Page 1


ISSN 1108-4332 © 2012 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V. / S.à.r.l. ΨΕΥΤΙΚΑ ΦΙΛΙΑ Τίτλος πρωτοτύπου: Dante’s Wedding Deception © 2008 by Day Totton Smith. All rights reserved. ΕΚΡΗΚΤΙΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ Τίτλος πρωτοτύπου: Dante’s Contract Marriage © 2008 by Day Totton Smith. All rights reserved. Μετάφραση: Αντώνης Γιαννούλης Επιμέλεια: Κατερίνα Δημητρίου Διόρθωση: Σωτηρία Αποστολάκη Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΛΕΚΙΝ - ΤΕΥΧΟΣ 66 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.


ΨΕΥΤΙΚΑ ΦΙΛΙΑ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο Νικολό Ντάντε αντιμετώπιζε τα προβλήματα με τον ίδιο τρόπο που αντιμετώπιζε το γάμο –κατά ένα μέρος με τρόμο και κατά δύο μέρη με αποφασιστικότητα, για να βρει έναν τρόπο να γλιτώσει από το μπλέξιμο. Κάποιοι άντρες φαίνεται πως κατά βάθος θεωρούσαν αναπόφευκτη τη θλιβερή κατάσταση της «γαμήλιας δυστυχίας». Τα δύο αδέλφια του, ο Σεβ κι ο Μάρκο, είχαν υποκύψει τελικά και είχαν βαδίσει στη μοίρα τους σαν πρόβατα που πήγαιναν για σφαγή. Όμως δε θα συνέβαινε το ίδιο και μ’ εκείνον. Είχε ήδη αρκετά προβλήματα στη ζωή του και δεν του χρειάζονταν περισσότερα. Κι εκείνη τη στιγμή τα προβλήματά του παρουσιάζονταν με τη μορφή κάποιας Κάιλι Ο’Ντελ. «Θέλουμε να ψάξεις αυτή την ιστορία», είπε ο Σεβ, ο μεγαλύτερος αδελφός του. «Σύμφωνα με τα έγγραφα που ανακάλυψε η Κέιτλιν, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ν’ ανήκει σ’ αυτή τη γυναίκα ένα μεγάλο ποσοστό του ορυχείου των διαμαντιών της φωτιάς της Ντάντε». Μια τόσο απλή πρόταση κι ωστόσο με απίστευτες συνέπειες, που θα μπορούσε να προκαλέσει ατελείωτα προβλήματα στην αυτοκρατορία κοσμημάτων της Ντάντε, μια αυτοκρατορία η φήμη της οποίας ήταν χτισμένη πάνω στην αίγλη των διαμαντιών της φωτιάς. Δεν μπορούσαν να βρεθούν πουθενά αλλού στον κόσμο, μόνο στα έγκατα του ορυχείου της Ντάντε και τα ήθελαν όλοι, από βασιλιάδες και αρχηγούς κρατών, μέχρι τον τελευταίο καταστηματάρχη της γωνίας. Η έκφραση του Νικολό σκοτείνιασε. «Η αγαπημένη μας κουνιάδα θα έπρεπε να είχε κρατήσει τη μύτη της μακριά από εκείνα τα παλιά έγγραφα. Μόνο αναστάτωση μας προκάλεσαν». Σήκωσε ερωτηματικά τα βλέφαρά του. «Μα δεν μπορεί να την ελέγξει καθόλου ο Μάρκο;» Ο Σεβ κούνησε αηδιασμένος το κεφάλι. «Δεν έχεις πραγματικά ιδέα τι συμβαίνει, έτσι;» «Το πιθανότερο είναι πως είμαι ο μόνος που ξέρει τι συμβαίνει». Ο Νικολό ακούμπησε το γοφό του στο γραφείο του αδελφού του. «Τι νόημα έχει να είναι τόσο γοητευτικός, αν δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει λίγη από τη γοητεία του στην ίδια του τη γυναίκα; Την ξεγέλασε ώστε να τον παντρευτεί, έτσι δεν είναι; Τώρα που τα κατάφερε, το λιγότερο που μπορεί να κάνει είναι να την κρατάει μακριά από μπελάδες». Ο Σεβ δίπλωσε τα μπράτσα του στο στήθος, και τα μάτια του έλαμψαν σαν να το διασκέδαζε. «Συνέχισε να σκάβεις το λάκκο σου, αδελφέ. Η σύζυγος που θα σου διαλέξει ο Κεραυνός θα χαρεί να σε θάψει σ’ αυτόν, όταν θα πέσεις πάνω της κάποια στιγμή». «Ξέχνα το». Ο Νικολό κούνησε ζωηρά το χέρι του, σαν να ήθελε να τονίσει τα λεγόμενά του. «Σε ό,τι έχει να κάνει μ’ εμένα, αυτή η οικογενειακή κατάρα...» «Ευλογία», τον διόρθωσε ήρεμα ο Σεβ. «Ευλογία; Τι ευλογία, αυτό μοιάζει με μεταδοτική ασθένεια». Ο Σεβ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και σκέφτηκε τα λόγια του αδελφού του. «Ενδιαφέρουσα παρομοίωση, αν και θα έλεγα ότι ο Κεραυνός είναι περισσότερο μια ένωση». Ο Νικολό δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την περιέργειά του. «Πώς ήταν όταν ένιωσες για πρώτη φορά το χτύπημα του Κεραυνού για τη Φραντσέσκα;» «Παραδέχεσαι επιτέλους ότι υπάρχει;» «Είμαι πρόθυμος να παραδεχτώ ότι εσύ κι ο Μάρκο πιστεύετε ότι υπάρχει», είπε ο Νικολό διστακτικά. «Το ίδιο κι ο παππούς». Ο Νικολό κούνησε το κεφάλι του, σαν να ήθελε να δείξει ότι εκεί διαφωνούσε. «Ο παππούς μας ήταν που διατήρησε το μύθο όλα αυτά τα χρόνια. Ένα μύθο που αποτελεί μια βολική δικαιολογία για τον πόθο, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο». «Τώρα μιλάς σαν τον Λατζ», είπε ο Σεβ. «Όμως, αν ίσχυε αυτό, η Κέιτλιν δε θα μπορούσε ποτέ να τον ξεχωρίσει απ’ τον Μάρκο, με δεδομένο το πόσο μοιάζουν οι δυο τους. Κι ωστόσο ξεχώρισε το σύζυγό της χωρίς καμιά αμφιβολία ή δισταγμό. Και μάλιστα κάτω απ’ τις πιο δύσκολες συνθήκες. Δε στάθηκε αυτό αρκετό για να σε πείσει;» Ο Νικολό δεν μπορούσε να αρνηθεί τα γεγονότα. Ούτε να εκλογικεύσει ό,τι είχε δει με τα μάτια του εκείνη τη μέρα. Ωστόσο αυτό δε σήμαινε ότι θα επέτρεπε στον Σεβ να τον παρασύρει σε μια συζήτηση γύρω απ’ την αυθεντικότητα του Κεραυνού. «Ακόμα δε μου είπες πώς νιώθεις όταν σε χτυπάει». Ένα παράξενο χαμόγελο άνθισε στα χείλη του Σεβ, ένας ανησυχητικός συνδυασμός ικανοποίησης και ηδονής. «Όταν είδα τη Φραντσέσκα για πρώτη φορά, ένιωσα μια έντονη έλξη, σαν να μας συνέδεε με κάποιο τρόπο ένα λεπτό συρματόσχοινο. Όσο περισσότερο πλησιάζαμε ο ένας τον άλλον, τόσο πιο έντονη γινόταν αυτή η έλξη. Και συνέχισε να δυναμώνει, μέχρι που πλέον δεν μπορούσα να της αντισταθώ». «Αυτό ήταν όλο; Ένιωσες μια έντονη σαρκική έλξη;» «Κόφ’ το, Νικολό». Ο τόνος του Σεβ δεν έκρυβε θυμό. Ακουγόταν απλά ανυπόμονος και σαν να το διασκέδαζε ταυτόχρονα. «Θέλεις να μάθεις ή όχι;» «Εγώ ήμουν που ρώτησα, σωστά;» είπε ο Νικολό, αν και δεν ήξερε γιατί είχε μπει στον κόπο. Ίσως εξαιτίας της συγκίνησης που του προκαλούσε ο φόβος. Ή ίσως επειδή ήθελε να είναι πληροφορημένος και, άρα, προετοιμασμένος. Αμέσως μόλις ένιωθε κάτι παρόμοιο, θα το έβαζε στα πόδια. Θα έφευγε προτού κάνει κάτι εξωφρενικό όπως ο Σεβ –όπως, για παράδειγμα, το να εκβιάσει τη μέλλουσα σύζυγό του πρώτα να παραιτηθεί από τον ανταγωνιστή τους και να εργαστεί για την Ντάντε κι ύστερα να δεχτεί να παραστήσουν τους αρραβωνιασμένους. Ήταν προφανές ότι ο Κεραυνός επηρέαζε με τον πιο παράξενο τρόπο τα ζευγάρια που ένωνε. «Κάτι συμβαίνει όταν αγγίζεις τη μέλλουσα σύζυγό σου, σωστά;» «Νιώθεις σαν να σε διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα», απάντησε ο Σεβ κι έξυσε τη δεξιά παλάμη του με τα δάχτυλα του αριστερού χεριού του. Ήταν μια συνήθεια που ο Νικολό είχε προσέξει ότι τη μοιράζονταν με τον Σεβ τόσο ο παππούς του όσο και ο αδελφός του ο Μάρκο. Όλοι ισχυρίζονταν πως ήταν αποτέλεσμα του Κεραυνού, κατάλοιπο εκείνης της πρώτης επαφής. Ακόμα κι η Κέιτλιν έξυνε την παλάμη της κάποιες φορές. «Σαν το τίναγμα που νιώθει κανείς από το στατικό ηλεκτρισμό;» ρώτησε. «Ναι. Όχι». Ο Σεβ μόρφασε. «Είναι σαν ηλεκτροπληξία, ναι. Όμως δεν πονάει. Σε ξαφνιάζει. Κι ύστερα μοιάζει να ενώνει το ζευγάρι. Να ολοκληρώνει την ένωση. Μετά απ’ αυτό, το θέμα έχει τελειώσει. Δεν υπάρχει γυρισμός. Έχεις ενωθεί με την αδελφή ψυχή σου για όλη την υπόλοιπη ζωή σας». Να πάρει, στον Νικολό δεν άρεσε καθόλου το πώς ακουγόταν αυτό. Προτιμούσε να έχει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά, ν’ απολαμβάνει μια ποικιλία επιλογών. Η θέση του ως του ανθρώπου που έλυνε τα προβλήματα της Ντάντε απαιτούσε την ελευθερία να μπορεί ν’ ακολουθεί τις πιο ασυνήθιστες και δημιουργικές λύσεις, αν η ανάγκη το καλούσε. Ο Κεραυνός στερούσε αυτού του είδους τον έλεγχο, επέβαλλε τη δική του θέληση στα απρόθυμα θύματά του. Και παρ’ όλο που δεν τον πείραζε να υποκύπτει πού και πού στον πειρασμό, υπό την προϋπόθεση ότι δε θα τον έβγαζε απ’ την πορεία του, δεν του άρεσε καθόλου η ιδέα να υποταχτεί και να ακολουθήσει αποδυναμωμένος ένα δρόμο που δε θα είχε επιλέξει. «Λοιπόν, με λίγη τύχη, ο Κεραυνός θα έχει την εξυπνάδα να με αφήσει ήσυχο», είπε σφιγμένα. «Πες μου τώρα τι ανακάλυψες σχετικά με την Κάιλι Ο’Ντελ». «Τίποτα». Ο Νικολό έσμιξε τα φρύδια. «Τι εννοείς... τίποτα;»


«Εννοώ ότι από τότε που η Σνιτς έθεσε το ερώτημα σε ποιον ανήκει πραγματικά το ορυχείο των διαμαντιών της φωτιάς...» «Καταραμένη κουτσομπολίστικη φυλλάδα!» Το βλέμμα του Σεβ έλαμψε για μια στιγμή, σαν να το διασκέδαζε. «Τώρα ακούγεσαι σαν τον Μάρκο. Όχι πως έχει σημασία. Προφανώς η Ο’Ντελ διαβάζει τη Σνιτς». Η έκφρασή του σοβάρεψε. «Παρουσιάστηκε και ζήτησε μια συνάντηση για να συζητήσουμε την κατάσταση. Μία συνάντηση που θα προετοιμάσεις εσύ. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να μάθουμε τίποτα το ουσιαστικό για το παρελθόν της. Τουλάχιστον όχι ακόμα». Ο Νικολό κοίταξε έντρομος τον αδελφό του. «Περιμένεις από μένα να προχωρήσω στα τυφλά;» «Δε βλέπω τι άλλη επιλογή έχουμε. Κοίτα, άκου απλά τι έχει να σου πει. Ο παππούς αγόρασε αυτό το ορυχείο τίμια και χωρίς κόλπα. Μάθε γιατί πιστεύει ότι η οικογένειά της διατηρεί νόμιμα δικαιώματα ύστερα από τόσα χρόνια». Το βλέμμα του Σεβ έλαμψε αποφασιστικά. «Δε χρειάζεται να σου πω πόσα θα χάσουμε αν οι ισχυρισμοί της Κάιλι Ο’Ντελ αποδειχτούν βάσιμοι». «Η Ντάντε θα καταστραφεί», δήλωσε ο Νικολό. Ο Σεβ ένευσε καταφατικά. «Όλοι οι αγώνες που κάναμε τα τελευταία δέκα χρόνια για να μπορέσει η Ντάντε να ξανασταθεί στα πόδια της θα πάνε χαμένοι. Πρέπει να μάθουμε τι αποδείξεις έχει αυτή η Ο’Ντελ πως είναι νόμιμη ιδιοκτήτρια του ορυχείου κι ύστερα να την απασχολήσουμε, μέχρι να βρούμε έναν τρόπο να τη βγάλουμε από τη μέση». Η έκφραση του Νικολό σκλήρυνε. «Τότε αυτό θα κάνω». «Νικ...» «Καταλαβαίνω πόσο σημαντικό είναι», είπε ο Νικολό. Ήταν πιθανότατα η πιο λεπτή υπόθεση που είχε χειριστεί ποτέ, όπως και η πιο δύσκολη. «Θα βρω έναν τρόπο να την μπερδέψω». «Προχώρα προσεκτικά», είπε ο Σεβ και εξήγησε, βλέποντας τον αδελφό του να τον κοιτάζει απορημένος. «Οι ισχυρισμοί της μπορεί να είναι βάσιμοι. Δε θέλουμε να κάνουμε κάτι που θα την έστρεφε εναντίον μας. Θέλουμε μια φιλική λύση, όχι μια αιματηρή μάχη». Ο Νικολό κούνησε το κεφάλι του. «Τότε δε θα έπρεπε να είχε ξεκινήσει τον πόλεμο. Επειδή, είτε με τον έναν τρόπο είτε με τον άλλο, σκοπεύω να τον τελειώσω».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Η Κάιλι Ο’Ντελ δεν ήταν καθόλου όπως την περίμενε ο Νικολό. Από την άλλη όμως δεν περίμενε ούτε την έκρηξη του πόθου που τον συγκλόνισε, ενός πόθου που έγινε αιτία να χαθεί ο κόσμος γύρω του και να απομείνει μόνο η γυναίκα που στεκόταν στην πόρτα της σουίτας της στο Λε Πρεμιέρ. Είδε τα χείλη της να κουνιούνται, αλλά ο ήχος που βγήκε από αυτά δεν κατάφερε να διαπεράσει το βουητό που γέμιζε τ’ αυτιά του, ένα βουητό που απαιτούσε να κάνει αυτή τη γυναίκα δική του. Ν’ αφήσει πάνω της τα σημάδια του με κάθε δυνατό τρόπο. Να την κατακτήσει και να την υποτάξει σ’ έναν δεσμό απ’ τον οποίο κανείς τους δε θα μπορούσε να ξεφύγει. Όχι. Κατέβασε το κεφάλι του και προσπάθησε με όλες του τις δυνάμεις ν’ αντισταθεί σ’ αυτή την επιθυμία. Αρνιόταν κάθετα ν’ αποδεχτεί αυτό το συναίσθημα, έτρεμε στη σκέψη ότι μπορεί να ήταν προάγγελος του χτυπήματος του Κεραυνού. Όχι. Με κανέναν τρόπο. Δεν υπήρχε περίπτωση. Αυτή η γυναίκα ήταν μπελάς, απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια, από τα κόκκινα μαλλιά της ως τα βαμμένα κόκκινα νύχια των ποδιών της. Και αρνιόταν να επιτρέψει σ’ έναν μπελά να μπει στη ζωή, στο κρεβάτι ή στην καρδιά του. Όσο δύσκολο κι αν ήταν, θα έβαζε τέρμα σ’ αυτή την αίσθηση. Δεν μπορεί να ήταν τόσο δύσκολο. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να βρει μια απλή, ξεκάθαρη λύση, κι ο Κεραυνός θα τον προσπερνούσε χωρίς να τον αγγίξει. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε την Κάιλι Ο’Ντελ για μια στιγμή, επιστρατεύοντας όλη τη δημιουργικότητά του, ώστε να βρει έναν τρόπο να βγει από τη δύσκολη θέση. Όμως του ήταν αδύνατον να σκεφτεί το παραμικρό, κι έτσι απέμεινε απλά ακίνητος να την κοιτάζει. Το όνομά της της ταίριαζε. Ήταν μικροκαμωμένη, με λεπτό λυγερό κορμί που διέθετε τις απαραίτητες καμπύλες σε όλα τα σωστά σημεία, ώστε να βάλει έναν άντρα σε πειρασμό να εξερευνήσει το κάθε εκατοστό της λείας, αλαβάστρινης επιδερμίδας της. Είχε μακριά μαλλιά που έπεφταν σε ξανθοκόκκινες μπούκλες μέχρι τη μέση της πλάτης της. Επίσης είχε τα πιο εκπληκτικά πράσινα μάτια που είχε δει ποτέ, μάτια που κυριαρχούσαν στο τριγωνικό πρόσωπό της. «Ο κύριος Ντάντε;» ρώτησε και ήταν φανερό ότι το έκανε για δεύτερη φορά. Η εκλεπτυσμένη φωνή της χαρακτηριζόταν από μια μουσικότητα ευχάριστη στ’ αυτιά. «Συμβαίνει κάτι;» «Νικολό», είπε εκείνος μονολεκτικά και έτριξε τα δόντια. Αναρωτήθηκε αν η Ο’Ντελ αντιλαμβανόταν πόσο σκληρά αγωνιζόταν για να συμπεριφερθεί ευπρεπώς, όταν το ένστικτό του τον έσπρωχνε να τη σηκώσει στα μπράτσα του και να τη μεταφέρει στο κοντινότερο υπνοδωμάτιο. Πολύ πιθανόν, αφού το βλέμμα της έγινε επιφυλακτικό και ο σφυγμός της στη βάση του λαιμού της άρχισε να χτυπά πιο έντονα, προδίδοντας πως ούτε εκείνος της ήταν αδιάφορος. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν ως τα ψηλά ζυγωματικά της και στα ρουθούνια του έφτανε σχεδόν η μυρωδιά του πόθου της που ηλέκτριζε την ατμόσφαιρα ανάμεσά τους. Ω, ναι, οι οιωνοί δεν ήταν καθόλου καλοί. Η Ο’Ντελ συνήλθε πιο γρήγορα από εκείνον. «Είμαι η Κάιλι Ο’Ντελ. Σ’ ευχαριστώ που έκανες τον κόπο να έρθεις να με δεις». Τα πάντα πάνω της μαρτυρούσαν εξυπνάδα και αποφασιστικότητα, από το λαμπερό βλέμμα με το οποίο τον κοίταξε απ’ την κορφή ως τα νύχια μέχρι τον τρόπο με τον οποίο πήρε από το πρόσωπό του αυτό το βλέμμα κι έδειξε πάνω από τον ώμο της το άνετο καθιστικό της σουίτας της. Ο Νικ δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί αν αυτή η τελευταία ματιά δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά ένας τελικός έλεγχος, ώστε να βεβαιωθεί πως είχε προετοιμάσει κατάλληλα το σκηνικό της συνάντησής τους. «Πέρασε», είπε και παραμέρισε για να του κάνει χώρο. Δεν μπήκε στον κόπο να του προσφέρει το χέρι της, πράγμα που τον βόλευε μια χαρά. Με δεδομένη την αναστάτωση που του προκαλούσε η θέα της, θα ήταν εντελώς ανόητο να την αγγίξει. Όχι, όταν ο Κεραυνός παραμόνευε, σπέρνοντας την καταστροφή στ’ αρσενικά της οικογένειας Ντάντε. Όχι ότι πίστευε στον Κεραυνό. Φυσικά και όχι. Δεν είχε πιστέψει την ύπαρξή του την πρώτη φορά που του είχε μιλήσει ο παππούς του γι’ αυτόν. Ούτε όταν ο Σεβ κι ο Μάρκο είχαν προσπαθήσει να τον πείσουν ότι είχαν νιώσει το χτύπημά του την πρώτη φορά που είχαν αγγίξει τις συζύγους τους. Και σίγουρα δε σκόπευε ν’ αρχίσει να πιστεύει τώρα. Όχι, τη στιγμή που ήταν κυριευμένος από έναν τόσο έντονο κι απεγνωσμένο πόθο, τον οποίο με δυσκολία κατάφερνε να συγκρατεί. «Θα ήθελες κάτι να πιεις;» ρώτησε η Κάιλι πάνω από τον ώμο της ενώ διέσχιζε την παχιά μοκέτα. Το λίκνισμα των αισθησιακών γλουτών της που διαγράφονταν προκλητικά κάτω απ’ το κομψό μαύρο παντελόνι της μαγνήτιζε το βλέμμα του. Συγκράτησε ένα βογκητό. Αναρωτήθηκε αν ήταν προμελετημένο –ακόμα ένα στοιχείο του σκηνικού που είχε στήσει για τη συνάντησή τους. «Έχω αναψυκτικά», την άκουσε να συνεχίζει. «Ή, αν το προτιμάς, μπορώ να σου προσφέρω και κάτι πιο δυνατό». Ουίσκι. Ο Νικ σκέφτηκε ότι θα σκότωνε για ένα διπλό ουίσκι. «Είμαι μια χαρά, ευχαριστώ». «Θα ήθελες να μιλήσουμε πρώτα, ή να μπούμε κατευθείαν στο θέμα;» «Τι θα είχαμε να πούμε οι δυο μας;» ρώτησε ο Νικ και τα λόγια του έκαναν την Κάιλι να γυρίσει να τον κοιτάξει. Ένα λοξό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. «Θα μπορούσαμε να προσπαθήσουμε να κάνουμε αυτή τη συζήτηση κάπως πιο φιλική. Ξέρεις, να πούμε όσα λένε συνήθως δυο άνθρωποι που συναντιούνται για πρώτη φορά». Εντάξει, σκέφτηκε ο Νικ, θα έπαιζε το παιχνίδι της. «Όπως;» «Όπως... πες μου τι ακριβώς κάνεις στην Ντάντε, Νικολό». «Λύνω προβλήματα». Τα πράσινα μάτια της έλαμψαν σαν να το διασκέδαζε, παίρνοντας το χρώμα που έχουν τα φύλλα την άνοιξη. «Κι εγώ είμαι το πρόβλημα που σε απασχολεί αυτή την εποχή;» «Δεν ξέρω». Ο Νικ έσμιξε τα φρύδια. «Είσαι;» Η Κάιλι ανασήκωσε τους ώμους της. «Θα το δείξει ο καιρός». Δίπλωσε τα μπράτσα στο στήθος της κι ακούμπησε το γοφό της στη ράχη ενός καναπέ. Το βλέμμα της ταξίδεψε πάνω του αργά, κάνοντάς τον να αναρωτηθεί αν έψαχνε για κάποια αδυναμία του. Αν ήταν έτσι, έκανε τζάμπα τον κόπο. Ο χρόνος σταμάτησε και η ατμόσφαιρα φορτίστηκε. Η Κάιλι έσπασε πρώτη. «Σειρά σου τώρα», είπε ευγενικά. «Σειρά μου να κάνω... τι;» «Μια ερώτηση». Η Κάιλι αναστέναξε σιγανά. «Ξέρεις, έτσι δουλεύει το πράγμα. Όταν γνωρίζεις κάποιον, κάνεις μια ευχάριστη συζήτηση μαζί του για να υποχωρήσει η ένταση». «Νιώθεις ένταση;» «Αστειεύεσαι, σωστά; Εσύ δεν τη νιώθεις;» Η Κάιλι συνόδευε τα λόγια της με έντονες χειρονομίες, γεμάτες ζωντάνια, όπως τα πάντα πάνω της, κι ωστόσο


γεμάτες χάρη. «Να πάρει, Ντάντε, η ένταση στην ατμόσφαιρα είναι τόση, που θα μπορούσα να την κόψω με το μαχαίρι». Άρα το ένιωθε κι εκείνη. Δεν ήταν απλά η φαντασία του. «Αυτό προτείνεις λοιπόν; Να βγάλουμε τα μαχαίρια; Δε σκέφτεσαι τίποτε καλύτερο;» «Γιατί, εσύ τι σκέφτεσαι;» αντέτεινε η Κάιλι. Δε χωρούσε αμφιβολία πως ήταν κυριευμένη από έξαψη, αναστατωμένη, πράγμα που αναστάτωνε ακόμα περισσότερο κι εκείνον. «Μήπως σου περνάει από το νου ότι μπορείς να με ξελογιάσεις κι έτσι να πάρεις το μερίδιό μου από το ορυχείο; Αυτή την πρωτότυπη λύση σκέφτηκες για το συγκεκριμένο πρόβλημα;» Ναι. «Όχι». «Ωραία. Χαίρομαι που το ακούω». «Γιατί δε σου ανήκει κανένα μερίδιο του ορυχείου». Ο Νικ έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, απλά και μόνο για να μετρήσει την αντίδρασή της. Εκείνη δεν κινήθηκε, είδε όμως τους μυς στους ώμους της να σφίγγονται και τα μάτια της ν’ ανοίγουν διάπλατα για μια στιγμή προτού αναγκάσει τον εαυτό της να χαλαρώσει. Σ’ έπιασα, σκέφτηκε ο Νικ. Ήταν καλή στο παιχνίδι που έπαιζε, εκείνος όμως ήταν καλύτερος. «Κι αφού δε σου ανήκει κανένα μερίδιο του ορυχείου, το να κοιμηθώ μαζί σου δε θα άλλαζε τίποτα. Οι διεκδικήσεις σου θα καταρρεύσουν ούτως ή άλλως». Προς μεγάλη του έκπληξη, η Κάιλι γέλασε. Το γέλιο της ήταν ανάλαφρο και ανέμελο. «Χαίρομαι τρομερά που ξεμπερδέψαμε μ’ αυτό το θέμα». «Παράξενο. Εμένα μου φαίνεται ότι υπάρχει ακόμα ανάμεσά μας». Ήταν η σειρά της Κάιλι να πλησιάσει, ηλεκτρίζοντας ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα. «Θέλεις μήπως να το βγάλουμε από τη μέση, Ντάντε;» ρώτησε. «Δεν είναι και τόσο δύσκολο». Τα δάχτυλά της άγγιξαν το πρώτο κουμπί της μπλούζας της και το ξεκούμπωσαν. Κι ύστερα το δεύτερο. Το τρίτο. Το βαθύ V του ντεκολτέ της αποκάλυψε ένα περίτεχνο μενταγιόν σε σχήμα καρδιάς, κρεμασμένο από μια λεπτή ασημένια αλυσίδα. Την προσοχή του Νικ τράβηξε το ζωηρό κόκκινο χρώμα του σουτιέν της, που ξεχώριζε έντονα στο φόντο της λευκής επιδερμίδας και της μαύρης μπλούζας της. Ανίκανος να συγκρατηθεί, κατέβασε το βλέμμα του στο χαμηλοκάβαλο παντελόνι της κι αναρωτήθηκε αν το εσώρουχό της ήταν ασορτί με το σουτιέν της. Αν κάτω απ’ το παγερό μαύρο των ρούχων της κρυβόταν η φωτιά της Κόλασης. Σήκωσε αργά το βλέμμα του και την κοίταξε στα μάτια. Άραγε πόσος χρόνος θα του χρειαζόταν για να το διαπιστώσει; Αν έκρινε από τον πόθο στην έκφρασή της, όχι και πολύς. Τα δάχτυλά της στάθηκαν στα τελευταία δύο κουμπιά. «Ολοκλήρωσε αυτό που κάνεις». Η φωνή του ήταν βραχνή, σιγανή. Έκανε το τελευταίο βήμα που τους χώριζε. Απείχαν πλέον ελάχιστα εκατοστά και η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους ήταν φορτισμένη από πόθο, δυσπιστία και καχυποψία. Έναν πόθο που ο Νικ σκόπευε να διαλύσει, ενώ ταυτόχρονα θα φρόντιζε να φουντώσουν η δυσπιστία και η καχυποψία. «Ολοκλήρωσε αυτό που κάνεις», επανέλαβε. «Και δείξε μου ποια πραγματικά είσαι». Η Κάιλι τινάχτηκε πίσω. Οι κινήσεις της, που λίγο πριν ήταν γεμάτες χάρη, τώρα έγιναν σπασμωδικές. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν, το βλέμμα της σκοτείνιασε από τρόμο και δυσπιστία. Βάλθηκε να κουμπώνει την μπλούζα της τόσο νευρικά, που πέρασε κάποια από τα κουμπιά σε λάθος τρύπες. «Μα τι στο καλό σκεφτόμουν;» μουρμούρισε σαν να απευθυνόταν περισσότερο στον εαυτό της παρά στον Νικ. Κούνησε το κεφάλι της, σαν να ήθελε να καθαρίσει το μυαλό της. «Τι μου κάνεις, Ντάντε;» ρώτησε. «Εσύ ήσουν που έκανες το στριπτίζ. Μη με κατηγορείς που περιμένω είτε να συνεχίσεις είτε να σταματήσεις. Και τώρα λέγε: Έχεις αποδείξεις για τους ισχυρισμούς σου ότι σου ανήκει ένα κομμάτι του ορυχείου της Ντάντε, ή μήπως τα όσα έχεις περιορίζονται σ’ αυτά που ήσουν έτοιμη να μου δείξεις;» Την είχε ταρακουνήσει, πράγμα που υποπτευόταν ότι δε συνέβαινε συχνά στη γεμάτη αυτοκυριαρχία κυρία Ο’Ντελ. «Το ένιωσες κι εσύ», την άκουσε να λέει χαμηλόφωνα. «Μην προσπαθήσεις να μου πεις ότι το φαντάστηκα». «Ωστόσο δεν ήμουν εγώ που έβγαλα τα ρούχα μου». Προς μεγάλη του έκπληξη, η Κάιλι ηρέμησε σαν να το διασκέδαζε. «Δεν έχεις άδικο, Ντάντε. Θα πρέπει να προσέχω τις κινήσεις μου μαζί σου. Κατά τα φαινόμενα, ξυπνάς τον ασυγκράτητο εαυτό μου, παρ’ όλο που αγνοούσα την ύπαρξή του». Κούνησε το κεφάλι της αηδιασμένη. «Όσο ζει κανείς, μαθαίνει». Πήρε μια βαθιά ανάσα, πέρασε δίπλα από τον καναπέ που ακουμπούσε νωρίτερα κι έδειξε το τραπεζάκι μπροστά του, η επιφάνεια του οποίου ήταν γεμάτη έγγραφα. Έδειξε στον Νικ ένα δεύτερο καναπέ απέναντι στον πρώτο. «Ας πιάσουμε λοιπόν δουλειά. Θέλεις αποδείξεις. Ορίστε οι αποδείξεις μου». Πήρε την πρώτη δέσμη με τα έγγραφα και τα έσπρωξε στο τραπεζάκι προς τον Νικ. «Ο παππούς μου ήταν ο Κάμερον Ο’Ντελ. Μαζί με τον αδελφό του, τον Σίμους, ήταν οι αρχικοί ιδιοκτήτες του ορυχείου που αγόρασε τελικά ο δικός σου παππούς. Μόλις σου έδωσα αντίγραφα των πιστοποιητικών γέννησης και θανάτου του παππού μου, καθώς και μια συμβολαιογραφική πράξη που αποδεικνύει ότι ήταν νόμιμος συνιδιοκτήτης του ορυχείου». Ο Νικολό φυλλομέτρησε τα έγγραφα. «Απ’ όσο ξέρω, πέθανε πριν οριστικοποιηθεί η πώληση του ορυχείου στον παππού μου». «Σωστά. Όμως, με το θάνατό του, το μερίδιό του στο ορυχείο μεταβιβάστηκε απλά στα παιδιά του –συγκεκριμένα, στον πατέρα μου». Η Κάιλι έσπρωξε ακόμα ένα έγγραφο προς τον Νικ. «Ορίστε ένα αντίγραφο της διαθήκης του παππού μου που επιβεβαιώνει αυτό το γεγονός». «Έχεις πιστοποιητικό γέννησης του πατέρα σου που να αποδεικνύει ότι είχε γεννηθεί πριν το θάνατο του παππού σου;» Η Κάιλι έσπρωξε ακόμα ένα χαρτί προς τον Νικ. «Ορίστε». Ακούμπησε τους αγκώνες της στα γόνατά της και έσκυψε μπροστά. Το μενταγιόν της πρόβαλε μέσα από τη στραβοκουμπωμένη μπλούζα της. Ήταν περίεργο κόσμημα, παχύ και ογκώδες, που αποτελούνταν από κομμάτια ασημιού πλεγμένα με τέτοιον τρόπο, ώστε να σχηματίζουν μια καρδιά. «Ο παππούς σου μπορεί να πλήρωσε τον Σίμους, όμως ο θείος μου δεν είχε το δικαίωμα να πουλήσει το μερίδιο του πατέρα μου στο ορυχείο, ανεξάρτητα από το τι μπορεί να είχε ισχυριστεί». Ο Νικολό μελέτησε τα έγγραφα χωρίς να βιάζεται, παρ’ όλο που υποπτευόταν ότι θα τα έβρισκε απολύτως εντάξει. Ένας απατεώνας θα φρόντιζε να έχει σιγουρευτεί γι’ αυτό. Αυτό που ήλπιζε να βρει ενώ προσποιούνταν ότι διάβαζε ήταν το κενό στη λογική της Κάιλι. Και δεν άργησε πολύ. «Γιατί περίμενε τόσο η οικογένειά σου να θίξει αυτό το θέμα;» ρώτησε τελικά. «Γιατί δεν υποβάλατε μια αγωγή δεκαετίες πριν, ώστε να πάρετε το μερίδιο που σας ανήκε;» «Δεν ήξερα ότι υπήρχε πιθανότητα να είχα μερίδιο στο ορυχείο. Όσο για τον πατέρα μου...» Το βλέμμα της Κάιλι σκοτείνιασε για μια στιγμή, σαν από κάποια οδυνηρή ανάμνηση. «Δε θα μπορούσα να του κάνω αυτή την ερώτηση, αφού πέθανε όταν εγώ ήμουν ακόμα μωρό». Ο Νικολό επέτρεψε στον εαυτό του να δείξει κάποια κατανόηση. «Σε μεγάλωσε η μητέρα σου;» «Τι σημασία έχει αυτό;» ρώτησε η Κάιλι κοφτά. Ο Νικολό έσμιξε τα φρύδια του. Για κάποιο λόγο, η ερώτησή του που είχε σκοπό να στρέψει αλλού την προσοχή της Κάιλι είχε προκαλέσει μια αυθόρμητη αντίδραση και μάλιστα αμυντική, κάτι που έκανε τα πράγματα ακόμα πιο ενδιαφέροντα. Κάτι που του έλεγε πολλά. Χωρίς να το θέλει καν, είχε αγγίξει την ευαίσθητη χορδή της. Κι αυτό του έδειχνε πόσο αυστηρός ήταν ο έλεγχος που διατηρούσε η Κάιλι στα λόγια, τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις της. Μέχρι εκείνη τη στιγμή. «Εσύ ήσουν που πρότεινες να γνωριστούμε καλύτερα. Αυτό κάνω». Ο Νικ πίεσε λίγο περισσότερο. «Μίλησέ μου για τη μητέρα σου. Πώς την έλεγαν; Πώς τα έβγαζε πέρα μετά το θάνατο του πατέρα σου;» Η Κάιλι έσφιξε τα χείλη της. «Νομίζω ότι προσπαθείς να κερδίσεις χρόνο».


Ο Νικ ανασήκωσε τους ώμους του. «Πίστεψε ό,τι θέλεις. Προσπαθώ απλά να καταλάβω αν συμμετέχει κι εκείνη σ’ αυτή τη μικρή απάτη ή αν τη σκαρφίστηκες μόνη σου». «Δεν πρόκειται γι’ απάτη». «Έτσι λες εσύ. Ωστόσο υποπτεύομαι ότι ο Σίμους θα έχει να διηγηθεί μια πολύ διαφορετική ιστορία». Οι κινήσεις της Κάιλι έγιναν πιο αργές, μέχρι που έμεινε ακίνητη, σαν πουλί που κούρνιαζε στη φωλιά του. Πάντα κάποιο σημάδι, μια ασυναίσθητη ματιά ή κίνηση –ή η απουσία τους– προδίδει όποιον λέει ψέματα. Κι ο Νικ διέθετε την ικανότητα να διακρίνει αυτά τα σημάδια, πράγμα που αποτελούσε τον κυριότερο λόγο για τον οποίο τ’ αδέλφια του δεν έπαιζαν πόκερ μαζί του. Καταλάβαινε πάντα αν μπλόφαραν, όπως μπορούσε να καταλάβει ότι μπλόφαρε και η Κάιλι. Την είδε να υγραίνει τα χείλη με την άκρη της γλώσσας της, ένα δεύτερο, ακόμα πιο προδοτικό σημάδι. «Ο Σίμους;» την άκουσε να επαναλαμβάνει και αποφάσισε να ρισκάρει ένα χτύπημα στα τυφλά. «Σύμφωνα με τον παππού μου, ζει ακόμα», είπε και χαμογέλασε πλατιά. «Θα σου πω τι θα γίνει. Τι θα έλεγες να καθίσεις φρόνιμα τις επόμενες μέρες και να απολαύσεις τις ανέσεις του Λε Πρεμιέρ όσο εγώ θα προσπαθώ να τον εντοπίσω; Είμαι σίγουρος πως θα μπορέσει να λύσει αυτή την παρεξήγηση σε χρόνο μηδέν». «Δώσε μου τα έγγραφά μου», είπε η Κάιλι κοφτά και τραχιά. Ο Νικ, χωρίς να μιλήσει, τα μάζεψε και της τα έδωσε. Τα δάχτυλά τους ακούμπησαν και ένα ρίγος διαπέρασε και τους δύο. Ο Νικολό πετάχτηκε όρθιος. «Τι κόλπο είναι αυτό που προσπαθείς να κάνεις;» ρώτησε κοφτά. Η Κάιλι μαζεύτηκε στον καναπέ. Τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα από την έκπληξη και το πρόσωπό της είχε χλομιάσει. «Δεν καταλαβαίνω για τι πράγμα μιλάς». Ο Νικολό, για πρώτη φορά στη ζωή του, αγνόησε το ένστικτό του και κινήθηκε με βάση και μόνο τις υποψίες του. «Φυσικά και ξέρεις. Διάβασες τη Σνιτς, έτσι δεν είναι, μις Ο’Ντελ; Διάβασες για το ορυχείο, δε χωρά αμφιβολία σ’ αυτό, αφού αυτό σε παρακίνησε να επικοινωνήσεις μαζί μας. Ωστόσο διάβασες επίσης και τα πάντα για τους Ντάντε και το μικρό πρόβλημά τους με τον Κεραυνό. Κι αυτό σου έδωσε την πιο υπέροχη ιδέα. Ας συγκεντρώσω όλα αυτά τα παλιά οικογενειακά έγγραφα, σκέφτηκες, κι ας δω αν καταφέρω να διεκδικήσω το μερίδιο που δήθεν μου ανήκει στο ορυχείο των διαμαντιών της φωτιάς. Κι αν δεν πετύχει αυτό, ας δω αν καταφέρω να υποκριθώ ότι με χτύπησε ο Κεραυνός». Η Κάιλι σηκώθηκε απότομα. «Είσαι εντελώς τρελός». «Τότε πώς εξηγείς αυτή τη μικρή ηλεκτρική εκκένωση;» «Από πού κι ως πού θα έπρεπε να μπορώ να την εξηγήσω; Ίσως να βραχυκύκλωσε το μυαλό σου». Η Κάιλι κράτησε τα έγγραφα σφιχτά στο στήθος της. Φροντίζοντας να αποφύγει τον Νικ, πέρασε δίπλα από το τραπεζάκι και κατευθύνθηκε προς την πόρτα της σουίτας. «Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα να φύγεις». Ο Νικολό την ακολούθησε ως την πόρτα. «Δεν πηγαίνω πουθενά. Όχι προτού ξεκαθαρίσουμε το θέμα. Γιατί δεν τελειώσαμε εδώ. Ούτε κατά διάνοια». «Ναι, τελειώσαμε. Αύριο, πρωί πρωί, σκοπεύω να επικοινωνήσω με το δικηγόρο μου. Μέχρι τότε, σήκω και φύγε απ’ το δωμάτιό μου». Ο Νικ έσκυψε προς το μέρος της, τόσο κοντά της, που ένιωθε τα κύματα του ηλεκτρισμού που ξεπηδούσαν απ’ το κορμί της και διαπερνούσαν το δικό του. Που τον τραβούσαν προς την ύστατη δέσμευση, που προσπαθούσαν να τον καψαλίσουν με το θανατηφόρο άγγιγμά τους. «Να ξέρεις ότι το θέμα δεν έχει κλείσει», της είπε. Η ανάσα της έβγαινε κοφτή και λαχανιασμένη. Έβλεπε τον πόθο που συγκλόνιζε κι εκείνον ν’ αντανακλάται στα μάτια της, διαισθανόταν ότι οι καρδιές τους χτυπούσαν στον ίδιο ρυθμό. Τα χείλη του ενώθηκαν σχεδόν με τα δικά της, ο πειρασμός ήταν τόσο έντονος, που παραλίγο να τον παρασύρει. Χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλο τον αυτοέλεγχό του για να τραβηχτεί την τελευταία στιγμή. Χωρίς να πει τίποτε άλλο, άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο διάδρομο. Η πόρτα έκλεισε με δύναμη πίσω του. Έμεινε ακίνητος για μια στιγμή. Συνέχιζε να διαισθάνεται την παρουσία της Κάιλι, ακόμα και πίσω απ’ την κλειστή πόρτα. Ήταν ακουμπισμένη πάνω της κι αγωνιζόταν ν’ αντισταθεί στην ίδια έλξη που βασάνιζε και τον Νικ, λέγοντας στον εαυτό της, όπως κι εκείνος, ότι αυτό που ένιωθε ήταν εντελώς τρελό. Αδύνατον. Κι ότι θα έπρεπε να το αποφύγει πάση θυσία. Κούνησε το κεφάλι του αηδιασμένος. Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, κουκλάρα, σκέφτηκε. Κατευθύνθηκε προς τα ασανσέρ και κατέβηκε στο ισόγειο. Φτάνοντας εκεί, κοντοστάθηκε. Στο λόμπι υπήρχε ένα μεγάλο σαλόνι, με άνετες πολυθρόνες και τραπεζάκια τοποθετημένα με τον πιο βολικό τρόπο. Μεγάλες, προσεκτικά φροντισμένες φτέρες και άλλα φυτά δημιουργούσαν οάσεις απομόνωσης. Το βλέμμα του στάθηκε σε μια πολυθρόνα μισοκρυμμένη πίσω από ένα φυτό που, ωστόσο, πρόσφερε ανεμπόδιστη θέα προς τα ασανσέρ. Η διαίσθησή του ενεργοποιήθηκε ξανά, τόσο έντονη, που δε θα μπορούσε να την αγνοήσει. Στα τριάντα χρόνια του είχε μάθει να μην αμφισβητεί τις συμβουλές της. Σήμαιναν πάντα πως το υποσυνείδητό του είχε συλλάβει κάτι που το συνειδητό του ακόμα δεν το είχε αντιληφθεί. Κάθισε και περίμενε. Δε χρειάστηκε να περιμένει πολλή ώρα. Ούτε πέντε λεπτά αργότερα, η Κάιλι βγήκε από ένα από τα ασανσέρ, με το ζωηρό, λικνιστικό βήμα της, που πλέον ο Νικ συνειδητοποιούσε πως ήταν το φυσικό της. Είχε πιάσει τα μαλλιά της ψηλά και είχε φορέσει ένα μαύρο σακάκι, ασορτί με το παντελόνι της. Η εμφάνισή της ήταν πολύ επαγγελματική. Πήγε κατευθείαν στο θυρωρό κι άρχισε να χτυπάει ανυπόμονα το πόδι της όσο περίμενε να της απαντήσει στην ερώτησή του. Ο Νικολό διαισθάνθηκε την ύπαρξη μιας σκοπιμότητας πίσω από τις πράξεις της. Είχε έναν απώτερο σκοπό στο μυαλό της κι εκείνος ήταν αποφασισμένος να τον ανακαλύψει. Θα ήταν ενδιαφέρον να διαπιστώσει αν είχε κάποιον συνένοχο στην απάτη της. Ο θυρωρός θα πρέπει να της έδωσε την απάντηση που ήθελε, γιατί τον αντάμειψε με ένα πλατύ χαμόγελο που φάνηκε να του βραχυκυκλώνει το μυαλό, με τον ίδιο τρόπο, σκέφτηκε ο Νικ, που είχε βραχυκυκλώσει νωρίτερα και το δικό του. Την είδε να γυρίζει και να κατευθύνεται προς την έξοδο. Και τότε χτύπησε η καταστροφή. Παρ’ όλο που δεν υπήρχε κανένας λόγος να τον προσέξει η Κάιλι ή να κοιτάξει προς το μέρος του, παρ’ όλο που ήταν ουσιαστικά θαμμένος πίσω από τα πυκνά φυλλώματα, καθώς πλησίαζε στο σημείο που βρισκόταν εκείνος, πάγωσε. Ο όποιος δεσμός είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους τα λίγα λεπτά που είχαν περάσει μαζί ζωντάνεψε ξαφνικά και την αναστάτωσε. Ο χρόνος σταμάτησε. Οι θόρυβοι και οι φωνές του κόσμου έγιναν απόμακροι. Ακόμα και το φως φάνηκε να χαμηλώνει γύρω τους, λούζοντας μόνο τους δυο τους. Με τρομακτική ακρίβεια το κεφάλι της γύρισε προς το μέρος του και το βλέμμα της διασταυρώθηκε με το δικό του. Μόλις τον είδε, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη. Μια έκπληξη που γρήγορα έδωσε τη θέση της στη δυσφορία. Η απρόσμενη ανησυχία που γέννησε στον Νικ η δυσφορία της τον έκανε να τα χάσει. Δεν ήθελε να έχει κανένα απολύτως συναίσθημα γι’ αυτή τη γυναίκα, δυστυχώς όμως δεν μπορούσε να αρνηθεί τα γεγονότα. Στη διάρκεια των λιγοστών στιγμών που είχαν περάσει μαζί, κάτι είχε γεννηθεί κι ήταν πιο δυνατό από οτιδήποτε άλλο είχε βιώσει στο παρελθόν. Ο χρόνος επέστρεψε στον κανονικό ρυθμό του και η Κάιλι διέσχισε βιαστικά τις κρυστάλλινες πόρτες του Λε Πρεμιέρ, που είχαν χαραγμένο το λογότυπο του ξενοδοχείου. Ο Νικολό την ακολούθησε. Το ένστικτό του του έλεγε να τρέξει, σαν κυνηγός πίσω από το θήραμά του. Βγήκε στο πεζοδρόμιο τη στιγμή ακριβώς που εκείνη έφτανε στη διασταύρωση της γωνίας. Ο κόσμος περνούσε ακόμα το δρόμο, παρ’ όλο που είχε ανάψει το κόκκινο για τους πεζούς. Η Κάιλι έριξε μια βιαστική ματιά πάνω από τον ώμο της. Είδε τον Νικ και προχώρησε βιαστικά. Ο Νικ μάντεψε τι θα ακολουθούσε προτού ακόμα συμβεί. Ένα ταξί προσπέρασε κάποιο αυτοκίνητο που προχωρούσε αργά και όρμησε με ταχύτητα στη


διασταύρωση. Ήταν φανερό ότι ο οδηγός του δεν είχε δει την Κάιλι. Ο Νικολό σκέφτηκε να της φωνάξει να προσέχει. Συνειδητοποίησε ότι έτρεχε. Ο οδηγός του ταξί δεν είδε την Κάιλι παρά την τελευταία στιγμή. Πάτησε το φρένο κι εκείνη προσπάθησε να παραμερίσει, αλλά ήταν πολύ αργά. Ο προφυλακτήρας του ταξί τη χτύπησε με τόση δύναμη, που την πέταξε στον αέρα προτού χτυπήσει στο πεζοδρόμιο. Ο Νικολό έτρεξε προς το μέρος της, ενώ ταυτόχρονα έβγαζε το κινητό του. Πίεζε τα πλήκτρα χωρίς να κοιτάζει και, μόλις η τηλεφωνήτρια των πρώτων βοηθειών απάντησε στην κλήση του, της είπε πού βρίσκονταν και τι είχε συμβεί. Γονάτισε δίπλα στην Κάιλι. Εκείνη δεν κινούνταν. Δεν έδειχνε καν ν’ αναπνέει. Απ’ ό,τι είχε δει ο Νικ τη στιγμή του ατυχήματος, είχε χτυπήσει το κεφάλι της στο πεζοδρόμιο. Τα μαλλιά της είχαν βαφτεί κόκκινα, ενώ το πρόσωπό της ήταν άσπρο σαν πανί. Το μενταγιόν της ακουμπούσε στο μάγουλό της, σαν να τη φιλούσε. «Κάιλι!» Δεν τολμούσε καν να την αγγίξει, παρ’ όλο που λαχταρούσε να το κάνει. Και τότε είδε το στήθος της ν’ ανεβοκατεβαίνει αργά και του κόπηκε η ανάσα. «Δεν την είδα». Ο οδηγός του ταξί στάθηκε δίπλα στην Κάιλι και την κοίταξε, ενώ ταυτόχρονα χειρονομούσε ζωηρά. Δάκρυα μούσκευαν τα γένια που κάλυπταν το πρόσωπό του. «Εμφανίστηκε από το πουθενά». «Είδα τι συνέβη. Το λάθος δεν ήταν δικό σου». Ο Νικολό έσφιξε τα χείλη. Ο μόνος που έφταιγε ήταν εκείνος. Όχι ο οδηγός του ταξί. «Είναι...» Η φωνή του οδηγού έσπασε. Ξεροκατάπιε. «Είναι...» «Όχι. Κάλεσα ασθενοφόρο». Την ίδια στιγμή ακούστηκαν σειρήνες στο βάθος. Ένα μικρό πλήθος μαζεύτηκε γύρω τους κι ο Νικολό φρόντισε να κρατήσει τον κόσμο μακριά, με μια κοφτή διαταγή κι ένα βλέμμα τόσο σκοτεινό, που έκανε τους περισσότερους περίεργους να επιστρέψουν βιαστικά στο δρόμο τους. Λίγα λεπτά αργότερα έφτασε η αστυνομία κι αμέσως μετά το ασθενοφόρο. Ο Νικολό παρακολούθησε σαν χαμένος τους αστυνομικούς να ασφαλίζουν την περιοχή και τους τραυματιοφορείς να φροντίζουν την Κάιλι. Θυμόταν αόριστα να δίνει τα στοιχεία του. Να δηλώνει ότι η Κάιλι ήταν σύζυγός του, γιατί, σε κάποιο βαθύτερο επίπεδο, ήξερε πως έτσι ήταν. Η φροντίδα της είχε γίνει πλέον δική του ευθύνη. Κατά τη διάρκεια αυτής της φρικτής διαδικασίας παρακολουθούσε τους τραυματιοφορείς να σταθεροποιούν την κατάστασή της, τους παρακολουθούσε να τη συνδέουν με ατελείωτα ιατρικά μηχανήματα, να τοποθετούν στο κεφάλι και τον αυχένα της προστατευτικές συσκευές. Και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν πως, αν δεν την είχε ακολουθήσει, εκείνη δε θα είχε τρέξει. Δε θα είχε χτυπηθεί απ’ το ταξί. Δε θα είχε τραυματιστεί. Είχε παρασυρθεί τόσο απ’ την επιθυμία του να αποδείξει πως ήταν απατεώνισσα, που είχε βάλει σε κίνδυνο τη ζωή της. Με βάση τα λίγα που είχε δει από τον τρόπο που είχαν λειτουργήσει οι τραυματιοφορείς, θα μπορούσε κάλλιστα να την είχε σκοτώσει. Έκλεισε τα μάτια και πίεσε τον εαυτό του να αντιμετωπίσει τα γεγονότα. Υπήρχε ένας δεσμός ανάμεσά τους, είτε το ήθελε είτε όχι. Εκείνος ο ηλεκτρισμός που είχαν νιώσει νωρίτερα δεν ήταν μέρος της απάτης της. Είχε εκπλαγεί όσο κι εκείνος από την αναστάτωση που είχε κυριεύσει και τους δυο τους. Η αλήθεια ήταν ότι... η Κάιλι πιθανόν να ήταν η σύζυγος που είχε επιλέξει για εκείνον ο Κεραυνός. Δε θα μπορούσε να είναι εκατό τοις εκατό σίγουρος, αφού δεν είχαν αγγίξει ο ένας τον άλλον κανονικά, αμφέβαλλε όμως για το κατά πόσο θα ήταν απαραίτητο αυτό. Βαθιά μέσα του διαισθανόταν την αλήθεια, τη διαισθανόταν με όλη του την ψυχή. Ο Κεραυνός του είχε στείλει τη σύντροφο της ζωής του. Ομολογουμένως, δεν ήταν εκείνη που θα είχε διαλέξει ο ίδιος για τον εαυτό του, ωστόσο, αναγκάζοντάς τη να λειτουργήσει τόσο παρορμητικά, πολύ πιθανόν να είχε καταστρέψει το μέλλον τους, προτού ακόμα τη γνωρίσει κάπως καλύτερα. Είχε ισχυριστεί πως δεν ήθελε μια σύζυγο που θα του έβρισκε ο Κεραυνός. Και, κατά τα φαινόμενα, η μοίρα είχε πραγματοποιήσει την ευχή του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

«Έχεις τρελαθεί εντελώς;» Ο Νικολό κοίταξε πάνω απ’ τον ώμο του την αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου για να βεβαιωθεί ότι δε θα τους άκουγε κανείς. Είδε κάποιους να τον κοιτάζουν με περιέργεια και απάντησε στον Λατζάρο, τον αδελφό του, στα ιταλικά. «Όχι, δεν έχω τρελαθεί. Εγώ φταίω που βρίσκεται εδώ. Αν δεν την είχα ακολουθήσει, εκείνη ποτέ δε θα...» Ο Λατζ κούνησε ανυπόμονα το χέρι του, σαν τα λόγια του αδελφού του να μην είχαν σημασία. «Μου το είπες ήδη αυτό», απάντησε στην ίδια γλώσσα. «Έτσι λοιπόν τώρα η Κάιλι Ο’Ντελ, εκτός απ’ το να διεκδικεί το ορυχείο μας, μπορεί και να σε μηνύσει επειδή έγινες αιτία να χτυπηθεί από ένα ταξί. Αυτό προσπαθείς να μου πεις;» «Ναι. Όχι». Να πάρει, γιατί απ’ όλα του τ’ αδέρφια έπρεπε να έχει αυτή τη στιγμή δίπλα του αυτόν που αντιμετώπιζε τα πάντα με ψυχρή λογική; «Δεν καταλαβαίνεις». «Τότε εξήγησέ μου για να καταλάβω. Και, στο μεταξύ, εξήγησέ μου γιατί σε αποκαλούν κύριο Ο’Ντελ». Ο Νικολό δίπλωσε τα μπράτσα στο στήθος. «Θέλω να με ενημερώνουν συνεχώς για την κατάσταση της Κάιλι. Κι αφού το προσωπικό του νοσοκομείου συζητά την κατάσταση ενός ασθενούς μόνο με τους στενούς συγγενείς του, πιθανόν να λειτουργούν με βάση τη λαθεμένη εντύπωση πως είμαι σύζυγός της». «Τι πράγμα;» Ο Λατζ πέρασε τα δάχτυλα από τα μαλλιά του, ενώ έδινε φανερά μάχη για να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία του. «Μη μου πεις ότι πρόκειται για μια ακόμα από τις πρωτότυπες λύσεις σου». «Δεν παραπονέθηκες ποτέ όταν αυτές οι ‘‘πρωτότυπες λύσεις’’ λειτούργησαν προς όφελος της Ντάντε». «Να πάρει, Νικολό!» «Κοίτα, απλά συνέβη, εντάξει; Χρειάζονταν πληροφορίες για την Κάιλι, κι αφού κρατούσα την τσάντα της με την ταυτότητα και τις κάρτες της ιατρικής της περίθαλψης, έβγαλαν τα συμπεράσματά τους. Κι εγώ δεν μπήκα στον κόπο να τους διορθώσω, αφού αυτό λειτουργεί προς όφελός μας». «Λειτουργεί προς όφελός μας μέχρι κάποιος να σε αναγνωρίσει. Μην ξεχνάς ότι εμείς οι Ντάντε δεν είμαστε εντελώς άγνωστοι εδώ στο Σαν Φρανσίσκο. Τα πρόσωπά μας έχουν φιγουράρει σε όλα τα σκανδαλοθηρικά περιοδικά τους τελευταίους μήνες, ή μήπως ξέχασες αυτή την ασήμαντη λεπτομέρεια;» «Η Σνιτς μπορεί να ασχολήθηκε εκτεταμένα μ’ εσένα, τον Μάρκο και τον Σεβ, εγώ όμως διατήρησα χαμηλό προφίλ. Όσο για την Κάιλι... σκοπεύω προς το παρόν να παίξω το ρόλο του κυρίου Ο’Ντελ. Κάποια στιγμή θα ξεκαθαρίσω την κατάσταση. Ως τότε...» Ο Νικολό έδωσε στον αδελφό του την τσάντα της Κάιλι. «Πάρε τα στοιχεία της και δώσ’ τα στον ιδιωτικό ντετέκτιβ με τον οποίο συνεργαζόμαστε. Πες στον Ρούφιο ότι χρειάζομαι οτιδήποτε μπορέσει ν’ ανακαλύψει γι’ αυτήν και όσο πιο γρήγορα γίνεται». «Σε έχω προλάβει ήδη. Τον έχω βάλει να ψάχνει από χτες». Ο Νικολό ένευσε καταφατικά. «Τέλεια. Επίσης στείλε κάποιον στο Λε Πρεμιέρ. Λαμβάνοντας υπόψη τους πελάτες που τους στέλνουμε, δε νομίζω ότι θα σου δημιουργήσουν μεγάλα εμπόδια αν μαζέψεις τα πράγματά της και αδειάσεις τη σουίτα της. Θέλω να ενημερώνομαι συνεχώς, Λατζ. Και όταν ο Ρούφιο συγκεντρώσει όποια επιφανειακά στοιχεία βρει για την Κάιλι, θέλω να ψάξει περισσότερο. Πες του να ψάξει βαθιά. Θέλω να μάθω τα πάντα. Από το τι νούμερο ρούχα και παπούτσια φοράει μέχρι τι μάρκα μεϊκάπ χρησιμοποιεί. Τα πάντα. Κατάλαβες;» «Γιατί; Τι έχεις στο μυαλό σου;» Ο Νικολό δεν τολμούσε να απαντήσει σ’ αυτή την ερώτηση. «Το σχέδιό μου δεν είναι ακόμα ολοκληρωμένο». «Ω, να πάρει». «Κοίτα, όταν θα έχω στη διάθεσή μου όλες τις λεπτομέρειες, θα σ’ ενημερώσω. Επίσης, πέρνα από το σπίτι μου και τάισε τον Μπρούτους, εντάξει; Πήγαινέ τον και μια βόλτα. Δεν ξέρω πόσο θα χρειαστεί να μείνω εδώ». «Έχεις κάνει πολλές τρέλες, όμως αυτό...» Ο Λατζ κούνησε το κεφάλι του. «Σε σύγκριση μ’ αυτό, οτιδήποτε άλλο φαντάζει σχεδόν φυσιολογικό». «Δε θα κρατήσει για πολύ. Μόλις συνέλθει η Ο’Ντελ, η αλήθεια θα αποκαλυφθεί και θα πρέπει να σκεφτώ κάτι άλλο». «Όπως, για παράδειγμα, έναν τρόπο να μας γλιτώσεις από μια αγωγή αποζημίωσης;» Το βλέμμα του Νικολό σκοτείνιασε. «Αυτό είναι κάτι που θα συμβεί μόνο αν με κατηγορήσει για το ατύχημα όσο κατηγορώ εγώ τον εαυτό μου». «Καλύτερα να ελπίζεις να μην το κάνει». Η απρόσμενη εμφάνιση μιας νοσοκόμας γλίτωσε τον Νικολό απ’ την ανάγκη ν’ απαντήσει. «Κύριε Ο’Ντελ, με συγχωρείτε...» «Πώς είναι η Κάιλι;» ρώτησε αμέσως ο Νικ γυρίζοντας την πλάτη στον αδελφό του. Το βλέμμα της νοσοκόμας γέμισε κατανόηση. «Το μόνο που μπορώ να σας πω με σιγουριά είναι πως η κατάστασή της είναι σταθερή. Ο γιατρός θα ήθελε να σας δει και είμαι βέβαιη ότι θα σας ενημερώσει για όλες τις λεπτομέρειες». Έδειξε έναν κοντινό διάδρομο. «Θέλετε να με ακολουθήσετε;» Ο Νικ το έκανε αμέσως και μόνο αργότερα συνειδητοποίησε ότι, απ’ τη στιγμή που είχε εμφανιστεί η νοσοκόμα, είχε ξεχάσει εντελώς την ύπαρξη του αδελφού του. Η νοσοκόμα έστριψε στη γωνία του διαδρόμου και άνοιξε την πόρτα μιας μικρής αίθουσας συσκέψεων, λίγο μεγαλύτερης από γραφείο. Στο τραπέζι ήταν καθισμένος ένας γιατρός που κρατούσε βιαστικά σημειώσεις. Μόλις είδε τον Νικ σηκώθηκε και του έδωσε το χέρι. «Είμαι ο δόκτωρ Ρουίζ». «Μιλήστε μου χωρίς περιστροφές. Είναι ζωντανή, ε;» ρώτησε σφιγμένα ο Νικ. «Ναι, και η κατάστασή της είναι σταθερή», απάντησε ο γιατρός. «Όμως το χτύπημα ήταν σφοδρό. Ήταν θαύμα που δεν έσπασε κάποιο κόκαλο. Έχει αρκετά τραύματα τα οποία κλείσαμε με ράμματα και ένα βαθύ αιμάτωμα στον αριστερό της γοφό. Για λίγο καιρό θα την πονάει πολύ και θα τη δυσκολεύει στις κινήσεις». «Και τα άσχημα νέα;» «Όπως γνωρίζετε, χτύπησε στο κεφάλι. Έπαθε διάσειση. Υπάρχει μια μικρή φλεγμονή στον εγκέφαλο, αλλά αντιδρά στην αγωγή που της χορηγούμε και έχει μειωθεί. Επίσης όλες οι ακτινογραφίες είναι καθαρές». «Έχει ανακτήσει τις αισθήσεις της;» Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Συνήλθε για λίγο. Ήταν πολύ ανήσυχη και αποπροσανατολισμένη. Από τότε παραμένει αναίσθητη». Ένα από τα πράγματα που έκαναν τον Νικολό τόσο καλό στη δουλειά του ήταν η ικανότητά του να διαβάζει τους ανθρώπους. «Τι προσπαθείτε να μου πείτε;» ρώτησε. Ο γιατρός έσφιξε τα χείλη. «Λυπάμαι, κύριε Ο’Ντελ. Τα κρανιακά τραύματα δεν είναι εύκολη περίπτωση. Μέχρι να ανακτήσει τις αισθήσεις της δε θα μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την ακριβή έκταση του τραυματισμού της. Πολύ πιθανόν να είναι μια χαρά, με ίσως μια μικρή απώλεια μνήμης σε ό,τι αφορά τις συνθήκες του ατυχήματος. Ή μπορεί ο τραυματισμός της να είναι πολύ πιο εκτεταμένος. Θα πρέπει να είστε προετοιμασμένος για το χειρότερο και να ελπίζετε για το καλύτερο».


«Πότε θα μπορέσω να τη δω;» «Βρίσκεται στην εντατική. Μπορείτε να πάτε και τώρα, για ένα δυο λεπτά. Κατόπιν προτείνω να πάτε στο σπίτι σας και να ξεκουραστείτε. Θα σας ενημερώσουμε αν υπάρξει κάποια αλλαγή στην κατάστασή της». Δέκα λεπτά αργότερα μια νοσοκόμα της εντατικής συνόδευε τον Νικ σε ένα από τα δώδεκα δωμάτια που διέθετε η μονάδα. Η Κάιλι φάνταζε μικρή και εύθραυστη, ξαπλωμένη όπως ήταν στο κρεβάτι της, συνδεδεμένη μ’ ένα σωρό καλώδια και σωληνάκια και διάφορα μηχανήματα να βουίζουν πίσω της. Ο Νικ ευχήθηκε να άνοιγε τα μάτια της ώστε να μπορέσει να δει το πράσινο χρώμα τους και να σιγουρευτεί ότι είχε συνέλθει εντελώς από τα τραύματά της. Ένιωσε έντονη την επιθυμία να πάει κοντά της, να της κρατήσει το χέρι και να ολοκληρώσει το δεσμό που είχε νιώσει να σχηματίζεται ανάμεσά τους. Όμως δεν μπορούσε να το κάνει. Δε θα το έκανε. Η Κάιλι, σαν να ένιωθε την ίδια αναστάτωση, παρά τα ηρεμιστικά που κυκλοφορούσαν στον οργανισμό της, κινήθηκε ανήσυχα. Προφανώς ο Κεραυνός –αν ήταν πράγματι αυτός– την καλούσε κι εκείνη, γιατί μουρμούρισε κάτι στον ονειρικό κόσμο που βρισκόταν. Την επόμενη στιγμή μια νοσοκόμα βρισκόταν στο πλευρό της. «Διαισθάνεται την παρουσία σας», είπε στον Νικ και του χαμογέλασε με κατανόηση. «Τώρα θα πρέπει να φύγετε. Αφήστε μας το τηλέφωνό σας και θα σας ενημερώνουμε για την κατάστασή της». Ο Νικ το έκανε, διαπίστωσε ωστόσο ότι δεν μπορούσε να περιμένει να τον ενημερώσουν κι επέστρεψε στο νοσοκομείο νωρίς το επόμενο πρωί. Οι νοσοκόμες της εντατικής γύρισαν όλες και τον κοίταξαν χαμογελώντας πλατιά, πράγμα που του έδωσε να καταλάβει πως κάτι συνέβαινε, ένα δευτερόλεπτο πριν μπει στο δωμάτιο της Κάιλι κι ακούσει τη φωνή του γιατρού. «Να, ήρθε κι ο σύζυγός σου». Τόσο ο Νικολό όσο και η Κάιλι πάγωσαν κι απέμειναν να κοιτάζονται για μερικές στιγμές που τους φάνηκαν αιώνες. Τότε η Κάιλι κούνησε δύσπιστα το κεφάλι της. «Αδύνατον», είπε με απόλυτη βεβαιότητα. «Αποκλείεται να είναι αυτός ο σύζυγός μου». Ο Νικολό έβαλε τα δυνατά του να μη χάσει την αυτοκυριαρχία του. «Δόκτωρ Ρουίζ...» «Μην πανικοβάλλεστε, κύριε Ο’Ντελ», είπε ο γιατρός και του χαμογέλασε καθησυχαστικά πάνω από τον ώμο του. «Σας προειδοποιήσαμε ότι μπορεί να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα με τη μνήμη της». «Όχι. Θα το θυμόμουν αν τον είχα παντρευτεί», διαμαρτυρήθηκε η Κάιλι. «Ηρεμήστε, κυρία Ο’Ντελ», είπε καθησυχαστικά ο γιατρός. «Η απώλεια της μνήμης σας οφείλεται στο ατύχημά σας». Ο Νικολό έκλεισε τα μάτια. Είχε φτάσει η στιγμή να ομολογήσει την αλήθεια. «Δεν είναι...» Εκείνη τη στιγμή μίλησε ο γιατρός, διακόπτοντάς τον. «Κάιλι, δε θυμάσαι ούτε καν το όνομά σου», είπε τρυφερά. «Είναι απόλυτα φυσιολογικό να μη θυμάσαι ότι είσαι παντρεμένη. Προτείνω να προχωρήσουμε με βήματα αργά και σταθερά. Η μνήμη σου μπορεί να επιστρέψει οποιαδήποτε στιγμή. Σε λίγες ώρες. Μπορεί να περάσουν μέρες ή ακόμα και βδομάδες. Στο μεταξύ μπορούμε να σε μεταφέρουμε από την εντατική σε ένα κανονικό δωμάτιο, για να σου κάνουμε μερικές ακόμα εξετάσεις». «Γιατί δε με ακούτε;» Η Κάιλι κοίταξε για μια στιγμή τον Νικολό και ύστερα έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, η φωνή της έσπασε και με κάθε λέξη που πρόφερε ακουγόταν όλο και πιο στριγκή και υστερική. «Σας λέω ότι αυτός ο άντρας δεν είναι σύζυγός μου. Δεν μπορεί να είναι. Θα το ήξερα αν ήταν». Ο δόκτωρ Ρουίζ έκανε νόημα σε κάποια από τις νοσοκόμες, που άρχισε να ετοιμάζει μία ένεση. «Κύριε Ο’Ντελ, φοβάμαι ότι θα πρέπει να σας ζητήσω να φύγετε. Μόλις ηρεμήσει και αποδεχτεί αυτό που συνέβη, θα μπορέσετε να επιστρέψετε». Ο Νικολό ένευσε καταφατικά. «Φυσικά. Δώστε μου όμως μια στιγμή...» Λειτούργησε χωρίς να το σκεφτεί, καθαρά από διαίσθηση, απαντώντας σ’ ένα κάλεσμα που δεν άκουσε κανείς εκτός από εκείνον. Στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι της Κάιλι και άπλωσε το χέρι του να πιάσει το δικό της. Ο δόκτωρ Ρουίζ πίσω του δια-μαρτυρήθηκε, ενώ η Κάιλι βόγκησε φοβισμένα και τράβηξε το χέρι της για να αποφύγει το άγγιγμά του. Ο Νικ αγνόησε τα πάντα, εκτός από την έντονη ανάγκη που τον είχε κυριεύσει να υποχωρήσει επιτέλους στην παρόρμηση που τον βασάνιζε από την πρώτη στιγμή που είχε δει την Κάιλι. Της έπιασε το χέρι και το κράτησε. Ο Κεραυνός χτύπησε με μεγαλύτερη ένταση απ’ όση θα φανταζόταν ποτέ. Ακόμα και οι βομβητές των μηχανημάτων ήχησαν για μια στιγμή πριν οι ενδείξεις τους υποχωρήσουν ξανά στους φυσιολογικούς ρυθμούς τους. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε βιώσει ο Νικ έναν τόσο έντονο δεσμό. Είχε την αίσθηση πως κάθε συναίσθημα μέσα του πέρασε από το χέρι του στο χέρι της και κατόπιν επέστρεψε συγκλονίζοντάς τον κι αφήνοντάς τον έρμαιο του πόθου του. Αντέδρασε χωρίς να το σκεφτεί. Χωρίς να δώσει στην Κάιλι χρόνο να διαμαρτυρηθεί, έσκυψε και της έδωσε ένα φλογερό κτητικό φιλί τόσο αποφασιστικά, που δεν άφησε περιθώρια στη δική της αβεβαιότητα. Τα χείλη της ήταν ακόμα πιο γλυκά απ’ όσο είχε φανταστεί, απαλά, ζεστά και, ύστερα από μια στιγμή δισταγμού, τα ένιωσε ν’ ανταποκρίνονται. Με πάθος. Δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό. Συνέχισε, εκμεταλλευόμενος την αντίδρασή της. Πρώτη φορά ανταποκρινόταν έτσι γυναίκα στο φιλί του, ήταν σαν το άγγιγμα και η γεύση των χειλιών της να τον είχαν σημαδέψει. Κυριεύτηκε από τη βεβαιότητα ότι καμιά άλλη γυναίκα δε θα μπορούσε να ήταν ποτέ η σωστή για εκείνον, μόνο η Κάιλι. Ένα σιγανό ανυπόμονο βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της, καλωσορίζοντας το φιλί του. Κι εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι ήταν αδύνατον να συνεχίσει να αποφεύγει την ξεκάθαρη αλήθεια. Η Κάιλι του ανήκε. *

Η Κάιλι πάγωσε με το που ένιωσε το άγγιγμα του συζύγου της. Κυριεύτηκε από μια αίσθηση τόσο συγκλονιστική, που την άφησε άφωνη. Μια φλόγα ξεπήδησε απ’ την παλάμη του και πέρασε στη δική της, τόσο έντονη που ήταν σχεδόν οδυνηρή, πριν γίνει μια γλυκιά ζεστασιά που έφτασε ως τα βάθη της ψυχής της και ολοκλήρωσε το δεσμό ανάμεσά τους. Δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο, με κάθε χτύπο της καρδιάς της, ο πόθος της φούντωνε, κόβοντάς της την ανάσα. Έκανε το αίμα να κοχλάζει στις φλέβες της, ακατανίκητος, δυνατός. Και τότε τη φίλησε. Ήταν ένα πρώτο φιλί που θα άξιζε να γραφτούν σελίδες ολόκληρες γι’ αυτό. Ήταν επίσης ένα φιλί που θα ήταν αδύνατον να το συγκρίνει με οποιαδήποτε άλλη εμπειρία της από το παρελθόν, αφού η μοίρα είχε φροντίσει να σκεπάσει το παρελθόν της με το πέπλο της λήθης. Ωστόσο, παρά τα λίγα που θυμόταν, είχε την αίσθηση ότι αυτό το φιλί αποτελούσε την πιο συγκλονιστική εμπειρία της ζωής της. Τα χείλη του φιλούσαν τα δικά της με τόσο πάθος που απειλούσε να βάλει φωτιά σε όλο της το κορμί. Η διαίσθησή της επέμενε ότι αυτός ο άντρας ήταν δικός της. Ότι ανήκε σ’ εκείνον και σε κανέναν άλλον. Ανταποκρίθηκε στο φιλί του χωρίς να το σκεφτεί, χωρίς καμία λογική. Του πρόσφερε τα χείλη της σαν λουλούδι που ανοίγει τα πέταλά του στο καυτό χάδι του ήλιου. Τη φιλούσε, και η Κάιλι ανταποκρινόταν χωρίς κανένα δισταγμό. Εκείνη τη στιγμή δεν την ένοιαζε ποια ήταν, ούτε ποιος ισχυριζόταν ότι ήταν ο άντρας που είχε ενώσει τα χείλη του με τα δικά της. Το μόνο που είχε σημασία ήταν εκείνη η στιγμή να μην τελειώσει ποτέ. Λίγο νωρίτερα τα πάντα τής φαίνονταν άγνωστα και παράξενα, όμως αυτό που συνέβαινε μπορούσε να το αναγνωρίσει. Αυτό το ήξερε. Ο υποτιθέμενος σύζυγός της τραβήχτηκε αργά. Η ανάσα του έβγαινε κοφτή, λαχανιασμένη. Τα μάτια του έλαμπαν από πόθο. Και στην έκφρασή του διέκρινε όλα όσα ένιωθε κι εκείνη, ένα κουβάρι από τα πιο θυελλώδη συναισθήματα. Σε κάποιο πολύ βασικό επίπεδο διαισθανόταν ότι οι δυο τους είχαν ενωθεί για πάντα, ψυχή τε και σώματι. Όμως... πώς ήταν δυνατόν αυτό; Πώς γινόταν


κάτι τόσο απλό όσο ένα άγγιγμα στο χέρι ή ένα φιλί να προκαλέσει μια τέτοια αδιαμφισβήτητη αντίδραση; Πώς μπορούσε ένα απλό άγγιγμα να δημιουργήσει έναν τόσο ισχυρό δεσμό ανάμεσα σ’ εκείνη και έναν άγνωστο; Ο τρόπος που είχε αντιδράσει στο άγγιγμά του της έλεγε ότι τον γνώριζε, παρά τα όσα ισχυριζόταν λίγες στιγμές πιο πριν. Σήκωσε το βλέμμα της αργά και κοίταξε το σύζυγό της. Ή, έστω, τον άντρα που ισχυριζόταν πως ήταν σύζυγός της. Η γνώμη της για εκείνον δεν είχε αλλάξει στις λίγες στιγμές που είχαν περάσει απ’ όταν τον είχε δει να μπαίνει στο δωμάτιο. Παρέμενε πάντα ακατανίκητα όμορφος, ένας θεός του πολέμου με μαύρα μάτια και παγερό βλέμμα. Τα μαλλιά του, κάπως πιο μακριά απ’ ό,τι συνηθιζόταν, έπεφταν στους ώμους του κυματιστά και το αυστηρό βλέμμα του έκανε τους γιατρούς και τις νοσοκόμες γύρω του να σωπάσουν. «Ποιος είσαι;» ρώτησε και του έκανε νόημα να σταματήσει, προτού εκείνος προλάβει να απαντήσει. «Ξέρω ότι ισχυρίζεσαι πως είσαι σύζυγός μου. Εννοούσα, πώς σε λένε;» «Νικολό. Με λες Νικολό». Ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη του που είχαν σημαδέψει ανεξίτηλα τα δικά της και μαλάκωσε την έκφρασή του. «Εκτός απ’ όταν είσαι θυμωμένη. Τότε διαλέγεις ανάμεσα σε διάφορα κολακευτικά, κοσμητικά επίθετα». «Και πόσο συχνά συμβαίνει αυτό;» Το χαμόγελό του πλάτυνε, κάνοντας ακόμα πιο έντονη τη γοητεία του. «Αρκετά συχνά. Διαθέτουμε κι οι δύο αρκετά... έντονο ταμπεραμέντο». Ο Νικ κοίταξε τις νοσοκόμες και τους γιατρούς που είχαν συγκεντρωθεί γύρω απ’ το κρεβάτι της και έδειξε με το βλέμμα του την κουρτίνα που το απομόνωνε απ’ τον υπόλοιπο χώρο. Εκείνοι, χωρίς να πουν λέξη, βγήκαν απ’ το δωμάτιο. Η Κάιλι δεν παραξενεύτηκε που υπάκουσαν. Υποπτευόταν ότι ελάχιστοι ήταν εκείνοι που τολμούσαν να φέρουν αντιρρήσεις στον Νικολό και οι λιγοστοί που το προσπαθούσαν δεν άντεχαν για πολύ. «Επίσης θα ήθελα να ξεκαθαρίσω την κατάσταση», είπε μόλις έμειναν μόνοι. «Το επώνυμο δεν είναι Ο’Ντελ. Είναι Ντάντε. Με λένε Νικολό Ντάντε. Όταν σε έφεραν στο νοσοκομείο έγιναν όλα τόσο γρήγορα, που δεν μπήκα στον κόπο να διορθώσω το λάθος τους. Το διαπεραστικό βλέμμα του ήταν καρφωμένο στα μάτια της όσο μιλούσε, εμποδίζοντάς τη να σκεφτεί λογικά. «Αν είμαστε παντρεμένοι, γιατί δεν έχουμε το ίδιο επίθετο;» Ο Νικ ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν είμαστε παντρεμένοι πολύ καιρό. Και δεν έχεις αποφασίσει ακόμα αν θέλεις να πάρεις το επίθετό μου». Η Κάιλι είχε ερωτήσεις, πολλές ερωτήσεις που στριφογύριζαν στη σκοτεινή ομίχλη του μυαλού της. Διάλεξε μία στην τύχη. «Είπες ότι δεν είμαστε παντρεμένοι πολύ καιρό. Πόσος είναι αυτός ο καιρός;» «Μόλις μερικές μέρες. Ήταν μια θυελλώδης σχέση». Για κάποιο λόγο αυτό αναστάτωσε την Κάιλι, πιθανότατα επειδή ήλπιζε σε κάτι περισσότερο. Σε αποδείξεις μιας μακρόχρονης σχέσης, όπως έγγραφα και φωτογραφίες. Μιας σχέσης που θα εκτεινόταν βαθιά στο σκοτεινό κενό του μυαλού της. Κάτι που θα της πρόσφερε μια βάση στον μπερδεμένο κόσμο στον οποίο είχε ξυπνήσει. Αντίθετα, ο Νικολό της πρόσφερε ένα μικρό απόσπασμα, στο οποίο θα έπρεπε να συνοψίσει όλη της τη ζωή. «Μια θυελλώδης σχέση», επανέλαβε. Έσμιξε τα φρύδια της σκεφτική. «Νικολό Ντάντε, για κάποιο λόγο δε μου φαίνεσαι ιδιαίτερα παρορμητικός. Θα έλεγα πως μάλλον προγραμματίζεις πολύ προσεκτικά τις κινήσεις σου. Πως είσαι κάποιος που παίρνει αυτό που θέλει, όταν το θέλει, ανεξάρτητα απ’ τα εμπόδια που θα βρεθούν τυχόν στο δρόμο του. Κάνω λάθος;» Στο άκουσμα της ερώτησής της, το βλέμμα του Νικ σκοτείνιασε και τα αδρά χαρακτηριστικά του προσώπου του σκλήρυναν. «Πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση, ύστερα από μια συνάντηση μόλις μερικών λεπτών. Ή μήπως θυμήθηκες κάτι για μένα;» Ω, σκεφτόταν η Κάιλι, πώς είχε μπορέσει να φανεί τόσο ανόητη και να παντρευτεί έναν τέτοιον άντρα; Η δύναμη της προσωπικότητάς του απειλούσε να την κατακλύσει, κάτι που ήταν σίγουρη ότι δε θα μπορούσε να αποφύγει, ακόμα και αν δεν βρισκόταν τραυματισμένη στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Θα πρέπει να είχε τρελαθεί για να τον παντρευτεί, για να πιστέψει έστω και για μια στιγμή ότι θα μπορούσε να βρεθεί στο ίδιο κλουβί με έναν πεινασμένο πάνθηρα και να βγει χωρίς ούτε μια γρατζουνιά. Ίσως –σ’ εκείνη την άλλη ζωή, σ’ αυτή που είχε ξεχάσει– να της άρεσαν οι προκλήσεις. Ή ίσως να ήταν απλά τρελή. Θα το έδειχνε ο χρόνος. «Για να απαντήσω στην ερώτησή σου, δε σε θυμάμαι καθόλου», ομολόγησε. «Μακάρι να σε θυμόμουν, γιατί τότε θα κατανοούσα πώς βρέθηκα σ’ αυτή τη δύσκολη θέση». Ανέβασε το σεντόνι που τη σκέπαζε. «Και για να απαντήσω και στην παρατήρησή σου, βασίζω τα συμπεράσματά μου για σένα στον τρόπο με τον οποίο κατάφερες ν’ αδειάσεις το δωμάτιο με μία και μόνη ματιά». Ο Νικολό την κοίταξε για μια στιγμή προτού συμφωνήσει. «Έχεις δίκιο. Κάνω ό,τι χρειάζεται για να πετύχω τους σκοπούς μου. Όμως η οικογένειά μου θα σου πει ότι είμαι εξαιρετικά παρορμητικός, αφού κάποιες φορές αυτό είναι το κλειδί της επιτυχίας. Να σκέφτεται κανείς αντισυμβατικά. Να βρίσκει μια πρωτότυπη λύση σε ένα πρόβλημα που φαντάζει άλυτο». «Κι εμείς οι δύο;» ρώτησε η Κάιλι, ανίκανη να συγκρατηθεί. «Πώς ταιριάζει η σχέση μας σ’ αυτή τη δυναμική;» Ο Νικ την κοίταξε μελαγχολικά και, ταυτόχρονα, σαν να το διασκέδαζε. «Ακόμα και αν δεν ήμουν παρορμητικός, ο τρόπος που αντέδρασες στο άγγιγμά μου θα σου έδωσε σίγουρα να καταλάβεις ότι στη σχέση μας υπάρχουν και άλλα στοιχεία». Η Κάιλι δε δυσκολεύτηκε να μαντέψει ποια θα μπορούσαν να είναι αυτά. «Εννοείς ότι ανάμεσά μας υπάρχει μια έντονη σαρκική έλξη». Αυτό ήταν δήλωση, όχι ερώτηση. Ο τρόπος με τον οποίο είχε αντιδράσει στο άγγιγμα και στο φιλί του δεν άφηνε περιθώρια για αμφιβολίες. Ούτε ο τρόπος με τον οποίο είχε αντιδράσει εκείνος στο δικό της φιλί. Ο Νικ την κοίταξε σιωπηλός για μερικές στιγμές που της φάνηκαν αιώνες. «Προφανώς πρόκειται για κάτι περισσότερο από μια απλή σαρκική έλξη, Κάιλι. Για κάτι που προχωρά πολύ πιο βαθιά. Αν δεν ήταν έτσι, το άγγιγμά μου δε θα σε αναστάτωνε τόσο. Η απώλεια της μνήμης σου θα έπρεπε να είχε διαλύσει κάθε δεσμό ανάμεσά μας». Έδειξε με το βλέμμα τα χέρια τους. «Κι ωστόσο δε συνέβη αυτό». Η Κάιλι ανοιγόκλεισε τα μάτια της έκπληκτη, διαπιστώνοντας πως τα χέρια τους ήταν ακόμα ενωμένα. Παρ’ όλο που η διαίσθησή της την προειδοποιούσε να είναι προσεκτική, αποδεχόταν την ύπαρξη του δεσμού ανάμεσά τους. Και κάτι περισσότερο· αρπαζόταν από αυτόν. «Πιστεύεις ότι σε αναγνωρίζω σε κάποιο υποσυνείδητο επίπεδο;» ρώτησε αργά. «Είναι πιθανό αυτό όταν κάποιος πάσχει από αμνησία;» Ο Νικ δίστασε ξανά, σαν να διάλεγε τα λόγια του με μεγάλη προσοχή. Το στομάχι της δέθηκε κόμπος και δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί τι ήταν αυτό που της έκρυβε. Οι απαντήσεις του ήταν αποσπασματικές και δεν είχε κανέναν τρόπο να τις επιβεβαιώσει. Τα πάντα γύρω απ’ τη ζωή της, απ’ τη ζωή του Νικ, το παρελθόν και το παρόν τους, ακόμα και τα όποια σχέδια μπορεί να είχαν κάνει για το μέλλον, όλα αυτά βρίσκονταν στα χέρια του. Εκείνος θα επέλεγε τι θα της έλεγε και τι όχι, κι εκείνη θα έπρεπε να το αποδεχτεί. Μόνο ένας άνθρωπος κρατούσε το κλειδί των πληροφοριών που συνέθεταν το παρελθόν της, ένας άντρας που δεν είχε άλλη επιλογή από το να τον εμπιστευτεί. Οι ουρανοί ας τη βοηθούσαν. «Ο δόκτωρ Ρουίζ είπε ότι με τον καιρό η μνήμη σου μπορεί και να επιστρέψει», είπε ο Νικ. Εκείνη πρόσεξε ότι δεν είχε απαντήσει στην ερώτησή της. Δεν της είχε εξηγήσει αν ή πώς τον αναγνώριζε σε κάποιο υποσυνείδητο επίπεδο. Όμως το σχόλιό του μεγάλωσε την ανησυχία της. «Και τι θα γίνει αν η μνήμη μου δεν επιστρέψει;» Ο Νικ δεν της ζαχάρωσε το χάπι. «Τότε οι αναμνήσεις σου θα ξεκινάνε από αυτή τη στιγμή». Στα χείλη του έλαμψε ξανά το γοητευτικό χαμόγελο που άλλαξε εντελώς το πρόσωπό του. «Υποπτεύομαι πως, πριν περάσει πολύς καιρός, θ’ αρχίσεις να θυμάσαι κάποια πράγματα από το παρελθόν σου, ειδικά αν κρίνω κι από την αντίδρασή σου σ’ εμένα». «Ποια αντίδραση;» ρώτησε εκείνη και χαμογέλασε ειρωνικά. «Όταν φώναζα σαν υστερική ή όταν κυριεύτηκα από πόθο;»


Η ερώτησή της βρήκε τον Νικ απροετοίμαστο. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το βροντερό γέλιο που ακούστηκε από τα χείλη του. «Κυριεύτηκες από πόθο;» Τα μάγουλα της Κάιλι κοκκίνισαν, ωστόσο συνέχισε να τον κοιτάζει στα μάτια. «Πώς θα αποκαλούσες εσύ αυτό που συνέβη;» «Θα το έλεγα... Κεραυνό». Η φωνή του Νικ ήταν τόσο σιγανή, που η Κάιλι σχεδόν δεν άκουσε την απάντησή του. «Κεραυνό», επανέλαβε αργά. «Η τέλεια περιγραφή γι’ αυτό που νιώθω». Ο Νικ έμεινε ακίνητος. Το διαπεραστικό βλέμμα του καρφώθηκε στα μάτια της, σκοτεινό και απειλητικό, κάνοντάς τη σχεδόν να μαζευτεί. «Θυμήθηκες κάτι, Κάιλι;» ρώτησε σιγανά. Εκείνη κατάλαβε. «Υποπτεύεσαι πως προσποιούμαι ότι έχω πάθει αμνησία, έτσι δεν είναι;» Η έκφραση του Νικ δε μαλάκωσε. Ούτε το βλέμμα του. «Γιατί θα έκανες κάτι τέτοιο;» «Δεν ξέρω. Εγώ είμαι που έχω πάθει αμνησία, το ξέχασες; Πες μου, λοιπόν. Ας αρχίσουμε με το πώς χτύπησα», είπε η Κάιλι και, προς μεγάλη της ανακούφιση, ο Νικ δε μάσησε τα λόγια του αυτή τη φορά. «Σε χτύπησε ένα ταξί ενώ περνούσες το δρόμο. Μόλις είχα βγει απ’ το ξενοδοχείο, όταν το είδα να συμβαίνει». Ο Νικ έκανε μια παύση, ωστόσο η Κάιλι υποπτεύθηκε ότι δεν το έκανε για να διαλέξει τα λόγια του ή για να αποφασίσει πώς θα τα πει. Καταλάβαινε πόσο άσχημα τον είχε επηρεάσει το ατύχημα, διέκρινε τον τρόμο και την αδυναμία που τον είχαν κυριεύσει εκείνες τις τελευταίες στιγμές πριν τη χτυπήσει το ταξί. Δεν ήταν η μόνη που είχε χτυπηθεί. Η ζωή του Νικ είχε αλλάξει επίσης με τον πιο δραματικό τρόπο. Χρειάστηκαν μερικά δευτερόλεπτα για να ξαναβρεί τον αυτοέλεγχό του πριν συνεχίσει. «Όπως σου έλεγα, τι λόγο θα είχες να προσποιηθείς ότι πάσχεις από αμνησία; Δεν ήταν παρά ένα ανόητο ατύχημα». «Όμως υπάρχει και κάτι ακόμα. Το βλέπω στην έκφρασή σου. Τι δε μου λες;» «Είχαμε καβγαδίσει πριν το ατύχημα», ομολόγησε ο Νικ με κάποια δυσκολία. «Έφυγες απ’ το ξενοδοχείο σαν να σε κυνηγούσαν. Αν σε είχα σταματήσει ή αν δεν είχα καθυστερήσει να σε ακολουθήσω, ίσως το ατύχημα να μην είχε συμβεί». Η Κάιλι δε θα μπορούσε να μην αναγνωρίσει την ειλικρίνειά του και κάτι χαλάρωσε μέσα της. Προφανώς, ακόμα και οι σκληροί, δυναμικοί άντρες είχαν αδυναμίες. Και, κατά τα φαινόμενα, εκείνη ήταν η αδυναμία του Νικ. «Κατηγορείς τον εαυτό σου, έτσι δεν είναι; Για το ατύχημα, εννοώ». Ο Νικ έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της. «Ναι». «Τι θα είχε αλλάξει αν ήσουν μαζί μου;» ρώτησε η Κάιλι και του χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Το πιθανότερο είναι ότι θα μας είχε χτυπήσει και τους δύο το ταξί». Η έκφραση του Νικ σκοτείνιασε ξανά. «Αμφιβάλλω. Βρίσκω πολύ πιο πιθανό να είχα αποτρέψει το ατύχημα». Η Κάιλι βρήκε την απόλυτη βεβαιότητα στον τόνο της φωνής του πολύ διασκεδαστική. «Διαπιστώνω ότι παντρεύτηκα έναν άντρα αλαζόνα». «Δεν πρόκειται για αλαζονεία, αλλά για γεγονός». Η Κάιλι γέλασε, κάπως βραχνά, ωστόσο ένιωσε καλύτερα. «Νομίζω ότι μόλις απέδειξες πόσο δίκιο είχα», είπε. Θα ήταν αδύνατον να ξεχωρίσει τη στιγμή που αποδέχτηκε τον Νικ ως σύζυγό της. Όχι όταν την άγγιξε, παρά τον αδιαμφισβήτητο δεσμό που υπήρχε ανάμεσά τους. Τότε ήταν ακόμα υπερβολικά αναστατωμένη απ’ την απώλεια της μνήμης της για να αποδεχτεί το οτιδήποτε. Σίγουρα ο πόθος που την είχε κυριεύσει της είχε δείξει ότι εκείνη κι ο Νικ αποτελούσαν μέρη ενός συνόλου και ότι, προφανώς, συνδέονταν σαρκικά. Όμως αυτό δεν είχε σταθεί αρκετό για να την πείσει πως ήταν παντρεμένοι. Ίσως αυτό που την είχε κάνει ν’ αρχίσει να αποδέχεται το γάμο τους να ήταν ο τρόπος με τον οποίο κρεμόταν από τα χείλη του κατά τη διάρκεια της συζήτησής τους. Ή ο πόνος που είχε διαβάσει στο βλέμμα του όταν της περιέγραφε το ατύχημα. Ή, πιθανόν, κάτι τόσο ασήμαντο όσο η παραδοχή του ότι εκείνη δεν είχε αποφασίσει ακόμα αν θα έπαιρνε ή όχι το επώνυμό του. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, η ουσία ήταν μία: αποδεχόταν πια το γάμο τους ως αδιαμφισβήτητο γεγονός. Ανήκαν ο ένας στον άλλον. «Τι σκέφτεσαι;» ρώτησε χαμηλόφωνα ο Νικ. «Προσπαθώ να θυμηθώ, όμως...» «Όμως τι;» «Φοβάμαι». Η Κάιλι ξαφνιαζόταν που ομολογούσε κάτι τέτοιο στον Νικ, τη στιγμή που τον γνώριζε μόλις μερικά λεπτά. Ίσως το ίδιο να είχε συμβεί και όταν είχαν πρωτογνωριστεί. Μάλιστα ήταν σίγουρη ότι αυτό θα πρέπει να είχε συμβεί. Μπορούσε να φανταστεί τη σχέση τους ν’ ανθίζει σαν ένα ρομαντικό όνειρο, στο οποίο γνωρίζονταν κι αισθάνονταν ν’ αναπτύσσεται αμέσως ένας δεσμός ανάμεσά τους, τόσο ψυχικός όσο και σαρκικός. Αυτό θα εξηγούσε πολλά για τα συναισθήματα που είχε εκείνη τη στιγμή για τον Νικ. «Φοβάμαι το τι θα βρω όταν θα θυμηθώ». «Ή το τι δε θα βρεις;» Η διορατικότητά του τρόμαξε την Κάιλι. «Κι αυτό επίσης». «Σειρά μου τώρα να ρωτήσω», είπε ο Νικ. «Υπάρχει και κάτι ακόμα. Τι δε μου λες;» Για κάποιον περίεργο λόγο, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Φοβάμαι ότι, αν ξανακοιμηθώ, θα χάσω ακόμα μεγαλύτερο κομμάτι του εαυτού μου, αν είναι δυνατόν ποτέ αυτό», ψιθύρισε εκείνη, σαν να φοβόταν να μιλήσει δυνατά μήπως τυχόν και βγει αληθινός ο εφιάλτης της. «Θα είναι σαν εκείνη την ταινία. Ξέρεις ποια εννοώ; Εκείνη που η ηρωίδα ξυπνάει κάθε πρωί και αναγκάζεται να ζει τα ίδια πράγματα απ’ την αρχή;...» «Εννοείς το Κάθε Φορά Πρώτη Φορά;» «Ναι, αυτό». Η Κάιλι μετακινήθηκε νευρικά και ένας έντονος πόνος στο γοφό τής έκοψε την ανάσα, αναγκάζοντάς τη να κάνει μια παύση πριν συνεχίσει. «Δεν είναι γελοίο; Θυμάμαι την ταινία, όμως δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ή πού την είδα ή με ποιον». Κοίταξε τον Νικ γεμάτη ελπίδα. «Δε φαντάζομαι να την είχα δει μαζί σου;» Προς μεγάλη της απογοήτευση, ο Νικ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Οφείλω να σε προειδοποιήσω ότι δε γνωριζόμαστε τόσο καλά. Η σχέση μας είναι στ’ αλήθεια θυελλώδης». Η Κάιλι χαμογέλασε λοξά, σε μια προσπάθεια να φωτίσει έστω και λίγο μια ζοφερή κατάσταση. «Τότε δε θα μας πάρει πολύ καιρό να ξαναγνωριστούμε, σωστά;» Ο Νικ την αντάμειψε με ένα ακόμα χαμόγελο, που έκανε την καρδιά της να χτυπήσει δυνατά, πράγμα που δεν ξέφυγε από τα μηχανήματα γύρω της. «Πολύ σωστά». Η Κάιλι ένιωσε ένα κύμα εξάντλησης να την κυριεύει και τα βλέφαρά της βάρυναν. «Νυστάζω τρομερά. Θα πρέπει να οφείλεται σ’ εκείνη την ένεση που μου έκανε η νοσοκόμα». Τα δάχτυλά της έκλεισαν σφιχτά γύρω από τα δάχτυλα του Νικ. «Θα είσαι ακόμα εδώ όταν ξυπνήσω;» «Εδώ θα είμαι. Δεν πρόκειται να πάω πουθενά». Τόσο σίγουρος. Τόσο απόλυτος και καθησυχαστικός. «Θα σε θυμάμαι;» βρήκε τη δύναμη να ρωτήσει η Κάιλι. «Αν ξεχάσεις, θα σου θυμίσω εγώ. Κι αν δεν πετύχει αυτό...» Ο Νικ έφερε την παλάμη της στα χείλη του και φίλησε το κέντρο της. «Αυτό είναι κάτι που δε θα ξεχάσεις ποτέ». «Έχεις δίκιο. Αυτό δε θα μπορέσω ποτέ να το ξεχάσω», ψιθύρισε εκείνη. «Σ’ ευχαριστώ, Νικολό. Χαίρομαι τόσο που είσαι σύζυγός μου», πρόσθεσε.


Κι ύστερα την τύλιξε ξανά το σκοτάδι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

«Έχεις τρελαθεί εντελώς;» Ο Νικολό αναστέναξε βαθιά. «Νομίζω ότι την ίδια ακριβώς ερώτηση μου έκανες και την τελευταία φορά που είχαμε αυτή τη συζήτηση». «Δεν μπορώ να μην την επαναλάβω», αναφώνησε ο Λατζ και στράφηκε στον Σεβ, τον μεγαλύτερο από τους αδελφούς Ντάντε, σαν να ζητούσε την υποστήριξή του. «Δεν μπορεί βέβαια να συμφωνείς με ό,τι κάνει;» «Ούτε κατά διάνοια», τον διαβεβαίωσε ο Σεβ. Δίστασε για μια στιγμή πριν συνεχίσει. «Αν και...» Ο Λατζ έκλεισε τα μάτια. «Ω, όχι. Να πάρει. Μην τολμήσεις με κανέναν τρόπο να ενθαρρύνεις αυτή την τρέλα». «Θα μας δώσει το χρόνο να καταλάβουμε τι ετοιμάζει η Ο’Ντελ», είπε ο Σεβ. «Αν ξαναβρεί τη μνήμη της, θα είμαστε προετοιμασμένοι. Ο Νικολό θα έχει συγκεντρώσει αρκετές πληροφορίες για να ετοιμάσει ένα σχέδιο». «Αυτή είναι και η άποψη του νομικού τμήματος;» ρώτησε ο Λατζ. Ο Νικολό αγωνιζόταν να μην ξύσει την παλάμη του. Από τη στιγμή που είχε αγγίξει το χέρι της Κάιλι, τον είχε κυριεύσει μια ακατανίκητη ανάγκη να τρίβει το σημείο στο οποίο είχε αφήσει το σημάδι του το άγγιγμά της. Το ίδιο είχε συμβεί και στον Μάρκο και τον Σεβ, όταν είχαν γνωρίσει τις συζύγους που τους είχε διαλέξει ο Κεραυνός. Και τώρα συνέβαινε και σ’ εκείνον, παρ’ όλο που δεν τολμούσε να το ομολογήσει ακόμα. «Σε περίπτωση που δεν το έχετε αντιληφθεί, δε ζητάω ούτε τη συμβουλή ούτε την άδεια κανενός», δήλωσε. «Απλά σας ενημερώνω για τις τελευταίες εξελίξεις». «Οι οποίες είναι ότι συνεχίζεις να παριστάνεις το σύζυγό της!» γάβγισε ο Λατζ. «Τι στο καλό υποτίθεται πως θα συμβεί όταν θα ξαναβρεί τη μνήμη της;» Ο Νικολό ανασήκωσε ανέμελα τους ώμους του. «Θα το αντιμετωπίσω». Ο Μάρκο, ο δίδυμος αδελφός του Λατζ, μίλησε για πρώτη φορά. «Νομίζω ότι η πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση είναι... τι σκοπεύεις να κάνεις μαζί της, αν δεν ξαναβρεί ποτέ τη μνήμη της;» Κοίταξε τον Νικ σαν να καταλάβαινε πολύ περισσότερα απ’ όσα θα ήθελε εκείνος. «Πόσο σκοπεύεις να κρατήσεις αυτή τη φάρσα; Και τι θα κάνεις μαζί της όταν θα έχεις πειστεί για την ενοχή της;» «Ή την αθωότητά της», είπε ο Νικολό χωρίς να το σκεφτεί. Το βλέμμα του Μάρκο σκλήρυνε. «Πιστεύεις ότι υπάρχει πιθανότητα να είναι αθώα;» Ο Νικολό το σκέφτηκε για μια στιγμή κι ύστερα απέρριψε την ιδέα. «Όχι. Όταν συναντηθήκαμε στο Λε Πρεμιέρ, ήμουν σίγουρος ότι είχε στήσει κάποιου είδους απάτη. Με λίγη τύχη ο Ρούφιο θα μπορέσει ν’ ανακαλύψει την αλήθεια. Εκτός από το να ελέγξει το παρελθόν της, του ζήτησα να μαζέψει τα πράγματά της από το Λε Πρεμιέρ». «Τι ανακάλυψε;» ρώτησε ο Σεβ. «Τίποτα που θα μας βοηθούσε». Πράγμα που έκανε πιο έντονες τις υποψίες του Σεβ. «Δε βρήκαμε τίποτα που να μας δείχνει από πού ήρθε ή αν έχει κάποιο συνεργό. Δε βρήκαμε καμιά ατζέντα με διευθύνσεις ούτε κάποιο PDA ούτε καν μια επαγγελματική κάρτα. Το τηλέφωνό της είναι καρτοκινητό. Και η διεύθυνση στο δίπλωμα οδήγησης είναι παλιά. Έφυγε από εκεί –από το Φοίνιξ συγκεκριμένα– πριν δεκαοχτώ μήνες, χωρίς ν’ αφήσει την καινούρια της διεύθυνση». Ο Σεβ συνοφρυώθηκε. «Αυτό και μόνο θ’ αρκούσε για να μας βάλει σε σκέψεις», είπε. «Κανείς δεν είναι τόσο προσεκτικός χωρίς να έχει κάποιο λόγο. Φαντάζομαι ότι θα είπες στον Ρούφιο να συνεχίσει να ψάχνει». «Ναι. Έχει οδηγίες να με ενημερώνει τακτικά, έτσι ώστε να μπορώ να χρησιμοποιώ τις πληροφορίες που θα μου δίνει σε ό,τι λέω στην Κάιλι για το κοινό μας παρελθόν. Μέχρι τότε σκοπεύω να την έχω από κοντά». Ο Λατζ ίσιωσε το κορμί του. «Δε μου αρέσει ο τρόπος που ακούγεται αυτό. Ποιο κοινό παρελθόν; Και πόσο κοντά σκοπεύεις να την έχεις ακριβώς;» Ο Νικολό κοίταξε ανυπόμονα τον αδελφό του. «Προσπάθησε να χρησιμοποιήσεις λίγη από τη λογική που τόσο σου αρέσει. Υποτίθεται ότι είναι σύζυγός μου, το ξέχασες; Αύριο, όταν θα βγει απ’ το νοσοκομείο, θα την πάρω μαζί μου στο σπίτι. Έχω ήδη μεταφέρει εκεί τα πράγματά της και έχω ετοιμάσει μια ολόκληρη ιστορία για το πώς, το πότε, το πού και το γιατί γίναμε ζευγάρι οι δυο μας». Οι τρεις αδελφοί του σηκώθηκαν ταυτόχρονα και άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί. Εκείνος περίμενε να ηρεμήσουν προτού τους απευθύνει ξανά το λόγο. «Η Κάιλι συνέρχεται από ένα σοβαρό ατύχημα. Έχει χάσει τη μνήμη της και δεν έχει κανέναν να τη βοηθήσει... εκτός από το σύζυγό της». «Κι αν προσποιείται ότι έχει πάθει αμνησία;» ρώτησε ο Λατζ. «Κι όλο αυτό δεν είναι παρά μέρος της απάτης της;» πρόσθεσε ο Μάρκο. Η έκφραση του Νικολό σκλήρυνε. Τότε η Κάιλι θα μετάνιωνε πολύ που τον είχε περάσει για ανόητο και είχε προσπαθήσει να τον ξεγελάσει. «Τότε ένας λόγος παραπάνω να την έχω κοντά μου, για να μπορώ να την ελέγχω. Πιστεύει ότι είμαι σύζυγός της. Σκοπεύω να παίξω αυτόν το ρόλο μέχρι τέλους, ώσπου να έχω κάποιον πολύ καλό λόγο να σταματήσω. Προς το παρόν κανείς σας δε μου έχει προσφέρει έναν. Μόλις ο Ρούφιο ανακαλύψει την αλήθεια, θ’ αποφασίσουμε τι θα κάνουμε στη συνέχεια». «Αντιλαμβάνεσαι σε τι είδους μπελάδες θα μπορούσαν να μας βάλουν όλα αυτά;» ρώτησε ο Λατζ. Ο Νικολό γέλασε ειρωνικά. «Τόσους όσους δεν μπορείς να φανταστείς. Δυστυχώς, δεν έχω άλλη επιλογή». Ο Κεραυνός είχε φροντίσει γι’ αυτό. *

«Εδώ μένεις;» «Μένουμε», τη διόρθωσε ο Νικολό τρυφερά. «Εδώ μένουμε». «Ναι, σωστά». Η Κάιλι κοίταξε το κομψό βικτωριανό κτίριο των αρχών του εικοστού αιώνα. Από τα βάθη του σπιτιού του Νικολό –του σπιτιού τους– ακούστηκε ένα δυνατό μπάσο γάβγισμα, που έκανε να τρίξουν τα τζάμια της εξώπορτας. Η Κάιλι ξεροκατάπιε. «Τι ήταν αυτό;» «Α». Ο Νικ χαμογέλασε. «Όχι τι, αλλά ποιος. Συγκεκριμένα, ο Μπρούτους». «Ο Μπρούτους», επανέλαβε αδύναμα η Κάιλι. «Και τι είδους πλάσμα είναι ο Μπρούτους;» «Σκύλος». «Χα! Ακούγεται περισσότερο σαν διασταύρωση ανάμεσα σε τάρανδο και λιοντάρι». «Δεν πέφτεις και πολύ έξω». Ο Νικ περίμενε μέχρι η Κάιλι να γυρίσει να τον κοιτάξει με μάτια ανοιγμένα διάπλατα από φόβο, πριν σπεύσει να την καθησυχάσει. «Είναι Αγίου Βερνάρδου. Πολύ ήσυχος». Αυτό θα το έδειχνε ο χρόνος. Η Κάιλι πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε ξανά την εξώπορτα. Ύστερα έριξε μια τελευταία ματιά στο σύζυγό της. «Δε νομίζω


να ξέρεις αν μου αρέσουν τα σκυλιά». «Τα λατρεύεις», απάντησε εκείνος με απόλυτη βεβαιότητα. «Και έχεις ξετρελαθεί με τον Μπρούτους. Όλοι αγαπάνε τον Μπρούτους». «Αφού το λες εσύ». Ο Νικ έβαλε το κλειδί του στην κλειδαριά και άνοιξε την πόρτα. Η Κάιλι ένιωσε το δάπεδο να δονείται κάτω από τα πόδια της κι αμέσως μετά είδε τον Μπρούτους να καταφτάνει τρέχοντας στο χολ. Η ορμή του ήταν τόση, που γλίστρησε στο λουστραρισμένο ξύλινο πάτωμα και σταμάτησε μερικά μόλις εκατοστά μπροστά από τον Νικολό. Εκείνη παρέμεινε ακίνητη, παγωμένη μπροστά στο τεράστιο ζώο, που πιθανότατα ζύγιζε γύρω στα πενήντα κιλά περισσότερα από εκείνη και έμοιαζε απόλυτα ικανό να την κάνει μια χαψιά. Η πυκνή γούνα του έλαμπε από υγεία. Ήταν ένα υπέροχο ζώο, αν και εκείνη τη στιγμή ο τρόμος που την είχε κυριεύσει την εμπόδιζε να εκτιμήσει την ομορφιά του. Ο Νικολό γονάτισε και άρχισε να παίζει με το σκυλί του ένα παιχνίδι που έκανε την Κάιλι να υποχωρήσει όσο πιο γρήγορα της επέτρεπε ο πονεμένος γοφός της, μέχρι που χτύπησε την πλάτη της στην πόρτα. Αν μπορούσε να διαπεράσει το ξύλο και να βγει από την άλλη μεριά, θα το είχε κάνει. «Νικολό», ψιθύρισε. Εκείνος κοίταξε πάνω από τον ώμο του και συνοφρυώθηκε. «Τι συμβαίνει;» Το στόμα της είχε στεγνώσει. Έδωσε αγώνα για να καταφέρει να μιλήσει. «Νομίζω ότι η αμνησία μπορεί να έχει επηρεάσει τη γοητεία που ασκώ στους σκύλους». Ο Νικολό σηκώθηκε και στάθηκε ανάμεσα σ’ εκείνη και το σκύλο. «Μη φοβάσαι. Σου ορκίζομαι ότι ο Μπρούτους είναι το πιο φιλικό σκυλί του κόσμου». «Απλά...» Η Κάιλι ξεροκατάπιε. «Είναι τόσο μεγάλος». «Ναι, είναι», συμφώνησε εκείνος. Έκανε μια κίνηση με το χέρι του κι ο Μπρούτους κάθισε αμέσως στο δάπεδο, σε μια στάση που θύμιζε τη Σφίγγα. «Λοιπόν, θα προχωρήσουμε αργά. Είμαι δίπλα σου και δε θ’ αφήσω τίποτα το άσχημο να συμβεί». «Ευχαριστώ». Ο Νικολό άπλωσε το χέρι του κι η Κάιλι το πήρε χωρίς να το σκεφτεί. Μέχρι που επέτρεψε στον εαυτό της να πλησιάσει το σκυλί, το οποίο δεν κινήθηκε καθόλου. «Γιατί είναι ακίνητο;» ρώτησε. Ήταν ένα θέαμα εντελώς τρομακτικό. «Τον έχω εκπαιδεύσει να μην κινείται». Ο Νικολό χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Δεν είσαι η πρώτη που τρομάζει από το μέγεθός του. Έτσι, τον έχω διδάξει κάποια πράγματα που τον κάνουν πιο προσιτό και λιγότερο τρομακτικό». «Δε νομίζω να προσπαθήσεις τώρα να μας κάνεις να γίνουμε φίλοι, έτσι;» ρώτησε η Κάιλι με φανερή έλλειψη ενθουσιασμού. «Ακριβώς». Ο Νικ έκανε ακόμα ένα νόημα στο σκυλί κι ο Μπρούτους ακούμπησε το κεφάλι του στις τεράστιες πατούσες των μπροστινών ποδιών του. Τα μεγάλα καστανά μάτια του καρφώθηκαν πάνω της. «Κάιλι, από δω ο Μπρούτους. Σφίξε τη γροθιά σου και πλησίασε το χέρι σου στη μουσούδα του, ώστε να μπορέσει να σε μυρίσει. Μην ανησυχείς, θ’ αναγνωρίσει τη μυρωδιά σου». Η Κάιλι χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλο της το κουράγιο για να κάνει αυτό που της έλεγε ο Νικ και να γονατίσει μπροστά στο μεγάλο ζώο. Έκλεισε τα μάτια της, ευχήθηκε ότι δε θα έχανε το μισό της χέρι και χαμήλωσε τη γροθιά της μπροστά στη μουσούδα του Μπρούτους. Είδε τα ρουθούνια του να συσπώνται καθώς της μύριζε το χέρι. Η ουρά του κινήθηκε σαν να την είχε αναγνωρίσει και έσκυψε το κεφάλι του αρκετά ώστε να τη γλείψει. Ήταν σαν κάποιος να είχε γυρίσει ένα διακόπτη. Ο φόβος της δε χάθηκε εντελώς, πώς θα μπορούσε όμως ν’ αντισταθεί στη γλυκιά συμπεριφορά του Μπρούτους; Αφέθηκε να την παρασύρει ο πειρασμός και έξυσε το σημείο πίσω από τ’ αυτιά του. Ύστερα από λίγο ο πονεμένος της γοφός την ανάγκασε να σηκωθεί μαλακά, με τη βοήθεια του Νικολό. «Η γούνα του είναι τόσο απαλή», είπε με θαυμασμό. «Ειδικά γύρω από τ’ αυτιά». «Μην τον αφήνεις να σε ξεγελάσει. Είναι ένα ύπουλο κτήνος». «Ύπουλο;» «Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το φαγητό. Να προσέχεις όταν τρως, γιατί θα βρει κάποιον τρόπο να σου αποσπάσει την προσοχή και να σου αρπάξει το φαΐ απ’ το πιάτο». Ο Νικολό την έπιασε από το χέρι. «Έλα. Τι θα έλεγες για μια ξενάγηση;» «Θα ήθελα πολύ να δω το σπίτι». Με τον Μπρούτους να προηγείται, ο Νικολό την ξενάγησε στα δωμάτια του ισογείου. Υπήρχαν μια μεγάλη κουζίνα μ’ ένα μικρό τραπέζι τοποθετημένο μπροστά σε ένα αψιδωτό παράθυρο, η επίσημη τραπεζαρία δίπλα στην κουζίνα κι ένα όμορφα επιπλωμένο καθιστικό. Κατόπιν, της έδειξε το δωμάτιο που ήταν προφανώς το αγαπημένο του. Ένα μεγάλο γραφείο με εντοιχισμένες βιβλιοθήκες, μια τεράστια πλάσμα τηλεόραση και έναν τρομερά άνετο καναπέ. Το κινητό του χτύπησε προτού προλάβουν να ανεβούν στον όροφο και απάντησε, αφού ζήτησε συγνώμη απ’ την Κάιλι. «Τι βρήκες, Ρούφιο;» ρώτησε και απέμεινε ν’ ακούει το συνομιλητή του για μερικές στιγμές. «Άλλοι συγγενείς εκτός από;... Κατάλαβα. Όχι, με βοηθάει αρκετά, ευχαριστώ. Ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόμουν». Έκλεισε το κινητό και χάρισε στην Κάιλι ένα από εκείνα τα χαμόγελα που πάντα κατάφερναν να την αναστατώνουν. «Συγνώμη. Μια επαγγελματική ενημέρωση που περίμενα». «Κανένα πρόβλημα». Ο Νικολό στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας μιας μεγάλης κρεβατοκάμαρας, λουσμένης στο απογευματινό φως. Ακούμπησε στην κάσα της πόρτας και περίμενε όσο η Κάιλι έκανε το γύρο του δωματίου. «Αυτό είναι το δικό σου. Σκέφτηκα ότι θα ένιωθες πιο άνετα αν είχες το δικό σου χώρο. Τουλάχιστον προς το παρόν». Η Κάιλι κοντοστάθηκε ξαφνιασμένη για μια στιγμή. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου», ψιθύρισε. Δεν τολμούσε να του πει ότι το να έχει δικό της δωμάτιο δεν ήταν κάτι που την έκανε να νιώθει άνετα. Αντίθετα, την έκανε να νιώθει πιο μόνη. Από την άλλη, βέβαια, ήθελε πραγματικά να περάσει τη νύχτα στο κρεβάτι του; Παρά την αναστάτωση που της προκαλούσε –παρά το πρωτόγνωρο, φλογερό πάθος που αψηφούσε κάθε λογική–, αυτή τη στιγμή ήταν σαν δυο ξένοι. Ο Νικολό επιδείκνυε απίστευτη λεπτότητα που δεν πίεζε τα πράγματα ώστε να ξαναβρεί η σχέση τους το συζυγικό χαρακτήρα της και της έδινε χρόνο να προσαρμοστεί στην ιδέα ότι ήταν παντρεμένοι. Αυτή η κατάσταση θα πρέπει να ήταν εξίσου δύσκολη και για εκείνον. Πήγε στην ντουλάπα και άνοιξε τη διπλή πόρτα. «Τα ρούχα σου είναι εδώ και στη σιφονιέρα». Η Κάιλι πλησίασε, περίεργη να δει το είδος των ρούχων που συνήθιζε να φοράει, με την ελπίδα ότι ίσως αυτό τη βοηθούσε να μαντέψει κάποια πράγματα για την προσωπικότητά της. Η ντουλάπα ήταν γεμάτη με ρούχα για κάθε περίσταση, αν και τα περισσότερα είχαν ακόμα τα ταμπελάκια με τη μάρκα καρφιτσωμένα πάνω τους. «Είναι όλα καινούρια;» ρώτησε. «Πλέον είσαι μια Ντάντε. Και χρειάζεσαι τα ανάλογα ρούχα». Η Κάιλι κοίταξε τα ρούχα για δεύτερη φορά και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Νικολό, αυτά είναι όλα δημιουργίες επώνυμων σχεδιαστών. Θα πρέπει να κόστισαν μια περιουσία», είπε. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Αυτά είναι τα ρούχα σου. Γύρισε πίσω όποια δε θέλεις. Επίσης ενημέρωσέ με αν κάποια χρειάζονται αλλαγές προτού μπορέσεις να τα φορέσεις». Την κοίταξε απορημένος. «Σκέφτηκα ότι θα σε χαροποιούσε μια ολοκαίνουρια γκαρνταρόμπα». Η Κάιλι αναρωτήθηκε αν είχε ακουστεί αγνώμων. Δάγκωσε τα χείλη της και προσπάθησε να σκεφτεί κάτι ταιριαστό να πει. «Σ’ ευχαριστώ», ψέλλισε.


«Είναι όλα υπέροχα». «Ωστόσο...» Ο Νικ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και το δια-περαστικό βλέμμα του καρφώθηκε στα μάτια της. Το βλέμμα που έμοιαζε να φτάνει μέχρι τα βάθη της ψυχής της. «Καταλαβαίνω ότι δεν είσαι και τόσο ενθουσιασμένη». «Απλά είναι όλα κάπως υπερβολικά». Η Κάιλι κοίταξε την ντουλάπα σαν να ένιωθε εξαιρετικά άβολα. «Με τον καιρό θα προσαρμοστώ», είπε. «Πιθανόν», πρόσθεσε χαμηλόφωνα. Τότε γιατί αντιδρούσε τόσο αρνητικά μπροστά σε όλα αυτά τα απρόσμενα πλούτη; Γιατί αρνιόταν την ομορφιά και την πολυτέλεια όσων της είχε δείξει ο Νικολό; Δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Είχε απλά την αίσθηση πως κάτι δεν πήγαινε καλά, σαν να είχε βρεθεί στη ζωή κάποιου άλλου, χωρίς να έχει ιδέα πώς να επιστρέψει στη δική της. Ο Νικολό την έπιασε απ’ το αριστερό χέρι κι εκείνη έμεινε ακίνητη, συγκλονισμένη από το κάψιμο του Κεραυνού. Αυτό το καταλάβαινε. Ήταν κάτι που της έδινε μια βάση, που τη βοηθούσε να συγκεντρώνεται. Το άγγιγμά του. Η αναστάτωση που της προκαλούσε. Τα εκπληκτικά φιλιά που αντάλλασσαν. Η ανάγκη που φούντωνε μέσα της και την πίεζε να ολοκληρώσουν αυτό που είχαν ξεκινήσει. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ήθελε να βγει απ’ το δωμάτιο που βρισκόταν και να πάει στο υπνοδωμάτιο που κάποτε μοιραζόταν μαζί του. Εκεί όπου ήταν η θέση της. «Υπάρχει κάτι ακόμα που λείπει», είπε ο Νικ, προτού προλάβει να κάνει πράξη τις σκέψεις της. Εσύ, ήθελε να του πει. Τα φιλιά του. Η αίσθηση της επιδερμίδας του όταν θα την έσφιγγε στην αγκαλιά του και θα την έκανε δική του. «Τι λείπει;» Ο Νικ της έσφιξε το χέρι. «Η βέρα και το δαχτυλίδι των αρραβώνων σου». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από ανησυχία. «Τα έχασα στο ατύχημα;» «Όπως σου έχω πει, ο γάμος μας έγινε πολύ βιαστικά. Υποτίθεται ότι θα αγοράζαμε το δαχτυλίδι και τη βέρα τη μέρα που τραυματίστηκες». «Ω, τι θλιβερό». «Μην ανησυχείς. Θα το φροντίσουμε μόλις νιώσεις λίγο καλύτερα. Θ’ αφιερώσουμε μια ολόκληρη μέρα σ’ αυτό. Πώς σου φαίνεται η ιδέα μου;» Η Κάιλι δίστασε. «Μήπως θα ήταν καλύτερα να περιμένουμε μέχρι να ξαναβρώ τη μνήμη μου;» «Δεν το είχα σκεφτεί αυτό». Το διαπεραστικό βλέμμα του Νικ καρφώθηκε ξανά στα μάτια της. «Πιστεύεις πως τότε ίσως ν’ αλλάξει το γούστο σου στα δαχτυλίδια;» Η Κάιλι κοίταξε ανήσυχη την ντουλάπα. «Είναι πιθανόν. Μπορεί το γούστο μας να καθορίζεται από τις εμπειρίες μας. Δε θα ήθελα να πάρω αποφάσεις για τις οποίες θα μετανιώσω αργότερα». «Αν αλλάξεις γνώμη αργότερα, μπορούμε απλά ν’ αλλάξουμε τα δαχτυλίδια». «Έτσι απλά;» ρώτησε η Κάιλι και τον κοίταξε. «Σαν να μη σήμαιναν τίποτα; Σαν το ένα δαχτυλίδι να είναι εξίσου καλό με κάποιο άλλο; Πες μου κάτι, Νικολό, αυτό πιστεύεις; Και, πιο σημαντικό ακόμα, αυτό πιστεύω κι εγώ;» Ο Νικ κούνησε το κεφάλι του. «Δεν το συζητήσαμε ποτέ». «Φυσικά και όχι. Για ποιο λόγο να το κάνουμε; Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα συνέβαινε αυτό που συνέβη; Ποιος θα προετοιμαζόταν για να αντιμετωπίσει μια τέτοια κατάσταση; Θα σου πω τι θα γίνει. Ας επιλέξουμε κάτι απλό. Ένα ζευγάρι απλές, απέριττες βέρες. Αν αλλάξουμε γνώμη αργότερα, μπορούμε να διαλέξουμε κάτι που θα μας φανεί ότι θα έχει περισσότερο νόημα». «Δε χρειάζεται ν’ αποφασίσεις αμέσως. Ποτέ δεν ξέρεις. Ίσως όταν θα πάμε στο κοσμηματοπωλείο να δεις κάτι που θα το ερωτευτείς». Ο Νικ άνοιξε το πάνω συρτάρι της σιφονιέρας κι έβγαλε ένα μικρό τετράγωνο κουτί. «Ορίστε. Αυτό είναι δικό σου. Το φορούσες τη μέρα του ατυχήματος». Η Κάιλι πήρε το κουτί και ξαφνιάστηκε από το βάρος του. Το άνοιξε κι αντίκρισε ένα περίτεχνο μενταγιόν με ασορτί αλυσίδα. «Είναι πολύ όμορφο». Κοίταξε τον Νικ γεμάτη ελπίδα. «Εσύ μου το είχες χαρίσει;» «Δυστυχώς, φοβάμαι ότι δεν μπορώ να πάρω τα εύσημα για κάτι τέτοιο. Είναι το αγαπημένο σου κόσμημα. Οικογενειακό κειμήλιο, νομίζω». «Δείχνει παλιό». Η Κάιλι το στριφογύρισε, ψάχνοντας για κάποιο κούμπωμα. «Φαίνεται ν’ ανοίγει, αλλά δε βλέπω πώς. Ξέρεις εσύ;» Ο Νικ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Αν ανοίγει, δε μου έδειξες ποτέ το μυστικό. Αν είσαι περίεργη, μπορούμε να το πάμε σε κάποιον κοσμηματοπώλη, μήπως τυχόν το βρει αυτός». «Καλή ιδέα». Η Κάιλι του έδωσε το μενταγιόν. «Σε πειράζει να μου το φορέσεις;» Ο Νικ το πήρε κι εκείνη γύρισε και μάζεψε τα μαλλιά της στο πλάι, ώστε να μπορέσει ο Νικ να περάσει την αλυσίδα γύρω απ’ το λαιμό της. Έριξε μια κλεφτή ματιά στο είδωλό της στο μεγάλο καθρέφτη που κρεμόταν πάνω από τη σιφονιέρα, και ξαφνιάστηκε. Απ’ τη στιγμή που πρωτοείχε δει το είδωλό της στο νοσοκομείο, το θέαμα δεν έπαυε να την ξαφνιάζει. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Νικ ενώ κούμπωνε την αλυσίδα του μενταγιόν. Η Κάιλι γύρισε βιαστικά την πλάτη της στον καθρέφτη. «Τίποτα», είπε και χαμογέλασε πλατιά. «Όλα είναι υπέροχα». Κατάλαβε ότι ο Νικ δεν είχε ξεγελαστεί. Την έπιασε από τους ώμους και την ανάγκασε να κοιτάξει και πάλι τον καθρέφτη. «Γιατί σου είναι τόσο δύσκολο να βλέπεις τον εαυτό σου;» «Φαντάζομαι επειδή βλέπω εκείνη που θα ήθελα να ήμουν», απάντησε η Κάιλι και γέλασε μελαγχολικά. «Αυτό ακούστηκε κάπως αλλόκοτο, έτσι;» «Λιγάκι». Ο Νικ παραμέρισε τα μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπό της και τα έριξε πίσω στην πλάτη της. «Δε χρειάζεται να εύχεσαι να ήσουν η γυναίκα που βλέπεις. Είσαι». «Δεν καταλαβαίνεις». Τα δάχτυλά του έσφιξαν απαλά τους ώμους της. «Τότε εξήγησέ μου». «Είναι τόσο απογοητευτικό. Δε θυμάμαι καν την όψη μου. Την πρώτη φορά που είδα το είδωλό μου στον καθρέφτη...» «Ήταν σαν να αντίκριζες μια ξένη;» «Ακριβώς!» Η Κάιλι δοκίμασε να γυρίσει, όμως ο Νικ δεν την άφησε. Έτσι, εκείνη τον κοίταξε στα μάτια μέσα απ’ τον καθρέφτη. «Κοιτάζω συνεχώς τον εαυτό μου προσπαθώντας ν’ ανακαλύψω στοιχεία της προσωπικότητάς μου. Και το περισσότερο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι δείχνω... συμπαθητική». «Εγώ θα σε έλεγα όμορφη». Ο Νικ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Πειραχτήρι και άγγελο ταυτόχρονα». Η Κάιλι κοκκίνισε. «Εννοούσα στο χαρακτήρα, εκτός απ’ την εμφάνιση. Είμαι όμορφη. Ίσως και κάτι περισσότερο από όμορφη. Όμως δείχνω...» Κοίταξε το είδωλό της. Για κάποιο λόγο, ο Νικ την κοίταξε ανέκφραστος. «Συμπαθητική». Εκείνη δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. «Ναι. Μη με παρεξηγήσεις. Αυτό είναι καλό. Θέλω να είμαι συμπαθητικός άνθρωπος. Να νιώθω όμορφα». Άγγιξε το στήθος της στο ύψος της καρδιάς της, κοντά στο σημείο που κρεμόταν το μενταγιόν της. «Στην ψυχή μου». «Τότε θα πρέπει να είσαι. Διαφορετικά δε θα σε είχα παντρευτεί». Η Κάιλι χαλάρωσε στην αγκαλιά του. «Νιώθω καλύτερα που σε ακούω να το λες», είπε κι αμέσως κυριεύτηκε από ένταση, σαν να είχε γεννηθεί ακόμα μια σκέψη στο μυαλό της. «Τι γίνεται όμως αν άλλαξα εξαιτίας της αμνησίας; Αν δεν είμαι η ίδια με πριν; Αν γίνω μια πρώτης τάξεως ανάποδη, αν αρχίσω να έχω νευρικά ξεσπάσματα ή να κλέβω τα ασημικά;» ρώτησε και είδε στον καθρέφτη τον Νικ να συνοφρυώνεται, πράγμα που έκανε την καρδιά της να σταματήσει για μια στιγμή.


«Έχεις τάσεις για κλοπή;» τον άκουσε να ρωτάει. «Κάθε άλλο, όμως...» «Τότε δεν έχεις κανένα λόγο ν’ ανησυχείς». Η Κάιλι γύρισε, κι αυτή τη φορά ο Νικολό δεν προσπάθησε να τη σταματήσει. «Όμως... δεν είναι αλήθεια ότι η προσωπικότητά μας διαμορφώνεται από τις εμπειρίες μας κι απ’ όσα έχουν συμβεί στο παρελθόν μας; Κι αφού εγώ δεν έχω παρελθόν απ’ το οποίο να μπορώ ν’ αντλήσω εμπειρίες...» «Τότε θα πρέπει να βασιστείς στη διαίσθησή σου και ν’ αφήσεις τον εαυτό σου να ζήσει τη ζωή του με τον τρόπο που θα αισθάνεσαι πιο σωστό». Η Κάιλι ένιωσε να την πνίγει η απογοήτευση. «Το κάνεις ν’ ακούγεται τόσο απλό...» «Είναι τόσο απλό. Κάνε ό,τι σου λέει η καρδιά σου». Ο Νικ της χάιδεψε το μάγουλο με τη ράχη της παλάμης του. «Γιατί δεν ξεκουράζεσαι λίγο όσο εγώ θα παραγγέλνω κάτι για φαγητό;» Για κάποιο λόγο η πρότασή του τη διασκέδασε, πράγμα που βοήθησε στο να χαλαρώσει η ένταση. «Να υποθέσω ότι δε μαγειρεύεις;» «Τα καταφέρνω να φτιάξω κανένα τοστ αν αναγκαστώ. Αφήνω την κουζίνα στους ειδικούς, όπως ο Μάρκο και ο παππούς μου». «Ο Μάρκο είναι αδελφός σου;» «Ο ένας από τους τρεις μεγαλύτερους αδελφούς μου», απάντησε ο Νικ και άρχισε να μετράει με τα δάχτυλά του. «Ο Σεβ είναι ο πιο μεγάλος. Ακολουθούν ο Μάρκο και ο Λατζ, που είναι δίδυμοι. Μας μεγάλωσαν ο παππούς και η γιαγιά μας. Έχω ακόμα ένα σωρό ξαδέλφια και δύο νύφες». Ξαφνικά στο μυαλό της Κάιλι γεννήθηκε μια απορία. Κάτι που δυσκολευόταν να πιστέψει ότι δεν είχε ξανασκεφτεί. «Εγώ έχω συγγενείς;» Ο Νικ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Δεν έχεις αδέλφια και ο πατέρας σου πέθανε όταν ήσουν μωρό. Η μητέρα σου ζει, αλλά δεν έχω καταφέρει να την εντοπίσω. Μην πανικοβάλλεσαι», είπε, όταν είδε την Κάιλι να κάνει ακριβώς αυτό. «Σύμφωνα με τα όσα μου έχεις πει, δεν είναι ασυνήθιστο για τη μητέρα σου να χάνεται για βδομάδες ολόκληρες κάθε φορά. Μου έχεις πει ότι ταξιδεύει πολύ». Ο ενθουσιασμός της Κάιλι έδωσε τη θέση του στην απογοήτευση. Ώστε λοιπόν δεν είχε πραγματικά κανέναν. Ή σχεδόν κανέναν. «Δε φαίνεται να έχω και πολύ στενή σχέση με τη μητέρα μου, αν χάνω τα ίχνη της για βδομάδες», είπε και προσπάθησε να φανταστεί τι θα γινόταν αν δεν είχε γνωρίσει ποτέ τον Νικολό. Αν δεν είχαν ερωτευτεί και δεν είχαν παντρευτεί. Θα βρισκόταν ολομόναχη να προσπαθεί να τα βγάλει πέρα μετά το ατύχημα, με αμνησία και χωρίς οικογένεια να τη βοηθήσει. Αναρίγησε θορυβημένη. Ο Νικ θα πρέπει να διάβασε τις σκέψεις της ή να τις μάντεψε από την έκφρασή της. «Έχεις τη δική μου οικογένεια», της είπε βραχνά, «έστω και αν δε μου δόθηκε ακόμα η ευκαιρία να σου τη συστήσω». «Εξελίχτηκε τόσο γρήγορα η σχέση μας;» ρώτησε διστακτικά η Κάιλι. «Ανησυχείς ξανά. Μην το κάνεις. Υπάρχει άφθονος χρόνος να τους γνωρίσεις όλους όταν θα έχεις συνέλθει». «Κι αν δε συνέλθω;» ρώτησε εκείνη με τόνο που ξεχείλιζε από ένταση. Ο Νικ χαμογέλασε. «Απ’ τη στιγμή που δεν τους έχεις γνωρίσει ποτέ, θα είναι μια καινούρια εμπειρία τόσο για την παλιά όσο και για την καινούρια Κάιλι». «Χα». Αυτή η άποψη της κέντρισε το ενδιαφέρον. «Την παλιά και την καινούρια Κάιλι. Πολύ ενδιαφέρων τρόπος να αντιμετωπίσει κανείς την κατάσταση αυτή». Ο Νικ συνοφρυώθηκε ανήσυχος. «Είσαι εξαντλημένη, σωστά; Και βλέποντάς σε καταλαβαίνω ότι ο πονοκέφαλος σε πιάνει ξανά. Πιθανότατα επειδή ανησυχείς τόσο». Οδήγησε την Κάιλι προς το κρεβάτι. «Κοιμήσου λίγο. Εγώ θα είμαι εδώ, αν με χρειαστείς». Εκείνη, χωρίς να το σκεφτεί, σήκωσε το κεφάλι της περιμένοντας το φιλί του. Την επόμενη στιγμή, συνειδητοποιώντας τι είχε κάνει, πρόσεξε μια λάμψη στο βλέμμα του, μια λάμψη που μαρτυρούσε έκπληξη και πόθο. Και τότε χαμήλωσε εκείνος το κεφάλι του. Νωρίτερα, στο νοσοκομείο, τα φιλιά του ξεχείλιζαν από πόθο, ήταν φλογερά, απαιτητικά. Αυτή τη φορά τη φίλησε τρυφερά, χωρίς να βιάζεται, αλλά με το ίδιο πάθος. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της με το που βρέθηκε στην αγκαλιά του. Απολάμβανε την ένταση του φιλιού του κι ένιωθε να τη συγκλονίζει όπως την πρώτη φορά που τα χείλη του είχαν αγγίξει τα δικά της. Ο Νικ την κράτησε πιο σφιχτά κι άρχισε να εξερευνά τις καμπύλες του κορμιού της ενώ ταυτόχρονα τη φιλούσε. Οι παλάμες του κάλυψαν τα στήθη της πάνω απ’ το λεπτό ύφασμα του πουκαμίσου της και οι αντίχειρές του χάιδεψαν τις θηλές της μέχρι που τις ένιωσε να σκληραίνουν. Εκείνη μόλις που πρόλαβε ν’ αναστενάξει από ηδονή, πριν οι παλάμες του γλιστρήσουν κάτω απ’ το πουκάμισό της για να συνεχίσουν την εξερεύνησή τους. Στάθηκαν για μια στιγμή στη μέση της κι ύστερα ανέβηκαν και πάλι στα στήθη της, χαϊδεύοντάς τα πάνω απ’ το σουτιέν της. Η αίσθηση της μεταξωτής δαντέλας στις ερεθισμένες θηλές της ήταν τόσο έντονη, που η Κάιλι σχεδόν δεν μπορούσε να την αντέξει. Ο Νικ θα πρέπει να το κατάλαβε, γιατί τα χέρια του γλίστρησαν χαμηλότερα, χαράσσοντας ένα πυρωμένο μονοπάτι ως τους γλουτούς της. Εκείνη ένιωθε την πίεση του ερεθισμένου ανδρισμού του στην κοιλιά της. Το φιλί του γινόταν πιο φλογερό, πιο απαιτητικό. Τα δάχτυλά του κινήθηκαν ξανά και άρχισαν να εξερευνούν την καμπύλη των γλουτών της, προτού κατέβουν χαμηλότερα, στην ένωση των μηρών της, εκεί όπου η φλόγα του πόθου της έκαιγε πιο έντονα απ’ οπουδήποτε αλλού. Τον ήθελε. Ήθελε να της σκίσει τα ρούχα, να τη ρίξει στο κρεβάτι που βρισκόταν πίσω του και να της προσφέρει τη λύτρωση που αποζητούσε το κορμί της. Διαισθάνθηκε ότι κι εκείνος μόλις που κατάφερνε να διατηρεί τον αυτοέλεγχό του. Έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι, έτοιμοι να κάνουν το τελευταίο βήμα, για μερικές στιγμές που της φάνηκαν αιώνες, όμως τελικά ο Νικ την άφησε κι έκανε πίσω. Πράγμα που δεν του ήταν καθόλου μα καθόλου εύκολο, αν έκρινε από την έκφρασή του. «Κοιμήσου», της είπε μονολεκτικά, με φωνή που μόλις αναγνωριζόταν. «Χρειάζεσαι τον ύπνο πολύ περισσότερο απ’ αυτό». Εκείνη ετοιμάστηκε να υποστηρίξει το αντίθετο, αλλά ένιωσε την εξάντληση να την κυριεύει και υπάκουσε. Ξάπλωσε πάνω απ’ τα σκεπάσματα. Αν είχε κάποιες αμφιβολίες για τη σχέση τους, ο Νικολό, αυτά τα τελευταία λεπτά, τις είχε διαλύσει. Πώς ήταν δυνατόν ένα και μόνο άγγιγμά του να είναι αρκετό για να την κάνει να λιώνει από πόθο; Αυτό δε θα μπορούσε να συμβαίνει, αν υποσυνείδητα δεν τον αναγνώριζε και δεν τον εμπιστευόταν. Χαμογέλασε νυσταγμένα. Ο Νικ είχε τον τρόπο του να διώχνει τους φόβους της και να τη βοηθά να αντιμετωπίζει την αμνησία της. Αμφέβαλλε για το αν θα κατάφερνε να τα έβγαζε πέρα μόνη της. Όμως, με το σύζυγό της στο πλευρό της, ένιωθε ότι θα μπορούσε να αντιμετωπίσει κάθε δυσκολία. Χασμουρήθηκε. Κι αναρωτήθηκε πώς είχε σταθεί τόσο τυχερή. *

Ο Νικολό ξύπνησε στον ήχο των πυροβολισμών και πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι. Διέσχισε βιαστικά το διάδρομο και μόνο τότε κατάλαβε ότι οι πυροβολισμοί ακούγονταν από την τηλεόραση του ισογείου. Αφού έριξε μια ματιά στο δωμάτιο της Κάιλι και το βρήκε άδειο, κατέβηκε τη σκάλα διαπιστώνοντας έκπληκτος πως όλα τα φώτα του σπιτιού ήταν αναμμένα. Πήγε στην κουζίνα, έσβησε τα φώτα εκεί και συνέχισε. Νωρίτερα, όταν είχε φτάσει το δείπνο τους, πήγε να ξυπνήσει την Κάιλι, όμως τη βρήκε να κοιμάται τόσο γαλήνια, που δεν του έκανε καρδιά να την ανησυχήσει. Είχε θεωρήσει καλύτερο να της αφήσει ένα σημείωμα, πράγμα που είχε λειτουργήσει, αφού μια γρήγορη ματιά στο ψυγείο τώρα του έδωσε να καταλάβει ότι η Κάιλι είχε καθαρίσει ό,τι είχε απομείνει απ’ το κινέζικο που είχαν παραγγείλει. Δεν είχε χαρεί εξίσου διαπιστώνοντας ότι ο Μπρούτους είχε καθαρίσει όλα τα υπόλοιπα. Άπληστο σκυλί. Απ’ ό,τι φαινόταν, ο καινούριος εαυτός της Κάιλι ήταν ευαίσθητος κι ο Μπρούτους το είχε αντιληφθεί. Έσβησε τα φώτα της τραπεζαρίας, του καθιστικού και, τελικά, πήγε στο γραφείο. Εκεί ήταν που βρήκε την Κάιλι. Ήταν κουλουριασμένη όπως κι ο Μπρούτους στον καναπέ και κοιμούνταν κι οι δύο βαθιά, χωρίς να ενοχλούνται από το πιστολίδι της γκανγκστερικής ταινίας του ’40 στην τηλεόραση.


Η Κάιλι είχε φορέσει μία απ’ τις νυχτικιές και μία απ’ τις ρόμπες που της είχε αγοράσει κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο νοσοκομείο. Το γαλάζιο χρώμα της ρόμπας τόνιζε το χρώμα των μαλλιών της και τη λευκή, αλαβάστρινη επιδερμίδα της. Τα δάχτυλά της, βυθισμένα στη γούνα του Μπρούτους, φάνταζαν λεπτά και ντελικάτα ακουμπισμένα όπως ήταν στο μεγάλο μυώδες σκυλί. Ο Μπρούτους ήταν κουλουριασμένος προστατευτικά γύρω της και ροχάλιζε βαθιά. Ο πόθος που είχε συγκλονίσει νωρίτερα τον Νικολό επέστρεψε πιο έντονος, εξίσου ανησυχητικός, ανεξέλεγκτος και ακατανόητος με πριν. Ήταν σχεδόν έτοιμος να βγάλει τη νυχτικιά της και να σφίξει την Κάιλι στην αγκαλιά του. Δε θα αντιστεκόταν. Να πάρει, αν έκρινε απ’ την αντίδρασή της μερικές ώρες νωρίτερα, θα του δινόταν τόσο πρόθυμα τώρα όσο ήταν έτοιμη να του δοθεί και τότε. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της και είδε τη μεγάλη μπλάβα μελανιά στο πίσω μέρος του ώμου της. Πήρε μια βαθιά ανάσα, πήγε στην τηλεόραση και την έκλεισε, πράγμα που έκανε την Κάιλι ν’ αναδευτεί. Φάνηκε να ξυπνάει, καθώς τη σήκωνε στην αγκαλιά του για να την πάρει απ’ το γραφείο, προς μεγάλη δυσαρέσκεια του Μπρούτους. «Πού πηγαίνουμε;» τον ρώτησε. Πέρασε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και χασμουρήθηκε βαθιά. Η μυρωδιά της έφτασε στα ρουθούνια του. Ανάλαφρη, θηλυκή και απόλυτα δική της. «Πίσω στο κρεβάτι», απάντησε στην ερώτησή της. «Ω». Η Κάιλι ζάρωσε τη μύτη της. «Ειλικρινά, δε θα το ’θελα». Αυτό έκανε τον Νικ να σταματήσει. «Προτιμάς να κοιμηθείς με το σκύλο μου;» Η Κάιλι δίστασε. Το βλέμμα της σκοτείνιασε κι η έκφραση στο πρόσωπό της ράγισε την καρδιά του Νικολό. Του ήταν δύσκολο να πιστέψει ότι θα μπορούσε να προσποιηθεί αυτή την έκφραση, ειδικά όταν μόλις την είχε ξυπνήσει. Ίσως όμως εκείνος να μην ήταν ο πιο κατάλληλος να κρίνει κατά πόσο θα μπορούσε να ισχύει κάτι τέτοιο. Τουλάχιστον όχι εκείνη τη στιγμή. «Θα προτιμούσα να μην κοιμηθώ μόνη», του εξομολογήθηκε η Κάιλι. «Δεν είναι ότι φοβάμαι. Όχι ακριβώς. Απλά δε μου αρέσει να είμαι μόνη μου. Δεν το έχω συνηθίσει». «Αυτό το πρόβλημα μπορώ να σου το λύσω». Ήταν αναπόφευκτο. Από την πρώτη στιγμή που την είχε δει. Που την είχε αγγίξει. Από την πρώτη στιγμή που είχε αποφασίσει ότι θα γινόταν δική του. Με τον έναν τρόπο ή τον άλλο, ήταν γραφτό να βρεθεί στο κρεβάτι του. Και όσο πιο γρήγορα, τόσο το καλύτερο. «Με πηγαίνεις στο δωμάτιό μας;» «Ναι». «Θα κοιμηθείς μαζί μου;» «Σ’ αυτό δε χωράει αμφιβολία», είπε ο Νικ. Έστω και αν αυτό θα τον έστελνε κατευθείαν στην Κόλαση. Η Κάιλι κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του. «Εντάξει τότε». Ο Νικολό άγγιξε με τον ώμο του την πόρτα του υπνοδωματίου του και κατευθύνθηκε προς το κρεβάτι. Ακούμπησε την Κάιλι στο στρώμα, ξαφνιασμένος από το πόσο μικρόσωμη και εύθραυστη φάνταζε κουλουριασμένη στο υπέρδιπλο κρεβάτι. Ίσως αυτό να ήταν που τη βοηθούσε να πετυχαίνει στις απάτες της, σκέφτηκε, το ότι έδειχνε τόσο απίστευτα αθώα. Την είδε ν’ ανοιγοκλείνει τα βλέφαρά της νυσταγμένα, να τον κοιτάζει και να χαμογελάει. «Δε θα ξαπλώσεις;» τον ρώτησε. «Ναι. Αν και τώρα που σε έχω εδώ...» Ο Νικ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και την κοίταξε. «Αναρωτιέμαι τι θα κάνω μαζί σου...»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

«Μπορώ να σου πω ακριβώς τι θα έπρεπε να κάνεις μαζί μου», απάντησε η Κάιλι. Ο Νικ ένιωσε τον πόθο του να φουντώνει. «Και τι θα ήταν αυτό;» Ανίκανος ν’ αντισταθεί στον πειρασμό, ξάπλωσε δίπλα της, την τράβηξε στην αγκαλιά του κι ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Συνειδητοποίησε ότι η Κάιλι είχε κάτι το διαφορετικό. Κάτι που δεν υπήρχε όταν είχαν πρωτοσυναντηθεί. Και ταυτόχρονα κάτι είχε εξαφανιστεί από πάνω της τόσο ολοκληρωτικά όσο και η μνήμη της. Και τότε κατάλαβε. Αυτό που έλειπε ήταν η πανουργία που είχε διακρίνει στο βλέμμα της όταν τη συνάντησε στο ξενοδοχείο. Τη θέση της είχαν πάρει μια καλοσύνη, μια γενναιοδωρία και μια τάση ν’ ανοίγεται, που υποπτευόταν πως λίγες μόλις μέρες πριν θα ήταν χαρακτηριστικά εντελώς ξένα προς τη φύση της. Φυσικά, μπορεί να ήταν όλα ένα κόλπο, μια πανέξυπνη φάρσα με σκοπό να τον μπερδέψει. Αλλά ήταν σίγουρος πως, αν η αμνησία της Κάιλι ήταν προσποιητή, θα είχε αναγνωρίσει τα προδοτικά σημάδια, όπως είχε συμβεί και στο ξενοδοχείο κατά τη διάρκεια της πρώτης τους αντιπαράθεσης. Θα είχε διακρίνει κάποια μικρή ένδειξη ότι υποκρινόταν. Μέχρι εκείνη τη στιγμή όμως δεν είχε διακρίνει το παραμικρό. Η Κάιλι κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του και οι καμπύλες της ταίριαξαν στο κορμί του, σαν να ήταν πλασμένες γι’ αυτό. Σαν να είχε κοιμηθεί στην αγκαλιά του χιλιάδες φορές στο παρελθόν. Για μια στιγμή έμειναν κι οι δύο ακίνητοι κι ο Νικολό συνειδητοποίησε πόσο ερωτική ήταν η στάση τους. Στ’ αυτιά του έφτανε ο ήχος της αργής, ήρεμης ανάσας της, ένιωθε το χάδι του μεταξωτού νυχτικού της στο πλευρό του, την πίεση από τα μικρά στρογγυλά στήθη της. Η παλάμη της γλίστρησε επιφυλακτικά στο στέρνο του και σταμάτησε λίγο πιο πάνω από το ύψος της καρδιάς του. Ο Νικολό ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο να τη γυρίσει ανάσκελα, να την κάνει δική του, να τη γεμίσει χάδια και φιλιά. Να ενωθεί μαζί της σ’ εκείνον το μοναδικό χορό της υπέρτατης ηδονής. Τίποτε άλλο δεν είχε σημασία, μόνο το ότι εκείνη βρισκόταν εκεί, στην αγκαλιά του. Θ’ ανησυχούσε αργότερα για τις επιπτώσεις της πράξης του. Όταν ο Ρούφιο θα του έδινε τις αποδείξεις της ενοχής της. Όταν η Κάιλι θα ξανάβρισκε τη μνήμη της. Τότε θα έβρισκε τον τρόπο να διορθώσει τα αποτελέσματα των εξωφρενικών λαθών του. Γιατί αυτή ήταν η δουλειά του. Αυτό έκανε πάντα. Στο μεταξύ, γιατί να μην απολαύσουν αυτό που η φύση τούς είχε τόσο γενναιόδωρα προσφέρει; Θα έπρεπε να δεχτεί αυτή την προσφορά και να την απολαύσει στο έπακρο, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Όμως δεν μπορούσε. Υπενθύμισε στον εαυτό του ότι η Κάιλι είχε βγει απ’ το νοσοκομείο μόλις μερικές ώρες νωρίτερα. Ήταν γεμάτη μελανιές. Και το χειρότερο απ’ όλα... Ήταν απατεώνισσα. Δεν είχε καμία σημασία το ότι ο Κεραυνός τον πίεζε ασφυκτικά να κάνει αυτό το τελευταίο βήμα, να κάνει την Κάιλι δική του. Δεν είχε καμία σημασία το ότι η Κάιλι έμοιαζε εξίσου πρόθυμη να προχωρήσει σ’ αυτή την ύστατη δέσμευση. Δεν μπορούσε να την εμπιστευτεί, δεν τολμούσε να πιστέψει πως οτιδήποτε απ’ όσα ζούσε ήταν πραγματικό. Αν έπεφτε θύμα του παιχνιδιού της, θα έβαζε σε κίνδυνο την ευτυχία της οικογένειάς του. Αν κι εκείνη τη στιγμή σχεδόν –σχεδόν– αδιαφορούσε εντελώς γι’ αυτό. Τα ακροδάχτυλα της Κάιλι άρχισαν να διαγράφουν αργά και προκλητικά κύκλους στο στέρνο του. «Ξέρω ακριβώς τι θα έπρεπε να κάνεις μαζί μου», επανέλαβε. «Το σκέφτηκα όσο ήμουν στο ισόγειο». Ένα σιγανό γέλιο ξέφυγε από τα χείλη της. Η ανάσα της χάιδεψε το πιγούνι και το λαιμό του, διαλύοντας σχεδόν την αυτοκυριαρχία του. «Θα ήθελα ν’ αρχίσουμε απ’ την αρχή». Εντάξει, σκέφτηκε ο Νικ, δεν ήταν αυτό ακριβώς που περίμενε. Της έπιασε το χέρι, πριν χάσει εντελώς τον αυτοέλεγχό του. «Ν’ αρχίσουμε απ’ την αρχή», επανέλαβε. Εκείνη ένευσε καταφατικά. Τα μάτια της έλαμψαν ανυπόμονα. «Το σκέφτηκα όσο ξαναγνωριζόμουν με τον Μπρούτους. Βλέπεις, δε θυμάμαι καμιά από τις προηγούμενες συναντήσεις μας». Ίσως επειδή δεν υπήρξε καμία, σκέφτηκε ο Νικ. Ο Μπρούτους είχε αναγνωρίσει τη μυρωδιά της όταν τους είχε συστήσει, απλά και μόνο επειδή τον είχε αφήσει να μυρίσει κάποια από τα πράγματά της όταν τα είχε μεταφέρει στο σπίτι του. «Όταν θα επιστρέψει η μνήμη σου, όλα αυτά τα θέματα θα λυθούν», είπε. Φυσικά, όταν θα επέστρεφε η μνήμη της, εκείνος θα βρισκόταν στο τρελοκομείο. «Όχι. Δεν μπορώ να περιμένω να συμβεί αυτό. Πρέπει να ζήσω τη ζωή μου τώρα». Κοίταξε τον Νικολό με απόλυτα σοβαρό ύφος. «Δε θυμάμαι καμία από τις συναντήσεις μου με τον Μπρούτους, όπως δε θυμάμαι και καμία απ’ τις δικές μας συναντήσεις. Δεν μπορώ να ρωτήσω τον Μπρούτους τι είχε συμβεί τις προηγούμενες φορές που τον είχα δει». Ο Νικ έπιασε τον εαυτό του να τη χαϊδεύει με κατανόηση. «Μπορείς όμως να ρωτήσεις εμένα». Η Κάιλι τον κοίταξε αποφασιστικά και, ίσως, με κάποια απόγνωση. «Θέλω να κάνω πολύ περισσότερα από το να ρωτήσω. Και εδώ είναι που μπαίνει η ιδέα μου». Ο Νικ συνειδητοποίησε ότι θα έπρεπε να σταματήσει να την αγγίζει, και σύντομα μάλιστα. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, έπιασε τον εαυτό του να στηρίζει μια τούφα απ’ τα μαλλιά της πίσω απ’ το αυτί της κι αμέσως μετά να της χαϊδεύει το μάγουλο. «Μίλησέ μου για την ιδέα σου». «Είπες ότι η σχέση μας ήταν θυελλώδης, σωστά;» ρώτησε η Κάιλι και περίμενε να τον δει να νεύει καταφατικά πριν συνεχίσει. «Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι δε θα ήταν και τόσο δύσκολο να την ξαναζήσουμε, έτσι δεν είναι;» Ω, να πάρει. «Να την ξαναζήσουμε, δηλαδή να κάνουμε τα πάντα απ’ την αρχή;» ρώτησε ο Νικ. Η Κάιλι χαμογέλασε κι εκείνος συνειδητοποίησε ξαφνικά πως το χαμόγελό της ήταν κάπως λοξό, πως τα χείλη της είχαν μια ελαφριά κλίση προς τα δεξιά. Για κάποιον περίεργο λόγο αυτή η ατέλεια του φάνηκε ακαταμάχητα γοητευτική. «Ακριβώς. Μπορούμε να ξαναζήσουμε την πρώτη μας συνάντηση και όλα τα επόμενα ραντεβού μας. Και το καλύτερο απ’ όλα είναι ότι αυτό ίσως με βοηθήσει να θυμηθώ». Στην πραγματικότητα ήταν μια πολύ έξυπνη ιδέα. Αλλά, αν η Κάιλι απλώς προσποιούνταν ότι έπασχε από αμνησία, αυτή η ιδέα θα της πρόσφερε ατέλειωτη διασκέδαση, καθώς θα τον παρακολουθούσε να προσπαθεί να επινοήσει διάφορα ραντεβού, ενώ η μόνη τους συνάντηση ήταν εκείνη η μία και καταστροφική στο Λε Πρεμιέρ. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, τα πάντα μέσα του αντιδρούσαν σ’ αυτή την ιδέα. Είχε φανεί ήδη αρκετά ανέντιμος, ισχυριζόμενος πως ήταν σύζυγός του. Βέβαια ήταν αναμφισβήτητο το ότι τους είχε ενώσει ο Κεραυνός και, αν οι περιστάσεις ήταν διαφορετικές, ίσως να είχε επιδιώξει μια σχέση μαζί της για να δει πού θα τους οδηγούσε. Όμως δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει μόνιμο δεσμό με μια απατεώνισσα. Μόλις θυμήθηκε ποια και τι ήταν η Κάιλι, ένιωσε την αποφασιστικότητά του να επιστρέφει. Είχε ξεκινήσει αυτό το παιχνίδι για κάποιο λόγο. Έναν πολύ απλό και εξαιρετικά ζωτικό λόγο. Αν η Κάιλι Ο’Ντελ πετύχαινε στην απάτη, θα μπορούσε να διεκδικήσει τη μισή αξία του ορυχείου των διαμαντιών της φωτιάς και η αυτοκρατορία κοσμημάτων της Ντάντε θα γκρεμιζόταν. Έπρεπε να συνεχίζει να παίζει αυτό το παιχνίδι, μέχρι να έχει αποδείξεις για το ποια πραγματικά ήταν η Κάιλι. Δυστυχώς η έλξη που ασκούσε πάνω του μπέρδευε τα πράγματα. «Νικολό;» Ο ενθουσιασμός της έμοιαζε να έχει υποχωρήσει. «Τι συμβαίνει; Δε σου αρέσει η ιδέα μου;»


«Τη λατρεύω». «Θα το κάνεις λοιπόν;» Ο Νικ είχε την αίσθηση ότι έσκαβε το λάκκο του όλο και πιο βαθιά. Πώς θα δικαιολογούσε τις πράξεις του, αν ο Ρούφιο αποδείκνυε την αθωότητα της Κάιλι; Δε θα μπορούσε. Κι όταν η Κάιλι θα ξανάβρισκε τη μνήμη της, αυτές οι πράξεις του θα της προκαλούσαν αφάνταστο πόνο. Από την άλλη όμως... δεν πίστευε ούτε για μια στιγμή ότι η Κάιλι ήταν αθώα –όχι, με βάση τις πράξεις και τη συμπεριφορά της στο Λε Πρεμιέρ. Η γυναίκα που είχε συναντήσει εκείνη τη μέρα δεν είχε καμία σχέση με τη γυναίκα που κρατούσε τώρα στην αγκαλιά του. Μέχρι να επιστρέψει, λοιπόν, θ’ ακολουθούσε την πορεία που είχε χαράξει για τον εαυτό του. Και για τους δυο τους. Κι αν έκανε αυτό που του ζητούσε, ίσως και να κατάφερνε να αποδείξει ποια ήταν πραγματικά, όπως και την αλήθεια για τη δήθεν αμνησία της. «Ναι, θα το κάνω», απάντησε. «Θ’ αρχίσουμε από την αρχή». Την άκουσε ν’ αναστενάζει με ανακούφιση. «Πού γνωριστήκαμε;» «Στο πάρκο», απάντησε αμέσως ο Νικ, ακολουθώντας την ιστορία που είχε προετοιμάσει, περιμένοντας μια τέτοια συζήτηση. «Είχα βγάλει βόλτα τον Μπρούτους». «Κι εγώ τι έκανα εκεί;» «Καθόσουν. Μόλις είχες έρθει στην πόλη να πιάσεις μια καινούρια δουλειά. Δυστυχώς η εταιρεία που σε είχε προσλάβει χρεοκόπησε μια βδομάδα αφότου ξεκίνησες». «Με λυπήθηκες, έτσι δεν είναι;» Η ιστορία που είχε πλάσει ο Νικ για να καλύψει τα κενά της μνήμης της ήταν εντυπωσιακά ευφυής και τον διασκέδαζε τρομερά. Δυστυχώς η ζεστασιά στο βλέμμα της Κάιλι τον έκανε να νιώθει κάπως άβολα. «Τόσο εγώ όσο και ο Μπρούτους», είπε, πιέζοντας τον εαυτό του να ξεστομίσει ακόμα ένα ψέμα. «Σου φτιάξαμε τη διάθεση με μια παρτίδα φρίσμπι». «Τότε αυτό θα κάνουμε αύριο. Θα πάμε όλοι στο πάρκο να παίξουμε φρίσμπι». «Δε νομίζω». «Μα...» Ο Νικ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Δεν είναι ούτε είκοσι τέσσερις ώρες που βγήκες απ’ το νοσοκομείο. Δε θα κάνουμε τίποτα που θα δημιουργεί τον κίνδυνο να ξαναμπείς. Το φρίσμπι αποκλείεται», είπε και συνέχισε όταν είδε την Κάιλι να ετοιμάζεται να του φέρει αντιρρήσεις. «Δεν ήταν παρά μια σύντομη συνάντηση, Κάιλι. Αν θέλεις, έχω μια άλλη πρόταση να σου κάνω». «Η οποία είναι;» «Θα φροντίσω να ξαναζήσουμε τις στιγμές που περάσαμε μαζί, αν έτσι θέλεις να παίξεις το παιχνίδι», είπε ο Νικ, γνωρίζοντας με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν ένα παιχνίδι για εκείνη. «Σε αντάλλαγμα, δε θα μου κάνεις ερωτήσεις από πριν. Ας αφήσουμε τα γεγονότα να εκτυλιχτούν φυσιολογικά». «Δεν καταλαβαίνω. Γιατί;» «Επειδή έτσι δε θα είσαι προκατειλημμένη σε όσα θα περιμένεις. Θα μπορείς να είσαι ο εαυτός σου κι απλά ν’ απολαμβάνεις την κάθε στιγμή. Όχι ν’ αναρωτιέσαι αν το είχες κάνει αυτό ή αν το είχες πει εκείνο. Θα μπορείς απλά να ζεις αυτό που θα συμβαίνει και να ανταποκρίνεσαι φυσιολογικά». «Μα δεν ξέρω τι είναι φυσιολογικό για μένα», διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Τότε ακολούθησε το ένστικτό σου». Η Κάιλι δίστασε σκεφτική, πριν τελικά γνέψει καταφατικά. «Υποθέτω ότι αυτό μπορώ να το κάνω. Είσαι σίγουρος ότι δε γίνεται να ξεκινήσουμε αύριο;» Ο Νικ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Θα περιμένουμε μέχρι να πει ο γιατρός ότι μπορείς να επιστρέψεις στους φυσιολογικούς ρυθμούς σου». Στα χείλη της Κάιλι ζωγραφίστηκε ξανά εκείνο το λοξό, τόσο γοητευτικό χαμόγελο. «Τότε, αύριο πρωί πρωί, θα τηλεφωνήσω στον δόκτορα Ρουίζ». Ο Νικολό το σκέφτηκε για μια στιγμή και ύστερα ανασήκωσε τους ώμους του. «Αν δώσει την άδειά του, δεν έχω καμία αντίρρηση. Όμως θα χρειαστώ λίγο χρόνο να κανονίσω τις λεπτομέρειες». Και το πρώτο πράγμα που θα κανόνιζε θα ήταν κάποια «ραντεβού» που θα τον βοηθούσαν να ξεκαθαρίσει αν η Κάιλι έπασχε στ’ αλήθεια από αμνησία, ενώ ταυτόχρονα θα πρόσφεραν στον Ρούφιο το χρόνο να ολοκληρώσει την έρευνά του. Ραντεβού που θα αποδείκνυαν πως ήταν μια γυναίκα που λαχταρούσε την καλή ζωή και τις ακριβές ανέσεις που τη συνόδευαν. Ως τότε... Άπλωσε το χέρι του και έσβησε το φως. «Προσπάθησε να κοιμηθείς», είπε, γιατί ήξερε ότι εκείνος θα ήταν αδύνατον να τα καταφέρει. Όχι, με την Κάιλι στο κρεβάτι του, κουλουριασμένη στην αγκαλιά του, ενώ εκείνος δε θα μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο από το να της δώσει ένα φιλί στο μέτωπο. Η Κάιλι πλησίασε πιο κοντά του, απειλώντας να διαλύσει την αυτοκυριαρχία του. Ή, τουλάχιστον, αυτό σκέφτηκε ο Νικ, μέχρι που άκουσε τη φωνή της. «Δε μου αρέσει όταν είναι τόσο σκοτεινά». «Εγώ είμαι εδώ», έσπευσε να την καθησυχάσει. «Δε θα επιτρέψω να σου συμβεί τίποτα. Όμως... αν νιώθεις πιο άνετα με τα φώτα αναμμένα...» Άναψε ξανά το πορτατίφ. «Καλύτερα τώρα;» «Σε πειράζει;» Το βλέμμα της σκοτείνιασε τόσο, που τα μάτια της έγιναν σχεδόν τόσο σκούρα όσο τα δικά του. «Απ’ το ατύχημα και μετά...» «Τι;» Ο Νικ βύθισε τα δάχτυλά του στα μαλλιά της, προσέχοντας να αποφύγει τα ράμματα από τα τραύματά της. «Θυμάσαι κάτι;» «Όχι, δεν είναι αυτό». Η Κάιλι ύγρανε τα χείλη της. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου –διάστημα που, ομολογουμένως, δεν είναι και τόσο μεγάλο– ποτέ δεν ήταν τόσο σκοτεινά και ήσυχα. Τα νοσοκομεία είναι μέρη θορυβώδη, που σφύζουν από δραστηριότητα. Μέχρι που ξύπνησα στον ξενώνα σου, δε θυμόμουν να είχα βρεθεί μόνη άλλη φορά. Δε... δε μου άρεσε». Ο Νικ χρειάστηκε μερικές στιγμές για ν’ απαντήσει. «Αυτό διορθώνεται εύκολα. Από δω και μπρος θα κοιμάσαι μαζί μου και θ’ αφήνουμε ένα φως αναμμένο». «Είσαι σίγουρος ότι δε σε πειράζει;» «Καθόλου». Συνέχισε να κρατάει την Κάιλι σφιχτά μέχρι που την πήρε ο ύπνος, ενώ ταυτόχρονα αποκαλούσε ανόητο τον εαυτό του. Την παρακολουθούσε καθώς κοιμόταν, αποτυπώνοντας στη μνήμη του κάθε χαρακτηριστικό του προσώπου της. Εκείνη τη στιγμή κοιμόταν και, άρα, δεν υποκρινόταν. Ήταν τόσο γαλήνια και είχε αφεθεί με τόση εμπιστοσύνη στην αγκαλιά του. Το χρώμα είχε αρχίσει να επιστρέφει στο πρόσωπό της. Τα μάγουλά της ήταν πιο ροδαλά, χωρίς εκείνη την τρομακτική χλομάδα που είχε δει όταν την είχε επισκεφτεί στο νοσοκομείο. Και τα σγουρά μαλλιά της έπεφταν βαριά στους ώμους και το γυμνό στέρνο του, απαλά σαν μετάξι, κάνοντας πιο έντονο το μαρτύριό του. Τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα, ξυπνώντας του την επιθυμία να τα γευτεί ξανά, να αφεθεί να τον παρασύρουν η γλύκα και η ζεστασιά τους. Να διαπιστώσει αν ήταν τόσο απαλά και σαρκώδη όσο και πριν ή αν το είχε φανταστεί. Πώς γινόταν να δείχνει κάποιος τόσο αθώος και, ταυτόχρονα, να είναι τόσο ανήθικος; Η διαίσθησή του επέμενε ότι η Κάιλι έλεγε την αλήθεια. Ότι η αμνησία της ήταν πραγματική. Αν είχε να σκεφτεί μόνο τον εαυτό του, θα το διακινδύνευε. Όμως είχε ευθύνες για περισσότερους από τον εαυτό του, και έπρεπε να κινηθεί με εξαιρετική προσοχή. Να παραμένει συνέχεια επιφυλακτικός, ειδικά σε κάτι τέτοιες στιγμές. Ερωτικές, προσωπικές, στιγμές αδυναμίας,


που μια έμπειρη απατεώνισσα θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί προς όφελός της. Έκλεισε τα μάτια του κι ευχήθηκε να ήταν λίγο πιο εύπιστος. Να μπορούσε να πιστέψει σε πράγματα όπως τον Κεραυνό, την καλοσύνη των ανθρώπων, την ιδέα ότι σε όλους άξιζε μια δεύτερη ευκαιρία. Όμως η θέση του στην Ντάντε τον είχε διδάξει ότι το μόνο που δεν έπρεπε να κάνει ήταν να δείχνει εμπιστοσύνη. Την ίδια στιγμή που αυτές οι σκέψεις γυρνούσαν στο μυαλό του, έσφιγγε την Κάιλι στην αγκαλιά του προστατευτικά και ταυτόχρονα κτητικά. Και, καθώς βυθιζόταν κι εκείνος στον ύπνο, μια σκέψη στριφογυρνούσε στο μυαλό του. Η Κάιλι ήταν δική του. *

Τρεις ατελείωτες μέρες πέρασαν μέχρι ο δόκτωρ Ρουίζ να δώσει την άδειά του να επιστρέψει η ζωή της Κάιλι σε πιο φυσιολογικούς ρυθμούς. Της έδωσε επίσης το όνομα κάποιου γιατρού που ειδικευόταν στη μετατραυματική αμνησία, αν και εκείνη ήλπιζε ότι δε θα χρειαζόταν τις υπηρεσίες του. Αντίθετα, προτιμούσε να πιστεύει ότι με τη βοήθεια του συζύγου της η μνήμη της θα επέστρεφε από μόνη της. Το μόνο ερώτημα ήταν το πότε. Ευχόταν να μπορούσε να εξηγήσει το πόσο αποπροσανατολισμένη αισθανόταν. Ο Νικολό ήξερε τα πάντα για κείνη, ενώ η ίδια δε γνώριζε το παραμικρό. Τίποτε απολύτως για τον εαυτό της. Αγνοούσε τι της άρεσε και τι όχι. Δεν είχε ιδέα για την προσωπικότητα, τις ελπίδες και τα όνειρά της. Κι αυτό την ανάγκαζε απλώς να αντιδρά σε όσα συνέβαιναν γύρω της, αντί να οδηγεί ή να ελέγχει τα γεγονότα. Επίσης, την ανάγκαζε να επιδεικνύει μια τυφλή εμπιστοσύνη που τη γέμιζε αβεβαιότητα και φόβο. Κάθε πτυχή της ζωής της συνοδευόταν κι από ένα ερωτηματικό. Και κάθε φορά έπρεπε ν’ αναρωτιέται για τον εαυτό της, τις πράξεις της, το παρελθόν της ή τα σχέδιά της για το μέλλον. Κι αυτό την έκανε να νιώθει εξαρτημένη και ευάλωτη. Τουλάχιστον υπήρχαν δυο πράγματα που θα μπορούσε να δηλώσει με απόλυτη βεβαιότητα. Πρώτον, δεν της άρεσε να νιώθει ούτε εξαρτημένη ούτε ευάλωτη. Έτσι, είχε αποφασίσει πως κάθε μέρα που θα περνούσε θα έκανε κάποια βήματα που θα τη βοηθούσαν να μη νιώθει τίποτα από αυτά τα δύο. Πως θα έβρισκε έναν τρόπο να ανακτήσει και πάλι τον έλεγχο της ζωής της. Και δεύτερον, παρά την ανικανότητά της να θυμηθεί λεπτομέρειες από το παρελθόν της, ήταν φανερό ότι τα συναισθήματά της απέναντι στο σύζυγό της δεν είχαν αλλάξει. Το γεγονός ότι αισθανόταν μια τόσο έντονη λαχτάρα για τον άντρα που είχε στο πλευρό της της πρόσφερε ανείπωτη ανακούφιση. Το ότι ανυπομονούσε να βρεθεί μαζί του, να νιώσει ασφαλής στην αγκαλιά του. Να τον φιλήσει ξανά. Να νιώσει ξανά τη χαρά που προσφέρει το ν’ αγαπάς και να σε αγαπούν. Και να αποκαλύψει όλα τα μυστικά που ο Νικολό κρατούσε κρυφά απ’ όλο τον κόσμο, μυστικά που πιθανότατα είχε μοιραστεί μ’ εκείνη και μόνο εκείνη, φτάνει μόνο να μπορούσε να τα θυμηθεί. Τον ήθελε. Τον είχε ανάγκη. Και ήταν σίγουρη ότι πριν περάσει πολύς καιρός θα άφηναν το πάθος και τις επιθυμίες τους να τους παρασύρουν. Σύντομα θα ένιωθε και πάλι το συγκλονιστικό συναίσθημα να της ξανακάνει ο Νικ έρωτα για πρώτη φορά. Κι ίσως εκείνες οι έντονα προσωπικές στιγμές να βοηθούσαν τη μνήμη της να επιστρέψει. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ελπίζει. «Είμαι σίγουρη ότι θα θυμηθώ τα πάντα αν επαναλάβουμε τα ραντεβού μας», είπε στον Νικολό. «Αυτό σίγουρα θα μου ξυπνήσει κάποιες μνήμες, σωστά;» «Είναι πολύ πιθανόν». Ο ενθουσιασμός της μειώθηκε. «Πιστεύεις πως το ότι δεν έχω θυμηθεί τίποτα μέχρι τώρα σημαίνει ότι η μνήμη μου δε θα επιστρέψει;» Ο Νικ έσπευσε να την αγκαλιάσει. «Κάθε άλλο. Και τώρα που έχεις την άδεια του γιατρού, θα δούμε τι αναμνήσεις θα μπορέσουμε να ξυπνήσουμε». Αποφάσισαν ν’ αφήσουν την πρώτη τους συνάντηση στο πάρκο και να προχωρήσουν στο πρώτο τους «κανονικό» ραντεβού. Προς μεγάλη απογοήτευση της Κάιλι, δεν πήγε τόσο καλά όσο είχε ελπίσει. Η μέρα ξεκίνησε αρκετά καλά. Ο ενθουσιασμός της για τα σχέδιά τους κράτησε για τις δύο πρώτες ώρες καθώς τριγύριζαν στα αξιοθέατα του Σαν Φρανσίσκο. Ο Νικολό την πήγε σε όλα τα μέρη που επισκέπτονταν οι τουρίστες. Στο Φίσερμαν’ς Γουόρφ και στο εμπορικό κέντρο Τζιραρντέλι Σκουέαρ, με το εστιατόριο που πρόσφερε θέα στο Αλκατράζ. Πήραν το τραμ που διέσχιζε την Τσάιναταουν και πέρασαν από τη Λόμπαρντ Στρητ. Έκαναν επίσης και μια βόλτα με αυτοκίνητο στο Γκόλντεν Γκέιτ Παρκ. Επρόκειτο για μια εξαντλητική αλληλουχία εικόνων, ήχων, μυρωδιών και εντυπώσεων. Δυστυχώς, όμως, τίποτε από αυτά δεν ξύπνησε την παραμικρή ανάμνηση στα σκοτεινά βάθη του μυαλού της Κάιλι. Δεν αναγνώριζε τίποτα για το οποίο να έχει διαβάσει κάποια στιγμή ή να έχει δει κάποια φωτογραφία του. Και σε κάθε στάση τους κοιτούσε τον Νικολό, ελπίζοντας απεγνωσμένα ότι θα θυμηθεί κάτι για εκείνο το πρώτο ραντεβού. Παρά την υπόσχεση που του είχε δώσει, ήθελε να τον ρωτήσει αν έκαναν τα ίδια πράγματα με εκείνη την πρώτη φορά. Αν τότε είχαν γελάσει, αν είχαν συζητήσει, αν είχαν ανταλλάξει κάποια μυστικά, όλα τα πολύτιμα μικρά πράγματα που δε μοιράζονταν τώρα, επειδή η μνήμη της ήταν κενή και δεν είχε τίποτα άξιο λόγου να προσφέρει. Τελικά ο Νικ πρόσεξε τη σιωπή της, που γινόταν όλο και πιο έντονη, και τις λοξές ματιές της. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε. Η Κάιλι κάθισε βαριά σ’ ένα παγκάκι και αναστέναξε απογοητευμένη. «Τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως περίμενα». Ο Νικ κάθισε δίπλα της. «Δε θυμάσαι τίποτα; Όχι απαραίτητα τις στιγμές που περάσαμε μαζί, ήλπιζα όμως ότι μπορεί να θυμόσουν τα μέρη που επισκεφτήκαμε. Ότι μπορεί να σου ξυπνούσαν κάποια θολή έστω ανάμνηση». Η Κάιλι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, απίστευτα απογοητευμένη. «Δε θυμάμαι το παραμικρό», ομολόγησε. «Ούτε κάποιο από τ’ αξιοθέατα...» Του έριξε μια βιαστική, απρόθυμη ματιά. «Ούτε το να είμαι μαζί σου. Ποτέ». Ο Νικ χαμήλωσε το κεφάλι. «Λυπάμαι, Κάιλι». Εκείνη κάλυψε την παλάμη του με τη δική της. «Δε φταις εσύ», είπε και έκοψε τον Νικ, όταν άνοιξε το στόμα του να διαμαρτυρηθεί. «Ξέρω ότι νιώθεις υπεύθυνος για το ατύχημά μου. Όμως πρέπει να παραδεχτείς ότι, αν δεν ήμουν τόσο παρορμητική, δε θα πεταγόμουν έτσι στο δρόμο και δε θα με χτυπούσε το ταξί». Είδε τον Νικ να στριφογυρίζει στο μυαλό του αυτή την ιδέα για μια στιγμή. «Γιατί δε συμφωνούμε ότι στο συγκεκριμένο θέμα διαφωνούμε;» της πρότεινε. Του χαμογέλασε. «Αυτό μπορώ να το δεχτώ», είπε κι ένιωσε τα δάχτυλά του να κλείνουν γύρω απ’ τα δικά της. Την τράβηξε κοντά του κι εκείνη αφέθηκε στην αγκαλιά του με μια οικειότητα που την έκανε να γείρει το κεφάλι της στο πλάι σκεφτική. «Λοιπόν... θα συνεχίσουμε τη βόλτα μας; Ή μήπως μπορείς να σκεφτείς κάτι άλλο που θα με βοηθούσε να θυμηθώ;» Ο Νικ δίστασε κι ύστερα ένευσε καταφατικά. «Υπάρχει ένα ακόμα μέρος που θα μπορούσε να σου ξυπνήσει τις αναμνήσεις». «Και πού είναι αυτό;» ρώτησε η Κάιλι. Το χαμόγελο που της χάρισε ο Νικ της έκοψε την ανάσα. Χωρίς αμφιβολία, έτσι θα της χαμογελούσε και τις πρώτες μέρες της γνωριμίας τους, φτάνει μόνο να μπορούσε να το θυμηθεί. Αρκούσε να της χαμογελάσει, κι εκείνη ένιωθε την τρυφερή, θηλυκή πλευρά της να του παραδίδεται ολοκληρωτικά, να μαλακώνει και να την παροτρύνει να κάνει οτιδήποτε κι αν της ζητούσε. «Έλα, πάμε. Θα προτιμούσα να σου κάνω έκπληξη». Διέσχισαν με το αυτοκίνητο το πάρκο και κατευθύνθηκαν προς το οικονομικό κέντρο της πόλης και το Εμπαρκαντέρο. Ο Νικ μπήκε στο υπόγειο πάρκινγκ ενός ουρανοξύστη, κι αφού πάρκαρε, πήγε με την Κάιλι σε ένα ιδιωτικό ασανσέρ που τους ανέβασε κατευθείαν σ’ ένα ρετιρέ στον τελευταίο όροφο. Όταν


άνοιξαν οι πόρτες βγήκαν σε ένα μεγάλο δωμάτιο που, με μια πρώτη ματιά, έδινε την εντύπωση πως κάποιος κατοικούσε εκεί. Η Κάιλι βγήκε πρώτη από το ασανσέρ. Τα πέλματά της βυθίστηκαν στην παχιά μοκέτα. Το απαλό γκρίζο χρώμα που κυριαρχούσε έδινε στο χώρο μια αίσθηση πολυτέλειας και, ταυτόχρονα, ζεστασιάς. Υπήρχαν αρκετοί καναπέδες με διακριτική ριγέ γκρίζα και λευκή ταπετσαρία που τονιζόταν απαλά από μια στενή μαύρη λωρίδα και πολυθρόνες ντυμένες με κόκκινο μεταξωτό. Τα έπιπλα ήταν απλά κι ωστόσο εκλεκτά. Μπροστά στους καναπέδες και τις πολυθρόνες υπήρχαν τραπεζάκια του καφέ με γυάλινη επιφάνεια, κάπως ψηλότερα απ’ ό,τι συνήθως. Επίσης ο φωτισμός τής φάνηκε κάπως διαφορετικός. Στην οροφή υπήρχαν μικρά σποτ που έριχναν το φως τους στα τραπεζάκια, ενώ τα καθίσματα παρέμεναν σε μια απαλή σκιά. Φυτά και περίτεχνες ανθοδέσμες έδιναν στο χώρο μια επιπλέον ζεστασιά. «Τι είναι αυτό το μέρος;» ρώτησε. «Το Ντάντε’ς Εξκλούσιβ», απάντησε ο Νικ και η Κάιλι αναρωτήθηκε αν το βλέμμα του έγινε τόσο λαμπερό όσο το φως που έριχναν τα σποτ ή αν η φαντασία της της έπαιζε κάποιο παιχνίδι. «Το Ντάντε’ς; Εγώ δεν...» Κούνησε το κεφάλι της μπερδεμένη. «Πρόκειται για κάποια επιχείρηση που ανήκει στην οικογένειά σου;» «Δεν έχεις ακουστά την Ντάντε;» Η Κάιλι ανοιγόκλεισε έκπληκτη τα μάτια. «Μιλάς για την εταιρεία κοσμημάτων;» ρώτησε, κι όταν ο Νικ συνέχισε απλά να την κοιτάζει, πήρε μια βαθιά ανάσα. «Είσαι ένας από εκείνους τους Ντάντε;» «Μας θυμάσαι;» Η Κάιλι τον κοίταξε. Ένιωθε άβολα τώρα που έβλεπε το σύζυγό της από μια εντελώς διαφορετική οπτική γωνία. Είχε διαισθανθεί ότι ήταν άνθρωπος με ισχύ, είχε γίνει μάρτυρας του πλούτου και της επιρροής του. Όμως δεν της είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό ότι κινούνταν σε τόσο υψηλούς κύκλους... ή ότι κινούνταν κι εκείνη στους ίδιους κύκλους. Πώς θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ρόλου της συζύγου ενός Ντάντε; «Δε θα έλεγα ότι θυμάμαι ακριβώς», απάντησε τελικά. «Ξέρω για την Ντάντε όπως ξέρω και ποιος είναι ο τωρινός Πρόεδρος των ΗΠΑ. Δεν έχω χάσει τις γενικές γνώσεις μου, απλά δε θυμάμαι το παρελθόν μου. Έχω ακούσει για την Ντάντε... θέλω να πω... ποιος δεν την ξέρει;» Ο Νικ φάνηκε να δέχεται την εξήγησή της, αν και την προβλημάτιζε το ότι συνέχιζε ν’ αμφισβητεί την αμνησία της. Ένιωθε συνεχώς σαν να της έκρυβε κάτι. Άραγε ήταν κάτι που ο Νικ ήλπιζε ότι θα θυμόταν... ή κάτι που θα προτιμούσε να παραμείνει ξεχασμένο;» «Το Ντάντε’ς Εξκλούσιβ είναι το κομμάτι λιανικής πώλησης της εταιρείας που απευθύνεται σε πολύ ξεχωριστούς πελάτες. Σ’ αυτή γίνεται δεκτός κανείς μόνο με ραντεβού. Σκέφτηκα ότι θα σου άρεσε να δεις μερικές από τις πιο εκλεκτές μας δημιουργίες». Η Κάιλι βρήκε τη δύναμη να χαμογελάσει. Αναρωτήθηκε αν ο Νικ της είχε δείξει και στο παρελθόν τα κοσμήματα της Ντάντε. Μήπως γι’ αυτό την είχε πάει εκεί; «Θα μου άρεσε πολύ. Ευχαριστώ». Ο Νικ την έπιασε απ’ το χέρι. Διέσχισαν το χώρο με τους καναπέδες, πέρασαν δίπλα από ένα εντυπωσιακό μπαρ εξοπλισμένο με κάθε είδους ποτό και σταμάτησαν μπροστά σε μια πόρτα που μόλις διακρινόταν στον τοίχο και προστατευόταν από ένα εξαιρετικά εξελιγμένο σύστημα ασφαλείας. Ο Νικολό έβγαλε μια κάρτα από το πορτοφόλι του, την πέρασε από την ειδική σχισμή και, αφού το σύστημα ασφαλείας αναγνώρισε το αποτύπωμα του αντίχειρά του και τη φωνή του, η πόρτα άνοιξε με ένα απαλό κλικ. Τότε ο Νικ συνόδευσε την Κάιλι σε μια λαμπερή, παραμυθένια χώρα. Εκείνη κοίταξε γύρω της εμβρόντητη. Ένα σιγανό «ω» ήταν το μόνο που κατάφερε να προφέρει. «Ρίξε μια ματιά, μέχρι εγώ να πάω να κοιτάξω αν είναι εδώ κανείς από την οικογένειά μου», είπε ο Νικ. Η Κάιλι τον κοίταξε θορυβημένη. «Από την οικογένειά σου;» «Μην πανικοβάλλεσαι. Δε θα σε δαγκώσουν, σου το υπόσχομαι». Γύρισε να φύγει, αλλά κοντοστάθηκε. «Στη θέση σου θα κοιτούσα αλλά δε θα άγγιζα τίποτα –εκτός κι αν θέλεις να βρεθείς ερμητικά κλεισμένη εδώ μέσα». Η Κάιλι ένωσε τις παλάμες της πίσω από την πλάτη της. «Ούτε που θα μου περνούσε απ’ το μυαλό ν’ αγγίξω κάτι». Όταν έφυγε ο Νικ, η Κάιλι άρχισε να τριγυρίζει αργά στο δωμάτιο. Με κάθε βήμα που έκανε, εντυπωσιαζόταν όλο και περισσότερο. Σε κάθε προθήκη υπήρχαν κοσμήματα εντυπωσιακής ομορφιάς και αστρονομικής αξίας. Αναρωτήθηκε αν αυτός ήταν ο κόσμος στον οποίο ανήκε. Κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Όχι, δεν είχε αυτή την αίσθηση. Σίγουρα δε ζούσε μια τόσο πλούσια, πολυτελή ζωή. Κοντοστάθηκε μπροστά σε μια εξαιρετικά όμορφη συλλογή. Από την πόρτα απ’ την οποία είχε βγει ο σύζυγός της, ακούστηκαν φωνές. Η σιγανή φωνή του Νικολό έστειλε ρίγη στη ραχοκοκαλιά της. Ύστερα άκουσε μια γυναίκα να του απαντάει. Αρχικά δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι έλεγε, καταλάβαινε όμως ότι ο τόνος της ήταν θυμωμένος. Τότε η γυναίκα ύψωσε την ένταση της φωνής της. «Ξέχασέ το, Νικολό. Δε θα γίνω συνεργός σε μια τέτοια...» Ο Νικολό τη διέκοψε και της μίλησε για αρκετή ώρα με σιγανή, σκληρή φωνή. «Εντάξει λοιπόν», είπε η γυναίκα τελικά. «Όμως θα γίνει για μία και μόνη φορά». Η Κάιλι έσπευσε να απομακρυνθεί απ’ την πόρτα. Το στομάχι της είχε δεθεί κόμπος απ’ την ανησυχία. Τι στο καλό μπορεί να ήθελε ο Νικολό και γιατί η γυναίκα με την οποία μιλούσε δεν ήθελε να συμμετάσχει σε ό,τι κι αν ήταν αυτό που της πρότεινε; Και το πιο ανησυχητικό ερώτημα ήταν αν η συζήτησή τους αφορούσε εκείνη. Στάθηκε μπροστά σε μια προθήκη και έστρεψε την προσοχή της στο υπέροχο κολιέ, τα σκουλαρίκια και το βραχιόλι που περιείχε. Η εκπληκτική ομορφιά τους την είχε μαγέψει, παρά τις ανησυχίες της. Την επόμενη στιγμή ο Νικολό επέστρεφε, συνοδευόμενος από μια ψηλή κομψή ξανθιά με σκούρα μάτια. Το βεβιασμένο χαμόγελο της ξανθιάς έκανε την Κάιλι να νιώσει πολύ άβολα. «Από δω η νύφη μου η Φραντσέσκα», είπε ο Νικολό. «Είναι η σύζυγος του Σεβ και η καλύτερη σχεδιάστρια της Ντάντε. Το σετ που κοιτάζεις είναι δική της δημιουργία». «Είναι πανέμορφο», είπε η Κάιλι ενώ έσφιγγε το χέρι της Φραντσέσκα. «Απλό και ταυτόχρονα κομψό. Και... και εκπέμπει τόση ζεστασιά». Η Φραντσέσκα θα πρέπει να κατάλαβε ότι εννοούσε τα όσα έλεγε, γιατί το χαμόγελό της μαλάκωσε και η ανησυχία έφυγε απ’ το βλέμμα της. «Σ’ ευχαριστώ. Είναι μέρος μιας συλλογής που ονομάζω Καρδιά της Ντάντε». Η Κάιλι γύρισε και κοίταξε και πάλι την προθήκη. «Νομίζω ότι μου αρέσει περισσότερο απ’ όσα είδα σήμερα εδώ». «Όλα οφείλονται στα διαμάντια της φωτιάς», είπε η Φραντσέσκα. «Κάνουν και τα πιο συνηθισμένα κοσμήματα ξεχωριστά». «Έτσι αποκαλείτε τα συγκεκριμένα διαμάντια;» Η Κάιλι έσκυψε και κοίταξε τα κοσμήματα πιο προσεκτικά. «Ω, πω πω! Τώρα το βλέπω. Είναι σχεδόν σαν να έχουν πάρει φωτιά». Δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που χτύπησε το καμπανάκι του κινδύνου στο μυαλό της. Ίσως η παγερή στάση της Φραντσέσκα και του Νικολό. Ή, ίσως, η ένταση στο βλέμμα τους. Τους κοίταξε και, αργά, ίσιωσε το κορμί της. «Μπορείτε, σας παρακαλώ, να μου πείτε τι συμβαίνει;» ρώτησε. «Σαν να μην έφτανε το ότι έχω χάσει τη μνήμη μου, αδυνατώ να καταλάβω τι σημαίνει η δική σας σιωπή». Κάρφωσε το βλέμμα της στον Νικολό. «Υπάρχει κάποιος λόγος που βρίσκομαι εδώ, πέρα από την επιθυμία σου να μου δείξεις την οικογενειακή επιχείρηση και να με συστήσεις στη Φραντσέσκα;» «Ήλπιζα ότι η θέα των διαμαντιών της φωτιάς μπορεί να σου ξυπνούσε κάποια μνήμη». «Τι μνήμη;»


«Οποιαδήποτε μνήμη». Ο Νικ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Όμως δε συνέβη αυτό, έτσι;» «Ούτε στο ελάχιστο». Η Κάιλι χαμογέλασε βεβιασμένα. «Μακάρι να είχα το ταλέντο σου, Φραντσέσκα. Θα πρέπει να σου δίνει μεγάλη ευχαρίστηση η δημιουργία τόσο εκπληκτικών...» άρχισε να λέει και τότε μια σκέψη γεννήθηκε στο μυαλό της, μια σκέψη που τη γέμισε ενθουσιασμό. «Ω, Θεέ μου... είμαι κι εγώ σχεδιάστρια κοσμημάτων; Γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ; Γι’ αυτό συμπεριφέρεστε τόσο παράξενα; Υποτίθεται ότι θα πρέπει ν’ αναγνωρίσω κάποια δική μου δημιουργία;» Κάνοντας προσπάθεια να συγκρατήσει τις ελπίδες της, κοίταξε γύρω της με αγωνία, μέχρι που το βλέμμα της στάθηκε σε έναν τοίχο γεμάτο προθήκες. Τις κοίταξε βιαστικά, κάνοντας την ευχή κάποιο από τα κοσμήματα να της γεννήσει την αίσθηση ότι συνδεόταν μαζί του, όπως είχε συμβεί την πρώτη φορά που της είχε κρατήσει το χέρι ο Νικολό. «Δεν αναγνωρίζω τίποτα. Προσπαθώ. Ειλικρινά, όμως...» Κοίταξε πάνω από τον ώμο της και το βλέμμα της διασταυρώθηκε με το βλέμμα του Νικολό. «Σε παρακαλώ. Σε ικετεύω. Βοήθησέ με». Εκείνος βρέθηκε πλάι της προτού καλά καλά τελειώσει τη φράση της και την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Να πάρει. Λυπάμαι, γλυκιά μου». Την κράτησε σφιχτά, παρηγορώντας τη με τη ζεστασιά του. «Δε συμβαίνει τίποτα τέτοιο». «Α». Η Κάιλι προσπάθησε να κρύψει το μέγεθος της απογοήτευσής της κι ευχήθηκε να κατάφερνε να συγκρατήσει τα δάκρυά της προτού τα δει ο Νικολό. Μ’ εκείνον μπορεί να τα κατάφερε, δεν είχε όμως την ίδια τύχη με τη Φραντσέσκα. Η νύφη του Νικολό πλησίασε και της έπιασε το χέρι. «Λυπάμαι», είπε. «Δε μου πέρασε απ’ το μυαλό ότι θα έβγαζες ένα τέτοιο συμπέρασμα, αν και τώρα μου φαίνεται απόλυτα φυσιολογικό το ότι σκέφτηκες κάτι τέτοιο. Δε βρίσκω λόγια να απολογηθώ που ήμουν τόσο σκληρή». «Δεν υπάρχει λόγος...» Η Κάιλι ένιωθε ότι έχανε τον έλεγχο των συναισθημάτων της. Έκανε μια χειρονομία, σαν να ήθελε να δείξει ότι η αντίδρασή της δεν είχε σημασία. «Μη δίνεις σημασία. Το πιθανότερο είναι ότι το παράκανα σήμερα και βγήκε η κούρασή μου». «Νικολό», είπε η Φραντσέσκα ψιθυριστά και κάπως θυμωμένα. «Το φταίξιμο είναι δικό μου», είπε εκείνος. «Θα το χειριστώ εγώ». Κοίταξε την Κάιλι, και μια ματιά στην έκφρασή της ήταν αρκετή για να τον κάνει να μουρμουρίσει κάτι μέσ’ απ’ τα δόντια του. Την κράτησε έτσι ώστε το κεφάλι της να ακουμπάει στο πουκάμισό του και έκανε νόημα στη Φραντσέσκα. Εκείνη έφυγε σιωπηλή, ωστόσο η θυμωμένη έκφρασή της έλεγε πολλά. «Λυπάμαι», είπε ο Νικ. «Τα έκανα θάλασσα. Ο σκοπός μου ήταν απλά να δεις μερικά από τα δαχτυλίδια αρραβώνων, μήπως τυχόν και σου άρεσε κάτι». «Ήταν υπερβολικό, Νικολό. Υπερβολικό και τρομερά βιαστικό». «Το καταλαβαίνω». Ο Νικ μόρφασε. «Ή, τουλάχιστον, το καταλαβαίνω τώρα». «Να υποθέσω ότι το πρώτο ραντεβού μας δεν τελείωσε έτσι;» ρώτησε η Κάιλι με πνιχτή φωνή. «Μ’ εσένα να κλαις; Όχι, ευτυχώς». Η Κάιλι γέλασε. «Χαίρομαι που το ακούω», είπε και τον κοίταξε. «Έτσι από περιέργεια, πώς τελείωσε;» Ο Νικ έκλεισε τα μάτια του και έδωσε μάχη με τον εαυτό του. Μια μάχη που έχασε. «Κάπως έτσι...»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Ο Νικ κράτησε το πρόσωπο της Κάιλι ανάμεσα στις παλάμες του και πλησίασε το δικό του. Κι ύστερα τη φίλησε. Τα χείλη της ήταν γλυκά και, ταυτόχρονα, αρμυρά από τα δάκρυα. Καυτά από πόθο και ελπίδα. Δε θα έπρεπε να την είχε αγγίξει. Και σίγουρα δε θα έπρεπε να την είχε φιλήσει. Είχε σκεφτεί ότι, αν την πήγαινε εκεί, στην καρδιά του πλούτου και της δύναμης της Ντάντε, θα κατάφερνε να διακρίνει κάτι. Πλεονεξία. Απληστία. Κάποιο βιαστικό λαίμαργο βλέμμα που η Κάιλι δε θα προλάβαινε να κρύψει. Όμως εκείνη δεν είχε δείξει τίποτε απ’ όλα αυτά, ούτε καν όταν την είχε αφήσει μόνη της στην αίθουσα και την παρακολουθούσε μέσα από τις κάμερες του κλειστού κυκλώματος. Αν μη τι άλλο, έμοιαζε νευρική, σαν να ένιωθε άβολα, σαν να προτιμούσε να βρισκόταν οπουδήποτε αλλού εκτός από μια αίθουσα γεμάτη εντυπωσιακά κοσμήματα αξίας αμέτρητων εκατομμυρίων δολαρίων. Την ένιωσε να γέρνει στην αγκαλιά του, ένιωσε τα χείλη της ν’ ανοίγουν κάτω απ’ τα δικά του. Ανίκανος ν’ αντισταθεί στον πειρασμό, έβαλε περισσότερο πάθος στο φιλί του. Οι φλόγες του Κεραυνού φούντωσαν ορμητικά κι απλώθηκαν στο κορμί του σαν πυρκαγιά. Αν βρίσκονταν οπουδήποτε αλλού, θα αδιαφορούσε για τις συνέπειες και θα έκανε την Κάιλι δική του εκείνη τη στιγμή. Κι αν έκρινε από τον τρόπο που είχε αφεθεί στην αγκαλιά του και τον αγκάλιαζε κι εκείνη, από τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρινόταν στο κορμί του χωρίς κανένα δισταγμό, δε θα έκανε το παραμικρό για να τον εμποδίσει. «Θα ήθελα να σε δω να φοράς μία απ’ αυτές τις δημιουργίες», της είπε ενώ τη φιλούσε. «Να φοράς μόνο διαμάντια της φωτιάς, ξαπλωμένη σε μαύρα μεταξωτά σεντόνια». Η Κάιλι ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά. «Ακόμα κι έτσι, θα φορούσα υπερβολικά πολλά. Θα προτιμούσα να βρίσκομαι απόλυτα γυμνή στην αγκαλιά σου». «Όσο κι αν θα ήθελα να πραγματοποιήσω την ευχή σου, δεν μπορούμε να το κάνουμε. Όχι πριν γίνεις εντελώς καλά». Ο Νικ της έδωσε ακόμα ένα φλογερό φιλί. «Ως τότε... ας επιστρέψουμε στο σπίτι». Η Κάιλι απογοητεύτηκε, όσο κι αν ήξερε ότι ο Νικ φερόταν λογικά. Προσεκτικά. Εκείνη τη στιγμή όμως θα τον προτιμούσε απερίσκεπτο και παθιασμένο. «Στο σπίτι λοιπόν», συμφώνησε απρόθυμα και, παρ’ όλο που παρέμεινε στο πλάι του, δε μίλησε ξανά μέχρι που βρέθηκαν στο ασανσέρ που θα τους κατέβαζε στο υπόγειο γκαράζ. «Λοιπόν, τι σχέδια έχεις για αύριο;» Εξαιρετική ερώτηση, σκέφτηκε ο Νικ. Λαμβάνοντας υπόψη την αντίδραση της Φραντσέσκα, συνειδητοποιούσε ότι θα έπρεπε να πάρει την Κάιλι μακριά από το Σαν Φρανσίσκο για λίγο καιρό. Τόσο ώστε να έχει ο Ρούφιο το χρόνο να ολοκληρώσει την έρευνά του. Κι αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να κάνει ένα γρήγορο τηλεφώνημα σε κάποιον παλιό οικογενειακό φίλο, τον Τζοκ Αρνό. Ωστόσο δεν περίμενε ότι θ’ αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα απ’ την πλευρά του. Ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής ήταν παλιός φίλος των Ντάντε. Μάλιστα, είχαν σχεδιάσει τη βέρα της συζύγου του, της Ρόζαλιν, όπως και τα κοσμήματα που της είχε χαρίσει ο Τζοκ όταν έφερε στον κόσμο τον Τζόσουα, τον πρώτο τους γιο. Με λίγη τύχη θα τον βοηθούσε, επιτρέποντάς τους να μείνουν στο ιδιωτικό του νησί, το Ίσλα ντε λος Ντεσέος, μέχρι ν’ αποφασίσει πώς θα διαχειριζόταν την καταστροφική κατάσταση που είχε δημιουργήσει. Βγήκε απ’ το γκαράζ και έριξε στην Κάιλι μια βιαστική ματιά. Ήταν χλομή και έδειχνε εξαντλημένη. Την είχε πιέσει υπερβολικά εκείνη τη μέρα και τα έβαζε με τον εαυτό του για την ανοησία του. «Πρέπει να τηλεφωνήσω σε κάποιο φίλο για να κανονίσω κάτι. Σε προειδοποιώ, ίσως να χρειαστούν μια δυο μέρες». «Πρόκειται για ένα ακόμα από τα ραντεβού μας;» Ο Νικ πίεσε τον εαυτό του να πει ακόμα ένα ψέμα. «Πρόκειται για κάτι που προηγήθηκε του γάμου μας. Στην πραγματικότητα, ήταν αυτό που σε έπεισε να με παντρευτείς». «Με έπεισες να σε παντρευτώ στο δεύτερο ραντεβού μας;» «Όχι. Μετά τη σημερινή πανωλεθρία, αποφάσισα να επιταχύνω το πρόγραμμα κατά μερικές βδομάδες». «Μερικές βδομάδες;» επανέλαβε αδύναμα η Κάιλι. «Δεν αστειευόσουν όταν έλεγες ότι ζήσαμε μια θυελλώδη σχέση, έτσι;» «Σε είχα προειδοποιήσει ότι δε γνωριζόμαστε πολύ καιρό». Η Κάιλι ακούμπησε το κεφάλι της στο μαξιλάρι του καθίσματος και έκλεισε τα μάτια. «Τι παράξενο. Θα πρέπει να ήμουν πολύ παρορμητικό άτομο. Πράγμα που εξηγεί το ότι πήγα κι έπεσα πάνω σ’ ένα ταξί». «Αυτό εξηγεί το γιατί αποφάσισες εσύ να με παντρευτείς», είπε χαμηλόφωνα ο Νικ. «Τώρα προσπάθησε να μου εξηγήσεις γιατί το αποφάσισα εγώ». «Φαντάζομαι ότι θα πρέπει να αποδώσουμε τις ευθύνες στον Κεραυνό. Κατά τα φαινόμενα, έχει τη δύναμη να μας επηρεάζει με τον πιο έντονο τρόπο». Η Κάιλι άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε σαν να το διασκέδαζε. «Και τους δυο μας». «Σ’ αυτό δε χωράει αμφιβολία», συμφώνησε ο Νικ. Η Κάιλι είχε δίκιο. Ο Κεραυνός επηρέαζε έντονα και τους δύο. Και δημιουργούσε ένα σωρό προβλήματα. Αναρωτήθηκε πώς θα έβαζε τέλος στον πόθο που τον βασάνιζε, γιατί, όταν ο Ρούφιο θα έβρισκε τα στοιχεία της ενοχής της Κάιλι, θα έπρεπε να τερματίσει τη σχέση τους. Δεν μπορούσε –δε θα το έκανε– να κάνει δεσμό με μια γυναίκα που δεν εμπιστευόταν. Άλλωστε, ακόμα και να ήθελε κάτι τέτοιο, μόλις η Κάιλι θα έβρισκε ξανά τη μνήμη της και θ’ ανακάλυπτε ότι είχε εξαπατηθεί κι εκείνη με τη σειρά της, θα φρόντιζε να σβήσει τις όποιες φλόγες του πάθους του με μια καλή ψυχρολουσία. Κι αν δεν ξανάβρισκε τη μνήμη της; Αρνιόταν έστω και να σκεφτεί αυτό το ενδεχόμενο. Η μνήμη της θα επέστρεφε. Δεν αμφέβαλλε ούτε στιγμή γι’ αυτό. Και τότε θα παρακολουθούσε μια γλυκιά, γεμάτη γενναιοδωρία γυναίκα να μετατρέπεται σε ένα ύπουλο, πανούργο πλάσμα που κέρδιζε τη ζωή του με απάτες και ατιμίες. Ίσως αυτό να τον βοηθούσε να ξεπεράσει άμεσα την επιρροή του Κεραυνού. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ελπίζει. *

Η Κάιλι δυσκολευόταν να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό της όταν δυο μέρες αργότερα ο Νικολό την πήρε και πήγαν στο εταιρικό τζετ της Ντάντε. «Πού πηγαίνουμε;» ρώτησε. Ο Νικ της χάρισε εκείνο το νωχελικό χαμόγελο που την έκανε να λαχταρά να επιστρέψουν στο κρεβάτι όπου ίσως –απλά, ίσως– εκείνος να αφηνόταν να τον παρασύρει το πάθος που βασάνιζε και τους δύο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, αυτό δεν είχε συμβεί. Ο Νικ επιδείκνυε έναν εξοργιστικά ισχυρό αυτοέλεγχο, αποφασισμένος να περιμένει τη σωστή στιγμή που θα βρίσκονταν στο σωστό μέρος για να της κάνει έρωτα. Κι εκείνη δεν είχε ιδέα για το πού ή το πότε θα συνέβαινε αυτό. Σε ό,τι την αφορούσε, δε θα είχε αντίρρηση να συνέβαινε κι εκείνη τη στιγμή. «Πηγαίνουμε στο Ίσλα ντε λος Ντεσέος», την πληροφόρησε ο Νικ. «Τι ρομαντικό όνομα. Τι κάναμε εκεί;» Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Νικ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Ξέχασέ το. Πηγαίνουμε για να χαλαρώσουμε και να περάσουμε καλά. Δε θα κάνουμε τίποτα κουραστικό. Τίποτα που θα σε εξαντλήσει. Εκεί θα έχεις την ευκαιρία να συνέλθεις απ’ το ατύχημά σου. Επιπλέον θα έχουμε το χρόνο και την


απομόνωση που χρειαζόμαστε για να γνωριστούμε καλύτερα». «Κι ακόμα θα ξαναζήσουμε τις στιγμές που οδήγησαν στο γάμο μας». Η Κάιλι ένευσε σκεφτική. «Οφείλω να σου το αναγνωρίσω, Νικολό. Θα συνέλθουμε, θα γνωριστούμε καλύτερα και θα ξαναζήσουμε τις πιο όμορφες στιγμές μας. Δεν είναι πολύ εκείνοι που θα πετύχαιναν τρεις στόχους με μία κίνηση». «Τέσσερις, αλλά ποιος μετράει;» Η Κάιλι έγειρε το κεφάλι της στο πλάι απορημένη. «Ποιος είναι ο τέταρτος;» Ο Νικ την κοίταξε στα μάτια. «Να ξαναβρείς τη μνήμη σου». «Ω, σωστά». Για κάποιο λόγο, ο τέταρτος στόχος του Νικ της χάλασε κάπως τη διάθεση. Δεν καταλάβαινε γιατί. Ήθελε να ξαναβρεί τη μνήμη της, σωστά; Γιατί λοιπόν αντιδρούσε αρνητικά στο άκουσμα και μόνο αυτής της προοπτικής; Εν μέρει επειδή ο Νικολό της γεννούσε αόριστα την εντύπωση ότι ήξερε περισσότερα απ’ όσα της έλεγε. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως έτσι ήταν. Και δεν υπήρχε αμφιβολία πως την κατάλληλη στιγμή, όταν θα μπορούσε ν’ αντέξει όσα της έκρυβε, τόσο σωματικά όσο και συναισθηματικά, θα της αποκάλυπτε αυτά τα σκοτεινά μυστικά. Στο μεταξύ, όσο δύσκολο και αν της ήταν, θα έπρεπε να κάνει υπομονή και να περιμένει μέχρι ο Νικ να αποφασίσει να της μιλήσει. Πέρασε κοιμισμένη ένα μεγάλο μέρος της πτήσης για το Ντεσέος, ασφαλής στην αγκαλιά του. Το υπόλοιπο διάστημα συζητούσαν ήρεμα και φιλικά. Ο Νικ της μιλούσε για το παρελθόν του, ενώ ασυναίσθητα έτριβε ταυτόχρονα την παλάμη του. Της είπε πώς τον είχαν μεγαλώσει ο παππούς και η γιαγιά του μετά το ιστιοπλοϊκό δυστύχημα που είχε κοστίσει τη ζωή στους γονείς του. Της μίλησε για τον Σεβ και για το πόσο σκληρά είχε δουλέψει ο μεγαλύτερος αδελφός του για να σώσει την οικογενειακή περιουσία. Της μίλησε για τα δίδυμα αδέλφια του, τον Μάρκο, το φλογερό γόη που είχε ξεγελάσει τη γυναίκα του για να τον παντρευτεί παριστάνοντας πως ήταν ο Λατζ, και για τον ίδιο τον Λατζ, το μοναχικό ρεαλιστή που ανέλυε τα πάντα με βάση τη λογική. Ακόμα της περιέγραψε τον παππού και τη γιαγιά του, της είπε για τον τρόπο που διέλυσε η γιαγιά του τον αρραβώνα της με κάποιον άλλον και έφυγε για την Καλιφόρνια με τον παππού του, όταν τους ένωσε ο Κεραυνός. Της ήταν τόσο εύκολο να φανταστεί τον Νικολό παιδί. Να νιώσει τον πόνο του. Την αποφασιστικότητά του να λύσει τα πιο άλυτα προβλήματα, ίσως επειδή του ήταν αδύνατον να απαλύνει τον πόνο της οικογένειάς του μετά το θάνατο των γονιών του. Υποπτευόταν ότι ήταν η ίδια αποφασιστικότητα που τον έσπρωχνε να βοηθήσει κι εκείνη. Αυτή η σκέψη τής έφερε ένα μελαγχολικό χαμόγελο στα χείλη, τα χείλη που ο Νικ έσπευσε να φιλήσει. «Μου αρέσει όταν χαμογελάς», της είπε. «Το λες τόσο απρόθυμα», τον πείραξε εκείνη. «Φοβάσαι ότι θα το εκμεταλλευτώ;» «Θα το έκανες;» «Ναι». Η Κάιλι τον αγκάλιασε πιο σφιχτά. «Αν αυτό σε κάνει να με φιλάς, θα το χρησιμοποιώ μία φορά την ώρα». Έσκυψε μπροστά για να δείξει στον Νικ τι εννοούσε, όμως εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε η αεροσυνοδός, για να τους ενημερώσει ότι σε λίγα λεπτά θα προσγειώνονταν. Η Κάιλι άφησε το σύζυγό της με ένα στεναγμό απογοήτευσης και κούμπωσε τη ζώνη ασφαλείας, ενώ το αεροπλάνο περνούσε πάνω από ένα νησί με καταπράσινα βουνά, στη μέση της γαλάζιας θάλασσας. Προσγειώθηκαν σ’ έναν ιδιωτικό αεροδιάδρομο και μπήκαν σε ένα αυτοκίνητο που τους οδήγησε σε μια απομονωμένη καμπάνα, περιτριγυρισμένη από φοίνικες, λίγα μόλις μέτρα από μια ήσυχη λιμνοθάλασσα. Η καμπάνα έκοψε την ανάσα της Κάιλι. Διακοσμημένη με έντονα χρώματα, χαρακτηριστικά της Καραϊβικής, είχε δάπεδο από μπαμπού και όλες τις σύγχρονες ανέσεις. «Πόσο θα μείνουμε εδώ;» ρώτησε. «Όσο θέλουμε». Η Κάιλι κοίταξε τον Νικ θορυβημένη. «Πήρα μόνο ένα σακβουαγιάζ. Δεν έχω αρκετά ρούχα». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Μην ανησυχείς. Κανείς δε φοράει ρούχα εδώ», είπε και γέλασε βλέποντας την έκφρασή της. «Αστειεύομαι». «Ευτυχώς», είπε αδύναμα εκείνη. «Μπορούμε να αγοράσουμε οτιδήποτε χρειάζεσαι». Η Κάιλι έσμιξε τα φρύδια. «Αυτό μου φαίνεται σπατάλη. Αν μου το είχες πει, ευχαρίστως θα..» «Δε θα χρειαστείς πολλά. Δύο μαγιό. Ένα δύο βραδινά φορέματα. Σε λίγο θα πάμε μια βόλτα στα μαγαζιά». Πρώτα μια γκαρνταρόμπα γεμάτη ρούχα επώνυμων σχεδιαστών, ύστερα η επίσκεψη στο Ντάντε’ς Εξκλούσιβ και τώρα αυτό. Η Κάιλι κοίταξε το σύζυγό της προβληματισμένη. «Πρέπει να σου κάνω μια ερώτηση και δεν είμαι απόλυτα σίγουρη για το πώς να τη διατυπώσω». «Με τον πιο απλό τρόπο». «Είμαστε... πλούσιοι, ε; Ή, μάλλον, εσύ είσαι πλούσιος». «Ναι». Τέτοια ωμή ειλικρίνεια. «Εγώ... εγώ ήμουν;» Ο Νικ δίστασε προτού κουνήσει το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι». Η Κάιλι ένευσε ανακουφισμένη. «Λογικό ακούγεται. Νιώθω σαν...» Ο Νικ την κοίταξε πιο έντονα. «Πώς;» «Σαν να μην ανήκω σε όλο αυτό το πράγμα», παραδέχτηκε η Κάιλι και ανασήκωσε τους ώμους της. «Ίσως όμως αυτό να εξηγείται από το ότι γνωριζόμαστε τόσο λίγο καιρό. Πιθανότατα δεν έχω συνηθίσει μια τόσο πολυτελή ζωή». Ο Νικ γύρισε και την κοίταξε. Δίπλωσε τα μπράτσα στο στήθος του. Πάντα της έκανε εντύπωση το πόσο εντυπωσιακά μεγαλόσωμος ήταν, ειδικά σε σύγκριση μ’ εκείνη. Όμως, για κάποιο λόγο, η στάση του εκείνη τη στιγμή την έκανε να το συνειδητοποιεί ακόμα περισσότερο. «Γνωρίζεις τόσο πολλά για τον εαυτό σου παρ’ όλο που έχεις αμνησία;» τον άκουσε να ρωτάει. Ο απαλός τόνος της φωνής του της τράβηξε την προσοχή. «Δε θυμάμαι κάτι συγκεκριμένο», έσπευσε να του εξηγήσει. «Είναι απλά μια αίσθηση που έχω. Σαν να είμαι έξω απ’ τα νερά μου ή κάτι τέτοιο. Σαν να μην είμαι ο εαυτός μου». «Σαν να μην είσαι ο εαυτός σου;» Ο Νικ κούνησε το κεφάλι του. «Μου φαίνεται ότι υπάρχει μια παρεξήγηση που θα πρέπει να ξεκαθαρίσω. Μπορεί να μην είχες πολλά χρήματα, σίγουρα όμως απολάμβανες ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η ζωή». Η Κάιλι δεν μπόρεσε να κρύψει την έκπληξή της. «Αλήθεια;» «Ρούχα επώνυμων σχεδιαστών και αξεσουάρ. Ξενοδοχεία πέντε αστέρων». Ο Νικ της έπιασε τις παλάμες και τις κράτησε ώστε να μπορεί να δει τα βαμμένα νύχια της. «Επαγγελματικό μανικιούρ και πεντικιούρ. Ακριβά κομμωτήρια. Όλα αυτά αποτελούσαν μέρος του τρόπου ζωής σου όταν γνωριστήκαμε». Για κάποιο λόγο, η Κάιλι ένιωσε να συγκλονίζεται από τα όσα άκουγε. «Δεν το ήξερα». Επίσης δεν της άρεσε το ότι άκουγε την αλήθεια. Έμοιαζε λάθος. Κάθε άλλο παρά ελκυστική. Επιπόλαιη. Τέτοιος άνθρωπος ήταν λοιπόν πριν το ατύχημά της; «Αν ήμουν τόσο ρηχή, τι σε τράβηξε σ’ εμένα;» ρώτησε προβληματισμένη. «Γιατί με παντρεύτηκες;» Ο Νικ έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της. Οι παλάμες τους ενώθηκαν. Εκείνη ένιωσε τη φλόγα του Κεραυνού να φουντώνει εκεί, να τους ενώνει. «Έτσι ήταν από την πρώτη στιγμή». Η Κάιλι τον κοίταξε θλιμμένα. «Αυτό που μας ενώνει είναι μόνο σαρκικό; Ολόκληρη η σχέση μας βασίζεται σ’ αυτό το πάθος που μας ξυπνάει ο Κεραυνός; Αυτό είναι όλο;»


«Θα ήθελες να υπάρχει κάτι περισσότερο;» «Φυσικά!» Η Κάιλι τον κοίταξε στα μάτια. «Εσύ δε θα ήθελες;» «Ο παππούς και η γιαγιά μου είναι παντρεμένοι πενήντα πέντε χρόνια. Ξέρω καλά ότι σ’ ένα γάμο πρέπει να υπάρχει κάτι περισσότερο από σαρκική έλξη. Αυτό όμως είναι κάτι που χρειάζεται χρόνο για να χτιστεί». «Πώς θα το χτίσουμε, όταν δεν ξέρω τίποτα για το παρελθόν μου;» διαμαρτυρήθηκε εκείνη. Η θλίψη της μεγάλωνε κάθε στιγμή που περνούσε. «Δεν έχω ιδέα για τις εμπειρίες μου. Πώς θα βρούμε κοινό έδαφος;» «Θ’ αρχίσουμε μ’ αυτό...» Ο Νικ την πήρε στην αγκαλιά του και της έδωσε ένα φιλί τόσο φλογερό, που έσβησε κάθε σκέψη απ’ το μυαλό της. Μια έξαψη απλώθηκε στο κορμί της. Το αίμα στις φλέβες της άρχισε να κοχλάζει, τα μάγουλά της κοκκίνισαν, η ηδονή ήταν τόση, που ένιωσε ότι δε θα άντεχε άλλο. Προσπάθησε ν’ αντισταθεί βάζοντας πάθος στο φιλί της, έτσι που ήταν η σειρά του Νικ να νιώσει ότι καιγόταν. Η σειρά του να χάσει τον έλεγχο. Του τράβηξε το πουκάμισο βγάζοντάς το από το παντελόνι του και γλίστρησε τα δάχτυλά της κάτω από το φίνο ύφασμα. Μόλις άγγιξε την επιδερμίδα του, οι κινήσεις της έγιναν πιο αργές. Τα δάχτυλά της ανέβηκαν αργά στο στέρνο του, οι παλάμες της ζεστάθηκαν από τη θέρμη του κορμιού του. Και ύστερα γλίστρησαν χαμηλότερα, πέρασαν πάνω από τους επίπεδους κοιλιακούς του, στάθηκαν στη ζώνη που την εμπόδιζε να συνεχίσει την εξερεύνησή της. Συμβιβάστηκε ακολουθώντας το περίγραμμα του ερεθισμένου ανδρισμού του που φούσκωνε κάτω από το παντελόνι του. Όμως ο Νικ της έπιασε το χέρι και το τράβηξε μακριά. «Αρχίζουμε μ’ αυτό, τη σαρκική έλξη», είπε βραχνά. «Και χτίζουμε πάνω σ’ αυτή. Μαζί». Η Κάιλι έγειρε ξανά στο στέρνο του και ένευσε καταφατικά. Τι υπέροχη λέξη. «Μαζί», είπε ψιθυριστά. Ο Νικ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Και το πρώτο που θα κάνουμε μαζί είναι να αγοράσουμε τα ρούχα που θα χρειαστείς όσο θα μείνουμε εδώ». Η Κάιλι ζάρωσε τη μύτη της. «Δεν είχα ακριβώς αυτό στο μυαλό μου». «Ούτε εγώ», παραδέχτηκε ο Νικ και την κοίταξε σαν να το διασκέδαζε. «Όμως θα πρέπει ν’ αρκεστούμε σ’ αυτό μέχρι...» «Μέχρι πότε;» ρώτησε η Κάιλι, ανίκανη ν’ αντισταθεί στον πειρασμό. Πρώτη φορά έβλεπε τον Νικολό τόσο προβληματισμένο. «Μέχρι να επιστρέψει η μνήμη σου. Μέχρι να μπορέσεις να κάνεις μια συνειδητή επιλογή». Η ζεστασιά που ένιωθε η Κάιλι λίγο πριν έδωσε τη θέση της στην παγωνιά. Μια συνειδητή επιλογή; Τι σήμαινε αυτό; Και το πιο ανησυχητικό απ’ όλα: Τι είχε συμβεί ανάμεσά τους που ανάγκαζε τον Νικ να βάζει έναν τέτοιον όρο στη σχέση τους; Τι είχε συμβεί τη μέρα του ατυχήματος που εκείνη δεν μπορούσε πια να θυμηθεί; Όταν είχε ανακτήσει τις αισθήσεις της στο νοσοκομείο, ο Νικ της είχε πει ότι λίγο πριν το ατύχημά της είχαν τσακωθεί. Όποια κι αν ήταν η αιτία του τσακωμού τους, θα πρέπει να ήταν σοβαρή για να φτάσει στο σημείο να πέσει στις ρόδες ενός ταξί. Αρκετά σοβαρή ώστε ο σύζυγός της να μην της κάνει έρωτα μέχρι να ξαναβρεί τη μνήμη της. Άραγε ήταν επίσης τόσο σοβαρό ώστε να διαλύσει το γάμο τους; *

Η Κάιλι μπήκε στο εστιατόριο Αμβροσία νιώθοντας τόσο άβολα και αμήχανα όσο δε θυμόταν να είχε νιώσει ποτέ. Χαμογέλασε μελαγχολικά. Όχι ότι θυμόταν και πολλά. Τουλάχιστον οι μελανιές της είχαν εξαφανιστεί. Ευτυχώς, γιατί με το φόρεμα που της είχε αγοράσει ο Νικολό θα ξεχώριζαν πολύ έντονα. Πέρασε το χέρι της πάνω από το πράσινο μεταξωτό φόρεμα που ακολουθούσε τη γραμμή της μέσης και των γλουτών της και έβαλε τα δυνατά της να δείχνει σίγουρη για τον εαυτό της. Χρειαζόταν να επιστρατεύει όλη της την αυτοκυριαρχία για να μην ανασηκώνει συνεχώς το στράπλες μπούστο που αποκάλυπτε περισσότερα απ’ όσα έκρυβε. Είχε συνδέσει το κομψό φόρεμα με την «παλιά Κάιλι», μια γυναίκα που, με βάση τις περιγραφές του συζύγου της, ούτε καταλάβαινε ούτε συμπαθούσε. Ίσως εκείνη η άλλη εκδοχή του εαυτού της να απολάμβανε μια ζωή γεμάτη αισθησιακές απολαύσεις. Η μόνη αισθησιακή απόλαυση που την ενδιέφερε τώρα, πάντως, ήταν αυτή που έβρισκε στην αγκαλιά του Νικολό. Ωστόσο αναρωτιόταν αν έβρισκε κι εκείνος την ίδια απόλαυση στη δική της αγκαλιά. Κοίταξε το επιβλητικό προφίλ του. Ήταν ένας Ντάντε. Ένας άντρας που έκανε παρέα με δισεκατομμυριούχους χρηματιστές και μέλη του διεθνούς τζετ σετ. Έπρεπε να διατηρήσει τη θέση του. Είχε φανεί πολύ υπομονετικός μαζί της, αλλά ίσως η υπομονή του σύντομα να εξαντ-λούνταν. Ίσως την είχε πάει εκεί ώστε να προσπαθήσει να την κάνει ξανά τη γυναίκα που είχε παντρευτεί. Επίσης υπήρχε ακόμα μια πιθανότητα που την ανησυχούσε, και μάλιστα περισσότερο από κάθε άλλη. Μπορεί ο Νικ να την είχε επιλέξει αρχικά επειδή ταίριαζε στον κόσμο του, κάτι που δεν ίσχυε πια. Χωρίς να θυμάται το παραμικρό από τα γεγονότα που την είχαν διαμορφώσει στη γυναίκα που είχε παντρευτεί ο Νικ, μπορούσε να βασίζει τις πράξεις της αποκλειστικά και μόνο στη διαίσθησή της για το τι ήταν σωστό. Και όσο κι αν της ράγιζε την καρδιά να το ομολογεί, αυτό που συνέβαινε εκείνη τη στιγμή της φαινόταν εντελώς λάθος. Όσο σκληρά κι αν προσπαθούσε να ταιριάξει σ’ αυτό το περιβάλλον, απλά, δεν ήταν δυνατόν. Από την πρώτη στιγμή που είχε ξυπνήσει στο κρεβάτι του νοσοκομείου με τον Νικ να ισχυρίζεται πως ήταν σύζυγός της, ήταν αναγκασμένη να βασίζεται στη διαίσθησή της. Κι αυτή η διαίσθηση –που πήγαζε από τα βάθη της ψυχής της– της έλεγε ότι δεν είχε καμία σχέση με τη λαμπερή γυναίκα στην οποία την είχε μεταμορφώσει ο Νικ για να δειπνήσουν με κάποιο ζευγάρι δισεκατομμυριούχων. Ίσως κάποτε να είχε, όμως όχι πια. Εκτός κι αν έβρισκε ξανά τη μνήμη της και έχανε τον τωρινό εαυτό της. Όπως ήταν εκείνη τη στιγμή, δεν ήταν αρκετά καλή για τον Νικολό. Και είχε το άσχημο προαίσθημα ότι η σχέση τους ήταν καταδικασμένη, προτού ακόμα αρχίσει πραγματικά. Αυτή η σκέψη κρεμόταν πάνω της σαν δαμόκλειος σπάθη, που απειλούσε να τη χωρίσει με ένα χτύπημα από τον άντρα που ο Κεραυνός επέμενε πως ήταν ο σύντροφος της ζωής της. Έναν άντρα που ήξερε βαθιά μέσα στην καρδιά της ότι της ανήκε όσο του ανήκε κι εκείνη. Ή μήπως ανήκε στην άλλη Κάιλι; Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο μαιτρ και τους οδήγησε σε ένα απομονωμένο σεπαρέ. Λίγο αργότερα έκαναν την εμφάνισή τους κι ο Τζοκ Αρνό με τη σύζυγό του, τη Ρόζαλιν. Προς μεγάλη έκπληξη της Κάιλι, η Ρόζαλιν ήταν επίσης κοκκινομάλλα, αν και τα μαλλιά της είχαν πιο σκούρα απόχρωση απ’ ό,τι τα δικά της. Ο Τζοκ είχε επίσης τα χρώματα του Νικ. Φυσικά, οι ομοιότητες σταματούσαν εκεί. Η Ρόζαλιν ήταν πιο ψηλή από εκείνη, με περισσότερες καμπύλες, και διέσχιζε την αίθουσα του εστιατορίου με μεγάλη αποφασιστικότητα, σαν να ένιωθε τόσο άνετα εκεί όσο και σε ένα ράντσο του Τέξας. Με την ίδια άνεση, της έδωσε το χέρι. «Είμαι η Ρόζαλιν Αρνό», είπε. «Χαίρομαι που σε γνωρίζω. Κι από δω ο σύζυγός μου, ο Τζοκ». «Κάιλι Ο’Ντάντε. Συγνώμη». Η Κάιλι γέλασε ενώ αντάλλασσαν όλοι χειραψίες. «Φαντάζομαι ότι δεν έχω συνηθίσει ακόμα το όνομά μου». «Ο Νικολό μας είπε για το ατύχημά σου». Η Ρόζαλιν κάθισε στην καρέκλα που της τράβηξε ο Τζοκ και κάλυψε με την παλάμη της την παλάμη της Κάιλι. «Λυπάμαι ειλικρινά που περνάς τόσο δύσκολες στιγμές». «Ο γιατρός λέει ότι η μνήμη μου μπορεί να επιστρέψει ανά πάσα στιγμή». «Στο μεταξύ θα πρέπει να σου είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθείς τα όσα συμβαίνουν γύρω σου. Λογικά, θα πρέπει να νιώθεις πολύ εξαρτημένη και


ευάλωτη». «Ακριβώς έτσι αισθάνομαι», ομολόγησε η Κάιλι. «Δεν ξέρω τι θα έκανα αν δεν ήταν ο Νικολό». «Σωστά». Η Ρόζαλιν κοίταξε τον Νικολό και χαμογέλασε γλυκά. «Τουλάχιστον έχεις ένα σύζυγο που σε αγαπάει και θέλει μόνο το καλό σου. Κάποιον που μπορείς να εμπιστευτείς ότι θα σε προστατεύσει». Ο Τζοκ πήρε το μενού από το σερβιτόρο και το έδωσε στη σύζυγό του. «Ορίστε, γλυκιά μου. Για ασχολήσου λίγο μ’ αυτό εδώ». Η Ρόζαλιν χαμογέλασε στην Κάιλι κι έσκυψε πάνω απ’ τον κατάλογο. «Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να σωπάσω», ψιθύρισε, όμως αρκετά δυνατά ώστε να την ακούσουν όλοι στο τραπέζι. «Ούτε καν που τον ακούω». Η Κάιλι γέλασε. «Πώς γνωριστήκατε οι δυο σας;» ρώτησε. Το ενδιαφέρον της είχε κεντριστεί από τις αδιαμφισβήτητες διαφορές ανάμεσα στη Ρόζαλιν και το σύζυγό της. «Ο Τζοκ έστειλε κάποιους γορίλες στο ράντσο μου, σε μια μάταιη προσπάθεια να το αγοράσει. Τον επισκέφτηκα στο κάστρο του και του εξήγησα γιατί αυτό δεν επρόκειτο να συμβεί». «Και ύστερα;» «Ύστερα με απήγαγε...» «Δεν έκανα τέτοιο πράγμα...» διαμαρτυρήθηκε ο Τζοκ. «Σου έκανα μια προσφορά που δέχτηκες με εντυπωσιακή προθυμία». «... και με έφερε εδώ, όπου βάλθηκε να με ξελογιάσει», συνέχισε απτόητη η Ρόζαλιν και πήρε ένα ψωμάκι. «Στην πραγματικότητα, ήταν ιδιαίτερα απολαυστικό». «Το ότι ήρθες εδώ ή το ότι σε ξελόγιασε;» ρώτησε η Κάιλι. Όλοι γέλασαν κι η Ρόζαλιν κοίταξε την Κάιλι επιδοκιμαστικά. «Αφού το αποτέλεσμα ήταν ο γιος μας, ο Τζόσουα, οφείλω να παραδεχτώ ότι η ζυγαριά γέρνει ελαφρά προς το κομμάτι του ξελογιάσματος. Κι εσείς;» «Ω, ελπίζω κι εγώ σε μια εντυπωσιακή αποπλάνηση», είπε η Κάιλι. «Πόσων ετών είναι ο γιος σας;» ρώτησε, αφού περίμενε να κοπάσουν τα γέλια. «Ούτε ενός έτους και περπατάει ήδη», απάντησε ο Τζοκ. «Γι’ αυτό αργήσαμε. Έπρεπε να τον βάλουμε για ύπνο κι εκείνος δε βιαζόταν καθόλου να κοιμηθεί. Ύστερα έπρεπε να πείσω τη Ρόζαλιν να βάλει τα καλά της». «Εγώ θα περνούσα όλη μου τη ζωή με τζιν, αν ήταν στο χέρι μου», εξομολογήθηκε η Ρόζαλιν. «Ώστε λοιπόν δεν...» άρχισε να λέει η Κάιλι, αλλά σταμάτησε, ψάχνοντας έναν πιο διακριτικό τρόπο να διατυπώσει την ερώτησή της. «Υπέθεσα...» «Ότι ντυνόμαστε συνέχεια έτσι;» Η Ρόζαλιν κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Γλυκιά μου, αν εξαρτιόταν από μένα, ούτε που θα ξαναπατούσα το πόδι μου σε μαγαζιά πολυτελείας και φανταχτερές δεξιώσεις. Αυτά αρέσουν στον Τζοκ, όχι σ’ εμένα». «Φοβάμαι ότι είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με τη θέση μου». Ο Τζοκ κοίταξε τον Νικολό. «Και υποθέτω ότι το ίδιο ισχύει και για έναν Ντάντε». Ο Νικολό ένευσε καταφατικά και μόνο τότε συνειδητοποίησε η Κάιλι πόσο σιωπηλός ήταν μέχρι εκείνη τη στιγμή, ικανοποιημένος απ’ το να κάθεται απλά και να παρατηρεί. Να παρατηρεί εκείνη, συνειδητοποίησε ξαφνικά, ενώ ο Νικ έτριβε την παλάμη του. Μια κίνηση που γινόταν όλο και πιο συνηθισμένη με κάθε μέρα που περνούσε. «Δεν είμαι στην εμπροσθοφυλακή, όπως ο Σεβ ή οι δίδυμοι», είπε ο Νικολό. «Ωστόσο είμαι αναγκασμένος να κάνω κι εγώ το καθήκον μου, όταν η κατάσταση το απαιτεί». «Εγώ αμφιβάλλω για το αν θα το συνηθίσω ποτέ», ομολόγησε η Κάιλι. «Αυτή τη στιγμή είμαι ράκος». Ο Τζοκ έσμιξε τα φρύδια. «Αυτό μπορούμε εύκολα να το διορθώσουμε». Έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε. «Θα κανονίσω να μας σερβίρουν το δείπνο στην καμπάνα μας. Μπορείτε να έρθετε να μας βρείτε με τον Νικολό σε, ας πούμε, είκοσι λεπτά; Έτσι, θα έχετε το χρόνο να φορέσετε κάτι πιο άνετο. Θα διώξουμε την νταντά κι απλά θα χαλαρώσουμε, θα φάμε και θα πιούμε λίγο κρασί. Πώς σας ακούγεται αυτό;» «Ακούγεται τέλειο, Τζοκ», είπε ο Νικολό, προτού η Κάιλι προλάβει ν’ απαντήσει. «Ευχαριστούμε για την κατανόηση». «Δεν υπάρχει λόγος να με ευχαριστείτε», απάντησε εκείνος. Συναντήθηκαν είκοσι λεπτά αργότερα και η Κάιλι απόλαυσε την κάθε στιγμή της βραδιάς τους από εκεί και μετά. Μετά το δείπνο, από μια απ’ τις κρεβατοκάμαρες ακούστηκε ένα απαιτητικό κλάμα και λίγα λεπτά αργότερα η Ρόζαλιν εμφανίστηκε με ένα νυσταγμένο μωρό στην αγκαλιά της. Η Κάιλι πρόσεξε ότι ο γιος της Ρόζαλιν είχε τα δικά της βαθυκόκκινα μαλλιά. Είχε επίσης τα βιολετιά μάτια της. Ο μικρός ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του, κοίταξε τους ανθρώπους που ήταν συγκεντρωμένοι γύρω του για μια στιγμή κι ύστερα χαμογέλασε πλατιά, αποκαλύπτοντας περήφανα δύο κάτω δόντια. Η Κάιλι δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί. Ήταν μια βραδιά καινούριων εμπειριών και η μοίρα τής πρόσφερε ακόμα μία, που δεν ήθελε να χάσει. «Μπορώ;» ρώτησε. «Δε θυμάμαι να έχω κρατήσει άλλη φορά μωρό». Η Ρόζαλιν της τον έδωσε χωρίς δισταγμό. «Ο Τζόσουα είναι ακόμα μισοκοιμισμένος, έτσι είμαι σίγουρη ότι θα μείνει στην αγκαλιά σου. Απλά μην προσβληθείς αν θελήσει να πάει στον Τζοκ. Του αρέσει περισσότερο η συντροφιά του πατέρα του παρά της μητέρας του». Η Κάιλι πήρε το μωρό στην αγκαλιά της και το κράτησε, σχεδόν χωρίς να τολμάει ν’ ανασάνει. Ο Τζόσουα την κοίταξε, κι εκείνη κατάλαβε πως ζύγιζε τις επιλογές του –ν’ αρχίσει άραγε να κλαίει ή να την ανεχτεί; Προς μεγάλη της ανακούφιση, της αναγνώρισε το ελαφρυντικό της αμφιβολίας. «Είναι σχεδόν ενός έτους κι έχει ακόμα τη μυρωδιά των μωρών», ψιθύρισε στον Νικολό. Εκείνος γέλασε, κάθισε δίπλα της στον καναπέ και πέρασε το μπράτσο του γύρω της και γύρω απ’ το μωρό. «Δοκίμασε να τον μυρίσεις όταν θα έχει γεμίσει τις πάνες του». «Πολύ σωστά», είπαν η Ρόζαλιν κι ο Τζοκ με μια φωνή. Η υπόλοιπη βραδιά πέρασε σχεδόν ονειρεμένα. Η Κάιλι ένιωθε ικανοποίηση και, παράλληλα, την αυτοπεποίθησή της να έχει ανανεωθεί. Ίσως να μπορούσε να τα βγάλει πέρα, ειδικά αν όλοι οι φίλοι του Νικολό ήταν τόσο συμπαθητικοί όσο οι Αρνό. Συνέχισε να κρατάει τον Τζόσουα, που γρήγορα αποκοιμήθηκε στο στήθος της. «Τυχερός ο πιτσιρικάς», της ψιθύρισε ο Νικολό στ’ αυτί. «Όχι», απάντησε ψιθυριστά εκείνη. «Η τυχερή είμαι εγώ». Στο τέλος της βραδιάς παρέδωσε απρόθυμα τον Τζόσουα στους γονείς του και, αφού τους αποχαιρέτησαν με τον Νικολό, ακολούθησαν το φωτισμένο μονοπάτι που οδηγούσε απ’ την καμπάνα των Αρνό στη δική τους, απολαμβάνοντας τις εξωτικές μυρωδιές που γέμιζαν τον νυχτερινό, θαλασσινό αέρα. Η Κάιλι βρήκε το χρόνο να σκεφτεί, να αναλύσει τις ανησυχίες της που είχαν γιγαντωθεί κατά τη διάρκεια της βραδιάς. Εκείνη τη νύχτα είχε μάθει δύο πολύ σημαντικά πράγματα. Πρώτον, μπορούσε να παίξει το ρόλο που απαιτούσε από εκείνη ο Νικολό, ώστε να ταιριάξει στον κόσμο του. Και δεύτερον, δεν ήθελε να προσποιηθεί ότι ήταν καμία άλλη εκτός από τον εαυτό της, αυτόν που από ένστικτο αναγνώριζε σαν πραγματική της προσωπικότητα. Τώρα θα έπρεπε να πείσει και το σύζυγό της γι’ αυτό. Ο Νικολό ξεκλείδωσε την πόρτα και την περίμενε να περάσει πρώτη στο σκοτεινό εσωτερικό της καμπάνας. Εκείνη μπήκε στο χολ, κοντοστάθηκε και γύρισε να τον κοιτάξει. «Δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο αυτό το θέατρο», δήλωσε.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Ο Νικολό πάγωσε. Τα λόγια της Κάιλι τον γέμισαν απογοήτευση και, ταυτόχρονα, με τον πιο κυνικό τρόπο, τον έκαναν να νιώσει τη χαρά του θριάμβου. Σ’ έπιασα. Δεν ήξερε τι είχε κάνει την Κάιλι να ρίξει τη μάσκα της εκείνη τη βραδιά, επιτέλους όμως θα παραδεχόταν την αλήθεια για το ποια και τι πραγματικά ήταν. «Τι ακριβώς δεν μπορείς;» Η Κάιλι έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, με αποτέλεσμα να βγει απ’ τις σκιές και να σταθεί στο κομμάτι εκείνο του χολ που έλουζε το φως του φεγγαριού. «Δεν μπορώ να συνεχίσω ν’ ακολουθώ αυτό τον τρόπο ζωής. Μοιάζει... λάθος. Έχω την αίσθηση ότι δεν ταιριάζω σ’ αυτόν». Εντάξει, σκέφτηκε ο Νικ, δεν ήταν ακριβώς αυτό που περίμενε. «Δεν πέρασες καλά απόψε;» «Η αποψινή βραδιά –ή, τουλάχιστον, το δεύτερο μισό της– ήταν εκπληκτική. Όχι όμως και όλα τα υπόλοιπα. Όχι τα λούσα και η εμφάνιση που θα έπρεπε να υιοθετήσω». Η έκφρασή της γέμισε ανησυχία. «Είναι απαραίτητο, Νικολό; Πρέπει οπωσδήποτε να γίνω ξανά αυτή που ήμουν πριν το ατύχημα για να μπορέσει η σχέση μας να λειτουργήσει;» «Όχι», απάντησε εκείνος χωρίς να το σκεφτεί. «Μπορείς να είσαι όποια θέλεις». «Κι εσύ θα μ’ αγαπάς ακόμα;» Μια ερώτηση που έκοψε την ανάσα του Νικ. «Τα συναισθήματά μου για σένα δε θ’ αλλάξουν». «Παρ’ όλο που θα έχω αλλάξει εγώ;» «Γλυκιά μου, δώσε λίγο χρόνο στη σχέση μας». Η Κάιλι έκανε ένα ακόμα βήμα προς το μέρος του, μειώνοντας την απόσταση που τους χώριζε. Ακούμπησε τις παλάμες της στο στέρνο του και τα δάχτυλά της κράτησαν σφιχτά το πουκάμισό του. «Δε θέλω να γίνω η Κάιλι που μου περιέγραφες νωρίτερα. Πώς θα μπορούσα να τη συμπαθήσω ή να τη σεβαστώ αν είναι τόσο ρηχή; Θέλω να είμαι αυτή που είμαι τώρα. Μπορείς να το δεχτείς αυτό;» Ο Νικ σκέφτηκε ότι δεν ήταν εκείνος που δε θα το δεχόταν, αλλά η ίδια. Δε θα μπορούσε. Όχι, όταν θα έβρισκε ξανά τη μνήμη της. Όμως πώς θα μπορούσε να της το εξηγήσει αυτό χωρίς να της πει και όλα τα υπόλοιπα; «Η απόφαση δεν είναι δική μου», είπε με φωνή βραχνή από τη θλίψη. «Αν επιστρέψει η μνήμη σου, θα γίνεις και πάλι αυτή που ήσουν πριν. Τα γεγονότα που ακολούθησαν το ατύχημα ίσως ν’ αλλάξουν κάπως τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα. Όμως θα είσαι η Κάιλι Ο’Ντελ που είχα γνωρίσει τότε». Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Σχεδόν ακούω το χρόνο να μετράει αντίστροφα. Μόνο που σ’ αυτή την εκδοχή του παραμυθιού δεν ξέρω σε τι ή σε ποια θα μεταμορφωθεί η Σταχτοπούτα όταν θα σημάνουν μεσάνυχτα. Φοβάμαι εκείνη την άλλη γυναίκα, φοβάμαι ότι θα μεταμορφωθώ σε κάποια που δε θα μου αρέσει». «Δεν καταλαβαίνω. Δε θέλεις να θυμηθείς;» «Ναι. Όχι. Ο τρόπος που αντιδράς...» Η Κάιλι κούνησε το κεφάλι της και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Ο τρόπος που αντιδρούν όλοι με κάνει ν’ αναρωτιέμαι τι δε μου λες. Ακόμα και η Ρόζαλιν...» Ω, να πάρει. «Τι έκανε η Ρόζαλιν;» «Για κάποιο λόγο ήταν ενοχλημένη μαζί σου. Σε παρακαλώ, μην το αρνηθείς», είπε η Κάιλι προτού ο Νικ προλάβει να μιλήσει. «Κι όλα αυτά που έλεγε πως είμαι ευάλωτη κι αναγκασμένη να σ’ εμπιστευτώ. Μπορώ ν’ αντιληφθώ τα κρυφά νοήματα σε μία φράση. Επίσης σε άκουσα στην Ντάντε να τσακώνεσαι με τη Φραντσέσκα. Μου κρύβεις κάτι. Τι είναι;» «Τίποτα». Δάκρυα πόνου κύλησαν στα μάγουλα της Κάιλι. «Μου λες ψέματα», ψιθύρισε, χωρίς να προσπαθήσει καν να κρύψει τον πόνο της. «Είπες ότι είχαμε τσακωθεί, ακριβώς πριν το ατύχημά μου. Ήμαστε έτοιμοι να χωρίσουμε; Αυτό είναι; Αυτό δε βρίσκεις το κουράγιο να μου πεις; Περιμένεις απλά να επιστρέψει η μνήμη μου για να διαλύσεις το γάμο μας;» «Είναι αλήθεια ότι τσακωθήκαμε», παραδέχτηκε ο Νικ. «Και είναι πιθανό όταν θα ξαναβρείς τη μνήμη σου να θελήσεις να διαλύσεις τη σχέση μας». «Γιατί;» Ο Νικ κούνησε το κεφάλι του. «Ας πούμε ότι ανάμεσά μας υπάρχουν αγεφύρωτες διαφορές». «Τι θα συμβεί αν δεν ξαναβρώ ποτέ τη μνήμη μου;» επέμεινε η Κάιλι. «Θα συνεχίσουμε να παριστάνουμε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα; Για πόσο καιρό;» «Θα την ξαναβρείς», είπε ο Νικ με τέτοια βεβαιότητα που η Κάιλι μαζεύτηκε. «Και αν δε συμβεί αυτό;» ρώτησε σαν να το ευχόταν. «Τι θα γίνει τότε;» «Δεν έχω κάποια απάντηση να σου δώσω». «Γι’ αυτό με έβαλες αρχικά σε ξεχωριστό υπνοδωμάτιο. Γι’ αυτό δεν έχουμε κάνει έρωτα. Γι’ αυτό επιμένεις ότι θα πρέπει να έχω ξαναβρεί τη μνήμη μου προτού γίνει αυτό. Επειδή είμαστε στα πρόθυρα του διαζυγίου». «Ήταν ένας καβγάς, Κάιλι. Αυτό ήταν όλο». Η Κάιλι τον άφησε και έκανε ένα βήμα πίσω. Τα μάτια της έλαμπαν στο φως του φεγγαριού, άχρωμα, γυάλινα. Ξεκούμπωσε το πρώτο κουμπί της μπλούζας της. Το δεύτερο. Το τρίτο. Στο βαθύ V του ντεκολτέ της αποκαλύφτηκε το περίτεχνο μενταγιόν της, κρεμασμένο από την ασημένια αλυσίδα. Ήταν σχεδόν σαν να επαναλαμβανόταν η πρώτη τους συνάντηση στο Λε Πρεμιέρ, όταν τον είχε βάλει σε πειρασμό μ’ εκείνο το προκλητικό στριπτίζ. Μόνο που αυτή τη φορά ο Νικ δεν έβλεπε το έντονο κόκκινο χρώμα του σουτιέν της. Αυτή τη φορά δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποιο χρώμα δημιουργούσε τόσο έντονη αντίθεση με φόντο την αλαβάστρινη επιδερμίδα της και τη σκούρα μπλούζα της. Την κοίταξε στα μάτια προσπαθώντας να μαντέψει τι σκεφτόταν, να βρει κάποιο στοιχείο που ν’ αποδεικνύει ότι προσπαθούσε να τον ξεγελάσει επαναλαμβάνοντας την πρώτη τους συνάντηση. Όμως το μόνο που κατάφερε να διακρίνει ήταν εκείνη η έντονη αποφασιστικότητα. Η Κάιλι άνοιξε και το τελευταίο κουμπί της μπλούζας της και την έβγαλε. Η μπλούζα έπεσε στο πάτωμα πίσω της. Κλότσησε στην άκρη τα παπούτσια της κι ύστερα ξεκούμπωσε το τζιν της. Ο ήχος του φερμουάρ της που κατέβαινε αντήχησε στη σιωπή που είχε πέσει βαριά στο χολ. Το παντελόνι της γλίστρησε στους στενούς γοφούς της. Οι κινήσεις της μαρτυρούσαν μια σοβαρότητα που ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την προκλητικότητα των πράξεών της κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους στο ξενοδοχείο. Στάθηκε μπροστά του φορώντας μόνο το εσώρουχο και το σουτιέν της. Κι όταν ο Νικ δεν έκανε καμιά προσπάθεια να την αγγίξει, εκείνη ξεκούμπωσε το σουτιέν της και το πέταξε στην άκρη. Οι αχτίδες του φεγγαριού έλουζαν το κορμί της, κάνοντας την επιδερμίδα της να φαντάζει ασημένια, δημιουργώντας τις πιο προκλητικές σκιές κάτω από την απαλή καμπύλη του στήθους της και το τρίγωνο της ήβης της. Φώτιζαν επίσης ένα μικρό σημάδι στην καμπύλη του γοφού της, ένα σημάδι που θύμισε στον Νικ ανθισμένο λουλούδι. Κάποιοι μπορεί ν’ αποκαλούσαν τη σιλουέτα της αγορίστικη, ωστόσο ο Νικολό είχε άλλη γνώμη. Τα μπράτσα και τα πόδια της ήταν λεπτά και μυώδη και


διέθεταν αρκετές καμπύλες, ώστε να είναι απόλυτα θηλυκά. Τα στήθη της ήταν αναμφισβήτητα μικρά, αλλά ταυτόχρονα στρογγυλά και στητά, με προκλητικά ορθωμένες θηλές που ανυπομονούσε να γευτεί. Ήταν τόσο ντελικάτη, με λεπτούς καρπούς και αστραγάλους. Κι ωστόσο ήταν απόλυτα θηλυκή, αδάμαστη, αποφασισμένη να τον προκαλέσει τόσο, ώστε να μην μπορέσει να της αντισταθεί. Ο Κεραυνός ξύπνησε ορμητικός, γεννώντας μέσα του έναν αχόρταγο πόθο. Εκείνη τη στιγμή δεν τον ενδιέφερε ποια ήταν η Κάιλι στο παρελθόν. Το μόνο που είχε σημασία ήταν το παρόν. Ήταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον κι αυτό ήταν ένα γεγονός που δεν ήταν διατεθειμένος να αρνείται πλέον. Θα αντιμετώπιζε τις συνέπειες των πράξεών του όταν η Κάιλι θα έβρισκε ξανά τη μνήμη της. Στο μεταξύ θα έπαιρνε αυτό που τόσο γενναιόδωρα του πρόσφερε. Θα το έπαιρνε και θα το χαιρόταν όσο μπορούσε περισσότερο, γιατί όταν η Κάιλι θα έβρισκε τη μνήμη της θα τον έκανε να πληρώσει. Ακριβά. Άπλωσε τα χέρια του, την έπιασε και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. «Ελπίζω να ξέρεις τι κάνεις», της είπε. Εκείνη πέρασε τα χέρια της γύρω απ’ το λαιμό του. «Δεν έχω ιδέα. Κι ούτε με νοιάζει». «Αυτό θα σου το θυμίσω κάποια στιγμή στο μέλλον». «Δεν πρόκειται να το ξεχάσω. Όχι αυτή τη φορά». Ο Νικ άνοιξε με τον ώμο του την πόρτα του υπνοδωματίου και την έριξε στο στρώμα. Εκείνη στάθηκε στα γόνατα, χαμένη στο μεγάλο, υπέρδιπλο κρεβάτι. Ο Νικ δεν έχασε χρόνο. Έβγαλε τα ρούχα του, έπεσε κι εκείνος στο κρεβάτι και σταμάτησε. Επιβράδυνε το ρυθμό του. Επέτρεψε στον εαυτό του να απολαύσει τη στιγμή. Το φως του φεγγαριού που έμπαινε από το παράθυρο έκανε να λάμπουν τα μακριά σγουρά μαλλιά της. Ο Νικ μπορούσε μόλις να διακρίνει το χρώμα που είχε βάψει κόκκινα τα μάγουλά της, όπως και το πράσινο των ματιών της, που ήταν καρφωμένα πάνω του. «Θέλεις ν’ ανάψω το φως;» ρώτησε, γιατί θυμήθηκε ότι δεν της άρεσε καθόλου το σκοτάδι. «Δεν είναι απαραίτητο». Η Κάιλι κράτησε το πρόσωπό του ανάμεσα στις παλάμες της, ανασηκώθηκε και τον φίλησε. «Όχι πια». Ο Νικ την αγκάλιασε, επιτέλους. «Είσαι σίγουρη;» ρώτησε ψιθυριστά ενώ της έδινε παρατεταμένα φλογερά φιλιά. «Απόλυτα». «Δε θα έχεις μετανιώσει το πρωί;» «Δε θα μετανιώσω ποτέ». Το χαμόγελό του ήταν μελαγχολικό. «Μην είσαι τόσο σίγουρη γι’ αυτό». «Να μαντέψω επίσης πως ούτε το συγκεκριμένο σχόλιο πρόκειται να μου εξηγήσεις;» «Όχι». Τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στα πυκνά μαλλιά της. «Όμως υπάρχει κάτι που θέλω να το ξέρεις και να το πιστέψεις». Η Κάιλι έγειρε πίσω το κεφάλι της ώστε να μπορεί εκείνος να φτάσει πιο εύκολα τον μακρύ, αριστοκρατικό λαιμό της. «Και ποιο είναι αυτό;» Ο Νικ άγγιξε πρώτα με τον αντίχειρά του και ύστερα με τη γλώσσα του το σημείο που χτυπούσε ο σφυγμός της στο λαιμό της. «Έτσι ήταν από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας μας. Από την πρώτη στιγμή που σε αντίκρισα, ένιωσα ότι σε θέλω». «Κι αυτή η αίσθηση ήταν αμοιβαία;» «Την ξέρεις την απάντηση σ’ αυτό». Το χαμόγελο της Κάιλι ήταν μυστηριώδες και γοητευτικό. «Αντέδρασα όπως τότε στο νοσοκομείο», είπε. Δεν ήταν ερώτηση, αλλά δήλωση. «Ναι». «Μπορεί να έχω χάσει τη μνήμη μου, αλλά σε γνωρίζω», ψιθύρισε η Κάιλι. «Γνωρίζω το άγγιγμα και τη μυρωδιά σου. Γνωρίζω τον ήχο από τους χτύπους της καρδιάς σου και το πώς εναρμονίζονται με τους δικούς μου. Γνωρίζω ότι πλάστηκες για μένα όπως εγώ για σένα». Ο Νικ κούνησε το κεφάλι του. «Κάιλι...» άρχισε να λέει. Δεν τον άφησε να συνεχίσει. «Μιλάω σοβαρά, Νικολό. Σε κάποιο επίπεδο θα πρέπει να σε θυμάμαι. Είναι σαν η ανάμνησή σου να έχει χαραχτεί στην καρδιά και την ψυχή μου. Δεν μπορούμε ν’ αρχίσουμε απ’ την αρχή, σαν αυτός ο καβγάς να μην είχε συμβεί ποτέ;» Ο Νικ έκλεισε τα μάτια. «Δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα. Όχι μακροπρόθεσμα. Όχι όταν θα ξαναβρείς τη μνήμη σου». Η Κάιλι γύρισε ελαφρά και του πρόσφερε το κορμί της. «Είμαι πρόθυμη να το ρισκάρω». Οι τελευταίες αντιστάσεις του Νικολό χάθηκαν. Έγειρε πάνω της αργά. Η επιδερμίδα της άγγιξε τη δική του. Οι καμπύλες του κορμιού της ταίριαξαν απόλυτα στο δικό του. Ήταν απαλή, τόσο απαλή... Χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη την αυτοκυριαρχία του για να μη βυθιστεί μεμιάς μέσα της. Και τότε μια σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό του. Αν η αμνησία της ήταν πραγματική... Αν δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα από την παλιά της ζωή, τότε δε θα θυμόταν ούτε τις προηγούμενες φορές που είχε κάνει έρωτα. Για εκείνη θα ήταν ακόμα μια καινούρια εμπειρία. Κι ακόμα κι αν ξανάβρισκε κάποια στιγμή τη μνήμη της, εκείνη η νύχτα, πιθανότατα, θα είχε μια ξεχωριστή σημασία για εκείνη. Έπρεπε λοιπόν με κάθε τρόπο να φροντίσει ώστε να είναι μοναδική γι’ αυτή. Άρχισε να της δίνει αργά, παθιασμένα φιλιά, ενώ ταυτόχρονα τη χάιδευε τρυφερά. Της ψιθύριζε λόγια που έκαναν τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Με κάθε του άγγιγμα, με κάθε του χάδι, της έδειχνε ότι τη θεωρούσε την πιο όμορφη γυναίκα που είχε κρατήσει ποτέ στην αγκαλιά του. Κι εκείνη τον πίστευε, επειδή αυτή ήταν η αλήθεια. «Έτσι ήταν την πρώτη μας φορά;» τον ρώτησε όλο θαυμασμό κάποια στιγμή. Εκείνος δεν μπορούσε να της πει ψέματα. Όχι εκείνη τη στιγμή, όταν κι οι δύο είχαν γυμνώσει τις ψυχές τους. «Αυτή δε μοιάζει με καμία άλλη φορά. Είναι κάτι καινούριο και για τους δυο μας». «Χαίρομαι. Θέλω να είναι διαφορετικό. Θέλω να είναι ξεχωριστό». Και θα είναι, σκέφτηκε ο Νικ. Θα φρόντιζε εκείνος γι’ αυτό. Οι παλάμες του κάλυψαν τα στήθη της. Ήταν τέλεια και προκλητικά, όπως και το υπόλοιπο κορμί της. Χάιδεψε τις ευαίσθητες θηλές της κι εκείνη κύρτωσε την πλάτη της κι αφέθηκε στα φιλιά του. Τα χείλη του γλίστρησαν χαμηλότερα. Τα δόντια του έκλεισαν απαλά γύρω απ’ τη μια θηλή της και η καυτή ανάσα της χάιδεψε το μάγουλό του όταν αναστέναξε από ηδονή. Κι ύστερα φίλησε και το άλλο στήθος της κι ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Κυριεύτηκε απ’ την επιθυμία να γευτεί ακόμα μεγαλύτερο μέρος του κορμιού της. Τα χείλη του κινήθηκαν χαμηλότερα, πέρασαν πάνω από την επίπεδη κοιλιά της και το μικρό σημάδι στο γοφό της, πριν καταλήξουν στο απαλό τρίχωμα της ήβης της, που έκρυβε το πιο ευαίσθητο σημείο του κορμιού της. Και τότε τα χείλη του και η γλώσσα του της χάρισαν το άγγιγμα που τόσο λαχταρούσε. Η Κάιλι ανασήκωσε τη λεκάνη της για να τον διευκολύνει. Οι μηροί της έτρεμαν, καθώς βρισκόταν στα πρόθυρα του οργασμού. Ο Νικ επέμεινε λίγο περισσότερο και η κραυγή της ηδονής της τον πληροφόρησε ότι η Κάιλι είχε φτάσει στην κορύφωση. «Δεν τελειώσαμε ακόμα», την προειδοποίησε. «Ούτε κατά διάνοια». «Δε θέλω να τελειώσει ποτέ αυτό», είπε εκείνη. Βύθισε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του και τον τράβηξε στην αγκαλιά της. «Θέλω αυτή η νύχτα να κρατήσει για πάντα». Ήταν τόσο όμορφη... Έλαμπε ακόμα ολόκληρη από την ένταση του οργασμού της. «Δεν έχω τη δύναμη να κάνω αυτή τη νύχτα να κρατήσει για πάντα», είπε ο Νικ και το βλέμμα του ταξίδεψε στο πρόσωπό της. Στα φρύδια της, τα μεγάλα μάτια της, τα σμιλεμένα ζυγωματικά της, την ανασηκωμένη μύτη της,


το λοξό χαμόγελό της. «Όμως η ανάμνηση αυτής της νύχτας θα είναι παντοτινή». Το χαμόγελο της Κάιλι έσβησε. «Τι θα γίνει αν χάσω τη μνήμη μου ξανά;» Ο Νικ της χαμογέλασε τρυφερά. «Τότε θα σου τη θυμίσω εγώ». Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Θα το ήθελα αυτό». Ο Νικ άρχισε ξανά να τη χαϊδεύει. Αυτή τη φορά η ανταπόκρισή της ήταν πιο γρήγορη, πιο άνετη, πιο φυσική. Και ανταποκρινόταν με τρόπους που απειλούσαν να τον κάνουν να χάσει το μυαλό του. Τα επιδέξια σβέλτα δάχτυλά της χάιδεψαν τον ανδρισμό του και έκλεισαν γύρω του. Οι κινήσεις της είχαν μια τέτοια αισθησιακή χάρη, που τον έκανε να τρελαίνεται από πόθο. Το άγγιγμά της ήταν απαλό σαν μετάξι και, ταυτόχρονα, οδυνηρά προκλητικό. Λίγο αργότερα είχε εξερευνήσει και γνώριζε κάθε εκατοστό του κορμιού του. Ωστόσο, μέχρι τότε, είχε γνωρίσει κι εκείνος εξίσου καλά το δικό της. Κάποια στιγμή οι εξερευνήσεις τελείωσαν κι ο Νικ, αφού φρόντισε να φορέσει βιαστικά ένα προφυλακτικό, γλίστρησε ανάμεσα στα πόδια της και βυθίστηκε μέσα της. Εκείνη τύλιξε τα πόδια της σφιχτά γύρω του, σαν να μη σκόπευε να τον αφήσει ποτέ. Κι ύστερα άρχισε να κουνάει τη λεκάνη της, παρασύροντάς τον σ’ ένα ρυθμό παλιό όσο και η ανθρωπότητα. Ο Νικολό ένιωθε τη φλόγα του Κεραυνού, την ολοκλήρωση του δεσμού ανάμεσά τους και τον τρόπο με τον οποίο η ένωσή τους γινόταν απόλυτη. Δεν είχε σημασία πια αν η Κάιλι ήταν απατεώνισσα ή αθώα. Ήταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον, δύο μισά ενός συνόλου. Το πώς θα διαλυόταν τελικά η σχέση τους ήταν ένα ερώτημα που ανήκε σε άλλο χρόνο και τόπο. Το μόνο που είχε σημασία πια ήταν το παρόν. Εκείνη η στιγμή. Η γυναίκα με την οποία έκανε έρωτα. Αυτό που ζούσαν και που η ανάμνησή του θα κρατούσε για πάντα. Την ένιωσε ν’ αναριγεί. «Όχι, όχι ακόμα», την άκουσε να λέει. «Τώρα, Κάιλι. Τέλειωσε μαζί μου». Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Το βλέμμα της ξεχείλιζε σε τέτοιο βαθμό από εμπιστοσύνη, που θα τον στοίχειωνε για πάντα. Κράτησε το κεφάλι της ανάμεσα στα χέρια του και βυθίστηκε μέσα της. Ένιωσε τα κύματα της ηδονής να συγκλονίζουν το κορμί της και αφέθηκε να παρασυρθεί κι εκείνος σε έναν πρωτόγνωρα εκρηκτικό οργασμό. Αφέθηκε με όλη την ψυχή και το κορμί του. *

«Πώς μπόρεσα να το ξεχάσω αυτό;» ψιθύρισε η Κάιλι στο σκοτάδι. «Πώς είναι δυνατόν κάτι τόσο... τόσο...» «Τέλειο;» συμπλήρωσε ο Νικ χωρίς να το σκεφτεί. «Ναι. Τέλειο». Η Κάιλι έμεινε σιωπηλή για μερικές στιγμές. «Πίστευα πως όταν θα κάναμε έρωτα θα θυμόμουν. Πως η ένταση από το σμίξιμό μας θα έκανε τη μνήμη μου να επιστρέψει». Ο Νικ πάγωσε. «Και έγινε αυτό;» «Όχι. Η μόνη φορά που θυμάμαι να κάναμε έρωτα ήταν αυτή. Όλες οι υπόλοιπες... έχουν χαθεί». Η φωνή της έσπασε όταν πρόφερε αυτή την τελευταία λέξη, και κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του. Τα δάκρυά της έκαιγαν την επιδερμίδα του. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να την κρατάει όσο έκλαιγε και να νιώθει τις ενοχές του να τον πνίγουν. Δεν μπορούσε να την αμφισβητεί άλλο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε την αμνησία της. Ό,τι κι αν ήταν στο παρελθόν, πλέον είχε παγιδευτεί στα μαύρα σκοτάδια του μυαλού της, ίσως για πάντα. Άρα λοιπόν πώς θα συνέχιζαν οι δυο τους; Την είχε διεκδικήσει σαν δική του, είχε αναλάβει την ευθύνη της. Χειρότερα ακόμα, είχε εκμεταλλευτεί την ευάλωτη θέση στην οποία βρισκόταν. Κι αν εκείνη ήταν απατεώνισσα, εκείνος τι ήταν μ’ αυτό που είχε κάνει; Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να διώξει αυτή την ερώτηση απ’ το μυαλό του. Μέχρι εκείνη τη στιγμή μπορούσε να δικαιολογεί τις πράξεις του. Να ισχυρίζεται ότι ενεργούσε για το καλό της οικογένειάς του. Όμως αυτό που είχε κάνει εκείνο το βράδυ δεν ήταν για το καλό κανενός άλλου εκτός από του εαυτού του. Να πάρει, θα μπορούσε να το αποδώσει στον Κεραυνό, να ισχυριστεί ότι ήταν αναπόφευκτο να καταλήξουν οι δυο τους στο κρεβάτι. Τουλάχιστον όμως ήξερε όλα τα δεδομένα και είχε προχωρήσει σ’ αυτό το βήμα έχοντας πλήρη συνείδηση του τι έκανε. Όμως δεν ίσχυε το ίδιο και για την Κάιλι. Και, το χειρότερο απ’ όλα, εκείνη πίστευε πως ήταν παντρεμένοι, πως όταν του είχε προσφέρει τον εαυτό της το είχε κάνει με τον τρόπο που προσφέρει μια γυναίκα τον εαυτό της στο σύζυγό της. Την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού της. Εκείνη μουρμούρισε κάτι νυσταγμένα και κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του. Δε χωρούσε αμφιβολία για το ποιες θα ήταν οι συνέπειες των όσων είχε κάνει εκείνη τη βραδιά, ειδικά αν η «σύζυγός» του ξανάβρισκε σύντομα τη μνήμη της. Θα πήγαινε κατευθείαν στην Κόλαση. *

«Τι σκαρώνεις, Νικολό Ντάντε;» Η Κάιλι κοίταξε το σύζυγό της έχοντας τα χέρια στη μέση. Όχι πως έδειχνε και ιδιαίτερα τρομακτική φορώντας εκείνο το μικροσκοπικό μπικίνι και το αραχνοΰφαντο παρεό που είχε τυλιγμένο γύρω απ’ τους γοφούς της. «Το βλέμμα σου μαρτυρά πως κάτι μου κρύβεις». «Υπάρχει μια μικρή αλλαγή στα σχέδιά μας». «Δε θα επαναλάβουμε άλλο από τα παλιά μας ραντεβού;» ρώτησε η Κάιλι, ανίκανη να κρύψει την απογοήτευσή της. Ο Νικ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Απ’ τη στιγμή που η μόνη φορά που το δοκιμάσαμε κατέληξε μ’ εσένα να κλαις, θα προτιμούσα να μην το κάνουμε. Έτσι, αποφάσισα να προσπαθήσουμε κάτι άλλο. Χτες το βράδυ, όταν κρατούσες τον Τζόσουα, μου έδωσες μια ιδέα». Η Κάιλι τον κοίταξε απορημένη. «Εγώ;» «Ακριβώς». Ο Νικ τη γύρισε, ώστε η πλάτη της να είναι στη σκιά, προστατευμένη από τις δυνατές αχτίδες του ήλιου. «Είπες ότι το να κρατάς το μωρό ήταν καινούρια εμπειρία για σένα. Έτσι, αποφάσισα να σου προσφέρω μερικές ακόμα εμπειρίες. Σε περιμένουν στην παραλία». Την οδήγησε στην αμμουδιά έξω απ’ την καμπάνα τους κι εκείνη κοντοστάθηκε έκπληκτη. Κάτω από μια τέντα ήταν βαλμένο ένα μεγάλο τραπέζι γεμάτο φαγητά και ποτά. Είχε ακόμα και λουλούδια. «Τι είναι όλα αυτά;» ρώτησε ξαφνιασμένη. «Καινούριες αναμνήσεις». Ο Νικ την οδήγησε στο τραπέζι. «Ξεκινάμε με ορεκτικά και τελειώνουμε με επιδόρπιο. Υπάρχει λίγο απ’ όλα». Χρειάστηκε να περάσουν μερικές στιγμές για να μπορέσει η Κάιλι να μιλήσει. «Και τα λουλούδια;» «Τους έβαλα να φέρουν ό,τι λουλούδια υπήρχαν. Διάλεξε εσύ ποια σου αρέσουν». «Ω, Νικολό, ήταν τόσο τρυφερό εκ μέρους σου», είπε η Κάιλι. Τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Εκείνος ανταποκρίθηκε χωρίς να βιάζεται, με το πάθος που είχαν μοιραστεί το προηγούμενο βράδυ. Χωρίς να το σκεφτεί, την πήρε απ’ το χέρι και την οδήγησε κάτω από την τέντα. Εκεί κοίταξε τα λουλούδια και ξεχώρισε ένα που σίγουρα θα ήταν το τελευταίο που θα περίμενε η Κάιλι. «Αγιόκλημα;» τον ρώτησε. «Σου θυμίζω το αγιόκλημα;»


Ο Νικ δίστασε. «Μία από τις πρώτες αναμνήσεις μου είναι να τριγυρίζω στον κήπο του παππού μου. Είχε ένα υπέροχο ροζ αγιόκλημα που σκαρφάλωνε σ’ ένα κομμάτι του φράχτη. Ήταν μόνο μια ρίζα, όμως η μυρωδιά του με τραβούσε. Ήταν κάτι το απερίγραπτο. Νομίζω ότι με είχε μεθύσει το άρωμά του». Η Κάιλι έσκυψε και μύρισε το ντελικάτο λουλούδι. «Είναι υπέροχο». «Ήταν το πρώτο μου λουλούδι, το πρώτο λουλούδι που θυμάμαι. Το πρώτο άρωμα λουλουδιού». «Είναι το αγαπημένο σου, σωστά; Γι’ αυτό το μοιράζεσαι μαζί μου». «Ναι. Αν και έμαθα ότι πρέπει να προσέχω όταν βρίσκομαι κοντά σε ένα φράχτη με ανθισμένο αγιόκλημα». «Ωχ! Μέλισσες;» ρώτησε η Κάιλι. «Δυστυχώς ναι. Εκείνη τη μέρα ήταν επίσης η πρώτη φορά που με τσίμπησε μέλισσα». Η Κάιλι συνοφρυώθηκε. «Ώστε λοιπόν μία από τις πιο όμορφες αναμνήσεις σου είναι ταυτόχρονα και μία από τις πιο επώδυνες». «Διαπίστωσα ότι η ζωή λειτουργεί συχνά μ’ αυτό τον τρόπο». «Κύριε Ντάντε, είστε κυνικός». «Φοβάμαι ότι είναι αναμενόμενο. Πρέπει να είμαι, ως ο άνθρωπος που λύνει τα προβλήματα της Ντάντε. Είναι η δουλειά μου να βρίσκω λύσεις». «Ανεξάρτητα από το κόστος;» «Ναι». Ο Νικ την κοίταξε στα μάτια. Το βλέμμα του ήταν ψυχρό, παγερό. «Και μερικές φορές το τίμημα είναι πολύ υψηλό». «Δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς τώρα γι’ αυτά», είπε η Κάιλι. Ο τόνος της ήταν κάπως έντονος. «Δε χρειάζεται να λύσεις κανένα πρόβλημα όσο θα μείνουμε στο νησί. Όχι εδώ. Όχι μαζί μου. Μπορείς να χαλαρώσεις και να περάσεις όμορφα ενώ θα διασκεδάζουμε». Ο Νικ παραμέρισε μια τούφα που έπεφτε στο μέτωπό της, την έπιασε πίσω από το αυτί της και τη στερέωσε με ένα κλαδάκι αγιόκλημα. «Μα εσύ, γλυκιά μου, είσαι το πιο μεγάλο πρόβλημά μου». Το είπε τόσο τρυφερά, που η Κάιλι δε θα μπορούσε να προσβληθεί. «Λοιπόν, από τη στιγμή που είμαι ήδη ένα πρόβλημα για σένα, γιατί να μη δούμε πόσα ακόμα θα μπορούσα να σου προκαλέσω;» ρώτησε και τον κοίταξε προκλητικά κάτω από το γείσο του καπέλου της. Τα μάτια του έλαμψαν από πόθο. «Τι θα έλεγες να ορμούσαμε σ’ αυτό το τραπέζι των καινούριων αναμνήσεων;» Η υπόλοιπη μέρα πέρασε με τη μία απόλαυση ν’ ακολουθεί την προηγούμενη. Δεν ήταν μόνο τα φαγητά και τα ποτά, αλλά και το ότι τα μοιραζόταν με τον Νικολό. Τον Νικολό που τη μία στιγμή την έκανε να σκάει στα γέλια και την επόμενη τη συγκινούσε μέχρι δακρύων με κάποια ιστορία για την οικογένειά του. Κι όταν ο ήλιος χαμήλωσε και οι σκιές μεγάλωσαν, αφέθηκε στην αγκαλιά του. «Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτή την τόσο υπέροχη μέρα», του είπε και ένωσε τα χείλη της με τα δικά του για να γευτεί το πιο γλυκό απ’ όλα τα επιδόρπια. Αυτή ήταν η τελευταία πινελιά στο χρόνο που είχαν περάσει μαζί. Έκανε τα πάντα τέλεια. Η αντίδρασή του ήταν άμεση. Την τράβηξε κοντά του και την αγκάλιασε με μια δύναμη που της θύμισε τη νύχτα που είχαν περάσει μαζί. Το προηγούμενο βράδυ τα επιδέξια χέρια του την είχαν χαϊδέψει, είχε χρησιμοποιήσει τη δύναμή του για να την τρελάνει από πόθο. Τα δόντια της δάγκωσαν απαλά το κάτω χείλος του κι εκείνος μ’ ένα βογκητό αφέθηκε στο φιλί της. «Νικολό, σε παρακαλώ», ψιθύρισε ενώ τον φιλούσε. «Ύστερα απ’ όλα αυτά τα καινούρια πράγματα, χρειάζομαι κάτι παλιό. Όχι πολύ παλιό», έσπευσε να προσθέσει. «Λιγάκι. Μια μικρή επανάληψη». «Παλιό όσο μια νύχτα;» ρώτησε ο Νικ και γέλασε σιγανά. «Ακριβώς. Κάτι τέτοιο θα ήταν μια χαρά». Ο Νικ, χωρίς να πει ούτε μια λέξη, την πήρε από το χέρι και κατευθύνθηκαν προς την καμπάνα. Με το που βρέθηκαν στο σκιερό εσωτερικό της, άρχισαν να βγάζουν τα ρούχα τους που, πεταμένα στο δάπεδο, δημιούργησαν ένα πολύχρωμο μονοπάτι από την πόρτα ως το υπνοδωμάτιο. Αυτή τη φορά το σμίξιμό τους είχε κάτι το διαφορετικό. Δεν ήταν τόσο φορτισμένο, σκέφτηκε η Κάιλι. Όχι, σκέφτηκε, κι από τα χείλη της ξέφυγε ένα πνιχτό βογκητό. Ένιωθε ακόμα την ένταση και την ανάγκη, όμως με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ωστόσο υπήρχε λιγότερη αβεβαιότητα. Και ήξερε καλύτερα τι να κάνει και πώς. Και φρόντισε να αξιοποιήσει αυτή τη γνώση. Αυτή τη φορά, σε αντίθεση με την προηγούμενη, πήρε εκείνη την πρωτοβουλία, ήταν εκείνη που έδινε το ρυθμό. Με κάθε χάδι η αυτοπεποίθησή της μεγάλωνε, όπως και η επινοητικότητά της. Και τότε η ανάγκη μετατράπηκε σε πάθος. Δεν υπήρχε κάποιος που να καθοδηγεί ούτε κάποιος που να ακολουθεί, απλά οι δυο τους, χαμένοι στην πιο υπέροχη αίσθηση. Ν’ απολαμβάνουν την επαφή, την κτητικότητα που τη χαρακτήριζε. Πρόσφερε το κορμί της στον Νικ και άρχισε να κινείται στο ρυθμό που της έδινε εκείνος, αποζητώντας την υπέροχη, γλυκιά στιγμή που οι δυο τους θα γίνονταν ένα. Κι όταν εκείνη η στιγμή έφτασε και την παρέσυρε με το μεγαλείο της, συνειδητοποίησε πως είχε βιώσει κάτι καινούριο και απίστευτα πολύτιμο. Είχε μόλις ανακαλύψει πώς ν’ αγαπάει.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Ο Νικολό κι η Κάιλι πέρασαν πέντε ακόμα υπέροχες μέρες και νύχτες στο Ντεσέος. Μέρες και νύχτες γεμάτες λαμπερές στιγμές που η Κάιλι λάτρεψε και φύλαξε για πάντα στην καρδιά της. Παρ’ όλο που το αρχικό σχέδιο ήταν να επαναλάβουν τα ραντεβού που είχαν οδηγήσει στο γάμο τους –ραντεβού που ακόμα δεν είχε καταφέρει να θυμηθεί–, προτιμούσε τις αλλαγές που είχε βάλει στο παιχνίδι ο Νικ. Αντί να επαναλαμβάνουν τα παλιά, είχαν γεμίσει το χρόνο τους με ατελείωτες καινούριες αισθήσεις και αναμνήσεις, που θα κρατούσε πάντα μέσα της με αγάπη. Τελικά έφτασε η στιγμή να επιστρέψουν στο Σαν Φρανσίσκο. Η Κάιλι πήρε μαζί της τις αναμνήσεις της με την ίδια φροντίδα που φύλαξε και τα πολύτιμα πράγματα που είχαν αγοράσει. Πέρασαν το ταξίδι της επιστροφής αγκαλιασμένοι με τον Νικολό, να γελάνε σιγανά καθώς συζητούσαν τα διάφορα περιστατικά των διακοπών τους και αντάλλασσαν φλογερά φιλιά. Όταν προσγειώθηκαν, πήραν ένα ταξί που τους άφησε μπροστά στο σπίτι του. Ο Νικολό μετέφερε τις βαλίτσες με τα πράγματα που είχαν αγοράσει στη φαρδιά μπροστινή βεράντα του σπιτιού, τις στοίβαξε δίπλα στην πόρτα και στράφηκε στην Κάιλι. «Ο παππούς και η γιαγιά μου πέρασαν και άφησαν τον Μπρούτους νωρίς σήμερα το πρωί, πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να πάει βόλτα. Υπάρχει μια περιφραγμένη αυλή στην πίσω πλευρά, όμως δεν αρκεί για να του προσφέρει την άσκηση που έχει ανάγκη». Κοίταξε την Κάιλι προειδοποιητικά. «Ίσως θα ήταν καλύτερα να σταθείς λίγο πιο πίσω. Μάλλον θα είναι κάπως εκδηλωτικός». Η Κάιλι αποφάσισε ν’ ακολουθήσει την πιο ασφαλή οδό και να κάνει πίσω όσο ο Νικολό θα τα έβγαζε πέρα με το μεγάλο σκυλί. Μόλις τον είδε να βάζει το κλειδί στην κλειδαριά, ένιωσε και το τράνταγμα που σήμαινε ότι το σκυλί κατευθυνόταν προς το μέρος τους. Προς μεγάλη της έκπληξη, αντί να πάει στον Νικολό για τα συνηθισμένα χάδια τους, τον προσπέρασε κι έτρεξε σ’ εκείνη. Στα μεγάλα σαγόνια του κρατούσε μια ταλαιπωρημένη μπάλα του τένις. Η Κάιλι τον χάιδεψε πίσω από τ’ αυτιά και πήρε την μπάλα που ο Μπρούτους άφησε στα πόδια της. «Θέλεις να σου την πετάξω;» ρώτησε. Ο Μπρούτους γύρισε και γάβγισε ενθουσιασμένος. Ύστερα, προς μεγάλο τρόμο της Κάιλι, πετάχτηκε στο δρόμο. Άκουσε πίσω της τον Νικολό να φωνάζει προειδοποιητικά και μια κραυγή πανικού βγήκε από τα χείλη της. Είδε το σκυλί να κοντοστέκεται σαστισμένο κι ύστερα να κάθεται σαν τη Σφίγγα και να μένει εντελώς ακίνητο. Από εκείνη τη στιγμή και μετά ήταν σαν να συνέβησαν όλα σε αργή κίνηση. Η Κάιλι γύρισε το κεφάλι της προς τ’ αριστερά και είδε ένα μεγάλο SUV να κατευθύνεται προς τον ακίνητο Μπρούτους. Χωρίς να διστάσει ούτε στιγμή, όρμησε στο δρόμο κι άρχισε να τρέχει μόνο με τη διαίσθησή της να την καθοδηγεί. Έπιασε τον Μπρούτους απ’ το κολάρο, την ίδια στιγμή όμως κατάλαβε ότι είχε καθυστερήσει υπερβολικά. Δεν ήταν τόσο δυνατή ώστε να τραβήξει το σκυλί πριν τους χτυπήσει το SUV. Άκουσε το δυνατό κορνάρισμα και το στρίγκλισμα των φρένων. Χωρίς να το σκεφτεί, έπεσε πάνω στον Μπρούτους σε μια απελπισμένη προσπάθεια να τον προστατεύσει –όχι πως το κορμί της κάλυπτε πάνω από το μισό δικό του. Ύστερα μάζεψε το κουράγιο της και προετοιμάστηκε για το αναπόφευκτο χτύπημα που ήξερε ότι θ’ ακολουθούσε. Η κόρνα και τα φρένα συνέχιζαν να στριγκλίζουν και, για μια στιγμή, κάτι πέρασε απ’ το μυαλό της. Μια ανάμνηση. Μια ανάμνηση που της προκάλεσε τόσο πόνο και πανικό, ώστε προσπάθησε να τη διώξει με όλες της τις δυνάμεις. Εκείνη τη στιγμή δε βρισκόταν έξω από το σπίτι του Νικολό, αλλά στη μέση ενός διαφορετικού δρόμου, όπου ένα αυτοκίνητο με έντονο κίτρινο χρώμα και μπλε φτερά ορμούσε προς το μέρος της. Όμως η ανάμνηση χάθηκε στην ομίχλη που τύλιγε το παρελθόν της, το παρελθόν εκείνης της άλλης Κάιλι. Είχε την αίσθηση ότι το στρίγκλισμα των φρένων ακουγόταν για μια αιωνιότητα προτού το SUV σταματήσει τελικά μόλις μερικά εκατοστά απ’ το σημείο που βρισκόταν, με το πρόσωπό της θαμμένο στην παχιά γούνα του Μπρούτους. Το αυτοκίνητο σταμάτησε τόσο κοντά της, που ένιωθε τη ζέστη από τον κινητήρα του δίπλα σχεδόν στ’ αυτί της, ενώ η χαρακτηριστική μυρωδιά του λαδιού και του αέρα που έβγαινε απ’ το ψυγείο του την εμπόδιζε ν’ ανασάνει. Άκουσε κάπου στο βάθος τον οδηγό του SUV να φωνάζει θυμωμένος και ανήσυχος ταυτόχρονα. Άκουσε και τον Νικολό να φωνάζει, προτού ο οδηγός βάλει ξανά μπροστά και φύγει με ένα ακόμα κορνάρισμα που την άφησε να τρέμει από την ταραχή της. Άκουσε το κλαψούρισμα του Μπρούτους, όπως και τη φωνή του Νικολό που είχε σκύψει από πάνω της. Της ήταν αδύνατον να κινηθεί, να σκεφτεί ή να συνειδητοποιήσει τι της έλεγε ο Νικολό, που προσπαθούσε να την καθησυχάσει με ήρεμη, τρυφερή φωνή. Είχε την εντύπωση ότι δεν μπορούσε ούτε καν να αισθανθεί, μέχρι που ο Μπρούτους έγλειψε τα δάκρυα από το πρόσωπό της και ένιωσε τα χέρια του Νικολό να τη σηκώνουν. Τότε κυριεύτηκε από τα συναισθήματά της απόλυτα, ολοκληρωτικά. Μια κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της κι ύστερα έθαψε το πρόσωπό της στο στέρνο του συζύγου της και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. «Ηρέμησε, γλυκιά μου. Είσαι εντάξει τώρα». «Ο Μπρούτους;» ψέλλισε εκείνη. Τα δόντια της χτυπούσαν τόσο δυνατά από την ταραχή, που μόλις που κατάφερνε να μιλήσει. «Είναι μια χαρά». Ο Νικ κροτάλισε τα δάχτυλά του και το σκυλί επέστρεψε στη βεράντα, με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια. Ο Νικολό το ακολούθησε, κρατώντας την Κάιλι στην αγκαλιά του σαν να ήταν φτιαγμένη απ’ την πιο εύθραυστη πορσελάνη. «Τι στο καλό σκέφτηκες κι έτρεξες έτσι πίσω του στο δρόμο;» ρώτησε θυμωμένα. Ωστόσο η Κάιλι, ακόμα και στην κατάστασή της, κατανοούσε ότι ο θυμός του είχε αιτία το φόβο του. Έγειρε στην αγκαλιά του. «Δε σκέφτηκα. Καθόλου. Απλά αντέδρασα». «Αυτό είναι ολοφάνερο. Πίστεψες στ’ αλήθεια ότι θα μπορούσες να προστατεύσεις τον Μπρούτους αν ριχνόσουν ανάμεσα σ’ εκείνον και σ’ ένα SUV βάρους δυόμισι τόνων;» Η Κάιλι πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει. «Δεν το έχεις καταλάβει ακόμα; Είμαι άτρωτη». «Μην αστειεύεσαι», είπε ο Νικ. Η φωνή του ήταν σφιγμένη και βραχνή. «Κινδύνευσες να σκοτωθείς. Για δεύτερη φορά». «Όμως δε σκοτώθηκα. Για δεύτερη φορά». Η Κάιλι φίλησε τον Νικ στο λαιμό κι απόλαυσε το αρρενωπό άρωμά του. Της ξύπνησε την πιο παράξενη αίσθηση, τη μέθυσε από πόθο. Πώς ήταν δυνατόν αυτό, ύστερα απ’ ό,τι είχε περάσει;» Ο Νικολό την άφησε όσο χρειάστηκε για να βάλει βιαστικά τις βαλίτσες τους στο χολ κι ύστερα έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω τους. Κατόπιν τη σήκωσε ξανά, με σκοπό να τη μεταφέρει στο υπνοδωμάτιο. Αλλά δεν έκανε παρά ένα βήμα, κι ύστερα σωριάστηκε πάνω στις βαλίτσες και τον Μπρούτους. «Ω, να πάρει!» είπε και έσφιξε την Κάιλι στην αγκαλιά του. Δυνατά. Έμοιαζε ανίκανος να ελέγξει τις αντιδράσεις του. «Να πάρει, Κάιλι. Πίστεψα ότι θα σε έχανα». «Λυπάμαι», ψέλλισε εκείνη με σχεδόν ακατάληπτη φωνή. «Αντέδρασα χωρίς να σκεφτώ. Το μόνο που είχα στο νου μου ήταν να σώσω τον Μπρούτους. Αλλά είμαι μια χαρά. Κι οι δυο μας είμαστε μια χαρά τώρα». «Ήταν η δεύτερη φορά». Ο Νικ κατέβασε το κεφάλι του και γέμισε τα ρουθούνια του με το άρωμά της. Τη χάιδεψε, απόλαυσε τη γλυκιά γεύση των χειλιών της δίνοντάς της μισή ντουζίνα βιαστικά φιλιά. «Δυο φορές σε είδα να φτάνεις στο κατώφλι του θανάτου. Και καμιά απ’ τις δύο δεν μπόρεσα να φτάσω κοντά σου αρκετά γρήγορα ώστε να...»


«Είμαι καλά. Είμαι ασφαλής». Η Κάιλι έπιασε τον Μπρούτους απ’ το κολάρο και τον τράβηξε κοντά τους. «Το ίδιο κι ο Μπρούτους». Ο Νικ συνειδητοποίησε ότι είχε φτάσει η στιγμή να αντιμετωπίσει τα γεγονότα. Δεν ήξερε τη γυναίκα που είχε συναντήσει εκείνη τη μέρα στο Λε Πρεμιέρ. Όμως, όποια κι αν ήταν, δεν είχε καμία σχέση με την Κάιλι που κρατούσε στην αγκαλιά του. Εκείνη η γυναίκα δε θα είχε ρισκάρει ούτε το τέλεια μανικιουρισμένο μικρό της δαχτυλάκι για να σώσει το σκύλο του. Εκείνη η γυναίκα δε θα απολάμβανε τη μυρωδιά του αγιοκλήματος ούτε το να κρατάει ένα κοιμισμένο μωρό στην αγκαλιά της. Εκείνη η έκδοση της Κάιλι είχε χαθεί, με λίγη τύχη για πάντα, και μπορούσε μόνο να ευχαριστεί τη μοίρα γι’ αυτό. «Μπρούτους, στην πίσω αυλή», διέταξε. Όσο κι αν λάτρευε το σκυλί του, εκείνη τη στιγμή χρειαζόταν τη σύζυγό του. Όχι. Δεν ήταν σύζυγός του. Τουλάχιστον... όχι ακόμα. Κράτησε το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες του και τη φίλησε ξανά στα χείλη, μ’ ένα απεγνωσμένο πάθος, σαν να ήθελε να επιβεβαιώσει πως ήταν ζωντανή. Η ζωή είχε φερθεί καλά και στους δυο τους, την είχε προστατεύσει όχι μία, αλλά δύο φορές. Θα φρόντιζε να μην υπάρξει και τρίτο περιστατικό. Θα έκανε ό,τι χρειαζόταν ώστε να την προστατεύσει από την ίδια της την παρορμητικότητα. Στο άγγιγμά των χειλιών του η Κάιλι άνοιξε τα δικά της, σαν να τον καλωσόριζε εκεί όπου ανήκε. Σαν να του πρόσφερε τον εαυτό της. Ένιωσε τον αυτοέλεγχό του να τον εγκαταλείπει, να τον παρασύρει ο πόθος του για κείνη. «Σε θέλω. Τώρα. Εδώ, αυτή τη στιγμή», της είπε. Η Κάιλι τραβήχτηκε προς τα πίσω κι εκείνος την έσφιξε στην αγκαλιά του, απρόθυμος να την αφήσει. «Περίμενε», του είπε. Το γέλιο της ξεχείλιζε από ευτυχία και πόθο, απ’ τη χαρά της που ήταν ζωντανή. «Δεν πρόκειται να πάω πουθενά. Μπορείς να με έχεις οποτεδήποτε θελήσεις. Με όποιον τρόπο κι αν θελήσεις». «Εδώ. Τώρα. Γυμνή». Η Κάιλι σταμάτησε να γελά. Ο πόθος άστραψε και στα δικά της μάτια. «Σ’ αυτή την περίπτωση...» Τραβήχτηκε ξανά προς τα πίσω κι αυτή τη φορά ο Νικ την άφησε. Την παρακολούθησε να βγάζει το πουκάμισό της περνώντας το πάνω απ’ το κεφάλι της. Δεν την περίμενε να βγάλει και το σουτιέν της. Η υπομονή του δεν ήταν τόσο μεγάλη. Με μια επιδέξια κίνηση της το άνοιξε εκείνος και της το έβγαλε, πετώντας το στην άκρη. Η Κάιλι αφέθηκε ξανά στην αγκαλιά του, εκεί όπου ανήκε, με τα πόδια της περασμένα γύρω από τη μέση του. Άρχισε να του ξεκουμπώνει το πουκάμισο, όμως ο Νικ δεν είχε υπομονή ούτε γι’ αυτό. Το τράβηξε με τόση δύναμη που ξήλωσε όλα τα κουμπιά. Θα έκανε οτιδήποτε για να νιώσει το άγγιγμά της. Ήταν πανέμορφη. Η επιδερμίδα της ήταν απαλή, το άγγιγμά της τρυφερό, και λαχταρούσε τόσο να τη φιλήσει. Γλίστρησε τα χέρια του κάτω από τους γλουτούς της και ανασήκωσε το κορμί της ελαφρά. Εκείνη έγειρε πίσω το κεφάλι της, ώστε να του προσφέρει απρόσκοπτη πρόσβαση στο λαιμό και τους ώμους της, στην απαλή επιδερμίδα της που λαχταρούσε τα φιλιά του. Κι εκείνος άρχισε να την εξερευνά με κάθε λεπτομέρεια. Κι ακόμα κι αυτό δεν του ήταν αρκετό. Της άνοιξε το τζιν και της κατέβασε το παντελόνι, αποκαλύπτοντας το σημάδι της. Εκείνη ανασηκώθηκε ελαφρά, τόσο ώστε να μπορέσει να της βγάλει το παντελόνι εντελώς. Κι όταν τελείωσε, η Κάιλι απέμεινε ξαπλωμένη στο παρκέ να ανασαίνει κοφτά και λαχανιασμένα. Η ηλιοκαμένη επιδερμίδα της φάνταζε χρυσαφένια στο φόντο του σκούρου ξύλου, τα μαλλιά της έλαμπαν ξανθοκόκκινα. Έβγαλε κι εκείνος το τζιν του και την έκανε δική του. Βυθίστηκε μέσα της ορμητικά και η κραυγή ηδονής που βγήκε από τα χείλη της αντήχησε στο χολ. Λίγο ακόμα και θα την είχε χάσει. Λίγο ακόμα και δε θα μπορούσε ποτέ να την κρατήσει ξανά στην αγκαλιά του. Να τη φιλήσει. Να της κάνει έρωτα. Η σκέψη και μόνο τον τρέλαινε, ήταν μια εμπειρία που δεν είχε ζήσει ποτέ ξανά στο παρελθόν. Πρώτη φορά ήθελε τόσο απεγνωσμένα μια γυναίκα. Ποτέ δεν είχε νιώσει να φλέγεται τόσο από πόθο, ώστε να μην τον νοιάζει ούτε το πότε ούτε το πού. Μέχρι που είχε γνωρίσει την Κάιλι. «Μη σταματάς», την άκουσε να λέει. Τα μπράτσα της τον αγκάλιαζαν σφιχτά, τα πόδια της είχαν τυλιχτεί γύρω του, οι δυο τους είχαν γίνει ένα. «Μη με αφήσεις ποτέ». «Ποτέ. Ορκίζομαι ότι θα σε κλειδώσω κάπου όπου δε θα μπορέσει κανείς να σου κάνει ξανά κακό». Η Κάιλι άνοιξε το στόμα της να απαντήσει, όμως δεν πρόλαβε. Κύρτωσε το κορμί της και μια κραυγή βγήκε από τα χείλη της. Αφέθηκε ολοκληρωτικά στον Νικολό, προσφέροντάς του τα πάντα, χωρίς να κρατήσει τίποτα για τον εαυτό της. Χωρίς κανένα δισταγμό. Όλες της οι σκέψεις, όλα της τα συναισθήματα ήταν στη διάθεσή του, για να τ’ αποδεχτεί ή να τα απορρίψει. Ήταν τόσο ειλικρινής και ανοιχτή, τόσο πρόθυμη να προσφέρει, όσο δε φανταζόταν ποτέ ότι θα μπορούσε να είναι μια γυναίκα. Τα μάτια της έλαμψαν από μια συγκίνηση τόσο έντονη, που έκοψε την ανάσα του Νικ. Και, καθώς την οδηγούσε σε έναν εκρηκτικό οργασμό, συνειδητοποιούσε ότι αυτό που έβλεπε στα μάτια της ήταν αγάπη. Βαθιά αγάπη και αφοσίωση. Κι αυτή η σκέψη οδήγησε κι εκείνον στην κορύφωση, τον παρέσυρε. Πέρασε πολλή ώρα προτού μπορέσει να κινηθεί ξανά. Κι όταν το έκανε συνειδητοποίησε πως τίποτα δεν είχε αλλάξει. Έκλεισε τα μάτια του συγκλονισμένος. Η Κάιλι τον είχε ερωτευτεί. Τη σήκωσε τρυφερά στα χέρια του και την οδήγησε στο δωμάτιό τους. Και στο μεταξύ, δύο ήταν τα ερωτήματα που τον βασάνιζαν. Τι στο καλό είχε κάνει... και πώς θα κατάφερνε να το διορθώσει; *

Η Κάιλι ξύπνησε το επόμενο πρωί, υπέροχα μουδιασμένη και, ταυτόχρονα, ολοκληρωτικά ανανεωμένη. Στο μαξιλάρι δίπλα της βρήκε ένα τυπικό σημείωμα από τον Νικολό, που την ενημέρωνε ότι θα ήταν στο γραφείο όλη τη μέρα. Κάτω από αυτό το σημείωμα υπήρχε κι ένα δεύτερο, το οποίο δεν είχε τίποτα το τυπικό. Οι λιγοστές λέξεις του δεν της άφηναν καμιά αμφιβολία για τα συναισθήματά του σχετικά με το προηγούμενο βράδυ και την έκαναν να νιώσει τόσο ευτυχισμένη, που κοκκίνισαν τα μάγουλά της. Το δεύτερο σημείωμα την έκανε να χαμογελάει σαν ανόητη, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να ξεπεράσει την απογοήτευση που της είχε προκαλέσει το πρώτο. Ωστόσο τι περίμενε; Εξαιτίας του ατυχήματός της, ο Νικ είχε αναγκαστεί να λείψει τόσες μέρες απ’ το γραφείο του. Το αποτέλεσμα θα ήταν σίγουρα να έχει μαζευτεί και να τον περιμένει μεγάλος όγκος δουλειάς. Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και πέρασε το πρωινό κάνοντας δουλειές. Άδειασε τις βαλίτσες τους και έβαλε μπουγάδα. Προς το μεσημέρι αποφάσισε να κάνει έκπληξη στο σύζυγό της φροντίζοντας για το μεσημεριανό του φαγητό. Στη διάρκεια των ημερών που είχαν περάσει μαζί είχε αποκτήσει μια αρκετά καλή ιδέα για τα γούστα του, έτσι αποφάσισε να ετοιμάσει ένα γεύμα με όλα τα αγαπημένα του φαγητά. Μερικά τηλεφωνήματα ήταν αρκετά για να παραγγείλει αυτά που είχε στο μυαλό της. Μόλις έφτασαν τα φαγητά, τα έβαλε σ’ ένα καλάθι που βρήκε σ’ ένα ντουλάπι πάνω απ’ το ψυγείο και που στόλισε μ’ ένα κλαδί αγιόκλημα, που είχε κόψει από το φράχτη της πίσω αυλής. Της άρεσε να σκέφτεται ότι ο Νικολό το είχε φυτέψει από μια ρίζα που είχε πάρει από τον κήπο του παππού του, σαν φόρο τιμής σ’ εκείνη την παλιά πρώτη εμπειρία του με τα λουλούδια... και το πρώτο του τσίμπημα μέλισσας. Κατόπιν κάλεσε ένα ταξί και χάρηκε διαπιστώνοντας ότι ο οδηγός γνώριζε πού βρίσκονταν τα κεντρικά γραφεία της Ντάντε. Ο οδηγός την άφησε μπροστά σε ένα εντυπωσιακά μεγάλο κτίριο γραφείων κι εκείνη διέσχισε τις περιστρεφόμενες πόρτες. Μόλις βρέθηκε στο εσωτερικό του κτιρίου, σταμάτησε


εντυπωσιασμένη στη θέα του τριώροφου φουαγιέ. Χωρίς να βιάζεται, θαύμασε τα πάντα, απ’ το κομψό ντεκόρ και το φως που έμπαινε απ’ τα βιτρό παράθυρα ως το κρυστάλλινο γλυπτό που κρεμόταν πάνω από τη ρεσεψιόν και απεικόνιζε ένα σύμπλεγμα από φλόγες που χόρευαν. Ξεκίνησε για τη ρεσεψιόν, όταν την πλησίασε ένας ηλικιωμένος άντρας με πυκνά λευκά μαλλιά. «Με συγχωρείτε», είπε. Η βαθιά φωνή του πρόδιδε τη μεσογειακή καταγωγή του. «Είστε η Κάιλι Ο’Ντελ;» Εκείνη χαμογέλασε ζεστά. «Στην πραγματικότητα, πλέον είμαι η Κάιλι Ντάντε». «Ναι, φυσικά». Ο ηλικιωμένος άντρας την κάρφωσε με το διαπεραστικό βλέμμα του απ’ το οποίο δεν ξέφευγε τίποτα κι ωστόσο έλαμπε από τρυφερότητα. «Πιστεύω, καλή μου, ότι ήρθε η ώρα να γνωριστούμε. Το όνομά μου είναι Ντάντε». Το χαμόγελο της Κάιλι πλάτυνε και τον κοίταξε με ειλικρινή ευχαρίστηση. «Ο παππούς του Νικολό. Μου έχει πει τα πάντα για σας και για το πώς μεγαλώσατε εκείνον και τους αδελφούς του». «Τον Νικολό, τον Σεβέρο και τους δίδυμους. Ναι, η γιαγιά τους κι εγώ αναλάβαμε τη φροντίδα τους μετά το θάνατο του γιου μας, του Ντόμινικ, και της συζύγου του, της Λόρα». Ο παππούς του Νικολό έπιασε το χέρι της Κάιλι κι ύστερα έσκυψε και τη φίλησε πρώτα στο ένα μάγουλο και ύστερα στο άλλο. «Πηγαίνεις να επισκεφτείς τον Νικολό;» ρώτησε. Εκείνη έδειξε το καλάθι που κρατούσε. «Σκέφτηκα να φέρω κάτι να φάμε». Τα ροζιασμένα δάχτυλα του παππού άγγιξαν το αγιόκλημα που στόλιζε τη λαβή του καλαθιού. «Και τι του έφερες;» ρώτησε και άκουσε προσεκτικά όσο η Κάιλι του απαριθμούσε τις εκλεκτές λιχουδιές. «Απ’ ό,τι φαίνεται, γνωρίζεις καλά τα γούστα του εγγονού μου. Και για τον εαυτό σου; Έχεις βάλει τίποτα για σένα στο καλάθι; Ή είναι όλα μόνο για τον Νικολό;» Η Κάιλι φάνηκε να ταράζεται για μια στιγμή. «Πουτίγκα ταπιόκας», ομολόγησε και δεν μπόρεσε να μη γελάσει. «Ποιος θα το περίμενε ότι θα άρχιζε να μου αρέσει κάτι τέτοιο;» Ο παππούς γέλασε. «Ίσως να βρεις ενδιαφέρουσα τη διαδικασία ν’ ανακαλύπτεις ποια πράγματα σου αρέσουν όταν επιτρέπεις στον εαυτό σου να τα δοκιμάζει, χωρίς τους περιορισμούς του παρελθόντος να επηρεάζουν τις επιλογές σου». «Όπως και το ποια πράγματα δε σου αρέσουν πια;» ρώτησε η Κάιλι. Το βλέμμα του παππού έλαμψε. «Εξαιρετική παρατήρηση». Έδειξε προς τα ασανσέρ στο πίσω μέρος του φουαγιέ. «Να σε συνοδεύσω;» «Ευχαριστώ. Θα το ήθελα πολύ». Ο παππούς κατευθύνθηκε προς ένα ιδιωτικό ασανσέρ που το άνοιξε με το κλειδί του. «Συνήλθες απ’ το ατύχημά σου;» ρώτησε ευγενικά. «Σωματικά, ναι», απάντησε η Κάιλι και συνοφρυώθηκε ελαφρά καθώς έμπαιναν στο ασανσέρ. «Ακόμα δεν έχω ξαναβρεί τη μνήμη μου. Ωστόσο...» «Ωστόσο;» Η Κάιλι δίστασε. Για κάποιο λόγο έμπαινε στον πειρασμό να εξομολογηθεί στον παππού του Νικολό κάτι που δεν είχε πει στο σύζυγό της. «Ίσως να θυμήθηκα κάτι χτες», είπε και περιέγραψε το παραλίγο ατύχημα με το SUV. «Τη στιγμή που ήμουν σίγουρη ότι το SUV θα μας χτυπούσε, θυμήθηκα κάτι». «Και τι ήταν αυτό το κάτι;» «Υποπτεύομαι ότι ήταν μια σκηνή από το πρώτο ατύχημα». Ο παππούς ένευσε αργά. «Θα ήταν λογικό. Η ομοιότητα ανάμεσα στα δύο περιστατικά θα μπορούσε να σε κάνει να θυμηθείς κάτι». Η Κάιλι γύρισε και τον κοίταξε. Η έκφρασή του ήταν γεμάτη κατανόηση και οι ρυτίδες του προσώπου του μαρτυρούσαν τις εμπειρίες του, τόσο καλές όσο και κακές. «Ωστόσο η μνήμη μου δεν επέστρεψε, αν και για μια στιγμή θυμήθηκα... κάτι. Πόνο. Φόβο. Και...» «Και;» την παρότρυνε να συνεχίσει ο παππούς. «Τι φοβάσαι να δεις, Κάιλι Ο’Ντελ;» «Ντάντε», τον διόρθωσε εκείνη. «Ξέρω ότι δεν ήμουν σίγουρη για το αν ήθελα να πάρω το επώνυμο του Νικολό όταν παντρευτήκαμε. Νομίζω όμως ότι είναι το ίδιο με την πουτίγκα ταπιόκας. Πράγματα που μπορεί να μη μου άρεσαν πριν τώρα μου αρέσουν». «Αποφεύγεις να απαντήσεις στην ερώτησή μου». Η Κάιλι χαμογέλασε. «Έχετε δίκιο, αποφεύγω». Το χαμόγελο έσβησε απ’ τα χείλη της. «Φοβόμουν να δω οτιδήποτε. Φαντάζομαι λόγω του ατυχήματος, του πόνου που μου προκάλεσε». «Ή, ίσως, φοβόσουν να δεις εκείνη την άλλη ζωή σου. Ίσως, όταν σου δόθηκε η επιλογή να θυμηθείς ή να ξεχάσεις, επέλεξες να ξεχάσεις». Τα λόγια του παππού έκαναν την καρδιά της Κάιλι να σταματήσει για μια στιγμή, πιθανότατα επειδή έκρυβαν μεγάλη δόση αλήθειας. «Πιστεύετε ότι δε θέλω να θυμηθώ;» Ο παππούς ανασήκωσε τους ώμους του. «Το μυαλό είναι παράξενο πράγμα. Μπορεί το μυαλό σου να σε προστατεύει. Μπορεί, όταν δε θα χρειάζεσαι πια αυτή την προστασία, να θυμηθείς», είπε ο παππούς και, πριν η Κάιλι να προλάβει ν’ απαντήσει, η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε κι εκείνος της έκανε νόημα να προχωρήσει. «Θα βρεις το γραφείο του Νικολό στο τέρμα του διαδρόμου αριστερά. Πες του ότι είναι καιρός να γνωρίσεις την οικογένεια. Πες του ότι αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη γίνει, εντάξει;» «Ναι, θα έπρεπε», συμφώνησε η Κάιλι. Ο παππούς έσκυψε, τη φίλησε και στα δυο μάγουλα και ύστερα απομακρύνθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα, ακολούθησε τις οδηγίες του και σταμάτησε μπροστά σε μια πόρτα με το όνομα του Νικολό απέξω. Κάποιο πειραχτήρι είχε προσθέσει κάτω απ’ τ’ όνομά του μια χρυσαφιά ετικέτα που έγραφε «Επικεφαλής Τομέα Δημιουργίας Προβλημάτων». Η Κάιλι χαμογέλασε και σήκωσε το χέρι της να χτυπήσει την πόρτα, όμως δίστασε την τελευταία στιγμή. Αναρωτήθηκε αν ήταν δυνατόν ν’ αρνείται να θυμηθεί επειδή ήθελε να αποφύγει τις αναμνήσεις της. Θα μπορούσε να συνδέεται αυτό με τον καβγά της με τον Νικολό; Ίσως, αν της έλεγε τι είχε συμβεί, η μνήμη της να επέστρεφε. Γιατί, ανεξάρτητα από την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο γάμο τους πριν το ατύχημα, από τότε είχαν συνδεθεί απόλυτα. Κι αυτό σήμαινε ότι θα μπορούσαν να βρουν έναν τρόπο να ξεπεράσουν οτιδήποτε και αν τους είχε διχάσει. Ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Ό,τι μυστικά και αν της κρατούσε κρυφά ο Νικολό, ένα πράγμα ήταν σίγουρο. Είχε φτάσει η στιγμή να φανούν απόλυτα ειλικρινείς ο ένας απέναντι στον άλλον, όσο οδυνηρό κι αν ήταν αυτό. Έχοντας πάρει την απόφασή της, χτύπησε την πόρτα, γύρισε το πόμολο και μπήκε. Προς μεγάλη της απογοήτευση, βρήκε το δωμάτιο γεμάτο κόσμο. Τρεις άντρες όρθιοι διαφωνούσαν με έντονο ύφος. Κανείς τους δεν ήταν ο Νικολό, ωστόσο, με βάση την ομοιότητά τους με το σύζυγό της καθώς και το γεγονός ότι οι δύο ήταν δίδυμοι, η Κάιλι συμπέρανε ότι θα πρέπει να ήταν οι αδελφοί του. Κάπως παράμερα ήταν καθισμένος ένας άντρας με γκρίζα μαλλιά και κοκκινωπή επιδερμίδα, που έβραζε σιωπηλός ενώ άκουγε τον καβγά. Δίπλα του ήταν ακόμα ένας άντρας, που η εμφάνισή του δε βοηθούσε στο να τον κατατάξει κάπου. Τελικά εντόπισε το σύζυγό της. Ο Νικολό ήταν ακουμπισμένος στο γραφείο, με βλοσυρό ύφος. Βλέποντάς τη να μπαίνει, γύρισε απότομα το κεφάλι του προς το μέρος της, κι αν μη τι άλλο, η έκφρασή του έγινε ακόμα πιο βλοσυρή. Ίσιωσε το κορμί του αργά. «Τι κάνεις εδώ, Κάιλι;» ρώτησε χαμηλόφωνα. Ο γκριζομάλλης κοίταξε προς το μέρος της, σηκώθηκε βιαστικός και την έδειξε σαν να την κατηγορούσε για κάτι. «Αυτή είναι! Τη βρήκατε τη μικρή σκύλα!» Τινάχτηκε προς το μέρος της, όμως τον συγκράτησαν αμέσως οι τρεις άντρες που η Κάιλι είχε αναγνωρίσει σαν αδελφούς του Νικολό. «Φύγετε απ’ το δρόμο μου!» βρυχήθηκε εκείνος. «Περίμενα πολύ καιρό γι’ αυτό. Αφήστε με απλά για πέντε λεπτά μόνο μαζί της και μπορείτε να κρατήσετε τα χρήματα


που μου χρωστάει». Η Κάιλι οπισθοχώρησε μουδιασμένα και χάρηκε βλέποντας τον Νικολό να μπαίνει προστατευτικά μπροστά της. «Δεν έπρεπε να είσαι εδώ», της είπε πάνω απ’ τον ώμο του. «Γιατί ήρθες;» «Σου... σου έφερα φαγητό. Ήθελα να σου κάνω έκπληξη». Η Κάιλι ξεροκατάπιε και έβαλε τα δυνατά της να συγκρατήσει το φόβο και την ένταση που της έκοβαν την ανάσα. «Έκπληξη». «Δε θα μπορούσες να διαλέξεις χειρότερη στιγμή». «Ποιος είναι αυτός ο άντρας; Πώς με γνωρίζει; Γιατί είναι τόσο θυμωμένος;» «Αυτός ο άντρας λέγεται Τζακ Φέρελ και σε κατηγορεί για κάποια πράγματα. Οι αδελφοί μου», είπε ο Νικ, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες της για την ταυτότητα των τριών αντρών που είχε δει να διαφωνούν μπαίνοντας «... και ο Ρούφιο, ο ιδιωτικός ντετέκτιβ που προσέλαβα, προσπαθούσαν να διαπιστώσουν την αλήθεια των ισχυρισμών του, όταν μπήκες». Η Κάιλι πρόβαλε πίσω από το σύζυγό της, αποφασισμένη να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες εναντίον της. Οι Ντάντε και ο Ρούφιο συνέχιζαν να κρατάνε τον Φέρελ, που ωρυόταν χωρίς να κρύβει την οργή του. «Τι ισχυρίζεται ότι έχω κάνει;» Ο Νικολό δίστασε κι ύστερα απάντησε απρόθυμα. «Σε κατηγορεί ότι τον εξαπάτησες κι ότι του πήρες ένα μεγάλο χρηματικό ποσό». «Όχι». Η Κάιλι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Αδύνατον. Μπορεί να έχω χάσει τη μνήμη μου, όμως γνωρίζω τον εαυτό μου. Δε θα έκανα ποτέ κάτι τόσο ανέντιμο». Ο Νικ γύρισε και την κοίταξε. «Κάιλι...» Το καλάθι γλίστρησε από τα δάχτυλά της και έπεσε στη μοκέτα. Τα περιεχόμενά του σκορπίστηκαν. Τα ευαίσθητα λουλούδια του αγιοκλήματος συντρίφτηκαν κάτω από το βάρος του. Το γλυκό άρωμά τους απλώθηκε στην ατμόσφαιρα, έντονο σαν το τσίμπημα της μέλισσας. «Τον πιστεύεις, έτσι δεν είναι;»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Προς μεγάλη απογοήτευση της Κάιλι, διαπίστωνε έντρομη ότι ο Νικολό δεν αρνιόταν τις κατηγορίες εναντίον της. «Ο Φέρελ έχει αποδείξεις, γλυκιά μου», της είπε τρυφερά. «Αναγνωρίζω βέβαια πως είναι κάπως αμφισβητούμενες, επιμένει όμως ότι τον εξαπάτησες χρησιμοποιώντας ένα κολιέ με διαμάντια της φωτιάς που υποτίθεται ότι κληρονόμησες απ’ τον παππού σου». «Διαμάντια της φωτιάς;» Η Κάιλι θυμήθηκε τη Φραντσέσκα και τον Νικολό να έχουν το βλέμμα τους καρφωμένο πάνω της όσο εκείνη κοιτούσε τα διαμάντια της φωτιάς στην αίθουσα του Ντάντε’ς Εξκλούσιβ σαν να περίμεναν... τι; Να θυμηθεί κάτι για το κολιέ στο οποίο αναφερόταν ο Φέρελ; Άραγε γνώριζαν από τότε τις κατηγορίες του; «Δεν καταλαβαίνω τίποτα απ’ όλα αυτά. Για ποιο κολιέ μιλάει;» «Δεν ξέρω. Είναι κάτι που θα πρέπει ν’ ανακαλύψουμε μαζί». Η Κάιλι έκλεισε τα μάτια της ακούγοντας τον Νικ να χρησιμοποιεί τη λέξη μαζί. Θα πρέπει να αντιλήφθηκε πόσο σημαντικό ήταν για εκείνη, γιατί χάιδεψε με τον αντίχειρά του το μάγουλό της. «Μέχρι τότε θα πρέπει να πας σπίτι». «Δεν πρόκειται να πάει πουθενά», διαμαρτυρήθηκε ο Τζακ Φέρελ. «Θέλω τα χρήματά μου. Και να πληρώσει γι’ αυτό που έκανε. Επιμένω να καλέσετε την αστυνομία και να συλληφθεί». Ο Νικολό γύρισε και τον κοίταξε. «Υπογράψατε ένα συμφωνητικό που σας δεσμεύει, κύριε Φέρελ, και που μας επιτρέπει να τακτοποιήσουμε αυτό το θέμα διακριτικά. Επίσης θα πρέπει να αποδείξετε τους ισχυρισμούς σας. Προς το παρόν έχουμε ακούσει μόνο κατηγορίες». «Προσφέρθηκε να μου πουλήσει το κολιέ του παππού της. Της έδωσα τα μισά χρήματα. Όμως, όταν πήγα να ολοκληρώσουμε τη συναλλαγή, είχε εξαφανιστεί μαζί με τα χρήματά μου και το κολιέ». Ο Φέρελ κάρφωσε με το βλέμμα του την Κάιλι. «Ήσουν καλή, αυτό σου το αναγνωρίζω. Αυτή τη φορά όμως δεν πρόκειται να ξεφύγεις». Η Κάιλι κούνησε το κεφάλι της και προσπάθησε να τον λογικέψει. «Δε θα έκανα κάτι τέτοιο. Θα πρέπει να με μπερδεύετε με κάποια άλλη». Ο Φέρελ χαμογέλασε ειρωνικά. «Δεν υπάρχει περίπτωση. Έχεις ένα σημάδι στο γοφό σου. Έχει το σχήμα λουλουδιού». Η Κάιλι ένιωσε το πρόσωπό της να χλομιάζει. Σιωπηλή, κούνησε το κεφάλι της. «Όχι; Έλα λοιπόν, κούκλα μου, γδύσου και δείξε μας το σημάδι. Απόδειξέ μου ότι κάνω λάθος». «Κάιλι, φύγε από δω», παρενέβη ο Νικολό. «Θα έρθω στο σπίτι μόλις ξεκαθαρίσω αυτό το θέμα». «Όχι. Δεν πηγαίνω πουθενά. Όχι πριν συζητήσουμε οι δυο μας αυτό που συμβαίνει». Η Κάιλι έριξε μια βιαστική ματιά στους υπόλοιπους. «Ιδιαιτέρως». «Πιστεύεις ότι θα καταφέρεις να τον ρίξεις;» ρώτησε ο Φέρελ. «Χάνεις το χρόνο σου. Δεν είναι ανόητος όπως εγώ. Στοιχηματίζω ότι, με τόσες πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει ο ντετέκτιβ του, καταλαβαίνει πολύ καλά τα κόλπα σου. Δεν υπάρχει περίπτωση να τη γλιτώσεις. Όχι αυτή τη φορά». Ο Νικολό γύρισε και κοίταξε τους αδελφούς του. «Κάντε τον να σωπάσει, εντάξει; Επιστρέφω αμέσως», είπε και, χωρίς δεύτερη κουβέντα, έπιασε την Κάιλι απ’ το χέρι και την οδήγησε έξω από το γραφείο. «Μπορώ να σου αφιερώσω πέντε λεπτά. Θα πούμε τα υπόλοιπα όταν θα επιστρέψω σπίτι». Μια ματιά στην έκφρασή του ήταν αρκετή για να κάνει την Κάιλι να μουδιάσει. Ο άντρας που στεκόταν μπροστά της δεν ήταν ο σύζυγός της, δεν ήταν αυτός που της είχε κάνει έρωτα με πάθος γεμάτο απόγνωση στο πάτωμα του χολ. Ήταν ο καχύποπτος άγνωστος που θυμόταν από τις πρώτες μέρες και ώρες μετά το ατύχημά της. Παρέμεινε σιωπηλή ενώ ο Νικ την οδηγούσε σε μια μικρή αίθουσα συσκέψεων. Ήταν καλόγουστη, όπως όλοι οι χώροι της Ντάντε που είχε δει μέχρι εκείνη τη στιγμή, ωστόσο ήταν φανερό ότι ο σκοπός της ύπαρξής της ήταν να τακτοποιούνται εκεί διάφορες δουλειές. Άραγε αυτό είχε γίνει κι εκείνη; Μια δουλειά; Αν έκρινε από τη στάση του Νικ, ήταν πολύ πιθανόν. Πάλεψε να διατηρήσει τον αυτοέλεγχό της, να συγκεντρωθεί ώστε να ξέρει τουλάχιστον τι ερωτήσεις να κάνει. Ξεκίνησε με την πρώτη που της ήρθε στο μυαλό. «Γιατί προσέλαβες ιδιωτικό ντετέκτιβ;» «Προσέλαβα τον Ρούφιο αμέσως μετά το ατύχημά σου». «Αυτό δεν απαντά στην ερώτησή μου. Όμως, ας ξεκινήσουμε από εκεί. Προσέλαβες τον Ρούφιο εξαιτίας του ατυχήματός μου... ή του καβγά μας;» «Έχει σημασία;» «Τα όσα λέει αυτός ο άντρας...» Η Κάιλι έδειξε προς την κατεύθυνση που βρισκόταν το γραφείο του Νικολό. «Ότι του πήρα χρήματα, υποτίθεται, για να του πουλήσω κάποιο κολιέ... Αυτή ήταν η αιτία του καβγά μας; Πριν το ατύχημα;» «Εμμέσως». Η Κάιλι ένιωσε την οργή της να φουντώνει. «Νικολό, σταμάτα να υπεκφεύγεις κι απάντησέ μου καθαρά. Θα πιστέψω ό,τι και αν μου πεις». Γέλασε μελαγχολικά. «Στο κάτω κάτω δεν έχω κι άλλη επιλογή. Αφού δε θυμάμαι, θα πρέπει ν’ αποδεχτώ τη δική σου εκδοχή των γεγονότων». «Θέλεις την αλήθεια;» «Αν δε σε πειράζει». «Ο παππούς σου κι ο αδελφός του είχαν από κοινού ένα ορυχείο που βγάζει διαμάντια της φωτιάς. Ένα ορυχείο που πούλησαν στον παππού μου. Η πρώτη μας συνάντηση είχε σκοπό να συζητήσουμε τη νομιμότητα αυτής της πώλησης. Ισχυριζόσουν ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα στη μεταβίβαση των τίτλων και ότι σου ανήκε ακόμα ένα ποσοστό του ορυχείου». «Δηλαδή δε γνωριστήκαμε παίζοντας φρίσμπι;» «Όχι». Η Κάιλι κούνησε το κεφάλι της σαστισμένη. «Γιατί να επινοήσεις μια τέτοια ιστορία; Τι διαφορά θα είχε το πώς ή το πότε γνωριστήκαμε;» «Είχε». Η Κάιλι ένιωσε να την πνίγει η απογοήτευση. «Γιατί;» Ο Νικ έτριψε το μέτωπό του ανάμεσα στα φρύδια του. Το κεφάλι του είχε αρχίσει να τον πονάει από την ένταση. «Μετά το ατύχημα δεν ήθελα να αναφέρω αυτό το θέμα, επειδή χρειαζόμουν χρόνο ν’ ανακαλύψω αν οι διεκδικήσεις σου στο ορυχείο είχαν κάποια βάση. Χρειαζόμουν χρόνο ώστε να μπορέσει ο Ρούφιο να ξεθάψει την αλήθεια όσο εσύ θ’ ανάρρωνες από τα τραύματά σου. Χρόνο να γνωριστούμε, να αντιμετωπίσουμε τον Κεραυνό, χωρίς το ορυχείο να μπαίνει ανάμεσά μας». Η Κάιλι συνοφρυώθηκε σαστισμένη. «Συνεχίζω να μην καταλαβαίνω. Τι σχέση έχει η πώληση του ορυχείου με το κολιέ που αναφέρει ο Φέρελ;» «Δεν έχω ιδέα. Αν υπάρχει κάποια σύνδεση, δεν την έχω ανακαλύψει ακόμα. Ο Ρούφιο έπεσε πάνω στον Φέρελ όταν ερευνούσε για σένα και τις διεκδικήσεις σου στο ορυχείο». «Αυτός ο Φέρελ είναι πεπεισμένος ότι τον εξαπάτησα, σωστά;» «Ναι». «Κι εσύ; Τι πιστεύεις;» «Το ψάχνουμε ακόμα, Κάιλι».


«Όμως είναι πιθανό να έχει δίκιο;» ρώτησε εκείνη και, όταν διάβασε την απάντηση στην έκφραση του Νικ, κάτι πολύτιμο πέθανε μέσα της. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να μπορέσει να κάνει την επόμενη ερώτηση, μια ερώτηση τρομερά οδυνηρή. «Πιστεύεις ότι προσπαθούσα να σας εξαπατήσω σχετικά με το ορυχείο;» «Κάιλι, μην το κάνεις αυτό. Όχι τώρα». «Απάντησέ μου, Νικολό. Στην πρώτη μας συνάντηση, πίστευες ότι ήμουν κάποιου είδους απατεώνισσα;» Ο Νικ δίστασε και ύστερα ένευσε καταφατικά. «Είχα αυτή την υποψία στο μυαλό μου». «Γιατί;» ρώτησε η Κάιλι με πόνο καρδιάς. Ο Νικ ανασήκωσε τους ώμους και την κοίταξε κουρασμένα. «Δεν ήταν κάτι συγκεκριμένο. Απλά διαίσθηση». Η Κάιλι ήθελε να πάει κοντά του, να τον αγκαλιάσει και να τον βεβαιώσει πως όλα θα πήγαιναν καλά. Όμως δεν μπορούσε. Πλέον τους χώριζαν πάρα πολλά. Ένα χάσμα αμφιβολίας και καχυποψίας, που δεν ήξερε πώς το να γεφυρώσει. «Απ’ τη στιγμή που υποπτευόσουν ότι ήμουν τέτοιος άνθρωπος, γιατί αποφάσισες ν’ αρχίσεις να βγαίνεις μαζί μου; Πώς ερωτευτήκαμε; Πώς βρεθήκαμε παντρεμένοι;» Ο Νικ σήκωσε τα χέρια του σαν να απορούσε κι ο ίδιος. «Κατά τα φαινόμενα, τον Κεραυνό δεν τον απασχολούν τέτοια ασήμαντα πράγματα όπως...» «Η ακεραιότητα των ανθρώπων;» τον έκοψε εκείνη. «Κάιλι...» Το βλέμμα της στράφηκε προς την πόρτα και η Κάιλι συνειδητοποίησε πως ήταν έτοιμη να τρέξει, να το σκάσει από μια κατάσταση στην οποία θα της ήταν αδύνατον να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Αυτή η παρόρμηση την κυρίευσε σχεδόν. Αναρωτήθηκε αν ήταν απλώς η ταραχή της που την έσπρωχνε να κάνει κάτι τέτοιο ή ένα μοτίβο συμπεριφοράς τόσο συνυφασμένο με το χαρακτήρα της, που ενεργοποιούνταν ανεξάρτητα απ’ το αν είχε τη μνήμη της ή όχι. «Αλήθεια είναι; Αυτά για τα οποία με κατηγορούσε ο Φέρελ... τα έχω κάνει; Αυτή είμαι πραγματικά;» «Δεν ξέρω», είπε ο Νικ και η Κάιλι διέκρινε την απογοήτευση στη φωνή του. «Δε θέλω να το πιστέψω, Κάιλι». «Τότε μην το πιστεύεις». Η Κάιλι τόλμησε να τον πλησιάσει, να ακουμπήσει τις παλάμες της στο στέρνο του και να νιώσει τους σταθερούς, καθησυχαστικούς χτύπους της καρδιάς του. «Θέλω να πιστέψεις σ’ εμένα, Νικολό. Έχω ανάγκη να παλέψεις για μένα. Μπορεί όλα όσα είπε ο Φέρελ να είναι αλήθεια. Μπορεί να είμαι φρικτός άνθρωπος». «Όχι», διαμαρτυρήθηκε εκείνος χωρίς να διστάσει, κι αυτό της έδωσε κάποιες ελπίδες. «Εντάξει. Ίσως να ήμουν φρικτός άνθρωπος. Τι γίνεται όμως αν όλα αυτά δεν είναι παρά ένα λάθος; Απ’ τη στιγμή που έχω χάσει τη μνήμη μου, δεν μπορώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Οφείλω να πιστέψω ότι υπάρχει κάποια άλλη εξήγηση, φτάνει μόνο να καταφέρουμε να τη βρούμε». Η Κάιλι τον κοίταξε. Δεν ήθελε πλέον να το σκάσει, αλλά ήταν αποφασισμένη να παλέψει. «Νικολό, σε παρακαλώ, πρέπει να μάθω την αλήθεια». «Και αν δεν είναι αυτή που θα ήθελες ν’ ακούσεις;» «Τουλάχιστον θα είναι η αλήθεια». Δε θα έπρεπε να τον φιλήσει, να τον υποβάλει σε μεγαλύτερη πίεση. Όμως της ήταν αδύνατον να συγκρατηθεί. Είχε ανάγκη το σύζυγό της, έστω και για μερικές στιγμές, είχε ανάγκη να τον νιώσει ν’ αφήνει στην άκρη την επαγγελματική του ιδιότητα, να μην είναι για λίγο ο άνθρωπος που έλυνε τα προβλήματα της Ντάντε. Πέρασε τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό του και τον φίλησε με πάθος. Τον ένιωσε να αντιστέκεται για μια στιγμή και αντιμετώπισε με κατανόηση αυτή του την αντίδραση, έστω και αν της προκάλεσε αφάνταστο πόνο. Κι ύστερα τον ένιωσε ν’ αφήνεται, ένιωσε τον πόθο και την απόγνωση στο φιλί του. Οι ελπίδες της φούντωσαν. Δεν την είχε εγκαταλείψει. Όχι ακόμα. Του έκλεψε ακόμα ένα φιλί. «Θέλω να μου υποσχεθείς και κάτι άλλο», είπε μετά και είδε το βλέμμα του να γίνεται και πάλι επιφυλακτικό. «Αν μπορώ». «Θέλω να μου υποσχεθείς ότι από δω και μπρος θα μου λες την αλήθεια. Όταν ξεμπλέξεις από δω, θ’ ανοίξουμε όλα τα χαρτιά μας». Ο Νικ ένευσε κοφτά. «Αυτό μπορώ να σου το υποσχεθώ. Μέχρι τότε πήγαινε σπίτι και θα έρθω να σε βρω αμέσως μόλις μπορέσω». Το βλέμμα του ήταν σκοτεινό απ’ τον πόνο και τα μυστικά. Χαμήλωσε το κεφάλι του και τη φίλησε ξανά. Την αγκάλιασε με τρόπο σαν να αποδεχόταν ότι η σχέση τους δε θα ήταν ποτέ η ίδια. Αυτή τη φορά, όταν την άφησε, έκανε ένα βήμα προς τα πίσω, σαν να απομακρυνόταν από εκείνη τόσο συναισθηματικά όσο και σωματικά. «Κάιλι, σε προειδοποιώ. Κάποια από τα χαρτιά που θ’ ανοίξω μπορεί και να μη σου αρέσουν. Πολύ πιθανόν να γίνουν αιτία να τελειώσουν όλα ανάμεσά μας». Εκείνη δεν είχε τίποτα να πει, κανέναν τρόπο να τον καθησυχάσει ή να καθησυχάσει τους δικους της φόβους. Άνοιξε την πόρτα της αίθουσας συσκέψεων και τη διέσχισε σαν υπνοβάτισσα. Κατευθύνθηκε προς τα ασανσέρ, έπιασε όμως τον εαυτό της να τα προσπερνάει, ανίκανη να πείσει τον εαυτό της να φύγει. Δεν ήξερε για πόση ώρα τριγυρνούσε στους διαδρόμους, μέχρι που τη βρήκε και την περιμάζεψε ο παππούς του Νικολό. Της είπε χαμηλόφωνα κάτι καθησυχαστικό στα ιταλικά κι ύστερα τη συνόδευσε σε ένα μεγάλο γραφείο. Την έβαλε να καθίσει σε μια άνετη δερμάτινη πολυθρόνα κι ο ίδιος πήγε στο μπαρ του γραφείου. Της έβαλε ένα ποτό και της το έδωσε. Εκείνη κράτησε το ποτήρι ανάμεσα στις παλάμες της, μύρισε το δυνατό μπράντι που περιείχε και ήπιε μια γερή γουλιά. Ο παππούς δεν της είπε τίποτα, απλά κάθισε ξανά στο γραφείο του και καταπιάστηκε με τα χαρτιά του. Η Κάιλι απέμεινε να πίνει το μπράντι της, μέχρι που έχασε την αίσθηση του χρόνου. Θα μπορούσαν να έχουν περάσει μερικά λεπτά... ή ώρες ολόκληρες. Ο χρόνος κυλούσε μέσα σε μια θολή ομίχλη. Τελικά όμως σήκωσε το βλέμμα της. «Η έκπληξή μου δεν πήγε και τόσο καλά», είπε χαμηλόφωνα. Ο παππούς έβαλε στην άκρη τα χαρτιά του και έκλεισε το στυλό του. «Αυτό το κατάλαβα». «Είναι αστείο. Τις τελευταίες βδομάδες απολάμβανα τόσες καινούριες εμπειρίες. Μέχρι σήμερα». Η Κάιλι χαμογέλασε αβέβαια. «Η σημερινή μέρα... δεν ήταν και τόσο απολαυστική». «Κάποιες φορές μαθαίνουμε περισσότερα από τις άσχημες εμπειρίες μας παρά απ’ τις καλές». Η Κάιλι κουλουριάστηκε πιο βαθιά στην πολυθρόνα της. «Δεν είμαι σίγουρη ότι μου αρέσει αυτή η ιδέα». Ο παππούς έγειρε το κεφάλι του στο πλάι με έναν τρόπο που θύμιζε υπερβολικά τον Νικολό. «Ίσως να έχεις μάθει ποια είναι αυτά τα πράγματα που πρέπει πλέον να διορθώσεις. Αυτό δε θα ήταν κάτι καλό που προέκυψε από μια κακή εμπειρία;» «Μπορώ να διορθώσω το ότι είμαι απατεώνισσα;» Το βλέμμα του παππού σκλήρυνε. «Ώστε λοιπόν πιστεύεις αυτό τον Φέρελ». Η Κάιλι σκέφτηκε ότι δε θα έπρεπε να την εκπλήσσει το ότι ο παππούς είχε μάθει τι είχε συμβεί στο γραφείο του Νικολό. Οι Ντάντε ήταν μια δεμένη οικογένεια. «Ο Φέρελ γνωρίζει κάποια πράγματα για μένα. Πράγματα που δε θα έπρεπε...» Η φωνή της έσπασε και έβαλε τα δυνατά της να την ελέγξει. «Και τι γίνεται αν έχει δίκιο; Αν είμαι πραγματικά απατεώνισσα;» «Είσαι;» Ο παππούς έκανε μια παύση. «Ή... ήσουν;» Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Υπάρχει διαφορά;»


«Πολύ μεγάλη. Το πρώτο ενδεχόμενο ανήκει σε ένα παρελθόν που δεν μπορείς να θυμηθείς. Το δεύτερο μπορεί να δημιουργήσει ένα μέλλον». Αυτά τα λόγια συγκλόνισαν την Κάιλι και της έδωσαν πίσω τις ελπίδες που θεωρούσε πως είχε χάσει. «Ευχαριστώ, παππού», είπε. Σηκώθηκε, πήγε κοντά του και τον φίλησε στο μάγουλο. «Χαίρομαι που γνωριστήκαμε επιτέλους». Σηκώθηκε κι εκείνος και την αγκάλιασε σφιχτά. «Το ίδιο κι εγώ». Ο Νικολό της είχε πει να πάει σπίτι, όμως δεν άντεχε στην ιδέα να επιστρέψει χωρίς εκείνον. Έτσι, επέστρεψε στο γραφείο του με την ελπίδα πως θα μπορούσε πλέον να φύγει μαζί της. Προς μεγάλη της απογοήτευση, η πόρτα ήταν ανοιχτή και το γραφείο έρημο. Μπήκε με σκοπό να του αφήσει ένα σύντομο σημείωμα. Πλησίασε στο γραφείο του κι εκεί είδε ένα φάκελο με το όνομά της. Ανίκανη ν’ αντισταθεί στην περιέργειά της, τον άνοιξε. Και ο κόσμος γκρεμίστηκε γύρω της. *

Η Κάιλι, φεύγοντας από την Ντάντε, αποφάσισε ότι ο Νικολό θα πρέπει να ήταν ήδη στο σπίτι και να την περίμενε. Κι όταν θα έφτανε εκεί, θα τον ανάγκαζε να της δώσει εξηγήσεις για όσα είχε διαβάσει στον καταραμένο φάκελο που τώρα κρατούσε κάτω απ’ τη μασχάλη της. Θα πρέπει να υπήρχε κάποια εξήγηση πέρα από την προφανή. Δεν μπορεί να ήταν αυτή που περιγραφόταν στις σελίδες του φακέλου. Δεν ήταν δυνατόν. Προς μεγάλη της απογοήτευση, στο σπίτι βρήκε μόνο τον Μπρούτους, που φάνηκε να διαισθάνεται την απόγνωσή της. Την ακολουθούσε κλαψουρίζοντας σιγανά καθώς εκείνη τριγυρνούσε από δωμάτιο σε δωμάτιο, προσπαθώντας ν’ αποδεχτεί τα όσα είχε μάθει. Άκουσε το κουδούνι της εξώπορτας να χτυπάει και, για μια στιγμή, η καρδιά της φτερούγισε από χαρά. Ο Νικολό. Είχε επιστρέψει. Ύστερα επικράτησε η λογική της. Ο σύζυγός της θα χρησιμοποιούσε το κλειδί του. Άφησε τον Μπρούτους στο γραφείο, πήγε στην πόρτα, άνοιξε κι αντίκρισε έκπληκτη μια γυναίκα να την κοιτάζει ανυπόμονα. «Καιρός ήταν», είπε η άγνωστη και μπήκε. «Ξέρεις πόσο καιρό μού πήρε να σε εντοπίσω; Τελικά βρήκα τη διεύθυνσή σου απ’ το νοσοκομείο, παρ’ όλο που δε μου είπαν τι στο καλό έκανες εκεί». «Ποια...» άρχισε να λέει η Κάιλι, όμως δίστασε. Κοίταξε καλύτερα την άγνωστη γυναίκα. Ήταν εντυπωσιακά όμορφη, ξανθιά, έδειχνε γύρω στα τριάντα οκτώ, αν και η σκληράδα στα προσεκτικά βαμμένα μάτια και χείλη της μαρτυρούσε πως ήταν λίγο μεγαλύτερη. Είχαν το ίδιο ύψος και η βασική διαφορά ανάμεσά τους ήταν οι κάπως μεγαλύτερες καμπύλες της άγνωστης στα στήθη και την περιφέρεια. Είχε τα ξανθά σγουρά μαλλιά της κομμένα κοντά, έτσι που τόνιζαν τα όμορφα χαρακτηριστικά του προσώπου της και τα λαμπερά γαλανά της μάτια. Απ’ το μυαλό της Κάιλι πέρασε μια πιθανότητα που ευχόταν ν’ ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. «Καταλαβαίνω ότι η ερώτησή μου θα ακουστεί παράξενη, όμως... είσαι η μητέρα μου;» ρώτησε ενώ πάλευε να συγκρατήσει τη συγκίνησή της. Η όμορφη ξανθιά ύψωσε τα φρύδια της. «Έχεις χάσει το μυαλό σου; Φυσικά και είμαι η μητέρα σου». «Ω, Θεέ μου». Η Κάιλι την αγκάλιασε δακρυσμένη. Το είχε ανάγκη αυτό, είχε ανάγκη να πάει κάτι καλά εκείνη τη μέρα. «Ω, μαμά, δε φαντάζεσαι πόσο χαίρομαι που σε γνωρίζω». «Τώρα ξέρω ότι έχεις χάσει το μυαλό σου», είπε η μητέρα της και τραβήχτηκε από την αγκαλιά της. «Τι στο καλό εννοείς ότι χαίρεσαι που με γνωρίζεις; Και, ω, τι φρίκη, πότε άρχισες να με φωνάζεις ‘‘μαμά’’; Λέγε με Λέισι, αχάριστο παλιόπαιδο. Τώρα, πού είναι το καταραμένο το κολιέ;» Η Κάιλι έκανε ένα βήμα πίσω. «Σε... σε λέω Λέισι;» «Αν δε συνέλθεις θα σε χαστουκίσω, έστω και μόνο για να ξαναβρείς τα λογικά σου. Ειλικρινά, Κάιλι. Τι είχες στο μυαλό σου; Τι σε έκανε να πιστέψεις έστω και για μια στιγμή πως θα μπορούσες να τη γλιτώσεις;» «Να τη γλιτώσω;» Η Κάιλι κούνησε το κεφάλι της. «Δεν καταλαβαίνεις. Έπαθα ένα ατύχημα. Έχασα τη μνήμη μου. Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάς». Παρακολούθησε έντρομη τη Λέισι να βάζει τα γέλια. «Ω, καλό κι αυτό. Δεν αφήνεις ούτε στιγμή τα κόλπα σου, έτσι; Λοιπόν; Έλα». Η Λέισι δίπλωσε τα μπράτσα στο στήθος και την κοίταξε ανυπόμονα. «Εξήγησέ μου το τελευταίο κόλπο σου. Είμαι όλο αυτιά». Η Κάιλι την κοιτούσε φρίττοντας. Δεν πίστευε την ίδια της την κόρη; Από την άλλη, βέβαια, αν οι πληροφορίες στο φάκελό της ήταν ακριβείς, γιατί να την πιστέψει; «Δεν καταλαβαίνεις. Μιλάω σοβαρά. Δε θυμάμαι ούτε εσένα ούτε το παρελθόν μου ούτε τίποτε άλλο». «Ω, κακομοίρα μου». Η Λέισι την κοίταξε δήθεν με κατανόηση προτού αρχίσει να γελάει. «Οφείλω να σου το αναγνωρίσω, γλυκιά μου, είσαι πολύ καλή. Έχω αρχίσει να το απολαμβάνω ακόμα κι εγώ, πράγμα σχεδόν απίστευτο αν σκεφτείς με τι διά-θεση ήρθα εδώ». Βρέθηκε στο πλάι της Κάιλι και την έπιασε αγκαζέ. «Τώρα, δεν είναι σωστό να κρατάς τη μητέρα σου στο χολ. Γιατί δε μου δείχνεις το σπίτι;» Η διαίσθηση της Κάιλι την προειδοποιούσε να μην το κάνει. «Γιατί δεν πάμε στο καθιστικό;» πρότεινε. «Ίσως σου δείξω το σπίτι όταν θα έρθει ο Νικολό. Τον περιμένω από στιγμή σε στιγμή». «Ο Νικολό;» «Ο σύζυγός μου». Η Λέισι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Παντρεύτηκες;» «Πάει σχεδόν ένας μήνας τώρα». Η Κάιλι έδειξε προς τον καναπέ. «Θέλεις κάτι να πιεις;» «Το συνηθισμένο. Κάν’ το διπλό». «Και ποιο είναι αυτό το συνηθισμένο;» Η Λέισι ανασήκωσε τους ώμους της. «Θα έπρεπε να το ξέρω ότι είσαι πολύ καλή για να την πατήσεις έτσι. Διπλό ουίσκι. Σκέτο». Περίμενε μέχρι να τη σερβίρει η Κάιλι κι ύστερα έσκυψε μπροστά και την κοίταξε σαν να ήθελε να την καλοπιάσει. «Έλα τώρα, Κάιλι. Μίλησέ μου. Μπορώ να παίξω όποιο ρόλο θέλεις. Πες μου μόνο τι συμβαίνει, για να μην κάνω κανένα λάθος». Η Κάιλι κοίταξε τη μητέρα της σαν να μην πίστευε στ’ αυτιά της. Αν ήταν αυτός ο τρόπος ζωής της πριν τη χτυπήσει το ταξί, δεν ήταν παράξενο που δεν ήθελε να θυμηθεί. Πώς άντεχε τον εαυτό της; Πώς δικαιολογούσε μια τέτοια ανήθικη συμπεριφορά; «Δεν πρόκειται γι’ απάτη. Με χτύπησε ένα ταξί και έχω πάθει κάτι που λέγεται μετατραυματική αμνησία». Η Λέισι κούνησε το χέρι της σαν να μην είχε σημασία. «Τέλος πάντων. Πες μου τουλάχιστον ποιος είναι ο στόχος σου». Ο στόχος της. Κάθε λέξη που ξεστόμιζε η μητέρα της επιβεβαίωνε τις πληροφορίες του φακέλου. Φρικτές, αποτρόπαιες πληροφορίες, που συμπεριλάμβαναν τα ονόματα των ανθρώπων που είχε εξαπατήσει και τα ποσά που τους είχε αποσπάσει. «Δεν υπάρχει κανένας στόχος», είπε μουδιασμένα. «Μόνο ο σύζυγός μου». Η Λέισι κροτάλισε τα δάχτυλά της. «Σωστά. Ο σύζυγος. Αυτό το κόλπο έχω καιρό να το κάνω. Πολύ μπερδεμένο». Έκανε νόημα στην Κάιλι να συνεχίσει. «Λοιπόν; Πώς τον λένε;» «Νικολό Ντάντε». «Ντάντε;» Η Λέισι τινάχτηκε όρθια. «Ντάντε; Έχεις τρελαθεί; Πιστεύεις ότι θα καταφέρεις να εξαπατήσεις έναν Ντάντε;» «Έχω βαρεθεί να σου το λέω», είπε η Κάιλι κουρασμένα. «Δεν πρόκειται...» «Γι’ απάτη. Σωστά». Η Λέισι άφησε το ποτήρι της με τόση δύναμη στο τραπεζάκι του καφέ, που το κρύσταλλο κουδούνισε. Ύστερα πήρε την τσάντα της. «Εγώ πάντως δε θέλω να έχω καμιά σχέση μ’ αυτή την ιστορία, ό,τι κι αν είναι».


«Απάντησέ μου μόνο σε μια ερώτηση». Η Κάιλι πήρε το φάκελο που είχε βρει στο γραφείο του Νικολό. Τον άνοιξε, έβγαλε μια σελίδα και την έδωσε στη Λέισι. «Αναγνωρίζεις αυτά τα ονόματα; Είναι σωστές αυτές οι πληροφορίες; Εξαπάτησα όλους αυτούς τους ανθρώπους;» Η Λέισι, με φανερή απροθυμία, άφησε στην άκρη την τσάντα της και πήρε το χαρτί. Το κοίταξε και, όσο διάβαζε, τόσο χλόμιαζε. «Τι στο καλό είχες στο μυαλό σου και κάθισες και τα έγραψες όλα αυτά;» μούγκρισε. «Έχεις ιδέα σε τι μπελάδες μπορείς να μας μπλέξεις;» «Το μόνο που θέλω να ξέρω είναι αν αυτές οι πληροφορίες είναι ακριβείς. Τα έκανα όλα αυτά τα πράγματα;» Η Λέισι σηκώθηκε κι έδωσε τη λίστα πίσω στην Κάιλι. «Αυτό ήταν. Δεν ξέρω τι προσπαθείς να πετύχεις, εγώ όμως δε θέλω να έχω καμία σχέση. Σου προτείνω να κάψεις αυτό το χαρτί, πριν σε συνδέσει κανείς μ’ αυτό. Στο μεταξύ, φεύγω από δω». Άπλωσε το χέρι της. «Δώσε μου απλά το κολιέ και θα εξαφανιστώ». Η Κάιλι πάγωσε. Πάλι τα ίδια. Το κολιέ. Χωρίς αμφιβολία επρόκειτο για το ίδιο κολιέ στο οποίο αναφερόταν ο Φέρελ. Δίπλωσε προσεκτικά στα τέσσερα τη λίστα και την έβαλε στην τσέπη της. «Ποιο κολιέ;» «Σταμάτα τα παιχνίδια», είπε η Λέισι παγερά. «Το κολιέ του παππού σου του Κάμερον με το διαμάντι της φωτιάς». «Δηλαδή... δηλαδή υπάρχει στ’ αλήθεια κολιέ;» «Φυσικά και υπάρχει στ’ αλήθεια κολιέ. Λέγε... Πού είναι;» «Δεν έχω ιδέα». Η Κάιλι άρχισε να γελάει. «Ίσως όταν θα ξαναβρώ τη μνήμη μου να το θυμηθώ κι αυτό». «Το μενταγιόν». Η οργή της Λέισι έδωσε τη θέση της στην πονηριά. «Αν δεν έχεις το κολιέ πάνω σου, θα υπάρχει κρυμμένο στο μενταγιόν το κλειδί μιας θυρίδας». Η Κάιλι γλίστρησε την παλάμη της κάτω από την μπλούζα της και τα δάχτυλά της έκλεισαν προστατευτικά γύρω από την ασημένια καρδιά. «Ώστε λοιπόν δεν είμαι παρά μία απατεώνισσα. Και μάλιστα ιδιαίτερα πανούργα. Υπέροχα». Θυμήθηκε με πόνο πόσο είχε πληγωθεί όταν ο Νικολό την είχε πληροφορήσει ότι δεν είχε στενή σχέση με τη μητέρα της. Πόσο είχε λαχταρήσει τους στενούς οικογενειακούς δεσμούς που ένωναν τους Ντάντε. Εκείνη τη στιγμή θα έδινε σχεδόν τα πάντα για να ήταν ορφανή. «Σε πληροφορώ ότι δεν έχω ιδέα πώς ν’ ανοίξω το μενταγιόν». «Ω, θα σταματήσεις επιτέλους να παριστάνεις ότι πάσχεις από αμνησία; Καλά με δούλευες νωρίτερα, όμως αρκετά». Η Λέισι έκανε ένα ακόμα βήμα προς την Κάιλι. Η έκφρασή της ήταν βλοσυρή, αποφασισμένη. «Δώσε μου το μενταγιόν. Θα το ανοίξω εγώ». «Δε σου δίνω τίποτα». «Είσαι τόσο ανόητη! Νομίζεις ότι εγώ δε σκέφτηκα χρόνια πριν να εξαπατήσω τους Ντάντε; Μάλλον ήμουν πιο λογική απ’ ό,τι εσύ. Τουλάχιστον ήξερα ότι δεν είχε νόημα να το προσπαθήσω, αν και οφείλω να ομολογήσω ότι η αμνησία δίνει στο πράγμα μια ενδιαφέρουσα τροπή». «Δεν είναι...» «Κάιλι, είμαι μητέρα σου», είπε η Λέισι. «Δεν μπορείς να με κοροϊδέψεις. Τώρα θέλω το κλειδί. Δώσε μου το, διαφορετικά ορκίζομαι ότι θα σου το πάρω με τη βία. Δεν παίζω. Δε θέλω να είμαι εδώ όταν ο Ντάντε ανακαλύψει ότι παριστάνεις πως έχεις αμνησία ώστε να τον εξαπατήσεις». «Φοβάμαι ότι είναι πολύ αργά γι’ αυτό», είπε ο Νικολό μπαίνοντας στο δωμάτιο, με τον Μπρούτους ν’ ακολουθεί. «Φαίνεται ότι ο Ντάντε ανακάλυψε την αλήθεια λίγο νωρίτερα απ’ ό,τι περιμένατε».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Ο Νικολό χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη την αυτοκυριαρχία του για να ελέγξει την οργή του. Η Κάιλι και η μητέρα της γύρισαν και οι δύο και τον κοίταξαν. Ήταν κι οι δύο ανήσυχες και έμοιαζαν εκπληκτικά. Η μόνη διαφορά τους ήταν ότι στα χαρακτηριστικά της Κάιλι δεν υπήρχε η πικρόχολη πανουργία που ήταν τόσο έντονη στο πρόσωπο της μητέρας της. Εκεί βρισκόταν η απληστία που είχε αναζητήσει στο πρόσωπο της Κάιλι κατά τη διάρκεια της πρώτης τους επίσκεψης στο Ντάντε’ς Εξκλούσιβ. Η πονηριά. Ο εγωισμός. Τελικά κατάφερνε να δει αυτά που η Κάιλι είχε προσπαθήσει τόσο σκληρά να του κρύψει. Αρκούσε να κοιτάξει τη μητέρα της για να τα ανακαλύψει. Ο Μπρούτους δίπλα του κοίταξε τη νεοφερμένη και γρύλισε σιγανά, πράγμα που έκανε τη Λέισι να οπισθοχωρήσει βιαστικά. «Μου ζήτησες να σου πω την αλήθεια, Κάιλι». Ο Νικ έβγαλε το σακάκι του κοστουμιού του και το πέταξε σε μια πολυθρόνα. «Δε μου είχε περάσει απ’ το μυαλό ότι θα μου την πρόσφερες εσύ». «Όχι, Νικολό». Το πρόσωπο της Κάιλι ήταν άσπρο σαν πανί, όπως και στη διάρκεια της παραμονής της στο νοσοκομείο, πράγμα που έκανε τον Νικ ν’ ανησυχήσει άθελά του. «Παρεξήγησες τα λόγια μας». Εκείνος δεν την άφησε να συνεχίσει. «Άσε το θέατρο, Κάιλι. Δεν είμαι ούτε κουφός ούτε ανόητος. Κατάλαβα κάθε λέξη που είπε η... μητέρα σου;» Ύψωσε τα φρύδια του και κοίταξε τη Λέισι, σαν να της ζητούσε να επιβεβαιώσει το συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει. «Λέισι Ο’Ντελ», είπε εκείνη παγερά. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, με το χέρι προτεταμένο, όμως σταμάτησε όταν ο Μπρούτους γρύλισε απειλητικά. Κατέβασε το χέρι της επιφυλακτικά κι ο Νικολό πρόσεξε με κάποια ικανοποίηση ότι της χρειάστηκαν μερικές στιγμές για να ξαναβρεί την αυτοπεποίθησή της. «Λέγε με Λέισι». Ο Νικ συνέχισε να απευθύνεται στην Κάιλι ενώ ταυτόχρονα έλυνε τη γραβάτα του. «Κατάλαβα κάθε λέξη που είπε η Λέισι. Προσποιόσουν ότι πάσχεις από αμνησία με σκοπό να μας εξαπατήσεις και ν’ αρπάξεις ένα μερίδιο από το ορυχείο των Ντάντε». «Σε προειδοποίησα», είπε η Λέισι στην Κάιλι κι ύστερα κάρφωσε τον Νικ με το βλέμμα της. Εκείνος πρόσεξε πόσο παγερά ήταν τα γαλανά μάτια της κι ότι δεν είχαν ίχνος της καλοσύνης –και του πάθους– που έλαμπαν στα μάτια της κόρης της. Ίσως η διαφορά μεταξύ τους οφειλόταν στο ότι η Λέισι είχε στο ενεργητικό της πολύ περισσότερα χρόνια απατεωνιάς. Ίσως έτσι να γινόταν και η Κάιλι σε μερικά χρόνια, αν ακολουθούσε τον ίδιο δρόμο. «Υποθέτω ότι είσαι ο Νικολό Ντάντε, ο σύζυγος της Κάιλι». «Έτσι σου είπε;» Η Λέισι δίστασε και η έκφρασή της γέμισε απογοήτευση. «Ακόμα ένα ψέμα;» Ο Νικ έβγαλε τη γραβάτα του και ξεκούμπωσε το γιακά του πουκαμίσου του, που τον έπνιγε. «Αυτή τη φορά το ψέμα ήταν δικό μου. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι εξαπάτησα έναν απατεώνα». Η Κάιλι κράτησε την ανάσα της. Δεν πίστευε στ’ αυτιά της. «Όχι. Όχι! Δεν είναι δυνατόν! Πες μου ότι δεν είπες ψέματα γι’ αυτό, Νικολό». Τον κοίταξε ικετευτικά, με απόγνωση. «Οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό». Ο Νικολό την κοίταξε στα μάτια χωρίς να πει λέξη. Απλά περίμενε. Η Κάιλι ήξερε την αλήθεια. Ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι δεν ήταν παντρεμένοι. Και είχε αποφασίσει να συμμετάσχει στη φάρσα του. Χωρίς αμφιβολία η παράσταση που έδινε εκείνη τη στιγμή ήταν για τα μάτια της μητέρας της. Τελικά θα του εξηγούσε γιατί είχε ξεκινήσει αυτό το παιχνίδι και τι ήλπιζε να κερδίσει απ’ αυτό. Στο μεταξύ εκείνος είχε σταματήσει να παίζει. Η Κάιλι, βλέποντάς τον να παραμένει σιωπηλός, έκλεισε τα μάτια της σαν να παραδιδόταν. Η έκφρασή της κομμάτιασε την καρδιά του, όσο κι αν ήταν σίγουρος ότι δεν ήταν παρά ακόμα ένα κόλπο. Χρειάστηκαν αρκετές στιγμές για να βρει τη δύναμη να τον κοιτάξει και πάλι. Όταν το έκανε, τα μάτια της ήταν σκοτεινά από πόνο. «Δεν είμαστε παντρεμένοι; Όλα εκείνα τα ρομαντικά ραντεβού για τα οποία μου μιλούσες, ο γάμος δίπλα στη θάλασσα, τίποτα απ’ όλα αυτά δε συνέβη ποτέ;» ρώτησε, κι όταν ο Νικ δεν απάντησε, έφερε το χέρι της που έτρεμε στα χείλη της. «Ήταν όλα ψέματα; Όλα; Οι βόλτες στην πόλη. Η επίσκεψη στο Ντάντε’ς Εξκλούσιβ. Ω, Θεέ μου, οι διακοπές μας στο Ντεσέος. Όλες εκείνες οι υπέροχες ρομαντικές νύχτες στο Ντεσέος δεν ήταν παρά ένα παιχνίδι για σένα;» Ο Νικ δεν κοίταξε ούτε εκείνη ούτε τη μητέρα της. «Απ’ ό,τι φαίνεται, λέγαμε κι οι δύο ψέματα, έτσι δεν είναι, Κάιλι;» Όμως ούτε αυτό ήταν η απόλυτη αλήθεια. Επειδή υπήρχαν φορές που θα ορκιζόταν ότι ανάμεσά τους υπήρχε μόνο ειλικρίνεια. «Χωρίς αμφιβολία, στην Κόλαση θα υπάρχει ένα μέρος κρατημένο ειδικά για μας τους δύο». «Όχι! Δε σε πιστεύω. Κάποια απ’ όλα αυτά θα πρέπει να ήταν αλήθεια». Ο Νικ, διαπιστώνοντας με πόνο ότι η Λέισι διασκέδαζε με τη σκηνή που εκτυλισσόταν μπροστά της, δεν άφησε την Κάιλι να συνεχίσει. Δεν ήθελε να θυμάται τίποτα απ’ όλα αυτά, δεν ήθελε να θυμάται πόσο ανόητα είχε φερθεί. Και, ειδικά, αρνιόταν να σκέφτεται το Ντεσέος. «Αρκετά. Άφησε τους μελοδραματισμούς, εντάξει; Το κέρδισες το Όσκαρ σου. Πίστεψα πραγματικά ότι είχες πάθει αμνησία, έστω και για μερικές μόλις βδομάδες». Η Λέισι αναστέναξε. «Αυτή είναι η κόρη μου», είπε με δήθεν απόγνωση και κατανόηση. «Η μια απάτη ακολουθεί την άλλη». Ο Νικ γύρισε και την κοίταξε. «Κατά μάνα κατά κύρη;» Η Λέισι πάγωσε και σήκωσε το πιγούνι της περιφρονητικά. «Κάθε άλλο. Αφού άκουσες τη συζήτησή μας θα πρέπει να με άκουσες να λέω ότι δεν ήθελα να έχω καμία σχέση με την απάτη της Κάιλι, όποια κι αν ήταν αυτή». «Πολύ ηθικό εκ μέρους σου», είπε ο Νικολό κοφτά. «Θα είχα εντυπωσιαστεί περισσότερο αν δε σε είχα ακούσει να λες επίσης ότι δεν είσαι τόσο ανόητη ώστε να προσπαθήσεις να εξαπατήσεις τους Ντάντε. Ωστόσο χειροκροτώ την εξυπνάδα σου, όπως και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που σε διακρίνει». Η Λέισι είχε το θράσος να του κλείσει το μάτι. «Σ’ ευχαριστώ». Ο Νικ έβγαλε τα μανικετόκουμπά του, τα έβαλε στην τσέπη και σήκωσε τα μανίκια του. Όλη αυτή την ώρα, είχε το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της. «Έτσι από περιέργεια, τι γίνεται με τους άλλους;» «Ποιους άλλους;» Η Λέισι έμεινε ακίνητη και ύγρανε τα χείλη της με την άκρη της γλώσσας της. Ήταν η ίδια προδοτική, ασυναίσθητη κίνηση που του είχε δώσει να καταλάβει ότι η Κάιλι του έλεγε ψέματα στο Λε Πρεμιέρ, τόσες βδομάδες νωρίτερα. «Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάς». «Μιλάω για τους υπόλοιπους άντρες που έχεις εξαπατήσει τόσα χρόνια». Όσο κι αν φάνταζε αδύνατον, το βλέμμα της Κάιλι έγινε ακόμα πιο παγερό. «Χμμ... Δε νομίζω ότι μου αρέσει η τροπή που παίρνει αυτή η συζήτηση. Γι’ αυτό, αν δε σας πειράζει, θα προτιμήσω να μη συμμετάσχω άλλο». Πήγε στον καναπέ, πήρε την τσάντα της και κοίταξε την Κάιλι. «Νομίζω ότι έχεις κάτι να μου δώσεις». Ο τόνος της φωνής της έκανε τον Μπρούτους να σπεύσει να υπερασπιστεί την Κάιλι. Βρέθηκε ανάμεσα στις δυο γυναίκες τόσο επιθετικός και τρομακτικός όσο ο Νικολό δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ. Η Λέισι, με ένα πνιχτό βογκητό, οπισθοχώρησε μερικά βήματα.


Η Κάιλι άπλωσε το χέρι της και ηρέμησε το σκυλί. «Δεν έχω τίποτα για σένα. Έχω, Μπρούτους;» Ο σκύλος γάβγισε κοφτά, σαν να έλεγε πως έτσι ήταν, κάνοντας τη Λέισι να κατευθυνθεί βιαστικά προς την πόρτα. Μόλις θεώρησε ότι βρισκόταν σε απόσταση ασφαλείας απ’ το σκυλί, άνοιξε το στόμα της να διαφωνήσει, όμως μια ματιά στον Νικολό την έκανε να το ξανασκεφτεί. Προφανώς θα έδειχνε εξίσου απειλητικός με το σκυλί του. Ήταν μια παρηγορητική σκέψη. «Το θέμα δεν έχει κλείσει», είπε η Λέισι προειδοποιητικά. «Κάθε άλλο». Μ’ αυτά τα λόγια βγήκε απ’ το δωμάτιο με τον Μπρούτους να την ακολουθεί, πράγμα που χωρίς αμφιβολία εξηγούσε γιατί τα τακούνια της ακούγονταν να διασχίζουν τόσο βιαστικά το χολ. Μερικές στιγμές αργότερα η εξώπορτα άνοιξε κι έκλεισε με δύναμη. Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά και αποπνικτική. Ο Νικολό έβλεπε την Κάιλι να αγωνίζεται να βρει τις κατάλληλες λέξεις να του μιλήσει. Τον καλύτερο τρόπο να του εξηγήσει τα όσα είχε ακούσει. Δεν της έδωσε την ευκαιρία να προετοιμάσει τη στρατηγική της. Πήγε κοντά της. Πρόσεξε την επιφυλακτικότητα στο βλέμμα της. «Πότε ξαναβρήκες τη μνήμη σου; Ή μήπως δεν την είχες χάσει ποτέ;» Εκείνη σήκωσε περήφανα το πιγούνι της. «Έχω χάσει τη μνήμη μου. Συνεχίζω να μη θυμάμαι τίποτα πριν το ατύχημα, παρά τα όσα πιστεύετε εσύ και η μητέρα μου». Ο Νικ δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Το γέλιο του ήταν τραχύ, γεμάτο δυσπιστία. «Ναι, καλά». Είδε την Κάιλι να τον κοιτάζει στα μάτια, χωρίς αμφιβολία ψάχνοντας το ρήγμα στην πανοπλία του, ένα ρήγμα που εκείνος από δω και πέρα θα φρόντιζε να μην ξαναβρεί ποτέ. «Δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσα να σου πω για να σε πείσω ότι δεν προσποιούμαι πως έχω αμνησία, έτσι δεν είναι;» «Τίποτα απολύτως». Τον κοίταξε κουρασμένα. «Πολύ καλά, Νικολό. Όπως θέλεις. Λέω ψέματα για όλα. Παριστάνω ότι έχω αμνησία. Πες μου τι κέρδισα. Ποιο είναι το βραβείο της παρηγοριάς που πρόκειται να πάρω;» Ο Νικ δίστασε. «Τι είναι αυτά που λες;» «Θα πρέπει να έχω κάποιο λόγο που παριστάνω ότι έχω χάσει τη μνήμη μου». Η Κάιλι άνοιξε τα χέρια της. «Πες μου τι θα ήταν δυνατόν να κερδίσω από αυτή την παράσταση». «Το μισό ορυχείο των Ντάντε. Σου αρκεί; Θέλω να πω, αυτός ήταν ο αρχικός σκοπός της απάτης σου όταν συναντηθήκαμε στο Λε Πρεμιέρ, σωστά;» «Για χάρη της συζήτησης, ας πούμε πως ναι. Έπιασε το κόλπο;» «Το ξέρεις πως όχι». «Γιατί;» Ο Νικ συνοφρυώθηκε σκεφτικός. «Τι παιχνίδι παίζεις τώρα, Κάιλι;» «Απάντησε απλά στην ερώτησή μου. Γιατί δεν πέτυχε;» «Επειδή τα επιχειρήματά σου εκείνη τη μέρα δεν ήταν λογικά. Είχες όλα τα απαραίτητα έγγραφα συγκεντρωμένα, όμως δεν ήταν λογικό το ότι η οικογένειά σου περίμενε τόσα χρόνια για να προβάλει τις διεκδικήσεις της». «Χα! Σωστό αυτό». Η Κάιλι έδινε την εντύπωση ότι δεν έμπαινε κατευθείαν στο θέμα, αν και ο Νικ δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί το έκανε αυτό. «Εντάξει λοιπόν, προσπάθησα να σε εξαπατήσω στην πρώτη μας συνάντηση στο Λε Πρεμιέρ και δεν τα κατάφερα. Λογικά, ποιο θα έπρεπε να ήταν το επόμενο βήμα μου;» «Να το σκάσεις πριν κινηθώ νομικά ή εμπλέξω την αστυνομία». «Και γιατί δεν το έκανα; Τι θα μπορούσα να κερδίσω παριστάνοντας ότι έχω αμνησία;» «Να βρεις έναν τρόπο να μπεις στη ζωή μου». «Και πάλι... με τι σκοπό; Να βγάλω χρήματα; Ούτε σου ζήτησα ούτε μου έδωσες. Το σεξ; Καλός λόγος, το παραδέχομαι, όμως δεν άξιζε τις συνέπειες όταν θα ανακάλυπτες την απάτη. Γιατί λοιπόν να πάρω τέτοιο ρίσκο; Θα έπρεπε να ξέρω ότι θα έπαιρνες τα προσεκτικά μέτρα που πήρες και ότι θα προσλάμβανες κάποιον ιδιωτικό ντετέκτιβ να ερευνήσει το παρελθόν μου. Αν παρίστανα ότι πάσχω από αμνησία». Ο Νικ δίπλωσε τα μπράτσα στο στήθος. «Εσύ θα μου πεις. Τι θα μπορούσες να κερδίσεις παριστάνοντας ότι έχεις χάσει τη μνήμη σου;» «Εδώ είναι ο κόμπος». Για μια στιγμή τα μάτια της Κάιλι έλαμψαν σαν να το διασκέδαζε, κι ύστερα το βλέμμα της σκοτείνιασε με ένα μελαγχολικό τρόπο που ράγισε την καρδιά του Νικ. «Δεν έχω ιδέα. Ίσως σε ερωτεύτηκα την πρώτη φορά που με άγγιξες. Απόδωσέ το στον Κεραυνό, αν αυτό σε βοηθάει. Ίσως ήθελα για μερικές μέρες, για μερικές πολύτιμες βδομάδες, να ζήσω φυσιολογικά. Χωρίς απάτες. Χωρίς κόλπα. Απλά σαν μια γυναίκα ερωτευμένη με έναν άντρα, χωρίς απώτερους σκοπούς». Ο Νικ έβαλε τα δυνατά του να μην αφήσει να φανεί πόσο τον είχαν επηρεάσει τα λόγια της. «Και τώρα;» Η Κάιλι χαμήλωσε το κεφάλι της σαν να σκεφτόταν τις επιλογές της. Έβαλε το χέρι στην τσέπη και τα δάχτυλά της έκλεισαν γύρω από κάτι που έτριξε. Έμεινε ακίνητη και σιωπηλή, ενώ η εναλλαγή των συναισθημάτων στην έκφρασή της μαρτυρούσε τη μάχη που γινόταν μέσα της. Και τότε ήταν που συνέβη. Σήκωσε το βλέμμα της αργά κι ο Νικ είδε την πλεονεξία να λάμπει όλο και πιο έντονα στο βλέμμα της, είδε το πρόσωπό της να παίρνει εκείνη τη σκληρή έκφραση που χαρακτήριζε τη Λέισι. Κατόρθωσε ακόμα και να μιμηθεί το φιλήδονο χαμόγελο της μητέρας της, ενώ η άκρη της γλώσσας της ύγραινε προκλητικά τα σαρκώδη χείλη της. «Φαντάζομαι ότι οι σύντομες διακοπές μου απ’ την πραγματικότητα πήραν τέλος», γουργούρισε. «Ήταν μια διασκεδαστική εμπειρία. Απέκτησα μερικά ακριβά ρούχα με το κόλπο μου, για να μην αναφέρω το ταξίδι σ’ ένα παραδεισένιο νησί. Φυσικά το πράγμα δεν τελείωσε τόσο καλά όσο είχα ελπίσει. Ας πούμε όμως ότι αυτό δεν ήταν παρά μια κακοτυχία κι ας προχωρήσουμε». «Κάιλι, τι...» «Μη», είπε εκείνη κοφτά και η παγερή έκφρασή της χάθηκε για μια στιγμή που μαρτυρούσε πολλά. «Το κόλπο μου δε θα μπορούσε ποτέ να πετύχει, Νικολό. Θα πρέπει να το κατάλαβες απ’ τη στιγμή που διάβασες το φάκελό μου. Αν δοκιμάζαμε να ζήσουμε κάτι περισσότερο από μια σύντομη περιπέτεια, η φήμη μου θα κατέστρεφε το όνομα των Ντάντε. Απλά, άφησέ με να φύγω. Είναι καιρός πια να επιστρέψω στην παλιά μου ζωή». Είχε δίκιο και ο Νικ το ήξερε. «Πολύ καλά. Δεν έχει νόημα να το τραβάμε περισσότερο». Η Κάιλι, χωρίς να πει τίποτε άλλο, κατευθύνθηκε προς το χολ. Πήρε την τσάντα της από το τραπεζάκι που την είχε αφήσει. Τα δάχτυλά της έκλεισαν γύρω από το πόμολο της εξώπορτας και δίστασε για μια στιγμή. «Εκτιμώ το ότι με φρόντισες μετά το ατύχημά μου». Ο Νικολό ακούμπησε στην αψίδα ανάμεσα στο χολ και το καθιστικό. «Πριν φύγεις, απάντησε σε μια ερώτηση». Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της χωρίς να γυρίσει. «Φυσικά». «Ήταν τίποτε απ’ όσα ζήσαμε αληθινό;» Η Κάιλι γύρισε και τον κοίταξε, αλλά το μόνο που μπόρεσε να δει εκείνος ήταν τη Λέισι να τον κοιτάζει μέσα από τα μάτια της Κάιλι. «Ρωτάς... αν σε αγάπησα;» «Λοιπόν;» Οι κινήσεις της Κάιλι έγιναν πιο αργές, μέχρι που έμεινε ακίνητη σαν πουλί που καθόταν στη φωλιά του. Ύγρανε τα χείλη της. «Λυπάμαι, Ντάντε. Υποθέτω ότι εκείνη τη μέρα στο Λε Πρεμιέρ ο Κεραυνός είχε κάποιο πρόβλημα. Το πράγμα δε δούλεψε ποτέ, τουλάχιστον απ’ την πλευρά μου. Μπορεί να ήταν


διασκεδαστικό. Όμως δεν ήταν αληθινή αγάπη», είπε και, μ’ αυτά τα λόγια, άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω της, ο Μπρούτους κλαψούρισε αναστατωμένος. «Κι εγώ έτσι νιώθω, φιλαράκο», ψιθύρισε ο Νικολό. «Έτσι ακριβώς». *

Η Κάιλι δεν κατάφερε ποτέ να θυμηθεί τις ώρες που ακολούθησαν την αποχώρησή της από το σπίτι του Νικολό, πού πήγε ή τι έκανε. Δε συνειδητοποίησε πού βρισκόταν, παρά μόνο όταν το σούρουπο έπεσε στην πόλη και έπιασε τον εαυτό της να στέκεται έξω από ένα μικρό ελεεινό ξενοδοχείο στη Μίσιον Ντίστρικτ. Μια γρήγορη ματιά στο πορτοφόλι της αποκάλυψε πεντακόσια δολάρια και δύο πιστωτικές. Χρησιμοποίησε τα πολύτιμα μετρητά της, κρατώντας τη δεύτερη πιστωτική σαν εφεδρεία. Τουλάχιστον είχε πλέον μια στέγη πάνω απ’ το κεφάλι της. Κουλουριάστηκε στο καταθλιπτικό μικρό δωμάτιο που είχε νοικιάσει, κρατώντας σφιχτά το μενταγιόν της, αποφασισμένη να σκεφτεί ένα σχέδιο δράσης. Η ασημένια καρδιά έμοιαζε να καίει τα δάχτυλά της, η αλυσίδα απ’ την οποία κρεμόταν άφηνε το αποτύπωμά της στις παλάμες της, σαν να προσπαθούσε να της μεταδώσει κάποιο μήνυμα. Όμως το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν ο Νικολό. Η έκφρασή του όταν είχε μπει στο καθιστικό, αφού είχε ακούσει τη μητ... όχι, όχι τη μητέρα της. Τη Λέισι. Τη συγκίνηση που είχε δει στο βλέμμα του όταν τη ρωτούσε αν κάτι απ’ όσα είχαν ζήσει τις τελευταίες εβδομάδες ήταν αληθινό. Το ξάφνιασμά του όταν είχε ακούσει το μοναδικό ψέμα που θυμόταν να του έχει πει ποτέ. Άνοιξε την παλάμη της και κοίταξε το μενταγιόν, πιέζοντας αφηρημένα τις ασημένιες λωρίδες που μπλέκονταν μεταξύ τους. Όμως ήταν αναγκασμένη να το κάνει, να του πει ψέματα. Απ’ τη στιγμή που είχε συνειδητοποιήσει τι σήμαιναν τα όσα είχε διαβάσει στο φάκελο, είχε καταλάβει ότι δεν μπορούσε να μείνει. Δεν μπορούσε να επιτρέψει στη σχέση της με τον Νικολό να συνεχιστεί, υποθέτοντας ότι εκείνος θα ήθελε κάτι τέτοιο. Δεν είχε άλλη επιλογή απ’ το να κόψει όλους τους δεσμούς ανάμεσά τους. Ακόμα και αν εκείνος ήταν διατεθειμένος να παραβλέψει το παρελθόν της, εκείνη δε θα μπορούσε να ρισκάρει το ενδεχόμενο να επιστρέψει κάποια στιγμή η μνήμη της και να μεταμορφωθεί σε μια νεότερη εκδοχή της Λέισι. Δεν μπορούσε να ρισκάρει την πιθανότητα να στραφεί ενάντια στον Νικολό και να χρησιμοποιήσει τα πλούτη και τη θέση του για να ωφεληθεί η ίδια. Δεν είχε σημασία το ότι η καρδιά της είχε ραγίσει αφήνοντάς τον. Ύστερα απ’ όσα είχε κάνει, μετά από τόσους ανθρώπους που είχε πληγώσει, το τίμημα ήταν πολύ μικρό. Και, ανεξάρτητα από το πόσο της είχε κοστίσει η θυσία που είχε κάνει, θα συνέχιζε να πληρώνει μέχρι να επανορθώσει όλα τα λάθη του παρελθόντος. Την ίδια στιγμή που πήρε την απόφασή της, μία απ’ τις μικρές ασημένιες λωρίδες γλίστρησε στο πλάι και το μενταγιόν άνοιξε. Κοίταξε έκπληκτη το μικρό κλειδί στο εσωτερικό του. Αν η Λέισι είχε δίκιο, ήταν το κλειδί μιας θυρίδας και, ταυτόχρονα, η λύση στο πρόβλημά της. Γιατί εκείνη η θυρίδα περιείχε το μέσο που θα τη βοηθούσε να αποζημιώσει όλους όσους είχε βλάψει στο παρελθόν. *

«Έχεις τρελαθεί εντελώς;» Ο Νικολό αγριοκοίταξε τον αδελφό του τον Λατζ. «Γιατί μου κάνεις συνεχώς αυτή την ερώτηση;» «Γιατί μου δίνεις συνεχώς αφορμές να σου την κάνω». Ο Λατζ πέρασε τα δάχτυλα απ’ τα μαλλιά του. «Θέλω να πω, σοβαρέψου. Διάβασες το φάκελό της;» «Ναι. Διάβασα το φάκελό της». «Δεν είδες το σημείο που έγραφε ‘‘Απατεώνισσα’’ με μεγάλα κόκκινα γράμματα; Να πάρει, θα ήταν δύσκολο να μην το δεις αφού ο Ρούφιο το είχε γράψει με κεφαλαία!» «Το είδα». Ο Νικολό έτριξε τα δόντια. «Λοιπόν... τι λες; Εξαπάτησε όλους τους άντρες που βρέθηκαν στο δρόμο της, όμως δεν πρόκειται να εξαπατήσει εσένα επειδή είναι η αδελφή ψυχή που σου διάλεξε ο Κεραυνός;» «Αυτός είναι ο ένας λόγος». «Και ο άλλος;» «Έχει αλλάξει. Δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος πια». Ο Λατζ έμεινε με το στόμα ανοιχτό και χρειάστηκε να περάσουν μερικές στιγμές για να καταφέρει να μιλήσει ξανά. «Σίγουρα με κοροϊδεύεις. Δεν το είπες αυτό». Ο Νικ μουρμούρισε κάτι μέσ’ απ’ τα δόντια του. Δεν ήξερε γιατί είχαν χρειαστεί τρεις ολόκληρες ώρες αφότου είχε φύγει η Κάιλι για να συνειδητοποιήσει το αδύνατο σημείο στα ψέματά της. Ίσως οι σκέψεις του να ήταν τόσο συγκεντρωμένες στον ισχυρισμό της ότι δεν τον είχε αγαπήσει –και στο προδοτικό σημάδι που μαρτυρούσε ότι δεν ήταν αληθινός– που δεν είχε καταφέρει να αναλύσει πλήρως τις δηλώσεις της. Ωστόσο, μόλις το είχε κάνει, είχε συνειδητοποιήσει ότι δεν είχε ξαναβρεί τη μνήμη της, γιατί διαφορετικά θα ήξερε ότι ο Κεραυνός δεν τους είχε ποτέ χτυπήσει στο Λε Πρεμιέρ. Με το που είχε συνειδητοποιήσει την αλήθεια, είχε βγει από το σπίτι βιαστικός. Με τον Μπρούτους στο πλευρό του, είχε περάσει όλη τη νύχτα χτενίζοντας την πόλη για να τη βρει, αλλά η Κάιλι είχε εξαφανιστεί σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Ήταν η πρώτη φορά σε όλη του τη ζωή που δεν κατάφερνε να βρει μια διέξοδο από μια δύσκολη θέση. Ήταν καλός στο να λύνει προβλήματα. Ο καλύτερος. Όμως αυτή τη φορά είχε χτυπήσει σε έναν τοίχο, έναν τοίχο που δεν έβρισκε κανέναν τρόπο να προσπεράσει. «Λατζ, δε θυμάται», επέμεινε. «Έχει ακόμα αμνησία». «Πώς μπορείς να το ξέρεις αυτό;» «Επειδή μου είπε κάτι λίγο πριν φύγει. Είπε ότι ο Κεραυνός μας χτύπησε για πρώτη φορά στο Λε Πρεμιέρ. Όμως δεν έγινε έτσι. Νιώσαμε απλά κάποια σπίθα. Ο Κεραυνός δε χτύπησε παρά μόνο όταν της έπιασα το χέρι στο νοσοκομείο». «Ξύπνα. Είναι απατεώνισσα. Δεν έχει αλλάξει. Κι αυτό που είπε δεν το είπε κατά λάθος, αλλά επίτηδες, με την ελπίδα ότι θα το σκεφτόσουν και θα έπεφτες στην παγίδα της. Και να πάρει, Νικολό, έπεσες με τα μούτρα, έτσι δεν είναι;» «Αν είναι ακόμα απατεώνισσα, τότε ναι, την πάτησα. Και θα συνεχίσω να την πατάω μέχρι που θα γεράσω και θα είμαστε παντρεμένοι πενήντα πέντε χρόνια όσο ο παππούς και η γιαγιά». Ο Νικ έσκυψε μπροστά με αποφασιστικό βλέμμα. «Θα τη βρω, Λατζ. Και τότε θα την παντρευτώ. Θα φέρει στον κόσμο τους γιους μου –και λέω γιους επειδή, με εξαίρεση την ξαδέλφη μας την Τζιάνα, όλα δείχνουν ότι οι άντρες της οικογένειάς μας μοιάζουν ανίκανοι να αποκτήσουν κόρες. Θα κάνουμε τέσσερα παιδιά, σε περίπτωση που σ’ ενδιαφέρει. Και όποιος έχει πρόβλημα μ’ αυτό μπορεί να το συζητήσει πρώτα με τη δεξιά γροθιά μου και ύστερα με την αριστερή». Κοίταξε γύρω του έτοιμος για καβγά και είδε έκπληκτος τον Σεβ και τον Μάρκο να νεύουν επιδοκιμαστικά. Ακόμα καλύτερη ήταν η έκφραση του παππού του, που τον κοιτούσε σαν να του πρόσφερε την αμέριστη συμπαράστασή του. «Όλοι θα έπρεπε να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία», δήλωσε. Ο Νικολό στράφηκε ξανά στον Λατζ και τον κοίταξε αποφασιστικά. «Λοιπόν, θα με βοηθήσεις να τη βρω ή θα συνεχίσεις να μου φέρνεις αντιρρήσεις;» «Ξέρεις ότι δεν πιστεύω στην οικογενειακή κατάρα», μουρμούρισε ο Λατζ.


«Ευλογία», είπαν οι υπόλοιποι με μια φωνή. Ο Νικολό γέλασε δυνατά, για πρώτη φορά από τότε που τον είχε αφήσει η Κάιλι. «Καλύτερα ν’ αρχίσεις να πιστεύεις στον Κεραυνό, Λατζ. Οι τρεις μας βγήκαμε απ’ τη μέση. Είσαι ο μόνος που απέμεινε». «Κι έτσι ακριβώς θα μείνουν τα πράγματα», είπε ο Λατζ κι αμέσως σήκωσε τα χέρια του, προτού προλάβει κανείς να διαφωνήσει μαζί του. «Πολύ καλά. Αφού τη θέλεις, θα την έχεις». Ο Νικολό ένευσε. «Ας ελπίσουμε μόνο ότι θα είναι τόσο εύκολο όσο το παρουσιάζεις».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Φυσικά, δεν ήταν καθόλου εύκολο. Χρειάστηκε ομαδική προσπάθεια, στην οποία συνέβαλαν τόσο ο Ρούφιο όσο και ολόκληρη η οικογένεια Ντάντε για να εντοπιστεί τελικά η Κάιλι. Ο Νικολό δε θυμόταν να είχε περάσει πιο δύσκολες βδομάδες. Όχι ότι μπορούσε να κατηγορήσει κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό του. Είχε επιτρέψει στην Κάιλι να φύγει αντί να την εμποδίσει, κι αυτή η σκέψη τον βασάνιζε κάθε στιγμή. Όταν έλαβε επιτέλους το τηλεφώνημα του ιδιωτικού ντετέκτιβ, δια-πίστωσε ότι του ήταν δύσκολο ακόμα και το ν’ αρθρώσει μια σωστή πρόταση. «Πού βρίσκεται, Ρούφιο;» κατάφερε να ρωτήσει. «Σ’ ένα μικρό καταγώγιο στη Μίσιον Ντίστρικτ με το υπέροχο όνομα Ριφ Ραφ Ινν. Δε θα το συνιστούσα, ειδικά για μια γυναίκα μόνη της». Ο Νικολό μουρμούρισε κάτι μέσ’ απ’ τα δόντια του. «Τι στο καλό κάνει εκεί;» «Σ’ αυτό δεν μπορώ να σου απαντήσω. Ίσως να μην έχει τη δυνατότητα να μείνει κάπου καλύτερα. Ευτυχώς που χρησιμοποίησε επιτέλους πιστωτική κάρτα, διαφορετικά θα δυσκολευόμαστε τρομερά να την εντοπίσουμε». Ο Νικολό έκλεισε τα μάτια. Φυσικά. Η Κάιλι είχε φύγει μόνο με τα χρήματα που είχε στην τσάντα της. Πεντακόσια δολάρια δε θα μπορούσαν να τη συντηρήσουν για περισσότερο από μερικές βδομάδες το πολύ. Ειδικά στο Σαν Φρανσίσκο. Αναρωτήθηκε τι θα είχε κάνει αν δεν είχε άλλη πηγή χρημάτων. Άραγε θα είχε επιστρέψει κοντά του; Για κάποιο λόγο, αμφέβαλλε γι’ αυτό. «Να παρακολουθείς το μοτέλ σε περίπτωση που εκείνη φύγει», είπε στον ντετέκτιβ. Θα είμαι εκεί σε δεκαπέντε λεπτά». «Καλύτερα να τα κάνεις δέκα». Να πάρει. «Γιατί; Τι συμβαίνει;» «Ο παλιός μας φίλος, ο Φέρελ, μόλις βγήκε από ένα ταξί. Κατευθύνεται προς το μοτέλ και δείχνει αποφασισμένος. Θέλεις να τον σταματήσω;» «Όχι, εκτός και αν δημιουργήσει προβλήματα. Δεν μπορεί να είναι σύμπτωση η εμφάνισή του ούτε έχω αμφιβολίες για το ποιον πρόκειται να επισκεφτεί. Ξεκινάω αμέσως». Είχαν περάσει πέντε λεπτά όταν ο Ρούφιο τηλεφώνησε ξανά. «Κι άλλα άσχημα νέα», είπε κακόκεφα ο ιδιωτικός ντετέκτιβ. «Απ’ ό,τι φαίνεται, η Κάιλι θα έχει ακόμα έναν επισκέπτη». «Ποιον;» «Με βάση την περιγραφή που μου έκανες, μαντεύω ότι πρόκειται για τη Λέισι Ο’Ντελ. Ξανθιά, γαλανά μάτια, ύψος ένα και πενήντα-κάτι. Μοιάζει αρκετά με την Κάιλι, μόνο που...» «Δείχνει πιο σκληρή», είπε ο Νικ. «Θα την έλεγα ψυχρή, αν δεν έμοιαζε να βράζει από θυμό. Αν ήμουν τύπος που συνηθίζει τα στοιχήματα, θα έλεγα ότι η σύζυγός σου –συγνώμη, η μις Ο’Ντελ– έκανε κάτι που θύμωσε τρομερά την αγαπημένη της μητέρα». «Σε ποιο δωμάτιο είναι η Κάιλι;» «Στο διακόσια εννιά. Ανεβαίνεις τη σκάλα και κάνεις δεξιά. Στα μισά του διαδρόμου, στ’ αριστερά σου. Θα με βρεις κοντά στο κλιμακοστάσιο. Βλέπω την πόρτα, αλλά δεν είμαι τόσο κοντά ώστε ν’ ακούω κάτι. Δε θέλω να με αντιληφθούν όσοι είναι μέσα». «Θα έχω πρόβλημα να περάσω τη ρεσεψιόν;» «Δεν ήμουν σίγουρος τι υποδοχή θα σου έκαναν, έτσι έδωσα ένα κατοσταδόλαρο στο διευθυντή. Ξαφνικά έγινε κουφός, μουγκός και τυφλός». «Μείνε εκεί που είσαι, έχω φτάσει σχεδόν». Μερικά λεπτά αργότερα ο Νικολό έστριβε στο πάρκινγκ και έμπαινε βιαστικός στο μοτέλ. Το φιλοδώρημα του Ρούφιο είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ο υπεύθυνος ούτε που σήκωσε το κεφάλι του, έδειξε απλά μια σκάλα με φθαρμένη μοκέτα. Ο Νικολό βρήκε τον Ρούφιο στο διάδρομο, μερικές πόρτες πιο πέρα απ’ το δωμάτιο της Κάιλι. «Εκεί είναι», είπε ο ντετέκτιβ χαμηλόφωνα και έδειξε την πόρτα του 209. «Σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να πλησιάσω περισσότερο, μήπως τυχόν και τα πράγματα δυσκόλευαν. Γίνεται ένας μικρός καβγάς». Κάτι περισσότερο από καβγάς. Ο Νικολό άκουσε την οργισμένη φωνή του Φέρελ να δυναμώνει, όπως και τη φωνή της Λέισι. Και ύστερα άκουσε την ανήσυχη κραυγή της Κάιλι και δεν μπήκε στον κόπο να χτυπήσει την πόρτα. Τη χτύπησε με τον ώμο του και το λεπτό ξύλο υποχώρησε. Του χρειάστηκε μόλις μια στιγμή για να εκτιμήσει την κατάσταση. Ο Φέρελ και η Λέισι τσακώνονταν για κάτι που έλαμπε με μια χαρακτηριστική φλόγα. Ένα κολιέ με διαμάντια της φωτιάς. Και τότε είδε την Κάιλι. Ήταν πεσμένη στο πάτωμα και κρατούσε το μάγουλό της που είχε αρχίσει να μελανιάζει. Βρέθηκε αμέσως δίπλα της, τη σήκωσε στα μπράτσα του και την απομάκρυνε απ’ τον καβγά. Δεν ήξερε ποιος την είχε χτυπήσει και γιατί, όμως κάποιος θα πλήρωνε ακριβά γι’ αυτό. «Είσαι εντάξει;» «Είμαι μια χαρά». Η Κάιλι χάιδεψε το στέρνο του, ενώ τον έτρωγε με τα μάτια της. «Μη με πεις αχάριστη... αλλά τι κάνεις εδώ;» Ο Νικ χαμογέλασε αργά. «Μα, φυσικά, βρίσκομαι εδώ για να σε σώσω. Έτσι δεν υποτίθεται ότι λειτουργεί το πράγμα;» Η Κάιλι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, παρ’ όλο που η ελπίδα είχε αρχίσει να λάμπει στο βλέμμα της. «Μόνο στα παραμύθια. Όχι στην πραγματική ζωή». «Και στην πραγματική ζωή, γλυκιά μου. Τώρα, ποιος σε χτύπησε;» «Ήταν ατύχημα». «Μάλιστα». Ο Νικ κοίταξε τη Λέισι και τον Φέρελ βλοσυρός. «Μη φύγεις. Επιστρέφω αμέσως». «Ξέχνα το, Νικολό. Αυτή η μάχη είναι και δική μου». Όρμησαν μαζί για να χωρίσουν τη Λέισι και τον Φέρελ. Η Λέισι αναφώνησε έκπληκτη και τραβήχτηκε απ’ τον Φέρελ χωρίς η Κάιλι να χρειαστεί να προσπαθήσει πολύ. Ο Φέρελ υποχώρησε αρκετά βήματα, σφίγγοντας στα δάχτυλά του ό,τι είχε απομείνει από ένα διαμαντένιο κολιέ. «Αν δε θέλεις να βρεθείς να τρως τη μοκέτα με μια μελανιά σαν της Κάιλι, προτείνω να μου δώσεις αυτό το κολιέ». «Δε δίνω τίποτα», γρύλισε ο Φέρελ. «Τα διαμάντια είναι δικά μου». «Σου έδωσα τα χρήματα που σου χρωστούσε η Κάιλι», είπε ο Νικολό κοφτά. «Και αρκετά περισσότερα. Ή μήπως ξέχασες αυτή τη μικρή λεπτομέρεια;» Η Κάιλι έσφιξε τις γροθιές της. «Βρομερέ απατεώνα. Μου είπες ότι δεν πήρες ούτε δεκάρα απ’ τους Ντάντε». «Κοίτα ποια με λέει απατεώνα. Δικαιούμαι τα διαμάντια για την ταλαιπωρία στην οποία με υπέβαλες. Σου αξίζει να μάθεις πώς είναι να σε εξαπατούν». «Δε θα σε προειδοποιήσω άλλη φορά», παρενέβη ο Νικολό. «Άφησε το κολιέ». Ο Φέρελ τον αγριοκοίταξε απελπισμένος. «Δεν καταλαβαίνεις». «Όχι, εσύ δεν καταλαβαίνεις». Ο Νικολό πλησίασε τον Φέρελ κι έσκυψε πάνω του, ώστε να μην του αφήσει κανένα περιθώριο να παρεξηγήσει τα λόγια


του. «Θα προσποιηθώ ότι η μελανιά στο μάγουλο της Κάιλι οφείλεται σ’ ένα θλιβερό ατύχημα. Ότι εσύ δεν είχες καμία σχέση μ’ αυτό. Στο μεταξύ σου συστήνω να βρεθείς όσο το δυνατόν πιο μακριά από αυτό το δωμάτιο. Έγινα κατανοητός;» Ο Φέρελ έσφιξε το μενταγιόν. Η λογική του πάλευε με την απληστία του. Ύστερα από μερικές στιγμές που φάνηκαν αιώνες, νίκησε η λογική, αν και όχι με ιδιαίτερη ευκολία. «Πολύ καλά. Θα φύγω. Όμως είσαι ανόητος, Ντάντε. Σε χρησιμοποιεί, ακριβώς όπως χρησιμοποίησε κάθε άντρα που βρέθηκε στο δρόμο της». Κούνησε το κεφάλι του αηδιασμένος. «Πριν ξεμπερδέψει μαζί σου, θα εύχεσαι να μην την είχες γνωρίσει ποτέ». Μ’ αυτά τα λόγια πέταξε ό,τι είχε απομείνει απ’ το κολιέ και βγήκε απ’ το δωμάτιο. Δοκίμασε να χτυπήσει την πόρτα πίσω του, αυτή όμως κρεμόταν στραβά από τους μεντεσέδες της και δεν έκλεινε. «Σ’ ευχαριστώ που τον ξεφορτώθηκες», είπε η Λέισι και χάρισε στον Νικολό ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο. «Έχεις το ελεύθερο να με σώζεις οποτεδήποτε θελήσεις». «Ευχαρίστησή μου, αλλά βρίσκομαι εδώ για να σώσω την Κάιλι, όχι εσένα». Ο Νικολό δεν μπόρεσε να μην προσέξει ότι το χαμόγελο της Λέισι ήταν απόλυτα συμμετρικό, χωρίς εκείνο το αξιολάτρευτο στράβωμα στην άκρη να χαλάει την τελειότητά του. Την είδε να σκύβει, να παίρνει το κολιέ και να συνοφρυώνεται για μια στιγμή. «Να πάρει», μουρμούρισε η Λέισι. «Τι στο καλό σκεφτόσουν, Κάιλι;» Η Κάιλι ανασήκωσε τους ώμους της. «Ξέρεις τι σκεφτόμουν. Και σε πληροφορώ ότι τα σχέδιά μου δεν έχουν αλλάξει εξαιτίας μιας μελανιάς στο μάγουλο. «Τι συνέβη στο κολιέ;» ρώτησε ο Νικ. «Πού είναι τα υπόλοιπα διαμάντια;» «Απέκτησε συνείδηση, αυτό συνέβη», απάντησε η Λέισι, προτού προλάβει η Κάιλι. Κοίταξε ειρωνικά τον Νικολό. «Σίγουρα φταίει η δική σου επιρροή». «Να υποθέσω ότι το κολιέ ανήκε αρχικά στον Κάμερον Ο’Ντελ;» ρώτησε εκείνος, κι όταν η Λέισι ένευσε καταφατικά, άπλωσε το χέρι του. «Μου επιτρέπεις;» «Δεν έμειναν και πολλά απ’ αυτό». Το βλέμμα της Λέισι έγινε μελαγχολικό. «Θα έπρεπε να το δεις πριν το διαλύσει η Κάιλι. Ήταν εκπληκτικό». Ο Νικ κοίταξε προσεκτικά τα διαμάντια που είχαν απομείνει. Ήταν τρία, δύο του ενός καρατίου και ένα υπέροχο διαμάντι των πέντε καρατίων, ένα από τα πιο όμορφα που είχε δει ποτέ. «Εξαίσιο». «Ήταν». Ο Νικ, ανίκανος ν’ αντέξει έστω και μια στιγμή ακόμα χωρίς ν’ αγγίξει την Κάιλι, την τράβηξε κοντά στο κρεβάτι και την έβαλε να καθίσει στην άκρη του. Ύστερα ανασήκωσε το πρόσωπό της ώστε να φωτίζεται καλύτερα. «Σπουδαία μελανιά απέκτησες. Είχα δίκιο, έτσι δεν είναι; Ο Φέρελ ευθύνεται γι’ αυτή». «Δε με χτύπησε επίτηδες», είπε η Κάιλι. «Τσακώνονταν με τη Λέισι για το κολιέ και το μάγουλό μου βρέθηκε στην πορεία του αγκώνα του». «Άουτς». Ο Νικ κοίταξε την Λέισι κι έδειξε με το βλέμμα του την πόρτα. «Γιατί δεν πας να φέρεις στην κόρη σου λίγο πάγο;» «Ω, φυσικά. Αμέσως». Ο τόνος της φωνής της δεν είχε ίχνος ειρωνείας, ωστόσο κατάφερε να κάνει ξεκάθαρη τη δυσφορία της. «Χαρά μου να βοηθάω». «Τι τρέχει, Κάιλι;» ρώτησε ο Νικ μόλις έφυγε η Λέισι. «Πώς βρέθηκες με το κολιέ;» Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της. «Κατάφερα ν’ ανοίξω το μενταγιόν». Ο Νικ σήκωσε τα φρύδια του. «Και το κολιέ ήταν μέσα;» Η Κάιλι τον αντάμειψε με ένα αξιαγάπητο λοξό χαμόγελο. «Όχι, αλλά ήταν το κλειδί μιας θυρίδας. Μου πήρε κάποιο χρόνο ν’ ανακαλύψω την τράπεζα στην οποία ανήκε. Όμως, μόλις τη βρήκα, βρήκα και το κολιέ». Ο Νικ συνοφρυώθηκε ακούγοντάς τη. Μα δεν καταλάβαινε τι του είχε πει; Απ’ τη στιγμή που παραδεχόταν ότι δεν ήξερε πώς άνοιγε το μενταγιόν ή σε ποια τράπεζα είχε ασφαλίσει το κολιέ, ήταν σαν να επιβεβαίωνε ότι η μνήμη της δεν είχε επιστρέψει ακόμα. Προς το παρόν το άφησε να περάσει ασχολίαστο. «Και όταν βρήκες το κολιέ; Τι έκανες τότε;» «Χρησιμοποίησα τη λίστα από το φάκελο που είχα βρει στο γραφείο σου». «Πώς τη χρησιμοποίησες;» ρώτησε ο Νικ τρυφερά. Η Κάιλι κάρφωσε το βλέμμα της σ’ ένα σημείο πάνω από τον ώμο του και πήρε αποφασιστικό βλέμμα. «Έδωσα τα διαμάντια σε ανθρώπους που...» Η φωνή της έσπασε για μια στιγμή. «Σε ανθρώπους που είχα εξαπατήσει. Ο Φέρελ ήταν ο τελευταίος. Δεν ήξερα ότι του είχες επιστρέψει ήδη τα χρήματά του, διαφορετικά δε θα επικοινωνούσα μαζί του». «Να υποθέσω ότι δεν έμεινε ικανοποιημένος από ένα και μόνο διαμάντι». «Ακόμα και το πιο μικρό αξίζει τα διπλά από τα χρήματα που του είχα πάρει. Εκείνος όμως θεωρούσε ότι του άξιζαν περισσότερα για την ταλαιπωρία του. Ήθελε και τα τρία. Τότε εμφανίστηκε η Λέισι και...» Η Κάιλι ανασήκωσε τους ώμους της. «Μπήκε κι εκείνη στον καβγά. Κατάλαβα». Η Κάιλι τον κοίταξε ξανά στα μάτια. «Πώς με βρήκες;» Ο Κεραυνός έσπρωχνε τον Νικ να σκύψει και να τη φιλήσει, να απολαύσει τη γεύση των φιλιών της σαν άνθρωπος χαμένος που αναζητούσε τη λύτρωση. Κατάφερε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό. Όχι ακόμα. Όχι πριν ξεκαθαρίσουν τα πάντα. «Προσπαθούσα να σ’ εντοπίσω σχεδόν απ’ την πρώτη στιγμή που έφυγες». «Σχεδόν», επανέλαβε η Κάιλι. «Ναι... έπρεπε πρώτα να λογικευτώ», παραδέχτηκε ο Νικ. «Όταν δεν κατάφερα να σε βρω, ζήτησα βοήθεια από την οικογένειά μου». «Την οικογένειά σου;» Η Κάιλι κούνησε δύσπιστα το κεφάλι της. «Ήταν διατεθειμένοι να σε βοηθήσουν να με βρεις;» «Όλοι τους». Η Κάιλι τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Μα γιατί να το κάνουν αυτό; Δεν ήξεραν τι περιείχε ο φάκελος;» «Ήξεραν». «Δεν καταλαβαίνω τίποτε απ’ όλα αυτά». Προτού η Κάιλι προλάβει να κάνει ερωτήσεις, επέστρεψε η Λέισι με ένα μπολ γεμάτο πάγο. Παριστάνοντας την ανήσυχη μητέρα, έβαλε σε μια πετσέτα μερικά παγάκια και την έδωσε στην Κάιλι. «Έλα, γλυκιά μου. Αυτό θα σε κάνει να νιώσεις καλύτερα». «Η σειρά σου τώρα», της είπε ο Νικολό προειδοποιητικά. Η Λέισι αναστέναξε. «Το περίμενα ότι δε θα τη γλίτωνα τόσο φτηνά». «Ξαφνιάζομαι που επέστρεψες. Περίμενα ότι θα είχες φύγει». «Το σκέφτηκα». «Γιατί δεν το έκανες;» Η Λέισι χαμογέλασε όλο θράσος. «Έχετε τα διαμάντια». Φυσικά, σκέφτηκε ο Νικ. Ήταν ανόητο εκ μέρους του να υποθέσει ότι η Λέισι δε θα έκανε μια τελευταία προσπάθεια να τα βάλει στο χέρι. «Εξήγησέ μου την ύπαρξη του κολιέ. Και την απάτη της Κάιλι με το ορυχείο». Η μητέρα της Κάιλι ύψωσε τα φρύδια και τον κοίταξε υπολογιστικά. «Τι θα κερδίσω;» «Τα δύο μικρά», είπε ο Νικολό.


«Αποκλείεται. Θέλω το μεγάλο». «Αυτό ανήκει στην Κάιλι», είπε ο Νικ με τόνο που δε σήκωνε αντιρρήσεις. «Αν θέλεις τα δύο μικρά, θα πρέπει να μου δώσεις τις εξηγήσεις που ζητάω, αφού η Κάιλι δεν μπορεί». Η Λέισι μόρφασε. «Στ’ αλήθεια δε θυμάται, έτσι; Διαφορετικά δε θα έδινε ποτέ τα διαμάντια». «Συγνώμη, είμαι ακόμα εδώ», διαμαρτυρήθηκε η κόρη της. Η Λέισι τη χτύπησε στον ώμο. «Φυσικά και είσαι, καλή μου. Υποθέτω ότι έδειξες στον Νικολό όλα τα έγγραφα του Κάμερον. Το πιστοποιητικό γέννησης, θανάτου, τη διαθήκη...» Ο Νικολό περίμενε ενώ η Κάιλι έβγαζε καπνούς απ’ το θυμό της, αφού δεν είχε ιδέα τι να απαντήσει στη μητέρα της. Θεωρώντας ότι αυτό που έπρεπε είχε αποδειχτεί, απάντησε εκείνος στη Λέισι. «Ναι, τα είδα όλα αυτά. Τι απέγινε το μερίδιο του Κάμερον στο ορυχείο;» «Το πούλησε στον αδελφό του, πριν ο παππούς σου προσφερθεί να το αγοράσει. Το πούλησε με αντάλλαγμα...» «Το κολιέ». «Ακριβώς. Πίστευε ότι το ορυχείο είχε εξαντληθεί. Όπως κι ο αδελφός του ο Σίμους, δηλαδή». «Κατάλαβα. Κι εσύ με την Κάιλι χρησιμοποιούσατε αυτό το κολιέ για να εξαπατάτε τον κόσμο. Το πουλούσατε και το ξαναπουλούσατε. Υποθέτω πως είτε το αντικαθιστούσατε με ένα ψεύτικο είτε το σκάγατε με το που παίρνατε τα χρήματα». Η Λέισι δίστασε. «Όχι ακριβώς». Κοίταξε θυμωμένα την κόρη της. «Φαντάζομαι ότι, αφού το κολιέ δεν υπάρχει πια, μπορώ να σας πω την αλήθεια». Η Κάιλι μάζεψε το κουράγιο της. «Δεν ξέρω πόσες ακόμα αλήθειες μπορώ ν’ αντέξω αυτή τη στιγμή». «Όλα εκείνα που αναφέρονταν στο φάκελο...» Η Λέισι ανασήκωσε τους ώμους της. «Εγώ ευθύνομαι για όλα». «Όχι». Η Κάιλι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, σίγουρη για τα λεγόμενά της. «Δεν είναι δυνατόν. Εκείνοι οι άνθρωποι με αναγνώρισαν». «Ναι, κοίτα». Η Λέισι χαμήλωσε το βλέμμα και γέλασε σιγανά. «Αυτό μπορεί και να συνέβη επειδή χρησιμοποιούσα το όνομά σου». «Δε...» Η Κάιλι πήρε μια βαθιά ανάσα και δοκίμασε ξανά. «Δε θα το έκανες αυτό στην ίδια σου την κόρη. Γιατί;» Η Λέισι κούνησε αδιάφορα το μανικιουρισμένο χέρι της. «Μια κοπέλα πρέπει να επιβιώσει. Και μιας που μιλάμε για επιβίωση...» Γύρισε και κοίταξε τον Νικολό. «Έλα, όμορφε. Εξήγησα τα πάντα και τώρα θέλω τα διαμάντια μου». Ο Νικ έβγαλε το μεγαλύτερο διαμάντι από το κολιέ, το έβαλε στην τσέπη του και έδωσε στη Λέισι τα δύο που απέμεναν. «Θα σε παρακολουθώ ώστε να εξασφαλίσω πως δε θα χρησιμοποιήσεις στο μέλλον το όνομα της Κάιλι», την προειδοποίησε. «Κανένα πρόβλημα. Και τώρα, με συγχωρείτε. Νομίζω ότι έμεινα περισσότερο απ’ ό,τι θα έπρεπε. Αν έχω μάθει κάτι, είναι το πώς να κάνω μια φαντασμαγορική έξοδο». Χαμογέλασε πλατιά και στους δύο. «Μην ανησυχείτε. Δε θα τα ξαναπούμε». «Θα σε πάω μέχρι έξω», επέμεινε ο Νικολό. Δε μίλησαν μέχρι που έφτασαν στο φουαγιέ. Ο Νικ έβγαλε μια επαγγελματική κάρτα από το πορτοφόλι του και της την έδωσε. «Ελπίζω ότι δε θα τη χρειαστείς, όμως για καλό και για κακό κράτησέ την». Η Λέισι τον κοίταξε έκπληκτη. «Δεν καταλαβαίνω. Γιατί μου τη δίνεις αυτή;» «Για δύο λόγους. Πρώτον, παραμένεις πάντα η μητέρα της Κάιλι. Η οικογένεια σημαίνει πολλά για τους Ντάντε». Η Λέισι τον κοίταξε σαν για εκείνη η οικογένεια να μη σήμαινε και τόσο πολλά. Πράγμα που ο Νικ υπέθετε ότι δεν απείχε και πολύ απ’ την αλήθεια. «Και ο δεύτερος λόγος;» «Για το ψέμα που μόλις είπες εκεί μέσα. Αν και θα σε συμβούλευα να μη μου πεις ψέματα ξανά. Θα καταλαβαίνω πάντα ότι το κάνεις». «Τι γλυκό». Η Λέισι του έκλεισε το μάτι. «Μ’ ευχαριστείς». Προτού ο Νικ προλάβει να διαμαρτυρηθεί, η μέλλουσα πεθερά του είχε βγει απ’ το μοτέλ και εξαφανιζόταν με χαρούμενο βήμα. Ο Νικ σκέφτηκε πόσο αποκαρδιωτική ήταν η ιδέα ότι οι δυο τους θα συνδέονταν οικογενειακά, όμως δεν έχασε άλλο το χρόνο του μαζί της. Έδωσε στον Ρούφιο χρήματα να πληρώσει για τη σπασμένη πόρτα και τον έδιωξε. Ύστερα επέστρεψε στο δωμάτιο που είχε αφήσει την καρδιά και την ψυχή του. Η Κάιλι στεκόταν μπροστά στο παράθυρο και κοιτούσε προς την κατεύθυνση που είχε ακολουθήσει η μητέρα της. Στάθηκε κι εκείνος δίπλα της και της έπιασε το χέρι. «Λυπάμαι, γλυκιά μου. Λυπάμαι που αμφέβαλλα για σένα. Λυπάμαι που σου επέτρεψα να φύγεις. Και λυπάμαι ακόμα περισσότερο που δε σε βρήκα νωρίτερα». «Τι θέλεις, Νικολό; Εννοώ, πραγματικά». Η Κάιλι τον κοίταξε στα μάτια κι εκείνος μόρφασε μπροστά στη θλίψη που αντίκρισε στα δικά της. «Όσο κι αν εκτιμώ το ότι με βοήθησες να βγω από αυτή τη δύσκολη θέση, υπάρχει κάτι άλλο να πούμε;» «Μόνο ένα πράγμα». Ο Νικ κράτησε το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες του. «Σ’ αγαπώ, Κάιλι Ο’Ντελ. Σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όσο φανταζόμουν ότι θα μπορούσα ν’ αγαπήσω. Θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου μαζί σου κι ελπίζω ότι το ίδιο θα θέλεις κι εσύ». «Σ’ αγαπώ, Νικολό. Ειλικρινά». Η φωνή της Κάιλι έσπασε. «Πάντα σ’ αγαπούσα». «Παντρέψου με. Πραγματικά αυτή τη φορά. Όχι άλλα ψέματα. Όχι άλλες απάτες. Από σήμερα όλα μας τα χαρτιά θα είναι ανοιχτά». Η Κάιλι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Η έκφρασή της ξεχείλιζε από πόνο. «Ακόμα και τώρα δεν είσαι ειλικρινής μαζί μου. Μετά απ’ όσα περάσαμε, δε μου έχεις ανοίξει ακόμα όλα τα χαρτιά σου». «Τι θέλεις...» «Σταμάτα, Νικολό. Ξέρω ότι η μητέρα μου είπε ψέματα. Δεν είμαι θύμα, όπως με παρουσίασε». Ο Νικ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Πώς το κατάλαβες;» «Δεν είμαι ανόητη. Διάβασα το φάκελο. Λέξη προς λέξη. Οι άνθρωποι που εξαπατήθηκαν δεν περιέγραφαν τη μητέρα μου. Όταν συναντήθηκα μαζί τους για να επανορθώσω, με αναγνώρισαν. Με...» Έβαλε τα δυνατά της να διατηρήσει τον αυτοέλεγχό της. «Με απεχθάνονταν. Εμένα, όχι εκείνη». «Ούτε η μητέρα σου είναι αθώα για όλα όσα συνέβησαν». «Όχι, δεν είναι. Υποθέτω ότι προσπάθησε να επανορθώσει αναλαμβάνοντας την ευθύνη για όλες εκείνες τις απάτες». Τα χείλη της Κάιλι έτρεμαν, ραγίζοντας την καρδιά του Νικ. «Όμως δεν μπορώ να σε παντρευτώ. Ποτέ. Δε θα ήταν σωστό». Ο Νικ προσπάθησε ν’ αντισταθεί στον πανικό που έκανε την καρδιά του να παγώνει. «Κάιλι, μην το κάνεις αυτό. Το παρελθόν δεν έχει σημασία». «Κάνεις λάθος. Αν δεν είχε σημασία, δε θα είχα δώσει εκείνα τα διαμάντια. Πίστεψέ με. Έχει σημασία. Κι έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία όταν το μόνο που σου έχει απομείνει είναι η τιμή και ο αυτοσεβασμός σου». «Δεν είσαι αυτή που ήσουν κάποτε». «Αυτή είμαι», επέμεινε η Κάιλι. «Και θα πρέπει να ζω πάντα μ’ αυτή τη γνώση. Το ίδιο κι εσύ, όπως και η οικογένειά σου. Το ίδιο κι οι φίλοι σου, οι συνεργάτες και οι πελάτες σου. Και ίσως να μη φανούν τόσο μεγαλόψυχοι όσο εσύ όταν ανακαλύψουν ποια –τι– είμαι». «Ήσουν, Κάιλι. Ήσουν. Δεν καταλαβαίνεις; Δε με νοιάζει. Σ’ αγαπώ. Είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο». «Νομίζεις ότι δε θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου στην αγκαλιά σου; Ω, Νικολό. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ... Όμως δεν μπορώ να είμαι μαζί σου. Δεν μπορώ να σε παντρευτώ». «Γιατί;»


«Επειδή μια μέρα θα ξυπνήσω και θα θυμηθώ. Και όταν θα συμβεί αυτό, θα γίνω και πάλι εκείνη. Δε θα έχω άλλη επιλογή. Εκείνη που είμαι πραγματικά. Εκείνη που ήμουν πλασμένη να γίνω. Δεν μπορώ να σου το κάνω αυτό. Δε θα το κάνω». «Ανοησίες». Ο Νικ πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να ηρεμήσει. «Πιστεύεις ειλικρινά ότι δεν έχεις άλλη επιλογή; Ότι δεν μπορείς ν’ αλλάξεις; Θέλεις να γίνεις ξανά εκείνη που ήσουν κάποτε;» «Όχι. Όχι». «Τότε μην το κάνεις. Είναι τόσο απλό. Όταν θυμηθείς –αν θυμηθείς– μπορείς να επιλέξεις. Να επιλέξεις μια οικογενειακή ζωή γεμάτη αγάπη. Ή να γυρίσεις και πάλι στην παλιά σου ζωή. Στοιχηματίζω ότι η καινούρια θα σου αρέσει περισσότερο». «Δεν είναι τόσο εύκολο. Δεν μπορεί να είναι». «Μπορεί και είναι». Ο Νικ τράβηξε την Κάιλι στην αγκαλιά του και έκλεισε τα μάτια του με ανακούφιση όταν την ένιωσε ν’ αφήνεται. Αυτό του έδωσε να καταλάβει ότι δεν την είχε χάσει, ότι αρκούσε απλά να βρει τα σωστά λόγια για να την κερδίσει. Ειλικρινή λόγια. Λόγια απ’ την καρδιά του. «Αν κάποια μέρα θυμηθείς, αν πρέπει να δώσεις αυτή τη μάχη, θα σταθώ στο πλευρό σου. Σου τ’ ορκίζομαι. Το ίδιο και η οικογένειά μου. Υπάρχει μόνο ένα πράγμα που έχει σημασία, Κάιλι. Μ’ αγαπάς;» «Το ξέρεις αυτό». Η ανάσα της έβγαινε αδύναμη. «Δε θέλω να είμαι εκείνη, Νικολό. Δε θέλω να γίνω ποτέ εκείνη». Ο Νικολό κατάλαβε ότι δεν αναφερόταν μόνο στον παλιό εαυτό της, αλλά και στη μητέρα της. «Δεν είσαι. Στην πραγματικότητα είσαι αυτή που είσαι τώρα, χωρίς τα βάρη του παρελθόντος. Είσαι γλυκιά και δυνατή, έξυπνη, με χιούμορ και ετοιμόλογη. Κι όλα αυτά τα πράγματα υπάρχουν βαθιά μέσα στην ψυχή σου. Αυτός είναι ο αληθινός εαυτός σου. Αυτή τη γυναίκα ερωτεύτηκα, την Κάιλι που θα ήσουν αν η ζωή σου είχε ακολουθήσει διαφορετική πορεία». Την αγκάλιασε σφιχτά και έβαλε τα δυνατά του να μιλήσει όσο γινόταν πιο αποφασιστικά. «Λοιπόν, τώρα ακολούθησε αυτή την πορεία, γλυκιά μου. Πες το θεϊκή παρέμβαση. Απόδωσέ το στη μοίρα. Ακόμα και στον Κεραυνό. Όμως, με αφορμή το ατύχημά σου, σου δόθηκε η ευκαιρία να στρέψεις τη ζωή σου προς μια διαφορετική κατεύθυνση. Μαζί μου». Κράτησε το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες του και σκούπισε με τα χείλη του τα δάκρυά της. Αφέθηκε να τον παρασύρει η φλόγα του πάθους της. Αυτή ήταν η Κάιλι που ήξερε. Η Κάιλι που είχε ερωτευτεί. Η φωτιά του Κεραυνού ήταν πιο έντονη από ποτέ. Ήταν σχεδόν σαν να γκρέμιζε τα τελευταία εμπόδια που υπήρχαν ανάμεσά τους, να ένωνε τα τελευταία κομμάτια τους. Ο Κεραυνός τους αντάμειβε με ένα δεσμό τόσο δυνατό, τόσο απόλυτο, που τίποτα δε θα μπορούσε να τους χωρίσει ξανά. Σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε με απόλυτη ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη. «Παντρέψου με, Κάιλι. Πάρε το ρίσκο. Δημιούργησε μια καινούρια ζωή μαζί μου». «Τα χαρτιά μας θα είναι ανοιχτά από δω και μπρος;» «Και τα πενήντα δύο». Η Κάιλι του χάρισε εκείνο το υπέροχο, λαμπερό, λοξό χαμόγελό της. «Πήγαινέ με σπίτι, Νικολό». Εκείνος δε χρειαζόταν άλλα παρακάλια. Κι οι δυο μαζί άφηναν πίσω τους τα παλιά και ξεχασμένα, τα ποταπά και οδυνηρά και προχωρούσαν σε ένα μέλλον λαμπερό, γεμάτο δυνατότητες.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η μνήμη της Κάιλι επέστρεψε, όμως μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια. Συνέβη μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα ενώ έπαιζαν μπέιζμπολ με το σύζυγό της, τους τέσσερις γεροδεμένους γιους τους και τα διάφορα πρώτα και δεύτερα ξαδέλφια τους. Ο Νικολό της είχε προτείνει να παίξει στο κέντρο, όπου «θα ήταν ασφαλής», αλλά εκείνη είχε επιμείνει να καλύψει την τρίτη βάση. Αυτό που δεν είχε φανταστεί ήταν ότι θα κυνηγούσε μια άστοχη μπαλιά στο διπλανό δρόμο. Συνέβη ξανά, όπως είχε συμβεί ήδη δύο φορές στη ζωή της. Πετάχτηκε στο δρόμο σηκώνοντας το γάντι της, και μόνο αργότερα συνειδητοποίησε πόσο ανόητο και απερίσκεπτο ήταν αυτό που είχε κάνει. Ο οδηγός του αυτοκινήτου που πλησίαζε πάτησε φρένο και ταυτόχρονα χτύπησε την κόρνα ενώ πλησίαζε με τρομακτική ταχύτητα. Η Κάιλι κατάλαβε ότι αυτή τη φορά, όπως και την πρώτη, όταν την είχε χτυπήσει το ταξί έξω από το Λε Πρεμιέρ, δε θα κατάφερνε να αποφύγει τη σύγκρουση. Η ειρωνεία ήταν πως το αυτοκίνητο είχε το ίδιο κίτρινο χρώμα όπως το ταξί, πριν τόσα χρόνια. Αυτή τη φορά δε θα κατάφερνε να την αποφύγει, ακριβώς όπως είχε συμβεί και τότε. Και θα πλήρωνε τις συνέπειες της παρορμητικότητάς της. Την τελευταία στιγμή ένα δυνατό χέρι την έπιασε απ’ τη μέση και την τράβηξε απ’ την πορεία του αυτοκινήτου που χάθηκε στο βάθος με ένα τελευταίο κορνάρισμα, αφήνοντάς τη να τρέμει στην αγκαλιά του Νικολό. Ο σύζυγός της μουρμούρισε κάτι στα ιταλικά κι ύστερα τη φίλησε με πάθος. Όταν συνήλθε απ’ το φιλί του, είδε τους γιους της μαζεμένους γύρω της ανήσυχους και το σύζυγό της να την κοιτάζει με τρόμο και αγάπη. Ήταν σαν ο χρόνος να σταμάτησε για μια στιγμή, τόσο ώστε να επιστρέψουν οι αναμνήσεις της με μια ορμή που της έκοψε την ανάσα. Εκείνη τη στιγμή που κύλησε έξω απ’ το χρόνο, θυμήθηκε τα πάντα. Τα νεανικά της χρόνια με τη μητέρα της. Την παιδική της ηλικία που θα προτιμούσε να είχε παραμείνει ξεχασμένη. Τα μαθήματα που είχε πάρει στα γόνατα της ανήθικης μητέρας της, που ενδιαφερόταν περισσότερο για τα υλικά αγαθά παρά για το χαρακτήρα ή την ψυχή της... για τα χρήματα και όχι για τις ανάγκες ενός μοναχικού παιδιού που λαχταρούσε απελπισμένα μια φυσιολογική μητέρα. Είδε να ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια της, σαν μέσα από παραμορφωτικό φακό, όλες οι απάτες που είχαν κάνει με τη μητέρα της. Ένιωσε τη ματαιότητα εκείνης της ζωής, ένιωσε την ψυχή της να την εγκαταλείπει με κάθε απάτη που ακολουθούσε την προηγούμενη. «Μαμά;» Ο Ντόμινικ, ο μεγαλύτερος γιος της, την άγγιξε στον ώμο. Ο τρόμος ήταν χαραγμένος στην έκφρασή του. «Είσαι καλά;» «Εγώ...» Το παρελθόν την τραβούσε. Προσπαθούσε να την κάνει ξανά εκείνη που ήταν κάποτε. Μπροστά της ανοίγονταν χιλιάδες ευκαιρίες που η παλιά Κάιλι θα τις αντιμετώπιζε σαν να είχε κερδίσει το λαχείο. Και τότε άρχισε να γελάει. Είχε κερδίσει το λαχείο πριν πολύ καιρό. Κοίταξε το σύζυγό της, έναν άντρα που αγαπούσε με όλη της την καρδιά, έναν άντρα που την είχε σώσει από εκείνη την άλλη ζωή. Κι ύστερα κοίταξε τα παιδιά που είχε φέρει στον κόσμο, τα παιδιά που είχε περιβάλει με την αγάπη και τη φροντίδα της, κάνοντάς τα πειθαρχημένα, με ισχυρό χαρακτήρα. Κι ύστερα γέλασε ξανά, γέλασε από ευτυχία. Το διαμάντι στο δαχτυλίδι του αρραβώνα της έλαμπε περισσότερο από ποτέ. Ήταν το τελευταίο διαμάντι της φωτιάς απ’ το κολιέ του Κάμερον Ο’Ντελ, ένα διαμάντι που συμβόλιζε το τέλος οτιδήποτε παλιού και την ευκαιρία για ένα καινούριο ξεκίνημα. Αν θα γύριζε στα παλιά; Ποτέ. Πήρε την μπάλα που ήταν πεσμένη στα πόδια της και έδειξε τον έναν απ’ τους γιους της, που την είχε πετάξει. «Βγαίνεις απ’ το παιχνίδι», του είπε. «Και τώρα συνεχίζουμε».


ΕΚΡΗΚΤΙΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

«Κόφ’ το, Αριάνα». Ο Λατζάρο Ντάντε κάρφωσε με το βλέμμα του το ζωηρό πεντάχρονο κορίτσι. «Δε μ’ αρέσει αυτό που κάνεις». «Μα μπορώ να κάνω να σε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα», διαμαρτυρήθηκε η μικρή. «Και δε χρειάζεται καν να τρίψω πρώτα την κάλτσα μου στο χαλί. Βλέπεις;» Απέδειξε τους ισχυρισμούς της αγγίζοντάς τον ξανά. Ένα ρίγος διαπέρασε το μπράτσο του Λατζάρο, σαν να τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα, κάνοντας τις τρίχες του να ορθωθούν. Τινάχτηκε μακριά της κι έτριψε το σημείο που τον είχε αγγίξει. «Σου είπα να σταματήσεις». Τα μεγάλα καστανά μάτια της μικρής τον κοίταξαν θλιμμένα. «Απλά παίζω. Δε θέλεις να παίξεις μαζί μου;» Μα ήταν τρελή; Φυσικά και δεν ήθελε να παίξει μαζί της. Εκείνος ήταν δώδεκα ετών, σχεδόν έφηβος, κι αυτή ακόμα μωρό. «Πήγαινε ζήτα από τον Μάρκο να παίξετε. Σ’ εκείνον αρέσουν αυτού του είδους τα παιχνίδια». Η Αριάνα σούφρωσε τα χείλη της. «Δεν είναι το ίδιο. Εκείνος δεν παθαίνει ηλεκτροπληξία σαν κι εσένα. Δοκίμασα ήδη. Μόνο εσύ το παθαίνεις». «Ε, λοιπόν, δε μ’ αρέσει». Η Αριάνα έσμιξε τα φρύδια της. «Πονάει;» τον ρώτησε ανήσυχη. «Όχι», απάντησε ο Λατζάρο. Και δεν πονούσε. Απλά τον έκανε να νιώθει άβολα, σαν να έτρεχαν χιλιάδες μυρμήγκια κάτω από την επιδερμίδα του, τον έπιανε φαγούρα, γινόταν νευρικός και σάστιζε –όλα αυτά μαζί. Ίσως όμως, αν ισχυριζόταν ότι πονούσε, η Αριάνα να σταματούσε να τον αγγίζει. «Λιγάκι, εντάξει; Γι’ αυτό σταμάτα να το κάνεις». Η Αριάνα τον κοίταξε μετανιωμένη. Έμοιαζε έτοιμη να βάλει τα κλάματα, πράγμα που γέμισε τον Λατζάρο τύψεις. Έχοντας μεγαλώσει με τα αδέλφια και τα ξαδέλφια του –ήταν όλα αγόρια με εξαίρεση την Τζιάνα, που κι εκείνη συμπεριφερόταν σαν αγόρι– δεν ήταν συνηθισμένος να συναναστρέφεται με κορίτσια. Όταν δεν του άρεσε κάτι που έκανε κάποιος από τα αδέλφια ή τα ξαδέλφια του, απλά τον χτυπούσε μέχρι να σταματήσει. Όμως δεν τολμούσε να φερθεί έτσι στην Αριάνα. Την κοίταξε αμήχανος. Καταρχάς ήταν μικρόσωμη και του έδινε την εντύπωση ότι θα μπορούσε να της προκαλέσει μεγάλη ζημιά, αν δεν πρόσεχε. Και κάποιος ανόητος την είχε ντύσει μ’ ένα ροζ φόρεμα γεμάτο δαντέλες. Φορούσε μέχρι και λευκά σοσονάκια και μαύρα γυαλιστερά παπούτσια. Πώς ήταν δυνατόν να παίξει κανείς ντυμένος έτσι; Στην πραγματικότητα, τώρα που το σκεφτόταν, θύμιζε περισσότερο κούκλα παρά κοριτσάκι. Μάλλον θα έπρεπε να τη βάλουν σε κανένα ράφι, όπου δε θα κινδύνευε να χτυπήσει ή να λερωθεί. «Αριάνα, έλα εδώ, σε παρακαλώ». Ο Λατζ αναστέναξε με ανακούφιση στο άκουσμα της φωνής του Βιτόριο Ρομάνο. Ωραία. Την Αριάνα θα την αναλάμβανε τώρα ο πατέρας της και θα φρόντιζε να τη βάλει κάπου παράμερα, όπου ούτε θα χτυπούσε ούτε θα λερωνόταν. Θα περίμενε μέχρι να τη δει να χώνεται στην αγκαλιά του πατέρα της κι ύστερα θα το έσκαγε. Θα πετούσε στην άκρη το βιβλίο του με τους γρίφους και θα πήγαινε να βρει τους αδελφούς του. Ίσως τότε η Αριάνα να τον μπέρδευε με τον Μάρκο, το δίδυμο αδελφό του, και να ενοχλούσε εκείνον. Η Αριάνα πέρασε τα μπράτσα της γύρω από το λαιμό του πατέρα της κι έθαψε το πρόσωπό της στον ώμο του. «Δε με συμπαθεί», είπε. «Κάνε κάτι, μπαμπά». Ο Βιτόριο γέλασε. Χαμογέλασε στον Ντόμινικ Ντάντε και ξαφνιάστηκε διαπιστώνοντας ότι ο φίλος του δεν έβρισκε τη σκηνή τόσο διασκεδαστική όσο εκείνος. «Θέλεις να κάνω τον Λατζ να σε συμπαθήσει;» «Ναι». «Λυπάμαι, μπαμπολίνα, αλλά δεν πάει έτσι το πράγμα». Ο Βιτόριο έκανε νόημα στην νταντά της κόρης του. «Πήγαινε τώρα με τη Ρόζα. Θα παίξει εκείνη μαζί σου. Ή μπορείς να ζητήσεις από τη γιαγιά Πενέλοπι να σου διαβάσει την αγαπημένη σου ιστορία της κυρίας Πένιγουινκλ. Μάλλον είναι στον κήπο και θα ζωγραφίζει ή θα γράφει». Η Αριάνα δε διαμαρτυρήθηκε. Έβαλε τα δυνατά της να συγκρατήσει τα δάκρυά της, φίλησε υπάκουα τον πατέρα της στο μάγουλο και, αφού έριξε μια τελευταία ματιά στον Λατζ, έπιασε το χέρι της Ρόζας κι έφυγε μαζί της. Ο Βιτόριο στράφηκε στον Ντόμινικ και μόρφασε βλέποντας την έκφραση του φίλου του. «Τι συμβαίνει; Δείχνεις άρρωστος. Να σου φέρω κάτι;» Ο Ντόμινικ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι, δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσες να μου φέρεις. Να πάρει. Ο Κεραυνός», μουρμούρισε. «Θεέ μου. Μπορεί να μην τον αντιλαμβανόμαστε έτσι ως ενήλικες, αλλά θα στοιχημάτιζα και το τελευταίο διαμάντι της φωτιάς που ανήκει στην Ντάντε ότι μόλις γίναμε μάρτυρες της απαρχής του Κεραυνού». «Μιλάς γι’ αυτό το ανόητο παιχνίδι με το στατικό ηλεκτρισμό; Μην υπερβάλλεις, Ντομ. Η Αριάνα είναι ακόμα μωρό κι ο Λατζ παιδί». Ο Βιτόριο δίστασε και έβαλε τα δυνατά του να φανεί διακριτικός. «Θυμάμαι ότι κάτι μου είχες πει όταν ήμαστε στο κολέγιο σχετικά με τον οικογενειακό σας θρύλο, όμως...» Ο Ντόμινικ χαμογέλασε αχνά σαν να αναπολούσε εκείνη την εποχή, αλλά ύστερα η έκφρασή του σκοτείνιασε. «Θα πρέπει να είχαμε πιει πολύ, αλλιώς δε θα το είχα αναφέρει. Δε μιλάμε γι’ αυτό το θέμα έξω από την οικογένεια. Εκπλήσσομαι που το θυμάσαι». «Την ιδέα του Κεραυνού είναι κάπως δύσκολο να την ξεχάσει κανείς», σχολίασε ο Βιτόριο κι έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Σίγουρα όμως δεν μπορεί να πιστεύεις σε κάτι τόσο εξωπραγματικό. Ισχυριζόσουν ότι δεν ήταν παρά ένας οικογενειακός θρύλος». «Ναι, αλλά δεν είναι θρύλος, παρά τα όσα ισχυριζόμουν. Ένιωσα κι εγώ το άγγιγμά του. Δεν πάνε πολλά χρόνια από τότε». Ο Βιτόριο χαμογέλασε. «Νομίζω ότι αυτό που ένιωσες λέγεται έρωτας, αν και κάποιοι το αποκαλούν πόθο. Ή ξεμυάλισμα. Νιώθεις σαν να σε χτυπάει ένας κεραυνός από τον Παράδεισο... ή, όπως αποδεικνύεται τελικά, από την Κόλαση». Χτύπησε τον Ντόμινικ στην πλάτη. «Η οικογένειά σου απλά επέλεξε να πλάσει έναν πιο έξυπνο μύθο γι’ αυτό που συμβαίνει. Όλοι όμως έχουν νιώσει έτσι για τις συζύγους τους». «Δεν ήταν έτσι με τη Λόρα», έσπευσε να διορθώσει το φίλο του ο Ντόμινικ. «Αποφάσισα ν’ αγνοήσω τα συναισθήματά μου για τη γυναίκα που μου είχε υποδείξει ο Κεραυνός και παντρεύτηκα για οικονομικούς λόγους. Όπως αποδείχτηκε, τόσο η ζωή μου όσο και ο γάμος μου δεν ήταν παρά καταστροφή». Ο Βιτόριο τον κοίταξε σοκαρισμένος. «Δεν μπορεί». «Ο πατέρας μου με προειδοποίησε. Μου είπε ότι θα μετάνιωνα αν δεν παντρευόμουν εκείνη που μου υπέδειξε ο Κεραυνός. Δεν τον άκουσα». «Ο πατέρας σου ήταν που σου έβαλε αυτές τις ιδέες στο κεφάλι. Φυσικό ήταν να σου δώσει μια τέτοια προειδοποίηση». «Συνεχίζεις να μην καταλαβαίνεις». Ο Ντόμινικ γύρισε και κοίταξε το φίλο του. Το βλέμμα του ήταν σκοτεινό, γεμάτο πόνο και ταυτόχρονα αποφασισμένο. «Δεν αποδέχτηκα τον Κεραυνό κι από τότε είμαι καταραμένος. Δεν μπορώ να επιτρέψω να συμβεί αυτό και στα παιδιά μου. Θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να μην υποφέρουν τη δική μου μοίρα». «Δε μου αρέσει αυτό που ακούω». «Έχω να σου προτείνω κάτι που, στο κάτω κάτω, γίνεται εδώ και αιώνες», έσπευσε να πει ο Ντόμινικ, με τόνο που έκρυβε μια ανησυχητική ανυπομονησία. «Θέλω να αρραβωνιάσουμε τα παιδιά μας. Και να σφραγίσουμε τον αρραβώνα τους με μια γραπτή συμφωνία».


«Μη γίνεσαι γελοίος», είπε ο Βιτόριο κάπως απότομα. «Ακόμα κι αν ήμουν διατεθειμένος να σκεφτώ ένα τέτοιο ενδεχόμενο, δε θα μπορούσαμε να πιέσουμε τα παιδιά μας να τηρήσουν στο μέλλον μια τόσο εξωφρενική συμφωνία. Όχι, αν δεν το θέλουν». «Αν έχω δίκιο, δε θα χρειαστεί να τα πιέσουμε καθόλου. Την πρώτη φορά που θ’ αγγίξουν ο ένας τον άλλον ως ενήλικοι, θα δεθούν για πάντα. Θα θέλουν ευχαρίστως να παντρευτούν. Κι ακόμα κι αν υπάρξει κάποια απροθυμία στην αρχή, θ’ αλλάξουν γνώμη ύστερα από μερικούς μήνες συζυγικής ευτυχίας. Το μόνο που θα χρειαστεί να κάνουμε είναι να τους οδηγήσουμε στον ιερέα». Ο Βιτόριο κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. Του ήταν αδύνατον να πιστέψει ότι καθόταν κι άκουγε ένα τόσο τρελό σχέδιο. «Και πώς προτείνεις να τους οδηγήσουμε στον ιερέα;» «Θα τους δώσουμε ένα κίνητρο». Ο Ντόμινικ δίστασε κι ύστερα χαμήλωσε την ένταση της φωνής του έτσι που ακουγόταν σαν ψίθυρος. «Έχεις ακουστά το Μπρίμστοουν;» Ο Βιτόριο μόρφασε ακούγοντας να γίνεται λόγος για το δια-βόητο διαμάντι της φωτιάς. «Πάντα αναρωτιόμουν αν ήταν αληθινό ή αν πρόκειται για έναν ακόμα από τους θρύλους των Ντάντε». Ο Ντόμινικ χαμογέλασε αχνά. «Είναι αληθινό». «Έχω ακούσει ότι το διαμάντι κουβαλάει μια κατάρα». «Ή μια ευλογία. Εξαρτάται από το πώς το βλέπει ο καθένας». «Και πώς το βλέπεις εσύ;» «Θεωρώ ότι εξαρτάται από τον καθένα αν θα είναι κατάρα ή ευλογία, από τον τρόπο που θα επιλέξει να χρησιμοποιήσει το διαμάντι». «Και πώς σκοπεύεις να το χρησιμοποιήσεις εσύ;» Το χαμόγελο του Ντόμινικ πλάτυνε. «Τώρα που ο πατέρας μου μου έδωσε τον έλεγχο της επιχείρησης, έχω στην κατοχή μου και το Μπρίμστοουν. Προτείνω να συμπεριλάβουμε το διαμάντι στο συμφωνητικό. Θα το βάλουμε σε μια τραπεζική θυρίδα όπου θα είναι ασφαλές. Αν ο Λατζάρο και η Αριάνα παντρευτούν προτού η κόρη σου γίνει είκοσι πέντε ετών, το διαμάντι θα μοιραστεί στις δύο οικογένειες». «Κυριολεκτικά;» ρώτησε ο Βιτόριο, που το ενδιαφέρον του είχε κεντριστεί. Ο Ντόμινικ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι, αυτό θα ήταν κακοτυχία. Η Ντάντε θα σας καταβάλει τη μισή αξία του διαμαντιού». «Κι αν αρνηθούν να παντρευτούν μεταξύ τους;» Το βλέμμα του Ντόμινικ έλαμψε. «Τότε το Μπρίμστοουν θα θυσιαστεί. Θα ριχτεί στο πιο βαθύ σημείο του ωκεανού». «Έχεις χάσει το μυαλό σου». Ο Ντόμινικ γέλασε. «Την ψυχή μου ίσως, όχι όμως και το μυαλό μου». Ο Βιτόριο δίστασε και, άθελά του, άρχισε να ζυγίζει τα θετικά και τα αρνητικά της πρότασης του φίλου του. «Το πιο τρομακτικό απ’ όλα είναι ότι έχω αρχίσει να σκέφτομαι σοβαρά την προσφορά σου». Από κάπου εκεί γύρω ακούστηκε το χαρακτηριστικό τρίξιμο από ένα αναπηρικό καροτσάκι, και ο Βιτόριο κοίταξε πάνω από τον ώμο του για να βεβαιωθεί ότι η πεθερά του δε βρισκόταν αρκετά κοντά ώστε να τους ακούσει. Αν μυριζόταν τι συνέβαινε, θ’ ακολουθούσε πανδαιμόνιο. «Ελπίζω να κάνεις κάτι περισσότερο από το να το σκεφτείς», είπε ο Ντόμινικ. «Ελπίζω να συμφωνήσεις». «Δεν το πιστεύω ότι το λέω αυτό, όμως συμφωνώ με την πρότασή σου». Η έκφραση του Ντόμινικ γέμισε ικανοποίηση. Ο Βιτόριο, για πρώτη φορά από τη στιγμή που οι Ντάντε είχαν έρθει στην Ιταλία, συνειδητοποίησε πόση αγωνία κουβαλούσε ο φίλος του τα τελευταία χρόνια. Τον λυπούσε να βλέπει τον Ντόμινικ να μετατρέπεται από τον γοητευτικό, ανέμελο φοιτητή που γνώριζε κάποτε σ’ έναν σκληρόκαρδο επιχειρηματία. Επιπλέον, αυτή η αλλαγή τού δημιουργούσε μιαν αόριστη αμηχανία. Ίσως να υπήρχε κάποια αλήθεια στην ιστορία του. Ίσως οι Ντάντε να ήταν καταραμένοι. Ίσως η μοίρα να είχε επιλέξει να εξισορροπήσει την εκπληκτική επιτυχία τους στον επιχειρηματικό κόσμο με μια δυστυχισμένη προσωπική ζωή. Σταυροκοπήθηκε στα κρυφά. «Ντομ, θέλω να ξεκαθαρίσω ότι αρνούμαι ν’ αναγκάσω την Αριάνα να παντρευτεί αν δεν το θελήσει από μόνη της». «Θα παντρευτεί τον Λατζ. Θα συμφωνήσουν και οι δύο σ’ αυτόν το γάμο, έστω και μόνο για να σώσουν ένα διαμάντι αμύθητης αξίας από την καταστροφή». Ο Ντόμινικ κοίταξε το φίλο του με αυτοπεποίθηση. «Αν έχω δίκιο κι όταν μεγαλώσουν τα παιδιά μας η σπίθα που υπάρχει ανάμεσά τους γίνει μεγαλύτερη και τους χτυπήσει ο Κεραυνός, τότε εσύ θα ωφεληθείς οικονομικά κι εγώ θα πάρω το μεγαλύτερο δώρο απ’ όλα». «Και ποιο είναι αυτό;» Ο Ντόμινικ κοίταξε τους γιους του, που έπαιζαν με το γιο του Βιτόριο, τον Κόνσταντιν. Τα γέλια τους αντηχούσαν στο χώρο, ένας ήχος πιο πολύτιμος απ’ οτιδήποτε άλλο στη ζωή του. «Θα έχω κερδίσει την ψυχική μου γαλήνη».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

7 Αυγούστου, 2008 «Μισώ τα μυστικά». Ο Λατζάρο Ντάντε έκανε αυτή τη δήλωση με τόση έμφαση, που η Αριάνα Ρομάνο βυθίστηκε στη σιωπή. Η έμφυτη ειλικρίνειά του τον ανάγκαζε να ομολογήσει στον εαυτό του ότι μισούσε τα μυστικά σχεδόν όσο και τον Κεραυνό –ένα θρύλο που η οικογένειά του θεωρούσε πραγματικότητα. Ο Κεραυνός –ή μάλλον αυτό που τ’ αδέλφια και οι νύφες του θεωρούσαν ως ένα είδος άρρηκτου, φλογερού δεσμού ανάμεσα σε δυο αδελφές ψυχές– χτυπούσε με την πρώτη ματιά και είχε γίνει αιτία να δημιουργηθεί πρόσφατα ένας κλειστός κύκλος στον οποίο ανήκαν όλα τα μέλη της οικογένειάς του εκτός από εκείνον. Γιατί εκείνος θεωρούσε ότι η οικογενειακή «κατάρα» δεν υπήρχε και τίποτα δεν μπορούσε να του αλλάξει γνώμη. Ποτέ. Άκουσε την ανάσα της αρραβωνιαστικιάς του να σταματάει από την άλλη άκρη της γραμμής και κατάλαβε ότι έψαχνε να του δώσει μια απάντηση. «Αντιλαμβάνομαι ότι δε γνωριζόμαστε, ωστόσο έχεις υπόψη σου ότι παντρεύεσαι γυναίκα, σωστά;» τον ρώτησε. «Τα μυστικά και οι γυναίκες πάνε μαζί, όπως οι βραδινές τσάντες και τα ψηλοτάκουνα παπούτσια». Το σχόλιό της τον βρήκε απροετοίμαστο. Ίσως να ήταν ο τόνος της φωνής της, το διακριτικό χιούμορ που χρωμάτιζε τη χαρακτηριστική προφορά της. Τα αγγλικά της, τα οποία είχε μάθει από τη Βρετανίδα γιαγιά της, είχαν την αριστοκρατική χροιά της πάλαι ποτέ βρετανικής αυτοκρατορίας συνδυασμένη με την τραγουδιστή εκφορά της ιταλικής της καταγωγής. «Κι εσύ έχεις υπόψη σου ότι δεν είμαι ο Μάρκο, σωστά;» «Ο αδελφός σου φρόντισε να μου το εξηγήσει», απάντησε η Αριάνα με κάπως υπερβολική ηρεμία. «Μας έχει επισκεφτεί πολλές φορές για υποθέσεις της Ντάντε και λέει ότι, παρ’ όλο που είστε δίδυμοι, διαφέρετε όσο η μέρα με τη νύχτα». «Σωστά». «Για παράδειγμα... εκείνος είναι γοητευτικός, ενώ εσύ όχι». Ο Λατζ ανακάθισε στην πολυθρόνα του. «Είμαι ρεαλιστής». «Εκείνος είναι διασκεδαστικός. Εσύ... όχι και τόσο. Αν θυμάμαι καλά, έτσι το έθεσε ο Μάρκο». «Όταν θα δω τον αδελφό μου, θα φροντίσω να του πω τι να κάνει τις εξηγήσεις του και τις περιγραφές του», μουρμούρισε ο Λατζ. Η Αριάνα, ακόμα κι αν τον άκουσε, δε σχολίασε τα λόγια του. «Ο Μάρκο είναι επίσης όμορφος, έξυπνος και ευγενικός. Για να μην αναφέρω ότι φιλάει υπέροχα». Μια βαριά σιωπή ακολούθησε την τελευταία πρότασή της. «Θα πρέπει να υποθέσω ότι ο μέλλων σύζυγός μου δεν είναι τίποτε απ’ όλα αυτά;» Ο Λατζ στάθηκε στο πιο σημαντικό κομμάτι του σχολίου της. Ένας παράλογος θυμός φούντωσε μέσα του, ένα συναίσθημα απόλυτα δυσανάλογο με τις απαιτήσεις της περίστασης. Όχι πάλι, άκουσε να του ψιθυρίζει μια ύπουλη φωνούλα στο μυαλό του. Δεν υπήρχε περίπτωση να μοιραστεί άλλη μία γυναίκα με τον αδελφό του –ειδικά κάποια που σκόπευε να παντρευτεί. Τα είχε ξαναπεράσει αυτά με την Κέιτλιν, τη γυναίκα στην οποία ετοιμαζόταν να κάνει πρόταση γάμου και την οποία ο Μάρκο είχε καταφέρει να παντρευτεί παριστάνοντας τον Λατζ. Δε θα παντρευόταν την Αριάνα –δε θα μπορούσε να το κάνει– αν εκείνη τον έβλεπε ως υποκατάστατο του Μάρκο. Ρεαλιστής ή όχι, αρνιόταν κάθετα να γίνει υποκατάστατο οποιουδήποτε άντρα. «Έχετε φιληθεί με τον Μάρκο;» τη ρώτησε. Η Αριάνα θα πρέπει να αντιλήφθηκε τον εκνευρισμό στον τόνο της φωνής του, γιατί έσπευσε να του απαντήσει. «Ναι, πριν γνωριστούν με την Κέιτλιν. Όμως κανείς από τους δυο μας δεν ένιωσε τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Παρά την επιδεξιότητά του, ήταν όπως όταν φιλάς κάποιον με την ελπίδα να βρεις εραστή και τελικά βρίσκεις μόνο έναν καλό φίλο. Ξέρεις τι εννοώ;» «Όχι». «Τέλος πάντων. Ίσως εσένα να μη σου έχει συμβεί ποτέ». Ακολούθησε ξανά μια βαριά σιωπή και στον Λατζ δημιουργήθηκε έντονα η εντύπωση ότι η Αριάνα έπαιζε μαζί του. «Είσαι... άπειρος;» «Όχι βέβαια!» «Σκέφτηκα πως, αφού επιμένεις τόσο ότι είσαι το άκρο αντίθετο του Μάρκο, ίσως να υστερείς και σ’ αυτό τον τομέα». Ο Λατζ συνειδητοποίησε ότι τον πείραζε, όπως όταν ήταν παιδιά, πράγμα που τον διασκέδασε και τον ενόχλησε ταυτόχρονα. «Παίζεις επικίνδυνο παιχνίδι», την πληροφόρησε. «Όταν παίζεις με τον Μάρκο είναι σαν να τραβάς την ουρά μιας γάτας που μπορεί και να σε γρατζουνίσει. Αν τραβήξεις τη δική μου ουρά, θα διαπιστώσεις ότι έχεις να κάνεις μ’ ένα εντελώς διαφορετικό ζώο». Η Αριάνα γέλασε σιγανά. «Με αποστόμωσες. Αυτό το είχα καταλάβει από τις διαπραγματεύσεις μας. Η λίστα με τις απαιτήσεις που έχεις για το γάμο ήταν... πολύ ενδιαφέρουσα». «Το ίδιο και η δική σου. Ειδικά η τελευταία σου απαίτηση, που είναι και ο λόγος για τον οποίο σου τηλεφωνώ». Ο Λατζ κοίταξε μπερδεμένος το εκτυπωμένο φύλλο που κρατούσε. «Γιατί θέλεις ένα δωμάτιο για αποκλειστικά δική σου χρήση; Καταλαβαίνω να ζητάς δικό σου υπνοδωμάτιο, όμως...» «Θέλω ένα δωμάτιο με κλειδαριά και την υπόσχεση ότι θα είναι αποκλειστικά και μόνο δικός μου χώρος. Διατύπωσα την απαίτησή μου με κάποιον τρόπο που σε μπέρδεψε;» «Καθόλου». Η καχυποψία του Λατζ βγήκε στην επιφάνεια. «Τη διατύπωσες μ’ έναν τρόπο που με κάνει ν’ αναρωτιέμαι τι κρύβεις και γιατί». «Δεν κρύβω τίποτα. Είμαι ξεκάθαρη. Δεν είναι κάτι που θα μπορούσε ν’ αποτελέσει αντικείμενο των διαβόητων διαπραγματεύσεών σου. Αν αρνηθείς να ικανοποιήσεις αυτή μου την απαίτηση, η συμφωνία μας χαλάει». «Γιατί;» επανέλαβε ο Λατζ. Το γέλιο της Αριάνας, γήινο, πλούσιο και κελαρυστό, γέμισε την ψυχή του με μια γλυκιά ζεστασιά. «Πόσες φορές θα πρέπει να σου το πω; Είμαι γυναίκα. Οι γυναίκες χρειάζονται τον προσωπικό τους χώρο». «Το υπνοδωμάτιό σου δεν είναι αρκετά προσωπικός χώρος;» «Δε θα μπορούσα να κάνω αυτό που έχω στο μυαλό μου σ’ ένα υπνοδωμάτιο». «Τώρα ησύχασα», μουρμούρισε ο Λατζ.


Το δεύτερο ξέσπασμα γέλιου της Αριάνας τον έβαλε ξανά σε πειρασμό, γκρεμίζοντας τα τείχη της λογικής και της τετράγωνης σκέψης που είχε παλέψει τόσο σκληρά για να υψώσει γύρω του. Προσπάθησε να θυμηθεί πώς ήταν η Αριάνα, όμως δεν τα κατάφερε, πιθανότατα επειδή είχαν περάσει δύο ολόκληρες δεκαετίες από την τελευταία φορά που την είχε δει. Ίσως θα έπρεπε να ρωτήσει τον Μάρκο. Ο αδελφός του είχε κάνει πολλές δουλειές με την οικογένεια Ρομάνο. Χειρότερα ακόμα, εκείνος κι η Αριάνα είχαν φιληθεί. Χωρίς αμφιβολία, θα ήταν σε θέση να του την περιγράψει, αν του το ζητούσε. Και, γνωρίζοντάς τον, θα μπορούσε να περιγράψει μέχρι και την τελευταία της φακίδα. Μόρφασε. Από την άλλη πάλι ίσως να μη ζητούσε τίποτα από τον αδελφό του, αφού υποπτευόταν ότι ο Μάρκο θα εκμεταλλευόταν την ευκαιρία είτε για να του δημιουργήσει προβλήματα είτε, χειρότερα ακόμα, για να προσπαθήσει να τον πείσει να τιμήσει τη συμφωνία που είχαν υπογράψει πριν από τόσα χρόνια ο πατέρας τους και ο Βιτόριο Ρομάνο. Και όλ’ αυτά εξαιτίας εκείνων των ανόητων παραμυθιών για τον περιβόητο Κεραυνό. «Θα μου πεις γιατί χρειάζεσαι έναν αποκλειστικά δικό σου χώρο;» ρώτησε ξανά. «Όχι». «Περιμένεις να συμμορφωθώ έτσι απλά μ’ αυτή σου την απαίτηση χωρίς να μου δώσεις καθόλου εξηγήσεις;» «Ναι. Περιμένω να συμμορφωθείς, ακριβώς όπως περιμένεις κι εσύ να συμμορφωθώ με τις δικές σου απαιτήσεις». Η Αριάνα έκανε μια σύντομη παύση. «Πόσες έχουν μαζευτεί μέχρι τώρα;» τον ρώτησε. «Δέκα;» «Πέντε», τη διόρθωσε ο Λατζ. «Έξι, αν μετρήσεις κι αυτή που θα σου στείλω λίγο αργότερα σήμερα, σχετικά με τη διάθεση του Μπρίμστοουν». «Φυσικά και θα τη μετρήσω κι αυτή. Και πόσες απαιτήσεις έχω εγώ;» «Τρεις». «Πράγμα που σημαίνει ότι μου μένει περιθώριο για άλλες τρεις, αν αποφασίσω να το αξιοποιήσω. Και ίσως και να το κάνω. Ίσως να τις κρατήσω για μετά το γάμο. Θα μπορούσες να γίνεις το τζίνι που θα πραγματοποιήσει τις τρεις επιθυμίες μου». Από τα χείλη της Αριάνας βγήκε ένας αναστεναγμός ικανοποίησης που, μέσω της τηλεφωνικής γραμμής, ταξίδεψε από τη μία ήπειρο μέχρι την άλλη. «Μου αρέσει αυτή η ιδέα». Για κάποιο λόγο, το στομάχι του Λατζ δέθηκε κόμπος στο άκουσμα αυτού του αναστεναγμού. «Δεν πάει έτσι το πράγμα». «Πάει όπως αποφασίσουμε εμείς ότι θα πάει. Και ισχυρίζεσαι ότι είσαι ρεαλιστής». «Είμαι», απάντησε ο Λατζ. Ήταν πάντα ρεαλιστής, και ο γάμος του με την Αριάνα δε θα το άλλαζε αυτό, πράγμα που σκόπευε να κάνει απόλυτα ξεκάθαρο. Προσπάθησε να ξαναφέρει τη συζήτηση εκεί που ήθελε. «Σχετικά με το δωμάτιο...» «Ανησυχείς μήπως σκοπεύω ν’ αποκτήσω εραστή; Θα ένιωθες καλύτερα αν σου έλεγα ότι υπόσχομαι να τηρήσω τον όρκο μου να σου μείνω πιστή για όσο θα διαρκέσει ο γάμος μας;» Ναι. Ο Λατζ έκλεισε τα μάτια του κι έμεινε σιωπηλός, σαν να συμφωνούσε. Ήξερε από πού πήγαζαν οι υποψίες του. Τι πυροδοτούσε την αντίδρασή του σε οτιδήποτε υποδείκνυε την τυχόν ύπαρξη κάποιου μυστικού, κάποιου κρυφού σχεδίου. Και θα μπορούσε ν’ αποδώσει τις ευθύνες γι’ αυτό στον Μάρκο – αλλά και στον εαυτό του. Όπως ακριβώς ο Μάρκο είχε χρησιμοποιήσει τεχνάσματα για να ξελογιάσει την Κέιτλιν, έτσι κι εκείνος ήταν ένοχος για κάποια μυστικά και τεχνάσματα από τη μεριά του όσο καιρό τη φλερτάριζε. Πάντως, είχε αποδειχτεί τεράστιο πλήγμα για την περηφάνια του και τον αντρικό εγωισμό του το γεγονός ότι η γυναίκα που είχε σκοπό να παντρευτεί είχε προτιμήσει το δίδυμο αδελφό του. Όλη αυτή η ιστορία τού είχε αφήσει μια πικρία και του είχε δημιουργήσει μια γενικότερη απέχθεια για τα ψέματα και τις απάτες. Κι ωστόσο, να που τώρα βρισκόταν μπλεγμένος σε μια ακόμα ιστορία γεμάτη ψέματα και μυστικά. Και μπορεί υπεύθυνος γι’ αυτή να ήταν ο πατέρας του, όμως κι εκείνος είχε επιλέξει να κρατήσει μυστικούς τους λόγους του για τον επικείμενο γάμο του από δύο από τους πιο αγαπημένους του ανθρώπους. Κι όσο κι αν προσπαθούσε να εκλογικεύσει την απόφασή του, υπήρχαν κάποια πράγματα που δεν μπορούσε να παραβλέψει. Αυτό που έκανε ήταν λάθος και το ήξερε. «Δεν έχεις σκοπό να μου πεις γιατί χρειάζεσαι αυτό το δωμάτιο, έτσι δεν είναι;» ρώτησε. «Παρά τον όρο μου ότι δεν πρέπει να έχουμε μυστικά ο ένας από τον άλλο, εσύ αρνείσαι να μου δώσεις εξηγήσεις». «Λυπάμαι, Μάρκο». «Λατζ», τη διόρθωσε εκείνος χαμηλόφωνα. «Τώρα λυπάμαι πραγματικά», είπε η Αριάνα κι ο τόνος της φωνής της μαρτυρούσε ότι το εννοούσε. «Σου ορκίζομαι ότι δεν είχα σκοπό να σε προκαλέσω. Το ότι σε αποκάλεσα με το όνομα του αδελφού σου ήταν ένα λάθος και τίποτε παραπάνω. Οι φωνές σας μοιάζουν τρομερά». «Το ίδιο και η εμφάνισή μας», την προειδοποίησε ο Λατζ. «Ωστόσο, θα το εκτιμούσα αν άρχιζες να θυμάσαι πού και πού το όνομά μου μέχρι να παντρευτούμε. Ο παππούς και η γιαγιά μου θα το θεωρήσουν μάλλον περίεργο αν με αποκαλείς συνέχεια Μάρκο. Πιστεύουν ότι γνωριστήκαμε κι ερωτευτήκαμε στην τελευταία σου επίσκεψη στο Σαν Φρανσίσκο, και είναι πολύ σημαντικό να συνεχίσουν να το πιστεύουν καθ’ όλη τη διάρκεια του γάμου μας». «Φυσικά. Το έθεσες ως όρο, έναν όρο που εγκρίνω με όλη μου την καρδιά». Ο τόνος της φωνής της έγινε τυπικός. «Θα είμαι πολύ προσεκτική και σωστή όταν θα ενσαρκώνω το ρόλο μου. Πίστεψέ με, δε θα ήθελα η γιαγιά ή η μητέρα μου να μάθουν γι’ αυτή τη διαβολική συμφωνία, όπως δε θα ήθελες κι εσύ να μάθουν την αλήθεια ο παππούς και η γιαγιά σου». «Ο παππούς και η γιαγιά μου θα έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να εμποδίσουν το γάμο μας, αν ήξεραν για τη συμφωνία», σχολίασε ο Λατζ. Ο παππούς του του είχε πει κάποτε ότι, αν παντρευόταν χωρίς να έχει νιώσει το άγγιγμα του Κεραυνού, η ευλογία θα μετατρεπόταν σε κατάρα. Έτσι κι εκείνος είχε αφήσει τη γιαγιά και τον παππού του να πιστεύουν ότι με την Αριάνα είχε βιώσει αυτή τη θρυλική έλξη, της οποίας ωστόσο την ύπαρξη αρνιόταν βαθιά μέσα του. «Δε βρίσκεις ενοχλητικό το γεγονός ότι παντρεύεσαι μια άγνωστη;» τον ρώτησε η Αριάνα. «Το ότι δεν έχεις ιδέα τι είδους άνθρωπος είμαι;» «Αυτός ο γάμος δε θα κρατήσει για πάντα, Αριάνα. Και θα μας επιτρέψει να πετύχουμε τον κοινό μας σκοπό. Κανείς από τους δυο μας δε θέλει να χαθεί το Μπρίμστοουν». «Άρα θα παντρευτούμε για το χρήμα». Ο τόνος στη φωνή της πρόδωσε τους δισταγμούς της. Ακουγόταν έτοιμη να κάνει πίσω, κάτι που ο Λατζ δεν μπορούσε να επιτρέψει να συμβεί. «Αν αυτό που χρειάζεσαι για να νιώσεις πιο άνετα με όλα αυτά που συμβαίνουν είναι ένας προσωπικός χώρος, τότε θα τον έχεις. Συμφωνώ με τον τρίτο όρο σου. Επίσης, σου υπόσχομαι ότι δε θα μείνουμε παντρεμένοι περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται». «Πώς θα μπορούσα ν’ αρνηθώ μια τόσο ρομαντική πρόταση;» ρώτησε χαρωπά η Αριάνα. Το χαμόγελο του Λατζ απλώθηκε και στον τόνο της φωνής του. «Το φαντάστηκα. Λοιπόν, πότε θα έρθεις;» «Λίγο πριν από την τελετή. Τόσο η μητέρα όσο και η γιαγιά μου είναι πανέξυπνες. Φοβάμαι ότι, αν μας δουν μαζί, δε θα πιστέψουν ότι ερωτευτήκαμε κεραυνοβόλα. Χρειάστηκε να προσπαθήσω αρκετά για να πείσω τη μητέρα μου να καθυστερήσει την άφιξή μας. Ήθελε να έρθουμε εβδομάδες ολόκληρες πριν το γάμο. Ευτυχώς, όταν εξήγησα το πρόβλημα στον πατέρα μου, έσπευσε να με υποστηρίξει. Θα είμαστε εκεί το πρωί της πρόβας του δείπνου». «Λογικό μου ακούγεται». Ο Λατζ κοίταξε το ημερολόγιο στο γραφείο του. «Δε μένει και πολύς καιρός. Μόλις τρεις εβδομάδες». «28 Αυγούστου. Και μετά θα είμαστε παντρεμένοι», είπε χαμηλόφωνα η Αριάνα. «Για λίγο». Ο Λατζ έσφιξε τα χείλη του. Κι ας πήγαινε στον αγύριστο ο Κεραυνός.


*

«Λοιπόν, ποια ήταν η τελευταία του απαίτηση;» ρώτησε ο Κόνσταντιν την αδελφή του. Από τότε που είχε αποκαλυφθεί το συμφωνητικό ανάμεσα στον πατέρα τους και τον Ντόμινικ Ντάντε, ο Κόνσταντιν χτένιζε αδιάκοπα τα ψιλά γράμματα του συμβολαίου και παρακολουθούσε στενά τις διαπραγματεύσεις, σαν γεράκι που κυνηγά τη λεία του. «Μου επανέλαβε απλά κάποια από τις πιο παλιές του. Δε θα πρέπει να έχουμε μυστικά». Ο Κόνσταντιν χαμογέλασε. «Μιλάς σοβαρά;» «Όχι. Εκείνος όμως ναι». Η Αριάνα κάθισε βαριά στην πολυθρόνα που βρισκόταν μπροστά από το γραφείο του αδελφού της κι ανέβασε τα πόδια της στην άκρη του επίπλου. «Αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι ο Λατζ δεν έχει καμία σχέση με τον Μάρκο». «Μου αρέσει ο Μάρκο. Έχει πλάκα». «Ίσως λίγο περισσότερο απ’ όσο θα ’πρεπε, ενώ ο αδελφός του είναι λίγο περισσότερο απ’ όσο θα ’πρεπε σοβαρός». Η Αριάνα αναστέναξε. «Δεν υπάρχει ένας άντρας που να βρίσκεται στο μέσον, πράγμα που θα ήταν ιδανικό;» «Τον έχεις μπροστά σου». Η Αριάνα γέλασε κι έσπρωξε μια στοίβα από φακέλους με το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού της. Οι φάκελοι έπεσαν προς το μέρος του Κόνσταντιν, γεμίζοντας έγγραφα την επιφάνεια του γραφείου του. «Μεγάλη ιδέα δεν έχετε για τον εαυτό σας, κύριε, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι έχουμε σχεδόν χρεοκοπήσει;» Ο Κόνσταντιν άρχισε να μαζεύει σιωπηλός τα χαρτιά, εκείνη όμως κατάλαβε. Εδώ και χρόνια η οικονομική τους κατάσταση δεν ήταν καθόλου καλή, εξαιτίας μιας σειράς ατυχών επενδύσεων που είχε κάνει ο πατέρας τους. Από τότε, ζούσαν εκμεταλλευόμενοι το όνομά τους και τη γενναιοδωρία των φίλων τους, οι οποίοι προθυμοποιούνταν να πληρώνουν τους λογαριασμούς που είχαν, ώστε οι Ρομάνο να τους κάνουν την τιμή να επισκέπτονται τα σπίτια τους. Και παρ’ όλο που αυτή η κατάσταση δεν έδειχνε να ενοχλεί τον πατέρα τους, η Αριάνα παρακολουθούσε με ανησυχία την επίδραση που είχε στον αδελφό της. Στον Κόνσταντιν δεν άρεσε καθόλου το γεγονός ότι είχαν χρεοκοπήσει. Το ότι βασίζονταν οικονομικά σε άλλους. Το ότι η γιαγιά τους, η Πενέλοπι, διέθετε τα χρήματα που εισέπραττε από τα συγγραφικά δικαιώματα των ιστοριών της κυρίας Πένιγουινκλ, ώστε να μην πουληθεί η έπαυλη των Ρομάνο. Ο αδερφός της είχε επιχειρηματικό μυαλό, όμως, μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχε καταφέρει να βρει επενδυτές. Και οι λίγοι που είχαν δείξει κάποιο ενδιαφέρον για τις ιδέες του δεν είχαν σκοπό ν’ αφήσουν τον Κόνσταντιν να διευθύνει το όποιο επιχειρηματικό εγχείρημα. Ήθελαν απλά να εκμεταλλευτούν το όνομα των Ρομάνο και ο αδελφός της αρνιόταν να παριστάνει απλώς το ανδρείκελο. Αυτός ο γάμος ήταν μια σωτηρία και για τους δύο. Το μερίδιο που θα τους αναλογούσε από το Μπρίμστοουν θα ήταν παραπάνω από αρκετό για να χρηματοδοτήσει τα σχέδια του Κόνσταντιν και, ταυτόχρονα, για να επιτρέψει στον πατέρα τους να αποσυρθεί με κάποια άνεση. «Πιστεύεις ότι η γιαγιά υποπτεύεται κάτι;» ρώτησε η Αριάνα. «Κάθε άλλο. Έχει ενθουσιαστεί με το γάμο σου». «Χαίρομαι τόσο που η υγεία της είναι σε αρκετά καλή κατάσταση ώστε να της επιτρέψει να παρευρεθεί». Ένα σιγανό χτύπημα στην πόρτα έβαλε τέλος στη συζήτησή τους και η γιαγιά τους εμφανίστηκε με το αναπηρικό της καροτσάκι στο άνοιγμα της πόρτας. «Α, εδώ είστε». Χαμογέλασε πλατιά στα εγγόνια της. «Το περίμενα ότι θα σας βρω εδώ. Ήθελα απλά να μιλήσω με την Αριάνα για κάποιες από τις λεπτομέρειες του γάμου». Ο Κόνσταντιν έσπρωξε πίσω την πολυθρόνα του και σηκώθηκε. «Τότε εγώ θα σας αφήσω». Έσκυψε πάνω από την εύθραυστη ηλικιωμένη γυναίκα και φίλησε το ροδαλό απαλό μάγουλό της. «Φωνάξτε με αν χρειαστείτε κάτι», είπε κι έφυγε από το δωμάτιο. «Θα ήθελες λίγο τσάι;» ρώτησε η Αριάνα τη γιαγιά της. Παρ’ όλο που η Πενέλοπι είχε φύγει πριν από πενήντα και πλέον χρόνια από την πατρίδα της, την Αγγλία, όταν είχε παντρευτεί τον Ιταλό σύζυγό της, εξακολουθούσε να προτιμά ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι από οποιοδήποτε άλλο ρόφημα. «Μόλις ήπια, ευχαριστώ». Κοίταξε την Αριάνα με τα γαλανά μάτια της, που έλαμπαν από εξυπνάδα. «Οφείλω να ομολογήσω ότι πριν από λίγο είπα ένα μικρό ψέμα». Η Αριάνα χαμογέλασε. «Δεν ήθελες να συζητήσουμε για το γάμο; Με σοκάρεις». «Εσύ και η αγαπημένη μου κόρη είστε παραπάνω από ικανές να τακτοποιήσετε μόνες σας τις λεπτομέρειες του γάμου. Επιπλέον, έχετε στη διάθεσή σας ολόκληρη την Ντάντε». «Τότε λοιπόν, αν δεν πρόκειται για το γάμο...» Η Αριάνα έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και την κοίταξε απορημένη. «Ξέρεις πολύ καλά περί τίνος πρόκειται». Η Αριάνα αναστέναξε. «Η κυρία Πένιγουινκλ». «Ναι, η κυρία Πένιγουινκλ. Δεν μπορείς να το καθυστερείς άλλο». Η γιαγιά της Αριάνας είχε δημιουργήσει με αυτό το ψευδώνυμο μια σειρά από υπέροχα εικονογραφημένες ιστορίες, στις οποίες πρωταγωνιστούσε η Νάνσι, μια πορσελάνινη κούκλα που πήγαινε από το ένα παιδί που την είχε ανάγκη στο επόμενο. Στα χέρια κάθε παιδιού ζούσε συγκλονιστικές ιστορίες και αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά προβλήματα. Στο τέλος των βιβλίων η Νάνσι βοηθούσε το κάθε παιδί να λύσει τα προβλήματά του και, ως διά μαγείας, προχωρούσε στο επόμενο που τη χρειαζόταν, είτε ήταν αγόρι είτε ήταν κορίτσι. Η Αριάνα είχε στην κατοχή της την πρώτη κούκλα Νάνσι που βγήκε στην παραγωγή. Απ’ όλα της τα πράγματα, αυτό ήταν που θεωρούσε το πιο πολύτιμο. «Τελείωσες τα σχέδια που ζήτησε ο εκδότης;» «Το πορτφόλιο είναι έτοιμο, όπως και ο σκελετός της ιστορίας», παραδέχτηκε η Αριάνα. «Όμως δεν είμαι σίγουρη αν ο Εκδοτικός Οίκος Τάλμποτ είναι έτοιμος για μια τόσο σημαντική αλλαγή σε μια σειρά βιβλίων που έχει γίνει κλασική με τα χρόνια». «Ανοησίες». Η Αριάνα κάθισε πιο βαθιά στην πολυθρόνα της. «Μιλάω σοβαρά. Το καλλιτεχνικό μου στυλ δεν έχει καμία σχέση με το δικό σου. Δεν ξέρω αν τα παιδιά θα δεχτούν την αλλαγή». «Είναι καιρός να ανανεωθούν τα βιβλία. Η κυρία Πένιγουινκλ χρειάζεται ανανέωση εδώ και χρόνια». Η Πενέλοπι συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Οι πωλήσεις πέφτουν. Αν δε βρω έναν τρόπο ν’ αναστρέψω την κατάσταση...» Σταμάτησε και ανασήκωσε τους ώμους της με απόγνωση. Η Αριάνα πάγωσε, γιατί κατάλαβε αμέσως τι εννοούσε η γιαγιά της. «Τα χρήματά σου... τελειώνουν;» «Θα τελειώσουν αν δεν καταφέρουμε ν’ ανεβάσουμε τις πωλήσεις της κυρίας Πένιγουινκλ». Η Πενέλοπι έσκυψε μπροστά κι έσμιξε ανήσυχη τα φρύδια της. «Η μητέρα σου δε διαθέτει ούτε το ταλέντο ούτε το ενδιαφέρον για να συνεχίσει το έργο μου. Εσύ όμως διαθέτεις και τα δύο». «Το ενδιαφέρον σίγουρα. Μένει ν’ αποδειχτεί αν διαθέτω και το απαιτούμενο ταλέντο. Πράγμα που μου θύμισε ότι...» Η Αριάνα δίστασε, απρόθυμη να θίξει το συγκεκριμένο θέμα. «Ζήτησα από τον Λατζ να μου διαθέσει ένα δωμάτιο στο οποίο θα μπορώ να σχεδιάζω, κι εκείνος απόρησε. Του φάνηκε περίεργο ότι έχω ανάγκη από έναν προσωπικό χώρο στον οποίο δε θα γνωρίζει κανείς τι κάνω και με τι ασχολούμαι. Θα σε πείραζε αν του μιλούσα για την κυρία Πένιγουινκλ;» «Δεν πρέπει να το κάνεις», τη διέκοψε η γιαγιά της και η ανησυχία της φάνηκε να μεγαλώνει. «Οι Ντάντε βρίσκονται στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Θα


μαθευτεί. Ο κόσμος θ’ ανακαλύψει ότι εγώ είμαι η κυρία Πένιγουινκλ. Θα είναι όπως μετά το ατύχημά μου...» Η Αριάνα κοίταξε τη γιαγιά της με κατανόηση, μόλις άκουσε ν’ αναφέρεται στο ατύχημα που είχε γίνει αιτία να χαθεί ο παππούς και είχε καθηλώσει την ίδια σε αναπηρικό καροτσάκι για την υπόλοιπη ζωή της. Ωστόσο, όσο κι αν καταλάβαινε γιατί η γιαγιά της προτιμούσε να κρατά την ταυτότητά της κρυφή και σεβόταν την απόφασή της, είχε δώσει και μια υπόσχεση στον Λατζ. Έκλεισε τα μάτια της. Δε χωρούσε αμφιβολία για το ποια υπόσχεση ήταν η πιο σημαντική. Η ευτυχία της γιαγιάς της, η ψυχική της γαλήνη ερχόταν πρώτη απ’ όλα. «Αν προτιμάς να μην πω στον Λατζ με τι ασχολούμαι, φυσικά και θα σεβαστώ τις επιθυμίες σου», είπε τρυφερά. «Εξάλλου δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο να του πω. Όχι μέχρι οι εκδότες σου να με δεχτούν ως καινούρια κυρία Πένιγουινκλ». Η Πενέλοπι χαλάρωσε κάπως. «Από τη στιγμή που, εξαιτίας της αρθρίτιδάς μου, δεν μπορώ να συνεχίσω τη σειρά, δε νομίζω ότι έχουν κι άλλη επιλογή». Η Αριάνα δεν ήταν και τόσο σίγουρη. Στη σημερινή εποχή οι επιχειρήσεις ενδιαφέρονταν μόνο για το κέρδος και, αν οι υπεύθυνοι του εκδοτικού οίκου δεν πείθονταν ότι το ταλέντο της θα μπορούσε ν’ ανανεώσει τη σειρά και να την καταστήσει κερδοφόρα, ίσως να την ανέθεταν σε κάποιον άλλον καλλιτέχνη ή να τη διέκοπταν. Θα έκανε οτιδήποτε περνούσε από το χέρι της για να διασφαλίσει ότι δε θα συνέβαινε αυτό. Κοίταξε ανήσυχη τη γιαγιά της. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ελπίζει ότι στο τέλος όλα θα πήγαιναν καλά... και ότι θα κατάφερνε να κρύψει την αλήθεια από τον Λατζ για όσο θα διαρκούσε ο σύντομος γάμος τους. Εξάλλου, δεν επρόκειτο παρά για ένα ασήμαντο μυστικό. Μπορεί και να μην τον ενοχλούσε. *

«Λοιπόν, ποια είναι η τελευταία της απαίτηση;» ρώτησε ο Μάρκο. Ο Λατζ κοίταξε για πολλοστή φορά το χαρτί στο οποίο είχε εκτυπώσει το τελευταίο e-mail της Αριάνας. «Είσαι παντρεμένος. Εξήγησέ μου κάτι. Τι εννοεί όταν λέει ότι χρειάζεται έναν προσωπικό χώρο; Και μάλιστα ένα χώρο στον οποίο εγώ δε θα την ενοχλώ; Γιατί χρειάζεται ένα ολόκληρο δωμάτιο για να μπορεί να μείνει μόνη με τον εαυτό της;» «Και, το πιο σημαντικό, γιατί να μην μπορείς να την ενοχλείς;» ρώτησε ο Μάρκο. «Ναι, ακριβώς. Θέλω να πω... όχι, που να πάρει. Δε θα την ενοχλώ. Πολύ». Ο Λατζ μόρφασε ακούγοντας το γέλιο του αδελφού του. «Έχει προσωπικό δωμάτιο η Κέιτλιν;» «Φυσικά. Το αποκαλούμε μπάνιο, όμως το έχει μετατρέψει σε κάποιου είδους γυναικείο άδυτο και Θεός φυλάξοι αν τύχει και μπω μέσα τη λάθος στιγμή». «Και πότε είναι η λάθος στιγμή;» Ο Μάρκο χαμογέλασε. «Οποτεδήποτε βρίσκεται εκείνη μέσα». «Εσύ αστειεύεσαι, ενώ εγώ σου έκανα μια σοβαρή ερώτηση». Ο Μάρκο σήκωσε τα χέρια του ψηλά στον αέρα σαν να παραδιδόταν. «Η Κέιτλιν έχει τον προσωπικό της χώρο. Όπως όλες οι γυναίκες. Έχουν ανάγκη να μένουν πού και πού μόνες τους για να απολαύσουν τη θηλυκότητά τους με όλα τα υπέροχα μυστήρια που τη συνοδεύουν». Ο Λατζ τσαλάκωσε το χαρτί που κρατούσε. «Κατά τα φαινόμενα η Αριάνα χρειάζεται ένα ολόκληρο δωμάτιο για να χαρεί τη θηλυκότητά της». «Αν είναι τόσο μεγάλο το πρόβλημα, ίσως θα έπρεπε να ξανασκεφτείς την απόφασή σου να την παντρευτείς». «Μου το έχεις ξαναπεί αυτό». Ο τόνος του Λατζ έγινε πιο ψυχρός. «Όπως και ο Νικολό, δύο φορές. Και ο Σεβ, τουλάχιστον μισή ντουζίνα φορές». «Ανησυχούν για σένα». Ο Μάρκο προσπάθησε να καθησυχάσει τον αδελφό του. «Όλοι μας ανησυχούμε. Δεν είσαι αναγκασμένος να τηρήσεις τη συμφωνία που έκανε κάποτε ο μπαμπάς. Και σίγουρα δε χρειάζεται να παντρευτείς την Αριάνα για ν’ αποκτήσεις το Μπρίμστοουν. Κανένα διαμάντι, όσο πολύτιμο κι αν είναι, δεν αξίζει τέτοια θυσία. Κανένας μας δεν έχει αυτή την απαίτηση από σένα». Ο Λατζ ανασήκωσε τα φρύδια του με απορία. «Εκπλήσσομαι που κανείς σας δεν ανησυχεί για την κατάρα αν δεν κάνω αυτόν το γάμο». «Το διαμάντι είναι καταραμένο μόνο αν πιστεύουμε ότι είναι», είπε ο Μάρκο με κάποια ανησυχία. «Ο Σεβ διασφάλισε τη θέση μας στον κόσμο των κοσμημάτων. Είναι ανόητο να θεωρούμε ότι χωρίς το Μπρίμστοουν η οικογένειά μας δε θα γνωρίσει ποτέ την πραγματική ευτυχία ή επιτυχία. Όλ’ αυτά δεν είναι παρά ένα ανόητο παραμύθι». «Και ο Κεραυνός; Εσείς όλοι δε λέτε πως είναι κάτι περισσότερο από ένα ακόμα ανόητο παραμύθι;» ρώτησε με νόημα ο Λατζ. Ο Μάρκο έσφιξε τα χείλη του. «Αυτό είναι διαφορετικό. Ο ένας θρύλος δεν έχει καμία σχέση με τον άλλον». «Σωστά». «Ω, άσε τις ειρωνείες, εντάξει; Κάνεις λάθος που παντρεύεσαι την Αριάνα για επαγγελματικούς λόγους και το ξέρεις». «Μου το είπαν ήδη ο Σεβ και ο Νικολό». Ο Λατζ πέταξε το τσαλακωμένο χαρτί στο καλάθι των αχρήστων. Το χαρτί αναπήδησε στο χείλος του καλαθιού πριν πέσει μέσα. «Πιστεύουν ότι είναι λάθος να παντρευτώ την Αριάνα, επειδή δεν είναι η σύζυγος που μου υπέδειξε ο Κεραυνός». «Τυχαίνει να συμφωνώ μαζί τους», είπε ο Μάρκο με απατηλή ηρεμία. «Ευτυχώς για όλους μας, εγώ δεν πιστεύω ούτε στον Κεραυνό ούτε στην κατάρα του». «Την ευλογία του». Ο Λατζ αγνόησε τη διακοπή. «Με την Αριάνα επικοινωνούσαμε συχνά μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και συμφωνούμε και οι δύο. Θα παντρευτούμε. Θα παίξουμε θέατρο για λίγους μήνες για τον παππού και τις γιαγιάδες μας, κι ύστερα θα τραβήξει ο καθένας το δρόμο του. Κάποια στιγμή θα διαλύσουμε το γάμο». Ο Μάρκο κούνησε το κεφάλι του αηδιασμένος. «Εκπλήσσομαι με τον μπαμπά. Με δεδομένο το πόσο δυστυχισμένος υπήρξε εκείνος με τη μαμά, παραξενεύομαι που θέλησε να σε υποχρεώσει να κάνεις έναν παρόμοιο γάμο». «Πόσες φορές θα πρέπει να σου το εξηγήσω; Δεν πρόκειται γι’ αληθινό γάμο». Ο Λατζ αγωνίστηκε να μη χάσει την υπομονή του, χωρίς να τα καταφέρνει απόλυτα. «Εγώ κι η Αριάνα θα εκπληρώσουμε τους όρους του συμφωνητικού και ύστερα θα χωρίσουμε φιλικά. Το Μπρίμστοουν θα σωθεί κι εμείς θ’ αγοράσουμε το μερίδιο που έχουν οι Ρομάνο στο διαμάντι. Τίποτα δε θα μπορούσε να είναι απλούστερο και, το κυριότερο, θα επωφεληθούν όλοι». «Αν πιστεύεις αληθινά ότι θα είναι τόσο εύκολο, είσαι τρελός. Ο παππούς και η γιαγιά πιστεύουν ότι παντρεύεσαι επειδή ένιωσες το άγγιγμα του Κεραυνού. Έκανες ό,τι περνούσε απ’ το χέρι σου για να τους δώσεις αυτή την εντύπωση. Τώρα είσαι αναγκασμένος να τη διατηρήσεις σε όλη τη διάρκεια του γάμου σας. Τη στιγμή που θα χωρίσετε με την Αριάνα, ο παππούς και η γιαγιά θα καταλάβουν την αλήθεια». Ο Μάρκο έσκυψε μπροστά. Η έκφρασή του ήταν ασυνήθιστα βλοσυρή. «Κι όταν συμβεί αυτό, θα τους συντρίψει». «Δε θέλω να πληγωθούν», παραδέχτηκε ο Λατζ. «Καλύτερα όμως να πιστέψουν ότι έκανα λάθος για τον Κεραυνό παρά να μάθουν για τη συμφωνία του μπαμπά. Κατά τη γνώμη μου, αυτό θα τους πλήγωνε περισσότερο απ’ ό,τι αν θεωρήσουν ότι μπέρδεψα το σαρκικό πόθο με το άγγιγμα του Κεραυνού». «Κάνεις λάθος. Θα πληγωθούν περισσότερο αν ανακαλύψουν ότι παντρεύτηκες γι’ άλλο λόγο και όχι επειδή ήσουν ερωτευμένος». Ο Λατζ, αφού το σκέφτηκε για μια στιγμή, αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως ο αδερφός του είχε δίκιο. «Τότε θα τους πείσω ότι με την Αριάνα ήμαστε ερωτευμένοι όταν παντρευτήκαμε, όμως τελικά το πράγμα δεν πέτυχε. Πίστεψα ότι ήταν ο Κεραυνός και δεν ήταν. Μια απλή περίπτωση ευσεβούς πόθου. Απ’ όσο ξέρω, η Πενέλοπι, η γιαγιά της Αριάνας, και η Καρολίνα, η μητέρα της, πιστεύουν επίσης ότι παντρευόμαστε από έρωτα και δεν πρέπει να τους διαλύσουμε αυτή την εντύπωση. Το γεγονός ότι η γνωριμία μας περιορίζεται στα μηνύματα που έχουμε ανταλλάξει θα παραμείνει το μικρό μας μυστικό».


«Θα έχει ενδιαφέρον να δω την αντίδρασή σου όταν θα συναντηθείτε τελικά από κοντά». «Γιατί;» ρώτησε ο Λατζ χωρίς να το σκεφτεί. Ο Μάρκο κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε ειρωνικά. «Θα σε αφήσω να το ανακαλύψεις μόνος σου». «Δεν πρόκειται να μου πεις τίποτα, έτσι δεν είναι;» «Σου λέω μόνο αυτό... Είναι πανέμορφη. Παθιασμένη με τη ζωή. Έχει εκπληκτική αίσθηση του χιούμορ. Και λατρεύει τα παιδιά». «Ξέχασες ν’ αναφέρεις ότι φιλάει ωραία». Ο Μάρκο γέλασε. «Σου το είπε, επομένως. Ναι, φιλάει ωραία. Λοιπόν, πότε θα γίνει η μεγάλη συνάντηση;» «Η Αριάνα και η οικογένειά της θα έρθουν την προηγουμένη της τελετής. Θα συναντηθούμε ιδιαιτέρως πριν από την πρόβα του γαμήλιου δείπνου». Η έκφραση του Μάρκο σοβάρεψε. «Είσαι τρελός αν πιστεύεις ότι μια σύντομη συνάντηση θα είναι αρκετή ώστε να δημιουργήσει έναν αρκετά δυνατό δεσμό ανάμεσά σας, ικανό να πείσει τους πάντες ότι είστε ερωτευμένοι. Δεν ξέρετε τίποτα ο ένας για τον άλλον, κι ωστόσο πιστεύετε ότι θα μπορέσετε να παραστήσετε τους ερωτευμένους –και μάλιστα τόσο καλά ώστε να πείσετε τον παππού και τη γιαγιά, καθώς και τη γιαγιά και τη μητέρα της Αριάνας, πως είστε τρελά ερωτευμένοι». «Θα είναι μόνο για μια βραδιά, συν αυτή της δεξίωσης του γάμου, οπότε νομίζω ότι θα καταφέρουμε να τους πείσουμε, υπό την προϋπόθεση ότι θα κρατήσετε όλοι τα στόματά σας κλειστά». «Καλή τύχη, λοιπόν. Θα είναι ήδη αρκετά δύσκολο να πείσετε τον παππού και τη γιαγιά, όμως θα πρέπει να προσέχετε τις κινήσεις σας και με την Πενέλοπι. Είναι παμπόνηρη. Κρίμα που δε διαθέτεις τη δική μου γοητεία». «Ευτυχώς διαθέτω το μυαλό που σου λείπει». Ο Μάρκο σηκώθηκε. «Μια τελευταία ερώτηση πριν σε αφήσω στη δουλειά σου και στην ησυχία σου. Έχεις προειδοποιήσει τη μέλλουσα σύζυγό σου για το θρύλο του Κεραυνού;» Ο Λατζ κοίταξε τον αδελφό του φανερά μπερδεμένος. «Γιατί να το κάνω αυτό;» Ο Μάρκο συνοφρυώθηκε. «Δε μου είπες ότι ένας από τους όρους του γάμου σας ήταν να μην έχετε μυστικά ο ένας από τον άλλον;» «Τα παραμύθια δεν είναι μυστικά», απάντησε ο Λατζ και σκέφτηκε ότι με λίγη τύχη ο θρύλος του Κεραυνού θ’ αποδεικνυόταν ένα παραμύθι για το οποίο δε θα χρειαζόταν ποτέ να μιλήσει σε κανέναν. «Επίτρεψέ μου να σε προειδοποιήσω για κάτι. Μπορεί εσύ να μην το θεωρείς μυστικό, ίσως όμως η Αριάνα να έχει διαφορετική άποψη», είπε ο Μάρκο καθώς έφευγε. «Οι γυναίκες καμιά φορά κολλάνε στις λεπτομέρειες». Ο Λατζ βόγκησε. Να πάρει, δεν του άρεσε καθόλου αυτό το τελευταίο σχόλιο του αδελφού του. Μπορούσε μόνο να ελπίζει ότι τουλάχιστον δε θ’ αποδεικνυόταν τόσο προφητικό όσο είχε ακουστεί.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Από: Lazzaro–Dante@DantesJewerly.com Ημερομηνία: 4/08/2008 23:28 Προς: Bambolina@fornitore.it Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι... Συμπληρωματικοί Όροι Κάτι που ξέχασα να αναφέρω... Θα πρέπει να σου ζητήσω να φροντίσεις ώστε η ύπαρξη της συμφωνίας ανάμεσα στον πατέρα μου και τον δικό σου να κρατηθεί μυστική από τον παππού και τη γιαγιά μου. Δεύτερος όρος: Να φροντίσεις ώστε μπροστά στον παππού και τη γιαγιά μου να δίνουμε την εντύπωση ενός ευτυχισμένου ερωτευμένου ζευγαριού. Λ. Από: Bambolina@fornitore.it Ημερομηνία: 05/08/2008 09:17 Προς: Lazzaro–Dante@DantesJewelry.com Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι... Συμπληρωματικοί Όροι. Εντάξει, εντάξει. Και οι δύο όροι σου γίνονται δεκτοί. Επίσης θα ήθελα να κρατήσω κρυφό το λόγο για τον οποίο παντρευόμαστε από τη μητέρα μου, την Καρολίνα, και τη γιαγιά μου, την Πενέλοπι. Φυσικά δεν πρόκειται για μυστικό, αφού εσύ δεν πιστεύεις σ’ αυτά. Απλά για ένα αθώο, μικρό ψέμα (για το οποίο θα πάμε κι οι δυο μας κατευθείαν στην Κόλαση). Τους είπα ότι γνωριστήκαμε κατά τη διάρκεια της τελευταίας μου επίσκεψης στο Σαν Φρανσίσκο κι ότι ερωτευτήκαμε τρελά. Σε βολεύει αυτό; Τσάο, Αριάνα 28 Αυγούστου, 2008 Η Αριάνα, το πρωί του γάμου της, ξύπνησε σ’ έναν κόσμο τυλιγμένο από ομίχλη. Βγήκε στο μπαλκόνι του δωματίου της στο ξενοδοχείο Λε Πρεμιέρ και είχε την αίσθηση ότι βρέθηκε στην καρδιά ενός σύννεφου που την τύλιξε με τη δροσιά του. Οι σταγόνες της υγρασίας στέκονταν πάνω στο δέρμα της κι έλαμπαν σαν χιλιάδες μικροσκοπικά διαμάντια. Η Καρολίνα βγήκε στο μπαλκόνι κι έδωσε στην κόρη της ένα φλιτζάνι μυρωδάτου καφέ. «Πώς κοιμήθηκες;» ρώτησε και χασμουρήθηκε. «Πολύ καλά. Τόσες ώρες καθυστέρηση που είχε η πτήση μας συν το τζετ λαγκ, με πήρε ο ύπνος με το που ξάπλωσα στο κρεβάτι». «Θα έπρεπε να είχαμε έρθει νωρίτερα», είπε η Καρολίνα. «Δεν έπρεπε να σε αφήσω να μας πείσεις να έρθουμε την προηγουμένη της τελετής». «Δεν υπολόγισα την πιθανότητα να καθυστερήσει η πτήση μας λόγω κακοκαιρίας», παραδέχτηκε η Αριάνα. «Και θα έπρεπε να το είχα κάνει», πρόσθεσε, ωστόσο μέσα της σκεφτόταν ότι τα πράγματα δε θα μπορούσαν να της είχαν πάει καλύτερα, ακόμα και αν τα είχε σχεδιάσει. Είχαν χάσει την πρόβα του γαμήλιου δείπνου και τώρα απέμενε μόνο να αντιμετωπίσει την ίδια την τελετή. Οτιδήποτε κι αν φάνταζε κάπως παράξενο στη συμπεριφορά της θα αποδιδόταν στη νευρικότητα πριν το γάμο. Και μετά την τελετή θα έπρεπε απλά να παραστήσουν τους ερωτευμένους με τον Λατζ για όσο θα κρατούσε η δεξίωση. Ύστερα όλα θα τέλειωναν. «Θα κρατηθεί έτσι αυτή η ομίχλη; Ήλπιζα ότι θα είχε λιακάδα». «Θα διαλυθεί εγκαίρως», διαβεβαίωσε η Αριάνα τη μητέρα της. Κοίταξε πίσω της τη γιαγιά της. «Έλα να ρίξεις μια ματιά. Είναι εκπληκτικά». Η Πενέλοπι βγήκε με το καροτσάκι της στο μπαλκόνι. Η Αριάνα έσκυψε και πέρασε το μπράτσο της γύρω από τους ώμους της γιαγιάς της, ενώ η Καρολίνα, από την άλλη μεριά, κρατούσε το χέρι της μητέρας της. Τρεις γενιές γυναικών ενωμένες. «Μου φαίνεται τόσο παράξενο όταν σκέφτομαι ότι δε θα επιστρέψουμε μαζί στην Ιταλία», είπε χαμηλόφωνα η Καρολίνα. «Σε λίγες ώρες θα είσαι παντρεμένη και θα ζεις σε μια ξένη χώρα με ένα σύζυγο που γνωρίζεις ελάχιστα». «Όταν κάτι είναι σωστό, είναι σωστό», απάντησε εκείνη χαρούμενα. Δεν υπήρχε χρόνος για περισσότερες κουβέντες. Και για τις τρεις τους το κάθε δευτερόλεπτο ήταν σημαντικό καθώς ετοιμάζονταν για το γάμο. Όσο περνούσε η ώρα, η τάξη έδωσε τη θέση της στη σύγχυση, αυτή στο χάος κι αμέσως μετά ακολούθησαν οι μελοδραματικές σκηνές που βοήθησαν στη συναισθηματική εκφόρτιση. Δάκρυα κύλησαν και σκουπίστηκαν, με τον ίδιο τρόπο που η καλοκαιρινή λιακάδα διέλυσε την ομίχλη. Καθώς περνούσαν οι ώρες και η στιγμή που οι Ρομάνο θα έπρεπε να φύγουν για την εκκλησία πλησίαζε, η ένταση έδωσε τη θέση της στα γέλια και τις γλυκόπικρες αναπολήσεις. Το χάος μετατράπηκε σε μια μέτρια σύγχυση κι αυτή με τη σειρά της σε μια αόριστη τάξη. Και, επιτέλους, η Αριάνα στάθηκε στη μέση της σουίτας της φορώντας το νυφικό που τόσο εκείνη όσο και η γιαγιά και η μητέρα της είχαν διαλέξει ως το πιο όμορφο. Το ιβουάρ χρώμα του κολάκευε την επιδερμίδα της και έκανε τα μάτια της να φαίνονται πιο σκούρα και με περισσότερο βάθος, ενώ το εφαρμοστό μπούστο τραβούσε την προσοχή στη λεπτή σιλουέτα που είχε κληρονομήσει από τη μητέρα της. Η φούστα του νυφικού ανέμιζε γύρω της και την τύλιγε σαν την ομίχλη που θαύμαζε νωρίτερα. Και φορούσε ένα πέπλο από τούλι και δαντέλα που ανήκε στην προγιαγιά της, στερεωμένο με μια διαμαντένια τιάρα που είχε παραδοθεί στη σουίτα τους μόλις εκείνο το πρωί –ένα δώρο για το γάμο τους από τον Λατζ. Η μητέρα της τριγυρνούσε γύρω της κάνοντας τις τελευταίες μικροδιορθώσεις, ενώ η Πενέλοπι καθόταν απλά, λάμποντας από ευτυχία. «Είσαι πανέμορφη», δήλωσε. Ένα χτύπημα στην πόρτα της σουίτας σήμανε την άφιξη του Βιτόριο και του Κόνσταντιν. Τα μάτια του πατέρα της Αριάνας γέμισαν δάκρυα καθώς την αγκάλιαζε. Η στωική έκφραση του αδελφού της χάθηκε και το βλέμμα του γέμισε ανησυχία. «Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να το κάνεις αυτό;» τη ρώτησε ψιθυριστά ενώ αγκαλιάζονταν. «Απόλυτα». «Ώρα να φύγουμε», είπε ο Βιτόριο. Αργότερα η Αριάνα μόλις που θυμόταν τη διαδρομή από το Λε Πρεμιέρ ως το μικρό εκκλησάκι. Το πέτρινο κτίσμα βρισκόταν στην κορυφή ενός λόφου κοντά στο κέντρο της πόλης και πρόσφερε μια εκπληκτική θέα του κόλπου με τα νησάκια και τη διάσημη κόκκινη γέφυρα. Η μητέρα και η γιαγιά της τη φίλησαν πριν μπουν στην εκκλησία, αφήνοντάς τη στο προαύλιο με τον πατέρα της. Ο θόρυβος από τους πολύβουους δρόμους χάθηκε και έδωσε τη θέση του σε ένα απαλό καλοκαιρινό αεράκι, που έκανε το βέλο της Αριάνας και τη φαρδιά φούστα του νυφικού της να ανεμίσουν. Τα φύλλα στα δέντρα θρόιζαν σιγανά. Τα κελαηδίσματα των πουλιών ήταν ένας γλυκός ύμνος στη ζωή. Και τότε άρχισαν να χτυπάνε χαρούμενα οι καμπάνες.


Ο Βιτόριο χάιδεψε το πιγούνι της κόρης του και της ανασήκωσε το κεφάλι, έτσι που τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. «Υπάρχει κάτι που θα πρέπει να ξέρεις προτού παντρευτείς τον Λατζ». «Τι, μπαμπά; Τι συμβαίνει;» Ο Βιτόριο δίστασε, σαν να προσπαθούσε ν’ αποφασίσει αν έπρεπε ή όχι να μιλήσει. «Πρόκειται για το Μπρίμστοουν. Έχει... έχει χαθεί». Χρειάστηκαν μερικές στιγμές για να συνειδητοποιήσει η Αριάνα τι της έλεγε ο πατέρας της. Κι αμέσως της κόπηκε η ανάσα. Ευχήθηκε να μην είχε καταλάβει καλά. «Τι εννοείς... χάθηκε; Πώς χάνεται ένα διαμάντι;» «Δεν μπορώ να το βρω πουθενά», εξομολογήθηκε ο Βιτόριο. «Εννοείς ότι το έχασες;» ρώτησε η Αριάνα και, βλέποντας τον πατέρα της να νεύει απρόθυμα καταφατικά, κούνησε το κεφάλι της με απόγνωση. «Δεν καταλαβαίνω. Δεν το είχατε βάλει σε τραπεζική θυρίδα; Δεν ήταν κλειδωμένο;» «Ήταν». Ο Βιτόριο κοίταξε το συντονιστή του γάμου, που τους έκανε νόημα πως είχε φτάσει η στιγμή να μπουν στην εκκλησία. «Τώρα δεν έχουμε το χρόνο να μπούμε σε λεπτομέρειες. Απλά πίστεψέ με όταν σου λέω ότι κάνω ό,τι μπορώ για να ξαναβρώ το διαμάντι». «Συνεχίζω να μην καταλαβαίνω. Τότε γιατί με άφησες να προχωρήσω με το γάμο, μπαμπά; Γιατί δε με σταμάτησες μόλις ανακάλυψες ότι το Μπρίμστοουν είχε χαθεί; Γιατί δεν το είπες στους Ντάντε;» «Θέλω απλά λίγο χρόνο», είπε ο Βιτόριο βιαστικά. «Χρόνο για να το βρω». «Δεν έχουμε χρόνο», του υπενθύμισε η κόρη του. «Τα γενέθλιά μου είναι σε δυο μέρες. Αν μέχρι τότε δεν είμαστε παντρεμένοι με τον Λατζ, το Μπρίμστοουν θα ριχτεί στον ωκεανό –αν υποθέσουμε φυσικά ότι θα καταφέρεις πρώτα να το βρεις». Ο Βιτόριο ένευσε θλιμμένα. «Αν θέλεις να ακυρώσουμε το γάμο, θα το κάνουμε». Ήταν η μόνη λογική επιλογή, σκέφτηκε η Αριάνα. Ταυτόχρονα όμως θα συνεπαγόταν μια τεράστια απώλεια αν ο πατέρας της έβρισκε στο μεταξύ το διαμάντι. Πίεσε τον εαυτό της να σκεφτεί γρήγορα. «Τι θα συμβεί στην οικογένεια αν κάνω πίσω; Πώς νομίζεις ότι θα αντιδράσουν οι Ντάντε;» «Θα πρέπει να εξηγήσουμε τα πάντα στον παππού Ντάντε, τη μητέρα και τη γιαγιά σου». Η Αριάνα σταυροκοπήθηκε με ένα βογκητό. «Μην ανησυχείς, μπαμπολίνα. Θα βρούμε έναν τρόπο να τα καταφέρουμε», είπε ο Βιτόριο, ωστόσο η Αριάνα δεν μπόρεσε να μην προσέξει ότι ο πατέρας της απέφευγε να την κοιτάξει στα μάτια. «Είμαι σίγουρος ότι οι Ντάντε θα αντιμετωπίσουν το θέμα λογικά». Σωστά. Στο κάτω κάτω αρκούσε κανείς να δει πόσο λογικός είχε φανεί μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Λατζ με όλους τους όρους που έθετε πριν το γάμο. Για κάποιο λόγο η Αριάνα δεν πίστευε ότι θ’ αντιμετώπιζε πιο λογικά την απώλεια του διαμαντιού. Ένωσε τις παλάμες της απελπισμένη. Τι θα γινόταν αν οι Ντάντε αποφάσιζαν να κινηθούν νομικά; Η οικογένειά της θα καταστρεφόταν και οι σκανδαλοθηρικές φυλλάδες θα έκαναν πάρτι. Και δε θα επηρεάζονταν μόνο εκείνη κι ο πατέρας της. Ο Κόνσταντιν δε θα κατάφερνε ποτέ να ξεκινήσει μια δική του επιχείρηση. Κι όσο για τη γιαγιά... είχε ζήσει ήδη μια φορά τον εφιάλτη της δημοσιότητας. Δε θα άντεχε και δεύτερη. Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν πως, αν οι Ρομάνο βρίσκονταν στο επίκεντρο της δημοσιότητας, υπήρχε περίπτωση ν’ ανακαλύψει κάποιος την κρυφή ταυτότητα της γιαγιάς της. «Θα το κάνω», είπε στον πατέρα της. «Έτσι, θα έχεις το χρόνο να βρεις το διαμάντι. Όμως, μπαμπά, σ’ εκλιπαρώ. Βιάσου». Δεν υπήρχε χρόνος για συζητήσεις. Ο συντονιστής του γάμου βγήκε βιαστικός, τους έπιασε από το χέρι και, κυριολεκτικά, τους έσυρε προς την εκκλησία. «Βιαστείτε, παρακαλώ. Αργήσαμε». Η Αριάνα και ο Βιτόριο κοντοστάθηκαν ξανά στην πόρτα για μια στιγμή. Εκείνος έσκυψε και φίλησε την κόρη του προτού τη βοηθήσει να ρίξει το πέπλο πάνω από το πρόσωπό της. Μπήκαν μαζί στο δροσερό παρεκκλήσι. Οι καμπάνες σώπασαν σιγά σιγά και αντικαταστάθηκαν από το γλυκό καλωσόρισμα των εγχόρδων, που υποδέχονταν την άφιξή της. Η Αριάνα έβαλε τα δυνατά της να συγκρατήσει ένα κύμα συγκίνησης. Εκείνη τη στιγμή δεν την ενδιέφερε το γιατί είχε συμφωνήσει να παντρευτεί ή το αν ήταν ή όχι μια λογική απόφαση. Εκείνη τη στιγμή λαχταρούσε κάτι περισσότερο. Όλα τα στοιχεία υπήρχαν –η ιερότητα του χώρου, η όμορφη μουσική, η ζεστασιά και οι ευχές της οικογένειάς της και του Λατζ. Όμως ο γάμος της δεν ήταν πραγματικός. Του έλειπε το πιο βασικό απ’ όλα τα συστατικά. Η αγάπη. Ένας άντρας που ήταν ολόιδιος ο Μάρκο στεκόταν μπροστά στο ιερό φορώντας σμόκιν. Όχι, συνειδητοποίησε η Αριάνα την επόμενη στιγμή. Δεν ήταν ολόιδιος ο Μάρκο. Όσο πλησίαζε διέκρινε κάποιες μικρές διαφορές ανάμεσά τους. Ο Λατζ ήταν εξίσου όμορφος με το δίδυμο αδελφό του, όμως του έλειπαν η σκανταλιάρικη λάμψη στα μάτια και το αυθόρμητο χαμόγελο. Ο άντρας που βρισκόταν μπροστά της παρέμενε επιφυλακτικός και αδυσώπητος, με τα εκφραστικά, διαπεραστικά, πανέξυπνα μάτια του καρφωμένα πάνω της. Υπήρχε ένα βάθος στη ματιά του και μια εσωτερική δύναμη, όπως και ένας υπέροχος αισθησιασμός που ένιωθε να την τραβάει όσο περισσότερο τον πλησίαζε. Η έντασή της μεγάλωνε με κάθε βήμα της. Μέχρι να φτάσει δίπλα του στο ιερό, αυτή η ένταση είχε κλιμακωθεί σε μια ασυγκράτητη αναστάτωση που όμοιά της δεν είχε βιώσει ποτέ στο παρελθόν. Προσπάθησε να κρύψει αυτή της την αντίδραση, να μην αρχίσει να τρέμει από την ταραχή της. Ο Λατζ, σαν να αισθανόταν κι εκείνος κάτι παρόμοιο, την κοιτούσε ασάλευτος με φλογερό βλέμμα. Τα μάτια του είχαν το ίδιο καστανοπράσινο χρώμα με τα μάτια του Μάρκο, μόνο που το πράσινο στα δικά του έμοιαζε πιο έντονο κι οι χρυσαφιές κηλίδες κάπως πιο αχνές. Για κάποιο λόγο το βλέμμα του έδινε την εντύπωση πως βαθιά μέσα του έκρυβε κάτι περισσότερο, την καρδιά κάποιου που είχε πληγωθεί άσχημα στο παρελθόν και είχε αποφασίσει στο μέλλον να κρατάει τις αποστάσεις του από τους κινδύνους. Ο χρόνος ήταν σαν να είχε σταματήσει, έτσι όπως την κοιτούσε μέσα από το αραχνοΰφαντο τούλι του πέπλου της. Ήταν σαν να επικοινωνούσε μαζί της σε κάποιο μυστικό μήκος κύματος, που γνώριζαν μόνο οι δυο τους. Σαν κάποιο μέρος του εαυτού του να την καλούσε και να απαιτούσε από εκείνη να απαντήσει. Η Αριάνα λίγο ακόμα και θα έκανε εκείνο το τελευταίο βήμα που τους χώριζε, έτοιμη να τον αγκαλιάσει, όμως, προτού αφεθεί να την παρασύρει το ένστικτό της, ο Λατζ την έπιασε από το μπράτσο και τη γύρισε έτσι ώστε να βλέπουν κι οι δυο τον ιερέα. Το άγγιγμά του της έκαιγε την επιδερμίδα μέσα από το σατέν ύφασμα του μανικιού της. Η τελετή προχώρησε μέσα σε μια θολούρα, τα γνώριμα λόγια την τύλιξαν σαν μανδύας, που με τη ζεστασιά του της πρόσφερε κάποια παρηγοριά. Τελικά έφτασε η στιγμή που έπρεπε να δώσουν τους όρκους τους. Ο ιερέας ευλόγησε τις βέρες τους και έδωσε τη βέρα της στον Λατζ. Εκείνη τον παρακολούθησε να παίρνει την απλή χρυσή βέρα, γοητευμένη από τη χάρη των κινήσεών του. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε προσέξει τα δάχτυλα του Μάρκο, πρόσεξε όμως τα δάχτυλα του Λατζ. Ήταν μακριά, δυνατά και αφόρητα κομψά. Όταν του είπε ο ιερέας, της έπιασε το χέρι. Και τότε ήταν που συνέβη. Η Αριάνα είχε νιώσει τη φλόγα από το άγγιγμά του μέσα από το σατέν ύφασμα του νυφικού της, όμως αυτό δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με το πρωτόγνωρο ρίγος που τη διαπέρασε, σαν να την είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα, όταν η επιδερμίδα της άγγιξε τη δική του. Ήταν τόσο έντονο, που, αν δεν την κρατούσε ο Λατζ, θα είχε πέσει. Τα δάχτυλά του έκλεισαν γύρω από τα δικά της κι εκείνη ύψωσε το βλέμμα της κι ανακουφίστηκε κάπως βλέποντας την έκπληξη και τη δυσπιστία στα μάτια του. Απ’ ό,τι φαινόταν, δεν το είχε νιώσει μόνο εκείνη. «Τι στο καλό ήταν αυτό;» ρώτησε ο Λατζ ψιθυριστά. «Όχι ακριβώς τα πρώτα λόγια που ήλπιζα ν’ ακούσω να λέει ο σύζυγός μου», ψιθύρισε η Αριάνα. «Ωστόσο ήταν μια πολύ εύστοχη ερώτηση. Τι συνέβη μόλις τώρα;»


Ο Λατζ έριξε μια σύντομη ματιά στον ιερέα, κούνησε το κεφάλι του και η τελετή συνεχίστηκε. Επανέλαβε τους όρκους του με καθαρή, δυνατή φωνή. Και ύστερα ήρθε η σειρά της Αριάνας. Ό,τι κι αν ήταν εκείνη η ξεχωριστή αίσθηση που είχε νιώσει, τώρα είχε μετατραπεί σε μια γλυκιά ζεστασιά που έκανε το αίμα της να κοχλάζει και τη γέμιζε με μια παράλογη λαχτάρα. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στους όρκους της, ξαφνικά όμως της φαίνονταν σαν ένα μπερδεμένο συνονθύλευμα λέξεων χωρίς νόημα, που της έδεναν τη γλώσσα, με αποτέλεσμα να συνεχίσει εκνευρισμένη στα ιταλικά. Οι καλεσμένοι από τα στασίδια γέλασαν με κατανόηση. Χωρίς αμφιβολία θα είχαν αποδώσει την αντίδρασή της στο τρακ της στιγμής. Ωστόσο αυτό που της συνέβαινε –ό,τι κι αν ήταν– δεν είχε καμία σχέση με τη συνηθισμένη νευρικότητα μιας νύφης, αλλά με τον άντρα που της κρατούσε το χέρι. Τα λεπτά κύλησαν γρήγορα και άκουσε τα λόγια που περίμενε με τρόμο και ταυτόχρονα με προσμονή. Ο ιερέας τούς έδωσε την τελική του ευλογία κι ύστερα είπε στον Λατζ να φιλήσει τη νύφη. Εκείνος δε βιάστηκε καθόλου να το κάνει, φέρνοντάς τη στα όρια της τρέλας με τις προσεκτικά μελετημένες κινήσεις του. Άπλωσε το χέρι του αργά, έπιασε το πέπλο της και το ανασήκωσε. Κοίταξε το πρόσωπό της με μια περιέργεια τόσο έντονη, που επιβεβαίωσε τις υποψίες της Αριάνας. Δεν τη θυμόταν. Αναμφίβολα, όταν είχαν βρεθεί μαζί στην αίθουσα συσκέψεων της Ντάντε, η παρουσία της δεν του είχε κάνει καμιά εντύπωση, γιατί η προσοχή του ήταν στραμμένη αποκλειστικά στον αδελφό του και την Κέιτλιν –τη γυναίκα που ο Μάρκο είχε ξεγελάσει ώστε να τον παντρευτεί, την ίδια γυναίκα που ήλπιζε να παντρευτεί ο Λατζ. Ίσως, αν οι περιστάσεις ήταν διαφορετικές, να έβρισκε την έκπληξη του Λατζ διασκεδαστική. Ήταν φανερό ότι του άρεσε αυτό που έβλεπε. Χωρίς να διστάσει, χαμήλωσε το κεφάλι του και τη φίλησε. Διαισθάνθηκε ότι ο σκοπός του ήταν αρχικά να της δώσει ένα φιλί ανάλαφρο και αδιάφορο, όμως, αμέσως μόλις τα χείλη τους ακούμπησαν, ένιωσε μια πρωτόγνωρη έξαψη να την κυριεύει. Τα μπράτσα του έκλεισαν γύρω της δυνατά και κτητικά και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Είχε κάνει λάθος. Τεράστιο λάθος. Μπορεί ο Μάρκο να φιλούσε ωραία, αλλά ο σύζυγός της φιλούσε εκπληκτικά. *

Ο Λατζ τη μια στιγμή έλεγχε τη ζωή και το πεπρωμένο του και την επόμενη παντρευόταν μια γυναίκα που ουσιαστικά του ήταν άγνωστη, και βρισκόταν στη δίνη ενός κυκλώνα. Δε θα μπορούσε να εξηγήσει τι είχε συμβεί στα τελευταία δέκα λεπτά, ακόμα κι αν εξαρτιόταν η ζωή του απ’ αυτό. Από τη στιγμή που είχε κρατήσει το χέρι της Αριάνας, τα πάντα είχαν αλλάξει. Η ψευδαίσθηση ότι διατηρούσε τον έλεγχο είχε διαλυθεί, είχε γίνει κομμάτια από την ένταση του κυκλώνα που τον παρέσυρε. Η λογική του τον εγκατέλειψε επίσης. Μία και μόνη σκέψη κυριαρχούσε στο μυαλό του. Να διεκδικήσει τη γυναίκα που στεκόταν μπροστά του. Να την κρατήσει γερά και να μην την αφήσει να του φύγει ποτέ. Έπρεπε να την κάνει δική του με όλους τους τρόπους. Να την κάνει να καταλάβει ότι η μοίρα τους ήταν κοινή. Ότι ήταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Άκουσε αχνά τον ιερέα να του λέει να φιλήσει την Αριάνα και του ήρθε να φωνάξει από χαρά. Πρώτα ήρθε το άγγιγμα που τους ένωσε. Ύστερα το φιλί. Κι αργότερα, όταν θα έμεναν μόνοι τους, θα ολοκλήρωνε το δεσμό ανάμεσά τους. Θα την έκανε δική του με κάθε έννοια. Η Αριάνα έτρεμε στην αγκαλιά του, όχι όμως από φόβο. Διαισθάνθηκε μια νευρικότητα όταν τη φίλησε. Μια έκπληξη. Ύστερα όμως αυτό άλλαξε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει γρήγορα, στον ίδιο ρυθμό με τη δική του. Το πάθος της φούντωσε όπως το δικό του. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που τους ένωνε, ήταν αμφίδρομο, ένα κύκλωμα που είχε κλείσει. Και τότε, σαν από μεγάλη απόσταση, άκουσε τη φωνή του Μάρκο, που ήταν κουμπάρος. «Νομίζω πως τώρα το καρέ των Ντάντε συμπληρώθηκε», είπε αρκετά δυνατά ώστε να τον ακούσει ο Λατζ. «Ο Κεραυνός χτύπησε τέσσερα στα τέσσερα. Όπως φαίνεται, η ευλογία του θρύλου άγγιξε την οικογένεια γι’ ακόμα μια φορά». Μόλις ο Λατζ συνειδητοποίησε τι εννοούσε ο αδελφός του, άφησε την Αριάνα κι ένιωσε το πάθος του να υποχωρεί. Όχι. Αποκλείεται. Δεν μπορεί να ήταν ο Κεραυνός. Κι ωστόσο τι άλλη εξήγηση μπορεί να υπήρχε γι’ αυτό που είχε νιώσει; Για το ότι είχε χάσει τον αυτοέλεγχό του τόσο ολοκληρωτικά και απόλυτα; Δεν είχε ξαναδεί ποτέ την Αριάνα, τουλάχιστον από τότε που ήταν πέντε ετών, αλλά παρ’ όλα αυτά είχε την αίσθηση ότι τη γνώριζε. Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι την ήθελε με μια ένταση που δεν είχε νιώσει ποτέ για καμιά άλλη γυναίκα. Την είδε να τον κοιτάζει μπερδεμένη. «Τι συνέβη;» τον ρώτησε στα ιταλικά. «Τίποτα απολύτως», απάντησε εκείνος. Αρνιόταν ακόμα και να σκεφτεί οποιοδήποτε άλλο ενδεχόμενο. Γύρισαν προς το εκκλησίασμα κι ο Λατζ είδε μια λάμψη στα μάτια της σαν να το διασκέδαζε, όπως όταν μιλούσαν στο τηλέφωνο. «Αν αυτό ήταν ‘‘τίποτα’’, ανυπομονώ να δοκιμάσω το ‘‘κάτι’’», την άκουσε να λέει. Δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσουν περισσότερο. Οι καμπάνες της εκκλησίας άρχισαν να σημαίνουν και τα όργανα βάλθηκαν να παίζουν ένα χαρούμενο σκοπό. Η Αριάνα τον έπιασε αγκαζέ και διέσχισαν μαζί το διάδρομο. Καθώς περνούσαν από τα μπροστινά στασίδια, ο Λατζ έριξε μια ματιά στον παππού και τη γιαγιά του. Η γιαγιά του σκούπιζε τα δάκρυά της, ενώ ο παππούς του τον κοιτούσε με τόση ανακούφιση, που εκείνος σχεδόν πισωπάτησε. Μυστικά και ψέματα. Τα μισούσε και τα δύο, ενώ την ίδια στιγμή ζούσε μ’ αυτά. Είχε περάσει τους τελευταίους μήνες προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του ότι τα κίνητρά του ήταν σωστά, ότι η ανάκτηση του Μπρίμστοουν άξιζε την ασήμαντη ταλαιπωρία ενός σύντομου γάμου. Ωστόσο, βλέποντας τον παππού του, κατάλαβε ότι εκείνος δε θα ενέκρινε ποτέ την απόφασή του, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να ρίξουν εκατό Μπρίμστοουν στα βάθη του ωκεανού. Υπήρχε μόνο ένας τρόπος να κερδίσει την επιδοκιμασία του παππού του. Κι αυτός ήταν να παντρευτεί τη σύζυγο που θα του διάλεγε ο Κεραυνός. Η Αριάνα, σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις του, έσκυψε προς το μέρος του. «Τι συνέβη όταν με άγγιξες;» ρώτησε χαμηλόφωνα. «Όπως σου είπα, τίποτε απολύτως». Η άρνηση ήρθε αυθόρμητα για τον Λατζ. Ήταν ακόμα ένα ψέμα ή μάλλον μια ελπίδα. Συνόδευσε την Αριάνα στη λιμουζίνα που περίμενε να τους πάει στο Λε Πρεμιέρ, όπου θα γινόταν η δεξίωση του γάμου. Ο σοφέρ άνοιξε την πόρτα κι ο Λατζ βοήθησε τη σύζυγό του να μπει. Αμέσως μόλις έκλεισαν οι πόρτες και βρέθηκαν μόνοι τους, η Αριάνα γύρισε και τον κοίταξε. «Αυτό δεν ήταν ‘‘τίποτα’’. Μόλις μου έπιασες το χέρι, ένιωσα λες και με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα», είπε. «Και μην προσπαθήσεις να μου πεις ότι ήταν στατικός ηλεκτρισμός». «Ήταν στατικός ηλεκτρισμός». Η Αριάνα, αντί να διαμαρτυρηθεί, χαμογέλασε. «Όπως θέλεις. Όταν θα είσαι έτοιμος να μου πεις την αλήθεια, ενημέρωσέ με». «Δεν υπάρχει τίποτα να σου πω». Η Αριάνα έσκυψε προς το μέρος του κι εκείνος αγωνίστηκε να κρατήσει τα χέρια του μακριά της, να μην τη φιλήσει ξανά. Ήθελε να διαπιστώσει αν αυτό που είχαν νιώσει ήταν κάτι που είχε συμβεί μία και μοναδική φορά ή μια τρέλα που θα ξαναφούντωνε κάθε φορά που θ’ αγγίζονταν. «Σε περίπτωση που δεν το έχεις προσέξει», είπε η Αριάνα, «έχεις παραβιάσει ήδη τον πρώτο από τους όρους που έθεσες εσύ ο ίδιος για το γάμο. Όχι μυστικά, το ξέχασες;» Να πάρει... «Η στιγμή δεν είναι κατάλληλη». «Φυσικά», συμφώνησε αμέσως η Αριάνα. «Αν και το σχόλιό σου υποδεικνύει ότι υπάρχει κάτι».


«Εντάξει, λοιπόν, αφού επιμένεις, ναι, υπάρχει κάτι. Όμως δεν έχει καμία σχέση μ’ εμάς. Καμία σχέση με ό,τι συνέβη στην εκκλησία». Ο Λατζ αρνιόταν ακόμα και να σκεφτεί αυτό το ενδεχόμενο. «Και τι συνέβη στην εκκλησία;» «Φιληθήκαμε». Κι ο χρόνος σταμάτησε. Οι πόρτες του Παραδείσου άνοιξαν. Η γη σείστηκε... χωρίς να έχει γίνει σεισμός. Προς μεγάλη του ανακούφιση η λιμουζίνα σταμάτησε μπροστά στο ξενοδοχείο, βάζοντας τέλος στη συζήτησή τους. Υπενθύμισε στον εαυτό του ότι ο γάμος τους ήταν προσωρινός. Θα ήταν ανόητος αν περίμενε οτιδήποτε άλλο, αν ήταν διατεθειμένος να περιπλέξει μια απλή, ξεκάθαρη συμφωνία με την τρέλα που τον είχε παρασύρει ξαφνικά, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη τους όρους της Αριάνας για το γάμο. Μόλις μπήκαν στο ξενοδοχείο πήραν τις θέσεις τους για να υποδεχτούν τους καλεσμένους. Μόλις εκπλήρωσαν κι αυτό το καθήκον, η ορχήστρα άρχισε να παίζει τις πρώτες νότες ενός βαλς. Ο Λατζ έπιασε την Αριάνα από το χέρι και την οδήγησε στην πίστα για τον πρώτο χορό. Οι καλεσμένοι βάλθηκαν να χειροκροτούν μόλις το νεόνυμφο ζευγάρι άρχισε να στροβιλίζεται στο ρυθμό της μουσικής. Όμως ο Λατζ δεν άκουγε κανέναν και η προσοχή του ήταν στραμμένη αποκλειστικά στη γυναίκα που κρατούσε στην αγκαλιά του. Ταίριαζε στην αγκαλιά του λες και το σύμπαν την είχε πλάσει αποκλειστικά για κείνον. Ένας βαθύς δεσμός είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους τη στιγμή που οι παλάμες τους ενώθηκαν, ένας δεσμός στον οποίο είχε ακούσει να αναφέρονται συχνά οι αδελφοί του. Παρ’ όλα αυτά αρνιόταν να πιστέψει ότι ζούσε το θρύλο του Κεραυνού. Είχε νιώσει ένα παρόμοιο μυρμήγκιασμα στη θέα της Κέιτλιν, την επομένη του γάμου της με τον Μάρκο. Όφειλε βέβαια να ομολογήσει ότι δεν ήταν τόσο έντονο. Ούτε κατά διάνοια. Ωστόσο αρνιόταν να υποκύψει κι εκείνος στην πλάνη που ταλάνιζε την οικογένειά του, να προσποιηθεί ότι αυτό που ένιωθε για την εφήμερη σύζυγό του μπορούσε να είναι κάτι περισσότερο από απλό, συνηθισμένο πόθο. Είχε αποδεχτεί από καιρό ότι στο δικό του πεπρωμένο δεν υπήρχε θέση για παραμύθια. Και ποιος άντρας δε θα αναστατωνόταν βλέποντας την Αριάνα; Η σύζυγός του ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα. Την κοίταξε. Απίστευτα όμορφη, διόρθωσε τον εαυτό του. Εκτυφλωτική. Το πρόσωπό της χαρακτηριζόταν από ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μείγμα αισθησιασμού και γλυκύτητας. Και παρ’ όλο που τα χαρακτηριστικά της ήταν λεπτά και αριστοκρατικά, τα χείλη της ήταν σαρκώδη και είχαν ακριβώς το χρώμα των ώριμων ροδάκινων. Το βλέμμα της ήταν ταυτόχρονα γλυκό και φλογερό και τα μάτια της είχαν το πλούσιο καφέ χρώμα της γλυκόπικρης σοκολάτας. Ακόμα και η επιδερμίδα της μαρτυρούσε την πολυπλοκότητα της φύσης της. Τα αναψοκοκκινισμένα από πόθο μάγουλά της ξεχώριζαν στο φόντο της λευκής, αλαβάστρινης επιδερμίδας της, ενώνοντας έτσι με μοναδικό τρόπο την ιταλική καταγωγή της με τη βρετανική. «Σου έχω πει πόσο όμορφη είσαι;» ρώτησε χωρίς να το σκεφτεί. «Ευχαριστώ. Δεν μπορώ να δεχτώ τα εύσημα γι’ αυτό. Ήταν ατύχημα –οφείλεται στα γονίδιά μου». Ο Λατζ γέλασε. «Σπουδαίο ατύχημα». «Έδειξες να ξαφνιάζεσαι όταν μου σήκωσες το πέπλο. Γιατί;» «Δε σε είχα ξαναδεί. Τουλάχιστον από τότε που ήμαστε παιδιά», απάντησε ο Λατζ. Η Αριάνα τον κοίταξε παράξενα, σαν να είχε θυμώσει και να είχε πληγωθεί ταυτόχρονα. «Δεν είναι αλήθεια αυτό. Δεν έχουν περάσει και τόσο πολλοί μήνες από τότε που βρεθήκαμε στην ίδια αίθουσα». Ο Λατζ την κοίταξε. «Μιλάς σοβαρά;» «Απόλυτα». «Δεν υπάρχει περίπτωση. Αν είχαμε συναντηθεί τόσο πρόσφατα, θα το θυμόμουν. Πότε συνέβη αυτό; Πού;» Η Αριάνα κάρφωσε το βλέμμα της στο κενό, πάνω από τον ώμο του. Τότε στην αίθουσα συσκέψεων της Ντάντε είχε καταλάβει ότι ο Λατζ δεν την είχε προσέξει, παρ’ όλο που εκείνη είχε νιώσει για πρώτη φορά το σκίρτημα του δεσμού που υπήρχε ανάμεσά τους. Δεν ήταν κατά κανέναν τρόπο τόσο έντονο όσο η αίσθηση που την είχε συγκλονίσει λίγο νωρίτερα στην εκκλησία, ωστόσο δεν είχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό που είχε νιώσει. Δε θα έπρεπε να παίρνει προσωπικά το ότι ο Λατζ δεν τη θυμόταν. Είχε δει την αντίδρασή του όταν είχε μάθει ότι η Κέιτλιν είχε παντρευτεί τον Μάρκο. Αυτό το νέο τον είχε συγκλονίσει τόσο, που είχε φτάσει στο σημείο να χτυπήσει τον αδελφό του. Δε θα της άξιζε να λέγεται γυναίκα, αν δεν είχε καταλάβει ότι τα δυο αδέλφια ήταν ερωτευμένα με την ίδια κοπέλα. «Αριάνα;» «Ήταν στην Ντάντε. Στην αίθουσα συσκέψεων». Η Αριάνα πίεσε τον εαυτό της να τον κοιτάξει. Το βλέμμα της μαρτυρούσε ότι ήξερε πολύ καλά τι είχε συμβεί τότε. «Το πρωινό της επομένης του γάμου του Μάρκο με την Κέιτλιν». Η έκφραση του Λατζ σκοτείνιασε. «Ήσουν εκεί;» Η Αριάνα δεν μπόρεσε να μη γελάσει, αν και κάπως μελαγχολικά. «Πιστεύω ότι αυτό εξηγεί το γιατί δε με θυμάσαι. Την αγαπούσες πολύ; Είσαι ακόμα ερωτευμένος μαζί της;» «Είναι νύφη μου». «Αυτό δεν απαντά στην ερώτησή μου». «Είσαι σύζυγός μου –προσωρινή σύζυγός μου– κι αυτό το θέμα δε μας αφορά. Δεν έχει καμία σχέση με το γάμο μας, με τη συμφωνία που μας ένωσε ή με τους όρους που αποδεχτήκαμε κι οι δύο προηγουμένως». Τόσο ψυχρά. Τόσο λογικά. Κι ωστόσο η Αριάνα διαισθανόταν ότι στο βάθος υπήρχε μια συναισθηματική ένταση, έτοιμη να φουντώσει με την παραμικρή σπίθα. «Κι η συμφωνία μας να μην έχουμε μυστικά;» «Θεώρησε ότι το θέμα της Κέιτλιν είναι αντίστοιχο του προσωπικού χώρου που ζήτησες εσύ». «Α». «Τι σημαίνει αυτό;» Η Αριάνα ανασήκωσε τους ώμους της. «Σημαίνει απλά ότι κατάλαβα», είπε κι ύστερα χαμογέλασε τρυφερά. «Και ότι σε κατανοώ». «Δε ζήτησα την...» άρχισε να λέει ο Λατζ, όμως σταμάτησε βλέποντας κάποιους από τους συγγενείς του συγκεντρωμένους. «Τι συμβαίνει εκεί;» Η Αριάνα γύρισε να κοιτάξει. «Είναι ο Νικολό και η... Κάιλι; Σωστά θυμάμαι το όνομά της;» «Ναι. Ω, να πάρει. Κλαίνε. Κάτι συμβαίνει. Πρέπει να πάμε εκεί. Κάτι δεν πάει καλά». Η Αριάνα γέλασε. «Όλα είναι μια χαρά. Εκτός κι αν θεωρείς ότι ο ερχομός ενός παιδιού στον κόσμο είναι πρόβλημα». «Ενός παιδιού!» «Βλέπεις πώς αγγίζει η γιαγιά σου την κοιλιά της Κάιλι; Αυτή η χειρονομία είναι διεθνής, κοινή σε όλες τις γυναίκες του κόσμου. Και τώρα αγγίζει και η Φραντσέσκα τη δική της». Η Αριάνα γέλασε πιο δυνατά. «Ω, τι γλυκό. Σε παρακαλώ, μπορούμε να πάμε να τις συγχαρούμε και τις δύο;» «Και τις δύο;» «Τη Φραντσέσκα και την Κάιλι. Αναρωτιέμαι πόσο κοντά χρονικά θα γεννηθούν τα παιδιά τους». Η Αριάνα έπιασε από το χέρι τον Λατζ και τον οδήγησε κοντά στους υπόλοιπους Ντάντε. Γελούσαν όλοι και μιλούσαν και χρειάστηκε να περάσουν μερικές στιγμές για να αντιληφθούν την παρουσία τους. Με το που βρέθηκε κοντά στις συννυφάδες της, τις αγκάλιασε αμέσως. «Δεν είχα σκοπό να γίνω εγώ το επίκεντρο της προσοχής τη μέρα του γάμου σου», έσπευσε να ξεκαθαρίσει η Κάιλι. «Όμως, με το που με είδε η γιαγιά,


άρχισε να κλαίει. Και μόλις η Φραντσέσκα κατάλαβε γιατί, άρχισε να κλαίει κι εκείνη. Και τέλος πάντων...» «Γιατί απολογείσαι; Έκανες τη μέρα του γάμου μας ακόμα πιο χαρούμενη. Μπορώ;» ρώτησε η Αριάνα και, όταν η Κάιλι ένευσε καταφατικά, ακούμπησε την παλάμη της στην κοιλιά της. «Να είναι καλότυχο και να έχει την ευλογία του Θεού. Προσπαθούσατε πολύ καιρό;» «Δεν προσπαθούσαμε καθόλου». Τα μάγουλα της Κάιλι κοκκίνισαν. «Παραλίγο να με είχε χτυπήσει ένα SUV όταν έτρεξα στο δρόμο να σώσω το σκυλί του Νικολό. Ύστερα οι δυο μας... Τέλος πάντων, το ένα πράγμα έφερε το άλλο και, στην πορεία, ξεχάσαμε κάποια βασικά πράγματα, με αποτέλεσμα να μείνω έγκυος. Όχι ότι παραπονιέμαι». «Δηλαδή είσαι ευτυχισμένη;» Η Κάιλι έπιασε το χέρι του Νικολό και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Όσο δε φαντάζεσαι». Η Αριάνα γύρισε και αγκάλιασε τη Φραντσέσκα για να τη συγχαρεί κι εκείνη. «Εσένα δε χρειάζεται να σε ρωτήσω πώς νιώθεις. Λάμπεις ολόκληρη». Η Φραντσέσκα γέλασε. «Δε θα μπορούσα να είμαι πιο ευτυχισμένη. Ίσως επειδή δεν υποφέρω από πρωινές ναυτίες, όπως η Κάιλι». «Θα περάσουν σύντομα», είπε η γιαγιά. Ο παππούς έπιασε το χέρι της συζύγου του. «Και τι λες ότι θα κάνουν; Αγόρια ή κορίτσια;» «Αυτές οι δύο αγόρια». Η γιαγιά στράφηκε προς την Αριάνα. Το βλέμμα της εκείνη τη στιγμή είχε κάτι το απόκοσμο, έτσι τουλάχιστον φάνηκε στον Λατζ. «Όμως εσύ... Εσύ θα κάνεις κόρη. Λυπάμαι που το λέω, αλλά θα είναι το μόνο κορίτσι της οικογένειας Ντάντε στη γενιά σου». «Γιαγιά...» άρχισε να λέει ο Λατζ. Η Αριάνα του έκανε νόημα να σωπάσει κι ύστερα έσπευσε να αγκαλιάσει τη γιαγιά. «Έχετε το χάρισμα; Το είχε και η προγιαγιά μου. Όλα όσα προέβλεπε γίνονταν πραγματικότητα. Το δικό της πέπλο φοράω». «Η γιαγιά προέβλεψε την εγκυμοσύνη μου», την προειδοποίησε η Φραντσέσκα. «Έτσι, αν ήμουν στη θέση σου, θα άρχιζα να πλέκω ροζ καλτσάκια». «Θα ξεκινήσω αμέσως. Αλλά μετά το μήνα του μέλιτος, αν δε σας πειράζει», αστειεύτηκε η Αριάνα. Προς μεγάλη της έκπληξη, γέλασε ακόμα και ο Λατζ. «Χαίρομαι που ανέφερες το μήνα του μέλιτος», είπε ο παππούς. «Η Πενέλοπι, η γιαγιά κι εγώ έχουμε μια μικρή έκπληξη για σας τους δύο. Λατζ, ξέρω ότι είπες πως τώρα δεν περισσεύει χρόνος για το γαμήλιο ταξίδι, κανόνισα όμως να σε αντικαταστήσει η Κέιτλιν όσο θα λείπετε με την Αριάνα». Η Αριάνα ένιωσε τον Λατζ δίπλα της να δυσφορεί. «Δεν έπρεπε να...» τον άκουσε να λέει, αλλά ο παππούς του δεν τον άφησε να συνεχίσει. «Οι τελευταίοι έξι μήνες ήταν δύσκολοι για σένα», είπε, και τα φλογερά, χρυσαφένια μάτια του κοίταξαν με κατανόηση τον εγγονό του. «Σου αξίζει ένα διάλειμμα». «Εμείς οι Ρομάνο έχουμε εξαιρετικές σχέσεις με τη βασιλική οικογένεια της Βερντόνια», είπε η Πενέλοπι. «Έτσι, κανονίσαμε να μείνετε εκεί. Αύριο πετάτε». «Τι υπέροχη χειρονομία», είπε η Αριάνα. «Σας ευχαριστούμε πολύ. Είστε όλοι τρομερά γενναιόδωροι». Ο Λατζ ευχαρίστησε κι εκείνος τον παππού, τη γιαγιά του και την Πενέλοπι και ύστερα τους φίλησε. Μόνο ο Βιτόριο δε συμμετείχε στη γιορτινή ατμόσφαιρα. Η Αριάνα διαισθάνθηκε την ανησυχία του κι έβαλε τα δυνατά της να τον καθησυχάσει με τη χαρούμενη στάση της. Φτάνει να έβρισκε ο πατέρας της το Μπρίμστοουν προτού ο Λατζ ανακαλύψει την απάτη τους, και όλα θα πήγαιναν καλά. Διαφορετικά... Αναρίγησε. Δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται. Με το που έμειναν και πάλι μόνοι με τον Λατζ, τον κοίταξε κάπως αβέβαια. «Δε δείχνεις τόσο αναστατωμένος όσο θα περίμενα». «Δεν είμαι». «Με εκπλήσσεις». Ο Λατζ ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «Αυτό το ταξίδι θα μας προσφέρει το χρόνο να γνωριστούμε. Μέχρι να επιστρέψουμε, θα νιώθουμε πιο άνετα ο ένας με τον άλλο». «Σαν ηλικιωμένο παντρεμένο ζευγάρι;» «Κάτι τέτοιο». Ο Λατζ ανασήκωσε τα φρύδια του. «Τώρα είσαι εσύ που νιώθεις αναστατωμένη. Ξέρεις ότι θα πρέπει να πείσουμε τον παππού μου και τις γιαγιάδες μας ότι έχουμε έναν ευτυχισμένο γάμο προτού τραβήξει ο καθένας το δρόμο του. Αυτό το ταξίδι θα μας βοηθήσει να το πετύχουμε». «Κάποια στιγμή θα μάθουν την αλήθεια», ψιθύρισε η Αριάνα. «Θα μάθουν ότι ο γάμος μας δεν πήγε καλά. Όχι το λόγο για τον οποίο παντρευτήκαμε». «Θα συγκλονίζονταν αν το μάθαιναν». «Απ’ όσο ξέρω τον παππού μου, θα πετούσε το Μπρίμστοουν μόνο και μόνο για να μας δείξει πόσο πολύ τον στενοχωρήσαμε». Ο Λατζ έδειξε με το βλέμμα του το κεντρικό τραπέζι. «Φοβάμαι ότι το διάλειμμα τελείωσε. Ώρα να αναλάβουμε ξανά τα καθήκοντά μας». Η δεξίωση προχωρούσε με μια ταχύτητα που έκοβε την ανάσα. Προτού η Αριάνα το καταλάβει, ο Λατζ την είχε πιάσει από το χέρι και την είχε οδηγήσει στη σκεπαστή βεράντα δίπλα στην αίθουσα χορού, που έβλεπε στο κέντρο του Σαν Φρανσίσκο. Όταν τον κοίταξε απορημένη, εκείνος απλά της χαμογέλασε. «Περιμένουν ότι θα φύγουμε νωρίς. Είμαστε ανυπόμονοι νεόνυμφοι, το ξέχασες;» Η Αριάνα ένευσε σαν να το διασκέδαζε. «Τι ανόητο εκ μέρους μου. Φυσικά. Το πιθανότερο είναι ότι οι καλεσμένοι μας θα σοκάρονταν αν επιμέναμε να μείνουμε εδώ και να χορεύουμε όλο το βράδυ. Ωστόσο...» Πήγε στην κουπαστή και άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στη φωτισμένη πόλη. Η ομίχλη είχε αρχίσει να σκεπάζει με το πέπλο της τους δρόμους που βρίσκονταν κοντύτερα στον Κόλπο. «Ήταν υπέροχη δεξίωση. Σ’ ευχαριστώ που την οργάνωσες». «Δεν...» «Σε παρακαλώ, μη». Το χαμόγελο της Αριάνας έσβησε για μια στιγμή κι ύστερα έλαμψε ξανά. «Σε παρακαλώ, μη μου πεις ότι δεν την οργάνωσες εσύ. Θα μου άρεσε να έχω αυτή την ψευδαίσθηση, αν δε σε πειράζει». «Στην πραγματικότητα θα έλεγα ότι δεν περίμενα να πάνε όλα τόσο καλά», είπε ο Λατζ τρυφερά. «Και ήμουν εγώ που οργάνωσα τη δεξίωση, αν και είχα βοήθεια». «Από την Κέιτλιν;» «Όχι μόνο. Έλα». Ο Λατζ πέρασε το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της. «Το Λε Πρεμιέρ μας κράτησε γι’ απόψε τη σουίτα των νεονύμφων». «Και αύριο πετάμε για τη Βερντόνια», είπε η Αριάνα, με την ελπίδα ότι η νευρικότητά της δεν ήταν και τόσο εμφανής. «Φαντάζομαι ότι αυτό σημαίνει πως θα ήταν καλύτερα να χορτάσουμε ύπνο απόψε. Η αυριανή πτήση θα είναι μεγάλη». «Τότε προτείνω να αποσυρθούμε». Το πρόσωπο του Λατζ κρύφτηκε στις σκιές, ενώ τα καστανά μάτια του αντανακλούσαν το λιγοστό φως. «Και όταν θα πάμε στο δωμάτιό μας, μπορείς ν’ αποφασίσεις αν θα ήθελες ή όχι να παραβιάσουμε έναν από τους όρους που έθεσες πριν το γάμο».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Από: Bambolina@fornitore.it Ημερομηνία: 05/08/2008 18:41 Προς: Lazzaro–Dante@DantesJewelry.com Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι... δικοί μου! Αγαπητέ Λατζάρο, Είμαι σίγουρη ότι θα κατανοήσεις τους λόγους για τον πρώτο όρο μου, ειδικά αφού ο γάμος μας θα είναι εφήμερος. Όρος 1ος: Όχι σεξ. Το μήνυμά μου ήταν σύντομο και γλυκό, δε συμφωνείς; Τσάο! Αριάνα Υ.Γ. Φαντάζομαι ότι αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστούμε χωριστά υπνοδωμάτια. Θα ήθελες να θεωρήσουμε ότι αυτός είναι ο δεύτερος όρος μου; Η Αριάνα δεν είπε λέξη. Ούτε όταν έφευγαν από τη βεράντα ούτε στο ασανσέρ που τους ανέβασε στη σουίτα τους. Δεν τολμούσε να μιλήσει όταν βρισκόταν αντιμέτωπη με έναν τόσο δελεαστικό πειρασμό. Δεν περίμενε ότι θα συγκλονιζόταν από μια τόσο έντονη σαρκική έλξη για τον Λατζ. Ίσως θα έπρεπε, αφού πάντα την τραβούσε η παρουσία του, ξεκινώντας από την τρυφερή ηλικία των πέντε ετών. Όταν τον είχε δει στην αίθουσα συσκέψεων της Ντάντε, είχε διαισθανθεί την ύπαρξη ενός δεσμού ανάμεσά τους. Μάλιστα είχε πει στον πατέρα της ότι ο Λατζ ήταν ο ένας και μοναδικός. Εκείνος για τον οποίο είχε κλάψει σε ηλικία πέντε ετών. Εκείνος που την τραβούσε σε κάποιο πολύ βαθύ επίπεδο. Εκείνος που ένα και μόνο άγγιγμά του ήταν αρκετό για να την κάνει να νιώσει ένα δεσμό να τους ενώνει. «Απ’ ό,τι φαίνεται κάποιος μας πρόλαβε», είπε ο Λατζ όταν μπήκαν στη σουίτα τους. Κάθε ελεύθερη επιφάνεια ήταν καλυμμένη από λουλούδια, μέχρι και το κρεβάτι με τον ουρανό, αν και αυτό ήταν γεμάτο με πέταλα κόκκινων λουλουδιών, ενώ ένα ζευγάρι τριαντάφυλλα με μακρύ μίσχο στόλιζε τα μαξιλάρια. «Δε βλέπω πουθενά αποσκευές», είπε η Αριάνα. «Να τηλεφωνήσουμε να ρωτήσουμε;» Ένα αχνό χαμόγελο άνθισε στα χείλη του Λατζ. «Μαντεύω ότι κανείς δε σκέφτηκε ότι θα χρειαζόσουν τις αποσκευές σου ως αύριο. Εκτός απ’ αυτό...» Ο Λατζ σήκωσε ένα αραχνοΰφαντο, ουσιαστικά διάφανο ιβουάρ μεταξωτό νυχτικό που ήταν απλωμένο στο πάπλωμα του κρεβατιού. Ανασήκωσε τα φρύδια. «Θέλεις βοήθεια ν’ αλλάξεις;» Ω, ας τη βοηθούσαν οι ουρανοί. Δεν μπορεί να είχε μείνει μόνο με το νυφικό της και... αυτό. Η Αριάνα καθάρισε το λαιμό της. «Νομίζω ότι έχω αναφέρει ήδη πως η μητέρα μου δεν ξέρει ότι...» Ανασήκωσε τους ώμους της. «Είμαι σίγουρη ότι ο σκοπός της ήταν να κάνει μια ρομαντική χειρονομία». Ο Λατζ άφησε το νυχτικό πίσω στο κρεβάτι και άρχισε να βγάζει το σακάκι του σμόκιν του. «Δεν έχω αντιρρήσεις. Ούτε και προσβλήθηκα». Έβγαλε τη μεταξωτή γραβάτα του και την άφησε να πέσει στο χαλί. «Κι ακόμα δεν έχεις απαντήσει στην ερώτησή μου. Ή μάλλον στις ερωτήσεις μου». Ακόμα και αν της είχε κάνει κάποιες ερωτήσεις, η Αριάνα τις είχε ήδη ξεχάσει. Στη θέα και μόνο του Λατζ που γδυνόταν, αναστατωνόταν. «Μπορείς να μου θυμίσεις...;» Ο Λατζ χαμογέλασε λαίμαργα. Έβγαλε τα μανικετόκουμπά του και τα άφησε στο κομοδίνο. «Θέλεις να σε βοηθήσω να γδυθείς;» ρώτησε. «Και πόσο σύντομα θα μπορέσουμε να παραβιάσουμε τον πρώτο όρο που είχες θέσει;» Χρειάστηκε να περάσουν μερικές στιγμές ώστε να μπορέσει η Αριάνα να τραβήξει το βλέμμα της από το πλατύ στέρνο του που διακρινόταν μέσα από το μισάνοιχτο πουκάμισό του. Και μερικές ακόμα, ώστε να μπορέσει να συγκεντρωθεί αρκετά για να του απαντήσει. «Ναι, η αλήθεια είναι ότι χρειάζομαι βοήθεια για να ξεντυθώ». Πλησίασε τον Λατζ με όσο μεγαλύτερη αυτοκυριαρχία μπορούσε να επιστρατεύσει. Υπήρχε κάτι στη θέα ενός μισόγυμνου άντρα που αναστάτωνε με τον πιο επικίνδυνο τρόπο τη γυναικεία της φύση, ειδικά όταν αυτός ο άντρας ήταν ντυμένος τόσο επίσημα. Ίσως να ήταν αυτή ακριβώς η ασυμφωνία στην εμφάνισή του που τη γοήτευε τόσο. Θα έπρεπε να βρει κάποιον τρόπο να την αγνοήσει, αν και δεν ήξερε πώς. Ειδικά όταν ο πόθος αναστάτωνε τις αισθήσεις της, στερώντας την από όλες τις άμυνές της. Του γύρισε την πλάτη. «Θα σε πείραζε να ξεκουμπώσεις το νυφικό μου;» ρώτησε. «Ευχαρίστησή μου. Κι ακόμα δεν απάντησες στην άλλη μου ερώτηση». Η παλάμη του Λατζ γλίστρησε κατά μήκος της σπονδυλικής της στήλης. Ακόμα και πάνω από το βαρύ σατέν ύφασμα, η Αριάνα ένιωθε τη φλόγα από το άγγιγμά του. «Η απάντηση είναι ποτέ», κατάφερε να πει. «Δε σκοπεύω να παραβιάσω κανέναν από τους όρους που έθεσα πριν το γάμο». «Ούτε να επιτρέψεις σ’ εμένα να το κάνω;» «Όχι». Ναι, σε παρακαλώ. Σύντομα και συχνά. «Είσαι σίγουρη;» Η Αριάνα αγωνίστηκε να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία της. Λαχταρούσε όσο τίποτα στον κόσμο να ριχτεί στην αγκαλιά του Λατζ και να τον παρακαλέσει να της κάνει έρωτα. Να ολοκληρώσει όποιον παράξενο δεσμό είχε σχηματιστεί ανάμεσά τους κατά τη διάρκεια της τελετής του γάμου. Όμως δεν μπορούσε. Δε θα το έκανε. «Απόλυτα». Προς μεγάλη της ανακούφιση, ο Λατζ αποδέχτηκε την απάντησή της χωρίς αντιρρήσεις, αν και διαισθανόταν ότι του ήταν δύσκολο να διατηρήσει τον αυτοέλεγχό του. «Οφείλω να παραδεχτώ ότι αυτό μου συμβαίνει για πρώτη φορά», είπε. «Δεν έχω ξαναβοηθήσει γυναίκα να βγάλει το νυφικό της». «Μακάρι να μη μου το είχες πει αυτό». «Γιατί;» Η Αριάνα ένιωσε ένα απαλό τράβηγμα στο νυφικό της. «Με στεναχωρεί». «Στεναχωριέσαι που είσαι η πρώτη γυναίκα που βοηθάω να βγάλει το νυφικό της;» ρώτησε ο Λατζ σαν να το διασκέδαζε. Ταυτόχρονα, χάιδεψε με την παλάμη του την επιδερμίδα της, κάνοντάς τη ν’ αναριγήσει. «Θα πίστευα ότι θα σε χαροποιούσε». «Ναι, αν ήμουν σύζυγός σου με όλη την έννοια της λέξης. Με στεναχωρεί να σκέφτομαι τη μέλλουσα σύζυγό σου και ότι κάνεις για πρώτη φορά μαζί μου όσα θα έπρεπε να κάνεις για πρώτη φορά μαζί της». Η Αριάνα γύρισε συγκρατώντας το νυφικό της στο ύψος του στήθους της. Στο σύντομο διάστημα που


του είχε γυρισμένη την πλάτη, το βλέμμα του είχε σκοτεινιάσει κι η έκφρασή του είχε γίνει απόμακρη και βλοσυρή. «Ίσως να μην εκφράστηκα καλά», ψέλλισε. «Εκφράστηκες μια χαρά». «Σε εκνεύρισα. Συγνώμη». «Καθόλου». Ο Λατζ σχημάτισε στον αέρα έναν κύκλο με το δάχτυλό του, σαν να της ζητούσε να γυρίσει ξανά. «Δεν τελείωσα ακόμα». «Ναι, φυσικά». Η Αριάνα υπάκουσε, πιέζοντας τον εαυτό της να μείνει εντελώς ακίνητη ενώ ο Λατζ συνέχιζε να της ξεκουμπώνει το νυφικό. «Απλά αυτές οι μικρές αναμνήσεις θα έπρεπε να ήταν ξεχωριστές. Δε θέλω να τις αμαυρώσω». Είχε φτάσει η σειρά του τελευταίου κουμπιού, όμως ο Λατζ, αντί να την αφήσει, την έπιασε από τους γοφούς και την τράβηξε προς το μέρος του. Εκείνη ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Πάγωσε όταν η γυμνή πλάτη της ήρθε σε επαφή με το γυμνό στέρνο του. Η μια παλάμη του Λατζ γλίστρησε από το γοφό της στην κοιλιά της, εκεί που ήλπιζε ότι κάποια μέρα θα μεγάλωνε το παιδί της. Ο πόθος φούντωσε μέσα της, κάνοντάς τη να χάσει σχεδόν τα λογικά της. Ένιωθε τους δυνατούς, γυμνασμένους μυς των μηρών του Λατζ και καταλάβαινε ότι ήταν ερεθισμένος. Πολύ. Καταλάβαινε ότι ήταν εκείνη που τον είχε ερεθίσει, όπως την είχε ερεθίσει κι εκείνος. «Και τι γίνεται μ’ εσένα;» ρώτησε ο Λατζ. «Αμαυρώνω επίσης τις πολύτιμες στιγμές που θα έπρεπε να ζήσεις αποκλειστικά και μόνο με τον μέλλοντα σύζυγό σου;» «Όχι, επειδή αυτό που συμβαίνει δεν είναι πραγματικό», απάντησε η Αριάνα. Ωστόσο έδινε την εντύπωση πως ήταν και με το παραπάνω πραγματικό. Το άγγιγμα του Λατζ. Το γεγονός ότι ήταν κι οι δυο μισόγυμνοι. Ο πόθος που βάραινε τόσο την ατμόσφαιρα ώστε να δυσκολεύεται ν’ ανασάνει. Το ότι ήταν η πρώτη νύχτα του γάμου τους και παρέμενε ανολοκλήρωτη. Έδιναν όλα την εντύπωση πως ήταν τόσο πραγματικά. «Κάποια μέρα θα κάνω έναν αληθινό γάμο. Όμως δεν είναι αυτός. Δεν μπορεί να είναι». «Μπορεί, αν αφεθείς». Ο Λατζ τη γύρισε. «Ας ξεκινήσουμε μ’ εκείνο το φιλί που ανταλλάξαμε. Ας ανακαλύψουμε αν αυτό που νιώσαμε ήταν πραγματικό... ή αν το φανταστήκαμε». Και τότε τα χείλη του ενώθηκαν με τα δικά της σ’ ένα φιλί από αυτά που έδιναν οι εραστές –κτητικό και φλογερό ταυτόχρονα. Ένα φιλί που αποδείκνυε ότι τα όσα είχαν νιώσει νωρίτερα δεν ήταν δημιουργήματα της φαντασίας τους, εκτός και αν ζούσαν κι οι δύο την ίδια φαντασίωση. Ο χρόνος φάνηκε να σταματά, ώστε να τους δώσει άφθονο το περιθώριο να απολαύσουν τη στιγμή. Η Αριάνα αποφάσισε ότι ο Λατζ είχε την ικανότητα να ζωντανέψει ακόμα και άγαλμα, κι εκείνη μόνο άγαλμα δεν ήταν. Αν μπορούσε να κάνει το κορμί της να λιώσει ώστε να ενωθεί με το δικό του, θα το έκανε. Επειδή όμως δεν μπορούσε, του πρόσφερε ό,τι είχε στην ψυχή της. Κι ύστερα ακόμα περισσότερα. Εκείνος βύθισε τα δάχτυλά του στα μαλλιά της και συνέχισε να τη φιλάει. «Δε δίνω δεκάρα για τα όσα συμφωνήσαμε. Σε έχω ανάγκη». Κι εκείνη τον είχε ανάγκη. Είχε ανάγκη τα φιλιά του. Τη γλυκιά μέθη της φλόγας του κορμιού του. Ήθελε να γεμίσει τα πνευμόνια της με την ανάσα του, να μυρίσει το άρωμά του, να γευτεί τον αέρα που τον τύλιγε. Το κορμί της την έσπρωχνε να αφεθεί, κάνοντας σχεδόν αδύνατον το να αντισταθεί στο αναπόφευκτο. Με κάποιον τρόπο τα κατάφερε. «Έχουμε κάνει μια συμφωνία», ψιθύρισε τόσο σιγά ώστε μόλις που ακούστηκε. Ο Λατζ τραβήχτηκε πίσω, τόσο ώστε να επιτρέψει στη λογική τους να επιστρέψει. «Ήταν συμφωνία... ή πρόταση;» «Ήταν συμφωνία που υποσχέθηκες να τηρήσεις», επέμεινε η Αριάνα. «Άφησέ με, σε παρακαλώ». Ο Λατζ έσκυψε το κεφάλι του και της έδωσε ένα ακόμα φιλί στην ευαίσθητη περιοχή της καμπύλης ανάμεσα στον ώμο και το λαιμό της. Μια φωτιά φούντωσε μέσα της κι απλώθηκε από τα στήθη της ως χαμηλά στην κοιλιά της. Μια βαθιά λαχτάρα άρχισε ν’ απειλεί ό,τι πιο ακριβό είχε στη ζωή της. «Δε χρειάζεται να το μάθει κανείς», της ψιθύρισε στ’ αυτί, βάζοντάς τη σε πειρασμό. «Θα το ξέρω εγώ», είπε η Αριάνα κι αναρωτήθηκε αν ο Λατζ ένιωθε το πόσο έντονα έτρεμε. Αν διαισθανόταν τη λαχτάρα της. Έπρεπε να τον σταματήσει, όσο ακόμα είχε τη δύναμη να το κάνει. Μίλησε με δυσκολία, κάνοντας αγώνα να μεταφράσει τις σκέψεις της στα αγγλικά. Κι οι λέξεις δεν έλεγαν να βγουν από τα χείλη της. «Επίσης κάτι τέτοιο θα μας εμπόδιζε να ακυρώσουμε το γάμο. Κι αφού παντρευτήκαμε στην εκκλησία και οι Ρομάνο δεν πιστεύουν στο διαζύγιο, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε». Προς μεγάλη της ανακούφιση –ή μήπως λύπη;– ο Λατζ την άφησε. «Αν αυτό είναι που θέλεις». Η Αριάνα συγκράτησε το μπούστο του νυφικού της στο στήθος της για να μη γλιστρήσει. «Είναι». Όχι. Κάθε άλλο. Δεν τολμούσε να κοιτάξει τον Λατζ, από φόβο μήπως η έκφρασή της πρόδιδε τη μάχη των συναισθημάτων που γινόταν μέσα της. «Θα πάω πρώτη στο μπάνιο αν δε σε πειράζει». «Πολύ καλά», είπε ο Λατζ και άπλωσε το χέρι του να τη σταματήσει. Το άγγιγμά του έβαλε φωτιά στην επιδερμίδα της. «Σε προειδοποιώ, κυρία Ντάντε. Υπάρχει μόνο ένα κρεβάτι κι εγώ δε νιώθω και τόσο ιππότης, ειδικά όταν αύριο μας περιμένει μια τόσο μεγάλη πτήση. Ελπίζω να μη σε πειράζει να το μοιραστούμε». «Καθόλου». Η Αριάνα έριξε στο κρεβάτι μια σύντομη, μελαγχολική ματιά. «Είναι αρκετά μεγάλο για να φιλοξενήσει ολόκληρη οικογένεια. Απλά θα μείνουμε ο καθένας στην πλευρά του». Μέχρι να βγάλει το νυφικό της και να χρησιμοποιήσει τα καλλυντικά που πρόσφερε το ξενοδοχείο, η Αριάνα είχε καταφέρει να ξαναβρεί σε κάποιο βαθμό την αυτοκυριαρχία της. Επίσης κατάφερε να απαλύνει την έξαψη που βασάνιζε το κορμί της, με τη βοήθεια ενός παγωμένου ντους. Ωστόσο, όσο και αν προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της για το αντίθετο, η ανάμνηση από το άγγιγμά του συνέχιζε να την αναστατώνει. Φόρεσε ένα από τα μπουρνούζια του Λε Πρεμιέρ, που έκρυβε το αραχνοΰφαντο νυχτικό της, και βγήκε από το μπάνιο για να βρει τον Λατζ να χαλαρώνει στο κρεβάτι διαβάζοντας μια εφημερίδα. Το γεγονός ότι πιθανότατα ήταν γυμνός κάτω από τα σεντόνια –στο κάτω κάτω η μητέρα της δεν είχε αφήσει πιτζάμες για εκείνον– την τάραξε τόσο, που μίλησε ιταλικά αντί για αγγλικά. «Α, η τέλεια εικόνα οικογενειακής ευτυχίας», αστειεύτηκε. Ο Λατζ ύψωσε το βλέμμα του και της χαμογέλασε, αν και εκείνη υποπτεύθηκε ότι τον διασκέδαζε περισσότερο η θέα του μπουρνουζιού παρά το σχόλιό της. «Έβαλα ένα χώρισμα ανάμεσά μας», της είπε κι έδειξε τη σειρά από τα μαξιλάρια στη μέση του κρεβατιού. «Ελπίζω να σε κάνει να νιώσεις κάπως πιο βολικά». «Να υποθέσω ότι είσαι άντρας που κρατάει το λόγο του;» «Φυσικά». Η Αριάνα πήρε τα μαξιλάρια και τα πέταξε στο πάτωμα. «Τότε θα σε εμπιστευτώ και χωρίς αυτά». Μόλις έβγαλε το μπουρνούζι και ξάπλωσε, ο Λατζ έσβησε το φως. Αρχικά το σκοτάδι φάνταζε αδιαπέραστο, σιγά σιγά όμως η όραση της Αριάνας προσαρμόστηκε και άρχισε να διακρίνει τα διάφορα έπιπλα της σουίτας. Διέκρινε επίσης το περίγραμμα του κορμιού του συζύγου της. Με εξαίρεση το ότι είχε αφήσει την εφημερίδα, δεν είχε αλλάξει στάση. Συνέχιζε να είναι ξαπλωμένος σε ένα βουνό από μαξιλάρια, με τις παλάμες ενωμένες πίσω από το κεφάλι του. Στο σκοτάδι η ανάσα του ακουγόταν βαθύτερη και πιο βαριά. Σαν να καραδοκούσε, έτοιμος να αναλάβει δράση. Η Αριάνα έσπευσε να μιλήσει, προτού του δοθεί η ευκαιρία. «Ξέρεις, ακόμα δε μου εξήγησες τι συνέβη στην εκκλησία. Τι προκάλεσε εκείνη την ηλεκτρική εκκένωση όταν με άγγιξες;» «Όπως σου είπα ήδη, δεν ήταν τίποτα».


Η Αριάνα ανακάθισε για να φτιάξει τα μαξιλάρια και τα σκεπάσματα. Η νευρικότητα που τη βασάνιζε την έκανε ανήσυχη και φλύαρη. Ίσως θα έπρεπε να είχε πιει εκείνο το δεύτερο ποτήρι σαμπάνιας που της είχαν προτείνει κατά τη διάρκεια της ατελείωτης σειράς προπόσεων. Ίσως να τη βοηθούσε να κοιμηθεί. Έριξε στον Λατζ μια βιαστική ματιά. Ίσως και όχι. Ποιος ξέρει τι ανόητες αποφάσεις θα έμπαινε στον πειρασμό να πάρει, αν είχε πιει. «Κι όμως, είπες ότι υπάρχει κάτι», επέμεινε. «Όταν ήμαστε στη λιμουζίνα, θυμάσαι;» «Δεν είναι τίποτα. Ένας οικογενειακός θρύλος». «Θρύλος; Ακούγεται ενδιαφέρον». Η Αριάνα στριφογύρισε, προσπαθώντας να βολευτεί στο τεράστιο κρεβάτι. Κι αφού το μόνο μέρος που θα μπορούσε να νιώσει βολικά ήταν η αγκαλιά του Λατζ, δεν περίμενε η προσπάθειά της να έχει και ιδιαίτερη επιτυχία. «Αφού ούτε εγώ ούτε εσύ κοιμόμαστε, γιατί δε μου μιλάς γι’ αυτόν το θρύλο;» είπε εκνευρισμένη. «Εκπλήσσομαι που δεν έχεις ακούσει ήδη γι’ αυτόν. Ίσως όμως να μη διαβάζεις σκανδαλοθηρικές εφημερίδες». «Έχω διαβάσει μερικές», παραδέχτηκε η Αριάνα. «Τη Σνιτς, για την ακρίβεια. Όμως, όταν το ανακάλυψε ο μπαμπάς, έγινε έξαλλος και απαγόρευσε να ξαναμπεί αυτή η εφημερίδα στο σπίτι μας. Από τότε δεν έχω ξαναδιαβάσει άλλη». «Έτσι εξηγείται, λοιπόν». Ο Λατζ έμεινε σιωπηλός και, για μια στιγμή, αναρωτήθηκε μήπως δεν έπρεπε να της πει το μυστικό του. Θα τον καταλάβαινε, από τη στιγμή που είχε κι εκείνη αρκετά δικά της μυστικά. Αλλά εξεπλάγη, ακούγοντας την ίδια τη φωνή του. «Στην οικογένειά μας υπάρχει ένας παράξενος θρύλος. Προσωπικά, θεωρώ ότι είναι ένα όχι και τόσο γοητευτικό παραμύθι». «Όμως κάποιοι από την οικογένειά σου θεωρούν πως είναι αληθινός». «Ναι. Είναι ο θρύλος του Κεραυνού». «Και τι είναι αυτός ο Κεραυνός; Ποιοι από την οικογένειά σου πιστεύουν σ’ αυτόν;» «Σχεδόν όλοι», παραδέχτηκε ο Λατζ και συνέχισε απρόθυμα. «Δεν ξέρω για τα ξαδέλφια μου, όμως και οι τρεις αδελφοί μου ορκίζονται ότι έχουν νιώσει τη δύναμή του, ότι τους χτύπησε τη στιγμή που γνώρισαν την αδελφή ψυχή τους. Για την ακρίβεια, ο παππούς και η γιαγιά μου πιστεύουν ότι παντρευτήκαμε επειδή μας ένωσε ο Κεραυνός, και σκοπεύω να συνεχίσω να τους αφήσω να το πιστεύουν». «Να υποθέσω ότι εσύ δεν πιστεύεις σ’ αυτόν;» «Καθόλου». «Ωστόσο θέλεις να παραστήσουμε ότι ένωσε κι εμάς;» «Ναι». Η Αριάνα έτριψε με τον αντίχειρά της το κέντρο της παλάμης της, εκεί όπου είχε νιώσει για πρώτη φορά τη σπίθα από το άγγιγμά του, εκείνη τη σπίθα που την έκαιγε ακόμη. Εκείνη η σπίθα ήταν «κάτι», παρά τα όσα ισχυριζόταν ο Λατζ. Μπορούσε άραγε να προέρχεται από τον Κεραυνό που ο Λατζ επέμενε ότι δεν υπήρχε; Κάτι τέτοιο σίγουρα θα εξηγούσε πολλά. «Πώς θα μπορέσω να προσποιηθώ ότι έχω νιώσει το άγγιγμα του Κεραυνού αν δεν ξέρω τι είναι;» ρώτησε, κάνοντας έκκληση στη λογική του. «Ο παππούς και η γιαγιά σου δε θα περιμένουν από μένα να γνωρίζω;» «Ναι. Αυτό δεν το είχα σκεφτεί, αλλά θα το περιμένουν». Ο Λατζ γύρισε για να την κοιτάξει. Το σκοτάδι έκρυβε το πρόσωπό του, όχι όμως και το άρωμά του. Ούτε το πόσο μεγαλόσωμος ήταν ή το περίγραμμα του κορμιού του κάτω από τα σεντόνια. Αυτό ξεχώριζε και με το παραπάνω. «Είναι... είναι μια ένωση. Ένας δεσμός. Τ’ αδέλφια μου ισχυρίζονται ότι το ένιωσαν την πρώτη φορά που άγγιξαν τις συζύγους τους». Η Αριάνα κατάλαβε ξαφνικά και ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. «Κι αν τους ρωτούσα θα έλεγαν ότι το άγγιγμα του Κεραυνού θυμίζει ηλεκτρική εκκένωση;» «Πιθανόν», παραδέχτηκε ο Λατζ. «Σύμφωνα με τους αδελφούς μου, από τη στιγμή που άγγιξαν τις συζύγους τους κυριεύτηκαν σε τέτοιο βαθμό από πόθο, που δεν μπορούσαν να σκεφτούν λογικά». «Σε αντίθεση με ό,τι συνέβη μ’ εμάς στην εκκλησία. Εσύ διατηρούσες απόλυτα τον αυτοέλεγχό σου όταν με φίλησες, σωστά;» Στ’ αυτιά της Αριάνας έφτασε ο ήχος που έβγαλε ο Λατζ τρίζοντας τα δόντια του στο άκουσμα του ειρωνικού σχολίου της. «Είσαι μια όμορφη γυναίκα. Φυσικό είναι να με έλκεις ερωτικά. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τον Κεραυνό. Ο Κεραυνός δεν υπάρχει». «Πραγματικά δεν υπάρχει; Ή μήπως εσύ θεωρείς τον εαυτό σου πολύ ρεαλιστή για να νιώσεις την εξωπραγματική δύναμή του;» «Δεν υπάρχει. Ναι, είμαι ρεαλιστής και λειτουργώ με τη λογική. Πώς θα μπορούσα λοιπόν να νιώσω ποτέ κάτι που δεν εξηγείται με τη λογική; Αυτό που ένιωσαν οι αδελφοί μου όταν άγγιξαν τις συζύγους τους ήταν πόθος, τίποτα περισσότερο. Προτίμησαν να το αποκαλέσουν Κεραυνό, για να εκφράσουν πιο ευγενικά μια κατάσταση που είναι περισσότερο σαρκική επιθυμία παρά ρομαντικά συναισθήματα». Η Αριάνα βρήκε πάτημα στο κενό της λογικής του. «Τότε εξήγησέ μου τι συνέβη την πρώτη φορά που με άγγιξες. Ή μήπως δεν ένιωσες ό,τι κι εγώ;» «Ένιωσα κάτι. Όμως δεν οφειλόταν σε κάποιον ανόητο θρύλο». Η Αριάνα σκέφτηκε κάτι ξαφνικά κι έβαλε τα δυνατά της να μιλήσει χωρίς να κομπιάσει. «Το αρνείσαι επειδή είχες νιώσει το άγγιγμα του Κεραυνού με την Κέιτλιν; Πιστεύεις ότι δε θα μπορούσες να το νιώσεις με κάποια άλλη;» «Υποτίθεται ότι συμβαίνει μόνο με μία γυναίκα. Μου είχε φανεί ότι είχα νιώσει κάτι με την Κέιτλιν», εξομολογήθηκε ο Λατζ. «Μία φορά. Ήταν...» Δεν ολοκλήρωσε τη φράση του και μουρμούρισε κάτι μέσ’ από τα δόντια του. «Τι;» Η Αριάνα ανακάθισε. «Δεν καταλαβαίνω. Πότε συνέβη;» «Δεν έχει σημασία». «Έχει», επέμεινε η Αριάνα. «Πότε συνέβη;» «Το πρωί της επομένης του γάμου της με τον Μάρκο». «Στην αίθουσα συσκέψεων; Όταν επιτέθηκες στον αδελφό σου;» ρώτησε η Αριάνα. Όταν ήταν κι εκείνη εκεί και είχε δει τον καβγά; Όταν είχε νιώσει μια ακατανίκητη έλξη για τον Λατζ; «Ναι. Όμως ό,τι συνέβη εκείνη τη μέρα δεν έχει σχέση μ’ εμάς του δύο ή με το γεγονός ότι παντρευτήκαμε. Ή με τον Κεραυνό». Τα λόγια του δε θα έπρεπε να την πληγώσουν, ωστόσο, για κάποιο λόγο, συνέβη αυτό ακριβώς. «Επειδή ο δικός μας γάμος έχει ημερομηνία λήξης, σωστά;» τον ρώτησε η Αριάνα και συνέχισε, χωρίς να περιμένει την απάντησή του. «Έτσι από περιέργεια, τι ψάχνεις σε μια γυναίκα αν όχι το άγγιγμα του Κεραυνού;» Ο Λατζ καθυστέρησε τόσο να απαντήσει, που η Αριάνα πίστεψε ότι δε θα το έκανε. Τότε άκουσε τη φωνή του. «Θα προτιμούσα ένα γάμο που να βασίζεται στο ότι θα ταιριάζω με τη σύζυγό μου. Ή στη λογική. Ή στα κοινά ενδιαφέροντα. Το μόνο που προσφέρει ο Κεραυνός είναι παράφορη σαρκική έλξη. Θέλω κάτι περισσότερο». Αυτό είχε βρει άραγε στην Κέιτλιν; «Κι ωστόσο φαίνεται ότι αυτή η παράφορη σαρκική έλξη έχει κάνει ευτυχισμένα τ’ αδέλφια σου», είπε η Αριάνα. «Υποθέτω ότι πιστεύεις πως διαθέτεις κάποιου είδους ξεχωριστή ανοσία, έτσι δεν είναι;» Ο Λατζ κινήθηκε με αστραπιαία ταχύτητα. Τη μια στιγμή ήταν ξαπλωμένος σε απόσταση ασφαλείας δίπλα της και την επόμενη η Αριάνα βρέθηκε παγιδευμένη κάτω από το βάρος του κορμιού του. Ο Λατζ έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της κι εκείνη ένιωσε ξανά εκείνο το παράξενο κάψιμο στην παλάμη της. Όχι ότι ο Λατζ έδειξε να το προσέχει. Ίσως όμως η προσοχή του να ήταν στραμμένη στον τρόπο με τον οποίο είχε φυλακίσει το κορμί της στο


στρώμα, πιέζοντας τις απαλές καμπύλες της με τους γυμνασμένους μυς του, αναγκάζοντάς τη να υποχωρήσει μπροστά στην επίθεσή του. «Αριάνα, άκουσέ με. Αυτό που νιώσαμε νωρίτερα ήταν ένας απόλυτα φυσιολογικός σαρκικός πόθος. Αν θέλεις να οδηγήσουμε αυτό τον πόθο στη φυσική του κατάληξη, ευχαρίστως να το κάνουμε». Η μια παλάμη του άφησε τη δική της και κάλυψε το στήθος της. Ο αντίχειράς του άρχισε να χαϊδεύει την ορθωμένη θηλή της, δείχνοντάς της χωρίς λόγια πόσο εύκολο θα του ήταν να το κάνει. «Όμως μην περιμένεις τίποτα περισσότερο από τους όρους στους οποίους συμφωνήσαμε κι οι δύο». Τα λόγια του έσβησαν τον πόθο που βασάνιζε το κορμί της. «Σ’ ευχαριστώ που μου το ξεκαθάρισες». Η Αριάνα έκανε και πάλι το λάθος να μιλήσει στα ιταλικά και, επίτηδες, συνέχισε στα αγγλικά. «Αν δε σε πειράζει, λέω τώρα να κοιμηθώ». Ο Λατζ έμεινε ακίνητος. «Και υποθέτω ότι θα προτιμάς να το κάνεις χωρίς εμένα ξαπλωμένο πάνω σου». «Πολύ σωστά υποθέτεις». Ο Λατζ χαμήλωσε το κεφάλι του και τη φίλησε. Ήταν ένα απαλό, τρυφερό φιλί. Ένα βογκητό βγήκε από τα χείλη της. Ήταν σαν ο Λατζ να της έλεγε χωρίς λόγια πώς θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα μεταξύ τους, σαν να της έδειχνε με ένα απλό φιλί πώς θα μπορούσε να φέρει τα πάνω κάτω στον κόσμο της. Ποιες όμως θα ήταν οι συνέπειες για εκείνη; Θα είχε δώσει τα πάντα και το μόνο που θα είχε κερδίσει θα ήταν να πληγωθεί. Ο Λατζ δεν πίστευε σε πιθανότητες ή στο δεσμό που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους. Και μια νύχτα στην αγκαλιά του, όσο υπέροχη κι αν ήταν, δε θα το άλλαζε αυτό. «Να υποθέσω ότι η απάντηση παραμένει αρνητική». Η Αριάνα δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της να μιλήσει, όχι όταν σκεφτόταν αυτά που θα ήθελε να πει. Να τον παρακαλέσει να τη σφίξει στην αγκαλιά του. Να της κάνει έρωτα. Να της προσφέρει μια γαμήλια νύχτα που δε θα ξεχνούσε ποτέ. Όμως αυτό μόνο μπλεξίματα θα δημιουργούσε, ειδικά τη στιγμή που το Μπρίμστοουν είχε χαθεί. Τον έσπρωξε από τους ώμους, χωρίς ακόμα να μπορεί να απαντήσει. Εκείνος κύλησε στο πλάι, μη λέγοντας τίποτα περισσότερο. Η Αριάνα δεν περίμενε ότι θα κατάφερνε να κοιμηθεί, όχι όταν η παρουσία του Λατζ δίπλα της την αναστάτωνε σε τέτοιο βαθμό και τα συναισθήματά της ήταν τόσο μπερδεμένα. Δε λαχταρούσε μόνο να αφεθεί να την παρασύρουν τα βασικά της ένστικτα –ήξερε επίσης ότι ένα κομμάτι του εαυτού της, εκείνο το κρυφό κομμάτι που παρέμενε παιδί, ευχόταν να είχε νιώσει το άγγιγμα του Κεραυνού με τον Λατζ. Δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί αν ίσως, απλά ίσως, το ξεχωριστό, πρωτόγνωρο ρίγος που είχε νιώσει στο άγγιγμά του –κι εκείνος στο δικό της– σήμαινε ότι η ευχή της είχε βγει αληθινή. Τι θα γινόταν αν η παράξενη αίσθηση που είχαν μοιραστεί ήταν το άγγιγμα του Κεραυνού; Πώς θα άλλαζε κάτι τέτοιο τα σχέδιά της για το μέλλον; Και πώς θα έπειθε το σύζυγό της ότι θα έπρεπε ν’ αλλάξουν και τα δικά του σχέδια; *

Μια λιμουζίνα περίμενε τον Λατζ και την Αριάνα στη Βερντόνια και, μόλις προσγειώθηκε το αεροπλάνο τους, τους οδήγησε στην έπαυλη του νεοεκλεγμένου βασιλιά Μπραντ Φον Φάλκε, διασχίζοντας το ορεινό πριγκιπάτο του Άβερνος. «Απ’ ό,τι μου είπε η γιαγιά μου, ο βασιλιάς Μπραντ εκλέχτηκε μόλις πριν ενάμιση χρόνο», είπε η Αριάνα. Ο Λατζ ανασήκωσε τα φρύδια. «Εκλέχτηκε; Να υποθέσω ότι αυτό σημαίνει ότι ο θρόνος δε μεταβιβάζεται κληρονομικά στη Βερντόνια;» «Όχι. Εδώ μαζεύουν όλους τους ευγενείς που έχουν δικαίωμα στο θρόνο και τους εκλέγει ο λαός. Ο βασιλιάς Μπραντ κέρδισε τις εκλογές. Ο παππούς και η γιαγιά μου γνώριζαν τον παππού του, τον βασιλιά Γκράντον. Τον επισκεπτόμαστε όταν ήμουν παιδί». «Πράγμα που εξηγεί το πώς μπόρεσε η οικογένειά σου να βάλει τα μεγάλα μέσα και να μας στείλει ταξίδι του μέλιτος εδώ». «Ακριβώς». Η λιμουζίνα σταμάτησε μπροστά σε ένα τεράστιο κτίσμα, φρούριο και έπαυλη ταυτόχρονα. Χτισμένο με τοπική πέτρα, πρόσφερε ένα σκληρό, ψυχρό καλωσόρισμα, σε αντίθεση με την υποδοχή του Μπραντ και της Μίρι Φον Φάλκε, που η Αριάνα τους θυμόταν και τους δύο από τα παιδικά της χρόνια. Μετά τις επίσημες συστάσεις ο Μπραντ ζήτησε να τους πάνε αναψυκτικά και ύστερα τους ξάφνιασε, ζητώντας τους να μην τον αποκαλούν με τον τίτλο του. «Δεν υπάρχει λόγος», είπε. «Δεν πρόκειται για κάποια επίσημη εκδήλωση, και αδιαφορώ για τους τίτλους όσο και ο παππούς μου». Ένα νήπιο, περίπου τεσσάρων ετών, πλησίασε μπουσουλώντας την Αριάνα και σήκωσε ανυπόμονα τα χέρια του. Μόλις εκείνη έσκυψε και τον σήκωσε, ο μικρός χαμογέλασε χαρούμενα. «Και ποιος είναι ο πιτσιρίκος μας;» ρώτησε εκείνη γελαστή. «Ο Τόμας Γκράντον», απάντησε η Μίρι. «Έχει το όνομα του παππού και του πατέρα του Μπραντ. Ο αδελφός μου ο Λάντερ και η σύζυγός του η Τζουλιάνα έχουν ένα κοριτσάκι, περίπου στην ίδια ηλικία. Κι από στιγμή σε στιγμή περιμένουμε να μας τηλεφωνήσει ο αδελφός μου, ο Μέρικ, για να μας πει για τη σύζυγό του, την Αλίσα. Πριν λίγες ώρες που μας τηλεφώνησε, η Αλίσα έμπαινε στο μαιευτήριο για να γεννήσει». Εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε και στο άνοιγμά της εμφανίστηκε ένας μεγαλόσωμος άντρας. «Υψηλοτάτη, έχετε τηλεφώνημα. Είναι ο πρίγκιπας Μέρικ». «Ευχαριστώ, Τόλκιν». Η Μίρι σηκώθηκε βιαστική. «Αυτό ήταν. Επιστρέφω αμέσως. Ω, ελπίζω τόσο η Αλίσα όσο και το μωρό να είναι καλά». Ο Μπραντ την άγγιξε τρυφερά, σαν να ήθελε να τη διαβεβαιώσει πως όλα θα πήγαιναν καλά. «Θα είναι μια χαρά. Πήγαινε τώρα να μάθεις αν αποκτήσαμε ανιψιό ή ανιψιά», είπε και ύστερα χαμογέλασε στην Αριάνα και τον Λατζ. «Ο Μέρικ και η Αλίσα αποφάσισαν ν’ αφήσουν για έκπληξη το φύλο του μωρού. Μήνες τώρα η Μίρι κάθεται σε αναμμένα καρφιά». «Ελπίζω η άφιξή μας να μη σας αναστάτωσε», είπε ο Λατζ. «Εκτιμούμε πολύ που μας επιτρέψατε να χρησιμοποιήσουμε το ιδιωτικό σας περίπτερο για το μήνα του μέλιτος». Ο Μπραντ έκανε μια αδιάφορη χειρονομία. «Είναι το ιδανικό μέρος. Το αρχικό περίπτερο κάηκε πριν λίγο καιρό. Το αντικαταστήσαμε, αν και αυτό που χτίσαμε είναι κάπως... μαζεμένο». Η Αριάνα κοίταξε νευρικά τον Λατζ κι αναρωτήθηκε πόσο «μαζεμένο» μπορούσε να είναι το περίπτερο. «Είμαι σίγουρη ότι θα είναι τέλειο». «Έχω υπέροχες αναμνήσεις από εκείνο το μέρος. Η Μίρι κι εγώ...» Ο Μπραντ σταμάτησε και χαμογέλασε. Η αυστηρή έκφρασή του μαλάκωσε και έγινε πολύ πιο προσιτός. «Ας πούμε απλά ότι η διαμονή μας εκεί άλλαξε τη ζωή μας». «Ευχαριστούμε πολύ που το μοιράζεστε μαζί μας», είπε χαμηλόφωνα η Αριάνα. «Ευχαρίστησή μας». Ο Μπραντ έτριψε τα χέρια. «Τώρα, επιτρέψτε μου να σας πω κάποια πράγματα. Στο περίπτερο υπάρχουν όλα όσα θα χρειαστείτε για τη βδομάδα που θα μείνετε εκεί. Έχουμε βάλει ηλεκτρικό, αλλά γίνονται συνέχεια διακοπές. Υπάρχουν γεννήτρια και προπάνιο για να λειτουργήσει». Ανασήκωσε τα φρύδια του και κοίταξε τον Λατζ. «Γνωρίζεις πώς λειτουργεί μία γεννήτρια;» «Η οικογένειά μου έχει ένα περίπτερο με γεννήτρια. Από μικρή ηλικία μάθαμε όλοι πώς να τη λειτουργούμε και πώς να τη συντηρούμε». «Τέλεια. Η γεννήτρια είναι αρκετά δυνατή ώστε να συνεχίσουν να λειτουργούν το ψυγείο και ο καταψύκτης σε περίπτωση που θα κοπεί το ρεύμα. Ο Τόλκιν θα σας προμηθεύσει με κινητά. Και πάλι, στα βουνά το σήμα δεν είναι καλό και αυτή την εποχή υπάρχουν καταιγίδες. Οφείλω να σας προειδοποιήσω ότι είναι έντονες και ξαφνικές. Ωστόσο θα αναθέσω σε κάποιον να σας τηλεφωνεί και να σας προειδοποιεί, ώστε να μη σας βρίσκουν απροετοίμαστους». Ο Λατζ έκλινε το κεφάλι. «Το εκτιμούμε ιδιαιτέρως». «Έχω κανονίσει να σας περιμένει το ελικόπτερό μου και να σας πάει στο περίπτερο, αμέσως μόλις φρεσκαριστείτε». Η Αριάνα πάγωσε κι έβαλε τα δυνατά της να συγκρατήσει τον τρόμο της. «Δεν μπορεί να φτάσει κανείς στο περίπτερο με αυτοκίνητο;» «Μόνο με 4Χ4, και πάλι με μεγάλη δυσκολία». Ο Μπραντ ανασήκωσε τα φρύδια κι η Αριάνα συνειδητοποίησε με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι είχε απέναντί


της ένα βασιλιά. «Αποτελεί πρόβλημα αυτό;» «Κάθε άλλο», έσπευσε να παρέμβει ο Λατζ. «Δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο τρόπο να περάσουμε το ταξίδι του μέλιτος». Η Αριάνα πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει με ενθουσιασμό. «Ούτε κι εγώ». Εκείνη τη στιγμή επέστρεψε η Μίρι, γλιτώνοντάς τους από μια στιγμή αμηχανίας. «Αγόρι. Τρία κιλά και επτακόσια γραμμάρια», ανακοίνωσε με κομμένη την ανάσα. Τα μάτια της δάκρυσαν. «Θα τον ονομάσουν Στέφαν, όπως τον πατέρα μας». «Ήταν ο πρώην βασιλιάς μας», εξήγησε ο Μπραντ χαμηλόφωνα. «Διαδέχτηκε τον παππού μου. Ο θάνατός του ήταν μεγάλη απώλεια για όλους μας». «Είμαι σίγουρος ότι θα ήταν περήφανος αν ήξερε ότι η κληρονομιά του συνεχίζεται», είπε η Αριάνα ευγενικά. Ο Μπραντ την κοίταξε επιδοκιμαστικά κι ύστερα στράφηκε στη σύζυγό του και την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Θα θέλατε να φρεσκαριστείτε πριν ξεκινήσετε;» ρώτησε. Ήταν φανερό ότι τους έλεγε διακριτικά να φύγουν, κάτι που η Αριάνα κατανοούσε απόλυτα. Ήταν μια προσωπική στιγμή. Οικογενειακή. Για κάποιο λόγο αυτή η σκέψη την έκανε να πιάσει το χέρι του Λατζ. Ένιωθε την έλξη του παράξενου δεσμού που είχε αναπτυχθεί ανάμεσά τους. Μπορεί ο Λατζ ν’ αρνιόταν πως ήταν ο Κεραυνός, όμως, ό,τι κι αν ήταν, το κάλεσμά του παρέμενε ισχυρό. «Μπορούμε να φρεσκαριστούμε στο περίπτερο», είπε ο Λατζ. «Θα σας αφήσουμε τώρα». Τα λόγια του έκαναν την Αριάνα να χαμογελάσει, αφού κι εκείνη ετοιμαζόταν να πει το ίδιο πράγμα. «Παρακαλούμε να μεταφέρετε τις ευχές μας στον πρίγκιπα Μέρικ και την πριγκίπισσα Αλίσα. Χάρηκα πολύ που σας ξαναείδα ύστερα από τόσα χρόνια», είπε. Γονάτισε δίπλα στον Τόμας και χάιδεψε τα σκούρα του μαλλιά. «Και χάρηκα ιδιαιτέρως που γνώρισα εσένα, πρίγκιπα Τόμας». Ο Τόλκιν επέστρεψε λίγα λεπτά αργότερα και τους οδήγησε στο ελικόπτερο που περίμενε. «Οι αποσκευές σας έχουν ήδη φορτωθεί», τους είπε και τους έδωσε ένα δερμάτινο σακίδιο. «Αυτό περιέχει δύο κινητά με περασμένους στη μνήμη αριθμούς έκτακτης ανάγκης. Μη διστάσετε να καλέσετε, αν χρειαστείτε οτιδήποτε. Ο βασιλιάς Μπραντ με έχει θέσει εξ ολοκλήρου στη διάθεσή σας». Ο Λατζ του πρόσφερε το χέρι. «Ευχαριστούμε. Αν δεν ακούσετε νέα μας, θα μας δείτε σε μια βδομάδα». Ο Τόλκιν του έσφιξε το χέρι κι ύστερα βοήθησε την Αριάνα να καθίσει στο ελικόπτερο και να κουμπώσει τη ζώνη ασφαλείας. Μερικά λεπτά αργότερα το ελικόπτερο απογειωνόταν. Πέταξε για λίγο πάνω από το παλάτι επιτρέποντάς τους να το θαυμάσουν από ψηλά και ύστερα κατευθύνθηκε βόρεια. Τα γύρω βουνά ήταν καταπράσινα, γεμάτα κωνοφόρα, οξιές και βαλανιδιές. Τελικά πέρασαν πάνω από την πιο ψηλή κορφή και κατευθύνθηκαν προς ένα μεγάλο ξέφωτο, δίπλα σε μια λίμνη με λαμπερά νερά. Λευκή, φερτή άμμος κάλυπτε την όχθη που ήταν χτισμένο ένα μικρό περίπτερο. Ένα πολύ μικρό περίπτερο, πρόσεξε η Αριάνα. Αφού προσγειώθηκαν, ο πιλότος τούς βοήθησε με τις αποσκευές. «Υπάρχει κάτι άλλο που θα μπορούσα να κάνω για σας πριν επιστρέψω;» ρώτησε. «Νομίζω ότι από δω και πέρα θα τα καταφέρουμε», τον διαβεβαίωσε ο Λατζ. «Η γεννήτρια βρίσκεται στο υπόστεγο εκεί πέρα», είπε ο πιλότος και έδειξε ένα κτίσμα στα όρια του δάσους. «Και θα βρείτε εξοπλισμό για ψάρεμα στο λεμβοστάσιο, δίπλα στη λίμνη». «Υπέροχα». Ο πιλότος έφερε τα δυο δάχτυλά του στο μέτωπό του, σαν να τους χαιρετούσε στρατιωτικά. «Καλά να περάσετε. Αν χρειαστείτε οτιδήποτε, αρκεί να μου κάνετε ένα τηλέφωνο». Ο Λατζ άνοιξε την πόρτα του περιπτέρου και μετέφερε στο εσωτερικό του τις αποσκευές τους, όμως η Αριάνα περίμενε, παρακολουθώντας το μοναδικό συνδετικό κρίκο που είχαν με τον πολιτισμό να απογειώνεται αργά. Ο αέρας από τον έλικα του ελικοπτέρου τίναζε σκόνη προτού το σκάφος πάρει ελαφριά κλίση προς τα μπροστά και υψωθεί στον ουρανό, παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής. Ο βόμβος του κινητήρα του χάθηκε μόλις εξαφανίστηκε πίσω από την κοντινότερη βουνοκορφή. Η Αριάνα αναστέναξε και γύρισε να μπει στο περίπτερο. Χρειάστηκε ένα λεπτό μέχρι να προσαρμοστεί η όρασή της στο χαμηλό φως κι αμέσως κούνησε το κεφάλι της, σαν να μην πίστευε στα μάτια της. «Κάλεσέ τον να γυρίσει», είπε στα ιταλικά. «Δεν υπάρχει περίπτωση να μείνω εδώ».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Από: Lazzaro–Dante@DantesJewelry.com Ημερομηνία: 05/08/2008 9:54 Προς: Bambolina@fornitore.it Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι, Προσθήκη Νομίζω ότι κοροϊδεύεις τον εαυτό σου αν νομίζεις πως είτε εγώ είτε εσύ θ’ αντέξουμε χωρίς σεξ για τρεις ολόκληρους μήνες. Προτείνω να το ξανασκεφτείς. Και όχι, δε χρειάζεται να θεωρήσουμε την επιθυμία σου για χωριστά υπνοδωμάτια σαν δεύτερο όρο από τη μεριά σου. Αυτό θεωρείται δεδομένο. Στο μεταξύ, ορίστε ο επόμενος όρος μου πριν το γάμο. Όρος 3ος: Κατά διαστήματα θα απαιτούνται κάποιες δημόσιες διαχύσεις, ώστε να διατηρείται η εντύπωση ενός «φυσιολογικού» γάμου. Λ. Από: Bambolina@fornitore.it Ημερομηνία: 05/08/2008 19:06 Προς: Lazzaro–Dante@DantesJewerly.com Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι, Προσθήκη Επίτρεψέ μου να σε διαβεβαιώσω ότι δεν κοροϊδεύω τον εαυτό μου. Αντιμετωπίζω το σεξ με μεγάλη σοβαρότητα. Ο πρώτος όρος μου συνεχίζει να ισχύει. Καπίτο; Όσο για τον τρίτο όρο... τι είδους δημόσιες διαχύσεις έχεις στο μυαλό σου; Έχω την αίσθηση ότι οι απόψεις μας για το τι είναι ένας «φυσιολογικός» γάμος διαφέρουν. Τσάο! Αριάνα Ο Λατζ δίπλωσε τα μπράτσα στο στήθος. «Δεν πρόκειται να τον φωνάξουμε πίσω». «Δεν μπορώ να μείνω εδώ μαζί σου». Η Αριάνα σήκωσε το χέρι της κι έδειξε το εσωτερικό του περιπτέρου. «Είναι τόσο... τόσο...» «Μικρό;» «Ναι!» Η Αριάνα κοίταξε το κρεβάτι κι αμέσως έστρεψε το βλέμμα της αλλού. «Αυτό το στρώμα μόλις που χωράει ένα άτομο, πόσω μάλλον δύο. Νόμιζα ότι οι βασιλιάδες είχαν μεγάλα κρεβάτια. Βασιλικά!» Ο Λατζ ανασήκωσε τα φρύδια του και χαμογέλασε. «Αφού δεν ήμουν ποτέ βασιλιάς, δε θα μπορούσα να ξέρω. Υποθέτω, με δεδομένο το πόσο απομονωμένο είναι αυτό το μέρος, ότι προτίμησαν πράγματα με μικρό μέγεθος, ώστε να μεταφέρονται εύκολα. Ή, ίσως, ο Μπραντ και η Μίρι να προτιμούν να κοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλον». Η Αριάνα του έριξε μια τελευταία, αμήχανη ματιά. «Λατζ...» άρχισε να λέει. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αμετακίνητος. «Ξέχασέ το, Αριάνα. Δεν πρόκειται να αρνηθούμε τη φιλοξενία του Φον Φάλκε. Θα ήταν αγένεια και θα το μάθαιναν οι οικογένειές μας». Αυτό σταμάτησε την Αριάνα. Τον κοίταξε συγκλονισμένη. «Μα τι θα κάνουμε;» «Αυτό ακριβώς που συμφωνήσαμε πριν παντρευτούμε. Ό,τι καλύτερο μπορούμε». «Δεν μπορώ ούτε καν να γυρίσω χωρίς να πέσω πάνω σου». «Να πέφτεις όσο θέλεις. Δε μ’ ενοχλεί». Στην πραγματικότητα αυτή η ιδέα φάνταζε ελκυστική, σκέφτηκε ο Λατζ. Πολύ. Η ένταση ανάμεσά τους είχε ήδη κλιμακωθεί σε αφόρητα επίπεδα. Κάποια στιγμή ο ένας από τους δύο θα σκόνταφτε σε κάποιον όρο, είτε δικό του είτε δικό της, κι η λύση κατά προτίμηση θα βρισκόταν στο κοντινότερο κρεβάτι, ανεξάρτητα από το αν ήταν ή όχι στενό. Και όπως έβλεπε τα πράγματα εκείνος, όσο πιο σύντομα τόσο το καλύτερο. Η Αριάνα δίστασε, χωρίς αμφιβολία έτοιμη να αντιδράσει στο σχόλιό του. Διαισθανόταν ότι η αγαπημένη του σύζυγος –και πώς σκόνταφτε σ’ αυτή τη λέξη– ένιωθε την ίδια νευρικότητα μ’ εκείνον. Η πρώτη νύχτα του γάμου τους ήταν δύσκολη, η αναστάτωση που είχαν νιώσει απρόσμενη, μια έκπληξη την οποία κανείς από τους δύο δεν περίμενε να αντιμετωπίσει. Όταν δυο άνθρωποι είναι παντρεμένοι, θεωρείται φυσιολογικό κάποια στιγμή ν’ αρχίσουν να έλκονται ο ένας από τον άλλον. Τώρα είχαν βρεθεί εγκλωβισμένοι σε μια κατάσταση από την οποία δεν μπορούσαν να ξεφύγουν... μια κατάσταση που τους εξέθετε στον κίνδυνο να παραβιάσουν περισσότερους από έναν από τους όρους που είχαν θέσει πριν παντρευτούν. Μπορούσε μόνο να ελπίζει ότι οι δικοί του όροι θα άντεχαν περισσότερο από τους δικούς της. Την κοίταξε και διασκέδασε συνειδητοποιώντας ότι η Αριάνα συνέχιζε να μένει κοντά στο άνοιγμα της πόρτας. «Δείχνεις έτοιμη να το βάλεις στα πόδια», της είπε. «Το σκέφτομαι». «Γιατί δεν έρχεσαι μέσα να ρίξεις μια ματιά;» Εκείνη μόρφασε. «Νομίζω ότι μπορώ να δω τα πάντα μια χαρά και από δω». «Υποτίθεται ότι αυτό το περίπτερο αποτελεί ένα ρομαντικό καταφύγιο, πράγμα που ίσως να εξηγεί το γιατί ο χώρος που βρίσκεται το κρεβάτι καταλαμβάνει τον περισσότερο χώρο». Ο Λατζ έδειξε με το βλέμμα του το σκιερό εσωτερικό του περιπτέρου. «Υπάρχει μια μικρή κουζίνα κι ένα μεγάλο μπάνιο, με μια καμπίνα του ντους και μια μπανιέρα μεγαλύτερη από το κρεβάτι». «Ίσως μπορώ να κοιμηθώ εκεί». Η Αριάνα έστρεψε την προσοχή της στο πέτρινο τζάκι και στο μικρό καθιστικό με τον άνετο διπλό καναπέ και το τραπεζάκι του καφέ. «Πολύ βολικό». «Είναι μόνο για μια βδομάδα». «Γίνομαι αχάριστη, σωστά; Αυτό θεωρείται θανάσιμη αμαρτία για μια Ρομάνο. Μάλλον θα φταίει η κούραση». Η Αριάνα πήρε μια βαθιά ανάσα και ξάφνιασε τον Λατζ χαμογελώντας γαλήνια. «Είμαι σίγουρη ότι όλα θα πάνε μια χαρά. Γιατί δεν πάμε να ρίξουμε μια ματιά στην κουζίνα και να φτιάξουμε έναν καφέ;» «Θα φτιάξω εγώ». «Τότε εγώ θα τακτοποιήσω τα πράγματά μας». Η Αριάνα χαμογέλασε πειρακτικά. «Ίσως έτσι να έχουμε περισσότερο χώρο να κινούμαστε». Με δεδομένο το ότι οι αποσκευές τους είχαν εμφανιστεί στη σουίτα των νεονύμφων την ίδια ώρα με το πρωινό τους, έτοιμες για το ταξίδι, ο Λατζ δεν είχε ιδέα τι περιείχαν. «Ελπίζω όποιος τις ετοίμασε να έβαλε μέσα και κανένα μαγιό». Καθώς και ένα νυχτικό λιγότερο αποκαλυπτικό από εκείνο που φορούσε η


Αριάνα το προηγούμενο βράδυ. Διαφορετικά δε θα επιβίωνε ούτε το πρώτο βράδυ, πόσω μάλλον μια ολόκληρη βδομάδα. Όσο ετοίμαζε τον καφέ, η Αριάνα άνοιγε την πρώτη βαλίτσα. «Ένα σωρό σπορ καθημερινά ρούχα. Και, αλληλούια, ένα μαγιό». Αφού μετέφερε τα ρούχα από τη βαλίτσα στη σιφονιέρα, ξέθαψε ένα μπλοκ σχεδίου και μερικά μολύβια. Ο Λατζ τα κοίταξε απορημένος ενώ της πρόσφερε ένα φλιτζάνι αχνιστό καφέ. «Σχεδιάζεις;» «Ναι». Η Αριάνα πήρε το φλιτζάνι και εισέπνευσε βαθιά για να απολαύσει το άρωμά του. Από τα χείλη της βγήκε ένας αναστεναγμός ικανοποίησης, που διέλυσε σχεδόν τον αυτοέλεγχο του Λατζ. «Το λίγο ταλέντο που έχω το κληρονόμησα από τη γιαγιά μου», του εξομολογήθηκε η Αριάνα. Εκείνος σήκωσε έκπληκτος τα φρύδια. «Την Πενέλοπι;» «Ναι. Λοιπόν, τι θα ήθελες να κάνουμε πρώτα;» ρώτησε η Αριάνα. Το γεγονός ότι φρόντισε ν’ αλλάξει θέμα κίνησε την περιέργειά του, προς το παρόν όμως δεν έδωσε συνέχεια. «Μετά από τόσες ώρες πτήσης, δε θα με πείραζε να κάναμε ένα μικρό περίπατο». «Προτού αρχίσει να μας επηρεάζει το τζετ λαγκ;» «Στην πραγματικότητα, το βιολογικό μου ρολόι θα προσαρμοστεί πιο γρήγορα από το δικό σου, αφού πλέον επέστρεψα στην ίδια ζώνη ώρας που βρίσκεται κι η Ιταλία». «Μετά από τόσα ταξίδια που έχω κάνει για λογαριασμό της Ντάντε, έχω ανακαλύψει πως τίποτα δε βοηθάει περισσότερο από λίγη καλή άσκηση», είπε ο Λατζ. Κι ίσως η άσκηση να βοηθούσε να περιοριστεί κάπως ο πόθος του που ένιωθε να φουντώνει όσο περισσότερο έμενε στο περίπτερο με την Αριάνα. «Θα έκανα έναν περίπατο αν έχεις διάθεση κι εσύ. Θα μας δοθεί η ευκαιρία να γνωρίσουμε κάπως την περιοχή». Η Αριάνα χαμογέλασε πλατιά. «Δώσε μου ένα λεπτό να φορέσω ένα σορτς, και ξεκινάμε». Ο Λατζ δεν της χαρίστηκε· βάλθηκε ν’ ακολουθεί ένα μονοπάτι που έκανε το γύρο της λίμνης. Κάποια στιγμή κοίταξε τη σύζυγό του και, συνειδητοποιώντας ότι πήγαινε πολύ γρήγορα, επιβράδυνε το ρυθμό του. Η Αριάνα δεν άργησε να τον προφτάσει. Τον κοίταξε σαν να τον προκαλούσε κι ύστερα προηγήθηκε. Το πειρακτικό γέλιο της έφτασε στ’ αυτιά του. Εκείνος έμεινε πίσω, επιτρέποντάς της να προηγηθεί αρκετά προτού επιταχύνει. Μόλις η Αριάνα άκουσε τα βήματά του να πλησιάζουν, επιτάχυνε επίσης. Είχε υπέροχα πόδια, καλλίγραμμα, μακριά και γυμνασμένα. Ο Λατζ δεν άργησε ν’ ανακαλύψει πώς ακριβώς διατηρούσε τη φόρμα της. Έτρεχε σαν να είχε γεννηθεί αποκλειστικά γι’ αυτό, με κινήσεις γεμάτες χάρη. Η ευκολία με την οποία ξεπερνούσε τα εμπόδια στο δρόμο τους θα έκανε περήφανες μια ντουζίνα γαζέλες. Και, όπως έβλεπε τα πράγματα εκείνος, η θέα που πρόσφερε ήταν υπέροχη. Του δινόταν η ευκαιρία να θαυμάζει όχι μόνο τα πόδια της, αλλά και τις υπέροχες καμπύλες των γλουτών της. Περίμενε να φτάσουν την τελευταία στροφή της λίμνης προτού την προσπεράσει. Μόλις το χώμα του μονοπατιού αντικαταστάθηκε από άμμο πιο κάτω, έσκυψε και τη σήκωσε στα μπράτσα του. Η κραυγή της αντήχησε σε όλη τη λίμνη, στέλνοντας μια ντουζίνα πάπιες στον αέρα. Τη μετέφερε μερικά βήματα κι ύστερα έπεσε μαζί της στα ρηχά. «Τι θα έλεγες για ένα μπάνιο;» πρότεινε, όταν η Αριάνα αναδύθηκε, φτύνοντας νερό. Για μια στιγμή απέμεινε απλά να τον κοιτάζει. Ύστερα γέλασε. «Είσαι τρελός». Η Αριάνα τίναξε πίσω τα μαλλιά της, τα οποία φαίνονταν στην πλάτη της σαν εβένινος καταρράκτης. Οι αχτίδες του ήλιου έπεφταν πάνω τους κι έκαναν να λάμπουν κοκκινωπές ανταύγειες που μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Λατζ δεν είχε προσέξει την ύπαρξή τους. Το βλέμμα του γλίστρησε χαμηλότερα κι ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. Η Αριάνα φορούσε ένα λεπτό, πολύ μουσκεμένο βαμβακερό μπλουζάκι, κάτω από το οποίο διαγράφονταν καθαρά τα γεμάτα στήθη της, στήθη που αποτελούσαν τη φαντασίωση κάθε άντρα. Προσπάθησε να φερθεί σαν κύριος και να στρέψει το βλέμμα του αλλού, όμως, για κάποιο λόγο, τα μάτια του είχαν αποσυνδεθεί από το μυαλό του. «Θα μου κάνεις μια χάρη, σε παρακαλώ;» ρώτησε ευγενικά. Η Αριάνα έβαλε τα χέρια της στη μέση. «Μόλις με πέταξες στο νερό και θέλεις να σου κάνω χάρες;» «Αν δε θέλεις...» Η Αριάνα χαμογέλασε. «Ποια είναι η χάρη;» «Κατά τα φαινόμενα, μου είναι δύσκολο να ελέγξω τα πρωτόγονα γονίδιά μου. Θα σε πείραζε να βυθιστείς λίγο περισσότερο στο νερό;» Η μοίρα τον αντάμειψε με μερικές ακόμα στιγμές οπτικής ευτυχίας προτού η Αριάνα συνειδητοποιήσει τι εννοούσε. Μια κραυγή έκπληξης ξέφυγε από τα χείλη της και βυθίστηκε στο νερό μέχρι τους ώμους. «Τα πρωτόγονα γονίδιά σου απόλαυσαν το θέαμα;» ρώτησε καυστικά. Η προφορά της ήταν πιο έντονη απ’ ό,τι πριν. «Και με το παραπάνω». Η Αριάνα τον κοίταξε θυμωμένη κι ύστερα το βλέμμα της έλαμψε. «Οφείλω να ομολογήσω ότι και τα δικά μου πρωτόγονα γονίδια το χάρηκαν», του είπε. «Ίσως λίγο περισσότερο απ’ ό,τι θα έπρεπε. Αν δε σε πειράζει, νομίζω ότι θα πάω ν’ αλλάξω». Ο Λατζ ένευσε καταφατικά. «Με την άδειά μου». Εκείνη ανασήκωσε τα φρύδια της και τον κοίταξε με αυτοκρατορικό ύφος, σαν αληθινή Ρομάνο. «Θα σε πείραζε να γυρίσεις;» «Φοβάμαι πως ναι. Όμως δεν υπάρχει λόγος να σε σταματάει αυτό». Η Αριάνα χαμογέλασε και τον πιτσίλισε. «Είσαι φρικτός. Όμως, αναμφισβήτητα, πολύ αρρενωπός». Ο Λατζ τινάχτηκε προς το μέρος της, την έπιασε από τη μέση και τη σήκωσε στα μπράτσα του. Δεν της έδωσε το χρόνο να ξαναβρεί την ανάσα της, πόσω μάλλον να διαμαρτυρηθεί. Της έδωσε ένα φιλί τόσο φλογερό και απαιτητικό όσο κι εκείνο που είχαν ανταλλάξει τη νύχτα του γάμου τους. Τα χείλη της ήταν ζεστά, υγρά και ό,τι πιο υπέροχο είχε γευτεί ποτέ. Αυτή τη φορά δεν υπήρχαν θεατές και είχε τη δυνατότητα να τη φιλήσει με την άνεσή του. Σχεδόν περίμενε ότι θ’ αντιστεκόταν, ότι θα τον χαστούκιζε ή ότι θα τον έβριζε στα ιταλικά. Προς μεγάλη του έκπληξη, η περιέργειά της ήταν τόσο έντονη όσο η δική του. Τα δάχτυλά της ακολούθησαν τις γραμμές του προσώπου του πριν βυθιστούν στα μαλλιά του, σαν να του ζητούσε να συνεχίσει. Ο Λατζ ανταποκρίθηκε με ένα βραχνό βογκητό. Έβαλε περισσότερο πάθος στο φιλί του και οι ανάσες τους έγιναν μία. Οι παλάμες του γλίστρησαν κάτω από την μπλούζα της και κάλυψαν τα στήθη της. Ήταν γεμάτα και καλοσχηματισμένα, όπως διακρίνονταν κάτω από το βρεγμένο μπλουζάκι της, η επιδερμίδα της απαλή σαν βελούδο. Οι θηλές της σκλήρυναν αμέσως στο άγγιγμά του κι ο Λατζ τις κράτησε ανάμεσα στα δάχτυλά του. Ένας αναστεναγμός ηδονής βγήκε από τα χείλη της. Για μια υπέροχη στιγμή η Αριάνα αφέθηκε εντελώς στην αγκαλιά του, παρασυρμένη από μια λαχτάρα απόλυτα θηλυκή. Το νερό γύρω τους έκανε τα κορμιά τους να λικνίζονται και τους μηρούς τους να ενώνονται. Ο Λατζ μούγκρισε σιγανά. Θα ήταν τόσο εύκολο ν’ απαλλαγούν από τα ρούχα που τους χώριζαν και η ένωσή τους να μην περιοριστεί μόνο στα χείλη τους. Οι παλάμες του γλίστρησαν προς τα κάτω, οι αντίχειρές του στάθηκαν στο λάστιχο του σορτς της. Προτού προλάβει να της το βγάλει, η Αριάνα ελευθερώθηκε από τη λαβή του και τραβήχτηκε μακριά του. Αγκάλιασε τον κορμό της και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δε θα έπρεπε να το κάνουμε αυτό», είπε μόλις βρήκε τη δύναμη να μιλήσει. «Ήταν αναπόφευκτο ότι θα συνέβαινε, έστω και μόνο για να ικανοποιηθεί η περιέργειά μας». «Ικανοποιήθηκε η δική σου;» «Η περιέργειά μου, ναι. Όχι όμως κι εγώ».


«Ούτε εγώ». Η Αριάνα έτριψε το πρόσωπό της, σαν να ήθελε ν’ απαλλαγεί από τη φλογερή αίσθηση του φιλιού του. «Θα ήθελα να πάω ν’ αλλάξω. Θα σε πείραζε να περιμένεις λίγα λεπτά εδώ ώστε να μου δώσεις το χρόνο να το κάνω;» «Φυσικά και όχι». Ο Λατζ βασάνισε για λίγο ακόμα τον εαυτό του παρακολουθώντας τη ν’ απομακρύνεται από τη λίμνη, προτού δώσει διέξοδο στη λίμπιντό του με μια καλή βουτιά. Μέχρι να βγει από το νερό, το μόνο που σκεφτόταν ήταν το φαγητό και ο ύπνος. Εντάξει, και την Αριάνα. Κυρίως αναρωτιόταν πόσος χρόνος θα του χρειαζόταν για να την πείσει να ξεχάσει τον πρώτο όρο της και να πέσει μαζί του στο κρεβάτι. Ώσπου να κάνει ντους και να φορέσει στεγνά ρούχα, η Αριάνα είχε ετοιμάσει το δείπνο. «Δεν είμαι πολύ καλή στην κουζίνα», τον προειδοποίησε. «Ούτε εγώ». Η Αριάνα ανασήκωσε τους ώμους της. «Τότε θα δηλητηριάζουμε ο ένας τον άλλο με τη σειρά». Είχε κάνει αρκετά καλή δουλειά συνδυάζοντας τη σούπα κονσέρβας με τριμμένο τυρί, σπανάκι και τσιγαρισμένο σκόρδο. Επίσης είχε ζεστάνει μια φραντζόλα ψωμί και είχε ετοιμάσει ένα ντιπ από ελαιόλαδο και αρωματικά βότανα. Και, τέλος, είχε φτιάξει και μια σαλάτα την οποία είχε συμπληρώσει με κομμάτια ψητού κοτόπουλου. «Νόμιζα ότι είπες πως δε μαγειρεύεις καλά», σχολίασε ο Λατζ όταν έφαγε και σκούπισε το πιάτο του με την τελευταία μπουκιά από το ψωμί του. Η Αριάνα ανασήκωσε τους ώμους της. «Θα δεις. Από δω και μπρος τα πράγματα θα χειροτερέψουν». Ο Λατζ χαμογέλασε. «Μόνο και μόνο επειδή την επόμενη φορά θα ετοιμάσω εγώ το φαγητό». «Ξέρεις, ανακαλύπτω ότι έχεις εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ», σχολίασε εκείνη. «Μ’ αρέσει αυτό. Όσο κρατούσαν οι διαπραγματεύσεις μας ανησυχούσα επειδή ήσουν... πολύ σοβαρός. Πολύ δεσποτικός». Το χαμόγελό του έσβησε. «Το γεγονός ότι έχω χιούμορ δε με μεταμορφώνει σε Μάρκο». «Ούτε εγώ είμαι η Κέιτλιν». Η Αριάνα ανασήκωσε ξανά τους ώμους της. «Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, νομίζω ότι οφείλουμε να παραδεχτούμε πως κανείς από τους δυο μας δε θα ήθελε να ήταν τα πράγματα αλλιώς. Παρ’ όλο που η γιαγιά μου λάτρευε τον αδελφό σου, ανησυχούσε μήπως και τον ερωτευόμουν». «Υποθέτω ότι δε θα της άρεσε αυτή η ιδέα». Η Αριάνα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Καθόλου. Έλεγε ότι δεν έκανε για μένα. Παραδεχόταν ότι ήταν γοητευτικός και ότι είχε μια καρδιά μεγαλύτερη κι από την Ιταλία, αλλά έλεγε ότι του έλειπε κάτι που ένας σύζυγος οφείλει να διαθέτει». «Και τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Λατζ, ανίκανος να συγκρατηθεί. «Έλεγε ότι μια γυναίκα πρέπει να παντρεύεται κάποιον που να έχει την ικανότητα να ξεχωρίζει καθαρά το σωστό από το λάθος, όπως και τη λεπτή γραμμή που τα χωρίζει. Υποστήριζε πάντα ότι σ’ αυτή τη λεπτή γραμμή βρίσκεται η κατανόηση. Ήταν μια αρετή που διέθετε ο παππούς μου. Πριν φύγουμε για τη Βερντόνια, μου είπε ότι τη διέκρινε σ’ εσένα». Ο Λατζ δεν μπορούσε να σκεφτεί καλύτερο κομπλιμέντο, αν και δεν πίστευε ότι η Πενέλοπι θα συνέχιζε να έχει τόσο καλή γνώμη για εκείνον αν ήξερε τον πραγματικό λόγο για τον οποίο είχαν παντρευτεί με την Αριάνα. «Μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεται η γιαγιά σου», είπε. Έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Πώς βρέθηκε σε αναπηρικό καροτσάκι;» «Από αυτοκινητικό ατύχημα. Πέρασαν πάνω από ένα ανάχωμα με τον παππού μου, σε κάποιον απομακρυσμένο, ορεινό δρόμο ενώ έκαναν τουρισμό στη Γερμανία. Έκαναν δυο μέρες να τους εντοπίσουν. Η είδηση μονοπωλούσε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων εκείνη την εποχή». Ο Λατζ την κοίταξε σοκαρισμένος. «Τρομερό». «Ήταν μια φρικτή τραγωδία. Η οικογένειά μου απέφυγε να μου αποκαλύψει τις πιο ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, όμως διάβασα αντίγραφα των αναφορών στο διαδίκτυο». Χρειάστηκε να περάσουν μερικές στιγμές για να μπορέσει η Αριάνα να συνεχίσει. «Έγραφαν ότι ο παππούς μου πετάχτηκε από το αυτοκίνητο και τραυματίστηκε σοβαρά. Πέθανε λίγο πριν τους βρουν οι διασώστες. Αν είχαν φτάσει νωρίτερα, θα είχε ζήσει». «Και η γιαγιά σου;» «Παγιδεύτηκε στο αυτοκίνητο. Η σπονδυλική της στήλη έπαθε ζημιά. Υποθέτω ότι το μόνο που την κράτησε ζωντανή ήταν ο παππούς μου. Δεν μπορούσε να πάει κοντά της, όπως δεν μπορούσε ούτε εκείνη, ωστόσο έδιναν κουράγιο ο ένας στον άλλον επί δύο ολόκληρες μέρες». Αυτές οι πληροφορίες έκαναν τον Λατζ να δει την Πενέλοπι από μια εντελώς νέα οπτική γωνία. «Πόσο ήσουν όταν συνέβησαν αυτά;» «Μόλις ενός έτους». «Δηλαδή δε θυμάσαι τον παππού σου». «Όχι», απάντησε η Αριάνα. Ο Λατζ κάλυψε με την παλάμη του τη δική της. «Ελπίζω να σου δοθεί ο χρόνος να γνωρίσεις τον δικό μου παππού. Καταλαβαίνω ότι δε θα είναι το ίδιο, ίσως όμως μπορέσεις να νιώσεις πώς θα ήταν αν είχες στη ζωή σου έναν παππού». Τα μάτια της Αριάνας γέμισαν δάκρυα. «Σ’ ευχαριστώ. Θα το ήθελα αυτό, έστω κι αν ήταν για λίγο μόνο καιρό». Σηκώθηκε. Η έκφρασή της ξεχείλιζε από ένταση. «Αν δε σε πειράζει, λέω να διαβάσω για λίγο πριν ξαπλώσω. Ήταν μια δύσκολη μέρα». «Κανένα πρόβλημα». Όσο σκοτείνιαζε, το περίπτερο βυθιζόταν στη σιωπή. Η θερμοκρασία έπεσε κι έπιασε μια αναζωογονητική δροσιά. Όταν ο Λατζ αποφάσισε να ξαπλώσει, διαπίστωσε ότι η Αριάνα είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ. Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να τη σηκώσει και να τη μεταφέρει στο κρεβάτι, όμως δεν εμπιστευόταν τον αυτοέλεγχό του αρκετά ώστε να είναι σίγουρος ότι δε θα δοκίμαζε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση. Πήρε την κουβέρτα από το κρεβάτι, τη σκέπασε κι ύστερα απομακρύνθηκε, πριν κάνει κάτι για το οποίο θα μετάνιωνε. Οι επόμενες μέρες κύλησαν με παρόμοιο τρόπο. Έτρωγαν, έκαναν περιπάτους, κολυμπούσαν και ψάρευαν στη λίμνη. Διηγούνταν ο ένας στον άλλον διασκεδαστικές ιστορίες για τις οικογένειές τους και συζητούσαν αμέτρητα θέματα που ενδιέφεραν και τους δύο. Ο Λατζ κατάφερε ακόμα και να πείσει τον εαυτό του ότι το περίπτερο στο οποίο περνούσαν το μήνα του μέλιτος ήταν αρκετά μεγάλο και για τους δύο, αν και παρατήρησε ότι ποτέ δεν έμεναν στο εσωτερικό του περισσότερο απ’ όσο ήταν απολύτως απαραίτητο. Όχι όταν το κρεβάτι παρέμενε το στοιχείο που κυριαρχούσε στο χώρο. Και στο μεταξύ τριγύριζαν ο ένας τον άλλο, παριστάνοντας ότι δεν ένιωθαν την ερωτική ένταση που μεγάλωνε κάθε μέρα, κάθε ώρα που περνούσε θυμίζοντας καταιγίδα στο βάθος του ορίζοντα έτοιμη να ξεσπάσει. Οι χειρότερες ώρες ήταν όταν περίμενε την Αριάνα να αποκοιμηθεί στον καναπέ, ώρες στη διάρκεια των οποίων έδινε μάχη με τον εαυτό του για να μην τη μεταφέρει στο κρεβάτι και βάλει τέλος στο αδιέξοδό τους. Δυο μέρες πριν την αναχώρησή τους, ξάπλωσε δίπλα της στην άμμο, στην όχθη της λίμνης. Η Αριάνα ήταν κουλουριασμένη σε μια πετσέτα και σχεδίαζε κάτι στο μπλοκ της. Της έδωσε ένα μπουκάλι παγωμένο νερό. «Σε πειράζει να ρίξω μια ματιά;» ρώτησε κι έσκυψε το κεφάλι του πάνω από το μπλοκ της. «Καθόλου», απάντησε εκείνη. Του το έδωσε κι ύστερα άνοιξε το μπουκάλι και έγειρε πίσω το κεφάλι της για να πιει μια γερή γουλιά. Ο Λατζ πίεσε τον εαυτό του να πάρει το βλέμμα του από τον αριστοκρατικό μακρύ λαιμό της και την προκλητική καμπύλη του στήθους της και να κοιτάξει τα σχέδιά της. Γέμιζαν σελίδες ολόκληρες και απεικόνιζαν κυρίως την τοπική χλωρίδα και πανίδα. Ωστόσο, με κάποιον τρόπο, το πρόσωπό του φιγουράριζε επίσης στα σχέδιά της, και μάλιστα στα πιο παράξενα σημεία. Να ξεπροβάλλει μέσα από τους θάμνους. Στις βούλες ενός ελαφιού. Στην ουρά ενός ψαριού.


Στο χνουδωτό φτέρωμα μιας πάπιας. Το καλλιτεχνικό της στυλ χαρακτηριζόταν από ένα ακατανίκητο, επιτηδευμένο χιούμορ που τον έκανε να χαμογελάει. «Είναι στ’ αλήθεια εξαιρετικά. Πολύ έξυπνα». «Ευχαριστώ». «Σκέφτηκες ποτέ να τα εκθέσεις;» Η Αριάνα ανασήκωσε τους ώμους, μια κίνηση που είχε γίνει αξιαγάπητα γνώριμη στον Λατζ τις τελευταίες μέρες. «Όχι ιδιαίτερα». «Θα είχε αντιρρήσεις η οικογένειά σου;» «Δεν είναι αυτό. Απλά...» Η Αριάνα μόρφασε. «Τα σκίτσα μου δεν αρέσουν σε όλους». «Σ’ εμένα πάντως αρέσουν». Εκείνη άπλωσε το χέρι της να πάρει το μπλοκ της. Ο Λατζ ετοιμάστηκε να της το δώσει, ωστόσο ξάφνιασε τόσο τον εαυτό του όσο κι εκείνη πιάνοντάς της το χέρι. Ο δεσμός που υπήρχε ανάμεσά τους φούντωσε και έγινε πιο δυνατός από ποτέ, σαν να κορόιδευε τις προσπάθειές τους να τον περιορίσουν. Ο Λατζ μουρμούρισε κάτι μέσ’ από τα δόντια του. Είχε κάνει ό,τι μπορούσε για ν’ αγνοήσει την έλξη που αισθανόταν, να την κρατήσει υπό έλεγχο. Τώρα όμως έμοιαζε να ξεσπά σε κύματα πόθου. Η Αριάνα μαζεύτηκε, σαν να διαισθανόταν ότι βρισκόταν στα όρια της αυτοκυριαρχίας του. «Δεν μπορούμε», ψιθύρισε. «Ω, ναι, μπορούμε. Και θα το κάνουμε». «Μιλάς σαν εμένα να μη μου πέφτει λόγος πάνω στο θέμα». «Μπορείς να επιλέξεις το πότε και το πού. Όμως θα γίνει. Το ξέρεις. Απλά δεν έχεις συμφιλιωθεί ακόμα με την ιδέα». Η Αριάνα πήρε το μπλοκ και το μολύβι της. «Μας μένουν μόλις δυο μέρες, Λατζ. Μπορούμε να κρατηθούμε τόσο». «Πιθανόν. Μετά όμως;» επέμεινε εκείνος. «Τι θα συμβεί όταν θα επιστρέψουμε στο Σαν Φρανσίσκο;» «Θα έχουμε περισσότερο χώρο στη διάθεσή μας». Η Αριάνα κοίταξε με απόγνωση το περίπτερο. «Δε θα είμαστε ο ένας πάνω στον άλλον όπως εδώ. Θα ζούμε ο καθένας τη ζωή του». «Και τα βράδια; Όταν θα είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι και θα καιγόμαστε από πόθο;» Η Αριάνα αναρίγησε. Ο Λατζ την ένιωσε να τρέμει, έτοιμη να υποχωρήσει. Την επόμενη στιγμή εκείνη αναστέναζε με απόγνωση, άφηνε στην άκρη το μπουκάλι με το νερό και σηκωνόταν. «Πάω μια βόλτα». Ο Λατζ σηκώθηκε αργά. «Εντάξει». Έβγαλε ένα από τα κινητά από την τσέπη του και της το έδωσε. «Όμως θα είμαι ακόμα εδώ όταν θα επιστρέψεις. Το ίδιο και το κρεβάτι». Η Αριάνα, χωρίς να πει λέξη, έκανε μεταβολή κι απομακρύνθηκε. Αλλά αυτή τη φορά κοίταξε πίσω. Αυτή τη φορά ο Λατζ ένιωσε τη στιγμή του θριάμβου να πλησιάζει. *

Ο Λατζ κοίταξε το ρολόι του για πολλοστή φορά. Να πάρει. Η Αριάνα έλειπε πολλές ώρες και μόλις του είχαν τηλεφωνήσει για να τον ενημερώσουν ότι πλησίαζε καταιγίδα. Απειλητικά σύννεφα συγκεντρώνονταν με τρομακτική ταχύτητα και σκέπαζαν τις κορφές των γύρω βουνών σαν στρατός έτοιμος να εφορμήσει και να καταλάβει την κοιλάδα που βρισκόταν στους πρόποδές τους. Κεραυνοί έσκιζαν το κέντρο του σκοτεινού όγκου. Πήρε το κινητό και σχημάτισε ξανά τον αριθμό του κινητού της. Τις τελευταίες έξι φορές που είχε δοκιμάσει να την καλέσει, δεν τα είχε καταφέρει. Χωρίς αμφιβολία θα έπαιζε κάποιο ρόλο σ’ αυτό η καταιγίδα που πλησίαζε. Αυτή τη φορά στάθηκε τυχερός. Η σύνδεση έγινε. «Λατζ;» Η φωνή της Αριάνας ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής. Πρόσεξε επίσης ότι μιλούσε ιταλικά, απόδειξη του πόσο ταραγμένη ήταν. Τα παράσιτα ήταν τόσο έντονα, που μόλις κατάφερνε να την ακούσει, όμως τα λόγια της έκαναν το αίμα στις φλέβες του να παγώσει. «Έχω χαθεί». Ο Λατζ μίλησε βιαστικά, από φόβο μήπως η σύνδεση διακοπεί. «Προς τα πού πήγες όταν έφυγες;» «Ακολούθησα το ποτάμι, προς την αντίθετη πλευρά του περιπτέρου. Λίγο πιο πέρα υπήρχε ένα μονοπάτι που έστριβε δεξιά. Υπήρχαν εκεί κάτι υπέροχα μοβ λουλούδια. Ήθελα να τα σχεδιάσω. Ακολουθούσα απλά τα λουλούδια. Τότε γλίστρησα σε μια πλαγιά και στραμπούλιξα τον αστράγαλό μου. Όταν σκαρφάλωσα και βγήκα από την πλαγιά, δεν μπορούσα να βρω ούτε τα λουλούδια ούτε το μονοπάτι ούτε το ποτάμι ούτε τίποτα». Ο Λατζ διέκρινε καθαρά τον πανικό στη φωνή της. «Άφησε ανοιχτό το κινητό σου», είπε. «Θα τηλεφωνήσω στον Τόλκιν και θα δούμε αν καταφέρουμε να εντοπίσουμε το στίγμα σου...» Η σύνδεση διακόπηκε και ο Λατζ μουρμούρισε κάτι μέσ’ από τα δόντια του. Δεν υπήρχε ούτε σήμα ούτε χρόνος. Έπρεπε να βρει την Αριάνα και σύντομα μάλιστα. Το κάθε πράγμα με τη σειρά του. Αν είχε στραμπουλίξει τον αστράγαλό της θα έπρεπε να της τον επιδέσει. Και θα βοηθούσε να είχαν φαγητό και νερό αν τους προλάβαινε η καταιγίδα. Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα από τα σακίδια που είχε δει στο λεμβοστάσιο, καθώς και δύο από τα αδιάβροχα που υπήρχαν αποθηκευμένα εκεί. Επίσης η Αριάνα θα ήταν παγωμένη, είτε από το φόβο είτε από το σοκ, οπότε δε θα ήταν κακή ιδέα να πάρει ένα πουλόβερ. Πέντε λεπτά αργότερα είχε όλα όσα χρειαζόταν, ανάμεσά τους κι ένα φακό και μια πυξίδα. Έκανε τρέχοντας το γύρο της λίμνης και βρήκε το μονοπάτι που προχωρούσε παράλληλα με το ποτάμι την ίδια στιγμή που οι βροντές αντηχούσαν στις πλαγιές των βουνών σαν κανονιοβολισμοί. Τάχυνε το βήμα του, φροντίζοντας να προσέχει να μη χάσει το μονοπάτι που του είχε περιγράψει η Αριάνα. Το βρήκε ενάμισι περίπου χιλιόμετρο πιο κάτω. Τα λουλούδια για τα οποία του είχε μιλήσει λύγιζαν από τον άνεμο. Κοντοστάθηκε και έλεγξε την πυξίδα του πριν συνεχίσει. Προχώρησε έχοντας το νου του στα σημεία που το μονοπάτι συναντούσε απότομες πλαγιές. Δυστυχώς, αφού βρίσκονταν στα βουνά, αυτά τα σημεία ήταν ατελείωτα. Μια γρήγορη ματιά πίσω του του έδωσε να καταλάβει ότι η καταιγίδα δε θ’ αργούσε να ξεσπάσει. Ο ουρανός σκοτείνιασε σαν να είχε πέσει η νύχτα, κι αυτό τον εμπόδιζε να διακρίνει το σημείο από το οποίο είχε αφήσει το μονοπάτι που ακολουθούσε το ποτάμι. Η βροχή κατευθυνόταν σταθερά προς το μέρος του. Συνέχισε το δρόμο του, φωνάζοντας ταυτόχρονα το όνομα της Αριάνας. Πέντε λεπτά αργότερα βρέθηκε σε ένα πλάτωμα με γρασίδι, στρωμένο με πολύχρωμα λουλούδια. Στην απέναντι πλευρά του πλατώματος, το γρασίδι έδινε τη θέση του σε μια απότομη πλαγιά, γεμάτη βράχια και λουλούδια που οι ρίζες τους πρόβαλλαν στον αέρα. Δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι η σύζυγός του είχε γλιστρήσει στη συγκεκριμένη πλαγιά. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς το ήξερε· απλά, το ήξερε. «Αριάνα; Με ακούς;» Εκείνη τη στιγμή ξέσπασε η καταιγίδα. Η βροχή χτυπούσε το χώμα με τόση δύναμη, που δεν άκουγε ούτε την ίδια του τη φωνή, πόσω μάλλον την όποια τυχόν απάντηση της Αριάνας. Βάλθηκε να κατεβαίνει προσεκτικά την πλαγιά, γλιστρώντας καθώς η βροχή μετέτρεπε το χώμα σε λάσπη. Μόλις έφτασε στη βάση της διαισθάνθηκε ακόμα πιο έντονη την παρουσία της Αριάνας και, ταυτόχρονα, ήταν βέβαιος ότι δεν είχε περάσει πολλή ώρα από τότε που βρισκόταν εκεί. Φώτισε τριγύρω με το φακό του, μέχρι που βρήκε την απόδειξη που χρειαζόταν, το σημείο στο οποίο θα πρέπει να είχε πέσει η Αριάνα. Ένα κομμάτι από το μολύβι της ήταν πεσμένο σε ένα σπασμένο βράχο και τα σκισμένα φύλλα του μπλοκ της παρασύρονταν από τον άνεμο προς ένα στενό ρυάκι που έκοβε τη ρεματιά στα δύο. Αφού μάζεψε το μπλοκ, έκανε προσεκτικά το γύρο της περιοχής για δεύτερη φορά, έως ότου εντόπισε το σημείο απ’ όπου είχε σκαρφαλώσει η Αριάνα, μέσα από ένα χαντάκι. Δυστυχώς βρισκόταν στην αντίθετη πλευρά από το σημείο που είχε πέσει, πράγμα που εξηγούσε την αδυναμία της να βρει το δρόμο


της επιστροφής προς το ποτάμι. Ακολούθησε τα βήματά της. Η ρεματιά κάτω γέμιζε γρήγορα με νερό, το στενό ρυάκι γινόταν χείμαρρος που παρέσυρε λάσπη και βράχια από τα γύρω βουνά. Το χειρότερο ήταν ότι η βροχή μετέτρεπε το χώμα κάτω από τις παλάμες και τα πόδια του σε λάσπη, απειλώντας να τον στείλει ξανά στα βάθη της ρεματιάς. Ούτε που ήξερε πόσος χρόνος τού χρειάστηκε για να μπορέσει να σκαρφαλώσει ως την κορυφή. Και όταν τα κατάφερε ήταν καλυμμένος ολόκληρος από λάσπη και μουσκεμένος ως το κόκαλο, παρά το αδιάβροχό του. «Αριάνα;» φώναξε. Ήταν κοντά. Διαισθανόταν πλέον την παρουσία της. Να πάρει, την ένιωθε σχεδόν δίπλα του. Μια αδύναμη κραυγή ακούστηκε μέσα στο βουητό της βροχής και έφτασε στ’ αυτιά του. «Εδώ! Εδώ είμαι». Η δέσμη φωτός από το φακό του Λατζ διαπέρασε το σκοτάδι και έπεσε πάνω της. Η σύζυγός του καθόταν κουλουριασμένη στη βάση ενός ψηλού έλατου. Είχε τα γόνατά της μαζεμένα στο στήθος και τα αγκάλιαζε με τα μπράτσα της. Έτρεξε προς το μέρος της. Όταν έφτασε δίπλα της, δεν είπε ούτε λέξη. Την έσφιξε απλά στην αγκαλιά του και τη φίλησε.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Από: Lazzaro–Dante@DantesJewerly.com Ημερομηνία: 05/08/2008 10:34 Προς: Bambolina@fornitore.it Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι, συνέχεια. Τώρα που τακτοποιήσαμε τη δημόσια πλευρά του γάμου μας, ίσως θα έπρεπε να φροντίσουμε και την πιο προσωπική. Όρος 4ος: Δε θα μπλέκουμε τις ζωές μας. Ο καθένας θα έχει τη δική του ζωή σε όλα τα επίπεδα... οικονομικό, κοινωνικό κ.τ.λ. Λ. Από: Bambolina@fornitore.it Ημερομηνία: 05/08/2008 19:59 Προς: Lazzaro–Dante@Jewelry.com Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι, συνέχεια. Εντάξει, εντάξει, κατάλαβα. Μπροστά στους άλλους παριστάνουμε το τρελά ερωτευμένο ζευγάρι, κι όταν μένουμε μόνοι μας, φροντίζω να μην μπλέκω εγώ στα πόδια σου κι εσύ στα δικά μου. Τσάο! Αριάνα Τη μια στιγμή τα χείλη της Αριάνας ήταν παγωμένα και την επόμενη είχαν πάρει φωτιά. Ο Λατζ τη φιλούσε με πάθος, αποφασισμένος να της δείξει χωρίς λόγια όλα όσα αισθανόταν. Ο φόβος και η ανησυχία του έκαναν το φιλί του απεγνωσμένο και απαιτητικό. Βύθισε τα δάχτυλά του στα υγρά μαλλιά της και εκείνη ανταποκρινόταν σαν να ήθελε με το ίδιο πάθος να τον καθησυχάσει πως ήταν καλά. Τα λεπτά περνούσαν αργά και ο ρυθμός του φιλιού τους άλλαζε. Η ανακούφισή του που την είχε βρει ζωντανή και, ουσιαστικά, υγιή άμβλυνε τον εκνευρισμό που τον είχε κυριεύσει λίγο νωρίτερα. Μαλάκωνε, γινόταν πιο τρυφερός όσο απολάμβανε το φιλί της. Μέχρι που ο πόθος του φούντωσε σε επικίνδυνο σημείο. Η ξαφνική βροντή κι η αστραπή που ακολούθησε τον έφεραν στα λογικά του. Απρόθυμα τραβήχτηκε πίσω. «Κάθισε εδώ που είσαι». «Πίστεψέ με, δεν πρόκειται να πάω πουθενά». Ο Λατζ έβγαλε το αδιάβροχό του και το άπλωσε στα κλαδιά πάνω από την Αριάνα, ώστε να της προσφέρει κάποια προστασία από τη βροχή. Ύστερα γονάτισε δίπλα της. «Πώς τα πας;» «Κρυώνω. Φοβάμαι. Χτύπησα τον αστράγαλό μου όταν έπεσα. Όμως, κατά τα άλλα, είμαι μια χαρά». Τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα, ξεχώριζαν έντονα στο φόντο της χλομής επιδερμίδας της και το βλέμμα της ήταν καρφωμένο πάνω του, σαν να τον έτρωγε ζωντανό. «Είμαι καλύτερα τώρα που είσαι εδώ». «Ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να νιώσεις ακόμα καλύτερα». Ο Λατζ άνοιξε το σακίδιο κι έβγαλε το πουλόβερ και το δεύτερο αδιάβροχο που είχε πάρει για εκείνη. Τη βοήθησε να σηκωθεί κι άπλωσε το αδιάβροχο στο υγρό χώμα, ακριβώς κάτω από το αυτοσχέδιο στέγαστρο. «Βγάλε το μπλουζάκι σου». Προς μεγάλη του έκπληξη, η Αριάνα δεν του έφερε αντιρρήσεις ούτε και διαμαρτυρήθηκε. Απλά έβγαλε το μπλουζάκι της, περνώντας το πάνω από το κεφάλι της. Χωρίς να περιμένει να της το προτείνει ο Λατζ, έβγαλε επίσης το σουτιέν της, προτού φορέσει το πουλόβερ. Ο Λατζ είχε αρκετό χρόνο –και η λίμπιντό του παρέμενε εξαιρετικά δραστήρια παρά τις περιστάσεις– για να θαυμάσει το όμορφο στήθος της και να συνειδητοποιήσει ότι η πραγματικότητα ξεπερνούσε κατά πολύ τα όσα είχε δει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Εκείνη αναστέναξε με απόλαυση. «Δεν περίμενα ότι θα ζεσταινόμουν ποτέ ξανά». «Απόλαυσέ το όσο κρατήσει. Είναι μακρύς ο δρόμος της επιστροφής στο περίπτερο». «Ειδικά στην κατάσταση που είναι ο αστράγαλός μου». Η Αριάνα πήρε το χέρι που της πρόσφερε και κάθισε ξανά κάτω από το δέντρο. «Δεν το πιστεύω ότι με βρήκες». «Έχω την αίσθηση ότι το να σε βρω ήταν το εύκολο κομμάτι». Ο Λατζ κοίταξε πάνω από τον ώμο του. «Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε από το δρόμο που ήρθαμε. Η ρεματιά έχει γεμίσει νερό». «Δεν υπάρχει κανένα άλλο μονοπάτι που να μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε;» «Ας το ελπίσουμε. Νομίζω ότι ξέρω προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει να πάμε». «Εξαιρετικά καλή αρχή». Ο Λατζ γονάτισε δίπλα της και χαμογέλασε. «Μου αρέσει η αυτοπεποίθησή σου». Έψαξε ξανά στο σακίδιο κι έβγαλε ένα μπουκάλι νερό και μια πλάκα σοκολάτα. «Φάε κάτι και πιες λίγο νερό όσο εγώ θα ρίχνω μια ματιά στον αστράγαλό σου». Διασκέδασε βλέποντάς τη να καταβροχθίζει λαίμαργα τη σοκολάτα και να γλείφει τα δάχτυλά της ώστε να βεβαιωθεί ότι είχε φάει και το τελευταίο κομμάτι. Όσο έπινε νερό, εκείνος εξέταζε τον αστράγαλό της. Είχε μελανιάσει και είχε πρηστεί, ευτυχώς όμως δεν είχε σπάσει. Και δεν ήταν και τόσο άσχημα όσο είχε φοβηθεί, αν και θα έκανε το ταξίδι μακρύ και δύσκολο για κείνη. Έψαξε ξανά στο σακίδιό του κι έβγαλε τον επίδεσμο που είχε βρει στο φαρμακείο του περιπτέρου. «Θα επιδέσω τον αστράγαλό σου μαζί με το παπούτσι, ώστε να υπάρχει μια επιπλέον στήριξη». «Καλή ιδέα». Η Αριάνα μόρφασε όταν πάνω από τα κεφάλια τους ακούστηκε μια βροντή. «Η καταιγίδα χειροτερεύει, έτσι;» «Λιγάκι». «Είναι ασφαλές να μετακινηθούμε;» «Όχι για λίγο». Ο Λατζ επίδεσε το πόδι της και κάθισε δίπλα της. «Βρισκόμαστε σε έναν θύλακα ανάμεσα σε δυο πλαγιές, κάτω από μια συστάδα σχετικά χαμηλών δέντρων. Είναι καλύτερα να καθίσουμε εδώ παρά να βγούμε στ’ ανοιχτά. Θέλω να περιμένω μέχρι να μετακινηθεί λιγάκι η καταιγίδα, και τότε θα δούμε αν καταφέρουμε να φτάσουμε στο περίπτερο προτού νυχτώσει». Η Αριάνα έκλεισε το μπουκάλι με το νερό και του το έδωσε πίσω. «Σ’ ευχαριστώ που ήρθες να με βρεις». Πίστευε ότι δε θα το έκανε; Ο Λατζ την έσφιξε στην αγκαλιά του για να τη ζεστάνει. «Είσαι σύζυγός μου». «Στην πραγματικότητα όχι». Ο Λατζ έσφιξε τα χείλη του. «Είσαι σύζυγός μου», επανέλαβε πιο έντονα αυτή τη φορά. «Δε θα σε άφηνα μόνη σ’ αυτή την καταιγίδα». Η Αριάνα έμεινε σιωπηλή για μερικές στιγμές. «Ξέρεις, διαισθανόμουν την παρουσία σου. Σε ένιωθα να πλησιάζεις». Όπως ακριβώς είχε διαισθανθεί κι εκείνος τη δική της παρουσία. Ο Λατζ δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι αυτό που θεωρούσε ένστικτο μπορεί να είχε ενισχυθεί


από κάτι άλλο. Κάτι περισσότερο. Κάτι που έκανε την παλάμη του να τον τρώει και φούντωνε τον πόθο του. Κάτι που τον έκανε να θέλει να σηκώσει την Αριάνα στα μπράτσα του και να τη μεταφέρει σε ασφαλές σημείο. Να της βγάλει τα ρούχα και να τη ζεστάνει με το άγγιγμά του. Να ολοκληρώσει αυτό που έμενε ανολοκλήρωτο ανάμεσά τους. «Θα πρέπει να με άκουσες», είπε εκείνος σε μια προσπάθεια να δώσει μια λογική εξήγηση στη διαίσθησή της. «Ή να είδες τη δέσμη του φακού μου». Εκείνη συνέχισε σαν να μην τον είχε ακούσει. «Φοβόμουν και ήμουν μόνη. Και τότε σε ένιωσα να πλησιάζεις κι ο φόβος και η μοναξιά μου χάθηκαν μέσα σε μια στιγμή. Κατάλαβα ότι θ’ αρκούσε να περιμένω για μερικά ακόμα λεπτά και θα με έβρισκες. Όπως και έγινε». Ο Λατζ ήθελε να αρνηθεί τα λεγόμενά της, να αρνηθεί το υπονοούμενο ότι μπορεί αυτό που τους συνέδεε να ήταν ο Κεραυνός. Ο Κεραυνός ήταν ένα ψέμα και η απόδειξη γι’ αυτό ήταν ο γάμος των γονιών του. Μπορεί οι αδελφοί του να είχαν ξεγελαστεί και να εξηγούσαν με ρομαντικά παραμύθια τον πόθο τους, εκείνος όμως ήταν ο πλέον ρεαλιστής απ’ όλους τους Ντάντε και αρνιόταν –αρνιόταν– να επιτρέψει να ελέγχει τη ζωή του ένα παραμύθι που θα εξαφανιζόταν τόσο γρήγορα όσο είχε εμφανιστεί. «Μου έδωσες εξαιρετικές οδηγίες, Αριάνα. Δεν ήταν δύσκολο να σε βρω. Στην πραγματικότητα, αν δεν είχες κάνει το γύρο όταν έπεσες στη ρεματιά, θα είχες βρει μόνη σου το δρόμο της επιστροφής στο περίπτερο. Ήταν απλά κακοτυχία». «Την αγαπούσες πολύ;» ρώτησε η Αριάνα και άφησε να περάσει μια στιγμή πριν συνεχίσει. «Την Κέιτλιν. Γι’ αυτό δε με πιστεύεις;» «Η Κέιτλιν είναι γυναίκα του Μάρκο». «Αυτό δεν απαντά στην ερώτησή μου». «Όχι, δεν την αγαπούσα. Όχι πραγματικά. Όχι όπως την αγαπούσε ο Μάρκο». Ο Λατζ πίεσε τον εαυτό του να παραδεχτεί την αλήθεια. «Ούτε όπως τον αγαπάει εκείνη». «Πίστεψες όμως ότι ήταν η γυναίκα που σου είχε υποδείξει ο Κεραυνός, έστω και για λίγο. Είπες πως κάποια φορά είχες νιώσει κάτι για κείνη». Ο Λατζ ανασήκωσε τους ώμους του, σαν να απέρριπτε αυτή την ιδέα. «Ναι, είχα νιώσει κάτι. Και ξεγελάστηκα, άφησα τον εαυτό μου να πιστέψει ότι μπορεί η αιτία να ήταν ο Κεραυνός. Έκανα λάθος». «Μου είπες ότι συνέβη στην αίθουσα συσκέψεων της Ντάντε το πρωί της επομένης του γάμου τους. Τη μέρα που ήμουν κι εγώ εκεί με τον πατέρα μου», είπε με νόημα η Αριάνα. «Ναι». «Ωστόσο συνεχίζεις να μην πιστεύεις στο κάλεσμα του Κεραυνού, έτσι δεν είναι; Αρνείσαι να σκεφτείς το ενδεχόμενο ότι αυτό που ένιωσες μπορεί να το είχα προκαλέσει εγώ και όχι η Κέιτλιν». «Δεν πιστεύω, Αριάνα», είπε ο Λατζ και η απάντησή του συνοδεύτηκε από βροντές. Συνέχισε να την κοιτάζει, ώστε να δει στο βλέμμα του ότι το εννοούσε. «Ποτέ δεν πίστεψα κι ούτε ποτέ πρόκειται να πιστέψω». «Θα πρέπει να ένιωσες κάτι», επέμεινε η Αριάνα. «Δεν μπορεί να το ένιωσα μόνο εγώ, ό,τι κι αν είναι». «Δεν είναι παρά πόθος. Υπάρχει σαρκική έλξη ανάμεσά μας. Είμαστε δυο άνθρωποι –δυο παντρεμένοι άνθρωποι– περιορισμένοι σ’ ένα μικρό χώρο. Και, για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, συμφωνήσαμε να αποκλείσουμε το σεξ από το γάμο μας». Στα σαρκώδη χείλη της σχηματίστηκε ένα μελαγχολικό χαμόγελο. «Νομίζω ότι ήμουν εγώ που έθεσα αυτό τον όρο». «Σωστά υποθέτω ότι μετανιώνεις;» Ένας κεραυνός έσκισε τον ουρανό κι έπεσε αρκετά κοντά τους, ώστε μια έντονη μεταλλική μυρωδιά να γεμίσει την ατμόσφαιρα. Ο Λατζ περισσότερο ένιωσε παρά άκουσε την Αριάνα να παίρνει μια βαθιά ανάσα. Και ύστερα κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του κι έθαψε το πρόσωπό της στον ώμο του. «Ναι, σωστά υποθέτεις», ακούστηκε πνιγμένη η φωνή της. «Μετανιώνω για κάθε έναν από εκείνους τους γελοίους όρους στους οποίους συμφωνήσαμε. Μετανιώνω που τόσους μήνες πριν δε γνώρισα εσένα αντί τον Μάρκο. Μετανιώνω που οι γονείς μας υπέγραψαν εκείνη τη φρικτή συμφωνία. Μετανιώνω που την πρώτη φορά που με άγγιξες, την πρώτη φορά που με φίλησες, στεκόμουν μπροστά στο ιερό τη μέρα του γάμου μας». «Δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο». Ο Λατζ την κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του, ώστε να νιώθει ζεστή και ασφαλής. «Πάντα αναρωτιόμουν γιατί συνέταξε ο μπαμπάς αυτή τη συμφωνία. Ξέρεις εσύ;» «Όχι. Κι αν ξέρει ο πατέρας μου, δε μου το έχει πει». «Βρίσκω παράξενο το ότι ο Βιτόριο συμφώνησε στην πρόταση του μπαμπά. Μήπως το έκανε απλά για τα χρήματα;» Η Αριάνα μόρφασε. «Είμαι σίγουρη ότι έπαιξαν το ρόλο τους κι αυτά», είπε με πόνο κι ο Λατζ συνειδητοποίησε ότι σε κάποιο επίπεδο θα πρέπει να ένιωθε ότι ο πατέρας της την είχε προδώσει επιτρέποντας στην πλεονεξία του να επισκιάσει την αγάπη του για την κόρη του. «Μου έχει πει ότι αυτό που τον έπεισε τελικά να υπογράψει ήταν κάτι που του είπε ο πατέρας σου, ωστόσο αρνήθηκε να μου εξηγήσει τι. Ισχυρίστηκε ότι η στιγμή δεν ήταν κατάλληλη». Μια αστραπή φώτισε τον ορίζοντα στο βάθος και η βροντή άργησε κάπως ν’ ακολουθήσει. Παρ’ όλο που η βροχή ήταν σταθερή, δεν έπεφτε στο έδαφος με την ίδια δύναμη όπως πριν μερικά λεπτά και οι πλαγιές των λόφων είχαν αρχίσει να γκριζάρουν, σημάδι ότι σύντομα θα σουρούπωνε. Ο Λατζ σηκώθηκε, ελευθέρωσε το αδιάβροχο από τα κλαδιά που το είχε πιάσει και τίναξε τα νερά από πάνω του. Το έδωσε στην Αριάνα. «Έλα, φόρεσέ το». «Φεύγουμε;» ρώτησε εκείνη γεμάτη ανακούφιση. «Θα κάνουμε μια προσπάθεια». Ο Λατζ έλεγξε την πυξίδα. «Ελπίζω ότι θα μπορέσουμε να κινηθούμε παράλληλα με το μονοπάτι, από την άλλη πλευρά της ρεματιάς. Το ποτάμι δεν μπορεί να είναι και τόσο μακριά. Όταν το βρούμε θα επιστρέψουμε στο περίπτερο σε χρόνο ρεκόρ». Αφού φόρεσε το αδιάβροχο που είχε στρώσει στο έδαφος, ο Λατζ έψαξε στους θάμνους για κάποιο γερό ραβδί το οποίο η Αριάνα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σαν μπαστούνι. Ύστερα πέρασε το σακίδιο στον έναν ώμο του, ενώ στήριζε τη γυναίκα του με τον άλλον. Του είχε πάρει μόλις πέντε λεπτά να διασχίσει την απόσταση από το ποτάμι ως τη ρεματιά. Η επιστροφή τούς πήρε τριάντα. Η έκφραση της Αριάνας μαρτυρούσε την κούραση και τον πόνο που τη βασάνιζε όταν κάθισαν σε ένα βράχο με λειχήνες κοντά στο ποτάμι. «Δε θα τα είχα καταφέρει ποτέ χωρίς εσένα. Σ’ ευχαριστώ», του είπε. Κοίταξε το μονοπάτι μπροστά της που ήταν γεμάτο πέτρες και έσφιξε τα χείλη αποφασιστικά. «Τι θα έλεγες να διασχίζαμε και το τελευταίο κομμάτι προτού νυχτώσει;» «Θα έλεγα ότι είσαι πραγματικά εκπληκτική, κυρία Ντάντε». Ο Λατζ έβγαλε ακόμα μια σοκολάτα από το σακίδιό του και της την έδωσε. «Φάε πρώτα αυτό κι ύστερα ξεκινάμε». Τους χρειάστηκαν ακόμα δυο ώρες να φτάσουν στο περίπτερο. Τα πόδια της Αριάνας λύγισαν λίγα μόλις μέτρα από τη βεράντα κι ο Λατζ τη σήκωσε στα μπράτσα του. «Ένα λεπτό ακόμα κι ύστερα θα σε βάλω να κάνεις ένα ζεστό μπάνιο», τη διαβεβαίωσε. Εκείνη βόγκησε ακούγοντάς τον. «Ποιος θα το φανταζόταν ότι θα ήθελα να βραχώ περισσότερο απ’ όσο είμαι ήδη. Αλλά ένα ζεστό μπάνιο...» Ο Λατζ άνοιξε την εξώπορτα του περιπτέρου και τη μετέφερε στο εσωτερικό του. «Αφρόλουτρο». «Σταμάτα. Με σκοτώνεις». Ο Λατζ άπλωσε το χέρι του και πίεσε το διακόπτη που άναβε το φως. Τίποτα δε συνέβη. «Να πάρει. Λογικό είναι». Άφησε μαλακά την Αριάνα και τη βοήθησε να ξαναβρεί την ισορροπία της πατώντας στο γερό της πόδι. «Απ’ ό,τι φαίνεται, το ρεύμα κόπηκε εξαιτίας της καταιγίδας». «Δε θα κάνω μπάνιο;» ρώτησε εκείνη με απρόσμενη ηρεμία. «Θα πρέπει να υπάρχει αρκετό ζεστό νερό», τη διαβεβαίωσε ο Λατζ. «Και μόλις βάλω μπροστά τη γεννήτρια, θα φτάσει και θα περισσέψει».


Με τη βοήθεια του φακού του, τη μετέφερε στο μπάνιο και άνοιξε τη βρύση. Πράγματι, το νερό που έτρεξε ήταν καυτό. Άνοιξε ένα βάζο με αρωματικά άλατα, τα έριξε στην μπανιέρα και τα παρακολούθησε μ’ ενδιαφέρον να μετατρέπονται σε αφρό. Ύστερα φώτισε με το φακό του την Αριάνα. Στεκόταν αδέξια στο ένα πόδι και τα μάτια της γελούσαν. «Ο αφρός μού έπεσε πολύς;» «Λιγάκι», παραδέχτηκε εκείνη. «Θέλεις βοήθεια για να μπεις;» «Μιλάς σαν να εύχεσαι να θέλω». Η Αριάνα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Αν μου αφήσεις ένα φακό, θα είμαι μια χαρά». «Μπορώ να κάνω κάτι καλύτερο». Ο Λατζ φώτισε με το φακό του τρία μικρά κεριά που ήταν ακουμπισμένα στο πλακόστρωτο περβάζι της μπανιέρας. «Σου κάνουν αυτά;» Ο αναστεναγμός ευχαρίστησης που βγήκε από τα χείλη της ήταν η μόνη απάντηση που του χρειαζόταν. «Είναι τέλεια». Την άφησε στο μπάνιο, ενώ εκείνος πήγε να βάλει μπροστά τη γεννήτρια. Προς μεγάλη του ανακούφιση, άρχισε να δουλεύει αμέσως. Ύστερα άνοιξε τον καταψύκτη, έβγαλε από μέσα μια σακούλα παγωμένο καλαμπόκι, γέμισε δυο ποτήρια με κρασί κι επέστρεψε στο μπάνιο. Κοντοστάθηκε μπροστά στην πόρτα. «Καλύψου με τον αφρό. Μπαίνω», είπε κι άκουσε μια κραυγή πανικού και νερό να πετάγεται από το εσωτερικό της μπανιέρας. Χαμογέλασε και άνοιξε την πόρτα. «Ελπίζω να μη σε πειράζει». «Η αλήθεια είναι ότι με πειράζει». «Ίσως αυτό να βοηθήσει», είπε ο Λατζ και της έδωσε το κρασί. «Ακούμπησε τον αστράγαλό σου στο χείλος της μπανιέρας». «Καλαμπόκι;» «Παγωμένο καλαμπόκι». Εκείνος ακούμπησε τη σακούλα πάνω στον αστράγαλο της Αριάνας κι ύστερα πήγε προς την καμπίνα του ντους και άρχισε να γδύνεται. «Τι κάνεις τώρα;» ρώτησε εκείνη νευρικά. Κοίταξε πάνω από τον ώμο της κι ύστερα γύρισε ξανά. «Βγάζεις τα ρούχα σου». «Σωστά». Ο Λατζ έκανε μια παύση για να δώσει έμφαση. «Είμαι μουσκεμένος, βρόμικος και κουρασμένος. Θα κάνω ένα ντους, υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει μείνει ζεστό νερό. Αν όχι, θα είμαι βρεγμένος, παγωμένος και κουρασμένος. Τουλάχιστον όμως θα είμαι καθαρός». «Ναι, φυσικά», ψιθύρισε η Αριάνα στα ιταλικά. «Δε σκεφτόμουν». Ο Λατζ χαμογέλασε κι αναρωτήθηκε αν η Αριάνα ήξερε πόσο πολύ προδιδόταν όταν μεταπηδούσε από τη μια γλώσσα στην άλλη. «Θα μπορούσα βέβαια να μπω μαζί σου στην μπανιέρα», πρότεινε. «Ή όχι». «Υπάρχει αρκετός αφρός και για τους δύο. Κι αν σκεφτεί κανείς πόσο μεγάλη είναι αυτή η μπανιέρα, υπάρχει και άφθονος χώρος». Η Αριάνα βυθίστηκε περισσότερο στο νερό. «Διαλέγεις τις πιο παράξενες στιγμές να αποδείξεις ότι έχεις χιούμορ». «Χα! Θα ορκιζόμουν ότι ήμουν απόλυτα σοβαρός». Ο Λατζ άνοιξε τη βρύση του ντους και μάζεψε το κουράγιο του. Προς μεγάλη του ανακούφιση, τα πράγματα δεν ήταν τόσο άσχημα όσο φοβόταν. Το νερό ήταν στην καλύτερη περίπτωση χλιαρό, ωστόσο η ψευδαίσθηση της ζεστασιάς κράτησε αρκετά ώστε να πλυθεί. Όταν σκουπίστηκε κοίταξε τη σύζυγό του. Μόνο το πάνω μέρος του κεφαλιού της ξεχώριζε από τον αφρό, όπως και το μακρύ, καλλίγραμμο πόδι της. Πήρε μερικές πετσέτες και τις ακούμπησε κοντά στην μπανιέρα. «Θα πάω ν’ ανάψω το τζάκι. Είσαι εντάξει;» «Μια χαρά. Σ’ ευχαριστώ, Λατζ». Η Αριάνα είχε μιλήσει και πάλι αγγλικά και, όταν σήκωσε το βλέμμα της, κατάφερε να τον κοιτάξει με το αριστοκρατικό ύφος που θα πρέπει να είχε διδαχτεί από τότε ακόμα που ήταν μωρό. Κι ωστόσο ο Λατζ διαισθανόταν τον πόθο της να είναι ολοζώντανος κάτω από την ευγενικά παγερή έκφρασή της. Κάτι είχε αλλάξει μετά απ’ όσα είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια της καταιγίδας. Ήταν μια εμπειρία από την οποία είχαν βγει αλλαγμένοι. Πάντα υπήρχε μια έντονη ερωτική έλξη ανάμεσά τους –όχι πως οφειλόταν στο κάλεσμα του Κεραυνού. Αυτό αποκλειόταν. Όμως η έλξη υπήρχε, και τώρα είχε γίνει ακόμα πιο δυνατή και θα το πλήρωναν ακριβά αν δεν έκαναν κάτι γι’ αυτό. «Φώναξέ με αν θέλεις βοήθεια για να βγεις από την μπανιέρα», είπε. Κοντοστάθηκε στην πόρτα και της χάρισε ένα πονηρό χαμόγελο, που ήλπιζε ότι θα έκρυβε τα συναισθήματά του. «Απ’ ό,τι φαίνεται θα έπρεπε να είχα χρησιμοποιήσει περισσότερα άλατα, όχι λιγότερα». *

Η Αριάνα χαμήλωσε το βλέμμα της και μια κραυγή έκπληξης βγήκε από τα χείλη της. Στον αφρό της μπανιέρας είχαν δημιουργηθεί κενά που τη γέμιζαν ντροπή. Οι θηλές της διακρίνονταν μέσα από ένα από εκείνα τα κενά, ενώ μέσα από ένα άλλο διακρίνονταν καθαρά οι καμπύλες των γοφών και η κοιλιά της. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της, παρ’ όλο που το νερό ήταν ζεστό. Πέρα από τ’ αστεία, πρώτη φορά έβλεπε αυτό το βλέμμα στα μάτια του Λατζ. Βέβαια η έλξη ανάμεσά τους πάντα υπήρχε, όχι όμως τόσο έντονη. Δεν είχε ξαναδεί αυτή τη βαθιά λαχτάρα που έκανε τα μάτια του να μοιάζουν με πολύτιμους νεφρίτες. Την ήθελε. Πολύ. Κι αυτό φαινόταν στα σφιγμένα χαρακτηριστικά του, στην ένταση στο βλέμμα του, στον τρόπο με τον οποίο φούσκωναν οι μύες στο πλατύ στέρνο του. Όλα αυτά έδειχναν έναν άντρα στα όριά του, που αγωνιζόταν να διατηρήσει τον αυτοέλεγχό του. Αυτή τη φορά αναρίγησε πραγματικά. Το νερό της μπανιέρας το ένιωθε παγωμένο και ο αφρός δεν ήταν παρά μια ευχάριστη ανάμνηση. Ακόμα και το παγωμένο καλαμπόκι είχε ζεσταθεί. Στάθηκε στην άκρη της πλατφόρμας που κύκλωνε την μπανιέρα, πήρε μια πετσέτα για τα μαλλιά της και τύλιξε μια δεύτερη γύρω από το κορμί της. Ο αστράγαλός της ήταν κάπως καλύτερα, τουλάχιστον αρκετά ώστε να βγει κουτσαίνοντας από το μπάνιο και να ψάξει να βρει καθαρά ρούχα. Το κεντρικό κομμάτι του περιπτέρου παρέμενε σκοτεινό, με μόνο την ανταύγεια από τις φλόγες του τζακιού να διαπερνούν τις σκιές. Ο Λατζ σηκώθηκε καθώς εκείνη διέσχιζε κουτσαίνοντας το δωμάτιο. «Θα έπρεπε να με είχες φωνάξει». «Τα κατάφερα». «Θέλεις βοήθεια για να ντυθείς;» Δεν υπήρχε περίπτωση. «Δε νομίζω, ευχαριστώ». Ο Λατζ απομακρύνθηκε από το τζάκι κι η Αριάνα τον έχασε στο σκοτάδι. Μόνο η φωνή του τη βοηθούσε να καταλαβαίνει περίπου πού βρισκόταν. «Μέχρι ν’ αλλάξεις θα πάω να βάλω καύσιμα στη γεννήτρια. Έχεις το ελεύθερο ν’ ανάψεις τα φώτα, αν θέλεις. Τα άφησα σβηστά ώστε να κάνουμε οικονομία στην ενέργεια και να συνεχίσουν να λειτουργούν το ψυγείο και ο καταψύκτης». Η Αριάνα χαμογέλασε ντροπαλά. «Για να μην αναφέρουμε το θερμοσίφωνο». Η στάση του Λατζ χαρακτηριζόταν από μια αταραξία που της προκαλούσε νευρικότητα. Από μια σκοπιμότητα. Και μπορούσε να γευτεί σχεδόν την ένταση στην ατμόσφαιρα. «Κι αυτό επίσης». Η Αριάνα κράτησε σφιχτά τις άκρες της υγρής πετσέτας που τύλιγε το κορμί της. Της ήταν αδύνατον να θυμηθεί την τελευταία φορά που είχε νιώσει τέτοια αμηχανία. Ο Λατζ θα πρέπει να το κατάλαβε, γιατί βγήκε από το περίπτερο χωρίς να πει τίποτε άλλο. Εκείνη δεν έχασε χρόνο. Πήγε κουτσαίνοντας μέχρι τη


σιφονιέρα όσο πιο γρήγορα μπορούσε και άρχισε να ψάχνει στα συρτάρια. Έβγαλε μερικά ρούχα στην τύχη, οτιδήποτε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να καλύψει τη γύμνια της. Μόλις που είχε ντυθεί, όταν μια απόκοσμη λάμψη έσκισε τη νύχτα κι αμέσως μετά ακολούθησε ένας κρότος τόσο δυνατός, που τράνταξε το καταφύγιο από τα θεμέλιά του και, κυριολεκτικά, την έκανε να χάσει την ισορροπία της. Έμεινε πεσμένη στο πάτωμα, προσπαθώντας ν’ ανασάνει, χωρίς να τολμάει να κινηθεί. Ό,τι κι αν είχε συμβεί, είχε γίνει αιτία να σβήσει η γεννήτρια. Με το που το συνειδητοποίησε αυτό, τινάχτηκε όρθια. «Λατζ!» φώναξε τρομαγμένη. Πήγε κουτσαίνοντας ως την πίσω πόρτα του περιπτέρου. Γύρισε το πόμολο και δοκίμασε να την ανοίξει, όμως δεν άνοιγε όσο δυνατά και αν την έσπρωχνε. Έριξε όλο της το βάρος στην πόρτα και πανικοβλήθηκε διαπιστώνοντας ότι οι πράξεις της δεν είχαν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Κάπου είχε μπλοκάρει. Χτύπησε με τις γροθιές της την ξύλινη επιφάνεια και φώναξε τον Λατζ, με τον πανικό να την κυριεύει. Ο Λατζ ήταν εκεί έξω. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε προκαλέσει εκείνον το φρικτό θόρυβο και είχε γίνει αιτία να σβήσει η γεννήτρια, ο Λατζ ήταν εκεί έξω όταν είχε συμβεί. Ο φακός. Πού είχε βάλει το φακό; Ξαναγύρισε κουτσαίνοντας στο τζάκι και τον βρήκε στο τραπεζάκι, μπροστά στον καναπέ. Τον άναψε, πήγε βιαστικά στην εξώπορτα και την άνοιξε. Η καταιγίδα συνέχιζε να μαίνεται αμείωτη. Η βροχή και ο άνεμος μαστίγωναν το ξέφωτο και το δάσος. Το βουητό από τις βροντές ακουγόταν πολύ διαφορετικό από το θόρυβο που την είχε κάνει να χάσει την ισορροπία της. Μια αστραπή έσκισε τον ουρανό και τότε τον είδε. Ο Λατζ κατευθυνόταν προς το μέρος της μέσ’ από τη βροχή, ψηλός, γυμνασμένος και, απ’ όσο μπορούσε να διακρίνει, σώος και αβλαβής. Αγνόησε τον πόνο στον αστράγαλό της, κατέβηκε τα σκαλοπάτια της βεράντας και βγήκε στην καταιγίδα. Ο Λατζ άρχισε να τρέχει όταν την είδε να κατευθύνεται προς το μέρος του. Την επόμενη στιγμή τη σήκωνε στα μπράτσα του. «Είσαι καλά;» ρώτησε ανήσυχος. «Είμαι μια χαρά. Εσύ;» Η Αριάνα άγγιζε το πρόσωπο και τους ώμους του, προσπαθώντας να διαπιστώσει αν είχε τραυματιστεί. «Έχεις χτυπήσει;» «Δεν είναι τίποτα το σοβαρό». Ο Λατζ τη μετέφερε βιαστικά στη βεράντα. «Αν και παραλίγο να ήταν». Η Αριάνα συνειδητοποίησε πως έκλαιγε, ήλπιζε όμως ότι ο Λατζ θα έμπλεκε τα δάκρυά της με τις σταγόνες της βροχής. «Τι συνέβη; Τι ήταν εκείνος ο τρομερός θόρυβος;» «Έπεσε ένα δέντρο. Διέλυσε το υπόστεγο που βρισκόταν η γεννήτρια, μερικά δευτερόλεπτα πριν φτάσω εκεί». Τα δάκρυα της Αριάνας κύλησαν πιο πυκνά. «Δε σε χτύπησε; Είσαι σίγουρος ότι είσαι καλά;» Τα μπράτσα του Λατζ έκλεισαν σφιχτά γύρω της, κρατώντας την κοντά στην καρδιά του. Οι σταθεροί χτύποι της την καθησύχαζαν, τη διαβεβαίωναν ότι εκείνος είχε γλιτώσει, ότι ήταν εκεί μαζί της σώος και υγιής. «Με χτύπησαν κάποια από τα μικρότερα κλαδιά. Τίποτα το σοβαρό. Όμως το δέντρο μπλόκαρε την πίσω πόρτα του περιπτέρου». Ο Λατζ, κρατώντας στα μπράτσα του την Αριάνα, διάβηκε το κατώφλι του περιπτέρου και τη μετέφερε στο εσωτερικό του. Εκείνη δεν αντιλήφθηκε το συμβολισμό αυτής της πράξης του παρά μόνο πολύ αργότερα. «Δείξε μου. Δείξε μου αυτό το ‘‘τίποτα το σοβαρό’’». Ελευθερώθηκε από τη λαβή του και του έβγαλε το σακάκι, χωρίς ν’ αντιλαμβάνεται καν τι έκανε. «Δείξε μου πού χτύπησες», επέμεινε. Ο Λατζ δεν της έφερε αντιρρήσεις. Θα πρέπει να είχε αντιληφθεί το φόβο και την ανησυχία της. «Στον ώμο. Και στο δεξί μπράτσο». «Βγάλε την μπλούζα σου. Άσε με να δω». Η Αριάνα φώτισε το στέρνο του με το φακό και περίμενε. «Λατζ, μιλάω σοβαρά. Κάν’ το», πρόσθεσε, όταν εκείνος δεν έσπευσε να υπακούσει. Ο Λατζ έβγαλε την μπλούζα του περνώντας την πάνω από το κεφάλι του. Για κάποιο λόγο κάρφωσε το βλέμμα του σε ένα σημείο πάνω από τον ώμο της, σαν να ένιωθε ευάλωτος που στεκόταν μπροστά της, γυμνός από τη μέση κι επάνω. Η Αριάνα καταλάβαινε απόλυτα πώς ένιωθε, αφού μόλις μια ώρα πριν οι ρόλοι τους ήταν αντεστραμμένοι. Τώρα ήταν η δική της σειρά να τον φροντίσει. Χρειάστηκαν μερικές στιγμές μέχρι να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της. Τον είχε δει κι άλλες φορές γυμνό από τη μέση και πάνω, ωστόσο το θέαμα είχε ακόμα τη δύναμη να της κόβει την ανάσα. Το κορμί του ήταν γυμνασμένο, καλοφτιαγμένο. Το τζιν του σταματούσε χαμηλά στους γοφούς του, έτσι που ο κορμός του ήταν απόλυτα εκτεθειμένος στο βλέμμα της. Οι δυνατοί, γυμνασμένοι μύες του φούσκωναν κάτω από την ηλιοκαμένη επιδερμίδα του, προκαλώντας τη να τους αγγίξει. Ένιωθε έντονο το κάλεσμα του Κεραυνού. Όχι, όχι του Κεραυνού. Ο Λατζ επέμενε ότι επρόκειτο για σαρκικό πόθο, τίποτα περισσότερο. Όσο κι αν λαχταρούσε το αντίθετο, τα συναισθήματα που είχαν ο ένας για τον άλλον δεν είχαν καμία σχέση με τον υπέροχο θρύλο του Κεραυνού. Πίεσε τον εαυτό της ν’ αφήσει στην άκρη τα ανόητα όνειρα και να ελέγξει αν ο Λατζ είχε τραυματιστεί πουθενά. Δεν της χρειάστηκαν περισσότερα από μερικά δευτερόλεπτα. Στον ώμο και το στήθος του υπήρχαν αρκετές πληγές, ενώ στον δεξί του δικέφαλο σχηματιζόταν ήδη μια μελανιά. Η δέσμη του φακού άρχισε να τρέμει. «Έχεις χτυπήσει». Ο Λατζ κοίταξε το στέρνο του και ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν είναι τίποτα. Μια γρατζουνιά». Η Αριάνα άπλωσε το χέρι της και, επιφυλακτικά, χάιδεψε το στέρνο του με δάχτυλα που έτρεμαν. Αμέσως μόλις τον άγγιξε, εκείνος πάγωσε. Ένα βαθύ βογκητό βγήκε από τα χείλη του και έκλεισε τα μάτια. Πέρασε μια στιγμή γεμάτη ένταση. Και τότε ο Λατζ τα ξανάνοιξε, κι όταν την κοίταξε, η Αριάνα συνειδητοποίησε ότι είχε χάσει τη μάχη και του ήταν πλέον αδύνατον να διατηρήσει τον αυτοέλεγχό του. Άπλωσε τρυφερά τα χέρια του προς το μέρος της. Κι εκείνη, εξίσου τρυφερά, αφέθηκε.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Από: Bambolina@fornitore.it Ημερομηνία: 05/08/2008 22:08 Προς: Lazzaro–Dante@DantesJewelry.com Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι... Η σειρά μου;) Λατζ, ανησυχώ κάπως για το θέμα του χωρισμού μας. Οι Ρομάνο δεν πιστεύουν στο διαζύγιο και δεν έχω καμία πρόθεση να είμαι η πρώτη στην οικογένεια που θα σπάσει αυτή την παράδοση. Όρος 2ος: Θα ήθελα, όταν θα φτάσει εκείνη η στιγμή, να ακυρώσουμε το γάμο μας. Τσάο! Αριάνα Από: Lazzaro–Dante@DantesJewelry.com Ημερομηνία: 05/08/2008 14:36 Προς: Bambolina@fornitore.it Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι... Η σειρά μου;) Αυτός ο όρος είναι διαπραγματεύσιμος; Λ. Από: Bambolina@fornitore.it Ημερομηνία: 05/08/2008 00:19 Προς: Lazzaro–Dante@DantesJewelry.com Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι... Η σειρά μου;) Ούτε κατά διάνοια. Ο Λατζ έπιασε την Αριάνα από τους γοφούς και την τράβηξε κοντά του. Οι αισθησιακές καμπύλες της πίεσαν το αντρικό, μυώδες κορμί του. Χωρίς να της δώσει καν την ευκαιρία ν’ ανασάνει, γλίστρησε τις παλάμες του κάτω από το πουκάμισό της και τα δάχτυλά του ταξίδεψαν στην αλαβάστρινη, καυτή επιδερμίδα της. «Προσπάθησα», είπε βραχνά. «Έβαλα τα δυνατά μου να σε αφήσω ήσυχη. Όμως δεν μπορώ. Αν θέλεις ακόμα να σεβαστώ τους όρους σου, θα πρέπει να μου το πεις. Τώρα. Όσο ακόμα μπορώ να σταματήσω αυτό που πρόκειται να συμβεί». Η Αριάνα επιστράτευσε τη λογική της και προσπάθησε ν’ αντισταθεί στα βασικά ένστικτά της. Τα κίνητρα που είχε για ν’ αρνηθεί να κάνει έρωτα με το σύζυγό της ήταν απόλυτα δικαιολογημένα. Αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των βασικών αρχών της και ήταν εξίσου ζωτικά για εκείνη όσο και η ανάσα της. Επιπλέον το Μπρίμστοουν είχε χαθεί. Κάτω από ποιο πρίσμα θα έβλεπε ο Λατζ τις πράξεις της εκείνη τη βραδιά, αν ο πατέρας της δεν κατάφερνε να βρει το πολύτιμο διαμάντι; Δε χρειαζόταν να σκεφτεί και πολύ για να βρει την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Θα γινόταν έξαλλος κι ίσως ακόμα και ν’ αναρωτιόταν αν είχε θυσιάσει τον εαυτό της για να προστατεύσει την οικογένειά της. Όμως εκείνη τη στιγμή η ανάγκη που ένιωθε να ολοκληρώσει το δεσμό ανάμεσά τους ήταν τόσο έντονη, που δεν την άφηνε να σκεφτεί λογικά. Όποιος κι αν ήταν ο δεσμός που τους είχε ενώσει όταν στέκονταν μπροστά στο ιερό κι ο Λατζ την είχε αγγίξει για πρώτη φορά, είχε βρει πλέον τη θέση του στην καρδιά και την ψυχή της και είχε γίνει εξίσου ζωτικός με τις αξίες της. Όσο έντονα κι αν προσπαθούσε ν’ αντισταθεί, θα της ήταν πιο εύκολο να πείσει την πλημμυρίδα να υποχωρήσει ή τον ήλιο να σβήσει τις φλόγες του. Ήθελε τον Λατζ. Ήθελε να νιώσει το άγγιγμά του. Ήθελε να μείνουν γυμνοί. «Μη σταματάς, σε παρακαλώ. Λατζ, σε ικετεύω. Κάνε μου έρωτα». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του και την κοίταξε. «Δεν ξέρω τι ακριβώς πρέπει να κάνω μαζί σου». Σήκωσε ξανά στα μπράτσα του την Αριάνα και τη μετέφερε στο κρεβάτι. Την ακούμπησε στο στρώμα και ξάπλωσε δίπλα της. «Όμως με κάνεις να θέλω να προσπαθήσω. Και σου ορκίζομαι ότι αυτό που νιώθω για σένα δε μοιάζει με τίποτα απ’ ό,τι έχω νιώσει στο παρελθόν». Δεν της έδωσε το χρόνο ν’ αντιδράσει. Χαμήλωσε το κεφάλι του και της έδωσε ένα φιλί τόσο τρυφερό και, ταυτόχρονα, τόσο αναζωογονητικό, που την έκανε να ξεχάσει όλες τις αναστολές της. Άνοιξε τα χείλη της κι ανταποκρίθηκε. Το αίμα στις φλέβες της κόχλαζε. «Κι άλλο», ψιθύρισε. «Ό,τι θέλεις». «Εσένα. Θέλω απλά εσένα». Ο Λατζ άπλωσε τα χέρια του να την αγκαλιάσει, όμως δίστασε την τελευταία στιγμή. «Μόλις το συνειδητοποίησα. Δεν έχω τρόπο προστασίας». Εκείνη τον κοίταξε μπερδεμένη. «Προστασίας;» «Από το ενδεχόμενο μιας εγκυμοσύνης». Η Αριάνα έβαλε τα δυνατά της να σκεφτεί, να ομολογήσει –έστω και στον εαυτό της– ότι την τελευταία βδομάδα, παρά τους όρους που είχε θέσει πριν το γάμο τους, είχε σκεφτεί αυτό το ενδεχόμενο. Έκανε νοερά κάποιους υπολογισμούς, απλά για να είναι σίγουρη. «Δεν υπάρχει πρόβλημα». Ο Λατζ δέχτηκε τις διαβεβαιώσεις της. «Ευτυχώς που υπάρχουν τα μικρά θαύματα». Της έβγαλε την μπλούζα, περνώντας την πάνω από το κεφάλι της. Εκείνη ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. Μια αστραπή φώτισε το περίπτερο με το λευκό, σκληρό φως της κι η Αριάνα άκουσε τον Λατζ να παίρνει μια βαθιά ανάσα στη θέα του μισόγυμνου κορμιού της. Πρόλαβε επίσης να δει τα μάτια του να λάμπουν από πόθο. Το σκοτάδι τούς τύλιξε ξανά, ένα σκοτάδι βαθύ που μαλάκωνε μόνο από την ανταύγεια της φωτιάς. Βροντές τράνταζαν τα παράθυρα, όμως αυτή τη φορά η Αριάνα δεν τρόμαξε στο άκουσμά τους. Πώς θα μπορούσε, όταν ένιωθε τόσο ασφαλής στην αγκαλιά του Λατζ; Οι παλάμες του ανέβηκαν ψηλότερα, πέρασαν πάνω από τη μεταξένια επιδερμίδα της κοιλιάς της και κάλυψαν τα στήθη της. Η καρδιά της σταμάτησε για μια στιγμή κι ύστερα άρχισε να χτυπάει δυνατά, όπως και η καρδιά του Λατζ. Κύρτωσε το κορμί της και ένα σιγανό βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της. «Πρώτη φορά αγγίζω κάτι τόσο απαλό», είπε χαμηλόφωνα εκείνος. «Τόσο ζεστό». «Νομίζω ότι θα λιώσω και θα γίνω ένα με το στρώμα». Ο Λατζ γέλασε. Το γέλιο του της ήταν υπέροχα οικείο. «Το ίδιο κι εγώ. Είτε θα λιώσω είτε θα βάλω φωτιά στα σεντόνια».


«Ναι, σε παρακαλώ». «Εντάξει λοιπόν», είπε ο Λατζ και βάλθηκε να κάνει τα λόγια του πράξη. Τα δόντια του έκλεισαν απαλά γύρω από τη θηλή της. Η Αριάνα θα ήταν αδύνατον να κρύψει την αντίδρασή της, αφού ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της. Εκείνος το κατάλαβε και φρόντισε να της προκαλέσει κι ένα δεύτερο, χαράσσοντας με τα χείλη του ένα πυρωμένο μονοπάτι που κατέβαινε χαμηλά στην κοιλιά της. Η Αριάνα ένιωσε την ανάσα της να κόβεται και μια πρωτόγνωρη έξαψη να την κυριεύει. «Τι κάνεις;» Ο Λατζ σταμάτησε για μια στιγμή κι ύστερα τη φίλησε στην κοιλιά. «Δεν μπορείς να το πεις αυτό στα αγγλικά, έτσι δεν είναι;» Η Αριάνα βόγκησε. «Λατζ, όχι, σε παρακαλώ». «Αριάνα, άφησέ με. Θέλω να γνωρίσω κάθε εκατοστό του κορμιού σου». «Μη. Δεν μπορώ...» Η Αριάνα ένιωσε τη λογική της να την εγκαταλείπει. Της ήταν αδύνατον να μιλήσει. Ο Λατζ γλίστρησε τις παλάμες του κάτω από τους γλουτούς της και ανασήκωσε τη λεκάνη της. Το άγγιγμά του ήταν απρόσμενα τρυφερό. Εξερευνούσε το σώμα της αργά και τόσο διεξοδικά, που τα δάχτυλα της Αριάνας έκλεισαν σφιχτά γύρω από τα σεντόνια. Ένα ρίγος τη διαπέρασε όταν η γλώσσα του άγγιξε το πιο ευαίσθητο σημείο της γυναικείας της φύσης και, αν τα χέρια του δεν την κρατούσαν ακίνητη, θα είχε τιναχτεί από το κρεβάτι. Ο κόσμος χάθηκε γύρω της. Δεν μπορούσε ούτε να δει ούτε ν’ ακούσει ούτε να σκεφτεί λογικά. Η απόλαυση κορυφώθηκε κι απλώθηκε κατά κύματα σε όλο της το κορμί. Ο Λατζ όμως δεν είχε τελειώσει. Προτού ακόμα καταλαγιάσουν οι ηδονικοί σπασμοί που είχαν συγκλονίσει το κορμί της, βυθίστηκε μέσα της με μία και μόνη ορμητική κίνηση. Εκείνη ένιωσε έναν απρόσμενο πόνο να τη διαπερνά και δάγκωσε τα χείλη της για να μη φωνάξει. «Τι συμβαίνει;» Η Αριάνα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Πόνεσα λίγο», παραδέχτηκε. «Να υποθέσω ότι έχει περάσει κάμποσος καιρός από την προηγούμενη φορά;» «Δεν υπήρξε προηγούμενη φορά». «Ποτέ;» ρώτησε ξαφνιασμένος ο Λατζ και έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. «Θέλεις να μου πεις ότι δεν έχεις ξανακάνει έρωτα;» ρώτησε προσεκτικά. Η Αριάνα αναρωτήθηκε αν συνειδητοποιούσε ότι είχε αποκαλέσει το σμίξιμό τους έρωτα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή το αποκαλούσε πάντα σεξ. «Όχι, δεν έχω ξανακάνει έρωτα. Κάποια φορά είχα ακούσει μερικούς φίλους του Κόνσταντιν –πρώην φίλους– να στοιχηματίζουν για το ποιος θα με απάλλασσε από την παρθενιά μου». «Καθάρματα». Η Αριάνα ανασήκωσε τους ώμους. «Το έκαναν επειδή είμαι μια Ρομάνο. Όποιος θα ήταν ο πρώτος, θα είχε αφορμή να κοκορεύεται. Ίσως όμως να έπρεπε να σου το είχα πει νωρίτερα». Ο Λατζ ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της. «Ναι, μάλλον θα έπρεπε». «Μήπως τώρα μειώθηκε... η... επιθυμία σου;» ρώτησε η Αριάνα ευγενικά. Ο Λατζ γέλασε. «Καθόλου. Αυτό είναι το πρόβλημα». «Ίσως θα ’πρεπε να συνεχίσουμε λίγο πιο αργά». «Δώσε μου ένα λεπτό και θα δω τι μπορώ να κάνω. Αυτή τη στιγμή επιστρατεύω όλη την αυτοκυριαρχία μου απλά για να μείνω ακίνητος». «Κι αν κουνηθώ εγώ;» ρώτησε η Αριάνα και ανασήκωσε επιφυλακτικά τη λεκάνη της. Ένιωσε τον Λατζ να βυθίζεται λίγο περισσότερο μέσα της. «Σου άρεσε αυτό;» «Ναι», μούγκρισε εκείνος. «Να το ξανακάνω;» Ο Λατζ δεν απάντησε. Απλά τη φίλησε με πάθος. Η γλώσσα του βυθίστηκε στο στόμα της και βγήκε αργά. Η Αριάνα, καταλαβαίνοντας τι ήθελε, ανασήκωσε πάλι τη λεκάνη της. Σιγά σιγά ο ρυθμός τους επιταχύνθηκε, μέχρι που ο Λατζ βρισκόταν πλέον ολόκληρος μέσα της. Της ήταν αδύνατον να ξεχωρίσει τη στιγμή που ο Λατζ άρχισε να συμμετέχει ενεργά στον ερωτικό χορό των κορμιών τους. Τη μια στιγμή έδινε εκείνη το ρυθμό και την επόμενη συναγωνιζόταν μαζί του για το ποιος θα έχει την πρωτοβουλία. Η επιδερμίδα της είχε πάρει φωτιά. Ένιωθε την κορύφωση να πλησιάζει για μια ακόμα φορά και άφησε την υπέροχη αίσθηση να την παρασύρει. Ο Λατζ είχε αφεθεί κι εκείνος, την ενθάρρυνε με κάθε λέξη του, με το άγγιγμά του. Κατόπιν άρχισε να δίνει το τέμπο. Ο ρυθμός τους επιταχύνθηκε και μια κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της Αριάνας όταν έφτασε στον οργασμό. Τον ένιωσε να τελειώνει μαζί της κι ύστερα να μένει ακίνητος στην αγκαλιά της, για μερικές στιγμές που της φάνηκαν αιώνες. Δεν είχε δει ποτέ κάτι τόσο συγκλονιστικό όσο η έκφρασή του εκείνες τις τόσο προσωπικές στιγμές. Κι υπεύθυνη ήταν εκείνη. Το βλέμμα του μαρτυρούσε ότι αυτό που τους συνέδεε, ό,τι κι αν ήταν, ήταν απόλυτα μοναδικό και ισχυρό. Ότι το άγγιγμά της και η αγκαλιά της τον είχαν κάνει να νιώσει τόσο πλήρης όσο τίποτε άλλο στο παρελθόν. Ότι, ανεξάρτητα από το πόσες ή ποιες γυναίκες είχαν προηγηθεί στη ζωή του, εκείνη τον είχε αλλάξει. Ο Λατζ, σαν να είχε αντιληφθεί πόσο πολλά πρόδιδε το βλέμμα του, έκλεισε τα μάτια. «Λυπάμαι, Αριάνα». «Λυπάσαι;» Τον κοίταξε μπερδεμένη. «Για ποιο λόγο;» «Αξίζεις πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορώ να σου προσφέρω», είπε ο Λατζ. «Η πρώτη σου φορά θα έπρεπε να ήταν με κάποιον που να αγαπάς». «Πώς ξέρεις ότι δεν ήταν;» Ένας μυς τρεμόπαιξε στο πιγούνι του. «Η αγάπη δεν αρκεί για να εγγυηθεί έναν ευτυχισμένο γάμο. Δε συνέβη έτσι με τους γονείς μου. Στην πραγματικότητα, αποτελούσαν ένα θεαματικό παράδειγμα μιας αγάπης που εξελίχτηκε με το χειρότερο τρόπο. Θα προτιμούσα να μην ακολουθήσω το παράδειγμά τους. Να μη χτίσω τη σχέση μας σε ένα ανόητο παραμύθι. Γιατί, όταν θα έρθει το τέλος, θα είναι δύσκολο και σκληρό». «Τι έχεις να πεις για τον παππού και τη γιαγιά σου;» διαμαρτυρήθηκε η Αριάνα. «Για τους αδελφούς σου; Δεν έχουν αποδείξει ότι ένας γάμος μπορεί να διαρκέσει; Ότι η αγάπη μπορεί ν’ αντέξει;» «Για τους αδελφούς μου είναι ακόμα πολύ νωρίς για ν’ αποδείξουν οτιδήποτε. Κι όσο για τον παππού και τη γιαγιά μου, αποτελούν απλά την εξαίρεση στον κανόνα». Ο Λατζ έπιασε το χέρι της Αριάνας ενώ κυλούσε στο πλάι και ξάπλωνε δίπλα της στο κρεβάτι. Εκείνη αμφέβαλλε για το αν είχε αντιληφθεί καν τον τρόπο με τον οποίο είχε πλέξει τα δάχτυλά του με τα δικά της, έτσι ώστε οι παλάμες τους να είναι ενωμένες. «Θυμάμαι τον πατέρα μου, λίγο πριν πεθάνει, να μου λέει πόσο μοιάζαμε οι δυο μας. Ότι κληρονόμησα τη λογική και το ρεαλισμό του κι ότι αυτό θα γινόταν αιτία να δυσκολευτώ περισσότερο από τους αδελφούς μου να κάνω έναν ευτυχισμένο γάμο». «Και πιστεύεις ότι αυτό σημαίνει πως δεν μπορείς να αγαπήσεις;» ρώτησε έκπληκτη η Αριάνα. «Νομίζω ότι σημαίνει πως ο πατέρας μου ανακάλυψε ότι ο Κεραυνός δεν υπάρχει. Δεν πίστευε σ’ αυτόν, όπως δεν πιστεύω ούτε εγώ. Νομίζω ότι μου έλεγε πως δεν υπάρχει, σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται ο παππούς μου. Πως δε θα έπρεπε να ψάχνω αυτό που δε θα μπορούσα να βρω». Η Αριάνα τον κοίταξε σοκαρισμένη. «Σου τα είπε στ’ αλήθεια ο πατέρας σου αυτά;» Ο Λατζ χαμογέλασε. «Όχι με τόσο πολλά λόγια. Όμως είμαι λογικός άνθρωπος, άρα μπορώ να βγάλω τα συμπεράσματά μου». Άφησε το χέρι της και κράτησε το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες του. «Έχεις συνειδητοποιήσει ότι μιλάς ιταλικά κάθε φορά που είσαι αναστατωμένη;»


«Όπως τώρα;» «Όπως τώρα». Ο Λατζ έσυρε το δάχτυλό του από τη βάση του λαιμού της ως την κορφή του στήθους της. «Φυσικά, μιλάς επίσης ιταλικά όταν είσαι ερεθισμένη». Η Αριάνα πετάρισε τα βλέφαρά της. «Όπως τώρα;» «Ω, ναι». Αφέθηκε ν’ απολαμβάνει την ηδονή, με τον υπέροχο τρόπο που μόνο μια γυναίκα μπορούσε να το κάνει. «Υποτίθεται ότι αυτό δεν έπρεπε να συμβεί. Και σίγουρα όχι να επαναληφθεί». «Ήταν αναπόφευκτο». «Δεν καταλαβαίνεις». «Καταλαβαίνω απόλυτα. Δεν πιστεύεις στο διαζύγιο κι εγώ δεν πιστεύω στην αγάπη», είπε ο Λατζ και της έδωσε ένα τρυφερό φιλί στα χείλη. Και ένα δεύτερο. «Και πού μας οδηγεί αυτό, Αριάνα; Θέλεις ν’ αλλάξουμε τους όρους στους οποίους έχουμε συμφωνήσει;» Εκείνη γέλασε μελαγχολικά. «Σε περίπτωση που δεν το πρόσεξες, αυτό έχει ήδη συμβεί». Ο Λατζ χαμογέλασε σαν να το αποδεχόταν. «Τι θέλεις από μένα;» Αγάπη, ήθελε να απαντήσει η Αριάνα. Ένα σπίτι. Έναν αληθινό γάμο. Όμως ο Λατζ δεν μπορούσε να της προσφέρει τίποτα απ’ όλα αυτά. «Δε σου ζητάω τίποτα». «Όχι;» Η Αριάνα μόρφασε. Ήταν λοιπόν τόσο εύκολο για εκείνον να διαβάσει τις σκέψεις της; Να κοιτάξει βαθιά μέσα στην καρδιά της και να δει τα όνειρα και τις ελπίδες που τόσο προσεκτικά είχε κρύψει εκεί; Είχε αφήσει λοιπόν τον εαυτό της τόσο ευάλωτο; Μια απερίσκεπτη κίνηση του Λατζ θα ήταν αρκετή για να συντρίψει όλα όσα η ίδια αγαπούσε. Θα έπρεπε να προστατευτεί. Να τραβηχτεί προτού την πληγώσει περισσότερο απ’ όσο την είχε πληγώσει ήδη. Τουλάχιστον μέχρι να βρει ο πατέρας της το Μπρίμστοουν. Γιατί, αν ο Λατζ ανακάλυπτε ποτέ ότι εκείνη γνώριζε ότι είχε χαθεί και παρ’ όλα αυτά τον είχε παντρευτεί, δε θα τη συγχωρούσε ποτέ για την προδοσία της. Όχι, μετά από τον τρόπο με τον οποίο τον είχαν πληγώσει ο Μάρκο και η Κέιτλιν. Τραβήχτηκε από την αγκαλιά του και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πήρε το σεντόνι και το τύλιξε γύρω της. «Αυτό...» είπε κι έδειξε το κρεβάτι. «Θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι αυτή η σεξουαλική επαφή ανάμεσά μας δε συνέβη ποτέ». Ο Λατζ ανασήκωσε τα φρύδια του. «Σεξουαλική επαφή;» «Θα προτιμούσες να την πούμε ερωτική;» «Τουσέ». Ο Λατζ στηρίχτηκε στον αγκώνα του, αδιαφορώντας για το ότι ήταν γυμνός, και την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Πιστεύεις ότι μπορούμε έτσι απλά να προσποιηθούμε πως ό,τι έγινε απόψε δε συνέβη ποτέ;» Η Αριάνα παραμέρισε με το πόδι της την άκρη του σεντονιού. «Ναι». «Και ότι, αν προσποιηθούμε αρκετά, θα καταφέρουμε ν’ ακυρωθεί ο γάμος μας;» ρώτησε ο Λατζ με ουδέτερο τόνο. Η Αριάνα ένιωσε ένα βαθύ πόνο να της μαχαιρώνει την καρδιά. «Δεν ξέρω». Ο Λατζ δίστασε. «Δεν είναι απαραίτητο να ακυρώσουμε το γάμο μας. Ή να πάρουμε διαζύγιο. Υπάρχει και μια τρίτη επιλογή». Εκείνη πάγωσε. «Τι εννοείς;» «Ότι μπορούμε να παραμείνουμε παντρεμένοι». «Επειδή ήμουν παρθένα; Επειδή κάναμε σεξ;» Ο Λατζ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Το ότι δεν πιστεύω στην αγάπη δε σημαίνει ότι δεν πιστεύω ούτε στο γάμο. Θα ήθελα κάποια μέρα να αποκτήσω παιδιά». Η Αριάνα πήρε μια βαθιά ανάσα. Αναρωτήθηκε αν ο Λατζ αντιλαμβανόταν πόσο προσβλητική έβρισκε την πρότασή του. «Και γιατί όχι, αφού ταιριάζουμε τόσο στο κρεβάτι;» «Αυτό που έγινε πριν λίγο αποδεικνύει ότι ταιριάζουμε σε πολύ περισσότερα, όχι μόνο στο κρεβάτι». «Ώστε λοιπόν καλύπτω τις απαιτήσεις που έχεις από μια σύζυγο; Σωματικά, διανοητικά, κοινωνικά;» Ο Λατζ μουρμούρισε κάτι μέσ’ από τα δόντια του. «Προτείνω να σκεφτούμε το ενδεχόμενο να κάνουμε το γάμο μας κάτι περισσότερο απ’ ό,τι είχαμε συζητήσει αρχικά. Αν δεν ενδιαφέρεσαι...» «Όχι, ενδιαφέρομαι». Αλλά όχι με τους δικούς του όρους. Όχι μ’ αυτό τον ψυχρό, λογικό τρόπο. Η Αριάνα έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Ήταν λοιπόν ο Λατζ τόσο συναισθηματικά αποκομμένος, ώστε να μην αντιλαμβάνεται πώς ακουγόταν στ’ αυτιά της η πρότασή του; Ώστε να μην αντιλαμβάνεται πόσο πολύ θα ήθελε να τον δει να σκέφτεται έστω και για μια στιγμή ότι το όνειρο θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα; Ότι ο θρύλος των Ντάντε θα μπορούσε να ήταν αληθινός και ο Κεραυνός να είχε χτυπήσει και τους δύο; Επιστράτευσε τα υπολείμματα της αυτοκυριαρχίας της. «Άκου τι θα κάνουμε. Αφού η γεννήτρια καταστράφηκε, αύριο πρωί πρωί θα τηλεφωνήσουμε στον Τόλκιν και θα ζητήσουμε να έρθει το ελικόπτερο να μας πάρει από δω. Ύστερα θα γυρίσουμε σπίτι. Όταν θα φτάσουμε στο Σαν Φρανσίσκο, εσύ θα τραβήξεις το δρόμο σου κι εγώ τον δικό μου». Ο Λατζ σηκώθηκε από το κρεβάτι και στάθηκε μπροστά της με όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Εκείνη έβαλε τα δυνατά της να μην κοιτάξει, ωστόσο δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό. Ο Λατζ είχε το πιο όμορφο κορμί που είχε δει ποτέ. Και, για λίγο, ήταν δικό της, της είχε δοθεί η δυνατότητα να το αγγίξει, να το γευτεί, να το απολαύσει. Και η συναισθηματική απόσταση που υπήρχε μεταξύ τους δεν έμοιαζε να έχει καμία σημασία. Δε μείωνε την επιθυμία της για εκείνον. Ο πόθος φούντωνε μέσα της, βάζοντάς τη σε πειρασμό να δεχτεί. Να υποχωρήσει. Να αφεθεί ξανά σε μια αγκαλιά που ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο, όσο κι αν ο Λατζ δεν μπορούσε να της υποσχεθεί τίποτα σε αντάλλαγμα. Τουλάχιστον τίποτα μόνιμο. «Έχεις δίκιο», είπε ο Λατζ ξαφνιάζοντάς την. «Αύριο πρωί πρωί θα φύγουμε. Όμως, όταν θα φτάσουμε στο Σαν Φρανσίσκο, ο δρόμος σου θα είναι ο ίδιος με τον δικό μου. Ανέλαβες μια υποχρέωση απέναντί μου και θα την τιμήσεις». «Κι εσύ μου υποσχέθηκες να μη με αγγίξεις», αντέτεινε η Αριάνα. «Κατά τα φαινόμενα, απογοητευτήκαμε κι οι δύο». Το σχόλιό της, αντί να θυμώσει τον Λατζ, τον έκανε να γελάσει. «Μου έδωσες την άδεια να παραβιάσω τη συμφωνία μας. Και δεν απογοητεύτηκα καθόλου». Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Και ύστερα έκανε κάτι εντελώς άδικο. Της χάιδεψε το μάγουλο. Μόνο αυτό. Απλά την άγγιξε. Τόσο απαλά. Τόσο τρυφερά. Το βλέμμα του σκοτείνιασε από ειλικρινή θλίψη. «Ωστόσο λυπάμαι αν απογοητεύτηκες εσύ, ειδικά αφού ήταν η πρώτη σου φορά. «Αν με αφήσεις, θα ήθελα να το αλλάξω αυτό». Η Αριάνα τον κοίταξε βυθισμένη στην απόγνωση και στη σιωπή. Δε θα μπορούσε να του απαντήσει, ακόμα και αν εξαρτιόταν η ζωή της απ’ αυτό. Η πρώτη της φορά δεν ήταν απογοητευτική. Κάθε άλλο. Είχε ζήσει την πιο υπέροχη νύχτα της ζωής της, μια νύχτα που θα ήθελε να ξαναζεί όσο το δυνατόν πιο συχνά. Όμως αυτό θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να υποχωρήσει. Και τότε θα πληγωνόταν. «Πες μου, γλυκιά μου. Πες μου τι θέλεις». Ο Λατζ άπλωσε το χέρι του και χαλάρωσε τον κόμπο που συγκρατούσε το σεντόνι. «Θέλεις να σε φιλήσω


περισσότερο; Να σε χαϊδέψω κάπως αλλιώς; Μήπως να μη βιάζομαι τόσο; Ή να επιταχύνω περισσότερο το ρυθμό μου;» «Όχι πάλι», βρήκε τη δύναμη να ψελλίσει η Αριάνα. «Δε θα κάνουμε ξανά σεξ». Κάτι άλλαξε στην έκφραση του Λατζ, το βλέμμα του σκοτείνιασε, έγινε αποφασιστικό. «Τότε δε θα το κάνουμε». Έπιασε το σεντόνι, το τράβηξε και ύστερα τράβηξε εκείνη στην αγκαλιά του. «Αυτό που συνέβη σ’ εκείνο το κρεβάτι... αυτό που πρόκειται να ξανασυμβεί... είναι κάτι πολύ περισσότερο από σεξ». «Όμως δεν είναι αγάπη». Ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της όταν τα δικά του άγγιξαν το λαιμό της και τα δόντια του δάγκωσαν απαλά την ευαίσθητη επιδερμίδα κάτω από το αυτί της. «Δεν είναι το κάλεσμα του Κεραυνού». Ο Λατζ έπεσε δίπλα της στο κρεβάτι. «Ο Κεραυνός δεν υπάρχει», επέμεινε, ενώ την ίδια στιγμή έπλεκε τα δάχτυλά του με τα δικά της, οι παλάμες τους ενώνονταν και η γνώριμη πλέον έξαψη κυρίευε τα κορμιά τους. «Εξάλλου γνωριζόμαστε μόλις λίγες μέρες. Πώς θα μπορούσε να είναι αγάπη;» Βρέθηκε πάνω της και βυθίστηκε μέσα της με μια υπέροχη κίνηση. Η Αριάνα βόγκησε και την επόμενη στιγμή τής ήταν σχεδόν αδύνατον να συγκεντρώσει τις σκέψεις της. «Τότε τι είναι αυτό;» κατάφερε να ψελλίσει. «Δεν ξέρω. Όμως δε θέλω να σταματήσει». Ο Λατζ επιτάχυνε το ρυθμό του και δεν άργησε να οδηγήσει την Αριάνα σε ένα δεύτερο οργασμό, εξίσου εκρηκτικό με τον πρώτο. Πώς γινόταν το πάθος που μοιράζονταν να είναι τόσο δυνατό, τόσο ανελέητο, να βάζει φωτιά στα κορμιά τους και να μη διαρκέσει ολόκληρη την αιωνιότητα; Ο Λατζ δεν πίστευε στον Κεραυνό, κι ωστόσο εκείνη διαισθανόταν τη φλόγα που τον έκαιγε, που έκαιγε και την ίδια. Ήταν μαζί τόσο λίγο καιρό, αλλά η παρουσία του, το άρωμά του είχαν γίνει για εκείνη τόσο απαραίτητα όσο και ο αέρας που ανάσαινε. Τα συναισθήματά της την τρομοκρατούσαν. Έμοιαζαν να την επηρεάζουν μέχρι τα βάθη της ψυχής της, να την αλλάζουν, να δίνουν νόημα στην ύπαρξή της. Ο οργασμός της την ξάφνιασε με την έντασή του. Τη συγκλόνισε, αφήνοντάς την εκτεθειμένη και ευάλωτη. Όλα της τα συναισθήματα, κάθε της σκέψη αποκαλύπτονταν στον Λατζ. Κι εκείνος θα πρέπει να το κατάλαβε, γιατί έκλεισε τα μάτια του και κάλυψε τα χείλη του με τα δικά της, σαν να ήθελε να την εμποδίσει να μιλήσει. Κι ωστόσο το φιλί που αντάλλαξαν έλεγε πολύ περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να πουν οι λέξεις. Μιλούσε για την τρυφερότητα. Την ευτυχία. Την απεγνωσμένη επιθυμία. Τον αδιαμφισβήτητο δεσμό που υπήρχε ανάμεσά τους. Ήταν όλα εκεί κι ίσως ο Λατζ να τα αισθάνθηκε κι εκείνος. «Αύριο επιστρέφουμε στο σπίτι», της είπε ξανά. «Σίγουρα όμως δε θα τραβήξει ο καθένας το δρόμο του». *

«Λοιπόν, πώς πάει ο έγγαμος βίος; Γιορτάζετε... τι; Την επέτειο των τριών εβδομάδων;» «Τρεις εβδομάδες ακριβώς». Ο Λατζ άνοιξε τον κατάλογο που του έδωσε η σερβιτόρα και κοίταξε τον αδελφό του απέναντί του. «Κι ο έγγαμος βίος είναι μια χαρά». «Μια χαρά», επανέλαβε ο Σεβ. «Αυτό είναι όλο; Μια χαρά; Οι περισσότεροι άντρες που θα ήταν παντρεμένοι τόσο λίγο καιρό θα περιέγραφαν το γάμο τους κάπως διαφορετικά. Ας πούμε ‘‘απίστευτο’’ ή ‘‘φανταστικό’’». Ο Λατζ άφησε τον κατάλογο στο λινό τραπεζομάντιλο. «Ο γάμος μου με την Αριάνα δεν είναι πραγματικός, όπως πολύ καλά γνωρίζεις», είπε. Κι αυτό ήταν το μεγαλύτερο ψέμα που είχε προσπαθήσει να πλασάρει ποτέ. «Ωστόσο συνεχίζεις να θέλεις να το κρατήσεις κρυφό αυτό από τον παππού και τη γιαγιά, σωστά;» «Ναι», απάντησε ο Λατζ κάπως εκνευρισμένος. «Κι από την Πενέλοπι επίσης. Γιατί η ανάκριση; Τι συμβαίνει;» Ο Σεβ γύρισε στη σερβιτόρα δίπλα του, παρήγγειλε, περίμενε να παραγγείλει κι ο Λατζ κι απάντησε κατόπιν. «Δεν πρόκειται γι’ ανάκριση. Αναρωτιόμουν απλά γιατί προτίμησες να φας μαζί μου αντί με την όμορφη σύζυγό σου». «Η Αριάνα είχε κανονίσει να βγει με κάποια παρέα. Μάλιστα με ρώτησε ποιο εστιατόριο είναι το πιο διακριτικό με την καλύτερη θέα, κι εγώ της πρότεινα το Φρουί ντε Μερ. Φαντάζομαι ότι θα είναι κάπου εδώ γύρω». Στην πραγματικότητα ο Λατζ δεν το φανταζόταν απλά, το ήξερε. Είχε διαισθανθεί την παρουσία της συζύγου του με το που είχε πατήσει το πόδι του στο εστιατόριο. Η επιθυμία του να ψάξει να τη βρει ήταν σχεδόν ακατανίκητη, γι’ αυτό είχε κάνει το αντίθετο και είχε καθίσει με την πλάτη του γυρισμένη στην τραπεζαρία, ώστε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό. Όχι ότι θα ομολογούσε τίποτα απ’ όλ’ αυτά στον αδελφό του. Τον εκνεύριζε ήδη αρκετά το γεγονός ότι ένιωθε τόσο έντονη την παρουσία της Αριάνας. Δεν επρόκειτο να δώσει στον Σεβ την ευκαιρία να του κάνει πάλι κήρυγμα για το κάλεσμα του Κεραυνού. «Ξέρεις, είχα φέρει τη Φραντσέσκα στο Φρουί ντε Μερ στο πρώτο μας επίσημο ραντεβού». Τα μάτια του Σεβ έλαμψαν, σαν αυτή η ανάμνηση να τον διασκέδαζε. «Νομίζω ότι εκείνο το ραντεβού κράτησε πέντε ολόκληρα λεπτά πριν φύγουμε για το σπίτι μου στο Πασίφικ Χάιτς. Μας ήταν αδύνατον να συγκρατηθούμε». «Και υποθέτω ότι αυτό θα το απέδωσες στον Κεραυνό». «Ήταν αναμφισβήτητα ένας παράγοντας που συνέβαλε». Το βλέμμα του Σεβ έπεσε στις παλάμες του Λατζ. «Δε συμφωνείς;» Ο Λατζ πάγωσε συνειδητοποιώντας ότι έτριβε την παλάμη του με τον ίδιο τρόπο που το έκαναν τ’ αδέλφια του και ο παππούς του. Ισχυρίζονταν ότι αυτό ήταν μία από τις παρενέργειες του Κεραυνού, ότι εκείνος ο δεσμός που δημιουργόταν στο πρώτο άγγιγμα προκαλούσε μια έντονη φαγούρα που κανείς δεν μπορούσε ν’ απαλύνει. Χωρίς να πει ούτε λέξη, σήκωσε το ποτήρι του και ήπιε μια γερή γουλιά από την μπίρα του. Προς μεγάλη του ανακούφιση, ο Σεβ άλλαξε θέμα. «Δεν είπες με ποιον θα φάει η Αριάνα». «Ίσως επειδή δεν ξέρω. Με παρέα». Ο Λατζ κοίταξε τον αδελφό του ερωτηματικά. «Είναι με τη Φραντσέσκα;» «Η Αριάνα δεν είναι με καμιά από τις συζύγους μας». Ο Λατζ έβαλε τα δυνατά του να μη δείξει τον εκνευρισμό του. «Και πώς το ξέρεις εσύ αυτό;» «Επειδή κάθεται έξι τραπέζια πίσω από σένα, προς το παράθυρο. Και σίγουρα δεν είναι με γυναίκα». Ο Λατζ ένιωσε την έντασή του να μεγαλώνει και γύρισε αργά. Η Αριάνα καθόταν σε ένα τραπεζάκι για δύο, κοντά στο παράθυρο που έβλεπε στη μαρίνα. Ο ήλιος χάιδευε τα μακριά πυκνά μαλλιά της ακριβώς όπως τα χάιδευαν τα δάχτυλά του, στη διάρκεια της παραμονής τους στη Βερντόνια. Έγειρε το κεφάλι της όπως είχε κάνει τόσες φορές στο ταξίδι του μέλιτος κι οι κόκκινες ανταύγειες της έλαμψαν στα μαλλιά της. Το κόκκινο φόρεμά της αγκάλιαζε τη λεπτή σιλουέτα της και τόνιζε τις καμπύλες των γοφών και των γλουτών της. Ω, ναι, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία πως ήταν η Αριάνα... Πράγμα που γεννούσε ένα ερώτημα... Ποιος στο καλό ήταν ο συνοδός της; Ούτε εκείνος ούτε η Αριάνα έδιναν σημασία στην υπέροχη θέα έξω από το παράθυρο. Ο Λατζ άκουσε το βραχνό γέλιο της και την παρακολούθησε να σκύβει μπροστά και να πιάνει το χέρι του αγνώστου. Άκουσε ένα βαθύ, επικίνδυνο μουγκρητό και δε συνειδητοποίησε καν ότι είχε βγει από τα χείλη του. Προτού καταλάβει καν τι έκανε, είχε σηκωθεί και έσφιγγε τις γροθιές του. Χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη την αυτοκυριαρχία του για να συγκρατηθεί. Κάρφωσε το βλέμμα του στην πλάτη της γυναίκας του και, χωρίς να πει λέξη στον Σεβ, κατευθύνθηκε προς το τραπέζι της.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Από: Lazzaro–Dante@DantesJewelry.com Ημερομηνία: 06/08/2008 08:36 Προς: Bambolina@fornitore.it Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι... Σε υπερβολικό βαθμό Μόλις συνειδητοποίησα ότι δε σε ρώτησα ποτέ αν έχεις κάποιον δεσμό. Σε περίπτωση που έχεις... Όρος 5ος: Για όσο θα μείνουμε παντρεμένοι, θα τιμήσουμε κι οι δυο τους όρκους μας. Λ. Από: Bambolina@fornitore.it Ημερομηνία: 06/08/2008 17:45 Προς: Lazzaro–Dante@DantesJewelry.com Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι... Σε υπερβολικό βαθμό Ω, Λατζ. Επίτρεψέ μου να σε καθησυχάσω. Δεν έχω κανέναν δεσμό. Εσύ; Ο πέμπτος όρος σου δεν είναι απαραίτητος. Δε θα απατούσα ποτέ το σύζυγό μου, ακόμα κι αν ήταν σύζυγός μου μόνο κατ’ όνομα. Έτσι, δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς γι’ αυτό, ούτε και να ζηλεύεις. Τσάο! Αριάνα Από: Lazzaro–Dante@DantesJewelry.com Ημερομηνία: 06/08/2008 08:49 Προς: Bambolina@fornitore.it Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι... Σε υπερβολικό βαθμό Όχι, ούτε εγώ έχω κάποιο δεσμό. Και σε πληροφορώ ότι δε ζηλεύω. Δεν είναι στη φύση μου. Λ. «Αριάνα, μιλάω σοβαρά», έλεγε ο άγνωστος καθώς πλησίαζε ο Λατζ. «Θα πρέπει να κάνεις κάποιες αλλαγές, διαφορετικά το πράγμα δε θα περπατήσει. Σου είπα τι θέλω και αρνείσαι να μου το δώσεις». «Άαρον, δεν καταλαβαίνεις. Δεν μπορώ. Είναι κάτι έξω από το χαρακτήρα μου». Ο άγνωστος έριξε μια ματιά στον Λατζ. Η αδιαφορία στο βλέμμα του έδωσε τη θέση της στην περιέργεια, όταν ο Λατζ σταμάτησε δίπλα στο τραπέζι τους. Η σύζυγός του τον κοίταξε. Τα όμορφα μάτια της γέμισαν ανησυχία. «Λατζ; Τι κάνεις εδώ;» Εκείνος άνοιξε το στόμα του με σκοπό να δώσει φωνή στα πιο πρωτόγονα ένστικτά του, ωστόσο, προς μεγάλη του ικανοποίηση, κατάφερε να μιλήσει κάπως πιο πολιτισμένα. «Ήρθαμε για φαγητό με τον Σεβ». Κάρφωσε το βλέμμα του στο συνοδό της και του συστήθηκε. «Λατζάρο Ντάντε. Είμαι ο σύζυγος της Αριάνας». Εκείνος σηκώθηκε αμέσως και του έδωσε το χέρι. «Άαρον Τάλμποτ. Είμαι...» Η Αριάνα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά κι ο Άαρον, μετά από ένα δισταγμό που έλεγε πολλά, συνέχισε απτόητος. «Είμαι παλιός οικογενειακός φίλος. Ο πατέρας μου και η γιαγιά της Αριάνας γνωρίζονται από πολύ παλιά». Ο Λατζ δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι θα είχε κάνει ή θα είχε πει κάτι που εκείνη την ώρα θα απολάμβανε αλλά για το οποίο θα μετάνιωνε μετά για καιρό – πολύ καιρό–, αν ο Σεβ δεν είχε επιλέξει εκείνη τη στιγμή για να πλησιάσει. «Γεια σου, Αριάνα. Χαίρομαι που σε βλέπω», είπε ο Σεβ στη νύφη του και χαμογέλασε ψυχρά. Ακούμπησε βαριά την παλάμη του στον ώμο του αδελφού του. «Μόλις έφεραν το φαγητό μας. Έρχεσαι, έτσι δεν είναι;» Ο Λατζ έμεινε ακίνητος για πολλή ώρα. Ύστερα κάρφωσε με το βλέμμα του τη σύζυγό του. «Θα τα πούμε αργότερα», είπε. Επιστράτευσε τον αυτοέλεγχό του και επέστρεψε στο τραπέζι του. Ο Σεβ έκανε νόημα στη σερβιτόρα κι εκείνη τους έφερε ένα διπλό ουίσκι. Το άφησε μπροστά στον Σεβ, που το έσπρωξε στον αδελφό του. «Πιες. Ύστερα πες μου ξανά γιατί δεν πιστεύεις στον Κεραυνό». «Η αντίδρασή μου είναι απόλυτα λογική!» μούγκρισε ο Λατζ. «Αυτό θα καταθέσω κι εγώ όταν θα δικάζεσαι για φόνο». Ο Σεβ δοκίμασε λίγο από το φαγητό του. «Ενδιαφέρον». Ο Λατζ έκλεισε τα μάτια. «Το ξέρω ότι θα μετανιώσω που ρωτάω... όμως τι είναι ενδιαφέρον;» «Δεν πίστευα ότι το κάλεσμα του Κεραυνού θα μπορούσε να μην είναι αμφίδρομο. Φαντάζομαι ότι έκανα λάθος». Ο Λατζ άδειασε το ουίσκι του με μια γουλιά, καλωσορίζοντας το κάψιμο στο λαιμό και το στομάχι του, που έκανε το αίμα να κοχλάσει στις φλέβες του. «Θα σ’ το πω μια τελευταία φορά. Με την Αριάνα δεν έχουμε νιώσει ούτε θα νιώσουμε ποτέ το άγγιγμα του Κεραυνού. Και υπάρχει ένας πολύ καλός λόγος γι’ αυτό». «Είσαι ανόητος;» Ο Λατζ ακούμπησε με θόρυβο το ποτήρι του στο τραπέζι. «Ο Κεραυνός δεν υπάρχει. Κι αυτό που πέρασες για ζήλια ήταν θυμός, που η Αριάνα... πραγματοποιεί τις επαφές της», είπε ο Λατζ προφέροντας με δυσκολία αυτές τις λέξεις, «με τέτοια αδιαφορία. Θα της προτείνω στο μέλλον να είναι πιο προσεκτική, ώστε να μην καταλάβουν όλοι ότι ο γάμος μας είναι απάτη». Ο Σεβ έσκυψε μπροστά. «Θα ήταν καλύτερα να μιλούσες σιγότερα και να έλεγες αυτά τα πράγματα κάπου όπου δε θα κινδύνευες να σε ακούσει η σύζυγός σου». «Δεν πρόκειται γι’ αστείο». «Όχι. Ο γάμος δεν είναι αστείο. Ούτε επιχειρηματική πρόταση. Μακάρι ο μπαμπάς να είχε ζήσει αρκετά ώστε να σου το εξηγήσει. Κι αφού δεν το έκανε, υποθέτω ότι ο κλήρος πέφτει σ’ εμένα». Ο Λατζ συνοφρυώθηκε. Ίσως δεν έπρεπε να είχε πιει τόσο γρήγορα εκείνο το ουίσκι. «Τι είναι αυτά που λες;» «Δεν αναρωτήθηκες ποτέ γιατί έκανε ο μπαμπάς αυτή τη συμφωνία με τον Βιτόριο;» Η αλήθεια ήταν ότι ο Λατζ είχε αναρωτηθεί. Όμως, πάνω στη βιασύνη του να γίνει ο γάμος προτού η Αριάνα πατήσει τα είκοσι πέντε, δεν είχε το χρόνο να το ψάξει. «Οι Ρομάνο έχουν χρεοκοπήσει, σωστά; Υπέθεσα ότι ήταν ένας ασυνήθιστος τρόπος που διάλεξε ο μπαμπάς για να τους προσφέρει μια χείρα


βοηθείας». Ο Σεβ τον κοίταξε δύσπιστα. «Μια χείρα βοηθείας που θα καθυστερούσε είκοσι ολόκληρα χρόνια; Που θα προϋπέθετε ένα γάμο ανάμεσα σ’ εσένα και την Αριάνα;» «Όχι, έχεις δίκιο», είπε ο Λατζ. «Αυτό δεν έχει καμία λογική». «Και γιατί ν’ ανακατέψει το Μπρίμστοουν στη συμφωνία; Γιατί να κάνει συμφωνία;» επέμεινε ο Σεβ. «Θα μπορούσε να είχε δώσει από την αρχή το διαμάντι στους Ρομάνο». Ο Λατζ κούνησε το κεφάλι. «Αμφιβάλλω για το αν ο Βιτόριο θα το είχε πάρει. Μπορεί να μην είχε χρήματα, είχε όμως πάντα περηφάνια». «Κι ωστόσο πούλησε την κόρη του στον μπαμπά. Γιατί;» Ο Λατζ μόρφασε ακούγοντας τον αδελφό του να περιγράφει τόσο ωμά τη συμφωνία. «Δεν ξέρω γιατί υπέγραψε αυτό το συμφωνητικό. Ούτε η Αριάνα ξέρει. Είπε ότι ο Βιτόριο ισχυρίστηκε πως ήταν ιδέα του μπαμπά και ότι δεν μπορούσε να τον μεταπείσει». «Ο μπαμπάς ήταν τόσο αποφασισμένος να πείσει τον Βιτόριο να υπογράψει, που έκανε το Μπρίμστοουν μέρος της συμφωνίας. Ήταν τόσο αποφασισμένος να σας δει να παντρεύεστε, που, αν δε γινόταν αυτό, το Μπρίμστοουν θα πετιόταν στα βάθη του ωκεανού. Γιατί, Λατζ;» «Πώς στο καλό θέλεις να ξέρω; Ο μπαμπάς έχει πεθάνει». «Όχι όμως και ο Βιτόριο. Θα πρέπει να έχει κάποια ιδέα για το τι σκεφτόταν ο μπαμπάς». Ο Σεβ, ικανοποιημένος που είχε δώσει στον αδελφό του να καταλάβει τι εννοούσε, έγειρε πίσω στο κάθισμά του. «Σου προτείνω να το ψάξεις». Ο Λατζ τον κοίταξε. Ο αδελφός του ήξερε κάτι –κάτι που δεν το έλεγε. «Γιατί ανακινείς αυτό το θέμα τώρα, μετά το γάμο; Γιατί μου ζητάς να το ψάξω όταν έχω ήδη παντρευτεί την Αριάνα;» ρώτησε. Και τότε κατάλαβε. «Ξέρεις γιατί το έκανε ο μπαμπάς, έτσι δεν είναι;» «Έχω τις υποψίες μου. Όμως, αφού εσύ είσαι ο ρεαλιστής της οικογένειας που πιστεύει μόνο στα γεγονότα, θα προτιμούσα να το ερευνήσεις με τον δικό σου, μεθοδικό τρόπο. Πρόσεξε μόνο μήπως όταν προσθέτεις ένα κι ένα διαπιστώσεις ότι κάνουν τρία». «Θα προτιμούσα να μου έλεγες απλά...» άρχισε να λέει ο Λατζ, αλλά εκείνη τη στιγμή είδε κάτι με την άκρη του ματιού του και γύρισε. Η Αριάνα και ο Τάλμποτ είχαν τελειώσει το φαγητό τους κι έφευγαν. Προχωρούσαν ανάμεσα στα τραπέζια, μιλώντας σιγανά αλλά θυμωμένα, σκύβοντας ο ένας προς τον άλλο. Η Αριάνα δεν κοίταξε ούτε μια στιγμή προς το μέρος του, κι ο Λατζ, κρίνοντας από την ένταση με την οποία μιλούσε στο συνοδό της, δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι είχε ξεχάσει εντελώς την παρουσία του. Ώρα να της τη θυμίσει. «Τακτοποίησε, σε παρακαλώ, το λογαριασμό», είπε. Έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε. «Και ενημέρωσε στο γραφείο ότι δε θα επιστρέψω σήμερα». Τα μάτια του Σεβ έλαμψαν σαν να το διασκέδαζε. «Τα σχέδιά σου άλλαξαν την τελευταία στιγμή;» «Παράτα μας, Σεβ». Ο Λατζ είδε τη σύζυγό του και τον Τάλμποτ να στέκονται στο φουαγιέ και ν’ ανταλλάσσουν μερικές τελευταίες λέξεις. Ύστερα ο Τάλμποτ ένευσε κι έφυγε από το εστιατόριο. Η Αριάνα απέμεινε με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό, βυθισμένο στην απόγνωση. Ο Λατζ την πλησίασε. Την έπιασε από το μπράτσο και την οδήγησε έξω, στην όμορφη φθινοπωρινή λιακάδα. Αφού είχαν πάει στο εστιατόριο με το αυτοκίνητο του Σεβ, δεν είχε μεταφορικό μέσο, έτσι σήκωσε το χέρι του να καλέσει ένα ταξί. «Τι νομίζεις ότι κάνεις;» ρώτησε εκείνη στα ιταλικά. Ένα ταξί σταμάτησε μπροστά τους κι ο Λατζ άνοιξε την πόρτα. «Συνοδεύω στο σπίτι τη σύζυγό μου». «Και αν δε θέλω να πάω σπίτι;» «Θα έλεγα ότι αυτό θα ήταν πολύ κρίμα», απάντησε ο Λατζ, γυρνώντας το κι εκείνος στα ιταλικά. Έδωσε στον οδηγό τη διεύθυνση ενώ βοηθούσε την Αριάνα να καθίσει στις πίσω θέσεις. Προς μεγάλη του ανακούφιση δεν του έφερε αντιρρήσεις, πιθανότατα επειδή δεν ήθελε να δημιουργήσει σκηνή. Ύστερα εκείνη έψαξε στην τσάντα της, έβγαλε ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου και τα φόρεσε. Γύρισε το κεφάλι της για να κοιτάξει έξω από το παράθυρο και δεν ξαναμίλησε μέχρι που έφτασαν σε ένα κομψό κτίριο διαμερισμάτων. Πήραν το ασανσέρ για το ρετιρέ, πάντα σιωπηλοί. Παρ’ όλο που ο όροφος είχε αρχικά δύο διαμερίσματα, ο Λατζ, όταν είχε αγοράσει το κτίριο, τα είχε ενώσει έτσι ώστε να δημιουργήσει ένα χώρο που να εξυπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες του. Ξεκλείδωσε την πόρτα και παραμέρισε. Η Αριάνα μπήκε πρώτη. Άφησε την τσάντα και τα γυαλιά της στο τραπεζάκι του χολ και γύρισε να τον κοιτάξει. «Είσαι αγενής». «Κι εσύ έχεις μυστικά. Ποιος είναι αυτός ο Τάλμποτ;» ρώτησε ο Λατζ. Η Αριάνα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Λες και δε σου είπε. Ένας παλιός οικογενειακός φίλος». «Δηλαδή, αν σήκωνα το τηλέφωνο και ρωτούσα τον Βιτόριο ή τον Κόνσταντιν, έτσι θα μου τον περιέγραφαν κι εκείνοι, σωστά;» ρώτησε ο Λατζ. «Μάλλον όχι», συνέχισε όταν η Αριάνα καθυστέρησε μια στιγμή να του απαντήσει. «Είναι οικογενειακός φίλος της γιαγιάς μου. Και ναι, εκείνη έτσι θα σου τον περιέγραφε. Ή, μάλλον, έτσι θα περιέγραφε τον πατέρα του». «Γνώρισες το γιο μέσω του πατέρα;» «Ναι». «Η σχέση σας είναι σοβαρή;» «Δεν έχουμε ερωτική σχέση». «Παράξενο. Αυτή την εντύπωση δίνατε. Στην πραγματικότητα, μοιάζατε έτοιμοι για ένα καβγαδάκι μεταξύ ερωτευμένων». «Παράξενο. Εγώ θα έλεγα ότι αυτό κάνουμε τώρα εμείς». Η Αριάνα γύρισε και διέσχισε το καθιστικό λικνίζοντας τους γλουτούς της, δίνοντας έτσι στον Λατζ την ευκαιρία να θαυμάσει τις αισθησιακές καμπύλες της. «Αυτό που συμβαίνει τώρα δεν είναι καβγαδάκι ερωτευμένων», είπε εκείνος και την ακολούθησε. «Είναι μια συζήτηση που πρόκειται να βάλει οριστικό τέρμα στη συμφωνία μας». Η δήλωσή του τράβηξε την προσοχή της Αριάνας. Γύρισε και τον κοίταξε. «Δε θα το έκανες αυτό. Η συμφωνία των γονιών μας απαιτεί να μείνουμε παντρεμένοι για τρεις μήνες. Αν φύγεις τώρα, χάνουμε το διαμάντι. Γιατί να το χαραμίσεις την τελευταία στιγμή, όταν κάναμε τόσα για να το σώσουμε;» «Επειδή δε μου αρέσει να γελοιοποιούμαι. Αν μου είχες πει ότι είχες εραστή...» Τα μάγουλα της Αριάνας κοκκίνισαν από οργή. «Δεν έχω. Και ούτε είχα ποτέ, όπως ξέρεις πολύ καλά». «Ο Τάλμποτ ήταν ο λόγος που δεν ήθελες να έχεις ερωτική σχέση μαζί μου; Νόμιζα ότι είχες καταλάβει πως δε μου αρέσουν τα μυστικά». Ο Λατζ πλησίασε την Αριάνα, εντυπωσιασμένος από τον τρόπο με τον οποίο συνέχιζε να υποστηρίζει τις θέσεις της. Την είδε να σηκώνει περήφανα το πιγούνι της και να τον αγριοκοιτάζει, έτοιμη να βουρκώσει, αλλά ξανά πολύ περήφανη για να επιτρέψει στον εαυτό της να το κάνει. Ένιωσε την ένταση να μεγαλώνει στην ατμόσφαιρα και να τον πιέζει για μια υποχώρηση που αρνιόταν να κάνει. «Ποιος είναι, Αριάνα;» Αυτή τη φορά εκείνη δεν μπήκε στον κόπο να προσποιηθεί. «Λυπάμαι, Λατζ, αλλά δεν μπορώ να σου πω. Υποσχέθηκα στην Πενέλοπι ότι δε θα μιλούσα γι’ αυτό το θέμα, πολύ πριν αρχίσουμε οι δυο μας διαπραγματεύσεις. Σε διαβεβαιώνω ωστόσο ότι δεν είναι εραστής μου».


«Θέλω να σε πιστέψω». «Όμως, εξαιτίας του Μάρκο και της Κέιτλιν, σου είναι δύσκολο να το κάνεις». «Πολύ δύσκολο». Ο Λατζ σκέφτηκε αρκετές επιλογές πριν καταλήξει σε μια απόφαση. «Δε θέλω να τον ξαναδείς». Η Αριάνα τον κοίταξε απογοητευμένη. «Δε... δε νομίζω ότι μπορώ να σου υποσχεθώ κάτι τέτοιο». Ο Λατζ ένιωσε μια παγωνιά ν’ απλώνεται μέσα του. «Θα πρέπει να παραμείνουμε παντρεμένοι για κάτι περισσότερο από δυο μήνες ακόμη. Αν τότε θελήσεις να συνεχίσεις το δεσμό σου με τον Τάλμποτ, έχεις κάθε δικαίωμα. Μέχρι τότε όμως θα πρέπει να συμπεριφερόμαστε σαν νεόνυμφοι. Και δε θα είμαστε και τόσο πειστικοί αν σε βλέπουν να βγαίνεις ρομαντικά ραντεβού για φαγητό με κάποιον άλλον». «Ήμαστε σε δημόσιο χώρο». «Τον άγγιζες». Η Αριάνα κοίταξε τον Λατζ σαστισμένη. «Αλήθεια;» «Του έπιασες τα χέρια και τα κράτησες σφιχτά». «Δεν... δεν το θυμάμαι». Η Αριάνα έκλεισε τα μάτια και κούνησε το κεφάλι. «Λυπάμαι, Λατζ. Είμαι εκδηλωτικός άνθρωπος. Αγκαλιάζω. Φιλάω. Αγγίζω τους άλλους. Έτσι είμαι. Έτσι ήμουν πάντα». «Δε θα είσαι με τον Τάλμποτ. Τουλάχιστον όχι για τις επόμενες εννέα εβδομάδες». Ο Λατζ είδε την Αριάνα να τον κοιτάζει. Δεν του άρεσε καθόλου το ότι είχε χλομιάσει σαν πανί και ότι τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα και ήταν γεμάτα πόνο. Προφανώς ο Τάλμποτ ήταν σημαντικός για εκείνη. Αναρωτήθηκε ποιον θα είχε παντρευτεί αν δεν υπήρχε εκείνη η καταραμένη συμφωνία. Ποιος θα ήταν ο πρώτος της εραστής. Η ιδέα και μόνο ότι ο Τάλμποτ θα ακουμπούσε τα χέρια του πάνω της τον έκανε να χάνει τον αυτοέλεγχό του. Πάντα περηφανευόταν για την ικανότητά του να αντιμετωπίζει κάθε κατάσταση με τη βοήθεια της λογικής. Ακόμα και τότε, με την Κέιτλιν, μετά το ξέσπασμά του στο γραφείο του Μάρκο, είχε καταφέρει να εξετάσει την κατάσταση απ’ όλες τις πλευρές και να την αποδεχτεί. Είχε ταλέντο στο να απομονώνει τα στοιχεία της κάθε κατάστασης και να τα εξετάζει το καθένα ξεχωριστά. Μπορούσε να αντιμετωπίζει με τη λογική ακόμα και τα πιο συναισθηματικά θέματα. Είχε έμφυτο το ταλέντο να τοποθετεί τα πάντα σε συντεταγμένους άξονες. Όμως με την Αριάνα... Έτριψε τον αυχένα του. Να πάρει... Η Αριάνα είχε την ικανότητα να τινάζει στον αέρα την τάξη και τη λογική του. «Κι αν αρνηθώ να κρατηθώ μακριά από τον Άαρον;» την άκουσε να ρωτάει τελικά. «Τι θα κάνεις τότε;» Τον Άαρον. Οι συντεταγμένες του Λατζ διαλύθηκαν μαζί με την ψυχραιμία του. «Τότε θα πάρω ο ίδιος το Μπρίμστοουν και θα το πετάξω στη θάλασσα. Δε θ’ αφήσω τη γυναίκα μου να με γελοιοποιήσει. Δε θα επιτρέψω στη γυναίκα που παντρεύτηκα να κοιμηθεί με κάποιον άλλον όσο θα φοράει ακόμα τη βέρα μου». Ο Λατζ πάλεψε ν’ αντισταθεί σε μια πλημμύρα συναισθημάτων, συναισθημάτων ανεπιθύμητων, που γκρέμιζαν κάθε ίχνος πολιτισμένης συμπεριφοράς. «Δεν μπορώ να ανεχτώ άλλες κοροϊδίες, Αριάνα. Δε θα ανεχτώ άλλα μυστικά. Αυτό είναι το τέλος». Ο πόνος στο βλέμμα της έδωσε τη θέση του στην οργή. Τα μάτια της έλαμψαν θυμωμένα. «Ω, έλα τώρα. Έχεις τόσα μυστικά όσα κι εγώ. Όλοι οι άνθρωποι έχουν». Η ιταλική της προφορά έγινε πιο έντονη στη φωνή της. Κινήθηκε προς το μέρος του. Ο θυμός της ήταν φανερός σε κάθε της βήμα. «Έβαλες όρο να μην υπάρχουν μυστικά στο γάμο μας προτού ακόμα γνωριστούμε. Απαίτησες να σου ανοίξω την καρδιά μου προτού μάθω καν τι είδους άνθρωπος είσαι. Πώς ήταν δυνατόν να ξέρω ότι μπορούσα να σ’ εμπιστευτώ; Γιατί να πάρω το ρίσκο ν’ αφήσω τον εαυτό μου εκτεθειμένο;» «Επειδή αυτοί είναι οι κανόνες με βάση τους οποίους παίζω». «Κανόνες; Εγώ σου μιλάω για το γάμο μας κι εσύ μου λες για κανόνες;» Η Αριάνα άνοιξε τα χέρια της. «Περιμένεις να μπω σ’ αυτόν το γάμο, που έγινε μόνο και μόνο εξαιτίας μιας παλιάς συμφωνίας, και να σου αποκαλύψω τον εαυτό μου. Έχεις κάνει το ίδιο για μένα; Δε νομίζω». Ο Λατζ ένιωσε το θυμό του να φουντώνει ξανά, όσο και αν προσπάθησε να συγκρατηθεί. «Τι μυστικά κράτησα από σένα; Απάντησα σε όποιες ερωτήσεις μού έκανες, προσπάθησα να είμαι όσο το δυνατόν πιο ειλικρινής μπορούσα». «Κράτησες μυστικό το θρύλο του Κεραυνού», τον έκοψε η Αριάνα. «Και είπες ψέματα τόσο στον εαυτό σου όσο και σ’ εμένα, όταν ισχυρίστηκες ότι δεν υπήρχε. Ένα σου άγγιγμα ήταν αρκετό για να με καταστρέψει και να μην μπορώ να δεχτώ κανέναν άλλον άντρα». «Να σε καταστρέψει;» Ο Λατζ δεν κατάφερε να κρύψει πόσο του άρεσε αυτή η λέξη. Προφανώς όμως δεν άρεσε και τόσο στη σύζυγό του. Δάκρυα θυμού κύλησαν στα μάγουλά της. «Ναι, να με καταστρέψει. Μπήκες όμως εσύ στον κόπο να με προειδοποιήσεις γι’ αυτό το ενδεχόμενο; Όχι!» «Ο θρύλος του Κεραυνού είναι ένα ψέμα, όχι η άρνησή μου να δεχτώ την ύπαρξή του». «Έτσι λες;» Η Αριάνα τον πλησίασε κι έπλεξε τα δάχτυλά της με τα δικά του, έτσι που οι παλάμες τους ακούμπησαν. Πίεσε την παλάμη της στη δική του, κάνοντας ακόμα πιο στενή την επαφή. «Αρνήσου αυτό, σύζυγέ μου. Αρνήσου την κληρονομιά σου ως Ντάντε και οτιδήποτε δημιούργησε αυτόν το δεσμό. Είτε σου αρέσει είτε όχι, είμαστε δεμένοι ο ένας με τον άλλον». Η έξαψη που κυρίευσε τον Ντάντε ήταν πιο έντονη από ποτέ. Αν του άρεσε; Τι ανεπαρκής λέξη για να περιγράψει τα συναισθήματά του. Η έλξη ανάμεσά τους δεν ήταν πλέον μόνο σαρκική. Αν ήταν έτσι, δε θα είχε γίνει έξαλλος όταν είχε βρει την Αριάνα να γευματίζει με κάποιον άλλον. «Αυτό που νιώθουμε είναι πόθος», είπε, γιατί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης τον εμπόδιζε να παραδεχτεί την αλήθεια. «Απλός πόθος». Τα δάχτυλα της Αριάνας έτρεμαν, πλεγμένα όπως ήταν με τα δικά του. «Επαναλαμβάνεις συνεχώς αυτές τις λέξεις. Η αλήθεια είναι ότι είσαι τόσο αποφασισμένος να παραμείνεις προσκολλημένος στη λογική σου, που δεν μπορείς να δεις αυτό που βρίσκεται μπροστά στη μύτη σου. Φοβάσαι ότι θα χάσεις τον έλεγχο. Ότι η καρδιά σου θα υπερισχύσει σε σύγκριση με το μυαλό σου. Φοβάσαι να δοθείς ολοκληρωτικά σε κάποιον άλλο». «Δε φοβάμαι», δήλωσε ο Λατζ. Και το εννοούσε. Απλά ήξερε τι ήθελε στη ζωή του και, κυρίως, τι δεν ήθελε. «Είμαι ρεαλιστής. Κι αυτό σημαίνει ότι αρνούμαι να επιτρέψω στον εαυτό μου να ελέγχεται από τα συναισθήματά μου». Στα σαρκώδη χείλη της Αριάνας σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο. «Το πρόσεξα στο εστιατόριο». «Νομίζω ότι αυτό αποδεικνύει ότι έχω δίκιο», είπε ο Λατζ. «Δεν καταλαβαίνεις; Κατάγομαι από μια οικογένεια στην οποία κυριαρχεί το πάθος, μια οικογένεια στην οποία όλοι επιτρέπουν στα συναισθήματά τους να κυριαρχούν στη λογική τους. Και πώς τους ωφέλησε αυτό;» «Την τελευταία φορά που κοίταξα είχαν όλοι υγιείς, ευτυχισμένους γάμους». «Είμαι σίγουρος ότι έτσι ήταν και ο γάμος των γονιών μου στην αρχή. Όμως αυτό δεν κράτησε πολύ. Και όταν πήγε στραβά, πήγε πολύ στραβά. Με το που αφήνει κανείς την ευτυχία του στα χέρια κάποιου άλλου, είναι δεδομένο ότι θα πληγωθεί». Ο θυμός της Αριάνας έδωσε τη θέση του στην κατανόηση. «Λατζ, η ζωή πληγώνει τους ανθρώπους. Δεν μπορείς να προστατεύσεις τον εαυτό σου από τα τραύματα που δημιουργεί. Η σχέση σου με την Κέιτλιν αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα γι’ αυτό. Ωστόσο μπορείς να επιτρέψεις σε κάποιον άλλον να γίνει μέρος της ζωής σου, σε κάποιον που είναι πρόθυμος να μοιραστεί τα πάντα μαζί σου. Τους πόνους. Τις χαρές. Τις λύπες. Δεν μπορείς ν’ ανοίξεις λίγο την πόρτα; Να επιτρέψεις στη φύση να αναλάβει τον έλεγχο και να δούμε πού θα βρισκόμαστε σε μερικούς μήνες;» «Αν επιτρέψουμε στη φύση να αναλάβει τον έλεγχο για μια ακόμα φορά, κινδυνεύουμε σε μερικούς μήνες να είμαστε τρεις», είπε ο Λατζ ωμά. Τα μάγουλα της Αριάνας κοκκίνισαν. «Αυτό που συνέβη ανάμεσά μας δε θα έπρεπε να συμβεί». «Ήταν αναπόφευκτο», είπε ο Λατζ τρυφερά. «Η μόνη που δεν το είχε καταλάβει ήσουν εσύ». «Λατζ...» «Θέλεις να σου το αποδείξω;» ρώτησε εκείνος και, χωρίς να της δώσει το χρόνο να απαντήσει, την τράβηξε κοντά του. Εκείνη δεν αντιστάθηκε. Δεν


μπορούσε ν’ αντισταθεί. Ήταν κάτι που ξεπερνούσε και τους δυο τους. Αφέθηκε στην αγκαλιά του. Τα κορμιά τους ταίριαξαν απόλυτα, σαν να ήταν φτιαγμένα το ένα για το άλλο. Είχε ζητήσει από τον Λατζ να σταματήσει να προσπαθεί να ελέγχει τα πάντα, ν’ αφήσει τη φύση ν’ αναλάβει τον έλεγχο. Κι εκείνος δεν είχε άλλη επιλογή. Η λογική του τον εγκατέλειπε κάθε φορά που άγγιζε την Αριάνα. Τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στα μαλλιά της καταστρέφοντας το κομψό χτένισμά της καθώς ενέδιδε στον πειρασμό. Η έλξη που ασκούσε πάνω του ήταν ακατανίκητη και γινόταν όλο και πιο έντονη κάθε μέρα που περνούσε. Αναρωτήθηκε αν η Αριάνα αντιλαμβανόταν ότι του άρεσαν τα πάντα πάνω της: ο τρόπος που περπατούσε, που τον κοιτούσε, που μιλούσε. Ότι, παρά τα όσα ισχυρίζονταν κι οι δυο τους, ο πόθος του ενός για τον άλλον ξεπερνούσε κάθε λογική... Αφέθηκε να τον παρασύρει το φιλί τους. Η ζεστασιά της Αριάνας και η γενναιοδωρία με την οποία ανταποκρινόταν. Ποτέ δεν είχε καταλάβει πώς μπορούσε να του ανοίγεται τόσο απόλυτα. Επέτρεπε στον εαυτό της να είναι τόσο ευάλωτος, του δινόταν τόσο ολοκληρωτικά, που ο Λατζ δυσκολευόταν να το αντέξει. Και, κυρίως, αυτό της το δόσιμο του γεννούσε την επιθυμία ν’ αρχίσει να δίνει κι εκείνος... Εκείνη τη στιγμή η ποιότητα του έρωτά τους άλλαξε. Ο ρυθμός τους έγινε πιο αργός. Το σμίξιμό τους έγινε κάτι περισσότερο από μια σαρκική εμπειρία. Ο Λατζ άνοιξε ένα ένα τα κουμπιά του φορέματός της, αποκαλύπτοντας το μικροσκοπικό δαντελένιο σουτιέν που κάλυπτε τα στήθη της. Το μαύρο χρώμα του δημιουργούσε έντονη αντίθεση στο φόντο της λευκής της επιδερμίδας. «Θα συμβεί ξανά, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε. «Χωρίς καμιά αμφιβολία». Ένα χαμόγελο γλύκανε την έκφρασή της, δημιουργώντας μια συναρπαστική αντίθεση με τον πόθο που έκανε το βλέμμα της να λάμπει. Ήταν μια γυναίκα με ατέλειωτες πλευρές και αντιθέσεις. Αθώα και ταυτόχρονα σοφιστικέ. Ρεαλίστρια κι ονειροπόλα. Ένα πραγματικό μυστήριο. Κι ο Λατζ ήθελε να γνωρίσει και να εξερευνήσει την κάθε μία από εκείνες τις πλευρές. Της ξεκούμπωσε το σουτιέν και οι παλάμες του κάλυψαν τα στήθη της. Η επιδερμίδα της ήταν τόσο απαλή, σαν μετάξι. Η ανάσα της έβγαινε με σιγανούς αναστεναγμούς. Έριξε πίσω το κεφάλι της. Ο Λατζ πέρασε τους αντίχειρές του πάνω από τις θηλές της και τις είδε να ορθώνονται ερεθισμένες. Του ήταν αδύνατον να θυμηθεί την τελευταία φορά που κάτι που είχε δει τον είχε αναστατώσει περισσότερο. Χαμήλωσε το κεφάλι του, δάγκωσε απαλά τη μια θηλή της κι ύστερα πέρασε πάνω της τη γλώσσα του. Η Αριάνα άρχισε να του μιλάει στα ιταλικά, να τον ικετεύει και να απαιτεί ταυτόχρονα. Εκείνος σκόπευε να συνεχίσει αργά, χωρίς να βιάζεται, όμως εκείνη δεν του άφησε αυτή την επιλογή. Του έβγαλε τη γραβάτα και το πουκάμισο με εντυπωσιακή ταχύτητα. «Θα το κάνουμε εδώ;» ρώτησε. «Τώρα;» Ο Λατζ αρνιόταν να της ξανακάνει έρωτα χωρίς να πάρει τις απαραίτητες προφυλάξεις. «Όχι. Θα το κάνουμε στο δωμάτιό μου». «Πολύ καλά. Στο δωμάτιο λοιπόν». Η Αριάνα, αφού έβγαλε τα παπούτσια και το φόρεμά της, ίσιωσε το κορμί της και στάθηκε μπροστά του φορώντας μόνο ένα μαύρο στρινγκ και ζαρτιέρες. Εκείνος θα πρέπει να μούγκρισε, γιατί το βλέμμα της έλαμψε όχι μόνο από πόθο, αλλά και σαν να το διασκέδαζε. Ουσιαστικά ρίχτηκε στην αγκαλιά του. Ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του και τα μακριά μαύρα μαλλιά της έπεσαν στο μπράτσο του σαν καταρράκτης από μετάξι. «Πήγαινέ με στο δωμάτιό σου», τον διέταξε. «Τώρα». Εκείνος τη σήκωσε στα μπράτσα του. «Αμέσως». Του ήταν δύσκολο να προχωρήσει, με το στήθος της να πιέζει το στέρνο του, όμως το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι, έτσι όπως την κρατούσε από τους μηρούς, η καμπύλη των γλουτών της πίεζε τον ερεθισμένο ανδρισμό του. Ούτε που ήξερε πώς κατάφερε να διασχίσει τη μικρή απόσταση ως το υπνοδωμάτιο χωρίς να την ξαπλώσει στο πάτωμα και να την κάνει δική του. Κάθε βήμα ήταν αληθινό μαρτύριο. Άνοιξε την πόρτα με το πόδι του και την έκλεισε πίσω τους. Το φως του ήλιου έμπαινε μουντό από τα στόρια. Ακούμπησε την Αριάνα στο κρεβάτι, χωρίς να μπει στον κόπο να παραμερίσει το πάπλωμα. Η προσπάθεια να βγάλει το παντελόνι και το εσώρουχό του ήταν σχεδόν οδυνηρή. Μόλις που πρόλαβε την τελευταία στιγμή να θυμηθεί ότι έπρεπε να πάρει προφυλάξεις. Τράβηξε το συρτάρι του κομοδίνου του τόσο απότομα για να το ανοίξει, που το έριξε στο πάτωμα. Μουρμούρισε κάτι απογοητευμένος και απογοητεύτηκε ξανά όταν η Αριάνα σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Περίμενε», της είπε. «Άφησε εμένα». «Το βρήκα». Η Αριάνα πήρε ένα από τα αλουμινένια τετράγωνα φακελάκια και δυσκολεύτηκε κάπως να το ανοίξει, πράγμα που μαρτυρούσε την απειρία της και έκανε τον Λατζ να νιώσει ένα κύμα τρυφερότητας για κείνη. Τελικά το έσκισε και έβγαλε το προφυλακτικό που περιείχε. Στο βλέμμα της υπήρχε κάποια περιέργεια ενώ το περιεργαζόταν, κι ύστερα έστρεψε την προσοχή της σ’ εκείνον. Κούνησε το κεφάλι της απογοητευμένη. «Αυτό δεν πρόκειται να σου κάνει ποτέ. Δεν έχεις κάτι μεγαλύτερο;» Αν ο Λατζ δε βασανιζόταν από πόθο, θα γελούσε. «Θα μου κάνει», είπε. «Δώσε μου το. Θα το αναλάβω εγώ». «Όχι, όχι. Άφησέ με», είπε εκείνη και άρχισε να του φοράει προσεκτικά το προφυλακτικό. «Σε πονάω;» «Με σκοτώνεις». Η Αριάνα πάγωσε. «Να σταματήσω;» «Όχι. Όχι, εκτός κι αν θέλεις να τρελαθώ εντελώς». Η Αριάνα γέλασε σιγανά. Προσπάθησε να συγκρατηθεί χωρίς επιτυχία. «Δε γελάω μαζί σου, σου τ’ ορκίζομαι. Απλά...» Έκανε μια χειρονομία, σαν να προσπαθούσε να βρει τις κατάλληλες λέξεις. «Κοίταξέ μας. Είμαστε γυμνοί. Το μόνο που θέλουμε είναι να κάνουμε έρωτα. Απεγνωσμένα». «Τρομερά απεγνωσμένα». «Με διαβεβαίωσες ότι, αν δεν κάνουμε έρωτα αυτή τη στιγμή, είτε θα πεθάνουμε είτε θα τρελαθούμε». «Από στιγμή σε στιγμή». «Και δεν έχω ιδέα τι κάνω». Ο Λατζ χαμογέλασε. «Με κάνεις να γελάω την πιο ακατάλληλη στιγμή. Αυτό δε μου έχει ξανασυμβεί». «Ούτε εμένα», είπε η Αριάνα κι ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. «Ω, ναι». «Δώσε μου ένα λεπτό και θα σοβαρευτώ ξανά». «Δε σε θέλω σοβαρή», είπε ο Λατζ και το εννοούσε. «Θέλω απλά να είσαι ο εαυτός σου». Για κάποιο λόγο αυτό έκανε το γέλιο της Αριάνας να σβήσει. Την είχε γδύσει ήδη σωματικά. Τώρα την παρακολουθούσε να γυμνώνει τα συναισθήματά της, ν’ αποκαλύπτει την τρυφερή επιθυμία της για εκείνον. Την ανάγκη της γι’ αυτόν και μόνο αυτόν. Αργά τα χέρια της κουνήθηκαν ξανά. Το άγγιγμά της τον ερέθισε. Όταν τελείωσε έσκυψε ελαφρά να βγάλει τις ζαρτιέρες της και τα μαλλιά της έπεσαν στους ώμους της. Η χάρη και ο αισθησιασμός των κινήσεών της συγκλόνισε τον Λατζ. Ανίκανος να συγκρατηθεί, χάιδεψε το ευαίσθητο σημείο στη βάση του λαιμού της και άφησε τα δάχτυλά του να γλιστρήσουν απαλά στην πλάτη της, κατά μήκος της σπονδυλικής της στήλης. Εκείνη αναρίγησε στο άγγιγμά του και ψιθύρισε κάτι στα ιταλικά. Ο Λατζ δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει ακριβώς αν επρόκειτο για παράκληση ή αν του


εξομολογούνταν κάτι, όμως, όταν ίσιωσε το κορμί της, τα τελευταία ρούχα της ήταν πεσμένα ανάμεσα στα πόδια τους. Ξάπλωσαν μαζί στο κρεβάτι και τα κορμιά τους ενώθηκαν. Στην αρχή οι κινήσεις τους ήταν αργές, έτσι ώστε τα κορμιά τους να συνηθίσουν την αίσθηση το ένα του άλλου. «Ω, ναι, έτσι», ψιθύρισε η Αριάνα. Ο Λατζ της έδωσε αυτό που ήθελε. Και ύστερα της έδωσε ακόμα περισσότερα, ανακαλύπτοντας χωρίς να βιάζεται τα μυστικά του κορμιού της, και την έκανε να μουδιάσει σε μέρη που δεν είχε μουδιάσει ποτέ στο παρελθόν. Η φλόγα που τους ένωνε έγινε πυρκαγιά και αφέθηκαν να τους παρασύρει η ηδονή. Ένιωσε την Αριάνα να τρέμει κάτω από το κορμί του. Ο χρόνος κυλούσε αργά, σχεδόν είχε σταματήσει. Η ανάσα της έβγαινε κοφτή, λαχανιασμένη, κι όταν άκουσε μια κραυγή να βγαίνει από τα χείλη της καθώς έφτανε στην κορύφωση, δε δίστασε. Τελείωσε κι εκείνος μαζί της. Και ένιωσε τον κόσμο να χάνεται γύρω του. Απέμεινε μόνο εκείνος και η γυναίκα του. Και μια απέραντη ηδονή.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Από: Bambolina@fornitore.it Ημερομηνία: 07/08/2008 11:22 Προς: Lazzaro–Dante@DantesJewelry.com Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι... Και πάλι εγώ! Μόλις σκέφτηκα κάτι ακόμα. Ελπίζω να μη σε πειράζει. Κι ελπίζω το διαμέρισμά σου να είναι αρκετά μεγάλο. Δες το σαν τον τρίτο όρο μου. Θέλω ένα δωμάτιο που θα το χρησιμοποιώ μόνο εγώ και που θα μου υποσχεθείς ότι δε θα μπεις ποτέ. Τσάο! Αριάνα Από: Lazzaro–Dante@Dantes.Jewelry.com Ημερομηνία: 07/08/2008 09:04 Προς: Bambolina@fornitore.it Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι... Και πάλι εγώ! Τι στο καλό είναι πάλι αυτό; Μιλάω σοβαρά. Για ποιο λόγο σου χρειάζεται ένα δωμάτιο; Θα σου τηλεφωνήσω. Αυτό θα πρέπει να το συζητήσουμε. Λ. Η Αριάνα κοίταξε τη γιαγιά της κάπως θυμωμένη. «Δεν το πιστεύω ότι συμφώνησα σ’ αυτό». «Κι εγώ δε βρίσκω λόγια να σ’ ευχαριστήσω, ειδικά αφού ακόμα ουσιαστικά διανύεις το μήνα του μέλιτος». «Αύριο κλείνουμε ένα μήνα», συμφώνησε η Αριάνα και κούνησε το κεφάλι της. «Τι στο καλό σ’ έπιασε να προτείνεις να παραστώ αντί για σένα σ’ αυτή την εκδήλωση; Η κυρία Πένιγουινκλ δεν έχει κάνει ποτέ στο παρελθόν δημόσιες εμφανίσεις. Ούτε είχε ποτέ αντιπροσώπους». «Με βρήκαν σε στιγμή αδυναμίας», παραδέχτηκε η Πενέλοπι. «Η εκδήλωση γίνεται για τα παιδιά που έχουν υποστεί εγκαύματα. Πώς θα μπορούσα ν’ αρνηθώ αφού μου υποσχέθηκαν ότι δε θα την κάλυπτε ο Τύπος;» Η Αριάνα μαλάκωσε. «Δε θα μπορούσες, φυσικά. Είσαι σίγουρη ότι δε θέλεις να πας η ίδια;» ρώτησε. Μια ματιά στην έκφραση της γιαγιάς της ήταν αρκετή για να της δώσει την απάντηση. «Δεν μπορώ να ρισκάρω το ενδεχόμενο να με πιάσει κρίση πανικού και να τρομάξω τα παιδιά». «Δεν πειράζει», την καθησύχασε η Αριάνα. «Θα σε αντικαταστήσω ευχαρίστως». «Σ’ ευχαριστώ. Ήλπιζα ότι θα το έλεγες αυτό». Τα μάτια της Πενέλοπι έλαμψαν πονηρά. «Είχα επίσης κι ένα απώτερο κίνητρο όταν σου το ζήτησα». «Σκέφτηκες ότι η εμπειρία αυτή θα με παρακινούσε να κάνω ό,τι μπορώ για να γίνω η καινούρια κυρία Πένιγουινκλ;» «Δεν μπορώ να σε κοροϊδέψω, έτσι; Ζήτησα μάλιστα να στείλουν την κούκλα σου τη Νάνσι, ειδικά για την περίσταση. Σκέφτηκα πως θα ήταν ό,τι έπρεπε. Δε φαντάζεσαι πόσο λαχταρούσα να παρευρεθώ σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση...» Η Πενέλοπι αναστέναξε. «Όχι». Η Αριάνα γονάτισε δίπλα στη γιαγιά της και την αγκάλιασε σφιχτά. «Έχεις κάνει πάρα πολλά για την οικογένεια. Έχεις δουλέψει τόσο σκληρά. Εύχομαι μόνο να με άφηνες να εξηγήσω πώς έχουν τα πράγματα στον Λατζ. Έχουν περάσει τόσες μέρες από τότε που με είδε με τον Άαρον και, παρ’ όλο που δεν έχει πει κάτι, αυτό το θέμα συνεχίζει να υπάρχει ανάμεσά μας». Η Πενέλοπι κούνησε το κεφάλι της αμετακίνητη. «Οι Ντάντε είναι συνεχώς στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Ξέρω ότι θα συμφωνούσαν να διαφυλάξουν το μυστικό μου», είπε και κοίταξε την εγγονή της. «Όμως τα μυστικά έχουν πάντα έναν τρόπο να μαθαίνονται». Η Αριάνα μόρφασε. Ήλπιζε ειλικρινά ότι δε θα συνέβαινε αυτό. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε κάποια συγκεκριμένα μυστικά. «Γιαγιά, είναι σύζυγός μου», επέμεινε διακριτικά. «Έχει δικαίωμα να ξέρει». «Ίσως να το ξανασκεφτούμε όταν ο Άαρον Τάλμποτ συμφωνήσει να γίνεις η νέα κυρία Πένιγουινκλ». «Αν ο Άαρον συμφωνήσει», διόρθωσε η Αριάνα τη γιαγιά της. «Οφείλω να ομολογήσω ότι, μετά από τη συνάντησή μας στο εστιατόριο, θα είναι δύσκολο να τον πείσω. Είναι αποφασισμένος να διατηρήσει την κυρία Πένιγουινκλ όπως ακριβώς είναι». Η Πενέλοπι έκανε μια χειρονομία σαν να μην το πίστευε. «Θα υποχωρήσει. Δεν έχει άλλη επιλογή αν θέλει περισσότερα βιβλία της κυρίας Πένιγουινκλ. Κι όταν θα γίνεις η νέα κυρία Πένιγουινκλ, το ενδιαφέρον του Τύπου θα στραφεί σ’ εσένα. Μπορεί να δείξουν και κάποιο ενδιαφέρον για μένα, όμως, όταν θα επιστρέψω με την Καρολίνα και τον Βιτόριο στην έπαυλη των Ρομάνο, δε θα μπορούν να έχουν πρόσβαση, παρά μόνο αν τους το επιτρέψω εγώ». Η θλίψη και ο φόβος έκαναν τις ρυτίδες της να ξεχωρίσουν πιο έντονες. «Τα πράγματα δε θα είναι όπως μετά το ατύχημα». «Όχι, δε θα είναι». Η Αριάνα φίλησε στο μάγουλο τη γιαγιά της και ίσιωσε το κορμί της. «Καλύτερα να φύγω, διαφορετικά θ’ αργήσω». «Θα περάσεις μετά από το ξενοδοχείο να μου πεις πώς πήγε;» ρώτησε η Πενέλοπι. Η Αριάνα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Θα σου πω αύριο. Υποτίθεται ότι θα βγω με τον Λατζ για δείπνο και δε θα μου μείνει πολύς χρόνος να επιστρέψω στο διαμέρισμα προτού γυρίσει από τη δουλειά». «Πρόσεχε την κούκλα σου. Θα λυπηθώ πολύ αν χαθεί ή καταστραφεί. Είναι η πρώτη που φτιάχτηκε ποτέ». Η Αριάνα χαμογέλασε με αγάπη. «Το θυμάμαι. Ούτε θα μου περνούσε ποτέ από το μυαλό ν’ αφήσω να της συμβεί κάτι κακό». Η Πενέλοπι ένευσε με ανακούφιση. «Προσπάθησε να διασκεδάσεις». Αυτό θα ήταν κάπως δύσκολο, σκέφτηκε η Αριάνα. Ωστόσο θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να περάσουν καλά τα παιδιά. Αγκάλιασε μια τελευταία φορά τη γιαγιά της, τη φίλησε, πήρε την κούκλα που της είχε χαρίσει η Πενέλοπι όταν ήταν ακόμα παιδί κι έφυγε από το ξενοδοχείο. *

«Είμαστε όλοι έτοιμοι;» ρώτησε ο Λατζ κάποιον από τους οργανωτές της φιλανθρωπικής εκδήλωσης. Ελπίζω αυτή η αντικαταστάτρια της κυρίας Πένιγουινκλ να μπορέσει να υποκαταστήσει επάξια τη συγγραφέα. Ευτυχώς ο εκδότης της έστειλε δωρεάν υπογεγραμμένα αντίτυπα των βιβλίων της και τα παιδιά θα πρέπει να ευχαριστηθούν». Ο Λατζ ήλπιζε επίσης ότι η αντικαταστάτρια της κυρίας Πένιγουινκλ δε θα αντιδρούσε άσχημα στη θέα των πιο φρικιαστικών από τα εγκαύματα των παιδιών. Απ’ όλους τους Ντάντε, ήταν εκείνος που στήριζε με περισσότερο πάθος τη συγκεκριμένη οργάνωση και εργαζόταν ακούραστα για τους σκοπούς της. Δεν του άρεσε καθόλου να σκέφτεται το ενδεχόμενο μια εκδήλωση που υποτίθεται ότι θα ευχαριστούσε τα παιδιά να μετατρεπόταν σε εφιάλτη τους.


«Νομίζω ότι η αντικαταστάτρια μόλις έφτασε», είπε ο διοργανωτής κι έδειξε προς την είσοδο της αίθουσας. Ο Λατζ κοίταξε προς τα κει και χαμογέλασε. «Αυτή δεν είναι η αντικαταστάτρια της Πένιγουινκλ. Είναι η σύζυγός μου». «Ω, μα φυσικά», έσπευσε να συμφωνήσει ο διοργανωτής. «Μάλλον θα με μπέρδεψε η κούκλα που κρατάει». Ο Λατζ κοίταξε ξανά. Η Αριάνα στεκόταν κοντά στην είσοδο και έσφιγγε το χέρι της βοηθού στην οποία είχαν αναθέσει να υποδεχτεί επισήμως την αντικαταστάτρια της κυρίας Πένιγουινκλ. Και στην αγκαλιά της έσφιγγε μια κούκλα Νάνσι. Ζήτησε συγνώμη αφήνοντας τη μικρή ομάδα των διοργανωτών να τακτοποιήσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες και πλησίασε τη σύζυγό του. «Παράξενο που σε βρίσκω εδώ», της είπε. Για κάποιο λόγο, η Αριάνα δεν έδειξε να ενθουσιάζεται που τον έβλεπε. Θα έλεγε κανείς ότι μάλλον σοκαρίστηκε. «Λατζ; Τι κάνεις εδώ;» «Είμαι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της οργάνωσης. Εγώ είμαι υπεύθυνος για τη σημερινή εκδήλωση». Ο Λατζ έγειρε απορημένος το κεφάλι του στο πλάι. «Κι εσύ;» Η Αριάνα δίστασε για μια στιγμή, πράγμα που έλεγε πολλά. «Η κυρία Πένιγουινκλ είναι παλιά οικογενειακή φίλη. Μου ζήτησε να την εκπροσωπήσω». Ενδιαφέρον. Η στιγμή δεν ήταν κατάλληλη για να κάνει επιπλέον ερωτήσεις, ωστόσο ο Λατζ όφειλε να παραδεχτεί ότι ήταν περίεργος να μάθει περισσότερα για τη συγγραφέα που απέφευγε τη δημοσιότητα. «Χαίρομαι που είσαι εδώ», είπε απλά. «Άφησέ με να σε συστήσω στα παιδιά». Η Αριάνα του έδωσε το χέρι. Μόλις οι παλάμες τους ακούμπησαν, ένιωσε το γνώριμο πόθο να φουντώνει, έναν πόθο που συνέχισε να τους ενώνει ακόμα και όταν άρχισε το πρόγραμμα. Μέσα στην επόμενη ώρα, σερβιρίστηκε το φαγητό. Όσο τα παιδιά έτρωγαν, η Αριάνα τους διάβαζε το τελευταίο βιβλίο της κυρίας Πένιγουινκλ, ενώ ένα από τα μικρά ήταν καθισμένο στην αγκαλιά της. Ο Λατζ της κρατούσε το βιβλίο και της γύριζε τις σελίδες. Αναρωτιόταν αν αντιλαμβανόταν ότι η συγκίνησή της γινόταν αιτία να μιλάει με έντονη, τραγουδιστή, ιταλική προφορά. Κανείς άλλος δεν έδειχνε να το προσέχει, εκείνος όμως το πρόσεξε. Επίσης πρόσεξε και κάτι ακόμα. Πώς η γυναίκα του πήγαινε από τραπέζι σε τραπέζι χωρίς ποτέ να βιάζεται. Πώς αγκάλιαζε το κάθε παιδί, πώς μιλούσε και γελούσε με όλα. Προς το τέλος της εκδήλωσης η Αριάνα κάθισε στο τελευταίο τραπέζι, δίπλα στο παιδί που είχε υποστεί τα χειρότερα εγκαύματα, ένα οδυνηρά ντροπαλό κοριτσάκι. Παρ’ όλο που η μικρή κρατούσε ένα ταλαιπωρημένο βιβλίο της κυρίας Πένιγουινκλ, ήταν το μόνο παιδί που δεν έσφιγγε επίσης μια κούκλα Νάνσι στην αγκαλιά του. «Δεν αρέσουν στη Σεσίλια οι κούκλες;» ρώτησε κάποια στιγμή ψιθυριστά η Αριάνα τη μητέρα του κοριτσιού. Η γυναίκα κοκκίνισε και κούνησε αμήχανη κεφάλι της. «Δεν έχουμε τα χρήματα να της αγοράσουμε μία», απάντησε σφιγμένα. «Ίσως τα Χριστούγεννα». Ο Λατζ είδε τα μάτια της συζύγου του να δακρύζουν. Η Αριάνα κοίταξε το κοριτσάκι κι έδειξε την κούκλα που είχε φέρει μαζί της στην εκδήλωση. «Το ξέρεις ότι αυτή είναι η πρώτη Νάνσι που φτιάχτηκε ποτέ;» Τα μάτια της Σεσίλια άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη. «Η πρώτη;» Άπλωσε το χέρι της ν’ αγγίξει τη φούστα της κούκλας και ύστερα το τράβηξε βιαστικά. «Συγνώμη...» «Μπορείς να την αγγίξεις. Μάλιστα...» Η Αριάνα άφησε προσεκτικά τη Νάνσι στην αγκαλιά της μικρής. «Αυτή η κούκλα είναι μαγική, επειδή ήταν η πρώτη. Η δουλειά της είναι να περνάει τη ζωή της ακριβώς όπως στα βιβλία της. Θέλει να βρίσκεται κοντά σε παιδιά που μπορεί να βοηθήσει. Διαφορετικά η μαγεία της θα χαθεί». Η Σεσίλια πάγωσε, σχεδόν δεν μπορούσε ν’ ανασάνει. «Θέλει να είναι με κάποιο παιδί σαν εμένα;» «Ακριβώς σαν εσένα», συμφώνησε η Αριάνα. «Θέλει να μείνει μαζί σου μέχρι που να μην τη χρειάζεσαι πια». Η Σεσίλια δάγκωσε τα χείλη της. «Κι αν περάσει πολύς καιρός μέχρι τότε; Αν οι εγχειρήσεις κρατήσουν χρόνια και χρόνια;» Η Αριάνα άφησε να περάσουν μερικές στιγμές πριν απαντήσει. «Η Νάνσι θα μείνει μαζί σου για όσο χρειάζεται. Κι όταν δε θα τη χρειάζεσαι πια, η δουλειά σου θα είναι να τη δώσεις σε κάποιο άλλο παιδί που να την έχει ανάγκη». Η Σεσίλια την κοίταξε. Το βλέμμα της ξεχείλιζε από λατρεία και αποφασιστικότητα. «Θα το κάνω», υποσχέθηκε με ζέση. «Θα τη δώσω σε κάποιο παιδί που θα τη χρειάζεται όσο κι εγώ». Ο Λατζ μπορούσε να φανταστεί πόσο δύσκολο θα πρέπει να ήταν για τη σύζυγό του να αποχωριστεί τη λατρεμένη της κούκλα. Όμως, όταν το έκανε, σηκώθηκε, χαμογέλασε σε όλους κι απομακρύνθηκε χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Εκείνος, αφού ζήτησε συγνώμη, την ακολούθησε και την έπιασε από το μπράτσο. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι εκείνη την ώρα η Αριάνα χρειαζόταν απεγνωσμένα να τη στηρίξει συναισθηματικά. «Περίμενε μια στιγμή. Η εκδήλωση σχεδόν τελείωσε», της είπε κι ανέβηκε στο βάθρο για να ευχαριστήσει όλους για την παρουσία τους και να κλείσει την εκδήλωση. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι τα παιδιά θα τη θυμούνταν για πολλά χρόνια. Ύστερα, έδειξε στην Αριάνα την πλαϊνή πόρτα. «Πάμε». «Τα καταφέρνω», επέμεινε εκείνη. Ο Λατζ διέκρινε την αγωνία στη φωνή της. Δεν της μίλησε. Την οδήγησε απλά στο διάδρομο. Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω τους, την έσφιξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε. Εκείνη πάγωσε και προσπάθησε να του αντισταθεί για μερικές στιγμές, ύστερα όμως ανταποκρίθηκε με το ίδιο πάθος που ανταποκρινόταν κάθε φορά όταν την άγγιζε. Τελικά ο Λατζ τραβήχτηκε και την κοίταξε τρυφερά. «Είσαι εντάξει; Φαντάζομαι ότι το να χαρίσεις εκείνη την κούκλα θα ήταν από τα πιο δύσκολα πράγματα που έχεις κάνει ποτέ». Η Αριάνα δεν το αρνήθηκε. «Είναι σημαντικό να βοηθάει κανείς τους άλλους. Αυτό πρεσβεύει η κυρία Πένιγουινκλ. Αυτό είναι το μήνυμα που υπάρχει σε κάθε ένα από τα βιβλία της. Πώς θα μπορούσα να μην τιμήσω το αληθινό νόημα της κούκλας και να μην τη δώσω σ’ ένα παιδί που την έχει ανάγκη, όπως συμβαίνει σε όλα τα βιβλία της κυρίας Πένιγουινκλ;» «Δε θα μπορούσες. Δεν είναι στη φύση σου». Ο Λατζ πέρασε το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της, σαν να ήθελε να την παρηγορήσει. «Έλα τώρα. Τι θα έλεγες να πάμε σπίτι;» «Θα το ήθελα πολύ». Όταν έφτασαν στο διαμέρισμα, η Αριάνα κράτησε τις παλάμες του Λατζ ανάμεσα στις δικές της. Αντί να τον οδηγήσει στο κοντινότερο κρεβάτι, κοντοστάθηκε έξω από την πόρτα του δωματίου που είχε ζητήσει να χρησιμοποιεί αποκλειστικά εκείνη, όταν είχε θέσει τον τρίτο όρο της πριν παντρευτούν. Άνοιξε την πόρτα χωρίς να πει λέξη και άναψε τα φώτα. Ο Λατζ μπήκε και κοίταξε γύρω του έκπληκτος. «Απίστευτο», είπε. Τριγύρισε στο δωμάτιο χωρίς να βιάζεται, μελετώντας τους πίνακες τον έναν μετά τον άλλον. «Αυτούς τους έκανες εσύ, έτσι δεν είναι; Θα αναγνώριζα παντού το στυλ σου». «Ναι, είναι δικοί μου. Τους περισσότερους τους έκανα στην Ιταλία. Προορίζονται για ένα καινούριο βιβλίο της Πένιγουινκλ. Δηλαδή αυτό θα εξαρτηθεί από το τι θ’ αποφασίσει ο Άαρον». Η Αριάνα πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε το σύζυγό της. «Ο Άαρον Τάλμποτ εκδίδει τα βιβλία της κυρίας Πένιγουινκλ. Γι’ αυτό είχαμε συναντηθεί τις προάλλες. Σκέφτεται το ενδεχόμενο να αντικαταστήσω εγώ την προηγούμενη κυρία Πένιγουινκλ». «Επρόκειτο για επαγγελματική συνάντηση;» Ο Λατζ μόρφασε. Οι απορίες του για τον Τάλμποτ επιτέλους απαντιόνταν και δεν έβρισκε λόγια να εκφράσει την ανακούφιση που ένιωθε, όπως και τη θλίψη του για την καχυποψία του. «Λυπάμαι, Αριάνα. Είμαι στ’ αλήθεια κάθαρμα, έτσι;» «Μερικές φορές», είπε εκείνη αλλά ταυτόχρονα χαμογέλασε. «Και δέχομαι τη συγνώμη σου. Κάποιες φορές είναι δύσκολο να βγάλει κανείς σωστά


συμπεράσματα όταν δεν έχει όλα τα δεδομένα». «Ο Σεβ με προειδοποίησε γι’ αυτό. Ωστόσο η αντίδρασή μου παραμένει αδικαιολόγητη». Ο Λατζ κοίταξε τους πίνακες και κούνησε το κεφάλι του. «Είναι εκπληκτικοί. Να υποθέσω ότι ο Τάλμποτ συμφώνησε να συνεργαστείτε;» «Όχι ακόμα». Ο Λατζ ξαφνιάστηκε. «Δεν έσπευσε να εξασφαλίσει ότι θα είσαι η νέα κυρία Πένιγουινκλ; Είναι τρελός;» Η Αριάνα γέλασε. «Έτσι νομίζω. Το ίδιο κι η γιαγιά μου». Έτσι απλά, ο Λατζ συνέθεσε τα κομμάτια του παζλ. «Πενέλοπι. Πένι. Πένιγουινκλ. Η γιαγιά σου είναι η κυρία Πένιγουινκλ!» Η Αριάνα ένευσε καταφατικά. «Άρχισε να σχεδιάζει σαν μια μορφή θεραπείας μετά το ατύχημα. Τώρα που η αρθρίτιδα την εμποδίζει να συνεχίσει, θέλει να συνεχίσω εγώ». «Δεν καταλαβαίνω». Ο Λατζ την κοίταξε πάνω από τον ώμο του. «Αν η Πενέλοπι είναι η πραγματική Πένιγουινκλ, γιατί δεν ήρθε η ίδια στην εκδήλωση;» «Μία από τις συνέπειες του ατυχήματος είναι ότι υποφέρει από κρίσεις πανικού. Και το έντονο ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης μετά το ατύχημα επιδείνωσε τις φοβίες της. Αρνείται να κάνει εμφανίσεις, μήπως τυχόν και πάθει κρίση πανικού και τρομάξει τα παιδιά». Ο Λατζ κοίταξε τη σύζυγό του με κατανόηση. «Για τον καθένα θα ήταν δύσκολο να χάνει έτσι τον αυτοέλεγχό του, όμως θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα δύσκολο για μια γυναίκα με τόσο ισχυρό χαρακτήρα όσο η γιαγιά σου». «Τρομερά». Ο Λατζ έστρεψε ξανά την προσοχή του στους πίνακες της γυναίκας του. Είχε εντυπωσιαστεί όταν είχε δει τα σχέδιά της στο ταξίδι του μέλιτος. Μάλιστα είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να σώσει το μπλοκ της, επειδή δεν άντεχε στη σκέψη να χαθούν τόσο υπέροχα σχέδια. Ωστόσο εκείνα τα σχέδια δεν μπορούσαν καν να συγκριθούν με τα έργα που έβλεπε μπροστά του. «Τα έδειξες αυτά στον Τάλμποτ; Κι εκείνος τα απέρριψε;» «Όχι ακριβώς. Του έδειξα ένα πορτφόλιο της δουλειάς μου. Κι απέρριψε αυτό. Λέει ότι οι εικονογραφήσεις μου είναι υπερβολικά εκκεντρικές. Και όσα του έδειξα δεν ήταν ούτε κατ’ ιδέα τόσο εκκεντρικά όσο αυτά. Αυτό που θέλει στην πραγματικότητα είναι να αντιγράψω το στυλ της γιαγιάς μου, ώστε να μην καταλάβει κανείς πως άλλαξε η συγγραφέας. Προσπάθησα να κάνω αυτό που μου ζήτησε». Η Αριάνα πήγε σε μια στοίβα καμβάδες που ήταν ακουμπισμένοι στον τοίχο, ξεχώρισε έναν και τράβηξε το πανί που τον σκέπαζε. «Αυτό ήταν το αποτέλεσμα». «Άουτς». «Κι εγώ έτσι ακριβώς αντέδρασα». «Υπάρχουν και άλλοι εκδότες, Αριάνα, και όλοι τους θα χαρούν να εκδώσουν μια καινούρια, ανανεωμένη σειρά της κυρίας Πένιγουινκλ. Έχεις σκεφτεί να πλησιάσεις κάποιον απ’ αυτούς;» «Σύμφωνα με τον Άαρον, το συμβόλαιό μας το απαγορεύει». «Γιατί δε μου δίνεις ένα αντίγραφο αυτού του συμβολαίου να βάλω τους δικηγόρους μου να ρίξουν μια ματιά; Αν δε βρουν κάποιο παραθυράκι, θα προσλάβω κάποιο δικηγόρο που ν’ ασχολείται με τα πνευματικά δικαιώματα». «Δεν ξέρω αν η γιαγιά μου θα συμφωνήσει. Συνεργαζόταν πολλά χρονιά με τον πατέρα του Άαρον. Όμως θα τη ρωτήσω». Η Αριάνα έδωσε στον Λατζ ένα πεταχτό φιλί. «Σ’ ευχαριστώ». Εκείνο το φιλί ήταν το μόνο που χρειάστηκε. Ο Λατζ σκέφτηκε ότι, ακόμα κι αν γινόταν εκατό ετών, δε θα κατανοούσε ποτέ για ποιο λόγο ακριβώς η Αριάνα τον αναστάτωνε τόσο. Τον έκανε να ξεχνάει εντελώς τη λογική του και να φουντώνει τον πόθο του. Δεν είπε ούτε λέξη. Δε χρειαζόταν. Άκουσε την ανάσα της να σταματά για μια στιγμή, είδε το βλέμμα της να σκοτεινιάζει σαν να είχε καταλάβει. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν ελαφρά. Η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους γέμισε ένταση. Χωρίς να πάρει το βλέμμα του από πάνω της, έλυσε τον κόμπο της γραβάτας του και την έβγαλε. Η Αριάνα έσπευσε να τον μιμηθεί και έβγαλε τα ρούχα που είχε φορέσει όταν είχαν επιστρέψει στο διαμέρισμα. Κι ωστόσο ακόμα δεν είχαν αγγίξει ο ένας τον άλλον, όχι πριν και το τελευταίο μεταξωτό εσώρουχο να πέσει στο πάτωμα. Τότε ενώθηκαν. Αργά. Τρυφερά. Απαλά. Εκεί, στο δωμάτιο που ήταν ποτισμένο με την ψυχή της γυναίκας του, ο Λατζ έγινε ένα μαζί της. Της έδωσε όλα όσα έκρυβε μέσα του. Ακριβώς όπως είχε θυσιάσει εκείνη την κούκλα της, θυσίασε κι αυτός τη δυσπιστία του. Πρόσφερε τον εαυτό του στην Αριάνα. Στον Κεραυνό. Στην αγάπη. *

Η Αριάνα βόγκηξε. «Νομίζω ότι δεν μπορώ να κινηθώ». «Δεν είσαι η μόνη». «Επίσης πεινάω», εξομολογήθηκε. «Γιατί δεν παραγγέλνουμε κάτι για φαγητό; Έτσι, δε θα χρειαστεί να πάμε πέρα από το τηλέφωνο». «Για φαγητό; Είναι τόσο αργά;» Ο Λατζ κοίταξε το ρολόι του και μουρμούρισε κάτι μέσ’ από τα δόντια του. «Θα χρειαστεί να πάμε πολύ μακρύτερα από το τηλέφωνο. Και μάλιστα θα πρέπει να βιαστούμε. Ο πατέρας σου θα έρθει από στιγμή σε στιγμή». Η Αριάνα πετάχτηκε από το κρεβάτι πανικόβλητη. Ο τελευταίος μήνας είχε περάσει μέσα σε πραγματική αγωνία. Περίμενε το τηλεφώνημα που ο πατέρας της είτε θα την πληροφορούσε ότι είχε βρει το Μπρίμστοουν σώζοντάς την από την καταστροφή είτε θα της έλεγε ότι το διαμάντι είχε χαθεί, με αποτέλεσμα ο κόσμος της να γκρεμιστεί όταν ο Λατζ θα ανακάλυπτε ότι τον είχε εξαπατήσει. Κατά τα φαινόμενα, η αναμονή είχε τελειώσει. «Ο μπαμπάς; Εδώ;» ρώτησε στα ιταλικά. «Γιατί έρχεται εδώ; Νόμιζα ότι είχε επιστρέψει στην πατρίδα». «Του ζήτησα να φέρει το Μπρίμστοουν». Η Αριάνα πάγωσε. «Τώρα; Μα... δεν υποτίθεται ότι θα το χωρίσουμε όταν θα κλείσουμε τους τρεις μήνες; Γιατί τόση βιασύνη;» Ο Λατζ την κοίταξε απορημένος. «Θα πρέπει να εκτιμήσω το διαμάντι ώστε να ξέρω την αξία του. Αυτό δε γίνεται μέσα σε μια νύχτα. Ζήτησα από τον Βιτόριο να το φέρει στο Σαν Φρανσίσκο κάποια στιγμή αυτή την εβδομάδα». «Και ο μπαμπάς συμφώνησε; Το έφερε;» ρώτησε η Αριάνα σφιγμένα. «Ήρθε σήμερα αεροπορικώς». Η Αριάνα ηρέμησε κάπως και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Αναρωτιέμαι γιατί δε με ενημέρωσε. Αυτά είναι καλά νέα». Χαμογέλασε κι ένιωσε την ανακούφιση να την πλημμυρίζει. «Στην πραγματικότητα, είναι υπέροχα». Ο Λατζ την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Και δεν πρόκειται να μοιράσουμε το διαμάντι, το ξέχασες; Η Ντάντε θα πληρώσει στην οικογένειά σου τη μισή αξία του. Είναι μεγάλη κακοτυχία να χωρίσει κανείς στη μέση το Μπρίμστοουν». «Αλήθεια;» ρώτησε η Αριάνα. Η περιέργειά της είχε κεντριστεί. «Γιατί αυτό;» «Σύμφωνα με το θρύλο, ο μόνος τρόπος να κοπεί το Μπρίμστοουν είναι να αποφασίσει να το κάνει μόνο του. Και τα διαμάντια δεν το συνηθίζουν να κόβονται από μόνα τους. Όχι χωρίς κάποια βοήθεια».


«Έτσι, μέχρι να συμβεί αυτό, η οικογένειά σου σκοπεύει να το κρατήσει ολόκληρο;» ρώτησε η Αριάνα και, όταν ο άντρας της ένευσε καταφατικά, του έκανε ακόμα μια ερώτηση. «Και τι θα κερδίσετε όταν το διαμάντι θα χωριστεί μόνο του; Γιατί κάτι θα κερδίσετε, σωστά;» «Πλούτη». Η Αριάνα συγκράτησε ένα γέλιο. «Έτσι λέει ο θρύλος;» «Όχι, έτσι λέω εγώ. Ο θρύλος λέει ότι θα έχουμε καλοτυχία και την ευλογία του Θεού για όσο η γενιά των Ντάντε θα υπάρχει στον κόσμο. Οι Ντάντε είναι πολύ προληπτικοί. Ο Κεραυνός, το Μπρίμστοουν...» Το κουδούνι της εξώπορτας δεν άφησε την Αριάνα ν’ απαντήσει. Άρχισαν κι οι δυο να ντύνονται βιαστικά. Ο Λατζ τελείωσε πρώτος. «Με την ησυχία σου», είπε στην Αριάνα. «Θα καθυστερήσω τον πατέρα σου». Η Αριάνα μπήκε στο καθιστικό όταν ο Βιτόριο έσφιγγε το χέρι του Λατζ με τρόπο που δεν έκρυβε τη νευρικότητά του. «Ελπίζω να μη σας πειράζει που ήρθα λίγο πιο νωρίς». «Καθόλου». Ο Λατζ έδειξε το μπαρ. «Να σου προσφέρω κάτι να πιεις;» «Ουίσκι με νερό», απάντησε ο Βιτόριο. «Διπλό». Η Αριάνα ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται ακούγοντάς τον. Προσπάθησε να κοιτάξει τον πατέρα της, να τον ρωτήσει με τα μάτια τι συνέβαινε, εκείνος όμως απέφευγε το βλέμμα της. Και τότε η Αριάνα κατάλαβε. Δεν είχε βρει το διαμάντι και βρισκόταν εκεί για να εξομολογηθεί τις αμαρτίες του. Έκλεισε τα μάτια της. Ω, όχι, όχι, ας έκανε λάθος! Ας μην τελείωνε ο γάμος της πριν ξεκινήσει αληθινά... Ο Λατζ ετοίμασε το ποτό και το έδωσε στον Βιτόριο. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε χαμηλόφωνα. «Ήλπιζα ότι θα καθυστερούσα αυτή τη συζήτηση για λίγο περισσότερο. Προφανώς όμως δεν μπορώ». «Υποθέτω ότι αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις το Μπρίμστοουν», είπε ο Λατζ χωρίς να κομπιάσει. «Αυτό ήρθες να μου πεις;» «Ναι». Ο Βιτόριο άδειασε το ποτό του με μια γουλιά. «Αυτό ήρθα να σου πω». Η Αριάνα έκλεισε τα μάτια. «Ω, μπαμπά», ψιθύρισε. «Προσπάθησα να σου τηλεφωνήσω και να σε προειδοποιήσω, μπαμπολίνα, όμως...» «Τι απέγινε το διαμάντι; Πού βρίσκεται;» ρώτησε ο Λατζ, προσπαθώντας να διατηρήσει ήρεμο τον τόνο της φωνής του. Ο Βιτόριο δίστασε. «Μετά το θάνατο του Ντόμινικ, το πήρα από τη θυρίδα που είχαμε συμφωνήσει να το φυλάμε», εξομολογήθηκε. Η Αριάνα σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα. «Μετά το θάνατο του Ντόμινικ;» επανέλαβε, σαν να μην πίστευε στ’ αυτιά της. Όχι, όχι, δεν της είχε πει αυτά ο πατέρας της πριν το γάμο. Είχε πει ότι... Προσπάθησε να θυμηθεί. Είχε υπονοήσει ότι το είχε χάσει πρόσφατα. «Η τύχη του διαμαντιού αγνοείται εδώ και τόσα χρόνια;» «Φοβάμαι πως ναι». Ο Βιτόριο καθάρισε το λαιμό του. «Ο παππούς του Λατζ δεν ήξερε τι είχε κάνει ο Ντόμινικ το διαμάντι, έτσι, μετά το θάνατό του, θέλησα να του το επιστρέψω και να του εξηγήσω πώς είχε περιέλθει στην κατοχή μου». «Φυσικά», είπε ήρεμα ο Λατζ. «Ήταν το μόνο που θα μπορούσες να κάνεις, αφού θα ήταν ανήθικο να διαθέσεις το διαμάντι με οποιονδήποτε άλλον τρόπο». Ο Βιτόριο είχε την ευθιξία να κοκκινίσει. «Αυτό ακριβώς σκέφτηκα κι εγώ», έσπευσε να διαβεβαιώσει τον Λατζ. «Όμως, πριν προλάβω να το επιστρέψω, το έχασα. Έψαξα παντού για να το βρω. Ήταν σαν να είχε ανοίξει η γη και να το είχε καταπιεί. Το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι ότι κάποιος από τους υπηρέτες...» Ανασήκωσε τους ώμους χωρίς να ολοκληρώσει τη φράση του. «Και πέρασες τα τελευταία δώδεκα χρόνια ψάχνοντας να το βρεις; Να υποθέσω ότι κάλεσες τις Αρχές;» Ο Λατζ ανασήκωσε τα φρύδια. «Όχι;» «Όχι», παραδέχτηκε ο Βιτόριο. «Δεν είπα τίποτα όταν έχασα το Μπρίμστοουν, γιατί ντρεπόμουν πολύ να παραδεχτώ την απροσεξία μου. Και, επιπλέον, θα ξεσπούσε σκάνδαλο». Κοίταξε ανήσυχος τον Λατζ. «Ωστόσο υπήρχε κι άλλος λόγος. Ένας πολύ πιο σημαντικός λόγος, για τον οποίο επέτρεψα να γίνει ο γάμος». Η Αριάνα βρέθηκε δίπλα του και του έπιασε το χέρι. «Ποιος, μπαμπά;» Εκείνος χάιδεψε το μάγουλο της κόρης του. «Ο Ντόμινικ ήθελε αυτόν το γάμο με όλη του την καρδιά. Επέμενε να υπογράψουμε εκείνη τη συμφωνία, παρά τις αντιρρήσεις μου». Στράφηκε ξανά στον Λατζ. «Το έκανε για να προστατεύσει εσένα, αγόρι μου. Και έβαλε το Μπρίμστοουν στη συμφωνία, γιατί ήξερε ότι ήταν ο μόνος τρόπος να με πείσει να δεχτώ αυτό το τρελό σχέδιο». Ο Βιτόριο έκανε μια παύση και ανασύνταξε τις δυνάμεις του πριν συνεχίσει. «Θέλω να τιμήσω την επιθυμία του». «Είμαι σίγουρος ότι οι λόγοι για τους οποίους ήθελες να παντρευτώ την Αριάνα ήταν εντελώς αλτρουιστικοί», είπε ο Λατζ παγερά. «Όλα έγιναν εξαιτίας του Κεραυνού», επέμεινε ο Βιτόριο. «Από σεβασμό στις παραδόσεις των Ντάντε, δεν ήθελα να αναφερθώ σε ένα ζήτημα που θεωρείτε καθαρά οικογενειακή σας υπόθεση, όμως, ακόμα και πριν από τόσα χρόνια, ο πατέρας σου διέκρινε μια σπίθα ανάμεσα σ’ εσένα και την κόρη μου. Γι’ αυτό επέμεινε να υπογράψουμε τη συμφωνία». «Αρκετά!» είπε ο Λατζ κοφτά. Η Αριάνα τον κοίταξε συγκλονισμένη. «Λατζ, σε παρακαλώ», ψιθύρισε. Εκείνος κάρφωσε με το βλέμμα του τον Βιτόριο. «Μπορώ να μαντέψω γιατί δεν είπες στην οικογένειά μου ότι έχασες το Μπρίμστοουν. Ήλπιζες ότι αυτή η αξιοκαταφρόνητη συμφωνία δε θα ερχόταν ποτέ στο φως. Στο κάτω κάτω ο πατέρας μου ήταν νεκρός, ενώ κανείς άλλος από τους Ντάντε δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτή ή για το τι απέγινε το Μπρίμστοουν. Τα ίχνη του χάθηκαν μαζί με τον πατέρα μου». «Όχι, εγώ...» Ο Λατζ δεν τον άφησε να συνεχίσει. «Φυσικά ήλπιζες ότι, ακόμη κι αν ανακάλυπτε κάποιος τη συμφωνία, αυτό θα γινόταν αφού η Αριάνα θα είχε κλείσει τα είκοσι πέντε, ώστε να μπορέσεις να ισχυριστείς πως το Μπρίμστοουν είχε ριχτεί στον ωκεανό. Όμως, όταν η Κέιτλιν βρήκε απρόσμενα το αντίγραφο του πατέρα μου σ’ ένα κουτί με παλιά οικογενειακά έγγραφα και μου το έδειξε, προτού η Αριάνα γίνει είκοσι πέντε, δεν είχες άλλη επιλογή». «Απ’ ό,τι φαίνεται έχεις όλες τις απαντήσεις», είπε ο Βιτόριο και ανασήκωσε άτονα τους ώμους. «Συνέχισε». «Πολύ καλά». Ο Λατζ στράφηκε στην Αριάνα. «Ο πατέρας σου είχε δύο επιλογές. Η μία ήταν να ομολογήσει την αλήθεια και ν’ αντιμετωπίσει την καχυποψία και την οργή των Ντάντε. Και εγγυώμαι ότι ο παππούς μου δε θα θύμωνε απλά για τη συμφωνία που είχαν κάνει με τον πατέρα μου, αλλά θα γινόταν και πολύ καχύποπτος σχετικά με την τόσο βολική εξαφάνιση του διαμαντιού, ειδικά αν λάβει κανείς υπόψη του τη δύσκολη οικονομική θέση στην οποία βρίσκονται οι Ρομάνο. Η δεύτερη επιλογή του πατέρα σου ήταν να προσποιηθεί ότι το Μπρίμστοουν παρέμενε σώο και ασφαλές. Τότε θα μπορούσε να επιτρέψει να γίνει ο γάμος και... να ελπίζει. Να ελπίζει ότι ο γάμος μας θα πετύχαινε και όλα θα συγχωρούνταν. Να ελπίζει ότι οι Ντάντε δε θα ήθελαν να προκαλέσουν ένα σκάνδαλο που να συμπεριλαμβάνει τους Ρομάνο, ειδικά τώρα που οι δυο οικογένειες θα συνδέονταν με τα δεσμά ενός γάμου. Να ελπίζει ότι θα γινόταν κάποιο θαύμα και το Μπρίμστοουν θα βρισκόταν». «Στην πραγματικότητα, κάνεις λάθος γι’ αυτό το τελευταίο», τον διόρθωσε η Αριάνα. «Ο πατέρας μου δεν ήλπιζε κάτι τέτοιο». Ο Λατζ αγριοκοίταξε τη γυναίκα του κι εκείνη είδε την καχυποψία του να φουντώνει, όσο και αν προσπάθησε να την κρύψει. «Έκανα λάθος για τον Άαρον, δε θα ήθελα λοιπόν να επαναλάβω το ίδιο λάθος», της είπε. «Όμως πώς ξέρεις τι σκεφτόταν και τι όχι ο πατέρας σου;» Η Αριάνα σήκωσε περήφανα το πιγούνι της και τον κοίταξε στα μάτια. «Επειδή δεν ήταν εκείνος που έλαβε υπόψη του αυτές τις πιθανότητες πριν


παντρευτούμε. Εγώ το έκανα αυτό. Σε παντρεύτηκα για να προστατεύσω την οικογένειά μου από τους Ντάντε».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Από: Lazzaro–Dante@DantesJewelry.com Ημερομηνία: 07/08/2008 10:57 Προς: Bambolina@fornitore.it Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι... Τελικό Σε συνέχεια της τηλεφωνικής μας συζήτησης, σου στέλνω τον τελευταίο μου όρο για το γάμο. Όρος 6ος: Οι Ντάντε θα εκτιμήσουν το Μπρίμστοουν σε δύο (2) ανεξάρτητους οίκους. Το Μπρίμστοουν θα παραμείνει ιδιοκτησία της Ντάντε. Οι Ρομάνο θα αποζημιωθούν σε μετρητά για το ισόποσο της μισής εκτιμηθείσας αξίας του διαμαντιού. Ελπίζω να συμφωνείς. Ανυπομονώ να φτάσει η 28η. Λ. Από: Bambolina@fornitore.it Ημερομηνία: 07/08/2008 20:20 Προς: Lazzaro–Dante@DantesJewelry.com Θέμα: Συμφωνητικό Γάμου, Προγαμιαίοι Όροι... Τελικό Ω, Λατζ, με κάνεις να γελάω. Κι εγώ ανυπομονώ να φτάσει η 28η. Όπως και αν αποφασίσεις να χωρίσεις το Μπρίμστοουν, δε θα έχουμε αντίρρηση ούτε εγώ ούτε η οικογένειά μου. Τσάο! Αριάνα Η εξομολόγηση της Αριάνας έμεινε να πλανιέται βαριά στην ατμόσφαιρα για αρκετές στιγμές, που φάνταζαν αιώνες. Τότε ο Λατζ στράφηκε στον πατέρα της. «Συγχώρεσέ μας, σε παρακαλώ», είπε με παγερή τυπικότητα. «Με την κόρη σου θα πρέπει να μιλήσουμε ιδιαιτέρως». Τα μάτια του Βιτόριο γέμισαν ανησυχία. «Δεν πρόκειται να την αφήσω μόνη μαζί σου. Όχι, όταν είσαι τόσο θυμωμένος». «Δεν πρόκειται να μου κάνει κακό», τον καθησύχασε η Αριάνα. «Και έχει δίκιο, μπαμπά. Αυτό είναι κάτι που αφορά εμάς τους δύο». Ο Λατζ δεν άφησε το περιθώριο σε πατέρα και κόρη να δια-φωνήσουν. Άνοιξε απλά την πόρτα και περίμενε. Ο Βιτόριο έφυγε. Ο Λατζ, διατηρώντας με δυσκολία την αυτοκυριαρχία του, έκλεισε μαλακά την πόρτα. «Έτσι απλά για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, ήξερες πριν παντρευτούμε ότι το Μπρίμστοουν είχε χαθεί;» ρώτησε. Η Αριάνα ένευσε καταφατικά. «Ο πατέρας μου μου το είπε αμέσως πριν την τελετή», είπε και κρύφτηκε πίσω από μια μάσκα ηρεμίας. Αν οι περιστάσεις ήταν διαφορετικές, ο Λατζ θα είχε εντυπωσιαστεί τρομερά. «Παρέλειψε να αναφέρει πόσα χρόνια ήταν χαμένο το διαμάντι, γιατί τότε η απόφασή μου θα ήταν διαφορετική». «Άρα μου έλεγες ψέματα από την αρχή». Η Αριάνα δεν κρύφτηκε. «Ναι. Όταν έμαθα για το Μπρίμστοουν δε σε γνώριζα παρά μόνο μέσα από μερικά λακωνικά μηνύματα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και από ένα δυο τηλέφωνα. Τα λίγα που ήξερα με προειδοποιούσαν ότι δε θα αντιδρούσες καλά στα νέα. Έτσι, έκανα αυτό που ένιωθα ότι έπρεπε να κάνω». «Είχες δίκιο», είπε ο Λατζ. Η Αριάνα σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. «Δεν αντιδρώ καλά σ’ αυτά τα νέα». Εκείνη ήταν αρκετά ανόητη ώστε να διασχίσει το δωμάτιο και να πάει κοντά του. «Λατζ, προσπάθησε να δεις τα πράγματα από τη δική μου μεριά. Ήλπιζα ότι ο πατέρας μου θα έβρισκε το διαμάντι προτού ανακαλύψει κανείς ότι έλειπε. Αυτό που δεν έλαβα υπόψη μου ήταν ο Κεραυνός», είπε με οδυνηρή ειλικρίνεια ενώ, ταυτόχρονα, έτριβε με τον αντίχειρά της την παλάμη της. «Επίσης δεν υπολόγισα ότι θα σε ερωτευόμουν». «Μη», είπε ο Λατζ κοφτά. Έκανε ένα βήμα πίσω, σαν να ήθελε να κρατηθεί μακριά τόσο από εκείνη όσο κι από την ανελέητη έλξη που τον παρότρυνε να παραδοθεί στα συναισθήματά του για την Αριάνα. Ο δεσμός που υπήρχε ανάμεσά τους θα έπρεπε να είχε διακοπεί, να είχε γίνει κομμάτια όταν η Αριάνα του ομολόγησε τι είχε κάνει. Όμως δεν είχε γίνει έτσι. Κι όσο αντιστεκόταν, τόσο πιο δυνατός γινόταν αυτός ο δεσμός. «Περιμένεις να πιστέψω ότι με αγαπάς, όταν τα πάντα στη σχέση μας ήταν ψέμα; Όταν κάθε όρος στον οποίο συμφωνήσαμε πριν παντρευτούμε ήταν ένα αστείο;» Η Αριάνα σήκωσε περήφανα το πιγούνι της. «Το μόνο για το οποίο σου είπα ψέματα ήταν το Μπρίμστοουν. Τα υπόλοιπα ήταν όλα αλήθεια». «Ήταν όλα ψέματα. Η κυρία Πένιγουινκλ. Το Μπρίμστοουν». Ο Λατζ την κάρφωσε με το παγερό βλέμμα του. «Ο Κεραυνός». Η οργή της Αριάνας φούντωσε. Τα μάτια της έλαμψαν σαν αναμμένα κάρβουνα. «Πολύ καλά. Δε σου είπα για την κυρία Πένιγουινκλ και το Μπρίμστοουν. Προστάτευα την οικογένειά μου και αρνούμαι να απολογηθώ γι’ αυτό, ειδικά όταν είναι σίγουρο ότι στη θέση μου θα είχες κάνει το ίδιο πράγμα. Όμως, σε ό,τι αφορά όλα τα υπόλοιπα... αυτά ήταν αλήθεια. Τα συναισθήματά μου για σένα ήταν αληθινά. Το άγγιγμα του Κεραυνού είναι αληθινό». Ο τόνος του Λατζ ήταν παγερός. «Με είχαν προδώσει στο παρελθόν. Το ήξερες αυτό. Κι ωστόσο επέλεξες να με προδώσεις ξανά. Δε θα μείνω με μια γυναίκα που δεν μπορώ να εμπιστευτώ». Η Αριάνα γύρισε και τον κοίταξε. Ήταν άσπρη σαν πανί. «Λατζ, μπορούμε να βρούμε μια λύση. Σε παρακαλώ, δε θα προσπαθήσεις;» Εκείνος δίστασε για μια στιγμή. Μόλις μερικές ώρες νωρίτερα, για μια σύντομη, λαμπερή στιγμή, είχε πιστέψει. Είχε ακούσει το κάλεσμα του Κεραυνού, έστω κι αν ήταν μια ψευδαίσθηση. Ήθελε να ονειρευτεί ξανά, ήθελε απεγνωσμένα ακόμα μια γεύση του ονείρου, χωρίς να τον ενδιαφέρει πόσο θα του κόστιζε αυτό σε προσωπικό επίπεδο. Πίεσε τον εαυτό του να κάνει ακόμα ένα βήμα προς τα πίσω πριν χάσει όλα όσα ήταν για εκείνον σημαντικά. Τη λογική του. Την τάξη. «Ο γάμος μας ήταν μια δουλειά», είπε. «Αυτή η δουλειά έφτασε πλέον στο τέλος της». Το χέρι της Αριάνας έπεσε άτονα στο πλευρό της. Τα δάχτυλά της έκλεισαν σαν τα πέταλα του λουλουδιού που κλείνουν για να προστατευτούν από τον παγωμένο νυχτερινό αέρα. «Δεν υπάρχει λόγος πλέον να παραμείνουμε παντρεμένοι, έτσι;» ρώτησε στα ιταλικά. «Κανένας λογικός λόγος». Ο Λατζ μόρφασε όταν διαισθάνθηκε το θάνατο των ελπίδων της. Την είδε να σηκώνει το πιγούνι της, σε μια προσπάθεια να διατηρήσει τα όποια ψήγματα αξιοπρέπειας της είχαν απομείνει. «Καταλαβαίνω ότι το διαμέρισμα είναι δικό σου, θα ήθελα όμως να με αφήσεις μια δυο ώρες μόνη μου να μαζέψω τα πράγματά μου». «Αριάνα...» «Λατζ, σε παρακαλώ». Καθώς πρόφερε το όνομά του, η φωνή της έσπασε και, μαζί, το ηθικό της. Ο Λατζ ετοιμάστηκε να πει κάτι, αλλά άλλαξε γνώμη. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο να ειπωθεί. Σιωπηλός, έκανε μεταβολή και έφυγε.


*

Λιγότερο από μια ώρα αργότερα, η Αριάνα στεκόταν στο κέντρο του διαμερίσματος του Λατζ και κοιτούσε τη γιαγιά της. Παντού γύρω της ήταν κομμάτια της ζωής που είχε μοιραστεί με τον Λατζ, σαν σκουπίδια μετά από ένα ναυάγιο. «Χαίρομαι πραγματικά που σε βλέπω, γιαγιά, γι’ αυτό μην παρεξηγήσεις την ερώτησή μου», είπε. Πάλεψε ν’ αντισταθεί στην εξάντληση που απειλούσε να την κάνει να καταρρεύσει. «Όμως γιατί είσαι εδώ;» «Τηλεφώνησε ο Λατζ. Είπε ότι θα έπρεπε να έρθω αμέσως. Με ενημέρωσε για τα περισσότερα απ’ όσα συνέβησαν». «Σου τηλεφώνησε;» Η Αριάνα δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Με δεδομένο το πώς είχαν χωρίσει, ήταν μια χειρονομία απίστευτα ευγενική εκ μέρους του. «Γιατί να το κάνει αυτό;» «Υποθέτω ότι ανησυχεί για σένα. Εξαιρετική αρετή για ένα σύζυγο». Η Πενέλοπι προχώρησε με το καροτσάκι της στο καθιστικό. «Κι αφού είχα κανονίσει ήδη να με φέρει εδώ ο οδηγός μου, το τηλεφώνημα του Λατζ δε με έβγαλε καθόλου από τη βολή μου». «Ερχόσουν να με επισκεφτείς;» ρώτησε η Αριάνα. Χωρίς να έχει ενημερώσει; Η Πενέλοπι δεν τα συνήθιζε κάτι τέτοια. Δε θα γινόταν ποτέ αδιάκριτη. «Είσαι ευπρόσδεκτη, φυσικά. Απλά δεν καταλαβαίνω γιατί...» «Έχω δυο θέματα να συζητήσω μαζί σου. Σκόπευα να το κάνω αργότερα, μέχρι που άκουσα ότι ο πατέρας σου θα ερχόταν αεροπορικώς να δει τον Λατζ. Μόνο ένας λόγος θα μπορούσε να υπάρχει γι’ αυτό. Θα παραδεχόταν επιτέλους την αλήθεια για το Μπρίμστοουν. Μόλις το άκουσα, ήρθα αμέσως». Η Πενέλοπι χτύπησε το μπράτσο της αναπηρικής της πολυθρόνας. «Όχι ότι έχω τη δυνατότητα πια να βρίσκομαι αμέσως κάπου». Η Αριάνα πάγωσε και επικέντρωσε στο πιο σημαντικό απ’ όσα είχε πει η γιαγιά της. «Ξέρεις για το Μπρίμστοουν;» «Ναι». Μια λάμψη φώτισε τα γαλανά μάτια της Πενέλοπι. «Ξέρω και για το Μπρίμστοουν και για εκείνη την αχαρακτήριστη συμφωνία. Εδώ και χρόνια. Και δε θα καταλάβω ποτέ πώς μπόρεσε ο πατέρας σου να κάνει κάτι τόσο απερίσκεπτο». «Λέει...» Η Πενέλοπι δεν άφησε την εγγονή της να συνεχίσει. «Ξέρω τις δικαιολογίες του. Όλες εκείνες οι ανοησίες για το θρύλο του Κεραυνού». Η Αριάνα έκλεισε τα μάτια της. «Δεν είναι ανοησίες», είπε σιγανά. «Όχι;» Η οργή της Πενέλοπι κόπασε κάπως, σαν να το διασκέδαζε. «Το περίμενα ότι θα το έλεγες αυτό. Θα πρέπει να φταίει η ρομαντική πλευρά του χαρακτήρα μου. Όχι ότι έχει σημασία. Αν αυτό που νιώθατε με τον Λατζ όταν ήσαστε παιδιά ήταν στ’ αλήθεια μια μορφή του Κεραυνού, τότε ο Βιτόριο κι ο Ντόμινικ θα έπρεπε να είχαν υπομονή και να είχαν αφήσει τη φύση να πάρει το δρόμο της. Οι γονείς σας θα έπρεπε να σας είχαν χωρίσει μέχρι να ενηλικιωθείτε. Τότε θα μπορούσατε να κάνετε ένα δεσμό –ή να μην κάνετε– χωρίς να μπουν στη μέση συμφωνητικά, διαμάντια και προσωρινοί γάμοι. Αντίθετα, αποφάσισαν να δώσουν καινούριο νόημα στη λέξη ‘‘ανοησία’’ και τα έκαναν όλα θάλασσα». «Πλέον είναι πολύ αργά για να αλλάξει οτιδήποτε, γιαγιά. Ό,τι έγινε, έγινε». Η Πενέλοπι ανασήκωσε τα φρύδια της. «Ώστε λοιπόν η φύση δεν πήρε το δρόμο της;» ρώτησε διακριτικά. Η Αριάνα συγκράτησε ένα μελαγχολικό γέλιο. «Ω, πήρε το δρόμο της μια χαρά. Όμως, επειδή ο μπαμπάς έχασε το διαμάντι κι εγώ το ήξερα πριν παντρευτούμε, ο Λατζ δε μ’ εμπιστεύεται πια. Και οφείλω να ομολογήσω ότι έχει τα δίκια του». «Χμμ». Η Πενέλοπι έσφιξε τα χείλη ενοχλημένη. «Υποθέτω ότι συνέβαλα κι εγώ σ’ αυτό το πρόβλημα. Ή, τουλάχιστον, η κυρία Πένιγουινκλ». Η Αριάνα κάθισε βαριά στην πολυθρόνα δίπλα στη γιαγιά της και κράτησε τις παλάμες της ανάμεσα στις δικές της. «Υπήρξαν πολλοί παράγοντες που συνέβαλαν. Ένα σωρό μυστικά. Ο Άαρον και η κυρία Πένιγουινκλ. Ο μπαμπάς κι ο Ντόμινικ. Το Μπρίμστοουν. Και η απώλεια του διαμαντιού έδωσε στον Λατζ την ευκαιρία που χρειαζόταν να αποτραβηχτεί προτού καεί». Η Πενέλοπι έπιασε το χέρι της εγγονής της. «Ναι, σωστά. Όμως, με τον καιρό, αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί. Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Το Μπρίμστοουν δε χάθηκε. Το έχω εγώ». Ανασήκωσε τους ώμους της. «Δηλαδή, στην πραγματικότητα, το έχεις εσύ». Η Αριάνα κοίταξε τη γιαγιά της ξαφνιασμένη. «Εγώ; Πού;» «Στην κούκλα σου τη Νάνσι. Όταν πήρε ο πατέρας σου το διαμάντι από τη θυρίδα και το έφερε στο σπίτι, μου δόθηκε η ευκαιρία να ακυρώσω εκείνη τη φρικτή συμφωνία μια και καλή. Πήρα το διαμάντι και το έκρυψα στην κούκλα. Αποφάσισα ότι, αν δεν υπήρχε διαμάντι, δε θα μπορούσε να γίνει γάμος. Πού να ήξερα ότι ο πατέρας σου θα αποδεικνυόταν πιο αποφασισμένος απ’ όσο φανταζόμουν...» Η Αριάνα προσπάθησε ν’ ανασάνει. «Περίμενε, περίμενε. Ας τα πάρουμε από την αρχή», είπε κι ευχήθηκε να είχε καταλάβει κάτι λάθος. «Έβαλες το διαμάντι στην κούκλα; Εκείνη που ζήτησες να φέρουν για τη φιλανθρωπική εκδήλωση; Εκείνη τη Νάνσι;» « Φυσικά εκείνη τη Νάνσι. Υπάρχει κι άλλη; Για να είμαι ειλικρινής, την έφερα εδώ επειδή ήξερα πως κάποια στιγμή ο Βιτόριο θα αναγκαζόταν να παραδώσει το διαμάντι. Κι αφού δε θα μπορούσε, θα αναγκαζόταν να παραδεχτεί τι είχε κάνει». Η Πενέλοπι χαμογέλασε ικανοποιημένη. «Χρόνια ολόκληρα ανυπομονούσα να έρθει αυτή η στιγμή. Λυπάμαι που την έχασα». «Γιατί με άφησες να πάρω την κούκλα στη φιλανθρωπική εκδήλωση ενώ ήξερες ότι περιείχε ένα διαμάντι αξίας εκατομμυρίων;» ψέλλισε η Αριάνα. «Γιατί πήρες τέτοιο ρίσκο;» Η Πενέλοπι ανακάθισε νευρικά. «Δε θα επέτρεπες ποτέ να πάθει κάτι η κούκλα. Σημαίνει για σένα περισσότερα απ’ όλα τα υπάρχοντά σου. Αν έπιανε φωτιά το σπίτι, θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα έπαιρνες καθώς θα έτρεχες προς την πόρτα», είπε, ωστόσο κάτι στην έκφραση της εγγονής της την έκανε να χλομιάσει. «Την έχεις ακόμα, έτσι;» Η Αριάνα κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Όχι», ψιθύρισε. «Τη χάρισα. Χάρισα τη Νάνσι». «Τι εννοείς; Τι είναι αυτά που λες;» «Στην εκδήλωση υπήρχε ένα κοριτσάκι. Είχε πολύ μεγάλο πρόβλημα από τα εγκαύματα. Ήταν το μοναδικό παιδί χωρίς κούκλα. Έτσι... έτσι... της έδωσα τη δική μου και της είπα να τη χαρίσει με τη σειρά της σε κάποιο άλλο παιδί όταν δε θα τη χρειαζόταν πλέον». «Ω, Αριάνα, πώς μπόρεσες να κάνεις κάτι τέτοιο;» Η Αριάνα ξέσπασε. «Δε με νοιάζει πόσα διαμάντια ήταν κρυμμένα σ’ εκείνη την κούκλα», είπε κοφτά. «Έκανα αυτό που έπρεπε. Αν έβλεπες τη μικρή Σεσίλια, το ίδιο θα έκανες κι εσύ». Η Πενέλοπι σήκωσε τα χέρια. «Έχεις δίκιο. Φυσικά και έχεις δίκιο. Ίσως να είχα πάρει πρώτα το διαμάντι, όμως...» Δεν ολοκλήρωσε τη φράση της. «Ωστόσο αυτό δε λύνει το πρόβλημά μας. Τι θα κάνουμε;» Η Αριάνα δίπλωσε τα μπράτσα στο στήθος. «Απολύτως τίποτα. Αρνούμαι να πάρω την κούκλα από εκείνο το κοριτσάκι ή να επιχειρήσω να την αντικαταστήσω με κάποια άλλη. Αν ο Λατζ ή κάποιος από τους Ντάντε θέλει να το πλησιάσει, είναι δικό τους θέμα. Όμως για μένα αυτή ήταν η απόφαση της μοίρας. Το διαμάντι θα έπρεπε να είχε πεταχτεί στη θάλασσα από χρόνια, μαζί μ’ εκείνο το φρικτό συμφωνητικό». Καθώς και τον τελευταίο όρο που είχαν διαπραγματευτεί με τον Λατζ. «Δεν μπορώ να πω ότι διαφωνώ. Ωστόσο...» Η Πενέλοπι συνοφρυώθηκε. «Ο γάμος σου τελείωσε αληθινά, καλή μου; Δεν μπορεί να γίνει τίποτα για να σωθεί;» Η Αριάνα ένιωσε την αποφασιστικότητά της να την εγκαταλείπει. «Μαζί με το Μπρίμστοουν χάθηκε και ο λόγος του γάμου μου με τον Λατζ. Η μόνη δικαιολογία που έχω για να παραμείνω στο Σαν Φρανσίσκο είναι να θελήσει ο Άαρον να μου αναθέσει τη συγγραφή και την εικονογράφηση των βιβλίων της κυρίας Πένιγουινκλ. Ίσως αν συμβεί αυτό να μας δοθεί με τον Λατζ ο χρόνος να...» Η έκφραση της γιαγιάς της την έκανε να κλείσει τα μάτια της


απογοητευμένη. «Μου είπες ότι ήταν δύο τα θέματα που σε έφεραν εδώ. Το ένα ήταν το Μπρίμστοουν. Υποθέτω ότι το δεύτερο ήταν πως είχες νέα από τον Άαρον». «Σε απέρριψε για αντικαταστάτριά μου. Λυπάμαι». «Ο Λατζ σκόπευε να βάλει κάποιους δικηγόρους να ελέγξουν το συμβόλαιό σου». Η Αριάνα γέλασε μελαγχολικά. «Δε νομίζω να έχει σκοπό να το κάνει πλέον. Εσύ;» Η Πενέλοπι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι, δε νομίζω. Λοιπόν, τι κάνουμε τώρα;» Η Αριάνα κοίταξε σιωπηλή γύρω της, σαν να αποχαιρετούσε το διαμέρισμα. «Το μόνο λογικό πράγμα που απομένει: Θα επιστρέψω στην Ιταλία». Η Πενέλοπι ετοιμάστηκε να πει κάτι, όμως δίστασε. Μια παράξενη έκφραση απλώθηκε στο πρόσωπό της, μια έκφραση που η Αριάνα γνώριζε πολύ καλά ώστε ν’ ανησυχήσει. «Δεν πρόκειται να ανακατευτείς, γιαγιά. Αρκετά ανακατεύτηκες ήδη». Η Πενέλοπι χαμογέλασε. «Συμφωνώ», είπε, ξαφνιάζοντας την ανιψιά της. «Και δε θα μου περνούσε καν από το μυαλό να ανακατευτώ. Ετοίμασε μια βαλίτσα. Θα μείνεις μαζί μου στο Λε Πρεμιέρ μέχρι να γυρίσουμε σπίτι. Θα ζητήσω από τον πατέρα σου να μαζέψει τα υπόλοιπα πράγματά σου από εδώ. Είναι το λιγότερο που μπορεί να κάνει, δεδομένων των συνθηκών». Η Αριάνα δεν έφερε αντίρρηση. Δεν πίστευε ότι είχε το κουράγιο. Δεν είχε ούτε συναισθήματα. Ούτε δάκρυα. Ούτε ελπίδες. Έτριψε την παλάμη της. Ούτε καν τον Κεραυνό. Χωρίς τον Λατζ η φλόγα του θα έσβηνε, θα γινόταν μια ανάμνηση. Από στιγμή σε στιγμή θα υποχωρούσε. Έπρεπε. Δεν πίστευε ότι θα κατάφερνε ν’ αντέξει τον πόνο διαφορετικά. Πήγε στο υπνοδωμάτιό της, έκλεισε την πόρτα κι ακούμπησε πάνω της. Ποιον κορόιδευε; Θα έπρεπε να βρει έναν τρόπο να ζήσει με τον πόνο της. Γιατί, όσο σκληρά κι αν προσπαθούσε, όσο κι αν το ευχόταν, το άγγιγμα του Κεραυνού δε θα ήταν τόσο εύκολο να σβήσει. *

Ο Σεβ άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του στο Πασίφικ Χάιτς και έκανε ένα βήμα πίσω. «Το φαντάστηκα ότι θα περνούσες από δω», είπε στον Λατζ. «Έλα μέσα». «Μα πώς...;» «Τηλεφώνησε η Πενέλοπι, αν και υποθέτω ότι το έκανε παραβιάζοντας τις επιθυμίες της συζύγου σου. Με ενημέρωσε για ό,τι συνέβη ανάμεσα σ’ εσένα και την Αριάνα». Ο Λατζ το σκέφτηκε για μερικές στιγμές. «Σου είπε επίσης ότι το Μπρίμστοουν χάθηκε;» «Όχι, μου είπε ότι βρέθηκε». Ο Σεβ γέλασε και τα μάτια του έλαμψαν. «Κρίνοντας από την έκφρασή σου, θα έλεγα ότι δεν το ήξερες αυτό. Έλα μέσα. Νομίζω ότι σου χρειάζεται ένα ποτό». «Πρώτα εξήγησέ μου», είπε ο Λατζ. «Εντάξει, κύριε Ρεαλιστή. Προσπάθησε να καταλάβεις». Ο Σεβ οδήγησε τον αδελφό του στο γραφείο του, όπου του διηγήθηκε περιληπτικά τι είχε κάνει η Πενέλοπι με το διαμάντι και πώς η Αριάνα, άθελά της, το είχε χάσει από την κατοχή της. Όταν τελείωσε, ο Λατζ άπλωσε το χέρι του. «Δώσε μου εκείνο το ποτό», είπε. Πήρε το ποτήρι που του έδωσε ο Σεβ και άδειασε το ουίσκι με μια γουλιά. «Να πάρει και να σηκώσει». «Νομίζω ότι καλά τα λες», συμφώνησε ο Σεβ. «Τώρα λοιπόν θα πρέπει να πάρουμε μια απόφαση. Είτε ν’ αναζητήσουμε το διαμάντι, υποθέτοντας ότι δεν έχει αλλάξει ήδη χέρια, είτε να το ξεχάσουμε και ν’ αφήσουμε τη μοίρα ν’ αποφασίσει για την τύχη του». Ο Λατζ μόρφασε. «Αν μετράει σε κάτι η ψήφος μου, θα έλεγα να το ξεχάσουμε. Αυτό το καταραμένο πετράδι μόνο κακοτυχία έχει φέρει από τότε που το έβγαλαν από το χώμα». Κοίταξε τον αδελφό του επιφυλακτικά. «Τα κατάφερες περίφημα στην προσπάθειά σου να ξαναδώσεις στην Ντάντε την παλιά της δόξα. Δε χρειαζόμαστε το Μπρίμστοουν για να ισχυροποιήσουμε τη θέση μας, έτσι δεν είναι;» «Όχι, δεν το χρειαζόμαστε. Και ίσως θα σε ενδιέφερε να μάθεις ότι με την ψήφο σου η απόφαση είναι πλέον ομόφωνη». Ο Λατζ δεν μπόρεσε να κρύψει την έκπληξή του. «Το συζήτησες με τον Μάρκο και τον Νικολό;» «Πριν λίγο μιλούσα στο τηλέφωνο μαζί τους. Αποφασίσαμε ότι, αν επέλεγες να μην προσπαθήσεις να πάρεις πίσω το διαμάντι, οι υπόλοιποι θα το σεβαστούμε». Χωρίς αμφιβολίες. Χωρίς δισταγμούς. «Ξέχασέ το. Αν οι Ρομάνο θέλουν να ψάξουν να το βρουν, ας το κάνουν. Η γνώμη μου όμως είναι ότι κανείς δεν πρέπει να ωφεληθεί από αυτό το πετράδι». Ο Σεβ έβαλε ένα ποτό για τον εαυτό του, ξαναγέμισε το ποτήρι του Λατζ κι ύστερα κάθισε στον καναπέ κι έκανε νόημα στον αδελφό του να καθίσει κι εκείνος σε μια πολυθρόνα. «Προχωράμε στο επόμενο θέμα. Τώρα που όλα τα μυστικά αποκαλύφτηκαν, τι σκοπεύεις να κάνεις με την Αριάνα;» «Αυτό που είχαμε συμφωνήσει από την αρχή. Να διαλύσουμε το γάμο». Το βλέμμα του Σεβ γέμισε κατανόηση. «Λατζ, έκανε ένα λάθος». «Με πρόδωσε». «Προστάτευε την οικογένειά της. Χωρίς αμφιβολία, αυτή είναι μια αρχή με την οποία έχει μεγαλώσει, όπως κι εμείς. Δε σημαίνει ότι δεν είναι η αδελφή ψυχή σου. Ότι δε σας άγγιξε ο Κεραυνός». «Μη». «Συνεχίζεις να μην πιστεύεις, έτσι;» Ο Σεβ έσκυψε μπροστά κι ακούμπησε τους αγκώνες στα γόνατά του. «Γιατί, Λατζ; Είσαι ο πιο ρεαλιστής απ’ όλους μας. Πώς γίνεται ν’ αρνείσαι την ύπαρξή του όταν υπάρχουν τόσες αποδείξεις;» «Ξεχνάς κάτι πολύ βασικό». Ο Λατζ έσφιξε τα χείλη. «Ότι με τον μπαμπά έχουμε τον ίδιο χαρακτήρα. Ξεχνάς ότι ο Κεραυνός δε βοήθησε εκείνον και τη μαμά». Ο Σεβ έγειρε πίσω το κεφάλι του και μουρμούρισε κάτι μέσ’ από τα δόντια του. «Φυσικά. Τι ανόητος που είμαι! Δεν ήξερα ότι πίστευες κάτι τέτοιο, διαφορετικά θα σε είχα βγάλει από την πλάνη σου εδώ και χρόνια. Όμως μόλις που είχες μπει στην εφηβεία όταν πέθαναν οι γονείς μας και δεν ήθελα να αμαυρώσω τις μνήμες που είχες απ’ αυτούς». Ο Σεβ αναστέναξε. «Ο μπαμπάς πίστευε και με το παραπάνω στο θρύλο του Κεραυνού. Μόνο που ο Κεραυνός δεν είχε αγγίξει ποτέ εκείνον και τη μαμά». Ο Λατζ πάγωσε. «Τι;» «Μετά το θάνατό τους, βρήκα γράμματα που άφηναν να εννοηθεί ότι ο μπαμπάς είχε νιώσει το άγγιγμα του Κεραυνού με κάποια από τις σχεδιάστριές του. Επέλεξε να το αγνοήσει, παρά τις προειδοποιήσεις του παππού. Παντρεύτηκε τη μαμά για οικονομικούς λόγους... και το μετάνιωνε για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Γι’ αυτό έκανε τη συμφωνία με τον Βιτόριο. Διέκρινε το κάλεσμα του Κεραυνού ανάμεσα σ’ εσένα και την Αριάνα όταν ήσαστε παιδιά και θέλησε να σιγουρευτεί ότι ο πλέον ρεαλιστής από τους γιους του δε θα επαναλάμβανε τα δικά του λάθη». «Πώς τα ξέρεις αυτά;» «Από τα γράμματα. Επιπλέον, μίλησα με τον παππού και τον Βιτόριο». Ο Σεβ έκανε μια παύση. «Κι επίσης το ξέρω επειδή κάθεσαι εκεί και τρίβεις την παλάμη σου, σαν να θέλεις να της ανοίξεις τρύπα».


Για πέντε ολόκληρα λεπτά απλώθηκε μια βαριά σιωπή, μέχρι που μίλησε ο Λατζ. «Δεν ξέρω αν μπορώ ν’ αφήσω τον εαυτό μου ελεύθερο», εξομολογήθηκε. «Δεν ξέρω αν μπορώ να επιλέξω μια πιθανότητα αντί για μια πραγματικότητα». Ο Σεβ χρειάστηκε μερικές στιγμές για να ανασυντάξει τα επιχειρήματά του. «Καταλαβαίνω τι περνάς. Το ίδιο κι ο Μάρκο και ο Νικολό, αφού τα έχουμε περάσει όλοι. Έχουμε βρεθεί όλοι στη θέση σου και έχουμε αντιμετωπίσει τα διλήμματά σου. Έχεις δύο επιλογές, Λατζ. Μπορείς να συγχωρήσεις τη σύζυγό σου, να παραδοθείς στο κάλεσμα του Κεραυνού και ν’ απολαύσεις μια ζωή καλύτερη και πιο γεμάτη απ’ όσο μπορείς να φανταστείς. Ή μπορείς να επαναλάβεις το λάθος του πατέρα μας και να το μετανιώνεις μέχρι να πεθάνεις. Σου προτείνω να πάρεις γρήγορα μια απόφαση, προτού να είναι πολύ αργά». Ο Σεβ σηκώθηκε. «Τώρα σήκω και φύγε από δω, προτού αρχίσω να σε χτυπάω μήπως τυχόν κι αποφασίσεις». Ο Λατζ δε θυμόταν τον εαυτό του να επιστρέφει στο διαμέρισμα. Όταν άνοιξε την πόρτα, ένιωσε το κενό που μαρτυρούσε την απουσία της συζύγου του. Παρ’ όλα αυτά τη φώναξε, ευχήθηκε ότι θα την άκουγε να του απαντάει χαρούμενα στα ιταλικά. Φυσικά, δεν πήρε απάντηση. Όμως βρήκε ένα μήνυμα από τον Βιτόριο. Μάζεψα όλα τα πράγματα της Αριάνας εκτός από τους πίνακές της. Αυτούς θα επιστρέψω αργότερα απόψε να τους πάρω. Ο Λατζ, σαν χαμένος, βάλθηκε να τριγυρίζει στο άδειο διαμέρισμα. Δεν μπόρεσε να μην προσέξει ότι οι μικροαλλαγές που είχε κάνει η Αριάνα στο σπίτι του –στη ζωή του– είχαν χαθεί, αφήνοντας πίσω τους μια αποστειρωμένη παγωνιά. Προσπάθησε ν’ αντισταθεί απέναντι σε έναν πόνο που δεν είχε καμία ελπίδα να απαλύνει. Αναρωτήθηκε αν ζούσε πράγματι έτσι προτού τη γνωρίσει. Πώς στο καλό είχε επιβιώσει; Τελικά μπήκε και στο δωμάτιο της κυρίας Πένιγουινκλ. Κοίταξε γύρω του απολαμβάνοντας την ομορφιά και την πρωτοτυπία των έργων της συζύγου του. Μια ομορφιά και μια πρωτοτυπία που είχαν αλλάξει τη ζωή του. Την καρδιά και την ψυχή του. Ο Σεβ είχε δίκιο. Μπορούσε ν’ απορρίψει τον Κεραυνό και μαζί τη σύζυγό του. Ή μπορούσε να αγκαλιάσει την αγάπη που του είχε προσφέρει η Αριάνα τόσο ανεπιφύλακτα. Τη χαρά, την ευτυχία, το πάθος. Και μπορούσε να της τα ανταποδώσει όλα αυτά εξίσου ανεπιφύλακτα. Μπορούσε να απολαύσει την αγάπη ή να μείνει προσκολλημένος στη λογική του και να επιστρέψει στη στείρα, παλιά ζωή του. Δε χρειάστηκε να το σκεφτεί καθόλου. Έσκυψε, μάζεψε ένα χαρτί που δεν είχε πέσει στο καλάθι των αχρήστων και, καθώς το τσαλάκωνε, συνειδητοποίησε ότι ήταν ένα γράμμα. Ξεχώρισε το όνομα του Άαρον Τάλμποτ και πάγωσε όταν το διάβασε. Το κάθαρμα. Έβγαλε το κινητό του και σχημάτισε τον αριθμό της Πενέλοπι. Εκείνη απάντησε αμέσως. «Ο Τάλμποτ απέρριψε την Αριάνα;» τη ρώτησε κοφτά. «Ναι», απάντησε εκείνη. «Από τότε που ο Άαρον ανέλαβε τη διεύθυνση του εκδοτικού οίκου του πατέρα του, θέλει φανατικά να διατηρήσει την κυρία Πένιγουινκλ όπως ακριβώς ήταν τόσα χρόνια, λες και πρόκειται πια για τα ιερά και τα όσια! Ένας ανόητος νεαρός. Τουλάχιστον ο Τζόνα ήταν πιο δεκτικός σε αλλαγές». «Μπορώ να το διορθώσω αυτό. Απλά χρειάζομαι λίγο χρόνο». Η Πενέλοπι έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Ποιο το νόημα αφού η Αριάνα επιστρέφει στην Ιταλία; Ο γάμος σας διαλύεται, έτσι δεν είναι; Έτσι δεν της είπες;» Ο Λατζ δε δίστασε. «Ο γάμος μας δεν πρόκειται να πάθει το παραμικρό». «Σου πήρε αρκετό καιρό να έρθεις στα λογικά σου», επισήμανε η Πενέλοπι καυστικά. «Τώρα, τι έχεις σκοπό να κάνεις για να διορθώσεις αυτό το μπλέξιμο;» Ο Λατζ χαμογέλασε και κοίταξε γύρω του τους πίνακες της συζύγου του. Ζάρωσε το μέτωπό του καθώς μια ιδέα γεννιόταν στο μυαλό του. Ίσως. Απλά ίσως... «Πρώτα απ’ όλα θέλω να καθυστερήσεις την Αριάνα για μια δυο μέρες», είπε. «Αν δηλαδή θέλεις να το κάνεις». «Θα μπορούσα να πειστώ». «Κατόπιν θα πάρω την ψηφιακή μου μηχανή και θα τραβήξω μερικές φωτογραφίες. Και ύστερα θα μου πεις πώς θα επικοινωνήσω με τον πατέρα του Άαρον». *

«Μαντάμ;» Ο γκρουμ στάθηκε στην ανοιχτή πόρτα της σουίτας. «Η γιαγιά σας σας περιμένει στη λιμουζίνα. Ρωτάει αν θα κατεβείτε». Η Αριάνα πήρε την τσάντα της κι έριξε μια τελευταία ματιά στη σουίτα. «Είμαι έτοιμη». Τότε μπήκε στο δωμάτιο ο Λατζ. «Όχι, δεν είναι. Πες στον οδηγό της λιμουζίνας ότι μπορεί να φύγει. Θα συνοδεύσω εγώ την κυρία Ντάντε στο αεροδρόμιο». Χρειάστηκε να περάσουν μερικές στιγμές για να αντιδράσει η Αριάνα, τόσες ώστε να δώσει ο Λατζ στον γκρουμ ένα φιλοδώρημα και να του κάνει νόημα να φύγει. Εκείνος χαμογέλασε, πήρε το ταμπελάκι που έγραφε «Μην Ενοχλείτε», το κρέμασε έξω από την πόρτα και την έκλεισε πίσω του. «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό», διαμαρτυρήθηκε η Αριάνα. «Θα χάσω το αεροπλάνο». Ο Λατζ προχώρησε στο καθιστικό και άφησε το χαρτοφύλακά του στο τραπεζάκι του καναπέ. «Υπάρχουν κι άλλες πτήσεις αν χάσεις αυτή. Ίσως όμως εμείς να μην έχουμε άλλη ευκαιρία». Η Αριάνα ήθελε ν’ αντισταθεί. Ήθελε να γυρίσει και να φύγει προτού ο Λατζ την πληγώσει ξανά. Όμως κάτι την εμπόδιζε. Ίσως η ειλικρίνεια στο βλέμμα και στον τόνο της φωνής του. Ή μπορεί να ήταν κάτι άλλο. Κάτι που έδινε ζωή στις ελπίδες της. «Εντάξει, ακούω». Ο Λατζ άνοιξε το χαρτοφύλακά του κι έβγαλε μερικά έγγραφα. «Υποθέτω ότι ξέρεις τι είναι αυτά». «Η συμφωνία που υπέγραψαν οι γονείς μας;» Ο Λατζ ένευσε καταφατικά. «Όπως και η λίστα με τους όρους στους οποίους συμφωνήσαμε εμείς». «Γι’ αυτό ήρθες εδώ;» ρώτησε έξαλλη η Αριάνα. «Για να μου τα πετάξεις στα μούτρα; Να προσπαθήσεις να με δεσμεύσεις με μια στοίβα χαρτιά που δε θα έπρεπε να υπάρχουν; Νομίζεις ότι μπορείς να με κρατήσεις εδώ με τους κανόνες, τη λογική και τα χαρτιά;» «Κάθε άλλο». Ο Λατζ, με μια γρήγορη κίνηση, έσκισε τα έγγραφα στη μέση και πέταξε τα κομμάτια τους στη μοκέτα. «Ελπίζω να σε κρατήσω εδώ επικαλούμενος το γάμο μας. Το γάμο μας!» Η ελπίδα της Αριάνας είχε φουντώσει, τρεφόταν από τη ζεστασιά του Κεραυνού. «Συνέχισε», είπε, ανίκανη να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Ακούω ξανά». Ο Λατζ έβγαλε μερικά ακόμη έγγραφα από το χαρτοφύλακά του. «Και υπάρχει κι αυτό», είπε. Η Αριάνα μπήκε στον πειρασμό ν’ ακολουθήσει το παράδειγμά του και να σκίσει κι αυτά τα έγγραφα. «Τι μανία έχετε εσείς οι Ντάντε με τα συμφωνητικά;» ρώτησε. «Νομίζω ότι αυτό θα σου αρέσει. Είναι για το καινούριο βιβλίο της κυρίας Πένιγουινκλ. Είναι δικό σου, αν το θέλεις. Το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να υπογράψεις». Η Αριάνα κούνησε το κεφάλι της ξαφνιασμένη. «Δεν καταλαβαίνω. Ο Άαρον με απέρριψε. Πώς το κατάφερες αυτό, Λατζ; Τι έκανες;» Το βλέμμα της γέμισε απογοήτευση. «Πες μου ότι δεν τον εξαγόρασες». Το βαθύ γέλιο του έστειλε ρίγη στη ραχοκοκαλιά της. «Το μόνο μέσο που χρησιμοποίησα για να τον πείσω ήταν η δουλειά σου».


«Πώς;» Ο Λατζ έβγαλε το προσχέδιο του βιβλίου που είχε ετοιμάσει και της το έδωσε. «Μ’ αυτό». Εκείνη το πήρε και το άνοιξε. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Έφτιαξες αυτό και το έδειξες στον Άαρον; Θα πρέπει να σου πήρε πολύ χρόνο για να το ετοιμάσεις». «Όχι και τόσο. Μόλις ένα πολύ δύσκολο εικοσιτετράωρο». «Κι αυτό έπεισε τον Άαρον να μου προσφέρει ένα συμβόλαιο;» «Ίσως χρειάστηκε και λίγο σπρώξιμο από τον πατέρα του. Όμως κέρδισες το συμβόλαιο με τη σκληρή δουλειά και το ταλέντο σου. Το εξασφάλισαν οι εικονογραφήσεις σου, όχι εγώ. Απλά έπρεπε να τις δουν σε μια πιο τελειωτική μορφή. Και τώρα που έγινε αυτό, συνειδητοποίησαν ό,τι ήξερα εγώ από την αρχή. Ότι εσύ, κυρία Πένιγουινκλ, είσαι εκπληκτική». Ο Λατζ της πήρε το βιβλίο από το χέρι, το άφησε και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Σκούπισε με τους αντίχειρές του τα δάκρυα από τα μάγουλά της. «Έχεις τώρα αρκετούς λόγους να μείνεις στο Σαν Φρανσίσκο αντί να επιστρέψεις στην Ιταλία;» Η Αριάνα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Μπορώ να είμαι η κυρία Πένιγουινκλ στην Ιταλία όπως μπορώ κι εδώ», επισήμανε. «Αν θέλεις να μείνω, δώσε μου έναν καλύτερο λόγο». «Το περίμενα ότι θα το έλεγες αυτό. Και η απάντησή μου είναι...» Η φωνή του Λατζ άλλαξε, μαλάκωσε. Γέμισε ειλικρίνεια και πάθος. «Μείνε για μένα. Για μας. Όχι για ένα διαμάντι ή για ένα συμβόλαιο ή για την όποια υποχρέωση νιώθεις ότι έχεις απέναντι στην οικογένειά σου. Ας κάνουμε μια καινούρια αρχή, για τους σωστούς λόγους αυτή τη φορά». «Και ποιοι είναι αυτοί οι λόγοι;» Ο Λατζ δε δίστασε. «Είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Φάνηκε από την πρώτη φορά που σε άγγιξα. Ο κόσμος μου άλλαξε εκείνη τη μέρα και δεν έγινε ποτέ ο ίδιος». «Άλλαξε;» «Πήρε φωτιά». «Προσπαθείς να μου πεις ότι τώρα πιστεύεις στο θρύλο του Κεραυνού;» «Πιστεύω σ’ αυτό». Ο Λατζ έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της, έτσι που ενώθηκαν οι παλάμες τους κι από το σημείο εκείνο ξεπήδησε η γνώριμη ζεστασιά. «Αν αυτό είναι ο Κεραυνός, τότε, ναι, πιστεύω ότι υπάρχει». Χρειάστηκε να περάσουν μερικές στιγμές για να συνέλθει η Αριάνα αρκετά ώστε να αντιδράσει. «Παρ’ όλο που η ύπαρξή του αντίκειται στη λογική;» κατάφερε να ρωτήσει. Ο Λατζ χαμογέλασε τρυφερά. «Θυσίασα τη λογική από την πρώτη στιγμή που σε άγγιξα. Και μου αρέσει πολύ περισσότερο αυτό με το οποίο την αντικατέστησα». «Και τι είναι αυτό;» ψιθύρισε η Αριάνα, τολμώντας να ελπίσει. Να πιστέψει. «Η αγάπη. Σ’ αγαπώ, Αριάνα Ντάντε». Ήταν αυτό ακριβώς που ήθελε ν’ ακούσει η Αριάνα. «Κι εγώ σ’ αγαπώ». Πέρασε τα μπράτσα της γύρω από το λαιμό του και τον φίλησε, μέχρι που τα κορμιά τους πήραν φωτιά. Εκείνος τη σήκωσε και τη μετέφερε στο κρεβάτι. Την ακούμπησε στο μαλακό στρώμα και ξάπλωσε πάνω της. Της έδωσε ένα τρυφερό, απαλό φιλί που, ωστόσο, την έκανε να χάσει το μυαλό της. Να τον θέλει απεγνωσμένα. «Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εσένα», της εξομολογήθηκε ενώ τη φιλούσε. «Όμως αν έφευγα...» Ο Λατζ παραμέρισε τα μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπό της. «Θα είχα τρέξει πίσω σου. Είσαι...» Χαμήλωσε το κεφάλι του κι έθαψε το πρόσωπό του στην καμπύλη του ώμου της. Ανάσανε το άρωμά της κι ύστερα γέμισε το λαιμό της φιλιά. Έπειτα τη φίλησε ξανά στα χείλη, αυτή τη φορά φλογερά, με πάθος. «Είσαι τα πάντα για μένα. Η ζωή μου». «Ω, Λατζ». Η Αριάνα κράτησε το πρόσωπό του ανάμεσα στις παλάμες της. «Δεν έχεις καταλάβει ακόμα ότι το ίδιο ισχύει και για μένα;» «Το ήλπιζα». Άρχισαν να γδύνουν ο ένας τον άλλον αργά, ανταλλάσσοντας καυτά φιλιά. Όταν απέμειναν γυμνοί, η Αριάνα άπλωσε το χέρι της να τον αγγίξει και ξαφνιάστηκε όταν εκείνος τη σταμάτησε. «Δεν ήρθα προετοιμασμένος. Είναι ασφαλές να κάνουμε έρωτα;» τη ρώτησε. «Ούτε κατά διάνοια». Το βλέμμα του Λατζ γέμισε ικανοποίηση. «Το ήλπιζα ότι θα το έλεγες αυτό. Σε πειράζει;» Εκείνη δε δίστασε. «Καθόλου», είπε σιγανά. Δε μίλησαν ξανά για πολλή ώρα. Αυτή τη φορά, όταν τελείωσαν μαζί, όλα ήταν διαφορετικά. Σαν όλες οι φορές που είχαν κάνει έρωτα να ήταν μια σκιά της αληθινής ένωσης ανάμεσά τους, ένα πρελούδιο όσων θ’ ακολουθούσαν. Αυτή τη φορά όλα τα κομμάτια μπήκαν στη θέση τους και δημιούργησαν μια πανδαισία από χρώμα και φως. Αυτή τη φορά έδωσαν όλη τους την ψυχή, αφέθηκαν να τους παρασύρει η αγάπη. Και μ’ αυτό το υπέρτατο σμίξιμο, ο Κεραυνός ολοκλήρωσε την αποστολή του. Ο τελευταίος Ντάντε παραδόθηκε. Για την ακρίβεια, δεν έπεσε απλά στη φωτιά –πήδησε μέσα με τη θέλησή του.

Περιεχόμενα ΨΕΥΤΙΚΑ ΦΙΛΙΑ ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΕΚΡΗΚΤΙΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Ο θρύλος των Νταντε 2 (ΝΙΚΟΛΟ_ΛΑΤΖ)  
Ο θρύλος των Νταντε 2 (ΝΙΚΟΛΟ_ΛΑΤΖ)  
Advertisement