Page 1


LORRAINE HEATH Γλυκιά προδοσία

Μετάφραση: Ελένη Τουλούπη Εκδοσεις Εlxis


Τίτλος πρωτοτύπου: Once more my darling rogue #SCANDALOUS GENTLEMEN OF ST. JAMES © Jan Nowasky, 2014 / © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2017 / Οι Εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τη HarperCollins Publishers & JLM Literary Agency ISBN: 978-618-5229-12-2 Ηλεκτρονική έκδοση: Φεβρουάριος 2017 Μετάφραση: Ελένη Τουλούπη / επιμέλεια – διορθωση Βίκυ Κατσαρού / σχεδιασμός εξωφύλλου- ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Ελένη Οικονόμου Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 info@elxisbooks.gr


«Υποψιάζομαι ότι για αρχή θα σου άρεσε πολύ να χορέψεις ένα βαλς με τον διάβολο». «Κάνεις λάθος». «Απόδειξέ το». Πριν προλάβει να απαντήσει, κόλλησε το στόμα του στο δικό της. Ήταν πιο απαλό απ’ όσο περίμενε, πιο ζεστό. Με μια επιμονή που θα έπρεπε να την τρομάξει, την παρακίνησε να ανοίξει τα χείλη της. Η γλώσσα του γλίστρησε ανάμεσά τους, πέρασε πάνω από τη δική της, ήταν βελούδινη και μεταξένια. Την κάλεσε να εξερευνήσει, να γνωρίσει κάθε άγνωστη γωνιά του στόματός της, καθώς εκείνος ανακάλυπτε το δικό της. Ήταν μαγεμένη, είχε βουλιάξει σε μια πρωτόγνωρη αίσθηση. Είχε μεγάλο ταλέντο στο να της προκαλεί υπέροχα συναισθήματα, που ξεκινούσαν από τα δάχτυλα των ποδιών και ανέβαιναν προς τα πάνω. Τα νεύρα της είχαν μουδιάσει, τη βύθιζε σε έναν γλυκό λήθαργο που έκανε τα γόνατά της αλλά και την επιθυμία της να τον διώξει μακριά να λιώνουν. Άκουσε ένα βαθύ μουγκρητό, ένιωσε κάτι να δονείται ανάμεσα στα δάχτυλά της και συνειδητοποίησε ότι έσφιγγε το πέτο του μπλε πρωινού του σακακιού. Κρατιόταν από τον Ντρέικ Ντάρλινγκ σφιχτά, γιατί ήταν το μόνο που την εμπόδιζε να λιώσει και να γίνει μια λίμνη ευχαρίστησης στα πόδια του. Ήταν απλώς ένα φιλί, ένας αρχέγονος χορός των στομάτων, όμως την είχε διαλύσει.


Στη μνήμη του Που Μπέαρ, που μπήκε στις ζωές μας πριν από οκτώ χρόνια –μεγαλόσωμος, αδέξιος και παράξενος– ψάχνοντας πάντα για ένα χάδι. Ένα γλυκό, αδέξιο πλάσμα που υποδεχόταν με ενθουσιασμό τους επισκέπτες, περίμενε ανυπόμονα την παράδοση της πίτσας (γιατί κάποιος σ’ αυτό το σπίτι μοιράζεται την πίτσα του με τα σκυλιά) και αγαπούσε τους μικρούς επισκέπτες του Χαλοουίν. Μας λείπεις.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

7

Πρόλογος Από το ημερολόγιο του Ντρέικ Ντάρλινγκ

Γεννήθηκα ως Πίτερ Σάικς, γιος ενός δολοφόνου, γιος μιας δολοφονημένης γυναίκας, μια κληρονομιά που πάντα με στοίχειωνε. Δεν ξέρω πόσες ζωές πήρε ο πατέρας μου, αλλά ξέρω ότι σκότωσε τη μητέρα μου, γιατί προσπάθησε να μου χαρίσει μια καλύτερη ζωή. Χωρίς να το ξέρει κανείς, παρακολούθησα τον απαγχονισμό του. Ήμουν οκτώ. Το πλήθος με έσπρωχνε, αλλά κατάφερα να φτάσω μπροστά. Έκλαιγε· ο πατέρας μου. Τα έκανε πάνω του, ικέτευε για έλεος. Λόγια που είχα ακούσει τη μητέρα μου να λέει, λόγια που δεν τη βοήθησαν σε τίποτα. Ούτε και τον πατέρα μου βοήθησαν, γιατί πέρασαν τη θηλιά στον λαιμό του και άνοιξαν την καταπακτή κάτω από τα πόδια του. Ό,τι είδα και άκουσα τα έθαψα στις πιο σκοτεινές γωνίες του μυαλού μου, αλλά δεν μπόρεσα ποτέ να απαλλαχτώ από το αίμα του που έτρεχε στις φλέβες μου. Ούτε τον θυμό που σιγόβραζε μέσα μου – η κληρονομιά του, την οποία φοβόμουν να αντιμετωπίσω. Ήταν πάντα εκεί, παραφύλαγε, επιθυμώντας να ξεσπάσει. Η μητέρα μου με είχε εμπιστευτεί στη φροντίδα της κυρίας Φράνι Ντάρλινγκ, που στη συνέχεια παντρεύτηκε


8

LORRAINE HEATH

τον Στέρλινγκ Μάμπρι, τον δούκα του Γκρέιστοουν. Με πήραν στο σπίτι τους, με μεγάλωσαν σαν δικό τους παιδί. Μιας και η κυρία Ντάρλινγκ δεν χρησιμοποιούσε πια το επίθετό της, το πήρα εγώ σε μια προσπάθεια να ξεπλύνω τις αμαρτίες του πατέρα μου. Ένα βράδυ, ο δούκας μάς έδειξε τον αστερισμό του Δράκοντα και εκεί, στα αστέρια, είδα τον δυνατό δράκο που τίποτα δεν μπορούσε να τον αγγίξει. Έγινα, λοιπόν, γνωστός ως Ντρέικ, προσπαθώντας πάλι να αποκοπώ από το παρελθόν και τη μοίρα που μου είχε χαρίσει ο πατέρας μου. Με την οικογένεια του δούκα, ταξίδεψα στον κόσμο, είδα υπέροχα πλάσματα και πράγματα, βίωσα θαύματα που δεν περίμενα ποτέ. Όσο κι αν ταξίδεψα, όμως, δεν μπορούσα να ξεφύγω από το άθλιο ξεκίνημά μου. Δεν μπορούσα να γίνω τίποτα άλλο απ’ αυτό για το οποίο είχα γεννηθεί.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

9

Κεφάλαιο 1 Λονδίνο, 1871

Μερικές φορές η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον ένιωθε να αηδιάζει από τις εκπροσώπους του φύλου της. Απόψε, δυστυχώς, ήταν μία από εκείνες τις φορές. Οι νεαρές κυρίες –αλλά και οι μεγαλύτερες– γίνονταν θέαμα, προσπαθώντας να τραβήξουν την προσοχή του πιο διαβόητου κυρίου στο χορό. Ο Ντρέικ Ντάρλινγκ δεν παραβρισκόταν συχνά στις εκδηλώσεις της υψηλής κοινωνίας, αλλά ο υπεύθυνος της λέσχης των κυρίων δεν μπορούσε να αποφύγει τη σημερινή, μιας και γινόταν με αφορμή τον εορτασμό του γάμου της λαίδης Γκρέις Μάμπρι με τον δούκα του Λόβινγκτον. Ο Ντάρλινγκ είχε μεγαλώσει στους κόλπους της οικογένειας της Γκρέις, παρότι δεν είχε κάποια συγγενική σχέση μαζί τους. Δεν ήταν καν μακρινός ξάδερφος ή ένας χαμένος ανιψιός. Ούτε ήταν μέλος της αριστοκρατίας και σίγουρα το αίμα που κυλούσε στις φλέβες του δεν είχε γαλάζιο χρώμα. Παρ’ όλα αυτά, οι κυρίες που τον περιτριγύριζαν και κουνούσαν τις κάρτες τους μπροστά στη μύτη του έμοιαζαν να έχουν ξεχάσει αυτές τις μικρές λεπτομέρειες.


10

LORRAINE HEATH

Δεν θα ανέβαζε τη θέση τους στην κοινωνία. Δεν θα κληροδοτούσε κάποιον τίτλο στον πρωτότοκο γιο του. Δεν θα είχε ποτέ μια θέση στη Βουλή των Λόρδων. Το μόνο που ήταν σίγουρο ότι μπορούσε να καταφέρει ήταν να μετατρέψει τα μυαλά των γυναικών σε μια άμορφη μάζα. Ήταν το χαμόγελό του. Ο υπέροχος τρόπος που τα χείλη του άνοιγαν ανεπαίσθητα για να αποκαλύψουν τα ολόισια και κατάλευκα δόντια του αλλά και ο τρόπος που σηκωνόταν προς τα πάνω η μία γωνία του πλούσιου στόματός του για να σχηματίσει ένα μικρό λακκάκι στο δεξί του μάγουλο, που έμοιαζε να κλείνει το μάτι υποσχόμενο κάτι πολύ πονηρό. Ήταν τα μάτια του. Ο τρόπος που, κατάμαυρα σαν τη νύχτα, έλαμπαν λες και μπορούσε όχι μόνο να αποκωδικοποιήσει την πιο κρυφή επιθυμία μιας κυρίας, αλλά και να την κάνει πραγματικότητα με τρόπο που θα ξεπερνούσε κάθε προσδοκία της. Ήταν τα μαλλιά του, τόσο μαύρα που έμοιαζαν σχεδόν μπλε όταν έπεφτε πάνω τους το φως. Ο ατίθασος τρόπος που τα κρατούσε πιο μακριά απ’ όσο ήταν στη μόδα, ο προκλητικός τρόπος με τον οποίο τα χτένιζε πάνω από το πέτο του σακακιού του, παρακινώντας τα δάχτυλα να περάσουν μέσα από τις μπούκλες τους. Ήταν το εύρος των ώμων του και του στήθους του, που υπονοούσαν την παρηγοριά που θα πρόσφεραν σε κάθε γυναίκα η οποία θα ξεκούραζε εκεί το μάγουλό της, το ύψος του, που τον έκανε να ξεχωρίζει τουλάχιστον ένα κεφάλι από τους περισσότερους άντρες. Ήταν το γέλιο του, η άνεση με την οποία το χάριζε στη μία κυρία μετά την άλλη. Ήταν η γοητευτική υπόκλισή του, η περιποιητικότητά του, ο συναρπαστικός τρόπος που χαμήλωνε το κεφάλι για να ακούσει πιο καθαρά, που έσκυβε για να ψιθυρίσει σε κάποιο λεπτεπίλεπτο αφτί. Τις έκανε να τον ερωτεύονται. Τόσο αβίαστα. Χωρίς να τον απασχολεί. Χωρίς να σκέφτεται τις συνέπειες. Τον μισούσε γι’ αυτό. Τον ακολουθούσαν στους κήπους,


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

11

όπου τελικά τις φιλούσε. Μια φορά τον είχε πιάσει να το κάνει με μια νεαρή υπηρέτρια στο κτήμα του δούκα. Πίσω από τους στάβλους, το κορίτσι είχε σχεδόν σκαρφαλώσει πάνω του για να απολαύσει πλήρως όσα είχε να της προσφέρει το στόμα του. Μπορεί να ήταν μόνο οκτώ χρόνων, αλλά η Οφίλια είχε αηδιάσει με το θέαμα, γνωρίζοντας ότι ήταν λάθος, αμαρτία. Δεν πίστευε ότι την είχαν δει, αλλά, καθώς έτρεχε για να φύγει, είχε ακούσει το απαλό του γέλιο και είχε αρχίσει να τρέχει ακόμα πιο γρήγορα. Ήξερε ότι δεν τον απασχολούσε καθόλου η υπόληψη μιας γυναίκας. Απόψε είχε ήδη χορέψει με δώδεκα γυναίκες. Όχι πως μετρούσε. Είχε κερδίσει το ενδιαφέρον αρκετών κόμηδων, υποκόμηδων, μαρκησίων και δουκών. Ήταν άντρες που είχαν τίτλους, αλλά στο μέλλον θα είχαν ακόμα περισσότερους, καθώς και άλλοι που είχαν ήδη καταλάβει μια υψηλή θέση στην κοινωνία. Δεν χρειαζόταν να ικετεύσει να την προσέξουν όπως αυτές οι ανόητες που περιτριγύριζαν τον Ντάρλινγκ κάθε φορά που έφευγε από την πίστα ή γύριζε με ένα ποτό για κάποια δεσποινίδα η οποία ήταν έτοιμη να υποκύψει στη γοητεία του. Σίγουρα έπαιζε καλά τον ρόλο του περιποιητικού άντρα, ήταν άριστος σ’ αυτό. Τις έκανε να ξεχνούν ποιος ήταν, από πού καταγόταν. Ένας άντρας ταπεινής καταγωγής. «Γελοιοποιούνται τόσο πολύ κυνηγώντας έτσι τον Ντάρλινγκ», μονολόγησε. Η δεσποινίς Μινέρβα Ντότζερ, που στεκόταν δίπλα της, είπε: «Δεν έχουν κι άδικο. Είναι κάποιος αξιοπρόσεκτος. Δεν νομίζω ότι πήγε ποτέ σε κάποιο χορό μετά την πρώτη εμφάνιση της Γκρέις στην κοινωνία». Τόλμησε να ζητήσει από την Οφίλια να χορέψουν εκείνο το βράδυ, αλλά είχε αγνοήσει την πρότασή του. Κάποιος έπρεπε να σταθεί στο ύψος του, κάποιος έπρεπε να ακολουθήσει τους αποδεκτούς κοινωνικούς κανόνες. Ο πατέρας της της το επαναλάμβανε συχνά. Ήταν απόγονος


12

LORRAINE HEATH

του Γουλιέλμου Α’ του Κατακτητή. Έπρεπε να κάνει τον ίδιο αλλά και τους προγόνους της περήφανους, να ακολουθήσει την παράδοση και να πραγματοποιήσει έναν καλό γάμο. Αν δεν υπάκουε στις προσταγές του, η εντυπωσιακή της προίκα θα χανόταν και μαζί της κάθε ευκαιρία να ευτυχήσει. Εξαρτιόταν απόλυτα από αυτό που θα της παρείχε τελικά η περιουσία της: ελευθερία. «Είναι ένας ασήμαντος», θύμισε στη φίλη της. Η Μινέρβα ανασήκωσε το φρύδι της. «Κι εγώ το ίδιο». Η Οφίλια ξεφύσηξε. «Η μητέρα σου είναι ευγενικής καταγωγής». «Ο πατέρας μου προέρχεται από τους δρόμους». «Ένας από τους πλουσιότερους άντρες στο Κρίστεντομ. Κατάφερε πολλά μόνος του». «Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τον Ντρέικ;» «Μπορεί ποτέ κανείς να ξεφύγει από το παρελθόν του;» «Δεν μπορείς να υποστηρίζεις και τα δύο. Δεν μπορείς να λες ότι ο πατέρας μου ξέφυγε από το δικό του και μετά να μην το δέχεσαι για τον Ντρέικ». Μπορούσε και το έκανε. Ο πατέρας της ήταν ένας απίστευτα ηθικός άντρας. Από τότε που πέθανε, ο αδερφός της είχε παρεκκλίνει λίγο από τον σωστό δρόμο, ξοδεύοντας πολλές νύχτες στον τζόγο και στο ποτό, αλλά ένιωθε υποχρεωμένη να τιμήσει τις διδαχές του πατέρα της. Η αμαρτία τη γοήτευε, και αν δεν πρόσεχε, τελικά θα την παρέσυρε. Δεν είχε πει ποτέ σε κανέναν αυτή τη φρικτή αλήθεια για τον εαυτό της. Ο πατέρας της θα απογοητευόταν τρομερά, μπορεί να μην της άφηνε καν προίκα, μπορεί να την άφηνε απένταρη. «Ο πατέρας μου δεν έχει κανένα παράπονο από τη διαχείριση που κάνει ο Ντρέικ στη λέσχη Ντότζερ», συνέχισε η Μινέρβα, αναφερόμενη στη λέσχη, σαν να είχε την αμέριστη προσοχή της Οφίλια. «Έχοντας μεγαλώσει στην οικογένεια του δούκα και της δούκισσας του Γκρέιστοουν, με την ίδια αφοσίωση που έδειχναν στους γιους τους, τολμώ να πω ότι θα μπορούσε να μη δουλεύει


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

13

καν, αν το ήθελε. Θεωρώ ότι είναι μάλλον αξιοθαύμαστος». Δεν ήταν σωστό να αναφέρει κάτι, μιας και η Μινέρβα δεν θα μπορούσε να καταλάβει ότι η Οφίλια έβλεπε τον Ντρέικ ακριβώς όπως ήταν: ήταν κατώτερός τους και έπρεπε τουλάχιστον να μην τον θεωρούν κάτι σπουδαίο. Δεν ήταν ένας κύριος. Προωθούσε την αμαρτία, προκαλούσε τις γυναίκες μ’ αυτό το πονηρό του χαμόγελο. «Καταφέρνει πάντα να σου βγάζει τον χειρότερό σου εαυτό», είπε η Μινέρβα. «Ποτέ μου δεν το κατάλαβα αυτό». «Μη γίνεσαι ανόητη. Δεν με απασχολεί καθόλου». «Κι όμως, τόση ώρα γι’ αυτόν συζητάμε». «Όχι. Επισήμαινα απλώς την ανάρμοστη συμπεριφορά των γυναικών, πόσο άσχημο αντίκτυπο έχει σε όλες μας». «Ο πατέρας μου μου είπε χιλιάδες φορές ότι δεν μας χαρακτηρίζει η συμπεριφορά των άλλων, αλλά μόνο η δική μας». Όταν, όμως, αυτή η συμπεριφορά μάς επηρεάζει… Έδιωξε μακριά αυτή τη σκέψη, την έστειλε πίσω στην τρύπα της, δεν θα καταδεχόταν να την εκφράσει. Πάντως έπρεπε να παραδεχτεί ότι η Μινέρβα είχε δίκιο. Ο Ντάρλινγκ τής έβγαζε τον χειρότερό της εαυτό. Πάντα. Η αμαρτία καλούσε την αμαρτία. Εκείνο το πρωί είχε αποτελέσει το αντικείμενο του φθόνου κάθε θηλυκού στο Λονδίνο, γιατί ο Ντάρλινγκ την είχε συνοδεύσει στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου για την τελετή που ένωσε για πάντα την Γκρέις και τον Λόβινγκτον. Ήταν η κυρία των τιμών της Γκρέις, ενώ ο Λόβινγκτον ήταν ο κουμπάρος του Λόβινγκτον. Στη διαδρομή, όμως, από την εκκλησία στο βεστιάριο δεν του είπε ούτε λέξη και εκείνος σχεδόν δεν της είχε δώσει σημασία. Δεν της είχε χαρίσει το υπέροχο χαμόγελό του. Τα μάτια του δεν είχαν λάμψει. Ήξερε ότι θα προτιμούσε να είναι με κάποια άλλη, όπως εκείνη προτιμούσε να είναι με οποιονδήποτε άλλον εκτός από αυτόν.


14

LORRAINE HEATH

Οι κυρίες χόρευαν με τον διάβολο, καθώς εκείνος τις προκαλούσε με χαρά. Είχε έρθει η ώρα να θέσει κάποιος ένα τέλος στην κοροϊδία του, να τους θυμίσει κάποιος – αλλά και στον ίδιο– τη θέση του ανάμεσά τους. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο Ντρέικ Ντάρλινγκ ευχόταν να βρίσκεται οπουδήποτε αλλού εκτός από εκεί, αλλά ήξερε πολύ καλά πως στη ζωή δεν έχουμε πάντα αυτό που θέλουμε. Πολλές φορές δεν έχουμε καν αυτό που μας αξίζει. Έτσι βασίστηκε σε όσα είχε μάθει όλα αυτά τα χρόνια και προσποιήθηκε ότι ένιωθε πολύ ικανοποιημένος, γεμάτος χαρά, που ήταν το επίκεντρο της προσοχής. Προτιμούσε σίγουρα τις σκοτεινές γωνίες από τις λαμπερές αίθουσες χορού. Ένιωθε πολύ πιο άνετα όταν δεν τον πρόσεχαν, αλλά ήταν σίγουρα ένας χαμαιλέοντας. Ήξερε πώς να ανακατεύεται με το πλήθος, ακόμα κι όταν αυτό γινόταν σε ένα δωμάτιο με καθρέφτες στους τοίχους, πολυελαίους και τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αριστοκρατίας. Για το μόνο που χρειαζόταν να προσποιηθεί ήταν η ευτυχία του για την Γκρέις και τον Λόβινγκτον. Έβλεπε την Γκρέις σαν αδερφή του, παρότι το αίμα τους δεν θα μπορούσε να διαφέρει περισσότερο. Εδώ και πολλά χρόνια είχε δεθεί με τον Λόβινγκτον, ήταν ο έμπιστός του ή τελευταία ο συνοδός του στις ακολασίες. Μέχρι που η Γκρέις κατέκτησε την καρδιά του δούκα. Έτσι, ο Ντρέικ δεν μπορούσε να μην παραβρεθεί στον γάμο τους. Λίγα λεπτά νωρίτερα είχε δει το ευτυχισμένο ζευγάρι να φεύγει από την αίθουσα του χορού. Κανονικά η νύφη και ο γαμπρός δεν παραβρίσκονταν στον χορό που γινόταν προς τιμήν τους, αλλά η Γκρέις δεν ήταν καθόλου συμβατικός άνθρωπος. Ήθελε να χορέψει μια τελευταία φορά με τον πατέρα της. Η όραση του δούκα του Γκρέιστοουν εξασθενούσε, αν και μόνο η οικογένεια γνώριζε για το πρόβλημά του. Ένας ακόμα λόγος για τον


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

15

οποίο ήταν εκεί ο Ντρέικ: ήθελε να αναγνωρίσει το χρέος του απέναντι στον άντρα και στη γυναίκα που του είχαν προσφέρει ένα σπιτικό. Περίμεναν να είναι εκεί, και έτσι ο Ντρέικ δεν κίνησε την παραμικρή υποψία στις έξι νεαρές κυρίες που τον είχαν περικυκλώσει ότι θα προτιμούσε να βρίσκεται κάπου αλλού. Πάντα έκανε ό,τι έπρεπε για να εξασφαλίσει ότι ο δούκας και η δούκισσα δεν θα μετάνιωναν ποτέ που τον ανέλαβαν. Ήταν τόσο νέες οι κυρίες που του χαμογελούσαν και πετάριζαν τις βλεφαρίδες τους μπροστά του. Ακόμα κι αυτές που πλησίαζαν τα είκοσι πέντε ήταν πολύ αθώες για τα γούστα του. Ήταν όλες ανάλαφρες και δροσερές, λες και δεν ήξεραν από βάσανα, λες και η ζωή τους ήταν γεμάτη απολαύσεις. Προτιμούσε τις γυναίκες του λίγο πιο πικάντικες, πολύπλοκες, πιο προκλητικές. «Νεαρέ». Μία εξαίρεση στην προτίμησή του στις πιο προκλητικές γυναίκες είχε μόλις κάνει την εμφάνισή της. Η φωνή αυτή τον έκανε να σφίξει τα δόντια. Έπρεπε να το περιμένει ότι δεν θα απέφευγε να τον προσέξει όλο το βράδυ. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον ήταν μία από τις καλύτερες φίλες της Γκρέις. Δεν καταλάβαινε για ποιο λόγο η αδερφή της καρδιάς του είχε σχέσεις με μια τόσο αλαζονική δεσποινίδα, όταν η Γκρέις ήταν ο πιο γλυκός, ο πιο ευγενικός άνθρωπος που ήξερε. Σίγουρα ήταν πεισματάρα, αλλά δεν είχε ίχνος κακίας μέσα της. Η λαίδη Οφίλια σίγουρα δεν μπορούσε να ισχυριστεί το ίδιο. Η παρουσία της πίσω του ήταν αρκετή για να το αποδείξει. Οι κυρίες που τόση ώρα είχαν στρέψει πάνω του όλη τους την προσοχή, σιώπησαν για πρώτη φορά μέσα σε δύο ώρες. Γιατί ήταν κι εκείνες εκεί, γιατί προσπαθούσε να δώσει την εντύπωση του κυρίου, όποιος λόγος κι αν ίσχυε, δεν θα έφερνε τη λαίδη Οφίλια σε δύσκολη θέση, αγνοώντας την. Υποπτευόταν, όμως, πως θα πλήρωνε τη γενναιοδωρία του. Πάντα πλήρωνε το τίμημα. Η κυρία


16

LORRAINE HEATH

αυτή ήταν πολύ ικανή στα προκλητικά σχόλια. Γύρισε αργά και κοίταξε τη γυναίκα που μετά βίας έφτανε μέχρι τον ώμο του. Παρά το μικρό της ύψος, ωστόσο, κατόρθωνε να δείχνει ότι τον υποτιμά. Ήταν η λεπτή, μακριά της μύτη που ανασηκωνόταν στην άκρη. Τον ενοχλούσε πολύ να τη συναντά κάθε φορά που επισκεπτόταν την Γκρέις. Ήταν, όμως, τόσο σατανική, που πρόσεχε πολύ να μην τον υποτιμήσει όταν ήταν μπροστά η Γκρέις για να το δει. Αγαπούσε πολύ την Γκρέις για να την αναστατώσει –και σίγουρα θα ένιωθε φρικτά αν ήξερε ότι αυτός και η φίλη της δεν τα πήγαιναν και πολύ καλά– και έτσι ανεχόταν τις προσβολές της λαίδης Οφίλια, πεπεισμένος ότι έκανε το σωστό, ενώ εκείνη βούλιαζε στον βούρκο. Δεν καταλάβαινε πώς μια τόσο όμορφη κοπέλα μπορούσε να είναι τόσο στρίγκλα. Τα πράσινα, εξωτικά μάτια της τον κοίταζαν με τόσο προκλητική ένταση, που θα μπορούσαν να ξεσκίσουν ακόμα και την ψυχή του, αν δεν ήταν προσεκτικός. Ήταν δώδεκα χρόνια μεγαλύτερός της, αλλά από τότε που είχε γίνει γυναίκα, είχε την ικανότητα να τον κάνει να νιώθει σαν ένας σκύλος που ζούσε πάλι στον δρόμο. Όχι πως άλλοι αριστοκράτες δεν τον έκαναν να νιώθει έτσι κατά καιρούς, αλλά τον ενοχλούσε ακόμα περισσότερο όταν ήταν εκείνη υπεύθυνη για το πλήγμα στην αξιοπρέπειά του. «Νεαρέ», επανέλαβε αλαζονικά, «φέρε μου λίγη σαμπάνια και γρήγορα». Σαν να ήταν υπηρέτης, σαν να ζούσε για να την υπηρετεί. Όχι ότι υποτιμούσε όσους σέρβιραν. Η δουλειά τους ήταν πολύ πιο αξιοπρεπής και τα κατορθώματά τους πολύ πιο σημαντικά απ’ ό,τι είχε καταφέρει ποτέ εκείνη. Σίγουρα έτρωγε σοκολατάκια στο κρεβάτι της διαβάζοντας κάποιο βιβλίο, χωρίς να αναλογιστεί καθόλου την προσπάθεια που είχε κάνει κάποιος για να τα έχει εκείνη έτοιμα. Σκέφτηκε να της πει να πάει να φέρει μόνη της τη


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

17

σαμπάνια, αλλά ήξερε πως αυτό θα το θεωρούσε νίκη της, πως ήλπιζε να τον εξαγριώσει θέλοντας να αποδείξει ότι δεν ήταν και τόσο κύριος και μπορούσε να προσβάλει μία κυρία. Ή ίσως απλώς ήθελε να βεβαιωθεί ότι ήξερε τη θέση του. Λες και μπορούσε ποτέ να την ξεχάσει. Κάθε βράδυ έκανε μπάνιο, έτριβε με μανία το σώμα του, αλλά δεν μπορούσε να βγάλει τους δρόμους από το δέρμα του. Η οικογένειά του τον είχε αγκαλιάσει, οι φίλοι τους τον είχαν αγκαλιάσει, ήξερε, όμως, ακόμα ποιος ήταν, ήξερε από πού ερχόταν. Αν έλεγε στη λαίδη Οφίλια ποιο ήταν το παρελθόν του, σίγουρα θα είχε χλωμιάσει και τα μαλλιά της, που θύμιζαν τις αχτίδες του φεγγαριού, θα κατσάρωναν από τον τρόμο. Ένιωσε στην ατμόσφαιρα την ανυπομονησία των γυναικών γύρω τους, ίσως και την ελπίδα ότι θα την έβαζε στη θέση της. Δεν είχε καταλάβει ποτέ την κακία που πολλές φορές έβλεπε να υπάρχει ανάμεσα στις γυναίκες. Σίγουρα και η Γκρέις είχε υπάρξει αντικείμενο ζήλιας λόγω της μεγάλης προίκας της, η οποία έκανε τους άντρες να προσπαθούν να κερδίσουν την εύνοιά τους. Η Λαίδη Ο, όμως, παρά την απέχθειά της γι’ αυτόν, παρέμενε πιστή στην Γκρέις, μια αληθινή έμπιστη φίλη. Δεν άξιζε την περιφρόνησή του ή μια προσβολή μπροστά σε διάφορες κυρίες που ίσως δεν έδιναν την ίδια προσοχή στην Γκρέις. Έσκυψε ελαφρά το κεφάλι. «Όπως επιθυμείτε, λαίδη Οφίλια». Γύρισε προς τις άλλες: «Δεν θα αργήσω, κυρίες μου. Σε λίγο μπορούμε να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας γύρω από τα πιο γοητευτικά αρώματα». Για κάποιο λόγο είχαν σκαρφιστεί ένα παιχνίδι στο οποίο προσπαθούσε να βρει το λουλούδι που ξεχώριζε στο άρωμα της καθεμιάς. Εκείνος έσκυβε αρκετά για να τις μυρίζει και εκείνες αναστέναζαν. Η λαίδη Οφίλια είχε έρθει μέσα σε ένα σύννεφο από ορχιδέες που προκαλούσαν, υποσχόμενες απαγορευμένες ηδονές που τον γοήτευαν, παρά την προσπάθειά του να


18

LORRAINE HEATH

τις αγνοήσει. Γιατί τον γοήτευε αυτή η γυναίκα, να πάρει; Τόσες γυναίκες υπήρχαν. Ίσως γιατί αποτελούσε μια πρόκληση, γιατί είχε σηκώσει τείχη που μόνο οι πιο επιδέξιοι θα μπορούσαν να σκαρφαλώσουν και να δουν τον αληθινό θησαυρό που έκρυβαν πίσω τους. Μπορούσε να διαβάσει τους ανθρώπους, αλλά εκείνη δεν μπορούσε ποτέ να την καταλάβει. Γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε στο τραπέζι όπου σέρβιραν τη σαμπάνια και διάφορα άλλα ποτά. Αντιλαμβανόταν το βλέμμα της στην πλάτη του. Υπέθετε πως, αν κοίταζε πίσω, θα την έβλεπε να ψιθυρίζει με τις άλλες κυρίες, προειδοποιώντας τες γι’ αυτόν. Δεν ήξερε ότι θα του έκανε χάρη, αν φρόντιζε να τον αφήσουν ήσυχο. Είχε δεσμευτεί για τρεις ακόμα χορούς και δεν θα απογοήτευε τις μέλλουσες παρτενέρ του φεύγοντας για τη λέσχη πριν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Ούτε θα έδινε στη λαίδη Οφίλια την ικανοποίηση να χαλάσει τη βραδιά του, στέλνοντάς τον να της κάνει διάφορα θελήματα. Ένα ποτό θα ήταν το μόνο που θα έπαιρνε απ’ αυτόν. Πιάνοντας ένα ποτήρι σαμπάνια από το τραπέζι, γύρισε πίσω και ανακάλυψε, καθόλου έκπληκτος, ότι εκείνη είχε ήδη φύγει. Σκέφτηκε να πιει το αφρώδες ποτό, αλλά προτιμούσε το ουίσκι, κι έπειτα άκουσε το γοητευτικό της γέλιο. Πώς στο καλό μπορούσε να γελάει τόσο αισθησιακά αυτή η ψυχρή γυναίκα; Αυτό το τραγούδι της σειρήνας στόχευε κατευθείαν στο υπογάστριό του. Ενοχλημένος από τον εαυτό του που γοητεύτηκε από το γέλιο της, κοίταξε πίσω του και την είδε να φλερτάρει προκλητικά με τον δούκα του Άβεντεϊλ και τον υποκόμη του Λάνγκτον. Οι οικογένειές τους ήταν αξιοσέβαστες, ισχυρές και πλούσιες. Δεν του έκανε εντύπωση που είδε άλλες δύο κυρίες στη συντροφιά τους. Οι κύριοι ήταν το επίκεντρο της προσοχής, αλλά απέφευγαν τις κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως κι αυτός. Ο γάμος ήταν τόσο μακριά στα σχέδιά τους, που τον έβλεπαν μόνο με κιάλια.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

19

Βρίσκονταν εδώ απλώς και μόνο γιατί ήταν φίλοι της Γκρέις και του Λόβινγκτον. Τώρα, όμως, που το ευτυχισμένο ζευγάρι είχε αποχωρήσει, υπέθετε ότι ο Άβεντεϊλ και ο Λόβινγκτον θα συνέχιζαν σύντομα κάπου αλλού τη διασκέδασή τους. Σε αντίθεση με τη Λαίδη Ο, εκείνοι θα του ζητούσαν να τους συνοδεύσει. Άκουσε πάλι το γέλιο της Οφίλια, μόνο που αυτή τη φορά σταμάτησε, το βλέμμα της έπεσε πάνω του σαν πέτρα, έπειτα στράφηκε στη σαμπάνια και τα χείλη της καμπύλωσαν προς τα πάνω θριαμβευτικά, πριν συνοφρυωθεί σαν να μύριζε κάτι δυσάρεστο. Το πρόσωπό της έγινε και πάλι γοητευτικό και έστρεψε το βλέμμα της στον Άβεντεϊλ, αγνοώντας ξανά επιδεικτικά τον Ντρέικ. Δυστυχώς γι’ αυτήν, δεν μπορούσε πια να τον αγνοεί τόσο εύκολα.

Η Οφίλια ένιωσε να την κυριεύει πανικός. Ο Ντάρλινγκ άρχισε να κινείται αποφασιστικά προς το μέρος της, με τα μεγάλα του χέρια –χέρια εργάτη– να κρατούν το ποτήρι της σαμπάνιας. Η έκφρασή του φώναζε ότι της πετάει το γάντι και φοβήθηκε μήπως δεν είχε εκτιμήσει σωστά τη διάθεσή του απόψε, ότι ίσως ήταν πιο δύσκολο απ’ όσο περίμενε να τον αντιμετωπίσει το βράδυ αυτό, αλλά θα το έκανε. Δεν θα δείλιαζε, όχι απέναντί του, όχι απέναντι σε οποιονδήποτε άντρα έτσι κι αλλιώς. Ήταν ένας ασήμαντος με ταπεινή καταγωγή. Μπορεί να έμοιαζε εξωτερικά με κύριο, αλλά δεν είχε καμία αμφιβολία ότι κατά βάθος ήταν ένας ανήθικος, με ανήθικους τρόπους και μια ροπή στην αμαρτία. Δεν ήξερε γιατί αυτή η σκέψη τη γέμισε με μια άβολη ζεστασιά. Θα έφταιγε ο κόσμος στο δωμάτιο, οι πολυέλαιοι, τα πολλά ρούχα και ο στενός κορσές. Σίγουρα δεν φανταζόταν αυτά τα χέρια να εξερευνούν το κορμί της. Δεν ήταν του δρόμου. Ήταν μια κυρία. Και οι κυρίες δεν έκαναν τέτοιες σκέψεις.


20

LORRAINE HEATH

Καθώς την πλησίαζε, ωστόσο, κάτι μέσα στα μαύρα του μάτια έλαμψε σαν να ήξερε ακριβώς πού είχαν περιπλανηθεί οι σκέψεις της και σαν να δήλωνε πρόθυμος να τη συνοδεύσει σε ένα ταξίδι στην αμαρτία. Τα χαρακτηριστικά του ήταν άγρια, λες και τα είχε φτιάξει ένας θυμωμένος θεός. Η μύτη του ήταν πολύ μεγάλη, τα φρύδια του πολύ πυκνά. Το πιγούνι του πολύ τετράγωνο. Μπορούσε να δει τα γένια του να αχνοφαίνονται, γένια που δεν είχαν την αξιοπρέπεια να περιμένουν λίγο ακόμα μέχρι να εμφανιστούν. Γιατί έχανε τον χρόνο της παρατηρώντας κάθε μέρος του κορμιού του, ενώ είχε τόσους κυρίους διατεθειμένους να της χαρίσουν απλόχερα την προσοχή τους; Την ώρα που στάθηκε μπροστά της, άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί ελεύθερα πάνω της. Ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται και φοβήθηκε μήπως το καταλάβει. Έκανε λίγο πίσω. Τι την ένοιαζε η γνώμη του γι’ αυτήν, αφού η γνώμη του δεν είχε καμία αξία; «Η σαμπάνια σας». Η βραχνή, βαθιά φωνή του έντυνε με σκοτάδι και αισθησιασμό τα λόγια του. Υποψιαζόταν πως δεν ήταν σιωπηλός εραστής, ότι ψιθύριζε πρόστυχα λόγια στ’ αφτιά μιας γυναίκας. «Άργησες τόσο πολύ να το φέρεις, που δεν έχω πια καμία διάθεση να το πιω». «Σίγουρα δεν θα αρνηθείτε στον εαυτό σας την απόλαυση που προσφέρουν αυτές οι φυσαλίδες στον ουρανίσκο». Τόνισε με νόημα τη λέξη απόλαυση. Είχε το θράσος να της μιλήσει με τέτοια ασέβεια μπροστά στους άλλους… Αυτό δεν θα το ανεχόταν. Δεν μπορούσε, όμως, να σκεφτεί καμία έξυπνη απάντηση, γιατί την παρατηρούσε σαν να φανταζόταν πώς θα ήταν να παίζει εκείνη με τον ουρανίσκο του. «Με την αργοπορία σου, νομίζω πως ξεθύμανε», είπε, πριν του γυρίσει την πλάτη. «Άβεντεϊλ, νομίζω πως


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

21

λέγαμε–» Ο Ντρέικ Ντάρλινγκ είχε το θράσος να μπει ανάμεσα σ’ εκείνη και στον δούκα. Είχε μισοκλείσει τα μάτια και είχε σφίξει το πιγούνι. «Λαίδη Οφίλια, επιμένω να πάρετε αυτή τη σαμπάνια». «Νεαρέ, δεν είσαι σε θέση να επιμένεις σε τίποτα που να έχει σχέση με μένα». Το γαντοφορεμένο χέρι του χτύπησε το πλάι του ποτηριού, ενώ το βλέμμα του καρφώθηκε στο δικό της, και σχεδόν μπορούσε να δει τους τροχούς της εκδίκησης να γυρίζουν στο μυαλό του. Δεν ήξερε γιατί ήθελε τόσο να τον προκαλεί, αν και κάτι πάνω του την αναστάτωνε πάντα. Ήθελε να τον βάλει στη θέση του, να του θυμίσει –αλλά και στον ίδιο της τον εαυτό– ότι ήταν κατώτερός της. Ο πατέρας της την είχε χτυπήσει με τη ζώνη στην πλάτη και τα γυμνά της πόδια, όταν την είχε πιάσει μια φορά να μιλάει με τον Ντάρλινγκ. Ήταν δώδεκα τότε, όμως ήταν ένα μάθημα που δεν θα ξεχνούσε εύκολα. Δεν έπρεπε να έχει επαφές με όποιον δεν είχε ευγενική καταγωγή. «Ας είναι», ψιθύρισε, σηκώνοντας το ποτήρι. Έκανε πίσω το κεφάλι και ήπιε το χρυσαφένιο υγρό με μια γουλιά. Μπορούσε να δει μόνο ένα μέρος των μυών του λαιμού του να συσπώνται, γιατί μια άψογα δεμένη γραβάτα έκρυβε το υπόλοιπο. Έκανε στην άκρη το ποτήρι, έγλειψε τα χείλη του και τα μάτια του έλαμψαν από ικανοποίηση. «Δεν είχε ξεθυμάνει καθόλου. Ήταν πολύ ευχάριστο, σαν το φιλί μιας προκλητικής γυναίκας». Την κυρίευσε θυμός, καυτός και ασυγκράτητος. Την κορόιδευε, την ταπείνωνε. Δεν είχε σημασία που είχε ξεκινήσει αυτό το μικρό δράμα με δική της πρωτοβουλία. Έπρεπε να είχε φύγει όταν κατάλαβε ότι δεν την ενδιέφερε πια η σαμπάνια. Δεν έπρεπε να την κάνει να αναρωτιέται αν είχε μείνει λίγη στα χείλη του, αν μπορούσε να τη γευτεί αν τον άγγιζε. «Νεαρέ–» «Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ήμουν μικρό


22

LORRAINE HEATH

αγόρι». Σήκωσε το πιγούνι. «Νεαρέ, φέρε σε όλους μας σαμπάνια». «Όταν παγώσει η Κόλαση, λαίδη». Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω. Τα μάτια του έλαμψαν θριαμβευτικά. Να πάρει. Δεν θα έκανε άλλο πίσω. Ένας σερβιτόρος πέρασε από δίπλα τους και, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από το δικό της, ο Ντάρλινγκ άφησε το ποτήρι πάνω στον ασημένιο δίσκο του. Έπειτα έκανε ένα ακόμα βήμα μπροστά. Πάλεψε να μείνει στη θέση της, αλλά τώρα μπορούσε να μυρίσει το μεθυστικό του άρωμα. Γήινο και πλούσιο, μαζί με τη μυρωδιά του καπνού και ίσως της αμαρτίας. Πλησίασε κι άλλο. Μισό βήμα πίσω. «Χορέψτε μαζί μου», είπε. «Ορίστε;» «Μ’ ακούσατε». Σήκωσε το κεφάλι. «Δεν χορεύω με άντρες ταπεινής καταγωγής». «Τι φοβάστε;» «Δεν φοβάμαι τίποτα». «Ψέματα». Έστρεψε το βλέμμα της αριστερά, έπειτα δεξιά. Χωρίς να το καταλάβει, την είχε παρασύρει σε μια σκοτεινή γωνιά και τώρα την εμπόδιζε να φύγει. Η παρέα της είχε εξαφανιστεί. Έπρεπε να το ξέρει ότι ο Άβεντεϊλ και ο Λάνγκτον θα βοηθούσαν αυτόν τον άθλιο και θα συνόδευαν τις φίλες της στην πίστα, στους κήπους ή θα πήγαιναν να ανανεώσουν τα ποτά τους. Να τους πάρει η ευχή! Δεν θα την τρόμαζαν, όμως, τύποι σαν τον Ντρέικ Ντάρλινγκ. «Είστε απαράδεκτος, κύριε!» «Και εσείς μια ψηλομύτα, που πρέπει να πάρει ένα μάθημα». «Και νομίζετε πως είστε ο κατάλληλος άνθρωπος να το


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

23

κάνει;» Τα μάτια του σκούρυναν, το βλέμμα του έπεσε στα χείλη της και εκείνη συνειδητοποίησε ότι έκανε τρία γρήγορα βήματα πίσω. «Μην τολμήσεις», ψιθύρισε, εκνευρισμένη που η φωνή της ακούστηκε περισσότερο σαν ικεσία παρά σαν απαίτηση. «Εδώ και χρόνια προκαλείς το θηρίο. Δεν μπορείς να περιμένεις να παραμείνει για πάντα υπάκουο». Είχε δίκιο. Δεν ήξερε γιατί συνέχιζε να τον προκαλεί. Ίσως γιατί ένιωθε πως είχε κάτι σκοτεινό μέσα του, κάτι που της φώναζε, κάτι γοητευτικά επικίνδυνο. «Γινόμαστε θέαμα», του επισήμανε. «Είμαστε σε μια σκοτεινή γωνία. Κανείς δεν μας δίνει σημασία». Την πλησίασε σαν ένας άγριος θηρευτής. Ήξερε ότι είναι λάθος, αλλά χώθηκε ακόμα πιο βαθιά στη γωνία, μέχρι που η πλάτη της χτύπησε τον τοίχο. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Τα χέρια της είχαν ιδρώσει μέσα στα γάντια. «Αν κάνεις κάτι απρεπές, θα βάλω τις φωνές». Γέλασε σκοτεινά. «Και θα ρισκάρεις να σε πιάσουν με έναν αλήτη; Δεν νομίζω». «Είσαι ένας άθλιος». «Και γι’ αυτό ακριβώς σε γοητεύω. Βαριέσαι με όλους αυτούς τους καθωσπρέπει κυρίους που σε περιτριγυρίζουν. Δεν θα τους περνούσε ποτέ από το μυαλό να σε αγγίξουν χωρίς να φορούν γάντια». Το ζεστό, σκληρό του χέρι άγγιξε την αριστερή πλευρά του προσώπου της και της έκοψε την ανάσα. Ένα τόσο μεγάλο χέρι, με τα δάχτυλά του να ακουμπούν τα μαλλιά της, την άκρη της παλάμης του στο πιγούνι της και τον αντίχειρά του να χαϊδεύει το μάγουλό της. «Βαριέσαι όλους αυτούς τους κυρίους που τρέχουν να κάνουν ό,τι τους ζητήσεις», συνέχισε. «Δεν βαριέμαι». Δεν της άρεσε καθόλου που ακουγόταν λαχανιασμένη, σαν να είχε ανέβει τρέχοντας έναν


24

LORRAINE HEATH

ατέλειωτο λόφο. Το στήθος της πονούσε. «Είσαι κακομαθημένη, γιατί όλοι σου δίνουν αυτό που θέλεις. Δεν έχει χρειαστεί να δουλέψεις για τίποτα. Ούτε καν για να κερδίσεις την προσοχή ή την τρυφερότητα ενός άντρα». «Δεν ξέρεις τίποτα για μένα». Η φωνή της ακούστηκε ψιλή, τρομαγμένη. Στο βάθος ήξερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να τη βλάψει σωματικά αλλά ούτε και να πλήξει την τιμή της. Η Γκρέις δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ, και αν είχε μάθει κάτι όλα αυτά τα χρόνια, ήταν πως ήθελε απεγνωσμένα να ικανοποιεί την Γκρέις και την οικογένειά της. Φοβόταν, όμως, ότι μπορούσε να δει την κομματιασμένη της ψυχή. Τα ομώνυμα έλκονται, το σκοτάδι τραβάει το σκοτάδι. «Ξέρω περισσότερα απ’ όσα νομίζεις, λαίδη Οφίλια. Καταλαβαίνω περισσότερα απ’ όσα μπορείς να φανταστείς. Θα παντρευτείς κάποιον καθωσπρέπει λόρδο, αλλά υποψιάζομαι ότι πρώτα θα σου άρεσε πολύ να χορέψεις ένα βαλς με τον διάβολο». «Κάνεις λάθος». «Απόδειξέ το». Πριν προλάβει να απαντήσει, κόλλησε το στόμα του στο δικό της. Ήταν πιο απαλό απ’ όσο περίμενε, πιο ζεστό. Με μια επιμονή που θα έπρεπε να την τρομάξει, την παρακίνησε να ανοίξει τα χείλη της. Η γλώσσα του γλίστρησε ανάμεσά τους, πέρασε πάνω από τη δική της, βελούδινη και μεταξένια. Την κάλεσε να εξερευνήσει, να γνωρίσει κάθε άγνωστη γωνιά του στόματός της, καθώς εκείνος ανακάλυπτε το δικό της. Έπρεπε να νιώθει απέχθεια, τρόμο. Αντίθετα, ήταν μαγεμένη, είχε βουλιάξει σε μια πρωτόγνωρη αίσθηση. Είχε μεγάλο ταλέντο στο να της προκαλεί υπέροχα συναισθήματα, που ξεκινούσαν από τα δάχτυλα των ποδιών και ανέβαιναν προς τα πάνω. Τα νεύρα της είχαν μουδιάσει, τη βύθιζε σε έναν γλυκό λήθαργο που έκανε τα γόνατά της, αλλά και την επιθυμία της να τον διώξει


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

25

μακριά, να λιώνουν. Άκουσε ένα βαθύ μουγκρητό, ένιωσε κάτι να δονείται ανάμεσα στα δάχτυλά της και συνειδητοποίησε ότι έσφιγγε το πέτο του μπλε πρωινού του σακακιού. Κρατιόταν από τον Ντρέικ Ντάρλινγκ σφιχτά, γιατί ήταν το μόνο που την εμπόδιζε να λιώσει και να γίνει μια λίμνη ευχαρίστησης στα πόδια του. Ήταν απλώς ένα φιλί, ένας αρχέγονος χορός των στομάτων, αλλά την είχε διαλύσει. Έκανε ένα βήμα πίσω και τα μάτια του έλαμπαν θριαμβευτικά. «Πέντε λεπτά ακόμα και θα σε είχα κάνει να βγάλεις τα ρούχα και το–» Κρακ! Το γαντοφορεμένο χέρι της ήρθε σε επαφή με το μάγουλό του. Τον αιφνιδίασε, αιφνιδιάστηκε και η ίδια, αλλά δεν μπορούσε να του επιτρέψει να την κάνει να νιώθει σαν να ήταν πόρνη. «Δεν είσαι απλώς αηδιαστικός, αλλά υπερεκτιμάς και το ταλέντο σου. Δεν απόλαυσα καθόλου το άγγιγμα και το φιλί σου. Καθόλου». «Το βογκητό σου άλλα μου έλεγε». Σήκωσε το χέρι της να τον χτυπήσει ξανά, αλλά άρπαξε τον καρπό της και τα μακριά και λεπτά του δάχτυλα τυλίχτηκαν σφιχτά γύρω από τα κόκαλά της. Μπορούσε να τα σπάσει τόσο εύκολα. Ανάσαινε βαριά, ενώ εκείνος έμοιαζε να μην έχει κανένα πρόβλημα να πάρει ανάσα. «Ένα χαστούκι είναι αρκετό, λαίδη. Θα σταματούσα με την παραμικρή υπόνοια διαμαρτυρίας. Δεν μπορείς να θυμώνεις, γιατί ήθελες αυτό που σου πρόσφερα». «Δεν θέλω τίποτα από σένα. Και τώρα άφησέ με». Τα δάχτυλά του άνοιξαν σιγά. Έφερε το ελεύθερο πια χέρι της στο πλευρό της. «Είσαι χειρότερος ακόμα και από το πανί που σκουπίζει τα παπούτσια μου». «Νομίζω πως η κυρία διαμαρτύρεται υπερβολικά». «Εύχομαι να σαπίσεις στην Κόλαση». Πέρασε από δίπλα του, ανακουφισμένη που δεν προσπάθησε να τη σταματήσει, αλλά και λίγο απογοητευμένη για τον ίδιο λόγο. Τι είχε πάθει; Ήταν παράξενο, αλλά


26

LORRAINE HEATH

συνειδητοποίησε πως μαζί του ένιωθε… ασφαλής. Απόλυτα ασφαλής. Και αυτό ήταν απαράδεκτο. Δεν του άρεσε. Δεν της άρεσε. Απλώς προσπαθούσε να της δώσει ένα μάθημα. Ήλπιζε μόνο ότι του είχε δώσει και εκείνη ένα: ότι δεν ήταν από τις γυναίκες που παίζεις μαζί τους.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

27

Κεφάλαιο 2

«Τι έλεγες με τον Ντρέικ Ντάρλινγκ;» ρώτησε ο Σόμερντεϊλ , την ώρα που η άμαξα διέσχιζε τους ήσυχους δρόμους. Ο χορός θα συνεχιζόταν σίγουρα μέχρι το χάραμα, αλλά η Οφίλια ήταν έτοιμη να φύγει μετά τη συνάντησή της με τον Ντάρλινγκ στη γωνία. Φαίνεται πως κανείς δεν είχε προσέξει το ραντεβουδάκι τους, δόξα τω Θεώ. Είχε χάσει όλον της τον ενθουσιασμό για τον χορό, και είχε ζητήσει από τον αδερφό της να τη συνοδεύσει στο σπίτι. Είχε δεχτεί μετά χαράς να το κάνει, σίγουρα γιατί ανυπομονούσε να πάει στην αγαπημένη του λέσχη. Κοιτάζοντάς τον, η Οφίλια δεν μπορούσε να διαβάσει την έκφρασή του, αλλά η φωνή του έκρυβε την αποδοκιμασία του. «Διψούσα. Του ζήτησα να μου φέρει κάτι να πιω». «Θα ήταν πολύ καλύτερο να έχεις στρέψει την προσοχή σου σε κάποιον κύριο. Ο πατέρας σου άφησε μια πολύ μεγάλη περιουσία, ώστε να μπορέσεις να διαλέξεις κάποιον από τους πιο ξεχωριστούς κυρίους. Πρέπει να ασχοληθείς με κάποιον σαν τον Άβεντεϊλ. Είναι δούκας, για τον Θεό!» «Και δεν σκοπεύει να παντρευτεί. Ήρθε απόψε στον χορό μόνο λόγω της φιλίας του με τον Λόβινγκτον. Μην


28

LORRAINE HEATH

ανησυχείς, όμως. Δεν ενδιαφέρομαι καθόλου για τον Ντάρλινγκ». «Φρόντισε να ισχύει αυτό που μου λες. Τον συμπαθώ πολύ, αλλά ο πατέρας θα στριφογύριζε στον τάφο του. Μου ανέθεσε να φροντίσω να κάνεις έναν καλό γάμο και σκοπεύω να κάνω το καθήκον μου». «Δεν θα έπρεπε καλύτερα να φροντίζεις να παντρευτείς εσύ κάποια σπουδαία κληρονόμο;» Είχαν περάσει δύο χρόνια από τον θάνατο του πατέρα τους και ήξερε πως τα χρηματοκιβώτιά τους δεν ήταν πια τόσο γεμάτα όσο κάποτε. Ο Σόμερντεϊλ κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Είχα στον νου μου την Γκρέις. Τώρα πρέπει να ξεκινήσω να ψάχνω από την αρχή. Πολύ κουραστική δουλειά». Ένας γάμος ανάμεσα στον Σόμερντεϊλ και στην Γκρέις θα ήταν σκέτη καταστροφή. Χρειαζόταν κάποια που δεν θα ήταν τόσο επαναστάτρια. «Και δεν θεωρείς ότι η αναζήτηση του κατάλληλου συζύγου είναι εξίσου κουραστική;» «Κουραστική μπορεί να είναι, αλλά είναι όρος για να πάρεις την περιουσία σου. Κρίμα που δεν μπορείς να έχεις πρόσβαση πριν παντρευτείς. Θα περνούσαμε πολύ ωραία με τόσα χρήματα». Γύρισε και την κοίταξε. «Θα τα αναλάβει, όμως, ο άντρας σου μόλις παντρευτείς και τελείωσε η ιστορία». «Τα χρήματα γίνονται δικά μου αν δεν παντρευτώ μέχρι τα τριακοστά μου γενέθλια». Αυτό ήταν το σχέδιό της. Σαν τον Άβεντεϊλ, δεν είχε καμία πρόθεση να παντρευτεί. Το έλεγε, είχε κάνει ακόμα και την Γκρέις και τη Μινέρβα να πιστέψουν ότι ήθελε να παντρευτεί από αγάπη, αλλά η αλήθεια είναι πως προτιμούσε να είναι γεροντοκόρη, να μην είναι υπόλογη σε κανέναν άντρα. Κανένας δεν θα την αγαπούσε ποτέ αρκετά, ώστε να της συγχωρέσει αυτό που είχε κάνει κάποτε και ήταν ένα μυστικό που δεν θα μπορούσε να κρύβει για πάντα από ένα σύζυγο.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

29

«Αν θέλεις φορέματα για την επόμενη σεζόν, καλύτερα να παντρευτείς αυτήν εδώ», είπε ο Σόμερντεϊλ, διακόπτοντας τις σκέψεις της. Η καρδιά της σφίχτηκε ελαφρά. «Είναι τόσο άσχημα τα πράγματα;» Ανασήκωσε τους ώμους. «Οι επενδύσεις που έκανα δεν είχαν τα αποτελέσματα που περίμενα. Σκέφτηκα να πάρω ένα δάνειο από το καταπίστευμά σου μέχρι να βελτιωθεί η κατάστασή μου, έβαλα τον δικηγόρο μου να δει τις λεπτομέρειες, αλλά η περιουσία του είναι πραγματικά ασφαλισμένη. Μόνο αν παντρευόσουν κάποιον άντρα ταπεινής καταγωγής ή αν πέθαινες, θα περνούσαν στα χέρια μου». Ανατρίχιασε. Ήταν ανησυχητικό που έψαχνε τρόπο να πάρει τα χρήματά της. Τα χρήματα αυτά ήταν δικά της, η προίκα της, το κλειδί για το μέλλον, για την ελευθερία της. Ο πατέρας της ήθελε να τα πάρει εκείνη. Ο Σόμερντεϊλ θα έπρεπε απλώς να βρει έναν τρόπο να τα καταφέρει. «Δεν πρόκειται να παντρευτώ κάποιον με ταπεινή καταγωγή. Αμφιβάλλω αν θα παντρευτώ έτσι κι αλλιώς. Και σίγουρα δεν σκοπεύω να πεθάνω σύντομα». «Αν θέλεις να έχεις χρήματα πριν φτάσεις στα τριάντα, θα παντρευτείς κάποιον λόρδο, ακόμα κι αν είναι ετοιμοθάνατος. Ειλικρινά, Οφίλια, τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα». «Γι’ αυτό σε ενδιέφερε η Γκρέις, γιατί έχει τόσο μεγάλη προίκα». «Ναι, φυσικά». Το είπε σαν να ήταν ανόητη που σκεφτόταν διαφορετικά. «Ήθελε να παντρευτεί από έρωτα». «Σε διαβεβαιώ πως αν μια γυναίκα βάλει χρήματα στις τσέπες μου, θα την αγαπήσω και μάλιστα πολύ». «Δεν ήθελε τέτοια αγάπη η Γκρέις», είπε στον αδερφό της. «Χαίρομαι πολύ που δεν πήρε στα σοβαρά το ενδιαφέρον σου». «Εγώ δεν χαίρομαι καθόλου. Ο Λόβινγκτον δεν


30

LORRAINE HEATH

χρειαζόταν την περιουσία της. Έχει δική του περιουσία. Δεν είναι δίκαιο». Μπορούσε αναμφίβολα να τον διαφωτίσει για πολλά πράγματα που δεν ήταν δίκαια. Σίγουρα, όμως, υπερέβαλε μιλώντας για την οικονομική του κατάσταση. «Πόσο άσχημα είναι τα πράγματα;» ρώτησε. «Απλώς μην αγοράζεις καινούρια φορέματα», είπε σκυθρωπός. «Δεν καταλαβαίνω γιατί να έχω πρόβλημα εγώ, επειδή εσύ δεν έκανες σωστή διαχείριση». Η άμαξα σταμάτησε μπροστά στο σπίτι τους. «Εξάλλου, είμαι σίγουρη πως κάτι θα βρεθεί». Σίγουρα κάποια κληρονόμος θα έπαιρνε στα σοβαρά την περίπτωσή του. Ο Σόμερντεϊλ χαμογέλασε. «Εύχομαι να βρεθεί σύντομα, γιατί αλλιώς οι πιστωτές μας θα αρχίσουν να μας χτυπούν την πόρτα. Και έχεις δίκιο, αδερφούλα. Δεν θέλουμε να έρθεις σε δύσκολη θέση, έτσι δεν είναι;» Πριν προλάβει να απαντήσει, ο υπηρέτης άνοιξε την πόρτα και τη βοήθησε να κατέβει. Ακολούθησε ο αδερφός της. «Δεν θα πας στη λέσχη;» τον ρώτησε καθώς ανέβαιναν τα σκαλιά. «Η συζήτησή μας μου χάλασε τη διάθεση. Νομίζω απλώς θα πιω για να ξεχάσω». Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν στο φουαγέ. «Δεν θα σου λύσει τα προβλήματα», του είπε. «Θα με κάνει, όμως, να τα ξεχάσω για λίγο». Έσκυψε και τη φίλησε στο μάγουλο. «Καλό ύπνο, Οφίλια». Έκανε δύο βήματα και εκείνη τον φώναξε: «Σόμερντεϊλ;» Σταμάτησε, γύρισε και την κοίταξε. Αναστέναξε. «Δεν θα πάρω κανένα καινούριο φόρεμα, αλλά δεν χαίρομαι γι’ αυτό». Της χαμογέλασε. «Δεν περίμενα να χαρείς. Και είμαι σίγουρος πως έχεις δίκιο. Κάτι θα βρεθεί. Απλώς πρέπει να


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

31

το σκεφτώ λίγο». Τον είδε να διασχίζει τον διάδρομο. Για μια στιγμή σκέφτηκε να τον ακολουθήσει, αλλά είχε τα δικά της προβλήματα. Κυρίως πώς να κάνει τον Ντρέικ Ντάρλινγκ να πληρώσει για το φιλί που της είχε κλέψει. Την επόμενη φορά που θα τον συναντούσε, θα του έδινε ένα γερό μάθημα. Θα τον περιφρονούσε δημόσια. Θα έλεγε στην Γκρέις πόσο μεγάλο κάθαρμα ήταν. Ίσως η οικογένειά της να τον έδιωχνε τον άθλιο. Ανέβηκε στον επάνω όροφο, αλλά, όταν έφτασε στην κορυφή της σκάλας, συνειδητοποίησε ότι έψαχνε τα χείλη της για να δει αν είχε μείνει ακόμα η γεύση του. Πώς μπορούσε κάποιος τόσο αμαρτωλός να έχει τόσο υπέροχη γεύση; Είχε φιλήσει άραγε κι άλλες απόψε; Μάλλον. Απεχθανόταν αυτή τη σκέψη, την εικόνα του σε μια σκοτεινή γωνία με μια άλλη γυναίκα, να περνάει τα δάχτυλά του στα μαλλιά της, να κάνει δικό του το στόμα της σαν να κινδύνευε να πεθάνει χωρίς αυτό. Πηγαίνοντας προς το δωμάτιό της, αποφάσισε ότι απόψε έπρεπε να κάνει ένα μπάνιο για να βγάλει από πάνω της τη μυρωδιά του. Χτύπησε το κουδούνι για να καλέσει την υπηρέτριά της και προχώρησε. Δεν είχε καμία διάθεση να κάνει μπάνιο, αλλά έπρεπε. Διαφορετικά θα έπαιρνε το άρωμά του στα όνειρά της. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να την επισκεφτεί στον ύπνο της. Άκουσε βήματα και μάλωσε την υπηρέτριά της. «Γιατί αργείς; Βοήθησέ με με τα ρούχα μου. Νομίζω ότι θα με πιάσει πονοκέφαλος. Θέλω λίγο ζεστό γάλα πριν κοιμηθώ». «Μάλιστα». Μετά από μία ώρα περίπου, η Οφίλια φορούσε τη νυχτικιά της και ήταν κουλουριασμένη σε μια πολυθρόνα, κοιτάζοντας τη φωτιά. Η Κολίν ετοίμαζε το ζεστό της γάλα. Γιατί αργούσε τόσο; Το προσωπικό ήταν πολύ αργό σ’ αυτό το σπίτι. Έπρεπε να μιλήσει πάλι με την οικονόμο. Ειλικρινά, από τότε που πέθανε ο πατέρας της, το


32

LORRAINE HEATH

προσωπικό ήταν εντελώς άχρηστο. Ο Σόμερντεϊλ έπρεπε να είναι πιο πιεστικός, να μοιάζει περισσότερο στον Ντάρλινγκ. Αμφέβαλε αν οι υπηρέτες του Ντάρλινγκ θα καθυστερούσαν. Δεν ήξερε καν αν θα είχε υπηρέτες. Ίσως να μην ήθελε. Δεν έμενε πια με την οικογένεια της Γκρέις. Απ’ ό,τι ήξερε, έμενε σε εκείνη τη χαρτοπαικτική κόλαση που διηύθυνε. Αναρωτήθηκε αν υποδεχόταν εκεί τις διάφορες κυρίες. Κούνησε το κεφάλι. Δεν θα τον σκεφτόταν να διασκεδάζει. Πού ήταν το γάλα της; Σηκώθηκε όρθια την ώρα που έμπαινε η Κολίν στο δωμάτιο – με άδεια χέρια. «Τι στο καλό, Κολίν; Δεν εκτιμάς τη θέση σου εδώ μέσα;» «Λυπάμαι, λαίδη, αλλά ο κύριος μου είπε να ετοιμάσω τα πράγματά σας. Είπε ότι φεύγετε σε μία ώρα». «Είναι έντεκα και μισή. Δεν πάω πουθενά». Η Κολίν ήταν τρομερά απολογητική όταν ψιθύρισε: «Εκείνος πιστεύει ότι θα πάτε». Η Οφίλια κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες. Ο αδερφός της σίγουρα θα ήταν μεθυσμένος. Δεν είχε κανένα νόημα να ταξιδέψει τέτοια ώρα. Ακόμα κι αν είχαν κάποιο πρόβλημα με τους πιστωτές τους που θα οδηγούσε σε μια βιαστική αναχώρηση, σίγουρα μπορούσαν να περιμένουν μέχρι να έρθει μια πιο λογική ώρα. Και εξάλλου τι σχέση είχε εκείνη; Δεν είχε αυτή το πρόβλημα. Πλησίασε στη βιβλιοθήκη και ένας υπηρέτης τής άνοιξε την πόρτα. Μπήκε μέσα βιαστική και… Σταμάτησε απότομα, τρομαγμένη. Η πόρτα έκλεισε απαλά πίσω της και την άφησε μόνη με τον χειρότερο εφιάλτη της.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

33

Κεφάλαιο 3

Με τα χέρια στις τσέπες του παλτού του, ο Ντρέικ περπατούσε κατά μήκος του Τάμεση. Όταν ήταν μικρός, ερχόταν εδώ και έσκαβε στη λάσπη, ψάχνοντας για μικρούς θησαυρούς που θα του εξασφάλιζαν μερικά χρήματα: ένα ωραίο κουμπί, λίγο μετάξι, ένα παπούτσι – που δεν ήταν και πολύ χρήσιμο χωρίς το ταίρι του–, ένα ρολόι. Ένα ρολόι τσέπης ήταν το πιο πολύτιμο εύρημά του, αλλά είχε κάνει το λάθος να το δείξει στον πατέρα του κι αυτός το είχε αρπάξει. Συχνά αναρωτιόταν πώς είχε καταλήξει στη λάσπη του ποταμού. Δεν ήταν το μόνο παιδί που ήλπιζε να βρει κάτι αξίας στη λάσπη. «Παιδιά της λάσπης» τους έλεγαν. Μερικές φορές ένιωθε πως η λάσπη κολλούσε στο δέρμα του, κολλούσε στα ρούχα του. Ίσως γι’ αυτό να τον εκνεύριζε τόσο η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον, γιατί, όταν τον κοίταζε, ένιωθε πως μπορούσε να καταλάβει πόσο βρόμικο παιδί υπήρξε. Το παιδί που έμενε νηστικό για να παραμείνει αρκετά λεπτό, ώστε να μπορεί να περάσει μέσα από παράθυρα υπογείων ή από καμινάδες για να μπει σε κάποια πολυτελή κατοικία. Έμπαινε προσεκτικά μέσα στο σκοτάδι και άνοιγε την πόρτα στον πατέρα του – έναν μεγαλόσωμο αγροίκο. Μερικές φορές, όταν ο Ντρέικ κοίταζε στον καθρέφτη,


34

LORRAINE HEATH

έβλεπε τον πατέρα του. Δεν είχε τη γυαλιστερή κομψότητα της αριστοκρατίας. Όσο καλά κι αν ήταν τα ρούχα του, όσο περίτεχνος κι αν ήταν ο λόγος του, όσο αψεγάδιαστοι κι αν φαίνονταν οι τρόποι του, δεν μπορούσε ποτέ να ξεχάσει ότι προερχόταν από τη λάσπη. Αν και απόψε κινδύνευε να τον τραβήξει ξανά μέσα της, περισσότερο από ποτέ. Τι στο καλό σκεφτόταν όταν φίλησε τη λαίδη Ο; Τον εκνεύριζε απίστευτα, σίγουρα. Ίσως γιατί τον αντιπαθούσε τόσο πολύ που ήθελε να της δώσει έναν ικανοποιητικό λόγο να τον θεωρεί ανάξιό της. Απ’ όσο ήξερε, δεν της είχε φερθεί ποτέ άσχημα. Δεν μπορούσε να σκεφτεί κάποιο λόγο να τον αντιπαθεί, εκτός από την καταγωγή του. Στους κύκλους της, υπέθετε πως αυτό ήταν αρκετό. Σ’ εκείνη τη μικρή γωνία, οι σκιές τους περικύκλωσαν και δημιούργησαν μια οικειότητα που έκρυβε τις διαφορές τους. Ήταν απλώς ένας άντρας και μια γυναίκα. Και μύριζε τόσο όμορφα. Όλο το βράδυ βρισκόταν ανάμεσα σε ακριβά αρώματα, αλλά αυτό το άρωμα ορχιδέας του «φώναζε» όσο κανένα άλλο. Φαντάστηκε το δέρμα της να φλέγεται από πάθος, υγρό από την επιθυμία, κάνοντας το άρωμα ακόμα πιο έντονο και διαπεραστικό. Το δέρμα της έμοιαζε τόσο μεταξένιο κάτω από τα τραχιά του δάχτυλα. Και εκείνα τα μάτια, εκείνα τα καταραμένα πράσινα μάτια, έκρυβαν τόσα μυστικά. Έβαζε στοίχημα πως ήταν μια περίπλοκη γυναίκα, και για κάποιον ακατανόητο λόγο έμπαινε στον πειρασμό να ξετυλίξει το κουβάρι, να δει τι θα συνέβαινε όταν διαπερνούσε το ψύχραιμο προσωπείο της, όταν έλιωνε τον πάγο. Αυτό που συνέβη πάντως ήταν πως τον χαστούκισε. Δικαιολογημένα. Αν μπορούσε να ξεχάσει τη γεύση της, ίσως μπορούσε να την αγνοεί στο μέλλον. Δυστυχώς, δεν ήταν πολύ καλός στο να ξεχνάει πράγματα από το παρελθόν.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

35

Πέρασε από το χαμηλό κάγκελο στο πλάι του δρόμου κι άρχισε να περπατάει δίπλα στο νερό. Τα φώτα στο βάθος μετά βίας φώτιζαν την περιοχή. Τον είχε περικυκλώσει η ομίχλη. Συγκρατήθηκε και δεν ακολούθησε τις παλιές του συνήθειες. Δεν έσκυψε για να αρχίσει να σκάψει με τα δάχτυλά του την παγωμένη, αηδιαστική λάσπη. Απόψε η ψυχή του ήταν μαύρη σαν το ποτάμι. Και όλα αυτά εξαιτίας της. Νεαρέ, φέρε μου λίγη σαμπάνια. Νεαρέ. Ήθελε να της αποδείξει πως δεν ήταν ένα αγόρι, αλλά ο τρόπος που διάλεξε να της το δείξει δεν τον έκανε να μοιάζει και κύριος. Ανόητη περηφάνια, ανόητη… Ένα απαλό βογκητό τού τράβηξε την προσοχή. Αμέσως αναστατώθηκε. Δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο να κοιμάται κανείς στον δρόμο. Δεν είχαν όλοι μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους. Ούτε ήταν σπάνιο να παραμονεύουν ληστές και κακοποιοί. Συνήθως, όμως, δεν έκαναν θόρυβο για να μην τους ακούσουν. Μήπως είχαν επιτεθεί σε κάποιον νωρίτερα; Το βογκητό ακούστηκε ξανά. Έκανε ένα προσεκτικό βήμα προς την κατεύθυνση απ’ όπου νόμιζε ότι ερχόταν, αλλά η ομίχλη μπορούσε να παραμορφώσει τους ήχους, να κρύψει την προέλευσή τους. «Είναι κανείς εδώ;» Άκουσε πιο προσεκτικά. Το νερό που χτυπούσε στην ξηρά. Το πήδημα ενός ψαριού. Μικρά βήματα. Ένας δυνατός βήχας. Έκανε ακόμα δύο βήματα προς τον τελευταίο ήχο, βρίζοντας τον εαυτό του που δεν είχε πάρει μαζί του μια λάμπα, αλλά ήξερε πολύ καλά αυτή την περιοχή του Λονδίνου. Μπορούσε να κυκλοφορήσει εδώ ακόμα και με δεμένα τα μάτια. Εξάλλου, προτιμούσε να κινείται στο σκοτάδι. Όσο κι αν ευχόταν να μην ισχύει, δεν ήταν από εκείνους που έριχναν φως στα γεγονότα. Η λαίδη Οφίλια είχε δίκιο: είχε σκοτεινή ψυχή. Αντιλήφθηκε ένα εξόγκωμα που έμοιαζε παράταιρο και τάχυνε το βήμα του. Ακούστηκε πάλι ένα βογκητό. Ήταν


36

LORRAINE HEATH

ένας άνθρωπος, μια γυναίκα, ξεβρασμένη στην ξηρά, με το φόρεμά της να επιπλέει στον κυματισμό της παλίρροιας. Γονάτισε πλάι της στο σκοτάδι και το μόνο που μπορούσε να διακρίνει ήταν πως τα μαλλιά της έμοιαζαν να είναι ανοιχτόχρωμα, αν και δεν μπορούσε να ξέρει σίγουρα μιας και ήταν γεμάτη λάσπη. Άγγιξε τον ώμο της. Ήταν παγωμένη. Την κούνησε ελαφριά. «Κυρία μου;» Τίποτα. Ούτε ένας ήχος ούτε κάποια αντίδραση. Κοίταξε βιαστικά γύρω του, δεν είδε κανέναν εκεί κοντά. Πίεσε τα δάχτυλά του κάτω από το πιγούνι της και έπιασε τον αδύναμο σφυγμό της. Για να έχει κάποιες πιθανότητες να επιβιώσει, έπρεπε να την πάει κάπου ζεστά το συντομότερο. Έβγαλε γρήγορα το παλτό του και το τύλιξε γύρω της, ελπίζοντας να τη ζεστάνει κάπως η θέρμη του κορμιού του. Έβαλε τα χέρια του κάτω από το σώμα της και προσπάθησε να την τραβήξει από τη λάσπη, να την πιάσει καλά. Είχε σώσει πολλά μπιχλιμπίδια από τις όχθες του Τάμεση, αλλά δεν είχε σώσει ποτέ μια γυναίκα. Δεν θα την άφηνε να πεθάνει τώρα που τη βρήκε. Ήταν μούσκεμα. Πώς είχε βρεθεί στο ποτάμι; Αυτή την ερώτηση θα την απαντούσε αργότερα, όταν θα είχε συνέλθει, και ήταν σίγουρος πως θα συνέλθει. Μάλωσε τον εαυτό του που δεν είχε μια άμαξα εκεί κοντά, αλλά ήθελε να κάνει έναν περίπατο με τα πόδια. Ευτυχώς το σπίτι του δεν ήταν μακριά, αλλά με το νερό και τη λάσπη ζύγιζε σαν ελέφαντας. Σκέφτηκε να της βγάλει τα ρούχα, αλλά πώς θα εξηγούσε ότι κρατούσε μια γυμνή γυναίκα αν τον σταματούσε κάποιος αστυνομικός; Πού ήταν, αλήθεια, ένας αστυνομικός όταν τον χρειάζεσαι; Ήλπιζε μόνο ότι το στήθος του της πρόσφερε αρκετή ζέστη. Μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο. «Μην ανησυχείς, γλυκιά μου. Φτάσαμε σχεδόν». Τάχυνε το βήμα, ευγνώμων για πρώτη φορά για το ύψος του και τον διασκελισμό του. Παρά το βάρος, παρά


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

37

την απόσταση, είχε τη δύναμη να φτάσει πολύ γρήγορα. Ήταν πολύ αργά και έτσι δεν ήταν κανείς στον δρόμο. Ήταν μόνοι τους: εκείνος και εκείνη. Δεν την είχε απογοητεύσει. Επικεντρώθηκε στην αποστολή, και όχι στην απόσταση που είχε να διανύσει, και άρχισε να καταστρώνει το σχέδιό του. Θα την πήγαινε στο σπίτι του, θα φρόντιζε να ζεσταθεί, θα καλούσε τον γιατρό Γουίλιαμ Γκρέιβς. Η υπόληψη μιας γυναίκας που θα βρισκόταν στο σπίτι ενός άντρα θα δεχόταν σίγουρα ένα πλήγμα, αλλά ο Γκρέιβς ήταν πολύ διακριτικός. Ήταν παλιός οικογενειακός φίλος. Μπορούσε να τον εμπιστευτεί. Το σπίτι φάνηκε στο βάθος και ο Ντρέικ αναστέναξε ανακουφισμένος, γιατί ακόμα ανέπνεε, παρότι τη διαπερνούσαν ρίγη. Άνοιξε βιαστικά την πόρτα, διέσχισε το μονοπάτι και ανέβηκε τα λιγοστά σκαλιά. Κατάφερε να πιάσει με δυσκολία το κλειδί του και να ανοίξει την πόρτα. Μόλις μπήκε, την έκλεισε πίσω του με μια κλοτσιά και ανέβηκε στον επάνω όροφο με τα τέσσερα υπνοδωμάτια. Ευτυχώς είχε αφήσει τα φώτα αναμμένα πριν φύγει. Είχε αγοράσει πρόσφατα το σπίτι και δεν είχε προλάβει να το τακτοποιήσει. Μόνο ένα δωμάτιο είχε κρεβάτι: το δικό του. Πήγε προς τα εκεί και την ακούμπησε απαλά. «Γλυκιά μου;» Ακούμπησε απαλά το πρόσωπό της, αλλά δεν αντέδρασε. Ήταν παγωμένη, τόσο παγωμένη. Όσο πιο διακριτικά μπορούσε, της έβγαλε τα ρούχα, εντυπωσιασμένος από το υλικό και το ράψιμο. Δεν ήταν μια απλή γυναίκα, δεν έμενε στον δρόμο. Ερωμένη ενός κυρίου ίσως. Κάποια που δεν είχε πια την εύνοιά του. Καθώς τα πουκάμισα, οι κάλτσες και τα μεσοφόρια έπεφταν στο πάτωμα, παρατήρησε στο σώμα της μερικές μελανιές, αλλά δεν έμοιαζε να έχει σπάσει τίποτα. Έτσι όπως την έβλεπε, έμοιαζε σαν να είχε πάει απλώς για μπάνιο.


38

LORRAINE HEATH

Κάθε φορά που έβγαζε κι από ένα ρούχο, τη σκέπαζε ακόμα καλύτερα με την κουβέρτα. Πήγε στο τζάκι και φρόντισε να δυναμώσει τη φωτιά, ελπίζοντας να ζεστάνει το δωμάτιο αλλά και την ίδια. Το δωμάτιο σίγουρα ζεστάθηκε, γιατί ένιωσε να ιδρώνει. Έβγαλε το σακάκι και το γιλέκο του, πετώντας τα στο πάτωμα, και γύρισε στο κρεβάτι. Δεν είχε κουνηθεί καθόλου. Έπρεπε να φωνάξει τον Γκρέιβς, αλλά δεν ήθελε να την αφήσει μόνη. Μπορούσε ίσως να ξυπνήσει κάποιον γείτονα, αλλά ήταν τόσο αργά που δεν θα έβρισκε κανέναν. Δεν είχε προσλάβει ακόμα υπηρέτες, γιατί δεν περνούσε αρκετό καιρό εδώ ώστε να δικαιολογήσει το έξοδο. Τον περισσότερο καιρό βρισκόταν στη λέσχη. Είχε και εκεί δωμάτιο και ήταν πολύ βολικό όταν δούλευε μέχρι αργά. Είχε αγοράσει, όμως, αυτό το σπίτι, γιατί ένιωθε την ανάγκη να αποκτήσει κάτι που μιλούσε για σταθερότητα. Πήγε μέχρι τη λεκάνη με το νερό, έπιασε την κανάτα και την πλησίασε στη φωτιά για να το ζεστάνει. Έπειτα έπιασε ένα πανί, τη λεκάνη και γύρισε στο κρεβάτι. Κάθισε προσεκτικά στην άκρη, βούτηξε το πανί στο νερό της λεκάνης και το έστυψε. Απομάκρυνε απαλά τα μαλλιά της και άρχισε να σκουπίζει τη λάσπη από το πρόσωπό της. Ένα πρόσωπο οβάλ, ούτε στρογγυλό ούτε τετράγωνο, αλλά μακρόστενο και λεπτό. Ένα έντονο, αλλά λεπτό πιγούνι. Έντονα ζυγωματικά και μια στενή μύτη, ελαφρά σηκωμένη στην άκρη. Το χέρι του πάγωσε, όταν είδε τα χαρακτηριστικά που είχαν αποκαλύψει οι περιποιήσεις του. Τα ήξερε αυτά τα χαρακτηριστικά, ήξερε αυτό το πρόσωπο. Τι στο καλό; Είχε μόλις σώσει τη λαίδη Οφίλια Λάιτλτον. Χάιδεψε απαλά το μάγουλό της. «Λαίδη Οφίλια;» «Όχι», μουρμούρισε. «Δεν θέλω να μ’ αγγίζεις. Όχι. Σταμάτα!» Άρχισε να φωνάζει. Αμέσως απομακρύνθηκε. «Εντάξει, δεν θα σε αγγίξω». Τα λόγια του πρέπει να έφτασαν στ’ αφτιά της, γιατί


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

39

αμέσως ηρέμησε, η αναπνοή της έγινε πιο απαλή και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της μαλάκωσαν και έκρυψαν την αλαζονεία που συνήθως σκέπαζε το όμορφο, κατά τα άλλα, πρόσωπό της. Ακόμα και στον ύπνο της έμοιαζε ικανή να αναγνωρίζει τη φωνή του, να θυμάται ότι το άγγιγμά του την απωθούσε, ότι ήταν κατώτερός της, σκουπίδι που έπρεπε να ξύσει από τη σόλα του παπουτσιού της. Η απέχθεια που ένιωσε τον έκανε σχεδόν να γευτεί την απόλαυση που θα έπαιρνε πετώντας την πίσω στον Τάμεση. Έριξε το βλέμμα του στα ρούχα της στο πάτωμα και συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να τα καθαρίσει από τη λάσπη. Δεν θα μπορούσε να τα ξαναβάλει, αν δεν τα έπλενε. Η Οφίλια σίγουρα θα γινόταν έξαλλη που άγγιξε τα εσώρουχά της. Να πάρει! Ευχήθηκε να είχε ήδη προσλάβει μια υπηρέτρια για να αναλάβει αυτές τις καθημερινές δουλειές, ώστε να βάλει στο σπίτι του μια τάξη. Φυσικά, αν είχε υπηρέτρια, μόλις ξυπνούσε η Οφίλια θα άρχιζε να δίνει διαταγές στο καημένο το κορίτσι – θα διαμαρτυρόταν για τη θερμοκρασία του νερού στο μπάνιο ή για το αν ήταν αρκετά τραγανό το ψωμί ή αρκετά μαλακό το αβγό της. Είναι τόσο εύκολο να κρίνεις, όταν δεν έχεις μπει ποτέ στη θέση ενός υπηρέτη. Έστρεψε πάλι την προσοχή του στην Οφίλια. Έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη έμοιαζε με νεκρή. Έπρεπε να φωνάξει την Γκρέις, να μάθει τι γύρευε η φίλη της στις λάσπες, αλλά ήταν η πρώτη νύχτα του γάμου της και, ενώ εκείνη θα τον βοηθούσε ευχαρίστως, υποψιάστηκε ότι ο άντρας της θα περνούσε τον χρόνο που θα έμενε χωρίς τη γυναίκα του στο κρεβάτι καταστρώνοντας σχέδια εκδίκησης για τον Ντρέικ. Όχι, κανείς δεν ενοχλεί ένα ζευγάρι την πρώτη νύχτα του γάμου του για μια κακομαθημένη κυρία που σίγουρα είχε απλώς πέσει από μια βάρκα στον Τάμεση, ενώ διασκέδαζε. Σίγουρα ήταν μεθυσμένη, έχασε την ισορροπία της και έπεσε.


40

LORRAINE HEATH

Αύριο το πρωί θα μπορούσε να ενοχλήσει την Γκρέις. Θα έφευγαν, όμως, χαράματα για το ταξίδι του μέλιτος. Θα πήγαιναν για μερικές εβδομάδες στην ηπειρωτική Ευρώπη, αν είχε καταλάβει καλά. Όχι, το θέμα αυτό δεν ήταν τόσο σοβαρό ώστε να χαλάσουν τα σχέδιά τους. Ίσως, όμως, έπρεπε να το διακινδυνεύσει και να φέρει τον Γκρέιβς. Δεν τον ενοχλούσε ποτέ που έμενε μόνος του εδώ, όμως ξαφνικά ευχήθηκε να είχε έναν ολόκληρο στρατό ή τουλάχιστον κάποιον που θα μπορούσε να μεταφέρει ένα μήνυμα για χάρη του. Σκέφτηκε να την κουνήσει, αλλά δεν ήθελε να την ταράξει ξανά. Πιθανότατα το καλύτερο θα ήταν να την αφήσει να κοιμηθεί. Ξαφνικά άνοιξε τα μάτια της και εκείνος κοίταξε βαθιά μέσα τους, περιμένοντας ένα χαστούκι, μια γρατζουνιά, μια έκρηξη τρόμου όταν συνειδητοποιούσε ότι βρίσκεται στο δωμάτιό του. Αντίθετα, ανοιγόκλεισε πολλές φορές τα μάτια και παρατήρησε γύρω της αργά, πριν τον κοιτάξει πάλι. Παρότι ήταν ξαπλωμένη, κατάφερε να σηκώσει ακόμα περισσότερο τη μύτη της. «Τι δουλειά έχω εδώ;» Το ύφος της της ταίριαζε τόσο πολύ: απαιτητική, θρασύτατη, συνηθισμένη να της απαντούν. «Σε ψάρεψα από το ποτάμι», είπε, ευχόμενος να την είχε αφήσει εκεί. Αμφέβαλε αν θα εκτιμούσε το γεγονός ότι την έσωσε – και αυτό οδηγούσε στην επόμενη ερώτηση: Γιατί έπρεπε να τη σώσει; «Πώς βρέθηκες εσύ εκεί;» Πίεσε με τα δάχτυλα του αριστερού χεριού της τον κρόταφό της και έκλεισε τα μάτια της. «Δεν ξέρω». «Πώς γίνεται να μην ξέρεις;» Κούνησε απαλά το κεφάλι και άνοιξε τα μάτια. «Πονάει το κεφάλι μου». «Δεν πρόλαβα να το κοιτάξω». «Είστε γιατρός;» ρώτησε επιδεικτικά. Την αγριοκοίταξε. Η προσπάθειά της να τον βάλει στη θέση του ήταν πολύ ενοχλητική όταν δοκίμαζε, όπως


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

41

τώρα, να τη βοηθήσει. Δεν μπορούσε να βάλει στην άκρη τις διαφορές τους; «Όχι βέβαια, αλλά μπορώ να καταλάβω αν υπάρχει κάποιο καρούμπαλο. Άσε με να δω». Σα να μην ήταν πια τόσο εκνευριστική. «Εντάξει. Ναι». Ναι; Θα τον άφηνε να την αγγίξει; Σκέφτηκε πως μάλλον κατάλαβε ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Πέρασε προσεκτικά τα δάχτυλά του μέσα από τα μπερδεμένα μαλλιά της, χαϊδεύοντας απαλά το κρανίο της. Έπιασε ένα εξόγκωμα. «Λυπάμαι», είπε. «Έχεις ένα καρούμπαλο. Μικρό». Τράβηξε τα δάχτυλά του. «Δεν φαίνεται να αιμορραγεί». «Αυτό είναι καλό, σωστά;» «Πάντα είναι καλό να μην τρέχει αίμα. Έχω χτυπήσει αρκετές φορές το κεφάλι μου. Σε λίγο θα είσαι μια χαρά, πιστεύω». Κοίταξε πάλι γύρω της, πιο αργά αυτή τη φορά, σαν να σημείωνε κάθε ατέλεια: την ξεθωριασμένη και φθαρμένη ταπετσαρία στους τοίχους που δεν είχε προλάβει να αντικαταστήσει, τις σπασμένες κορνίζες που δεν είχε ακόμα επιδιορθώσει, την απουσία χαλιών, κουρτινών ή πινάκων. Όλα αυτά που είχε σχεδιάσει να διορθώσει όταν έβρισκε χρόνο. Τα μάτια της μισόκλεισαν κι εκείνος προετοίμασε τον εαυτό του για το καυστικό σχόλιο που θα έκανε για όλες αυτές τις ελλείψεις. «Αυτό το δωμάτιο… δεν μου φαίνεται σωστό, δεν θα μπορούσε να είναι δικό μου». Την κοίταξε, προσπαθώντας να καταλάβει τι εννοεί. Ίσως το καρούμπαλο που είχε πιάσει να ήταν πιο επικίνδυνο απ’ όσο είχε υποθέσει, γιατί έμοιαζε αρκετά μπερδεμένη. «Φυσικά και δεν είναι δικό σου. Είναι δικό μου». Γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του και τον κοίταξε. Ήταν τόσο συνοφρυωμένη που, αν δεν πονούσε ήδη το κεφάλι της, ήταν σίγουρος ότι τώρα πονούσε πολύ. «Γιατί με φέρατε εδώ; Ποιος είστε;»


42

LORRAINE HEATH

Τι παιχνίδι έπαιζε; «Ξέρεις ποιος είμαι. Ο Ντρέικ Ντάρλινγκ». «Νομίζω πως κάνετε λάθος. Δεν σας ξέρω», ψιθύρισε. «Δεν έχει νόημα αυτό που λες. Γνωριζόμαστε εδώ και καιρό». Κούνησε αργά το κεφάλι και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Δεν ταραζόταν εύκολα, αλλά μια γυναίκα που κλαίει κατάφερνε πάντα να τον αναστατώνει. Καμία από τις σημαντικές γυναίκες στη ζωή του –η δούκισσα του Γκρέιστοουν και η κόρη της η Γκρέις– δεν συνήθιζε να κλαίει. Ήταν δυνατές, θαρραλέες γυναίκες, και έτσι, όταν ερχόταν αντιμέτωπος με τα δάκρυα, πάντα έχανε. Ειδικά όταν έπρεπε να παρηγορήσει τη λαίδη Ο. Το τελευταίο πράγμα που είχε φανταστεί να κάνει ήταν να την παρηγορήσει, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήταν το μόνο που ήθελε· το ήθελε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, γιατί δεν άντεχε τα δάκρυα. Ήθελε να την κάνει να νιώσει ασφαλής και σίγουρη. Σίγουρα θα τον επέπληττε, αλλά αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ένα όνομα με το οποίο την αποκαλούσε συχνά η Γκρέις. Σίγουρα θα την παρηγορούσε αυτή η οικειότητα. «Φι…» «Φι;» Ερώτηση. «Φι». Απάντηση. Σαν να προσπαθούσε να πιάσει κάτι που ήταν πολύ μακριά της. «Φι. Γνωστό μού ακούγεται». Έγνεψε καταφατικά και έπειτα τον κοίταξε. «Είναι το όνομά μου, έτσι;» Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Σηκώθηκε απαλά από το κρεβάτι και στάθηκε όρθιος, βάζοντας αυτή την απόσταση ανάμεσά τους για να μπορέσει να αποκωδικοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε. «Τι θυμάσαι;» Μια σκιά στο μέτωπό της. Κούνησε το κεφάλι και είπε: «Δεν θυμάμαι… τίποτα».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

43

Κεφάλαιο 4

ΟΝτρέικ Ντάρλινγκ την παρατηρούσε σαν να ήταν κάτι αξιοπερίεργο, ένα παλιό μαραφέτι σε ένα παλαιοπωλείο που ήθελε να πιάσει και να εξερευνήσει. Έπιασε με το χέρι του το κάγκελο του κρεβατιού. Από τη θέση που βρισκόταν εκείνη, έμοιαζε αναμφίβολα με γίγαντα. «Σίγουρα θα έχεις μπερδευτεί από τη βουτιά σου στο ποτάμι. Σκέψου για λίγο. Μπορεί να μην τα έχεις ξεχάσει όλα». Μίλησε τόσο αυταρχικά, σαν να είχε τη δύναμη να τραβήξει τις αναμνήσεις της από τη σκοτεινή άβυσσο όπου είχαν πέσει. Είχε δίκιο, φυσικά. Θα έπρεπε να μπορεί να θυμηθεί κάτι, οτιδήποτε, αλλά ήταν λες και χτυπούσε έναν τοίχο και το μόνο που ακουγόταν ήταν η ηχώ σε ένα άδειο δωμάτιο. «Θυμάμαι να ξυπνάω». «Σήμερα το πρωί;» Ακούστηκε τόσο αισιόδοξος, αλλά εκείνη δεν συμμεριζόταν την αισιοδοξία του. «Όχι. Τώρα. Σ’ αυτό το κρεβάτι». «Πριν απ’ αυτό;» Κουνώντας το κεφάλι, σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να φοβάται αυτόν τον άντρα. Δεν τον γνώριζε, αν και είχε πάνω του κάτι οικείο και ήξερε ενστικτωδώς ότι θα ήταν ασφαλής μαζί του. Πώς το ήξερε, όμως, αυτό; Πώς ήξερε


44

LORRAINE HEATH

ότι δεν ήταν στο δωμάτιό της, ενώ δεν θυμόταν πώς έμοιαζε; Πώς μπορούσε να ξέρει πράγματα –το κρεβάτι, τα παράθυρα, τις κουβέρτες, τη φωτιά– και να μην ξέρει το όνομά της; Ήξερε, όμως, ότι πρέπει να έχει κάποιο όνομα. Το Φι τής ακουγόταν σωστό – αλλά και όχι. Και αυτός, όμως, έμοιαζε να μοιράζεται τα ίδια συναισθήματα – αν και δεν ήταν τρομοκρατημένος. Δεν φαινόταν ότι ήταν ένας άντρας που φοβόταν οτιδήποτε και αυτό δεν είχε να κάνει με το μέγεθός του. Απέπνεε αυτόν τον αέρα, έμοιαζε με άντρα που κατανοούσε πολύ καλά ποιος είναι. Ήθελε το ίδιο και για τον εαυτό της. Ποια στο καλό ήταν; Είπε ότι ήταν στο ποτάμι. Γιατί να είναι στο ποτάμι; Τη διαπέρασε ένα ρίγος και το κεφάλι της άρχισε να πονάει ανελέητα. Δεν ήθελε να θυμάται το ποτάμι. Δεν ήθελε να σκέφτεται τίποτα πέρα από τον άντρα που στεκόταν πλάι της στο κρεβάτι. Είχε τόσο φαρδιούς ώμους, που φαντάστηκε ότι θα μπορούσε να κουβαλήσει οποιοδήποτε βαρύ φορτίο χωρίς κανένα πρόβλημα. Σκέφτηκε πώς τη μετέφερε στα στιβαρά του μπράτσα. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως κάτω από τα σκεπάσματα ήταν σχεδόν γυμνή. Τράβηξε τις κουβέρτες μέχρι τον λαιμό της. «Τα ρούχα μου». «Έπρεπε να τα βγάλω. Ήταν μούσκεμα και γεμάτα λάσπη». «Πήρατε πρωτοβουλίες». «Θα προτιμούσες να πεθάνεις;» Όχι, αλλά δεν μπήκε στον κόπο να το πει. Ήταν σίγουρη πως το ερώτημά του ήταν ρητορικό. Πώς ήξερε αυτή τη λέξη; Πώς ήξερε οποιαδήποτε λέξη; Πώς ήξερε ότι ήταν λάθος του να της βγάλει τα ρούχα; Πώς τον ήξερε; Με ποια ιδιότητα; Τι της ήταν; Τι του ήταν; Και γιατί δεν ήταν σίγουρη ότι ήθελε απαντήσεις; Έχωσε τα δάχτυλά της στα μαλλιά της και πάγωσε όταν έπιασε κάτι κολλώδες, που την έκανε να ανατριχιάσει. «Τι είναι αυτό;»


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

45

«Λάσπη. Προσπαθούσα να σε καθαρίσω, αλλά φάνηκες να προτιμάς να μη σε αγγίζω». Η φωνή του ακουγόταν κάπως αιχμηρή, σαν να τον είχε προσβάλει. Δεν μπορούσε να καταλάβει τη διάθεσή του. Μετά βίας μπορούσε να καταλάβει τη δική της. Παρ’ όλα αυτά, αντιλήφθηκε πως το πρόσωπο και ο λαιμός της ήταν γεμάτα λάσπη. Τέντωσε τα χέρια της και είδε ολοκάθαρα τη μαύρη λάσπη. «Ένα μπάνιο. Πρέπει να κάνω μπάνιο. Πείτε να το ετοιμάσουν αμέσως. Όχι χλιαρό, μια ιδέα πιο ζεστό». Συνοφρυώθηκε. «Μια ιδέα πιο ζεστό». Ναι, έτσι της άρεσε το μπάνιο της. Το ήξερε αυτό. Τι άλλο ήξερε; «Τα ρούχα μου. Βάλτε κάποιον να τα καθαρίσει και να τα στεγνώσει το συντομότερο. Φαίνεται πως ξέρετε ποια είμαι, οπότε υποθέτω ότι μπορείτε να με πάτε στο σπίτι μου». Τον κοίταξε. «Γιατί στέκεστε ακόμα εδώ; Φροντίστε αμέσως αυτά που ζήτησα!» Ένας μυς τεντώθηκε στο μάγουλό του. «Όπως επιθυμείτε». Το στομάχι της σφίχτηκε. Της είχε ξαναπεί αυτά τα λόγια. Σκοτεινός και επικίνδυνος. Τι της ήταν; Εραστής; Γιατί έμοιαζε τόσο άνετος ενώ την είχε γυμνή στο κρεβάτι του; Γιατί ένιωθε κι εκείνη τόσο άνετα; Γιατί δεν έτρεμε; Άκουγε τα βήματά του να αντηχούν στο ελαφρά επιπλωμένο δωμάτιο. Άκουσε το θρόισμα των υφασμάτων καθώς έπιανε τα ρούχα της από το πάτωμα. Τον θόρυβο που έκανε η πόρτα όταν βγήκε από το δωμάτιο. Όχι, δεν ήταν εραστής της. Αν ήταν, θα της είχε κρατήσει το χέρι, θα της χάιδευε το μέτωπο, θα την είχε πάρει στην αγκαλιά του. Θα είχε κάνει τα πάντα για να την παρηγορήσει. Θα ένιωθε ευγνώμων για το άγγιγμά του. Έτριψε τα φρύδια της. Πώς μπορούσε να τα ξέρει όλα αυτά, αλλά όχι ποια ήταν; Δεν είχε νόημα. Τι δουλειά είχε στο ποτάμι; Ήξερε κολύμπι; Ναι, νόμιζε πως ήξερε, αλλά


46

LORRAINE HEATH

τα παράθυρα αποκάλυψαν το σκοτάδι της νύχτας. Γιατί ήταν έξω μόνη της το βράδυ; Ήταν όντως μόνη της; Ήταν μαζί της και κάποιος άλλος; Ο πόνος στο κεφάλι της έγινε πιο έντονος, ήταν σαν ένα μαχαίρι που τη χτυπούσε ασταμάτητα. Δεν ήθελε να το σκέφτεται, δεν ήθελε να προσπαθεί να καταλάβει. Κάποια στιγμή θα της ερχόταν. Ήταν σίγουρη. Όταν θα γύριζε στο σπίτι, σε οικείο περιβάλλον, στους κόλπους της οικογένειάς της. Μια ακόμα δυνατή σουβλιά στη σκέψη της οικογένειάς της. Οικογένεια, οικογένεια… Ποιοι ήταν; Την έψαχναν άραγε; Τους ένοιαζε; Φυσικά και τους ένοιαζε. Την αγαπούσαν… έτσι δεν είναι; Θα έπαιρνε σύντομα απαντήσεις, μόλις την πήγαινε σπίτι της. Όλα θα ξεκαθάριζαν και θα είχαν πια νόημα. Δεν θα βρισκόταν μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό κενό, δεν θα ένιωθε σαν να περπατάει μέσα στην πυκνή ομίχλη. Το κεφάλι της θα σταματούσε να πονάει. Έβγαλε από πάνω της τα σκεπάσματα και ένιωσε να ανατριχιάζει στη θέα των λασπωμένων ποδιών της. Την είχε βάλει στο κρεβάτι βρόμικη. Τι άντρας ήταν αυτός, που δεν ενδιαφερόταν για τους απλούς κανόνες καθαριότητας; Και πώς γινόταν να τον ξέρει, αλλά να μην τον θυμάται; Δεν φαινόταν από αυτούς τους ανθρώπους που ξεχνιούνται εύκολα. Δεν είχε πάνω του τίποτα απαλό κι ευγενικό. Υποψιαζόταν πως είναι ένας σκληρός άντρας. Ήταν αρκετά απότομος μαζί της, στην αρχή τουλάχιστον, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι δυσκολευόταν να θυμηθεί. Έπειτα ήταν λίγο πιο συμπονετικός, μέχρι που του ζήτησε να κάνει μπάνιο. Δεν τον καταλάβαινε και δεν ήταν καν σίγουρη πως ήθελε. Πήγε στην ντουλάπα και άνοιξε την πόρτα. Δεν είχε σχεδόν τίποτα. Μήπως ήταν κανένας ζητιάνος; Όχι, είχε δικό του σπίτι, την ήξερε. Δεν μπορούσε να έχει επαφές με κάποιον κατώτερό της.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

47

Πάγωσε για μια στιγμή και αναρωτήθηκε πώς προέκυψε αυτή η σκέψη. Κατώτερό της; Ποια ήταν; Κάποια πριγκίπισσα; Βασίλισσα; Ίσως ήταν φύλακάς της. Την έσωσε από το ποτάμι, γιατί αυτή είναι η δουλειά του. Δεν είχε σημασία ποιος ήταν. Σημασία είχε να γυρίσει σπίτι της το συντομότερο και να προσπαθήσει να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Τράβηξε ένα παλτό από μια κρεμάστρα. Ένα βαρύ, φαρδύ παλτό. Το παλτό του. Το φόρεσε και ένιωσε μια απίστευτη ζεστασιά, σαν να ήταν πια προστατευμένη. Προχώρησε προς τη φωτιά και υποδέχτηκε με χαρά τη ζέστη στα δάχτυλα των ποδιών της. Άκουγε φασαρία από το διπλανό δωμάτιο. Σίγουρα οι υπηρέτες θα ετοίμαζαν το μπάνιο της. Προσπάθησε να θυμηθεί τους υπηρέτες, αλλά δεν μπορούσε. Κάποια πράγματα τα καταλάβαινε από ένστικτο. Γιατί δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα για τη ζωή της; Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, αλλά κατάφερε να τα συγκρατήσει. Δεν θα έκλαιγε. Δεν επιτρεπόταν να κλάψει. Ήταν ένδειξη αδυναμίας, επέτρεπε στους άλλους να την εκμεταλλευτούν. Είχε χρόνια να κλάψει, από τότε που… Θεέ μου, το κεφάλι της! Αυτός ο φρικτός επίμονος πόνος. Ξαφνικά ένιωσε εξαντλημένη. Δεν υπήρχαν, όμως, απαλές πολυθρόνες ή καναπέδες για να κουλουριαστεί. Είδε μια σκληρή, ξύλινη καρέκλα πλάι στον τοίχο, την τράβηξε κοντά στη φωτιά και κάθισε με έναν γδούπο. Δεν ήταν καθόλου κομψό για μια γυναίκα να πέφτει σαν ένα τσουβάλι αλεύρι. Δεν ήθελε να σκέφτεται. Δεν ήθελε να αμφισβητεί τα πράγματα που ήξερε και εκείνα που δεν ήξερε. Αντίθετα, επικεντρώθηκε σ’ αυτόν τον άντρα. Ήταν πολύ όμορφος, με έναν άγριο και ιδιαίτερο τρόπο – σαν τις ακτές της Κορνουάλης. Πώς ήξερε τις ακτές της Κορνουάλης; Καταπολέμησε τον φόβο που απειλούσε να την


48

LORRAINE HEATH

κυριεύσει. Δεν έπρεπε να δείχνει ότι φοβάται. Ποτέ. Το ήξερε πολύ καλά. Έπρεπε να είναι δυνατή. Να μη δείχνει ποτέ αδυναμία, αμφιβολία ή έλλειψη αυτοπεποίθησης. Συγκεντρώθηκε στις φλόγες, προσπάθησε να ανασυγκροτηθεί. Ένιωσε ένα αρρενωπό άρωμα κοντά της. Το είχε ξαναμυρίσει, την είχε περικυκλώσει ξανά. Προκάλεσε ένα παράξενο σκίρτημα στο στομάχι της και έκανε την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή. Σήκωσε τον γιακά και κόλλησε τη μύτη της πάνω του. Ο Ντρέικ. Τι της ήταν και μπορούσε ταυτόχρονα να τον φοβάται, αλλά και να τον εμπιστεύεται απόλυτα; Ήθελε να θυμηθεί τον ρόλο του στη ζωή της. Ήταν το μόνο απτό στοιχείο εκείνη τη στιγμή. Γιατί αργούσε τόσο να επιστρέψει κοντά της; Το μυαλό της είχε γεμίσει με χιλιάδες ερωτήσεις. Εκείνος μπορούσε να τις απαντήσει όλες. Ακούστηκε ένα ανεπαίσθητο χτύπημα στην πόρτα. Σηκώθηκε αργά, τίναξε πίσω τους ώμους και ανασήκωσε το πιγούνι. Αρνήθηκε να δείξει με οποιονδήποτε τρόπο ότι φοβόταν. Όχι μόνο το μέγεθός του αλλά και τη συμπεριφορά του. Δεν μπορούσες να παίξεις μαζί του. Ήταν ο κύριος του δωματίου, ο κύριος του σπιτιού, αλλά πάνω απ’ όλα ήταν ο κύριος του εαυτού του. Πόσο υπέροχο πρέπει να ήταν να μη χρειάζεται να δίνεις λογαριασμό σε κανέναν; Συνοφρυώθηκε. Σε ποιον έδινε λογαριασμό; Μια εικόνα πέρασε από το μυαλό της, αλλά δεν κατάφερε να τη συγκρατήσει αρκετά ώστε να τη μελετήσει, να την αναγνωρίσει. «Έχω ένα μπάνιο». Έδειξε την πόρτα πλάι στο τζάκι. «Το νερό είναι έτοιμο». «Άργησαν πολλοί οι υπηρέτες», είπε, πηγαίνοντας προς την πόρτα. Την άνοιξε και πρόσθεσε: «Νομίζω πως πρέπει να τους μαλώσετε». Την κυρίευσε η αρρενωπή του μυρωδιά και δίστασε να


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

49

μπει στο δωμάτιο. Δεν έπρεπε, όμως, ποτέ να αφήνουμε να φανεί η αμφιβολία μας διστάζοντας, τραβώντας αλλού το βλέμμα. Οι κανόνες τής είχαν γίνει δεύτερη φύση και απαιτούσαν να μην τους ξεχάσει, όπως άλλες πτυχές της ζωής της. Σάστισε από το μέγεθος της μπανιέρας που την περίμενε. Είχε ξαναδεί ποτέ μία τόσο μεγάλη; Έπρεπε, όμως, να τον χωράει. Δεν ήθελε να φανταστεί τα μακριά του πόδια τεντωμένα πάνω στον χαλκό ούτε τον κυματισμό που θα προκαλούσαν στο νερό οι κινήσεις του. Δεν ήξερε γιατί δίσταζε ξαφνικά να κάνει μπάνιο. Της φαινόταν ανάρμοστο να καθίσει σε μια μπανιέρα που ανήκε σε κάποιον άλλον. Σίγουρα είχε δική της μπανιέρα, αλλά δεν ήταν εδώ και δεν μπορούσε φυσικά να διασχίσει το Λονδίνο γεμάτη λάσπες. Γύρισε το κεφάλι και ξαφνιάστηκε. Ήταν ακουμπισμένος στην κάσα της πόρτας, με τα χέρια σταυρωμένα στο πλατύ του στήθος, ενώ τα πάνω κουμπιά του πουκάμισού του ήταν ξεκούμπωτα και άφηναν να φανούν μερικές τρίχες. Είχε σηκώσει τα μανίκια. Τα χέρια του ήταν μαυρισμένα και μυώδη, οι φλέβες πετάγονταν. Είδε δύναμη. Ήθελε να περάσει τα χέρια της πάνω από τα δικά του, να τα βάλει να την κλείσουν στην αγκαλιά του, ενώ εκείνη θα ξεκούραζε το κεφάλι της στο στήθος του. Παρηγοριά. Θα της έδινε τεράστια παρηγοριά. Θα ήταν, όμως, εντελώς ανάρμοστο. «Είμαστε στο Λονδίνο;» ρώτησε. «Ναι». «Είναι παράξενο – ξέρω τόσα πράγματα, κι άλλα τόσα δεν τα ξέρω». Συνοφρυώθηκε. «Δεν θυμάσαι ακόμα τίποτα από τη ζωή σου;» Κούνησε αργά το κεφάλι. «Όχι, αλλά είμαι σίγουρη ότι θα ξεκαθαρίσουν όλα μόλις γυρίσω στην οικογένειά μου». Μια ακόμα σουβλιά στο κεφάλι της. Είχαν αρχίσει να γίνονται πολύ ενοχλητικές σουβλιές. Κάνοντας ό,τι ήταν


50

LORRAINE HEATH

δυνατό για να τις αγνοήσει, έβαλε τα δάχτυλά της στο νερό. «Είναι πολύ ζεστό. Θα πρέπει να περιμένω να κρυώσει. Πολύ δυσάρεστο. Ζητήστε από ένα κορίτσι να καθαρίσει τα ρούχα μου από τη λάσπη και να μου τα φέρει μόλις είναι έτοιμα. Και φωνάξτε και ένα για να με βοηθήσει να λούσω τα μαλλιά μου». Κοιτάζοντας πίσω της, είδε ότι δεν είχε κουνήσει ούτε το μικρό του δάχτυλο, εκτός από το πιγούνι του, που τώρα έμοιαζε με γρανίτη. «Μην κάθεσαι εκεί λες και έχουμε όλη τη μέρα. Φώναξε το κορίτσι και πες να ετοιμάσουν μια άμαξα». «Εσύ είσαι το κορίτσι». «Ορίστε;» Έλυσε τα χέρια του, σιγά σιγά, πριν αρχίσει να την πλησιάζει σαν ένα μεγαλόσωμο αιλουροειδές. «Για να το πω απλά, Φι, εσύ είσαι η υπηρέτρια εδώ μέσα».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

51

Κεφάλαιο 5

Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από τρόμο. Για μια στιγμή, φοβήθηκε ότι θα λιποθυμούσε και θα έπρεπε να τρέξει να την πιάσει πριν πέσει στο πάτωμα. Χρειάστηκε να βάλει όλη του τη δύναμη για να μην ξεσπάσει σε γέλια καταστρέφοντας τη στιγμή. Η τρομοκρατημένη της έκφραση… Θα έδινε εκατό λίρες για να τη δει. Όχι, χίλιες, ένα εκατομμύριο. Δεν ήξερε τι τον είχε πιάσει και της είπε ότι ήταν υπηρέτρια. Ανησυχούσε για εκείνη την ώρα που της ετοίμαζε το μπάνιο, βάζοντας τα δυνατά του να κάνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να νιώσει άνετα, για να καθαρίσει, για να την πάει πίσω στην οικογένειά της. Και ούτε ένα ευχαριστώ για την ταλαιπωρία του. Ούτε ένα ίχνος ευγνωμοσύνης. Μόνο απαιτήσεις. Φέρε αυτό, φέρε εκείνο. Το νερό δεν μου αρέσει. Γιατί αργείς τόσο; Είμαι πολύ σημαντική για να περιμένω. Παρέμενε πάντα ψηλομύτα και δεν κοιτούσε ποτέ χαμηλά, για να εκτιμήσει ότι η πολυτέλεια μέσα στην οποία ζούσε πήγαζε από τη σκληρή δουλειά άλλων. Ξυπνούσε και οι κουρτίνες ήταν ανοιχτές, η φωτιά αναμμένη, το ζεστό νερό ήδη την περίμενε. Τα ρούχα της ήταν σιδερωμένα, τα κρεβάτια ζεστά, το φαγητό σερβιρισμένο.


52

LORRAINE HEATH

Ξαφνικά ένιωσε πως δεν την άντεχε άλλο. Κακομαθημένη, εγωίστρια, αυταρχική. Βαρέθηκε. Παραλίγο να πνιγεί πριν λίγο και οι μοχθηρές του σκέψεις έπληξαν τη συνείδησή του, αλλά όχι τόσο πολύ, και σίγουρα όχι αρκετά ώστε να τον κάνουν να πάρει πίσω τα λόγια του. Ας το σκεφτεί για λίγο, ας ξανασκεφτεί τη θέση της στον κόσμο για μερικές ώρες, μέχρι το πρωί, και έπειτα θα γυρίσει σπίτι της. Έτσι κι αλλιώς, τα ρούχα της θα ήθελαν κάποια ώρα για να στεγνώσουν και να μπορέσει να τα ξαναφορέσει. Δεν είχε άμαξα, οπότε θα έπρεπε να περπατήσουν για λίγο και να βρουν μία στον δρόμο. Δεν θα της άρεσε καθόλου. Αμφέβαλε αν είχε μπει ποτέ σε μία. Μπορεί να μη θυμόταν ποια ήταν, αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, θυμόταν τι ήταν, μα τον Θεό. «Τι εννοείς;» ρώτησε. «Εννοώ, γλυκιά μου, ότι είσαι η οικονόμος μου». Απομακρύνθηκε από κοντά του και στάθηκε στην άλλη πλευρά της μπανιέρας, λες και, αν έβαζε αυτή την απόσταση ανάμεσά τους, θα κατάφερνε να αλλάξει αυτό που είπε. Δεν ήθελε να σκεφτεί πόσο ευάλωτη και αθώα έμοιαζε με το παλτό του τυλιγμένο στο σώμα της, ότι το σώμα του θα μπορούσε να την καταπιεί εξίσου εύκολα. Δεν θα σκεφτόταν τα μικρά, γυμνά δάχτυλα των ποδιών της ή ότι θα μπορούσε να τα τρίψει, αν δεν ήταν τόσο στρίγκλα. Ο Σαίξπηρ θα την είχε λατρέψει. Κούνησε το κεφάλι της, σαστισμένη. «Αυτό αποκλείεται. Θα ήξερα ότι–» «Δεν ξέρεις ούτε το όνομά σου. Γιατί να ξέρεις ότι είσαι υπηρέτρια;» Κοιτούσε γύρω της και φαινόταν ότι προσπαθούσε απεγνωσμένα να θυμηθεί το περιβάλλον. Έπειτα σήκωσε τόσο απότομα το κεφάλι, που ο Ντρέικ εντυπωσιάστηκε που δεν έσπασε τον λαιμό της. «Και γιατί πρόσταζα να μου φέρεις πράγματα, αφού κανονικά είμαι εγώ αυτή που τα φέρνει;»


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

53

«Ευσεβείς πόθοι; Ίσως όλη αυτή η αμνησία να είναι μια προσπάθεια για να αποφύγεις να κάνεις αυτό που ανέλαβες: να φροντίσεις το σπίτι μου». Δεν ήξερε γιατί συνέχιζε αυτή την κοροϊδία. Ήξερε μόνο ότι ένιωθε μια διαστροφική ικανοποίηση κάνοντάς τη να υποφέρει. Δεν ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους του, αλλά δεν τον είχε κατηγορήσει ότι είναι κάθαρμα και απατεώνας; Προσπαθούσε απλώς να φανεί αντάξιος των προσδοκιών της. Δεν έμοιαζε να υποφέρει σωματικά από τη βουτιά της στον Τάμεση. Δεν έμοιαζε να υποφέρει ούτε καν από την απώλεια μνήμης. Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι θα επέστρεφε από στιγμή σε στιγμή. Υπέφερε απλώς από αυτό το προσωρινό σάστισμα. Τίποτα άλλο. «Υπηρέτρια;» επανέλαβε, λες και προσπαθούσε να το καταλάβει, ξεστομίζοντάς το. «Υπηρέτριά σου;» «Ακριβώς. Προτείνω να κάνεις το μπάνιο σου. Μπορείς να κοιμηθείς στο κρεβάτι μου απόψε, γιατί είναι πιο άνετο από το δικό σου. Το πρωί θα το συζητήσουμε πιο αναλυτικά». Το πρωί, θα σου ομολογήσω την κακία μου και θα σε πάω στο σπίτι σου. Πριν αλλάξει γνώμη και τα αποκαλύψει όλα τώρα, γύρισε την πλάτη του για να φύγει. «Όχι! Περίμενε!» Γυρίζοντας, αρνήθηκε να νιώσει ενοχές βλέποντάς την τόσο ταραγμένη. Ήξερε ότι την ενδιέφεραν μόνο οι δικές της ανάγκες, χωρίς να νοιάζεται ποτέ για τα βάσανα των άλλων. Ήταν σίγουρος πως δεν ήταν ο μόνος που είχε κακοποιήσει με την κοφτερή της γλώσσα. Εξάλλου, δεν θα της έκανε κακό. Σήκωσε τα μανίκια από το παλτό του. Έπεσαν αμέσως κι αυτό τη δυσκόλευε πολύ να σταυρώσει τα χέρια της, αλλά τελικά τα κατάφερε. «Δεν μπορεί να είμαι υπηρέτρια». «Γιατί όχι;» «Δεν μου φαίνεται… σωστό. Ναι, αυτό είναι. Απλώς δεν μου φαίνεται σωστό. Ποια είναι τα καθήκοντά μου


54

LORRAINE HEATH

ακριβώς;» «Τα πάντα. Πλένεις τα πατώματα, μου ετοιμάζεις φαγητό, γυαλίζεις τις μπότες μου, σιδερώνεις τα πουκάμισά μου, στρώνεις το κρεβάτι μου, μου ετοιμάζεις το μπάνιο. Κάνεις ό,τι αποφασίσω ότι πρέπει να γίνει». «Δεν εκπλήσσομαι που έπεσα στον Τάμεση τότε», μουρμούρισε. «Έπεσες;» ρώτησε, κάνοντας ένα βήμα προς το μέρος της, καθώς αναρωτιόταν αν το σοκ από αυτό που άκουσε την έκανε να θυμηθεί. «Το θυμάσαι;» «Όχι, αλλά πρέπει να έπεσα. Πώς αλλιώς να βρέθηκα εκεί;» «Ατύχημα. Γλίστρησες». Έτριψε το φρύδι της. «Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το παρόν. Αυτή» –άπλωσε τα χέρια της– «δεν μπορεί να είναι η ζωή μου». «Γιατί όχι; Είναι μια καλή ζωή. Είμαι σίγουρος πως θα το θυμηθείς μόλις ξεκουραστείς. Κοιμήσου όσο θέλεις. Δεδομένων των συνθηκών, δεν θα μειώσω τον μισθό σου. Μιας και μάλλον πρέπει να σου θυμίσω τα καθήκοντά σου, αλλά θα τα συζητήσουμε αύριο». Βγήκε από το δωμάτιο, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Δεν ήθελε να τη σκεφτεί να βγάζει το παλτό του και να μπαίνει στην μπανιέρα του. Το νερό σίγουρα θα ήταν λιγότερο ζεστό. Ίσως να μην την πήγαινε στο σπίτι της όταν ξυπνούσε. Ίσως να την άφηνε μια μέρα να ζήσει σαν υπηρέτρια. Μόνο μια μέρα. Δεν υπήρχε λόγος να ανησυχήσει υπερβολικά η οικογένειά της για την απουσία της. Γέλασε, κούνησε το κεφάλι και κατέβηκε τις σκάλες. Θα έπρεπε να κάνει ό,τι μπορεί για να καθαρίσει τα ρούχα της από τη λάσπη. Σταμάτησε. Αν της επέστρεφε τα ρούχα της, η ποιότητά τους θα της έδινε να καταλάβει ότι δεν ήταν υπηρέτρια. Θυμόταν τα βασικά. Θα έπρεπε να βγει βιαστικά το χάραμα για να προμηθευτεί τα κατάλληλα ρούχα.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

55

Θα συνέχιζε στ’ αλήθεια αυτή τη φάρσα; Ήταν λάθος και μόνο που το σκεφτόταν. Ήταν η κόρη ενός κόμη. Η Γκρέις δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ που στενοχώρησε τη φίλη της. Κανείς, όμως, δεν χρειαζόταν να το μάθει. Γνωρίζοντας καλά τη λαίδη Οφίλια, ήξερε ότι δεν θα αποκάλυπτε ποτέ όσα είχε περάσει μακριά από το σπίτι της. Ακόμα και αν η μνήμη της δεν επέστρεφε ποτέ πλήρως, μόλις γύριζε σπίτι της και συνειδητοποιούσε την αλήθεια για τη θέση της στον κόσμο, θα την αποδεχόταν αμέσως με την αλαζονεία που χαρακτήριζε τόσο την ύπαρξή της. Πού ήταν το κακό να την κάνει να δει και έναν άλλον τρόπο ζωής; Την ώρα που μπήκε στο νερό, η Φι ανακάλυψε ότι ήταν πια λιγότερο ζεστό. Μετάνιωσε που οι αποκαλύψεις του Ντρέικ την είχαν παρασύρει και είχε καθυστερήσει το μπάνιο της. Μια υπηρέτρια. Ήταν μια υπηρέτρια. Ακόμα χειρότερα, ήταν η υπηρέτριά του. Η μοναδική του υπηρέτρια, απ’ ό,τι φαινόταν. Ήταν τόσο… λάθος. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της να τρίβει πατώματα και να ασχολείται με βρομιές. Μαζεύοντας τις μπερδεμένες τούφες των μαλλιών της, αναρωτήθηκε πώς πλένονται. Δεν είναι κάτι που θα έπρεπε να ξέρει ο καθένας; Σίγουρα είχε λούσει τα μαλλιά της πολλές φορές. Κι όμως, φανταζόταν άλλα χέρια να της τα λούζουν. Ίσως ήταν απλώς ένα όνειρο που είχε – να τη φροντίζουν και να την κακομαθαίνουν. Το είχε υπονοήσει και εκείνος, ευχόταν να έχει μια πολύ πιο διαφορετική ζωή από αυτή που όντως είχε. Βυθίστηκε εντελώς στο νερό. Ένα βουητό έφτασε στ’ αφτιά της. Πανικός. Αέρα, δεν είχε αέρα. Πέθαινε! Σηκώθηκε, πήρε βαθιά αναπνοή ρουφώντας άπληστα τον αέρα μέσα στα πνευμόνια της μέχρι να πονέσουν, μέχρι να μη χωράει άλλη ανάσα. Μάζεψε τα γόνατά της


56

LORRAINE HEATH

κοντά στο στήθος, τύλιξε τα χέρια της γύρω από τα πόδια της, πάλεψε να σταματήσει το τρέμουλο. Δεν κρύωνε, αλλά κρύωνε νωρίτερα. Στο νερό, στον Τάμεση. Πώς είχε πάει μέχρι εκεί; Δεν θα έπρεπε να ξέρει; Της είχε συμβεί κάτι κακό και την είχε οδηγήσει εκεί; Μήπως γι’ αυτό δεν θυμόταν; Επειδή δεν ήθελε τελικά να θυμηθεί; Είχε κάποια σχέση με τον Ντρέικ Ντάρλινγκ; Τι όνομα ήταν κι αυτό; Σκληρό από τη μία, απαλό από την άλλη. Ένα όνομα που τον περιέγραφε. Ήταν ευγενικός και τρυφερός τη μία, σκληρός και αμείλικτος την άλλη, λες και είχε κάνει κάτι για να τον θυμώσει ή τουλάχιστον να τον εκνευρίσει. Είχε την αίσθηση ότι δεν τη συμπαθούσε πολύ. Τότε γιατί δεν την έδιωχνε; Γιατί την κρατούσε σαν υπηρέτρια; Μήπως γιατί έκανε υποδειγματική δουλειά; Μάλλον αυτό θα ήταν. Δεν συμβιβαζόταν ποτέ με κάτι λιγότερο. Το ήξερε αυτό. Δεν θα ανεχόταν να κάνει μέτρια δουλειά. Αυτός ήταν ο λόγος που εκνευρίστηκε όταν αναγκάστηκε να περιμένει τόση ώρα για το μπάνιο. Έπιασε το σαπούνι κι άρχισε να τρίβει τα μαλλιά και το σώμα της. Τώρα άρχιζε να προσέχει μερικές μελανιές εδώ και εκεί. Πονούσε. Πονούσε πολύ. Λες και την είχαν δείρει. Υπέθεσε ότι έφταιγαν τα ρεύματα του ποταμού και τα βράχια. Την ώρα που το νερό άρχισε να σκουραίνει και να γίνεται πιο βρόμικο, φώναξε μια υπηρέτρια. Σταμάτησε. Γιατί της φαινόταν τόσο φυσικό; Να διατάζει κάποιον να αδειάσει την μπανιέρα και να την ξαναγεμίσει με καθαρό νερό για να κάνει ξανά μπάνιο; Και ξανά και ξανά. Μέχρι να φύγει όλη αυτή η βρομιά. Σύμφωνα με τον Ντρέικ, όμως, δεν υπήρχε κανείς εκεί για να τον φωνάξει. Και σίγουρα δεν ήθελε να έρθει εκείνος να τη βοηθήσει. Δεν ένιωθε εντελώς καθαρή, αλλά θα έπρεπε να αρκεστεί σ’ αυτό. Βγαίνοντας από την μπανιέρα, άρπαξε μια πετσέτα και την τύλιξε σφιχτά γύρω από το σώμα της, προσπαθώντας να νιώσει καθαρή. Γιατί δεν μπορούσε να νιώσει καθαρή;


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

57

Δεν ήταν σίγουρη αν αυτή η αίσθηση της βρομιάς είχε να κάνει με τη λάσπη. Είχε να κάνει με την ίδια, με κάτι πάνω της. Κάτι που δεν είχε καμία διάθεση να ανακαλύψει. Έσφιξε την πετσέτα γύρω της και πλησίασε επιφυλακτικά τον καθρέφτη, σαν να μην εμπιστευόταν την εικόνα που θα της έδειχνε. Κοίταξε πρώτα τα μαλλιά. Ήταν όλα λάθος, τόσο λάθος. Μπερδεμένα και άγρια, με τις ξανθιές τους τούφες να πέφτουν στους ώμους. Δεν μπορούσε να θυμηθεί να τα χτενίζει, αλλά σίγουρα το είχε κάνει πολλές φορές. Έπρεπε να είναι πιασμένα. Ναι, έτσι έπρεπε να είναι. Καθαρά, περιποιημένα, με ελάχιστες ελεύθερες μπούκλες να πλαισιώνουν το πρόσωπό της. Έσκυψε μπροστά και παρατήρησε πιο προσεκτικά τα χαρακτηριστικά της. Αναγνώρισε τα πράσινα μάτια, τη μύτη, το πιγούνι, τα μάγουλα. Γιατί δεν θυμόταν κάτι παραπάνω; Όσο περισσότερο προσπαθούσε να θυμηθεί κάποια πράγματα για τον εαυτό της, τόσο περισσότερο της ξέφευγαν, πηγαινοέρχονταν σαν την ομίχλη που κανείς δεν μπορεί να πιάσει. Κοίταξε κάτω και είδε μια ασημένια βούρτσα. Δική του βούρτσα, σίγουρα. Μπορούσε να διακρίνει μερικές αδέσποτες μαύρες τρίχες ανάμεσα στα δόντια της. Ήταν μεγάλη οικειότητα να χρησιμοποιήσει τη βούρτσα του στα μαλλιά της, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν ήξερε πού μπορεί να ήταν η δική της ή καλά καλά αν είχε μία. Σκέφτηκε ότι μπορεί να τρελαινόταν που δεν ήξερε τόσα πράγματα. Έπιασε τη βούρτσα και τη σήκωσε. Ήταν αρκετά βαριά. Σίγουρα δεν ήταν φτηνή κατασκευή. Πώς το ήξερε αυτό; Τη χρησιμοποίησε και πάλεψε να ξεμπερδέψει τα μαλλιά της. Της φαινόταν πολύ παράξενο. Δεν θυμόταν να τα ξαναχτενίζει. Σίγουρα, όμως, το είχε κάνει. Δεν ήταν καμία βάρβαρη για να κυκλοφορεί αχτένιστη. Όταν τελικά τα ξεμπέρδεψε, η βούρτσα άρχισε επιτέλους να γλιστράει άνετα ανάμεσα στα μαλλιά της, τα οποία έπλεξε


58

LORRAINE HEATH

σε μια μεγάλη κοτσίδα. Πάντα έκανε τα μαλλιά της κοτσίδα όταν πήγαινε για ύπνο, απ’ ό,τι ήξερε. Ήξερε επίσης με κάθε βεβαιότητα ότι δεν κοιμόταν γυμνή. Πού θα έβρισκε μια νυχτικιά, όμως; Αφού έβαλε το βαρύ παλτό, άνοιξε προσεκτικά την πόρτα και κοίταξε έξω. Δεν παραμόνευε στο υπνοδωμάτιο, δόξα τω Θεώ. Πλημμύρισε από ανακούφιση αλλά και εξάντληση. Και έπειτα κάτι ακόμα. Το κρεβάτι που είχε αφήσει τσαλακωμένο τώρα ήταν καθαρό. Ήταν όπως έπρεπε και την περίμενε να γλιστρήσει ανάμεσα στα σκεπάσματα. Σήκωσε τις κουβέρτες, κοίταξε τα σεντόνια. Δεν ήταν λερωμένα με λάσπη. Είχε αντικαταστήσει τα βρόμικα με καθαρά. Δυστυχώς δεν της είχε αφήσει νυχτικιά. Φοβόταν πως, αν πήγαινε να βρει μία και τον συναντούσε, θα ταραζόταν πάλι. Πήγε προς το κομοδίνο, άνοιξε ένα συρτάρι και έριξε μια ματιά, ευγνώμων που βρήκε αυτό που έψαχνε. Δεδομένου του ύψους του, σε σύγκριση με το δικό της, αποφάσισε πως ένα από τα καλοδιπλωμένα πουκάμισά του θα ήταν ό,τι έπρεπε. Έβγαλε το παλτό αφήνοντάς το να πέσει στο πάτωμα και έπειτα πέρασε ένα από τα λινά πουκάμισα πάνω από το κεφάλι της. Το υλικό του ήταν εξαιρετικά απαλό. Δεν ήταν ρούχο κάποιου ατόμου που ανήκε στις κατώτερες τάξεις. Πώς προέκυψε αυτή η σκέψη; Φυσικά ήταν πολύ λογικό. Είχε δικό του σπίτι, είχε υπηρέτρια. Εκείνη ήταν η υπηρέτριά του. Αρνιόταν να το παραδεχτεί. Έμοιαζε αντίθετο σε κάθε λογική σκέψη. Δεν είχε, όμως, κανέναν λόγο να της πει ψέματα. Αναστέναξε, πήγε μέχρι το κρεβάτι, σκαρφάλωσε πάνω του με λίγη προσπάθεια – γιατί δεν είχε ένα σκαλοπατάκι; Δεν το χρειαζόταν, βέβαια, χάρη στο εντυπωσιακό του ύψος. Άραγε επισκέπτονταν ποτέ γυναίκες το κρεβάτι του; Σκέφτηκε πως, αν το έκαναν, θα τις σήκωνε για να τις ανεβάσει. Ναι, μπορούσε να το φανταστεί.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

59

Θα την είχε σηκώσει και θα την είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι. Αν ήταν όρθια θα είχε πέσει, γιατί ξαφνικά της κόπηκαν τα γόνατα. Αντιθέτως, τράβηξε μέχρι πάνω τα σκεπάσματα και κουλουριάστηκε γυρισμένη στο πλάι. Θα της είχε βγάλει τα ρούχα, μάλλον θα την είχε αγγίξει, κι όμως… Δεν το πίστευε πως δεν την είχε εκμεταλλευτεί. Κάτι πάνω του έδειχνε πως ήταν έντιμος. Ή μπορεί να ήταν απλώς δικός της ευσεβής πόθος. Είχε κουραστεί να προσπαθεί να βγάλει νόημα από όλα αυτά. Ήθελε μόνο να κοιμηθεί. Όταν ξυπνούσε, ίσως να ανακάλυπτε πως όλα αυτά ήταν απλώς ένα όνειρο.

Δεν ήταν όνειρο. Ξύπνησε στο ίδιο κρεβάτι, στο ίδιο δωμάτιο, με τον ίδιο άντρα να στέκεται εκεί κοντά. Ήθελε να διαμαρτυρηθεί έντονα για την εισβολή, αλλά ήταν στο δικό του δωμάτιο, στο δικό του κρεβάτι, στο δικό του σπίτι. Και εκείνη ήταν η υπηρέτριά του. Είχε κάθε δικαίωμα να κάνει ό,τι ήθελε. «Πώς νιώθεις;» ρώτησε. Χαμένη, μπερδεμένη, τρομοκρατημένη, όχι πως θα ομολογούσε κάτι απ’ όλα αυτά. Ενστικτωδώς, ήξερε ότι έπρεπε να κρατήσει τα συναισθήματά της για τον εαυτό της, έτσι συνήθιζε, να μην αποκαλύπτει τίποτα άλλο πέρα από ένα προσωπείο που απέπνεε σιγουριά. «Αρκετά καλά, ευχαριστώ». «Δεν πονάς πουθενά;» «Πονάω λίγο εδώ κι εκεί, αλλά μπορώ να το αντέξω». «Η μνήμη σου;» Συνοφρυώθηκε, ευχόμενη να μπορούσε να κρατήσει και αυτή την πληροφορία για τον εαυτό της, αλλά έπρεπε να τη βοηθήσει να θυμηθεί. «Είναι λες και δεν υπήρχα πριν ξυπνήσω σ’ αυτό το κρεβάτι». Δεν κουνήθηκε, απλώς την κοίταξε, παρ’ όλα αυτά εκείνη είχε την εντύπωση πως δίσταζε για κάτι. Δεν είχε


60

LORRAINE HEATH

ιδέα για ποιο πράγμα, αλλά αυτό τελικά της φάνηκε πολύ συνηθισμένο. Δεν είχε ιδέα για τίποτα σημαντικό. Πώς μπορούσε να διαγραφεί όλη της η ύπαρξη, το παρελθόν της; Σκέφτηκε να τον βομβαρδίσει με ένα σωρό ερωτήσεις, αλλά δεν ήταν σίγουρη ότι ήθελε να μάθει τις απαντήσεις. «Πεινάς;» τη ρώτησε. Τώρα που τη ρώτησε, συνειδητοποίησε την πείνα της. «Πολύ, θα έλεγα. Φέρε μου το πρωινό μου το συντομότερο». Στο πρόσωπό του σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο και εκείνης της φάνηκε ότι είδε ένα ίχνος ικανοποίησης στα μαύρα του μάτια. Γνώριμα μάτια. Μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της να τα κοιτάζει, να χάνεται στα οψιδιανά τους βάθη. Τα δικά της μάτια ήταν έντονα πράσινα, είχαν ωραίο χρώμα. Δεν υπήρχε, όμως, τίποτα όμορφο στα δικά του. Υπαινίσσονταν σκοτεινά μυστικά και ακόμα πιο σκοτεινά ταξίδια. Για μια σκληρή ζωή. «Μάλλον δεν πρέπει να θυμώσω», είπε, «που ξεχνάς ότι εσύ φέρνεις το δικό μου πρωινό». Το στομάχι της γουργούρισε, διαμαρτυρόμενο εξίσου έντονα γι’ αυτά τα λόγια όπως και το μυαλό της. «Δεν μαγείρεψες;» «Είμαι εργένης. Δεν χρειάζομαι πολλούς υπηρέτες. Εσύ είσαι αρκετή». Αν δεν ήταν ακόμα στο κρεβάτι, θα είχε βουλιάξει σε μια καρέκλα ή στο πάτωμα. Το προηγούμενο βράδυ της είχε πει ότι ήταν η υπηρέτρια του σπιτιού, αλλά δεν είχε αντιληφθεί το πραγματικό εύρος των καθηκόντων της. Του ετοίμαζε και φαγητό; «Παρ’ όλα αυτά», συνέχισε, «μιας και πέρασες κάτι φρικτό χθες το βράδυ, πήρα την πρωτοβουλία να σου ετοιμάσω κάτι. Δεν ήμουν σίγουρος ότι θα είχες συνέλθει για να αναλάβεις τα καθήκοντά σου σήμερα. Ομολογώ ότι ανακουφίστηκα που σε είδα μια χαρά. Δυστυχώς τα ρούχα που φορούσες χτες το βράδυ δεν γινόταν να


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

61

σωθούν. Σου έφερα κάποια άλλα». Της έδειξε την καρέκλα και είδε τον σωρό με τα ρούχα προσεκτικά διπλωμένο. «Όσο θα ντύνεσαι, θα περιμένω στον διάδρομο, και μετά θα σε ξεναγήσω για να εξοικειωθείς με το σπίτι και τις αρμοδιότητές σου για άλλη μια φορά. Μην αργείς. Το φαγητό θα κρυώσει». Γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Περίμενε!» Όλα συνέβαιναν τόσο γρήγορα και έμοιαζαν τόσο λάθος. Σταμάτησε απότομα και γύρισε να την κοιτάξει. «Δεν θυμάσαι πώς να ντυθείς; Χρειάζεσαι τη βοήθειά μου». Τον φαντάστηκε να σηκώνει το πουκάμισο και το κεφάλι της άρχισε να φλέγεται. Να της δίνει κάθε ρούχο και να το κρατάει για να το φορέσει. Τα χέρια του να ακολουθούν τις πτυχές των εσωρούχων και να της φοράει το μεσοφόρι της. Τα μακριά του δάχτυλα να δένουν τα κορδόνια. Η παλάμη του να αγγίζει απαλά το στήθος της. Ένιωσε να φλέγεται ολόκληρη και υποψιάστηκε πως μάλλον είχε γίνει κατακόκκινη σαν μήλο. «Όχι, είμαι σίγουρη πως θα τα καταφέρω», είπε, με τη φωνή της μετά βίας να ακούγεται. Καθάρισε τον λαιμό της. «Απλώς… δεν ξέρω αν μπορώ να αναλάβω ξανά τα καθήκοντά μου». «Δεν θα βιαστούμε σήμερα. Ξεκουράσου όποτε θέλεις. Δεν είμαι τέρας, αλλά περιμένω κάποια αποτελέσματα. Βιάσου, λοιπόν. Θα έπρεπε να ανυπομονείς να βρεθείς ανάμεσα σε γνώριμα πράγματα». Βγήκε από το δωμάτιο, κλείνοντας πίσω του την πόρτα. Είχε ένα δίκιο: ανυπομονούσε όντως να βρεθεί ανάμεσα σε γνώριμα πράγματα. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πλησίασε τον σωρό με τα ρούχα σαν να ήταν έτοιμος να τη δαγκώσει. Σήκωσε τη σκληρή πουκαμίσα. Τίποτα πάνω της δεν της φαινόταν οικείο, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν της φαινόταν οικείο. Φοβόταν ότι δεν θα έβρισκε ποτέ απαντήσεις μέσα της.


62

LORRAINE HEATH

Αναρωτιόταν γιατί πίστευε ότι θα μπορούσε να τις βρει μέσα σ’ εκείνον. Θα καιγόταν στην κόλαση. Την ώρα που ο Ντρέικ ακουμπούσε στον τοίχο του διαδρόμου, αυτή η σκέψη πέρασε από το μυαλό του, μαζί με την εικόνα της Οφίλια ξαπλωμένης στο κρεβάτι του. Τι είδους παλιάνθρωπος ήταν που είχε γοητευτεί από την εικόνα της να φοράει το πουκάμισό του, λες και είχαν έρθει τόσο κοντά που είχε καταλήξει γυμνή, πριν καλυφθεί τελικά με το ρούχο του; Είχε παλέψει να προσέξει τη γυμνή σάρκα της γυναίκας που είχε γδύσει το προηγούμενο βράδυ, αλλά ήταν άντρας και το μυαλό του είχε συγκρατήσει αρκετές εικόνες της που τώρα τον βασάνιζαν, γιατί μπορούσε να φανταστεί τη σάρκα αυτή να τρίβεται πάνω στο πουκάμισό του. Του είχε φανεί τόσο αθώα, καθώς κοιμόταν. Παρά την προετοιμασία, είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει το σκοτεινό του σχέδιο να την κάνει να ζήσει μια μέρα σαν υπηρέτρια. Έπειτα, όμως, τον διέταξε να της φέρει πρωινό… και αυτό τον εκνεύρισε, του ξύπνησε εικόνες από άλλες φορές που του είχε δώσει διαταγές, που την είχε δει να διατάζει υπηρέτες. Ακόμα και χωρίς να θυμάται ποια ήταν στ’ αλήθεια, κατόρθωνε να ξετρυπώσει τον αληθινό της εαυτό και να υιοθετήσει την αλαζονεία που τόσο τη χαρακτήριζε. Είχε κάνει μια πολύ γενναιόδωρη προσφορά για τα ρούχα που νόμιζε πως θα της έκαναν. Τον εκνεύριζε που την ήξερε αρκετά καλά ώστε να θυμάται το ύψος, το βάρος, τις καμπύλες της, να ξέρει περίπου τι ρούχα θα ήταν κατάλληλα για το σχήμα του θώρακά της. Από τα δεκαέξι του, ωστόσο, ήταν ικανός παρατηρητής των γυναικών και είχε ανακαλύψει τις αρετές των σωμάτων τους. Δεν του τραβούσε, λοιπόν, η ίδια ακριβώς την προσοχή, αλλά το γεγονός ότι ήταν γυναίκα. Μια γυναίκα που θα μετάνιωνε τη μέρα που τον


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

63

αποκάλεσε «νεαρό». Αρκεί να επέστρεφε η μνήμη της και να θυμόταν πόσο τον είχε προσβάλει. Η πόρτα άνοιξε. Τεντώθηκε. Τα μαλλιά της ήταν ακόμα πιασμένα, αλλά το πρόσωπό της ήταν ροδαλό, σαν να το είχε μόλις τρίψει. Παρότι το φόρεμα της έκανε μια χαρά, έμοιαζε ξένο πάνω της, το υλικό ήταν ξεθωριασμένο και φθαρμένο. Την έκανε να μοιάζει κι εκείνη ξεθωριασμένη. Δεν ήθελε να σκεφτεί ότι της άξιζαν τα καλύτερα φορέματα και όχι κάτι τόσο ταπεινό και απλό. Ήταν κουμπωμένο μέχρι τον λαιμό, τα μανίκια ήταν μακριά. Έτριβε και τα δύο της χέρια, λες και τα ενοχλούσε το ύφασμα. Ή ίσως απλώς να ένιωθε ότι δεν της ταίριαζε αυτή η τόσο απλή περιβολή. Ή μπορεί και να κρύωνε. Θα τη ρωτούσε, αλλά δεν ήθελε να καμφθεί η αποφασιστικότητά του από οίκτο ή συμπόνια. Μπορούσε να κάνει πολύ χειρότερα πράγματα από το να την αναγκάσει να περάσει μια μέρα σαν υπηρέτρια. Απομακρύνθηκε από τον τοίχο και τη ρώτησε: «Αναγνωρίζεις τίποτα απ’ όλα αυτά;» Άνοιξε διάπλατα τα μεγάλα πράσινα μάτια της και κούνησε το κεφάλι. «Πόσο καιρό δουλεύω εδώ;» «Δεκαπέντε μέρες». Πριν προλάβει να του κάνει άλλες ερωτήσεις, άρχισε να προχωράει προς το βάθος του διαδρόμου. «Από εδώ». Τα ανάλαφρα βήματά της αντηχούσαν ανάμεσα στους γυμνούς τοίχους. Δεν είχε προλάβει να αγοράσει χαλιά για τα ξύλινα πατώματα. Έπρεπε να κάνει πολλά πράγματα ακόμα. Έφτασαν στο τελευταίο δωμάτιο δεξιά και εκείνος άνοιξε την πόρτα. «Το δωμάτιό σου». Δίστασε, λες και φοβόταν ότι θα μπει στη φωλιά κάποιου άγριου θηρίου. «Το δωμάτιό μου είναι στον ίδιο όροφο με το δικό σου;» «Είμαι καλός εργοδότης. Τα δωμάτια εδώ έχουν τζάκι. Τα δωμάτια πάνω –όπου κοιμούνται συνήθως οι υπηρέτες, απ’ όσο ξέρω– δεν έχουν». «Πολύ ευγενικός. Μάλλον πρέπει να σε πιστέψω, μιας


64

LORRAINE HEATH

και δεν θυμάμαι καθόλου τι σημαίνει να είναι κανείς υπάλληλός σου. Δεν μπορώ καν να φανταστώ ότι είμαι υπάλληλος. Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω την παραμικρή ανάμνηση πως ήμουν υπηρέτρια». «Είμαι σίγουρος πως θα επανέλθουν όλα όταν αρχίσεις πάλι τη δουλειά». «Το ελπίζω». Με προσεκτικά βήματα, πλησίασε και έριξε μια ματιά στο δωμάτιο. Δεν μπόρεσε να παραβλέψει τις εναλλαγές στην έκφρασή της. Ο χώρος είχε απλώς ένα γυμνό ράντζο που θα χρησιμοποιούσε μέχρι να έρθει το κρεβάτι του και ένα σωρό από ρούχα, που είχε αρπάξει βιαστικά για να στήσει την παράστασή του. Αμφέβαλε ότι θα χρησιμοποιούσε κάποιο από αυτά πριν επιστρέψει στο σπίτι της την επομένη. «Κοιμάμαι σε ράντζο;» ρώτησε. «Υπηρέτρια είσαι». Μπήκε στο δωμάτιο και κοίταξε γύρω της. «Φανταζόμουν ότι θα το είχα φτιάξει κάπως πιο φιλόξενο». «Δεν νομίζω να είχες τον χρόνο με τόσες δουλειές». «Είμαι στ’ αλήθεια η μόνη υπηρέτρια;» «Είσαι ό,τι χρειάζομαι αυτή τη στιγμή. Έλα. Θα σου εξηγήσω τα καθήκοντά σου καθώς κατεβαίνουμε στην κουζίνα, για να φας κάτι». Πηγαίνοντας προς τα σκαλιά, άκουσε τα βήματά της πίσω του. «Τα πατώματα πρέπει να σκουπιστούν και να γυαλιστούν, φυσικά. Και να ξεσκονιστούν τα ράφια και οι ντουλάπες». Κατέβηκε βιαστικά τα σκαλιά και έστριψε σε έναν διάδρομο, περνώντας από το μπροστινό καθιστικό που είχε μόνο ένα τζάκι, το οποίο, μάλιστα, χρειαζόταν ξεσκόνισμα. Καθώς της έδειχνε τα άδεια δωμάτια, ξαφνικά συνειδητοποίησε τι έλειπε από το σπίτι. Ακόμα και η βιβλιοθήκη, το καταφύγιό του, ήταν επιπλωμένη μόνο με ένα μεγάλο γραφείο και μια καρέκλα. Είχε παραγγείλει κάποια πράγματα που θα έρχονταν σύντομα,


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

65

αλλά γενικά δεν είχε αποφασίσει ακόμα τι θα έκανε με τόσο χώρο. Μερικές φορές σκεφτόταν πως είναι μάταιο να αγοράσει έπιπλα, πίνακες και γλυπτά αφού δεν σκόπευε να παντρευτεί ποτέ. Ήξερε το καταραμένο σκοτάδι που κυλούσε στις φλέβες του, δεν είχε καμία επιθυμία να εκθέσει σ’ αυτό κάποια γυναίκα που μπορεί να τον αγαπούσε ή να το κληροδοτήσει στα παιδιά τους. Είχε αποδεχτεί εδώ και καιρό ποιος ήταν και αυτή η τελευταία του προσπάθεια επιβεβαίωνε απλώς αυτό που είχαν καταλάβει και οι δύο: ήταν ένα διεφθαρμένο κάθαρμα. Βγήκε από τη βιβλιοθήκη σχεδόν χωρίς να κοιτάζει πίσω του, με την Οφίλια να τον ακολουθεί σαν υπάκουο σκυλάκι. Προσπαθώντας να κατευνάσει τη συνείδησή του, θύμισε στον εαυτό του ότι αυτή η μικρή εξαπάτηση θα τελείωνε σε μία μόνο μέρα. Όταν μαθευόταν η αλήθεια, η Οφίλια θα γινόταν έξαλλη –είτε είχε ανακτήσει τη μνήμη της είτε όχι– αλλά είχε μάθει από καιρό να αγνοεί τα ξεσπάσματά της. Ίσως μ’ αυτό το μικρό μάθημα, οι υπηρέτες της να υπέφεραν λιγότερο. Σχεδόν γέλασε μ’ αυτή την περίπλοκη αιτιολόγηση. Πάντα ήταν ειλικρινής με τον εαυτό του. Έπρεπε να είναι ειλικρινής και τώρα. Δεν το έκανε για τους υπηρέτες. Το έκανε γιατί η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον υπήρξε πάντα ένα αγκάθι στο πλευρό του από τότε που είχε μόλις αρχίσει να μιλάει καθαρά. Σταμάτησε και γύρισε να την κοιτάξει. «Η κουζίνα, φυσικά. Ελπίζω να απολαύσεις το πρωινό σου». Ήταν ευτελές: βραστό αβγό, φρυγανισμένο ψωμί, χυλός, γάλα. Συνοφρυώθηκε λες και της είχε προσφέρει κοπριά αγελάδας. «Μου αρέσουν τα αβγά σκραμπλ». Έσκυψε στον πάγκο και σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος. «Δεν ξέρω να τα φτιάχνω». Της έδειξε την κουζίνα. «Μπορείς να τα ετοιμάσεις μόνη σου».


66

LORRAINE HEATH

Με τρία από τα λεπτά της δάχτυλα έτριψε το μέτωπό της. «Ξέρω πώς τα προτιμώ, αλλά δεν θυμάμαι να τα φτιάχνω». Τον κοίταξε. «Γιατί θυμάμαι κάποια πράγματα, αλλά όχι όλα;» Για το συγκεκριμένο θέμα, υποψιαζόταν πως δεν είχε την παραμικρή ιδέα γύρω από την παρασκευή τους. «Δεν γνωρίζω κάθε πτυχή της κατάστασής σου, αν και δεν φαίνεται να υποφέρεις σωματικά». Και γι’ αυτό ένιωθε ευγνώμων. Ελάφραινε τη συνείδησή του. Έκανε έναν κύκλο με το χέρι της. «Τίποτα απ’ όλα αυτά, κανένα από τα δωμάτια, δεν μου φαίνεται οικείο. Δεν θα έπρεπε, αφού τα φρόντιζα εγώ;» «Είσαι εδώ πολύ λίγο καιρό. Πρέπει να φας. Αν ξαναβρείς τη δύναμή σου, θα επανέλθουν και οι γνώσεις σου». Προσεκτικά, σαν να μην είχε εμπιστοσύνη, πλησίασε το τραπέζι και στάθηκε πλάι στην καρέκλα, λόγω της παγιωμένης πια συνήθειάς της να περιμένει να της την τραβήξει κάποιος υπηρέτης. «Για να καθίσεις, πρέπει να την απομακρύνεις από το τραπέζι», της είπε. Έκανε όπως της υπέδειξε. «Μου φαίνεται παράξενο – σαν να μην το έχω ξανακάνει ποτέ». Έπιασε ένα κουτάλι και έσπασε το πάνω μέρος του αβγού. «Φαίνεται πως μερικές φορές τρως και βραστά αβγά», της επισήμανε. Διαμαρτυρήθηκε. «Αυτό είναι παραβρασμένο. Προτιμώ τον κρόκο μαλακό». «Είσαι πολύ περίεργη, το ξέρεις; Ζεστό νερό, μαλακοί κρόκοι, αβγά σκραμπλ». Σήκωσε το κεφάλι. «Είναι κακό αυτό; Να ξέρει κάποιος τι θέλει;» «Μπορεί και να είναι, αν κατηγορείς τους ανθρώπους που δεν κάνουν τα πράγματα ακριβώς όπως τα θέλεις». «Αν δεν σου πω, όμως, πώς μου αρέσουν τα πράγματα,


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

67

πώς θα το ξέρεις;» «Στο μέλλον, δεν θα σου ετοιμάζω εγώ το μπάνιο ή το πρωινό σου. Θα πρέπει να τα φροντίζεις μόνη σου. Θα ετοιμάζεις επίσης και το δικό μου μπάνιο και το βραδινό. Για απόψε, θα βρεις φασιανό στο κουτί με τον πάγο». Απομακρύνθηκε από τον πάγκο. «Γενικά ξυπνάω γύρω στις πέντε. Πρώτα μπάνιο και μετά φαγητό». Άρχισε να κατευθύνεται προς την πόρτα. Τινάχτηκε από την καρέκλα σαν να της είχε βάλει κάποιος φωτιά. «Μια στιγμή!» Σταμάτησε και την κοίταξε. Το πρόσωπό της γέμισε αμφιβολία παραγκωνίζοντας κάθε ίχνος αλαζονείας ή ανωτερότητας. «Θα μ’ αφήσεις μόνη;» «Ναι, δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ. Είμαι έτοιμος να πάω να ξαπλώσω». Τα χαρακτηριστικά της αποκάλυπταν την έκπληξή της και έπειτα την ευγνωμοσύνη της, πράγμα που έκανε το στομάχι του να σφιχτεί και την αποφασιστικότητά του να εξασθενήσει. «Έμεινες ξάγρυπνος για να με φροντίσεις», είπε απαλά. «Όχι για να σε φροντίσω, δεν ήταν δική μου δουλειά. Είμαι πλάσμα της νύχτας, το σούρουπο ξυπνάω. Τη μέρα κοιμάμαι». Η γλυκύτητά της εξαφανίστηκε. «Και ποια είναι η δική σου δουλειά;» «Διευθύνω μια λέσχη αντρών». «Έναν ναό της αμαρτίας;» «Ακριβώς». Συνοφρυώθηκε ξανά. «Και εγώ πώς το ξέρω αυτό;» Θα σε αφήσω να το σκεφτείς. Αν σου δώσω όλες τις απαντήσεις, μπορεί να μην ξαναβρείς τη μνήμη σου. Νομίζω ότι πρέπει να γυμνάσεις το μυαλό σου. Ξύπνα με στις πέντε, αφού έχεις ετοιμάσει το μπάνιο μου». Αυτή τη φορά δεν τον φώναξε την ώρα που έφευγε και αναρωτήθηκε για ποιο λόγο ένιωσε μια μικρή


68

LORRAINE HEATH

απογοήτευση. Είχε πει την αλήθεια. Αν της έδινε απαντήσεις στις ερωτήσεις της, σίγουρα η μνήμη της θα επέστρεφε. Φαντάστηκε να ξυπνάει κοντά σε μια στρίγκλα που είχε αποφασίσει να τον εκδικηθεί κι αυτή με τη σειρά της. Το μπάνιο του θα ήταν καυτό και ο φασιανός ποτισμένος με αρσενικό. Ανέβηκε τις σκάλες, μπήκε στο δωμάτιό του και σταμάτησε. Το κρεβάτι ήταν άστρωτο, το πουκάμισό του πεταμένο στο πάτωμα. Δεν θα το μάζευε μόνη της, έτσι δεν είναι; Όταν είχε μπει πρώτη φορά στο δωμάτιο το πρωί, είχε μαζέψει το παλτό του από το σημείο όπου το είχε εγκαταλείψει το προηγούμενο βράδυ και το είχε κρεμάσει στην ντουλάπα. Σήκωσε το πουκάμισο, το δίπλωσε και το ακούμπησε στην καρέκλα για να πλυθεί. Προτιμούσε την τάξη και τη ρουτίνα και είχε μανία με την καθαριότητα. Είχε περάσει, βλέπεις, τα πρώτα χρόνια της ζωής του μέσα στη βρομιά. Θυμόταν την πρώτη φορά που του είχε κάνει μπάνιο η δούκισσα. Φοβόταν ότι θα του έβγαζε το δέρμα με τη βούρτσα και, παρότι διαμαρτυρόταν έντονα, ένιωθε να ξαναγεννιέται. Το κουρασμένο του μυαλό ταξίδευε σε περασμένες εποχές. Γι’ αυτό και του είχε φανεί τόσο υπέροχη ιδέα να πει στην Οφίλια ότι ήταν υπηρέτριά του. Μικρό το κακό, εξάλλου. Έβγαλε το πουκάμισό του, το δίπλωσε και το άφησε πλάι στο άλλο. Αφού έβγαλε τις μπότες του, πρόσθεσε το παντελόνι και το εσώρουχό του στον σωρό. Έπειτα πήγε στο κρεβάτι, σκεπάστηκε και βολεύτηκε. Το άρωμα λεμόνι του σαπουνιού του τον τύλιξε, ανακατεμένο, όμως, με το δικό της άρωμα, με τη ζέστη του κορμιού της κάτω από τις κουβέρτες, το μοναδικό μπουκέτο της θηλυκότητάς της. Το σώμα του αντέδρασε αμέσως επώδυνα. Το καταράστηκε που δεν είχε κανένα γούστο. Νοιαζόταν μόνο για στήθη και μηρούς και εκείνο το γλυκό καταφύγιο ανάμεσά τους.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

69

Προσπαθώντας να συγκρατήσει τις ορμές του, τη θυμήθηκε να τον κοιτάζει με τη σηκωμένη αριστοκρατική της μύτη, να τον διατάζει, να τον αγνοεί –δημόσια και ιδιωτικά– σε κάθε ευκαιρία. Κράτα αποστάσεις, του έλεγε με τον τρόπο της, συχνά και εύγλωττα. Δεν είσαι αρκετός. Τι σημασία είχε η γνώμη της γι’ αυτόν, όταν αντικατόπτριζε τόσο άψογα τη δική του; Ίσως αυτή να ήταν η ειρωνεία. Ότι τον έβλεπε πιο καθαρά από οποιονδήποτε άλλον και δεν του άρεσε καθόλου που συμφωνούσαν σε κάτι.


70

LORRAINE HEATH

Κεφάλαιο 6

Δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς φτιάχνονται τα αβγά σκραμπλ, αλλά έπρεπε να θυμηθεί πώς μαγειρεύεται ο φασιανός; Θεέ μου, δεν ήξερε καν πώς να ανάψει τη φωτιά. Μασούλησε το ψημένο ψωμί. Το προτιμούσε με περισσότερο βούτυρο, αλλά πού θα μπορούσε να το βρει; Στο κουτί με τον πάγο, σκέφτηκε. Την ώρα που σηκωνόταν από τη σκληρή ξύλινη καρέκλα αναρωτήθηκε αν υπήρχε πιο άβολο έπιπλο σε όλο το Κρίστεντομ. Δεν ήταν δυνατόν να περιμένει ότι θα κάθεται εκεί σε κάθε γεύμα. Ήθελε μαξιλάρια. Χρειαζόταν μαξιλάρι. Απαλότητα, άνεση. Γιατί να συμβιβάζεται κανείς με οτιδήποτε λιγότερο; Πήγε προς το ξύλινο κουτί, άνοιξε το καπάκι και τσίριξε. Το πουλί την κοίταζε επικριτικά. Έκλεισε το κουτί και έκανε πίσω λαχανιασμένη. Ήταν ψόφιο, το ήξερε, αλλά είχε ακόμα τα μάτια του, ολόκληρο το κεφάλι. Δεν μπορούσε να μαγειρέψει κάτι που είχε την ικανότητα να την κοιτάζει, να την κάνει να αισθάνεται ένοχη που το μαγειρεύει. Ο Ντρέικ Ντάρλινγκ θα έπρεπε να αρκεστεί σε κάτι άλλο για βραδινό, γιατί δεν είχε καμία απολύτως διάθεση να αγγίξει αυτό το πλάσμα. Τρέμοντας, έτριψε τα χέρια της


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

71

στα μανίκια και έπειτα ευχήθηκε να μην το είχε κάνει, γιατί το ύφασμα την έτρωγε. Σκέφτηκε το πουκάμισο του κυρίου Ντάρλινγκ –πόσο απαλό ήταν– και λαχτάρησε να το ξαναφορέσει. Δεν την ένοιαζε που ήταν δικό του. Το λινό το προτιμούσε. Θα το φορούσε μόλις έφευγε εκείνος το βράδυ. Όσο για το δείπνο, ήταν ακόμα πρωί οπότε είχε αρκετές ώρες για να αποφασίσει τι θα κάνει. Ψωμί και βούτυρο ίσως. Αν και για να πιάσει το βούτυρο, έπρεπε να ξαναδεί τα μάτια του φασιανού. Σκέτο ψωμί, λοιπόν. Έπρεπε να προσλάβει μια μαγείρισσα. Δεν γινόταν να περιμένει να φροντίζει εκείνη και το σπίτι και την κουζίνα, αν και μάλλον το έκανε ως τώρα. Κάθισε πάλι στην καρέκλα. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είχε νόημα ούτε έμοιαζε σωστό. Υπέθεσε ότι θα μπορούσε να περάσει όλη τη μέρα της σ’ εκείνη την άβολη καρέκλα, χαμένη στις σκέψεις της, αλλά ίσως εκείνος να είχε δίκιο. Μπορεί μόλις άρχιζε να ασχολείται με τα καθήκοντά της όλα να έβρισκαν τον δρόμο τους. Σηκώθηκε και κοίταξε γύρω της για μια ποδιά. Έψαξε πίσω από τις πόρτες, στα ντουλάπια και στα συρτάρια. Δεν τη βρήκε πουθενά. Ίσως ήταν στο δωμάτιό της. Δεν βιαζόταν να αρχίσει να τρίβει και να γυαλίζει και έτσι άρχισε να περιφέρεται στους διαδρόμους και τα δωμάτια, ψάχνοντας για κάτι οικείο. Ούτε αυτό το βρήκε, μπόρεσε, όμως, να δει ότι τα δωμάτια είχαν δυνατότητες. Άρχισε να φαντάζεται τα έπιπλα που θα έμπαιναν στο καθένα, τους πίνακες που θα τα φώτιζαν, τα γλυπτά που θα τους έδιναν ατμόσφαιρα. Πώς ήξερε από τέχνη, όμως; Πού ήταν πριν αρχίσει να δουλεύει γι’ αυτόν; Ποια ήταν η οικογένειά της; Τους έβλεπε ακόμα; Τους έστελνε τον μισθό της; Πόσα χρήματα κέρδιζε; Προφανώς όχι πολλά, μιας και τα ρούχα της την τσιμπούσαν τόσο πολύ και δεν ήταν ακριβώς στο μέγεθός της. Ανέβηκε τις σκάλες και σταμάτησε μπροστά από το


72

LORRAINE HEATH

δωμάτιο του Ντάρλινγκ. Κοιμόταν στο τεράστιο κρεβάτι. Ήταν σωστό να είναι μόνη μαζί του στο σπίτι; Δεν ενδιαφερόταν κανείς για την υπόληψή της; Όσο περισσότερη ώρα ήταν ξύπνια, τόσο περισσότερο αναρωτιόταν, τόσες περισσότερες ερωτήσεις προέκυπταν. Συνέχισε στον άδειο διάδρομο, με τα βήματά της να αντηχούν ανάμεσα στους τοίχους. Έπρεπε να πάρει χαλιά, πίνακες, κάτι να απορροφά τον ήχο. Δεν γινόταν να περπατάει στις μύτες όλη τη μέρα. Παρ’ όλα αυτά, προσπάθησε να περπατάει πιο ανάλαφρα. Την είχε σώσει από βέβαιο θάνατο, μπορούσε να δείξει, λοιπόν, με τη σειρά της καλή συμπεριφορά. Μπήκε στο δωμάτιό της και ξαφνιάστηκε ακόμα μια φορά από την απλότητα και την έλλειψη οποιουδήποτε προσωπικού αντικειμένου. Κάθισε στην άκρη του ράντζου και έμεινε έκπληκτη από το πόσο σκληρό ήταν. Σίγουρα δεν θυμόταν να κοιμάται εκεί πάνω. Από την άλλη, ήταν τόσο άβολο που μπορεί γι’ αυτό να μην το θυμόταν. Έσκυψε και άρχισε να ψάχνει τα ρούχα που έμοιαζαν να περιμένουν να τα επιθεωρήσει. Τίποτα δεν ήταν του γούστου της. Όλα ήταν πολύ απλά και δεν ανταποκρίνονταν στα κριτήριά της. Ανασηκώθηκε και άρχισε να κοιτάζει το κενό. Ποια ήταν ακριβώς τα κριτήριά της; Άρχισε να πονάει το κεφάλι της. Να πάρει! Ήταν πολύ ενοχλητικό να μη θυμάται. Δεν μπορούσε να φανταστεί πού αλλού θα έβαζε μια ποδιά. Άραγε τη φορούσε χτες, όταν έπεσε στο ποτάμι; Μήπως την είχε πετάξει ο Ντάρλινγκ μαζί με τα υπόλοιπα κατεστραμμένα ρούχα της; Δεν είχε σημασία. Δεν θα λερωνόταν και πολύ με τις δουλειές. Απ’ ό,τι μπορούσε να καταλάβει, δεν είχε και πολλά να κάνει. Να ξεσκονίσει, της είχε πει. Θα ξεκινούσε από τη βιβλιοθήκη, όπου τα έπιπλα και τα ράφια θα μάζευαν σίγουρα περισσότερη σκόνη και αράχνες.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

73

Αφού γύρισε στην κουζίνα όπου βρήκε ένα πανί, επέστρεψε στη βιβλιοθήκη. Παρά τα λιγοστά έπιπλα του δωματίου, είχε μια αρρενωπή ατμόσφαιρα. Μπορούσε να τον φανταστεί να δουλεύει πίσω από το μεγάλο σκούρο γραφείο, με το κεφάλι του σκυμμένο καθώς σημείωνε προσεκτικά στα βιβλία του. Η λάμπα στο γραφείο θα φώτιζε τη δουλειά του. Της ζητούσε άραγε συμβουλές για κάτι; Τον ενδιέφερε η άποψή της; Σίγουρα θα του την προσέφερε, αν όντως είχε άποψη για κάποιο θέμα. Προχώρησε γύρω από το γραφείο, κάθισε στην παχιά δερμάτινη πολυθρόνα και αναστέναξε από ηδονή. Υπέροχη. Όπως το κρεβάτι του. Δεν έκανε εκπτώσεις στη δική του άνεση. Στο μέλλον θα έτρωγε εδώ. Ή ίσως θα έτρωγε στο κρεβάτι του. Συνοφρυώθηκε. Είχε ξαναφάει στο κρεβάτι. Μάλλον όταν δεν ήταν εκείνος εκεί. Μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα όταν εκείνος έλειπε. Αν τα καθάριζε, δεν θα καταλάβαινε ποτέ τι έκανε με τα πράγματά του. Πήγε προς τα ράφια και άρχισε να χτυπάει με μισή καρδιά το πανί σε όσα δεν είχαν τίποτα άλλο πάνω τους εκτός από σκόνη. Δεν μπορούσε να πει πολλά για τις ικανότητές της, αν και έβρισκε μάλλον δύσκολη τη μάχη της με τη βρομιά. Αυτή η δραστηριότητα δεν ήταν καθόλου ευχάριστη. Δεν είχε πλάκα. Πώς είχε γίνει έτσι η ζωή της; Μισόκλεισε τα μάτια και μια εικόνα πέρασε από το μυαλό της. Δερματόδετοι τόμοι. Ντίκενς. Όστεν. Σαίξπηρ. Μπορούσε να τους δει στη σειρά, τον έναν μετά τον άλλον. Με χρυσά γράμματα. Σήκωσε τα δάχτυλά της σαν να ήθελε να τους αγγίξει. Είχε διαβάσει αυτούς τους συγγραφείς και ακόμα περισσότερους. Της άρεσε το διάβασμα. Όχι, λάτρευε το διάβασμα! Της άρεσε να παρασύρεται σε έναν κόσμο διαφορετικό από τον δικό της, με χαρακτήρες που δεν είχαν καμία πρόθεση να την κρίνουν. Όταν φανταζόταν τη ζωή της, ένιωθε ότι ήθελε να


74

LORRAINE HEATH

ξεφύγει. Ποιοι την έκριναν, όμως; Όσοι ήταν καλύτεροι από εκείνη. Αλλά ποιοι ήταν αυτοί; Αν τα βιβλία ήταν τόσο σημαντικά γι’ αυτήν, γιατί δεν είχε κανένα στο δωμάτιό της; Γιατί ήταν ακριβά. Να μια ακόμα πληροφορία που ήξερε. Απομακρύνθηκε από τα ράφια και το δωμάτιο γύρω της έμοιαζε θολό. Η ζωή της είχε κι άλλα θολά σημεία. Άρχισε να μουρμουρίζει έναν γνώριμο σκοπό. Σήκωσε τα χέρια της, έκανε μια στροφή και έπειτα άρχισε να κουνάει τα πόδια της στον ρυθμό μιας μουσικής που μόνο εκείνη μπορούσε να ακούσει. Ήξερε το τραγούδι, ήξερε τις κινήσεις, ήξερε ότι ένας κύριος την είχε συνοδεύσει κάποτε στην πίστα. Και ήταν πεπεισμένη με κάθε μόριο της ύπαρξής της ότι δεν ανήκε εδώ. «Ξέρω να χορεύω βαλς». Μισοκλείνοντας τα μάτια στο φως του ήλιου που έμπαινε στο δωμάτιο, ο Ντρέικ κοίταξε τη γυναίκα που στεκόταν στην άκρη του κρεβατιού του. Τον είχε ξυπνήσει με τη δήλωσή της. Γιατί δεν του έκανε καμία εντύπωση που θεωρούσε ασήμαντο να διακόψει την τόσο απαραίτητη ξεκούραση ενός ανθρώπου; «Ορίστε;» «Ξέρω να χορεύω βαλς. Μπορώ να ακούσω τη μουσική. Όχι, είναι κάτι παραπάνω. Ξέρω τη μουσική. Τολμώ να πω πως, αν είχες ένα πιάνο, θα ήξερα να παίξω μουσική. Σοπέν, Μπετόβεν, Μότσαρτ. Μπορώ να δω τα δάχτυλά μου να πετούν πάνω στα κάτασπρα γυαλιστερά πλήκτρα. Βλέπω τον εαυτό μου να χορεύει με κάποιον κύριο. Ξέρω να διαβάζω. Ντίκενς, Όστεν, Μπράουνινγκ. Μπορώ να απαγγείλω διάφορες φράσεις τους». Ανασηκώθηκε και κάθισε, αδιαφορώντας που τα σκεπάσματα έπεσαν μέχρι τη μέση του. «Και τι θέλεις να πεις;» Ανοιγόκλεισε τα μάτια και τον κοίταξε, κάπου στο στήθος, όπως υπέθεσε. Τα χείλη της μισάνοιξαν, και δεν


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

75

ήξερε για ποιο λόγο ένιωσε την ανάγκη να πάρει μια βαθιά ανάσα και να τεντώσει το στέρνο του όπως θα έκανε ένας μεγάλος πίθηκος στον ζωολογικό κήπο. Δεν τον ενδιέφερε ποτέ να την εντυπωσιάσει. Δεν θα ξεκινούσε τώρα. Κατάπιε και άρπαξε το κάγκελο του κρεβατιού σαν να το χρειαζόταν για να παραμείνει όρθια. «Δεν το πιστεύω ότι μια υπηρέτρια μπορεί να ξέρει τέτοια πράγματα». «Δεν μπορεί μια υπηρέτρια να δει τους άλλους να χορεύουν και να ξεσηκώσει τα βήματα; Να μάθει απέξω τη μουσική; Να διαβάσει; Σε διαβεβαιώνω ότι οι πολύτιμοι υπηρέτες ξέρουν να διαβάζουν». «Δεν αμφιβάλλω πως ένας υπηρέτης μπορεί να διαβάζει, αλλά ότι θα προλάβαινε να διαβάσει τόσο όσο εγώ». «Δεν δουλεύεις πολύ καιρό». Μισόκλεισε τα μάτια. «Πώς ήρθα εδώ να δουλέψω;» «Σε σύστησαν». Σήκωσε το πιγούνι της. «Ποιος;» «Δεν θυμάμαι ονόματα». Όταν λες ψέματα, φρόντισε να είναι όσο πιο ειλικρινή γίνεται. Μη φτιάχνεις ένα ψέμα για το οποίο θα πρέπει να θυμάσαι πράγματα. «Είχες συστατικές επιστολές». Απομακρύνθηκε από το κρεβάτι, έσφιξε τις γροθιές της και σήκωσε το πιγούνι. «Μιας και δεν είναι στο δωμάτιό μου, μιας και δεν υπάρχει απολύτως τίποτα σε εκείνο το φρικτά επιπλωμένο δωμάτιο που να μου φαίνεται οικείο, υποθέτω πως τις επιστολές αυτές τις έχεις εσύ. Θα ήθελα να τις δω». «Είναι στο γραφείο μου στη λέσχη». «Πήγαινε να τις φέρεις». Έσφιξε τα δόντια. «Δεν είσαι σε θέση να με διατάζεις». «Μα μπορεί να με βοηθήσουν να θυμηθώ». «Σου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να υπάρχει λόγος που δεν θέλεις να θυμηθείς;» Την ώρα που έλεγε αυτή τη φράση, συνειδητοποίησε πως ίσως ήταν πιο αληθινή απ’ όσο σκόπευε. Πέρα από μερικές μελανιές, σωματικά


76

LORRAINE HEATH

φαινόταν μια χαρά. Το καρούμπαλο στο κεφάλι της δεν είχε αιμορραγήσει, οπότε πόσο δυνατά μπορεί να την είχαν χτυπήσει; Δάγκωνε το κάτω χείλος της και έμοιαζε αθώα, σχεδόν γλυκιά. Οι ώμοι της μαλάκωσαν, η πλάτη της χαλάρωσε. «Γιατί ήμουν στο ποτάμι;» «Δεν ξέρω». Ειλικρίνεια. «Πώς το ήξερες ότι ήμουν εκεί;» «Έκανα έναν περίπατο. Είδα κάτι στην άκρη του νερού. Δεν ήξερα ότι ήσουν εσύ μέχρι που σε έφερα στο σπίτι. Ήσουν γεμάτη λάσπη». Αλήθεια. Άρχισε να τρέμει. «Ναι, το θυμάμαι αυτό, να βγάζεις αυτή την αηδία». Έσμιξε τα φρύδια της. «Προφανώς δεν προσπαθούσε κανείς να μας κλέψει, μιας και δεν υπάρχει τίποτα αξίας εδώ μέσα, οπότε δεν ήθελα να γλιτώσω από κάποιον κλέφτη. Κάποιος ήθελε να μου κάνει κακό;» «Δεν νομίζω, αλλά υπάρχουν πολλά για σένα που δεν ξέρω». Και πολλά που ξέρω, που θα αποκαλυφθούν αύριο. Πήγε μέχρι το παράθυρο και κοίταξε έξω στον δρόμο. Δεν ανησυχούσε μήπως τη δει κανείς και την αναγνωρίσει. Σ’ αυτό το μέρος του Λονδίνου δεν σύχναζε κανένα μέλος του κύκλου της. «Όλα μου φαίνονται τόσο περίεργα. Δεν νιώθω ότι ανήκω εδώ». «Και πάλι, ευσεβείς πόθοι». «Μπορεί». Τον κοίταξε. «Συνέχεια λέμε τα ίδια πράγματα, δεν συμφωνείς; Δεν είναι ένδειξη τρέλας να κάνεις συνεχώς την ίδια ερώτηση και να περιμένεις διαφορετική απάντηση;» «Δεν είσαι τρελή». «Μπορεί και να είμαι και όλα αυτά να είναι απλώς μια ψευδαίσθηση. Θα φέρεις τις επιστολές;» «Το βράδυ που θα πάω στη λέσχη». «Πότε επιστρέφεις;» «Συνήθως λείπω όλο το βράδυ. Χτες ήταν μια εξαίρεση. Θα επιστρέψω αύριο το χάραμα». Έσφιξε τα χείλη, δυσαρεστημένη. «Μα είναι πολλές


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

77

ώρες». «Δεν θα αλλάξει τίποτα ως τότε». «Εκτός αν θυμηθώ. Μπορώ να έρθω στη λέσχη και–» «Όχι». Αυτό θα ήταν καταστροφή. Αν την έβλεπε κανείς… την ήξεραν πολλά μέλη. «Αυτό δεν γίνεται». «Είσαι μάλλον σκληρός εργοδότης». «Είσαι υπηρέτριά μου, Φι. Προσπαθώ να κοιμηθώ λίγο για να κάνω τη δουλειά μου το βράδυ. Πρέπει κι εσύ να κάνεις τη δική σου δουλειά. Θα σου φέρω τις επιστολές το πρωί. Μέχρι τότε, πέρασε έξω». «Πώς λέγεται η λέσχη σου;» Της έριξε ένα βλοσυρό βλέμμα. Ήξερε πολύ καλά πόσες φορές εκείνη και η Γκρέις είχαν παραβιάσει τους κανόνες και υποψιαζόταν πως αυτή η πτυχή του χαρακτήρα της δεν είχε χαθεί. Αν της έλεγε το όνομα της λέσχης, δεν είχε καμία αμφιβολία ότι δεν θα έφτανε ως εκεί. Την ήξερε πολύ καλά για να γνωρίζει ότι μπορούσε να είναι πολύ πονηρή και εφευρετική. Μια μικρή μάγισσα. Αναστέναξε. «Είμαι αιχμάλωτη;» «Όχι, αλλά μέχρι να επανέλθει η μνήμη σου, δεν είναι σωστό να κυκλοφορείς στο Λονδίνο». «Νομίζω ότι μπορώ να τα καταφέρω μια χαρά, ακόμα και χωρίς τη μνήμη μου». «Πρέπει να αμφισβητήσω αυτή σου την άποψη. Είσαι στο υπνοδωμάτιο ενός κυρίου που δεν φοράει ούτε ένα ρούχο, ενός κυρίου που είναι κουρασμένος και θέλει να κοιμηθεί, και που έχει αρχίσει να εκνευρίζεται. Θεωρείς ότι αυτή είναι μια λογική συμπεριφορά;» Τα μάτια της άνοιξαν λίγο παραπάνω, και το στόμα της σχημάτισε ένα Ο. «Το ξέρω πως δεν φοράς πουκάμισο. Εννοείς ότι–» «Ακριβώς. Δεν υπάρχει τίποτα ανάμεσα στη σάρκα μου και στα σεντόνια». «Ω, μάλιστα. Κατάλαβα. Θα σε αφήσω να ξεκουραστείς». «Ναι, καλύτερα». Πριν θα έμπαινε στον πειρασμό να


78

LORRAINE HEATH

την αιφνιδιάσει, πιάνοντάς την από τα χέρια και φιλώντας την άγρια. Δεν ήθελε να τον ρωτάει για το παρελθόν της, δεν ήθελε να βγει μόνη της προσπαθώντας να βρει απαντήσεις στον γρίφο της ύπαρξής της. Θα της τα έλεγε όλα αύριο, πριν την επιστρέψει στην οικογένειά της. Έσκυψε το κεφάλι και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο, κλείνοντας σιγά την πόρτα πίσω της. Εκείνος αναστέναξε, ξάπλωσε πάλι, έβαλε το χέρι πίσω από το κεφάλι του και αναρωτήθηκε γιατί συνέχιζε αυτή την κοροϊδία. Δεν ήταν τόσο ευχάριστη όσο περίμενε. Αυτό συνέβαινε, όμως, γιατί δεν ήξερε ακόμα την αλήθεια. Όλα θα άλλαζαν τότε και η μνήμη της θα επανερχόταν πλήρως. Ήθελε μια στιγμή μαζί της που δεν θα ξεχνούσε ποτέ, μια στιγμή που θα μπορούσε να τη θυμάται. Μια εικόνα παρουσιάστηκε στο μυαλό του – μια πονηρή, μοχθηρή εικόνα, μια εικόνα που θα του έδινε μεγάλη χαρά, μια εικόνα που θα σκεφτόταν όποτε τη συναντούσε και θα την εμπόδιζε να είναι τόσο αλαζονική μπροστά του. Μια εικόνα που θα την έκανε να τον υπακούει, αρκεί να μην έλεγε σε κανέναν τι είχε συμβεί. Όσο περισσότερο το σκεφτόταν, τόσο πιο πολύ το ήθελε. Ήταν κάτι για να την κρατάει, για να την γκρεμίσει από το βάθρο, εκείνο το βάθρο απ’ όπου τον υποτιμούσε και τον θεωρούσε άχρηστο. Τον πλημμύρισε ικανοποίηση και γέλασε σκοτεινά. Απόψε θα διασκέδαζε. Αύριο θα την επέστρεφε στον κόσμο της, απλώς λίγο πιο ταπεινή.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

79

Κεφάλαιο 7

ΗΦι χτυπούσε τα δάχτυλά της στο τραπέζι της κουζίνας και πίστευε πως ούτε νεκρή δεν θα βαριόταν τόσο. Τι θα έκανε όλη μέρα; Οι ώρες περνούσαν πολύ αργά. Σκέφτηκε να πάει μια βόλτα, αλλά δεν εμπιστευόταν τη μνήμη της. Ο Ντρέικ είχε δίκιο. Δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι θα θυμόταν τον δρόμο για να γυρίσει πίσω. Νωρίτερα είχε σταθεί στην εξώπορτα και τίποτα δεν της είχε φανεί οικείο. Τα άλογα και οι άμαξες, κάποιος περαστικός σκύλος – ήξερε τι ήταν όλα αυτά. Μπορούσε να ονομάσει τα διάφορα αντικείμενα. Ο δρόμος, όμως, τα κτίρια, της ήταν τόσο ξένα όσο και η προετοιμασία του φασιανού για το δείπνο. Και υπήρχαν τόσα μάτια που την κοίταζαν, ξέροντας πράγματα που εκείνη δεν ήξερε. Μπήκε, λοιπόν, ξανά στο σπίτι και άρχισε να περιφέρεται άσκοπα, προσπαθώντας να ξεκλειδώσει τα μυστικά της ζωής της ενώ παράλληλα αναρωτιόταν για ποιο λόγο την αναστάτωνε η πιθανότητα κάποιων κρυμμένων μυστικών. Ίσως υπήρχε όντως λόγος που δεν θυμόταν, που το παρελθόν της έμοιαζε να έχει εξαφανιστεί. Θα περνούσαν μερικές ώρες ακόμα μέχρι να ξυπνήσει ο Ντρέικ. Προσπάθησε να μην τον σκέφτεται να κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι που είχε κοιμηθεί και εκεί. Δόξα τω Θεώ


80

LORRAINE HEATH

είχε το δικό της κρεβάτι, μιας και δεν ήθελε να εισβάλει στα όνειρά της η μυρωδιά του. Μύριζε υπέροχα, τόσο αρρενωπά, τόσο γήινα. Και ήταν γυμνός. Θα έπρεπε αυτό να την τρομάζει, αλλά δεν την τρόμαζε καθόλου. Περισσότερο ένιωθε περιέργεια. Είχε ξαναδεί ποτέ γυμνό άντρα; Περίμενε πως ο Ντρέικ Ντάρλινγκ θα ήταν πολύ όμορφος. Πώς τον φώναζε, αλήθεια; Ντρέικ; Ντάρλινγκ; Κύριο Ντάρλινγκ; Αφέντη Ντάρλινγκ; Το τελευταίο ήταν πολύ επίσημο, το πρώτο πολύ προσωπικό. Ντάρλινγκ. Σκέτο Ντάρλινγκ. Αυτό της φαινόταν σωστό. Φυσικά θα το επιβεβαίωνε όταν ξυπνούσε. Στο μεταξύ, αποφάσισε πως το σπίτι χρειαζόταν μερικά λουλούδια για να γίνει πιο φωτεινό. Όταν βγήκε, όμως, από την πίσω πόρτα, ανακάλυψε ότι δεν υπήρχε κήπος. Μόνο ψηλό γρασίδι και αγριόχορτα που κολλούσαν στη φούστα της καθώς περνούσε. Δεν υπήρχαν λουλούδια στη σειρά, να χαρίζουν ένα ουράνιο τόξο γεμάτο χρώματα, δεν υπήρχε τίποτα να αναδίδει παρηγορητικά αρώματα. Τίποτα να κόψει. Τίποτα που να δίνει χαρά. Όλα ήταν τόσο σκυθρωπά και βαρετά. Πώς δεν είχε τρελαθεί ο Ντάρλινγκ; Πώς δεν είχε τρελαθεί και η ίδια; Ίσως ήταν στα πρώτα στάδια της τρέλας. Ίσως αυτός ήταν ο λόγος που δεν θυμόταν τίποτα. Πώς να θέλει κανείς να τα θυμάται όλα αυτά; Άκουσε έναν θόρυβο, σαν κάτι να χτυπάει κάτι άλλο. Ξανά. Και ξανά. Ερχόταν από την άλλη πλευρά του τοίχου. Καβγάς ίσως; Έπρεπε άραγε να φωνάξει τον Ντάρλινγκ, να του πει να το σταματήσει; Δεν αμφέβαλε πως θα μπορούσε, αν όχι απλώς και μόνο με την παρουσία του, τότε σίγουρα με τις γροθιές του. Μπορούσε να νιώσει τη συγκρατημένη βία μέσα του. Μπορούσε να τον φανταστεί να επιτίθεται… Ναι, μπορούσε να αντιμετωπίσει οτιδήποτε συνέβαινε στην άλλη πλευρά του τοίχου, αλλά δεν ήταν δική της


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

81

δουλειά, σωστά; Θα έπρεπε να αφήσει τους ανθρώπους να κάνουν τη δουλειά τους. Από την άλλη, ήταν περίεργη. Και αν κάποιος είχε χτυπήσει; Δεν είχε καθήκον να επέμβει; Κοίταξε γύρω της και εντόπισε μια σιδερένια καρέκλα στη γωνία του κήπου. Σίγουρα ο Ντάρλινγκ δεν καθόταν εκεί για να θαυμάζει τα αγριόχορτα. Πόσο ευχάριστο μπορεί να ήταν κάτι τέτοιο; Αποφάσισε ότι μάλλον είχε ένα πολύ περίεργο μυαλό, καθώς τη βομβάρδιζε συνεχώς με ερωτήσεις, και εκείνη προσπαθούσε να βρει τις απαντήσεις, ειδικά σε ό,τι είχε να κάνει με τον εργοδότη της. Οι απαντήσεις, όμως, ακόμα της διέφευγαν και έτσι έπιασε την καρέκλα και την έσυρε μέχρι τον τοίχο. Ισορρόπησε με προσοχή πάνω της, έπιασε την άκρη του τοίχου για να κρατηθεί, σηκώθηκε στις μύτες και κοίταξε μπροστά. Ο κήπος δεν ήταν πολύ εντυπωσιακός, αλλά ήταν περιποιημένος, με κουρεμένο γρασίδι, θάμνους, τριαντάφυλλα, χωρίς κανένα αγριόχορτο. Στο πλάι, ένα χαλί ήταν απλωμένο σε ένα σκοινί ανάμεσα σε δύο πασσάλους. Μια γυναίκα με μαύρο φόρεμα, λευκή ποδιά και ένα λευκό πανί να καλύπτει τα καστανά μαλλιά της χτυπούσε το χαλί με μια σκούπα. Με κάθε χτύπημα, ένα σύννεφο σκόνης τιναζόταν στον αέρα. Ξαφνικά η Φι ένιωσε ανακούφιση που ο Ντάρλινγκ δεν είχε χαλιά. Η γυναίκα σταμάτησε, έσκυψε ελαφρά και φταρνίστηκε. Έπιασε ένα μαντίλι από την τσέπη της ποδιάς της και σκούπισε τη μύτη της πριν το βάλει στη θέση του. Έπειτα σήκωσε πάλι τη σκούπα, κοίταξε πίσω και έβγαλε μια κραυγή. «Με συγχωρείς», φώναξε η Φι. «Δεν ήθελα να σε τρομάξω». Η γυναίκα έβαλε το χέρι στο στήθος της και γέλασε. «Δεν πειράζει». Η Φι μπορούσε τώρα να διακρίνει πως η υπηρέτρια


82

LORRAINE HEATH

ήταν μάλλον ένα κορίτσι παρά μια γυναίκα, ίσως κοντά στην ηλικία της. Κρατώντας ακόμα τη σκούπα, το κορίτσι πήγε πιο κοντά και την κοίταξε με τα μεγάλα γαλάζια μάτια του. Χαμογέλασε πλατιά, αποκαλύπτοντας τα ελαφρώς στραβά της δόντια. «Είστε η κυρία του σπιτιού;» Τώρα ήταν σειρά της Φι να ξαφνιαστεί. «Γιατί το λες αυτό;» «Γιατί μιλάτε πολύ καθωσπρέπει». Κάτι που δεν ίσχυε για το κορίτσι, συνειδητοποίησε η Φι. Ο Ντάρλινγκ μιλούσε όπως εκείνη. Ήταν περίεργο, αλλά ο λόγος του έμοιαζε πιο κομψός, περισσότερο και από του κοριτσιού που ακουγόταν πιο σκληρός. «Δεν με γνωρίζεις, δηλαδή;» ρώτησε, συνειδητοποιώντας ξαφνικά πως η περιέργειά της οφειλόταν μάλλον στην ελπίδα ότι κάποιος από την άλλη πλευρά του τοίχου μπορούσε ίσως να τη βοηθήσει να θυμηθεί. Το κορίτσι κούνησε το κεφάλι του. «Όχι, δεν έχω γνωρίσει κανέναν από εκεί. Κάποιος ήταν μέσα, αλλά πάντα πηγαινοερχόταν άγρια μεσάνυχτα». «Δεν υπάρχει κανείς άλλος εδώ εκτός από μένα και τον Ντρέικ Ντάρλινγκ. Το σπίτι είναι δικό του. Εγώ είμαι η οικονόμος». Και πάλι το κορίτσι φάνηκε να ξαφνιάζεται. «Ναι, το βλέπω. Είσαι δυο μέτρα. Σίγουρα θα φτάνεις και τα πιο ψηλά ράφια». Η Φι έβαλε τα γέλια. «Είμαι ανεβασμένη σε μια καρέκλα». Το κορίτσι έγινε κατακόκκινο σαν παντζάρι. «Έτσι πες μου! Δεν πήγε ο νους μου, γιατί ξέρω ότι οι αφεντάδες θέλουν να έχουν μπόι οι υπηρέτριες για να φτάνουν τα πράματα». Ξεφύσηξε. «Δεν θα δουλέψω ποτέ σε καλό σπίτι ούτε θα πιάσω καλύτερη θέση. Δεν ψήλωσα ποτέ αρκετά. Γι’ αυτό με βλέπεις να τινάζω τα χαλιά». Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και παρατήρησε για αρκετά λεπτά τη Φι. Τελικά είπε: «Δεν μου φαίνεσαι για υπηρέτρια».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

83

«Κι όμως είμαι. Χτύπησα λίγο το κεφάλι μου και δυσκολεύομαι να θυμηθώ διάφορα πράγματα». «Κρίμα. Τι πράγματα;» «Σχεδόν τα πάντα, απ’ ό,τι φαίνεται, εκτός από το όνομά μου. Είμαι η Φι». «Μάρλα. Η υπηρέτρια». «Έχει κι άλλο προσωπικό;» Κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Υπεύθυνη είναι η μαγείρισσα. Η κυρία Πρατ. Μετά υπάρχει κι ο υπηρέτης, ο Ρομπ». «Μπορεί να με έχουν γνωρίσει;» «Δεν νομίζω. Θα το είχαν πει». Κοκκίνισε. «Πάντα κουτσομπολεύουμε ποιος μπορεί να μένει εκεί. Έχουμε δει τον κύριο μια δυο φορές. Σκέτη νοστιμιά». «Λες;» Ναι, φυσικά και ήταν. Δεν ήξερε γιατί τη ρώτησε, αλλά δεν της άρεσε να τον κοιτούν άλλοι, να τον βρίσκουν ενδιαφέροντα. Η Μάρλα κούνησε το κεφάλι με ενθουσιασμό. «Ναι, ναι, λέω». Η Φι δεν ήθελε να συζητήσει για τον Ντρέικ και τη γοητεία του. Άλλαξε, λοιπόν, θέμα, ρωτώντας: «Για ποιον δουλεύεις;» «Για την κυρία Τέρνερ. Είναι χήρα. Νιώθει μοναξιά. Κρίμα που δεν είσαι η κυρία του σπιτιού. Θα μπορούσες να της κάνεις επίσκεψη». «Μπορώ να την επισκεφτώ έτσι κι αλλιώς». «Όχι, αυτό δεν θα ήταν σωστό. Οι υπηρέτες δεν κάνουν συντροφιά στην κυρία του σπιτιού». «Γιατί όχι; Έχω πολύ ελεύθερο χρόνο. Δεν έχω τίποτα να κάνω εδώ». Η Μάρλα είπε σκεπτική: «Μάλλον δεν θυμάσαι όσα έχεις να κάνεις. Ίσως πρέπει να έρθω αύριο από εκεί και να σε βοηθήσω λίγο. Δεν θέλω να χάσεις τη θέση σου». Δεν ήταν σίγουρη αν θα ήταν και τόσο μεγάλη τραγωδία να τη χάσει, αλλά πού θα πήγαινε; Πώς θα έτρωγε;


84

LORRAINE HEATH

«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, ευχαριστώ». Η Μάρλα την κοίταξε απολογητικά. «Συγγνώμη. Πρέπει να τελειώσω με τα χαλιά πριν με μαλώσει η κυρία Τέρνερ που χασομέρησα. Χάρηκα που σε γνώρισα». Και έπειτα έφυγε, πηγαίνοντας πίσω στο χαλί της. Η Φι σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να απολαύσει αυτή τη δουλειά. Θα εκτόνωνε τη στενοχώρια της. Σίγουρα θα είχε γνωρίσει κάποιον εκεί γύρω, κάποιον που θα μπορούσε να της πει περισσότερα από τον Ντάρλινγκ. Ήταν αδιανόητο που ζούσαν τόσο απομονωμένοι από τους γείτονές τους. Από την άλλη, δεν έμοιαζε και πολύ κοινωνικός και το πρόγραμμά του ήταν πολύ ιδιαίτερο. Έλειπε όλη τη νύχτα, κοιμόταν όλη τη μέρα. Πότε έβρισκε χρόνο για διασκέδαση, για θέατρο… Λάτρευε το θέατρο. Παραστάσεις, όπερα, συναυλίες. Τα αγαπούσε πολύ όλα. Ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Πώς μπορούσε, όμως, να πηγαίνει; Προφανώς ξόδευε ελάχιστα στα ρούχα της για να μπορεί να ξοδεύει τα υπόλοιπα στα θεάματα. Τι έργα να είχε δει; Σαίξπηρ; Όνειρο θερινής… «Τι στο καλό κάνεις;» Η βαθιά φωνή που αντήχησε πίσω της, την τρόμαξε, την έκανε να τιναχτεί, να χάσει την ισορροπία της. Η καρέκλα αναποδογύρισε. Έπεφτε… Προσγειώθηκε πιο μαλακά απ’ όσο περίμενε, μέσα σ’ εκείνα τα δυνατά χέρια που την είχαν σώσει το προηγούμενο βράδυ. Τα δικά της ήταν τυλιγμένα γύρω από τον λαιμό του, σαν ένας κισσός που δεν θα μπορούσε ποτέ να κοπεί από τον πάσσαλο όπου είχε σκαρφαλώσει. Ένιωθε τη ζέστη της σάρκας του να αναδεύεται μέσα από το λεπτό λινό πουκάμισό του. Τα κουμπιά ήταν ανοιχτά στον γιακά και στα μανίκια και αυτή η ατημέλητη εμφάνιση τον έκανε να δείχνει πιο αρρενωπός, πιο επικίνδυνος. «Δεν φαντάζομαι να κατασκοπεύεις τους γείτονες», της είπε, με το ένα πυκνό, σκούρο φρύδι του ανασηκωμένο.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

85

Σήκωσε το πιγούνι, αρνούμενη να την επιπλήξουν για τις πράξεις της. «Μιλούσα με την υπηρέτρια, τη Μάρλα». «Μάρλα;» Κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Τι σου είπε;» Δεν ήξερε γιατί της φαινόταν τόσο δυσαρεστημένος. Σίγουρα έκανε λάθος. Δεν μπορούσε να σκεφτεί, κρατώντας τον τόσο σφιχτά. «Σε πειράζει να με αφήσεις;» Την άφησε πολύ αργά και το σώμα της γλίστρησε προς τα κάτω, σαν να πάλευε να κρατηθεί πάνω στο δικό του, λες και η θέση του ήταν ακριβώς αυτή. Το στόμα της στέγνωσε ξαφνικά, έκανε ένα βήμα πίσω και πρόσεξε ότι την παρατηρούσε σαν να μην την ήξερε καλά. Από την άλλη, όμως, σίγουρα η γνωριμία της με τους γείτονες ήταν κάτι που δεν είχε ξανακάνει. «Η Μάρλα είπε ότι μιλάω κάπως πιο εκλεπτυσμένα. Το είχα προσέξει, βέβαια, και χωρίς να το αναφέρει. Εκείνη μπερδεύει κάποια γράμματα και τα φωνήεντά της είναι πιο τραχιά από τα δικά μου. Νόμιζε πως είμαι η κυρία του σπιτιού. Και πρέπει να ομολογήσω ότι μπορώ να δω πιο εύκολα τον εαυτό μου σ’ αυτή τη θέση, παρά στον ρόλο της υπηρέτριας». Η άκρη των χειλιών του ανασηκώθηκε, σχηματίζοντας ένα ανεπαίσθητο λακκάκι. Παραλίγο να απλώσει το χέρι της για να το πιάσει. Ήταν οικείο, πολύ οικείο. Είχε περάσει ξανά τα δάχτυλά της από πάνω του ή απλώς είχε σκεφτεί να το κάνει; «Μπορείς;» ρώτησε. Αν μπορούσε; Αν μπορούσε να το αγγίξει; Ναι, σίγουρα μπορούσε. Πριν το κάνει, όμως, η λογική της επανήλθε και συνειδητοποίησε ότι αναφερόταν στο σχόλιό της για τους ρόλους. «Ναι, ναι, μπορώ. Πολύ εύκολα, μάλιστα. Και δεν πρόκειται για ευσεβή πόθο ή για όνειρο». Άρχισε να περπατάει. «Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά δεν ανήκω εδώ. Το ξέρω με κάθε κύτταρο τού είναι μου». «Ίσως δεν ανήκες εδώ κάποτε, αλλά τώρα ανήκεις. Και


86

LORRAINE HEATH

εγώ θέλω να μου ετοιμάσεις το μπάνιο μου. Έλα μαζί μου». Κατευθύνθηκε προς το σπίτι, με τα μακριά του πόδια να καταβροχθίζουν το έδαφος. Έτρεξε πίσω του. «Μα θέλω να πω κι άλλα». «Δεν με αφορά τι θέλεις». Θεέ μου, δεν μπορούσε να βρει χειρότερο εργοδότη; Πόσο απελπισμένη πρέπει να ήταν για δουλειά, ώστε να δεχτεί να γίνει υπηρέτριά του; Τον ακολούθησε στην κουζίνα, τρομερά ενοχλημένη, και παραλίγο να πέσει πάνω του όταν σταμάτησε απότομα. «Δεν μου μυρίζει ο φασιανός». «Έχει μάτια». Γούρλωσε τα μάτια, την κοίταξε και για μια στιγμή φάνηκε πως ήταν έτοιμος να βάλει τα γέλια. «Ορίστε;» Στάθηκε δίπλα του. «Δεν μπορώ να μαγειρέψω κάτι που με κοιτάζει ενώ το κάνω». «Είναι νεκρό». «Ναι, φυσικά. Το ξέρω αυτό», είπε απότομα. «Τα μάτια του, όμως, με κατηγορούν». «Τότε κόψε του το κεφάλι». Ένιωσε ότι θα λιποθυμήσει. «Όχι, δεν νομίζω. Εξάλλου, δεν ξέρω πώς να το κάνω». «Σηκώνεις τον μπαλτά και–» «Όχι!» φώναξε, κουνώντας το χέρι της στον αέρα, θέλοντας να εμποδίσει αυτές τις εικόνες να εισβάλουν στο μυαλό της. «Εννοούσα ότι δεν ξέρω πώς να ετοιμάσω αυτό το καταραμένο πράγμα για φαγητό». Την κοίταξε σαν να είχε πει κάτι πολύ σημαντικό. «Φυσικά και δεν ξέρεις». «Θυμάμαι, όμως, να χορεύω βαλς. Δεν το βρίσκεις παράξενο;» «Ότι προτιμάς τις ευχάριστες αναμνήσεις από αυτές που έχουν να κάνουν με τη δουλειά; Όχι». Κάθισε στην άβολη καρέκλα, ακούμπησε τους αγκώνες της στο τραπέζι και έσκυψε μπροστά. «Δεν είμαι καλή υπηρέτρια, λοιπόν; Τότε γιατί με κρατάς;»


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

87

«Θα τα συζητήσουμε αργότερα αυτά. Πρέπει να πάω στη λέσχη και για να πάω πρέπει να κάνω μπάνιο, το οποίο δεν μου ετοίμασες. Θα σε βοηθήσω για να τελειώνουμε πιο γρήγορα». Ζέστανε το νερό, το μετέφερε προσεκτικά στον πάνω όροφο, το άδειασε στην μπανιέρα και στο μεταξύ επέμενε να τον ακολουθεί και να παρατηρεί τι κάνει. Λες και δεν είχε το μυαλό να καταλάβει πώς μπορούσε κανείς να γεμίσει μια μπανιέρα. Σκέφτηκε να του το πει, αλλά αποφάσισε να συγκρατηθεί, γιατί δεν είχε καμία διάθεση να κουβαλάει νερό και να το αδειάζει. Εξάλλου, προτιμούσε να περπατάει πίσω του και να παρατηρεί τους μυς στην πλάτη και στους ώμους του να χορεύουν την ώρα που μετέφερε τους κουβάδες. Δεν είχε, όμως, καμία όρεξη να κάνει την ίδια εργασία. Τι στο καλό την είχε πιάσει και είχε αναζητήσει αυτή τη δουλειά; Μάλλον δεν θα είχε άλλη επιλογή, γιατί δεν έβρισκε τίποτα θετικό σ’ αυτήν. Μπορούσε να διαβάζει και να γράφει. Μπορούσε να παραδίδει μαθήματα. Μπορούσε να γράφει επιστολές. Μπορούσε να βρει κάτι καλύτερο. «Γιατί να διαλέξω τη δουλειά της υπηρέτριας;» ρώτησε, καθώς ανέβαιναν τις σκάλες για τρίτη φορά. «Δεν είχες άλλη επιλογή». Όπως το είχε υποπτευθεί. «Γιατί; Ήμουν φτωχή; Άσε. Φυσικά και ήμουν. Με βάση την ποιότητα των ρούχων μου, είμαι ακόμα φτωχή. Ουσιαστικά άπορη». «Έχεις μια στέγη πάνω από το κεφάλι σου». Μπήκε στο μπάνιο, άφησε κάτω τον έναν κουβά και πήρε τον άλλον. Σηκώθηκε ατμός. Προφανώς το μπάνιο του του άρεσε πολύ ζεστό. «Είναι παραπάνω απ’ ό,τι έχει πολύς κόσμος» «Ποιος είναι ο μισθός μου;» «Δώδεκα λίρες», είπε, αφήνοντας κάτω τον έναν κουβά και σηκώνοντας τον άλλον για να αδειάσει το περιεχόμενό του στη γεμάτη σχεδόν μπανιέρα. «Την ημέρα;» Γέλασε και γύρισε προς το μέρος της. «Γιατί δεν


88

LORRAINE HEATH

εκπλήσσομαι που υπερεκτιμάς τόσο τον εαυτό σου; Τον χρόνο». Ο κουβάς χτύπησε στο πλακάκι σαν να ήθελε να τονίσει την απάντησή του. Έπειτα, με μια απαλή κίνηση που της έκοψε την ανάσα, έβγαλε το πουκάμισό του, αποκαλύπτοντας το πλατύ του στέρνο με την ελαφριά τριχοφυΐα που είχε δει νωρίτερα. Γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Θα σε αφήσω να κάνεις το μπάνιο σου». «Όχι τόσο γρήγορα, Φι». Σταμάτησε, το ύφος του έδειχνε ότι δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Και περίμενε. Περίμενε. Δεν ανέπνεε. Δεν ήταν καν σίγουρη ότι η καρδιά της χτυπούσε. Άκουσε κι άλλα ρούχα να πέφτουν και το σώμα της ανταποκρίθηκε, ένιωσε σαν ένα ελάφι που παραμονεύει τον κυνηγό, παγωμένο, αλλά έτοιμο να φύγει μακριά χωρίς δεύτερη σκέψη, αν χρειαστεί. «Τρίψε μου την πλάτη», είπε. Άκουσε το νερό να ταράζεται και να χτυπάει στα χάλκινα τοιχώματα της μπανιέρας. «Δεν μιλάς σοβαρά». Η φωνή της ήταν αδύναμη, διστακτική κι αυτό την έκανε έξαλλη, γιατί αναγνώρισε ότι φοβόταν. Της είχε ξανασυμβεί, κάπου αλλού, κάποια άλλη στιγμή, και είχε μάθει να το ελέγχει, να μην αποκαλύπτει τον τρόμο της. «Δεν φτάνω μόνος μου», είπε. «Κλείσε την πόρτα για να μην κρυώσει το δωμάτιο. Δεν θέλω να παγώσω». Σκέφτηκε να την κλείσει, βγαίνοντας. Κάτι μέσα της, όμως, δεν της επέτρεπε να υποχωρήσει. Κάπου, κάποτε, είχε μάθει ότι η υποχώρηση σήμαινε ήττα. Όσο δεν έχανε, μπορούσε να συνεχίζει. Μπορούσε να επιβιώνει. Πώς προέκυψαν αυτές οι σκέψεις; Η γνώση, όμως, ήταν σαφής. Δεν υπήρχε περιθώριο αμφιβολίας. Είχε πάρει αυτά τα μαθήματα, απλώς όχι σε κάποια τάξη. «Φι; Έλα. Τι ντροπές είναι αυτές ξαφνικά;» Της είχε δώσει εκείνος αυτά τα μαθήματα; Μήπως


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

89

έπρεπε να τον χτυπήσει στο κεφάλι και να τρέξει να σωθεί; Όχι, το προηγούμενο βράδυ δεν τον είχε φοβηθεί όταν ξύπνησε, και έτσι δεν θα τον φοβόταν ούτε τώρα. Δεν ήταν επικίνδυνος, και εξάλλου πού το κακό να του τρίψει την πλάτη; Ίσως κατά βάθος να το ήθελε κιόλας. Γύρισε και έμεινε άφωνη από το υπέροχο θέαμα, τον συνδυασμό των χρωμάτων που την υποδέχτηκαν. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ κάτι τόσο μοναδικό. «Δράκος είναι αυτός στην πλάτη σου;»


90

LORRAINE HEATH

Κεφάλαιο 8

ΟΝτρέικ θύμωσε. Το σχέδιό του είχε ένα ελάττωμα που δεν είχε σκεφτεί. Δεν είχε δείξει ποτέ σε κανέναν την πλάτη του – όχι επειδή ντρεπόταν, αλλά γιατί ο δράκος του ήταν κάτι δικό του, προσωπικό. Ήταν κομμάτι του. «Θα φύγει;» ρώτησε σιγανά, με δέος. «Αν τον τρίψω, θα εξαφανιστεί;» Κοίταξε στον τοίχο, συνειδητοποιώντας πως μπορούσε να τη δει μέσα στον οβάλ καθρέφτη. Του είχε φανεί άραγε ποτέ ξανά τόσο αθώα, τόσο αφοπλιστική; Δεν ήθελε να τη βλέπει έτσι. Την έκανε προσιτή, την έκανε γοητευτική. Δεν ήθελε να είναι γοητευτική. Ήθελε να τον βλέπει σε μια αίθουσα χορού και να θυμάται ότι κάποτε του είχε πλύνει την πλάτη. Ήθελε να κοκκινίζει όποτε θα καθόταν απέναντί του σε κάποιο τραπέζι. Ήθελε να χάνει τα λόγια της κάθε φορά που θα προσπαθούσε να του θυμίσει την ανύπαρκτη θέση του στην κοινωνία. Ήθελε να της βάλει τις φωνές και να της πει να του τρίψει την πλάτη. Αντίθετα, όμως, άκουσε τον εαυτό του να της εξηγεί πολύ ήρεμα για κάποιον που βίωνε μια τόσο έντονη εσωτερική πάλη: «Όχι, το μελάνι είναι κάτω από την επιφάνεια». «Πώς πήγε εκεί;» «Με βελόνες». Η πόρτα έκλεισε. Το θρόισμα του φορέματός της.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

91

Χάθηκε από τα μάτια του και εκείνος δεν ήθελε να τη φανταστεί να γονατίζει. Να πάρει. Το μπάνιο δημιουργούσε μια οικειότητα που δεν είχε υπολογίσει. Περίμενε να επηρεάσει μόνο εκείνη, όχι και τον ίδιο. «Πονούσε;» ρώτησε ξέπνοα. Τα δάχτυλά της άγγιξαν απαλά το κάτω μέρος του αυχένα του –στην κορυφή του κεφαλιού του δράκου– κλέβοντας τη φωνή του, τις σκέψεις, τον στόχο του. Έμοιαζε με φωτιά, σαν να σκάλιζαν κάτι καινούριο στη σάρκα του, μόνο που αυτή τη φορά έκαιγε, φλεγόταν. Δεν ήξερε αν θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει την αίσθηση των δαχτύλων της στο δέρμα του. Πάλεψε να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία του. «Ναι». Αυτή η μικρή λεξούλα ήταν το μόνο που μπορούσε να πει, αλλά τα κατάφερε. Μπορούσε μάλλον να το θεωρήσει νίκη του. Παρόλο που η φωνή του έμοιαζε άγρια και ξένη στ’ αφτιά του. Τα δάχτυλά της πέρασαν πάνω από τη ράχη του δράκου, τη μουσούδα και το στόμα του, πριν αρχίσουν να αγγίζουν απαλά, σαν πούπουλα, το κόκκινο, το μπλε, το κίτρινο και το μαύρο. «Γιατί φωτιά; Γιατί βγάζει φωτιά;» Για να καταστρέψει τους δαίμονές μου. Όχι πως σκόπευε να το ομολογήσει. Για μια φορά είχε το πάνω χέρι μαζί της και δεν σκόπευε να καταθέσει τα όπλα. Δεν ήθελε να της δώσει κάτι που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει εναντίον του, όταν θα επανερχόταν η μνήμη της. Όχι, εκείνη τη μέρα θα έβρισκε εκείνος τον τρόπο να τη βάζει στη θέση της… κάποια στιγμή. «Για να τρομάζω τα μικρά παιδιά». Γέλασε. Όχι με τον αλαζονικό, ειρωνικό τρόπο που ήξερε, αλλά με έναν γλυκό ήχο που θύμιζε χριστουγεννιάτικες καμπάνες. Ω, τον είχε ξανακούσει αυτόν τον ήχο, όταν ήταν με την Γκρέις… Όχι, αυτός ήταν διαφορετικός, αυθόρμητος. Δεν είχε ξανακούσει ποτέ κάτι τέτοιο. Ήταν δυνατόν να μην αποκάλυπτε τον αληθινό


92

LORRAINE HEATH

της εαυτό ούτε καν στην Γκρέις; «Δεν σε θεωρώ τόσο σκληρό». Χαϊδεύοντας τα ανοιχτά του φτερά, άρχισε να κινείται πιο αργά, σαν να ένιωθε δέος. Δεν την αδικούσε. Όταν ήταν μικρός, ένας δράκος τού είχε τραβήξει την προσοχή και είχε αλλάξει τη ζωή του. Σταμάτησε εκεί που το νερό έβρεχε τα πλευρά του. Ο δράκος έφτανε μέχρι χαμηλά στην πλάτη του, αλλά, αν έβαζε το χέρι της στο νερό για να τον αγγίξει, θα δημιουργούσε μια οικειότητα που δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί. Να πάρει! Δεν ήταν σίγουρος πως θα μπορούσε και ο ίδιος να την αντιμετωπίσει. «Είναι πολύ όμορφος, αλλά γιατί να κάνεις κάτι τέτοιο στην πλάτη σου;» Σκέφτηκε να της πει κάποιο ψέμα, αλλά μόλις επανερχόταν η μνήμη της, ήταν σίγουρος πως θα μπορούσε να μαντέψει. «Ήμουν ορφανός και μεγάλωσα στους δρόμους. Μια γυναίκα με πήρε στο σπίτι της. Ο άντρας της είχε το τατουάζ ενός δράκου στην πλάτη του. Όταν το πρωτοείδα, με τρόμαξε και με γοήτευσε. Ήμουν λίγο ατίθασος, δεν είχα πολύ καλή συμπεριφορά. Ζωγράφισε, λοιπόν, έναν δράκο στην πλάτη μου, με μύησε στο τάγμα του δράκου και μου είπε ότι η γυναίκα ήταν η βασίλισσα των δράκων και θα έπρεπε πάντα να την υπακούω. Χρησιμοποίησε νερομπογιές και τελικά ξεθώριασε, αν και δεν το κατάλαβα αμέσως μιας και ποτέ δεν έβλεπα την πλάτη μου και δεν συνήθιζα να στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη. Μέχρι τότε, όμως, είχα μάθει ότι κερδίζεις πολύ περισσότερα με την καλή συμπεριφορά, παρά με την κακή. Ήθελα να μείνω μαζί τους λόγω του δράκου. Χάρη σ’ αυτούς, είμαι πολύ διαφορετικός απ’ ό,τι θα μπορούσα να είμαι». «Είπες, όμως, ότι πονούσε. Φαντάζομαι ότι θα υπέφερες. Γιατί το έκανες;» «Πρέπει να μάθουμε τι σημαίνει πόνος για να


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

93

εκτιμήσουμε την ομορφιά». «Πολύ μακάβριο. Είναι τόσο σκοτεινές όλες σου οι σκέψεις;» «Όχι όλες». «Πονάει τώρα;» «Όχι. Πρέπει να πλυθεί πάντως». Έπιασε το σαπούνι και της το έδωσε. Χωρίς να τη βλέπει, ένιωσε τον δισταγμό της και ευχήθηκε να είχε γυρίσει τον καθρέφτη για να φαίνεται καλύτερα. Την άκουσε να καταπίνει, ένιωσε το ελαφρύ τρέμουλο στα δάχτυλά της όταν έπαιρναν το σαπούνι από την παλάμη του. Τώρα η παλάμη του ήξερε το άγγιγμά της και έπιασε τον εαυτό του να σφίγγει τη γροθιά του σαν να μην ήθελε να χάσει αυτή την αίσθηση. Δεν μπορούσε να την αδικήσει που έτρεμε. Το άγγιγμα ήταν σίγουρα κάτι. Το πλύσιμο, όμως, κουβαλούσε μαζί του ένα πιο περίπλοκο και βαθύτερο επίπεδο οικειότητας. Τύλιξε τα χέρια του στο χείλος της μπανιέρας και έσκυψε μπροστά για να τον φτάνει πιο εύκολα. Ένιωσε το σαπούνι να γλιστράει στους ώμους του. Δεν ήταν αυτό που ήθελε. Ήθελε κάτι απαλό. Ήθελε κάτι μεταξένιο. «Καλύτερα να χρησιμοποιήσεις τα χέρια σου», της είπε. «Πώς νομίζεις ότι κουνιέται το σαπούνι αν όχι με τα χέρια μου; Με το μυαλό μου;» Η ειρωνεία στη φωνή της τον έκανε να χαμογελάσει. Η επίδραση του δράκου είχε εξασθενήσει προφανώς· δυστυχώς γι’ αυτόν, η δική της αυξανόταν. Έπρεπε να τη διώξει, αλλά το απολάμβανε σε περισσότερα επίπεδα απ’ όσο νόμιζε. «Καταλαβαίνεις τι εννοώ». «Φοβάμαι πως όχι. Όποιο ένστικτο κι αν έρχεται στο μυαλό μου, δεν έχει καμία σχέση με πλύσιμο». Κοίταξε πίσω του. «Να γυρίσω για να σου δείξω;» Δεν μπορούσε να τη δει ολόκληρη, αλλά είδε αρκετά για να ξέρει ότι χλώμιασε. Οι αναμνήσεις της μπορεί να ήταν αμφίβολες, αλλά έμοιαζε να ξέρει τι είναι ανάρμοστο και τι όχι.


94

LORRAINE HEATH

«Δεν χρειάζεται. Είμαι σίγουρη ότι μπορώ να βρω τον σωστό τρόπο να το κάνω». Ικανοποιήθηκε από την απάντησή της και γύρισε μπροστά. Περίμενε. Η προσδοκία όξυνε τις αισθήσεις του. Δεν μπήκε στον κόπο να αναλύσει για ποιο λόγο λαχταρούσε το άγγιγμά της. Ήξερε απλώς ότι το ήθελε. Το νερό τινάχτηκε την ώρα που έβαλε μέσα τα χέρια της. Άκουσε τον ανεπαίσθητο ήχο του σαπουνιού να γλιστράει στο δέρμα, φαντάστηκε τα μικρά της χέρια να τρίβονται πάνω στη σκληρή μπάλα. Το σώμα του σφίχτηκε περιμένοντας. Πώς ήταν η τελευταία φορά που περίμενε το άγγιγμα μιας γυναίκας με τόση θέρμη ώστε να κινδυνεύει να ξαναζεστάνει το νερό; Γιατί περίμενε το δικό της; Όχι γιατί την ήθελε, γιατί, μα τον Θεό, δεν την ήθελε καθόλου. Το περίμενε γι’ αυτό που προμήνυαν οι πράξεις της, την επίγνωση που θα υπήρχε πάντα πλέον ανάμεσά τους. Το βάρος της δεν θα επέτρεπε στη μύτη της να ψηλώσει, στο πιγούνι της να σηκωθεί. Έπειτα ήρθε το άγγιγμά της, τόσο διαφορετικό από την προηγούμενη εξερεύνηση του τατουάζ. Δεν τον άγγιζε απλώς με τα δάχτυλα, αλλά με τα δάχτυλα και τις παλάμες, ίσως ακόμα και με τους καρπούς. Πέρασε σιγά σιγά από τους ώμους του, πιέζοντας τους μυς του σαν να τη γοήτευαν, όπως και το τατουάζ. Δυσκολεύτηκε να μη σφίξει τους ώμους του, να μην τεντώσει τους μυς του. Να μην ακουμπήσει το κεφάλι στα γόνατά του και απλώς να απολαύσει το μαγευτικό της χάδι. Περίμενε πως θα βιαζόταν, αλλά πήρε τον χρόνο της, περνώντας τα χέρια της πάνω από το δέρμα του, που ξαφνικά έμοιαζε εξαιρετικά ευαίσθητο, απίστευτα έτοιμο. Δεν έδινε καμία σημασία όταν πλενόταν μόνος του. Ήταν μια δουλειά που έπρεπε να γίνει. Τριβόταν δυνατά για να βγάλει τη βρομιά από το δέρμα του και την κληρονομιά από την ψυχή του. Το άγγιγμά της ήταν απαλό, πιο τρυφερό και παρ’ όλα αυτά έμοιαζε να τον καθαρίζει πιο


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

95

βαθιά. Κατάπιε με δυσκολία. Δεν το περίμενε αυτό. Πέρασε πολλές φορές από τους ώμους του, ξανά και ξανά και ξανά. Σε κύκλους, σε οχτάρια, πάνω-κάτω, κάτωπάνω, δεξιά-αριστερά. Η μία γωνία των χειλιών του ανασηκώθηκε όταν συνειδητοποίησε ότι καθυστερούσε επίτηδες. «Όσο όμορφο κι αν είναι αυτό που κάνεις», είπε προσπαθώντας να μη γελάσει, «η πλάτη μου δεν περιλαμβάνει μόνο τους ώμους μου». «Ναι, απλώς μου φάνηκαν πολύ βρόμικοι». Δεν ήταν και πολύ πιθανό αφού έκανε μπάνιο κάθε βράδυ, και μερικές φορές ακόμα και το πρωί, ανάλογα με το τι είχε κάνει την προηγούμενη νύχτα. Σίγουρα αύριο το πρωί. Αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να της το πει πριν φύγει, ώστε να το σκέφτεται τις ώρες μέχρι να επιστρέψει. Ή μήπως θα έπρεπε να την αιφνιδιάσει μ’ αυτή τη δουλειά την ώρα που θα γυρνούσε; Έκπληξη. Οι εκπλήξεις είχαν πάντα πλάκα. Θα γούρλωνε τα μάτια, το στόμα της θα μισάνοιγε… Θα ήταν όλα υπέροχα. Εξάλλου, δεν ήθελε να της περάσει από το μυαλό να φύγει όσο θα έλειπε. Έπρεπε να βεβαιωθεί ότι θα ένιωθε ασφαλής, ώστε να την έβρισκε εκεί όταν θα γύριζε λίγο μετά το χάραμα. «Να χρησιμοποιήσω βούρτσα;» ρώτησε, και άκουσε την ελπίδα στη φωνή της. «Όχι, ο δράκος χρειάζεται ένα ιδιαίτερο άγγιγμα». Δεν ήξερε γιατί το είπε αυτό. Το άγγιγμά της δεν ήταν ιδιαίτερο, αλλά, ακόμα και την ώρα που το σκεφτόταν, ήξερε πως ήταν ψέμα. Δεν τον είχε χαϊδέψει ποτέ μια κυρία, μια αριστοκράτισσα. Περιόριζε τις σεξουαλικές του εξερευνήσεις σε κοινές γυναίκες, σ’ αυτές με τις οποίες είχε κοινή καταγωγή. Δεν είχε σκοπό να ατιμάσει μια κυρία. Παρά το γεγονός ότι η οικογένειά του και οι φίλοι τους τον αντιμετώπιζαν σαν ίσο, ήξερε πως δεν ήταν. Όχι


96

LORRAINE HEATH

πραγματικά. Ήταν αυτοδημιούργητος, περήφανος για τα κατορθώματά του, αλλά δεν είχε στο παρελθόν του ανθρώπους που είχαν υπηρετήσει το Στέμμα, άντρες ευγενικής καταγωγής, γυναίκες με ισχυρό χαρακτήρα. Δεν προερχόταν από αριστοκράτες. Το παρελθόν του ήταν πόνος, αίμα, θάνατος. Τα χέρια της τον εγκατέλειψαν. Άκουσε το τρίψιμο του σαπουνιού. Θα έφριττε όταν θα μάθαινε την αλήθεια. Προσπάθησε να φανταστεί την ικανοποίηση, το έκπληκτο βλέμμα της, έπειτα όμως τον άγγιξε ξανά και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να χαθεί στην αίσθηση του απαλού δέρματος πάνω στη γυαλιστερή του σάρκα. Δεν είχε κάλους, ουλές, ξεφλουδισμένα σημεία. Τα χέρια της ήταν μεταξένια, απαλότερα από οποιοδήποτε ύφασμα ποιότητας που είχε ακουμπήσει ποτέ στο δέρμα του. Φυσικά πολλές γυναίκες τού είχαν τρίψει την πλάτη, αλλά το είχαν κάνει στο σκοτάδι και άγρια, καθώς ήταν μαζί του μόνο για έναν λόγο: για την απόλαυση. Περισσότερο τη δική τους παρά τη δική του. Δεν ενδιαφέρονταν να εξερευνήσουν όσα δεν είχε πρόθεση να αποκαλύψει. Το ζευγάρωμά τους τους έδινε πολύ περισσότερα απ’ όσα έπαιρνε εκείνος, σε μια προσπάθεια να ξεπλύνει τις αμαρτίες του πατέρα του. Τα δάχτυλά της χώθηκαν μέσα στο νερό, τρίβοντας την ουρά του δράκου, αγγίζοντας ελαφρά τα οπίσθιά του. Ένα μουγκρητό, βαθύ και άγριο, βγήκε από τα σφιγμένα του χείλη. Τα χέρια της τινάχτηκαν έξω από το νερό, πετώντας μικρές σταγόνες στους ώμους του και στο πάτωμα. «Νομίζω πως τελείωσα», είπε, με ένα ελαφρό τρέμουλο στη φωνή της που ταίριαζε με το ρίγος που διαπερνούσε την ακίνητη σιλουέτα του. Δεν περίμενε να τον επηρεάσει τόσο, δεν το ήθελε αυτό. Είχε γίνει, όμως, σκληρός σαν μάρμαρο, πονώντας από τη λαχτάρα που μετά βίας συγκρατούσε. Υποψιαζόταν πως αν έπαιρνε τα χέρια του από το χείλος της μπανιέρας, θα


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

97

ανακάλυπτε ότι τα δάχτυλά του είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους στο μέταλλο. «Ναι», είπε. «Μπορείς να ετοιμάσεις το βραδινό μου τώρα». Η πόρτα άνοιξε και έκλεισε τόσο γρήγορα, που ο Ντρέικ ξαφνιάστηκε που πρόλαβε να βγει. Βυθίστηκε ολόκληρος. Χρειαζόταν κρύο νερό, παγωμένο. Ένα ταξίδι στην Αρκτική. Θεέ μου, μπορούσε ακόμα να νιώσει το άγγιγμά της. Πώς ήταν δυνατόν; Είχε φύγει, αλλά ήταν λες και είχε φέρει τον δράκο του στη ζωή. Πετούσε φωτιές, ενοχλημένος που τον είχε αφήσει χωρίς να τον ικανοποιήσει. Δεν του άρεσε καν. Ήταν απλώς πόθος. Οι σαρκικές ανάγκες ενός άντρα. Είχε περάσει τόσος καιρός από τότε που είχε μια γυναίκα στο κρεβάτι του. Πολλή δουλειά και ελάχιστη διασκέδαση. Μπορούσε, όμως, να επανορθώσει εύκολα. Βγήκε από το νερό, έψαξε το σαπούνι και το βρήκε. Τρίβοντας το σώμα του, προσπάθησε να μην τη φαντάζεται να τον αγγίζει όπως πριν, ξυπνώντας κάθε του νεύρο. Τα χέρια του, το στήθος του, τα πόδια, τις πατούσες του – τις πατούσες! Πότε είχε ενδιαφερθεί για τις πατούσες τους; Να τον αγγίζει, να τον σφίγγει… Βυθίστηκε άλλη μια φορά στο νερό. Αυτό το μικρό κόλπο ή όπως αλλιώς μπορούσε να το πει κανείς υποτίθεται πως θα επηρέαζε εκείνη, όχι τον ίδιο. Ήταν τρελό. Ήταν το νερό, η υγρασία τού όξυνε τις αισθήσεις. Αυτό ήταν όλο. Η επιθυμία που τον είχε κυριεύσει δεν είχε καμία σχέση με εκείνη ειδικά. Γιατί ένιωθε, λοιπόν, ότι έλεγε ψέματα στον ίδιο του τον εαυτό; Η Φι απορούσε που παρά την κούραση που ένιωθε στα πόδια της, κατάφερε να πάει μέχρι την κουζίνα, όπου ουσιαστικά σωριάστηκε στην καρέκλα τρέμοντας. Αρχικά


98

LORRAINE HEATH

είχε μαγευτεί από τον δράκο, έτσι απλωμένος όπως ήταν σε όλο του το μεγαλείο στην τεράστια πλάτη, με τα φτερά του ανοιχτά και τη φωτιά να του γλείφει τα πλευρά. Είχε θαμπωθεί από τα ξεθωριασμένα χρώματα, που φαντάστηκε πως θα ήταν πολύ λαμπερά όταν έκανε το τατουάζ: κόκκινο, μπλε, πράσινο, κίτρινο, σε διάφορες αποχρώσεις. Έπειτα, όμως, τον είχε αγγίξει και είχε γοητευτεί από το βελούδινο δέρμα του και τους ατσαλένιους μυς του. Είχε άραγε ποτέ χαϊδέψει κάτι τόσο σφιχτό, κάτι τόσο αρρενωπό; Πρέπει να το είχε κάνει αν στα καθήκοντά της περιλαμβανόταν και το τρίψιμο της πλάτης του, αλλά φυσικά δεν το θυμόταν και της φαινόταν σχεδόν αμαρτία. Ήταν αμαρτία να μη θυμάται την ικανοποίηση που θα ένιωθαν τα δάχτυλά της αγγίζοντας κάθε εκατοστό του δέρματός του. Ήθελε να προχωρήσει και πέρα από την πλάτη του και να εξερευνήσει κάθε σπιθαμή του, ειδικά το στήθος του. Να περάσει απαλά τα χέρια της πάνω από τις μικρές εκείνες τριχούλες, να πιέσει τα δάχτυλά της στους μυς του. Να τον αγγίξει όσο λαχταρούσε η καρδιά της. Αν δεν ήταν υπηρέτρια, θα μπορούσε να ήταν μια κοινή γυναίκα. Ξαφνιάστηκε από αυτή τη σκέψη. Είχε ζήσει άραγε μια άλλη ζωή; Ποιος ήταν ο λόγος που βρισκόταν έξω μέσα στη νύχτα, ποιος ήταν ο λόγος που είχε καταλήξει στο ποτάμι; Έχωσε το πρόσωπό της στα χέρια της. Όχι, δεν της ταίριαζε καθόλου. Το ήξερε αυτό. Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της τη γυμνή εικόνα του. Της άρεσε που ήταν εκεί, απολάμβανε την ιδέα να εξερευνά το σώμα του πιο προσεκτικά. Σηκώθηκε από την καρέκλα. Σε λίγο θα ερχόταν. Δεν μπορούσε να τη βρει έτσι. Έπρεπε να του ετοιμάσει το φαγητό του, κάτι γρήγορο ώστε να έφευγε το συντομότερο. Έπειτα θα μπορούσε να καθίσει κάπου και


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

99

να αναλύσει αυτές τις σκέψεις, να προσπαθήσει να τις καταλάβει, να τις βάλει σε μια σειρά. Είδε λίγο τυρί κάτω από ένα γυάλινο καπάκι και αποφάσισε ότι ήταν ό,τι έπρεπε. Το έβαλε στο τραπέζι μαζί με λίγο ψωμί. Σκέφτηκε να ψάξει στο κουτί με τον πάγο, αλλά δεν ήθελε να αντικρίσει ξανά εκείνα τα άψυχα μάτια. Θα έπρεπε να πιάσει μόνος το γάλα του. Έβαλε ένα πιάτο, ένα μαχαίρι και ένα πιρούνι στο τραπέζι. Άκουσε βήματα, σήκωσε το κεφάλι και πάγωσε. Στεκόταν στην πόρτα, καλοντυμένος, με μαύρο παντελόνι, λευκό πουκάμισο και γραβάτα, σκούρο μπλε γιλέκο, μαύρο σακάκι. Ξεχώριζε πια ελάχιστο δέρμα, μόνο το πρόσωπο και τα χέρια. Κι όμως, έμοιαζε πιο επικίνδυνος, πιο γοητευτικός. Συνειδητοποίησε ότι τον είχε δει μόνο γυμνό ή με πουκάμισο και παντελόνι. Δεν φανταζόταν ότι θα μπορούσε να μοιάζει τόσο ισχυρός, τόσο σίγουρος όταν ήταν ντυμένος κανονικά. Ένας κύριος. Ένας σπουδαίος κύριος. Τα άλλοτε ατίθασα μαλλιά του τώρα ήταν τακτοποιημένα. Το πιγούνι του δεν είχε ούτε ένα γένι. Θα έπρεπε να δείχνει πιο πολιτισμένος, κι όμως όχι. «Δεν έχουμε φασιανό;» ρώτησε, με τη φωνή του να ακούγεται ανάλαφρη και φυσιολογική, λες και δεν είχε επηρεαστεί καθόλου απ’ ό,τι είχε γίνει νωρίτερα στο μπάνιο. Είχε ακούσει, όμως, το μουγκρητό εκείνου του άγριου ζώου που είχε βαρεθεί να ζει αιχμάλωτο. «Όπως είπα και νωρίτερα, δεν ξέρω να το φτιάχνω. Σκέφτηκα ότι λίγο τυρί θα ήταν αρκετό για απόψε». «Φοβάμαι ότι χρειάζομαι κάτι περισσότερο. Θα φάω στη λέσχη». «Σερβίρουν και φαγητό εκεί;» «Σερβίρουν κάθε είδους απόλαυση εκεί». «Και εσύ τη διευθύνεις». «Και πολύ καλά μάλιστα». Έπλεξε τα δάχτυλά της σφιχτά, μέχρι να πονέσουν.


100

LORRAINE HEATH

«Μάλλον θα μου έχεις ξαναπεί για τη δουλειά σου». «Δεν το έχουμε συζητήσει ποτέ. Υπέθεσα ότι προτιμούσες να μην ξέρεις». Στάθηκε στην πόρτα, χωρίς να την πλησιάζει. Δεν ήξερε αν ήταν γιατί αντιλαμβανόταν την αμηχανία της μετά το πλύσιμο της πλάτης του ή επειδή ένιωθε κι εκείνος το ίδιο. «Πότε να περιμένω να γυρίσεις;» ρώτησε. «Λίγο μετά το χάραμα. Τα ωράριά μου καθορίζονται από το πώς θα πάνε τα πράγματα στη λέσχη το βράδυ». «Προκύπτουν προβλήματα;» «Μερικές φορές». Δεν ήξερε γιατί την ενοχλούσε να τον σκέφτεται να αντιμετωπίζει δυσκολίες. Ήταν ο εργοδότης της. Σίγουρα η σχέση τους ήταν απρόσωπη. «Θα φέρεις τις συστατικές επιστολές;» Έγινε τόσο γρήγορα που δεν μπορούσε να είναι σίγουρη, αλλά της φάνηκε πως ταράχτηκε. «Ναι». «Τι να κάνω όσο λείπεις;» «Σκούπισε το τζάκι, στοίβαξε τα ξύλα, στρώσε το κρεβάτι μου. Είμαι σίγουρος ότι αν ρίξεις μια ματιά τριγύρω, θα ανακαλύψεις τι πρέπει να κάνεις». Το τζάκι τής έφερε στον νου εικόνες καπνιάς και στάχτης. «Πού είναι η ποδιά μου;» Πάγωσε, έμοιαζε με άγαλμα. Τελικά είπε: «Δεν νομίζω πως έχεις». «Περίεργο δεν είναι; Υπηρεσία χωρίς ποδιά;» «Δεν δίνω σημασία στα ρούχα σου. Απλώς μια υπηρέτρια είσαι. Μπορεί κάπου να την έχεις βάλει». Απλώς μια υπηρέτρια. Αυτές οι λέξεις την πόνεσαν, τη θύμωσαν. Κούνησε το κεφάλι. «Ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μου φαίνεται οικείο. Δε θυμάμαι να κάνω καμία απ’ αυτές τις δουλειές. Δεν μου είναι δεύτερη φύση όπως το βαλς». «Δεν μπορώ να εξηγήσω την κατάστασή σου και πρέπει να φύγω. Καλό σου βράδυ».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

101

Και λέγοντας αυτά γύρισε την πλάτη και εξαφανίστηκε στον διάδρομο. Σχεδόν έτρεξε πίσω του. Καλό της βράδυ; Περίμενε πως θα έκανε δουλειές. Πώς ήταν δυνατόν να περάσει καλά κάνοντας δουλειές; Ήταν τόσο περίεργη κατάσταση. Δεν είχε κανένα νόημα. Παρ’ όλα αυτά, αφού είχε μπει στον κόπο να στρώσει το τραπέζι, έπιασε μια καρέκλα και μασούλησε λίγο τυρί με ψωμί καθώς αναλογιζόταν το δίλημμά της. Δεν θα καθάριζε τίποτα μέχρι να θυμηθεί πώς το έκανε. Αν ο Ντρέικ Ντάρλινγκ ήθελε να φροντίζει το σπίτι του, τότε θα έπρεπε να είναι πιο γενναιόδωρος στις πληροφορίες που έδινε. Δεν ήξερε γιατί, αλλά είχε την εντύπωση πως δεν ήθελε πραγματικά να ανακτήσει τη μνήμη της. Τι ήταν αυτό που δεν ήθελε να θυμηθεί;


102

LORRAINE HEATH

Κεφάλαιο 9

Ήταν γελοίο που καθόταν στο τεράστιο γραφείο του, προσπαθώντας να γράψει μια συστατική επιστολή για μια γυναίκα που δεν υπήρχε στην πραγματικότητα, που ήταν απλώς ένα τέχνασμα για να διασκεδάσει. Έπρεπε να διευθύνει μια χαρτοπαικτική κόλαση. Εξάλλου, θα της έλεγε την αλήθεια όταν γύριζε στο σπίτι. Το γράμμα, λοιπόν, ήταν άσκοπο. Θα της τα αποκάλυπτε όλα και θα παρακολουθούσε το σοκ να αλλοιώνει τα υπέροχα χαρακτηριστικά της. Η ικανοποίηση θα ήταν μικρότερη, γιατί δεν τον θυμόταν. Δε θυμόταν πόσες φορές τον είχε υποτιμήσει, ποια ήταν τα αληθινά της συναισθήματα απέναντί του. Ότι η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον δεν θα άγγιζε ποτέ ούτε το μικρό του δαχτυλάκι, πόσο μάλλον ολόκληρη την πλάτη του. Όχι μόνο τον είχε αγγίξει, αλλά το είχε κάνει με τέτοιο υπέροχο τρόπο που ακόμα μπορούσε να νιώσει πού τον είχαν πιέσει τα δάχτυλά της. Έπρεπε να θυμηθεί ποια ήταν, ποιος ήταν. Δεν είχε μείνει, όμως, πολύς χρόνος για μια χαλαρή εξομολόγηση. Η οικογένειά της θα είχε τρελαθεί ως τώρα. Αν η Γκρέις ανακάλυπτε τι είχε κάνει, δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ. Να πάρει, υποψιαζόταν πως ούτε η οικογένεια του δούκα θα τον συγχωρούσε. Φανταζόταν την απογοήτευση στο


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

103

βλέμμα της δούκισσας. Είχε παλέψει τόσο σκληρά για να είναι αντάξιος της φροντίδας τους, και η λαίδη Οφίλια, αυτή η μικρή πανούργα, τον είχε αναγκάσει να γίνει ποταπός για να εκδικηθεί για όσα του είχε κάνει τα τελευταία χρόνια. Ήταν πολύ καλύτερος απ’ αυτό. Ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας του και πέταξε την πένα στο γραφείο. Ήταν αργά, σίγουρα θα ήταν στο κρεβάτι, αλλιώς θα τη γύριζε απόψε κιόλας στο σπίτι της. Τι ανόητος που της απέδειξε πως ήταν ό,τι ακριβώς έλεγε τόσα χρόνια: κατώτερός της. Δεν του είχε μάθει ο δούκας να είναι πάντα υπεράνω; Στο Ίτον, όταν οι αλαζόνες αριστοκράτες τον έσπρωχναν στους διαδρόμους, του έπαιρναν το φαγητό από το πιάτο του, του έκλεβαν τα σκεπάσματα από το κρεβάτι του στην καρδιά του χειμώνα, δεν αντιδρούσε. Είχε τελειοποιήσει ένα συγκεκριμένο βλέμμα, που τους έλεγε ότι είναι μικροί, φτηνοί, ανάξιοι της προσοχής του. Έπειτα ο δούκας του Λόβινγκτον είχε έρθει στο Ίτον και όλα είχαν αλλάξει, γιατί ο δούκας θεωρούσε τον Ντρέικ φίλο του. Οι οικογένειές τους βρίσκονταν συχνά για εξορμήσεις και Σαββατοκύριακα στην εξοχή. Αν δεν φερόσουν καλά στον Ντρέικ έχανες την εύνοια του δούκα, κι αυτό έπρεπε να το αποφεύγει κανείς πάση θυσία, γιατί ήταν πάντα προφανές πως ο Λόβινγκτον –ακόμα και σε τόσο νεαρή ηλικία– είχε τη δύναμη και την επιρροή του τίτλου του. Για να μην αναφέρουμε ότι ήταν πλούσιος σαν τον Κροίσο. Η νεαρή Οφίλια Λάιτλτον, ωστόσο, δεν ενδιαφερόταν να κερδίσει την εύνοια του δούκα, ίσως γιατί πάντα ήξερε πως η Γκρέις αγαπούσε τον Λόβινγκτον. Έτσι, δεν είχε πρόβλημα να θυμίζει στον Ντρέικ την πραγματική του θέση – λες και μπορούσε ποτέ να την ξεχάσει. Άπλωσε το χέρι πίσω του, έπιασε ένα μπουκάλι ουίσκι, έβαλε δυο δάχτυλα και κατέβασε το υγρό με μια γουλιά. Είχε σαν γενικό κανόνα να μην πίνει όταν ήταν στη λέσχη,


104

LORRAINE HEATH

γιατί ήθελε το μυαλό του νηφάλιο και τη σκέψη του καθαρή. Απόψε, όμως, δεν ήταν συγκεντρωμένος στη λέσχη και αυτό έπρεπε να σταματήσει αμέσως. Είχε φροντίσει αυτά που έπρεπε όταν ήρθε, αλλά, δυστυχώς, είχε περάσει τις τελευταίες τρεις ώρες προσπαθώντας να συντάξει μια ψεύτικη συστατική επιστολή. Μέχρι τώρα είχε γράψει: «Είναι…». Προσπαθούσε να περιγράψει τη λαίδη Οφίλια Λάιτλτον αντί για τη φανταστική Φι. Αν έλεγε την αλήθεια: «Είναι ξεροκέφαλη, ενοχλητική, εγωίστρια», τότε η Φι θα αναρωτιόταν για ποιο λόγο την προσέλαβε. Έπρεπε να πει ότι είναι γλυκιά, αφοσιωμένη εργαζόμενη, μια γυναίκα σε θέση να κάνει κομμάτια έναν άντρα που έκανε το μπάνιο του. Αφού ήπιε δυο δάχτυλα ουίσκι ακόμα, έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε. Είχε τελειώσει μαζί της το πρωί. Εκείνη τη στιγμή, είχε ανάγκη να κάνει μια μικρή βόλτα στον χώρο για να υπολογίσει τα αποψινά κέρδη. Ήταν ένα μικρό παιχνιδάκι που έπαιζε, κρίνοντας τη διάθεση των μελών στη λέσχη και καθορίζοντας έτσι ποια ήταν η συμβολή τους στα κέρδη της βραδιάς. Βγήκε από το γραφείο του, διέσχισε τον διάδρομο και ανέβηκε μια σκάλα που οδηγούσε σε έναν μισοσκότεινο εξώστη. Στάθηκε στο πλάι, κρυμμένος πίσω από μια βαριά βελούδινη κουρτίνα, και παρατήρησε την αίθουσα των παιχνιδιών. Χαρτιά, ζάρια, ρουλέτα –κάθε τυχερό παιχνίδι που φιλοξενούσε η λέσχη– ήταν στη διάθεση των μελών. Το ποτό έρεε άφθονο, τα ποτήρια γέμιζαν πριν προλάβουν καλά καλά να αδειάσουν. Ένα μικρό έξοδο που θα θόλωνε την κρίση τους και θα έφερνε ακόμα μεγαλύτερα κέρδη στους μετόχους της λέσχης. Δεδομένου ότι ένας από αυτούς ήταν κόμης και δύο από αυτούς ήταν παντρεμένοι με ευγενείς, πίστευε ότι δεν θα βιάζονταν να γδάρουν αυτούς με τους οποίους έκαναν παρέα. Όπως κι εκείνος, όμως, είχαν χτίσει τη ζωή τους στους δρόμους. Ήξεραν τι σημαίνει να πεινάς, να κρυώνεις, να φοβάσαι.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

105

Ήξεραν τι σήμαινε να μην έχεις ρούχα, φαγητό, καταφύγιο και παπούτσια. Τα είχαν ξεπεράσει όλα αυτά, έπειτα είχαν γυρίσει πίσω και είχαν αρπάξει ένα κακόμοιρο οχτάχρονο παιδί από τον γιακά, παίρνοντάς το μαζί τους. Χρωστούσε σε όλους τους τόσα πολλά και δεν μπορούσε να τους τα ξεπληρώσει. Χρωστούσε, όμως, ειδικά στον δούκα και στη δούκισσα του Γκρέιστοουν. Είχαν χτίσει στέγες για παιδιά με το ποσοστό της δούκισσας από τα κέρδη της λέσχης. Θα μπορούσαν να αφήσουν τον Ντρέικ σε ένα από αυτά. Ήταν ένα θυμωμένο παιδί. Αντίθετα, του είχαν δώσει μια θέση στο τραπέζι τους, στο σπίτι τους, στην οικογένειά τους. Μερικές φορές τον πλημμύριζε θυμός, αλλά είχε μάθει να τον συγκρατεί. Ειδικά εδώ, με τους αλαζόνες αριστοκράτες, με όσους είχαν τόσα πολλά στα χρηματοκιβώτιά τους και τα έδιναν τόσο εύκολα, με έναν μόνο ψίθυρο της τράπουλας ή τον θόρυβο που κάνουν τα ζάρια όταν πέφτουν. Ήξερε τα πρόσωπά τους. Λόρδοι, δευτερότοκοι γιοι, τριτότοκοι. Ήξερε την αξία τους, την τιμή τους, τις συνήθειές τους, τις αδυναμίες τους. Ήξερε ποιοι από αυτούς θα έφευγαν από το τραπέζι με άδειες τσέπες και έπειτα θα έψαχναν μια κληρονόμο για να επιστρέψουν στο παιχνίδι. Δούκες, μαρκήσιοι, κόμηδες, υποκόμηδες. Μέσα σ’ αυτούς τους τοίχους δεν είχε σημασία η τάξη. Ήταν όλοι ίσοι. Επέτρεψε στο βλέμμα του να περιπλανηθεί πάνω τους, να κρίνει πόσο χαλαρά έπαιζαν, να… Σταμάτησε σε ένα από τα τραπέζια του πόκερ. Τι στο καλό ήθελε εκεί ο Σόμερντεϊλ; Γιατί δεν ήταν στους δρόμους να ψάχνει για την αδερφή του; Ναι, ήταν σκοτάδι, αλλά οι λάμπες είχαν εφευρεθεί για κάποιο λόγο, ενώ οι δρόμοι του Λονδίνου φωτίζονταν από αρκετές γκαζόλαμπες. Μπορεί να μην είχε νόημα να ψάχνει μέσα στη νύχτα, ειδικά αν είχε πέσει ομίχλη, αλλά δεν θα


106

LORRAINE HEATH

έπρεπε να περιμένει τουλάχιστον στο σπίτι ανήσυχος, αντί να χαρτοπαίζει κινδυνεύοντας να χάσει κάτι που δεν είχε πια; «Έχω όρεξη για ένα ιδιωτικό παιχνίδι. Με τον Λόβινγκτον στον μήνα του μέλιτος, μπορεί να κερδίσω και καμιά παρτίδα». Ο δούκας του Άβεντεϊλ στάθηκε δίπλα στον Ντρέικ, έσφιξε τα δάχτυλά του γύρω από τα κάγκελα και έσκυψε προς τα κάτω. «Καλύτερα να μη μας δουν να τους παρατηρούμε», είπε ο Ντρέικ. «Ξέρουν ότι τους παρατηρούμε. Δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να το κρύψουμε. Αλήθεια, τι σου έχει τραβήξει την προσοχή εκεί κάτω;» Δεν ήθελε να εξηγήσει, γιατί θα έπρεπε να πει πολλά. Δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα δεμένος με τον Άβεντεϊλ. Αυτός ο τύπος συνήθιζε να μην πλησιάζει τους άλλους. «Απλώς παρακολουθώ τα χρήματα να μπαίνουν στο χρηματοκιβώτιό μας». «Χμμ». Κοίταξε τον Ντρέικ με τα καστανά του μάτια και τα σκούρα καστανά μαλλιά του να πέφτουν στο μέτωπό του και να τον κάνουν να μοιάζει με τον ίδιο τον Εωσφόρο. «Θα έρθεις να παίξεις μαζί μας;» Είχαν ένα απομονωμένο δωμάτιο όπου οι γιοι –και σε ορισμένες περιπτώσεις οι κόρες– των ιδιοκτητών και των πιο στενών τους φίλων έπαιζαν χαρτιά. Ο Άβεντεϊλ ήρθε στην ομάδα μέσω του Γουίλιαμ Γκρέιβς –ένας ακόμα άντρας που είχε μεγαλώσει στους δρόμους– που παντρεύτηκε τη χήρα μητέρα του Άβεντεϊλ. «Πες του Σόμερντεϊλ να έρθει να παίξει μαζί μας». Ο Άβεντεϊλ γούρλωσε τα μάτια. «Οι τσέπες του δεν είναι αρκετά γεμάτες για να μπορεί να παίξει με τους όρους μας». Στα παιχνίδια τους, τα ποσά ήταν μεγάλα και χωρίς ενδοιασμούς. Πολύ συχνά έκλεβαν. Ο δρόμος τούς είχε επηρεάσει όλους. «Θα διευρύνω την πίστωσή του».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

107

«Προσπαθείς να βρεις ένα τρόπο να εκδικηθείς την αδερφή του για τον τρόπο που σου φέρθηκε στον γάμο;» Συνεχώς. «Σχεδόν δεν της έδωσα σημασία». «Ανοησίες. Αυτή η μικρή ήταν πολύ εύστοχη στις προσβολές της, και σίγουρα δεν μας ζήτησες διακριτικά να απομακρύνουμε τις άλλες κυρίες χωρίς να έχεις κάποιο σχέδιο στον νου σου. Τι ακριβώς έγινε σ’ εκείνη τη γωνία;» Ανακάλυψε πως η γλώσσα της δεν ήταν τόσο καυστική όταν δεν μιλούσε. Και πάλι, δεν ήταν κάτι που ήθελε να μοιραστεί. Όπως και το μελάνι στην πλάτη του, έτσι και η καταστροφή της λαίδης Οφίλια Λάιτλτον ήταν μια προσωπική υπόθεση. Του αρκούσε που ήξερε ότι την κέρδισε. «Σου λείπει ένας παίκτης. Ο Σόμερντεϊλ είναι μια χαρά. Δεν ξέρω γιατί διαφωνείς. Σίγουρα θα κερδίσεις μ’ αυτόν στο τραπέζι». «Δεν διαφωνώ. Απλώς προσπαθώ να καταλάβω το κίνητρό σου». «Τα χρήματα, πάντα τα χρήματα». «Όχι, για σένα δεν είναι. Όπως δεν είναι και για μένα. Το ξέρω ότι δεν ήμασταν ποτέ πολύ δεμένοι, αλλά μοιάζουμε περισσότερο απ’ όσο νομίζεις». Λες και είχε σκίσει στα δύο την ψυχή του και είχε ανακαλύψει κάτι σκοτεινό, ο Άβεντεϊλ συνοφρυώθηκε και κοίταξε πάλι την αίθουσα των παιχνιδιών. «Θα φροντίσω να έρθει να παίξει». «Ωραία». Ο Ντρέικ ένιωσε ότι όφειλε να πει κάτι παραπάνω, σαν να έπρεπε να προσυπογράψει την εξομολόγηση. Δεν έμοιαζε καθόλου με τον Άβεντεϊλ. Αυτός ο άνθρωπος ζούσε για την αμαρτία. Ο Ντρέικ μπορεί να την ενθάρρυνε μέσα σ’ αυτούς τους τοίχους, αλλά δεν έβλεπε ποτέ τον εαυτό του ως αμαρτωλό. Ήταν γιος ενός αμαρτωλού, αναμφίβολα, αλλά το σκοτάδι του πατέρα του που ζούσε μέσα του τον έκανε να συγκρατείται. «Αν θελήσεις ποτέ να μιλήσουμε…» Ο Άβεντεϊλ γέλασε, με ένα γέλιο σκοτεινό. «Οι γυναίκες


108

LORRAINE HEATH

μιλούν. Το μόνο που με ενδιαφέρει εμένα είναι το ποτό, οι γυναίκες και ο τζόγος». Και έπειτα κατέβηκε τρέχοντας στην αίθουσα, σαν να ήθελε να γλιτώσει από τις λέξεις που είχε μόλις πει. Ο Ντρέικ συνειδητοποίησε πως όλοι πάλευαν να γλιτώσουν από κάτι. Κοίταξε πάλι την αίθουσα, τον Σόμερντεϊλ, και αναρωτήθηκε από τι μπορεί να προσπαθούσε να γλιτώσει η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον. Το πίσω δωμάτιο της λέσχης Ντότζερ ήταν θρυλικό. Για να μπεις, χρειαζόσουν πρόσκληση. Ο γίγαντας στην πόρτα την άνοιγε μόνο αν άκουγε το σύνθημα. Το ιερό αυτό ήταν χωρισμένο σε δύο μέρη. Μπροστά υπήρχε ένας χώρος όπου οι ηττημένοι μπορούσαν να πνίξουν τον πόνο τους στο ποτό. Στο βάθος, πίσω από βαριές κουρτίνες, ήταν η καρδιά του ιερού, όπου υπέρογκα χρηματικά ποσά –και μερικές φορές άλλου είδους στοιχήματα– άλλαζαν χέρια σε καθημερινή βάση. Έπαιζαν σε ένα τραπέζι καλυμμένο με τσόχα. Στο πλάι, κατά μήκος των τοίχων, υπήρχαν τραπέζια με λινά τραπεζομάντιλα και κρυστάλλινες κανάτες, τα οποία επέβλεπαν έξι σερβιτόροι που ανανέωναν γρήγορα και αθόρυβα τα ποτά των παικτών. Την ώρα που ανακάτευε τα χαρτιά, ο Ντρέικ συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε λόγος για τόσο πολλούς σερβιτόρους, αλλά η λέσχη ήταν πάντα πολύ γενναιόδωρη απέναντι σε όσους χρειάζονταν δουλειά. Κανένας από αυτούς τους υπαλλήλους δεν είχε έρθει με συστατικές επιστολές. Προέρχονταν από τον δρόμο ή από τη φυλακή. Κάποιοι ήταν ορφανοί, κάποιους τους είχαν πουλήσει οι γονείς τους για να πάρουν χρήματα. Μεγάλωναν και παρέμεναν εκεί. Τους έδιναν νέα ονόματα, ξεκινούσαν μια καινούρια ζωή. Αυτό συνέβαινε πάντα και ο Ντρέικ είχε συνεχίσει την παράδοση των ιδιοκτητών. Η λέσχη, όμως, είχε και τη φήμη ότι δεν συγχωρούσε ποτέ κάποιο παράπτωμα, όχι πως είχε προκύψει κάποιο ως τώρα απ’ όσο ήξερε. Όσοι


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

109

δούλευαν εδώ ήταν πολύ πιστοί και η πίστη τους ανταμειβόταν με πολύ καλούς μισθούς. Με βάση, όμως, τα κέρδη της λέσχης κάθε βράδυ, δεν ήταν δύσκολο να πληρώνονται καλά οι εργαζόμενοι. Ο Τζακ Ντότζερ πίστευε ότι κανείς δεν είχε λόγο να κλέψει, αν στην τσέπη του υπήρχαν αρκετά χρήματα. Ο Ντρέικ, όμως, όφειλε να παραδεχτεί πως η φήμη που είχε ότι ήταν αδίστακτος συνέβαλε αναμφίβολα στην καλή συμπεριφορά των εργαζομένων του. Όσοι στέκονταν προσοχή σ’ εκείνο το δωμάτιο δεν έπρεπε να αποκαλύψουν τίποτα απ’ όσα άκουγαν. Το ίδιο και όσοι κάθονταν στο τραπέζι. Εκτός από τον Σόμερντεϊλ, βέβαια. Σίγουρα όλοι θα πρόσεχαν τα λόγια τους απόψε. Δεν γνώριζε όσα κι αυτοί για τη ζωή στον δρόμο. Δεν τον είχε μεγαλώσει κάποιος που στο παρελθόν είχε ύποπτες δραστηριότητες στα όρια του νόμου. Ο Ντρέικ μοίρασε τα χαρτιά στον Λάνγκτον, στον Σόμερντεϊλ, στον Άβεντεϊλ και στον μεγαλύτερο αδερφό της Γκρέις – τον μαρκήσιο του Ρέξτον. Έπαιζαν πόκερ. Δεν μοίρασε και στον εαυτό του, γιατί το μυαλό του δεν θα ήταν στο παιχνίδι, αλλά στον αδερφό της λαίδης Ο. Περίμενε μέχρι να παίξουν αρκετές παρτίδες και η τύχη να είναι με το μέρος του Σόμερντεϊλ πριν ρωτήσει: «Πώς είναι η αδερφή σου, Σόμερντεϊλ; Συνήλθε από όλες τις δραστηριότητες στον γάμο της Γκρέις;» Αντιλήφθηκε τους άλλους λόρδους που σταμάτησαν και τον κοίταξαν με μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν ανέφεραν ποτέ συγκεκριμένες κυρίες, γιατί αν μιλούσαν για κάποια, μπορεί να έδιναν την εντύπωση ότι ενδιαφέρονταν γι’ αυτήν, πράγμα που ίσως προμήνυε μια βόλτα μέχρι την εκκλησία. Ήταν όλοι εργένηδες. Τουλάχιστον μέχρι να ήταν έτοιμοι να αποκτήσουν απόγονο. Εδώ και χρόνια γκρίνιαζαν για το γεγονός ότι η έλλειψη τίτλου τον απάλλασσε από αυτή την ευθύνη. Δεν θα ήταν ποτέ απαραίτητο να παντρευτεί, να βρει μια σύζυγο. Δεν θα χρειαζόταν να υπομείνει τα κηρύγματα για τα καθήκοντά


110

LORRAINE HEATH

του απέναντι στην κληρονομιά του. Ήταν περίεργο που, ενώ εκείνοι λαχταρούσαν να μην τελειώσει ποτέ η ανέμελη περίοδος της ελευθερίας τους, εκείνος θα έδινε τα πάντα –και θα έπαιρνε ευχαρίστως μια σύζυγο– για να αποκτήσει την αριστοκρατική καταγωγή τους. «Υποθέτω», μουρμούρισε ο κόμης, μελετώντας τα χαρτιά του. «Δεν είσαι σίγουρος;» Ο Ντρέικ δεν μπήκε στον κόπο να κρύψει την επιφυλακτικότητά του, αν και κατάφερε αρκετά καλά να κρύψει την ενόχλησή του απέναντι σ’ αυτή την καθόλου ικανοποιητική απάντηση. «Λείπει. Έχει πάει να φροντίσει μια άρρωστη θεία μας». Ο Σόμερντεϊλ έπιασε μερικές μάρκες και τις πέταξε στον σωρό. «Άλλα πενήντα». «Πότε έφυγε;» «Μμμ. Αργά χτες το βράδυ. Ο θείος ήρθε λίγο μετά την επιστροφή μας στο σπίτι. Απ’ ό,τι φαίνεται, η θεία είναι πολύ άρρωστη. Είναι πολύ δεμένη με την Οφίλια, πάντα ήταν. Η Οφίλια περνούσε πολύ χρόνο στο Στιλμέντοου μεγαλώνοντας». «Στιλμέντοου;» Συνήθως ήταν πιο επιδέξιος συνομιλητής, αλλά ήθελε να φτάσει στην ουσία όσο πιο γρήγορα μπορούσε. «Στο κτήμα του θείου μας. Μερικές ώρες μακριά, βόρεια του Λονδίνου. Είναι ο κόμης του Γουίγκμορ». «Και έφτασαν καλά;» Ο Σόμερντεϊλ κοίταξε επιτέλους ψηλά και τα πράσινα μάτια του –αν και όχι τόσο έντονα όσο της Οφίλια– καρφώθηκαν στον Ντρέικ. «Ναι, έτσι νομίζω. Δεν έμαθα κάτι άλλο. Προς τι το ενδιαφέρον;» Γιατί έβγαλα την αδερφή σου από τον Τάμεση, ήταν έτοιμος να πει, αλλά συγκρατήθηκε. Ένστικτο. Αυτοπροστασία. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος, αλλά είχε μόλις ακούσει τον κώδωνα του κινδύνου. Ο Σόμερντεϊλ μπορεί να έλεγε ψέματα. Μια μικρή ιστορία


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

111

που είχε σκαρφιστεί, αφότου προσπάθησε να ξεκάνει την αδερφή του. Γιατί να προσπαθήσει, όμως, να τη σκοτώσει; Είχε μια πολύ εντυπωσιακή προίκα, αλλά όπως είχε επισημάνει και ο Άβεντεϊλ, οι τσέπες του Σόμερντεϊλ δεν ήταν και τόσο γεμάτες. Οι γονείς τους είχαν πεθάνει. Δεν είχαν άλλα αδέρφια. Η προίκα της θα πήγαινε σίγουρα σ’ αυτόν, αν εκείνη πέθαινε. Οι άνθρωποι σκότωναν και για λιγότερα. Ο πατέρας του το είχε κάνει. «Σκέφτηκα πως ίσως θα ήθελε να γίνει μέλος της λέσχης, αφού μένει σχετικά κοντά». Η απόσταση δεν είχε καμία σημασία γι’ αυτούς που απολάμβαναν τέτοια βίτσια. Ήλπιζε πάντως ότι ο Σόμερντεϊλ δεν θα πρόσεχε την περίεργη εξέλιξη της συζήτησής τους, την οποία είχε ξεκινήσει ο Ντρέικ χωρίς να ξέρει ότι θα κατέληγε εδώ. Ξαφνιάστηκε που μπορούσε να παρακολουθεί ακόμα τα χαρτιά του και όχι μόνο την πορεία της κουβέντας τους. Ο Σόμερντεϊλ γέλασε. «Όχι ο Γουίγκμορ. Δεν παίζει χαρτιά, δεν πίνει. Είναι η προσωποποίηση της αρετής». «Και πάλι, θα ήθελα να του στείλω μια πρόσκληση». Έβγαλε ένα μικρό μαύρο σημειωματάριο και ένα μολύβι από την τσέπη του σακακιού του. Το χρησιμοποιούσε για να σημειώνει τις δουλειές που έπρεπε να κάνει στη λέσχη. Το άνοιξε σε μια λευκή σελίδα και το έσπρωξε μπροστά του. «Μπορείς να μου σημειώσεις τη διεύθυνση;» Ο Σόμερντεϊλ το έπιασε και άρχισε να γράφει τη διεύθυνση. Ο Ντρέικ θα έστελνε ένα μήνυμα για να δει αν ο θείος ήταν ασφαλής στο σπίτι του. Αν όχι, θα ειδοποιούσε τη Σκότλαντ Γιαρντ ότι έπρεπε να ψάξουν στο ποτάμι για ένα πτώμα. Μπορεί να τους είχαν στήσει παγίδα, όταν τους είδαν να φεύγουν από το σπίτι αργά τη νύχτα. Ή μπορεί ο Σόμερντεϊλ να μην ήταν ο κύριος που έδειχνε. Όταν ο Σόμερντεϊλ του επέστρεψε το σημειωματάριο και το μολύβι, ο Ντρέικ τα μάζεψε και τα έκρυψε. «Να συνεχίσουμε το παιχνίδι μας τώρα;» ρώτησε λακωνικά ο Άβεντεϊλ.


112

LORRAINE HEATH

«Μόλις θυμήθηκα ότι πρέπει να φροντίσω ένα ζήτημα». Ο Ντρέικ έκανε νόημα σε έναν από τους υπηρέτες. «Ράνταλ, ανάλαβε να μοιράσεις». Τα μάτια του νεαρού έλαμψαν. Όλοι ήθελαν να γίνουν κάποτε γκρουπιέρηδες. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα. «Σίγουρα μπορεί να περιμένει», είπε ο Λάνγκτον. Και ο δικός του πατέρας ήταν δολοφόνος. Η γνώση αυτή θα έπρεπε να κάνει τον Ντρέικ να νιώθει ίσος με τον κληρονόμο του τίτλου των Κλέιμπορν. Ο κόμης του Κλέιμπορν, όμως, είχε σκοτώσει έναν άντρα που του άξιζε να δολοφονηθεί. Δεν ίσχυε το ίδιο και για τη μητέρα του Ντρέικ. Της άξιζε μόνο καλοσύνη και της την είχαν αρνηθεί. «Η δική σου ευθύνη είναι να γεννήσεις έναν διάδοχο· η δική μου είναι να φροντίσω να έχει κέρδη η λέσχη». Σηκώθηκε όρθιος. «Κύριοι, απολαύστε το παιχνίδι σας». Έσκυψε προς το μέρος ενός άλλου υπηρέτη. «Γκρέγκορι, σε χρειάζομαι. Έλα μαζί μου». Με τον Γκρέγκορι πίσω του, βγήκε από το δωμάτιο, κατέβηκε τις σκάλες και μπήκε στο γραφείο του. Η αξιολύπητη απομίμηση επιστολής παρέμενε εκεί που την είχε αφήσει. Την τσαλάκωσε, την πέταξε στα σκουπίδια και ξεκίνησε μια καινούρια. Έπρεπε να γράψει προσεκτικά την πρόσκληση για τον κόμη του Γουίγκμορ. Την έβαλε σε έναν βελουτέ φάκελο με το έμβλημα της λέσχης Ντότζερ. Έπειτα τη σφράγισε με βουλοκέρι. Την έδωσε στον νεαρό υπηρέτη. «Θέλω να την παραδώσεις προσωπικά στον κόμη του Γουίγκμορ, σε κανέναν άλλον. Μόνο σ’ αυτόν. Αν δεν είναι εκεί, θέλω να περιμένεις μέχρι να ανακαλύψεις αν επέστρεψε ποτέ από το Λονδίνο». «Μάλιστα, κύριε». Πήρε το μικρό σημειωματάριο από την τσέπη του, βρήκε τη διεύθυνση του κόμη και την έδωσε στον Γκρέγκορι. «Δεν θα πεις σε κανέναν ότι σου ζήτησα να το κάνεις ούτε θα αποκαλύψεις τις επιπλέον πληροφορίες


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

113

που ψάχνω». «Μάλιστα». Δεν χρειαζόταν να θυμίσει στον υπηρέτη ότι η θέση του εξαρτιόταν από τη διακριτικότητά του. Ο Ντρέικ είχε τη δύναμη να προσλαμβάνει, να απολύει και να δίνει προαγωγές. Τον υπάκουαν χωρίς δεύτερη κουβέντα από την εποχή που είχε αναλάβει τα ηνία της λέσχης από τον Τζακ Ντότζερ. Έπειτα έπιασε μερικά κέρματα από το χρηματοκιβώτιο και τα έριξε στην παλάμη του Γκρέγκορι. «Για το ταξίδι. Ό,τι περισσέψει, δικό σου». Με βάση το ποσό που του έδωσε, θα περίσσευαν αρκετά. «Πάρε ένα άλογο. Δεδομένης της απόστασης, περιμένω να έχω νέα σου αύριο το απόγευμα». «Μάλιστα». «Να προσέχεις». Ο άντρας κούνησε το κεφάλι καταφατικά και έφυγε. Λίγο αργότερα, έφυγε και ο Ντρέικ. Δεν συνήθιζε να λέει ψέματα στους φίλους του, αλλά απόψε τα κέρδη της λέσχης ήταν το τελευταίο πράγμα που είχε στον νου του. Πρώτα απ’ όλα ήθελε να λύσει το μυστήριο της λαίδης Οφίλια Λάιτλτον.


114

LORRAINE HEATH

Κεφάλαιο 10

Ήταν δύο και μισή όταν ξεκλείδωσε την πόρτα, πέρασε το κατώφλι του σπιτιού και στάθηκε. Κάτι ήταν διαφορετικό. Ίσως έφταιγε που σπάνια βρισκόταν εκεί εκείνη την ώρα, με εξαίρεση τη χτεσινή νύχτα. Ακόμα και την ώρα που το σκεφτόταν, όμως, ήξερε ότι είναι κάτι παραπάνω. Το ένιωθε διαφορετικό. Δεν έμοιαζε τόσο άδειο. Μια λάμπα παρέμενε αναμμένη στη βάση της σκάλας, σαν να είχε σκεφτεί –ή ίσως να είχε ελπίσει– ότι θα γύριζε νωρίς. Δεν το είχε σχεδιάσει. Είχε πάει στη Σκότλαντ Γιάρντ για να δει αν είχε γίνει κάποιος φόνος το προηγούμενο βράδυ. Είχε μιλήσει με τον σερ Τζέιμς Σουίντλερ, έναν φίλο της οικογένειας, που δεν θα ζητούσε εξηγήσεις από τον Ντρέικ για την αλλόκοτη περιέργειά του. Ο επιθεωρητής επιβεβαίωσε, δυστυχώς, ότι είχαν γίνει κάποιοι φόνοι, αλλά όλα τα θύματα είχαν αναγνωριστεί. Κανένα από αυτά δεν ήταν ο κόμης του Γουίγκμορ. Ο Ντρέικ είχε πάει και στην ιατροδικαστική υπηρεσία. Δεν υπήρχε κανένα πτώμα στα αζήτητα. Αυτό δεν σήμαινε τίποτα, όμως. Η επίθεση μπορεί να είχε γίνει κάπου αλλού, μπορεί να την είχε αναλάβει κάποιο άλλο αστυνομικό τμήμα, άλλοι ιατροδικαστές. Η επίθεση μπορεί να είχε γίνει και το θύμα να μην είχε εντοπιστεί


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

115

ακόμα. Ίσως δεν ήταν καν επίθεση. Απλώς ένα ατύχημα. Ένας απρόσεκτος οδηγός που έχασε τον έλεγχο των αλόγων του, μια άμαξα που έπεσε από κάποια γέφυρα. Ένα σπασμένο καρφί που την έκανε να βγει από τον δρόμο και να πέσει στο ποτάμι. Υπήρχαν εκατοντάδες πιθανότητες. Μόνο κάποιος με το δικό του παρελθόν θα κατέληγε αμέσως στο συμπέρασμα της δόλιας ενέργειας. Από τη στιγμή που η Φράνι Ντάρλινγκ τον είχε πάρει από τους δρόμους, είχε σωθεί, αλλά οι εικόνες του πόνου και ο φόβος είχαν ήδη χαραχτεί στη συνείδησή του. Τα τρυφερά χέρια και τα ευγενικά χαμόγελα δεν μπορούσαν να σβήσουν όσα είχε βιώσει, δεν μπορούσαν να αποτρέψουν τους εφιάλτες να εμφανίζονται κατά διαστήματα. Ήταν ανόητος που δεν είπε στον Σόμερντεϊλ για την αδερφή του, που δεν την επέστρεψε στο σπίτι της. Παρ’ όλα αυτά, έπιασε τη λάμπα και ανέβηκε τη σκάλα για να πάει να δει τι κάνει, σίγουρος ότι θα την έβρισκε να κοιμάται. Στο κρεβάτι του οπωσδήποτε. Η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον αποκλείεται να κοιμόταν σε ένα ράντζο. Φαντάστηκε να τη σηκώνει από τον ύπνο και να τη στέλνει στο δωμάτιό της. Η ικανοποίηση, η χαρά να τη βάζει στη θέση της μετριάστηκε από την ανησυχία στο πίσω μέρος του μυαλού του. Δεν του άρεσε που δεν ήξερε τι της είχε συμβεί. Αν ο Σόμερντεϊλ έλεγε την αλήθεια –αν δεν την έλεγε– όπως και να ’χει, πρέπει να συνέβαινε κάτι πολύ παράξενο. Φτάνοντας στην κορυφή της σκάλας, άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου του και ξαφνιάστηκε που βρήκε το κρεβάτι άδειο, αλλά δεν ξαφνιάστηκε καθόλου που το βρήκε άστρωτο· οι στάχτες από τη φωτιά της χτεσινής νύχτας ήταν ακόμα ένας σωρός στο τζάκι. Είχε άραγε επιστρέψει η μνήμη της; Είχε προσπαθήσει να γυρίσει στο σπίτι; Προχώρησε στον διάδρομο μέχρι τη γωνία και άνοιξε την πόρτα του δωματίου της.


116

LORRAINE HEATH

Ήταν εκεί, κουλουριασμένη στο ράντζο, με μια αναμμένη λάμπα στο πάτωμα. Η ανακούφιση που ένιωσε ήταν ανεπιθύμητη και ανησυχητική. Υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να τον απασχολεί η ευημερία της, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο τον απασχολούσε. Ήταν, όμως, ασφαλής και δεν έτρεχε στους δρόμους του Λονδίνου. Έπρεπε να φύγει. Να γυρίσει στη λέσχη και να ασχοληθεί με τα κέρδη του. Αντίθετα, την πλησίασε αθόρυβα, και μόνο όταν πήγε πολύ κοντά συνειδητοποίησε ότι έτρεμε σαν να την είχε μόλις βγάλει από το ποτάμι. Φορούσε πάλι ένα από τα πουκάμισά του, με το ύφασμα να φτάνει λίγο πιο πάνω από τα γόνατά της. Τα μάτια της ήταν ερμητικά κλειστά. Η ανάσα της ήταν κοφτή, σαν να της έλειπε ο αέρας. Τα χέρια της ήταν σταυρωμένα στο στήθος και οι παλάμες της είχαν σχηματίσει δυο σφιχτές γροθιές. «Φι;» Ακούμπησε απαλά τον ώμο της και εκείνη τινάχτηκε, κουνώντας τα χέρια της σαν τρελή. «Όχι, όχι! Μη μ’ αγγίζεις! Μη!» Πρώτα ακούστηκε μια φωνή, έπειτα ένα κλαψούρισμα και μια κραυγή, και μετά κουλουριάστηκε ακόμα περισσότερο. Θυμήθηκε τα χτεσινά της λόγια, που είχε υποθέσει ότι απευθύνονταν σ’ αυτόν. Ίσως απευθύνονταν σε κάποιον άλλον. Σε κάποιον που της επιτέθηκε. Μπορεί να είχαν πέσει θύματα ληστείας. Μπορούσε να τη φανταστεί να σηκώνει τη μυτούλα της στον αέρα και να τους ενημερώνει ότι η συμπεριφορά τους ήταν ανάρμοστη και απαράδεκτη. Συνέχισε να τρέμει. Δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά της. Ιδρώτας είχε μουσκέψει τον λαιμό της. Ήταν περιορισμένη σ’ εκείνο το φρικτό, άβολο ράντζο. Τι διάβολο τον είχε πιάσει και σκέφτηκε ότι θα είχε πλάκα να την αναγκάσει να κοιμηθεί εκεί, ενώ ένα υπέροχο κρεβάτι παρέμενε αχρησιμοποίητο στο δωμάτιό του κάθε βράδυ; Κάθε σκέψη που είχε για μαθήματα εκδίκησης χάθηκε. Το μόνο που ήθελε ήταν να νιώσει ασφαλής. Να είναι


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

117

ασφαλής. «Φι;» Η φωνή του ακούστηκε ήρεμη, ευγενική, το ύφος του ήταν αυτό που χρησιμοποιούσε στα νευρικά άλογα. Πάντα είχε τον τρόπο του με τα μεγαλόσωμα ζώα, κάποτε, μάλιστα, είχε σκεφτεί να γίνει σταβλίτης, αλλά ήταν ο προστατευόμενος ενός δούκα και μιας δούκισσας που είχαν σπουδαιότερα σχέδια γι’ αυτόν. Λύγισε τα γόνατά του και πέρασε τα χέρια του κάτω από το σώμα της. «Σσσς», ψιθύρισε, όταν εκείνη κλαψούρισε ξανά. «Όλα θα πάνε καλά. Δεν θα επιτρέψω να σου συμβεί τίποτα». Όταν τη σήκωσε και την ακούμπησε στην αγκαλιά του, συνειδητοποίησε ότι τα γυμνά της πόδια χάρισαν στο μπράτσο του την υπέροχη αίσθηση του μεταξένιου δέρματός της. Ήταν εντελώς ανάρμοστο να σκέφτεται το δέρμα της, τη σάρκα της να αγγίζει τη δική του. Με τα δάχτυλά της σφιγμένα στο πουκάμισο που φορούσε, έβαλε το κεφάλι της στην κοιλότητα που σχημάτιζε ο ώμος του. Η ανάσα της έγινε πιο αργή, σαν να ρουφούσε μεγάλη ποσότητα αέρα, σαν να της άρεσε κάποιο άρωμα. Το δικό του. Γελοιότητες. Τι είχε πάθει και έκανε τόσο παράλογες σκέψεις; Απλώς απολάμβανε τη θέρμη του κορμιού του, νιώθοντας σαν να την είχε κλείσει μέσα σε ένα ασφαλές κουκούλι. Δε θα πάθαινε τίποτα κακό όσο ήταν κοντά της. Πρέπει να το είχε νιώσει με κάποιον τρόπο. Αυτό θα έπρεπε να τον κάνει να νιώθει καλύτερα, αλλά δεν τον έκανε. Τη μετέφερε στο δωμάτιό του και την ακούμπησε απαλά στο κρεβάτι, βάζοντάς τα με τον εαυτό του που είχε προσέξει πως το πουκάμισό του της είχε ανέβει μέχρι τους μηρούς. Παρά το χαμηλό της ύψος, είχε μακριά λεπτά πόδια και τους πιο κομψούς αστραγάλους που είχε δει ποτέ. Σχεδόν μπήκε στον πειρασμό να τους φιλήσει. Αντίθετα, τη σκέπασε με την κουβέρτα, έκπληκτος που δεν ξύπνησε. Προφανώς κοιμόταν πολύ βαθιά, ακόμα κι όταν έβλεπε εφιάλτες.


118

LORRAINE HEATH

Πήγε στο τζάκι, έσκυψε, και έκανε ό,τι έπρεπε να είχε κάνει εκείνη νωρίτερα: σκούπισε τις στάχτες, ίσιωσε τα κάρβουνα και τα ξύλα. Έπειτα πήρε ένα σπίρτο, άναψε τη φωτιά και έμεινε να την κοιτάζει μέχρι να δυναμώσει. Άκουσε έναν πνιγμένο λυγμό. Να πάρει. Σηκώθηκε και γύρισε στο κρεβάτι. Ήταν πάλι ανήσυχη, κουνούσε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά, μουρμούριζε να την αφήσουν ήσυχη, αλλά δεν του φάνηκε και πολύ πιθανό ότι θα ηρεμούσε εκείνο το βράδυ. Έσκυψε και ακούμπησε τα δάχτυλά του στο μάγουλό της. «Φι;» Πήρε μια βαθιά ανάσα, δύο. «Γύρισες». «Ναι». Τα μάτια της άνοιξαν και στα χείλη της σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο. «Έδιωξες το τέρας. Εσύ και ο δράκος σου». Ένιωσε σαν να του είχε ρίξει μια γροθιά στο στομάχι. Τα λόγια της, το χαμόγελό της. Δεν του είχε χαμογελάσει ποτέ έτσι, ούτε μπορούσε να θυμηθεί να έχει χαμογελάσει έτσι σε κανέναν άλλον. Κι όμως ήταν ειλικρινές. Δεν ήταν ψεύτικο. Δεν ήταν προσποιητό. Δεν έπαιζε κάποιο ρόλο. «Ποιο τέρας;» τη ρώτησε. «Δεν ξέρω. Δεν μπορούσα να τον δω καθαρά. Ίσως θα έπρεπε να ζωγραφίσω κι εγώ έναν δράκο στην πλάτη μου». Φαντάστηκε έναν δράκο να πετά πάνω στη λεπτή της πλάτη, τι θα έπρεπε να υπομείνει για να τον αποκτήσει. «Είναι πολύ επώδυνη διαδικασία. Μόλις ξεκινήσεις, δεν μπορείς να σταματήσεις. Τι νόημα έχει μόνο ένα κομμάτι του δράκου;» «Μάλλον έχεις δίκιο». Έσφιξε τα χείλη και έπειτα δάγκωσε το κάτω μέρος τους. Η κίνηση αυτή χτύπησε κατευθείαν στο υπογάστριό του. Ήταν οι σκιές, το πουκάμισό του πάνω στο δέρμα της, εκείνη στο κρεβάτι του. «Έχω τόσες απορίες», είπε, τραβώντας του την


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

119

προσοχή από τις επικίνδυνες σκέψεις του. «Θα τις απαντήσουμε το πρωί. Πρέπει να κοιμηθείς τώρα». «Δεν καταλαβαίνω τα ρούχα μου». «Σου μιλούν;» Χαμογέλασε ελαφρά. «Όχι, αλλά είναι λάθος. Δεν έχω νυχτικιά». «Θα τα συζητήσουμε όλα αργότερα, αφού ξεκουραστείς». Καθυστερούσε το αναπόφευκτο, αλλά δεν ήθελε να χάσει τον τρόπο με τον οποίο τον κοίταζε, σαν να τον είχε αποδεχτεί, σαν να τον εμπιστευόταν. Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν μου αρέσει να κοιμάμαι». «Έβλεπες εφιάλτη. Κανείς δεν θα σου κάνει κακό. Θα σε προσέχω εγώ». «Τίποτα απ’ όλα αυτά ούτε η παρουσία μου εδώ δεν έχουν νόημα». «Θα έχει πολύ σύντομα. Είμαι σίγουρος». Τον παρακολουθούσε να προσπαθεί να πει την αλήθεια, αλλά δεν έλεγε ψέματα. Θα της τα έλεγε όλα το επόμενο απόγευμα, αφού επέστρεφε ο Γκρέγκορι. Στο μεταξύ, θα του έτριβε ακόμα μια φορά την πλάτη. «Κρυώνω τόσο πολύ», είπε απαλά. «Σαν να είμαι παγωμένη παντού». Δεν μπορούσε να δυναμώσει κι άλλο τη φωτιά και δεν είχε άλλες κουβέρτες, να πάρει η ευχή. Θα μπορούσε να τη σκεπάσει και με άλλα ρούχα. Ή θα μπορούσε να τη ζεστάνει με κάποιον άλλον τρόπο. «Μη φοβηθείς, αλλά θα ξαπλώσω πάνω από τις κουβέρτες και θα σε πάρω αγκαλιά. Εντάξει; Μπορώ να σε ζεστάνω έτσι». Έγνεψε καταφατικά. Έβγαλε το σακάκι του και το άπλωσε πάνω στα πόδια της. Έπειτα έβγαλε τις μπότες του. Για να μην την ενοχλήσουν τα κουμπιά, άφησε το γιλέκο του στην καρέκλα. Προκειμένου να είναι πιο άνετα, έλυσε τη γραβάτα του και την άφησε στο πλάι. Έπειτα ανέβηκε στο κρεβάτι και ξάπλωσε πλάι της. Χώθηκε στην κοιλότητα του ώμου του σαν να ανήκε εκεί, με το χέρι της


120

LORRAINE HEATH

ακουμπισμένο στο στήθος του. Τύλιξε το χέρι του γύρω της, την τράβηξε πιο κοντά. Με το ελεύθερο χέρι του, έτριψε την πλάτη της μέχρι τη μέση, μέχρι το σημείο που είχαν μαζευτεί οι κουβέρτες. Δεν ήθελε να σκεφτεί πόσο κοντά μπορεί να ήταν το χέρι του στη γυμνή σάρκα των μηρών της. «Δεν μπορώ να αποφασίσω αν με συμπαθείς», είπε τόσο απαλά, που παραλίγο να μην την ακούσει. «Άλλοτε δείχνεις να νοιάζεσαι για μένα, όπως τώρα, κι άλλες φορές δεν έχεις καμία υπομονή μαζί μου». «Απλώς δεν γνωριζόμαστε και τόσο καλά υποθέτω». «Τότε πες μου μια ιστορία». Μια ιστορία. Ναι, μάλλον μπορούσε να το κάνει αυτό. Είχε πει πολλές στην Γκρέις όταν ήταν μικρή. «Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένας τσαγκάρης και η γυναίκα του…» Γελώντας με εκείνον τον γλυκό ήχο που μόλις είχε ανακαλύψει, σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. «Είσαι έτοιμος να μου διηγηθείς την ιστορία του τσαγκάρη και των ξωτικών». «Την ξέρεις;» Τον κοίταξε έντονα. Το είχε κάνει πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά όχι έτσι. Τον πείραζε, διασκέδαζε. Τον έκανε να θέλει να βυθίσει τα χέρια του στα μαλλιά της και να της δώσει ένα φιλί που θα τη ζέσταινε, θα έκαιγε την ψυχή της. Τον αναστάτωνε η σκέψη ότι μπορεί να ήταν πολύ διαφορετική απ’ αυτό που νόμιζε τόσο καιρό. «Φυσικά και ξέρω την ιστορία. Δεν θέλω να μου πεις ένα παραμύθι, χαζούλη. Θέλω να μοιραστείς κάτι δικό σου. Να μου πεις μια ιστορία για σένα». Χαζούλη; Δεν ήταν καθόλου χαζούλης. Σκέφτηκε να την μαλώσει ως εργοδότης προς τον εργαζόμενο, αλλά δεν ήθελε να χάσει αυτή τη στιγμή. Δεν είχε ιδέα για ποιο λόγο ήθελε να το συνεχίσει. Να μοιραστεί κάτι μαζί της. Είχε περάσει τη ζωή του υψώνοντας ένα τείχος, πίσω από το οποίο ελάχιστοι μόνο μπορούσαν να ρίξουν μια ματιά, αλλά κανείς δεν μπορούσε να δει τα πάντα. Κρατούσε


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

121

πράγματα κρυφά ακόμα και από τους Μάμπρι. Δεν πίστευε ότι θα μπορούσε κανείς να τον αποδεχτεί ακριβώς όπως ήταν. Μπορούσε να της δώσει κάτι για να το χρησιμοποιήσει εναντίον του και έτσι έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικός με αυτά που θα μοιραζόταν. Ξάπλωσε πάλι, χώνοντας το κεφάλι της στην κοιλότητα του ώμου του, μέχρι που ταίριαξε άψογα. «Ζεστάθηκες κάπως;» τη ρώτησε. «Ναι, αλλά περιμένω ακόμα την ιστορία. Πες μου κάτι από την παιδική σου ηλικία». Οι ιστορίες αυτές θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τους Αδερφούς Γκριμ. «Όπως ανέφερα και προηγουμένως, η ζωή μου ξεκίνησε στους δρόμους. Επιβίωσα χάρη στο μυαλό μου, στην πονηριά και στην ταχύτητά μου. Μου έλειπε, όμως, το φαγητό, τα ρούχα, η ζεστασιά. Θυμάμαι την πρώτη φορά που έφαγα μέχρι να χορτάσω. Ήμουν οκτώ τότε. Κρεατόπιτες. Και έπειτα τις έβγαλα όλες». «Ίου. Καλύτερα να άκουγα την ιστορία του τσαγκάρη». «Ήμουν σίγουρος». Δεν μίλησε για πολλή ώρα. Σκέφτηκε πως ίσως την έπαιρνε ο ύπνος. Και έπειτα είπε: «Δεν μπορώ να φανταστώ ότι η ζωή μου είναι πολύ χαρούμενη. Δεν νιώθω καμία χαρά που βρίσκομαι εδώ». Μια φρικτή σκέψη πέρασε από το μυαλό του. Μήπως είχε πηδήσει επίτηδες στο ποτάμι για να κάνει κακό στον εαυτό της; Μήπως το φιλί του την είχε αηδιάσει τόσο – όχι, η βουτιά στο ποτάμι δεν είχε καμία σχέση μαζί του. Ούτε ήθελε να κάνει κακό στον εαυτό της. Αν ήξερε κάτι γι’ αυτήν, ήταν ότι είχε τόσο μεγάλη ιδέα για το άτομό της που αρνιόταν σχεδόν την ύπαρξη των άλλων ανθρώπων. Η απώλεια της μνήμης της απλώς την είχε αποσυντονίσει. «Είσαι πολύ περήφανη για τη θέση σου», της είπε. Αλήθεια, παρότι αναφερόταν στη θέση της στην αριστοκρατία. «Αλήθεια;»


122

LORRAINE HEATH

«Ναι. Είσαι πολύ ικανή στα καθήκοντά σου. Τα εκτελείς με φοβερή επιμέλεια. Αποτελείς παράδειγμα προς μίμηση για τους άλλους». Και πάλι, ήταν όλα αλήθεια, αν και δεν το είχε σκεφτεί ποτέ. Ήταν αλήθεια, όμως, ακόμα και χωρίς να το αναγνωρίζει εκείνος. «Αυτά είναι κομμάτια από τις συστατικές επιστολές μου;» «Απλώς κάποιες δικές μου παρατηρήσεις». «Έφερες τις επιστολές;» «Μάλλον έχουν παραπέσει κάπου, αλλά θα τις βρω». «Γιατί γύρισες νωρίς;» «Γιατί… ανησυχούσα για σένα». Γιατί τον τρέλαινε περισσότερο τώρα που δεν θυμόταν τίποτα, παρά όταν θυμόταν τα πάντα. «Ζεστάθηκα τώρα», είπε. «Δεν τρέμω πια». Υπέθεσε πως αυτό ήταν ένα μήνυμα για να την αφήσει. Θα έπρεπε να νιώθει τεράστια ανακούφιση. Αντίθετα, συνειδητοποίησε πως του άρεσε να την κρατάει, να μυρίζει το μοναδικό της άρωμα, να της μιλάει χαμηλόφωνα –ακόμα και για ασήμαντα πράγματα– ενώ γύρω τους χόρευαν οι σκιές. Ενοχλώντας την όσο λιγότερο μπορούσε, σηκώθηκε από το κρεβάτι. Με το κεφάλι της στο μαξιλάρι, έβαλε το χέρι της κάτω από το μάγουλό της και τον κοίταξε. «Μου αρέσει περισσότερο αυτό το κρεβάτι. Είναι πιο άνετο». «Μπορείς να το χρησιμοποιείς όταν δεν είμαι εδώ». «Είσαι εδώ τώρα». «Ναι, αλλά δεν θα κοιμηθώ». Στάθηκε εκεί μέχρι να βεβαιωθεί ότι αποκοιμήθηκε. Έπειτα τράβηξε την καρέκλα, κάθισε και άρχισε την αγρυπνία του. Μόνο γιατί ήταν φίλη της Γκρέις, και η αδερφή του δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ αν της συνέβαινε κάτι κακό. Γι’ αυτό παρέμεινε και όχι γιατί τον είχε αφήσει να αντικρίσει μια πλευρά του εαυτού της που δεν είχε ξαναδεί.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

123

Ξύπνησε σαστισμένη σε σεντόνια που δεν ήταν τόσο απαλά όσο αυτά που είχε συνηθίσει. Το μαξιλάρι ήταν πιο σκληρό, το ίδιο και το στρώμα. Προσπάθησε να πιαστεί απ’ ό,τι θυμόταν, αλλά ήταν σαν να προσπαθούσε να πιάσει την ομίχλη κι εκείνη γλιστρούσε ανάμεσα στα δάχτυλά της. Όλα γλιστρούσαν, κάθε σκέψη της, και παρ’ όλα αυτά… Ο άντρας αυτός της φαινόταν οικείος. Η μυρωδιά του, η δύναμη των χεριών του. Καθόταν σε μία από εκείνες τις φρικτά σκληρές καρέκλες, με το κεφάλι του στο πλάι, τα μάτια του κλειστά, τις μακριές του βλεφαρίδες να ξεκουράζονται πάνω στα έντονα ζυγωματικά του. Τα πόδια του ήταν λυγισμένα, σταυρωμένα στους αστραγάλους, τα χέρια του δεμένα στο στήθος. Εντυπωσιάστηκε που δεν είχε πέσει στο πάτωμα. Ο λαιμός του σίγουρα θα πονούσε όταν θα ξυπνούσε. Θα του έκανε μασάζ όταν θα του έπλενε την πλάτη. Γιατί δεν είχε φύγει, γιατί την πρόσεχε όπως είχε υποσχεθεί. Κανονικά δεν θα είχε γυρίσει πριν το ξημέρωμα, και παρ’ όλα αυτά είχε έρθει χτες το βράδυ, τη στιγμή που τον χρειαζόταν. Σαν να ήταν πάντα εκεί για να τη σώσει: όταν πνιγόταν, όταν κρύωνε και φοβόταν, όταν τα όνειρά της την τρομοκρατούσαν. Πόσες φορές ακόμα ήταν άραγε εκεί; Πόσες φορές μπορεί να την είχε παρηγορήσει και να είχε διώξει μακριά τους φόβους της; Άνοιξε τα μάτια του και έπιασε τον εαυτό της να χάνεται μέσα στα σκοτεινά τους βάθη. Ήταν τόσο μαύρα που θα έπρεπε να την τρομάζουν. Πιο μαύρα από τα μαλλιά του, πιο μαύρα από τη σκιά στο πιγούνι του. Τίποτα πάνω του δεν ήταν ανέμελο και χαλαρό. Όλα είχαν μια επικίνδυνη πλευρά, παρ’ όλα αυτά ήξερε πως ήταν ασφαλής μαζί του. Το ήξερε άραγε πάντα ή μήπως κάποτε τον φοβόταν; Δεν είπε τίποτα. Απλώς την κοίταζε σαν να μην ήταν σίγουρος ποια ήταν ή πώς θα αντιδρούσε στην παρουσία


124

LORRAINE HEATH

του. «Ντρέπομαι για το χτεσινοβραδινό θέαμα», είπε. «Δεν θα έπρεπε. Τα τέρατα στα όνειρα μας αναστατώνουν. Θυμάσαι τίποτα άλλο;» Ήταν ξαπλωμένη στο πλάι, με το ένα χέρι κάτω από το μαξιλάρι και το άλλο τυλιγμένο γύρω από τις κουβέρτες. Σκέφτηκε να καθίσει, αλλά κάθε κίνηση μπορούσε να διαλύσει τα μάγια ανάμεσά τους, τα οποία είχαν δημιουργήσει μια οικειότητα που δεν καταλάβαινε. Δεν είχε κουνηθεί ούτε κι εκείνος, σαν να σκεφτόταν ακριβώς το ίδιο. «Ένας άντρας. Προσπαθούσε να μου κάνει κακό και εγώ τον έδιωχνα». «Ποιος ήταν;» «Δεν ξέρω. Ήταν μια σκιά, σκοτεινός, επικίνδυνος, τρομακτικός. Δεν είχε χαρακτηριστικά. Αλλά ήταν από πάνω μου. Πνιγόμουν. Δεν μπορούσα να κουνηθώ, αν και το ήθελα. Απεγνωσμένα. Φώναξα, αλλά κανένας ήχος δεν έβγαινε από το στόμα μου, όσο κι αν προσπαθούσα, και έτσι δεν με άκουγε κανείς. Είχα τρομοκρατηθεί μήπως αυτή τη φορά τα κατάφερνε». «Αυτή τη φορά;» Ένιωσε την ανησυχία του, λες και όλο του το σώμα είχε ξυπνήσει ξαφνικά. Έτριψε το φρύδι της. «Πρέπει να έχω ξαναδεί το ίδιο όνειρο. Είχε κάτι γνώριμο. Ή απλώς ήταν κομμάτι του ονείρου, να νιώθω ότι μου έχει ξανασυμβεί. Ίσως ήταν ένα όνειρο μέσα στο όνειρο». «Θέλω να μου πεις αν θυμάσαι κάτι άλλο γι’ αυτόν, για τον άντρα που σου επιτέθηκε». Δεν μπορούσε παρά να χαμογελάσει. «Εξολοθρεύεις και τα όνειρα τώρα;» Την κοίταζε σαν να μην την είχε ξαναδεί ποτέ. Ανοιγόκλεισε τα μάτια, κοίταξε τα γυμνά του πόδια. Το πουκάμισό του ήταν όπως κι εχτές, ξεκούμπωτο. Τώρα, όμως, ήξερε τους μυς που έκρυβε, το μελάνι που υπήρχε κάτω από την επιφάνεια.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

125

Τελικά ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. «Εγώ όχι, αλλά ο δράκος στην πλάτη μου ναι». «Γι’ αυτό τον έκανες; Είχες κι εσύ εφιάλτες;» Την παρατηρούσε προσεκτικά πάλι και σκέφτηκε ότι μπορεί να μην της απαντούσε. Κι όμως, ήθελε τόσο πολύ να της απαντήσει. Ήθελε να μάθει τα πάντα γι’ αυτόν, όλα όσα είχε ξεχάσει. Ενώ καταλάβαινε –αν και δεν μπορούσε να αποδεχτεί– ότι ήταν στη δούλεψή του, δεν γινόταν παρά να πιστέψει ότι υπήρχε κάτι περισσότερο ανάμεσά τους. Είχαν ένα παρελθόν. Ήταν σίγουρη γι’ αυτό, γιατί για ποιον άλλο λόγο να μην ένιωθε ανησυχία που ήταν στο κρεβάτι του, με το λινό του πουκάμισο τραβηγμένο στους μηρούς της, τα πόδια της γυμνά ενώ εκείνος καθόταν απέναντί της, απόλυτα άνετος με τα μισά του ρούχα να λείπουν; Δεν ήταν απλώς ότι του είχε πλύνει την πλάτη. Μπορεί αυτό να είχε δημιουργήσει μια εντυπωσιακή οικειότητα, ήξερε πως δεν ήταν κάτι ξένο γι’ αυτούς. Παρά την έλλειψη ρούχων, τα γυμνά της πόδια, τα γυμνά του πέλματα, δεν θα ξάπλωνε ξαφνικά στο κρεβάτι, δεν θα την εκμεταλλευόταν. Ήταν σίγουρη γι’ αυτό, αλλά πώς στο καλό το ήξερε; Ήταν πολύ ενοχλητικό να ξέρει μόνο μερικά πράγματα γι’ αυτόν, ενώ ήθελε να τα ξέρει όλα. Έλυσε τα χέρια του, έσκυψε μπροστά, ακούμπησε τους αγκώνες στους μηρούς του και την κοίταξε. «Όσο ζούσα στους δρόμους, είδα φρικτά πράγματα που μερικές φορές έρχονται στα όνειρά μου. Όταν ήμουν μικρότερος, είχα τη μάλλον αφελή ιδέα ότι ο δράκος θα μπορούσε να τα διώξει». Τα χείλη του σχημάτισαν ένα υποτιμητικό για τον εαυτό του χαμόγελο, που έκανε το στήθος της να σφιχτεί. «Κατέληξα, όμως, τελικά πως μόνο εμείς μπορούμε να επιβληθούμε στους δαίμονές μας». «Εσύ επιβλήθηκες στους δικούς σου;» «Όχι ικανοποιητικά». «Δεν είμαστε και οι πιο σκληροί κριτές του εαυτού μας;»


126

LORRAINE HEATH

«Ίσως». «Πάντα θέλουμε κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που έχουμε». Συνοφρυώθηκε. «Γιατί νομίζω – όχι, γιατί το ξέρω με βεβαιότητα; Ήθελα κάτι διαφορετικό, αλλά τι ήθελα;» Δεν είπε τίποτα, μόνο την κοίταξε σαν να είχε τη δύναμη να τραβήξει τις αναμνήσεις, την αλήθεια από μέσα της. Εμπιστευόταν εκείνα τα μάτια, τα βάθη τους, την ειλικρίνειά τους. Δεν ήταν ένας άντρας που κορόιδευε, που γελοιοποιούσε. «Πιστεύω ότι ίσως ξετύλιξα το μυστήριο των ρούχων μου», είπε. Μια σκιά φάνηκε στο πρόσωπό του. «Ναι;» Δεν ήξερε αν αντιδρούσε στην ξαφνική αλλαγή θέματος ή αν πραγματικά ενδιαφερόταν για την απάντηση. «Πρέπει να τα μάζεψα όλα σε μια βαλίτσα εκείνο το βράδυ, όλα εκτός από τα πιο φρικτά κομμάτια. Πρέπει να την έχασα στο ποτάμι. Γι’ αυτό δεν έχω ποδιά ή νυχτικιά. Δεν ξέρω, όμως, γιατί δεν άφησα πίσω μου την ποδιά, αφού νομίζω ότι προσπαθούσα να απαλλαγώ από τη ζωή μου. Δεν θεωρώ ότι έχει καμία αξία». «Η ζωή μιας υπηρέτριας;» ρώτησε, σαν να μιλούσε ίσως για κάτι άλλο. «Ναι. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα ξυπνάω κάθε πρωί ξέροντας ότι η μέρα μου θα είναι τόσο ασήμαντη, ότι θα ασχολούμαι μόνο με τη σκόνη και τη βρομιά». «Η αξία της είναι στον μισθό της, νιώθεις ικανοποίηση όταν την κάνεις καλά. Φροντίζεις ώστε ένα σπίτι να είναι ευχάριστο μέρος για να ζει κανείς. Η οικογένεια με την οποία ζούσα ήταν πλούσια. Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να τρώνε. Θα μπορούσαν να ετοιμάζουν μόνοι τους το φαγητό τους. Αντίθετα, όμως, προσέλαβαν κάποιον για να το κάνει. Όσο ο άνθρωπος αυτός μαγείρευε, εκείνοι ασκούσαν το φιλανθρωπικό τους έργο. Ο μάγειρας, ενώ τους ετοίμαζε το φαγητό τους, τους εξασφάλιζε τον απαραίτητο χρόνο για να κάνουν τις καλές τους πράξεις.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

127

Όλα συνδέονται, όλα έχουν αξία. Αν δεν το βλέπεις, απλώς δεν κοιτάζεις σωστά». Τα λόγια του ήταν γεμάτα πάθος, η φωνή του παλλόταν από την ένταση. «Έχω περάσει πολλές ώρες φροντίζοντας για τη διασκέδαση διάφορων κυρίων», συνέχισε. «Το γεγονός ότι έχω υπηρέτρια σημαίνει ότι δεν μου αποσπούν την προσοχή οι δουλειές του σπιτιού. Μπορώ να συγκεντρωθώ στην αύξηση των εισοδημάτων μου. Περισσότερα έσοδα σημαίνουν ότι μπορώ να προσλάβω κι άλλους υπαλλήλους και άρα να προσφέρω σε περισσότερες οικογένειες. Θα αγοράζουν περισσότερο κρέας για το τραπέζι τους, και έτσι ο κρεοπώλης θα αυξήσει το εισόδημά του. Αγοράζει, λοιπόν, περισσότερο κρέας. Ο αγρότης έχει περισσότερα έσοδα. Θα μπορούσα να συνεχίσω, αλλά νομίζω πως έγινα κατανοητός. Μπορεί να σου φαίνεται μια σταγόνα στον ωκεανό, αλλά προκαλεί έναν κυματισμό που επηρεάζει πολλά άτομα τελικά. Μπορεί να μην το βλέπεις, όμως ακόμα και ο πιο ταπεινός υπηρέτης έχει αξία, έχει σκοπό. Όλοι έχουν μια θέση και κανείς δεν πρέπει να την υποτιμά». Σαν να ντράπηκε ξαφνικά, έκλεισε τα μάτια του, κούνησε το κεφάλι και έσκυψε πίσω. Αναρωτήθηκε αν είχε αντιληφθεί ποτέ όλα τα σημεία που της είχε απαριθμήσει, αν συμφωνούσε μαζί τους. Αν συμφωνούσε, όμως, γιατί ήθελε να το βάλει στα πόδια; Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν ήξερε αν το είχε κάνει. Απλώς έκανε υποθέσεις σχετικά με τα ρούχα της. Ήταν η μόνη εξήγηση που είχε κάποιο νόημα. «Υποθέτω ότι πρέπει να ξεκινήσω μάλλον, έτσι;» ρώτησε. «Θα ετοιμάσω πρωινό όσο ντύνεσαι». Ίσιωσε το ψηλό, γεροδεμένο σώμα του και μια εικόνα του εμφανίστηκε στο μυαλό της, κάνοντας την καρδιά της να χτυπήσει σαν τρελή μέσα στο στήθος της. Ήταν μια ανάρμοστη σκέψη που δεν ταίριαζε με τον άντρα που είχε μπροστά της, τον


128

LORRAINE HEATH

άντρα που ήξερε, αλλά τελικά τον ήξερε πραγματικά; Αναμνήσεις μόνο μιας μέρας δεν ήταν αρκετές για να σχηματίσει μια ολοκληρωμένη εικόνα, παρ’ όλα αυτά εκείνος είχε φανεί υπομονετικός και γεμάτος κατανόηση. Πραγματικά αξιοθαύμαστο, αφού στην ουσία είχε χάσει την υπηρέτριά του. Βγήκε από το δωμάτιο και οι κινήσεις του δεν ήταν ούτε συγκρατημένες ούτε επίσημες, αλλά χαλαρές. Ήταν στο στοιχείο του εδώ, παρότι υπέθετε πως ήταν παντού στο στοιχείο του. Η αυτοπεποίθηση ήταν δεύτερη φύση του. Πέταξε τις κουβέρτες και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Ήταν ενοχλητικό να ξέρει περισσότερα από εκείνη, αλλά παράλληλα ήταν και καθησυχαστικό να σκέφτεται ότι την εκτιμούσε, ότι μπορούσε να ελαφρύνει το βάρος που κουβαλούσε. Την ώρα που ο Ντρέικ κοπανούσε τα τηγάνια στην κουζίνα, έβριζε τον εαυτό του διερωτώμενος τι τον είχε πιάσει και είχε πει αυτές τις ανοησίες για την αξία και τον σκοπό. Τα πίστευε φυσικά. Ήταν εντελώς ακατανόητο, όμως, να αρχίσει το βαρετό του κήρυγμα. Σαν να προσπαθούσε να την επηρεάσει, να την κάνει να καταλάβει πως το βάθρο της παρέμενε στη θέση του μόνο χάρη στη δουλειά των άλλων. Η ειρωνεία ήταν πως δεν γνώριζε ότι είχε ανεβάσει τον εαυτό της σ’ αυτό το βάθρο. Για να χειροτερέψει τα πράγματα, της ετοίμαζε αβγά σκραμπλ. Είχε μιλήσει στον μάγειρα της λέσχης και είχε πάρει οδηγίες. Δεν ήταν και τόσο δύσκολο να τα φτιάξεις. Τα ανακάτεψε στο τηγάνι, προσθέτοντας βούτυρο και μυρωδικά. Θα έπρεπε, όμως, να μαγειρεύει εκείνη γι’ αυτόν. Αυτό ήταν το σχέδιό του. Να τη βάλει να τον υπηρετεί. Όταν τον κοίταξε, όμως, τόσο αθώα, με τόση εμπιστοσύνη, με το χέρι της κάτω από το μαξιλάρι και τον γιακά του πουκαμίσου του κολλημένο στον λαιμό της,


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

129

κουλουριασμένη στο κρεβάτι του, ένιωσε την ακατανόητη τάση να την προστατεύσει και να τη φροντίσει. Ήξερε πόσο γελοίο ήταν όλο αυτό. Παρ’ όλα αυτά δεν θα τη γύριζε στο σπίτι της, όχι ακόμα, όχι μέχρι να έχει νέα από εκείνον τον άντρα, όχι μέχρι να είναι σίγουρος ότι δεν την οδηγεί στη φωλιά του λιονταριού. Τίποτα δεν είχε νόημα, ειδικά η επιθυμία του να της φτιάξει πρωινό. Δεν θα έπρεπε να της δίνει κάτι άλλο πέρα από νερό και ψωμί, θα έπρεπε να την κάνει να καταλάβει πως δεν είχαν όλοι την πολυτέλεια των αβγών σκραμπλ – των αβγών γενικότερα. «Αβγά σκραμπλ;» Η έκπληξη στη φωνή της τον έκανε να κοιτάξει πίσω του. Έμοιαζε ενθουσιασμένη. Το πρόσωπό της ήταν ακόμα ροδαλό από το πρωινό πλύσιμο. Τα μαλλιά της ήταν τραβηγμένα μπροστά από τον έναν της ώμο. Φορούσε το άλλο φόρεμα που της είχε βρει. Της έπεφτε σαν σακί. Κατέπνιξε τη σκέψη που του έλεγε ότι της άξιζε κάτι καλύτερο, ότι της άξιζαν πρωινά φορέματα που τονίζουν κάθε καμπύλη της. Ότι της άξιζαν ρούχα ραμμένα μόνο για εκείνη. «Μετά τη νύχτα που πέρασες, σκέφτηκα ότι σου αξίζει ένα μικρό δωράκι. Μην το συνηθίσεις, όμως». Άδειασε το τηγάνι πάνω στο φρυγανισμένο ψωμί που είχε ετοιμάσει νωρίτερα και έβαλε το πιάτο στο τραπέζι. «Δεν θα φας μαζί μου;» τον ρώτησε. «Όχι. Θα βγω για να τακτοποιήσω κάποια ζητήματα. Όσο θα λείπω, ελπίζω να ξεκινήσεις να κάνεις τις δουλειές σου». «Είσαι πολύ καταπιεστικός τελικά». Δεν του άρεσε καθόλου που το περιπαικτικό της ύφος τον έκανε να νιώσει άβολα. «Ήμουν ελαστικός λόγω της κατάστασής σου, αλλά να ξέρεις ότι περιμένω να δουλέψεις πραγματικά για να πάρεις το ημερομίσθιό σου». Συνοφρυώθηκε. «Υποθέτω πως αυτό είναι κάπως υποκειμενικό».


130

LORRAINE HEATH

«Η υποκειμενικότητά μου είναι το μόνο που μετράει, μιας και εγώ είμαι αυτός που πληρώνει για τις υπηρεσίες σου. Τώρα, απόλαυσε το φαγητό σου και μετά φρόντισε τα πιάτα». Ανέβηκε τις σκάλες και πήγε στο δωμάτιό του. Φυσικά το κρεβάτι ήταν ακόμα άστρωτο και το μαξιλάρι δεν είχε τιναχτεί, οπότε εξακολουθούσε να φαίνεται το αποτύπωμα του κεφαλιού της. Μπήκε στον πειρασμό να τα τακτοποιήσει όλα, αλλά ήταν δική της δουλειά. Θα το άφηνε πάνω της. Στο μπάνιο βρήκε νερό στη λεκάνη, αλλά καθόλου στην κανάτα, οπότε χρησιμοποίησε το ίδιο που είχε χρησιμοποιήσει κι εκείνη για να πλυθεί. Πήγε να πιάσει τη βούρτσα του, όμως σταμάτησε λίγα εκατοστά νωρίτερα. Μακριές ξανθιές τρίχες ήταν μπλεγμένες ανάμεσα στα δόντια της βούρτσας, ακριβώς όπως και χτες. Αυτή η οικειότητα τον αναστάτωνε. Πέρασε τα δάχτυλά του από τα μαλλιά του και κατέληξε πως αυτό ήταν αρκετό για την ώρα. Έψαξε για καθαρά ρούχα. Δεν ήθελε να πάει απεριποίητος στην Οικία Μάμπρι, δεν ήθελε να δώσει την εντύπωση πως ξαφνικά η ζωή του είχε ανατραπεί.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

131

Κεφάλαιο 11

Την πρώτη φορά που μπήκε στην Οικία Μάμπρι, ήταν μέσα από την καμινάδα. Εκείνο το βράδυ ήταν ο Πίτερ Σάικς. Ο πατέρας του τον είχε ανεβάσει σε ένα δέντρο και εκείνος είχε σκαρφαλώσει σαν μαϊμουδάκι στα κλαδιά μέχρι τη στέγη, τρύπωσε στην καμινάδα και κατέβηκε. Ο δούκας, που ήταν στο σπίτι εκείνη την ώρα, τον είχε πιάσει. Δεν είχε καταφέρει να ξεκλειδώσει την πόρτα για να μπει ο πατέρας του, αλλά είχε απολαύσει ένα σωρό κρεατόπιτες και είχε γνωρίσει τη Φράνι Ντάρλινγκ. Χάρη σ’ αυτήν και στον δούκα η ζωή του είχε πάρει μια απροσδόκητη τροπή. Τώρα έμπαινε με θάρρος από την μπροστινή πόρτα χωρίς να χτυπήσει. Είχε ένα δωμάτιο στο σπίτι, είχε μεγαλώσει μέσα σ’ εκείνους τους τοίχους αλλά και στα υπόλοιπα σπίτια του δούκα. «Κύριε Ντρέικ», είπε ο Μπάτλερ. «Είναι ήδη στην τραπεζαρία για το πρωινό». Διέσχισε τους γνώριμους διαδρόμους και στάθηκε μπροστά σε ένα πορτρέτο του δούκα, της δούκισσας και των παιδιών τους. Ο Ντρέικ στεκόταν στην άκρη, ένα κεφάλι ψηλότερος απ’ όλους τους άλλους. Δεν τον ξεχώριζαν ποτέ από τα αληθινά τους παιδιά, δεν τον είχαν κάνει ποτέ να νιώσει πως δεν ήταν μέλος της οικογένειας.


132

LORRAINE HEATH

Του είχαν χαρίσει ένα σπουδαίο δώρο· το είχε καταλάβει αμέσως. Τον είχαν αγκαλιάσει. Κι όμως, όταν είδε τον εαυτό του στην άκρη του πίνακα, κατάλαβε πως ήταν μαζί τους αλλά κρατούσε τον εαυτό του απομονωμένο. Συνέχισε. Οι πόρτες για την τραπεζαρία ήταν ανοιχτές. Έκανε λίγα μόλις βήματα πέρα από το κατώφλι και η δούκισσα, που είχε σηκωθεί από την καρέκλα της πριν προλάβει κανείς να τη βοηθήσει, έτρεξε να τον αγκαλιάσει. Όσα χρόνια την ήξερε, πάντα χαιρετούσε τα παιδιά της –τα δικά της αλλά και κάθε ορφανό που είχε βρεθεί στον δρόμο της– με μια αγκαλιά. Είτε γύριζαν από το σχολείο είτε από μια βόλτα στο πάρκο. Τον είχε αγκαλιάσει σφιχτά σαν να ήθελε να τον κρατήσει κοντά της για πάντα, αλλά τελικά τον άφησε, όπως πάντα. Τους άφηνε πάντα όλους, παρότι της ήταν πολύ δύσκολο. «Είχα αρχίσει να ανησυχώ», του είπε, με τα γαλάζια μάτια της να εξετάζουν τα χαρακτηριστικά του, πασχίζοντας να καταλάβει αν κάτι δεν πήγαινε καλά. «Απλώς έχω μείνει λίγο πίσω σήμερα». «Ο Ρέξτον είπε ότι έφυγες από τη λέσχη χτες». Κοίταξε πίσω της και είδε τον κληρονόμο των Γκρέιστοουν. «Ήρθα να σε δω μετά το παιχνίδι, αλλά είχες φύγει». «Είχα δουλειές. Τίποτα το ανησυχητικό». «Τότε ετοίμασε το πιάτο σου», επέμεινε η δούκισσα, «και κάθισε μαζί μας στο τραπέζι». Όταν δεν τους αγκάλιαζε, τους τάιζε. Η πείνα δεν της ήταν κάτι άγνωστο, όπως και του ίδιου. Το τραπέζι ήταν γεμάτο με ένα σωρό λιχουδιές. Υπέροχα αρώματα τον περιτριγύριζαν. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως πεινούσε σαν λύκος. Αρνήθηκε να νιώσει ένοχος που είχε αφήσει την Οφίλια μόνο με μερικά αβγά σκραμπλ και ψωμί. Δεν είχε πει ότι ήταν το αγαπημένο της; Δεν είχε νόημα να της προσφέρει ένα σωρό επιλογές, αφού τελικά θα απέρριπτε τις περισσότερες. Εξάλλου, ήξερε πως ό,τι περίσσευε εδώ, θα το έδιναν στους φτωχούς.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

133

Αφού γέμισε το πιάτο του, βολεύτηκε στη συνηθισμένη του θέση πλάι στη δούκισσα, με τον Άντριου απέναντί του. Ο δούκας καθόταν στην κορυφή του τραπεζιού, με τον Ρέξτον στ’ αριστερά του, πλάι στον Ντρέικ. Η καρέκλα πλάι στον δούκα ήταν της Γκρέις. Του φαινόταν πολύ παράξενο να τη βλέπει άδεια. «Είχατε νέα από την Γκρέις και τον Λόβινγκτον;» ρώτησε ο Ντρέικ. «Όχι», απάντησε η δούκισσα, «και αμφιβάλλω αν θα έχουμε νέα τους μέχρι να γυρίσουν σε δεκαπέντε μέρες, πράγμα πολύ φυσιολογικό». «Είναι τόσο αηδιαστικά ερωτευμένοι», είπε ο Άντριου. «Με λίγη τύχη, θα είσαι και εσύ μια μέρα», είπε ο δούκας. «Δεν χρειάζομαι διάδοχο, γι’ αυτό δεν θα παντρευτώ ποτέ. Ο Ντρέικ και εγώ θα είμαστε εργένηδες μέχρι να πεθάνουμε, έτσι δεν είναι Ντρέικ;» είπε ο Άντριου. «Αυτό είναι το σχέδιό μου», παραδέχτηκε. «Το έχουμε ορκιστεί», είπε. Στα είκοσι ένα του ήταν ακόμα πολύ νέος και γεμάτος ζωή. Ο Ντρέικ δεν θυμόταν πότε ένιωθε τόσο νέος. Πάντα οι εμπειρίες του τον έκαναν να αισθάνεται μεγαλύτερος από τα χρόνια του. «Πολύ ανόητος όρκος», είπε η δούκισσα. «Δεν μπορείτε να ελέγξετε τις καρδιές σας». «Η μητέρα σας έχει δίκιο», είπε ο δούκας, χαμογελώντας. «Η αγάπη βρίσκει τον δρόμο της». Στην αρχή, ο Ντρέικ είχε εντυπωσιαστεί από την καλοσύνη που έδειχνε ο δούκας στη γυναίκα του. Δεν της φώναζε ποτέ ούτε είχε σηκώσει πάνω της το χέρι του, δεν είχε προσπαθήσει ποτέ να την τρομάξει. Συζητούσαν κάθε θέμα· η άποψή της ήταν εξίσου σημαντική με τη δική του. Της χάριζε λουλούδια χωρίς λόγο, της έκανε δώρα και περνούσε πολλή ώρα φιλώντας την. Ο Ντρέικ θαύμαζε την τρυφερότητα που γέμιζε τα μάτια της κάθε φορά που έμπαινε ο δούκας στο δωμάτιο, τη γλυκύτητα του γέλιου της. Δεν θυμόταν το γέλιο της μητέρας του. Ήξερε τα


134

LORRAINE HEATH

δάκρυά της, τις ικεσίες της, τις φωνές της. Με την επιρροή του δούκα είχε συνειδητοποιήσει πολύ γρήγορα ότι ο πατέρας του ήταν ένας αγροίκος. Και ότι αυτός ο άντρας φερόταν στη γυναίκα του πολύ καλύτερα απ’ όσο ήθελε να φέρονται στον ίδιο. Ένιωσε τύψεις για την Οφίλια, αλλά τις αγνόησε. Σε αντίθεση με τη δούκισσα, δεν φερόταν ευγενικά στους ανθρώπους, δεν έκανε καλές πράξεις, δεν έβαζε τους άλλους πάνω από τον εαυτό της. Την είχε πιάσει να μειώνει τους υπηρέτες της, ήξερε πως ήταν πολύ εύκολο να δυσαρεστηθεί. Δεν είχε υπομονή και δεν εκτιμούσε τους άλλους. Ενδιαφερόταν μόνο για τις δικές της επιθυμίες, την άνεση και την ευχαρίστησή της. Φώναζε στον ύπνο της. «Πώς πάει η δουλειά στη λέσχη;» ρώτησε η δούκισσα, διακόπτοντας τις σκέψεις του, δόξα τω Θεώ. «Τα κέρδη αυξήθηκαν κατά 10% αυτόν τον μήνα», είπε, τρώγοντας τα αβγά μπένεντικτ στο πιάτο του. «Δέχτηκα ως μέλος και έναν Αμερικανό». «Αμερικανό;» επανέλαβε ο Ρέξτον. «Θεέ μου, το ξέρει ο Ντότζερ;» «Δεν ζήτησα την άδειά του πριν αποφασίσω, αν αυτή είναι η ερώτησή σου», είπε ο Ντρέικ. «Ο Αμερικανός είναι πάμπλουτος, του αρέσει να τζογάρει και θα αυξήσει τα έσοδά μας. Απ’ ό,τι κατάλαβα, πολλοί Αμερικανοί αρχίζουν να περνούν χρόνο στο Λονδίνο, προσπαθώντας να παντρέψουν τις κόρες τους με κάποιον ευγενή». Έριξε μια ματιά στον Ρέξτον. «Ίσως θα παντρευτείς κι εσύ μία. Άκουσα ότι προτιμούν τους δούκες». «Θα περάσουν πολλά χρόνια πριν γίνω δούκας. Εξάλλου, είμαι σίγουρος ότι θα μας έχουν βαρεθεί μέχρι να είμαι έτοιμος να παντρευτώ. Τώρα που το θυμήθηκα, στο μέλλον μην ξανακαλέσεις τον Σόμερντεϊλ στο ιδιωτικό μας τραπέζι. Μας ξετίναξε». Η συζήτηση πέρασε στα ορφανοτροφεία. Ήταν παράξενο να λείπει η Γκρέις, η γνώμη της, τα


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

135

κουτσομπολιά της, τα σχέδια που είχε με τις κυρίες. Ο Ντρέικ δεν είχε συνειδητοποιήσει ποτέ πόσο εξαρτιόταν από όσα έλεγε. Ήταν πολύ λογική και οι πληροφορίες της για τα κοινωνικά ήταν αρκετά ενδιαφέρουσες – τους έλεγε ποιος φλέρταρε ποιον, ποιοι γάμοι ήταν πιθανότερο να γίνουν. Ελάχιστοι πάντως είχαν υποψιαστεί ότι θα παντρευόταν τον δούκα του Λόβινγκτον. Ο άντρας αυτός ήταν ένας αμετανόητος εργένης αλλά και αρκετά σοφός ώστε να ερωτευτεί την Γκρέις. Μετά το πρωινό, ο Ντρέικ έκανε μια βόλτα στον κήπο με τη δούκισσα, η οποία τον κρατούσε αγκαζέ. «Είσαι ευτυχισμένος;» τον ρώτησε. «Ναι, φυσικά». «Φαίνεσαι προβληματισμένος». Σίγουρα θα πρόσεχε ότι η διάθεσή του ήταν κάπως περίεργη. Τα πρόσεχε όλα, αλλά αυτό ήταν χαρακτηριστικό όλων των ληστών. Ήταν το κλειδί για την επιβίωσή τους. «Έχω πολλά στο μυαλό μου». «Τη λαίδη Οφίλια ίσως». Παραλίγο να χάσει την ισορροπία του. «Γιατί το λες αυτό;» Τον κοίταξε πονηρά. «Δεν διέφυγε της προσοχής μου ότι εξαφανιστήκατε σε μία γωνία στη διάρκεια του χορού». Θύμωσε με τον εαυτό του. Ήταν τόσο οργισμένος μαζί της που δεν είχε πάρει καμία προφύλαξη για να διαφυλάξει την τιμή της. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να βρεθεί μπλεγμένος μ’ αυτή τη μέγαιρα. Αν και η γυναίκα που ήταν στο κρεβάτι του χτες το βράδυ… Κούνησε το κεφάλι του. Ήταν το ίδιο πρόσωπο. Έπρεπε να το θυμάται αυτό. «Το πρόσεξε κανένας άλλος;» «Δεν νομίζω. Δεν άκουσα τίποτα». Χρειαζόταν την Γκρέις. Εκείνη θα ήξερε σίγουρα. Το ίδιο και η Οφίλια, αν δεν είχε χάσει τη μνήμη της. «Πάντα πίστευα ότι της αρέσεις», είπε η δούκισσα. Ο Ντρέικ γέλασε. «Της λαίδης Οφίλια Λάιτλτον; Όχι.


136

LORRAINE HEATH

Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος στη γη που θα της άρεσε ποτέ. Και σίγουρα εκείνη δεν μου αρέσει καθόλου». «Κάτι πάνω της μου φαινόταν πάντα τραγικό». Σταμάτησε να περπατάει και την κοίταξε. «Σε μια γυναίκα τόσο ψηλομύτα; Σε μια γυναίκα που επιπλήττει την υπηρέτριά της αν ξεφύγει μια τρίχα από το χτένισμά της; Μιλάμε για την ίδια γυναίκα;» «Σίγουρα την έχεις προσέξει πολύ καλά, παρότι δεν σου αρέσει». «Ήταν συνέχεια μπροστά μου, είναι φίλη της Γκρέις από τότε που έμαθαν να περπατούν. Δεν θα μπορούσα να μην την προσέξω». Χαμογέλασε. «Υποθέτω πως θα μπορούσες, αν είχες προσπαθήσει». Έβαλε το χέρι της στον αγκώνα του και τον οδήγησε πίσω στο σπίτι. «Είναι τα μάτια της. Είναι στοιχειωμένα». «Στοιχειωμένα από τι;» «Δεν ξέρω. Αυτό είναι το θέμα. Ποτέ δεν μπορούμε να ξέρουμε τα πάντα για κάποιον άλλον, και μερικές φορές οι πράξεις μας είναι η άμυνά μας». Έσφιξε το χέρι του. «Ξέρω ότι σε έχει προσβάλει κατά καιρούς, αλλά νομίζω πως μάλλον την τρομάζεις». «Πώς στο καλό την τρομάζω; Είναι φίλη της Γκρέις και ήμουν πάντα πολύ ευγενικός όποτε τη συναντούσα». Γέλασε ελαφρά, σαν να την είχε διασκεδάσει κάτι που δεν μπορούσε ούτε να δει ούτε να ακούσει. «Ο δούκας με τρομοκρατούσε όταν γνωριστήκαμε». Δεν μπορούσε να το φανταστεί. Ακόμα κι όταν ο άντρας αυτός είχε πιάσει τον Ντρέικ να προσπαθεί να τον κλέψει, το μόνο που είχε κάνει ήταν να τον ταΐσει. «Τι τρομακτικό μπορούσε να είχε κάνει;» «Με γοήτευε τόσο όσο κανείς άλλος». Η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον δεν είχε γοητευτεί απ’ αυτόν. Ήταν γελοίο. Η δούκισσα μεγάλωνε, της άρεσε να κάνει την προξενήτρα στους γιους της, αλλά είχε πολύ κακό


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

137

γούστο όταν διάλεγε ποιος ταιριάζει με ποιον. Και πάλι, όμως, ο Ντρέικ τη λάτρευε, ήξερε πως το έλεγε καλοπροαίρετα και χρειάστηκε όλη του την αυτοσυγκράτηση για να μη γελάσει. Η Οφίλια. Γοητευμένη απ’ αυτόν. Ποτέ. Αφού γύρισαν στο σπίτι, ζήτησε συγγνώμη και πήγε να μιλήσει με την οικονόμο γιατί είχε κάποιες απορίες σχετικά με το καινούριο του σπίτι. Η δούκισσα το είχε δει φυσικά όταν το πήρε, αλλά δεν είχε προσκαλέσει κανένα μέλος της οικογένειας. Ήθελε να περιμένει μέχρι να είναι έτοιμο. Έτσι, δεν του φάνηκε περίεργο όταν ζήτησε να μιλήσει με την κυρία Γκάρετ. «Το βιβλίο Οικιακή Διοίκηση της κυρίας Μπίτον», είπε η ηλικιωμένη οικονόμος στο γραφείο της. «Είναι η καλύτερη πηγή για να μάθει κανείς πώς να διοικεί σωστά ένα σπιτικό. Η κυρία Μπίτον πίστευε πως ένα απεριποίητο σπίτι οδηγούσε σε συζυγικές διαφωνίες. Οι οδηγίες της έσωσαν πολλούς γάμους, σας διαβεβαιώ». Δεν ενδιαφερόταν να σώσει κανέναν γάμο. Δεν ήξερε καν γιατί ζητούσε τη βοήθειά της. Η Οφίλια αύριο το πρωί θα γύριζε στο σπίτι της. Σύντομα, όμως, θα προσλάμβανε μια κανονική οικονόμο και σκέφτηκε πως θα ήταν καλό να έχει μια ιδέα για τις γνώσεις που θα έπρεπε να διαθέτει. Αφήνοντας την κυρία Γκάρετ, πήγε να βρει μια γλυκύτατη υπηρέτρια που είχε έρθει να δουλέψει στο σπίτι πριν από μερικά χρόνια. Βρήκε την Άννα να στρώνει το κρεβάτι του δούκα. Κοκκίνισε και υποκλίθηκε. «Κύριε Ντρέικ». Της είχε πει πολλές φορές ότι δεν χρειαζόταν να υποκλίνεται μπροστά του, αλλά εξακολουθούσε να το κάνει. Την κοίταξε για μια στιγμή, όσο πιο διακριτικά μπορούσε. Ήταν ιδανική. «Άννα, αναρωτιόμουν αν μπορείς να με βοηθήσεις». «Αν μπορώ, κύριε, στη διάθεσή σας. Αρκεί να το ζητήσετε».


138

LORRAINE HEATH

«Ξέρω μια γυναίκα που δυσκολεύεται πολύ τελευταία. Είναι περίπου στο μέγεθός σου. Αναρωτιόμουν μήπως έχεις κάποια ρούχα που να μη θέλεις πια. Θα χαρώ πολύ να σου προσφέρω εκατό λίρες ως αντάλλαγμα». Τα γαλάζια μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Δεν χρειάζεται, κύριε. Μετά χαράς θα βοηθήσω κάποιον που έχει ανάγκη». «Επιμένω να σε αποζημιώσω. Θέλει αρκετά πράγματα. Μια στολή, μια ποδιά. Από τα άλλα, που δεν λέγονται». Χαμογέλασε. «Αν και μόλις τα είπα, έτσι δεν είναι;» Γέλασε. «Είστε σκέτο πειραχτήρι, κύριε». Τον έκανε να χαμογελάσει και σκέφτηκε πως μια τέτοια γυναίκα θα έπρεπε να τον γοητεύσει, ένας απλός άνθρωπος σαν αυτόν. Κι όμως, ήταν πολύ γλυκιά για το σκοτάδι που είχε μέσα του. «Και μια νυχτικιά, αν έχεις». Έπρεπε να βγάλει την Οφίλια από τα πουκάμισά του, γιατί δεν θα μπορούσε ποτέ να τα ξαναφορέσει χωρίς να σκέφτεται πως το λινό άγγιζε το δέρμα της. «Ίσως και κάποιο παλιό φόρεμα που θα φορούσες στον ελεύθερο χρόνο σου». «Νομίζω πως έχω μερικά πράγματα. Θα τα φέρω αμέσως». Τελικά της πήρε μισή ώρα για να τα φέρει, όχι πως παραπονέθηκε. Τον συνάντησε στην πίσω πόρτα, με έναν τεράστιο μπόγο στα χέρια. Της έδωσε τα χρήματα που είχε υποσχεθεί, γνωρίζοντας ότι είχε ωφεληθεί από τη συναλλαγή τους, αλλά τον είχαν μάθει να είναι γενναιόδωρος. Αν κάποιος είχε περιουσία, έπρεπε να τη μοιράζεται. Είχε να κάνει κάποιες δουλειές ακόμα και έτσι αποφάσισε να χρησιμοποιήσει μία από τις άμαξες του δούκα. Βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι του. Δεν βιαζόταν, βέβαια, να βρεθεί ξανά μαζί με την Οφίλια, αλλά δεν ήθελε να την αφήσει μόνη πολλή ώρα. Και είχε περάσει σίγουρα η ώρα που πήγαινε για ύπνο. Ζήτησε να του ετοιμάσουν μια άμαξα για πρακτικούς λόγους.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

139

Δεν βιαζόταν καθόλου να κοιτάξει ξανά μέσα στα πράσινα μάτια της για να δει αν ήταν όντως στοιχειωμένα.

Η Φι έπλυνε τα πιάτα. Απλή δουλειά. Είχε ξεσκονίσει και λίγο χτες, οπότε δεν θεωρούσε ότι έπρεπε να κάνει πάλι την ίδια εργασία. Προσπαθούσε να θυμηθεί ποιες άλλες εργασίες της είχε πει ο Ντρέικ ότι έπρεπε να κάνει και άρχισε να περιφέρεται στο σπίτι. Έπρεπε να πάρει οπωσδήποτε μια άνετη καρέκλα για να ξεκουράζεται. Άραγε, ως οικονόμος, όφειλε να τον ενημερώσει εκείνη για όσα χρειάζονται; Ναι, μάλλον, μιας και εκείνος φαινόταν να μην έχει ιδέα. Προχώρησε στο μπροστινό σαλόνι και προσπάθησε να φανταστεί όσα θα έπρεπε να περιέχει. Καρέκλες, έναν καναπέ. Ανοιχτόχρωμα υφάσματα, κίτρινα και πράσινα. Όχι, όχι γι’ αυτόν. Κάτι πιο σκοτεινό. Κόκκινο Βουργουνδίας, ίσως. Ήταν ένα σκούρο κρασί με μια έντονη γεύση που στέγνωνε το στόμα. Πώς ήξερε από κρασιά; Γιατί απολάμβανε τη γεύση του. Έπρεπε να ψάξει στην κουζίνα για κανένα μπουκάλι. Ήταν παράξενο που θυμόταν κάποια πράγματα και κάποια άλλα όχι. Τον είχε ακούσει να γελάει, αλλά έμοιαζε σαν να μην έχει μέσα του χαρά. Δεν της φαινόταν πολύ ικανοποιημένος από τη ζωή, και ενώ ήξερε πως έπρεπε να θυμηθεί τα καθήκοντά της, την ενδιέφερε περισσότερο να θυμηθεί όσα ήξερε γι’ αυτόν. Δαγκώνοντας τα χείλη της ακούμπησε στο περβάζι του παράθυρου, κοίταξε έξω τον δρόμο και αναρωτήθηκε αν μπορούσε να προχωρήσει στη ζωή χωρίς μια ιστορία. Ήθελε πραγματικά να θυμηθεί το παρελθόν της; Προφανώς δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, γιατί αλλιώς δεν θα ήταν υπηρέτρια. Η ανάμνηση του Ντρέικ, όμως, ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Ενώ ενστικτωδώς ήξερε πως ήταν κακός,


140

LORRAINE HEATH

ανυπομονούσε για το απογευματινό του μπάνιο, για να έχει ακόμα μια φορά την ευκαιρία να περάσει τα δάχτυλά της από τη σφιχτή του πλάτη. Δεν είχε πάνω του ούτε ένα γραμμάριο λίπους. Το σώμα του ήταν γεμάτο μυς. Δεν μπορούσε να αποφασίσει αν τον προτιμούσε με την ανέμελη εμφάνισή του με το παντελόνι και το μισάνοιχτο πουκάμισο, ή με το κοστούμι, το γιλέκο και την σφιχτοδεμένη γραβάτα του. Δεν είχε υπηρέτη και ήταν πολύ καλός στο να ετοιμάζεται μόνος του. Γιατί δεν είχε υπηρέτη; Για οικονομικούς λόγους μάλλον. Σίγουρα γι’ αυτό είχε μία μόνο υπηρέτρια. Το υπηρετικό προσωπικό ήταν ακριβό. Φυσικά δεν είχε πολλά να κάνει ακόμα σε ένα άδειο σπίτι. Ήταν πολύ εύκολη δουλειά, δεν είχε παράπονο. Παρ’ όλα αυτά, θα της άρεσε να δει μερικά έπιπλα εκεί μέσα. Το δωμάτιο είχε τόσες δυνατότητες. Φαντάστηκε τους πίνακες που θα ταίριαζαν στους τοίχους, μαργαρίτες και τοπία… Όχι, καταιγίδες. Γκρίζες, ανεξέλεγκτες και άγριες. Η τέχνη έπρεπε να αντικατοπτρίζει τον ιδιοκτήτη της. Δεν έμοιαζε σκοτεινός μόνο λόγω των μαύρων μαλλιών και των ματιών του. Ήταν η συμπεριφορά του, το έντονο βλέμμα του, το παρελθόν που δυσκολευόταν να αποκαλύψει, οι σκιές που τον στοίχειωναν, γιατί δεν έμοιαζε να ηρεμεί ακόμα και στον ύπνο του. Ήθελε να εξερευνήσει αυτές τις σκιές, να εξερευνήσει τον Ντρέικ, μέσα και έξω. Τη γοήτευε. Ή ίσως προσπαθούσε απλώς να περιορίσει τη βαρεμάρα της με τη βοήθεια της ανάμνησής του. Της έλειπε. Για λίγα λεπτά είχε σταθεί στην πόρτα της κουζίνας, παρακολουθώντας τον να της ετοιμάζει πρωινό. Οι απότομες κινήσεις του ήταν πολύ αποτελεσματικές. Ξεχείλιζε από αυτοπεποίθηση. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι υπήρχε κάτι που δεν μπορούσε να κατακτήσει. Ακόμα και εκείνη. Η σκέψη την αιφνιδίασε, αλλά πριν προλάβει να την


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

141

αξιολογήσει πιο προσεκτικά, μια ακριβή άμαξα σταμάτησε μπροστά στο σπίτι. Όπως συνέβαινε πολύ συχνά τελευταία, δεν ήξερε γιατί ήξερε όσα ήξερε –ή γιατί δεν ήξερε όσα δεν ήξερε–, αλλά ήξερε σίγουρα ότι ήταν όντως μια πολύ ακριβή άμαξα. Είχε έναν οδηγό και έναν υπηρέτη με λιβρέα, ο οποίος πήδησε στον δρόμο και άνοιξε αμέσως την πόρτα. Ο Ντρέικ βγήκε έξω με άνεση, ώστε να μη γίνει αντιληπτό ότι κρατούσε ένα σωρό πακέτα. Ο υπηρέτης έκανε μια κίνηση να ξαλαφρώσει τον Ντρέικ από το βάρος, αλλά ο εργοδότης του κούνησε απλώς το κεφάλι, μουρμουρίζοντας κάτι, κι έτσι ο υπηρέτης τον άφησε, ανέβηκε πάλι στην άμαξα και ξεκίνησε. Έτρεξε στην πόρτα, την άνοιξε και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Γύρισες». Σταμάτησε και για μια στιγμή φάνηκε σαστισμένος, σαν να μην περίμενε να τη βρει εκεί. Έπειτα τα χαρακτηριστικά του πήραν μια έκφραση αποδοκιμασίας, λες και δεν χαιρόταν καθόλου που την έβλεπε. «Μια υπηρέτρια θα έπρεπε να ανοίγει με μεγαλύτερο σεβασμό την πόρτα». Τα λόγια του την πλήγωσαν, το ίδιο και η δυσαρέσκειά του, ενώ εκείνη είχε χαρεί τόσο που τον είδε. Έκανε μια μικρή υπόκλιση και είπε: «Συγγνώμη. Τι έχεις εκεί;». Την προσπέρασε. «Μια υπηρέτρια δεν ανακρίνει τον εργοδότη της». «Δεν σε ανέκρινα». «Μια πρόταση που ξεκινάει με “τι” και καταλήγει σε ερωτηματικό είναι ερώτηση». «Εντάξει». Έκλεισε την πόρτα με δύναμη και σήκωσε το πιγούνι. «Υποθέτω πως μια υπηρέτρια δεν κλείνει τις πόρτες με θόρυβο». «Ακριβώς. Πρέπει να μην την ακούει κανείς και να τη βλέπουν σπάνια». «Υποθέτω πως δεν πρέπει να χαίρεται και όταν γυρίζει ο αφέντης». Δεν κατάφερε να κρύψει τη δυσαρέσκειά της


142

LORRAINE HEATH

και υπέθεσε πως και αυτό ήταν ακόμα μία αποτυχία. Οι υπηρέτες σίγουρα μιλούσαν ήρεμα και άχρωμα, ώστε να μην ξέρει κανείς τι ακριβώς σκέφτονταν. Δεν είχε κάποια απάντηση να της δώσει, αλλά την κοίταξε για λίγο πριν γυρίσει το κεφάλι του στο πλάι και πει: «Έλα στην κουζίνα». Δεν της άρεσε να τη διατάζουν, δεν της άρεσε καθόλου. Εκνευρίστηκε και ένας μικρός σπόρος επαναστατικότητας άρχισε να φυτρώνει και να διαμαρτύρεται βαθιά μέσα της. Τον καταπίεσε, όμως, και τον ακολούθησε υπάκουα. Ίσως όχι και τόσο υπάκουα. Τα χέρια της ήταν σφιγμένα σε γροθιές, και έμπαινε στον πειρασμό να τον χτυπήσει με μία από αυτές στην πλάτη, ακριβώς στην καρδιά του δράκου. Η σιωπή ανάμεσά τους ήταν άβολη, αλλά ό,τι της περνούσε από το μυαλό να πει είχε τη μορφή ερώτησης. Πώς ήταν η μέρα σου; Τι έκανες όσο έλειπες; Είδες τίποτα ενδιαφέρον, άκουσες κανένα καλό κουτσομπολιό; Πέθαινε για κουτσομπολιά. Δάγκωσε, όμως, τη γλώσσα της και δεν μίλησε. Όταν έφτασαν στην κουζίνα, σκέφτηκε ότι μπορεί να την επαινούσε για την αυτοσυγκράτησή της, αλλά μετά βίας ακούμπησε τα πακέτα και της έκανε νόημα να πλησιάσει. «Άνοιξέ τα». «Για μένα είναι;» Μετάνιωσε για τα λόγια που είπε τόσο απερίσκεπτα. «Ξέρω. Δεν πρέπει να κάνω ερωτήσεις». Έπιασε τη λάμψη στα μάτια του. «Θα το παραβλέψω αυτό». Είχε την αλλόκοτη επιθυμία να τον δει χαρούμενο, ευτυχισμένο, να γελάει. Να νιώθει άνετα. Όχι όσο άνετα ένιωθε εκείνη όταν ήταν κοντά του, αλλά βαθύτερα, να νιώθει άνετα με τον εαυτό του, άνετα μαζί της. Πρέπει να του άρεσε. Την είχε προσλάβει. Δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει για την ανυπομονησία του μετά τα πρόσφατα γεγονότα. Έπρεπε να ξαναμάθει τα πάντα. Δεν είχε ζητήσει κάτι τέτοιο. «Πρέπει να με διώξεις».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

143

Δεν περίμενε ότι θα γούρλωνε τα μάτια περισσότερο κι από το αν είχε φάει γροθιά στο στομάχι. «Ορίστε;» «Πρέπει να με απολύσεις. Να προσλάβεις κάποια που να θυμάται πώς να κάνει τη δουλειά της, πώς να ανοίγει σωστά την πόρτα…» «Αυτή τη στιγμή, το μόνο που θέλω είναι να ανοίξεις σωστά τα πακέτα». Η ανυπομονησία του έμοιαζε να υποχωρεί με τον καιρό, και εκείνη χάρηκε που δεν ήθελε να την απολύσει. Πώς θα τα κατάφερνε μόνη της, όταν στη θέση των αναμνήσεών της υπήρχε μόνο ένα απέραντο κενό; Έλυσε τον περίπλοκο κόμπο που συγκρατούσε ένα καφέ χαρτί περιτυλίγματος γύρω από ένα μεγάλο πακέτο, το οποίο έμοιαζε να περιέχει κάτι απαλό και μαλακό. Άνοιξε το χαρτί και βρήκε μερικά ρούχα. Έπιασε το φόρεμα από τους ώμους, το σήκωσε, το κούνησε για να το ξετυλίξει και το κοίταξε προσεκτικά. Ένα απλό σκούρο μπλε φόρεμα με κουμπιά, που έφταναν μέχρι τον κολλαρισμένο λευκό γιακά. Μακριά μανίκια. Τον κοίταξε. «Η στολή σου», είπε. «Έκανες λάθος όταν υπέθεσες πως είχες βάλει τα ρούχα σου σε κάποια βαλίτσα. Ήρθες με ελάχιστα πράγματα. Έπρεπε να έχω φροντίσει να αγοράσεις μερικά». Έγνεψε καταφατικά, το άφησε στην άκρη και ξεδίπλωσε μια λευκή ποδιά. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Θα χαρείς περισσότερο μ’ αυτό το πακέτο», είπε, δίνοντάς της ένα άλλο. «Δεν είμαι δυσαρεστημένη. Δεν μου έχει κάνει ποτέ κανείς τέτοιο δώρο». «Σου έχουν κάνει πολλά δώρα». Τον κοίταξε, γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι. «Αλήθεια;» «Δεν μπορώ να ξέρω σίγουρα, αλλά νομίζω πως ναι. Δεν μεγαλώνει κανείς χωρίς δώρα». «Δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε ένα. Πραγματικά νιώθω σαν να αρχίζω τη ζωή μου από την αρχή». «Κάποιοι θα θεωρούσαν ευλογία τη δυνατότητα να


144

LORRAINE HEATH

ξεκινήσουν από την αρχή». «Αυτό είναι το θέμα. Δεν ξέρω αν πρέπει ή όχι». Δεν ήθελε να επικεντρωθεί στην ανησυχητική σκέψη ότι θα έπρεπε να νιώθει ευγνωμοσύνη, και έτσι έστρεψε την προσοχή της στο επόμενο πακέτο. Περιείχε ένα γκρίζο φόρεμα, και πάλι με κουμπιά μέχρι τον λαιμό, αλλά η φούστα είχε αρκετές πιέτες στο πίσω μέρος. «Κι άλλη στολή;» «Όχι, απλώς σκέφτηκα πως ίσως σου χρειάζεται και ένα κανονικό φόρεμα». «Έχω και άδειες;» «Πού και πού». Τι ωραία! «Πότε είναι η επόμενη;» ρώτησε γεμάτη ενθουσιασμό. «Ποια επόμενη;» «Άδεια, χαζούλη. Θέλω να πάω σε ένα βιβλιοπωλείο. Και στους κήπους. Θέλω να περπατήσω σε έναν κήπο. Μιλώντας για κήπους, πρέπει να προσλάβεις οπωσδήποτε έναν κηπουρό». Είχε μείνει άφωνος. «Μόλις με είπες χαζούλη;» Είπε τόσα πράγματα κι εκείνος έμεινε σ’ αυτό; «Δεν ήθελα να σε προσβάλω. Μάλλον δεν πρέπει να μιλάω τόσο ανεπίσημα στον εργοδότη μου». «Όχι, δεν θα έπρεπε». «Η δουλειά μου είναι απλώς να φροντίζω το σπίτι σου». «Ακριβώς. Και τα πακέτα που έφερα». Σκέφτηκε να του αναφέρει πάλι τον κηπουρό, αλλά ίσως θα είχε μεγαλύτερη επιτυχία αν του το έλεγε κάποια άλλη στιγμή. Θα της άρεσε τόσο πολύ να έχουν λουλούδια για να ομορφαίνουν τα δωμάτια. Ανυπομονούσε, όμως, να δει το περιεχόμενο των πακέτων και έτσι έστρεψε εκεί την προσοχή της. Άφησε στην άκρη το φόρεμα και σήκωσε τα άλλα ρούχα, συνειδητοποιώντας ότι ήταν εσώρουχα, πολύ πιο λεπτά και απαλά από αυτά που φορούσε τώρα. Το πρόσωπό της κοκκίνισε και τα έχωσε βιαστικά κάτω από


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

145

το φόρεμα. «Δεν χρειάζεται να κοκκινίζεις», της είπε. «Γνωρίζω πολύ καλά τα γυναικεία εσώρουχα». Δεν είχε αμφιβολία, αλλά δεν της άρεσε καθόλου η αλαζονεία στη φωνή του ούτε η ικανοποίηση στο χαμόγελό του. Δεν ήθελε να σκέφτεται άλλες γυναίκες κολλημένες πάνω του, να χαϊδεύουν τον δράκο του στο στήθος ή οποιοδήποτε μέρος του κορμιού του. «Φέρνεις γυναίκες εδώ;» «Όχι». Ένιωσε ανακούφιση που δεν τις περιέφερε μπροστά της, αλλά αναρωτήθηκε τον λόγο. Ήταν η υπηρέτριά του, τίποτα άλλο. Παρ’ όλα αυτά, σαν να υπήρχε κάτι παραπάνω. Αφού έκρυψε τα εσώρουχα, είχε μείνει μόνο ένα ρούχο ακόμα. Μια νυχτικιά. Δεν θα χρειαζόταν πια να φοράει τα πουκάμισά του. Δεν χάρηκε ιδιαίτερα στη σκέψη, αλλά δεν ήθελε να ψάξει τους λόγους, ήταν μπερδεμένες οι σκέψεις της, της θύμιζαν ότι δεν ήθελε να βρίσκεται εκεί, κι όμως ήταν. Έσπρωξε προς το μέρος της ένα κουτί. Όταν έλυσε, όμως, το σκοινί και ξεδίπλωσε το χαρτί, ανακάλυψε το βιβλίο Οικιακή Διοίκηση. Η στολή μπορεί να μην της είχε θυμίσει τις προσδοκίες του, αλλά το βιβλίο το έκανε με σαφήνεια. «Η οικονόμος της γυναίκας που με μεγάλωσε, με διαβεβαίωσε ότι η κυρία Μπίτον, η συγγραφέας, είναι ειδική στη σωστή διαχείριση ενός σπιτικού», της είπε. «Μάλιστα». «Έχει και συνταγές, οπότε θα έχεις μεγαλύτερη επιτυχία όταν μου ετοιμάζεις το φαγητό μου». Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες, δεν μπορούσε να φανταστεί λιγότερο ενδιαφέρον ανάγνωσμα. Το άφησε στην άκρη και πήγε να πιάσει τα δύο υπόλοιπα πακέτα. «Όχι. Αυτό πρώτα». Μέσα υπήρχαν τέσσερα ακόμα βιβλία, αλλά αυτά…


146

LORRAINE HEATH

Πέρασε με δέος τα δάχτυλά της πάνω από τους δύο δερματόδετους τόμους της Όστεν και τους δύο του Ντίκενς. «Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να πάρω και κάτι για να έχεις να ξεσκονίζεις στα ράφια», της είπε. Τον κοίταξε. «Άρα αυτά είναι δικά σου, όχι δικά μου». Ανασήκωσε τους ώμους. «Μπορείς να τα διαβάζεις όσο είσαι εδώ». «Το λες σαν να μην περιμένεις να μείνω για πολύ καιρό». «Όχι, απλώς…» «Δεν σε αδικώ. Δεν είμαι αυτό που είχες στο μυαλό σου όταν με προσέλαβες». «Η θέση σου είναι ασφαλής», της είπε ανυπόμονα, δίνοντάς της το τελευταίο πακέτο. Αφαίρεσε το σκοινί και το χαρτί και αποκάλυψε ένα σκληρό δερμάτινο κουτί. Το ακούμπησε στο τραπέζι και σήκωσε το καπάκι. Μέσα, τυλιγμένη σε βελούδο, ήταν μια ασημένια βούρτσα, μια χτένα και ένας καθρέφτης. Περίτεχνα λουλούδια ήταν σκαλισμένα στο πίσω μέρος της βούρτσας και του καθρέφτη. «Είναι υπέροχα». Και ακριβά, ψιθύρισε μια φωνούλα μέσα στο κεφάλι της. Δεν ήξερε πώς το ήξερε, αλλά το ήξερε. «Δεν ξέρω τι να πω». «Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα. Πρόσεξα ότι χρησιμοποιείς τη δική μου και αυτό δεν γίνεται». Φυσικά και δεν γίνεται. Ήταν υπηρέτριά του. Θα έπρεπε να χρησιμοποιεί τα δάχτυλά της ή απλώς να αφήνει τα μαλλιά της μπερδεμένα. «Μπορείς να τα αφαιρέσεις από τον μισθό μου, αν θέλεις». «Μην είσαι ανόητη. Δώρο είναι». «Δεν μπορώ να το δεχτώ». «Φυσικά και μπορείς». «Όταν δεν χαίρεσαι καθόλου που το κάνεις; Όταν είσαι τόσο στριμμένος;» Αναστέναξε. «Θέλω να το πάρεις. Θα με ευχαριστήσει πολύ να το πάρεις, και πάνω απ’ όλα πρέπει να θέλεις να


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

147

είναι ευχαριστημένος ο εργοδότης σου». Μέχρι ποιο βαθμό ήθελε να τον κρατάει ευχαριστημένο; Δεν είχε κάνει κάποια ανεπιθύμητη κίνηση, σίγουρα δεν φαινόταν να τον ενδιαφέρει κάτι άλλο πέρα από τις ικανότητές της στο καθάρισμα. Μήπως, όμως, αν δεχόταν ένα τέτοιο δώρο, θα του έδινε το μήνυμα ότι του ανήκει; Αν ανακάλυπτε κάτι τέτοιο, μπορούσε πάντα να το επιστρέψει. Εξάλλου, ήθελε αυτό το ασημένιο σετ. Την έκανε να νιώθει κομψή, καλύτερη απ’ ό,τι ήταν. «Σ’ ευχαριστώ», είπε απαλά. «Παρακαλώ. Τώρα ήρθε η ώρα να ξεκουραστώ. Θυμάσαι πότε να με ξυπνήσεις;» «Ναι, στις πέντε για το μπάνιο σου». Της έδειξε το βιβλίο της κυρίας Μπίτον. «Το απόγευμα μπορείς να ξαναμάθεις πώς να φροντίζεις αποτελεσματικά το σπίτι μου». «Είπες ότι σου το πρότεινε η οικονόμος της γυναίκας που σε μεγάλωσε;» «Ναι, και είναι εξαιρετική οικονόμος, μένει χρόνια με την οικογένεια». «Άρα ήσουν με την οικογένειά σου το πρωί». Φάνηκε να διστάζει, να ζυγίζει τα λόγια του. Έγνεψε καταφατικά. «Τρώμε μαζί πρωινό μια φορά τη βδομάδα». «Εγώ έχω οικογένεια;» Δεν ήξερε αν ένας άνθρωπος μπορούσε να μείνει εντελώς ακίνητος. Δεν ανοιγόκλεισε καν τα μάτια. Δεν πήρε ανάσα. Αναρωτήθηκε αν η καρδιά του εξακολουθούσε να χτυπάει. Κούνησε αργά το κεφάλι. «Όχι, είσαι ορφανή». Εντυπωσιάστηκε από την ανακούφιση που ένιωσε, απορώντας παράλληλα γιατί την ένιωσε. «Πρέπει να έχουν φύγει εδώ και πολύ καιρό», είπε σοβαρά. Του χαμογέλασε. «Μην ανησυχείς. Δε θα αρχίσω να κλαίω ασταμάτητα. Μπορεί να είχαν πεθάνει πριν από δύο μέρες και να μην είχε καμία σημασία. Δεν τους θυμάμαι.


148

LORRAINE HEATH

Υποθέτω πως θα μπορούσα να κλάψω που δεν θυμάμαι. Τους ανθρώπους στη ζωή μας πρέπει να τους θυμόμαστε πάντα». «Είμαι σίγουρος πως νοιάζονταν πολύ για σένα». Μισόκλεισε τα μάτια και τον κοίταξε. «Νόμιζα πως δεν ήξερες τίποτα για το παρελθόν μου». «Δεν ξέρω, αλλά δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα υπήρχε άνθρωπος που να μη σε αγαπάει». «Σπουδαίο κομπλιμέντο. Παρ’ όλα αυτά, συνήθως είσαι πολύ απότομος μαζί μου». Αναστέναξε άλλη μια φορά. «Μια υπηρέτρια δεν θα έπρεπε να επισημαίνει στον εργοδότη της ότι δεν είναι ο εαυτός του». Της έδειξε πάλι το βιβλίο. «Ελπίζω ότι στις σελίδες του θα βρεις μια λίστα με κανόνες για τη σωστή συμπεριφορά μιας υπηρέτριας. Θα σε δω στις πέντε». Ο Ντρέικ πήγε στο δωμάτιό του, έκλεισε την πόρτα και άρχισε να βηματίζει. Της είχε πει την αλήθεια: ήταν ορφανή. Η μητέρα της είχε πεθάνει δέκα χρόνια πριν, ο πατέρας της δύο. Είχε οικογένεια, τον αδερφό της, αλλά δεν ήθελε να ψάξει την οικογένειά της, όχι πως θα ήξερε από πού να ξεκινήσει, αλλά μπορεί να του ζητούσε ξανά τις συστατικές επιστολές της. Ήταν απλούστερο να παραλείψει αυτή τη μικρή λεπτομέρεια. Δεν του άρεσε, αλλά αυτή η ιστορία είχε αρχίσει να επηρεάζει τη συνείδησή του. Δε θα έπρεπε να της αγοράσει το ασημένιο σετ, να ξοδέψει γι’ αυτό μια μικρή περιουσία, ενώ θα έφευγε το πρωί. Τα μακριά ξανθά μαλλιά της, όμως, ανακατεμένα με τα σκούρα δικά του τον αναστάτωναν, λες και η θέση τους ήταν στη βούρτσα του. Δεν μπορούσε να την αφήνει να χρησιμοποιεί τα πράγματά του. Ευχήθηκε να μην είχε φανεί τόσο ευγνώμων για τα πακέτα. Εκτός από το βιβλίο, βέβαια. Προφανώς δεν είχε χαρεί που της είχε θυμίσει τη θέση της στη ζωή. Χαμογέλασε, κάθισε στην καρέκλα και έβγαλε τις


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

149

μπότες του. Έπρεπε να πατήσει επίτηδες σε κοπριά αλόγου και να περπατήσει σε όλο το σπίτι, για να τη βάλει να καθαρίσει τις μπότες του. Αυτό σίγουρα θα μείωνε την ευγνωμοσύνη της. Δεν ήξερε γιατί ένιωθε τόσο περίεργα. Ήταν ο τρόπος που είχε ανοίξει την πόρτα και τον είχε χαιρετήσει σαν να χαιρόταν πραγματικά που τον έβλεπε. Το πλατύ χαμόγελό της, η λάμψη στα μάτια της τον είχαν χτυπήσει σαν βέλος στο στήθος και σχεδόν τον είχαν κάνει να χάσει την ισορροπία του. Την ήθελε, με μια τέτοια λαχτάρα που σχεδόν τον εξουδετέρωνε. Ήθελε να την πάρει στην αγκαλιά του και να την πάει στο κρεβάτι του. Ήθελε να εξερευνήσει το κορμί που είχε γδύσει πριν από δύο βράδια, αλλά δεν του είχε δώσει σημασία. Ήθελε να χωθεί στη βελούδινη θέρμη της και να παρακολουθήσει τα μάτια της να λιώνουν από το πάθος. Πέρασε τα χέρια του από τα μαλλιά του, σηκώθηκε όρθιος και έτρεξε στο παράθυρο. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να την επιθυμεί. Δεν μπορούσε να ξεγελαστεί από την αθωότητά της. Η γυναίκα στην κουζίνα του ήταν η λαίδη Οφίλια, εκείνος ο διάβολος που παραμόνευε κάτω από την επιφάνεια, και ανά πάσα στιγμή θα έκανε την εμφάνισή του με τις αναμνήσεις της άθικτες και το ψυχρό προσωπείο της, που μπορούσε να τον κάψει αν επιχειρούσε να την πλησιάσει. Έπρεπε να το θυμάται αυτό. Κοιτάζοντας, όμως, έξω στον δρόμο, το μόνο που μπορούσε να θυμάται ήταν το χαμόγελό της, τη φωνή της και τα λόγια της που πάνω απ’ όλα τον διασκέδαζαν και δεν τον ενοχλούσαν, το αγκάλιασμά της το βράδυ, την ώρα που πάλευε με τους δαίμονες του εφιάλτη της. «Δεν έχεις και πολλά καθαριστικά, έτσι;» ρώτησε η Μάρλα. Η Φι ντράπηκε. Διάβαζε το βιβλίο της κυρίας Μπίτον, προσπαθώντας να κατανοήσει καλύτερα τις


150

LORRAINE HEATH

αρμοδιότητές της, και εκείνη την ώρα χτύπησε την πόρτα η Μάρλα. Ήθελε να κρατήσει την υπόσχεσή της και να τη βοηθήσει να θυμηθεί τις δουλειές που έπρεπε να κάνει. «Πρέπει να τα έχω χρησιμοποιήσει όλα», είπε η Φι. Η Μάρλα χαμογέλασε. «Άρα έκανα πολύ καλά που έφερα τα απαραίτητα. Τι έκανες σήμερα;» «Έπλυνα τα πιάτα μετά το πρωινό». «Ωραία. Τι άλλο;» Η Φι το σκέφτηκε. Σίγουρα θα είχε κάνει και κάτι ακόμα. Η Μάρλα γούρλωσε τα μάτια σαν να σκέφτηκε πως αυτό θα βοηθούσε τη Φι να βρει την απάντηση. «Άνοιξα τα πακέτα». Η Μάρλα γέλασε. «Ώστε έτσι, ε;» «Ο Ντρέικ μού έφερε κάποια πράγματα – βιβλία και ρούχα και μια βούρτσα». Δεν μπορούσε να σταματήσει να χαμογελάει. «Ο Ντρέικ;» ρώτησε η Μάρλα. «Ναι, ο Ντρέικ Ντάρλινγκ. Μένει εδώ. Σου το είπα χτες». «Πρέπει να τον αποκαλείς κύριο Ντάρλινγκ». Δεν της φαινόταν κύριος Ντάρλινγκ, όμως. Το «Ντρέικ» ή το «Ντάρλινγκ» ήταν καλύτερο. Ίσως γιατί είχε ξυπνήσει στο κρεβάτι του. «Εντάξει τότε. Ο κύριος Ντάρλινγκ». «Γιατί να σου φέρει μια βούρτσα;» «Γιατί δεν έχω». «Γιατί;» «Δεν ξέρω. Δεν έχω πολλά πράγματα. Μάλλον πήγαινα κάπου όταν έπεσα στο ποτάμι». «Έπεσες στο ποτάμι;» «Ναι, σου το είπα». «Όχι. Είπες ότι χτύπησες το κεφάλι σου». «Έπεσα στο ποτάμι και τώρα δεν θυμάμαι τίποτα. Αν και νομίζω πως είμαι αγενής. Θέλεις λίγο τσάι;» «Δεν έχω χρόνο για τσάι. Η Κυρία Πρατ μού έδωσε μόνο μια ώρα για να σε βοηθήσω τώρα το πρωί, γι’ αυτό καλύτερα να ξεκινήσουμε. Σκούπισες την μπροστινή


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

151

είσοδο;» «Όχι, γιατί να τη σκουπίσω;» «Γιατί είναι γεμάτη φύλλα και χώμα. Δεν μπορεί να πατάει όλη αυτή τη βρομιά ο κύριος Ντάρλινγκ». «Είναι χάσιμο χρόνου. Ο αέρας θα την ξαναγεμίσει φύλλα και χώμα». Η Μάρλα ανασήκωσε τους ώμους. «Γι’ αυτό το κάνουμε κάθε μέρα». Χωρίς να ρωτήσει, άνοιξε ένα ντουλάπι, κοίταξε μέσα και έβγαλε μια σκούπα. Έπειτα έπιασε τον κουβά της, που ήταν γεμάτος με πανιά και μπουκάλια. «Έλα, θα σου δείξω πώς γίνεται». «Νομίζω ότι μπορώ να τα καταφέρω στο σκούπισμα». Ενώ η Φι αποδείκνυε τις ικανότητές της, η Μάρλα γύρισε στο σπίτι και επέστρεψε με έναν κουβά γεμάτο νερό. Η Φι υπέθεσε ότι έπρεπε να προσέχει λίγο περισσότερο όταν η Μάρλα έμπαινε μόνη στο σπίτι, αλλά ο Ντάρλινγκ δεν είχε και τίποτα αξίας ώστε να κινδυνεύει να του το κλέψει. Εξάλλου, η Μάρλα ήταν υπηρέτρια και οι υπηρέτριες ήταν έμπιστα πρόσωπα. Δεν είχε λόγο να κλέψει. Είχε τον μισθό της. Με τα χέρια στους γοφούς της, η Μάρλα διέσχισε όλο το μονοπάτι από την πόρτα ως την πύλη της εισόδου σαν στρατηγός που έκανε επιθεώρηση. Πώς το ήξερε αυτό η Φι; Είχε δει ποτέ της επιθεώρηση; «Έκανες αρκετά καλή δουλειά», είπε η Μάρλα. «Αρκετά καλή; Έκανα εξαιρετική δουλειά». «Σου ξέφυγαν μερικά σημεία εδώ κι εκεί». «Δεν μου ξέφυγαν· τα ξανάφερε ο αέρας, όπως είχα προβλέψει». Η Μάρλα κοίταξε γύρω της και έπειτα τον δρόμο, όπου ο κόσμος πήγαινε στις δουλειές του. «Δεν φυσάει». «Δεν φυσάει τώρα, αλλά φυσούσε πριν από ένα λεπτό». Η Μάρλα χαμογέλασε αποκαλύπτοντας τα στραβά της δόντια. Έμοιαζε τόσο νέα για να τα κάνει όλα αυτά. «Δεν σου αρέσει να σου λένε τι θα κάνεις, αλλά αν δεν σου πω, πώς θα τα θυμάσαι;»


152

LORRAINE HEATH

«Το ίδιο είπα και στον Ντρέικ–» Η Μάρλα γούρλωσε τα μάτια και η Φι το εξέλαβε ως κατηγορία. Σίγουρα υπήρχαν και χειρότερες τιμωρίες. «Στον κύριο Ντάρλινγκ. Έπρεπε να μου πει κάποια πράγματα, αλλά είπε ότι έπρεπε να τα βρω μόνη μου». Η Μάρλα ανασήκωσε τους ώμους. «Έχει τον τρόπο του κι εγώ τον δικό μου. Θα γυαλίσω το πλατύσκαλο, ενώ εσύ θα γυαλίζεις την πόρτα. Έχω ό,τι χρειάζεται στον κουβά μου». Η Φι κοίταξε τη σκονισμένη πόρτα και το μόνο που σκέφτηκε να πει ήταν: «Δεν είμαι πολύ καλή υπηρέτρια, έτσι;» «Μην είσαι τόσο σκληρή με τον εαυτό σου. Τα κάνεις όλα μόνη σου». Έδωσε στη Φι ένα πανί και μετά άνοιξε ένα κουτάκι. «Πόσα να κάνεις σε μια μέρα; Ορίστε, πάρε το κερί για να γυαλίσεις την πόρτα». Η Μάρλα έπεσε στα γόνατα, πήρε κάτι που έμοιαζε με τούβλο από τον κουβά της και άρχισε να τρίβει το πλατύσκαλο. «Μπορείς απλώς να μου πεις τι να κάνω», της είπε η Φι. «Δεν χρειάζεται να το κάνεις εσύ». «Δεν είμαι μεγαλοκυρία για να κάθομαι όλη μέρα. Εξάλλου, οι φίλοι βοηθάνε ο ένας τον άλλον, έτσι δεν είναι;» «Δεν σε ξέρω αρκετά για να είμαι φίλη σου». Η Μάρλα την κοίταξε και χαμογέλασε με τα στραβά της δόντια. «Η φιλία δεν κρίνεται από τον χρόνο. Μπορεί να συμβεί σε μια στιγμή, όταν συναντάς κάποιον που συμπαθείς». Η Φι ένιωσε ένα άβολο συναίσθημα να τσιμπά το στήθος της. «Με συμπαθείς;» «Φυσικά. Αλλιώς δεν θα ήμουν εδώ. Δεν έτυχε ποτέ να γνωρίσεις κάποιον και να ξέρεις από την αρχή ότι θα γίνετε φίλοι;» Είχε; Είχε φίλους; Πριν προλάβει να απαντήσει, η Μάρλα συνέχισε. «Έπειτα, μερικές φορές γνωρίζεις


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

153

κάποιον και λες, “Να πάρει η ευχή! Ούτε κι αν ήταν ο τελευταίος άνθρωπος στη γη”. Και μη σκας. Θα σου πω πολλά πράγματα να κάνεις όταν φύγω». «Σ’ ευχαριστώ, Μάρλα. Εκτιμώ πολύ τη βοήθειά σου. Είσαι πολύ ευγενική». «Δεν είναι δύσκολο να είσαι ευγενικός». Κι όμως. Το κορίτσι θυσίαζε πολύτιμες ώρες από τον χρόνο του για να βοηθήσει τη Φι, κάποια που σχεδόν δεν γνώριζε. Θα ήταν άραγε τόσο γενναιόδωρη η Φι με τον χρόνο και τις γνώσεις της; Ήθελε να σκέφτεται ότι θα ήταν, αλλά δεν ήξερε. Η Μάρλα έγνεψε προς την πόρτα. «Άρχισε να τρίβεις». Επιστρέφοντας στη δουλειά της, η Φι σκέφτηκε πόσο έκπληκτος και χαρούμενος θα ήταν ο Ντάρλινγκ –ο κύριος Ντάρλιγκ– την επόμενη φορά που θα χρησιμοποιούσε αυτή την πόρτα. Ευχόταν να την είχε γυαλίσει καλά πριν γυρίσει το πρωί με τα πακέτα. Πέρασε πολλές φορές το πανί πάνω από το ξύλο και αποφάσισε πως δεν ήταν μια εντελώς δυσάρεστη διαδικασία. Της άρεσε να βλέπει το ξύλο να μεταμορφώνεται σε κάτι καθαρό και όμορφο χάρη στις κινήσεις της. Ευχόταν και η ζωή να καθάριζε τόσο εύκολα, αλλά ήταν εξαιρετικά πολύπλοκη. Ακόμα και χωρίς τη μνήμη της, το γνώριζε καλά αυτό. «Υποθέτω πως ο κύριος Ντάρλινγκ σου έχει πλύστρα», είπε η Μάρλα. «Γιατί το λες αυτό;» «Τα χέρια σου». Η Μάρλα έδειξε τα δικά της. «Τα δικά μου είναι άγρια». Ήταν κόκκινα, σκασμένα. Η Φι σκέφτηκε ότι έμοιαζαν πολύ μεγαλύτερα από το πρόσωπο της υπηρέτριας. Ενώ τα δικά της ήταν τόσο λευκά και απαλά. «Πρέπει να τον ρωτήσεις για την πλύστρα», είπε η Μάρλα. «Για να καθαρίσουν τα ρούχα, το νερό πρέπει να είναι πολύ ζεστό. Όταν με εκπαίδευαν για τη δουλειά, με έβαζαν να χώνω τα χέρια μου σε σχεδόν βραστό νερό». Η Φι σταμάτησε το γυάλισμα τρομοκρατημένη και


154

LORRAINE HEATH

απλώς κοίταξε τη Μάρλα. Σίγουρα δεν είχε ακούσει σωστά. Δεν μπορούσε να σκεφτεί άλλη απάντηση, εκτός από «Όχι». Η Μάρλα έγνεψε καταφατικά. «Ναι. Πρέπει να συνηθίσεις να δουλεύεις με το καυτό νερό». «Αυτό είναι βάρβαρο. Πόσων χρόνων ήσουν;» «Δώδεκα». Η Φι ήξερε πως τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα. «Μα ήσουν παιδί». Η Μάρλα ανασήκωσε τους ώμους σαν να πετούσε τα λόγια της Φι από την πλάτη της. «Η μάνα μου είχε οχτώ παιδιά και ένα στον δρόμο. Έπρεπε να βγάζω το ψωμί μου. Πόσο καιρό δουλεύεις;» Η Φι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η Μάρλα αποδεχόταν τόσο εύκολα όσα είχε περάσει, αλλά προφανώς ήθελε να συνεχίσει τη συζήτηση και έτσι η Φι συμφώνησε. «Δεν ξέρω. Υποτίθεται πως είμαι εδώ δεκαπέντε μέρες». Κοίταξε την πόρτα. «Λες να είχα να τη γυαλίσω από τότε που ήρθα στο σπίτι;» «Δεν της φαίνεται. Τα παράθυρα θέλουν κι αυτά πλύσιμο». Θεέ μου, αυτό θα ήταν δύσκολη δουλειά. Θα έπρεπε να βρει μια σκάλα. Φοβόταν άραγε τα ύψη; «Ίσως ο κύριος Ντάρλινγκ δεν νοιάζεται για τα παράθυρα και τις πόρτες». «Φυσικά και νοιάζεται. Όλοι οι μεσοαστοί νοιάζονται για την εμφάνιση. Γι’ αυτό προσλαμβάνουν υπηρέτες». «Οι μεσοαστοί;» Η Μάρλα γέλασε. «Έχεις ξεχάσει πολλά. Ξέρεις, αυτοί που δεν είναι φτωχοί, αλλά δεν είναι και στις κορυφές της κοινωνίας. Όπως η κυρία Τέρνερ. Προσλαμβάνουν τουλάχιστον μια υπηρέτρια για να φαίνονται, για να ξέρουν οι άλλοι πως έχουν κάποια χρήματα. Οι περισσότεροι έχουν δύο ή τρεις υπηρέτες, όσους μπορούν να προσλάβουν. Τους κάνουμε να νιώθουν πλούσιοι». Γι’ αυτό την είχε προσλάβει ο Ντάρλινγκ; Για το


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

155

φαίνεσθαι; Όχι, δεν έμοιαζε τύπος που έδινε σημασία στη γνώμη των άλλων. Την έβαζε πολύ γρήγορα στη θέση της αν δεν του άρεσε αυτό που έλεγε. «Εντάξει τότε. Παράθυρα. Τι άλλες δουλειές πρέπει να κάνω;» «Οι λάμπες πρέπει να καθαρίζονται και να ετοιμάζονται κάθε μέρα. Κάποια σπίτια έχουν έναν υπηρέτη μόνο γι’ αυτή τη δουλειά. Είναι υπεύθυνος για τις λάμπες του». «Η επίπλωση είναι μάλλον λακωνική για την ώρα, οπότε αυτή η δουλειά δεν θα μου πάρει πολύ. Τι άλλο;» Η Φι γυάλιζε ενώ η Μάρλα άρχισε να της απαριθμεί όλες τις δουλειές που έπρεπε να κάνει. Παραδόξως, δεν της φάνηκαν πολλές. Αντίθετα, σκέφτηκε πως οι δουλειές θα έκαναν τη μέρα να περάσει γρήγορα, αλλά κυρίως σκεφτόταν πόσο θα χαιρόταν όταν ο Ντρέικ Ντάρλινγκ θα πρόσεχε τις προσπάθειές της. Την επόμενη φορά που μια άμαξα θα σταματούσε μπροστά στο σπίτι, ο οδηγός και ο υπηρέτης θα έβλεπαν μια αστραφτερή πόρτα. Και ίσως ο Ντρέικ Ντάρλινγκ θα της χαμογελούσε, αποκαλύπτοντας αυτό το γοητευτικό λακκάκι του.


156

LORRAINE HEATH

Κεφάλαιο 12

Ξύπνησε με ένα απαλό σκούντημα, με το απογευματινό φως να μπαίνει από τα παράθυρα και τα πράσινα μάτια της να τον κοιτάζουν. Γιατί να μην είναι μαύρα και αδιάφορα σαν τα δικά του; Γιατί να εκπέμπουν προσδοκίες; Γιατί να τον κάνουν να θέλει να τα κοιτάζει για το υπόλοιπο της ζωής του; Πάντα θα τον στοίχειωνε ότι τα είδε γεμάτα θέρμη και καλοσύνη, ξέροντας ότι την επόμενη μέρα θα ήταν πάλι ψυχρά και σκληρά όταν έπεφταν πάνω στα δικά του. «Το μπάνιο σου είναι έτοιμο», είπε με χαμηλή και προκλητική φωνή. Μπορούσε εύκολα να τη φανταστεί να του ψιθυρίζει γλυκόλογα, να τον παρακινεί να συνεχίσει καθώς έμπαινε μέσα της και εκείνη κρατούσε τα οπίσθιά του, κολλώντας πάνω του με κάθε ώθηση. Αυτή τη στιγμή ήταν απίστευτα σκληρός, αλλά ήταν απλώς επειδή είχε μόλις ξυπνήσει. Δεν είχε καμία σχέση με τη γυναίκα με το σκούρο μπλε φόρεμα και την άσπρη ποδιά που είχε σκύψει πάνω του. Μπορούσε να είναι ακόμα και μια καρακάξα. Δεν είχε σημασία. Εξάλλου ήταν μια καρακάξα κάτω από το βελούδινο δέρμα της και τις μακριές σκούρες βλεφαρίδες που δεν ταίριαζαν με τα μαλλιά της και τα μισάνοιχτα, προκλητικά χείλη της. «Τότε φύγε για να πάω μέχρι εκεί». Σιχάθηκε τη


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

157

σκληράδα της φωνής του, που έσβησε κάπως τον ενθουσιασμό από το βλέμμα της. Δεν είχε νόημα να ενθουσιάζεται αφού της φερόταν έτσι. Δεν ήξερε για ποιο λόγο το έκανε. Το μυαλό του ήταν θολό από τον ύπνο και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί με εκείνη τόσο κοντά του. Ήταν τόσο διαφορετική από την Οφίλια που ήξερε. Εκείνη ανασήκωσε τη μυτούλα της με μια κίνηση που πάντα τον εκνεύριζε –δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ– κάνοντας τον κόσμο του να επιστρέψει στον άξονά του. «Φυσικά. Συγγνώμη για την αδιακρισία». Κοίταξε τους γοφούς της και τον φιόγκο της ποδιάς της να κουνιούνται καθώς έβγαινε από το δωμάτιο. Μπορεί να μη χτύπησε δυνατά την πόρτα πίσω της, αλλά την έκλεισε αρκετά δυνατά ώστε να δείξει την ενόχλησή της. Κάλυψε τα μάτια με τα χέρια του και αναρωτήθηκε για ποιο λόγο αυτά τα ρούχα, που άφηναν ακάλυπτο τόσο λίγο δέρμα, να είναι τόσο προκλητικά. Ήθελε να τη δει να φοράει μόνο την ποδιά. Πώς είχε προκύψει αυτή η σκέψη; Τι στο καλό είχε πάθει; Το αύριο αργούσε πολύ. Ίσως έπρεπε να την πάει σπίτι της απόψε. Μόλις βεβαιωνόταν πως δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο. Δεν υπήρχε λόγος να παρατείνει το αναπόφευκτο. Πέταξε τα σκεπάσματα, σηκώθηκε από το κρεβάτι και σταμάτησε απότομα μόλις συνειδητοποίησε τι του είχε πει. Είχε ετοιμάσει το μπάνιο του. Δεν θα έπρεπε να ξαφνιαστεί που είχε μάθει τι να κάνει παρατηρώντας τον την προηγούμενη μέρα. Πάντα ήξερε ότι δεν ήταν ανόητη. Και πάλι εντυπωσιάστηκε που δεν είχε προσποιηθεί ότι δεν ήξερε τι να κάνει, που δεν είχε βρει κάποια δικαιολογία για να αποφύγει τη δουλειά. Μια δουλειά που δεν ήταν δική της. Αναρωτήθηκε αν της είχε φανεί ξένη ή αν της είχαν έρθει στο μυαλό εικόνες άλλων να κάνουν τη δουλειά αυτή για εκείνη. Πέρασε την πόρτα που ένωνε το μπάνιο με το δωμάτιό


158

LORRAINE HEATH

του. Δεν έβγαινε ατμός. Μπήκε στην μπανιέρα και ακούμπησε το κεφάλι στο χείλος της. Το νερό δεν ήταν όσο ζεστό το ήθελε, αλλά… Ποιος στο καλό νόμιζε πως ήταν –εκείνη;– και παραπονιόταν για κάτι που είχαν κάνει γι’ αυτόν; Η θερμοκρασία του νερού δεν είχε σημασία, δεν αναιρούσε την προσπάθεια που είχε καταβάλει για να το ετοιμάσει… Κλικ. Πάγωσε. Η πόρτα άνοιγε. Κοίταξε πίσω του. Του χαμογέλασε διστακτικά. «Ήρθα να σου τρίψω την πλάτη». «Εντάξει». Ανασηκώθηκε και περίμενε να καθίσει πίσω του. «Είχα σταθεί πίσω από την πόρτα, προσπαθώντας να σε ακούσω να μπεις στο νερό. Ένιωθα πολύ άσχημα. Ίσως πρέπει να πάρεις ένα κουδουνάκι και να το χτυπάς όταν είσαι έτοιμος». Δεν χρειαζόταν αφού θα ήταν η τελευταία φορά που θα τον άγγιζε. Όχι πως θα της το έλεγε αυτό. Απλώς σώπασε και περίμενε ανυπόμονος το πρώτο χάδι από τα απαλά της δάχτυλα. Έσκυψε για να πιάσει το σαπούνι και το βαμβάκι έτριψε το δέρμα του. Ήταν η ποδιά της ή το βαμβακερό ύφασμα που κάλυπτε το στήθος της. Όλο το αίμα έφυγε από το κεφάλι του και πήγε αλλού. Για μια στιγμή ένιωσε ζάλη αλλά και ευγνωμοσύνη που το νερό δεν ήταν τόσο ζεστό όσο το είχε συνηθίσει. Το νερό ταράχτηκε καθώς έβαζε μέσα το χέρι της. Άκουσε ένα ελαφρύ βογκητό και γύρισε έγκαιρα για να προλάβει να δει την γκριμάτσα της. «Συγγνώμη», του είπε. Δάγκωσε το κάτω χείλος της, έτριψε τα χέρια της στο σαπούνι και έκανε έναν μορφασμό. Τι στο καλό; Άρπαξε το χέρι της. Το σαπούνι έπεσε στο νερό, αλλά σχεδόν δεν το πρόσεξε, βλέποντας τις ανοιχτές, κόκκινες φουσκάλες στις παλάμες της. Έβρισε


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

159

χαμηλόφωνα, καθώς τη φανταζόταν να κουβαλάει τους κουβάδες με το νερό και τα χερούλια να βυθίζονται στην απαλή της σάρκα, τρίβοντας και πληγώνοντας το μεταξένιο δέρμα της. «Δεν πειράζει», της είπε, προσπαθώντας εκείνη να ελευθερωθεί, αλλά αρνιόταν να την αφήσει. «Μπορώ να κάνω τη δουλειά μου». «Φυσικά και δεν μπορείς. Πήγαινε στο δωμάτιό μου και περίμενέ με». Επιτέλους κατάφερε να ελευθερωθεί από τη λαβή του και τον κοίταξε. «Δεν μπορείς να με διατάζεις». «Φυσικά και μπορώ. Είμαι το αφεντικό σου». Ανοιγόκλεισε τα μάτια σαν να το είχε ξεχάσει και τότε συνειδητοποίησε πως, όταν θύμωνε, έμοιαζε περισσότερο με την Οφίλια που ήξερε. Καλύτερα να μην τη θύμωνε άλλο μέχρι να την παραδώσει στον αδερφό της, για να μην επιστρέψει η μνήμη της. Είχε την αίσθηση πως η ζωή του θα κινδύνευε αν ξαναθυμόταν όσο ήταν στο σπίτι του. Η σκέψη σχεδόν τον έκανε να γελάσει, η οργή της θα ήταν ευπρόσδεκτη. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ποτέ πόσο γοητευτικός μπορεί να ήταν ο θυμός της. Να πάρει, δεν ήθελε να του αρέσει, αλλά έβλεπε πτυχές της που την έκαναν να μοιάζει διαφορετική. Αν μπορούσαν να είναι φίλοι, ήταν σίγουρος πως θα απολάμβαναν ο ένας την παρέα του άλλου. Δεν ήταν, όμως, και εκείνη ήταν πληγωμένη και έπρεπε να τη φροντίζει. «Πήγαινε.Στο.Δωμάτιο.Τώρα», επανέλαβε. Αν το βλέμμα μπορούσε να σκοτώσει… το δικό της μπορεί να τον πλήγωνε, αλλά δεν θα τον σκότωνε. Ξεφύσηξε για να του δείξει την αντίρρησή της, σηκώθηκε όρθια και χάθηκε στο άλλο δωμάτιο, χτυπώντας δυνατά την πόρτα πίσω της. Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Γέλασε με την αντίδρασή της. Θεέ μου, ήταν πολύ καλό που δεν ήταν πράγματι υπηρέτριά του, γιατί θα τον οδηγούσε στην


160

LORRAINE HEATH

τρέλα. Ψάχνοντας στον πάτο της μπανιέρας, βρήκε το σαπούνι και τρίφτηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Την ώρα που σκουπιζόταν, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε φέρει μαζί του ρούχα, αλλά ούτως ή άλλως δεν έφερνε ποτέ. Πλενόταν εδώ μέσα και πήγαινε γυμνός στο δωμάτιό του για να ντυθεί. Γιατί να αλλάξει τις συνήθειές του για εκείνη; Οι επιλογές της ήταν η άβολη καρέκλα ή το κρεβάτι, οπότε επέλεξε το κρεβάτι. Κάθισε στη γωνία πάνω από τις τσαλακωμένες κουβέρτες και έβαλε ένα μαξιλάρι στην πλάτη της. Ένα μαξιλάρι πάνω στο οποίο είχε κοιμηθεί εκείνος και θα κοιμόταν και εκείνη αργότερα. Ένα μαξιλάρι που είχε το άρωμά του. Το ήξερε γιατί είχε χώσει το κεφάλι της μέσα του πριν το ακουμπήσει πίσω από την πλάτη της. Καταράστηκε τα χέρια της και την ανικανότητά της να κρύψει τον πόνο της. Ήθελε τόσο πολύ να του τρίψει ξανά την πλάτη, να τη θαυμάσει. Την προηγούμενη μέρα ήταν πολύ αγχωμένη για να την απολαύσει όσο θα μπορούσε και είχε σχεδιάσει να επανορθώσει σήμερα για το λάθος της. Ήταν ταυτόχρονα ευγενικός και απότομος και υποψιάστηκε ότι η σχέση τους ήταν πιο πολύπλοκη. Τα ρούχα που της είχε φέρει σήμερα της ταίριαζαν άψογα, σαν να ήξερε ακριβώς το νούμερό της. Δεν ήθελε να σκεφτεί ότι είχε περάσει τόσο χρόνο με γυναίκες ώστε να μπορεί να καταλάβει εύκολα το μέγεθός τους, αν και μάλλον αυτή ήταν η αλήθεια. Πιθανότατα ήταν απλώς μια υπηρέτρια. Γιατί της πήρε τα βιβλία, όμως; Το ασημένιο σετ; Γιατί ανησυχούσε για τα χέρια της; Βγήκε από το μπάνιο με μια πετσέτα γύρω από τη μέση του, την οποία κρατούσε σφιχτά δεμένη με το ένα του χέρι. Χωρίς να πει κουβέντα έπιασε το παντελόνι και το πουκάμισο που είχε αφήσει στην καρέκλα και


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

161

εξαφανίστηκε πάλι στο μπάνιο. Όταν ξαναβγήκε, το πουκάμισό του ήταν μέσα στο παντελόνι, αλλά δεν ήταν κουμπωμένο. Ακούμπησε μια σειρά αντικείμενα πάνω στο κρεβάτι, πριν καθίσει στην άκρη του στρώματος. Έπιασε τα χέρια της, γύρισε τις παλάμες προς τα πάνω και συνοφρυώθηκε. Εκείνη έμεινε έκπληκτη από το πόσο μικρά ήταν τα χέρια της σε σχέση με τα δικά του. Τα δικά του ήταν σκληρά και γεμάτα μικρές ουλές. «Πώς έγιναν αυτές οι ουλές;» ρώτησε. Συνοφρυώθηκε ακόμα περισσότερο και έπειτα άφησε τα χέρια της και έπιασε ένα βαζάκι. «Είναι απ’ όταν ήμουν μικρός». Δεν περίμενε να της απαντήσει. Συνεχώς την εξέπληττε. Όπως και όταν άπλωνε απαλά την κρέμα στο πληγωμένο δέρμα της. Φαντάστηκε αυτά τα δάχτυλα να κυλούν πάνω στο σώμα της, με δέος και τρυφερότητα. «Φανταζόμουν πως τα χέρια μου θα ήταν πιο σκληρά», του είπε, «όταν κάθε μέρα είχα να κάνω με τόσο καυτό νερό». «Συνήθως ετοιμάζω μόνος μου το μπάνιο μου». «Νόμιζα πως είπες ότι το ετοιμάζω εγώ». Έτσι είχε πει; Ή μήπως η μνήμη της έπαιζε παιχνίδια; Ίσως το μυαλό της είχε υποστεί μόνιμη βλάβη. Θα ήταν για πάντα μπερδεμένη; Θα ξεχνούσε πάντα; «Αν το είπα, έκανα λάθος. Δεν θα το ξανακάνεις». «Είσαι θυμωμένος μαζί μου» Πήρε βαθιά ανάσα και άρχισε να τυλίγει μια γάζα γύρω από το χέρι της. «Όχι, αλλά δεν έπρεπε να πληγωθείς. Δεν θέλω να αναλαμβάνεις δουλειές που σε κάνουν να υποφέρεις». «Ίσως θα έπρεπε να προσλάβεις έναν υπηρέτη για να με βοηθάει». «Κάποια στιγμή θα πάρω». Άρχισε να τυλίγει και το άλλο χέρι. «Και έναν μπάτλερ».


162

LORRAINE HEATH

«Χρειάζομαι τα χρήματά μου για άλλα πράγματα αυτή τη στιγμή». «Τι πράγματα;» Συγκεντρώθηκε στο έργο του. «Δεν είναι δική μου δουλειά μάλλον», είπε απότομα. «Όχι, δεν είναι». «Τότε δεν θα έπρεπε να τα ξοδέψεις στην ασημένια βούρτσα». «Δεν ήταν και τόσο ακριβή». «Ήταν πολύ ακριβή. Αναγνωρίζω την ποιότητα όταν τη βλέπω. Δεν ξέρω πώς, αλλά το κάνω. Όπως και η άμαξα που σε έφερε εδώ. Ήταν πολύ κομψή. Δική σου είναι;» «Όχι, ανήκει στον άνθρωπο που με μεγάλωσε». «Γιατί δεν τον αποκαλείς πατέρα σου;» «Γιατί δεν αξίζω να είμαι γιος του». «Γιατί όχι;» Δεν ξαφνιάστηκε που δεν της απάντησε, που απλώς έσφιξε το πιγούνι και συνέχισε με μεγαλύτερη επιμέλεια τη δουλειά του. Η σχέση ανάμεσα στον εργοδότη και στην υπηρέτρια ήταν τέτοια που δεν μοιράζονταν τα μυστικά, τα όνειρα και τις επιθυμίες τους. «Μαζεύεις χρήματα για να πάρεις μια άμαξα;» Τελείωσε με τις γάζες, την κοίταξε και είπε: «Όχι». «Τότε; Ένα άλλο σπίτι;» «Είσαι πολύ περίεργη, έτσι;» «Δεν είναι δίκαιο. Ξέρεις σχεδόν τα πάντα για μένα και εγώ δεν ξέρω τίποτα για σένα». «Αν ήξερες τα πάντα για μένα, τολμώ να πω ότι δεν θα εντυπωσιαζόσουν». «Ήξερα τίποτα για σένα πριν έρθω να δουλέψω εδώ;» Πέρασε τα δάχτυλά του από το μάγουλό της και έβαλε μερικές ατίθασες τούφες πίσω από το αφτί της. «Δεν μιλούσαμε πολύ». «Υποθέτω ότι με ενδιέφερε περισσότερο να σε εντυπωσιάσω, παρά να εντυπωσιάσεις εσύ εμένα». «Κάτι τέτοιο».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

163

Τα δάχτυλά του έμειναν λίγο στο αφτί της, σκιαγραφώντας το λεπτό του περίγραμμα. «Δεν θα αναλάβεις τίποτα άλλο που να σε κάνει να νιώθεις άσχημα, συνεννοηθήκαμε;» Έγνεψε καταφατικά και σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να κάθεται για ώρες να την αγγίζει έτσι. Τα δάχτυλά του πέρασαν από τον λαιμό της. Ήθελε τόσο πολύ να μιμηθεί τις κινήσεις του, αλλά φοβόταν πως, αν το έκανε, μπορεί και να σταματούσε. Παρότι δεν του απέσπασε την προσοχή, σταμάτησε. Ήθελε να κουνήσει το κεφάλι της μέχρι να μπλεχτούν τα μαλλιά της για να τα ξαναβάλει στη θέση τους. Σκέφτηκε πως αν την είχε αγγίξει έτσι, θα το θυμόταν. «Ίσως δεν είχαμε μιλήσει πολύ, γιατί ντρεπόμουν», είπε. Γέλασε δυνατά και εκείνη η σιωπηλή στιγμή ανάμεσά τους διαλύθηκε. «Δεν είσαι καθόλου ντροπαλή». Σηκώθηκε από το κρεβάτι και μάζεψε τα πράγματα που είχε χρησιμοποιήσει για να την περιποιηθεί. «Θα είναι σε ένα ντουλάπι στο μπάνιο, αν τα χρειαστείς». Άρχισε να απομακρύνεται. «Ντρέικ;» Σταμάτησε και γύρισε πίσω. Το βλέμμα του ήταν σκοτεινό και εκείνη αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να του απευθύνει τον λόγο όπως είχε πει η Μάρλα, αλλά δεν της φαινόταν σωστό. «Θα αλλάξουν τα πράγματα ανάμεσά μας όταν θυμηθώ τα πάντα;» «Ναι». Έφυγε από το δωμάτιο και την άφησε να αναρωτιέται για ποιο λόγο τη στενοχώρησε αυτή η παραδοχή.

Ντρέικ. Δεν τον είχε αποκαλέσει ποτέ έτσι. Τον χτύπησε κατευθείαν στο στομάχι, τον έκανε να σφιχτεί. Του άρεσε ο τρόπος που ακουγόταν από τα χείλη της. Χριστέ μου, αν ήταν ειλικρινής, του άρεσε οτιδήποτε έβγαινε από τα χείλη της από τη στιγμή που είχε ξυπνήσει στο κρεβάτι


164

LORRAINE HEATH

του. Ακόμα και οι προσβολές της είχαν αρχίσει να ακούγονται γοητευτικές. Είχε τσαγανό. Έπρεπε να της το αναγνωρίσει. Προσπάθησε να φανταστεί πώς ήταν να μην ξέρεις τίποτα για τον εαυτό σου. Θα ήταν σαν να πέφτεις σε μια άγνωστη άβυσσο. Πόσοι άνθρωποι, αναρωτήθηκε, θα έμεναν απλώς στο κρεβάτι και θα τραβούσαν τα σκεπάσματα πάνω από το κεφάλι τους μέχρι να θυμηθούν οτιδήποτε; Όχι εκείνη, όμως. Είχε ισιώσει τη σπονδυλική της στήλη και ρίχτηκε στη μάχη. Σίγουρα γκρίνιαζε και αναρωτιόταν, αλλά δεν μπορούσε να την αδικήσει γι’ αυτή τη συμπεριφορά. Εκείνος μάλλον θα χτυπούσε κάπου τις γροθιές του. Δεν θα δεχόταν με τόση χάρη την κατάστασή του. Είχε ήδη φύγει από το δωμάτιό του όταν γύρισε από το μπάνιο. Έβαλε καθαρά ρούχα και βγήκε έξω. Έπιασε τη μυρωδιά από το βερνίκι. Προφανώς δεν είχε ετοιμάσει απλώς το μπάνιο του. Πλησίασε στην κουζίνα και αντιλήφθηκε μια υπέροχη μυρωδιά. Είχε όντως μαγειρέψει; Μπαίνοντας στην κουζίνα, βρήκε τη Φι να στρώνει το τραπέζι, πάνω στο οποίο είχε ακουμπήσει τον φασιανό. Του έτρεξαν τα σάλια, αλλά αυτό δεν τον σταμάτησε από το να δείξει την ενόχλησή του. «Σου είπα να μην κάνεις τίποτα». «Τα είχα ετοιμάσει ήδη όταν ανέβηκα να σε ξυπνήσω. Παρακαλώ». Δεν τον πείραξε το ύφος της. Του άξιζε, στο κάτω κάτω. Είχε μπει σε τόσο κόπο. Δεν μπορούσε παρά να εντυπωσιαστεί από όσα είχε καταφέρει. Δεν τη θεωρούσε ποτέ ανόητη, αλλά μάθαινε πολύ γρήγορα. Του έδειξε την καρέκλα. «Κάθισε. Καλή όρεξη». «θα φας μαζί μου», είπε, τραβώντας μια καρέκλα και για εκείνη, και περίμενε. «Πολύ αντισυμβατικό δεν είναι να τρως μαζί με την υπηρέτριά σου;»


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

165

«Σου μοιάζω για συμβατικός τύπος;» «Για να είμαι ειλικρινής, όχι». Έπιασε την καρέκλα και κάθισε απέναντί της. Αδιαφορώντας για τις τυπικότητες, σερβιρίστηκαν. Έπειτα κάθισε στην άκρη της καρέκλας της και περίμενε να δοκιμάσει τη μαγειρική της. Μάλλον θα είχε ρίξει δηλητήριο. Όχι, ακόμα δεν ήξερε τι παιχνίδι της είχε στήσει. Έφαγε μια μικρή μπουκιά. Προς μεγάλη του έκπληξη, κυριολεκτικά έλιωσε στο στόμα του. «Είναι πολύ νόστιμο». «Είχες δίκιο. Μόλις άρχισα να εκτελώ τις δουλειές, θυμήθηκα τι έπρεπε να κάνω». Θυμήθηκε κάτι που δεν ήξερε ποτέ; Ήταν σίγουρος πως δεν είχε ετοιμάσει ποτέ φασιανό στη ζωή της, αμφέβαλε μάλιστα αν είχε βράσει ποτέ ένα αβγό. Παραλίγο να τη ρωτήσει. Αντίθετα, το προσπέρασε, γιατί θα έπρεπε να της εξηγήσει πώς ήξερε ότι δεν είχε ιδέα από μαγειρική. «Θα φύγεις για τη λέσχη σε λίγο», του είπε. «Ναι». «Και θα λείπεις όλο το βράδυ;» Αναγνώρισε τον τρόμο στο βλέμμα της. «Ναι, αλλά μην ανησυχείς. Κοιμήσου στο κρεβάτι μου. Εκεί δεν θα σε ενοχλήσουν οι εφιάλτες». «Πώς το ξέρεις;» «Γιατί είναι ένα πολύ άνετο κρεβάτι και, αν κρίνω από τις προηγούμενες φορές που βρέθηκες κάτω από τις κουβέρτες μου, θα κοιμηθείς μια χαρά». Κοκκίνισε λίγο και εκείνος μαγεύτηκε. Δεν είχε ιδέα ότι η λαίδη Οφίλια μπορούσε να κοκκινίσει. «Ίσως να πάρω ένα καινούριο κρεβάτι με τον μισθό μου», είπε. Αυτό θα ήταν μάλλον δύσκολο, μιας και δεν της έδινε μισθό. «Ο εργοδότης αγοράζει το κρεβάτι». «Πότε θα έρθει το δικό μου, δηλαδή;»


166

LORRAINE HEATH

Έκοψε άλλο ένα κομμάτι φασιανό. «Οι αναμνήσεις σου είναι μάλλον μπερδεμένες. Θυμήσου πως έχεις ήδη ένα». «Έχω ένα ράντζο, όχι κρεβάτι», είπε κοφτά. «Είναι εξαιρετικά άβολο». «Ναι, το ξέρω. Κοιμήθηκα εκεί όσο περίμενα να έρθει το κρεβάτι μου». «Και τότε γιατί μου το έδωσες;» Γιατί ήθελα να νιώσεις άβολα, γιατί δεν περίμενα να μείνεις πάνω από μια μέρα. Γιατί δεν περίμενα να ενδιαφέρομαι για την ευημερία σου. «Γιατί είμαι ένας κακός εργοδότης». Σούφρωσε τα χείλη της και του πέρασε από το μυαλό η παράλογη σκέψη να τα ισιώσει, φιλώντας την. Γιατί έπρεπε να δείχνει τόσο αξιολάτρευτη απέναντί του, προσπαθώντας να βρει λύσεις ή να καταλάβει τα πράγματα; Γιατί τα φρύδια της να γέρνουν τόσο ανεπαίσθητα; Γιατί τα πράσινα μάτια της να κοιτάζουν τόσο μακριά σαν να προσπαθούσαν να τα καταλάβουν όλα; Ο Θεός να τον φυλάξει όταν έβρισκε όλες τις απαντήσεις. «Οι πράξεις σου δεν συνάδουν με τα λόγια σου», του είπε. «Έχω την εντύπωση ότι προσπαθείς να με ξεγελάσεις, αλλά για ποιο λόγο;» Γιατί δεν ήθελε να τον μάθει πραγματικά, τις ελπίδες, τα όνειρα, τα μυστικά του. Γιατί δυσκολευόταν τόσο να αποδεχτεί ότι ίσως η λαίδη Οφίλια ένιωθε το ίδιο και είχε απομακρύνει τον αληθινό της εαυτό από κοντά του, είχε δημιουργήσει ένα αλαζονικό προσωπείο για να προστατεύσει τη γυναίκα που έκρυβε μέσα της; «Ένας γρίφος που θα σκέφτομαι όσο καθαρίζω εδώ μέσα». «Είναι δική μου δουλειά το καθάρισμα». «Όχι όσο τα χέρια σου είναι πληγωμένα. Δεν πρέπει να τα βάλεις μέσα σε βρόμικο νερό». Μάζεψε τα ποτήρια και τα πιάτα από το τραπέζι, το σκούπισε, έπλυνε τα πιάτα και την ένιωθε να τον παρακολουθεί, προσπαθώντας να τον καταλάβει. Δεν


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

167

ήταν καν σίγουρος αν καταλάβαινε πλέον τον ίδιο του τον εαυτό. Ήλπιζε μόνο ότι ο Γκρέγκορι θα του έδινε τις απαντήσεις που επιθυμούσε, ώστε να μπορέσει να γυρίσει τη Φι στο σπίτι της πριν τον τρελάνει.

«Ο λόρδος Γουίγκμορ ήταν εκεί;» Ο Ντρέικ επανέλαβε δύσπιστος τα λόγια που του είχε πει ο Γκρέγκορι. Δεν ήταν σίγουρος τι περίμενε ακριβώς, αλλά σίγουρα όχι αυτό. «Μάλιστα, κύριε». Ο Γκρέγκορι στεκόταν όρθιος και κορδωμένος σαν να τον είχε προσβάλει η αμφιβολία του Ντρέικ. «Παρέδωσα την πρόσκληση στα χέρια του». Αν ο Γουίγκμορ ήταν εκεί, τότε ο Σόμερντεϊλ είχε πει ψέματα; Μήπως ήθελε να κάνει κακό στη Φι και σκέφτηκε ότι κανείς δεν θα την έψαχνε στον θείο της; Μπορούσε πολύ εύκολα να το ελέγξει κάποιος αυτό. Αν ταξίδευε, όμως, με τον θείο της, τι δουλειά είχε εδώ; «Σου φάνηκε παράξενος;» «Παράξενος;» «Σου φάνηκε σαν να του είχαν επιτεθεί κακοποιοί;» «Όχι, ήταν μια χαρά. Λίγο εκνευρισμένος με την παρουσία μου, νομίζω, και προσβεβλημένος από την πρόσκληση. Απλώς ψέλλισε, “Όταν παγώσει η κόλαση” και με οδήγησε έξω». Δεν είχε νόημα, αν και ανακουφίστηκε που δεν χρειαζόταν να ειδοποιήσει τη Σκότλαντ Γιαρντ ότι έπρεπε να ψάξουν για έναν αγνοούμενο λόρδο. Και πάλι, όμως, παρέμενε μυστήριο πώς είχε βρεθεί η Φι στο ποτάμι. Δεν θυμόταν τίποτα και εκείνος δεν ήξερε πώς να μάθει την αλήθεια. Δεν ένιωθε άνετα να την επιστρέψει στον αδερφό της, χωρίς να βεβαιωθεί ότι θα ήταν ασφαλής μαζί του. «Χρειάζεστε κάτι άλλο, κύριε;» Κοίταξε τον Γκρέγκορι και συνειδητοποίησε ότι είχε χαθεί τόσο πολύ στις σκέψεις του για τη Φι, που είχε ξεχάσει ότι ήταν μαζί του αυτός ο άνθρωπος. «Πολύ καλή δουλειά. Μπορείς να επιστρέψεις στα καθήκοντά σου».


168

LORRAINE HEATH

«Μάλιστα». Μόλις έφυγε ο Γκρέγκορι, ο Ντρέικ πήγε στο παράθυρο και κοίταξε τον δρόμο. Τίποτα δεν είχε νόημα, και ειδικά η ανακούφισή του που δεν θα πήγαινε τη Φι στο σπίτι της το επόμενο πρωί. Που μπορεί να έμενε μαζί του λίγο ακόμα, που μπορεί να του έπλενε ξανά την πλάτη. Με έναν αναστεναγμό, ακούμπησε το μέτωπό του στο παγωμένο γυαλί. Δεν μπορούσε να την κρατήσει. Ήταν παράλογη συμπεριφορά. Παρόλο που είχε απολαύσει το δείπνο μαζί της. Αυτά τα συναισθήματα τον μπέρδευαν. Δεν τη συμπαθούσε, άρα πώς απολάμβανε την παρέα της; Να πάρει η ευχή! Απομακρύνθηκε από το παράθυρο, βγήκε από το γραφείο του και πήγε στην αίθουσα των παιχνιδιών. Δεν είχε κάνει την επιθεώρησή του, ήθελε πρώτα απ’ όλα να μιλήσει με τον Γκρέγκορι. Οι συνεργάτες του δεν θα χαίρονταν καθόλου από την έλλειψη συγκέντρωσής του και τις προτεραιότητές του τελευταία. Τους χρωστούσε για την ευκαιρία που του είχαν δώσει να γίνει κάποιος. Έπρεπε να σταματήσει το συντομότερο αυτή την προσωπική βεντέτα. Με την άκρη του ματιού του, έπιασε τον Σόμερντεϊλ να πλησιάζει ένα από τα τραπέζια, και έτσι άλλαξε την πορεία του και πήγε κοντά του πριν προλάβει να φτάσει στον προορισμό του. «Σόμερντεϊλ». «Ντάρλινγκ». «Άκουσα ότι είχες επιτυχία χτες βράδυ». Ο Σόμερντεϊλ γέλασε. «Η Θεά Τύχη ήταν με το μέρος μου. Ανυπομονώ για μια ακόμα πρόσκληση στο ιερό άντρο». Αγνοώντας τη διακριτική παράκληση για μια άμεση πρόσκληση, ο Ντρέικ ρώτησε: «Πώς είναι η αδερφή σου; Είχες νέα της από τότε που πήγε στον θείο σου;» «Ούτε λέξη». «Είσαι σίγουρος ότι έφτασε με ασφάλεια;»


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

169

Ο Σόμερντεϊλ συνοφρυώθηκε. «Θα το είχα μάθει, αν δεν είχε φτάσει καλά». «Δεν σου έγραψε ότι έφτασε, ώστε να μην ανησυχείς;» Γέλασε. «Η Οφίλια δεν γράφει γράμματα ούτε ενδιαφέρεται μήπως ανησυχώ». Ναι, το έβλεπε αυτό, πολύ ξεκάθαρα. «Πότε νομίζεις ότι θα γυρίσει στο Λονδίνο;» «Όταν η θεία Μπέρτα γίνει καλά ή όταν πεθάνει, υποθέτω». «Πόσο άρρωστη είναι η θεία σου;» «Πολύ, με βάση όσα είπε ο θείος μου». «Δεν μπορώ να φανταστώ τη λαίδη Οφίλια να χάνει έστω και έναν χορό για να εξυπηρετήσει κάποιον άλλον». Ο Σόμερντεϊλ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι, θυμίζοντας στον Ντρέικ έναν σκύλο που προσπαθεί να καταλάβει αν κάποιο πουλί έχει χτίσει τη φωλιά του σε ένα δέντρο. «Ενδιαφέρεσαι για την αδερφή μου;» «Τι; Όχι βέβαια. Απλώς δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι θα εγκατέλειπε τις κοινωνικές της υποχρεώσεις όταν τόσο εκείνη όσο και η Γκρέις ήθελαν απεγνωσμένα να βρουν ένα ταίρι». Ανασήκωσε τους ώμους. «Είναι πολύ δεμένη με τη θεία. Πέρασε πολλά καλοκαίρια μαζί της όταν ήταν μικρότερη, ειδικά μετά τον θάνατο της μητέρας, μιας και η θεία Μπέρτα είναι η μικρότερη αδερφή της μαμάς». «Η λαίδη Οφίλια, όμως, μπορεί να βρεθεί στο ράφι, παρά τη σημαντική προίκα της». «Παραξενεύομαι που σε ενδιαφέρει». «Δεν με ενδιαφέρει, απλώς…» Να πάρει. Τον ενδιέφερε; Όχι βέβαια. Προσπαθούσε να πάρει πληροφορίες για να καταλάβει τι ακριβώς ήξερε ο Σόμερντεϊλ. «Απλώς μου φαίνεται περίεργο. Η λαίδη Οφίλια που ξέρω δεν είναι καθόλου ανιδιοτελής». «Ίσως δεν την ξέρεις όσο καλά νομίζεις. Παρ’ όλα αυτά, είχε πολλούς επίδοξους μνηστήρες κι ας μην είχε επιδείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κανέναν από αυτούς. Δεν είμαι


170

LORRAINE HEATH

σίγουρος τι ψάχνει ακριβώς σε έναν άντρα, αλλά η προίκα της αρκεί για να είναι καλά ακόμα κι αν λείψει για ολόκληρη τη σεζόν. Δεν θα την αγνοήσει κανείς. Και τώρα, αν μου επιτρέπεις, πρέπει να πάω σε κάποιο τραπέζι για να δω αν συνεχίζεται η τύχη μου από χτες». Ο Ντρέικ τον παρακολούθησε να φεύγει. Δεν ακούστηκε σαν κάποιον που ήθελε να πάθει κακό η αδερφή του. Ούτε, όμως, και σαν κάποιον που ενδιαφερόταν ιδιαίτερα αν ήταν ευτυχισμένη. Καλά; Θα ήταν καλά; Της άξιζε να είναι κάτι παραπάνω από καλά. Όχι, δεν της άξιζε. Της άξιζε να παντρευτεί έναν βάτραχο. Ως σύζυγος, θα ήταν μια μέγαιρα. Η προίκα της ήταν αυτό που τραβούσε τους άντρες, όχι η συμπεριφορά της. Δεν είχε καταλάβει ποτέ τι της έβρισκε η Γκρέις. Παρότι είχε ξαφνιαστεί που ήταν τόσο ξεροκέφαλη και συνέχιζε να κουβαλάει τους κουβάδες με το ζεστό νερό, ακόμα κι όταν είχε ήδη πληγώσει τα χέρια της. Περίμενε ότι θα άφηνε τους κουβάδες κάτω αμέσως μόλις συνειδητοποιούσε το βάρος τους. Ότι θα χτυπούσε την πόρτα του και θα τον διέταζε να τους φέρει εκείνος. Και ήταν και πρόθυμη να του ξαναπλύνει την πλάτη. Καταράστηκε τους κουβάδες που του στέρησαν αυτή την απόλαυση. Μπορούσε ακόμα να νιώσει τα δάχτυλά της να περνούν πάνω από το περίγραμμα του δράκου, πάνω, κάτω, στο πλάι… «Κάνεις το άγαλμα, ελπίζοντας να μη σε δει κανείς;» ρώτησε ο Άβεντεϊλ. Ο Ντρέικ προσπάθησε να μην αποκαλύψει ότι τρόμαξε από την αναπάντεχη φωνή πίσω του. Γύρισε ήρεμα. «Απλώς παρατηρώ, στοχάζομαι. Γιατί δεν παίζεις;» Ο Άβεντεϊλ ανασήκωσε τους ώμους. «Βαριέμαι τελευταία. Να πάρει, μου λείπει ο Λόβινγκτον. Ανυπομονώ να γυρίσει. Δεν έχει ενδιαφέρον να κυνηγάς μόνος σου την αμαρτία». Ο Ντρέικ γέλασε. «Βάζω στοίχημα πως οι αμαρτωλές μέρες του ανήκουν στο παρελθόν».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

171

«Ναι, σίγουρα η Γκρέις θα τον αλυσοδέσει πλάι της». «Με μια αλυσίδα που θα φορέσει οικειοθελώς». «Σίγουρα, αλλά και πάλι το βρίσκω τρομερά απογοητευτικό που έπεσε τόσο εύκολα». Κοίταξε τον Ντρέικ. «Σε ενδιαφέρει να γίνεις ο καινούριος συνεργάτης μου στην αμαρτία;» «Δεν χρειάζεται να την ψάχνω, όταν την έχω γύρω μου». «Ναι, αλλά δεν συμμετέχεις». «Όχι εδώ, όχι. Και όχι τις ώρες αιχμής. Είμαι σίγουρος ότι μπορείς να βρεις κάποιον να σε συνοδεύει στις εξορμήσεις σου». «Θα βάλω τα δυνατά μου. Είμαι περίεργος πάντως. Γιατί τόσες ερωτήσεις γύρω από τη λαίδη Οφίλια χτες βράδυ; Αν δεν ήξερα πόσο συχνά μαλώνετε εσείς οι δύο, θα υποψιαζόμουν ότι κάλεσες τον Σόμερντεϊλ στο παιχνίδι, απλώς για να τον ανακρίνεις γι’ αυτήν. Δεν πιστεύω να είσαι έτοιμος να ερωτευτείς, έτσι;» Τα λόγια του έμοιαζαν με χαστούκι. «Να ερωτευτώ; Όχι, όχι εκείνη. Ποτέ εκείνη». Ο Άβεντεϊλ παραξενεύτηκε. «Πολύ υπερβολική η αντίδρασή σου». «Δεν ταιριάζουμε καθόλου. Και τώρα, αν μου επιτρέπεις, έχω μια χαρτοπαικτική κόλαση να διευθύνω». Άφησε τον Άβεντεϊλ στη μέση της αίθουσας. Ήταν απαράδεκτο που και εκείνος και ο Σόμερντεϊλ τον είχαν ρωτήσει προς τι το ενδιαφέρον του για την Οφίλια. Δεν ενδιαφερόταν καθόλου γι’ αυτήν, απλώς ήθελε να μάθει πώς είχε φτάσει στο ποτάμι.


172

LORRAINE HEATH

Κεφάλαιο 13

ΟΝτρέικ περίμενε ανυπόμονα στον προθάλαμο ενός ταπεινού σπιτιού της πόλης, ενώ ο μπάτλερ είχε πάει να ειδοποιήσει τους ιδιοκτήτες. Δεν μπορούσε να χωνέψει ότι βρισκόταν εδώ, ενώ είχε τόση δουλειά. Άκουσε βήματα και ταράχτηκε. Ήθελε η επίσκεψή του να είναι όσο πιο σύντομη γινόταν. Ο σερ Γουίλιαμ Γκρέιβς βγήκε στον διάδρομο, με τη γυναίκα του στο πλευρό του ανήσυχη. «Έπαθε κάτι ο Άβεντεϊλ;» ρώτησε, εμφανώς ταραγμένη. «Χτύπησε;» Ήξερε ότι στην πραγματικότητα ρωτούσε αν είχε πεθάνει. Η πρώην δούκισσα του Άβεντεϊλ ήξερε πολύ καλά ότι ο γιος της δεν ήταν πάντα προσεκτικός σε ό,τι είχε να κάνει με την αμαρτία. Σε πολλές περιπτώσεις, ο Ντρέικ είχε αναρωτηθεί αν επιδίωκε να φτάσει πριν την ώρα του στον τάφο. Ο Ντρέικ θα ήταν αυτός που θα μετέφερε τα άσχημα νέα. «Είναι μια χαρά. Τον είδα προηγουμένως στη λέσχη, έψαχνε κάποιο άθλημα να ασχοληθεί». Ανακουφίστηκε, αλλά τον κοίταξε με δυσπιστία. «Ο γιος μου μπορεί να ψάχνει πολλά πράγματα, αλλά σίγουρα τα αθλήματα δεν είναι πρώτα στη λίστα του». «Σας διαβεβαιώ πως είναι μια χαρά».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

173

«Αρρώστησε κάποιος από την οικογένεια;» ρώτησε ο σερ Γουίλιαμ. Πριν από χρόνια είχε πάρει τον τίτλο του σερ λόγω της εξαιρετικής του φροντίδας απέναντι στη βασίλισσα. «Όλοι είναι καλά, αλλά αναρωτιόμουν αν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε λίγο ιδιαιτέρως». «Ναι, φυσικά. Πέρασε στο γραφείο μου». Η σύζυγός του άπλωσε το χέρι και έσφιξε το μπράτσο του Ντρέικ. «Χάρηκα που σε είδα». Ευχήθηκε να μπορούσε να τη διαβεβαιώσει ότι ο γιος της θα ήταν πάντα καλά, αλλά ήταν σίγουρος πως οι δαίμονες του Άβεντεϊλ ήταν πολύ περισσότεροι από τους δικούς του. Έτσι, αρκέστηκε σε ένα καθησυχαστικό χαμόγελο πριν ακολουθήσει τον γιατρό στο γραφείο του. Δέχτηκε το ουίσκι και την καρέκλα που του πρόσφερε. Ο Γκρέιβς κάθισε στην καρέκλα απέναντί του, μελετώντας τον προσεκτικά σαν να είχε την ικανότητα να κάνει διάγνωση έστω και με μια σύντομη πρώτη αξιολόγηση. «Τι σε έφερε στην πόρτα μου, λοιπόν;» ρώτησε ο Γκρέιβς. Η τρέλα. Η καθαρή τρέλα. Η εκδίκηση που παραστράτησε. Ο Ντρέικ ήπιε το ουίσκι. Τώρα που ήταν εδώ, δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Αποφάσισε επιπόλαια να επισκεφτεί τον γιατρό, αλλά τελικά έτσι αντιδρούσε σε ό,τι είχε να κάνει με τη Φι. «Ξέρω έναν κύριο που έπεσε στο ποτάμι πριν από μερικές μέρες, και φαίνεται πως η μνήμη του τον εγκατέλειψε εκεί». «Δυσκολεύεσαι να θυμηθείς;» «Όχι, όχι εγώ. Ποια είναι η γνώμη σας;» Ο Γκρέιβς τού χαμογέλασε. «Έχω συχνά πελάτες που περιγράφουν το πρόβλημα κάποιου φίλου, επειδή νιώθουν άβολα να μιλήσουν για τα δικά τους συμπτώματα, αλλά σε διαβεβαιώ πως ό,τι μου πεις είναι εμπιστευτικό και δεν έχεις λόγο να ντρέπεσαι. Δεν θα σε κρίνω». Σίγουρα θα με έκρινες, αν ήξερες τι ακριβώς έχω κάνει.


174

LORRAINE HEATH

«Δεν είμαι εγώ που δεν θυμάμαι το παρελθόν μου. Απλώς αναρωτιέμαι αν κινδυνεύει η υγεία του». «θα πρέπει να τον εξετάσω–» «Δεν θα έρθει. Φοβάται τους γιατρούς». «Νόμιζα πως έχει χάσει τη μνήμη του». «Όχι όλη. Θυμάται κάποιες πληροφορίες. Πόσος καιρός θα περάσει μέχρι να τα θυμηθεί όλα;» Ακουμπώντας τον αγκώνα του στα μπράτσα της καρέκλας, ο Γκρέιβς έτριψε σκεπτικός το πιγούνι του. «Δύσκολο να πω. Οφείλω να ομολογήσω πως δεν είχα και τόση εμπειρία στην καταστροφική απώλεια της μνήμης. Κάποιοι ασθενείς είναι κάπως αποπροσανατολισμένοι μετά από ένα τραύμα στο κεφάλι, αλλά συνήθως επανέρχονται έπειτα από λίγο. Είχα, όμως, και λίγους ασθενείς που δεν ανέκτησαν ποτέ τις αναμνήσεις που έχασαν». «Δεν υπάρχει θεραπεία». «Απ’ όσο ξέρω, όχι. Αν και άκουσα για κάποιον που έπεσε από τη στέγη και δεν θυμόταν πώς βρέθηκε εκεί. Ούτε θυμόταν αν είχε οικογένεια. Όταν, όμως, τον πήγαν στο σπίτι του, το οικείο περιβάλλον τον βοήθησε να θυμηθεί. Υποθέτω πως ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάς είναι ήδη στο σπίτι του». «Δεν μπορεί να θυμηθεί πού είναι». «Κρίμα. Μακάρι να μπορούσα να βοηθήσω περισσότερο. Το μυαλό είναι εξαιρετικά περίπλοκο. Μπορεί να ξεχάσει ό,τι δεν θέλει να θυμάται. Μερικές φορές η μνήμη μπορεί να ενεργοποιηθεί από κάτι παράξενο: από το άρωμα ενός συγκεκριμένου φαγητού, από μια εμπειρία, από έναν άνθρωπο. Δεν έχω, όμως, κάποιο μαγικό ελιξίριο». «Η επιστροφή σε ένα οικείο περιβάλλον, όμως, μπορεί να είναι ό,τι χρειάζεται;» «Μπορεί. Δεν υπάρχουν εγγυήσεις. Ένας Γάλλος γιατρός κάνει σπουδαίες έρευνες στη νευρολογία, αλλά δεν έχω ακούσει κάποια συγκεκριμένα συμπεράσματα για την


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

175

αμνησία. Θα μπορούσα να του γράψω, να προσπαθήσω να πάρω περισσότερες πληροφορίες. Στο μεταξύ, προσπάθησε να πείσεις αυτόν τον κύριο να έρθει να με δει. Μάλλον αποτελεί το αντικείμενο μιας συναρπαστικής πιθανής μελέτης». Συναρπαστικής, πράγματι.

Το πιο άνετο έπιπλο σε όλο το σπίτι ήταν το κρεβάτι του Ντρέικ, και έτσι η Φι είχε κουλουριαστεί πάνω του, με μια σειρά μαξιλάρια πίσω από την πλάτη της, διαβάζοντας το βιβλίο Υπερηφάνεια και Προκατάληψη. Ήξερε ότι η Ελίζαμπεθ Μπένετ και ο κύριος Ντάρσι ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Ήξερε το σκάνδαλο, αν και δεν θυμόταν λεπτομέρειες. Ήταν πολύ περίεργο. Καθώς διάβαζε κάθε σελίδα, θυμόταν να την έχει ξαναδιαβάσει κάποια άλλη στιγμή – κουλουριασμένη σε μια καρέκλα ή κάτω από τη σκιά ενός φοίνικα. Γιατί οι δουλειές της σήμερα δεν της είχαν προκαλέσει το ίδιο συναίσθημα; Αναρωτήθηκε αν ήταν πραγματικά σημαντικό να ξέρει το παρελθόν, ειδικά μιας και ένιωθε κάπως ανακουφισμένη που δεν το θυμόταν. Τι να έκρυβε άραγε; Άφησε στην άκρη το μυθιστόρημα και έπιασε το βιβλίο για την οικιακή διαχείριση που είχε αφήσει νωρίτερα στο κομοδίνο. Ήταν δυσάρεστο ανάγνωσμα, αλλά απαραίτητο. Ήθελε να ευχαριστήσει τον εργοδότη της. Όχι, δεν ήταν αλήθεια. Ήθελε να ευχαριστήσει τον Ντρέικ. Παρά την αγριάδα του, είχε μια τρυφερότητα που την εντυπωσίαζε τις πιο παράξενες στιγμές. Μερικές φορές νόμιζε πως τον θυμόταν από παλιά, αλλά οι εικόνες που περνούσαν από το μυαλό της δεν θύμιζαν τον άντρα που ανακάλυπτε σιγά σιγά. Οι ευγενικές χειρονομίες του ήταν μικρές, αλλά την άγγιζαν βαθιά. Πολλές φορές έμοιαζε ανυπόμονος μαζί της, όμως φαινόταν να νοιάζεται για το καλό της. Περιποιήθηκε τα χέρια της, την απάλλαξε από τα καθήκοντά της. Αν είχε εκείνη μια υπηρέτρια, δεν ήξερε αν θα ήταν τόσο καλή.


176

LORRAINE HEATH

Ανακάθισε και συγκεντρώθηκε. Είχε ποτέ υπηρέτρια; Της φάνηκε πως είχε, αλλά δεν είχε νόημα. Μήπως κάποτε ήταν ευκατάστατη, αλλά στη συνέχεια είχε ξεπέσει; Ξάπλωσε πάλι πίσω και άνοιξε το βιβλίο. Σκέφτηκε να περάσει το κεφάλαιο που ανέφερε τα καθήκοντα της κυρίας του σπιτιού, αλλά ο Ντρέικ δεν είχε σύζυγο και έτσι αποφάσισε πως και αυτές οι ευθύνες ήταν δικές της. Διαβάζοντας τις σελίδες, ξαφνιάστηκε με το πόσο οικεία τής φαίνονταν τα καθήκοντα μιας κυρίας, σαν να τα εκτελούσε κάποτε. Ήταν ποτέ η κυρία ενός σπιτιού; Ήταν χήρα; Μήπως έγινε υπηρέτρια γιατί είχε πεθάνει ο άντρας της και την είχε αφήσει απένταρη; Σηκώθηκε από το κρεβάτι, έτρεξε γρήγορα στο μπάνιο και κοίταξε προσεκτικά την αντανάκλαση του προσώπου της στον καθρέφτη του τοίχου. Δεν είχε ρυτίδες, δεν είχε χαλαρωμένο δέρμα, δεν είχε πανάδες. Πόσων χρόνων ήταν; Σίγουρα δεν ήταν αρκετά μεγάλη για να είναι χήρα. Μήπως φρόντιζε το σπίτι του πατέρα της; Έκλεισε σφιχτά τα μάτια της και συγκεντρώθηκε για να θυμηθεί κάποια εικόνα, αλλά μάταια. Χτύπησε το χέρι της στον τοίχο, απογοητευμένη. Το παρελθόν δεν είχε σημασία, δεν μπορεί να είχε. Δεν θα του το επέτρεπε. Γύρισε στο κρεβάτι και κουλουριάστηκε αγκαλιά με την κυρία Μπίτον και όχι με την Τζέιν Όστεν. Θα αναλάμβανε πλήρως τα καθήκοντά της, θα έβαζε τα δυνατά της. Ο Ντάρλινγκ θα ήταν ευγνώμων που φρόντιζε το σπίτι του. Θα το έκανε πολύ καλύτερο απ’ ό,τι ήταν τώρα. Θα το φρόντιζε, αν και οι δουλειές είχαν αρχίσει να την πνίγουν. Έπρεπε να φροντίζει τόσα πολλά, να κάνει τόσες δουλειές. Σίγουρα δεν είχε χρόνο ούτε για να πάρει μια ανάσα, πόσο μάλλον για να βρεθεί στο ποτάμι. Το βράδυ ήταν προφανώς η μόνη στιγμή της μέρας που είχε λίγα λεπτά για τον εαυτό της. Ξαφνιάστηκε όταν διάβασε το κομμάτι που εξηγούσε ότι ήταν υπεύθυνη για τον οικιακό προϋπολογισμό, για τις


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

177

αγορές. Δεν θα έπρεπε να θυμάται μια τόσο σημαντική λεπτομέρεια; Σίγουρα θα είχε ένα βιβλίο για να καταγράφει τα έξοδα. Πού να το είχε βάλει; Σύμφωνα με την κυρία Μπίτον, θα έπρεπε να υπάρχει ένα δωμάτιο όπου θα οργάνωνε όλες τις δουλειές του σπιτιού. Ο Ντάρλινγκ δεν της είχε δείξει ένα τέτοιο δωμάτιο. Ίσως μοιράζονταν το γραφείο του. Με βάση το μέγεθος του γραφείου και το γεγονός ότι δεν είχε άλλους υπηρέτες, της φαινόταν πολύ λογικό. Αναρωτήθηκε για πόσα χρήματα ήταν υπεύθυνη και πού έπρεπε να τα ξοδεύει. Αν έκανε οικονομία, θα μπορούσε άραγε να αγοράσει μια άνετη καρέκλα, να προσλάβει έναν μάγειρα και μια ακόμα υπηρέτρια; Αυτές οι σκέψεις την ενθουσίασαν. Έπρεπε να βρει εκείνο το βιβλίο. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήγε να βάλει τα παπούτσια της και έπειτα αποφάσισε πως δεν τα χρειαζόταν. Ποιον θα προσέβαλαν τα πόδια της με τις κάλτσες; Βγήκε από την πόρτα και κατέβηκε τη σκάλα. Είχε τόση ησυχία, αλλά δεν ένιωθε μόνη. Της άρεσε αυτή η σιωπή. Κάθε πράγμα που παρατηρούσε ήταν μια καινούρια ανακάλυψη. Ήταν τόσο περίεργο να μην ξέρεις ό,τι σου αρέσει και ό,τι απολαμβάνεις. Σαν να είχε γνωρίσει μόλις τον εαυτό της και σιγά σιγά ξετύλιγε το κουβάρι της ταυτότητάς της, γινόταν φίλη με τον εαυτό της. Είχε φίλους άραγε; Τους έλειπε, αναρωτιόταν κανείς γιατί δεν είχε νέα της; Θα έρχονταν να την επισκεφτούν; Αν ήξερε ποιοι ήταν, θα πήγαινε εκείνη να τους βρει. Έτσι όπως είχαν τα πράγματα, θα έπρεπε να περιμένει να πάνε εκείνοι κοντά της – και τότε ίσως απαντούσαν όλες τις ερωτήσεις που δεν μπορούσε να απαντήσει ο Ντάρλινγκ. Ήλπιζε πως δεν θα αργούσαν να την ψάξουν. Αν είχαν ξαναπάει εκεί, ίσως θα την επισκέπτονταν σύντομα. Έφτασε στη βιβλιοθήκη, άναψε την γκαζόλαμπα και για μια στιγμή θαύμασε τα τρία βιβλία που έβαλε


178

LORRAINE HEATH

πρόσφατα στο ράφι. Θα πρόσθετε άλλα δύο μόλις τα τελείωνε. Φαντάστηκε πόσο ικανοποιημένη θα ένιωθε γεμίζοντας με βιβλία κάθε ράφι. Ίσως να μην έπαιρνε τόσο σύντομα την καρέκλα, για να πάρει περισσότερα βιβλία. Φαντάστηκε τη βαριά μυρωδιά στο δωμάτιο, μια μυρωδιά γνώσης, δύναμης, ταξιδιού χωρίς όρια. Μπορούσε να δει τον εαυτό της να περνάει πολύ χρόνο εκεί μέσα, σε μια πολυθρόνα πλάι στη φωτιά, διαβάζοντας. Και τον Ντάρλινγκ να κάνει το ίδιο, απέναντί της. Ανοιγόκλεισε τα μάτια. Όχι, μια υπηρέτρια και ένας εργοδότης δεν θα κάθονταν ποτέ μαζί ούτε θα μοιράζονταν τη σιωπή τους. Αν ήταν εδώ τα απογεύματα, εκείνη θα ήταν κλεισμένη στο δωμάτιό της όσο εκείνος απολάμβανε τη φωτιά, τα βιβλία, το ήρεμο περιβάλλον που προσπαθούσε να δημιουργήσει. Δεν ήταν δίκαιο, δεν ήταν καθόλου δίκαιο. Πήγε στο γραφείο, κάθισε στην άνετη δερμάτινη καρέκλα και προσπάθησε να ξεκουράσει το πονεμένο σώμα της. Τα χέρια της ήταν ακόμα δεμένα, προστατευμένα. Ίσως ένας εργοδότης που ενδιαφερόταν τόσο για τον πόνο της, θα την άφηνε να καθίσει μαζί του τα απογεύματα. Σίγουρα αν ήταν οι δυο τους εδώ μέσα, δεν θα ήταν τόσο τυπικοί. Έστρεψε την προσοχή της στη δουλειά που είχε να κάνει: να βρει το βιβλίο με τα έξοδα. Άνοιξε το ένα συρτάρι μετά το άλλο, αλλά τα περισσότερα ήταν άδεια. Αυτός ο άντρας πραγματικά ζούσε πολύ λιτά. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της να κάνει το ίδιο. Σταμάτησε. Με βάση τα υπάρχοντά της, έκανε ακριβώς το ίδιο. Όχι από επιλογή. Δεν ήταν από αυτούς που ζούσαν με τα λίγα. Τότε γιατί το έκανε; Και πάλι, δεν είχε επιλογή. Οι λόγοι πίσω από την έλλειψη επιλογών παρέμεναν ένα μυστήριο. Γύρισε στη δουλειά, ανοίγοντας το τελευταίο συρτάρι. Μέσα είχε ένα περίτεχνα σκαλισμένο ξύλινο κουτί. Το


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

179

έβγαλε έξω και το ακούμπησε στο γραφείο για να μπορέσει να ψάξει καλύτερα το συρτάρι. Και πάλι, όμως, δεν βρήκε τίποτα που να μοιάζει με ένα βιβλίο εξόδων. Περίεργο που ήξερε πώς ακριβώς έπρεπε να μοιάζει, ίσως να ήταν, λοιπόν, πολλά χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά. Όχι και τόσα πολλά, δηλαδή, μιας και δεν θεωρούσε ότι ήταν πολύ μεγάλη. Ίσως ήταν μια υπηρέτρια που εκπαιδευόταν να γίνει οικονόμος. Αναστέναξε και σηκώθηκε από την καρέκλα, ενώ αναρωτιόταν πού αλλού θα μπορούσε να ψάξει για το βιβλίο. Ίσως στην κουζίνα. Έκανε δύο βήματα και σταμάτησε. Δεν έπρεπε να αφήσει τα πράγματά του άνωκάτω. Γύρισε στο γραφείο και κοίταξε το κουτί. Δεν ήταν πολύ μεγάλο, αλλά ίσως να περιείχε αυτό που έψαχνε. Ίσως να ήταν ένα μικρό βιβλίο. Το κοίταξε προσεκτικά, ξέροντας ότι θα έπρεπε να το βάλει στη θέση του. Το είχε βάλει στο τελευταίο συρτάρι για κάποιο λόγο. Ήταν κάτι ιδιωτικό, ίσως προσωπικό. Μια καλή υπηρέτρια θα έπρεπε να ξέρει τα όριά της, αλλά μιας και εκείνη δεν θυμόταν τα καθήκοντά της, σίγουρα δεν θυμόταν τα όριά της. Γέλασε. Μπορούσε να τη γλιτώσει, κάνοντας πράγματα που υπό άλλες συνθήκες θα την έβαζαν σε μπελάδες. Σιγά σιγά, χιλιοστό χιλιοστό, σήκωσε το καπάκι και κοίταξε μέσα. Ήταν απλώς ένα κιτρινισμένο απόκομμα εφημερίδας. Έμοιαζε παλιό και φθαρμένο και έτσι το έβγαλε και το ξετύλιξε με προσοχή. Ήταν ένα άρθρο σχετικά με τον απαγχονισμό κάποιου Ρόμπερτ Σάικς. Γιατί να έχει κάτι τέτοιο; Γιατί να το κρατάει κρυμμένο, αλλά τόσο κοντά του; «Τι στο καλό κάνεις;» Θα έπρεπε να έχει τιναχτεί, να έχει τρομάξει, αλλά είχε αρχίσει να συνηθίζει τη διακοπή των σκέψεών της από αυτή τη βροντερή φωνή. Εξάλλου, ήταν ενθουσιασμένη με την ανακάλυψή της. Έριξε μια ματιά πάνω από το τζάκι, όμως δεν υπήρχε κανένα ρολόι. Κάπου στη ζωή της υπήρχε ένα ρολόι πάνω σε ένα τζάκι. Ένα χρυσό ρολόι.


180

LORRAINE HEATH

Ένα απαίσιο πράγμα που χτυπούσε πολύ δυνατά. «Δεν σε περίμενα», του είπε. Άρπαξε το απόκομμα από τα χέρια της και το επέστρεψε στο κουτί. «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να ψάχνεις τα πράγματά μου!» «Έψαχνα για κάτι άλλο και τελικά βρήκα αυτό. Ποιος είναι ο Ρόμπερτ Σάικς;» «Ένας δολοφόνος». «Ναι, αυτό το κατάλαβα από το άρθρο, αλλά γιατί το φυλάς σαν θησαυρό;» «Ίσως μου αρέσουν τα μακάβρια». «Όχι, δεν νομίζω. Πιστεύω πως είναι κάτι προσωπικό, κάτι με νόημα». Έκλεισε με δύναμη το καπάκι και την κοίταξε. «Δεν δίνω εξηγήσεις για τα πράγματά μου. Δεν χρειάζεται να σε απασχολούν». Απέφευγε τις ερωτήσεις της και έτσι μπορούσε να υποθέσει πως ήταν πολύ προσωπικό, αλλά δεν είχε καμία πρόθεση να το μοιραστεί μαζί της, όσες φορές κι αν τον ρωτούσε. Αποφάσισε πως ήταν καλύτερο να δικαιολογήσει τις πράξεις της ή τουλάχιστον αυτές που θεωρούσε ότι μπορούσαν να δικαιολογηθούν. «Έψαχνα το βιβλίο εξόδων μου». «Το ποιο σου;» «Σύμφωνα με την κυρία Μπίτον, υποτίθεται πως πρέπει να καταγράφω λεπτομερώς ό,τι παραγγέλνω και ό,τι αγοράζω. Δεν ξέρω καν ποιος είναι ο προϋπολογισμός μου, οπότε δεν ξέρω τι αγορές μπορώ να κάνω». «Εγώ κανονίζω όλες τις αγορές». «Μα εγώ είμαι η οικονόμος». «Έχεις ήδη αρκετά καθήκοντα. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς και γι’ αυτό». «Δεν με εμπιστεύεσαι». «Είμαι πολύ παράξενος στο θέμα των οικονομικών μου». Κοίταξε για μια στιγμή το γραφείο και έπειτα πήγε στη


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

181

βιβλιοθήκη, τεντώθηκε και έβαλε το κουτί σε ένα ράφι όπου δεν θα μπορούσε να το φτάσει χωρίς τη βοήθεια ενός σκαμπό. Δεν μπήκε στον κόπο να του επισημάνει ότι δεν ήταν ασφαλές εκεί. Αν ήθελε να το ξαναδεί, θα μπορούσε να πιάσει μια καρέκλα. «Δεν καταλαβαίνω τη σχέση μας», του είπε τελικά. «Νομίζω ότι μου κρύβεις επίτηδες πράγματα για να μη θυμηθώ». Πήγε προς το μέρος της. Τον είδε ξαφνικά, στο μυαλό της, να κάνει το ίδιο μέσα στις σκιές. Έπεσε στην καρέκλα και κόλλησε πίσω την πλάτη της. Σταμάτησε, κάθισε στο γραφείο και έσκυψε ελαφρά προς το μέρος της. «Τι θα κέρδιζα από μια τέτοια τακτική;» «Με έχεις ξαναπλησιάσει έτσι». «Μη λες ανοησίες». «Φορούσες…» Κούνησε το κεφάλι της. «Επίσημο ένδυμα. Δεν καταλαβαίνω. Εγώ δεν θα φορούσα σίγουρα επίσημο ένδυμα… εκτός αν σέρβιρα, φυσικά». Την κοίταξε, αφομοιώνοντας κάθε λεπτομέρεια. Θυμόταν και αυτή την αντίδραση από κάποια άλλη στιγμή. Στο βάθος έπαιζε μουσική… ένα βαλς. Δεν φοβόταν, όμως, αυτόν τον άντρα. Τον εμπιστευόταν. Γιατί ένιωθε τότε τόση αμηχανία; Ειδικά μετά από όσα είχε κάνει γι’ αυτήν, μετά από όσα είχε κάνει γι’ αυτόν. Σηκώθηκε απότομα όρθιος. «Βάλε παπούτσια. Θα βγούμε». «Θα βγούμε; Πού θα πάμε;» «Να βρούμε τις αναμνήσεις σου».


182

LORRAINE HEATH

Κεφάλαιο 14

Νοίκιασε μια άμαξα. Δεν θυμόταν να έχει ταξιδέψει ποτέ με μια τέτοια, αν και δεν μπορούσε να βασιστεί και πολύ στις αναμνήσεις της αφού τις περισσότερες τις είχε χάσει. Ήξερε πάντως πως ήταν ένα απίστευτα μικρό όχημα. Κάθισε στο πλάι της και δεν υπήρχε καθόλου χώρος ανάμεσα στους μηρούς, τους γοφούς, τους ώμους τους. «Ξέρω από πρωτόκολλο», είπε χαμηλόφωνα, βυθισμένη, λόγω του περιορισμένου χώρου, στο αρρενωπό άρωμά του με τις νότες από καπνό και ουίσκι. Πίσω απ’ όλα, όμως, υπήρχε η προκλητική μυρωδιά αυτού του άγριου άντρα, αυτό το μοναδικό χαρμάνι. «Και από καλούς τρόπους. Σε μια άμαξα, ο κύριος ταξιδεύει πίσω, αφήνοντας την κυρία να ταξιδέψει μπροστά». «Υποθέτεις πως είμαι κύριος». «Δεν είσαι;» «Με έχεις πει αρκετές φορές παλιάνθρωπο». «Και παρ’ όλα αυτά δεν με απέλυσες;» Χαμογέλασε. «Δεν ξέρω τι με έπιασε», είπε. «Χρειαζόσουν κάποιον να σου καθαρίζει». Γέλασε ελαφρά. «Πρόσεξες πως εγώ κάνω το περισσότερο καθάρισμα;» Το είχε προσέξει. Ήταν πολύ περίεργος μ’ αυτό. Συνεχώς μάζευε τα πεταμένα ρούχα και τα δίπλωνε προσεκτικά, τα


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

183

έβαζε στην άκρη. Σκέφτηκε ότι δεν θα του άρεσε ένα πολύ γεμάτο σπίτι, ακόμα κι όταν τελικά αποφάσιζε να πάρει κάποια έπιπλα. Θα ήθελε μόνο τα απαραίτητα. Χρειαζόταν χώρο· χρειαζόταν τάξη. Χρειαζόταν κάποιον πιο ικανό σ’ αυτές τις δουλειές μετά από την πτώση της στο ποτάμι. Αν δεν επανερχόταν σύντομα η μνήμη της, θα αναγκαζόταν να τη διώξει. Παρόλο που είχε σημειώσει κάποια πρόοδο με τη βοήθεια της Μάρλα, δεν ήταν σίγουρη ότι ήταν αρκετή ώστε να τη θεωρήσει πολύτιμη. «Πού νομίζεις ότι πρέπει να πάμε για να ξαναβρώ τη μνήμη μου;» ρώτησε. «Δεν είμαι σίγουρος. Μίλησα με τον δρα Γκρέιβς νωρίτερα…» 1 «Γκρέιβς ; Πολύ δυσάρεστο όνομα για κάποιον που υποτίθεται ότι κρατάει τους ανθρώπους μακριά από τον τάφο». «Ναι, υποθέτω που πολλές φορές ένιωσε άσχημα που διάλεξε ένα τόσο δυσάρεστο όνομά του». «Δεν γεννήθηκε μ’ αυτό;» «Αμφιβάλλω. Ξεκίνησε τη ζωή τους στους δρόμους, τότε που τα ονόματα άλλαζαν από τη μια στιγμή στην άλλη. Παρ’ όλα αυτά, είναι εξαιρετικά ικανός, οπότε αποφάσισα να ακολουθήσω τη συμβουλή του. Είπε πως ένα οικείο περιβάλλον μπορεί να επαναφέρει τις αναμνήσεις σου στη ζωή. Σκέφτηκα πως αξίζει να το δοκιμάσουμε». «Δεν θα έπρεπε να είσαι στη λέσχη, όμως;» «Είναι ακόμα νωρίς. Η πολλή δουλειά ξεκινάει αργότερα και εμείς δεν θα αργήσουμε». Μπορούσε να καταλάβει από τον τόνο της φωνής του ότι ήταν ακόμα θυμωμένος για το απόκομμα. «Συγγνώμη», του είπε χαμηλόφωνα. Ένιωσε το βλέμμα του πάνω της. «Ορίστε;» Δεν την είχε ακούσει ή δεν είχε συνηθίσει να του ζητάει συγγνώμη; Δεν την είχε ακούσει ποτέ να το κάνει, γι’ αυτό και του φαινόταν περίεργο; Ή μήπως δεν ήξερε για ποιο


184

LORRAINE HEATH

λόγο τού ζητούσε συγγνώμη; «Το κουτί. Δεν έπρεπε να το ανοίξω. Έπρεπε να το αφήσω στη θέση του». «Ναι, θα έπρεπε. Μάλλον δε θυμάσαι την Πανδώρα και το κακό που προκάλεσε». Ένιωσε να ζαλίζεται για μια στιγμή, όταν συνειδητοποίησε πως ήξερε όντως την ιστορία. «Γιατί να κρατήσεις αυτό το συγκεκριμένο απόκομμα και όχι κάποιο άλλο;» Άπλωσε το χέρι του, άνοιξε ένα παραθυράκι στο διαχωριστικό της άμαξας και φώναξε: «Εδώ». Η άμαξα σταμάτησε και ήθελε να βάλει τις φωνές γιατί ήξερε πως τώρα θα αγνοούσε την ερώτησή της. Άκουσε τον οδηγό που τραβούσε τον μοχλό και έπειτα οι πόρτες άνοιξαν. Ο Ντρέικ βγήκε έξω και έπειτα άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δικό της. Είχε βάλει το πόδι της στο πρώτο σκαλοπάτι όταν εκείνος της έσφιξε το χέρι και την ακινητοποίησε. Ήταν στο ύψος του, πράγμα που αμφέβαλε ότι συνέβαινε συχνά. Τέτοια ώρα δεν είχε πολύ φως, εκτός από τη λάμπα στο πλάι της άμαξας, αλλά ήταν αρκετό για να δει μέσα στα μαύρα σαν κάρβουνα μάτια του Ντρέικ, ώστε να διακρίνει την εσωτερική του πάλη, για να αναγνωρίσει ότι είχε τελειώσει και να αναρωτηθεί για μια στιγμή για ποιο λόγο έδειχνε να έχει χάσει. «Ενώ εσύ προσπαθείς να θυμηθείς το παρελθόν σου», της απάντησε χαμηλόφωνα, «υπάρχουν κομμάτια μου που θα προτιμούσα να ξεχάσω, και παρ’ όλα αυτά θεωρώ απαραίτητο να μην το κάνω». «Ήταν φίλος σου αυτός ο Ρόμπερτ Σάικς, λοιπόν;» «Όχι, δεν ήταν ποτέ φίλος μου». «Τι ήταν τότε;» «Άσ’ το, Φι». Δεν ήξερε αν μπορούσε. Τα μάτια του έκρυβαν κάτι παραπάνω από θυμό όταν άνοιξε το κουτί. Είχε δει πόνο. Δεν ήταν σίγουρη πώς το είχε αναγνωρίσει, ήξερε μόνο πως το είχε βιώσει και η ίδια στο παρελθόν – ντροπή,


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

185

εξευτελισμό, πόνο. Ήθελε να τον παρηγορήσει, αλλά ενστικτωδώς ήξερε πως αυτό απλώς θα επιδείνωνε την κατάσταση ανάμεσά τους. Ήταν ένας πολύ περήφανος άντρας, ένας άντρας με πολλούς δαίμονες. Αφού τη βοήθησε να κατέβει, πήρε τη λάμπα από το γάντζο της και την οδήγησε σε ένα μονοπάτι στο πλάι του δρόμου. Κοίταξε το ποτάμι και ανατρίχιασε. Την έπιασε από το μπράτσο και τη σταμάτησε. «Εκεί», της είπε, δείχνοντας. «Εκεί σε βρήκα». Μπορούσε να δει το νερό να χτυπάει στην όχθη, τόσο σκοτεινό, γεμάτο σκιές. Ήταν ένα θαύμα που την είχε προσέξει. «Πώς με πήγες στο σπίτι σου;» «Σε σήκωσα στα χέρια», της είπε. Δεν ήταν μακριά, αλλά σκέφτηκε πως ήταν μια αξιόλογη απόσταση για να κουβαλάς κάποιον. «Σου φαίνεται τίποτα οικείο;» «Όχι». Κοίταξε πάνω και ύστερα κάτω στο ποτάμι, κι έπειτα γύρω της. Κούνησε το κεφάλι της και επανέλαβε: «Όχι». Μετά κάρφωσε τα μάτια της σε εκείνον. «Γιατί περπατούσες εδώ;» «Δεν είμαι πολύ της άσκησης». Γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε τόσο γρήγορα, που της πήρε μερικά δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. Ίσως είχε τελειώσει μαζί της. Έτρεξε πίσω του, αλλά δεν τον πρόλαβε μέχρι που έφτασε στην άμαξα και τον είδε να κρεμάει τη λάμπα. Της άνοιξε την πόρτα. «Είσαι πολύ εκνευριστικός μερικές φορές», είπε την ώρα που κάθισε στη θέση της. «Σεντ Τζέιμς», είπε στον οδηγό, πριν καθίσει δίπλα της. Αυτή τη φορά ένιωσε το σώμα του να ακουμπά το δικό της χωρίς ανησυχία ή αμηχανία. Δεν θα το παραδεχόταν ποτέ στον ίδιο, αλλά την παρηγορούσε να τον έχει κοντά της. Το ποτάμι την τάραζε, δημιουργούσε έναν κόμπο στο κέντρο του στομαχιού της. Κάτι είχε συμβεί εκεί, κάτι που δεν ήταν σίγουρη πως ήθελε να θυμηθεί. «Ίσως το κλειδί για να ξεκλειδώσουμε την πόρτα των αναμνήσεών μου είσαι εσύ», του είπε. «Αν μοιραζόσουν


186

LORRAINE HEATH

περισσότερα πράγματα για τον εαυτό σου αντί να πασχίζεις να παραμείνεις τόσο μυστηριώδης, ξέρω ότι όλα μπορεί ξαφνικά να επανέλθουν». «Καλή προσπάθεια, γλυκιά μου». Άκουσε τον περιπαικτικό τόνο στη φωνή του. Της άρεσε. Της άρεσε όταν δεν ήταν τόσο σοβαρός. «Το “γλυκιά” μου είναι μια ένδειξη τρυφερότητας και δεν νομίζω ότι τρέφεις τρυφερά αισθήματα απέναντί μου». «Κι όμως είμαι εδώ και σου διαθέτω χρόνο που θα έπρεπε να αφιερώνω στη λέσχη μου». «Γιατί θέλεις να φροντίζω τις ανάγκες σου». Μιας και ήταν κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλον, ένιωσε το σώμα του να σφίγγεται και αναρωτήθηκε τι είπε και προκάλεσε αυτή την αντίδραση. «Τι ξέρεις εσύ για τις ανάγκες μου;» της είπε, με χαμηλή και σκοτεινή φωνή. «Ξέρω ότι θέλεις κάποιον να πλένει τα ρούχα σου και να στρώνει το κρεβάτι σου και να γυαλίζει τις μπότες σου. Η κυρία Μπίτον προφανώς αντιπαθεί τους νωθρούς ανθρώπους. Και τα δικά μου χέρια σίγουρα πρέπει να είναι πολύ απασχολημένα από το χάραμα μέχρι αργά τη νύχτα». «Δεν θα κάνεις τίποτα που να προκαλέσει κι άλλους τραυματισμούς. Δεν έχω χρόνο να περιποιούμαι τις πληγές σου». «Είσαι τόσο απότομος, αλλά πιστεύω πως σκύλος που γαβγίζει δεν δαγκώνει». «Δαγκώνω, γλυκιά μου. Οι κυρίες παρακαλούν γι’ αυτό». Κάτι σκοτεινό και προκλητικό ακούστηκε στη φωνή του και προκάλεσε ένα ευχάριστο ρίγος στο κορμί της. Θα έπρεπε να το παραβλέψει, αλλά λίγο η περιέργεια, λίγο ο τόνος της φωνής του… «Γιατί να θέλουν να τις δαγκώσεις οι κυρίες;» Κατέβασε το κεφάλι όσο μπορούσε σε τόσο μικρό χώρο,


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

187

και εκείνη εισέπνευσε το αρρενωπό άρωμα που τον χαρακτήριζε. «Δεν πονάει. Μια μικρή δαγκωματιά στον λοβό του αφτιού, στα χείλη, στον λαιμό. Μπορεί να είναι πολύ προκλητικό αν γίνει σωστά». «Δάγκωσέ με και θα ανακαλύψεις πως βγάζω νύχια». Γέλασε πονηρά. «Λες και δεν το ξέρω». «Έχεις προσπαθήσει να με δαγκώσεις;» «Αν το είχα κάνει, θα το θυμόσουν». «Θα θυμόμουν αυτό ενώ έχω ξεχάσει όλα τα άλλα; Μήπως είσαι πολύ αλαζόνας;» «Είμαι πολύ καλός εραστής». Δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Πώς είχε εκτραχυνθεί έτσι η συζήτηση; «Γιατί στο Σεντ Τζέιμς;» ρώτησε, προσπαθώντας να ακουστεί ανέμελη, να μη δώσει την εντύπωση ότι ήταν έτοιμη να του ζητήσει να τη δαγκώσει. «Γιατί πηγαίνουμε εκεί;» «Κάποιες από τις επιστολές σου προέρχονταν από ανθρώπους που ζουν στην περιοχή. Δεν ξέρω τα σπίτια τους, αλλά σκέφτηκα πως ίσως έβλεπες κάτι που θα μπορούσε να σου ξυπνήσει κάποια ανάμνηση». Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, αναρωτήθηκε για ποιο λόγο φοβόταν ξαφνικά τι μπορούσε να ανακαλύψει. Ο Ντρέικ συγκρατήθηκε με κόπο για να μη φωνάξει στον οδηγό να ανοίξει τις καταραμένες πόρτες ώστε να μπορέσει να τρέξει και να πηδήξει μέχρι να πονέσουν οι μύες του, μέχρι να καταρρεύσει από εξάντληση, μέχρι να είναι τόσο κουρασμένος ώστε να μην αντιλαμβάνεται την παρουσία αυτής της γυναίκας δίπλα του. Δεν είχε πιεστεί ποτέ τόσο στη ζωή του. Δεν φορούσε το άρωμά της, αλλά μπορούσε ακόμα να μυρίσει τις ορχιδέες. Ο γοφός της, ο μηρός της ήταν κολλημένος πάνω στον δικό του. Όταν έπεφταν σε μια λακκούβα στον δρόμο, το μπράτσο του τριβόταν στο στήθος της. Όταν αναφέρθηκε στις ανάγκες του, το μυαλό του έτρεξε σε ένα μονοπάτι από το οποίο θα έπρεπε σίγουρα να μείνει μακριά. Παραλίγο να έπαιρνε τον


188

LORRAINE HEATH

λοβό του αφτιού της –τα μαλλιά της ήταν πιασμένα– και θα τον ταλαιπωρούσε ανάμεσα στα δόντια του μέχρι που θα του ζητούσε μουγκρίζοντας να μη σταματήσει ποτέ. Η Οφίλια που ήξερε θα τον χαστούκιζε για τα υπονοούμενά του, αλλά η Φι –η καλή του η Φι– ήταν πολύ αθώα για να το κάνει. Δεν είχε καμιά δουλειά να της μιλάει έτσι. Μέχρι να ανακτήσει τη μνήμη της ήταν πολύ αφελής, ήταν αρκετά εύκολο να την εκμεταλλευτεί κανείς. Η Οφίλια ήταν σκληρή, αλλά δεν ήταν ανόητη. Ήξερε πώς να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Μέχρι να σιγουρευόταν πως θα ήταν ασφαλής, δεν μπορούσε να την επιστρέψει στον Σόμερντεϊλ. Είχε σκεφτεί να την πάει στη δούκισσα του Γκρέιστοουν, αλλά ένα κομμάτι του δεν ήταν έτοιμο να την αφήσει να φύγει. Δεν κινδύνευε όσο ήταν μαζί του. Με την παρουσία της, το σπίτι του έμοιαζε λιγότερο άδειο. Είχε αρχίσει να συμπαθεί τη γυναίκα που καθόταν μαζί του στην άμαξα. Ίσως τελικά να ήταν επικίνδυνο να είναι μαζί του – επικίνδυνο και για τους δύο. Πέρασαν από διάφορους δρόμους. Δεν ήθελε να της δείξει το σπίτι όπου έμενε με τον αδερφό της, γιατί θα έπρεπε να της μιλήσει γι’ αυτόν και σίγουρα θα ήθελε να μπουν μέσα. Ούτε μπορούσε να της δείξει την Οικία Μάμπρι, την οποία επισκεπτόταν συχνά για την Γκρέις. Αν της έδειχνε οτιδήποτε, θα έπρεπε να της εξηγήσει. Αν τα θυμόταν από μόνη της, θα την άφηνε να φύγει. Αν όχι… Μαγείρεψε έναν υπέροχο φασιανό. «Υπάρχει ένα πάρκο εδώ κοντά, έτσι δεν είναι;» ρώτησε, αποσπώντας τον από τις σκέψεις του. «Ναι, το θυμάσαι;» Ήθελε να τη βοηθήσει να θυμηθεί, αλλά ένιωθε μια μικρή απογοήτευση που ίσως απόψε θα έπρεπε να τη γυρίσει στο σπίτι της. Αυτό το άρωμα δεν θα πλανιόταν πια στο σπίτι του, δε θα του ξαναχαμογελούσε. Όλα ανάμεσά τους θα ξαναγίνονταν όπως πριν. «Όχι ακριβώς. Μπορώ, όμως, να το δω;» Φώναξε στον οδηγό να τους πάει στο πάρκο του Σεντ


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

189

Τζέιμς. Τέτοια ώρα θα ήταν μάλλον άδειο. Όταν η άμαξα σταμάτησε στην είσοδο του πάρκου, απλώς άρχισε να το κοιτάει, χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση. Παρ’ όλα αυτά μπορούσε να αντιληφθεί την ένταση μέσα της σαν να φοβόταν μήπως επανέλθει η μνήμη της. Τι στο καλό είχε συμβεί; Τελικά πήρε μια βαθιά ανάσα και μισάνοιξε τα χείλη της. «Ίσως θα με βοηθούσε να περπατήσω λίγο». Η φωνή της ήταν τόσο αδύναμη που αναρωτήθηκε αν ήλπιζε να μην την ακούσει. «Ναι, μπορούμε, αν θέλεις», της είπε. «Ή μπορούμε να συνεχίσουμε». Γύρισε προς το μέρος του. Οι λάμπες του δρόμου έριχναν αρκετό φως και έτσι μπόρεσε να δει τα μάτια της που ήταν γεμάτα δάκρυα. Το στήθος του σφίχτηκε. Δεν ήθελε να τη βλέπει τόσο ευάλωτη. Δεν ήθελε να τη βλέπει τρομαγμένη. «Δεν είμαι σίγουρη πως θέλω να θυμηθώ», του είπε απαλά. «Δεν θέλω, όμως, να είμαι και δειλή. Για κάποιο λόγο, είναι πιο σημαντικό για μένα να μη με θεωρεί κανείς δειλή. Νομίζω πως στο παρελθόν έχω κάνει πράγματα που δεν ήθελα, αλλά τα έκανα γιατί μου είχαν πει ότι πρέπει». Την άκουσε να καταπίνει. «Πρέπει να πάω στο πάρκο». Η αποφασιστικότητά της τον εντυπωσίασε. Ήταν πάντα έτσι; «Θα έρθω μαζί σου». «Δεν χρειάζεται». «Όποιους δαίμονες κι αν νομίζεις ότι μπορεί να αντιμετωπίσεις εκεί μέσα, δεν θα τους αντιμετωπίσεις μόνη σου. Εξάλλου, τα πόδια μου έχουν πιαστεί εδώ πέρα. Θέλω να τεντωθώ λίγο». «Γιατί προσπαθείς τόσο πολύ να μη φανείς ευγενικός, όταν στην πραγματικότητα είσαι τόσο καλός;» Γιατί είχε περάσει μια ολόκληρη ζωή σε έναν κόσμο όπου φοβόταν να αποκαλύψει τον αληθινό του εαυτό. Μαζί της ειδικά είχε υψώσει ένα επιπλέον τείχος.


190

LORRAINE HEATH

Κινδύνευε να καταρρεύσει και έπρεπε να το ξαναχτίσει. Αντί να της απαντήσει, χτύπησε την οροφή της άμαξας και ο οδηγός άνοιξε την πόρτα. Ο Ντρέικ πήδηξε έξω, τη βοήθησε να κατέβει και έπειτα έπιασε τη λάμπα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, της πρόσφερε το μπράτσο του. Χωρίς δεύτερη σκέψη, το πήρε. Η Φι το δέχτηκε. Η Οφίλια δεν θα το έκανε. Πού τελείωνε η μία γυναίκα και πού ξεκινούσε η άλλη; Ποιες αναμνήσεις ήταν τόσο κρίσιμες; Περπάτησαν σιωπηλοί για αρκετά λεπτά. Υπέθεσε ότι προσπαθούσε να αφομοιώσει όσα έβλεπε γύρω της. Δεν ανησυχούσε μήπως τους αναγνώριζε κάποιος περαστικός. Δεν ήταν ντυμένη σαν κυρία. Δεν ήταν ντυμένος αριστοκρατικά. Κανείς δεν θα τους έριχνε ούτε μια ματιά. Εξάλλου, οι περισσότεροι αριστοκράτες θα ήταν σε κάποιο βαρετό χορό ή σε κάποιο βαρετό δείπνο απόψε. Η απουσία της θα γινόταν αισθητή. Ο αδερφός της θα έλεγε πως είναι στην εξοχή. Θα έπρεπε να βάλει τον Γκρέγκορι να ρωτήσει κάποια υπηρέτρια για την υγεία της θείας της. Μπορούσε να τον ξαναστείλει. Ή μπορούσε να περιμένει να δει αν θα θυμόταν. Του άρεσε να περπατάει στο πλάι της, πλάι σ’ αυτή τη γυναίκα που το σώμα της δεν έμοιαζε σφιγμένο, και παρ’ όλα αυτά δεν καμπούριαζε. Φαντάστηκε πως είχε περάσει πολλές ώρες περπατώντας με ένα βιβλίο στο κεφάλι. Περπατούσε κάπως πιο ανέμελα, σαν να ήξερε ότι δεν την παρακολουθεί κανείς. Δεν χρειαζόταν να δείξει κάτι. Αναρωτήθηκε αν ήξερε πραγματικά τη λαίδη Ο. Σκέφτηκε για ποιο λόγο να τη θεωρεί τόσο καλή της φίλη η Γκρέις. Ίσως έβλεπαν και οι δύο μια διαφορετική εικόνα της ίδιας γυναίκας. «Σου φαίνεται οικείο;» ρώτησε. «Ναι. Έχω ξαναπερπατήσει εδώ, αλλά δεν θυμάμαι με ποιον. Με κάποιον για τον οποίο νοιαζόμουν. Μόνο που, αν νοιαζόμουν γι’ αυτόν, πώς θα μπορούσα να τον ξεχάσω;»


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

191

«Σκούρα μαλλιά;» «Δεν θυμάμαι καθόλου τα χαρακτηριστικά του. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω καν αν είναι άντρας. Μπορεί να είναι γυναίκα. Ξέρω ότι γελούσα. Θέλω να γελάσω ξανά. Μου αρέσει να γελάω. Θα ήθελα να σε ακούσω να γελάς». «Γελάω». Τον κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Όχι. Ο λαιμός σου βγάζει ήχους, αλλά δεν γελάς. Μιλάω για το γέλιο που κάνει την κοιλιά σου να πονάει και δυσκολεύει την αναπνοή σου. Το γέλιο που σου φέρνει δάκρυα στα μάτια και κρατάει πολλή ώρα. Σε κάνει να νιώθεις τόσο όμορφα, που δεν θέλεις να σταματήσει. Όταν κάποιος σε ακούει να γελάς, αρχίζει κι αυτός να γελάει. Δεν ξέρει καν γιατί άρχισες να γελάς. Είναι η ωραιότερη μεταδοτική ασθένεια. Καλύτερο από το κουτσομπολιό ή τα κακεντρεχή σχόλια. Σε κάνει να χαίρεσαι που ζεις. Δεν σε έχω ακούσει ποτέ να γελάς έτσι». Δεν ήταν σίγουρος αν το είχε κάνει, όχι σε τέτοιο βαθμό. Σίγουρα είχε γελάσει με την οικογένειά του κατά καιρούς, αλλά δάκρυα στα μάτια; Τα δάκρυα δεν ήταν για τους άντρες. Ακόμα και τα δάκρυα από τα γέλια. Θα γελούσε, όμως, όταν επανερχόταν η μνήμη της και συνειδητοποιούσε όλα όσα είχε κάνει γι’ αυτόν. Θα γελούσε τότε. Αμφέβαλε, ωστόσο, ότι θα έκανε την κοιλιά του να πονάει ή τα μάτια του να δακρύσουν ή ότι θα του έκοβε την ανάσα. Δεν θα ήταν χαρούμενος. Θα ήταν γεμάτος εκδίκηση. Δεν της άξιζε της Φι. Όταν επέστρεφε, όμως, η μνήμη της, η Φι θα έφευγε και θα γύριζε πίσω η Οφίλια. Και της λαίδης Ο τής άξιζε λίγος χρόνος κοντά του. Δεν θα ένιωθε τύψεις γι’ αυτό και θα συνέχιζε να το λέει στον εαυτό του μέχρι να γίνει πραγματικότητα. Ωστόσο, πριν επανέλθει η μνήμη της, ήλπιζε να την ακούσει να γελάει έτσι. Σκέφτηκε πως θα ήταν ένας ήχος που θα κουβαλούσε μέσα του μέχρι να πεθάνει. Από τη


192

LORRAINE HEATH

στιγμή που θα τα θυμόταν όλα, όμως, σίγουρα δεν θα τον άκουγε ξανά. Φαντάστηκε να συναντά το βλέμμα της σε κάποιο δωμάτιο και να της θυμίζει ότι ήξερε πώς γελάει. Ότι κάποτε του είχε χαρίσει το γέλιο της απλόχερα. Μπορεί να είχε μεγαλύτερη αξία ακόμα και από το πλύσιμο της πλάτης του. «Τι θα σε έκανε να γελάσεις;» τη ρώτησε. Ανασήκωσε ελαφριά τους ώμους της. «Δεν ξέρω. Δεν μπορείς να το εκβιάσεις. Φοβάμαι ότι δεν ξέρεις τίποτα από γέλιο, αν νομίζεις ότι μπορείς». Ήξερε από σκοτεινά και επικίνδυνα πράγματα. Το γέλιο ήταν ξένο στον κόσμο του. Το γέλιο ήταν κομμάτι της οικογένειας Μάμπρι. Ο πατέρας του γελούσε, αλλά ήταν ένας σκληρός ήχος. Παραλίγο να της πει για τον πατέρα του. Παραλίγο. Ο κίνδυνος να χρησιμοποιήσει αυτή την πληροφορία εναντίον του, όμως, ήταν πολύ μεγάλος. Μπορεί να συναντούσε το βλέμμα του σε κάποια αίθουσα χορού και να του έριχνε μια ματιά που θα έλεγε, Ξέρω τα πιο σκοτεινά μυστικά σου. Σταμάτησε να περπατάει, μισοκρυμμένος στις σκιές. Αναρωτήθηκε αν ήταν μια σκιά για εκείνη. Έπρεπε να παραμείνει ένα αίνιγμα. Έπρεπε να έχει πάντα το πάνω χέρι. Τον άφησε και γύρισε να τον κοιτάξει. «Πρέπει να εξομολογηθώ κάτι». «Θυμήθηκες;» Δεν ήξερε γιατί ένιωθε απογοήτευση αλλά και ανακούφιση μαζί. «Όχι, αλλά νομίζω ότι αυτό το πείραμα είναι μάταιο. Πάντως πρέπει να μάθεις ότι δε μαγείρεψα εγώ τον φασιανό. Η κυρία Πρατ τον μαγείρεψε». «Ποια είναι πάλι η κυρία Πρατ;» «Η μαγείρισσα της κυρίας Τέρνερ». «Και ποια είναι η κυρία Τέρνερ;» «Η χήρα που μένει δίπλα», είπε. «Ζήτησα από τη μαγείρισσα να ετοιμάσει τον φασιανό». «Γιατί δεν μου το είπες νωρίτερα;» «Γιατί δεν κατάφερα να κάνω και πολλά πράγματα


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

193

σωστά, τίποτα απ’ όσα πρόσεξες τέλος πάντων, και ήθελα κάτι για να σε εντυπωσιάσω, κάτι που να μη σε κάνει να μου βάλεις τις φωνές». «Δεν σου βάζω τις φωνές». «Φυσικά και τις βάζεις. Σου ετοίμασα ένα ωραίο μπάνιο. Δεν μπήκες καν στον κόπο να με ευχαριστήσεις. Απλώς θύμωσες και έβαλες τις φωνές γιατί πλήγωσα τα χέρια μου». Το είχε κάνει; Το είχε κάνει. Μήπως ήταν ίδιος με εκείνη; «Πήρα, λοιπόν, τα εύσημα για το δείπνο», συνέχισε, «γιατί μου άρεσε να νιώθω πως έκανα κάτι σωστά. Παρότι δεν είμαι εγώ αυτή που το έκανε». «Η μαγείρισσα ετοίμασε το φαγητό χωρίς κανένα αντάλλαγμα;» Ανασήκωσε τους ώμους μέχρι τα αφτιά της κι έπειτα τους ξανακατέβασε. «Πρέπει να χτυπήσω αύριο τα χαλιά της». «Αποκλείεται. Δεν μπορείς να πιάσεις σκούπα με αυτά τα χέρια». «Φυσικά και μπορώ». «Μην είσαι ξεροκέφαλη, Φι. Μίλησέ της, μάθε ποιος είναι ο μισθός της και θα την πληρώσω». «Μα δεν χρειάζεται–» «Θα το αφαιρέσω από τον δικό σου». «Α». Σταμάτησε αμέσως τις διαμαρτυρίες, αλλά δεν φάνηκε και πολύ ευχαριστημένη. «Αν έπαιρνες μια μαγείρισσα θα έπρεπε να την πληρώνεις και θα τα αφαιρούσες από τον μισθό μου». «Όχι, δεν θα τα αφαιρούσα, έχεις δίκιο. Θα την πλήρωνα από την τσέπη μου». Πράγματα που θα έκανε έτσι κι αλλιώς, μιας και στην πραγματικότητα δεν την πλήρωνε. Η διαφωνία τους ήταν άσκοπη, αλλά διασκεδαστική. Κούνησε το κεφάλι. Δεν ήθελε να διασκεδάζει μαζί της. «Ίσως πρέπει να της πούμε να ετοιμάζει κάθε γεύμα μας», είπε η Φι. «Είμαι σίγουρη πως δεν θα την πείραζε


194

LORRAINE HEATH

ένα παραπάνω εισόδημα. Ήταν πολύ νόστιμος ο φασιανός. Μόνος σου το είπες». «Κάθε γεύμα μας; Και εσύ τι θα κάνεις όλη τη μέρα;» «Σύμφωνα με την κυρία Μπίτον, αρκετά πράγματα. Πρέπει να μιλήσω με την κυρία Πρατ αύριο. Εσύ μην ανησυχείς. Θα φροντίσω να είναι δίκαιοι οι όροι». Λες και ήξερε ποιοι όροι ήταν δίκαιοι. Μισόκλεισε τα μάτια του και ένιωσε πως τον είχε χειραγωγήσει κατά κάποιον τρόπο. Δεν τον ένοιαζε, όμως. Δεν θα της έκλεβε αυτή τη νίκη. Του άρεσε υπερβολικά ο θρίαμβος στο βλέμμα της. Δεν έκρυβε καμία αλαζονεία, αλλά μια περιπαικτική διάθεση. Τον είχε χειραγωγήσει. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Το ερώτημα ήταν: γιατί δεν είχε θυμώσει; Είχε δίκιο. Το πείραμα είχε αποδειχτεί μάταιο. Ήξερε τα κτίρια: τα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ, το Κοινοβούλιο, ο Πύργος του Λονδίνου. Αναγνώριζε τον ήχο του Μπιγκ Μπεν. Πέρα από αυτά, όμως, θυμόταν ελάχιστα πράγματα. «Ίσως θα ήταν διαφορετικά, αν ερχόμασταν το πρωί», είπε, μπαίνοντας στο σπίτι. Είχε ζητήσει από την άμαξα να περιμένει, οπότε η Φι ήξερε πως θα πήγαινε στη λέσχη του για να ασκήσει τα καθήκοντά του εκεί. Ευχόταν να έμενε μαζί της, να έδιωχνε τους εφιάλτες που έτρεμε ότι παραμόνευαν στις σκιές του μυαλού της, έτοιμοι να ξεπηδήσουν μόλις την έπαιρνε ο ύπνος. Γύρισε και τον κοίταξε. «Δεν νομίζω, όμως. Εκτιμώ τις προσπάθειές σου πάντως. Ξέρω πως η κατάστασή μου είναι μάλλον ενοχλητική. Προσέλαβες μια ικανή υπηρέτρια και φορτώθηκες μία που δεν μπορεί να θυμηθεί ούτε πώς να γυαλίζει τα έπιπλα». «Δεν είσαι φόρτωμα. Είσαι ασφαλής σ’ αυτό το σπίτι. Το ξέρεις, έτσι δεν είναι;» Έγνεψε καταφατικά. «Ναι. Είναι ένα από τα περίεργα πράγματα που ξέρω από ένστικτο. Το ήξερα τη στιγμή


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

195

που άνοιξα τα μάτια μου και σε είδα. Παρότι δεν μπορούσα να θυμηθώ ποιος ήσουν». «Φι…» Φάνηκε σαν να ήθελε να πει περισσότερα, αλλά απλώς κούνησε το κεφάλι. «Πρέπει να γυρίσω στη λέσχη. Κοιμήσου, κοιμήσου μέχρι αργά». «Σύμφωνα με την κυρία Μπίτον, το σώμα μας πρέπει να ξυπνάει νωρίς. Είναι ο μόνος τρόπος να πετύχουμε οτιδήποτε αξιόλογο». Στα μάγουλά του φάνηκαν τα λακκάκια του. «Διαβάζεις πραγματικά αυτό το βιβλίο;» «Πρέπει να φροντίσω να κερδίζω το ψωμί μου, αλλιώς θα με διώξεις». «Δεν πρόκειται να σε διώξω». Φάνηκε να εκπλήσσεται και να ενοχλείται από τα ίδια του τα λόγια. Έβαλε το καπέλο του. «Πρέπει να φύγω». Έφυγε. Εκείνη κλείδωσε την πόρτα και ακούμπησε στην κρύα επιφάνεια την πλάτη της. Είχε ξαναδεί μεγαλύτερα σπίτια απόψε, πιο πολυτελή, μικρά παλάτια. Κάποιες φορές είχε φανταστεί τον εαυτό της μέσα τους, να χορεύει βαλς. Φαντάστηκε να τη φλερτάρουν ευγενείς. Σίγουρα ήταν ένα όνειρο που μοιράζονταν όλες οι υπηρέτριες. Το περίεργο ήταν πως συνειδητοποιούσε ότι δεν ήταν αυτό που ήθελε, δεν το ήθελε ποτέ. Ήθελε κάτι… περισσότερο. Κρίμα που δεν ήξερε τι ήταν αυτό το περισσότερο. 1. Στα αγγλικά graves σημαίνει τάφοι.


196

LORRAINE HEATH

Κεφάλαιο 15

Καθώς η άμαξα έτριζε στους δρόμους, ο Ντρέικ καταριόταν τον εαυτό του. Παραλίγο να της πει τα πάντα, ό,τι ήξερε για εκείνη και για το ποια ήταν, όσα ήξερε κάποτε για εκείνον. Αν της τα έλεγε, όμως, αυτή η φάρσα θα τελείωνε. Αν τελείωνε η φάρσα, εκείνη θα έφευγε από το σπίτι του. Τον είχε καταγοητεύσει απόψε. Με το κουράγιο της, την αποφασιστικότητά της. Την περιγραφή του γέλιου. Το ήθελε. Έσφιξε τη γροθιά του και χτύπησε το πόδι του. Δεν ήθελε να τον γοητεύει ούτε να γνωρίσει τη γυναίκα που ζούσε στο σπίτι του. Ήθελε να την ξεφορτωθεί. Και θα το έκανε μόλις καταλάβαινε πώς είχε βρεθεί στο ποτάμι. Ο οδηγός σταμάτησε την άμαξα μπροστά από τη Λέσχη Ντότζερ. Για πρώτη φορά στη ζωή του, ο Ντρέικ δεν ήταν συγκεντρωμένος στα καθήκοντά του εκεί. Πάντα δούλευε από το σούρουπο μέχρι το χάραμα και ακόμα παραπάνω. Η Φι τού αποσπούσε την προσοχή και δεν το ήθελε αυτό. Οι υποχρεώσεις του, η ζωή του ήταν μέσα σε εκείνους τους τοίχους της λέσχης. Έξω, η ζωή ήταν ύπνος, φαγητό, επιβίωση. Μόνο στη λέσχη ζούσε πραγματικά. Δεν είχε, όμως, γελάσει ποτέ δυνατά μέσα σ’ αυτούς τους τοίχους. Ξαφνικά είχε μια πελώρια λαχτάρα να γελάσει μέχρι να


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

197

πονέσουν τα πλευρά της. Η καταπακτή πάνω από το κεφάλι του άνοιξε και εκείνος έδωσε τα χρήματα στον οδηγό, ο οποίος με τη σειρά του άνοιξε την πόρτα. Ο Ντρέικ πήδησε έξω, ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά και πέρασε το κατώφλι του κτιρίου που είχε τη δύναμη να γκρεμίζει και να χτίζει από την αρχή. Εδώ μέσα χάνονταν περιουσίες. Φτιάχνονταν περιουσίες. Είχε κάνει μόλις τρία βήματα μέσα στον χώρο και ήξερε –το ήξερε– πως τον παρακολουθούσαν. Έστρεψε το βλέμμα του στον εξώστη, χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει κάποια φιγούρα, αλλά ήξερε ότι ο Τζακ Ντότζερ ήταν εκεί πάνω. Η παρουσία του άντρα ήταν τόσο επιβλητική, που μπορούσες να τη νιώσεις ακόμα κι όταν δεν τον έβλεπες. Στην εποχή του, διοικούσε τη λέσχη με σιδερένια πυγμή και πού και πού επέστρεφε για να ξεσκουριάζει. Απόψε ήταν μία από αυτές τις στιγμές. Την ώρα που ο Ντρέικ έφτασε στο γραφείο του, ο Τζακ καθόταν ήδη στη θέση του και έβαζε ουίσκι σε δύο ποτήρια. Ακόμα και τώρα, ντυμένος με τα ρούχα ενός κυρίου, ο Τζακ είχε κάτι από τους δρόμους πάνω του. Τα σκούρα μαλλιά του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν στους κροτάφους. Τα μάτια του ήταν σκοτεινά, ζωηρά, διερευνητικά. Ο Ντρέικ δεν είχε σκοπό να καθίσει απέναντί του στο γραφείο, να βάλει τον εαυτό του σε κατώτερη θέση. Εκείνος ήταν ο επιβλέπων. Μπορεί ο Τζακ να είχε το μεγαλύτερο μερίδιο, να ήταν το πρόσωπο πίσω από τη λέσχη, ο Ντρέικ όμως ήταν υπεύθυνος για τη διαχείρισή της. Πήρε το ποτήρι που του πρόσφερε, πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Ο Τζακ μπορεί να τρόμαζε πολλούς ανθρώπους, αλλά εκείνον όχι. Όπως ο άντρας που καθόταν στο γραφείο του, έτσι και ο Ντρέικ είχε μεγαλώσει στους δρόμους. Δεν τρόμαζε, δεν δείλιαζε, δεν τον εκφόβιζε κανείς. «Δεν σε περίμενα», είπε ο Ντρέικ.


198

LORRAINE HEATH

«Αυτή είναι η ουσία, να δω πώς πάνε τα πράγματα όταν δεν περιμένει κανείς πως θα έρθω». Ο Ντρέικ γύρισε και κοίταξε τον Τζακ. «Και πώς βρίσκεις ότι πάνε;» «Αρκετά καλά. Δεν έχω παράπονο». Ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα. «Ίσως ένα. Πρότεινες να γίνει μέλος ένας Αμερικανός; Ο σκοπός εδώ ήταν πάντα να γδέρνουμε την αριστοκρατία – όσο πιο νόμιμα γίνεται». Ο Ντρέικ γύρισε και κοίταξε καταπρόσωπο τον άντρα, ακουμπώντας τον ώμο του στο παντζούρι του παράθυρου. «Η αριστοκρατία δεν είναι πια αυτό που ήταν. Πολλοί έχουν χάσει τις περιουσίες τους. Ο γάμος του λόρδου Ράντολφ Τσέρτσιλ με την Τζίνι Τζερόμ θα τα αλλάξει όλα. Θα στραφούν πολλοί στους Αμερικανούς για να γεμίσουν τα χρηματοκιβώτιά τους. Μου φάνηκε πολύ λογική επαγγελματική απόφαση, ώστε να τους επιτρέψουμε να γεμίσουν και τα δικά μας». Ο Τζακ χαμογέλασε. «Θα δεχτείς κι άλλους, λοιπόν;» «Όσο περισσότερους μπορέσω. Για την ώρα, είναι μια πολύ καλή πηγή εισοδήματος». «Περισσότερα χρήματα στις τσέπες μας, λοιπόν. Δεν έχω παράπονο». Ο Τζακ άδειασε το ουίσκι του. Ο Ντρέικ δεν είχε ακόμα αγγίξει το δικό του. «Τότε γιατί είσαι εδώ;» Ο Τζακ ακούμπησε επίτηδες κάτω το άδειο ποτήρι του, αλλά πολύ σιγά ώστε να μην κάνει θόρυβο. «Όταν διοικούσα αυτό το μέρος, περνούσα πολύ χρόνο στον εξώστη, παρακολουθώντας τους υπηκόους μου, νιώθοντας σαν βασιλιάς. Δεν νιώθω πια σαν βασιλιάς». «Θα νιώσεις όταν δεις τα κέρδη. Έχω κι άλλα σχέδια που σκοπεύω να εφαρμόσω. Τα χρηματοκιβώτιά σου θα ξεχειλίσουν». Ο Τζακ μισόκλεισε τα μάτια. «Ίσως, αλλά σκεφτόμουν τελευταία ότι η λέσχη δούλεψε πολύ καλά τόσα χρόνια, όμως όλα τα ωραία πράγματα κάποια στιγμή τελειώνουν».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

199

Ο Ντρέικ σφίχτηκε, πάγωσε. «Θα την κλείσεις;» «Το είπες και μόνος σου: οι καιροί αλλάζουν». Ο Ντρέικ απομακρύνθηκε από το παράθυρο. «Ναι, αλλά μπορούμε να προσαρμοστούμε». Ο Τζακ σηκώθηκε και ίσιωσε το κόκκινο μπροκάρ γιλέκο του. «Θεωρώ ότι πρέπει να γίνει μια σύσκεψη όλων των συνέταιρων. Στο σπίτι μου. Την επόμενη Παρασκευή. Στις δυόμισι. Φέρε τις ιδέες σου. Θα ξεκινήσουμε από εκεί». Ο Ντρέικ στάθηκε στον εξώστη και κοίταξε το βασίλειό του. Κατάλαβε πώς ένιωθε ο Τζακ, γιατί ένιωθε το ίδιο και εκείνος. Δεν μπορούσε, όμως, να φανταστεί να τα χάνει όλα αυτά. Είχε δώσει χρόνια από τη ζωή του. Το μεγαλύτερο κομμάτι κάθε μέρας του. Ακόμα και μετά την αγορά του σπιτιού του, συνήθως κοιμόταν εδώ, έτρωγε εδώ – μέχρι τη Φι. Τον είχε συνεπάρει και δεν αφοσιωνόταν στη διαχείριση της λέσχης όπως πριν. Είχε μήπως ο Τζακ αντιληφθεί ότι η αφοσίωσή του έφθινε; Ήταν απλώς μια προσωρινή διαταραχή. Μπορούσε να διαβεβαιώσει τους συνεταίρους. Μια διαταραχή που τώρα τον γοήτευε περισσότερο από τον ήχο των ζαριών και την τράπουλα. Σκεφτόταν να γυρίσει στο σπίτι, να τη δει να κοιμάται, αλλά τι τρέλα ήταν αυτή που τον έκανε να μην αντέχει χωρίς να τη δει μία ώρα; Θα γύριζε στο σπίτι όταν τελείωνε τις δουλειές του. Ήταν τυχαίο που κατάφερε να τελειώσει τα πάντα δύο ώρες νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως. Την ώρα που περπατούσε στο μονοπάτι που οδηγούσε στην πόρτα, αρνήθηκε να παραδεχτεί την απογοήτευση που ένιωσε όταν η άφιξή του δεν είχε ξυπνήσει τη Φι. Σίγουρα θα ήταν ακόμα στο κρεβάτι. Δεν ανυπομονούσε να τη δει να τον υποδέχεται, να του χαμογελάει. Να πάρει! Φυσικά και ανυπομονούσε. Μπορεί να μην ήταν απόλυτα ειλικρινής μαζί της, αλλά ήταν απαραίτητο να παραμείνει ειλικρινής απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Δεν μπορούσε να βρει αρκετές δικαιολογίες για το γεγονός ότι δεν της είχε εξηγήσει τα πάντα το προηγούμενο βράδυ,


200

LORRAINE HEATH

αλλά η αλήθεια ήταν πως δεν ένιωθε έτοιμος να τη δει να τον αντιπαθεί ξανά. Την ώρα που έβαλε το κλειδί του στην κλειδαριά, πρόσεξε τη λάμψη της πόρτας. Πότε την είχε γυαλίσει; Είχε άραγε συμβάλει αυτή η δουλειά στο τραύμα στα χέρια της; Δεν περίμενε ότι θα αναλάμβανε τα καθήκοντά της. Πέρασε το κατώφλι και πήγε να τη βρει. Το κρεβάτι του ήταν στρωμένο, δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι είχε κοιμηθεί εκεί. Εκτός από το άρωμά της, το αληθινό της άρωμα. Έπρεπε να της αγοράσει κάποιο άρωμα με ορχιδέες. Πήγε στο μπάνιο, ελπίζοντας να τη βρει στην μπανιέρα. Βρήκε μόνο τη βούρτσα, τη χτένα και τον καθρέφτη της πλάι στα δικά του. Συνειδητοποίησε πως το δωμάτιό της δεν είχε καθρέφτη. Έπρεπε να το φροντίσει. Γιατί μάλωνε τον εαυτό του, ενώ ήξερε ότι από μέρα σε μέρα θα γύριζε στο σπίτι της; Η βούρτσα της, όμως, πλάι στη δική του έμοιαζε… σωστή με κάποιον τρόπο. Παράξενη σκέψη. Δεν έμοιαζε καθόλου σωστή. Ήταν εντελώς και αναντίρρητα λάθος. Δεν ανήκε εκεί. Ούτε εκείνη ανήκε εκεί. Θα της το έλεγε μόλις την έβρισκε. Ίσως η αλήθεια να έκανε τη μνήμη της να επανέλθει, και έτσι θα μπορούσε να καταλήξει αν ο Σόμερντεϊλ έλεγε την αλήθεια για τον θείο και την άρρωστη θεία. Η Φι δεν ήταν στο δωμάτιό του. Δεν μπορεί να του ετοίμαζε πρωινό, μιας και γύρισε πιο νωρίς απ’ ό,τι τον περίμενε. Πήγε, όμως, στην κουζίνα και σταμάτησε στην πόρτα από το θέαμα που τον υποδέχτηκε. Αν ο Ντρέικ είχε σκεφτεί ποτέ την Οφίλια στα γόνατα, σίγουρα δεν την είχε φανταστεί όπως ήταν αυτή τη στιγμή, με τα οπίσθιά της σηκωμένα προς τα πάνω, να κουνιέται μπρος-πίσω, δεξιά κι αριστερά, καθώς έτριβε το μαρμάρινο πάτωμα της κουζίνας. Φαντάστηκε να είναι ξαπλωμένος κάτω από το κορμί της, να κάνει τις ίδιες κινήσεις πάνω του, χωρίς ρούχα, με τα στήθη της στα


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

201

χέρια του. Τι στο καλό είχε πάθει; Είχε σκεφτεί ποτέ να κοιμηθεί με τη λαίδη Οφίλια; Η απάντηση ήταν απλή. Ποτέ. Δεν του άρεσε ποτέ. Κι όμως, την είχε φιλήσει σ’ εκείνον τον χορό και είχε αναστατωθεί. Και τώρα δεν μπορούσε να αρνηθεί πόσο γοητευτική ήταν η εικόνα της, πόσο σκληρά έμοιαζε να δουλεύει. Έπρεπε να της το αναγνωρίσει: όταν έβαζε κάτι στο μυαλό της, τα έδινε όλα. «Δεν θα έπρεπε να το κάνεις αυτό», φώναξε, κυρίως για να ηρεμήσει από τις φαντασιώσεις του και όχι για να τη μαλώσει. «Θα πληγώσεις κι άλλο τα χέρια σου». Ανασηκώθηκε, τον κοίταξε και φύσηξε μια τούφα από τα μαλλιά της που είχε πέσει στα μάτια της, στέλνοντάς τη στο πλάι. Γιατί αυτή η τόσο μικρή κίνηση έκανε το στομάχι του να σφιχτεί; Έπειτα του χαμογέλασε και παραλίγο να πέσει κι αυτός στα γόνατα πλάι της. «Καλημέρα και σε σένα», είπε χαρούμενα. «Δεν θα είναι και τόσο καλή, αν χτυπήσεις». «Τα τύλιξα με μεγαλύτερο πανί και δεν τα βάζω στο νερό. Μόνο τη βούρτσα βάζω». Φύσηξε πάλι μακριά τις ατίθασες τούφες της. «Να σου ετοιμάσω πρωινό;» «Καλύτερα να ετοιμάσεις ένα ελαφρύ γεύμα, γιατί περιμένω να μου παραδώσουν κάποια έπιπλα από στιγμή σε στιγμή». «Αλήθεια;» «Όταν σου λέω κάτι, είναι αλήθεια». Ακόμα κι αν τα περισσότερα πράγματα που της είχε πει ως τώρα ήταν ψέματα. «Ανυπομονώ να τα δω», είπε με έναν ενθουσιασμό που τον αναστάτωσε. «Για ποια δωμάτια;» «Για αυτά που χρησιμοποιώ τώρα. Το δωμάτιό μου και τη βιβλιοθήκη». «Τότε πρέπει να τα σκουπίσω, να τα ετοιμάσω. Μακάρι να μου το είχες πει από χτες». Σηκώθηκε γρήγορα όρθια,


202

LORRAINE HEATH

αλλά είχε ξεχάσει ότι το πάτωμα ήταν βρεγμένο και ένα από τα πόδια της γλίστρησε, έκανε πίσω, τα χέρια της τινάχτηκαν στον αέρα και… Έβαλε το ένα χέρι του γύρω από τη μέση της και την έσωσε από το πέσιμο. Την κόλλησε πάνω στο σώμα του και κοίταξε τα μεγάλα πράσινα μάτια της. Γιατί να είναι τόσο όμορφη όσο τα φύλλα της άνοιξης μετά από έναν σκληρό χειμώνα; Αν δεν πρόσεχε, θα αιχμαλώτιζαν την ψυχή του, θα ρίζωναν στα βάθη της. Δεν θα γλίτωνε ποτέ από αυτήν. Την Οφίλια θα την έβγαζε ευχαρίστως από το σπίτι του. Δεν ήταν η Οφίλια, όμως, στην αγκαλιά του εκείνη τη στιγμή. Ήταν η Φι. Για λόγους που δεν κατανοούσε πλήρως, δεν ήθελε να την αφήσει να φύγει. Η γυναίκα αυτή είχε ένα ζεστό χαμόγελο, πάντα έμοιαζε τόσο χαρούμενη που τον έβλεπε. Γύρισε στο σπίτι νωρίτερα, γιατί δεν άντεχε άλλο χωρίς να τη δει, παρότι περίμενε να τη βρει στο κρεβάτι. Ήταν, όμως, εκεί, έτριβε το πάτωμα, ενθουσιασμένη με την προοπτική της άφιξης των επίπλων. Ευχήθηκε να είχε πάρει αρκετά για κάθε δωμάτιο. Με το ελεύθερο χέρι του, χάιδεψε το μάγουλό της. Τα μαλλιά της είχαν πέσει πάνω στα μάτια της, αλλά δεν έκανε καμία προσπάθεια να τα διώξει. Παραλίγο να της το ζητήσει, γιατί του άρεσε να βλέπει τα χείλη της να κινούνται, τα φανταζόταν να φυσούν τις τρίχες στους κροτάφους του, στο στήθος του, στην κοιλιά του, πιο χαμηλά. Σχεδόν μούγκρισε. Αυτή η γυναίκα στην αγκαλιά του τον έκανε πάντα να θέλει να μουγκρίσει από επιθυμία και λαχτάρα. Ήταν γελοίο να λαχταράει το άγγιγμά της, ενώ ήξερε πόσο κακομαθημένο κορίτσι ήταν στην πραγματικότητα. Η γυναίκα αυτή, όμως, δεν ήταν κακομαθημένη. Ήταν κάτι που δεν καταλάβαινε. Επηρέαζε την κρίση του, δεν ήταν πια σωστή. Τον έβαζε να κάνει πράγματα που δεν έκανε κανονικά. Τον έκανε να θέλει πράγματα που δεν


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

203

μπορούσε να έχει. Όταν επέστρεφαν οι αναμνήσεις της, θα επέστρεφε και η γυναίκα που δεν άντεχε να βλέπει. Για την ώρα, όμως, δεν την έβλεπε πουθενά, για την ώρα το στήθος της ήταν κολλημένο στο δικό του και δεν διαμαρτυρόταν. Τα δεμένα χέρια της ακουμπούσαν στους ώμους του, τα μάτια της έψαχναν τα δικά του. Δεν ταραζόταν με το άγγιγμά του. Απλώς περίμενε. Πλησίασε τα χείλη του στα δικά της. Τα υποδέχτηκε με χαρά μισανοίγοντας το στόμα, δίνοντάς του πρόσβαση στα γλυκά του βάθη. Είχε την ίδια γεύση, το στόμα της είχε το σχήμα που θυμόταν, αλλά η προθυμία της γλώσσας της την ώρα που ενωνόταν με τη δική του ήταν καινούρια. Ο γλυκός αναστεναγμός, το απαλό βογκητό, το τέντωμα των δαχτύλων των ποδιών της που έδειχνε πως δεν τον χόρταινε, πως ήθελε κι άλλο – όλα αυτά ήταν καινούρια. Τα δάχτυλά της χάιδευαν το κεφάλι του, τα χέρια της σφίχτηκαν γύρω από τον λαιμό του. Το φιλί του έγινε πιο βαθύ, εξερευνούσε κάθε σημείο του στόματός της με μια πρωτόγνωρη ελευθερία. Πήρε τον χρόνο του, το απόλαυσε από κάθε άποψη. Ο ενθουσιασμός της ταίριαζε με τον δικό του. Δεν ντρεπόταν, δεν ένιωθε απέχθεια ούτε φόβο. Το ήξερε πως δεν θα έδειχνε κανένα από αυτά τα συναισθήματα όταν απομακρυνόταν, αλλά δεν ήταν έτοιμος να παραιτηθεί από το φιλί τους, όχι ακόμα. Ήταν λάθος του· την εκμεταλλευόταν, αλλά δεν τον ένοιαζε που έπραττε τόσο εγωιστικά. Ήταν αποφασισμένος να την κάνει το φιλί αυτό να το θυμάται. Θα θυμόταν τη γλώσσα της μέσα στο στόμα του, το κορμί της να κινείται προς το δικό του σαν να ήθελε να κουλουριαστεί μέσα του, το πόσο σφιχτά τον κρατούσε. Θα ήξερε ότι το στόμα του είχε ενωθεί με το δικό της για πολλά λεπτά, το καταβρόχθιζε, το έκανε δικό του. Έπαιρνε με χαρά αυτό που της πρόσφερε. Δεν τον χαστούκισε. Δεν θύμωσε. Δεν του μίλησε άσχημα. Έπρεπε να νιώθει νικητής. Αντίθετα αναρωτήθηκε


204

LORRAINE HEATH

ποιος ήταν πραγματικά ο κερδισμένος ανάμεσά τους. Τραβήχτηκε και βούλιαξε στα πράσινα βάθη των ματιών της, ενώ ο ενθουσιασμός τους σιγά σιγά μετατρεπόταν σε καχυποψία. «Με έχεις ξαναφιλήσει», είπε σιγανά. «Το θυμάμαι. Γι’ αυτό έφυγα;» Την άφησε. Δεν του είχε περάσει από το μυαλό πως αν τη φιλούσε μπορεί να την έκανε να τον θυμηθεί ή έστω να θυμηθεί κάτι που είχε μοιραστεί μαζί του. «Δεν ξέρω γιατί έφυγες». Αλήθεια. Ή αν είχε φύγει. Αν και μάλλον ήταν πιθανό να το είχε κάνει – είτε από τον Σόμερντεϊλ είτε από τον Γουίγκμορ. Κανένας δεν είχε δηλώσει την εξαφάνισή της, άρα η απουσία της βάραινε τον ένα από τους δύο. Ποιον, όμως; «Έχουμε φιληθεί ξανά, ωστόσο», είπε, περισσότερο σαν δήλωση παρά σαν απορία. «Ναι». «Υπάρχει κάτι μεταξύ μας;» Πώς να το απαντήσει αυτό; Αντιπάθεια, έλλειψη εμπιστοσύνης, περηφάνια – δική του, ίσως και δική της. «Όποια σχέση μεταξύ μας θα ήταν ανάρμοστη». «Φυσικά. Εσύ είσαι ένας κύριος· εγώ είμαι μια υπηρέτρια». Ανασήκωσε το πιγούνι και τέντωσε τους ώμους της. «Σ’ ευχαριστώ που με έσωσες από το πέσιμο». «Είμαι σίγουρος πως θα έβρισκες την ισορροπία σου». «Γιατί δεν παίρνεις ποτέ τα εύσημα για την καλοσύνη σου;» Επειδή δεν είμαι καλός και θα το καταλάβεις πολύ σύντομα. Του έβγαζε τον χειρότερό του εαυτό. Σίγουρα το έκανε. Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα τον έσωσε από την απάντηση. Δόξα τω Θεώ. Όχι πως θα απαντούσε, αλλά έπρεπε να της αποσπάσει την προσοχή από τις ερωτήσεις και έτσι υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά αυτή τη διακοπή. Άνοιξε την πόρτα σε έναν μεγαλόσωμο άντρα. «Είστε ο κύριος Ντάρλινγκ; Φέραμε τα έπιπλά σας».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

205

Έξω από την πύλη είδε μια μεγάλη άμαξα. «Φέρτε τα μέσα». Έκανε πίσω και κοίταξε τη Φι. «Δεν θα μείνουν για πολύ. Αν θέλεις, πήγαινε σε κάποιο άλλο δωμάτιο». «Μπορώ να το φροντίσω εγώ, αν θέλεις. Εξάλλου, είμαι περίεργη να δω αν έπεσα μέσα στην εκτίμησή μου σχετικά με το είδος επίπλων που θα επέλεγες». «Τα έπιπλα αυτά είναι ειδική παραγγελία». Χαμογέλασε ελαφρά. «Βαρύ ξύλο. Σκούρο. Μαόνι βάζω στοίχημα. Σκούρα υφάσματα. Κόκκινο Βουργουνδίας. Ίσως και σκούρο πράσινο». Δεν του άρεσε πολύ που τα είχε βρει όλα. Η Οφίλια δεν θα τον ήξερε ποτέ τόσο καλά. Ή μήπως τον ήξερε; Μήπως αυτός ήταν ο λόγος που κατάφερνε πάντα να τον εξαγριώνει; «Είστε πολύ πονηρή, δεσποινίς Λάιτλτον». Συνειδητοποίησε πολύ αργά το λάθος του, όταν γούρλωσε τα μάτια, και το στόμα της –εκείνο το τόσο ποθητό στόμα που ήταν ακόμα πρησμένο από τα φιλιά του– σχημάτισε ένα μικρό Ο. «Λάιτλτον. Δεν σκέφτηκα ποτέ να ρωτήσω ποιο είναι το επίθετό μου. Φι Λάιτλτον. Ξέρεις από πού βγαίνει το Φι;» Μπορεί να τη βοηθούσε να ξαναβρεί τη μνήμη της, να θυμηθεί τι έγινε εκείνο το βράδυ. Και μαζί με τη μνήμη της, θα ήξερε και πόσο κάθαρμα ήταν. «Οφίλια». «Μια ηρωίδα του Σαίξπηρ. Θυμάμαι κάτι τόσο ασήμαντο, αλλά δεν θυμάμαι το όνομά μου. Τι περίεργο». Ακούστηκε ένας γδούπος. Ένας από τους μεταφορείς δεν υπολόγισε σωστά το πλάτος της ανοιχτής πόρτας. «Προσέξτε», φώναξε ο Ντρέικ. Είχε δώσει πολλά χρήματα γι’ αυτόν τον καναπέ. Η Φι τού έσφιξε το μπράτσο, κατενθουσιασμένη. «Κόκκινο Βουργουνδίας. Το ήξερα. Σε λίγο καιρό θα θυμάμαι ό,τι ξέρω για σένα». Θεέ μου! Ήλπιζε πως όχι.


206

LORRAINE HEATH

Η δυναμική φύση της Οφίλια πάντα τον εξόργιζε, αλλά καθώς στεκόταν στην άκρη της βιβλιοθήκης επιτρέποντάς της να παραλάβει εκείνη τα έπιπλα, δεν μπορούσε παρά να ενθουσιαστεί και να δει το πλεονέκτημα της ύπαρξης μιας κυρίας που δεν ήταν εξαιρετικά χαμηλών τόνων. Η δούκισσα και η Γκρέις είχαν την ίδια αυτοπεποίθηση, αλλά τη μετρίαζαν με την τρυφερότητα που πάντα έλειπε από την Οφίλια. Η συμπεριφορά της Φι, όμως, δεν ήταν υπερβολικά αλαζονική. Ήξερε απλώς πού έπρεπε να μπει κάθε έπιπλο και περίμενε από τους μεταφορείς να τα τοποθετήσουν στο σημείο που ήθελε. Αυτό που τον εντυπωσίαζε ήταν ότι μπορούσε να ξεχωρίσει πολύ σωστά ποιο έπιπλο πήγαινε σε κάθε δωμάτιο, πράγμα που τον έκανε να σκέφτεται την ανησυχητική πιθανότητα να είχαν το ίδιο γούστο. Τα έπιπλα για το υπνοδωμάτιό του είχαν ήδη μεταφερθεί στον πάνω όροφο. Τώρα τακτοποιούσαν τα έπιπλα της βιβλιοθήκης μπροστά από το τζάκι. Η Φι τούς έδειχνε, εδώ, εκεί. Τους έδινε οδηγίες και το ύφος της δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Μπορεί να μη θυμόταν ποια ήταν, αλλά θυμόταν τι ήταν, και αυτό αντηχούσε σε κάθε μόριο της ύπαρξής της, και για μια φορά το θαύμασε. Τη φαντάστηκε να κάθεται σε μία από τις καρέκλες μπροστά από το τζάκι και τον εαυτό του στην άλλη, να συζητούν πολιτισμένα, χωρίς θυμό στη φωνή της, χωρίς σηκωμένη μύτη σαν να είχε μυρίσει κάτι απαίσιο. Τη φαντάστηκε να γελάει, να τον κάνει να γελάει. Από τη στιγμή που είχε μάθει τους θησαυρούς που κρύβει ένα γυναικείο σώμα, δεν είχε σκεφτεί ποτέ να επεκτείνει αυτή την απόλαυση σε κάτι πιο μόνιμο, δεν του είχε περάσει από το μυαλό να βρει μια σύζυγο. Του άρεσε η μοναξιά του, δεν ήθελε να μοιράζεται με κάποιον τις σκοτεινές σκέψεις που τον βασάνιζαν μερικές φορές. Του άρεσε η απόφασή του να μη διαιωνίσει την κληρονομιά του πατέρα του. Είχε μεγαλώσει σε μια οικογένεια με γέννες, θανάτους και γάμους. Τις κρύες νύχτες του


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

207

χειμώνα, μαζεύονταν μπροστά στη φωτιά του καθιστικού και ο δούκας του Γκρέιστοουν μιλούσε για τους προγόνους του και τα κατορθώματά τους. Είχε εμφυσήσει στα παιδιά του την ίδια εκτίμηση για όσους είχαν ζήσει πριν από αυτούς. Ο Ντρέικ δεν είχε ανάλογες ιστορίες να μοιραστεί. Ήξερε μόνο τον πατέρα και τη μητέρα του. Ο πατέρας του ήταν σκληρός, η μητέρα του αδύναμη. Δεν μιλούσε κανείς στα παιδιά του για χέρια τυλιγμένα γύρω από έναν λεπτό λαιμό. Και αν έμοιαζε στον πατέρα του περισσότερο απ’ όσο νόμιζε; Αν λόγω του ταμπεραμέντου του κατέφευγε σε γροθιές; Αν δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον θυμό του; Μια φορά είχε απειλήσει τον Λόβινγκτον ότι θα τον σκότωνε, αν πλήγωνε την Γκρέις. Το εννοούσε. Ήξερε πως ήταν ικανός να καταστρέψει έναν άνθρωπο. Το ήξεραν και οι άλλοι. Αυτός ήταν ο λόγος που διοικούσε με τόση επιτυχία τη λέσχη. Κανείς δεν ήθελε να βρεθεί αντιμέτωπος μαζί του. Υποψιαζόταν, όμως, πως με κάποιον θα τα έβαζε, μόλις μάθαινε ποιος ήταν υπεύθυνος για την πτώση της Φι στο ποτάμι. Πίστευε πως ήταν μάλλον απίθανο να έγινε από δική της επιλογή. Στάθηκε πίσω του. «Τι λες;» τον ρώτησε. «Άψογο». Του χαμογέλασε εμφανώς ικανοποιημένη από τα λόγια του. Τα χαμόγελα αυτά ήταν εθιστικά. Έχοντας δει ένα, ήθελε να δει χιλιάδες από αυτά, εκατομμύρια. Ήθελε να είναι ο λόγος που την κάνει να χαμογελάει. Προφανώς ήταν πολύ κουρασμένος. Είχε να κοιμηθεί καλά από τότε που τη βρήκε. Δεν σκεφτόταν λογικά. Οδήγησε τον οδηγό και τον βοηθό του έξω. Όταν γύρισε στη βιβλιοθήκη, τη βρήκε να κάθεται στην καρέκλα, με ένα βιβλίο στα γόνατά της και μάτια κλειστά. «Ξεκουράζεσαι σήμερα;» τη ρώτησε. Άνοιξε αργά τα μάτια της. Ακόμα πιο αργά τού χαμογέλασε, κόβοντάς του τα γόνατα.


208

LORRAINE HEATH

«Απλώς τη δοκιμάζω. Θα είναι ακόμα καλύτερα, όταν ανάψουμε φωτιά το βράδυ». Για πρώτη φορά από τότε που είχε αρχίσει να δουλεύει στη λέσχη εδώ και μία δεκαετία, μετάνιωνε που οι νύχτες του ήταν γεμάτες, που δεν μπορούσε να της τις προσφέρει. Ανακάθισε στην άκρη της καρέκλας. Το χαμόγελό της εξαφανίστηκε, το πρόσωπό της σοβάρεψε. «Είπες πως οποιαδήποτε σχέση ανάμεσά μας θα ήταν ανάρμοστη, αλλά δεν μου είπες ότι δεν υπήρχε τίποτα μεταξύ μας». Πάλι τα ίδια; Νόμιζε πως αυτή η ανεπιθύμητη συζήτηση είχε τελειώσει. «Είμαστε εραστές;» συνέχισε. «Όχι. Απλώς φιληθήκαμε δύο φορές και στις δύο περιπτώσεις εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία. Δεν θα ξανασυμβεί. Είσαι ασφαλής εδώ, Φι. Δεν θα σου επέβαλα ποτέ κάτι με το ζόρι». «Δεν είμαι σίγουρη ότι ανησυχώ για σένα. Μάλλον μου άρεσε». Δεν ήξερε τι να πει. Αυτή η γυναίκα, η θέρμη της. Έπρεπε να αντιπροσωπεύει την ψυχή της Οφίλια. Πώς ήταν δυνατόν να μην έχει δει κάτω από την επιφάνεια; Πώς δεν είχε καταλάβει ποτέ πόσο περίπλοκο πλάσμα ήταν; Το αρχικό του ψέμα ότι ήταν υπηρέτρια ήταν μια φάρσα. Έπρεπε να της πει την αλήθεια. Θα ζούσε με τις συνέπειες των πράξεών του. Έπρεπε να τη βοηθήσει να θυμηθεί, έπρεπε να τη βοηθήσει να αποσαφηνίσει τι είχε συμβεί εκείνη τη νύχτα. Κατευθυνόταν στην καρέκλα απέναντι από τη δική της, όταν άκουσε το κουδούνι της εξώπορτας. «Η Μάρλα πρέπει να είναι», είπε η Φι, που σηκώθηκε αμέσως όρθια. «Η Μάρλα;» Τον κοίταξε ενοχλημένη. «Δεν δίνεις ποτέ σημασία σε όσα σου λέω; Είναι η υπηρέτρια των απέναντι».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

209

«Μάλιστα, με τη μαγείρισσα που θα ετοιμάζει τα γεύματά μας». «Ακόμα καλύτερα. Θα μου δείξει πώς να τα ετοιμάζω. Το πρωί σκέφτηκα πως με προσέλαβες για να σου μαγειρεύω και άρα κάποτε θα ήξερα να το κάνω. Νομίζω πως θα τα θυμηθώ όλα πολύ σύντομα». Αν υπήρχε κάτι να θυμηθεί. «Φι–» Δεν είχε ξαναδεί τέτοια ανυπομονησία στο βλέμμα της. Ήθελε να μείνει εκεί, δεν ήθελε να εξαφανιστεί εξαιτίας του. Το κουδούνι ακούστηκε ξανά. «Πρέπει να πάω να ανοίξω πριν φύγει χωρίς εμένα. Θα πάμε στην αγορά. Ανυπομονώ να βρω φρέσκες ντομάτες και σπαράγγια». Αμφέβαλε αν είχε την παραμικρή ιδέα για το πώς έμοιαζαν οι φρέσκες ντομάτες και τα σπαράγγια. Είχε συνηθίσει να της τα σερβίρουν, όχι να τα διαλέγει από την αγορά. «Δεν ξέρω, όμως, πόσα μπορώ να ξοδέψω», συνέχισε. «Θα σου φέρω μερικά νομίσματα μέχρι να ανοίξεις την πόρτα». Του χαμογέλασε πλατιά. «Ευχαριστώ». Έπειτα απομακρύνθηκε από κοντά του. Η συζήτηση και το φιλί τους είχαν προφανώς ξεχαστεί. Το βήμα της ήταν πιο ανάλαφρο από ποτέ. Πολλά πράγματα που την αφορούσαν ήταν μια αποκάλυψη. Πήγε σε ένα ράφι, πίεσε τον τοίχο πίσω του και άνοιξε μια μικρή ξύλινη πόρτα. Έβγαλε ένα κλειδί από την τσέπη του, άνοιξε το χρηματοκιβώτιο και πήρε μερικά χρήματα. Δεν ανησυχούσε μήπως τη γνωρίσει κάποιος σ’ αυτή την περιοχή του Λονδίνου. Σίγουρα κανείς δεν θα κοιτούσε το χαρούμενο πρόσωπο μιας υπηρέτριας ώστε να αναγνώριζε τα χαρακτηριστικά μιας κυρίας. Γύρισε αμέσως, χωρίς την ποδιά της και με την κοτσίδα της να στεφανώνει το κεφάλι της. Χρειαζόταν ένα καπέλο.


210

LORRAINE HEATH

Οι κυρίες δεν κυκλοφορούσαν χωρίς καπέλο. Της έδωσε ένα πουγκί. «Είναι ένα αξιόλογο ποσό. Αν χρειάζεσαι κάτι προσωπικό, πάρ’ το». «Θα είμαι φειδωλή». Ξαφνιάστηκε που ήξερε τη λέξη. «Πάρε ό,τι χρειάζεσαι. Δεν είμαι τσιγκούνης». «Πάλι θύμωσες μαζί μου». «Όχι, απλώς…» Φοβάμαι ότι σου έκανα κακό. «Να προσέχεις». «Θα μείνω μακριά από το ποτάμι». Πάλι εκείνο το χαμόγελο, εκείνο που του είχε στείλει από την καρέκλα, εκείνο που τον έκανε να θέλει να την πάρει στην αγκαλιά του για να εξασφαλίσει ότι δεν θα της συμβεί κανένα κακό. Τη συνόδευσε στον διάδρομο, όπου μια νεαρή γυναίκα με σκούρα μαλλιά και λαμπερά μπλε μάτια έκανε μια ελαφριά υπόκλιση μόλις τον είδε. «Δεν χρειάζεται να υποκλίνεσαι μπροστά μου, μικρή», είπε. «Μάλιστα». «Θα σε ξυπνήσω για το μπάνιο σου», είπε η Φι, πριν οδηγήσει τη –Μάρλα, είπαμε;– στην πόρτα. Με τρεις δρασκελιές, είχε φτάσει στο παράθυρο και κοίταζε έξω. Οι δυο γυναίκες προχωρούσαν προς τον δρόμο. Η Μάρλα είπε κάτι, η Φι χαμογέλασε. Θα ήταν μια χαρά. Δεν θα την πλησίαζε κανείς, δεν θα την αναγνώριζε κανείς. Όλα θα πήγαιναν καλά. Ήταν εξαντλημένος. Χρειαζόταν ύπνο. Ανησυχούσε για τη λέσχη. Και για το μέλλον του, αν οι ιδιοκτήτες της αποφάσιζαν ότι δεν τους πρόσφερε πια τίποτα. Είχε κάνει τρία βήματα προς τη σκάλα, αλλά γύρισε απότομα, έβαλε το καπέλο του και βγήκε έξω. Δεν σκόπευε να παρέμβει, αλλά θα τις ακολουθούσε. Είχε ευθύνη να τη φροντίζει. Είχε αρχίσει να εύχεται να την είχε αφήσει στον Τάμεση.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

211

Κεφάλαιο 16

«Είναι πολύ νόστιμος», είπε η Μάρλα μόλις βγήκαν στο δρόμο. «Πολύ καλύτερο να τον κοιτάς από κοντά, παρά από το παράθυρο. Τόσο μεγαλόσωμος. Δεν ξέρω αν έχω ξαναδεί ποτέ κάποιον τόσο ψηλό». «Δεν το έχω προσέξει», είπε ψέματα η Φι. Δεν περίμενε να αρέσει τόσο στη Μάρλα ο Ντρέικ. Μόνο γι’ αυτόν μιλούσε από την ώρα που έφυγαν από το σπίτι. Αναρωτήθηκε τι θα σκεφτόταν η Μάρλα αν της έλεγε ότι τη φίλησε. Ήξερε, όμως, πως δεν ήταν πρέπον να μιλούν για τα φιλιά. Όπως και τις προηγούμενες φορές, δεν ήξερε πώς το ήξερε, αλλά ήξερε πως θα έθετε σε κίνδυνο την τιμή της. Ποιος θα νοιαζόταν, όμως; «Μοιάζει σκοτεινός τύπος και μελαγχολικός πάντως», είπε η Μάρλα. «Σαν τον Χίθκλιφ». Ανεμοδαρμένα Ύψη. Η Φι σχεδόν φώναξε τον τίτλο. Ήξερε τον ήρωα. Ήξερε το βιβλίο. Φοβόταν ότι θα φαινόταν ανόητη σ’ αυτή τη βόλτα. Αποφάσισε, όμως, πως θα έβαζε τα δυνατά της. Πάνω απ’ όλα, ήθελε να ψωνίσει. Είχε μια μεγάλη λαχτάρα να αγοράσει κάτι. Τώρα είχε νομίσματα που κουδούνιζαν στην τσέπη της – χρειαζόταν ένα τσαντάκι. Και ένα καπέλο. Και γάντια. Θεέ μου, κυκλοφορούσε έξω χωρίς γάντια. «Πριν πάμε στην αγορά, θα περάσουμε από κάποιο


212

LORRAINE HEATH

μαγαζί;» ρώτησε. «Ναι, από εκεί». Η Μάρλα έδειξε πιο κάτω, αλλά τα σπίτια δεν επέτρεπαν στη Φι να δει τα μαγαζιά. «Μου αρέσει να βλέπω τις βιτρίνες». «Δεν μπαίνεις μέσα;» «Σχεδόν ποτέ. Δεν έχει νόημα αφού δεν αγοράζω τίποτα». «Γιατί δεν αγοράζεις πράγματα;» «Πρέπει να μαζεύω χρήματα για μια καταιγίδα». «Ψωνίζεις όταν βρέχει; Είναι καλύτερες οι τιμές;» Η Μάρλα γέλασε. «Όχι, έκφραση είναι. Δεν τη θυμάσαι;» «Δεν θυμάμαι να κάνω οικονομίες. Αν θέλω κάτι, πρέπει να το παίρνω». «Πρέπει να μαζεύουμε χρήματα. Όταν πεθάνει η κυρία Τέρνερ, τι θα κάνω; Πρέπει να βρω άλλη δουλειά και δεν ξέρω πόσο θα μου πάρει». «Ο Ντρέικ Ντάρλινγκ δεν πρόκειται να πεθάνει σύντομα. Είναι νέος». «Και δυνατός. Και άντρας», είπε η Μάρλα, αναστενάζοντας. «Είσαι τόσο τυχερή. Διάβαζα ένα μυθιστόρημα την προηγούμενη βδομάδα όπου ένα κορίτσι ήταν υπηρέτρια. Ερωτεύτηκε το αφεντικό της. Πολύ ρομαντικό». «Ήταν ψέματα, όμως. Δεν ήταν αληθινό. Οι υπηρέτριες δεν παντρεύονται τους κυρίους του σπιτιού». Κι ας την είχε φιλήσει στην κουζίνα, μέχρι που έλιωσε σαν μαρμελάδα. «Κάπου μπορεί και να γίνεται». Η Φι ένιωσε άσχημα γι’ αυτό που είχε πει. Προφανώς η Μάρλα ήλπιζε να παντρευτεί έναν κύριο, αλλά της φαινόταν τόσο απίθανο. «Μπορεί και να κάνω λάθος. Κάθε ιστορία, λένε, έχει μέσα της ψήγματα αλήθειας». «Πού το άκουσες αυτό;» Η Φι γέλασε. «Δεν έχω ιδέα». «Πρέπει να είναι πολύ περίεργο να μη θυμάσαι


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

213

πράγματα». «Στην αρχή ήταν πολύ περίεργο, ανησυχητικό, αλλά τελικά αποδέχτηκα ότι μπορεί να μη θυμηθώ ποτέ. Ίσως δεν είναι και τόσο κακό». Ίσως ο Ντάρλινγκ είχε δίκιο, ίσως είχε ξεχάσει για κάποιο λόγο. «Οφείλω να ομολογήσω ότι θα προτιμούσα να ξεχάσω κάποια πράγματα στη ζωή. Ο μπαμπάς μου έπινε συνέχεια. Δεν είναι και τόσο κακό να είμαι υπηρέτρια». Ίσως δεν ήταν και τόσο κακό, αλλά η Φι ήθελε περισσότερα από τη ζωή της. Ενώ οι λεπτομέρειες της διέφευγαν, ήξερε πως ήθελε να ξεχωρίσει. «Ήθελες πάντα να γίνεις υπηρέτρια;» «Είναι καλύτερο από τη δουλειά σε μια φάρμα. Ο εφημέριος με βοήθησε. Ήμουν μόνο δώδεκα, αλλά τον συμπαθούσα. Συνήθιζα να φαντάζομαι πως όταν μεγάλωνα θα γνώριζα κάποιον σαν αυτόν, κάποιος που θα με έπαιρνε μακριά από τις δουλειές». Άραγε λαχταρούσαν όλοι μια διαφορετική ζωή – οι πλούσιοι, οι αριστοκράτες, οι βασιλείς; Εκείνη τι λαχταρούσε; Η ανεξαρτησία πέρασε από το μυαλό της. Ήθελε να είναι ελεύθερη να κάνει ό,τι θέλει, όχι πως ο Ντρέικ ήταν σκληρό αφεντικό, και είχε αρχίσει να απολαμβάνει τη φροντίδα του σπιτιού του, αλλά κάτι έλειπε. Ήθελε κάτι. «Έχεις κάποιο φλερτ;» τη ρώτησε. Η Μάρλα γέλασε δυνατά. «Όχι. Ελάχιστες υπηρέτριες παντρεύονται. Οι δουλειές μας είναι η ζωή μας, η προτεραιότητά μας. Έχεις ξεχάσει πολλά, έτσι;» Η Φι δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα την ένοιαζαν ποτέ οι δουλειές περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. Ακόμα και όταν σκεφτόταν πώς θα μπορούσε να φροντίσει καλύτερα το σπίτι του Ντρέικ, ακόμα και όταν ήθελε να τακτοποιήσει τα έπιπλα και να πάρουν περισσότερα για να δημιουργήσουν μια ευχάριστη ατμόσφαιρα στο σπίτι, δεν μπορούσε να δει τον εαυτό της να ασχολείται μόνο με αυτά τα πράγματα. Αν είχε την ευκαιρία να χορέψει, θα άφηνε χωρίς δεύτερη σκέψη τις


214

LORRAINE HEATH

βούρτσες και τα πανιά. Θα προτιμούσε να αγοράσει ένα καινούριο φουστάνι από το να επιδιορθώσει ένα παλιό. Ήθελε να φοράει διαφορετικό φουστάνι κάθε μέρα, όχι την ίδια βαρετή στολή. Η αποδοχή της ζωής της δεν ήταν εξίσου γοητευτική με το να ψάξει τα όριά της και να αναζητήσει κάτι καινούριο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, έπρεπε να πάρει καινούρια γάντια. Δεν είχε προσέξει πως είχαν φτάσει σε έναν εμπορικό δρόμο. Η Μάρλα σταμάτησε μπροστά από μια βιτρίνα, σχεδόν πιέζοντας τη μύτη της στο τζάμι. «Αυτό είναι το αγαπημένο μου μαγαζί». Η Φι κοίταξε μέσα. Μπορούσε να καταλάβει τον λόγο. Ήταν μια μπουτίκ, που πρόσφερε ό,τι ακριβώς χρειαζόταν μια κυρία. «Πάμε μέσα, τι λες;» «Όχι», είπε η Μάρλα, γουρλώνοντας τα μάτια. «Δεν μπορούμε να μπούμε αν δεν αγοράσουμε κάτι». «Και ποιος σου είπε ότι δεν θα αγοράσουμε;» Πριν προλάβει να φέρει αντίρρηση η Μάρλα, η Φι είχε ανοίξει την πόρτα και είχε μπει μέσα. Για πρώτη φορά από τότε που είχε ξυπνήσει στο κρεβάτι του Ντρέικ, ένιωθε σαν στο σπίτι της. Ο κύριος πίσω από τον πάγκο τις πρόσεξε και τις κοίταξε κάπως υποτιμητικά. «Μπορώ να βοηθήσω;» Ο συγκαταβατικός τόνος του σχεδόν την έκανε να πισωπατήσει, αλλά την ενδιέφερε περισσότερο να τον βάλει στη θέση του. Δεν τον συμπαθούσε, δεν ήθελε να ασχοληθεί μαζί του, αλλά ήταν σίγουρη πως είχε βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με τέτοια συμπεριφορά. Σήκωσε το πιγούνι, τον κοίταξε κι εκείνη υποτιμητικά, και είπε όσο πιο χαρακτηριστικά μπορούσε: «Θέλω να δω τι γάντια έχετε». Έγειρε ελαφρά το κεφάλι του σαν να μην μπορούσε να πιστέψει στ’ αφτιά του. «Όπως θέλετε, κυρία μου». «Λαί–» Πήγε να πει «λαίδη»; Γιατί να πει κάτι τέτοιο; Ήταν άραγε λαίδη σε μια άλλη ζωή, πριν γίνει υπηρέτρια;


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

215

Μήπως κρυβόταν από κάτι πριν το ποτάμι; Πολύ περίεργα πράγματα. «Δεσποινίς». Πλησίασε μια σειρά από συρτάρια, τράβηξε ένα έξω και το ακούμπησε πάνω στον πάγκο. Μια σειρά από γάντια περίμεναν να τα επιθεωρήσει. Βαμβάκι. Κάποια με λίγη δαντέλα. Σήκωσε ένα, το περιεργάστηκε, το άφησε. «Αυτά είναι προχειροφτιαγμένα. Θέλω δερμάτινα. Το καλύτερο, πιο απαλό δέρμα». «Αμφιβάλλω αν μπορείτε να τα αγοράσετε». «Κι εγώ αμφιβάλλω, κύριε, ότι έχετε την παραμικρή ιδέα σχετικά με το τι μπορώ να αγοράσω και τι όχι. Και τώρα, παρακαλώ, βιαστείτε να με εξυπηρετήσετε, γιατί αλλιώς θα πάω σε κάποιο άλλο κατάστημα». Ήταν πολύ πιο ικανοποιημένη από τη δερμάτινη συλλογή. Είχε ξανατυλίξει τα χέρια της πριν φύγει από το σπίτι, καλύπτοντας το πληγωμένο δέρμα της με μόνο δύο λινούς επιδέσμους, αλλά και πάλι δυσκολευόταν να δοκιμάσει τα γάντια για να διαλέξει το κατάλληλο μέγεθος. Τελικά ικανοποιήθηκε. «Θα πάρω ένα ζευγάρι σε λευκό και ένα σε ταμπά». Έπειτα πρόσεξε τα χέρια της Μάρλα πάνω στον πάγκο. Φορούσε γάντια, αλλά το βαμβάκι ήταν φθαρμένο και παλιό. «Θα πάρω και ένα ζευγάρι για τη φίλη μου. Μάρλα, ποια σου αρέσουν;» Η Φι ήταν σίγουρη ότι είχε δει πανσέληνο, αλλά αποκλείεται να ήταν μεγαλύτερη από τα μάτια της Μάρλα, που είχαν γουρλώσει από την έκπληξη. «Μη λες ανοησίες. Δεν μπορείς να μου πάρεις γάντια». «Ανόητο κορίτσι, ο Ντάρλινγκ θα τα πληρώσει». Έβγαλε το πουγκί με τα κέρματα από την τσέπη της, πήγε να το ανοίξει και σταμάτησε. Δεν της φαινόταν σωστό. Δεν πληρώνεις για γάντια με κέρματα. Κοίταξε τον υπάλληλο. «Να χρεωθούν όλα στον κύριο Ντρέικ Ντάρλινγκ. Θα σας δώσω τη διεύθυνσή του. Να τα παραδώσετε το απόγευμα. Θα σας εξοφλήσει αμέσως». «Δεν ξέρω κανέναν κύριο Ντρέικ Ντάρλινγκ, οπότε


216

LORRAINE HEATH

δυστυχώς, δεσποινίς, δεν μπορώ να σας κάνω πίστωση. Πρέπει να πληρώσετε για τις αγορές σας». Δεν γίνονταν έτσι τα πράγματα. Το ήξερε αυτό. Παρότι είχε κέρματα στην τσέπη της, αυτά ήταν για την αγορά. Σε ένα κατάστημα, απλώς έλεγε το όνομά της. Ίσιωσε τη σπονδυλική της στήλη, τίναξε πίσω τους ώμους και τον κοίταξε θυμωμένα. «Ο Ντρέικ Ντάρλινγκ είναι ένας πλούσιος άντρας με επιρροή. Έχει επαφές με τον Μπέρτι2. Γνωρίζετε ποιος είναι ο Μπέρτι, έτσι;» «Όχι προσωπικά, αλλά–» «Ο Ντάρλινγκ, όμως, τον γνωρίζει προσωπικά». Δεν ήξερε αν γνώριζε όντως τον πρίγκιπα της Ουαλίας προσωπικά, αλλά της φάνηκε καλή ιδέα και ήταν αποφασισμένη να βάλει αυτόν τον άντρα στη θέση του. Αφού δεν μπορούσε να τον κάνει να μην την κοιτάζει αφ’ υψηλού, είχε αποφασίσει να ψηλώσει λίγο. «Ξέρετε ποια είμαι;» Άρχισε να κουνάει το κεφάλι του. Συνέχισε πριν προλάβει να απαντήσει. «Είμαι η γυναίκα που θα αγοράσει τόσα πράγματα σήμερα, που θα καλύψουν για έναν μήνα τους λογαριασμούς σας. Έχω συνηθίσει να αγοράζω με αυτόν τον τρόπο και θα συνεχίσω. Ο κύριος Ντρέικ Ντάρλινγκ δεν θα χαρεί καθόλου αν χρειαστεί να έρθει εδώ προσωπικά για να τακτοποιήσει το ζήτημα. Εσείς, κύριε, πιστέψτε με, δεν θέλετε να είστε η αιτία της δυσαρέσκειάς του. Και τώρα θα ήθελα να δω τι μεταξωτά εσώρουχα έχετε. Και γρήγορα, παρακαλώ. Δεν μου αρέσουν οι άνθρωποι που καθυστερούν». Έκανε γρήγορα, πολύ γρήγορα. Η Φι ένιωσε μια διεστραμμένη ικανοποίηση βλέποντας πόσο περιποιητικός είχε γίνει. Μισή ώρα αργότερα, με λαμπερά χαμόγελα στα πρόσωπά τους, η Φι και η Μάρλα έβγαιναν από το μαγαζί. «Σαν ψηλομύτα αριστοκράτισσα έκανες», ψιθύρισε η Μάρλα. «Είσαι σίγουρη πως δεν είσαι καμία λαίδη;» «Είμαι σχεδόν βέβαιη. Μια λαίδη δεν θα κατέληγε πότε στο ποτάμι».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

217

«Και ο κύριος Ντάρλινγκ σου δεν θα πληρώσει για τα ψώνια;» «Θα το κάνει. Μου είπε να αγοράσω ό,τι χρειάζομαι». «Αυτά δεν είναι πράγματα που χρειαζόμαστε, όμως. Απλώς πράγματα που μας αρέσουν». «Όλα θα πάνε καλά, Μάρλα. Είμαι σχεδόν σίγουρη πως είναι ευκατάστατος. Υπάρχει κανένα καπελάδικο εδώ κοντά;»

Ο Εμπενίζερ Γουίστλερ κοίταξε τη στοίβα με τα μεταξωτά ρούχα που είχε αποφασίσει να αγοράσει η κυρία. Δεν είχε ποτέ άλλη πελάτισσα που να αγόραζε τόσα πράγματα σε μία μόνο επίσκεψη. Μεταξωτές κάλτσες για κάθε μέρα της βδομάδας, πουκαμίσες από το πιο απαλό βαμβάκι, μεταξωτές νυχτικιές, δαντελένια σάλια. Δεν της έφτανε ένα από κάθε είδος, αλλά δεν είχε φέρει αντίρρηση, γιατί του μιλούσε σαν να ήταν κάποια που μπορεί να έπινε τσάι με τη βασίλισσα. Ήταν ντυμένη, όμως, σαν απλή εργάτρια. Κοίταξε την υπογραφή της στο τετράδιο δίπλα στο ποσό που του χρωστούσε. Κανένας κύριος δεν θα πλήρωνε τόσα πολλά για την τρέλα της υπηρέτριάς του. Δεν έπρεπε να τον ενοχλήσει. Έπρεπε να σταματήσει την κυρία πριν απομακρυνθεί, αλλά ήταν τόσο ανόητος που άκουγε συνεχώς νομίσματα να πέφτουν στην παλάμη του. Έπρεπε απλώς να τα βάλει όλα πίσω στη θέση τους. Το κουδουνάκι πάνω από την πόρτα χτύπησε και μπήκε ένας ψηλός, μεγαλόσωμος άντρας. Οι μεγάλες δρασκελιές του τον έφεραν στον πάγκο, πριν προλάβει να τον χαιρετήσει ο Εμπενίζερ. Αυτός ο άντρας ήταν πλούσιος. Τα ρούχα του ήταν καλοραμμένα, φαινόταν επιτυχημένος. Του έδειξε τον σωρό των ρούχων. «Αυτά ήθελε να αγοράσει η κυρία που ήταν εδώ πριν λίγο;» Ο Εμπενίζερ έγνεψε καταφατικά. «Μάλιστα, κύριε». Ο κύριος του έδειξε το τετράδιο. Ο Εμπενίζερ το γύρισε


218

LORRAINE HEATH

προς το μέρος του. «Φοβάμαι, κύριε, πως μάλλον υπερέβαλε κάπως». Χωρίς να διστάσει, ο κύριος πήρε την πένα από τη βάση της και έγραψε το όνομά του –Ντρέικ Ντάρλινγκ– δίπλα στο δικό της. «Υποψιάζομαι πως αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στη ζημιά που θα κάνει μέχρι το τέλος της μέρας». Ο Ντρέικ ήταν ευγνώμων που είχε αποφασίσει να τις ακολουθήσει. Κοίταζε από τη βιτρίνα του μαγαζιού, όταν πρόσεξε την πλάτη της Φι να τεντώνεται. Η αριστοκρατική της φύση είχε έρθει στην επιφάνεια. Είχε μιλήσει τόσο αυταρχικά, που είχε καταφέρει να την ακούσει πεντακάθαρα. Υποψιαζόταν πως αρχικά ο υπάλληλος δεν ήξερε αν θα έπρεπε να τρομάξει ή να βάλει τα γέλια. Κρίνοντας από τα ρούχα που την είχε τελικά αφήσει να αγοράσει, ο Εμπενίζερ Γουίστλερ μάλλον είχε τρομάξει. Ο Ντρέικ θα μπορούσε να φοβηθεί επίσης. Είχε κανονίσει να τους παραδώσουν τα ρούχα στο σπίτι. Αργότερα, θα έστελνε ένα σημείωμα στον άνθρωπο που διαχειριζόταν τα οικονομικά του για να τον προειδοποιήσει για τους ασυνήθιστους λογαριασμούς που θα έβλεπε. Σίγουρα θα πίστευε πως έχει βρει ερωμένη. Δεν είχε καμία αμφιβολία πάντως πως μια ερωμένη θα ήταν πολύ πιο οικονομική. Η Φι ήταν στο στοιχείο της: ψώνιζε. Έτσι περνούσαν οι καθώσπρέπει κυρίες τα απογεύματά τους και προφανώς θυμόταν πολύ καλά πώς γίνεται. Για μια στιγμή, σκέφτηκε να την προλάβει και να σταματήσει αυτή την τρέλα, αλλά απολάμβανε τη ζωηράδα στα βήματά της, το χαμόγελό της. Ήταν εξίσου προφανές ότι η μικρή υπηρετριούλα στο πλάι της περνούσε υπέροχα. Δεν ήθελε να χαλάσει τη χαρά τους. Συνειδητοποίησε ότι αυτή η μικρή περιπέτεια μπορούσε να κάνει αυτό που δεν έκανε η χτεσινή νύχτα: να


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

219

επαναφέρει τη μνήμη της Φι. Ήθελε να είναι κοντά της αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, γιατί υποψιαζόταν ότι θα ένιωθε αποπροσανατολισμένη όταν θα άρχιζε να ενώνει τα κομμάτια. Ήταν πολύ περίεργο: ήθελε απεγνωσμένα να θυμηθεί η Φι και εξίσου απεγνωσμένα να μην το κάνει. Έπρεπε να πάψει πια να την έχει υπό την προστασία του – γρήγορα, άμεσα. Παρ’ όλα αυτά… Είχε αγοράσει γάντια και για τη μικρή υπηρέτρια. Παρότι τα χρήματα δεν έβγαιναν από τις δικές της τσέπες αλλά από τις δικές του, είχε εκπλαγεί που είχε σκεφτεί να κάνει κάτι τέτοιο. Κάθε μέρα, όχι, κάθε ώρα, μάθαινε και κάτι καινούριο και αναπάντεχο γι’ αυτήν. Κάτι που του κέντριζε το ενδιαφέρον και τον έκανε να θέλει να μάθει περισσότερα. Την ακολούθησε, λοιπόν, από μια διακριτική απόσταση, μαζεύοντας ψίχουλα πληροφοριών, σαν ένας άπορος που έψαχνε λίγο φαγητό για να χορτάσει την πείνα του. Σε ό,τι είχε να κάνει μαζί της πάντως είχε ανεξάντλητη όρεξη. Φοβόταν πως δεν θα μπορούσε ποτέ να ικανοποιήσει την ανάγκη του να μάθει τα πάντα γι’ αυτήν.

«Δεν μπορείς να μου αγοράζεις συνέχεια πράγματα», είπε η Μάρλα, καθώς πήγαιναν στην αγορά. «Είναι πιο διασκεδαστικό έτσι». Είχαν περάσει υπέροχα, παραγγέλνοντας καπέλα στο καπελάδικο και παπούτσια στον τσαγκάρη. «Το αφεντικό σου, όμως, δεν θα είναι καθόλου ευχαριστημένο». «Θα το τακτοποιήσω εγώ αυτό». Αν και δεν πίστευε ότι θα χρειαζόταν να το κάνει. Δεν θα έφερνε καμία αντίρρηση. Δεν ήξερε πώς το ήξερε, αλλά το ήξερε. Και αν είχε κάποια αντίρρηση, απλώς θα αφαιρούσε την αξία των δώρων της Μάρλα από τον μισθό της. Θα αφαιρούσε έτσι κι αλλιώς κάτι από εκεί. Είχαν περάσει από ένα μαγαζί που στη βιτρίνα είχε αγαλματάκια από φυσητό


220

LORRAINE HEATH

γυαλί, και η Φι είχε δει ένα που ήθελε να αποκτήσει – απεγνωσμένα. Μπορούσε να ακυρώσει όλες τις άλλες αγορές για να αγοράσει αυτό το περίτεχνο γυάλινο έργο τέχνης. Το κομψό αυτό κομμάτι ήταν τώρα τυλιγμένο και ασφαλές σε ένα κουτί που είχε αγοράσει, αφού είχε πείσει τον υπάλληλο ότι ο Ντρέικ Ντάρλινγκ θα πλήρωνε για την αγορά. Είχε τον τρόπο της να πείθει τους υπαλλήλους των καταστημάτων για πολλά πράγματα. Η Μάρλα είπε ότι έφταιγε το ύφος της, ότι δεν δεχόταν αρνητική απάντηση. Ίσως και να είχε δίκιο. Της Φι δεν της περνούσε ποτέ από το μυαλό ότι θα της αρνιόταν κάποιος κάτι. Ίσως γι’ αυτό να την είχε προσλάβει για οικονόμο του ο Ντάρλινγκ, παρότι ήταν αρκετά νέα. Γνώριζε ότι δεν θα δεχόταν την ανυπακοή από τους υφισταμένους της – όταν θα αποκτούσε υφισταμένους. «Δεν νομίζω πως έχω ξαναδεί να ξοδεύουν τόσα χρήματα σε μια μέρα», είπε η Μάρλα. «Όσοι έχουν τα μέσα να ξοδεύουν τόσο συχνά, δεν χαίρουν της εκτίμησης των άλλων και παρ’ όλα αυτά η κοινωνία θα κατέρρεε χωρίς αυτούς». «Δηλαδή;» «Ό,τι αγοράσαμε σήμερα έβαλε χρήματα στην τσέπη κάποιου άλλου. Εκείνοι στη συνέχεια θα δώσουν αυτά τα χρήματα για φαγητό ή άλλα αγαθά. Αν το δεις έτσι, είμαστε πραγματικά υποχρεωμένοι να αγοράζουμε πράγματα». Η Μάρλα γέλασε. «Έχεις έναν περίεργο τρόπο να βλέπεις τα πράγματα». «Υποψιάζομαι πως οι υπάλληλοι των καταστημάτων εκτιμούν πολύ την αφοσίωσή μου στο καθήκον». Σταμάτησε για μια στιγμή. Κάτι με το καθήκον… Είχε εξαφανιστεί πριν προλάβει να καταλάβει. Προχωρώντας από πάγκο σε πάγκο, η Φι αποφάσισε πως τα ψώνια των λαχανικών δεν ήταν εξίσου διασκεδαστικά με την αγορά ρούχων ή αξεσουάρ. Ήταν


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

221

πολύ βαρετό να ψάχνεις για σπαράγγια, ντομάτες και λάχανα. Άκουγε με μισή καρδιά τη Μάρλα να της εξηγεί πώς θα καταλάβαινε αν κάτι ήταν ώριμο, άγουρο ή και παραγινωμένο. «Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να καθορίσουμε εμείς αν το προϊόν είναι άψογο», της είπε η Φι. «Θα έπρεπε να διατίθεται μόνο σε αυτή την περίπτωση. Κάποιος που δουλεύει μ’ αυτό όλη τη μέρα, θα μπορούσε να το κρίνει πολύ καλύτερα από μένα». «Ίσως, αλλά δεν γίνονται έτσι τα πράγματα», είπε η Μάρλα. Κοίταξε το ρολόι που είχε καρφιτσώσει στην ποδιά της. «Θεέ μου! Άργησα περισσότερο απ’ όσο νόμιζα. Πρέπει να βιαστούμε». «Ας αφήσουμε τα μαθήματα τότε. Απλώς πες μου τι να πάρω». Πλησίαζαν τον τελευταίο πάγκο, όταν η Φι άκουσε ένα άλογο να παραπονιέται. Προσπέρασε τη Μάρλα, είδε μια άμαξα φορτωμένη με κιβώτια και έναν άντρα να κάθεται μπροστά και να χτυπάει την πλάτη του δύστυχου ζώου με ένα μαστίγιο ξανά και ξανά. «Όχι!» φώναξε και, πετώντας τις σακούλες με τα πράγματα που είχαν αγοράσει ως τώρα, έτρεξε προς την άμαξα. Πήδησε στο σκαλοπάτι, τεντώθηκε και άρπαξε το χέρι του άντρα. «Όχι!» Την πέταξε μακριά σαν να ήταν μια μικρή πάνινη κούκλα και εκείνη βρέθηκε στο έδαφος. Σηκώθηκε ξανά όρθια και ανέβηκε πάλι στην άμαξα. Με τη γροθιά της, άρχισε να χτυπάει τον μηρό, τα πλευρά του, ό,τι μπορούσε να φτάσει. «Να σε πάρει!» Το βάρος ενός χοντρού χεριού τη χτύπησε στο κεφάλι και εκείνη παραπάτησε, έτοιμη να πέσει– Προσγειώθηκε απότομα σε κάτι δυνατό, δυνατό και οικείο, γνώριμα χέρια την κράτησαν σφιχτά πάνω σε ένα πλατύ στήθος. Κοίταξε μέσα στα μαύρα του μάτια και τον ικέτεψε: «Σταμάτησέ τον».


222

LORRAINE HEATH

Με το πρόσωπό του να φλέγεται από οργή, ο Ντρέικ Ντάρλινγκ έβαλε τις φωνές αμέσως μόλις την άφησε στο έδαφος σαν ένα εύθραυστο μπιμπελό. Τον είδε να ανεβαίνει στην άμαξα, να αρπάζει το μαστίγιο από το χέρι του άντρα και να του ρίχνει δύο γροθιές στο πρόσωπο που τον έκαναν να σωριαστεί. Έτρεξε στο άλογο, έπιασε τα γκέμια με το ένα χέρι και με το άλλο άρχισε να τρίβει τον λαιμό του. «Μη φοβάσαι», είπε σιγανά. «Όλα εντάξει. Δεν θα σε ξαναπειράξει». Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως ο Ντάρλινγκ ήταν πίσω της, ανάσαινε βαριά και ήταν ακόμα έξαλλος. Γύρισε προς το μέρος του και είπε: «Αγόρασέ το». Η ένταση στο πρόσωπό του υποχώρησε λίγο την ώρα που έπαιρνε τη θέση της η δυσπιστία. «Ορίστε;» «Αγόρασε το άλογο. Είναι τόσο τραυματισμένο, έχει κακοποιηθεί πολύ άσχημα. Σε παρακαλώ, αγόρασέ το». «Φι, δεν είναι δική μας ευθύνη». «Σε παρακαλώ. Θα δουλέψω έναν χρόνο χωρίς μισθό, δύο χρόνια. Όσο μου πεις. Δεν μπορούμε, όμως, να το αφήσουμε σε αυτόν τον αγροίκο». Έκλεισε τα μάτια του. Τον έβλεπε να παλεύει μέσα του και έτσι τον ικέτευσε χαμηλόφωνα: «Σε παρακαλώ, Ντρέικ». Άνοιξε τα μάτια. «Εσύ θα με πεθάνεις». Ο οδηγός προσπαθούσε να σηκωθεί όρθιος μετά την πτώση του, με τις γροθιές του σφιγμένες στα πλευρά του. Ο Ντρέικ πήγε προς το μέρος του. «Πόσα για το άλογο;» 2. Χαϊδευτικό του βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδου Ζ’.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

223

Κεφάλαιο 17

Το τελευταίο πράγμα που περίμενε ο Ντρέικ εκείνη τη μέρα ήταν να γυρίσει σπίτι του με ένα άλογο. Ο άντρας είχε βρει μια θέση για την άμαξά του μέχρι να εξασφαλίσει κάποιο άλλο ζώο. Είχαν συμφωνήσει σε μια τιμή και ο Ντρέικ του είχε δώσει οδηγίες να είναι στη Λέσχη Ντότζερ στις τέσσερις για να πληρωθεί. Ευτυχώς η φήμη της λέσχης ήταν τέτοια που δεν χρειαζόταν να αναρωτηθεί αν όντως θα πληρωνόταν. Όσο για τον Ντρέικ, είχε πιαστεί κορόιδο. Τι θα έκανε ένα άλογο που ήταν πολύ γέρικο για να τον εξυπηρετεί; Βημάτιζε πλάι του και κάθε βήμα έμοιαζε σαν να ήταν το τελευταίο του. Η Φι περπατούσε σιωπηλή. Η μικρή υπηρέτρια ήταν ακόμα πιο ήσυχη, σαν να μην ήθελε καν να φαίνεται, λες και την τρόμαζε ο θυμός που είχε αντικρίσει. Είχε περάσει χρόνια συγκρατώντας τον θυμό του, αλλά όταν είδε τον οδηγό να πετάει τη Φι από την άμαξα, όχι μία αλλά δύο φορές, ήθελε να τον σκοτώσει. Η οργή που τον είχε κυριεύσει, σχεδόν είχε καταργήσει τη λογική του. Το μόνο που έβλεπε ήταν οι γροθιές του πατέρα του να κινούνται στον αέρα, το μόνο που άκουγε ήταν ο ανατριχιαστικός ήχος που έκανε η σάρκα όταν έπεφτε πάνω σε μια άλλη ματωμένη σάρκα. Για μια στιγμή, ήταν


224

LORRAINE HEATH

πάλι οκτώ χρόνων, κουλουριασμένος σε μια γωνιά, ανήμπορος να βοηθήσει τη μητέρα του, υπερβολικά τρομοκρατημένος για να δοκιμάσει. Σχεδόν δεν θυμόταν να ανεβαίνει στην άμαξα και να χτυπάει τον άντρα. Αν δεν είχε πέσει, δεν ήταν σίγουρος ότι θα είχε σταματήσει να τον χτυπάει. Το πρόσωπο της Φι είχε ήδη αρχίσει να μελανιάζει, το μάτι της να πρήζεται. Ο θυμός που είχε νιώσει είχε εξασθενήσει, αλλά ήταν ακόμα εκεί. Και κάτι παραπάνω. Αν δεν ήταν παράλογο, θα μπορούσε να σκεφτεί ότι τον τρομοκρατούσε η ιδέα να τη χάσει. Η εικόνα της με δάκρυα στα μάτια δεν είχε φτιάξει τη μέρα του. Η λαίδη Ο ήταν μια γυναίκα που δεν θεωρούσε ικανή να κλάψει. Και όλα αυτά για ένα άλογο. «Τι στο καλό σκεφτόσουν;» είπε μέσα από τα σφιγμένα δόντια του. «Αυτός ο άντρας ήταν διπλάσιος από σένα». «Το άλογο δεν μπορούσε να αντιδράσει. Θα χτυπάει και το επόμενο που θα πάρει». Δεν ήταν ερώτηση, ήταν μια δήλωση, γιατί ήξερε την απάντηση. Όπως ήξερε κι εκείνος όταν ο πατέρας του σταμάτησε επιτέλους να χτυπάει τη μητέρα του ότι δεν θα την ξαναχτυπούσε ποτέ. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να είναι ευγνώμων απέναντι στον πατέρα του που δεν είχε στρέψει και πάνω του τις γροθιές του. Όσο μικρός κι αν ήταν, ήξερε πως έπρεπε να μπει μπροστά στη μητέρα του, έπρεπε να σταματήσει τον πατέρα του. Οι ενοχές για τη δειλία του του κατέτρωγαν την ψυχή. «Θα του μιλήσω όταν έρθει να πληρωθεί». «Λες να μην ήξερε πως κάνει κάτι κακό; Αν δεν τον σταμάτησαν οι γροθιές σου, δεν βλέπω γιατί να το κάνουν τα λόγια σου». Την κοίταξε. «Έχε μου λίγη εμπιστοσύνη». «Σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη». Το στομάχι του σφίχτηκε. Δεν ήθελε να του έχει απόλυτη εμπιστοσύνη. Μόνο λίγη. Αυτό του άξιζε. Θα το συνειδητοποιούσε μόλις επέστρεφε η μνήμη της.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

225

«Τι έκανες στην αγορά;» τον ρώτησε. Ήλπιζε πως με όσα είχαν συμβεί, δεν θα είχε τέτοια περιέργεια, απλώς θα δεχόταν την άφιξή του την κατάλληλη στιγμή. Σκέφτηκε να σκαρφιστεί κάποια ιστορία, αλλά ακόμα προσπαθούσε να ελέγξει τον θυμό του μετά από την πρώτη φορά που την είδε να πέφτει από την άμαξα. Το γεγονός ότι την έπιασε τη δεύτερη φορά, θα έπρεπε να έχει απαλύνει τον θυμό του, μόνο που είχε δει από κοντά το κόκκινο πρόσωπό της και το αποτύπωμα της παλάμης του οδηγού. Μόρις τον έλεγαν. Ο Ντρέικ δεν ήξερε αν ήταν το μικρό ή το επίθετό του και δεν τον ένοιαζε καθόλου. «Σε ακολούθησα», παραδέχτηκε. «Γιατί;» «Φοβόμουν μήπως έχεις μπλεξίματα. Και τελικά οι φόβοι μου ήταν πολύ βάσιμοι. Φαίνεται πως σε τραβούν τα προβλήματα». «Σκέφτηκες πως θα κατέληγα πάλι στον Τάμεση». «Ο Μόρις σίγουρα σκεφτόταν να σε ρίξει πάντως. Το συνηθίζεις να επιτίθεσαι σε μεγαλόσωμους άντρες;» Του χαμογέλασε αδέξια – ή προσπάθησε. Κατέληξε σε μια γκριμάτσα. «Δεν ξέρω, μπορεί. Ο Βρούτος είναι ευγνώμων πάντως». «Ο Βρούτος;» «Έτσι θα το λέω το άλογο». «Κορίτσι είναι». Ανοιγόκλεισε τα μάτια, κοίταξε πίσω, κοίταξε χαμηλά, κοκκίνισε. «Ναι, μάλλον έχεις δίκιο. Ντέιζι, τότε», είπε. «Θα σου αρέσει ο κήπος μας, Ντέιζι. Έχει πολύ γρασίδι για να φας». «Δεν μπορούμε να την κρατήσουμε στον κήπο». «Γιατί όχι;» «Γιατί απλώς δεν γίνεται. Θα πρέπει να της βρούμε θέση σε κάποιο στάβλο». «Σε λίγες μέρες. Ας της δώσουμε μια ευκαιρία να καταλάβει πως είναι ασφαλής».


226

LORRAINE HEATH

Δεν μπορούσε να της το αρνηθεί όταν είχε αγοράσει το καταραμένο άλογο για χάρη της. «Δύο μέρες». «Ευχαριστώ». Περπάτησαν σιωπηλοί για λίγα λεπτά και έπειτα του είπε: «Ψώνισα διάφορα πράγματα από τα μαγαζιά σήμερα». «Το ξέρω πολύ καλά. Πήγα και επιβεβαίωσα τις αγορές αφού έφυγες». Είχε ένα τόσο προκλητικό ύφος ικανοποίησης, που άλλοτε θα τον εκνεύριζε, όμως τώρα μόνο τον γοήτευε. Πώς μπορούσε να τη βλέπει τελείως διαφορετικά μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα; Ποιος είχε αλλάξει πραγματικά ανάμεσά τους; «Είσαι ο φύλακας-άγγελός μου, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε. Δεν απάντησε. Ήταν σίγουρος πως μια μέρα θα τον έβλεπε περισσότερο σαν τον φύλακα-δαίμονά της. «Δεν μπορώ να το πιστέψω», έλεγε η Μάρλα, τριγυρίζοντας στην κουζίνα. Είχε μπει μέσα, για να φροντίσει τα τραύματα της Φι, ενώ ο Ντρέικ ασχολιόταν με το άλογο. «Δεν το πιστεύω. Πρώτα το έβαλες στα πόδια και επιτέθηκες σ’ εκείνον τον άντρα. Και μετά ο κύριος Ντρέικ». Με γουρλωμένα τα γαλάζια μάτια της, κρατούσε ψηλά έναν παγοκόφτη. «Νόμιζα πως θα τον σκότωνε». «Δεν θα τον αδικούσα αν το είχε κάνει. Δεν αντέχω όσους κακοποιούν τα ζώα». Η Μάρλα γονάτισε μπροστά από το κουτί του πάγου, έσπασε ένα κομμάτι και τον έβαλε σε ένα λινό πανί. «Δεν έχω ξαναδεί ποτέ κάποιον τόσο θυμωμένο. Ή τόσο φοβισμένο». «Φοβισμένος; Ο Ντάρλινγκ; Αμφιβάλλω αν υπάρχει κάτι που μπορεί να τον φοβίζει». Η Μάρλα την κοίταξε. «Δεν είδες το πρόσωπό του. Νομίζω πως του αρέσεις». Η Φι άρχισε να γελάει, αλλά έπειτα σκέφτηκε το φιλί τους και τα μάγουλά της ζεστάθηκαν. «Η ζωή μας δεν


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

227

είναι ρομαντικό μυθιστόρημα». Αφού δίπλωσε το πανί πάνω από τον θρυμματισμένο πάγο, η Μάρλα σηκώθηκε όρθια, με βλέμμα γεμάτο ανησυχία. «Ο τρόπος που σε κοιτάζει, ο τρόπος που σου μιλάει, που σε αφήνει να ξοδεύεις τα χρήματά του για τις δικές σου επιθυμίες – δεν σου φέρεται σαν να είσαι υπηρέτρια. Σου φέρεται σαν να είσαι ίση». «Είμαστε οι δυο μας εδώ μέσα, και έτσι έχουμε–» Έρθει κοντά, ήταν οι λέξεις που σκέφτηκε. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Ντρέικ, τολμηρός και σίγουρος. Η χαρά που της έφερνε η παρουσία του ήταν αδιαμφισβήτητη. Ένιωθε πολύ κοντά του, δεμένη μαζί του με έναν τρόπο που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Με την άφιξή του, όμως, δεν χρειαζόταν πια να υπερασπιστεί τη σχέση τους στη Μάρλα. «Έσπασα λίγο πάγο», είπε η Μάρλα, κρατώντας το πανί. «Σκέφτηκα ότι θα βοηθήσει με το πρήξιμο στο μάτι της. Δεν το πιστεύω πως τη χτύπησε». Ο Ντρέικ χαμογέλασε ανεπαίσθητα. «Εγώ δεν πιστεύω ότι τον χτύπησε εκείνη». Η Μάρλα χαμογέλασε. «Ήταν πολύ θαρραλέα. Και εσείς το ίδιο». «Μάλλον επιπόλαιη, θα έλεγα», είπε, απλώνοντας το χέρι του. «Θα φροντίσω εγώ τις πληγές της. Είμαι σίγουρος πως έχεις δουλειές να κάνεις». Η Μάρλα τού έδωσε το πανί με τον πάγο και έκανε μια μικρή υπόκλιση. «Μάλιστα, κύριε». «Αν σε μαλώσουν που καθυστέρησες, ειδοποίησέ με και θα μιλήσω με το αφεντικό σου», της είπε ο Ντρέικ. «Ευχαριστώ, κύριε». Η Μάρλα γύρισε την πλάτη και αγκάλιασε τη Φι. «Να προσέχεις». «Θα προσέχω. Ευχαριστώ για όλα». «Δεν έκανα τίποτα». «Έσωσες τα πακέτα μου». Της έκλεισε το μάτι και έκανε μια αμήχανη γκριμάτσα. «Θα σε ειδοποιήσω όταν έρθουν τα πακέτα μας».


228

LORRAINE HEATH

Η Μάρλα έκανε απλώς ένα νεύμα και έφυγε. «Κάθισε», διέταξε ο Ντρέικ. «Δεν είμαι σκύλος για να με διατάζεις», είπε η Φι. «Φι, η υπομονή μου έχει όρια». «Συγγνώμη. Δεν το κάνω από πείσμα». «Εγώ νομίζω πως εννοείς όσα λες και όσα κάνεις». «Μάλλον». Παρ’ όλα αυτά, υπάκουσε. Τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε κοντά της. Ανατρίχιασε την ώρα που ο Ντρέικ ακούμπησε το πανί με τον πάγο απαλά στο μάγουλό της. Η ανησυχία στα μάτια του σχεδόν έφερε δάκρυα στα δικά της. «Το μάτι σου το πρωί θα είναι μαύρο», της είπε. «Νομίζω πως το έχω ξαναπάθει». «Τότε ήσουν εννιά χρόνων και είχες πέσει από ένα δέντρο, προσπαθώντας να σώσεις μια πεισματάρα γάτα». «Πώς το ξέρεις αυτό;» Την κοίταξε στα μάτια και είδε ένα σωρό διαφορετικά συναισθήματα: σύγχυση, ανησυχία, ενόχληση. «Το ανέφερες μια φορά στο παρελθόν». «Δική μου ήταν η γάτα;» «Όχι, μιας παιδικής σου φίλης. Ή τουλάχιστον αυτό θυμάμαι να λες». «Τι άλλο είπα;» Έστρεψε πάλι την προσοχή του στο πλάι στο τραυματισμένο σημείο του προσώπου της, λες και αν δεν πρόσεχε, ο πάγος θα έπεφτε στο πάτωμα. «Είχες ένα κακομαθημένο μπασταρδάκι που γάβγιζε σε όποιον δεν φορούσε φούστα». «Τότε θα γάβγιζε και σε σένα. Μακάρι να μπορούσα να το θυμηθώ». Σκέφτηκε για μια στιγμή. «Καλύτερα όχι. Μπορεί να με στενοχωρούσε. Κάτι άλλο;» «Σου αρέσει να κάνεις ιππασία, αλλά η Ντέιζι δεν είναι κατάλληλη γι’ αυτό». «Δεν έχω καμία πρόθεση να την ιππεύσω. Θέλω απλώς να τη φροντίζει κάποιος όσο ζει. Θα πρέπει να της πάρεις λίγο πίτουρο».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

229

«Θα το φροντίσω πριν πάω στη λέσχη». «Είμαι μεγάλο βάρος, έτσι;» «Έχω γνωρίσει πιο ενοχλητικές γυναίκες». «Είσαι τόσο γκρινιάρης, ακόμα κι όταν προσπαθείς να με κάνεις να νιώσω καλύτερα». Χαμογέλασε. Εκείνη άπλωσε το χέρι της χωρίς να το σκεφτεί και ακούμπησε το μικρό λακκάκι που είχε σχηματιστεί στο μάγουλό του. Το χαμόγελό του άρχισε να σβήνει. «Όχι, μη σοβαρεύεις. Δεν χαμογελάς σχεδόν ποτέ. Και έχεις τόσο ωραίο χαμόγελο». «Ωραίο; Ένας άντρας με ωραίο χαμόγελο τρώει ξύλο». «Όχι εσύ. Δεν αμφέβαλα ούτε για μια στιγμή πως δεν θα έβαζες αυτόν τον φρικτό άντρα στη θέση του». «Του έσπασα τη μύτη. Και το σαγόνι, νομίζω». Η φωνή του δεν έκρυβε καμία περηφάνια, αλλά μάλλον τύψεις. «Του άξιζε», είπε με σιγουριά. «Διψάς για αίμα;» «Μάλλον. Όταν έχει να κάνει με ζώα». Έβαλε το χέρι της πάνω από το δικό του στο σημείο όπου κρατούσε το πανί με τον πάγο στο πρόσωπό της και το κατέβασε μέχρι τα γόνατά της. «Τα χέρια σου είναι πρησμένα και γδαρμένα. Πρέπει να βάλουμε και σ’ αυτά λίγο πάγο». «Είναι μεγάλα και άσχημα. Ο πάγος δεν θα βοηθήσει». Σηκώθηκε απότομα, σαν να ένιωσε ξαφνικά αμήχανα. «Πρέπει να φροντίσω για το πίτουρο, πριν προσπαθήσω να κοιμηθώ λίγο». Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ήταν ήδη απόγευμα και δεν είχε βρει ακόμα ευκαιρία να κοιμηθεί. «Μπορεί να περιμένει. Πρέπει να είσαι εξαντλημένος». «Έχω περάσει περισσότερες ώρες χωρίς ύπνο. Θα είμαι μια χαρά». Πήγε προς την πόρτα. «Περίμενε. Έχω κάτι για σένα». «Μια λίστα με άλλα πράγματα που χρειάζεσαι;» Την


230

LORRAINE HEATH

πείραζε. Το καταλάβαινε από τη λάμψη στα μάτια του. Σκέφτηκε ότι μπορούσε εύκολα να ερωτευτεί αυτή τη λάμψη. Δεν θα ήταν καταστροφή όμως αυτό; Όπως είχε πει και στη Μάρλα, οι υπηρέτριες δεν παντρεύονται τα αφεντικά τους. «Όχι, κάτι άλλο». Έπιασε τη σακούλα που είχε σώσει η Μάρλα αφού έπεσε, και έβγαλε από μέσα ένα μικρό τυλιγμένο πακετάκι στο μέγεθος του χεριού της. Το άκουσε να κουδουνίζει και συνοφρυώθηκε. «Μπορεί και να έσπασε». Παρ’ όλα αυτά, το έσπρωξε πάνω στο τραπέζι προς το μέρος του. Το πλησίασε σαν να περίμενε ότι θα τον δαγκώσει. «Είναι ένα δώρο», του είπε. «Σίγουρα θα σου έχουν ξανακάνει δώρο». Το ξετύλιξε με προσοχή και έμεινε να κοιτάζει τον γυάλινο κόκκινο και μπλε δράκο από φυσητό γυαλί, που είχε τα φτερά του τεντωμένα σαν να ήταν έτοιμος να πετάξει. «Είναι ένας δράκος», είπε. «Το βλέπω αυτό». «Δυστυχώς έσπασε η ουρά του όταν το έριξα κάτω. Δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο πέρα από το άλογο. Γιατί να είναι τόσο σκληροί οι άνθρωποι;» Χάιδεψε τρυφερά το μελανιασμένο της πρόσωπο. «Δεν ξέρω. Μερικές φορές, όμως, είναι και πολύ καλοί. Μου αρέσει πολύ ο δράκος». «Θα πρέπει να κρατήσεις κάποια χρήματα από τον μισθό μου, γιατί θέλω αυτή η αγορά να γίνει με δικά μου και όχι με δικά σου λεφτά». Χαμογέλασε. «Ναι, από τον μισθό σου. Θα το τακτοποιήσω». «Να το φροντίσεις». Χαμογέλασε λίγο ακόμα. «Μπορείς να γίνεις αρκετά αυταρχική τελικά». «Είμαι η οικονόμος. Πρέπει να είμαι αυταρχική».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

231

«Και όντως είσαι. Πάω στη λέσχη για να ετοιμαστώ για τη συνάντηση με τον Μόρις». Δεν θα μπορούσε να πει κάτι που θα την απογοήτευε περισσότερο. Δεν ήταν έτοιμη να τον δει να φεύγει. «Και ο ύπνος σου; Το μπάνιο σου; Το δείπνο σου;» «Έχω δωμάτια στη λέσχη. Θα κάνω μπάνιο και θα φάω εκεί. Βάλε λίγο ακόμα πάγο στο μάτι σου». Ολοκλήρωσε τη φράση του, πήρε τον δράκο και έφυγε. Την άφησε με την αίσθηση ότι είχε κάνει ή είχε πει κάτι πολύ κακό.

Δεν ήθελε να του κάνει δώρα. Δεν ήθελε, πάνω απ’ όλα, να ξέρει πόσο τον είχε αγγίξει αυτός ο δράκος. Ή πόσο τον τάραξε που ήξερε ότι ήταν το ιδανικό αντικείμενο γι’ αυτόν. Λίγοι ήξεραν για τον δράκο στην πλάτη του, ακόμα λιγότεροι ήξεραν τους λόγους για τους οποίους είχε αλλάξει το όνομά του σε Ντρέικ. Τον έκανε να νιώθει ευάλωτος, εκτεθειμένος. Είχε κάνει την ανοησία να της πει για το μαύρο μάτι που είχε αποκτήσει όταν είχε προσπαθήσει να κατεβάσει τη γάτα της Γκρέις από ένα δέντρο. Και το μπασταρδάκι της Φι, που πάντα του έδειχνε τα δόντια του, σαν να ήταν εκπαιδευμένο να την προστατεύει από κάθε αρσενικό. Είχε ξεχάσει αυτές τις ιστορίες, αλλά τώρα τις έβλεπε διαφορετικά. Μήπως είχε σώσει εκείνο το σκυλί από κάποιον που το χτυπούσε; Είχε σκαρφαλώσει με θάρρος στο δέντρο για να σώσει τη γάτα της Γκρέις, όπως είχε επιτεθεί σήμερα σε έναν άξεστο για να τον εμποδίσει να μαστιγώνει ένα άλογο, που ήταν υπερβολικά γερασμένο για να σέρνει μια τόσο βαριά άμαξα. Τώρα εκείνος ο αγροίκος, θυμωμένος και ετοιμοπόλεμος, στεκόταν μπροστά του την ώρα που ο Ντρέικ μετρούσε τα χρήματα. Σκέφτηκε να προσφέρει στον Μόρις μια δουλειά στη λέσχη, που θα εξασφάλιζε ότι δεν θα έσερνε καμία άλλη άμαξα με κάποιο άλογο, αλλά δεν τον συμπαθούσε και δεν θεωρούσε ότι θα ήταν


232

LORRAINE HEATH

χρήσιμος υπάλληλος για την επιχείρησή του. Δεν λύνεις ένα πρόβλημα δημιουργώντας ένα άλλο. Είχε υποσχεθεί, όμως, στη Φι ότι αυτός ο άντρας δεν θα χτυπούσε ποτέ κανένα άλλο άλογο. Άλλη μια πτυχή της μέρας του που δεν είχε φανταστεί ποτέ – έδωσε έναν όρκο στη λαίδη Ο. Αυτή η απλή φράση, όμως, «Θα το τακτοποιήσω», ήταν μια διαβεβαίωση, μια υπόσχεση, ένας όρκος. Θα τιμούσε τα λόγια του. Σε εκείνη. Για εκείνη. Όταν άφησε και το τελευταίο κέρμα, ο Μόρις άπλωσε το χέρι να τα πάρει. «Όχι ακόμα», διέταξε ο Ντρέικ και ο τόνος της φωνής του δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Ακούστηκε πολύ πιθανό να έπαιρνε τα χρήματα πίσω. Έγραψε κάτι σε ένα σημειωματάριο. «Θέλω εδώ την υπογραφή σου ότι το άλογο ανήκει πλέον σε μένα». «Δεν ξέρω να γράφω το όνομά μου». Ο Ντρέικ τον κοίταξε. Ο Μόρις έπιασε την πένα που του πρόσφερε και έγραψε δύο Χ με πολύ κόπο. Έπειτα είπε χαμογελώντας: «Εγώ βγήκα κερδισμένος από τη συμφωνία. Πολύ σύντομα θα χρειαστεί να βρεις κάποιον να το σκοτώσει». Ήταν μια δίκαιη ανταλλαγή, μια νόμιμη ανταλλαγή. Η πόλη ήταν γεμάτη άλογα. Έπρεπε να τα σκοτώνουν από ευσπλαχνία όταν η ζωή τους έφτανε στο τέλος της. Ο Ντρέικ αναρωτήθηκε για μια στιγμή αν, όταν ερχόταν η ώρα της Ντέιζι –που πίστευε ότι δεν θα αργούσε και πολύ– η Φι θα εξακολουθούσε να είναι μαζί του ή αν θα είχε επιστρέψει ο εαυτός της που τον απεχθανόταν. «Λίγο ουίσκι για να κλείσουμε τη συμφωνία;» ρώτησε ο Ντρέικ. «Δεν θα έλεγα όχι». Ο Ντρέικ ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας, έπιασε το ουίσκι και γέμισε δύο ποτήρια. Μ’ αυτόν τον άντρα δεν χρειαζόταν να είναι όρθιος για να του επιβληθεί, για να αποδείξει τη θέση εξουσίας που είχε. Για την ακρίβεια, με μια χαλαρή στάση στην καρέκλα περνούσε καλύτερα το


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

233

μήνυμά του. Είχε δίκιο. Του είχε σπάσει τη μύτη. Το σαγόνι του, ωστόσο, έμοιαζε άθικτο. Θα έπρεπε να τον έχει χτυπήσει λίγο πιο δυνατά. Πριν προλάβει να απολαύσει το ουίσκι του ο Μόρις, ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα που είχε κλείσει πριν λίγο ο Ντρέικ. Ήταν προσωπική υπόθεση και δεν ήθελε να τον ενοχλήσει κανείς – μέχρι τώρα. «Εμπρός». Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ένας μεγαλόσωμος άντρας. «Ο Γκρέγκορι είπε ότι θέλατε να με δείτε». Το κεφάλι του Μόρις έφτανε στο σαγόνι του θηρίου. «Μόρις, από εδώ ο Γολιάθ». Ο Μόρις γέλασε, αποκαλύπτοντας δύο χαλασμένα δόντια που ο Ντρέικ ευχήθηκε να είχε σπάσει. «Δεν είναι το πραγματικό του όνομα». «Μάλλον όχι, αλλά έτσι τον φωνάζουμε εδώ μέσα. Κοίτα τα χέρια του. Κοίτα πόσο μεγάλα και δυνατά είναι. Από σήμερα, θα γίνει η σκιά σου». «Η σκιά μου;» «Ακριβώς. Την επόμενη φορά που θα πας να χτυπήσεις ένα άλογο, θα είναι εκεί. Θα μετρήσει κάθε χτύπημα στη σάρκα του. Μετά, θα πάρει αυτά τα φοβερά του χέρια, θα τα σφίξει σε γροθιές και θα σε χτυπήσει στο πρόσωπο όσες φορές χτύπησες το άλογο. Θα σου χαλάσει την ομορφιά σου». Μια γενναιόδωρη μάλλον κρίση για τα χαρακτηριστικά του άντρα, δεδομένου ότι από κοντά έμοιαζε με βάτραχο. Ο Μόρις χλώμιασε. «Δεν είναι δίκαιο». «Φυσικά και είναι. Έχεις μια επιλογή, την οποία δεν είχε το ζώο που χτύπησες σήμερα. Είτε ελάφρυνε το βάρος της άμαξάς σου είτε χρησιμοποίησε περισσότερα άλογα για να την τραβάς, αλλά σταμάτα να τα κακοποιείς». «Φταίει αυτή η σκύλα». Ο Ντρέικ σηκώθηκε αργά, απειλητικά. Ο Μόρις πρέπει να αναγνώρισε το λάθος του αλλά και τον θυμό που είχε πλημμυρίσει τα μάτια του Ντρέικ, γιατί έκανε αμέσως


234

LORRAINE HEATH

τρία βήματα πίσω. «Δεν θα τα ξαναβαρέσω». «Ωραία». Ο Μόρις έσκυψε και μάζεψε τα κέρματα από το γραφείο. «Να πηγαίνω». «Να ξέρεις ότι δεν θα βλέπεις τον Γολιάθ όταν σε παρακολουθεί, αλλά να είσαι σίγουρος πως θα είναι εκεί, γιατί δεν σε συμπαθώ, Μόρις». «Ούτε εγώ σε συμπαθώ και πολύ». «Αυτό δεν με απασχολεί καθόλου». Ο Μόρις έφυγε τρέχοντας σαν ποντίκι. «Πραγματικά θέλεις να τον παρακολουθήσω;» ρώτησε ο Γολιάθ. Ο Ντρέικ αναστέναξε, κούνησε το κεφάλι και ξανακάθισε στην καρέκλα του. «Είναι ένας αγροίκος. Η απειλή, όμως, ήταν αρκετή». «Ωραία, γιατί δεν είμαι και πολύ καλός σ’ αυτά». Κοίταξε τον Ντρέικ με νόημα. «Και ξέρεις πως δεν δέρνω». Ο Ντρέικ χαμογέλασε. Ο Γολιάθ ήταν ένας γίγαντας, αλλά ένας αγαθός γίγαντας. «Ο Μόρις δεν έχει τις ίδιες πληροφορίες με μένα». Ο Γολιάθ έδειξε το γεμάτο ποτήρι ουίσκι στην άκρη του γραφείου. «Μπορώ;» «Φυσικά». Ο Γολιάθ το έπιασε με τη μεγάλη παλάμη του, την οποία είχε χρησιμοποιήσει ο Ντρέικ για να εκφοβίσει τον Μόρις, και κατέβασε το κεχριμπαρένιο υγρό με μια γουλιά. «Ποια είναι η κοπέλα;» «Ορίστε;» «Τι σε νοιάζει αν δέρνει τα άλογά του; Το κάνεις για να τραβήξεις την προσοχή κάποιας κυρίας». «Πολύ κακή υπόθεση, δεδομένου ότι δεν είναι εδώ για να παρακολουθήσει την καλή μου πράξη». «Ίσως». Άφησε κάτω το ποτήρι του. «Καλύτερα να γυρίσω στην κουζίνα. Έχουμε πολλούς πεινασμένους λόρδους απόψε». «Θα φύγω για λίγο. Ετοίμασέ μου φαγητό για να το


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

235

πάρω μαζί μου». Καθάρισε τον λαιμό του. «Αρκετό για δύο άτομα». Ο Γολιάθ χαμογέλασε, ικανοποιημένος. «Να βάλω κι ένα μπουκάλι από το αγαπημένο σου κρασί;» Ο Ντρέικ είχε κρασί στο σπίτι του, αλλά δεν ήταν το καλό κρασί που είχαν στη λέσχη. Ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν είναι κακή ιδέα».


236

LORRAINE HEATH

Κεφάλαιο 18

Τη βρήκε στη βιβλιοθήκη, σε μια καρέκλα πλάι στο τζάκι, με τα πόδια κουλουριασμένα κάτω από το σώμα της. Το κόκκινο ύφασμα θα απορροφούσε τη μυρωδιά της. Όταν δεν θα ήταν πια εδώ, σίγουρα αυτή θα γινόταν η αγαπημένη του καρέκλα στο σπίτι. Νόμιζε πως δεν έκανε θόρυβο, αλλά γύρισε και του χαμογέλασε. Τα χείλη της σχημάτισαν εκείνη την απαλή καμπύλη που είχε αρχίσει να λαχταράει. «Δεν σε περίμενα απόψε». «Ήθελα να σιγουρευτώ ότι το άλογο έφαγε κανονικά». Προχώρησε προς το τζάκι και ακούμπησε τον αγκώνα του, πασχίζοντας να αγνοήσει το μελανιασμένο και χτυπημένο πρόσωπό της. Θα έπρεπε να έχει χτυπήσει άλλη μια φορά τον Μόρις, προληπτικά. Όχι, δύο φορές ακόμα. Δώδεκα φορές ακόμα. «Πώς πήγε με τον Μόρις;» ρώτησε σαν να διάβαζε το μυαλό του. «Καταλήξαμε σε μια συμφωνία. Δεν πρόκειται να κακοποιήσει άλλα άλογα». Το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ, ενώ ευγνωμοσύνη γέμισε τα υπέροχα πράσινα μάτια της και εκείνος ένιωσε σαν κάθαρμα. Έπρεπε να της πει τα πάντα. Να την πάει σπίτι της. Πριν φύγει, είχε δει τον Σόμερντεϊλ να παίζει


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

237

χαρτιά. Θα είχε πρόσβαση στην προίκα της μόνο αν ο κόσμος πίστευε ότι η Φι ήταν νεκρή. Είτε περίμενε ανυπόμονα να ξεβραστεί στην όχθη του ποταμού, αγνοώντας πως είχε ήδη ξεβραστεί, ή δεν ήξερε πως είχε κινδυνεύσει να πνιγεί. Πράγμα που σήμαινε ότι μάλλον έλεγε την αλήθεια για τον θείο τους. Γιατί δεν προσπαθούσε, όμως, να τη βρει ο θείος τους; Αν επανερχόταν η μνήμη της, μπορεί να γνώριζε τι είχε συμβεί. Αν της έλεγε όσα ήξερε, μπορεί να θυμόταν – και όταν θυμόταν, θα την έχανε. «Έφαγες βραδινό;» «Όχι, γιατί περίμενα τα πακέτα. Όταν πια παραδόθηκαν όλα, ήμουν πολύ εξαντλημένη. Έφαγα λίγο τυρί». Το μετάξι, το σατέν και οι δαντέλες που είχε δει στον πάγκο του Εμπενίζερ Γουίστλερ ήταν ήδη στο σπίτι του, μπορεί να ήταν ακόμα και πάνω της, αν ήταν ανυπόμονη να τα νιώσει πάνω στο δέρμα της. Φαντάστηκε να περνάει τα χέρια του πάνω από το μετάξι και τη σάρκα της, να βγάζει πράγματα, να βάζει πράγματα. Χριστέ μου, έπρεπε να γυρίσει στη λέσχη πριν τον αναγκάσει η φαντασία του να κάνει κάτι που θα μετάνιωναν και οι δύο. Τη σκέφτηκε ξανά να αντιμετωπίζει με θάρρος τον Μόρις. Πολύ γενναίο κορίτσι. Ανόητο, αλλά γενναίο. Δεν ήθελε να τη θαυμάζει, αλλά το έκανε, να πάρει! Πρέπει να γυρίσω στη λέσχη, ήθελε να πει. Αυτό που βγήκε από τα προδοτικά του χείλη, όμως, ήταν: «Έφερα φαγητό από τη λέσχη. Θα μου κάνεις παρέα;»

Άπλωσαν μια κουβέρτα στον κήπο, έβαλαν στην άκρη το καλάθι και σερβιρίστηκαν. Το λυκόφως έπεφτε σιγά σιγά γύρω τους την ώρα που οι θόρυβοι από τον δρόμο εξασθενούσαν, δημιουργώντας μια οικειότητα που η Φι δεν ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να αγνοήσει. Μπορεί να μην είχαν γύρω τους έναν φροντισμένο κήπο με λουλούδια, αλλά δεν την ένοιαζε πια. Η Ντέιζι τριγύριζε κοντά στον τοίχο, εκεί όπου το χορτάρι ήταν ψηλότερο, μασουλώντας από όπου της άρεσε, εμφανώς χαρούμενη


238

LORRAINE HEATH

από την έλλειψη καθηκόντων. Η Φι ήταν εξίσου χαρούμενη. Ο Ντρέικ φορούσε ακόμα το σακάκι, το γιλέκο του και γραβάτα. Ευχόταν να είχε βγάλει τη στολή της, αλλά ήθελε να φυλάξει τα υπόλοιπα ρούχα της για μια πιο ξεχωριστή περίσταση, αν και η αποψινή βράδιά έμοιαζε αρκετά ξεχωριστή. Τα λόγια της Μάρλα αντήχησαν ξανά στο μυαλό της Φι, και δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι η ασυνήθιστη σχέση ανάμεσα σε εκείνη και τον Ντρέικ έμοιαζε να αψηφά τις κοινωνικές συμβάσεις για τις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου. Αν η Μάρλα δεν μπορούσε να πιει ένα τσάι με την κυρία Τέρνερ, πώς μπορούσε εκείνη να απολαμβάνει ένα πικνίκ με τον Ντρέικ; Δεν ήξερε πώς ακριβώς να χαρακτηρίσει τη σχέση τους. Ήξερε μόνο ότι ήταν πολύ χαρούμενη γι’ αυτήν. Ήταν επίσης εξαιρετικά ευγνώμων για όσα βγήκαν από το καλάθι. Το κρασί είχε υπέροχη γεύση. Το βοδινό ήταν το πιο τρυφερό κρέας που είχε φάει ποτέ. Ή τουλάχιστον που θυμόταν να έχει φάει. Σκέφτηκε ότι έπρεπε να την απασχολεί η έλλειψη αναμνήσεων, αλλά δημιουργούσε καινούριες που ήθελε να φυλάξει σαν θησαυρό. «Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν τρως στη λέσχη κάθε βράδυ», είπε. «Φαίνεται πως ο μάγειρας είναι εξαιρετικός». «Εκεί έτρωγα πριν έρθεις», της απάντησε. «Νομίζω πως πρέπει να τρως και πάλι εκεί και απλώς να μου στέλνεις λίγο φαγητό. Αυτό», έδειξε ένα λαχανάκι Βρυξελλών που είχε πιάσει με το πιρούνι της, «είναι πολύ νόστιμο». «Μάλλον πρέπει να αλλάξω λίγο τα καθήκοντά σου». «Ένας έξυπνος άνθρωπος αυτό θα έκανε. Θα μου έπαιρνε πολύ καιρό να μάθω να ετοιμάζω κάτι τόσο υπέροχο». «Πολύ καιρό; Είσαι δηλαδή σίγουρη ότι θα γινόσουν μια υπέροχη μαγείρισσα;» «Πιστεύω πως μπορώ να κάνω ό,τι βάλω στο μυαλό


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

239

μου». Σταμάτησε και το σκέφτηκε για λίγο. «Ναι, πραγματικά το πιστεύω αυτό. Μερικές φορές σκέφτομαι κάτι και νιώθω σαν να είναι κομμάτι της ψυχής μου, κάτι που πραγματικά πηγάζει από αυτό το απύθμενο πηγάδι. Όπως σήμερα με την Ντέιζι. Ήξερα ότι δεν το άντεχα να βλέπω αυτό το άλογο να κακοποιείται. Είδα ανθρώπους να περνούν από δίπλα σαν να μη συμβαίνει τίποτα, και απλώς δεν ήθελα να κάνω το ίδιο, να συνεχίσω σαν να μην είχα γίνει μάρτυρας μιας αδικίας». «Δεν είχα ιδέα ότι μπορείς να τρέξεις τόσο γρήγορα. Τη μια στιγμή κοίταζες τα σπαράγγια και την άλλη χτυπούσες αυτόν τον άξεστο. Στην αρχή νόμιζα ότι είχες δει κάποιον από το παρελθόν σου, ότι είχε επανέλθει η μνήμη σου». Χαμογέλασε και την κοίταξε πάνω από το χείλος του ποτηριού του. «Εσύ, όμως, απλώς τρομοκρατούσες τον καημένο τον κύριο». «Δεν είναι κύριος και δεν πιστεύω ότι τον τρομοκράτησα στο ελάχιστο, αλλά ήμουν τόσο θυμωμένη. Δεν ήξερα ότι μπορούσα να νιώσω τόσο έξαλλη. Το σκέφτηκα, όμως, και είμαι σίγουρη πως το έχω ξανακάνει». «Εννοείς ότι έχεις ξαναδείρει κάποιον άντρα;» Χαμογέλασε, απολαμβάνοντας την άνεση με την οποία συζητούσαν. Μπορούσε να του πει τα πάντα, να του εμπιστευτεί τα πιο σκοτεινά μυστικά της. Αν είχε μυστικά. «Θέλω να προστατεύω τα ζώα. Νομίζω ότι γι’ αυτό δυσκολεύτηκα τόσο με τον φασιανό και ένιωθα ότι με κοιτάζει». Το σκέφτηκε λίγο ακόμα και κούνησε το κεφάλι με βεβαιότητα, φέρνοντας την εικόνα του στο μυαλό της. «Θέλω να έχω έναν χώρο στην εξοχή, όπου θα μπορούσα να φροντίζω ζώα τραυματισμένα στο κορμί ή στο μυαλό». Έλαμψε από χαρά. «Ναι, αυτό είναι το όνειρό μου. Ήξερα ότι έχω ένα όνειρο, αλλά δεν μπορούσα να το θυμηθώ. Αυτό είναι, όμως. Το ξέρω πως είναι αυτό». «Οι περισσότερες γυναίκες ονειρεύονται να παντρευτούν».


240

LORRAINE HEATH

Κούνησε το κεφάλι με μεγάλη σιγουριά. «Δεν θέλω να παντρευτώ». Τεντώθηκε στο πλάι, ακούμπησε στον αγκώνα του και την κοίταξε σαν να ήταν ένα αλλόκοτο δείγμα κάτω από ένα κομμάτι γυαλί. «Υποθέτω πως όταν επιστρέψουν οι αναμνήσεις σου, θα νιώσεις διαφορετικά». Κούνησε και πάλι το κεφάλι, πιο επίμονα αυτή τη φορά. «Όχι, είμαι σχεδόν σίγουρη. Δεν θέλω να παντρευτώ. Δεν έχω καμία τέτοια επιθυμία. Ίσως γι’ αυτό να διάλεξα να γίνω υπηρέτρια. Η Μάρλα μού είπε πως ελάχιστες υπηρέτριες παντρεύονται». «Μάλλον έχει δίκιο. Ξέρω κάποια ζευγάρια που παντρεύονται όταν δουλεύουν στο ίδιο σπίτι, αλλά είναι σπάνιο». «Όχι, δεν θα παντρευτώ ποτέ και θα μαζεύω τους μισθούς μου μέχρι να μπορέσω να αποκτήσω αυτόν τον χώρο στην εξοχή». «Με βάση τις αγορές που έκανες σήμερα, θα αργήσεις πολύ να πραγματοποιήσεις το όνειρό σου». «Θα δούμε». «Ναι, υποθέτω πως θα το δούμε». Δεν σκέφτηκε ότι την κορόιδευε, αλλά ότι πίστευε σ’ αυτό όσο και εκείνη. Μπορεί να ήταν γριά, να στηριζόταν σε μπαστούνι, αλλά σίγουρα θα έκανε πραγματικότητα το όνειρό της. Δεν είχε καμία αμφιβολία. Όταν πια το μυαλό της είχε γεμίσει από αυτή τη σκέψη, ξάπλωσε πίσω και κοίταξε τον σκοτεινό ουρανό. «Χαίρομαι που δεν έχεις κανονική τραπεζαρία. Αν είχες, μάλλον θα τρώγαμε εκεί, αλλά εδώ είναι πολύ πιο ευχάριστα». «Ναι, είναι». Μιλούσε χαμηλόφωνα και ο τόνος του έκρυβε ένα συναίσθημα που δεν μπορούσε να αναγνωρίσει με ακρίβεια. Γύρισε το κεφάλι της στο πλάι και τον είδε να την παρατηρεί με προσοχή. Ήταν σίγουρη πως ήθελε να τη φιλήσει. Ήξερε πως ήθελε να τον φιλήσει κι εκείνη. Ήξερε


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

241

επίσης πως η Μάρλα είχε δίκιο: φλέρταρε με την πιθανότητα η σχέση της με τον Ντρέικ να γίνει κάτι παραπάνω από επαγγελματική. Άραγε τη γοήτευε πάντα τόσο πολύ; Είχαν κι άλλες τέτοιες στιγμές; Της φαινόταν τραγικό να τις έχει βιώσει και να τις έχει ξεχάσει. Ήξερε πως αν του ζητούσε να της μιλήσει για τη σχέση τους, το παρελθόν τους, θα της έλεγε απλώς ότι πρέπει να θυμηθεί μόνη της. Αναρωτήθηκε γιατί δεν ήθελε να επηρεάσει τις αναμνήσεις της. Ήταν κάποτε ερωτευμένοι; Μήπως ήθελε να την κάνει να τον ερωτευτεί ξανά; Σκέφτηκε πως θα μπορούσε να συμβεί πολύ εύκολα. «Πότε έχω άδεια;» ρώτησε. Φάνηκε να ξαφνιάζεται από την ερώτηση και αναρωτήθηκε αν κατάλαβε γιατί την έκανε: ήταν ένας τρόπος να απομακρυνθεί από τα επικίνδυνα μέρη στα οποία δεν έπρεπε να γυρίζει το μυαλό της. «Θα πρέπει να κοιτάξω το πρόγραμμα». «Το οποίο υποθέτω πως είναι στο γραφείο σου στη λέσχη». Κούνησε το κεφάλι και ήπιε μια γουλιά κρασί. «Δεν είναι πολύ αποτελεσματικό αυτό», του είπε. «Τα κρατάς όλα στη λέσχη, ενώ έχεις και εδώ ένα ωραίο γραφείο». Κοίταξε το κρασί του και εκείνη δεν ήθελε να σκεφτεί πως ίσως δεν έπρεπε να του έχει πει κάτι τέτοιο, πως ίσως είχε καταστρέψει ένα μέχρι πριν από λίγο ευχάριστο απόγευμα, ούτε όμως ήθελε να παραδεχτεί πως ο λόγος για τον οποίο κρατούσε τα πάντα στη λέσχη ήταν ότι δεν την εμπιστευόταν. Δεν τον κατηγορούσε, βέβαια, γιατί είχε κοιτάξει μέσα στο κουτί του, ενώ ήξερε πως δεν έπρεπε. Γύρισε και την κοίταξε. «Τι θα έκανες αν είχες άδεια;» «Δεν είμαι σίγουρη, ειδικά τώρα που αποφάσισα να κάνω οικονομία». «Πες ότι τα χρήματα δεν ήταν πρόβλημα». «Σ’ αυτή την περίπτωση, λοιπόν», χαμογέλασε πλατιά,


242

LORRAINE HEATH

«θα μπορούσα να πάω οπουδήποτε». «Οπουδήποτε». Επανέλαβε εκείνος. «Πού θα διάλεγες να πας, λοιπόν;» Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα είχε τη δυνατότητα να πάει οπουδήποτε στον κόσμο. «Μάλλον στη θάλασσα». Ξαφνιάστηκε. «Όχι κάπου μακριά και εξωτικά;» Κούνησε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά. «Όχι, προτιμώ κάτι απλό, κάτι οικείο, ένα μέρος που να με κάνει να αισθάνομαι ασφάλεια. Έχω ξαναπάει στη θάλασσα. Έχω δει τον ωκεανό, έχω ακούσει τον ήχο των κυμάτων και τη φωνή των γλάρων. Μου αρέσει η θάλασσα. Έχεις πάει σε μακρινά, εξωτικά μέρη;» «Έχω ταξιδέψει σε πολλά μέρη στον κόσμο, νόμιζα πως έχω δει κάθε είδους ομορφιά». Άφησε το ποτήρι του, γύρισε προς το μέρος της και πέρασε τα δάχτυλά του από το πιγούνι της. Δεν ήταν σίγουρη πώς είχαν βρεθεί τόσο κοντά. «Το θάρρος σου με έκανε να νιώσω μικρός σήμερα, όταν τα έβαλες με έναν άντρα διπλάσιο στο μέγεθος». «Δεν προσπαθούσα να φανώ γενναία», είπε απαλά. «Απλώς ήμουν θυμωμένη. Αν περίμενα να το σκεφτώ, δεν νομίζω πως θα του είχα επιτεθεί έτσι». «Νομίζω πως θα το έκανες. Έχω δει πλευρές σου οι οποίες δεν πίστευα ποτέ ότι υπάρχουν». Πέρασε τον αντίχειρά του από το κάτω χείλος της, γεμίζοντάς τη ζεστασιά και ευχαρίστηση. Δεν ήταν σίγουρη ότι θα μπορούσε να τα κουνήσει, αν προσπαθούσε. Όχι πως ήθελε να κουνηθεί. Δεν ήθελε να λύσει τα μάγια. «Είσαι πολύ πιο σύνθετη απ’ όσο νόμιζα». «Δεν ισχύει για όλους αυτό;» ρώτησε. «Για σένα ισχύει περισσότερο». Ήταν τόσο κοντά της, που ένιωθε πεταλούδες να πετούν στο στήθος της. Φοβόταν, αλλά και ανυπομονούσε, γιατί ένιωθε ότι ήταν έτοιμοι να κάνουν κάτι εντελώς ανάρμοστο. Δεν ήθελε, όμως, να πάψει να ασχολείται μαζί της, να πάψει να την αγγίζει. «Εσύ πού θα πήγαινες;» τον ρώτησε. «Αν τα χρήματα


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

243

δεν ήταν πρόβλημα και μπορούσες να πας οπουδήποτε;» «θα έμενα εδώ». Έφερε τα χείλη του στα δικά της, η γλώσσα του προκάλεσε τα χείλη της να μισανοίξουν και έπειτα χώθηκε βαθιά μέσα στο στόμα της με σιγουριά. Στο βάθος του μυαλού της, προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει τα λόγια του, αναρωτιόταν αν με το εδώ εννοούσε τον κήπο του, το Λονδίνο… εκείνη. Εκείνη, αποφάσισε, καθώς το φιλί του γινόταν πιο πεινασμένο, αχόρταγο. Μπορεί να μην το θυμόταν, αλλά το ήξερε με βεβαιότητα. Σίγουρα θα ισχυριζόταν πως την είχε εκμεταλλευτεί ξανά, αλλά πώς μπορούσε να μην το κάνει όταν έμοιαζε τόσο σωστό, όταν όλα μέσα της λαχταρούσαν να είναι κοντά του; Την είχε σώσει, είχε σώσει την Ντέιζι. Αυτός ο άγριος άντρας που έμοιαζε να εκνευρίζεται μαζί της συνεχώς, που έμοιαζε τόσο απρόθυμος να μοιραστεί πράγματα για τον εαυτό του, το έκανε τώρα με τόση οικειότητα και επιμέλεια. Τα τείχη ανάμεσά τους έπεφταν και το απολάμβανε. Ίσως είχε λίγο από τον ρομαντισμό της Μάρλα μέσα της. Παρότι ήξερε πως δεν θα της έβγαινε σε καλό. Η κατάστασή τους ήταν πολύ διαφορετική, τους χώριζε ένα τεράστιο χάσμα. Είχε τα μέσα, επιρροή και δύναμη. Διοικούσε μια λέσχη κυρίων, ενώ εκείνη ασχολιόταν με σκόνη και ιστούς αράχνης. Κι όμως, δεν τη μείωνε ποτέ. Δεν την έκανε ποτέ να νιώθει ότι είναι κάτω από αυτόν, αν και εκείνη ακριβώς τη στιγμή μετακινήθηκε και βρέθηκε κυριολεκτικά από πάνω της. Κατάφερε, όμως, να μην την πιέζει. Το ένα του χέρι χάιδευε το μάγουλό της, ενώ το άλλο γλίστρησε στο πλευρό της μέχρι που έφτασε στον γοφό της και τον κράτησε με τα δυνατά του δάχτυλα. Έσφιξε τους ώμους του, ευχόμενη να έβγαζε το σακάκι και το γιλέκο του νωρίτερα, δεν θα την πείραζε καν αν έλειπε και το πουκάμισο. Θα τη θεωρούσε πολύ προκλητική αν άρχιζε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό του; Ήξερε από πρωτόκολλο και καλή συμπεριφορά· κατανοούσε πλήρως ότι οι πράξεις της δεν ταίριαζαν με


244

LORRAINE HEATH

κανένα από τα δύο. Τι σημασία είχε, όμως; Δεν είχε οικογένεια, δεν είχε φίλους για να τους ντροπιάσει. Η Μάρλα δεν θα έφερνε αντίρρηση. Η Φι σκέφτηκε ότι, αν είχε την ευκαιρία, η Μάρλα θα άλλαζε θέση μαζί της αμέσως, παρότι δεν είχε καμία πρόθεση να δώσει στη Μάρλα αυτή την ευκαιρία. Της άρεσαν τα βογκητά του, η λαχτάρα των χειλιών του. Η καρδιά της είχε αρχίσει να χτυπά δυνατά, το σώμα της είχε ζεσταθεί. Το λυκόφως είχε δώσει τη θέση του στο σκοτάδι και σε ένα δροσερό αεράκι, που την είχε κάνει να αποζητά ένα σάλι. Τώρα, όμως, καιγόταν, ένιωθε πως φορούσε πάρα πολλά ρούχα. Την έκανε να λαχταράει πράγματα που ήξερε από ένστικτο πως καμία καθωσπρέπει γυναίκα δεν θα έπρεπε να λαχταρά. Παρ’ όλα αυτά, δεν έδειχνε να νοιάζεται που η υπόληψή της βρισκόταν σε κίνδυνο. Ήθελε να του δείξει ότι λαχταρούσε το φιλί της. Δεν ήθελε να της απολογηθεί αργότερα. Ήθελε να παρασυρθεί κι αυτός από τη δίνη της τρέλας όπως κι εκείνη. Ήταν τρέλα, καθαρή, απόλυτη τρέλα. Ο Ντρέικ το ήξερε, παρότι έμοιαζε να μην μπορεί να σταματήσει να τη γεύεται. Τον γοήτευε και τον συνάρπαζε αυτή η γυναίκα που θα πήγαινε στη θάλασσα αν μπορούσε να πάει οπουδήποτε. Όταν ταξίδευε στο Παρίσι απλώς για να παραγγείλει καινούρια φορέματα. Αυτή η γυναίκα που δεν παραπονέθηκε για την περιορισμένη γκαρνταρόμπα της, ενώ υποψιαζόταν πως στην προηγούμενη ζωή της είχε δεκάδες φορέματα για το δείπνο, για χορούς, πρωινά, για περπάτημα, για ιππασία. Είχαν μοιραστεί το δείπνο τους σε μια κουβέρτα σε έναν απεριποίητο κήπο, αλλά, όσο περνούσε η νύχτα, ένιωθε όλο και πιο ικανοποιημένος. Είχε μοιραστεί μαζί του τα όνειρά της, που δεν έμοιαζαν καθόλου με αυτά τα οποία περίμενε από εκείνη. Φανταζόταν πως θα ήθελε να παντρευτεί έναν δούκα ή έναν πρίγκιπα, να αποκτήσει μια


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

245

θέση στη βασιλική οικογένεια. Όχι να γίνει μια γεροντοκόρη που θα φρόντιζε άρρωστα ζώα. Χαμογελούσε και το στομάχι του σφιγγόταν. Γελούσε και το στήθος του φούσκωνε. Αναστέναζε και κάτι βαθύ, ζωώδες και κτητικό φούντωνε μέσα του. Δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτές τις αντιδράσεις, δεν ήθελε να τις αναλύσει. Τον άγγιζε με τρόπους που δεν τον είχε αγγίξει καμία άλλη γυναίκα στο παρελθόν. Τον έκανε να λαχταράει πράγματα που θεωρούσε ότι δεν μπορούσε ποτέ να αποκτήσει: σύζυγο, παιδιά, ένα σπίτι. Δεν είχε καμία δουλειά να τη φιλάει και παρ’ όλα αυτά δεν μπορούσε να αρνηθεί στον εαυτό του αυτή την απόλαυση, όπως ακριβώς δεν μπορούσε να σταματήσει να αναπνέει. Δεν βοηθούσε καθόλου ότι τον υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες και πρόθυμο στόμα. Αυτό το ζεστό, δοτικό πλάσμα στην αγκαλιά του δεν έμοιαζε καθόλου με εκείνη την ψυχρή, άκαμπτη… Ένα σκούντημα στον ώμο του τον έκανε να διακόψει το φιλί. Είχε αρκετό φως για να κοιτάξει πίσω και να δει τη φιγούρα του καταραμένου αλόγου της. Έσκυψε το κεφάλι και τον σκούντησε ξανά. «Για κοίτα!» Γελώντας με την καρδιά της, ανασηκώθηκε και του δημιούργησε πάλι εκείνο το σφίξιμο στο στήθος. Έστρεψε την προσοχή του στη γη και ένιωσε ταυτόχρονα χαρά, ταραχή και ανακούφιση. Η τρέλα υποχωρούσε, η λογική του επέστρεφε. Τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν προχωρήσει πολύ. «Συγγνώμη», του είπε, αλλά δεν έμοιαζε να λυπάται καθόλου. Κάλυψε το στόμα με το χέρι της. «Ξέρω πως δεν είναι αστείο, αλλά είναι λίγο». «Μη ζητάς συγγνώμη. Εσύ την έσωσες το απόγευμα και εκείνη σε έσωσε τώρα». Ανακάθισε και άρχισε να βάζει τα πράγματα μέσα στο καλάθι. «Τι εννοείς;» ρώτησε η Φι. «Δεν είχα καμία δουλειά να σε φιλήσω». Σηκώθηκε. «Το λες συνέχεια αυτό. Είσαι παντρεμένος;»


246

LORRAINE HEATH

«Τι ανόητη ερώτηση είναι αυτή. Αν ήμουν, η γυναίκα μου θα ήταν εδώ». «Θα ήταν;» «Φυσικά». «Εγώ είμαι παντρεμένη;» «Όχι». Ένιωθε το βλέμμα της πάνω του. Γιατί να έχει να μαζέψει τόσα πιάτα; Γιατί αργούσε τόσο να διορθώσει το λάθος του; Δεν έπρεπε να έχει έρθει εδώ με το φαγητό. Έπρεπε να έχει μείνει στη λέσχη. «Το λες για τη διαφορά της θέσης μας;» τον ρώτησε. «Ναι», απάντησε διστακτικά. Πέταξε τα τελευταία πράγματα στο καλάθι και άκουσε ένα πιάτο να σπάει. Υπέροχα. «Η θέση μας στην κοινωνία σε απασχολεί, λοιπόν», του είπε. «Απασχολεί εσένα». Γύρισε και την κοίταξε. Νιώθοντας την ανάγκη να απαλύνει την προηγούμενη απάντησή του, πέρασε τα δάχτυλά του από το μάγουλό της. «Θα το θυμηθείς μια μέρα». Λυπόταν πολύ που θα το έκανε. Σηκώθηκε όρθιος, άπλωσε το χέρι του και τη βοήθησε να σηκωθεί. Πριν προλάβει να απομακρυνθεί, εκείνη του χάιδεψε το μάγουλο. «Γιατί να με απασχολεί;» ρώτησε. Έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό της, το κράτησε στη θέση του, γύρισε το πρόσωπό του και φίλησε το κέντρο της παλάμης της. «Γιατί, παρά τα φαινόμενα, με θεωρείς κατώτερό σου». «Δεν έχει νόημα. Γιατί να πιστεύω κάτι τέτοιο;» «Λόγω τού ποιος και τι είμαι». «Νομίζω πως κάνεις λάθος». «Ξέρω πως δεν κάνω». Έσκυψε και έπιασε το καλάθι. «Πρέπει να γυρίσω στη λέσχη. Θα έρθουν οι παραγγελίες το πρωί. Δεν θα γυρίσω μέχρι το μεσημέρι». «Τότε θα κοιμηθώ μέχρι αργά και δεν θα το μάθεις ποτέ».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

247

Το ύφος της του έδειξε πως η στιγμή που είχαν μοιραστεί είχε πια περάσει. Έπρεπε να είναι ευγνώμων, αλλά πέρασε από το μυαλό του η εικόνα της στο κρεβάτι του και ευχήθηκε άλλα πράγματα, ευχήθηκε να μπορούσε να βρεθεί εκεί μαζί της, χωρίς τύψεις ή ενοχές. «Καλό ύπνο». Έπειτα έφυγε γρήγορα από τον κήπο, πριν τον εγκαταλείψει η αποφασιστικότητά του. Πώς είχε γίνει τόσο σημαντική στη ζωή του η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον;


248

LORRAINE HEATH

Κεφάλαιο 19

Τις επόμενες μέρες άρχισαν να ακολουθούν ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα. Έφευγε νωρίτερα από τη λέσχη επιστρέφοντας αργότερα μέσα στη νύχτα, μη θέλοντας να χάσει κι άλλες στιγμές με τη γυναίκα που τον γοήτευε όλο και περισσότερο. Οι ώρες που περνούσε στη λέσχη ήταν οι πιο βαρετές της ζωής του. Δραστηριότητες που κάποτε απολάμβανε –οι απογραφές, οι παραλαβές, τα γραμμάτια, η ανταλλαγή απόψεων με τους υπαλλήλους για τη στρατηγική της επιχείρησης, η εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του χώρου– τώρα έμοιαζαν βαρετές και χρονοβόρες, γιατί τον κρατούσαν μακριά από τη Φι. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν η επιστροφή του στο σπίτι για το πρωινό, για να την ακούσει να μιλάει για τα σχέδια της μέρας – που συνήθως ήταν μια επίσκεψη στην αγορά με τη Μάρλα. Την είχε βάλει να του υποσχεθεί πως δεν θα έμπλεκε σε άλλους καβγάδες ούτε θα έκανε επίθεση σε κανέναν. Του είχε δώσει τον λόγο της διστακτικά, αλλά έπρεπε να κοιμηθεί λίγο και έτσι της έδειχνε εμπιστοσύνη. Ίσως αφελώς. Εκείνο το πρωί, αφού γύρισε στο σπίτι του, μπήκε στην κουζίνα και βρήκε ένα αλητάκι γύρω στα οκτώ να κάθεται στο τραπέζι και να μασουλάει μπέικον. «Μέρα, κύριος», είπε ο μικρός, τινάζοντας το κεφάλι για


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

249

να μην πέφτουν στα μάτια του τα μακριά μαλλιά του. Η Φι γύρισε από τον πάγκο όπου έβαζε γάλα σε ένα μπολ. «Καλημέρα. Σε περίμενα σε καμιά ώρα. Αυτός είναι ο Τζίμι. Του έδωσα ένα σελίνι για να καθαρίσει την Ντέιζι». Δεν είχε φροντίσει ακόμα να μεταφέρει το άλογο σε κάποιο στάβλο. Δεν μπορούσε να της στερήσει τη χαρά να βλέπει το ζώο. «Ένα σελίνι; Αυτό είναι κλοπή». «Φαντάζομαι πως μπορείς να την καθαρίζεις και εσύ», του είπε. Σκέφτηκε να της θυμίσει πως εκείνη ήθελε το ζώο, αλλά τι νόημα είχε; Ήξερε το ίδιο καλά με εκείνη ότι δεν θα την έβαζε να φτυαρίζει κοπριά. «Είμαι ο καλύτερος στο καθάρισμα της κοπριάς», είπε περήφανα ο μικρός. «Ξέρω πού να την πουλήσω. Μου είπε ότι μπορώ να την κρατήσω». «Μπορείς πράγματι», είπε ο Ντρέικ. Έβαλε το μπολ στο πάτωμα και μια κοκαλιάρικη λευκή γάτα βγήκε κάτω από το τραπέζι και άρχισε να το γλείφει. «Τι είναι αυτό;» τη ρώτησε. «Ο Πανσές. Λόγω του ματιού του». Όταν η γάτα σήκωσε το κεφάλι, είδε ότι το ένα της μάτι είχε ένα μαύρο σημάδι γύρω του που ίσως –με πολλή φαντασία– έμοιαζε με πανσέ. «Τι τη θέλουμε τη γάτα;» ρώτησε. «Δεν τη θέλουμε. Εκείνη μας χρειάζεται. Ήρθε στην πόρτα μας πριν από μερικά βράδια. Της έδωσα λίγο γάλα. Χτες την άφησα να μπει μέσα και ανακάλυψα πως είναι πολύ γλυκιά και πολύ καλή παρέα». Ένιωσε τύψεις που την άφηνε μόνη της τα βράδια. Έπιασε ένα μπολ γεμάτο μπουκιές κρέατος και πήγε προς την πόρτα. «Πού τα πας αυτά;» «Πάω να ταΐσω τη Ρόουζ». «Ρόουζ;» Την ακολούθησε στη βεράντα. Άφησε το μπολ μπροστά


250

LORRAINE HEATH

σε έναν κοκαλιάρη σκύλο. Χάιδεψε το κεφάλι του. «Με ακολούθησε στο σπίτι από την αγορά». «Αγόρι είναι». Κοίταξε τον σκύλο. «Είσαι πολύ καλός σ’ αυτά τελικά». Εντυπωσιάστηκε που εκείνη δεν ήταν, αλλά οι κυρίες δεν συνήθιζαν έτσι κι αλλιώς να κοιτάζουν τα απόκρυφα των ζώων. «Δεν είμαι σίγουρος ότι θα του αρέσει πολύ να τον φωνάζεις Ρόουζ». «Θα είναι το υποκοριστικό του Ρόζενκρατς», είπε με ένα από τα λαμπερά της χαμόγελα. «Μια χαρά είναι». Πήγε στην Ντέιζι και τη χάιδεψε. «Δεν θα το κάνουμε ζωολογικό κήπο εδώ», της είπε ο Ντρέικ. «Όχι βέβαια». Τον πλησίασε και στάθηκε απέναντί του. «Διώξε τα όποτε θέλεις». Πάλι τον χειραγωγούσε. Δεν θα έδιωχνε αυτά τα αξιολύπητα πλάσματα και εκείνη το ήξερε πολύ καλά. Καθώς του άνοιξε την πόρτα για να μπει, ο Τζίμι πετάχτηκε έξω, με το καπέλο του χαμηλωμένο πάνω από τα φρύδια, κρατώντας τα μαλλιά μακριά από τα μάτια του. Ο Ντρέικ έμεινε έκπληκτος που η Φι δεν τον είχε κουρέψει. Σίγουρα δεν ήθελε να θυμάται πόσο αδύνατος ήταν σ’ αυτή την ηλικία. Για μια στιγμή ζήλεψε τη Φι που δεν μπορούσε να θυμηθεί το παρελθόν της. «Αντίο, κύριος», είπε το αγόρι. «Καθάρισε και τον σκύλο. Θα σου δώσουμε δύο σελίνια». Το αγόρι χαμογέλασε πλατιά. «Στις προσταγές σας. Αντίο, κυρία». Ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι και έτρεξε προς την πόρτα. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου», είπε η Φι. «Είναι πολύ αδύνατος». «Το ίδιο σκέφτηκα κι εγώ». Υποψιάστηκε πως θα τάιζε το αγόρι κάθε φορά που θα εμφανιζόταν. Ο Ντρέικ δεν μπορούσε να την κατηγορήσει γι’ αυτό. Δεν ήθελε να παραδεχτεί πως τις τελευταίες


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

251

μέρες έβρισκε ελάχιστα πράγματα να τον ενοχλούν πάνω της. «Υποθέτω πως κι αυτός σε ακολούθησε στο σπίτι από την αγορά». «Βλέπεις; Πάλι γκρινιάζεις, ενώ στην πραγματικότητα ξέρω πως δεν σε πειράζει. Ναι, όμως οι δρόμοι μας συναντήθηκαν σήμερα το πρωί στην αγορά. Η Μάρλα κι εγώ πήγαμε από πολύ νωρίς». «Μάλλον μου κόστισε ξανά μια περιουσία αυτή η επίσκεψη». Εκείνη χαμογέλασε και δεν τον ένοιαζε πια καθόλου αν του είχε όντως κοστίσει μια περιουσία. «Πήγα μόνο στην αγορά σήμερα». Μπήκε στην κουζίνα. «Δώσε μου λίγο χρόνο να σου ετοιμάσω το πρωινό σου». Να πάρει. Ήταν διατεθειμένος να της δώσει όλο τον χρόνο του κόσμου.

Ξύπνησε νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως, κοιτάζοντας το ταβάνι. Τι έκανε; Γιατί ήταν ακόμα εδώ εκείνη, μια βδομάδα αφότου την ανακάλυψε στον Τάμεση; Γιατί ανέβαλλε να της αποκαλύψει την αλήθεια; Γιατί καθυστερούσε την επιστροφή της στο σπίτι της; Έπρεπε να εντείνει τις προσπάθειές του να ανακαλύψει τι είχε συμβεί το βράδυ που την είχε βρει στο ποτάμι. Παραδόξως, ο Σόμερντεϊλ δεν είχε πάει στη λέσχη τα τελευταία δύο βράδια. Ήθελε να τον βρει, να καθίσει μαζί του και να του μιλήσει – να φτάσει στην ουσία της υπόθεσης. Και θα το έκανε, μετά την αυριανή του συνάντηση με τους μετόχους. Έπρεπε να προετοιμαστεί. Γι’ αυτό είχε ξυπνήσει νωρίτερα. Όχι γιατί είχε τύψεις που η Φι ένιωθε μοναξιά τα απογεύματα και είχε αναζητήσει μια γάτα για συντροφιά. Δεν είχε καμία σχέση με την αδικία που βίωνε εξαιτίας του. Δεν είχε ρολόι, αλλά ήξερε ότι είχε ξυπνήσει νωρίς. Θα έκανε μπάνιο, θα πήγαινε στη λέσχη και θα έτρωγε εκεί.


252

LORRAINE HEATH

Θα έβαζε σε τάξη το πρόγραμμά του. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και έπιασε τον εαυτό του να αφουγκράζεται ενστικτωδώς τον θόρυβο που έκανε τριγυρίζοντας στο σπίτι – το τρίξιμο της σκάλας, το βογκητό ενός ξύλου στο πάτωμα, το κλείσιμο μιας πόρτας. Το σπίτι ήταν πιο ζωντανό μαζί της. Δεν θα το πρόσεχε, όμως, όταν θα έφευγε, γιατί θα επέστρεφε στις παλιές του συνήθειες και θα περνούσε τον περισσότερο χρόνο του στη λέσχη. Όλα θα ήταν πάλι όπως έπρεπε. Το κρεβάτι του δεν θα μύριζε πια το άρωμά της. Θα κοιμόταν χωρίς να την ονειρεύεται να είναι πλάι του κάτω από τις κουβέρτες. Δεν θα φανταζόταν να αγγίζει το δέρμα της. Δεν θα σκεφτόταν να φιλάει κάθε χιλιοστό του κορμιού της. Αφού έβαλε το παντελόνι και το πουκάμισό του, κοίταξε το μπάνιο για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε γεμίσει την μπανιέρα. Της είχε απαγορεύσει να φέρει τους κουβάδες, αλλά δεν έδινε και μεγάλη σημασία στις εντολές του. Έκανε αυτό που ήθελε. Το συγκεκριμένο κομμάτι του χαρακτήρα της παρέμενε αναλλοίωτο. Το περίεργο ήταν πως δεν τον ενοχλούσε όπως παλιά. Κατέβηκε τις σκάλες και σταμάτησε στον διάδρομο. Ένα στενό ασπρόμαυρο μαρμάρινο τραπεζάκι ήταν ακουμπισμένο στον τοίχο. Ένα απαίσιο πράγμα με σιδερένια πόδια και μια μικρή γρατζουνιά στη γωνία. Πάνω υπήρχε ένα γυαλιστερό μαύρο βάζο με ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα. Πού στο καλό βρέθηκε αυτό; Του αγόραζε και έπιπλα τώρα, έτσι; Εκείνος δεν θα διάλεγε ποτέ το συγκεκριμένο κομμάτι, αν και όφειλε να ομολογήσει πως κατά κάποιον τρόπο ταίριαζε στον χώρο. Αναρωτήθηκε πού είχε βρει τα λουλούδια. Προχώρησε λίγο, πήρε ένα πέταλο ανάμεσα στα χέρια του και το έτριψε. Έπρεπε να φροντίσει να βρει έναν κηπουρό. Έτσι η Φι θα μπορούσε να έχει λουλούδια όλο τον χρόνο στο σπίτι, μέσα και έξω.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

253

Τράβηξε πίσω το χέρι του. Δεν χρειάζονταν λουλούδια εδώ. Θα έφευγε σύντομα. Δεν ήταν μόνιμη κάτοικος. Πηγαίνοντας, ωστόσο, προς την κουζίνα, δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι είχε συνηθίσει να έχει μια οικονόμο. Έπρεπε να προσλάβει κάποια. Ακόμα και την ώρα, όμως, που το σημείωνε στο μυαλό του, ήξερε πως δεν αναπλήρωνε το κενό της Φι. Καθώς η Φι χτένιζε τη χαίτη της Ντέιζι, σκέφτηκε πόσο ικανοποιημένη ήταν διασκεδάζοντας με την ιδέα ότι είχε παλέψει τόσο σκληρά, παρότι δεν πίστευε ότι ήταν πράγματι μια υπηρέτρια. Ενώ κανένα από τα μαθήματα μαγειρικής δεν της ξύπνησαν κάποια ανάμνηση, τα πήγαινε πολύ καλά και σχεδόν ανυπομονούσε να σερβίρει στον Ντρέικ το βραδινό του. Αγόραζε μικροπράγματα για το σπίτι, αλλά ήθελε να του μιλήσει για να πάρουν περισσότερα. Ήθελε να κάνει το σπίτι πιο φιλόξενο – ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως θα είχε περισσότερο σκούπισμα και καθάρισμα. Δεν την πείραζε και τόσο πολύ, οι περισσότερες δουλειές τουλάχιστον. Τα παράθυρα ήθελαν ακόμα καθάρισμα και δεν της άρεσε να τρίβει και να γυαλίζει τα πατώματα. Θα πρότεινε να προσλάβουν κάποιον να τη βοηθάει όταν θα αυξάνονταν τα καθήκοντά της. Ήταν το πιο δίκαιο. «Τη δική σου βούρτσα χρησιμοποιείς;» Τινάχτηκε λίγο με τον απότομο τόνο του Ντρέικ και γύρισε προς το μέρος του. Το πουκάμισό του ήταν κατά βάση ξεκούμπωτο, τα πόδια του ξυπόλυτα, τα μαλλιά του μπερδεμένα, ενώ στο πιγούνι του είχε απλωθεί μια ελαφριά σκιά. Της άρεσε έτσι, όταν κατέβαινε για να ετοιμάσει το μπάνιο του πριν ντυθεί κανονικά. Αν και όφειλε να ομολογήσει πως της άρεσε να τον κοιτάζει εξίσου και όταν ήταν περιποιημένος. Κάθαρμα ή κύριος, πάντα τη γοήτευε. «Μόλις την έκανα μπάνιο», του είπε, «και ήθελα να της ξεμπλέξω τα μαλλιά. Δεν είχα άλλη επιλογή, εκτός αν χρησιμοποιούσα τη δική σου, αλλά δεν νομίζω πως θα το


254

LORRAINE HEATH

εκτιμούσες». «Είναι ασημένια». Είπε τη φράση του με τέτοιο ύφος που ήταν σαν να τα είχε μόλις εξηγήσει όλα. «Ναι, το ξέρω αυτό. Το ξέρω πως ήταν ακριβή, αλλά–» «Τη χρησιμοποιείς σε ένα άλογο; Σε άλογο;» «Η χαίτη της ήταν τόσο μπερδεμένη. Ένιωθα άσχημα. Την ποτίζεις. Την ταΐζεις. Εγώ ήθελα να την καλομάθω λίγο». «Γιατί δεν το είπες; Θα μπορούσα να σου αγοράσω ό,τι χρειάζεσαι». «Είχες ήδη κοιμηθεί. Τελείωνα τις δουλειές μου και τότε σκέφτηκα ότι ήθελα να το κάνω. Εξάλλου, σου έχω ήδη κοστίσει μια περιουσία. Δεν ήθελα να είμαι βάρος». Άνοιξε διάπλατα τα μάτια του. «Εσύ; Να μην είσαι βάρος; Είναι σαν να λες να μη λάμπει ο ήλιος». «Ευχαριστώ πολύ». Θα γκρίνιαζε για ώρα; Τον είχε βαρεθεί. «Και τα χέρια σου. Κουβαλάς κουβάδες με νερό, ενώ σου είπα να μην το κάνεις». «Έχουν γίνει καλά», του απάντησε. «Είναι σκληρά και έχουν μερικούς κάλους, όμως έχουν γίνει καλά». Έμοιαζε να μην την ακούει, ήταν πολύ θυμωμένος. «Δεν σκέφτεσαι», συνέχισε. Και συνέχισε. Και συνέχισε. Λες και είχε κάνει κάτι πραγματικά αδιανόητο. Σήκωσε τον κουβά με το νερό που σκόπευε να χρησιμοποιήσει στη Ρόουζ. Κάνοντας αυτό ακριβώς που την κατηγορούσε, δεν μπήκε στον κόπο να σκεφτεί τις συνέπειες ή τις επιπλοκές και τον άδειασε πάνω του. Το κήρυγμά του ολοκληρώθηκε απότομα. Έκανε πίσω και την κοίταξε, ενώ το νερό έτρεχε από το πρόσωπό του μουσκεύοντας το πουκάμισο και το παντελόνι του. Γέλασε. «Δεν ήθελα να πέσει όλο πάνω σου. Μόνο λίγο…» Έγινε έξαλλος. Εκείνη τσίριξε, πέταξε τον κουβά και το έβαλε στα πόδια. Ή τουλάχιστον αυτό σκόπευε. Δεν είχε κάνει ούτε τρία βήματα, όταν την έπιασε και τη σήκωσε


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

255

στον ώμο του. «Δεν είμαι σακί με πατάτες!» Προσπάθησε να ακουστεί θυμωμένη, αλλά ήταν λίγο δύσκολο ενώ παράλληλα γελούσε. Δεν ήξερε γιατί της είχε φανεί τόσο αστείο. Ίσως γιατί ήταν πάντα τόσο σοβαρός, που είχε μάλλον απολαύσει τον αιφνιδιασμό του και την αναπάντεχη αντίδραση που του είχε προκαλέσει. «Σε λίγο θα είσαι ένα βρεγμένο σακί με πατάτες», είπε, διασχίζοντας το γρασίδι με αποφασιστικές δρασκελιές. Πίεσε τα χέρια της στην πλάτη του και ανασηκώθηκε ελαφρά για να ρίξει μια ματιά πάνω από τον ώμο του ώστε να δει πού πήγαιναν. Στην ποτίστρα; Αποκλείεται. «Δεν θα τολμήσεις». «Νομίζω πως θα τολμήσω». Το χέρι του ακούμπησε στα οπίσθιά της. Ο κόσμος ξαφνικά αναποδογύρισε, ουρανός, γρασίδι… Ο Ρόζενκρατς πήδησε – έπεσε πάνω στον Ντρέικ. Έχασε την ισορροπία του και παραπάτησε αφήνοντάς την και πέφτοντας ο ίδιος στην ποτίστρα, ενώ αυτή προσγειώθηκε στο έδαφος με έναν απαλό γδούπο. Γονάτισε. «Είσαι καλά;» Μούσκεμα ως το κόκαλο, κάθισε στη μικρή ποτίστρα, με τα πόδια του να βγαίνουν απέξω και το νερό να στάζει από τα μαλλιά του στο πρόσωπό του. Έμοιαζε τόσο θυμωμένος, τόσο… αξιολάτρευτος. Δεν θα μπορούσε να σκεφτεί καλύτερη λέξη για να τον περιγράψει. «Καλά είμαι», μουρμούρισε. «Καλά να πάθεις, που ήθελες να με πετάξεις εκεί μέσα». Μισόκλεισε τα μάτια του. «Πρόσεχε, γλυκιά μου. Δεν θέλεις να τα βάλεις με το θηρίο». Αυτές οι λέξεις, αυτό το ύφος, αυτή η απειλή τής ήταν γνώριμα. Της είχε ξαναπεί τα λόγια αυτά. Γιατί; Πότε; Ήξερε πως το είχε κάνει για να τον προκαλέσει, ήθελε να τον κάνει να αντιδράσει. Ήλπιζε να γελάσει, αλλά θα δεχόταν οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά εκτός από την ευγένεια, τις προσεκτικές συνομιλίες που έδειχναν ότι


256

LORRAINE HEATH

πάντα προσέχει τα νώτα του μαζί της, από τότε που φιλήθηκαν στον κήπο. Ήταν τόσο προσεκτικός, τόσο απόμακρος, και εκείνη το απεχθανόταν. Δεν είχε σημασία που γύριζε σπίτι νωρίτερα και έφευγε πιο αργά, ήταν πολύ προσεκτικός, πολύ καθωσπρέπει. Άρχισε να σηκώνεται. Ο Ρόουζ πήδησε, έβαλε την πατούσα του στον ώμο του Ντρέικ και ο Ντρέικ έπεσε πάλι πίσω. Η Φι έβαλε το χέρι της πάνω από το στόμα της και προσπάθησε να πνίξει ένα γελάκι. Δεν μπορούσε να σταματήσει. Όταν την κοίταξε, γέλασε ακόμα πιο δυνατά. Ο Ρόουζ άρχισε να γλείφει με την τεράστια γλώσσα του το πρόσωπο και τον λαιμό του Ντρέικ. Η Φι κάθισε στο έδαφος και άρχισε να γελάει στο θέαμα του ταλαίπωρου άντρα και εκείνου του πανευτυχή σκύλου, ο οποίος κουνούσε τόσο δυνατά την ουρά του που σχεδόν σήκωνε αέρα. «Βοήθησέ με να βγω από εδώ μέσα», μούγκρισε ο Ντρέικ. Της κόπηκε ξαφνικά η διασκέδαση. «Ναι, εντάξει». Αφού σηκώθηκε όρθια, έδιωξε μακριά τον Ρόουζ. Ο σκύλος, βλέποντας έναν τεράστιο σκίουρο, έφυγε τρέχοντας. Ο Ντρέικ άπλωσε το χέρι του. Τύλιξε το δικό της γύρω του, περιμένοντας να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Αντίθετα, ένιωσε να την τραβάει δυνατά, τσίριξε και έπεσε μπροστά. Προσγειώθηκε στην κοιλιά του, με το νερό να βρέχει τους μηρούς και τον θώρακά της, τα πόδια της στο πλάι της ποτίστρας και τα χέρια της στους ώμους του, για να απαλύνουν κάπως την πτώση της. Γύρω της αντήχησε ένα βαθύ γέλιο. Αντί να διαμαρτυρηθεί για τη θέση της, για το κόλπο του, εντυπωσιάστηκε από το πλούσιο γέλιο του Ντρέικ, από το θέαμα του κεφαλιού του όπως τιναζόταν προς τα πίσω. Θα δεχόταν χιλιάδες τέτοιες βουτιές για να ακούσει αυτόν τον ήχο. Χαμογελώντας πλατιά, ένωσε το γέλιο της με το δικό του, μέχρι που τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και τα πλευρά της πονούσαν.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

257

Ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του. Το γέλιο του πέθανε, το δικό της μαράθηκε. Σηκώθηκε πολύ αργά. Ήταν τόσο κοντά της. Η μύτη του σχεδόν άγγιζε τη δική της. Το γέλιο του είχε εξανεμιστεί. Μέσα στα μάτια του που έλαμπαν έβλεπε τώρα πόθο και λαγνεία. Μπορούσε να νιώσει τη λαχτάρα στο κορμί του, σχεδόν έτρεμε σαν ένα τεντωμένο βέλος έτοιμο να εκσφενδονιστεί – εκείνη ήταν ο τοξότης, ψιθύρισε μια γωνία του μυαλού της. Άφησε, όμως, την ανάμνησή της να χαθεί, γιατί τίποτα στο παρελθόν δεν είχε τόση σημασία όση είχε τώρα εκείνος. Τίποτα δεν ήταν πιο σημαντικό από αυτή τη στιγμή. Θα τη φιλούσε ξανά. Το ήξερε με όλη της την καρδιά. Ήθελε να τη φιλήσει, ήθελε να νιώσει τις υπέροχες κινήσεις των χειλιών του πάνω στα δικά της. Το ήθελε απεγνωσμένα, κι ας ήξερε πως ακόμα ένα φιλί θα τους έσπρωχνε όλο και περισσότερο στον πειρασμό και δεν ήταν βέβαιη ότι είχε τη δύναμη να αρνηθεί αυτό το ταξίδι. «Λατρεύω το γέλιο σου», ψιθύρισε. «Πάει καιρός που είχα να το ακούσω. Το είχα ξεχάσει…» Κούνησε το κεφάλι του, κατάπιε. «Πρέπει να σε στεγνώσουμε τώρα». Και έτσι απλά, η μαγική αυτή στιγμή χάθηκε τόσο ξαφνικά που αναρωτήθηκε αν την είχε φανταστεί. Έβαλε τα χέρια του στους γοφούς της και κατάφερε να τη σηκώσει μέχρι να σταθεί και πάλι όρθια. Τα ρούχα της είχαν κολλήσει πάνω της. Θα έπρεπε να φορέσει τα φρικτά ρούχα που φορούσε όταν ξύπνησε χωρίς καμία ανάμνηση, αλλά δεν την πείραζε. Κατάφερε να βγει κι εκείνος από την ποτίστρα. Πριν απομακρυνθεί, εκείνη του χάιδεψε το πιγούνι και το μάγουλο. «Μακάρι να θυμόμουν όσα ήξερα για σένα». «Δεν θα με συμπαθούσες και τόσο αν τα θυμόσουν». «Δυσκολεύομαι να το πιστέψω, γιατί αυτή τη στιγμή σε συμπαθώ, και μάλιστα πάρα πολύ».


258

LORRAINE HEATH

Κι εκείνος τη συμπαθούσε πάρα πολύ. Κοιτάζοντας στον καθρέφτη καθώς έδενε τη γραβάτα του μετά το μπάνιο, ο Ντρέικ ήξερε πως αυτό ήταν πρόβλημα. Δεν έπρεπε να τον κάνει να γελάσει. Δεν έπρεπε να νοιάζεται τόσο πολύ για ένα καταραμένο άλογο ώστε να το χτενίζει με την ασημένια βούρτσα της. Δεν έπρεπε να τον κάνει να θέλει να τη φιλήσει τόσο πολύ. Δεν έπρεπε να τον κάνει να εύχεται να μη βρει ποτέ τη μνήμη της, ώστε να συνεχίσουν έτσι για πάντα. Κάθισε σε μια καρέκλα και σήκωσε μια τόσο καλά γυαλισμένη μπότα, που σχεδόν μπορούσε να δει πάνω της το πρόσωπό του. Εκείνη το είχε κάνει. Έκανε πολύ περισσότερα απ’ όσα σκόπευε να της επιβάλλει αρχικά. Έπρεπε να της πει την αλήθεια, να την οδηγήσει πίσω στην κανονική της ζωή. Έχωσε το πόδι του στην μπότα και αποφάσισε ότι θα της τα ομολογούσε όλα πριν πάει στη λέσχη. Ήταν σχεδόν βέβαιος πως ο Σόμερντεϊλ δεν ήθελε να της κάνει κακό. Θα ήταν ασφαλής με τον αδερφό της. Καθώς έβαζε την άλλη του μπότα, αναρωτήθηκε αν αυτό το «σχεδόν βέβαιος» ήταν αρκετό για να εγγυηθεί την ασφάλειά της. Κούνησε το κεφάλι του. Πάσχιζε να πείσει τον εαυτό του να καθυστερήσει το αναπόφευκτο. Σίγουρα αυτή η εσωτερική σύγκρουση ήταν ένδειξη τρέλας. Εκείνη τον είχε οδηγήσει εκεί. Την είχε φιλήσει όταν ήταν μέσα στο νερό. Αν ακόμα μια φορά έπαιρνε τα χείλη της στα δικά του, δεν ήξερε αν θα είχε τη δύναμη να σταματήσει μέχρι να την πάρει ολόκληρη. Σηκώθηκε όρθιος και πάτησε δυνατά τα πόδια του κάτω για να μπουν οι μπότες του στη θέση τους. Φόρεσε το γιλέκο του. Είχε έρθει η ώρα να τα διορθώσει όλα. Έπρεπε να προετοιμαστεί για τη συνάντηση και εκείνη ήταν μια αναστάτωση στη ζωή του. «Εντάξει, λοιπόν», μουρμούρισε. «Ήρθε η ώρα». Θα


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

259

γινόταν έξαλλη μαζί του, τα πράγματα ανάμεσά τους θα επέστρεφαν στη φυσιολογική κατάσταση και επιτέλους θα σταματούσαν αυτές οι καταραμένες στιγμές που απολάμβανε τη συντροφιά της. Προτιμούσε την ψηλομύτα λαίδη Ο. Ήξερε ακριβώς πού βρισκόταν μαζί της. Αυτή η γυναίκα στο σπίτι του τώρα ήταν πολυεπίπεδη, γοητευτική, του αποσπούσε την προσοχή. Βγήκε από το υπνοδωμάτιό του με αποφασιστικό βήμα. Θα ήταν απελευθερωτικό να πάρει πίσω τη ζωή του, να μην ανησυχεί γι’ αυτήν, για το τι θα ανακάλυπτε ή θα θυμόταν όταν εκείνος θα έλειπε, πόσο τρομαγμένη –ή θυμωμένη– μπορεί να ήταν. Κατευθυνόταν προς την κουζίνα όταν τα αρώματα πλημμύρισαν τις αισθήσεις του. Το δείπνο που του ετοίμαζε. Είχε σκεφτεί να την ταπεινώσει, κάνοντάς τη να πραγματοποιεί κάθε ανάγκη και επιθυμία του. Κι όμως, εκείνος ένιωθε ταπεινωμένος, που προσπαθούσε τόσο πολύ να τον ικανοποιήσει. Περίμενε ότι θα διαμαρτυρόταν ενστικτωδώς όλη την ώρα, ότι θα αγνοούσε τα καθήκοντά της και θα καθόταν με σταυρωμένα τα χέρια. Δεν περίμενε ότι θα αναλάμβανε με ενθουσιασμό τον ρόλο της, ότι θα υιοθετούσε τις προκλήσεις που έκρυβε η φροντίδα του νοικοκυριού. Πέρασε τα δάχτυλα από τα μαλλιά του και αποφάσισε ότι θα της αποκάλυπτε την αλήθεια μετά το φαγητό. Δεν θα ήταν ευγενικό να πάει όλος της ο κόπος χαμένος. Μπήκε στην κουζίνα την ώρα που έβγαζε ένα ταψί από τον φούρνο. Σηκώθηκε όρθια και του χαμογέλασε θερμά, αναστατώνοντάς τον από την κορυφή ως τα νύχια. «Την κατάλληλη στιγμή», του είπε, τοποθετώντας το σκεύος ανάμεσα σε δύο αναμμένα κεριά πάνω στο λινό τραπεζομάντιλο. Στα δύο ποτήρια που τους περίμεναν είχε βάλει λευκό κρασί. «Κοτόπιτα είναι. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, αλλά την έφτιαξα μόνη μου. Δηλαδή, η κυρία Πρατ μού έδινε οδηγίες, αλλά δεν έκανε τίποτα. Δεν έκοψε ούτε τα λαχανικά. Εγώ τα έκανα όλα».


260

LORRAINE HEATH

Ακούστηκε τόσο ικανοποιημένη από τον εαυτό της. Ήθελε να τη βοηθήσει να χαρεί ακόμα περισσότερο, να ικανοποιηθεί κι άλλο. «Μυρίζει υπέροχα». Και όντως μύριζε. Από τις τρύπες της ζύμης έβγαιναν ατμοί. Άπλωσε τα χέρια της πίσω, έλυσε την ποδιά της, την έβγαλε και την κρέμασε σε ένα ξύλο στον τοίχο. «Ελπίζω να μη σε πειράζει που έστρωσα το τραπεζομάντιλο και άναψα κεριά. Μου φαινόταν λάθος να τρώμε σε ένα γυμνό τραπέζι. Φυσικά, μόλις ετοιμαστεί η τραπεζαρία, δεν θα έχει και τόση σημασία». Όταν θα γινόταν αυτό, εκείνη δεν θα ήταν πια εδώ. Δεν θα μπορούσε να δει τα υπόλοιπα δωμάτια επιπλωμένα ούτε τις αλλαγές που είχε σχεδιάσει να κάνει στο σπίτι. «Δεν με πειράζει καθόλου», της είπε, τραβώντας την καρέκλα του. Κάθισε, χαρίζοντάς του ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο. Πήρε τη θέση του απέναντί της. Έβαλε πίτα σε ένα πιάτο για εκείνον και μετά για τον εαυτό της. Ενώ περίμενε το φαγητό του να κρυώσει, της είπε: «Φαίνεται να σου αρέσει να φροντίζεις για όλα αυτά». «Ναι. Είναι περίεργο, γιατί όταν ξύπνησα χωρίς να θυμάμαι τίποτα, δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνει αυτές τις δουλειές». Το πρόσωπό της έλαμπε. Δεν ανυπομονούσε καθόλου για τη στιγμή που αυτή η λάμψη θα μετατρεπόταν σε θυμό, όταν θα της έλεγε την αλήθεια μετά το δείπνο. Ούτε βιαζόταν να την πάει στο σπίτι της. Το σπίτι του θα του φαινόταν άδειο, χωρίς ενέργεια, νεκρό. Ήταν απλώς ένα κτίριο και εκείνος έκανε λες και το σπίτι του ζούσε και ανέπνεε, λες και οι τοίχοι αντιλαμβάνονταν την παρουσία της όσο και ο ίδιος. Είχε μαγευτεί από τον τρόπο που το φως των κεριών αντανακλούσε στα μάτια της, πάνω στα μαλλιά της. Είχε πλέξει μια κοτσίδα γύρω από το κεφάλι της. Τόσο απλό χτένισμα, που δεν θα ταίριαζε στη λαίδη Ο, αλλά έμοιαζε


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

261

ιδανικό για τη Φι. Οι δύο διαφορετικές κυρίες είχαν αρχίσει να γίνονται ένα και εκείνος ήταν όλο και πιο συνεπαρμένος μαζί τους. Για να αποσπάσει την προσοχή του από το πόσο τον γοήτευε, είπε: «Πρόσεξα την προσθήκη στον διάδρομο». Γέλασε ελαφρά και εκείνος συνειδητοποίησε πως θα ήταν αδύνατον να αποσπάσει τελείως την προσοχή του από πάνω της. Τον γοήτευε κάθε πτυχή της. «Ανακάλυψα το τραπεζάκι σε ένα μικρό μαγαζί. Έκανα παζάρια για την τιμή λόγω της σπασμένης γωνίας». Συνοφρυώθηκε. «Το πρόσεξες;» Δεν ήταν ειλικρινής μαζί της από την αρχή. Γιατί να σταματήσει τώρα; «Όχι». Του χάρισε ακόμα ένα από εκείνα τα υπέροχα χαμόγελά της. «Χαίρομαι που το ακούω. Δεν μου φάνηκε τόσο ευδιάκριτη. Ελπίζω ότι το μάτι θα πέφτει πάνω στα λουλούδια». Έχωσε το πιρούνι της στην πίτα. Την ακολούθησε, παρατηρώντας ότι ακόμα δεν είχε αγγίξει το φαγητό της. Έτσι, έφαγε μια μπουκιά και χαμογέλασε. «Πολύ νόστιμη». Και ήταν. Πραγματικά. Το τελευταίο που θα περίμενε ήταν να είναι τόσο καλή μαγείρισσα. «Χαίρομαι που σου αρέσει. Θα σου άρεσε επίσης να βλέπεις εμένα και τη Μάρλα να παλεύουμε να φέρουμε εδώ αυτό το τραπέζι». «Μόνες σας το κουβαλήσατε;» «Για λίγο. Μετά έμεινα εγώ μαζί του, μέχρι να φωνάξει τον Ρομπ, τον υπηρέτη της κυρίας Τέρνερ». «Κυρία Τέρνερ;» Του έριξε ένα αγριεμένο βλέμμα και εκείνος σήκωσε το χέρι του. «Σωστά. Η χήρα». «Ναι. Μακάρι να είχες χρήματα για έναν υπηρέτη». Είχε. Μπορούσε να πάρει έναν στόλο από υπηρέτες. Προφανώς ήταν μια οικονόμος που έλεγε ελεύθερα όσα είχε στο μυαλό της χωρίς να μασάει τα λόγια της ή να προσπαθεί να μην πληγώσει το αφεντικό της. Τι στο καλό


262

LORRAINE HEATH

σκεφτόταν; Δεν ήταν υπηρέτρια. «Έπρεπε να καθαρίσω τα παράθυρα», του είπε, πιάνοντας ένα κομμάτι κοτόπουλο με το πιρούνι της. «Το ανέβαλα, όμως. Δεν ξέρω αν μου αρέσουν οι σκάλες, δεν ξέρω καν αν έχουμε μία. Υποθέτω πως μπορώ να δανειστώ από–» «Δεν θα ανέβεις σε καμία σκάλα». «Και τα παράθυρά σου;» «Θα προσλάβω κάποιον να καθαρίσει τα καταραμένα τα παράθυρα». «Δεν θα προσπαθήσω να σε μεταπείσω για να κάνεις οικονομία, γιατί δεν θέλω πραγματικά να τα καθαρίσω». Είχε την αίσθηση πως πάλι τον χειραγωγούσε. Έπρεπε να είναι θυμωμένος. Αντίθετα το διασκέδαζε. Δεν ήξερε πια πόσες φορές τον είχε κάνει να διασκεδάσει. «Πού βρήκες τα τριαντάφυλλα;» «Τα έκλεψα από τον κήπο της κυρίας Τέρνερ». Ανασήκωσε το ένα του φρύδι. «Τώρα είσαι και κλέφτρα, δηλαδή;» «Η Μάρλα είπε ότι δεν θα πρόσεχε πως έλειπαν. Δεν πηγαίνει ποτέ στον κήπο ούτε έρχονται επισκέψεις. Το οποίο μου φαίνεται μάλλον θλιβερό. Σκέφτηκα να την καλέσω, να της ζητήσω να πιούμε τσάι μαζί πλάι στα τριαντάφυλλα, απ’ ό,τι φαίνεται όμως οι υπηρέτες δεν μπορούν να δεχτούν επισκέψεις από όσους προσλαμβάνουν υπηρέτες». Η συμπόνια της τον ξάφνιαζε. Άραγε αυτή τη γυναίκα να έβλεπε η Γκρέις; Μ’ αυτή να ήταν φίλη; Γιατί τότε εκείνο το ψυχρό προσωπείο, η απόσταση; Ήθελε να την εξερευνήσει, όχι μόνο με τα χέρια του, αλλά με το μυαλό του, να μάθει και να κατανοήσει κάθε πτυχή της. Τα λεπτά περνούσαν. Έπρεπε να της το πει. Αύριο. Θα έβρισκε χρόνο αύριο. Δεν είχε νόημα να της χαλάσει το βράδυ αυτό, που είχε πετύχει τόσα πολλά. Την ώρα που ο Ντρέικ κάθισε στο γραφείο του στη


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

263

βιβλιοθήκη, συνειδητοποίησε ότι σήμερα δεν έκανε τίποτα απ’ όσα έπρεπε. Είχε αφήσει τη Φι στην κουζίνα να μαζεύει, πιστεύοντας ότι πήγαινε στη λέσχη. Είχε σκεφτεί κι εκείνος ακριβώς το ίδιο, μέχρι που περπάτησε ως τη γωνία του δρόμου. Έπειτα είχε γυρίσει ξαφνικά πίσω, είχε δανειστεί τον υπηρέτη της κυρίας Τέρνερ και τον είχε πληρώσει για να δώσει ένα μήνυμα στον Γολιάθ στη λέσχη, ενημερώνοντάς τον πως ο Ντρέικ θα έμενε στο σπίτι του. Είπε στον εαυτό του ότι εκεί θα σκεφτόταν καλύτερα, ότι ήταν πιο ήσυχα, ότι δεν θα τον ενοχλούσαν. Ήξερε, όμως, την αλήθεια. Δεν ήθελε να την αφήσει μόνη με τη συντροφιά μόνο μιας γάτας, ξέροντας ότι θα ήταν η τελευταία της νύχτα στο σπίτι του, ότι μετά την αυριανή συνάντηση θα της έλεγε τα πάντα. Αυτή η φάρσα είχε παρατραβήξει. Είχε έρθει η ώρα να βάλει ένα τέλος. Πρώτα, όμως, έπρεπε να συγκεντρωθεί στη συνάντηση. Κι όμως είχε τόση ησυχία. Είχε συνειδητοποιήσει ποτέ πόσο ήσυχα ήταν όταν έπεφτε το σκοτάδι έξω από τα παράθυρα; Άκουγε πού και πού το τρίξιμο της φωτιάς, αλλά αυτό ενέτεινε την αίσθηση της απομόνωσης. Και την άφηνε εδώ μόνη, κάθε βράδυ, μια γυναίκα που τα βράδια της ήταν γεμάτα χορούς, δείπνα και χαρά. Αμφέβαλε αν είχε περάσει έστω και μία ώρα μόνη πριν καταλήξει στο σπίτι του. Όχι πως εκείνη θυμόταν όλες τις κοινωνικές υποχρεώσεις της, αλλά εκείνος τις ήξερε, και αυτό τα έκανε όλα χειρότερα. Αρνήθηκε να παραδεχτεί πόσο χάρηκε όταν άνοιξε η πόρτα και εκείνη μπήκε στη βιβλιοθήκη, με τη γάτα μπερδεμένη ανάμεσα στο φουστάνι της. Ξαφνιάστηκε. «Νόμιζα πως είχες πάει στη λέσχη». «Αποφάσισα να δουλέψω εδώ απόψε». «Α». Δίστασε, κοίταξε γύρω της και σήκωσε ένα μπλοκ που κρατούσε. «Σκεφτόμουν να ζωγραφίσω λίγο. Σε πειράζει να το κάνω εδώ;» «Όχι, όχι βέβαια». Δεν είχε και πολλές επιλογές, οπότε


264

LORRAINE HEATH

δεν έπρεπε να φανεί εγωιστής και να μη θέλει να μοιραστούν το δωμάτιο. Έκλεισε την πόρτα, κι αυτό δημιούργησε μια αναπάντεχη οικειότητα σε ένα τόσο μεγάλο δωμάτιο. Ήταν ανόητο μιας και είχαν βρεθεί πολλές φορές μαζί στο υπνοδωμάτιο ή στο μπάνιο του. Ήταν το γέλιο στον κήπο, σκέφτηκε. Αυτό είχε αλλάξει τα πράγματα ανάμεσά τους, είχε γκρεμίσει τείχη που είχε προσπαθήσει τόσο σκληρά να κρατήσει όρθια, είχε ανοίξει παράθυρα που θα προτιμούσε να μείνουν ερμητικά κλειστά. Στάθηκε μπροστά από το γραφείο και κοίταξε το χαρτί μπροστά του και την πένα στο χέρι του, σαν να περίμενε ότι θα έβλεπε κάποια σπουδαία ανακάλυψη. «Τι δουλειά μπορείς να κάνεις εδώ, για την οποία δεν χρειάζεται να είσαι στη λέσχη;» «Έχω μια συνάντηση με τους μετόχους αύριο. Προσπαθώ να οργανώσω τις σκέψεις μου». «Ποιες είναι; Οι σκέψεις σου». «Δεν είμαι σίγουρος, γιατί δεν τις έχω οργανώσει ακόμα». Έκανε ένα βήμα πίσω. «Συγγνώμη». «Όχι». Άπλωσε το χέρι του, μαλώνοντας τον εαυτό του για το απότομο ύφος του. «Έμεινα εδώ γιατί περίμενα να είναι πιο ήσυχα από τη λέσχη. Πρέπει να συγκεντρωθώ». «Ίσως πρέπει να πάω κάπου αλλού». «Όχι, εγώ…» Σε θέλω εδώ. «Έχω ήδη ανάψει φωτιά και είναι πολύ άνετα με τις καινούριες καρέκλες. Πρέπει να τις ευχαριστηθείς». «Θα είμαι αθόρυβη σαν ποντικάκι». Πήρε την καρέκλα και τη γύρισε έτσι ώστε να βλέπει στο γραφείο. Αν έσκυβε λίγο μπροστά, μπορούσε να τη δει καθαρά, με τα πόδια της κουλουριασμένα κάτω από το σώμα της, το μπλοκ στα γόνατά της και το μολύβι να κινείται πάνω στο χαρτί με μια ταχύτητα ανάλογη με αυτήν της πένας του. Ξαφνικά σταμάτησε, κοίταξε πάνω, άνοιξε το στόμα και


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

265

αμέσως το ξανάκλεισε. Δεν ήταν αρκετά κοντά για να τη δει να κοκκινίζει, αλλά υποψιάστηκε πως ήταν εκεί, αυτό το απαλό ροδαλό χρώμα που υπονοούσε μεγάλα πάθη. Ίσως είχε ντραπεί, γιατί ήταν έτοιμη να τον διακόψει με κάποιο σχόλιο ή κάποια ερώτηση. Γύρισε στο σχέδιό της. Προσπάθησε να επιστρέψει στις σημειώσεις του, αλλά είχε επίγνωση της παρουσίας της, κάθε κίνησής της, των απαλών αναστεναγμών της, του θορύβου του μολυβιού πάνω στο χαρτί, τις σιωπές του. Την παρατηρούσε διακριτικά για να τη δει να κοιτάζει προς το μέρος του, δαγκώνοντας το κάτω χείλος της. Μερικές φορές, του φαινόταν σαν να συζητούσε με τον εαυτό της στο μυαλό της, και λαχταρούσε να μάθει τις σκέψεις που την είχαν επισκεφτεί. Η γάτα που υποτίθεται ότι θα της κρατούσε συντροφιά είχε κουλουριαστεί μπροστά στο τζάκι. Δεν ήταν και τόσο φιλικό πλάσμα τελικά, αν και δεν συμπαθούσε ποτέ τις γάτες. Τα σκυλιά προτιμούσε, ακόμα κι όταν ήταν μεγαλόσωμα και αδέξια και έπεφταν πάνω του. Δεν είχε σχεδιάσει να ρίξει τη Φι στην ποτίστρα. Μόνο να την κουβαλήσει μέχρι εκεί, να προσποιηθεί ότι είχε κακές προθέσεις και την τελευταία στιγμή να την αφήσει στο έδαφος. Αντίθετα, όμως, ο Ρόουζ είχε φροντίσει να κάνει αυτό που ήθελε – να τον λούσει η Φι με το γέλιο της. Δεν είχε σημασία που ήταν μούσκεμα και έμοιαζε ανόητος. Τα μάτια της και το χαμόγελό της έλαμψαν. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να ερωτευτεί αυτή τη γυναίκα. Θα ήταν, όμως, καταστροφή. Έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε όρθιος. «Τελείωσες;» τη ρώτησε. Εκείνος δεν είχε καν ξεκινήσει, αλλά ξαφνικά ήθελε να περάσει χρόνο μαζί της. Προχώρησε μέχρι το τραπέζι στη γωνία, έβαλε ουίσκι σε δύο ποτήρια, πήγε προς το μέρος της, της έδωσε το ένα και έπειτα κάθισε στην καρέκλα απέναντί της. «Πρόσεξε», την προειδοποίησε. «Μπορεί να σε κάψει αν


266

LORRAINE HEATH

δεν το έχεις συνηθίσει». Το έφερε στη μύτη της, πήρε βαθιά ανάσα, ήπιε μια μικρή γουλιά και χαμογέλασε με εκείνο το χαμόγελο που είχε αρχίσει να αγαπάει. «Είναι γνώριμη γεύση. Έχω ξαναδοκιμάσει. Ήμουν κακό κορίτσι κάποτε, λες;» Δεν ήξερε πια τι να σκεφτεί για την περίπτωσή της. «Μπορεί». Ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι και έγλειψε τα χείλη της με έναν τρόπο που έκανε τον λαιμό του να ξεραθεί. «Κατάφερες να οργανώσεις τις σκέψεις σου;» ρώτησε. Ήταν πιο μπερδεμένες από ποτέ. «Μου αποσπούσες την προσοχή». «Δεν μιλούσα». «Μουρμούριζες». Αναστέναξε. «Σκεφτόμουν διάφορα πράγματα να σου πω, αλλά ήξερα ότι δεν θα σε ενδιέφεραν». «Πες μου τα τώρα». «Δεν θέλω να σε ενοχλώ μ’ αυτά». Δεν τον ενοχλούσε ποτέ. Πότε είχε συμβεί αυτό; Τόσο αργά, τόσο αμετάκλητα. «Θα ήθελα να δω τι ζωγραφίζεις». «Εντάξει. Σχεδίαζα το μπροστινό σαλόνι». Έσκυψε μπροστά και τέντωσε τα πόδια του. «Το σαλόνι μου;» Έγνεψε καταφατικά με ενθουσιασμό, αλλά είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί πως, ό,τι έκανε, το έκανε με ενθουσιασμό. «Δεν ξέρω γιατί, αλλά όταν μπαίνω σε ένα από τα άδεια δωμάτια, μπορώ να φανταστώ πώς θα έπρεπε να είναι. Σκέφτηκα, λοιπόν, πως αν το σχεδίαζα, θα σε βοηθούσα όταν ερχόταν η ώρα να το επιπλώσεις». «Πώς θα έπρεπε, λοιπόν, να είναι το σαλόνι μου;» «Αρχικά, σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να είναι ανοιχτόχρωμο –κίτρινο ή λιλά–, αλλά δεν σου ταιριάζει. Πρέπει να είναι σκοτεινό, όμως κομψό. Μαύρο και χρυσό, νομίζω. Να, θα σου δείξω». Άφησε το ποτήρι της στο τραπεζάκι πλάι στην καρέκλα, σηκώθηκε, πήγε προς το


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

267

μέρος του, έσκυψε και κράτησε μπροστά του το χαρτί. Το μπροστινό σαλόνι που είχε σχεδιάσει είχε μια εντυπωσιακή ομοιότητα με το δωμάτιο του σπιτιού του. Είχε, όμως, έπιπλα, έναν μεγάλο καθρέφτη πάνω από το τζάκι, πίνακες στους τοίχους. Του εξηγούσε διάφορα, αλλά εκείνος καταλάβαινε μόνο μερικές λέξεις –μαύρο βελούδο, επικάλυψη από ξύλο, μαύρη και χρυσή ταπετσαρία στους τοίχους–, κυρίως γιατί η προσοχή του ήταν στραμμένη στο στήθος της, που ακουμπούσε στον ώμο του. Απαλό και εύπλαστο. Δεν φορούσε κορσέ. Μόνο ένα λεπτό ύφασμα χώριζε τη σάρκα της από το άγγιγμά του και μπορούσε να το αφαιρέσει πολύ εύκολα. Αν άπλωνε το χέρι του και έπιανε το στήθος της, θα ένιωθε τη φωτιά που άναβε μέσα του τόσο εύκολα. Ήταν μια μάγισσα, που δεν ήξερε ότι είχε τη δύναμη να τον αποχαυνώνει. Όταν ήταν κοντά, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε τίποτα άλλο εκτός από εκείνη: στο άρωμά της, στο αλαβάστρινο δέρμα της, στα ξανθά μαλλιά της. Ήθελε να λύσει την κοτσίδα της, να περάσει τα δάχτυλά του μέσα από τις μακριές της μπούκλες. Δεν χρειαζόταν καμία ασημένια βούρτσα. Τα δάχτυλά του ήταν αρκετά. Ξανά και ξανά. Εκατό φορές. Χίλιες, αν το ήθελε. Μερικές φορές, όταν έπεφταν οι άμυνές του, έρχονταν στον νου του εικόνες από τη νύχτα που την είχε γδύσει, από τη νύχτα που πάσχιζε να φερθεί σαν κύριος. Ήξερε τα μακριά της πόδια και τους στενούς γοφούς της. Ήξερε το επίπεδο στομάχι της. Ή έτσι νόμιζε. Είχε βιαστεί να της βγάλει τα ρούχα, δεν είχε πάρει καμία ελευθερία, αλλά γνώριζε πως ήταν ντυμένη στα σατέν. «Ντρέικ;» Το ύφος της ήταν κάπως απότομο, ανυπόμονο. Σήκωσε το βλέμμα του στο πρόσωπό της, που ήταν τόσο κοντά στο δικό του, και την είδε συνοφρυωμένη. «Τι λες, λοιπόν;» Ότι πρέπει να σε πάω πάλι στο κρεβάτι μου, αλλά αυτή τη φορά πρέπει να καθυστερήσω, να κάνω ώρες να σε


268

LORRAINE HEATH

γδύσω. Καθάρισε τον λαιμό του και έστρεψε την προσοχή του πίσω στο σχέδιο. «Είναι πολύ ωραίο». Εκείνη με έναν αναστεναγμό οπισθοχώρησε, και η βασανιστική απόλαυσή του ολοκληρώθηκε. Δόξα τω Θεώ. Παραλίγο να έκανε κάτι που θα μετάνιωναν και οι δύο. «Το λες απλά γιατί είσαι ευγενικός. Σε κούρασα με τη φλυαρία μου». Γύρισε στην τεράστια καρέκλα και σήκωσε τα πόδια της, μαζεύοντάς τα κάτω από το σώμα της. Κουλουριασμένη όπως ήταν, του θύμιζε μια γάτα με τα οβάλ πράσινα μάτια της, που έμοιαζαν τόσο εξωτικά όπως αιχμαλώτιζαν τις φλόγες του τζακιού και έλαμπαν στο ημίφως. «Όχι, μου αρέσει στ’ αλήθεια. Μπορώ να το φανταστώ. Το σκέφτηκες πολύ καλά». Έγειρε στο πλάι το κεφάλι, τον κοίταξε και ήπιε μια γουλιά ουίσκι. Δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι μπορούσε να το κάνει αυτό κάθε βράδυ, να είναι μαζί της, είτε μιλώντας είτε όχι. Είχε ανατρέψει τον κόσμο του, τις προσδοκίες του, τα πάντα. «Δεν είναι δική μου δουλειά, μάλλον. Η γυναίκα σου θα θέλει να διακοσμήσει τα δωμάτια με το δικό της γούστο». «Σου είπα ότι δεν έχω σύζυγο». «Θα έχεις μια μέρα». «Όχι. Εσύ κι εγώ μοιάζουμε σ’ αυτό: δεν σκοπεύω να παντρευτώ». «Γιατί όχι;» Ήταν τόσο απλή ερώτηση με τόσο πολύπλοκη απάντηση. «Η γενιά μου πρέπει να τελειώσει με μένα». «Πολύ δραστικός λόγος». Υπήρχαν κι άλλοι, αλλά μπορούσε να καταλάβει από το ύφος της ότι το είχε υποψιαστεί. Για μια φορά, δεν τον έκρινε, δεν τον προκάλεσε, δεν επέμεινε να της δώσει πληροφορίες. Απλώς περίμενε, του έδινε χρόνο, του έδινε χώρο. Ήταν πολύ εύκολο να ξεχάσει ποια ήταν, την


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

269

αληθινή φύση της σχέσης τους. Μπορούσε να την αγνοήσει όταν τον ενοχλούσε, τον πίεζε, αν σήκωνε τη μικρή της μυτούλα και τον κοίταζε υποτιμητικά. Τον κοίταζε, όμως, ως ισάξιά του. Όχι ως υπηρέτρια απέναντι στο αφεντικό της, όχι ως λαίδη απέναντι σε κάποιον που είχε μεγαλώσει στον δρόμο. Σχεδόν σαν φίλη ή κάτι παραπάνω. Δεν ήταν σίγουρος πώς θα μπορούσε να ορίσει τη σχέση τους πια. Ίσως δεν μπορούσε να την ορίσει γιατί δεν ήταν απόλυτα αληθινή, αλλά απλώς μια φάρσα, μια απάτη, μια ψευδαίσθηση. Θα μπορούσε να της πει την αλήθεια για το ποια ήταν τώρα που το ουίσκι ακόμα ζέσταινε το αίμα της, τώρα που είχε χαλαρώσει το μυαλό της. Είχε κρατήσει, όμως, κρυφή τόσο καιρό την αλήθεια του, ένα βάρος που δεν τολμούσε να αναφέρει σε κανέναν και συχνά τον έκανε να νιώθει ότι πνίγεται. Ποιος θα μπορούσε να τον καταλάβει; Ίσως εκείνη, που τώρα ήταν σχεδόν ένας άγραφος πίνακας. Έσκυψε μπροστά, ακούμπησε τους αγκώνες στα γόνατά του και κράτησε το ποτήρι ανάμεσα στα δυο του χέρια, παρατηρώντας πώς το υγρό σκούραινε και γινόταν πιο ανοιχτόχρωμο ανάλογα με το φως της φωτιάς. Η ζωή είχε τις ίδιες σκιές, οι οποίες άλλοτε εμφανίζονταν κι άλλοτε χάνονταν. Είχε περάσει πολύ καιρό στις σκιές. Γύρισε και κοίταξε το ράφι, το κουτί που περιείχε την κληρονομιά του. «Με ρώτησες για τον Ρόμπερτ Σάικς». «Τον δολοφόνο». Έστρεψε την προσοχή του πάνω της. Ήθελε να την εμπιστευτεί, ήθελε να πιστέψει ότι η γυναίκα που έμενε στο σπίτι του ήταν η αληθινή λαίδη Ο. Ότι η άλλη ήταν ένα κατασκεύασμα της κοινωνίας. Συνέχισε να την κοιτάζει και είπε κάτι που δεν είχε ξαναπεί ποτέ δυνατά. «Ήταν ο πατέρας μου». Η Φι πάλεψε να μην αντιδράσει, αλλά ήταν σχεδόν σίγουρη ότι είχε χλωμιάσει, γιατί ένιωθε το δέρμα της


270

LORRAINE HEATH

ξαφνικά κρύο και ιδρωμένο. «Πόσων χρόνων ήσουν όταν… πέθανε;» «Ήμουν οκτώ όταν τον κρέμασαν». Είπε τα λόγια αυτά τόσο απλά, σαν να την είχε ενημερώσει για την ηλικία του την τελευταία φορά που ο πατέρας του πήγε μια βόλτα. «Κρυφάκουσα τους υπηρέτες να λένε ότι η εκτέλεση θα γινόταν την επομένη. Μάζευα εφημερίδες για μέρες. Δεν ήξερα να διαβάζω, αλλά ήξερα ότι μια μέρα θα τα κατάφερνα και, αν υπήρχε κάτι εκεί για τον πατέρα μου, το ήθελα. Αυτό το άρθρο το έκοψα μάλλον ενάμιση χρόνο αργότερα» –έστρεψε το κεφάλι του προς το ράφι που είχε βάλει το κουτί το οποίο εκείνη είχε ανακαλύψει– «και το έκρυψα. Δεν ήθελα ποτέ να ξεχάσω από πού κατάγομαι, δεν ήθελα ποτέ να ξεχάσω ότι προέρχομαι από έναν άγριο». «Η μητέρα σου;» Τεντώθηκε προς τα πίσω, ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το ουίσκι του. «Τη σκότωσε». Της φάνηκε φρικτό. «Λυπάμαι πολύ». Την κοίταξε. «Δεν φταις εσύ. Εγώ την απογοήτευσα». Ήταν τόσο ήρεμος. Ήθελε να σηκωθεί και να τον ταρακουνήσει, να τον κάνει να αντιδράσει κάπως, αλλά έπειτα πρόσεξε το χέρι του που κρατούσε το ποτήρι. Τα δάχτυλά του είχαν ασπρίσει τόσο από την πίεση, που μπορούσε σχεδόν να δει τα κόκαλά του. Της έκανε εντύπωση που δεν έσπασε το γυαλί. Η κουβέντα αυτή τον είχε επηρεάσει πάρα πολύ. «Πώς την απογοήτευσες;» «Τη χτυπούσε». Κούνησε το κεφάλι του. «Όχι, είναι πολύ επιεικής λέξη. Την έδερνε. Την έδερνε άσχημα. Τα χέρια του ήταν μονίμως σφιγμένα σε γροθιές». Σήκωσε το ένα του χέρι, το γύρισε και από τις δύο πλευρές, το κοίταξε προσεκτικά. «Έχω τα χέρια του». «Μη λες ανοησίες. Τα χέρια αυτά είναι δικά σου. Δεν έχουν καμία σχέση με εκείνον».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

271

Σήκωσε το βλέμμα του και συνάντησε το δικό της. Έβλεπε την αγωνία του στα σκοτεινά βάθη των ματιών του. «Εσύ επιτέθηκες σε έναν άντρα επειδή κακομεταχειριζόταν ένα άλογο. Θα έπρεπε να έχω κάνει το ίδιο στον πατέρα μου όταν χτυπούσε τη μητέρα μου, αλλά κρυβόμουν σαν δειλός σε μια γωνία, φοβόμουν πως αν θυμόταν ότι ήμουν κι εγώ εκεί, αυτές οι τεράστιες γροθιές στη συνέχεια θα έπεφταν πάνω μου». «Ήσουν παιδί. Η μητέρα σου δεν περίμενε να την προστατεύσεις. Τολμώ να πω ότι θα την πλήγωνε πολύ, θα της προκαλούσε ακόμα περισσότερο πόνο αν χτυπούσε και σένα. Δεν μπορείς να κατηγορείς τον εαυτό σου για τη δική του κακή συμπεριφορά». Ήπιε άλλη μια γουλιά και έστρεψε την προσοχή του στις φλόγες. «Πήγα στην εκτέλεσή του». «Θεέ μου! Ποιος σε πήγε; Ένα παιδί; Έπρεπε να τους μαστιγώσουν!» Χαμογέλασε ανεπαίσθητα και γύρισε να την κοιτάξει. «Εσύ δεν πιστεύεις καν στο μαστίγωμα των ζώων». «Πιστεύω στο μαστίγωμα των ανθρώπων όταν δεν φέρονται σωστά. Δεν θα έπρεπε να παρακολουθήσεις τον θάνατο του πατέρα σου, όσο κακός κι αν ήταν. Θα έπρεπε να μην τον δεις να πεθαίνει». «Δεν με πήγε κανείς. Μόνος μου πήγα. Μεγάλωσα στους δρόμους, ήξερα να κυκλοφορώ, δεν φοβόμουν μήπως χαθώ. Δεν το είπα ποτέ σε κανέναν». «Δεν είναι μέρος για ένα παιδί αυτό». Δεν είναι καν μέρος για έναν ενήλικα. Δεν θυμόταν να έχει παραστεί ποτέ σε κάποια εκτέλεση, αλλά μπορούσε να φανταστεί πόσο φρικτό θα ήταν. Η καρδιά της πονούσε γι’ αυτόν, πονούσε που είχε δει κάτι τόσο φρικτό. Το γεγονός ότι ήταν η εκτέλεση του πατέρα του, έκανε τα πράγματα ακόμα χειρότερα. «Πριν από είκοσι πέντε χρόνια, αποτελούσε διασκέδαση. Ήμουν μόλις οκτώ χρόνων, αλλά και πάλι κατάλαβα ότι έπρεπε να ντρέπομαι. Στάθηκα ανάμεσα στο πλήθος και


272

LORRAINE HEATH

είδα την αγχόνη, ένιωσα τρόμο που αυτό το πλάσμα με τη θηλιά στον λαιμό του –κρεμασμένο σαν ζώο– είχε κάποια σχέση μαζί μου. Και ακόμα χειρότερα, έκλαψα, γιατί τον αγαπούσα. Τον μισούσα, τον απεχθανόμουν, ήξερα για το πόσο άγριες πράξεις ήταν ικανός, ήξερα ότι είχε σκοτώσει τη μητέρα μου, και παρ’ όλα αυτά, με κάποιον τρόπο, προς μεγάλη μου λύπη ακόμα τον αγαπούσα». Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Τους χώριζε πολύ μεγάλη απόσταση. Σηκώθηκε, τον πλησίασε, γονάτισε μπροστά του και έπιασε το ελεύθερο χέρι του. Ένιωσε πόσο σφιγμένο ήταν. Χάιδεψε τα μακριά σκληρά του δάχτυλα, τη μεγάλη του παλάμη. «Πιστεύω πως μπορούμε να αγαπάμε κάποιον, χωρίς να αγαπάμε τα πράγματα που κάνει. Ήταν ο πατέρας σου. Υπήρχε κάποιος δεσμός ανάμεσά σας». «Ένας δεσμός, ναι». Ήπιε και το τελευταίο του ουίσκι και ακούμπησε το ποτήρι. Έπειτα χάιδεψε το μάγουλό της. «Το αίμα του κυλάει μέσα στις φλέβες μου. Κι αυτός, γλυκιά μου Φι, είναι ο λόγος για τον οποίο δεν θα παντρευτώ ποτέ, γιατί δεν μου αξίζει να έχω μια σύζυγο ή παιδιά αλλά ούτε και η οικογένεια που με μεγάλωσε. Λόγω της κληρονομιάς που μου άφησε. Δεν μπορώ να την επιβάλω και σε άλλους». Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. Ήταν ανεπίτρεπτο να σκέφτεται έτσι αυτός ο άντρας. «Δεν είσαι ο πατέρας σου». Γέλασε χαμηλόφωνα. «Είδες πώς επιτέθηκα στον Μόρις; Έχω τα χέρια του πατέρα μου και το ταμπεραμέντο του. Έχω περάσει όλη μου τη ζωή προσπαθώντας να το ελέγχω, αλλά είναι πάντα εκεί, ελλοχεύει κάτω από την επιφάνεια. Δεν μπορώ να απαλλαγώ». «Ο Μόρις άξιζε τη συμπεριφορά και τις γροθιές σου. Εμένα θα μου έπαιρνε πολύ περισσότερο χρόνο να τον χτυπήσω όπως του αξίζει, οπότε είμαι ευγνώμων που ήσουν εκεί για να το αναλάβεις για χάρη μου».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

273

Γέλασε, και ήταν ένας ήρεμος ήχος που την ευχαρίστησε. Δεν ήθελε να κάνει αυτές τις σκοτεινές σκέψεις, δεν ήθελε να πηγαίνει σε εκείνα τα σκοτεινά μέρη του παρελθόντος που τον στοίχειωναν. Ευχόταν να είχε τη δύναμη να τον κάνει να ξεχάσει τον πατέρα του, όλα όσα ήξερε, όλα όσα είχε δει. Ίσως υπήρχαν κάποια πράγματα που δεν έπρεπε να θυμάται κανείς. «Ήσουν πολύ άγρια», της είπε. «Ο θυμός έχει νόημα». Φίλησε τα δάχτυλά του και του επανέλαβε: «Δεν είσαι ο πατέρας σου». «Μακάρι να μπορούσα να σε πιστέψω». «Μπορείς. Πρέπει». Αναστέναξε. Πώς μπορούσε να του το εξηγήσει; «Ξέρω πως δεν σε θυμάμαι από πριν και πως κάνεις μερικά αινιγματικά σχόλια κατά καιρούς, που δείχνουν ότι μπορεί και να μην ήμασταν και οι καλύτεροι φίλοι – δεν ξέρω γιατί και δεν με νοιάζει. Γιατί σε ξέρω τώρα. Ξέρω ποιος είσαι. Και ξέρω πόσο καλός είσαι. Με άφησες να κρατήσω ένα άλογο, μια γάτα και έναν σκύλο. Μου φέρνεις φαγητό και κάνουμε πικ νικ στον κήπο. Δεν μου φωνάζεις κι ας είμαι μια φρικτή οικονόμος. Δεν παραπονιέσαι που αγοράζω πράγματα για τη Μάρλα με τα χρήματά σου. Προσπαθείς να με βοηθήσεις να θυμηθώ και κάνεις υπομονή όταν δεν θυμάμαι». Άπλωσε το χέρι της και χτένισε τα μαλλιά του με τα δάχτυλά της. «Αρνούμαι να πιστέψω ότι κρύβεται μέσα σου κάποιο κομμάτι του πατέρα σου. Εγώ σε βρίσκω εξαιρετικό». Την τράβηξε στα γόνατά του και πήρε το στόμα της στο δικό του λες και διαφορετικά θα πέθαινε. Ήταν μια αίσθηση που καταλάβαινε πολύ καλά, γιατί δεν ήθελε να περάσει ούτε λεπτό ακόμα χωρίς να τον φιλήσει. Ήταν τόσο χαρούμενη όταν είδε πως ήταν ακόμα εκεί. Σκέφτηκε πως ο χρόνος μαζί του δεν θα της ήταν ποτέ αρκετός. Είχε αρχίσει να απεχθάνεται το φεγγάρι, γιατί όταν ανέτειλε στον ουρανό, εκείνος έφευγε. Προτιμούσε τον ήλιο γιατί τον έφερνε πάλι κοντά της. Τραβήχτηκε, την κοίταξε στα μάτια και μέσα στα δικά


274

LORRAINE HEATH

του είδε μια τόσο έντονη επιθυμία, που έκανε την καρδιά της να χτυπήσει σαν τρελή. Έβαλε τα δάχτυλά του στα μαλλιά της και την κράτησε ακίνητη. «Αυτό μεταξύ μας είναι τόσο επικίνδυνο», είπε με βραχνή φωνή. «Δεν θα μου κάνεις κακό». Ακούμπησε το πιγούνι του στο δικό της, κούνησε το κεφάλι του και είπε: «Δεν θα έπρεπε να είσαι εδώ». «Δεν θέλω να είμαι πουθενά αλλού». «Πατάω σε τεντωμένο σκοινί». «Τι θα πει αυτό;» Έκανε πίσω και της χαμογέλασε πικραμένος. «Ότι θέλω να είμαι μαζί σου με τρόπους που δεν θα έπρεπε να σκέφτεται ένας έντιμος άντρας. Δεν θα σε καταστρέψω. Δεν θα το κάνω». Σκέφτηκε ότι περισσότερο προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του παρά την ίδια. Γιατί ήταν κακό να κολακεύεται που την ήθελε; Μήπως αυτό την έκανε ανέντιμη; Ίσως, αλλά δεν την ένοιαζε. Ήθελε να τον ενθαρρύνει να μη δίνει σημασία, όμως έπειτα θυμήθηκε τον λόγο για τον οποίο ήταν εκεί. Είχε υποσχεθεί να μην του αποσπάσει την προσοχή και τελικά δεν τα είχε καταφέρει. «Μπορείς να μου πεις γι’ αυτή τη συνάντηση που έχεις με τους συνεργάτες σου;» Φάνηκε να ανακουφίζεται από την ερώτησή της, από το γεγονός ότι ήθελε να αλλάξει θέμα, ήθελε να τους απομακρύνει από τον πειρασμό. «Η λέσχη που διοικώ – η λέσχη Ντότζερ. Σου λέει κάτι το όνομα;» τη ρώτησε. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Θα έπρεπε;» «Είναι πολύ γνωστή. Ήξερες ότι τη διοικώ. Απλώς σκέφτηκα ότι…» Κούνησε το κεφάλι. «Δεν έχει σημασία. Τέλος πάντων, ανήκει σε τρεις ιδιοκτήτες. Η μία είναι η γυναίκα που με μεγάλωσε σαν δικό της παιδί». Γούρλωσε τα μάτια και γέλασε. «Μια γυναίκα ιδιοκτήτρια χαρτοπαικτικής λέσχης;»


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

275

«Κάποτε κρατούσε τα βιβλία της. Τριάντα χρόνια πριν, το Λονδίνο ήταν πολύ διαφορετικό, πιο σκοτεινό. Πιο πριν, ακόμα πιο διαφορετικό, ακόμα πιο σκοτεινό. Οι τρεις συνεργάτες επιβίωσαν στους δρόμους, πέτυχαν. Της χρωστάω τη ζωή μου. Χρωστάω σε όλους τους αυτά που έχω τώρα. Πιστεύω, όμως, πως ο σκοπός της αυριανής συνάντησης είναι να αποφασίσουμε το μέλλον της λέσχης και φοβάμαι πως ήρθε η ώρα να κλείσει». «Και τι θα κάνεις αν συμβεί αυτό;» «Δεν είμαι σίγουρος. Ελπίζω να τους πείσω». «Και αν δεν τους πείσεις;» «Θα ανοίξω τη δική μου. Θα ξεκινήσω από την αρχή». «Δεν μπορώ να φανταστώ πόσο δύσκολο είναι να ξεκινάς από την αρχή». Συνοφρυώθηκε. «Αν και μάλλον, κατά κάποιον τρόπο, αυτό κάνω κι εγώ». «Θα έχω ένα πλεονέκτημα, αν πρέπει να αρχίσω από την αρχή. Ήδη ξέρω ό,τι χρειάζεται, ξέρω τι πρέπει να κάνω. Το καινούριο ξεκίνημα μάλλον με ενθουσιάζει. Εδώ και καιρό ήθελα έναν δικό μου χώρο, αλλά τους είμαι πιστός. Γι’ αυτό πρέπει να οργανώσω τις σκέψεις μου, για να τους πείσω ότι ακόμα μπορούν να κερδίσουν χρήματα, ότι μπορώ ακόμα να τους τα εξασφαλίσω». «Θα θυσίαζες το όνειρό σου γι’ αυτούς;» «Αμφιβάλλω ότι θα μπορούσα καν να ονειρεύομαι αν δεν υπήρχαν αυτοί». Πώς μπορούσε να σκέφτεται ότι έμοιαζε έστω και λίγο στον πατέρα του, σε έναν άντρα που πέθανε στην αγχόνη; «Ξέρω πως δεν σε θυμάμαι από παλιά, Ντρέικ Ντάρλινγκ, αλλά σε ξέρω τώρα και μπορώ να σου πω με σιγουριά ότι δεν έχεις ίχνος του πατέρα σου μέσα σου. Η πίστη σε όσους σε βοήθησαν στη ζωή σου, η καλοσύνη σου απέναντί μου… Είσαι ένας άντρας που του αξίζει κάθε καλό. Ελπίζω να το βρεις». «Με κάνεις να ντρέπομαι, Φι». Χάιδεψε το μάγουλό της. «Θα γυρίσεις πριν από τη συνάντηση;» «Μετά».


276

LORRAINE HEATH

Έσκυψε και τον φίλησε βαθιά, για ώρα. Όταν τα χέρια του έσφιξαν το σώμα της, απομακρύνθηκε και σηκώθηκε από τα γόνατά του. «Αυτό ήταν για καλή τύχη», του είπε χαμογελώντας. «Ό,τι κι αν θελήσεις να πετύχεις αύριο στη συνάντηση, θα το καταφέρεις. Σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη». Σ’ αγαπώ, πρόσθεσε σχεδόν. Μπορούσε να τον αγαπήσει ενώ τον ήξερε τόσο λίγο; Χρειαζόταν άραγε τη μνήμη της για να τον γνωρίσει πλήρως; Μάλλον όχι. Έκανε τρία βήματα κι ο Ντρέικ τη φώναξε. Γύρισε κοντά του. «Φι, είσαι μια σπουδαία γυναίκα. Δεν είμαι σίγουρος ότι το είχα αντιληφθεί στο παρελθόν». «Ίσως τότε, λοιπόν, μου δώσεις μια μέρα άδεια». Γέλασε δυνατά. «Ίσως κάνω κάτι καλύτερο και σε πάω στη θάλασσα». «Θα το ήθελα πολύ». Χαμογέλασε πλατιά και βγήκε από το δωμάτιο. Ακόμα κι αν είχε όλες τις αναμνήσεις της, αμφέβαλε αν θα μπορούσε να θυμηθεί μια πιο ευτυχισμένη στιγμή.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

277

Κεφάλαιο 20

Οι συναντήσεις τους λάμβαναν χώρα πάντα σε ένα τετράγωνο τραπέζι στη γωνία της βιβλιοθήκης του Τζακ. Ο Ντρέικ υπέθετε πως ήταν η δική τους εκδοχή της στρογγυλής τράπεζας. Δεν υπήρχε επικεφαλής, δεν υπήρχε κανείς στην άκρη. Είχαν όλοι τη δική τους πλευρά. Ήταν όλοι ίσοι. Από τη στιγμή που έγινε διαχειριστής της λέσχης, είχε μια θέση στο τραπέζι. Όταν ήταν δεκαεπτά, πίστευε ότι θα ήταν εκεί για πάντα. Ο Τζακ Ντότζερ καθόταν απέναντί του. Η Φράνι Μάμπρι στα δεξιά του. ο Κόμης του Κλέιμπορν στ’ αριστερά. Είχαν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια από τα εγκαίνια της λέσχης. Δεν είχαν αλλάξει και πολλά από τότε. Είχαν προστεθεί μερικά παιχνίδια. Δεν δούλευαν πια γυναίκες στο πίσω μέρος. Τα περισσότερα, όμως, ήταν όπως στην αρχή και ο Ντρέικ είχε συνειδητοποιήσει πως αυτό ήταν το πρόβλημα. Αφού έφυγε η Φι το προηγούμενο βράδυ, είχε επιστρέψει στη λέσχη, είχε σταθεί στον εξώστη και είχε οργανώσει τις σκέψεις του ανάμεσα στη φασαρία που προκαλούσαν τα βίτσια των αντρών της υψηλής κοινωνίας. Δεν μπορούσε να φανταστεί τη λέσχη να κλείνει, όχι ενώ οι δουλειές πήγαιναν τόσο καλά. Πίστευε, όμως, πως έπρεπε να γίνουν κάποιες τροποποιήσεις.


278

LORRAINE HEATH

Ο Τζακ σήκωσε το ποτήρι του με το ουίσκι, κηρύσσοντας την έναρξη της σύσκεψης όπως πάντα, με μια πρόποση: «Στη λέσχη και στη ζωή που μας χάρισε». Τσούγκρισαν τα ποτήρια τους. Η λέσχη είχε προσφέρει μια πολύ καλή ζωή στον Ντρέικ. Δεν ήταν συνιδιοκτήτης, αλλά το εισόδημά του προερχόταν από τα κέρδη και δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητο. «Συγκάλεσα αυτή τη σύσκεψη», ξεκίνησε ο Τζακ, «γιατί οι εποχές αλλάζουν και δεν ξέρω αν είμαι διατεθειμένος να αλλάξω μαζί τους». «Αυτό θα ήταν ανόητο», είπε ο Ντρέικ. Στον κύκλο τους, δεν είχε διστάσει ποτέ να πει την άποψή του. Τον άκουγαν. Δεν συμφωνούσαν πάντα, αλλά άκουγαν. Ο Τζακ συνοφρυώθηκε. «Έτσι λες;» «Αν θέλεις να συνεχίσουν να αυξάνονται τα κέρδη σου, πρέπει να είσαι πρόθυμος να προσαρμοστείς». «Η λέσχη τα πήγε μια χαρά ως τώρα. Εξάλλου, η προσαρμογή δεν ήταν πάντα το δυνατό μου σημείο». Ο Ντρέικ ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται με τον αποφασιστικό τόνο του Τζακ. «Είναι, όμως, δικό μου. Η λέσχη εξυπηρετεί μόνο την αριστοκρατία. Τα περισσότερα μέλη μας, ωστόσο, δυσκολεύονται. Για πολλά από αυτά, τα οικογενειακά ταμεία δεν είναι πια όπως ήταν. Η βιομηχανοποίηση τα αλλάζει όλα. Όσοι είναι πλούσιοι τώρα δεν έχουν τίτλους. Είναι απλώς οραματιστές. Ασχολούνται με τις κατασκευές, τον σιδηρόδρομο, τη γη. Είναι αρχιτέκτονες, επενδυτές, κατασκευαστές. Ψάχνουν επιβεβαίωση, γιατί, παρά τον πλούτο τους, δεν είναι γαλαζοαίματοι, και αυτό έχει σημασία εδώ. Ας ανοίξουμε τη λέσχη και σ’ αυτούς». Ο Τζακ ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας του. «Σε βλέπω πολύ ένθερμο». «Ναι, είμαι, γιατί το καταλαβαίνω». Κοίταξε γύρω του στο τραπέζι. «Όλοι πρέπει να το καταλάβετε. Έχουμε μια ευκαιρία να διευρύνουμε τα κέρδη μας, ίσως να κάνουμε τη διαφορά και να γκρεμίσουμε ένα μέρος του τοίχου που


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

279

χωρίζει την αριστοκρατία από τον απλό άνθρωπο». «Δεν θέλεις κάτι παραπάνω από τη διαχείριση μιας χαρτοπαικτικής λέσχης;» ρώτησε η δούκισσα, κοιτάζοντάς τον με τα γαλάζια μάτια της. Πάντα αγαπούσε τον τρόπο που τον κοίταζε κατάματα. «Το έχω συνηθίσει και το απολαμβάνω. Το μόνο που θα ήθελα παραπάνω είναι να είχα τη δική μου λέσχη». «Και γιατί δεν το κάνεις;» ρώτησε ο κόμης του Κλέιμπορν. Ο Ντρέικ κοίταξε γύρω του στο τραπέζι. «Γιατί χρωστάω σε όλους σας την ευκαιρία που μου δώσατε να βελτιώσω τη ζωή μου. Δεν θα δείξω την εκτίμησή μου ανοίγοντας μια ανταγωνιστική επιχείρηση». Ο Κλέιμπορν κοίταξε με νόημα τον Τζακ, που έμεινε σχεδόν ατάραχος. «Σου το είπα». Ο Ντρέικ παραξενεύτηκε. Δεν είχε καλό προαίσθημα για όλο αυτό. Δεν του άρεσε καθόλου που ένιωθε ότι συνέβαινε κάτι παραπάνω απ’ ό,τι νόμιζε αρχικά. «Τι του είπες;» Η δούκισσα άπλωσε το χέρι της και το έβαλε πάνω στο δικό του. «Ο Τζακ σκέφτηκε ότι θυσιάζεις τα όνειρά σου για κάτι που θεωρείς δικό μας όνειρο». «Δεν θυσιάζω τίποτα». «Τότε δεν θα σε πειράξει που θα ολοκληρώσουμε τη συνεργασία μας», είπε ο Τζακ. Τα λόγια του ακούγονταν οριστικά. «Το συζητήσατε ήδη; Έχετε πάρει την απόφασή σας;» «Ναι». «Κλείνετε τη λέσχη;» Ο Τζέικ έγνεψε καταφατικά. «Υποθέτω πως θα πάψει να λειτουργεί». Ο Ντρέικ σκέφτηκε όλες τις ώρες που είχε αφιερώσει, τη δουλειά, την προσπάθεια. Τα σχέδια που είχε ελπίσει να εφαρμόσει. «Θα την αγοράσω. Έχω χρήματα στην άκρη. Πείτε μου μια τιμή». Ο Τζακ τον κοίταξε ικανοποιημένος. «Μου χρωστάς


280

LORRAINE HEATH

πέντε λίρες, Κλέιμπορν. Σου το είπα πως θα την ήθελε». «Γιατί να μην τη θέλω;» ρώτησε ο Ντρέικ. «Εκτός αν προτιμούν να την πάρουν οι γιοι σου». «Τι να την κάνουν; Δεν έχουν σχέση με την πιάτσα», είπε ο Τζακ. «Δεν θα ενδιαφέρονταν ποτέ για όλη αυτή τη δουλειά που χρειάζεται για να λειτουργήσει ένα τέτοιο μέρος. Εξάλλου, συμφωνήσαμε όλοι από τη μέρα που πήρες τα ηνία πως, αν είχες ταλέντο στη διαχείριση, κάποια στιγμή θα σου την προσφέραμε. Έχεις ταλέντο, αγόρι μου. Πολύ ταλέντο». «Τότε αυτή η συνάντηση…» «Ήταν για να δούμε αν το έχεις ακόμα». «Δεν μπορούσατε να είστε λίγο πιο ευθείς;» «Θα έπρεπε να με ξέρεις αρκετά καλά για να περιμένεις ότι δεν θα σου την έδινα χωρίς να σε στριμώξω λίγο. Τα καταφέρνεις πολύ καλά στη δουλειά σου, αλλά ήθελα να είμαι βέβαιος ότι ήσουν ακόμα παθιασμένος. Με έπεισες». Ο Ντρέικ ένιωσε το στήθος του να φουσκώνει από ανακούφιση, το μυαλό του να εκρήγνυται από τις χιλιάδες δυνατότητες. «Ποια είναι η τιμή;» «Το μερίδιό μου πηγαίνει σε σένα. Πες ότι είναι η κληρονομιά σου», του είπε η δούκισσα, χαμογελώντας. Ήταν πολλά γι’ αυτόν, υπερβολικά πολλά. Δεν τα άξιζε. Έπρεπε να της το εξηγήσει. Έπειτα, όμως, άκουσε τα λόγια εκείνα που είχαν ειπωθεί από τη Φι, Δεν είσαι ο πατέρας σου. Και πάλι, όμως, κούνησε το κεφάλι. «Δεν μπορώ να την πάρω από τα παιδιά σου». «Κι εσύ παιδί μου είσαι». «Ο νόμος δεν με αναγνωρίζει ως τέτοιο». Τον κοίταξε. «Λες να με ενδιαφέρει για το τι αναγνωρίζει ο νόμος; Ήμουν κλέφτρα πολύ πριν γίνω δούκισσα». «Και ξεροκέφαλη», είπε ο Κλέιμπορν. «Δέξου το δώρο σου με χαρά, μικρέ». Ο Ντρέικ κοίταξε τη δούκισσα. «Μου έχεις δώσει ήδη τόσα πολλά».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

281

Του χαμογέλασε. «Εσύ μου έδωσες περισσότερα». «Τότε δέχομαι τη γενναιόδωρη προσφορά σου με περισσότερη ευγνωμοσύνη απ’ όση θα μπορούσα να εκφράσω». Διαπραγματεύτηκε με τον Κλέιμπορν και τον Τζακ για τα μερίδιά τους. Εντυπωσιάστηκαν από την οξυδέρκειά του, αν και περίμεναν πως θα τους έκανε μια προσφορά για την επιχείρηση. Έβαλαν κι άλλο ουίσκι για να κλείσουν τη συμφωνία. Ο Ντρέικ σηκώθηκε όρθιος. «Είμαι πολύ συγκινημένος. Ήλπιζα να σας πείσω να μην κλείσετε τη λέσχη. Η φήμη της συνδέεται με σας. Θα την αλλάξω για να προσαρμοστεί στην εποχή της. Αν δεν έχετε καμία αντίρρηση, θα ήθελα να αλλάξω το όνομά της για να την κάνω πραγματικά δική μου». «Εσύ είσαι τώρα ο ιδιοκτήτης», του είπε η δούκισσα. «Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις». «Θα σε κάνω περήφανη», της υποσχέθηκε. «Αγαπημένε μου γιε, με κάνεις περήφανη από τη μέρα που έγινες δικός μου». Ήταν ανόητο να περιμένει στο παράθυρο η Φι και να κοιτάζει στον δρόμο μέχρι να γυρίσει ο Ντρέικ. Της είχε πει ότι θα ερχόταν στο σπίτι μετά τη συνάντηση, αλλά δεν είχε ιδέα πόση ώρα θα έπαιρνε ούτε πόσο γρήγορα θα επέστρεφε μετά. Μπορεί να έμενε στη λέσχη για να δουλέψει. Δεν ήταν γυναίκα του, ερωμένη του, φίλη του. Ήταν η οικονόμος του, η υπηρέτριά του, η πλύστρα του, αυτή που γυάλιζε τις μπότες του, που του έτριβε την πλάτη. Ακόμα κι αν είχε τη χαρά να το κάνει μόνο μια φορά. Τα χέρια της ήταν πλέον καλά. Μπορούσε να του ξαναπλύνει την πλάτη. Θα ήθελε, όμως, να πλύνει κάτι παραπάνω: τα μαλλιά, τα χέρια, το στήθος του. Θα ήταν καλύτερα να σταματούσε εκεί. Αν έπλενε το υπόλοιπο σώμα του, θα έδειχνε μεγάλη οικειότητα, αλλά ίσως…


282

LORRAINE HEATH

Είχε τολμήσει να περπατήσει σε ένα πάρκο που την τρόμαζε για κάποιο λόγο. Γιατί να μην τολμούσε να εξερευνήσει κι εκείνον; Σκέφτηκε πως θα ήταν πολύ πιο ευχάριστη δραστηριότητα. Αναστέναξε και πίεσε το μέτωπό της στο τζάμι. Είχε δουλειές να κάνει, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε μία· είχε κι άλλα μαθήματα μαγειρικής, αν και εκείνη τη στιγμή δεν ήξερε αν θα μπορούσε ποτέ να ξαναφάει, το στομάχι της είχε δεθεί κόμπος. Δεν ήθελε να τον μαλώσουν ή να τον κάνουν να σκεφτεί ότι δεν μπορούσε να πετύχει αυτά που ήθελε, γιατί μπορούσε. Δεν ήθελε να τον πληγώσουν, να μειώσουν την αυτοπεποίθησή του. Ήθελε να είναι σ’ εκείνο το δωμάτιο και να τιμωρήσει όποιον τον έκανε να νιώσει κατώτερος. Όχι πως την είχε ανάγκη για να τον σώσει. Ήταν κάτι παραπάνω από ικανός να χειριστεί μόνος του το ζήτημα. Απλώς ήθελε να είναι σύντροφός του, να συμμετέχει στη ζωή του, στα σχέδιά του, στα όνειρά του. Θεέ μου, ακουγόταν σαν τη Μάρλα με τις ρομαντικές ιστορίες της για τις υπηρέτριες και τους κυρίους του σπιτιού. Σε λίγο θα φανταζόταν τον Ντρέικ να της δηλώνει την αιώνια αγάπη του. Ανόητο κορίτσι. Πρόσεξε μια άμαξα να σταματάει μπροστά στο σπίτι και τον είδε να βγαίνει. Έτρεξε στην πόρτα, την άνοιξε και παραλίγο να πέσει πάνω του μόλις μπήκε. Τα γρήγορα αντανακλαστικά του, τα χέρια του στους ώμους του, ήταν τα μόνο πράγματα που έσωσαν τη μύτη της και το στήθος του. Τον κοίταξε και προσπάθησε να αποκρυπτογραφήσει τα μάτια της, αλλά το βλέμμα του έμοιαζε αδιαπέραστο σαν παντζούρια την ώρα της καταιγίδας. «Λοιπόν;» τον ρώτησε. «Έχεις μπροστά σου τον νέο ιδιοκτήτη της λέσχης». Τη σήκωσε ψηλά, γελώντας, την έσφιξε πάνω του και άρχισε


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

283

να τη στριφογυρίζει στον αέρα μέχρι που ζαλίστηκε. Όταν την άφησε τελικά κάτω, τον ρώτησε: «Μα πώς;» «Μεγάλη ιστορία. Θα σου εξηγήσω αργότερα. Τώρα θα βγούμε για να το γιορτάσουμε».

Ευχήθηκε να είχε κάτι σατέν ή μεταξωτό να φορέσει, αλλά τουλάχιστον είχε φυλάξει την μπλούζα και τη φούστα που της είχε φέρει εκείνο το δεύτερο πρωί για μια ξεχωριστή περίσταση. Τα μανίκια ήταν μακριά, τα κουμπιά της μπλούζας έφταναν ως τον λαιμό της. Δεν είχε κοσμήματα ούτε ένα χτενάκι με πέρλες για τα μαλλιά. Παρ’ όλα αυτά, με τη βοήθεια των επιδέξιων χεριών της Μάρλα, τα ξανθά μαλλιά της πιάστηκαν ψηλά σε έναν κομψό κότσο που άρμοζε σε κάθε αίθουσα χορού… ή ταβέρνα. Δεν θυμόταν ποτέ να βρίσκεται σε ένα μέρος με τόσο θορυβώδεις ανθρώπους, αλλά σίγουρα δεν ήταν η πρώτη φορά. Εκείνη και ο Ντρέικ κάθονταν σε ένα τραπέζι στη γωνία, με ένα ποτήρι μπίρα μπροστά τους, περιμένοντας να τους φέρουν λίγη πίτα του βοσκού. «Συγγνώμη, δεν είναι πολύ σπουδαίο», της είπε. Χαμογέλασε. «Δεν θα μπορούσα να ξέρω αν είναι ή όχι. Δεν έχω τίποτα για να το συγκρίνω, αλλά μου αρέσει η ζωηρή ατμόσφαιρα που επικρατεί. Έρχεσαι συχνά εδώ;» «Για μια μπίρα κάθε τόσο». Ήθελε να απομακρύνει τα μαλλιά από τα μάτια του, να του πιάσει το χέρι, να τον αγκαλιάσει. Έμοιαζε σαν να μην είχε πια κανένα βάσανο. Δυνατός, όμορφος, σίγουρος για τον εαυτό του, για τον κόσμο, για τη θέση του σ’ αυτόν. Της είχε πει τα πάντα για τη συνάντηση, για την έκπληξή του που του έδωσαν ή του πούλησαν τα μερίδιά τους. Είχε θαυμάσει την ταπεινότητά του, το πόσο είχε συγκινηθεί από τη γενναιοδωρία τους. Δεν θεωρούσε τίποτα δεδομένο. «Θα δώσεις άλλο όνομα στη λέσχη; Νομίζω πως πρέπει. Είναι δική σου τώρα».


284

LORRAINE HEATH

«Σκεφτόμουν να της δώσω το όνομα Δίδυμοι Δράκοι», της είπε. «Μ’ αρέσει, αλλά γιατί δίδυμοι;» «Γιατί θέλω να αντιπροσωπεύει το παλιό και το καινούριο. Μέχρι τώρα, θα έπρεπε κανείς να ανήκει στην αριστοκρατία για να γίνει μέλος της λέσχης». Ανασήκωσε τους ώμους. «Έκανα, βέβαια, μια εξαίρεση για έναν Αμερικανό, γιατί έβλεπα τι έρχεται σιγά σιγά. Η αριστοκρατία δεν είναι πια αυτή που ήταν. Δημιουργείται μια νέα ελίτ. Άνθρωποι χωρίς τίτλους, αλλά με πλούτη αφάνταστα για τους πολλούς. Έχουμε ακόμα, όμως, ένα ταξικό σύστημα, το οποίο γνωρίζω, γιατί μεγάλωσα μέσα σ’ αυτό. Η οικογένεια που με ανέθρεψε – εκείνος είναι δούκας, εκείνη είναι δούκισσα». Η Φι γούρλωσε τα μάτια. «Σε μεγάλωσαν ευγενείς;» Πάντα θεωρούσε ότι είχε μια πιο εκλεπτυσμένη πλευρά αλλά και κάτι άγριο και επικίνδυνο. Ήταν παράξενο, όμως ένιωθε να τη γοητεύουν και οι δύο πτυχές του. «Ναι. Μου φέρθηκαν σαν να ήμουν δικός τους, αλλά έξω από το σπίτι τους οι γιοι τους είναι λόρδοι, η κόρη τους λαίδη και εγώ ο κύριος Ντάρλινγκ. Παρότι δεν με έκαναν ποτέ να νιώσω κατώτερος, η κοινωνία δεν με αποδέχτηκε ούτε στιγμή ως όμοιό τους. Δεν είμαι πικραμένος. Δεν είμαι θυμωμένος. Το καταλαβαίνω, όμως. Όλοι αυτοί οι πλούσιοι κύριοι περιμένουν να μπουν στη λέσχη με τις μύτες τους κολλημένες στις τζαμαρίες… και θέλω να τους αφήσω να μπουν». «Παίρνοντας τα χρήματά τους στα χαρτιά». «Σε ένα τυχερό παιχνίδι όλοι είναι ίσοι. Η μοίρα δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τάξεις, τίτλους και θέσεις». «Και οι γυναίκες;» Την κοίταξε, εμφανώς σαστισμένος. «Με ενδιαφέρει να διοικήσω μόνο μια χαρτοπαικτική λέσχη, δεν ενδιαφέρομαι για την πορνεία». Γέλασε ειρωνικά. «Δεν είμαι σίγουρη αν πρέπει να θυμώσω ή να εκπλαγώ που το μυαλό σου πήγε


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

285

κατευθείαν εκεί. Μιλούσα για γυναίκες που θα συμμετείχαν στα παιχνίδια της λέσχης σου. Σίγουρα θα στέκονται κι εκείνες με τη μύτη κολλημένη στις βιτρίνες. Γιατί να μην τις αφήσεις και αυτές να μπουν;» «Ριζοσπαστική ιδέα. Θα τη σκεφτώ όσο θα κάνω την ανακαίνιση». «Θα την ανακαινίσεις;» Έγνεψε καταφατικά. «Θέλω να την εκμοντερνίσω λίγο. Θέλω να της δώσω χαρακτήρα. Είναι το όνειρό μου και θέλω να αντανακλά τις αξίες, τα πιστεύω μου». Το ήξερε πως θα έφτιαχνε ένα ξεχωριστό μέρος. «Χαίρομαι που μοιράστηκες μαζί μου τα σχέδιά σου. Είναι υπέροχο να έχεις τον δικό σου χώρο, να μπορέσεις να κάνεις τη διαφορά. Είναι πολύ πιο σπουδαίο από το δικό μου». «Όλα τα όνειρα είναι ίσα. Δεν μπορούν να μετρηθούν ή να συγκριθούν με τα όνειρα κάποιου άλλου. Είναι πολύ προσωπικά. Η αξία τους έγκειται στο πρόσωπο που έχει το κάθε όνειρο». «Πιστεύεις πολύ στην ισότητα των πραγμάτων και των ανθρώπων, έτσι;» «Ναι, πάρα πολύ. Τουλάχιστον για τους άλλους». Μια σκιά κάλυψε τα χαρακτηριστικά του. Άπλωσε το χέρι του, έπιασε το δικό της και της χάιδεψε τα δάχτυλα με τον αντίχειρά του. Φορούσε τα δερμάτινα γάντια της, αλλά τα είχε βγάλει για να φάει. Χάρηκε που το δέρμα του άγγιζε το δικό της. «Μερικές φορές σε ζηλεύω που δεν θυμάσαι το παρελθόν σου». «Δεν πρέπει να αφήσεις τις αναμνήσεις του πατέρα σου να καταστρέψουν αυτή τη νύχτα ή να επισκιάσουν επιτεύγματά σου. Οι ιδιοκτήτες της λέσχης σου εμπιστεύτηκαν κάτι που έχτισαν από το μηδέν. Έχουν εμπιστοσύνη στις ικανότητές σου. Κι εγώ το ίδιο». Έκλεισε τα μάτια και κούνησε το κεφάλι. «Φι…» Η καρδιά της σφίχτηκε. «Μην το χαλάσεις». Άνοιξε τα μάτια του και εκείνη του έσφιξε το χέρι. «Μη


286

LORRAINE HEATH

μου πεις πως όταν επιστρέψει η μνήμη μου δεν θα σε συμπαθώ πια. Γιατί δεν το πιστεύω. Δεν θα το πιστέψω. Ξέρω τι νιώθω για σένα αυτή τη στιγμή και ξέρω βαθιά στην καρδιά μου, μέσα στην ψυχή μου, ότι δεν θα νοιαστώ ποτέ για κανέναν άλλον όπως νοιάζομαι για σένα. Ας γιορτάσουμε απόψε που το όνειρό σου έγινε πραγματικότητα. Χόρεψε μαζί μου». Μια ομάδα τριών μουσικών έπαιζε χαρούμενους σκοπούς. Ο κόσμος χόρευε σε μια άλλη γωνιά της ταβέρνας. «Δεν είναι βαλς», της είπε. «Φαίνεται, όμως, πολύ διασκεδαστικό». Την τράβηξε για να σηκωθεί και την οδήγησε στη μέση της αυτοσχέδιας πίστας. Η μουσική ήταν λάθος, εντελώς λάθος, αλλά εκείνοι χόρεψαν βαλς. Ή τουλάχιστον προσπάθησαν. Δεν είχαν χώρο. Εκείνος, όμως, χαμογελούσε. Φαινόταν το λακκάκι του. Αγαπούσε αυτό το χαμόγελο, λάτρευε εκείνο το λακκάκι. Λάτρευε τον τρόπο που έλαμπαν τα μάτια του. Ήταν ένας άντρας που προσπαθούσε να απαλλαγεί από το παρελθόν του, ενώ εκείνη δεν είχε παρελθόν. Δεν την ένοιαζε πια τι είχε συμβεί πριν. Την ένοιαζε μόνο το τώρα, την ένοιαζε να είναι μ’ αυτόν τον άντρα. Αυτόν τον άντρα που ήξερε τι σημαίνει να κολλάς τη μύτη σου στο τζάμι, έναν άντρα που τώρα άνοιγε μια πόρτα στους άλλους. Που ζύγιζε όλες τις πράξεις του σε σχέση με ένα παρελθόν που εκείνη δεν ήξερε σχεδόν καθόλου. Έναν άντρα σπουδαίο, με τόση καλοσύνη μέσα του, που ο ίδιος δυσκολευόταν να αναγνωρίσει. Το πλήθος τους έφερε ακόμα πιο κοντά και εκείνη σηκώθηκε στις μύτες και τον φίλησε. Ίσως την είχε μεθύσει η μπίρα, η μουσική, το πλατύ χαμόγελό του, αλλά ήθελε τα χείλη του πάνω στα δικά της. Δεν την ένοιαζε που ήταν το αφεντικό της και μια τέτοια κίνηση ήταν ανάρμοστη. Δεν την ένοιαζε που ήταν υπηρέτριά του και τίποτα σοβαρό δεν θα μπορούσε ποτέ να προκύψει


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

287

ανάμεσά τους. Δεν την ένοιαζε για το παρελθόν του ή για την απουσία του δικού της. Την έσφιξε πιο κοντά του, την ώρα που το στόμα του υποδέχτηκε άπληστα το δικό της. Άκουσε τα σφυρίγματα και τις επευφημίες. Όταν τραβήχτηκε, τα μάτια του ήταν πιο σκοτεινά από ποτέ, φλέγονταν από πόθο, καίγονταν γι’ αυτήν. Χρειαζόταν αναμνήσεις, τις λαχταρούσε. Ήθελε η αποψινή νύχτα να της χαρίσει μερικές που δεν θα ξεχνούσε ποτέ. Με το χέρι του γύρω από τους ώμους της, την κρατούσε σιωπηλός κοντά του μέσα στην άμαξα που τους γύρισε πίσω. Ήταν σιωπηλός καθώς ξεκλείδωνε την πόρτα και την οδήγησε μέσα στο σπίτι. Ήταν σιωπηλός καθώς ετοίμαζε την μπανιέρα. Ήταν σιωπηλός καθώς τη σήκωσε στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στον πάνω όροφο. Μόνο όταν έφτασαν έξω από το μπάνιο, τότε της είπε: «Ονειρευόμουν να σε κάνω μπάνιο». Κοιτάζονταν στα μάτια. Είδε την ειλικρίνειά τους. Την πλημμύρισε ζεστασιά. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Έχω ονειρευτεί πολύ περισσότερα από το να σε κάνω απλώς μπάνιο», είπε σιγανά. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να γνέψει πάλι καταφατικά. «Αν οποιαδήποτε στιγμή κάνουμε κάτι που δεν θέλεις, πρέπει απλώς να πεις όχι». «Δεν νομίζω πως αυτή η λέξη θα υπάρχει στο λεξιλόγιό μου απόψε». Λέξεις επιτέλους, λέξεις που ενθάρρυναν, που έδιναν την άδεια. Με ένα απαλό μουγκρητό, τη φίλησε ξανά. Πέρασε τα χέρια της από τα πυκνά μαύρα μαλλιά του. Ήταν ένας άντρας με πολλά ταλέντα. Την κράτησε, τη φίλησε και τη σήκωσε μέχρι το μπάνιο τόσο απαλά όσο απαλά κινείται κι ένας πατινέρ στον πάγο. Μια εικόνα της να κάνει πατινάζ σε μια παγωμένη


288

LORRAINE HEATH

λίμνη στην καρδιά του χειμώνα με χιονισμένα κλαδιά πάνω από το κεφάλι της ξαφνικά τρύπωσε στο μυαλό της, αλλά την έδιωξε για να την εξετάσει πολύ πολύ αργότερα. Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για την εισβολή των αναμνήσεών της. Ήταν η στιγμή για να δημιουργηθούν καινούριες. Σιγά, σιγά, με το σώμα της να γλιστράει πάνω στο δικό του, την ακούμπησε στο πάτωμα και έκανε ένα βήμα πίσω. «Θα αφήσουμε τα μαλλιά σου πιασμένα για να μη βραχούν». «Θα μου άρεσε να μου τα λούσεις κάποια στιγμή». «Αύριο». Άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά της. «Προσπάθησα πολύ να μη δω πώς είσαι όταν σου έβγαζα τα ρούχα τη νύχτα που σε βρήκα στο ποτάμι». «Τα κατάφερες;» ρώτησε ξέπνοα την ώρα που άνοιγε την μπλούζα της. «Τα πόδια σου με ξετρέλαναν. Δεν είσαι ψηλή κι όμως είναι τόσο μακριά, και μου αρέσουν πολύ τα μακριά πόδια». «Και τα δικά σου είναι μακριά. Το πρόσεξα αμέσως». Γέλασε, βαθιά, δυνατά. «Δεν είναι τα μόνα που είναι μακριά». Ένιωσε το πρόσωπό της να φλέγεται, γιατί ήταν σίγουρη, κρίνοντας από το πονηρό του βλέμμα, ότι είχε πει κάτι που δεν έπρεπε. Έσκυψε το κεφάλι και το ακούμπησε στο στήθος του. «Δεν ξέρω αν μπορώ να αστειεύομαι γι’ αυτό». Έπιασε το κεφάλι της και το σήκωσε προς τα πάνω. «Σε θέλω πάρα πολύ, Φι. Δεν θέλω, όμως, να σε πιέσω και δεν θα κάνω τίποτα που να σε κάνει να νιώσεις άβολα». «Το ξέρω. Δεν νιώθω άβολα. Δεν διστάζω καν. Κι εγώ σε θέλω. Απλώς δεν θα μου άρεσε να απογοητευτείς». «Δεν θα απογοητευτώ». Έβγαλε τα ρούχα της αργά, προστατευτικά, σαν να αγγίζει πρώτη φορά γυναίκα. Παπούτσια, κάλτσες, μεταξωτά εσώρουχα που φίλησε πριν αφαιρέσει,


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

289

γεμίζοντας το δέρμα της με υγρασία. Έπειτα γονάτισε μπροστά της, κοιτάζοντάς την. «Είναι σαν να σε βλέπω για πρώτη φορά». «Εκτός από τα πόδια μου». Χαμογέλασε. «Εκτός από τα πόδια σου». Πέρασε τα μεγάλα, ζεστά και άγρια χέρια του από πάνω τους, στέλνοντας ρίγη απόλαυσης σε όλο της το κορμί. Σηκώθηκε όρθιος, πήρε το χέρι της και τη βοήθησε να μπει στην μπανιέρα. Την ώρα που βυθίστηκε στο νερό, χαμογέλασε. «Μια ιδέα πιο ζεστό». Με τα μάτια του να μην αφήνουν ποτέ τα δικά της, έβγαλε το σακάκι, το γιλέκο και τη γραβάτα του. Ξεκούμπωσε τρία κουμπιά από το πουκάμισό του και τα μανικετόκουμπα και γύρισε τα μανίκια του, ενώ η Φι αναρωτιόταν γιατί τούτη η τελευταία κίνηση έμοιαζε τόσο αισθησιακή, ακόμα περισσότερο κι από το να είχε βγάλει εντελώς το πουκάμισό του. Γονάτισε πλάι στην μπανιέρα, έβαλε το ένα του χέρι στο νερό και το πέρασε από τα δάχτυλα των ποδιών της, το πέλμα, τους αστραγάλους, τις γάμπες, τους γοφούς της και πάλι πίσω. Λίγο πιο πάνω, λίγο πιο ψηλά, και πάλι πίσω. «Το δέρμα σου είναι σαν μετάξι», είπε βραχνά. «Και το δικό σου σαν βελούδο». «Μάλλον σαν γυαλόχαρτο». Κούνησε το κεφάλι της. «Όχι». Το χέρι του πήγε πιο πάνω, πέρασε από τον έναν γοφό, έφτασε στη μέση της, γλίστρησε στα πλευρά της, κι έπειτα λίγο πιο πάνω μέχρι που ανασήκωσε το ένα της στήθος στην επιφάνεια του νερού. Έσκυψε και άρχισε να κάνει κύκλους με τη γλώσσα του γύρω από τη θηλή της, ενώ τα χέρια της ήταν και πάλι στα μαλλιά του, κρατώντας τον κοντά της. Το χέρι του συνέχιζε να μαλάζει το στήθος της, ενώ το στόμα του είχε κλείσει γύρω από το ροζ απαλό του κέντρο. Ήταν ευγνώμων που δεν θα έχανε αυτές τις


290

LORRAINE HEATH

αναμνήσεις. Δεν μπορεί να το είχαν ξανακάνει αυτό, αφού είπε πως ήταν σαν να τη βλέπει για πρώτη φορά. Είχαν φιληθεί, ναι, αλλά δεν μπορεί να είχαν προχωρήσει περισσότερο. Σίγουρα θα της φαινόταν πολύ οικείο, θα είχε η μνήμη της κάποιες ξαφνικές αναλαμπές. Δεν υπήρχε τίποτα, όμως, εκτός από το σάστισμα των αισθήσεών της, λες και ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν σε επαφή μαζί τους. Πέρασε το στόμα του από την κοιλότητα του λαιμού της, δάγκωσε την απαλή σάρκα με ένα μουγκρητό ικανοποίησης και εκείνη έγειρε πίσω το κεφάλι για να του δώσει πιο εύκολη πρόσβαση. Το χέρι του κατέβηκε πιο κάτω, κι άλλο πιο κάτω, ακόμα πιο κάτω, μέχρι που τα δάχτυλά του την άνοιξαν και εκείνη κυριεύτηκε από ικανοποίηση. Άφησε μια μικρή κραυγή, κάτι ανάμεσα σε βογκητό και αναστεναγμό. «Όχι ακόμα», μουρμούρισε, και εκείνη δεν ήξερε αν μιλούσε σ’ αυτήν ή στον εαυτό του, πάντως τα δάχτυλα και το στόμα του την εγκατέλειψαν. Άνοιξε τα μάτια της και τον είδε να πιάνει το σαπούνι. Το έτριψε με τα χέρια του. Σήκωσε το ένα της πόδι και πέρασε το σαπούνι ανάμεσα στα δάχτυλά της, πάνω από τη φτέρνα της. Άγριο βελούδο πάνω σε απαλό σατέν. Το σαπούνι πρόσθετε μια διαφορετική, ευχάριστη υφή, αν και εκείνη λαχταρούσε μόνο τα γυμνά του χέρια. Την έπλυνε αργά, κάθε καμπύλη της, κάθε γωνιά και κάθε κοιλότητα, χωρίς να βιάζεται, εξερευνώντας κάθε χιλιοστό της λες και ήταν όντως η πρώτη φορά που την κοίταζε. Έβλεπε την ικανοποίηση στα μάτια του, το πάθος που τα έκανε ακόμα πιο σκοτεινά. Για άλλη μια φορά, άπλωσε το χέρι και χάιδεψε τα μαλλιά του. Ήθελε κι εκείνη να τον αγγίξει, το είχε ανάγκη. «Έλα κι εσύ», του είπε. Την κοίταξε. Τον πιτσίλισε με λίγο νερό. «Εδώ μέσα. Μπορώ να σε πλένω ενώ με πλένεις». Έσκυψε και τη φίλησε στο στόμα, ενώ η γλώσσα του την εξερευνούσε με την ίδια ένταση που είχαν και τα


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

291

χέρια του, λες και μπορούσε να μάθει πάλι κάτι καινούριο γι’ αυτήν. Η σχέση τους θα άλλαζε. Το ήξερε αυτό, αλλά έτσι κι αλλιώς είχε ήδη αλλάξει. Δεν έκανε τις δουλειές της στο σπίτι γιατί ήταν καθήκον της. Τις έκανε γιατί ήθελε να τον ευχαριστεί. Ήθελε να είναι ευτυχισμένος. Ήθελε να θέλει να έρχεται κοντά της. Ήθελε να τον υποδέχεται με ένα χαμόγελο και ένα φιλί. Ήθελε να την παίρνει στην αγκαλιά του. Ήθελε να επιστρέφει τα μεσάνυχτα, να γλιστράει πλάι της στο κρεβάτι και να την αγκαλιάζει. Ήθελε να κοιμάται στο πλευρό της και η αναπνοή του να συγχρονίζεται με τη δική της. Όλα έμοιαζαν σωστά. Από τη στιγμή που είχε ξυπνήσει στο κρεβάτι του, κάποια πράγματα έμοιαζαν σωστά και κάποια άλλα λάθος. Εκείνος ήταν σωστός. Πάντα τον ένιωθε σωστό. Τα αισθήματά της γι’ αυτόν ήταν τα μόνα που εμπιστευόταν. Ήταν αληθινά, ήταν απόλυτα. Δεν έκρυβαν καμία αμφιβολία. Σηκώθηκε όρθιος και έβγαλε το πουκάμισό του. Είχε ξαναδεί αυτό το στέρνο, αλλά πάντα τη γοήτευε. Το επίπεδο στομάχι του. Έβγαλε τις μπότες και έπειτα το παντελόνι του. Ω, ναι, ήταν ένας άντρας με εντυπωσιακά προσόντα. Μπήκε στην μπανιέρα, με τα πόδια του στα πλευρά της. Σήκωσε τα δικά της και τα ακούμπησε στο στήθος του, ενώ εκείνος βυθίστηκε στο νερό, του οποίου η στάθμη ανέβηκε απότομα και απείλησε να χυθεί. Έπιασε το πόδι της, φίλησε τα δάχτυλά της, τον αστράγαλο, τη γάμπα της. Ο διάβολος είχε φωλιάσει στα μάτια του. Λάτρευε αυτόν τον διάβολο. Βρήκε το σαπούνι κοντά στον γοφό της, το έπιασε και έτριψε τα χέρια της. Γονάτισε και άρχισε να τον πλένει. «Ήμουν πολύ ανόητη που έπλυνα μόνο την πλάτη σου», του είπε, περνώντας τα χέρια της από το στήθος, από τα χέρια του.


292

LORRAINE HEATH

«Εγώ ήμουν ο ανόητος που δεν επέμεινα να κάνεις κάτι παραπάνω». Έβαλε τα χέρια του στα πλευρά της, με τους αντίχειρες κάτω από το στήθος της, και την τράβηξε κοντά του, γεμίζοντάς τη με φιλιά. «Μου αποσπάς την προσοχή από τη δουλειά μου», του είπε. «Συγκεντρώσου». Πώς μπορούσε, όμως, να συγκεντρωθεί, την ώρα που της προκαλούσε τέτοια συναισθήματα; Βύθισε τα χέρια της στο νερό και χάιδεψε τους γοφούς του. Σταμάτησε. «Ώστε τώρα έχω την προσοχή σου», του είπε. «Πάντα είχες την προσοχή μου». Κούνησε τα χέρια της και τύλιξε τα δάχτυλά της γύρω από τον καυτό πυρήνα του. Μούγκρισε υπόκωφα και εκείνη τον ένιωσε να τρέμει. Σηκώθηκε και την τράβηξε μαζί του. Βγήκε από την μπανιέρα και έπειτα τη βοήθησε κι αυτή. Τη σκούπισε με απαλές αλλά γρήγορες κινήσεις και στη συνέχεια πέρασε βιαστικά από πάνω του την πετσέτα. Όταν τελείωσε, τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την έβγαλε από το μπάνιο, την πήγε στο κρεβάτι, την ξάπλωσε και έπειτα την ακολούθησε, κοιτάζοντάς την πάλι σαν να μην την είχε ξαναδεί ποτέ. Τη λάτρευε με τα χέρια, το στόμα, τη γλώσσα του. Άρχισε να πιπιλάει το αφτί, τον λαιμό, τους ώμους, το στήθος της. Είχε δίκιο. Αν το είχε κάνει και πριν αυτό, αποκλείεται να το ξεχνούσε. Δεν θα ξεχνούσε τη ζέστη, το πάθος, τα βογκητά. Θα θυμόταν την αίσθηση του δέρματός του πάνω στο δικό της ενώ κατέβαινε πιο χαμηλά, την αίσθηση του βελούδου την ώρα που η γλώσσα του περνούσε πάνω από το πιο κρυφό σημείο της. Θα θυμόταν να φωνάζει ενώ την έπαιρνε μαζί του σε ένα ταξίδι καθαρής, αγνής απόλαυσης. Θα θυμόταν το ικανοποιημένο ύφος του όταν ανέβηκε πάνω της, ένα ύφος που θα έπρεπε να τη θυμώσει, αλλά απλώς τον


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

293

έκανε ακόμα πιο αξιαγάπητο. Ένας άντρας που έδινε υποσχέσεις και τις κρατούσε. Ναι, αν είχε ξαναβρεθεί μαζί του, θα το θυμόταν. Θα τον θυμόταν να τη γεμίζει χιλιοστό χιλιοστό. Το βάρος του, την πληρότητα, τον τρόπο που το σώμα της σφίχτηκε γύρω του. Το βογκητό του την ώρα που βύθιζε το πρόσωπό του στα μαλλιά της. Ναι, θα το θυμόταν. Ανασηκώθηκε, την κοίταξε στα μάτια και άρχισε να κουνιέται πάνω της με αργές και βαθιές κινήσεις. Μέχρι που η απόλαυση άρχισε να απογειώνεται. Το έβλεπε στο πρόσωπό του, στα χέρια του. Χαμήλωσε το κεφάλι, τη φίλησε, ενώ ο ρυθμός του παρέμενε αναλλοίωτος. Η γεύση του ήταν πιο σκοτεινή, πιο πλούσια τώρα. Ο ίδιος ήταν πιο σκοτεινός, πιο παθιασμένος. Διέκοψε το φιλί τους, άρχισε να κινείται πιο γρήγορα. Τρίβοντας τα χέρια της στην πλάτη του, πάνω στον δράκο, ανασήκωσε τους γοφούς της, τον αντιμετώπισε επί ίσοις όροις. Οι ανάσες τους έγιναν κοφτές, το δέρμα τους γλιστρούσε. Ένιωσε να πλημμυρίζει από ικανοποίηση. Φώναξε το όνομά του, τον άκουσε να φωνάζει το δικό της την ώρα που τη διαπερνούσε για τελευταία φορά, το σώμα του άρχισε να τρέμει, το σαγόνι του σφίχτηκε. Χωρίς να την πιέζει με το βάρος του, ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της, και οι ανάσες τους άρχισαν να ηρεμούν, ενώ ρίγη ικανοποίησης συνέχιζαν να διαπερνούν τα σώματά τους. Ο λήθαργος έκανε την εμφάνισή του και εκείνη σκέφτηκε πως δεν θα μπορούσε να κουνηθεί ποτέ ξανά. Ήξερε επίσης πως δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει εκείνη τη νύχτα. Ξάπλωσε ανάσκελα και την τράβηξε κοντά του. Ο Ντρέικ ήξερε πως δεν θα ξεχνούσε ποτέ εκείνη τη νύχτα. Τη φωτιά μέσα της, το πάθος. Θεέ μου, ήταν ο δράκος του.


294

LORRAINE HEATH

Άκουσε την απαλή ανάσα της και συνειδητοποίησε πως είχε αποκοιμηθεί. Άπλωσε το χέρι του και κατάφερε να πιάσει τα σκεπάσματα, τα τράβηξε και τη σκέπασε. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε γνωρίσει μια γυναίκα σαν κι αυτή. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε επιθυμήσει μια γυναίκα όσο αυτή. Έκλεισε τα μάτια του και έφερε ξανά στο μυαλό του την εικόνα της την ώρα που αποκαλύφθηκε μπροστά του, σαν ένα δώρο που έπρεπε να ξετυλίξει και να απολαύσει. Την αίσθησή της στο νερό, το θαύμα που ένιωσε όταν τον άγγιζε. Τη διαδρομή ως το κρεβάτι. Την τρέλα που ακολούθησε. Τη γεύση της, το άρωμά της. Την ετοιμότητά της όταν γλίστρησε μέσα της… Ήταν σφιχτή, Θεέ μου, πόσο σφιχτή ήταν. Και, όμως, δεν είχε συναντήσει καμία αντίσταση. Αντιλήφθηκε ξαφνικά την αλήθεια. Δεν είχε καμία αμφιβολία. Η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον δεν ήταν παρθένα.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

295

Κεφάλαιο 21

Ξύπνησε αργά το πρωί, ενώ εκείνος δεν είχε καταφέρει να κοιμηθεί καθόλου. Η ανακάλυψή του είχε γεννήσει διάφορα σενάρια στο μυαλό του. Το ένα έλεγε πως ήταν ερωτευμένη με κάποιον και ο Ντρέικ την είχε πάρει ενώ είχε δώσει την καρδιά της αλλού. Ίσως προσπαθούσε να φύγει μαζί του, να κλεφτούν. Μπορεί να ήταν κάποιο φρικτό ατύχημα. Ο Σόμερντεϊλ είχε αναφέρει πολλούς επίδοξους μνηστήρες. Μήπως κάποιος την είχε εκμεταλλευτεί; Του χαμογέλασε, μ’ εκείνο το μαγικό χαμόγελο που λάτρευε και έκανε το στήθος του να σφίγγεται. «Καλημέρα», του είπε γλυκά. «Καλημέρα». Δεν υπήρχε λόγος να τη ρωτήσει, γιατί δεν θα θυμόταν αν αγαπούσε κάποιον άλλον. Το σημαντικότερο ήταν να ανακτήσει τη μνήμη της. Γύρισε στο πλάι, ακούμπησε πάνω στο στήθος του, πέρασε τα δάχτυλά της από τα μαλλιά του και τον έσπρωξε πιο χαμηλά μέχρι που τα χείλη τους ενώθηκαν. Η αποφασιστικότητά του κινδύνευσε να διαλυθεί σαν ζάχαρη μέσα σ’ ένα φλιτζάνι καυτό τσάι. Του άρεσε αυτή η ευθύτητα με την οποία τον πλησίαζε, η αίσθηση του απαλού δέρματός της πάνω στο δικό του. Λάτρευε τους αναστεναγμούς και τα βογκητά της, τον τρόπο που


296

LORRAINE HEATH

κουνούσε το γόνατό της ανάμεσα στα πόδια του. Θεέ μου, ήθελε τόσο πολύ να τη γυρίσει ανάσκελα, να γλιστρήσει μέσα της και να μείνει εκεί για την υπόλοιπη μέρα, για την υπόλοιπη βδομάδα, για τη ζωή του ολόκληρη. Μπορεί να μην επανερχόταν ποτέ η μνήμη της. Μπορούσε να τη στείλει στην εξοχή, να φτιάξει εκεί το καταφύγιό της για τα ζώα, να την επισκέπτεται όσο πιο συχνά μπορούσε. Δεν θα ήταν, όμως, αρκετό. Την ήθελε κάθε μέρα, κάθε νύχτα. Δεν μπορούσε να αρκεστεί σε ψίχουλα, αν και ήταν πολύ πιθανό να το είχε ήδη κάνει. Δεν έπρεπε να προχωρήσουν τόσο πολύ τα πράγματα. Δεν έπρεπε να υποκύψει στον πειρασμό. Νόμιζε πως ήξερε τα πάντα γι’ αυτήν, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήξερε απολύτως τίποτα. Τραβήχτηκε και τον κοίταξε, περνώντας τα δάχτυλά της από το πρόσωπό του. «Γιατί είσαι έτσι;» τον ρώτησε. «Έκανα κάτι κακό;» «Όχι, για τον Θεό, όχι». «Δεν με θέλεις πια;» Έχωσε το πρόσωπό του στην καμπύλη του ώμου της και μύρισε το άρωμά της, που τώρα είχε ενισχυθεί από τη βαριά μυρωδιά του έρωτα. «Αν είναι δυνατόν, σε θέλω ακόμα περισσότερο». «Τότε τι συμβαίνει; Κάτι συμβαίνει σίγουρα. Το βλέπω. Και με τρομάζεις». Απομάκρυνε μερικές τούφες μαλλιών από τα μάτια της. Ήθελε να το κάνει κάθε πρωί, να βάζει τα μαλλιά της πίσω από τα αφτιά της. Πέρασε τα δάχτυλά του από την κλείδα της. «Ντρέικ;» «Δεν είμαι έτοιμος να σε χάσω και ξέρω ότι είναι λάθος μου». Του χαμογέλασε. «Πώς μπορεί να είναι λάθος, όταν δεν μπορώ ούτε εγώ να σε χάσω; Να μείνουμε στο κρεβάτι όλη μέρα;»


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

297

Γνωρίζοντας όσα ήξερε, δεν μπορούσε να της κάνει πάλι έρωτα ελαφρά τη καρδία, όσο μεγάλος κι αν ήταν ο πειρασμός. Έπρεπε να μιλήσουν, αλλά όχι ακόμα. «Πάμε στη θάλασσα», της είπε. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, δυο πράσινες λίμνες όπου πίστευε ότι θα πνιγεί. Δεν ήξερε γιατί το θεωρούσε απαραίτητο να περάσουν άλλη μία μέρα μαζί πριν της πει την αλήθεια. Ειδικά μιας και αύριο σίγουρα θα ένιωθε ακριβώς το ίδιο. «Με το τρένο;» ρώτησε. Θα ταξίδευαν στις πιο οικονομικές θέσεις. Κανείς δεν θα την ήξερε. Οι γνωστοί της θα ταξίδευαν στο μπροστινό μέρος του τρένου, περιμένοντας τους υπηρέτες τους να τους φέρουν αναψυκτικά σε κάθε στάση. Μόνο που δεν ήθελε να καθίσουν στο πίσω μέρος της αμαξοστοιχίας. Δεν ήθελε να την κρύβει. Χάιδεψε το πιγούνι της και μπορούσε να νιώσει τον σφυγμό της πάνω στα δάχτυλά του. «Πρέπει πρώτα να μιλήσουμε». «Ναι, εντάξει». Από πού να ξεκινούσε; Με τη χτεσινή του ανακάλυψη; Με τον εντοπισμό της στο ποτάμι; Πριν απ’ αυτά, με το φιλί που σχεδόν θυμόταν, με το φιλί σ’ εκείνη τη σκοτεινή γωνία. Άκουσε το κουδούνι της πόρτας. Η Φι τον κοίταξε γεμάτη απορία. «Περιμένεις κανέναν;» ρώτησε. «Όχι». Σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Η άμαξα του δούκα του Λόβινγκτον ήταν έξω από το σπίτι. Να πάρει. Δεν θα μπορούσε να διαλέξει χειρότερη στιγμή. Τι στο καλό έκανε εδώ; Υποτίθεται πως θα γύριζε σε μια βδομάδα. Ο Ντρέικ μπορούσε να αγνοήσει τον φίλο του… Το κουδούνι χτύπησε ξανά. Ή ίσως θα μπορούσε να ζητήσει τη συμβουλή του Λόβινγκτον. «Θα ανοίξω εγώ», είπε η Φι και σηκώθηκε από το κρεβάτι, γυμνή και πανέμορφη. «Όχι, θα πάω εγώ», της είπε. Έτρεξε γρήγορα στο


298

LORRAINE HEATH

μπάνιο και έπιασε το παντελόνι και το πουκάμισο από το προηγούμενο βράδυ και τα φόρεσε βιαστικά. Εκείνη επέστρεψε στη θέση της. Βγήκε από το δωμάτιο και κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες. Άνοιξε την πόρτα και βρήκε την Γκρέις να στέκεται στο κατώφλι του. Προφανώς τα πράγματα θα μπορούσαν να χειροτερέψουν. «Η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον εξαφανίστηκε», του είπε, πριν εισβάλει στο σπίτι, αναγκάζοντάς τον να κάνει ένα βήμα πίσω. «Τι πράγμα;» Την κοίταξε δύσπιστα. Πώς το είχε ανακαλύψει; Στάθηκε μπροστά του. «Υποτίθεται ότι θα φρόντιζε τη θεία της, αλλά όταν ο Σόμερντεϊλ πήγε στο Στιλμέντοου για να τη δει, ο Γουίγκμορ του είπε ότι το είχε σκάσει. Σκέφτηκε πως θα γύριζε σπίτι και γι’ αυτό δεν ειδοποίησε τον Σόμερντεϊλ. Το βρίσκω, όμως, πολύ παράξενο». Πολύ παράξενο, πράγματι. Ο Σόμερντεϊλ του είχε πει την αλήθεια, πράγμα που σήμαινε πως ήταν αθώος. Ο θείος, όμως; «Δεν γύρισε στο σπίτι και έτσι ο Σόμερντεϊλ μου έγραψε για να ρωτήσει μήπως ήξερα πού θα μπορούσε να έχει πάει, αλλά δεν είχα ιδέα. Έτσι ο Λόβινγκντον κι εγώ επιστρέψαμε αμέσως. Φτάσαμε σήμερα το πρωί. Έχει πάει να βρει τον Άβεντεϊλ, γιατί με τις παρέες που κάνει τελευταία μπορεί να μας φανεί χρήσιμος. Σκέφτηκα ότι μπορεί κι εσύ να βοηθήσεις». «Γκρέις…» «Ξέρω ότι δεν τη συμπαθείς, αλλά ο Σόμερντεϊλ προσπαθεί να το κρατήσει όσο πιο κρυφό γίνεται για να προστατεύσει την υπόληψή της. Ξέρεις τα πιο επικίνδυνα στοιχεία του Λονδίνου». Άρχισε να βηματίζει εκνευρισμένα. «Δεν ξέρω για ποιο λόγο θα το έβαζε στα πόδια. Όχι οικειοθελώς σίγουρα. Δεν της άρεσε κανείς, οπότε δεν υπάρχει περίπτωση να έφυγε με κάποιον. Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι μήπως την απήγαγε ο


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

299

Βέξλεϊ όπως απήγαγε και μένα, και ο Γουίγκμορ ήταν πολύ τεμπέλης για να τον κυνηγήσει. Δεν τον συμπάθησα ποτέ». Δεν είχε καν σκεφτεί την πιθανή εμπλοκή του λόρδου Βέξλεϊ. Ο Βέξλεϊ είχε προσπαθήσει να αναγκάσει την Γκρέις να τον παντρευτεί για την προίκα της. Μήπως είχε καταφέρει να ολοκληρώσει με τη Φι; Και μόνο στη σκέψη, ο Ντρέικ εξοργίστηκε. Αυτό θα εξηγούσε τα πράγματα. Με την πρώτη ευκαιρία, θα το είχε σκάσει από τον Βέξλεϊ. Μπορεί, όμως, να ήταν πολύ αργά. Η Γκρέις σταμάτησε να βηματίζει και τον άρπαξε από το μπράτσο, κοιτάζοντάς τον ικετευτικά για να αφήσει στην άκρη τα πιθανά αρνητικά αισθήματά του για τη Φι. «Θα βοηθήσεις, έτσι δεν είναι; Θα ξεκινήσουμε από την έπαυλη του Βέξλεϊ». «Γκρέις». Δεν μπορούσε να τους αφήσει να ψάχνουν ενώ η κοπέλα ήταν εκεί. Θα έπρεπε να εξηγήσει τα πάντα στην Γκρέις και, αν δεν αποφάσιζε να τον σκοτώσει πρώτα, ίσως τον βοηθούσε να αποκαλύψει την αλήθεια στη Φι. «Σε παρακαλώ, Ντρέικ, είναι η πιο καλή μου φίλη στον κόσμο. Αν έχει εμπλακεί αυτός–» «Γκρέις!» Η Φι τη φώναξε από τη μέση της σκάλας. Φορούσε τα χτεσινά ρούχα. Προφανώς ήταν πολύ εύκολο να τα βάλει. Έμοιαζε τόσο ευτυχισμένη, τόσο χαρούμενη, και το στήθος του άρχισε να σφίγγεται. Πώς αναγνώρισε την Γκρέις; «Θεέ μου! Εσύ ήρθες να μας δεις!» «Οφίλια;» Παρά τη σαστισμένη έκφραση της Γκρέις, η Φι κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες και την αγκάλιασε με όλη της την καρδιά. «Είναι υπέροχο που ήρθες. Ήλπιζα να έρθεις. Μου έλειψες τόσο πολύ. Θεέ μου!» Κοίταξε την Γκρέις. «Ξέρω ποια είσαι. Είσαι η λαίδη Γκρέις Μάμπρι. Όχι, όχι. Ήσουν. Παντρεύτηκες, όμως, τον δούκα του Λόβινγκτον. Είσαι μια δούκισσα. Σε είδα και ξέρω ποια είσαι. Σε είδα και ήξερα ποια είσαι. Κανείς άλλος δεν έχει


300

LORRAINE HEATH

μαλλιά τόσο κόκκινα όσο εσύ. Και εγώ είμαι η λάιδη Οφίλια Λάιτλτον». Γέλασε. «Ο αδερφός μου είναι ο κόμης του Σόμερντεϊλ». Γύρισε και χάρισε στον Ντρέικ το πιο φωτεινό, το πιο χαρούμενο χαμόγελο που είχε δει ποτέ, και σχεδόν τον έκοψε στα δύο. «Θυμάμαι. Θυμάμαι τα πάντα. Τον γάμο, τον χορό. Θεέ μου! Δεν είμαι υπηρέτρια!» Γύρισε πάλι στην Γκρέις, έπιασε τα χέρια της. «Δεν χρειάζεται να τρίβω πατώματα ή να μαγειρεύω ή να γυαλίζω μπότες. Και έχω ρούχα. Δεκάδες φορέματα και παπούτσια και καπέλα. Έχω υπηρέτες! Δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα. Θυμάμαι! Τα θυμάμαι όλα! Πρέπει να το γιορτάσουμε! Νεαρέ, φέρε μας μια σαμπάνια!» Δεν ήξερε πώς ήταν δυνατόν να παραμένει όρθιος, ενώ η καρδιά του είχε πάψει πια να χτυπάει. Η Γκρέις προφανώς είχε εκπλαγεί που είχε συναντήσει εκεί τη φίλη της, που την άκουγε να παραληρεί σαν τρελή. Η Φι, όμως, γύρισε πάλι να τον κοιτάξει και ξαφνικά έμοιαζε συντετριμμένη. «Τα θυμήθηκα όλα», ψιθύρισε τρομοκρατημένη. «Σε θυμάμαι, θυμάμαι ποιος είσαι, τι είσαι». «Φι». Άπλωσε τα χέρια του, ψάχνοντας τις κατάλληλες λέξεις, αλλά καμία δεν μπορούσε να εξηγήσει τη φρίκη που είχε προκαλέσει. «Μου είπες πως ήμουν υπηρέτριά σου. Με έβαλες να σου καθαρίσω το σπίτι, να πλύνω…» Η φωνή της έσπασε. Το βλέμμα της διέτρεξε τις σκάλες. «Θεέ μου!» είπε βραχνά. «Θεέ μου!» Κάλυψε το στόμα με τα χέρια της, ενώ δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ξαφνικά από τα μάτια της. Πώς μπορούσε να εξηγήσει τα ανεξήγητα; Πώς μπορούσε να της πει ότι νοιαζόταν γι’ αυτήν; «Φι, σου το ορκίζομαι, δεν ήθελα ποτέ να φτάσουν τα πράγματα τόσο μακριά». Άπλωσε το χέρι του ικετευτικά. «Όχι! Μην τολμήσεις να μ’ αγγίξεις!» Έκανε πίσω, χτύπησε στο τραπεζάκι και το βάζο με τα τριαντάφυλλα


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

301

έπεσε κάτω. Έσπασε με θόρυβο το νερό και τα λουλούδια γέμισαν το πάτωμα. «Τα θυμάμαι όλα. Όλα. Κάθε άγγιγμα, κάθε χάδι, κάθε ψίθυρο». Ένιωσε πως θα έκανε εμετό. «Δεν νιώθω καλά». «Γλυκιά μου», είπε η Γκρέις και έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, αλλά η Οφίλια τη σταμάτησε με το χέρι της, ενώ τα μάτια της δεν ξεκολλούσαν από τον Ντρέικ. «Ήξερες ποια ήμουν όλον αυτόν τον καιρό. Δεν μου το είπες. Με έβαλες στο κρεβάτι σου». «Ήθελες να είσαι εκεί», της είπε. Κούνησε το κεφάλι της. «Πώς μπορούσες να το πιστέψεις αυτό, όταν ήξερες όλα όσα δεν θυμόμουν; Δεν ήξερα ποια ήμουν. Δεν ήξερα ποιος ήσουν. Μπορούσες να μου τα έχεις πει όλα. Έπρεπε να με έχεις βοηθήσει να θυμηθώ». «Φι–» Γέλασε με ένα θλιβερό γέλιο, που του ράγισε την καρδιά. «Με έκανες παλλακίδα σου». «Όχι, δεν ήταν έτσι. Πρέπει να με πιστέψεις». Έσφιξε το πρόσωπό της με τα χέρια της. «Θέλω να ξεχάσω ξανά. Θέλω να τα ξεχάσω όλα». Στράφηκε στην Γκρέις. «Δεν πρέπει να το πεις στον Σόμερντεϊλ. Δεν πρέπει να μάθει ποτέ τι συνέβη». Η Γκρέις κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν θα του το πούμε. Ο θείος σου, όμως, είπε στον Σόμερντεϊλ ότι το έσκασες. Σε ψάχνει και έτσι πρέπει να του πούμε κάτι». «Πρέπει να το σκεφτώ. Δεν μπορεί να ξέρει ότι με άγγιξε, ότι είμαι… Πρόστυχη». «Δεν είσαι», είπε ο Ντρέικ, κάνοντας ένα βήμα μπροστά. «Φι–» «Μη με αποκαλείς έτσι. Μη με αποκαλέσεις ποτέ ξανά έτσι. Όχι μετά από όσα έκανες. Για σένα είμαι η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον. Να το θυμάσαι αυτό». Έκλεισε τα μάτια της, πήρε μια βαθιά ανάσα και μετά ακόμα μία. Ίσιωσε τη σπονδυλική της στήλη και τέντωσε τους ώμους. Συνειδητοποίησε ότι παρακολουθούσε μια


302

LORRAINE HEATH

μεταμόρφωση. Όταν άνοιξε τα μάτια της, βρέθηκε να κοιτάζει ένα ψυχρό πράσινο χρώμα. Ανασήκωσε τη μύτη και το πιγούνι και ξαφνικά η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον βρέθηκε ξανά μπροστά του. «Προσπαθούσες να μου δώσεις ένα μάθημα, όπως τότε που με φίλησες στον χορό, θέλοντας να με μειώσεις». «Στην αρχή μπορεί, αλλά τα πράγματα άλλαξαν. Εσύ άλλαξες. Ήσουν διαφορετική». Κούνησε αργά το κεφάλι της. «Ενώ εσύ ήσουν πάντα ο ίδιος». Όχι, άλλαξα κι εγώ. Εσύ με άλλαξες. Κράτησε, όμως, αυτά τα λόγια για τον εαυτό του, γιατί ήξερε πως ήταν πολύ πληγωμένη για να τον ακούσει, για να τον πιστέψει. «Σε εμπιστεύτηκα», του είπε. «Σου τα εμπιστεύτηκα… όλα. Και εσύ με εκμεταλλεύτηκες, με πρόδωσες. Το μόνο που ήθελα για σένα ήταν υπέροχα πράγματα». «Ήθελα να μοιραστώ αυτά τα υπέροχα πράγματα μαζί σου». «Πρέπει να με συγχωρέσεις, αλλά δεν σε πιστεύω. Αυτό που έκανες είναι… ασυγχώρητο». Σήκωσε το κεφάλι και είπε: «Γκρέις, μπορείς, σε παρακαλώ, να με πάρεις από εδώ;» Και έπειτα, είδε τη λαίδη Οφίλια Λάιτλτον να βγαίνει από το σπίτι του και από τη ζωή του. Χρειάστηκε να βάλει όλη του τη δύναμη για να μην ουρλιάξει. Σαν παιδί στους δρόμους τον είχαν χτυπήσει άσχημα, τον είχαν αφήσει νηστικό, είχε κινδυνεύσει να πεθάνει μια δυο φορές, αλλά ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει τόσο πόνο όσο τώρα, γιατί είχε πληγώσει τη Φι – ανεπανόρθωτα και χωρίς να το σκεφτεί. Η εκδίκηση ήταν ένα δίκοπο σπαθί, και εκείνη ακριβώς τη στιγμή έκοβε κομμάτια την καρδιά του, αλλά εκείνος είχε μετανιώσει πικρά που κομμάτιαζε μαζί και τη δική της. Η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον δεν κοίταξε έξω από το παράθυρο της άμαξας, δεν είδε το σπίτι του να χάνεται


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

303

από τα μάτια της. Απλώς κοιτούσε το δέρμα που κάλυπτε το εσωτερικό της άμαξας του Λόβινγκτον, ενώ όλα μέσα της ούρλιαζαν από την προδοσία του Ντρέικ. Την είχε βάλει στο κρεβάτι του, ξέροντας ποια ήταν. Την είχε αγγίξει, την είχε φιλήσει, είχε ενώσει το σώμα του με το δικό της… την είχε κάνει να φωνάξει το όνομά του από ηδονή. Ήθελε όσα της πρόσφερε, τον ήθελε. Ήταν αυτό που της είχε πει κάποιος άλλος: πρόστυχη. Προκαλούσε τους άντρες, τους έβαζε σε πειρασμό. Ενώ ο Ντρέικ δεν την είχε πειράξει σωματικά, ένιωθε συντετριμμένη, γιατί δεν θα πήγαινε ποτέ στο κρεβάτι του αν θυμόταν ποιος ήταν. Έπρεπε να το ξέρει αυτό και της έκρυψε την αλήθεια για να την αποπλανήσει. Δεν είχε καμία αμφιβολία. «Πού θέλεις να πάμε;» ρώτησε απαλά η Γκρέις. Δεν ήξερε, δεν μπορούσε να σκεφτεί. Το κεφάλι της είχε αρχίσει να πονάει. Ήθελε απεγνωσμένα να κάνει μπάνιο, να βγάλει από πάνω της το άγγιγμά του, να ξεπλύνει τα χάδια του. «Μπορώ να μείνω μαζί σας μέχρι αύριο; Πρέπει να σκεφτώ τι θα πω στον Σόμερντεϊλ. Ήμουν μόνη στο σπίτι ενός εργένη, ενός καθάρματος, για μέρες, για νύχτες. Δεν θα τον παντρευτώ, Γκρέις». Σκύβοντας για να μειώσει την απόσταση ανάμεσά τους, η Γκρέις έπιασε το γυμνό, τραχύ, πληγωμένο χέρι της Οφίλια με τα γαντοφορεμένα δικά της. Η Οφίλια ένιωθε γυμνή χωρίς τα ρούχα μιας κυρίας. Πάντα της πρόσφεραν ένα είδος προστασίας. Φορώντας τα μπορούσε να προσποιηθεί πως δεν ήταν ό,τι ήταν. «Κανείς δεν περιμένει να τον παντρευτείς», της είπε η Γκρέις. «Θα στείλω μήνυμα στον Σόμερντεϊλ πως νομίζω ότι ξέρω πού μπορώ να σε βρω και πως θα σε πάω αύριο στο σπίτι σου, ώστε να μην ανησυχεί». Η Φι έγνεψε καταφατικά. Όσο κι αν αγαπούσε τον Σόμερντεϊλ, δεν μπορούσε να πάρει πρωτοβουλίες. Θα δεχόταν το γράμμα της Γκρέις με ανακούφιση, θα άφηνε την κατάσταση πάνω της και θα γύριζε στη λέσχη του.


304

LORRAINE HEATH

Η Γκρέις συνέχισε: «Νομίζω πως κατάλαβα τι μπορεί να έγινε ανάμεσα σε σένα και στον Ντρέικ, αλλά έχω μπερδευτεί σχετικά με το πώς βρέθηκες εκεί». «Δεν θέλω να το συζητήσω. Όχι ακόμα». Ποτέ. Ήταν ευτυχισμένη, να πάρει. Για λίγο ήταν πραγματικά ευτυχισμένη. Ήταν όλα, όμως, μια ψευδαίσθηση. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ήταν αλήθεια και τώρα θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τη νέα αυτή κατάσταση. Είχε υποδεχτεί με χαρά το άγγιγμά του, το είχε ενθαρρύνει. Ήθελε να κουλουριαστεί και να κλάψει για όσα είχε επιτρέψει, για όσα της είχε κάνει. Αντίθετα, παρέμεινε ευθυτενής και άκαμπτη. Πάλεψε να μην αποκαλύψει πόσο πληγωμένη ήταν. Η ικανότητά της ήταν πολύ βολική. Θα την προστάτευε, θα εξασφάλιζε ότι κανείς δεν θα μάθαινε πόσο υπέφερε. Πάνω απ’ όλα, ήταν απαραίτητο να μη μάθει ποτέ ο Ντρέικ Ντάρλινγκ πόσο την είχε επηρεάσει. Δεν θα του επέτρεπε να έχει κάποια δύναμη πάνω της. Δεν θα τον άφηνε να την καταστρέψει ολοκληρωτικά. Θα έβρισκε τρόπο να ξανακολλήσει τα κομμάτια της, να συνεχίσει. Το είχε κάνει και στο παρελθόν. Θα το έκανε και τώρα.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

305

Κεφάλαιο 22

«Πού την πήγατε;» Ο Ντρέικ στεκόταν στο σαλόνι του δούκα του Λόβινγκτον. Ο καλύτερός του φίλος ήταν άφαντος, αλλά η νέα του σύζυγος δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη. Όχι πως είχε άδικο. Δεν ήταν ευχαριστημένος ούτε εκείνος με τον εαυτό του. Το πρόσωπο της Φι όταν κατάλαβε τι είχε κάνει θα τον στοίχειωνε για όλη του τη ζωή. Πίστευε ότι άξιζε. Της είχε αποδείξει το αντίθετο. «Εδώ είναι. Τουλάχιστον γι’ απόψε. Κοιμάται. Ήρθε να την εξετάσει ο δρ Γκρέιβς». «Και είναι καλά;» «Εξαρτάται πώς το εννοείς. Έχω πολλά να σου πω. Τι σκεφτόσουν; Τι ήλπιζες να πετύχεις;» Πήγε προς το τζάκι, ακούμπησε το κεφάλι του στο μάρμαρο και κοίταξε τη φωτιά, ελπίζοντας να δει τον εαυτό του να καίγεται μέσα της. «Δεν θα καταλάβεις». «Γιατί δεν προσπαθείς να μου εξηγήσεις; Σε ξέρω, Ντρέικ. Σ’ αγαπάω σαν αδερφό μου. Θεέ μου, σ’ αγαπάω περισσότερο από τα αδέρφια μου με τα οποία μοιράζομαι το ίδιο αίμα. Προσπαθώ να σου δώσω το πλεονέκτημα να μου αλλάξεις άποψη, αλλά είναι πολύ δύσκολο, όταν η πιο αγαπημένη μου φίλη έκλαιγε μέχρι να την πάρει ο ύπνος». Έκανε μια γκριμάτσα, νιώθοντας απέχθεια για τον ίδιο


306

LORRAINE HEATH

του τον εαυτό που την έκανε να κλαίει. «Ήταν μια παιδική σκέψη». «Αυτό είναι βέβαιο. Το θέμα είναι γιατί το έκανες». Αναστέναξε, σκέφτηκε να χτυπήσει τις γροθιές του στο μάρμαρο, αλλά η οργή που ένιωθε ήταν τόσο μεγάλη που φοβήθηκε ότι θα το έσπαγε. «Ξέρω πως δεν το είχες αντιληφθεί, αλλά σε κάθε ευκαιρία με υποτιμούσε». «Φυσικά και το είχα αντιληφθεί». Την κοίταξε σαστισμένος. «Και παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούσες να είσαι φίλη της, ενώ λες πόσο πολύ μ’ αγαπάς;» Η Γκρέις κάθισε στο μπράτσο μιας πολυθρόνας. «Φυσικά. Γιατί καταλάβαινα τι κρυβόταν πίσω από τις πράξεις της». «Ήθελε να με προσβάλλει;» «Της άρεσες». Ένιωσε σαν να τον είχαν δείρει, λες και ολόκληρο το σπίτι είχε πέσει πάνω στο κεφάλι του. «Τι; Είσαι τρελή; Δεν μου είπε ποτέ μια καλή κουβέντα». Χαμογέλασε. «Δεν θυμάμαι να της είχες πει κι εσύ πολλές. Εσείς οι δύο συνέχεια τρωγόσασταν, λες και φοβόσασταν πως, αν κάποια στιγμή ερχόσασταν πολύ κοντά, θα παίρνατε φωτιά». Θεέ μου, αυτό ήταν αλήθεια. Έκαψαν ο ένας τον άλλον με το πάθος και τη λαχτάρα τους. Δυστυχώς, στην πορεία μπορεί να την κατέστρεψε. «Με εκνευρίζει τόσο πολύ». «Αυτός ήταν ο σκοπός της. Νομίζω πως φοβόταν –ήταν τρομοκρατημένη– με όσα ένιωθε για σένα». «Μόνο και μόνο γιατί με θεωρεί κατώτερό της». «Ίσως. Ή ίσως ήθελε να σας πείσει και τους δύο γι’αυτό, ώστε να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσει όσα ένιωθε. Μπορεί επίσης να ήθελε να απομακρυνθεί, γιατί δεν θεωρούσε τον εαυτό της άξιο». Γέλασε, με ένα γέλιο βαθύ και άγριο, που αντήχησε σε όλο το δωμάτιο. «Δεν έχω γνωρίσει άλλον άνθρωπο που να βάζει τον εαυτό του τόσο ψηλά».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

307

«Όταν κάποιος είναι τόσο ψηλά, Ντρέικ, δεν μπορεί κανείς να τον αγγίξει. Πάντα αναρωτιόμουν γιατί έβαζε τόση απόσταση ανάμεσα στον εαυτό της και στους άντρες. Όχι μόνο σε σένα. Υποθέτω πως αν μάθαιναν το μικρό σου κόλπο, πολλοί άντρες θα πανηγύριζαν». Θα σκότωνε όποιον το έκανε. «Δεν θα το πω σε κανέναν. Αυτό που συνέβη θα μείνει αποκλειστικά ανάμεσα σε μένα και στη Φι», είπε κοφτά. Σαν να το σκέφτηκε λίγο κι έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. «Μου αρέσει ο τρόπος που λες το όνομά της. Ακούγεται σαν να είναι ξεχωριστή για σένα». Ήταν ξεχωριστή. Όχι πως μπορούσε να το παραδεχτεί χωρίς να φανεί ανόητος. Αν ήξερε πόσο ξεχωριστή ήταν, θα τη λάτρευε από την αρχή. Η Γκρέις σηκώθηκε, πήγε σε ένα μικρό τραπεζάκι με ποτά και έβαλε λίγο ρούμι –το αγαπημένο της ποτό– σε δύο ποτήρια. Η ανατροφή της ήταν ασυνήθιστη. Μιλούσε άσχημα, έκλεβε στα χαρτιά, κάπνιζε πούρα και έπινε. Θα μπορούσε να επιβιώσει σε έναν αντρικό κόσμο, αν έπρεπε. Η δούκισσα το είχε φροντίσει. Η Γκρέις τού έφερε το ένα ποτήρι και έπειτα τσούγκρισε μαζί του πριν πιει μια γουλιά. Εκείνος δεν ήταν τόσο ευαίσθητος. Ήπιε όλο το περιεχόμενο μονορούφι. Είχε μια ακατανόητη τάση να αποδεικνύει ότι δεν ήταν κύριος, ότι ήταν βάρβαρος, άξεστος, απολίτιστος. Εκείνη, όμως, δεν τον παρακολουθούσε. Κοίταζε το κεχριμπαρένιο ποτό, χτυπούσε τα δάχτυλά της στο ποτήρι. «Όσο δεμένες κι αν είμαστε με τη Φι, ξέρω πως δεν μου μιλούσε ποτέ για όλα. Για να είμαι ειλικρινής, υπάρχουν πράγματα που ούτε εγώ της έχω πει, οπότε δεν την κατηγορώ για τη διακριτικότητά της. Όταν ήταν μικρότερη, όμως, περνούσε μεγάλο μέρος του καλοκαιριού με τη θεία της. Πάντα με καλούσε να πάω να τη βρω, επέμενε για την ακρίβεια. Μου έδιναν το δικό μου δωμάτιο, μου φέρονταν σαν να ήμουν πριγκίπισσα. Στο κάτω κάτω, ήμουν η κόρη ενός δούκα. Πάντα, όμως, η Φι


308

LORRAINE HEATH

γλιστρούσε τα βράδια στο δωμάτιό μου γύρω στα μεσάνυχτα, ερχόταν στο κρεβάτι μου και κολλούσε πάνω μου. Ήταν παγωμένη και έτρεμε, όση ζέστη κι αν έκανε. Μου απαγόρευε να κάνω ερωτήσεις ή να μιλήσω για την παρουσία της εκεί. Ήμουν νέα και αφελής, αλλά συχνά αναρωτιόμουν τι φοβόταν τα βράδια. Μέχρι σήμερα, δεν έχω ιδέα. Ποτέ δεν την πίεσα. Όλοι έχουμε τα μυστικά μας». Χρειαζόταν κι άλλο ρούμι, γεμάτο ποτήρι αυτή τη φορά, γιατί δεν μπορούσε παρά να σκεφτεί ότι κάτι σκοτεινό κρυβόταν στο Στιλμέντοου, κάτι που αφορούσε το ταξίδι της στον Τάμεση. «Σου εξήγησε πώς βρέθηκε στο ποτάμι;» Κούνησε αργά το κεφάλι της. «Δεν θυμάται αυτό το σημείο. Ο δρ Γκρέιβς το θεωρεί συνηθισμένο. Σίγουρα ήταν τραυματική εμπειρία και πιστεύει ότι μερικές φορές το μυαλό μας προσπαθεί να μας προστατεύσει από τις δυσάρεστες αναμνήσεις. Έχει κουράρει άντρες που γύρισαν από τον πόλεμο έχοντας επιζήσει από σιδηροδρομικά ατυχήματα. Μπορεί να θυμούνται τι συνέβη πριν ή μετά, αλλά όχι κατά τη διάρκεια». «Ο Βέξλεϊ δεν είχε καμία σχέση», είπε με σιγουριά. Σκέφτηκε την ώρα που τη βρήκε και ήξερε ότι δεν θα προλάβαινε να πάει στο Στιλμέντοου και να την απαγάγει. «Όχι. Ο Λόβινγκτον πήγε να τον βρει και ανακάλυψε πως έφυγε για την Αμερική. Το τι συνέβη εκείνη τη νύχτα, λοιπόν, παραμένει μυστήριο. Αν και τώρα, η μεγαλύτερη ανησυχία της Φι είναι να βρει μια καλή εξήγηση για τον Σόμερντεϊλ. Επιμένει να μη μάθει πού πέρασε τα τελευταία βράδια. Φοβάται πως θα είναι καταστροφική η εξέλιξη». «Πιστεύει ότι ο Σόμερντεϊλ θα την πίεζε να με παντρευτεί;» «Υπάρχει αυτή η πιθανότητα. Πάνω στην ένταση της στιγμής, είπατε και οι δύο πράγματα που δεν άφησαν και πολλά στη φαντασία μου».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

309

«Πρέπει να της μιλήσω, Γκρέις». Κούνησε το κεφάλι. «Φαντάστηκα ότι υπήρχε κάποιος λόγος πίσω από την επίσκεψή σου, αλλά δεν είμαι σίγουρη πως είναι έτοιμη να σε δει. Ίσως πρέπει να της δώσεις μερικές μέρες». «Μερικές μέρες δεν θα μειώσουν την απέχθειά της. Ένας χρόνος, μια δεκαετία, ένας αιώνας δεν θα είναι αρκετά. Πρέπει να τη δω απόψε, όμως, πριν μιλήσει στον Σόμερντεϊλ. Και πρέπει να είμαστε μόνοι. Δεν θα την πλησιάσω, δεν θα την αγγίξω. Αν μπορούσα να σκεφτώ έναν τρόπο ώστε να μη χρειάζεται να αναπνέει τον ίδιο αέρα με μένα, θα το έκανα. Δεν είχα πρόθεση να της κάνω κακό και ξέρω πως δεν μπορώ να διορθώσω τα πράγματα. Μπορώ, όμως, να απολογηθώ». Άπλωσε το χέρι και άγγιξε το μάγουλό του. «Πρέπει να ξέρεις, Ντρέικ Ντάρλινγκ, πως, παρ’ όλα αυτά, ακόμα σ’ αγαπώ σαν αδερφό μου. Σε εμπιστεύομαι. Ελπίζω μόνο πως η πίστη μου σε σένα είναι αρκετή για τη Φι». Έφερε το χέρι της στο πλευρό της. «Για να δούμε αν θα καταφέρω να την πείσω να σου δώσει μια ευκαιρία». Η Φι κοίταξε την εξώπορτα πίσω από την κουρτίνα. Γιατί δεν είχε φύγει ακόμα; Είχε δει την άμαξα να έρχεται, την περίμενε για την ακρίβεια, αν και δεν θα το ομολογούσε ποτέ σε κανέναν, αλλά ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα ερχόταν εκεί. Θα προσπαθούσε να της μιλήσει. Τον ήξερε. Πόσο πιο εύκολο θα ήταν να μην τον ήξερε. Αν δεν ήξερε την αίσθηση των χεριών του στον λαιμό της, στο στήθος της, στο στομάχι της. Αν δεν ήξερε τι ένιωθε όταν το στόμα του ακολουθούσε την ίδια πορεία. Αν δεν ήξερε πώς ήταν να του ανοίγει τα πόδια, να τον νιώθει πάνω της… Έδιωξε τις αναμνήσεις, δεν ήθελε να θυμάται τι είχε γίνει στο κρεβάτι του. Ήταν τόσο δύσκολο, όμως, να μην αναπολεί κάθε στιγμή που είχε περάσει μαζί του, κάθε λεπτομέρεια. Δυστυχώς τα έβλεπε πια όλα υπό ένα


310

LORRAINE HEATH

διαφορετικό πρίσμα. Δεν ήταν πλέον όμορφα και χαρούμενα. Είχαν γεμίσει απογοήτευση, τα είχε αλλάξει όλα το παιχνίδι που της είχε σκαρώσει. Ήξερε απ’ αυτά τα παιχνίδια και την ασχήμια που κουβαλούσαν. Δεν μπορούσε, όμως, να μην τον κοιτάζει καθώς προχωρούσε από την άμαξα μέχρι το πλατύσκαλο. Ήταν ντυμένος σαν κύριος. Σακάκι, γιλέκο, γραβάτα, καπέλο, γάντια. Τόσο όμορφος μέσα στην αγριάδα του. Ήθελε να κατέβει τρέχοντας τις σκάλες και να ορμήσει στη δυνατή αγκαλιά του, ήθελε να την κρατήσει. Όλα ήταν σωστά στον κόσμο, όσο ήταν μαζί του – μέχρι που είχε επιστρέψει η μνήμη της. Ήξερε από την αρχή ποια ήταν, τι ήταν. Ήξερε τι δεν ήταν. Είχε πει ψέματα από την αρχή. Την είχε κάνει να πιστέψει πως ήταν κάποια άλλη. Πως ήταν διαφορετική. Μπορούσε να τον συγχωρέσει που την είχε βάλει να κάνει δουλειές. Ένα κομμάτι της πίστευε ίσως πως της άξιζε κιόλας για μια ώρα. Όχι για μέρες, όμως. Και κανένα κομμάτι της δεν μπορούσε να δεχτεί ότι της άξιζε να την αποπλανήσει. Αν είχε τη μνήμη της, δεν θα είχε ποτέ βρεθεί στο κρεβάτι του. Δεν είχε σημασία που την είχε οδηγήσει σε ένα υπέροχο ταξίδι. Δεν ήταν ειλικρινές. Άκουσε την πόρτα να ανοίγει. Γύρισε και είδε την Γκρέις. «Δεν έφυγε ακόμα», είπε η Φι, λες και υπήρχε η πιθανότητα η Γκρέις να μην ήξερε πως ο Ντρέικ ήταν ακόμα στο σπίτι της. «Θέλει να σου μιλήσει». «Όχι, αποκλείεται! Έπρεπε να του πεις ότι κοιμάμαι». «Του το είπα, αλλά δεν με πιστεύει. Εξάλλου, δεν είμαι σίγουρη ότι είναι και τόσο κακό να τον δεις». «Είναι ένας διάβολος. Δεν θέλω καμία σχέση μαζί του». Γύρισε και πάλι και κοίταξε τον δρόμο. Αν έμενε εκεί πολλή ώρα, ίσως θα βαριόταν να την περιμένει και θα έφευγε. Ήθελε να φύγει. Όταν ήταν εκεί, δεν μπορούσε να


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

311

σταματήσει να σκέφτεται όσα είχαν συμβεί μεταξύ τους. Δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Το κρεβάτι έτριξε την ώρα που κάθισε πάνω του η Γκρέις. «Τι φοβάσαι, Φι;» Ότι δεν είμαι αρκετά δυνατή για να αντισταθώ και να μην πέσω πάλι στην αγκαλιά του. «Με εκμεταλλεύτηκε, έκανε πράγματα, πράγματα ασυγχώρητα, πράγματα που δεν θέλω… ποτέ. Αν ήξερα ποια είμαι, αν είχα τη μνήμη μου, δεν θα το είχα επιτρέψει». «Εννοείς ότι σου το επέβαλε;» Κούνησε το κεφάλι. Την είχε κάνει, όμως, να τον θέλει, να πάρει η ευχή. Κοίταξε πιο έντονα τον δρόμο, ελπίζοντας να εμφανιστεί, να τον δει να φεύγει. «Μου υποσχέθηκε να μη σε αγγίξει, να μη σε πλησιάσει. Θέλει μόνο να σου μιλήσει. Νομίζω πως του χρωστάς έστω να ακούσεις τι έχει να σου πει». «Του το χρωστάω; Έτριψα τα πατώματά του. Γυάλισα τις μπότες του. Δούλεψα». Μπορούσε να τα πει όλα, αλλά όχι το χειρότερο. Την ταπείνωση, την ντροπή. Το πόσο άσχημα ένιωθε που τον ήθελε. «Το ξέρω πως το έχει μετανιώσει», είπε η Γκρέις. «Θα έπρεπε». «Νομίζω πως νοιάζεται για σένα». Γέλασε. «Αν νοιαζόταν, δεν θα είχε κάνει όσα έκανε». Η Γκρέις σηκώθηκε από το κρεβάτι και την πλησίασε. «Φι, ξέρω πως μας έχουν μάθει ότι δεν πρέπει να ερχόμαστε κοντά με έναν άντρα πριν τον γάμο, αλλά αν αυτό σε κάνει να νιώσεις καλύτερα, μοιράστηκα κι εγώ μια πολύ ξεχωριστή νύχτα με τον Λόβινγκτον πριν καν συνειδητοποιήσω πως θα τον παντρευόμουν. Η επιθυμία δεν είναι και τόσο κακό πράγμα». Το βάρος όσων είχαν συμβεί ήταν εξαντλητικό. Έβαζε όλη της τη δύναμη για να μην καταρρεύσει. Γύρισε προς την Γκρέις. «Μα εσύ ήξερες ποια ήσουν. Ήξερες ποιος είναι». «Ναι, έχεις δίκιο. Πάντως σας αγαπώ και τους δύο», της


312

LORRAINE HEATH

είπε απαλά. «Νομίζω ότι υποφέρετε και οι δύο. Ίσως μια μικρή κουβέντα να απάλυνε κάπως τον πόνο σας». «Θα τον έκανε απλώς χειρότερο». «Είναι πεισματάρης και περήφανος, Φι. Δεν θα φύγει χωρίς να σε δει. Το ξέρεις, όπως το ξέρω κι εγώ». «Μπορώ κι εγώ να είμαι εξίσου πεισματάρα και περήφανη». «Και τι θα κερδίσεις;» Στεκόταν πλάι στο τζάκι, κοιτάζοντας τις μπότες που του είχε πρόσφατα γυαλίσει, και τα λεπτά περνούσαν το ένα μετά το άλλο. Ο μόνος λόγος που δεν απελπιζόταν ήταν πως η Γκρέις δεν είχε γυρίσει να του πει ότι η Φι θα τον έβλεπε μόνο όταν σάπιζε στην κόλαση. Αμφέβαλε ότι θα δεχόταν. Άκουσε βήματα και στράφηκε. Σχεδόν λιποθύμησε από ανακούφιση. Στεκόταν στην πόρτα με ένα ανοιχτό πράσινο σατέν φόρεμα με σκούρες βελούδινες κορδέλες. Το βελούδο κάλυπτε τον λαιμό της, τις μανσέτες, τη μέση της και τόνιζε τις πτυχώσεις της φούστας της. Το είχαν φτιάξει για εκείνη, δεν είχε καμία αμφιβολία. Δεν είχε σημασία πώς το είχε βρει εκεί. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε έναν σφιχτό κότσο. Δεν υπήρχαν ατίθασες τούφες για να τις διώξει με ένα απαλό φύσημα των χειλιών της. Η εμφάνισή της ήταν βασιλική. Περήφανη. Διαφαινόταν, όμως, ο πόνος της, η προδοσία, το γεγονός ότι ευχόταν να βρίσκεται οπουδήποτε αλλού εκτός από εκεί. Όπως και τη νύχτα, όμως, που φοβόταν να περπατήσει στο πάρκο, είχε βρει το κουράγιο να τον συναντήσει. Αναρωτήθηκε πόσο συχνά θα μπορούσε να τον κάνει να τη θαυμάσει μέχρι να πεθάνει. Σίγουρα κάθε φορά που θα τη συναντούσε. Τέντωσε το κορμί του, απομακρύνθηκε από το τζάκι και έκανε μια μικρή υπόκλιση. «Λαίδη Οφίλια». «Η Γκρέις μού είπε ότι θέλεις να μου μιλήσεις. Σε


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

313

παρακαλώ, να είσαι σύντομος». Έδειξε τον καναπέ με το κεφάλι του. «Θα καθίσεις;» «Προτιμώ να μείνω όρθια». «Τουλάχιστον μπορείς να μπεις στο δωμάτιο, ώστε να μη φωνάζω και να μείνουν μεταξύ μας όσα θα πούμε;» Δίστασε, κοίταξε γύρω της. Στο σπίτι του, έβρισκε το πείσμα της διασκεδαστικό. Εδώ του θύμιζε απλώς ότι είχε κάθε λόγο να είναι εκνευρισμένη μαζί του. Τελικά, μπήκε στο δωμάτιο, σταμάτησε κοντά στον καναπέ, σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος και τον κοίταξε κατάματα. Είχε όντως σκεφτεί πριν από λίγο καιρό ότι, αν θυμόταν πως του είχε τρίψει την πλάτη, θα ένιωθε ταπεινωμένη; Πίστευε ότι θα την έκανε να νιώσει κατώτερη τόσο εύκολα; Πώς μπορούσε να μην αναγνωρίσει το βάθος της περηφάνιας της, τη δύναμή της; Πώς δεν είχε δει ότι θα μπορούσε να ζει ακόμα και στο πιο φρικτό καταγώγιο και να εξακολουθεί να θεωρεί ότι ήταν βασίλισσα; Πώς δεν ήξερε ότι θα αναλάμβανε μετά χαράς τον ρόλο του πιο πιστού της υπηκόου; «Δεν θα δικαιολογήσω τις πράξεις μου. Ήταν απαράδεκτες». Το πρόσωπό της ήταν μια μάσκα ψυχραιμίας, δεν αποκάλυπτε τίποτα. Ήθελε τουλάχιστον να του πει ότι είχε δίκιο, ότι ήταν ένα τέρας. Ήθελε να του φωνάξει, να τσιρίξει, να τον πλησιάσει και να χτυπήσει τις γροθιές της στο στήθος του. Θα έβαζε στοίχημα ό,τι είχε και δεν είχε – τα πάντα, ακόμα και την καινούρια λέσχη του– ότι ήξερε πως ήθελε ακριβώς αυτό και κρατιόταν για να μην τον τιμωρήσει. Το μαστίγωμα θα πονούσε λιγότερο, αλλά δεν του άξιζε να πονέσει λιγότερο. Του άξιζε να πονέσει όσο είχε πονέσει εκείνη. «Θυμάσαι πώς βρέθηκες στο ποτάμι;» τη ρώτησε. «Όχι». «Ο Σόμερντεϊλ μου είπε ότι έφυγες με τον θείο σου–» «Το συζήτησες με τον αδερφό μου;» Οργή. Τα μάτια της μισόκλεισαν, τα χέρια της σφίχτηκαν στα πλευρά της. Η


314

LORRAINE HEATH

αναπνοή της έγινε πιο κοφτή, πιο γρήγορη. «Όχι!» Σήκωσε το ένα του χέρι. «Όχι. Είτε το πιστεύεις είτε όχι, στην αρχή σκόπευα να σε κάνω υπηρέτριά μου μόνο για μένα». «Έπειτα, όμως, περνούσες τόσο καλά, που αποφάσισες να το παρατείνεις». «Δεν ήταν όπως περίμενα». Αρπάχτηκε από το μάρμαρο στο τζάκι για να μην τρέξει να την αγκαλιάσει, να την παρηγορήσει με το άγγιγμά του, με απαλούς ψίθυρους, με τρυφερά φιλιά. «Θα ήταν πιο εύκολο αν καθόσουν και με άφηνες να σου εξηγήσω χωρίς να με διακόπτεις». «Και νομίζεις ότι με νοιάζει τι είναι πιο εύκολο για σένα;» Άπλωσε τα χέρια της, με τις παλάμες της γυρισμένες προς το μέρος του. «Τα χέρια μου έχουν γεμίσει σημάδια, δεν είναι πια τα χέρια μιας κυρίας. Και δεν είμαι πια αθώα. Δεν θα είμαι παρθένα για τον σύζυγό μου!». «Δεν ήσουν παρθένα ούτε για μένα», της είπε σιγανά. «Κάθαρμα!» φώναξε, πριν διασχίζει γρήγορα τη μικρή απόσταση που τους χώριζε και αρχίσει να τον χτυπάει στο στήθος, στα χέρια, στο πιγούνι. Έκανε σαν τρελή, οι γροθιές της χτυπούσαν παντού, όπου μπορούσαν. Δεν προσπάθησε να τη σταματήσει, όχι στην αρχή. Του άξιζε κάθε μελανιά, κάθε κόψιμο, κάθε γρατζουνιά. Έπειτα, όμως, φοβήθηκε πως θα χτυπήσει και εκείνη. Την πήρε στην αγκαλιά του, την τράβηξε κοντά, την κράτησε σφιχτά. «Φι», της ψιθύρισε. «Φι, όλα θα πάνε καλά». Τα χέρια της παρέλυσαν όταν ακούμπησε πάνω του, λυγμοί άρχισαν να κάνουν τους ώμους της να τρέμουν, τα δάκρυα μούσκεψαν το πουκάμισό του. Σαν να ήταν πάντα προγραμματισμένος να την κάνει να πονάει. Θα την άφηνε αν μπορούσε, αλλά όχι ακόμα, όχι ακόμα. «Πες μου», της είπε απαλά. «Πες μου τι συνέβη». Απομακρύνθηκε από κοντά του σκουπίζοντας τα μάτια της. Χωρίς να τον κοιτάζει, πήγε ξανά στον καναπέ. «Δεν ξέρεις τι λες».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

315

Ευχόταν να μην ήξερε. Ήλπιζε να μην ήξερε. Εκείνος που δεν προσευχόταν ποτέ, τώρα προσευχόταν στον Θεό να έκανε λάθος. Ήταν το μόνο που έμοιαζε λογικό όμως, που ταίριαζε χρονικά, και παρ’ όλα αυτά ήταν ακατανόητο. «Την πρώτη νύχτα που σε βρήκα, ο αδερφός σου ήταν στη λέσχη. Έπαιζε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί δεν σε έψαχνε. Εκτός κι αν δεν ήξερε ότι σου είχε συμβεί κάτι. Ή εκτός αν ήταν αυτός που σε πέταξε στο ποτάμι και νόμιζε πως ήσουν ήδη νεκρή». «Ο Σόμερντεϊλ δεν θα πείραζε ούτε μύγα». «Τότε ήταν ο θείος σου. Θα πήγαινες στο Στιλμέντοου με τον θείο σου για να φροντίσεις τη θεία σου. Δεν έφτασες, ωστόσο, ποτέ εκεί. Κι όμως ο θείος ισχυρίζεται ότι πήγες, αλλά το έσκασες. Γιατί να πει ψέματα;» «Αρκετά». Γύρισε να φύγει. Άπλωσε το χέρι του και την έπιασε. Απελευθερώθηκε και τον κοίταξε. «Υποσχέθηκες να μη μ’ αγγίξεις αν ερχόμουν να σε συναντήσω, αλλά δεν μπορείς να κρατήσεις τις υποσχέσεις σου. Μάλλον δεν θα έπρεπε να εκπλήσσομαι, αν κρίνω από το πόσο κάθαρμα είσαι». Δεν ήθελε να το κάνει, όμως έπρεπε να πει την αλήθεια. «Ο θείος σου σε βίασε εκείνο το βράδυ». Αναστέναξε σαν να ήταν ο πιο εκνευριστικός άνθρωπος στον κόσμο και δεν μπορούσε να ασχολείται άλλο πια μαζί του. «Ξέχνα το. Έκανες αρκετή ζημιά, δεν νομίζεις;» Ω, δεν είχε κάνει αρκετή, αν οι υποψίες του ήταν αληθινές. «Κοίτα με στα μάτια και πες μου ότι δεν το έκανε εκείνο το βράδυ». Ξεφύσηξε μέσα από τα δόντια, έκλεισε τα μάτια και έσφιξε τις γροθιές της. Σκέφτηκε πως θα τον χτυπούσε ξανά. Όταν ξανάνοιξε, όμως, τα μάτια της, τα είδε γεμάτα αποφασιστικότητα. «Δεν.Με.Βίασε.Εκείνο.Το.Βράδυ». Την παρατήρησε προσεκτικά και είδε μόνο την αλήθεια.


316

LORRAINE HEATH

Την απόλυτη αλήθεια στο βλέμμα της. Εννοούσε κάθε λέξη που του είχε πει. Ανακουφίστηκε, αλλά παρέμεινε προβληματισμένος. «Μα δεν συνάντησα κανένα εμπόδιο στη διείσδυση». Έγινε κατακόκκινη, στον λαιμό, στο πρόσωπο. Ήξερε πως τα λόγια του ήταν σοκαριστικά, ωμά, αλλά ήθελε μια εξήγηση. Έπρεπε να ξέρει ότι δεν της είχε κάνει ακόμα μεγαλύτερο κακό απ’ όσο αρχικά νόμιζε. Η αντίδρασή της ήταν κάτι παραπάνω από οργισμένη. Δεν μπορούσε να καταλάβει. «Ίσως γεννήθηκα έτσι», του είπε. «Ή ίσως είχε σπάσει με κάποιον τρόπο. Δεν ξέρω, πάντως σίγουρα δεν είναι ίδιες όλες οι παρθένες. Εξάλλου, δεδομένου του πόθου σου χτες το βράδυ, ήσουν πραγματικά σε θέση να το αντιληφθείς;» Είχε ένα δίκιο. Είχε χαθεί μέσα στο πάθος, μέσα στη φωτιά της. Μπορεί να έκανε λάθος, αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά. Προσπαθούσε υπερβολικά να τον πείσει. Ήξερε πως δεν έπρεπε να την πιέσει, έπρεπε να την αφήσει να φύγει, αλλά δεν μπορούσε να το κάνει. «Πώς βρέθηκες στο ποτάμι;» «Δεν θυμάμαι». «Δεν σε πιστεύω». «Αρκετά με όλα αυτά. Σε βαρέθηκα». Γύρισε να φύγει και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Αν δε μου πεις πώς βρέθηκες στο ποτάμι, θα πω στον αδερφό σου τι έκανα». Σταμάτησε, γύρισε και τον κοίταξε. «Δεν θα τολμούσες». «Μάλλον θα επιμείνει να παντρευτούμε». Με τα χέρια της γροθιές, τον πλησίασε, σταμάτησε ένα χιλιοστό μπροστά του και τον κοίταξε, ενώ τα σμαραγδένια μάτια της πετούσαν σπίθες. «Είσαι κτήνος». «Δεδομένης της πρόσφατης συμπεριφοράς μου, αυτό είναι το μόνο σίγουρο». «Γιατί έχει τόση σημασία πια πώς βρέθηκα στο


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

317

ποτάμι;» «Γιατί παρά τα όσα έγιναν, και ενώ δεν περιμένω να το πιστέψεις, ερωτεύτηκα τρελά τη γυναίκα που έμεινε στο σπίτι μου. Αν κάποιος της έχει κάνει κακό, θα λογοδοτήσει σε μένα». «Αν μ’ αγαπούσες πραγματικά, δεν θα είχες κάνει όσα έκανες». «Δεν σ’ αγαπούσα όταν άρχισαν όλα. Χριστέ μου, δεν σε συμπαθούσα καν». Το στόμα της συσπάστηκε ελαφρά και την είδε να κουνάει ανεπαίσθητα το κεφάλι, σαν να είχε αποφασίσει για κάτι. Η στάση της, το σώμα της του θύμισαν τη γυναίκα που δεν άντεχε να βλέπει. «Την αλήθεια; Ναι, θα πήγαινα στην εξοχή με τον θείο μου. Στην άμαξα, όμως, μου περιέγραψε αναλυτικά την κατάσταση της θείας μου. Ήμασταν στη μέση της περιόδου και θα έπρεπε να κάνω μπάνιο τη θεία μου, να την ταΐζω, να της διαβάζω και να της κρατάω το χέρι. Δεν θα χόρευα πια, δεν θα έκανα βόλτες στο πάρκο με τους θαυμαστές μου, δεν θα με φλέρταρε κανείς. Απλώς θα κουραζόμουν, θα βαριόμουν και θα έπρεπε να φροντίζω μια άρρωστη γριά. Δεν το ήθελα αυτό. Ήθελα χορούς, δείπνα και θέατρο. Έτσι, όταν η άμαξα έστριψε κοντά στη γέφυρα, πήδησα έξω. Ο θείος μου έστειλε τους υπηρέτες του να με κυνηγήσουν. Ήξερε ότι θα με έπιαναν και έτσι πήδησα από τη γέφυρα. Δεν ήμουν πολύ ψηλά, η βουτιά δεν θα ήταν επικίνδυνη. Αμφέβαλα ότι θα με ακολουθούσαν. Καλύτερα να ήμουν βρεγμένη για λίγο, παρά να χάσω τη σεζόν. Θα έβλεπα αργότερα τι θα έλεγα στον Σόμερντεϊλ». Ο τόνος της ήταν ψυχρός, υπολογισμένος. Ένιωσε μια ανατριχίλα στην πλάτη του. «Δεν είσαι τόσο εγωίστρια». «Ίσως η γυναίκα που ζούσε μαζί σου να μην ήταν, αλλά η προηγούμενη, αυτή που δεν συμπαθούσες; Παραδέξου το, τόσο εγωίστρια ήταν. Και είναι. Τώρα που έχω τη μνήμη μου ξανά, καταλαβαίνω πώς είμαι».


318

LORRAINE HEATH

«Γιατί δεν ειδοποίησε αμέσως τον αδερφό σου ο θείος σου;» «Φαντάζομαι πως θα σκέφτηκε ότι θα γύριζα στο σπίτι, οπότε δεν το θεώρησε απαραίτητο. Σίγουρα θα περίμενε να εξηγήσω στον Σόμερντεϊλ ότι είχα αλλάξει γνώμη για το Στιλμέντοου». «Δεν θεώρησε απαραίτητο να βεβαιωθεί πως είσαι καλά; Τι είδους άνθρωπος είναι αυτός;» Ίσως αν ήταν όντως δύο διαφορετικές γυναίκες, με διαφορετική καρδιά και διαφορετική ψυχή, να είχε πειστεί. Ήξερε, όμως, και καταλάβαινε τη γυναίκα που είχε σώσει. Όταν είχε πέσει στο νερό, το προσωπείο της είχε σπάσει. Τώρα προσπαθούσε απεγνωσμένα να το επαναφέρει. Γιατί; Για τον ίδιο λόγο που είχε χτίσει ένα τείχος απέναντί του: για να κρατήσει κρυφό κάτι φρικτό από το παρελθόν, κάτι που δεν ήθελε να το μάθει κανείς. Εκείνος, όμως, της είχε ανοιχτεί. Την είχε εμπιστευτεί. Την είχε προδώσει. Δεν θα τον εμπιστευόταν τώρα. Ήξερε, όμως, ότι υπήρχε κάτι αποτρόπαιο και σκοτεινό… Κάτι που της προκαλούσε εφιάλτες… Κάτι που την άγγιζε, κάτι που πάλευε εναντίον του… Κάτι που η Γκρέις είχε πει ότι φοβόταν στη μέση της νύχτας στο Στιλμέντοου… Όχι κάτι. Κάποιος. «Ο θείος σου δεν σε βίασε εκείνο το βράδυ», της είπε. Σήκωσε το κεφάλι. «Αυτό δεν σου είπα μόλις;» «Σε βίασε όταν ήσουν παιδί».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

319

Κεφάλαιο 23

Ήθελε να μείνει όρθια, ψηλή, ευθυτενής, γεμάτη αυτοπεποίθηση. Ήθελε να κάνει πως δεν το άκουσε, αλλά δεν μπορούσε. Όχι μαζί του, όχι με τη συμπόνια και την κατανόηση στα σκοτεινά του μάτια. Όχι με τη βεβαιότητά τους. Την ήξερε πολύ καλά. Όταν είχαν πέσει οι άμυνές της, τον είχε αφήσει να την πλησιάσει. Όταν δεν είχε αναμνήσεις για να χτίσει τα τείχη της. Όχι όταν σωριάστηκε στον καναπέ, γιατί τα πόδια της δεν την κρατούσαν άλλο. Δεν έπρεπε να κατέβει, δεν έπρεπε ποτέ να συμφωνήσει να τον δει. Έπρεπε να ξέρει πως θα την πίεζε μέχρι να πει την αλήθεια. Μέχρι να ανακαλύψει την πιο μεγάλη της ντροπή. Αυτό που της είχε κάνει ο Ντρέικ ωχριούσε. Οι πράξεις του, όμως, την πλήγωσαν περισσότερο, γιατί τον είχε ερωτευτεί. Είχε γνωρίσει την αγάπη του. Ήταν μια εμπειρία που δεν περίμενε να νιώσει ποτέ, ήξερε πως δεν το άξιζε. Είχε μέσα της κάτι κακό. Ο θείος της το έλεγε πολύ συχνά. Όποτε πήγαινε κοντά της. Ο Ντρέικ γονάτισε πλάι της. Δεν έπρεπε να τον κοιτάξει. Αρνιόταν. «Μπορείς να σταματήσεις;» «Πόσων χρόνων ήσουν;» Έπρεπε να το περιμένει ότι θα αγνοούσε το αίτημά της.


320

LORRAINE HEATH

Έπρεπε να αγνοήσει και εκείνη την ερώτησή του, αλλά έμοιαζε με ένα άγριο σκυλί που ροκάνιζε ένα κόκαλο. Δεν θα την άφηνε μέχρι να πάρει τις απαντήσεις για τις οποίες είχε έρθει. Κουβαλούσε το βάρος της αλήθειας τόσο καιρό. Ίσως αν του ομολογούσε ένα μέρος, το βάρος να ήταν λιγότερο. «Δώδεκα, όταν ήρθε πρώτη φορά στο κρεβάτι μου, στη μέση της νύχτας. Με άγγιξε». Η σκέψη την έκανε να ζαλίζεται. Το πιγούνι της έτρεμε. Ένιωθε το στομάχι της να ανακατεύεται. «Με έβαλε να τον αγγίξω». Τόλμησε να κοιτάξει τα μάτια του και είδε την αποστροφή στα σκοτεινά τους βάθη. «Δεν το είπες στον πατέρα σου;» Αναστέναξε. «Όχι, ντρεπόμουν υπερβολικά. Και ο Γουίγκμορ – μου είπε ότι ήμουν κακιά, ότι εγώ έφταιγα που μου έκανε αυτά τα πράγματα. Μου είπε πως αν έλεγα οτιδήποτε, ο πατέρας μου θα με έστελνε σε ένα μέρος όπου κλειδώνουν τα κακά κορίτσια. Θα ήμουν μόνη μου στο σκοτάδι». Ξεχασμένη, τροφή για τα ποντίκια. «Και η θεία σου; Ήσουν δεμένη μαζί της…» «Θα με μισούσε, αν μάθαινε ότι είμαι κακό κορίτσι. Δεν μπορούσα να της το πω». «Δεν ήξερε, νομίζεις;» «Είχαν χωριστές κρεβατοκάμαρες. Πάντα ερχόταν αργά τη νύχτα, αφού είχαν κοιμηθεί οι υπηρέτες. Το ρολόι χτυπούσε δύο φορές και άνοιγε η πόρτα. Ακόμα και στο σπίτι, συνήθισα να κοιμάμαι μετά τις δύο. Τα δύο χτυπήματα και έπειτα η σιωπή πάντα με ξυπνούσαν». Ξαφνικά ένιωσε να κρυώνει, άρχισε να τρίβει τα μπράτσα της. Αρκετά, προσευχήθηκε. Ας τελειώσει αυτή η ανάκριση. «Πόσων ετών ήσουν όταν το προχώρησε περισσότερο;» τη ρώτησε. Τα μάτια της έτσουζαν, αλλά δεν θα επέτρεπε στα δάκρυα να κυλήσουν. Αν άρχιζε να κλαίει, δεν θα μπορούσε να σταματήσει και θα εξευτελιζόταν ακόμα περισσότερο. Κατάπιε. «Ήμουν δεκαεπτά όταν… όταν έκανε όλα όσα ήθελε. Αν δεν είχα χάσει τη μνήμη μου…


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

321

αυτό που συνέβη ανάμεσά μας δεν θα συνέβαινε ποτέ. Δεν θα σε άφηνα ποτέ να πλησιάσεις κάποια τόσο διεφθαρμένη όσο εγώ, τόσο βρόμικη». Αγκάλιασε τον εαυτό της. Ήθελε να γδάρει το δέρμα της, να ξεχάσει πάλι την αίσθηση των χοντρών, αηδιαστικών δαχτύλων του Γουίγκμορ και την καυτή, υγρή, λαχανιασμένη ανάσα του κοντά στο αφτί της. «Νομίζεις πως η δική του συμπεριφορά επηρεάζει εσένα;» ρώτησε σιγανά ο Ντρέικ. «Όχι;» Άπλωσε το χέρι του και το σταμάτησε λίγα χιλιοστά από το μάγουλό της και έπειτα έσφιξε τη γροθιά του και τη χτύπησε στο πόδι του. Δεν ήξερε αν δεν την άγγιζε επειδή σεβόταν αυτό που του ζήτησε ή επειδή αηδίαζε στη σκέψη ότι είχε βρεθεί μαζί της μετά από κάποιον άλλον άντρα. Οι καθωσπρέπει κυρίες πρέπει να αγγίζονται μόνο από τον σύζυγό τους. Κάτι μέσα της, όμως, την είχε κάνει να αποζητά το πρόστυχο, το άρρωστο, το διεστραμμένο. «Η συμπεριφορά του είναι απαράδεκτη», είπε με σιγουριά ο Ντρέικ. «Δεν φταις εσύ για τις κακές του πράξεις. Ξέροντας, όμως, για τι είναι ικανός, γιατί πήγες μαζί του;» «Γιατί είμαι ανόητη. Γιατί πίστευα ότι είχε τελειώσει μαζί μου. Η θεία είναι πολύ άρρωστη. Στην άμαξα, όμως, μου είπε πόσο του είχα λείψει. Πόσο χαιρόταν που θα περνούσαμε χρόνο μαζί και ήξερα ότι δεν είχε τελειώσει. Όσο κι αν αγαπώ τη θεία μου, δεν μπορούσε να υποφέρω ξανά το άγγιγμά του. Έτσι, έτρεξα». Πήρε μια βαθιά ανάσα, ανέκτησε τον έλεγχο του εαυτού της, ίσιωσε την πλάτη και τον κοίταξε. «Είσαι ευχαριστημένος τώρα;» «Δεν είμαι καθόλου ευχαριστημένος, αλλά αυτό θα αλλάξει μόλις σκοτώσω τον Γουίγκμορ». Σηκώθηκε όρθιος και πήγε προς την πόρτα πριν προλάβει καλά καλά να ολοκληρώσει τη φράση του. Εκείνη τον ακολούθησε και σχεδόν παραπάτησε από τη


322

LORRAINE HEATH

βιασύνη. «Όχι!» Άρπαξε το χέρι του και βρήκε τη δύναμη να τον γυρίσει προς το μέρος της, παρότι ήταν πιο μεγαλόσωμος, πιο δυνατός, πιο μυώδης. Μπορούσε να νιώσει τον θυμό που έβραζε μέσα του. «Δεν μπορείς να τον σκοτώσεις». «Διαφωνώ». Σήκωσε τα τεράστια χέρια του. «Με αυτά εδώ τυλιγμένα στον λαιμό του, νομίζω πως θα τα καταφέρω πολύ εύκολα». «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό». «Είχες δίκιο, Φι. Δεν είμαι αρκετά πολιτισμένος για την αριστοκρατία. Ξέρεις το παρελθόν μου. Ξέρεις ότι στις φλέβες μου κυλάει το αίμα ενός δολοφόνου. Είμαι γιος του πατέρα μου. Έχω το ταμπεραμέντο του και μερικές φορές κοντεύω να εκραγώ». «Δεν το κάνεις, όμως. Δεν το έχεις κάνεις ως τώρα. Και δεν μπορείς να το κάνεις. Θα σε κρεμάσουν». «Δεν είναι και τίποτα φοβερό, αν σκεφτείς πόσο σε πλήγωσα. Και πάλι, όμως, θα πεθάνω με λίγη παραπάνω αξιοπρέπεια από τον πατέρα μου». «Δεν θα πεθάνεις. Δεν θα το επιτρέψω. Δεν καταλαβαίνεις αυτό που προσπαθώ να σου εξηγήσω; Δεν το αξίζω». Την τράβηξε στην αγκαλιά του, την κράτησε σφιχτά. «Σου αξίζει να έχεις τα πάντα». «Και αν δε συνεργαστεί ο Γουίγκμορ;» ρώτησε η Φι. «Δεν θα του δώσω άλλη επιλογή». Είχε τις αμφιβολίες της. Ταξίδευαν με την άμαξα του Λόβινγκτον. Σκέφτηκε ότι είναι μια απόδειξη της πίστης του δούκα στον φίλο του και της αγάπης της Γκρέις για τον αδερφό της, που κανένας δεν ζήτησε εξηγήσεις για ποιο λόγο έπρεπε να ταξιδέψουν τέτοια ώρα μέχρι το Στιλμέντοου. Θα έπαιρναν τη θεία της ώστε να μπορεί η Φι να τη φροντίσει μακριά από τη σκιά του Γουίγκμορ. Μέσα στην άμαξα, δεν είχαν μπει στον κόπο να ανάψουν τη λάμπα. Για κάποιο λόγο, αυτό το ταξίδι


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

323

έπρεπε να γίνει στα σκοτεινά. «Αν δεν είχε επιστρέψει η μνήμη μου, θα μου έλεγες ποτέ ποια είμαι;» τον ρώτησε. «Δεν περιμένω να με πιστέψεις, αλλά θα σου το έλεγα το βράδυ που γιορτάσαμε την επιτυχία μου. Το μυαλό μου όμως ξέφυγε». Διέκρινε ένα χαμόγελο στη φωνή του. «Έπειτα θα σου το έλεγα όταν πηγαίναμε στη θάλασσα, αλλά μετά μπήκε η Γκρέις και τα θυμήθηκες όλα. Παράξενο». Της φάνηκε ότι έπιασε ένα ίχνος απογοήτευσης στη φωνή του που η Γκρέις είχε καταφέρει να ξυπνήσει τη μνήμη της και όχι αυτός. «Ίσως γιατί ήταν πάντα το καταφύγιό μου. Ένιωθα πάντα πιο κοντά στον αληθινό μου εαυτό όταν ήμουν κοντά της. Όταν ερχόταν στο Στιλμέντοου, ήξερα ότι θα γλίτωνα από τον Γουίγκμορ όσο θα έμενε εκεί. Όταν την είδα στην είσοδο, άνοιξαν οι πύλες των αναμνήσεών μου». «Που περιλάμβαναν και μένα». «Που περιλάμβαναν κι εσένα. Δεν θα είχε ποτέ καλό τέλος η ιστορία μας. Θα έπρεπε να το ξέρεις αυτό». Αναστέναξε. «Δυστυχώς, παρότι γνώριζα πώς θα τελειώσουν τα πράγματα, δεν μπορούσα να μη σε θέλω. Κι αυτό με καθιστά ακόμα χειρότερο κάθαρμα. Καταλαβαίνω γιατί δεν μπορείς να με συγχωρήσεις. Πρέπει, όμως, να με ενημερώσεις σε περίπτωση που είσαι έγκυος». Το στομάχι της σφίχτηκε. Δεν το είχε καν σκεφτεί αυτό. Να κάνει το παιδί του… Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το όνειρό της ήταν η ελευθερία, το όνειρό της ήταν να φροντίζει τα ζώα, αλλά ένα ακόμα όνειρο έκανε την εμφάνισή του στην άκρη του μυαλού της. Ένα μωράκι με μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια στην αγκαλιά της, να την κοιτάζει. Ήταν ένα όνειρο που δεν έπρεπε καν να σκέφτεται. Πώς θα μπορούσε ποτέ να τον εμπιστευτεί ξανά; «Πώς είναι η Ντέιζι;» ρώτησε.


324

LORRAINE HEATH

«Για την ώρα, τη φροντίζουν σε έναν πολύ καλό στάβλο, μέχρι να είσαι έτοιμη να την πάρεις». Ήταν ανόητο να της λείπει ένα άλογο, αλλά της έλειπε. «Μάλλον θα την πάρω στο κτήμα του Σόμερντεϊλ για να έχει χώρο να τρέχει. Μέχρι να φτάσω τα τριάντα και να πάρω την περιουσία μου, δεν μπορώ να κάνω και πολλά πράγματα». «Και ο γάμος;» «Ακόμα και χωρίς τη μνήμη μου, ήξερα πως δεν θέλω να παντρευτώ. Σου είπα ποιο ήταν το όνειρό μου. Ήταν πολύ δυνατό για να το ξεχάσω. Απλώς περνάω τον καιρό μου προσποιούμενη ότι ψάχνω για σύζυγο, γιατί αυτό κάνουν οι κυρίες της τάξης μου». Σχεδίαζε να αρνηθεί κάθε πρόταση, όλες τις προσφορές μέχρι να φτάσει σε ηλικία που δεν θα την ήθελε πια κανείς, μέχρι να ήταν σίγουρα στο ράφι και να μπορεί να ζήσει χωρίς να βρίσκεται υπό τον έλεγχο κάποιου άντρα. «Περίεργο. Η Μάρλα, που σαν υπηρέτρια μάλλον δεν θα παντρευόταν ποτέ, ήθελε απεγνωσμένα έναν σύζυγο. Ενώ εγώ, η κόρη ενός κόμη, που όλοι περιμένουν να παντρευτώ, δεν θέλω καθόλου να το κάνω. Φαίνεται πως πάντα θέλουμε αυτό που δεν μπορούμε να έχουμε». «Ναι, έτσι φαίνεται». Η φωνή του ήταν γεμάτη θλίψη και ενοχές. «Θα σου δανείσω το ποσό της προίκας σου. Δεν θέλω να περιμένεις ως τα τριάντα για να κάνεις τη ζωή που θέλεις». Η καρδιά της φτερούγισε. «Χρειάζεσαι αυτά τα χρήματα για να κάνεις την ανακαίνιση της λέσχης». «Η ανακαίνιση μπορεί να γίνει ανά πάσα στιγμή». Κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν θέλω να σου χρωστάω». «Δεν θα έχεις καμία υποχρέωση, καθόλου τόκους. Όταν φτάσεις στην κατάλληλη ηλικία και πάρεις την περιουσία σου, θα μου δώσεις όσα ακριβώς σου δάνεισα. Τίποτα παραπάνω. Αμφιβάλλω αν θα βρεις αλλού καλύτερη προσφορά». Σκέφτηκε πόσο υπέροχο θα ήταν να μη χρειάζεται να


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

325

ξαναπεράσει από άλλη σεζόν, να αφήσει πίσω της το φλερτ και το ενδιαφέρον των κυρίων προς το πρόσωπό της. Όχι άλλους χορούς, όχι άλλα δείπνα, όχι άλλα ψεύτικα γέλια και υποτιθέμενες συμπάθειες. «Μάλλον η προσφορά αυτή οφείλεται στις τύψεις σου». «Πίστεψέ το, αν αυτό σε κάνει να το δεχτείς». Δυστυχώς, δεν πίστευε ότι ήταν οι τύψεις. Πίστευε ότι ήταν κάτι πολύ πιο σπουδαίο. Κάτι που δεν τολμούσε να πει ούτε σε εκείνον ούτε στον εαυτό της. Δεν είχαν ειδοποιήσει ότι θα πήγαιναν. Ο Ντρέικ ήξερε ότι μια ξαφνική επίσκεψη γύρω στα μεσάνυχτα θα τους έδινε το πλεονέκτημα. Όχι πως χρειαζόταν. Στεκόταν εξοργισμένος στην είσοδο, ενώ ο μπάτλερ πήγε να ειδοποιήσει τον λόρδο –που ήταν στη βιβλιοθήκη– για την επίσκεψή τους. Μετά βίας κατάφερνε να συγκρατηθεί για να μην πάει να επιτεθεί στο κάθαρμα. Ενώ η Φι στεκόταν εκεί τόσο ήρεμη, άκαμπτη, με το κεφάλι ψηλά. Η μόνη ένδειξη ότι δεν της ήταν εύκολο, ήταν η χλωμάδα του προσώπου της, λες και όλο το αίμα είχε αδειάσει από μέσα της την ώρα που πέρασε το κατώφλι. Εντυπωσιάστηκε μόλις συνειδητοποίησε το κουράγιο και τη δύναμη που πρέπει να είχε σαν μικρό κοριτσάκι για να επιστρέφει ξανά και ξανά, ξέροντας τι την περίμενε. «Γιατί συνέχιζες να έρχεσαι;» τη ρώτησε. Τον κοίταξε. «Επέμενε ο πατέρας μου. Μια κόρη δεν φέρνει αντιρρήσεις. Σταμάτησα όμως όταν πέθανε. Ο αδερφός μου πρότεινε να συνεχίσω να έρχομαι, αλλά οι προτάσεις του δεν ήταν οι εντολές του πατέρα μου, άρα μπορούσα να τις αγνοήσω. Εξάλλου, αγαπώ πολύ τη θεία μου. Είναι αδερφή της μητέρας μου και, αφότου την έχασα, δεθήκαμε ακόμα πιο πολύ. Δεν έκανε ποτέ παιδιά. Μου φερόταν σαν να είμαι κόρη της. Δεν μπορούσα να την κατηγορήσω για τις πράξεις του άντρα της». Ο Ντρέικ μπορούσε. Μπορούσε να κατηγορήσει τη θεία,


326

LORRAINE HEATH

τους υπηρέτες, κάθε μέλος του προσωπικού που δεν πρόσεξε τον τρόμο που βίωνε ένα μικρό κορίτσι. Οι άνθρωποι πίστευαν ότι οι φτωχοί ήταν επικίνδυνοι, γιατί συλλαμβάνονταν τόσοι πολλοί από αυτούς. Το κακό, όμως, δεν είχε να κάνει με την έλλειψη χρημάτων. «Οφίλια! Είσαι ζωντανή! Δόξα τω Θεώ!» Ο Ντρέικ έστρεψε την προσοχή του στον διάδρομο, όπου εμφανίστηκε ένας άντρας. Οι μύες και τα μαλλιά του τον είχαν εγκαταλείψει από καιρό. Τα μάτια του ήταν δύο μικρές σταφίδες κολλημένες πάνω σε ένα σωρό από ζυμάρι. Ήταν προφανές πως ο κόμης πίστευε ότι η Φι είχε πεθάνει, και έτσι δεν περίμενε να αμφισβητήσει κανείς την ιστορία που είχε πει στον Σόμερντεϊλ. Η άρρωστη θεία μπορεί να μην ήταν σε θέση να ξέρει αν η Φι είχε πάει ποτέ από εκεί. Άπλωσε τα χέρια, πλησίασε– Η πρώτη γροθιά του Ντρέικ τον βρήκε στη μύτη· το κόκαλο και ο χόνδρος έσπασαν, πετάχτηκε αίμα. Η Φι τρόμαξε. Ο Γουίγκμορ έπεσε στο πάτωμα με θόρυβο, με δάκρυα στα μάτια και τα χέρια στη μύτη του. Ο Ντρέικ έκανε ένα βήμα μπροστά και έσκυψε από πάνω του. «Σήκω πάνω και θα σε ξαναχτυπήσω». Σε παρακαλώ, σήκω πάνω. «Ποιος είσαι εσύ;» είπε ο Γουίγκμορ, ενώ το αίμα έτρεχε στις άκρες των χειλιών του. «Ο άνθρωπος που θα σε κάνει να μετανιώσεις τη μέρα που γεννήθηκες». «Ντρέικ», του είπε απαλά η Φι, ακουμπώντας το χέρι της στο μπράτσο του. Περίεργο πόσο εύκολα μπορούσε να δαμάσει το τέρας μέσα του. Κοίταξε τον θείο της. Ο Ντρέικ σκέφτηκε πως έμοιαζε με αναποδογυρισμένη χελώνα. «Ήρθαμε να πάρουμε τη θεία. Θα την πάμε στο Λονδίνο». «Δεν χρειάζεται… να το κάνετε». Έβηξε, έφτυσε. Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ο Ντρέικ έκανε ένα ακόμα βήμα και ο Γουίγκμορ σταμάτησε. Κοίταξε τη Φι. «Δεν είναι πια και τόσο άρρωστη». «Και πάλι, θέλω να τη φροντίσω μέχρι να γίνει εντελώς


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

327

καλά». «Είναι γυναίκα μου. Δεν θα το επιτρέψω». «Δεν έχεις αρκετά μεγάλο στρατό για να με εμποδίσεις να φροντίσω να γίνει αυτό που θέλει η λαίδη Οφίλια», είπε ο Ντρέικ έξαλλος. «Έχω πάνω από δυο ντουζίνες υπηρέτες». «Όπως είπα, δεν έχεις αρκετούς ανθρώπους για να με σταματήσουν. Τώρα η Οφίλια θα ενημερώσει τη θεία της ότι σύντομα θα φύγουμε και θα μας ακολουθήσει». Έσκυψε. «Στο μεταξύ, εμείς οι δύο θα τα πούμε λίγο. Νομίζω πως άκουσα να με προσκαλείς στη βιβλιοθήκη σου για λίγο μπράντι». «Ντρέικ», του είπε ξανά, με εκείνον τον απαλό τόνο που έκρυβε τόσα πολλά. Ανησυχούσε γι’ αυτόν, ανησυχούσε μήπως έκανε κάτι απερίσκεπτο, μήπως κατέληγε να έχει τη μοίρα του πατέρα του. Μετά απ’ όσα της είχε κάνει, την απογοήτευσή της, τα ψέματά του, ανησυχούσε ακόμα γι’ αυτόν – και για κάποιο λόγο αυτό τον πονούσε περισσότερο απ’ όλα. Πάντα τη θεωρούσε κακιά και εκδικητική. Τώρα ήξερε πως ήταν η πιο γενναιόδωρη γυναίκα που είχε γνωρίσει ποτέ – όταν ήταν πλέον πολύ αργά. Την κοίταξε. «Αν συνεργαστεί, απλώς θα μιλήσουμε. Σου δίνω τον λόγο μου». «Δεν πάω πουθενά μαζί σου», είπε ο Γουίγκμορ. Ο Ντρέικ ανασήκωσε τους ώμους. «Μπορούμε να μιλήσουμε και εδώ, αν θέλεις. Είμαι βέβαιος πως οι υπηρέτες σου είναι διακριτικοί. Θα μιλήσουμε πάντως». Έστρεψε την προσοχή του ξανά στη Φι και πίεσε τον εαυτό του να της χαμογελάσει καθησυχαστικά. «Πήγαινε». Δίστασε. Σχεδόν γέλασε, γιατί ήξερε πως δεν της άρεσε να της λένε τι να κάνει, και ειδικά εκείνος. Τελικά έγνεψε καταφατικά. «Σε παρακαλώ, πρόσεχε». «Δεν θα μου έκανε κακό, ακόμα κι αν το προσπαθούσε». Αυτή τη φορά, ήταν η σειρά της να χαμογελάσει. «Τόσο


328

LORRAINE HEATH

αλαζόνας». «Είμαι αλαζόνας μόνο αν δεν ισχύει». Μπορούσε να δει ότι ήθελε να του πει κάτι. Αντίθετα, όμως, γύρισε την πλάτη και άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα. Εκείνος έριξε ένα άγριο βλέμμα στον Γουίγκμορ. «Πού είναι η βιβλιοθήκη;» Ο άντρας δεν ήταν εντελώς ανόητος. Τον οδήγησε στη βιβλιοθήκη. Δεν του πρόσφερε ποτό. Απλώς στάθηκε μπροστά στο γραφείο του, κρατώντας ένα λευκό μαντίλι στη μύτη του για να περιορίσει την αιμορραγία. «Δεν ανέχομαι να έρχεσαι στο σπίτι μου και να μου δίνεις διαταγές». Με τη σπασμένη μύτη του, η φωνή του έμοιαζε περισσότερο με ένα έρρινο νιαούρισμα. «Η γυναίκα μου δεν θα πάει πουθενά μαζί σου. Θα δώσω εντολή στη Σκότλαντ Γιαρντ να σε συλλάβει για την απαγωγή της. Θα βάλω να σε κρεμάσουν». «Δεν υπάρχει περίπτωση να μου αλλάξει σχέδια οποιαδήποτε απειλή». «Αυτό θα το δούμε». «Ξέρω τι είσαι», είπε ο Ντρέικ. «Ξέρω τι έκανες στην Οφίλια». Ο άντρας χλώμιασε και έπειτα τέντωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω τι σου είπε αυτή η μικρή, αλλά ήταν ψέματα. Ποτέ δεν με συμπάθησε–» «Είχε πάντα κακό γούστο. Αλλά δεν λέει ποτέ ψέματα». «Σε παίζει στα δάχτυλα, έτσι;» Όχι, του είχε κλέψει την καρδιά. «Άκουσέ με πολύ προσεκτικά», τον διέταξε ο Ντρέικ. Ο Γουίγκμορ άνοιξε το στόμα– «Αν μιλήσεις πριν τελειώσω, θα παραβώ τον όρκο μου στην Οφίλια και θα σε συστήσω ξανά στη γροθιά μου. Θα στοχεύσω όπου και πριν και τώρα θα πονέσει διπλά, σου το υπόσχομαι». Το στόμα του Γουίγκμορ έκλεισε με ένα ειρωνικό


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

329

χαμόγελο. Ο Ντρέικ έβαλε τα δυνατά του για να μην το σβήσει με ένα χαστούκι από το πρόσωπό του. «Σκοπεύω να σε καταστρέψω. Αργά, σταδιακά. Στην αρχή, δεν θα το καταλάβεις. Το ετήσιο εισόδημά σου θα αρχίσει να μειώνεται. Οι πιστωτές θα σε διώχνουν. Το προσωπικό σου θα λάβει καλύτερες προτάσεις σε άλλα σπίτια. Δεν θα είσαι πια ευπρόσδεκτος στον κύκλο σου. Δεν θα χρησιμοποιήσω αυτό που έκανες στην Οφίλια για να σε καταστρέψω γιατί δεν θέλω να τη συζητούν, αλλά μπορώ να αφήσω να διαρρεύσουν άλλες φήμες μέχρι να γίνεις ένας παρίας ανάμεσα στους φίλους σου. Μέχρι να απομείνεις εντελώς μόνος. Η θέση σου, η τάξη σου, ο πλούτος σου… η υπόληψή σου. Η ζωή σου δεν θα αξίζει τίποτα, γιατί και εσύ είσαι ένα τίποτα. Κατάλαβες;» «Είσαι ένας ασήμαντος αλαζόνας. Δεν μπορείς να με αγγίξεις». «Με υποτιμάτε, λόρδε. Με μεγάλωσε ο δούκας και η δούκισσα του Γκρέιστοουν. Ο κόμης του Κλέιμπορν, ο Τζακ Ντότζερ, ο σερ Τζέιμς Σουίντλερ της Σκότλαντ Γιαρντ και ο σερ Γουίλιαμ Γκρέιβς είναι σχεδόν θείοι μου. Ο καλύτερός μου φίλος είναι ο δούκας του Λόβινγκτον. Αν χρειαστώ τη βοήθειά του, δεν θα διστάσω ακόμα και να καλέσω τον δούκα του Άβεντεϊλ. »Είμαι ιδιοκτήτης της λέσχης Ντότζερ, και έχω στη διάθεσή μου πόρους που δεν μπορείς καν να φανταστείς. Πάνω απ’ όλα, όμως, γνωρίζω τη σκοτεινή πλευρά του Λονδίνου, τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μου. Και είμαι γιος ενός ψυχρού δολοφόνου. Αναστήθηκα από τα βάθη της κόλασης και δεν έχω κανένα πρόβλημα να επιστρέψω εκεί και να σύρω και εσένα μαζί μου. Μην έχεις αμφιβολίες. Όταν τελειώσω μαζί σου, θα βλαστημάς τη μέρα που γεννήθηκες». Ο Ντρέικ ικανοποιήθηκε από την απελπισία του Γουίγκμορ. Δεν είχε σχεδιάσει να αναφέρει τα ονόματα όλων αυτών των αγαπημένων προσώπων, αλλά ήταν ισχυροί και είχαν μεγάλη επιρροή και εκείνος σκόπευε να


330

LORRAINE HEATH

χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να τον ταπεινώσει. «Δεν θα ήταν σκόπιμο να με υποτιμήσεις», συνέχισε ο Ντρέικ. «Μην κάνεις τίποτα που μπορεί να πληγώσει την Οφίλια ή την υπόληψή της. Ο μόνος λόγος που είσαι ακόμα ζωντανός είναι επειδή μου ζήτησε να μη σε σκοτώσω». «Θα σε κρεμούσαν». «Θα τους έδινα το σκοινί. Σε θέλω μακριά από τη ζωή της. Θα μείνεις σ’ αυτό το δωμάτιο μέχρι να φύγουμε. Δεν θέλω να χρειαστεί να σε ξανακοιτάξει ποτέ. Έγινα κατανοητός;» Αποστρέφοντας το βλέμμα του, ο Γουίγκμορ έγνεψε καταφατικά. «Ωραία». Ο Ντρέικ γύρισε την πλάτη και βγήκε από το δωμάτιο. Η πρώτη του δουλειά ήταν να βρει τη Φι και να φύγουν μαζί με τη θεία. Ήθελε απεγνωσμένα να κάνει ένα μπάνιο. Αν η θεία της ήταν σε φάση ανάρρωσης, τότε σίγουρα δεν ήθελε να τη δει όταν ήταν πραγματικά άρρωστη. Ήταν υπερβολικά αδύνατη, το δέρμα της γύρω από τα οστά της που εξείχαν γκρίζο. Δεν έμοιαζε ο εαυτός της. «Θεία;» Η θεία της άνοιξε τα μάτια, και η Φι είδε το θαμπό πράσινο χρώμα τους. «Φι;» Χαμογέλασε αχνά. «Ήρθες. Ο Γουίγκμορ είπε ότι δεν θα ερχόσουν». Πίστευε ότι κανένας δεν θα την αναζητούσε; «Θα σε πάρω στο Λονδίνο». Χτύπησε το κουδούνι της υπηρεσίας. Όταν τελικά εμφανίστηκε η καμαριέρα της, της είπε: «Ετοίμασε μια μικρή βαλίτσα με τα πράγματα της λαίδης. Θα φύγουμε αμέσως». Γύρισε πάλι στη θεία της. «Έχεις το κουράγιο να καθίσεις για να σε ντύσουμε;» «Πάντα ήσουν τόσο καλή».


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

331

Η Φι άκουσε βαριά βήματα και κοίταξε πίσω της. Ανακουφίστηκε όταν είδε τον Ντρέικ. Στάθηκε πλάι της και σχεδόν ακούμπησε πάνω του για να πάρει κουράγιο. «Θεία, από εδώ ο Ντρέικ Ντάρλινγκ. Θα με βοηθήσει να σε πάρω στο σπίτι». «Μα είμαι στο σπίτι μου, γλυκιά μου». «Στο δικό μου σπίτι». Κοίταξε τον Ντρέικ, έκπληκτη από την ένταση του βλέμματος της θείας της. «Μας αφήνεις; Πρέπει να την ντύσω». «Ας μη χάνουμε χρόνο. Δεν αντέχω άλλο σ’ αυτό το σπίτι και νομίζω πως ούτε και εσύ. Θα τη μεταφέρω τυλιγμένη στις κουβέρτες της. Ας ταξιδέψει με τη νυχτικιά της. Θα είμαστε στο Λονδίνο πριν το πρώτο φως της μέρας». Έγνεψε καταφατικά, έτοιμη να φύγει. «Τα πράγματά της;» «Άφησέ τα. Θα αγοράσουμε ό,τι χρειάζεται όταν φύγουμε». Η Φι διέκρινε την ευγένεια με την οποία ο Ντρέικ σκέπασε τη θεία της και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. Ένιωσε τύψεις καθώς τον θυμήθηκε να την κουβαλάει στο κρεβάτι του. Υπήρχαν πράγματα που ήθελε πλέον να ξεχάσει, αλλά τα θυμόταν πολύ ξεκάθαρα. Το πάθος του, τη φλόγα του… την τρυφερότητά του. Ένας τόσο πολύπλοκος άντρας που είχε γεννηθεί μέσα στο σκοτάδι και είχε καταφέρει να ξεφύγει. Ένας άντρας, τον οποίο κάποτε υποτιμούσε, θεωρούσε κατώτερό της. Κάποιος που της έφερνε σαμπάνια, ενώ έπρεπε να την πίνει πλάι της. Τους ακολούθησε στη σκάλα και έπειτα έξω. Ο υπηρέτης άνοιξε την πόρτα της άμαξας. Ο Ντρέικ έβαλε τη θεία της στο κάθισμα και την άφησε να ξαπλώσει. «Ας βάλουμε το κεφάλι της στα πόδια μου», είπε η Φι, παρότι θα προτιμούσε να καθίσει πλάι στον Ντρέικ. Τα δάχτυλά του μπλέχτηκαν με τα δικά της καθώς τη βοηθούσε να ανέβει. Ήταν σχεδόν μέσα στην άμαξα, όταν


332

LORRAINE HEATH

ένας θόρυβος αντήχησε στη νύχτα. «Τι ήταν αυτό;» ρώτησε. «Περίμενε εδώ». Λες και υπήρχε περίπτωση να κάνει κάτι τέτοιο. «Θα γυρίσουμε αμέσως», είπε στη θεία της, πριν τρέξει να προλάβει τον Ντρέικ. Έπρεπε να έχει τόσο μακριά πόδια; Το σπίτι έμοιαζε παγωμένο, πλανιόταν ένα αίσθημα δυσπιστίας, φόβου. Ήταν στον διάδρομο, σχεδόν έξω από τη βιβλιοθήκη του Γουίγκμορ, όταν ο μπάτλερ βγήκε από το δωμάτιο, άσπρος σαν το πανί. «Ο λόρδος είναι νεκρός. Πυροβολήθηκε με ένα από τα πιστόλια του». Η Φι σταμάτησε, ακούμπησε στον τοίχο και το σκοτάδι άρχισε να γεμίζει τα μάτια της. «Φι; Φι; Γλυκιά μου;» Μόλις που άκουγε τη φωνή του Ντρέικ, μύριζε το αρρενωπό άρωμά του, ένιωθε τα δάχτυλά του να χαϊδεύουν το μάγουλό της. Έπειτα κοίταξε μέσα στα σκούρα, σκοτεινά του μάτια. «Γιατί το έκανε αυτό;» ρώτησε. «Γιατί είναι δειλός». «Τι του είπες;» «Ότι ήξερα τι άνθρωπος ήταν, τι είχε κάνει, και ότι σκόπευα να του πάρω ό,τι είχε σημασία γι’ αυτόν». Θα το έκανε. Ήταν σίγουρη. Άπλωσε το χέρι και χάιδεψε το γνώριμο πιγούνι του. «Δεν είσαι υπεύθυνος για τον θάνατό του». «Όχι άμεσα ίσως. Χαίρομαι, όμως, που πέθανε». Περίμενε στη θέση της ενώ εκείνος έδινε οδηγίες στους υπηρέτες σχετικά με το πώς έπρεπε να αντιμετωπίσουν το θέμα και πού θα μπορούσαν να βρουν την κόμησα. Ήταν ευγνώμων που δεν θα καθυστερούσαν πολύ να φύγουν. Όταν επέστρεψαν στην άμαξα και ενημέρωσαν τη θεία της για ό,τι είχε συμβεί, εκείνη τους απάντησε: «Δεν τον


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

333

συμπάθησα ποτέ ιδιαίτερα». Έπειτα αποκοιμήθηκε πριν η Φι προλάβει να ακουμπήσει το κεφάλι της θείας της στα γόνατά της. Έτσι, έπρεπε να καθίσει πλάι στον Ντρέικ. Δεν έφερε καμία αντίρρηση όταν την αγκάλιασε και την τράβηξε κοντά του. Είχε μια τεράστια επιθυμία να κλάψει. Δεν ήξερε γιατί. Ίσως γιατί είχαν τελειώσει όλα. Σχεδόν. Έπρεπε ακόμα να αντιμετωπίσει τον Σόμερντεϊλ.


334

LORRAINE HEATH

Κεφάλαιο 24

«Αυτοκτόνησε;» Ο Σόμερντεϊλ στεκόταν στην είσοδο με την πιτζάμα του, τις παντόφλες και τα ξανθά μαλλιά του να πετούν δεξιά κι αριστερά. Η Φι έμεινε έκπληκτη που τον βρήκε στο σπίτι και όχι κάπου έξω να τριγυρίζει. Θα προτιμούσε να ήταν σε μια από τις γνωστές του περιπέτειες. Μπορεί να είχε αποφύγει να του εξηγήσει την παρουσία του Ντρέικ. Ο αδερφός της γούρλωσε τα μάτια του και κοίταξε περίεργα τον Ντρέικ. «Και πώς έτυχε να βρεθείς εκεί;» «Όπως προσπάθησα να σου εξηγήσω», είπε η Φι, «η θεία δεν βελτιωνόταν κι ο Γουίγκμορ δεν μου επέτρεπε να τη φέρω στο Λονδίνο. Σκέφτηκα ότι ο Ντρέικ θα μπορούσε να τον πείσει». «Ο θείος είπε ότι το έσκασες». «Υποθέτω πως ήθελε να ακουστεί δραματικός. Δεν ξέρω. Έφυγα όντως για μερικές μέρες, αλλά δεν το έσκασα. Πήγα στο χωριό, γιατί ήταν αδύνατον να τον αντιμετωπίσω και ήμουν πολύ αναστατωμένη. Έπειτα σκέφτηκα ότι απλώς χρειαζόμουν κάποιον πιο δυνατό από μένα και κάλεσα τον Ντρέικ». «Και γιατί δεν φώναξες εμένα;» Ο Σόμερντεϊλ ακούστηκε κάπως πληγωμένος. Ήταν πολύ κουρασμένη για να αντιμετωπίσει την περηφάνια του.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

335

«Πότε αντιστάθηκες στον θείο εσύ;» Ο Σόμερντεϊλ συνοφρυώθηκε. Είχε δίκιο. «Γιατί να κάνει, όμως, ο Ντρέικ αυτό που του ζήτησες; Γιατί να έρθει μέχρι εκεί στη μέση της νύχτας;» «Γιατί είναι φίλη της Γκρέις», είπε ο Ντρέικ. «Σταμάτα να προσπαθείς να τα αναλύεις όλα, Σόμερντεϊλ. Απλώς θα πονέσει το κεφάλι σου». «Είναι περίεργο που ρωτούσες γι’ αυτήν πριν μια βδομάδα και, τώρα που σε χρειάστηκε, εμφανίστηκες αμέσως. Φοβάμαι ότι μπορεί να συμβαίνει κάτι άλλο εδώ. Μήπως εκμεταλλεύτηκες την αδερφή μου;» «Δεν το έκανε», είπε η Φι. «Και τώρα, σε παρακαλώ, θα καλέσεις τον δρα Γκρέιβς για να εξετάσει τη θεία; Ή πρέπει να το ζητήσω και αυτό από τον Ντρέικ; Είναι πολύ άρρωστη». Ο Σόμερντεϊλ έτριψε το πρόσωπό του. «Όχι, δεν χρειάζεται να ασχοληθεί άλλο ο Ντάρλινγκ. Θα το φροντίσω εγώ». Μόλις έφυγε από το δωμάτιο για να βρει κάποιον υπηρέτη, η Φι στράφηκε στον Ντρέικ. «Είμαι ευγνώμων για τη βοήθειά σου απόψε. Δεν χρειάζεται, όμως, να μείνεις άλλο». Το βλέμμα του έπεσε στο πρόσωπό της, σαν να προσπαθούσε να χαράξει κάθε χαρακτηριστικό του στη μνήμη του. «Θα συνεχίσει να σου κάνει ερωτήσεις». «Μπορώ να αντιμετωπίσω τον Σόμερντεϊλ. Το κάνω από τότε που γεννήθηκα». Έγνεψε καταφατικά. «Θα μου λείψει να σε έχω στο σπίτι μου». Παραλίγο να ομολογήσει πως θα της έλειπε και εκείνης να είναι εκεί, αλλά η πληγή της προδοσίας του ήταν ακόμα ανοιχτή και ήταν μπερδεμένη για τα αισθήματά της απέναντί του. Τη συντάραζαν ένα σωρό συναισθήματα: ευγνωμοσύνη για τη βοήθειά του, θυμός για τη προδοσία του, πάθος, επιθυμία, πόνος. Δεν ήξερε αν είχε τη δύναμη να τα ξεδιαλύνει.


336

LORRAINE HEATH

«Ποτέ–» ξεκίνησε, σταμάτησε, κούνησε το κεφάλι του. «Πήγα να πω ότι δεν σκόπευα ποτέ να σε πληγώσω, αλλά αυτό θα ήταν ψέμα. Πάντα πίστευες ότι είμαι κατώτερός σου και σου απέδειξα πως είχες δίκιο. Συγγνώμη, Φι. Συγγνώμη». Βγήκε από το δωμάτιο, από τη ζωή της. Ψηλός, δυνατός, περήφανος. Και εκείνη, που δεν είχε κλάψει ακόμα και στις πιο φρικτές στιγμές της ζωής της, σωριάστηκε σε μια καρέκλα και έκλαψε, νιώθοντας διαλυμένη και μπερδεμένη. «Αρσενικό», είπε ο δρ Γκρέιβς. Η Φι, ο Σόμερντεϊλ και ο Γκρέιβς στέκονταν στον διάδρομο έξω από το δωμάτιο όπου κοιμόταν η θεία Μπέρτα. «Υπάρχουν ενδείξεις για δηλητηρίαση με αρσενικό». «Θα γίνει καλά;» ρώτησε η Φι. «Πολύ πιθανό. Εξαρτάται από το πόσο της έδινε και για πόσο καιρό, ποια ζημιά έχει γίνει στα όργανά της. Θα πρέπει να την παρακολουθούμε στενά». «Ο Γουίγκμορ είπε ότι είχε αρχίσει να βελτιώνεται η κατάστασή της». Ο Γκρέιβς ανασήκωσε τους ώμους. «Ίσως είχε αρχίσει να νιώθει τύψεις και σταμάτησε». Η Φι αναρωτήθηκε αν είχε γνωρίσει ποτέ κάποιον άνθρωπο πιο φρικτό από τον Γούιγκμορ. «Γιατί να σκοτώσει τη γυναίκα του ο Γουίγκμορ;» ρώτησε ο Σόμερντεϊλ. «Είχε πάρει ήδη την προίκα της, τα χρήματά της. Τι είχε να κερδίσει;» «Μια νεότερη σύζυγο, έναν διάδοχο ίσως;» Ο Γκρέιβς έκανε υποθέσεις. «Δεν γνωρίζω πώς ακριβώς λειτουργεί το μυαλό, μόνο το σώμα». «Μα ήταν πολύ γέρος», είπε ο Σόμερντεϊλ. «Θα μπορούσε να λειτουργήσει;» «Έχει σημασία αυτό;» ρώτησε η Φι. Το πρόσωπο του Σόμερντεϊλ κοκκίνισε, λες και είχε


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

337

ξεχάσει ότι η αδερφή του ήταν εκεί και άκουγε τη συζήτησή τους για τις επιδόσεις. «Συγγνώμη. Φυσικά και δεν έχει σημασία. Απλώς βρίσκω πολύ περίεργη αυτή την υπόθεση. Εσύ και ο Ντάρλινγκ γυρίζετε μέσα στη νύχτα. Δηλητηρίαση. Αυτοκτονία. Θεέ μου! Σε λίγο θα ανακαλύψω καμιά τρελή στη σοφίτα». Γέλασε ελαφρά και χάιδεψε το χέρι του. «Νομίζω πως αυτό είναι μάλλον απίθανο». Στράφηκε στον Γκρέιβς. «Σας ευχαριστούμε που ήρθατε ως εδώ μέσα στη νύχτα». «Λυπάμαι που χρειαζόσασταν τις υπηρεσίες μου, αλλά χαίρομαι που μάλλον θα αναρρώσει. Θα περάσω να τη δω αύριο». Ενώ ο Σόμερντεϊλ συνόδευε τον Γκρέιβς έξω, η Φι κοίταξε άλλη μια φορά τη θεία της. Έμοιαζε να κοιμάται τόσο γαλήνια εδώ. Έπειτα άνοιξε τα μάτια. «Προσπαθούσε να με σκοτώσει, έτσι;» τη ρώτησε. «Έτσι νομίζουμε», απάντησε η Φι. «Τον παντρεύτηκα γιατί το ήθελε ο πατέρας μου. Να παντρευτείς από αγάπη, Φι, όπως η μητέρα σου». «Δεν είναι εύκολο να βρεις την αγάπη». «Το δύσκολο είναι να την αναγνωρίσεις. Και ακόμα πιο δύσκολο να βρεις έναν άντρα αντάξιό σου». Να είσαι αντάξια ενός άντρα, αυτό ήταν το πιο δύσκολο απ’ όλα. Ο Ντρέικ ήξερε πια τα μυστικά της, και ενώ πίστευε πως θα του έλειπε, εκείνη υποψιαζόταν πως με τον καιρό θα ήταν χαρούμενος που δεν την είχε πια στη ζωή του. Ήταν βρόμικη. Μετά τον Γουίγκμορ δεν ήθελε να την αγγίξει άλλος άντρας. Κι όμως, ο Ντρέικ το είχε κάνει. Είχε υποδεχτεί με χαρά πράγματα που δεν πίστευε ποτέ ότι θα ανεχόταν από άλλον. Τώρα δεν ήταν πια σίγουρη πώς θα μπορούσε να συνεχίσει. Την εβδομάδα μετά την επιστροφή της Φι, ο Σόμερντεϊλ προσπάθησε να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί από την ώρα που βγήκε από τη βιβλιοθήκη του λέγοντας ότι θα


338

LORRAINE HEATH

πήγαινε στο Στιλμέντοου με τον θείο τους, μέχρι τη στιγμή που επέστρεψε στο σπίτι τους. Ωστόσο η ανάκρισή του ήταν εντελώς αναποτελεσματική και η Φι υποψιαζόταν πως ίσως δεν ήθελε να μάθει την αλήθεια. Έτσι, του έδινε αόριστες απαντήσεις, μουρμούριζε και αναστέναζε, και εκείνος έμοιαζε ικανοποιημένος που είχε κάνει τουλάχιστον το αδερφικό καθήκον του να ερευνήσει το θέμα. Εκείνη περιφερόταν στο σπίτι προσπαθώντας να θυμηθεί τι έκανε όλη τη μέρα όταν δεν είχε να γυαλίσει μπότες, έπιπλα ή εμβλήματα. Δεν ήθελε να κάνει πρωινές επισκέψεις, όχι ακόμα, και η φροντίδα της θείας της ήταν η ιδανική δικαιολογία για να αποφύγει όλες τις ευχάριστες κοινωνικές εκδηλώσεις της εποχής. Δεν δεχόταν ούτε εκείνη επισκέψεις, και αυτό ήταν απόλυτα κατανοητό για μια γυναίκα που είχε χάσει τον θείο της – όχι πως χρησιμοποιούσε αυτή τη δικαιολογία. Η κοινωνία πάντα έκανε υποθέσεις και ήταν ευγνώμων γι’ αυτό. Δυσκολευόταν να υψώσει τα τείχη που έπρεπε για να κινείται στους κύκλους της ευγένειας. Η θεία της ανάρρωνε πολύ καλά. Το απόγευμα πήρε το τσάι της στον κήπο. «Φαίνεσαι πολύ δροσερή», είπε στη θεία της η Φι, και κάθισε σε μια καρέκλα πλάι στο τραπέζι με το λινό τραπεζομάντιλο, κοντά στις τριανταφυλλιές. «Πάει καιρός που έπαψα να είμαι δροσερή, αλλά νιώθω ο εαυτός μου». «Χαίρομαι». Ετοίμασε ένα φλιτζάνι τσάι και το έδωσε στη θεία της. «Σ’ ευχαριστώ, καλή μου. Πες μου, τι έγινε εκείνος ο όμορφος νεαρός που μας βοήθησε να το σκάσουμε από το Στιλμέντοου;» Το στομάχι της σφίχτηκε. «Ο Ντρέικ Ντάρλινγκ; Είναι πολύ απασχολημένος». «Πολύ απασχολημένος για να έρθει να πιει ένα τσάι με το κορίτσι που του αρέσει;»


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

339

«Δεν του αρέσω». «Έτσι μου φάνηκε. Ποτέ, όμως, δεν ήμουν καλή σ’ αυτά». «Καλή σε ποια, θεία;» «Δεν καταλάβαινα για ποια κοπέλα ενδιαφέρονταν οι κύριοι. Νόμιζα πως άρεσα στον Γουίγκμορ. Ίσως στην αρχή να ήταν αλήθεια. Τι ήξερα, όμως, απ’ αυτά; Ήμουν μόλις δεκαεπτά». Η καρδιά της σφίχτηκε. Ναι, η θεία της θα άρεσε πολύ σ’ αυτόν τον διάβολο όταν ήταν δεκαεπτά. «Δεν είχαμε ποτέ πολλά κοινά και μετά από τις τρεις αποβολές μου, μάλλον μετατράπηκα σε διακοσμητικό στοιχείο και όχι πια σε σύζυγο». Άπλωσε το χέρι και χάιδεψε τη Φι. «Μη γίνεις κι εσύ διακοσμητικό στοιχείο, καλή μου. Είναι πολύ μοναχικό και βαρετό». Έσφιξε το χέρι της θείας της και χαμογέλασε τρυφερά. «Θα πρέπει να πάμε σε μερικούς χορούς». «Δεν έχω χρόνο γι’ αυτά. Σου είπε ο Σόμερντεϊλ ότι έλαβα ένα γράμμα από τον δικηγόρο του Γουίγκμορ;» «Όχι, δεν μου είπε τίποτα». Ανακάτεψε τη ζάχαρη στο τσάι της. «Καλά νέα, ελπίζω». Η θεία της έσκυψε προς το μέρος της. «Ο Γουίγκμορ μού άφησε ένα σημαντικό ποσό. Φυσικά ο ξάδερφός του ο Μπάρτλετ και η γυναίκα του θα μετακομίσουν στο Στιλμέντοου, μιας και είναι ο επόμενος στη διαδοχή για τον τίτλο. Καλός άνθρωπος. Τον συμπαθώ πολύ. Θα είναι καλός κόμης. Θα μαζέψουν τα πράγματά μου, ώστε να μη χρειαστεί να ξαναπάω. Πολύ ευγενικό εκ μέρους τους». Ήταν όντως ευγενικό εκ μέρους τους. Είχε γνωρίσει μια φορά τον Μπάρτλετ. Έμοιαζε αξιοπρεπής, σίγουρα καλύτερος από τον άντρα που αντικαθιστούσε. «Θα πρέπει να σου βρούμε ένα σπίτι στο Λονδίνο». Τα μάτια της θείας της άνοιξαν διάπλατα. «Όχι, δεν θα μείνω, καλή μου. Θα ταξιδέψω μόλις είμαι αρκετά υγιής. Ο Σόμερντεϊλ με διαβεβαίωσε ότι μπορώ να δω πολλά μέρη του κόσμου με τα χρήματα που κληρονόμησα».


340

LORRAINE HEATH

Η Φι δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Έκανε μια γκριμάτσα. «Θεία, δεν είμαι σίγουρη ότι θα έπρεπε να παίρνεις οικονομικές συμβουλές από τον Σόμερντεϊλ. Έχει καλή πρόθεση, αλλά, απ’ όσο ξέρω, δεν φρόντισε πολύ καλά και τη δική του περιουσία». «Εκείνος ο ωραίος νεαρός τότε; Δεν θα με πείραζε να τον δω ακόμα μια φορά πριν φύγω». Η Φι γέλασε. Θεέ μου, τι ωραία που ήταν. Η τελευταία φορά που είχε γελάσει… ήταν με τον Ντρέικ. Πριν θυμηθεί οτιδήποτε, πριν αντιληφθεί το βάθος της προδοσίας του. «Είναι κοινής καταγωγής». «Α». Κούνησε το κεφάλι. «Κατάλαβα». Τα λόγια της, όσο φειδωλά κι αν ήταν, έκρυβαν ένα ίχνος απογοήτευσης. «Τι κατάλαβες;» «Ο πατέρας σου πίστευε ότι κάθε άντρας είχε τη θέση του στον κόσμο και δεν έπρεπε να προσπαθήσει να ανέβει πιο ψηλά. Νομίζω πως κι εσύ έχεις την ίδια άποψη». Η Φι ευχόταν να είχε ήδη πιει το τσάι της ώστε να μπορέσει να βάλει άλλο ένα για να κερδίσει χρόνο. Δεν της άρεσε η αμεσότητα με την οποία την παρατηρούσε η θεία της, περιμένοντας μια απάντηση. «Ίσως κάποτε. Τώρα… τώρα πια δεν ξέρω». Σκέφτηκε όλες τις ώρες δουλειάς του Ντρέικ, όλα όσα παρέβλεψε. Είχε κερδίσει την επιτυχία του, είχε κερδίσει τον σεβασμό όσων του είχαν εμπιστευτεί τη φροντίδα της δουλειάς τους. «Τι δουλειά κάνει αυτός ο Ντρέικ Ντάρλινγκ; Δεν ήταν ντυμένος απλά, άρα πρέπει να έχει κάποια σημαντική δουλειά». «Διοικεί – όχι, είναι ο ιδιοκτήτης μιας λέσχης κυρίων». «Μάλιστα. Επιχειρηματίας. Ίσως πρέπει να του γράψω για να δω αν μπορεί να με συμβουλεύσει για την περιουσία μου». Η Φι κούνησε το κεφάλι. «Όχι, όπως προανέφερα, είναι πολύ απασχολημένος». «Κρίμα». Η θεία της κοίταξε τον κήπο. «Έχω διάθεση για μια βόλτα. Θα μου κάνεις παρέα;»


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

341

«Με μεγάλη μου χαρά». Ήθελε να είναι εκεί για να στηρίξει τη θεία της, αν έβλεπε ότι δεν ήταν τελικά όσο δυνατή νόμιζε. Η Φι της πρόσφερε το μπράτσο της και τη βοήθησε να σηκωθεί από την καρέκλα. Τα βήματά τους ήταν αργά και μικρά, αλλά τουλάχιστον μπορούσε να περπατάει. Η Φι ένιωθε ευγνωμοσύνη που η θεία της έμοιαζε τόσο καλά. «Ο πατέρας σου αγαπούσε πολύ την αδερφή μου», της είπε η θεία Μπέρτα, «και είμαι ευγνώμων γι’ αυτό. Ήταν, όμως, ένας σκληρός άντρας, που αντιστεκόταν στις αλλαγές, πίστευε στους παλιούς κανόνες. Ωστόσο, αν οι παλιοί κανόνες ήταν τόσο καλοί, κανείς δεν θα σκεφτόταν καινούριους». Έσκυψε προς το μέρος της Φι. «Κάλεσε αυτόν τον όμορφο κύριο για δείπνο». «Είναι περίπλοκη υπόθεση, θεία». «Τα περισσότερα πράγματα που αξίζουν είναι περίπλοκα, καλή μου».

Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για μια πρωινή επίσκεψη, αλλά από την άλλη δεν επισκεπτόταν κάποιον αριστοκράτη, ακόμα κι αν ήταν ντυμένη γι’αυτό. Στάθηκε στο πλατύσκαλο ενός σπιτιού, περιμένοντας να της ανοίξουν. Το βλέμμα της ήταν στραμμένο στο διπλανό σπίτι. Αναρωτήθηκε αν ο Ντρέικ κοιμόταν, αν ήταν καν εκεί. Ίσως είχε πάει στη λέσχη. Καλύτερα νε τελείωνε τη σχέση τους γρήγορα και απλά. Χωρίς καθυστερήσεις. Χωρίς άλλες απολογίες ή ερωτήσεις ή τύψεις. Η πόρτα επιτέλους άνοιξε. «Μπορώ να σας βοηθήσω;» ρώτησε η Μάρλα. Η Φι ήξερε πως τα ρούχα αλλάζουν τον άνθρωπο, τον κάνουν να μοιάζει διαφορετικός. Και πάλι, όμως, νόμιζε πως θα την αναγνώριζε. «Μάρλα». Η Μάρλα γούρλωσε τα μάτια και έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Φι; Δεν σε γνώρισα». Γιατί δεν είχε κοιτάξει προσεκτικά. Γιατί είχε δει ένα ωραίο φουστάνι, ένα καπέλο, δυο γάντια. Ξανθιά,


342

LORRAINE HEATH

περιποιημένα μαλλιά. Τα μαλλιά της λαίδης Οφίλια Λάιτλτον δεν έπεφταν στο πρόσωπό της, δεν χρειαζόταν να τα απομακρύνει με ένα μικρό φύσημα. «Θυμήθηκες ποια είσαι;» ρώτησε η Μάρλα. «Ναι. Η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον». «Ευγενής. Το ήξερα. Ήσουν πολύ καθωσπρέπει». «Μάρλα, ήθελα να σε ευχαριστήσω». «Δεν έκανα τίποτα». «Με έμαθες πώς να φροντίζω το σπίτι του κυρίου Ντάρλινγκ. Με έμαθες πώς να διαλέγω σπαράγγια. Έγινες φίλη μου». «Δεν ευχαριστείς κάποιον επειδή έγινε φίλος σου. Απλώς είσαι κι εσύ φίλος του. Ξέρω πως αυτό δεν γίνεται τώρα–» «Ήλπιζα ότι θα μπορούσαμε. Ξέρω πως η κυρία Τέρνερ είναι ηλικιωμένη και δεν θα ήθελα να αναστατώσω την καθημερινότητα ή το σπίτι της, αλλά αν ποτέ χρειαστείς δουλειά, ελπίζω να με ειδοποιήσεις. Πάντα θα υπάρχει μια θέση για σένα στο σπίτι μου». Της έδωσε την κάρτα της. Η Μάρλα την πήρε με δέος. «Δεν ξέρω τι να πω». «Αν ποτέ χρειαστείς οτιδήποτε, οτιδήποτε–» Τότε, παρά τις προθέσεις της, έστρεψε το βλέμμα της στο διπλανό σπίτι. «Δεν είναι εδώ», είπε η Μάρλα. «Έχει να έρθει μερικές μέρες. Αν θέλεις, όμως, να ρίξεις μια ματιά για τον παλιό καιρό…» Έβαλε το χέρι στην τσέπη της ποδιάς της και έβγαλε ένα κλειδί. «Σου έδωσε κλειδί;» Η Μάρλα έγνεψε καταφατικά. «Μου ζήτησε να το προσέχω. Δεν είμαι σίγουρη για ποιο λόγο, εκτός αν το έκανε για σένα». Η Φι κοίταξε το σπίτι. Ήταν σε φρικτή κατάσταση το πρωί που έφυγε. Μήπως πίστευε πως θα γύριζε για τα πράγματά της; Ποια πράγματα; ήταν η επόμενη σκέψη. Τα αποφόρια κάποιας άλλης, βιβλία που ανήκαν στα ράφια του, μια ασημένια βούρτσα, μια χτένα κι ένας καθρέφτης;


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

343

Γιατί να θέλει κάτι απ’ όλα αυτά; Δεν ήταν πραγματικά δικά της, ήταν ένα μέρος της φάρσας του. Το σπίτι πάντως την τραβούσε. Ήθελε να το δει ξανά: τα πατώματα που είχε τρίψει, τα ράφια που είχε ξεσκονίσει, τα εμβλήματα που είχε γυαλίσει. Πήρε το κλειδί από τα δάχτυλα της Μάρλα. «Ένα λεπτό θα κάνω». Η Μάρλα τής χαμογέλασε με νόημα. «Με την ησυχία σου. Δεν πάω πουθενά». Κατέβηκε τα δύο σκαλιά και η Μάρλα τής φώναξε. «Είναι για την πίσω πόρτα». Η Φι την κοίταξε και χαμογέλασε. «Ευχαριστώ». Έτρεξε στο στενό δρομάκι που χώριζε τα δύο σπίτια, μέχρι που έφτασε στην πόρτα του φράχτη. Την άνοιξε και απογοητεύτηκε που δεν είδε την Ντέιζι. Ήξερε ότι φροντίζουν το ζώο σε έναν πολύ καλό στάβλο, αλλά της φάνηκε λάθος που δεν ήταν εκεί. Έπειτα η καρδιά της φτερούγισε βλέποντας τον Ρόουζ στο κατώφλι. Ο μεγαλόσωμος σκύλος σήκωσε το κεφάλι του, στάθηκε όρθιος και έτρεξε προς το μέρος της, με τη γλώσσα του να κρέμεται. Όταν την πλησίασε, έκανε τρεις κύκλους γύρω της και έπειτα σηκώθηκε στα πίσω πόδια, βάζοντας τα μπροστινά στο στήθος της και γαβγίζοντας από χαρά. Η Φι γέλασε και χάιδεψε τον σκύλο. «Για κοίτα! Είσαι ακόμα εδώ και πάχυνες κιόλας. Είσαι πολύ όμορφος με λίγο κρεατάκι παραπάνω. Τολμώ να μαντέψω, μάλιστα, πως κάποιος σου χτενίζει το τρίχωμα». Γάβγισε ξανά και έπειτα έπεσε πάλι στα τέσσερα και άρχισε να τρέχει γύρω της, ενώ εκείνη πήγαινε προς τη βεράντα. Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί και έτσι πού και πού έσκυβε και χάιδευε τον Ρόουζ. Αναρωτήθηκε πώς θα ένιωθε ο Σόμερντεϊλ αν είχαν έναν σκύλο στο σπίτι, σε περίπτωση που ο Ντρέικ της τον έδινε. Αφήνοντας τον Ρόουζ να πάρει έναν υπνάκο στη βεράντα, μπήκε στο σπίτι, περιμένοντας να βρει τον Πανσέ να κοιμάται πάνω στο ξύλινο τραπέζι, εκεί που έτρωγε μαζί με τον Ντρέικ, αλλά το μόνο που βρήκε ήταν


344

LORRAINE HEATH

μια πολύ καθαρή κουζίνα. Υπέθεσε πως έτρωγε στη λέσχη τώρα. Δεν της έκανε εντύπωση που δεν είχε κρατήσει τη γάτα. Αναρωτήθηκε αν θα την έβρισκε στη γειτονιά, αν έψαχνε. Μάλλον όχι. Περιπλανήθηκε στους γνώριμους διαδρόμους. Τίποτα δεν είχε αλλάξει, εκτός από ένα στρώμα σκόνης που είχε απλωθεί παντού με εξαίρεση το γραφείο του. Άραγε δούλευε εκεί πού και πού; Τη σκεφτόταν όταν το έκανε; Στην είσοδο βρισκόταν ακόμα εκείνο το φρικτό τραπεζάκι που είχε αγοράσει. Πάνω του ήταν εκείνο το βάζο που είχε ρίξει κάτω το τελευταίο πρωινό που είχε περάσει εδώ, κολλημένο ξανά, με εμφανή τα σημάδια του σπασίματος. Πέρασε τα δάχτυλά της πάνω από μια ρωγμή. Περίεργο, αλλά η ατέλειά του δεν στερούσε τίποτα από την ομορφιά του. Μπήκε στον πειρασμό να κλέψει μερικά τριαντάφυλλα από τον κήπο της κυρίας Τέρνερ για να φωτίσει την είσοδο. Ίσως να το έκανε για να καταλάβαινε ο Ντρέικ πως είχε επιστρέψει για λίγο. Τι σκέψη ήταν αυτή; Τι την ένοιαζε να δει ο Ντρέικ ότι είχε περάσει από εκεί; Δεν ήθελε να θεωρήσει την επίσκεψή της κάτι παραπάνω από ένα απλό ταξίδι στη νοσταλγία. Και για ποιο λόγο να νοσταλγεί αυτό το μέρος, Θεέ μου; Δεν ήταν και ποτέ δικό της, έτσι κι αλλιώς. Κοίταξε στο σαλόνι και ξαφνιάστηκε. «Θεέ μου!» ψιθύρισε, φέρνοντας τα δάχτυλά της στο στόμα της. Μπήκε στο δωμάτιο, σαστισμένη. Η μαύρη και χρυσή ταπετσαρία, ακριβώς όπως την είχε περιγράψει. Στους τοίχους. Μαύρες κουρτίνες στα παράθυρα. Και τα έπιπλα, μαύρα, βελούδινα, μαονένια. Το σχήμα κάθε κομματιού –καναπές, καρέκλες, τραπέζια– ακριβώς όπως το είχε σχεδιάσει, όλα τα έπιπλα τακτοποιημένα στο δωμάτιο όπως τα είχε βάλει στο χαρτί. Όσο κομψά τα είχε φανταστεί. Κουλουριασμένος στη γωνία του καναπέ κοντά στο τζάκι, ο Πανσές την κοίταζε, απλώς την κοίταζε, ανοιγοκλείνοντας αργά τα μάτια.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

345

«Εσύ δεν θα με χαιρετήσεις;» ρώτησε η Φι και κάθισε στον καναπέ για να χαϊδέψει την απαλή του γούνα. Ο Πανσές γουργούρισε. «Έτσι μπράβο». Ένιωσε κάτι στη φούστα της και άκουσε ένα αδύναμο νιαούρισμα. Κοίταξε κάτω και είδε ένα μικρό λευκό γατάκι ανάμεσα στα πόδια της. Γέλασε και το σήκωσε. «Ποιος είσαι εσύ; Ο Ντρέικ Ντάρλινγκ επέμενε να μην κάνει το σπίτι ζωολογικό κήπο, πώς στο καλό βρέθηκες εσύ εδώ;» Το χάιδεψε πίσω από τα αφτιά κι αυτό γουργούρισε ευχαριστημένο. «Σου αρέσει αυτό, έτσι δεν είναι; Λυπάμαι που δεν μπορώ να μείνω περισσότερο». Άφησε κάτω το γατάκι, σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Ήθελε –έπρεπε– να δει ακόμα ένα δωμάτιο. Ανέβηκε αργά τη σκάλα, ένα ένα τα σκαλοπάτια. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή και εκείνη προσπάθησε να ηρεμήσει με βαθιές αναπνοές, ένα κόλπο που είχε μάθει ώστε να μην καταλαβαίνει κανείς αν ήταν αγχωμένη ή εκνευρισμένη. Ήταν ο λόγος για τον οποίο ο Σόμερντεϊλ δεν είχε συνειδητοποιήσει ποτέ πόσο σιχαινόταν να πηγαίνει στο Στιλμέντοου. Ο Γουίγκμορ την είχε πείσει ότι η κακία της έπρεπε να παραμείνει κρυφή απ’ όλους. Είχε μάθει να χτίζει ένα προσωπείο για να κρύβει την ασχήμια της ζωής της. Έπρεπε να αντέξει μόνη την ντροπή και την ταπείνωση. Είχε πιστέψει ότι έφταιγε εκείνη, ότι εκείνη προκάλεσε τον Γουίγκμορ. Ήταν άχρηστη, ακάθαρτη, της άξιζε. Έδιωξε μακριά τις σκέψεις. Κανείς δεν άξιζε όσα είχε περάσει. Το καταλάβαινε τώρα. Χάρη στον Ντρέικ. Περίεργο, αλλά την είχε βοηθήσει όσο ακριβώς την είχε πληγώσει. Μπήκε στο υπνοδωμάτιο σαν να έμπαινε σε ένα ασφαλές κουκούλι. Το δωμάτιο ήταν καθαρό, δεν είχε ρούχα πεταμένα στο πάτωμα. Μύριζε το άρωμά του: σκοτεινό, αρρενωπό, δυνατό. Πήγε προς το κρεβάτι. Ήταν στρωμένο. Δεν είχε κοιμηθεί εκεί. Δεν φαινόταν ότι είχε κοιμηθεί σ’ εκείνο το


346

LORRAINE HEATH

κρεβάτι, κουλουριασμένη στο πλευρό του. Θα είχε βρεθεί ποτέ εκεί αν της είχε πει ποια ήταν; Αν είχε πει τη φράση: «Είσαι η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον» θα είχε θυμηθεί κάτι; Θα είχε κάποια διαφορά; Ή μήπως θα είχε σκεφτεί ότι αυτό είναι ανεπίτρεπτο; Άκουσε το πάτωμα να τρίζει, γύρισε και είδε τον Ντρέικ να στέκεται στην πόρτα, άψογα ντυμένος, με κουμπωμένο το γιλέκο, και το σακάκι του να πέφτει όμορφα στους φαρδιούς του ώμους. Τα μαύρα μαλλιά του σχημάτιζαν μικρές μπούκλες, τα μαύρα μάτια του την κοίταζαν διαπεραστικά. «Η Μάρλα μού είπε ότι έλειπες», του είπε, προσπαθώντας να μην του δείξει πως η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και τα νεύρα της ήταν τεντωμένα. «Δεν ήμουν εδώ. Έπρεπε, όμως, να βρω μερικά ψιλά για τον Τζίμι. Σήμερα είναι η μέρα που καθαρίζει τον Ρόουζ. Και–» Κούνησε το κεφάλι του. «Το σπίτι έμοιαζε διαφορετικό, μύριζε διαφορετικά μόλις μπήκα. Το ήξερα πως ήσουν εδώ». Έμοιαζε να μετράει τα λόγια του σαν να σκεφτόταν πως, αν πει κάτι λάθος, θα έφευγε τρέχοντας. Ενώ στην πραγματικότητα απεχθανόταν την απόσταση που τους χώριζε. Η σκέψη, όμως, ότι θα την πλησίαζε, την τρομοκρατούσε. Ήθελε να χαϊδέψει τους ώμους του, το στήθος, τα μαλλιά του. «Είδα ότι απέκτησες κι άλλη γάτα». «Τη λένε Ορχιδέα». Χαμογέλασε όταν συνειδητοποίησε ότι κρατούσε την παράδοση να τους δίνει ονόματα λουλουδιών όπως εκείνη. «Είναι το αγαπημένο μου άρωμα». «Το ξέρω». Η σοβαρότητα της φράσης του της έσκισε την καρδιά. Φυσικά και το ήξερε. Ήξερε τα πάντα γι’ αυτήν, τα πιο σκοτεινά μυστικά της. Της φάνηκε, όμως, δίκαιο μιας και ήξερε και εκείνη τα δικά του. «Πώς είναι η θεία σου;» τη ρώτησε.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

347

«Αναρρώνει πολύ καλά, δεδομένου ότι ο Γουίγκμορ τη δηλητηρίαζε». «Το κάθαρμα. Τόσο πολύ ήθελε να σε φέρει πίσω». Η καρδιά της σφίχτηκε. «Δεν νομίζω πως είχε κάποια σχέση μαζί μου». «Είπες ότι ήσουν δεμένη μαζί της και δεν είχες πάει εκεί από τότε που πέθανε ο πατέρας σου». Έκλεισε τα μάτια, το στομάχι της ανακατεύτηκε. Ο Ντρέικ είχε δίκιο. Το μόνο που θα την έκανε να γυρίσει ήταν η υγεία της θείας της. Ο Γουίγκμορ το ήξερε. Για να καλύψει τις αμαρτίες του, θα συνέχιζε να τη δηλητηριάζει μέχρι να πεθάνει, ώστε να μην πει ότι η Φι δεν είχε πάει στο Στιλμέντοου ούτε ότι το είχε βάλει στα πόδια όπως ισχυριζόταν εκείνος. Άνοιξε τα μάτια της. «Χαίρομαι που είναι νεκρός. Τελικά δεν ξέρεις ποτέ τα πάντα για έναν άνθρωπο». «Τα πάντα, όχι». Κάποιος, όμως, μπορούσε να ξέρει αρκετά, αρκετά για να ερωτευτεί. Όλα αυτά τα συναισθήματα που ένιωθε για τον Ντρέικ στριφογύριζαν μέσα της. Δεν ήξερε τι να τα κάνει, έτσι τα αγνόησε και έστρεψε τη συζήτηση σε ένα θέμα που της άρεσε. «Τελικά ακολούθησες τις συμβουλές μου για το σαλόνι». Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. «Γιατί είσαι εδώ, Φι;» Δεν θα την άφηνε να στρέψει τη συζήτηση σε καθημερινά θέματα. Έπρεπε να το φανταστεί. Πάντα έκανε πολλές ερωτήσεις, πάντα ήθελε απαντήσεις. Κούνησε ελαφρά το κεφάλι. «Δεν ξέρω». Το βλέμμα της γύρισε στο κέντρο του κρεβατιού, εκεί όπου κάποτε ήταν πολύ ευτυχισμένη. «Σκέφτομαι συνεχώς τη νύχτα που περάσαμε μαζί». «Αν ήξερα το παρελθόν σου, θα ήμουν πιο τρυφερός». Τον κοίταξε. Τους χώριζαν μόνο λίγα χιλιοστά. «Και πάλι, όμως, θα το έκανες». «Ναι». Σήκωσε το χέρι του και, πολύ αργά, σαν να της


348

LORRAINE HEATH

έδινε μια ευκαιρία να φύγει, της χάιδεψε το μάγουλο. «Έπρεπε, όμως, να σου πω ποια είσαι. Έπρεπε να σου τα πω όλα». «Δεν ήξερες τα πάντα. Και αν εγώ θυμόμουν τα πάντα, δεν θα συνέβαινε ποτέ τίποτα μεταξύ μας. Το σκεφτόμουν αυτό. Πολύ, για να είμαι ειλικρινής. Ήταν ευλογία που έχασα για λίγο τη μνήμη μου». Έβαλε το γαντοφορεμένο χέρι της στο πιγούνι του. «Αν θυμόμουν, δεν θα ήξερα ποτέ πώς είναι πραγματικά ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα. Δεν θα είχα–» Έπιασε το χέρι της και άρχισε να ξεκουμπώνει το γάντι της. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. «Τι κάνεις εκεί;» «Αν καταδεχτείς να με αγγίξεις, δεν θέλω να φοράς γάντια». «Δεν θα σε αγγίξω, δεν θα–» Έβγαλε το γάντι της, το πέταξε στην άκρη και έφερε πάλι την παλάμη της στο πιγούνι του. «Πολύ καλύτερα», είπε και την κοίταξε. Η επιθυμία στο βλέμμα του τη διαπέρασε σαν βέλος, έφτασε μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών της κάνοντάς τα να σφιχτούν. Είχε δίκιο. Ήταν πολύ καλύτερα να αγγίζονται έτσι, δέρμα πάνω στο δέρμα. «Πώς μπορείς να με θέλεις, ξέροντας όσα ξέρεις για μένα;» «Η ασχήμια ήταν δική του, όχι δική σου», της είπε ο Ντρέικ. «Εσύ είσαι γενναία και δυνατή. Ακόμα και σαν παιδί συνέχιζες ενώ άλλοι θα είχαν καταρρεύσει. Αυτό που συνέβη μεταξύ μας στο κρεβάτι μου δεν είχε καμία σχέση μαζί του». Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. «Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου, αλλά είναι τόσο δύσκολο. Μακάρι να μην τον είχα δει ξανά. Δεν μπορώ να τον βγάλω από το μυαλό μου. Νομίζω πως ήρθα εδώ γιατί ήθελα οι αναμνήσεις μου μαζί σου να είναι πιο έντονες. Τις χρειάζομαι για να ξεπλύνω τη δική του». Πήρε το άλλο της χέρι, έσκυψε το κεφάλι και άρχισε να


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

349

της βγάζει και το άλλο γάντι. «Ντρέικ–» «Άσε με να σε κάνω να τον ξεχάσεις». Την κοίταξε στα μάτια. «Άσε με να το κάνω αυτό για σένα». Κούνησε αργά το κεφάλι. «Δεν ξέρω αν μπορώ, όχι τώρα που επέστρεψαν οι αναμνήσεις μου, όχι τώρα που ξέρω όσα έχω κάνει». «Όσα έκανε εκείνος. Εσύ δεν έκανες τίποτα. Ξέρω ότι δεν έχω το δικαίωμα να σου το ζητάω αυτό μετά απ’ όσα έγιναν. Εμπιστεύσου με, όμως». «Φοβάμαι». Πέρασε τον αντίχειρά του από το μάγουλό της. «Θα είναι σαν τον περίπατο στο πάρκο εκείνο το βράδυ. Νόμιζες πως ήταν κάτι τρομακτικό, αλλά βγήκες έτσι κι αλλιώς από την άμαξα και δεν έπαθες κανένα κακό. Δεν μπορεί να σε ξαναπληγώσει, Φι. Δεν έχει καμία δύναμη πάνω σου, είτε έχεις τη μνήμη σου είτε όχι. Άφησέ με να σου το αποδείξω». Συνειδητοποίησε ότι δεν είχε πάει εκεί για να δει τα πατώματα που είχε τρίψει ή τα ξύλα που είχε γυαλίσει. Είχε πάει για να βρεθεί κοντά του, για να καλύψουν οι αναμνήσεις μαζί του τις αναμνήσεις με τον Γουίγκμορ που απειλούσαν να επικρατήσουν. Ο Ντρέικ, όμως, ήταν μαζί της τώρα, και ήταν πολύ καλύτερα. Η στιγμή αυτή ήταν πιο δυνατή από κάθε ανάμνηση. Αυτό που της πρόσφερε… δεν ήξερε αν είχε το κουράγιο να το δεχτεί. «Και αν δεν μπορώ… αν δεν–» Χάιδεψε το κάτω χείλος της με τον αντίχειρά του. «Μπορείς να μου πεις όχι οποιαδήποτε στιγμή και εγώ θα σταματήσω». Ξεκούμπωσε τον γιακά της. «Όποτε νιώσεις άβολα. Είτε ξεκουμπώνω ένα κουμπί είτε λύνω έναν φιόγκο, αρκεί να μου πεις όχι ή περίμενε ή σταμάτα. Η επιθυμία σου είναι διαταγή για μένα». Κι άλλο κουμπί. Κι άλλο ένα. Κι άλλο. Δεν είπε όχι ή να περιμένει ή να σταματήσει. Απλώς παρατηρούσε τα δάχτυλά του να ξεκουμπώνουν τις πέρλες της. Ήταν


350

LORRAINE HEATH

σφιγμένη. Φοβόταν ότι μπορεί να λιποθυμήσει. Πάρε ανάσα, διέταξε τον εαυτό της, πάρε ανάσα. Γονάτισε και χτύπησε ελαφρά τον μηρό του. Έβαλε το χέρι της στο κεφάλι του για να ισορροπήσει, απολαμβάνοντας την αίσθηση των μεταξένιων μαλλιών του στα δάχτυλά της, και ακούμπησε το πόδι της στο δικό του. Ξεκούμπωσε κι άλλα κουμπιά και της έβγαλε το παπούτσι. Τα επιδέξια χέρια του γλίστρησαν κάτω από το φόρεμά της και ακούμπησαν τον αστράγαλο, τη γάμπα, το γόνατο και τον μηρό, μέχρι που έφτασαν σε κάποιες κορδέλες που έπρεπε να λυθούν. Έπειτα κατέβασε την κάλτσα της τόσο αργά, που της φάνηκε ότι θα τρελαθεί. Πέρασε στο επόμενο παπούτσι, στην επόμενη κάλτσα. Δεν βιαζόταν, δεν έτρεμαν τα δάχτυλά του. Κάθε κίνηση ήταν σίγουρη, μεθοδική. Την έκανε να νιώθει αγαπητή, επιθυμητή. Την έκανε να ανυπομονεί για την επόμενη. Με μια επιδέξια κίνηση, σηκώθηκε όρθιος, πήρε το χέρι της και την οδήγησε στο κρεβάτι. Συνεχίζοντας τη δουλειά του, έβγαλε το φόρεμά της, τον κορσέ της, τα εσώρουχα. Όσο αποκαλυπτόταν όλο και περισσότερη σάρκα, τόσο περνούσε τα χέρια του από πάνω της, προκαλώντας ρίγη ηδονής που διαπερνούσαν το κορμί της. Το άγγιγμά του ήταν όπως το θυμόταν: μεθυστικό. Με κάθε άγγιγμα των δαχτύλων του στο δέρμα της, το κορμί της λαχταρούσε το επόμενο. Όταν στάθηκε μπροστά του εντελώς γυμνή, σκέφτηκε πως θα έπρεπε να νιώθει ντροπή ή αμηχανία, αλλά πώς μπορούσε να νιώσει ντροπή όταν η επιδοκιμασία στο βλέμμα του τη ζέσταινε περισσότερο από κάθε φωτιά; Έπειτα ακολούθησαν οι καρφίτσες στα μαλλιά της. Κλικ, κλικ, κλικ. Έπεσαν στο πάτωμα, αφήνοντας ελεύθερες τις μπούκλες της, όχι μπερδεμένες, αλλά χαλαρά σκορπισμένες στους ώμους και στην πλάτη της. Τη σήκωσε, την ξάπλωσε στο κρεβάτι και έκανε πίσω. Γύρισε ελαφρά στο πλάι και τον παρατήρησε να βγάζει τις μπότες του, χωρίς να σταματήσει λεπτό να την κοιτάζει.


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

351

Έβγαζε τα ρούχα του με αργές, προκλητικές κινήσεις και έπιασε τον εαυτό της να θέλει να τον ικετεύσει να κάνει γρήγορα. Της άρεσε να τον βλέπει να αποκαλύπτεται, αγαπούσε τον τρόπο που σφίγγονταν και χαλάρωναν οι μύες του. Δεν έμοιαζε με περήφανο παγόνι. Μάλλον με κάποιο είδος αγριόγατας, που κινιόταν απειλητικά προς το μέρος της. Δεν είχε βγάλει ακόμα το παντελόνι του κι αυτό, για κάποιο λόγο, τον έκανε να μοιάζει πιο επικίνδυνος – όχι τρομακτικά επικίνδυνος, αλλά με κάποιον τρόπο που την ενθουσίαζε, που την έκανε να σκέφτεται ότι η καρδιά της θα έβγαινε από το στήθος της. Το κρεβάτι βούλιαξε όταν έβαλε πάνω το γόνατό του και ξάπλωσε πλάι της. Έχωσε το πρόσωπό του στην κοιλότητα του ώμου της. «Χαίρομαι τόσο που είσαι εδώ», της είπε βραχνά. «Και θα χαρείς κι εσύ όταν θα τελειώσω». Χαιρόταν ήδη. Το είχε ανάγκη όλο αυτό, τον είχε ανάγκη. Δεν μπορούσε να πει ότι τον είχε συγχωρήσει απόλυτα, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι την έλκυε όπως δεν το είχε κάνει ποτέ άλλος άντρας, όπως δεν πίστευε ποτέ ότι θα μπορούσε κάποιος να το κάνει. Δάγκωσε το αφτί της και το σώμα της κόλλησε πάνω του. Πέρασε τα χείλη του από τον λαιμό της, δάγκωσε τον ώμο της. Έχωσε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Ήταν μια ανάμνηση που θα μπορούσε να απολαμβάνει, που θα μπορούσε να θυμάται τις μεγάλες, μοναχικές νύχτες παρέα με σκυλιά, γατιά και κουνέλια. Αυτές οι αισθήσεις – η βραχνάδα του λαιμού του, οι δονήσεις του στήθους του– τις παρατηρούσε, τις κλείδωνε μέσα της για να μην τις ξεχάσει ποτέ. Κάθε χάδι, κάθε φιλί, κάθε πέρασμα της γλώσσας του ήταν αξέχαστο. Άνοιξε τους μηρούς της και πίεσε τα χείλη του ανάμεσα στα στήθη της. Τύλιξε τα πόδια της γύρω του, χαϊδεύοντας τα μαλλιά του, τον έσφιξε πάνω της απολαμβάνοντας την οικειότητά του. «Είσαι τόσο όμορφη», της είπε.


352

LORRAINE HEATH

Δεν είχε νιώσει ποτέ όμορφη, ποτέ πραγματικά. Όχι μέχρι τη μέρα που έχασε τη μνήμη της. Όταν επέστρεψε, η ασχήμια της ζωής της είχε βγει πάλι στο προσκήνιο. Τώρα, όμως, τη λάτρευε όπως ήταν. «Με κάνεις να νιώθω όμορφη». «Μην αμφιβάλλεις ποτέ», ψιθύρισε, καθώς γύρισε το κεφάλι του στο πλάι και έκλεισε το στόμα του γύρω από τη θηλή της, με τη γλώσσα του να τη γλείφει και να παίζει μαζί της, στέλνοντας την απόλαυση ως το εσωτερικό των μηρών της. Ανασήκωσε τους γοφούς της για να ενωθούν με τους δικούς του, ψάχνοντας ένα είδος ολοκλήρωσης. Χαμογέλασε, βγάζοντας έναν πονηρό ήχο, το δικό του αφροδισιακό. Γρατζούνισε με τα δάχτυλά της την πλάτη του, πάνω από τον δράκο, και φαντάστηκε ότι μπορούσε να νιώσει και τους δικούς του μυς. Έσκυψε και φίλησε το στομάχι της, πηγαίνοντας ακόμα πιο χαμηλά, γλείφοντας την άκρη του μηρού της. Ακόμα πιο χαμηλά, ανοίγοντάς την, φυσώντας ελαφρά ανάμεσα στις πτυχές της. «Ντρέικ». Το όνομά του ήταν ευλογία, ικεσία, απαίτηση. Την κοιτούσε στα μάτια, τολμηρά, χωρίς δισταγμό. «Καθετί πάνω σου είναι όμορφο», της είπε, πριν κατεβάσει το κεφάλι του. Το πρώτο χάδι της γλώσσας του σχεδόν την έκανε να πέσει από το κρεβάτι. Έχωσε τα δάχτυλά της στους ώμους του, πίεσε το κεφάλι της στα μαξιλάρια, κι εκείνος έγλειφε και έγλειφε, χάιδευε και ρουφούσε. Επίμονα, αποφασιστικά. Η ηδονή αυξανόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή όπου υπήρχε μόνο εκείνος, μόνο η καθαρή απόλαυση. Καμία ανάμνηση, κανένας άλλος άντρας, καμία ασχήμια. Μόνο ομορφιά. Μόνο ο θαυμασμός του. Μόνο χαρά. Μόνο επιθυμία. Μόνο πόθος. Καμία ντροπή. Μόνο αποδοχή. Άφησε τον εαυτό της να το απολαύσει, να χαθεί μέσα του, να την κυριεύσει μέχρι που η πλάτη της τεντώθηκε, το σώμα της άρχισε να τρέμει κι η φωνή της σχημάτιζε


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

353

μαγεμένη το όνομά του. Είχε χαθεί, είχε χαθεί μέσα στην απόλαυση, ήταν η μόνη σταθερά της – και αυτό την έκανε να το απολαμβάνει ακόμα περισσότερο. Είχε φτάσει σε νέα επίπεδα επίγνωσης, είχε βιώσει μια απίστευτη εμπειρία. Μια ανάμνηση που ντρόπιαζε όλες τις άλλες, αλλά όχι αρκετά ακόμα. Φίλησε το εσωτερικό των μηρών της και έπειτα σταμάτησε και την κοίταξε με ικανοποίηση. Πώς μπορούσε να του πει ότι δεν ήταν αρκετή; «Σε θέλω», του ψιθύρισε. Πίεσε τα χείλη του στο μέτωπό της. «Η σημερινή μέρα είναι για σένα». Κούνησε το κεφάλι της. «Σε θέλω». Έβαλε το χέρι της ανάμεσά τους, ένιωσε το σκληρό εξόγκωμά του και αναρωτήθηκε πώς δεν είχε διπλωθεί από τον πόνο. «Σε θέλω μέσα μου». «Φι…» «Υποσχέθηκες να υπακούς στις επιθυμίες μου, οπότε πάρε με». Μουρμούρισε, μούγκρισε ελαφρά. Το στόμα του κόλλησε στο δικό της, πεινασμένο, χωρίς χάρη ή ευγένεια. Της άρεσε η προθυμία του, απολάμβανε το γεγονός ότι μπορούσε να τον τρελάνει. Δεν υπήρχε καμία ντροπή στην αληθινή, ειλικρινή επιθυμία. Τώρα πια το καταλάβαινε, το καταλάβαινε απόλυτα. Σχεδόν γέλασε με την ταχύτητα που έβγαλε το παντελόνι του. Ξάπλωσε από πάνω της, την κοίταξε και βυθίστηκε βαθιά καθώς εκείνη ανασήκωσε τους γοφούς της για να τον υποδεχτεί. Σταμάτησε, τα μάτια του έκλεισαν, τα βογκητά του αντήχησαν ανάμεσά τους. «Λατρεύω την αίσθησή σου», της είπε. Άνοιξε αργά τα μάτια του. Πέρασε τα χέρια της πάνω από κάθε σημείο του κορμιού του. «Λατρεύω να σε νιώθω μέσα μου». Λόγια που δεν φανταζόταν ποτέ να πει, λόγια που


354

LORRAINE HEATH

ζέσταναν όλο της το σώμα, αλλά δεν θα έπαιρνε ποτέ πίσω. Αγαπούσε το βάρος του, το μεγαλείο του μέσα της. Κοιτάζοντάς τη στα μάτια, άρχισε να κουνιέται πάνω της, αργά αλλά σίγουρα, βαθιά, ξυπνώντας αισθήσεις που πριν από λίγο σχεδόν την είχαν διαλύσει. Αναρωτήθηκε αν ένιωθε κι εκείνος τόσο υπέροχα και ένιωσε ευγνωμοσύνη που μπορούσε να του χαρίσει κάτι τέτοιο, που μπορούσε να το μοιραστεί μαζί του – ανοιχτά, χωρίς τύψεις, χωρίς παλιές αναμνήσεις να εισβάλλουν ανάμεσά τους. Ήταν μόνοι τους, στο κρεβάτι, αγγίζονταν, φιλούσαν ο ένας τον άλλον, αναστέναζαν, βογκούσαν, κουνιόντουσαν μαζί. Η απόλαυση αυξανόταν μέχρι που έφτασε και για τους δύο στο αποκορύφωμα. Μέχρι που τελείωσαν και οι δύο. Μέχρι που δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από αυτούς τους δύο. Ο Ντρέικ νόμιζε ότι θα πέθαινε. Για ένα δευτερόλεπτο τουλάχιστον, όταν η απόλαυση τον έσκισε στα δύο με τέτοια ένταση που δεν είχε ξαναζήσει ποτέ. Είχε σχεδιάσει μόνο να της δώσει, να μην πάρει τίποτα, αλλά σκέφτηκε πως ακόμα και το δόσιμο κάτι σου προσφέρει. Ζαλισμένος, αμφιβάλλοντας αν θα μπορούσε να κουνηθεί ξανά, είχε ξαπλώσει στο πλάι, κοιτάζοντάς τη, με το χέρι του στον γοφό της. Δεν παραμύθιαζε τον εαυτό του πιστεύοντας πως είχε αλλάξει κάτι ανάμεσά τους, πως θα είχε ποτέ κάτι παραπάνω από τη σημερινή μέρα. Όταν είχαν ξανακάνει έρωτα, δεν ήξερε ποιοι ήταν. Τώρα ήξερε. Δεν ήταν εκεί γιατί τον αγαπούσε. Ήταν εκεί γιατί έπρεπε να αφήσει πίσω της το παρελθόν με τον θείο της – και ίσως το παρελθόν της με τον Ντρέικ. Τώρα πια κοίταζε περισσότερο το στήθος του, παρά τα μάτια του. «Είναι σχεδόν ανακουφιστικό», είπε σιγανά, «να νιώθω ελεύθερη απ’ αυτόν. Δεν περίμενε ποτέ να γνωρίσω πώς είναι να βρίσκεσαι οικειοθελώς με κάποιον άντρα. Δεν


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

355

ήμουν καν σίγουρη αν θα μπορούσα να έρθω τόσο κοντά με κάποιον». Γέλασε απαλά και τον κοίταξε. «Μάλλον ξεπέρασα τις αμφιβολίες μου». «Άλλαξες άποψη και για τον γάμο;» «Μάλλον δεν είμαι πια τόσο αντίθετη, αλλά πρέπει να γίνει από αληθινή αγάπη, να βασίζεται στην εμπιστοσύνη». Τον κοίταξε για μια στιγμή. «Γιατί μου είπες ότι ήμουν υπηρέτριά σου;» Έκλεισε τα μάτια του και αναστέναξε. «Γιατί πάντα σου ζητούσα να μου φέρεις πράγματα; Γιατί πάντα σε υποτιμούσα όποτε συναντιόμασταν;» Άνοιξε τα μάτια του. «Φέρθηκα ποταπά». «Λυπάμαι για τον τρόπο που σε αντιμετώπιζα. Ήταν λάθος μου». Δεν περίμενε ποτέ να του απολογηθεί, ειδικά μιας και της χρωστούσε εκείνος μια συγγνώμη. «Και εγώ λυπάμαι. Έπρεπε να σε έχω πάει αμέσως στο σπίτι σου». «Ναι, έπρεπε. Αν το είχες κάνει, όμως, δεν θα είχα ποτέ αυτό». Έδειξε το κρεβάτι με το χέρι της. «Δεν το μετανιώνω ακριβώς, αλλά εύχομαι να ήταν διαφορετικές οι συνθήκες. Και εκτιμώ πολύ την προσπάθειά σου σήμερα». Έβαλε τα δυνατά του για να μην πει κάτι κακό. Έχτιζε πάλι τα τείχη της. Δεν την κατηγορούσε, βέβαια. Ήταν η λαίδη Οφίλια Λάιτλτον και εκείνος ο ιδιοκτήτης μιας χαρτοπαικτικής λέσχης. «Ίσως στο μέλλον να γίνουμε φίλοι», του είπε. Σηκώθηκε από το κρεβάτι. Δεν μπορούσε να της θυμώσει που τον είχε εκμεταλλευτεί. Είχε προσφερθεί. Σηκώθηκε κι εκείνος από το κρεβάτι, έπιασε το παντελόνι του και το φόρεσε. Τη βοήθησε με τα ρούχα της. «Όταν τα βγάζεις έχει περισσότερη πλάκα», είπε. Γέλασε, με εκείνον τον γλυκό θόρυβο που αγαπούσε. «Δεν περίμενα ποτέ να νιώθω άνετα με όλα αυτά. Σε ευχαριστώ».


356

LORRAINE HEATH

«Για τον Θεό, σταμάτα να με ευχαριστείς». Κούνησε το κεφάλι και έβαλε τα γάντια της. «Πώς είναι τα πράγματα στη λέσχη;» «Θα την κλείσω για μερικές βδομάδες. Ξέρεις, αποφάσισα να ακολουθήσω τη συμβουλή σου. Θα την ανοίξω στις γυναίκες». Τα πράσινα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, μέχρι που βούλιαξε μέσα τους. Του χαμογέλασε πλατιά. «Υπέροχα. Πρέπει να γίνω μέλος». «Θα είσαι πάντα μέλος, με τις ευλογίες μου». «Τότε θα περάσω σίγουρα κάποια στιγμή». «Ανυπομονώ». Σιχαινόταν, όμως, την αυξανόμενη επισημότητα ανάμεσά τους. «Εννοούσα αυτό που είπα εκείνο το βράδυ στου Λόβινγκτον. Σε ερωτεύτηκα». «Όχι, είπες ότι ερωτεύτηκες τη γυναίκα στο σπίτι σου. Ξέρουμε και οι δύο πως δεν ήμουν εγώ». «Νομίζω πως κάνεις λάθος». «Δεν νομίζω». Πέρασε από δίπλα του και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Φι;» Σταμάτησε, γύρισε και τον κοίταξε με το φρύδι της σηκωμένο. «Ναι;» «Το εννοούσα επίσης αυτό που είπα για μια πιθανή εγκυμοσύνη. Και αν χρειαστείς οτιδήποτε άλλο, είμαι εδώ για σένα». «Θα το έχω στον νου μου. Αντίο, Ντρέικ». Έπειτα, για ακόμα μία φορά, βγήκε από τη ζωή του. Και εκείνος ο ανόητος την άφησε να φύγει. Η Φι κοίταξε έξω από το παράθυρο της άμαξας, παλεύοντας να μην κλάψει που ο Ντρέικ δεν είχε προσπαθήσει να τη σταματήσει. Τελευταία περνούσε πολύ καιρό κοιτάζοντας έξω από παράθυρα ή συγκρατώντας τα δάκρυά της. Κατά κάποιον τρόπο, η απώλεια της μνήμης της υπήρξε


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

357

ευλογία, της είχε επιτρέψει να βιώσει κάτι μοναδικό, ακόμα κι αν είχε απογοητευτεί. Αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της, μπορούσε ακόμα και να παραδεχτεί πως της άξιζε και λίγο, πολύ λίγο. Να πάρει! Της άξιζαν όλα. Η συμπεριφορά της απέναντι στον Ντρέικ ήταν απαράδεκτη. Αν τα πράγματα ήταν αντίστροφα, αν είχε χάσει εκείνος τη μνήμη του, θα έκανε το ίδιο. Μόνο που θα τον έβαζε σε κάποιο στάβλο να φτυαρίζει κοπριά. Χαμογέλασε. Πάντα την εκνεύριζε, την έκανε να του αντιμιλάει. Ευχήθηκε να ήταν η γυναίκα που είχε ζήσει στο σπίτι του, αλλά δεν μπορούσε κανείς να αλλάξει αυτό που είναι. Από την άλλη, κάποιος ίσως και να μπορούσε.


358

LORRAINE HEATH

Κεφάλαιο 25

«Να πάρει! Δεν το πιστεύω πόσοι άνθρωποι περιμένουν απέξω να ανοίξεις τις πόρτες», είπε ο Άντριου, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του Ντρέικ στους Δίδυμους Δράκους. Τα εγκαίνια απόψε ήταν το κοσμικό γεγονός του Λονδίνου, όχι μόνο ανάμεσα στην αριστοκρατία αλλά και στους πλούσιους που δεν είχαν κάποιον τίτλο. Η είσοδος στους Δίδυμους Δράκους γινόταν μόνο με πρόσκληση, η οποία παραδινόταν προσωπικά στην ελίτ, σε όσους μπορούσαν να πληρώσουν τη συνδρομή. Στην αριστοκρατία. Στους νεόπλουτους. Στους βαρόνους του σιδηρόδρομου. Στους βαρόνους των κατασκευών. Σε όσους τολμούσαν για κάτι καλύτερο. Στους Αμερικανούς. Και στις κυρίες. Οι κυρίες πλέον γίνονταν δεκτές στο άλλοτε ιερό των αντρών. Και αυτό είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Ο Ντρέικ ακούμπησε την πλάτη στην καρέκλα πίσω από το γραφείο του, χωρίς να τολμάει να κοιτάξει το πλήθος, γιατί ήξερε πως, αν το έκανε, θα άρχιζε να την ψάχνει και δεν ήθελε να απογοητευτεί. Είχαν περάσει έξι βδομάδες από την κηδεία του Γουίγκμορ. Η Γκρέις τον είχε ενημερώσει πως η Φι είχε αρχίσει να πηγαίνει πάλι σε χορούς και δείπνα, κονσέρτα


ΓΛΥΚΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

359

και θεατρικές παραστάσεις. Τη θαύμαζαν και τη φλέρταραν. Κάθε μέρα περίμενε να διαβάσει για τους αρραβώνες της στους Times. Από εκείνη είχε λάβει μόνο ένα μήνυμα που έλεγε απλώς: «Δεν υπάρχει παιδί». Έπρεπε να νιώσει ανακούφιση. Αντίθετα, ένιωσε πως είχε χάσει την τελευταία ευκαιρία του να την ξαναφέρει στη ζωή του. Όχι πως οι συνθήκες θα ήταν ιδανικές. Μπορεί να ήταν, όμως, μια ευκαιρία να αρχίσουν πάλι από την αρχή. Μπορεί να ήταν– «Δεν το πιστεύω πόσο διαφορετικό φαίνεται αυτό το μέρος», είπε ο Ρέξτον. Τα αδέρφια του Ντρέικ είχαν έρθει από νωρίς, θέλοντας να μοιραστούν μαζί του τα εγκαίνια των Δίδυμων Δράκων. Δεν κρατούσαν κακία, δεν είχαν πρόβλημα που η δούκισσα του είχε δώσει δωρεάν το μερίδιό της. Τον είχε συγκινήσει η πίστη τους, η καλή τους πρόθεση απέναντί του. Αγκάλιασαν την καλή του τύχη σαν να ήταν δική τους. «Ήθελα να νιώθουν ευπρόσδεκτες και οι κυρίες εδώ μέσα», είπε ο Ντρέικ. «Στο παρελθόν ήταν πολύ σκοτεινό μέρος». Είχε κάνει πολλή δουλειά και μόνος του: έχτιζε, έβαφε, έβαζε ταπετσαρίες. Όσο πιο σκληρή η δουλειά, τόσο πιο πιθανό να την κάνει μόνος. Έκανε τα πάντα για να πονέσει το κορμί του, ό,τι χρειαζόταν για να εξαντληθεί, ώστε, όταν επιτέλους έπεφτε στο κρεβάτι του, να κοιμόταν χωρίς όνειρα, χωρίς να σκέφτεται τη Φι. Όχι πως αυτό το σχέδιο είχε και μεγάλη επιτυχία. Πάντα παραμόνευε στην άκρη της συνείδησής του και δεν μπορούσε να κάνει πολλά για να τη βγάλει από το μυαλό του. Δεν τον βοήθησε που είχε επιβλέψει την παράδοση των επίπλων στο σπίτι του. Ένα σπίτι που τώρα ήταν άδειο και ο μόνος θόρυβος που αντηχούσε εκεί μέσα ήταν τα κούφια βήματά του. Μπορούσε να τη μυρίσει στο μαξιλάρι, στα σεντόνια του, και η λαχτάρα του γι’ αυτή


360

LORRAINE HEATH

γινόταν ακόμα πιο έντονη. «Δεν είμαι σίγουρος πώς νιώθω απέναντι στο ενδεχόμενο να παίξω με γυναίκες. Δεν είναι πολύ ευγενικό», είπε ο Ρέξτον. «Δεν είχες ποτέ πρόβλ