδιάζαμε. Στα δεκαεννιά χρόνια της ζωής της δεν είχαμε ποτέ, ούτε μία φορά, πατήσει τον όρκο που είχαμε κάνει η μία στην άλλη. Ήταν ιερός, και την πίστεψα, όταν φίλησε το δαχτυλάκι μου και εγώ το δικό της, ότι δε θα με απογοήτευε. Ενώ καθόμουν στο αεροπλάνο, σκέφτηκα πόσο αμυντική στάση είχα κρατήσει και πόσο πολύ είχα αναστατωθεί μόλις άκουσα την ανακοίνωση ότι οι έφηβοι είχαν αρραβωνιαστεί. Μήπως έφταιγε που η αδερφή μου αποκαταστάθηκε πριν


από μένα; Έτσι αστειεύτηκε η Ζαν. Αλλά όχι, δεν ήταν αυτό. Δε θέλαμε ποτέ τα ίδια πράγματα. Αν πραγματικά έψαχνα βαθιά, η απάντηση ήταν απλή. Δεν άντεχα να τη χάσω. Ήμουν υπεύθυνη για εκείνη από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου. Το να συζήσει με έναν άντρα και να βασίζεται πάνω του για υποστήριξη ήταν μόνο η πρώτη απώλεια. Οι γονείς του με είχαν πληροφορήσει ότι πλήρωναν εκείνοι για το διαμέρισμα του γιου τους και ότι το μόνο που θα χρειαζόταν η Μάντυ θα ήταν λεφτά για τα προσωπικά της έξοδα. Δεν είχαν κανένα πρόβλημα να συνεισφέρουν περισσότερο στα έξοδα του νοικοκυριού για την αρραβωνιαστικιά του, επειδή τη θεωρούσαν ήδη μέλος της οικογένειάς τους. Ήταν τόσο απλό. Θεωρούσαν τώρα την αδερφή μου μέλος της οικογένειάς τους και τη συντηρούσαν εκείνοι. Η στέγη και η διατροφή της ήταν δική μου δουλειά εδώ και σχεδόν δεκαπέντε χρόνια. Δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ αυτό. Καταρχάς, ήξερα ότι θα συνέχιζα να πληρώνω το νοίκι στο σπίτι του μπαμπά και ότι θα της έστελνα αρκετές εκατοντάδες δολάρια τον μήνα για διάφορα έξοδα και για τα αναγκαία της σχολής της, καθώς και για διασκέδαση. Το άξιζε. Η αδερφή μου σκοτωνόταν στο διάβασμα, και δεν ήθελα να αλλάξει αυτό και να αναγκαστεί να πιάσει δουλειά. Ήθελα να συνεχίσει στον δρόμο της μελλοντικής επιτυχίας. Τώρα έπρεπε απλώς να αποδεχτώ ότι ο Ματ Ρέινς θα της κρατούσε το άλλο χέρι σε αυτό το ταξίδι. Τουλάχιστον δεν είχε αλλάξει τίποτα σχετικά με το ταξίδι στη Χαβάη. Ο Ματ καταρρακώθηκε όταν του το πρωτοείπε, πράγμα που με έκανε να χαρώ από μέσα μου. Μάλιστα, είμαι μέγαιρα με τα όλα μου, και δεν το μετανιώνω! Σύμφωνα με τη Μάντυ, καταλάβαινε γιατί ήταν απαραίτητο να πάμε μόνο κορίτσια, καθώς και ότι το νέο που μου είχαν πει ήταν κάπως σοκαριστικό. Στο τέλος της συζήτησης, ο μαλαγάνας με συνεχάρη κιόλας για την ιδέα και μου έδωσε την ευχή του. Λες και την είχα ανάγκη. Τον αφελή, θα μάθαινε πολύ γρήγορα ποιος είναι το αφεντικό. Έλπιζα μόνο στο τέλος να ήμουν ακόμα εγώ.


3

ΜΑΥΡΑ ΤΡΑΪΜΠΑΛ ΤΑΤΟΥΑΖ. Χοντροί, νευρώδεις μύες, που έκαναν τα σάλια μου να τρέχουν, τυλιγμένοι με περίπλοκα, μπερδεμένα σχέδια, απλωμένα πάνω σε ηλιοκαμένο, σφριγηλό, αντρικό δέρμα. Από το πάνω μέρος του αριστερού ώμου, στον φουσκωμένο δικέφαλο, στα πλευρά, τη μέση, κάτω από το σαρόνγκ που κάλυπτε τον ανδρισμό του και ακόμα παραπέρα. Τα μαύρα νήματα του μελανιού κατέβαιναν στον μηρό που ήταν χοντρός σαν κορμός δέντρου και σε μια σφιχτή, λαξεμένη γάμπα, όπου σταματούσαν απότομα στον αστράγαλο. Ίσα που ένιωθα την άμμο που μου έκαιγε τις πατούσες ενώ στεκόμουν γεμάτη δέος μπροστά σε αυτό το μεγαλειώδες πλάσμα. Γύρισε στο πλάι, προσφέροντάς μου μια λαχταριστή ματιά στη δυνατή, καλοσχηματισμένη πλάτη του, που θα μπορούσε εύκολα να σηκώσει εμένα και άλλες δύο και να μας πετάξει στον ωκεανό λίγο πίσω του. Μια κάμερα έκανε απανωτά κλικ, και ύστερα με κοίταξε. Όχι, δε με κοίταξε. Το βλέμμα του αναζήτησε το δικό μου μέσα από τα δέκα μέτρα που μας χώριζαν. Καστανά μάτια, στο χρώμα του βαθύτερου, σκουρότερου κακαόσπορου τσιτσίρισαν όσο περιεργάζονταν κάθε πόντο του σώματός μου. Το βλέμμα του αγνώστου γλίστρησε πάνω μου σαν φλογισμένο χάδι, τόσο καυτό, που έκανα αέρα στο πρόσωπό μου προσπαθώντας να διώξω το τσουρούφλισμα που έζωνε το δέρμα μου. Μια φωνή με ιταλική προφορά φώναξε μερικές εντολές, και εντέλει ο κύριος Τατουάζ κοίταξε αλλού, απελευθερώνοντάς με. Ελευθερώθηκα, αλλά ένιωσα μια παράξενη, ενοχλητική αίσθηση απώλειας. Ο τρόπος που με κοιτούσε αυτός ο άντρας ήταν ένα κάλεσμα, ένας φάρος πόθου που φώναζε την ψυχή μου. Ένα κάλεσμα που γνώριζα πολύ καλά, καθώς η περιοχή ανάμεσα στα πόδια μου φούσκωσε και


μαλάκωσε. Στάθηκα και παρακολούθησα τον άντρα πίσω από την κάμερα να βγάζει καμιά δεκαριά φωτογραφίες ακόμα, κι έπειτα να κάνει μια απότομη χειρονομία, σκίζοντας τον αέρα με το χέρι του. «Finito!» είπε, και συμπλήρωσε «Perfetto». Ξεκολλώντας τα μάτια μου από τον πεντανόστιμο αρσενικό, είδα τον φωτογράφο να στρίβει, γυρίζοντας το πρόσωπό του προς το μέρος μου. Φορούσε μια ψάθινη, καφετιά φεντόρα για τον ήλιο, στρατιωτική βερμούδα και άσπρο λινό πουκάμισο κλεισμένο με ένα και μοναδικό κουμπί, που δεν έκρυβε καθόλου το λυγερό κορμί αποκάτω. Χαμογέλασε πλατιά και ήρθε προς το μέρος μου, σηκώνοντας άμμο με κάθε βήμα. Στάθηκα απολύτως ακίνητη στο σημείο που μου είχε υποδείξει ο σοφέρ της λιμουζίνας όταν πάρκαρα και μου έδειξε το αντίσκηνο στην παραλία. Μου είχε πει τότε ότι το αφεντικό μου ήταν πίσω από την κάμερα. Δεν περίμενα ότι ο πελάτης μου θα έβγαζε ο ίδιος τις φωτογραφίες για την καμπάνια. Εν πάση περιπτώσει, για μένα δεν έκανε και μεγάλη διαφορά. Η δουλειά ήταν δουλειά, και εφόσον συνοδευόταν από μια επιταγή εκατό χιλιάδων δολαρίων, ήμουν μέσα. Καθώς με πλησίαζε, διέκρινα ένα απαλό χαμόγελο, λευκά δόντια, και μικρές ρυτίδες στις γωνίες των καλοσυνάτων γαλάζιων ματιών του, και περισσότερες γύρω από το στόμα του. Το ωραίο πρόσωπό του έδειχνε ότι είχε γεράσει καλά, και τα γκρίζα μαλλιά του ξεμύτιζαν κάτω από τη φεντόρα. «Bella donna», είπε πιάνοντας τους ώμους μου σε μια θερμή αγκαλιά, κι ύστερα έσκυψε μπροστά και με φίλησε στον αέρα και στα δύο μάγουλα. «Είμαι ο Άντζελο Ντ’Αμίκο, και είσαι πιο όμορφη απ’ όσο περίμενα όταν η σύζυγός μου είπε ότι πρέπει να σε κλείσουμε για την καμπάνια». Μόλις αναφέρθηκε στη γυναίκα του, μια αγαλματένια Λατίνα βγήκε από την άσπρη σκηνή, με το μελαμψό της δέρμα να γυαλίζει κάτω από τον ήλιο. Ένα φλογερό κόκκινο εξώπλατο φουστάνι σαν σαρόνγκ τυλιγόταν γύρω από το χυμώδες κορμί της και ανέμιζε στη θαλασσινή αύρα. Τα μελαχρινά μαλλιά της ήταν μακριά και ανέμιζαν λες και τη φυσούσε ένας ανεμιστήρας για να τονίσει τα χαρακτηριστικά της. Αυτό θα πει ομορφιά. Αυτή η γυναίκα την είχε άφθονη. Ο Άντζελο χτύπησε παλαμάκια ενώ η γυναίκα ερχόταν προς το μέρος μας. «Α, η γυναίκα μου. Σου κόβει την ανάσα, ναι;» Η ιταλική του προφορά ήταν πιο έντονη. Έγνεψα καταφατικά, επειδή μου είχε πραγματικά κόψει την ανάσα· τόσο


εκθαμβωτική ήταν. Ένα τεράστιο χαμόγελο στόλισε τα χείλη της. «Μία, πόσο χαίρομαι που θα συμμετέχεις στο πρότζεκτ μας». Έσκυψε και εκείνη και με φίλησε σταυρωτά στον αέρα. Τώρα που είχε έρθει κοντά, έβλεπα ότι την είχε αγγίξει και εκείνη ο χρόνος, χωρίς ωστόσο να μειώσει την ομορφιά της. Η θεία Μίλλι μού είχε πει ότι ο σχεδιαστής και η γυναίκα του ήταν γύρω στα πενήντα. Περνούσαν εύκολα για σαραντάρηδες. «Είμαι η Ρόζα, η γυναίκα του Άντζελο. Είμαστε ενθουσιασμένοι που σε έχουμε κοντά μας». Τράβηξα την τσάντα μου πιο ψηλά στον ώμο μου και έδιωξα τα μαλλιά από το μέτωπό μου. «Χαίρομαι που ήρθα. Το νησί –εντάξει, όσο είδα ερχόμενη από το αεροδρόμιο– είναι πανέμορφο». «Είναι. Μπορείς να καθίσεις τις επόμενες δύο μέρες να το γνωρίσεις. Μόλις φωτογραφίσαμε τον Τάι και θα κανονίσουμε να φωτογραφίσουμε κι εσένα μόνη σου». Ο Άντζελο κοίταξε πάνω από τον ώμο του τον κύριο Τατουάζ που κατέβαζε ένα μπουκάλι νερό και έπαιρνε ένα πουκάμισο από κάποια που έμοιαζε με βοηθό. «Τάι, έλα να γνωρίσεις τη σύντροφό σου για αυτό τον μήνα». Σύντροφο; Η Μίλλι δε μου είχε πει τίποτα για κανέναν σύντροφο. Πάνω που ήμουν έτοιμη να αμφισβητήσω το σχόλιό του, ο άντρας που φώναζαν Τάι ήρθε να μας συναντήσει. Κι όταν λέω ήρθε, εννοώ ότι ήταν σχεδόν θαρρείς και ολόκληρη η γη σκίστηκε στα δύο και χωρίστηκε ανοίγοντάς του δρόμο. Κάθε ήχος εξαφανίστηκε, και όλο το περιβάλλον εστιάστηκε αποκλειστικά στην πορεία αυτού του άντρα πάνω στην άμμο. Ήταν εντυπωσιακός. Οι μύες στους γιγαντιαίους μηρούς του πάλλονταν και σφίγγονταν με κάθε βήμα. Ένα λεπτό στρώμα από τετράγωνους κοιλιακούς μυς κυμάτιζε καθώς το δέρμα βούλιαζε γύρω από το κάθε σχήμα ακολουθώντας τις κινήσεις του. Το στέρνο του έλαμπε σαν οπάλιο, λείο και ιριδίζον. Από την άλλη, μπορεί να έφταιγε η ζέστη για τη σκοτοδίνη και την όρασή μου που έσβηνε γύρω από τη μορφή του. Μόλις έφτασε στο πηγαδάκι που είχαμε σχηματίσει με τα τρία σώματά μας, η προσθήκη του πελώριου κορμιού του σχεδόν με έκανε να οπισθοχωρήσω, γιατί έκανε τον χώρο να φαντάζει υπερβολικά μικρός. Διάολε, ακόμα και η παραλία φάνταζε υπερβολικά μικρή όταν στεκόταν πάνω της τέτοιος ζωώδης μαγνητισμός και τέτοια αντρική τελειότητα. Ακόμα και ο ωκεανός μάλλον έκλαιγε με αλμυρό δάκρυ ευχόμενος να τιμήσει τα μεταξένια βάθη του με την


παρουσία του. Ο Άντζελο τέντωσε το χέρι του μπροστά μου. «Τάι Νίκο, να σου συστήσω τη Μία Σόντερς. Θα μένει στο μπανγκαλόου δίπλα στο δικό σου και θα φωτογραφίζεστε μαζί αυτό τον μήνα. Θα σας παρουσιάσουμε ως το ζευγάρι των τροπικών για την καμπάνια “Η ομορφιά βγαίνει σε όλα τα μεγέθη”». Τα καστανά μάτια του Τάι καρφώθηκαν στα δικά μου. Έγλειψε προκλητικά το σαρκώδες κάτω χείλι του και έβγαλε έναν ήχο σαν να φιλούσε τα δόντια του, πριν σουφρώσει εκείνα τα χυμώδη κομμάτια ροζ σάρκας. Έβαλα τα δυνατά μου να μη λιποθυμήσω, αλλά η θερμότητα που εξέπεμπε αυτός ο άντρας ήταν σαν πύρινο τείχος. Πήρε μια αργή ανάσα, και τα ρουθούνια του ανοιγόκλεισαν καθώς τα μάτια του περιδιάβαιναν στο σώμα μου. Δεν είπα τίποτα. Δεν μπορούσα καν να σαλέψω μήτε να ανασάνω κάτω από το εξεταστικό βλέμμα του. «Είσαι εκθαμβωτική. Θα είναι απόλαυση να ιδρώσουμε μαζί», είπε, αλλά τα μάτια του έλεγαν πολύ περισσότερα από το ότι θα ιδρώναμε μαζί. Για μισό λεπτό… τι πράγμα; «Εννοείς ότι θα ιδρώσουμε στη δουλειά;» διευκρίνισα κουνώντας το κεφάλι. Το κεφάλι του χαμήλωσε ξανά προς τα κάτω και το βλέμμα του καρφώθηκε στα πόδια μου. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι δεν είχε μαλλιά, σχεδόν καθόλου, μόνο λίγες κοντοκουρεμένες τρίχες στην κορυφή του κεφαλιού, σαν τον «Δε Ροκ»· ναι, τώρα που τον κοιτούσα καλύτερα, έμοιαζε πάρα πολύ με τον Ντουέιν Τζόνσον. Ήταν πελώριος, με μελαμψό δέρμα που είχε σκουρύνει ακόμα περισσότερο από τις τροπικές ακτίνες του ήλιου, και είχε τατουάζ − με τη διαφορά ότι ο Τάι φαινόταν πολύ πιο παραδοσιακός από τον ηθοποιό, λόγω των χαρακτηριστικών και της σαμοανής καταγωγής του. Ο Τάι σούφρωσε τα σέξι χείλη του και χαμογέλασε περιπαικτικά. «Όχι, δεν εννοούσα καθόλου αυτό». Γαμώτο. Ο μήνας που είχα μπροστά μου θα ήταν απίστευτος. Ευελπιστούσα ότι αυτό θα περιλάμβανε να βρεθώ πάνω ή κάτω από έναν δίμετρο Σαμοανό θεό που λεγόταν Τάι. ***

Μια αχτίδα φωτός έσκισε το δωμάτιο και προσγειώθηκε στο πρόσωπό μου,


ξυπνώντας με από ένα εξαίσιο όνειρο όπου έπαιζα γυμνό τουίστερ με έναν σέξι Σαμοανό. Σηκώθηκα και εκτέλεσα νυχοπατώντας την πρωινή μου ρουτίνα φτιάχνοντας καφέ και τσιμπολογώντας φρέσκο ανανά και διάφορα άλλα εξωτικά φρούτα από το γεμάτο ψυγείο. Το μπανγκαλόου που μου είχαν διαθέσει οι Ντ’Αμίκο ήταν ονειρεμένο. Βρισκόταν νότια της Χονολουλού, πάνω στην παραλία Ντάιαμοντ Χεντ. Κι όταν λέω πάνω, εννοώ ότι άνοιγα τη συρόμενη πόρτα και άγγιζα με τα δάχτυλά μου την άμμο στα τρία μέτρα. Το φόντο μου ήταν η ανεμπόδιστη θέα του ωκεανού. Άνοιξα τις πόρτες, αφήνοντας την πρωινή αύρα της ακροθαλασσιάς και τον ήχο των κυμάτων να μπουν. Μην μπορώντας να περιμένω άλλο, φόρεσα ένα λευκό μπικίνι, πήρα μια πετσέτα και κατευθύνθηκα προς τα γαλαζοπράσινα νερά. Είχα πολύ καιρό να βρεθώ σε παραλία. Η τελευταία φορά ήταν με τον Γουές. Ο Γουές. Δε θα το σκεφτόμουν αυτό. Μόλις έφτασα στο αεροδρόμιο στο Βέγκας, στο πρωτοσέλιδο μιας ταμπλόιντ φιγουράριζε η φωτογραφία της Τζίνα Ντελούκα με τον τίτλο «Νέος έρωτας για την Τζίνα», ενώ μια δεύτερη φωτογραφία αποκάτω έδειχνε την όμορφη ηθοποιό να τρώει σε εστιατόριο με – ποιον άλλο; Με τον Γουές μου. Καλά, όχι τον Γουές μου, αλλά τον είχα εγώ πριν από εκείνη, οπότε σύμφωνα με το ιδιοκτησιακό δίκαιο είναι δικός μου, έτσι; Από την άλλη, αυτή τον είχε τώρα, και η κατοχή είναι τα εννέα δέκατα του νόμου. Πώς μου πέρασε κάτι τέτοιο από το μυαλό; Ούτε ο Γουές ήταν δικός μου ούτε εγώ ήμουν δική του. Μπορεί να κρατούσε ένα κομμάτι της καρδιάς μου, αλλά όχι τα πάντα. Το είχαμε ξεκαθαρίσει αυτό, μολονότι ακόμα κρυφόκαιγαν κάποια συναισθήματα· είχαμε συμφωνήσει και οι δυο να τα αφήσουμε στην άκρη και να κάνουμε τη ζωή μας. Και αυτό ακριβώς σκόπευα να κάνω. Τη ζωή μου. Άφησα την πετσέτα μου στην άμμο περίπου δέκα μέτρα από την άκρη του ωκεανού και αγνάντεψα τα κρυστάλλινα νερά. Ήταν τόσο καθαρά, που έβλεπες την άμμο στον πυθμένα για τουλάχιστον τριάντα μέτρα πριν αρχίσει να βαθαίνει το νερό. Στο βάθος ήταν ένας και μοναδικός σέρφερ με μαύρο σορτς που καβαλούσε κάτι μεγάλα κύματα. Ήταν καταπληκτικός. Τον παρακολούθησα για λίγο, υπνωτισμένη από τις κινήσεις του. Ο άντρας καβάλησε μερικά χαμηλά κυματάκια και μετά έκανε μια πλήρη περιστροφή, έπεσε πάνω στη σανίδα και ανοίχτηκε ξανά με μεγάλες απλωτές. Μετά από λίγες στιγμές, σηκώθηκε ξανά


όρθιος πάνω στη σανίδα και μπήκε μέσα σε ένα μαγευτικό τέλειο κύμα, σκίζοντάς το σαν επαγγελματίας. Λίγο αργότερα, ο σέρφερ ήρθε προς το μέρος μου γλιστρώντας πάνω σε ένα χαμηλό κύμα. Ήταν σαν σε αργή κίνηση. Οι μαύρες ελικοειδείς γραμμές από τον ώμο ως τον αστράγαλο ήταν το πρώτο πράγμα που τράβηξε το βλέμμα μου. Έπειτα τα μάτια μου περιδιάβηκαν την υγρή, λεία επιφάνεια του φαρδύτερου στήθους που είχα ποτέ την ευχαρίστηση να αντικρίσω. Του Τόνυ, τότε στο Σικάγο, ήταν μακράν το μεγαλύτερο, και πάρα πολύ ωραίο. Παρ’ όλα αυτά, δεν έπιανε μία μπροστά σε αυτό τον γίγαντα. Ένας άντρας σαν τον Τάι Νίκο έκανε μια γυναίκα σαν εμένα, ζουμερή και με πολλές καμπύλες –ιδίως να λάβουμε υπόψη τα πελώρια βυζιά και τον τουρλωτό κώλο– και με ύψος 1,75, να νιώθει μικροσκοπική μπροστά του. Μου άρεσε πολύ να νιώθω μινιόν. Η σανίδα του βγήκε στην ακροθαλασσιά κι εκείνος κατέβηκε αριστοτεχνικά αποπάνω της, πηδώντας στην άμμο σαν να ήταν κάτι που έκανε κάθε μέρα, πριν σκύψει και σηκώσει τη σανίδα του. Την κουβάλησε κρατώντας την κάτω από τον φουσκωμένο δικέφαλό του, σαν να μην είχε βάρος. «Γεια σου, χαόλε», είπε κι εγώ στένεψα τα μάτια μου. Να θυμηθώ να γκουγκλάρω τι σημαίνει «χαόλε». «Δεν είχα καταλάβει ότι ήσουν εσύ εκεί έξω. Είσαι καλός», είπα γνέφοντας με το πιγούνι προς τον ωκεανό, προσπαθώντας να βρω οποιονδήποτε λόγο να μην κοιτάζω σαν ξελιγωμένη το μεγαλειώδες σώμα του. Το σμιλευτό πιγούνι του συσπάστηκε καθώς γελούσε. «Αυτό μού έλειπε. Όταν δε δουλεύω ως μοντέλο ή στα σόου με την οικογένειά μου, διδάσκω σερφ». «Διδάσκεις;» «Γιατί; Θες να σου κάνω μαθήματα;» Ο τόνος του ήταν δελεαστικός και αποπλανητικός. Αυτό ήταν σίγουρα το σινιάλο για να του ανταποδώσω το φλερτ. «Θες να με μάθεις να καβαλάω;» Σήκωσα το φρύδι μου πονηρά. Το στόμα του πήρε εκείνο το απολαυστικό σούφρωμα, ενώ τα μάτια του σεργιάνισαν στις καμπύλες μου κάτω από το μπικίνι. «Θα σου μάθω να καβαλάς μέρα και νύχτα, κορίτσι μου». Η φράση «κορίτσι μου» δεν ακούστηκε όπως τη λέει μια γυναίκα στη φιλενάδα της. Όχι – από τα χείλη του ακούστηκε περισσότερο σαν γρύλισμα, που έκανε σουβλιές πόθου να με διαπεράσουν τόσο


έντονα, που τα δάχτυλα των ποδιών μου κυρτώθηκαν αντανακλαστικά και ο κόλπος μου συσπάστηκε από ηδονή. «Ώστε έτσι, ε; Μιλάμε ακόμα για το σερφ;» είπα προκλητικά. Ήθελα να ακουστεί παιχνιδιάρικο. Αν και φαντάζομαι ότι το να παίζω μαζί του με άλλους τρόπους θα ήταν πολύ πιο διασκεδαστικό. Εγώ και ο κόλπος μου βλέπαμε σίγουρα θετικά μια τέτοια εξέλιξη. «Εσύ τι λες;» Τα σκούρα μάτια του σκοτείνιασαν. Ο πόθος στροβιλιζόταν μέσα στα μελανά βάθη τους, και η θηλυκή πλευρά μου χοροπήδησε από χαρά. «Δώσ’ τα όλα ή γύρνα σπίτι σου» είναι η φράση που λένε σε τέτοιες περιπτώσεις. Εγώ είχα σκοπό να την κάνω σημαία, επειδή το σίγουρο ήταν ότι θα τα έδινα «όλα» πριν γυρίσω σπίτι μου. «Μωρό μου, θα πάρω ό,τι μου δώσεις», αποκρίθηκα τολμηρά, ξέροντας ότι έπαιζα με τη φωτιά. Αυτή τη φορά, ήθελα ό,τι κι αν προέκυπτε. Το ήθελα τόσο πολύ, που μου κόβονταν τα γόνατα. Τα ρουθούνια του Τάι ανοιγόκλεισαν καθώς ανάσανε ηχηρά. Η σανίδα του έπεσε στην άμμο με έναν δυνατό γδούπο, μια χερούκλα τυλίχτηκε γύρω από τη μέση μου, και κόλλησα στο στήθος του ενώ τα χείλη του συνθλίφτηκαν στα δικά μου. Το φιλί του ήταν βάρβαρο, άγριο, γεμάτο πέρα ως πέρα ακόρεστη πείνα. Φάγαμε ο ένας από το στόμα του άλλου. Τσουχτερές δαγκωματιές στα χείλη, τσιμπολογήματα στις γλώσσες. Φευγαλέες γλειψιές προορισμένες να καταβροχθίσουν, να γευτούν, να λεηλατήσουν ενώ παίρναμε ο ένας από τον άλλο. Χωρίς ερώτηση, σχόλιο, ή συζήτηση, ο Τάι με σήκωσε, γλίστρησε τα χέρια του πάνω στον κώλο που χούφτωνε και με ανέβασε στο σώμα του. Τύλιξα τα πόδια μου γύρω από τη μέση του και κρατήθηκα, αδυνατώντας να απομακρυνθώ από την εθιστική γεύση του έστω και για μια στιγμή. Μόνο όταν το πάνω μέρος του μπικίνι μου βγήκε, η πλάτη μου έπεσε σε μια επιφάνεια μαλακή σαν σύννεφο και τα χείλη του Τάι κόλλησαν στη ρώγα μου − μόνο τότε συνειδητοποίησα ότι δεν ήμασταν πια στην παραλία. Εκείνη τη στιγμή, δε με ένοιαξε. Τον ήθελα πιο πολύ κι από την επόμενη ανάσα μου. Το να κρατάω το σχεδόν φαλακρό κεφάλι του στο στήθος μου ήταν άκρως ικανοποιητικό, όχι όμως όσο οι ημικυκλικές αμυχές που άφησαν τα νύχια μου καθώς τα έμπηξα στο χνουδάτο δέρμα του κρανίου του. Δεν ενοχλήθηκε από την επιθετικότητά μου· οι δικές του κινήσεις ήταν πολύ πιο επιθετικές. Τα δόντια του βυθίστηκαν στην τσιτωμένη ρώγα, και φώναξα. Χαμογελώντας


μανιακά, ο Τάι άφησε το διογκωμένο στήθος μου και κόλλησε στο διπλανό του, υποβάλλοντάς το, με το καυτό του στόμα, στο ίδιο ηδονικό μαρτύριο. Τα χέρια του έτρεχαν πάνω μου. Μάλαζαν το άλλο μου βυζί, χούφτωναν το τσιτωμένο δέρμα του κώλου μου και στο τέλος, όταν ξαναπήρε το στόμα μου, δέθηκαν πίσω από το κεφάλι μου. Με τον Τάι, όλα ήταν ένα πάρσιμο. «Θα σε πάρω δυνατά, μετά μαλακά, και στο τέλος και τα δύο μαζί. Και μετά θα τα ξανακάνω όλα από την αρχή», γρύλισε ενώ αποτραβιόταν από το σώμα μου. Άπλωσε το μακρύ, μυώδες χέρι του στο κομοδίνο και έβγαλε ένα ασημένιο φακελάκι. Δόξα τω Θεώ, κάποιος σκεφτόταν καθαρά. Στο μυαλό μου κυριαρχούσε μια ομίχλη πόθου τόσο πυκνή, που απλά ήθελα να μπήξει τη μεγάλη στύση του τόσο βαθιά μέσα μου, ώστε να με κάνει να ξεχάσω μέχρι και το όνομά μου. Η βερμούδα του έπεσε στα πλακάκια κι εγώ ανασηκώθηκα στηριγμένη στους αγκώνες. Το θέαμα θα έτρεφε μελλοντικές φαντασιώσεις επί δεκαετίες. Το τατουάζ του δε σταματούσε στη μέση του. Όχι, αυτό το αριστούργημα κάλυπτε ολόκληρη την αριστερή πλευρά του σώματός του. Τα μαύρα σχήματα δημιουργούσαν υπερβολικά πολλά σύμβολα και εικόνες για να τα πιάσω με τη μία. Ο Τάι χαμογέλασε πονηρά, τύλιξε τα δάχτυλά του γύρω από τη σάρκα του και χάιδεψε νωχελικά τον τεράστιο πούτσο του. Κι όταν λέω τεράστιο, εννοώ ότι ήταν από εκείνους τους πούτσους που ξέρεις με βεβαιότητα ότι θα πονέσουν την πρώτη φορά που θα μπουν, αλλά θα αποδεχτείς αγόγγυστα τον πόνο, σαν ένα παράσημο· και θα τον δεχτείς ξανά και ξανά, επειδή τίποτα δε θα μπορέσει ποτέ να συγκριθεί με αυτή την πληρότητα. «Χριστέ μου, είσαι μεγάλο παιδί… παντού». Κοίταξα με γουρλωμένα μάτια την τορνευτή του τελειότητα. Εκείνος συνέχισε να με κοιτάει να τρέμω, με τη λεκάνη να γράφει μάταια κύκλους, τη θερμοκρασία στο σώμα μου να ανεβαίνει, και το μουνάκι μου να υγραίνεται όλο και πιο πολύ με κάθε πέρασμα της παλάμης του πάνω από την λαχταριστή σάρκα του. Δεν μπορούσα να εμποδίσω τα σάλια μου, που έτρεχαν στη θέα του γυμνού κορμιού του, ούτε και ήθελα. Λαγνεία. Πάθος. Διόγκωση. Αυτές ήταν οι κυρίαρχες αισθήσεις που διέτρεχαν το καυτό δέρμα μου όσο τον κοιτούσα. «Βγάλε το μαγιό σου». Σχεδόν γρύλισε την παράκλησή του. Όχι, δεν


ήταν παράκληση… ήταν απαίτηση. Η αυταρχικότητά του έπρεπε να με είχε πτοήσει, αλλά ήμουν τόσο ερεθισμένη, που απλώς έκανα ό,τι μου είπε τραβώντας τα δύο κορδονάκια και αφήνοντας το μαγιό να πέσει πάνω στους ανοιχτούς μηρούς μου. «Πιο ανοιχτά. Θέλω να δω το λουλούδι σου απλωμένο και υγρό». Ο Τάι πήρε μια απότομη εισπνοή μέσα από τα δόντια του όταν συμμορφώθηκα. Δάγκωσα το χείλι μου για να συγκρατήσω ένα βογκητό, καθώς του αποκάλυπτα το κορμί μου με έναν τρόπο που θα μπορούσε να θεωρηθεί υποτιμητικός, όμως μαζί του φαινόταν απαγορευμένος, ερεθιστικός και φούντωσε υπέρμετρα τον πόθο μου για εκείνον. Ο Τάι συνέχισε να κοιτάζει παίζοντας με τον πούτσο του. Μια πέρλα υγρού κάλυψε την άκρη του, και έγλειψα τα χείλη μου. «Θέλεις να πάρεις μια γεύση, κορίτσι μου;» μου πρότεινε με τον βραχνό εκείνο τόνο που προκαλούσε ρίγη στη ραχοκοκαλιά μου και το υπερευαίσθητο δέρμα μου. Δεν μπόρεσα να απαντήσω. Το δωμάτιο είχε σβήσει και είχε μείνει μονάχα εκείνος και η ανάγκη μου να κολλήσω κάθε πόντο του κορμιού μου πάνω στο δικό του. Έγνεψα καταφατικά και σταμάτησε τις κινήσεις του χεριού του. «Γλείψε με. Γεύσου τι μου κάνεις». Ανασηκώθηκα γρήγορα γρήγορα και, πέφτοντας στα τέσσερα, έσκυψα μπροστά, και τη στιγμή που τα χείλη μου έφτασαν τόσο κοντά, που μπορούσε να νιώσει την ανάσα μου πάνω του, σήκωσα το βλέμμα μου. Τα μάτια του ήταν σκοτεινά σαν τη νύχτα, το κάτω χείλι του εγκλωβισμένο ανάμεσα σε ίσια, λευκά δόντια. Με το βλέμμα καρφωμένο πάνω του, έβγαλα έξω τη γλώσσα και έγλειψα τον χυμό του. Η αψιά, αλμυρή γεύση του έκανε ένα νέο κύμα υγρών να αναβλύσουν ανάμεσα στα πόδια μου. Εκείνος βαριανάσαινε. «Μυρίζω το λουλούδι σου, κορίτσι μου. Μυρίζει σαν υγρή λιακάδα». Ξεφύσηξε παρατεταμένα. «Θα γλεντήσω το κορμί σου μέχρι να λιποθυμήσεις. Το θες;» Αντί να απαντήσω, κατάπια το όργανό του και το οδήγησα στο λαρύγγι μου. Το χέρι του χώθηκε στα μαλλιά μου, χωρίς να τα τραβάει ακριβώς, περισσότερο σαν να μάλαζε με τα δάχτυλά του το δέρμα του κρανίου μου ενώ τον ικανοποιούσα. Τα δάχτυλα που έπιαναν το τριχωτό της κεφαλής μου χωρίς να το πιέζουν ήταν μια εντελώς νέα και ευχάριστη αίσθηση. Ισορροπώντας στα γόνατα και το ένα μου χέρι, σήκωσα το άλλο και τύλιξα τα δάχτυλα γύρω από τη βάση του μορίου του. Παραήταν μεγάλος για να τον πάρω πάνω από τη μέση, παρόλο


που καμάρωνα για το ταλέντο μου να παίρνω έναν άντρα στο λαρύγγι μου. Ήταν μια ικανότητα που είχα, και απ’ ό,τι ξέρω δεν την έχουν πολλές. Με τέτοιο μέγεθος όμως, μπορούσα να καταπιώ μόνο το μισό. Η σκέψη ότι ο πούτσος του σε λίγο θα με έσκιζε με έκανε να διπλασιάσω τις προσπάθειές μου. «Πιο αργά, κορίτσι μου». Με τράβηξε από το καυλί του με έναν υγρό ήχο. Ύστερα ξάπλωσε στο κρεβάτι, με το μακρύ κορμί του απλωμένο σαν μπουφέ. Δεν ήξερα ποιο ήταν το επόμενο που ήθελα να γευτώ, το ζουμερό καυλί του ή το λακκάκι ανάμεσα στους τετράγωνους θωρακικούς του. «Καβάλησέ με. Θέλω να σε γλείφω όσο με ρουφάς. Και θα καταπιείς κάθε σταγόνα». Ο τόνος του ήταν επιτακτικός, αλλά περισσότερο σαν να έλεγε ότι στην κρεβατοκάμαρα εκείνος έκανε κουμάντο. Και πρέπει να παραδεχτώ ότι του πήγαινε αυτός ο ρόλος. Καβάλησα τους φαρδιούς ώμους του και με έπιασε από τη λεκάνη. Πριν καν προλάβω να χαμηλώσω τους μηρούς μου προς το στόμα του, είχε ήδη σηκώσει το κεφάλι και βύθισε τη γλώσσα του βαθιά μέσα στις πτυχές μου. «Αχ ναι, Τάι», φώναξα τρελαμένη, τινάζοντας τη λεκάνη μου πάνω στο πρόσωπό του, ενώ εκείνος έσπρωχνε το πίσω μέρος των μηρών μου, πλαταίνοντάς με ακόμη περισσότερο, ανοίγοντάς με τόσο πολύ, που πρέπει να έμοιαζα με βάτραχο έτοιμο να πηδήξει από το νούφαρο. Σίγουρα ήμουν έτοιμη να πηδήξω… σε έναν απίθανο οργασμό. Με έβαλε να ιππεύσω το πρόσωπό του, έχοντας ξεχάσει εντελώς να τον ικανοποιήσω καθώς τριβόμουν πάνω του. Ο Τάι ήταν πρωταθλητής στην αιδοιολειχία. Πρωταθλητής. Συγκαταλεγόταν αναμφισβήτητα στους τρεις καλύτερους που είχα δοκιμάσει ποτέ, δίπλα στον Αλέκ και τον Γουές. Μόνο που ο Τάι με καταβρόχθιζε σαν άνθρωπος που είχε μείνει φυλακισμένος μια δεκαετία και η μόνη του σκέψη αυτά τα δέκα χρόνια ήταν η γεύση του μουνιού μου. Μέσα σε λίγα λεπτά, έχυνα πάνω στη γλώσσα του. Αυτό τον ενθάρρυνε περισσότερο. Μέσα από τον θορυβώδη τρόπο που με έγλειφε άκουγα μικρά μουγκρητά και λέξεις. «Ζάχαρη». «Μούσκεμα». «Μμμ». «Όλη μέρα». «Θα σε γλείφω όλη μέρα». Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσα πριν


επιστρέψω, από την πρώτη κορύφωση, στη γη, πέφτοντας πάνω στο σώμα του Τάι, όπου προσγειώθηκα δίπλα σε ένα καυλί σκληρό σαν πέτρα που παραλίγο να μου βγάλει το μάτι. Ανασηκώθηκα αδύναμα, έκλεισα τα χείλη μου γύρω από τον πελώριο πούτσο του και άρχισα να τον ρουφάω σαν τρελή αμέσως μόλις ένιωσα την έκρηξη της γεύσης του στο στόμα μου. Έγλειφα, ρουφούσα, δάγκωνα και χάιδευα, δίνοντάς τα όλα για όλα, ώσπου ανασήκωσε τη γυμνασμένη λεκάνη του για να συναντήσει τις καθοδικές κινήσεις μου. Ο πούτσος του σκούρυνε και ερεθίστηκε, δείχνοντας ότι ήταν έτοιμος να εκραγεί. Ένιωσα περήφανη για την ικανότητά μου να χαρίσω ηδονή σε αυτό τον γίγαντα, να τον οδηγήσω στην κορύφωση όπως με είχε οδηγήσει και εκείνος. Όταν έβαλε δύο χοντρά δάχτυλα στο κάθυγρο κέντρο μου, το σώμα μου τεντώθηκε σαν χορδή. Άλλη μια κίνηση και θα το έχανα. Θα είχα έναν θυελλώδη οργασμό, από εκείνους που είχα να ζήσω από τότε που ήμουν με τον Γαλλάκο. Τα χοντρά δάχτυλα του Τάι ήξεραν ακριβώς τι έκαναν· εντόπισαν εκείνο το κρυμμένο νεύρο μέσα μου και άρχισαν να το γαργαλάνε. Το διέγειρε με τις άκρες των δαχτύλων του ξανά και ξανά, ώσπου δεν είχα άλλη επιλογή παρά να κλείσω τα χείλη μου γύρω από το κεφάλι του πούτσου του και να τον ρουφήξω σαν να κρεμόταν η ζωή μου από αυτό. Εκείνη τη στιγμή, ξεπερνούσα στο ρούφηγμα και ηλεκτρική σκούπα. Το χέρι του Τάι χώθηκε πιο βαθιά, και το κάτω μισό του σώματός του ανασηκώθηκε από το στρώμα για να μπει βαθύτερα στο στόμα μου. Ένιωθα σαν να με έσπρωχνε ένα κύμα. Απανωτά ζεστά σοκ πέρασαν αποπάνω μου όσο τελείωνα πάνω στα δάχτυλα και το στόμα του Τάι, ενώ ταυτόχρονα η ουσία του τιναζόταν στο λαρύγγι μου με μακριούς, παχύρρευστους πίδακες. Όταν ρούφηξα και την τελευταία σταγόνα και επιτέλους πήρε το χέρι του ανάμεσα από τα πόδια μου και ακούμπησε το κεφάλι του πίσω στο στρώμα, αναστενάξαμε και οι δυο. Μια εξουθενωτική απελευθέρωση καταπιεσμένης σεξουαλικής έντασης. Με σήκωσε σαν πούπουλο και γύρισε το σώμα μου προς τα πάνω, με ακούμπησε στην πλευρά του σώματός του που δεν είχε τατουάζ, και με έσφιξε πάνω του. «Την επόμενη φορά θα χρησιμοποιήσουμε αυτό», είπε με ιλαρότητα στη φωνή, κρατώντας ψηλά το αχρησιμοποίητο προφυλακτικό με τα δυο του δάχτυλα. «Σύμφωνοι», είπα γελώντας και κούρνιασα στο πλευρό του. Μύριζε ωκεανό,


σεξ και Μία. Απολαυστικός συνδυασμός. Υπήρχε άλλος ένας άντρας που μύριζε πάντα ωκεανό, και έκλεισα τα μάτια προσπαθώντας να μην τον φέρω μέσα σε αυτή τη στιγμή. Μόλις είχα κάνει απίστευτο σεξ και σχεδίαζα να κάνω ακόμα περισσότερο, και γρήγορα μάλιστα. Όχι τώρα, υπενθύμισα στον εαυτό μου. Απόλαυσε το σεξ με τον Σαμοανό τώρα που μπορείς. Ο Τάι χάιδεψε με μεγάλες κινήσεις την πλάτη μου και μετά έχωσε τα χέρια του στα μαλλιά μου όπου μου έτριψε το δέρμα. Είμαι σίγουρη ότι γουργούρισα σαν γατούλα κάτω από το ταλαντούχο άγγιγμά του. «Σου αρέσει, χαόλε;» Στήριξα το πιγούνι μου στο στήθος του και ακολούθησα με το δάχτυλο τις γραμμές του τατουάζ πάνω από την καρδιά του. «Τι σημαίνει χαόλε;» Χαμογέλασε, ανασήκωσε το κεφάλι και πίεσε τα χείλη του στο μέτωπό μου. Ήταν μια απίστευτα γλυκιά χειρονομία από κάποιον που με είχε μόλις αντιμετωπίσει σαν Αφέντης σε σαδομαχοζιστική λέσχη. Εντάξει, μην υπερβάλλω. Δεν έχω ιδέα από αυτά τα πράγματα, αλλά σίγουρα διέθετε δεσποτική φύση. «Χαόλε σημαίνει ξένος». «Προτιμώ το “κορίτσι μου”», μούγκρισα και έγλειψα τη θηλή του. Το ηχηρό γέλιο του για το σαρκαστικό σχόλιό μου βρόντηξε δίπλα στο αυτί μου και ταρακούνησε το είναι μου. Ήδη ένιωθα τον πόθο μου να ξυπνάει πάλι. Μόνο από το γέλιο του. Βρε πού είχα μπλέξει. «Θα το έχω υπόψη μου, κορίτσι μου», είπε με εκείνο το τέμπρο που είχα αρχίσει να αγαπώ. Με σήκωσε προς τα πάνω και πήρε τα χείλη μου. Και όταν λέω ότι τα πήρε, το εννοώ. Ο Τάι Νίκο δεν έκανε τίποτα μεσοβέζικο στο κρεβάτι. Από τον λίγο χρόνο που είχαμε περάσει μαζί, ήταν ήδη ξεκάθαρο ότι έβαζε τα δυνατά του για να χαρίσει ηδονή. Έδωσε εκείνο το φιλί σαν να διαγωνιζόταν για βραβείο, το οποίο θα είχε επάξια κερδίσει.


4

ΠΑΡΑΔΟΞΩΣ,

ΤΕΛΙΚΑ

δε χρησιμοποιήσαμε εκείνο το προφυλακτικό όπως σχεδιάζαμε, γιατί πάνω που το τελευταίο μας φιλί έγινε πιο παθιάρικο, ο Τάι δέχτηκε μια κλήση. Και δεύτερη, και τρίτη, και τέταρτη. Προφανώς το γεύμα της Κυριακής ήταν πολύ σημαντική υπόθεση για την οικογένεια Νίκο. Έτσι τώρα, ύστερα από μόλις μία μέρα γνωριμίας με τον Τάι, που κατά κύριο λόγο την είχαμε περάσει γλείφοντας ο ένας τον άλλο, θα πήγαινα να γνωρίσω την οικογένειά του. Ολόκληρη την οικογένειά του. «Που λες, Μία, η οικογένειά μου είναι πολύ καλή. Η καλύτερη. Όμως είσαι λευκή, στεριανή. Στον λαό μου είμαστε πολύ περήφανοι για τον πολιτισμό, την ιστορία και τους προγόνους μας. Θα σου φερθούν καλά και θα σε υποδεχτούν με ανοιχτές αγκάλες… αρκεί να μη θεωρήσουν ότι έχουμε σοβαρή σχέση». «Αυτό δε θα ’ναι δύσκολο. Δεν έχουμε σχέση. Θα μείνω εδώ για να δουλέψω λιγότερο από μήνα. Τέλος. Σε διαβεβαιώνω. Τώρα αν παίξουμε και λίγο παράλληλα–» σκούντηξα τον πελώριο δικέφαλό του με τον δικό μου, «καλύτερα για μας. Καλά δε λέω;». Τα χείλη του κυρτώθηκαν σε ένα χαμόγελο τόσο σέξι, που μου ερχόταν να το πνίξω με το στόμα μου και να το καταβροχθίσω. «Καλά τα λες, κορίτσι μου. Έλα τώρα, πάμε σπίτι μου να γνωρίσεις πρώτα τον πατέρα μου. Μετά θα γνωρίσεις τους αδερφούς μου, και μετά τη μητέρα μου». Τα φρύδια μου έσμιξαν ασυναίσθητα. «Γιατί τη μαμά σου τελευταία;» Κούνησε το κεφάλι. «Το καλύτερο το αφήνουμε πάντα για το τέλος», αποκρίθηκε, αλλά μου φάνηκε ότι μπορεί να το είπε μόνο και μόνο για να μην του ρίξω καμιά στ’ αρχίδια.


Όταν φτάσαμε στον προορισμό μας, το να πω ότι ένιωσα έκπληξη είναι λίγο. Για κάποιον λόγο, περίμενα κάτι πολύ πιο παραδοσιακό και νησιώτικο. Το σπίτι ήταν βαμμένο γαλάζιο στο χρώμα του ουρανού, με λευκό φινίρισμα και περιμετρική βεράντα. Γύρω του απλώνονταν καταπράσινες πρασιές με φοίνικες. Υπήρχε ένα μακρύ, περιμετρικό δρομάκι με καμιά εικοσαριά αυτοκίνητα. Καμιά εικοσαριά. Για ένα οικογενειακό τραπέζι. Η δική μου οικογένεια δε γέμιζε ούτε ένα. Μόλις πλησιάσαμε, άκουσα ένα αχνό βουητό. Από παντού ακούγονταν φωνές. Και από μέσα, και από πιο μακριά, επειδή βρίσκονταν κάπου πίσω από το σπίτι. Γενικά με αποστόμωσε ο ομορφότερος ήχος που υπάρχει στον κόσμο – γέλια από κάθε κατεύθυνση. Χαρά. Την ένιωσα από την πρώτη στιγμή που διασχίσαμε την πολύ μοντέρνα αγρέπαυλη η οποία βρισκόταν βαθιά στην καρδιά του Οάχου. Ο Τάι μού έπιασε σιωπηλά το χέρι και με οδήγησε από δωμάτιο σε δωμάτιο. Παντού υπήρχε κόσμος. Όλοι σήκωσαν το βλέμμα, παρακολουθώντας τη διαδρομή μας μέσα στο σπίτι, με χαμόγελα χαραγμένα στα πρόσωπα που είχαν το χρώμα της καστανής ζάχαρης. Δεν κοιτούσαν επικριτικά· δεν υπήρχε τίποτα πέρα από μια αίσθηση περιέργειας, που χρωμάτιζε τον υγρό αέρα καθώς περνούσαμε. Στο τέλος φτάσαμε στο πίσω μέρος του σπιτιού, όπου γινόταν πραγματικά το πάρτι. «Οικογενειακό τραπέζι κάνετε ή ριγιούνιον;» Ο Τάι έριξε πίσω το κεφάλι και γέλασε δυνατά. Πολλά κεφάλια γύρισαν προς το μέρος μας ακούγοντας τον βροντερό βαρύτονο ήχο. «Μία, έτσι γίνεται κάθε Κυριακή βράδυ. Η οικογένειά μου είναι πολύ δεμένη. Όλοι συμμετέχουν, φέρνουν από μια μεγάλη πιατέλα, που φτάνει για να ταΐσει σαράντα με πενήντα άτομα. Γυρίζουν σπίτια τους έχοντας πάρει ό,τι μπορεί να χωρέσει η πιατέλα στην οποία έφεραν τη δική τους προσφορά. Έτσι δε χρειάζεται καθάρισμα». Του έσφιξα το χέρι. «Εμείς δε φέραμε τίποτα», είπα δαγκώνοντας το χείλι μου, ανησυχώντας ξαφνικά ότι δεν ακολουθούσαμε το παραδοσιακό πρωτόκολλο για ένα καλό πάρτι. «Φυσικά και φέραμε. Εσύ τι νομίζεις ότι είσαι;» «Εγώ;» Τα φρύδια μου έσμιξαν τόσο πολύ, που μια μικροσκοπική σουβλιά


διαπέρασε τη ρινική μου κοιλότητα. Με τράβηξε πάνω στο ζεστό κορμί του. Έκλεισα χαλαρά τα μπράτσα μου γύρω του, δένοντας τα δάχτυλά μου πάνω στον σκληρό σαν πέτρα κώλο του. Χριστέ μου, ήθελα να του τον δαγκώσω. Για μια ακόμα φορά, αναθεμάτισα την ώρα και τη στιγμή που μας διέκοψαν και δεν προλάβαμε να αποτελειώσουμε το παιχνίδι μας όπως θα θέλαμε. Δηλαδή με εμένα να μην μπορώ να πάρω τα πόδια μου αύριο. Ο Τάι έγλειψε τα αμαρτωλά χείλη του, πίεσε το μέτωπό του στο δικό μου και η φωνή του χαμήλωσε, χαμήλωσε τόσο, που την ένιωσα στο πράμα μου. «Μη με κοιτάζεις σαν να θες να με πηδήξεις, κορίτσι μου, γιατί θα σε κολλήσω στον κοντινότερο τοίχο και δε με νοιάζει ποιος θα μας ακούσει. Και θα σε ακούσουν. Γιατί τίποτα δε συγκρίνεται με το να κάνεις μια γυναίκα να ουρλιάζει από ηδονή όταν είσαι χωμένος μέχρι τα αρχίδια μέσα στο λουλούδι της». Μάλιστα. Αυτό με άφησε άναυδη, μέχρι που ο Τάι στάθηκε μπροστά σε έναν άλλο άντρα κολοσσιαίων διαστάσεων. Αυτός ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω, και φορούσε μόνο μια φαρδιά βερμούδα. Κοίταξα γύρω μου και συνειδητοποίησα ότι σχεδόν όλοι ήταν ντυμένοι ανάλογα. Ο Τάι, πάντως, φορούσε λινή βερμούδα με τσέπες και πόλο μπλουζάκι. Είναι το λουκ που ο Έκτορ, ο γκέι κολλητός μου στο Σικάγο, αποκαλούσε «γκολφ σικ». Ο Τάι μπορούσε να φορέσει οτιδήποτε, ή ακόμα καλύτερα τίποτα, και πάλι να είναι μπουκιά και συχώριο. «Τάμα». Ο Τάι ανακοίνωσε την παρουσία μας απευθύνοντας μια λέξη, που σίγουρα σήμαινε «μπαμπά» ή «πατέρα», στον άντρα που στεκόταν δίπλα στην ψησταριά. Χαμήλωσε το βλέμμα του, και τον μιμήθηκα μην ξέροντας τι ακριβώς να κάνω. «Γιε μου, ποια είναι η κοπέλα που έφερες στο σπίτι μας;» Ο τόνος του ήταν φιλόξενος και φιλικός. Ο Τάι σήκωσε το βλέμμα και χαμογέλασε. «Τάμα, να σου συστήσω τη Μία Σόντερς. Μία, ο πατέρας μου, Αφάνο Νίκο». Του έδωσα το χέρι μου και το έσφιξε. «Δουλεύουμε μαζί ως μοντέλα σε μια διαφημιστική καμπάνια». Τα φρύδια του πατέρα του σηκώθηκαν μέχρι τα μαλλιά του. «Κι άλλο μοντέλο; Νόμιζα ότι είχες πάρει το μάθημά σου μετά το προηγούμενο λάθος σου», μουρμούρισε, με τόνο που είχε γίνει ανήσυχος, και περιείχε επίκριση.


Προφανώς, κάτι είχε συμβεί στο παρελθόν και ο πατέρας του δεν ήθελε να επαναληφθεί. «Η Μία δεν είναι φιλενάδα μου, τάμα. Απλά καλή φίλη. Θα μείνει στο νησί μόνο έναν μήνα. Μετά θα φύγει». Αυτό έδειξε να απαλύνει το σκυθρώπιασμα. Χτύπησε την πλάτη του Τάι και του έσφιξε τον ώμο. «Καλώς λοιπόν, καλώς. Τότε να φάει και να μιλήσει με την οικογένεια. Να μάθει την κουλτούρα των Σαμοανών τώρα που μπορεί». Ο Τάι χαμογέλασε πλατιά με καμάρι. «Κι εγώ αυτό σκέφτηκα». Γνώρισα τους αδερφούς του Τάι, που ήταν όλοι πελώριοι και εμφανίσιμοι και είχαν σε διάφορες παραλλαγές το τατουάζ που είχα δει πάνω στον Τάι. Η ηλιαχτίδα στην καμπύλη του ώμου του Τάι ήταν ίδια με του πατέρα του, και οι ακτίνες κατέβαιναν στο μπράτσο και το στήθος. Ο Τάο, ο μεγαλύτερος αδερφός του, είχε τατουάζ την ίδια χελώνα· και οι άλλοι δύο αδερφοί του παρόμοιες μαύρες λωρίδες γύρω από τον βραχίονα και το πόδι. Ο Τάι είχε διάφορα άλλα μοτίβα που δεν πρόλαβα να περιεργαστώ πάνω στη βιασύνη μας να ντυθούμε και να φύγουμε από το σπίτι. Αφού μου την έπεσαν και οι τρεις αδερφοί του, κατευθυνθήκαμε με τον Τάι προς την κουζίνα. Ήμουν στο δεύτερο ποτήρι του ειδικού ποτού της οικογένειας Νίκο που λεγόταν Πάθος Λιλικόι, το οποίο ο Τάι μού είπε ότι πάνω κάτω σημαίνει «παθιασμένος για φρούτο του πάθους» ή κάποια παρόμοια σάχλα. Εγώ ήξερα μόνο ότι ήταν νόστιμο και με έκανε να νιώσω την κοιλιά μου ζεστή και το μυαλό μου ελεύθερο. Την τελευταία φορά που είχα πιει αλκοόλ, είχα καταλήξει στο κρεβάτι με τα εσώρουχα με τον πελάτη μου, τον Μέισον Μέρφυ. Πράγμα που δεν ήταν καλό για την κοπέλα του, παρόλο που δεν είχε συμβεί τίποτα μεταξύ μας. Τον έβλεπα σαν αδερφό. Όπως όλα τα καλά οινοπνευματώδη, λοιπόν, έφερε στο μυαλό μου τυχαίες σκέψεις όλων των ανθρώπων με τους οποίους έπρεπε να επικοινωνήσω, φίλους όπως ο Τόνυ και ο Έκτορ, ο Μέις και η Ρέιτσελ, και η Τζέννιφερ, η σύζυγος του σκηνοθέτη από το Μαλιμπού. Τώρα πια θα είναι μερικών μηνών έγκυος. Και φυσικά… τον Γουές. Ανταλλάσσαμε μηνύματα, και προς το παρόν αυτό ήταν αρκετό. Το ότι είδα φάτσα κάρτα τη φωτογραφία του σε ραντεβού με την Τζίνα πάνω στην αγαπημένη μου κουτσομπολίστικη εφημερίδα δε με ενέπνεε καθόλου να επικοινωνήσω μαζί του.


Όχι. Είχα έρθει στη Χαβάη για να δουλέψω και για να περάσω καλά. Η δουλειά θα άρχισε σε κάνα δυο μέρες και η διασκέδαση είχε ήδη αρχίσει. Μέσα στα ζεστά, σμιλευμένα μπράτσα της προσωπικής μου εκδοχής του «Δε Ροκ». Ο Τάι σταμάτησε μπροστά σε μια μικροσκοπική γυναίκα. Τα μαύρα μαλλιά της ήταν μακριά και πλεγμένα σε περίπλοκες κοτσίδες. Οι βραχίονές της έδειχναν δυνατοί, έτσι όπως ανακάτευε κάτι μέσα σε μια κατσαρόλα. «Τίνα», είπε δυνατά ο Τάι για να τον ακούσει. Χαμήλωσε ξανά το βλέμμα, κάτι που είχα μάθει ότι ήταν σημάδι σεβασμού. Μιλώντας με τα αδέρφια του, παρατήρησα ότι φέρονταν σε όλους τους μεγαλύτερους με τον ίδιο σεβασμό. Δεν ήξερα αν ήταν έθιμο των Σαμοανών ή απλώς μια χειρονομία της οικογένειας Νίκο, αλλά, όπως και να ’χει, φανέρωνε απέραντο σεβασμό για τους μεγαλύτερους, πράγμα που μάλλον σήμαινε ότι είχαν κερδίσει επάξια αυτό το δώρο. Η μικροκαμωμένη γυναίκα έκανε επιτόπου στροφή πάνω στα γυμνά πέλματά της. Φορούσε μια ζωηρόχρωμη πορτοκαλί παραδοσιακή δετή φούστα που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους της, ασορτί φανελάκι, και αποπάνω μια διάφανη λευκή μπλούζα, που υποπτευόμουν ότι την είχε βάλει για λόγους σεμνότητας. Οι νεαρές της οικογένειας δεν είχαν πρόβλημα να κυκλοφορούν σχεδόν μισόγυμνες. Ήταν όλες καλλίγραμμες και μιλούσαν με τους συγγενείς τους φορώντας μόνο τα μπικίνι τους. Μάλλον εγώ παραήμουν ντυμένη, με το άσπρο σορτσάκι και το πράσινο τιραντάκι μου. Τουλάχιστον τα μαλλιά μου είχαν απαλές φυσικές μπούκλες λόγω της υγρασίας, που τους έδινε όγκο και λάμψη. Σίγουρα ήμουν πλασμένη για τροπικά κλίματα. Τα μαλλιά μου ήταν τέλεια, και δε χρειαζόταν να κάνω τίποτα γι’ αυτό. «Αγοράκι μου, γλυκιά, αγνή μου καρδούλα», του είπε χαϊδεύοντάς τον στην καρδιά και τον τράβηξε από τον λαιμό για να γείρει το πελώριο σκαρί του πάνω της, φιλώντας τον σταυρωτά στα μάγουλα και στο μέτωπο. Τα καστανά μάτια της ήταν ολόιδια με του Τάι, και γεμάτα μητρική αγάπη. Δεν μπορούσα να θυμηθώ την τελευταία φορά που είχα δει αυτό το βλέμμα στα μάτια της μητέρας μου… αν το είχα δει ποτέ. «Τίνα, να σου συστήσω τη Μία Σόντερς, μια φίλη μου από τη δουλειά. Θα την ξεναγήσω στο νησί και θα της δείξω τον πολιτισμό μας για όσο θα μείνει εδώ. Μία, η μητέρα μου, η Μάσινα». «Ε… νόμιζα ότι την έλεγαν Τίνα».


Γέλασαν και οι δυο – ένιωσα το βραχνό γέλιο του Τάι να περιελίσσεται μέσα στο σώμα μου κάνοντας ακόμη και τα δάχτυλα των ποδιών μου να κυρτωθούν από χαρά, αλλά η μητέρα του γέλασε γλυκά. «Τίνα σημαίνει μητέρα στα σαμοανά. Τα παιδιά μου χρησιμοποιούν τη γλώσσα μας όταν απευθύνονται σε κάποιον από τη φυλή μας». Κούνησα το χέρι μου και ένιωσα το δέρμα στα μάγουλά μου να φλογίζεται όσο απαντούσα. «Αχ, συγγνώμη. Πριν τον Τάι δεν είχα γνωρίσει άλλον που να μιλάει σαμοανά. Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω, κυρία Νίκο». Της έτεινα το χέρι μου, και εκείνη το έπιασε μαλακά και με τράβηξε στην αγκαλιά της. Έπειτα με φίλησε σταυρωτά στα μάγουλα και το μέτωπο. Τα χέρια της ακούμπησαν στα μάγουλά μου και οι αντίχειρές της πιέστηκαν στους κροτάφους μου. «Είσαι πολύ χαμένη και κάνεις ένα πολύ μεγάλο ταξίδι. Μη φοβηθείς. Θα βρεις μεγάλη χαρά σε αυτή την εμπειρία πριν αφοσιωθείς στο παντοτινό σου». Ύστερα από αυτό, ακόμα και μια ελαφριά αύρα θα μπορούσε να με ρίξει κάτω. Έμεινα απολύτως ακίνητη, ανίκανη να σαλέψω ή να απαντήσω. Το καλύτερο που σκέφτηκα να πω ήταν «Α». «Τίνα…» μάλωσε ο Τάι τη μαμά του και με τράβηξε στο πλευρό του. «Η μαμά είναι λιγάκι αλαφροΐσκιωτη. Έχει το χάρισμα». «Το χάρισμα;» Σφίχτηκα περισσότερο στο πλευρό του και κοίταξα την όμορφη γυναίκα. Ο Τάι έγνεψε καταφατικά με δυσφορία, κι εκείνη με χτύπησε καθησυχαστικά στον ώμο. «Όλα θα γίνουν όπως πρέπει, Μία. Μην αφήνεις τον γιο μου να αναστατώσει το δικό σου παντοτινό με το δικό του. Δυστυχώς, δε συνδέονται». Αμέσως συνοφρυώθηκε, σουφρώνοντας τα λεπτά της χείλη. «Έχετε πολύ λίγο χρόνο, εκμεταλλευτείτε τον». Κατόπιν χαμογέλασε χαρωπά· η πλατιά μύτη και τα ψηλά στρογγυλά ζυγωματικά την έκαναν να μοιάζει αιθέρια. Ο Τάι αναστέναξε. «Η Μία και εγώ δεν έχουμε σχέση. Είμαστε φίλοι που θα κάνουν παρέα για έναν μήνα και θα δουλέψουν μαζί». Η Μάσινα έγνεψε καταφατικά. «Το ξέρω, αγνή μου καρδούλα. Μην περιμένετε περισσότερα, γιατί δεν είναι γραφτό να τα έχετε». Ο τόνος της ήταν απολύτως σοβαρός. Μια μητρική προειδοποίηση, που σίγουρα έπρεπε να πάρουμε σοβαρά υπόψη. «Πηγαίνετε τώρα», είπε τινάζοντας τα δάχτυλά της, ουσιαστικά διώχνοντάς μας. «Έχω πολλή δουλειά με το γλυκό».


Ο Τάι πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους μου και με έβγαλε από την κουζίνα. Πλέον είχα κατεβάσει ό,τι είχε απομείνει από το δεύτερο ποτό μου και χρειαζόμουν παθιασμένα ένα τρίτο. Κούνησα το ποτήρι μου, και πήγαμε στην μπάρα όπου περίμεναν ψηλές διάφανες κανάτες γεμάτες με το φραουλί υγρό. ***

Αφού επιστρέψαμε στα μπανγκαλόου έχοντας πιει τεράστιες ποσότητες από το «Πάθος Λιλικόι», καθίσαμε στην παραλία, με τα δάχτυλα και τους πισινούς χωμένους στην άμμο, και μοναδική υπόκρουση τον σκοτεινό ωκεανό. Τα κύματα έσκαγαν με δύναμη στην ακροθαλασσιά, και οι λευκοί αφροί με τον μεταξένιο ωκεανό καθρέφτιζαν ένα ολόφωτο φεγγάρι. Ο ωκεανός έμοιαζε απέραντος από εκεί όπου καθόμασταν, με τα ζοφερά του βάθη έτοιμα να μας καταπιούν ολόκληρους ανά πάσα στιγμή. Τον λάτρευα όσο και τον φοβόμουν. Έτρεφα μεγάλο σεβασμό απέναντί του. Και ποτέ δεν τον υποτιμούσα. Ξάπλωσα πίσω ανασηκωμένη στους αγκώνες και σταύρωσα τους αστραγάλους, κοιτώντας τον ημίγυμνο άντρα δίπλα μου. «Τι σημαίνουν όλα αυτά τα τατουάζ;» τον ρώτησα. «Όλα κάτι σημαίνουν, κορίτσι μου. Ποιο σου τράβηξε συγκεκριμένα την προσοχή;» Τα μάτια του ήταν τόσο σκοτεινά όσο ο ωκεανός πίσω του, αλλά όχι εξίσου τρομακτικά. Θα δεχόμουν πρόθυμα να πιαστώ αιχμάλωτη σ’ εκείνες τις πανέμορφες μαύρες κοιλότητες. Ανακάθισα και ακολούθησα με το δάχτυλο την ηλιαχτίδα στον ώμο του, αφήνοντας την άκρη του να χαϊδέψει κάθε αχτίδα φωτός ξεχωριστά. Η επιφάνεια του δέρματος που άγγιζα ανατρίχιασε. «Αυτό ήταν το πρώτο μου. Ήταν απίστευτη τιμή. Στην κουλτούρα μου, ο ήλιος συνήθως σημαίνει πλούτη, φως, μεγαλείο και ηγεσία. Για μένα, ο τρόπος με τον οποίο οι αχτίδες πέφτουν πάνω στην καρδιά μου, δείχνουν την επιθυμία μου να βάλω πρώτη την καρδιά μου. Να είμαι πλούσιος στην αγάπη σαν τον πατέρα μου. Και μια μέρα ελπίζω να υπηρετήσω ως σπουδαίος άντρας στην κεφαλή της επιχείρησης και της οικογένειάς μου. Ξανά όπως ο πατέρας μου. Γι’ αυτό του ζήτησα να το μοιραστεί μαζί μου». «Έχει ξεχωριστή σημασία».


Το στήθος του Τάι μετακινήθηκε και φούσκωσε περισσότερο όταν πήρε ανάσα. «Σύμφωνα με τα έθιμα των Σαμοανών, αν θέλεις να κάνεις τατάου – μελάνι–, πρέπει να το κερδίσεις. Πρέπει να υπάρχει κάποιο μέλος της οικογένειάς σου πρόθυμο να το μοιραστεί μαζί σου έτσι ώστε οι ζωές σας να είναι δεμένες για πάντα». Σηκώθηκε και έβγαλε τη βερμούδα του, μένοντας ολόγυμνος. Γύρισε στο πλάι, με την πούτσα ελαφρώς σηκωμένη, καμία σχέση πάντως με τα επίπεδα που έφτανε όταν ήταν πραγματικά ερεθισμένος. Με μια κίνηση του χεριού, έδειξε από τα πλευρά του ως ένα ημικυκλικό σχήμα, στο κέντρο του οποίου υπήρχε κυκλικό σχέδιο σαν χάρτινος μύλος. «Αυτά τα σχέδια τα πήρα από τον αδερφό μου, τον Τάο. Επιθυμούσε να βρει αρμονία στη ζωή του. Τσακωνόταν πολύ. Με τους γονείς μας, με εμένα, με τις αδερφές μας, με τους αδερφούς μας, με τα παιδιά στο σχολείο. Όταν βρήκε τον δρόμο του, θέλησε να μοιραστεί αυτό το ταξίδι της ζωής του μαζί μου». Έφερα τα γόνατά μου στο στήθος μου και τα αγκάλιασα. «Και η χελώνα;» Χαμογέλασε και πέρασε το χέρι του πάνω από τους κοιλιακούς του. Όχι τους κοιλιακούς του. Τα τετράγωνα του πόθου. Κάθε τετράγωνος κοιλιακός στο σώμα του με έκανε να τον ποθώ. Ήθελα να περιδιαβώ γλείφοντας και δαγκώνοντας κάθε πόντο του κορμού και της μέσης του, και με τα τατουάζ ακόμα… καλά, κυρίως εξαιτίας των τατουάζ. «Ήταν μια ακόμα επιθυμία μου, την οποία μοιράζομαι με τον μικρότερο αδερφό μου. Η χελώνα συμβολίζει τη μακροζωία, το ευ ζην και τη γαλήνη. Κάτι που εύχομαι για την οικογένειά μου και για μένα». «Τα κύματα και οι καμπύλες; Σημαίνουν κάτι ή είναι απλώς για γέμισμα;» ρώτησα ειλικρινά, κι εκείνος έβαλε τα γέλια. Κουνώντας το κεφάλι, ακολούθησε με το δάχτυλό του τις καμπύλες που απλώνονταν σε όλο του το σώμα. Το πέος του είχε σκληρύνει πια, και ήμουν έτοιμη να σταματήσουμε τις ιστορίες, αλλά με ενδιέφερε να μάθω γιατί είχε καλύψει με τατουάζ το μισό κορμί του και είχε αφήσει το υπόλοιπο καθαρό… χωρίς μελάνι. «Ο ωκεανός παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην κουλτούρα μας, όχι μόνο επειδή μας περιβάλλει και είμαστε κυριολεκτικά στο έλεός του, αλλά και επειδή ιστορικά οι Σαμοανοί πίστευαν ότι όταν πεθαίνεις, πηγαίνεις στον ωκεανό. Αφού κάνω σερφ, και λόγω της κουλτούρας μου βρίσκομαι πάντα κοντά του,


του έδωσα μια θέση στην ιστορία της ζωής μου και της ζωής της οικογένειάς μου». Συνέχισε να μου δείχνει κομμάτια εδώ κι εκεί που τα είχε κάνει για δυο ξαδέρφια του, για τον άλλο αδερφό του και ούτω καθεξής. Μάλιστα είχε παραβιάσει έναν κανόνα, χτυπώντας τατουάζ ένα συγκεκριμένο λουλούδι που είχε κάθε γυναίκα της οικογένειάς του στο πόδι της. Το είχα παρατηρήσει στο πάρτι, χωρίς να το αναφέρω όμως. Μου φαινόταν πράγματι περίεργο που κάθε γυναίκα στο σπίτι είχε ακριβώς το ίδιο τατουάζ στο πόδι. Απ’ ό,τι έμαθα, συμβόλιζε την καταγωγή τους. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο απέδιδαν οι γυναίκες φόρο τιμής στην οικογένειά τους, σημαδεύοντας το σώμα τους. «Τελευταία ερώτηση, το υπόσχομαι!» Πήρε ένα απηυδισμένο ύφος και κάθισε γυμνός πάνω στην πετσέτα που είχαμε φέρει μαζί μας. Δάγκωσα δυνατά το χείλι μου ενώ έτρωγα με τα μάτια τον σηκωμένο πούτσο του. Ήθελα αυτό το τεράστιο όργανο μέσα μου όσο ήθελα και εκείνο το ένα εκατομμύριο για να ξεπληρώσω το χρέος του μπαμπά. «Άντε, κορίτσι μου. Ρώτα. Αλλά ενώ θα ρωτάς, βγάλε τα ρούχα σου. Αργά». Κοίταξα γύρω μου, λες και θα εμφανιζόταν ως διά μαγείας κάποιος στην ιδιωτική παραλία. Ήμουν από το Βέγκας. Ποτέ δεν ήξερες πότε κρυβόταν κανένας ματάκιας πίσω από τους θάμνους. Φυσικά, εδώ δεν υπήρχαν θάμνοι. Μόνο φοίνικες και άμμος για χιλιόμετρα. Σηκώθηκα και τράβηξα το φανελάκι μου πάνω από το κεφάλι μου, ξεκούμπωσα το σορτς και το άφησα να πέσει στην άμμο. «Συνέχισε». «Ποιο από τα δύο, την ερώτηση ή το γδύσιμο;» ρώτησα προκλητικά. Το φρύδι του ανασηκώθηκε. «Και τα δύο». Άνοιξα τις κόπιτσες στην πλάτη μου, και το σουτιέν μου χαλάρωσε καθώς το κρατούσα μπροστά στο στήθος μου. «Γιατί δεν έχεις κανένα τατάου στη δεξιά πλευρά του σώματός σου;» δοκίμασα λέγοντας τη λέξη τατουάζ στα σαμόα για να δω πώς ακούγεται. Εκείνος χαμογέλασε μόλις την άκουσε, άρα πρέπει να την είχα προφέρει σωστά. Μπράβο μου! «Πεπόνια». «Τι;» «Θέλω να δω τα πεπόνια σου. Κατέβασε τα χέρια». Άφησα το σουτιέν και


ελευθέρωσα το στήθος μου. Είχα ωραία, μεγάλα βυζιά, που κατά τη γνώμη μου ήταν στητά στητά. Τα χέρια μου αμέσως χαϊδολόγησαν τολμηρά τις μεγάλες σφαίρες. Ο Τάι βόγκηξε και ξάπλωσε πίσω ανοίγοντας τα πόδια. «Τα βλέπεις, κορίτσι μου;» είπε κουνώντας το κεφάλι δήθεν αγανακτισμένος. «Πώς δεν τα βλέπω. Τώρα απάντησέ μου, για να περάσουμε στο ευτυχισμένο τέλος της βραδιάς». Μου έγνεψε με το δάχτυλο να πλησιάσω, κι εγώ κούνησα αρνητικά το κεφάλι. Μου έγνεψε ξανά και, μην μπορώντας να αρνηθώ τα υγρά που είχαν καλύψει τους μηρούς μου και τον πόθο που διέτρεχε το σώμα μου, πλησίασα. Με τράβηξε δυνατά στην αγκαλιά του. Χωρίς να πει λέξη, τα δυο του δάχτυλα γλίστρησαν μέσα στη σχισμή μου και βυθίστηκαν βαθιά, ενώ ο αντίχειράς του πίεζε δυνατά τον κόμπο από νεύρα που λαχταρούσε τα χάδια του. Το κεφάλι μου τινάχτηκε πίσω και αψίδωσα την πλάτη μου στην αγκαλιά του, δίνοντάς του πρόσβαση στο στήθος μου, το οποίο πήρε άπληστα. Ο Τάι με έκανε να χοροπηδάω πάνω στα πόδια του, χώνοντας βίαια τα χοντρά δάχτυλά του μέσα μου και γαμώντας με φανταστικά. Μόλις δάγκωσε την ευαίσθητη ρώγα μου στριφογυρίζοντας ταυτόχρονα το δάχτυλό του γύρω στη σκανδάλη του οργασμού μου, το έχασα. Έχασα τον έλεγχο ενός απίθανου οργασμού. Μόλις ηρέμησα, πήρε το στόμα μου, φιλώντας με δυνατά, παρατεταμένα… υπνωτιστικά. Όταν τραβήχτηκε, ένιωσα πάλι μεθυσμένη, μόνο που αυτή τη φορά είχα μεθύσει από εκείνον. Ήμουν έτοιμη να γίνω πρόθυμα σκλάβα του, αρκεί μονάχα να μου έδινε άλλη μια γουλιά από τη γλυκιά ηδονή του. «Άφησα τη μία πλευρά του σώματός μου καθαρή για μένα. Αυτό το μισό της ζωής μου είναι καταδικό μου και θα το μοιραστώ μόνο με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, θα μοιραστώ τα σημάδια της ζωής των γιων μου και, αν όλα πάνε κατ’ ευχή, των δικών τους γιων». Τα μαλλιά μου έπεσαν στο πρόσωπό του όταν κόλλησα το μέτωπό του πάνω στο δικό μου, με χείλη που ίσα που αγγίζονταν. Τόσο, που ένιωθες την ελαφριά υγρασία ενώ μοιραζόσουν το χνότο του άλλου. «Δεν μπορεί να είσαι αληθινός», ψιθύρισα πάνω στην υγρασία των χειλιών του. «Οι άντρες δεν είναι ποτέ τόσο ανιδιοτελείς». «Αχ, γλυκιά μου, δεν είμαι καθόλου ανιδιοτελής, και σκοπεύω να σου το δείξω


όταν θα πάρω αυτό που θέλω από το ακόλαστο κορμί σου». «Ναι, σε παρακαλώ». Με αυτά τα λόγια, με έπιασε σφιχτά από τον κώλο και με πήγε στο μπανγκαλόου μου.


5

ΚΑΥΛΙ. ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ, το καυλί του Τάι έκανε εντύπωση. Μεγάλη μάλιστα. Η περιοχή ανάμεσα στα σκέλια μου ήταν πρησμένη και ταλαιπωρημένη ύστερα από τα χτεσινά όργια. Η πείνα του για μένα ήταν ακόρεστη. Με πήρε τόσες φορές, που ένιωθα το μουνί μου άδειο, κενό από την πληρότητα που μου πρόσφερε. Η χτεσινή βραδιά ήταν επική. Μια νύχτα καθαρού, ανόθευτου, βρόμικου, πρόστυχου σεξ. Από αυτό που κάθε γυναίκα θέλει, αλλά σπάνια βρίσκει. Ένα χαμόγελο απλώθηκε τόσο πλατιά στο πρόσωπό μου, που ήταν αδύνατον να το συγκρατήσω καθώς ανέβαινα τις σκάλες του πανέμορφου παραθαλάσσιου σπιτιού όπου θα γινόταν η πρώτη μου φωτογράφιση για τον Οίκο Μόδας Ντ’Αμίκο και την καμπάνια «Η ομορφιά βγαίνει σε όλα τα μεγέθη». Με το που σήκωσα το χέρι μου για να χτυπήσω, η πόρτα άνοιξε και με υποδέχτηκε ένας αδύνατος, υπερβολικά κοκαλιάρης χίπστερ. «Δόξα τω Θεώ, ήρθες. Είσαι η Μία, σωστά;» είπε και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Περιεργάστηκα την εμφάνισή του. Φορούσε μαύρα αποπάνω μέχρι κάτω· το στενό τζιν έμοιαζε σαν να το είχες κολλήσει με κόλλα πάνω στα πόδια του που θύμιζαν κλαράκια, και το μαύρο μπλουζάκι που είχε χώσει πρόχειρα μέσα στο παντελόνι φανέρωνε ότι η μέση του ήταν σχεδόν όσο το μπούτι μου. Τον ακολούθησα με γρήγορο βήμα, ενώ οι σαγιονάρες μου χτυπούσαν δυνατά πάνω στα πλακάκια. «Ήρθε», είπε στον αέρα ενώ μπαίναμε στο καθιστικό. Μερικά κεφάλια σηκώθηκαν και έγνεψαν καταφατικά, αλλά αυτό ήταν όλο. Ο χώρος δεν έμοιαζε καθόλου με τα συνηθισμένα αναπαυτικά καθιστικά με τους καναπέδες και τις τηλεοράσεις. Είχε μεταμορφωθεί σε χώρο


εργασίας για μακιγιάζ, μαλλιά και γκαρνταρόμπα. Τροχήλατες κρεμάστρες γεμάτες μαγιό και παρεό ήταν παραταγμένες στον ένα τοίχο. Ένας άλλος τοίχος είχε πέρα πέρα καθρέφτες και καρέκλες που έμοιαζαν με θέσεις σε κομμωτήριο. Πολλά κεφάλια προετοιμάζονταν υπό τους ήχους κεφάτης μουσικής. Ο άντρας, που ακόμη δε μου είχε συστηθεί, χτύπησε τα χέρια του στην πλάτη μιας δερμάτινης καρέκλας. «Κάθισε». Έκανα αυτό που μου είπε, κυρίως γιατί δεν ήξερα τι άλλο να κάνω. Μέσα από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες και τα παράθυρα που κοιτούσαν την τεράστια πισίνα και τον κήπο, έβλεπα τον Άντζελο, τον σχεδιαστή, και τον φωτογράφο, να στήνουν τον εξοπλισμό και να δίνουν εντολές σε βοηθούς. Όταν είχα κάνει το μοντέλο για τον Αλέκ, ήμουν κατά βάση μόνη μου, και δεν ασχολιόμασταν ιδιαίτερα με μακιγιάζ και μαλλιά. Δεν είχε να κάνει με αυτό η τέχνη του. Αυτό εδώ πέρα μου θύμιζε τις ακριβές φωτογραφίσεις που είχα κάνει για μερικές διαφημίσεις στο σύντομο πέρασμά μου από την υποκριτική πριν γίνω συνοδός. «Είμαι ο Ραούλ, ο στιλίστας, μακιγιέρ και κομμωτής σου, τρία σε ένα. Τα κάνω όλα και συμφέρω». Μου έκλεισε το μάτι. Κοίταξα το αδύνατο, γκοθ παρουσιαστικό του και σκέφτηκα ότι έπρεπε να φάει κάτι επειγόντως. Το μόνο χρώμα πάνω του ήταν το ελαφρώς μελαμψό δέρμα του και τα μοβ μαλλιά του. Ήταν ξυρισμένα στα πλαϊνά και βουρτσισμένα σε στιλ πομπαντούρ. Βλέποντας το μήκος των μαλλιών που έπεφταν προς τα πίσω, αναρωτήθηκα αν τα σήκωνε ποτέ μοϊκάνα. Μου μάζεψε τα μαλλιά σε αλογοουρά και με έβαψε στα γρήγορα. Φλυαρούσαμε περί ανέμων και υδάτων όσο μου έφτιαχνε τα μαλλιά, βάζοντας ωραία κατσαρά εξτένσιον στις μακριές μου μπούκλες. Ο Ραούλ έδωσε μερικές εντολές σε διάφορους άλλους που βρίσκονταν εκεί γύρω, μέχρι που μια πανύψηλη, απίστευτα αδύνατη γυναίκα με λιγωμένο βλέμμα έφερε ένα μαγιό και του το έδωσε. Την κοίταξε αποπάνω μέχρι κάτω, έγλειψε τα χείλη του και την ευχαρίστησε. Εκείνη κορδώθηκε και έφυγε για να βοηθήσει έναν άλλο στιλίστα. «Η φιλενάδα σου;» τον ρώτησα ενώ έφτιαχνε τις τελευταίες λεπτομέρειες στα μαλλιά μου. «Όχι ακόμα», είπε με αυτοπεποίθηση. «Το παλεύω. Είναι ντροπαλή. Δε θέλω να την τρομάξω. Θα βγούμε το Σαββατοκύριακο». «Μπράβο σου!» του είπα και χαμογέλασε πλατιά, αναφουφουλιάζοντας και


βάζοντας λακ στο αριστούργημά του, φροντίζοντας να μην πετάει ούτε μια τρίχα. Με ένα τελευταίο φούσκωμα των μαλλιών και ένα ψέκασμα, μου ανακοίνωσε ότι ήμουν έτοιμη. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και παραλίγο να μην αναγνωρίσω τον εαυτό μου. Φαινόμουν υπέροχη! Τα μαλλιά μου ήταν λαμπερά, γεμάτα όγκο και χαλαρές μπούκλες που σάλευαν κομψά ενώ γυρνούσα δεξιά αριστερά το κεφάλι. Το μακιγιάζ ήταν πραγματικά αριστουργηματικό, σε επίπεδο Μιχαήλ Άγγελου. Τα πράσινα μάτια μου ήταν τονισμένα και τόσο φωτεινά, που έμεινα με το στόμα ανοιχτό από την ομορφιά τους, παρόλο που ήξερα ότι ήταν ένα από τα ωραιότερα χαρακτηριστικά μου. Το υπόλοιπο λουκ ήταν πολύ μαυρισμένο και ηλιοκαμένο, φαινομενικά φυσικό, μόνο που είχε χρειαστεί ολόκληρο βάψιμο για να επιτευχθεί αυτή η «φυσική ομορφιά». «Είσαι μεγαλοφυΐα». «Το ξέρω», είπε και μου έδωσε ένα γυαλιστερό μαύρο μαγιό. Το πάνω ήταν ένα τανκίνι που έδενε στον λαιμό και το κάτω είχε δύο λευκά κορδονάκια στους γοφούς. Κάλυπτε περισσότερα από τα μαγιό που φορούσα συνήθως, και ήταν ό,τι έπρεπε για πρώτη φορά. «Πήγαινε να αλλάξεις εκεί που πάνε και τα άλλα κορίτσια». Μπήκα στο δωμάτιο, και είδα διάφορες γυναίκες, όλων των μεγεθών και των σουλουπιών, άλλες γυμνές και άλλες μισόγυμνες. Βοηθοί πήγαιναν από γυναίκα σε γυναίκα, ψεκάζοντας διάφορα στο δέρμα τους, και στερεώνοντας τα μαγιό σε ορισμένα σημεία. Με πλησίασε μια χυμώδης μαύρη. Φορούσε ένα περίπλοκο άσπρο μαγιό που σταύρωνε στο στήθος, άνοιγε σε μεγαλύτερες λωρίδες υφάσματος που κάλυπταν την κοιλιά της, και στένευε στους γοφούς όπου το σχέδιο άλλαζε σε χίπστερ γραμμή. Πάνω στο σώμα της –και με την αντίθεση που έκανε το λευκό ύφασμα με φόντο το δέρμα της, που είχε το χρώμα του εσπρέσο–, ταίριαζε πολύ, και η ίδια ένιωθε σίγουρα άνετα με τις καμπύλες της. «Γεια σου, είμαι η Μισέλ», είπε και μου έδωσε το χέρι της. Το έσφιξα με χαμόγελο. «Μία». Κοίταξα γύρω μου και οι υπόλοιπες κοπέλες μού κούνησαν το χέρι. Η Μισέλ με αγκάλιασε από τους ώμους. «Λοιπόν, αυτή η ξανθιά κούκλα είναι η Τέιλορ», μου είπε δείχνοντας μια γυναίκα που της κολλούσαν με ταινία τα πολύ μεγάλα βυζιά μέσα σε ένα μαγιό. Τα ξανθά μαλλιά της ήταν πανέμορφα και


χύνονταν πάνω στον ζουμερό πισινό της. Μάντευα ότι φορούσε πολύ μεγαλύτερο μέγεθος από μένα, έξτρα λαρτζ ή έξτρα έξτρα λαρτζ, και ήταν κούκλα με το μαύρο μαγιό. Μου κούνησε το χέρι. «Εκείνη εκεί…» –είπε δείχνοντας μια καστανή με κοντοκουρεμένο μαλλί χτενισμένο πίσω σε στιλ κοριτσιού του Ρόμπερτ Πάλμερ, και κατακόκκινα χείλη που συμπλήρωναν το λουκ– «είναι η φιλενάδα μου η Λίντσεϊ». Έτσι όπως την έκοβα, κι εκείνη έξτρα λαρτζ φορούσε πάνω κάτω. Με πήγε παραμέσα, όπου κάθονταν δύο όμοιες δίδυμες, που τους έπιαναν τα μαλλιά με τσιμπιδάκια σε περίπλοκα σχέδια και φορούσαν το ίδιο μαγιό σε άλλο χρώμα. Τα κόκκινα μαλλιά τους είχαν ένα βαθύ ερυθροκάστανο χρώμα, με εντυπωσιακές ανταύγειες στο ξανθό της καραμέλας. Και οι δύο είχαν αφήσει από μία ξανθιά τούφα να πέφτει κατσαρή πάνω στο πρόσωπό τους. «Γεια», είπαν ταυτόχρονα και χαχάνισαν σαν έφηβες. Εδώ που τα λέμε, όσο πιο πολύ τις κοιτούσα, τόσο συνειδητοποιούσα ότι ήταν όντως έφηβες με πολύ μακιγιάζ. «Η Μίστυ και η Μάρσια, τα δίδυμα μωρά μας. Τις έχουμε όλες στον νου μας, να μη μας μπλέξουν πουθενά… Δε θέλουμε να γίνουν τίποτα πουτανάκια. Έτσι κορίτσια;» Εκείνες χαχάνισαν πάλι και μου θύμισαν τη Μάντυ. Περίμενα πώς και πώς το τέλος του μήνα που θα έρχονταν η αδερφή μου και η Ζανέλ. Οι δίδυμες θεωρούνταν κι εκείνες πλας σάιζ, κι ας μη φορούσαν πάνω από λαρτζ. Εγώ ήμουν λίγο πιο αδύνατη, αλλά όχι πολύ. Η Μισέλ με τράβηξε σε μια άκρη και μου κράτησε το μαγιό όση ώρα γδυνόμουν. Συνέχισε να με ενημερώνει για τα μοντέλα. «Οι δίδυμες είναι μόλις δεκαέξι χρονών. Έχουν έρθει χωρίς την οικογένειά τους, αν και το πρακτορείο τούς ανέθεσε έναν συνοδό. Αυτό το βόδι δεν εμφανίζεται ποτέ. Ο μπαμπάς τους είναι μόνος του και δουλεύει για να τις μεγαλώσει αλλά, όπως βλέπεις, είναι πανέμορφες και δεν ήταν δύσκολο να τις ανακαλύψουν. Η συγκεκριμένη δουλειά είναι πολύ σημαντική για αυτές και θα τους εξασφαλίσει τα δίδακτρα του κολεγίου. Αυτός είναι ο μόνος λόγος που τους επέτρεψε ο πατέρας τους να έρθουν». Μόλις ντύθηκα, μια βοηθός ψέκασε με σπρέι τον πισινό μου, για να βεβαιωθεί ότι δε θα ανέβαινε το μαγιό κατά τη διάρκεια της φωτογράφισης, και μου το κόλλησε με ειδική ταινία στο στήθος για να διατηρηθεί το λουκ ακριβώς όπως


το ήθελαν. Μετά έβαλε λάδι στα χέρια της και το άπλωσε στο δέρμα μου, δίνοντάς του μια ωραία γυαλάδα. Η Μισέλ στεκόταν με τα εβένινα χέρια της τεντωμένα στα πλάγια και τα πόδια ανοιχτά, όσο έκαναν το ίδιο και σ’ εκείνη. Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα μάς έκανε να ησυχάσουμε. «Μία και Μισέλ, ήρθε η σειρά σας!» φώναξε μια βροντερή φωνή μέσα από την πόρτα. «Ώρα για σόου», είπε η Μισέλ. Ο Άντζελο ήταν φανταστικός φωτογράφος και άνθρωπος. Η πρώτη φωτογράφιση που έκανα μαζί του και με τη Μισέλ ήταν το αποκορύφωμα της μέρας μου. Η διαφήμιση θα λεγόταν «Γιν και Γιανγκ», λόγω της αντίθεσης στο χρώμα του δέρματός μας, και μας έβαλε να ξαπλώσουμε έχοντας η μία το κεφάλι δίπλα στα πόδια της άλλης, κυρτώνοντας τα σώματά μας σαν μισοφέγγαρα. Τράβηξε τις φωτογραφίες από ψηλά. Κάποια στιγμή, μας έβαλε να πιάσουμε η μία το χέρι και τον αστράγαλο της άλλης, δημιουργώντας ένα περίπλοκο σχήμα, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είχε μια φιλοσοφική, εγκεφαλική προσέγγιση. Αφού τελειώσαμε, η Μισέλ κι εγώ καθίσαμε με τις άλλες κοπέλες και χλαπακιάσαμε πίτσες. Μπορεί αυτή η συμπεριφορά να μην ενδείκνυται για μοντέλα, πάντως η Μισέλ φρόντισε να επισημάνει ότι οι πίτσες είχαν σπανάκι, αγκινάρες, ντομάτες, πράσινες πιπεριές, ελιές και κοτόπουλο. Όλα υγιεινά φαγητά. Αυτή η εξήγηση ήταν αρκετή για μένα και τα άλλα κορίτσια. Εξάλλου ήμασταν πλας σάιζ μοντέλα και είχαμε πάρει τη δουλειά λόγω της σιλουέτας που είχαμε, όχι της σιλουέτας που θα ήθελε η κοινωνία να έχουμε. ***

Τις δύο επόμενες μέρες φωτογραφήθηκα μόνη μου και ομαδικά με τα κορίτσια. Ο Τάι είχε ρεπό· δυστυχώς, δούλευα από τα χαράματα μέχρι που έκλειναν τα μάτια μου από τη νύστα. Το μόντελινγκ δεν είναι δουλειά της πλάκας. Αυτές οι γυναίκες εργάζονταν σαν τα σκυλιά. Σίγουρα υπήρχαν στιγμές που ήταν διασκεδαστικές, και στην αρχή όλες οι φωτογραφίσεις έτσι ήταν, ώσπου αναγκαζόσουν να κρατήσεις το πόδι σου τεντωμένο για πάνω από μία ώρα, και το στήθος προτεταμένο, και τον πισινό μαζεμένο για να μη μοιάζεις με κοπέλα σε κλαμπ, και να διορθώνεις συνέχεια την πόζα σου, τα μαλλιά, το μακιγιάζ και


το περιβάλλον σου. Είμαι σίγουρη ότι είχα πάθει μόνιμη κράμπα στο δεξί μου πόδι από την προσπάθεια, όλη μέρα, να κάνω το πολύ αληθινό, όχι πλαστικό, μέλος μου από σάρκα και οστά να μοιάζει με το πόδι της Μπάρμπι. Σήμερα θα συναντούσα ξανά τον Τάι. Χαμογέλασα ενώ σκεφτόμουν το αρσενικό, ζεστό, λαχταριστό δέρμα του και πώς το τύλιγε γύρω μου. Έλπιζα ότι θα περνούσαμε άλλη μια νύχτα ικανοποιώντας ο ένας τις σαρκικές ανάγκες του άλλου. Όμως εκείνος ήταν αποφασισμένος να μου δείξει το νησί. Όσο κι αν ποθούσα να μείνω μαζί του στο κρεβάτι όλη μέρα, ήθελε να εξερευνήσω το νησί και να βιώσω όλα όσα είχε να προσφέρει. Το πρώτο αξιοθέατο που είδαμε ήταν ένα μέρος κοντά στη Χονολουλού, στο κέντρο του κάτω μισού του νησιού, που λεγόταν Νουουάνου Πάλι. Βρίσκεται στην κορυφή του βουνού και έχει πανοραμική θέα στην προσήνεμη ακτή του Οάχου. Οι αληγείς άνεμοι είναι τόσο δυνατοί εδώ, που τα μαλλιά μου μαστίγωναν το πρόσωπό μου μέχρι που ο Τάι μού έδωσε το καπέλο του. «Δεν είναι εκπληκτικό;» με ρώτησε ενώ αγναντεύαμε τη μαγευτική θέα. «Θα μου μείνει αξέχαστο». Όσο ήμασταν στο παρατηρητήριο, έμαθα ότι εδώ είχε γίνει μια από τις πιο αιματηρές μάχες στην ιστορία της Χαβάης. Στη μάχη του Νουουάνου, σχεδόν τετρακόσιοι στρατιώτες, που υπερασπίζονταν το Οάχου για να μην το καταλάβει ο Καμεχαμέχα Α΄, παγιδεύτηκαν στην κοιλάδα και λίγο αργότερα έχασαν τη ζωή τους, όταν τους έσπρωξαν από τον γκρεμό. «Τι θλιβερό», μονολόγησα καθώς έφερνα στον νου μου τις σκληρές εικόνες αυτής της άλλης εποχής, ενώ περπατούσαμε για να γυρίσουμε στο αυτοκίνητο. Ο Τάι πήρε πίσω το καπέλο του, αφήνοντας τις μπούκλες μου να πέσουν ελεύθερες στους ώμους και την πλάτη μου. «Καλύτερα τώρα». Χαμογέλασε και το έβαλε στο κεφάλι του. «Αν σου φάνηκε αυτό στενάχωρο, καλύτερα να μην πάμε στο Περλ Χάρμπορ». «Καλή ιδέα». «Πεινάς;» «Βέβαια». «Σου αρέσει η χαβανέζικη μπίρα;» «Υπάρχει άνθρωπος που να μην του αρέσει;» απάντησα, σμίγοντας τα φρύδια μου για έμφαση.


Με πήγε σε ένα μέρος, στη νοτιότερη άκρη του νησιού, που λεγόταν Ζυθοποιία Κόνα. Βρισκόταν μέσα σε κάτι που έμοιαζε με εμπορικό συγκρότημα, γι’ αυτό δεν είχα μεγάλες προσδοκίες ότι θα ήταν όσο φανταστικό είχε αφήσει να εννοηθεί. Πρώτη μου φορά χάρηκα τόσο που βγήκα ψεύτρα. Η σερβιτόρα μάς πέρασε μέσα από το κανονικό εστιατόριο και μας οδήγησε σε έναν πίσω χώρο που έμοιαζε σαν να μετεωριζόταν πάνω από τον κόλπο. Αποκάτω ήταν αγκυροβολημένα σκάφη· οι επισκέπτες πάρκαραν τα σκάφη τους, ανέβαιναν πάνω και έτρωγαν. Η θέα ήταν εξίσου εντυπωσιακή με τη θέα από το Νουουάνου Πάλι, αλλά διαφορετική. Το εστιατόριο ήταν σφηνωμένο ανάμεσα σε δύο βουνά που εκτείνονταν δεξιά και αριστερά από το νερό. Ζωηρές πινελιές πράσινου, κίτρινου, καφέ, μοβ, μπλε και κάθε άλλης απόχρωσης του ουράνιου τόξου έβαφαν το τοπίο σαν να το είχε φτιάξει ζωγράφος. Τώρα καταλάβαινα γιατί είχαν εμπνεύσει τόσους πίνακες αυτά τα βουνά. Ήταν απίστευτα όμορφα και γέμιζαν γαλήνη όσους είχαν την τύχη να τα αντικρίσουν. Παραγγείλαμε μπόλικη μπίρα μόλις καθίσαμε, και συζητήσαμε τα πάντα για το νησί, τον πολιτισμό των Σαμόα, τη ζωή μου στην πατρίδα, το σερφ και το μέλλον. Ο Τάι ήπιε μια ξανθιά μπίρα που λεγόταν Το μεγάλο κύμα, ενώ εγώ έμεινα πιστή στον πιο φρουτώδη Ναυαγό. Κατά ειρωνικό τρόπο, τα ονόματά τους έδειχναν να ταιριάζουν στις ζωές μας: Πρακτικά εγώ αυτή τη χρονιά ήμουν ένας ναυαγός, παραδέρνοντας και πηγαίνοντας από μέρος σε μέρος, ενώ ο Τάι αναζητούσε το Μεγάλο Κύμα, εκείνο το κομμάτι της ζωής του που θα τον έκανε να αισθανθεί πλήρης. Ενδόμυχα πίστευα ότι αυτό θα συνέβαινε όταν θα διάλεγε ένα ταίρι και θα νοικοκυρευόταν, αλλά προς το παρόν μού αρκούσε να είμαι το νούμερο ένα του για αυτό τον μήνα. «Λοιπόν, είδαμε τη θέα, δοκίμασες τα ντόπια φαγητά και ποτά, τι λες τώρα να θρέψουμε την ψυχή σου;» «Την ψυχή μου; Πιστεύεις ότι μπορείς να μου προσφέρεις κάτι που θα ικανοποιήσει την ψυχή μου;» Χαμογέλασε πλατιά και φύγαμε. Κάναμε μια διαδρομή περίπου μισής ώρας με το αυτοκίνητο, αλλά μου φάνηκε ότι κράτησε μόλις λίγα λεπτά· τόσο συγκεντρωμένα ήταν τα μάτια μου στα μαγευτικά τοπία. Με κάθε χιλιόμετρο η θέα έμοιαζε να ρέει, να προσαρμόζεται στα καταπράσινα τοπία, και κάθε ακρογιαλιά που περνούσαμε ήταν διαφορετική από την προηγούμενη.


Στο τέλος φτάσαμε σε ένα μέρος που λεγόταν Πάρκο Μνήμης της Κοιλάδας των Ναών. Ο Τάι με πέρασε με το αυτοκίνητο μέσα από κάτι που έμοιαζε με κοιμητήριο, μόνο που δε θύμιζε αυτά που βλέπουμε στην πατρίδα, με τις τσιμεντένιες ή μεταλλικές πλάκες στο χώμα. Όχι, δεν έμοιαζε με κανένα άλλο πάρκο μνήμης που είχα δει. Σε πολλά σημεία, μεγάλα μαύρα μαρμαρένια τετράγωνα με χρυσά γράμματα στέκονταν φρουροί, φυλώντας την τελευταία κατοικία του ανθρώπου που κειτόταν αποκάτω τους. Από τη θέα και τα μνημεία, ήταν ξεκάθαρο πώς τιμούσαν οι Χαβανέζοι τους νεκρούς τους: Αυτό το μέρος, που θα έπρεπε να αποπνέει θάνατο και θλίψη, με γέμιζε συμπόνια και αγάπη για τους ανθρώπους που μου επέτρεπαν να μοιραστώ την τελευταία τους κατοικία. Ο Τάι σταμάτησε στο πάρκινγκ και κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο. Με οδήγησε από το χέρι σε ένα μακρύ μονοπάτι, μέχρι που φτάσαμε σε έναν βράχο που προεξείχε από το βουνό. Εκεί βρισκόταν ένας κόκκινος ναός ιαπωνικού ρυθμού. «Ο ναός Μπιόντο-ιν», είπε ο Τάι με χαμηλωμένη φωνή, σχεδόν ψιθυριστή. «Είναι βουδιστικός, αλλά ο καθένας, ανεξαρτήτως δόγματος, είναι ευπρόσδεκτος να διαλογιστεί, να προσευχηθεί, ή απλώς να απολαύσει το μέρος. Πάμε να τον δεις από κοντά». Αναγκάστηκε να με σύρει· τέτοιο δέος μού είχε προκαλέσει το κτίριο που υψωνόταν ενώπιόν μου. Στεκόταν τέλεια μπροστά από την πελώρια οροσειρά στο βάθος. Αν πω ότι ήταν ένα από τα ωραιότερα μέρη που είχα δει ποτέ, δε θα εκφράσω την ανάταση που φέρνει στο σώμα, την ψυχή και το μυαλό. Η γαλήνη και η ανθρωπιά του γέμισε τους πόρους μου, ύγρανε τα μάτια μου και αγκάλιασε την καρδιά μου. «Δεν έχω ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο», είπα γυρίζοντας στον Τάι, και εκείνος έσκυψε και μου έδωσε ένα απαλό φιλί. «Χαίρομαι. Και ακόμα δεν έχεις δει το καλύτερο». Διασχίσαμε τα χαλικόστρωτα δρομάκια, σταματώντας για να χαζέψουμε τις λιμνούλες με τα κόι που βρίσκονταν παντού. Δέντρα με κυρτωμένα κλαδιά σκέπαζαν τα μικρά μονοπάτια, ενισχύοντας την αίσθηση ότι περπατούσαμε σε μυστικό κήπο. Στο έμπα του ναού βρισκόταν μια πελώρια καμπάνα. Δίπλα της ήταν ένα κούτσουρο· για την ακρίβεια, ο κορμός ενός δέντρου που είχε κοπεί και κρεμαστεί πλαγιαστά, στο ίδιο επίπεδο με την καμπάνα. Οι επισκέπτες του


ναού μπορούσαν να τραβήξουν το χοντρό σκοινί που ήταν δεμένο πάνω του και να χτυπήσουν την πελώρια καμπάνα με τον κορμό. Όπως ήταν φυσικό, έπρεπε οπωσδήποτε να το κάνω. Στην πρώτη μου προσπάθεια, τράβηξα το σκοινί και το ξύλο μετακινήθηκε ελάχιστα, προκαλώντας μονάχα ένα σιγανό κουδούνισμα. Ήταν πολύ απογοητευτικό! «Περίμενε, κορίτσι μου», είπε ο Τάι, δίνοντας το κινητό του σε ένα ζευγάρι Γιαπωνέζων που περίμεναν τη σειρά τους για να χτυπήσουν την καμπάνα. Ο άντρας σήκωσε το κινητό του Τάι και ετοιμάστηκε. Ο Τάι τύλιξε το ένα χέρι του γύρω από την κοιλιά μου και το άλλο γύρω από το σκοινί, και το τράβηξε ταυτόχρονα με εμένα, χρησιμοποιώντας την υπεράνθρωπη δύναμή του. Το κούτσουρο τραβήχτηκε πίσω και έπεσε πάνω στην καμπάνα βγάζοντας ένα ηχηρό ΓΚΟΝΓΚ. ΓΚΟΝΓΚ. Λίγο πιο σιγά και μια φορά ακόμα. ΓΚΟΝΓΚ. Χοροπήδησα χτυπώντας παλαμάκια και έδεσα τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό του, δίνοντάς του ένα υγρό φιλί γεμάτο ευγνωμοσύνη. Ο Τάι με έσφιξε πάνω του και πήγε το φιλί μου σε άλλο επίπεδο. Ρουφούσε και δάγκωνε το στόμα μου σαν να προσπαθούσε να πιει τον ενθουσιασμό μου κατευθείαν από τα χείλη μου. Κάποιος ξερόβηξε, και για μια ακόμα φορά είχα ξεχάσει πού βρισκόμασταν. Η μικροκαμωμένη Γιαπωνέζα που στεκόταν δίπλα στον άντρα της χαμογέλασε και μου έκανε νόημα με σηκωμένο τον αντίχειρα πίσω από την πλάτη του συζύγου της. Σκέπασα το στόμα μου για να μη ρουθουνίσω σαν γουρουνάκι. Ο Τάι ευχαρίστησε τον άντρα και έβαλε το κινητό του στην τσέπη. Κατόπιν με πήρε από το χέρι και ανεβήκαμε τα ξύλινα σκαλοπάτια προς την είσοδο του ναού. Ο Τάι έβγαλε αμέσως τα παπούτσια του· τον μιμήθηκα πετώντας τις σαγιονάρες μου και πιάστηκα από την πλάτη της μπλούζας του για να προχωρήσω στα σκοτεινά. Απ’ όσο μπορούσα να ακούσω, δεν υπήρχε κανένας άλλος εδώ μέσα όσο διασχίζαμε τον χώρο για να φτάσουμε μπροστά σε ένα εκθαμβωτικής ομορφιάς άγαλμα του Βούδα. Ήταν πελώριο, έχοντας ύψος τρία μέτρα πάνω στο υπερυψωμένο βάθρο του. Στο κέντρο βρισκόταν ένας νεαρός, στοχαστικός Βούδας, καθισμένος σε στάση διαλογισμού. «Απεικονίζει τον ίδιο τον Βούδα και είναι γνωστό ως το μεγαλύτερο άγαλμα του είδους του έξω από την Ιαπωνία. Το σχεδίασε ο περίφημος γλύπτης


Μασούζο Ινούι. Μου αρέσει έτσι όπως κάθεται μέσα σε ένα άνθος λωτού». Η φωνή του Τάι ήταν γεμάτη ευλάβεια και δέος. «Γιατί είναι χρυσό;» ρώτησα τον Τάι, ενώ γυρνούσα το βλέμμα μου από σημείο σε σημείο, προσπαθώντας να χαράξω αυτό το πανέμορφο γλυπτό στη μνήμη μου για μια ζωή. «Για να τονιστεί η ομορφιά του. Περάστηκε με τρία χέρια χρυσής λάκας και στη συνέχεια με φύλλα χρυσού. Βλέπεις τις μορφές που τον περιτριγυρίζουν;» Μου έδειξε κάνα δυο. Έγνεψα καταφατικά, μισοκλείνοντας τα βλέφαρα, προσπαθώντας να φτάσω όσο πιο κοντά γινόταν χωρίς να περάσω το σκοινί. «Γύρω του βρίσκονται πενήντα δύο Μποντισάτβα, “φωτισμένα όντα”, που πετούν στα σύννεφα, παίζουν μουσική και χορεύουν. Αντιπροσωπεύουν την κουλτούρα της αριστοκρατίας των Φουτζιβάρα». Μετά το μάθημα ιστορίας, ανάψαμε ο καθένας από ένα αρωματικό ξυλάκι και το αφήσαμε μπροστά στο άγαλμα. «Τώρα κάνε μια προσευχή ή μια ευχή ή στείλε αγάπη και φως σε όποιον πιστεύεις ότι το χρειάζεται». Ο Τάι κάθισε οκλαδόν μπροστά στο βάθρο. Τον μιμήθηκα. Έσμιξε τις παλάμες των χεριών του και τα έφερε μπροστά στο στήθος του σαν να προσευχόταν. Ύστερα έκλεισε τα μάτια και έσκυψε το κεφάλι. Έκλεισα κι εγώ τα μάτια και έκλινα το κεφάλι, αλλά αντί να διαλέξω την προσευχή, ή την ευχή, ή το να στείλω αγάπη, τα έκανα και τα τρία. Σε παρακαλώ, Θεέ μου, κάνε να μην πεθάνει ο πατέρας μου. Εύχομαι να αποκτήσει η Μάντυ όλα όσα θέλει στη ζωή της. Βούδα, θα ήθελα να στείλω φως και αγάπη στον Γουές, για να μη νιώθει ποτέ μόνος, ακόμα κι όταν βρίσκεται σε ένα δωμάτιο γεμάτο κόσμο.


6

ΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΒΡΑΔΥ, ο Τάι με έκανε τον γύρο του νησιού με το αυτοκίνητο. Σταματήσαμε στη Βόρεια Ακτή και, άκουσον άκουσον, φάγαμε μεξικάνικο. Δεν έμοιαζε με το μεξικάνικο που έτρωγα στην Καλιφόρνια, αλλά ήταν πικάντικο και καυτερό, και με έκανε να νιώσω χορτασμένη και ήρεμη, ακριβώς αυτό που είχα ανάγκη αφού είχα περάσει ένα ολόκληρο βράδυ βλέποντας τις παραλίες να περνούν. Έβγαλα το χέρι μου από το παράθυρο και έπαιξα για πολλή ώρα με τον άνεμο. Του Τάι του έφτανε να οδηγεί και να μου κρατάει το άλλο χέρι. Το ραδιόφωνο έπαιζε απαλή χαβανέζικη μουσική. Δεν άκουγα τα λόγια, αλλά απολάμβανα το ηχητικό χαλί. «Πότε λες να νοικοκυρευτείς;» τον ρώτησα ξαφνικά. Έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και σούφρωσε τα γεμάτα χείλη του. «Το ονειρεύομαι καθημερινά, αλλά δεν έχω απάντηση σ’ αυτό». Το συνοφρύωμα που ακολούθησε την απάντησή του έφτανε μέχρι το κόκαλο. Το θέμα φαινόταν πραγματικά να ταλανίζει βαθιά τον σέξι Σαμοανό. Ο Τάι ήταν από εκείνους τους άντρες που μια γυναίκα θα γνώριζε και θα παντρευόταν. Ναι, περνάγαμε καλά μαζί, αλλά είχε να κάνει με το σεξ και τη φιλία, όχι την αγάπη και την αφοσίωση. Ήξερα ότι λαχταρούσε διακαώς τα δύο τελευταία. Του έσφιξα το χέρι, στέλνοντάς του την υποστήριξή μου. «Η μαμά σου τι σου λέει; Μου είπες ότι βλέπει τα μελλούμενα. Κι αυτά που είπε για μένα… καλά, ελπίζω να βγουν αληθινά». Αναστέναξε. «Η τίνα λέει ότι θα γνωρίσω το ταίρι μου εκεί που δεν το περιμένω». Έσκυψε ντροπαλά το κεφάλι και με κοίταξε με λατρεία, με εκείνα τα


μάτια του που μοιάζανε με κάρβουνα. «Νόμισα ότι ίσως ήσουν εσύ αυτή». Αμέσως έγνεψα αρνητικά. «Ξέρω, ξέρω. Είναι γραφτό μας να είμαστε φίλοι. Εξάλλου, η μητέρα δε θα σε είχε αφήσει σε χλωρό κλαρί αν ήσουν η γυναίκα της ζωής μου. Η αναμονή με σκοτώνει. Αισθάνομαι ότι ζω μισή ζωή κι ότι το άλλο μου μισό ζει κάπου χωρίς εμένα». Χριστέ μου, αυτός ο άντρας ήταν άγιος. Ήμουν βέβαιη ότι θα έβρισκε όλα όσα ζητούσε. Οι άνθρωποι που είναι τόσο ευγενικοί, τόσο καλοί και που προέρχονται από καλές οικογένειες συνήθως πετυχαίνουν στη ζωή τους. Ο Τάι το άξιζε. «Θα τη βρεις». «Καλά… η τίνα μού έχει δώσει ένα δυο στοιχεία». Τα μάτια μου γούρλωσαν, και γύρισα ολόκληρη πάνω στο κάθισμά μου, λυγίζοντας το γόνατο για να κοιτάζω εντελώς το προφίλ του. «Περιμένω». Τον χτύπησα στο μπράτσο και άρχισα να τινάζω το πονεμένο χέρι μου. «Γαμώτο, κόψε λίγο τα βάρη». Ρουθούνισε. Μάλιστα, ο Τάι ρουθούνισε σαν γουρουνάκι από τα γέλια. «Είσαι η πρώτη γυναίκα που μου το λέει αυτό». «Μην αλλάζεις θέμα. Τι είπε η Μάσινα για την αληθινή σου αγάπη;» Πέρασε την παλάμη από το αξύριστο κεφάλι του. Αφουγκράστηκα τις μυτερές τρίχες να ξύνονται πάνω στους ρόζους των χεριών του. «Μου είπε ότι τα μάτια της θα έχουν το χρώμα της φρεσκοκομμένης χλόης και ότι τα μαλλιά της θα είναι χρυσοκίτρινα σαν τον ήλιο». Άνοιξα το στόμα μου και γέλασα. «Ψάχνεις μια ξανθιά με πράσινα μάτια!» Καταπληκτικό. Ο Τάι ανασήκωσε τους ώμους. «Αυτό σημαίνει ότι δε θα είναι Σαμοανή». Κατσούφιασε. «Θα είναι δύσκολο για την οικογένειά μου». Ο τόνος του ακουγόταν κουρασμένος και αβέβαιος. Τρίβοντας τον ώμο του, τον πλησίασα και έγειρα πάνω του. Εκείνος με αγκάλιασε. «Έτσι είναι η πραγματική αγάπη. Νομίζω ότι πρέπει να περάσεις μερικές δοκιμασίες και βάσανα πριν φτάσεις στο ευτυχισμένο τέλος όπου θα ζήσετε εσείς καλά κι εμείς καλύτερα». «Λες;» «Είμαι σίγουρη». Χαμογέλασα, γύρισα το κεφάλι και τον φίλησα στον ώμο. Αναστέναξε. «Στο μεταξύ, θα απολαύσω μια αισθησιακή καστανή από τα


ηπειρωτικά». Ο Τάι ανέβασε το χέρι του, από το γόνατό μου, στο εσωτερικό του μηρού μου και χούφτωσε επιθετικά το μουνί μου. Η φωνή μου ήταν βραχνή και γεμάτη πόθο όταν απάντησα. «Λοιπόν, αυτό ακούγεται εξαιρετική ιδέα». ***

Αντί να στρίψουμε προς τη Χονολουλού και την παραλία Ντάιαμοντ Χεντ όπου μέναμε, πήρε τη στροφή αριστερά και ακολούθησε με το τζιπ έναν μακρύ ανηφορικό δρόμο, ώσπου έξω από το παράθυρο βλέπαμε μόνο πυκνά δέντρα και τίποτα άλλο. «Πού πάμε;» Ο Τάι μού έσφιξε τον ώμο. «Θα δεις. Έχε μου εμπιστοσύνη». Σούφρωσα τα χείλη, μούτρωσα και μούγκρισα πεισματάρικα. «Έλα, έλα, σταμάτα να κατσουφιάζεις, κορίτσι μου». «Θα το έκανα, αν ήμασταν σπίτι και με πηδούσες τώρα», του απάντησα. Τα μάτια του πέταξαν φλόγες μόλις άκουσε την πρόστυχη απάντησή μου. «Έχε μου εμπιστοσύνη· αξίζει τον κόπο». «Αξίζει όσο ένας οργασμός από τον Τάι Νίκο; Πολύ αμφιβάλλω», μουρμούρισα τάχα μου θυμωμένα, αλλά όχι στ’ αλήθεια. Ήθελα να κάνω σεξ. Είχαν περάσει μέρες, και ήμουν έτοιμη για μια δόση −ή δύο ή τρεις− έρωτα από τον Τάι. Το τραγούδι All Night Long του Λάιονελ Ρίτσι πέρασε από το μυαλό μου. Εντέλει, το αυτοκίνητο σταμάτησε σε ένα ξέφωτο. Γύρω μας ήταν πήχτρα σκοτάδι. Μόνο το φως του φεγγαριού και η φωταγωγημένη πόλη της Χονολουλού αποκάτω μάς επέτρεπαν να βλέπουμε. Η θέα, όπως είχα μάθει να περιμένω από οποιαδήποτε περιοχή του Οάχου, ήταν απίθανη, και άξιζε και με το παραπάνω την παράκαμψη. Ο Τάι με οδήγησε μπροστά από το τζιπ, έστρωσε κάτω μια πετσέτα θαλάσσης και με κάθισε εκεί. Ύστερα γύρισε στο αμάξι, κατέβασε τα παράθυρα και δυνάμωσε τη μουσική. Η χαβανέζικη μουσική ξεχύθηκε από το αμάξι σαν να ερχόταν με τους τροπικούς ανέμους. Η νύχτα ήταν ζεστή και ελαφρώς υγρή. Ένιωθα το δέρμα μου ελαφρώς υγρό όταν το άγγιζα, αλλά όχι ενοχλητικά. Ο Τάι έσβησε τη μηχανή και γύρισε με ένα


μπουκάλι σαμπάνια. Πού την έκρυβε, δεν είχα την παραμικρή ιδέα. «Πού το βρήκες αυτό;» τον ρώτησα. «Οι αληθινοί άντρες έχουν μυστικά που οι γυναίκες τους δεν πρέπει να ξέρουν». Γέλασα και δέχτηκα το μικροσκοπικό πλαστικό ποτηράκι με τη γλυκιά, αφρώδη σαμπάνια. «Εγώ είμαι γυναίκα σου;» έκανα τη φορτισμένη ερώτηση. Όπως είχε πει η μητέρα του, ο Τάι δεν μπορούσε να με ερωτευτεί, ούτε εγώ εκείνον. Έπρεπε να είμαστε ξεκάθαροι σχετικά με τα όρια της σχέσης μεταξύ μας. Διασκέδαση και φιλία. «Για τις επόμενες δεκαεφτά μέρες, ναι. Μετά θα σε υποστεί κανένας άλλος κακομοίρης», αστειεύτηκε, κι εγώ άνοιξα το στόμα και γέλασα δυνατά. «Τρομερή κακία!» «Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ. Είχα τον καλύτερο δάσκαλο», είπε και μου έκλεισε το μάτι. Καθίσαμε πολλή ώρα και ήπιαμε σαμπάνια μέχρι που ζαλίστηκα. Η σαμπάνια πάντα διώχνει τις αναστολές μου. Παρακολουθούσα τον Τάι με την άκρη του ματιού μου. Είχε ξαπλώσει στην πετσέτα στηριγμένος στους αγκώνες του και απολάμβανε τη θέα. Ξέρω ότι δεν έπινε όσο εγώ, επειδή είχε να οδηγήσει. Γύρισα στο πλάι και χάιδεψα με το δάχτυλό μου το σαγόνι του ώσπου γύρισε το κεφάλι. Αυτός ο άντρας μπορούσε να κάνει ολόκληρες γυναίκες να δακρύσουν με την τελειότητά του. Τόσο ωραίος ήταν. Έγλειψα τα χείλη μου ενώ χάιδευα με το δάχτυλο τα δικά του. Η άκρη της γλώσσας του βγήκε και μαστίγωσε το δάχτυλό μου. Πήρα μια θορυβώδη εισπνοή και βόγκηξα όταν μου το δάγκωσε. Δε φανταζόμουν ότι ένα δάχτυλο μπορεί να είναι τόσο ευαίσθητο· εκείνη τη στιγμή ένιωσα σαν να ήταν απευθείας συνδεδεμένο με την κλειτορίδα μου. Όσο ο Τάι στριφογύριζε τη γλώσσα του γύρω από το δάχτυλό μου, ρουφώντας το μέσα στο καυτό στόμα του, ένιωθα το εσώρουχό μου να υγραίνεται με γοργούς ρυθμούς. Πίεσα τα πόδια μου μεταξύ τους και τα έσφιξα, αγκομαχώντας από την ηδονή της πίεσης στο διψασμένο σημείο ανάμεσα στα σκέλια μου. «Το λουλούδι σου είναι έτοιμο», είπε ο Τάι περνώντας το χέρι του ανάμεσα από τα βυζιά μου. Μου σήκωσε τη φούστα και κατευθύνθηκε αμέσως στην κλειτορίδα μου, στριφογυρίζοντας γύρω της το δάχτυλό του πριν βυθιστεί


εντελώς μέσα στη σχισμή μου. Ξάπλωσα πίσω, ενώ το χέρι του Τάι μπαινόβγαινε επιδέξια μέσα μου. Έβαλε και δεύτερο δάχτυλο. «Μυρίζω το νέκταρ σου, κορίτσι μου. Να το γευτώ; Εδώ, έξω στο ύπαιθρο;» Έγνεψα μανιωδώς και έσφιξα τους δυνατούς ώμους του. «Σε παρακαλώ», κλαψούρισα όταν το τρίτο δάχτυλο γλίστρησε μέσα για να σμίξει με τα άλλα δύο. «Τι λες να σε γδύσω τελείως και να πάρω δυνατά το κορμί σου εδώ και τώρα; Σε έχουν πάρει ποτέ πάνω στο καπό ενός αυτοκινήτου, Μία;» Έγνεψα αρνητικά. «Μόνο πάνω σε μηχανή», ομολόγησα τρέμοντας και έριξα πίσω το κεφάλι μου ενώ κουνούσε το χέρι του όλο και πιο γρήγορα, γαμώντας με αριστοτεχνικά με τα δάχτυλά του. «Αλήθεια;» Ο έκπληκτος τόνος του μου προκάλεσε βογκητά. «Αργότερα πρέπει οπωσδήποτε να μου πεις αυτή την ιστορία». Έβγαλε τα δάχτυλά του από μέσα μου και με σήκωσε όρθια μπροστά στο αυτοκίνητο. Μου έβγαλε το κιλοτάκι και το έβαλε στην τσέπη του. Μετά τράβηξε το τιραντάκι μου πάνω από το κεφάλι μου. Εγώ τραβολογούσα το πουκάμισό του, λαχταρώντας να νιώσω το ανοιχτοκάστανο δέρμα του πάνω στις σηκωμένες ρώγες μου. Μόλις του το έβγαλα, σφίχτηκα πάνω του, κολλώντας το στόμα μου στο δικό του σε ένα άγριο φιλί. Μου το ανταπέδωσε με πάθος. Όπως και τα προηγούμενα σμιξίματά μας, έγινε παθιασμένο και πρόστυχο εν ριπή οφθαλμού. Ο Τάι τραβήχτηκε από το στόμα μου, με σήκωσε και με κάθισε στο ζεστό καπό. Είχε περάσει αρκετή ώρα κι έτσι δεν έκαιγε τόσο όσο όταν ήρθαμε. «Ξάπλωσε. Θέλω να σε δω γυμνή στο καπό του τζιπ». Υπακούοντας αψίδωσα το στήθος μου προς τα πάνω, νιώθοντας την ανάγκη να κάνω κάτι. Ο πόθος που άναβε μέσα στο κορμί μου, η ανάγκη που ένιωθα να με αγγίξει… παντού, έπαιρναν επικές διαστάσεις. «Περιποιήσου λίγο τα βυζάκια σου. Εγώ θα φροντίσω το λουλούδι ανάμεσα στους απαλούς μηρούς σου και το γλυκό νέκταρ που κυλάει στην κωλοχωρίστρα σου». Χριστέ μου, ένιωθα όσα έλεγε να διαπερνούν το κορμί μου και να συντρίβονται στην κλειτορίδα μου, που παλλόταν με κάθε πρόστυχη λέξη. Ο Τάι μου ήταν πρόστυχος, ωραίος και βρόμικος ταυτόχρονα. Φέρνοντας τα χέρια μου στο στήθος, έσφιξα στις χούφτες μου τις βαριές σάρκινες σφαίρες. Τη στιγμή που τσίμπησα τις ρώγες μου ανάμεσα στον


αντίχειρα και τον δείκτη μου, ο Τάι έχωσε βαθιά τη γλώσσα του. Μούγκρισε κι εγώ βόγκηξα. Μαζί ακουγόμασταν σαν αγέλη άγριων ζώων που πάλευαν μέσα στο δάσος. Όποτε με έγλειφε ο Τάι, έκανε σαν να δοκίμαζε για πρώτη φορά το νοστιμότερο γλυκό. Έγλειφε, ρούφαγε, τσιμπούσε, δάγκωνε και πίεζε σε όλα τα σωστά σημεία. Μόλις ακούμπησε τα σαρκώδη χείλη του γύρω από την κλειτορίδα μου, στριφογυρίζοντας γύρω της τη γλώσσα του, και άνοιξε με δύναμη τους μηρούς μου −τόσο, που ένιωσα μια σουβλιά πόνου−, σήκωσε τα μαύρα μάτια του και τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Έσφιξε τους μηρούς μου δυνατά, άνοιξε το στόμα, ακούμπησε την επίπεδη άκρη της γλώσσας του πάνω στην κλειτορίδα μου και την έτριψε. Κλαψούρισα ικετεύοντάς τον με το βλέμμα και προσπάθησα να ανασηκώσω τη λεκάνη με τη δύναμη των ποδιών μου, αλλά ήμουν στο έλεός του. Σήκωσε το στόμα του μόνο για μια στιγμή και μου ήρθε να ξεφωνίσω. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια μου, και το σώμα μου τρανταζόταν από την ανάγκη να τελειώσω. «Μην κλείνεις τα μάτια. Κοίταξέ με που σε οδηγώ στην έκσταση», μούγκρισε πριν με γλείψει από τη σχισμή μέχρι την κλειτορίδα και ακούμπησε ξανά τα χείλη του πάνω στον ευαίσθητο κόμπο από νεύρα, σηκώνοντας το βλέμμα του και ρουφώντας δυνατά. Όλο μου το σώμα σφίχτηκε από τον έντονο οργασμό που διαπέρασε το είναι μου. Δεν μπορούσα να κουνηθώ, με είχε ακινητοποιήσει κρατώντας μου τα πόδια με τα δυνατά αρρενωπά χέρια του. Όταν δεν μπορούσα να χύσω άλλο, του έπιασα το κεφάλι με τα δύο χέρια και το τράβηξα. Η μικροσκοπική κόκκινη κλειτορίδα μου γλίστρησε μέσα από τα χείλη του σαν κερασάκι. Δεν μπορούσα να τον απομακρύνω περισσότερο, αλλά άφησε ήσυχο το κομπάκι μου και έχωσε τη γλώσσα του βαθιά μέσα στη σχισμή μου, πίνοντάς με στάλα στάλα. Ο πόθος του να γλείψει κάθε σταγόνα ήταν άγριος, και το έκανε, φέρνοντάς με ξανά στα πρόθυρα του οργασμού πριν τραβηχτεί. Τα μάτια του ήταν πύρινα και ο πούτσος του κόντευε να ξεσκίσει τη βερμούδα του. Γδύθηκε, και η βαριά πούτσα του φαινόταν οδυνηρά καυλωμένη. Έκανα να κατέβω από το αμάξι για να τυλίξω γύρω της τα χείλη μου και να του ανταποδώσω τη χάρη, αλλά μου έγνεψε αρνητικά. Μου έδωσε ένα φακελάκι από ασημόχαρτο. Το άνοιξα με τα δόντια μου, έβγαλα το προφυλακτικό και το ξετύλιξα κατά μήκος του πελώριου καυλιού του.


Ο Τάι σήκωσε τα γόνατά μου στα πλευρά του τόσο γρήγορα, που αναγκάστηκα να βάλω τα χέρια πίσω μου για να κρατηθώ όρθια. Έφερε τον πούτσο του στη σωστή θέση και τον έμπηξε μέσα μου. Ούρλιαξα από το μέγεθος και το πλάτος του. Ο άνθρωπος ήταν πελώριος παντού, και το μόριό του ήταν ανάλογο του μεγέθους του. Μέσα σε δευτερόλεπτα, με είχε πιάσει από τα γόνατα και πίεζε πιο ψηλά, μπαίνοντας απίθανα βαθιά. Γραπώθηκα όπως μπορούσα από τους ώμους του και τον λαιμό του. Τα νύχια μου σίγουρα άφηναν γρατζουνιές στην πλάτη, τον αυχένα και το κεφάλι του, αλλά δε σταμάτησε να με πηδάει. Ύστερα βγήκε από μέσα μου και με γύρισε έτσι που τα γόνατά μου ήταν πάνω στο καπό. Κράτησα κόντρα σκύβοντας μπροστά και πιάνοντας το δροσερότερο μέταλλο του καπό κοντά στους υαλοκαθαριστήρες. Εκείνος τράβηξε τον κώλο μου προς τα πίσω και κεντράρισε, άνοιξε διάπλατα τα χείλη μου και μπήχτηκε ξανά μέσα μου. Είχε μπει τόσο βαθιά, που ήταν σαν να γαμούσε αχαρτογράφητες περιοχές. «Θα σε σκίσω στα δύο, κορίτσι μου. Θα αφήσω το σημάδι μου, για να σου λείπει το καυλί μου όταν φύγεις. Μ’ ακούς;» «Ναι», βόγκηξα καθώς γλιστρούσε το καυλί του πάνω σε κάθε εσωτερικό νεύρο που είχα. Ρίγη ηδονής απλώνονταν στις φλέβες μου. Τα τοιχώματα του κόλπου μου έσφιγγαν και πάλλονταν γύρω από το σκληρό παλούκι του. «Θα σου λείψει το καυλί μου κάποια μέρα;» ούρλιαξε σχεδόν, θέλοντας με κάποιον τρόπο να χαραχτεί μέσα μου. «Ναι, Τάι. Γάμησέ με», ξεφώνισα και κρατήθηκα με όλη μου τη δύναμη ενώ τραβούσε προς τα πίσω τη λεκάνη μου. Ο Τάι συνέχισε με άγριο ρυθμό. Μετά ανέβασε το πόδι του στον προφυλακτήρα για να στηρίζεται καλύτερα, έσπρωξε προς τα κάτω τη μέση μου με το ένα χέρι και έφερε το άλλο στην ευαίσθητη κλειτορίδα μου, μαλάζοντάς την. Δε μου πήρε πολλή ώρα να εκτοξευτώ στον δεύτερο οργασμό μου. Πετούσα. Μετεωριζόμουν. Αβαρής. Έτσι αισθανόμουν, αν και ένιωθα αμυδρά τον Τάι να με πηδάει σαν ροκ σταρ, κουνώντας φρενιασμένα τη λεκάνη του, με τον ιδρώτα να κυλάει στο στήθος του, ώσπου έφτασε στην κορύφωση με ένα δυνατό μουγκρητό. ***


Την άλλη μέρα το πρωί που ξύπνησα για να πάω στη δουλειά, δε θυμόμουν ούτε την επιστροφή ούτε πώς βρέθηκα στο κρεβάτι μου. Όπως είχε προβλέψει ο Τάι, το μουνάκι μου πονούσε και ήταν ευαίσθητο στο άγγιγμα. Ακόμη και το εσώρουχο μου φαινόταν τραχύ πάνω στα «τρυφερά πέταλά μου» όπως τα αποκαλούσε ο Τάι. Χαχανίζοντας έκανα ένα ντους, αφήνοντας το καυτό νερό να απαλύνει και να χαλαρώσει τους ιστούς. Όταν κοίταξα κάτω, μου ξέφυγε μια βρισιά. Στο μπροστινό μέρος των μηρών μου υπήρχαν τέσσερις στρογγυλές μελανιές, και στο πίσω άλλη μία. «Γαμώ την πουτάνα μου! Πώς στο διάολο θα εξηγήσω αυτή τη μαλακία στον σχεδιαστή μαγιό; Α ναι, δεν είναι τίποτα, έκανα τρελό σεξ κάτω από τα αστέρια, πάνω σε ένα βουνό, στο καπό ενός αυτοκινήτου. Και ξέρετε εκείνο τον θεόρατο Σαμοανό που προσλάβατε; Μάλιστα, εκείνος φταίει, γιατί ξέφυγε και μου μελάνιασε τα μπούτια την ώρα που μου έγλειφε το μουνί», ξεφυσούσα και μουρμούριζα όση ώρα ετοιμαζόμουν για τη δουλειά. Όταν εμφανίστηκα στον χώρο της φωτογράφισης, που δόξα τω Θεώ θα γινόταν στην παραλία κάτω από τα μπανγκαλόου μας, η τσαντίλα μου δεν είχε υποχωρήσει καθόλου. Ο Τάι σήκωσε το βλέμμα και χαμογέλασε μόλις με είδε να μπαίνω. «Γεια σου, κορίτσι μου, φαίνεσαι…» Κατάπιε τη γλώσσα του μόλις τον αγριοκοίταξα από τα τρία μέτρα. Άφησα κάτω την τσάντα μου και τον αγνόησα ηλιθιωδώς. Ήταν παιδιάστικο και ανόητο και το ήξερα, αλλά δε θα έκανε πολύ καλή εντύπωση το γεγονός ότι σε λίγο θα έπρεπε να βρεθώ στη δύσκολη θέση να εξηγήσω τον λόγο που ο Άντζελο Ντ’Αμίκο, ο εξαίρετος σχεδιαστής μόδας, θα αναγκαζόταν να σβήνει μελανιές από τις φωτογραφίες του. Ο Τάι ακούμπησε τη χερούκλα του στον ώμο μου κι εγώ την τίναξα αποπάνω μου και τον αγριοκοίταξα. «Τι έγινε από χτες το βράδυ που σε έβαλα στο κρεβάτι;» με ρώτησε με φωνή γεμάτη ανησυχία. «Εσύ και οι χερούκλες σου, αυτό έγινε!» γκρίνιαξα και σήκωσα το φόρεμά μου για να του δείξω τις δέκα μελανιές που είχαν αφήσει τα δάχτυλά του στους μηρούς μου. Όταν σήκωσα το βλέμμα, περιμένοντας ότι θα με καταλάβαινε και θα ζητούσε συγγνώμη, είδα ακριβώς το αντίθετο. Γελούσε, σκεπάζοντας το στόμα του με το


χέρι του. Ένιωσα όλο μου το σώμα να κορώνει και έφερα τα χέρια μου στη μέση. «Με δουλεύεις;» ψιθύρισα εντονότατα. Είχα γίνει έξαλλη, αλλά ήμουν επαγγελματίας και δεν ήθελα να γίνω η μοντέλα που κάνει σκηνές στη δουλειά. Εκείνη τη στιγμή, ήρθε κοντά μου ο Ραούλ. Αυτή τη φορά φορούσε λευκά αποπάνω μέχρι κάτω. Τελικά δεν ήταν γκοθάς. Όπως μου εξήγησε, όταν διάλεγε ένα χρώμα να φορέσει, αφοσιωνόταν απολύτως σε αυτό. Έτσι, από τις μύτες των ποδιών του μέχρι τον λαιμό, φορούσε το ίδιο χρώμα. Ακόμη και τα παπούτσια του ήταν άσπρα Converse. Τα μοβ μαλλιά δεν άλλαζαν. Μου είπε ότι ήταν η εκκεντρικότητά του. «Τι πρόβλημα υπάρχει;» Κοίταξα άγρια τον Τάι. «Κανένα», είπα μέσα από τα δόντια μου. «Έχει μελανιές στους μηρούς», παραδέχτηκε αμέσως ο Τάι, κι αν είχα κανένα μαχαίρι πρόχειρο, θα του το είχα χώσει στο μάτι· όμως εδώ που ήμασταν, τα πινέλα του μακιγιάζ μού φαίνονταν καλή εναλλακτική. «Ξεφύγαμε λιγάκι χτες το βράδυ· ξέρεις πώς είναι», είπε πιάνοντας τον Ραούλ από τον ώμο. «Μπορείς να το διορθώσεις, λες;» Τα χείλη του Ραούλ δε σάλεψαν σχεδόν καθόλου. «Για να τις δούμε». Έκανα μια γκριμάτσα και σήκωσα το φόρεμά μου. Ο Ραούλ γονάτισε, έπιασε τα πόδια μου και τις κοίταξε προσεκτικά. «Βάλε δέκα κουτάλια στον καταψύκτη αμέσως!» είπε σε κάποιον πίσω του. Η κοπέλα με την οποία έβγαινε την τελευταία μιάμιση εβδομάδα έσπευσε να το κάνει, λέγοντας «Έγινε!» πάνω από τον ώμο της. «Κανένα πρόβλημα, χρυσό μου. Θα τις απαλύνω με τα παγωμένα κουτάλια και μετά θα τις καλύψω». «Αχ, δόξα τω Θεώ. Δε θέλω με τίποτα να βάλω τον Άντζελο να φωτοσοπάρει τις φωτογραφίες». Το βλέμμα του Ραούλ σκλήρυνε. «Χρυσό μου, ο Άντζελο Ντ’Αμίκο έχει τόσες πιθανότητες να φωτοσοπάρει φωτογραφία γυναίκας που φοράει τα ρούχα του όσες και να απατήσει την ωραία γυναίκα του τη Ρόζα. Είναι πρώτα απ’ όλα καλλιτέχνης. Δε θα διόρθωνε ποτέ τις φωτογραφίες του. Έχει σημασία για εκείνον να είναι οι φωτογραφίες αληθινές». «Α. Εντάξει. Μπορείς να βοηθήσεις όμως, έτσι;» τον κοίταξα με το πιο παρακλητικό μου βλέμμα. Με οδήγησε στην καρέκλα όπου κάναμε το μακιγιάζ και τα μαλλιά. «Για σένα


θα έκανα τα πάντα». «Σ’ ευχαριστώ, Ραούλ». Ανασηκώθηκα και τον φίλησα στο μάγουλο. «Για μένα δεν έχει; Εγώ του το ζήτησα», πρόσθεσε ο Τάι από πίσω μου. Μόρφασα και τίναξα τα μαλλιά μου πάνω από τον ώμο μου. «Εσύ ήσουν αυτός που έσφιξε σαν τρελός τα μπούτια μου με τις χερούκλες του!» του είπα με έναν εριστικό τόνο. Επιτέλους πήρε ένα ύφος μεταμέλειας, αλλά έτσι όπως εμφανίστηκε εξαφανίστηκε. «Ξέρεις, δεν το μετανιώνω. Θα το ξανάκανα χωρίς δεύτερη σκέψη. Θες δηλαδή να μου πεις ότι μετανιώνεις για χτες το βράδυ που ήσουν με τα πόδια ανοιχτά, γυμνή πάνω στο καπό του αυτοκινήτου μου, και ο αέρας φιλούσε το γλυκό, υγρό σου…» «Διάβολε…» Ο Ραούλ έμεινε ακίνητος, με το χέρι που κρατούσε τη χτένα ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου, τα μάτια απλανή και μια ρόδινη απόχρωση να βάφει τα μάγουλά του. «Γαμώτο, ξεχάστηκα. Συγγνώμη, ρε φίλε». Αυτή τη φορά, ο Τάι φάνηκε πραγματικά ντροπιασμένος. Ο Ραούλ κούνησε το κεφάλι. «Άντε καλέ, δεν πειράζει. Να σου πω, μήπως να μου πεις πού πάρκαρες;» Ο Τάι χτύπησε ξανά την πλάτη του Ραούλ. «Έγινε, αδερφέ. Θα τα πούμε αργότερα. Τα λέμε στο νερό. Σήμερα έχουμε τη φωτογράφιση “Σέξι ζευγάρια με μαγιό που χαμουρεύονται στην παραλία”». Με κοίταξε παίζοντας τα φρύδια του. «Σοβαρά;» τον ρώτησα, χωρίς να τον πιστεύω. Σίγουρα θα ήταν σύμπτωση. «Ναι. Θα σε κατσιάσω». «Δε θα ’ναι η πρώτη φορά», είπα φυσώντας και ξεφυσώντας. «Ούτε η τελευταία, κορίτσι μου».


7

O ΑΝΤΖΕΛΟ ΝΤ’ΑΜΙΚΟ ήταν ιδιοφυΐα. Όχι μόνο έκανε τον Τάι κι εμένα να γράφουμε στον φακό σαν να ήμασταν ζευγάρι χρόνια, αλλά ο φωτισμός, το φόντο, τα μαγιό, όλα έδιναν στις φωτογραφίες μια νέα, φρέσκια αίσθηση. Είχε μια ξεχωριστή ματιά, που θα πήγαινε ένα τεράστιο θέμα – όπως οι γυναίκες και η εικόνα που έχουν για το σώμα τους, σε άλλο επίπεδο. Η καμπάνια ήταν καινοτόμα. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να την περιγράψω. Εγώ ήμουν το πιο μικροκαμωμένο μοντέλο, κάπου μεταξύ μίντιουμ και λαρτζ. Οι υπόλοιπες ήταν από έξτρα λαρτζ και πάνω. Ήταν όλες πανέμορφες και είχαν ζουμερές καμπύλες, για τις οποίες καμάρωναν, και πολύ καλά έκαναν. Ήταν αληθινές γυναίκες, με αληθινά κορμιά. «Ελάτε, κορίτσια, μαζευτείτε γύρω από τον παίδαρο, ε;» είπε ο Άντζελο με την ιταλική προφορά του έντονη και καλλιεργημένη. «Τώρα, Τάι, θα βάλεις το ένα χέρι σου στον πισινό της Τέιλορ και το άλλο στον γοφό της Μισέλ. Μία, θα καθίσεις εδώ παράμερα και θα δείχνεις πολύ… ε… πώς το λέτε… τσαντισμένη;» Η Ρόζα, η γυναίκα του, τοποθέτησε την Τέιλορ και τη Μισέλ ακριβώς όπως ήθελε ο Άντζελο. «Μία, αγάπη μου, θα στέκεσαι εδώ, με τα χέρια στους γοφούς και θα δείχνεις στητή, πανέμορφη, αλλά και πολύ θυμωμένη. Όπως το έθεσε τόσο εύγλωττα ο σύζυγός μου… τσαντισμένη». Γέλασα και πήρα πόζα. «Μάρσια και Μίστυ, ελάτε εδώ, αγαπούλες μου». Η Ρόζα έγνεψε στις δίδυμες να πλησιάσουν. Τα κόκκινα μαλλιά χύνονταν πίσω τους, έτσι όπως έτρεχαν με τη δεκαεξάχρονη ζωντάνια τους. «Α, si, si, καταλαβαίνω, αγάπη μου, καταλαβαίνω, πανέμορφη, πανέξυπνη


γυναίκα. Θα σε λατρέψω», είπε ο Άντζελο στη σύζυγό του ενώ πήγαινε πίσω από την κάμερα. «Και πότε δε με λατρεύεις, αγάπη μου;» του χαμογέλασε πειραχτικά και του έκλεισε το μάτι. Εκείνος έφερε το χέρι του στην καρδιά και την κοίταξε μερικά λεπτά με λατρεία. «Πιάσε δουλειά», του είπε πάνω από τον ώμο της ενώ αναφουφούλιαζε τα μαλλιά των διδύμων, φτιάχνοντάς τα ακριβώς όπως έπρεπε. «Si, si. Λοιπόν, Τάι, πιάστηκες με το χέρι στο βάζο με το γλυκό», είπε γελώντας. «Αλλά κοιτάζεις και τις νεαρές, και η αληθινή σου αγάπη, η κυρία Μία, σε πιάνει. Εντάξει;» Ο Τάι έγνεψε καταφατικά και έσφιξε τη σάρκα των γυναικών. Ένα τσίμπημα ζήλιας με διαπέρασε μόλις είδα τα δάχτυλά του να ζουπάνε ηδονικά τη σάρκα τους. Πήραν όλες θέση και πόζαραν, κι εγώ τις μιμήθηκα. Δεν ήταν δύσκολο να δείξω θυμωμένη. Άντλησα από τον εκνευρισμό μου για τις δέκα ωραίες μελανιές που μου είχε προκαλέσει ο Τάι, και την απόγνωση που ένιωθα επειδή δεν ήξερα αν θα κατάφερνε να βγει ο πατέρας μου από το κώμα, και την ενόχλησή μου που είδα ακόμη ένα περιοδικό με μια αγαπησιάρικη φωτογραφία του Γουές με την Τζίνα: «Δεν έχουν σχέση» και κουραφέξαλα. Είχα φωτογραφίσει με το κινητό μου το εξώφυλλο του περιοδικού και το είχα κρατήσει, ώστε κάθε φορά που ένιωθα έστω και ένα ίχνος ενοχών, να μπορώ να το κοιτάζω. «Μπράβο, Μία, προβάλλεις πολύ θυμό και εκνευρισμό». Η κάμερα έκανε κλικ σαν τρελή. Ύστερα ο Τάι παρέκκλινε από το σενάριο και απομακρύνθηκε από τις γυναίκες. Εκείνες ξαφνιάστηκαν, αλλά ο Τάι έπεσε στα γόνατα μπροστά μου. Η κάμερα συνέχισε να τραβάει μανιωδώς φωτογραφίες. «Si, Τάι. Perfetto!» φώναξε ο Άντζελο. Ο Τάι έσκυψε και με φίλησε στον μηρό, πιάνοντάς με από τους γοφούς, και με κοίταξε σαν να λυπόταν ειλικρινά. Χάιδεψα με τα δάχτυλά μου το κεφάλι του ενώ εκείνος χαμογελούσε, δείχνοντας πολύ σίγουρος ότι με είχε τουμπάρει. Πάνω που νόμιζε ότι τον είχα συγχωρέσει, του έδωσα μια σπρωξιά στους ώμους και έσκασε πίσω σαν καρπούζι. Ύστερα γύρισα προς την κάμερα, πήρα πόζα, έβαλα το χέρι στη μέση και έκλεισα το μάτι στον φακό. Ο Άντζελο έπεσε κάτω από τα γέλια, κλοτσώντας τα πόδια του στον αέρα. «Δεν υπάρχει αυτό το πράγμα! Θα το βάλουμε στις γκάφες!» Η ομάδα γέλασε, και μόλις κόπασαν τα χάχανα, συνεχίσαμε τη φωτογράφιση.


Γενικά περάσαμε ωραία· ο Τάι κι εγώ, φυσικά, τα ξαναβρήκαμε μέσα από το χιούμορ και την ομαδικότητα της δουλειάς. Φύγαμε πιασμένοι χέρι χέρι στην παραλία για μια νύχτα στα μπανγκαλόου. Αύριο θα έρχονταν η αδερφή μου η Μάντυ και η κολλητή μου η Ζανέλ. Τις περίμενα πώς και πώς. ***

Το ταξί πάρκαρε μπροστά στο μπανγκαλόου, ενώ ο Τάι κι εγώ περιμέναμε απέξω. Είχα καθίσει στα σκαλιά και πετάχτηκα όρθια μόλις έφτασαν. Η Ζανέλ άνοιξε διάπλατα την πόρτα και το μικροκαμωμένο σώμα της όρμησε προς το δικό μου. Ύστερα πήδηξε στον αέρα και έπεσε πάνω μου, ρίχνοντάς μας και τις δυο στο γρασίδι. «Μωρή μαλακισμένη! Δεν το πιστεύω ότι ζεις τόσον καιρό στον παράδεισο χωρίς εμένα! Ήρθα, μωρή χαμένη!» Με φίλησε σε όλο το πρόσωπο. Άκουγα τη Μαντς να χαχανίζει πίσω μας με τα ακροβατικά μας. Μετά εμφανίστηκαν στο οπτικό μας πεδίο δύο πολύ μαυρισμένα πόδια και μια γάμπα γεμάτη τατουάζ. Η Ζανέλ κοίταξε, από εμένα, στα πόδια, και από εκεί όλο και πιο πάνω. «Για όνομα όλων των γαμήσιμων πραγμάτων. Από πού στην ευχή ξεφύτρωσες εσύ, παίδαρέ μου; Θεούλη μου», είπε η Ζαν και με κοίταξε. «Αυτός είναι ο πελάτης σου;» Άστραψε το μάτι της, κι εγώ κούνησα αρνητικά το κεφάλι. Τον ξανακοίταξε. «Το καλό που σου θέλω, να πηδιέσαι με αυτό τον κούκλο». Κατέβασε το βλέμμα της και με κοίταξε έτσι όπως με είχε ακινητοποιημένη στο έδαφος. Έγνεψα χαρούμενα. «Υπάρχει καμία περίπτωση να γευτώ κι εγώ τις σαμοανές απολαύσεις;» Μ’ αυτό το σχόλιο, ο Τάι έριξε πίσω το κεφάλι και γέλασε τόσο δυνατά, που σχεδόν αντήχησε πάνω στις φοινικιές. Έγνεψα αρνητικά και συνοφρυώθηκα. «Μαλάκα, έχεις όλους τους άντρες δικούς σου. Δεν είναι δίκαιο», είπε μουτρωμένη και σηκώθηκε. Ο Τάι τής έδωσε το χέρι του. «Αλόχα. Πρέπει να είσαι η Ζανέλ». Τα ξανθά μαλλιά της ανέμισαν πίσω από το κεφάλι της. «Ώστε του έχεις πει για μένα». Φούσκωσε το στήθος της. «Μόνο καλά, ελπίζω». «Μόνο προειδοποιήσεις», πρόσθεσα και έπιασα το χέρι του Τάι, που με βοήθησε να σηκωθώ. Ύστερα παραμέρισα τη Ζανέλ, σκουντώντας τη με τον γοφό μου, για να πάω στη γλυκιά μου αδερφούλα. «Να σου συστήσω τη


Μάντισον. Τη Μάντυ μας. Είναι η μικρή μου αδερφή και το καμάρι μου. Αποδώ ο Τάι». Η Μάντυ χαμογέλασε πλατιά ακούγοντας το κομπλιμέντο. «Είδες;» είπα δείχνοντας το πρόσωπό της. «Τι σου έλεγα, Τάι;» «Ότι είναι η ομορφότερη κοπέλα στον κόσμο», απάντησε. «Αλόχα, Μάντισον». «Εννοείται!» Έσφιξα τη Μάντυ πάνω μου. «Πώς πάει, αδερφούλα;» Έκανα πίσω και στύλωσα το βλέμμα στο δικό της, κοιτώντας τα ανοιχτοπράσινα μάτια που ήταν ίδια με τα δικά μου. Φαίνονταν χαρούμενα. «Είμαι καλά, πολύ καλά. Ανησυχώ για τον μπαμπά. Δεν έχει κανέναν τώρα που είμαστε όλες εδώ. Όμως ο Ματ και η οικογένειά του θα τον βλέπουν τακτικά». Αλίμονο, αφού είναι η καλύτερη οικογένεια του σύμπαντος... Ήθελα να τους μισήσω για την τελειότητά τους, αλλά αφού σε κάνα δυο χρόνια το κοριτσάκι μου θα γινόταν μέλος του σογιού των Ρέινς, έπρεπε να τους πάρω με το καλό. Δεν είχαν κακή πρόθεση. Αντίθετα, είχαν πολύ καλή πρόθεση, επειδή ήταν πολύ καλοί άνθρωποι. Πλατάγισα τη γλώσσα και πέρασα το χέρι μου γύρω από τη μέση της. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους τους. Τίποτα καινούριο απ’ τους γιατρούς;» Η Μάντυ κούνησε το κεφάλι, ενώ ο Τάι έπαιρνε τις αποσκευές τους. Όλες τις αποσκευές τους. Με τη μία. Ρίγη πόθου ξεδιπλώθηκαν μέσα μου μπροστά στην αντρίλα και τη δύναμή του. Έγλειψα τα χείλη μου κοιτώντας την ωραία πλάτη του ενώ προχωρούσε προς το μπανγκαλόου μου. «Εύχομαι να ξυπνούσε ο μπαμπάς», παραδέχτηκε η Μάντυ ενώ καθόταν σε ένα σκαμπό. Εγώ τριγύριζα στην κουζίνα βγάζοντας οινοπνευματώδη και σέικερ. Διακοπές σημαίνει κοκτέιλ. «Ξέρουν γιατί δεν έχει ξυπνήσει; Το σώμα του έχει γιατρευτεί», ρώτησα. Τα μάτια της Ζαν γούρλωσαν μόλις είδε πόσα ποτά και σέικερ είχα βγάλει καθώς απαντούσε η Μάντυ. «Οι γιατροί μάς είπαν ότι θα ξυπνήσει όταν θελήσει το σώμα του. Με τόσο εκτεταμένα τραύματα στο κεφάλι, μας λένε συνέχεια να μην έχουμε πολλές ελπίδες». Τα χείλη της Ζανέλ σούφρωσαν. «Γαμώτο. Ξέρω ότι έχετε φρικάρει, κορίτσια». Ξαφνικά η Μάντυ σηκώθηκε, πήγε στην μπαλκονόπορτα και την άνοιξε διάπλατα. Η τροπική αύρα του ωκεανού μπήκε στο δωμάτιο, γεμίζοντάς το με τη μυρωδιά του. Θα μου έλειπαν αυτό το αεράκι και η μυρωδιά σε μια βδομάδα


που θα έφευγα. Κοίταξα τις επιλογές που είχα σε ποτά, και έβγαλα αυτά που ήθελα. Η θητεία μου στα μπαρ ως σερβιτόρα και μπαργούμαν με είχε κάνει ολίγον τι γνώστρια στα κοκτέιλ, και όχι μόνο. Κρυφογελώντας, πήρα βότκα με εσπεριδοειδή, σναπς ροδάκινο, τριπλ σεκ, χυμό πορτοκάλι, ανανά και λεμόνι, και το σιρόπι. Γέμισα γρήγορα με πάγο τέσσερα ποτήρια. Ο Τάι με παρακολουθούσε, έχοντας γείρει το πελώριο κορμί του στον πάγκο, με τα γιγάντια μπράτσα σταυρωμένα και ένα στοχαστικό ύφος στο πανέμορφο πρόσωπο. Η Ζαν τον έτρωγε απροκάλυπτα με τα μάτια. Δε φαινόταν να τον πειράζει. Με τέτοιο κορμί και με τη δουλειά που είχε επιλέξει, φαντάζομαι ότι το να τον τρώνε με τα μάτια ήταν συχνό φαινόμενο. «Αμάν, ρε Ζαν, μην τον κοιτάς τον άνθρωπο σαν ανώμαλη». Μούτρωσε, κοίταξε αλλού, και μετά από λίγο τα μάτια της ξαναγύρισαν πάνω σαν μαγνητισμένα. Η γλώσσα της βγήκε για να γλείψει το κάτω χείλι της. «Ζαν!» κούνησα το κεφάλι, κι εκείνη έκλεισε τα μάτια της σφιχτά και τα πίεσε με τις παλάμες της. «Συγγνώμη, συγγνώμη. Αλλά είναι επιτομή του παίδαρου. Τάι, σοβαρά τώρα, είσαι πολύ κούκλος». Εκείνος χαμήλωσε το σαγόνι, έτσι ωραία όπως κάνουν οι άντρες. «Κι εσύ δεν είσαι άσχημη, μικροσκοπικούλα», είπε με εκείνο το μπάσο μουρμουρητό, που έκανε το κιλοτάκι μου να υγραίνεται. Η Ζαν, πάντως, έλιωσε κυριολεκτικά – έφερε το χέρι της στο στήθος και γλίστρησε δραματικά από το ψηλό σκαμπό της. Του έριξα μια σκουντιά στα πλευρά. «Άου! Τι έκανα;» είπε τρίβοντας το σημείο που τον είχα χτυπήσει. «Την ενθαρρύνεις», τον αγριοκοίταξα κι εκείνος έβαλε τα γέλια. Τελικά έβαλα όλα τα υλικά στα ποτήρια και τα μοίρασα. Η Μάντυ, η Ζαν, ο Τάι κι εγώ υψώσαμε τα ποτήρια μας. «Στη διασκέδαση κάτω από τον ήλιο… με χαβανέζικο στιλ!» είπα και τσουγκρίσαμε. Το κοκτέιλ γλίστρησε στο λαρύγγι μου, και τα τρία διαφορετικά είδη αλκοόλ ανακατεύτηκαν αμέσως, ζεσταίνοντας την κοιλιά μου. «Έτοιμοι να πάμε παραλία;» «Στο μέσα δωμάτιο έχει μαγιό για όλες. Κορίτσια, θα πεθάνετε όταν δείτε τις


επιλογές που μάζεψα από τη φωτογράφιση!» Η Μάντυ και η Ζαν τσίριξαν και διέσχισαν τρέχοντας τον διάδρομο προς την κρεβατοκάμαρα. «Σοβαρά, θα τους δώσεις όποιο μαγιό θέλουν; Είναι επώνυμα. Πρέπει να κάνουν τουλάχιστον μερικές εκατοντάδες δολάρια το καθένα», είπε ο Τάι. Ανασήκωσα τους ώμους. «Και; Τις αγαπώ περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, πάνω κι από τα λεφτά ή τα δωρεάν επώνυμα ρούχα. Πρέπει να μοιράζεσαι τον πλούτο, έτσι;» − πράγμα που ήξερα ότι έκανε με την οικογένειά του. Από το βάθος άκουγα τις τσιρίδες και τις κραυγές όταν άρχισαν να καβγαδίζουν σαν κανονικές αδερφές – «Είσαι πολύ ψηλή γι’ αυτό το μαγιό!», και τη Μάντυ να απαντάει «Βούλωσ’ το, απλά τσαντίζεσαι γιατί είσαι κοντοπίθαρη». Άλλη μια τσιρίδα. «Εσύ να το βουλώσεις. Ζηλεύεις γιατί είμαι μινιόν! Σ’ όλους αρέσουν τα μπιμπελό!» Ο Τάι με τράβηξε στην αγκαλιά του και ακούμπησε το κεφάλι του στο μέτωπό μου. «Κορίτσι μου, η οικογένειά σου είναι τρελή». «Σ’ εμένα θα το πεις;» είπα γελώντας και τον φίλησα βαθιά. Κράτησε ώρα· οι γλώσσες μας χόρευαν και τα χέρια του γλίστρησαν προς τα κάτω για να χαϊδέψουν και να χουφτώσουν τον κώλο μου. Πίεσε τη χοντρή στύση του στη λεκάνη μου και βόγκηξα. «Η συνέχεια αργότερα, που τα κορίτσια θα έχουν πέσει ξερά από το τζετ λαγκ. Σπίτι σου;» «Έγινε». ***

Την επόμενη μέρα ο Τάι κι εγώ κάναμε άλλη μια φωτογράφιση, αλλά μέχρι το απόγευμα είχαμε τελειώσει. Η Ζαν και η Μάντυ πέρασαν το πρωινό κάνοντας ηλιοθεραπεία. Το βράδυ, όμως, ο Τάι θα μας πήγαινε σε ένα λουάου όπου θα εμφανίζονταν ο ίδιος και η οικογένειά του. Έκλεινα στη Χαβάη σχεδόν τρεις βδομάδες, και ακόμα δεν τον είχα δει να δίνει παράσταση. Να κάνει σερφ και να ποζάρει ναι, αλλά όχι να κάνει το νούμερο με τα φλεγόμενα μαχαίρια. Δεν έβλεπα την ώρα. Δεν είχα ιδέα τι ήταν ο χορός των φλεγόμενων μαχαιριών, αλλά


ακουγόταν εξωτικό και συναρπαστικό. Δύο από τα αγαπημένα μου πράγματα. Ετοιμαστήκαμε και οι τρεις, βάζοντας μακριά φορέματα σε διάφορα χρώματα και μήκη. Αφήσαμε όλες κάτω τα μαλλιά μας και τους βάλαμε τα λουλούδια που μας είχε αφήσει ο Τάι στον πάγκο της κουζίνας. Μου φάνηκε πολύ γλυκιά και ιπποτική χειρονομία. Το ακριβώς αντίθετο από χτες το βράδυ, που με είχε πηδήξει άγρια κόντρα στον τοίχο, και μπρούμυτα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Προφανώς του είχα λείψει, και το έδειχνε. Φτάσαμε στο πεντάστερο ξενοδοχείο όπου έδιναν παράσταση. Ο Τάι μάς είχε αφήσει εισιτήρια για το σόου. Τα δώσαμε στον άνθρωπο στην είσοδο και ξαφνιαστήκαμε όταν ανακαλύψαμε ότι οι θέσεις μας ήταν μπροστά μπροστά, ακριβώς δίπλα στη σκηνή. Μας σέρβιραν απίθανες ποικιλίες από παραδοσιακά πολυνησιακά εδέσματα, όπως κοτόπουλο και μοσχάρι τεριγιάκι, λαουλάου, που είναι τυλιχτό χοιρινό κρέας χωρίς κόκαλα, χαβανέζικο πόι, πράσινη σαλάτα, ψωμί τάρο και ό,τι φρούτο μπορείτε να φανταστείτε. Σοβαρά, τα φρούτα στη Χαβάη ήταν εξαιρετικά, και το λέω εγώ που ζω στην Καλιφόρνια, όπου τα γεωργικά προϊόντα είναι τα πιο φρέσκα που υπάρχουν. Βασικά θα έδινα το αριστερό μου βυζί για να τρώω κάθε μέρα φρέσκα μάνγκο από τη Χαβάη. «Είναι καταπληκτικός», είπε η Μάντυ, τρώγοντας μια τεράστια μπουκιά ανανά. «Δεν τον χορταίνω». «Είδες;» Η Ζαν, η Μάντυ κι εγώ φάγαμε, πιάσαμε κουβέντα με αυτούς που κάθονταν δίπλα μας, και είδαμε τον ήλιο να βασιλεύει. Η σκηνή είχε τέλεια θέα στην ανοιχτή παραλία από πίσω, ώστε οι θαμώνες να μπορούν να την απολαμβάνουν μέχρι να σκοτεινιάσει αρκετά για να ξεκινήσει η παράσταση. Μόλις έπεσε ο ήλιος, τα τύμπανα άρχισαν να παίζουν έναν ρυθμό που τον ένιωθα μέσα στο στήθος μου. Ο πατέρας του Τάι, ο Αφάνο, βγήκε στη σκηνή. Φορούσε ένα σαρόνγκ που μετά βίας έκρυβε το πέος του. Τα τατουάζ του φαίνονταν καθαρά και ήταν μεγαλειώδη. Γύρω από τις γάμπες φορούσε χορταρένια περικνήμια που έφταναν μέχρι το πάτωμα. Καθόμασταν τόσο κοντά, που ακούγαμε το θρόισμα των χορταριών όπως σέρνονταν πάνω στο δάπεδο της σκηνής. Ο Αφάνο σύστησε τους τυμπανιστές που κάθονταν παραπλεύρως, οι οποίοι


έπαιξαν ένα γρήγορο ρυθμό που έκανε το πλήθος να χειροκροτά και να χαμογελά. Προσκάλεσε το κοινό να γίνει κοινωνός της σαμοανής κουλτούρας. Κατόπιν παρουσίασε το πρώτο νούμερο. Ξαφνιάστηκα βλέποντας όλες τις γυναίκες της οικογένειας του Τάι, περιλαμβανομένης και της μαμάς του, της Μάσινα, να ανεβαίνουν στη σκηνή. Η μεγαλύτερη φορούσε ένα περίπλοκο παραδοσιακό φόρεμα και οι νεότερες φορούσαν καρύδες στο στήθος και κοντά σαρόνγκ που αναδείκνυαν τα νεανικά, σφιχτά πόδια τους και τα σώματά τους. Η μουσική ξεκίνησε, και οι γυναίκες μάγεψαν το κοινό με το χορευτικό τους. Ήταν πανέμορφο, και όμοιό του είχα δει μόνο στις ταινίες. Περιλάμβανε το χούλα και άλλους χαβανέζικους χορούς, όπου οι γυναίκες ένωναν ντελικάτα τα χέρια πάνω από το κεφάλι, έστριβαν δεξιά και αριστερά, λίκνιζαν τους γοφούς τους και κουνούσαν τα πόδια. Ήταν πολύ όμορφο, και όση ώρα χόρευαν, τα μάτια όλων των θεατών ήταν καρφωμένα πάνω τους. Αφού χόρεψαν δύο διαφορετικούς χορούς, ζήτησαν εθελόντριες. Η Ζαν και εγώ σηκώσαμε το λεπτό χέρι της Μάντυ, παρά τις διαμαρτυρίες της, και τη διάλεξαν μαζί με μερικές άλλες γυναίκες. Η Μάσινα στάθηκε δίπλα στο κορίτσι μου και μου έκλεισε το μάτι. Ένωσα τις παλάμες μπροστά στο στήθος μου και έγειρα το κεφάλι μπροστά ευχαριστώντας την. Το να βρίσκεται η αδερφούλα μου δίπλα στη μητέρα του Τάι ήταν ακριβώς αυτό που έλπιζα. Κάθε χορεύτρια στη σκηνή έδειξε σε κάθε εθελόντρια μια σύντομη χορογραφία. Η Μάντυ την έπιασε με το πρώτο, όπως περίμενα. Είχε ταλέντο σε όλα, ακόμα και στον χορό. Η Μάσινα έκανε νόημα να αρχίσει η μουσική, και οι εθελόντριες ακολούθησαν τα βήματα της δασκάλας τους. Ύστερα από λίγο, η Μάντυ χαμογελούσε, κουνώντας τα υψωμένα χέρια της σαν να βρισκόταν εκεί όλη της τη ζωή. Μου άρεσε πολύ που την έβλεπα εκεί πάνω να περνάει καλά, γνωρίζοντας ότι η ανάμνηση αυτή ήταν από εμένα για εκείνη. Ήταν η πρώτη φορά που έβγαινε από την πολιτεία της Νεβάδας, και το έκανε μαζί μου, στη Χαβάη. Θα το θυμόταν σε όλη της τη ζωή, όπως κι εγώ. Ήταν μια ιστορία που θα διηγιόταν στα παιδιά της. Σε παρακαλώ μονάχα, Θεέ μου, κάνε να είναι σε πολλά χρόνια από τώρα, αφού γίνει διδακτόρισσα. Η μουσική σταμάτησε, και οι εθελόντριες καταχειροκροτήθηκαν. Το σόου συνεχίστηκε, και όσο περνούσε η ώρα και δεν εμφανιζόταν ο Τάι, τόσο περισσότερο άγχος με έπιανε. Συνήθως, το τελευταίο νούμερο σε μια τέτοια


παράσταση ήταν και το πιο επικίνδυνο. Εντέλει ο Αφάνο βγήκε στη σκηνή φορώντας εντελώς διαφορετική ενδυμασία, που παρ’ όλα αυτά ήταν εξίσου αποκαλυπτική. Τα τατουάζ του φαίνονταν κατάμαυρα και λαδωμένα, αντικατοπτρίζοντας την αγριότητά του. «Και τώρα η στιγμή που όλοι περιμένατε. Πρέπει να έχεις καρδιά πολεμιστή για να χειριστείς τα μαχαίρια της φωτιάς, και οι γιοι μου…» –χτύπησε τη γροθιά στο στήθος του, και το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό, που ακούστηκε ο γδούπος πάνω στη σάρκα του– «…οι γιοι μου έχουν αγνή καρδιά και έχουν καθαρίσει το μυαλό τους για να σας παρουσιάσουν αυτό το κομμάτι της παράδοσής μας. Άντρες!» φώναξε, και ο Τάι με τα τρία αδέρφια του ανέβηκαν στη σκηνή. Ο Αφάνο και ο Τάι στάθηκαν μπροστά, τα άλλα τρία αδέρφια από πίσω. Κρατούσαν ο καθένας από ένα μακρύ ραβδί. Η Μάσινα βγήκε στη σκηνή με ένα πανέμορφο λευκό φόρεμα, που ανέμιζε στη θαλασσινή αύρα. Κρατούσε ένα δαδί με το οποίο έβαλε φωτιά στην άκρη των ραβδιών, χάιδεψε κάθε έναν από τους άντρες της στο μάγουλο και επέστρεψε στην άκρη της σκηνής. Οι άντρες στέκονταν όρθιοι με τα πόδια ανοιχτά, φορώντας στολίδια από χορτάρι στις γάμπες και τους αγκώνες. Καθένας τους φορούσε ένα σαρόνγκ στο χρώμα του αίματος. «Αχ, Θεούλη μου, πώς να συγκρατηθώ όταν βλέπω μπροστά μου τέτοια πράγματα;» ψιθύρισε η Ζαν, και της έδωσα μια σπρωξιά στον ώμο. «Κάτσε φρόνιμα». «Δεν υπόσχομαι τίποτα». Γελάσαμε και οι δυο, αλλά τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στον Τάι. Μου ανέβηκε η ψυχή στο στόμα όταν ο Αφάνο άρχισε να φωνάζει διαταγές και οι άντρες να χτυπάνε τα πόδια τους φωνάζοντας δυνατά «Χατ!». Οι δύο αναμμένες άκρες του ραβδιού έκαιγαν μπροστά στο πρόσωπό τους, και μετά άρχισαν να το στριφογυρίζουν. Το φλεγόμενο ραβδί. Αναγκάστηκα να επαναλάβω τις λέξεις από μέσα μου επειδή δεν το πίστευα. Στριφογύριζαν το φλεγόμενο ραβδί. Πάνω που νόμιζα ότι θα πεθάνω από την αγωνία, γιατί πίστευα ότι θα καούν, πέταξαν όλοι τα ραβδιά τους στον αέρα και τα έπιασαν, και μετά άρχισαν να γυρίζουν ο ένας γύρω από τον άλλο, στριφογυρίζοντας ταυτόχρονα τις φωτιές στα χέρια τους. Τους παρακολουθούσα με τη μία παλάμη μπροστά στο στόμα


και την άλλη σφιγμένη γροθιά στα πόδια μου. Οι άντρες έκαναν πολλές κινήσεις που αψηφούσαν τη βαρύτητα, καθετί ιερό και όσιο, και φύτεψαν εκείνη τη στιγμή στην ψυχή μου έναν φόβο τόσο βαθύ, που σχεδόν μου κόπηκε η ανάσα. Και μετά έγινε ακόμα πιο τρομακτικό. Οι τέσσερις άντρες οπισθοχώρησαν και στάθηκαν πίσω πίσω, με τα πόδια ανοιχτά, κρατώντας τα ραβδιά πάνω από τα κεφάλια τους σαν να φώτιζαν τη σκηνή. Τα τύμπανα χτύπησαν δυνατά, κάνοντας το στήθος μου να πάλλεται με κάθε μπουμ! Ο Τάι βρέθηκε μόνος του στο κέντρο της σκηνής. Τότε σοβάρεψε το πράμα. Ο Τάι μου πέταξε το ραβδί πολύ ψηλά στον αέρα, έκανε δύο τούμπες, το έπιασε και το στριφογύρισε γύρω από το σώμα του, περνώντας το ανάμεσα από τα πόδια και πίσω από την πλάτη του. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να λαμπάδιαζαν τα χόρτα της στολής του. Πέταξε το ραβδί πίσω από τον αυχένα του, το στριφογύρισε στα δάχτυλά του σαν μπαγκέτα και σήκωσε το ένα του χέρι. Ο Αφάνο, από πίσω, πέταξε το δικό του ραβδί ψηλά. Ο Τάι ακούμπησε κάτω το ένα γόνατο, σήκωσε το χέρι και το έπιασε στον αέρα. Φώναξα και έκλεισα τα μάτια. Όταν τα άνοιξα, τα στριφογύριζε και τα δύο ταυτόχρονα. Το κοινό χειροκροτούσε ξέφρενα, ενώ εγώ είχα πάθει σοκ. Είχα τρελαθεί από την τρομάρα. Αφού ο Τάι συνέχισε να κάνει περίπλοκους στροβιλισμούς, πετάγματα και ακροβατικά για τόση ώρα, που μου φάνηκε αιωνιότητα, ο ήχος των τυμπάνων έφτασε σε έναν εκκωφαντικό βρόντο, που τον ένιωθα βαθιά μέσα στο στήθος μου και μ’ έκανε να μαζεύω τα δάχτυλα των ποδιών μου μέσα στα ψηλοτάκουνα πέδιλα. Τα αδέρφια κραύγαζαν συνέχεια «Χατ!», προχωρώντας παράλληλα προς τον Τάι με βαρύ βηματισμό, κι ύστερα πέταξαν τα ραβδιά τους στον αέρα ο ένας μετά τον άλλο. Ο Τάι πήδηξε προς τα πίσω, προσγειώθηκε με την πλάτη και τα χτύπησε ένα ένα όπως έπεφταν από ψηλά με τα πόδια του, στέλνοντάς τα προς τα ανοιχτά χέρια του που ήταν έτοιμα να τα πιάσουν. Κατόπιν, σηκώθηκε κρατώντας τα πέντε δαδιά που σχημάτιζαν ένα τέλειο «Η». Τα αδέρφια του τον αγκάλιασαν· στη συνέχεια έσβησαν τις φλόγες με νερό και υποκλίθηκαν. Οι εκατοντάδες θεατές σηκώθηκαν όρθιοι ουρλιάζοντας από ενθουσιασμό, χαρά και λατρεία για την παράσταση. Ο Αφάνο κάλεσε την οικογένειά του να


ανέβει στη σκηνή για την υπόκλιση. Τα μάτια του Τάι ήταν καρφωμένα στα δικά μου. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια μου και ξεχύθηκαν στα μάγουλά μου, ενώ χειροκροτούσα τόσο δυνατά, που οι παλάμες μου έκαιγαν. Μου χαμογέλασε με εκείνο το σέξι χαμόγελό του, που έλιωνε την καρδιά και το κιλοτάκι κάθε γυναίκας σε απόσταση ενός χιλιομέτρου, πριν κατέβουν από τη σκηνή και τα μεγάφωνα ανακοινώσουν ότι το λουάου είχε τελειώσει. «Το μαγιάτικο αγόρι σου είναι πολύ ταλαντούχο», μου είπε η Ζανέλ σφίγγοντάς με στο πλευρό της. Το μαγιάτικο αγόρι μου. Υποθέτω ότι αν το σκεφτόμουν λίγο, αυτό ακριβώς ήταν. Ο Αλέκ ήταν το φλεβαριάτικο αγόρι μου, και ο Γουές το γεναριάτικο. Δεν ήθελα να σκεφτώ τι σήμαινε αυτό. Οι περισσότερες γυναίκες δεν είχαν πολλαπλούς συντρόφους μέσα σε έναν χρόνο κατ’ αυτό τον τρόπο, αλλά πώς αλλιώς να χαρακτηρίσεις μια μονογαμική σχέση που κρατάει έναν ολόκληρο μήνα όταν είσαι πιστή στον ίδιο άντρα, βγαίνετε ραντεβού, γνωρίζεις την οικογένειά του, περνάτε καλά μαζί, λέτε ο ένας στον άλλο τις ελπίδες και τα όνειρά σας, αποκοιμιέστε κάθε βράδυ μαζί και ούτω καθεξής; Αν αυτό δεν είναι ο ορισμός του «αγοριού», δεν ξέρω ποιος είναι. «Ναι, είναι. Πάμε να τον ευχαριστήσουμε για τα εισιτήρια». Όταν φτάσαμε στα παρασκήνια, οι δικοί του είχαν ήδη πάρει τα πράγματα που χρειάζονταν και ο Τάι φορούσε μια βερμούδα και τίποτα άλλο. Το στέρνο του γυάλιζε ακόμα από τα λάδια, αναδεικνύοντας κάθε ηδονικό πόντο του μυώδους κορμιού του. «Μπορώ να πάρω έναν από τους αδερφούς του;» ρώτησε η Ζαν κοιτώντας τους τρεις άντρες που την έτρωγαν με τα μάτια. Ο Τάο, ο μεγαλύτερος αδερφός του Τάι, κοιτούσε τη Ζαν λες και ήταν μια ωραία ζουμερή μπριζόλα κι εκείνος πέθαινε της πείνας. Κρίνοντας από το βλέμμα της, τα αισθήματα ήταν αμοιβαία. «Εννοείται, μωρή τσούλα. Πέτα του τα μάτια έξω. Γιατί όχι;» «Πόπο, ρε κορίτσια, με κάνετε να μου λείπει ο Ματ», είπε η Μάντυ μουτρώνοντας χαριτωμένα. «Α, ώστε τώρα έμαθες τις χαρές του σεξ». Χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι μερικές φορές. «Ωραία. Ρούφα το τώρα! Και όχι αυτό που νομίζεις» την εγκάλεσα στην τάξη πριν προλάβει να σχολιάσει. Δεν ήθελα να ξέρω αν η μικρή


μου αδερφή έπαιρνε πίπες από το αγόρι της. Παναγία μου, κάνε να μην αρχίσει να μου ζητάει συμβουλές! Ο Τάι ήρθε προς το μέρος μας όταν μας είδε να πλησιάζουμε. Η κορμοστασιά του ήταν πολύ αρρενωπή· παντού μούσκουλα, εξίσου ωραία στην αφή και στην όψη, που φούσκωναν σε κάθε του βήμα. «Σας άρεσε η παράσταση;» μας ρώτησε. Έγνεψα μουδιασμένη, αλλά δεν μπορούσα να κρατηθώ άλλο. Ήθελα να τον δαγκώσω σαν μανιασμένη. Πόθος κυλούσε στις φλέβες μου, ύγραινε τον κόλπο μου και με έκανε ακόλαστη με τρόπο ανάρμοστο. Ρίχτηκα πάνω του και με έπιασε στον αέρα τη στιγμή που τα χείλη του κολλούσαν στα δικά μου. Μούγκρισε για να μου δείξει την ευχαρίστησή του και πήρε δυνατά το στόμα μου, χώνοντας τη γλώσσα του μέσα για να με γευτεί. Ρούφηξα κάθε χιλιοστό εκείνων των χειλιών, τρίβοντας τον πυρήνα μου πάνω στο σκληρό πλέον μόριό του κάτω από τη βερμούδα. «Κορίτσι μου…» Η φωνή του ήταν ένα βουητό πάνω στα χείλη μου. «Δεν είναι ώρα τώρα. Αλλά μην ανησυχείς, θα συνεχίσουμε στο σπίτι, αφού κοιμηθούν τα κορίτσια». Τα χείλη του μετακινήθηκαν στο αυτί μου. «Θα υποστείς πολύ μεγάλη ηδονή που με έκανες να καυλώσω τόσο πολύ και με ανάγκασες να περιμένω για να σε πάρω. Προετοιμάσου. Προετοιμάσου να κάψεις τα σεντόνια με τη φωτιά που άναψες». Ο τρόπος που το είπε ήταν κάτι παραπάνω από υπόσχεση. Ήταν γεγονός.


8 «ΑΧ ΘΕΕ ΜΟΥ, ΟΧΙ!» ούρλιαξα. «Όχι άλλο. Δεν μπορώ… έλεος… γάμησέ με!» κραύγασα, πιέζοντας τη λεκάνη μου στο στόμα του Τάι και τα χέρια μου στο κεφάλι του. Κράτησε τα στρογγυλά μου κωλομέρια και ρούφηξε άλλον ένα οργασμό από μέσα μου. Δεν πίστευα ότι γινόταν. Με είχε φάει κυριολεκτικά. Είχα χάσει το μέτρημα στους οργασμούς που μου είχε προκαλέσει η γλώσσα του. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι αν δεν έβαζε εκείνο τον τεράστιο πούτσο μέσα μου σύντομα, θα λιποθυμούσα από την εξάντληση. Ο Τάι μούγκρισε βαθιά στο λαρύγγι του και ακούστηκε σαν άγριο ζώο. Τώρα ξέρω ότι αυτός ήταν ο ήχος που έβγαζε όταν ήταν τρελαμένος από την καύλα και έτοιμος να με γαμήσει μέχρι να δω αστράκια. Με γύρισε μπρούμυτα και τράβηξε τη λεκάνη μου προς τα πάνω και προς τα πίσω, ώστε να σηκωθώ στα τέσσερα. «Κρατήσου από το κεφαλάρι. Τα έχω δει όλα. Πρέπει να πάρω αυτό το νόστιμο μουνάκι δυνατά». Με έπιασε από τη μέση, κεντράρισε τους γοφούς του, πίεσε το κεφάλι του πούτσου του στη μουσκεμένη είσοδό μου και μπήκε σιγά σιγά. Έβαλε το σκληρό σαν ατσάλι παλούκι του μέσα μου πόντο πόντο. Κράτησα την ανάσα μου, περιμένοντας μια δυνατή ώθηση, αλλά με ξάφνιασε μπαίνοντας απαλά. Δεν κράτησε πολύ. «Έτσι, με το μαλακό, λίπανε καλά το καυλί μου με το ζουμερό μουνί σου». Μπαινόβγαινε αργά μέσα μου κι εγώ έπαιρνα μεγάλες ανάσες, χαλαρώνοντας τον αυχένα μου προς τα κάτω για να τον παρακολουθήσω να μπαίνει και να βγαίνει. Το προφυλακτικό είχε καλυφθεί από τα υγρά μου. Τέντωσα το χέρι μου και ψηλάφησα το σημείο όπου έμπαινε μέσα μου ξανά και ξανά.


«Αχ ναι, κορίτσι μου. Σου αρέσει να με νιώθεις να σκίζω το λουλούδι σου στα δύο. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο». Το ένα χέρι του ανέβηκε στο στήθος μου και έπαιξε, τράβηξε και μάκρυνε τη ρώγα μου. Όταν το έκανε αυτό, άρχισα να ωθώ το σώμα μου προς τα πίσω με τόση δύναμη, που του έσπρωξα τη λεκάνη. «Τι είναι, τι θέλεις; Πρέπει να το ζητήσεις, χαόλε». Μου την έδινε όποτε με αποκαλούσε ξένη. Ήξερε ότι με τσάντιζε, γι’ αυτό το έλεγε στο αποκορύφωμα του έρωτά μας. Παρόλο που δεν μπορούσες πραγματικά να πεις ότι κάναμε έρωτα. Δεν υπήρχε ούτε μία φορά που να είχαμε κάνει αργά και νωχελικά σεξ με κεριά και σοκολατάκια ή οτιδήποτε άλλο ρομαντικό. Το ρομαντικότερο πράγμα που είχαμε κάνει ήταν να πιούμε σαμπάνια πριν με πάρει άγρια στο καπό του αυτοκινήτου του την περασμένη εβδομάδα. Όχι, ο Τάι κι εγώ γαμιόμασταν, και γαμιόμασταν αχαλίνωτα. Αυτό αγαπούσα στον Τάι. Ήμασταν φίλοι και θα εξακολουθούσα να είμαι φίλη του αφού έφευγα για την επόμενη περιπέτειά μου, αλλά προς το παρόν θα απολάμβανα ένα ωραίο, δυνατό σφυροκόπημα από το χοντρό καυλί του. «Γάμησέ με με τον μεγάλο, σαμοανό, χοντρό πούτσο σου!» φώναξα και έσπρωξα πίσω τη λεκάνη μου, τρυπώντας το κορμί μου με το όργανό του. «Είσαι έτοιμη να περπατάς περίεργα αύριο, ε κορίτσι μου;» με τσίγκλησε. «Είναι άσπρος ο κώλος μου;» τον ρώτησα προκλητικά, κοιτώντας τον πάνω από τον ώμο μου και κουνώντας, φυσικά, τον εν λόγω κώλο. Το βλέμμα του εστιάστηκε στα ημισφαίριά μου. Τα δάχτυλά του έσφιξαν τη λεκάνη μου. «Αχ ναι», είπε, σέρνοντας τον πούτσο του στα τοιχώματα της σχισμής μου, φτάνοντας σε εκείνο το βαθύ σημείο που αφιέρωνα προσωπικά στον πούτσο του. «Τότε μη μου κάνεις ηλίθιες ερωτήσεις». Ήμαρτον πια, οι άντρες με τους οποίους κοιμάμαι πάντα μου κάνουν ηλίθιες… Γαμώτο! Το μουνί μου σφίχτηκε σαν μέγγενη τη στιγμή που το καυλί του Τάι μπήχτηκε μέχρι το βάθος του. Ούρλιαξα άηχα· δεν έβγαινε αέρας από το στόμα μου όσο με σφυροκοπούσε ανελέητα. Τα αρχίδια του χτυπούσαν πάνω στην πρησμένη σάρκα προσθέτοντας μια ιδέα πόνου τόσο ηδονική, που ανασηκώθηκα, όρθωσα το σώμα μου και έγειρα προς τα πίσω. Ο Τάι αγκάλιασε βάναυσα με το χέρι του το στήθος μου και τσίμπησε την κλειτορίδα μου με τα δυο του δάχτυλα. Δεν την πίεσε ούτε έτριψε – όχι, την τσίμπησε, εντείνοντας την πίεση με κάθε δυνατή του ώθηση. Η


ηδονή έφτασε τόσο ψηλά, που ράγισα, έσπασα και έγινα θρύψαλα ενώ με συγκρατούσε ολόκληρη ίσα ίσα μέχρι να φτάσει στη δική του κορύφωση. Αυτή τη φορά, τη φώναξε με έναν λιονταρίσιο βρυχηθμό. Τόσο δυνατά, που είμαι σίγουρη ότι ξύπνησαν η Ζαν και η Μάντυ, γιατί μου φάνηκε ότι οι τοίχοι έτρεμαν από τον ήχο. Αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι πριν χάσω τις αισθήσεις μου. Όταν ξύπνησα, σκούπιζε την περιοχή ανάμεσα στα πόδια μου με ένα ζεστό πανί, καθαρίζοντάς με. «Σε πόνεσα;» Τα μάτια του ήταν ανέκφραστα, ψυχρά και μαύρα. Έγνεψα αρνητικά. «Θέλεις να γυρίσεις στο κρεβάτι σου;» Έγνεψα πάλι αρνητικά, γιατί δυσκολευόμουν να μιλήσω μέσα στη χορτασμένη θολούρα που διαπερνούσε κάθε νευρική απόληξη. «Είσαι σίγουρη;» Η φωνή του έσπασε λίγο, στέλνοντας προειδοποιητικά σήματα στο μυαλό μου. Κάθισε δίπλα μου κι εγώ σηκώθηκα και σύρθηκα στην αγκαλιά του όπου με τύλιξε σφιχτά. «Δε με πόνεσες». «Λιποθύμησες», μου είπε με τόνο τόσο συγκινημένο, που άφησα την άνεση του ζεστού λαιμού του όπου είχα κουρνιάσει για να τον κοιτάξω βαθιά στα μάτια. Ακούμπησα τις παλάμες μου στα μάγουλά του, αναγκάζοντάς τον να με κοιτάξει και να δει πραγματικά ότι έλεγα την αλήθεια. «Τάι, ήταν από τις καλύτερες φορές που έχω κάνει σεξ στη ζωή μου. Θα το θυμάμαι μέχρι να πεθάνω. Δε με πόνεσες. Όταν σταμάτησα να μετράω, είχα τελειώσει έξι φορές. Έξι. Αυτό είναι πρωτάκουστο». Δεν του είπα ότι είχα πάει και με δύο άλλους άντρες που έκαναν παρόμοια πράγματα, αλλά ότι μαζί του ήταν αλλιώς. Άλλη ένταση, άλλα μέρη του σώματος, λόγια, σκέψεις. Ήταν όλα ωραία, και ανήκαν αποκλειστικά σε εκείνον και σε αυτά που ζούσαμε στο κρεβάτι του. Ο Τάι πέρασε τα δάχτυλά του από τον αυχένα και τις ρίζες των μαλλιών μου. «Μία, έχασα τον έλεγχο». Έγνεψα αρνητικά. «Ανάψαμε πολύ. Έι, εσύ ήσουν αυτός που είπε ότι θα βάζαμε φωτιά στα σεντόνια. Θα κατέτασσα αυτό τον γύρο – τους γύρους», χαμογέλασα και μου το ανταπέδωσε ξεφυσώντας, «στην κατηγορία “φωτιά στα σεντόνια”. Τι λες κι εσύ;» Έγειρε το κεφάλι στο πλάι και πήρε ανάσα. «Αν είσαι στ’ αλήθεια εντάξει».


«Αχ γλυκέ μου, είμαι κάτι παραπάνω από εντάξει, και μετά από έναν καλό ύπνο θα είμαι έτοιμη να σε πάρω ξανά. Μόνο που αυτή τη φορά… θα είμαι εγώ αποπάνω!» Ο Τάι γέλασε, με ξάπλωσε κάτω από τα δροσερά σεντόνια και με τύλιξε μέσα στη θέρμη του. Εξαντλημένοι, πέσαμε και οι δυο ξεροί. Ξύπνησα την άλλη μέρα με τον ήλιο να λάμπει στα μάτια μου, τους ήχους της παραλίας, το δροσερό θαλασσινό αεράκι να φιλάει το δέρμα μου και το πρόσωπο ενός αμαρτωλά σέξι Σαμοανού ανάμεσα στα σκέλια μου. Χαβάη. Ο καλύτερος μήνας της ζωής μου. ***

Ο δρόμος της ντροπής δεν ήταν πολύ μεγάλος, αφού ο Τάι κι εγώ μέναμε σε διπλανά μπανγκαλόου. Γλίστρησα μέσα ξυπόλυτη, με τα πέδιλα στο χέρι, και προχώρησα στις μύτες των ποδιών μέχρι που βρήκα τη Μάντυ να βάζει καφέ στην κουζίνα χαμογελώντας πονηρά. Με τσάκωσε, γαμώτο. «Πέρασες καλά;» με ρώτησε, και χαμογέλασα με πρόσωπο που έκαιγε. «Η Μία μου κοκκινίζει; Μήπως φταίνε τα “Αχ Θεούλη μου, γάμησέ με με το μεγάλο, χοντρό, σαμοανό καυλί σου” που έχεις τέτοιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό σου πρωί πρωί;» Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Θα μπορούσα να είχα καταπιεί εκατό μύγες από το σοκ που έπαθα. «Α ναι, αγαπημένη μου αδερφή, τα άκουσα όλα. Δεν ήξερες ότι ο ξενώνας σου είναι μεσοτοιχία… με το κρεβάτι του Τάι!» Γελούσε τόσο δυνατά, που το πρόσωπό της έγινε κόκκινο σαν παντζάρι. Έγνεψα αρνητικά. «Ε… εγώ… χμ, δεν ξέρω τι να πω». «Αναγκάστηκα να πάω να κοιμηθώ στο κρεβάτι σου. Χριστέ μου, ανυπομονώ να κάνω κι εγώ τέτοιο τρελό σεξ όλη νύχτα. Σοβαρά, δε σε πονάει το τέτοιο σου;» Κάθισα σε ένα σκαμπό, άφησα τα πέδιλα πάνω στον πάγκο και έβαλα ένα φλιτζάνι καφέ. «Θες σοβαρά να το συζητήσουμε;» είπα μορφάζοντας και εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Ναι, πονάει, αλλά με καλό τρόπο». Πίεσα το χέρι μου στο μέτωπό


μου και έτριψα τους κροτάφους μου. Η Μάντυ στριφογύρισε το δάχτυλό της πάνω στο χείλος του φλιτζανιού. «Ο Ματ κι εγώ έχουμε κάνει, ξέρεις, σεξ, δέκα φορές σχεδόν, και δεν ήταν ποτέ έτσι». Το πρόσωπό της κράτησε τη ρόδινη απόχρωση ενώ κοιτούσε την κούπα της. «Μην παρεξηγηθώ, πάντα νιώθω πάρα πολύ ωραία, αλλά δεν ουρλιάζω ποτέ. Μήπως κάνω κάτι λάθος;» Σκέπασα το χέρι της με το δικό μου. «Αχ, γλυκιά μου, όχι». «Θέλω να πω, δεν έχω ακούσει ποτέ τον Ματ να φωνάζει από ηδονή. Συνήθως μου λέει απλώς ότι με αγαπάει και βογκάει λίγο». Έσκυψα και κοπάνησα μερικές φορές το κεφάλι μου στον πάγκο. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα να κάνω στη ζωή μου ήταν να μιλήσω για καλό και κακό σεξ με τη μικρή μου αδερφή. Κάτι τέτοιες στιγμές με έκαναν να μισώ ακόμα περισσότερο τη μητέρα μας. Εκείνη έπρεπε να συζητάει αυτά τα πράγματα με την κόρη της, όχι εγώ. Μάζεψα κουράγιο, ίσιωσα την πλάτη μου, φούσκωσα το στήθος μου, τίναξα πίσω τα μαλλιά μου και προετοιμάστηκα για μια συζήτηση που ήταν άβολη αλλά απαραίτητη. Η Μαντς ήθελε να μάθει πώς να ικανοποιεί έναν άντρα. Είμαι η μοναδική γυναικεία επιρροή της· θα την καθοδηγήσω προς τη σωστή κατεύθυνση. Βοήθησέ με, Θεέ μου. «Πάμε να καθίσουμε έξω στο λανάι». Πετάχτηκε όρθια, πήρε το πιάτο με τα φρούτα που είχε κόψει χτες και το πήγε στο τραπέζι έξω. Ευτυχώς είχα αφήσει εκεί τα γυαλιά ηλίου, οπότε τα φόρεσα και άπλωσα τα πόδια μου στην απέναντι καρέκλα. Η Μάντυ κάθισε απέναντί μου και περίμενε υπομονετικά όσο σκεφτόμουν τι ήθελα να της πω. Πήρα μια ανάσα και ξεκίνησα. «Λοιπόν. Έχω δει ότι οι άντρες προτιμούν μια ενεργή παρτενέρ. Γι’ αυτό μην κάθεσαι απλά. Άγγιζε, φίλα, κάνε ό,τι σου βγαίνει». Έγνεψε καταφατικά και δε μίλησε. «Έχεις κάνει τίποτα άλλο πέρα από την ιεραποστολική στάση;» Μούγκρισα και κοίταξα τον ουρανό, αφήνοντας τις ηλιαχτίδες να ζεστάνουν το πρόσωπό μου. «Όχι». Συνοφρυώθηκε. «Αλλά θέλω. Πώς τους λες ότι θέλεις να δοκιμάσεις κάτι άλλο;» Α, δόξα τω Θεώ, μια εύκολη ερώτηση. «Συζήτησέ το όταν είστε μόνοι και δεν κάνετε σεξ. Μετά το φαγητό, ας πούμε, κάθισε στον καναπέ και πες του τις


επιθυμίες σου». «Δεν ξέρω ποιες είναι». Ρούφηξα το κάτω χείλι μου μέσα στο στόμα μου και δάγκωσα τη σάρκα του. Το είχα. «Πες του, ή ακόμη καλύτερα, όταν είστε στον καναπέ, ανέβα πάνω του και κάθισε ιππαστί. Και μετά, ξέρεις… καβάλησέ τον». Αναγούλιασα και ξεροκατάπια. Γαμώτο, ήταν δύσκολο. Κόμποι ιδρώτα εμφανίστηκαν στο μέτωπό μου και ήθελα διακαώς να πάω να πέσω στον δροσερό, καταπραϋντικό ωκεανό μπροστά μας. «Αρέσει αυτό στους άντρες; Να έχουν τη γυναίκα πάνω τους;» Έγνεφα καταφατικά. «Ναι, είτε καθιστοί είτε ξαπλωμένοι. Θα είναι και για σένα ωραίο, απλώς να το κάνεις σιγά σιγά, γιατί έτσι η διείσδυση είναι πιο βαθιά». «Πιο βαθιά!» Τα μάτια της γούρλωσαν. «Ήδη αισθάνομαι σαν να με σκίζει στα δύο!» είπε και έμπλεξε τα δάχτυλά της. Τουλάχιστον ο μελλοντικός σύζυγός της δεν υστερούσε στον τομέα των γεννητικών οργάνων. Μόλις συνήθιζε το σεξ, αυτό θα ήταν από τα θετικά του καλού μας Ματ. «Τι άλλο;» «Δε βλέπεις τσόντες;», είπα απηυδισμένη, μη θέλοντας να ακούσω την απάντηση. Εκείνη έγνεψε αρνητικά. «Εντάξει, πισωκολλητό τότε. Πέφτεις στα τέσσερα κι εκείνος σε παίρνει από πίσω. Αυτό να δοκιμάσεις». Μα το Θεό, αν είχε σημειωματάριο θα τα έγραφε. Η αδερφή μου η αναλύτρια. Που πάντα κρατάει σημειώσεις και προσεγγίζει αναλυτικά και επιστημονικά τις καταστάσεις. «Πώς είναι αυτό;» με ρώτησε. Οι ώμοι μου κρέμασαν και αναστέναξα. «Ωραίο, πολύ ωραίο. Έτσι με έπαιρνε ο Τάι χτες βράδυ όταν αρχίσαμε να κάνουμε φασαρία», παραδέχτηκα. Χαμογέλασε πονηρά, και το πρόσωπό της έγινε πάλι κόκκινο. «Ξέρεις, πρέπει απλώς να εξερευνήσετε ο ένας τον άλλο. Να κάνετε αυτό που σας βγαίνει και να μη νοιάζεστε τι κάνουν οι άλλοι ή πώς το κάνουν, ούτε αν φωνάζουν περισσότερο ή λιγότερο από σας στο κρεβάτι. Αυτό που έχετε με τον Ματ αφορά μόνο εσάς τους δυο, και προφανώς του αρέσει, γιατί σου πήρε δαχτυλίδι», είπα γελώντας. Το χαμόγελό της ήταν τόσο λαμπερό, που θα χρειαζόμουν και δεύτερο ζευγάρι


γυαλιά για να μην τυφλωθώ. «Όντως», είπε χαμογελώντας πλατιά. «Γι’ αυτό να μην ανησυχείς. Εσύ και ο Ματ θα βρείτε μαζί τον δρόμο σας. Δε χρειάζεται να σου πω εγώ πώς να ικανοποιήσεις έναν άντρα. Μόνο εσύ θα μάθεις τι αρέσει και τι δεν αρέσει στον Ματ, και εντέλει εσύ θα είσαι η μόνη που θα του το δίνει. Απλώς να είσαι ειλικρινής μαζί του. Να του μιλάς για όσα σκέφτεσαι ή φαντασιώνεσαι. Και, για όνομα του Θεού, πάρε διάβασε κανένα βιβλίο ερωτικού περιεχομένου! Κοντεύω να πεθάνω εδώ πέρα», παραδέχτηκα. Μου φαινόταν ότι από στιγμή σε στιγμή θα πάθαινα αναφυλαξία. Αυτό έκανε τη Μάντυ να χαχανίσει σαν δεκαεννιάχρονη, που ήταν. Δε θα ήταν για πολύ, όμως. Διάολε, πόσο έχει ο μήνας; Οι Χαβανέζοι έχουν δικούς τους ρυθμούς και οι μέρες περνάνε σε μια τροπική ραστώνη. «Τι μέρα είναι σήμερα;» Η Μάντυ χαμήλωσε το κεφάλι και χαμογέλασε πονηρά. «Δεκαεννιά Μαΐου». Γύρισε και κοίταξε τον ωκεανό. Μπα που να με πάρει και να με σηκώσει. Αύριο έκλεινε τα είκοσι. «Κάποια μπαίνει στα είκοσι αύριο!» είπα χαμογελώντας. «Πρέπει να το κάψουμε!» Εκείνη λικνίστηκε στην καρέκλα της κοντοχορεύοντας από χαρά. «Ανυπομονώ να μπω στα είκοσι. Αν και ο Ματ έχει στενοχωρηθεί πολύ που δεν μπορεί να είναι εδώ για να το γιορτάσει μαζί μου». «Σιγά το πράμα, θα είναι εκεί σε όλα τα υπόλοιπα γενέθλιά σου. Τα εικοστά είναι δικά μου, όπως όλα τα προηγούμενα». Από μικρή που ήταν, πάντα φρόντιζα να κάνω κάτι εντυπωσιακό για την ξεχωριστή αυτή μέρα. Η μητέρα μας είχε φύγει όταν ήταν πέντε. Παρόλο που ήμουν έντεκα χρονών, είχα κάνει θυμάμαι ό,τι περνούσε από το χέρι μου να περάσει φανταστικά στα έκτα γενέθλιά της, και όλα τα επόμενα γενέθλια που ακολούθησαν από τότε είχαν υπάρξει όσο καταπληκτικά μπόρεσα να τα κάνω. Δε μας έτρεχαν από τα μπατζάκια τα λεφτά, αλλά τα φέρναμε βόλτα. Εγώ δηλαδή. Έπρεπε να συζητήσω με τον Τάι τις επιλογές μας. Ήθελα τα πρώτα γενέθλια της τρίτης δεκαετίας της ζωής της να της μείνουν αξέχαστα. Άκουσα την πόρτα να ανοίγει πίσω μου. Νομίζοντας ότι είναι ο Τάι, γύρισα και του κούνησα το χέρι. Όχι. Ήταν η Ζαν, που φορούσε το ίδιο φουστάνι με χτες. Το πουτανάκι είχε ξενοκοιμηθεί! Αυτό μάλιστα. Ήταν υπέροχο. «Γεια σου, Ζαν. Νόμιζα ότι κοιμόσουν», έκανα την ανήξερη ενώ σωριαζόταν στη διπλανή καρέκλα, με τα ξανθά μαλλιά να λάμπουν στο φως του ήλιου.


Έκλεψε την κούπα του καφέ μου και ήπιε. Περιεργάστηκα το πρόσωπο και το σώμα της. Είχε κοκκινίλες που κατέβαιναν βαθιά στο ντεκολτέ της, μια έντονη πιπιλιά στον λαιμό ακριβώς κάτω από το αυτί, τα μαλλιά της ήταν σαν να τα είχε χτυπήσει τυφώνας και τα χείλη της είχαν γίνει διπλάσια από το πρήξιμο. «Πέρασες καλά χτες;» Η Μάντυ τής έκανε την ίδια ερώτηση που είχε κάνει και σ’ εμένα, και έσκασα στα γέλια. «Τι;» Η Ζαν βόγκηξε και σκέπασε τα αυτιά της. «Είναι απαραίτητο να μιλάς τόσο δυνατά;» Α, το πράγμα γίνεται όλο και καλύτερο. Έχει και χανγκόβερ; Τέλεια! Ανακάθισα και τράβηξα το γόνατό μου στο στήθος. «Να υποθέσω ότι υπάρχει κάποιος λόγος που φαίνεσαι σαν να πέρασες του λιναριού τα πάθη;» Η Ζαν έπαιξε τα φρύδια της, τέντωσε τα χέρια της πάνω από το κεφάλι, τέντωσε τα δάχτυλα των ποδιών της και ανακλαδίστηκε καθισμένη στο τραπέζι. «Εννοείται». Τα μάτια της έλαμπαν από ερωτική ικανοποίηση. «Αν ο Τάι είναι έστω και λίγο σαν τον αδερφό του τον Τάο, ουάου». Έβαλε το ένα χέρι στο στήθος, και με το άλλο έκανε αέρα στο πρόσωπό της. «Μου πέταξε τα μάτια έξω. Πρώτη φορά στη ζωή μου…» έχασε τα λόγια της και έπεσε πίσω στην καρέκλα. «Δε θέλω να φύγω ποτέ. Θα μείνω στη Χαβάη και θα γίνω σκλάβα του Τάο. Θα του καθαρίζω, θα του μαγειρεύω και θα με ξεπληρώνει σε γαμήσια», είπε χυδαία. Της πήρα τον καφέ μου και μούτρωσε. «Για όνομα του Χριστού, ρε Ζαν. Τι πουτάνα που είσαι. Πρόσεχε τι λες». Έδειξα με το κεφάλι τη Μάντυ. «Σοβαρά, Μία; Μετά την κουβέντα που μόλις κάναμε;» «Ποια κουβέντα;» ρώτησε η Ζαν και γόγγυξα. «Η Μία πέρασε το βράδυ της όπως εσύ. Μόνο που μπορούσα να ακούσω κάθε λέξη και ουρλιαχτό από τη νύχτα πάθους της με τον Τάι». Τα μάτια της Ζαν γύρισαν αμέσως στα δικά μου με ένα θανατηφόρο βλέμμα. «Υποκρίτρια!» «Σκάσε! Δεν το ήξερα!» Σταύρωσα τα χέρια μου πάνω στο πλούσιο στήθος μου. Οι ταλαιπωρημένες ρώγες μου ούρλιαξαν τον πόνο τους. Ο Τάι τις ρούφαγε σαν μηχανή χτες βράδυ. Η Μάντυ συνέχισε, απτόητη από τον καβγά μας. Το κάναμε τόσο συχνά, που


δεν της έκανε πια εντύπωση. «Έτσι ζήτησα από τη Μία να μου δώσει συμβουλές πώς να ικανοποιώ έναν άντρα. Ξέρεις, ο Ματ κι εγώ έχουμε κάνει μόνο… ε… ιεραποστολικό, γι’ αυτό μου έκανε υποδείξεις». Η Ζανέλ το βρήκε ξεκαρδιστικό – αν κρίνω από το πώς ούρλιαζε από τα γέλια, χτυπούσε τα πόδια της και ανέμιζε τα χέρια της σαν άνθρωπος στη μέση του ωκεανού που δεν ξέρει κολύμπι. «Και πώς το χειρίστηκες;» Το βλέμμα της ακολούθησε το δικό μου. «Στοιχηματίζω ότι θα προτιμούσες να σου καρφώσουν πυρακτωμένα σουβλιά στα μάτια παρά να κάνεις αυτή τη συζήτηση». Η Ζαν με χάιδεψε στο μπράτσο, γελώντας ακόμα. Της έδιωξα το χέρι. «Σε μισώ». «Με λατρεύεις!» Τράβηξε το χέρι μου και άρχισε να το δαγκώνει προς τα πάνω κάνοντας «μιάμ μιάμ» σαν το Πάκμαν, μέχρι που έσκασα στα γέλια και την έσπρωξα παιχνιδιάρικα. Το είχε αυτό η Ζαν. Δεν υπήρχε απολύτως κανένας τρόπος να μείνω θυμωμένη μαζί της, και δε θα ήθελα κανέναν άλλο στο πλευρό μου να δίνει τις μάχες που προέκυπταν στη ζωή μου. «Εμένα να ρωτάς, Μαντς. Θα χαρώ να μοιραστώ μαζί σου όλες τις χαρές του σεξ. Μπορώ να σου πω ένα κόλπο για όταν κάνεις τσιμπούκι σε έναν άντρα, που θα τον κάνει να σε παρακαλάει για έλεος…» Τα μάτια της Μάντυ έγιναν στρογγυλά και μεγάλα ενώ έγνεφε καταφατικά και τραβούσε την καρέκλα της πιο κοντά στη Ζανέλ, λες και ήταν έτοιμη να ακούσει ένα μυστικό. «Σου απαγορεύω!» φώναξα. «Έλα καλέ. Μη μας το χαλάς. Η Μάντυ πρέπει να μάθει να παίρνει πίπες, αλλιώς δε θα μπορέσει ποτέ να κρατήσει έναν άντρα». Η Ζαν γύρισε στη Μάντυ και έδεσε τα χέρια της. «Λοιπόν κοριτσάκι μου, καταρχάς να σου πω ότι οι άντρες τρελαίνονται όταν τα παίρνεις στο στόμα. Δεν τους πειράζει να τα φτύσεις μετά, αλλά τους καυλώνει αφάνταστα να σε σημαδεύουν και να παίρνεις αυτή την αηδιαστική γλίτσα στο λαρύγγι σου». Σηκώθηκα και της έκλεισα το στόμα με το χέρι μου. «Η Ζανέλ θα σταματήσει να λέει σαχλαμάρες τώρα. Είναι ώρα για μπάνιο». Την τράβηξα από την καρέκλα και σήκωσα το μικροσκοπικό της σώμα στην αγκαλιά μου. «Δεν τέλειωσα. Πέσε στα γόνατα και πάρε τον πούτσο του Ματ όσο πιο βαθιά μπορείς στο λαρύγγι σου», συνέχισε η Ζαν ενώ την κουβαλούσα διασχίζοντας


την άμμο προς τον ωκεανό. Η Μάντυ πρέπει να μας ακολουθούσε από πίσω, επειδή η γλώσσα της Ζαν πήγαινε ακόμα ροδάνι. «Τι άλλο;» χαχάνισε η Μάντυ. «Πιάσ’ τον από τους γοφούς και άσ’ τον να σου τραβήξει τα μαλλιά και να σου γαμήσει το πρόσωπο και, για τον Θεό, κράτα τα δόντια σου καλυμμένα…» Ήταν το τελευταίο πράγμα που ακούσαμε πριν την πετάξω στον ωκεανό. Η Ζανέλ άρχισε να φτύνει νερά και να γελάει, και μετά έκανε την ξερή, αφήνοντας ένα κύμα να τη σπρώξει πιο κοντά στην άμμο. Έπιασα τη Μάντυ αγκαζέ. «Έλα, πάμε να φάμε πρωινό». Η Μάντυ κοίταξε πάνω από τον ώμο της. «Λες να είναι εντάξει;» «Άσ’ τη να ξεκαψώσει λίγο· δεν παθαίνει τίποτα». Ακούγαμε τη Ζανέλ να γελάει πίσω μας, πλατσουρίζοντας στο νερό, ενώ περπατούσαμε στην άμμο για να γυρίσουμε στο σπίτι.


9

ΒΛΑΣΤΗΣΗ ΜΕΧΡΙ ΕΚΕΙ που έφτανε το μάτι περιέκλειε τη μικρή κοιλάδα που διασχίζαμε με τις γουρούνες μας. Από τις δύο πλευρές υψώνονταν βουνά τόσο ψηλά, που έπρεπε να τεντώσεις τον λαιμό σου για να δεις το σημείο που έσμιγε το βουνό με τον ομιχλώδη ουρανό. Καταχνιά και σύννεφα στροβιλίζονταν πάνω από τα πιο υγρά σημεία του βουνού, σαν μπαμπάκι που πιάστηκε σε βέλκρο. Ο Τάι και ο Τάο μάς οδήγησαν στην κοιλάδα, ώσπου φτάσαμε ακριβώς στα μισά της, και σταμάτησαν. Όλοι σβήσαμε τις μηχανές μας και κατεβήκαμε για να χαζέψουμε το τοπίο. Όλη η Χαβάη ήταν όμορφη, αλλά αυτό… αυτό φάνταζε σαν κρυμμένο πετράδι που μόλις ανακαλύψαμε. Το να βλέπεις τη γη του Θεού ανέγγιχτη από την ανθρωπότητα, σου έπαιρνε ένα κομμάτι από την ψυχή κι άφηνε ένα αποτύπωμα που μόνο αυτή η εμπειρία μπορούσε πια να γεμίσει. Ο Τάο κάθισε στη γουρούνα του, έβγαλε ένα μικρό γιουκαλίλι από το σακίδιό του κι άρχισε να παίζει έναν σκοπό. Σιγοτραγούδησε για λίγο, ώσπου η πλούσια, βαρύτονη φωνή του καταπράυνε τις αισθήσεις μου σαν δροσερό αεράκι μέσα στην κοιλάδα. Έλεγε ένα τραγούδι των Manao Company που είχα ακούσει στο δωμάτιο του Τάι και λεγόταν Drop Baby, Drop. Η Μάντυ κάθισε στη γουρούνα της και λικνίστηκε στον ρυθμό, μαγεμένη από το τραγούδι. Ύστερα χαχάνισε όταν άκουσε τον καλύτερο στίχο. «Σ’ αγαπώ σαν μάνγκο». Κι εμένα αυτός ήταν ο αγαπημένος μου στίχος. Ο Τάι με πήρε από το χέρι και με τράβηξε κοντά του. «Σε δυο μέρες φεύγεις», μου ψιθύρισε, κρατώντας με σφιχτά, κουνώντας τους γοφούς του σε ένα απαλό λίκνισμα ενώ χορεύαμε με τη μουσική του Τάο. «Ναι». Έφερα το χέρι του κοντά στο πρόσωπό μου και πίεσα τα χείλη μου στα


ακροδάχτυλά του. «Κι αν δε θέλω να φύγεις;» είπε με μια συγκίνηση στη φωνή που ήξερα, έχοντας περάσει σχεδόν έναν μήνα κοντά του, ότι τη συγκρατούσε καλά. «Ξέρεις ότι δεν μπορώ να μείνω». Έτριψα τη μύτη μου στον λαιμό του, εισπνέοντας τη μυρωδιά του ωκεανού και του φλεγόμενου ξύλου πάνω του. Πρέπει να είχε προβάρει το νούμερο με τα φλεγόμενα ραβδιά το πρωί, και η μυρωδιά της φωτιάς και του ξύλου είχε κολλήσει στο δέρμα του, λιώνοντας μέσα στους πόρους του. Ο Τάι ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό μου. «Όμως είναι ωραίο να σ’ το λένε, δεν είναι;» «Είναι». Δάγκωσα τα χείλη μου και αποκάλυψα την αλήθεια. «Ούτε εγώ θέλω να σε αφήσω, αλλά ξέρεις, το ξέρεις, Τάι, ότι δεν είναι γραφτό μας να είμαστε για πάντα μαζί». Αναστέναξε και με φίλησε γλυκά, σέρνοντας απαλά τα χείλη του πάνω στα δικά μου. Ήταν ένα φιλί νοσταλγίας για ένα μέλλον που ξέραμε κι οι δυο ότι δεν έμελλε να συμβεί. Βάθυνε το φιλί του, κρατώντας με σφιχτά. Σφίχτηκα πάνω του, βάζοντας τα δυνατά μου να τον χαράξω στην ψυχή μου όπως είχε χαραχτεί μέσα μου αυτή η μυστική κοιλάδα. Δεν ήταν αγάπη αυτό που μας έκανε να σφιχταγκαλιαζόμαστε. Ήταν φιλία, πόθος και οικειότητα. Η σχέση μας, το να είμαστε μαζί, ήταν εύκολο. Αβίαστο. Μέχρι στιγμής δεν είχα περάσει πιο ομαλό μήνα με άλλον άντρα. «Θα κάνεις κάποιον άντρα να πέσει στα γόνατα και να ευχαριστήσει τους ουρανούς όταν θα σε κάνει δική του για πάντα». Γέλασα. «Με μια ελπίδα ζούμε. Δε νομίζεις ότι όπου να ’ναι θα γνωρίσεις τη γυναίκα της ζωής σου;» Ο Τάι με αγκάλιασε ξανά και συνέχισε να χορεύει μαζί μου. Ήταν σαν να μην υπήρχε κανένας άλλος εκεί γύρω, μόνο εμείς, ο απαλός ήχος του γιουκαλίλι και ένα τραγούδι που έλεγε να αφήσεις όλη την αγάπη σου και να αγαπάς τον άνθρωπο της ζωής σου σαν τα μάνγκο. «Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν θα τη βρω σε αυτή τη ζωή». Τραβήχτηκα, τον έπιασα από τα μάγουλα και κοίταξα βαθιά μέσα στα σκούρα μάτια του. «Σου το υπόσχομαι, θα τη βρεις».


***

Μετά την εκδρομή με τις γουρούνες, ο Τάι μάς πήγε σε κάτι φίλους του που είχαν το Ράντσο Κουαλόα. Μας ανέβασαν και τους πέντε πάνω σε άλογα, και ο φίλος του ο Ακέλα μάς ξενάγησε στα δεκαέξι χιλιάδες στρέμματα του κτήματος. Στην αρχή η Μάντυ δυσκολευόταν να καθοδηγήσει το άλογό της, αλλά γρήγορα πήρε το κολάι. Εγώ αντιμετώπισα το άλογό μου, που άκουγε στο πολύ ταιριαστό όνομα «Μάφιν» –επειδή είχε το χρώμα της καραμέλας και μαύρη χαίτη, και θύμιζε μάφιν με φιστικοβούτυρο–, όπως αντιμετώπιζα τη μηχανή μου, τη Σούζι, πίσω στην πατρίδα. Το χάιδεψα, του μίλησα απαλά στο αυτί, έκανα πλεξιδάκια στα τέλεια μαλλιά του και τα δικά μου για να είμαστε διδυμάκια. Κάθε φορά που κοιτούσα τον Τάι και με έπιανε να κανακεύω το άλογο, έκλεινε τα μάτια και κουνούσε το κεφάλι. Τέλος πάντων. Δεν είχα κατοικίδια όταν ήμουν παιδί. Ήταν μεγάλο δώρο να καβαλάς κάτι τόσο μεγαλοπρεπές και αληθινό. «Βούλωσ’ το», μούγκρισα και μετά χάιδεψα τη Μάφιν και της είπα πόσο ενοχλητικός και απίστευτα ωραίος ήταν ο Τάι, αλλά αυτό δεν αντιστάθμιζε τους κακομαθημένους τρόπους του. Ύστερα την προειδοποίησα να προσέχει τους παίδαρους με τα τατουάζ και να έχει τον νου της γιατί έβλεπα ότι ο μαύρος επιβήτορας με τα κεχριμπαρένια μάτια είχε πάθει με την πάρτη της. Η Ζανέλ έτρεχε με το άλογό της σαν να έκανε ιππασία σε όλη της τη ζωή. «Τι; Το δικό μου είναι αρσενικό. Είναι το ίδιο με το να καβαλάς άντρα. Το σημαντικό είναι να ελέγχεις τα μπούτια σου. Έτσι δεν είναι, μωρό μου;» είπε χαϊδεύοντας το άλογό της, και ο Τάο σταμάτησε δίπλα της και απάντησε. «Αυτό μπορώ να το πιστοποιήσω κι εγώ. Σπας καρύδες μ’ αυτά τα μπούτια, ξανθούλα». Εκείνη χαμογέλασε και έπαιξε τα βλέφαρά της. Εγώ έκανα μια γκριμάτσα. «Αηδία». «Αλήθεια είναι. Σίγουρα μπορώ να σπάσω τίποτα καρύδια μ’ αυτούς τους μηρούς. Ίσως πρέπει να το δοκιμάσουμε απόψε, μεγάλε», είπε στον Τάο κι εγώ έκανα σαν να ξερνούσα. «Τι; Νομίζεις ότι είναι δίκαιο να είσαι η μόνη που χαίρεται το καυτό σαμοανό κρέας στα σκέλια της; Όχι βέβαια. Θα τον καβαλήσω σαν πρωταθλήτρια του ροντέο απόψε!» είπε τονίζοντας την


τελευταία λέξη. «Δεν είναι ανάγκη να το μάθουν όλοι, μικρό μου γλυκό τσουλάκι». «Λέει αυτή που άνοιξε τα πόδια μετά από μια μέρα γνωριμίας με τον Τάι», μου απάντησε, πετυχαίνοντας διάνα με τη βολή της. Έριξα την πλεξούδα μου στην πλάτη και την κοίταξα φαρμακερά. «Πώς διάολο το ήξερες αυτό;» Έβαλα το ένα χέρι στη μέση, κρατώντας με το άλλο σφιχτά τη σέλα του ζώου. Η Ζαν κάγχασε και μετά άρχισε να κακαρίζει. «Ώστε είναι αλήθεια!» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από τη χαρά της. «Τα ίδια σκατά είσαι κι εσύ! Τουλάχιστον εγώ δεν ντρέπομαι να παραδεχτώ ότι του ρίχτηκα», είπε δείχνοντας με τον αντίχειρα πίσω από την πλάτη της τον Τάο, «από την πρώτη νύχτα που μπόρεσα να βάλω τα άπληστα χέρια μου πάνω του. Γάμησέ με, κοίτα τον. Όχι…» Κοίταξε τον Τάο. «Γάμησέ με. Σοβαρά, θέλω να με γαμήσεις». Γέλασε, έπιασε τα βυζιά της, τα χούφτωσε και τα κούνησε για χάρη του. Τη χτύπησα στο χέρι και παραλίγο να τη ρίξω από το άλογο. «Μωρή, αυτά να τα κάνεις πίσω από κλειστές πόρτες. Σαν λυσσασμένη γάτα κάνεις». Άνοιξε το στόμα και ήμουν σίγουρη, σίγουρη, ότι θα έλεγε κάτι για το «γατάκι» της. Είπα ορμητικά: «Μην τολμήσεις να μιλήσεις για το πράμα σου» – και έβγαλα τον υπόλοιπο αέρα από τα πνευμόνια μου. Η Ζαν έκλεισε το στόμα και σούφρωσε τα χείλη. «Ξενέρωτη». Κούνησα το κεφάλι και οδήγησα το άλογό μου κοντά στη Μάντυ, η οποία άκουγε προσεκτικά τον Ακέλα και τις πληροφορίες που έδινε για το ράντσο, τον τόπο, τα δέντρα και τις ταινίες που είχαν γυριστεί στο νησί, και συγκεκριμένα στο ράντσο. Απ’ ό,τι μάθαμε, μια από αυτές ήταν το μπλοκμπάστερ Τζουράσικ Παρκ. Η Μάντυ είχε ενθουσιαστεί, έκανε ερωτήσεις και σχολίαζε διάφορα που είχε μάθει στα φυτολογικά της μαθήματα. Όταν η αδερφή μου μιλούσε για τη σχολή ή για τα πράγματα που είχε μάθει εκεί, μια αίσθηση ακραίας υπερηφάνειας περιέβαλλε την αύρα μου. Μου άρεσε να την ακούω να πετάει γεγονότα και λεπτομέρειες για κάτι που μάλλον δε θα ξανασυζητούσαμε ούτε θα ξαναβλέπαμε ποτέ. Αλλά το γεγονός ότι ήξερε ακριβώς τι ήταν όλα αυτά, τι έκαναν, πού ήταν ενδημικά, αν το φυτό μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε φάρμακα ή σε ολιστικές θεραπείες, ήταν εντυπωσιακό.


«Η αδερφή σου ξέρει πολλά για την ηλικία της», την επαίνεσε ο Τάι. «Ναι. Φρόντισα να ασχοληθεί σοβαρά με τις σπουδές της αφού τελείωσε το λύκειο με άριστα. Εγώ τρόμαξα να το βγάλω, και έκανα δύο δουλειές όσο φοιτούσα». Ο Τάι έγνεψε καταφατικά. «Ξέρω τι εννοείς. Η οικογένειά μου δίνει παραστάσεις από τότε που ήμουν πολύ μικρός, αλλά η τίνα φρόντισε να μη μας αποσπάσει αυτό από τις σπουδές μας. Ήθελε να έχουν τα παιδιά της επιλογές, παρόλο που κανείς μας δεν έφυγε από το νησί για να δουλέψει ή για να βρει κάτι άλλο. Απ’ ό,τι φαίνεται, κανείς μας δε θέλησε να κάνει αυτό το άλμα. Ζούμε για να είμαστε όλοι μαζί». Το καταλάβαινα απόλυτα. Έγνεψα με το κεφάλι προς τη Μάντυ. «Ζω και δουλεύω για εκείνη, αλλά προσπαθώ να βρω τι είναι δικό μου και μόνο δικό μου. Όταν το βρω, θα σε ενημερώσω». Εκείνος γέλασε. «Ανησυχείς ότι δε θα βρεις το ταίρι σου επειδή μπορεί να μη ζει στο νησί;» Οι ώμοι του κρέμασαν λίγο. «Συνέχεια. Ιδίως τώρα που η τίνα λέει ότι η μέλλουσα γυναίκα μου είναι ξανθιά και πρασινομάτα. Δεν είναι πολύ συνηθισμένος συνδυασμός αυτός στους γηγενείς». Το σκέφτηκα. Είχε δίκιο. Οι Χαβανέζοι, οι Σαμοανοί και οι περισσότεροι Πολυνήσιοι που γεννιούνται και μεγαλώνουν στα νησιά είναι μελαμψοί. Σκούρο δέρμα, σκούρα μάτια και σκούρα μαλλιά. Το άκρως αντίθετο από αυτό που περιέγραφε η Μάσινα. Ο Τάι συνέχισε να εξηγεί τους φόβους του. «Μπορεί κάλλιστα να είναι τουρίστρια. Τι θα γίνει αν δεν τύχει να τη γνωρίσω;» «Αποκλείεται. Ό,τι είναι να γίνει θα γίνει, Τάι. Πήγαινε, κι όπου σε βγάλει». «Θα πάω, κι όπου με βγάλει», επανέλαβε. ***

Αργότερα, ο Ακέλα μάς οδήγησε σε μια ιδιωτική παραλία. Έβγαλε το σακίδιό του και μας έδωσε από ένα σάντουιτς με γαλοπούλα και τυρί, και ένα μπουκάλι νερό. Πιάσαμε ο καθένας από μια σκιά και καθίσαμε να φάμε το κολατσιό μας. Η Μάντυ στεκόταν όρθια και αγνάντευε τον ωκεανό. Πήγα κοντά της, την αγκάλιασα από τον ώμο και χτύπησα το κεφάλι μου στο δικό της. «Περνάς καλά


στα γενέθλιά σου, όμορφη;» «Τέλεια», μου χαμογέλασε και φάγαμε κοιτώντας τα βαθυγάλανα νερά. Ψάρια κολυμπούσαν στα ρηχά, περνώντας ανάμεσα από κοχύλια και κοράλλια που είχαν ξεβραστεί στην ακροθαλασσιά. Η παραλία γύρω μας ήταν έρημη ως εκεί που έφτανε το μάτι. «Λέω να πω στον Ματ να έρθουμε εδώ για μήνα του μέλιτος. Θέλω να του δείξω αυτά τα μέρη». «Ναι;» Προσπάθησα να ακουστώ θετική, αλλά η σκέψη ότι η εικοσάχρονη αδερφούλα μου θα δενόταν με τα δεσμά του γάμου με άγχωνε. Δεν είχε ζήσει αρκετά για να δεσμευτεί έτσι. «Α!» Τα μάτια της έλαμψαν και έγιναν ακόμα πιο πράσινα. «Θα μπορούσαμε να παντρευτούμε εδώ! Δεν έχω ούτε μεγάλο σόι, ούτε πολλούς φίλους. Ωραία θα είναι. Τι λες κι εσύ;» Πάντα τη φανταζόμουν με ένα μεγάλο άσπρο νυφικό, να ανεβαίνει τα σκαλιά της εκκλησίας για να παντρευτεί τον πρίγκιπά της. Η Μάντυ ήταν η πριγκίπισσά μου. «Δε θέλεις μεγάλο γάμο, με μεγάλο άσπρο νυφικό;» Ανασήκωσε τους ώμους. «Για να είμαι ειλικρινής, πάντα ήθελα την άσπρη ποδιά περισσότερο από το άσπρο νυφικό». Σήκωσε τα φρύδια της και γέλασα. Τώρα είχε δύο στόχους. Ήθελε ακόμα την άσπρη ποδιά του εργαστηρίου, κι αυτό δεν άλλαζε επειδή είχε τον Ματ. Ο γάμος ήταν απλώς ένα μπόνους για εκείνη. Ήταν πολύ ωραία που μοιραζόταν τη ζωή της με κάποιον, αλλά ταυτόχρονα θα φρόντιζε να κρατήσει το όνειρό της, το μοναδικό πράγμα για το οποίο είχε σκοτωθεί στη δουλειά. «Μαντς, γλυκιά μου, σου μιλάω ειλικρινά, χαίρομαι πάρα πολύ που το ακούω. Νομίζω ότι ο μεγαλύτερος φόβος μου όταν άκουσα πως δέχτηκες να παντρευτείς τον Ματ δεν είχε να κάνει ούτε με εκείνον ούτε με την ηλικία σου. Είναι υπέροχος και δείχνει να σε λατρεύει». «Με λατρεύει». «Το ξέρω. Απλώς φρίκαρα γιατί σκέφτηκα ότι ίσως σκεφτόσουν να παρατήσεις όλα αυτά για τα οποία κόπιασες και να επιλέξεις να γίνεις σύζυγος και μητέρα και όχι δόκτορας. Θα έρθει η ώρα να γίνεις σύζυγος και μητέρα, αλλά δόκτορας… αυτό πρέπει να το κυνηγήσεις τώρα που είσαι μικρή». Η Μάντυ με έσφιξε στο πλευρό της. Τα μάτια της ήταν σοβαρά όταν με κοίταξε. «Δε θα επιτρέψω σε τίποτα να με αποσπάσει από τους στόχους μου. Ο


Ματ ενθαρρύνει όλα όσα θέλω ήδη. Απλώς τώρα έχω και κάποιον άλλο να τα μοιραστώ, εκτός από σένα». Κάποιον άλλο, εκτός από σένα. Αυτό με χτύπησε βαθιά, διαπέρασε κόκαλα και ιστούς, τρύπησε και έσκισε την καρδιά μου στα δύο. Ήξερα ότι δεν το εννοούσε έτσι, και ότι είναι κι αυτό κομμάτι του να αφήνεις κάποιον που ανέθρεψες να φύγει, αλλά πόνεσε. Πάρα πολύ. «Ήμασταν πάντα εγώ κι εσύ». Κατάπια τα δάκρυά μου και έσπρωξα μια χρυσαφένια τούφα πίσω από τον ώμο της. Η Μάντυ αναστέναξε σαν να την πίεζε ολόκληρο το βάρος της αγάπης μου και να την τραβούσε κάτω, όχι να την ανέβαζε ψηλά. «Τον αγαπώ. Θέλω να είμαι μαζί του, αλλά δε θέλω να χάσω αυτό που έχουμε. Θα είσαι πάντα η αδερφή μου. Εδώ που τα λέμε, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είσαι περισσότερο μάνα μου παρά αδερφή μου. Έχει έρθει η ώρα να με αφήσεις να πάρω μόνη μου κάποιες αποφάσεις. Να κάνω λάθη. Να πάρω ρίσκα που δε σε επηρεάζουν». «Ό,τι κάνεις με επηρεάζει», απάντησα σχεδόν αντανακλαστικά. «Δεν είναι σωστό αυτό, Μία. Πρέπει να ζήσεις για σένα τώρα. Είμαι καλά. Ναι, χρειάζομαι ακόμα βοήθεια με τα δίδακτρα του πανεπιστημίου, αλλά μια μέρα θα μπορέσω να σου τα ξεπληρώσω–» «Αυτό να το βγάλεις από το μυαλό σου», της πέταξα εξοργισμένη. «Το ότι σε μεγάλωσα και σου έδωσα τα εφόδια για το μέλλον σου είναι η κορωνίδα της ζωής μου. Το να ξέρω ότι θα πετύχεις εκεί που εγώ δεν τα κατάφερα είναι το μόνο σωστό πράγμα που έχω κάνει. Είναι το μόνο μου επίτευγμα». «Με στενοχωρεί αυτό. Θέλω περισσότερα για σένα». Εισέπνευσα βαριά, μην μπορώντας να πάρω ανάσα, ενώ τα δάκρυα απειλούσαν να ξεσπάσουν. Την τράβηξα απότομα στο στήθος μου και την αγκάλιασα. «Πάντα ήσουν το παν για μένα». «Το ξέρω. Αλλά τώρα θα είμαι το παν για τον Ματ κι εκείνος θα είναι το παν για μένα. Πρέπει να το βρεις κι εσύ αυτό». Τα λόγια της αδερφής μου χτύπησαν νεύρο. Ήθελε να βρω κάτι άλλο να είναι το παν για μένα. Πώς γίνεται να αλλάξει κάποιος τόσο εύκολα τον πυρήνα του είναι του; Δεν ήξερα αν μπορούσα. Όπου κι αν ήμουν, ό,τι κι αν έκανα, πάντα θα ανησυχούσα για εκείνη, θα τη σκεφτόμουν, θα μου έλειπε. Δεν μπορούσα


καν να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή μου αν δε βάσιζα τις αποφάσεις μου στο πώς θα επηρέαζαν τη ζωή και το μέλλον της. Στο τέλος, κατάλαβα ότι χρειαζόταν κάτι. Ανησυχούσε για μένα. «Θα προσπαθήσω, κοριτσάκι μου. Θα προσπαθήσω». «Αυτό είναι το μόνο που ζητάω». «Έλα, έχουμε να γλεντήσουμε!» Της τράβηξα παιχνιδιάρικα τα μαλλιά, την πήρα από το χέρι και περπατήσαμε στην παραλία τραμπαλίζοντας τα χέρια μας, όπως κάναμε όταν ήμασταν παιδιά και τη γύριζα στο σπίτι από το σχολείο. Κάθε μέρα σχόλαγα μία ώρα νωρίτερα από εκείνη και περίμενα έξω από την πόρτα της τάξης της για να τη γυρίσω σπίτι. Η αδερφούλα μου είχε μεγαλώσει. Σπούδαζε, ήταν είκοσι χρονών και είχε αρραβωνιαστικό. Ούτε είχε ανάγκη ούτε ήθελε την αδερφή της συνέχεια πάνω από το κεφάλι της. Τι στο διάολο θα κάνω τώρα; ***

Η υπόλοιπη ξενάγηση ήταν απίστευτη. Μας πήγαν σε ένα μέρος που είχε καταπληκτική θέα στη νήσο Μοκόλι’ι, γνωστή και ως «Καπέλο του Κινέζου». Μάθαμε ότι Μοκόλι’ι στα χαβανέζικα σημαίνει «μικρή σαύρα». Σύμφωνα με τον μύθο, το νησί ήταν τα απομεινάρια της ουράς μιας γιγάντιας σαύρας ή ενός δράκου που η θεά Χι’ιάκα έκοψε και πέταξε στον ωκεανό. Μου φάνηκε πολύ αστείο, γιατί η Χαβάη δεν έχει σαύρες. Αυτό το έμαθα από την πανέξυπνη αδερφούλα μου. Ο λόγος που το νησάκι −το οποίο μοιάζει να επιπλέει στο νερό − έχει το παρατσούκλι «Καπέλο του Κινέζου» είναι προφανής σε όποιον το δει από ψηλά. Είναι ολόιδιο με ασιατικό κωνικό καπέλο. Μετά τις ξεναγήσεις, ο Τάι και ο Τάο μάς πήγαν στο Ντιουκς, στην παραλία Γουαϊκίκι. Καθίσαμε έξω και φάγαμε τα καλύτερα μπέργκερ της ζωής μας. Δαυλοί φώτιζαν τον εξωτερικό χώρο, κάνοντάς τον να λάμπει, και τα χαρούμενα πρόσωπά μας να αστράφτουν με το απαλό φως τους. Φάγαμε και παρακολουθήσαμε τον ήλιο να βασιλεύει στον ορίζοντα από το τραπέζι μας, που είχε θέα τον ωκεανό. Μόλις σκοτείνιασε και τελειώσαμε το φαγητό μας, ανεβήκαμε στον πάνω όροφο, όπου το μαγαζί είχε ζωντανή μουσική.


Οι τρεις κοπέλες χορέψαμε μέχρι πρωίας. Οι δύο άντρες παρακολουθούσαν μαγεμένοι τα κορμιά μας που λικνίζονταν προκλητικά στην πίστα. Πήγαινε πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχαμε βγει οι τρεις μας για να χαλαρώσουμε. Εκείνη τη στιγμή, τα ξέχασα όλα. Τη θλίψη μου που θα έφευγα από το νησί και δε θα είχα πια σε καθημερινή βάση τον Τάι στη ζωή μου. Την αγωνία που είχα μήπως ο Γουές προχωρούσε τη ζωή του με την Τζίνα, κι αν η σχέση τους ήταν πραγματικά εφήμερη ή όχι – δεν είχα ιδέα πλέον. Το άγχος μου για τον γάμο της αδερφής μου και για το αν θα τελείωνε το κολέγιο. Συνειδητοποίησα ότι τίποτα από αυτά δεν περνούσε από το χέρι μου. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα πέρα από το να ακολουθήσω τη συμβουλή μου. Τα ίδια λόγια που είχα πει νωρίτερα στον Τάι ηχούσαν στο μυαλό μου. Πήγαινε, κι όπου σε βγάλει. Αυτό αποφάσισα ότι θα έκανα όσες μέρες θα έμενα ακόμα εδώ, και όλη την υπόλοιπη χρονιά. Ήμουν αποφασισμένη να σώσω τον πατέρα μου. Να εξασφαλίσω ότι η Μάντυ θα τελείωνε τη σχολή και να ανακαλύψω τι εκεί έξω προοριζόταν για μένα. Είχα αφιερώσει τόσο λίγο χρόνο στα θέλω, τα όνειρα και τις επιθυμίες μου, που πια δεν ήξερα ποια ήταν καλά καλά. Επί μισό χρόνο, νόμιζα ότι ίσως ήταν η υποκριτική, και τα είχα πάει καλούτσικα σ’ αυτή. Νομίζω ότι κυρίως προσπαθούσα να ξεφύγω από τη Νεβάδα. Να φύγω όσο πιο μακριά μπορούσα από όλους τους άντρες που με πλήγωσαν όλα τα προηγούμενα χρόνια. Να δραπετεύσω από τον πατέρα που είχε κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε, αλλά που στην πραγματικότητα δεν ήταν αρκετό για να μας φροντίσει στ’ αλήθεια, αφήνοντας πάνω μου το μεγαλύτερο βάρος από πολύ μικρή ηλικία. Η Μάντυ είχε δίκιο. Έπρεπε να βρω ποιο ήταν στ’ αλήθεια το παν για μένα. Πώς ήταν; Τι ήθελα να κάνω όταν τελείωνε αυτή τη χρονιά; Ήταν σαν να έθετα στον εαυτό μου την ίδια ερώτηση που σου θέτουν οι μεγάλοι όταν είσαι παιδί. Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις; Φέτος θα γινόμουν είκοσι πέντε, και δεν είχα την παραμικρή ιδέα τι ήθελα να κάνω στην υπόλοιπη ζωή μου. Καιρός για σοβαρή ενδοσκόπηση.


10

ΠΡΙΝ ΕΡΘΕΙ ΤΟ ΤΑΞΙ να πάρει τη Μάντυ, κάθισα στο κρεβάτι της και τη βοήθησα να μαζέψει τα πράγματά της. «Πάρε», της έδωσα ένα ξύλινο χαβανέζικο κουτάκι. Είχε πάνω μια πανέμορφη στρελίτσια, ή αλλιώς πουλί του παραδείσου, ζωγραφισμένη από έναν ντόπιο τεχνίτη. «Τι είναι αυτό; Κι άλλο δώρο;» «Για να λέμε την αλήθεια, δε σου έδωσα κανονικό δώρο χτες για τα γενέθλιά σου. Αυτό είναι και για τα γενέθλια και για να θυμάσαι το ταξίδι». Άνοιξε το κουτί, και μέσα υπήρχε ένα κοχύλι και ένα ροζ κοράλλι, που είχα βρει την προηγούμενη μέρα περπατώντας στην παραλία. Επίσης, τυλιγμένο σε τσιγαρόχαρτο, ήταν ένα βραχιολάκι από λευκόχρυσο. Ένα τυχερό κρεμόταν από την άκρη του: μια καρδιά με μια λέξη πάνω της. «Αδερφή;» χαμογέλασε και το σήκωσε ψηλά, και το φως καθρεφτίστηκε στην αστραφτερή επιφάνειά του. Σήκωσα τον καρπό μου, όπου ήταν περασμένο ένα ολόιδιο βραχιόλι. «Τώρα, κάθε φορά που θα σου λείπω, ή που θα θέλεις να σκεφτείς τη μεγάλη σου αδερφή, μπορείς να φοράς το βραχιόλι και να ξέρεις ότι σε σκέφτομαι πάντα. Και μπορούμε να του προσθέσουμε κι άλλα τυχερά, γεμίζοντάς το με κομμάτια από το μέλλον μας. Και ξεχωριστά και όταν είμαστε μαζί». Με τράβηξε στην αγκαλιά της, με δάκρυα στα μάτια. «Θα το φοράω καθημερινά, επειδή μου λείπεις κάθε μέρα. Σ’ αγαπώ, Μία. Είσαι ο μοναδικός άνθρωπος χωρίς τον οποίο δεν μπορώ να ζήσω». «Ούτε κι εγώ. Κι ούτε θα το ’θελα». Χωρίσαμε όταν ακούσαμε την κόρνα του αυτοκινήτου. Πήραμε μαζί τα


πράγματά της και πήγαμε στην εξώπορτα. Αγκάλιασα τη Ζαν και τη Μάντυ άλλη μια φορά και τις παρακολούθησα να μπαίνουν στο ταξί και να απομακρύνονται. Τελευταία μέρα στο νησί με τον Τάι. Έπρεπε να την κάνω να αξίζει. ***

Ενώ ετοιμαζόμουν για την τελευταία έξοδό μου, χτύπησε το κινητό μου. «Εμπρός;» «Γεια σου, κουκλίτσα μου!» Η απαλή, αισθησιακή φωνή της θείας Μίλλι ακούστηκε από τη γραμμή. Ξεφύσηξα βαριά στο τηλέφωνο, θέλοντας να ακούσει τον εκνευρισμό μου. «Πολύ άργησες. Ανησύχησα ότι θα επέστρεφα στο Βέγκας ή στην Καλιφόρνια». «Συγγνώμη που δε σε πήρα νωρίτερα, αλλά σήμερα σε έκλεισα για τον Ιούνιο». Η ομολογία έκανε μια κορδέλα φόβου να ξεδιπλωθεί μέσα μου. Δε γινόταν να μείνω έναν μήνα χωρίς δουλειά. Έπρεπε να πληρώσω τον Μπλέιν, αλλιώς θα σκότωνε τον πατέρα μου και θα κυνηγούσε τη Μάντυ. «Αυτό με τρομάζει, Μίλλι. Τι εννοείς; Στο τελευταίο e-mail που μου έστειλες έλεγες ότι είμαι κλεισμένη μέχρι το τέλος του χρόνου». «Ναι, όλους τους μήνες εκτός από τον Ιούνιο. Δεν ανησυχούσα, χρυσό μου. Μπορούσα άνετα να επικοινωνήσω με κάνα δυο από τους προηγούμενους πελάτες σου, οι οποίοι θα σε έκλειναν αμέσως. Εκείνος ο Γάλλος, ο Αλέκ, μου είπε ότι θα έπαιρνε οποιονδήποτε μήνα είχες ακύρωση». «Αλήθεια;» Έπρεπε να του μιλήσω γι’ αυτό. «Εκπλήσσεσαι; Δεν ήταν ο μόνος. Εκείνος ο πρώτος που σου πήρε τα μυαλά, ο Γουέστον. Μου είπε να του τηλεφωνήσω αν προέκυπταν οικονομικά προβλήματα ή αν χρειαζόσουν οποιαδήποτε βοήθεια. Είναι ενδιαφέρον που οι πρώτοι δύο πελάτες σου φρόντισαν να εξασφαλίσουν ότι θα είσαι καλά». Ήταν πράγματι ενδιαφέρον, αλλά δεν ήμουν διατεθειμένη να το κουβεντιάσω αυτή τη στιγμή. Αναστέναξα βαθιά και συνέχισα να βάζω μάσκαρα. «Πού θα πάω τώρα, λοιπόν;» Η Μίλλι έμεινε σιωπηλή για λίγο. «Λοιπόν, αυτό είναι το μείον. Δεν έχει


καμία σχέση με τη Χαβάη και, δυστυχώς, αυτή τη φορά δεν μπορώ να σου υποσχεθώ έναν παίδαρο. Η κατάσταση μπορεί να σου φανεί λίγο αηδία, αλλά σου υπόσχομαι ότι δε χρειάζεται να κοιμηθείς μαζί του και ότι είναι πολύ καλό παιδί». «Αχού, είναι σκυλομούρης;» Εικόνες ενός θεόρατου άντρα με μπιρόκοιλο και βρομερή αναπνοή γέμισαν το μυαλό μου. «Όχι, καμία σχέση. Τον θεωρώ απίστευτα ωραίο. Θα του την έπεφτα τόσο γρήγορα, που θα σου έφευγε το κεφάλι». «Για μισό λεπτό. Θα του την έπεφτες; Πρώτη φορά το λες αυτό έτσι χύμα για πελάτη μου. Πάντα μου το φέρνεις απέξω απέξω ότι καλά θα κάνω να κοιμηθώ μαζί τους, ιδίως για τα έξτρα λεφτά, αλλά ποτέ δεν έχεις πει στο στεγνό ότι θα το έκανες. Τι συμβαίνει;» Το άγχος μου πήρε επικές διαστάσεις. Χρειαζόμουν οπωσδήποτε υγρό κουράγιο. Πήγα στην κουζίνα και πήρα το ρούμι, έβαλα ένα σφηνάκι και το κατέβασα μαζί με μια τεράστια δαγκωνιά φρέσκου ανανά. Όπως αναμενόταν, ήταν πολύ ωραίο. Έγλειψα τα χείλη μου και έβαλα άλλο ένα. «Θα μου πεις ή όχι;» «Λοιπόν, δεν είναι τόσο σβέλτος όσο οι πελάτες που έχεις συνηθίσει». Οχ, όχι. Βόγκηξα δυνατά, κατέβασα άλλο ένα σφηνάκι και τελείωσα τον ανανά. Το ρούμι έκανε τη δουλειά του, καταπραΰνοντας τα νεύρα μου που είχαν γίνει κρόσσια. «Πες μου, θεία Μιλ». «Πόσες φορές πρέπει να σου πω να με φωνάζεις “κυρία Μίλαν”;» «Αποφεύγεις–» «Τι λες να σου στείλω απλώς ένα e-mail;» μου πρότεινε, με εκείνο τον γαλίφικο τόνο που δεν έπιανε καθόλου σ’ εμένα. «Τι λες να μου πεις τι πρέπει να ξέρω από τώρα, πριν πάρω το αεροπλάνο και έρθω στο Λος Άντζελες να σου χτυπήσω την πόρτα;» Έκανε τς τς τς. «Καλά· είναι μεγάλος». «Θέλω να ακούσω ηλικία, Μίλλι. Σαράντα; Πενήντα;» Ένας ήχος βγήκε από το ακουστικό, σαν να ρουφούσε το πίσω μέρος των δοντιών της. «Πενήντα και βάλε, κοντά εξήντα». «ΜΠΛΙΑΧ! Σοβαρά; Είναι κανένας πορνόγερος, έτσι;» Χριστέ μου. Ότι είχε αρχίσει να μου αρέσει αυτή η δουλειά, βρέθηκε στον δρόμο μου ένας γερομπισμπίκης. «Μάλλον έχει πατρικό σύμπλεγμα από την ανάποδη. Χάλια».


«Ξέρω, ξέρω. Αλλά ήταν πολύ ευχάριστος στο τηλέφωνο. Βασικά θέλει μια γυναίκα του δικού σου διαμετρήματος για να τον συνοδεύει σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Προφανώς, αν ανήκεις στα παλιά τζάκια της Ουάσινγκτον, είναι απαραίτητο να έχεις στο πλευρό σου μια αιθέρια ύπαρξη. Θέλει να κάνει επαφές με διάφορους γερουσιαστές και επενδυτές και χρειάζεται μια γκομενάρα δίπλα του. Απ’ όσο κατάλαβα, έχει στα σκαριά ένα πράμα σαν δημόσιο ιστορικό κτίριο, κάτι τέτοιο, και πρέπει να βρει στήριξη, εξού και οι πολιτικές επαφές. Μπλα μπλα. Σε νοιάζει;» «Όχι ιδιαίτερα. Όπως και να ’χει, χρειάζομαι τα χρήματα. Αν δεν του περάσει από το μυαλό ότι θα τον βάλω στο κρεβάτι μου, θα τα πάμε μια χαρά. Του το ξεκαθάρισες αυτό, έτσι;» Μια ξινή γεύση γέμισε το στόμα μου και μου ήρθε να φτύσω. «Είναι μεγαλύτερος από τον μπαμπά!» Αναρίγησα, προσπαθώντας να διώξω τη σιχαμάρα από το δέρμα μου. «Για να είμαι ειλικρινής, εκείνος μού το ξεκαθάρισε. Είπε ότι δεν ξέρει τι υπηρεσίες προσφέρεις γενικώς ως συνοδός, αλλά ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται για οτιδήποτε σεξουαλικής φύσεως». «Αυτό είναι μεγάλη ανακούφιση», είπα ξερά, αλλά μέσα μου ένιωθα όντως τεράστια ανακούφιση. Ψιλομαλακία βέβαια που θα περνούσα έναν μήνα χωρίς σεξ, αλλά θα επιβίωνα. Μάλλον. Ίσως. Γαμώτο, καλά θα κάνω να θυμηθώ να βάλω καινούριες μπαταρίες στον δονητή μου. «Εντάξει, θα σου στείλω λεπτομέρειες. Το όνομά του είναι Γουόρρεν Σίπλεϋ». «Γνωστό ακούγεται». «Αυτό έλειπε. Ο γιος του είναι ο γερουσιαστής της Καλιφόρνιας». «Τι μου λες! Αυτός μάλιστα· είναι κούκλος. Καλά θυμάμαι ότι είναι ο νεότερος γερουσιαστής στην ιστορία, στα τριάντα πέντε του;» «Ναι, κουκλίτσα μου. Και απ’ όσο ξέρω… είναι αδέσμευτος». Ο γιος είχε δυνατότητες. Με θυμάμαι να βάζω σταυρό δίπλα στο όνομα Άαρον Σίπλεϋ στις τελευταίες εκλογές, και όχι μόνο επειδή ήταν ωραίος. Που ήταν. Ψηλός, με ξανθό σαντρέ μαλλί και καλοσυνάτα καστανά μάτια. Και ο τρόπος που φορούσε το κουστούμι έκανε μια γυναίκα σαν εμένα να σκέφτεται όλους τους τρόπους που θα μπορούσα να βγάλω το εν λόγω κουστούμι αποπάνω του σε δύο κόμμα πέντε δευτερόλεπτα ακριβώς. «Στείλε μου τα υπόλοιπα στο e-mail, έχω ραντεβού με τον Τάι για φαγητό».


«Τον Τάι; Ποιος είναι αυτός;» Ακούστηκε τελείως μπερδεμένη. «Ένας αμαρτωλά σέξι Σαμοανός. Τα λέμε, θείτσα!» ***

Ο Τάι μού κρατούσε το χέρι, από τη στιγμή που ήρθε να με πάρει, μέχρι το αμάξι, από το αμάξι μέχρι το εστιατόριο, και μέχρι που καθίσαμε για να φάμε. Δυσκολευόταν να με αφήσει. «Να σου πω, μεγάλε, μπορείς να μου δώσεις πίσω το χέρι μου;» Το άφησε σαν να έκαιγε. Έγειρα προς το μέρος του και έτριψα τον μεγάλο, μυώδη μηρό του. «Δεν πειράζει. Όλα θα πάνε καλά». Κούνησε το κεφάλι. «Πώς μπορείς και το λες αυτό; Αύριο φεύγεις». «Ναι, αύριο φεύγω. Γι’ αυτό ας εκμεταλλευτούμε την αποψινή βραδιά όσο μπορούμε, εντάξει;» Έκλεισε τα μάτια και πήρε μια σιγανή ανάσα, κι έπειτα τα άνοιξε, στρέφοντας όλη την προσοχή του πάνω μου. «Μία, είναι που… Δεν έχω γνωρίσει άλλη γυναίκα σαν εσένα. Ποτέ μου. Είσαι αστεία. Έξυπνη. Πανέμορφη». Έσκυψε κοντά μου και ψιθύρισε. «Λέαινα στο κρεβάτι…» Κούνησε το κεφάλι και σταμάτησε. Τα όμορφα σκούρα μάτια του έκλειναν μέσα τους μεγάλη ομορφιά και λαχτάρα. «Δεν ξέρω πώς να σου πω τι νιώθω». Του κράτησα το χέρι πάνω στο τραπέζι. «Κι εμένα θα μου λείψεις. Περισσότερο απ’ όσο θέλω να παραδεχτώ». «Ναι, ακριβώς», παραδέχτηκε. «Και θα κρατήσουμε επαφή με τηλέφωνα, μηνύματα και e-mail. Θα μου λες όλα όσα συμβαίνουν στην τρελή οικογένειά σου και στη δουλειά και στις παραστάσεις. Θα μου στέλνεις βίντεο με τα ωραία νέα κόλπα που μαθαίνεις για τον χορό των μαχαιριών της φωτιάς κι εγώ… ε… Δεν ξέρω τι θα σου στέλνω. Μάλλον σέλφι όπου θα κάνω χαζομάρες σε διάφορα απίθανα μέρη». Ο Τάι έριξε πίσω το κεφάλι και γέλασε βαθιά με την καρδιά του. Τόσο πολύ, που η δική μου καρδιά γέμισε χαρά ακούγοντάς τον. Έγειρα προς το μέρος του και του έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο. «Θα μείνουμε φίλοι;» με ρώτησε διστακτικά. «Οι καλύτεροι», συμφώνησα.


Με αυτό, ο εύθυμος γίγαντας χτύπησε παλαμάκια και έσπρωξε πίσω την καρέκλα του. «Θα πάρω σαμπάνια! Πρέπει να γιορτάσουμε το τελευταίο σου βράδυ!» Καθώς σηκωνόταν, η καρέκλα έγειρε προς τα πίσω σπρωγμένη από το μεγάλο σώμα του, τούμπαρε και έπεσε κάτω. Δυστυχώς, εκείνη τη στιγμή περνούσε μια σερβιτόρα με έναν δίσκο γεμάτο ποτήρια κρασί από την κοντινότερη μπάρα. Το πόδι της πιάστηκε στην καρέκλα και ο δίσκος έπεσε μπροστά, όπως και εκείνη. Ο Τάι πήγε να την πιάσει και σωριάστηκαν και οι δύο κάτω· εκείνη έπεσε πάνω του, καβάλα στο κορμί του. Το μόνο που έβλεπα ήταν μια σπασμένη καρέκλα, μια ψηλή ξανθιά και τα μελαμψά χέρια του Τάι γύρω από τη μικρή μέση της. Εκείνη σηκώθηκε στα γόνατα, κάνοντας τη φούστα της να ανέβει. Τα χέρια του πήγαν στους μηρούς της για να τη βοηθήσουν να ισορροπήσει. Ήμουν έτοιμη να βοηθήσω, μέχρι που είδα το πρόσωπό της. Ήταν γυρισμένη προς το μέρος μου, και ο Τάι ήταν πεσμένος δίπλα στα πόδια μου και την κοιτούσε αποκάτω. Όλο το πρόσωπό της πήρε ένα ρόδινο χρώμα. Η σερβιτόρα έσπρωξε με το χέρι τα μαλλιά της, και τότε πρόσεξα δυο εντυπωσιακά πράσινα μάτια. Τα χείλη της ήταν υγρά στο σημείο που τα είχε δαγκώσει. Μια σταγόνα αίμα είχε δημιουργηθεί εκεί. Ο Τάι ανασηκώθηκε και πίεσε με το δάχτυλό του το σαρκώδες χείλι της για να σταματήσει το αίμα. Για μερικές στιγμές, κράτησε το βλέμμα του καρφωμένο στο πρόσωπό της. Η κοπέλα έμεινε τελείως ακίνητη, απόλυτα απορροφημένη από εκείνον. Και έκρηξη να γινόταν, δε θα έπαιρνε κανείς από τους δυο τους είδηση. Το κατάλαβα τη στιγμή που ο Τάι ακούμπησε τη χερούκλα του στο πρόσωπό της και εκείνη έγειρε αντανακλαστικά στην παλάμη του. «Είσαι εντάξει, φως μου;» Φως μου. Μπα που να με πάρει και να με σηκώσει. Ήταν το κορίτσι του. Ξανθά μαλλιά, φιλημένα από τον ήλιο. Πράσινα μάτια στο χρώμα της φρεσκοκομμένης χλόης. Και την είχε αποκαλέσει «φως μου». Έφερα τα χέρια μου στο στήθος και δεν έβγαλα άχνα, θέλοντας να παρακολουθήσω αυτό που εκτυλισσόταν μπροστά μου, σαν ιστορία αγάπης ειδικά για μένα. «Ε… συγγνώμη;» του είπε με ψιλή, ντροπιασμένη φωνούλα. Ο Τάι χάιδεψε το κάτω χείλι της με τον αντίχειρά του. «Μάτωσες». Εκείνη


έβγαλε τη γλώσσα για να γλείψει το χείλι της, και αντ’ αυτού έγλειψε τον αντίχειρα του Τάι. Φώναξαν και οι δυο ταυτόχρονα από έκπληξη, μόνο που η κραυγή του Τάι ακούστηκε πολύ πιο άγρια και τραχιά, σαν του κυρίαρχου αρσενικού που λάτρευα. Παρακολούθησα τη θερμοκρασία στα μάτια του να ανεβαίνει. Το βλέμμα της δεν έφυγε από το δικό του. Είδα τα δάχτυλά της να χώνονται αντανακλαστικά στους ώμους του. Σχεδόν ήταν καλύτερα κι από ταινία, γιατί ήταν ζωντανό. Γαμώτο, πόσο θα ήθελα να έχω ποπκόρν. Τελικά, η γυναίκα κούνησε το κεφάλι και προσπάθησε να σηκωθεί. Ο Τάι ανασηκώθηκε, κρατώντας την πάνω στο πελώριο κορμί του. Τόσο σφιχτά, που όταν σηκώθηκε τελείως όρθιος, εκείνη γλίστρησε προς τα κάτω, ώσπου τα πόδια της άγγιξαν ξανά το πάτωμα. Ο Τάι βόγκηξε, και αναγνώρισα τον ήχο. Είχε ερεθιστεί. Ήθελα να κλοτσήσω τα πόδια μου στον αέρα και να τσιρίξω από τον ενθουσιασμό. Η έλξη ήταν αναμφισβήτητη. Αφού έμειναν αγκαλιά κάνα δυο στιγμές ακόμα, εκείνη τραβήχτηκε και έσκυψε το κεφάλι. «Γαμώτο», είπε κοιτώντας τον χαμό που γινόταν γύρω της. «Έπρεπε να προσέχω πού πηγαίνω. Θα με απολύσουν». Το χείλι της άρχισε να τρέμει και έβαλε τα κλάματα. Σηκώθηκα και ανέλαβα δράση. «Αχ, σας ευχαριστούμε πάρα πολύ, δεσποινίς. Κατά λάθος σπρώξαμε τον δίσκο. Θα πληρώσουμε για τα ποτά που χύσαμε». Εκείνη τη στιγμή πλησίασε ο προϊστάμενός της, με ένα ύφος μετά βίας συγκρατημένου εκνευρισμού στο πρόσωπο. «Κύριε, δόξα τω Θεώ που ήρθατε. Αυτή η κοπέλα έσωσε τον φίλο μου αποδώ απ’ το να φάει έναν δίσκο γεμάτο ποτήρια στο κεφάλι. Ο ψηλός είναι πολύ αδέξιος ώρες ώρες. Έτσι δεν είναι, Τάι; Έτσι όπως πετάχτηκες όρθιος και έσπρωξες την καρέκλα σου τη στιγμή που περνούσε η…» Χτύπησα τα δάχτυλά μου κάνοντας νόημα στη σερβιτόρα να μου πει το όνομά της. «Έιμι», είπε ντροπαλά. «Που περνούσε η Έιμι από εδώ. Θα μπορούσε να είχε τραυματίσει κάποιον άσχημα, αν η Έιμι από εδώ δεν ήταν τόσο σβέλτη και δεν κατάφερνε να αποφύγει να πέσει πάνω στον φίλο μου και να λούσει όλους τους πελάτες με ποτά. Θα συστήσουμε το εστιατόριό σας σε όλους μας τους φίλους, φοβερή εξυπηρέτηση!» «Α, ναι, εντάξει. Ευχαριστούμε. Προσλαμβάνουμε μόνο τους καλύτερους.


Έιμι, μπράβο σου. Θα στείλω ένα παιδί να καθαρίσει για να επιστρέψεις στα τραπέζια σου». Η Έιμι μού έδωσε το χέρι. «Ευχαριστώ». Τα μάτια της ζητούσαν συγγνώμη, αλλά στην πραγματικότητα ο Τάι έφταιγε για όλα. «Μη μου ζητάς συγγνώμη. Με λένε Μία, και αυτός ο πολύ διαθέσιμος παίδαρος είναι ο Τάι Νίκο». «Θες να πεις ότι δεν είστε ζευγάρι;» Σκέπασε το στόμα της σαν να το ’χε ξεστομίσει άθελά της. Χαμογέλασα και κοίταξα τον Τάι, αλλά τα μάτια του ήταν καθηλωμένα πάνω στην κυρία Έιμι. «Όχι. Αλλά είμαστε πολύ καλοί φίλοι, και φεύγω για Αμερική. Είμαι σίγουρη ότι χρειάζεται μια καινούρια φίλη. Μένεις καιρό εδώ;» Έγνεψε αρνητικά. «Εγκαταστάθηκα εδώ την περασμένη εβδομάδα με τον μπαμπά μου. Δεν ήθελα να τον αφήσω να έρθει μόνος του, και δεν έχουμε κανέναν άλλο, οπότε ήρθα κι εγώ. Δεν έχω γνωρίσει κανέναν ακόμα». Σήκωσε τον δίσκο της και πολλά από τα σπασμένα γυαλιά, μέχρι που ήρθε το παιδί να καθαρίσει. «Ε λοιπόν, τώρα ξέρετε ο ένας τον άλλο. Έχεις το κινητό σου πάνω σου;» Τα μάτια της στένεψαν, έβαλε το χέρι στην κωλότσεπη και έβγαλε ένα iPhone. Της το πήρα γρήγορα από τα χέρια, καταχώρισα τον Τάι ως νέα επαφή και μετά του έστειλα μήνυμα. Το τηλέφωνό του δονήθηκε και το έβγαλε από την τσέπη. «Τώρα ο Τάι έχει το νούμερό σου. Θα σε πάρει αύριο». Ο Τάι άνοιξε το στόμα του, αλλά τον κοίταξα με Το Βλέμμα, εκείνο που σκιάζει όποιον άντρα το δεχτεί, κι έτσι επέλεξε πολύ σοφά να μείνει σιωπηλός. Η Έιμι κοιτούσε μια εμένα και μια τον Τάι. «Σου αρέσει το σερφ;» τη ρώτησα, ξέροντας ότι ο χρόνος που είχαμε ήταν περιορισμένος. Ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν έχω κάνει ποτέ». Χαμογέλασα πλατιά και την τράβηξα στο πλευρό μου. «Τάι. Δεν είναι φριχτό; Η Έιμι δεν έχει κάνει ποτέ σερφ, και κοίτα σύμπτωση… Ο Τάι είναι δάσκαλος του σερφ». «Αλήθεια; Ωραίο ακούγεται». Τίναξε τη φούστα της και ίσιωσε την ποδιά της. Το βλέμμα του Τάι δεν έπαψε να ακολουθεί ούτε στιγμή τις κινήσεις της. «Πρέπει να φύγω. Θα ήταν τέλεια να κάνω έναν νέο φίλο. Και λυπάμαι πάρα πολύ που έπεσα πάνω σου».


Εκείνος έβαλε τα χέρια στις τσέπες και λικνίστηκε μπρος πίσω − και καλά ότι δεν έτρεχε τίποτα. «Μπορείς να επανορθώσεις αν βγεις μαζί μου αύριο το βράδυ, αφού αφήσω τη Μία στο αεροδρόμιο». Φυσικά, ο Τάι δεν ήξερε ότι το σχέδιο διαφυγής μου δεν περιλάμβανε αποχαιρετισμούς πρόσωπο με πρόσωπο. Τα μάτια της έλαμψαν με ένα τρελό ζωηρό πράσινο. «Ανυπομονώ να μου τηλεφωνήσεις, Τάι». Κοκκίνισε και γύρισε να φύγει. «Να σου πω, Έιμι;» φώναξα. Γύρισε. «Κάτι τελευταίο. Τι γνώμη έχεις για τα τατουάζ;» Ήρθε πολύ κοντά μου και μου ψιθύρισε στο αυτί. Κατόπιν με ευχαρίστησε και πήγε στο μπαρ για να βάλει καινούρια ποτά. Ευτυχώς που ήμασταν στη Χαβάη και όχι σε κανένα κυριλέδικο μαγαζί στη Νέα Υόρκη. Θα μας είχαν πετάξει όλους έξω με τις κλοτσιές που χασομερούσαμε και κουβεντιάζαμε πάνω από τα χυμένα κρασιά και τα σπασμένα γυαλιά. Εδώ στη Χαβάη, οι άλλοι απλώς κοιτούσαν τη δουλειά τους και παρέκαμπταν την ακαταστασία. Ο Τάι κι εγώ καθίσαμε πάλι στο τραπέζι. «Θα πάρεις σαμπάνια, λοιπόν;» του υπενθύμισα. Τα μάτια του έγιναν μαύρα και κυριολεκτικά έγρουξε. «Τι στο διάολο σου είπε;» «Για τα τατουάζ;» «Όχι, για τον πάπα. Για τα τατουάζ, βέβαια». Φαινόταν απίστευτα αγχωμένος, πράγμα καταπληκτικό, γιατί ο Τάι έδειχνε απόλυτα άνετος όσον καιρό τον ήξερα – εκτός από εκείνη τη φορά που με πηδούσε μέχρι που λιποθύμησα. Έσκυψα συνωμοτικά προς το μέρος του και κοίταξα γύρω μου για να βεβαιωθώ ότι δεν άκουγε κανείς. «Τα λατρεύει. Λέει ότι την καυλώνουν τρελά. Και το καλύτερο…» –ήρθε τόσο κοντά, που τα χείλη μου άγγιζαν το αυτί του– «…όλη η αριστερή της πλάτη, μέχρι χαμηλά στον κώλο, είναι καλυμμένη από ένα τατουάζ. Μόνο που δεν είναι τράιμπαλ». Κάθισα πίσω και απόλαυσα το βλέμμα καθαρής πείνας στα μάτια του. «Κλαδιά κερασιάς με μπουμπούκια και βλαστούς που απλώνονται στην πλάτη της ως κάτω στον κώλο της. Σέξι, ε;» Τα ρουθούνια του ανοιγόκλεισαν και πήρε δυο μεγάλες και αργές ανάσες. «Ναι. Απίθανα σέξι». Έπαιξα τα φρύδια μου. «Το φαντάστηκα ότι θα σου αρέσει».


«Και μου κάνεις εσύ κατάσταση. Δεν είναι λίγο περίεργο;» «Γιατί;» «Επειδή πηδιόμαστε εδώ κι έναν μήνα». Το ερώτημα ήταν εύλογο, αλλά δε με ένοιαζε αν με περνούσε για τρελή. Χρειαζόταν έναν άνθρωπο, και μάλιστα αμέσως. Εξάλλου, ήμουν σίγουρη ότι αυτή ήταν η γυναίκα για την οποία μιλούσε η Μάσινα. «Ναι, και απόψε θα τελειώσει. Θα με ξεπροβοδίσεις με μια νύχτα που δε θα ξεχάσω ποτέ, και αντιστρόφως, και αύριο θα αρχίσεις τη νέα σου ζωή. Δεν είδες τα μαλλιά, τα μάτια και το σώμα της; Είναι η γυναίκα της ζωής σου!» «Δεν το ξέρεις αυτό». «Θες να μου πεις ότι δεν ένιωσες τίποτα όταν έπεσε πάνω σου και έβαλες τα χέρια σου στους μηρούς, τη μέση, το μάγουλο και τα χείλη της;» «Όχι, δεν μπορώ να πω ότι δεν ένιωσα τίποτα». Στένεψε τα μάτια και έβαλε τα γέλια όταν με είδε να καμαρώνω. «Χαίρομαι πάρα πολύ για σένα!» είπα κοντοχορεύοντας πάνω στην καρέκλα μου. «Λέω να ξεχάσουμε το φαγητό και να παραγγείλουμε κατευθείαν επιδόρπιο και τη σαμπάνια που υποσχέθηκες!» «Δική σου είναι η βραδιά, κορίτσι μου. Και αύριο είναι το παντοτινό σου». ***

Ευτυχώς που μου έκοψε και είχα φροντίσει να μαζέψω τα πράγματά μου πριν βγω έξω το προηγούμενο βράδυ. Ο Τάι νόμιζε ότι η πτήση μου έφευγε το βράδυ. Του είχα πει ότι έφευγε στις οχτώ. Αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι έφευγε στις οχτώ το πρωί. Δεν τα πάω καλά με τους αποχαιρετισμούς. Έβγαλα το δώρο που του αγόρασα κοντά σ’ εκείνο το κατάστημα που είχε φτιάξει τα βραχιόλια τα οποία πήρα για τη Μάντυ και τον εαυτό μου. Ακούμπησα την κορνίζα με το σύμβολο των Σαμόα για τη φιλία πάνω στον πάγκο. Μια ντόπια ζωγράφος έφτιαχνε πίνακες κοντά στο κοσμηματοπωλείο. Τη ρώτησα για το σύμβολο. Κατάλαβε ακριβώς τι ήθελα. Ζωγράφισε το σύμβολο, που στο απαίδευτο μάτι μου έμοιαζε πάρα πολύ με πλατύ καλλιγραφικό L, με πιο μεγάλες καμπύλες στις δύο άκρες. Ήταν περίπου δέκα πόντοι πλάτος. Κάτω από το σύμβολο, ζωγράφισα με μαύρο στιλό μια καρδούλα και έγραψα δίπλα το


όνομά μου. Μετά το έβαλα σε μια μικρή κορνίζα δώδεκα επί δώδεκα. Το χαρτί αλληλογραφίας ήταν το τελευταίο πράγμα που βγήκε από την τσάντα μου. Κάθισα στο σκαμπό και έγραψα στον Τάι μου: Τάι, αμαρτωλά σέξι Σαμοανέ μου, Σ’ ευχαριστώ που μου χάρισες έναν από τους καλύτερους μήνες της ζωής μου. Γέμισες τον κόσμο μου με πολλή χαρά, γέλιο και ηδονή. Δε θα μπορέσω ποτέ να σε ξεχάσω. Όχι ότι θα το ήθελα. Όταν ήρθα εδώ, είχα πολλές στενοχώριες. Για την οικογένειά μου, τις σχέσεις μου και τη δουλειά μου. Το άλλαξες αυτό. Με ένα κλείσιμο του ματιού και ένα χαμόγελο, έδιωξες μακριά τα σκοτάδια και μου έφερες φως. Ηλιόφως. Μέσα από τον χρόνο που πέρασα εδώ, έμαθα να απολαμβάνω τα όσα φέρνει η ζωή, όπως έρχονται. Να πηγαίνω, κι όπου με βγάλει. Να αφήνω τη ζωή να συμβαίνει και να ευχαριστιέμαι τη στιγμή. Μπορώ να πω ειλικρινά ότι μαζί σου πέρασα καλύτερα απ’ όσο είχα να περάσω εδώ και πολύ καιρό. Μου θύμισες ότι είμαι νέα και έχω ακόμα πολύ καιρό μπροστά μου για να σκεφτώ τι περιλαμβάνει το «παντοτινό» μου. Ξέρω ότι λαχταράς να βρεις το δικό σου, και στα βάθη της καρδιάς μου πιστεύω ότι ίσως το έχεις ήδη βρει. Πες το γυναικεία διαίσθηση. Όλα συμβαίνουν για κάποιον λόγο, απλώς μπορεί να μην ξέρουμε ποιος είναι αυτός. Χαίρομαι που σε γνώρισα από την πρώτη μέρα. Κάθε στιγμή μαζί σου ήταν μια νέα εμπειρία, μια περιπέτεια. Σ’ ευχαριστώ που μου το πρόσφερες αυτό. Λυπάμαι που φεύγω, και θα μου λείψεις βαθιά. Σε παρακαλώ να κρατήσεις επαφή. Το κορίτσι σου, Μία Ως συνήθως, σηκώθηκα κλεφτά από το κρεβάτι του Τάι, έγραψα το γράμμα μου, του άφησα το δώρο και βγήκα στον δρόμο να περιμένω το ταξί χωρίς να ξυπνήσω τον παίδαρο. Αναρωτήθηκα τι να με περίμενε στην Ουάσιγκτον με τον κύριο Γουόρρεν Σίπλεϋ, το παλιό πλούσιο τζάκι και την πολιτική − τονίζω το παλιό. Ποιος ξέρει; Ίσως να μου δινόταν η ευκαιρία να γνωρίσω τον σέξι κι όποιος αντέξει γιο του, γερουσιαστή Άαρον Σίπλεϋ. Αν όχι, δε βαριέσαι. Θα


έπαιρνα εκατό χιλιαρικάκια ζεστά ζεστά για να το παίζω γκόμενα στο πλευρό ενός γέρου που δεν ήθελε σεξ. Α, λες να ήταν ίδια φάση σαν τον Τόνυ με τον Έκτορ και να έκρυβε την ομοφυλοφιλία του; Θα παραήταν μεγάλη σύμπτωση. Όχι· σίγουρα κάτι βρομάει όταν ένας πλούσιος, εμφανίσιμος γέρος αναγκάζεται να προσλάβει συνοδό. Υπήρχαν χιλιάδες οχιές πανέτοιμες να την πέσουν σε έναν γεροξούρα. Δεν υπήρχε λόγος να σκάσει εκατό χιλιάρικα για μια συνοδό, όταν μπορούσε να βρει γκόμενα στο τζάμπα. Ακολουθώντας τη συμβουλή μου «ας πάω, κι όπου με βγάλει», κάθισα στη θέση μου στο αεροπλάνο και αμέσως ονειρεύτηκα λευκά πέτρινα σκαλιά, φαλλικά σύμβολα στον ουρανό και έναν νεκρό μαρμάρινο πρόεδρο που καθόταν σιωπηλά στην καρέκλα του επιτηρώντας μια τσιμεντένια πόλη.


ΙΟΎΝΙΟΣ


1

Ο ΙΟΥΝΙΟΣ ΣΤΗΝ ΟΥΑΣΙΝΓΚΤΟΝ ήταν αποπνικτικός. Η ατμόσφαιρα έκανε τα ρούχα σου να κολλάνε πάνω σου σαν δεύτερο δέρμα. Ήταν πνιγηρά και απαίσια. Ανησυχούσα ότι αν τραβούσα το φανελάκι αποπάνω μου θα ξεκολλούσε και το δέρμα μου μαζί του. Το πρώτο βήμα έξω από το αεροδρόμιο με έβγαλε σε έναν συννεφιασμένο, μουντό ουρανό. Δεν είχε καμία σχέση με αυτό που είχα συνηθίσει έναν μήνα τώρα στη Χαβάη. Περιεργάστηκα τις ατέλειωτες ουρές από αμάξια που περίμεναν. Ένας ψηλός τυπάς στεκόταν μπροστά από ένα γυαλιστερό μαύρο αμάξι, με μια πινακίδα στο χέρι, που έγραφε «Σόντερς». Κατάλαβα ότι ήταν αυτός που είχε έρθει να με πάρει. «Εγώ είμαι η Μία Σόντερς». Του έδωσα το χέρι μου και ο σοφέρ το έσφιξε. «Είμαι ο Τζέιμς, ο σοφέρ σας. Θα σας μετακινώ στην πόλη κατά τη διάρκεια της διαμονής σας με τους Σίπλεϋ». Πήρε τη βαλίτσα μου και την έβαλε στο πορτμπαγκάζ πριν μου ανοίξει την πόρτα. Μπήκα στο αμάξι, προσπαθώντας να μην αφήσω αποτύπωμα με τα ιδρωμένα μπούτια μου στο λείο δέρμα. Η φαρδιά φούστα που είχα βάλει για το αεροπλάνο μού είχε φανεί σπουδαία επιλογή εκείνη τη στιγμή. Έπρεπε όμως να είχα διαλέξει το στάνταρ κολάν γυμναστικής. Έτρεξα τις παλάμες μου πάνω στα πόδια μου αποκάτω, την ίδια στιγμή που ευχόμουν να είχα μαζί μου μια κουζινοπετσέτα. «Τόση υγρασία έχει πάντα;» ρώτησα βγάζοντας το κινητό από την τσάντα μου και πατώντας το κουμπί για να ανοίξει. «Τον Ιούνιο; Ε, ή θα είναι φούρνος, ή θα βρέχει, ή θα έχει καλό καιρό. Θα τα


ζήσετε μάλλον όλα αυτό τον μήνα. Ομολογουμένως πάντως, η φετινή χρονιά είναι ασυνήθιστα ζεστή». Το τηλέφωνό μου άρχισε να χτυπάει μανιασμένα, πολλά μηνύματα είχαν μαζευτεί όση ώρα εγώ πετούσα. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Σέξι Σαμοανός Κορίτσι μου, πρέπει να δώσεις εξηγήσεις. Το έσκασες. Δεν είναι πράγματα αυτά. Πήγα παρακάτω για να διαβάσω τα υπόλοιπα μηνύματα. Προφανώς ο Τάι δεν είχε ξεθυμάνει μετά το πρώτο μήνυμα. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Σέξι Σαμοανός Το δώρο… δεν έχω λόγια. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Σέξι Σαμοανός Έχω γίνει έξαλλος που μου στέρησες το αποχαιρετιστήριο φιλί. Τότε τα δάχτυλά μου άρχισαν να τρέχουν πάνω στο πληκτρολόγιο. ΠΡΟΣ: Σέξι Σαμοανός ΑΠΌ: Μία Σόντερς Να φιλήσεις την παντοτινή σου αγάπη. Αυτό θα γιατρέψει όσα σε βασανίζουν. Ένα ρουθούνισμα, που καθόλου δεν άρμοζε σε μια κυρία, ξέφυγε από το στόμα μου, και τα μάτια του οδηγού καρφώθηκαν στα δικά μου μέσα από τον καθρέφτη. Τα φρύδια του υψώθηκαν, αλλά εγώ του έγνεψα ότι δεν τρέχει τίποτα και κοίταξα πάλι κάτω στα υπόλοιπα μηνύματα. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ


Έχεις σκοπό να μου μιλήσεις ποτέ; Πάει ένας μήνας. Μη με αναγκάσεις να σε κυνηγήσω. Οι κόμποι των δαχτύλων μου πετούσαν πάλι πάνω στην οθόνη. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να περιγράψω πόσο γρήγορα πληκτρολόγησα το πιο επιπόλαιο μήνυμα που γινόταν. ΠΡΟΣ: Γουές Τσάννινγκ ΑΠΌ: Μία Σόντερς Είμαι σίγουρη ότι η Τζίνα δε σε άφησε παραπονεμένο. Σας είδα να μπαλαμουτιάζεστε αμέριμνοι στο πρωτοσέλιδο κουτσομπολίστικης φυλλάδας. Αφού πέρασα είκοσι λεπτά βράζοντας στο ζουμί μου και κοιτώντας κάθε δυο δευτερόλεπτα το κινητό μου, απάντησε. Ο Γουές, όχι ο Τάι, αλλά το αγνόησα, προσπαθώντας να με αναγκάσω να το παίξω άνετη. Αντί γι’ αυτό, σκέφτηκα τον σέξι Σαμοανό μου. Αν όλα είχαν πάει καλά, τώρα θα ετοιμαζόταν για το πρώτο του ραντεβού με την Έιμι. Πετάρισε η καρδιά μου όταν σκέφτηκα πώς εκείνο το βράδυ την έριξε το σύμπαν στην αγκαλιά του – κυριολεκτικά: την προσγείωσε στην αγκαλιά του. Έλπιζα πραγματικά να ήταν η γυναίκα της ζωής του. Υπενθύμισα νοερά στον εαυτό μου να επικοινωνήσω μαζί του σε καμιά βδομάδα για να διπλοτσεκάρω πώς πήγαιναν τα πράγματα. Κάτι μου έλεγε όμως ότι εκείνη ήταν η παντοτινή του αγάπη. Όσο για μένα, δεν ήξερα πότε θα μου συνέβαινε αυτό. Οπωσδήποτε όχι πριν τελειώσει αυτή η χρονιά. Οι σκέψεις για τον Τάι και το μέλλον δε με βοήθησαν να ξεχάσω τη διακαή επιθυμία μου να διαβάσω το μήνυμα του Γουές. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Ζήλεψες; Γίνεται να κόψει μια γυναίκα το πέος ενός άντρα από πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά; Ίσως, αν προσλάμβανα εκτελεστή. Είχα μερικά λεφτά στην άκρη για ώρα ανάγκης. Αυτό με έκανε να γελάσω πονηρά. Ωραίο θα ήταν να


βάλω να του κόψουν το πουλί με τα λεφτά που έβγαλα πηδώντας τον. Κούνησα το κεφάλι. Τι παιχνίδι έπαιζε; Να απαντήσω ή να τον αφήσω να βράζει στο ζουμί του; Ήταν προφανές ότι δεν του άρεσε το αναγκαστικό διάλειμμα του ενός μηνός. Καλά να πάθει. Εκείνος κοιμόταν με την απόλυτη γκόμενα Τζίνα Ντελούκα, ενώ εγώ πηδιόμουν με τον δικό μου σέξι Σαμοανό. Δεν. Έχει. Σημασία. Μπορούσα να το επαναλάβω ξανά και ξανά και ξανά, αλλά το αποτέλεσμα με χτυπούσε σαν κεραμίδα. Ήταν αδύνατον να πάψω να ενδιαφέρομαι. Ο Γουές πάντα θα είχε σημασία. Το να μην ξέρω τι κάνει και με ποιον το κάνει μου έτρωγε τα σωθικά σαν εξαγριωμένο πιράνχα. Ο Τάι ήταν ένας υπέροχος περισπασμός. Περνούσα καλά. Έκανε την κάθε μέρα πιο συναρπαστική από την προηγούμενη, και κάθε νύχτα πιο φλογερή απ’ όσο ονειρευόμουν. Ήταν εύκολο να αφήσω κατά μέρος τα προβλήματα με τον Γουές, επειδή γέμιζα το μυαλό μου με όλα όσα έπρεπε να απολαμβάνει μια νεαρή, σχεδόν εικοσιπεντάχρονη κοπέλα. Όμως τώρα δεν έπιανε. «Έχουμε πολύ ακόμα;» ρώτησα τον Τζέιμς. Άγγιξε το καπέλο του. «Συγγνώμη, δεσποινίς, έχει φριχτή κίνηση αυτή την ώρα». Σαράντα πέντε λεπτά. Αρκετή ώρα. Αν ο Γουές ήθελε να μιλήσουμε, θα του έδινα χρόνο. Θεωρητικά ήμασταν φίλοι εξάλλου. Έβγαλα το κινητό μου και πάτησα το όνομά του, επιβάλλοντας στον εαυτό μου μια ηρεμία που δεν ένιωθα. «Ζει!» Η γεμάτη Καλιφόρνια βραχνή φωνή του Γουές ακούστηκε μέσα από τη γραμμή, εξάπτοντας αμέσως μέσα μου έντονους παλμούς. «Μπουά χα χα! Τι μαλακίες είναι αυτές που λες ότι ζηλεύω. Αφού ξέρεις ότι δεν». Ψέμα. Ο Γουές πήρε μια αργή ανάσα, ίσως αναστεναγμό. Στο βάθος άκουγα τον ήχο του ωκεανού. Πιθανόν να ήταν στην παραλία, έχοντας μόλις τελειώσει το σέρφινγκ. Αυτοί οι χαλαρωτικοί ήχοι, έστω και φιλτραρισμένοι μέσα από το τηλέφωνο, γέμιζαν την καρδιά μου με νοσταλγία για το σπίτι. «Σκέφτηκα ότι αν σε προκαλέσω, θα τηλεφωνήσεις». «Γουές, τι παίζει;» Παρόλο που στα αυτιά μου ακούστηκε στριμμένο και λίγο


γκρινιάρικο, δεν είχα καθόλου τέτοια πρόθεση. «Εσύ πες μου. Πέρασες καλά στη Χαβάη;» Ο τόνος του τρεφόταν από τον δικό μου. Σκέφτηκα τον Τάι, και που έγλειφα τις τράιμπαλ γραμμές από την άκρη του ώμου του μέχρι το στήθος, τα πλευρά, τον γοφό και τον μηρό του. Όλο τον μήνα αυτή ήταν η αγαπημένη μου ενασχόληση. Μιάμ. Ένα αισθησιακό «Ναι» βγήκε από τα χείλη μου πριν προλάβω να συγκρατήσω τον τόνο μου. Χαχάνισε. «Τόσο καλά, ε; Πελάτης ή ντόπιος;» Η ένταση μεταξύ μας έσπασε για λίγο. Έκλεισα τα μάτια. «Έχει σημασία;» «Οτιδήποτε σε αφορά έχει σημασία για μένα. Δεν το έχεις καταλάβει ακόμα;» Ο τόνος του ήταν ειλικρινής, αλλά βουλιαγμένος στις τύψεις. Είχε αποτύχει οικτρά να το παίξει άνετος, και το ξέραμε και οι δυο. «Γουές…» Ρούφηξε τον αέρα μέσα από τα δόντια του. «Όχι, δε θα προσποιηθώ ότι δε με πείραξε που πήγες στη Χαβάη και πηδιόσουν με όποιον ήθελες, ενώ έχεις τσαντιστεί που έκανα το ίδιο με την Τζίνα». Είχε δίκιο. Απόλυτο. Αλλά αυτό είναι το θέμα με την καρδιά και το μυαλό. Σπάνια είναι ισορροπημένα ή ρεαλιστικά. Μπορεί να ήταν πιο κατανοητός και από τις διδαχές του Ντίπακ Τσόπρα, αλλά αυτό δεν άλλαζε τα δεδομένα. Η σχέση του με την Τζίνα με πλήγωνε. Πολύ. Πληγώναμε και οι δυο ο ένας τον άλλο, και κανείς μας δεν μπορούσε να βρει έναν καλό τρόπο να το αποφύγει. Ένιωσα το λαρύγγι μου σφιγμένο όταν απάντησα. «Άκου, Γουές. Με συγχωρείς. Σε καταλαβαίνω. Αλήθεια. Και έχεις δίκιο». «Αυτό σημαίνει ότι θα γυρίσεις σπίτι;» Σχεδόν γεύτηκα στη γλώσσα μου την ελπίδα στην ερώτησή του. Σπίτι; Πού είναι το σπίτι; Στην Καλιφόρνια, στο μικροσκοπικό διαμέρισμα όπου είχα πέντε μήνες να πατήσω το πόδι μου –ή στο Βέγκας, το φτωχοκαλυβάκι της παιδικής μου ηλικίας–, ή μήπως στην ακτή του Μαλιμπού, στην αγκαλιά ενός ονειρεμένου άντρα, που μάλλον είχε μεγαλύτερο κομμάτι της καρδιάς μου απ’ όσο ήθελα να παραδεχτώ; Έγλειψα τα χείλη μου και ξεφύσηξα δυνατά. «Γουές, ξέρεις ότι αυτό δε γίνεται».


Μούγκρισε σιγανά, και κάθε βούισμα έμπηγε ένα μαχαίρι στα σωθικά μου. «Δεν είναι έτσι. Μπορείς. Δε θέλεις». Τόνισε μία μία τις φράσεις. Κούνησα το κεφάλι προσπαθώντας να διώξω το κουβάρι των συναισθημάτων που έτρεχαν μαραθώνιο μέσα στο μυαλό μου. «Δεν μπορώ να σου επιτρέψω να πληρώσεις το χρέος του πατέρα μου». «Πάλι τα ίδια», αναστέναξε. «Μπορείς. Δε θέλεις», επανέλαβε. Ακουγόταν κουρασμένος, σαν να τον βάραινε η κάθε λέξη. Και για όλα έφταιγα εγώ. Εγώ του το έκανα αυτό, μας το έκανα αυτό. Αυτές οι συζητήσεις γίνονταν κάθε φορά πιο δύσκολες, και είχα ακόμη μισό χρόνο μπροστά μου. Ποιος ξέρει πώς θα ήμασταν στο τέλος της χρονιάς. Προς το παρόν, δεν τα πηγαίναμε πολύ καλά ως φίλοι. Πληγώναμε διαρκώς ο ένας τον άλλο, χωρίς καν να προσπαθούμε. Μια τεράστια παύση αιωρήθηκε ανάμεσά μας όσο προσπαθούσα να σκεφτώ κάτι να πω, χωρίς να μου έρχεται τίποτα. «Πότε μπορώ να σε ξαναδώ;» έσπασε τελικά εκείνος τη σιωπή. Ήθελε ακόμα να με δει; Δεν τον καταλάβαινα αυτό τον άντρα. Πού να με πάρει, δεν καταλάβαινα τους περισσότερους άντρες, και ιδίως αυτόν εδώ. «Ε, δεν ξέρω. Πριν λίγο προσγειώθηκα στην Ουάσινγκτον. Θα συνοδεύω έναν κύριο προχωρημένης ηλικίας». Το γέλιο του Γουές αντήχησε μέσα από τη γραμμή. «Έναν γεροξούρα; Τουλάχιστον είμαι σίγουρος ότι δεν πρόκειται να κάτσεις σε έναν μπαμπόγερο που κατεβάζει Βιάγκρα». «Δε μιλάς ωραία!» τον μάλωσα παιχνιδιάρικα. «Εξάλλου, έχει έναν ωραίο γιο που είναι γερουσιαστής. Ξέρεις πώς είμαι με τους ισχυρούς άντρες…» Το γέλιο του κόπηκε μαχαίρι και η πρόσκαιρη ειρήνη διαλύθηκε. Η ατμόσφαιρα μεταξύ μας έγινε και πάλι τεταμένη. «Αστειεύεσαι;» με ρώτησε. Το κατάπιε αμάσητο. «Όχι». «Γάμησέ με», βόγκηξε. «Ευχαρίστως», του απάντησα χωρίς να το σκεφτώ. «Πότε;» Δεν έχασε την ευκαιρία. «Την επόμενη φορά που θα σε δω, χαζούλη». «Δηλαδή πότε;» συνέχισε, αλλά δεν ήμουν πια σίγουρη ότι χαριτολογούσε. Αυτό το πράγμα μεταξύ μας ακολουθούσε τεθλασμένη διαδρομή, ελισσόταν και


έστριβε· δεν ήταν εύκολο να κάνεις ελιγμούς. «Δεν ξέρω. Υποθέτω ότι θα σε δω όταν θα είναι να σε δω», του είπα. «Γιατί σ’ εμένα;» Η φωνή του ήταν δυνατή και εκνευρισμένη, ακουγόταν σαν άνθρωπος που είχε σηκώσει το βλέμμα στον ουρανό, είχε απλώσει τα χέρια και φώναζε στον δημιουργό του. «Γιατί στο διάολο έπρεπε να πάω να κολλήσω με μια τρελή σαν εσένα;» Μετά γέλασε μ’ εκείνο το βραχνό, ωραίο γέλιο, που ανήκε σ’ εκείνον και μόνο σ’ εκείνον. Εκείνο που μ’ έκανε να καρδιοχτυπάω τόσο δυνατά, που μου φαινόταν ότι η καρδιά μου θα έσπαγε αν δεν την πίεζα με το χέρι μου. Ανασήκωσα τους ώμους, αλλά δεν μπορούσε να με δει. «Αν το σύμπαν σού δίνει άσχημα χαρτιά, πόνταρε εναντίον του. Γεια σου, Γουές». Αντί να περιμένω να με χαιρετήσει, έκλεισα το τηλέφωνο και πήρα πολλές ανάσες για να ηρεμήσω. Ήρθε η ώρα να προσηλωθείς ξανά στον στόχο σου, Μία. Τον Γουόρρεν Σίπλεϋ. Τον επόμενο πελάτη σου. ***

Ο Γουόρρεν Σίπλεϋ δε με υποδέχτηκε στην είσοδο του μεγάρου του. Όχι. Ο άντρας που στεκόταν στην κορυφή της πέτρινης σκάλας, όταν βγήκα από τη λιμουζίνα, έμοιαζε σαν να είχε βγει από τις σελίδες του περιοδικού GQ. Ο Άαρον Σίπλεϋ, ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Καλιφόρνιας, στεκόταν γερμένος σε μια λευκή κολόνα. Είχα ξαναδεί ωραίους άντρες. Είχα ξαναδεί θεόρατα δυνατά αρσενικά που μπορούσαν να κόψουν ξύλο με γυμνά χέρια, αλλά δεν είχα ξαναδεί άντρα να φοράει το κουστούμι όπως το φορούσε αυτός. Άγγιζε την τελειότητα. Το σκούρο ανθρακί ύφασμα τύλιγε με ακρίβεια τους φαρδιούς ώμους, τη λεπτή μέση και τα μακριά πόδια, σαν να ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του. Μάλλον ήταν. Τα μάτια του ήταν κρυμμένα πίσω από ένα ζευγάρι μαύρα Ray Ban. Πυκνά, ξανθά σαντρέ μαλλιά, χτενισμένα σε εκείνο το επιμελώς ατημέλητο στιλ που ήταν πολύ της μόδας τώρα. Του πήγαινε, και πολύ μάλιστα. Του έδινε μια φροντισμένη γοητεία με μια δόση εκκεντρικότητας. Θανατηφόρος συνδυασμός για μια κοπέλα σαν εμένα. Διάολε, για κάθε κοπέλα. Ευέλικτος σαν σταχτής ιαγουάρος, κατέβηκε ένα ένα τα σκαλοπάτια από το


πέτρινο κατώφλι ως το χαλικόστρωτο δρομάκι του σπιτιού. Οι περισσότεροι θα επιχειρούσαν να τον συναντήσουν στα μισά της σκάλας. Δεν ανήκω στις περισσότερες γυναίκες και εκείνος σίγουρα δεν ανήκε στους περισσότερους άντρες. Παρακολούθησα με απόλαυση τις κινήσεις του. Είχε έναν αέρα κύρους που τον ακολουθούσε σαν καλή, δυνατή κολόνια. Τον παρακολούθησα να κάνει το κάθε βήμα με χάρη και ευκινησία, αποπνέοντας τόση δύναμη, που παραλίγο να λιώσω επιτόπου. Η προηγούμενη δυσαρέσκειά μου με την υγρασία ωχριούσε μπροστά στον ιδρώτα που ένιωθα να σχηματίζει κόμπους στον αυχένα μου, και μια σταγόνα που μου κύλησε στη ραχοκοκαλιά, πετώντας σπίθες πόθου σε κάθε νευρική απόληξη. «Πρέπει να είστε η κυρία Σόντερς». Ο τόνος του ήταν ντόμπρος αλλά φιλικός, και μου έδωσε το χέρι του. Τη στιγμή που αγγιχτήκαμε, ηλεκτρικό ρεύμα τίναξε την παλάμη μου. Προσπάθησα να τραβήξω το χέρι μου. Το έσφιξε περισσότερο. «Περίεργο. Σπάνια νιώθω την ουσία κάποιου από ένα και μόνο άγγιγμα». «Την ουσία;» Ένα μυστηριώδες χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη του που ήταν για φίλημα. Ούτε πολύ λεπτά ούτε πολύ σαρκώδη. Όπως στην ιστορία της Χρυσομαλλούσας με τις τρεις αρκούδες, εκείνα τα χείλη ήταν ό,τι έπρεπε για τα δικά μου. Ακόμα δεν είχε αφήσει το χέρι μου. Αντίθετα, το γύρισε από την άλλη, με τις παλάμες μας να εφάπτονται. Αυτή η απλή επαφή του δέρματός μας ήταν αρκετή για να με κάνει να λαχταράω περισσότερα. Ανέβασε τα γυαλιά του πάνω στο κεφάλι, κίνηση μάλλον λαϊκή για άνθρωπο του πολιτικού του αναστήματος. Υποτίθεται ότι τέτοιοι άντρες είναι βαρετοί, ανιαροί κι ασχολούνται μόνο με την κυβέρνηση μπλα μπλα μπλα… Ο ειρμός των σκέψεών μου διακόπηκε από το βάθος των καστανών ματιών που διαπερνούσαν τα δικά μου. Έμοιαζαν με δυο σταγόνες λιωμένης σοκολάτας, που έκανε εμένα να λιώνω. Αναστέναξα μόλις ο αντίχειράς του σύρθηκε στην ανάστροφη του χεριού μου. «Η ουσία σου είναι η ζωτική σου ενέργεια, ο μαγνητισμός σου. Όταν σε άγγιξα, ένιωσα ηλεκτρισμό. Το ένιωσες κι εσύ;» Έγνεψα μουδιασμένη, κοιτώντας εκείνους τους σοκολατένιους δίσκους, εστιάζοντας το βλέμμα στην ίσια μύτη, τα ψηλά ζυγωματικά και το λαξευτό σαγόνι. «Όταν πιέζω πιο δυνατά τις παλάμες μας» –έβαλε και το άλλο χέρι του πάνω σ’ αυτό που κρατούσε, πιέζοντάς τα περισσότερο– «γίνεται πιο δυνατός». Το φρύδι του σηκώθηκε την


ίδια στιγμή που έγλειφα τα χείλη μου. Εκείνα τα μάτια καρφώθηκαν στο στόμα μου και μου κόπηκαν τα γόνατα. Χρειάστηκε να επιστρατεύσω μέχρι και την τελευταία μου ικμάδα για να μην ξαναγλείψω τα χείλη μου. «Έλα», μου είπε, και ορκίζομαι ότι αυτή μονάχα η λέξη έστειλε έναν κεραυνό κατευθείαν στο κέντρο της ηδονής μου, που έσφυζε και παλλόταν, ακολουθώντας το δικό του ρολόι. Μου άφησε το χέρι και ακούμπησε το μάγουλό μου. Πόπο, αυτό μού άρεσε χίλιες φορές περισσότερο, αλλά ταυτόχρονα με επανέφερε στο περιβάλλον μου. «Μία, είσαι καλά;» Το βλέμμα του περιδιάβαινε το πρόσωπό μου. Ανησυχία και έγνοια κυριαρχούσαν στη ρυτίδα που εμφανίστηκε ανάμεσα στα φρύδια του. «Έλα, σου, είπα, περιμένει ο πατέρας». Ανοιγόκλεισα μερικές φορές τα βλέφαρα και συγκεντρώθηκα. «Α, ναι. Συγγνώμη». Κούνησα το κεφάλι προσπαθώντας να διώξω την υπόλοιπη θολούρα του πόθου. «Ήταν πολύ μεγάλο ταξίδι. Ήμουν στη Χαβάη και ήρθα κατευθείαν από εκεί, με κάνα δυο ανταποκρίσεις στο ενδιάμεσο. Δεν έχω κοιμηθεί όλη νύχτα». Ανταπόκριση σήμαινε τρελές κούρσες ως την πύλη για να μη χάσω την πτήση. Ήθελα να σκοτώσω τη θεία Μίλλι που είχε κλείσει πτήσεις με ανταπόκριση πενήντα λεπτών στο ενδιάμεσο. Δεν έμενε καθόλου χρόνος να πάρεις το επόμενο αεροπλάνο. Οι επισκέψεις στην τουαλέτα αποκλείονταν εντελώς, και ο κυβερνήτης δεν επέτρεπε να πας τουαλέτα πριν την απογείωση, και οπωσδήποτε όχι πριν φτάσει το αεροπλάνο σε ορισμένο ύψος. Και μετά ακολουθούσε μια πολύωρη πτήση που προσγειωνόταν την άλλη μέρα το πρωί. Δεν ήταν η καλύτερη ταξιδιωτική εμπειρία που είχα. Ο Άαρον έκανε τς τς τς και κούνησε το κεφάλι. «Φριχτό ακούγεται. Πάμε να σε συστήσω στον πατέρα, και μετά θα πω στον Τζέιμς να σου δείξει το δωμάτιό σου για ένα γρήγορο». «Τι!» Σταμάτησα στην κορυφή της σκάλας και πίεσα με τα δάχτυλα τον κρόταφό μου. Ένα γρήγορο; «Είπα ότι θα σε συστήσω στον πατέρα και θα σε αφήσω να τακτοποιηθείς στο δωμάτιό σου, να ξεκουραστείς. Η αλλαγή ώρας είναι πράγμα δύσκολο». «Α, δύσκολο». Έκλεισα τα μάτια και γέλασα από μέσα μου. «Γιατί, τι άκουσες;» Χαμογέλασε αποκαλύπτοντας μια σειρά από τα ωραιότερα δόντια που έχει δει άνθρωπος. Μπορούσε εύκολα να κοσμήσει το


εξώφυλλο περιοδικών. Κάτσε, το είχε ήδη κάνει. Τέλος πάντων. «Νόμιζα είπες ότι θα πάμε για ένα γρήγορο». Έβαλα τα γέλια κι ήταν η σειρά του να σταματήσει απότομα, αυτή τη φορά στο πλατύσκαλο μπροστά στην κεντρική είσοδο. Ένα πανούργο χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη του. «Καλά, αυτό κανονίζεται, παρόλο που δεν ξέρω αν ο πατέρας θα ανεχτεί να βάλω χέρι στο βάζο χωρίς ένα σωστό πρώτα ραντεβού και ένα κανονικό γεύμα». Μου έκλεισε το μάτι και μ’ έπιασε από το χέρι. Η ίδια έντονη φόρτιση διαπέρασε ξανά τις εφαπτόμενες παλάμες μας, διεγείροντας και πάλι τη μαγνητική ενέργεια. Ο Άαρον μετακινήθηκε, κοιτώντας με πλαγίως ενώ με οδηγούσε μέσα στην είσοδο. «Το ένιωσες κι εσύ;» Θεέ μου, εύχομαι να μην το ένιωθα. Αντί να πω ψέματα, έκλεισα τα μάτια, κράτησα την ανάσα μου και έγνεψα καταφατικά. ***

Νόμιζα ότι η εξωτερική όψη του πελώριου μεγάρου που είχα αντικρίσει ήταν καταπληκτική. Μπροστά στο εσωτερικό του δεν έπιανε μία. Στο χολ βρισκόταν μια διπλή σκάλα στρωμένη με κίτρινη μοκέτα. Μου θύμιζε τον διπλό δρόμο με τα κίτρινα τούβλα και την Ντόροθι, στον Μάγο του Οζ, που χοροπηδούσε πάνω του πηγαίνοντας στον προορισμό της. Αν δεν ήμουν τόσο εξουθενωμένη, θα πήγαινα κι εγώ χοροπηδώντας. Ο χώρος ήταν κάτι παραπάνω από χλιδάτος. Το σπίτι του Γουές στο Μαλιμπού ήταν όμορφο, ζεστό, και μάλλον κόστιζε μια περιουσία. Η αποθήκη του Αλέκ ήταν απίστευτη και άριστα εξοπλισμένη. Το ρετιρέ του Τόνυ και του Έκτορ ήταν πολυτελές, αλλά αυτό εδώ ήταν άλλης τάξεως πλούτος. Όταν η θεία Μίλλι μού μίλησε για πλούσιο τζάκι, ειλικρινά δεν είχα ιδέα τι θα συναντούσα. Σκέφτηκα πολιτικοί, κυβέρνηση; Προφανώς περίμενα ότι θα ήταν ωραίο, αλλά αυτό που συνάντησα ήταν αντάξιο της βασιλομήτορος της Αγγλίας. Οι τοίχοι στρογγύλευαν, είχαν γύψινες διακοσμήσεις, και υπήρχαν τεράστια παράθυρα με χοντρές κουρτίνες στο χρώμα του κρασιού. Τα πόδια μου βούλιαζαν στο χαλί, κάνοντάς με να θέλω να βγάλω τα πέδιλά μου και να περπατήσω ξυπόλυτη για να χώσω τα δάχτυλά μου στο παχύ πέλος. «Είναι καταπληκτικό».


Ο Άαρον χαμογέλασε και κοίταξε γύρω του αδιάφορα. «Η μητέρα μου ήταν καλή στη διακόσμηση». «Αλήθεια; Πρέπει να είναι πολύ περήφανη. Είναι πανέμορφο». «Τη χάσαμε πριν πολλά χρόνια, αλλά σίγουρα εκτίμησε τους πολλούς θαυμαστές και τα περιοδικά εσωτερικής διακόσμησης που φωτογράφιζαν τα διάφορα δωμάτια. Έγινε και εξώφυλλο μερικές φορές. Αυτό το σπίτι ήταν το καμάρι της – μετά από μένα, δηλαδή». Χαμογέλασε και μου έκλεισε το μάτι. Απ’ ό,τι φαινόταν, το εγώ του παρέμενε άθικτο. Τον ακολούθησα σιωπηλή, παρατηρώντας γύρω μου, μέχρι που φτάσαμε μπροστά σε μια δίφυλλη πόρτα. Γέλια αντηχούσαν από πίσω, λες και κάποιος διασκέδαζε με την καρδιά του. Ο Άαρον χτύπησε δυνατά, αλλά δεν περίμενε να ακούσει το «περάστε», ανοίγοντάς την σαν να είχε το δικαίωμα. «Α, Άαρον, παιδί μου! Ελάτε, ελάτε. Η Καθλίν κι εγώ συζητούσαμε την πανωλεθρία που έγινε την περασμένη εβδομάδα στην κουζίνα». Έδειξε μια γυναίκα με μπλε σκούρα ίσια φούστα, λευκή ποδιά με φρου φρου δεμένη στη μέση και μια κρεμ μεταξωτή μπλούζα κουμπωμένη μέχρι τον λαιμό. Σίγουρα ανήκε στο υπηρετικό προσωπικό. «Βλέπεις, ο υπεύθυνος του κέτερινγκ για την εκδήλωση νόμιζε ότι ήθελα–» «Πατέρα», τον διέκοψε απότομα ο Άαρον, πράγμα που μου φάνηκε μάλλον αγενές και καθόλου γοητευτικό. Η ελκυστικότητά του μειώθηκε λίγο. «…ήρθε η κυρία Σόντερς». Με τράβηξε μπροστά από το μπράτσο και βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με μια μεγαλύτερης ηλικίας βερσιόν του νεαρού Σίπλεϋ. «Λοιπόν, από κοντά είσαι πιο όμορφη απ’ όσο φαίνεσαι στο προφίλ σου. Αυτή η κυρία Μίλαν ξέρει ακριβώς πώς να εντυπωσιάζει. Είναι τέλεια για τον ρόλο, δε νομίζεις, Άαρον;» Τα μάτια του Άαρον περιπλανήθηκαν στο κορμί μου από την κορυφή ως τα νύχια. «Ναι, είναι οπωσδήποτε ιδανική για να τραβήξει την προσοχή των συναναστροφών σου». «Έλα εδώ, καλή μου. Είμαι ο Γουόρρεν Σίπλεϋ», είπε πρόσχαρα. Αντί να μου σφίξει το χέρι, με τράβηξε σε μια πατρική αγκαλιά. «Δεν είσαι καθόλου αυτό που περίμενα». Αποτραβήχτηκε και μου χαμογέλασε κοιτώντας με κατευθείαν στα μάτια. Κάποιος γεροπαραλυμένος στη θέση του θα κοιτούσε τα βυζιά μου. Απ’ ό,τι φαινόταν, αυτό που είχε πει η θεία μου ήταν αλήθεια. Δεν ενδιαφερόταν


έτσι για μένα. «Σ’ ευχαριστώ που ήρθες. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερη, αλλά η κυρία Μίλαν με διαβεβαίωσε ότι θα είσαι εξαιρετική υποψήφια. Και μόνο από την εμφάνισή σου… μπορώ ήδη να καταλάβω ότι θα τους τυλίξω σε μια κόλα χαρτί».


2 «ΤΙ ΕΝΝΟΕΙΤΕ από την εμφάνιση και μόνο;» Τα φρύδια μου έσμιξαν αντανακλαστικά. Ο Άαρον ξεφύσηξε πίσω μου και ακούμπησε το χέρι του χαμηλά στη μέση μου… πολύ χαμηλά. Τόσο χαμηλά, που ένιωθε την καμπύλη του πισινού μου κάτω από τη φούστα. Μετά με χτύπησε απαλά στα πισινά, ήρθε από μπροστά μου και κάθισε με τα χέρια σταυρωμένα στην άκρη του γραφείου του πατέρα του. Ήμουν έτοιμη να τον κάνω τ’ αλατιού που τόλμησε να με χτυπήσει στα πισινά λες κι ήμουν η γυναικούλα του, αλλά εκείνος εκμεταλλεύτηκε τη στιγμή για να μου δώσει εξηγήσεις. «Ο πατέρας σε προσέλαβε γιατί είσαι νέα και όμορφη, και θα δείχνεις απίστευτα σέξι με βραδινό φόρεμα. Θέλει να συνοδεύεται από μια ωραία γυναίκα». Τα χείλη του σούφρωσαν ενώ τα μάτια του ταξίδεψαν στο σώμα μου. Θα ήθελα να μισήσω το πώς με έκανε να νιώσω, αλλά ήταν αδύνατον. Κάτι στον απροκάλυπτο θαυμασμό του έμοιαζε απαγορευμένο για κάποιον του διαμετρήματος και του κύρους του. Ήταν πολύ αισθησιακό να μπανίζει ένας πλούσιος πολιτικός μια συνοδό. «Δηλαδή τι θα προσποιηθώ ότι σας είμαι, κύριε Σίπλεϋ;» Το βλέμμα μου στράφηκε στον Σίπλεϋ τον πρεσβύτερο για διευκρινίσεις. Ο Γουόρρεν Σίπλεϋ κοίταξε την Καθλίν, που χαμήλωσε το βλέμμα της και κοίταξε αλλού, με μια πονεμένη έκφραση στα ντελικάτα χαρακτηριστικά του προσώπου της. «Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να πηγαίνω και να σας αφήσω να συζητήσετε». Η φωνή της έτρεμε καθώς αποχωρούσε βιαστικά. Βγήκε από το δωμάτιο με τόσο ελαφριά βήματα, που δεν τα άκουσα καν. Υποθέτω ότι αν είσαι


το υπηρετικό προσωπικό, μαθαίνεις να είσαι αθόρυβος και να μην ενοχλείς. Ο πατέρας του Άαρον σήκωσε το χέρι για να πει κάτι στη γυναίκα, αλλά ο Άαρον του το έπιασε και το κατέβασε στο γραφείο όπου κάθονταν. Ο Γουόρρεν έκανε πίσω τους ώμους και έγειρε το κεφάλι. «Καλή μου, οι άνθρωποι τους οποίους συναναστρέφομαι ανήκουν όλοι στο 1%, όπως εγώ. Έχουν περισσότερα χρήματα απ’ όσα θα χρειάζονταν χίλιοι άνθρωποι σε όλη τους τη ζωή, και τα χρησιμοποιούν για να ελέγχουν τη μεγάλη επιχειρηματικότητα. Εγώ απλά παίζω το παιχνίδι τους». Αυτό με μπέρδεψε, γιατί το μόνο «1%» που είχα ακουστά ήταν μια παράνομη συμμορία μοτοσικλετιστών έξω από το Βέγκας. Έβαλα τα χέρια μου στη μέση και πρόταξα τον ένα γοφό στο πλάι. «Αυτό δεν εξηγεί το γιατί είμαι εδώ». Ο Γουόρρεν ξερόβηξε και έτριψε με το χέρι το αξύριστο σαγόνι του. Φαινόταν να νιώθει απίστευτα άβολα με αυτή τη συζήτηση. «Θα παραστήσεις την πουτάνα του πατέρα», επιβεβαίωσε ωμά ο γερουσιαστής. Ο τόνος του δεν είχε ίχνος τακτ. Το κεφάλι μου τινάχτηκε πίσω και αμέσως σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος. «Ορίστε; Δε συνευρίσκομαι με πελάτες εκτός εάν το θέλω εγώ. Με έμφαση στο θέλω». «Όχι, όχι, όχι, καλή μου. Δε θέλω αυτό…» Ο Γουόρρεν ακουγόταν να νιώθει εξίσου άβολα μ’ εμένα, και κοίταξε τον Άαρον γυρεύοντας υποθέτω βοήθεια για να μου εξηγήσει. Ο Άαρον πήρε μια απηυδισμένη έκφραση και σηκώθηκε όρθιος. «Μία, αυτοί οι άντρες έχουν μια γυναίκα στο πλευρό τους. Συνήθως πρόκειται για παραδόπιστες πουτάνες. Ο ρόλος τους είναι να δείχνουν ωραίες, να παίρνουν όσα περισσότερα λεφτά μπορούν, και να πηδιούνται με τους άντρες οπουδήποτε και οποτεδήποτε». «Για όνομα του Χριστού, γιε μου. Είναι απαραίτητο να είσαι τόσο ωμός;» Ο Γουόρρεν σηκώθηκε και ήρθε κοντά μου. Τα μάτια του ήταν γεμάτα από κάτι που έμοιαζε με ντροπή. «Μία, δε θα σου συμπεριφερθώ άσχημα, αλλά είναι απαραίτητο να τα έχω καλά με αυτούς τους ανθρώπους αν θέλω να προχωρήσει το οικοδομικό μου σχέδιο και το νέο μου πρόγραμμα. Όλοι έχουν δίπλα τους πολύ νεαρές και όμορφες γυναίκες. Είναι ένα αηδιαστικό σύμβολο στάτους, αν θέλεις. Δε μου αρέσει, αλλά θα παίξω όποιο παιχνίδι χρειάζεται προκειμένου να


πραγματοποιήσω τα σχέδιά μου. Για να γίνει αυτό, χρειάζομαι την υποστήριξη αρκετών πολύ επιφανών ανθρώπων του επιχειρηματικού και πολιτικού τομέα. Χωρίς αυτή, θα διακόψουν το πρόγραμμα και θα ναυαγήσουν όλα τα σχέδια». «Μου φαίνεται ότι έχετε αφιερώσει πολλή σκέψη σε όλο αυτό». «Και σκέψη, και χρήματα, και χρόνο. Περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα να παραδεχτώ», μου επιβεβαίωσε. Ο Άαρον κούνησε ξανά το κεφάλι. «Ο πατέρας είναι σύγχρονος σταυροφόρος. Κατασκευάζει τα κεντρικά γραφεία μιας οργάνωσης που θα προσφέρει ιατρικές υπηρεσίες σε χώρες του Τρίτου Κόσμου. Για να το πετύχει αυτό, πρέπει να αρθούν οι εμπορικοί φραγμοί σε χώρες που προσφέρουν συγκεκριμένα εμβόλια με πολύ χαμηλότερο κόστος. Σε άλλες, χρειάζεται πρόσβαση στην κυβέρνηση, καθώς και ασυλία ώστε να μπορούν οι υπάλληλοί του να ταξιδεύουν σε αυτές τις περιοχές. Θα χρειαστεί να ψηφιστούν νόμοι ώστε να εγκριθεί η είσοδος και η έξοδος της οργάνωσης στις ΗΠΑ, η αποστολή των γιατρών, ιατρικού προσωπικού κτλ., όπως γίνεται με τον Ερυθρό Σταυρό και τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα». «Θέλετε να βοηθήσετε ανθρώπους σε χώρες του Τρίτου Κόσμου; Δε βλέπω πού είναι το πρόβλημα. Δε θα έπρεπε οι πολιτικοί να πετάνε τη σκούφια τους να βοηθήσουν, ιδίως αν δε γίνεται με χρήματα των φορολογουμένων;» Ο Γουόρρεν μού έπιασε τα μάγουλα κοιτώντας με βαθιά στα μάτια. Οι καστανοί δίσκοι του ήταν θερμοί και καλοσυνάτοι. «Κάποιοι το κάνουν, γλυκιά μου. Κάποιοι. Όμως υπάρχει πολλή γραφειοκρατία. Περισσότερη απ’ όση μπορείς να φανταστείς». Κατέβασε τα χέρια και έκανε πίσω για να καθίσει πάλι πάνω στο γραφείο. «Για να μπορέσω να παρακάμψω τη γραφειοκρατία, πρέπει να έχω τη στήριξη μερικών πολύ ισχυρών ανθρώπων. Μερικοί επίσης ζητάνε ειδικές χάρες από την οικογένειά μου, τις οποίες δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε». Έστρεψε το βλέμμα του στον Άαρον, που πήρε μια ανάσα και χαμήλωσε το κεφάλι. Ο Γουόρρεν δε θα τολμούσε να ζητήσει από τον γιο του να αλλάξει πολιτικές θέσεις για να πραγματοποιήσει το σχέδιό του. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι ο Γουόρρεν Σίπλεϋ ήταν καλός άνθρωπος. Για τον γιο του δεν είχα αποφασίσει ακόμα. Ανασήκωσα τους ώμους. «Και εγώ τι ρόλο βαράω;» Τότε ο Άαρον ήρθε κοντά μου και απέθεσε την παλάμη στον αυχένα μου. Το


χέρι του ήταν ζεστό και έβαλε ακριβώς όση πίεση χρειαζόταν όταν τον έσφιξε. «Θα πηγαίνεις στις εκδηλώσεις και τις συγκεντρώσεις. Θα δείχνεις απίστευτα όμορφη, θα χαμογελάς, θα αγκαλιάζεις τον πατέρα σαν να είσαι το πιπινάκι του, και αυτό είναι όλο». Αυτό είναι όλο... «Κι εσύ;» Έγλειψα τα χείλη μου. Με κοίταξε ξανά με μια ένταση που μου άρεσε πολύ. Αν δεν ήταν μπροστά ο πατέρας του, είμαι σίγουρη ότι θα με είχε κολλήσει στον κοντινότερο τοίχο με τα χείλη του πάνω στα δικά μου. Έβγαλε έναν βόμβο βαθιά μέσα από το λαρύγγι του. Τον ένιωσα μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου. Έγειρε κοντά στο πρόσωπό μου, τόσο κοντά, που ένιωθα την ανάσα του στο μάγουλό μου ενώ μου ψιθύριζε στο αυτί. «Εγώ… Που λες, εγώ θα κυνηγήσω το πιπινάκι του πατέρα μου ιδιαιτέρως». Τα φρύδια του σηκώθηκαν πριν πισωπατήσει και μου κλείσει το μάτι. Τέντωσα τα χέρια στο πλάι και τα χτύπησα στους μηρούς μου. «Πότε ξεκινάμε;» ***

Μερικές μέρες αργότερα βρέθηκα σε μια από τις εκδηλώσεις συγκέντρωσης κεφαλαίων του κυρίου Σίπλεϋ, κοιτώντας γύρω μου σαν άγρια γαζέλα που την έβαλε στο στόχαστρο κυνηγός. Τον καιρό που ήμουν με τον Γουές, είχα εκείνον δίπλα μου να λειτουργεί σαν άγκυρά μου με το περιβάλλον του, βοηθώντας με να ταιριάζω μαζί τους. Μα τώρα δεν ήταν έτσι. Νοερά, έδωσα στον εαυτό μου μια γερή δόση αυτοπεποίθησης, ξεκαθαρίζοντας τους στόχους μου, έτοιμη για μάχη. Το θέαμα που έβλεπα γύρω μου μου θύμιζε τις κυριλέ δεξιώσεις του Γουές στο Μαλιμπού, αλλά στο πολύ πιο κλασάτο. Δε φορούσα γυαλιστερές παγέτες. Όχι, φορούσα ένα φόρεμα που είχαν σχεδιάσει οι Dolce & Gabbana ως προσωπική χάρη στον κύριο Σίπλεϋ. Ένα φόρεμα που άφηνε εντελώς ακάλυπτη την πλάτη ως τον κώλο, αλλά κάλυπτε τα πάντα μπροστά. Ο Γουόρρεν είχε κοκκινίσει και δεν είχε πει τίποτα για την ντουλάπα που ήταν γεμάτη ρούχα μεγάλων σχεδιαστών. Είχα φωτογραφίσει τα φορέματα και τις τουαλέτες και τα είχα στείλει στον Έκτορ, τον γκέι κολλητό από το Σικάγο. Η απάντησή του ήταν κάτι του τύπου «Τσίκα, έχεις το σύμπαν στα πόδια σου. Πώς βγάζω εισιτήριο για τον παράδεισο;».


Κοίταξα γύρω μου, και ειλικρινά έμεινα άφωνη από το πλήθος των μεσόκοπων αντρών με τα ακριβά κουστούμια που συνοδεύονταν από γυναίκες οι οποίες θα μπορούσαν να είναι κόρες τους – ή και εγγονές τους. Έβγαλα στα μουλωχτά το κινητό μου και φωτογράφισα την τεράστια αίθουσα, μαζί με τους καλεσμένους. Ήμασταν σε μια δεξίωση άντλησης πόρων για έναν από τους «φίλους» του Γουόρρεν. Το βάζω σε εισαγωγικά γιατί, όπως μου εκμυστηρεύτηκε ο Γουόρρεν, ελάχιστοι απ’ όσους ανήκουν στο «1%» είναι πραγματικά φίλοι μεταξύ τους. Η φιλία τους φτάνει μέχρι την επόμενη επιχειρηματική συμφωνία. Αν η συμφωνία δεν τους φέρνει πιο κοντά σε κάποιον στόχο, ή δεν αποφέρει έναν σκασμό λεφτά, η σχέση τους δεν έχει πια αξία. Δεν είναι πια φιλαράκια. Για να πω την αλήθεια, με αηδίαζε αυτό το πράγμα, αλλά και εγώ ήμουν εδώ επειδή πληρωνόμουν − όχι; Η υποκρισία ήταν κάτι που προσπαθούσα να αλλάξω. ΠΡΟΣ: Φακλάνα ΑΠΌ: Μία Σόντερς Θέλω λεζάντα. ΑΠΌ: Φακλάνα ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς Εύκολο! Είναι η μέρα που ξεναγούν μαθήτριες στο Καπιτώλιο! Έλιωσα. Με πιάσανε κάτι γέλια, που πνίγηκα με τη σαμπάνια μου και παραπάτησα πάνω στις γόβες στιλέτο. Θεέ μου, πόσο την αγαπούσα αυτή την κοπέλα. «Πρόσεχε, καλή μου». Ένας κύριος προχωρημένης ηλικίας με έπιασε από το μπράτσο. «Πνίγεσαι με την καλύτερη σαμπάνια. Υποθέτω ότι υπάρχουν και χειρότεροι θάνατοι απ’ το να πνιγείς με ένα ποτό που κοστίζει πεντακόσια δολάρια». Χαχάνισε ενώ τα μάτια μου δάκρυζαν. Κατέληξα να αμολήσω το υγρό που είχε μείνει στο στόμα μου πάνω στο φυτό που είχα μπροστά μου. Άρχισα να βήχω, προσπαθώντας να συνέλθω. Εκείνη τη στιγμή πέρασε από δίπλα μας ένας σερβιτόρος κρατώντας δίσκο με ποτήρια νερό. Ο γκριζομάλλης κύριος βούτηξε ένα και μου το έδωσε. Το κατέβασα με ευγνωμοσύνη, καθαρίζοντας τη σαμπάνια που είχε κατέβει στον λάθος σωλήνα.


«Με συγχωρείτε». Ξερόβηξα και γύρισα προς τα έξω το κάτω χείλι μου, παίρνοντας την καλύτερη περίλυπη έκφρασή μου. Ο άντρας, που πρέπει να ήταν τουλάχιστον εξήντα πέντε ή εβδομήντα χρονών, κούνησε το κεφάλι και μου χάιδεψε το μάγουλο σαν να ήμουν το αγαπημένο του κατοικίδιο. «Μην ανησυχείς, κοριτσάκι μου. Ποιος είναι ο μπαμπάκας σου;» Τη μια στιγμή ήταν ένας γλυκός παππούλης και την επόμενη ένα αληθινό αρπακτικό. Χωρίς να το καταλάβω, έσμιξα τα φρύδια. «Δεν είμαι σίγουρη τι εννοείτε;» «Μην κάνεις τη χαζή. Ποιος σε φροντίζει;» Έγλειψε τα ξερά, σκασμένα χείλη του. Ο γέρος πήρε ανάσα με το στόμα ανοιχτό και η μπόχα από τα πούρα και το ποτό ήρθε προς το μέρος μου. Στραβομουτσούνιασα, καταπιέζοντας την ανάγκη μου να κάνω εμετό. Κάποιος ξερόβηξε πίσω του. «Πιστεύω ότι βρήκες κάτι που ανήκει σ’ εμένα». Το πρόσωπο του Γουόρρεν Σίπλεϋ πήρε αγριεμένο ύφος και τα μάτια του έγιναν σκληρά σαν πέτρα μόλις είδε το χέρι του άντρα που έπιανε το μπράτσο μου. «Γουόρρεν, δεν ήξερα ότι βρήκες επιτέλους κοριτσάκι». Ο άντρας χαμογέλασε, και τα μάτια του περιεργάστηκαν έκφυλα τις καμπύλες μου. «Είναι μανούλι. Τη μοιράζεσαι;» Ο τόνος του γλοιώδης. Δυσκολευόμουν όλο και περισσότερο να συγκρατήσω την αηδία μου. Ο Γουόρρεν γέλασε δυνατά. Ένα δυνατό γέλιο που ακούστηκε παντού. «Φοβάμαι πως όχι, παλιόφιλε. Έχω γίνει εγωιστής στα γεράματα, Άρθουρ». Ο Άρθουρ άφησε το μπράτσο μου. Έτριψα ασυναίσθητα εκείνο το σημείο. Ο Γουόρρεν είδε την κίνησή μου και το σαγόνι του σφίχτηκε. Ήρθε κοντά μου και με έπιασε μαλακά από τη μέση. «Αυτή είναι η Μία, την έχω υπό την επίβλεψή μου. Μία, ο Άρθουρ Μπρόουτον». Ο Γουόρρεν έσφιξε τη μέση μου κι εγώ του έτεινα το χέρι μου. «Χάιρω πολύ, κύριε Μπρόουτον». Κόλλησα στο πλευρό του Γουόρρεν για σιγουριά. Εκείνος με έσφιξε πάνω του και το σώμα του ήταν μια στήλη δύναμης, σταθερή και ευθυτενής. Μια δύναμη που αψηφούσε τα χρόνια του. Ο Γουόρρεν έσκυψε και με φίλησε στον κρόταφο. «Μία, φαίνεσαι διψασμένη. Πήγαινε να πάρεις ένα ποτό. Έρχομαι αμέσως». Έγνεψα καταφατικά και με χτύπησε απαλά στα πισινά. Δε θα έλεγες ότι ήταν η χειρονομία που έκανε ο παλιός μου πελάτης και φίλος, ο Μέισον, στους συναθλητές του –ή και σ’ εμένα,


για να λέμε την αλήθεια–, που σήμαινε κάτι σαν «μπράβο, ωραίο ματς». Ήταν πιο χαϊδευτική. Τουλάχιστον δε με χούφτωσε, όπως έκαναν μερικοί άλλοι. Πέρασα ανάμεσα από έναν κανονικό μπουφέ γέρων ανδρών με σφριγηλά, νεανικά γυναικεία κορμιά κολλημένα πάνω τους. Μπορούσα σχεδόν να φανταστώ τις μικροσκοπικές χειροπέδες που κρατούσαν τις γυναίκες κοντά τους, φροντίζοντας ότι δε θα απομακρύνονταν ποτέ πολύ από τα πορτοφόλια των αντρών. Αηδία. Ο μπάρμαν μού πρόσφερε καινούριο ποτήρι σαμπάνια. Το κατέβασα μονορούφι, άφησα κάτω το ποτήρι και ζήτησα δεύτερο. «Πάρ’ το με το μαλακό, κούκλα μου, δε θες να γίνεις τύφλα στο μεθύσι και να χαλάσεις την εικόνα του πατέρα», είπε ο Άαρον ενώ καθόταν στο διπλανό σκαμπό. Κούνησα το κεφάλι και σούφρωσα τα χείλη. «Δεν καταλαβαίνω τι έχω έρθει να κάνω εδώ». «Το κάνεις ήδη. Είσαι κούκλα, και δείχνεις σ’ αυτούς τους γεροξούρες ότι ο πατέρας είναι ένας από αυτούς. Τον βλέπεις που μιλάει ζωηρά με τον Άρθουρ Μπρόουτον;» Μόρφασα μόλις άκουσα το όνομα του τύπου που με είχε πιάσει από το μπράτσο. «Ναι». Ο Άαρον έγνεψε προς το δίδυμο. «Είναι ο ιδιοκτήτης των λιμανιών από τα οποία θέλει να περάσει τα φάρμακά του ο πατέρας. Έχει στο τσεπάκι του τους οργανισμούς όλων των λιμανιών των χωρών που εξυπηρετεί. Ο πατέρας τον χρειάζεται, για να μπορέσει να δέσει τα πλοία του». Εκπνέοντας, πρόταξα το στήθος μου και ίσιωσα τους ώμους. «Γιατί όμως; Αυτό που κάνει είναι καλό, ηθικό και ανθρωπιστικό». Ο Άαρον χαχάνισε. «Ναι, αλλά δε βγάζει χρήμα, και είναι επικίνδυνο να πας Αμερικανούς σε αυτές τις χώρες και να φτιάξεις ιατρικές εγκαταστάσεις. Και χρησιμοποιώ τον όρο “εγκαταστάσεις” με την πολύ ευρεία έννοια. Αναφέρομαι περισσότερο σε μια κατάσταση με μεγάλα αντίσκηνα. Είναι μόνο ένα βήμα. Αν δηλαδή πείσει τον Άρθουρ να συμφωνήσει να επιτρέψει στα πλοία να πηγαινοέρχονται, και να χάσει τα αντίστοιχα κέρδη από το εμπόριο συν το εργατικό δυναμικό για αυτό τον σκοπό. Δεν είναι εύκολο κατόρθωμα. Επίσης πρέπει να βρει τη ναυτιλιακή εταιρεία, τους γιατρούς, τους ιεραποστόλους, τις


ένοπλες δυνάμεις για προστασία, και ούτω καθεξής. Παίζονται πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζεις». Ουάου. Ο Γουόρρεν ήταν πραγματικά ένας σύγχρονος υπερήρωας. Πήγαινε φάρμακα σε χώρες του Τρίτου Κόσμου, έπαιρνε επικίνδυνα ρίσκα για το καλό της ανθρωπότητας. Είναι πολύ δυνατό συναίσθημα, και για πρώτη φορά ένιωσα πραγματικά καλά που ήμουν με αυτό τον πελάτη. «Λοιπόν, πώς μπορώ να βοηθήσω;» Ο Άαρον σήκωσε το χέρι του και μου χάιδεψε το μάγουλο με τον αντίχειρα. «Μπορείς να χαλαρώσεις. Η παρουσία σου τον κατατάσσει στην κατηγορία των μεγάλων παιδιών με το ωραίο του παιχνίδι». Είμαι σίγουρη ότι τα μάτια μου πέταξαν κατακόκκινες φλόγες όταν το ξεστόμισε, γιατί ο Άαρον γέλασε και έσπευσε να συμπληρώσει: «Δεν εννοώ ότι σε θεωρούμε παιχνίδι. Για όνομα του Χριστού. Δε σηκώνεις μύγα στο σπαθί σου». Κοίταξα το ταβάνι και ξεφύσηξα. «Συγγνώμη. Μάλλον δεν είμαι σε φόρμα. Ξεφεύγει από αυτά που έχω συνηθίσει». Ήρθε λίγο πιο κοντά μου, τόσο, που μύριζα τις γλυκιές νότες από μήλα και ακριβό δέρμα στην κολόνια του. «Και τι έχεις συνηθίσει;» Ο τόνος του ήταν αισθησιακός και μιλούσε απευθείας στη γυναίκα μέσα μου. Γέρνοντας τον γυμνό μου ώμο και κοιτώντας αποπάνω του, πετάρισα τις βλεφαρίδες μου. «Είναι αλλιώτικα με τον καθένα». «Ώστε έτσι, ε; Κι αν ήθελα να βυθοσκοπήσω τα νερά του αλλιώτικου όσο είσαι εδώ… θα σε ενδιέφερε κάτι τέτοιο; Μαζί μου, όχι με τον πατέρα μου». Έσφιξα τα χείλη και πήρα μια ηχηρή ανάσα. Γέρνοντας το κεφάλι, κοίταξα κατευθείαν στα σοκολατένια μάτια του. Αυτός ο άντρας δεν ήταν ντροπαλός. Ο πόθος, το πάθος, η επιθυμία και η απληστία ακολούθησαν απαλά κάθε πόντο του δέρματός μου έτσι όπως με κοιτούσε. Ρίγη διέγερσης απλώθηκαν από το στήθος μου και κάθισαν βαθιά ανάμεσα στα πόδια μου. Έβαλε το χέρι του στο γόνατό μου, γράφοντας αργούς κύκλους πάνω στο γυμνό δέρμα. Η διέγερση που είχα νιώσει, πριν από μόλις μερικά δευτερόλεπτα, μετατρεπόταν σε ένα καζάνι νευρικής ενέργειας. Η προσμονή ήταν ένα διασκεδαστικό παιχνίδι που ο αεράτος Άαρον Σίπλεϋ έδειχνε να απολαμβάνει. Ήταν αναμφισβήτητα αριστοτέχνης στην τέχνη της αποπλάνησης. Είχα αποπλανηθεί… πλήρως. Πριν προλάβω να χαθώ εντελώς, να σκύψω μπροστά και να δαγκώσω αυτό


στο οποίο μέσα επιθυμούσα διακαώς να μπήξω τα δόντια μου, επέστρεψε ο Γουόρρεν. Ένα τεράστιο χαμόγελο φώτιζε το ελαφρώς ρυτιδωμένο πρόσωπό του. Χτύπησε παλαμάκια. «Σαμπάνια, καλέ μου άνθρωπε. Έχουμε λόγο να γιορτάσουμε!» αναφώνησε. Ο μπάρμαν τού έδωσε ένα ποτήρι γεμάτο σαμπάνια. «Αλήθεια, πατέρα; Πες μας. Η αναμονή» –τα μάτια του γύρισαν στα δικά μου, και μέσα τους έκαιγε ακόμα ένα φλογερό βλέμμα– «κοντεύει να μας σκοτώσει». Ο Γουόρρεν πέρασε το επόμενο μισάωρο αναλύοντας τη συμφωνία που είχε κάνει με τον Άρθουρ Μπρόουτον για τα λιμάνια. Απ’ ό,τι αποδείχτηκε, ο Άρθουρ χρειαζόταν μια γερή φοροαπαλλαγή καθώς και την καλή δημοσιότητα για την εταιρεία του. Είχε αντιμετωπίσει κάποια αρνητικά δημοσιεύματα λόγω της εμπορικής του δραστηριότητας στην Ασία. Η είδηση ότι θα πρόσφερε αφιλοκερδώς τα λιμάνια του για την εισαγωγή ιατρικών ειδών, προμηθειών και προσωπικού σε χώρες που είχαν μεγάλη ανάγκη από δυτική ιατρική ήταν μια καλή επιχειρηματική απόφαση, την οποία δεν είχε την πολυτέλεια να απορρίψει. «Σ’ ευχαριστώ, Μία. Με βοηθάς ήδη να πετύχω τον στόχο μου με το πρόγραμμα». Γύρισα το κεφάλι και συνοφρυώθηκα. «Γιατί το λέτε αυτό; Δεν έκανα τίποτα». «Κάθε άλλο. Ο Άρθουρ με απέφευγε επειδή νόμιζε ότι είχα θέμα με μια άλλη συμφωνία που ετοιμάζεται να κλείσει με κάποιον ανταγωνιστή της Shipley, πράγμα που είναι απολύτως έωλο». Ο Άαρον έγνεψε καταφατικά. Εγώ προσποιήθηκα ότι ήξερα τι σήμαινε «έωλος», αν και συμπέρανα ότι μάλλον ήταν κάτι ανυπόστατο ή αναληθές. «Μου έδωσες την τέλεια αφορμή να μιλήσω ανοιχτά μαζί του. Μιλήσαμε λίγο για σένα, και αμέσως μετά ασχοληθήκαμε με τα επαγγελματικά. Όλα πήγαν ρολόι». Χαμογέλασε πλατιά και ήπιε την υπόλοιπη σαμπάνια. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο να πω. Όλο αυτό το σενάριο ήταν εντελώς έξω από τα νερά μου. Η μόνη μου επιλογή ήταν να πάω με το ρεύμα. Ύψωσα το ποτήρι μου σε μια ψεύτικη πρόποση. «Χαίρομαι που βοήθησα, λοιπόν». Γέλασα και τελείωσα το ποτήρι μου πριν φύγουμε. Η νύχτα ήταν κουραστική και οι συζητήσεις βαρετές. Οι επόμενες εβδομάδες προμηνύονταν εξίσου πληκτικές με το τμήμα ιστορίας της τοπικής βιβλιοθήκης. Θα ήταν γεμάτες μόνο με γέρους, επαγγελματικές συμφωνίες και παραδόπιστα


τσουλάκια. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να φανώ πιο χρήσιμη. Αυτό το ζήτημα σκεφτόμουν ενώ διέσχιζα τους τεράστιους, σκοτεινούς διαδρόμους του μεγάρου αργότερα την ίδια νύχτα, αναζητώντας την κουζίνα. Ένα απαλό φως έβγαινε από το τέλος ενός διαδρόμου. Πίνακες και αγάλματα από διάφορες περιόδους ήταν τοποθετημένα κάθε τρία μέτρα. Το οίκημα έμοιαζε περισσότερο με μουσείο τέχνης παρά με σπίτι. Δεν υπήρχαν οικογενειακές φωτογραφίες στους τοίχους. Ούτε ενθύμια που να μπορώ να αποδώσω στην παιδική ηλικία του Άαρον. Μόνο βαριές αντίκες και ακριβά κομψοτεχνήματα που δεν έδειχναν να έχουν καμία συναισθηματική αξία. Ήταν προφανώς κειμήλια από εποχές ξεχασμένες από τους ενοίκους του σπιτιού ή απλά χρησιμοποιούνταν για πολυτελή διακόσμηση. Με στενοχωρούσε αυτό, γιατί μερικά από αυτά ήταν πραγματικά διαμάντια. Έπρεπε να βρίσκονται σε περίοπτη θέση και να αναδεικνύονται, όχι να γεμίζουν απλά τον χώρο σε ένα αχανές και κατά κύριο λόγο άδειο μέγαρο. Ο διάδρομος κατέληγε σε μια πολυτελή, μεγάλη κουζίνα. Συσκευές από ανοξείδωτο ατσάλι, δύο δίφυλλες γυάλινες πόρτες που έβλεπες πίσω τους· γάλα, τυρί, φρούτα και λαχανικά στη μία –οι συνήθεις ύποπτοι που έβρισκες σε ένα ψυγείο–, λογιών λογιών φρέσκα λουλούδια στην άλλη. «Α, δε σε είδα», ακούστηκε μια μελωδική φωνή από το πλάι. Γύρισα και είδα την οικονόμο του σπιτιού, την Καθλίν. Χαμογέλασα και τη χαιρέτησα. «Δε μου κολλάει ύπνος. Δεν έχω προσαρμοστεί ακόμα στην αλλαγή της ώρας». Μπήκε στο δωμάτιο, πήγε στα ντουλάπια και κατέβασε δυο πιάτα. «Μήπως θέλεις ένα σάντουιτς;» Άρχισαν να μου τρέχουν τα σάλια. «Αν θέλω λέει! Τις τελευταίες δυο μέρες τρώω μόνο γκουρμέ φαγητά. Ένα απλό σάντουιτς με γαλοπούλα και τυρί θα είναι θεϊκό». Η Καθλίν χαμογέλασε απαλά, αλλά το χαμόγελο δεν έφτασε στα μάτια της. Κάθε τόσο, τα γαλάζια μάτια της στρέφονταν προς το μέρος μου. Με εξασκημένη ευκολία, έφτιαξε από ένα σάντουιτς στην καθεμιά μας. Δεν είχε πει λέξη, αλλά καταλάβαινα ότι την απασχολούσε κάτι. «Ξέρεις, μπορείς να με ρωτήσεις ό,τι θέλεις. Θα απαντήσω ειλικρινά. Έχω την εντύπωση ότι δεν ξέρεις γιατί είμαι εδώ».


Έγνεψε αρνητικά, σταύρωσε τα χέρια της πάνω στη ρόμπα και χαμήλωσε το βλέμμα. «Είμαι συνοδός· με προσέλαβε ο Γουόρρεν», είπα ειλικρινά. Τα μάτια της Καθλίν άνοιξαν διάπλατα σαν τον απέραντο γαλανό ουρανό. Το χέρι της πήγε στην καρδιά της και στηρίχτηκε στον ξύλινο πάγκο. «Μάλιστα». Δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Προφανώς κάτι έτρεχε ανάμεσα σ’ εκείνη και τον Σίπλεϋ τον πρεσβύτερο. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις…» ξεκίνησα να λέω, αλλά εκείνη οπισθοχώρησε μέχρι που ο πισινός της βρήκε στο ψυγείο. «Δεν έχει σημασία τι νομίζω εγώ. Είμαι… ε… είμαι απλά η υπηρεσία». Τα φρύδια της έσμιξαν και επανέλαβε ψιθυριστά: «Είμαι απλά η υπηρεσία». Ακούμπησα τον γοφό μου στον πάγκο και περίμενα ώσπου να με κοιτάξει. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει, και μου ράγισε η καρδιά. «Δεν κοιμάμαι μαζί του. Δεν είμαι εδώ γι’ αυτό». Το κεφάλι της τινάχτηκε πίσω. «Μα είσαι συνοδός. Τώρα, είπες–» Τη διέκοψα. «Είπα ότι είμαι συνοδός. Με προσέλαβε για να τον συνοδεύω σε εκδηλώσεις, όχι για να με βάλει στο κρεβάτι του. Απ’ ό,τι φαίνεται, αυτή η θέση είναι κατειλημμένη». Χαμογέλασα και κοκκίνισε. «Δεν ξέρω τι εννοείς». Η Καθλίν έπιασε τα πέτα της ρόμπας και κάλυψε περισσότερο το στήθος της, παρόλο που δε φαινόταν ούτε μια πιθαμή δέρματος. «Ξέρεις και παραξέρεις». Ήταν ολοφάνερο. Πάνω στο τραπέζι βρίσκονταν τα δύο σάντουιτς που είχε φτιάξει. Το ένα είχε διπλάσιο μέγεθος από το άλλο. Αχά. «Για ποιον είναι το σάντουιτς;» Τα γλυκά της μάγουλα βάφτηκαν πάλι ρόδινα. «Πεινάω πολύ». «Ναι, κι εμένα με πιάνει πείνα μετά από καλό σεξ. Πήγαινε στον άντρα σου το σάντουίτς του. Το μυστικό σου είναι ασφαλές». Πήρα το πιάτο με το μικρό σάντουιτς και έκανα μεταβολή για να πάω στο δωμάτιό μου. Η νυχτερινή τηλεόραση με καλούσε. «Μία, δε θέλει να το μάθει κανείς. Θα του έκανε κακό». Αυτό μού τράβηξε την προσοχή, και έκανα στροφή επιτόπου. «Θα του κάνει κακό; Πώς;» Οι ώμοι της καμπούριασαν. «Μεγάλωσα τον Άαρον μετά το θάνατο της μητέρας του. Δε θα καταλάβαινε. Ο πατέρας του κι εγώ συμφωνήσαμε να μην του το πούμε». Στριφογύρισε τον αυχένα, αλλά οι ώμοι της έμειναν


καμπουριασμένοι. «Εξάλλου, δεν είμαι πλούσια. Όλοι οι επιχειρηματίες είναι παντρεμένοι με γυναίκες του κύκλου τους. Εγώ είμαι ένα τίποτα». Άπλωσα το χέρι μου προς το μέρος της, αλλά εκείνη έκανε πίσω. «Δεν πειράζει. Το επέλεξα. Αν δεν ήμουν τρελά ερωτευμένη μαζί του, θα είχα ήδη φύγει. Είναι καλύτερα να τον έχω έστω και στο σκοτάδι της νύχτας, παρά καθόλου». Φυσικά διαφωνούσα κάθετα, αλλά όταν άνοιξα το στόμα μου για να απαντήσω, με έπιασε από το μπράτσο και ήρθε κοντά μου. «Σ’ ευχαριστώ για το ενδιαφέρον, αλλά δεν ξέρεις κανέναν από τους δυο μας. Θα εκτιμούσαμε την εχεμύθειά σου σε αυτό το ζήτημα». Περίμενε, ενώ στεκόμουν χωρίς να ξέρω τι να πω. «Αν αυτό θέλεις», είπα τελικά. «Αυτό θέλω. Σ’ ευχαριστώ. Θα έρθουμε να σε δούμε το πρωί. Ο κύριος Σίπλεϋ με ενημέρωσε ότι έχει ετοιμάσει μια λίστα με τις εκδηλώσεις στις οποίες σκοπεύει να σε πάρει μαζί του. Χαίρομαι που έμαθα τον λόγο που είσαι εδώ. Σ’ ευχαριστώ για την ειλικρίνειά σου, Μία. Είναι ευχάριστη αλλαγή σε αυτά τα μέρη». Τα χείλη της σχημάτισαν εκείνο το μειδίαμα που είχα δει στο γραφείο χτες που τη συνάντησα, και δύο φορές απόψε. Έπρεπε να παραδεχτώ ότι με χαλάρωνε. Με άφησε εκεί με το σάντουίτς μου και ένα πιθανό παράπλευρο πρότζεκτ: Φυσικά, έπρεπε να ανακαλύψω αν ο Γουόρρεν ένιωθε για την αξιαγάπητη οικονόμο όπως ένιωθε αυτή για εκείνον. Επίσης έπρεπε να βολιδοσκοπήσω τον Άαρον και να μάθω τι γνώμη είχε για την Καθλίν και την προϊστορία τους. Είχα βάσιμες υποψίες ότι «η βολιδοσκόπηση» του νεαρού Σίπλεϋ θα ήταν δύσκολη δουλειά, αλλά κάποιος έπρεπε να την κάνει. Κρυφογέλασα με το χαζό αστειάκι μου και κατευθύνθηκα προς τους λαβυρινθώδεις διαδρόμους που οδηγούσαν στο δωμάτιό μου. Αύριο με περίμενε μια καινούρια μέρα.


3

ΜΙΣΟΚΟΙΜΙΣΜΕΝΗ,

διέσχισα την πόρτα πίσω από την οποία υπέθετα ότι βρισκόταν η τραπεζαρία. Εύρηκα! Την πέτυχα. Μόλις μπήκα και περιεργάστηκα τον χώρο, ένα βογκητό βγήκε από τα χείλη μου. Η Καθλίν με πλησίασε, φορώντας την ίσια φούστα, τη μεταξωτή μπλούζα και τα τακούνια της, δείχνοντας φρεσκοσιδερωμένη και πεντακάθαρη. Τα ξανθά μαλλιά της που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν ήταν σηκωμένα σε έναν σφιχτό κότσο, από τον οποίο δεν ξέφευγε ούτε τρίχα. Ήταν εφτά το πρωί και το πρόσωπό της φανέρωνε ένα ελαφρύ πασπάλισμα με μακιγιάζ. Καλαίσθητο και ό,τι έπρεπε για την ηλικία και τη χάρη της, μόνο που ήταν εφτά το πρωί. Ποιος δείχνει τόσο περιποιημένος τόσο νωρίς; Η Καθλίν με οδήγησε να καθίσω στο σερβίτσιο αριστερά από τον Γουόρρεν. Σωριάστηκα στην καρέκλα σαν ελέφαντας και φύσηξα για να διώξω τα μαλλιά που έπεφταν στο μέτωπό μου. Ο Γουόρρεν κατέβασε την άκρη της εφημερίδας του και χαμογέλασε. «Καλημέρα, Μία. Ελπίζω να κοιμήθηκες καλά». Τα μάτια του περιεργάστηκαν το φανελάκι και τη βαμβακερή πιτζάμα μου. Φυσικά είχα αγοράσει ένα τιραντάκι στο χρώμα της τσιχλόφουσκας και πολύχρωμη ριγωτή πιτζάμα, φανερώνοντας πέραν πάσης αμφιβολίας τα είκοσι τέσσερα χρόνια της ηλικίας μου. Θα μπορούσα κάλλιστα να είμαι εγγονή του, κι όμως να με, παρίστανα το ταίρι του. Ξεφύσηξα. «Εσύ πάντως ξέρω ότι αυτό έκανες», του είπα με νόημα. Άφησε την εφημερίδα του στα πόδια του και ακούμπησε τους αγκώνες στη συμπαγή δρύινη επιφάνεια.


«Απ’ ό,τι φαίνεται, ανακάλυψες μερικές πολύ προσωπικές πληροφορίες. Θα ήθελες να το συζητήσουμε;» Ο τόνος του ήταν ευθύς, δίχως το παραμικρό ίχνος ανησυχίας. Τα μάτια της Καθλίν ήταν στραμμένα αλλού όσο μου έβαζε ένα φλιτζάνι καφέ και ξαναγέμιζε το φλιτζάνι του Γουόρρεν. «Όχι ιδιαίτερα. Μήπως θα ήθελες να συζητήσουμε γιατί προσέλαβες συνοδό ενώ η σύντροφός σου σερβίρει πρωινό;» απάντησα ευθαρσώς, ξέροντας ότι υπερέβαινα κατά πολύ τα όρια για μια γυναίκα στη δική μου θέση. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να χάσω τα χρήματα πριν προλάβω να τα στείλω στον Μπλέιν, το καθοίκι τον πρώην μου. Ο Γουόρρεν έκανε έναν μορφασμό και το στόμα του σφίχτηκε, τόσο πολύ μάλιστα, που άσπρισαν τα χείλη του. «Καλά θα κάνεις να θυμάσαι τη θέση σου εδώ μέσα. Τα προσωπικά μας δε σε αφορούν». Σωστό κι αυτό. «Σου ζητώ συγγνώμη· έχεις δίκιο». Μου ήρθε να πω στην Καθλίν ότι για πρωινό θα φάω τη γλώσσα μου αντί για τα αυγά με μπέικον που είχε αφήσει μπροστά μου. Αντ’ αυτού, κατέβασα το κεφάλι και έπιασα το πιρούνι μου. Ήταν βαρύ και συμπαγές. Μάλλον κόστιζε περισσότερο από το νοίκι του σπιτιού μου. Ενώ καταβρόχθιζα το φαγητό, κάθισα και προσπάθησα να προσέχω τους τρόπους μου. Μόλις η Καθλίν βγήκε από το δωμάτιο, άφησα κάτω το πιρούνι μου και στράφηκα στον Γουόρρεν. «Κοίτα, με συγχωρείς». Ο Γουόρρεν δίπλωσε τη Washington Post και την άφησε πάνω στο τραπέζι. «Μάλλον μου είναι δύσκολο να καταλάβω γιατί βρίσκομαι εδώ από τη στιγμή που έχεις μια πανέμορφη γυναίκα για την οποία κάθε επιθυμία σου είναι διαταγή». Το βλέμμα του έμεινε στυλωμένο στο δικό μου ενώ συλλογιζόταν τη δήλωσή μου. «Η Καθλίν δουλεύει για μας από τότε που ο Άαρον ήταν μικρό παιδί. Βοήθησε στην ανατροφή του όταν χάσαμε τη μητέρα του. Πολύ πρόσφατα γίναμε κάτι παραπάνω». Ο Γουόρρεν πήρε ανάσα και αναστέναξε. «Ειλικρινά, δεν ξέρω καν πώς να το θίξω. Μια ερωτική σχέση με την υπηρεσία δε θα κάνει καθόλου καλό στην εικόνα μου – ούτε στην επιχείρηση. Δεν ξέρω με βεβαιότητα αν ο Άαρον θα το δεχόταν. Αγαπούσε βαθιά τη μητέρα του. Ο θάνατός της ήταν πολύ μεγάλο πλήγμα για την οικογένειά μας».


«Αλλά η Καθλίν σάς βοήθησε να την κρατήσετε ενωμένη, όχι;» «Ναι, βέβαια. Τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα εάν δεν ήταν εδώ εκείνη να μαζέψει τα κομμάτια». «Άρα, κατά μία έννοια, της έχεις υποχρέωση». Τα μάτια του πέταξαν φλόγες μόλις το άκουσε, αλλά συνέχισα. «Το κατάλαβα μόνη μου χτες βράδυ που μιλούσαμε, παρεμπιπτόντως· δε μου είπε τίποτα». «Είμαι με την Καθλίν εδώ και έναν χρόνο και δεν έχει αναφέρει τίποτα σε κανέναν. Ξέρω ότι είναι αξιόπιστη». «Τότε γιατί δεν της εμπιστεύεσαι την καρδιά σου; Βγάλ’ τη στο φως. Δεν το έχει κερδίσει;» Πέρασε το χέρι του από το πιγούνι ενώ έσφιγγε τα δόντια του. «Μήπως δεν την αγαπάς όπως σε αγαπάει εκείνη; Την έχεις απλά για το ξεκαύλωμα;» Ο Γουόρρεν σηκώθηκε απότομα και πέταξε την πετσέτα του στο τραπέζι. «Δε θα ανεχτώ να μου απευθύνεσαι με τέτοιο λεξιλόγιο ή να με κατηγορείς για κάτι τόσο αποτρόπαιο. Ο χρόνος που περνώ με την Κάθι είναι ξεχωριστός και… για στάσου… Είπες ότι με αγαπάει;» Έγνεψα καταφατικά, κι εκείνος έβαλε τα χέρια στις τσέπες και λικνίστηκε μπρος πίσω στις φτέρνες των ποδιών του. «Αλήθεια; Το διατύπωσε έτσι ακριβώς;» Από την οργή στη μελαγχολία μέσα σε είκοσι δευτερόλεπτα. Πρέπει να έσπασα το ρεκόρ στα προξενιά. «Ναι, χτες βράδυ. Μου είπε ότι δε θα καθόταν να έχει κρυφό δεσμό αν δεν ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί σου». Αυτή τη φορά ο Γουόρρεν κάθισε βαριά στην καρέκλα του. «Αν είναι δυνατόν». «Θες να πεις ότι δεν το ήξερες;» Είμαι απόλυτα σίγουρη – ακούστηκα σοκαρισμένη, επειδή ήμουν. Είχα μείνει μόλις δυο μέρες εδώ και είχα καταλάβει ότι η γυναίκα ήταν τρελή και παλαβή για εκείνον. Πώς γινόταν να κοιμάται μαζί της εδώ και έναν χρόνο και να μην το ξέρει; Ίσως έφταιγε ο πολιτικός μέσα του. Πάντα θα θεωρούσε ότι όλοι έχουν κρυφά κίνητρα. Ο κόσμος θα ήταν πολύ καλύτερος αν όλοι έλεγαν αυτό που σκέφτονται και εφάρμοζαν τον χρυσό κανόνα. Ο Γουόρρεν κούνησε το κεφάλι και σκέπασε το στόμα με το χέρι του. «Τόσον καιρό…» «Ναι. Θα μπορούσες να την κουτουπώνεις από πιο παλιά».


Μόλις το άκουσε, έσκασε στα γέλια. «Μία, γλυκιά μου, είσαι κακός μπελάς τυλιγμένος σε ωραίο πακέτο, ε;» «Κακός μπελάς;» Ανασήκωσα τους ώμους. «Με έχουν αποκαλέσει πολύ χειρότερα». Χαμογέλασα πλατιά και ακούμπησε το χέρι του πάνω στο δικό μου. «Σ’ ευχαριστώ. Δεν είμαι σίγουρος ακόμα τι θα κάνω με αυτή την πληροφορία, αλλά εκείνο που ξέρω είναι ότι πρέπει να προχωρήσω το σχέδιό μου. Το πρότζεκτ θα ζημιωθεί, και μετά τη χτεσινοβραδινή νίκη πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, γιατί στη βράση κολλάει το σίδερο. Καταλαβαίνεις; Πρέπει να κάνεις αυτό για το οποίο σε προσέλαβα». «Έγινε. Ό,τι χρειαστείς». «Ωραία. Δες αυτή τη λίστα και προετοιμάσου για τις εκδηλώσεις των ερχόμενων εβδομάδων. Ο χρόνος που μένει είναι δικός σου. Πιστεύω ότι ο Άαρον προσφέρθηκε να σε ξεναγήσει στην πόλη, αν ενδιαφέρεσαι». Έγνεψα καταφατικά με ζήλο. Ποιος ξέρει πότε θα ξαναβρισκόμουν στην πρωτεύουσα του έθνους μας. Ήθελα να ρουφήξω όσα περισσότερα αξιοθέατα γινόταν. Μου χτύπησε πάλι χαϊδευτικά το χέρι. «Θα είμαι απασχολημένος ως την Κυριακή. Πρέπει να πάμε στο δείπνο που παραθέτουν οι τοπικοί πρέσβεις των Ηνωμένων Εθνών για διάφορες μη κερδοσκοπικές οργανώσεις. Το Σάββατο θα παραβρεθείς σε ένα τσάι που διοργανώνει η νυν σύντροφος του Άρθουρ. Θα είναι εκεί τουλάχιστον δέκα γυναίκες με τις οποίες θέλω να πιάσεις φιλίες. Αν σε συμπαθήσουν, θα με προσκαλέσουν στις εκδηλώσεις που διοργανώνουν οι άντρες τους. Η πρόσβαση στον στενό κύκλο των αντρών αυτών είναι ζωτικής σημασίας για την επόμενη φάση του σχεδίου μου. Θα σταθείς στο ύψος των περιστάσεων;» Έφερα το χέρι στο μέτωπο και τον χαιρέτησα στρατιωτικά. «Μάλιστα, κύριε!» «Πώς το ’πα πριν; Μεγάλος μπελάς. Στο μεταξύ, ελπίζω να περάσεις καλά με τον γιο μου. Τελευταία εμφανίζεται πολύ σπάνια, αλλά από τότε που ήρθες εσύ, τον έχω δει ήδη δύο φορές μέσα σε δύο μέρες. Αν μη τι άλλο, είναι ενδιαφέρον». «Μμμ, ενδιαφέρον», κατέληξα και τελείωσα τον καφέ μου. «Τα λέμε την Παρασκευή, Γουόρρεν». «Εις το επανιδείν, Μία».


***

ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Σέξι Σαμοανός

Για να σε θυμάμαι πάντα. Το μήνυμα που έστειλε ο Τάι ήταν μυστηριώδες, ώσπου ήρθε και δεύτερο μήνυμα, με μια φωτογραφία. Ήταν ο δεξής του ώμος. Ένα γυαλιστερό, ολοκαίνουριο μαύρο τατουάζ έλαμπε στη φωτογραφία. Το σύμβολο των Σαμόα για τη φιλία· το ίδιο σύμβολο που του άφησα στη ζωγραφιά την οποία είχα πάρει από την ντόπια καλλιτέχνιδα. Και ο Τάι το είχε χτυπήσει τατουάζ στο κορμί του. Για μένα. Στην πλευρά που μου έλεγε ότι προοριζόταν μόνο για εκείνον. Ήταν μεγάλο, τράιμπαλ, και από τα ωραιότερα που είχα δει ποτέ. Πήγα στις επαφές μου και πάτησα κλήση. Χτύπησε μερικές φορές, και μετά απάντησε μια γυναικεία φωνή. «Εμπρός; Το τηλέφωνο του Τάι», είπε χαχανίζοντας γλυκά η γυναίκα. «Ε… γεια. Είμαι η Μία. Μπορώ να μιλήσω με τον Τάι;» «Μία!» απάντησε η γυναίκα με μια μεγάλη δόση ενθουσιασμού. «Μωρό, η Μία είναι!» Μωρό. Αυτή η γυναίκα τον αποκαλούσε «μωρό» με τρόπο που μόνο ως κτητικός μπορούσε να εκληφθεί. Σταύρωσα τα δάχτυλά μου και περίμενα. «Ποιος είναι;» ρώτησα, ελπίζοντας ότι είχα μαντέψει σωστά. «Η Έιμι. Θυμάσαι που μας έκανες κατάσταση με τον Τάι στο εστιατόριο την περασμένη εβδομάδα;» Η επιθυμία μου να ορθώσω θριαμβευτικά τη γροθιά μου στον αέρα ήταν ακατανίκητη. Σηκώθηκα αθόρυβα, χοροπήδησα και άρχισα να χορεύω κανονικά από τη χαρά μου. Μόλις το έβγαλα από το σύστημά μου, συγκεντρώθηκα και πάλι στο τηλέφωνο. «Ναι, φυσικά. Πώς πάει;» ρώτησα συνωμοτικά. Δεν έχω ισχυριστεί ποτέ ότι δεν είμαι τυπικό κορίτσι· τουλάχιστον από ορισμένες απόψεις, όπως για παράδειγμα όταν θέλω να μάθω τι παίζει. «Αχ, Μία, καταπληκτικά». Η φωνή της χαμήλωσε πάρα πολύ. «Είμαι τελείως…» πήρε ανάσα. «Απλά… ξέρεις… είναι τόσο…» δίστασε πάλι. «Τέλειος;» πρότεινα στο ερωτοχτυπημένο κορίτσι που είχε χάσει τα λόγια του.


«Ναι. Μία… αυτή η εβδομάδα… απλά δεν υπάρχει. Σ’ ευχαριστώ». Η φωνή της έγινε βραχνή, σαν να είχε έναν κόμπο στον λαιμό. Χαμογέλασα, τέντωσα το χέρι μου και κοίταξα έξω από το παράθυρο τους κήπους του μεγάρου. «Μην ευχαριστείς εμένα. Ήταν γραφτό. Χαίρομαι που τα πάτε καλά». «Ο Τάι θέλει να σου μιλήσει. Γεια», είπε, αλλά ακούστηκε σαν να το φώναζε μέσα σε τούνελ, και η φωνή της έσβηνε μέχρι που άκουσα το πιο καλοδεχούμενο μουγκρητό. «Κορίτσι μου, βλέπω ότι πήρες το μήνυμά μου». «Το τατουάζ… Τάι, είναι πανέμορφο». «Όπως κι εσύ, κι αυτό που ζήσαμε». Αυτό με χτύπησε βαθιά, κατάστηθα, εκεί που μπορούσα σχεδόν να νιώσω τα μπράτσα του να με σφίγγουν στην αγκαλιά του, δίνοντάς μου παρηγοριά. «Το ότι αυτό που μοιραστήκαμε άλλαξε, δε σημαίνει ότι θα θελήσω ποτέ να το ξεχάσω, ή να ξεχάσω εσένα. Θα είσαι πάντα ευπρόσδεκτη εδώ στο Οάχου ως μέλος της οικογένειάς μου. Μία, είμαστε φίλοι. Φίλοι ως το τέλος. Έτσι κάνουν οι Σαμοανοί. Έτσι κάνω εγώ. Καταλαβαίνεις;» Κούνησα το κεφάλι, χαμογελώντας πλατιά παρόλο που δεν μπορούσε να το δει. «Ναι, Τάι. Καταλαβαίνω, και μου αρέσει αυτό σ’ εσένα, που δεν ξεχνάς ποτέ τη σαμοανή κουλτούρα σου και τις παραδοσιακές σου αξίες. Πες μου τώρα, λοιπόν, πώς πάει με την Έιμι;» «Δεν έχεις φύγει ούτε μια βδομάδα και θέλεις ήδη να τα μάθεις όλα, κορίτσι μου;» Με τρέλαινε ο τρόπος που πρόφερε το χαϊδευτικό μου παρατσούκλι. «Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ». Γέλασα και χαχάνισε. «Μέχρι στιγμής καλά. Νομίζω ότι είχες δίκιο· μάλλον τη βρήκα». Το μυρμήγκιασμα του ενθουσιασμού και εκείνο το ψυχικό ρίγος που σε πιάνει όταν ξέρεις ότι θα ακούσεις κάτι πολύ δυνατό διαπέρασε κάθε πόρο μου. «Αλήθεια;» «Αλήθεια. Βρήκα την παντοτινή μου αγάπη. Και, Μία, είναι πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορούσα ποτέ να ονειρευτώ». Το στήθος μου σφίχτηκε και η καρδιά μου άρχισε να βροντοχτυπάει. «Αχ, Τάι, χαίρομαι πάρα, πάρα πολύ για σένα. Το αξίζεις». «Κι εσύ το ίδιο, κορίτσι μου. Πότε θα προσπαθήσεις να τη βρεις;» «Δεν ξέρω, Τάι. Έχω μάνα μέντιουμ να μου λέει το μέλλον μου; Δεν έχω».


Σκάσαμε και οι δυο στα γέλια. «Τάι, η Έιμι ξέρει;» Τράβηξα μια τούφα από τα μαλλιά μου, την έφερα στο πρόσωπό μου και τη δάγκωσα. Ήταν μια αηδιαστική νευρική συνήθεια που συνήθως μπορούσα να ελέγξω. Όχι τώρα όμως. Ξέραμε και οι δυο ότι ο μόνος τρόπος να καταφέρουμε να μείνουμε φίλοι ήταν να μάθει η Έιμι για τη σχέση που είχαμε κατά τη διάρκεια του μήνα που έμεινα εκεί, και να μην έχει πρόβλημα με αυτό. «Χαλάρωσε, κορίτσι μου, τα ξέρει. Μετά το τρίτο ραντεβού, ξέρεις, πριν… ανάψουν τα αίματα». Χαχάνισα, αλλά κράτησα την ανάσα μου, θέλοντας να τα μάθω όλα με το νι και με το σίγμα. «Πριν προχωρήσουμε, της τα είπα. Όλα». «Τα πάντα όλα; Για το τζιπ, τον ωκεανό, τον τοίχο;» Η ντροπή σκοτείνιασε την όρασή μου και ένιωθα το μούδιασμα της αμηχανίας να ανεβαίνει τρέχοντας στον αυχένα μου και αναψοκοκκινίζοντας το δέρμα μου. «Όχι. Χριστός κι Απόστολος. Δεν είμαι ηλίθιος. Ήμουν ειλικρινής. Της είπα ότι ζήσαμε κάτι πολύ έντονο, συνταρακτικό μπορώ να πω, αλλά ότι τελείωσε, και ότι στη θέση του απέκτησα μια φίλη για μια ζωή. Καταλαβαίνει. Δε ζηλεύει. Αυτό που έχουμε ήδη ζήσει αυτή την εβδομάδα που είμαστε μαζί είναι πολύ σωστό. Μία… θα την παντρευτώ. Σύντομα. Μάλλον του χρόνου θα ξανάρθεις στα νησιά». «Θα έρθω. Τάι, δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο χαρούμενη είμαι. Το αξίζεις και με το παραπάνω». «Σ’ ευχαριστώ, κορίτσι μου. Σου αρέσει το τατού;» Η φωνή του ήταν μια αισθησιακή βουή που ψάρευε κομπλιμέντα. Μου θύμιζε πριν μόλις μια βδομάδα που ψάρευε για κάτι άλλο, μόνο που αφορούσε την προσπάθειά του να μπει στο βρακί μου, και μάλιστα συχνά. «Πάρα πολύ». Τόσο πολύ, που μου έβαλε μια ιδέα, μια τρελή, καταπληκτική ιδέα. Κάτι που δεν είχα ξανακάνει ποτέ και που θα έμενε μαζί μου σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου. «Σ’ ευχαριστώ, Τάι. Δώσε στην Έιμι τα συγχαρητήριά μου και ενημέρωσέ με όταν της κάνεις πρόταση. Αλλά περίμενε τουλάχιστον έναν μήνα, εντάξει, καρδιοκατακτητή;» Γέλασε με τη βαθιά, σαμοανή χροιά του, που μου είχε λείψει τρομερά στη μία εβδομάδα που είχα να την ακούσω. «Έγινε. Να προσέχεις τον εαυτό σου και να μου στέλνεις τακτικά νέα σου.


Κάθε μια δυο βδομάδες. Υποσχέσου το». «Εντάξει, εντάξει. Το υπόσχομαι». «Αν σου συμβεί τίποτα, Μία, θα έρθω με το πρώτο αεροπλάνο να τους κάνω κομματάκια. Θα σε προστατέψω, κορίτσι μου. Αν με χρειαστείς, θα είμαι εκεί. Η Έιμι το ξέρει και συμφωνεί. Αυτό που κάνεις, η δουλειά σου, μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνη, αλλά το καταλαβαίνω. Πάνω απ’ όλα η οικογένεια». «Ναι, Τάι. Δε νομίζω ότι το καταλαβαίνει κανείς καλύτερα από σένα. Πάνω απ’ όλα η οικογένεια». «Να προσέχεις τον τάμα σου, κορίτσι μου» – δεν είχα ξεχάσει βέβαια ότι τάμα σημαίνει «πατέρας» στα σαμοανά. «Αλλά ώσπου να βρεις έναν άντρα που θα γίνει η παντοτινή σου αγάπη, θα είμαι εκεί. Ο μεγάλος Σαμοανός αδερφός που δεν είχες ποτέ». «Από εραστής, αδερφός;» Χαχάνισε. «Καταλαβαίνεις τι εννοώ. Υποσχέσου μου ότι θα προσέχεις». «Θα προσέχω. Σ’ αγαπώ, Τάι». «Σ’ αγαπώ, κορίτσι μου. Φίλοι για μια ζωή». «Φίλοι για μια ζωή». Έκλεισα το τηλέφωνο και ξεφύσηξα. Όλοι γύρω μου προχωρούσαν τη ζωή τους· όλοι, εκτός από μένα. Είχα άλλους έξι μήνες μπροστά μου μέχρι να ξεμπερδέψω με τον Μπλέιν και να απελευθερωθεί ο πατέρας μου. Παρόλο που δε θα το διάλεγα ποτέ ως καριέρα, το να εργάζομαι ως συνοδός πλούσιων αντρών δεν ήταν και τόσο άσχημο. Ιδίως αν αναλογιζόμουν την αρχή αρχή, είχα σταθεί πολύ τυχερή. Ο Γουέστον Τσαρλς Τσάννινγκ ο Τρίτος. Γέλασα πνιχτά ενώ θυμόμουν πόσο δούλεμα είχα ρίξει στον Γουές για τον αριθμό στο τέλος του ονόματός του. Ο Γουές έπαιζε καλά το χαρτί του υπάκουου γιου. Ήταν καταστροφικά ελκυστικός, ξένοιαστος, εργατικός και αφιέρωνε χρόνο στις απλές απολαύσεις της ζωής. Το διάστημα που είχα περάσει μαζί του ήταν πολύ περισσότερα απ’ όσα πίστευα ότι θα μπορούσε να είναι. Είχε μετατρέψει μια εξαιρετικά τρομακτική για εμένα κατάσταση σε κάτι τόσο ευχάριστο. Μου έμαθε να κάνω σερφ και μου έδειξε ότι δεν είναι όλοι οι άντρες φτιαγμένοι από την ίδια πάστα. Οι άντρες με τους οποίους ήμουν πριν από εκείνον, εκείνοι που τους είχα αφοσιωθεί, με είχαν πληγώσει, με είχαν σπάσει και με είχαν κάνει κυνική


απέναντι στον έρωτα. Ο Γουές όμως είχε αποκαταστήσει την πίστη μου στο αντρικό φύλο, και στην πεποίθηση ότι κι εγώ θα μπορούσα να αποκτήσω κάτι που ονειρευόταν να αποκτήσει κάθε γυναίκα στο γνωστό σύμπαν. Την αληθινή αγάπη. Μόνο που δεν μπορούσα να την έχω τώρα. Αλλά με τον Γουές είχα ζήσει την εμπειρία του να μου κάνουν έρωτα για πρώτη φορά, κι αυτό ήταν κάτι που δε θα ξεχνούσα ούτε θα απαρνιόμουν ποτέ. Εκείνη η νύχτα ήταν η πιο ωραία στιγμή της ζωής μου. Ένιωθα επιτέλους πλήρης… αγαπημένη. Ό,τι κι αν έφερνε το μέλλον, πάντα θα είχα αυτό. Ο Αλέκ Ντυμπουά, ο βρομόστομος Γάλλος μου, ήταν ο δεύτερος. Θεέ μου, τι ωραίος που ήταν. Από τα μακριά του τα μαλλιά στον ξεχωριστό κότσο του, μαζί με τον συνδυασμό γενειάδας και μουστακιού, ήταν αυτό που λέμε μπουκιά και συχώριο. Η θύμηση εκείνων των πυκνών, πλούσιων μαλλιών του έκανε φυσαλίδες πόθου να γαργαλήσουν τη ραχοκοκαλιά μου. Τώρα που το σκεφτόμουν, είχα περάσει σχεδόν έναν μήνα κολλημένη στο πλευρό του, αλλά δε με πείραζε. Το έργο του, η τέχνη που είχε δημιουργήσει, θα έδειχνε στον κόσμο ένα κομμάτι μου που δεν είχα κατορθώσει ποτέ να παρουσιάσω. Η ευάλωτη, ατελής, αξιέραστη, έκφυλη, χαμένη γυναίκα που είχα γίνει στα είκοσι τέσσερα χρόνια της ζωής μου αποτυπωνόταν ξεκάθαρα στο έργο του. Ολόκληρη η συλλογή Έρωτας στον καμβά ήμουν εγώ, και για πρώτη φορά ένιωθα όμορφη. Με είχε κάνει να δω τον εαυτό μου μέσα από νέο πρίσμα, και μου άρεσε. Πάρα πολύ. Κι ακόμα καλύτερα, δεν είχα πρόβλημα να το δει και ο κόσμος, και πλέον πάσχιζα κάθε μέρα να τον δικαιώσω. Ο Τόνυ Φαζάνο και ο Έκτορ Τσάβεζ, οι φίλοι μου από το Σικάγο. Παράξενο· και μόνο που σκεφτόμουν τα ονόματά τους ένιωθα μοναξιά. Κοντά τους έμαθα τη συντροφικότητα. Μου έδειξαν πως όποια μορφή κι αν είχε ο έρωτας, και όσο πολύ κι αν έπρεπε να εκτεθώ και να πάρω ρίσκα, ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει. Αν αυτό που ήθελα από τη ζωή και την αγάπη ήταν γραφτό να γίνει, στο τέλος θα άξιζε τον κόπο. Είχα κρεμαστεί από αυτό· μπορούσα μονάχα να ονειρεύομαι ότι μια μέρα θα γινόταν και για μένα πραγματικότητα. Ο Μέισον Μέρφυ, ο αλαζόνας, σπουδαίος παίκτης του μπέιζμπολ, που είχε χρυσή καρδιά αν έκανες τον κόπο να ψάξεις να τη βρεις, και κατέληξε να γίνει ο αδερφός που ποτέ δεν είχα. Του άρεσε να παριστάνει ότι ήταν κάποιος άλλος, όπως κι εγώ, αλλά στην πραγματικότητα, αν έβλεπες στην καρδιά του, ήθελε τα


ίδια πράγματα που θέλουμε όλοι μας. Φιλία, συντροφικότητα, ένα δικό του σπίτι και έναν δικό του άνθρωπο. Και τώρα τα είχε… με τη Ρέιτσελ. Θα ήταν αυτά, κι ακόμα παραπάνω. Το διάστημα που είχα περάσει κοντά στον Μέις με βοήθησε να συνειδητοποιήσω ότι το να προσπαθώ να γίνω κάτι που δεν είμαι έκανε κακό σ’ εμένα και σε όσους είχα γύρω μου. Και μετά ήταν ο γλυκός, αγαπησιάρης, σέξι Σαμοανός μου. Θεέ μου, η περιοχή ανάμεσα στα σκέλια μου έσφυζε όταν θυμόμουν πόσο μακρύς, χοντρός και σκληρός ήταν. Ήταν μακράν ο πιο μεγάλος που είχα δει, παρόλο που ο Γουές και ο Αλέκ δεν υστερούσαν καθόλου σε αυτό τον τομέα. Η περίοδος με τον Τάι ήταν γεμάτη διασκέδαση, φιλία και πήδημα. Μέσα σε έναν μήνα είχα κάνει περισσότερο σεξ μαζί του απ’ όσο κάνουν οι περισσότερες ελεύθερες γυναίκες – ή και ζευγάρια, εδώ που τα λέμε– μέσα σε έναν χρόνο. Δε χορταίναμε ο ένας τον άλλο. Ήταν σαν να θέλαμε να αποδείξουμε κάτι. Και όταν τέλειωσαν όλα, ο χρόνος που περάσαμε μαζί επισφράγισε τη φιλία μας με τέτοιον τρόπο, που δε θα μπορούσε να γίνει ποτέ χωρίς τη σωματική επαφή μας. Ήξερα ότι θα τον είχα δίπλα μου σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Η κουλτούρα του και η αγάπη που έδινε στους φίλους του ήταν καθολική και δεν είχε χρονικά όρια. Αναλογιζόμενη τους προηγούμενους μήνες και τις εμπειρίες που είχα ζήσει, η ιδέα εδραιώθηκε μέσα μου. Αν δεν το έκανα τώρα, δε θα το έκανα ποτέ. Βγήκα από το δωμάτιό μου, κατέβηκα τρέχοντας τις σκάλες και φρέναρα απότομα. Ο Τζέιμς σήκωσε το βλέμμα από το γραφείο του στο καθιστικό. «Κυρία Σόντερς, θέλετε να σας πάω κάπου;» «Ναι! Έχεις χρόνο τώρα;» Έγειρε το σαγόνι του. «Φυσικά». Τέντωσε το χέρι του γνέφοντάς μου να προχωρήσω μπροστά. Μόλις μπήκαμε στο αμάξι, έβγαλα το κινητό μου, έκανα μια αναζήτηση στο Google και βρήκα ακριβώς αυτό που ζητούσα. «Πού πάμε;» με ρώτησε ενώ κατηφορίζαμε τον μακρύ και γεμάτο στροφές ιδιωτικό δρόμο. «Σε ένα μαγαζί που λέγεται Βελόνα και Μελάνι». «Στο τατουατζίδικο;» είπε έκπληκτος. «Ναι. Και πάμε γρήγορα πριν αλλάξω γνώμη».


4

Ο ΒΟΜΒΟΣ ΤΗΣ ΒΕΛΟΝΑΣ ακουγόταν πάνω από τη σιγανή βαβούρα του μαγαζιού. Πελάτες κάθονταν σε μαύρες δερμάτινες καρέκλες όπως η δική μου. Ένας τύπος χτυπούσε κεραυνούς στο πλάι του κεφαλιού του, όπου είχε ξυρίσει όλο το μαλλί του. Μόνο μια λεπτή λωρίδα από χνούδι έμενε στην κορυφή του κρανίου. Στα αυτιά είχε δίσκους σε μέγεθος δεκάρας, και στο πρόσωπο κουβαλούσε περισσότερο μέταλλο από τη μηχανή του, μια πραγματικά ωραία μοτοσικλέτα. Με έκανε να πεθυμήσω τη δεσποινίδα Σούζι. Κοίταξα πάλι τον τύπο, που το θεωρούσε καλή ιδέα να κάνει τατουάζ στο κεφάλι. Όσο η βελόνα τρυπούσε τη σάρκα μου, αναρωτήθηκα τι σκόπευε να κάνει αυτός ο τύπος με τους λοβούς των αυτιών του όταν θα πήγαινε εβδομήντα. Σίγουρα θα είχαν κρεμάσει μέχρι τότε, ιδίως αν τους άνοιγε περισσότερο. Υποθέτω ότι αυτό δεν απασχολεί κανονικά έναν εικοσάρη σκίνχεντ. Μάλλον δεν πίστευε καν ότι θα ζούσε μέχρι τα εβδομήντα, και έτσι όπως τον έβλεπα να κάνει σπασμωδικές κινήσεις −λες και είχε κάπου να πάει αυτήν ακριβώς τη στιγμή−, μάλλον όδευε ολοταχώς για τον τάφο. Παρακάτω καθόταν μια μπάρμπι, που σίγουρα χτυπούσε το όνομα του γκόμενού της χαμηλά στη μέση. Γέλασα σιγανά με χαιρεκακία, επειδή ήξερα ότι τη στιγμή που χτυπάς τατουάζ το όνομα του ή της συντρόφου σου δίνεις στη σχέση το φιλί του θανάτου. Αυτός που κάνει το τατουάζ νομίζει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί κάτι τέτοιο στον ίδιο και ότι μπορεί να προκαλέσει τη μοίρα με αυτό τον τρόπο. Μεγάλη ανοησία. Το γέλιο έκανε το πόδι μου να τρανταχτεί, και τινάχτηκα όταν η τατουατζού έσφιξε περισσότερο τον αριστερό μου αστράγαλο. Το μαύρο καλλιγραφικό κείμενο είχε σχεδόν τελειώσει, και


μετά θα ξεκινούσε την πικραλίδα. Το δέρμα στο πόδι μου είχε μουδιάσει· ο πόνος του πρώτου εικοσαλέπτου ήταν μια διαπεραστική, βασανιστική αίσθηση που έδινε τόσο ενόχληση όσο και ευχαρίστηση. Αυτό που λένε ότι ο πόνος και η ευχαρίστηση είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος ισχύει και με το παραπάνω. Πλέον είχα συνηθίσει και τα δύο. Κάθε φορά που η κοπέλα σήκωνε το πιστόλι για να βάλει κι άλλο μελάνι και μετά πίεζε την πύρινη ακίδα του ξανά στο δέρμα μου, ένα κύμα διέγερσης άναβε τις νευρικές απολήξεις μου σαν πυροτεχνήματα της 4ης Ιουλίου. «Το Μασκ είναι πολύ ασυνήθιστο όνομα, ιδίως για κοπέλα», είπα απλά, προσπαθώντας να πιάσω κουβέντα με τη μικροκαμωμένη Ασιάτισσα που έφτιαχνε το τατουάζ μου. Το χαμόγελο της έφτασε στα μάτια. Ήταν σαν να κοιτούσες μέσα σε έναν κατασκότεινο γαλαξία που δεν είχε παρά μικροσκοπικά στίγματα από λευκά φώτα όπου αναφλέγονταν τα αέρια των αστεριών. Φορούσε χτυπητό κόκκινο κραγιόν και έναν μικροσκοπικό ασημένιο κρίκο στο πλάι του κάτω χειλιού της. Η ασιατική καταγωγή της φαινόταν έντονα στη χαριτωμένη απόχρωση του λείου δέρματος, που ερχόταν σε αντίθεση με το εβένινο χρώμα των μαλλιών της, τα οποία είχε μαζέψει σε φροντισμένο κότσο στον αυχένα. Αν δεν είχε το σκουλαρίκι στο χείλι και τα τατουάζ στους βραχίονες, θα ταίριαζε τέλεια σε κάποιο από τα γραφεία του κέντρου της Ουάσινγκτον. Η Μασκ έγειρε στο πλάι το κεφάλι και συγκεντρώθηκε στα γράμματα από μελάνι που ζωγράφιζε στο δέρμα μου. «Είναι υποκοριστικό του Μασκατούν. Το Μασκ είναι πιο εύκολο για τους Αμερικάνους». Η φωνή της δεν είχε ίχνος ξενικής προφοράς. «Δεν είσαι Αμερικανίδα;» «Όχι, είμαι. Η οικογένειά μου και οι φίλοι μου μπορούν να προφέρουν ολόκληρο το όνομά μου πιο εύκολα από τους τουρίστες και τους ντόπιους που έρχονται για να χτυπήσουν τατουάζ». Χαμογέλασε αχνά. «Καλά, εγώ νομίζω ότι το κανονικό σου όνομα είναι πολύ ωραίο, αλλά το Μασκ είναι γαμάτο και προτιμώ αυτό». «Η οικογένειά μου κατάγεται από το Μπρουνέι, που βρίσκεται στη νοτιοανατολική Ασία, αλλά εγώ είμαι Αμερικανίδα». «Ωραίο αυτό».


«Σ’ ευχαριστώ», μου είπε και ανακάθισε για να επιθεωρήσει το έργο της, γυρίζοντας το πόδι μου πότε έτσι και πότε αλλιώς κάτω από τη δυνατή λάμπα. Στο πλάι του ποδιού μου, περίπου τρεις πόντους πάνω από τη φτέρνα και μέχρι το δάχτυλο, απλωνόταν το κείμενο που είχα επιλέξει. Βρισκόταν περίπου τρεις πόντους πάνω από την πατούσα. Όταν η Μασκ με ρώτησε τι ήθελα, ήξερα αμέσως. Επιλέξαμε μια γραμματοσειρά που ταίριαζε στο γούστο μου, και τώρα αυτό το κομμάτι είχε τελειώσει. «Για δες το κι εσύ πριν ξεκινήσω την πικραλίδα». Έκανα το πόδι μου πέρα δώθε, μορφάζοντας όποτε το δέρμα τραβούσε την πληγωμένη σάρκα. Ήταν πανέμορφο, ακριβώς όπως το φανταζόμουν. «Μ’ αρέσει πάρα πολύ». «Εντάξει, η πικραλίδα θα πάει εδώ». Διέτρεξε με το δάχτυλό της τη γυμνή σάρκα στο μέσα μέρος του αστραγάλου μου, από λίγο πιο πάνω από τη φτέρνα μέχρι δέκα πόντους ψηλότερα. Έγνεψα καταφατικά. «Μετά ο κάθε σπόρος που θα πετάει στον άνεμο θα έχει από ένα γράμμα της επιλογής σου στο κοτσάνι. Ινκόγκνιτο, έτσι;» Το βλέμμα της διασταυρώθηκε με το δικό μου και μου χαμογέλασε. «Έτσι». Αυτή τη φορά ξάπλωσα πίσω και άφησα τη Μασκ να κάνει τη δουλειά της. Το τσίμπημα ξανάρχισε τη στιγμή που το πιστόλι άγγιξε τον αστράγαλό μου. Έτσουζε, στέλνοντας μια δυνατή σουβλιά πόνου στο πόδι μου. Έσφιξα τα δόντια και περίμενα να ξαναγίνει ο πόνος, για μια ακόμα φορά, ηδονή. Μετά από περίπου δέκα λεπτά, έπλεα στις ενδορφίνες. «Τελείωσα το Γ και το Α». Η Μασκ μού έδειξε το σημείο όπου τα δύο χνουδωτά πέταλα παρασέρνονταν πάνω από το κείμενο μαζί με διάφορα άλλα. Μόνο που τα συγκεκριμένα δύο ήταν αλλιώτικα. Το ένα είχε το γράμμα «Γ», αντιπροσωπεύοντας τον χρόνο που είχα περάσει με τον Γουές, και το άλλο είχε ένα «Α» για τον Αλέκ. «Πες μου πάλι πώς θέλεις να κάνω το Τ και το Ε». «Αν γίνεται, θα τα ήθελα να είναι κάπως μπλεγμένα μεταξύ τους στο ίδιο χνούδι». Η Μασκ κοίταξε το πόδι μου, το γύρισε ξανά μπρος πίσω κάτω από το φως, έγνεψε καταφατικά και ξανάπιασε δουλειά. «Τελείωσα το Μ και το μονό Τ. Έβαλα δυο σκέτα εδώ κι εδώ». Μου έδειξε τα


απλά, που ήταν σκόρπια ανάμεσα στα ιδιαίτερα. «Αλλά μου ανέφερες ότι ίσως θέλεις να συμπληρώσεις κι άλλα αργότερα, γι’ αυτό άφησα λίγο χώρο». Έγνεψα καταφατικά. «Ναι, αν η χρονιά συνεχιστεί όπως τη σχεδιάζω, ίσως θελήσω να προσθέσω μερικά χνούδια ακόμα, με καινούρια γράμματα». «Νομίζω ότι είναι μια χαρά έτσι, και δε φαίνεται μισοτελειωμένο, αλλά μπορείς άνετα να πεις σε κάποιον να σου το συμπληρώσει – παρόλο που θα προτιμούσα να το κάνω εγώ. Μ’ αρέσει να είναι ολοδικά μου τα τατουάζ μου, με πιάνεις;» Σήκωσα τα χέρια σαν να παραδινόμουν. «Βεβαίως. Θα επιστρέψω προς το τέλος της χρονιάς, αν θελήσω να το συμπληρώσω. Το υπόσχομαι». Της έδωσα το χέρι μου και το έσφιξε. «Εντάξει, λοιπόν. Θες να το δεις;» Η πικραλίδα ήταν απίστευτη και ρεαλιστική. Πλαισίωνε πανέμορφα το κείμενο, δείχνοντας ακριβώς πόσο ήθελα να αναδείξω το ρητό και ταυτόχρονα να ταιριάζει με το νόημα του να κάνεις ευχές. Τα πέταλα της πικραλίδας παρασέρνονταν από μια ριπή αέρα. Τα πέντε, από τα δεκαπέντε που ήταν διασκορπισμένα, είχαν από ένα γράμμα στον μίσχο τους. Ο Γουές, ο Αλέκ, ο Μέισον και ο Τάι είχαν ο καθένας το μονόγραμμά του χαραγμένο στην κίνηση του μίσχου. Ο Τόνυ και ο Έκτορ μοιράζονταν το ίδιο μικροσκοπικό πέταλο, με έναν συνδυασμό του Τ και του Ε. Αντιλαμβανόμουν πολύ καλά τη σημασία του να κουβαλάω ένα κομμάτι από τον κάθε άντρα μαζί μου, ενώ βάδιζα σε αυτό το μονοπάτι μέρα με τη μέρα. Στα βάθη της καρδιάς μου ήξερα ότι το είχα ανάγκη για να βγάλω την υπόλοιπη χρονιά. Το να κουβαλώ μαζί μου αυτούς τους άντρες, το αρχικό γράμμα του ονόματός τους να ίπταται γύρω από το κείμενο που είχε γίνει το προσωπικό μου μότο, ήταν τέλειο. Κοίταξα το κείμενο, θαυμάζοντας το ρητό, καθώς γινόταν κομμάτι της ζωής και της αλήθειας μου, χαραγμένο για πάντα πάνω στο κορμί μου. Εμπιστεύσου το ταξίδι… ***

Το πόδι μου πονούσε ενώ περπατούσα για να μπω στο σπίτι και ανέβαινα


κουτσαίνοντας τις σκάλες προς το δωμάτιό μου. «Για όνομα του Θεού, τι συνέβη; Χτύπησες;» Η Καθλίν ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά και με έπιασε από τον ώμο, αγκαλιάζοντάς με τρυφερά καθώς ανέβαινα χωλαίνοντας τα υπόλοιπα σκαλοπάτια. Με βοήθησε να φτάσω στο δωμάτιό μου, πράγμα που πήρε υπερβολικά πολλή ώρα. Κάθε βήμα πονούσε πιο πολύ από το προηγούμενο, και περισσότερο από όταν έκανα το τατουάζ συνολικά. Μόλις φτάσαμε στο δωμάτιο άρχισα να πηγαίνω κουτσό και προσγειώθηκα βαριά στο κρεβάτι. «Τι έπαθες;» είπε επιθεωρώντας πόντο πόντο το σώμα μου, μέχρι που το βλέμμα της στάθηκε στο γυαλιστερό κομμάτι δέρματος που η Μασκ είχε αλείψει με βαζελίνη. «Πόπο. Άρα το έκανες μόνη σου στον εαυτό σου λοιπόν». Έσκυψε κοντά του και το περιεργάστηκε. «Είναι πολύ όμορφο και φαίνεται ότι το νόημα πίσω από το κείμενο έχει μεγάλη σημασία για σένα». Χαμογέλασα μορφάζοντας ταυτόχρονα από τον πόνο. «Είναι. Σ’ ευχαριστώ. Δεν ξέρω. Ξύπνησα σήμερα και απλά ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Αφού δεν έχω να παραβρεθώ σε κάποια εκδήλωση τις επόμενες μέρες, τώρα ήταν η καλύτερη στιγμή», της είπα. Η Καθλίν έγνεψε χαριτωμένα. «Θα σου φέρω τσάι και λίγα μπισκότα. Έλα να σε βοηθήσω να βολευτείς». Πήρε ένα μαξιλάρι και το έβαλε απαλά κάτω από το πόδι μου, προσέχοντας ιδιαίτερα να μην ακουμπήσει το φρέσκο μελάνι. Ύστερα αναφουφούλιασε ένα μαξιλάρι, και με τα δυο της δάχτυλα με έσπρωξε προς τα μπρος για να το βάλει πίσω από την πλάτη μου. «Καλύτερα έτσι;» Γελώντας, έγειρα το κεφάλι στο πλάι και κοίταξα την αξιαγάπητη γυναίκα. Κάθε άντρας που τιμούσε τα παντελόνια του θα την άρπαζε και θα την έκανε για πάντα δική του· δε θα προσλάμβανε μια συνοδό για να μην τον κακοχαρακτηρίσουν οι λεφτάδες. Για μια στιγμή, ο Γουόρρεν έπεσε πολύ στην εκτίμησή μου, αλλά εδώ που τα λέμε, δεν ήταν δουλειά μου να τον κρίνω. «Δεν είμαι άρρωστη, ξέρεις. Απλά έκανα τατουάζ». Γελάσαμε και οι δυο ενώ έστρωνε την κουβέρτα γύρω από τα πόδια μου. «Όντως, αλλά πονάς. Άφησέ με να σε περιποιηθώ. Θα είναι ωραία αλλαγή για μένα να φροντίζω μια γυναίκα αντί για δυο ευερέθιστους άντρες που νομίζουν ότι μπορούν να φροντίσουν μόνοι τους τον εαυτό τους». Μου έκλεισε το μάτι


και μου χάρισε εκείνο το απαλό χαμογελάκι που είχα αρχίσει να αναγνωρίζω ως τον τρόπο επικοινωνίας της. Η Καθλίν ήταν μια καλοσυνάτη γυναίκα, με ισχυρή θέληση και ευγενικούς τρόπους. Ανακάλυπτα ότι μου άρεσε ο αθόρυβος τρόπος που αντιμετώπιζε τις καταστάσεις. Στα μάτια μου ήταν η επιτομή της χάρης. Ίσως θα μπορούσα να μάθω ένα δυο πράγματα από εκείνη. Όταν επέστρεψε, δεν ήρθε με άδεια χέρια. Κρατούσε διάφορα, όπως κρασί, όχι τσάι, σνακ, περιοδικά και σοκολατάκια. «Τι είναι όλα αυτά;» τη ρώτησα ενώ άφηνε κάτω τον δίσκο. «Σπάνια έχω την ευκαιρία να κάνω παρέα με μια άλλη γυναίκα, και αν δε σε πειράζει, θα ήθελα να σε γνωρίσω καλύτερα». Χαμογέλασα και της έκανα χώρο. «Εννοείται. Δώσ’ μου ένα ποτήρι από το καλό κρασί». Τα μάτια της φωτίστηκαν και έλαμψαν σαν διαμάντι δέκα καρατίων. «Είναι όντως από το καλό κρασί. Το πήρα από την προσωπική συλλογή του κυρίου Σίπλεϋ». Γούρλωσα τα μάτια. «Είσαι σίγουρη ότι κάνει να το πιούμε; Δε θα θυμώσει όταν δει ότι λείπουν κάνα δυο μπουκάλια;» Έγνεψε αρνητικά πολύ εμφατικά. «Κοιμάμαι με το αφεντικό. Έχω τον τρόπο μου να τον καλοπιάνω. Εξάλλου, μου είπε ότι μπορώ να πάρω ό,τι θέλω, και τυχαίνει να ξέρω ότι αυτά έχουν μείνει και κάθονται εδώ και καιρό. Δεν του αρέσει η ποικιλία Ζίνφαντελ όσο εμένα». «Α, κατάλαβα. Και πώς λειτουργεί αυτό, τέλος πάντων;» Τα φρύδια της υψώθηκαν ερωτηματικά. «Το να πηδιέσαι με το αφεντικό εννοώ». Χαχάνισα και με μιμήθηκε. Αν και ήξερα πολύ καλά πώς ήταν να πέφτεις στο κρεβάτι με τον άντρα που σου πληρώνει τον μισθό. Από την άλλη, δεν είχα μείνει με κανέναν τους πάνω από έναν μήνα, ενώ εκείνη ήταν δεκαετίες εδώ. Εισέπνευσε αργά και κάθισε στο κρεβάτι δίπλα μου, ακουμπώντας την πλάτη της στα αφράτα μαξιλάρια. Ήπιε λίγο κρασί και έδειξε να συλλογίζεται την ερώτηση. «Δεν είναι τόσο άσχημο όσο ακούγεται. Ο Γουόρρεν κι εγώ είμαστε φίλοι εδώ και τριάντα χρόνια. Τον ερωτεύτηκα όσο ήταν ακόμα με τη γυναίκα του. Κι όταν πέθανε, καταλαβαίνεις, με χρειαζόταν. Πέρασαν πολλά χρόνια πριν ξεκινήσουμε τον μυστικό δεσμό μας. Τώρα, τα περισσότερα βράδια κοιμάμαι στο κρεβάτι του». Παρότι αυτό που μου περιέγραφε έμοιαζε σαν να είχαν


κανονική σχέση, κάτι μου έκρυβε. «Τότε γιατί έχω την εντύπωση ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο καλά όσο φαίνονται;» Ανασήκωσε τους ώμους και αναστέναξε. «Υποθέτω ότι φανταζόμουν πως κάποια στιγμή θα το αποκαλύπταμε. Ότι δε θα ντρεπόταν να είναι μαζί μου». Τα μάτια της θόλωσαν και ρούφηξε απαλά τη μύτη της. Κούνησα το κεφάλι. «Δε μου δίνει την εντύπωση ότι ντρέπεται που είναι μαζί σου. Πάντως, αυτό που έχω να πω, έχοντας πάει σε αυτές τις εκδηλώσεις, είναι ότι θα ξεχώριζες σαν τη μύγα μες στο γάλα, αυτό είναι βέβαιο». Κοίταξα την καλοσιδερωμένη μπλούζα της, την ποδιά με τα φρου φρου και τη στενή φούστα που κολάκευε τη σιλουέτα της. Ασυζητητί. Ήταν κλάσεις ανώτερη από τις νεαρές κοκότες που κυκλοφορούσαν οι άντρες του κύκλου του Γουόρρεν. Γυναίκες σαν εμένα. Έπνιξα με μεγάλη προσπάθεια την αναγούλα που μου ήρθε. «Κατάλαβα», ήταν τα λόγια που είπε, αλλά θα μπορούσε άνετα να είχε ξεστομίσει μια βρισιά, αν δεν ήταν τόσο κυρία. Ακούμπησα το χέρι μου στον βραχίονά της και την κράτησα σφιχτά, μέχρι που το βλέμμα της συνάντησε το δικό μου. «Δεν κατάλαβες, αλλά θα σου δείξω». Με γρήγορες κινήσεις, λες και μου είχαν βάλει νέφτι στον κώλο, έβαλα το χέρι μου αποκάτω μου και έβγαλα το κινητό από την κωλότσεπη. Βρήκα τη φωτογραφία που είχα στείλει στη Ζανέλ την περασμένη εβδομάδα. «Αυτό έχεις να αντιμετωπίσεις». Της έδωσα το τηλέφωνο. Περιεργάστηκε τη φωτογραφία πολλή ώρα. «Είναι τόσο μικρές, που θα μπορούσαν να είναι κόρες τους». Ένα ελαφρώς τρεμάμενο χέρι ανέβηκε μπροστά στο στόμα της. «Ορισμένες, πιθανόν και εγγονές τους». Έγνεψα καταφατικά. «Ναι. Γι’ αυτό είμαι εγώ εδώ». Μια έκφραση φρίκης πέρασε από το πρόσωπό της. «Όχι, άπαπα, όχι για τον λόγο που φαντάζεσαι. Οι λόγοι του είναι τελείως αλτρουιστικοί». Τότε πήρε ένα ύφος σαν να έλεγε «για ηλίθια με περνάς;», σηκώνοντας ταυτόχρονα τα μάτια της στο ταβάνι. «Εντάξει, είναι παράξενο, αλλά το καταλαβαίνω. Χρειάζεται κι αυτός μια μπίμπο» –πέρασα τα χέρια μου στον αέρα πάνω από το κορμί μου– «για να


δείχνει ότι είναι ένας από αυτούς. Όμως όλα γίνονται για καλό σκοπό. Κάνει ένα πρότζεκτ στο οποίο χρειάζεται τη στήριξη αυτών των λεφτάδων και ένα σωρό βαρετών πολιτικών, προκειμένου να στέλνει φάρμακα και εμβόλια σε χώρες του Τρίτου Κόσμου». Πρέπει να το θυμήθηκε, γιατί άρχισε να γνέφει καταφατικά και έγειρε πιο κοντά μου. «Που λες, μου το έχει αναφέρει αυτό το πρότζεκτ. Το έχει χρόνια στα σκαριά. Ειλικρινά νόμιζα ότι το είχε εγκαταλείψει». Έπειτα ξεφύσηξε. «Ένα ακόμα πράγμα που κάνει στη μνήμη της». Ο τόνος της −όταν είπε στη μνήμη της− ακούστηκε πικαρισμένος και καυστικός, σχεδόν εχθρικός. Τα μάτια μου στένεψαν. «Στη μνήμη ποιας;» Εκείνη τη στιγμή, η Καθλίν αντέδρασε με τρόπο που δε θα φανταζόμουν ποτέ. Έφερε το ποτήρι στα χείλη της και κατέβασε το πορφυρό υγρό μονορούφι. «Της Κέττυ Σίπλεϋ». «Ποια είναι η Κέττυ Σίπλεϋ;» ρώτησα, εντελώς μπερδεμένη. «Η νεκρή γυναίκα του Γουόρρεν». «Α, αυτή η Κέττυ Σίπλεϋ». Αφού το είπα, κατέβασα το υπόλοιπο κρασί μου και περίμενα λίγο. «Και προς τι η κακεντρέχεια;» Η Καθλίν έτριψε το μέτωπό της και τράβηξε το κρυμμένο τσιμπιδάκι. Προς μεγάλη μου έκπληξη, μια ατίθαση χαίτη από μακριά μαλλιά έπεσε κάτω από τους ώμους της, σε πανέμορφες, μεγάλες, ζωηρές μπούκλες. Τίναξε το κεφάλι, πέρασε κάνα δυο φορές από μέσα τα δάχτυλά της και βόγκηξε. «Μη νομίσεις ότι δεν τη συμπαθούσα. Ήταν για καιρό η καλύτερή μου φίλη. Αυτό που δε μου αρέσει είναι που έχει πεθάνει εδώ και είκοσι πέντε χρόνια, αλλά ο Γουόρρεν είναι ακόμα ερωτευμένος μαζί της. Δεν μπορείς να κερδίσεις την καρδιά ενός άντρα όταν ανήκει ακόμα στην πεθαμένη γυναίκα του». Οι ώμοι της καμπούριασαν, κι εγώ την έπιασα αλά μπρατσέτα και την έσφιξα δίπλα μου. «Ειλικρινά, δεν μπορεί να είναι τόσο άσχημα τα πράγματα». «Άντε καλέ», είπε κοροϊδευτικά. «Ώστε νομίζεις ότι είμαι απλά μια ξινισμένη;» Με μια έκρηξη ενεργητικότητας, σηκώθηκε και έφυγε σαν σίφουνας, αφήνοντάς με σύξυλη. Μα τι σχέση είχε αυτό τώρα; Σοβαρά, οι γέροι λένε τα πιο παράξενα πράγματα. Πέρασαν μερικά λεπτά, και άρχισα να ανησυχώ ότι την πρόσβαλα. Επανέλαβα


τη συζήτηση στο μυαλό μου, και παρόλο που ήταν άβολη στην καλύτερη περίπτωση, δεν είχα πει κάτι τόσο ανάρμοστο, που θα την έκανε να σηκωθεί και να φύγει. Πριν προλάβω να την ξανασκεφτώ, η πόρτα άνοιξε διάπλατα και μπήκε η Καθλίν με ένα τρόλεϊ για φαγητό. Ήταν από αυτά που βλέπεις όταν μένεις σε πολύ ακριβό ξενοδοχείο και σου φέρνει ο γκρουμ το φαγητό στο δωμάτιο. «Τι είναι αυτό;» ρώτησα, ακόμα πιο μπερδεμένη. Στη στιγμή βρέθηκε δίπλα στο κρεβάτι. «Έλα, πάμε». Χτύπησε μαλακά με το χέρι την επιφάνεια του τρόλεϊ. «Θα σου δείξω κάτι που θα σε πείσει». «Για τι πράγμα;» Ανέβηκα στο τρόλεϊ και με βοήθησε να καθίσω. Μετά με έσπρωξε έξω από το δωμάτιο και ακολούθησε τον διάδρομο. «Ότι δεν έχει ξεπεράσει ακόμα την Κέττυ!» Γραπώθηκα από το καρότσι και μόρφασα. «Αν σου πω ότι σε πιστεύω, υπόσχεσαι ότι δε θα με κατατρομάξεις γυρίζοντάς με μέσα στο μέγαρο πάνω σ’ αυτή τη σκοτώστρα; Αν βάλεις κατά λάθος λίγο περισσότερη δύναμη, μπορεί να φύγω από τις σκάλες». Σταμάτησε και με χτύπησε καθησυχαστικά στην πλάτη. «Παλιά γύριζα τον Άαρον σε όλο το σπίτι με αυτό. Τρελαινόταν. Είναι απολύτως ασφαλές. Μην ανησυχείς. Εξάλλου έχουμε την καλύτερη ασφάλεια. Αν πραγματικά τραυματιζόσουν ενώ εργάζεσαι για τους Σίπλεϋ, θα ξένοιαζες οικονομικά για μια ζωή». Αυτό δε με έκανε να νιώσω καλύτερα. «Όχι αν είμαι νεκρή!» της αντέταξα. «Ηρέμησε, φτάσαμε». Σταμάτησε μπροστά από τη δίφυλλη πόρτα στο τέρμα ενός πολύ μακριού διαδρόμου και έβγαλε από την ποδιά της μια αρμαθιά κλειδιά· δηλαδή έναν κρίκο με τόσα κλειδιά πάνω του, που θα μπορούσαν να θρέψουν έναν κλειδαρά για καμιά εικοσαριά χρονάκια. Με ένα γρήγορο τίναγμα του χεριού, ξεκλείδωσε και άνοιξε και τα δύο φύλλα της πόρτας. Κατέβηκα από το καρότσι πατώντας στο καλό μου πόδι και μπήκα στις μύτες μέσα στο δωμάτιο. Το τσιτωμένο δέρμα έτσουζε ακόμα, όμως το κρασί είχε βοηθήσει. Μόλις έφτασα στο κέντρο του δωματίου, σταμάτησα και κοίταξα γύρω μου. Η αίθουσα ήταν πελώρια. Έδειχνε να καταλαμβάνει ολόκληρη την αποδώ πλευρά του μεγάρου. Σίγουρα έπιανε εκατόν ογδόντα τετραγωνικά από μόνη της. Σε δύο


ολόκληρους τοίχους ήταν κρεμασμένα −το ένα δίπλα στο άλλο− πορτρέτα της ίδιας μελαχρινής, γαλανομάτας νεαρής γυναίκας, από τα εφηβικά της χρόνια μέχρι περίπου τα τριάντα της. Πλησίασα αργά έναν από τους τοίχους και ψηλάφησα κάνα δυο από τις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες. Η γυναίκα είχε καταπληκτική ομοιότητα με τον Άαρον. Σε μερικές φωτογραφίες, η νεαρή κρατούσε αγκαλιά τον Άαρον, που δεν πρέπει να ήταν πάνω από τριών ή τεσσάρων. Κοιτώντας τον υπόλοιπο χώρο, είδα μια τουαλέτα. Πάνω της βρίσκονταν μια βούρτσα, μια χτένα, είδη μακιγιάζ και διάφορες λοσιόν και αρώματα, σαν να περίμεναν την ιδιοκτήτριά τους να καθίσει και να ετοιμαστεί για τη βραδινή της έξοδο. Παραδίπλα βρισκόταν μια φαρδιά γυάλινη βιτρίνα. Είχε τουλάχιστον δύο μέτρα μήκος και μισό μέτρο φάρδος. Μέσα της βρίσκονταν απίστευτα σκουλαρίκια, κολιέ, βραχιόλια και δαχτυλίδια, που όμοιά τους θα έβλεπες μόνο σε πανάκριβο κοσμηματοπωλείο. Ήταν όλα άριστης ποιότητας και εμφανώς πανάκριβα κομμάτια που θα πωλούνταν για δεκάδες χιλιάδες δολάρια, και πιθανότατα πολύ παραπάνω. Παρακάτω υπήρχαν αμέτρητες κρεμάστρες με γυναικεία ρούχα. Δεν είχαν ούτε κόκκο σκόνης πάνω τους, παρόλο που πρέπει να ήταν πολλών δεκαετιών, κι ωστόσο κρέμονταν έτοιμα λες να τα φορέσει η ιδιοκτήτριά τους. Διάφορα άλλα αντικείμενα περιέβαλλαν τους τοίχους, βιβλία, μπιχλιμπίδια, άπειρες φωτογραφίες του Άαρον όταν ήταν παιδί – όλα τα πράγματα που θα έδιναν θαλπωρή σε ένα σπίτι ήταν συγκεντρωμένα σε αυτό το δωμάτιο. «Τι είναι εδώ;» ρώτησα την Καθλίν, έχοντας χάσει ουσιαστικά τη μιλιά μου από τον κόμπο που μου έκλεινε τον λαιμό, κάνοντας τα λόγια μου να βγαίνουν ψιθυριστά και αδύναμα. Η Καθλίν ακούμπησε στην τουαλέτα και χάιδεψε τη χρυσαφένια λαβή της βούρτσας. «Ακριβώς αυτό που φαίνεται». Με σαρκαστικό τόνο στη φωνή, αποκρίθηκα: «Χριστέ μου! Μοιάζει με κανονικό μαυσωλείο». «Η Κέττυ Σίπλεϋ εξακολουθεί να ζει, παρόλο που έχει πεθάνει εδώ και είκοσι πέντε χρόνια».


5 «ΤΙ ΣΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ κάνετε εδώ μέσα;» βρυχήθηκε πίσω από την πλάτη μου η εξαγριωμένη φωνή του Γουόρρεν Σίπλεϋ αυτοπροσώπως, κάνοντάς με να γυρίσω απότομα. «Ε, με συγχωρείτε, κύριε Σίπλεϋ», άρχισε να εξηγεί η Καθλίν, αλλά τη διέκοψα. Ανασήκωσα τους ώμους και πήγα κάνοντας κουτσό προς το μέρος του. «Συγγνώμη, Γουόρρεν. Με έπιασε περιέργεια. Ήταν η μοναδική πόρτα του σπιτιού που ήταν κλειδωμένη. Τώρα ξέρω γιατί. Τώρα μόλις μου έλεγε η Καθλίν πόσο ανάρμοστο ήταν που μπήκα στον προσωπικό σου χώρο». Φορώντας ένα απολογητικό χαμόγελο, έριξα μια ματιά στην Καθλίν και μετά χτύπησα μαλακά το στήθος του Γουόρρεν λες και δεν είχα δει τίποτα σπουδαίο. Αλλά ήταν. Και πολύ μάλιστα. «Το μυστικό σου είναι ασφαλές», πρόσθεσα και βγήκα στον διάδρομο. «Αχ, με πονάει το πόδι μου, θα πάω να ξαπλώσω». Ο Γουόρρεν πρέπει να είχε ξεπεράσει το σοκ που τον έπιασα να έχει φτιάξει μαυσωλείο για τη νεκρή γυναίκα του, γιατί με σταμάτησε ακουμπώντας το χέρι του στο μπράτσο μου. «Τι έπαθες;» «Τίποτα». Σήκωσα το πόδι μου. Το φως του διαδρόμου φώτισε το μαύρο μελάνι. «Έκανα τατουάζ σήμερα». Προφανώς αυτός ο τύπος σοκαριζόταν πολύ εύκολα, γιατί έβγαλε μια κραυγή έκπληξης και κράτησε ψηλά το πόδι μου, περιεργαζόμενος το τατουάζ. Πάνω που είχα αρχίσει να κουράζομαι να το κρατάω ψηλά, με σήκωσε στην αγκαλιά του και με άφησε πάνω στο τρόλεϊ. «Μεγάλη τύχη που βρίσκεται εδώ αυτό το καρότσι, ε;» Τα δασιά του φρύδια χαμήλωσαν σε ένα σκυθρώπιασμα.


«Α, ναι. Ήθελα να βρω την κουζίνα για να φτιάξω κάτι να φάω, αλλά θα ήταν καταστροφή αν προσπαθούσα να μεταφέρω ένα πιάτο πηγαίνοντας κουτσό». Χτύπησα το μεταλλικό τρόλεϊ και έμεινα ικανοποιημένη που ακούστηκε σαν γκονγκ. «Βρήκα τούτο εδώ και βουαλά! Σκέφτηκα ότι είναι ό,τι πρέπει. Επιπλέον, μπορώ να στηριχτώ πάνω του και να το σπρώχνω με το καλό μου πόδι». Τον κοίταξα με τον καλύτερο συνδυασμό χαμόγελου και μουτρώματος που διέθετα. «Αχά», μουρμούρισε, χωρίς να έχει πειστεί. Αν έκρινα από τον τόνο του, δε νομίζω ότι είχε πιστέψει τα ψέματά μου, αλλά προς το παρόν δε με σταματούσε. Η Καθλίν, πάντως, δεν είχε όρεξη για παιχνιδάκια. «Συγγνώμη, κύριε Σίπλεϋ. Θα πάω τη Μία στο δωμάτιό της να ξεκουραστεί». «Θα σε περιμένω στο δωμάτιό μου για να το συζητήσουμε, μικρή μου Κάθι». Μόλις απομακρυνθήκαμε αρκετά, έγειρα πίσω το κεφάλι και την κοίταξα ανάποδα καθώς με έσπρωχνε στους διαδρόμους. «Μικρή μου Κάθι;» Τα χείλη της σχημάτισαν εκείνο το γλυκό, μικρό μειδίαμα. «Μη βγάλεις κιχ. Με έχεις βάλει σε ένα σωρό μπελάδες». Αυτό μού τράβηξε την προσοχή. «Εγώ!» είπα σαρκαστικά. «Εσύ φαγώθηκες να μου δείξεις ότι δεν είχε ξεπεράσει τη νεκρή γυναίκα του. Εσύ φταις που μας έπιασε! Εγώ προσπάθησα να σώσω τον κώλο σου». Η Καθλίν γέλασε σιγανά και ακούστηκε σαν να κουδούνιζαν μικρά καμπανάκια. «Αχ, γλυκιά μου, αν ήθελα κάποιος να σώσει τον κώλο μου, λες να ήμουνα ακόμα εδώ μετά από τριάντα χρόνια; Είμαι απολύτως ευχαριστημένη με τον κώλο μου εδώ που βρίσκεται». Υπήρχε μια νότα δυσαρέσκειας. Το μαυσωλείο αποδείκνυε ότι πράγματι δεν είχε ξεπεράσει τη μητέρα του Άαρον. Ίσως κάποιοι άνθρωποι να μην ξεπερνούσαν ποτέ τον πρώτο τους έρωτα. Γαμώτο, έλπιζα να μην ίσχυε κάτι τέτοιο. Ο πρώτος μου έρωτας ήταν τελείως σκατά. Είχα κάνει πολλές θεαματικές βουτιές στον λάκκο με τα σκατά της ερωτικής μου ζωής. Έλπιζα ότι ο Θεός θα με λυπόταν και θα μου έστελνε τον κατάλληλο άνθρωπο. Τον άνθρωπο που θα τα έσβηνε όλα, και τα πάντα μαζί του θα έρχονταν… αβίαστα. Το κινητό δονήθηκε στην κωλότσεπή μου βγάζοντας έναν εντυπωσιακά δυνατό ήχο πάνω στο μέταλλο του τρόλεϊ. Η Καθλίν κι εγώ αναπηδήσαμε ξαφνιασμένες και μετά σκάσαμε στα γέλια από τη γελοιότητα της κατάστασης.


Μας είχαν πιάσει στα πράσα να τρυπώνουμε σε έναν τελείως παλαβό, μυστικό χώρο· με είχε βγάλει τσάρκα μέσα στο πελώριο μέγαρο πάνω σε ένα τρόλεϊ σερβιρίσματος αφού είχα σημαδέψει αμετάκλητα το σώμα μου, και τώρα τρομάζαμε από πράγματα που δονούνταν μέσα στη νύχτα. Η σκηνή ήταν κωμική. Σίγουρα θα μπορούσαμε να βγάλουμε λεφτά στο Μπρόντγουεϊ με αυτό το νούμερο. Μόλις φτάσαμε στην πόρτα μου, την ευχαρίστησα που με έφερε, μπήκα χοροπηδώντας στο δωμάτιό μου και έπεσα στο κρεβάτι με το κινητό ανά χείρας. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Σε είδα στον ύπνο μου χτες βράδυ. Ήμασταν πάλι μέσα στην πισίνα. Ο ουρανός ήταν μόνο μεσάνυχτα και λαμπερά αστέρια. Ήσουν ξαπλωμένη με τα πόδια ορθάνοιχτα και το στόμα μου έκανε αυτό που σου αρέσει. Το θυμάσαι; Θυμήσου πόσο εύκολα σε έκανα να λιώνεις. Να τελειώνεις μόνο με το στόμα μου. Θεέ μου, πόσο μου λείπει. Η γεύση σου πάνω στη γλώσσα μου. Σαν αγνό μέλι. Πες μου, με σκέφτεσαι, αυτή τη στιγμή; ΠΡΟΣ: Γουές Τσάννινγκ ΑΠΌ: Μία Σόντερς Ναι. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Απόδειξέ το. Δείξε μου. Για όνομα των απανταχού παίδαρων. Διάβασα το μήνυμα του Γουές τουλάχιστον πέντε φορές. Τόσες, που ένιωσα να τσουρουφλίζομαι, σαν να ψηνόταν το σώμα μου από μέσα. Ήθελε να του δείξω. Δεν είχα ξαναστείλει ποτέ γυμνή φωτογραφία. Η ιδέα όμως δεν ήταν για πέταμα. Ήμουν ξαναμμένη, το ίδιο προφανώς κι εκείνος. Τι πείραζε; Η φωνούλα μέσα στο κεφάλι μου, που έλεγε ότι αυτό απλά θα περιέπλεκε τα πράγματα, χτυπούσε το υποσυνείδητό μου σαν τρυποκάρυδος πάνω σε κορμό δέντρου.


Ταπ, ταπ… ταπ, ταπ… ταπ, ταπ. Σαν ηλίθια που είμαι, έβγαλα ένα νοερό αεροβόλο και έδιωξα τον τρυποκάρυδο από το κλαδί του, έβγαλα τα ρούχα μου και έμεινα μόνο με το σουτιέν και το κιλοτάκι. Ήταν ένα ροζ σετάκι με δαντελένια τελειώματα. Θα τον έκανα να χάσει τα μυαλά του μ’ αυτή την εμφάνιση. Κρατώντας το κινητό στο ύψος του σαγονιού μου, σταύρωσα τα πόδια φροντίζοντας να φαίνονται χαλαρά αλλά σέξι στο απαλό φως, και έβγαλα μια φωτογραφία. ΠΡΟΣ: Γουές Τσάννινγκ ΑΠΌ: Μία Σόντερς Πώς σου φαίνεται αυτό; Έστειλα τη φωτογραφία και άρχισα να χαϊδεύω τους μηρούς μου με τα ακροδάχτυλά μου, ανεβοκατεβαίνοντας στα πόδια μου, και μετά πιο ψηλά. Μόλις έφτασα στα στήθη μου, τα χούφτωσα και τα ζούληξα πιο δυνατά απ’ ό,τι θα έκανα κανονικά, όμως φανταζόμουν τον τρόπο που θα τα άγγιζε ο Γουές. Δε χόρταινε το κορμί μου και συχνά, όταν τρελαινόταν από τον πόθο, με έπιανε σαν να ήμουν η τελευταία γυναίκα πάνω στη γη. Άγρια και με αρρενωπή αποφασιστικότητα. Τις λάτρευα αυτές τις στιγμές. Με έκαναν να νιώθω ποθητή, επιθυμητή, θαρρείς και τίποτα στον κόσμο δε θα έμπαινε ανάμεσά μας. Το κινητό χτύπησε και έσπευσα να το πιάσω. Αχ Χριστούλη μου, και όλα τα καλά και τα ωραία πράγματα του κόσμου! ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Τώρα με έκανες να σκληρύνω. Η φωτογραφία που έστειλε μαζί με το μήνυμα έμοιαζε με τη δική μου, μόνο που εκείνος φορούσε ένα μαγιό που είχε σηκωθεί σαν αντίσκηνο. Οι κοιλιακοί του ήταν φάτσα κάρτα, και εκείνη τη στιγμή θα έδινα τα πάντα για να περάσω τη γλώσσα μου πάνω από τις κορυφογραμμές των μυών του, ιδίως το πολύ μεγάλο μέλος που σήκωνε τη βερμούδα του. Υγρασία σχηματίστηκε ανάμεσα στα σκέλια μου. Γλώσσες φωτιάς και πόθου


απλώνονταν μαινόμενες στα μέλη μου. Έτριψα τους μηρούς μου μεταξύ τους, επιχειρώντας να μετριάσω λίγο την ένταση, αλλά η τριβή αύξησε τη λαχτάρα. ΠΡΟΣ: Γουές Τσάννινγκ ΑΠΌ: Μία Σόντερς Μακάρι να ήσουν εδώ. Θα τακτοποιούσα το μεγάλο σου πρόβλημα. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Αλήθεια; Απ’ ό,τι φαίνεται, αναγκαστικά θα χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία μας. Ξεκινώντας με τα χέρια σου. Κατέβασε το σουτιέν σου και άγγιξε τα βυζιά σου. Χριστέ μου, πόσο σέξι και απαλά είναι. Θυμάμαι την αίσθησή τους όταν τραβούσα το ύφασμα και τα σήκωνα ένα ένα στο στόμα μου. Που τα δάγκωνα ίσα ίσα για να σε αναστατώσω. Τσίμπησε τις γλυκιές ροζ κορυφές τους για μένα. Βρέξε τα δάχτυλά σου και άρχισε πρώτα απαλά, και μετά δυνατά, όπως θα έκανα εγώ. Αμάν, αμάν, αμάν! Ο άνθρωπος ήταν πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και είχε τη δύναμη να με κάνει να τελειώσω με ένα απλό μήνυμα. Χαμένη στην παραζάλη του πόθου που μόνο ο Γουές μπορούσε να μου προξενήσει από τέτοια απόσταση, έσπρωξα προς τα κάτω το ύφασμα του σουτιέν μου. Τα βυζιά μου ήταν μεγάλα, βαριά και έτοιμα να λατρευτούν. Έγλειψα τις άκρες των δαχτύλων μου, έκλεισα τα μάτια και έγραψα κύκλους γύρω από τις σηκωμένες ρώγες. Κατόπιν, όπως μου είπε, τύλιξα τον αντίχειρα και τον δείκτη γύρω από τις άκρες και τις τράβηξα, επιμηκύνοντάς τες πριν τσιμπήσω τον ιστό τους. Φώναξα από την έντονη αίσθηση που απλώθηκε στο στήθος μου και φώλιασε βαριά ανάμεσα στα σκέλια μου. Το εσώρουχό μου είχε γίνει μούσκεμα και ο κόλπος μου συσπαζόταν νιώθοντας κενός, όλος αέρα, ζητώντας κάτι να τον γεμίσει. Ήρθε κι άλλο μήνυμα. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Είσαι υγρή, γλυκιά μου; Αναμμένη, έτοιμη να γαμηθείς δυνατά;


Τα δάχτυλά μου κινούνταν αδέξια και η ανάσα μου έβγαινε βαριά όσο έγραφα. ΠΡΟΣ: Γουές Τσάννινγκ ΑΠΌ: Μία Σόντερς Είναι μαρτύριο. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Το ξέρω, μωρό μου, αλλά κάνε υπομονή. Γλίστρησε τα χέρια σου στη μικροσκοπική μέση σου. Γράψε με το δάχτυλό σου έναν κύκλο γύρω από τον αφαλό σου και γαργάλησε το δέρμα όπως έκανα εγώ. Θυμάσαι; Βέβαια θυμάσαι. Κατέβασε το δάχτυλό σου εκεί που σου λείπω περισσότερο, αλλά μην μπεις ακόμα σ’ εκείνο το κομμάτι παραδείσου. Παίξε με την καυτή, μικρή σου κλειτορίδα. Είμαι σίγουρος ότι είναι σκληρή σαν πέτρα για μένα. Μικρή, σφιχτή, στρογγυλή σάρκα. Αν ήμουν εκεί, θα την έγλειφα μέχρι να τελειώσεις. Θα στριφογύριζα τη γλώσσα μου γύρω από εκείνο τον καυτό κόμπο από νεύρα και θα τη ρουφούσα τόσο δυνατά, που τα πόδια σου θα έσφιγγαν γύρω από το κεφάλι μου, εγκλωβίζοντάς με, κρατώντας με εκεί. Τώρα χαϊδέψου. Αυτό ήταν. Εντελώς χαμένη στη φαντασίωση, έκανα ακριβώς αυτό που μου είπε. Γαργάλησα την κοιλιά μου γλιστρώντας την υγρή άκρη του δαχτύλου μου γύρω από τον αφαλό μου όπως θα με έγλειφε στη διαδρομή του προς αυτό που αποκαλούσε παράδεισο. Η ανάσα μου ήταν βαριά και έβγαινε με σιγανά αγκομαχητά. Ένιωθα τα τσουλούφια των μαλλιών μου πάνω στις ερεθισμένες κορυφές του στήθους μου που προεξείχαν, στις θηλές που έσφυζαν από την ανάγκη να τις αγγίξουν, να τις ρουφήξουν και να τις δαγκώσουν. Σιγά σιγά, άφησα το χέρι μου να μπει κάτω από τη δαντέλα που κάλυπτε το φύλο μου. Ήμουν υγρή. Έσταζα. Μόνο ο Γουές μπορούσε να μου το κάνει αυτό. Λίγες λέξεις σε ένα μήνυμα με είχαν μετατρέψει σε ένα καμίνι καθαρής λαχτάρας. Λαχτάρας να με αγγίξει. Να με γευτεί. Να μου κάνει έρωτα. Ακολουθώντας τις οδηγίες του, έπαιξα με την κλειτορίδα μου. Τίναζα το μικρό κομπάκι βασανιστικά όπως έκανε πάντα ο Γουές πριν τα δώσει όλα. Ήρθε κι άλλο μήνυμα.


ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ

Φαντάζομαι τη γεύση σου και παίζω τον πούτσο μου και σε σκέφτομαι, σκέφτομαι το μουνί σου. Θα ήταν ζεστό, γλυκό και ζουμερό σαν ώριμο ροδάκινο. Θυμάσαι πώς σκέπαζα όσο περισσότερο από το νόστιμο μουνί σου μπορούσα με το στόμα μου και το ρουφούσα… Γαμώτο. Τα λόγια του άναψαν μια φωτιά τόσο δυνατή, που έκαιγε από απόσταση πέντε χιλιάδων χιλιομέτρων. Συνέχισα να διαβάζω τσιμπώντας την κλειτορίδα μου, τραβώντας την, λικνίζοντας τη λεκάνη μου μπρος πίσω. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ …το ρουφούσα τόσο δυνατά, που ούρλιαζες. Κι όταν έχυνες, άρχιζα πάλι από την αρχή. Ώσπου να τελειώσω μαζί σου, το μουνί σου ικέτευε να το γεμίσω. Έτσι είναι και τώρα; Έτοιμο για τον πούτσο μου; Βάζω στοίχημα ότι είναι. Ξέρω τι άπληστο που είναι. Θέλει να ξεχειλίσει από σκληρό πούτσο. Μην ντρέπεσαι. Χώσε δυνατά δυο δάχτυλα μέσα του, γλυκιά μου. Προσποιήσου ότι είμαι εγώ που μπαίνω μέσα σου για πρώτη φορά. Δεν μπορούσα να σταματήσω. Ήταν σαν να ήμουν η μαριονέτα του κι εκείνος ο μαριονετίστας. Έχωσα μέσα μου δυνατά δυο δάχτυλα, όπως μου είπε, και φώναξα από το μικρό τσούξιμο της γρήγορης εισβολής. Ο πόνος κράτησε μόλις μια στιγμή. Ήταν αρκετός για να ξεγελάσει το μυαλό μου να πιστέψει ότι είχε μπει εκείνος μέσα μου, μόνο που τα δυο δάχτυλά μου ήταν πολύ μικρά σε σύγκριση με το εργαλείο του Γουές. Προς το παρόν, έπρεπε να αρκεστώ σε αυτά. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Είναι ωραία με τα δάχτυλά σου, γλυκιά μου; Όχι τόσο όσο θα ήταν να ένιωθες εμένα εκεί. Τώρα ώθησέ τα μέσα έξω. Τρίψε με το άλλο σου χέρι τη μικρή


κλειτορίδα που τόσο μου αρέσει να γλείφω. Γάμα το μουνί σου μέχρι να χύσεις. Χύσε για μένα, γλυκιά μου. Ήμουν ανήμπορη να αντισταθώ. Τα δάχτυλά μου είχαν μπει στον αυτόματο πιλότο, το μυαλό μου χρησιμοποιούσε τις εικόνες που μου περιέγραφε. Το δέρμα μου μυρμήγκιασε παντού και ένα λεπτό στρώμα ιδρώτα γαργάλησε την επιφάνεια. Όλοι οι πόροι άσθμαιναν από την ένταση της ηδονής που διαπερνούσε το σύστημά μου. Η κάψα εντάθηκε μέχρι που η ηδονή κουλουριάστηκε χαμηλά, ανοίγοντας σαν σπείρα από το κέντρο προς τα έξω ώσπου μόνο πολύχρωμες λάμψεις φωτός άστραφταν πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα. Ο οργασμός με γράπωσε, τα νύχια του γρατζουνούσαν και έσκιζαν τα νεύρα μου ώσπου η ευφορία έφτασε στο ζενίθ και η κορύφωση εξερράγη μέσα μου. Λίγα τινάγματα ακόμα, η λεκάνη μου σηκώθηκε από το κρεβάτι και το νωπό τατουάζ ούρλιαξε από τον πόνο καθώς απλώνονταν στα μέλη μου τα τελευταία κατάλοιπα της ευδαιμονίας. Στο τέλος σωριάστηκα άψυχη στο κρεβάτι. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Κοιμήθηκες; Γέλασα με το τελευταίο μήνυμα του Γουές. ΠΡΟΣ: Γουές Τσάννινγκ ΑΠΌ: Μία Σόντερς Συγγνώμη. Μου πρόσφερες μια μοναδική σόλο εμπειρία. ΠΡΟΣ: Μία Σόντερς ΑΠΌ: Γουές Τσάννινγκ Ήμουν εκεί δίπλα σου, γλυκιά μου. Δεν ήσουν μόνη. Τελείωσα πιο έντονα τώρα που σε φανταζόμουν να χαϊδεύεσαι με τη σκέψη μου, απ’ όσο έχω να τελειώσω από το Σικάγο.


Κι αυτό ήταν αρκετό για να σπάσει τη φούσκα καθαρής ευτυχίας που είχε δημιουργήσει για μένα. Από το Σικάγο. Ήταν η τελευταία φορά που είχαμε βρεθεί από κοντά. Πριν από τρεις ατέλειωτους μήνες. Έκτοτε είχα κάνει μια ξεπέτα με τον Αλέκ και είχα περάσει έναν μήνα με τον Τάι. Και στο μεταξύ εκείνος πήγαινε με την αισθησιακή ηθοποιό, την ίδια που όλα τα περιοδικά είχαν ανακηρύξει την πιο ωραία γυναίκα εν ζωή. Και ο Γουές μου την πηδούσε. Τακτικά. Ήταν θέμα χρόνου να διακόψει μαζί μου. Ίσως έπρεπε να τον διευκολύνω. Να διακόψω μαζί του πρώτη. Αν ήθελα να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, δεν ήξερα αν μπορούσα να απομακρυνθώ από τον Γουές για πάντα. Υπήρχαν πάρα πολλά μεταξύ μας. Πράγματα ανείπωτα και ανολοκλήρωτα, συνδεδεμένα ταυτόχρονα με το βάρος της υπόσχεσης για περισσότερα. Μια υπόσχεση που δεν είμαι σίγουρη ότι μπορούσαμε να κρατήσουμε για άλλους έξι μήνες. Παρά το μικρό διάστημα που είχα περάσει μαζί μου, ένιωθα σαν να είχαμε χρόνια προϊστορίας. Δεν μπορούσα να του το πω μέσω μηνυμάτων. Με μια βαθιά ανάσα κι έναν αναστεναγμό, πάτησα το κουμπί της κλήσης στο κινητό μου. Ο Γουές απάντησε με νυσταγμένη φωνή. «Γεια σου, όμορφη, νόμισα ότι θα απέφευγες αυτό που συνέβη μεταξύ μας για κάνα δυο βδομάδες τουλάχιστον». Χαχάνισε, και ο σέξι ήχος χτύπησε κατευθείαν την εξαντλημένη μου λίμπιντο. Ανάθεμά τον, έφτανε να ανασάνει, και τον ήθελα με τέτοια λύσσα που δεν τη συναγωνιζόταν κανένας άλλος. «Γουές, πρέπει να το συζητήσουμε. Αυτό που κάνουμε ο ένας στον άλλο…» Άφησα τη δήλωσή μου να κρέμεται βαριά ανάμεσά μας. Αναστέναξε δυνατά, μ’ έναν βαθύ, βροντερό ήχο. Μου θύμιζε τότε που ξάπλωνα πάνω στο γυμνό του στήθος και άκουγα τον χτύπο της καρδιάς του και τον ήχο της ανάσας που μπαινόβγαινε στα πνευμόνια του. Ένα από τα πιο καταπραϋντικά μέρη στον κόσμο ήταν να χάνομαι μέσα στην αγκαλιά του. Μακάρι να ήταν και η υπόλοιπη ζωή εξίσου ανακουφιστική. «Ας μην το αναγάγουμε σε κάτι περισσότερο απ’ αυτό που είναι. Δυο άνθρωποι που νιώθουν αμοιβαία στοργή και θέλουν να ξεχαρμανιάσουν». Ξεφύσηξα. «Ώστε έτσι θέλεις να το παίξεις;» «Δεν παίζω τίποτα. Δεν έχει αλλάξει κάτι. Ξέρεις ποια είναι η άποψή μου,


ξέρω ποια είναι η δική σου. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορούμε να συναντιόμαστε στη μέση πότε πότε για να θυμόμαστε πόσο ωραίο μπορεί να γίνει». Τα είχε τα δίκια του. «Είμαι πολύ κουρασμένη». «Τι συμβαίνει, γλυκιά μου;» Ο Γουές είχε τον τρόπο του να με εφησυχάζει. Να με κάνει να πιστεύω ότι αυτό το πράγμα μεταξύ μας μπορούσε απλά να είναι έτσι όπως ήταν. Προς το παρόν, έπρεπε να εμπιστευτώ και εκείνον και αυτό. «Η Ουάσινγκτον είναι γεμάτη από πουτάνες που κοιτάνε μόνο το πορτοφόλι, και πομπώδεις γέρους με υπερβολικά πολλά λεφτά και υπερβολικά πολλή εξουσία». Γέλασε δυνατά. «Αμήν. Ποιο είναι το πρόβλημα, λοιπόν; Ο τύπος που είσαι μαζί θέλει να γίνεις κάτι παραπάνω από συνοδός του;» Έγνεψα αρνητικά και έκανα έναν ήχο σαν να ξερνούσα, στον οποίο ανταποκρίθηκε με το γεμάτο γέλιο του. Το λάτρεψα. Χωρίς καμία προσπάθεια, αλάφρυνε αμέσως την ατμόσφαιρα. «Ο Γουόρρεν είναι καλός άνθρωπος. Δεν ενδιαφέρεται καθόλου για μένα με αυτό τον τρόπο». Ο Γουές κάγχασε. «Δυσκολεύομαι να το πιστέψω». «Δεν είμαι ο τύπος του». «Μία, γλυκιά μου, είσαι ο τύπος κάθε άντρα». Έκανα μια γκριμάτσα και στριφογύρισα μια τούφα από τα μαλλιά μου, επιθεωρώντας το τατουάζ μου ενώ σκεφτόμουν αυτό που μου είπε. «Τέλος πάντων. Απλά είναι παράξενο να είμαι εδώ. Δεν είμαι τελείως σίγουρη για τον ρόλο μου». «Δηλαδή;» «Λοιπόν, με προσέλαβε ώστε να έχει μια ωραία παρουσία στο πλευρό του για να συμβαδίζει με τους άλλους πλούσιους γέρους. Όλοι έχουν δίπλα τους μια νεαρή. Όμως έχει μια γυναίκα στο σπίτι, με την οποία είναι μαζί χρόνια, και παρ’ όλα αυτά την κρύβει». «Μπα; Είναι όντως παράξενο. Γιατί πιστεύεις ότι συμβαίνει αυτό;» Ανασήκωσα τους ώμους. «Δεν ξέρω». Η εικόνα του μαυσωλείου πέρασε από το μυαλό μου. «Δεν είμαι σίγουρη ότι έχει ξεπεράσει την πεθαμένη γυναίκα του. Αλλά αυτό έγινε πριν από είκοσι πέντε χρόνια. Είναι παράξενο. Και υπάρχει και αυτή η οικονόμος, με την οποία έχει κρυφό δεσμό εδώ και χρόνια, αλλά την


κρατάει μυστική. Δεν ξέρω, υποθέτω ότι το γεγονός πως κρύβει μια γυναίκα σαν αμαρτωλό μυστικό δε μου κάθεται καλά». «Ούτε κι εμένα. Νομίζεις ότι θα μπορούσες ίσως να τον κάνεις να δει το λάθος του; Είσαι πολύ καλή σ’ αυτό». «Θα είναι μάλλον πιο διασκεδαστικό απ’ το να κάθομαι σ’ αυτό το πελώριο μέγαρο χωρίς να έχω τίποτα καλύτερο να κάνω απ’ το να βγω έξω και να κάνω παρορμητικά ένα τατουάζ». Ο Γουές έμεινε σιωπηλός τόσο πολλή ώρα, που κοίταξα την οθόνη του κινητού για να βεβαιωθώ ότι δεν έπεσε η γραμμή και δεν πέθανε η μπαταρία. «Γουές;» «Συγγνώμη, γλυκιά μου, σε φανταζόμουν με τατουάζ. Γαμώτο, με άναψες πάλι». «Μπα;» «Ναι. Κλείσε τα μάτια σου και φαντάσου με να κατεβαίνω με φιλιά στο στήθος σου…»


6 «ΓΛΥΚΙΑ ΜΟΥ, ΜΕΙΝΕ ΛΙΓΑΚΙ με τις άλλες κυρίες όσο οι άντρες κι εγώ λέμε για δουλειές», είπε ο Γουόρρεν αφήνοντάς με σε ένα τραπέζι με εφτά άλλες κοπέλες. Όλες ήταν ντυμένες παρόμοια. Στενά κοντά φουστάνια, μαλλιά μακριά και πυκνά, και γυαλιστερά πετράδια στα αυτιά, τον λαιμό, τους καρπούς και τα δάχτυλα. Ήταν όλες σπιτωμένες και δεν είχαν κανένα πρόβλημα να το επιδεικνύουν. Τις χαιρέτησα αμήχανα. «Γεια, είμαι η Μία». Όλες εκτός από μία με κοίταξαν άγρια. «Γεια, είμαι η Κριστίν Μπενουά, η μόνη από όλες που είμαι παντρεμένη με τον δικό μου. Οι υπόλοιπες κοπέλες είναι λίγο στριμμένες. Δεν τους αρέσει να μοιράζονται το προσκήνιο, έτσι δεν είναι, κυρίες μου;» Σούφρωσε τα χείλη και χαμογέλασε περιφρονητικά, κι ύστερα σήκωσε το χέρι της για να σφίξει το δικό μου και παραλίγο να με τυφλώσει με το μέγεθος του διαμαντένιου δαχτυλιδιού της. «Φοβερή κοτρόνα!» αναφώνησα αρπάζοντας το χέρι της, χωρίς καθόλου χάρη ή τακτ. Ειλικρινά δεν είχα ξαναδεί τόσο μεγάλο διαμάντι. Ολόκληρο το πρόσωπό της φωτίστηκε ενώ κρατούσε το χέρι της ψηλά. «Είδες; Ο μπαμπάκας μου με φροντίζει καλά. Πέντε καράτια στη μέση και άλλα πέντε γύρω από την πριγκίπισσα που βλέπεις». Μου έδειξε το τετράγωνο διαμάντι που με τύφλωνε. Χρειαζόμουν γυαλιά ηλίου για να το κοιτάξω· οι ακτίνες φωτός που έπεφταν πάνω του έμοιαζαν να έχουν δικό τους ταχυδρομικό κώδικα. «Βούλωσ’ το, Κριστίν. Επειδή ο γερο-Μπενουά αποφάσισε να σου βάλει δαχτυλίδι, δε σημαίνει ότι είναι ανάγκη να μας το τρίβεις στη μούρη». Κοίταξα τη συνοφρυωμένη καστανή. Ο παράμεσός της ήταν, ως αναμενόταν,


γυμνός από τεράστια πετράδια. Υποθέτω ότι η συμπεριφορά της δεν είχε παίξει κανέναν ρόλο σε αυτό. Σήκωσα συγκαλυμμένα τα μάτια στο ταβάνι, ενώ προσποιόμουν ότι θαύμαζα ακόμα το δαχτυλίδι. «Είναι πανέμορφο, Κριστίν. Είπες ότι είσαι παντρεμένη με τον κύρ