Page 1


ΣΑΡΔΗΝΙΑ – ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ ISBN 978-960-620-392-3 © 2012 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V. / S.à.r.l. ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ Τίτλος πρωτοτύπου: The Reluctant Husband © 1998 by Lynne Graham. All rights reserved. Μετάφραση: Μαίρη Κορινθίου Επιμέλεια: Ευαγγελία Χατζηευστρατίου Ο ΑΔΙΣΤΑΚΤΟΣ Τίτλος πρωτοτύπου: Ruthless! © 1996 by Lee Wilkinson. All rights reserved. Μετάφραση: Μαρία Αντωνίου Επιμέλεια: Γιώτα Οικονομίδου Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ - ΤΕΥΧΟΣ 17 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.


ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ


Κεφάλαιο 1

Ο Ματ Φίνλεΐ κοίταξε το σοκαρισμένο πρόσωπο της Φράνκι και της χαμογέλασε ενθαρρυντικά. «Πιστεύω ότι ένα ταξίδι στη Σαρδηνία θα είναι εξαιρετικά λυτρωτικό για σένα. Εκεί θα μπορέσεις να αντιμετωπίσεις τις αναμνήσεις της μεγαλύτερης αγάπης της ζωής σου και να ξεμπερδέψεις μια και καλή μ’ αυτές». «Δε θα έλεγα ότι ο Σαντίνο ήταν η μεγαλύτερη αγάπη της ζωής μου», διαμαρτυρήθηκε η Φράνκι, νιώθοντας το κορμί της τεντωμένο σαν χορδή τόξου. Ο Ματ έσμιξε τα φρύδια του. «Θυμάμαι ότι έλεγες πως, κάθε φορά που τον έβλεπες, τα πόδια σου έτρεμαν κι η καρδιά σου φτερούγιζε σαν πουλί στο στήθος σου!» Αυτές είναι οι συνέπειες της κατάχρησης αλκοόλ στο πάρτι του γραφείου, συλλογίστηκε η Φράνκι, νιώθοντας ένα οδυνηρό σφίξιμο μέσα της. Ήταν μια από εκείνες τις φορές που είχε προσπαθήσει να γίνει αποδεκτή από τους άλλους. Έπρεπε να μαντέψει ότι ο Ματ θα θυμόταν εκείνη την εξομολόγηση και, κάποια στιγμή, θα τη «χρησιμοποιούσε» κατάλληλα. «Πέρασα πέντε από τα χειρότερα χρόνια της ζωής μου στη Σαρδηνία. Μη με κατηγορείς που δε θέλω να ξαναπάω». «Μπορείς μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες να τελειώσεις τη δουλειά σου και να φύγεις από το νησί, περνώντας απέναντι στην Ιταλία, χωρίς να χαλάσουν τα σχέδια των διακοπών σου. Ποιος άλλος υπάρχει; Ο Νταν βρίσκεται ακόμα στη Γαλλία κι η γυναίκα του Μάρτι όπου να ’ναι γεννάει...» Στο ταξιδιωτικό γραφείο, που διατηρούσαν μαζί και στο οποίο η Φράνκι κατείχε ένα σημαντικό μερίδιο, με ειδικότητα στα ατομικά ταξίδια εξωτερικού, η δουλειά δεν πήγαινε ιδιαίτερα καλά τους τελευταίους μήνες. Ο ανταγωνισμός τούς είχε στερήσει μεγάλο μέρος των πελατών. Δύσκολοι καιροί για την τουριστική αγορά... Όρθωσε τους ώμους της. Ήταν ψηλή, νέα, με λεπτή, όμορφη σιλουέτα. Φορούσε όμως ένα κομψό μαύρο σύνολο με παντελόνι, σχεδιασμένο έτσι ώστε να σβήνει κάθε ίχνος θηλυκότητας. Τα χαρακτηριστικά της ήταν καλογραμμένα, τα μάτια της πράσινα, με πυκνές μαύρες βλεφαρίδες και τα σκούρα φρύδια της έμοιαζαν με δυο τέλεια τόξα. Τα εντυπωσιακά μαλλιά της –με έντονο παιχνίδισμα σε κόκκινο, χάλκινο και χρυσό– ήταν πλεγμένα σε μια γαλλική κοτσίδα, που τη συγκρατούσε ένα βελούδινο κοκαλάκι –το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο της θηλυκότητάς της. «Εξάλλου είσαι ντόπια», παρατήρησε με ικανοποίηση ο Ματ. «Κι αυτό αποτελεί πλεονέκτημα για εμάς». «Είμαι Αγγλίδα», του υπενθύμισε η Φράνκι ανέκφραστα. «Θέλουμε τις έξι βίλες στην Κόστα Εσμεράλδα. Τις βλέπεις, υπογράφεις με τον ιδιοκτήτη, πας στην Ιταλία και τελειώσαμε. Και ποιος ξέρει... Μπορεί, μέχρι να γυρίσεις από τις διακοπές σου, να έχεις τη διάθεση να γιορτάσεις το γεγονός μαζί μου, σ’ ένα ρομαντικό δείπνο για δύο», κατέληξε ο Ματ, μ’ ένα αχνό χαμόγελο. Ηττημένη από την έκφρασή του, η Φράνκι ένιωσε τα μάγουλά της να ροδίζουν. Με τον Ματ ήταν φίλοι, τελευταία όμως εκείνος προσπαθούσε να την πείσει να προχωρήσουν τη σχέση τους σε ένα άλλο επίπεδο, πιο προσωπικό. Εκείνη ήδη του είχε πει, όσο πιο διακριτικά μπορούσε βέβαια, ότι δεν την ενδιέφερε κάτι τέτοιο και κάθε απόπειρα από μέρους του να θίγει το συγκεκριμένο θέμα την έκανε να νιώθει εξαιρετικά άβολα. Εξάλλου, όχι μόνο δούλευαν μαζί, αλλά έμεναν και κάτω από την ίδια στέγη. «Αποκλείεται», του δήλωσε μ’ ένα βεβιασμένο χαμόγελο και προχώρησε προς την πόρτα. «Μερικές φορές μισώ τον αδελφό σου», πέταξε η Φράνκι στη χαμογελαστή ξανθιά που καθόταν στη γραμματεία, απέξω. Η Λη γέλασε. «Για τη Σαρδηνία πρόκειται;» «Το ήξερες;» Η Φράνκι ένιωσε προδομένη, αν και γνώριζε ότι γινόταν υπερβολική. Κανένας από τους φίλους της δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο άθλια αισθανόταν στη σκέψη ότι θα ξαναπατούσε το πόδι της σ’ εκείνο το νησί. Δεν ήταν δικό τους λάθος βέβαια, αφού δεν τους είχε πει όλη την αλήθεια για τα γεγονότα που είχαν συμβεί εκεί πέρα. «Γιατί δε με προειδοποίησες;» «Ο Ματ νόμιζε ότι ήταν καλύτερα να το μάθεις από τον ίδιο. Εξάλλου, απλώς θα ξεκινήσεις νωρίτερα τις διακοπές σου στην Ιταλία», παρατήρησε χαρούμενα η Λη και γύρισε ν’ απαντήσει στο τηλέφωνο. Η Φράνκι ανέβηκε τη σκάλα που οδηγούσε στο τεράστιο διαμέρισμα με τις δυο κρεβατοκάμαρες, το οποίο μοιραζόταν με τον Ματ από τότε που η Λη είχε παντρευτεί. Το ταξιδιωτικό γραφείο βρισκόταν στο ισόγειο του ίδιου κτιρίου. Η Φράνκι είχε μπει στη δουλειά σε ηλικία δεκαοχτώ χρόνων, χρησιμοποιώντας τα κέρδη της από μια ασφάλιση. Αφού τον περισσότερο χρόνο της τον περνούσε ταξιδεύοντας στο εξωτερικό, για να ελέγξει τα καταλύματα που διέθεταν και να διαπραγματευτεί καινούρια, έβρισκε την κατάσταση της συγκατοίκησης εξαιρετικά βολική. Τουλάχιστον έτσι είχαν τα πράγματα, μέχρι που ο Ματ άρχισε ν’ αλλάζει, σκέφτηκε θλιμμένα. Τελευταία τα υπονοούμενα και η οικειότητά του δεν περνούσαν απαρατήρητα ούτε από τους υπαλλήλους τους. Το κουτσομπολιό στο γραφείο είχε αρχίσει να την ενοχλεί. Είχε περάσει καιρός από τότε που έμαθε με οδυνηρό τρόπο ότι οι απρόσεκτες κουβέντες μπορούσαν να καταστρέψουν ζωές. Όπως είχε συμβεί με τη δική της. Έδιωξε αυτή την ανάμνηση από το μυαλό της. Μήπως ο Ματ την έβλεπε ως πρόκληση; Σίγουρα, δεν ήταν ο τύπος του κι όσο συντομότερα ξαναγύριζε στη συνήθειά του να κυνηγάει τις μικροκαμωμένες ξανθές, τόσο το καλύτερο για εκείνη. Σχημάτισε το νούμερο του τηλεφώνου της μητέρας της. Της απάντησε η καμαριέρα, η οποία τη συνέδεσε αμέσως. «Μαμά, θα φύγω νωρίτερα», άρχισε απολογητικά. «Φράνκι, δε νομίζεις ότι το παρατραβάς με το να με λες ‘‘μαμά’’;» της απάντησε η Ντέλα. «Με κάνεις να νιώθω λες και πρέπει να πάρω σύνταξη!» «Συγνώμη», ψέλλισε η Φράνκι και δάγκωσε τα χείλη της απογοητευμένη, επειδή η Ντέλα δε φαινόταν να δίνει καμιά σημασία στο γεγονός της αναχώρησής της. «Πρέπει να πάω στη...» «Σε μία ώρα έχω ραντεβού με τη μανικιουρίστα μου», τη διέκοψε ανυπόμονα. «Θα σε πάρω κάποια στιγμή τον άλλο μήνα να τα πούμε». Με χέρι που έτρεμε, η Φράνκι ακούμπησε το ακουστικό στη θέση του. Όσες φορές κι αν είχε επαναληφθεί η ίδια ιστορία, εξακολουθούσε να την πονάει. Οι παλιές δικαιολογίες ξαναγύρισαν ορμητικά στο μυαλό της. Η μητέρα της είχε μια πολύ γεμάτη κοινωνική ζωή. Τα χρόνια της απομάκρυνσής τους, όταν η Φράνκι βρισκόταν στη Σαρδηνία, είχαν καταστρέψει τη σχέση τους. Ωστόσο, στο βάθος του μυαλού της, πάντα υπέβοσκε ο φόβος ότι στην πραγματικότητα η μητέρα της δεν είχε συνειδητοποιήσει ποτέ ότι η κόρη της δεν είχε ξαναγυρίσει στο σπίτι από το σχολείο. Μετά όμως ντρεπόταν που είχε τολμήσει ακόμα και να σκεφτεί κάτι τέτοιο. * Τα μάτια της Φράνκι γυάλιζαν από την ένταση, την κούραση και τον αυξανόμενο εκνευρισμό. Ήταν νωρίς το βράδυ και ήδη αισθανόταν κουρασμένη. Κανονικά σήμερα έπρεπε να πάρει το φέρι για τη Γένοβα. Για την Ιταλία. Κι εκείνη τι έκανε; Πάλευε μ’ ένα μικρό, θορυβώδες Φίατ, προσπαθώντας να σκαρφαλώσει τους στενούς δρόμους της Σαρδηνίας, που περνούσαν μέσα από γκρεμούς και την ανάγκαζαν να προχωράει σαν χελώνα. Γιατί; Επειδή ο σινιόρ Μέγκρας, ο ιδιοκτήτης των πολυτελών σπιτιών, δε συμφώνησε να τη συναντήσει σε μια από τις βίλες του. Τελικά ένας υπάλληλος ανέλαβε να την ξεναγήσει σ’ αυτές και τώρα, η Φράνκι ανέβαινε σε μια ορεινή περιοχή του νησιού για να βρει τον ιδιοκτήτη στο


ξενοδοχείο του. Η διαδρομή είχε αποδειχτεί πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο φανταζόταν. Βέβαια, μπορούσε να δεχτεί την πρόταση του Πιέτρο –του ωραίου νεαρού υπαλλήλου με τα μαύρα μάτια και τα ανυπόμονα, άτακτα χέρια– να την πάει ως εκεί. Καλώς ήρθες στη Σαρδηνία, Φράνκι, είπε σιωπηλά στον εαυτό της. Στη γη των ωραίων ανδρών και των μικροπαντρεμένων γυναικών. Έδιωξε αμέσως τη σκέψη από το μυαλό της. Ήξερε ότι δεν αντιδρούσε καλά. Τα βουνά έφταιγαν. Τα ίδια βουνά που την είχαν κρατήσει φυλακισμένη για πέντε αξέχαστα χρόνια. Το κορμί της πάγωσε στη θύμηση. Γιατί, λοιπόν, την είχε αφήσει να βγει στην επιφάνεια; Ανήκε πλέον στο παρελθόν και εκείνη είχε αφήσει πίσω της το παρελθόν. Τώρα ήταν είκοσι ενός χρονών κι είχε ξαναπάρει τη ζωή στα χέρια της. Οι αναμνήσεις όμως επέμεναν. Το σοκ που δέχτηκε στα έντεκα χρόνια της –τη μια στιγμή να ζει μια πολιτισμένη ζωή στο Λονδίνο και την άλλη να βρεθεί υποχρεωμένη να συνυπάρχει με μια οικογένεια επαρχιωτών, που δεν την ήθελαν κιόλας– ήταν πολύ μεγάλο. Όπως μεγάλος ήταν κι ο τρόμος που την είχε τυλίξει, όταν της είπαν ότι δε θα ξανάβλεπε ποτέ το Λονδίνο ούτε τη μητέρα της. Μοναξιά, φόβος, τρομακτική αίσθηση απομόνωσης. Όλα αυτά τα συναισθήματα ήταν παγιδευμένα μέσα της κι ήξερε ότι δε θα την εγκατέλειπαν ποτέ. Στα δεκαοκτώ της, η μητέρα της ήταν ανερχόμενο μοντέλο και είχε μείνει έγκυος από έναν όμορφο φωτογράφο, που τον έλεγαν Μάρκο Καπαρέλι. Ο γάμος τους ήταν θυελλώδης. Όταν η Φράνκι έγινε οκτώ χρονών, οι γονείς της χώρισαν τελικά. Με τον πατέρα της είχε επαφή εντελώς απρόσμενα, σε ανύποπτο χρόνο, όταν εκείνος εμφανιζόταν ξαφνικά εκεί όπου δεν τον περίμεναν. Μια δυο φορές ο Μάρκο αντιμετώπιζε σοβαρά την πιθανότητα να ξαναγυρίσει στη συζυγική στέγη. Εκείνη την εποχή η ελπίδα της Φράνκι, ότι μπορούσαν οι γονείς της να ξανασμίξουν, φαινόταν σχεδόν πραγματοποιήσιμη. Έτσι, ήταν φυσικό να ταραχτεί, όταν η μητέρα της γνώρισε κάποιον άλλο άντρα κι αποφάσισε να ζητήσει διαζύγιο. Η απόφασή της εξόργισε τον εν διαστάσει σύζυγό της, με αποτέλεσμα ένα φοβερό καβγά. Λίγες μέρες μετά ο Μάρκο πήρε τη Φράνκι από το σχολείο της, λέγοντάς της ότι οι δυο τους θα πήγαιναν ολιγοήμερες διακοπές. Της είπε ότι δε χρειαζόταν να επιστρέψει στο σπίτι για να μαζέψει τα πράγματά της και της έδειξε γελώντας μια μικρή βαλίτσα, όπου μέσα είχε όλα όσα θα χρειαζόταν στο όμορφο ταξίδι τους. «Η μαμά το ξέρει;» τον είχε ρωτήσει εκείνη συνοφρυωμένη. Τότε ο Μάρκο της αποκάλυψε ένα ακόμα πιο όμορφο μυστικό. Τα είχαν ξαναφτιάξει με τη μητέρα της. Μπορεί να αποτελούσε μεγάλη έκπληξη για τη Φράνκι, αλλά ήταν η αλήθεια. Όσο εκείνη βρισκόταν σχολείο, ο μπαμπάς κι η μαμά είχαν ξανασμίξει. Δεν ήταν χαρούμενη που τελικά δε θα αποκτούσε πατριό; Δεν ήταν φανταστικό που η μαμά θα πήγαινε να τους βρει στη Σαρδηνία στο τέλος της εβδομάδας; Απορρίπτοντας με πικρία την ανάμνηση εκείνου του απάνθρωπου ψέματος, η Φράνκι πήρε άλλη μια κλειστή στροφή στον ανηφορικό δρόμο κι αντίκρισε την πινακίδα στο πάνω μέρος μιας ετοιμόρροπης γέφυρας. «Λα Ρόκα», διάβασε. Επιτέλους, σκέφτηκε ανηφορίζοντας το λόφο για το χωριό. Αλλά αναγκάστηκε να πατήσει δυο φορές φρένο, για ν’ αποφύγει πρώτα μια κατσίκα και μετά δυο γουρούνια. Σταμάτησε στην πλατεία και βγήκε από το αυτοκίνητο, κάνοντας ένα κοπάδι χήνες να σκορπιστεί τριγύρω άτακτα. Το χωριό ήταν απίστευτα φτωχό κι η φτώχεια ήταν κάτι που την έκανε ν’ ανατριχιάζει. Της θύμιζε ένα άλλο χωριό, ακόμα πιο απομακρυσμένο από τον πολιτισμό. Σιέντα λεγόταν εκείνο το άθλιο σύνολο από καλύβες. Ήταν ο τόπος καταγωγής του παππού της, από τη μεριά του πατέρα της. Η Σιέντα ήταν μια κουκκίδα στο χάρτη ενός άλλου κόσμου. Η σιωπή γύρω έκανε τα νεύρα της να τεντωθούν. Πού βρισκόταν το ξενοδοχείο; Ήλπιζε να είναι αξιοπρεπές, αφού ήταν αναγκασμένη να περάσει εκεί τη νύχτα. Λίγα μέτρα παραπέρα είδε ένα καφενείο με ανοιχτή την πόρτα. Έριξε μια ματιά στο εσωτερικό, σουφρώνοντας τη μύτη της. Ένας γεροδεμένος άντρας πίσω από το μπαρ την κοίταζε επίμονα. «Μπορείτε να μου πείτε πού βρίσκεται το ξενοδοχείο Λα Ρόκα;» τον ρώτησε με σπασμένα ιταλικά. «Φραντσέσκα;» Η Φράνκι ένιωσε τους μυς της να σφίγγονται οδυνηρά. Αυτό το όνομα δεν το χρησιμοποιούσε ποτέ. Αυτή η φωνή... Οι συλλαβές είχαν ακουστεί γλυκές σαν μέλι, αλλά στ’ αυτιά της έφτασαν σαν σειρήνα περιπολικού. Ένα βουητό την τύλιξε. Αργά, πολύ αργά, τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν και να λυγίζουν. Έδωσε λίγη δύναμη στο κορμί της, ενώ ταυτόχρονα αγωνιζόταν ν’ αρνηθεί πως αναγνώριζε αυτή τη φωνή. Ο Σαντίνο Βιτάλε ανασηκώθηκε αργά από ένα τραπέζι στην άλλη άκρη της μικρής αίθουσας και βγήκε αθόρυβα από τις σκιές. Η γλώσσα της κόλλησε στον ξεραμένο ουρανίσκο της. Ένιωθε την επιδερμίδα της υγρή. Για μια στιγμή αμφέβαλε σοβαρά, τόσο για τη λογική της όσο και γι’ αυτό που έβλεπαν τα μάτια της. Φορώντας ένα γκρι ασημί, κομψό κοστούμι κι έχοντας ένα κρεμ αδιάβροχο ριγμένο στους ώμους του, ο Σαντίνο έμοιαζε σαν κάτι εξωτικό μέσα στο φτωχικό περιβάλλον, με τα φθαρμένα τραπέζια και τους γκρίζους τοίχους. «Θέλεις να πιούμε ένα ποτό;» Το βλέμμα του γλίστρησε στην ακίνητη φιγούρα της, καθώς της έπιανε απαλά το χέρι. Μια ζεστασιά τύλιξε τα δάχτυλά της. «Είσαι παγωμένη». Αναστέναξε και, βγάζοντας το αδιάβροχό του, το έριξε στους άκαμπτους ώμους της. Η Φράνκι στεκόταν σαν κέρινο ομοίωμα, ανίκανη ν’ αντιδράσει. Ούτε το βλέμμα της μπορούσε να τραβήξει από πάνω του. Με ύψος ένα κι ενενήντα περίπου, εκείνος έμοιαζε τεράστιος, απειλητικός, παρ’ όλο που και η ίδια ήταν πολύ ψηλή. Και φαινόταν απίστευτα όμορφος. Είχε τα σκληρά χαρακτηριστικά ενός αγγέλου και το χάρισμα του γνήσιου αρσενικού. Ξαφνικά μια αίσθηση ταπείνωσης την πλημμύρισε, αφαιρώντας κάθε ίχνος χρώματος από το πρόσωπό της. Τα πέντε χρόνια, που είχαν περάσει και που είχε τόσο σκληρά αγωνιστεί να ξεχάσει, ξαναγύρισαν ακάθεκτα στη μνήμη της. «Αυτό είναι το ξενοδοχείο Λα Ρόκα», μουρμούρισε ο Σαντίνο. «Αυτό εδώ το μέρος;» Η φωνή της ακούστηκε αχαρακτήριστα δυνατή. «Ήρθες για να συναντήσεις τον σινιόρ Μέγκρας». «Πώς... το... ξέρεις;» τραύλισε. «Και τι θέλεις εδώ πέρα;» «Γιατί δεν κάθεσαι;» «Να καθίσω;» επανέλαβε και τα πράσινα μάτια της καρφώθηκαν πάνω του, λες και περίμενε να γίνει καπνός. «Γιατί όχι; Δε βλέπω πουθενά τον σινιόρ Μέγκρας». Ο Σαντίνο τράβηξε μια καρέκλα. Ο ιδιοκτήτης του καφενείου αντικατέστησε το τασάκι πάνω στο τραπέζι μ’ ένα καθαρό και μετά απομακρύνθηκε πάλι. «Δε θα καθίσεις κι εσύ;» Μια ηλιαχτίδα διαπέρασε το μισόφωτο, φωτίζοντας τα φθαρμένα πορτραίτα στους τοίχους και το παλιό πέτρινο πάτωμα. Το ένστικτό της έλεγε να το βάλει στα πόδια. Πλησίασε ξανά την πόρτα, χωρίς να συνειδητοποιεί πού οδηγούσαν τα βήματά της. «Με φοβάσαι;» Η Φράνκι έμεινε ακίνητη. Μια νευρική ένταση απλώθηκε στο κορμί της. Για μια στιγμή ένιωσε πως ήταν έφηβη ξανά. Η έφηβη που κάποτε υπάκουε τυφλά σε κάθε υπόδειξη του Σαντίνο. Φοβόταν τόσο πολύ μήπως χάσει τη φιλία του, που θα έκανε ό,τι της ζητούσε. Ωστόσο εκείνος δεν της είχε μάθει να τον φοβάται. Η ίδια είχε διδάξει στον εαυτό της να φοβάται τα απίστευτα δυνατά αισθήματα που εκείνος ξυπνούσε μέσα της. Δικό του λάθος ήταν που τώρα τον μισούσε; Επειδή αρνιόταν να σκεφτεί αν ήταν δίκαιη ή όχι απέναντί του, γύρισε και τον κοίταξε, ανταποκρινόμενη σε μια εσωτερική παρόρμηση. Ξαφνικά, αισθάνθηκε ότι είχε βγει από το σκοτάδι στο φως. Την πλημμύρισε μια ζεστασιά και μια ενεργητικότητα, που έδιωξαν το φόβο και την έκαναν να καταπιεί την πικρία της. Πλησίασε αργά, μουδιασμένα και κάθισε κοντά στο τραπέζι. «Τι θέλεις εδώ;» τον ρώτησε κοφτά. «Ο σινιόρ Μέγκρας δεν πρόκειται να έρθει. Οι βίλες είναι δικές μου». Η Φράνκι τον κοίταξε εμβρόντητη. «Δε σε πιστεύω».


Ένα λαμπερό χαμόγελο άνθισε στα αισθησιακά χείλη του. «Είναι αλήθεια. Σ’ έφερα εδώ, επειδή ήθελα να σε ξαναδώ». «Για ποιο λόγο;» Το κεφάλι της γύριζε. «Είσαι η γυναίκα μου. Μπορεί να έχει περάσει καιρός από τότε που σου υπενθύμισα αυτό το γεγονός, αλλά εξακολουθείς να είσαι η γυναίκα μου», της απάντησε με έμφαση. Της ξέφυγε ένα βεβιασμένο γέλιο γεμάτο δυσπιστία. «Ο γάμος μας ακυρώθηκε μόλις γύρισα στην Αγγλία», του απάντησε περιφρονητικά, ανασηκώνοντας το πιγούνι της. «Δεν πήρες τα χαρτιά;» Ο Σαντίνο περιορίστηκε να χαμογελάσει ξανά. «Εσύ τα πήρες;» Τα φρύδια της έσμιξαν και τα χείλη της σφίχτηκαν. «Τα έχει η μητέρα μου. Αφού εγώ ήμουν ανήλικη, εκείνη ανέλαβε όλες τις διατυπώσεις». «Έτσι σου είπε;» «Κοίτα, ξέρω ότι εκείνη η πράξη χαρακτηρίστηκε άκυρη». «Νομίζεις», απάντησε ο Σαντίνο με μια ήρεμη ευθυμία. Η οργή χρωμάτισε τα μάγουλά της. Η επιμονή του την εξόργιζε. «Όταν γυρίσω πίσω, θα φροντίσω να πάρεις την επίσημη επιβεβαίωση. Σε διαβεβαιώ ότι δεν είμαστε πλέον παντρεμένοι». «Μα δεν υπήρξαμε ποτέ παντρεμένοι... ως ενήλικοι», παρατήρησε εκείνος. Μπροστά στην απροειδοποίητη επίθεση, η Φράνκι ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται και το πρόσωπό της να στραγγίζει από το αίμα. Μπροστά της είδε τον Σαντίνο με μια άλλη γυναίκα, παραδομένους στο πάθος... ως ενήλικες. Επρόκειτο για μια όμορφη ξανθιά, που είχε βυθίσει τα βαμμένα ροδακινί νύχια της στα κατάμαυρα μαλλιά του, καθώς εκείνος τη φιλούσε. Το λεπτό, καλλίγραμμο κορμί της βρισκόταν κολλημένο πάνω στο δικό του. Η Φράνκι είχε διαλυθεί, παρακολουθώντας τον Σαντίνο να κάνει κάτι που μαζί της δεν το είχε κάνει ποτέ. Τότε συνειδητοποίησε επιτέλους ότι οι δυο τους δεν είχαν μέλλον. Και αποφάσισε να φύγει για να ελευθερώσει τόσο τον εαυτό της, όσο κι εκείνον. Τα χρυσαφιά μάτια του την κοίταξαν επίμονα. «Λυπάμαι ειλικρινά για τον τρόπο που χωρίσαμε. Ήσουν τρομερά αναστατωμένη». Η Φράνκι τα έχασε που ο Σαντίνο γνώριζε ποια ήταν η ψυχολογική της κατάσταση τότε και τεντώθηκε, σε μια αντίδραση αυτοάμυνας. Το μυαλό της ήταν θολωμένο και τα συναισθήματά της χαώδη. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι βρισκόταν ξανά μαζί του. Ωστόσο εκείνος είχε καταφέρει να ξυπνήσει με απίστευτη σκληρότητα τον πόνο που είχε τόσο καιρό θαμμένο βαθιά στο υποσυνείδητό της. Έδιωξε αποφασιστικά τις οδυνηρές αναμνήσεις του παρελθόντος. «Ίσως ήταν λάθος να το αναφέρω αυτό τόσο σύντομα, αλλά νιώθω ότι στέκεται ανάμεσά μας σαν ένας αδιαπέραστος τοίχος», είπε ο Σαντίνο ήρεμα. Η Φράνκι ανασήκωσε το κεφάλι της κι ένα περιφρονητικό χαμόγελο άνθισε στα χείλη της. «Εγώ νομίζω ότι φαντάζεσαι καταστάσεις που δεν ισχύουν στην πραγματικότητα. Και τώρα, αν πράγματι αυτές οι βίλες είναι δικές σου, μπορούμε να συζητήσουμε επαγγελματικά;» «Πράγματι λείπεις πολύ καιρό», είπε ο Σαντίνο κι έκανε νόημα στον ιδιοκτήτη. «Εδώ δε δουλεύουμε έτσι. Πίνουμε ένα ποτό, μιλάμε... Ίσως να σε καλέσω και στο σπίτι μου για δείπνο. Ύστερα, μετά το δείπνο, μπορεί να μιλήσουμε για δουλειές». Τα εκφραστικά μάτια της άστραψαν. «Δεν πρόκειται να έρθω στο σπίτι σου για δείπνο. Σε διαβεβαιώ...» «Περίμενε πρώτα να σε καλέσω», τη διέκοψε μαλακά. Ο ιδιοκτήτης του καφενείου έφερε ένα δίσκο με δυο ποτήρια κρασί. Τα μάγουλα της Φράνκι ρόδισαν και τα χείλη της σφίχτηκαν. «Όλο αυτό το σενάριο είναι πολύ παιδαριώδες», σχολίασε, μόλις έμειναν πάλι μόνοι. «Απ’ ό,τι θυμάμαι, σου άρεσε το απρόσμενο, οι εκπλήξεις», παρατήρησε ο Σαντίνο κι έγειρε πίσω στο κάθισμά του, αγνοώντας τον εκνευρισμό της. «Τότε ήμουν παιδί...» «Κι όμως, μου έλεγες ότι είσαι γυναίκα», της υπενθύμισε, με μια βελούδινη χροιά ευθυμίας στη φωνή του. Το ρόδισμα στα μάγουλά της έγινε κοκκίνισμα που απλώθηκε μέχρι το λαιμό της. «Για πες μου, λοιπόν», τον παρότρυνε απότομα, θέλοντας απελπισμένα ν’ αλλάξει θέμα συζήτησης, «ασχολείσαι με τον τουρισμό τώρα;» «Πότε έτσι και πότε αλλιώς», της απάντησε χαμογελώντας αχνά. Ήταν γελοίο να μην ξέρει τι δουλειά έκανε εκείνος. Ήταν γελοίο να γνωρίζει τόσα λίγα πράγματα για τον άντρα που είχε παντρευτεί! Τότε όμως, το μόνο που ήξερε για τον Σαντίνο ήταν ότι ο ηλικιωμένος ιερέας του χωριού ήταν θείος του και ότι ο ίδιος δούλευε τις καθημερινές στην τράπεζα του Κάλιαρι, όπου κι έμενε σ’ ένα διαμέρισμα. Πάντως, ό,τι κι αν έκανε τώρα, φαινόταν να το κάνει πολύ καλά. Το κοστούμι που φορούσε ήταν καλοραμμένο και φαινόταν ακριβό. Ωστόσο ήταν Λατίνος και στους Λατίνους άρεσε να ντύνονται καλά, ξοδεύοντας ένα δυσανάλογο με το εισόδημά τους ποσό χρημάτων για την γκαρνταρόμπα τους. Ακόμα κι έτσι όμως, η Φράνκι δεν είχε συνηθίσει να τον βλέπει ντυμένο τόσο καλά. Όταν ερχόταν τα Σαββατοκύριακα στο σπίτι τους, κοντά της, φορούσε τζιν και απλά πουλόβερ. Τώρα έδειχνε διαφορετικός. Όπως οι μεγαλοεπιχειρηματίες της πόλης. Αυτή η σκέψη την αποδιοργάνωσε. Εκείνος την κοίταζε εξεταστικά. «Είχα λόγο που κανόνισα αυτό το διακριτικό ραντεβού... Καταλαβαίνω ότι βρίσκεσαι σε διακοπές και θα ήθελα να σε φιλοξενήσω στο σπίτι μου», είπε ήρεμα. Η Φράνκι τον κοίταξε με μάτια διάπλατα ανοιχτά. Μετά έβαλε τα γέλια. «Πλάκα μου κάνεις, έτσι;» Ο Σαντίνο έσπρωξε το ανέγγιχτο ποτήρι της με το κρασί προς τη μεριά της. «Γιατί να το κάνω;» «Φεύγω αμέσως για την Ιταλία», του απάντησε, ανίκανη να πιστέψει ότι της είχε κάνει μια τέτοια πρόταση. «Γι’ αυτό ή θα πρέπει να μιλήσουμε για δουλειές τώρα ή να το ξεχάσουμε τελείως». «Δε δίνω δεκάρα για τις βίλες», της δήλωσε ξερά. «Για μένα όμως είναι η δουλειά μου». Την πλημμύρισε μια αίσθηση ότι αυτό που ζούσε δεν ήταν πραγματικότητα. Ο Σαντίνο βρισκόταν εκεί, μαζί της. Απίστευτο! Γιατί ήθελε να τη δει μετά από τόσο καιρό; Από απλή περιέργεια; Ήταν φανερό ότι είχε ανακαλύψει πού δούλευε στο Λονδίνο, αλλά πώς; Γι’ αυτό είχε προσφέρει τις βίλες στο Γραφείο Ταξιδίων Φίνλεϊ; Τον παρατηρούσε, καθώς εκείνος έπινε μια γουλιά κρασί. Ήταν τόσο ήρεμος, τόσο ψύχραιμος, τόσο... υπολογιστής; Ένα ρίγος διέτρεξε τη σπονδυλική της στήλη και μια έκτη αίσθηση κάτι της ψιθύρισε. Κοίταξε ερευνητικά τα όμορφα, σκουρόχρωμα τσιγγάνικα χαρακτηριστικά του. Το πλατύ μέτωπο, τη λεπτή, υπεροπτική γραμμή της μύτης, τα ψηλά ζυγωματικά, την καμπύλη του αισθησιακού στόματος. Η προσοχή της στράφηκε στα πυκνά μαύρα μαλλιά του. Οι όμορφες μπούκλες τους ήταν άσπλαχνα τιθασευμένες από ένα άψογο κούρεμα, ενώ τα λαμπερά του μάτια άστραφταν χρυσαφένια. Κι όμως, κάτι ακαθόριστο πάνω του την μπέρδευε. Ο Σαντίνο φαινόταν σαν ξένος. Και κάτι περισσότερο. Σαν ένας ξένος που τη φόβιζε, που διέθετε έναν έμφυτο αυταρχισμό και μια υπεροψία. Όχι ο Σαντίνο που ήξερε. Ή μήπως αυτό που έβλεπε ήταν πιο γνήσιο, απαλλαγμένο από το θαυμασμό που μείωνε την αντικειμενικότητά της; Θαυμασμό; Ανατρίχιασε. Ήξερε όμως ότι αυτή η μία και μοναδική λέξη περιέγραφε πολύ σωστά αυτό που ο Σαντίνο την έκανε να νιώθει πριν από χρόνια. «Φραντσέσκα...» «Κανένας δε με φωνάζει έτσι πια», μουρμούρισε και πάσχισε να κρύψει την αίσθηση ταπείνωσης που φούντωνε μέσα της. Η αναμέτρηση εκείνη ήταν καθαρός εφιάλτης, παραδέχτηκε σιωπηλά. Στα δεκάξι της ένιωθε απελπιστικά ερωτευμένη μαζί του. Τυφλωμένη του είχε πει και είχε κάνει πράγματα που καμιά γυναίκα δε θα ήθελε να θυμάται, μόλις ενηλικιωνόταν. Ω, πόσο παθιασμένη θα φαινόταν στα μάτια του. Του ορκιζόταν


αιώνια αγάπη και αρνιόταν κάθε απόπειρά του να κρατήσει μια απόσταση ανάμεσά τους. Εξάλλου, ο ίδιος δεν είχε επιδιώξει ποτέ αυτή τη σχέση. Δεν ήταν εκείνη που είχε κλειδώσει την πόρτα της τη νύχτα... Ο Σαντίνο είχε κλειδώσει τη δική του. Η ανάμνηση αυτή την έκανε να νιώσει άθλια. «Κοίταξέ με...» την παρότρυνε μαλακά τώρα και ο δείκτης του γλίστρησε στις σφιγμένες αρθρώσεις του χεριού της. «Σε παρακαλώ, Φραντσέσκα...» Ένιωσε λες και την άγγιζε καυτό σίδερο. Η ευαίσθητη σάρκα της ανατρίχιασε. Αποτράβηξε το χέρι της τρέμοντας. Ω Θεέ και Κύριε, όχι, σκέφτηκε, αναγνωρίζοντας μέσα της τα σημάδια της ανταπόκρισης. Ύψωσε το βλέμμα της. Η ανάσα της έβγαινε βαριά κι η καρδιά της φτεροκοπούσε στο στήθος της. «Τι θέλεις;» τον ρώτησε κοφτά. «Τρεις βδομάδες», της απάντησε ήρεμα. «Θέλω να περάσουμε αυτό το χρονικό διάστημα μαζί». «Δεν πρόκειται να περάσω ούτε λεπτό μαζί σου!» του απάντησε και τινάχτηκε όρθια. Ο Σαντίνο σηκώθηκε κι εκείνος, αλλά με την ησυχία του. Στα χείλη του φάνηκε μια κίνηση βεβιασμένης ευθυμίας. Μ’ ένα βήμα βρέθηκε μπροστά της και τα χέρια του την τράβηξαν στην αγκαλιά του. Η Φράνκι στάθηκε αποσβολωμένη και τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι εκείνος έκανε οποιαδήποτε ερωτική χειρονομία. Το μόνο που μπορούσε να υποθέσει ήταν ότι επρόκειτο για μια απόπειρα να την καθησυχάσει. «Ηρέμησε», της είπε σιγανά, παραμερίζοντας προς τα πίσω μια τούφα από τα φωτεινά μαλλιά της, που είχε πέσει στο μέτωπό της. Αυτή η κίνηση έκανε την καρδιά της να χτυπήσει ακανόνιστα. Πάλεψε να πάρει ανάσα. Εκείνος έσκυψε και η Φράνκι βρέθηκε να κοιτάζει τα λαμπερά μάτια του. Το κεφάλι της άρχισε να γυρίζει και τα γόνατά της να λυγίζουν. Και τότε, πριν προλάβει η αναπνοή της ν’ ανακτήσει τον κανονικό της ρυθμό, ο Σαντίνο σκέπασε ανελέητα τα χείλη της με τα δικά του και πέρασε αποφασιστικά τη γλώσσα του στο υγρό εσωτερικό του στόματός της. Το φιλί του ήταν η πιο ερωτική εμπειρία που είχε νιώσει ποτέ στη ζωή της. Μια ζεστασιά φλόγισε το κορμί της κι από το στόμα της ξέφυγε ένας αχνός στεναγμός. Κόλλησε αυθόρμητα το σώμα της στο δικό του κι ο Σαντίνο την έσφιξε πάνω του. Μετά κάρφωσε το γεμάτο πυρετό βλέμμα του στο πρόσωπό της και την απομάκρυνε μαλακά. «Τόσον καιρό αναρωτιόμουν... Τώρα ξέρω», της είπε με βαθιά ικανοποίηση. Η Φράνκι έγινε κατακόκκινη. Τα πράσινα μάτια της τον κοίταξαν με έκπληξη. Έκανε ένα βήμα πίσω. «Δεν ξέρεις τίποτα για μένα!» του δήλωσε με έμφαση. Ήθελε να απομακρυνθεί από εκείνο το σκηνικό της ταπείνωσης και βγήκε παραπατώντας έξω, στο φως της μέρας. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της για να συνηθίσει κι έτρεξε προς την πλατεία. Ήταν άδεια... Το αυτοκίνητό της είχε εξαφανιστεί! «Ορίστε! Εξαιτίας σου έκλεψαν το αυτοκίνητό μου!» του φώναξε, καθώς εκείνος στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας του καφενείου. Ο Σαντίνο την πλησίασε αργά. «Εγώ το έκλεψα», της απάντησε. Κάθε λεπτό που περνούσε γινόταν όλο και πιο ψυχρός, πιο σίγουρος. Αυτό την εξόργιζε. «Τι πράγμα;» τον ρώτησε με δυσπιστία. «Εγώ είμαι υπεύθυνος για την εξαφάνιση του αυτοκινήτου σου». Η τυφλή οργή, που η Φράνκι νόμιζε ότι είχε αφήσει πίσω της μαζί με την εφηβεία, εμφανίστηκε δριμύτερη. «Τότε φρόντισε να το ξαναφέρεις, που να πάρει ο διάβολος!» φώναξε και κινήθηκε με σφιγμένες τις γροθιές της καταπάνω του. «Δεν ξέρω τι παιχνίδι νομίζεις ότι παίζεις...» «Δεν παίζω κανένα παιχνίδι», απάντησε ήρεμα. Η Φράνκι έκανε ένα βήμα μπροστά και τον άρπαξε από τα πέτα του σακακιού. «Θέλω το αυτοκίνητό μου. Τώρα!» «Η Καπαρέλι η Αγριόγατα», αναφώνησε εκείνος ήρεμα, απτόητος από την επίθεσή της. «Νόμιζα ότι οι φήμες ήταν υπερβολικές, αλλά μόλις τώρα καταλαβαίνω γιατί ο παππούς σου ήθελε τόσο απελπισμένα να σε παντρέψει». Αυτό ήταν. Ακούγοντας το παρατσούκλι, που είχε αποκτήσει στο χωριό του παππού της, η Φράνκι ρίγησε. Επιπλέον, ο Σαντίνο της είχε υπενθυμίσει άσπλαχνα ότι είχε αναγκαστεί να την παντρευτεί. «Κάθαρμα!» σφύριξε μέσα από τα σφιγμένα δόντια της κι έκανε ένα βήμα πίσω για να του ριχτεί από καλύτερη γωνία. Εκείνος όμως ήταν πιο γρήγορος απ’ ό,τι περίμενε και έτρεξε αμέσως δίπλα της. Η άκρη του αδιάβροχου, που εξακολουθούσε να κρέμεται στους ώμους της, μπλέχτηκε στο τακούνι της κι η Φράνκι έχασε την ισορροπία της. Την επόμενη στιγμή βρέθηκε κάτω, αφήνοντας μια τρομαγμένη κραυγή. Ένιωσε πόνο. Ύστερα σκοτάδι... κι ύστερα τίποτα... ένα κενό...


Κεφάλαιο 2

Όταν ξαναβρήκε τις αισθήσεις της, η Φράνκι είχε πονοκέφαλο. Το χειρότερο όμως ήταν ότι, μόλις άνοιξε τα βαριά βλέφαρά της, δεν αντίκρισε το γνώριμο δωμάτιό της, αλλά κάποιο εντελώς άγνωστο. Ένιωσε απίστευτα μπερδεμένη. Πέτρινοι τοίχοι... Πέτρινοι τοίχοι; Το δωμάτιο ήταν επιπλωμένο με βαριά, παλιά ταμπλό, που είχαν μια γοτθική πολυτέλεια. Με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη, κοίταξε τα στενά παράθυρα. Έμοιαζαν με παράθυρα κάστρου! Το τεράστιο δωμάτιο και το μεγάλο κρεβάτι ταίριαζαν απόλυτα σ’ αυτό το σκηνικό. Ξαφνικά η μνήμη της άρχισε να λειτουργεί ξανά. Θυμήθηκε μια μοναχή. Μοναχή; Θυμήθηκε ότι ένιωθε άσχημα κι άρχισε να αισθάνεται το ίδιο και τώρα. Θυμήθηκε ότι της είχαν πει πως έπρεπε να μείνει ξύπνια, ενώ το μόνο που λαχταρούσε ήταν να κοιμηθεί, γιατί το κεφάλι της την πονούσε φρικτά. Οι εικόνες άρχισαν να μπερδεύονται, μία όμως, μία που ερχόταν στο μυαλό της και χανόταν αμέσως μετά, ήταν ξεκάθαρη. Ο Σαντίνο! Μια κίνηση κάπου στο πλάι την έκανε να γυρίσει απότομα. Μια ψηλή, ευλύγιστη ανδρική φιγούρα βγήκε από τις σκιές και μπήκε στον κύκλο φωτός δίπλα στο κρεβάτι της. Ξαφνικά τα θυμήθηκε όλα. Στήριξε τα χέρια της στο στρώμα κι ανακάθισε. Μια τούφα απ’ τα μαλλιά της γλίστρησε στο ξαναμμένο πρόσωπό της. «Εσύ!» αναφώνησε οργισμένη. «Θα φωνάξω το γιατρό», είπε εκείνος και, απλώνοντας το χέρι του, τράβηξε το κορδόνι του κουδουνιού, που κρεμόταν δίπλα στο κρεβάτι της. «Μην μπαίνεις στον κόπο!» του φώναξε η Φράνκι και πέταξε τα σκεπάσματα με σκοπό να σηκωθεί. Ένα κύμα ζάλης όμως την έκανε να ταλαντευτεί. Πίεσε με τα δάχτυλα το μέτωπό της, ενώ ένιωσε δυο χέρια να την αγκαλιάζουν και να τη γέρνουν ξανά πίσω στα μαξιλάρια. «Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου», διαμαρτυρήθηκε, γιατί αρνιόταν να υποχωρήσει στη σωματική της αδυναμία. «Πάψε», της απάντησε κατηγορηματικά εκείνος κι έσκυψε από πάνω της, με μια αυστηρή έκφραση στα όμορφα χαρακτηριστικά του. «Ο εκνευρισμός σε οδήγησε σ’ αυτό το κρεβάτι. Θα μπορούσε να σε είχε σκοτώσει!» Η Φράνκι τον κοίταξε οργισμένη. Πώς τολμούσε να της μιλά με αυτό το ύφος; «Τα τρελά παιχνίδια σου με οδήγησαν σ’ αυτό το κρεβάτι!» «Θα μπορούσες να είχες τραυματιστεί πολύ σοβαρά», επέμεινε εκείνος επιθετικά. «Αν δεν είχα καταφέρει να σε συγκρατήσω, καθώς έπεφτες, τώρα μπορεί να μην υπέφερες μόνο από μερικούς μώλωπες στο κεφάλι και μια ελαφριά διάσειση. Έμεινες αναίσθητη για ώρες». «Εσύ φταις που χτύπησα». «Εγώ;» επανέλαβε με δυσπιστία ο Σαντίνο. «Εσύ μου επιτέθηκες». «Την επόμενη φορά δεν πρόκειται ν’ αποτύχω. Πού, διάβολο, βρίσκομαι;» Φαινόταν έξαλλη. «Θέλω να πάω στο σπίτι μου». «Μα στο σπίτι σου είσαι. Μαζί μου», της απάντησε ήρεμα και κατηγορηματικά. «Είσαι τρελός! Είσαι θεότρελος!» του πέταξε η Φράνκι απελπισμένη, με τα τεράστια μάτια της καρφωμένα πάνω του. «Τι έκανες το αυτοκίνητό μου;» «Αφού δεν το χρειάζεσαι πια, φρόντισα να το επιστρέψω εκεί απ’ όπου το νοίκιασες». Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα, σπάζοντας την εκκωφαντική σιωπή, κι ένας ψηλός άντρας, γύρω στα πενήντα, μπήκε μέσα στο δωμάτιο. «Είμαι ο γιατρός Ορσίνι, σινιόρα Βιτάλε», συστήθηκε κι άφησε την ιατρική του τσάντα πάνω στο τραπεζάκι δίπλα στο κρεβάτι της. «Πώς νιώθετε τώρα που κοιμηθήκατε λίγο;» «Δεν είμαι η σινιόρα Βιτάλε», του απάντησε η Φράνκι με φωνή που έτρεμε. Είχε αρχίσει να νιώθει ότι κάποιος της έπαιζε μια γελοία φάρσα. Ο γιατρός κοίταξε τον Σαντίνο. Εκείνος χαμογέλασε, γύρισε τα όμορφα μάτια του προς το ταβάνι κι ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «Γιατί τον κοιτάτε έτσι;» επέμεινε η Φράνκι καχύποπτα. «Δεν είμαι γυναίκα του, γιατρέ Ορσίνι. Και μάλιστα δεν τον έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου», δήλωσε αποφασιστικά. Ο γιατρός την κοίταξε συνοφρυωμένος, στενεύοντας τα μάτια του. Εκείνη στράφηκε θριαμβευτικά προς τον Σαντίνο, αλλά εκείνος είχε πάρει κάτι πάνω από την τεράστια τουαλέτα και το έδινε στο γιατρό. «Τι είναι αυτό; Τι του δείχνεις;» τον ρώτησε η Φράνκι νιώθοντας να την πλημμυρίζει μια τρελή παρόρμηση να του επιτεθεί. «Μια φωτογραφία από το γάμο μας, κάρα μία», της εξήγησε ήρεμα, ενώ της έριχνε μια ματιά. Ύστερα έβαλε την ασημένια κορνίζα δίπλα στο κρεβάτι για να τη δει κι η ίδια. Αντί ν’ απλώσει το χέρι της να την πιάσει, τα δάχτυλά της σφίχτηκαν πάνω στο σκέπασμα, καθώς κοίταζε θορυβημένη τη φωτογραφία. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της. Είδε τον εαυτό της με το παλιομοδίτικο νυφικό –ένα γλυκό κορίτσι μόλις δεκάξι χρονών. Έλαμπε ολόκληρη και το πρόσωπό της ήταν γυρισμένο γεμάτο λατρεία προς τον Σαντίνο. Κρίμα που τότε δεν είχε το θάρρος να προσέξει ότι το δικό του χαμόγελο ήταν μια στωική γκριμάτσα με σφιγμένα δόντια! Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Ξαφνικά συμπέρανε ότι εκείνος, άσχετα αν ήταν δίκαιο ή άδικο, θα πρέπει να τη μισούσε. Δεν ήταν υποχρεωμένος να υποστεί μέχρι τέλους εκείνη την κατάσταση, φτάνοντας στο γάμο. Αρνιόταν να πιστέψει ότι εκείνος δεν είχε καταφέρει να βρει κάποιον τρόπο να ξεφύγουν από τη δύσκολη θέση όπου είχαν βρεθεί μπλεγμένοι κι απλώς είχε δεχτεί την εξοργισμένη απαίτηση του παππού της να την παντρευτεί. Όταν ανασήκωσε ξανά το κεφάλι της, είδε το γιατρό ν’ ανοίγει την τσάντα του. Ρίχνοντας μια ματιά στον Σαντίνο, η Φράνκι ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της. «Μπορεί αυτός ο άντρας να ήταν κάποτε σύζυγός μου, αλλά δεν είναι πλέον. Και μάλιστα...» «Κάρα...» τη μάλωσε καλοσυνάτα εκείνος. «... έκλεψε το αυτοκίνητό μου», ολοκλήρωσε τη φράση της. Προσεκτικά, χωρίς να την κοιτάζει, ο γιατρός Ορσίνι είπε κάτι χαμηλόφωνα στον Σαντίνο. Εκείνος αναστέναξε, με ύφος ταλαιπωρημένου ανθρώπου. «Ακούσατε τι σας είπα;» Η φωνή της έτρεμε και πάλι. Ο μεγαλύτερος άντρας όμως κούνησε απορημένος το κεφάλι του. Ο Σαντίνο πλησίασε στα πόδια του κρεβατιού. «Φραντσέσκα...» μουρμούρισε. «Το ξέρω ότι δε μ’ αγαπάς πια, αλλά όλες αυτές οι ιστορίες ακούγονται παράξενες». Το στόμα της άνοιξε από την έκπληξη. Την επόμενη στιγμή έγινε κατακόκκινη κι ένιωσε έναν τόσο έντονο σπασμό από την ασυγκράτητη οργή, που απόρησε κι η ίδια πώς δεν τινάχτηκε από το κρεβάτι. Του έριξε μια δολοφονική ματιά, που θα μπορούσε να τον είχε κάνει κομμάτια. Για πρώτη φορά στη ζωή της καταλάβαινε την αρρωστημένη αίσθηση χιούμορ που είχε. Τα αισθησιακά του χείλη είχαν μισανοίξει σ’ ένα μισητό χαμόγελο και έβλεπε τα κάτασπρα δόντια του να λάμπουν. «Γκράτσιε, κάρα...» «Θα χαρείτε να μάθετε ότι οι ακτινογραφίες είναι απολύτως καθαρές», της είπε ο γιατρός μ’ ένα χαμόγελο. Δεν την πίστευε. Ο άντρας αυτός δεν είχε πιστέψει λέξη απ’ ό,τι του είχε πει. «Οι ακτινογραφίες; Ποιες ακτινογραφίες;» τραύλισε. «Όσο ήσουν αναίσθητη χθες βράδυ, σου βγάλαμε ακτινογραφίες», της εξήγησε ο Σαντίνο. «Χθες βράδυ;» Της έγνεψε καταφατικά. «Ανέκτησες τις αισθήσεις σου σήμερα το πρωί».


«Και πού έβγαλα ακτινογραφίες;» «Στη νοσηλευτική πτέρυγα του μοναστηριού της Σάντα Μαρία». Σε μοναστήρι είμαι; σκέφτηκε μπερδεμένη η Φράνκι, νιώθοντας το ένα σοκ να διαδέχεται το άλλο. Σ’ ένα δωμάτιο που προοριζόταν για ιδιώτες ασθενείς, οι οποίοι βρίσκονταν σε ανάρρωση; «Ο σύζυγός σας ήθελε να ληφθούν όλα τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα», συνέχισε ο ηλικιωμένος άντρας ήρεμα. «Προσπαθήστε να ηρεμήσετε, σινιόρα». «Δεν έχουν τίποτα τα νεύρα μου», μουρμούρισε, αλλά παρατήρησε ότι κανείς δεν έσπευσε να συμφωνήσει μαζί της. Το κεφάλι της πονούσε και το μυαλό της ήταν θολωμένο. Όλα αυτά, το παράξενο περιβάλλον, η περίεργη συμπεριφορά των δύο ανδρών, μπορεί να ήταν ένα όνειρο τελικά. Υπήρχε όμως ένας αναμφισβήτητος ρεαλισμός στην κουβέντα που είχε ο Σαντίνο με το γιατρό, όταν τον άκουσε να του ζητά συγνώμη επειδή τον κάλεσε τόσο αργά και όταν του ευχήθηκε καλή επιστροφή στο σπίτι του. Τα ιταλικά της ήταν αρκετά καλά, ώστε να μπορεί να καταλαβαίνει. Όταν ο Σαντίνο ξαναγύρισε κοντά της, στα πόδια του κρεβατιού, η Φράνκι εγκατέλειψε απρόθυμα την ιδέα ότι μπορεί να ονειρευόταν. Άπλωσε το τρεμάμενο χέρι της και, παίρνοντας το ποτήρι με το νερό από το κομοδίνο, ήπιε αργά μερικές γουλιές. «Πεινάς;» τη ρώτησε εκείνος. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Το στομάχι της ήταν ανακατεμένο. Πήρε μια βαθιά, τρεμάμενη ανάσα. «Θέλω να μου πεις τι συμβαίνει». Ο Σαντίνο την κοίταξε εξεταστικά και στα αισθησιακά του χείλη σχηματίστηκε ένας σαρδόνιος μορφασμός. «Αποφάσισα ότι ήρθε η ώρα να σου υπενθυμίσω πως έχεις σύζυγο». Η Φράνκι πάγωσε. «Για τελευταία φορά σου λέω ότι δεν είσαι σύζυγός μου». «Ο γάμος μας δεν ακυρώθηκε ούτε διαλύθηκε με διαζύγιο. Άρα, εξακολουθούμε να είμαστε παντρεμένοι», της απάντησε ανέκφραστα. «Αποκλείεται», επέμεινε η Φράνκι. «Ο γάμος ακυρώθηκε». «Αυτό πιστεύεις;» Ο τόνος της φωνής του έκανε τη χλομή επιδερμίδα της να ροδίσει. «Δεν το πιστεύω απλώς», του απάντησε με έντονο ύφος. «Αυτή είναι η αλήθεια». «Και η νομική εταιρεία, που ασχολήθηκε με το ζήτημα, ήταν η Σουίτμπερι και Χάτσινς;» τη ρώτησε ο Σαντίνο. Η Φράνκι ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της με αβεβαιότητα. Μόνο μια φορά είχε πάει στο δικηγόρο, πριν από πέντε χρόνια. «Ναι, αυτό ήταν το όνομά της. Αφού το ξέρεις, σημαίνει ότι γνωρίζεις επίσης και ότι, χρόνια τώρα, δεν είμαστε παντρεμένοι». «Αλήθεια;» Ο Σαντίνο πλησίασε ένα από τα παράθυρα και γύρισε να την κοιτάξει με μια χαριτωμένη κίνηση. «Ένας γάμος, που ακυρώνεται, θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ. Συμφωνείς, λοιπόν, ότι, αν ο γάμος μας είχε ακυρωθεί εδώ και καιρό, εγώ δε θα έπρεπε να έχω καμιά οικονομική υποχρέωση απέναντί σου, σωστά;» Χωρίς να καταλαβαίνει πού το πήγαινε, η Φράνκι έγνεψε καταφατικά. «Σωστά». «Τότε θα έχεις την ευγενή καλοσύνη να μου εξηγήσεις γιατί σε υποστηρίζω οικονομικά από τότε που έφυγες από τη Σαρδηνία;» τη ρώτησε με μια ψυχρή έκφραση. «Με υποστηρίζεις οικονομικά;» επανέλαβε σαστισμένη. «Εσύ;» «Δεν περίμενα να σε δω να έρχεσαι στο Λα Ρόκα με εκείνο το μικρό Φίατ. Ξαφνιάστηκα. Πιο σωστό θα ήταν να είχες έρθει με λιμουζίνα και σοφέρ», παρατήρησε μελιστάλαχτα. Η Φράνκι γέλασε βεβιασμένα. «Δεν ξέρω τι είναι αυτά που λες. Τα τελευταία τρία χρόνια δουλεύω και συντηρώ μόνη τον εαυτό μου. Δεν πήρα ποτέ χρήματα από σένα». Εκείνος τέντωσε τα χέρια του σε διάταση. «Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε, από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε, κάποιος θα πρέπει να έχει διαπράξει μεγάλη απάτη... και κατ’ εξακολούθηση μάλιστα». Τα βλέφαρά της ανοιγόκλεισαν με έκπληξη. Δε φαίνεται θυμωμένος, αν και κανονικά θα έπρεπε, σκέφτηκε η Φράνκι. «Απάτη; Μα ποιος... Θέλω να πω, πώς έδινες τα χρήματα;» «Μέσω του δικηγόρου σου». «Θεέ μου, θα πρέπει να είναι μεγάλος απατεώνας», τραύλισε η Φράνκι, νιώθοντας ξαφνικά τα μέλη της να βαραίνουν πάνω στο κρεβάτι. Ο Σαντίνο της έστελνε χρήματα όλα αυτά τα χρόνια; Κι όμως εκείνη δεν είχε πάρει δεκάρα. Άλλωστε ποτέ δε θα δεχόταν να πάρει χρήματα απ’ αυτόν. Δεν της χρωστούσε λεφτά. Και μάλιστα, ακόμα και τώρα, ένιωθε ταπεινωμένη στη σκέψη ότι ο Σαντίνο θεωρούσε ότι είχε κάποια οικονομική υποχρέωση απέναντί της. «Ας μη βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα», μουρμούρισε εκείνος, μπερδεμένος κάπως από την είδηση ότι κάποιος είχε επιδοθεί σε μια κανονική αφαίμαξή του τόσα χρόνια. Η Φράνκι θυμήθηκε τη μία και μοναδική συνάντηση που είχε με τον ηλικιωμένο κύριο Σουίτμπερι, στο φορτωμένο χαρτιά γραφείο του. Έμοιαζε σαν ήρωας βγαλμένος από κάποια νουβέλα του Ντίκενς. Όταν κατάλαβε ότι ο γάμος της έγινε σε ξένη χώρα, ο δικηγόρος φάνηκε μπερδεμένος, λες και πρώτη φορά άκουγε ότι οι άνθρωποι μπορούσαν να παντρεύονται κι έξω από την Αγγλία. Αντέδρασε μάλιστα με μια αδιαφορία, που εκείνη τη στιγμή δεν της φάνηκε παράξενη. Η μητέρα της όμως της είχε τονίσει ότι ο κύριος Σουίτμπερι ήταν φτηνός κι ότι δεν είχαν πολλές επιλογές. «Πιθανόν», παρατήρησε ο Σαντίνο, «ο πραγματικός υπεύθυνος να είναι κάποιος πιο κοντινός από το δικηγόρο σου». Κάποιος στη Σαρδηνία, κάποιος από τη δική του πλευρά, υπέθεσε η Φράνκι ότι εννοούσε. Ένιωσε ανακούφιση. «Δε θα έπαιρνα ποτέ τα χρήματά σου, Σαντίνο», ψέλλισε, γιατί θεώρησε υποχρέωσή της να του το πει. Εκείνος της χαμογέλασε. Ήταν ένα τόσο γλυκό χαμόγελο, που έκανε το σφυγμό της να επιταχυνθεί. «Σε πιστεύω», είπε ήρεμα. «Ωστόσο, ο υπεύθυνος πρέπει να συλληφθεί. Συμφωνείς;» «Φυσικά», του απάντησε ζωηρά, νιώθοντας ευγνωμοσύνη που την πίστευε, χωρίς όμως αυτό να σβήνει την ντροπή που αισθανόταν για όλη την κατάσταση. Ξαφνικά καταλάβαινε γιατί ήθελε τόσο πολύ να τη δει. Ήθελε να μιλήσουν για τα χρήματα. Το ηθικό της πτοήθηκε. Μπορεί να απεχθανόταν τον πρώην σύζυγό της, αλλά η σκέψη και μόνο ότι εκείνος πίστευε πως τόσα χρόνια τη συντηρούσε, την έκανε να αισθάνεται ενοχές. Είχε δυσκολευτεί, άραγε, να της στέλνει τα λεφτά; Του είχε γίνει βάρος; «Νομίζεις ότι θα πρέπει να διωχτεί σύμφωνα με το νόμο;» Η Φράνκι άφησε ένα βογκητό αγανάκτησης. «Τι σου συμβαίνει; Δεν ήξερα ότι ήσουν δειλός. Όποιος ευθύνεται, θα πρέπει να κατηγορηθεί, να συλληφθεί και να πάει φυλακή. Και μάλιστα δεν πρόκειται να ησυχάσω αν δε μάθω ότι έχει τιμωρηθεί, γιατί αυτή η απάτη έγινε στο όνομά μου και... νιώθω απαίσια γι’ αυτό». «Δε θέλεις να μου επιτεθείς πλέον;» «Όχι αυτή τη στιγμή». Ο Σαντίνο ίσιωσε το σεντόνι με το δαντελένιο τελείωμα κι έφτιαξε τα μαξιλάρια της, αλλά η Φράνκι δεν έδωσε σημασία. «Μακάρι να μου είχες εξηγήσει από την αρχή», του είπε πτοημένη. «Γι’ αυτό με κάλεσες να μείνω, φαντάζομαι. Θέλεις να μιλήσουμε για τα χρήματα...» «Ντρέπομαι που το λέω, αλλά πίστευα ότι ήσουν κι εσύ μπλεγμένη στην απάτη». «Καταλαβαίνω...» Ξαφνικά ένιωσε ανυπομονησία. «Καλύτερα να με πας σε κάποιο άλλο δωμάτιο, Σαντίνο».


«Γιατί;» «Η ασφάλειά μου δεν καλύπτει τόση πολυτέλεια...» «Μην ανησυχείς. Δε χρειάζεται να πληρώσεις τίποτα». Η φωνή του είναι πολύ ήρεμη και γλυκιά, σκέφτηκε η Φράνκι, πνίγοντας ένα χασμουρητό. «Ούτε θέλω να πληρώσεις εσύ τα νοσήλεια», πρόσθεσε. «Δε θα υπάρξει οφειλή... που θα πρέπει να πληρωθεί με μετρητά, δηλαδή». «Ορίστε;» «Κοιμήσου, κάρα». Λίγο πριν την πάρει ο ύπνος, η Φράνκι αναρωτήθηκε πώς είχε καταφέρει ο Σαντίνο να φέρει τη φωτογραφία του γάμου τους στη νοσηλευτική πτέρυγα του μοναστηριού, αλλά δεν της φαινόταν ιδιαίτερα σημαντικό. Τώρα ήξερε γιατί ο Σαντίνο πίστευε ότι εξακολουθούσαν να είναι παντρεμένοι. Ο εμπνευστής όλης αυτής της απάτης ήθελε να τον κρατήσει στο σκοτάδι, για να συνεχίσει να του παίρνει λεφτά. * Όταν η Φράνκι ξύπνησε πάλι, ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά στον ουρανό. Κατέβηκε από το κρεβάτι. Πέρα από ένα μούδιασμα στη βάση του αυχένα της, τώρα ένιωθε καλά. Πήγε στο εσωτερικό μπάνιο και κοίταξε γύρω της με θαυμασμό την πολυτέλεια που επικρατούσε. Δεν μπορούσε να βρίσκεται σε νοσηλευτική πτέρυγα μοναστηριού. Γέλασε σιωπηλά με την ανοησία της νωρίτερα. Ήταν φανερό ότι έμενε σ’ ένα πολυτελές ξενοδοχείο. Άπλωσε το χέρι της να πάρει τη σφραγισμένη οδοντόβουρτσα, αλλά ξαφνικά σταμάτησε. Μήπως βρισκόταν στην κάμαρα του Σαντίνο; Της την είχε παραχωρήσει; Γι’ αυτό υπήρχε εδώ η φωτογραφία τους; Και γιατί ο Σαντίνο κρατούσε μια φωτογραφία από το γάμο τους στο δωμάτιό του, τόσα χρόνια μετά; Έσμιξε τα φρύδια της και έσφιξε τα δόντια της. Μόνο ένα λόγο μπορούσε να σκεφτεί. Αν έδινε την εντύπωση ότι ήταν παντρεμένος, θα απέφευγε την ενδεχόμενη πίεση για δέσμευση από κάποια ερωμένη. Αλλά, πάλι, ο Σαντίνο πίστευε πραγματικά ότι ήταν παντρεμένοι... Δεν καταλάβαινε τίποτα. Φυσικά είχε ταραχτεί που νόμιζε ότι ζούσε με τα λεφτά του, ωστόσο του είχε εξηγήσει ότι δεν ήταν η ίδια υπεύθυνη γι’ αυτή την απάτη. Εξάλλου, την είχε πιστέψει, έτσι δεν ήταν; Θα έπρεπε να είχε νιώσει ανακούφιση, ανακαλύπτοντας ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει δεκάρα πλέον. Ένιωσε οίκτο γι’ αυτόν. Συγχρόνως όμως και κάποια υπεροχή. Ήταν φανερό ότι τελικά δεν ήταν και τόσο έξυπνος όσο έδειχνε ή ότι θα έπρεπε να αναθεωρήσει τον τρόπο που ξόδευε τα χρήματά του. Σε μια άκρη του δωματίου βρισκόταν η βαλίτσα της. Άρχισε να ντύνεται, αναστενάζοντας. Ο Σαντίνο θα ανυπομονούσε να ξεμπερδέψει μαζί της, για να πάψει να προσποιείται ότι την ήθελε κοντά του. Από την άλλη, γιατί ο πρώην άντρας της να μένει σε ξενοδοχείο, όταν το σπίτι του ήταν κάπου κοντά; Σίγουρα βρισκόταν σε ξενοδοχείο. Πώς μπορούσε να πληρώνει ένα τόσο πολυτελές δωμάτιο; Μήπως όμως δεν επρόκειτο για ξενοδοχείο, αλλά για το ίδιο του το σπίτι; Η Φράνκι γέλασε, αν και θυμήθηκε ότι κάποια φορά ο παππούς της, ο Τζίνο, της είχε πει πως ο Σαντίνο ήταν πλούσιος. Τότε έτσι φάνταζε και στα δικά της μάτια. Είχε αγοράσει το μεγαλύτερο σπίτι στη Σιέντα για να μείνουν –ένα παλιό αγροτόσπιτο, στην άκρη του χωριού. Μάλιστα ένα Σαββατοκύριακο είχε φέρει κι ένα μοντέρνο πλυντήριο στο σπίτι. Βέβαια, εκείνη δεν είχε καταφέρει να το χρησιμοποιήσει, γιατί δεν καταλάβαινε τις οδηγίες. Έτσι, αφού πλημμύρισε με νερά την κουζίνα αρκετές φορές, τελικά προσποιήθηκε ότι το χρησιμοποιούσε. Φυσικά ο Σαντίνο δε θεωρείτο πλούσιος, επειδή απλώς μπορούσε να έχει ένα σπίτι κι ένα αυτοκίνητο! Ξεχώριζε όμως απ’ όλους στη Σιέντα. Άρα, αυτό έπρεπε να είναι ξενοδοχείο. Χωρίς να χάσει καιρό, η Φράνκι φόρεσε ένα πράσινο βαμβακερό παντελόνι και μια κοντομάνικη μπλούζα που έφτανε μέχρι τη μέση της. Ύστερα έπλεξε κοτσίδα τα μαλλιά της. Στη ράχη της μύτης της ανακάλυψε δυο καινούριες φακίδες. Έσμιξε τα φρύδια της σκυθρωπή κι έκλεισε τη βαλίτσα της, έτοιμη να φύγει. Εκείνη τη στιγμή ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα και μια καμαριέρα μπήκε μ’ ένα δίσκο φορτωμένο με το πρωινό. Τον άφησε κι έφυγε πάλι διακριτικά, χωρίς να περιμένει φιλοδώρημα. Ενώ η Φράνκι έτρωγε με όρεξη, ανακάλυψε ότι το βλέμμα της πήγαινε συνέχεια στη φωτογραφία του γάμου τους με την ασημένια κορνίζα, που βρισκόταν πάνω στην τουαλέτα. Τελικά σηκώθηκε και τη γύρισε ανάποδα. Γιατί με φίλησε έτσι χθες ο Σαντίνο; αναρωτήθηκε. Από περιέργεια; Για να δει πώς ήταν τώρα που είχε μεγαλώσει; Ή μήπως μετά από πέντε χρόνια είχε αρχίσει να του αρέσει; Μήπως το ψυχρό κι επαγγελματικό της ύφος είχε κεντρίσει τον εγωισμό του; Περίμενε ότι θα κοκκίνιζε ξανά και θα τον κοιτούσε με θαυμασμό, όπως έκανε πέντε χρόνια πριν; Και πράγματι, για μερικά επικίνδυνα δευτερόλεπτα, ο χρόνος είχε γυρίσει πίσω και η Φράνκι ένιωσε ξανά σαν το ερωτοχτυπημένο κορίτσι που ήταν κάποτε. Χωρίς δυσκολία θυμήθηκε ένα νεότερο Σαντίνο –έναν ψηλό, χαριτωμένο νεαρό άντρα, με χρυσαφένια επιδερμίδα, που θύμιζε θεό της μυθολογίας. Τότε ήταν μόλις είκοσι χρόνων, φοιτητής. Είχε έρθει στη Σαρδηνία να επισκεφτεί το θείο του, τον πατέρα Βασάρι, κι ο ηλικιωμένος ιερέας τον είχε πάει στο σπίτι του παππού της, απλώς επειδή ο Σαντίνο ήταν ο μόνος στο χωριό που μιλούσε αγγλικά. Εκείνη την εποχή η Φράνκι είχε μάθει κάποιες λέξεις από τη λατινική διάλεκτο που μιλούσε ο παππούς της και οι αδελφές του, η Μανταλένα και η Τερέζα. Μετά από μήνες απομόνωσης, το άκουσμα της μητρικής της γλώσσας είχε φέρει δάκρυα στα μάτια της. Ικέτεψε, λοιπόν, τον Σαντίνο να μάθει πού βρισκόταν ο πατέρας της κι αν θα επέστρεφε να την πάρει μαζί του στην Αγγλία. Εκείνος της πρότεινε να πάνε μια βόλτα. «Δεν πρόκειται να σου μιλήσω σαν να είσαι μικρό κορίτσι», άρχισε κοφτά. «Θα είμαι ειλικρινής μαζί σου. Ο πατέρας Βασάρι πιστεύει ότι θα νιώσεις καλύτερα αν δεχτείς ότι αυτό το χωριό πλέον θα είναι το σπίτι σου... τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον». Κοιτάζοντας το σοκαρισμένο πρόσωπό της, αναστέναξε βαθιά. «Καταλαβαίνει ότι δεν έχεις συνηθίσει σ’ αυτό τον τρόπο ζωής κι ότι σ’ ενοχλεί η στέρηση της ελευθερίας σου, αλλά πρέπει να καταλάβεις ότι ο παππούς σου δεν είναι διατεθειμένος ν’ αλλάξει τις συνήθειές του...» «Τον μισώ!» φώναξε τότε αυθόρμητα η Φράνκι. «Όλους τους μισώ εδώ πέρα!» «Στις φλέβες σου όμως κυλάει το αίμα του πατέρα σου, άρα και του παππού σου», της υπενθύμισε ήρεμα ο Σαντίνο. «Ο Τζίνο έχει δεχτεί αυτό το δεσμό αίματος, αλλιώς δε θα σου επέτρεπε να μπεις στο σπίτι του. Είσαι μέλος της οικογένειάς του...» «Δεν είναι οικογένειά μου», διαμαρτυρήθηκε κλαίγοντας εκείνη. «Η Μανταλένα θα πληγωνόταν αν το άκουγε αυτό. Φαίνεται να σ’ αγαπά πολύ». Η συνεσταλμένη θεία της, που επισκιαζόταν πάντα από την αδελφή της με την κοφτερή γλώσσα και το δεσποτικό αδελφό της, ήταν το μοναδικό άτομο που είχε προσπαθήσει να κάνει τη Φράνκι να νιώσει καλύτερα. Δεν της φώναζε, όταν την άκουγε να κλαίει τα βράδια, απλώς προσπαθούσε να την ηρεμήσει. «Σου υπόσχομαι να προσπαθήσω να βρω τον πατέρα σου, αλλά κι εσύ θα πρέπει να μου δώσεις μια υπόσχεση», της είχε πει ο Σαντίνο. «Μια υπόσχεση που θα πρέπει να φροντίσεις να την κρατήσεις, για το δικό σου καλό». «Τι υπόσχεση;» «Σταμάτα να το βάζεις στα πόδια. Το μόνο που καταφέρνεις είναι να εξοργίζεις τον παππού σου, να τον κάνεις να πιστεύει ότι είσαι κακοαναθρεμμένη και ότι δεν πρέπει να σου έχει εμπιστοσύνη. Η συνεχής αντίδρασή σου τον κάνει πιο δύστροπο απ’ ό,τι είναι...» «Είπε ο πατέρας Βασάρι ότι ο παππούς μου είναι δύστροπος;» τον ρώτησε ξαφνιασμένη. «Όχι βέβαια», της απάντησε και κοκκίνισε ελαφρά. «Ο Τζίνο Καπαρέλι όμως έχει τη φήμη πεισματάρη και δύστροπου ανθρώπου. Αυτό που πρέπει να


κάνεις είναι να κρατάς τη γλώσσα σου όταν είναι μπροστά και να δείχνεις πρόθυμη να κάνεις ό,τι σου λένε, έστω κι αν δεν το νιώθεις...» «Βάζω στοίχημα ότι ο θείος σου ο ιερέας δε σου είπε ποτέ να με συμβουλεύσεις να φέρομαι υποκριτικά». «Είσαι πολύ έξυπνη για δώδεκα χρονών», την πείραξε τότε ο Σαντίνο και γέλασε. «Ο θείος μου είναι πολύ αφοσιωμένος στην πίστη του, αλλά ανησυχεί πολύ για σένα. Θέλει να σέβεσαι και να υπακούς τον παππού σου...» «Εσύ όμως δε μου το είπες αυτό...» «Θεώρησα ότι πήγαινε πολύ να σου ζητήσω κάτι τέτοιο». «Θέλω απλώς να γυρίσω στο Λονδίνο», μουρμούρισε εκείνη έτοιμη να βάλει ξανά τα κλάματα. «Στη μητέρα μου, στους φίλους μου, στο σχολείο...» «Προς το παρόν πρέπει να μάθεις να ζεις με το κομμάτι της οικογένειάς σου που βρίσκεται στη Σαρδηνία, πίκολα μία», μουρμούρισε ο Σαντίνο θλιμμένα. Ήταν ειλικρινής μαζί της. Μετά από μερικές στιγμές και αφού η Φράνκι ένιωσε πως της συμπεριφερόταν σαν άτακτο παιδί, του οποίου οι ανάγκες και οι επιθυμίες ήταν ανάξιες προσοχής, τελικά συγκινήθηκε από την απροκάλυπτη προσέγγισή του. Αλλά ο Σαντίνο ήταν έξυπνος. Ήξερε πώς να κερδίσει το ακροατήριό του και κατάφερε να την πείσει ότι ήταν με το μέρος της. Όταν αργότερα της έφερε την είδηση ότι ο πατέρας της είχε σκοτωθεί σε τροχαίο δυστύχημα, η Φράνκι διαλύθηκε ψυχικά. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Σαντίνο είχε γίνει γι’ αυτήν η επαφή με τη ζωή. Στην αρχή επισκεπτόταν το θείο του κάθε δύο μήνες κι ύστερα πιο συχνά, όταν η υγεία του ηλικιωμένου άντρα άρχισε να επιδεινώνεται. Η Φράνκι ζούσε περιμένοντας την επίσκεψή του, καθώς εκείνος πάντα φρόντιζε να βρίσκει καιρό για να τη δει. Η Φράνκι δεν είχε κάτι κοινό με την οικογένεια του πατέρα της. Ο Σαντίνο της έστειλε αγγλικά βιβλία κι εφημερίδες κι εκείνη άρχισε να του γράφει. Τα σύντομα γράμματα που λάβαινε τη βοηθούσαν να περάσει τον καιρό της, μέχρι να τον ξαναδεί. Σιγά σιγά η αγάπη και η εξάρτησή της απ’ αυτόν έγινε κάτι απόλυτα φυσικό. Ξαναγυρνώντας στην πραγματικότητα, η Φράνκι ανακάλυψε ότι οι αναμνήσεις του Τζίνο, της Μανταλένας και της Τερέζας απειλούσαν να έρθουν στην επιφάνεια. Τους έδιωξε όλους αποφασιστικά από το νου της. Τα τελευταία πέντε χρόνια ο παππούς της είχε αγνοήσει τα γράμματά της –κάτι μάλλον αναμενόμενο. Δεν μπορούσε να καταλάβει τη συμπεριφορά μιας εγγονής που είχε παρατήσει τον άντρα της. Η οικογένεια του πατέρα της πίστευε ότι ο ήλιος ανέτειλλε κι έδυε για τον Σαντίνο. Αγνοώντας την πραγματική κατάσταση του γάμου τους, σίγουρα θα είχαν νιώσει οργή και ντροπή για τη συμπεριφορά της. Όταν η Φράνκι βγήκε από το δωμάτιο, βρέθηκε σ’ ένα διάδρομο με μεσαιωνικούς πίνακες και όμορφα χαλιά. Στο τέλος του διαδρόμου είδε μια πέτρινη στριφογυριστή σκάλα. Μπήκε στον πειρασμό να την εξερευνήσει. Γιατί όχι; Αν οι βίλες στην Κόστα Εσμεράλδα δεν ήταν διαθέσιμες, είχε τελειώσει τη δουλειά της, και τώρα, κανονικά, βρισκόταν σε διακοπές. Πρέπει να τηλεφωνήσω στον Ματ, συλλογίστηκε αφηρημένα. Μπορεί ν’ αναρωτιόταν γιατί δεν είχε νέα της τρεις μέρες. Μόλις άνοιξε την πόρτα από ξύλο βελανιδιάς, που υπήρχε στο τέλος της σκάλας, βγήκε στην ταράτσα. Ή μήπως επρόκειτο για πολεμίστρες; Κατάπληκτη είδε τους τετράγωνους μεγάλους πυργίσκους που υπήρχαν σε κάθε γωνία. Πλησιάζοντας στο παραπέτο, κοίταξε κάτω έντρομη μέχρι το σημείο που ο παλιός πέτρινος όγκος συναντούσε την άκρη του βράχου. Μετά άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί τριγύρω στη μαγευτική θέα των βουνοκορφών που περιτριγύριζαν την εύφορη δασωμένη κοιλάδα. «Φαίνεται ότι συνήλθες τελικά». Η Φράνκι αναπήδησε ξαφνιασμένη και, γυρνώντας, είδε ξέπνοη τον Σαντίνο να την πλησιάζει. Τους λεπτούς καλοσχηματισμένους μηρούς του αγκάλιαζε ένα ξεβαμμένο τζιν, ενώ από πάνω φορούσε ένα λευκό βαμβακερό κοντομάνικο πουκάμισο, ανοιχτό στο λαιμό. Ήταν μια εικόνα πιο οικεία από εκείνη με το κομψό, ακριβό κοστούμι. Το βάδισμά του θύμιζε βασιλιά της ζούγκλας. Αργό και σίγουρο, σαν αιλουροειδές που πλησίαζε το θύμα του. Είναι πολύ αισθησιακός, σκέφτηκε ζαλισμένη, προσπαθώντας να αποτραβήξει το βλέμμα της. Ο Σαντίνο σταμάτησε λίγο πιο πέρα κι ακούμπησε ανέμελα στην κουπαστή δείχνοντας εντυπωσιακή αδιαφορία για το αβυσσαλέο κενό που υπήρχε από κάτω. Η Φράνκι ένιωσε να γίνεται κατακόκκινη και την έλουσε κρύος ιδρώτας. «Σε είδα από τον πύργο. Νόμιζα ότι ήσουν ακόμα στο κρεβάτι», της είπε. «Είμαι δυνατή», του απάντησε ξερά. Δε με νοιάζει αν πέσει από κάτω, σκέφτηκε, αλλά ευχήθηκε να έφευγε εκείνος από αυτό το επικίνδυνο σημείο. «Μια αφοσιωμένη γυναίκα καριέρας», παρατήρησε ο Σαντίνο, αφήνοντας τα λαμπερά σαν διαμάντια μάτια του να γλιστρήσουν πάνω της. «Θυμάμαι ότι κάποτε συνήθιζες να καταστρέφεις τα πουκάμισά μου στο πλύσιμο». Η Φράνκι κοκκίνισε ακόμα περισσότερο. Της θύμιζε την αδεξιότητά της, τότε που έμεναν μαζί. Το περίμενε. Ο Σαντίνο ήταν πολύ όμορφος άντρας. Τόσο όμορφος, που μπροστά του θα ωχριούσαν οι αρχαίοι θεοί της ελληνικής μυθολογίας. Ήταν φυσικό να είναι ξετρελαμένη μαζί του. Αλλιώς κάτι δε θα πήγαινε καλά με τις ορμόνες της. «Αλήθεια;» τον ρώτησε ανέκφραστα. «Πάντα αναρωτιόμουν μήπως τα έβραζες», συνέχισε απτόητος. «Αν σ’ ενοχλούσε, θα μπορούσες να παραπονεθείς». «Ήσουν καταπληκτική μαγείρισσα όμως». «Ναι, μου άρεσε να σου μαγειρεύω, όπως μου άρεσε και να σφουγγαρίζω». Έλεγε ψέματα κι αυτό το σιχαινόταν, όπως σιχαινόταν και το γεγονός ότι ο Σαντίνο είχε καταλάβει. Τι άλλο ήξερε τότε να κάνει; Η μόρφωση που είχε λάβει από τα έντεκά της χρόνια ήταν ελάχιστη, αλλά η εκπαίδευσή της ως μελλοντική σύζυγος και μητέρα ήταν πολύ καλύτερη. Κι αυτό το είχε φροντίσει η οικογένεια του πατέρα της. Όσο κι αν είχε προσπαθήσει να περιφρουρήσει την ταυτότητά της, τελικά είχε διαποτιστεί με τις προϊστορικές ιδέες για τη θέση της γυναίκας μέσα στο σπίτι, που υποστήριζαν ότι έπρεπε να δουλεύει ασταμάτητα, φροντίζοντας να ικανοποιεί τον άντρα του σπιτιού, λες και ήταν κάποιος οργισμένος θεός κι όχι ένα ισότιμο μέλος. Αυτό είχε μάθει σ’ εκείνη τη γεμάτη σκιές καθυστερημένη κοινωνία. Έφτανε ακόμα και στο σημείο να τραγουδάει όταν σφουγγάριζε! Τότε νόμιζε ότι τα ήξερε όλα. Νόμιζε ότι επειδή παντρεύτηκε τον Σαντίνο, που της έλεγε «παρακαλώ», «ευχαριστώ» και «αυτό είναι πολύ βαρύ για σένα να το σηκώσεις», εναντιωνόταν στο σύστημα. Ήταν προετοιμασμένη να δεχτεί οτιδήποτε, αρκεί να τον είχε κοντά της. Τους έξι μήνες που είχε διαρκέσει ο γάμος τους, θα αρνιόταν ένα αεροπορικό εισιτήριο για να φύγει από τη Σαρδηνία, έστω κι αν την πίεζαν να το δεχτεί... «Προσπάθησα να σε πείσω να συνεχίσεις τη μόρφωσή σου», της υπενθύμισε εκείνος ξερά. «Ω, σταμάτα. Αρρωσταίνω μ’ αυτή την κουβέντα», του απάντησε και, γυρνώντας, τον κοίταξε με μάτια που πετούσαν φωτιές. Τότε ο Σαντίνο ήθελε να φοιτήσει η γυναίκα του σ’ ένα κολέγιο στη Φλωρεντία. Στη Φλωρεντία! Οι Καπαρέλι αντέδρασαν έντονα όταν τους το ανέφερε. Τι είδους άντρας ήταν αυτός που έστελνε τη γυναίκα του ξανά στο σχολείο; Ήξερε να διαβάζει, να γράφει και να μετρά... Τι περισσότερο ήθελε; Η Φράνκι από τη μεριά της είχε τρομοκρατηθεί που θα βρισκόταν σε μια άγνωστη πόλη, όπου όλη η άγνοιά της θα αποκαλυπτόταν περίτρανα, κάνοντας τους άλλους σπουδαστές να περιγελούν τη φτωχή Ιταλίδα. Αυτό όμως που τη βασάνιζε περισσότερο ήταν που δε θα είχε κοντά της τον Σαντίνο. Με απόλυτη, αφοπλιστική αθωότητα τον είχε ρωτήσει αν θα μπορούσε να πάει μαζί της, αλλά εκείνος της απάντησε ότι το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να την επισκέπτεται, γιατί η δουλειά του δεν του επέτρεπε να ζήσει στη Φλωρεντία. Όσο πιο ευγενικά μπορούσε, προσπάθησε να χαλαρώσει τους


δεσμούς εκείνου του γελοίου γάμου και να την πείσει να δεχτεί ένα χωρισμό και μια κατάσταση ανεξαρτησίας. Ίσως γιατί είχε συνειδητοποιήσει ότι ήταν τόσο τυφλωμένη από τον έρωτά της γι’ αυτόν, που δε θα συνερχόταν ποτέ, όσο βρισκόταν κοντά του. Δεν ήθελε να την πληγώσει. Είχε φτάσει κιόλας στο σημείο να της πει ότι θα του έλειπε πολύ, αλλά έπρεπε να ολοκληρώσει τη μόρφωσή της. Αυτό θα της χάριζε αυτοπεποίθηση. Εκείνη όμως τον κατηγόρησε ότι ντρεπόταν γι’ αυτή κι έφυγε από μπροστά του κλαίγοντας. Εκείνο το Σαββατοκύριακο δεν είχε φάει τίποτα και κάθε φορά που ο Σαντίνο προσπαθούσε να τη λογικέψει, έβαζε τα κλάματα. «Έχουμε να συζητήσουμε πολλά πράγματα», της είπε τώρα εκείνος. Η ατμόσφαιρα δονήθηκε από ένταση. Μια ένταση που η Φράνκι τη συνειδητοποιούσε για πρώτη φορά, όπως και την ψυχρότητα που είχε η φωνή του. Πάγωσε. Αυτή η αλλαγή ήταν κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτόν. Την αποδιοργάνωνε και την έκανε επιφυλακτική. Οργισμένα επιφυλακτική. «Σε προσωπική βάση δεν έχουμε να συζητήσουμε τίποτα, αλλά σου εύχομαι καλή επιτυχία με την υπόθεση της απάτης», του είπε χαμογελώντας πλατιά. «Πάντως, αν θέλεις να κουβεντιάσουμε για...» «Αν αναφέρεις άλλη μια φορά εκείνες τις βίλες, θα χάσω την ψυχραιμία μου. Δεν είναι τίποτα για μένα», δήλωσε κάνοντας μια περιφρονητική κίνηση με το χέρι του, «πέρα από το δόλωμα που χρησιμοποίησα για να σε φέρω εδώ. Τίποτ’ άλλο». «Φοβάμαι ότι δεν καταλαβαίνω τι άλλο περιμένεις από μένα, ούτε κι έχω τη διάθεση να το μάθω», είπε η Φράνκι. «Θα το μάθεις. Τα φτερά σου έχουν κοπεί και δεν μπορείς να πετάξεις», της είπε ψυχρά και αργά, σαν να μιλούσε σ’ ένα προβληματικό παιδί. «Είμαστε πάντα παντρεμένοι». «Γιατί εξακολουθείς να μου το επαναλαμβάνεις, αφού σου εξήγησα ότι δεν είναι αλήθεια;» «Πριν από πέντε χρόνια απλώς έκανες μια σύντομη επίσκεψη στο δικηγόρο σου, που από τότε έχει συνταξιοδοτηθεί. Χθες μίλησα με το γιο του, που έλεγξε τους φακέλους. Ο πατέρας του σε είχε συμβουλεύσει με μια επιστολή του ν’ απευθυνθείς σε άλλο δικηγόρο, περισσότερο ειδικευμένο σε θέματα διαζυγίων. Από τότε δεν έγινε καμία περαιτέρω ενέργεια», κατέληξε ξερά ο Σαντίνο. Η Φράνκι άρχισε να τρέμει. Υπήρχε κάτι το τρομακτικά πειστικό σ’ αυτά που της έλεγε. «Αν υπήρξε κάποια ανόητη αμέλεια, σου ζητώ συγνώμη και σου υπόσχομαι να το φροντίσω αμέσως μόλις γυρίσω στην πατρίδα...» «Όχι σε επίπεδο ολοκλήρωσης του γάμου», παρατήρησε σκυθρωπός ο Σαντίνο. «Από όποια πλευρά θέλεις, που να πάρει η οργή», του απάντησε ταραγμένη από την ιδέα ότι μπορούσαν να είναι ακόμα παντρεμένοι. «Πέντε χρόνια πριν θα είχα συμφωνήσει σε μια ακύρωση», συνέχισε εκείνος και κοίταξε το σφιγμένο της πρόσωπο, στενεύοντας τα μάτια του. «Τότε το θεωρούσα καθήκον μου να σε αφήσω ελεύθερη, αλλά τώρα καταλαβαίνω ότι δεν είναι το ίδιο. Για να σου το πω ξεκάθαρα, Φραντσέσκα, τώρα θέλω τη γυναίκα που πλήρωσα για ν’ αποκτήσω». «Τι πράγμα;» τραύλισε εκείνη. «Έχω σκοπό να πάρω αυτό για το οποίο πλήρωσα. Είναι δικαίωμά μου». Η Φράνκι γέλασε βεβιασμένα και τον κοίταξε εμβρόντητη. «Ή είσαι τρελός ή μου κάνεις πλάκα. Πλάκα θα πρέπει να μου κάνεις!» «Για ποιο λόγο;» Το βλέμμα του ήταν ταπεινωτικό. «Ας μιλήσουμε έξω από τα δόντια. Κατ’ αρχάς, με παγίδευσες σ’ ένα γάμο». Η Φράνκι ανατρίχιασε. «Δε...» «Μην τολμήσεις να το αρνηθείς. Θυμάμαι τη σιωπή σου, όταν σε ρώτησε ο παππούς σου. Δε σε είχα αγγίξει ποτέ κι όμως εσύ δεν είπες λέξη». Η Φράνκι χαμήλωσε το βλέμμα της στο έδαφος, νιώθοντας την ντροπή να την κυριεύει. Είχε εξοργιστεί με τον Σαντίνο εκείνη τη νύχτα, επειδή την οδηγήσει πίσω στη Σιέντα. Νωρίτερα είχε προσπαθήσει να το σκάσει, κρυμμένη στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του. Επρόκειτο για μια αυθόρμητη ενέργεια, μια πράξη απελπισίας. Ο θείος του Σαντίνο, ο πατέρας Βασάρι, είχε πεθάνει εκείνη την εβδομάδα κι ήξερε ότι ο ίδιος δε είχε κανένα λόγο να ξαναπάει στο χωριό. Ανίκανη να κρύψει τα αισθήματά της γι’ αυτόν, είχε καταφέρει με τις αντιδράσεις της να ξεσηκώσει το κουτσομπολιό του χωριού, κάτι που είχε εξοργίσει τον παππού της και τον είχε φέρει σε σημείο να της πει ότι δεν της επέτρεπε να ξαναγράψει στον Σαντίνο. Όταν ο Σαντίνο σταμάτησε κάποια στιγμή στην ακτή για να βάλει βενζίνη, την ανακάλυψε. Ήταν η μοναδική φορά που είχε χάσει την ψυχραιμία του μαζί της. Ο θυμός του την ισοπέδωσε. Αγνοώντας κάθε ικεσία της να την ακούσει, την έβαλε ξανά με τη βία μέσα στο αυτοκίνητο και τη γύρισε στο σπίτι της. Μέχρι όμως να φτάσουν, είχε ξημερώσει. Στα μάτια του Τζίνο Καπαρέλι η ολονύχτια απουσία της με τη συντροφιά ενός άντρα είχε καταστρέψει την υπόληψή της. Κατά συνέπεια, είχε απαιτήσει από τον Σαντίνο να κάνει το σωστό και να την παντρευτεί. «Ο παππούς μου ήξερε ότι δεν είχε συμβεί κάτι», του εξήγησε τώρα με φωνή που έτρεμε, προσπαθώντας να υπερασπιστεί τον εαυτό της. «Κι εγώ ήξερα πως, μετά απ’ ό,τι είχες κάνει, η ζωή σου μέσα σ’ εκείνο το σπίτι θα γινόταν κόλαση αν δε σε παντρευόμουν. Άφησα τη συνείδησή μου να με πείσει ότι ήμουν υπεύθυνος για σένα. Και τι εισέπραξα σε αντάλλαγμα; Μια γυναίκα που στο κρεβάτι έπαιρνε το αρκουδάκι της για να κοιμηθεί...» Η Φράνκι έγινε κατακόκκινη, λες και είχε πάρει φωτιά. Ο Σαντίνο την κοίταξε με μια παγερή ευθυμία. «Πίστεψέ με, ήταν πιο αποτελεσματικό από το να φορούσες μια ζώνη αγνότητας». Η Φράνκι τέντωσε το πιγούνι της προκλητικά. «Είπες... ότι ήθελες μια σύζυγο...» «Έχω ήδη. Επίσης έχω και την κηδεμονία του αρκούδου σου», της απάντησε σαρκαστικά. «Αυτό κάνει βάσιμη την απαίτησή μου». «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα και καμιά απαίτηση πάνω μου!» «Έχεις μαζέψει τα πράγματά σου;» Κοιτάζοντας την έκπληκτη έκφρασή της, ο Σαντίνο επανέλαβε την ερώτηση. «Ναι, αλλά...» «Μπένε! Αφού δε χρειάζεσαι άλλη ανάπαυση, ας μη χάνουμε χρόνο». Άνοιξε την πόρτα, παραμέρισε και την κοίταξε περιμένοντας. Η Φράνκι συνέχισε να τον κοιτάζει ακίνητη. «Γιατί το κάνεις αυτό; Θέλω να πω, τι συμβαίνει;» «Ειλικρινά, Φραντσέσκα, πάντα τόσο αργόστροφη είσαι;» τη ρώτησε, ανασηκώνοντας σαρδόνια το ένα του φρύδι. «Δε θα έπρεπε να μου πεις ψέματα». «Ψέματα;» επανέλαβε με δυσπιστία και, περνώντας από μπροστά του, άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα. «Δε σου είπα κάποιο ψέμα». «Θα σε καταλάβαινα αν μου είχες ανοίξει την καρδιά σου, όταν σε συνάντησα. Τα ψέματα όμως με εξοργίζουν. Όταν ανακάλυψα την αλήθεια εκείνο το πρωινό, ήθελα ν’ ανέβω στο δωμάτιό σου, να σε σηκώσω από το κρεβάτι και να σου δώσω ένα καλό χέρι ξύλο, διαβολοκόριτσο». «Τι είναι αυτά που λες;» «Για το σαράντα οκτώ τοις εκατό του Γραφείου Ταξιδίων Φίνλεϊ», της εξήγησε και την κοίταξε περιφρονητικά. «Ντροπή σου! Κατάφερες με τα χρήματά μου να σώσεις από την οικονομική καταστροφή τον εραστή σου». Η Φράνκι τον κοίταξε αποσβολωμένη. «Βέβαια, δεν περίμενα να ξαναπάρω πίσω τη γυναίκα μου ανέγγιχτη. Ούτε ότι θα γινόμουν δεκτός με ανοιχτές αγκάλες», συνέχισε εκείνος. «Οι απαιτήσεις μου κινούνταν στα πλαίσια της πραγματικότητας. Δεν ήμουν όμως προετοιμασμένος ν’ ανακαλύψω ότι πέντε χρόνια τώρα συνεργαζόσουν μ’ αυτή τη γλοιώδη αλεπού που σ’ έφερε στον κόσμο».


Κεφάλαιο 3

Η Φράνκι προσπάθησε να καταπιεί, αλλά δεν τα κατάφερε. Το σοκ την είχε παραλύσει. Ο Σαντίνο μιλούσε για τη μητέρα της, Αποκαλούσε την Ντέλα «γλοιώδη αλεπού». Γιατί; Για τ’ όνομα του Θεού, ούτε που την ήξερε. Δεν την είχε συναντήσει ποτέ του! Γιατί στα κομμάτια εκτόξευε τέτοιες βαριές κατηγορίες; Δεν ήταν λογικό. Η Φράνκι είχε αγοράσει το μερίδιό της στο Γραφείο Ταξιδίων Φίνλεϊ με τα κέρδη από μια ασφάλεια. Τα πράσινα μάτια της καρφώθηκαν στο πρόσωπό του, στο οποίο ζωγραφιζόταν ένας απύθμενος θυμός γεμάτος περιφρόνηση. «Όταν σκέφτομαι πόσο προσπάθησα να σε προστατέψω από το σοκ που θα σου προκαλούσε η διάλυση της αυταπάτης που είχες σχηματίσει για την Ντέλα, αηδιάζω περισσότερο με τη συμπεριφορά σου», δήλωσε εκείνος και, ανοίγοντας την πόρτα της κρεβατοκάμαράς της, μπήκε να πάρει τη βαλίτσα της. Μετά βγήκε και, τυλίγοντας το χέρι του γύρω από τη μέση της, την παρέσυρε μαλακά προς την πέτρινη σκάλα που κατέβαινε στο χολ. «Ντίο Μίο... έπρεπε να πληρώσω τη μητέρα σου για να σε δεχτεί πίσω. Έπρεπε να τη δωροδοκήσω για να σε υποδεχτεί με χαρά στο σπίτι της, όταν μ’ εγκατέλειψες». «Να την πληρώσεις;...» επανέλαβε με δυσπιστία η Φράνκι. Ο Σαντίνο ξεφύσηξε δυνατά. «Έπρεπε να είχα επιμείνει στην άμεση ακύρωση του γάμου κι όχι να επιτρέψω στον εαυτό μου να πειστεί ότι θα ταραζόσουν ανεπανόρθωτα, αν έχανες κι αυτό τον τελευταίο δεσμό...» «Θα ταραζόμουν;» επανέλαβε η Φράνκι θολωμένη και σταμάτησε στο πλακόστρωτο του χολ. Τα πόδια της δεν την κρατούσαν άλλο. Να την πληρώσει; Ιδρώτας άρχισε να λάμπει στο επάνω χείλος της. Ήταν αδύνατον να σκεφτεί σωστά. Βλέποντας το δισταγμό της, ο Σαντίνο την έσπρωξε και πέρασε από τη μεγάλη πόρτα έξω στη λιακάδα. Αν δεν ήταν εκείνος, η Φράνκι θα είχε πιθανότατα καταρρεύσει. «Στάθηκα ανόητος», συνέχισε. «Χωρίς να ρωτήσω τίποτα, πλήρωσα πρόθυμα ένα τεράστιο ποσό χρημάτων για να ζεις στην πολυτέλεια και να ολοκληρώσεις τις σπουδές σου. Και τι πήρα; Μια γυναίκα που μιλά ιταλικά λες και είναι τουρίστρια που προσπαθεί να συνεννοηθεί με πέντε εύκολες φράσεις. Αυτό όμως είναι το μικρότερο κακό. Είσαι τόσο παραδόπιστη, που προτίμησες να ζεις μέσα στην αμαρτία με τον εραστή σου, αντί να μου δώσεις αμέσως την ελευθερία μου». «Σαντίνο...» τραύλισε η Φράνκι. «Πάψε! Όσο λιγότερο μιλάς, τόσο το καλύτερο», τη διέκοψε άσπλαχνα. «Χθες άφησα τον εαυτό μου να παρασυρθεί. ‘‘Ασχολείσαι με τον τουρισμό τώρα;’’ Ντίο μίο, δώσε μου δύναμη! Αλλά σκέφτηκα, για φαντάσου, εξακολουθεί να μην ξέρει ποιος είμαι. Όλο εκείνο το θέατρο όμως για τα έξοδα της νοσηλείας σου... Ω, αυτό παραπήγαινε! Ξέρεις πολύ καλά ότι παντρεύτηκες έναν πλούσιο άντρα. Εξάλλου, μόνο ένας πλούσιος θα μπορούσε να συντηρήσει εσένα και τη μάνα σου, όπως έκανα εγώ τα τελευταία πέντε χρόνια». Ο Σαντίνο άνοιξε την πόρτα της μαύρης Τογιότα Λαντ Κρούζερ που ήταν παρκαρισμένη στο πλακόστρωτο προαύλιο. Η Φράνκι στάθηκε ακίνητη από την έκπληξη των αποκαλύψεων. Εκείνος βλαστήμησε ανυπόμονα. Την έπιασε από τη μέση, την έβαλε να καθίσει μέσα στο αυτοκίνητο κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα. Η Φράνκι πάλευε να εισπνεύσει οξυγόνο, σαν να πνιγόταν. Πίεσε με τρεμάμενα δάχτυλα το μέτωπό της. «Σταμάτα να με κοιτάς μ’ αυτά τα μεγάλα πράσινα μάτια σου και να μου λες ότι σου κάνω πλάκα, όταν σου ανακοινώνω πως έχω σκοπό να πάρω αυτό για το οποίο πλήρωσα», συνέχισε ακάθεκτος εκείνος, ενώ καθόταν δίπλα της. «Μια ακόμα διαμαρτυρία σου και θα τραβήξω το χαλί κάτω από τα πόδια του Γραφείου Ταξιδίων Φίνλεϊ, καταστρέφοντας κι εσένα και τον εραστή σου. Μετά θα πάω την Ντέλα στο δικαστήριο για τους πλαστούς λογαριασμούς που χρέωνε στο όνομά σου, όσο εγώ πίστευα ότι ήσουν φοιτήτρια. Η θέα μιας επιταγής της Τράπεζας Βιτάλε, με την υπογραφή μου επάνω, θα σε κάνει να συνέλθεις». Η Φράνκι προσπάθησε γι’ άλλη μια φορά να σκεφτεί λογικά, αλλά το σοκ ήταν τόσο μεγάλο, που η προσπάθειά της έπεσε στο κενό. Δεν μπορούσε να ξεπεράσει την πρώτη του οδυνηρή πληροφορία ότι είχε πληρώσει τη μητέρα της για να της παρέχει φιλοξενία. «Έχεις... γνωρίσει την Ντέλα;» άκουσε τον εαυτό της να ρωτάει αδύναμα, καθώς εκείνος έβαζε μπροστά την ισχυρή μηχανή του αυτοκινήτου. «Τι ανόητη ερώτηση είναι αυτή;» απόρησε σμίγοντας ειρωνικά τα εβένινα φρύδια του. «Αφού ξέρεις ότι την έχω γνωρίσει. Μη μου πεις ότι, όσο εσείς οι δυο με απομυζούσατε όλα αυτά τα χρόνια, παρέλειψε να σε πληροφορήσει από πού προέρχονταν τα λεφτά!» «Η μητέρα μου πήρε διαζύγιο από το δεύτερο σύζυγό της, ο οποίος την εξασφάλισε οικονομικά», τραύλισε η Φράνκι. Ο λαιμός της είχε φράξει. «Από κει προέρχονταν τα χρήματα. Κι όσο για το μερίδιό μου στη Φίνλεϊ...» «Η μητέρα σου εγκατέλειψε τον Τζάιλς Τζένσεν, όταν χρεοκόπησε το νάιτ κλαμπ που διατηρούσε. Εκείνος δεν ήταν σε θέση να της δώσει τίποτα. Όταν γύρισες κοντά της, ήταν καταχρεωμένη. Εγώ ήμουν το κορόιδο που την έβγαλα από τη δύσκολη θέση και σας έδωσα μια στέγη να βάλετε τα κεφάλια σας». «Δεν...» Ένα πλαστικό ντοσιέ προσγειώθηκε απότομα πάνω στα γόνατά της. «Εγώ είμαι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού της μητέρας σου. Δεν είχα καμιά αντίρρηση να συντηρώ την πεθερά μου, αρκεί να μοιραζόσουν κι εσύ την άνετη ζωή της. Τώρα όμως θυμώνω, γιατί είναι φανερό ότι ήσουν στο κόλπο από την αρχή». Μέσα στο ντοσιέ υπήρχε μια χοντρή συμβολαιογραφική πράξη, που είχε τη διεύθυνση του όμορφου σπιτιού της Ντέλα στο Κένσινγκτον, με το όνομα του Σαντίνο ως ιδιοκτήτη. Ήταν μια επίσημη απόδειξη που της έκοψε την ανάσα. Η ναυτία έκανε το στομάχι της να συσπαστεί. «Αν δεν είχε εμφανιστεί και με μια άλλη, πρόσφατη απαίτηση, δε θα είχα τώρα το φάκελο πρόχειρο να σου τον δείξω», είπε εκείνος. «Αλλά στο σπίτι μου στη Ρώμη, έχω μια στοίβα λογαριασμούς. Πλαστούς! Για πες μου, πήγες ποτέ σ’ εκείνο το ακριβό οικοτροφείο για το οποίο πλήρωνα;» «Πήγα για λίγο στο τοπικό τεχνικό κολέγιο και παρακολούθησα κάποιες τάξεις...» του απάντησε μουδιασμένη από τον τρόμο. Ξαφνικά άρχισε να καταλαβαίνει την αιτία του τόσο έντονου θυμού του. «Δεν πήρες μαθήματα ιππασίας, μουσικής και σκι; Δεν έκανες ξένη γλώσσα; Δεν τελείωσες το σχολείο; Δεν πήγες σε εκπαιδευτικά ταξίδια και σε διακοπές στο εξωτερικό; Δεν πάτησες ούτε το πόδι σου στο πανεπιστήμιο;» Η Φράνκι κούνησε αμίλητη το κεφάλι της αρνητικά. Η Ντέλα αποδεικνυόταν τελικά ο απατεώνας για τον οποίο είχε μιλήσει ο Σαντίνο, όχι κάποιος από τους δικούς του. Ένα άτομο πολύ κοντά στη Φράνκι, που ο δικηγόρος είχε συναντήσει μία φορά μόνο. Η μητέρα της! Η Ντέλα περνούσε μια άνετη ζωή, χωρίς να χρειαστεί ποτέ να δουλέψει. Είχε ένα όμορφο σπίτι κι έκανε συχνά πολυήμερες διακοπές στο εξωτερικό. Η σκέψη ότι για όλα αυτά είχε πληρώσει ο Σαντίνο αρρώσταινε τη Φράνκι. «Δεν το ήξερα... Πρέπει να με πιστέψεις», ξέσπασε. «Ωραία. Τότε ηρέμησε και πρόσεξε να δεις τι θα κάνω: θα μηνύσω τη μητέρα σου για κατάχρηση χρημάτων, τα οποία προορίζονταν αποκλειστικά για σένα». Η Φράνκι έγινε κατάχλομη. «Επίσης περιμένω με ανυπομονησία τις εξηγήσεις σου για τα ποσά που επένδυσες στο Γραφείο Ταξιδίων Φίνλεϊ...» «Αυτά δεν ήταν δικά σου λεφτά», διαμαρτυρήθηκε εκείνη με θέρμη. «Ήταν από μια ασφάλεια που είχε κάνει ο πατέρας μου για μένα και τη μητέρα μου, όταν ήμουν ακόμα μωρό...»


«Ο Μάρκο, ο τζογαδόρος, είχε κάνει ασφάλιση;» ρώτησε ξερά ο Σαντίνο. «Τα λεφτά έκαιγαν την τσέπη του. Αν ο πατέρας σου είχε κάνει μια τέτοια ασφάλιση, θα είχε προσπαθήσει μέσα σε λίγους μήνες να την εξαργυρώσει. Ούτε θα πλήρωνε ποτέ τις δόσεις, όπως θα έπρεπε». Η Φράνκι προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Πράγματι, δεν είχε ποτέ της δει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο που βεβαίωνε ότι τα χρήματα προέρχονταν από ασφάλεια. Τότε ήταν δεκαοκτώ χρονών και δεν είχε κανένα λόγο ν’ αμφιβάλλει για τους ισχυρισμούς της μητέρας της. Η Ντέλα είχε πιστώσει απλώς το λογαριασμό της μ’ εκείνα τα χρήματα, μπλέκοντας έτσι και την κόρη της στην απάτη. Το είχε κάνει σκόπιμα; Την είχε χρησιμοποιήσει σαν σωσίβιο για την περίπτωση που ο Σαντίνο ανακάλυπτε ποτέ τι συνέβαινε αληθινά με τα λεφτά του; Το στομάχι της σφίχτηκε ξανά. Οδυνηρά. «Στην αρχή, βλέπεις, πίστεψα ότι μου έλεγες την αλήθεια. Πίστεψα ότι δεν είχες ιδέα τι συνέβαινε, μέχρι που έμαθα για την επιχείρηση Φίνλεϊ. Ενοχλήθηκα που δεν εκμεταλλευόσουν τα πλεονεκτήματα της μόρφωσης, για την οποία είχα πληρώσει, αλλά θα μπορούσα να το αντέξω. Αυτό που δεν αντέχω είναι ότι είσαι το ίδιο απατεώνισσα, όπως η μάνα σου». «Σταμάτα το αυτοκίνητο... θέλω να κάνω εμετό», φώναξε ξαφνικά απελπισμένη η Φράνκι. Παραλίγο να πέσει από το τζιπ πάνω στη βιασύνη της να βγει έξω. Πήρε μια βαθιά ανάσα οξυγόνου και ταλαντευόμενη κρατήθηκε από την πόρτα του. «Φαίνεσαι χάλια», παρατήρησε ο Σαντίνο, κάνοντας το γύρο του αυτοκινήτου. «Νόμιζα ότι το έλεγες ως δικαιολογία». Η Φράνκι δεν μπορούσε ούτε να τον αντικρίσει. Μόλις οι κράμπες στο στομάχι της άρχισαν να υποχωρούν, αναρωτήθηκε πόσα χρήματα είχε καταχραστεί η Ντέλα τα πέντε τελευταία χρόνια. Μήπως τελικά οι απαιτήσεις της μητέρας της είχαν αυξηθεί, κάνοντας τον Σαντίνο να υποπτευτεί ότι κάτι συνέβαινε; «Κάθισε...» Την έπιασε απαλά και την έβαλε να καθίσει ξανά στο κάθισμα του συνοδηγού. «Γείρε το κεφάλι σου πίσω, αν ζαλίζεσαι», πρόσθεσε και της κράτησε αποφασιστικά τα χέρια, αν και εκείνη προσπάθησε να τα τραβήξει. Η Φράνκι κατέβασε το βλέμμα της στα χειροποίητα ιταλικά παπούτσια του, παίρνοντας αργά μια ανάσα. «Καλύτερα τώρα;» τη ρώτησε εκείνος κι άφησε τα χέρια της. Μουδιασμένη, έγνεψε καταφατικά και, ανασηκώνοντας το κεφάλι της, κοίταξε τα λαμπερά του μάτια με τις πυκνές, σκούρες βλεφαρίδες. Από κοντά τα μάτια του την έκαναν να νιώθει αδυναμία και ένα εσωτερικό τρέμουλο. Χωρίς να το καταλάβει, απέμεινε να τον κοιτάει υπνωτισμένη. Ο Σαντίνο ανασηκώθηκε, αφήνοντάς τη ν’ αντικρίζει το κενό. Με διέλυσε, άραγε, το σοκ από την αποκάλυψη της απάτης της μητέρας μου; απόρησε εκείνη. Τι μου συμβαίνει; Αν υπήρχε μια στιγμή που έπρεπε να συγκεντρωθεί, ήταν τώρα. Εντάξει, ο Σαντίνο ήταν όμορφος. Αλλά κι εκείνη αρκετά μεγάλη, ώστε να μπορεί να το αντιμετωπίσει, χωρίς ν’ αντιδράει σαν... ερωτοχτυπημένο κοριτσόπουλο. Το σπίτι της Ντέλα είναι δικό του, υπενθύμισε στον εαυτό της απελπισμένη. Άρα και τα υπόλοιπα που μου είπε θα πρέπει να είναι αλήθεια. Και το δικό της μερίδιο στην επιχείρηση Φίνλεϊ θα ανήκε στον Σαντίνο. Μπορούσε να του το παραχωρήσει, αλλά και πάλι θα ήταν το ένα δέκατο μόνο απ’ όσα του όφειλε. Εξάλλου, δεν ήταν κατά κάποιον τρόπο κι η ίδια υπεύθυνη για ό,τι είχε κάνει η μητέρα της; Αν δεν ήταν τόσο πρόθυμη να πιστεύει ό,τι της έλεγε, αν δεν ήταν τόσο ευαίσθητη, ώστε να μη θέλει ούτε να συζητήσει το θέμα του γάμου της, η Ντέλα δε θα έβρισκε πρόσφορο έδαφος για να την εξαπατήσει. Θα είχαν ακυρώσει το γάμο τους κι ο Σαντίνο θα είχε αποκτήσει ξανά την ελευθερία του και θα είχε σταματήσει να υποστηρίζει οικονομικά τη μητέρα της και την ίδια. Από την άλλη, εκείνη του είχε ζητήσει να τη συντηρεί; Η αγανάκτηση φούντωσε μέσα της. Εκείνη δεν ήθελε τίποτε απ’ αυτόν! «Φαίνεται ότι πιστεύεις πως σου οφείλω και τώρα ξέρω το λόγο», του είπε μ’ ένα μικρό γέλιο, καθώς ο Σαντίνο ξεκινούσε πάλι. «Λυπάμαι, αλλά δεν μπορείς ν’ αγοράσεις τους ανθρώπους...» «Όχι, την αγάπη δεν μπορείς ν’ αγοράσεις. Είναι εξαιρετικά εύκολο ν’ αγοράζεις ανθρώπους», απάντησε εκείνος με την αργόσυρτη φωνή του. «Το μόνο που πρέπει να ξέρεις είναι την προθυμία τους να το δεχτούν». Η Φράνκι έριξε μια φευγαλέα ματιά στις σκληρές γραμμές του προφίλ του. «Κι εγώ τι θέλω;» «Περισσότερο;» τη ρώτησε εκείνος μαλακά. «Να σ’ αγαπούν. Το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή αυτό. Πάντα είχες μια απελπισμένη ανάγκη να σ’ αγαπούν. Ήσουν όμως ανόητη και την αναζητούσες σε λάθος πρόσωπα, ανίκανη να τη δεις όταν τη συναντούσες μπροστά σου». Η Φράνκι ένιωσε το αίμα να στραγγίζει από το πρόσωπό της. Είχε απαντήσει στην ανόητη ερώτησή της με σοβαρότητα, αλλά ράγισε την καρδιά της, γιατί της υπενθύμισε όλες τις απορρίψεις και τις απογοητεύσεις των εφηβικών της χρόνων. «Γι’ αυτό δεν περίμενα να συναντήσω έναν άγγελο χθες. Σ’ έχουν απογοητεύσει πολλοί άνθρωποι κι ήξερα ότι κι εγώ έχω χάσει την εμπιστοσύνη σου, αλλά περίμενα να είσαι τόσο ειλικρινής όσο ήσουν κάποτε. Έπρεπε να έχω καταλάβει ότι η Ντέλα θα σε είχε μαλώσει...» «Μη μιλάς έτσι για τη μητέρα μου», του είπε επιθετικά. «Νομίζω ότι είναι καιρός κάποιος να το κάνει. Μπήκες στη Φίνλεϊ, όταν ήσουν... Πόσο; Δεκαοκτώ χρονών;» «Πού το ξέρεις αυτό;» τον ρώτησε με τρεμάμενη φωνή. «Δεν ήταν δύσκολο. Ο Φίνλεϊ...» μουρμούρισε ξανά εκείνος. «Πες μου, χρηματοδότησες την επιχείρησή του, για να τραβήξεις την προσοχή του;» Η Φράνκι ξαφνικά πάγωσε. «Πώς τολμάς;» «Λογική ερώτηση είναι. Οι περισσότεροι έφηβοι που διαθέτουν χρήματα θα μπορούσαν να σκεφτούν πολλούς τρόπους για να ξοδέψουν, όχι όμως και να τα επενδύσουν». Η Φράνκι έσφιξε τα χείλη της, διστάζοντας να μιλήσει. Ήθελε να κάνει κάτι που θα της παρείχε κάποια ασφάλεια μέσα στον ανεμοστρόβιλο που ζούσε. Μέχρι να παντρευτεί τον Σαντίνο, όλοι όσοι γνώριζε βρίσκονταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Πρώτα οι γονείς της, που έκαναν τρομερούς καβγάδες για τα χρήματα. Μετά βρέθηκε μέσα στη φτώχεια του παππού της, δεν περίσσευε δεκάρα για κάτι έξτρα. Τα «έξτρα» που για εκείνη ήταν πράγματα απαραίτητα στο Λονδίνο. «Ώστε τον αγόρασες...» «Όχι, που να πάρει η οργή», του απάντησε. «Πριν το κάνω, φρόντισα να πάρω ακόμα και συμβουλές». «Τη συμβουλή του Φίνλεϊ; Ρωτώ, γιατί αυτή η επένδυση δεν είναι καθόλου σίγουρη. Η τουριστική αγορά είναι κορεσμένη και το πρακτορείο έχει κάνει μεγάλα οικονομικά ανοίγματα». «Είμαι απόλυτα ικανοποιημένη με την απόδοση που έχω λάβει...» «Μια θέση στο κρεβάτι του, που δεν είναι μόνο δική σου; Ξέρω ότι δεν είσαι η μοναδική γυναίκα στη ζωή του...» Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, η Φράνκι θύμωνε όλο και πιο πολύ. «Μπορεί και στη δική μου εκείνος να μην είναι ο μοναδικός άντρας», του απάντησε. «Στην ηλικία σου, πολύ λίγες γυναίκες θα αρκούνταν σε μια ανοιχτή σχέση. Τόσο πολύ τον αγαπάς;» Η Φράνκι έκανε μια χειρονομία εκνευρισμένη. «Δεν είμαι ερωτευμένη με τον Ματ. Είμαστε φίλοι και συνεταίροι...» «Τότε γιατί μένετε μαζί;» «Έχω δικαίωμα να μένω σ’ εκείνο το διαμέρισμα, όπως έχει κι εκείνος. Ή μήπως ο κατάσκοπός σου δε σου το είπε αυτό; Το κτίριο ανήκει στην επιχείρηση Φίνλεϊ». «Διόρθωση. Στην τράπεζα ανήκει». «Δηλαδή, τώρα έχεις μερίδιο και σε μια ιδιοκτησία της τράπεζας».


«Έξυπνο, Φραντσέσκα. Καταλαβαίνω γιατί ξαφνικά ο εραστής σου έγινε πλατωνικός φίλος. Αλλά, αν νομίζεις ότι έχω σκοπό να συνεχίσω τη χρηματοδότησή του, είσαι τρελή», της είπε ξερά. «Αυτό το πλοίο θα βουλιάξει, χωρίς τη δική μου βοήθεια». «Κάνε ό,τι θέλεις. Αν τα χρήματα είναι δικά σου, είναι και η επένδυση. Αλλά μην αναγκάσεις τον Ματ να πληρώσει για κάτι που είναι άσχετο μ’ αυτόν», διαμαρτυρήθηκε με σθένος. «Το πρακτορείο χρειάζεται αυτές τις βίλες και δε θα αντιμετωπίσει πρόβλημα να τις καλύψει όλη τη σεζόν. Έχουμε ανάγκη από προσεγμένες εγκαταστάσεις». Ο Σαντίνο γέλασε ψυχρά. «Είσαι φοβερή. Με απομυζάς πρώτα και μετά περιμένεις να σε βοηθήσω κι από πάνω». «Δεν το έκανα. Ειλικρινά δεν είχα ιδέα για τα χρήματα. Ούτε νομίζω ότι φταίω εγώ τελικά», απάντησε η Φράνκι εκνευρισμένη. «Εσύ φρόντισες να κάνεις μια ανόητη συμφωνία με την Ντέλα, χωρίς να το ξέρω. Πώς μπορείς, λοιπόν, τώρα να με κατηγορείς ότι ευθύνομαι;» «Σάντο τσέλο... Τα ποντίκια εγκαταλείπουν πρώτα το πλοίο», μουρμούρισε σαρδόνια ο Σαντίνο. «Απ’ ό,τι φαίνεται, κάθε γυναίκα σκέφτεται πρώτα τον εαυτό της. Μην ανησυχείς. Είμαι δίκαιος. Σε διαβεβαιώ ότι η Ντέλα θα έχει το μερίδιο της ευθύνης που της αναλογεί». Η Φράνκι τεντώθηκε. «Τι εννοείς;» «Μέχρι το τέλος της μέρας θα έχει λάβει ειδοποίηση έξωσης». Τον κοίταξε έντρομη. Ο Σαντίνο σταμάτησε αργά το αυτοκίνητο και κατέβηκε. Εκείνη πετάχτηκε έξω. «Δεν μπορείς να της το κάνεις αυτό». «Πες μου ένα σοβαρό λόγο». Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου και προσπάθησε να σκεφτεί, αλλά στο μυαλό της είχε ένα κενό. Σοκαρίστηκε. Ο Σαντίνο της έριξε μια εύθυμη ματιά κι έβγαλε ήρεμα ένα χαλάκι κι ένα καλάθι από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου. «Φοβερή πρόκληση, έτσι δεν είναι;» «Δεν είναι αυτό... Δεν μπορώ να πιστέψω ότι είσαι τόσο σκληρός», του απάντησε απελπισμένη. «Δεν έχεις ξαναδεί αυτή την πλευρά μου. Μαζί σου ήμουν μαλακός, αλλά, δυστυχώς για σένα, αυτές οι μέρες πέρασαν για πάντα». Τα μάτια του έλαμψαν παγερά στο φως του ήλιου. «Στη δουλειά είμαι ανελέητος, Φραντσέσκα, και λυπάμαι που το λέω, αλλά τόσο εσύ όσο και η απεχθής μητέρα σου ανήκετε πλέον σ’ αυτό το επίπεδο». Η Φράνκι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτός ήταν ο Σαντίνο που ήξερε. Αδύνατον ν’ αναγνωρίσει πάνω του το ζεστό, εύθυμο και υπομονετικό άντρα που γνώριζε κάποτε. Το βλέμμα της έπεσε στο καλάθι που κρατούσε στο χέρι του. «Τι θα το κάνεις αυτό;» τον ρώτησε μπερδεμένη. «Είναι για το πικνίκ», της απάντησε καλοσυνάτα. Τα σαρκώδη χείλη της άνοιξαν και ξανάκλεισαν πάλι. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αναρωτηθεί γιατί είχε σταματήσει ο Σαντίνο το αυτοκίνητο κι είχε βγει έξω. «Για το πικνίκ;» τον ρώτησε επιφυλακτικά. «Δεν καταλαβαίνω... Μόλις πριν από ένα λεπτό μού ανακοίνωσες ότι θα κοινοποιήσεις έξωση στη μητέρα μου και τώρα περιμένεις να έρθω μαζί σου για πικνίκ;» «Η σκέψη της έξωσης μου άνοιξε την όρεξη», της απάντησε εύθυμα κι έκανε επιτόπου στροφή. Η Φράνκι τον παρακολούθησε έκπληκτη να κατηφορίζει το μονοπάτι που ξεκινούσε δίπλα από τ’ αυτοκίνητο και οδηγούσε σε μια πλαγιά με δέντρα. Σε λίγο τον έχασε από τα μάτια της. Σφίγγοντας τα δόντια της, άφησε κατά μέρος την περηφάνια της και τον ακολούθησε. Πέρασε δίπλα από ένα μικρό ετοιμόρροπο σπίτι, που είχε παραδοθεί καιρό τώρα στο έλεος της οργιάζουσας φύσης, και είδε πίσω του, στη σκιά ενός γέρικου, ροζιασμένου δέντρου, παρατημένα το χαλάκι και το καλάθι. Ο Σαντίνο είχε στραφεί προς την ηλιόλουστη πλευρά της πλαγιάς και κοιτούσε το χωριό που απλωνόταν από κάτω. Όταν τον πλησίασε, γύρισε και την κοίταξε. «Σαντίνο», άρχισε να λέει σφιγμένη, «η...» «Εκεί κάτω είναι η Λα Ρόκα», τη διέκοψε εκείνος. «Η γιαγιά μου γεννήθηκε στο καφενείο που συναντηθήκαμε χθες. Και τότε ακόμα ξενοδοχείο λεγόταν. Ο πατέρας της είχε φιλοδοξίες οι οποίες ποτέ δεν εκπληρώθηκαν». Η Φράνκι συνοφρυώθηκε. «Εγώ...» «Πάψε και άκου». Τα λαμπερά του μάτια βυθίστηκαν στα δικά της. Το στόμα του σφίχτηκε. «Τι άλλο βλέπεις από δω;» Εκείνη κατάπιε με δυσκολία και κοίταξε γύρω της, χωρίς να καταλαβαίνει. Πού στα κομμάτια το πάει; απόρησε. «Σ’ εκείνο το ερείπιο γεννήθηκε ο παππούς μου», συνέχισε ο Σαντίνο υπομονετικά. «Ήταν έντεκα παιδιά, από τα οποία μόνο έξι ξεπέρασαν την εφηβεία. Μ’ έφερε εδώ όταν ήμουν οκτώ χρονών και μου είπε ότι σ’ αυτό το μέρος ήταν οι ρίζες της οικογένειας Βιτάλε. Είτε το πιστεύεις είτε όχι, είμαι πολύ περήφανος για την ταπεινή μου καταγωγή». «Ναι, το βλέπω», μουρμούρισε αφηρημένα η Φράνκι. «Αλλά...» «Όχι, δε βλέπεις τίποτα», τη διέκοψε περιφρονητικά κι απομακρύνθηκε απότομα από κοντά της. Η Φράνκι δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Είχε ταραχτεί από τον καταιγισμό τόσων αποκαλύψεων. Το μέτωπό της σφυροκοπούσε. Αλλά, απ’ ό,τι φαινόταν, μόνη της υπέφερε. Ο Σαντίνο είχε γυρίσει στο χαλάκι, είχε γονατίσει κι άνοιγε ένα μπουκάλι κρασί με κινήσεις σίγουρες και χέρια σταθερά. «Ξέρεις... η μητέρα μου...» άρχισε να του λέει απελπισμένη, ανίκανη να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη. «Δεν προσπαθώ να δικαιολογήσω τις πράξεις της, αλλά δεν ήταν εύκολα...» «Μέχρι που εμφανίστηκα εγώ στο προσκήνιο...» Έγινε κατακόκκινη κι έκανε μια νευρική κίνηση. «Αν δεν είχε αποκτήσει εμένα, θα είχε γίνει διάσημο μοντέλο. Μετά με πήρε ο πατέρας μου κι εκείνη δεν μπορούσε να με βρει. Κατέληξε να παντρευτεί τον Τζάιλς που...» «Που χρεοκόπησε από τις υπερβολές της». Η Φράνκι τεντώθηκε. «Δεν τα ξέρω έτσι εγώ». «Δε νομίζω ότι θα σου τα έλεγε έτσι. Χάνεις τα λόγια σου», την πληροφόρησε ξερά κι ανασηκώθηκε. «Η Ντέλα είναι φιλάργυρη. Φρόντισα να τη δεσμεύσω με μια νομική συμφωνία –ακόμα και τότε είχα ελάχιστες αυταπάτες για το ποιόν της– και, πίστεψέ με, έδειξε εξαιρετικό ταλέντο εγκληματία στις απαιτήσεις της για μετρητά. Δεν μπορείς να περιμένεις από μένα να καθίσω και ν’ ακούσω δακρύβρεχτες ιστορίες για λογαριασμό της, όταν κι εσύ φαίνεσαι φτιαγμένη από την ίδια πάστα». «Θα μας μηνύσεις και τις δύο;» «Πιστεύεις ότι θα έσερνα τη γυναίκα μου στα δικαστήρια; Τη μητέρα σου όμως...» Το βλέμμα του συνάντησε τα μεγάλα, γεμάτα φόβο μάτια της. «Δεν έχω καθόλου αναστολές για τη δίωξή της». «Αν όμως με θεωρείς το ίδιο υπεύθυνη, δε θα είναι άδικο;» διαμαρτυρήθηκε η Φράνκι, έντρομη μπροστά στη σκέψη ότι η μητέρα της θα πήγαινε στο δικαστήριο και θα δικαζόταν σαν εγκληματίας. «Μου λες ότι συμμετείχες κι εσύ σε όλα αυτά από την αρχή;» τη ρώτησε ήσυχα ο Σαντίνο. «Είχα την εντύπωση ότι η Ντέλα είχε φροντίσει να παίρνεις μόνο ένα μικρό μέρος των χρημάτων». Η καρδιά της χτυπούσε φρενιασμένα στο στήθος της κι ανάσαινε με δυσκολία. «Ήξερα τι έκανε η Ντέλα», είπε ψέματα, αναλογιζόμενη ότι, αν τον πίεζε να μοιράσει την ενοχή, θα ελάττωνε την οργή του για τη μητέρα της και θα τον έπειθε να τη στρέψει προς τη μεριά της.


Ο Σαντίνο έμεινε ακίνητος και τα μάτια του στένεψαν. «Τ’ αλλάζεις τώρα;» «Ήξερα ότι ήταν σφάλμα να παίρνει χρήματα από σένα, αλλά... σε μίσησα από τη στιγμή που σε είδα μ’ εκείνη τη γυναίκα στο Κάλιαρι», του είπε, πετώντας το τελευταίο της χαρτί. «Αυτό μπορώ να το πιστέψω. Πίστευα όμως επίσης ότι θα προτιμούσες να πεινάσεις παρά να δεχτείς λεφτά από μένα. Ήμουν τόσο αφελής;» Ο Σαντίνο την κοίταξε ερευνητικά και στα χείλη του άνθισε ένας περιφρονητικός μορφασμός. «Τόσο προστατευτικός και ρομαντικός! Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν ήσουν μόνο εσύ μικρή κι άπειρη πέντε χρόνια πριν. Ήθελα να κάνω τον ήρωα κι έσπασα τα μούτρα μου». Η Φράνκι δεν τον άκουγε. «Σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό στη μητέρα μου», ψιθύρισε ικετευτικά. «Δώσε της την ευκαιρία να φύγει με αξιοπρέπεια από το σπίτι». «Κι εγώ τι θα πάρω γι’ αντάλλαγμα;» Η σιωπή απλώθηκε βαριά ανάμεσά τους. Ούτε η παραμικρή αύρα δε φυσούσε. Η ζέστη του μεσημεριού ήταν γλυκιά και νωχελική και διαπερνούσε τα ρούχα της. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δεν ξέρω τι θέλεις...» «Αλήθεια;» Και πάλι ένα περιφρονητικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. «Θέλω εσένα στο κρεβάτι μου». «Δεν το πιστεύω...» μουρμούρισε με δυσκολία, ανίκανη να δεχτεί ότι εκείνος σοβαρολογούσε. «Δεν πιστεύω ότι αυτό θέλεις πραγματικά». «Αυτό δε θέλει κάθε άντρας από μια όμορφη γυναίκα;» «Δεν είμαι όμορφη...» Ο Σαντίνο την πλησίασε με αργά βήματα και κάρφωσε το βλέμμα του στα φλογισμένα μάτια της. Ύστερα ανασήκωσε τα χέρια του και άνοιξε αποφασιστικά το κοκκαλάκι που κρατούσε τα μαλλιά της. «Μ’ αρέσουν τα μαλλιά σου ελεύθερα». Με ενοχλητική υπομονή έλυσε μια τούφα. Η Φράνκι στεκόταν ακίνητη, μουδιασμένη, ανασαίνοντας με δυσκολία. Κάθε άγγιγμα των χεριών του στο λαιμό της, στο μάγουλό της, στο κεφάλι της, έκανε την καρδιά της να χτυπάει τρελά και το σφυγμό της να καλπάζει. «Είσαι πολύ όμορφη... πολύ αισθησιακή», ψέλλισε εκείνος με βραχνή φωνή και την τράβηξε κοντά του. Η όσφρησή της πλημμύρισε από το άρωμά του κι ένιωσε ξαφνικά το στήθος της βαρύ και φουσκωμένο και τις θηλές της να σκληραίνουν μέσα από το βαμβακερό ύφασμα. Κάθε σκέψη έσβησε κάτω από το επίμονο βλέμμα του. Το μόνο που αισθανόταν ήταν ένα ένα όλα τα κύτταρα του κορμιού της να ξυπνούν. «Μπορείς να πεις στον εαυτό σου ότι το κάνεις για να σώσεις την Ντέλα, αλλά δε θα είναι η αλήθεια, πίκολα μία. Υπάρχει κάτι αδάμαστο πάνω σου. Πάντα υπήρχε», ψιθύρισε και την άφησε. «Κι αυτή τη στιγμή είσαι έτοιμη να ξεψυχήσεις από τη διέγερση κι όχι από το δισταγμό!» Η Φράνκι απομακρύνθηκε σοκαρισμένη από κοντά του, πλημμυρισμένη από μια ξαφνική αίσθηση ντροπής, καθώς συνειδητοποιούσε ότι εκείνος είχε δίκιο. Την πρόδιδε το ίδιο το κορμί της. Εκείνη τη στιγμή τον ήθελε με μια απελπισμένη λαχτάρα που δεν μπορούσε να ελέγξει. Δεν είχε να κάνει με την ηχώ του παρελθόντος ούτε με τα αισθήματα που ένιωθε τότε. Ήταν ένας πόθος έντονος, σημερινός. Ο Σαντίνο πήρε δυο ποτήρια από το καλάθι και της έδωσε το ένα. «Δεν παραπονιέμαι», είπε ήρεμα. «Δε θα με γοήτευε ένα εξιλαστήριο θύμα. Ούτε όμως με γοητεύει αυτό που αποδείχτηκε ότι είσαι...» «Τι προσπαθείς να μου πεις;» «Ότι προς το παρόν πιστεύω ότι τρεις βδομάδες μου αρκούν». Οι βαριές σκούρες βλεφαρίδες έκρυβαν το βλέμμα του. «Τρεις βδομάδες φτάνουν». Τρεις εβδομάδες ήταν οι προγραμματισμένες διακοπές της Φράνκι, τις οποίες θα περνούσε στην Ιταλία. Το χέρι της άρχισε να τρέμει ελαφρά, καθώς εκείνος γέμισε το ποτήρι της με το αστραφτερό κρασί. «Μου ζητάς να περάσω αυτόν το χρόνο μαζί σου;» «Ναι. Μετά ο καθένας θ’ ακολουθήσει το δρόμο του και θα πάρουμε διαζύγιο. Η Ντέλα θα φύγει από το σπίτι κι εγώ θα αφήσω το ποινικό της μητρώο λευκό. Είναι πολύ γενναιόδωρη προσφορά», κατέληξε ήρεμα. Εκείνη όμως δεν το έβλεπε έτσι. Το έβλεπε σαν μια ανελέητη ταπείνωση. Θυμήθηκε το περιφρονητικό του βλέμμα κι ανατρίχιασε. Μέσα στο καφενείο τον είχε νιώσει σαν ξένο. Αυτή η εντύπωση είχε διαλυθεί όταν είδε και πάλι πάνω του γνώριμα στοιχεία. Τώρα όμως ήταν πάλι ξένος. «Η επιλογή είναι δική σου». «Δε βλέπω καμιά επιλογή». Αν δεν έμενε μαζί του, εκείνος θα μήνυε την Ντέλα. Δεν άντεχε να σκέφτεται τη μητέρα της να σύρεται στα δικαστήρια, έστω κι αν το άξιζε. «Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω», του είπε αναστενάζοντας αχνά. «Μη μου ραγίζεις την καρδιά», της απάντησε ξερά, βγάζοντας ένα κινητό τηλέφωνο από την τσέπη του. Πήρε ένα νούμερο κι άρχισε να μιλάει σε κάποιον τόσο γρήγορα ιταλικά, που η Φράνκι δεν μπορούσε να καταλάβει λέξη. Μετά το έκλεισε και το έβαλε πάλι στην τσέπη του. «Η έξωση δε θα επιδοθεί», της ανακοίνωσε. Η Φράνκι αφέθηκε να καθίσει βαριά στο μικρό χαλί και έφερε το ποτήρι με το κρασί στα χείλη της, με χέρι που έτρεμε.


Κεφάλαιο 4

Ένα δυνατό χέρι έπιασε τη Φράνκι από τον ώμο, ταρακουνώντας τη να ξυπνήσει, κι εκείνη άνοιξε τα μάτια της. Ο ήλιος είχε αλλάξει θέση στον ουρανό. «Είναι ώρα να φύγουμε». Ο Σαντίνο έσκυψε και, πιάνοντας τα χέρια της, την τράβηξε με εξαιρετική άνεση να σηκωθεί. Ήταν απόγευμα. Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν η Φράνκι ήταν ότι είχε κάποια στιγμή αφήσει κάτω το άδειο ποτήρι της. Είχε κοιμηθεί δύο ώρες περίπου. Ίσιωσε με αδέξιες κινήσεις το τσαλακωμένο της παντελόνι και παραμέρισε τα ανακατεμένα της μαλλιά προς τα πίσω. «Γιατί δε με ξύπνησες;» «Υπέθεσα ότι χρειαζόσουν λίγη παραπάνω ξεκούραση», της απάντησε, διπλώνοντας το μικρό χαλί. Το καλάθι των τροφίμων είχε απομακρυνθεί ήδη. «Γιατί μ’ έφερες εδώ;» τον ρώτησε με περιέργεια. «Ίσως επειδή ήθελα ανόητα να ξαναζωντανέψω αγαπημένες εικόνες της οικογένειας που εγκατέλειψες σ’ αυτό το νησί». Μπροστά σ’ αυτή την κατηγορία η Φράνκι πάγωσε. «Ορίστε;» «Λέω για τον Τζίνο, τη Μανταλένα και την Τερέζα. Μολονότι δε μ’ έχεις ρωτήσει ακόμα, σου λέω ότι ο παππούς σου και οι θείες σου ζουν και είναι πολύ καλά». Έκανε επιτόπου μεταβολή κι ανέβηκε το χορταριασμένο μονοπάτι, κατευθυνόμενος προς το δρόμο. Ένιωσε τα μάγουλά της να ροδίζουν από τον εκνευρισμό και έτρεξε πίσω του. «Του έγραψα πολλές φορές, αλλά ο παππούς μου δε μου απάντησε ποτέ». «Σταμάτα να μου λες ψέματα», τη συμβούλεψε εκείνος παγερά, όταν τον πλησίασε. «Δεν έγραψες ποτέ. Θα ήμουν ο πρώτος που θα το μάθαινε, αν το είχες κάνει». «Του έγραψα», επέμεινε έντονα. Αμέσως όμως θυμήθηκε ότι τα γράμματά της τα έπαιρνε η Ντέλα που τη διαβεβαίωνε ότι τα έστελνε. Η καρδιά της σφίχτηκε. Μήπως δεν είχαν σταλεί ποτέ; Οποιαδήποτε επικοινωνία ανάμεσα στη Φράνκι και στον Τζίνο Καπαρέλι θα ανέτρεπε τα σχέδια της Ντέλα να ζήσει μια πλούσια ζωή σε βάρος του Σαντίνο. «Βάζω στοίχημα ότι η μητέρα μου δεν έστειλε ποτέ κανένα γράμμα μου», είπε. Ο Σαντίνο της έριξε μια περιφρονητική ματιά. Εκείνη γύρισε το κεφάλι της αλλού. Καταλάβαινε ότι δεν την πίστευε κι ότι η δικαιολογία της ακουγόταν πολύ ρηχή. Οι πρώτοι μήνες της στο Λονδίνο ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος προσαρμογής. Ξαφνικά είχε βρεθεί ξανά στον κόσμο από τον οποίο την είχε αρπάξει βίαια ο πατέρας της. Ένιωθε χαμένη και παγιδευμένη μέσα στο διαμέρισμα της μητέρας της, σαν πληγωμένο ζώο. Ο Σαντίνο ήταν ολόκληρος ο κόσμος γι’ αυτή και, όταν τον είχε βρει μ’ εκείνη τη γυναίκα στο Κάλιαρι, είχε νιώσει ότι όλα κατέρρεαν γύρω της. Τότε, σε μια εκπληκτική στιγμή διαύγειας, αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Ο γάμος τους δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια μασκαράτα κι ένα βάρος για εκείνον. Ό,τι άσχημο κι αν σκεφτόταν ο Σαντίνο, δεν είχε καμιά πρόθεση να του πει τώρα ότι είχε διαλυθεί, όταν τον είχε αφήσει ούτε πόσο καιρό της είχε πάρει μέχρι να ξαναβρεί τον εαυτό της. Ανέβηκε στο τζιπ, αναλογιζόμενη τα λόγια του. «Βιτάλε... η τράπεζα στο Κάλιαρι... Βιτάλε». Ξαφνικά θυμήθηκε ότι είχε δει αυτό το όνομα πριν από δυο χρόνια σ’ ένα περιοδικό. Μιλούσε για μια οικογένεια τραπεζιτών, μια μεγάλη και πλούσια οικογένεια Ιταλών, που διατηρούσε τόσο καλά κρυμμένη την προσωπική της ζωή, ώστε οι φωτογραφίες των μελών της ήταν σπάνιες. Ήταν μια τακτική που είχαν ακολουθήσει μετά την απαγωγή ενός μέλους τους, πριν από τριάντα χρόνια. Δύο μήνες μετά την πρώτη της συνάντηση με τον Σαντίνο, εκείνος είχε πει στον παππού της ότι ο γιος του, ο πατέρας της Φράνκι, ο Μάρκο, είχε σκοτωθεί σε τροχαίο στην Ισπανία. Εκείνη είχε πονέσει απίστευτα, ακούγοντας το νέο. Πίστευε ότι ο πατέρας της την εγκατέλειψε κι ότι δεν ήταν παρά ένας κοινός απαγωγέας. Μέσα στη θλίψη της μάλιστα, το είχε παραδεχτεί στον Σαντίνο. «Το γεγονός ότι ο πατέρας σου σου είπε ψέματα ότι τα είχε ξαναφτιάξει με τη μητέρα σου και σ’ έφερε εδώ, να ζήσεις με μια οικογένεια που στην ουσία σού ήταν ξένη, ναι, αυτό ήταν ανευθυνότητα από μέρους του, εγωισμός και τραγικό λάθος», της είχε απαντήσει ο Σαντίνο με έντονο ύφος. «Μην ξαναπείς όμως ποτέ ότι σε απήγαγε, πίκολα μία. Έχω ένα θείο που υποφέρει ακόμα από τις ουλές ενός τέτοιου τραύματος. Οι απαγωγείς είναι βίαιοι και σκληροί εγκληματίες, που στερούν από αθώους την ελευθερία τους, με σκοπό το οικονομικό όφελος». Ξαναγυρνώντας στο παρόν, η Φράνκι έριξε μια κλεφτή ματιά στο προφίλ του, καθώς εκείνος έβαζε μπροστά τη δυνατή μηχανή του αυτοκινήτου. Τι της είχε πει νωρίτερα; Ότι η θέα μιας επιταγής της Τράπεζας Βιτάλε θα την αρρώσταινε; Ότι είχε γραφείο στη Ρώμη; «Γιατί δούλευες σ’ εκείνη την τράπεζα στο Κάλιαρι;» τον ρώτησε με αδύναμη φωνή. Ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο άντρας που παντρεύτηκε στα δεκάξι της είχε πάντα μια μυστική ζωή απ’ αυτήν. «Ήμουν διευθυντής. Ο πατέρας μου πίστευε ότι ήταν μια χρήσιμη εμπειρία, πριν αναλάβω τη θέση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου. Πάντως, θεωρούσε υπερβολικό το γεγονός ότι διάλεξα να θαφτώ σ’ ένα επαρχιακό υποκατάστημα της τράπεζάς μας στη Σαρδηνία. Τότε δεν ήξερε ότι είχα άλλους λόγους γι’ αυτή την επιλογή ούτε ότι διατηρούσα μια σύζυγο-παιδί πάνω στα βουνά». Της τράπεζάς μας. Η Φράνκι κατάπιε με δυσκολία. «Και ήσουν ιδιοκτήτης ενός ολόκληρου κάστρου στην άλλη μεριά του νησιού;» «Το κάστρο περιήλθε στην ιδιοκτησία μου μόλις πέρυσι», της απάντησε. «Ανήκε στον πατέρα μου που το είχε νοικιάσει και λειτουργούσε χρόνια ως ξενοδοχείο». «Δεν έχει σημασία. Δε μου είπες τίποτα για σένα...» «Δε σου είπα κανένα ψέμα κι από την άλλη σου έδωσα όσες πληροφορίες μπορούσες να δεχτείς. Ήσουν απόλυτα ικανοποιημένη στο μικρό σου κόσμο. Η ωριμότητά σου φαίνεται από το πόσα πράγματα με ρώτησες για το επάγγελμά μου», της είπε ξερά. «Απ’ ό,τι θυμάμαι, το μόνο που σ’ ένοιαζε τότε ήταν πως η δουλειά μου με κρατούσε όλη τη βδομάδα μακριά σου». Ένα ζωηρό κόκκινο χρώμα έβαψε τα μάγουλα της Φράνκι. «Τι έπρεπε να σε ρωτήσω δηλαδή; Δεν είχα ξαναεπισκεφτεί τράπεζα και δεν ήθελα να σου φανερώσω την άγνοιά μου. Πού πάμε;» τον ρώτησε απότομα. «Δεν ήρθαμε από δω...» «Πάμε στη Σιέντα για μια επανένωση της οικογένειας Καπαρέλι, η οποία έχει καθυστερήσει χρόνια», απάντησε ο Σαντίνο ανέκφραστα. Μαθαίνοντας ότι πήγαιναν στο χωριό του παππού της, η Φράνκι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Στη Σιέντα;» τραύλισε. «Ελπίζω η οικογένειά σου να μη μάθει ποτέ ότι ήρθες στη Σαρδηνία κι έφυγες, χωρίς να περάσεις να τους δεις...» «Να σε πάρει... Πώς τολμάς να μου επιρρίπτεις ευθύνες; Ξέρεις πολύ καλά πόσο φρικτά ένιωθα όταν ήμουν στο χωριό. Ο παππούς μου μπορούσε να γράψει στη μητέρα μου κι εκείνη θα έτρεχε αμέσως να με πάρει. Δεν μπόρεσε να το κάνει όμως, γιατί δεν έμαθε ποτέ πού ήμουν...» Ο Σαντίνο σταμάτησε το αυτοκίνητο και κάρφωσε το βλέμμα του στο οργισμένο της πρόσωπο. «Δεν πρόκειται να σου πω άλλα ψέματα για να σε προστατέψω. Είσαι αρκετά μεγάλη για ν’ αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα. Η μητέρα σου δεν έκανε καμιά προσπάθεια να αποκτήσει ξανά την κηδεμονία σου». «Πώς μπορούσε να το κάνει, αφού δεν ήξερε πού βρισκόμουν; Ο πατέρας μου μετακινιόταν συνέχεια κι είναι φυσικό να πίστευε ότι ήμουν μαζί του».


Ο Σαντίνο αναστέναξε βαθιά. «Όταν έμαθε το θάνατο του γιου του, ο Τζίνο μου έδωσε την άδεια να επικοινωνήσω με τη μητέρα σου», της είπε. «Δε σε πιστεύω!» του φώναξε. «Μου είπε, ‘‘πες στη νύφη μου να έρθει εδώ να κουβεντιάσουμε και να δούμε ποιο είναι το καλύτερο για το παιδί’’. Πήγα αμέσως στο Λονδίνο. Συνάντησα την Ντέλα, της μετέφερα την πρόσκληση του Τζίνο και της μίλησα για τη δική σου κατάσταση. Εκείνη δεν είπε τίποτα». «Δεν είναι αλήθεια... Δεν μπορεί να είναι αλήθεια!» «Λυπάμαι, αλλά είναι. Η μητέρα σου ήξερε πάντα πού βρισκόσουν. Ο πατέρας σου της τηλεφώνησε την ίδια μέρα που σε πήρε και της είπε ότι σε πήγαινε στην οικογένειά του. Αλλά η Ντέλα δεν έχει ανεπτυγμένο το μητρικό ένστικτο. Όταν τη συνάντησα στο Λονδίνο, ήδη περνούσε τη ζωή της με καθημερινά πάρτι, συντροφιά με το δεύτερο σύζυγό της. Ακόμα κι όταν της είπα ότι ο Μάρκο είχε σκοτωθεί, δεν είδε κανένα λόγο να μη μείνεις εκεί όπου ήσουν». Η Φράνκι γύρισε το κεφάλι της από την άλλη, νιώθοντας δάκρυα να τσούζουν τα μάτια της. Το ζεστό του χέρι σκέπασε το δικό της κι εκείνη το τράβηξε. Ο Σαντίνο ξεφύσηξε. «Τότε απέφυγα να σου πω αυτή την ιστορία για να μην πληγωθείς. Ούτε ο Τζίνο ήθελε να σε πληγώσει, γι’ αυτό και δε σου αποκάλυψε την αλήθεια. Και η ανταμοιβή του γι’ αυτό ήταν η απέχθεια και η πικρία από την πλευρά σου. Μετά το θάνατο του πατέρα σου, τον κατηγόρησες ότι σε κρατούσε στη Σαρδηνία με το ζόρι. Δεν μπορούσα να σ’ αφήσω να επιστρέψεις στην οικογένεια σου, εξακολουθώντας να διατηρείς αυτή την εντύπωση». Ο Σαντίνο είχε ξεσκεπάσει αυτό που πάντα φοβόταν μέσα της η Φράνκι. Μόλις η κόρη της απομακρύνθηκε, η νέα και όμορφη μητέρα της συνέχισε τη ζωή της ικανοποιημένη κι ίσως ανακουφισμένη που είχε απαλλαγεί από το φορτίο της ανατροφής της. Κι όταν η Φράνκι επέστρεψε, στα δεκάξι της, η φοβερή αλήθεια ήταν εκεί, μπροστά της. Οι ελπίδες και οι προσδοκίες της δεν είχαν βρει ποτέ ανταπόκριση από το γονιό που είχε ανόητα εξιδανικεύσει όλα τα χρόνια που βρισκόταν στη Σαρδηνία. «Σ’ ευχαριστώ που μου μίλησες», ψέλλισε καταπίνοντας την περηφάνια της. «Μόνο που αυτά θα έπρεπε να τα ήξερα εδώ και πολύ καιρό». Ο Σαντίνο άναψε τη μηχανή του αυτοκινήτου ξανά. «Αυτή η απόφαση δεν ήταν δική μου». Ένας λυγμός ανέβηκε στο λαιμό της Φράνκι. Τα συναισθήματά της ήταν τόσο δυνατά, που την έκαναν να τρέμει. Ξαφνικά σκέφτηκε ότι σε όλη τη ζωή της δεν είχε αγαπηθεί ποτέ... Ούτε από τη συναισθηματικά ψυχρή μητέρα της ούτε από τον πατέρα της, που την είχε κλέψει για να εκδικηθεί τη γυναίκα του, επειδή τον είχε παρατήσει, ούτε από την οικογένεια του πατέρα της, που αναγκάστηκε να τη δεχτεί και να την κρατήσει από καθήκον... Και σίγουρα ούτε από τον Σαντίνο, που είχε συμφωνήσει να την παντρευτεί, επειδή τη λυπόταν. Κατάπιε με δυσκολία κι ένας πνιχτός ήχος ξέφυγε από τα χείλη της. «Κλάψε... Αυτό πάντα σ’ έκανε να νιώθεις καλύτερα», την παρότρυνε με την ενοχλητική ηρεμία του ανθρώπου που είχε υποφέρει ατέλειωτα τέτοια ξεσπάσματα. «Σε μισώ, Σαντίνο...» του είπε, μισώντας ακόμα περισσότερο τον εαυτό της, επειδή ακουγόταν σαν κακομαθημένη έφηβη. «Κι όμως, εξακολουθείς να με κοιτάς σαν παιδί που βλέπει μπροστά του μια ολόφρεσκη τούρτα. Αυτό δεν έχει αλλάξει». Ένα κύμα θυμού φούντωσε μέσα της. «Αυτό που έχει αλλάξει», συνέχισε ο Σαντίνο με βελούδινη έμφαση, «είναι ότι δε νιώθω πια πως εκμεταλλεύομαι μια αθώα έφηβη, η οποία, υποθέτω, ότι δεν υπάρχει πλέον εδώ και πολύ καιρό...» Το αγέρωχο κεφάλι του γύρισε ελαφρά, σε μια ερωτηματική κίνηση. «Τι φαντάστηκες;» τον ρώτησε η Φράνκι με κακία. «Ότι, από τη στιγμή που σε είδα αγκαλιά μ’ εκείνη την ξανθιά, σιχάθηκα τον έρωτα;» Ο Σαντίνο πάγωσε. Η Φράνκι όρθωσε τους ώμους της. Τώρα η συγκίνηση είχε περάσει. «Ναι, αυτό περίμενες... Θα πίστεψες ότι μου ράγισες την καρδιά... Ε, λοιπόν, όχι! Δεν κάθισα να θρηνήσω το χαμένο μου έρωτα και, πίστεψέ με, βρήκα αμέσως έναν άντρα που με ήθελε πραγματικά...» «Δε μου χρειάζονται λεπτομέρειες της εμπειρίας σου», τη διέκοψε παγερά. Η Φράνκι κοκκίνισε και χαμήλωσε το κεφάλι της, νιώθοντας ντροπή γι’ αυτό το ξέσπασμα, από τη στιγμή μάλιστα που όλα ήταν ψέματα. Η απόρριψη του Σαντίνο είχε πληγώσει ανεπανόρθωτα τον εγωισμό της και της είχε στερήσει την εμπιστοσύνη προς τους άντρες. Βέβαια, είχε φίλους, αλλά στις σύντομες σχέσεις της δεν είχε δεθεί συναισθηματικά με κανέναν. Δεν είχε γνωρίσει κανέναν που να τον θέλει όσο ήθελε τον Σαντίνο και δε βιαζόταν καθόλου να ευαισθητοποιηθεί πάλι πάνω σ’ αυτό το θέμα. «Η οικογένειά σου πιστεύει ότι είχες πάει για σπουδές στην Αγγλία», της είπε εκείνος. Η Φράνκι ξαφνιάστηκε. «Έχεις επαφή μαζί τους;» «Φυσικά. Για εκείνους εξακολουθώ να είμαι άντρας σου. Ανήκω κι εγώ στην οικογένεια», της απάντησε ήρεμα. Άντρας της. Η θύμηση της αναγκαστικής επιλογής που της είχε επιβάλει ο Σαντίνο έκανε το κορμί της να τεντωθεί παράξενα. Τρεις εβδομάδες στη Σαρδηνία μαζί του. Κατάπιε με δυσκολία. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα πήγαινε στο κρεβάτι με τον Σαντίνο. Ούτε ότι θα μπορούσε εκείνος να θέλει κάτι τέτοιο. Εξάλλου, ήταν ο ίδιος άντρας που την είχε κρατήσει σε απόσταση και της είχε φερθεί λες και ήταν αδελφή του, τους έξι μήνες που είχαν ζήσει κάτω από την ίδια στέγη, ως ανδρόγυνο. Το γεγονός ότι δεν είχαν ολοκληρώσει το γάμο τους, τη βασάνιζε φρικτά. Ο Σαντίνο τότε κοιμόταν στη διπλανή κρεβατοκάμαρα. Θυμήθηκε ότι της ήταν αδύνατον να καταλάβει το δισταγμό του να κάνει αυτό που η Τερέζα της είχε πει ότι ήθελαν όλοι οι άντρες με πρώτη ευκαιρία και ντρεπόταν τόσο πολύ, που δεν είχε βρει το κουράγιο να μοιραστεί το μυστικό της με κανέναν. Μέσα στην αθωότητά της όμως, δεν της είχε περάσει από το μυαλό ότι μπορούσε ο Σαντίνο να έβρισκε σεξουαλική ικανοποίηση κάπου αλλού. Η εμπιστοσύνη της σ’ αυτόν ήταν απεριόριστη. Και δε θα είχε ανακαλύψει ποτέ ότι υπήρχε άλλη γυναίκα στη ζωή του, αν δεν είχε αποφασίσει να του κάνει έκπληξη μια καθημερινή, στο Κάλιαρι. Ένας γείτονας την είχε πάει να πάρει το λεωφορείο που την είχε οδηγήσει στην πόλη. Δίστασε όμως να μπει μέσα στην τράπεζα και να ζητήσει τον Σαντίνο. Ήταν μεσημέρι και ώρα φαγητού κι εκείνη τριγυρνούσε απέξω, προσπαθώντας να βρει το κουράγιο να μπει μέσα, όταν τον είδε ξαφνικά να βγαίνει γελαστός μαζί με μια όμορφη ξανθιά γυναίκα στο πλευρό του. Εκείνος δεν την πρόσεξε και η Φράνκι, ξαφνιασμένη από την παρουσία της άγνωστης, τους άφησε να περάσουν, χωρίς να τους σταματήσει. Μετά όμως, μάλωσε τον εαυτό της για το δισταγμό της και επειδή υπέθεσε ότι θα ήταν κάποια συνάδελφός του, τους ακολούθησε στο δρόμο απέναντι, όπου μπήκαν σε μια πολυκατοικία. Ο θυρωρός τη σταμάτησε και τη ρώτησε τι ήθελε, ενώ η Φράνκι τους έβλεπε να μπαίνουν στο ασανσέρ. Κι ύστερα, τους είδε σοκαρισμένη να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται με πάθος. Μια στιγμή πριν κλείσουν οι πόρτες, ο Σαντίνο ανασήκωσε το κεφάλι του και το βλέμμα του συνάντησε το δικό της. Η Φράνκι δε θα ξεχνούσε, ποτέ την οργισμένη, ένοχη θλίψη που είχε ζωγραφιστεί στα όμορφα χαρακτηριστικά του. Θεέ και Κύριε, σκέφτηκε τώρα, είμαι πέντε χρόνια μεγαλύτερη και σοφότερη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε ότι ο γάμος τους ήταν αληθινός. Από την αρχή όμως ο Σαντίνο σκόπευε να τον ακυρώσει και να ανακτήσει την ελευθερία του. «Μια σύζυγο-παιδί πάνω στα βουνά», έτσι είχε πει. Ήταν ένα μυστικό που τον έκανε να ντρέπεται και, χωρίς αμφιβολία, μια ανεπιθύμητη ευθύνη... *


Το απόγευμα έδινε τη θέση του στο βράδυ και το αυτοκίνητο προσπερνούσε τα χωριά με τους ελαιώνες και τους αμπελώνες. Καθώς ο ορεινός δρόμος ανηφόριζε, τα δέντρα αραίωναν και τα βοσκοτόπια απλώνονταν σ’ όλο το μεγαλείο τους, με πρόβατα να βόσκουν εδώ κι εκεί. Τελικά βγήκαν από το δρόμο και πήραν ένα χωματόδρομο που οδηγούσε στη Σιέντα. Η Φράνκι κοιτούσε τεντωμένη το γνώριμο περιβάλλον. Μηλιές, καστανιές και βελανιδιές στεφάνωναν το χωριό, μέσα στη φυσική κοιλάδα. Δεξιά κι αριστερά στο δρόμο έστεκαν μικρά σπίτια με ταράτσες, πνιγμένα μέσα στις κληματαριές. Ο Σαντίνο σταμάτησε έξω από το σπίτι του Τζίνο Καπαρέλι, στο κέντρο του χωριού και την κοίταξε καρτερικά. «Λοιπόν, τι περιμένεις;» τη ρώτησε. Κατέβηκε διστακτικά και είδε τη θεία της τη Μανταλένα να κοιτάζει από την ανοιχτή εξώπορτα. Σταμάτησε. Ξαφνικά, εντελώς αναπάντεχα, ένα κύμα συγκίνησης την πλημμύρισε. Μέσα σε δευτερόλεπτα βρέθηκε δακρυσμένη στην αγκαλιά της μικρόσωμης γυναίκας, προσπαθώντας να μιλήσει μια γλώσσα που πίστευε ότι την είχε ξεχάσει, αλλά που, απρόσμενα, είχε ξανάρθει στα χείλη της. «Έλα... Ελάτε μέσα», είπε η Τερέζα πίσω από την αδελφή της. «Όλοι οι γείτονες θα μας βλέπουν». Ύστερα μπροστά στη Φράνκι εμφανίστηκε ο παππούς της, που την υποδέχτηκε με ένα πιο συγκρατημένο αγκάλιασμα. Την απομάκρυνε λίγο και την κοίταξε σμίγοντας τα λευκά του φρύδια. «Δε θα σε δεχόμουν ξανά σ’ αυτό το σπίτι, χωρίς τον άντρα σου». Ο Τζίνο Καπαρέλι παραδέχτηκε ότι ήξερε την αλήθεια που κρυβόταν πίσω από την αδικαιολόγητη απουσία της. «Τώρα όμως γύρισες εκεί όπου ανήκεις, δίπλα μου». Οι μέρες που η Φράνκι διαφωνούσε με τις αποφάσεις του παππού της είχαν περάσει. Κοκκίνισε, χωρίς να πει τίποτα, συγκινημένη από τη θερμή υποδοχή μετά από πέντε χρόνια σιωπής. Εκείνη τη στιγμή ένιωθε ότι έπαιρνε κάτι παραπάνω απ’ αυτό που άξιζε. Επιπλέον, έβλεπε πράγματα που δεν είχε δει στην εφηβεία της, όταν η προσοχή της ήταν αποκλειστικά στραμμένη στον Σαντίνο και στον τρόπο που θα έβρισκε για να φύγει από τη Σιέντα. Είδε τα μάτια του ηλικιωμένου άντρα να λάμπουν από ικανοποίηση και την πληγωμένη έκφραση στο πρόσωπο της Τερέζας. Άπλωσε τα χέρια της κι αγκάλιασε και την άλλη θεία της. «Φέρε στον Σαντίνο ένα ποτήρι κρασί», πρότεινε η Τερέζα στη Μανταλένα μ’ ένα από τα σπάνια χαμόγελά της. «Εγώ θα δείξω στη Φραντσέσκα το σπίτι». Η Φράνκι έσμιξε τα φρύδια της απορημένη που θα έπρεπε να γίνει κάτι τέτοιο, μέχρι που είδε τον Σαντίνο και τον παππού της να βγαίνουν στο μικρό προαύλιο, έξω από το σαλόνι. Πλησίασε στην πόρτα και κοίταξε ξαφνιασμένη το τραπέζι, τις καρέκλες και τα διακοσμητικά φυτά, που τώρα στόλιζαν τον κάποτε άχαρο χώρο, που φιλοξενούσε το άγριο τσοπανόσκυλο του Τζίνο. «Όταν πούλησαν δίπλα οι Φεστρίνι, ο παππούς σου αγόρασε το σπίτι τους και το ένωσε με τούτο», της εξήγησε με υπερηφάνεια η Τερέζα. «Τώρα έχουμε τέσσερις κρεβατοκάμαρες». «Και πού βρήκε τα λεφτά;» τη ρώτησε η Φράνκι ξαφνιασμένη. «Ο Τζίνο διαχειρίζεται όλη τη γη του Σαντίνο γύρω από το χωριό και φροντίζουμε και το σπίτι σας», απάντησε χαρούμενα η Μανταλένα. «Τώρα ζούμε πολύ άνετα». Ένιωσε μπερδεμένη και άφησε να την οδηγήσουν στο υπόλοιπο σπίτι. Πέρασε μέσα από τη μεγάλη τώρα κουζίνα και ανέβηκε τη σκάλα για να δει το μικρό όμορφο μπάνιο, για το οποίο η Τερέζα εξέφρασε μεγάλη χαρά. Η ξενάγηση συνεχίστηκε στις κρεβατοκάμαρες, που ήταν μικρές και απλά επιπλωμένες όλες. «Απόψε θα κοιμηθείτε εδώ με τον Σαντίνο», της είπε η Μανταλένα συνεσταλμένα, ανοίγοντας την πόρτα ενός δωματίου στο οποίο δέσποζε ένα κρεβάτι. Η Φράνκι πέρασε το κατώφλι και παρατήρησε με θαυμασμό τα όμορφα λουλούδια στο περβάζι του παραθύρου και το πεντακάθαρο λευκό βαμβακερό κάλυμμα που σκέπαζε το σιδερένιο κρεβάτι. Μπήκε στον πειρασμό να παρατηρήσει ότι το κρεβάτι δεν ήταν πάνω από 1,20 φαρδύ. Η προοπτική όμως να μοιραστεί αυτό το στενό κρεβάτι με τον Σαντίνο τη φόβιζε και της έδενε τη γλώσσα κόμπο. «Κοκκινίζεις σαν νιόπαντρη», παρατήρησε η Τερέζα, κουνώντας με δυσπιστία το κεφάλι της. «Κι έτσι πρέπει. Δεν είναι καιρός να χαρίσεις στον άντρα σου ένα γιο;» «Ο Σαντίνο ήθελε η Φραντσέσκα να τελειώσει τις σπουδές της», της υπενθύμισε η Μανταλένα. «Ο Τζίνο πιστεύει ότι η οικογένεια του Σαντίνο πρέπει να είναι μορφωμένη». Αναρρίγησε. Ύστερα όμως σκέφτηκε ότι η έλλειψη πανεπιστημιακής μόρφωσης δεν είχε ιδιαίτερη σημασία, αφού δεν υπήρχε πιθανότητα να γνωρίσει ποτέ την οικογένεια Βιτάλε στη Ρώμη. Μέσα σε τρεις εβδομάδες, ίσως νωρίτερα, θα επέστρεφε στο Λονδίνο και δε θα ξανάβλεπε ποτέ τον Σαντίνο. Ωστόσο η σκέψη αυτή ξαφνικά τη γέμισε πανικό. «Όταν η Φραντσέσκα πήγαινε στο σχολείο εδώ, το μόνο που την ένοιαζε ήταν ο Σαντίνο. Της είχε γράψει; Είχε κανένα δέμα; Πότε θα ερχόταν να την ξαναδεί;» θυμήθηκε η Τερέζα με απροκάλυπτη αποδοκιμασία. «Κι όταν ο Σαντίνο ερχόταν με το θείο του, έπρεπε να έχεις μάτια στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου για να την προσέχεις, αλλιώς τριγυρνούσε μαζί του ξεδιάντροπα. Ω, τι αφορμές για κουτσομπολιό έδωσες στους γείτονες, Φραντσέσκα! Ήμαστε πολύ τυχερές που ο Σαντίνο σε πήρε... Ποιος άλλος άντρας θα το έκανε, μετά απ’ όλες εκείνες τις φήμες;» Το πρόσωπο της Φραντσέσκα έγινε πιο ρόδινο από ποτέ. Ξαφνικά είχε ξαναγίνει δεκατεσσάρων χρονών και βρισκόταν καθισμένη σε μια γωνιά, όπου την είχε βάλει η θυμωμένη Τερέζα και της έκανε μάθημα για το πόσο ανάρμοστο ήταν για ένα κορίτσι να κυνηγά έναν άντρα. «Τώρα είναι παντρεμένοι», παρατήρησε η Μανταλένα. Παντρεμένοι, σκέφτηκε η Φράνκι θλιμμένα. Είχαν ένα γάμο που δεν είχε ολοκληρωθεί ποτέ. Όταν κατέβηκε κάτω, ασχολήθηκε με την προετοιμασία του γιορτινού τραπεζιού. Οι άντρες κάθονταν έξω στην αυλή κι έπιναν παλιό κρασί. Η Φράνκι κατάλαβε ότι οι θείες της πίστευαν πως, όταν έφυγε πριν από πέντε χρόνια, ο Σαντίνο την ακολούθησε στην Αγγλία και γεφύρωσε τις διαφορές τους. Πίστευαν ότι έμενε στο Λονδίνο με τη μητέρα της για να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Το ίδιο όμως πίστευε κι εκείνος, υπενθύμισε στον εαυτό της. Και χάρη στη γενναιοδωρία του και την οικονομική του υποστήριξη, η οικογένειά της είχε ευημερήσει. Η τελευταία σκέψη τη χτύπησε σαν χαστούκι. Ο Σαντίνο δεν είχε πουλήσει ποτέ το αγροτόσπιτο. Είχε πείσει τον παππού της ότι χρειαζόταν τη βοήθειά του για το κτήμα και οι θείες της είχαν αναλάβει τη συντήρηση του σπιτιού. Χωρίς να πληγώσει την περηφάνια τους, τους πρόσφερε οικονομική βοήθεια και έδωσε στη φτωχή οικογένειά της την ευκαιρία να καλυτερεύσει τη ζωή της. Το βλέμμα της καρφώθηκε επίμονο πάνω του, μέσα από την πόρτα. Τα μαύρα μαλλιά του έλαμπαν στον ήλιο. Οι γραμμές του προφίλ του ήταν έντονες και σκληρές. Ήταν εντυπωσιακός, αισθησιακός και απίστευτα αρρενωπός. Ο άντρας της... Εκείνος γύρισε το κεφάλι και τα λαμπερά του μάτια καρφώθηκαν πάνω της. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της, σαν να είχε έρθει σ’ επαφή με ηλεκτρικό ρεύμα. Η ανάσα της κόπηκε. Ανίκανη να κάνει αλλιώς, συνέχισε να τον κοιτάζει. Πρώτος ο Σαντίνο αποτράβηξε το βλέμμα του. Μετά, κάτι είπε στον παππού της, σηκώθηκε και την πλησίασε. «Πάω να φέρω τη βαλίτσα σου από το αυτοκίνητο», μουρμούρισε με φωνή βραχνή. Η Φράνκι έπλεξε τα δάχτυλά της. «Δεν μπορούμε απόψε να μείνουμε στο αγροτόσπιτο;» ψιθύρισε. «Και ν’ αρνηθούμε τη φιλοξενία της οικογένειάς σου;» Ο Σαντίνο γέλασε μαλακά, λες κι ήξερε τι περνούσε από το μυαλό της. «Νομίζω ότι ξέρεις καλά πως αυτό δε γίνεται». «Σαντίνο, σε παρακαλώ...»


Εκείνος ανασήκωσε το χέρι του κι άφησε τα δάχτυλά του να γλιστρήσουν στο πιγούνι της, κάνοντάς τη να ριγήσει. «Πάω να φέρω τη βαλίτσα σου», επανέλαβε κι απομακρύνθηκε. Η Τερέζα έβαλε ένα τραπεζομάντιλο κι ένα καλάθι με σερβίτσια στα χέρια της Φράνκι και την έσπρωξε έξω στην αυλή. «Έχεις πολύ δυνατό άντρα», παρατήρησε ο Τζίνο Καπαρέλι, κοιτάζοντας το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο της Φράνκι. «Ένας δυνατός άντρας και μια δυνατή γυναίκα κάνουν έναν καλό γάμο». Το αισθησιακό στόμα της σφίχτηκε. «Πιθανόν». «Έχεις μάθει να πειθαρχείς. Αλλά ο Σαντίνο δε θα ανεχόταν αντιδράσεις». Η Φράνκι έσφιξε ακόμα περισσότερο τα χείλη της. Όταν εκείνος έπαιρνε μια απόφαση, ήταν ακλόνητος. Θυμήθηκε τον πρώτο καιρό του γάμου τους που του είχε εναντιωθεί, απαιτώντας να περνούν τα Σαββατοκύριακα μαζί στο Κάλιαρι. Εκείνος της είχε απαντήσει ότι προτιμούσε να μένουν στη Σιέντα, κοντά στην οικογένειά της. Τίποτα, ούτε τα δάκρυα ούτε τα μούτρα ούτε ακόμα κι οι ικεσίες δεν είχαν καταφέρει να τον κάνουν ν’ αλλάξει γνώμη. «Για πάνω από πέντε χρόνια δε συμπεριφερόσαστε ως παντρεμένο ζευγάρι», σχολίασε ο Τζίνο μ’ ένα απρόσμενο γέλιο. «Η ιστορία αυτή μπορεί να ικανοποιούσε τις αδελφές μου, που δεν έχουν φύγει ποτέ στη ζωή τους από το χωριό... Μην ανησυχείς όμως. Αισθάνομαι τόση ανακούφιση που σε ξαναβλέπω με τον άντρα σου, ώστε αρκούμαι σ’ αυτό». Η Φράνκι σταμάτησε ξαφνιασμένη, καθώς έστρωνε το τραπεζομάντιλο, και κοίταξε ανήσυχα τον παππού της. «Εγώ...» «Τώρα είσαι στην υπευθυνότητα του Σαντίνο κι εκείνος ξέρει καλά τι πρέπει να κάνει. Με πονηριά, με εξυπνάδα», είπε ο Τζίνο και κούνησε το κεφάλι του με ικανοποίηση και υπερηφάνεια. «Τι ταίρι σου βρήκα, Φραντσέσκα... Είχα καταλάβει τις ικανότητές του ως συζύγου, πολύ πριν τις καταλάβει ο ίδιος». Ήταν ό,τι πιο αληθινό είχε πει ο παππούς της. Η Φράνκι προσπάθησε να μη μορφάσει. Πριν από πεντέμισι χρόνια ο Σαντίνο είχε παγιδευτεί τόσο από τις προσδοκίες του Τζίνο όσο και από τη δική της εξάρτηση. Κι είχε νιώσει ευθύνη όχι μόνο για εκείνη, αλλά και για την οικογένειά της. Αναλογιζόμενη αυτά τα γεγονότα μαζί με την απάτη της μητέρας της, η Φράνκι ένιωσε ότι είχε ένα χρέος απέναντί του που δε θα μπορούσε ποτέ να ξεπληρώσει. * «Φυσικά και θα βοηθήσω στο συμμάζεμα», διαμαρτυρήθηκε απελπισμένη η Φράνκι για δεύτερη φορά. Η Τερέζα μάζευε τα πιάτα με εξαιρετική ικανότητα και έκανε ενοχλημένη μια απορριπτική χειρονομία. «Τι σου συμβαίνει; Εσένα πάντα σου άρεσε να μαγειρεύεις, αλλά όχι και να πλένεις! Φέρε λίγο κρασί ακόμα στον άντρα σου... κοίταξε τι άλλο θέλει», τη συμβούλεψε. Τα κεριά είχαν χαμηλώσει πάνω στο τραπέζι και οι σκιές είχαν απλωθεί τριγύρω στην αυλή. Σφίγγοντας τα χείλη της, η Φράνκι πλησίασε με το μπουκάλι το κρασί. Ο Σαντίνο έγειρε πίσω ακούγοντας τον Τζίνο, αλλά με το βλέμμα παρακολουθούσε τις κινήσεις της. Σκέπασε με το χέρι το ποτήρι του για να μην του βάλει κρασί. «Φαίνεσαι κουρασμένη. Πήγαινε να ξαπλώσεις, κάρα. Θα έρθω κι εγώ σε λίγο», της πρότεινε ανάλαφρα, με τη βαθιά φωνή του απαλή σαν βελούδο. Η Φράνκι άφησε κάτω το μπουκάλι και σκούπισε τις ιδρωμένες παλάμες πάνω στους γοφούς της. Ύστερα αποσύρθηκε διστακτικά, φεύγοντας μακριά από το αρπακτικό βλέμμα του Σαντίνο. Εκείνος έγειρε το κεφάλι του πίσω κι ένα πονηρό χαμόγελο άνθισε στα χείλη του. Η καρδιά της σφίχτηκε, όπως κι οι γροθιές στα πλευρά της. Όταν έφτασε στην κρεβατοκάμαρα του επάνω ορόφου, ανακάλυψε ότι κοιτούσε επίμονα το στενό κρεβάτι. Με δυσκολία χωρούσε τον Σαντίνο, πόσω μάλλον και την ίδια. Βέβαια, ούτε λόγος να προσπαθήσει να τον αποφύγει, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες. Ξαφνικά θυμήθηκε το λεπτό νυχτικό που είχε μέσα στη βαλίτσα της και το ηθικό της έπεσε. Τα όμορφα νυχτικά και τα εσώρουχα ήταν η κρυφή της αδυναμία. Ωστόσο, δεν μπορούσε να υποδεχτεί τον Σαντίνο με μια προκλητική έκθεση γυμνής σάρκας. Διέσχισε το στενό διάδρομο ως την κρεβατοκάμαρα της Τερέζας και πήρε ένα βαμβακερό νυχτικό από το ντουλάπι που βρισκόταν στη γωνία. Μόνο ένα πεινασμένο κι απελπισμένο αρσενικό θα έβρισκε προκλητικό όλο αυτό το σωρό από πτυχές και σούρες πάνω σ’ ένα κρεβάτι. Ικανοποιημένη από αυτή τη σκέψη, ξάπλωσε τελικά. Μισή ώρα αργότερα η πόρτα άνοιξε και η λάμπα δίπλα στο κρεβάτι άναψε. Ύστερα άκουσε τον Σαντίνο ν’ ανοίγει το σακίδιό του. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι άνοιξε τα μάτια της τη στιγμή ακριβώς που εκείνος έβγαζε το πουκάμισό του. Κοίταξε σαν υπνωτισμένη τη μαυρισμένη και καλοσχηματισμένη πλάτη του... τις αρμονικές κινήσεις των μυών. Αφήνοντας την πόρτα μισάνοιχτη, ο Σαντίνο βγήκε ξυπόλυτος και πήγε στο μπάνιο. Μόνο όταν άκουσε το νερό να τρέχει και συνειδητοποίησε ότι εκείνος ετοιμαζόταν να κάνει ντους, χαλάρωσε κι ανάσανε ξανά. Τα λεπτά πέρασαν αργά και γεμάτα ένταση. Η Φράνκι κόντευε να τρελαθεί και αντέδρασε με οργή στη διαρκώς αυξανόμενη υπερένταση. Τελικά η πόρτα του μπάνιου άνοιξε ξανά, ο Σαντίνο βγήκε και, μπαίνοντας στην κρεβατοκάμαρα, έγειρε πάνω στην πόρτα για να την κλείσει. Η Φράνκι τον κοίταξε σαν γάτα που κοιτούσε μια τίγρη. Στεκόταν μισόγυμνος κι αδιάφορος, με το κουμπί της ζώνης του στενού τζιν του ξεκούμπωτο και τα πόδια μισάνοιχτα. Το στόμα της στέγνωσε.


Κεφάλαιο 5

Ε

« πιτέλους! Τουλάχιστον δεν προσποιείσαι ότι κοιμάσαι», σχολίασε μελιστάλαχτα. «Ίσως να έχεις αρχίσει επιτέλους να νιώθεις λίγο παντρεμένη». «Παντρεμένη!» Η Φράνκι τράβηξε το βλέμμα της με μεγάλη δυσκολία από το γεροδεμένο στέρνο του με το απαλό, σκούρο τρίχωμα. «Μέχρι να ξημερώσει, σε διαβεβαιώ ότι δε θα έχεις καμιά αμφιβολία ότι ανήκεις σ’ εμένα». Η Φράνκι ένιωσε το θυμό της να φουντώνει πάλι. «Δεν ανήκω σ’ εσένα». Της χάρισε ένα χαμόγελο που στην πραγματικότητα αποτελούσε μια απειλή που τη σοκάρισε. «Για τις επόμενες τρεις εβδομάδες, μου ανήκεις». Κάτι αναδεύτηκε βαθιά μέσα της. Η αλήθεια είχε κρυφτεί επιμελώς μπροστά στην οικογένειά της, αλλά τώρα ο Σαντίνο της την πετούσε κατάμουτρα. «Όταν με κοιτάζεις έτσι, με τρομάζεις», μουρμούρισε. «Είσαι μια όμορφη γυναίκα και θέλω να σου κάνω έρωτα. Κι αυτό δεν έχει καμιά σχέση με το συναίσθημα», της απάντησε, κατεβάζοντας το φερμουάρ του τζιν του. Η Φράνκι ανακάθισε ξαφνικά. «Σαντίνο...» Εκείνος έβγαλε το τζιν του και στάθηκε αδιάφορος, φορώντας μόνο το εσώρουχό του, που δεν κατάφερνε να κρύψει τη σημαντική διαφορά της ανατομίας των δύο φύλων. Ένα καυτό κύμα έβαψε τα μάγουλα της Φράνκι κατακόκκινα. Έστρεψε βιαστικά το βλέμμα της στο κάλυμμα του κρεβατιού. «Σαντίνο... όχι», ψιθύρισε έντρομη. «Γιατί ψιθυρίζεις;» τη ρώτησε εκείνος και, προς μεγάλη της απογοήτευση, έβγαλε το σλιπ του. «Σε παρακαλώ, μίλα κι εσύ πιο σιγά», τον ικέτεψε, αγωνιώντας μήπως τους ακούσουν οι υπόλοιποι μέσα στο σπίτι. Το σεντόνι είχε τσαλακωθεί από τα χέρια της που το έσφιγγαν απελπισμένα. «Δε σκόπευα ν’ αρχίσουμε κουβέντα», είπε εκείνος, γλιστρώντας στο κρεβάτι, δίπλα της. «Όχι εδώ... όχι απόψε, σε παρακαλώ», τον ικέτεψε από την άλλη άκρη. Δεν ήταν όμως αρκετά μακριά του. Ο Σαντίνο άπλωσε απλά τα χέρια του και την τράβηξε κοντά του. Η Φράνκι προσγειώθηκε ξεφυσώντας πάνω του και τον κοίταξε σοκαρισμένη, παγιδευμένη ανελέητα πάνω στο ανδρικό κορμί του. «Τι στο διάβολο συμβαίνει;» τη ρώτησε σκυθρωπός. «Αν νομίζεις ότι θα μπορέσεις να αθετήσεις μια συμφωνία που έχεις κάνει μ’ έναν Βιτάλε, ξανασκέψου το. Ό,τι είπα νωρίτερα, το εννοούσα. Έχω σκοπό να απολαύσω αυτό για το οποίο έχω πληρώσει, έστω και για λίγο». «Ίσως να μη σκέφτεσαι πολύ καθαρά αυτή τη στιγμή», του είπε απελπισμένη, νιώθοντας το γυμνό κορμί του να πιέζει βασανιστικά το δικό της πάνω από το νυχτικό. «Είσαι θυμωμένος μαζί μου και σίγουρα δε θα θέλεις να κάνεις κάτι για το οποίο θα μετανιώσεις μετά». «Θέλω να κάνω έρωτα στη γυναίκα μου, Φραντσέσκα... όχι να μπλεχτώ σε μια βίαιη, εγκληματική πράξη», της απάντησε ειρωνικά. «Αν περιμένεις μέχρι αύριο βράδυ, θα κάνω ό,τι θελήσεις», του υποσχέθηκε αυθόρμητα μέσα στην αγωνία της. Ο Σαντίνο έσμιξε τα φρύδια του και την κοίταξε σκεφτικός. «Πόσα ποτήρια κρασί ήπιες απόψε;» «Εγώ... Ω!» αναφώνησε, καθώς εκείνος τη γύριζε ανάσκελα πάνω στο κρεβάτι και την ακινητοποιούσε, περνώντας το δυνατό του πόδι πάνω από τα δικά της. «Μάντρε ντι Ντίο!... Τι είναι αυτό που φοράς;» τη ρώτησε έκπληκτος, συνειδητοποιώντας για πρώτη φορά το τεράστιο βαμβακερό νυχτικό. Η Φράνκι τα έχασε. Ο Σαντίνο έβαλε τα γέλια και έχωσε το χέρι του μέσα στα μαλλιά της. «Αναρωτιέμαι ποιος σου είπε ότι το κρυφό ερεθίζει πιο πολύ τους άντρες», σχολίασε κυνικά. Τα δόντια της Φράνκι σφίχτηκαν και τα πράσινα μάτια της άστραψαν από οργή. «Σωστά... θέλεις αυτό που έχεις πληρώσει. Εμπρός, πάρ’ το, λοιπόν!» τον παρότρυνε περιφρονητικά. «Αλλά μην περιμένεις να συμμετέχω ή να προσποιηθώ ότι μου αρέσει». Τα λαμπερά, χρυσαφένια μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της με ικανοποίηση. «Λατρεύω την πρόκληση». Η Φράνκι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Δεν ήταν η απάντηση που περίμενε. «Θα σε κάνω να με ικετεύεις να σε πάρω», της υποσχέθηκε. «Όχι, δε θα το κάνεις», του απάντησε με μια φωνή που, ακόμα και στα δικά της αυτιά, ακούστηκε ταραγμένη. «Πάντα με ήθελες», της πέταξε με μια εξοργιστική σιγουριά. «Θα μπορούσα να σε αποπλανήσω, ακόμα και με τα δυο μου χέρια δεμένα πίσω στην πλάτη». «Όχι, όχι», είπε η Φράνκι, συνειδητοποιώντας πολύ αργά ότι αυτό ακριβώς φοβόταν. Όχι τον Σαντίνο, ούτε την ίδια την πράξη του έρωτα. Φοβόταν την ικανότητά του να την κάνει να χάνει τον έλεγχο του εαυτού της. «Τρέμεις σαν φύλλο», ψιθύρισε εκείνος. Η Φράνκι ήθελε να τον ακούσει να φωνάζει. Οι ψίθυροι ήταν κάτι πολύ προσωπικό. «Δεν...» «Είναι η προσμονή», μουρμούρισε ο Σαντίνο βραχνά. «Το ξέρω...» «Όχι». «Κοίταξέ με. Αυτή η ζωώδης έλξη δεν πρόκειται να υποχωρήσει χωρίς ικανοποίηση...» «Θα το ξεπεράσω». Ο Σαντίνο την κοίταξε με μια ξαφνική ένταση. «Μήπως από τότε που με είδες μ’ εκείνη την ξανθιά νιώθεις αποστροφή για τους άντρες;» «Έχεις απίστευτο εγωισμό», του απάντησε περιφρονητικά. «Δηλαδή, δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα να είσαι ακόμα παρθένα;» επέμεινε εκείνος. «Εσύ τι λες;» του αποκρίθηκε αμυντικά, επιστρατεύοντας την περηφάνια της για να πάρει δύναμη. «Μήπως τρέφεις τις ίδιες ελπίδες και για την ύπαρξη του Άγιου Βασίλη;» Μπροστά σ’ αυτό τον απροκάλυπτο σαρκασμό, ένας μυς συσπάστηκε στην άκρη των σφιγμένων χειλιών του. «Σι... στις μέρες μας και στην ηλικία μου έχεις κάθε λόγο να δέχεσαι μια τέτοια ερώτηση με την απαραίτητη δυσπιστία». Δάκρυα συγκίνησης ανέβηκαν στα μάτια της Φράνκι. Γύρισε το κεφάλι της αλλού, ανοιγοκλείνοντας βιαστικά τα βλέφαρά της. Είχε διαβάσει ότι είναι μάλλον δύσκολο για τους άντρες να καταλάβουν αν μια γυναίκα είναι παρθένα ή όχι. Μακάρι να είναι αλήθεια, ευχήθηκε σιωπηλά μέσα της. Δε θα άντεχε αν ο Σαντίνο ανακάλυπτε ότι ήταν ακόμα ανέγγιχτη, γιατί έτσι θα καταλάβαινε αμέσως ότι την είχε πληγώσει ανεπανόρθωτα πριν από πέντε χρόνια. Εκείνος έσκυψε από πάνω της και η ανάσα του ανακατεύτηκε με τη δική της. Καθώς το καθαρά ανδρικό του άρωμα την τύλιξε απαλά, η αναπνοή της άρχισε να βγαίνει κοφτή και τη διαπέρασε ένα ρίγος. «Είσαι ανόητα σφιγμένη...» «Τι περίμενες;» του είπε επικριτικά. «Είναι σαν να πρόκειται να μου επιτεθείς».


Ο Σαντίνο αναδεύτηκε κι ύστερα την αποδιοργάνωσε τελείως με μια απρόσμενη αντίδραση. Ξέσπασε σε γέλια. «Αλήθεια; Και θέλεις να... Ποια ήταν εκείνη η υπέροχη φράση; ‘‘Να τελειώνουμε’’!» «Πού βρίσκεις το αστείο;» Χαμογελώντας προκλητικά, ο Σαντίνο την τράβηξε κοντά του με σιγουριά και παραμέρισε προς τα πίσω τα μαλλιά της. Νιώθοντας τη ζεστασιά του κορμιού του, η Φράνκι ρίγησε ανεξέλεγκτα. Εκείνος έσκυψε και, αντί τα χείλη του να συναντήσουν τα δικά της, κόλλησαν στο μικρό λακκάκι, στη βάση του λαιμού της. Η Φράνκι τινάχτηκε σοκαρισμένη, πιο ανήσυχη τώρα από την απρόσμενη αυτή κίνηση. «Μέσα στην αγκαλιά μου μόνο χαρά θα νιώσεις, σου το υπόσχομαι. Και μάλιστα είναι θέμα τιμής για μένα να απολαύσεις τον έρωτα μαζί μου». Γλίστρησε αισθησιακά την άκρη της γλώσσας του στην ευαίσθητη επιδερμίδα του λαιμού της, κάνοντας το σφυγμό της να καλπάσει. «Άνοιξε το στόμα σου», την παρότρυνε και τα μάτια του έλαμψαν σαν καθαρό χρυσάφι. Η Φράνκι ρίγησε, αλλά υπάκουσε κι άγγιξε απαλά τα χείλη του με τα δικά της. Ύστερα τα μισάνοιξε αυθόρμητα. Χωρίς καμιά προειδοποίηση, ο Σαντίνο βρέθηκε ξαφνικά να τη φιλά με πάθος. Το μυαλό της άδειασε από κάθε σκέψη και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει φρενιασμένα. Αυτό που δεν είχε υπολογίσει ποτέ, και που το προδοτικό κορμί της δεν είχε ποτέ λάβει υπόψη του, ήταν η ικανοποίηση. Μια ικανοποίηση καταλυτική, που δεν άφηνε χώρο για οτιδήποτε άλλο. «Σαντίνο...» τραύλισε, παλεύοντας απελπισμένα να πάρει ανάσα. «Μόνο χαρά», επανέλαβε εκείνος με φωνή βραχνή. Μια καυτή, υγρή φλόγα ξεχύθηκε μέσα της. Πριν καταλάβει τι της συνέβαινε, άρχισε να του ανταποδίδει κάθε φιλί με ένταση. «Είσαι μια γυναίκα γεμάτη πάθος», μουρμούρισε εκείνος με ικανοποίηση, ενώ το χέρι του σκέπαζε το στήθος της, βρίσκοντας την ορθωμένη θηλή της κάτω από το χοντρό βαμβακερό ύφασμα. Η ραχοκοκαλιά της κύρτωσε αυθόρμητα και από το στόμα της βγήκε ένα σιγανό γουργουρητό. Ο Σαντίνο χρησιμοποιούσε το εμπόδιο, που εκείνη ανόητα είχε βάλει ανάμεσά τους, για να τη διεγείρει περισσότερο. Το χοντρό βαμβακερό ύφασμα ερέθιζε τη σάρκα της καθώς τριβόταν ανάμεσα στα δάχτυλά του, κάνοντας τον πόθο να φουντώνει μέσα της. Τώρα ήταν πια αδύνατον να κρατηθεί ακίνητη. Μια ηδονική αίσθηση απλώθηκε ανάμεσα στους μηρούς της. Ο Σαντίνο σκέπασε με το στόμα του τις θηλές της τη μια μετά την άλλη, πάνω από το νυχτικό, που ήταν πια σαν να μην υπήρχε. Της ξέφυγε ένας πνιχτός στεναγμός. Εκείνος όμως σκέπασε το στόμα της με το δικό του για να την κάνει να σωπάσει. «Σσσ, κάρα», ψιθύρισε και το χέρι του κατέβηκε στο μηρό της. «Ακόμα δεν έχω αρχίσει». Είτε είχε αρχίσει όμως είτε όχι, το διψασμένο για έρωτα κορμί της Φράνκι είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο και έτρεμε από το πάθος. Αρπάχτηκε από τους ώμους του με βία, αναζητώντας το στόμα του. Παρά την ύπαρξη του χοντρού νυχτικού που σκέπαζε το κορμί της και που τώρα ευχόταν να μην το φορούσε για να μπορεί να νιώσει την επαφή με το σώμα του, ο Σαντίνο βρήκε τις ευαίσθητες περιοχές της και τις διέγειρε με απίστευτα απαλές κινήσεις. Ένας πνιχτός ήχος άγριου ζώου βγήκε από τα χείλη της. «Βγάλε μου αυτό το καταραμένο νυχτικό», του είπε ασυγκράτητη. «Σσσ», απάντησε ξανά ο Σαντίνο, κάνοντας ό,τι ήταν δυνατόν για να την πείσει πως ο μόνος τρόπος για να μη μιλάει ήταν να δαγκώνει ή εκείνον ή το μαξιλάρι. «Ξέρω τι κάνω». Η Φράνκι όμως όχι. Στριφογυρνούσε ξετρελαμένη από τη διέγερση, παραδίδοντας το κορμί της στη φλόγα που εκείνος της είχε ανάψει με τα χάδια του. Χωρίς να το θέλει, χάθηκε μέσα σε μια θάλασσα αισθήσεων, νιώθοντας ξαφνικά μέσα της την έκρηξη της έκστασης. Την ίδια στιγμή ο Σαντίνο έγειρε πάνω της και σφράγισε το στόμα της με το δικό του για να πνίξει τις κραυγές της. Όταν την άφησε, η Φράνκι διαπίστωσε σοκαρισμένη ότι δεν αναγνώριζε τον εαυτό της, καθώς ήταν αποχαυνωμένη από την ερωτική εκπλήρωση και συντετριμμένη από την πρωτόγνωρη εμπειρία. Μέσα στην εκκωφαντική σιωπή, ο Σαντίνο κοίταξε ερευνητικά το πρόσωπό της και τα θολά της μάτια με ικανοποίηση. «Αυτό ήταν σίγουρα κάτι που σου συνέβη πρώτη φορά». Πλημμυρισμένη από μια εξοργιστική αίσθηση ταπείνωσης, η Φράνκι τον έσπρωξε απότομα μακριά της, του γύρισε την πλάτη και κουλουριάστηκε σαν σκυλί έτοιμο να επιτεθεί. Το φως έσβησε, αλλά εκείνη έμεινε ακίνητη, πτοημένη από την ντροπή, επειδή ο Σαντίνο την είχε δει να χάνει τον αυτοέλεγχό της, όταν χάιδευε το μισητά ανταποκρινόμενο κορμί της. Δεν είχε χρειαστεί ούτε το νυχτικό να της βγάλει. Ακόμα κι αυτό εγώ τον παρακάλεσα να το κάνει, σκέφτηκε έντρομη από τη συμπεριφορά της. Ο Σαντίνο την τράβηξε κοντά του από την άκρη του κρεβατιού. Η Φράνκι αντιστάθηκε, αλλά εκείνος αγνόησε την αντίδρασή της. Τη γύρισε προς το μέρος του και, αδιαφορώντας για το φαρδύ νυχτικό, την αγκάλιασε και την έσφιξε πάνω του. Στο φως του φεγγαριού τα μάτια της άστραψαν τεράστια, καθώς ένιωσε στην κοιλιά της τον ερεθισμό του. Της είχε δώσει τη χαρά και την ικανοποίηση που της είχε υποσχεθεί, χωρίς να την έχει νιώσει ακόμα ο ίδιος. «Είπες πως, αν περιμένω μέχρι αύριο το βράδυ, θα κάνεις ό,τι θέλω», της υπενθύμισε. «Προκλητική προσφορά... Καθαρή ερωτική πρόσκληση. Γι’ αυτό απόψε θα κάνω υπομονή και θα προσπαθήσω να συγκρατηθώ...» Τα λόγια του την επανέφεραν στην πραγματικότητα. Παραλίγο να εκραγεί από τα νεύρα της. Δάγκωσε με δύναμη τα χείλη της. Λίγο ακόμα και θα τα μάτωνε. Προσπάθησε όμως κι η ίδια να συγκρατηθεί, καθώς θυμόταν τις στιγμές που είχαν ζήσει πριν από λίγο, τότε που σφράγιζε τα χείλη της με τα φιλιά του. «Εκτός κι αν άλλαξες γνώμη...» «Όχι... όχι, δεν άλλαξα», τραύλισε η Φράνκι. Μήπως τρελάθηκα και είπα τέτοιο πράγμα σ’ έναν άντρα έμπειρο όπως ο Σαντίνο; αναρωτήθηκε. Τι θα μπορούσε να θέλει, άραγε, από εκείνη; Διώχνοντας αυτή τη σκέψη από το μυαλό της, πήρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει. Η επόμενη νύχτα ήταν μακριά ακόμα. * Η Φράνκι κοίταξε επίμονα τον εαυτό της μέσα στο μικρό καθρέφτη πάνω από την τουαλέτα, μισώντας αυτό που έβλεπε. Μια γυναίκα που είχε αφήσει τον εαυτό της να παρασυρθεί. Αν είχε αντιδράσει, όταν την άγγιξε ο Σαντίνο, εκείνος δε θα συνέχιζε. Τι θα είχε κάνει μετά; Θα γύριζε στο αγαπημένο του θέμα και θα συνέχιζε να κατηγορεί την Ντέλα για απάτη; Ρίγησε. Όσο φριχτά κι αν είχε συμπεριφερθεί η μητέρα της, δεν μπορούσε να σκεφτεί ότι θα εξευτελιζόταν δημόσια. Ξαφνικά ένιωσε ότι είχε προδώσει τον εαυτό της στον Σαντίνο. Εκείνος είχε ανακαλύψει την ερωτική της δίψα και είχε επιλέξει τη συγκεκριμένη τιμωρία για να κάμψει την περηφάνια της. Και γιατί να μην το κάνει; συλλογίστηκε πικρά, ομολογώντας στον εαυτό της ότι έφταιγε που είχε βρεθεί σ’ αυτή την κατάσταση. Τώρα της πετούσε κατάμουτρα την οργισμένη περιφρόνησή του. Ο Σαντίνο, που την ήξερε καλύτερα από κάθε ζωντανό πλάσμα στον πλανήτη. Ο Σαντίνο, που γνώριζε πολύ καλά πόση σημασία είχε γι’ αυτήν η περηφάνια της. Ο Σαντίνο, που μπορούσε με μεγάλη ευκολία να τη διαλύσει συναισθηματικά μέσα σε τρεις εβδομάδες. Εκείνη όμως δεν τον ήξερε έτσι όπως ήταν τώρα. Μπροστά του ένιωθε εξαιρετικά ευαίσθητη. Δεν ήταν ότι εξακολουθούσε να τον βρίσκει απίστευτα γοητευτικό. Ενενήντα εννέα στις εκατό γυναίκες έφτανε να του ρίξουν μόνο μια ματιά για να λιώσουν. Πέρα από την ακαταμάχητη εμφάνισή του, απέπνεε και μια ερωτική αύρα ακατανίκητη. Η Φράνκι ένιωθε μια


εντελώς διαφορετική απειλή. Για εκείνη ο Σαντίνο ήταν πάντα κάτι ξεχωριστό. Κάτι τρομακτικά, απελπισμένα ξεχωριστό... Η πόρτα άνοιξε χωρίς προειδοποίηση. Τα χέρια της έμειναν ακίνητα, καθώς έπλεκαν τα μαλλιά της κοτσίδα. Στο άνοιγμα στάθηκε ο Σαντίνο, φορώντας μαύρο πουκάμισο και μαύρο τζιν. «Το πρωινό είναι έτοιμο». Ένιωσε το πρόσωπό της να κοκκινίζει κάτω από το βλέμμα του. Γύρισε ξανά προς τον καθρέφτη. «Κατεβαίνω σ’ ένα λεπτό», του είπε ψυχρά. «Δεν έχεις καμιά φούστα;» τη ρώτησε εκείνος κοφτά. Το χέρι της κατέβηκε νευρικά στο μπλε βαμβακερό παντελόνι της. «Δε μου αρέσουν οι φούστες». «Εμένα μου αρέσουν, κι έτσι θα ήθελα να σε βλέπω τις επόμενες τρεις εβδομάδες», της απάντησε απροκάλυπτα. «Νομίζεις ότι πρόκειται να μετατραπώ σε κάτι μεταξύ σκλάβας του σεξ και ψεύτικης κούκλας;» τον ρώτησε με χείλη σφιγμένα. «Τότε έχεις βρει λάθος γυναίκα...» «Δε νομίζω». Ο Σαντίνο εμφανίστηκε ξαφνικά μέσα στον καθρέφτη πίσω της. Χωρίς να μιλήσει, έλυσε τα μαλλιά της και, παίρνοντας τη βούρτσα από τα χέρια της, την άφησε πάνω στην τουαλέτα. «Δεν μπορείς να πνίξεις το πάθος που νιώθεις, με τον ίδιο τρόπο που προσπαθείς να παγιδεύσεις αυτά τα υπέροχα μαλλιά. Δεν πρόκειται να σ’ αφήσω». Η Φράνκι άρχισε να τρέμει από οργή. «Δε θα μου πεις εσύ τι θα κάνω...» «Τότε θα δεις τι θα συμβεί, όταν αντιδράς. Μου φαίνεται ότι μόνο έτσι μαθαίνεις», της είπε ανέκφραστα. «Όπως έμαθες χθες βράδυ ότι η οικογένεια, που τόσα χρόνια προσπαθείς ν’ αποφύγεις, σ’ αγαπάει πραγματικά». Σοκαρισμένη από την υπενθύμιση, η Φράνκι πάγωσε. «Το ξέρω», μουρμούρισε ένοχα. «Όταν θα φύγω από τη ζωή τους, εσύ θα εξακολουθήσεις να έχεις επαφή μαζί τους», πρόσθεσε σκυθρωπός. «Μπορείς να κατηγορήσεις εμένα ότι διέλυσα το γάμο μας και να τους πεις ότι με το διαζύγιο πήρες τη φάρμα. Εξάλλου, έχουν από μένα την οικονομική άνεση που είχες κι εσύ κάποτε». «Μα σ’ αγαπούν», διαμαρτυρήθηκε η Φράνκι. «Αυτό δε θα με κάνει να ξαναγυρίσω πίσω», της απάντησε αποφασιστικά. «Νομίζω πως όσο απουσίαζες έκανα ό,τι περίμεναν πως θα έπρεπε να κάνω, αλλά η ευθύνη μου σταματάει εδώ». «Για ένα μεγαλοεπιχειρηματία όπως εσύ, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να έρχεσαι εδώ στα βουνά για να κάνεις την καλή σου πράξη!» του είπε σαρκαστικά, νιώθοντας έναν εκνευρισμό που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Τα χέρια του προσγειώθηκαν στους ώμους της και τη γύρισε προς τη μεριά του. Τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της παγερά. «Κράτα τα συναισθήματά σου για τον εαυτό σου», τη συμβούλεψε με ύφος απότομο. «Μπορεί να θέλω το όμορφο κορμί σου, αλλά αυτό είναι το μόνο που μ’ ενδιαφέρει πάνω σου. Στο τέλος αυτών των τριών εβδομάδων, θα φύγω». Η Φράνκι κατάπιε με δυσκολία. «Μήπως το ίδιο δε θέλω κι εγώ;» «Νομίζω ότι είσαι μαθημένη να προσκολλάς σε λάθος ανθρώπους και, ειλικρινά, δεν έχω καμιά διάθεση να πληρώσω για δεύτερη φορά. Ξεκαθαρίζουμε ένα παλιό χρέος, Φραντσέσκα. Φρόντισε να το θυμάσαι». Η Φράνκι έμεινε να κοιτάζει το είδωλό της στον καθρέφτη αρκετή ώρα αφότου είχε φύγει ο Σαντίνο. Το πρόσωπό της είχε πάρει μια κεραυνόπληκτη έκφραση. Έκλεισε τα μάτια της. Δεν άντεχε να βλέπει αυτό που ίσως είχε δει εκείνος.


Κεφάλαιο 6

Μετά το φαγητό, ο Σαντίνο πήγε τη Φράνκι στο αγροτόσπιτο. Με την Τερέζα και τη Μανταλένα είχαν περάσει όλο το πρωινό κάνοντας εθιμοτυπικά τηλεφωνήματα σε γείτονες. Οι περισσότεροι νέοι έφευγαν μόλις μεγάλωναν λίγο και μπορούσαν να βρουν δουλειά και στο χωριό δε θεωρούσαν παράξενη την απουσία της. Έτσι η υποδοχή ήταν θερμή απ’ όλους. Πάντως, καθώς το τζιπ άρχισε ν’ ανηφορίζει προς τα κει όπου κάποτε ήταν το σπίτι τους, μια έντονη σιωπή έπεσε ανάμεσά τους. Όπου κι αν κοιτούσε η Φράνκι, ένιωθε να ξυπνούν μέσα της ασυγκράτητες οι αναμνήσεις. Ταράχτηκε μόλις αντίκρισε το σπίτι με τους παλιούς τοίχους και την οροφή με τα κόκκινα κεραμίδια. Αποφασισμένη να μη φανερώσει καμία συναισθηματική αντίδραση, έσφιξε τους μυς του προσώπου της δυνατά για να συγκρατηθεί. «Τι απέγιναν οι χήνες μου;» τον ρώτησε, μόλις σταμάτησε το αυτοκίνητο. «Κάποιος θα πρέπει να τις έφαγε τελικά». Φρόντιζε να μην τον κοιτάξει και ανάσανε με δυσκολία. «Η Άντζελα;» «Πήγε στον παράδεισο των κατσικιών». «Η Μίλι και το μοσχαράκι της;» επέμενε εκείνη. «Πουλήθηκαν». Ανίκανη να συγκρατηθεί άλλο, η Φράνκι στράφηκε προς τη μεριά του. «Και τι έκανες τις γάτες μου;» τον ρώτησε απότομα. «Τις έφαγες κι αυτές ή τις πούλησες;» Τα μάτια του καρφώθηκαν στο φοβισμένο και επικριτικό πρόσωπό της. «Τις πήρα μαζί μου στη Ρώμη». «Ω...» Κοκκινίζοντας από ξαφνική ντροπή, η Φράνκι γύρισε το κεφάλι της αλλού. Μόλις κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, τον προσπέρασε, μπήκε μέσα στο σπίτι και προχώρησε κατευθείαν προς το άνετο, χαμηλοτάβανο σαλόνι, με τους δύο αφράτους καναπέδες. Κοίταξε απογοητευμένη από το πίσω παράθυρο τον κήπο που είχε φτιάξει πέντε χρόνια πριν. Τώρα τον είχαν καταπιεί τ’ αγριόχορτα. Και λοιπόν; σκέφτηκε οργισμένη με τον εαυτό της. Δεν είναι σπίτι μου πια. Ποτέ δεν ήταν σπίτι μου. Τίποτε απ’ αυτά δεν έχει πια για μένα την παραμικρή σημασία. Κι όμως, μια οδυνηρή θλίψη και μια έντονη αίσθηση απώλειας είχαν πλημμυρίσει την ψυχή της. Είχε αγαπήσει αυτό το σπίτι, όπως είχε αγαπήσει και τον Σαντίνο. Μετά από το μικρό και φτωχικό του παππού της, το μεγάλο κι άνετο τούτο σπιτικό τής είχε φανεί σαν παλάτι. Καμιά δεκαεξάχρονη νύφη δεν είχε νιώσει ποτέ περισσότερο ευτυχισμένη. Τώρα που το σκεφτόταν, ένιωθε ανόητη. Ιδιαίτερα όταν θυμόταν το καστέλο... Καμαριέρες, ακριβά έπιπλα, όμορφα μπάνια. Αυτό ήταν το αληθινό περιβάλλον του Σαντίνο. Πέντε χρόνια πριν όμως, εκείνος το εγκατέλειπε κάθε Σαββατοκύριακο και ζούσε σε κάτι που αναλογικά ήταν καλύβα. Ακολουθώντας την παράδοση, είχε αγοράσει το σπίτι και το είχε επιπλώσει πριν από το γάμο, διαλέγοντας τα αγαπημένα της χρώματα. Ήταν ο πρώτος στη Σιέντα που είχε πληρώσει ειδικό για να το διακοσμήσει, μια ενέργεια που είχε κάνει τον Τζίνο Καπαρέλι να κουνήσει το κεφάλι του με δυσπιστία. Κατά τ’ άλλα, είχε κάνει ό,τι αναμενόταν από ένα γαμπρό. «Σε μισώ, Σαντίνο», του είπε ξαφνικά, καταπίνοντας με δυσκολία τον κόμπο που την έπνιγε. «Αν αποφάσισα να παίξω το ρόλο της νοικοκυράς, το έκανα γιατί εσύ με παρότρυνες να το κάνω». «Τι άλλο έπρεπε να κάνω μαζί σου;» απάντησε στην κατηγορία της εκείνος. «Έτσι όπως ήσουν τότε, δε θα μπορούσες να τα βγάλεις πέρα με την οικογένειά μου ούτε κι εκείνοι μαζί σου». Μορφάζοντας από την απροκάλυπτη διατύπωση της πραγματικότητας, η Φράνκι γύρισε προς τη μεριά του. «Δε νομίζω ότι υπήρξε ποτέ θέμα συνάντησης με την οικογένειά σου», του είπε προκλητικά. Ο Σαντίνο ανασήκωσε τους ώμους του. «Αυτό είναι άσχετο τώρα». Η υπενθύμιση του χρόνου που είχε περάσει από τότε, έκανε τη Φράνκι να σωπάσει. Είχε ακουστεί επικριτική και γεμάτη πικρία. Για ποιο λόγο; Για ένα γάμο που ήταν εικονικός; Για ένα σύζυγο που δεν ήταν κανονικός και ο οποίος, στην ηλικία των είκοσι τεσσάρων χρόνων, είχε ανακαλύψει ότι η αγαμία ήταν υπερβολική πρόκληση; Γύρισε το πρόσωπό της αλλού και, συνειδητοποιώντας ότι κινδύνευε να φανερώσει τα θυελλώδη συναισθήματα που τη συγκλόνιζαν, βγήκε από το δωμάτιο κι ανέβηκε τη στενή σκάλα που οδηγούσε στον επάνω όροφο. Μόλις έφτασε στο κεφαλόσκαλο, ένιωσε μια έντονη αίσθηση αδικίας να την πνίγει. «Έπρεπε να έρθεις να με δεις στο Λονδίνο... Δεν έπρεπε να με φέρεις ποτέ εδώ πέρα ξανά», του είπε. Ύστερα όρμησε μέσα σ’ αυτό που έπρεπε να ήταν, αλλά ποτέ δεν είχε υπάρξει νυφική κρεβατοκάμαρα. Εδώ μέσα κοιμόταν μόνη τότε. Στα πόδια του κρεβατιού υπήρχε ένα σκαλιστό σεντούκι, δώρο από τις θείες της την ημέρα του γάμου της, γεμάτο μέχρι επάνω με κεντημένα λινά. Η Τερέζα και η Μανταλένα της είχαν χαρίσει το σεντούκι με υπερηφάνεια και χαρά. Καμιά τους δεν είχε παντρευτεί ποτέ. Στάθηκε μπροστά στο χαμηλό παράθυρο και κοίταξε έξω, χωρίς να βλέπει τίποτα στην πραγματικότητα. Ο Σαντίνο ξυπνούσε μέσα της ένα επικίνδυνο μείγμα μίσους και έντονης λαχτάρας. Ένα μίσος που ήθελε να το καλλιεργήσει, αλλά η δύναμη της λαχτάρας και του πόθου τη γέμιζε φόβο. Θεέ και Κύριε, ο Σαντίνο ήδη είχε αρχίσει να τη διαλύει σε άπειρα, μικρά κομμάτια, πιέζοντάς τη να ξαναζήσει όλα όσα είχε θάψει στα κατάβαθα της ψυχής της. «Φραντσέσκα...» μουρμούρισε εκείνος από την πόρτα. Τα δάχτυλά της πλέχτηκαν και τα χέρια της σφίχτηκαν αυθόρμητα. «Ήμουν ευτυχισμένη εδώ», ψιθύρισε, μετανιώνοντας αμέσως για την ομολογία της. Ποιος ήθελε να παραδεχτεί ότι ήταν ευτυχισμένος, ζώντας σ’ έναν παθητικό, ονειρικό κόσμο; «Έπρεπε να μου έχεις πει την αλήθεια για το γάμο μας από την αρχή», συμπλήρωσε απότομα. «Πίστευα ότι δεν ήσουν αρκετά δυνατή για να το αντέξεις», της απάντησε ο Σαντίνο με οδυνηρή ειλικρίνεια. «Είχες επενδύσει πολλά στη σχέση μας». Τα δάχτυλά της σφίχτηκαν σε γροθιές. «Δεν είναι αλήθεια», του είπε και τον κοίταξε κατάματα. «Είχα περάσει δυσκολίες στη ζωή μου, αλλά δεν είχα φτάσει στην απελπισία». Ο Σαντίνο την κοίταξε επίμονα με τα χρυσαφιά μάτια του, λες και ήξερε ότι του έλεγε ψέματα... λες και γνώριζε ότι είχε ξεριζώσει άσπλαχνα την καρδιά της εκείνη τη μέρα στο Κάλιαρι. «Εξαρτιόσουν από μένα και ήσουν εξαιρετικά ευάλωτη. Είχες το σώμα και τα συναισθήματα μιας ενήλικης, χωρίς την ωριμότητα όμως που φέρνει η εμπειρία...» Δίστασε, κάτι ασυνήθιστο γι’ αυτόν, και η φωνή του έγινε βραχνή. «Μετά από απομόνωση πέντε χρόνων, η γνώση σου για τον έξω κόσμο μόλις που ξεπερνούσε τα όρια αυτού του χωριού». Η Φράνκι χλόμιασε κι έκρυψε τα εκφραστικά μάτια της, ξαφνιασμένη από την ακρίβεια των λόγων του. Μια ακρίβεια που δεν μπορούσε να αρνηθεί. Θυμόταν πολύ καλά πόσο χαμένη ένιωθε, όταν είχε επιστρέφει στο Λονδίνο. «Αν δεν είχες πάρει το λεωφορείο για το Κάλιαρι εκείνη τη μέρα, θα είχες συμφωνήσει τελικά να συνεχίσεις τις σπουδές σου στη Φλωρεντία», συνέχισε εκείνος. «Θα ήμουν σε θέση να σε προσέχω κι εσύ θα είχες ξεπεράσει τη μονομανία σου μαζί μου και θα είχες ανακαλύψει το ενδιαφέρον για τα αγόρια της ηλικίας σου». Η Φράνκι κατάπιε ένα σαρκαστικό επιφώνημα δυσπιστίας. «Κι αν δε συνέβαινε αυτό;» τον ρώτησε, ανίκανη να συγκρατηθεί. «Τι θα είχε γίνει τότε;»


Ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «Θα το είχα αντιμετωπίσει. Σε συμπαθούσα πολύ». Σε συμπαθούσα... Ένα ρίγος αντίδρασης και ταπείνωσης τη διέτρεξε. Τι ψεύτικα που ήταν εκείνα τα λόγια. «Άσχετα μ’ αυτό, δε θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να ζούμε όπως ζούσαμε. Δε διακινδύνευα να καταλήξω στο κρεβάτι μαζί σου...» «Ω, δε νομίζω ότι υπήρξε ποτέ τέτοιος κίνδυνος!» τον διέκοψε η Φράνκι με την ορμή της αξέχαστης οδύνης, επιχειρώντας να τον προσπεράσει. Ο Σαντίνο άπλωσε το χέρι του και τη σταμάτησε, πιάνοντάς την από το μπράτσο. Τα μάτια του έλαμψαν από θυμό, καθώς καρφώθηκαν πάνω της. «Ήσουν άγρια κι ατίθαση σαν αγριόγατα, απίστευτα όμορφη και εκπληκτικά αισθησιακή. Δε συνειδητοποιούσες τη σεξουαλικότητά σου, αλλά υπήρχε έντονη και με κρατούσε άγρυπνο τις νύχτες που έμενα σ’ αυτό το σπίτι», της αποκάλυψε με πάθος. «Ήσουν ένας πειρασμός που με βασάνιζε κάθε μέρα του γάμου μας». Παραλυμένη από την αποκάλυψη, η Φράνκι τον κοίταξε, με τα πράσινα μάτια της διάπλατα ανοιχτά από τη δυσπιστία και την κατάπληξη. Η ανάσα της είχε κοπεί. «Βάδιζα πάνω σ’ ένα τεντωμένο σχοινί», θυμήθηκε σκυθρωπός ο Σαντίνο και το πρόσωπό του σκοτείνιασε από ένα βαθύ χρώμα. «Ήξερα ότι, αν υποχωρούσα, θα έμπλεκα και τους δυο μας σε μια αδιέξοδη σχέση. Αξίζω βραβείο που κατάφερα να μείνω μακριά από το νυφικό κρεβάτι, ιδιαίτερα από τη στιγμή που άρχισες να μου υπενθυμίζεις με κάθε ευκαιρία ότι ήσουν γυναίκα μου». Το οξυγόνο ξαναμπήκε στους πνεύμονες της Φράνκι, καθώς έπαιρνε μια βαθιά ανάσα. Το σοκ εξακολουθούσε να κρατά τα άκρα της παράλυτα, αλλά ένα κύμα οργής άρχισε να φουσκώνει σιγά σιγά στην καρδιά της. Τραβήχτηκε απότομα από το χέρι του και, κατεβαίνοντας τρεχάτη τη σκάλα, βγήκε από την πίσω πόρτα έξω στον καθαρό αέρα. Όλον εκείνο τον καιρό ο Σαντίνο την ήθελε κι εκείνη δεν το είχε πάρει είδηση. Ένα βεβιασμένο γέλιο ανέβηκε στα χείλη της. Τον αγαπούσε πολύ. Τον αγαπούσε με μια δύναμη αδιάντροπη κι ατρόμητη. Ανίκανη να φανταστεί ένα μέλλον χωρίς αυτόν, δεν είχε καταλάβει πόση ζημιά θα μπορούσε να κάνει μια τέτοια αγάπη, μέχρι που ήταν πια πολύ αργά για να προστατέψει τον εαυτό της. Ο Σαντίνο όμως το ήξερε... Παρά τη ζέστη, ένιωσε να κρυώνει. «Είχες επενδύσει πολλά στη σχέση μας». Μ’ αυτά τα λόγια ο Σαντίνο είχε εκφράσει την πραγματικότητα. Του είχε χαρίσει την ψυχή και το σώμα της. Ώστε ένιωθε έλξη γι’ αυτή! Ώστε ποθούσε το κορμί της, που με τόση προθυμία ήθελε να του προσφέρει! Ήταν θαρρείς και έφτανε τελικά στο τέλος μιας κούρσας, που πάντα ήλπιζε να κερδίσει. Ο Σαντίνο είχε αντισταθεί στη σεξουαλική έλξη με κολοσσιαία ψυχραιμία και αυτοπειθαρχία. Ο πόθος είχε παλέψει με τη λογική και είχε κερδίσει η δεύτερη. Ήξερε ότι θα του ήταν εξαιρετικά δύσκολο ν’ απαλλαγεί από εκείνη, αν κοιμόταν μαζί της. Το χέρι του ακούμπησε στον ώμο της. Τη γύρισε προς το μέρος του και άφησε τη ματιά του να γλιστρήσει εξεταστικά στο αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της. «Είσαι ακόμα ταραγμένη», μουρμούρισε σκεφτικός. «Κι εξαιρετικά ευαίσθητη σε ό,τι αφορά το παρελθόν. Γιατί όμως με ξαφνιάζει αυτό; Είναι φυσικό να θέλεις να πάρεις εκδίκηση. Σε πλήγωσα κι εσύ μου το ανταπέδωσες με το μοναδικό τρόπο που ήξερες. Μου είπες ψέματα, με εξαπάτησες και μ’ έκλεψες». Η Φράνκι έγινε κατάχλομη. «Εγώ...» Τα χαρακτηριστικά του σκλήρυναν. «Σου εξήγησα γιατί συμπεριφέρθηκα έτσι κι όμως εσύ δε δείχνεις μεταμέλεια. Η εξήγηση αυτή δεν ήταν απαραίτητη. Κανένας σωστός άντρας δε θα έπεφτε στο κρεβάτι με μια ξεμυαλισμένη έφηβη». Η ψυχραιμία της Φράνκι έγινε θρύψαλα. «Ούτε κανένας σωστός άντρας θα παρέβαινε τους γαμήλιους όρκους που είχε δώσει. Ήσουν άπιστος. Πού είναι η δική σου μεταμέλεια, Σαντίνο;» τον ρώτησε οργισμένη. Ξαφνιασμένος από την αναπάντεχη επίθεσή της, πήρε μια βαθιά ανάσα. «Η μεταμέλειά μου;» «Γυναίκα σου ήμουν. Η ηλικία δεν έχει καμία σημασία. Με παντρεύτηκες, μου έδωσες υποσχέσεις. Και τις αθέτησες», του φώναξε εξοργισμένη. «Μήπως θα πρέπει να σου είμαι ευγνώμων, απλά και μόνο επειδή με παντρεύτηκες; Ε, λοιπόν, δεν είμαι! Και μάλιστα, εσύ φταις περισσότερο από μένα. Μ’ έκανες να περιμένω πράγματα που διαφορετικά δε θα περίμενα. Μ’ έκανες να πιστέψω ότι είχα δικαιώματα, ενώ δεν είχα κανένα. Αυτό ήταν άδικο, σκληρό και κοντόφθαλμο. Πώς θα συνερχόμουν από τη μονομανία μου για σένα, αφού πίστευα ότι ήσουν άντρας μου;» Ο Σαντίνο έδειξε να πτοείται, κάτι που την έκανε να νιώσει ικανοποίηση. Ήταν ένα εγωιστικό κτήνος που δεν έβλεπε τα σφάλματά του. Ο γάμος του μαζί της δεν ήταν πράξη καλοσύνης ούτε εξάσκηση στον κίνδυνο. Ήταν τρέλα να ενθαρρύνει τον έρωτά της και την εξάρτηση της απ’ αυτόν με μια βέρα. Τίναξε το κεφάλι της ψηλά. Το βάρος του παρελθόντος είχε αρχίσει να γίνεται ελαφρύτερο στην ψυχή της. Είχε καταφέρει τελικά να πει την άποψή της. Εκμεταλλεύτηκε την ακινησία του και πέρασε με μια επιδέξια κίνηση ανάμεσα από τις αχλαδιές. «Πάω να περπατήσω», του είπε. Αρκετά αργότερα, κάθισε σε μια ζεστή από τον ήλιο πέτρα και κοίταξε από μακριά το αγροτόσπιτο. Στο πρόσωπό της υπήρχε μια πεισματική έκφραση. Επιτέλους είχε καταφέρει ν’ απαλλαγεί από τον εφηβικό εαυτό της που είχε στοιχειώσει μέσα της. Κι είχε ανακαλύψει την τακτική που έπρεπε ν’ ακολουθεί στις αναμετρήσεις της με τον Σαντίνο. Δε θα του έδινε ποτέ ξανά το δικαίωμα να την πληγώσει. Ο Ματ, στον οποίο θα έπρεπε να τηλεφωνήσει οπωσδήποτε, της είχε πει ότι το ταξίδι αυτό θα ήταν λυτρωτικό. Και, πράγμα εκπληκτικό, είχε πετύχει διάνα στην πρόβλεψή του. Ήταν καιρός να συνεχίσει τη ζωή της. Καιρός ν’ αφήσει τον Σαντίνο πίσω της. Ό,τι κι αν ένιωθε γι’ αυτόν, είχε τις ρίζες του στη σεξουαλική έλξη. Θα μπορούσαν να έχουν μια σχέση, χωρίς ποτέ κανείς να μάθει το παραμικρό. Κι όταν θα χώριζαν, το πιθανότερο ήταν να είχε απαλλαγεί απ’ αυτόν οριστικά. Η αδιαφορία του είχε συντρίψει κάποτε τον εγωισμό της. Γι’ αυτό δεν είχε καταφέρει να τον ξεπεράσει. Γι’ αυτό τον ήθελε ακόμα. Μήπως οι άνθρωποι δε θέλουν πάντα αυτό που δεν μπορούν να έχουν. Όταν θα ικανοποιούνταν η περιέργεια, θα θεραπευόταν απ’ τον πονοκέφαλο του παρελθόντος. Η τελευταία σκέψη αναπτέρωσε το ηθικό της. * «Έχω αρχίσει να φτιάχνω το φαγητό. Νόμιζα ότι θα ήθελες ένα ποτό», είπε ανάλαφρα η Φράνκι, καθώς έμπαινε στο δωμάτιο απέναντι από το σαλόνι, που ο Σαντίνο χρησιμοποιούσε πάντα ως γραφείο. Εκείνος ανασήκωσε ξαφνιασμένος το κεφάλι από τον υπολογιστή του και ο ήλιος έλαμψε για μια στιγμή στα μάτια του. Η Φράνκι σταμάτησε και μετά άφησε χαμογελώντας το ποτήρι με το κρασί πάνω στο γραφείο, προσπαθώντας να μη φανερώσει καμιά αντίδραση στη θέα της γαμήλιας φωτογραφίας τους, που είχε η ίδια βάλει εκεί πριν από πέντε χρόνια κι εκεί βρισκόταν ακόμα. «Χριστέ μου, δε συμμαζεύει κανείς εδώ πέρα;» παραπονέθηκε, πήρε τη φωτογραφία, της έριξε μια αδιάφορη ματιά και μετά την πέταξε στο καλάθι των αχρήστων. «Συγνώμη, αλλά είναι ανόητο να υπάρχουν τέτοια πράγματα τριγύρω». Τον είδε να σμίγει τα σκούρα φρύδια του και πλησίασε ξανά την πόρτα, σίγουρη ότι η συμπεριφορά της τον είχε μπερδέψει. «Το φαγητό θα αργήσει καμιά ώρα ακόμα. Αποφάσισα να ετοιμάσω ένα εξαιρετικό δείπνο», του είπε γλυκά, χαμηλώνοντας το βλέμμα. «Κρίμα που δεν έχει σαμπάνια». Δέκα λεπτά αργότερα στεκόταν κάτω από το ντους. Είχε αποφασίσει να φορέσει για το δείπνο το παρεό της για φούστα κι ένα μικροσκοπικό μπλουζάκι. Ο Σαντίνο ήθελε να τη δει να φορά φούστα; Θα τον ικανοποιούσε γενναιόδωρα. Ο Σαντίνο ήθελε εκδίκηση; Ω, σ’ αυτό θα εισέπραττε μια απογοήτευση, γιατί είχε σκοπό να τον βγάλει από μέσα της, βγαίνοντας κι η ίδια δυνατή κι ανανεωμένη απ’ αυτή την εμπειρία. Η ειρωνεία ήταν ότι, δηλώνοντας πως στα δεκάξι της την έβρισκε ακαταμάχητα ελκυστική, είχε καταφέρει να ζωντανέψει την αυτοεκτίμησή της. Μπορεί να ήταν άπειρη, αλλά ήξερε τις τακτικές που οδηγούσαν στην αποπλάνηση. Τα βρετανικά έντυπα ήταν γεμάτα από τολμηρές προτάσεις που


απευθύνονταν σε κάθε γυναίκα. Σίγουρα η γνώση ήταν η δύναμη στην κρεβατοκάμαρα. Όταν κατέβηκε στο χολ, προσπάθησε να τηλεφωνήσει στον Ματ, αλλά ο συνεταίρος της έλειπε. Έτσι, του άφησε ένα σύντομο μήνυμα στον τηλεφωνητή, εξηγώντας του ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε καταφέρει να κλείσει συμφωνία με τον ιδιοκτήτη των πολυτελών σπιτιών. Δε λέω ψέματα, σκέφτηκε θλιμμένα. Το ψυγείο στην κουζίνα ήταν γεμάτο φρέσκα τρόφιμα και τα ντουλάπια πλημμυρισμένα κονσέρβες, ζυμαρικά κι ό,τι άλλο χρειαζόταν για να λειτουργήσει μια σύγχρονη κουζίνα. Οι θείες της ήταν πολύ προνοητικές. Σιγοτραγουδώντας, η Φράνκι έβαλε το ψωμί να ψηθεί, έριξε μια ματιά στη συλλογή των ορεκτικών και στη σούπα που είχε ετοιμάσει ήδη κι άρχισε να φτιάχνει σαλάτα με σπαράγγια. Προσπαθώντας να πάρει δύναμη, ήπιε ένα δεύτερο ποτήρι κρασί. Απόψε δε θα υπήρχε ούτε ίχνος από το δισταγμό της προηγούμενης νύχτας. Απόψε θα είχε εκείνη τον πρώτο ρόλο και τον απόλυτο έλεγχο. Μόλις ετοίμασε το τραπέζι, τον φώναξε. Ο Σαντίνο έκανε ένα βήμα μέσα στην τραπεζαρία και σταμάτησε. Τα μάτια του πλανήθηκαν στο όμορφο τραπέζι με τα κεριά και μετά γλίστρησαν πάνω στη Φράνκι, που στεκόταν με το πολύχρωμο παρεό δεμένο στη λεπτή μέση της, έτσι ώστε ν’ αφήνει ακάλυπτο μεγάλο μέρος των ποδιών της. Ύστερα το βλέμμα του ανέβηκε στα πυκνά, φωτεινά μαλλιά της και στο πράσινο μπλουζάκι που αποκάλυπτε μάλλον παρά έκρυβε το πλούσιο στήθος της. Η ανάσα της κόπηκε κι η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Η προσοχή της ήταν στραμμένη αποκλειστικά πάνω του. Φορούσε βραδινό σακάκι με μαύρο παντελόνι. Το κατάλευκο πουκάμισό του δημιουργούσε έντονη αντίθεση με τα σκούρα μαλλιά και την ηλιοκαμένη επιδερμίδα του. Ήταν μια εμφάνιση απίστευτα εντυπωσιακή. Ένα ρίγος διέτρεξε τη σπονδυλική της στήλη. «Έχεις σκοπό να με δηλητηριάσεις;» τη ρώτησε. Η Φράνκι τεντώθηκε. «Αστείο είναι αυτό;» «Το ξέρω ότι διαθέτεις έντονο ταμπεραμέντο, αλλά αυτό το σενάριο είναι απίστευτο. ‘‘Πέρασε στο σαλόνι μου, είπε η αράχνη στη μύγα’’». Νιώθοντας ανόητη, η Φράνκι ανασήκωσε το πιγούνι της προκλητικά. «Γιατί να μη μαγειρέψω νόστιμα φαγητά, αφού δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω;» Στα αισθησιακά χείλη του απλώθηκε ένας σαρδόνιος, εύθυμος μορφασμός. «Τέτοια αλλαγή μέσα σε λίγες ώρες; Φυσικό είναι να είμαι καχύποπτος». «Κάθισε να φας», τον παρότρυνε απότομα και ξαναπήγε στην κουζίνα. Σερβίρισε άλλο ένα ποτήρι κρασί, εκνευρισμένη. Ώστε αρνιόταν να επιτρέψει στον εαυτό του να εντυπωσιαστεί. Να τον πάρει η οργή! Είχε τη δύναμη να παίζει με τα χαρτιά του κλειστά κι επιπλέον να την κοιτάζει λες και ήταν άγαλμα κι όχι άνθρωπος. «Θα μπορούσες να βάλεις κι άγιο σε πειρασμό μ’ αυτή την εμφάνιση», σχολίασε από την πόρτα. «Είσαι υπέροχη από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Ικανοποιήθηκες τώρα; Όταν όμως στεκόσουν προηγουμένως και περίμενες να σου κάνω φιλοφρόνηση, κάτι μέσα μου μ’ εμπόδισε να σου δώσω αυτό που ήθελες». Η Φράνκι τον κοίταξε εκνευρισμένη. Την έκανε να φαίνεται απλοϊκή, την ξεσκέπαζε. Τον προσπέρασε και πήγε στο τραπέζι. «Αυτό συμβαίνει επειδή είσαι πεισματάρης και σατανικός Σαντίνο. Πάντα ήσουν. Τότε δεν το έβλεπα, το βλέπω όμως τώρα», του ομολόγησε με ειλικρίνεια. «Πρόσεξε, λοιπόν», της είπε ψυχρά. «Ποτέ δε μου άρεσαν τα παιχνίδια, Φραντσέσκα». Τα βλέφαρά της χαμήλωσαν και η όρεξή της κόπηκε. Όταν ανασήκωσε ξανά τα μάτια της, τον είδε ν’ ανοίγει ένα σκονισμένο μπουκάλι σαμπάνιας. «Πού το βρήκες αυτό;» «Βρισκόταν στο κελάρι και περίμενε την κατάλληλη στιγμή», της απάντησε. Η Φράνκι άρχισε να σκαλίζει ανόρεχτα το φαγητό της, παρακολουθώντας τον να τρώει. Όποτε τον κοιτούσε, το στόμα της στέγνωνε, καθώς φανταζόταν τους δυο τους στο κρεβάτι. Η ανυπομονησία και η φλόγα που φούντωνε μέσα της η προσμονή πάλευαν σαν ίσοι αντίπαλοι. Κάθε φορά που πήγαινε στην κουζίνα, έπινε κι άλλο κρασί. Σιγά σιγά οι προσπάθειες του Σαντίνο ν’ ανοίξει κουβέντα κατέληγαν σε μονολεκτικές απαντήσεις. Στο επιδόρπιο, κάρφωσε κάποια στιγμή το βλέμμα της στο πρόσωπό του. «Ήθελες να είμαι παρθένα, έτσι δεν είναι;» του είπε ξαφνικά. Τα χαρακτηριστικά του σφίχτηκαν και τα μάτια του στένεψαν. «Πώς το σκέφτηκες αυτό;» Η Φράνκι στερέωσε το πιγούνι της στο ένα της χέρι, ξέροντας ότι τον είχε ξαφνιάσει, όπως είχε ξαφνιάσει και τον εαυτό της με την ερώτηση. Στα σαρκώδη χείλη της άνθισε ένα διαβολικό χαμόγελο. «Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά ξέρω ότι είναι αλήθεια. Θα πρέπει να απογοητεύτηκες πολύ». «Δε θα το έλεγα». Το όμορφο στόμα του στράβωσε από ένα μορφασμό. «Είναι πολύ βαρετή αρχή σε μια σύντομη σχέση να προσπαθείς να εκπαιδεύσεις μια νευρική παρθένα». Η Φράνκι χλόμιασε και η σιωπή δεν είχε τελειωμό. «Χθες το βράδυ απλώς ήμουν ανήσυχη», του είπε απότομα. «Συνήθως όμως είμαι πολύ άνετη στην κρεβατοκάμαρα». «Ωραία... γιατί εγώ νιώθω ασυνήθιστα επιφυλακτικός απόψε», της απάντησε μελιστάλαχτα. Χωρίς να το θέλει, η Φράνκι τον κοίταξε επίμονα. Η καρδιά της φτεροκοπούσε στο στήθος της. Τα μάτια του εξέπεμπαν έναν απίστευτο μαγνητισμό. Ένιωσε την επιθυμία να βυθιστεί μέσα τους. Ίσως γι’ αυτό το κεφάλι της βούιζε και της ήταν αδύνατον να συγκεντρωθεί. «Θέλεις καφέ;» τον ρώτησε αμήχανα. Ο Σαντίνο παρακολούθησε την άκρη της γλώσσας της να υγραίνει τα χείλη της. Τεντώθηκε και μετά σηκώθηκε από το τραπέζι. Πήρε το ποτήρι από τα χέρια της και την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Όχι», της απάντησε με φωνή βραχνή. Ένα ρίγος βασανιστικής διέγερσης διέτρεξε το κορμί της Φράνκι, καθώς εκείνος την έσφιξε πάνω του. Η ανάσα βγήκε με βία από τα τρεμάμενα χείλη της. Το στήθος της είχε φουσκώσει και οι θηλές της είχαν σκληρύνει, αλλά η αίσθηση αυτή έσβηνε μπροστά στη ζάλη που είχε θολώσει το μυαλό της. «Πάμε στο κρεβάτι», της πρότεινε με βαθιά, σιγανή φωνή που απείλησε σοβαρά τον αυτοέλεγχό της. Έκλεισε τα μάτια της για να μην τον βλέπει και προσπάθησε ν’ αντισταθεί. Δεν το είχε σχεδιάσει έτσι. Τον έλεγχο της κατάστασης τον είχε πάλι ο Σαντίνο. «Όχι... Πήγαινε πάνω εσύ... και περίμενέ με», του είπε τραυλίζοντας. «Εντάξει». Ανασηκώνοντας το βλέμμα της, τον είδε να σμίγει τα φρύδια του μπερδεμένος. Μετά τον παρακολούθησε να κατευθύνεται προς τη σκάλα. Ένιωσε να ταλαντεύεται επικίνδυνα. Κρατήθηκε από την πλάτη της καρέκλας, νιώθοντας την απογοήτευση να την κατακλύζει. Κάπως αργά, συνειδητοποίησε ότι είχε πιει πολύ κρασί, ενώ είχε φάει ελάχιστα. Εξοργίστηκε με τον εαυτό της για την ανοησία της. Σερβίρισε ένα φλιτζάνι σκέτο καφέ, πίεσε τον εαυτό της να τον πιει και μετά βγήκε για να πάρει μερικές βαθιές ανάσες νυχτερινού αέρα, ελπίζοντας ότι έτσι θα συνερχόταν. Έπρεπε να πάει επάνω... Ο Σαντίνο την περίμενε, όπως το είχε σχεδιάσει. Ήταν πάνω, ξαπλωμένος στο νυφικό κρεβάτι, για πρώτη φορά στη ζωή του... Η εικόνα που αντίκρισε της προκάλεσε έντονη αγωνία. Ο Σαντίνο, με το υπέροχο, μαυρισμένο κορμί του, ήταν ξαπλωμένος πάνω στα λευκά σεντόνια... κι εκείνη... εκείνη ξαφνικά ένιωσε το στομάχι της ν’ ανακατεύεται και το δωμάτιο να στριφογυρνάει μ’ έναν τρόπο που της έφερνε ναυτία. «Τι σου συμβαίνει;» τη ρώτησε ο Σαντίνο, πετώντας το σεντόνι μακριά. «Ντίο... Νόμιζα ότι ήταν της φαντασίας μου προηγουμένως κάτω, αλλά εσύ είσαι πράγματι...» Η Φράνκι όρμησε στο μπάνιο, απέναντι στο διάδρομο. Οι χειρότεροι φόβοι της είχαν βγει αληθινοί. Ήθελε να μείνει μόνη και να πεθάνει, αλλά δε θα είχε αυτή την τύχη. *


«Μόλις φας θα νιώσεις πολύ καλύτερα», της είπε ξερά ο Σαντίνο. Η Φράνκι κοίταξε με δυσπιστία το τοστ στο δίσκο του πρωινού. Ήταν καλύτερα από το να κοιτάξει εκείνον. Μια δυνατή ντροπή την πλημμύρισε, καθώς θυμόταν τη σκηνή της προηγούμενης νύχτας. Στην αρχή ο Σαντίνο δεν πίστευε στα μάτια του, μετά είχε γίνει ανυπόμονος κι είχε εκνευριστεί, παραμένοντας όμως πάντα ευγενικός. Γιατί ήταν ευγενικός; Επειδή διέθετε έμφυτο χάρισμα να είναι ευγενικός προς τους αδύναμους και λιγότερο ικανούς απ’ αυτόν. Κάτι που μεγάλωνε την ταπείνωση που η ίδια αισθανόταν. «Ευχαριστώ», του είπε, ενώ ανασήκωνε την τιράντα του λεπτού νυχτικού, που είχε γλιστρήσει στο μπράτσο της. «Θα πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος που μέθυσες». «Δε μέθυσα... Απλώς ζαλίστηκα λίγο», τον διόρθωσε. Θέλοντας απελπισμένα να ξεφύγει από τη δύσκολη θέση, πίεσε τον εαυτό της να δαγκώσει μια μπουκιά από το τοστ. «Είσαι ερωτευμένη με τον Ματ Φίνλεϊ;» Η μπουκιά παραλίγο να σταθεί στο λαιμό της. «Όχι βέβαια... Φίλοι είμαστε», του απάντησε εξοργισμένη. Ο Σαντίνο την κοίταξε ψυχρά. «Ήσουν νευρική...» «Τι ανοησίες είναι αυτές; Γιατί κάνεις τόση φασαρία για κάτι εντελώς τυχαίο;» Τα όμορφα χείλη του σφίχτηκαν. «Ίσως επειδή μ’ εξοργίζει η ιδέα ότι βάζεις τον εαυτό σου σε κίνδυνο με μια τέτοια απρόσεκτη συμπεριφορά, κάνοντας παρέα μ’ έναν ασυνείδητο. Έπρεπε να ήξερες περισσότερα». «Πέρασε ο καιρός που περίμενα από σένα να μου πεις τι να κάνω». Της έριξε μια περιφρονητική ματιά από το κατώφλι της πόρτας. «Αυτό φαίνεται». Με το κεφάλι σκυμμένο και τα μάγουλά της φλογισμένα, η Φράνκι κατάπιε με δυσκολία. Πιστεύοντας ότι ο Σαντίνο είχε βγει από το δωμάτιο, ξαφνιάστηκε όταν είδε το δίσκο ν’ απομακρύνεται κι εκείνον να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού. Αναδεύτηκε, αντιδρώντας αμυντικά, όταν εκείνος άπλωσε το χέρι του και βύθισε τα μακριά του δάχτυλα μέσα στ’ ανακατεμένα μαλλιά της. Ήταν μια ενοχλητικά καθησυχαστική χειρονομία. Μετά εκείνος της χαμογέλασε. Ήταν ένα από εκείνα τα πλατιά χαρισματικά χαμόγελα που την τάραζαν κι έκαναν την καρδιά της να χτυπάει γρήγορα. «Δεν είναι και ιδιαίτερα κολακευτική δήλωση, αφού χθες βράδυ σπατάλησες τόση ώρα ν’ απολογείσαι», της είπε με φωνή βραχνή. Ήταν τόσο κοντά της, ώστε η Φράνκι μπορούσε να μυρίσει το απίστευτα αρρενωπό και έντονα οικείο και ζεστό άρωμα του κορμιού του. Η ανάσα της σκάλωσε στο λαιμό της. Το χέρι της ανασηκώθηκε αυθόρμητα κι άγγιξε τον ώμο του σε μια προσπάθεια να συγκρατηθεί, καθώς το βλέμμα της βυθιζόταν στα χρυσά του μάτια. Ριγώντας, τον ένιωσε να την τραβά κοντά του και να σκύβει πάνω της. Μια γλυκιά προσμονή την κατέκλυσε. Ο Σαντίνο τη φίλησε απαλά, μεγαλώνοντας τον πόθο μέσα της. Ήθελε να κολλήσει το σώμα της στο δικό του. Τα μπράτσα της τυλίχτηκαν γύρω του και η λαχτάρα της μεγάλωσε για εκείνον. Όταν η γλώσσα του πέρασε μέσα από τα μισάνοιχτα χείλη της, η καρδιά της άρχισε να χτυπάει τόσο δυνατά, που δεν μπορούσε ν’ ανασάνει. Η αναστάτωσή της ήταν πολύ μεγάλη. Ο Σαντίνο ανασήκωσε το κεφάλι του κι άφησε το βλέμμα του να γλιστρήσει στο πρόσωπό της. Σηκώθηκε ανέκφραστος. Στην άκρη των χειλιών του συσπάστηκε ένας μικρός μυς, αλλά έδειχνε απόλυτα ψύχραιμος και χαλαρός. «Δεν έχω πάρει ακόμα το πρωινό μου», μουρμούρισε και βγήκε με βήματα αργά κι αρμονικά από το δωμάτιο. Παγωμένη από την ξαφνική εγκατάλειψη, η Φράνκι έπεσε πίσω στα μαξιλάρια. Ο Σαντίνο είχε ανάψει τον πόθο μέσα της κι ύστερα την είχε αφήσει στα κρύα του λουτρού. Μήπως είχε μετανιώσει γι’ αυτή την εκδήλωση τρυφερότητας; Πάντως, είχε καταφέρει να διαπεράσει την άμυνά της πανεύκολα και το χειρότερο ήταν ότι το είχε καταλάβει. Με χέρια που έτρεμαν, έπιασε ξανά το δίσκο. Σεξουαλική έλξη είναι, είπε στον εαυτό της. Μόνο που αυτό δεν εξηγούσε γιατί υπέφερε από το φόβο και την ανασφάλεια, καθώς τον παρακολουθούσε ν’ απομακρύνεται από κοντά της και να φεύγει από το δωμάτιο. Μόλις βγήκε από το μπάνιο, της φάνηκε ότι άκουσε να χτυπάει η εξώπορτα. Πήρε το μπουρνούζι του Σαντίνο, το φόρεσε βιαστικά και βγήκε στο κεφαλόσκαλο. «Φραντσέσκα;» της φώναξε ήρεμα. «Έλα κάτω». Πλησίασε συνοφρυωμένη στην κορυφή της σκάλας και είδε έκπληκτη τον Ματ να στέκεται κάτω στο χολ, ξαφνιασμένος κι εκείνος από την εμφάνισή της. «Ματ;» αναφώνησε εμβρόντητη. «Ναι... εγώ είμαι», απάντησε ο συνεταίρος της εκνευρισμένος, καθώς την έβλεπε αναψοκοκκινισμένη, βρεγμένη, μ’ ένα ανδρικό μπουρνούζι. «Θα ήθελες να μου εξηγήσεις τι συμβαίνει εδώ πέρα;» τη ρώτησε απαιτητικά.


Κεφάλαιο 7

Η ένταση που είχε απλωθεί στο χολ ήταν τόσο βαριά, που η Φράνκι κατέβηκε τη σκάλα νιώθοντας έντονη ανησυχία. Το πρόσωπο του Ματ είχε κοκκινίσει και την παρατηρούσε επικριτικά. Η προσοχή της στράφηκε στον Σαντίνο, που στεκόταν και την κοιτούσε διαπεραστικά και με περιέργεια. «Τι θέλεις εδώ πέρα, Ματ;» τον ρώτησε επιφυλακτικά. «Πώς με βρήκες;» «Ήταν το μοναδικό μέρος που μου είχε απομείνει να ψάξω», της απάντησε. «Θυμήθηκα το όνομα του χωριού κι ήξερα ότι εδώ έχεις οικογένεια... Γιατί στην ευχή δεν είπες σε κανέναν πού σκόπευες να πας;» «Σου άφησα μήνυμα στον τηλεφωνητή χθες...» Η Φράνκι τον κοιτούσε έκπληκτη. Δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο ο Ματ είχε αφήσει το πρακτορείο κι είχε έρθει στη Σαρδηνία να τη βρει. «Το ξέρω ότι καθυστέρησα λίγο να σου τηλεφωνήσω, αλλά γιατί ήρθες μέχρι εδώ να με βρεις;» «Η μητέρα σου...» «Τι πράγμα η μητέρα μου;» επανέλαβε η Φράνκι με δυσπιστία. Ο Ματ έβρισε σιγανά. «Δεν ανησύχησα για τη σιωπή σου, μέχρι που τηλεφώνησα στη μητέρα σου και τη ρώτησα αν είχε κάποια επαφή μαζί σου. Μόλις κατάλαβε ότι είχες έρθει στη Σαρδηνία κι ότι δεν είχαμε επικοινωνία, έπαθε υστερική κρίση». «Υστερική κρίση;» επανέλαβε η Φράνκι, ανίκανη να φανταστεί την Ντέλα σε τέτοια κατάσταση. «Φυσικό ήταν, λοιπόν, να πανικοβληθώ. Όταν έμαθα ότι το αυτοκίνητο, που είχες νοικιάσει, επιστράφηκε, μου φάνηκε ότι κάτι ύποπτο συνέβαινε. Δεν αφήνει κανείς το μοναδικό μέσο μεταφοράς του όταν πάει διακοπές. Φαινόταν να έχεις εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης». Η Φράνκι ντράπηκε για την αδιαφορία της. «Δε μου πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσα να προκαλέσω ανησυχία... Κανείς δεν έχει ανησυχήσει για μένα μέχρι τώρα...» «Δεν έχεις εξαφανιστεί άλλη φορά. Η μητέρα σου κάλεσε την αστυνομία...» «Την αστυνομία;» Η Φράνκι ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της ξαφνιασμένη. «Λυπάμαι... Δεν καταλαβαίνω τι σας έπιασε...» «Ναι, καλά κι εγώ το ίδιο». Ο Ματ έριξε μια αμήχανη ματιά στον Σαντίνο, που είχε κοκαλώσει στην αναφορά της αστυνομίας και είχε ανασηκώσει το πιγούνι του επιθετικά. «Πάντως, έγινες κύρια είδηση στις ειδήσεις της τηλεόρασης χθες βράδυ. Χάθηκε Αγγλίδα τουρίστρια...» «Ω, όχι...» τραύλισε αδύναμα. «Η Ντέλα πιστεύει ότι έχεις πέσει θύμα απαγωγής, λόγω των διασυνδέσεων που έχεις με άτομα μεγάλης οικονομικής επιφάνειας...» «Θύμα απαγωγής;» τον διέκοψε ο Σαντίνο εξοργισμένος. «Ή θύμα κάποιας βεντέτας ανάμεσα σ’ εσένα και των διασυνδέσεων που ανέφερα προηγουμένως», συμπλήρωσε ο Ματ σαρκαστικά, κοιτάζοντας τον Σαντίνο με απροκάλυπτη αντιπάθεια. «Νομίζω ότι μπορούμε να αποκλείσουμε και τις δύο πιθανότητες, αφού, απ’ ό,τι φαίνεται, περνάς πολύ καλά με τον πρώην σύζυγό σου». «Ω διάβολε, καλύτερα να τηλεφωνήσω στη μητέρα μου... Ματ, λυπάμαι... Ειλικρινά δεν ξέρω τι ήταν αυτό που την έκανε να ενεργήσει έτσι...» «Ενοχές», απάντησε ο Σαντίνο με σφιγμένα δόντια. «Έπρεπε να μου έχεις πει ότι εξακολουθείς να είσαι παντρεμένη. Μου είπες όλα τα άλλα», συνέχισε ο Ματ επικριτικά. «Ξέρει πόσο καιρό συζούμε;» «Συζούμε;» Η Φράνκι μπερδεύτηκε από τη σκόπιμα παραπλανητική περιγραφή της συγκατοίκησής τους. «Ναι... Τι είδους γάμο έχετε εσείς οι δυο;» Ο Ματ χαμογέλασε σατανικά στον Σαντίνο. «Ελπίζω να ξέρεις ότι βγαίνει και με άλλους άντρες. Σήμερα εδώ κι αύριο ξεχνά την ύπαρξή σου. Αυτή είναι η Φράνκι μου!» Ο Σαντίνο ανασηκώθηκε σαν αγριεμένη τίγρη από τον τοίχο, όπου έγερνε. «Παλιό...» «Σε παρακαλώ», του φώναξε έντρομη η Φράνκι και, αρπάζοντας τον Ματ από το μπράτσο, τον τράβηξε μέσα στο σαλόνι κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω τους. «Γιατί συμπεριφέρεσαι έτσι, Ματ; Τι έπαθες;» Εκείνος τραβήχτηκε θυμωμένα. «Νόμιζα ότι σε ήξερα. Νόμιζα ότι ήμαστε μια πετυχημένη ομάδα. Είχα σκεφτεί ακόμα και να σε παντρευτώ...» Η Φράνκι τεντώθηκε μπροστά σ’ αυτή την αποκάλυψη. Προφανώς το μερίδιό της στο πρακτορείο ήταν το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της στα μάτια του Ματ. «Δεν είχες δείξει ποτέ το παραμικρό ενδιαφέρον για μένα, μέχρι που έφυγε η Λη από το διαμέρισμα. Είμαστε απλοί συγκάτοικοι. Εκτός δουλειάς, ο καθένας έχει τη ζωή του...» Ο Ματ δεν την άκουγε. «Ώστε αυτός είναι ο Σαντίνο... ο σύζυγός σου από τα δεκάξι, σύμφωνα με την Ντέλα. Κι όλα όσα είναι διατεθειμένος να σου προσφέρει αυτό το κάθαρμα είναι μια περιπέτεια του Σαββατοκύριακου, σε μια διαβολότρυπα πάνω στα βουνά!» Ξεφύσηξε αηδιασμένος. «Από την άλλη, αν αυτό σε ανάβει, ποιος είμαι εγώ που θα σταθώ εμπόδιο;» «Έδωσες σκόπιμα στον Σαντίνο την εντύπωση ότι είμαστε εραστές... Γιατί το έκανες αυτό;» Ο Ματ έκανε μια γκριμάτσα κι έσφιξε τα χείλη του. Η οργή είχε δώσει τη θέση της στην αγανάκτηση. «Πραγματικά δεν έχεις ιδέα πώς αντιδρούν οι άντρες όταν φαίνονται και νιώθουν σαν βλάκες. Διάβολε, καλύτερα να τηλεφωνήσεις στην αστυνομία και να ξεδιαλύνεις το θέμα. Και με τις βίλες τι θα γίνει;» «Ακόμα το παλεύω», του απάντησε σοκαρισμένη, νιώθοντας τρομερές ενοχές για την αναστάτωση που είχε προκαλέσει. Ο Ματ άνοιξε την πόρτα του σαλονιού και της έριξε μια ματιά γεμάτη πικρία. «Χαίρομαι που είσαι καλά, αλλά μου ’ρχεται να πνίξω τη μητέρα σου γι’ αυτό που έκανε». Ο Σαντίνο δε βρισκόταν στο χολ κι ο Ματ βγήκε έξω και πλησίασε το νοικιασμένο αυτοκίνητό του. Η Φράνκι πήρε μια βαθιά ανάσα και μετά έτρεξε ξανά στο σαλόνι και σήκωσε το τηλέφωνο για να πάρει τη μητέρα της. Από την άλλη μεριά της απάντησε μια άγνωστη γυναίκα, που τη ρώτησε ποια ήταν. Η φωνή της Φράνκι άρχισε να τρέμει, καθώς συνειδητοποίησε ότι μιλούσε με μια αστυνομικό. Μόνο τότε κατάλαβε τη σοβαρότητα της κατάστασης. Η Ντέλα ήρθε στο τηλέφωνο, ξέπνοη και δακρυσμένη. «Είσαι καλά; Είσαι πραγματικά καλά, Φράνκι;» «Είμαι με τον Σαντίνο, μαμά», της εξήγησε αρχίζοντας κι η ίδια να νιώθει μεγάλη συγκίνηση. «Για τ’ όνομα του Θεού, δεν έπρεπε να ανακατέψεις την αστυνομία...» «Αν είσαι με τον Σαντίνο, τότε τα ξέρεις όλα», ψέλλισε η Ντέλα με φωνή συγκρατημένη. Ύστερα ζήτησε να μιλήσει μόνη με την κόρη της. «Φράνκι;» της είπε ξανά. «Σοκαρίστηκα, όταν έμαθα ότι εξακολουθούμε να είμαστε παντρεμένοι με τον Σαντίνο, αλλά αυτό που με διέλυσε ήταν ότι εκείνος μας συντηρούσε όλα αυτά τα χρόνια», παραδέχτηκε η Φράνκι βεβιασμένα. «Ντέλα, πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό;» «Δεν μπορούσα να σ’ αφήσω ν’ ακυρώσεις το γάμο σου. Ήταν σαν να σε άφηνα να πετάξεις το χρυσάφι πίσω στο ορυχείο! Για το καλό σου το έκανα...» «Ντέλα, σε παρακαλώ». Πήρε με δυσκολία μια ανάσα. «Μίλησέ μου ειλικρινά». «Πόσο πιο ειλικρινά; Ο Σαντίνο σε πλήγωσε και μετά μου φόρτωσε μια έφηβη με ραγισμένη καρδιά. Του άξιζε να πληρώσει». «Μαμά, εγώ...»


Η Ντέλα όμως δεν την άφησε να συνεχίσει. «Δεν έκανα το καλύτερο για σένα, Φράνκι; Δε χρησιμοποίησα τα χρήματά του για να σου αγοράσω όμορφα ρούχα και να σου προσφέρω μια πλούσια ζωή; Δεν έκανα συνέχεια πάρτι, για να μπορείς να γνωρίζεις τους σωστούς ανθρώπους; Εγώ φταίω που τίποτε απ’ αυτά δε σ’ ένοιαζε κι έφυγες μόλις μπόρεσες;» «Όχι, αλλά...» Η Φράνκι προσπάθησε να τη διακόψει ξανά, όμως η μητέρα της συνέχισε να δικαιολογείται εξοργισμένη. «Κι όσο για όλες αυτές τις βλακείες που μου είπες, ότι ο Σαντίνο δεν κοιμήθηκε ποτέ μαζί σου... Φαντάζεσαι ειλικρινά ότι τις πίστεψα;» Η Ντέλα γέλασε κυνικά. «Η περηφάνια σου μιλούσε. Προσπάθησες να καλύψεις το γεγονός ότι σε χρησιμοποίησε και μετά σε παράτησε. Νόμιζε ότι μπορούσε να ξεφύγει τόσο εύκολα; Να μου δώσει μερικά χρήματα και να σώσει την υπόληψή του, γιατί στην πραγματικότητα δεν ήθελε να μαθευτεί ότι ένας Βιτάλε είχε αποκτήσει μια νεαρή σύζυγο που την είχε κρατήσει απομονωμένη και την είχε βαρεθεί μετά;» Η πικρία της Ντέλα ξάφνιασε τη Φράνκι. «Μα δεν ήταν έτσι τα πράγματα». «Είχες αυτοκτονήσει, Φράνκι. Του άξιζε να τιμωρηθεί κι ελπίζω τόσο αυτός όσο και η πλούσια, σνομπ οικογένειά του να ταλαιπωρηθούν από τη δημοσιότητα που πήρε τώρα το θέμα». «Ποια δημοσιότητα;» τραύλισε η Φράνκι, νιώθοντας το στομάχι της να σφίγγεται όταν άκουσε ένα κλικ, που σήμαινε ότι κάποιος είχε σηκώσει το ακουστικό από την άλλη μεριά. «Κοίτα, όταν εξαφανίστηκες, κόντεψα να πεθάνω από την ανησυχία μου», απάντησε η Ντέλα. «Απ’ όσο ξέρω, ο Σαντίνο έμαθε πού πήγαιναν τα λεφτά του κι αποφάσισε να απαλλαγεί από σένα, γλιτώνοντας από ένα δαπανηρό διαζύγιο... από μια γυναίκα που δεν ήξερε ότι είχε. Ένα διαζύγιο που θα έπαιρνε μεγάλη δημοσιότητα». «Μαμά... όλα αυτά είναι παράλογα...» Η Φράνκι ένιωσε το κεφάλι της έτοιμο να σπάσει. «Είσαι πολύ αφελής, Φράνκι. Οι Βιτάλε είναι πλούσια κι αδίστακτη οικογένεια κι εσύ αποτελείς μια ντροπή γι’ αυτούς. Αποκαλύπτοντας, λοιπόν, όλη τη θλιβερή ιστορία στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ήμουν σίγουρη ότι θα μείνεις ζωντανή. Αυτή τη στιγμή το σπίτι είναι γεμάτο δημοσιογράφους, μερικοί από τους οποίους είναι Ιταλοί. Τι στάση θέλεις να κρατήσω, όταν θα τους μιλήσω ξανά;» Ο ιδρώτας είχε υγράνει το επάνω χείλος της Φράνκι, που βόγκηξε πνιχτά. «Θέλω να πω, πώς είσαι με τον Σαντίνο, αγάπη μου;» συνέχισε η Ντέλα με μια φωνή που έδειχνε τον ενθουσιασμό που ένιωθε, ξέροντας ότι ήταν το κέντρο του ενδιαφέροντος. «Θέλεις να πω ότι η οικογένειά του σας ανάγκασε να χωρίσετε πριν από πέντε χρόνια ή προτιμάς να τον κατηγορήσω ότι αποπλάνησε ξεδιάντροπα μια έφηβη; Μπορεί να έχει σημασία στο διαζύγιο...» Η Φράνκι κούνησε το κεφάλι της με δυσπιστία. «Το θέμα του διαζυγίου άφησέ το πάνω μου...» «Ντέλα...» ακούστηκε εκείνη τη στιγμή μια άλλη φωνή στη γραμμή. Τα μάτια της Φράνκι άνοιξαν διάπλατα από το σοκ. «Είμαι ο Σαντίνο. Αν μιλήσεις έστω και σ’ έναν ακόμα δημοσιογράφο ή σε οποιονδήποτε άλλο έχει σχέση μαζί τους, θα σε πετάξω από το σπίτι μέσα σε λίγες ώρες. Ύστερα θα σε πάω στο δικαστήριο για απάτη». Βαριά σιωπή απλώθηκε, καθώς οι δυο γυναίκες κατάλαβαν ότι ο Σαντίνο είχε παρακολουθήσει τη συνομιλία τους. «Μα είσαι γαμπρός μου», διαμαρτυρήθηκε τελικά η Ντέλα. «Ο δεσμός αυτός συγγένειας είναι ιδιαίτερα αδύναμος. Πρόσεχε», της απείλησε παγερά. Η γραμμή νέκρωσε, καθώς η μητέρα της Φράνκι κατέβασε το ακουστικό, χωρίς να πει λέξη παραπάνω. Η Φράνκι γύρισε μπερδεμένη και είδε τον Σαντίνο να μπαίνει στο σαλόνι. Εκείνος πήρε το ακουστικό από την ιδρωμένη και σφιγμένη παλάμη της, το έβαλε στη θέση του κι ύστερα τράβηξε το καλώδιο και το έβγαλε από τον τοίχο. Είχε χλομιάσει από την οργή. Τα χαρακτηριστικά του είχαν σκληρύνει και τα χρυσαφένια μάτια του άστραφταν από θυμό. «Πολύ επιμορφωτικό τηλεφώνημα», της είπε περιφρονητικά. «Με τη μητέρα σου είστε το καλύτερο δίδυμο μετά την Μπόνι και τον Κλάιντ. Ειδοποίησε τον Τύπο για λογαριασμό σου κι εσύ ικανοποιημένη σχεδιάζεις τώρα το διαζύγιο. Μικρή αλεπού... Έπρεπε να το ξέρω ότι αυτό που σε νοιάζει είναι το κέρδος». Η Φράνκι έκανε κατάχλομη ένα βήμα πίσω. «Σαντίνο... πρόκειται για μια φοβερή παρεξήγηση. Η μητέρα μου ήταν υπερβολική, αλλά νομίζω ότι πίστευε ειλικρινά πως έπρεπε να με προστατέψει...» «Από ποιον; Από μένα; Γιατί να νομίζει κάτι τέτοιο;» τη ρώτησε. «Δεν είχα καταλάβει ότι δε με πίστεψε πριν από πέντε χρόνια, όταν της μίλησα για μας...» του απάντησε αφηρημένα. «Δε βγαίνει με κανέναν, γιατί δεν έχει εμπιστοσύνη στους άντρες. Γι’ αυτό θεωρώ πως, ό,τι συνέβη σ’ εμένα, την έκανε να νιώσει μεγαλύτερη πικρία. Πάντα έλεγε ότι τόσο ο πατέρας μου όσο κι ο Τζάιλς της κατέστρεψαν τη ζωή και νομίζει ότι το ίδιο έκανες κι εσύ σ’ εμένα... Βέβαια, κατά μια άποψη, έτσι έγινε...» «Φροντίζοντας να ζεις πριγκιπικά, σου κατέστρεψα τη ζωή;» Πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα κατάμαυρα μαλλιά του. Οι σφιγμένες γραμμές του προσώπου του φανέρωναν το θυμό που ένιωθε. Γρύλισε σιγανά κι η Φράνκι έκανε ένα μορφασμό. Έπειτα το βλέμμα του στυλώθηκε στο πρόσωπό της. «Σι, ίσως σ’ αυτή την περίπτωση η αλήθεια να βρίσκεται εκεί όπου δε θέλω. Πράγματι κατέστρεψα τη ζωή σου, με την έννοια ότι τώρα είσαι μια φοβερή κι αδίστακτη γυναίκα». «Δεν είμαι...» Εκείνος γέλασε ειρωνικά. «Σε παρέδωσα στην απληστία... σ’ έκανα μια αθεράπευτη εγωίστρια. Αν σε κρατούσα, τουλάχιστον θα είχες κάποια ηθική». «Δε μου λείπει η ηθική, σε διαβεβαιώ», του απάντησε θυμωμένη, ανασηκώνοντας το πιγούνι της. Τα μάγουλά της είχαν ανάψει. Το περιφρονητικό βλέμμα του γλίστρησε στις καμπύλες του στήθους της, που φαίνονταν ολοκάθαρα μέσα από τα πέτα του μπουρνουζιού. «Ακόμα κι ο εραστής σου δε φάνηκε να το πιστεύει αυτό...» Η Φράνκι έκλεισε με μια απότομη κίνηση τα πέτα της. «Ο Ματ δεν είναι ούτε υπήρξε ποτέ εραστής μου». Ο Σαντίνο έκανε μια γκριμάτσα. «Πάντως δεν είναι κύριος, αν μοιράστηκε μαζί σου το κρεβάτι και μετά ήρθε να μου πει πόσο άπιστη είσαι». Πάλεψε να καταπιεί την προσβολή και πήρε μια βαθιά, τρεμάμενη ανάσα. Ξαφνικά, σαν ν’ άναψε ένα δυνατό φως στο μυαλό της. Είχε βαρεθεί να την κατηγορούν για τα λάθη άλλων και η επίθεση στην ηθική της ήταν η τελευταία σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. «Τι κι αν υπήρξαν πολλοί άντρες στη ζωή μου;» του πέταξε οργισμένη, σίγουρη ότι ο Ματ είχε κάνει εκείνο το σχόλιο επειδή δεν την είχε δει να βγαίνει ποτέ πολύ καιρό με κάποιον συγκεκριμένα κι επειδή η αδιαφορία της απέναντί του τον είχε προσβάλει. «Δε σε αφορά, σωστά;» Ένα δυσοίωνο κοκκίνισμα απλώθηκε στο πρόσωπό του, καθώς την κοίταξε αμίλητος για λίγο. Η Φράνκι έσπασε τη σιωπή μ’ ένα βιασμένο γέλιο. «Ε, ναι, είμαι άπιστη... Σιγά το πράγμα!» Τώρα πια δεν μπορούσε να τον αντικρίσει στα μάτια. Πολύ αργά συνειδητοποίησε ότι του είχε πετάξει το γάντι, αλλά εκείνος αρνιόταν να το σηκώσει. Είχε προσπαθήσει να τον σοκάρει κι είχε αποτύχει. «Και τώρα που το ξεκαθαρίσαμε, δε νομίζεις ότι θα πρέπει να ειδοποιήσουμε την αστυνομία ότι είμαι καλά κι ότι έγινε πολλή φασαρία για το τίποτα;» «Το έχω κάνει ήδη. Η τοπική αστυνομία έρχεται εδώ για να πιστοποιήσει την παρουσία σου. Λίγο μετά θα φτάσουν και οι δημοσιογράφοι», της απάντησε σκυθρωπός, βγαίνοντας από το δωμάτιο. «Πρέπει να φύγουμε από δω πέρα το συντομότερο». Η Φράνκι τον ακολούθησε και στάθηκε στην πόρτα του γραφείου του, όση ώρα εκείνος έδινε βιαστικά εντολές σε κάποιον από το κινητό του. «Όλη αυτή η αναστάτωση είναι δικό σου σφάλμα», τον κατηγόρησε, όταν εκείνος έκλεισε το τηλέφωνό του. «Αν δε με είχες τραβήξει εδώ πάνω με δόλωμα εκείνες τις


βίλες, τίποτα δε θα είχε συμβεί. Όταν θα γυρίσω, πώς θα τα εξηγήσω όλα αυτά; Είδες πώς αντέδρασε ο Ματ...» «Ξέρεις, πιστεύω πραγματικά ότι ήρθε η ώρα να κάνω αυτό για το οποίο ήρθα εδώ πάνω», είπε εκείνος άγρια ξαφνικά. Την πλησίασε και, χωρίς καμιά προειδοποίηση, έσκυψε και τη σήκωσε στα δυνατά του μπράτσα. «Σαντίνο... τι στα κομμάτια κάνεις;» τον ρώτησε ξέπνοη. «Σ’ έφερα εδώ για να σε βάλω στο νυφικό κρεβάτι και να απολαύσω το υπέροχο κορμί σου», της υπενθύμισε, καθώς άρχισε ν’ ανεβαίνει αποφασιστικά τη σκάλα. «Πριν φύγουμε, έχω πρόθεση να εκπληρώσω την επιθυμία μου». «Μα έρχεται η αστυνομία!» του είπε τόσο έκπληκτη από την αντίδρασή του, που δε σκέφτηκε να φέρει αντιρρήσεις. «Νομίζω ότι θα τους πάρει αρκετή ώρα μέχρι να φτάσουν, αλλά, κι έτσι να μη γίνει, θα περιμένουν». «Θα περιμένουν... ενώ εμείς;...» «Γιατί όχι;» Άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας με μια κλοτσιά και την άφησε, χωρίς καμιά τρυφερότητα, πάνω στο κρεβάτι, στο οποίο είχε κοιμηθεί μόνη το προηγούμενο βράδυ. Η Φράνκι ανακάθισε, παραμερίζοντας τις ατίθασες μπούκλες της προς τα πίσω. «Γιατί όχι;» επανέλαβε σοκαρισμένη. «Έχεις τρελαθεί;» «Όχι... Αν τους πω ότι περίμενα πέντε χρόνια μέχρι να κάνω έρωτα στην όμορφη γυναίκα μου, θα δεχτούν ευχαρίστως να περιμένουν κι έναν ολόκληρο μήνα, αν χρειαστεί», της απάντησε σαρδόνια. «Πέρα απ’ αυτό, υποθέτοντας ότι έχεις πρόθεση να είσαι τόσο ομιλητική στους δημοσιογράφους όσο κι η μητέρα σου, δε θα τολμούσα ποτέ να σου στερήσω την πιο ζουμερή αποκάλυψη. Σίγουρα θα ανυπομονείς να μεταδώσεις κάθε λεπτομέρεια της ένωσής μας σε κάποιο γλοιώδες έντυπο, όταν θα γυρίσεις πίσω». «Κάνεις μεγάλο λάθος... Δε θα σκεφτόμουν ποτέ να μιλήσω στον Τύπο για σένα!» «Όπως ορκίστηκες στο καστέλο ότι δε θα σκεφτόσουν ποτέ να πάρεις τα λεφτά μου;» τη ρώτησε περιφρονητικά, βγάζοντας το πουκάμισό του και πετώντας το στο πάτωμα. «Συνέχισες να λες ψέματα όλη μέρα, υποστηρίζοντας ότι είσαι αθώα κι εφευρίσκοντας εντυπωσιακές εξηγήσεις για κάθε κατηγορία. Για φαντάσου! Πρώτα διατυμπανίζεις την αθωότητά σου και μετά δηλώνεις ότι ήσουν μέσα στην απάτη από την πρώτη μέρα!» Η θέα του γυμνού στέρνου του μαγνήτισε το βλέμμα της. Κοκκινίζοντας, έστρεψε τη ματιά της αλλού και πέρασε τη γλώσσα της πάνω στα ξερά της χείλη. Ο Σαντίνο δεν είχε πιστέψει λέξη απ’ όσα του είχε πει. Δεν ήταν ν’ απορεί κανείς. Είχε αλλάξει πολλές φορές τα λόγια της, μέχρι που τελικά είχε υποστηρίξει την Ντέλα, σε μια προσπάθεια να προστατέψει τη μητέρα της από τη σκληρή επίθεση της οργής του. Μακάρι να μπορούσε να του πει την αλήθεια. Ο Σαντίνο σίγουρα θα είχε μισήσει την Ντέλα ακόμα περισσότερο, μόλις την άκουσε στο τηλέφωνο να μιλάει με τόσο υπολογιστικό κι εγωιστικό τρόπο. Από την άλλη, μπορεί να είχε πει ψέματα για να βοηθήσει τη μητέρα της, αλλά τώρα συνειδητοποιούσε για πρώτη φορά ότι πιθανότατα να μην ήταν η ιδανική μητέρα που λαχταρούσε να έχει, ωστόσο σήμερα είχε αγγίξει την καρδιά της. Προφανώς, η Ντέλα την είχε συμπονέσει για την απογοήτευση που είχε νιώσει πριν από πέντε χρόνια κι είχε κάνει περισσότερα πράγματα απ’ όσα εκείνη ήταν προετοιμασμένη να της εξομολογηθεί. Παρ’ όλα αυτά, η σχέση τους δεν είχε βελτιωθεί. «Δεν είμαι αυτή που νομίζεις», του είπε τρέμοντας. «Μακάρι να μπορούσα να σου έλεγα κάτι περισσότερο απ’ αυτό, αλλά τούτη τη στιγμή...» «Τούτη τη στιγμή θα μπορούσες να μου πεις οτιδήποτε σε βολεύει». Ξέπνοη κι έχοντας χάσει τη μιλιά της, κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του, καθώς εκείνος έβγαζε το μεταξωτό μπόξερ που φορούσε και στάθηκε μπροστά της –ένα υπέροχο δείγμα του ανδρικού γένους. Χωρίς να το θέλει, η ματιά της κατηφόρισε στον ανδρισμό τού. Προσπάθησε να καταπιεί σοκαρισμένη, αλλά δεν τα κατάφερε. Πάντα αναρωτιόταν και τώρα είχε την ευκαιρία να ικανοποιήσει τη γυναικεία της περιέργεια. Ξαφνικά ανακάλυψε ότι δεν μπορούσε να τον κοιτάξει, γιατί ένιωθε μεγάλη συστολή. «Σαντίνο...» είπε με δυσκολία. «Ξέχνα το... Δεν πιστεύω ότι ντρέπεσαι ούτε ότι έχεις αναστολές», της απάντησε περιφρονητικά και, γονατίζοντας πάνω στο κρεβάτι, την έπιασε από τα μπράτσα και την τράβηξε κοντά του. «Όχι η γυναίκα που καυχιέται για τους άντρες που έχουν περάσει από τη ζωή της και που μου υποσχέθηκε να κάνει ό,τι θέλω, χωρίς να σκεφτεί ότι ίσως να θέλω κάτι που δεν είναι διατεθειμένη να μου δώσει...» «Θα μπορούσες;» τον ρώτησε, απέχοντας ελάχιστα μόνο εκατοστά από τα χρυσά του μάτια, που ήταν σαν να έκαιγαν την επιδερμίδα της. «Εσύ τι νομίζεις;» της αντιγύρισε την ερώτηση με μεταξένια περιφρόνηση. «Πιστεύω ότι θα μπορούσες να με μάθεις ένα δυο πράγματα». «Δεν έχω την κατάλληλη διάθεση τώρα...» «Θα σε κάνω να την αποκτήσεις, κάρα», της είπε και έλυσε τη ζώνη του μπουρνουζιού της με μια ήρεμη κίνηση. Το μπουρνούζι άνοιξε και η Φράνκι πάγωσε. Η ανάσα της κόπηκε και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει τόσο δυνατά, που ένιωσε να ζαλίζεται. Εκείνος άφησε το καυτό του βλέμμα να γλιστρήσει ξεδιάντροπα στο μέρος του κορμιού της που είχε αποκαλύψει. Μετά βύθισε το χέρι του μέσα στα ανακατεμένα μαλλιά της και την έγειρε αργά, αισθησιακά πάνω στα μαξιλάρια, ενώ σκέπαζε με το άλλο του χέρι το στήθος της. Η Φράνκι ρίγησε. Τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα. Η ζεστασιά του δυνατού κορμιού του πάνω στο παγωμένο σώμα της ήταν ερεθιστική, όπως και τα έμπειρα δάχτυλά του, που άρχισαν να χαϊδεύουν επιδέξια τη ροζ θηλή της. Ένας πνιχτός, βεβιασμένος αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της κι ένας γλυκός πόνος την έκανε να σφίξει τα δόντια της, βγάζοντας κάθε σκέψη από το μυαλό της. Ο Σαντίνο έσκυψε και το στόμα του έκλεισε πάνω από την ερεθισμένη θηλή της. Ένα μικρό βογκητό ακούστηκε μέσα στο δωμάτιο. «Είσαι μεγάλος πειρασμός, Φραντσέσκα», είπε εκείνος ξέπνοος, σαν να ήταν ανακάλυψη. «Παραδίνεσαι απόλυτα στην ικανοποίηση». Η ντροπή διαπέρασε την ομίχλη που είχε θολώσει το μυαλό της και τα βλέφαρά της άνοιξαν ξανά, καθώς ο Σαντίνο πέρασε το ένα του χέρι κάτω από τη μέση της και, ανασηκώνοντάς την, έβγαλε τελείως το μπουρνούζι και το πέταξε πέρα αδιάφορα. Μετά ξάπλωσε πάλι το κορμί της πάνω στο λευκό σεντόνι, που μύριζε δεντρολίβανο. Την κοίταξε και τα έντονα χαρακτηριστικά του τεντώθηκαν. «Το δεντρολίβανο είναι για τη γονιμότητα, κάτι το οποίο δε θα πρέπει να το σκέφτομαι μαζί σου...» Το βλέμμα της Φράνκι παρέμεινε ανέκφραστο. Ένα δυνατό ρόδινο χρώμα απλώθηκε στο πρόσωπό της. Δεν τον άκουγε. Έβλεπε τον εαυτό της έτσι όπως ήταν. Ένα πρόθυμο θύμα στα χέρια του. Αυτό όμως δεν ήθελε στην πραγματικότητα; Να ικανοποιήσει τη δίψα της σάρκας για να μπορέσει να ελευθερωθεί, όπως δεν είχε συμβεί τα τελευταία πέντε χρόνια; Σιωπηλά, επανέλαβε την καθησυχαστική προσευχή που της είχε δώσει δύναμη την προηγούμενη μέρα. Κάνοντας έρωτα με τον Σαντίνο, θα έκλεινε οριστικά το κεφάλαιο αυτό της ζωής της και θα προχωρούσε. «Εξακολουθείς να κοκκινίζεις... Είναι μια γοητευτική, αν και απατηλή ιδιότητα της ανοιχτόχρωμης επιδερμίδας σου», παρατήρησε εκείνος, παραμερίζοντας το πανωσέντονο, που η Φράνκι είχε τραβήξει αυθόρμητα πάνω της. Τον κοίταξε επίμονα, νιώθοντας παγιδευμένη σαν να την είχε αλυσοδέσει. Τα λόγια του την έκαναν να αισθάνεται πολύ όμορφα για τον εαυτό της. Ήταν ευτυχισμένη. Το υπερβολικό στήθος για το λεπτό της κορμί και οι καμπυλωτοί γοφοί δεν είχαν πια καμιά σημασία. Ξαφνικά ένιωθε μια καινούρια και υπέροχη αίσθηση τελειότητας, κάτι που το προκαλούσε ο θαυμασμός του Σαντίνο. «Είσαι ξεχωριστή, κάρα μία», μουρμούρισε εκείνος. «Κι αυτή τη στιγμή δε με νοιάζει τίποτ’ άλλο». «Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο», ψιθύρισε η Φράνκι, αναλογιζόμενη ότι αυτή θα ήταν η μοναδική φορά που οι δυο τους θα γίνονταν ένα και μετά θα χώριζαν. Το χέρι της ανασηκώθηκε και τυλίχτηκε γύρω από το μαυρισμένο του ώμο, χαϊδεύοντας την απαλή επιδερμίδα. Ήταν μια κίνηση τολμηρή κι όμως απόλυτα


σωστή, σ’ αυτό το κρεβάτι, μέσα σ’ αυτό το σπίτι, με τον κόσμο όλο κλεισμένο απέξω, έτσι όπως θα μπορούσε να είχε γίνει πριν πέντε χρόνια... Έτσι όπως έπρεπε να είχε γίνει. Η ανάσα της κόπηκε και το τρεμάμενο κορμί της τεντώθηκε, καθώς μια υγρή φλόγα ξεχύθηκε ανάμεσα στους μηρούς της. «Όταν με κοιτάς έτσι», ομολόγησε ο Σαντίνο με τη βαθιά φωνή του, «θέλω να ξεχάσω τα προκαταρκτικά που ξέρω και να πέσω πάνω σου σαν πεινασμένος έφηβος». «Αλήθεια;» Ένα αχνό χαμόγελο ικανοποίησης ζωγραφίστηκε στα γενναιόδωρα χείλη της. Εκείνος έσκυψε πάνω της και τη φίλησε με τόσο πάθος, που την ξάφνιασε και τη διέγειρε ταυτόχρονα. Το ένα του χέρι χώθηκε μέσα στα μαλλιά της και την κράτησε ακίνητη, συνθλίβοντας τα χείλη της και ορμώντας στο εσωτερικό του στόματός της με τόση βία, που ξαφνικά η Φράνκι έγινε ένα πλάσμα το οποίο ένιωθε μόνο, χωρίς να σκέφτεται, βυθισμένη σε μια απύθμενη θάλασσα αισθήσεων. Τα χέρια του ήταν άγρια πάνω στη βελούδινη επιδερμίδα της, τα χάδια του γλυκό βασανιστήριο στο ευαισθητοποιημένο στήθος της. Ολόκληρο το κορμί της αντιδρούσε κι ανταποκρινόταν σε κάθε του κίνηση, κάθε του άγγιγμα. Ένιωσε να κατακτάται κι αυτό της άρεσε. Βύθισε τα δάχτυλά της μέσα στα πυκνά, μαύρα μαλλιά του και τον κράτησε σφιχτά πάνω της. Ο Σαντίνο τραβήχτηκε, χαρίζοντάς της ένα θριαμβευτικό χαμόγελο ικανοποίησης. Είχε μια όψη επικίνδυνη, με μια απροκάλυπτη αυτοπεποίθηση. «Δεν πρόκειται να πάω πουθενά, κάρα. Ο πόθος σου είναι το μόνο αληθινό πράγμα που μπορείς να μου δώσεις, το μόνο που δεν μπορείς να κρύψεις ούτε να πεις γι’ αυτό ψέματα. Η απόλυτη παράδοσή σου θα είναι ο θρίαμβός μου». Το στομάχι της σφίχτηκε και η ανησυχία απείλησε να νικήσει την ερωτική λαχτάρα, αλλά, μ’ ένα απαλό γέλιο, ο Σαντίνο τη φίλησε ξανά, καταλύοντας τις άμυνές της. Το κορμί της φλογίστηκε. Ήταν έρμαιο της δικής της επιθυμίας, του ανικανοποίητου πόθου της. Τα χείλη του έπαιξαν με τις ερεθισμένες θηλές της και τα δάχτυλά του γλίστρησαν αργά ανάμεσα στο υγρό, απαλό τρίχωμα που σκέπαζε τη θηλυκότητά της, αγγίζοντας ένα σημείο του σώματός της που δεν είχε ξαναγγίξει κανείς. Ήταν ένα χάδι αβάσταχτα ερεθιστικό, που έκανε να ξεχυθεί μέσα της μια απερίγραπτη ηδονή. Το κορμί της άρχισε να τινάζεται και από τα χείλη της βγήκε ένα ακατάληπτο μουρμουρητό. «Είσαι έτοιμη να με δεχτείς», ψέλλισε με φωνή βραχνή εκείνος. Με τα χαρακτηριστικά του τραβηγμένα, ανασηκώθηκε ελαφρά και, ανοίγοντας τους μηρούς της, μπήκε ανάμεσά τους. Νιώθοντας την καυτή σάρκα του στα πόδια της, η Φράνκι αναδεύτηκε έντονα. Αλλά δεν ήθελε να σταματήσει. Ο Σαντίνο γλίστρησε μέσα της. Ο πόνος ανακατεύτηκε με την ηδονή και από τα χείλη της βγήκε μια μικρή κραυγή. Για μια στιγμή εκείνος έμεινε ακίνητος και την κοίταξε επίμονα. «Μακάρι όλοι να έπαιρναν την τιμωρία που τους αξίζει για τα ψέματά τους...» είπε ξέπνοος και μπήκε ακόμα πιο βαθιά μέσα της, με μια απότομη ώθηση των γοφών του. «Αν ήξερα την αλήθεια, θα ήμουν πιο προσεκτικός». Χαμένη μέσα στο πάθος και στις πρωτόγνωρες αισθήσεις, η Φράνκι μόλις που άκουγε τι της έλεγε. Φοβόταν να κουνηθεί μέχρι να περάσει ο πόνος. Ύστερα τον κοίταξε έκπληκτη. «Νιώθω περίεργα», ψιθύρισε. «Θα νιώσεις όμορφα», της υποσχέθηκε, μ’ ένα επιφυλακτικό γέλιο. Η Φράνκι δεν μπορούσε να το φανταστεί, αλλά ξαφνικά τα λόγια του άρχισαν να βγαίνουν αληθινά. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Έχασε ξανά τον έλεγχό της και η ύπαρξή της ολόκληρη συγκεντρώθηκε στις κινήσεις του και στην ένταση της κατάκτησης που τη γέμιζε με ενέργεια και ανυπομονησία. Ο χρόνος σταμάτησε να κυλά κι απολάμβανε κάθε στιγμή του πάθους, παραδομένη στην ηδονή, που δεν άργησε να την οδηγήσει στην έκσταση. Μ’ ένα άγριο βογκητό, ο Σαντίνο την ακολούθησε στα ύψη της ερωτικής απελευθέρωσης. Ύστερα τραβήχτηκε μαλακά από πάνω της. Η Φράνκι πήρε τα χέρια της, που τόση ώρα τον έσφιγγαν δυνατά. Τώρα είχαν κάνει έρωτα, είχαν τελειώσει, δεν υπήρχε λόγος να τον κρατάει έτσι. Ο Σαντίνο πήρε το σεντόνι με μια αδιάφορη κίνηση. Το όμορφο πρόσωπό του έμεινε ανέκφραστο. «Καλώς ήρθες, Άγιε Βασίλη», είπε ήρεμα. «Τελικά συμβαίνουν ακόμα θαύματα». Η σιωπή απλώθηκε βαριά ανάμεσά τους. Μετά εκείνος γύρισε και την κοίταξε με μια έκφραση προσμονής. «Σε μισώ!» του φώναξε η Φράνκι, νιώθοντας γυμνή όχι μόνο στο σώμα της, αλλά και στην ψυχή της. Αισθανόταν εκτεθειμένη, σαν απατεώνας, σε μια στιγμή που θα ευχόταν να υπήρχε ισότητα ανάμεσά τους. Έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι, αλλά εκείνος τη σταμάτησε. «Η γυναίκα μου, η ψεύτικη πλανεύτρα. Τώρα καταλαβαίνω γιατί μέθυσες χθες βράδυ. Χρειαζόσουν θάρρος, αφού δεν είχες ιδέα τι έπρεπε να κάνεις», της είπε με μια αποδοκιμαστική ευθυμία. Τα σκούρα μάτια του έμεναν στυλωμένα στο αναψοκοκκινισμένο και οργισμένο πρόσωπό της. Χωρίς να το σκεφτεί, η Φράνκι ανασήκωσε το ένα της χέρι, έτοιμη να τον χτυπήσει. Την επόμενη στιγμή βρέθηκε παγιδευμένη πάνω στο κρεβάτι, σοκαρισμένη από την άμεση αντίδρασή του. «Όχι», της είπε καυστικά. «Φρόντισε να χτυπάς με τη γλώσσα σου, όχι με τα χέρια. Και καθησύχασε τον εαυτό σου, λέγοντάς του ότι σε πόνεσα επειδή μου είπες ψέματα». Εκείνη προσπάθησε να ξεφύγει, αλλά δεν τα κατάφερε. «Άφησέ με», του φώναξε με ραγισμένη φωνή. «Η γυναίκα μου η αγριόγατα». Ο Σαντίνο την κοίταξε με κατανόηση. «Κάτω από την επιφάνεια είσαι απελπισμένα αδύναμη. Το πάθος πάντα σε προδίδει...» «Να σε πάρει η οργή, Σαντίνο... Πάψε!» του φώναξε. «Όσο ζω, δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνη τη μέρα που φώναζες στο Κάλιαρι. ‘‘Είσαι δικός μου’’, ούρλιαζες. ‘‘Μακάρι να πέθαινες’’. Και το εννοούσες. Αν είχες όπλο, θα μου έριχνες. Αν δεν μπορούσες να μ’ έχεις εσύ, δε θ’ άφηνες καμιά άλλη να μ’ έχει. Μέσα σε μια στιγμή η αγάπη είχε μετατραπεί σε μίσος». Η Φράνκι έκλεισε τα μάτια της για να μην τον βλέπει. «Θέλω να σηκωθώ και να μαζέψω τα πράγματά μου». «Καλή ιδέα», απάντησε εκείνος και την άφησε με μια αδιάφορη κίνηση, λες και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί την κρατούσε ακόμα. «Το ελικόπτερο θα έρθει όπου να ’ναι». «Το ελικόπτερο;» επανέλαβε η Φράνκι. Ξαφνικά θυμήθηκε το τηλεφώνημα που είχε κάνει εκείνος προηγουμένως και τις εντολές που είχε δώσει. «Ναι, φυσικά». Ένα ελικόπτερο που θα τους πήγαινε γρήγορα στο αεροδρόμιο, όπου ο καθένας θα έπαιρνε το δρόμο του. Τίποτ’ άλλο τώρα δεν ήταν δυνατόν να γίνει. Η δημοσιότητα, που είχε προκαλέσει η Ντέλα, θα τους ακολουθούσε κι ο Σαντίνο δεν ήθελε να ενθαρρύνει τις διαδόσεις, μένοντας μαζί της. Άνοιξε τις βρύσες και μπήκε στην μπανιέρα, νιώθοντας έναν απρόσμενο πόνο στην ψυχή της. Είχαν τελειώσει όλα οριστικά. Δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Κάρφωσε για μια ατέλειωτη στιγμή το βλέμμα της στο κενό. Τα μάτια της έτσουξαν από τα δάκρυα που άρχισαν να κυλούν ανεμπόδιστα. Φυσικό είναι, είπε στον εαυτό της, να θρηνώ για το τέλος ενός κεφαλαίου στη ζωή μου. Πήρε απότομα μια πετσέτα κι έκρυψε το πρόσωπό της, πνίγοντας ένα λυγμό. «Κλαις που έχασες την αγνότητά σου;» Ξαφνιασμένη από τη φωνή του, πέταξε την πετσέτα μέσα στο νερό. «Τι θέλεις εδώ μέσα;» τον ρώτησε με φωνή κοφτή. «Θέλω να κάνω ντους και υπάρχει μόνο ένα μπάνιο». Την κοίταξε μ’ ένα βλέμμα ικανό να τη γδύσει, αν ήταν ντυμένη. «Αν θέλεις ν’ αποχαιρετήσεις την οικογένειά σου προσωπικά, καλύτερα να βιαστείς. Αλλιώς θα πρέπει να τους τηλεφωνήσεις από τη Ρώμη». «Από τη Ρώμη;» επανέλαβε μπερδεμένη. Το χέρι της έμεινε μετέωρο, καθώς έκανε να κρατήσει πάνω στο στήθος της τη βρεγμένη πετσέτα. «Μα δε θα πάω στη Ρώμη...» «Θα πας», της δήλωσε κατηγορηματικά. «Πού αλλού νομίζεις ότι θα μπορούσες να πας;» «Νόμιζα... ότι θα πηγαίναμε στο αεροδρόμιο και μετά θα χωρίζαμε. Νόμιζα ότι θα γύριζα στο σπίτι...» «Λάθος νόμιζες. Δεν τελείωσαν ακόμα οι τρεις εβδομάδες και, παρεμπιπτόντως, ο χρόνος άρχισε να μετράει από τη στιγμή που ξαπλώσαμε μαζί στο


κρεβάτι, πριν από μία ώρα», απάντησε εκείνος κι άνοιξε τη βρύση στην ντουσιέρα. «Δεν μπορεί να με θέλεις κοντά σου μετά από τη δημοσιότητα που έχει δοθεί στο θέμα», του είπε σοκαρισμένη. Η αίσθηση ότι δεν ήξερε τι θα συνέβαινε την επόμενη στιγμή είχε αρχίσει να παίζει άσχημα παιχνίδια με τα νεύρα της. Ο Σαντίνο έβγαλε τη ρόμπα του και την άφησε να πέσει στο πάτωμα, αδιαφορώντας για τη γύμνια του. «Κάρα... δε με νοιάζει αν χρειαστεί ακόμα και ν’ ανέβω στην κορυφή του Έβερεστ». Της έριξε μια ματιά. Το πρόσωπό του ήταν σκληρό κι ανέκφραστο. «Ελπίζω μόνο να μην ανακαλύψω ότι είσαι κάπου κοντά...» «Ορίστε;» μουρμούρισε εκείνη, χωρίς να καταλαβαίνει. «Αν δεν κάνω λάθος, νομίζω ότι μόλις κάναμε έρωτα χωρίς καμιά προφύλαξη», της απάντησε ψυχρά. «Όταν σε ρώτησα, αν πρέπει ν’ ανησυχώ για το θέμα της γονιμότητας, θεώρησα τη σιωπή σου σαν επιβεβαίωση ότι δε χρειαζόταν να πάρω προφύλαξη». «Δε θυμάμαι να με ρώτησες κάτι τέτοιο», του είπε ξέπνοη. «Εννοείς ότι δεν;... Όχι, δεν...» απάντησε η ίδια στην ερώτησή της. Η φωνή της έσβησε. Ξαφνικά ένιωσε την πετσέτα παγωμένη πάνω της. Ρίγησε. Πανικός χύθηκε μέσα της μπροστά στην πιθανότητα μιας εγκυμοσύνης από έναν άντρα που τη μισούσε. Το γεγονός ότι ήταν παντρεμένη μαζί του δεν είχε καμιά σημασία. «Ακόμη κι αν η σιωπή σου ήταν λάθος κι όχι σκόπιμη απόπειρα να σιγουρέψεις μια μόνιμη σχέση μαζί μου... έχεις κάνει τεράστιο λάθος, για το οποίο θα μετανιώσεις φρικτά», τη διαβεβαίωσε, ενώ το πιγούνι του είχε σφιχτεί, σαν να ήταν από ατσάλι. Ένα υστερικό γέλιο ξέφυγε από τα ξερά χείλη της. Τον κοίταξε με μάτια διάπλατα ανοιχτά. Σοκαρισμένη, συνειδητοποιούσε την παρεξήγηση που τους είχε οδηγήσει στο να κάνουν έρωτα χωρίς καμιά προφύλαξη. Αλλά εκείνος υποπτευόταν ήδη ότι ήταν σκόπιμη ενέργεια από μέρους της. «Δεν πρόκειται να μπω στον κόπο να σου απαντήσω σε μια τέτοια κατηγορία», του είπε απότομα. «Ακόμα κι αν αποδείξεις ότι είσαι έγκυος, δεν πρόκειται ν’ αλλάξω γνώμη. Θα πάρω διαζύγιο», της είπε άγρια και στράφηκε προς το ντους. «Τρεις εβδομάδες και μετά θα φύγεις, τελεία και παύλα!» «Σαντίνο...» είπε ξέπνοη η Φράνκι, αλλά σταμάτησε γιατί δια-πίστωσε ότι η φωνή της είχε αρχίσει να τρέμει προδοτικά από τη συγκίνηση. «Ξέρεις», συνέχισε λίγο μετά, «είμαι απόλυτα σίγουρη ότι τα κύτταρά σου δίνουν τώρα μια χαμένη μάχη σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον, ευχόμενα να είχαν μείνει στη βάση τους». «Για το καλό και των δυο μας, ελπίζω να έχεις δίκιο», απάντησε κοφτά εκείνος, κλείνοντας τις πόρτες της ντουσιέρας με μια απότομη κίνηση. Βγαίνοντας από την μπανιέρα, με τα δάκρυα να κυλούν από τα μάτια της, η Φράνκι μάλωσε τον εαυτό της για την υπερευαισθησία της. Ήταν ανόητο να νιώθει τόσες ενοχές για την αντίδρασή του. Εξάλλου, πόσες πιθανότητες υπήρχαν να σταθούν άτυχοι; Και γιατί να την πληγώνει η συμπεριφορά του; Ένας Θεός ήξερε τι θα έκανε, αν η παρεξήγηση αυτή ανάμεσά τους οδηγούσε στο αποτέλεσμα που φοβόνταν.


Κεφάλαιο 8

Τ

« ο διαβατήριό σας, όμως, έχει το όνομα Καπαρέλι, σινιόρα», παρατήρησε ξαφνιασμένος ο τοπικός επιθεωρητής της αστυνομίας. «Και λέει ότι είστε ανύπαντρη». «Η Φραντσέσκα έκανε αίτηση κι έλαβε αγγλικό διαβατήριο στο πατρικό της όνομα, λίγο πριν από το γάμο μας», του εξήγησε ο Σαντίνο. Η Φράνκι γύρισε και τον κοίταξε. Φορούσε ένα καλοραμμένο γκρι κοστούμι, που τόνιζε τους φαρδιούς ώμους, τους λεπτούς γοφούς και τα μακριά πόδια του. Συνέχισε να τον κοιτάει, χωρίς να μπορεί να πάρει το βλέμμα της από πάνω του. «Μήπως η χρήση του ονόματος Καπαρέλι έγινε ως μια επιπλέον προφύλαξη;» ρώτησε ο αστυνομικός επιφυλακτικά, γνωρίζοντας προφανώς την απαγωγή που είχε συμβεί στην οικογένεια Βιτάλε κατά το παρελθόν. Ύστερα επέστρεψε το διαβατήριο στη Φράνκι, ανασηκώνοντας τους ώμους του σε μια σιωπηλή αποδοχή. «Το πρόσωπό σας έχει βγει σ’ όλα τα έντυπα και τις οθόνες των τηλεοράσεων. Είναι ειρωνεία, σινιόρε... Η διάσημη οικογένειά σας είναι γνωστή για τη ζηλευτή προστασία της ιδιωτικής της ζωής. Ωστόσο, η γυναίκα σας δεν μπορεί να κάνει βήμα στην Ιταλία σήμερα, χωρίς να την αναγνωρίσουν». Ο Σαντίνο τεντώθηκε και το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Η Φράνκι ήταν σίγουρη ότι είχε ξαφνιαστεί από την πληροφορία που είχε ακούσει. Τώρα θυμόταν ότι εκείνος είχε αναφέρει την ανάγκη διακριτικότητας από την πρώτη στιγμή που είχαν συναντηθεί στη Λα Ρόκα, μόνο που τότε δεν είχε καταλάβει τι εννοούσε ακριβώς, γιατί δεν είχε ιδέα ότι ο Σαντίνο ανήκε σε μια από τις πλουσιότερες και γνωστότερες οικογένειες της Ευρώπης. Ούτε είχε πιστέψει ότι θα πήγαινε στη Ρώμη μαζί του. «Είναι τρέλα να με αναγκάζεις να σε συνοδεύσω στη Ρώμη», του είπε, παρακολουθώντας τον αστυνομικό να μπαίνει ξανά στο περιπολικό και το συνάδελφό του, που δεν είχε λάβει μέρος στη συζήτηση, να κάθεται στο τιμόνι. «Όταν μπαίνεις στη θέση ενός άλλου στο τρενάκι του λούνα παρκ, Φραντσέσκα, δεν μπορείς να το σταματήσεις ξαφνικά, επειδή φοβάσαι ότι τα γεγονότα έχουν ξεφύγει από τον έλεγχό σου». Η Φράνκι χλόμιασε και το στομάχι της σφίχτηκε. Η ένταση ανάμεσά τους είχε αυξηθεί. Τη σιωπή έσπασε ο ήχος από το ελικόπτερο που χαμήλωνε πάνω από την κοιλάδα. Γύρισε προς το παράθυρο του σαλονιού, θέλοντας να στρέψει την προσοχή της αλλού. Το χέρι όμως του Σαντίνο ακούμπησε αποφασιστικά στον ώμο της, εμποδίζοντάς τη ν’ απομακρυνθεί. Γύρισε και τον κοίταξε. «Έχω τον έλεγχο», του απάντησε πεισματικά, χώνοντας τα χέρια της μέσα στις τσέπες του καλοκαιρινού φορέματος, που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους της. «Και δε φοβάμαι...» «Θα έπρεπε», της είπε εκείνος με έμφαση. Τα κύματα της αργόσυρτης φωνής του κύλησαν στη σπονδυλική της στήλη σαν απειλητική καταιγίδα. Τα σκούρα του μάτια διέτρεξαν το πρόσωπό της που είχε πάρει μια αμυντική έκφραση. «Υπάρχει μια αδυναμία που δε μοιραζόμαστε. Σε αντίθεση μ’ εσένα, εγώ δεν πρόκειται να γίνω ποτέ σκλάβος του πάθους. Όταν έρθει η ώρα να χωρίσουμε, τι θα κάνεις αν ανακαλύψεις ότι έχεις κυριευτεί από την ακράτητη επιθυμία να συνεχιστεί η σχέση μας;» Παγιδευμένη μέσα στη γοητεία που απέπνεε και νιώθοντας οδυνηρά ν’ απειλείται η περηφάνια της, η Φράνκι τον κοίταξε επίμονα. Ένιωσε μια τρομακτική αδυναμία να καταλύει τα μέλη της. «Θα κόψω το λαιμό μου», του απάντησε κατηγορηματικά. Τα μάτια του έλαμψαν και τα αισθησιακά του χείλη άνοιξαν σ’ ένα επιφυλακτικό χαμόγελο. «Θάνατος ή θεραπεία. Όλα ή τίποτα... Πόσο λίγο έχεις αλλάξει, κάρα. Δυστυχώς, όμως, στη ζωή οι επιλογές δεν είναι τόσο απλές». «Είναι, αν το θέλεις», του απάντησε, ενώ ο σφυγμός της κάλπαζε στις φλέβες της. Ζαλιζόταν και τα χέρια της είχαν γίνει δυο γροθιές μέσα στις τσέπες της, από φόβο μήπως απλωθούν προς τη μεριά του. Θαρρείς και ήταν αθεράπευτα εθισμένη, ήθελε να τον πλησιάσει, να αναπνεύσει το μεθυστικό του άρωμα, να νιώσει την επαφή του. Εκείνος έσυρε απαλά το δείκτη του στο πλάι του προσώπου της. Τα πράσινα μάτια της σκοτείνιασαν και καρφώθηκαν στα χαρακτηριστικά του. «Η σεξουαλική έλξη δεν ήταν ποτέ κάτι απλό. Δεν είμαστε ζώα να ζευγαρώνουμε χωρίς σκέψη. Δεν μπορείς να παραδεχτείς ούτε την άγνοιά σου. Όσο όμως πιο ψηλά ανεβαίνεις στη σκάλα της αυταπάτης, τόσο πιο δυνατό θα είναι το πέσιμο». Ο δείκτης του άγγιξε την άκρη των αισθησιακών χειλιών της που έτρεμαν και γλίστρησε αργά ανάμεσά τους. Από μόνα τους τα μάτια της έκλεισαν και τα χείλη της αγκάλιασαν τον εισβολέα. Ο πόθος άρχισε να φουντώνει και πάλι μέσα της, γεμίζοντας κάθε κύτταρό της με προσμονή. «Και με την παραμικρή ενθάρρυνση... γίνεσαι ένας γνήσιος, αυθόρμητος πειρασμός», συνέχισε ο Σαντίνο. Η φωνή του είχε βαθύνει. Άπλωσε το άλλο του χέρι στο γοφό της και την τράβηξε πιο κοντά του. Το χτύπημα στην εξώπορτα ακούστηκε επιτακτικό. Η Φράνκι αναπήδησε τρομαγμένη. Άνοιξε αργά τα βλέφαρά της και είδε τον Σαντίνο να κατευθύνεται προς το χολ για ν’ ανοίξει την πόρτα. Ένας γεροδεμένος άντρας, με σκούρο κοστούμι, που ο Σαντίνο τον αποκάλεσε Νάρντο, μπήκε και πήρε τις βαλίτσες που ήταν στη βάση της σκάλας. Φυσικά, σκέφτηκε η Φράνκι, σαν να συνερχόταν από ένα βαθύ λήθαργο. Είχε φτάσει το ελικόπτερο. Ήταν ώρα να φύγουν. Ακούμπησε τις υγρές παλάμες στα φλογισμένα μάγουλά της. Δεν είχε σκοπό να επιτρέψει στον Σαντίνο να έχει τέτοια δύναμη πάνω της ούτε κι είχε φανταστεί ότι η παραδοχή της θα μπορούσε να εξασθενίσει τις άμυνές της κι άλλο. Είχε κάνει λάθος, όταν την είχε χαρακτηρίσει αθώα. Δεν ήταν πλέον η αισιόδοξη ανόητη, που φανταζόταν ότι, πηγαίνοντας στο κρεβάτι μαζί του, θα εξόρκιζε τη συναισθηματική θύελλα που μαινόταν μέσα της. «Θα ξανάρθεις σύντομα;» τη ρώτησε η Μανταλένα με ανυπομονησία, χαιρετώντας τη μαζί με την Τερέζα και τον παππού της. «Η θέση της Φραντσέσκα είναι δίπλα στον άντρα της κι ο Σαντίνο είναι πολύ απασχολημένος», μάλωσε η Τερέζα την αδελφή της. «Ποιος άλλος θα καλούσε ελικόπτερο, γιατί δεν έχει χρόνο να χάσει κατεβαίνοντας με το αυτοκίνητο τα βουνά;» Ο παππούς της την πήρε παράμερα και την κοίταξε ερωτηματικά. «Συνήθως ο Σαντίνο μας αποχαιρετά προσωπικά», της είπε. Ξαφνικά η Φράνκι ένιωσε να καταρρέει κάτω από το βάρος της πραγματικότητας. Ο Σαντίνο δε θα ξαναγύριζε στο χωριό. Την επόμενη φορά που θα ερχόταν, θα ήταν μόνη, φέρνοντας νέα που θα τους ράγιζαν την καρδιά. Ένα διαλυμένο γάμο κι ένα διαζύγιο. Οι θείες της θα ένιωθαν ντροπή και ταραχή κι ο παππούς της απογοήτευση. Είχε αγαπήσει τον Σαντίνο κι ένιωθε πιο πολύ περήφανος γι’ αυτόν παρά για τον αφερέγγυο κι εγωιστή γιο του. Και, φυσικά, θα κατηγορούσαν όλοι εκείνη, γιατί πολύ απλά δεν της είχε περάσει ποτέ από το μυαλό να φορτώσει τις ευθύνες της στον Σαντίνο... * Κατά τη διάρκεια της πτήσης, η Φράνκι κοιμήθηκε. Όταν ο Σαντίνο την ξύπνησε, έριξε μια ματιά από το παράθυρο δίπλα της, παραξενεμένη από τη θέα έξω. Αυτό δεν ήταν το αεροδρόμιο Φιουμιτσίνο της Ρώμης. Το ελικόπτερο είχε προσγειωθεί σε μια μεγάλη καταπράσινη έκταση. «Είσαι χάλια, σαν παιδί που γυρνάει από μια ολόκληρη μέρα στην παραλία», τη μάλωσε ο Σαντίνο, καθώς τη βοηθούσε να πατήσει στο έδαφος. Έδειχνε ασυνήθιστα νευρικός. Παρατηρώντας την μπερδεμένη της έκφραση, τα χείλη του σφίχτηκαν ακόμα περισσότερο. Πνίγοντας ένα χασμουρητό, η Φράνκι τον ακολούθησε με βήμα γρήγορο. Ήταν μια έκταση με γρασίδι, κάτι σαν πάρκο. Ξαφνικά σταμάτησε και κοίταξε με το στόμα ανοιχτό το εντυπωσιακό κτίριο που το έλουζε το απογευματινό φως, περίπου ογδόντα μέτρα παραπέρα.


«Το σπίτι μου», είπε ο Σαντίνο και την έσπρωξε μαλακά, περνώντας το χέρι του στον αγκώνα της. «Το σπίτι σου; Πού βρισκόμαστε;» τον ρώτησε σαστισμένη. «Περίπου πενήντα χιλιόμετρα έξω από τη Ρώμη. Εδώ δε θα μας ενοχλήσουν οι δημοσιογράφοι. Τα όρια της ιδιοκτησίας φρουρούνται και η υψηλή τεχνολογία παρακολούθησης επιτρέπει την καλύτερη κάλυψη από πλευράς ασφαλείας. Ούτε φύλλο δεν πέφτει στο έδαφος της Βίλα Φοντάνα και να μη γίνει αντιληπτό». Η Φράνκι κοίταξε εντυπωσιασμένη το όμορφο αρχοντικό μπροστά της. Αποτελούνταν από ένα διώροφο κεντρικό τμήμα, με μια περίτεχνη και όμορφη πρόσοψη. Δεξιά κι αριστερά είχε αψιδωτές πτέρυγες που δημιουργούσαν μια γοητευτική, ηλιόλουστη πλατεία στο μπροστινό μέρος. Λίγο πιο πέρα από τη μεγάλη, επίσης αψιδωτή είσοδο, βρισκόταν σταματημένη η μεγαλύτερη λιμουζίνα που είχε δει ποτέ της, με σκούρα τζάμια στα παράθυρα. «Σε λίγο θα γνωρίσεις τους γονείς μου», της είπε ο Σαντίνο ανέκφραστα. Οι δυνατές γραμμές του προφίλ του ήταν σφιγμένες. «Πρέπει να καταλάβεις ότι σου γίνεται μεγάλη τιμή. Ήρθαν από την Ελβετία για να εκφράσουν τη σοκαρισμένη, έντρομη κι αποδοκιμαστική άποψή τους». «Τους γονείς σου;» απόρησε η Φράνκι και κατάπιε με δυσκολία. «Κάποτε ονειρευόσουν να τους συναντήσεις», της υπενθύμισε εκείνος. «Φανταζόσουν να ανταλλάσσεις συνταγές και σχέδια κεντημάτων με τη μητέρα μου. Αναρωτιόσουν αν έπρεπε να τους γράψεις για να τους διαβεβαιώσεις ότι με φροντίζεις και περνάω καλά. Αναλογιζόσουν πόσο στενοχωρημένη θα ήταν η φτωχή μητέρα μου που ζούσε τόσο μακριά και δεν μπορούσε να παρευρεθεί στο γάμο του γιου της...» «Μη μου τα θυμίζεις», του είπε με έντονο ύφος, καθώς ανέβαιναν τα σκαλιά προς την αψιδωτή είσοδο. Πέρασαν μέσα από τις ανοιχτές πόρτες σ’ ένα μεγάλο κι όμορφο χολ, που στολιζόταν με μαρμάρινες κολόνες και αγάλματα μέσα σε κόχες. Πτοημένη από την πολυτέλεια, η φωνή της Φράνκι έγινε ψίθυρος. «Εντάξει, τότε ήξερα για σένα όσα και για έναν Αρειανό. Τώρα όμως δεν μπορώ να συναντήσω τους γονείς σου σ’ αυτά τα χάλια», του είπε και κοιτάχτηκε. «Φραντσέσκα, δε θα είχε καμιά σημασία ακόμα κι αν ήσουν το άψογο δείγμα της τελειότητας και της κομψότητας. Τίποτα δε θ’ άλλαζε. Οι γονείς μου δε θα έβρισκαν την παρουσία σου περισσότερο ευχάριστη», της απάντησε εκείνος, κάνοντας μια γκριμάτσα. «Γιατί δε με προειδοποίησες ότι θα μας περιμένουν οι γονείς σου;» «Με επισκέπτονται σπάνια. Αλλά η δημοσιότητα που δόθηκε ξαφνικά στο όνομα της οικογένειάς μου, φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματική». «Κοίτα, θα πρέπει ν’ αντιμετωπίσεις τους γονείς σου μόνος», του είπε η Φράνκι. «Δεν υπάρχει λόγος να τους γνωρίσω, αφού δεν πρόκειται να μείνω, σωστά;» «Αυτό είναι δική μου δουλειά, όχι δική τους», της απάντησε με έμφαση, τυλίγοντας το χέρι του γύρω από τη μέση της. Πίσω από την τελευταία πόρτα αριστερά, στο βάθος του διαδρόμου, στεκόταν μια ανυπόμονη μικροκαμωμένη γυναίκα, μ’ ένα μαύρο κομψό φόρεμα. Μόλις πλησίασαν, άρχισε να μιλάει βιαστικά ιταλικά. Ο Σαντίνο απαντούσε ήρεμα. «Είναι η οικονόμος μου, η Λίνα. Θα σε συστήσω αργότερα. Οι επισκέπτες που αρνούνται να τους προσφέρει κάτι την εκνευρίζουν κι η μητέρα μου μπορεί να γίνει εξαιρετικά δεσποτική κι απαιτητική», της εξήγησε ο Σαντίνο με ύφος απότομο, ανοίγοντας την πόρτα ενός μεγάλου σαλονιού. Νιώθοντας το στόμα της να έχει στεγνώσει, η Φράνκι έστρεψε την προσοχή της στη μελαχρινή, μικρόσωμη και υπερβολικά κομψή γυναίκα που καθόταν σε μια καρέκλα με όρθια πλάτη. Δεσποτική, ήταν η σωστή λέξη. Τα μπλε ρούχα της ταίριαζαν άψογα με το χρώμα των ματιών της κι η Φράνκι είδε τελικά από πού είχε πάρει ο Σαντίνο την αγέρωχη κατατομή του προσώπου του. Από τα παράθυρα στην άλλη άκρη, γύρισε προς το μέρος τους ένα ψηλός, επιβλητικός άντρας, με άσπρα μαλλιά, που είχε τον ίδιο αέρα αυτοσυγκράτησης κι επισημότητας με τη γυναίκα του. «Φραντσέσκα», είπε ο Σαντίνο ανέκφραστα, «επίτρεψε μου να σου γνωρίσω τους γονείς μου... τη Σόνια και τον Αλβάρο». «Δε δέχομαι συστάσεις», απάντησε κοφτά η Σόνια Βιτάλε. «Εξηγήσου, Σαντίνο. Πώς μπόρεσες να μας αγνοήσεις, επιτρέποντας η εξοργιστική συναναστροφή σου μ’ αυτή τη γυναίκα να αποκαλυφθεί στον Τύπο;» «Πιστεύαμε ότι η ατυχής αυτή σχέση είχε τελειώσει χρόνια τώρα», πρόσθεσε ο Αλβάρο Βιτάλε. «Δε σας έδωσα καμιά τέτοια υπόσχεση», είπε ο Σαντίνο ήρεμα. «Η Φραντσέσκα είναι γυναίκα μου και περιμένω από εσάς να της φερθείτε με τον απαιτούμενο σεβασμό και την εκτίμηση». Η Σόνια Βιτάλε άφησε το παγερό βλέμμα της να γλιστρήσει πάνω στη Φράνκι. Ύστερα έκανε ένα μορφασμό αποδοκιμασίας κι έστρεψε το κεφάλι της αλλού υπεροπτικά. «Δεν πρόκειται ποτέ να δεχτώ αυτή τη γυναίκα στο σπίτι μου, ως νύφη μου». «Τότε ούτε κι εμένα πρόκειται να δεχτείς», απάντησε ο Σαντίνο σκληρά. «Αν και δε νομίζω ότι θα είναι μεγάλη θυσία. Εξάλλου, με βλέπεις μόνο μια φορά το χρόνο, τα Χριστούγεννα». Η Φράνκι του έριξε μια έκπληκτη ματιά κι ύστερα έστρεψε ξανά την προσοχή της στη μητέρα του, σοκαρισμένη από την απροκάλυπτη εχθρότητα που έδειξε όταν αντίκρισε το γιο της. «Πρέπει να καταλάβεις ότι πρόκειται για έναν ακατάλληλο γάμο», δήλωσε τότε ο Αλβάρο Βιτάλε, ξαναμπαίνοντας στη συζήτηση. «Δεν έχω πρόθεση να δείξω έλλειψη σεβασμού προς τη γυναίκα σου, αλλά θα πρέπει να δικαιολογήσεις τη μητέρα σου για την ειλικρίνειά της. Η καταγωγή της Φραντσέσκα δεν της επιτρέπει να μπει στην οικογένειά μας...» «Δεν είμαστε βασιλιάδες, πατέρα», απάντησε ο Σαντίνο σκυθρωπός. «Είναι χάσιμο χρόνου να προσπαθήσω να σε λογικέψω, Σαντίνο. Πάντα θα είσαι για μένα μια απογοήτευση», τον κατηγόρησε η μητέρα του άσπλαχνα. «Πρόδωσες τη μνήμη του αδελφού σου μ’ αυτό τον προσβλητικό γάμο...» Δίπλα του η Φράνκι ένιωσε το κορμί του Σαντίνο να τεντώνεται, σαν γάτα έτοιμη να επιτεθεί. Κατέβαλλε προσπάθεια για να συγκρατηθεί και να μη μιλήσει, ανυπόμονη να τον υπερασπιστεί. Η Σόνια Βιτάλε συνέχισε να τον κοιτάζει παγερά. «Θα ήθελα να σου υπενθυμίσω ότι πάντα θα βρίσκεσαι στη σκιά του Ρίκο, Σαντίνο. Όλα όσα ήταν κάποτε δικά του, ήρθαν σ’ εσένα. Η τιμή απαιτεί να κάνεις θυσίες στη μνήμη του. Ο Ρίκο δε θα είχε παντρευτεί ποτέ μια γυναίκα κοινωνικά κατώτερη. Δε θα είχε ποτέ ντροπιάσει το όνομα Βιτάλε. Ήταν πολύ υπερήφανος για την καταγωγή μας». «Εγώ δε θα γίνω ποτέ ο Ρίκο, μητέρα», είπε ο Σαντίνο κουρασμένα και τα μακριά του δάχτυλα σφίχτηκαν οδυνηρά πάνω στο γοφό της Φράνκι. Η Σόνια Βιτάλε σηκώθηκε από τη θέση της. «Σου αρέσει να διατυπώνεις το ολοφάνερο», του απάντησε με απότομο ύφος. «Ήξερες ότι επιθυμούσαμε να παντρευτείς τη Μελίνα και, αντί γι’ αυτό, μας γελοιοποίησες. Όταν θα έχεις τη Μελίνα στο πλευρό σου, τότε θα σε ξαναδώ. Όχι νωρίτερα». Ο Αλβάρο Βιτάλε έκανε ένα βήμα μπροστά. Τα χαρακτηριστικά του ήταν τραβηγμένα, παρά τις προσπάθειες του να δείχνει αδιάφορος. «Σαντίνο... μπορούμε να μιλήσουμε ιδιαιτέρως;» τον ρώτησε. «Μας συγχωρείς, Φραντσέσκα». «Θα περιμένω στο αυτοκίνητο, Αλβάρο», είπε η Σόνια και τους προσπέρασε, με το κεφάλι της ανασηκωμένο αγέρωχα. Χωρίς να ξέρει τι να κάνει, η Φράνκι τραβήχτηκε μακριά από τον Σαντίνο και ακολούθησε τη μητέρα του, σταματώντας μόνο για να κλείσει την πόρτα του σαλονιού πίσω της. «Γιατί δεν τον αγαπάτε;» ρώτησε ξαφνικά με έντονο ύφος τη μεγαλύτερη γυναίκα. Η φωνή της αντιλάλησε μέσα στο μεγάλο χολ. Η Σόνια Βιτάλε σταμάτησε απότομα και κοίταξε σοκαρισμένη τη Φράνκι πάνω από τον ώμο της. «Ορίστε;» μουρμούρισε, με την καλλιεργημένη φωνή της να τρέμει. «Ο Σαντίνο είναι γιος μου. Φυσικά και τον αγαπώ...»


«Όχι, δεν τον αγαπάτε», την αντέκρουσε η Φράνκι και τα μάτια της έλαμψαν επικριτικά. «Τον κοιτάτε λες και τον μισείτε... Προσπαθείτε να τον πληγώσετε σκόπιμα; Θέλω να μάθω γιατί. Ο Σαντίνο είναι ένας υπέροχος άνθρωπος. Είναι έξυπνος, ειλικρινής και νοιάζεται για τους άλλους. Οι περισσότερες μητέρες θα ήταν υπερήφανες αν είχαν έναν τέτοιο γιο...» Το αίμα στράγγισε από το όμορφο πρόσωπο της μεσόκοπης γυναίκας, που έκανε αργά μερικά βήματα πίσω. Μια έκπληκτη έκφραση πλήρους σύγχυσης είχε απλωθεί στα χαρακτηριστικά της. «Πώς τολμάς να μου επιτίθεσαι... Πώς τολμάς να λες τέτοια πράγματα;» Πτοημένη ξαφνικά από τη βίαιη συμπεριφορά της, η Φράνκι έγινε κατακόκκινη. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι την είχε πιάσει και είχε φερθεί έτσι. Αυτή η ακράτητη αίσθηση προστατευτικότητας είχε έρθει από το πουθενά κι είχε ενεργήσει χωρίς να αναλογιστεί ούτε για μια στιγμή τι πήγαινε να κάνει. Τώρα η συμπεριφορά της θα εξόργιζε ακόμα περισσότερο τη μητέρα του Σαντίνο, χειροτερεύοντας την κατάσταση. «Ώστε ο γιος μου παντρεύτηκε μια φτωχή που είναι έτοιμη να παλέψει γι’ αυτόν... όπως μια αλεπού προστατεύει τη φωλιά της. Μόνο που ο Σαντίνο δεν πρόκειται να σ’ ευχαριστήσει που με πρόσβαλες». Η Σόνια φόρεσε τα γάντια της με νευρικές κινήσεις που φανέρωναν την ταραχή της. Ύστερα τα μάτια της συνάντησαν τα μάτια της Φράνκι για μια ακόμα φορά. «Και μάλιστα θα σε κατασπαράξει ζωντανή, γιατί φυσικά αγαπάει τη μητέρα του. Βλέπω, με έκπληξη, μετά τις αποκαλύψεις της μητέρας σου στις εφημερίδες, ότι αγαπάς πραγματικά το γιο μου... Στη ζωή όμως του Σαντίνο είσαι απλώς μια περιπέτεια, που, ευτυχώς, θα τελειώσει σύντομα». Η Φράνκι τεντώθηκε, λες κι η Σόνια είχε χώσει ξαφνικά ένα μαχαίρι στα πλευρά της, αλλά ήδη της είχε γυρίσει την πλάτη ξανά. «Έπρεπε να ήσουν ερωμένη του, όχι γυναίκα του. Η Μελίνα δε θα είχε αντίρρηση σ’ αυτό. Κανείς μας δε θα είχε αντίρρηση. Τώρα όμως είναι αργά γι’ αυτή τη λύση. Έχεις χάσει την ανωνυμία που είναι απαραίτητη για μια τέτοια περίπτωση. Όταν ο Σαντίνο θα σε βαρεθεί, πράγμα αναπόφευκτο, και ξαναγυρίσει στη Μελίνα, θα δεις ότι έχω δίκιο, γιατί θα τον χάσεις εντελώς». Όταν η Σόνια απομακρύνθηκε, η Φράνκι στηρίχτηκε πάνω σε μια κολόνα κι ακούμπησε το φλογισμένο μέτωπό της στο δροσερό μάρμαρο. Ένιωθε σαν να είχε παλέψει δέκα γύρους μ’ έναν πρωταθλητή του μποξ. Το σώμα της πονούσε παντού από τα χτυπήματα. Όχι, δεν αγαπούσε τον Σαντίνο... Όχι. Όχι! Ήταν πιο έξυπνη από την έφηβη που είχε υπάρξει κάποτε. Θεέ και Κύριε! Τον αγαπώ πραγματικά, συνειδητοποίησε ξαφνικά έντρομη. Δεν έχω καμιά ελπίδα να τον ξεπεράσω. Είναι μέσα στην καρδιά μου, μέσα στο μυαλό μου, κομμάτι από τον εαυτό μου. Ενώ έκανε αυτές τις σκέψεις, είδε τον Αλβάρο Βιτάλε να βγαίνει από το σαλόνι και να την προσπερνάει, ευτυχώς, χωρίς να τη δει πίσω από την κολόνα. Κατάχλομη και με αχαρακτήριστα μεγάλη αβεβαιότητα, η Φράνκι μπήκε τελικά ξανά μέσα στο σαλόνι. Ο Σαντίνο δεν κατάλαβε την παρουσία της και δεν πήρε είδηση πως στάθηκε λίγα μέτρα παραπέρα, καθώς σερβίριζε ένα ουίσκι. Κρατώντας το ποτήρι στο ένα του χέρι, πλησίασε στα παράθυρα και κοίταξε έξω. Οι φαρδιοί ώμοι του ήταν ορθωμένοι και τα μακριά του πόδια ελαφρώς ανοιχτά. Τα μάτια της γλίστρησαν μπερδεμένα στο υπεροπτικό, σκουρόμαλλο κεφάλι του και στο δυναμικό προφίλ του, έτσι όπως το έλουζε το φως του ήλιου. Πώς μπορούσε ν’ αγαπάει έναν άντρα που είχε χρησιμοποιήσει άσπλαχνα το κορμί της για να ικανοποιήσει τον πόθο του; Πώς μπορούσε ν’ αγαπάει έναν άντρα που ξεχώριζε τα συναισθήματα από τον έρωτα και έπαιζε χωρίς συνείδηση με την απειρία της; Ω, πολύ εύκολα, απάντησε στον εαυτό της. Αυτή ήταν η σκοτεινή πλευρά της προσωπικότητας του Σαντίνο. Μια πλευρά που δεν της την είχε δείξει ποτέ πριν, αλλά που εκείνη ήξερε πάντα ότι υπήρχε. Ανήκε στους ανθρώπους που δε συγχωρούν την απληστία ή την απάτη. Οι ισχυροί άντρες είχαν εξίσου ισχυρές αρχές. Αυτές οι αρχές ήταν που τον είχαν κάνει τόσο γοητευτικό στα μάτια της. Ξερόβηξε και είπε το πρώτο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό. «Ποια είναι η Μελίνα;» Ο Σαντίνο την κοίταξε, χωρίς να τη βλέπει και μετά γύρισε το κεφάλι του ξανά αλλού. «Μια φίλη... που η μητέρα μου την αγαπάει σαν κόρη της». Η Φράνκι ένιωσε το μεγαλύτερο μέρος της έντασης μέσα της να σβήνει. Η απάντηση δεν την είχε τρελάνει από τη ζήλια κι αυτό ήταν μεγάλη ανακούφιση. «Και ο Ρίκο; Ήταν αδελφός σου;» συνέχισε. Το κεφάλι του Σαντίνο γύρισε απότομα προς τη μεριά της και τα όμορφα μάτια του γέμισαν από θλίψη και πικρία. «Δε μου ανέφερες ποτέ ότι είχες αδελφό», παρατήρησε εκείνη, επιλέγοντας προσεκτικά τα λόγια της, νιώθοντας την ανάγκη να μάθει τι ήταν εκείνο που είχε προκαλέσει αυτή την έκφραση στο πρόσωπό του. «Ο Ρίκο πέθανε ένα χρόνο πριν σε γνωρίσω. Ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερος από μένα», της απάντησε. «Τι συνέβη;» Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα. Ο Σαντίνο γύρισε και πάλι προς το παράθυρο. Μετά ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «Ο Ρίκο με πήρε και ανεβήκαμε στις Άλπεις. Η ανάβαση θα έπρεπε να είχε σταματήσει από τη δεύτερη μέρα. Οι συνθήκες ήταν κακές και ο καιρός είχε χαλάσει. Αλλά ο Ρίκο...» Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ο Ρίκο ήταν αποφασισμένος να μην πτοηθεί από τα στοιχεία της φύσης. Μας χτύπησε μια χιονοστιβάδα. Τότε εκείνος μου έσωσε τη ζωή... αλλά έχασε τη δική του». «Ω Θεέ μου...» Η Φράνκι έμεινε ακίνητη, χωρίς να μπορεί ν’ αρθρώσει λέξη. Θα ήθελε να μπορούσε να τρέξει κοντά του και να τυλίξει τα χέρια της γύρω του, αλλά ένιωθε τρόμο μπροστά στην ενδεχόμενη απόρριψη που την περίμενε. «Θα πρέπει να ήταν τρομερό για την οικογένειά σου...» «Σι... Από τα βουνά κατέβηκε σώος και αβλαβής ο λάθος γιος...» «Μη λες τέτοια πράγματα», τον ικέτεψε ανατριχιάζοντας. «Αν οι γονείς σου δίνουν την εντύπωση ότι σ’ αγαπούν λιγότερο από τον αδελφό σου, είμαι σίγουρη ότι είναι μια λανθασμένη αντίδραση που έχει πηγή της την απέραντη θλίψη τους...» Ο Σαντίνο της έριξε μια περιφρονητική ματιά. «Για πες μου, ήσουν ή δεν ήσουν μπροστά, όταν η Σόνια διατύπωσε ξεκάθαρα τη γνώμη της για την αξία μου σε σύγκριση με τον αδελφό μου;» Η Φράνκι δεν μπορούσε να τον αντικρούσει. Αναδεύτηκε αμήχανα. «Ο Ρίκο ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Η μητέρα μου λάτρευε το έδαφος που πατούσε. Διάβολε... κι εγώ το ίδιο», συνέχισε εκείνος. «Όταν πέθανε, άφησε ένα τεράστιο κενό στη ζωή μας. Στην ουσία η οικογένεια διαλύθηκε. Διαπίστωσα ότι μου συμπεριφέρονταν λες και ήμουν ζωντανός νεκρός. Η μητέρα μου δε θα με συγχωρήσει ποτέ που έζησα και πέθανε εκείνος». Ναι, και η Φράνκι το ίδιο πίστευε για τα συναισθήματα της Σόνιας Βιτάλε. Τράβηξε ένοχα το βλέμμα της από το δικό του. Για πρώτη φορά άρχισε να καταλαβαίνει γιατί ο Σαντίνο πήγαινε τόσο συχνά στο απομονωμένο χωριό του θείου του, στη Σαρδηνία. Ο πατέρας Βασάρι ήταν ευγενικός άνθρωπος. Κοντά στους γονείς του ο Σαντίνο ένιωθε παρείσακτος. Κι ήταν ακόμα νεαρός. Θα πρέπει να έβρισκε μεγάλη παρηγοριά στην αγάπη του ηλικιωμένου άντρα και ανακούφιση στις διαβεβαιώσεις του ότι ο θάνατος του αδελφού του δεν ήταν δική του ευθύνη. Σ’ αυτή τη σκέψη η Φράνκι ένιωσε μια γλυκιά ζεστασιά. Ταυτόχρονα όμως ένιωθε πληγωμένη και μπερδεμένη, γιατί κάποτε κι η ίδια είχε μοιραστεί τις ανησυχίες και τους φόβους της με τον Σαντίνο. Κι όμως, εκείνος δεν της είχε μιλήσει ποτέ για τον αδελφό του, δεν είχε διακινδυνεύσει να της φορτώσει ένα βάρος που ίσως να μην ήταν σε θέση να σηκώσει. Αυτό, περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, τόνιζε πόσο άνιση ήταν η σχέση τους. Ο Σαντίνο είχε βάλει τις ανάγκες της πάνω από τις δικές του. Πάντα το έκανε. Ήταν αυτός που έδινε κι εκείνη αυτή που έπαιρνε... Ξαφνικά αυτή η σκέψη την τάραξε συθέμελα. «Πολύ σιωπηλή έγινες ξαφνικά», παρατήρησε ο Σαντίνο. Ανασήκωσε το κεφάλι της και τον είδε να την πλησιάζει. Αμήχανη από την αναπάντεχη προσέγγιση και από τη διαπίστωση ότι τον αγαπούσε, μαγκώθηκε μπροστά στο επίμονο βλέμμα του.


«Η εξομολόγηση κανονικά θα πρέπει να κάνει καλό στην ψυχή», συνέχισε εκείνος και, απλώνοντας το χέρι του, την τράβηξε κοντά του. «Ή ίσως είναι συμπόνια αυτό που θέλεις να δείξεις με τα τεράστια μάτια σου. Ό,τι και να ’ναι... Ντίο... Το μόνο που θέλω αυτή τη στιγμή είναι να χαθώ μέσα στη λήθη του έρωτα».


Κεφάλαιο 9

Σ

« αντίνο;» ψέλλισε η Φράνκι με κομμένη ανάσα, παρατηρώντας έκπληκτη τον πόθο στα λαμπερά μάτια του. «Κι εσύ με θέλεις», μουρμούρισε με βραχνή φωνή, ακουμπώντας την πλάτη της πάνω στην πόρτα και κολλώντας τα λαίμαργα χείλη του στην ευαίσθητη επιδερμίδα του λαιμού της. Το ρίγος που διαπέρασε το λεπτό κορμί της ήταν τόσο έντονο, που τα πόδια της λύγισαν, απειλώντας να μην την κρατήσουν άλλο. «Έτσι δεν είναι, κάρα;» τη ρώτησε ο Σαντίνο με σιγουριά. «Ναι...» παραδέχτηκε συνειδητοποιώντας την ανικανότητά της να του αντισταθεί. «Ναι...» Ο Σαντίνο μουρμούρισε κάτι άγρια στα ιταλικά και σκέπασε με τις παλάμες του τους γοφούς της, πιέζοντας τον ερεθισμένο ανδρισμό του πάνω της. Το κορμί της φλογίστηκε από έναν απύθμενο πόθο που δεν μπορούσε να ελέγξει. Τα χέρια του κατέβηκαν με σιγουριά στους μηρούς της και τους άνοιξαν, ενώ σήκωνε το φόρεμά της ανυπόμονα. Τα έμπειρα δάχτυλά του εξερεύνησαν το κέντρο της θηλυκότητάς της μέσα από το λεπτό ύφασμα του εσωρούχου της, αναστενάζοντας ικανοποιημένος, όταν διαπίστωσε ότι ήταν έτοιμη να τον δεχτεί. Η Φράνκι ρίγησε έντονα, βγάζοντας από τα χείλη της έναν πνιχτό στεναγμό. Αρπάχτηκε δυνατά από πάνω του για να στηριχτεί και, ανοίγοντας τα μάτια της, είδε πάνω από τον ώμο του μια μπλε τσάντα χεριού να βρίσκεται στο τραπέζι απέναντί της, σαν βόμβα που δεν έχει εκραγεί ακόμα. «Η μητέρα σου άφησε την τσάντα της εδώ», του είπε ξαφνικά. Ο Σαντίνο ανασήκωσε το κεφάλι του αργά. Το βλέμμα του ήταν ανέκφραστο και τυφλό, όπως τυφλά ήταν και τα παράθυρα της λιμουζίνας των γονιών του. «Την τσάντα της... εκεί πέρα». Η Φράνκι σήκωσε το τρεμάμενο χέρι της και του έδειξε τι εννοούσε. «Όπου να ’ναι, θα γυρίσει να την πάρει». Ο Σαντίνο έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή και μετά τα ξανάνοιξε. Τα δάχτυλά του χαλάρωσαν κι άφησαν διστακτικά το φόρεμά της να πέσει στη θέση του. Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα κι ένα σκούρο χρώμα έβαψε τα ζυγωματικά του. Η Φράνκι έτρεμε, τρομαγμένη απ’ αυτό που παραλίγο ν’ αφήσει να συμβεί ανάμεσά τους. «Ίσως θα ήταν καλύτερα να πάμε επάνω», του πρότεινε με δυσκολία. Ο Σαντίνο έκανε διστακτικά ένα βήμα πίσω. Η σιωπή παρατάθηκε. Η Φράνκι βρήκε το πόμολο της πόρτας, την άνοιξε και πίεσε τον εαυτό της να τον ξανακοιτάξει στα μάτια. Εκείνος βύθισε το χέρι του μέσα στ’ ανακατεμένα μαλλιά της και τη φίλησε με πάθος. Μετά τραβήχτηκε ξανά από κοντά της, με τα μάτια του να καίνε πεινασμένα και την αναπνοή του να βγαίνει βαριά. Η Φράνκι συγκρατήθηκε με δυσκολία να μην τον ξανακλείσει στην αγκαλιά της. Κατάφερε να απομακρυνθεί, πηγαίνοντας προς το διάδρομο και την εντυπωσιακή σκάλα. Ξαφνικά όμως ένα δυνατό χέρι έκλεισε πάνω στα σφιγμένα της δάχτυλα. Ο Σαντίνο έσφιξε τα χέρια του τόσο σφιχτά γύρω της, που της έκοψε την ανάσα. Το δυνατό φιλί του την έκανε να ζαλιστεί. Ξαφνικά τραβήχτηκε μ’ ένα επιφώνημα εκνευρισμού. «Σήμερα το πρωί ήταν η πρώτη σου φορά. Θα έπρεπε να το έχω λάβει υπόψη μου... αλλά δεν το έκανα». Το βλέμμα της Φράνκι συνάντησε τα καυτά χρυσαφένια μάτια του και κατάλαβε ότι είχε γίνει απόλυτα σκλάβα του. «Σε θέλω τόσο πολύ, που ο πόθος μου φτάνει τα όρια της αγωνίας», της είπε με δυσκολία. Ανίκανη να μιλήσει, εκείνη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, σαν μαριονέτα. Τη σήκωσε στα δυνατά του μπράτσα και άρχισε να διασχίζει βιαστικά το διάδρομο. Μπήκαν σε μια κρεβατοκάμαρα, αλλά η Φράνκι δεν είχε καιρό να παρατηρήσει το χώρο γύρω της. Ο Σαντίνο ξεκούμπωσε το φόρεμά της, το κατέβασε από τα μπράτσα της, άνοιξε το κούμπωμα του σουτιέν της και, χωρίς να περιμένει να πέσουν τα ρούχα κάτω, σκέπασε με τα χέρια του το στήθος της. Μέσα σ’ ένα μεγάλο φορητό ολόσωμο καθρέφτη η Φράνκι είδε την εικόνα τους. Ο Σαντίνο χάιδευε τις ροζ, ερεθισμένες θηλές της και το πρόσωπό της είχε πάρει μια έκφραση απόλυτης εγκατάλειψης και παράδοσης. Κοίταξε το σκουρόμαλλο κεφάλι του, καθώς έσκυβε πάνω της και συνειδητοποίησε για πρώτη φορά ότι είχε κι εκείνη τη δύναμη να τον κάνει να την ποθεί σαν εθισμένος, τη δύναμη να τον κάνει να την έχει ανάγκη... Μεθυσμένη από την αίσθηση αυτή, στριφογύρισε μέσα στην αγκαλιά του και αναζήτησε τυφλά τα χείλη του. Η γλώσσα του γλίστρησε μέσα στο στόμα της και χάιδεψε ερεθιστικά τον ουρανίσκο της, μεγαλώνοντας τη διέγερση. Όταν τα γόνατά της άρχισαν να την προδίδουν, αρπάχτηκε από πάνω του. Εκείνος την ξάπλωσε στο κρεβάτι πίσω της και την ακολούθησε, χωρίς ν’ αφήσει στιγμή το στόμα της. «Περ αμόρ ντι Ντίο... είσαι μια μάγισσα... Δεν έπρεπε να συμβαίνει αυτό», της είπε, απαλλάσσοντάς την από το φόρεμα που είχε σταματήσει στη μέση της. Η Φράνκι ρίγησε από τον τόνο της φωνής του. Τα σκούρα του μάτια στυλώθηκαν γεμάτα έχθρα στα δικά της. Κι ύστερα, όσο παράλογο κι αν φαινόταν εκείνη τη στιγμή της σύγχυσης, την ξαναφίλησε τόσο ερωτικά, που την έκανε για μια ακόμα φορά να χαθεί στον κόσμο των αισθήσεων. Χωρίς να χάσει καιρό, έβγαλε και το λεπτό της εσώρουχο, άνοιξε τους μηρούς της και στάθηκε από πάνω της, σαν κατακτητής, μπαίνοντας αμέσως βαθιά μέσα της. Μια κραυγή βγήκε από τα χείλη της Φράνκι κι η σπονδυλική της στήλη κυρτώθηκε από την ξαφνική καταιγίδα της διέγερσης που την πλημμύρισε. Ο Σαντίνο την ήθελε σαν τρελός κι εκείνη είχε χάσει τον αυτοέλεγχό της. Πέρασαν μερικά λεπτά γεμάτα πάθος, καθώς ο Σαντίνο την οδηγούσε στα ύψη της έκστασης. Τα κύματα του οργασμού απλώθηκαν μέχρι το τελευταίο της κύτταρο, καταναλώνοντας κάθε ενέργεια μέσα της. Μετά, το πρώτο πράγμα που πρόσεξε η Φράνκι ήταν η ταχύτητα με την οποία εκείνος τραβήχτηκε από πάνω της. Ένα ξαφνικό ρίγος πάγωσε την ιδρωμένη επιδερμίδα της κι ένιωσε μια έντονη απογοήτευση και μια αίσθηση απώλειας. Αυτό που ήθελε ήταν να την κρατήσει εκείνος σφιχτά στην αγκαλιά του. Μια εκκωφαντική σιωπή απλώθηκε. Άνοιξε αργά τα μάτια της και κοίταξε το άγνωστο ταβάνι από πάνω. Ύστερα το βλέμμα της κατηφόρισε στους τοίχους και κατέληξε στον Σαντίνο. Ήταν ντυμένος. Την πλησίασε στα πόδια του κρεβατιού, όπου βρισκόταν ακίνητη και σοκαρισμένη, σαν προϊόν ανθρώπινης θυσίας. Ήταν χλομός και φρικτά σιωπηλός. Την κοίταζε λες και δεν καταλάβαινε πώς είχε φτάσει εκεί ούτε ποιος την είχε φέρει σ’ αυτή την κατάσταση. Ύστερα τα όμορφα μάτια του γέμισαν από θλίψη και συμπόνια. Με μια ανυπόμονη κίνηση πήρε ένα μεταξωτό ριχτάρι από την κοντινή πολυθρόνα και σκέπασε το λεπτό κορμί της. «Πάω να σου ετοιμάσω το μπάνιο», της είπε, παίρνοντας μια τρεμάμενη ανάσα. Δεν είχε κάνει δέκα βήματα, όταν τελικά η Φράνκι κατάφερε να ξαναβρεί τη μιλιά της. «Γιατί δεν πέφτεις κιόλας μέσα να πνιγείς;» του πέταξε επιθετικά. Γύρισε στο πλάι και κουλουριάστηκε. Ένιωθε σαν πόρνη που την είχαν χρησιμοποιήσει και την είχαν πετάξει στην άκρη. Ο Σαντίνο ντρεπόταν για τον εαυτό του, άρα έπρεπε να ντρέπεται κι εκείνη. Πώς της είχε κατέβει η γελοία ιδέα ότι ο σεξουαλικός πόθος θα ήταν αιτία γιορτής; «Αρχίζω να νιώθω σαν διχασμένη προσωπικότητα», ομολόγησε εκείνος ξαφνικά. «Δεν έχω ξαναφερθεί ποτέ έτσι σε μια γυναίκα... Το ξέρω ότι σου άρεσε, αλλά...» Η Φράνκι γύρισε και τον κοίταξε ξανά. «Φύγε!» ούρλιαξε. Εκείνος έκανε μια έντονη χειρονομία, εκνευρισμένος. «Αυτό δε θα λύσει τίποτα... και θα με κάνει να νιώσω χειρότερα». «Ωραία!» του είπε, ενώ τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν απροειδοποίητα στα μάγουλά της.


Εξοικειωμένος με την αντίδρασή της, ο Σαντίνο κάθισε δίπλα της κι αγκάλιασε απαλά το πρόσωπό της με τα χέρια του. Στα χαρακτηριστικά του φαίνονταν καθαρά οι τύψεις. «Ήθελα να σε τιμωρήσω... το ήθελα πραγματικά. Αλλά, όταν σε κοίταξα πριν από ένα λεπτό, είδα την έφηβη που κάποτε μ ’ αγαπούσε. Ειλικρινά, δε φαίνεσαι και πολύ μεγαλύτερη τώρα. Άσχετα με ό,τι έχεις κάνει, δεν ήταν παρά χρήματα κι εγώ είμαι πολύ πλούσιος», παραδέχτηκε σκυθρωπός. «Μακάρι να μπορούσα να ξαναγυρίσω σ’ εκείνη τη μέρα στο καφενείο Λα Ρόκα και να σταματήσω το χρόνο...» «Ναι», τραύλισε η Φράνκι, διαπιστώνοντας ότι κι η ίδια είχε κάνει αυτή τη σκέψη. Ο Σαντίνο έκανε ένα μορφασμό. «Αν και, για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσε να βοηθήσει σε τίποτα. Αυτό που με εξόργισε περισσότερο από καθετί ήταν τα ψέματά σου. Δε συγχωρώ εύκολα... κι όμως όλος εκείνος ο θυμός έχει σβήσει μέσα μου. Απογοητεύτηκα από σένα... απογοητεύτηκα βαθιά...» «Κι αν δεν έχω καμιά ανάμειξη σ’ αυτή την υπόθεση;» τον ρώτησε η Φράνκι βιαστικά. Ήταν έτοιμη να του ομολογήσει την αλήθεια. Πονούσε στη σκέψη ότι ο Σαντίνο τη θεωρούσε ψεύτρα και κλέφτρα. «Κι αν... προσπαθούσα να προστατέψω τη μητέρα μου;» Τα χαρακτηριστικά του σκοτείνιασαν και το πρόσωπό του πήρε μια δυσοίωνη έκφραση. «Μη γίνεσαι παιδί, Φραντσέσκα. Δεν μπορείς να αλλάξεις μαγικά την εικόνα που έχω για σένα, λέγοντας κι άλλα ψέματα», την προειδοποίησε. «Το ξέρω, αλλά...» «Άκουσέ με», τη διέκοψε προειδοποιητικά. «Αν δεν ήσουν ανακατεμένη κι εσύ σ’ αυτή την ιστορία, θα κατηγορούσα τη μητέρα σου για απάτη και θα την έθετα υπό αστυνομική επίβλεψη. Πίστεψέ με, είναι έξω από τις αρχές μου να την αφήσω ατιμώρητη, αλλά δεν μπορώ να την οδηγήσω στο εδώλιο, χωρίς να βάλω κι εσένα δίπλα της». Συνειδητοποιώντας ότι το ψέμα της –η ψεύτικη ομολογία της, δηλαδή, ότι είχε συνωμοτήσει σκόπιμα με την Ντέλα για να τον εξαπατήσουν– ήταν το μοναδικό πράγμα που εμπόδιζε τη μητέρα της να καταλήξει στη φυλακή, η Φράνκι χαμήλωσε το βλέμμα της φοβισμένη κι έκλεισε το στόμα της, ευγνωμονώντας τη στιγμή που δεν είπε αρκετά, ώστε να του κινήσει υποψίες πως μπορούσε να μην είναι ένοχη τελικά. «Σοφή απόφαση», είπε εκείνος, ερμηνεύοντας λάθος τη σιωπή της. «Πρέπει ν’ αντιμετωπίσεις τις πράξεις σου... Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορείς ν’ αλλάξεις». Η Φράνκι τραβήχτηκε κι έτριψε τα πρησμένα μάτια της, αναστενάζοντας ελαφρά. «Σωστά». «Είσαι ακόμα γυναίκα μου και είμαι υπεύθυνος για σένα», συνέχισε ο Σαντίνο πιο μαλακά τώρα. «Αυτό, βέβαια, δεν πάει να πει πως θα πρέπει να σε διαλύσω στο κρεβάτι μου. Έπρεπε να έχω ελέγξει τον πόθο μου». «Ναι... θέλω να πω όχι... εγώ...» Βλέποντας την ερωτηματική έκφραση των ματιών του, η Φράνκι χαμήλωσε και πάλι το βλέμμα της, από φόβο μήπως καταλάβει εκείνος τις πραγματικές σκέψεις της. Αυτό που παρέτεινε την απελπισία της ήταν η προφανής απόρριψή του μετά από μια τόσο προσωπική εμπειρία που είχαν μοιραστεί. «Θα έχεις πληγωθεί, φαντάζομαι», μουρμούρισε εκείνος θλιμμένα. «Ο έρωτας είναι μια πράξη χαράς και απόλαυσης και για τους δυο. Δε θα έπρεπε ποτέ να έχω βάλει τον πόθο μου πάνω από την απόλαυσή σου». «Σταμάτα», του είπε, νιώθοντας την ντροπή να παίρνει διαστάσεις μέσα της. «Ήξερα τι έκανα». «Όχι, δεν ήξερες... Αυτό είναι το πρόβλημα», της απάντησε έντονα. «Κάνεις απλά αυτό που νιώθεις κάθε στιγμή. Σε όλη τη ζωή σου δεν έχεις κοιτάξει ποτέ πέρα από το παρόν. Αυτή η αφέλεια είναι μια μεταδοτική ασθένεια που έχει αρχίσει να επηρεάζει κι εμένα. Μόνο που μ’ εμένα θα σταματήσει εδώ και τώρα». Σηκώθηκε απότομα όρθιος κι απομακρύνθηκε από κοντά της αποφασιστικά. «Θα σου ετοιμάσω το μπάνιο και θα στείλω φαγητό. Θα πρέπει να πεινάς... Εγώ πεινάω πάντως». Η Φράνκι κατέβηκε από το κρεβάτι, σιγούρεψε το μπλε ριχτάρι, δένοντάς το κόμπο στο στήθος της και, διασχίζοντας βιαστικά το δωμάτιο, πλησίασε την πόρτα του πολυτελούς μπάνιου. Τον είδε ν’ ανοίγει τις χρυσές βρύσες της μεγάλης οβάλ μπανιέρας, με κινήσεις τόσο αρμονικές, που ήταν αληθινή απόλαυση για τα μάτια της. Στην πραγματικότητα, οτιδήποτε πάνω του τη γοήτευε τώρα που είχε πια αποδεχτεί ότι ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του. Μήπως τα υπέροχα μαλλιά του δεν έπεφταν σαν μετάξι κάθε φορά που έσκυβε; Είχε κανένας άλλος άντρας τόσο όμορφα και ερωτικά χέρια; Ξαφνικά ένιωσε υπερηφάνεια. Είτε του άρεσε είτε όχι, την είχε ανάγκη, κι αυτό οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι κι εκείνος μπορούσε να γίνει σκλάβος του πάθους. Ο άγριος έρωτας, που της είχε κάνει πριν από λίγο, ήταν κάτι σαν κάθαρση γι’ αυτόν. Η παγερή οργή και η αίσθηση της απομάκρυνσης είχαν χαθεί. Είχε ξαναγίνει ο Σαντίνο που θυμόταν. Ω Θεέ, αυτό ήταν τόσο υπέροχο, που με δυσκολία συγκρατήθηκε να μην τρέξει να πέσει στην αγκαλιά του. Μπορούσε να γίνει τρυφερός, γλυκός. Ορίστε, τώρα της ετοίμαζε το μπάνιο και λίγο πριν είχε παραδεχτεί ότι είχε κάνει λάθος. Για πολλούς άντρες αυτό ήταν αδύνατον. Στα δεκάξι της είχε διαλέξει ένα μοναδικό άντρα. Αν μπορούσε να τον κάνει να νιώσει όπως τότε... Μακάρι να τον έκανε να την ερωτευτεί μέσα στις τρεις εβδομάδες που είχε στη διάθεσή της. Σε παρακαλώ, Θεέ μου, προσευχήθηκε σιωπηλά. Ο Σαντίνο ανασηκώθηκε και συνάντησε το επίμονο βλέμμα της. Τα ζυγωματικά του ρόδισαν και τα μάτια του θόλωσαν για μια στιγμή. «Μη με κοιτάζεις έτσι», της είπε σιγανά. «Πώς, δηλαδή;» Ένιωθε σύγχυση από την ένταση των συναισθημάτων της και την προσπάθεια που χρειαζόταν για να κρατηθεί σε απόσταση απ’ αυτόν. Εκείνος ξεφύσηξε δυνατά. «Το ότι περνάμε καλά στο κρεβάτι δε σημαίνει ότι σ’ αγαπώ ή ότι μ’ αγαπάς εσύ, πίκολα μία...» Παρά την απαλή φωνή του, το μήνυμα είχε το αποτέλεσμα που θα είχε κι ένα τσεκούρι στην καρδιά της. Η Φράνκι έγινε κατάχλομη και η ματιά της ταξίδεψε στο νερό που άστραφτε μέσα στην μπανιέρα. «Το ξέρω», απάντησε μ’ ένα μικρό βεβιασμένο γέλιο, αλλά, κάπου πριν φτάσει στα χείλη της, το γέλιο έγινε ένα σιγανό τσίριγμα. «Αυτή τη στιγμή δεν ξέρεις τι νιώθεις», συνέχισε ο Σαντίνο υπεροπτικά. «Πριν από καιρό ήσουν τρελά ερωτευμένη μαζί μου και τώρα... έγινα ο πρώτος εραστής σου...» «Τίποτα δεν μπορούσε να σε σταματήσει», του υπενθύμισε η Φράνκι απελπισμένα. «Αν όμως ήξερα ότι είσαι παρθένα, αν ήσουν ειλικρινής μαζί μου, Φραντσέσκα... δε θα σε είχα αγγίξει ποτέ», της είπε με μια ειλικρίνεια που θύμιζε χτύπημα κόμπρας. «Αφού πίστευα ότι είχες εμπειρίες, το να απαιτήσω την ολοκλήρωση του γάμου μου νόμιζα ότι δεν ήταν κάτι σπουδαίο». Η Φράνκι σταύρωσε τα μπράτσα της στο στήθος, για να κρύψει τα τρεμάμενα χέρια της από τα μάτια του. «Τίποτα σπουδαίο, ε;» Ακόμα και στα δικά της αυτιά η φωνή της ακούστηκε αχαρακτήριστα δυνατή, πράγμα καθόλου παράξενο, αφού τα λόγια του ήταν σαν να τη σκότωναν λίγο λίγο. «Ίσως αυτή να μην ήταν η κατάλληλη επιλογή των λέξεων», ομολόγησε εκείνος και το πιγούνι του σφίχτηκε. «Ωστόσο έκανες ό,τι μπορούσες για να με πείσεις ότι είχες άλλους εραστές... Φραντσέσκα, δεν είναι αυτή η κουβέντα που θα ήθελα να κάνω τώρα μαζί σου. Νομίζω ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι να πάρουμε λίγη ανάσα ο ένας από τον άλλο». Η είδηση αυτή έκανε την καρδιά της να σφιχτεί. «Καταλαβαίνω... ναι, πραγματικά καταλαβαίνω, παρά την έλλειψη σεξουαλικής εμπειρίας. Είσαι ένα από εκείνα τα καθάρματα που περνούν μια νύχτα με μια γυναίκα και μετά εξαφανίζονται, σαν την ομίχλη στο πρώτο φως της μέρας». «Πώς το ξέρεις αυτό; Ντίο μίο... Δεν είχες ποτέ άλλο εραστή για να μπορείς να κάνεις σύγκριση», της είπε άγρια. Η σπονδυλική στήλη της Φράνκι κόλλησε με τέτοια βία πάνω στα πλακάκια του τοίχου, που ήταν σίγουρη ότι σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή της θα είχε τα σημάδια τους πάνω της. Χωρίς αυτό το στήριγμα όμως, ήταν αδύνατον να σταθεί όρθια. Ο Σαντίνο κούνησε αργά το όμορφο κεφάλι του και την κοίταξε επίμονα. «Αυτό που προσπαθώ να σου πω είναι ότι...»


«Έχεις συνέλθει τώρα, αφού πήρες ό,τι ήθελες, άρα ήρθε η ώρα για να φύγεις», συμπέρανε εκείνη με αποστροφή και πόνο. «Ορίστε, το είπα εγώ και σ’ έβγαλα από τον κόπο». Οι μύες στο πρόσωπό του σφίχτηκαν από την οργή. Ανασήκωσε τα μπράτσα του στον αέρα σε μια χειρονομία που έδειχνε την ανυπομονησία του και μετά τα άφησε να ξαναπέσουν. Τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της. «Είσαι απίστευτα μελοδραματική. Πώς στην ευχή θα μπορούσα να πω τέτοια πράγματα ή και να τα σκεφτώ ακόμα; Δεν είσαι μόνο γυναίκα μου. Μπορεί να έχεις μείνει κι έγκυος». «Ω, όχι πάλι αυτό». Η Φράνκι κάρφωσε το βλέμμα της στα γυμνά της ακροδάχτυλα, κυρτώνοντάς τα, λες και προσπαθούσε να ξύσει με τα ροζ νύχια της τα άψογα πλακάκια του δαπέδου. «Μπορείς να με διαβεβαιώσεις ότι δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα; Δεν μπορούσα να περιμένω ούτε τα ρούχα μου να βγάλω. Πιστεύεις ότι είχα το μυαλό να σκεφτώ κάποιο μέσο προστασίας;» της είπε απότομα. «Θέλω να κάνω μπάνιο», του είπε εκείνη κι έστρεψε την προσοχή της στην μπανιέρα, σαν να της παρείχε τη δυνατότητα να δραπετεύσει σ’ έναν άλλο κόσμο. Πάντως, ήταν ολοφάνερο ότι ο Σαντίνο ανυπομονούσε να δραπετεύσει από εκείνη. «Ύστερα θα γυρίσω στο Λονδίνο, όπου είχα σκοπό να πάω από την αρχή και θα βγάλουμε το πιο γρήγορο διαζύγιο στον κόσμο». Εκείνος φάνηκε να συγκρατεί με δυσκολία την ηρεμία του. «Δεν πρόκειται να πας πουθενά. Θα μείνω στο διαμέρισμα που έχω στην πόλη για λίγες μέρες. Όπως σου είπα, κανείς από τους δυο μας δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει λογικά αυτή τη στιγμή την πραγματικότητα». «Φύγε, λοιπόν!» του είπε ζωηρά. «Κοίταξέ με...» «Δε θέλω... Θέλω να μείνω μόνη...» Ο Σαντίνο την πλησίασε και τύλιξε τα δυνατά του χέρια γύρω από τους τεντωμένους ώμους της. «Δεν μπορώ να σ’ αφήσω να νιώθεις έτσι, κάρα». Η Φράνκι τραβήχτηκε κι απομακρύνθηκε. «Σταμάτα να μου συμπεριφέρεσαι λες και είμαι παιδί. Μπορεί να είμαι πιο συναισθηματική από σένα, αλλά είμαι ενήλικη». «Δε συμπεριφέρεσαι όμως πάντα έτσι». Η Φράνκι γύρισε απότομα και, ακουμπώντας τα χέρια της στο πλατύ στέρνο του, τον έσπρωξε απότομα πέρα. Τα πόδια του σκάλωσαν στο χαμηλό περβάζι της μπανιέρας και, αφήνοντας μια κραυγή, ο Σαντίνο έχασε την ισορροπία του κι έπεσε μέσα στο νερό. Η Φράνκι τον κοίταξε αποσβολωμένη για λίγο κι ύστερα άρχισε να γελάει υστερικά. Ο Σαντίνο της έριξε μια οργισμένη ματιά, στήριξε τα χέρια του στο περβάζι της μπανιέρας και ανασηκώθηκε. «Αν ήσουν άντρας, θα σε κολλούσα στον τοίχο γι’ αυτό που έκανες», της φώναξε έξαλλος. Εκείνη σκέπασε με την παλάμη το στόμα της. Το κοστούμι είχε κολλήσει πάνω στο σώμα του σαν δεύτερο δέρμα και το πάτωμα είχε γεμίσει νερά. Βγαίνοντας απότομα από την μπανιέρα, πήρε μαζί του και το μεγαλύτερο μέρος του νερού. «Ατύχημα ήταν», του είπε παίρνοντας τρεμάμενες ανάσες. «Ειλικρινά. Δεν είχα σκοπό να σε πετάξω μέσα...» «Φεύγω», της φώναξε, κουνώντας με έμφαση το ένα του χέρι. «Και δεν πρόκειται να ξαναγυρίσω, αν δε με πείσεις ότι μπορείς να φερθείς ως ενήλικη». Ο ενήλικος, χωρίς καμιά αίσθηση χιούμορ, βγήκε από το μπάνιο κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω του. Με την ίδια δύναμη έκλεισε και την πόρτα της κρεβατοκάμαρας... Και η Φράνκι; Η Φράνκι άρχισε να μαζεύει τα νερά, συνειδητοποιώντας ότι τελικά ο Σαντίνο δεν ήταν τέλειος. Ύστερα κάθισε σιωπηλή στο πάτωμα μόνη της, νιώθοντας ξανά εκείνη την παλιά, φοβερή αίσθηση της απόρριψης.


Κεφάλαιο 10

Τις επόμενες τριάντα έξι ώρες η Φράνκι κατέληξε σε διάφορα συμπεράσματα, αφού πρώτα έκλαψε, κοιμήθηκε κατά διαστήματα και πέρασε πολλή ώρα, βηματίζοντας πάνω κάτω, χωρίς όμως να βγει ούτε στιγμή από την τεράστια κρεβατοκάμαρα του Σαντίνο. Κάθε τόσο το προσωπικό του σπιτιού της έφερνε φαγητό και διάφορα ποτά, κάτι που την εξόργιζε. Αν και ήξερε τη συνήθειά της να κλείνεται στον εαυτό της και να σκέφτεται, προφανώς ο Σαντίνο είχε δώσει εντολή να της πηγαίνουν φαγητό κάθε ώρα. Ωστόσο, η Φράνκι δεν εκτιμούσε καθόλου το γεγονός ότι την είχε εγκαταλείψει, φροντίζοντας από την άλλη για την καλή της κατάσταση, από ασφαλή απόσταση. Στην ντουλάπα του Σαντίνο βρήκε το παιδικό της αρκουδάκι, να κάθεται σ’ ένα άδειο ράφι. Ήταν ταλαιπωρημένο, αλλά εξακολουθούσε να φορά το καρό του φορεματάκι. Το έσφιξε στην αγκαλιά της, λες και ήταν ο καλύτερος φίλος της κι ύστερα κοίταξε ήρεμα τα ρούχα που ο Σαντίνο είχε στη Βίλα Φοντάνα, χωρίς να νιώσει την ανάγκη να σκίσει κάποιο απ’ αυτά. Ο Σαντίνο είχε φύγει κι εκείνη ένιωθε μόνη κι εγκαταλελειμμένη, με το βάρος μιας αβάσταχτης απώλειας. Ήταν σαν να είχε σβήσει το φως από τη ζωή της. Ήξερε ότι αντιδρούσε μελοδραματικά, αλλά έτσι ένιωθε και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Σιγά σιγά συνειδητοποιούσε ότι είχε κάνει μερικές εξαιρετικά ανόητες υποθέσεις. Ο Σαντίνο της είχε προσφέρει τρεις εβδομάδες, αλλά, απ’ ό,τι φαινόταν, μια και μόνο μέρα έφτανε και περίσσευε για να πάρει την ικανοποίηση που αναζητούσε. Το κύκνειο άσμα μου, σκέφτηκε οδυνηρά. Ένα κύκνειο άσμα προσβλητικά σύντομο. Ο μοναδικός λόγος που ο Σαντίνο ήθελε να παραμείνει η Φράνκι στην Ιταλία φαινόταν να συνδέεται άμεσα με το φόβο του μήπως είχε μείνει έγκυος. Αν μπορούσε να τον διαβεβαιώσει για το αντίθετο, πιθανότατα θα την άφηνε να φύγει ευχαρίστως. Αρνήθηκε να σκεφτεί την πιθανότητα να μην είναι σε θέση να του δώσει αυτή τη διαβεβαίωση. Αρκετά υπέφερε και χωρίς τον τρόμο μιας εγκυμοσύνης από έναν άντρα που δεν ήθελε να είναι σύζυγός της και που σίγουρα δεν είχε καμιά διάθεση να επωμιστεί το βάρος μιας παραγωγικής συζύγου, από την οποία στην πραγματικότητα ήθελε να χωρίσει. Όχι, ο Σαντίνο δεν την αγαπούσε και, προφανώς, δε θα την αγαπούσε ποτέ. Αν γινόταν να την αγαπήσει, θα το είχε κάνει πριν από καιρό. Ήταν το αντίθετό της από κάθε άποψη. Εκλεπτυσμένος, με αυτοπειθαρχία, ψυχρά λογικός στις προκλήσεις, συναισθηματικά συγκρατημένος... τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε το θέμα του έρωτα... Όταν ο Σαντίνο θα ξαναπαντρευόταν, θα ήταν σίγουρα με κάποια ξανθιά, σαν εκείνη με την οποία τον είχε δει πριν από πέντε χρόνια. Μια κλασικά όμορφη γυναίκα, κομψή κι εμφανίσιμη, στην ηλικία του, που θα είχε περάσει προ πολλού το στάδιο της ανωριμότητας και της ανάρμοστης συμπεριφοράς. Κάποια που θα μπορούσε να χαμογελάει γλυκά, όταν θα της έδινε εντολές και θα την καθοδηγούσε. Κάποια που θα τον άφηνε να έχει τον τελευταίο λόγο. Κάποια που δε θα τολμούσε ποτέ να βάλει τα γέλια όταν εκείνος θα γλιστρούσε και θα έπεφτε μέσα στην μπανιέρα, στη μέση ενός καβγά. Κάποια με την ίδια ευγενική καταγωγή που ήταν απαραίτητη για να γίνει μέλος της οικογένειας Βιτάλε. Μπορεί ο Σαντίνο να είχε πει στον πατέρα του ότι οι Βιτάλε δεν ήταν βασιλιάδες, ζούσε όμως σαν βασιλιάς. Το πρώτο πακέτο έφτασε με το δίσκο του πρωινού, τη δεύτερη μέρα. Σκίζοντας το χαρτί περιτυλίγματος, η Φράνκι αντίκρισε μια κορνιζαρισμένη γελοιογραφία ενός άντρα που είχε πέσει μέσα σε μια μπανιέρα. Η έκφρασή του έδειχνε πληγωμένη αξιοπρέπεια. Στο κάτω μέρος, έγραφε: «Ομολογώ ότι έχω την τάση να παίρνω τον εαυτό μου πολύ στα σοβαρά». Η Φράνκι κοίταξε τη γελοιογραφία έκπληκτη. Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχε χρησιμοποιήσει ο Σαντίνο το ταλέντο του για να τη διασκεδάσει. Αμέσως σηκώθηκε γελώντας από το κρεβάτι για να κάνει ντους και να λουστεί. Το δεύτερο πακέτο έφτασε λίγο πριν από το μεσημέρι. Ήταν άλλη μια γελοιογραφία που έδειχνε μια σκηνή μέσα στο μπάνιο, αλλά αυτή τη φορά με μια φιγούρα που έμοιαζε καταπληκτικά με την ίδια, στη θέση του εξοργισμένου θύματος που είχε βραχεί τυχαία, έξαλλη για τα μαλλιά και τα ρούχα της που είχαν γίνει χάλια. Αυτή τη φορά δε βιάστηκε να γελάσει με το σενάριο, γιατί την ανάγκαζε να παραδεχτεί ότι, αν οι ρόλοι τους αντιστρέφονταν, θα εκνευριζόταν το ίδιο όπως κι εκείνος. Ο χαρακτηριστικός Σαντίνο. Με το ένα χέρι έδινε και με το άλλο έπαιρνε. Έκανε ένα μορφασμό αποδοκιμασίας, αλλά χαμογέλασε. Μετά διάλεξε ένα ανάλαφρο πράσινο φόρεμα, που συνήθως φορούσε σε περιπτώσεις που απαιτούσαν πιο καλό ντύσιμο. Τότε άκουσε το ελικόπτερο. Το περίμενε και σκόπευε να βγει να υποδεχτεί τον Σαντίνο με το πιο πλατύ της χαμόγελο. Ως καλός διπλωμάτης, είχε καταφέρει με τη γοητευτική συμπεριφορά του να καταλαγιάσει τα εκρηκτικά συναισθήματά της. Ακόμη και από μακριά, είχε κατορθώσει να της αλλάξει τη διάθεση, αυτή τη φορά όμως προς το καλύτερο. Το μόνο που υπήρχε πλέον ήταν η υπερηφάνεια της και η ευχή να μπορούσε να έμενε ψύχραιμη, όπως εκείνος. Όταν ο Σαντίνο μπήκε στη βίλα, τον περίμενε στο χολ. Φορούσε ένα ελαφρύ μπεζ κοστούμι και μια βυσσινί μεταξωτή γραβάτα. Ήταν τόσο όμορφος, που της έκοψε την ανάσα. Ξαφνικά ένιωσε λες και οι τριάντα έξι ώρες που είχε περάσει μακριά του να είχαν ατονήσει τη μνήμη της και τώρα που τον ξανάβλεπε, έμενε έκπληκτη μπροστά στην όμορφη εμφάνισή του, το εντυπωσιακό του παράστημα και το γεροδεμένο κορμί του. Στάθηκε και τον κοίταξε, εμβρόντητη από το τεράστιο κύμα αγάπης που την πλημμύρισε. «Μου έλειψες», παραδέχτηκε εκείνος, αφήνοντας τα λαμπερά του μάτια να γλιστρήσουν πάνω στο τεντωμένο πρόσωπό της. «Μου έλειψες ειλικρινά». Έστω κι αν ήταν λίγο αργά για τα λόγια υποδοχής που του είχε ετοιμάσει, μια κι είχε μιλήσει εκείνος πρώτος, το μυαλό της Φράνκι είχε αδειάσει τόσο πολύ, που δεν έβρισκε τι να του πει. «Βάζω στοίχημα ότι απογοητεύτηκες όταν με είδες να στέκομαι εδώ και να περιμένω σαν καμιά παραδοσιακή γυναικούλα την επιστροφή του αντρούλη της», του είπε βιαστικά, χαμογελώντας πλατιά. «Σκέφτηκα όμως ότι, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, θα είχε πλάκα να...» «Πλάκα;» Το χαμόγελο του Σαντίνο άρχισε να σβήνει. «Βέβαια», επέμενε η Φράνκι. «Δεν ξέρω για σένα, αλλά εγώ νιώθω μεγάλη ανακούφιση που ξαναγίναμε φίλοι. Πρέπει να παραδεχτείς ότι δεν ταιριάζουμε σε κανένα άλλο σημείο, δεν έχουμε τίποτα κοινό... πέρα από το κρεβάτι, δηλαδή... αλλά κι αυτό ήταν μάλλον αμοιβαία περιέργεια. Ξέρεις... δεν είναι κάτι που κάποιος ενήλικος θα έπαιρνε στα σοβαρά». Ο Σαντίνο την προσπέρασε και πήγε πίσω της. Σμίγοντας τα φρύδια της απορημένη, η Φράνκι γύρισε να δει τι κάνει εκείνος. «Τι πας να...» «Θέλω να δω αν υπάρχει κανένα κλειδί στην πλάτη σου», της απάντησε ξερά. «Για να το γυρίσω και να σταματήσεις. Μόλις πάτησα το πόδι μου στο σπίτι, άρχισες να μιλάς χωρίς καθόλου τακτ για θέματα αυστηρά προσωπικά». Η Φράνκι κατάπιε με δυσκολία. «Ίσως θα έπρεπε να βγω και να ξαναμπώ. Έτσι, θα μπορούσαμε να ξαναγυρίσουμε αυτή τη σκηνή από την αρχή κι εσύ να παίξεις το ρόλο της ‘‘παραδοσιακής γυναικούλας’’», της είπε ανέκφραστα. «Τι θέλεις από μένα;» τον ρώτησε κλαψουρίζοντας. «Θέλω να είσαι ο εαυτός σου». «Δεν καταλαβαίνω...» μουρμούρισε εκείνη. Ο Σαντίνο τύλιξε το ένα του μπράτσο γύρω από τους σφιγμένους ώμους της και την τράβηξε μαζί του μέσα από τις διπλές πόρτες που οδηγούσαν στη


βεράντα με τις κολόνες, που διέτρεχε το πίσω μέρος της βίλας. «Δεν έχει σημασία, κάρα. Το λάθος είναι αποκλειστικά δικό μου. Δεν έπρεπε να σε είχα αφήσει μόνη τόσο πολύ». Η Φράνκι ένιωσε την επιθυμία να κουρνιάσει στην αγκαλιά του, σαν γατάκι, αλλά δεν μπορούσε ούτε το κεφάλι της ν’ αφήσει να γείρει πάνω στον ώμο του. «Η αλήθεια είναι ότι πέρασα πολύ καλά μόνη μου, αλλά τώρα θέλω να ξαναγυρίσω στην κανονική μου ζωή... Εντάξει;» «Όχι, αυτό αποκλείεται», είπε εκείνος αμέσως. «Γιατί, που να πάρει η ευχή;» Η Φράνκι τραβήχτηκε βιαστικά από την αγκαλιά του και τον κοίταξε, αλλά το ανέκφραστο πρόσωπό του δεν της αποκάλυψε τίποτα. Προχώρησε και, προσπερνώντας τη σκιερή βεράντα με τα άνετα καθίσματα, διέσχισε τον όμορφο, περιφραγμένο κήπο και σταμάτησε μπροστά σ’ ένα σιντριβάνι. «Σκέφτεσαι ξανά την εγκυμοσύνη, έτσι δεν είναι;» μουρμούρισε τελικά. Ο Σαντίνο χαμογέλασε θλιμμένα. «Ως μέσο αντίστασης στο θέμα του κρεβατιού;» «Σοβαρέψου...» Η Φράνκι προσπάθησε να μην αφήσει την καρδιά της να συγκινηθεί από το όμορφο χαμόγελό του, που απειλούσε την αυτοσυγκέντρωσή της. «Είναι μάλλον απίθανο να σταθούμε τόσο άτυχοι». «Αυτό εξαρτάται από την ερμηνεία που δίνεις στην ατυχία. Πότε θα το ξέρεις;» τη ρώτησε ήρεμα. Ανασήκωσε τους ώμους της. «Αργά ή γρήγορα... αλλά μη με ρωτήσεις πόσο σύντομα ή πόσο αργά, γιατί δεν είμαι σίγουρη». Μια και δεν είχε καμιά σημασία στην καθημερινή ρουτίνα της η μηνιαία γυναικεία αυτή λειτουργία του οργανισμού της, δεν έμπαινε στον κόπο να κρατά ημερολόγιο. Το μόνο που θυμόταν ήταν ότι είχε περίοδο πριν από δύο τρεις εβδομάδες. «Δε βιαζόμαστε», απάντησε ψύχραιμα ο Σαντίνο. «Εξάλλου, είναι ανώφελο ν’ ανησυχούμε για κάτι στο οποίο δεν μπορούμε να επέμβουμε». «Έχεις αλλάξει τακτική, βλέπω». «Ίσως έχει αρχίσει να μου αρέσει η ιδέα να γίνω πατέρας... Ίσως απογοητευτώ, αν τελικά δεν είσαι έγκυος», της απάντησε μάλλον απότομα. Τα αναπάντεχα λόγια του την άφησαν με ανοιχτό το στόμα από την έκπληξη. Στράφηκε προς το μέρος του, γοητευμένη. Ύστερα χαμήλωσε το κεφάλι. Τώρα ήξερε γιατί ήταν πάντα τόσο ειλικρινής κι ευχάριστος. Ήθελε να βελτιώσει τη σχέση τους προκαταβολικά. Πολύ πρακτικό και λογικό, σκέφτηκε, μισώντας τον για την προνοητικότητά του. Ό,τι και αν συνέβαινε, θα έπαιρναν διαζύγιο, αυτό της το είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή. Θα ήταν δύσκολο όμως να έχει πρόσβαση στο παιδί του, αν η σχέση του με την πρώην γυναίκα του ήταν κακή. Ο Σαντίνο χαμογέλασε ευχαριστημένος. Απ’ ό,τι φαινόταν, η Φράνκι ανταποκρινόταν στις προσδοκίες του. «Προτείνω να σφραγίσουμε την καινούρια μας συμφωνία μ’ ένα γεύμα». Ένα τέταρτο αργότερα έτρωγαν. Το ελαφρύ και νοστιμότατο φαγητό είχε σερβιριστεί ανεπίσημα στη σκιά της βεράντας. Μόλις που είχαν προλάβει να καθίσουν, όταν εμφανίστηκε μια γάτα, με την ουρά τεντωμένη ψηλά. «Τόπσι...» ψιθύρισε η Φράνκι. Έσπρωξε αμέσως πίσω την καρέκλα της και, γονατίζοντας, καλωσόρισε το κατοικίδιο που ήξερε από παλιά. «Θεέ μου, μια χαρά είναι!» «Ο Πούντινγκ κοιμάται μάλλον στο περβάζι του παραθύρου, στο γραφείο μου. Δεν κυνηγά πια πολύ, έχει γεράσει», είπε ο Σαντίνο ήρεμα, παρακολουθώντας ικανοποιημένος τη συνάντησή της με τη γάτα. «Παλιά δεν ήθελες ζώα μέσα στο σπίτι». «Τα φροντίζει το προσωπικό. Είναι πολύ κακομαθημένες γάτες. Δεν είχα άλλη επιλογή», της απάντησε, κάνοντας τον αδιάφορο στην Τόπσι που τύλιξε την ουρά της γύρω από τον αστράγαλό του κι άρχισε να γουργουρίζει χαδιάρικα, δείχνοντάς του την αγάπη της. Η Φράνκι επέστρεψε στο τραπέζι χαμογελώντας. «Παρεμπιπτόντως... υπέγραψα να δοθούν οι βίλες για ενοικίαση στο συνεταίρο σου», συνέχισε ο Σαντίνο. Ήταν μια πληροφορία που την ξάφνιασε. «Πάντως, υποψιάζομαι ότι θα σου είναι εξαιρετικά δύσκολο να δουλέψεις ξανά με τον Ματ Φίνλεϊ». «Για ποιο λόγο;» «Έχασε και θα σου κρατά κακία που πλήγωσες τον εγωισμό του...» «Με τον Ματ είμαστε φίλοι...» «Οι φίλοι δε λένε αναιδή ψέματα ο ένας για τον άλλο», της απάντησε ξερά. Η υπενθύμιση αυτή έκανε τη Φράνκι να κοκκινίσει. «Πριν από δυο μήνες επιχείρησε ν’ αλλάξει τη μορφή της σχέσης μας», ομολόγησε θλιμμένα. «Ξαφνικά άρχισε να με βλέπει ως γυναίκα, κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί. Στο αγροτόσπιτο, είπε ότι ένας γάμος ανάμεσά μας θα ήταν πολύ καλή εμπορική κίνηση». «Μια σύζυγος με δικά της χρήματα θα γοήτευε κάθε φιλόδοξο άντρα, ιδιαίτερα από τη στιγμή που τα εισοδήματα του πρακτορείου έχουν μειωθεί κι είναι αναγκασμένος να σφίξει το ζωνάρι του». Η Φράνκι παραλίγο ν’ ανοίξει το στόμα της να του πει ότι ο Ματ δεν είχε ποτέ την εντύπωση ότι διέθετε δικά της εισοδήματα, από τα οποία θα μπορούσε να επωφεληθεί, όταν θα την έπαιρνε στη δουλειά, αλλά ύστερα θυμήθηκε ότι είχε ακούσει το συνεταίρο της να σχολιάζει περισσότερες από μία φορές την πλούσια ζωή που έκανε η μητέρα της. Μπορεί να είχε υποθέσει ότι θα ήταν εξαιρετικά αποδοτική κίνηση γι’ αυτόν, αν παντρευόταν την κόρη της Ντέλα. «Πώς μπορεί να είναι τόσο υπολογιστής;» ψιθύρισε νιώθοντας το στομάχι της να σφίγγεται. Ο Σαντίνο την κοίταζε επίμονα, χωρίς να του ξεφεύγει ούτε η παραμικρή έκφραση που περνούσε από το πρόσωπό της. «Είναι φοβερό να σκέφτομαι ότι κάποιος που συμπαθούσα κι εμπιστευόμουν με έβλεπε σαν κινητή τράπεζα. Κι είναι ακόμα πιο φοβερό που ο Ματ συμπεριφερόταν σαν να ήθελε εμένα... Κι εγώ που ανησυχούσα ότι του είχα ραγίσει την καρδιά!» Η Φράνκι κοίταξε τον Σαντίνο, κάνοντας μια γκριμάτσα. Γιατί δε λέει τίποτα; απόρησε ήρεμα. Οι πυκνές μαύρες βλεφαρίδες του σκέπασαν τα λαμπερά μάτια του και στα όμορφα χείλη του άνθισε ένα πονηρό χαμόγελο. «Είναι φοβερό, πράγματι», συμφώνησε μαζί της. Εκείνη τη στιγμή η Φράνκι συνειδητοποίησε ότι είχε ξεχάσει πως πέντε ολόκληρα χρόνια έπαιρνε συνέχεια χρήματα από τον Σαντίνο. Έγινε κατακόκκινη. Δεν ήξερε τι να κάνει και τι να πει. Εκείνος όμως άπλωσε το χέρι του πάνω στο τραπέζι και τα δάχτυλά του σκέπασαν τα δικά της που ήταν σφιγμένα. «Ας μιλήσουμε για κάτι πιο ευχάριστο», της πρότεινε ήρεμα. «Πώς θα ήθελες να περάσεις τις επόμενες εβδομάδες;» Η Φράνκι ένιωσε μεγάλη ανακούφιση από την αλλαγή του θέματος. Όσο υπερβολικό κι αν φαινόταν, ο Σαντίνο δεν έδειχνε να έχει συνδέσει την προφανή ανειλικρίνειά της μ’ εκείνη του Ματ. «Πώς;» Στο πρόσωπό της απλώθηκε μια ονειροπόλα έκφραση. «Θα ήθελα να πάω στη Ρώμη... στην αρχαία Ρώμη, εννοώ... στο Κολοσσαίο, στο Πάνθεον, σ’ όλα τα μέρη για τα οποία έχω διαβάσει στην ιστορία». Ύστερα έσμιξε τα φρύδια της, αναλογιζόμενη όλη τη δημοσιότητα που είχε λάβει ο γάμος τους. «Θα μπορούμε να κυκλοφορήσουμε ελεύθερα;» «Οι δημοσιογράφοι νομίζουν ότι είμαστε στη Σαρδηνία. Εξάλλου, υπάρχουν τρόποι να τους αποφύγουμε», την πληροφόρησε ο Σαντίνο εύθυμα. «Σ’ αυτή την περίπτωση, νομίζω ότι η πιο σωστή κίνηση θα είναι να τους δώσουμε μια φωτογραφία μας. Αυτό θέλουν. Μόλις την πάρουν, θα πάψουν να μας κυνηγούν με την ίδια μανία».


Το ίδιο απόγευμα ο Σαντίνο της έδειξε την ιδιοκτησία του. Επειδή όμως η έκταση ήταν πολύ μεγάλη κι εκείνος έδειξε ιδιαίτερο ζήλο να τη συστήσει σε κάθε μέλος του προσωπικού ξεχωριστά, κατέληξαν να γυρίσουν στη βίλα την ώρα του δείπνου. Έφαγαν κι ύστερα την ξενάγησε στο σπίτι. Ξεκινώντας από το παρόν και πηγαίνοντας προς τα πίσω, στο παρελθόν, της διηγήθηκε όμορφες ιστορίες για τη ζωή και τους έρωτες των προηγούμενων ενοίκων του. Αρχικά η Βίλα Φοντάνα είχε χτιστεί για να στεγάσει την ερωμένη ενός πλούσιου αριστοκράτη. «Απέκτησαν επτά παιδιά... αυτά τα μικρά αγγελούδια έχουν τα πρόσωπά τους», της είπε ο Σαντίνο και της έδειξε κάποιες όμορφες τοιχογραφίες. «Την παντρεύτηκε μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού. Εκείνος ήταν αριστοκράτης κι εκείνη κόρη ενός χωρικού...» «Αυτό μου θυμίζει ένα παλιό κρύο αστείο», είπε η Φράνκι, ανίκανη να συγκρατηθεί. Έχοντας υποστεί το σνομπισμό της μητέρας του, είχε ευαισθητοποιηθεί στην αναφορά της διαφοράς των τάξεων ή στη λέξη «ερωμένη». Τα σκούρα μάτια του Σαντίνο βυθίστηκαν στα δικά της. «Ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχαν κοινό, τους κράτησε μαζί για πάνω από τριάντα χρόνια», της είπε. «Αν αυτή η εντυπωσιακή και πληθωρική ξανθιά είναι η κυρία για την οποία μιλάμε, καταλαβαίνουμε πολύ καλά τι ήταν αυτό που κράτησε τον εραστή της κοντά της. Έχει την όψη σεξοβόμβας», παρατήρησε η Φράνκι με φωνή βαριά. Οι ξανθιές δεν ήταν πια ευπρόσδεκτο θέμα συζήτησης. «Κι αυτό το πλήρωσε, έτσι δεν είναι; Επτά παιδιά σε μια εποχή που οι γυναίκες συνήθως πέθαιναν στη γέννα, χωρίς σπουδαία ιατρική φροντίδα... Ο αριστοκράτης σου ήταν ένα εγωιστικό γουρούνι». «Δεν έχω σκεφτεί ποτέ την ερωτική τους ιστορία έτσι», της ομολόγησε μ’ ένα απρόσμενα εύθυμο ύφος. «Ίσως όχι... αλλά άντρας είσαι κι εσύ, σωστά; Η γυναίκα αυτή πλήρωνε με τον έρωτα την ασφάλεια που αναζητούσε. Εκείνες τις μέρες μια γυναίκα φτωχή δεν είχε και πολλά πράγματα να προσφέρει. Βάζω στοίχημα ότι η οικογένειά της στην ουσία τού την πούλησε... αν και θα πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν είναι άσχημος», είπε η Φράνκι, κοιτάζοντας τον άντρα για τον οποίο μιλούσαν. «Ήταν αρκετά μεγαλύτερος πάντως, έτσι δεν είναι;» «Γύρω στα δέκα χρόνια», της απάντησε, σοβαρεύοντας. «Άρα είχε ν’ αντιμετωπίσει και το χάσμα των γενεών». Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Έτσι νιώθεις κι εσύ μαζί μου;» Ξαφνιασμένη με την αντίδρασή του στο εύθυμο σχόλιό της, η Φράνκι μισογέλασε. «Εσύ είσαι μόλις είκοσι εννέα χρόνων, Σαντίνο...» «Βγάλε το δάχτυλο από το στόμα και πες μου την αλήθεια», επέμεινε εκείνος και, σε μια απρόσμενη επίδειξη ικανότητας αλλαγής διάθεσης, την έσπρωξε πίσω, παγιδεύοντάς την πάνω σε μια κολόνα. «Μαζί μου νιώθεις ότι υπάρχει χάσμα γενεών;» Η Φράνκι αναστέναξε μπερδεμένη. «Σαντίνο... για μένα είσαι εσύ... απλώς εσύ». Ένα ανέλπιστο χαμόγελο κατανόησης έδιωξε την ένταση από το πρόσωπό του. «Όχι οποιοσδήποτε;» Εκείνη κούνησε αμέσως το κεφάλι της αρνητικά. «Είσαι μοναδικός», πρόσθεσε κι ύστερα, νιώθοντας εκτεθειμένη μπροστά στα χρυσαφένια του μάτια, χαμήλωσε το βλέμμα της. «Είμαι κουρασμένη», ψιθύρισε. «Νομίζω ότι είναι ώρα να πάω στο κρεβάτι». Έγινε μια μικρή σιωπή κι ύστερα ο Σαντίνο έκανε ένα βήμα πίσω. Κανονικά δε θα μοιράζονταν πλέον το ίδιο κρεβάτι, γι’ αυτό η Φράνκι ήθελε να πάει να πάρει τα πράγματά της από το δωμάτιό του, πριν ανέβει εκείνος να ξαπλώσει. Όσο λιγότερο του θύμιζε το σύντομο χρονικό διάστημα που είχαν περάσει μαζί, τόσο περισσότερο θα μπορούσε να ηρεμήσει. Αυτό ήθελε. Το ήθελε πολύ. Αν όλος κι όλος ο χρόνος που θα περνούσαν μαζί ήταν οι επόμενες εβδομάδες, ήθελε να τις εκμεταλλευτεί όσο καλύτερα μπορούσε. Μόλις είχε ξαπλώσει σ’ ένα δωμάτιο που βρισκόταν απέναντι απ’ το κεφαλόσκαλο, όταν όρμησε μέσα ο Σαντίνο. Ανακάθισε ξαφνιασμένη. Είχε τυλιγμένη μόνο μια πετσέτα του μπάνιου γύρω από τους γοφούς του κι ήταν έξαλλος από θυμό. Χωρίς να πει λέξη, τη σήκωσε από το κρεβάτι και τη μετέφερε στο άλλο δωμάτιο. «Τι κάνεις εκεί πέρα;» τον ρώτησε ξέπνοη. «Τώρα που ξαναγίναμε φίλοι, δεν μπορούμε να κοιμόμαστε μαζί». «Δε μου χρειάζονται άλλοι φίλοι. Αρκετούς έχω. Θέλω να σε έχω στο κρεβάτι μου, εκεί όπου ανήκεις», της απάντησε, ακουμπώντας την πάνω στο κρεβάτι. Μετά έβγαλε την πετσέτα και ξάπλωσε δίπλα της. «Προς το παρόν, αυτό αρκεί. Μπουόνα νότε, κάρα». Η Φράνκι έμεινε ξαπλωμένη μέσα στο σκοτάδι. «Μα είμαστε στο διαζύγιο. Γιατί;» τον ρώτησε εμβρόντητη. «Αν είσαι τυχερή, οι δυνάμεις μου θα μ’ εγκαταλείψουν νωρίτερα και μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνεις μια πλούσια κι ευτυχισμένη χήρα», της απάντησε σαρδόνια από την άλλη άκρη του κρεβατιού. «Μάντρε ντι Ντίο... Είναι άραγε σωστό να σου βάζω τέτοιες ιδέες μέσα στο κεφάλι;» «Μη λες τέτοια πράγματα ούτε γι’ αστείο. Αν πάθεις κάτι, θα πεθάνω!» Μόλις τα λόγια αυτά βγήκαν από τα χείλη της, η Φράνκι σκέπασε έντρομη το στόμα της με την παλάμη. «Αυτό μου φαίνεται λίγο τραβηγμένο», της απάντησε περιφρονητικά, κάτι που την έκανε να πονέσει. «Κι απίστευτο φυσικά, όταν ακούγεται από μια γυναίκα που λέει ψέματα, με εξαπατά και με κλέβει για πέντε ολόκληρα χρόνια ασυνείδητα...» «Μα δεν έκανα τέτοιο πράγμα... ήταν...» «Η Ντέλα, η πεθερά μου», συμπλήρωσε εκείνος τη φράση της με τη βαθιά, αργόσυρτη φωνή του γεμάτη αυτοϊκανοποίηση. Ύστερα ανακάθισε, άναψε τη λάμπα δίπλα στο κρεβάτι και την κοίταξε με μια απροκάλυπτη ευθυμία. «Δε νιώθεις καλύτερα που το ξεφορτώθηκες; Λυπάμαι που έπρεπε να γίνω κακός, αλλά ξέρω ποια είναι τα κουμπιά σου, κάρα. Από τη μια πρόθυμη να πεθάνεις κι από την άλλη άπιστη. Απίστευτος συνδυασμός». «Ω, όχι...» τραύλισε η Φράνκι έντρομη γι’ αυτό που της είχε ξεφύγει σε βάρος της μητέρας της. «Μου το είπες η ίδια, όταν τρώγαμε», την πληροφόρησε ο Σαντίνο ήρεμα. «Όσο μιλούσες πληγωμένη για τις ανειλικρινείς προθέσεις του Φίνλεϊ, κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να συμπεριφερθείς κι εσύ μ’ αυτό τον τρόπο. Εξάλλου, από πότε μπορείς να μου κρατάς μυστικά; Όταν λες ψέματα, παίρνεις μια τόσο ένοχη έκφραση, που ακόμα κι ένα παιδί θα το καταλάβαινε. Το έχω διαπιστώσει ο ίδιος». «Μμμ;» έκανε εκείνη τρέμοντας. Μόλις που καταλάβαινε τι της έλεγε. Συνειδητοποιούσε όμως ότι ο Σαντίνο ακουγόταν εξαιρετικά ανάλαφρος. «Έπρεπε να έχεις καταλάβει ότι δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να την κυνηγήσω ποινικά. Να στείλω την Ντέλα στο δικαστήριο;» μάλωσε με δυσπιστία. «Δε θα εξέθετα ποτέ ούτε εσένα ούτε την οικογένειά μου σε μια τέτοια εμπειρία, απλά και μόνο για να την τιμωρήσω». «Εννοείς ότι ποτέ δεν είχες σκοπό να;...» τραύλισε η Φράνκι, ακίνητη πάνω στο κρεβάτι και σοκαρισμένη. «Ποτέ». «Μα σε πίστεψα... και με κατατρόμαξες!» Ο Σαντίνο της χαμογέλασε σαν αγριόγατα που εισέπραττε την επιβράβευση του εγωισμού της. «Αλήθεια;» Η Φράνκι όρμησε καταπάνω του σαν αστραπή. «Πώς μπόρεσες να μου το κάνεις αυτό;» του φώναξε εξοργισμένη. «Με μεγάλη μου ευχαρίστηση», της απάντησε. «Εξάλλου, όσο προσπαθούσες να προστατέψεις μια γυναίκα που είναι ικανή να βουτήξει σε μια λίμνη με πιράνχας και να βγει σώα, δε σου πέρασε ποτέ από το μυαλό να σκεφτείς εμένα...» «Εσένα;» επανέλαβε σοκαρισμένη από το προσβλητικό σχόλιό του για τη μητέρα της. Ο Σαντίνο άπλωσε τα μπράτσα του και την αγκάλιασε, όπως έγερνε από πάνω του. «Σκέψου», τη συμβούλεψε και τα εύθυμα μάτια του άστραψαν χρυσαφένια, καθώς γλίστρησαν στο όμορφο πρόσωπό της. «Θα με βοηθούσε. Ο φτωχός, δυστυχισμένος Σαντίνο φορτώθηκε τελικά μια σύζυγο που δεν είναι παρά μια ξεδιάντροπη απατεώνισσα και που, επιπλέον, μπορεί να είναι κι έγκυος. Καθαρός εφιάλτης». «Μα δεν είμαι ξεδιάντροπη απατεώνισσα», τραύλισε η Φράνκι, καθώς εκείνος την έσφιγγε πάνω του, συνθλίβοντας το στήθος της πάνω στο σκληρό στέρνο


του. «Μμμ...» Ο Σαντίνο αναστέναξε βαθιά κι ανασήκωσε τους γοφούς του, κάνοντάς τη να νιώσει ολοκάθαρα τον ερεθισμένο ανδρισμό του. «Όχι, Σαντίνο... το διαζύγιο», του υπενθύμισε ξέπνοη. Εκείνος ακούμπησε το κεφάλι του πίσω στα μαξιλάρια και την κοίταξε μ’ ένα απατηλά νυσταγμένο βλέμμα. «Η εμμονή αυτή με το διαζύγιο έχει αρχίσει να με ανησυχεί. Έχουν περάσει μόνο τρεις μέρες από τις τρεις εβδομάδες που έχεις συμφωνήσει να περάσουμε μαζί. Λίγη παραπάνω απόλαυση δε θα έβλαπτε... μεταξύ φίλων», έσπευσε να συμπληρώσει αποφασιστικά. «Όχι...» Νιώθοντας το κορμί της να καίει σε σημεία που ντρεπόταν να παραδεχτεί, η Φράνκι τον κοίταξε ικετευτικά. Τα πόδια της όμως άνοιξαν αυθόρμητα και το κορμί της άρχισε να τρίβεται λες από μόνο του πάνω στο δικό του. «Ακόμα μια φορά... πιο δυνατά», την ενθάρρυνε εκείνος με τρεμάμενη φωνή. «Σαντίνο... σε παρακαλώ...» βόγκηξε η Φράνκι. «Όχι, είμαι ανένδοτος σ’ αυτό», επέμεινε εκείνος πεισματικά. Οι παλάμες του πίεζαν τους γοφούς της πάνω του μ’ ένα βασανιστικά ερεθιστικό τρόπο, ανασηκώνοντας το νυχτικό της πόντο πόντο. Ξαφνικά σταμάτησε απότομα. «Μόνο ένας σύζυγος θα ένιωθε σίγουρος ότι μπορεί να προχωρήσει σε τόσο προσωπικό επίπεδο, χωρίς να περιμένει πρόσκληση». «Σαντίνο... είσαι σύζυγός μου», του είπε με φωνή ραγισμένη. Εκείνος ανασηκώθηκε κι άφησε την άκρη της γλώσσας του να γλιστρήσει στα σαρκώδη χείλη της. «Μαθαίνεις γρήγορα, σινιόρα... Μου έχεις κόψει την ανάσα...» * «Για σκέψου...» έλεγε δύο εβδομάδες αργότερα η Φράνκι, με φωνή βαριά. «Εδώ θάφτηκε το 28 π.Χ.». «Για σκέψου». Ο Σαντίνο κοίταξε το μαυσωλείο του Αυγούστου, ένα μάλλον ασήμαντο ύψωμα σκεπασμένο με αγριόχορτα. «Θα πρέπει να μάθεις να χρησιμοποιείς τη φαντασία σου», τον μάλωσε εκείνη. «Έχεις εσύ αρκετή και για τους δυο μας, πίκολα μία». Ο Σαντίνο της χάρισε ένα γοητευτικό χαμόγελο. «Μ’ έχεις μάθει να βλέπω την πόλη μου μέσα από τα δικά σου μάτια». Η Φράνκι κοίταξε πέρα. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει από τη διέγερση. Νιώθοντας τον Σαντίνο να την πλησιάζει, απομακρύνθηκε, προσποιούμενη την απορροφημένη στον τουριστικό οδηγό που κρατούσε στα χέρια της. Κατά τη διάρκεια της μέρας κατάφερνε να συγκρατείται, δείχνοντας ότι είχε την προσοχή της στραμμένη αλλού. Ό,τι συνέβαινε τα βράδια στο κρεβάτι ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό, που το κρατούσε απομονωμένο μέσα στην ψυχή της, σαν ιδιαίτερο κομμάτι της ζωής της. Οι μέρες ήταν όμορφες και οι νύχτες της απίστευτα ερωτικές. Είναι σαν να βρίσκομαι στο μήνα του μέλιτος, σκέφτηκε, νιώθοντας την καρδιά της να σφίγγεται. Ήξερε ότι ο Σαντίνο είχε σκοπό να κερδίσει το στοίχημα που είχε βάλει με τον εαυτό του. Τι άλλο μπορούσε να ήταν; Φρόντιζε να βεβαιωθεί ότι θα έμενε εκείνη έγκυος. Βέβαια, δεν είχε επανέλθει ξανά σ’ αυτό το θέμα, αλλά η συμπεριφορά του της είχε δείξει ότι, αν τελικά έμενε έγκυος, δε θα υπήρχε περίπτωση διαζυγίου. Τώρα που ήξερε ότι εκείνη δεν είχε λάβει μέρος στην απάτη που είχε διαπράξει η μητέρα της, αν έμενε έγκυος, ο Σαντίνο θα έκανε το καλύτερο. Αν όμως δεν έμενε; Τι ειρωνεία! Αυτό που κάποτε έτρεμε μήπως συμβεί, τώρα το ευχόταν. Στη Βίλα Φοντάνα είχε φτάσει ένας διάσημος φωτογράφος κοσμικών, φίλος του Σαντίνο, για να απαθανατίσει τη σχέση τους. Ήδη μια φωτογραφία τους είχε δημοσιευτεί σ’ ένα διεθνές κουτσομπολίστικο περιοδικό, χωρίς όμως να συνοδεύεται από συνέντευξη. Στη συνέχεια, η Φράνκι είχε δεχτεί ξαφνιασμένη μια καινούρια βέρα κι ένα σμαραγδένιο δαχτυλίδι αρραβώνων. «Φαντάζομαι ότι χρειάζονται», του είχε πει. «Αλλιώς δε θα τους πείσουμε». «Σου τα δίνω επειδή είσαι γυναίκα μου», της είχε απαντήσει ο Σαντίνο ανέκφραστα. Ξαναγυρνώντας στην πραγματικότητα, η Φράνκι ένιωσε έντονα τα επίμονα μάτια του καρφωμένα πάνω της. Συνέχισε να ξεφυλλίζει τον τουριστικό οδηγό, ψάχνοντας για άλλα αρχαία. «Νομίζω ότι έχουμε τελειώσει με τους αρχαιολογικούς χώρους», παρατήρησε εκείνος, καταφέρνοντας ν’ ακουστεί θλιμμένος. «Δεν πίστευα ότι μπορούσε να συμβεί αυτό στη Ρώμη, αλλά το κάναμε. Πέρα από το να τριγυρνάμε σαν τους τουρίστες από το πρωί μέχρι το βράδυ, τι άλλο έχεις σκοπό να κάνουμε για τους εαυτούς μας;» «Αν βαρέθηκες, δεν έχεις παρά να το πεις». «Ποτέ δε βαριέμαι μαζί σου». «Τελευταία με κολακεύεις πολύ». «Εσύ όμως δε μ’ ακούς», είπε εκείνος με έμφαση. Κατά τη διάρκεια της επιστροφής στη βίλα, η Φράνκι τεντώθηκε ξαφνικά απελπισμένη. Χαμηλά στην κοιλιά της είχε νιώσει ένα μικρό σπασμό. Κατάλαβε αμέσως τι μπορούσε να σημαίνει αυτό. Γύρισε το χλομό πρόσωπό της αλλού. Τώρα είχε την απάντηση που ήθελε. Έπρεπε να του μιλήσει αμέσως και να του δώσει την ελευθερία του, αλλά ξαφνικά τον μισούσε, επειδή είχε πιαστεί μόνος του σ’ αυτή τη θηλιά. Ούτε κι εκείνη όμως ήταν σε καλύτερη μοίρα. Ήλπιζε να κρατήσει αυτόν και το γάμο τους με την ύπαρξη ενός παιδιού; Όχι, δεν ήταν σωστό. Εξάλλου, είχε το παράδειγμα του αποτυχημένου γάμου των γονιών της, άρα, δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη δικαιολογία ότι δεν ήξερε και ότι πίστευε στο καλύτερο. Η σεξουαλική έλξη ήταν που είχε φέρει τους γονείς της κοντά, μόνο που δε στάθηκε αρκετή και για να τους κρατήσει μαζί. Βγαίνοντας από το αυτοκίνητο, ένας πνιχτός ήχος ξέφυγε από τα χείλη της. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε ο Σαντίνο. «Τίποτα», του απάντησε κι έτρεξε στη βίλα. Δε σταμάτησε παρά μόνο όταν μπήκε στο μπάνιο που βρισκόταν στην κρεβατοκάμαρά τους κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. «Φραντσέσκα!» Ο Σαντίνο άρχισε να χτυπά δυνατά την πόρτα απέξω. «Βγαίνω σ’ ένα λεπτό», του είπε, προσπαθώντας ν’ αντικρίσει με γενναιότητα τη διάψευση των ελπίδων της. Τελικά βγήκε από το μπάνιο δακρυσμένη, με μια τραγική έκφραση στο πρόσωπό της. Δεν υπήρχε απόδειξη ότι είχε έρθει η περίοδός της, αλλά ήξερε ότι αυτό θα γινόταν σύντομα. Ο σπασμός που είχε νιώσει ήταν μια ένδειξη. «Δε νιώθεις καλά, έτσι δεν είναι; Νομίζεις ότι πρέπει να κάνουμε τεστ εγκυμοσύνης;» τη ρώτησε ο Σαντίνο με μια παντελή έλλειψη τακτ που άξιζε βραβείο και μια έκφραση ανυπομονησίας και διέγερσης. Αντιδρώντας στην ερώτησή του σαν να ήταν ένα σκόπιμο και άσπλαχνο βασανιστήριο, η Φράνκι ξέσπασε σε λυγμούς. «Σε μισώ... Φύγε». Με την πεποίθηση ότι εκείνος ήξερε πάντα ποιο ήταν το καλύτερο γι’ αυτήν, ο Σαντίνο τη σήκωσε στα χέρια του, σαν να ήταν εύθραυστο αντικείμενο και τη μετέφερε στο κρεβάτι, όπου την ξάπλωσε και της έβγαλε τα παπούτσια. Εκείνη κουλουριάστηκε κι έκλεισε τα μάτια της. «Άφησέ με ήσυχη», του είπε ανάμεσα στους λυγμούς της, όταν προσπάθησε να την πάρει στην αγκαλιά του και να χαϊδέψει τα μαλλιά της. Όλες αυτές οι χειρονομίες του την έκαναν να νιώθει ακόμα μεγαλύτερες ενοχές. Ποτέ άλλοτε στη ζωή της δεν είχε νιώσει μεγαλύτερη ντροπή. Ούτε στα μάτια δεν μπορούσε να τον αντικρίσει. Το γεγονός ότι ήταν έτοιμη να


χρησιμοποιήσει την ύπαρξη ενός μωρού για να τον κρατήσει κοντά της, την έκανε να αισθάνεται τρομερά εγωίστρια και διαβολική. Θα ήταν απελπιστικά άδικο γι’ αυτόν, αφού δεν την αγαπούσε. Όση αγάπη κι αν του έδινε, δε θα τον αποζημίωνε ποτέ, αν του στερούσε την ευκαιρία να βρει μια γυναίκα που θα μπορούσε ν’ αγαπήσει. «Θέλεις πραγματικά... σοβαρά... να σε αφήσω ήσυχη;» τη ρώτησε ξαφνιασμένος και κάθισε στις φτέρνες του δίπλα στο κρεβάτι, προσπαθώντας να κοιτάξει το δακρυσμένο της πρόσωπο. «Συνήθως δεν το εννοείς... Αν φύγω αυτή τη στιγμή, θα είμαι ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο. Εσύ μου το έμαθες αυτό, καιρό πριν». Μίλησέ του, της είπε η φωνή της συνείδησης. Τα λόγια έφτασαν μέχρι τα χείλη της, αλλά δυστυχώς ένα καινούριο κύμα λυγμών την έκανε να χώσει το πρόσωπό της μέσα στα μαξιλάρια. «Θέλω... να μείνω λίγο μόνη μου», του είπε ηττημένη. Εκείνος ανασηκώθηκε, χωρίς να της δώσει καμιά απάντηση. Η διαδρομή μέχρι την πόρτα φάνηκε ατέλειωτη, αλλά η Φράνκι κράτησε το πρόσωπό της κρυμμένο μέσα στα μαξιλάρια, μέχρι που άκουσε την πόρτα να κλείνει. Έπρεπε να συγκεντρωθεί και να πάρει δυνάμεις για τη συζήτηση που θα έκαναν. Αυτή που θα σηματοδοτούσε το τέλος του γάμου τους. Τι θα σκεφτόταν ο Σαντίνο, άραγε, μετά απ’ αυτή την υστερική παράσταση που είχε δώσει; Θα μπορούσε να το αποδώσει στην ένταση; Θεέ και Κύριε, θα μπορούσε να του πει οποιοδήποτε ψέμα, αρκεί να μην του αποκάλυπτε την αληθινή αιτία της απελπισίας που την είχε πλημμυρίσει. Είχε καταβάλει μεγάλες προσπάθειες να είναι ανάλαφρη κι εύθυμη. Είχε φερθεί σαν να ήταν αρραβωνιασμένοι. Η υπερηφάνεια της απαιτούσε, όταν θα άφηνε αυτή τη φορά τον Σαντίνο, να φύγει με το κεφάλι ψηλά. Ήξερε γιατί εκείνος εξακολουθούσε να κοιμάται μαζί της. Οποιαδήποτε τρυφερότητα από τη μεριά του και οποιοδήποτε ενδιαφέρον της είχε δείξει ήταν κομμάτι της προσποίησης ότι ο γάμος τους ήταν κανονικός. Ήταν σίγουρος ότι εκείνη θα έμενε έγκυος, αλλά είχε κάνει λάθος. Εξουθενωμένη συναισθηματικά, αποφάσισε να μη φάει βραδινό. Σε λίγο τη μισοπήρε ο ύπνος. Ξύπνησε από το τηλέφωνο που χτύπησε δίπλα στο κρεβάτι. Το σήκωσε μισοκοιμισμένη ακόμα. «Είμαι στο Μιλάνο», της είπε ο Σαντίνο ψυχρά. «Τι κάνεις εκεί πέρα;» τον ρώτησε μπερδεμένη. Του είχε ζητήσει να μείνει λίγο μόνη και περίμενε ότι εκείνος θα κατέβαινε κάτω, όχι ότι θα πήγαινε στην άλλη άκρη της χώρας! «Έχω πολλές ενστάσεις σ’ αυτή την ερώτηση. Αυτό που πραγματικά λες είναι ‘‘πώς μπόρεσες να μ’ αφήσεις»;’’ μετέφρασε ο Σαντίνο τα λόγια της με φωνή βραχνή. «Όχι... απλά αναρωτιέμαι, αυτό είν’ όλο», είπε η Φράνκι. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν είχε και μεγάλη σημασία να τον χάσει για λίγο, αφού, ούτως ή άλλως, θα τον έχανε για πάντα. «Παίρνω μέρος σ’ ένα τραπεζικό συνέδριο». «Θα πρέπει να είναι πολύ ενδιαφέρον». «Θα μείνω εδώ δύο μέρες», είπε εκείνος επικριτικά. «Δύο...» Η Φράνκι δάγκωσε τη γλώσσα της και κατάπιε με δυσκολία. «Ω, θα είναι υπέροχα για σένα», συμπλήρωσε τη φράση της με δυσκολία. «Μου δίνεις μπερδεμένα μηνύματα. Μόλις ετοιμαζόμουν να σου προτείνω να έρθεις κι εσύ...» «Να περάσεις καλά», τον διέκοψε σοκαρισμένη, πριν προλάβει να ολοκληρώσει την πρότασή του και τη βάλει σ’ έναν παράλογο πειρασμό. Πήρε μια τρεμάμενη ανάσα, μισώντας τον εαυτό της, επειδή δεν του έλεγε τα καλά νέα. Ο Σαντίνο είχε κάθε δικαίωμα να ξέρει ότι δεν ήταν έγκυος. «Α, ναι. Παρεμπιπτόντως», πρόσθεσε ανέκφραστα, «δεν είμαι έγκυος». Στη σιωπή που απλώθηκε στη γραμμή, αντήχησε ο εκκωφαντικός χτύπος της καρδιάς της. «Δεν είναι θαυμάσιο νέο;» τον ρώτησε, ενώ τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά της. «Ξέρω ότι νιώθεις την ίδια ανακούφιση που νιώθω κι εγώ. Κοίτα, θα τα πούμε όταν επιστρέψεις». Η Φράνκι άφησε κάτω το τηλέφωνο. Ορίστε, το είχε πει και τώρα ένιωθε πολύ καλύτερα. Καλύτερα που του το είχε πει από το τηλέφωνο. Έτσι είχαν διατηρήσει και οι δύο το δικαίωμα να κρύψουν τις αντιδράσεις τους. Δε θα άντεχε να δει την ανακούφιση να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του, ενώ η ίδια βούλιαζε μέσα στην απογοήτευση. Τώρα είχε στη διάθεσή της δυο μέρες ν’ ανακτήσει τις δυνάμεις της. Δυο μέρες θα ήθελε και το πρησμένο πρόσωπό της για να ξαναβρεί την κανονική του μορφή. Θα μάθαινε πότε θα επέστρεφε και θα πήγαινε να τον συναντήσει στο αεροδρόμιο. Θα ήταν ήρεμη, χαρούμενη και φιλική. Χωρίς κλάματα και δράματα. Μετά θα επέστρεφαν μαζί στη βίλα και θα συζητούσαν για το διαζύγιο. Το επόμενο πρωί θα έφευγε για το Λονδίνο. * Την αυγή της επόμενης μέρας, η Φράνκι ένιωσε εξαιρετικά μπερδεμένη με τις αντιδράσεις του σώματός της. Η περίοδός της δεν είχε εμφανιστεί ακόμα. Επιπλέον, δεν είχε ξανανιώσει κανένα σπασμό, αλλά, πράγμα ασυνήθιστο, το στήθος της είχε ευαισθητοποιηθεί αρκετά. «Κι αν...» Κι αν είχε βιαστεί να καθησυχάσει τον Σαντίνο; Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, χωρίς να έχει ακόμα λάβει καμιά επιβεβαίωση της κατάστασής της, η ανησυχία της είχε μετατραπεί σε πανικό. Ο σοφέρ του Σαντίνο, ο Μάριο, την πήγε στην όμορφη μεσαιωνική πόλη Ανγκουιλάρα, αλλά η Φράνκι δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει το περιβάλλον γύρω της. Τελικά μπήκε σ’ ένα φαρμακείο κι αγόρασε ένα τεστ εγκυμοσύνης. Όταν η απάντηση βγήκε θετική, σοκαρίστηκε. Χαρά κι απελπισία την κατέκλυσαν ταυτόχρονα. Τι ανόητη που ήταν να βιαστεί να διαβεβαιώσει τον Σαντίνο ότι δεν ήταν έγκυος. Πώς θα του έλεγε τώρα ότι είχε κάνει λάθος; Το επόμενο πρωί, που ήταν ημέρα επιστροφής του Σαντίνο, η Φράνκι άρχισε να φοβάται ότι μια μικρή κράμπα, που είχε νιώσει, μπορούσε να σημαίνει μια επερχόμενη αποβολή. Έντρομη σ’ αυτή τη σκέψη κι έχοντας ήδη αναπτύξει μέσα της μια έντονη προστατευτικότητα προς το αγέννητο παιδί της, επισκέφτηκε μια γιατρό στο Μπρατσιάνο. Μια σύντομη εξέταση επιβεβαίωσε το αποτέλεσμα του τεστ. Μετά κάθισε σαν παιδάκι που του έκαναν μάθημα κι άκουσε τη γιατρό να της εξηγεί ότι η περίπτωσή της ήταν συνηθισμένη κι ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος ανησυχίας. Τους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης συχνά μια γυναίκα παρεξηγούσε τα σημάδια που της έδινε το κορμί της, καθώς οι ορμόνες αναστατώνονταν. Φεύγοντας από το ιατρείο, η Φράνκι πήγε σ’ ένα ακριβό μαγαζί κι αγόρασε ένα κομψό κίτρινο φόρεμα, με ασορτί παπούτσια. Στις τρεις το απόγευμα έφτασε με τη λιμουζίνα στο αεροδρόμιο του Φιουμιτσίνο για να υποδεχτεί τον Σαντίνο που είχε προσγειωθεί με το ιδιωτικό του τζετ. Βέβαια, θα περίμενε μέχρι να πάνε σπίτι, αλλά η αλήθεια ήταν ότι ανυπομονούσε να τον δει και να παρακολουθήσει την αντίδρασή του όταν θα του έλεγε ότι είχε κάνει λάθος. Αν τον έβλεπε χαρούμενο, θα ήταν μεγάλη πρόκληση γι’ αυτή να του χαλάσει την όμορφη διάθεση με τα νέα. Το σίγουρο, πάντως, ήταν ότι δεν μπορούσε να του κρύψει το γεγονός ούτε και να σκεφτεί πως θα ήταν δυνατόν να παραμείνουν παντρεμένοι, για χάρη του παιδιού. Θα ήταν άδικο. Άδικο και για τους δυο τους. Από την τζαμαρία της αίθουσας υποδοχής των επωνύμων, παρακολούθησε το τζετ να τροχοδρομεί και τη σκάλα να κατεβαίνει. Πρώτη εμφανίστηκε μια λεπτή ξανθιά γυναίκα, με ένα φωτεινό ροζ ταγέρ. Ήταν η αεροσυνοδός; Όχι, η αεροσυνοδός βρισκόταν ήδη στη θέση της, στην πόρτα εξόδου. Πίσω της εμφανίστηκε ο Σαντίνο, με τα κατάμαυρα λαμπερά μαλλιά του να κυματίζουν στην απαλή αύρα. Ακόμα και από τόση απόσταση ήταν εξαιρετικά όμορφος. Κάτω από το γεροδεμένο και δυνατό του μπράτσο κρατούσε ένα μεγάλο πακέτο, με περίεργο σχήμα. Η ξανθιά τον περίμενε στη βάση της σκάλας. Ήταν μήπως τραπεζικό στέλεχος; Η γραμματέας του; Ο Σαντίνο και η άγνωστη άρχισαν να διασχίζουν την


πίστα του αεροδρομίου, με τα κεφάλια να κλείνουν το ένα προς το άλλο, συζητώντας φιλικά. Η Φράνκι τεντώθηκε. Συνέχισε να κοιτάζει επίμονα. Δεν κατάλαβε αμέσως ότι κάπου την ήξερε αυτή τη γυναίκα. Το στομάχι της σφίχτηκε οδυνηρά και στάλες ιδρώτα άρχισαν να λάμπουν στο μέτωπό της. «Ποια είναι αυτή η γυναίκα;» ρώτησε τον σοφέρ που στεκόταν λίγα βήματα παραπέρα. Εκείνος φάνηκε να ξαφνιάζεται. «Η Μελίνα Μπουτσέλι, σινιόρα», της απάντησε. Η πληροφορία πάγωσε τα μέλη της Φράνκι. Αμέσως τρεις άγνωστοι, που φάνηκαν να βγαίνουν από το πουθενά, έτρεξαν προς τον Σαντίνο κι έστρεψαν τις φωτογραφικές μηχανές τους καταπάνω του, αλλά την επόμενη στιγμή οι άντρες της ασφαλείας του τους απομάκρυναν. Ο Σαντίνο και η συνοδός του ανασήκωσαν τα κεφάλια τους και τάχυναν το βήμα τους. Η Φράνκι αναγνώρισε τη γυναίκα ακριβώς τη στιγμή που ο Σαντίνο την είδε να στέκεται στην τζαμαρία και να τον κοιτάζει. Ένα πλατύ χαμόγελο άρχιζε ν’ ανθίζει στα χείλη του, αλλά, συνειδητοποιώντας αμέσως σε τι κατάσταση βρισκόταν, το χαμόγελο έσβησε. Άφησε το χαρτοφύλακα και το παράξενο δέμα που κουβαλούσε να πέσουν κάτω κι άρχισε να τρέχει, ξαφνιάζοντας τους άντρες της ασφαλείας του. Είχε καθυστερήσει όμως. Η Φράνκι είχε συνέλθει από την παράλυση, που είχε μουδιάσει τα μέλη της και είχε βγει τρέχοντας από την αίθουσα των επωνύμων του αεροδρομίου, αναζητώντας καταφύγιο μέσα στο ανώνυμο πλήθος που συνωστιζόταν στο χώρο αναμονής.


Κεφάλαιο 11

Η Φράνκι κοίταξε τον ανέγγιχτο καπουτσίνο μπροστά της. Μετά από μια κρίση ναυτίας στις τουαλέτες του Φιουμιτσίνο, τελικά είχε πάρει ένα ταξί κι είχε δώσει εντολή στον οδηγό να την πάει στο κέντρο της πόλης, όπου είχε αρχίσει να περιπλανιέται για αρκετή ώρα, ώσπου κάποια στιγμή τα τρεμάμενα από την κούραση πόδια της την είχαν οδηγήσει σε μια υπαίθρια καφετέρια. Προσέχοντας το περιβάλλον γύρω της, ανακάλυψε ότι βρισκόταν στην Πιάτσα Ναβόνα. Την περασμένη εβδομάδα είχε έρθει εδώ με τον Σαντίνο. Η θύμηση της ευτυχισμένης ανάμνησης την έκανε να γυρίσει πίσω, σ’ εκείνη τη μέρα. Επιμένοντας ότι η επίσκεψη στους αρχαιολογικούς τόπους ήταν κάτι μονότονο, ο Σαντίνο είχε προτείνει κάποιες μέρες να διαλέγει εκείνος τον προορισμό τους. Στην εκκλησία της Σάντα Μαρία ντέλα Πάτσε, της είχε δείξει τις υπέροχες τοιχογραφίες του Ραφαήλ, μπλέκοντας τρυφερά τα δάχτυλά του με τα δικά της. Ύστερα, πιασμένοι από το χέρι σαν εραστές, είχαν κατηφορίσει στη Βία ντελ Γκοβέρνο Βέκιο για να θαυμάσουν τα έξοχα κτίρια της Αναγέννησης και μετά είχαν γευματίσει σε μια τρατορία που είχε θέα σε τρία εντυπωσιακά σιντριβάνια μπαρόκ. Ο Σαντίνο τότε άρχισε να φιλάει ένα ένα τα δάχτυλά της, καταλύοντας τις άμυνες που κατόρθωνε να δια-τηρεί στη διάρκεια της μέρας και κάνοντας την καρδιά της να χτυπάει φρενιασμένα στο στήθος της. Η Φράνκι ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της, διώχνοντας από το μυαλό της τις αναμνήσεις που της προξενούσαν αφόρητο πόνο. Τίποτα δεν την είχε προετοιμάσει για την τρομακτική ανακάλυψη ότι η ξανθιά, που φιλούσε τον Σαντίνο στο Κάλιαρι πέντε χρόνια πριν, ήταν η Μελίνα Μπουτσέλι, η γυναίκα που η Σόνια Βιτάλε αγαπούσε σαν κόρη της. Δεν τον είχε ρωτήσει ποτέ για τη γυναίκα με την οποία την είχε απατήσει τότε. Δεν ήθελε να ξέρει τίποτα. Εξάλλου, ο γάμος τους ήταν μια μασκαράτα. Είχε αφήσει αυτό το επεισόδιο πίσω της, όπως πίστευε ότι έπρεπε να κάνει, χωρίς ποτέ να φανταστεί ότι ο Σαντίνο θα εξακολουθούσε να έχει οποιαδήποτε σχέση μ’ εκείνη τη γυναίκα. Στην πραγματικότητα, προτιμούσε να σκέφτεται ότι η ξανθιά δεν ήταν παρά μια περιστασιακή περιπέτεια. Πράγμα παράδοξο όμως, δεν μπορούσε επίσης να πιστέψει ότι ο Σαντίνο είχε κάτι προσωπικό με μια γυναίκα τέτοιου είδους. Και δεν είχε. Πέρα από την έγκριση της αριστοκράτισσας μητέρας του, φυσικά η Μελίνα Μπουτσέλι είχε την ίδια ευγενική καταγωγή και την ανάλογη οικονομική επιφάνεια. Το γεγονός ότι ήταν επιπλέον απίστευτα όμορφη, επιδείνωνε την κατάσταση. Αυτό όμως που δεν καταλάβαινε η Φράνκι ήταν τι είδους σχέση μπορούσε να έχει ο Σαντίνο μαζί της. Πριν πέντε χρόνια ήταν εραστής της Μελίνας. Αλλά τότε δεν είχε ολοκληρωθεί ο γάμος του με τη Φράνκι κι έτσι μπορούσε εύκολα να παντρευτεί, αν ήθελε την άλλη γυναίκα. Ξαφνικά, μια αναπάντεχη ερώτηση της ήρθε στο μυαλό. Γιατί ο Σαντίνο είχε αφήσει να συνεχιστεί ο γάμος τους τόσον καιρό; Η πρόκληση δε φαινόταν ικανοποιητική απάντηση. Αλλά τι σημασία είχε πλέον αυτό, αφού του είχε πει ήδη ότι δεν ήταν έγκυος; Του είχε δώσει την ελευθερία του κι εκείνος είχε σπεύσει να το γιορτάσει. Ήταν φανερό ότι είχε θεωρήσει τον εαυτό του ελεύθερο να πάρει διαζύγιο κι είχε προσκαλέσει τη Μελίνα στο Μιλάνο, χωρίς να ξέρει ότι θα έβλεπε τη Φράνκι στο αεροδρόμιο να τον περιμένει. Εξάλλου, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, τι την είχε πιάσει κι είχε κάνει κάτι που μόνο μια κανονική σύζυγος θα έκανε; Έχοντας ελάχιστα χρήματα στην τσέπη της και μη ξέροντας πώς να επιστρέψει στη Βίλα Φοντάνα με τη συγκοινωνία, η Φράνκι υποχώρησε τελικά μπροστά στην τελευταία αναγκαιότητα. Έπρεπε να πάει στη βίλα να μαζέψει τα πράγματά της και ν’ αντιμετωπίσει τον Σαντίνο. Αγόρασε μια τηλεκάρτα σ’ ένα κιόσκι εφημερίδων και πήγε να τηλεφωνήσει. Δεν περίμενε ότι το τηλέφωνο θα το σήκωνε εκείνος. Μόλις άκουσε τη διστακτική φωνή της, ο Σαντίνο ξέσπασε σε μια καταιγίδα ιταλικών, μιλώντας τόσο γρήγορα, που η Φράνκι δεν κατάλαβε λέξη. Της φαινόταν αλλιώτικος... έντρομος, στενοχωρημένος κι έξαλλος από οργή. «Θέλω να στείλεις ένα αυτοκίνητο να με πάρει... αλλά δε θέλω να έρθεις εσύ», του είπε κουρασμένα. «Πού είσαι;» τη ρώτησε εκείνος συντετριμμένος. «Περ αμόρ ντι Ντίο... Κόντεψα να τρελαθώ από την αγωνία μου». «Νομίζω ότι η ζωή σου θα γίνει πιο εύκολη όταν θα χωρίσουμε, Σαντίνο», του είπε η Φράνκι ανέκφραστα. «Σε παρακαλώ, πες μου πού είσαι», επέμεινε εκείνος. Του είπε. «Αν έρθεις κι εσύ, δεν πρόκειται να μπω μέσα στο αυτοκίνητο», πρόσθεσε. Δεν άντεχε να γίνει η συζήτησή τους μέσα σ’ έναν τόσο περιορισμένο χώρο. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά είδε μια λιμουζίνα να σταματάει μπροστά της. Ο Νάρντο, ο αρχηγός ασφαλείας του Σαντίνο, βγήκε αμέσως έξω και την έβαλε να καθίσει στο πίσω κάθισμα. «Ψάξαμε πολλές φορές στο αεροδρόμιο», της είπε αναστενάζοντας. «Ο σινιόρ Βιτάλε ανησύχησε φοβερά με την εξαφάνισή σας. Μόλις πριν μία ώρα κατάφερα να τον πείσω να γυρίσει στη βίλα». Όταν η πόρτα έκλεισε και η Φράνκι έγειρε στο κάθισμα πίσω, ανακάλυψε έκπληκτη ότι δίπλα της βρισκόταν μια μεγάλη αρκουδίτσα με καρό φόρεμα, που, Θεέ και Κύριε, στην αγκαλιά της κρατούσε ένα μωρό αρκουδάκι. Γιατί να της κάνει αυτό το συγκεκριμένο δώρο με τη μαμά και το μωρό αρκουδάκι; Μήπως ήταν ένα αστείο που εκείνος περίμενε ότι θα το εκτιμούσε; Προφανώς, σε ό,τι αφορούσε τους άντρες, ήταν εντελώς άπειρη. Εξαντλημένη καθώς ήταν, την πήρε ο ύπνος. Ήταν ένας καθαρός εφιάλτης που τη στοίχειωσε με δεκάδες αναμνήσεις. Όταν ξύπνησε, διαπίστωσε ότι βρισκόταν στη Βίλα Φοντάνα, στην αγκαλιά του Σαντίνο, που τη μετέφερε στον επάνω όροφο. «Άφησέ με κάτω...» «Νόμιζα ότι σε είχα χάσει. Πρώτη φορά φοβήθηκα τόσο πολύ στη ζωή μου», είπε βλοσυρός εκείνος και τα χέρια του σφίχτηκαν πάνω της. «Μη μου το ξανακάνεις ποτέ αυτό». «Μα δεν πρόκειται να είμαι εδώ για να το ξανακάνω», του υπενθύμισε εκείνη μουδιασμένη. Ο Σαντίνο την έβαλε να καθίσει σε μια άνετη πολυθρόνα, μέσα στην κρεβατοκάμαρά τους. Η Φράνκι τον κοίταξε επίμονα. Έδειχνε συντετριμμένος. Δεν πίστευε ότι μπορούσαν λίγες ώρες ν’ αλλάξουν τόσο πολύ έναν άνθρωπο. Η γραβάτα του ήταν χαλαρωμένη, τα μισά κουμπιά στο πουκάμισό του ξεκούμπωτα κι ήθελε ξύρισμα. Κάτω από τα γένια ήταν κατάχλομος και τα μάτια του σκοτεινιασμένα από την ένταση. «Μου είπες ψέματα... Ποτέ δε φαντάστηκα ότι θα μπορούσες να κάνεις κάτι τέτοιο», ομολόγησε η Φράνκι μ’ ένα μικρό, βεβιασμένο γέλιο. Ο Σαντίνο έσμιξε τα φρύδια του. «Πότε σου είπα ψέματα;» «Όταν σε ρώτησα για τη Μελίνα. Δε μου είπες την αλήθεια». Πέρασε τα δάχτυλά του μέσα στα ήδη μπερδεμένα μαλλιά του. «Σκεφτόμουν τον Ρίκο εκείνη τη μέρα... και ξέχασα ότι η Μελίνα ήταν η γυναίκα με την οποία με είδες στο Κάλιαρι πριν από πέντε χρόνια...» «Ξέχασες;» επανέλαβε η Φράνκι με δυσπιστία. «Δεν περίμενα ότι θα τη θυμόσουν... Εντάξει, δεν πέθαινα κι από την ανυπομονησία να συζητήσω αυτό το θέμα μαζί σου. Ποιος θέλει να θυμάται λάθη που τον κάνουν να ντρέπεται;» της είπε, εξασκώντας όλη τη γοητεία του. «Αυτό που είδες να συμβαίνει ανάμεσα στη Μελίνα κι εμένα τότε ήταν η συνέπεια μιας στιγμής αδυναμίας... Όταν μας έπιασες, αυτό ήταν. Δε συνέβη τίποτα παραπάνω μεταξύ μας ούτε τότε ούτε αργότερα».


«Περιμένεις πραγματικά να το πιστέψω αυτό;» τον ρώτησε απελπισμένη. «Ίσως θα έπρεπε ν’ αρχίσω από την αρχή. Όταν ήμουν δεκαοκτώ χρονών, η Μελίνα ήταν το κορίτσι του αδελφού μου... ή το παραπέτασμα καπνού, αν προτιμάς», άρχισε να της λέει ο Σαντίνο θλιμμένα. «Γιατί ο Ρίκο ήταν ομοφυλόφιλος». «Ομοφυλόφιλος;» Η Φράνκι τον κοίταξε αποσβολωμένη. «Οι γονείς μου δεν μπορούσαν να τον δεχτούν όπως ήταν. Ήθελαν απελπισμένα να παντρευτεί. Λάτρευαν τη Μελίνα κι εκείνη με τη σειρά της λάτρευε τον Ρίκο. Ο αδελφός μου όμως δεν είχε ποτέ την παραμικρή πρόθεση να την παντρευτεί. Λίγο μετά το θάνατό του, η μητέρα μου αποφάσισε ότι η Μελίνα ήταν η τέλεια σύζυγος για μένα, αλλά εγώ δεν ενδιαφερόμουν. Ενδιαφερόταν εκείνη όμως... ίσως γιατί μοιάζω πολύ στον αδελφό μου». «Κι όταν σε είδα μαζί της στο Κάλιαρι;» Ο Σαντίνο τεντώθηκε. «Η Μελίνα είχε έρθει στη Σαρδηνία για να επισκεφτεί κάποιους φίλους. Πέρασε από την τράπεζα και της πρότεινα να πάμε στο διαμέρισμά μου για φαγητό. Ήταν κάτι τελείως αθώο, μέχρι που μου ρίχτηκε μέσα στο ασανσέρ... Μόνο τότε ανταποκρίθηκα στην πρόκλησή της», παραδέχτηκε απροκάλυπτα, ρίχνοντας στη Φράνκι μια ματιά γεμάτη συναίσθημα. «Αν δε μας είχες διακόψει, θα είχα πάει στο κρεβάτι μαζί της... Είχαν περάσει έξι μήνες από το γάμο μας και θα έκανα οτιδήποτε για να καταλαγιάσω τον ανεκπλήρωτο πόθο που ένιωθα για σένα». Η Φράνκι μπερδεύτηκε από αυτή την ομολογία του Σαντίνο. Ποτέ δεν είχε καταλάβει πόσο δύσκολο θα έπρεπε να ήταν γι’ αυτόν ν’ αντιστέκεται στην επιθυμία να ολοκληρώσει το γάμο τους. Ένας Θεός ήξερε πόσο το ήθελε η ίδια, αλλά ο Σαντίνο πολύ σωστά είχε κρατήσει τις αποστάσεις. Τότε δε θα μπορούσε να σταθεί δίπλα του σαν ίση κι εκείνος θα είχε βαρεθεί την ανώριμη λατρεία της. «Ήμουν έτοιμος να χρησιμοποιήσω τη Μελίνα, κάτι που δεν το άξιζε. Εκείνη τη μέρα την άφησα να στέκεται στο χολ, χωρίς καμιά εξήγηση κι έτρεξα πίσω σου. Πέρασε καιρός μέχρι να μου το συγχωρήσει. Τώρα συναντιόμαστε σαν φίλοι...» «Φίλοι... Πολύ ελαστικός χαρακτηρισμός». «Με τη Μελίνα συναντηθήκαμε στο συνέδριο», τη διέκοψε απότομα ο Σαντίνο. «Έχει αρραβωνιαστεί κάποιον τραπεζίτη και πετάξαμε μαζί στη Ρώμη για να κανονίσει ένα οικογενειακό πάρτι, στο οποίο θα ανακοινώσουν επίσημα τους αρραβώνες τους». Η Φράνκι ρίγησε. Η εξήγησή του της φαινόταν απόλυτα λογική. Με τις υποψίες της να έχουν εξαφανιστεί, τώρα ένιωθε ανόητη. «Αυτό θα ραγίσει την καρδιά της μητέρας σου». Ήταν το μόνο που μπόρεσε να σκεφτεί να του πει. «Λίγοι άντρες παντρεύονται τη γυναίκα που διαλέγει η μητέρα τους, κάρα». Έκανε ένα μορφασμό. «Εδώ πρέπει ν’ αναφέρω ότι έλαβα ένα μάλλον αναπάντεχο τηλεφώνημα από τη δική μου, σήμερα το πρωί». «Ω;» Η Φράνκι τεντώθηκε. «Άκουσα τη μητέρα μου να λέει ανέλπιστα ότι μ’ αγαπάει». Κάρφωσε το βλέμμα του πάνω στο πρόσωπό της που είχε κοκκινίσει προδοτικά. «Βέβαια, μπορεί να μην έδειξε αγάπη δέκα χρόνια τώρα, αλλά δε μου είπε κάτι το οποίο μου ήταν άγνωστο». «Αλήθεια;» Η Φράνκι μπερδεύτηκε ξανά με τη διαβεβαίωσή του. «Ξέρω ότι δεν κατάφερε να συμφιλιωθεί ποτέ με το θάνατο του αδελφού μου, σήμερα όμως, εντελώς ξαφνικά, ένιωσε την ανάγκη να επικοινωνήσει μαζί μου και να μου πει ότι θεωρεί τον εαυτό της πολύ τυχερό που έχει ένα γιο ακόμα». «Θεέ και Κύριε!» είπε η Φράνκι κι έστρεψε το βλέμμα της αλλού, για να μην υποπτευθεί ο Σαντίνο την παρέμβασή της. «Η μητέρα μου έμαθε επίσης για τον αρραβώνα της Μελίνας. Η μοναδική της αντίδραση ήταν ένας αχνός αναστεναγμός. Επίσης άφησε να εννοηθεί πως μπορεί να βιάστηκε να δηλώσει ότι δε θα σε δεχόταν ποτέ σαν νύφη της. Ήταν μια ομολογουμένως αναπάντεχη μεταστροφή». Απλώθηκε σιωπή. Το βλέμμα της Φράνκι συνάντησε τα επίμονα χρυσαφένια μάτια του. Η Μελίνα δεν ήταν ερωμένη του ούτε και είχε υπάρξει ποτέ, αλλά εκείνος δεν είχε θεωρήσει σημαντικό να της το πει. «Γιατί δε μου εξήγησες τι συνέβαινε με τη Μελίνα μέχρι σήμερα... Γιατί μ’ άφησες να πιστέψω ότι δε μου ήσουν πιστός;» «Έπρεπε να χωρίσουμε. Έπρεπε να μεγαλώσεις κι αυτό δεν μπορούσε να γίνει αν έμενες μαζί μου», της απάντησε με απότομο ύφος, παρατηρώντας τη να γυρνάει το κεφάλι της αλλού. «Κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια για να θάψω βαθιά μέσα μου εσένα και το γάμο μας και να συνεχίσω τη ζωή μου». «Από την άλλη όμως, δεν έκανες κάτι και για ν’ ακυρώσεις το γάμο μας...» «Δε γνώρισα καμιά άλλη γυναίκα που να θέλω να την παντρευτώ. Κι εσύ ήσουν μια γλυκιά ανάμνηση... Αυτή που είχε πάρει τη μορφή της ιδανικής γυναίκας μέσα στο μυαλό μου». Η Φράνκι γύρισε ξαφνικά προς τη μεριά του. «Της ιδανικής;» Ο Σαντίνο χαμογέλασε. «Ω κάρα μία, μη μου ζητάς να σου εξηγήσω πώς και γιατί σ’ αγαπώ. Το μόνο που ξέρω είναι ότι αυτό νιώθω...» Τα έκπληκτα μάτια της βυθίστηκαν στα δικά του κι η ανάσα της κόπηκε, καθώς προσπαθούσε να δεχτεί και να πιστέψει αυτά που με τόση ειλικρίνεια της είχε πει. Ο Σαντίνο την πλησίασε. Απλώνοντας τα χέρια του, έπιασε τα δικά της και την τράβηξε μαλακά να σηκωθεί όρθια. Τα λαμπερά του μάτια διέτρεξαν εξεταστικά το πρόσωπό της, με ένταση και τρυφερότητα. «Μας ενώνουν μακρόχρονοι δεσμοί. Είχες κουράγιο, ήσουν γεμάτη ζεστασιά και πίστη. Καμιά άλλη γυναίκα δεν άγγιξε την καρδιά μου όπως εσύ, τώρα όμως καταλαβαίνω ότι σ’ έχω πληγώσει περισσότερο από κάθε άλλη...» Η Φράνκι έγειρε μπροστά, βρίσκοντας καταφύγιο στην αγκαλιά του. Ακούμπησε τρέμοντας το μέτωπό της στον ώμο του και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Τότε σε χρειαζόμουν. Δεν είχα τίποτ’ άλλο πέρα από σένα», του είπε με ειλικρίνεια. «Μέσα στην αγκαλιά σου νιώθω σαν να βρίσκομαι και πάλι στο σπίτι μου». «Σήμερα φοβήθηκα ότι δε θα ξαναγυρνούσες ποτέ», της ομολόγησε με παλλόμενη φωνή. Τα μπράτσα του σφίχτηκαν γύρω της, λες και φοβόταν να πιστέψει πως το χειρότερο είχε περάσει και τώρα πια τους περίμεναν καλύτερες μέρες. «Όταν πριν από πέντε χρόνια μ’ έδιωξες ξαφνικά, είπα στον εαυτό μου ότι ήταν για το καλύτερο, αλλά φοβήθηκα ότι μπορούσε να ξανασυμβεί...» «Κάθε μέρα που περνάει σ’ αγαπώ και περισσότερο», του ομολόγησε η Φράνκι, με φωνή βαριά από τη συγκίνηση. «Δεν μπορείς να με ξεφορτωθείς τόσο εύκολα». «Το αντίθετο νομίζω. Τότε μόνη σου σταμάτησες κάθε επικοινωνία ανάμεσά μας. Δε στάθηκες να το ξανασκεφτείς. Δεν ήρθες σπίτι να με αντιμετωπίσεις. Πήρες το αεροπλάνο κι έφυγες, χωρίς ούτε να μου γράψεις. Πολλές φορές μπήκα στον πειρασμό να ψάξω να σε βρω, αλλά ήξερα ότι αυτό ήταν άδικο. Έπρεπε να έχεις την ελευθερία να ενηλικιωθείς, ωστόσο, το να σε αφήσω ελεύθερη ήταν το δυσκολότερο πράγμα που έκανα ποτέ». «Δε φαντάστηκα ποτέ ότι θα μπορούσες να αισθάνεσαι έτσι». «Δε θα έδινα ποτέ τέλος στο γάμο μας, χωρίς πρώτα να δώσω και στους δυο μας άλλη μια ευκαιρία. Είχα πολλές ελπίδες και, όταν σε είδα στη Λα Ρόκα, ένιωσα από την πρώτη στιγμή την ίδια έντονη έλξη...» «Ύστερα όμως μπήκε στη μέση η απάτη της Ντέλα...» «Και πάλι δεν μπορούσα να σε αφήσω να φύγεις», ομολόγησε ο Σαντίνο. «Είπα στον εαυτό μου ότι στο τέλος των τριών εβδομάδων θα σε είχα ξεπεράσει». «Στην αρχή είχα κι εγώ τον ίδιο στόχο». Η Φράνκι έλυσε προσεκτικά τον κόμπο της γραβάτας του και την έβγαλε. «Αλλά δεν τα κατάφερα». «Ναι...» «Είπες ότι μπορεί να κάναμε καλό έρωτα, αλλά αυτό δε σήμαινε πως μ’ αγαπούσες...»


Ο Σαντίνο έπιασε το χέρι της και το έσφιξε πάνω στο στήθος του. Τα χρυσαφένια μάτια του στυλώθηκαν στα δικά της για μια ακόμα φορά. «Ναι, έτσι είναι. Έστω κι αν ποτέ δε σου έκανα έρωτα, πάντα θα σ’ αγαπούσα». «Με πλήγωσες πολύ, όταν το είπες αυτό». «Δεν ήθελα να παρεξηγήσεις τα συναισθήματά σου για μένα... Ήθελα να έχεις το χρόνο να με γνωρίσεις ξανά και να σιγουρευτείς πως αυτό που ένιωθες ήταν αληθινό. Δε θα διακινδύνευα να ξυπνήσεις μια μέρα και ν’ αποφασίσεις ότι ήσουν πολύ νέα για να δεσμευτείς κι ότι ήταν λάθος να εξακολουθείς να είσαι παντρεμένη με τον πρώτο σου εραστή...» Η Φράνκι συγκινήθηκε, καθώς τον άκουγε να της λέει πόσο είχε υποφέρει από τις ανασφάλειές του. «Λυπάμαι, αλλά είσαι ο μοναδικός άντρας που θέλησα ποτέ». Το πρόσωπό του ρόδισε. «Μου αρέσει αυτό...» «Το ξέρω... Είσαι κτητικός. Κι εγώ το ίδιο». «Πριν πάω στο Μιλάνο...» Της έριξε μια ανυπόμονη ματιά. «Δεν ήξερα αν ήσουν ταραγμένη επειδή μπορεί να ήσουν έγκυος ή για το αντίθετο». «Έπρεπε να μου το έχεις πει ότι δεν ήθελες πλέον να πάρεις διαζύγιο», τον μάλωσε η Φράνκι. «Ήθελα ν’ αποφασίσεις μόνη σου τι θέλεις... Προσπάθησα όμως να σου δείξω με κάθε τρόπο πόσο νοιαζόμουν...» «Φοβόμουν ότι το έκανες επειδή νόμιζες πως ήμουν έγκυος». «Τώρα ξέρεις ότι δε συνέβαινε κάτι τέτοιο». Έσκυψε και τη φίλησε με τόσο πάθος, που την έκανε να τρέμει από τον πόθο. «Είχα συνηθίσει τόσο πολύ στην ιδέα ότι θα γίνω πατέρας, που πρέπει να παραδεχτώ πως απογοητεύτηκα λιγάκι... Ίσως όμως να είναι καλύτερα έτσι. Είσαι μόλις είκοσι ενός χρόνων. Έχουμε καιρό». «Τα Χριστούγεννα θα έχεις γίνει πατέρας», του ομολόγησε η Φράνκι συγκινημένη. Ο Σαντίνο έμεινε άφωνος. «Ξαναπές το αυτό». Εκείνη του εξήγησε το λάθος που είχε κάνει να βγάλει βιαστικά συμπεράσματα. Στα όμορφα χαρακτηριστικά του απλώθηκε ένα ήρεμο χαμόγελο ικανοποίησης. «Ώστε τα αναπαραγωγικά μου κύτταρα κέρδισαν τη μάχη στο εχθρικό πεδίο... που τελικά δεν ήταν και τόσο εχθρικό», της είπε και την τράβηξε προς το κρεβάτι. Η Φράνκι κοκκίνισε. «Μέσα στη λιμουζίνα βρήκα μια αρκουδίτσα», του είπε. «Θα τη βγάλουμε Φλόρα. Ήθελα να σου φτιάξω τη διάθεση και να σου μηνύσω ότι, αν ήθελες πραγματικά ένα μωρό, μπορούσαμε να δοκιμάσουμε ξανά». «Τι θα είχες κάνει αν είχα πάρει στην πραγματικότητα εκείνα τα χρήματα;» τον ρώτησε αυθόρμητα. «Θα είχα προσπαθήσει μ’ όλες μου τις δυνάμεις να αποκαταστήσω τις ηθικές αρχές σου και πιθανότατα στο τέλος των τριών εβδομάδων να μη σε είχα αφήσει να φύγεις. Σ’ αγαπώ πολύ, πίκολα μία. Έχω τη δυνατότητα να συντηρήσω τη μητέρα σου, αλλά αυτή τη φορά θα φροντίσω να συγκρατείται σε λογικά όρια». «Όχι... θα ήταν άδικο για σένα να την υποστηρίξεις ξανά», διαμαρτυρήθηκε εκείνη, πεισμένη ότι η Ντέλα ήταν αρκετά νέα και ικανή να συντηρήσει μόνη τον εαυτό της κι ότι οποιαδήποτε άλλη τακτική δε θα ήταν παρά μια επιβράβευση της αφερεγγυότητάς της. «Άφησέ με μια φορά να ξέρω κι εγώ ποιο είναι το σωστό», μουρμούρισε ο Σαντίνο, διασκεδάζοντας με τη λάμψη που είδε στα μάτια της. «Σου υπόσχομαι ότι θα πάρω την εκδίκησή μου, όταν θα δω την αντίδραση της Ντέλα τη στιγμή που θα μάθει ότι θα την κάνουμε γιαγιά». Όταν έσκυψε και τη φίλησε ξανά, κάθε διάθεση της Φράνκι για αντίδραση έσβησε. Το τρεμάμενο κορμί της κόλλησε πάνω στο δικό του και πήρε φωτιά, παραδομένο στον πόθο να σφραγίσουν την αγάπη τους με τον πιο σωστό τρόπο που υπήρχε. * «Ο Χαλ αγαπά πολύ τα παιδά», είπε η Ντέλα. Η παρατήρηση ήταν περιττή. Ο τρίτος της σύζυγος, ένας γεροδεμένος Τεξανός ιδιοκτήτης ράντσου, κρατούσε τρυφερά στην αγκαλιά του το εγγονάκι της και προσπαθούσε να το διασκεδάσει, βγάζοντας κάποιους ανόητους ήχους. «Και μάλιστα... θα ήθελε να δοκιμάσουμε κι εμείς να κάνουμε ένα...» Μπροστά σ’ αυτή την απρόσμενη είδηση, τα μάτια της Φράνκι άνοιξαν διάπλατα. Η όμορφη μητέρα της κοκκίνισε και της έριξε μια επιφυλακτική ματιά. «Ξέρω ότι μαζί σου έχασα κάθε ελπίδα, αλλά ο Χαλ πιστεύει πως θα τα καταφέρω καλύτερα τώρα, επειδή είμαι πιο ώριμη και θα έχω εκείνον δίπλα μου να με υποστηρίζει». Τελευταία η Ντέλα χρησιμοποιούσε συχνά την έκφραση, «ο Χαλ πιστεύει». Ο Χαλ Μπίλινγκς την είχε απαλλάξει από την ανάγκη να δουλεύει στο τμήμα των καλλυντικών, σ’ ένα μεγάλο πολυκατάστημα. Είχαν γνωριστεί όταν εκείνη προσπάθησε να του πουλήσει ένα μπουκάλι άρωμα. Ο Χαλ την ερωτεύτηκε. Η Ντέλα, που δεν είχε καμιά πρόθεση να πάθει κάτι τέτοιο, τον ερωτεύτηκε κι εκείνη τρελά. Η οικονομική κατάσταση του Χαλ ήταν πολύ καλή, αλλά ο ίδιος πίστευε στον απλό τρόπο ζωής. Η Ντέλα έπρεπε να κάνει θυσίες για να ανταποκριθεί στις υψηλές προσδοκίες του, αλλά το είχε δεχτεί με απρόσμενη προθυμία. Η Φράνκι είχε συνειδητοποιήσει τελικά ότι κατά βάθος η μητέρα της ήταν μια δυστυχισμένη γυναίκα, που είχε προσπαθήσει με υλικά αγαθά να γεμίσει το κενό της ψυχής της. Τώρα μια καινούρια ζωή την περίμενε δίπλα σ’ έναν άντρα στον οποίο μπορούσε να βασιστεί κι ο οποίος της έδινε την ευκαιρία να κάνει μια καινούρια αρχή. Ο Σαντίνο πήρε ξανά στην αγκαλιά του το γιο τους, τον Μάρκο, και διέσχισε το δωμάτιο. «Νομίζω ότι ήρθε η ώρα ν’ αποσυρθεί ο Μάρκο. Τι λες εσύ;» τη ρώτησε. Η Φράνκι άπλωσε τα χέρια της και πήρε το μωρό, κοιτάζοντας τα νυσταγμένα πράσινα ματάκια του, ίδια με τα δικά της, που τα σκίαζαν πυκνές σκούρες βλεφαρίδες. «Ναι... του αξίζει λίγη γαλήνη». Τελικά χρειάστηκε να περάσει άλλη μισή ώρα, μέχρι να καταφέρουν να φύγουν από το σαλόνι. Ο Τζίνο Καπαρέλι και ο Αλβάρο Βιτάλε συζητούσαν σε μια γωνιά. Οι θείες της Φράνκι –ανήσυχες στην αρχή και ενθουσιασμένες συγχρόνως που θα άφηναν το χωριό και θα πήγαιναν στο κάστρο, όπου ο Σαντίνο και η Φράνκι είχαν αποφασίσει να γίνει η βάφτιση– κουβέντιαζαν τώρα χαρούμενα με δύο ηλικιωμένες κυρίες από την οικογένεια του Σαντίνο. «Είναι πολύ όμορφο παιδάκι... κι αξιαγάπητο», είπε η Σόνια Βιτάλε αναστενάζοντας. Τα χαρακτηριστικά της μαλάκωσαν, καθώς χάιδευε απαλά τις μπούκλες του κοιμισμένου εγγονού της. Η Φράνκι χαμογέλασε. Η απροκάλυπτη αγάπη της πεθεράς της για τον εγγονό της είχε ρίξει όλα τα εμπόδια ανάμεσά τους. Μετά από μια δεκαετία πένθους και θρήνου για το γιο που είχε χάσει, η Σόνια είχε γυρίσει ξανά στη ζωή. Ο Σαντίνο παρακολουθούσε εύθυμα την Ντέλα, καθώς πήγαινε στον Χαλ ένα ποτό. «Όταν επέμενες να φύγει η μητέρα σου από το σπίτι και να βρει δουλειά, ανησύχησα για σένα, κάρα. Πίστευα ότι δε θα σε συγχωρούσε ποτέ για τη σκληρότητά σου, αλλά τελικά της έκανες καλό. Τώρα είναι μια εντελώς διαφορετική γυναίκα». «Σκέφτεται να κάνει ακόμα και παιδί», του αποκάλυψε η Φράνκι. Πέρασε μια στιγμή κι ύστερα ο Σαντίνο ξέσπασε σε γέλια. «Διακρίνω έναν υπολογισμό στην τρέλα της», παρατήρησε. «Αν αποκτήσει παιδί, ο Χαλ θα την απαλλάξει από μερικά καθήκοντα στο ράντσο». Ο Σαντίνο και η Φράνκι έβαλαν το γιο τους στην κούνια του να κοιμηθεί. Ύστερα, έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.


Η Φράνκι αναλογίστηκε τον πρώτο ευτυχισμένο χρόνο του γάμου τους. Ο Ματ είχε βρει άλλο συνεταίρο, η εγκυμοσύνη της ήταν ομαλή και ο Μάρκο είχε γεννηθεί χωρίς επιπλοκές. Η χαρά τους που έγιναν γονείς τους έφερε ακόμα πιο κοντά. Ο Σαντίνο λάτρευε το γιο του και περνούσαν όμορφα Σαββατοκύριακα στη Σαρδηνία. Κάποια μέρα ο Μάρκο θα μάθαινε για τις ρίζες της οικογένειάς του σ’ εκείνη τη λοφοπλαγιά, πάνω από τη Λα Ρόκα, όπως τις είχε μάθει κι ο Σαντίνο από το μακαρίτη τον παππού του. «Είσαι ευτυχισμένη;» τη ρώτησε ο Σαντίνο, καθώς διέσχιζαν το διάδρομο. Η Φράνκι κοίταξε τα αγαπημένα μάτια του. «Περισσότερο δε γίνεται. Όταν σε διάλεξα στα δεκάξι μου, ήξερα τι έκανα». «Τότε δεν είχα καταλάβει τι με χτύπησε κατακέφαλα», ομολόγησε εκείνος. «Αλλά χαίρομαι που με διάλεξες». Τα χείλη τους ενώθηκαν με πάθος και χρειάστηκε να περάσει αρκετή ώρα μέχρι να καταφέρουν να γυρίσουν στο σαλόνι.


Ο ΑΔΙΣΤΑΚΤΟΣ


Κεφάλαιο 1

Η Λίζα κοίταξε με αγωνία και φόβο τον κόσμο που πλημμύριζε την αίθουσα αφίξεων του διεθνούς αεροδρομίου Τζον Κένεντι, της Νέας Υόρκης. Δε θα ήταν και τόσο εύκολο να αναγνωρίσει τον Μαρκ. Το μόνο που είχε σαν βοήθεια ήταν κάτι παιδικές φωτογραφίες. Φυσικά, εκείνος θα έψαχνε σίγουρα να τη βρει και θα έπρεπε να βασιστεί σε ακόμα λιγότερα στοιχεία. Ίσως θα έπρεπε να είχαμε κανονίσει να φοράμε ψεύτικες κόκκινες μύτες ή να κρατάμε ένα μπαλόνι, σκέφτηκε, νιώθοντας πάλι τη γνωστή αισιοδοξία να υπερνικά τους φόβους της. Ο κόσμος είχε αρχίσει να αραιώνει μπροστά της, όταν διέκρινε έναν άντρα με μαύρα μαλλιά και λεπτό πρόσωπο. Φορούσε καλοκαιρινό κοστούμι, που δεν μπορούσε να κρύψει το αθλητικό του σώμα, και της φάνηκε ότι έψαχνε στο πλήθος σαν να ήθελε να βρει κάποιον. Δε θυμόταν πολύ καλά τον Μαρκ και σίγουρα ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς λεπτομέρειες από φωτογραφίες, αλλά είχε την εντύπωση ότι ήταν πολύ πιο ανοιχτόχρωμος απ’ ό,τι αυτός ο άντρας. Ένιωσε ένα ξαφνικό τράνταγμα, καθώς το καροτσάκι με τις βαλίτσες ενός άγνωστου άντρα χτύπησε με δύναμη το δικό της. «Συγνώμη. Δεν καταφέρνω να το χειριστώ και πολύ καλά», δικαιολογήθηκε ο ξανθός νέος άντρας με την αγγλική προφορά και της χαμογέλασε ευγενικά. «Έχει την τάση να μου φεύγει συνέχεια». Η Λίζα γέλασε ανέμελα. «Σε καταλαβαίνω απόλυτα. Και το δικό μου γέρνει συνέχεια προς τα αριστερά». Το χαμόγελό του έγινε ακόμα πιο πλατύ. «Είναι όμως ένας καλός τρόπος για να κάνεις γνωριμίες». Το βλέμμα του έπεσε επιδοκιμαστικά στο λεπτό της σώμα. Η Λίζα φορούσε ένα απλό κρεμ φόρεμα με κουμπιά μπροστά κι είχε δέσει χαλαρά στο λαιμό της ένα κόκκινο μαντίλι. «Θες να πάρουμε μαζί ένα ταξί; Ή περιμένεις κάποιον;» «Περιμένω κάποιον». «Τυχερός είναι», σχολίασε ο νεαρός άντρας και, καταφέρνοντας να ξεμπερδέψει το καρότσι του, της χαμογέλασε και ξεκίνησε. «Η Λίζα Χέιγουορντ;» Η φωνή ήταν βραχνή και γοητευτική, με μια ελαφρώς νότια προφορά. Η Λίζα γύρισε κι είδε να στέκεται δίπλα της ο άντρας με το καλοκαιρινό κοστούμι, που είχε τραβήξει την προσοχή της πριν λίγα λεπτά. Ήταν πολύ πιο ψηλός απ’ την ίδια, κάπου ένα κι ογδόντα πέντε, κι από κοντά περισσότερο γοητευτικός. Τον κοίταξε με κομμένη την ανάσα. «Μαρκ;» ρώτησε, ενώ το στομάχι της είχε σφιχτεί κόμπος. Θα ’ταν κάπου στα τριάντα, υπέθεσε. Η σωστή ηλικία, αλλά δεν ήθελε αυτός ο άντρας να ’ναι ο αδερφός της. Εκείνος παρατηρούσε το πιγούνι με το λακκάκι, το άψογο δέρμα, τη μικρή καλοφτιαγμένη μύτη, το αισθησιακό στόμα και το μεταξένιο σύννεφο από καστανές μπούκλες, που πλαισίωνε το πρόσωπό της. «Λυπάμαι που θα σ’ απογοητεύσω. Ήρθα απλώς να σε υποδεχτώ». «Μάλιστα...» Η ξαφνική ανακούφιση και ένα ανεξήγητο αίσθημα χαράς έδωσαν στο χαμόγελό της μια ξεχωριστή ακτινοβολία. Αναρωτήθηκε πώς είχε καταφέρει να την εντοπίσει αμέσως. Έμοιαζε εκείνη τόσο πολύ με τον Μαρκ; Δεν της άφησε όμως χρόνο να συνειδητοποιήσει τι γινόταν. Άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της. «Είμαι ο Θόρντον Λάντερς». Το όνομα της ήταν αμυδρά γνωστό, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί γιατί ακριβώς. Ακολούθησε μια απειροελάχιστη παύση, σαν να περίμενε από εκείνη να αναγνωρίσει ποιος ήταν. Βλέποντας την αμηχανία της όμως, της χαμογέλασε τόσο γοητευτικά, που της έκοψε την ανάσα. «Οι φίλοι μου με φωνάζουν Θορν». Του ανταπέδωσε τη χειραψία, νιώθοντας ξαφνικά τις αισθήσεις της να ναρκώνονται από το άγγιγμα και το υπέροχο χαμόγελό του. Συνειδητοποιώντας απότομα ότι τον κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα, σαν έφηβη, τραβήχτηκε αμέσως και τον ρώτησε γρήγορα: «Και οι εχθροί σου πώς σε φωνάζουν;» «Αδίστακτο». Ένιωσε μια ανατριχίλα στη σπονδυλική της στήλη. Τον πίστευε απόλυτα. Κάτω απ’ την έντονη γοητεία του, ακόμα κι εκείνη ένιωθε την ατσαλένια δύναμή του, που σίγουρα θα τον έκανε άκαρδο και σκληρό εχθρό. Ανατρίχιασε πάλι, χωρίς και η ίδια να ξέρει το γιατί. Σαν να κατάλαβε την αντίδρασή της, εκείνος πρόσθεσε πιο απαλά: «Ωστόσο, είμαι σίγουρος ότι εμείς θα γίνουμε φίλοι». Έσπρωξε το καροτσάκι με τις βαλίτσες. «Πάμε;» Έξω απ’ το αεροδρόμιο, ο αέρας μύριζε καυσαέριο ανάμεικτο με τη μυρωδιά από ζεστή λαμαρίνα και καμένη άσφαλτο. Παρ’ όλα αυτά, ο ουρανός είχε ένα απαλό γαλάζιο χρώμα και, παρ’ όλο που ήταν απογευματάκι, ο ήλιος ήταν έντονος. Τώρα θα είναι μεσάνυχτα στην Αγγλία, σκέφτηκε η Λίζα με έκπληξη. Έμειναν σιωπηλοί και μόνο όταν μπήκαν στην ασημί Μερσέντες, αφήνοντας το χάος του αεροδρομίου πίσω τους, εκείνος γύρισε προς το μέρος της. «Είχες καλό ταξίδι;» «Ο άντρας που καθόταν δίπλα μου το βρήκε πολύ βαρετό, αλλά για μένα είχε μεγάλη πλάκα. Αν και δεν παρακολουθώ γενικά τηλεόραση, μου άρεσαν οι μικροσκοπικές οθόνες στις πλάτες των καθισμάτων και τα γεύματα που σου φέρνουν σε πλαστικούς δίσκους». Το βλέμμα του έδειχνε ότι διασκέδαζε με τα λόγια της και η Λίζα κοκκίνισε, νιώθοντας ξαφνικά πολύ ανόητη. «Πρώτη φορά ταξιδεύω με αεροπλάνο». Ακόμα και στην ίδια η εξήγηση της φάνηκε παιδαριώδης. «Τουλάχιστον έτσι θυμάμαι». «Απ’ ό,τι ξέρω, έχεις γεννηθεί εδώ, στην Αμερική». «Ναι. Αλλά πήγα με τη μητέρα μου στην Αγγλία όταν ήμουν τριών χρονών», του εξήγησε προσπαθώντας να διατηρήσει σταθερή τη φωνή της. Όλη της η ζωή ήταν ήρεμη και συνηθισμένη, με μοναδικό τρόπο διαφυγής τα βιβλία και τα όνειρά της. Ακριβώς έτσι θα συνέχιζε να ζει, αν τελείως ξαφνικά δεν είχε έρθει σε επαφή μαζί της ο Μαρκ. Το γράμμα που είχε στείλει προοριζόταν για τη μητέρα της και την πληροφορούσε για τον απροσδόκητο θάνατο του πατέρα τους από καρδιακή προσβολή. Η Λίζα του είχε απαντήσει ενημερώνοντάς τον με τη σειρά της για το θάνατο της μητέρας τους και μετά από λίγες μέρες είχε καταφτάσει ένα δεύτερο γράμμα. Λυπάμαι πάρα πολύ που δεν κρατήσαμε κάποια επαφή όλα αυτά τα χρόνια. Τώρα είναι πολύ αργά... Δε φαντάζομαι να με θυμάσαι καθόλου. Εγώ σ’ έχω στη μνήμη μου σαν ένα μικρό κατσαρομάλλικο κοριτσάκι. Συνήθιζες να με ακολουθείς παντού, κρατώντας με απ’ το δάχτυλο και, όταν καθόμουν, σκαρφάλωνες στα γόνατά μου, έβαζες το δάχτυλό σου στο στόμα και σ’ έπαιρνε ο ύπνος. Φυσικά, αυτά ήταν πριν από πολύ καιρό... Πες μου τι κάνεις τώρα. Είσαι μόνη σου; Όταν είχε μάθει πώς ζούσε η Λίζα, της είχε γράψει πάλι, προσκαλώντας τη να πάει στη Νέα Υόρκη... Όπως έχουν τα πράγματα, το λιγότερο που μπορώ να κάνω για σένα είναι να σου βρω δουλειά κι ένα μέρος να μείνεις. Αν δε σ’ αρέσει εδώ, τότε μπορείς να ξαναγυρίσεις στην Αγγλία. Στο κάτω κάτω δεν έχεις να χάσεις τίποτε... Μια που δεν της είχε μείνει κανένας συγγενής πια και η θλίψη ήταν πολύ έντονη, άρπαξε αμέσως την ευκαιρία να πάει να βρει τον αδερφό που δε θυμόταν. Το αυτοκίνητο είχε πάρει το δρόμο που οδηγούσε προς το Μανχάταν, διασχίζοντας τις ήρεμες κατοικημένες περιοχές του Κουίνς. Οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου έπεφταν πάνω στο πυκνό φύλλωμα των δέντρων και στα πανέμορφα σπίτια, δίνοντάς τους ένα χρυσαφί χρώμα.


Αλλά η Λίζα ήταν πολύ απασχολημένη με τις σκέψεις της για να προσέξει την πανέμορφη θέα γύρω τους. «Μοιάζουμε με τον Μαρκ;» ρώτησε στο τέλος, μη μπορώντας να κρατηθεί. Εκείνος της έριξε μια γρήγορη ματιά. «Καθόλου». «Πώς κατάφερες τότε να με ξεχωρίσεις τόσο γρήγορα; Θέλω να πω... υπήρχε πολύς κόσμος κι ήταν αρκετές οι γυναίκες που ταξίδευαν μόνες τους». Για μια απειροελάχιστη στιγμή τής φάνηκε σαν να μην ήξερε τι να της απαντήσει, σαν να τα είχε χάσει με την ερώτησή της. «Φαινόταν ότι έψαχνες για κάποιον», της αποκρίθηκε τελικά. «Κι έτσι είπα να δοκιμάσω». Τον κοίταξε σκυθρωπά. Υπήρχε κάτι περίεργο στην απάντησή του. Διώχνοντας την ανόητη υποψία ότι δεν της έλεγε την αλήθεια, συνέχισε με πιο ανάλαφρο ύφος: «Είσαι φίλος του Μαρκ;» «Θα ’λεγα ότι είμαστε περισσότερο συνεργάτες», της απάντησε μάλλον ψυχρά. «Δουλεύεις για εκείνον;» «Προς το παρόν εκείνος δουλεύει για μένα». Η φωνή του ήταν κοφτή και απότομη κι ερχόταν σε αντίθεση με το φιλικό του ύφος. «Μάλιστα...» Η Λίζα νόμιζε ότι, μετά το θάνατο του πατέρα τους, ο Μαρκ ήταν πρόεδρος μιας εταιρείας ηλεκτρονικών. Σαν να κατάλαβε ότι την είχε ξαφνιάσει και να είχε μετανιώσει με το απότομο ύφος του, εκείνος έσπευσε να της εξηγήσει: «Το Συγκρότημα Λάντερς αγόρασε την εταιρεία του». Έστω και καθυστερημένα, η Λίζα αναγνώρισε επιτέλους το όνομα Λάντερς. Το είχε ακούσει πολλές φορές στην τηλεόραση σαν την επωνυμία μιας μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας. Κι αυτός δίπλα της ήταν ο Θόρντον Λάντερς, το μεγάλο αφεντικό. Το παιδί θαύμα που είχε γίνει πολυεκατομμυριούχος πριν κλείσει τα τριάντα του χρόνια, αποδεικνύοντας την αξία του συνέχεια. Στις διάφορες στήλες κουτσομπολιών με θλίψη τους ανέφεραν κάπου κάπου ότι η προσωπική του ζωή δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστή. Πάλευε συνειδητά να κρατηθεί μακριά απ’ τα φώτα της δημοσιότητας και η προσωπικότητά του ήταν ένα αίνιγμα σ’ έναν κόσμο που η αυτοπροβολή έπαιζε βασικό ρόλο. Το μόνο σίγουρο, που ανέφεραν συχνά οι εφημερίδες, ήταν ότι επρόκειτο για ένα σκληρό, ανυποχώρητο επιχειρηματία. Η Λίζα ένιωσε αμηχανία. Δεν ήταν περίεργο που εκείνος περίμενε πως θα είχε αναγνωρίσει το όνομά του. Έσπευσε αμέσως να ζητήσει συγνώμη, καταλαβαίνοντας ότι είχε διαπράξει μεγάλη γκάφα. «Λυπάμαι. Δεν είχα ιδέα ότι είχες αγοράσει την εταιρεία του αδερφού μου». «Μην ανησυχείς», την καθησύχασε ειρωνικά. «Δεν είσαι η μόνη που δεν το ξέρει. Δεν έχει ανακοινωθεί τίποτε επίσημα ακόμα». Το ύφος του ήταν περίεργα θριαμβευτικό κι αυτό την προβλημάτισε. Σίγουρα όμως το πιο περίεργο ήταν ότι ένας άνθρωπος σαν τον Θόρντον Λάντερς είχε μπει στον κόπο να την υποδεχτεί στο αεροδρόμιο! Ήταν έτοιμη να τον ρωτήσει αυτό ακριβώς το πράγμα, αλλά το σκέφτηκε καλύτερα και προτίμησε να τον ευχαριστήσει απλώς. «Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σας που ήρθατε να με πάρετε, κύριε Λάντερς», του είπε αποφασίζοντας ότι ίσως θα ’ταν καλύτερα να του μιλάει στον πληθυντικό. «Η ευχαρίστηση ήταν όλη δική μου», της απάντησε καρφώνοντας τα πράσινα μάτια του πάνω της. «Προτιμώ να με φωνάζεις Θορν. Δεν είπαμε ότι θα γίνουμε φίλοι;» Η Λίζα έκανε προσπάθεια να καταπολεμήσει το έντονο κύμα έλξης που την πλημμύρισε. «Εγώ νόμιζα... δηλαδή, ο Μαρκ νόμιζε... ότι θα τα κατάφερνε να έρθει ο ίδιος...» Δε συνέχισε, ωστόσο ήταν προφανές τι ήθελε να ρωτήσει. Ο Θορν κατάλαβε αμέσως. «Δυστυχώς έγινε μια ξαφνική αλλαγή προγράμματος. Παρουσιάστηκε κάποια επείγουσα δουλειά στο Χονγκ Κονγκ και χρειάστηκε να φύγει». «Να φύγει για το Χονγκ Κονγκ; Δηλαδή δεν είναι στη Νέα Υόρκη;» Κούνησε το κεφάλι της, θέλοντας να συνέλθει απ’ τις απανωτές εκπλήξεις. «Όχι, καλύτερα να μη μου απαντήσεις. Φυσικά, αφού έφυγε για το Χονγκ Κονγκ, δεν είναι στη Νέα Υόρκη. Μπορεί να με περνάς για ηλίθια, αλλά δεν περίμενα ότι θα έλειπε και νιώθω...» Ξεκομμένη, ταραγμένη, φοβισμένη... «Κουρασμένη;» συνέχισε εκείνος την πρότασή της. «Σίγουρα απογοητευμένη, αφού ήρθα εγώ αντί για τον αδερφό σου». Όχι, δεν ήταν απογοητευμένη τελικά. Μπερδεμένη, ταραγμένη απ’ τη στιγμή που είχε μάθει ποιος ήταν, αλλά η έλξη που είχε νιώσει για εκείνον απ’ την αρχή ήταν τόσο ισχυρή, ώστε, αν και ήξερε ότι δε θα έβγαζε πουθενά, δε θα χρησιμοποιούσε αυτή τη λέξη για να περιγράψει τα συναισθήματά της. Ξαναβρίσκοντας τη φωνή της, του έκανε τελικά την ερώτηση που τη βασάνιζε απ’ την αρχή. «Γιατί ήρθες εσύ;» Της έριξε μια ματιά. «Μα για να σε υποδεχτώ!» Ξαφνικά της φάνηκε ότι την κορόιδευε, ότι έπαιζε με την αγωνία της, ενώ το γοητευτικό του βλέμμα τής έκοψε την ανάσα. Η καρδιά της πετάρισε σαν ψάρι που έχει πιαστεί στο αγκίστρι. «Θέλω να πω... γιατί εσύ κι όχι κάποιος άλλος;» Θέλοντας να κρύψει την επίδραση που είχε πάνω της, συνέχισε κάπως ειρωνικά: «Δεν πρέπει να συνηθίζει ο Μεγάλος Θόρντον Λάντερς να κάνει χάρες στο προσωπικό του!» Ακολούθησαν μερικές στιγμές παγωμένης σιωπής. Ίσως τελικά, σαν όλους τους όμορφους και πετυχημένους άντρες, να μη διέθετε αίσθηση του χιούμορ. Ή μήπως την είχε θεωρήσει αγενή; Ήταν έτοιμη να του ζητήσει συγνώμη, όταν εκείνος την ξάφνιασε για μια φορά ακόμα, ξεσπώντας σ’ ένα εύθυμο γέλιο. «Θα πρέπει να θυμηθώ να σου ανταποδώσω αυτό που είπες, όταν βέβαια γνωριστούμε καλύτερα». Νιώθοντας έναν κόμπο στο λαιμό της, η Λίζα κατάφερε να σχολιάσει γελώντας: «Μια και δεν πρόκειται να γίνει αυτό, δε χρειάζεται να ανησυχώ ιδιαίτερα». «Τι δεν πρόκειται να γίνει;» «Να γνωριστούμε καλύτερα». «Γιατί το λες αυτό;» τη ρώτησε κάπως απότομα. «Μόλις μ’ αφήσεις στο διαμέρισμα του Μαρκ...» «Το διαμέρισμά του είναι άδειο. Θα λείψει για τρεις βδομάδες. Επομένως δε θα σ’ αφήσω εκεί». «Θα με πας σε κάποιο ξενοδοχείο;» τον ρώτησε, ενώ μέσα της έκανε υπολογισμούς γύρω απ’ την οικονομική της κατάσταση. «Όχι. Κανόνισα να μείνεις μαζί μου», της απάντησε και, πριν προλάβει εκείνη να συνέλθει απ’ την καινούρια βόμβα που της είχε ρίξει, συνέχισε: «Έτσι θα μπορώ να σε προσέχω». Σαν να μιλούσε σε παιδάκι! «Δε χρειάζεται να με προσέχεις! Είμαι μεγάλη κοπέλα πια», του απάντησε θιγμένη, έχοντας ήδη ξεχάσει την απογοήτευσή της για το ότι θα έμενε μόνη. Το αυτοκίνητο είχε σταματήσει μπροστά σ’ ένα φανάρι κι ο Θορν είχε όλη την άνεση να γυρίσει προς το μέρος της και να χαϊδέψει με το βλέμμα του την απαλή καμπύλη του στήθους της, που τονιζόταν απ’ το εφαρμοστό φόρεμα. Η Λίζα ανατρίχιασε. Σαν να είχε νιώσει τα δάχτυλά του πάνω της να την ξεκουμπώνουν! «Δεν αρνιέμαι ότι είσαι μεγάλη κοπέλα», της είπε απαλά και μια περίεργη λάμψη φώτισε τα μάτια του, βλέποντας το κόκκινο χρώμα που έβαψε τα μάγουλά της. «Αλλά για μια πόλη σαν τη Νέα Υόρκη, είσαι πολύ νέα. Επομένως νιώθω υπεύθυνος για σένα και θέλω να είμαι σίγουρος ότι θα ’σαι ασφαλής και απόλυτα προστατευμένη». «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί νιώθεις υπεύθυνος για μένα», του αποκρίθηκε, μη θέλοντας να υποχωρήσει τόσο εύκολα.


«Εξαιτίας μου αναγκάστηκε ο αδερφός σου να φύγει στο εξωτερικό και δεν είναι εδώ για να σε φροντίσει ο ίδιος». Γιατί της έδινε την εντύπωση ότι αυτό ακριβώς τον ικανοποιούσε και δεν τον ενοχλούσε ιδιαίτερα; Αν πίστευε κανείς τα δημοσιεύματα στον Τύπο, ήταν άνθρωπος που δεν άφηνε τίποτε να μπει στο δρόμο του... Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι, αν και ήξερε λίγα πράγματα –ελάχιστα ουσιαστικά– για τη δουλειά του, δεν ήξερε απολύτως τίποτε για την προσωπική του ζωή. Μπορεί να ’ταν παντρεμένος και να τους περίμενε σπίτι η γυναίκα και τα παιδιά του. «Είσαι παντρεμένος;» Η ερώτηση της ξέφυγε, προτού προλάβει να το σκεφτεί καλύτερα. «Μου κάνεις πρόταση;» «Όχι φυσικά! Απλώς...» Καταλαβαίνοντας έστω και καθυστε​ρημένα ότι την πείραζε, δάγκωσε τα χείλη της. «Θέλεις κάποια διαβεβαίωση ότι θα ’σαι ασφαλής;» συνέχισε εκείνος. Βλέποντας το χαμόγελό του, η Λίζα συνειδητοποίησε ότι εκείνος ήξερε πως περίμενε τη διαβεβαίωσή του ότι δεν ήταν παντρεμένος! Δεν είχε καταφέρει τελικά να κρύψει το πόσο την επηρέαζε η παρουσία του; Ή μήπως εκείνος πίστευε ότι κάθε γυναίκα που τον γνώριζε, υπέκυπτε στη γοητεία του; Μάλλον και τα δύο, σκέφτηκε κουρασμένα. «Δε θα ήταν άσχημο να ξέρω τι μου γίνεται. Στο κάτω κάτω, γνωρίζω ελάχιστα πράγματα για σένα...» του απάντησε και, βλέποντας τη ματιά που της έριξε, συνέχισε αποφασισμένη να καταρρίψει έστω και για λίγο τον υπέρμετρο εγωισμό του. «Δεν πρέπει να με κατηγορείς, λοιπόν, που κατά βάθος ελπίζω να είσαι παντρεμένος». «Δυστυχώς θα πρέπει να διαλύσω τις ελπίδες σου. Δεν έχω ούτε γυναίκα ούτε παιδιά». Την κοίταξε πονηρά. «Ούτε και φιλενάδα προς το παρόν. Είμαι εντελώς μόνος». Σαν να της είχε κάνει ένα απροσδόκητο δώρο! «Επομένως θα πρέπει να με εμπιστευτείς. Μήπως αυτό σε προβληματίζει;» «Θα έπρεπε;» «Ίσως. Όπως είπες και μόνη σου, δεν ξέρεις πολλά για μένα. Έχεις μόνο το δικό μου λόγο ότι όλα είναι εντάξει κι ότι είμαι αυτός που λέω. Θα μπορούσα να τα είχα σχεδιάσει όλα αυτά για να σε απαγάγω». Αν κι ο τόνος της φωνής του ήταν ανάλαφρος κάτι στο ύφος του την έκανε να ανατριχιάσει. Μα βέβαια! Το έκανε επίτηδες για να τη φέρει σε δύσκολη θέση! «Θα μπορούσες. Αλλά δεν έχω ούτε χρήματα ούτε είμαι δημόσιο πρόσωπο. Επομένως, δεν καταλαβαίνω τι θα κέρδιζες». «Είσαι μεγάλη κοπέλα!» της απάντησε με αυθάδικο ύφος. Τον κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια. «Θες να πεις ότι ως αύριο το πρωί θα μ’ έχεις στείλει σε κάποια χώρα που ασχολείται με σωματεμπορία;» «Για να είμαι ειλικρινής, είχα περισσότερο υπόψη το κρεβάτι μου». «Αλήθεια;» Αν και προσπάθησε να του απαντήσει ανάλαφρα, η σκέψη ότι μπορεί να βρισκόταν στο κρεβάτι μαζί του, έκανε τη φωνή της να βγει περίεργα παράφωνη. «Αυτό εννοείς, λοιπόν, όταν μιλάς για προστασία;» «Αν θες προστασία από μένα, τότε θα πρέπει να αρκεστείς στην οικονόμο μου». «Έχεις οικονόμο;» τον ρώτησε με έκπληξη, πιστεύοντας κατά βάθος ότι αυτό ήταν τελείως αγγλική συνήθεια. «Την κυρία Κερκ... Κόρη ενός Σκοτσέζου ιερέα, πρώην σύζυγος ιερέα και τώρα αξιοπρεπέστατη χήρα». Ξέσπασε σε γέλια. «Νομίζεις ότι σε κοροϊδεύω;» «Μου πέρασε απ’ το μυαλό...» «Δε σε κοροϊδεύω. Σου λέω αλήθεια. Όταν την προσέλαβα, στην αρχή τη φοβόμουν. Για να είμαι ειλικρινής ακόμα τη φοβάμαι... λίγο». Η Λίζα δεν κρατήθηκε και ξεκαρδίστηκε στα γέλια. «Κυβερνάει το σπίτι μου με σιδερένια πυγμή». Το τελευταίο του σχόλιο την ξαναγύρισε στην πραγματικότητα. «Πού ακριβώς είναι το σπίτι σου;» «Στην Πέμπτη Λεωφόρο, δίπλα στο Σέντραλ Παρκ». Πού αλλού; σκέφτηκε η Λίζα. Το διαμέρισμα του Μαρκ, απ’ ό,τι της είχε γράψει ο ίδιος, ήταν σε μια καλή περιοχή, αλλά όχι τόσο πλούσια. Όση ώρα μιλούσαν, είχαν διανύσει το μεγαλύτερο κομμάτι της διαδρομής κι είχαν βρεθεί στο Μανχάταν. Ο ήλιος είχε δύσει και τα χιλιάδες πολύχρωμα φώτα είχαν ντύσει την πόλη με τη βραδινή της φορεσιά που έμοιαζε στολισμένη με πολυάριθμα αστέρια. Οποιαδήποτε άλλη στιγμή, η Λίζα θα είχε απορροφηθεί απ’ τη γοητεία των επιβλητικών κτιρίων και της αδιάκοπης κίνησης των αυτοκινήτων, τα γεμάτα πεζοδρόμια και τον ακατάπαυστο θόρυβο... απαραίτητα συστατικά της νυχτερινής Νέας Υόρκης. Τώρα όμως όλη της η προσοχή ήταν στραμμένη στο συνοδό της και την περίεργη κατάσταση που είχε βρεθεί. Ο Θορν Λάντερς την τάραζε με πολλούς τρόπους. Όταν είχε μάθει ποιος ήταν, περίμενε ότι θα είχε απέναντί της ένα υπεροπτικό, σκληρό άτομο με μοναδικό ενδιαφέρον τα χρήματα και τον εαυτό του. Σίγουρα ο συνοδός της ήταν εγωιστής, αλλά επίσης γοητευτικός, έξυπνος και υπερβολικά ελκυστικός. Η εξουσία και ο μεγάλος πλούτος πάντα κατάφερναν να ντύνουν έναν άντρα με κάποια γοητεία, ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο μαγνητισμός του Θορν ήταν απόλυτα γνήσιος. Κατά βάθος ήταν καλός. Κάτω απ’ τα πειράγματά του κρυβόταν έντονο ενδιαφέρον. Διαφορετικά, γιατί θα έμπαινε στον κόπο να πάει να την πάρει απ’ το αεροδρόμιο και να την πάει στο διαμέρισμά του; Παρ’ όλα αυτά, η Λίζα διαισθανόταν ότι υπήρχαν έντονα υπόγεια ρεύματα, κάτι που δεν το καταλάβαινε ακόμα... «Να η Πέμπτη Λεωφόρος», η φωνή του διέκοψε τις σκέψεις της. Κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο, η Λίζα είδε γκαλερί και μουσεία δίπλα δίπλα με μπουτίκ διάσημων σχεδιαστών μόδας και πολυτελείς πολυκατοικίες. Φτάνοντας κοντά στο γνωστό και εντυπωσιακό Μέγαρο Φιτζέραλντ, η Μερσέντες έστριψε σ’ ένα ιδιωτικό δρομάκι και μία ηλεκτρονικά ελεγχόμενη πόρτα άνοιξε αφήνοντας το αυτοκίνητο να περάσει σ’ ένα υπόγειο πάρκινγκ. Ο Θορν παρκάρισε το αυτοκίνητο, βγήκε έξω και πήγε απ’ τη μεριά της να της ανοίξει την πόρτα. Λίγο πιο πέρα, η Λίζα διέκρινε μια σειρά από ασανσέρ και ένα μικρό δωματιάκι από τσιμέντο και γυαλί. Από μέσα βγήκε ένας γεροδεμένος άντρας με μπλε στολή και καπέλο και τους χαιρέτησε με βαριά φωνή. «Καλησπέρα, κύριε Λάντερς». «Καλησπέρα, Τζο. Από δω η δεσποινίς Χέιγουορντ. Θα μείνει μαζί μου για μερικές βδομάδες». Η Λίζα χάρισε στον Τζο ένα πλατύ φιλικό χαμόγελο. «Καλησπέρα, δεσποινίς». «Πες στον Πιτ να μας φέρει τις βαλίτσες», είπε ο Θορν, ενώ του έδινε τα κλειδιά του αυτοκινήτου. «Εντάξει». Με το χέρι περασμένο γύρω απ’ τη μέση της, ο Θορν οδήγησε τη Λίζα στο ιδιωτικό του ασανσέρ. Βρισκόταν τόσο κοντά της, που η καρδιά της χτυπούσε ακατάστατα. «Ο Τζο μου θυμίζει τον Γουίλιαμ Μπέντιξ», σχολίασε η Λίζα με κομμένη την ανάσα.


«Και μένα το ίδιο... Αλλά εκπλήσσομαι που ξέρεις τον Γουίλιαμ Μπέντιξ!» «Η κυρία Μπαρθόλομιου, η γυναίκα που φρόντιζα, αγαπούσε ιδιαίτερα τις παλιές ταινίες», του εξήγησε. Το ασανσέρ σταμάτησε ξαφνικά και οι πόρτες άνοιξαν απότομα. Το χολ ήταν στρωμένο με μάρμαρο και στολισμένο με αγάλματα, έναν κρυστάλλινο πολυέλαιο και μια σκάλα που οδηγούσε προς τα κάτω. Ώστε έτσι ζούσαν οι πλούσιοι! Ακριβώς απέναντι απ’ τη σκάλα ήταν μια άσπρη πόρτα που ο Θορν την άνοιξε μ’ ένα ειδικό ηλεκτρονικό κλειδί. Προσπαθώντας να μη δείχνει ιδιαίτερα εντυπωσιασμένη, η Λίζα τον άφησε να την οδηγήσει στο μεγάλο σαλόνι. Ήταν ένας όμορφα και ταυτόχρονα πανάκριβα διακοσμημένος χώρος. Το ντεκόρ ήταν ουσιαστικά άσπρο με πινελιές από έντονα, ζωηρά χρώματα. Επιπλωμένο απλά και άνετα, με ελάχιστα μοντέρνα κομμάτια, ταίριαζε με την εικόνα ενός ανθρώπου που του άρεσε να ζει σ’ ένα χώρο όμορφο, πρακτικό κι όχι υπερστολισμένο. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε μία γυναίκα. Ήταν ψηλόλιγνη, με αυστηρό ύφος, κοντά γκρίζα μαλλιά τραβηγμένα προς τα πίσω και γυαλιά με μεταλλικό σκελετό, πράσινο παντελόνι, πουλόβερ και αθλητικά παπούτσια. «Κυρία Κερκ...» είπε ο Θορν, ενώ η Λίζα έβαζε τα δυνατά της να μην ξεσπάσει σε γέλια. Θα έπαιρνε όρκο ότι και η δική του φωνή έτρεμε απ’ τα γέλια, όταν όμως γύρισε προς το μέρος της να κάνει τις συστάσεις, το πρόσωπό του ήταν τελείως σοβαρό. «Χαίρω πολύ», μουρμούρισε η Λίζα ευγενικά. Η οικονόμος την κοίταξε προσεκτικά με τα σκούρα μάτια της, χωρίς να χαμογελάει. Η Λίζα ένιωσε τελείως αμήχανα. «Φοβάμαι πως η παρουσία μου εδώ θα σας δημιουργήσει επιπλέον δουλειά». Σαν να είχε περάσει κάποιο τεστ, το αυστηρό πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας χαλάρωσε. «Έλα τώρα! Τι σου είπε ο κύριος από δω; Ότι είμαι σκέτος δράκος;» Αποφασίζοντας ότι ήταν καλύτερα να φερθεί διπλωματικά, η Λίζα απάντησε ευγενικά: «Μου είπε ότι είστε ικανότατη και διακριτική». «Αλήθεια;» Η κυρία Κερκ κοίταξε τον Θορν καχύποπτα. «Εγώ πάω να ξαπλώσω. Άφησα λίγο φαγητό για την κοπέλα». «Είναι καιρό μαζί σου;» τον ρώτησε η Λίζα, όταν έμειναν μόνοι τους. «Από τότε που πέθανε ο άντρας της, πριν δέκα χρόνια. Ήρθε στην Αμερική πριν από δεκαπέντε χρόνια περίπου». «Έχει ακόμα σκοτσέζικη προφορά...» Το κουδούνισμα διέκοψε τη Λίζα. Ο Πιτ, ένας κοκκινομάλλης νεαρός, είχε φέρει τις αποσκευές της κι αφού τις άφησε και εισέπραξε ένα γενναιόδωρο φιλοδώρημα, ο Θορν την οδήγησε στην κουζίνα. Ήταν ένα μεγάλο και φωτεινό δωμάτιο, με μπλε κι άσπρα πλακάκια και έναν ξύλινο πάγκο. Επικρατούσε μια υπέροχη μυρωδιά καφέ και το λίγο φαγητό της κυρίας Κερκ θα μπορούσε άνετα να ταΐσει ένα λόχο. «Διψάω πολύ, αλλά δεν πεινάω», του εξομολογήθηκε η Λίζα. «Χόρτασες με τα φαγητά σ’ όλους αυτούς τους πλαστικούς δίσκους;» την πείραξε ο Θορν. Η Λίζα έβαλε τα γέλια. «Μάλλον!» «Οφείλεται στη διαφορά της ώρας. Εκτός κι αν είσαι συνηθισμένη να ξενυχτάς και να τρως στις τρεις το πρωί». Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Πέρα απ’ το να προσέχει την κυρία Μπαρθόλομιου, το μόνο που έκανε συνήθως τέτοια ώρα το πρωί ήταν να κοιμάται. Αν πήγαινε πού και πού σε κανένα πάρτι, σίγουρα θα περνούσε πιο ωραία. «Νιώθω τύψεις για όλο αυτό το φαγητό που θα πάει χαμένο», είπε στο τέλος. «Δε χρειάζεται. Δε θα πεταχτεί. Αύριο πρωί πρωί η κυρία Κερκ θα το μαζέψει για να το μοιράσει στους άστεγους. Τι θα ήθελες να πιεις; Κάτι κρύο; Χυμό ή λεμονάδα; Ο καφές θα σε κρατήσει ξύπνια». Ήταν τόσο κουρασμένη, που ολόκληρη μπάντα να έπαιζε δίπλα στο κρεβάτι της αποκλείεται να έμενε ξύπνια. «Ένα φλιτζάνι καφέ μου φαίνεται ωραία ιδέα». Ο Θορν πήρε την καφετιέρα και γέμισε με το αχνιστό σκούρο υγρό δύο μεγάλες κούπες που ήταν τελείως αταίριαστες με την κουζίνα, όπως ήταν και το ντύσιμο της κυρίας Κερκ με το υπόλοιπο σπίτι. Τα δάχτυλά τους αγγίχτηκαν, καθώς της έδινε την κούπα και η Λίζα τινάχτηκε, σαν να την είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. Τα πράσινα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της. «Καίει;» τη ρώτησε ειρωνικά. «Ναι». Κάθισε πίσω απ’ τον πάγκο και το μετάνιωσε αμέσως. Αν ο Θορν αποφάσιζε να καθίσει δίπλα της, θα ’ταν παγιδευμένη. Αλλά εκείνος, αν και την κοίταζε με μια περίεργη έκφραση στο πρόσωπο, δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση του και άρχισε να πίνει τον καφέ του όρθιος. Μετά από λίγο έσπασε πρώτος τη σιωπή. «Πόσων χρονών είσαι, Λίζα; Δεκαοχτώ; Δεκαεννιά;» Αν και την ενοχλούσε η επίδραση που είχε πάνω της κι ενώ ήξερε ότι κατά βάθος θα ’πρεπε να νιώθει πιο ασφαλής κοντά του, την πείραζε φοβερά που της συμπεριφερόταν λες και ήταν παιδί. Ανασήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε προκλητικά. «Σε λίγο θα κλείσω τα είκοσι ένα. Εσύ πόσο είσαι;» Το βλέμμα του έδειχνε ότι το ύφος της τον διασκέδαζε. «Σχεδόν τριάντα τρία». «Τόσο μεγάλος!» τον κορόιδεψε. «Ακόμα κι έτσι όμως δεν μπορώ να σε δω σαν πατέρα». «Πάλι καλά! Το τελευταίο που θα ήθελα θα ’ταν να με βλέπεις σαν τον πατέρα σου!» Το περίεργα αρπακτικό ύφος του την έκανε να ανατριχιάσει, σαν να την είχε χτυπήσει ξαφνικά ένα ρεύμα παγωμένου αέρα, αλλά ταυτόχρονα ένιωσε την έξαψη να φουντώνει μέσα της. Σαν να κατάλαβε την ταραχή της, εκείνος της χαμογέλασε φιλικά. «Μου είπες ότι έφυγες απ’ την Αμερική όταν ήσουν τριών χρονών». «Ναι. Όταν οι γονείς μας πήραν διαζύγιο, η μητέρα μου γύρισε στην Αγγλία, παίρνοντάς με μαζί της». «Ήταν Αγγλίδα;» «Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Σάσεξ και ένιωθε ότι εκεί ήταν οι ρίζες της. Αν και βέβαια οι γονείς της είχαν ήδη πεθάνει». «Γιατί δεν πήρε και τον Μαρκ μαζί της;» «Εκείνη το ήθελε, αλλά ο πατέρας μας συμφώνησε να της δώσει διαζύγιο μόνο αν του άφηνε το γιο τους. Στην αρχή η μητέρα μου αρνήθηκε. Στο τέλος αποφάσισαν, μια κι ο Μαρκ ήταν δεκατεσσάρων χρονών, να τον ρωτήσουν. Εκείνος επέλεξε να μείνει με τον πατέρα μας». «Χώρισαν φιλικά;» «Όχι. Υπήρχε πολλή πίκρα κι απ’ τις δύο πλευρές. Η μητέρα έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της να διατηρήσει την επαφή με τον Μαρκ, ωστόσο, αν και του έγραφε τακτικά, δεν πήρε ποτέ απάντηση. Αργότερα έμαθα ότι ο πατέρας μας κατέστρεφε τα γράμματά της, χωρίς να τα ανοίξει ποτέ...» Η φωνή της έσπασε και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Γύρισε το κεφάλι της για να μη ρεζιλευτεί μπροστά του. «Ήσουν δεμένη με τη μητέρα σου;» «Πάρα πολύ». Θαρρείς και ήθελε να της δώσει χρόνο να συνέλθει, ο Θορν ξαναγέμισε τις κούπες με καφέ. «Συνέχισε». «Ο Μαρκ μου έγραψε μετά το θάνατο του πατέρα μας», είπε η Λίζα ξεροκαταπίνοντας. «Κατά μια περίεργη σύμπτωση οι γονείς μας πέθαναν με διαφορά


ελάχιστων εβδομάδων. Ο πατέρας από καρδιακή προσβολή, η μητέρα σ’ αυτοκινητικό δυστύχημα». Ο Θορν την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Μετά από δεκαοχτώ χρόνια που δεν έδινε δεκάρα για εσάς, γιατί σου έγραψε;» «Μα νοιαζόταν για εμάς!» Το πρόσωπο της Λίζας φωτίστηκε από χαρά. «Μου έγραψε ότι πάντα ένιωθε ένοχος που δεν είχαμε κρατήσει την παραμικρή επαφή, αλλά δεν ήθελε να συγκρουστεί με τον πατέρα μας». «Αν επηρεαζόταν τόσο πολύ απ’ τον πατέρα του, σε σημείο που εσύ και η μητέρα σου να του είστε ουσιαστικά δύο ξένες, γιατί σου ζήτησε να έρθεις εδώ;» «Δεν ξέρω», του απάντησε η Λίζα με ειλικρίνεια. «Φαίνεται να τον ενοχλεί το γεγονός ότι ο πατέρας μας δε μου άφησε τίποτε στη διαθήκη του... αν κι εγώ, βέβαια, το περίμενα. Με ρώτησε πώς ζούσα...» «Και;» «Του έγραψα την αλήθεια». «Για πες μου κι εμένα». «Ήμουν στη δυσάρεστη θέση να μην έχω ούτε σπίτι ούτε δουλειά», απάντησε η Λίζα απρόθυμα. «Πώς έγινε αυτό;» «Όταν γυρίσαμε στην Αγγλία, η μητέρα μου χρειαζόταν και δουλειά και σπίτι. Βρήκε μια θέση ως οικονόμος στο σπίτι μιας ηλικιωμένης γυναίκας, που δεν την πείραζε να έχει ένα μικρό παιδί στα πόδια της. Ήταν ένα τεράστιο σπίτι. Όταν τέλειωσα το σχολείο, η κυρία Μπαρθόλομιου ήταν ουσιαστικά παράλυτη, αναγκασμένη να μένει στο κρεβάτι συνέχεια και χρειαζόταν πολλή φροντίδα. Έτσι, αντί να βρω κάποια δουλειά, έμεινα να βοηθάω τη μητέρα μου να την προσέχει και να φροντίζει το σπίτι». Ο Θορν την παρατηρούσε και η έκφραση στο πρόσωπό του δεν έδειχνε τι σκεφτόταν. «Λίγο μετά το ατύχημα της μητέρας μου, η κυρία Μπαρθόλομιου έπαθε εγκεφαλικό. Χρειαζόταν νοσοκόμα είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο και έτσι οι συγγενείς της αποφάσισαν να την πάνε σε μία ιδιωτική κλινική και να πουλήσουν το σπίτι». «Όταν, λοιπόν, ο Μαρκ έμαθε την οικονομική σου κατάσταση, σε προσκάλεσε να έρθεις». «Ναι». «Κι εσύ συμφώνησες». Ενοχλημένη απ’ τον τόνο της φωνής του και νιώθοντας ότι ίσως να κριτικάριζε τα κίνητρά της, τον κοίταξε βλοσυρά. «Δε γυρεύω ελεημοσύνη. Προσφέρθηκε να μου βρει δουλειά και μέρος να μείνω. Δεν υπήρχαν πολλά πράγματα να με κρατάνε στην Αγγλία». Ακριβώς το αντίθετο μάλιστα. Νιώθοντας ότι είχε φτάσει σε αδιέξοδο στη ζωή της, άρπαξε την ευκαιρία που της είχε προσφερθεί να κάνει μια καινούρια αρχή. «Δεν έχεις κάποιο δεσμό;» Κανένας δεν ήταν σημαντικός, μέχρι που είχε εμφανιστεί ο Ίαν. Ήταν ευτυχισμένη μαζί του, ελπίζοντας ότι τους περίμενε ένα κοινό μέλλον, ώσπου εκείνος την είχε αφήσει, διαλέγοντας την ξανθιά Τζανίν. «Δεν υπήρχε κανένας που να μην άντεχα να αφήσω». «Συγγενείς;» «Όχι. Μόνο ένας δυο φίλοι. Ο Μαρκ είναι ο μόνος κοντινός συγγενής που έχω». Και δεν είχε έρθει στο αεροδρόμιο να την υποδεχτεί. Ο Θορν είχε αποδεχτεί όμως ότι εκείνος έφταιγε κι έτσι δεν έπρεπε να κατηγορεί τον Μαρκ. Θα μπορούσε ωστόσο να της είχε αφήσει κάποιο σημείωμα... «Μου άφησε κάποιο σημείωμα;» «Σημείωμα;» Για μια στιγμή ο Θορν φάνηκε ξαφνιασμένος. «Περίμενες σημείωμα;» «Όχι ακριβώς, αλλά απλώς σκέφτηκα ότι ίσως να είχα...» «Απ’ ό,τι ξέρω, όχι, δεν άφησε σημείωμα. Θα πρέπει να του διέφυγε έτσι όπως έτρεχε σαν τρελός». Για μια φορά ακόμα, της δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο Θορν της έλεγε ψέματα ή ότι κάτι της έκρυβε. Αλλά αυτό ήταν ανοησία! Όλες αυτές οι περίεργες σκέψεις και οι αγωνίες μάλλον θα οφείλονταν στη διαφορά της ώρας, που επηρέαζε το κουρασμένο της μυαλό. Ήταν όμως περίεργο που ο Μαρκ δεν της είχε αφήσει ένα σημείωμα. Θα ’ταν απόλυτα λογικό να σκεφτεί να την καλωσορίσει.


Κεφάλαιο 2

Θ

« έλεις άλλο καφέ;» τη ρώτησε ο Θορν, βλέποντας την έκφραση στο πρόσωπό της. Η Λίζα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Τότε, προτιμάς να ξαπλώσεις αμέσως ή να σου δείξω το υπόλοιπο σπίτι;» Νιώθοντας ξαφνικά πολύ ξύπνια, ίσως εξαιτίας του καφέ, η Λίζα δεν είχε καμιά διάθεση να ξαπλώσει. «Θα ήθελα να δω το σπίτι». Εκτός απ’ τα δωμάτια που ανήκαν στην κυρία Κερκ και το σαλόνι που είχε ήδη δει, υπήρχαν τρεις πολυτελείς κρεβατοκάμαρες με δικά τους μπάνια, μια μεγάλη τραπεζαρία, ένα γρα​φείο, όπου όλοι οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με βιβλιοθήκες, κι ένα τέλεια εξοπλισμένο γυμναστήριο. «Πώς δεν έχεις και πισίνα;» τον πείραξε. «Υπάρχει μία στο ισόγειο. Κολυμπάω κάθε πρωί, πριν από το πρόγευμα». Γι’ αυτό φαινόταν τόσο καλογυμνασμένος. Στον ένα τοίχο του σαλονιού και της κουζίνας υπήρχαν φαρδιές μπαλκονόπορτες που έβγαζαν σε μια μεγάλη βεράντα. Το νυχτερινό αεράκι ήταν δροσερό και, παρά τα καυσαέρια, περίεργα αναζωογονητικό. Υπήρχαν τεράστιες γλάστρες με λουλούδια, φυτά και δέντρα κι από κάπου κοντά ακουγόταν ο ήχος από σιντριβάνι. Η Λίζα πλησίασε μια πυκνή συστάδα από φυτά και διέκρινε από πίσω ένα μπρούντζινο άγαλμα που απεικόνιζε ένα γελαστό παιδί πάνω σ’ ένα δελφίνι. Το νερό απ’ το σιντριβάνι έπεφτε πάνω τους κι ύστερα κατέληγε σε μια βάση σε σχήμα κοχυλιού. Το σύμπλεγμα ήταν τόσο ζωντανό, που θα περίμενε κανείς από στιγμή σε στιγμή το δελφίνι να ζωντανέψει και να εξαφανιστεί απ’ τα μάτια του. Της ξέφυγε ένα επιφώνημα θαυμασμού. «Σ’ αρέσει το άγαλμά μου;» «Είναι μοναδικό!» του απάντησε με ειλικρίνεια. «Το ίδιο κι εσύ». Ο τόνος της φωνής του έδειχνε σαν να το πίστευε. Αν κι ήξερε ότι δεν ήταν αλήθεια, η Λίζα συγκινήθηκε απ’ το κομπλιμέντο του. Νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή στο στήθος της, πλησίασε τα κάγκελα του μπαλκονιού για να κοιτάξει κάτω. Ο Θορν την ακολούθησε και στάθηκε τόσο κοντά της, ώστε ένιωθε τη ζεστασιά του σώματός του και το άρωμα απ’ την κολόνια του. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, προς μεγάλη της έκπληξη, κατάλαβε ότι εκείνος δεν κοιτούσε τη θέα που απλωνόταν μπροστά τους, αλλά την ίδια. Η εικόνα που παρουσίαζε κάτω απ’ τα πόδια τους το Σέντραλ Παρκ και το Μανχάταν ήταν εκπληκτική, αλλά η Λίζα ένιωθε τελείως αποκομμένη απ’ τη μαγεία του χώρου, κυριευμένη από την έντονη παρουσία του άντρα δίπλα της. Ήξερε ότι εκείνος ήθελε να τραβήξει την προσοχή της, να την αναγκάσει να γυρίσει προς το μέρος του, αλλά κάτι μέσα της της έλεγε ότι, αν υπάκουε σ’ αυτή τη βουβή πρόσκληση, θα χανόταν. «Λίζα...» ψιθύρισε το όνομά της. Γύρισε και τον κοίταξε σαν μαγεμένη. Αμέσως την τύλιξε η γοητεία των αισθησιακών χειλιών του, της υπεροπτικής έκφρασης του προσώπου του, των ειρωνικών πράσινων ματιών του, του αρρενωπού μαγνητισμού του. Της χαμογέλασε, σαν να τον είχε ικανοποιήσει απόλυτα η αντίδρασή της. «Είσαι έτοιμη για το κρεβάτι;» Ο ήχος της φωνής του την ξύπνησε. «Ναι... εγώ...» Τράβηξε το βλέμμα της μακριά. «Έλα λοιπόν». Τη συνόδευσε στην κρεβατοκάμαρα με τις άσπρες και πράσινες αποχρώσεις, όπου ο Πιτ είχε αφήσει τις βαλίτσες της. Στην πόρτα, της άπλωσε το χέρι του. Ξαφνιασμένη απ’ την κάπως επίσημη κίνηση, του έδωσε κι εκείνη το δικό της. Ο Θορν όμως εκμεταλλεύτηκε την αμηχανία της και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Ανασήκωσε με το δάχτυλό του το πρόσωπό της κι αναζήτησε τα χείλη της. Αν κι ήταν το πρώτο φιλί που αντάλλασσαν, το άγγιγμά του έδειχνε σιγουριά κι αυτοπεποίθηση, ενώ η Λίζα ένιωσε τον κόσμο να φεύγει κάτω απ’ τα πόδια της. «Καληνύχτα, Λίζα», της ψιθύρισε και έφυγε αφήνοντάς τη ζαλισμένη και με κομμένη την ανάσα. Μπήκε στο δωμάτιό της σαν να ζούσε ένα όνειρο, έβγαλε απ’ τις βαλίτσες το νυχτικό και τα καλλυντικά της και, πηγαίνοντας στο μπάνιο, άρχισε να ετοιμάζεται. Το ξαναμμένο πρόσωπό της στον καθρέφτη την κοιτούσε με μάτια που έλαμπαν σαν να ’ταν μεθυσμένη. Πώς ήταν δυνατόν τόσα και τόσα παθιασμένα φιλιά που είχε ανταλλάξει στη ζωή της να μην τα θυμόταν καθόλου και μόνο η ανάμνηση των χειλιών του Θορν στα δικά της να την κάνει να νιώθει σαν να είχε πηδήξει από ένα αεροπλάνο χωρίς αλεξίπτωτο; Ξάπλωσε στο μεγάλο κρεβάτι και, αφού έσβησε το φως, σκεπάστηκε. Αν και περίμενε ότι μόλις έκλεινε τα μάτια της θα βυθιζόταν στον ύπνο, αντίθετα ανακάλυψε ότι απ’ το μυαλό της περνούσαν διάφορες σκέψεις που την αναστάτωναν. Γιατί την είχε φιλήσει ο Θορν Λάντερς; Μπορεί εκείνη να είχε ταραχτεί και να είχε χάσει τη συναισθηματική της ισορροπία απ’ την κίνησή του, ωστόσο διαισθανόταν ότι υπήρχε κάτι ψυχρό κι υπολογισμένο στην ενέργειά του, σαν να την είχε φιλήσει όχι γιατί ένιωθε την ανάγκη να το κάνει, αλλά περισσότερο για να δει τις αντιδράσεις της. Αν αυτό ήταν αλήθεια όμως, τότε γιατί είχε μπει στον κόπο να το κάνει; Ένας άντρας σαν αυτόν δεν μπορεί να είχε έλλειψη από γυναίκες! Μπορεί να της είχε πει ότι δεν είχε αυτό τον καιρό φιλενάδα, αλλά ήταν σίγουρη ότι επρόκειτο για δική του απόφαση. Πολλές γυναίκες θα έκαναν ό,τι περνούσε απ’ το χέρι τους για να βρεθούν δίπλα του με κάθε τρόπο. Όχι μόνο γιατί ήταν πλούσιος και διάσημος. Ακόμα κι αν δεν είχε δεκάρα τσακιστή, η αντίδραση θα ’ταν η ίδια. Η εκπληκτική του εμφάνιση, ο έντονος αισθησιασμός και το υπεροπτικό του ύφος ήταν ένας ακαταμάχητος συνδυασμός. Αυτό ακριβώς ήταν που την είχε μαγέψει και την ίδια και η ιδέα ότι θα περνούσε κοντά του τουλάχιστον τις επόμενες τρεις βδομάδες τής δημιουργούσε ένα μείγμα έξαψης και ζαλάδας και μια περίεργη αίσθηση κινδύνου. Δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα να αποκτήσουμε κάποια σχέση, υπενθύμισε στον εαυτό της, προσπαθώντας να αγνοήσει τη θλίψη που την τύλιξε. Μπορεί να τη γοήτευε και να τη μάγευε, έστω κι άθελά του, αλλά αυτό δε θα κρατούσε πολύ. Άθελά του; Δεν ήταν και τόσο σίγουρη. Μπορεί να το έκανε εσκεμμένα. Επειδή είχε καταλάβει την απειρία της, ίσως είχε αποφασίσει να διασκεδάσει μαζί της. Ξαφνικά την πλημμύρισε η επιθυμία να παίξει με τη φωτιά, να ζήσει στην κόψη του ξυραφιού για μια φορά στη ζωή της. Ίσως τελικά να ήταν και για τους δύο όμορφα. Έστω και για λίγο. Μόλις τέλειωναν οι τρεις βδομάδες, ήταν τελείως απίθανο να τον ξανάβλεπε. Θα κινούνταν σε τελείως διαφορετικούς κύκλους, οι ζωές τους δε θα είχαν τίποτε κοινό. Ήταν μια περίεργα καταθλιπτική σκέψη. Έβαλε τα δυνατά της να τη διώξει και να συγκεντρωθεί στο άμεσο μέλλον, που ξεδιπλωνόταν μπροστά της με τόσες υποσχέσεις...


* Η Λίζα βγήκε αργά απ’ το βαθύ ύπνο που την τύλιγε και τεντώθηκε. Άνοιξε τα μάτια της και είδε το φως της μέρας να μπαίνει απ’ το παράθυρο. Το δωμάτιο της φάνηκε ξένο και για μερικές στιγμές ένιωσε τελείως μπερδεμένη. Αμέσως μετά όμως την πλημμύρισαν οι αναμνήσεις, η χαρά και η έξαψη. Για κάποιο ανεξήγητο Λόγο, ο Θορν Λάντερς την είχε φιλήσει και τίποτε δε θα ήταν το ίδιο πια. Και μόνο η σκέψη ότι αυτός ο άντρας υπήρχε λίγα μέτρα πιο πέρα άλλαζε όλα τα δεδομένα της ζωής της. Και από κάτω απλωνόταν μια καινούρια πόλη που πρόσφερε τα όνειρα για μια καινούρια ζωή. Χάρη στον Μαρκ. Για πρώτη φορά μετά το θάνατο της μητέρας της, η μαύρη σκιά που τύλιγε την καρδιά της εξαφανίστηκε και ένιωσε τη χαρά, την ανυπομονησία και τον ενθουσιασμό της ζωής. Σηκώθηκε ανυπόμονα απ’ το κρεβάτι και, τραβώντας τελείως τις κουρτίνες, άφησε το δυνατό ήλιο να μπει μέσα. Κοίταξε το ρολόι, που είχε ήδη φροντίσει να το βάλει σύμφωνα με την ώρα της Νέας Υόρκης. Μία και μισή σχεδόν! Δεν ήταν περίεργο όμως. Είχε κοιμηθεί για λίγες ώρες εξαντλημένη και μετά είχε ξυπνήσει, μη έχοντας συνηθίσει ακόμα την αλλαγή της ώρας. Είχε μείνει ξάγρυπνη ως τα ξημερώματα, ώσπου την είχε ξαναπάρει ο ύπνος. Τριγυρίζοντας ξυπόλυτη, άρχισε να βγάζει τα λιγοστά ρούχα της απ’ τις βαλίτσες και να τα τακτοποιεί στις τεράστιες ντουλάπες που δημιουργούσαν ένα ξεχωριστό δωμάτιο. Όταν τέλειωσε, έκανε ντους και διάλεξε ένα πολύχρωμο φόρεμα που ήταν φτηνό, απλό και της ταίριαζε απόλυτα. Μάζεψε τα μαλλιά της σε αλογοουρά και μόνο τότε ένιωσε έτοιμη να αντιμετωπίσει τα γεγονότα της ημέρας που την περίμενε. Ήταν Παρασκευή όμως κι ο Θορν θα πρέπει να ήταν ήδη στο γραφείο του. Στην αρχή το διαμέρισμα της φάνηκε έρημο και σιωπηλό, αλλά από κάπου μακριά ξεχώρισε ήχο από μουσική και γέλια. Βρήκε την κυρία Κερκ στην κουζίνα, ντυμένη με μια καναρινί φόρμα και το ένα μάτι κολλημένο στην τηλεόραση, ενώ ταυτόχρονα άνοιγε φύλλο για πίτσα. «Ξύπνησες, μικρή μου;» Έσβησε την τηλεόραση αμέσως. «Βάλε μόνη σου πορτοκαλάδα ή καφέ, αν προτιμάς, κι εγώ θα σου ετοιμάσω κάτι να φας. Σ’ αρέσει ο παστουρμάς με το κριθαρένιο ψωμί;» «Ναι, ευχαριστώ», απάντησε η Λίζα ευγενικά, χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα τι ήταν ο παστουρμάς, αλλά πρόθυμη να νιώσει καινούριες εμπειρίες. «Συγνώμη που κοιμήθηκα ως τόσο αργά», πρόσθεσε βάζοντας σ’ ένα ποτήρι φρέσκο χυμό πορτοκάλι. «Θα πρέπει να σας αναστατώνω με την παρουσία μου». «Ο κύριος Λάντερς μου είπε να σ’ αφήσω να κοιμηθείς όσο θέλεις». «Είναι στη δουλειά;» «Πήγε στο γραφείο του πρωί πρωί, αλλά, τώρα που ξύπνησες, θα του τηλεφωνήσω», είπε η κυρία Κερκ, βάζοντας ένα λεπτό κομμάτι κρέας σ’ ένα μεγάλο τηγάνι. «Σας παρακαλώ, μην τον ενοχλήσετε για μένα. Μπορώ να...» «Μου έδωσε σαφείς διαταγές», τη διέκοψε η κυρία Κερκ. «Δε θέλει να τριγυρίζεις μόνη σου, ώσπου να μάθεις καλά τα κατατόπια». «Μα είναι γελοίο!» διαμαρτυρήθηκε η Λίζα, νιώθοντας ξαφνικά σαν φυλακισμένη. «Τι μπορεί να πάθω βγαίνοντας βόλτα στο κέντρο της Νέας Υόρκης;» «Νιώθει υπεύθυνος για σένα». Η κυρία Κερκ έβαλε μια φέτα σκούρο πολύσπορο ψωμί σ’ ένα πιάτο, άπλωσε από πάνω μια φέτα απ’ το κρέας που είχε τηγανίσει και μετά έβαλε άλλη μια φέτα ψωμί. «Ορίστε». Το σάντουιτς μύριζε τόσο νόστιμα, που η Λίζα ένιωσε να πεινάει. «Είναι υπέροχο!» σχολίασε μετά την πρώτη μπουκιά. «Τι ακριβώς είναι ο παστουρμάς;» «Παστό μοσχάρι με μυρωδικά και μπαχαρικά. Μερικοί τον τρώνε ωμό, αλλά εμένα μου αρέσει μαγειρεμένος». Όση ώρα η Λίζα έτρωγε το σάντουιτς με όρεξη, η οικονόμος εξαφανίστηκε μάλλον για να τηλεφωνήσει στον Θορν. Είχε τελειώσει το φαγητό της κι έβαζε να πιει ένα φλιτζάνι καφέ, όταν η κυρία Κερκ γύρισε κι άνοιξε την μπαλκονόπορτα. «Υπάρχουν καθίσματα έξω στη βεράντα, αν θες να πιεις εκεί τον καφέ σου». Η Λίζα την ευχαρίστησε χαμογελώντας και, βγαίνοντας έξω, ένιωσε το ζεστό αέρα να την τυλίγει και να τη ζαλίζει. Διάλεξε μια σεζλόνγκ κάτω από μια γαλάζια ομπρέλα, ενώ η οικονόμος συνέχιζε: «Ο κύριος Λάντερς θα είναι εδώ σε λίγο». Μπορεί η Νέα Υόρκη να είχε τη φήμη ότι ήταν μια άγρια πόλη γεμάτη κακοποιά στοιχεία και μεγάλα ποσοστά εγκληματικότητας, αλλά σίγουρα θα υπήρχαν και συνηθισμένοι απλοί άνθρωποι που θα ζούσαν, θα δούλευαν, θα διασκέδαζαν στο δρόμο, σκέφτηκε η Λίζα με απόγνωση, παρακολουθώντας ένα κάτα​σπρο σύννεφο που άλλαζε σχήματα στον καταγάλανο ουρανό. Τα ρούχα της ήταν φτωχικά. Δεν είχε ούτε χρυσό ρολόι ούτε πανάκριβη τσάντα ούτε φωτογραφική μηχανή ούτε κοσμήματα. Επομένως, γιατί στην ευχή ένιωθε ο Θορν την ανάγκη να αφήσει τη δουλειά του και να τη συνοδεύσει, σαν να ήταν μικρό παιδί; Βέβαια η ιδέα ότι θα περνούσε κάποιες ώρες μαζί του δεν ήταν ιδιαίτερα δυσάρεστη. Αν και η παρουσία του την τάραζε, συγχρόνως ήταν μια πρόκληση που ακόνιζε τις αισθήσεις της, γεμίζοντάς τη χαρά και ζωντάνια... Όταν άνοιξε τα μάτια της πάλι, ο Θορν στεκόταν δίπλα της με το σακάκι ριγμένο στον ένα του ώμο, τη γραβάτα λυμένη... Ψηλός και απειλητικός –γιατί στην ευχή τής είχε έρθει αυτή η λέξη στο μυαλό; «Πρέπει να με ξαναπήρε ο ύπνος», δικαιολογήθηκε κατακόκκινη. «Το τελευταίο που θυμάμαι είναι ένα άσπρο σύννεφο που άλλαζε συνέχεια σχήματα. Στην αρχή μου θύμιζε λαγό και μετά σκύλο...» Σταμάτησε απότομα συνειδητοποιώντας ότι μιλούσε ακατάσχετα. «Περίεργα πράγματα τα σύννεφα», συμφώνησε εκείνος μαζί της, ενώ καθόταν δίπλα της στη σεζλόνγκ. «Είσαι κουρασμένη;» Το δυνατό φως του ήλιου τον χτυπούσε στο πρόσωπο και η Λίζα πρόσεξε ότι τα μάτια του είχαν μικρές χρυσαφιές κουκκίδες μέσα στα πράσινα βάθη τους... «Όχι ακριβώς. Μάλλον φταίει η ζέστη». Αν κι ένιωθε ότι της είχε κοπεί η ανάσα κι ότι έχανε την ισορροπία της, κατάφερε να κρατήσει τη φωνή της σταθερή. «Αν προτιμάς να μείνεις μέσα σήμερα, αντί να βγούμε βόλτα...» «Όχι», του απάντησε αμέσως. «Περιμένω πώς και πώς να γνωρίσω τη Νέα Υόρκη!» «Υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που θες να δεις;» «Το Μπρονξ, το Στάτεν Άιλαντ, το Μπρούκλιν, αλλά πιο πολύ το Μανχάταν και το Σέντραλ Παρκ...» Της άπλωσε το χέρι του γελώντας και τη βοήθησε να σηκωθεί. «Εφόσον ο καλύτερος τρόπος για να δει κανείς το Μανχάταν είναι περπατώντας, καλύτερα να ξεκινήσουμε... Αν συμφωνείς, μια και υπάρχουν τόσα πολλά που θες να δεις, το καλύτερο θα ’ταν να πάρεις μια γενική ιδέα πρώτα και μετά να ασχοληθούμε με λεπτομέρειες». Η Λίζα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Επίσης, προτείνω να φορέσεις, καλύτερα, ίσια παπούτσια και να πάρεις μια ελαφριά ζακέτα για να προφυλαχτείς απ’ τον ήλιο, όση ώρα εγώ θα ξεφορτώνομαι το κοστούμι και τη γραβά​τα μου». Μόλις λίγα λεπτά αργότερα, βρίσκονταν στο ασανσέρ. Ο Θορν είχε αλλάξει κι είχε φορέσει ένα απλό πουκάμισο και τζιν παντελόνι. Είχε γυρίσει τα μανίκια του, αφήνοντας να φανούν οι καλογυμνασμένοι, μαυρισμένοι βραχίονές του. Της φαινόταν όμορφος, δυναμικός κι αφάνταστα ελκυστικός. Εκείνος έριξε μια ματιά στα παπούτσια της. «Τέλεια», σχολία​σε ικανοποιημένος.


«Δεν είχα άλλα», παραδέχτηκε η Λίζα. «Δεν αγοράζω και πολλά ίσια παπούτσια. Δεν είμαι αρκετά ψηλή». «Σ’ ενοχλεί αυτό;» «Δεν το σκέφτομαι. Προσποιούμαι ότι είμαι όπως θα ’θελα ακριβώς να ’μαι». «Δηλαδή;» «Ψηλή, με μακριά λεπτά πόδια, γαλάζια μάτια και ίσια ξανθά μαλλιά», του απάντησε χωρίς δισταγμό. Αν και η εικόνα της Τζανίν δεν την ενοχλούσε πια ιδιαίτερα. Εκείνος πέρασε το δάχτυλό του σε μια μπούκλα της και τη χάιδεψε απαλά. «Δηλαδή αυτές είναι φυσικές;» «Δυστυχώς». «Εγώ σε προτιμώ όπως είσαι. Υπάρχουν άπειρες ξανθές με ίσια μαλλιά και ψηλά πόδια». Αν κι ήξερε ότι μάλλον την κορόιδευε, τα λόγια του ζέσταναν την καρδιά της. Το ασανσέρ σταμάτησε στο ισόγειο και, αφού διέσχισαν ένα μεγάλο προθάλαμο με μαρμάρινο πάτωμα, έφτασαν στην τζαμένια πόρτα, όπου περίμενε ένας θυρωρός με στολή. Βγήκαν έξω κι άρχισαν να περπατούν στην Πέμπτη Λεωφόρο, μπροστά από πανάκριβα μαγαζιά κι υπερπολυτελή κτίρια, όταν μια ξαφνική σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό της Λίζας. «Το διαμέρισμα του Μαρκ είναι κοντά;» «Αρκετά». Η απάντηση του Θορν ήταν αδιάφορη, αλλά εκείνη θα έπαιρνε όρκο ότι, για κάποιο λόγο, ο συνοδός της είχε μπει αμέσως σε επιφυλακή. «Γιατί ρωτάς;» «Θα ήθελα να δω πού μένει». «Τότε θα σου δείξω, όχι όμως σήμερα. Έχω άλλα σχέδια. Πρώτα θα κάνουμε μια βόλτα στο Σέντραλ Παρκ». Προς μεγάλη της έκπληξη και ευχαρίστηση, η Λίζα κατάλαβε σε λίγο ότι η βόλτα θα γινόταν με μια άμαξα που την έσερναν άλογα. Όταν κάθισαν στο πίσω μέρος, το κατάμαυρο άλογο ξεκίνησε παρακινημένο από τον οδηγό του και άρχισαν να διασχίζουν ένα απ’ τα πιο όμορφα και πιο γνωστά πάρκα στον κόσμο. Η Λίζα κοίταζε τριγύρω με ορθάνοιχτα μάτια, ξετρελαμένη από τη ζωντάνια και τα χρώματα γύρω τους και τους ανθρώπους που έκαναν βόλτα, ποδήλατο, γευμάτιζαν, έπαιζαν παιχνίδια ή απλώς ήταν ξαπλωμένοι στο χορτάρι κι απολάμβαναν τον ήλιο. «Αναρωτιέμαι αν έρχεται ο Μαρκ ποτέ εδώ», είπε δυνατά. «Ξέρω τόσο λίγα γι’ αυτόν... τι άνθρωπος είναι, τι χόμπι έχει. Δεν ξέρω ούτε πώς είναι...» Κοίταξε το συνοδό της. «Είναι στο δικό μου ύψος, καλογυμνασμένος, με ξανθά μαλλιά και καστανά μάτια. Οι γυναίκες τον βρίσκουν ακαταμάχητο». Ο τόνος της φωνής του έκρυβε κάτι που την τάραξε. Θυμό; Πίκρα; Τι; Όχι, αποκλείεται. Μάλλον θα είχε μπερδευτεί. Δεν μπορεί ένας άντρας σαν τον Θορν Λάντερς να ζήλευε οποιονδήποτε. Ωστόσο, ήταν προφανές ότι δεν υπήρχε ιδιαίτερη συμπάθεια ανάμεσα στους δύο άντρες. Στο αεροδρόμιο της είχε πει ότι ήταν συνεργάτες κι όχι φίλοι... Μήπως ήταν ανταγωνιστές; Σε άλλους τομείς κι όχι στον επαγγελματικό; Ήταν έτοιμη να τον ρωτήσει πόσο καλά γνώριζε τον Μαρκ, όταν εκείνος τελείως απότομα άλλαξε θέμα συζήτησης κι άρχισε να της λέει για το ζωολογικό κήπο του Σέντραλ Παρκ και ό,τι άλλο πρόσφερε ο χώρος. «Μπορεί κανείς να κάνει βόλτα με άλογα, να παρακολουθήσει υπαίθριες συναυλίες και το χειμώνα να πάει για πατινάζ στη λίμνη ή να κάνει βόλτα με έλκηθρο...» Όταν τέλειωσε η βόλτα τους, ο Θορν τη βοήθησε να κατεβεί κι ύστερα πήραν πάλι το δρόμο προς το νότιο τμήμα της πόλης. Σταμάτησαν μόνο για μια στιγμή για να θαυμάσουν ένα πανύψηλο κτίριο με ένα υπαίθριο χώρο ντυμένο με ροζ μάρμαρο και στολισμένο με σιντριβάνια και πρασινάδα. Γυρίζοντας για να συνεχίσουν τη βόλτα, βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο με μια εκπληκτική, καλοντυμένη μελαχρινή κοπέλα. Το νεανικό πανέμορφο πρόσωπό της, όμως, χαλούσε απ’ το έντονο μακιγιάζ και την αυθάδικη έκφραση. «Θορν, αγάπη μου!» φώναξε. «Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!» Στο πρόσωπο της νεαρής κοπέλας ζωγραφίστηκε μια τέτοια έκφραση σεξουαλικής πείνας, που η Λίζα ένιωσε αμηχανία. «Κάρολ...» Ο Θορν χαιρέτησε την κοπέλα με ψυχρό ύφος, θέλοντας προφανώς να την απομακρύνει από κοντά του. Εκείνη όμως, αφού πρώτα έριξε μια ματιά γεμάτη ζήλια προς το μέρος της Λίζας, αγκιστρώθηκε απ’ το μπράτσο του Θορν. «Μου έλειψες πάρα πολύ... Ήξερες ότι έχω γυρίσει. Περίμενα ότι θα μου τηλεφωνούσες». «Είχα πολλή δουλειά». «Ακόμα και για να μου μιλήσεις, όταν σου τηλεφωνώ εγώ;» Όταν εκείνος δεν της απάντησε, συνέχισε παρακλητικά: «Θα έρθεις στο πάρτι που δίνει ο πατέρας μου για τα γενέθλιά μου; Σε παρακαλώ! Πρέπει να έρθεις. Δε θα ’ναι το ίδιο χωρίς εσένα...» Η αγωνία της ήταν ολοφάνερη. «Θα γίνει σε έξι βδομάδες στο Γουόλντορφ. Όλοι θα περιμένουν να σε δουν. Σε παρακαλώ, πες μου ότι θα προσπαθήσεις...» «Θα προσπαθήσω», απάντησε ο Θορν ξερά. «Τώρα μας συγχωρείς...» Περνώντας το χέρι του γύρω απ’ τη μέση της Λίζας, την οδήγησε μακριά. Δεν είχε κάνει καμιά προσπάθεια να συστήσει τις δυο γυναίκες και η βιασύνη του να σταματήσει τη συνομιλία άγγιζε τα όρια της προσβολής. Όχι ότι η Λίζα είχε καμιά ιδιαίτερη διάθεση να μιλήσει με την άλλη κοπέλα. Η μελετημένη αδιαφορία του Θορν απέναντι στην απόγνωση της Κάρολ είχε μετατρέψει τη συνάντηση σε δυσάρεστη εμπειρία. Ανατρίχιασε. Μακάρι να μη βρισκόταν ποτέ στη θέση να νιώσει πάνω της το βλέμμα του γεμάτο ψυχρή αδιαφορία. Σαν να κατάλαβε τη δυσφορία της, εκείνος της ζήτησε συγνώμη. «Λυπάμαι για ό,τι έγινε. Είναι μια κακομαθημένη μικρή». Παράλογα εκνευρισμένη με την αδιαφορία του, η Λίζα δεν κρατήθηκε. «Είναι φανερό ότι είναι ερωτευμένη μαζί σου». «Απλώς είναι ξεμυαλισμένη». «Τη λυπάμαι». «Δε χρειάζεται». «Θα μπορούσες να ’σουν πιο...» Η Λίζα δάγκωσε τη γλώσσα της. «Πιο ευγενικός;» «Ναι». «Έχεις ακούσει ποτέ τη λογική που λέει ότι είσαι σκληρός για να κάνεις καλό στον άλλο; Μερικές φορές είναι ο μόνος σωστός τρόπος αντιμετώπισης». Η Λίζα ένιωσε ξαφνικά απογοητευμένη που λογομαχούσαν έτσι, σκιάζοντας τη χαρά της μέρας. «Λυπάμαι. Δεν είναι δική μου δουλειά, αν εσύ θες να τελειώσεις τη σχέση». «Δεν υπάρχει σχέση». Σταματώντας απότομα μπροστά σε μια πανάκριβη μπουτίκ, την άρπαξε με δύναμη απ’ τα μπράτσα. Για μια στιγμή η Λίζα σκέφτηκε ότι είχε σκοπό ν’ αρχίσει να την ταρακουνάει. Εκείνος όμως σαν να αντιστάθηκε στον πειρασμό. «Αντί να νιώθεις οίκτο για την Κάρολ, θα ήταν καλύτερα να σκεφτείς λίγο και τη δική μου θέση. Ποτέ δεν την ενθάρρυνα, το αντίθετο μάλιστα, κι όμως με ενοχλεί μήνες...» «Λυπάμαι», ψιθύρισε η Λίζα. «Δεν ήξερα...» Αλλά εκείνος δεν είχε τελειώσει. «Σ’ όλη της τη ζωή, ο πατέρας της της αγόραζε ό,τι ήθελε. Προσπάθησε να αγοράσει κι εμένα. Όταν κατάλαβε ότι αυτό δε


γινόταν, ακολούθησε τη συμβουλή μου και την έστειλε στην Ευρώπη για έξι μήνες... Δυστυχώς, φαίνεται ότι ούτε κι αυτό έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα». «Λυπάμαι», επανέλαβε σαν χαμένη. Την άφησε απότομα και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ας ξεχάσουμε τώρα αυτό το ανόητο επεισόδιο κι ας συνεχίσουμε τη βόλτα μας». Η Λίζα συμφώνησε αμέσως χαρούμενη. Έκανε ζέστη, αλλά παρ’ όλα αυτά συνέχισαν να περπατούν για ώρες στους διάφορους δρόμους, ώσπου κάποια στιγμή κατέληξαν στον κόλπο κοντά στο Άγαλμα της Ελευθερίας. Ο Θορν αποδείχτηκε ότι, πέρα από πολύ ενδιαφέρων τύπος με χιούμορ και διάθεση για συζήτηση, ήταν και ένας εξαίρετος ξεναγός που διέθετε πολλές γνώσεις γύρω απ’ το Μανχάταν. Το Ροκφέλερ, το Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ, το Ουάσινγκτον Σκουέαρ Παρκ, το Γκρίνουιτς Βίλατζ, το Σόχο, η Τσάιναταουν, γεμάτη με τα εξωτικά μαγαζιά και τους τηλεφωνικούς θαλάμους που έμοιαζαν με μικρές παγόδες, η Μικρή Ιταλία και η περίφημη Γουόλ Στρητ δεν ήταν πια μόνο ονόματα για τη Λίζα, αλλά χώροι και τόποι που τους είχε δει με τα ίδια της τα μάτια. Βρισκόταν στον έβδομο ουρανό και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να το κρύψει. Ακόμα κι αν ο Θορν τη θεωρούσε αφελή, τι σημασία είχε; Ίσως όμως η χαρά της να ’ταν μεταδοτική, γιατί φαινόταν να διασκεδάζει όσο και η ίδια. Τελικά, η παρέα του δεν της δημιούργησε κανένα απ’ τα προβλήματα που φοβόταν. Αν καμιά φορά τό ελαφρύ άγγιγμα του χεριού του, όταν ήθελε να της τραβήξει την προσοχή, ή το χαμόγελό του, της έκοβαν την ανάσα και έχανε τον ειρμό των σκέψεών της, κατάφερνε να το κρύψει. Κάποια στιγμή σταμάτησαν σ’ ένα υπαίθριο καφενείο για ένα ποτήρι παγωμένη σόδα. Βλέποντας τον κόσμο γύρω τους, που προσπερνούσε ιδρώμενος, με κόκκινα πρόσωπα, ο Θορν της εξήγησε ότι ακόμα κι όταν θα έπεφτε ο ήλιος, δε θα δρόσιζε ιδιαίτερα. «Δε με πειράζει», του απάντησε εκείνη χαρούμενα. «Ευτυχώς άντεχα πάντα τη ζέστη». «Δεν έχεις κουραστεί;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Τότε, θα πρέπει να δεις το πάνω τμήμα του Μπρόντγουεϊ και την Τάιμς Σκουέαρ το βράδυ... Προτού συνεχίσουμε όμως, θα πρότεινα να φάμε κάτι. Σ’ αρέσουν τα μακαρόνια;» «Τρελαίνομαι». «Ευτυχώς που δεν είσαι από τις γυναίκες που τρέφονται μόνο με μαρούλια». Η απάντησή του ήταν τόσο αυθόρμητη, που η Λίζα αμέσως αναρωτήθηκε μήπως η παλιά του φιλενάδα ανήκε σ’ αυτή την κατηγορία. Ξαναγυρίζοντας στη Μικρή Ιταλία, σταμάτησαν σ’ ένα μικρό εστιατόριο με καρό κόκκινα άσπρα τραπεζομάντιλα και κεριά μέσα σε άδεια μπουκάλια κρασιού. Η χοντρή ιδιοκτήτρια χαιρέτησε τον Θορν σαν να ’ταν παλιός φίλος και, μόλις κάθισαν, τους έφερε δύο πιάτα με αχνιστές μακαρονάδες κι ένα μπουκάλι κρασί, ενώ σε μια γωνιά ένας άντρας με παχύ μουστάκι διασκέδαζε τους πελάτες, παίζοντας ρομαντικά τραγούδια με μια κιθάρα. Ήταν ένας ζωντανός, γλυκός χώρος και παρ’ όλο που συμφώνησε με τον Θορν ότι ήταν στερεότυπα τουριστικός, στη Λίζα άρεσε ιδιαίτερα και δε δίστασε να το πει. Η έκπληξή της ήταν μεγάλη, όταν συμφώνησε εκείνος μαζί της. «Κι εμένα μ’ αρέσει. Έρχομαι εδώ όταν θέλω να αλλάξω παραστάσεις απ’ τα ίδια και τα ίδια». Όταν τέλειωσαν πια τον εσπρέσο τους, έξω είχε πέσει το βράδυ και, όπως είχε ήδη προβλέψει ο Θορν, η ζέστη δεν είχε μειωθεί σχεδόν καθόλου. Πήραν ένα ταξί και κατέβηκαν στην καρδιά της γνωστής περιοχής με τα θέατρα. Έκαναν βόλτα αρκετή ώρα –ενώ από πάνω τους τα έντονα φώτα και οι θεαματικές επιγραφές έδιναν μια τελείως ασυναγώνιστη αίσθηση στο χώρο– και κατέφυγαν για ένα ποτό σ’ ένα σχετικά ήρεμο μπαρ. Όταν η Λίζα κάθισε στο τραπέζι, ένιωσε ξαφνικά την κούραση να την τυλίγει σαν κύμα, αλλά κι αυτό ήταν καθαρά φυσική αντίδραση. Το μυαλό της ήταν ακόμα ξεκούραστο και ξύπνιο. Ο Θορν, αντίθετα, όχι μόνο φαινόταν ξεκούραστος και άνετος, αλλά έδινε την εντύπωση ότι θα μπορούσε να τρέξει ακόμα και μαραθώνιο! «Τι θα ήθελες να πιεις;» τη ρώτησε χαμογελώντας. «Εσύ τι θα πάρεις;» «Μπέρμπον με πάγο». «Κι εγώ το ίδιο». «Δε θα το συνιστούσα σε κάποιον που δεν πίνει πολύ...» Μετά από μια τόσο υπέροχη μέρα, που της φερόταν σαν να ’ταν ισότιμη, σαν να ’ταν μια καλή του φίλη, να τος πάλι που της συμπεριφερόταν σαν να ’ταν μικρό παιδάκι! Αν μου πει να πάρω λεμονάδα, θα βάλω τις φωνές, σκέφτηκε η Λίζα εκνευρισμένη. «Γιατί νομίζεις ότι δεν πίνω πολύ;» «Εντάξει. Τότε θα σου παραγγείλω μπέρμπον». Όταν όμως δοκίμασε μια γουλιά απ’ το σκούρο υγρό, η Λίζα πείστηκε ότι τελικά θα ’ταν πολύ καλύτερα αν είχε πάρει λεμονάδα, αλλά αποφασισμένη να μην το παραδεχτεί, πήρε ένα αδιάφορο ύφος, περιμένοντας να λιώσουν τα παγάκια για να μην είναι τόσο δυνατό το ποτό. Η στρατηγική της, φυσικά, δεν τον κορόιδεψε. «Πώς σου φαίνεται σε σχέση με το σκοτσέζικο ουίσκι;» τη ρώτησε πειραχτικά. Εκείνη όμως ήταν αποφασισμένη να μην του επιτρέψει να κάνει άλλα σχόλια. «Έχεις ζήσει καθόλου στην Αγγλία;» «Εκεί πήγα πανεπιστήμιο». «Είχες Άγγλους συγγενείς;» «Ο παππούς μου ήταν απ’ τα Μίντλαντς. Μετανάστευσε στην Αμερική και έβγαλε αρκετά χρήματα, ώσπου σιγά σιγά άρχισε να χτίζει μια αυτοκρατορία που περιλάμβανε ναυπηγεία, κτηματομεσιτικές επιχειρήσεις και βιομηχανίες. Ωστόσο, αν και παντρεύτηκε εδώ κι απέκτησε οικογένεια, θεωρούσε ότι τα αγγλικά πανεπιστή​μια ήταν τα καλύτερα στον κόσμο και γι’ αυτό ο πατέρας μου, που ήταν μοναχογιός, πήγε στην Οξφόρδη». «Κι εσύ ακολούθησες τα βήματά του. Κάτι σαν οικογενειακή παράδοση δηλαδή. Πήγε κι αδερφός σου εκεί πανεπιστήμιο ή ήσουν κι εσύ μοναχοπαίδι;» Η αθώα ερώτησή της είχε ένα τελείως περίεργο αποτέλεσμα. Ο Θορν ξαφνικά πάγωσε και η έκφραση στο πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Όχι, είχα μια αδερφή», της απάντησε μετά από λίγο. Προσέχοντας ότι στην πρότασή του είχε χρησιμοποιήσει παρατατικό και καταλαβαίνοντας ότι πίσω απ’ την απάντησή του κρυβόταν κάποια τραγωδία, η Λίζα έψαξε απεγνωσμένα να αλλάξει θέμα συζήτησης, όταν εκείνος την πρόλαβε. «Πρέπει να ’σαι κουρασμένη. Καλύτερα να γυρίσουμε στο σπίτι». Όταν βρήκαν ταξί, έξω απ’ το μπαρ, έδωσε οδηγίες στον οδηγό πού να πάει και μετά τραβήχτηκε σε μια γωνία, μένοντας σιωπηλός σ’ όλη τη διάρκεια της επιστροφής. Όταν όμως έφτασαν σπίτι, η Λίζα πρόσεξε με ανακούφιση ότι η άγρια έκφραση είχε χαθεί απ’ το πρόσωπό του και φαινόταν πάλι ήρεμος και χαλαρωμένος. «Δεν ξέρω πώς να σ’ ευχαριστήσω», του είπε μπαίνοντας στο διαμέρισμα. «Πέρασα υπέροχα». «Κι εγώ το ίδιο». Βλέποντας το έκπληκτο ύφος της, πρόσθεσε: «Έχω βαρεθεί τις μοντέρνες γυναίκες που ενδιαφέρονται μόνο για το πώς φαίνονται κι


έχουν χάσει την ικανότητα να φέρονται απλά και να απολαμβάνουν τη ζωή». Τη βοήθησε να βγάλει τη ζακέτα της και το απαλό άγγιγμα των δάχτυλων του στο λαιμό της την έκανε να ανατριχιάσει. «Τι θα ’θελες να πιεις, πριν ξαπλώσεις;» Η Λίζα δεν ήθελε στην πραγματικότητα τίποτε, αλλά η επιθυμία της να μείνει μαζί του για λίγο ακόμα αποδείχτηκε πιο ισχυρή. «Ό,τι πιεις κι εσύ», του απάντησε. «Ύστερα θα κάνω ένα κρύο ντους και θα πάω στο κρεβάτι». «Αντί να κάνεις ντους, έχω μια καλύτερη ιδέα. Ένα λεπτό...» Εξαφανίστηκε στην κουζίνα και μετά από λίγο γύρισε μ’ ένα δίσκο μ’ ένα μπουκάλι παγωμένη σαμπάνια, μια κανάτα με πορτοκαλάδα και δύο ποτήρια. Ισορροπώντας το δίσκο στο ένα του χέρι, την έπιασε με το άλλο και την οδήγησε προς το γυμναστήριο, όπου στη μια άκρη υπήρχε μια τζαμένια πόρτα. «Πάτησε αυτό το κουμπί». Ακολουθώντας την πορεία του βλέμματός του, η Λίζα είδε ένα μικρό κουμπί στον τοίχο. Όταν το πάτησε, η τζαμένια πόρτα άνοιξε αθόρυβα, αφήνοντας να μπει μέσα το ζεστό βραδινό αεράκι. Δεξιά στη βεράντα υπήρχε ένα χαμηλό τραπεζάκι με μερικές πολυθρόνες και στη μέση ένα μικρό υπαίθριο τζακούζι. Το νερό στριφογύριζε αργά, ενώ οι ατμοί ανέβαιναν προς τα πάνω, σαν να ’ταν μαγεμένα τζίνι που έκαναν τη στιγμιαία εμφάνισή τους. «Τζακούζι», την πληροφόρησε ο Θορν, αφήνοντας το δίσκο στο τραπεζάκι. Καταλαβαίνοντας τι σκεφτόταν, η Λίζα ένιωσε να γίνεται κατακόκκινη. «Ξέρω πολύ καλά τι είναι το τζακούζι». «Έχεις μπει όμως ποτέ μέσα;» Δε θα παραδεχόταν ότι ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τζακούζι στη ζωή της. «Όχι». Εκείνος εξαφανίστηκε μέσα στο γυμναστήριο και μετά από λίγο βγήκε πάλι έξω κρατώντας δύο άσπρες ρόμπες. «Αυτή είναι η μεγάλη ευκαιρία για σένα. Θα ανακαλύψεις ότι είναι πολύ αναζωογονητικό». «Εγώ... δεν έχω μαγιό». Δεν ήταν αλήθεια. Αλλά μια και δεν είχε ποτέ πολλά λεφτά, το μαγιό που είχε ήταν κατάλοιπο απ’ το παρελθόν και την τραβούσε στο στήθος. Το είχε από τότε που πήγαινε ακόμα σχολείο και ήταν υποχρεωμένη να πηγαίνει στην πισίνα. Ούτε τολμούσε να φανταστεί ότι θα την έβλεπε ο Θορν να το φοράει! «Γλυκιά μου κοπέλα!» την κορόιδεψε εκείνος. «Τι το χρειάζεσαι το μαγιό; Γδύσου και μπες μέσα...» Στη διάρκεια της μέρας, το τζακούζι θα ’ταν καλυμμένο πίσω απ’ τις πελώριες γλάστρες με τα δέντρα. Το βράδυ βέβαια, με μόνο τα αστέρια από πάνω, τι σημασία είχε; Αλλά φυσικά, δεν ήταν αυτό το πρόβλημα. «Εκτός κι αν με ντρέπεσαι». Το ύφος του ήταν ειρωνικό, σαν να θεωρούσε τη στάση της πολύ συντηρητική. Η Λίζα έψαχνε να βρει τρόπο να βγει απ’ τη δύσκολη θέση, χωρίς να φανεί ότι είχε τόσο μεγάλη σημασία για εκείνη να τη δει γυμνή, όταν εκείνος πρόσθεσε αδιάφορα: «Δε θα κοιτάζω προς το μέρος σου». Και πάλι η Λίζα δίσταζε. Ο Θορν έβγαλε το πουκάμισό του και το πέταξε στην πολυθρόνα. «Τι περιμένεις λοιπόν;» τη ρώτησε προκλητικά.


Κεφάλαιο 3

Να τον πάρει ο διάβολος, σκέφτηκε η Λίζα. Δεν έπρεπε να αφήσει την πρόκληση αναπάντητη. Χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, άρχισε να ξεκουμπώνει το φόρεμά της. «Για να μην κοκκινίσεις, θέλεις να γυρίσω απ’ την άλλη;» τη ρώτησε εκείνος περιπαιχτικά. «Κάνε ό,τι νομίζεις», του απάντησε κοφτά, χωρίς να μπορεί να συγκρατηθεί. Στο κάτω κάτω, μπορεί να μη θεωρούσε το σώμα της τέλειο, αλλά δεν ντρεπόταν γι’ αυτό. Ξεκούμπωσε τελείως το φόρεμά της και το άφησε να πέσει στο πάτωμα. Την ίδια πορεία ακολούθησαν και τα εσώρουχά της. Έμεινε για λίγο ακίνητη, ενώ το φως απ’ το γυμναστήριο έλουζε τη λεπτή φιγούρα της. Ντυμένη ήταν τόσο αδύνατη, που έμοιαζε σαν αγόρι. Γυμνή όμως αποκαλύφτηκε ότι είχε ένα τέλειο σε αναλογίες σώμα, με στητά στήθη, μέση δαχτυλίδι, σμιλευτά πόδια και γοφούς. Ο Θορν πήρε μια βαθιά ανάσα και, γυρίζοντας προς το μέρος του, είδε μια έκφραση θαυμασμού και έκπληξης στο βλέμμα του. Κέρδισα τον ένα γύρο, σκέφτηκε η Λίζα θριαμβευτικά, καθώς κατέβαινε τα λιγοστά σκαλάκια για να μπει στο τζακούζι. Ή μήπως όχι; Δεν ήταν και τόσο σίγουρη. Τελικά είχε κάνει αυτό που της είχε ζητήσει ο ίδιος απ’ την αρχή. Κάθισε στον ξύλινο πάγκο, νιώθοντας το ζεστό νερό να την τυλίγει ως τους ώμους κι ακούμπησε το κεφάλι της στο στήριγμα πίσω. Από πάνω τα αστέρια έλαμπαν στον ουρανό και το φεγγάρι μισοκρυβόταν πίσω απ’ το λεπτό πέπλο ενός άσπρου σύννεφου. Το νερό εκτοξευόταν με δύναμη πάνω στο σώμα της και το νυχτερινό αεράκι τής χάιδευε απαλά το πρόσωπο. Αναστέναξε ικανοποιημένη. «Χαίρομαι που σ’ αρέσει», παρατήρησε ο Θορν. Τον είδε να βάζει σ’ ένα ποτήρι ένα κοκτέιλ σαμπάνιας και πορτοκαλάδας. Ήταν ολόγυμνος. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε ξαναδεί γυμνό άντρα. Ήθελε να τραβήξει το βλέμμα της, αλλά δεν μπορούσε. Είχε μείνει ακίνητη σαν μαγεμένη. Ήταν τόσο όμορφος! Λεπτός, μυώδης, γεμάτος χάρη, με φαρδιούς ώμους, λεπτούς γοφούς και μακριά πόδια. Το δέρμα του φαινόταν σαν μεταξένιο κάτω απ’ το απαλό φως. Το στήθος του ήταν γεμάτο μυς, ενώ το πυκνό τρίχωμα που το στόλιζε κατέληγε σ’ ένα τόξο χαμηλά στο στομάχι του... Ξαφνικά γύρισε προς το μέρος της και την έπιασε να τον κοιτάζει. Το κόκκινο χρώμα που έβαψε τα μάγουλά της δεν είχε καμιά σχέση με το ζεστό νερό. Με μεγάλη προσπάθεια τράβηξε το βλέμμα της μακριά. «Κοίτα με όσο θες», της είπε γελώντας. «Δεν είμαι ντροπαλός». Βούτηξε στο τζακούζι και κάθισε δίπλα της! «Ορίστε». Της έδωσε το ένα ποτήρι. «Για να δούμε αν θα σ’ αρέσει». «Είναι υπέροχο», σχολίασε η Λίζα, αφού ήπιε λίγο από το δροσιστικό ποτό, νιώθοντας την παρουσία του δίπλα της να την κρατάει σε εγρήγορση. «Μην κάθεσαι τόσο τεντωμένη», την πείραξε εκείνος, καταλα​βαίνοντας τη δυσφορία της. «Δεν πρόκειται να σου ορμήσω». «Ούτε που το σκέφτηκα!» «Τότε χαλάρωσε και απόλαυσέ το». Αλλά ήταν αδύνατον. Όταν άδειασε το ποτήρι της, εκείνος το πήρε απ’ τα παγωμένα δάχτυλά της και το ακούμπησε στο πάτωμα δίπλα του. Το νερό στριφογύριζε πάνω στο σώμα της, χαϊδεύοντάς το απαλά. Η Λίζα το ένιωθε χαλαρωτικό, αναζωογονητικό και ερωτικό ταυτόχρονα και σιγά σιγά ηρέμησε, πείθοντας τον εαυτό της να το ευχαριστηθεί. Εκείνος θα πρέπει κάποια στιγμή να μετακινήθηκε ελαφρά, γιατί ένιωσε ξαφνικά το γυμνό μηρό του πάνω στο δικό της. Ανακάθισε αμέσως, χωρίς να τολμάει ούτε ανάσα να πάρει. Ήθελε να φύγει μακριά του... και δεν ήθελε. «Κοιμάσαι;» τη ρώτησε ο Θορν απαλά. Ένιωσε την ανάσα του καυτή πάνω στα χείλη της κι άνοιξε αμέσως τα μάτια της. Της χαμογέλασε και, κλείνοντας τα δικά του μάτια, έσκυψε αργά προς το μέρος της. Με την άκρη της γλώσσας του, χάιδεψε τα χείλη της κι ύστερα την πίεσε να τα ανοίξει. Η Λίζα ένιωσε να χάνεται αβοήθητη... να πνίγεται στη γλύκα του φιλιού του. Ήταν το πιο υπέροχο, το πιο αισθησιακό συναίσθημα που είχε νιώσει ποτέ στη ζωή της και πολύ θα ήθελε να μην τέλειωνε. Όταν τραβήχτηκε μακριά της, εκείνη αναστέναξε βαθιά κι άνοιξε τα μάτια της. Το πρόσωπό του απείχε μόνο μερικά εκατοστά απ’ το δικό της και στο βλέμμα του υπήρχε μια περίεργη θριαμβευτική έκφραση. Η Λίζα ένιωσε σαν να την είχε περιλούσει με κρύο νερό. Εκείνος είδε την έκφρασή της να αλλάζει, μα αμέσως φρόντισε να καλυφθεί. Ήταν όμως αργά. Η ζημιά είχε γίνει. «Θα ’θελα να βγω», ψιθύρισε. «Φυσικά». Ο Θορν βγήκε απ’ το τζακούζι, πήρε μια απ’ τις ρόμπες και την τύλιξε γύρω της. «Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια βουτιά στην πισίνα», της πρότεινε. «Τέτοια ώρα θα ’μαστε τελείως μόνοι». Η Λίζα έδεσε σφιχτά τη ζώνη γύρω απ’ τη μέση της, κουνώντας το κεφάλι αρνητικά. «Όχι, ευχαριστώ». Μάζεψε τα ρούχα και τα παπούτσια της. «Προτιμώ να κάνω ένα κρύο ντους κι ύστερα να ξαπλώσω». Ξέροντας ότι είχε κάνει λάθος στις κινήσεις του, ο Θορν δεν έκανε καμιά προσπάθεια να της αλλάξει γνώμη. Τη συνόδευσε σιωπηλός ως το δωμάτιό της και η Λίζα άνοιξε την πόρτα, μουρμουρίζοντας ένα «καληνύχτα», έτοιμη να μπει μέσα και να εξαφανιστεί. «Θα πάμε στην πισίνα για βουτιά αύριο το πρωί. Θα σου χτυπήσω την πόρτα γύρω στις έξι». «Σου είπα ότι δεν έχω μαγιό... Αποκλείεται να κολυμπήσω γυμνή». «Φυσικά. Καληνύχτα, Λίζα». Μέσα στην ασφάλεια του δωματίου, με την πόρτα κλεισμένη πίσω της, η Λίζα άρχισε να ετοιμάζεται για ύπνο. Μα γιατί στην ευχή είχε φερθεί τόσο απερίσκεπτα, τόσο έξω απ’ το χαρακτήρα της; Μάλλον θα έφταιγε το δυνατό ποτό που είχε δοκιμάσει στο μπαρ. Τότε όμως θα ’ταν καλύτερα, είτε ένιωθε σαν πιτσιρίκι είτε όχι, να παραγγέλνει μόνο λεμονάδα. Είχε φερθεί τελείως ανόητα! Ακούς εκεί να γδυθεί έτσι! Πού ήταν η περηφάνια και η αξιοπρέπειά της; Κι ας πήγαιναν να πνιγούν αυτά! Πού είχε το μυαλό της; Αν ο Θορν συνέχιζε να τη φιλάει, πολύ εύκολα θα κατέληγε στο κρεβάτι του! Η σκέψη την τάραξε. Άλλο ήταν να σκέφτεται και να της αρέσει η ιδέα να ζήσει επικίνδυνα, να παίξει με τη φωτιά και τελείως διαφορετικό να το έκανα κιόλας! Ποτέ της όμως δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο έντονη μπορεί να ήταν η φυσική έλξη. Μα για ποια φυσική έλξη μιλούσε; Ήταν ερωτευμένη μαζί του! Τόσο γρήγορα. Τόσο απότομα. Δεν ήταν το είδος της αγάπης που βασιζόταν στο σεβασμό και την αμοιβαία συμπάθεια, αλλά ένα ξαφνικό συναίσθημα που την έκανε να νιώθει σαν να είχε φάει γροθιά στο σαγόνι. Είχε επιζητήσει το άγγιγμά του, πεινούσε για το φιλί του. Κάτι που φυσικά ένας άνθρωπος με τη δική του πείρα, το είχε καταλάβει αμέσως.


Θυμήθηκε το αδιάφορο βλέμμα του, όταν είχαν συναντήσει την ερωτοχτυπημένη Κάρολ και βόγκηξε. Ακόμα και τότε ήξερε ότι μισούσε την ιδέα να τον δει να την κοιτάζει έτσι. Δεν έπρεπε να του δώσει κανένα δικαίωμα! Όσο κι αν της κόστιζε αυτό, θα ’πρεπε να καλύψει τη φυσική έλξη που ένιωθε και να βεβαιωθεί ότι δε θα του έδινε την ευκαιρία να τη γελοιοποιήσει. Γιατί αυτός ήταν ο σκοπός του. Της το είχε αποδείξει η έκφραση θριάμβου στο πρόσωπό του. Αν το φιλί του ήταν γνήσιο, θα είχε αντιδράσει τελείως διαφορετικά. Για εκείνον το να κάνει τις γυναίκες να πέφτουν στα πόδια του θα ’ταν, προφανώς, ένα άκαρδο παιχνίδι που το ήξερε πολύ καλά. Αλλά ήταν γελασμένος, αν νόμιζε ότι το ίδιο θα μπορούσε να κάνει και μαζί της! Ξάπλωσε στο κρεβάτι και χτύπησε με δύναμη το μαξιλάρι, ευχόμενη να ’ταν ο ίδιος ο Θορν μπροστά της. Ήταν ένα υπεροπτικό γουρούνι! Πώς μπόρεσε να ερωτευτεί έναν τέτοιο άντρα; Είχε συμβεί όμως. Επομένως, ώσπου να καταφέρει να σκοτώσει αυτό τον έρωτα, θα ’πρεπε να τον κρύψει, διαφορετικά θα βρισκόταν στο έλεος του Θορν. Όπως και η κακομοίρα η Κάρολ... Μακάρι να μην ήταν παγιδευμένη στο σπίτι του για τις επόμενες τρεις βδομάδες! Μακάρι να μην έπρεπε να τον δει την άλλη μέρα... Δε γινόταν όμως. Το μόνο που της έμενε ήταν να διατηρήσει την ψυχραιμία της και να μην τον αφήσει να την επηρεάσει. Θα απέδιδε την ανόητη συμπεριφορά της στο ουίσκι και με λίγη τύχη μπορεί εκείνος να την πίστευε. Αν τον έπειθε ότι έμενε ανεπηρέαστη απ’ τη γοητεία του, τότε θα σταματούσε να την προσέχει και θα την άφηνε ήσυχη, με την περηφάνια της άθικτη. Μόλις τελείωνε η υποχρεωτική τους συγκατοίκηση, θα φρόντιζε να μην τον ξαναδεί. Με αυτές τις σχετικά αισιόδοξες σκέψεις, την πήρε ο ύπνος. * Την ξύπνησε ένα ελαφρύ χτύπημα στην πόρτα. «Έλα, υπναρού», ακούστηκε η φωνή του Θορν. «Είναι σχεδόν έξι και τέταρτο». Μουρμουρίζοντας μερικές ακατάληπτες βρισιές, η Λίζα παραμέρισε το ελαφρύ σκέπασμα και σηκώθηκε όρθια. Φόρεσε τη ρόμπα της και άνοιξε την πόρτα με μάτια μισόκλειστα, ενώ το σύννεφο απ’ τις καστανές μπούκλες της έπεφτε αχτένιστο στους ώμους της. Φρεσκοξυρισμένος, με μαλλιά υγρά ακόμα απ’ το ντους και φορώντας παντόφλες στα πόδια, ο Θορν της χαμογέλασε φιλικά. «Καλημέρα». Παρά τις αποφάσεις της, η καρδιά της άρχισε να χτυπάει με εκπληκτική ταχύτητα. «Κοιμήθηκες καλά;» τη ρώτησε. «Πολύ καλά, ευχαριστώ», του απάντησε ευγενικά. «Εσύ;» «Όχι τόσο καλά όσο συνήθως», παραδέχτηκε εκείνος. Ξάγρυπνος, με τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι, τη σκεφτόταν καθισμένη δίπλα του γυμνή στο τζακούζι, λεπτή και τόσο αθώα και συγχρόνως τόσο αισθησιακή. Πέρα απ’ την ευχαρίστηση που είχε νιώσει για το υπέροχο σώμα της, θυμόταν το κουράγιο της, το βλέμμα που του είχε ρίξει, τον τρόπο που είχε αντιδράσει στο πείραγμά του. Την είχε βρει ενδιαφέρουσα και διαφορετική και αν δεν ήταν αυτή που ήταν... Διώχνοντας απότομα τις σκέψεις απ’ το μυαλό του, προσπάθησε να συγκεντρωθεί. «Είσαι έτοιμη για μπάνιο;» τη ρώτησε. «Σου είπα ότι δεν έχω μαγιό». «Έχεις». Της έδωσε ένα μικρό πακέτο. «Θα πρέπει να ’ναι το κατάλληλο νούμερο. Τρέχα να αλλάξεις. Σου δίνω πέντε λεπτά». Προτού προλάβει να του φέρει την παραμικρή αντίρρηση, είχε εξαφανιστεί. Η Λίζα άνοιξε το κουτί και κάτω απ’ τα διάφορα χαρτιά, τράβηξε ένα απλό μπικίνι, χρυσαφί με καφέ βούλες, μαζί με μια ταιριαστή πουκαμίσα και μια ελαστική κορδέλα. Ήταν ακριβώς στο νούμερό της. Πού στην ευχή το είχε βρει; Αν κι ήξερε πολύ καλά ότι δεν είχε χρήματα για να αγοράσει κάτι τόσο ακριβό, η περιέργεια την έσπρωξε να το δοκιμάσει. Το κάτω μέρος του μαγιό ανέβαινε ως ψηλά στην κοιλιά, ενώ στα πλάγια ήταν πολύ κομμένο, τονίζοντας τα πόδια της που φαίνονταν πολύ ψηλότερα, ενώ το σουτιέν ήταν χωρίς τιράντες. Φυσικά, είχε άψογη εφαρμογή και μια ματιά στον καθρέφτη την έπεισε ότι την έκανε να φαίνεται τέλεια. Είχε μείνει με τα μάτια ορθάνοιχτα απ’ την έκπληξη, βλέποντας μπροστά της τη γνώριμη φιγούρα της να έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα εξωτικό πλάσμα, όταν ένα έντονο χτύπημα στην πόρτα την προειδοποίησε ότι είχαν περάσει τα πέντε λεπτά. Αυτή τη φορά, όταν άνοιξε την πόρτα, είδε ότι ο Θορν κρατούσε μερικές πετσέτες στο χέρι του. «Ωραία, είσαι έτοιμη. Πάμε». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν μπορώ... να το φορέσω». «Είσαι κούκλα», της απάντησε με ειλικρίνεια. «Μεταμορφώθηκες από γατούλα σε μια κομψή πανέμορφη αγριόγατα». «Το πορτοφόλι μου δε φτάνει για τέτοια πανάκριβα ρούχα», τον πληροφόρησε κοφτά, προσπαθώντας να αγνοήσει το τελείως εξωφρενικό κομπλιμέντο του. «Είναι ήδη πληρωμένο». «Ευχαριστώ», του απάντησε παγωμένα, «αλλά δεν έχω καμιά πρόθεση να σ’ αφήσω να μου αγοράζεις ρούχα». «Αν σ’ ενοχλεί τόσο πολύ, θα φροντίσω να με πληρώσει ο αδερφός σου», της απάντησε ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους του. «Ούτε έχω σκοπό να απομυζήσω τα χρήματα του Μαρκ». Προτιμούσε να φορέσει το παλιό της μαγιό ή να μην πάει καθόλου. Αν εκείνος είχε δείξει το παραμικρό ίχνος εκνευρισμού ή ενόχλησης ή αν είχε προσπαθήσει να την πιέσει, μπορεί και να είχε κερδίσει αυτή τη μικρή μάχη. Αντίθετα, βλέποντας πόσο αποφασισμένη ήταν, προτίμησε να συμβιβαστεί. «Εντάξει, σε θαυμάζω για το ήθος σου, αλλά ας μην ξεκινήσουμε τη μέρα μας με καβγά. Μπορείς να με ξεπληρώσεις όταν πιάσεις δουλειά. Εξάλλου, αν το επιστρέψω, ο Τζο θα απογοητευτεί». «Ο Τζο; Τι σχέση έχει ο Τζο με το μαγιό;» «Η γυναίκα του έχει μια μικρή μπουτίκ. Του τηλεφώνησα πριν ξαπλώσω χτες το βράδυ και του είπα τι ήθελα. Όταν ήρθε για δουλειά σήμερα το πρωί στις πεντέμισι, μου έφερε μερικά μαγιό για να διαλέξω. Όπως βλέπεις, ο Τζο και η γυναίκα του μπήκαν σε τόσο κόπο μόνο και μόνο για να μπορέσουμε να κολυμπήσουμε μαζί. Εκτός βέβαια αν δε θες». Προσπάθησε να του πει ότι δεν ήθελε, αλλά θα ’ταν ψέματα. Η κοινή λογική τής έλεγε ότι θα ’ταν μεγάλο λάθος για πολλούς και διάφορους λόγους και πάλι όμως της ήταν αδύνατον να υπακούσει. «Τι περιμένουμε, λοιπόν;» ρώτησε μετά από λίγο ο Θορν, διαβάζοντας την απάντηση στο εκφραστικό της πρόσωπο. «Πρέπει να φορέσω τα σανδάλια μου». Όταν το ασανσέρ σταμάτησε στο ισόγειο και βγήκαν έξω, η Λίζα πρόσεξε με ιδιαίτερη χαρά ότι όλος ο χώρος, με τις πολύχρωμες ομπρέλες και τα πολυάριθμα λουλούδια, ήταν άδειος και ότι το μπαρ, αν κι είχε τα φώτα του αναμμένα, ήταν ακόμα κλειστό. Ο Θορν έβγαλε τα σανδάλια και το μπουρνούζι του και πέταξε τις πετσέτες σε μια πολυθρόνα Φορούσε ένα εφαρμοστό μαύρο μαγιό που τόνιζε τους


γοφούς και τα πόδια του. Φαινόταν μαυρισμένος και καλογυμνασμένος και φυσικά επικίνδυνα γοητευτικός. Η Λίζα πίεσε τον εαυτό της να τραβήξει το βλέμμα της μακριά. «Παραβγαίνουμε ως την άλλη άκρη;» της πρότεινε. Αν κι ήξερε ότι δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να τον κερδίσει, έβγαλε τα σανδάλια της και την πουκαμίσα και τον ακολούθησε ως την άκρη της πισίνας. «Σ’ αφήνω να ξεκινήσεις πρώτη», της είπε. Αυτό σήμαινε φυσικά ότι θα την έβλεπε τη στιγμή που θα έκανε τη βουτιά, αλλά δεν μπορούσε να του πει όχι. «Τι μεγαλόψυχος που είσαι!» τον πείραξε. Παίρνοντας τη σωστή θέση, εκτινάχτηκε με δύναμη και βούτηξε στο δροσερό νερό. Ξέροντας ότι η βουτιά της ήταν αρκετά καλή για κάποιον που είχε μείνει χωρίς εξάσκηση για τόσο καιρό, ξεκίνησε δυνατά για την άλλη πλευρά της πελώριας πισίνας. Μετά από μερικά λεπτά, ο Θορν βρέθηκε δίπλα της και κρατήθηκε στην ίδια θέση με ένα αργό ρυθμικό κρόουλ. Έφτασαν στο τέρμα μαζί. «Ελπίζω να μην το πάρεις πάνω σου που δε σε κέρδισα». «Έλα τώρα! Θα μπορούσες να με είχες κερδίσει πολύ άνετα». «Πάντα κερδίζω σ’ όσα θέλω να κερδίσω...» της απάντησε χαμογελώντας. Νιώθοντας μπερδεμένη απ’ το περίεργο βλέμμα του, η Λίζα δεν κρατήθηκε. «Δηλαδή δεν έχεις μάθει πώς να χάνεις και να διατηρείς την αξιοπρέπειά σου;» Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όποιος χάνει είναι χαμένος. Αυτό μετράει μόνο». Ξαφνιασμένη απ’ τη σκληράδα των λόγων του, η Λίζα γύρισε γρήγορα κι άρχισε να κολυμπάει πρόσθιο. Ως τις επτά, είχαν ήδη κατεβεί αρκετοί ένοικοι της πολυκατοικίας, που βούτηξαν μαζί τους στην πισίνα. Κάποια στιγμή ο Θορν τη ρώτησε αν ήθελε να σταματήσουν. «Ναι», απάντησε η Λίζα. «Εσύ συνέχισε, αν θες». «Θα προτιμούσα να πιω λίγο καφέ». Βγήκε έξω πρώτος κι αμέσως γύρισε απλώνοντας τα χέρια του για να τη βοηθήσει. Την τράβηξε έξω σαν να ’ταν μικρό παιδί και την τύλιξε σε μια απ’ τις άσπρες πετσέτες. Το μπαρ είχε ανοίξει πια και στην ατμόσφαιρα επικρατούσε μια υπέροχη μυρωδιά από φρέσκο καφέ, τηγανίτες και σιρόπι. Μόλις σκουπίστηκαν και διάλεξαν ένα τραπέζι, ο Θορν πήγε ως το μπαρ και γύρισε φέρνοντας δύο φλιτζάνια με ζεστό αχνιστό καφέ και μερικά φρεσκοψημένα ντόνατς βουτηγμένα σε καφέ ζάχαρη. «Ήταν υπέροχα!» σχολίασε η Λίζα μετά από λίγο, καταπίνοντας την τελευταία μπουκιά με όρεξη. «Ευχαριστήθηκα αφάνταστα τη βουτιά μας». «Όπως και το τζακούζι χτες το βράδυ;» Η Λίζα ένιωσε το πρόσωπό της να γίνεται κατακόκκινο. «Δε χρειάζεται να κάνεις έτσι. Έχω ξαναδεί γυμνή γυναίκα, ξέρεις». Όχι όμως εκείνη! «Δεν είναι έγκλημα να χαλαρώνεις πού και πού για λίγο». Το θέμα ήταν ότι είχε παραχαλαρώσει! «Δε θυμάμαι και πάρα πολλά», του είπε ψέματα. «Ίσως θα έπρεπε να είχα ακολουθήσει τη συμβουλή σου και να μην είχα πιει ουίσκι». Εκείνος δεν έδωσε σημασία στις δικαιολογίες της. «Θυμάσαι όμως πώς ανταποκρίθηκες στα φιλιά μου;» «Δεν πρόκειται να ξανασυμβεί», του απάντησε κοφτά, αφήνοντας στην άκρη το θέατρο. «Πολύ σίγουρη μου φαίνεσαι». «Είμαι». «Εννοείς ότι δε σου άρεσε που σε φίλησα;» «Εννοώ ότι δε μ’ αρέσει να με γελοιοποιούν». «Να σε γελοιοποιούν;» Επομένως είχε σκοπό να της κάνει το χαζό. «Γιατί με φίλησες;» Για μια στιγμή τής φάνηκε σαν να ξαφνιάστηκε και να ενοχλήθηκε απ’ την ερώτησή της. «Γιατί φιλάει ένας άντρας μια γυναίκα;» τη ρώτησε. «Εσύ είσαι ο άντρας. Επομένως, εσύ θα μου πεις». «Επειδή δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό», της απά​ντησε με το βλέμμα καρφωμένο στα χείλη της. «Δε νομίζω ότι στη δική σου περίπτωση ήταν αυτός ο λόγος». «Μου φαίνεται ότι υποτιμάς τα κάλλη σου, γλυκιά μου. Αν θυμάσαι καλά, ήσουν ιδιαίτερα ελκυστική...» «Θυμάμαι πολύ καλά τη θριαμβευτική σου έκφραση!» «Αυτό το λες σαν να με κατηγορείς για κάτι». «Ναι». «Γιατί; Τι περίμενες; Μου άρεσε το φιλί σου και κάθε φυσιολογικός άντρας νιώθει αυτή τη θριαμβευτική διάθεση, όταν ανταποκρίνεται έτσι η γυναίκα που του άρεσε». Νιώθοντας να χάνει τον έλεγχο των πραγμάτων, η Λίζα τον κοίταζε χωρίς να μιλάει. «Θα προτιμούσες να φαινόμουν απογοητευμένος; Αδιάφορος;» «Όχι», παραδέχτηκε εκείνη. «Αλλά σκέφτηκα ότι ήθελες... ότι έπαιζες... προσπαθώντας να με ρίξεις...» Ο Θορν βλαστήμησε από μέσα του. Τελικά η μικρή, αν και αθώα, ήταν πολύ πιο έξυπνη απ’ ό,τι φανταζόταν. «... ότι για σένα ήταν μόνο ένα παιχνίδι». «Θες να πεις ότι ήθελα απλώς να μεγαλώσω τον αριθμό των κατακτήσεων μου». «Ναι. Αυτό ακριβώς εννοώ!» Πρόσεξε μια έκφραση ανακούφισης στο πρόσωπό του. «Αλλά νομίζω ότι το είχες πάρει τόσο αστεία το θέμα, που δεν είχες σκοπό να...» Σταμάτησε κοκκινίζοντας. «Τι; Να σε ρίξω στο κρεβάτι;» τέλειωσε την πρόταση στη θέση της. «Γλυκιά μου, κάθε φυσιολογικός άντρας θα ’θελε να το κάνει αυτό». Ακολούθησε μια σιωπή ανάμεσά τους, που την έσπασε πρώτος εκείνος σαν να είχε σκεφτεί το θέμα σοβαρά και να είχε πάρει την απόφασή του. Άπλωσε το χέρι του κι έπιασε το δικό της. «Έχεις δίκιο για ένα πράγμα μόνο. Πράγματι ήθελα να σε ρίξω...» Υποσυνείδητα, η Λίζα το είχε μισοπιστέψει. Ακούγοντάς τον ωστόσο να το παραδέχεται ανοιχτά, ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω απ’ τα πόδια της. «Κάνεις λάθος όμως για όλα τα άλλα», συνέχισε εκείνος. «Δεν ήταν παιχνίδι. Δεν έπαιζα μαζί σου. Ποτέ στη ζωή μου δεν αντιμετώπισα ένα θέμα πιο σοβαρά». Τον τραβούσε επομένως η αθωότητά της και του είχε ανοίξει η όρεξη. Την ήθελε για φιλενάδα του. Για πόσο όμως; Για μερικές βδομάδες; Για μήνες; Και μετά τι; Προφανώς, θα την πετούσε στο δρόμο για να πάρει τη θέση της κάποια άλλη. Εκείνος της χαμογέλασε και σηκώνοντας το χέρι της, το έφερε στα χείλη του, φίλησε την παλάμη της και μετά έκλεισε τα δάχτυλά της σαν να την έβαζε να


κρατήσει το φιλί του. Η Λίζα ανατρίχιασε και φυσικά εκείνος το πρόσεξε αμέσως. Καταλαβαίνοντας πολύ καλά τον κίνδυνο που διέτρεχε, όχι μόνο εξαιτίας της δικής του συμπεριφοράς, αλλά κυρίως λόγω των δικών της συναισθημάτων, σήκωσε ψηλά το κεφάλι και τον κοίταξε σταθερά. «Σε πληροφορώ, λοιπόν, ότι δεν έχω καμιά διάθεση να κάνω σχέση μαζί σου». «Ποιος σου είπε ότι έχω εγώ;» Νιώθοντας απίστευτα ηλίθια, η Λίζα κατάφερε να ψελλίσει: «Συγνώμη... νόμισα...» «Θέλω να σε παντρευτώ». Λες και σταμάτησε ξαφνικά η γη να γυρίζει. «Το στόμα σου είναι ανοιχτό. Και μου δίνει ιδέες που δεν μπορώ να εφαρμόσω δυστυχώς σε δημόσιο χώρο. Έλα». Μάζεψε τα πράγματά τους, την έπιασε απ’ το χέρι και την τράβηξε προς το ασανσέρ. Μόλις έκλεισε πίσω τους η πόρτα, άφησε τις πετσέτες που κρατούσε να πέσουν κάτω και, προτού η Λίζα προλάβει να πάρει μια ανάσα, την τράβηξε με δύναμη προς το μέρος του. Εκείνη αυθόρμητα αρπάχτηκε απ’ τη ρόμπα του και ξαφνικά ένιωσε κάτω απ’ τις παλάμες της τη ζεστασιά του σώματός του. Σήκωσε το κεφάλι της και για μια ατέλειωτη στιγμή τον κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα. Εκείνος της χαμογέλασε και η έκφρασή του έδειχνε ότι το παιχνίδι είχε ήδη ξεκινήσει κι ότι ήθελε να της δώσει να το καταλάβει απόλυτα. Έχοντας το ένα του χέρι περασμένο γύρω της, ανασήκωσε το πιγούνι της με το άλλο κι άρχισε να τη φιλάει παθιασμένα. Δεν υπήρχαν και πολλά ρούχα ανάμεσά τους, και η Λίζα ένιωσε τον ερεθισμό του που την πίεζε και αμέσως άναψε κι ο δικός της πόθος. Το χέρι του γλίστρησε από το πιγούνι της κάτω απ’ την πουκαμίσα. Ο μικροσκοπικός στηθόδεσμος της πρόσφερε ελάχιστη προστασία, αλλά τα επίμονα δάχτυλά του απομάκρυναν κι αυτό το τελευταίο εμπόδιο για να τυλιχτούν δυνατά γύρω απ’ το γυμνό στήθος της. Όταν άρχισε να της χαϊδεύει τη θηλή με τον αντίχειρά του, το στομάχι της δέθηκε σε κόμπο και το μυαλό της έπαψε τελείως να λειτουργεί. Ήταν σαν να ήταν μέσα σ’ ένα τρενάκι του λούνα παρκ και στην ψηλότερη κορυφή απ’ όπου έπεφτε ανεξέλεγκτα προς τα κάτω. Όταν εκείνος την άφησε και τραβήχτηκε, τα πόδια της έτρεμαν και με δυσκολία στεκόταν όρθια. Της τακτοποίησε τα ρούχα και χάιδεψε απαλά με την άκρη των δαχτύλων του το στήθος της. Για μια ακόμα φορά έσκυψε το κεφάλι του και χάιδεψε τις άκρες των χειλιών της με τη γλώσσα του, ξετρελαίνοντάς την ακόμα περισσότερο. «Ζάχαρη...» «Τι;» «Σου έχει μείνει λίγη ζάχαρη γύρω απ’ το στόμα». Μόνο εκείνη τη στιγμή πρόσεξε η Λίζα ότι το ασανσέρ είχε σταματήσει κι ότι η πόρτα είχε ανοίξει. Ευτυχώς που δεν έμενε κανένας άλλος σ’ αυτό τον όροφο. Ο Θορν πέρασε το χέρι του γύρω απ’ τους ώμους της και την οδήγησε προς το σαλόνι. Το σπίτι φαινόταν για μια φορά ακόμα άδειο. «Λέω να καθίσουμε στον ήλιο για λίγο, προτού αλλάξουμε». Χωρίς να περιμένει απάντηση, άνοιξε την πόρτα και την οδήγησε στη βεράντα. Η Λίζα ήταν τόσο μπερδεμένη που, ακόμα κι αν της είχε προτείνει να πετάξουν, θα τον είχε ακολουθήσει χωρίς κανένα δισταγμό. Ο γαλανός ουρανός ήταν ασυννέφιαστος και οι πλάκες κάτω απ’ τα γυμνά πόδια της είχαν αρχίσει να καίνε, αλλά ούτε που το πήρε είδηση. Τη βοήθησε να βγάλει την πουκαμίσα της και, αφού πέταξε κι εκείνος τη ρόμπα του μακριά, ξάπλωσαν στις σεζλόνγκ δίπλα δίπλα. Μετά από αρκετή ώρα, που στη Λίζα φάνηκε σαν ολόκληρος αιώνας, άρχισαν οι αισθήσεις της να επανέρχονται στη φυσιολογική τους κατάσταση. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της, νιώθοντας τις ακτίνες του ήλιου να τη χτυπάνε και άκουσε αμυδρά τον πνιγμένο θόρυβο απ’ τα αυτοκίνητα κάτω στο δρόμο. Το μυαλό της όμως ακόμα ήταν σκοτεινιασμένο κι ανίκανο να αφομοιώσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Ο Θορν γύρισε προς το μέρος της. «Τα τελευταία δέκα λεπτά είπες μόνο μια λέξη. Το ήξερα ότι η πρότασή μου θα σου δημιουργούσε έκπληξη, αλλά δεν περίμενα ότι θα έμενες άφωνη». Η πρότασή μου. Επομένως πράγματι είχε πει: Θελω να σε παντρευτώ. «Μου έκανες πλάκα φυσικά», του απάντησε ξεροκαταπίνοντας. «Με κορόιδευες». Η σιωπή που ακολούθησε ήταν η απάντησή του. «Μα γιατί να θες να με παντρευτείς;» Ο τόνος της φωνής της έδειχνε το πόσο μπερδεμένη ένιωθε. «Θέλω τα λεφτά σου». «Μακάρι να μου απαντούσες σοβαρά». «Έχεις δίκιο, γλυκιά μου. Ο γάμος είναι σοβαρή υπόθεση. Στο παρελθόν πάντα τον απέφευγα». «Ποτέ...» «Ποτέ μου δεν έχω ζητήσει από άλλη γυναίκα να με παντρευτεί. Κάποτε ήμουν έτοιμος να το κάνω, αλλά επικράτησε η κοινή λογική». «Τότε, γιατί διάλεξες εμένα;» «Εσύ γιατί λες;» «Δεν έχω ιδέα». Της χαμογέλασε ειρωνικά. «Ίσως περίμενα την κατάλληλη γυναίκα που να μου ταιριάζει». «Δε νομίζω ότι σου ταιριάζω. Δεν είμαι ούτε έξυπνη ούτε μοντέρνα ούτε όμορφη. Δεν ανήκω καν στον κύκλο σου». «Είναι ο κύκλος μου τόσο διαφορετικός απ’ το δικό σου;» «Είμαι σίγουρη πως ναι». «Αυτό είναι τελείως υποθετικό. Δε σου έχει δοθεί η ευκαιρία να δεις αν είναι αλήθεια ή όχι». «Ποτέ δε θα μπορούσα να ταιριάξω με τον κύκλο σου. Δεν είμαι ούτε πλούσια ούτε κοινωνικά αποδεκτή». «Θα γίνεις, όταν θα είσαι γυναίκα μου». Ακουγόταν τόσο σίγουρος, τόσο απόλυτος! «Και τώρα που το τακτοποιήσαμε κι αυτό...» Η Λίζα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν καταλαβαίνω γιατί θες να παντρευτείς μια γυναίκα που τη γνωρίζεις λιγότερο από σαράντα οχτώ ώρες». «Θα πρέπει να κατάλαβες κι εσύ την αμοιβαία έλξη που υπάρχει ανάμεσά μας απ’ την αρχή. Είναι το απαραίτητο συστατικό κάθε επιτυχημένου γάμου». «Ναι, αλλά χρειάζεται κάτι παραπάνω. Η έλξη μόνη της είναι απλώς η βάση μιας σχέσης». «Εσύ είπες ότι δεν έχεις σκοπό να σχετιστείς μαζί μου». «Κι εσύ είπες ότι δεν είναι αυτό που θέλεις». «Σωστά. Δε θέλω σχέσεις. Θέλω να σε κάνω γυναίκα μου». «Αυτό δεν καταλαβαίνω! Δεν είμαι κάποιο ασυνήθιστο πλάσμα. Γιατί;» Όταν ο Θορν είχε αποφασίσει να της κάνει την πρόταση γάμου δεν είχε υπολογίσει ότι θα ήταν τόσο δύσκολο να την πείσει ούτε ότι θα του έφερνε τόσες αντιρρήσεις. Χωρίς να θέλει να κολακέψει τον εαυτό του, ήξερε ότι εξαιτίας της περιουσίας και του τρόπου της ζωής του, πολλές γυναίκες θα άρπαζαν την ευκαιρία που


πρόσφερε σαν τρελές. Ούτε καν θα τον ρωτούσαν για τα κίνητρά του. Αυτή η μικροκαμωμένη κοπέλα όμως απαιτούσε με πάθος να μάθει το γιατί. Σηκώθηκε όρθιος και κάθισε δίπλα της. Το βλέμμα του τη χάιδεψε απ’ την κορυφή του κεφαλιού της ως τις άκρες των ποδιών της και πάλι προς τα πίσω. Η Λίζα έγινε κατακόκκινη, νιώθοντας γυμνή μπροστά του. Έσκυψε προς το μέρος της, αναζητώντας το στόμα της. Βάζοντας το ένστικτο της αυτοσυντήρησης να δουλέψει, η Λίζα κατάφερε να κρατήσει τα χείλη της κλειστά. Με την άκρη της γλώσσας του χάιδεψε τα χείλη της απαλά κι ύστερα κατέβηκε προς το λακκάκι στο πιγούνι και σιγά σιγά στο λαιμό της. Ήταν ένα τόσο ερωτικά αισθησιακό χάδι, που η Λίζα προσπάθησε να τον διώξει. Όταν εκείνος όμως ένιωσε τα χέρια της στο γυμνό του στήθος, αναστέναξε βαθιά. «Ωραία. Χάιδεψέ με», της ψιθύρισε. Αυτό ήθελε. Πόσο το ήθελε! Αλλά κάποιο ίχνος λογικής που της είχε απομείνει την προειδοποίησε ότι, αν το έκανε, από κει και μετά θα ήταν χαμένη. Κατάφερε να μείνει ακίνητη. «Άνοιξε το στόμα σου, Λίζα», της ψιθύρισε. Όταν κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, άρχισε να της δαγκώνει παιχνιδιάρικα τα χείλη. Μη μπορώντας να συγκρατηθεί άλλο, εκείνη αναστέναξε ελαφρά. Ο Θορν εκμεταλλεύτηκε αμέσως την ευκαιρία και το φιλί του έγινε πιο έντονο, ερωτικό και παθιασμένο. Η Λίζα ένιωσε τις αισθήσεις της να γίνονται ένα κουβάρι. «Υπάρχει έλξη ανάμεσά μας», της είπε ανασηκώνοντας το κεφάλι του. «Είναι ένας πολύ καλός λόγος για γάμο. Υπάρχουν κι άλλοι όμως. Θες να σου τους απαριθμήσω;» Η Λίζα δεν απάντησε. Έμεινε ακίνητη, προσπαθώντας να σώσει κάποια ίχνη αξιοπρέπειας. «Είσαι καλή και γλυκιά», συνέχισε εκείνος. «Επιπλέον η εξυπνάδα σου είναι πολύ αναζωογονητική. Μ’ αρέσει ο ενθουσιασμός σου, ο απλός τρόπος που απολαμβάνεις τη ζωή... Αν και πέρασες δύσκολα χρόνια, είσαι χαρούμενη και απ’ τους ανθρώπους που μεταδίδουν τη χαρά. Αυτό είναι σπάνιο χάρισμα. Με λίγα λόγια, είσαι η μοναδική γυναίκα που με γεμίζει χαρά και με κάνει να διασκεδάζω. Και κάτι ακόμα». Της χαμογέλασε τρυφερά. «Μάντεψε!» «Δεν είναι δυνατόν να μ’ αγαπάς...» Έστω και χωρίς να το θέλει, υπήρχε μια χροιά ελπίδας στη φωνή της. «Με ξέρεις μόνο μια μέρα...» «Κι εγώ που νόμιζα ότι είχες ρομαντική ψυχή! Δε θυμάσαι τα λόγια του ποιητή; Όποιος αγάπησε, αγάπησε με την πρώτη ματιά». Την αγαπούσε πράγματι! Αυτό το κάτι ξεχωριστό, το υπέροχο που είχε συμβεί στην ίδια, είχε συμβεί και σ’ εκείνον! Δεν είχε ιδέα πώς είχε γίνει, αλλά είχε γίνει! Ξαφνικά βρέθηκε στον έβδομο ουρανό. Όταν της χαμογέλασε, του ανταπέδωσε το χαμόγελο και το πρόσωπό της έλαμπε από χαρά. «Θα μου δώσεις επιτέλους την απάντησή σου;»


Κεφάλαιο 4

Η καρδιά της Λίζας φώναζε: «Ναι, ναι», η λογική όμως της έλεγε ότι ήταν πολύ νωρίς ακόμα για να δεσμευτεί έτσι. Μπορεί να τον αγαπούσε, αλλά δεν τον ήξερε. Άρχισε να πέφτει απ’ τον έβδομο ουρανό. Εξαιτίας του διαζυγίου των γονιών της και της πίκρας που είχε προκαλέσει, από πολύ νωρίς είχε πάρει την απόφαση ότι, όσο κι αν το ήθελε, ποτέ δε θα παντρευόταν χωρίς να το σκεφτεί πολύ σοβαρά. «Δεν μπορώ να σου απαντήσω ακόμα». «Δεν είχα σκοπό να σου το πω έτσι ξαφνικά», παραδέχτηκε εκείνος, καταλαβαίνοντας πόσο μπερδεμένη ήταν. «Είχα την πρόθεση να σου δώσω την ευκαιρία να με γνωρίσεις καλύτερα. Τώρα όμως που έκανα τη μεγάλη βουτιά, θέλω να ξεκαθαρίσω την κατάσταση όσο το δυνατόν πιο γρήγορα». Η Λίζα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Χρειάζομαι χρόνο να σκεφτώ». «Πολύ καλά. Σου δίνω μια βδομάδα». Ο Θορν αναγκάστηκε να πνίξει την ανυπομονησία του, ξέροντας ότι δεν είχε νόημα να την τρομάξει. Χαρούμενη που της άφηνε χρόνο και δε θα ένιωθε αφόρητα πιεσμένη, η Λίζα χαμογέλασε κι ο Θορν, για πολλοστή φορά, σκέφτηκε ότι το χαμόγελό της ήταν αφάνταστα γοητευτικό. «Τι λες τώρα; Ντυνόμαστε να συνεχίσουμε την ξενάγησή μας;» της πρότεινε παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Σηκώθηκε όρθιος και την τράβηξε μαζί του. «Ξέρεις τι λέω;» είπε μπαίνοντας στο δροσερό σαλόνι. «Θα ξεκινήσουμε με κάτι τελείως ξεχωριστό. Θα πάρουμε πρόγευμα στα Μακντόναλντ’ς!» «Τι ωραία! Ευχαριστώ!» «Μη μου αυθαδιάζεις», της είπε χτυπώντας την παιχνιδιάρικα. * Ο υπέροχος καιρός διατηρήθηκε και τις επόμενες μέρες και η Λίζα ξαφνικά ένιωθε ότι η ζωή της είχε πάρει ένα ρυθμό τελείως τρελό, αλλά και υπέροχο. Ο Θορν δεν έφευγε από δίπλα της και μαζί εξερευνούσαν και απολάμβαναν τις διάφορες πλευρές μιας τόσο εντυπωσιακής πόλης όπως η Νέα Υόρκη. Όταν κάποια στιγμή τον ρώτησε με αγωνία πώς κατάφερνε κι έλειπε τόσες μέρες απ’ τη δουλειά του, εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Έχω να πάω διακοπές δύο χρόνια. Αν το αφεντικό δεν μπορεί να το σκάσει όποτε θέλει, τότε ποιος μπορεί;» Πολύ συχνά γύριζαν στο σπίτι τα ξημερώματα, αφού είχαν περάσει όλο το βράδυ χορεύοντας. Ο Θορν ήταν εξαίρετος χορευτής και η Λίζα του ταίριαζε σαν παρτενέρ. Αν και δεν είχε μεγάλη εμπειρία στο χορό, ακολουθούσε τα βήματά του εύκολα, διαθέτοντας μια φυσική αίσθηση ρυθμού. Κάθε βράδυ τής αγόραζε λουλούδια ή γλυκά, προσέχοντας να μην πληγώσει την περηφάνια της με κάποιο ακριβό δώρο. Απ’ ό,τι είχε καταλάβει η Λίζα, ήταν αποφασισμένος να τη φλερτάρει για να κερδίσει την καρδιά της. Μπορεί να μην το ήξερε βέβαια εκείνος, αλλά αυτό είχε ήδη γίνει. Από τότε που ήταν δεκαέξι χρονών, είχε καταφέρει να κρατηθεί μακριά απ’ όλους εκείνους τους τύπους που είχαν μακριά χέρια. Επειδή παραδεχόταν απ’ την αρχή ότι δεν της άρεσε να απλώνουν χέρι πάνω της, κανείς δεν την προσκαλούσε σε ραντεβού για δεύτερη φορά. Εκείνη, όμως, μη θέλοντας να κάνει έρωτα με κάποιο βιαστικό, αδιάφορο νεαρό, περίμενε τον κατάλληλο άντρα. Μόνο ο Ίαν είχε πλησιάσει κάπως το ιδανικό της. Ακόμα και μ’ αυτόν όμως, είχε καταφέρει να αποκρούσει τις προσπάθειές του να την πλησιάσει, όχι γιατί υπάκουε κάποιον αυστηρό κώδικα ηθικής, αλλά απλά γιατί, όπως καταλάβαινε τώρα, δεν είχε ούτε και τότε μπει στον πειρασμό να παρασυρθεί. Μόνο με τον Θορν ήταν τόσο ευάλωτη. Όταν της χαμογελούσε, όταν άγγιζε το χέρι της ή την κοιτούσε με τα καθάρια πράσινα μάτια του, ένιωθε τα πόδια της να τρέμουν και τον πόθο να την πλημμυρίζει. Ήταν ακαταμάχητος και, καθώς περνούσαν οι μέρες, τα συναισθήματά της γίνονταν όλο και πιο βαθιά κι έντονα. Κάθε βράδυ που τη συνόδευε ως την πόρτα της κρεβατοκάμαράς της, μέσα της ευχόταν να την έπαιρνε αγκαλιά, να την πήγαινε στο κρεβάτι και να έσβηνε κάθε αμφιβολία της. Εκείνος όμως τη φιλούσε μέχρι που την άφηνε με κομμένη την ανάσα κι ύστερα της έλεγε αδιάφορα: «Καληνύχτα. Θα τα πούμε το πρωί», και την άφηνε μόνη. Ένα απ’ αυτά τα βράδια, όταν τα χείλη και τα χέρια του είχαν ξυπνήσει μέσα της τον πόθο που ζητούσε άμεση ολοκλήρωση, κρεμάστηκε πάνω του, τρίβοντας το σώμα της πάνω στο δικό του. Εκείνος, όμως, έλυσε τρυφερά και σταθερά τα χέρια της απ’ το λαιμό του. «Καληνύχτα, Λίζα. Όνειρα γλυκά. Αν δεν μπορείς να κοιμηθείς, υπάρχουν πολλά βιβλία στη βιβλιοθήκη κάτω». Να πάρει η ευχή! Ήξερε πολύ καλά τι γινόταν! Ο Θορν το έκανε εσκεμμένα! Αλλά εκείνη έφταιγε. Αντί να παρασύρεται, κανονικά θα έπρεπε να τον κρατάει σε απόσταση. Αδύνατον! Όσες πιθανότητες υπήρχαν να αντισταθεί ένα κεράκι και να κρατήσει τη φλόγα του αναμμένη μπροστά σ’ ένα δυνατό αέρα, άλλες τόσες είχε και η ίδια να κρατηθεί μακριά του. Παίρνοντας την απόφαση να μην τον σκέφτεται, ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ο ύπνος δεν ερχόταν όμως. Αφού στριφογύρισε για αρκετή ώρα, αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του. Φόρεσε τη λεπτή της ρόμπα και κατέβηκε στη βιβλιοθήκη. Βρίσκοντας το διακόπτη, άναψε το φως. Υπήρχαν πολλές πολυθρόνες στο δωμάτιο, ένα γραφείο με φαξ επάνω και ένας υπολογιστής. Στην άλλη άκρη του γραφείου ήταν πεταμένος ένας χαρτοφύλακας και τριγύρω υπήρχαν διάφορα χαρτιά, ένα σημειωματάριο και μερικά κλειδιά. Υπήρχε μια πολύ μεγάλη συλλογή βιβλίων. Ταξιδιωτικά, βιογραφίες, βιβλία αρχιτεκτονικής και φυσικά βιβλία απ’ την κλασική και τη σύγχρονη λογοτεχνία. Διάλεξε ένα απ’ τα αγαπημένα της βιβλία από τότε που ήταν μικρή και ήταν έτοιμη να φύγει, όταν κατά λάθος έριξε κάτω τον πάκο με τα χαρτιά που ήταν πάνω στο γραφείο. Βρίζοντας τον εαυτό της για την αδεξιότητά της, άφησε το βιβλίο και, σκύβοντας, άρχισε να τα μαζεύει. Μόλις πήρε ένα μεγάλο φάκελο, έπεσαν από μέσα μερικές φωτογραφίες που έδειχναν μια κοπέλα. Η Λίζα άρχισε να τις βάζει στη θέση τους, όταν ξαφνικά πάγωσε. Αν και τις κοιτούσε ανάποδα, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι ήταν η ίδια. Τις γύρισε προς το μέρος της με δάχτυλα που έτρεμαν και τις κοίταξε. Δεν είχε πάρει είδηση ποτέ ότι την είχαν φωτογραφίσει, επομένως όποιος το είχε κάνει είχε χρησιμοποιήσει τηλεφακό. Αλλά πότε τις είχε πάρει; Και γιατί; Σίγουρα τις είχαν τραβήξει πριν φύγει απ’ την Αγγλία, γιατί την γκρίζα μπλούζα που φορούσε στη φωτογραφία δεν την είχε βάλει από τότε που είχε έρθει στην Αμερική. Ναι. Αν και ήταν κάπως θολές, αναγνώριζε το κτίριο στο πίσω μέρος. Θα πρέπει να περπατούσε στον κεντρικό δρόμο της επαρχιακής πόλης που ζούσε. Επομένως έμενε μόνο το γιατί. Και η ακόμα πιο ουσιαστική ερώτηση τι τις ήθελε ο Θορν.


Κοίταζε ακόμα τις φωτογραφίες σαν μαγεμένη, όταν άκουσε τη φωνή του. «Συμβαίνει τίποτε;» Αναπήδησε από έκπληξη, ρίχνοντας τις φωτογραφίες κάτω. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και τα χέρια της είχαν ιδρώσει. Ένιωθε ξαφνικά σαν μικρό παιδί που το είχαν πιάσει να κάνει κάποια σκανδαλιά. Ξυπόλυτος, με ανακατεμένα μαλλιά και φορώντας μόνο μια κοντή ρόμπα, ο Θορν της φάνηκε τεράστιος και καταπολέμησε τη διάθεσή της να κάνει προς τα πίσω και να χωθεί σε μια γωνία. Βρήκε το κουράγιο να σταθεί ακίνητη. «Κατέβηκα... να πάρω ένα βιβλίο και... κατά λάθος... έριξα κάτι χαρτιά κάτω». Το βλέμμα του έπεσε στις φωτογραφίες και για μια στιγμή της φάνηκε έξω φρενών. Αμέσως μετά όμως η οργή του εξαφανίστηκε. «Αυτός θα ’ταν ο θόρυβος που άκουσα τότε. Αν πήρες το βιβλίο σου, άσε τα υπόλοιπα και θα τα μαζέψω εγώ το πρωί». Προτού προλάβει να του απαντήσει, την τράβηξε έξω απ’ το γραφείο και, αφού έκλεισε το φως, την οδήγησε στο δωμάτιό της. Όταν έφτασαν έξω απ’ την πόρτα της, η Λίζα γύρισε προς το μέρος του, σφίγγοντας τα δόντια της. «Αυτές οι φωτογραφίες... Θα ήθελα μια εξήγηση». «Αύριο το πρωί». «Μα...» «Είναι μαύρα μεσάνυχτα και θα ήθελα να κοιμηθώ λίγο». Η Λίζα έπρεπε αναγκαστικά να αποδεχτεί την εξήγησή του, αν και κάτι της έλεγε ότι εκείνος απλώς προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο. Το βιβλίο φυσικά δεν τη συγκινούσε πια και μετά από λίγα λεπτά το άφησε στην άκρη. Έκλεισε τα μάτια, προσπαθώντας να κοιμηθεί, αλλά οι ερωτήσεις έρχονταν η μια μετά την άλλη, βομβαρδίζοντας το μυαλό της. Ποιος είχε πάρει τις φωτογραφίες; Γιατί τις είχε τραβήξει; Τι δουλειά είχαν στα χέρια του Θορν; Γιατί, όταν τον είχε ρωτήσει πώς την είχε γνωρίσει στο αεροδρόμιο, της είχε πει ψέματα; Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου είχαν αρχίσει να περνάνε μέσα απ’ τις κουρτίνες, όταν τελικά κατάφερε να ηρεμήσει και να βυθιστεί στον ύπνο. * Ξύπνησε από ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα της. Μισανοίγοντας τα μάτια της, κοίταξε το ρολόι. Εννιά σχεδόν. Ανασηκώθηκε στον ένα της αγκώνα κι εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε κι εμφανίστηκε ο Θορν μ’ ένα ποτήρι πορτοκαλάδα. Δεν είχε ξαναμπεί στο δωμάτιό της όλες αυτές τις μέρες και η Λίζα ένιωσε μπερδεμένη. Φορούσε ένα ανοιχτόχρωμο καφέ παντελόνι και ένα σκούρο πράσινο πουκάμισο και ήταν ευδιάθετος και πολύ ελκυστικός. Η Λίζα προσπάθησε να ανακαθίσει στο κρεβάτι, ενώ εκείνος τραβούσε τις κουρτίνες, αφήνοντας το δυνατό ήλιο να φωτίσει το δωμάτιο. Ύστερα, ακουμπώντας το ποτήρι στο κομοδίνο, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και την κοίταξε επίμονα. Ήταν τόσο κοντά της, που μπορούσε να μυρίσει το ελαφρύ άρωμα της κολόνιας του και πρόσεξε ότι τα καλοχτενισμένα μαλλιά του, που ήταν ακόμα υγρά απ’ το ντους, κατσάρωναν λίγο στις άκρες. Ένιωσε σε πολύ μειονεκτική θέση έτσι όπως ήταν αχτένιστη κι άπλυτη κι έγινε κατακόκκινη. Εκείνος έσκυψε και τη φίλησε στη μύτη και στις άκρες των χειλιών, προτού κατεβεί παρακάτω και χαϊδέψει με τη γλώσσα του το πλάι του λαιμού της. Η Λίζα έμεινε απόλυτα ακίνητη. «Δεν υπάρχουν πολλές γυναίκες που είναι τόσο δροσερές και γλύκες το πρωί όταν ξυπνάνε». Νιώθοντας ότι υπήρχε κάτι το ψεύτικο στο θαυμασμό του, η Λίζα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Είμαι σίγουρη ότι έχεις την κατάλληλη πείρα για να κρίνεις». «Ζηλιαρόγατα!» Της χαμογέλασε τρυφερά. «Πιες το χυμό σου τώρα. Θέλω να σου ζητήσω συγνώμη για χτες το βράδυ. Ήμουν απότομος μαζί σου, αλλά τρεις η ώρα το πρωί είναι δύσκολη ώρα για εξηγήσεις. Τι θες να σου πω;» «Ποιος τράβηξε τις φωτογραφίες; Γιατί; Πώς βρέθηκαν στο γραφείο σου;» «Μου τις έδωσε ο αδερφός σου». «Τότε γιατί δε μου το είπες όταν ερχόμαστε απ’ το αεροδρόμιο και σε ρώτησα πώς με αναγνώρισες τόσο εύκολα;» «Μια κι είχαν τραβηχτεί χωρίς να το ξέρεις, θεώρησα ότι ήταν καλύτερο να μην το αναφέρω». Βλέποντάς την έτοιμη να αντιδράσει, σήκωσε το χέρι του να τη σταματήσει. «Θα σου πω όμως ποιος τις τράβηξε και γιατί. Ο Μαρκ είχε να σε δει από τότε που ήσουν μωρό. Θα μπορούσε να εμφανιστεί οποιαδήποτε στη θέση σου και να ισχυριστεί ότι ήσουν εσύ... Σε ορισμένους κύκλους το να κλαπεί ένα διαβατήριο και να αντικατασταθεί με άλλο είναι κάτι συγκριτικά εύκολο». «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί θα ήθελε κάποια να πάρει τη θέση μου!» «Γλυκιά μου, στην υπόθεση παίζονται πολλά χρήματα». Γι’ αυτό λοιπόν το πρώτο βράδυ, που της έκανε διάφορες ερωτήσεις, της είχε φανεί σαν να την ανέκρινε... «Μια και ο πατέρας σου δε σου άφησε τίποτε στη διαθήκη του, ο Μαρκ, που είναι σχετικά πλούσιος, είχε την πρόθεση να σου δώσει ένα σημαντικό ποσό πέρα απ’ το να σου βρει σπίτι και δουλειά...» «Μάλιστα...» κατάφερε να ψιθυρίσει η Λίζα. «Γι’ αυτόν το λόγο, προσέλαβε ένα ντετέκτιβ για να ελέγξει την κατάσταση. Όταν ο ντετέκτιβ ανακάλυψε ότι πράγματι ήσουν εσύ αυτή που έλεγες, τράβηξε τις φωτογραφίες και μας τις έστειλε για αναγνώριση. Ικανοποιημένη;» Ήταν; Η εξήγηση ήταν αρκετά λογικοφανής. Αλλά, φυσικά, είχε αρκετό χρόνο στη διάθεσή του για να σκεφτεί τι θα της έλεγε. Μα τι άλλο μπορεί να κρυβόταν; Όταν κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, της χαμογέλασε και σηκώθηκε όρθιος. «Όταν ετοιμαστείς, ξεκινάμε. Σήμερα έχω σκοπό να σε πάω με το φέρι μποτ στο Άγαλμα της Ελευθερίας...» * Ο Θορν έκανε θαυμάσια παρέα, και τις ατέλειωτες ώρες που περνούσαν μαζί η Λίζα είχε την ευκαιρία να ανακαλύψει ότι κάτω απ’ τη σκληρή και ψυχρή μάσκα κρυβόταν ένας ζεστός άνθρωπος. Σίγουρα ήταν υπερόπτης, αλλά ακόμα κι αυτό το χαρακτηριστικό έβγαινε κυρίως απ’ την εσωτερική δύναμη κι όχι την αδυναμία. Είχε γνώμη και άποψη για διάφορα θέματα, χωρίς όμως να γίνεται απόλυτος, ήταν αποφασιστικός κι όχι δικτατορικός και, παρ’ όλο που δε θα τον χαρακτήριζε κανείς συναισθηματικό, ήταν απροσδόκητα τρυφερός και ευγενικός. Όλα αυτά τα συνειδητοποίησε ακόμα καλύτερα, όταν μια μέρα βγαίνοντας απ’ το δωμάτιό της, έπεσε πάνω στην κυρία Κερκ. Η οικονόμος, φορώντας μια ακόμα φανταχτερή φόρμα, ήταν έτοιμη να βγει έξω. «Πηγαίνω στο κέντρο παροχής βοήθειας σε άπορους», είπε στη Λίζα. «Σήμερα είναι η μέρα καθαριότητας και πρέπει να ’μαι νωρίς εκεί». «Αφιερώνετε πολλές ώρες εκεί», σχολίασε η Λίζα. «Πηγαίνω σχεδόν κάθε μέρα έστω και για λίγο».


«Δε διαφωνεί ο κύριος Λάντερς;» ρώτησε με περιέργεια η Λίζα. «Μα φυσικά όχι! Εκείνος έβαλε τα λεφτά για τη συντήρηση του κέντρου. Διαφορετικά θα είχε κλείσει από καιρό». Η Λίζα έμεινε κατάπληκτη. Δεν είχε φανταστεί ότι ο Θορν θα ενδιαφερόταν για φιλανθρωπίες. «Είναι πολύ καλός άνθρωπος και καθόλου τσιγκούνης», συνέχισε η κυρία Κερκ, βλέποντας την έκπληξή της. «Χρηματοδοτεί επίσης ένα νοσοκομείο για απόρους και ένα κέντρο προστασίας ζώων». Σίγουρα δεν ήταν τσιγκούνης. Όταν κάποια στιγμή αργότερα η Λίζα του ανέφερε τι της είχε πει η οικονόμος, ο Θορν δε φάνηκε ιδιαίτερα χαρούμενος. «Η κυρία Κερκ δε συνηθίζει να μιλάει τόσο πολύ». «Εγώ χαίρομαι που το έμαθα. Νομίζω ότι αυτό που κάνεις είναι υπέροχο». «Μη με θεωρείς άγιο! Έχω τα λεφτά για να το κάνω». Ούτε και σνομπ ήταν. Αν και η γκαρνταρόμπα της Λίζας ήταν αρκετά φτωχική και απλοϊκή, εκείνος, χωρίς να ενοχλείται καθόλου, τη συνόδευε σε μέρη όπου οι γυναίκες φορούσαν σύνολα αξίας εκατομμυρίων. Καθώς έπαιρναν το μεσημεριανό τους σ’ ένα εστιατόριο στον εκατοστό έβδομο όροφο ενός ουρανοξύστη στο Τζέρσι, συνάντησαν άλλη μια φορά την Κάρολ. Το όμορφο πρόσωπό της συννέφιασε όταν τους είδε, αλλά σταμάτησε αμέσως με το νεαρό άντρα που τη συνόδευε. Έριξε μια ματιά γεμάτη μοχθηρία στη Λίζα και μετά γύρισε όλο λατρεία προς τον Θορν. «Θορν, αγάπη μου!» Του χάρισε ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο. «Πήρες την πρόσκλησή μου;» Ο Θορν σηκώθηκε ευγενικά όρθιος. «Φυσικά». Γύρισε προς το μέρος της Λίζας. «Θα πρέπει να επανορθώσω. Λίζα, να σου συστήσω την Κάρολ». Η Λίζα χαμογέλασε. «Χαίρω πολύ», Η Κάρολ μουρμούρισε ένα αδιάφορο «Γεια», με ύφος μουτρωμένο και γεμάτο ζήλια. «Εσύ δε θα μας συστήσεις στο φίλο σου;» ρώτησε ο Θορν. Όταν έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις, που η Κάρολ τις έκανε μάλλον απρόθυμα, ο μεγαλόσωμος νεαρός, που τον έλεγαν Πολ, αντάλλαξε χειραψία μαζί τους. Είχε ένα ζωντανό, φιλικό χαμόγελο και η Λίζα πρόσεξε ότι η συμπεριφορά της Κάρολ δε φαινόταν να τον ενοχλεί. Αγνοώντας και τους δύο, η νεαρή κοπέλα γύρισε πάλι προς τον Θορν. «Θα έρθεις στο πάρτι μου;» «Αν η πρόσκληση περιλαμβάνει και την καλεσμένη μου, ναι. Βλέπεις θα ήθελα να φέρω και τη Λίζα μαζί μου». Η Κάρολ δάγκωσε τα χείλη της απογοητευμένη και συννεφια​σμένη. «Φυσικά. Πολύ ευχαρίστως», είπε με εμφανή έλλειψη ενθουσιασμού. Προφανώς, προτιμάει έστω και λίγα ψίχουλα απ’ το τίποτε, σκέφτηκε η Λίζα, καθώς ο Πολ περνούσε το χέρι του γύρω απ’ τη μέση της Κάρολ. «Έλα, γλυκιά μου». Για μια φορά ακόμα η Λίζα ένιωσε την καρδιά της να πλημμυρίζει συμπόνια για τη νεαρή κοπέλα που ήταν τόσο ερωτευμένη μ’ έναν άντρα σκληρό και αδιάφορο προς οποιαδήποτε γυναίκα. Αλλά αυτό δεν ήταν αλήθεια, υπενθύμισε στον εαυτό της. Ο Θορν της είχε πει ότι την αγαπούσε και της είχε ζητήσει να παντρευτούν. Αλλά ούτε η ίδια το πίστευε. Η ξαφνική του πρόταση είχε πάρει μια ονειρική διάσταση, δημιουργώντας μια παραμυθένια αίσθηση που ήταν δύσκολο να την ξεπεράσει. * Οι μέρες περνούσαν, αλλά η πρώτη εντύπωση της Λίζας για τον Θορν, ότι ήταν, δηλαδή, ένας χαρισματικός άνθρωπος με έντονο αισθησιασμό, δεν άλλαξε καθόλου. Πέρα όμως απ’ την έντονη φυσική έλξη που ένιωθε, άρχισε να αισθάνεται και σεβασμό για την ευφυΐα του. Είχε κοφτερό μυαλό και μαζί με το φυσικό του ταλέντο να καταλαβαίνει το χαρακτήρα του άλλου, μπορούσε άνετα να ξεχωρίζει τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία του. Χωρίς αμφιβολία αυτό τον είχε βοηθήσει να φτάσει στην κορυφή του τομέα του. Όσο για την ίδια, πάντα διέθετε την αλάνθαστη ικανότητα να καταλαβαίνει τι σκεφτόταν και πώς ένιωθε. Σαν να βρίσκονταν στο ίδιο μήκος κύματος και, αν και ήταν πολύ πιο έξυπνος απ’ την ίδια, συχνά είχαν τις ίδιες ιδέες και, φτάνοντας στα ίδια αποτελέσματα, γελούσαν με τα ίδια πράγματα. Παρά την αδιαμφισβήτητη επικοινωνία τους όμως, υπήρχε μια πλευρά του χαρακτήρα του που την κρατούσε καλά κλειδωμένη και η Λίζα είχε την περίεργη αίσθηση πως ό,τι ήξερε για εκείνον ήταν όσα ο ίδιος ήθελε να της δείξει. Ακόμα πιο περίεργη ήταν η αντίδρασή του κάθε φορά που ανέφερε τον Μαρκ. Όταν έκανε ερωτήσεις για τον αδερφό της, ο Θορν απαντούσε κοφτά κι ύστερα άλλαζε θέμα συζήτησης. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε ανάμεσα στους δύο άντρες και υπήρχε αυτή η ένταση. Η μοναδική εξήγηση που είχε κάποια λογική ήταν ότι ήταν ανταγωνιστές στη δουλειά, αλλά και πάλι δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο Μαρκ ήταν τόσο πλούσιος και τόσο ισχυρός, ώστε να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στα σχέδια του Θορν. Αν υπήρχε κάτι τέτοιο, τότε σίγουρα ο αδερφός της δε θα πουλούσε το μεγαλύτερο μερίδιο των μετοχών του στην εταιρεία του Θορν. Καταλαβαίνοντας μάλιστα ότι ο Θορν, ακόμα κι αν τον ρωτούσε, δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι θα της απαντούσε, περίμενε να γυρίσει ο αδερφός της απ’ το ταξίδι για να ρωτήσει εκείνον. Ακόμα την έκαιγε η περιέργεια να μάθει πού ζούσε ο Μαρκ, αλλά αν και ανέφερε το θέμα συχνά, πέρασαν αρκετές μέρες, ώσπου ο Θορν να κρατήσει την υπόσχεσή του και να την πάει να της δείξει. Ακόμα και τότε όμως, απλώς πέρασαν με το αυτοκίνητο μπροστά απ’ το μοντέρνο όμορφο κτίριο. Θυμήθηκε επίσης ότι ο Μαρκ στο τελευταίο του γράμμα της είχε γράψει ότι η εταιρεία του ήταν μόλις ένα τετράγωνο μακριά απ’ το σπίτι του και ζήτησε απ’ τον Θορν να της δείξει πού ακριβώς. Εκείνος υπάκουσε, αλλά απ’ ό,τι της φάνηκε το έκανε κι αυτό απρόθυμα. Το ίδιο βράδυ βγήκαν για ποτό και φαγητό σ’ ένα ακριβό εστιατόριο και, βλέποντας πόσο ελκυστικός και κομψός φαινόταν ο Θορν με το βραδινό κοστούμι του, η Λίζα για πρώτη φορά ευχήθηκε να είχε κάτι άλλο απ’ το απλό φόρεμα που φορούσε σχεδόν κάθε βράδυ. Κάτι εντυπωσιακό. «Τι τρέχει;» τη ρώτησε αμέσως σαν να κατάλαβε τη δυσφορία της. Του απάντησε με ειλικρίνεια, πριν προλάβει να σκεφτεί. «Απλώς ευχόμουν να είχα κάτι άλλο να φορέσω». «Είσαι γλυκιά και γοητευτική. Δεν υπάρχει ούτε ένας άντρας εδώ μέσα που δε θα ήθελε να πάρει τη θέση μου». Καθισμένοι αναπαυτικά στο τραπέζι τους στον εξηκοστό πέμπτο όροφο του Ροκφέλερ Σέντερ, θαύμαζαν τη θέα που παρουσίαζε το Μανχάταν με τους πανύψηλους ουρανοξύστες να συναγωνίζονται ο ένας τον άλλο. Ο βραδινός ουρανός είχε πάρει ένα σκούρο βελούδινο χρώμα και μυριάδες φωτάκια έλα​μπαν σαν πολύτιμα πετράδια. «Αυτή η θέα σού κόβει την ανάσα», παρατήρησε η Λίζα. «Αν και δεν το περίμενα, μ’ αρέσει να κάθομαι ψηλά και να ατενίζω τον υπόλοιπο κόσμο στα πόδια μου». Ο Θορν χαμογέλασε. «Κι εμένα το ίδιο. Γι’ αυτό και διάλεξα το σπίτι μου στον τελευταίο όροφο. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι μεγάλωσα σε μικρή επαρχιακή πόλη». Εκείνη τη στιγμή ήρθε ο λογαριασμός τους και η Λίζα περίμενε πρώτα να τον πληρώσει ο Θορν, προτού συνεχίσει. «Δηλαδή δεν είσαι γέννημα θρέμμα Νεοϋρκέζος;»


«Όχι. Γεννήθηκα στην Τζόρτζια». Γι’ αυτό είχε αυτή τη γοητευτική προφορά απ’ το Νότο. «Αν και η δουλειά του πατέρα μου ήταν στην Ατλάντα, η μητέρα μου δεν ήθελε να μείνει εκεί κι έτσι μεγάλωσα στο Πίτστρι, κάπου είκοσι πέντε χιλιόμετρα πιο νότια. Εγκαταστάθηκα στη Νέα Υόρκη, όταν γύρισα απ’ την Αγγλία. Τώρα πια, όμως, ούτε σκέφτομαι να μείνω κάπου αλλού. Παρά τα μεγάλα μειονεκτήματά της, είναι μια ζωντανή πόλη. Αν μείνεις καιρό, σε γοητεύει». «Το πιστεύω απόλυτα. Ήδη εμένα μ’ έχει γοητεύσει». «Θα ήσουν ευτυχισμένη λοιπόν, αν έμενες εδώ; Σαν γυναίκα μου;» Η καρδιά της σταμάτησε να χτυπάει για μια στιγμή και μετά ακολούθησε έναν ξέφρενο ρυθμό. Είχε περάσει η περίοδος χάριτος, αλλά δεν είχε καταλήξει σε καμιά απόφαση ακόμα. Ήθελε να τον παντρευτεί, ωστόσο, πέρα απ’ τις διάφορες ανασφάλειές της, είχε κι ένα προαίσθημα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. «Ο γάμος είναι πολύ μεγάλο βήμα», είπε θέλοντας να κερδίσει χρόνο. Δεν της απάντησε και το πρόσωπό του ήταν τόσο ανέκφραστο, ώστε της ήταν δύσκολο να καταλάβει τι σκεφτόταν εκείνος. «Αν, λοιπόν...» Συνέχισε η Λίζα με φωνή που έτρεμε. «... αν δεχόμουν να κάνουμε έρωτα αντί να παντρευτούμε;» Το σαγόνι του σφίχτηκε και το βλέμμα του πάγωσε. «Εσύ μου είπες ότι δεν έχεις διάθεση για μια σχέση μαζί μου». «Άλλαξα γνώμη». «Εγώ όμως δεν άλλαξα. Σου είπα ότι θέλω να σε παντρευτώ κι αυτό ισχύει. Ή γάμος ή τίποτε». Το βλέμμα του αιχμαλώτισε το δικό της. «Σου έδωσα αρκετό καιρό να αποφασίσεις και δεν έχω σκοπό να περιμένω άλλο. Θέλω μια απάντηση, Λίζα, και τη θέλω τώρα. Δε θα σου το ξαναζητήσω». Ήταν ένα τελεσίγραφο. Απλό και ξεκάθαρο. Κατάφερε να τραβήξει το βλέμμα της μακριά και κοίταξε αφηρημένα τριγύρω το μοντέρνο διάκοσμο και τους διάσημους και πλούσιους πελάτες. Τα γκαρσόνια πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στα τραπέζια, σερβίροντας καφέ, ενώ οι ήχοι απ’ τα μπουκάλια της σαμπάνιας και του κρασιού που άνοιγαν αναμειγνύονταν με τα γέλια και τις συζητήσεις. Με το μυαλό της απασχολημένο αλλού, η Λίζα δεν έβλεπε τι ακριβώς γινόταν. Μα γιατί φοβόταν τόσο; Τι υπήρχε που την τρομοκρατούσε; Ότι δεν τον ήξερε; Ότι δεν είχαν μέλλον, γιατί προέρχονταν από διαφορετικούς κόσμους; Αλλά ποιος μπορούσε ποτέ να εγγυηθεί ότι οποιοσδήποτε γάμος θα πετύχαινε; Η ίδια η ζωή ήταν ένα ρίσκο. Διώχνοντας τις αμφιβολίες και τις αγωνίες απ’ το μυαλό της, πιάστηκε απ’ το μόνο πράγμα που ήταν σίγουρο. Δεν ήθελε να ζήσει μακριά του. Ήθελε ν’ αρπάξει τη ζωή και την αγάπη με τα δύο της χέρια, να πετάξει ψηλά κι αν, σαν τον Ίκαρο, έπεφτε πάλι κάτω, τότε ακόμα κι αυτό θα ’ταν καλύτερο απ’ το να μην έχει βρεθεί ποτέ στον ουρανό... Γέρνοντας προς το μέρος της, ο Θορν έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος του. «Λοιπόν, Λίζα;» Το βλέμμα του αιχμαλώτισε το δικό της. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ναι. Δέχομαι να παντρευτούμε», του απάντησε. Μία περίεργη έκφραση άστραψε στο βλέμμα του. Προτού όμως προλάβει εκείνη να την αποκρυπτογραφήσει, είχε εξαφανιστεί και τη θέση της είχε πάρει μια αίσθηση ικανοποίησης. Πήρε το αριστερό της χέρι και, φέρνοντάς το στα χείλη του, φίλησε απαλά το εσωτερικό του καρπού της. Ύστερα, έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα μικρό άσπρο βελούδινο κουτάκι, έβγαλε από μέσα ένα δαχτυλίδι και το πέρασε στο τρίτο της δάχτυλο. Της ταίριαζε απόλυτα. Σαν να ζούσε σε όνειρο, η Λίζα πρόσεξε το υπέροχο δέσιμο με τα αψεγάδιαστα διαμάντια που ταίριαζαν απόλυτα με το κομψό χέρι της. «Αν δε σ’ αρέσει, μπορείς να το αλλάξεις», της είπε εκείνος. «Όχι! Είναι πανέμορφο...» «Αλλά...» Ξαφνιασμένη απ’ την ικανότητά του να καταλαβαίνει τις σκέψεις της, κατάφερε να ψελλίσει μετά από ένα στιγμιαίο δισταγμό: «Απλώς σκέφτηκα ότι θα κόστισε μια ολόκληρη περιουσία». «Μην ανησυχείς. Δεν τίναξα την τράπεζα στον αέρα». «Και πάλι θα νιώθω ότι χρειάζομαι σωματοφύλακα για να το φοράω». «Είναι ασφαλισμένο», της απάντησε αδιάφορα. «Πολύ χαίρομαι γι’ αυτό!» Το βλέμμα του στο μεταξύ είχε πέσει σε κάποιο σημείο πίσω της και ξαφνικά σηκώθηκε απότομα. «Πάμε να φύγουμε». Πηγαίνοντας προς την έξοδο, συναντήθηκαν μ’ έναν κοντόχοντρο φαλακρό άντρα που έτρεξε προς το μέρος τους. «Κύριε Λάντερς... Ήθελα να σας δω, αλλά μου έλεγαν απ’ το γραφείο σας ότι είστε πολύ απασχολημένος». Ο Θορν αντάλλαξε χειραψία μαζί του, ενώ ο άντρας συνέχιζε να μιλάει. «Είχα έρθει σε επαφή με τον κουνιάδο σας πριν από μια βδομάδα και...» Η Λίζα ένιωσε τον Θορν να παγώνει. «Με συγχωρείτε...» είπε εκείνος αποφασιστικά στον άγνωστο άντρα «... αλλά φεύγαμε». Πέρασε το χέρι του γύρω απ’ τη μέση της Λίζας και την οδήγησε στο ασανσέρ. «Συγνώμη για την ενόχληση», της είπε, όταν έμειναν μόνοι τους. «Το έχω ως κανόνα να μη μιλάω για δουλειές όταν είμαι εκτός γραφείου». Στη Λίζα είχε φανεί ότι το θέμα δεν ήταν να μη μιλήσει για δουλειές. Ο Θορν ήθελε απεγνωσμένα να απομακρυνθεί και είχε φερθεί απότομα, σχεδόν με αγένεια! Ίσως να το κατάλαβε κι ο ίδιος, γιατί, μέσα στο ταξί, πέρασε το χέρι του γύρω απ’ τους ώμους της κι άρχισε να χαϊδεύει με τον αντίχειρά του το λαιμό της. «Να πάρουμε ένα ποτό στη βεράντα;» τη ρώτησε όταν έφτασαν σπίτι. Χωρίς να περιμένει απάντηση, άνοιξε την μπαλκονόπορτα, αφήνοντας να μπει μέσα το ζεστό βραδινό αεράκι. «Θα πιούμε σαμπάνια για να το γιορτάσουμε». Όση ώρα εκείνος έψαχνε να βρει ποτήρια και να ανοίξει ένα μπουκάλι με την καλύτερη σαμπάνια, η Λίζα βγήκε στη βεράντα και κάθισε στην κούνια. Έχοντας ξαναβρεί την καλή της διάθεση, αναρωτήθηκε αν τώρα που φορούσε το δαχτυλίδι του, εκείνος θα της έκανε έρωτα. Όταν όμως βγήκε να τη βρει στη βεράντα, της έδωσε το ποτήρι μ’ έναν κοφτό τρόπο που έμοιαζε περισσότερο επαγγελματικός και λιγότερο ερωτικός. «Θέλω να παντρευτούμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα», της είπε μπαίνοντας στο θέμα κατευθείαν. «Θα πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες τυπικές διαδικασίες κι εσύ χρειάζεσαι χρόνο για να αγοράσεις ρούχα. Τι λες λοιπόν για μετά από τρεις μέρες;» Η Λίζα πνίγηκε με τη σαμπάνια που έπινε. «Τρεις μέρες;» Περίμενε πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. «Μα γιατί τόσο γρήγορα;» «Εσύ γιατί λες;» τη ρώτησε με μάτια που έλαμπαν. «Δεν καταλαβαίνω...» ψέλλισε, ενώ τα μάγουλά της είχαν γίνει κατακόκκινα. «Κανείς απ’ τους δυο μας δεν έχει μεγάλη οικογένεια», τη διέκοψε απότομα. «Επομένως, γιατί να περιμένουμε; Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω πόσο μπορώ να περιμένω και θα προτιμούσα η νύφη να ’ναι παρθένα την πρώτη νύχτα του γάμου. Είναι κάτι μάλλον σπάνιο στις μέρες μας», πρόσθεσε κυνικά. «Είσαι παρθένα, έτσι δεν είναι;» ρώτησε μετά, σαν να το ξανασκέφτηκε. Η Λίζα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, έχοντας γίνει σαν παντζάρι. «Επομένως, αν θες να είσαι παρθένα στο γάμο σου, καλύτερα να παντρευτούμε σύντομα. Δε φημίζομαι για την υπομονή μου...»


Τον γνώριζε αρκετά καλά ήδη κι ήξερε ότι της έλεγε ψέματα. Διέθετε σιδερένια αυτοπειθαρχία και είχε την υπομονή του κυνηγού, όταν στήνει ενέδρα στο θήραμά του... Ξαφνικά ανατρίχιασε. Γιατί είχε περάσει αυτή η σκέψη απ’ το μυαλό της; «Θα ήθελα να περιμένω, ώσπου να επιστρέψει ο Μαρκ», είπε αποφασιστικά, προσπαθώντας να αγνοήσει το σφίξιμο μέσα της. «Είναι η μοναδική οικογένεια που έχω». «Το ταξίδι του δεν έχει καθορισμένη ημερομηνία επιστροφής. Μπορεί να καθυστερήσει μερικές βδομάδες». «Σίγουρα όμως εσύ θα μπορούσες να τον φέρεις πίσω». «Η δουλειά μας δεν περιορίζεται μόνο στο Χονγκ Κονγκ και βασίζεται στο να βρεθούν οι κατάλληλες ευκαιρίες κι έτσι ταξιδεύει συνεχώς...» Η Λίζα ήταν αποφασισμένη να μην κάνει πίσω. Οι δύο άντρες θα συγγένευαν σε λίγο και όποιες διαφορές κι αν υπήρχαν ανάμεσά τους, έπρεπε να διαλυθούν. «Δε θέλω να παντρευτώ αν δεν είναι ο Μαρκ εδώ», επέμενε. Βλέποντας το πεισματάρικο ύφος της, ο Θορν υποχώρησε. «Εντάξει, θα δω τι μπορεί να γίνει». «Ευχαριστώ». Του χαμογέλασε ανακουφισμένη. «Επομένως δέχεσαι να γίνει ο γάμος σε τρεις μέρες;» Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή και ξαφνικά το στόμα της στέγνωσε. «Ναι», απάντησε μουδιασμένα. Μόλις ξεστόμισε τη λέξη, παγωνιά την αγκάλιασε. Τι έφταιγε άραγε; Το αεράκι που είχε δροσίσει ξαφνικά ή μήπως ήταν ένα άσχημο προαίσθημα επειδή είχε δεσμευτεί;


Κεφάλαιο 5

Η Λίζα άκουσε τον Θορν δίπλα της να βγάζει ένα βαθύ στεναγμό ανακούφισης. Ύστερα, εκείνος πήρε το ποτήρι απ’ το χέρι της, το άφησε δίπλα στο τραπεζάκι και την έγειρε προς τα πίσω, ώσπου το κεφάλι της ακούμπησε στο μπράτσο της κούνιας. Η Λίζα κοίταξε το μελαχρινό του πρόσωπο, που διέθετε πολύ έντονες γωνίες για να το χαρακτηρίσει κανείς όμορφο με τα κλασικά πρότυπα, αλλά σίγουρα ξεχώριζε με τα υπέροχα μάτια του και τα έντονα αρρενωπά χαρακτηριστικά του. Σκύβοντας από πάνω της, κάλυψε το στόμα της με το δικό του κι αμέσως η ζεστασιά του φιλιού του κάλυψε την παγωνιά που την είχε τυλίξει και τη θέση της πήρε μια έντονη φλόγα. Τη φιλούσε και τη χάιδευε, ώσπου η Λίζα έφτασε στο σημείο να χάσει κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν η γεύση των χειλιών του, που εξερευνούσαν τα δικά της, η αίσθηση των χεριών του πάνω στο σώμα της και το έντονο αρρενωπό του άρωμα. Αν κι ήταν βυθισμένη στο δικό της πάθος, δεν της ήταν δύσκολο να καταλάβει πόσο την ήθελε κι εκείνος και με πόση δυσκολία κατάφερνε να συγκρατηθεί. Της είχε πει ότι δε φημιζόταν για την υπομονή του και δεν τον είχε πιστέψει. Τώρα ήταν σαν να προσπαθούσε να της αποδείξει ότι έλεγε αλήθεια. Όταν σήκωσε το κεφάλι του, το ύφος του έδειχνε ότι είχε επηρεαστεί όσο κι εκείνη. Παραμέρισε μια τούφα απ’ τα μαλλιά της, που είχε πέσει στο μέτωπό της. «Καλύτερα να σταματήσουμε», της ψιθύρισε. «Τώρα που μπορώ». Αν είχε ακολουθήσει το ένστικτό της και τύλιγε τα χέρια της γύρω απ’ το λαιμό του, ίσως εκείνος να είχε αλλάξει γνώμη. Όση ώρα όμως εκείνη δίσταζε, την έπιασε απ’ τα χέρια και την τράβηξε να σηκωθεί όρθια. Πηγαίνοντας προς την κρεβατοκάμαρά της, η Λίζα παραπατούσε ελαφρά, σαν να ’ταν μεθυσμένη. Εκείνος πρέπει να είχε καταλάβει σε τι κατάσταση βρισκόταν, αλλά, παρ’ όλα αυτά, δεν έκανε καμιά κίνηση να την ακολουθήσει μέσα στο δωμάτιο. Γυρίζοντας προς το μέρος του, έτοιμη σχεδόν να τον παρακαλέσει, είδε τη σκληρή έκφραση στο πρόσωπό του και την προσπάθειά του να καταπνίξει το πάθος του. «Θορν;» ψιθύρισε. «Καληνύχτα, Λίζα», της απάντησε και, γυρίζοντας την πλάτη του, απομακρύνθηκε. Ήταν φανερό ότι πράγματι ήθελε η νύφη να ’ναι παρθένα. * Το επόμενο πρωί, καθώς γύριζαν στο διαμέρισμα μετά την πρωινή βουτιά τους στην πισίνα, η Λίζα του θύμισε την υπόσχεσή του να επικοινωνήσει με τον Μαρκ. «Θα φύγω για το γραφείο, μόλις κάνω ένα ντους και αλλάξω», της απάντησε συνοφρυωμένος. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, μπήκε στην κουζίνα, φορώντας ένα ανοιχτό γκρίζο καλοκαιρινό κοστούμι. Ακόμα και μ’ αυτό το τυπικό, συντηρητικό ντύσιμο, εξακολουθούσε να έχει ένα αδιαμφισβήτητο ξεχωριστό ύφος, ένα συνδυασμό προσωπικότητας και δύναμης που τον έκανε να φαίνεται σκληρός κι απόμακρος. Η κυρία Κερκ δε φαινόταν πουθενά. Ο Θορν ήπιε μόνο ένα φλιτζάνι καφέ στα όρθια, έτοιμος να φύγει αμέσως. «Έχουμε πολλές δουλειές κι έτσι θα προσπαθήσω να γυρίσω αρκετά σύντομα για να σε πάρω. Μην ξεχάσεις να φορέσεις το δαχτυλίδι σου». Ύστερα, αφού τη φίλησε απαλά στα χείλη, εξαφανίστηκε, χωρίς να περιμένει απάντηση. Είχαν περάσει μια βδομάδα μαζί, κάνοντας τα πιο απλά καθημερινά πράγματα, όπως να τρώνε πρωινό πλάι πλάι, και η Λίζα συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι της έλειπε η παρουσία του. Όταν ο Θορν γύρισε κάποια στιγμή αργότερα, τη βρήκε στο σαλόνι να ξεφυλλίζει διάφορα περιοδικά. «Δεν κατάφερα να βρω τον Μαρκ», της είπε με απρόσωπη φωνή. «Η γραμματέας μου θα συνεχίσει τις προσπάθειες. Θα μας στείλει με φαξ κάθε νεότερο που θα υπάρχει. Είσαι έτοιμη; Θα χρειαστείς κάποιο ελαφρύ παλτό». Είχε δίκιο. Ο καιρός είχε αλλάξει και η μέρα ήταν δροσερή, ενώ ο ουρανός είχε γεμίσει σύννεφα. Η Νέα Υόρκη είχε φορέσει τα μελαγχολικά, σκυθρωπά της ρούχα, αλλά, παρ’ όλα αυτά, η Λίζα ήταν ενθουσιασμένη. Αφού ξεμπέρδεψαν με τις απαραίτητες τυπικές διαδικασίες για το γάμο, ο Θορν τη συνόδευσε σ’ ένα απ’ τα πιο ακριβά μαγαζιά. Στο τμήμα των νυφικών, η Λίζα χαμογέλασε ενθουσιασμένη με τα πανέμορφα μοντέλα. Το πρόσωπό του συννέφιασε ξαφνικά, σαν να είχε μετανιώσει που την πίεζε τόσο πολύ. «Θα ’θελες κλασικό νυφικό;» τη ρώτησε. Η Λίζα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Πάει λοιπόν το παλιό της παιδικό όνειρο, να διασχίζει την εκκλησία μέσα σ’ ένα υπέροχο σύννεφο από άσπρο τούλι και μετάξι! «Νομίζω ότι, κάτω απ’ τις παρούσες συνθήκες, πιο πρακτικό θα ’ναι ένα ταγέρ». Αφού διάλεξε ένα μεταξωτό ταγέρ σε απαλό κρεμ χρώμα, που ο Θορν της είπε ότι της πήγαινε τέλεια, εκείνος επέμενε να της αγοράσει μια ολόκληρη γκαρνταρόμπα από φίνα εσώρουχα και νυχτικά, ως τις τελευταίες δημιουργίες υψηλής ραπτικής σε βραδινά φορέματα. Η Λίζα σύντομα ανακάλυψε ότι ο Θορν δεν ήταν αδιάφορος για τα ψώνια, όπως οι περισσότεροι άντρες. Διέθετε απεριόριστη υπομονή, εξαιρετικό γούστο και είχε πολύ συγκεκριμένη γνώμη για το πώς ήθελε να τη βλέπει ντυμένη. Του άρεσαν οι απλές, κομψές γραμμές και τα απαλά χρώματα. Μερικά κομμάτια τα απέρριπτε αμέσως κι άλλα τα ενέκρινε με μια κίνηση του κεφαλιού. Ασυνήθιστη σε τέτοια σπατάλη, η Λίζα σε λίγο άρχισε να πνίγεται κι ένιωσε την ανάγκη να διαμαρτυρηθεί, αλλά εκείνος τη σταμάτησε αμέσως. «Όσον αφορά εμένα, θα ήσουν όμορφη ακόμα κι αν φορούσες ένα απλό τσουβάλι, αλλά, βλέπεις, σαν γυναίκα μου πρέπει να ’σαι καλοντυμένη και η φήμη μου ως σωστού συζύγου εξαρτάται πολύ απ’ αυτό». Καταλαβαίνοντας πως ό,τι έλεγε ήταν σωστό, η Λίζα δεν έφερε άλλες αντιρρήσεις και δέχτηκε να συμπληρώσει την γκαρνταρόμπα της με πράγματα που ούτε καν τα είχε ονειρευτεί. Όταν πια ξεμπέρδεψαν με τα παπούτσια και όλα τα υπόλοιπα αξεσουάρ, ο Θορν παρήγγειλε να τους στείλουν τα πακέτα στο σπίτι. «Υπάρχει τίποτε άλλο που θα ’θελες;» τη ρώτησε γυρίζοντας προς το μέρος της. «Ναι, σε παρακαλώ». «Τι; Γούνες; Κοσμήματα;» «Ένα φλιτζάνι τσάι». «Εγώ θα έπινα ολόκληρη τσαγιέρα!» «Ακόμα καλύτερα».


* Όταν γύρισαν στο σπίτι το ίδιο βράδυ, τους περίμεναν όλα τα πακέτα και η κυρία Κερκ, που τους κοίταζε με αποδοκιμαστικό ύφος. Αν και αποδεχόταν τη θεωρία που έλεγε ότι «ένας άντρας δικαιούται να αγοράζει ρούχα και κοσμήματα για τη φιλενάδα του», πίστευε ότι η Λίζα ήταν πολύ αθώα και μικρή για να την παρασύρει κανείς με τέτοια δώρα. Προχώρησε προς το μέρος του Θορν με απότομο ύφος. «Απ’ ό,τι βλέπω, κάνατε διάφορα ψώνια», του είπε αυστηρά. «Για έναν πολύ ξεχωριστό λόγο». «Ποιος είναι αυτός ο λόγος;» «Η Λίζα χρειαζόταν προίκα. Θα παντρευτούμε μεθαύριο κι έτσι μπορείς να σταματήσεις να με κοιτάζεις αποδοκιμαστικά». «Θα παντρευτείτε; Επιτέλους! Κατάφερες να βρεις μια καλή, ήρεμη κοπέλα κι όχι μια απ’ αυτές τις σκληρόπετσες μοντέρνες γυναίκες. Χαίρομαι που πήρες την απόφαση», σχολίασε και, ρίχνοντας μια επιδοκιμαστική ματιά στη Λίζα, ξαναγύρισε στην κουζίνα της. Για μια στιγμή, ο Θορν έμεινε ακίνητος, σαν τα λόγια της κυρίας Κερκ να είχαν βρει το στόχο τους. Η Λίζα ήταν έτοιμη να τον πειράξει, αλλά δεν της έδωσε το χρόνο. Ζήτησε συγνώμη, ισχυριζόμενος ότι είχε να κάνει μερικά τηλεφωνήματα κι εξαφανίστηκε στο γραφείο του, αφήνοντάς τη να ανοίξει τα πακέτα με τα ψώνια. Της είχε πει να πετάξει τα παλιά της ρούχα, αλλά, υπακούοντας σ’ ένα περίεργο αίσθημα αυτοσυντήρησης, η Λίζα κρέμασε στην ντουλάπα τα καινούρια αποκτήματά της δίπλα στα λιγοστά της υπάρχοντα. * Την άλλη μέρα ο Μαρκ δεν είχε δώσει ακόμα σημεία ζωής και η Λίζα ένιωσε να την πνίγει η απογοήτευση. Μετά το πρωινό, ο Θορν της ανακοίνωσε ότι θα πήγαινε για καμιά ώρα, περίπου, στο γραφείο του. «Υπάρχουν μερικά πράγματα που πρέπει να κοιτάξω προσωπικά, μια και θα λείψουμε για δυο βδομάδες για το μήνα του μέλιτος...» Ενθουσιασμένη με την ιδέα ότι θα περνούσαν περισσότερο χρόνο μόνοι τους, η Λίζα σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ το λαιμό του. Ήταν η πρώτη φορά που έπαιρνε την πρωτοβουλία να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει. Όταν τραβήχτηκε πίσω, είδε ότι το πρόσωπό του είχε συννεφιάσει, λες και η απροσδόκητη αντίδρασή της να τον είχε αναστατώσει με κάποιο τρόπο. Έπειτα, όμως, η εντύπωση εξαφανίστηκε και της φάνηκε τόσο χαλαρωμένος και ήρεμος, που η Λίζα σκέφτηκε ότι θα πρέπει να ήταν παιχνίδι της φαντασίας της. «Έχεις σκοπό να βγεις έξω;» τη ρώτησε έτοιμος να φύγει. «Δεν το σκέφτηκα». «Δεν είναι και πολύ ωραία μέρα. Έχεις μια ολόκληρη ζωή μπροστά σου να γνωρίσεις τη Νέα Υόρκη. Γιατί λοιπόν δεν ξεκουράζεσαι σήμερα; Τις τελευταίες μέρες δεν κοιμάσαι πολλές ώρες... Κι απ’ ό,τι ξέρεις, ο μήνας του μέλιτος είναι μάλλον κουραστικός». Η Λίζα ένιωσε το πρόσωπό της να γίνεται κατακόκκινο κι άλλαξε θέμα αμέσως. «Αν επικοινωνήσεις με τον Μαρκ...» «Θα του πω να τα παρατήσει όλα και να πάρει το πρώτο αεροπλάνο». Όταν η Λίζα έμεινε μόνη της, βρήκε ένα περιοδικό και ξάπλωσε αναπαυτικά στον καναπέ. Δεν μπορούσε όμως να ηρεμήσει. Η κυρία Κερκ είχε φύγει και για πρώτη φορά, τελείως ανεξήγητα, το όμορφο διαμέρισμα της φάνηκε σαν φυλακή. Άρχισε να κόβει βόλτες, νιώθοντας μια περίεργη ταραχή. Όλα είχαν γίνει τόσο γρήγορα, που της ήταν αδύνατον να πιστέψει πως την άλλη μέρα θα παντρευόταν. Ήταν σαν όνειρο! Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι ήθελε να παντρευτεί τον Θορν, αλλά κάτι μέσα της την προειδοποιούσε ότι εκείνος την είχε παρασύρει σε μια ενέργεια με παράλογη βιασύνη. Γιατί δεν ήθελε να περιμένει μια δυο βδομάδες... Ο Μαρκ είχε δείξει τόσο ενδιαφέρον στα γράμματά του, ώστε δεν ήθελε να παντρευτεί χωρίς να τον έχει κοντά της. Ή έστω χωρίς να τον ειδοποιήσει! Προσπάθησε να ηρεμήσει κάνοντας τη σκέψη ότι υπήρχε ακόμα μια μέρα για να τον ειδοποιήσουν. Μάλλον όμως ήταν απίθανο, αφού όλες οι προσπάθειες δεν είχαν οδηγήσει πουθενά. Γιατί δεν επικοινωνούσε εκείνος μαζί τους; Αν και δεν ήξερε πολλά γύρω από επιχειρήσεις, της φαινόταν περίεργο που έλειπε τόσο καιρό χωρίς να κρατάει επαφή με το γραφείο του. Το γραφείο του! Η Λίζα τινάχτηκε όρθια. Ως τώρα προσπαθούσε η γραμματέας του Θορν να βρει τον Μαρκ, αλλά η προσωπική γραμματέας του ίδιου του Μαρκ μπορεί να ήξερε καλύτερα τις κινήσεις του. Ίσως μάλιστα να είχε και νέα του... Την έπνιξε η αγωνία. Άξιζε τον κόπο να προσπαθήσει. Ήταν έτοιμη να σηκώσει το ακουστικό του τηλεφώνου, όταν σταμάτησε απότομα. Ίσως ήταν καλύτερα να πήγαινε προσωπικά. Αν έπαιρνε ένα ταξί, θα έφτανε εκεί μέσα σε δέκα λεπτά και, εξάλλου, το είχε ανάγκη να βγει λίγο έξω απ’ το σπίτι. Έχοντας πάρει την απόφασή της, πήγε να πάρει ένα ελαφρύ αδιάβροχο και την τσάντα της. Μόνο όταν ήταν έτοιμη να φύγει, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε κλειδιά για να ξαναμπεί μέσα. Ίσως γι’ αυτό την είχε ρωτήσει ο Θορν αν είχε σκοπό να βγει έξω. Αν του είχε πει ναι, τότε σίγουρα θα της είχε δώσει κλειδί. Καθώς αναρωτιόταν τι να κάνει, μια ιδέα πέρασε απ’ το μυαλό της. Δεν είχε δει κάτι έξτρα κλειδιά στο γραφείο του Θορν; Άνοιξε την πόρτα τελείως αμήχανα, σαν να μην είχε το δικαίωμα να βρίσκεται εκεί. Αυτή τη φορά πέρα απ’ το φαξ και τον υπολογιστή, το γραφείο ήταν άδειο. Δάγκωσε τα χείλη της, διστάζοντας. Ίσως να τα ειχε βάλει σε κάποιο συρτάρι. Ακόμα πιο απρόθυμα, αλλά μη θέλοντας να αφήσει την προσπάθεια στη μέση, άνοιξε το πρώτο συρτάρι και αμέσως τα είδε. Τελικά όμως, ώσπου να καταφέρει να απλώσει το χέρι της και να τα πάρει, αναγκάστηκε να υπενθυμίσει στον εαυτό της ότι απ’ την άλλη μέρα θα ’ταν η κυρία του σπιτιού. Εκείνη τη στιγμή το βλέμμα της έπεσε πάνω σε μια φωτογραφία σε ασημένια κορνίζα. Ήταν μια κοπέλα στην ηλικία της. Αλλά η ομοιότητα σταματούσε εκεί. Η ξανθιά κοπέλα φορούσε ένα εφαρμοστό φόρεμα, με χαμηλό ντεκολτέ. Στο χαμογελαστό πρόσωπο ήταν χαραγμένη μια έκφραση που σίγουρα η κυρία Κερκ θα χαρακτήριζε σαν υπερβολικά μοντέρνα, με έντονη σεξουαλικότητα. Με το κεφάλι ελαφρά ριγμένο προς τα πίσω, τα κόκκινα χείλη χαμογελαστά, το βλέμμα καρφωμένο στην κάμερα, έμοιαζε σαν τη Μέριλιν Μονρόε σε νεαρή ηλικία. Στη μια γωνία ήταν γραμμένα με μαύρα γράμματα: «Στον αγαπημένο μου Θορν, με όλη μου την αγάπη. Τζίνι». Η Λίζα έκλεισε το συρτάρι με δύναμη, ενώ ευχόταν να μην είχε δει ποτέ τη φωτογραφία. Δεν κέρδιζε τίποτε ανασκαλεύοντας το παρελθόν του και ανακαλύπτοντας τις προηγούμενες γυναίκες στη ζωή του. Απλώς αναστατωνόταν παραπάνω. Δεν έπρεπε να αφήνει το παρελθόν να τη στενοχωρεί, έπρεπε να το ξεχάσει. Ο Θορν την αγαπούσε και θα την παντρευόταν. Έβαλε γρήγορα το κλειδί στην τσάντα της και βγήκε τρέχοντας έξω απ’ το γραφείο και το διαμέρισμα. Ο βαρύς ουρανός ήταν πνιγμένος στα σύννεφα και ψιλή βροχή είχε αρχίσει να πέφτει, δίνοντας μια λαμπερή όψη στα πεζοδρόμια. Ο αέρας μύριζε υγρασία, βενζίνη και καυσαέρια.


Ένα ταξί κατέβαινε το δρόμο. Σήκωσε το χέρι της κι ο οδηγός την είδε από μακριά. Του φώναξε τη διεύθυνση απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο, μπήκε μέσα και ξεκίνησαν. Φτάνοντας στο μοντέρνο κτίριο, πλήρωσε το ταξί και μετά συμβουλεύτηκε τον πίνακα στην είσοδο. Τα γραφεία της εταιρείας που ζητούσε ήταν στο δέκατο όροφο. Όταν ζήτησε το γραφείο του κυρίου Χέιγουορντ στην αίθουσα υποδοχής, της έδειξαν μια πόρτα στα αριστερά. Την υποδέχτηκε μια γυναίκα με κοντά μαύρα μαλλιά. «Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» «Πρέπει να έρθω σε επαφή με τον κύριο Χέιγουορντ επειγόντως και...» «Λείπει σε επαγγελματικό ταξίδι», της απάντησε αμέσως η γραμματέας. «Το ξέρω, αλλά...» «Αν θέλετε να μου πείτε περί τίνος πρόκειται, ίσως μπορέσω να σας βοηθήσω καλύτερα...» «Πρόκειται για προσωπικό θέμα. Είμαι η αδερφή του κυρίου Χέιγουορντ...» Η Λίζα της εξήγησε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και πιο συνοπτικά τι συνέβαινε. «Θα ήθελα ο αδερφός μου να έρθει στο γάμο, γι’ αυτό αναρωτιόμουν μήπως ξέρατε πού θα μπορούσατε να τον βρείτε». Η γυναίκα έριξε μια ματιά στο δαχτυλίδι με τα διαμάντια στο αριστερό χέρι της Λίζας. «Λυπάμαι, δεσποινίς Χέιγουορντ. Δεν έχω ιδέα πού βρίσκεται. Η προσωπική γραμματέας του κυρίου Χέιγουορντ, η κυρία Λούτεν, έχει πάρει άδεια σήμερα. Εγώ ήρθα εδώ από άλλο τμήμα». Βλέποντας την απογοήτευσή της, η γυναίκα συνέχισε με πιο φιλικό ύφος: «Αν όμως θέλετε, μπορώ να επικοινωνήσω με την κυρία Λούτεν. Αν ξέρει πού είναι ο κύριος Χέιγουορντ, θα σας τηλεφωνήσω ή θα σας στείλω φαξ. Πού μπορώ να σας βρω;» «Μένω στο διαμέρισμα του κυρίου Λάντερς». «Θα επικοινωνήσω μαζί σας, όσο πιο γρήγορα γίνεται». Η Λίζα την ευχαρίστησε χαρίζοντάς της ένα ευγενικό χαμόγελο. Το χαμόγελο φωτίζει το πρόσωπό της και την κάνει σαν κούκλα, σκέφτηκε η γυναίκα αναστενάζοντας. Δεν ήταν περίεργο που ένας άντρας όπως ο Θορν Λάντερς είχε ξετρελαθεί μαζί της. Φεύγοντας απ’ το κτίριο με πολύ καλύτερη διάθεση, η Λίζα πρόσεξε ότι η βροχή είχε σταματήσει κι ότι τα μαύρα σύννεφα είχαν διαλυθεί. Ρίχνοντας μια ματιά τριγύρω, πρόσεξε ότι δεν υπήρχε κανένα ταξί ελεύθερο κι έτσι αποφάσισε να γυρίσει με τα πόδια. Στη διαδρομή όμως, η χαρούμενη διάθεση μειώθηκε και συνειδητοποίησε ότι ήταν αρκετά απρόθυμη να επιστρέψει στο διαμέρισμα και να συναντήσει τον Θορν. Χωρίς να ξέρει ακριβώς το γιατί, ήταν σίγουρη ότι εκείνος δε θα ενέκρινε την κίνησή της. Όταν έφτασε στο διαμέρισμα και μπήκε μέσα, αναστέναξε ανακουφισμένη βλέποντας ότι ήταν ακόμα άδειο. Αν έβαζε το κλειδί στη θέση του, τότε ο Θορν δε θα έπαιρνε είδηση τι είχε κάνει... Μα είναι δυνατόν, σκέφτηκε θυμωμένη. Ήταν γελοίο να νιώθει τέτοια νευρικότητα, σαν να ήταν εγκληματίας! Κι όλα για το τίποτε! Θα του έλεγε η ίδια ότι είχε βγει και πού είχε πάει! Έτσι βέβαια, εκείνος θα καταλάβαινε ότι είχε δει τη φωτογραφία κι αυτό ήταν κάτι που δεν το ήθελε. Μπορεί να νόμιζε ότι τον κατασκόπευε συνειδητά. Αλλά δεν ήταν έτσι! Είχε τη συνείδησή της καθαρή και δεν ήταν σωστό να τον κοροϊδέψει ακόμα και για ένα τόσο απλό θέμα. Πήγε να γδυθεί και, όταν γύρισε στο σαλόνι, άκουσε την εξώπορτα να ανοίγει και είδε τον Θορν. «Δεν άργησες πολύ», του είπε με βεβιασμένα χαρούμενη διάθεση. «Έχω κάνει διάφορα σχέδια για το απόγευμα και το βράδυ. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε να βγούμε και να το ρίξουμε λίγο έξω, μια και θα ’ναι η τελευταία μέρα...» Σταμάτησε απότομα. «Τι τρέχει;» «Σαν τι να τρέχει;» Ακόμα και στην ίδια η φωνή της ακούστηκε περίεργη. Την άρπαξε απ’ τους ώμους και την ακινητοποίησε μπροστά του. «Κάτι σ’ έχει αναστατώσει. Τι είναι;» Με το βλέμμα καρφωμένο στη γραβάτα του, η Λίζα αναρωτήθηκε από πού έπρεπε να αρχίσει. Εκείνος την ταρακούνησε λίγο. «Κοίταξέ με». Η Λίζα υποχρεώθηκε να γείρει το κεφάλι της προς τα πίσω για να τον κοιτάξει. «Λοιπόν, Λίζα;» Ξαφνικά ένιωσε να φοβάται. «Πήγα στα γραφεία της εταιρείας του Μαρκ», του εξομολογήθηκε με βραχνή φωνή. «Σκέφτηκα ότι μπορεί η γραμματέας του να είχε μάθει νέα του... και να ήξερε πού είναι...» Τα μάτια του Θορν έγιναν δύο σχισμές. «Και;» «Είχε πάρει άδεια για σήμερα. Όταν εξήγησα την κατάσταση στη γραμματέα που την αντικαθιστούσε, μου είπε ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε για να τον βρει... Θορν! Με πονάς!» «Συγνώμη». Το σφίξιμο των χεριών του χαλάρωσε. «Τι άλλο;» «Τίποτε άλλο... πέρα απ’ το ότι αναγκάστηκα να δανειστώ το κλειδί απ’ το γραφείο σου. Ελπίζω να μη σ’ ενοχλεί...» Θαρρείς και η ένταση εξαφανίστηκε μεμιάς από πάνω του, εκείνος απάντησε: «Φυσικά και δε μ’ ενοχλεί». «Θυμήθηκα ότι το είχα δει στο γραφείο σου και...» «Δε χρειάζεται να μου δώσεις εξηγήσεις ή να ζητάς συγνώμη. Έπρεπε να σου είχα δώσει κλειδί». Η Λίζα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δεν είσαι δηλαδή θυμωμένος μαζί μου;» «Γιατί στην ευχή να ’μαι θυμωμένος;» Κι όμως ήταν. «Σκέφτηκα ότι ίσως να με κατηγορούσες πως ήθελα να σε κατασκοπεύσω και...» «Αυτό θα ’ταν το τελευταίο που θα υποψιαζόμουν για σένα!» «Και δεν ήμουν σίγουρη ότι πράγματι ήθελες να είναι ο Μαρκ στο γάμο μας». Επιτέλους το είχε πει. «Αναρωτιέμαι αν υπάρχει ανάμεσά σας κάποια έχθρα...» «Τι περίεργη κοπέλα που είσαι», σχολίασε εκείνος ανάλαφρα. «Και πόσο γοητευτική», πρόσθεσε βλέποντάς τη να κοκκινίζει. Τη φίλησε απαλά στην άκρη της μύτης της. «Τώρα για το γάμο μας... Όλες οι διαδικασίες έχουν ολοκληρωθεί. Θα παντρευτούμε αύριο στις δέκα και μισή στην Εκκλησία του Σωτήρα και, αν δεν έρθει εγκαίρως ο αδερφός σου, θα είναι παρόντες μόνο δύο μάρτυρες». «Εσύ δεν έχεις φίλους ή συγγενείς που θα ’θελαν να έρθουν;» Η έκφρασή του σκοτείνιασε ξαφνικά. «Δεν έχω στενούς συγγενείς και οι φίλοι μου είναι πάρα πολλοί για να μπορώ να βγάλω κάποιον απέξω. Εξάλλου, όσο λιγότερος κόσμος υπάρχει τόσο το καλύτερο. Δε θέλω να μαθευτεί ο γάμος στις εφημερίδες, γιατί τότε δε θα βρούμε ησυχία». Η Λίζα συνειδητοποίησε ότι αυτό δεν το είχε σκεφτεί καθόλου. Δεν ήταν περίεργο που είχε θυμώσει μαζί της. Της χαμογέλασε τρυφερά και με την άκρη του δαχτύλου του τη χάιδεψε στο μάγουλο. «Μην ανησυχείς. Δε νομίζω να υπάρξουν ιδιαίτερα προβλήματα. Τι λες τώρα; Είσαι έτοιμη να βγούμε να διασκεδάσουμε;» * Πέρασαν το απόγευμα στο Κόνι Άιλαντ και το βράδυ πήγαν σ’ ένα νυχτερινό κέντρο στο Μανχάταν και χόρεψαν ως τα ξημερώματα. Ο Θορν την κρατούσε


σφιχτά στην αγκαλιά του, ακουμπώντας το μάγουλό του στα μαλλιά της. Ξαφνικά, όλες οι αμφιβολίες της Λίζας εξαφανίστηκαν. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε νιώσει πιο ευτυχισμένη. Αργότερα, έξω απ’ την πόρτα της κρεβατοκάμαράς της, τη φίλησε με τόση τρυφερότητα, που η Λίζα ένιωσε να λιώνει όλο της το σώμα. Όταν τραβήχτηκε πίσω και την κοίταξε, του ανταπέδωσε το βλέμμα και μέσα στα μάτια της εκείνος μπόρεσε να δει ότι ήταν έτοιμη να του δώσει τα πάντα. Κρατώντας το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια του, της ψιθύρισε: «Αύριο θα γίνεις δική μου». Ήταν ήδη δική του και το ήξερε. Αν ήθελε μπορούσε να την πάρει. Όχι όμως ακόμα. Την κρατούσε εσκεμμένα σε απόσταση. Μόνο όταν θα ερχόταν η κατάλληλη στιγμή θα την οδηγούσε στον παράδεισο... Ξαφνικά, ο Θορν κατάλαβε ότι αυτή η κοπέλα, που ήταν τελείως διαφορετική απ’ όσες γυναίκες είχε γνωρίσει, θα μπορούσε να τον οδηγήσει στον έβδομο ουρανό. Αλλά μόνο όταν θα είχε γίνει γυναίκα του. Μόνο όταν θα είχε επιτύχει αυτό που είχε βάλει σκοπό εδώ και καιρό. * Όταν η Λίζα ξύπνησε την επόμενη μέρα, ήταν αρκετά αργά και το δυνατό φως του ήλιου έμπαινε στο δωμάτιό της. Φόρεσε ένα απλό τζιν κι ένα μπλουζάκι, ώσπου να έρθει η ώρα να ντυθεί για την εκκλησία. Κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο, θυμήθηκε μια παλιά πεποίθηση: Αν ο ήλιος λάμπει στον ουρανό, τότε η νύφη θα είναι ευτυχισμένη... Παρ’ όλο που η ευφορία της προηγούμενης νύχτας είχε εξαφανιστεί, ήταν ευτυχισμένη. Θα ήταν ακόμα καλύτερα φυσικά, αν ο Μαρκ είχε πάρει το μήνυμά της και είχε καταφέρει να επιστρέψει. Όταν πήραν το πρωινό τους, ο Θορν, απίστευτα ελκυστικός με το ανοιχτό καφέ παντελόνι του και το σκούρο πουκάμισο, έβγαλε απ’ την τσέπη του μια μικρή θήκη. «Ένα δώρο για σένα», της είπε. «Εγώ δε σου πήρα τίποτα». «Θα πάρω το δώρο μου όταν παντρευτούμε». Υπήρχε μια περίεργη έκφραση στο πρόσωπό του και η Λίζα, αντί να νιώσει ενθουσιασμό με τα λόγια του, ανατρίχιασε από μια περίεργη αίσθηση αγωνίας. «Δε θα το ανοίξεις;» Η Λίζα υπάκουσε κι έβγαλε μια κραυγή θαυμασμού. Πάνω στο μαύρο βελούδο υπήρχε μια χοντρή ασημένια αλυσίδα με ένα μενταγιόν που έδειχνε έναν άντρα και μια γυναίκα να φιλιούνται. Απ’ την άλλη πλευρά υπήρχαν δύο χέρια που ήταν ενωμένα. Ήταν ένα πολύ ασυνήθιστο και ξεχωριστό κομμάτι. «Θορν! Δεν ξέρω πώς να σ’ ευχαριστήσω. Πού το βρήκες;» «Ζήτησα να μου το φτιάξουν. Είναι αντίγραφο του μενταγιόν που έδιναν οι Ρωμαίοι όταν αρραβωνιάζονταν. Σκέφτηκα ότι μπορεί να σου άρεσε». «Είναι υπέροχο!» Τα μάτια της έλαμπαν από χαρά. «Είναι τέλειο!» «Όταν λοιπόν το κουμπώσω στο λαιμό σου, μπορείς να μ’ ευχαριστήσεις μ’ ένα φιλί». Αν κι ήταν ένα όμορφο και ρομαντικό δώρο, για έναν ανεξήγητο λόγο, η Λίζα ένιωσε το μενταγιόν να πέφτει βαρύ και κρύο στο λαιμό της. Θέλοντας να καθησυχάσει τους φόβους της, γύρισε προς το μέρος του και ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να τον φιλήσει. Τα χέρια του αμέσως βρέθηκαν γύρω απ’ τη μέση της και την τράβηξαν πάνω του. Τα χείλη του έκλεισαν πάνω απ’ τα δικά της κι αμέσως μια φλόγα τους τύλιξε και τους δύο. Η Λίζα ένιωσε να χάνεται σ’ έναν ονειρικό κόσμο και μόνο όταν εκείνος τραβήχτηκε απρόθυμα μακριά της, ξαναπροσγειώθηκε στην πραγματικότητα. «Καλύτερα να ντυθούμε, γιατί διαφορετικά θα αργήσουμε», της ψιθύρισε. Ακόμα κι όταν ήταν έτοιμοι να φύγουν για την εκκλησία, δεν υπήρχε κανένα νέο απ’ τον Μαρκ. Ο Θορν εξέφρασε τελείως τυπικά τη θλίψη του γι’ αυτό και η Λίζα, μη μπορώντας να κάνει τίποτε άλλο, τον ακολούθησε κάτω στην είσοδο και στο ταξί που τους περίμενε. Η παλιά πέτρινη εκκλησία, με τη βαριά διακοσμημένη πρόσοψη, βρισκόταν στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο πανύψηλους γυάλινους ουρανοξύστες. Το εσωτερικό ήταν μισοφωτισμένο απ’ τις αχτίδες του ήλιου που έμπαιναν απ’ τα παράθυρα και έπεφταν στα γυαλισμένα καθίσματα και το ξεφτισμένο κόκκινο χαλί. Όρθια μπροστά στο ιερό, φορώντας το απλό μεταξωτό ταγέρ της και κρατώντας μια ανθοδέσμη με μπουμπούκια, η Λίζα ένιωθε αγωνία και φόβο. Δίπλα της, πανέμορφος με το γκρίζο καλοκαιρινό κοστούμι κι ένα άσπρο γαρίφαλο στο πέτο του, ο Θορν φαινόταν σίγουρος και απόμακρος. Όταν όμως ανακάλυψε ότι οι δύο μάρτυρες δεν είχαν έρθει ακόμα κι υπήρξε μια μικρή καθυστέρηση ώσπου να βρεθούν δύο καινούριοι, άρχισε να γίνεται ανυπόμονος και εριστικός. Παρά το ζεστό καιρό έξω, το εσωτερικό της εκκλησίας ήταν υγρό και κρύο. Η Λίζα δεν ήξερε αν έφταιγε αυτό ή η αγωνία της, αλλά έτρεμε ολόκληρη σ’ όλη τη διάρκεια της σύντομης τελετής. Αν και έδωσε τις απαντήσεις της με καθαρή φωνή, η διαδικασία τής φαινόταν ψεύτικη. Το μόνο σίγουρο ήταν η αγάπη της για τον Θορν. Ξυπνούσε όλο της το είναι, ενώ γύρω από τ’ όνομά του συσσωρεύονταν αμφιβολίες και φοβίες. Ο Θορν όμως δε φαινόταν να βασανίζεται από καμιά αγωνία. Όταν το σκαλιστό δαχτυλίδι, που δεν το είχε ξαναδεί, βρέθηκε στο δάχτυλό της και η τελετή τελείωσε, εκείνος έφερε το χέρι της στα χείλη του. Η Λίζα διέκρινε μια περίεργη υπεροπτική αίσθηση ικανοποίησης στο ύφος του, μια λάμψη θριάμβου στο βλέμμα του και, ενώ ήξερε ότι δε θα έπρεπε να έχει αμφιβολίες για την αγάπη του, ένιωσε ακόμα πιο μπερδεμένη. Δεν ήταν ένας άντρας που είχε συρθεί στο γάμο. Ήξερε πολύ καλά τι έκανε και τι ήθελε. Αφού υπέγραψε τα έγγραφα του γάμου με σταθερό χέρι, ευχαρίστησε τον ιερέα, αντάλλαξε χειραψία με το ηλικιωμένο ζευγάρι, που είχαν συμφωνήσει να παρευρεθούν ως μάρτυρες και, περνώντας το χέρι του γύρω απ’ τη μέση της Λίζας, την οδήγησε έξω στο ταξί που τους περίμενε. Γύρισαν στο σπίτι μέσα σ’ ελάχιστο χρονικό διάστημα. Προς μεγάλη της έκπληξη, η Λίζα τον άκουσε να λέει στον οδηγό να τους περιμένει πάλι. Όταν μπήκαν στο διαμέρισμα, τους υποδέχτηκε η κυρία Κερκ για να τους συγχαρεί έχοντας ένα μπουκάλι με παγωμένη σαμπάνια και τρία ποτήρια έτοιμα δίπλα σε μια απλή γαμήλια τούρτα. Όταν άκουσε μάλιστα ότι δεν είχαν φωτογραφηθεί, έμεινε έκπληκτη και τους υποχρέωσε να σταθούν πίσω απ’ την τούρτα για να τους τραβήξει την παραδο​σιακή φωτογραφία. Έτρωγαν τούρτα και έπιναν σαμπάνια, όταν ο Θορν κοίταξε το ρολόι του. «Δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας». «Οι βαλίτσες σας είναι έτοιμες», είπε η οικονόμος. «Άφησα έξω ένα απλό σύνολο, μπλούζα και φούστα, για την κυρία Λάντερς για το ταξίδι». Κυρία Λάντερς. Σαν ψέματα ακουγόταν ότι ήταν η γυναίκα του Θορν. Ήταν τόσο ζαλισμένη ακόμα, που μόνο μετά από μερικά δευτερόλεπτα συνειδητοποίησε τι είχε πει η κυρία Κερκ. «Πού θα πάμε;» «Δε σου είπα ότι θα πάμε μήνα του μέλιτος;» «Δε φαντάστηκα ότι εννοούσες πως θα φεύγαμε... Πού θα πάμε;» ρώτησε με μια ανεξήγητη αγωνία. «Αυτό είναι έκπληξη. Θα ξεκινήσουμε αμέσως μόλις ντυθείς για το αεροδρόμιο». Όταν η Λίζα άλλαξε το γαμήλιο ταγέρ της με μια λουλουδάτη φούστα κι ένα ταιριαστό κοντό μπλουζάκι κι ο Θορν έβγαλε το γαρίφαλο απ’ το πέτο, ήταν


έτοιμοι να φύγουν. Η κυρία Κερκ τους συνόδευσε με χαμόγελα ως την πόρτα. Ο Θορν τη χαιρέτησε διά χειραψίας, ευχαριστώντας τη για όσα είχε κάνει, ενώ η Λίζα την αγκάλιασε τελείως αυθόρμητα. Μέσα σε λίγα λεπτά, οι νεόνυμφοι βρίσκονταν μέσα στο ταξί με κατεύθυνση το αεροδρόμιο. Προς μεγάλη έκπληξη της Λίζας, εκεί τους περίμενε το τζετ του Θορν, επιβεβαιώνοντας για μια φορά ακόμα την ιδέα που είχε σχηματίσει για το μέγεθος της περιουσίας του άντρα της. Μετά την απογείωση, ένας αεροσυνοδός τους σέρβιρε σάντουιτς με σολομό και σαμπάνια. Η Λίζα ήθελε να τσιμπήσει τον εαυτό της για να βεβαιωθεί ότι δεν ονειρευόταν. «Γίνονται όλα πολύ γρήγορα;» τη ρώτησε ο Θορν, βλέποντας τη χαμένη έκφραση στο πρόσωπό της. «Νιώθω σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», παραδέχτηκε εκείνη. «Καημένο μου!» την πείραξε. «Δεν πειράζει. Όταν φτάσουμε στο Τζέικομπ’ς Κη, θα έχεις όλο το χρόνο που θέλεις στη διάθεσή σου για να ηρεμήσεις». «Στο Τζέικομπ’ς Κη;» «Η λέξη Κη σημαίνει ‘‘μικρό νησί’’». Είναι λίγο έξω απ’ τις ακτές της Φλόριντα». Τη χάιδεψε τρυφερά στο μάγουλο. «Το Τζέικομπ’ς Καστλ είναι το ιδανικό μέρος για μήνα του μέλιτος». Ασυνήθιστο όνομα για ξενοδοχείο, σκέφτηκε η Λίζα. «Το ξέρεις;» «Ναι. Έχει όλα όσα θέλουμε. Απομόνωση, τεράστιο κρεβάτι και ηρεμία». Η έξαψη τέντωσε τα νεύρα της και το στομάχι της δέθηκε ξαφνικά κόμπος. «Πώς είναι το νησί;» τον ρώτησε καταφέρνοντας να κρατήσει τη φωνή της ήρεμη. Αλλά εκείνος είχε καταλάβει πώς ένιωθε και αυτό φάνηκε στο βλέμμα που της έριξε. «Είναι καταπράσινο. Έχει φοίνικες, πεύκα και αρκετά άλλα δέντρα. Στη μια πλευρά υπάρχει μια τεχνητή παραλία και από πίσω λιβάδια». «Τεχνητή παραλία;» «Αυτά τα μικρά νησάκια, που είναι γύρω στα εκατό, έχουν δημιουργηθεί από κοραλλιογενείς υφάλους. Περιβάλλονται από υφάλους κι έτσι τα κύματα του Ατλαντικού δε φτάνουν ως τις ακτές τους και δε διαθέτουν φυσικές παραλίες, αλλά είναι σαν να περιβάλλονται από λιμνοθάλασσες. Σε μερικά απ’ αυτά έχουν διανοιχτεί οι ύφαλοι, ώστε να φτάνει η θάλασσα ως τις ακτές τους, δημιουργώντας παραλίες». «Πόσο μεγάλο είναι το νησί;» «Όχι πολύ μεγάλο για να έχει αεροδρόμιο», της απάντησε, σαν να διάβασε τις σκέψεις της. «Στο Μαϊάμι θα κατεβούμε και θα πάρουμε ελικόπτερο». * Μόλις έφτασαν στο αεροδρόμιο, κατέβηκαν απ’ το αεροπλάνο και σε λίγα λεπτά βρέθηκαν να πετάνε με το ελικόπτερο στον καθαρό ουρανό. Ήταν η πρώτη φορά που η Λίζα έμπαινε σε ελικόπτερο και η πτήση τής φάνηκε συναρπαστική, αν και πολύ θορυβώδης. Απ’ τη συζήτηση ανάμεσα στους δύο άντρες, κατάλαβε ότι ο Θορν ήταν πεπειραμένος πιλότος, αλλά αυτό δεν την ξάφνιασε ιδιαίτερα, γεγονός που έδειχνε ότι πια μάθαινε σιγά σιγά τον άντρα που είχε παντρευτεί. Κοιτάζοντας προς τα κάτω, διέκρινε μια τεράστια έκταση από πράσινα λιβάδια που απλώνονταν ως τη θάλασσα, ενώ λίγο πιο πέρα απ’ την ακτή διακρίνονταν πολυάριθμα νησάκια, διασκορπισμένα σαν πολύτιμα πετράδια στην καταγάλανη θάλασσα. Ανάμεσά τους έβλεπε κανείς ιστιοφόρα και γιοτ, όπως και διάφορα άλλα σκάφη, που διέσχιζαν τα ήρεμα νερά. «Βλέπεις τις γέφυρες;» Ο Θορν έγειρε προς το μέρος της κι ένιωσε τη δυνατή πίεση του μηρού του πάνω στο δικό της. «Υπάρχουν σαράντα δύο συνολικά. Ενώνουν μεταξύ τους τα κατοικημένα νησάκια». Η φωνή του χαμήλωσε ακόμα πιο πολύ. «Αλλά ποιος ενδιαφέρεται για τέτοια πεζά πράγματα; Το μόνο που σκεφτόμουν σήμερα όλη τη μέρα ήταν το βράδυ... να νιώσω το γυμνό σου σώμα κάτω απ’ το δικό μου... να ακούσω τους στεναγμούς σου, καθώς θα σου κάνω έρωτα με κάθε δυνατό τρόπο... να βρω τι σου αρέσει και να σου δείξω τι με ικανοποιεί... να κοιμηθώ με το πρόσωπό μου ανάμεσα στα στήθη σου...» Η Λίζα ανακάλυψε με τρόμο ότι το πρόσωπό της είχε αρχίσει να καίει, ενώ οι θηλές της είχαν σκληρύνει κάτω απ’ το λεπτό ύφασμα. Άκουσε το χαμηλόφωνο ικανοποιημένο γέλιο του Θορν και του έριξε μια ικετευτική ματιά, προτού στρέψει το βλέμμα της έξω απ’ το παράθυρο. Όταν της ξαναμίλησε, η Λίζα ένιωσε την ανάγκη να κλείσει τα αυτιά της για να προφυλαχτεί, αλλά εκείνος απλώς της έδειξε μπροστά. «Να το Τζέικομπ’ς Κη. Στα δεξιά. Θα φτάσουμε σ’ ένα λεπτό περίπου...»


Κεφάλαιο 6

Πετούσαν πάνω από διάφορα νησάκια, όταν η Λίζα ξεχώρισε την πράσινη μακρόστενη λωρίδα γης που της έδειχνε ο Θορν. Ανάμεσα στα δέντρα ξεχώρισε κάτι που έμοιαζε με κάστρο, φτιαγμένο από γκρίζες πέτρες, με πυργίσκους και στη μέση μια τετράγωνη αυλή. Δε θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι σ’ ένα τέτοιο μέρος το ξενοδοχείο θα έμοιαζε με κάστρο! Όταν το ελικόπτερο προσγειώθηκε, δεν υπήρχε ψυχή πουθενά. Ο Θορν άνοιξε την πόρτα, πήδηξε έξω κι ύστερα άπλωσε το χέρι του για να τη βοηθήσει να κατεβεί. Η Λίζα έσκυψε κι άρχισε να τρέχει γρήγορα μακριά απ’ τους έλικες που δεν είχαν σταματήσει να γυρίζουν. Με τα μαλλιά ανακατεμένα και τα ρούχα να ανεμίζουν, ένιωθε πολύ περίεργα. Γύρισε να κοιτάξει προς τα πίσω. Ο Θορν μιλούσε με τον πιλότο, κατεβάζοντας συγχρόνως τις αποσκευές τους. Μετά από λίγο, ο πιλότος σήκωσε το χέρι του σε αποχαιρετισμό και το ελικόπτερο απογειώθηκε ξανά προς το γαλανό ουρανό. Έμειναν ακίνητοι κοιτάζοντάς το να χάνεται πάνω απ’ τις κορυφές των δέντρων. Έκανε ζέστη, ακόμα και στη σκιά, κι ο Θορν έβγαλε τη γραβάτα του, την έβαλε στην τσέπη του και ξεκούμπωσε τα τρία κουμπιά του πουκαμίσου του. Χωρίς να το θέλει, η Λίζα κάρφωσε το βλέμμα της στο ηλιοκαμένο του δέρμα. «Σαν να είμαστε μόνοι μας», παρατήρησε ξεροκαταπίνοντας. «Μα είμαστε». «Με κοροϊδεύεις, φυσικά...» Αλλά αμέσως κατάλαβε ότι της έλεγε αλήθεια. Παρά τη ζέστη, μια ανατριχίλα διαπέρασε το σώμα της. «Το ξενοδοχείο...» ψέλλισε. «Δεν είναι ξενοδοχείο. Σπίτι είναι», της εξήγησε και, παίρνοντας τις αποσκευές τους, κατευθύνθηκε προς τη μεγάλη ξύλινη πόρτα με τα τεράστια παράθυρα δεξιά κι αριστερά. «Όταν ο πατέρας μου αγόρασε το νησί, μετέτρεψε το κάστρο σε σπίτι, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για διακοπές». Και φυσικά τώρα ο Θορν ήταν ο ιδιοκτήτης όλου του χώρου. «Μα είναι τόσο περίεργο!» «Είναι σίγουρα διαφορετικό», συμφώνησε εκείνος. «Αλλά ο Τζέικομπ Στάιν, ο πρώην ιδιοκτήτης, ήταν ένας εκκεντρικός εκατομμυριούχος που ήθελε απομόνωση και ασφάλεια. Αγόρασε το νησί στη δεκαετία του ’20 και έχτισε το κάστρο, που φυσικά, αυτόματα, πήρε το όνομά του». «Πού στην ευχή βρήκε αυτές τις πέτρες;» Παρά τις τόσο σοβαρές ερωτήσεις που έκαιγαν το μυαλό της, μόνο οι ασήμαντες απορίες τής έβγαιναν αυθόρμητα. «Δεν είναι ακριβώς πέτρες. Είναι απ’ τον κοραλλιογενή ύφαλο». Ο Θορν έβγαλε ένα κλειδί απ’ την τσέπη του. «Θα πρέπει να προσέχεις να μη γρατζουνιστείς. Μόνο στο πάτωμα δεν υπάρχει πρόβλημα, επειδή είναι λείο». Άνοιξε την πόρτα και την οδήγησε σ’ ένα τεράστιο πλακοστρωμένο χολ. Η Λίζα κοίταξε τριγύρω σαν χαμένη. Στην απέναντι άκρη ήταν άλλη μια πόρτα και στο δεξί της χέρι μια ξύλινη σκάλα που οδηγούσε σ’ έναν κυκλικό εξώστη. Το χολ ήταν επιπλωμένο σαν τραπεζαρία και πάνω στο τραπέζι υπήρχε ένα μπολ με φρέσκες ροζ και πράσινες ορχιδέες. Προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς γινόταν, η Λίζα είχε μείνει με τα μάτια καρφωμένα στα λουλούδια. «Μα, αν δεν υπάρχει κανείς εδώ, τότε ποιος φροντίζει το χώρο;» «Υπάρχει ένα γραφείο σ’ ένα απ’ τα μεγαλύτερα νησιά. Τους ειδοποίησα ότι θα ερχόμουν και καθάρισαν το μέρος και έφεραν τις απαραίτητες προμήθειες. Δεν είναι κάτι σπουδαίο. Χρησιμοποιώ τα δωμάτια μόνο στην πτέρυγα που έχει εκσυγχρονιστεί και μάλιστα όχι όλα απ’ αυτά. Το υπόλοιπο σπίτι είναι κλειστό απ’ την εποχή του Τζέικομπ...» Είχε πει «χρησιμοποιώ»... Δηλαδή ερχόταν συνήθως μόνος του; συλλογίστηκε η Λίζα. «Το γραφείο με προμηθεύει και με προσωπικό, αν χρειαστεί. Αλλά, αφού τώρα είναι ο μήνας του μέλιτός μας, προτίμησα να είμαστε τελείως μόνοι». Της έριξε ένα βλέμμα που έκανε τη Λίζα να ανατριχιάσει. «Θες να ρίξεις μια ματιά εδώ κάτω, προτού ανεβάσουμε τις βαλίτσες επάνω;» Σαν να ζούσε μέσα σ’ ένα όνειρο, η Λίζα τον ακολούθησε στο ένα δωμάτιο μετά το άλλο, όπου υπήρχε ξύλινη επένδυση στους τοίχους, μεγάλα παράθυρα, γύψινα διακοσμημένα ταβάνια, τζάκια και μοντέρνα επίπλωση. Η κουζίνα ήταν τόσο καλά εξοπλισμένη, που άνετα θα μπορούσε να ανήκει σε κάποιο νεοϋορκέζικο διαμέρισμα. «Και πάλι δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται; Από πού παίρνεις ηλεκτρισμό και πόσιμο νερό;» «Υπάρχει γεννήτρια και δεξαμενές με πόσιμο νερό. Θες να πάμε επάνω;» Μία γρήγορη ματιά έδειξε ότι υπήρχαν δύο μεγάλες κρεβατοκάμαρες, η καθεμιά με ξεχωριστό μπάνιο, που έβλεπαν στην μπροστινή αυλή, κι ένα μεγάλο δωμάτιο με μπάνια απ’ τη μια και την άλλη πλευρά. Η Λίζα ακολούθησε τον Θορν στην ηλιόλουστη μεγάλη κρεβατοκάμαρα. Εκείνος ανέλαβε να τακτοποιήσει τις βαλίτσες τους, βάζοντας τη δική της πάνω σ’ ένα σκαμπό δίπλα στην πόρτα της τεράστιας ιματιοθήκης και τη δική του ακριβώς απέναντι, ενώ εκείνη πήγε προς το παράθυρο. Ένα απ’ τα τζάμια είχε μείνει ανοιχτό, αφήνοντας το ζεστό, γλυκό αεράκι να φρεσκάρει το δωμάτιο. Ανοίγοντάς το ακόμα περισσότερο, έγειρε στο πρεβάζι και κοίταξε έξω. Η θέα ήταν υπέροχη! Η πλούσια τροπική βλάστηση έφτανε ως την παραλία, εκεί που οι ακτίνες του απογευματινού ήλιου έπεφταν πάνω στο γαλάζιο νερό και η σκιά απ’ τους φοίνικες τρεμόπαιζε πάνω στην άμμο. Παρακολούθησε χαμογελώντας τρεις πελεκάνους, καθώς πετούσαν σ’ έναν άψογο σχηματισμό, προτού προσγειωθούν με χάρη πάνω στην ήρεμη επιφάνεια του νερού. Πέρα μακριά μπορούσε να διακρίνει τον πράσινο όγκο κάποιου άλλου νησιού... Ξαφνικά της κόπηκε η ανάσα, καθώς ο Θορν στάθηκε σιωπηλά πίσω της. Την τράβηξε πάνω του και γλίστρησε τα χέρια του στο στήθος της. Το στόμα του χάιδεψε τρυφερά το πλάι του λαιμού της και τη δάγκωσε απαλά, ενώ οι αντίχειρές του άρχισαν να χαϊδεύουν τις θηλές της. Το ένα του χέρι ξεκούμπωσε τη φούστα της και, αφού χάιδεψε ερεθιστικά την κοιλιά της, κατέβηκε προς τα κάτω, προς τους μηρούς της. Δε φαινόταν να βιάζεται. Το πεπειραμένο χέρι του πέρασε αργά πάνω απ’ το αραχνοΰφαντο εσώρουχό της, δίνοντάς της υποσχέσεις για μια ολοκλήρωση που ακόμα ούτε μπορούσε να τη φανταστεί. Το σώμα της είχε πάρει ήδη φωτιά, ενώ το κεφάλι της γύριζε. Ήθελε να εγκαταλειφθεί στα χάδια και την αγκαλιά του, αλλά εκείνος, αντί να ικανοποιήσει τις ανάγκες της, που ο ίδιος είχε ξεσηκώσει, έμεινε ξαφνικά ακίνητος και τράβηξε τα χέρια του. Η Λίζα γύρισε προς το μέρος του απογοητευμένη. Βλέποντας το κατακόκκινο πρόσωπό της και τα μάτια της που έλαμπαν, ο Θορν χαμογέλασε κι ακριβώς αυτό το εκνευριστικά ειρωνικό χαμόγελο μαζί μ’ ένα ύφος κατανόησης, της έδειξε ξεκάθαρα ότι εκείνος ήξερε πολύ καλά πώς την είχε κάνει να νιώθει. Γιατί όμως το χρειαζόταν αυτό; Τι επιζητούσε να αποδείξει; Να την τιμωρήσει; Γιατί; Να την κάνει να τον παρακαλέσει; Αν ήταν έτσι, η συμπεριφορά του έδειχνε κακία και διάθεση να την ταπεινώσει κι αυτό δε συμβιβαζόταν με την εικόνα του άντρα που έλεγε ότι την αγαπούσε. Αν την αγαπούσε. Προσπάθησε να θάψει τις αμφιβολίες της, αλλά δεν τα κατάφερε. Αν δεν την αγαπούσε, τότε γιατί την είχε πιέσει να παντρευτούν; Οι ίδιες γνωστές αναπάντητες ερωτήσεις. Αν και τον αγαπούσε, η συμπεριφορά του ήταν ένα αίνιγμα... Όση ώρα εκείνος την κοιτούσε περιμένοντας την αντίδρασή της, η Λίζα σκεφτόταν. Είναι τόσο ακαταμάχητος! Τόσο αισθησιακός! Το ειρωνικό ύφος του, με τα αισθησιακά χείλη και τα υπέροχα μάτια του θα έκαναν κάθε γυναίκα να ξετρελαθεί μαζί του.


Πικραμένη απ’ τη συμπεριφορά του και τη διάθεσή του να την ερεθίσει και μετά να την αφήσει, η Λίζα κούμπωσε τη φούστα της. «Θα πρέπει να αδειάσω τη βαλίτσα μου, φαντάζομαι», είπε με όσο πιο αδιάφορη φωνή μπορούσε. Μία περίεργη λάμψη φώτισε το βλέμμα του. «Εγώ, τότε, θα πεταχτώ να ελέγξω τη γεννήτρια», της απάντησε. Πέταξε το σακάκι του αδιάφορα σε μια καρέκλα και, ανοίγοντας τη βαλίτσα του, έβγαλε ένα απλό παντελόνι, ένα πουκάμισο κι αθλητικά παπούτσια για να αλλάξει. Η Λίζα άρχισε να τακτοποιεί τα πράγματά της, προσέχοντας συνειδητά να μη γυρίσει προς το μέρος του. Πρόσεξε ότι η κυρία Κερκ, αδιαφορώντας προφανώς για κάθε αίσθηση τιμής ή μόδας, είχε βάλει στη βαλίτσα αρκετά απ’ τα παλιά ρούχα της, μαζί με τα καινούρια. «Θα πρέπει να πεινάς», είπε ο Θορν, πριν βγει έξω. «Όταν τελειώσεις, κατέβα στην κουζίνα. Απ’ το γραφείο μάς έχουν αφήσει έτοιμο φαγητό». Προσπαθώντας να κρύψει την έξαψη που της είχε ανάψει και που ακόμα δεν είχε εξαφανιστεί τελείως, η Λίζα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Εκείνος δίστασε, σαν να ήθελε να πει κάτι ακόμα, μετά όμως άλλαξε γνώμη και βγήκε απ’ το δωμάτιο. Ήταν μια ανακούφιση. Η Λίζα προσπάθησε να ηρεμήσει. Τακτοποίησε τα πράγματά της και έβαλε τη βαλίτσα πάνω σ’ ένα ράφι μέσα στην ιματιοθήκη. Θα ’πρεπε τώρα να τακτοποιήσει και τα ρούχα του Θορν; Ποιος άλλος θα το έκανε όμως; Μια και δεν είχε καμιά διάθεση να τον ξαναδεί, ίσως ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να αναλάβει τα συζυγικά της καθήκοντα. Αναστέναξε βαθιά. Μακάρι να ήξερε περισσότερα για τους άντρες. Έχοντας μεγαλώσει ανάμεσα σε γυναίκες, ακόμα και τα αντρικά ρούχα τής φαίνονταν περίεργα. Είχε τακτοποιήσει όλα τα ρούχα στα συρτάρια και τις κρεμάστρες κι άπλωσε το χέρι της να πάρει το γαμπριάτικο κοστούμι του για να το κρεμάσει, όταν πρόσεξε τη γραβάτα που προεξείχε απ’ την τσέπη του. Την τράβηξε και τότε έπεσε κάτω ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτί. Αφού κρέμασε το κοστούμι και τη γραβάτα, έσκυψε να το σηκώσει. Πηγαίνοντας να το πετάξει, διέκρινε το όνομά της. Το άνοιξε και ανακάλυψε ότι ήταν ένα φαξ. Είχε φτάσει στις εννέα και μισή το πρωί και είχε αποδέκτη την ίδια. Το μήνυμα που περιείχε ήταν σύντομο και απλό. Λίζα, για όνομα του Θεού, μην παντρευτείς τον Λάντερς. Επιστρέφω αμέσως. Θα σου τα εξηγήσω όλα όταν σε δω. Μαρκ Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι όλοι οι φόβοι κι αμφιβολίες της ήταν δικαιολογημένα. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Διαφορετικά γιατί ο Μαρκ θα είχε στείλει ένα τέτοιο μήνυμα και ο Θορν θα είχε φροντίσει τόσο επιμελώς να της το κρύψει; Ένας απαλός ήχος την έκανε να σηκώσει το κεφάλι. Ο Θορν στεκόταν στην πόρτα. Τα μαύρα μαλλιά του ήταν ανακατωμένα και μια τούφα είχε ξεφύγει κι έπεφτε ατημέλητα στο μέτωπό του. «Αναρωτιόμουν πού ήσουν...» της είπε χαμογελώντας, αλλά το χαμόγελο έσβησε μόλις πρόσεξε το τραβηγμένο πρόσωπό της. «Τι τρέχει;» Χωρίς άλλη απάντηση του έδειξε το φαξ. Για μια στιγμή φάνηκε ξεκάθαρα ότι είχε ταραχτεί, μετά όμως φρόντισε να καλύψει την αντίδρασή του. «Απ’ ό,τι φαίνεται, στα συζυγικά καθήκοντα περιλαμβάνεται και το ψάξιμο στις τσέπες του άντρα», σχολίασε ειρωνικά. «Αν μ’ αυτό εννοείς ότι έψαξα εσκεμμένα τις τσέπες σου, η απάντηση είναι όχι. Απλώς τράβηξα τη γραβάτα σου κι έπεσε το φαξ κάτω». «Ήμουν ανόητος που το άφησα εκεί». «Γιατί δε μου το έδειξες; Είχα κάθε δικαίωμα να το δω». «Δεν ήθελα να μετανιώσεις και να ματαιώσεις όλα τα σχέδιά μας τελευταία στιγμή», της απάντησε, σαν να μην είχε μετανιώσει καθόλου. Χρειάστηκε να περάσουν μερικές στιγμές για να μπουν όλα τα κομμάτια του μυστηρίου στη θέση τους. «Βάζω στοίχημα ότι ούτε που προσπάθησες να επικοινωνήσεις μαζί του», τον κατηγόρησε. «Ήξερες πολύ καλά ότι δε θα ενέκρινε το γάμο μας. Γι’ αυτό ήθελες να γίνει τόσο γρήγορα όσο θα έλειπε». «Μου φάνηκε η καλύτερη λύση. Σ’ ενδιαφέρει πραγματικά αν εκείνος εγκρίνει ή όχι το γάμο μας;» «Ναι! Μ’ ενδιαφέρει! Είναι αδερφός μου και τον αγαπάω». «Δεν τον ξέρεις καλά καλά». «Ούτε εσένα σε ξέρω τελικά». Την πλησίασε και την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Υπάρχει ένας τρόπος για να με γνωρίσεις καλύτερα». Προσπάθησε να τη φιλήσει, αλλά εκείνη αντιστάθηκε γυρίζοντας το κεφάλι της στο πλάι. «Θέλω να μάθω τι ακριβώς συμβαίνει μ’ εσένα και τον Μαρκ». «Δεν έχεις ακούσει ποτέ για τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους άντρες;» «Ναι, μόνο που πρέπει να ’ναι κάτι ακόμα πιο σοβαρό». «Εντάξει. Ο ένας μισεί τον άλλο». «Γιατί;» Άρχισε να τη φιλάει απαλά στο μάγουλο και το σαγόνι. «Σήμερα που είναι η πρώτη μέρα του γάμου μας, έχουμε καλύτερα πράγματα να συζητήσουμε». «Θέλω να μάθω», επέμενε η Λιζα. «Θα σ’ τα πω όλα αύριο». Τον κοίταξε κατάματα. «Τώρα!» Για μια στιγμή, το βλέμμα του άστραψε από οργή, αλλά και πάλι το κάλυψε αμέσως. «Ξεχνάω συνέχεια πόσο μικρή είσαι. Νέα και ανυπόμονη... Μη μου πεις ότι δεν είσαι ανυπόμονη και... για άλλα πράγματα...» Η Λίζα ανατρίχιασε νιώθοντας το χέρι του να ανεβαίνει στο λαιμό της, εκεί που ο τρελός χτύπος του σφυγμού της πρόδιδε την ταραχή της. «Για πιο υπέροχα πράγματα». Την έσφιξε πάνω του και η Λίζα ανατρίχιασε άθελά της. Εκείνος τράβηξε το κεφάλι της προς τα πίσω και τα χείλη του αναζήτησαν τα δικά της και τα πίεσαν να ανοίξουν. Το σώμα της έλιωσε κάτω απ’ το παθιασμένο φιλί του, αλλά το μυαλό της έμεινε ανεπηρέαστο και ψυχρό, ξέροντας ότι εκείνος χρησιμοποιούσε επίτηδες την πείρα του για να την καθυποτάξει. Τον ήθελε! Ένας Θεός μόνο ήξερε πόσο τον ήθελε! Όχι όμως με οποιοδήποτε τίμημα. Όχι θυσιάζοντας την περηφάνια και τον αυτοσεβασμό της, το δικαίωμα να της συμπεριφέρεται σαν ισότιμη. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να ξεφύγει απ’ την αγκαλιά του, αλλά πίεσε τα μάτια της να ανοίξουν και χρησιμοποίησε όλη τη δύναμη της θέλησής της για να αντισταθεί στη γλυκιά ηδονή που έκανε το σώμα της να τρέμει και να λιώνει. Εκείνος το κατάλαβε αμέσως. Σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε επίμονα. «Σταμάτα να με πολεμάς, Λίζα», τη διέταξε. Το άγριο βλέμμα του την τρόμαξε. Παρ’ όλα αυτά βρήκε το κουράγιο να ψιθυρίσει: «Δε θέλω να μου φέρεσαι λες και είμαι απλά ένα σεξουαλικό αντικείμενο...» Δεν τέλειωσε τη φράση της, γιατί το σφίξιμο στα μπράτσα της έγινε τόσο έντονο, που της έκοψε την ανάσα. «Και πώς θέλεις να σου φέρομαι;» τη ρώτησε με εκνευριστική ηρεμία. «Με σεβασμό». Μία λάμψη που θα μπορούσε να ’ταν από θαυμασμό άστραψε και έσβησε αμέσως στο βλέμμα του. «Έχω κάθε δικαίωμα να μάθω τι συμβαίνει ανάμεσα σ’ εσένα και τον Μαρκ», συνέχισε εκείνη αποφασιστικά. «Γιατί είναι τόσο αντίθετος στην ιδέα του


γάμου μας;» «Πολύ καλά, θα σου πω». Κατέβασε τα χέρια του. «Θα σου πρότεινα να καθίσεις. Δεν είναι και τόσο ωραία ιστορία». Νιώθοντας έτοιμη να λιποθυμήσει, η Λίζα υπάκουσε αμέσως. Ο Θορν πλησίασε το παράθυρο με τα χέρια στις τσέπες, κι έμεινε ακίνητος, κοιτάζοντας έξω. Περιμένοντας τις εξηγήσεις του, εκείνη δεν άντεξε και κοίταξε σαν πεινασμένη τους φαρδιούς ώμους, το όμορφο κεφάλι, τα μαλλιά του που κατσάρωναν στις άκρες πάνω απ’ το πουκάμισο. Έμεινε τόση ώρα σιωπηλός, που η Λίζα νόμισε ότι είχε αλλάξει γνώμη, ώσπου εκείνος άρχισε να μιλάει με σταθερή ανέκφραστη φωνή. «Ήμουν δεκατριών χρονών και μοναχοπαίδι, όταν πέθανε η μητέρα μου. Δύο χρόνια αργότερα, ο πατέρας μου παντρεύτηκε μια νεαρή ξανθιά χήρα που είχε ένα κοριτσάκι δέκα μηνών. Τη μικρή την έλεγαν Βιρτζίνια, αλλά όλοι τη φωνάζαμε Τζίνι». Επομένως, η φωτογραφία ήταν της ετεροθαλούς αδερφής του και όχι κάποιας παλιάς φιλενάδας, όπως είχε νομίσει η Λίζα. «Τα επόμενα χρόνια δεν ήταν και πολύ ωραία», συνέχισε εκείνος. «Δε μου άρεσε ποτέ ιδιαίτερα η μητριά μου και είχα τις αμφιβολίες μου για τα κίνητρα που την είχαν κάνει να παντρευτεί τον πατέρα μου. Ένα βράδυ όμως, που έλειπε εκείνος και η μητριά μου ήρθε στο δωμάτιό μου γυμνή, μόνο τότε κατάλαβα πόσο πολύ με αηδίαζε. Δεν ήμουν καλά καλά ούτε δεκαεπτά χρονών». Η Λίζα ένιωσε ένα κύμα αηδίας και συμπόνιας. Αυτό εξηγούσε γιατί μερικές φορές στη στάση του υπήρχε διάχυτη μια αίσθηση περιφρόνησης για τις γυναίκες. «Με τον πατέρα μου ήμαστε πάντα πολύ συνδεδεμένοι και, θέλοντας να φύγω απ’ το σπίτι χωρίς να υποστώ ανάκριση, τον έπεισα ότι ήταν καλύτερα να κάνω μερικά ταξίδια για ένα χρόνο, πριν πάω στο πανεπιστήμιο, γιατί αυτό θα ωφελούσε τη γενικότερη μόρφωσή μου. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια πολύ σπάνια έβλεπα κάποιον απ’ την οικογένεια. Όταν σπούδαζα στην Οξφόρδη, πήγαινα για διακοπές στην Ευρώπη. Κόντευα να τελειώσω το πανεπιστήμιο κι ο πατέρας μου ήθελε να γυρίσω για να τον βοηθήσω στη δουλειά του, που περνούσε μεγάλη κρίση. Για προφανείς λόγους όμως, εγώ είχα πάρει την απόφαση να μην ξαναγυρίσω στην Ατλάντα. Είχαν μείνει μόνο μερικές βδομάδες κι εγώ αναρωτιόμουν πώς να του πω τα νέα, όταν επενέβη η μοίρα. Το σπίτι μας άρπαξε φωτιά και κάηκε. Ο πατέρας μου και η μητριά μου πέθαναν, αλλά σώθηκε η επτάχρονη πια Τζίνι. Γύρισα πίσω αμέσως. Όταν όλα ταχτοποιήθηκαν, ανέλαβα την επιμέλεια της μικρής. Είχε άσχημους εφιάλτες και σκέφτηκα ότι θα ’ταν καλύτερα να απομακρυνθεί απ’ την περιοχή της Ατλάντας. Μετακόμισα στη Νέα Υόρκη, νοίκιασα ένα σπίτι στο Γκρίνουιτς Βίλατζ και έβαλα αγγελία για οικονόμο. Ήμουν τυχερός, γιατί βρήκα την κυρία Κερκ που αποδείχτηκε θησαυρός». Σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος της. «Φυσικά, θα αναρωτιέσαι τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον Μαρκ. Θα έρθω και σ’ αυτό, αλλά ήθελα να καταλάβεις όλη την ιστορία απ’ την αρχή». Πέρασε το χέρι ανάμεσα στα μαλλιά του. «Η Τζίνι μεγάλωσε κι έγινε μια πολύ όμορφη κοπέλα. Ήταν χαρούμενη, δημοφιλής, γεμάτη από αθώα όνειρα... και πολύ αισθησιακή. Εγώ βέβαια, απασχολημένος πρώτα να σώσω τη δουλειά του πατέρα μου και μετά να χτίσω τη δική μου οικονομική αυτοκρατορία, ούτε το είχα πάρει είδηση. Αν και φαινόταν αρκετά μεγαλύτερη, ήταν μόλις δεκαεπτά χρονών, όταν το έσκασε με κάποιον στη διάρκεια ενός επαγγελματικού μου ταξιδιού. Όχι με ένα νεαρό συμφοιτητή της απ’ το κολέγιο, αλλά μ’ έναν πεπειραμένο ώριμο άντρα κάπου δέκα χρόνια μεγαλύτερό της. Όταν πια τους βρήκα, είχαν παντρευτεί». Μόλις εκείνη τη στιγμή άρχισε η Λίζα να καταλαβαίνει. «Σωστά», συνέχισε ο Θορν άγρια. «Ο Μαρκ ήταν κουνιάδος μου πριν από το δικό μας γάμο». «Δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό σε εξόργισε τόσο πολύ», ψέλλισε η Λίζα. «Καταλαβαίνω ότι υπήρχε διαφορά ηλικίας, αλλά τουλάχιστον δεν ήταν προικοθήρας και υποθέτω ότι η Τζίνι ήθελε να τον παντρευτεί». «Είχαν σχέσεις πίσω απ’ την πλάτη μου κι ήταν έγκυος!» «Και πάλι δεν καταλαβαίνω γιατί;...» «Παρά το γεγονός ότι θα έφερνε στον κόσμο το παιδί του, άρχισε να την κακομεταχειρίζεται». «Όχι!» «Όταν είδα τις μελανιές στα χέρια της μια μέρα, ξέσπασε σε κλάματα και μου εξομολογήθηκε ότι ο Μαρκ τη χτυπούσε. Πήγα και τον βρήκα και του δήλωσα τι θα του έκανα αν δε σταματούσε. Εκείνος μου ορκίστηκε ότι δεν την είχε ακουμπήσει και με συμβούλευσε να μην ανακατεύομαι». Επομένως ο Μαρκ δεν είναι αδύναμος χαρακτήρας, αν είχε το κουράγιο να αντιμετωπίσει έναν εξοργισμένο Θορν, σκέφτηκε η Λίζα. «Λίγες βδομάδες αργότερα, στη διάρκεια ενός άγριου καβγά τους, η Τζίνι κατρακύλησε απ’ τις σκάλες και έχασε το παιδί. Πήγα να τη δω στο νοσοκομείο κι εκεί έσπασε και παραδέχτηκε ότι την είχε σπρώξει ο Μαρκ. Τη συμβούλευσα να τον αφήσει και να γυρίσει στο σπίτι». Η Λίζα είχε μείνει μ’ ανοιχτό το στόμα και κοιτούσε με τρόμο το συννεφιασμένο πρόσωπο του Θορν. «Όταν ξεκαθάρισα σ’ εκείνον ότι δε θα την άφηνα να γυρίσει κοντά του, κατηγόρησε εμένα ότι έμπαινα ανάμεσά τους κι ακόμα χειρότερα...» «Κι ακόμα χειρότερα;...» «Με κατηγόρησε ότι ήμουν ερωτευμένος μαζί της και ζήλευα». Η Λίζα θυμήθηκε τη φωτογραφία της Τζίνι. Προκλητική, όμορφη... και καθόλου αδερφική στάση. «Ήσουν;» τον ρώτησε ήρεμα. Ο Θορν γύρισε προς το μέρος της ξαφνιασμένος. «Και βέβαια όχι!» απάντησε κοφτά. «Ποτέ δεν είδα την Τζίνι παραπάνω από ένα παιδί. Για μένα ήταν πάντα μια πολύ μικρότερη αδερφή». Η φωνή του χαμήλωσε. «Μια αδερφή που δε στάθηκα κοντά της... Μερικές μέρες αργότερα πέθανε από υπερβολική δόση ναρκωτικών. Η αστυνομία είπε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που έπαιρνε, αλλά σίγουρα δε θα είχε φτάσει σ’ αυτό το σημείο αν ο πολυαγαπημένος σου αδερφός δεν την είχε οδηγήσει ως εκεί. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να τον πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια, όταν όμως καθάρισε το μυαλό μου, επικράτησε η κοινή λογική. Υπήρχαν κι άλλοι τρόποι για να τον κάνω να πονέσει για τον τρόπο που της είχε φερθεί». «Δεν καταλαβαίνω». Η φωνή της Λίζας έτρεμε. «Αν υπάρχει τέτοιο μίσος ανάμεσά σας, γιατί δέχτηκε να σου πουλήσει μετοχές;» «Δε δέχτηκε. Εξαιτίας των προβλημάτων της εταιρείας του σε ρευστό, απέκτησα τον έλεγχο της επιχείρησης χωρίς ο ίδιος να το ξέρει ή να το έχει εγκρίνει. Ακόμα δεν το ξέρει ότι δουλεύει για μένα. Μου πήρε πάνω από ένα χρόνο, αλλά τώρα τον κρατάω εκεί που ήθελα...» Η έκφραση του ωμού θριάμβου στο πρόσωπό του ήταν τρομακτική. Η Λίζα ανατρίχιασε. «Αφού τον μισείς τόσο πολύ, δεν καταλαβαίνω γιατί ήθελες να παντρευτείς την αδερφή του...» Ξαφνικά όμως όλα ξεκαθάρισαν αυτόματα. Μέσα στα όρια της πολιτισμένης κοινωνίας που ζούσαν, ο Θορν δεν μπορούσε να πάρει την εκδίκηση που ήθελε κι έτσι ακολουθούσε την αρχή «οφθαλμός αντί οφθαλμού». Ο Μαρκ είχε παντρευτεί την αδερφή του... Το αίμα έφυγε απ’ το πρόσωπό της, μια ζαλάδα την τύλιξε και το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει μπροστά της... Ένιωσε το χέρι του Θορν στην πλάτη της να πιέζει το κεφάλι της ανάμεσα στα γόνατά της. Όρθιος δίπλα της, βλαστήμησε μέσα απ’ τα δόντια του. Αν και κάποια στιγμή εκείνη θα μάθαινε την αλήθεια, ο ίδιος ήλπιζε να είχε ολοκληρώσει το γάμο τους και να την είχε δέσει κοντά του, προτού συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχε γίνει. Τώρα τα πράγματα θα ’ταν ακόμα πιο δύσκολα. Τον ήθελε, αυτό το ήξερε, αλλά ταυτόχρονα διέθετε εσωτερική δύναμη, πείσμα και περηφάνια. Μετά από ένα δύο λεπτά η ζαλάδα τής πέρασε. Όταν η Λίζα προσπάθησε να σηκωθεί, εκείνος τη βοήθησε. Τα μάτια της φάνταζαν τεράστια στο κάτασπρο πρόσωπό της. Θυμήθηκε την πρώτη τους συνάντηση. «Πώς σε φωνάζουν οι εχθροί σου;» τον είχε ρωτήσει. «Αδίστακτο», της είχε απαντήσει εκείνος. Ναι, αυτό ήταν σίγουρο. Είχε κάνει ολόκληρο σχέδιο για να την παρασύρει, να την κάνει να τον ερωτευτεί και να τον παντρευτεί. Δεν είχε αφήσει τίποτε στην τύχη. Είχε παίξει το ρόλο του τέλεια, χωρίς να την αφήνει στιγμή μόνη της, βάζοντας τα δυνατά του να μη μάθει εκείνη την αλήθεια.


Δεν ήταν περίεργο που μερικές φορές ένιωθε σαν φυλακισμένη... Γι’ αυτό είχε εξοργιστεί τόσο πολύ, όταν είχε πάει στο γραφείο του Μαρκ. Αν ο αδερφός της είχε γυρίσει έγκαιρα, τότε το σχέδιό του θα είχε αποτύχει. Παραλίγο να γίνει έτσι ακριβώς. Μακάρι να είχε δει το φαξ του Μαρκ πριν από το γάμο! Αργότερα μπορεί να ένιωθε πόνο, αλλά αυτή τη στιγμή ήταν σαν να είχε πεθάνει κάτι μέσα της και το μόνο που αισθανόταν ήταν ένα κενό και μια περίεργη παγωνιά. Ίσως να ’ταν το σοκ. «Αν έψαχνες τρόπο να πληγώσεις τον Μαρκ, τότε η δική μου παρουσία ήταν δώρο εξ ουρανού». «Ακριβώς». Ο σκληρός του τόνος την έκανε κομμάτια. «Πώς έμαθες για μένα;» «Έβαλα ντετέκτιβ να μάθουν για το παρελθόν του και ζήτησα να μου παραδώσουν οτιδήποτε είχε ενδιαφέρον». «Επομένως αυτοί οι ντετέκτιβ τράβηξαν και τις φωτογραφίες». «Έχεις κοφτερό μυαλό», της απάντησε με θαυμασμό. «Είχα ήδη καταστρώσει τα σχέδιά μου, αλλά ήθελα να βεβαιωθώ ότι θα συναντούσα τη σωστή γυναίκα». «Πώς κατάφερες να ξεφορτωθείς τον Μαρκ;» «Τον έστειλα, χωρίς να ξέρει ότι ήμουν εγώ, σε μια δουλειά που ήταν σημαντική για την εταιρεία του. Δεν είχε άλλη επιλογή απ’ το να πάει. Πριν φύγει, κανόνισε να έρθει να σε παραλάβει η οικονόμος του απ’ το αεροδρόμιο και να σε οδηγήσει στο σπίτι του. Αυτό ήταν το δύσκολο σκέλος. Δεν ήθελα να ξεσηκώσει τον κόσμο όταν δε θα σ’ έβρισκε». Ξέροντας πια ότι εκείνος ήταν άνθρωπος χωρίς ενδοιασμούς, η Λίζα τον κοίταζε αποσβολωμένη. «Δεν έβαλα να τη βγάλουν απ’ τη μέση, αν αυτό σκέφτεσαι», της είπε ειρωνικά. «Τι ακριβώς έκανες;» «Η κυρία Σίμπσον και η κυρία Κερκ πηγαίνουν στην ίδια εκκλησία και, για καλή μου τύχη, η κυρία Κερκ μου είπε ότι η φίλη της ήταν έτοιμη να αρχίσει τις διακοπές της ακριβώς το Σαββατοκύριακο που θα ερχόσουν εσύ. Θα πήγαινε στη Μινεάπολη για να συναντήσει τους γέρους γονείς της. Πήγα και τη βρήκα και της είπα ότι υπήρξε κάποια αλλαγή την τελευταία στιγμή. Ότι με τον Μαρκ είχαμε συμφωνήσει να μείνεις στο δικό μου διαμέρισμα με την κυρία Κερκ, που θα σε φρόντιζε ώσπου να επιστρέψει ο αδερφός σου. Έτσι εκείνη μπορούσε να φύγει για τις διακοπές της. Χάρηκε πάρα πολύ. Μάλιστα την έβαλα στο λεωφορείο εγώ ο ίδιος, προτού έρθω να σε συναντήσω», πρόσθεσε με ικανοποίηση. «Το μόνο που σου έμενε να κάνεις μετά ήταν να με πείσεις να σε παντρευτώ», παρατήρησε η Λίζα πικρά. «Η απειρία μου θα σε βοήθησε πάρα πολύ και θα σε διευκόλυνε μάλιστα». «Αν ήσουν διαφορετικός χαρακτήρας, αν σε παρέσυραν τα πλούτη ή η κοινωνική θέση, τότε τα πράγματα θα ’ταν πολύ πιο εύκολα». «Θες να πεις ότι ίσως τότε να μη σ’ ενοχλούσε η συνείδησή σου;» Απ’ τον τρόπο που σφίχτηκε το σαγόνι του, κατάλαβε ότι δεν του άρεσαν τα λόγια της. Του έριξε ένα ακόμα βέλος. «Θα ’ναι αστείο να έχεις μπει σε τόσους κόπους για το τίποτε. Ο Μαρκ μπορεί να μη δίνει δεκάρα για μένα». «Κάνεις λάθος». Η Λίζα θυμήθηκε το φαξ και συνειδητοποίησε ότι ο Θορν είχε μάλλον δίκιο. «Αν είναι τόσο σκληρός κι άκαρδος, όσο θες να πιστεύεις», επέμενε, «τότε δεν καταλαβαίνω γιατί θα νοιάζεται για μένα». «Εγώ νομίζω ότι νοιάζεται». «Κι ελπίζεις ότι θα τον κάνεις να πονέσει». «Ελπίζω ότι θα τον κάνω να σέρνεται σαν το σκουλήκι. Φαντάζομαι ότι ήδη έχει αρχίσει να υποφέρει. Αυτή τη στιγμή θα ψάχνει σαν τρελός να βρει πού έχουμε πάει. Στην κυρία Κερκ έριξα μια σπόντα ότι σκεφτόμουν να πάμε στη Χαβάη και ζήτησα απ’ τη γραμματέα μου να κλείσει δύο θέσεις για κει. Επομένως, θα του πάρει μια δυο μέρες, ώσπου να μας βρει εδώ». «Πιστεύεις ότι θα έρθει;» «Θα έρθει». «Και τότε περιμένεις ότι θα του δείξω τους μώλωπές μου;» «Δεν έχω σκοπό να σε δείρω», της απάντησε κοφτά. «Γιατί όχι; Αν θα πρέπει να θυσιαστώ για να ικανοποιηθείς, τότε καλύτερα να το κάνεις σωστά». «Αυτό έχω σκοπό». Τα λόγια του ήταν ξεκάθαρα. Το αίμα πάγωσε στις φλέβες της. Δάγκωσε τα χείλη της, ώσπου να βεβαιωθεί ότι η φωνή της θα ακουγόταν σταθερή. «Δε θα κοιμηθώ μαζί σου». Της χαμογέλασε ειρωνικά. «Εγώ νόμιζα ότι περίμενες πώς και πώς τη στιγμή. Ήσουν πρόθυμη να το κάνεις πριν παντρευτούμε. Τι άλλαξε τώρα;» Τα πάντα! Τότε τον αγαπούσε και πίστευε –ή σχεδόν πίστευε– ότι την αγαπούσε κι εκείνος. Τώρα ήξερε ότι η μοναδική του πρόθεση ήταν να τη χρησιμοποιήσει και τον μισούσε για το ότι της είχε πει ψέματα εσκεμμένα και την είχε ξεγελάσει. Ναι! Θα την οδηγούσε στο κρεβάτι του για να ολοκληρώσουν το γάμο τους, αλλά αυτό θα το έκανε μόνο και μόνο για να πάρει την εκδίκησή του. «Είσαι ένα άκαρδο κάθαρμα...» Η φωνή της πνίγηκε. «Δεν είναι τρόπος αυτός να μιλάει μια γυναίκα στον άντρα της», την κορόιδεψε. «Δεν είμαι γυναίκα σου και δε θα γίνω ποτέ!» «Νομίζω ότι θα γίνεις». Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Θα φύγω». «Πώς;» Η μονοσύλλαβη ερώτησή του της τρύπησε την καρδιά. Είχε διαλέξει πολύ προσεκτικά το μέρος για το μήνα του μέλιτος. «Αν χρειαστεί, θα κολυμπήσω», του απάντησε εξοργισμένη απ’ τη θριαμβευτική λάμψη στο βλέμμα του. «Το κοντινότερο νησί απέχει κάπου ενάμισι χιλιόμετρο». «Είναι προτιμότερο να πνιγώ απ’ το να κοιμηθώ μαζί σου». «Θα δούμε αργότερα, μήπως μπορώ να σου αλλάξω γνώμη». «Θα πρέπει να χρησιμοποιήσεις βία». Ο Θορν χαμογέλασε. «Πολύ αμφιβάλλω». Αλλά δεν της είπε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να το κάνει...


Κεφάλαιο 7

Η Λίζα ένιωθε το σώμα της να τρέμει σαν το ψάρι, όταν ο Θορν άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της. «Θα έρθεις τώρα να φάμε;» Προσπαθώντας να βρει την ηρεμία της, ήταν έτοιμη να κουνήσει το κεφάλι της αρνητικά, αλλά το ξανασκέφτηκε καλύτερα. Αν και η όρεξή της είχε εξαφανιστεί, ήθελε να ξεφύγει απ’ την κρεβατοκάμαρα με την τεταμένη ατμόσφαιρα. Χωρίς να του απαντήσει και, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στα μάτια, σηκώθηκε όρθια και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Πρόλαβε να κάνει μόνο ένα βήμα. Εκείνος την έπιασε ξαφνικά απ’ τον καρπό και την ανάγκασε να σταματήσει. Γύρισε προς το μέρος του με μάτια ορθάνοιχτα απ’ τον τρόμο. «Να ξεκαθαρίσουμε κάτι», της είπε υπεροπτικά. «Δεν έχω καμιά πρόθεση να σ’ αφήσω να μου κρατάς μούτρα. Αν προτιμάς να πάμε κατευθείαν στο κρεβάτι...» «Όχι!» Προσπάθησε να καταπνίξει τον πανικό της. «Θα ’θελα να φάω κάτι». Εκείνος άφησε τον καρπό της και της άπλωσε το χέρι. Δαγκώνοντας τα χείλη της, εκείνη το έπιασε σιωπηλά. Δειλή! μάλωσε τον εαυτό της. Αλλά τι νόημα είχε να αντιμετωπίσει αμέσως αυτό που φοβόταν περισσότερο απ’ όλα; Κατέβηκαν στην κουζίνα πιασμένοι χέρι χέρι, σαν ένα αγαπημένο ζευγάρι. Όπως πάντα, το άγγιγμά του την αναστάτωνε. Αυτή τη φορά όμως επειδή τον μισούσε. Στην κουζίνα βρήκαν πάνω στο τραπέζι ένα υπέροχο κρύο δείπνο. Ο Θορν της τράβηξε την καρέκλα για να καθίσει κι ύστερα της σέρβιρε διάφορα φρέσκα θαλασσινά και πράσινη σαλάτα. «Ευχαριστώ». Η φωνή της ήταν ψυχρή και αδιάφορα ευγενική. «Σαμπάνια;» «Όχι ευχαριστώ. Δεν...» Ήταν έτοιμη να πει ότι δεν είχε κάτι να γιορτάσει για να πιει σαμπάνια, αλλά σταμάτησε. «Έχω πιει ήδη πάρα πολύ». Με το στομάχι της δεμένο κόμπο, βουτύρωσε ένα ψωμάκι και προσποιήθηκε ότι έτρωγε. Ξέροντας ότι εκείνος την παρακολουθούσε με συνοφρυωμένο ύφος, κατάφερε να καταπιεί μερικές μπουκιές από τη σαλάτα, προτού σπρώξει το πιάτο της μακριά. «Αυτό θα φας μόνο;» τη ρώτησε εκνευρισμένος. «Δεν έχεις βάλει μπουκιά στο στόμα σου όλη τη μέρα σήμερα». «Δεν πεινάω ιδιαίτερα. Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί!» πρόσθεσε ειρωνικά. Το πρόσωπό του χλόμιασε και τα χαρακτηριστικά του τεντώθηκαν, ωστόσο, προτίμησε να μην κάνει κανένα σχόλιο και σερβίρισε και για τους δύο καφέ σιωπηλός. Η Λίζα πήρε το φλιτζάνι της κι άρχισε να τον παρατηρεί κλεφτά. Είχε ένα περίεργο κλειστό ύφος, σαν να μελετούσε τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, αλλά, κρίνοντας απ’ το συνοφρυωμένο του ύφος, ό,τι κι αν είχε βρει, δεν του είχε προσφέρει ιδιαίτερη χαρά. Μετά από λίγο, όμως, η έκφρασή του άλλαξε και γύρισε προς το μέρος της σαν να μην είχε μεσολαβήσει η σκηνή στην κρεβατοκάμαρα. «Πάμε μια βόλτα να ξεμουδιάσουμε;» Η ιδέα τής άρεσε και σηκώθηκε όρθια αμέσως. Της χρειαζόταν χρόνος για να ξαναβρεί την εσωτερική της ισορροπία, να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί και να μπορέσει να πάρει τις αποφάσεις της. Στην κουζίνα υπήρχε μια μεγάλη μπαλκονόπορτα που έβγαζε σε μια πλακόστρωτη βεράντα απ’ όπου μερικά σκαλάκια οδηγούσαν σ’ ένα ξύλινο γεφυράκι, το οποίο περνούσε πάνω απ’ την τεχνητή τάφρο που περιέβαλλε το σπίτι. Έξω, το βραδινό αεράκι ήταν γεμάτο από το άρωμα των δέντρων και την αλμύρα της θάλασσας. Προσπαθώντας ο Θορν να κρατήσει την ατμόσφαιρα ανάμεσά τους σε φιλικό επίπεδο, άρχισε να της μιλάει για την τάφρο. «Το νερό της φυσικά είναι αλμυρό, αλλά, παρ’ όλο που επηρεάζεται απ’ την παλίρροια, διαθέτει ένα πολύ έξυπνο υδραυλικό σύστημα και δεν αδειάζει ποτέ τελείως. Στη μια άκρη, εκεί που υπάρχει εκείνος ο τοίχος, είναι χτισμένη μια προβλήτα για σκάφη...» Η Λίζα περπατούσε δίπλα του, χωρίς να προσέχει τι της έλεγε, απορροφημένη από το φόβο και την αγωνία για το τι θα έφερνε η νύχτα. Σε λίγο θα ερχόταν η ώρα να κοιμηθούν κι ακόμα δεν είχε ιδέα τι θα έκανε. Τι μπορούσε να κάνει όμως; Ήταν μόνη μαζί του. Αν εκείνος ήταν αποφασισμένος να ολοκληρώσει το γάμο τους, ακόμα κι αν προσπαθούσε να παλέψει μαζί του, ήταν πολύ πιο δυνατός... Αλλά ήταν δυνατόν να χρησιμοποιούσε βία για να την καθυποτάξει; Παρά την αδιαμφισβήτητη σκληράδα του, ήξερε πολύ καλά ότι εκείνος δε θα το έκανε. Το ένστικτό της της έλεγε ότι δεν ήταν απ’ τους άντρες που θα πίεζαν μια γυναίκα, αλλά, αντίθετα, θα χρησιμοποιούσε όλη του την πείρα για να την αποπλανήσει. Επομένως, η καλύτερη, η μοναδική της άμυνα ήταν να παραμείνει ασυγκίνητη και ψυχρή. Αν βέβαια τα κατάφερνε. Αν και τον μισούσε για ό,τι της είχε κάνει, το σώμα της ακόμα ποθούσε να συναντήσει το δικό του, να γνωρίσει την ηδονή που μόνο εκείνος θα της πρόσφερε. Ορκίστηκε μέσα της ότι θα κατάφερνε να συγκρατήσει το ανυπότακτο σώμα της με τη λογική της κι όταν εκείνος θα παραδεχόταν την ήττα του, θα του ζητούσε να κοιμηθεί μόνη της. Όταν μετά θα ερχόταν ο Μαρκ... Αν ερχόταν... Βυθισμένη στις σκέψεις της, παραπάτησε και θα έπεφτε, αν ο Θορν δεν την έπιανε απ’ το μπράτσο. Ξαναγυρνώντας στην πραγματικότητα, συνειδητοποίησε ότι βρίσκονταν σ’ ένα απότομο μονοπάτι που διέσχιζε την πλούσια βλάστηση, οδηγώντας στην παραλία. Ξαφνικά, ο πορτοκαλής δίσκος του ήλιου γλίστρησε μέσα στη θάλασσα και το σκοτάδι έπεσε απότομα, όπως συμβαίνει πάντα στους Τροπικούς, σαν την αυλαία που κατεβαίνει στο θέατρο. Φτάνοντας στην παραλία, τα σανδάλια της βυθίστηκαν στην υγρή άμμο. «Γιατί δεν τα βγάζεις;» της πρότεινε ο Θορν. Η Λίζα σκέφτηκε ότι ήταν καλή ιδέα και, ακουμπώντας πάνω σ’ ένα φοίνικα, έσκυψε και τα έβγαλε, ενώ το ίδιο έκανε κι εκείνος. Άρχισαν πάλι να περπατάνε πλάι πλάι, χωρίς να αγγίζονται όμως. «Εδώ ερχόμουν να κολυμπήσω όταν ήμουν μικρός», της είπε κάποια στιγμή. «Είναι θαυμάσιο μέρος για θαλάσσια σπορ και μια απ’ τις καλύτερες περιοχές της Βόρειας Αμερικής για καταδύσεις». Η άμμος ήταν ζεστή και υγρή κάτω απ’ τα γυμνά της πόδια, τα κύματα χάιδευαν την παραλία, το αεράκι ανατάραζε τα φύλλα απ’ τα δέντρα και τα αστέρια έλαμπαν ψηλά στον ουρανό. Ήταν τόσο όμορφα και ρομαντικά, που της ήρθε να βάλει τα κλάματα. Μακάρι να ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Μακάρι να την αγαπούσε στ’ αλήθεια! Αλλά δυστυχώς δεν ήταν. Κι εκείνος δεν την αγαπούσε. Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, δεν ήταν δυνατόν ποτέ να δεχτεί να ολοκληρώσει το γάμο τους. Εκείνος, βέβαια, ήταν απόλυτα σίγουρος ότι θα κατάφερνε να την πείσει, αλλά ακόμα δεν είχε κάνει καμιά προσπάθεια να εκμεταλλευτεί την ειδυλλιακή τροπική νύχτα για να της δημιουργήσει την κατάλληλη διάθεση. Φυσικά, ακολουθούσε τη σωστή στρατηγική... Το φιλικό του ύφος, η συζήτησή του για γενικά αδιάφορα θέματα... όλα ήταν για να αποκοιμίσουν τις αισθήσεις της και να της δημιουργήσουν μια ψεύτικη αίσθηση ασφάλειας. Να την κάνουν να χαλαρώσει, προτού εκείνος αρχίσει την πραγματική αποπλάνηση. Έχανε το χρόνο του όμως. Είχε καταλάβει το σχέδιό του κι ήταν έτοιμη... «Έχεις πολύ αγριεμένο ύφος». Η ειρωνική φωνή του διαπέρασε τις σκέψεις της και η Λίζα ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχαν φτάσει στην άκρη της


παραλίας. Μπροστά τους, πέρα απ’ τους κοραλλιογενείς βράχους, διέκρινε μια μεγάλη έκταση με πλούσια βλάστηση και φόντο το ασημένιο φεγγάρι. Ο ουρανός είχε πάρει μια σκούρα μπλε απόχρωση και το νερό της θάλασσας έλαμπε μπροστά στα πόδια της. Σαν να βρίσκονταν μόνοι στον κόσμο. Ήταν μια μαγική νύχτα... Μια νύχτα φτιαγμένη για εραστές... Ο Θορν βολεύτηκε στην άμμο και της έκανε νόημα να καθίσει δίπλα του. «Έλα. Κάθισε και πες μου γιατί έχεις αυτό το ύφος». Αυτό λοιπόν είχε σκοπό να κάνει; Θα έβαζε μπροστά τη γοητεία του και θα προσπαθούσε με γλυκόλογα να την παρασύρει και να τη μαγέψει;... «Θα προτιμούσα όχι», του απάντησε ψυχρά, έτοιμη να του γυρίσει την πλάτη. Την επόμενη στιγμή, τα δάχτυλά του δέθηκαν γύρω απ’ τον αστράγαλό της και, χάνοντας την ισορροπία της, βρέθηκε στην αγκαλιά του. «Τώρα μάλιστα», είπε εκείνος ικανοποιημένος. «Δε μου άρεσε το υπεροπτικό σου ύφος». Ένιωθε τους σκληρούς μηρούς του κάτω απ’ τους δικούς της, ενώ το ένα της χέρι ήταν πιεσμένο στο στήθος του. Η καρδιά της χτυπούσε ακανόνιστα και το ένστικτο επιβίωσης την παρότρυνε να μείνει ακίνητη. «Άφησέ με!» «Δε θες να σ’ αφήσω». Η φωνή του ήταν περιπαιχτική. «Το λες για να σώσεις τον ηλίθιο εγωισμό σου...» Μα πού ήταν τα γλυκόλογα; «... αλλά είναι χάσιμο χρόνου. Ξέρω ότι είσαι ξετρελαμένη μαζί μου και...» «Και γιατί νομίζεις ότι είμαι ξετρελαμένη μαζί σου;» τον ρώτησε καταφέρνοντας να κρατήσει τη φωνή της ψυχρή κι απόμακρη. «Γιατί είσαι τέτοιος άνθρωπος. Ποτέ δε θα δεχόσουν να με παντρευτείς διαφορετικά». «Έχεις ακούσει ποτέ για τη σεξουαλική έλξη;» τον ρώτησε άγρια. «Κι αυτή όμως εξαφανίστηκε, όταν έμαθα τι είδους άνθρωπος είσαι». «Μη μου τα λες εμένα αυτά! Είσαι τρελή και παλαβή μαζί μου και το ξέρεις. Αν δεν είχα άλλα σχέδια και είχα επιμείνει, θα είχες βρεθεί στο κρεβάτι μου απ’ το πρώτο βράδυ». «Είσαι ένας εγωιστής, φαντασμένος...» Προσπάθησε να του ξεφύγει, αλλά την ακινητοποίησε με το ένα του χέρι. «Μ’ αρέσει η ιδέα να έχω μια πρόθυμη, νεαρή σύζυγο και, αν είσαι καλή μαζί μου, θα σου φερθώ κι εγώ καλά... με τον τρόπο μου», πρόσθεσε εκείνος κυνικά. Το ελεύθερο χέρι του είχε ανεβεί στο στήθος της και είχε αρχίσει να το χαϊδεύει αισθησιακά. Η θηλή της σκλήρυνε κάτω απ’ το άγγιγμά του κι ο Θορν σιγογέλασε. «Οι αντιδράσεις του σώματός σου είναι γεμάτες πάθος και χωρίς ίχνος περιορισμού. Αναρωτιέμαι αν, αφού εκπληρώσω το σκοπό μου και θέλω να σε ξεφορτωθώ, θα σε κάνουν να έρχεσαι γονατιστή στα πόδια μου». «Κάθαρμα!» Τα προσβλητικά λόγια και το περιφρονητικό ύφος του την έκαναν έξω φρενών. Η ψυχραιμία της διαλύθηκε και, κλαίγοντας από οργή, του όρμησε σαν τίγρης. Ήθελε να τον χτυπήσει στο κεφάλι με μια τέτοια αγριάδα, που ούτε μπορούσε να φανταστεί ότι την έκρυβε μέσα της. Το πρώτο της χτύπημα τον βρήκε απροετοίμαστο. Αμέσως όμως εκείνος την άρπαξε απ’ τους καρπούς και, αφού την έριξε κάτω, αιχμαλώτισε τα χέρια της πάνω απ’ το κεφάλι της και με τη δύναμη του σώματός του, την ακινητοποίησε στην άμμο. Μετά τα χείλη του βρήκαν τα δικά της. Η Λίζα έμεινε ακίνητη, μετέωρη σ’ ένα κενό, με τις αισθήσεις της νεκρωμένες, ώσπου ξαφνικά ο θυμός της άρχισε να εξαφανίζεται και τη θέση του πήρε μια άλλη αίσθηση. Ο πόθος. Ξύπνησε μέσα της σε καυτά κύματα κι ένιωσε τόσο έντονα την ανάγκη να αφεθεί στην αγκαλιά του Θορν, που τα χείλη της άνοιξαν σαν το λουλούδι κάτω απ’ τις αχτίδες του ήλιου. Η γλώσσα του, το απαλό τρίψιμο απ’ το αξύριστο πιγούνι του στο δικό της, το βάρος του σώματός του πάνω της... όλα μαζί ενεργούσαν σαν δυνατό αφροδισιακό. Της άφησε τα χέρια και, ενώ εκείνος εξερευνούσε το στόμα της, η Λίζα γλίστρησε τα δάχτυλά της ανάμεσα στα μεταξένια του μαλλιά για να εξερευνήσει τις μπούκλες στη βάση του λαιμού του. Αφήνοντας φωτιά στο πέρασμά του, το χέρι του πέρασε πάνω απ’ το στήθος της με μια ανάλαφρη κίνηση και μετά βρέθηκε πιο κάτω... στις καμπύλες της μέσης, των γοφών και των μηρών της. Ξαφνικά, τα ρούχα της ήταν μεγάλο εμπόδιο. Ήθελε απεγνωσμένα να νιώσει το χάδι του πάνω στο δέρμα της. Λες και είχε μιλήσει δυνατά, τα δάχτυλά του ανασήκωσαν επιδέξια το μπλουζάκι της και μετά σειρά είχε το σουτιέν της. Τα δάχτυλά του χάιδεψαν τα πλευρά, τα στήθη της και, όταν βρέθηκαν πάνω στις θηλές της, η Λίζα αναστέναξε. Τα χείλη του αντικατέστησαν τα χέρια του και ένιωσε το σώμα της να βυθίζεται σ’ ένα ηδονικό κενό, καθώς οι πιο πρωτόγνωρες αισθήσεις διαπερνούσαν το σώμα της. Με μια γρήγορη, επιδέξια κίνηση, της έβγαλε τη φούστα και, απλώνοντάς την πάνω στην άμμο για στρωσίδι, πέταξε και τα δικά του ρούχα μακριά. Όταν έγειρε ξανά πάνω της, η Λίζα ένιωσε τη σκληράδα του σώματός του πάνω στο ξαναμμένο δέρμα της. «Σε παρακαλώ... σε παρακαλώ...» τον ικέτεψε ξέπνοα. Της άνοιξε τα πόδια και μπήκε αργά μέσα της. «Εντάξει, αγάπη μου;» της ψιθύρισε σταματώντας. «Ναι! Ναι!» Και τότε άρχισε το ρυθμικό, έντονο ταξίδι τους στον υπέροχο κόσμο των αισθήσεων, ώσπου όλο της το είναι βρέθηκε να πετάει στα σύννεφα. Κάποια στιγμή εκείνος έμεινε ακίνητος, κρατώντας τη μετέωρη στην άκρη ενός γκρεμού, αλλά αμέσως μετά, με μια απότομη κίνηση, την απελευθέρωσε μέσα σε μια έκρηξη από πυροτεχνήματα. Η αντίδρασή της πυροδότησε και τη δική του και η ανάσα του άρχισε να βγαίνει γρήγορα, ώσπου έγειρε το κεφάλι του στο στήθος της. Χαμένη μέσα στο δικό της κόσμο, όπου το μόνο που είχε σημασία ήταν το σώμα της και το βάρος του Θορν πάνω της, η Λίζα ένιωσε μια περίεργη γλυκιά κούραση να βγαίνει από έναν πυρήνα βαθιά στο σώμα της και να απλώνεται σ’ όλο της το σώμα. Σιγά σιγά όμως η πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου ξαναγλίστρησε στις αισθήσεις της. Άκουγε πάλι το παιχνίδισμα του αέρα ανάμεσα στα φυλλώματα των δέντρων, τον ψίθυρο των κυμάτων και κάπου εκεί κοντά τις κραυγές από ένα νυχτοπούλι. Αναστέναξε άθελά της κι ο Θορν σήκωσε το κεφάλι του. Άνοιξε τα μάτια της και τον είδε να την κοιτάζει με το φεγγάρι για φόντο από πίσω του. Δεν είχε πάρει είδηση ότι έκλαιγε, ώσπου ένιωσε τις άκρες των δαχτύλων του να σκουπίζουν τα δάκρυά της. Στο πρόσωπό του διάβασε μια έκφραση που συνδύαζε τη χαρά και την τρυφερότητα. Αν και ο Θορν είχε καταλάβει ότι ήταν μια γυναίκα γεμάτη πάθος, τον είχε ξαφνιάσει ευχάριστα η ένταση με την οποία είχε ανταποκριθεί στον έρωτά του. «Ευχαριστήθηκες την πρώτη σου φορά;» τη ρώτησε απαλά. «Ναι». Η άμυνά της είχε εξαφανιστεί και πρόσθεσε τελείως αθώα: «Δεν το ήξερα ότι υπήρχαν τόσο έντονες αισθήσεις. Νόμιζα ότι θα πέθαινα!» Την κοίταξε με θριαμβευτικό βλέμμα και της χαμογέλασε πονηρά. «Δεν το ήξερες ότι οι έντονες αισθήσεις βοηθάνε τον έντονο έρωτα;» Χρειάστηκε να περάσουν μερικά δευτερόλεπτα, ώσπου να καταλάβει τι ήθελε να της πει εκείνος. «Το έκανες επίτηδες!» τον κατηγόρησε, αλλά η φωνή της εξέφραζε περισσότερο απορία. «Τι πράγμα;» Προσποιήθηκε τον ανήξερο. «Επίτηδες μου είπες όλα αυτά τα απαίσια, ταπεινωτικά πράγματα για να με εξοργίσεις». «Σκέφτηκα ότι ήταν ο καλύτερος τρόπος για να διαπεράσω την άμυνά σου», παραδέχτηκε ο Θορν. «Αλλά δεν περίμενα ότι θα ’σουν τέτοια αγριόγατα».


Άγγιξε το μάγουλό του. «Παραλίγο να μου μαυρίσεις το μάτι. Δεν το έχεις μετανιώσει;» Νιώθοντας να πλημμυρίζει από μια γλυκιά μεθυστική ευφορία, η Λίζα τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ το λαιμό του και τον τράβηξε πάνω της. «Αυτή τη στιγμή δε μετανιώνω για τίποτα...» Τα χείλη του έκοψαν στη μέση τα λόγια της. Σιγά σιγά άρχισε να την ερεθίζει πάλι, ώσπου σε λίγο εγκαταλείφτηκε για μια φορά ακόμα στις αισθήσεις της και ανταποκρίθηκε με όλο της το πάθος. Τώρα ο έρωτάς του ήταν αργός. Οι κινήσεις του ήταν εκνευριστικά απαλές και ηδονικές. Την οδηγούσε στην κορυφή κι ύστερα τραβιόταν προς τα πίσω και την άφηνε μετέωρη. Μόνο όταν κατάλαβε ότι την είχε φέρει στα όριά της, δε σταμάτησε και συνέχισε να κινείται όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο έντονα, συγκρατώντας τον εαυτό του, ώσπου ένιωσε το σώμα της να δονείται και να τινάζεται. Τότε ήρθε η σειρά του. Όταν τέλειωσαν, η Λίζα βυθίστηκε σ’ ένα γαλήνιο ύπνο, κουρνιασμένη στην αγκαλιά του, ενώ εκείνος είχε ακουμπήσει το σαγόνι του στα μεταξένια μαλλιά της. «Ξύπνα, αγάπη μου», της είπε μετά από λίγο, φιλώντας την απαλά. «Είναι ώρα να πάμε στο κρεβάτι. Κάνει ψύχρα και δε θέλω να μου κρυώσεις». Εκείνη όμως μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο και κουλουριάστηκε ακόμα περισσότερο στην αγκαλιά του. * Η Λίζα ξύπνησε αργά και τεντώθηκε. Το μυαλό της ήταν ακόμα μπερδεμένο απ’ τον ύπνο, αλλά αισθανόταν μια περίεργη ικανοποίηση και σωματική ευφορία. Έμεινε με τα μάτια κλειστά, ενώ διάφορες σκέψεις άρχισαν να διαπερνούν την ηρεμία της. Σήμερα ήταν η μέρα του γάμου της... Όχι, χτες ήταν η μέρα του γάμου της... Ο Μαρκ δεν είχε καταφέρει να έρθει... Ο Θορν περνούσε το δαχτυλίδι στο δάχτυλό της, η κυρία Κερκ τους πρόσφερε τούρτα και το ελικόπτερο πετούσε... Ξαφνικά το φράγμα που συγκρατούσε τη μνήμη της έσπασε. Πλημμυρίζοντας από μια πικρή, μάταιη οργή, θυμήθηκε την ύπουλη συμπεριφορά του Θορν κι ύστερα, με έντονη αυτοπεριφρόνηση, τη δική της αβίαστη παράδοση στην αγκαλιά του. Θαρρείς και το μυαλό της ήθελε να τη βασανίσει, ξανάπαιξε τη σκηνή στην παραλία. Για μια φορά ακόμα, ένιωσε την έκσταση, καθώς το σώμα του κατακτούσε το δικό της, το απαλό αεράκι δρόσιζε το ξαναμμένο της πρόσωπο, η άμμος βούλιαζε κάτω απ’ το κεφάλι της... Τώρα όμως, αν και δε θυμόταν πώς είχε γυρίσει στο σπίτι, το κεφάλι της βρισκόταν ακουμπισμένο σ’ ένα μαλακό μαξιλάρι και κάτω απ’ το σώμα της δεν ήταν η τσαλακωμένη φούστα της, αλλά δροσερά σεντόνια. Άνοιξε τα μάτια της. Το δωμάτιο ήταν πλημμυρισμένο στον ήλιο. Γυρίζοντας το κεφάλι της λίγο, ανακάλυψε ότι ο Θορν βρισκόταν δίπλα της. Ακουμπισμένος στον ένα του αγκώνα, μελετούσε το πρόσωπό της, σαν να ήθελε να αποτυπώσει τα χαρακτηριστικά της. Το στόμα, που ήταν λίγο μεγάλο σε σχέση με το λεπτό πρόσωπο, τα ψηλά ζυγωματικά και το πιγούνι με το λακκάκι, την ίσια μύτη που θύμιζε κλασική ομορφιά, τα αμυγδαλωτά μάτια, που ανασηκώνονταν ελαφρά στην άκρη, το αψεγάδιαστο δέρμα με τη χρυσαφένια απόχρωση... «Καλημέρα», τη χαιρέτησε χαμογελώντας γλυκά. Αν και την είχε πειράξει πολύ η αντίδρασή της και η συμπεριφορά του, δεν άντεξε να μη σκεφτεί πόσο υπέροχα ελκυστικός φαινόταν, πόσο αισθησιακός και αρρενωπός με τα πράσινα μάτια του και τις πυκνές βλεφαρίδες, την τούφα με τα μαύρα μαλλιά, που έπεφτε στο μέτωπό του, και τα αραιά γένια, που στόλιζαν το σαγόνι του. Έσκυψε να τη φιλήσει, εκείνη όμως, μαζεύοντας όλες τις δυνάμεις της, κατάφερε να γυρίσει το πρόσωπό της απ’ την άλλη μεριά και τα χείλη του ακούμπησαν απαλά το μάγουλό της. «Δεν έχει πρωινό φιλί;» «Θα πρέπει να με θεωρείς τελείως ηλίθια». «Σε βρίσκω αφάνταστα γοητευτική». Κι ήταν αλήθεια. Αν και δεν ήταν ο τύπος του σαν γυναίκα –προτιμούσε τις ψηλές, σοφιστικέ, μελαχρινές γυναίκες που ήξεραν τους κανόνες του παιχνιδιού–, κατά περίεργο τρόπο τον είχε γοητεύσει. Διέθετε θάρρος, ζεστασιά, γλυκύτητα κι έναν ερωτισμό που ούτε καν τον είχε συνειδητοποιήσει. «Κι εγώ σε βρίσκω αφάνταστα ψεύτη! Ένα γουρούνι!» τον πληροφόρησε εκείνη κοφτά. «Κατά βάθος ήλπιζα ότι μετά το χτεσινό βράδυ τα πράγματα θα πήγαιναν πιο ομαλά ανάμεσά μας, ότι σήμερα μπορεί να είχες αποδεχτεί την ιδέα ότι είσαι γυναίκα μου κι ότι ίσως να ήσουν λίγο πιο ευδιάθετη». «Νιώθω απαίσια». «Μήπως ένα φλιτζάνι τσάι θα σου έφτιαχνε τη διάθεση;» Όταν δεν πήρε απάντηση, ο Θορν σηκώθηκε, φόρεσε μια κοντή μπλε μεταξωτή ρόμπα και βγήκε ξυπόλυτος απ’ το δωμάτιο. Μόλις έμεινε μόνη, η Λίζα ευχήθηκε να μη χρειαζόταν να τον ξαναδεί ποτέ στη ζωή της. Ήθελε να φύγει και να χαθεί, να τον ξεχάσει. Αλλά αυτό, βέβαια, ήταν αδύνατον να γίνει. Κάθε δευτερόλεπτο, κάθε μέρα θα θυμόταν τον ίδιο και το πώς της είχε κάνει έρωτα. Ήταν ένας τέλειος εραστής, έμπειρος και επιδέξιος, αλλά βέβαια αυτό δεν έπρεπε να την ξαφνιάζει. Αυτό όμως που δεν περίμενε ήταν η τρυφερότητα και η φροντίδα του να μην την πληγώσει... σωματικά τουλάχιστον. Είχε φερθεί γλυκά και τρυφερά στο σώμα της, αλλά δεν είχε νοιαστεί καθόλου για το πόσο την είχε πληγώσει ψυχικά. Ακόμα κι αν είχε λόγους να μισεί τον Μαρκ, εκείνη δεν ήταν παρά έναν αθώο θύμα. Παρ’ όλα αυτά, την είχε κοροϊδέψει, την είχε εξαπατήσει, της είχε πει ψέματα, είχε προσποιηθεί ότι την αγαπούσε. Την είχε παρασύρει σε ένα θέατρο, μια παρωδία γάμου κι ύστερα, παρά την αντίδρασή της, είχε καταφύγει σε αηδιαστικές μεθόδους για να ολοκληρώσει το γάμο τους. Κατά κάποιον τρόπο θα ’ταν πιο εύκολα τα πράγματα, αν είχε χρησιμοποιήσει βία για να την καθυποτάξει. Έτσι, τουλάχιστον δε θα ’χε πληγωθεί η περηφάνια της. Θα τον κατηγορούσε ανοιχτά και θα τα είχε καλά με τον εαυτό της. Τώρα, άσχετα απ’ το πόσο ήθελε να αγνοεί αυτό που είχε γίνει, ήξερε πως μόνο τον εαυτό της έπρεπε να κατηγορεί. Το δικό της σώμα την είχε προδώσει. Πόσο μισούσε και απεχθανόταν τον εαυτό της που την έκανε να νιώθει τόσο φτηνή! Ξέροντας πώς ήταν τα πράγματα ανάμεσά τους, πώς είχε καταφέρει να υποκύψει τόσο εύκολα; Ωστόσο, δεν είχε καμιά πρόθεση να επαναλάβει το ίδιο λάθος στο μέλλον. Αν εκείνος πίστευε ότι θα συνέχιζε να υποκύπτει στη γοητεία του, ήταν γελασμένος! Ο σεξουαλικός του μαγνητισμός δεν ήταν και τόσο ακαταμάχητος! Θα διατηρούσε τη λογική της και θα κρατιόταν μακριά του. Αν ερχόταν ο Μαρκ, θα έφευγε μαζί του... Ξαφνικά, άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο Θορν κρατώντας ένα δίσκο με τσάι και μπισκότα. Η Λίζα ανακάθισε απότομα, σπρώχνοντας προς τα πίσω τις ανακατεμένες μπούκλες της. Ανακάλυψε όμως ότι ήταν γυμνή κι ότι φορούσε μόνο το μενταγιόν που της είχε κάνει δώρο κι αμέσως τράβηξε το σεντόνι ψηλά στο στήθος της και το κράτησε σφιχτά στο πλάι με τα χέρια της. Εκείνος ακούμπησε το δίσκο στο κομοδίνο δίπλα της και την κοίταξε ειρωνικά. Γιατί δεν είχε σηκωθεί να ντυθεί όσο ήταν μόνη της, αντί να παρασύρεται σε μάταιες ενοχές, τύψεις και κατηγορίες; Χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο, εκείνος σέρβιρε τσάι και για τους δυο τους και της έδωσε το ένα φλιτζάνι. Η Λίζα το δέχτηκε αμέσως. Όταν όμως της


πρόσφερε μπισκότο, κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Μη μου πεις ότι η πρώτη σου ερωτική εμπειρία, εκτός απ’ το ότι σου δημιούργησε καθυστερημένα παρθενικές ντροπές, σου στέρησε και την ομιλία;» «Αυτός δεν ήταν έρωτας! Ήταν σκέτος πόθος». «Όπως και να θες να το λες, η αλήθεια είναι ότι διαθέτεις εσωτερική κλίση και ταλέντο». Η Λίζα έγινε κατακόκκινη. Η πρώτη της ερωτική εμπειρία την είχε ξαφνιάσει και την ίδια. Δεν είχε ποτέ της φανταστεί τι ηδονική φύση έκρυβε κάτω απ’ τον καθημερινό της ήρεμο εαυτό. Πέφτοντας μέσα στα ταραγμένα νερά του πάθους, είχε βρεθεί στο χώρο της, χωρίς κανένα πρόβλημα. «Πώς ήρθα ως εδώ;» ρώτησε ξαφνικά, θέλοντας να αποφύγει κι άλλα σαρκαστικά σχόλια. «Το τελευταίο που θυμάμαι είναι η παραλία». «Κοιμόσουν βαριά και σε μετέφερα στην αγκαλιά μου». «Όλον αυτό το δρόμο;» «Υπάρχει μονοπάτι που κόβει δρόμο και δεν είσαι πολύ βαριά». «Δεν καταλαβαίνω πώς δεν ξύπνησα», μουρμούρισε εκείνη. «Ήσουν εξαντλημένη, αλλά αυτό δεν είναι περίεργο». Η φωνή του έγινε πιο βαθιά. «Όταν σου έκανα έρωτα, ήσουν τόσο πρόθυμη, τόσο παθιασμένη...» Η Λίζα έσκυψε το κεφάλι της και η έκφραση στο πρόσωπό της έδειχνε πόσο ταπεινωμένη και ντροπιασμένη ένιωθε. «Μην είσαι έτσι!» την πρόσταξε απότομα. «Πώς δηλαδή;» «Λες και μισείς τον εαυτό σου που είσαι μια θερμή, γεμάτη πάθος γυναίκα». «Μισώ τον εαυτό μου ακόμα περισσότερο απ’ όσο μισώ εσένα!» του απάντησε απρόσεκτα κι αμέσως έλαμψε η οργή στο βλέμμα του. Μετά όμως ήταν σαν να έπεσε μια κουρτίνα και να κάλυψε κάθε του συναίσθημα. Άφησε το φλιτζάνι του στο δίσκο. «Θες να πάμε για μια βουτιά, πριν πάρουμε πρωινό;» τη ρώτησε ευγενικά. Η Λίζα είχε την πρόθεση να αρνηθεί, άλλαξε όμως γνώμη. Αν ο Μαρκ ερχόταν πράγματι, μπορεί να του έπαιρνε μια και δύο μέρες. Σ’ αυτό το διάστημα θα ήταν παγιδευμένη στο νησί με τον Θορν. Η κοινή λογική, λοιπόν, υπαγόρευε να προσπαθήσει να επανέλθουν τα πράγματα σε μια φυσιολογική κατάσταση. Όταν γινόταν αυτό, τότε το μόνο που θα ’χε να κάνει ήταν να προσπαθήσει να συγκρατηθεί και να διατηρήσει τη σχέση τους σ’ ένα πολιτισμένο επίπεδο. «Δεν είναι άσχημη ιδέα, αλλά νιώθω βρόμικη κι έχω ακόμα άμμο στα μαλλιά μου». Προσπάθησε να αγνοήσει το χαμόγελό του που έκανε τα μάγουλά της να κοκκινίσουν. «Θα ήθελα να κάνω ένα ντους πρώτα». «Αυτό θα πρότεινα κι εγώ». Γιατί δεν πάει λοιπόν να το κάνει; αναρωτήθηκε απεγνωσμένα εκείνη. Όσο ήταν εκεί, ήταν αδύνατον να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι! «Περιμένεις ιδιαίτερη πρόσκληση για να μοιραστούμε το ντους;» τη ρώτησε βλέποντας ότι δεν έκανε καμιά κίνηση να σηκωθεί. «Ή μήπως είσαι τόσο ντροπαλή;» «Ούτε το ένα ούτε το άλλο», του απάντησε ψέματα. «Τότε...» σηκώθηκε απότομα και τράβηξε με μια κίνηση το σεντόνι από πάνω της, αφήνοντάς την τρωτή μπροστά του. «Σήκω!» Θύμισε στον εαυτό της ότι την είχε ξαναδεί γυμνή και, μη θέλοντας να του δώσει την ευχαρίστηση να τη δει να τρέχει στο μπάνιο σαν φοβισμένο κουνέλι, σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι με όση αξιοπρέπεια διέθετε και κατευθύνθηκε προς την ιματιοθήκη. Χωρίς να το έχει σκεφτεί συνειδητά, η απόφαση είχε ήδη παρθεί μέσα της. Δεν είχε σκοπό να φορέσει τίποτε απ’ όλα όσα της είχε αγοράσει ο Θορν. Αυτό περιλάμβανε επίσης το δαχτυλίδι και το μενταγιόν. Ιδιαίτερα το μενταγιόν με το ζευγάρι των εραστών, που ουσιαστικά γελοιοποιούσε τη σχέση τους. Ευχαριστώντας την κυρία Κερκ, που είχε βάλει στη βαλίτσα όλα τα ρούχα που είχε φέρει απ’ την Αγγλία, άρχισε να ψάχνει να βρει αυτά που ήθελε. Προς μεγάλη της ικανοποίηση, όταν τελείωσε, πρόσεξε ότι ο Θορν είχε μπει στο δικό του μπάνιο. Ξεκούμπωσε το μενταγιόν και το έβαλε μαζί με το δαχτυλίδι του αρραβώνα σ’ ένα απ’ τα συρτάρια του, αλλά, όταν ήρθε η ώρα να βγάλει τη βέρα της, ένιωσε μια περίεργη απροθυμία. Ίσως επειδή ο Θορν της την είχε περάσει στο δάχτυλο. Ίσως επειδή τότε πίστευε πως την αγαπούσε κι ότι ο γάμος τους ήταν φυσιολογικός. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, δεν κατάφερε να τη βγάλει. Βρίζοντας τον εαυτό της, άφησε τη βέρα στη θέση της και αποφάσισε ότι θα του την επέστρεφε πριν φύγει απ’ το νησί. Μπήκε στο ντους κι άφησε το ζεστό νερό να χαϊδέψει το σώμα της, που έφερνε τα ίχνη του πάθους του και το ένιωθε διαφορετικό, ικανοποιημένο, ολοκληρωμένο. Ήταν πολύ περίεργο το γεγονός ότι το μυαλό και το σώμα της, που ως τότε πάντα λειτουργούσαν σε ταιριαστή συνεργασία, είχαν ξαφνικά τόσο διαφορετικές αντιδράσεις! Ξέπλυνε τα μαλλιά της αναστενάζοντας και τύλιξε μια πετσέτα γύρω τους. Ύστερα σκουπίστηκε και φόρεσε το παλιό κίτρινο μαγιό και τα σανδάλια της. Το μαγιό ήταν μικρό, την τραβούσε στο στήθος και δεν την κολάκευε καθόλου, αλλά αυτό ήθελε κι εκείνη. Σε καμιά περίπτωση δεν επιζητούσε να ξυπνήσει τον πόθο του Θορν. Βρισκόταν στην κρεβατοκάμαρα, προσπαθώντας να μαζέψει τα μαλλιά της σε αλογοουρά, όταν εμφανίστηκε εκείνος, κρατώντας μερικές πετσέτες. Είχε κάνει μπάνιο και είχε λουστεί και με το μαύρο μαγιό του εξέπεμπε αρρενωπότητα και σεξουαλικότητα. «Τι στην ευχή φοράς;» τη ρώτησε αμέσως. Τον κοίταξε ψυχρά, αλλά κάτι χάλασε τη γεμάτη αξιοπρέπεια στάση της όταν η πετσέτα που είχε τυλίξει στα μαλλιά της άρχισε να γλιστράει. Την τράβηξε, αφήνοντας τις υγρές μπούκλες να πέσουν στους γυμνούς της ώμους. «Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις». «Ξέρεις πολύ καλά τι θέλω να πω». Πήγε στην ιματιοθήκη και, αφού έψαξε για λίγο, τράβηξε το μαγιό που της είχε αγοράσει ο ίδιος. «Σταμάτα τις ανοησίες και φόρεσέ το!» «Δεν είναι ανοησίες και δε θα το φορέσω». Η απόφασή της να διατηρήσει τη σχέση τους σε πολιτισμένο επίπεδο εξαφανίστηκε. «Δεν έχω πρόθεση να φορέσω τίποτε απ’ όλα όσα μου αγόρασες. Ο γάμος μας απ’ την αρχή δεν ήταν φυσιολογικός και δε δέχομαι να μου φέρεσαι λες και είμαι...» Ξαφνικά την πλησίασε απειλητικά. Ανασήκωσε το πιγούνι της με το χέρι και κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό της. Στη Λίζα δεν έμενε μέρος πια για να κρυφτεί. «Θα σου φέρομαι όπως θέλω». Η φωνή του ήταν επικίνδυνα ήρεμη και η έκφραση του την έκανε να ανατριχιάσει. «Θα είμαι καλός μαζί σου, αν είσαι υπάκουη. Αν με πολεμάς, θα υποστείς τις συνέπειες. Για τελευταία φορά, λοιπόν, θα το βγάλεις μόνη σου ή θα πρέπει να σ’ το βγάλω εγώ;» Βλέποντάς τη να διστάζει και να προσπαθεί να βρει το κουράγιο να τον αψηφήσει, εκείνος πρόσθεσε χαμηλόφωνα: «Σε προειδοποιώ. Αν ακολουθήσεις το δεύτερο δρόμο, τότε ίσως να μπω στον πειρασμό να ασχοληθώ με κάτι πιο ενδιαφέρον απ’ το κολύμπι...»


Κεφάλαιο 8

Ξέροντας πολύ καλά ότι η απειλή του δεν ήταν αστείο, η Λίζα τραβήχτηκε μακριά του και, αρπάζοντας το μαγιό απ’ τα χέρια του, έτρεξε προς το μπάνιο, με τα μάτια γεμάτα από δάκρυα οργής. Ήταν ένα υπεροπτικό, καταπιεστικό κάθαρμα! Πολύ θα ήθελε να μπορούσε να τον πολεμήσει, αλλά ήξερε ότι εκείνος είχε τη δύναμη να την κάνει ό,τι ήθελε, κι έτσι, για τις επόμενες μέρες, θα έπρεπε να αποδεχτεί τη συμπεριφορά του με το χαμόγελο στα χείλη. «Όταν επέστρεψε στο δωμάτιο, φορώντας το μπικίνι που εκείνος της είχε αγοράσει, ο Θορν την κοίταξε ικανοποιημένος, μη δίνοντας σημασία στο ύφος της. «Είσαι πολύ καλύτερα τώρα». «Θα πρέπει να εθίζεται κανείς στην ιδέα ότι διαθέτει δύναμη στα χέρια του», παρατήρησε η Λίζα πικρόχολα. «Μα βέβαια», συμφώνησε αμέσως εκείνος. «Όταν αποκτήσεις λίγη δύναμη, όλα τα άλλα, σιγά σιγά, σου φαίνονται τελείως ηλίθια και βαρετά». Η λάμψη στο βλέμμα του της έδειξε ότι την πείραζε εσκεμμένα. «Έλα τωρα να μου δώσεις ένα φιλί για να μου αποδείξεις πόσο υπάκουη σύζυγος είσαι». Όταν την αντιμετώπιζε τόσο ειρωνικά, δεν ήξερε πώς να του φερθεί. Παρ’ όλα αυτά, πίεσε τον εαυτό της και κατάφερε να τον πλησιάσει. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε απαλά στο μάγουλο. «Δεν ήταν σπουδαίο φιλί, αλλά απ’ το τίποτα. Έλα, πάμε». Κρέμασε τις πετσέτες στον ώμο του και την έπιασε απ’ το χέρι. Η Λίζα δάγκωσε τα χείλη της και πίεσε τον εαυτό της να μην το τραβήξει. Αν κι ήταν ακόμα νωρίς, ο αέρας ήταν ζεστός και ο ήλιος έκαιγε. Οι γλάροι πετούσαν χαμηλά πάνω απ’ τη θάλασσα κι ο καταγάλανος ουρανός έλαμπε. Απασχολημένη με τις σκέψεις της, η Λίζα δεν το πρόσεξε. Τελικά, άλλο ήταν να λέει στον εαυτό της ότι το μόνο που είχε να κάνει ήταν να διατηρήσει την ψυχραιμία της κι άλλο να το πραγματοποιήσει κιόλας. Όσο για την απόφασή της να κρατήσει τη σχέση τους σε πολιτισμένο επίπεδο... Πώς ήταν δυνατόν να το κάνει, όσο εκείνος της φερόταν σαν βάρβαρος; Χωρίς να μιλούν, πήραν το μονοπάτι που έκοβε δρόμο και έβγαζε στην παραλία. Εκεί που τα νερά ήταν ρηχά, η θάλασσα είχε ένα ανοιχτό γαλάζιο χρώμα, λίγο πιο μέσα γινόταν βαθύτερο και κοντά στον ύφαλο αποκτούσε μια υπέροχη μπλε απόχρωση. Πέρα στο βάθος, διάφορα ιστιοφόρα είχαν ανοίξει τα πανιά τους, ενώ πιο κοντά διέκρινε κανείς γρήγορα ταχύπλοα που έσχιζαν το νερό, αφήνοντας μια αφρισμένη λωρίδα πίσω τους. Ο Θορν άφησε τις πετσέτες στην άμμο και, αφού έβγαλαν τα σανδάλια τους, περπάτησαν χέρι χέρι ως την άκρη του νερού και βούτηξαν. Η Λίζα έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα απ’ το αρχικό στιγμιαίο σοκ του κρύου νερού πάνω στην καυτή σάρκα της, αλλά, όταν προσαρμόστηκε, το ένιωσε να την αγκαλιάζει σαν ένα σύννεφο από μετάξι. Αν και δεν ήταν συνηθισμένη να κολυμπάει σε θάλασσα, δε φοβήθηκε ιδιαίτερα, γιατί ήξερε ότι ο Θορν ήταν κοντά της. Κολυμπώντας αργά πρόσθιο, κοιτούσε μέσα στο πεντακάθαρο νερό κι ανακάλυπτε έναν καινούριο μαγικό κόσμο· ζωντανά κοράλλια, ανεμώνες που αναδεύονταν, πολύχρωμα ψάρια που περνούσαν σαν βέλη, πηγαίνοντας από τη μια μεριά στην άλλη του φανταστικού κήπου που κάλυπτε τον πυθμένα. Παρ’ όλο που ο Θορν ήταν πιο καλός κολυμβητής, έμεινε κοντά της ακόμα κι όταν εκείνη άρχισε να κουράζεται και γύρισε ανάσκελα με τα χέρια ανοιχτά και τα μαλλιά να πλαισιώνουν σαν σύννεφο το πρόσωπό της. Γυρίζοντας το κεφάλι της στο πλάι, είδε ότι τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο λεπτό της σώμα. Καμπανάκια κινδύνου άρχισαν να χτυπάνε μέσα της κι ο ρυθμός της καρδιάς της έγινε ακανόνιστος. Νιώθοντας ξαφνικά ξαναμμένη, προσπάθησε να κολυμπήσει και να βγει γρήγορα έξω. Απλώνοντας το χέρι του, ο Θορν την έπιασε απ’ τον καρπό. Εκείνη άρχισε να παλεύει για να του ξεφύγει, αλλά ήπιε αρκετό αλμυρό νερό και την έπιασε βήχας. «Μη!» τη διέταξε κοφτά, ενώ την έπιανε απ’ το πιγούνι. Το άγγιγμά του ήταν ταυτόχρονα απειλητικό και καθησυχαστικό. Με το άλλο του χέρι της κατέβασε το σουτιέν του μπικίνι, απελευθερώνοντας τα στήθη της και την τράβηξε κοντά του. Οι θηλές της τρίφτηκαν πάνω στις σκούρες τρίχες στο στήθος του κι αμέσως ορθώθηκαν, αψηφώντας τη λογική της. Κατεβάζοντας τα χέρια του στους γοφούς της, ο Θορν την έσφιξε δυνατά πάνω του κι ο σκληρός ανδρισμός του, καθώς πίεσε το βρεγμένο της σώμα, έδεσε το στομάχι της κόμπο. «Βάλε τα χέρια σου γύρω απ’ το λαιμό μου», τη διέταξε με βραχνή φωνή. Η Λίζα υπάκουσε σαν να ’ταν κούκλα, χωρίς δική της θέληση. Τα χέρια του γλίστρησαν πάνω στα πόδια της για να τα οδηγήσουν γύρω απ’ τη μέση του. Έπειτα την έσφιξε πάνω του, φυλακίζοντάς τη στην αγκαλιά του. Το απαλό κυματάκι τούς παρέσυρε προς την ακτή, ανεβοκατεβάζοντας απαλά τα σώματά τους. Η Λίζα τον κοίταξε και μέσα στο βλέμμα της υπήρχε ένας γλυκόπικρος πόνος που τον τάραξε ως τον πυρήνα της ύπαρξής του. Ήταν ένας πόνος που τη διέλυε και ταυτόχρονα της πρόσφερε αμέριστη χαρά. Το στόμα του αιχμαλώτισε ξαφνικά το δικό της άγρια, κατακτητικά, απαιτητικά. Όταν κάποια στιγμή την άφησε, το κεφάλι του κατέβηκε προς τα κάτω και βρήκε πρώτα τη μια και μετά την άλλη θηλή της, προκαλώντας σπασμούς σ’ όλο της το σώμα. Η ανάσα της έβγαινε γρήγορα και κοφτά και, χωρίς να μπορεί να συγκρατηθεί, πίεσε το κεφάλι του πάνω στο στήθος της, θέλοντας να κάνει αυτό το γλυκό μαρτύριο να κρατήσει ακόμα περισσότερο. Κάποια στιγμή ανασήκωσε το κεφάλι του. «Με θέλεις. Πες μου ότι με θέλεις». Απρόθυμη να το παραδεχτεί, η Λίζα έστρεψε το κεφάλι της αλλού. «Πες το!» τη διέταξε. «Θέλω να σ’ ακούσω να το λες». «Ξέρεις ότι σε θέλω!» Ύστερα, όμως, δεν άντεχε άλλο και μια κραυγή βγήκε μέσα απ’ την καρδιά της. «Θεέ μου! Πόσο θα ’θελα, όμως, να μην ήταν έτσι! Πόσο μισώ τον εαυτό μου που θέλω τον άντρα που μισώ! Τον άντρα που με χρησιμοποιεί!» Τον άκουσε να παίρνει μια κοφτή ανάσα κι είδε το πρόσωπό του να χάνει το χρώμα του και να χλομιάζει. Χωρίς άλλη κουβέντα, την άφησε αμέσως ελεύθερη και άρχισε να κολυμπάει προς τα έξω. Για μερικά δευτερόλεπτα, η Λίζα έμεινε ακίνητη, αλλά μετά μάζεψε τις δυνάμεις της κι άρχισε να κολυμπάει κι εκείνη. Ήταν όμως περισσότερο κουρασμένη απ’ όσο νόμιζε και τα χέρια της τα ένιωθε βαριά σαν μολύβι. Η ακτή τής φάνηκε, ξαφνικά, ότι ήταν πολύ μακριά. Τα μικρά κύματα τη χτυπούσαν με δύναμη στο πρόσωπο και η θάλασσα ξαφνικά, αντί να της προσφέρει χαρά, άρχισε να την τραβάει προς τα κάτω. Πανικοβλήθηκε. Προσπάθησε να κολυμπήσει γρήγορα και δυνατά για να προλάβει τον Θορν και να μη μείνει πίσω. Αμέσως, όμως, ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος και η ανάσα της κόπηκε. Άνοιξε το στόμα της για να αναπνεύσει, αλλά κατάπιε μια γερή δόση νερού κι άρχισε να βουλιάζει. Νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει δυνατά κι ένα ασταμάτητο βουητό στα αυτιά της, κατάφερε να ξαναβγεί στην επιφάνεια, ωστόσο, προτού προλάβει να πάρει ανάσα, το νερό την ξανασκέπασε. Ξαφνικά, όμως, και τελείως μαγικά, δύο δυνατά χέρια βρέθηκαν γύρω της και τράβηξαν το κεφάλι της πάνω απ’ το νερό. Η Λίζα γαντζώθηκε πάνω στον Θορν, παίρνοντας βαθιές ανάσες.


«Μείνε ήρεμη», τη διέταξε εκείνος κοφτά. «Σε κρατάω. Γύρνα ανάσκελα». Του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και έτσι πίεσε τον εαυτό της να ηρεμήσει και να μείνει ακίνητη. Κρατώντας τη γερά με το ένα χέρι, εκείνος άρχισε να κολυμπάει αργά και σταθερά προς τα έξω. Όταν έφτασαν στα ρηχά, σταμάτησε, την πήρε στην αγκαλιά του, στηρίχτηκε στα πόδια του και τη μετέφερε στην παραλία. Την ακούμπησε στη ζεστή άμμο και γονάτισε δίπλα της. «Ευχαριστώ», κατάφερε να του πει βραχνά, ενώ η ανάσα της έβγαινε ακόμα κοφτά και γρήγορα. «Τελικά, δεν είμαι και τόσο καλή κολυμβήτρια». «Δεν έπρεπε να σ’ αφήσω», είπε εκείνος θυμωμένος, αλλά η Λίζα κατάλαβε πως ο θυμός στρεφόταν προς τον εαυτό του. «Είσαι καλά; Ήπιες πολύ νερό;» «Είμαι μια χαρά». Ξαφνικά όμως, παρά τη ζεστή άμμο, ένιωσε να παγώνει ως το μεδούλι και όλο της το σώμα άρχισε να τρέμει. «Πάμε στο σπίτι», είπε ο Θορν και η έκφραση στο πρόσωπό του έδειχνε την ανησυχία του. Το σουτιέν απ’ το μπικίνι της κρεμόταν γύρω απ’ τη μέση της και η Λίζα έκανε μια προσπάθεια να το σηκώσει. «Άφησέ το!» τη διέταξε εκείνος. Τύλιξε γύρω της τις πετσέτες, την πήρε στην αγκαλιά του και αμέσως ξεκίνησε με γρήγορο ρυθμό για το σπίτι, αποδεικνύοντας έτσι την άριστη φυσική του κατάσταση. Βλέποντας τη σκοτεινιασμένη του έκφραση, η Λίζα θέλησε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα. «Αν δε... δεν προσέξουμε, θα... θα μας γίνει συνήθεια να... να με κουβαλάς», τραύλισε, καθώς τα δόντια της χτυπούσαν απ’ το κρύο. Εκείνος την κοίταξε ξαφνιασμένος και μετά της χαμογέλασε. «Δε μου φαίνεται και τόσο δυσάρεστη συνήθεια τελικά». Όταν έφτασαν στο σπίτι, την πήγε κατευθείαν πάνω στο μπάνιο. Την κάθισε σ’ ένα σκαμπό κι άνοιξε τις βρύσες για να γεμίσει η μπανιέρα. «Το ζεστό νερό θα σου κάνει καλό». Μόλις γέμισε η μπανιέρα, τη σήκωσε όρθια, ξετύλιξε τις πετσέτες, της έβγαλε το μαγιό και τη βοήθησε να μπει μέσα. Η Λίζα έγειρε προς τα πίσω και, μόλις το ζεστό νερό αγκάλιασε το σώμα της, άρχισαν να ηρεμούν οι σπασμοί και το τρεμούλιασμα σταμάτησε. «Θα είσαι εντάξει, αν σ’ αφήσω για λίγα λεπτά μόνη;» τη ρώτησε ο Θορν, βλέποντας το χρώμα να ξαναγυρίζει στο πρόσωπό της. «Φυσικά». «Δεν υπάρχει ‘‘φυσικά’’. Το σοκ είναι περίεργη υπόθεση». «Είμαι μια χαρά τώρα», επέμεινε εκείνη, γιατί πράγματι ένιωθε ότι είχε ξαναβρεί τον εαυτό της. Εκείνος της έριξε μια ματιά ακόμα κι ύστερα βγήκε απ’ το μπάνιο. Ξαναγύρισε σχεδόν αμέσως. «Πιες το», τη διέταξε. Η Λίζα ανακάθισε και πήρε το φλιτζάνι με το ζεστό τσάι. Αν και δεν της άρεσε καθόλου το τσάι με ζάχαρη, τον υπάκουσε χωρίς αντιρρήσεις. Όταν τελείωσε, της το πήρε απ’ τα χέρια. «Ηρέμησε τώρα και σε λίγο θα πάρεις το πρωινό σου στο κρεβάτι», της είπε απομακρύνοντας μια υγρή μπούκλα απ’ το μάγουλό της. «Δε χρειάζεται», διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Δεν είμαι ανάπηρη!» «Θα μείνεις τουλάχιστον όλο το πρωινό στο κρεβάτι. Και για να μην ανησυχείς... εννοώ μόνη σου. Αν θελήσεις παρέα, θα πρέπει να μου το ζητήσεις!» Όταν εκείνος έφυγε, η Λίζα έγειρε προς τα πίσω κι έκλεισε τα μάτια. Πολύ περίεργος άνθρωπος, σκέφτηκε. Ενώ ήταν τρυφερός κι ήξερε να φροντίζει τον άλλο, συγχρόνως ήταν ψυχρός και σκληρός. Σίγουρα πάντως ήταν ένας άντρας που ξεχώριζε. Η γυναίκα που θα κατάφερνε να κερδίσει το σεβασμό και την αγάπη του, θα ’ταν πολύ τυχερή. Δεν υπήρχε μεγαλύτερο δώρο απ’ το να την αγαπάει ένας τέτοιος άντρας... Όταν ο Θορν επέστρεψε για δεύτερη φορά, την είχε πάρει ο ύπνος. «Ξέπλυνες τα μαλλιά σου;» τη ρώτησε ξυπνώντας την. «Όχι». Αφού τη βοήθησε να βγάλει όλη την άμμο απ’ τις μπερδεμένες μπούκλες της, πήρε μια πετσέτα και της έτριψε το κεφάλι με δύναμη. Μετά ξεδίπλωσε μια μεγάλη μαλακή πετσέτα. «Βγες τώρα». «Τα καταφέρνω και μόνη μου». Αγνοώντας τις διαμαρτυρίες της, εκείνος τύλιξε την πετσέτα γύρω της και τη σήκωσε στην αγκαλιά του σαν να μην είχε καθόλου βάρος. Τη μετέφερε στην κρεβατοκάμαρα, την ακούμπησε κάτω κι ύστερα, με μια φροντίδα και προσοχή που έκανε την καρδιά της να λιώσει και όλα τα νεύρα στο σώμα της να τεντωθούν, τη σκούπισε και της έβαλε ταλκ και λοσιόν. Μερικά λεπτά αργότερα, φορώντας ένα μακρύ μπλουζάκι κι έχοντας τα μαλλιά χτενισμένα, ξαναβρέθηκε στο κρεβάτι, ξαπλωμένη πάνω στα μαλακά μαξιλάρια... ξαναμμένη και ερεθισμένη. Κρίνοντας απ’ το ειρωνικό βλέμμα του Θορν, όταν της έφερε ζεστές τηγανίτες με σιρόπι, η Λίζα κατάλαβε ότι εκείνος ήξερε πολύ καλά τι της έκανε και το ευχαριστιόταν. Μα φυσικά! Δεν της είχε πει μόλις το προηγούμενο βράδυ ότι η μια αίσθηση βοηθάει την άλλη; Και τώρα δεν της είχε πει ότι, αν ήθελε παρέα, θα ’πρεπε να το ζητήσει μόνη της; Προφανώς ήλπιζε ότι το σοκ που είχε περάσει, θα έσπαγε τους φραγμούς, όπως είχε γίνει και το προηγούμενο βράδυ με το θυμό, και θα την έριχνε στην αγκαλιά του. Το σχέδιό του όμως θα αποτύγχανε! Αν κι ένα κομμάτι του εαυτού της επιζητούσε απεγνωσμένα να χωθεί στην αγκαλιά του, δε θα το έκανε ποτέ! Κοιτάζοντάς τον καλύτερα, η Λίζα συνειδητοποίησε ότι, αφού την είχε ερεθίσει εσκεμμένα, είχε πέσει κι ο ίδιος θύμα των πράξεών του. Καλά να πάθει! σκέφτηκε με κακία κι ένιωσε να ηρεμεί λίγο. Έφαγε ό,τι της έβαλε στο πιάτο της, χωρίς να καταλαβαίνει τι ακριβώς ήταν και, μόλις τέλειωσε τον καφέ της, φοβούμενη ότι μπορεί εκείνος να άλλαζε γνώμη –κι ακόμα χειρότερα ότι το ίδιο μπορεί να πάθαινε κι εκείνη–, προσποιήθηκε ότι χασμουριόταν. «Είσαι κουρασμένη;» Τα πράσινα μάτια του έλαμπαν. Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. Τη χαιρέτησε στρατιωτικά, αποδεχόμενος με τον τρόπο του την ήττα του κι ύστερα τη βοήθησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι λες και ήταν μικρό παιδί. Αφήνοντας τα παράθυρα ανοιχτά, τράβηξε τις κουρτίνες. «Καλόν ύπνο», της ευχήθηκε κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Το ζεστό αεράκι κουνούσε τις απαλές λουλουδάτες κουρτίνες, απέξω ακουγόταν ο θόρυβος από ένα μικρό αεροπλάνο ψηλά στον ουρανό και πέρα μακριά οι γλάροι έσκουζαν... Νιώθοντας το σώμα της ακόμα ξαναμμένο, η Λίζα δεν περίμενε ότι θα την έπαιρνε ο ύπνος, αλλά μέσα σ’ ένα λεπτό τα βλέφαρά της έκλεισαν... * Μέσα στο βαθύ της ύπνο, η Λίζα άρχισε να ονειρεύεται ότι κάποιος ήταν ξαπλωμένος δίπλα της και τη φιλούσε με μικρά, απαλά φιλιά στα χείλη και στα κλειστά της βλέφαρα, ενώ δύο χέρια είχαν περάσει κάτω απ’ το βαμβακερό μπλουζάκι της και χάιδευαν τα στήθη της. Αναστενάζοντας, εγκαταλείφθηκε στα χάδια του τελείως και, όταν τα χείλη του βρέθηκαν πάνω στα δικά της, τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω απ’ το λαιμό


του άντρα. Με τα μάτια κλειστά, απόλαυσε την ηδονή που τα χείλη και τα χέρια του ξυπνούσαν στο σώμα της. Μουρμουρίζοντας και αναστενάζοντας, γύρισε ανάσκελα για να νιώσει καλύτερα, ως τον πυρήνα του είναι της, την απώτατη ηδονή και να φτάσει στα όριά της. Τελείως ξαφνικά όμως, τα χέρια σταμάτησαν και τραβήχτηκαν, χωρίς να της προσφέρουν την ολοκλήρωση που επιθυμούσε... Αναστενάζοντας απεγνωσμένα, εκείνη προσπάθησε να τον τραβήξει πάλι πάνω της. Εκείνος όμως, ο άντρας απ’ το όνειρό της, ο άντρας που τώρα είχε πάρει σάρκα και οστά, τραβήχτηκε μακριά. «Θα πρέπει να μου το ζητήσεις, Λίζα...» Ο κοροϊδευτικός ψίθυρος ακούστηκε δίπλα στο αυτί της. Πόσο ήθελε να του πει ότι δεν είχε καμιά πρόθεση να το κάνει, αλλά ανακάλυψε ότι δεν είχε τη δύναμη να προφέρει αυτές τις λέξεις, να σπάσει τη μαγεία που τύλιγε τις αισθήσεις της, να αρνηθεί την πείνα που γέμιζε τα σωθικά της. «Σε παρακαλώ... σε παρακαλώ...» Μετά από μερικές ατέλειωτες στιγμές, ένιωσε το γνώριμο σώμα του γυμνό πάνω στο δικό της, να παίρνει τη γνωστή θέση του ανάμεσα στα πόδια της. Όταν μπήκε μέσα της, το σώμα της τεντώθηκε όλο προσμονή κι αμέσως άρχισε το ανέβασμα προς την κορυφή, που κατέληξε σε μια έκρηξη χαράς και ολοκλήρωσης. Ο Θορν γύρισε ανάσκελα και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Εκείνη έμεινε ακίνητη, ακουμπισμένη στον ώμο του, ενώ ο κόσμος σιγά σιγά ξαναγύριζε στο φυσιολογικό του και οι χτύποι της καρδιάς της ηρεμούσαν. Σε λίγο, το ήξερε, θα μισούσε κι εκείνον και τον εαυτό της, αλλά το μόνο που μπορούσε να νιώσει αυτή τη στιγμή ήταν χαρά για τον άντρα που είχε δίπλα της και μπορούσε να της προσφέρει τέτοια ικανοποίηση. Αλλά το ίδιο έκανε κι εκείνη. Ανάμεσά τους υπήρχε προσφορά, ένα πάρε δώσε κι απ’ τις δύο πλευρές. Δεν είχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό! Και ήταν υπέροχο. Κούνησε αναστενάζοντας την παλάμη της πάνω στο στήθος του. Ο Θορν γύρισε και την κοίταξε και στο πρόσωπό του διάβασε ένα συνδυασμό θριάμβου, ειρωνείας και τρυφεράδας. Η Λίζα ήταν έτοιμη να του ανταποδώσει το χαμόγελο, αλλά η λογική της σιγά σιγά άρχισε να επιστρέφει κάνοντάς τη να θυμηθεί ότι ανάμεσά τους δεν υπήρχε αγάπη. Ήταν μόνο πόθος. Δεν κατάλαβε ότι είπε δυνατά την τελευταία της σκέψη, αλλά εκείνος παραμέρισε μια μπούκλα απ’ το ξαναμμένο της μάγουλο και της ψιθύρισε: «Ο έρωτας δεν είναι κακός, αρκεί να προσφέρει ικανοποίηση και στους δύο παρτενέρ. Αν σταματήσεις να πολεμάς κι εμένα και τον ίδιο σου τον εαυτό κι αφεθείς στις αισθήσεις σου, θα ανακαλύψεις ότι δεν είναι και τόσο άσχημα τα πράγματα». Ο αδιάφορος τόνος του την πάγωσε. Αν περίμενε ότι εκείνη θα παρέμενε υπάκουα δίπλα του, ώσπου να τελειώσει μαζί της και να την αφήσει να φύγει, ήταν γελασμένος! Τραβήχτηκε μακριά του απότομα κι ανακάθισε. «Και να μη δίνω δεκάρα που με κορόιδεψες για να με παντρευτείς; Που με χρησιμοποιείς για να πληγώσεις τον αδερφό μου; Που, όταν καταφέρεις να κάνεις αυτό που θέλεις, θα με ξεφορτωθείς το ίδιο αδίστακτα;» Ανακάθισε κι εκείνος και, αφού πέρασε το χέρι του γύρω απ’ τους ώμους της, έπιασε με το άλλο το πιγούνι της και την ανάγκασε να γυρίσει προς το μέρος του. «Αν παίξεις το παιχνίδι σου σωστά, μπορεί και να μη θέλω να σε ξεφορτωθώ. Αν μετά από πέντε μήνες, δω...» «Γιατί πέντε μήνες ειδικά;» τον διέκοψε κοφτά. «Τόσο κράτησε ο γάμος της Τζίνι. Τόσο χρειάστηκε για να τη σπρώξει στα ναρκωτικά...» Η Λίζα αναρωτήθηκε τι σόι άνθρωπος μπορεί να ’ταν ο αδερφός της. Δεν ήξερε τι ακριβώς είχε γίνει στο γάμο του κι έτσι δεν ήταν δυνατόν να τον υπερασπιστεί. Αλλά, απ’ τα λίγα που ήξερε και απ’ όσα είχε διαβάσει στα γράμματά του, ήταν ένας ζεστός άνθρωπος που ενδιαφερόταν και νοιαζόταν για τους άλλους κι όχι ο τύπος που θα κακομεταχειριζόταν τη νεαρή έγκυο γυναίκα του... «Αν, λοιπόν», συνέχισε ο Θορν, «μετά από πέντε μήνες, εξακολουθώ να σε θέλω ακόμα, έχω σκοπό να συνεχίσουμε το γάμο μας». Η Λίζα έσφιξε τις γροθιές της και τα νύχια της χώθηκαν στην απαλή της σάρκα. «Είσαι πάρα πολύ ευγενικός! Αλλά μάλλον ξεχνάς ένα πράγμα...» «Τι πράγμα;» τη ρώτησε ειρωνικά. «Εμένα. Το τι θέλω εγώ. Το τι έχω σκοπό εγώ να κάνω!» Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Ίσως είναι ώρα να ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα. Θα κάνεις ό,τι σου λέω εγώ. Αν και προτίθεμαι να ’μαι πολύ ανεκτικός μαζί σου, τα σχέδιά μου δεν περιλαμβάνουν...» «Ίσως θα έπρεπε να ξεκαθαρίσεις εσύ κάτι! Τα σχέδιά σου, όποια κι αν είναι, δε μετράνε πια! Δεν έχω σκοπό να μείνω κοντά σου ούτε πέντε μέρες! Αν έρθει ο Μαρκ...» «Θα έρθει!» «Τότε θα φύγω μαζί του». Το χέρι του σφίχτηκε απειροελάχιστα. «Φοβάμαι ότι αυτό δεν μπορώ να σ’ το επιτρέψω». «Ούτε μπορείς να μ’ εμποδίσεις!» Γενναία λόγια, αλλά αν τελικά οι δύο άντρες έρχονταν σε σύγκρουση... Προσπάθησε να μη σκέφτεται τι θα μπορούσε να γίνει. Η ιδέα ότι μπορεί να τσακώνονταν σαν δύο λυσσασμένοι σκύλοι για το ποιος θα την κέρδιζε, την τρομοκρατούσε. «Αν ενδιαφέρεσαι έστω και λίγο για τον αδερφό σου, δεν είναι απαραίτητο να υπάρξουν τόσο δυσάρεστες καταστάσεις», της είπε ο Θορν σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις της. «Με λίγη συνεργασία εκ μέρους σου, το θέμα μπορεί να διευθετηθεί πολιτισμένα και σωστά». Η Λίζα δεν απάντησε και συνέχισε να τον κοιτάζει, ενώ η καρδιά της χτυπούσε με δύναμη στο στήθος της. «Προς το παρόν, ο Μαρκ διαθέτει κάποια οικονομική άνεση. Αν θέλω όμως, θα μπορούσα να κάνω πίσω και, παρ’ όλο που η εταιρεία μου έχει το μεγαλύτερο ποσοστό των μετοχών του, να τον αφήσω να διευθύνει την εταιρεία του μόνος του. Απ’ την άλλη όμως...» Τα πράσινα μάτια του την κοιτούσαν ψυχρά και παγωμένα. «... διαθέτω αρκετή δύναμη για να τον οδηγήσω στη χρεοκοπία. Θα μπορούσα να τον πετάξω στους δρόμους, χωρίς πεντάρα στην τσέπη του... Από σένα εξαρτάται». «Αν είναι τόσο κάθαρμα, όπως ισχυρίζεσαι, τότε γιατί να νοιάζομαι τι θα του συμβεί;» τόλμησε να του αποκριθεί. «Εσύ όμως δε με πιστεύεις, έτσι δεν είναι;» Είχε δίκιο. Δεν τον πίστευε. Το ίδιο ένστικτο, που απ’ την αρχή την προειδοποιούσε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τη συμπεριφορά του Θορν απέναντί της, τώρα της έλεγε ότι η ιστορία δεν ήταν έτσι όπως την είχε διηγηθεί εκείνος. Το θέμα όμως ήταν ότι ο Θορν αυτό πίστευε. Ήταν δυνατόν να έκανε λάθος; «Πριν από μερικές μέρες μου είπες ότι ο Μαρκ είχε σκοπό να μου δώσει ένα ποσό χρημάτων. Ήταν αλήθεια;» «Ναι. Χωρίς αμφιβολία τότε πίστευε ότι είχε την οικονομική άνεση. Ωστόσο, εσύ δεν ενδιαφέρεσαι για τα χρήματα». Δεν ήταν ερώτηση, αλλά ένα γεγονός που το ανέφερε. «Όχι, δε μ’ ενδιαφέρουν τα χρήματα. Η πρόθεσή του όμως να με ενισχύσει οικονομικά και να με βοηθήσει, δε δείχνει ότι δεν μπορεί να ’ναι το είδος του ανθρώπου που νομίζεις εσύ ότι είναι;» «Αν και με εξυπηρετεί καλύτερα να πιστεύεις στον Μαρκ, θα πρέπει να παραδεχτώ ότι πολλοί άντρες, που κακομεταχειρίζονται τις γυναίκες τους, είναι


γενναιόδωροι με τους άλλους». Όταν δεν του απάντησε, εκείνος επέμεινε: «Τι θα γίνει λοιπόν, Λίζα; Θα τον συντρίψω, αν χρειαστεί, αλλά για μένα πιο ικανοποιητική εκδίκηση θα ’ναι να λιώνει απ’ την αγωνία του για σένα, όπως εγώ έλιωνα για την Τζίνι». Ένα μόνο πράγμα ήταν ξεκαθαρισμένο μέσα της. Δεν ήταν δυνατόν να δεχτεί να καταστραφεί έτσι ο Μαρκ. Εκείνος της είχε δείξει μόνο καλοσύνη και στο κάτω κάτω ήταν αδερφός της. Αν συμφωνούσε να μείνει με τον Θορν, τουλάχιστον θα έδινε στον Μαρκ κάποιο περιθώριο για να δει τι θα έκανε και, παρ’ όλο που οι δύο άντρες αλληλομισιούνταν και δεν είχαν καμιά εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο, θα προσπαθούσε να τον πείσει να μην ανησυχεί για εκείνη όσο ήθελε ο Θορν. «Χαίρομαι που αποφάσισες να συνεργαστείς», σχολίασε ο Θορν, διαβάζοντας την απάντηση στο εκφραστικό της πρόσωπο. «Πολύ γρήγορα προχωράς. Αν μείνω μαζί σου, θέλω το δικό μου δωμάτιο και να μου υποσχεθείς ότι...» Το χέρι του ανέβηκε στα χείλη της. «Αν μείνεις μαζί μου, Λίζα, θα μείνεις με τους δικούς μου όρους». «Με πλήρη υποταγή, δηλαδή;» Χάιδεψε με το δάχτυλό του το περίγραμμα των χειλιών της. «Μπορεί και να σ’ αρέσει». «Αποκλείεται!» «Αν αυτό που επιζητείς είναι ισότητα, τότε μπορούμε να αρχίσουμε από τώρα...» Τον κοίταξε ξαφνιασμένη απ’ τα λόγια του. «Δεν καταλαβαίνω τι θες να πεις». «Τότε θα σου δείξω». Έγειρε προς το μέρος της και χάιδεψε τα χείλη της με τα δικά του. Δεν προχώρησε όμως. Τραβήχτηκε προς τα πίσω. «Τώρα φίλησέ με εσύ». Εκείνη ένιωσε έναν κόμπο να της κλείνει το λαιμό. «Φίλησέ με», την παρότρυνε. «Παρ’ όλα όσα έχουν γίνει κι έχουμε πει, ξέρεις ότι κατά βάθος το θέλεις». Ήταν αλήθεια. Το ήθελε. Σαν να την είχε μαγέψει, άγγιξε τα χείλη του με τα δικά της. Όταν όμως εκείνος δεν τα άνοιξε, πέρασε τη γλώσσα της από πάνω, άκουσε τη βαθιά του ανάσα και αμέσως της ανταπέδωσε το φιλί με πάθος. Ενθουσιασμένη απ’ τη μικρή της αυτή νίκη, χρειάστηκε να περάσουν μερικά δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει ότι τα χέρια του είχαν γλιστρήσει κάτω απ’ το μπλουζάκι της και είχαν αγκαλιάσει τη μέση της. Την τράβηξε μαζί του προς τα κάτω για να ξαπλώσουν. Ύστερα, έπιασε το χέρι της και κρατώντας το σφιχτά, το έφερε πάνω στην καρδιά του. «Άγγιξέ με», της ψιθύρισε. Η Λίζα υπάκουσε με τα μάτια κλειστά, αφήνοντας τα δάχτυλά της να περάσουν πάνω απ’ το στήθος του εξερευνητικά... ερωτικά. Ήθελε εδώ και πολύ καιρό να τον χαϊδέψει ελεύθερα και τώρα που της δινόταν η ευκαιρία, άφησε το χέρι της να κινηθεί με δική του θέληση πάνω στο στήθος του Θορν, στο μπράτσο... ξανά στο στήθος, στη μικρή θηλή του. Παίρνοντας θάρρος απ’ τους γρήγορους χτύπους της καρδιάς του, τα δάχτυλά της κατέβηκαν στα πλευρά του, στη λεπτή του μέση και στο επίπεδο στομάχι του. Όταν γλίστρησε πιο κάτω ακόμα... άκουσε την ανάσα του να βγαίνει ακανόνιστα. Χαμογελώντας, η Λίζα συνέχισε να τον χαϊδεύει, ξέροντας ότι η δύναμη που ασκούσε πάνω του ήταν το ίδιο μεγάλη με τη δική του. Μόνο που, όσον αφορούσε εκείνον, αυτό θα μπορούσε να του το προσφέρει οποιαδήποτε γυναίκα. Σαν να την περιέλουσε ένας κουβάς με κρύο νερό, η σκέψη αυτή πάγωσε τις αισθήσεις της και ακινητοποίησε όλο της το σώμα. Προσπάθησε να φύγει μακριά του, αλλά ο Θορν την εμπόδισε. «Όχι! Δε γίνεται, γλυκιά μου γυναίκα», της ψιθύρισε. «Άφησέ με!» Άρχισε να παλεύει. «Δε θέλω...» Τα λόγια πνίγηκαν στο λαιμό της, καθώς εκείνος τη γύρισε ανάσκελα και βρέθηκε από πάνω της, καλύπτοντας το στόμα της με το δικό του. Μη θέλοντας να υποκύψει, η Λίζα άρχισε να παλεύει για να του αντισταθεί, πολεμώντας και τις δικές της αισθήσεις. Ήξερε ότι δεν είχε τη δύναμη να τον σταματήσει, αλλά τουλάχιστον θα έσωζε την περηφάνια της. Αν εκείνος πίστευε ότι τον είχε ερεθίσει επίτηδες, θα θύμωνε και θα της έκανε έρωτα άγρια, θέλοντας να ικανοποιήσει μόνο τον εαυτό του. Μόνο που ο Θορν δεν ήταν ο τύπος του άντρα που θα αντιδρούσε έτσι! Όταν τελικά σταμάτησε να παλεύει εξαντλημένη και παραδόθηκε στην παθητική αντίσταση, εκείνος της έσκισε το μπλουζάκι άγρια και, αφού γύμνωσε το στήθος της, βάζοντας όλη του την πείρα, άρχισε να τη χαϊδεύει αργά, ώσπου την ανέβασε στα ύψη και την έκανε να στριφογυρίζει από κάτω του αναστενάζοντας, χωρίς να μπορεί να συγκρατηθεί. Μόνο όταν την έφτασε στο σημείο να τον παρακαλάει, νιώθοντας ότι βρίσκεται στο χείλος ενός γκρεμού, εκείνος υπάκουσε και, αφού μπήκε μέσα της, κατάφερε με μερικές γρήγορες κινήσεις να της χαρίσει την ηδονή που επιζητούσε. Όταν τελείωσαν, η Λίζα βυθίστηκε σ’ έναν ύπνο χωρίς όνειρα, εξαντλημένη συναισθηματικά και σωματικά. * Ξύπνησε απότομα με καθάριο μυαλό... με ανάμεικτα αισθήματα έξαψης και ταπείνωσης. Κοίταξε τριγύρω. Ανακάλυψε με ανακούφιση ότι ήταν μόνη στο μεγάλο κρεβάτι και ότι το δωμάτιο ήταν άδειο. Παραμέρισε τα σεντόνια και, με πόδια που έτρεμαν, σηκώθηκε και, πηγαίνοντας στο παράθυρο, άνοιξε τις κουρτίνες. Απ’ τη θέση του ήλιου κατάλαβε ότι ήταν ήδη αργά το απόγευμα. Ακόμα κι αν ήταν κανονικός μήνας του μέλιτος, δε θα είχε περάσει τόσες ώρες στο κρεβάτι. Έκανε ένα ζεστό ντους που ηρέμησε τους μουδιασμένους της μυς και, αφού τυλίχτηκε με μια μεγάλη μαλακή πετσέτα, βγήκε από το μπάνιο για να βρει εσώρουχα και ρούχα απ’ αυτά που είχε φέρει απ’ την Αγγλία. Τα μόνα εσώρουχα όμως που είχαν μείνει στα συρτάρια ήταν τα προκλητικά κομμάτια που της είχε αγοράσει ο Θορν. Άνοιξε θυμωμένη την πόρτα της ντουλάπας. Υπήρχαν μόνο τα καινούρια ρούχα. Ούτε ίχνος απ’ τα παλιά. Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο Θορν. Το ύφος του κι ο τρόπος που περπατούσε ήταν ένα μείγμα θριάμβου και αποφασιστικότητας. Φορούσε ένα καλοκαιρινό βαμβακερό παντελόνι κι ένα μαύρο μπλουζάκι και φαινόταν φρεσκολουσμένος και φρεσκοξυρισμένος. Ένα υπεροπτικό κάθαρμα! «Τι έκανες τα ρούχα μου;» τον ρώτησε αμέσως. «Τα πέταξα». «Αν νομίζεις ότι πρόκειται να φορέσω κάτι απ’ αυτά που μου αγόρασες, είσαι γελασμένος!» Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Ο καιρός είναι αρκετά ζεστός. Είτε ντυθείς είτε κυκλοφορείς με την πετσέτα, δεν πρόκειται να γλιτώσεις. Προσωπικά σε προτιμώ γυμνή». Ξαφνικά βρέθηκε δίπλα της. «Αλλά θα επιμείνω να φορέσεις αυτά». Προτού προλάβει να τον σταματήσει, πήρε το αριστερό της χέρι και της πέρασε το δαχτυλίδι του αρραβώνα δίπλα στη βέρα. Όταν όμως πήγε να της φορέσει το μενταγιόν, η Λίζα το άρπαξε εξοργισμένη απ’ τα χέρια του και το πέταξε μακριά. Εκείνος έμεινε ακίνητος. «Σήκωσέ το, Λίζα», την πρόσταξε ήρεμα. «Όχι». «Θα το σηκώσεις και θα το φορέσεις, μόνο και μόνο για να μ’ ευχαριστήσεις».


«Αν υπακούω κάθε διαταγή σου, τότε η ζωή μου δε θα μου ανήκει», κατάφερε να του πει. Στα βάθη των ματιών του διέκρινε μια οργή ελεγχόμενη και ήρεμη. «Θα με υπακούεις». Αν και δεν την είχε αγγίξει και η φωνή του ήταν ήρεμη, υπήρχε κάτι πάνω του –μια αγριάδα– που την κατατρόμαξε. Βρίζοντας σιωπηλά τον εαυτό της για το πόσο δειλή ήταν και χωρίς να ξέρει πόσοι επιχειρηματίες είχαν διαλυθεί κάτω απ’ αυτό ακριβώς το βλέμμα, προσπάθησε να του αντισταθεί. Αλλά η αποφασιστικότητά του ήταν τόσο έντονη και εμφανής, που ένιωσε τη θέλησή της να κάμπτεται μπροστά στη δική του. Ξαφνικά έσπασε και, διασχίζοντας το δωμάτιο μ’ ένα λυγμό, γονάτισε κι άρχισε να ψάχνει το μενταγιόν κάτω απ’ την τουαλέτα. Όταν το βρήκε, τα χέρια της έτρεμαν τόσο πολύ, που ήταν αδύνατον να το κουμπώσει. «Άσε να το κουμπώσω εγώ για σένα». Η φωνή του ακούστηκε απαλή και ικανοποιημένη. Το μενταγιόν έπεσε βαρύ και ψυχρό ανάμεσα στα στήθη της. «Ευχαριστώ πολύ», του είπε παγωμένα, προσπαθώντας να μαζέψει όσα υπολείμματα αυτοελέγχου της είχαν απομείνει. «Η ευχαρίστηση είναι όλη δική μου», της απάντησε ειρωνικά. Τον κοίταξε θαρρετά. «‘‘Το γλυκό άγγιγμα διαλύθηκε με τις πρώτες σταγόνες της βροχής...’’ Τουλάχιστον οι σκέψεις μου ακόμα μου ανήκουν». «‘‘Τι δε θα έδινα για μια ζωή γεμάτη ηδονές και όχι σκέψεις’’». Είναι φανερό ότι ο Κητς έγραφε πάντα τα κατάλληλα ποιήματα». «Πολύ σωστά», του απάντησε η Λίζα σαρδόνια. Αν κι είναι τόσο μικροκαμωμένη, διαθέτει θάρρος και αγωνιστικότητα, σκέφτηκε με θαυμασμό ο Θορν. Η διαδικασία για να τη δαμάσει θα ’ταν ευχάριστη εμπειρία! Πρώτα όμως... Κοίταξε το ρολόι του κι ύστερα το βλέμμα του έπεσε στο σώμα της. «Είναι έξι και τέταρτο. Θα ντυθείς για το βραδινό φαγητό;» «Όχι, εκτός αν μπορώ να φορέσω τα δικά μου ρούχα», του απάντησε πεισματάρικα. «Φοβάμαι ότι αυτό δεν είναι δυνατόν. Αν θες όμως να συνα​ντήσεις τον αδερφό σου, φορώντας μόνο μια πετσέτα...» Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει τρελά. «Θες να πεις ότι έρχεται; Τώρα;» «Θα είναι εδώ σε είκοσι λεπτά περίπου», της απάντησε μ’ έναν τόνο ικανοποίησης.


Κεφάλαιο 9

Η Λίζα ένιωσε ένα παγωμένο χέρι να της σφίγγει το στομάχι, «Πού το ξέρεις;» τον ρώτησε απότομα. «Επικοινώνησα με το λιμάνι απέναντι». «Με τους κατασκόπους σου, θες να πεις». «Πολύ μελοδραματικό!» την κορόιδεψε. «Είχες βάλει πάντως να τον παρακολουθούν». «Δε μ’ αρέσει να αφήνω τίποτε στην τύχη», παραδέχτηκε εκείνος ψυχρά. «Πάλι καλά, γιατί τελικά θα έρθει πιο γρήγορα απ’ ό,τι είχα υπολογίσει». Την κοίταξε ειρωνικά. «Θα τον υποδεχτείς, λοιπόν, γυμνή και θα του κάνεις παράπονα για τον αδίστακτο άντρα σου που έκρυψε τα ρούχα σου;» Χωρίς να καταδεχτεί να του απαντήσει, η Λίζα κατευθύνθηκε προς την ιματιοθήκη, αλλά ο Θορν τη σταμάτησε αρπάζοντάς την απ’ τον καρπό. «Μία υπενθύμιση, αγάπη μου», της είπε. «Αν προσπαθήσει να σε πείσει να φύγεις μαζί του, για το δικό του καλό, σε συμβουλεύω να αρνηθείς. Αν θες, μπορείς να του πεις και το γιατί». Μα ναι! σκέφτηκε η Λίζα σκυθρωπά. Αυτό θα εξυπηρετούσε το σκοπό του απόλυτα, θα πρόσθετε ένα επιπλέον βάρος ενοχής στον Μαρκ. «Μήπως θα ’θελες ν’ αρχίσω να κλαίω και να κρεμαστώ από πάνω του;» Τα λόγια τής ξέφυγαν, προτού προλάβει να συγκρατηθεί. «Κλάψε και κρεμάσου όσο θέλεις, θα πρέπει όμως να ξέρεις ότι, αν η αγωνία του για σένα ξεπεράσει τα όρια, τότε δε θα σου αρέσουν οι συνέπειες...» Η εικόνα των δύο λυσσασμένων σκύλων που τσακώνονταν ξαναγύρισε στο μυαλό της. «Ίσως είναι προτιμότερη για σένα μια κάπως λιγότερο δραματική προσέγγιση. Πολύ ευχαρίστως να του πεις τι γουρούνι είμαι και πόσο με μισείς που σε κορόιδεψα. Αλλά μην του αφήσεις την παραμικρή αμφιβολία ότι έχεις σκοπό να μείνεις μαζί μου. Αν ενδιαφέρεται για σένα κι είμαι σίγουρος ότι έτσι είναι, τότε η φαντασία του αρκεί για να του βάλει φωτιά». Σήκωσε τον καρπό της που κρατούσε σφιχτά τόση ώρα και τον έφερε στα χείλη του. Έπειτα την άφησε και εξαφανίστηκε απ’ το δωμάτιο. Νιώθοντας το σώμα της μουδιασμένο, αλλά με το μυαλό της να δουλεύει σε απόλυτη διαύγεια, η Λίζα είχε αποφασίσει ήδη ποια ήταν η μοναδική λογική διέξοδος. Φόρεσε ένα κατακόκκινο φόρεμα με χαμηλό ντεκολτέ, μάζεψε τα μαλλιά της ψηλά, αφήνοντας μόνο ελεύθερες μερικές μπούκλες δεξιά κι αριστερά κι ύστερα άρχισε να βάφεται με προσοχή. Όταν τέλειωσε, μια ματιά στο μεγάλο καθρέφτη τη βεβαίωσε ότι η αθώα, ευάλωτη κοπέλα είχε εξαφανιστεί και τη θέση της είχε πάρει μια κομψή νεαρή γυναίκα που φαινόταν γεμάτη αυτοπεποίθηση. Στο χέρι της έλαμπαν τα διαμάντια απ’ το δαχτυλίδι, ενώ το μενταγιόν κούρνιαζε ανάμεσα στα στήθη της. Το μόνο που έλειπε πια ήταν μια δύο σταγόνες απ’ το γαλλικό άρωμα που, όταν της το είχε διαλέξει ο Θορν, της είχε φανεί πολύ έντονο και δυνατό. Τον βρήκε κοντά στην μπαλκονόπορτα του σαλονιού να κοι​τάζει προς τα έξω. Όταν γύρισε προς το μέρος της, τον άκουσε να παίρνει μια βαθιά ανάσα. «Δε σου αρέσει;» τον ρώτησε δήθεν αθώα. «Εσύ το διάλεξες». «Είσαι πανέμορφη!» Και καθόλου αυτό που θα περίμενε ο Μαρκ... Ήταν σαν να είχε ακούσει τις σκέψεις του και μέσα της ένιωσε μια βαθιά ικανοποίηση. «Ξέρεις με τι θα έρθει ο Μαρκ;» τον ρώτησε. «Με σκάφος». Ο Θορν της έδειξε ένα σκάφος στο βάθος, που ανεβοκατέβαινε με τα κύματα. «Έρχεται ήδη». Υπήρχε ένας άγριος τόνος στη φωνή του, που έδειχνε ξεκάθαρα με πόση χαρά περίμενε αυτή τη συνάντηση. Στο χέρι της ήταν όμως να προσπαθήσει να δώσει μια διαφορετική εικόνα... να αφαιρέσει τη μελοδραματική χροιά... Καταπολεμώντας τον πανικό και την έξαψή της και, γνωρίζοντας ότι έπρεπε να μείνει ψύχραιμη και ήρεμη με κάθε τρόπο, η Λίζα τέντωσε το σώμα της και βγήκε στη βεράντα. Όταν ο Θορν την ακολούθησε, παραλίγο να φωνάξει απ’ τη χαρά της. Αυτό ήταν. Έπρεπε να έχει εκείνη την πρωτοβουλία... Ο αέρας είχε πέσει τελείως και η ατμόσφαιρα είχε μια περίεργη ακινησία, λες και η φύση κρατούσε την ανάσα της απ’ την αγωνία. Τα σύννεφα μαζεύονταν στο βάθος του ουρανού, ενώ ο ήλιος, σαν ένας μεγάλος χρυσός δίσκος, είχε αρχίσει να χάνεται πέρα στον ορίζοντα. «Έρχεται καταιγίδα», σχολίασε ο Θορν. Άραγε τα λόγια του είναι προφητικά; αναρωτήθηκε η Λίζα. Ένιωσε το σώμα της να γίνεται μούσκεμα από κρύο ιδρώτα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, το βλέμμα της έπεσε σ’ έναν ψηλό, καλοφτιαγμένο άντρα, με ξανθά κατσαρά μαλλιά. Ερχόταν προς το μέρος τους, με σίγουρα, αποφασιστικά βήματα. Το όμορφο πρόσωπό του ήταν σκοτεινιασμένο και σκυθρωπό και στο μέτωπό του υπήρχαν σταγόνες ιδρώτα. Τα παπούτσια του ήταν σκονισμένα και το κοστούμι του τσαλακωμένο. Είχε την εμφάνιση κάποιου που, κυνηγημένος από δαίμονες, είχε διασχίσει μια μεγάλη απόσταση πολύ γρήγορα. Ο Θορν έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, αλλά κανείς απ’ τους δύο άντρες δε μίλησε. Αφού αντάλλαξαν μια εχθρική ματιά, γύρισαν και οι δύο προς το μέρος της Λίζας, σαν να περίμεναν τη δική της αντίδραση. Εκείνη κοίταξε τον άντρα μπροστά της. Με τα καστανά φρύδια και το φαρδύ μέτωπο της μητέρας τους της φάνηκε οικείος, σαν όλα αυτά τα χρόνια του χωρισμού ανάμεσά τους να μην είχαν καμιά σημασία. Ήταν δύο αδέρφια, με το ίδιο αίμα και η στάση του επιβεβαίωνε αυτό που εκείνη ήξερε απ’ την αρχή. Νοιαζόταν για το καλό της. Αυτή η αίσθηση της άμεσης αναγνώρισης τη γέμισε με ζεστασιά και, εξαφανίζοντας τους φόβους της, της έδωσε τη δύναμη που χρειαζόταν για να κάνει το σχέδιό της να πετύχει. «Μαρκ!» αναφώνησε με χαρά, ενώ το πρόσωπό της φωτιζόταν από ένα υπέροχο χαμόγελο. «Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω επιτέλους!» Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να τον φιλήσει κι εκείνος την αγκάλιασε σφιχτά. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε με αγωνία. «Η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο! Ποια δε θα ήταν με τέτοιον άντρα στο πλευρό της;» Γύρισε προς το μέρος του Θορν και τον έπιασε απ’ το χέρι. «Έλα, αγάπη μου, να χαιρετήσεις τον Μαρκ». Δεν ήταν σίγουρη ποιος απ’ τους δύο φάνηκε περισσότερο ξαφνιασμένος. Τους κοίταξε χαμογελώντας, ενώ μέσα της ευχόταν να ακολουθούσαν το παράδειγμά της. Αφού οι δύο άντρες αντάλλαξαν μια ψυχρή χειραψία, η Λίζα στάθηκε ανάμεσά τους, πέρασε τα χέρια της στα μπράτσα τους και τους παρέσυρε προς την μπαλκονόπορτα, συνεχίζοντας να μιλάει χαρούμενα. «Ο Θορν μου είπε ότι θα ερχόσουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Πολύ λυπόμαστε, βέβαια, που δεν κατάφερες να έρθεις εγκαίρως για το γάμο. Ήταν κάτι ξαφνικό. Όταν καταλάβαμε ότι είμαστε ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλο, δεν μπορούσαμε να περιμένουμε...» Έριξε στον Θορν μια ματιά γεμάτη αγάπη. Όταν μπήκαν μέσα, έβαλε τον Μαρκ να καθίσει κι ύστερα συνέχισε: «Φαίνεσαι κουρασμένος. Ίσως φταίει ο καιρός. Έγινε ξαφνικά τόσο υγρός και ζεστός...» Κοίταξε τριγύρω, ψάχνοντας να βρει ένα θέμα συζήτησης για να συνεχίσει. Το μπαρ! «Ο Θορν θα μας φτιάξει κάτι δροσιστικό να πιούμε. Έτσι, αγάπη μου;» «Μα φυσικά», συμφώνησε εκείνος ειρωνικά. «Τι θες, αγάπη μου;» «Βότκα με πολλή σόδα και πάγο». «Εσύ, Μαρκ;» Αν και το βλέμμα που του έριξε δε διέθετε καμιά ζεστασιά, η ερώτηση ήταν ευγενική. «Το ίδιο, ευχαριστώ», απάντησε εκείνος, σκουπίζοντας το ιδρωμένο πρόσωπό του μ’ ένα μαντίλι. Η Λίζα κάθισε στο μπράτσο της πολυθρόνας του. «Πώς πήγε το ταξίδι σου; Είχε επιτυχία;»


Αναγκασμένος να συμμετέχει στη συζήτηση, ο Μαρκ άρχισε να μιλάει για τις επαγγελματικές συμφωνίες που είχε κλείσει στο Χονγκ Κονγκ. Ο Θορν τους πρόσφερε τα ποτήρια τους με το παγωμένο ποτό και, προς μεγάλη ανακούφιση της Λίζας, έκανε μερικές έξυπνες ερωτήσεις και η συζήτηση συνεχίστηκε σε ψυχρό, αλλά πολιτισμένο επίπεδο. Όταν τελικά κάθισε στον καναπέ, η Λίζα έκανε την επόμενη στρατηγική της κίνηση και κάθισε δίπλα του. Αν και ξαφνιάστηκε, ο Θορν πέρασε το χέρι του γύρω απ’ τους ώμους της. Τελείως ξαφνικά, όμως, ο Μαρκ σταμάτησε τη διήγηση γύρω απ’ το ταξίδι και ξέσπασε. «Λυπάμαι, Λίζα. Δεν έπρεπε να είχα φύγει. Λυπάμαι πάρα πολύ που σε παράτησα έτσι...» «Μα δε με παράτησες», απάντησε εκείνη σταθερά. «Έκανες ό,τι περνούσε απ’ το χέρι σου για να βεβαιωθείς ότι θα ’μαι καλά. Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους του Θορν να έρθει να με συναντήσει στο αεροδρόμιο και να μου προτείνει να μείνω μαζί του, αντί να ακυρώσει τις διακοπές της η κυρία Σίμπσον». Χώθηκε πιο βαθιά στην αγκαλιά του άντρα της. «Ήταν υπέροχος! Μου πρόσφερε ό,τι ήθελα...» «Όχι ακριβώς ό,τι ήθελες», διαμαρτυρήθηκε ο Θορν πονηρά. Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα, αλλά συνέχισε απτόητη. «Το καλύτερο απ’ όλα, όμως, ήταν ότι πήρε άδεια απ’ το γραφείο για να με ξεναγήσει στο Μανχάταν και να ’ναι μαζί μου συνέχεια. Ό,τι καλύτερο μπορούσα να ονειρευτώ». Έπιασε το χέρι του Θορν και το έσφιξε. «Σαν όνειρο ήταν. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι παντρευτήκαμε...» Μια ξαφνική αστραπή φώτισε το δωμάτιο, που έκανε τη Λίζα να τιναχτεί απότομα. Κοιτάζοντας έξω, πρόσεξε ότι ο ουρανός είχε γίνει κατάμαυρος. Ο Θορν σηκώθηκε και την τράβηξε μαζί του. «Αν σχεδιάζεις να γυρίσεις πίσω απόψε, καλύτερα να μην καθυστερήσεις άλλο», είπε στον Μαρκ. Αν και τα λόγια του ήταν ευγενικά, ήταν προφανές ότι του έλεγε να φύγει. Η Λίζα πρόσεξε ότι το σαγόνι του αδερφού της σφίχτηκε επιθετικά. Το στομάχι της σφίχτηκε απ’ την αγωνία. Κοίταξε πρώτα τον ένα και μετά τον άλλο. Το πρόσωπο του Μαρκ έδειχνε οργή, ενώ του Θορν αποφασιστικότητα. Η ατμόσφαιρα ήταν έτοιμη να πάρει φωτιά. Αποφάσισε να ξαναπάρει τα ηνία στα χέρια της. Έγειρε πάνω στον Θορν και τον κοίταξε με λατρεία. «Δε γίνεται να μείνει το βράδυ μαζί μας, αγάπη μου; Ξέρω ότι είμαστε στο μήνα του μέλιτος, αλλά...» Ο Μαρκ ξαφνικά τινάχτηκε όρθιος. «Ευχαριστώ πολύ, όμως είναι καλύτερα να φύγω. Έχω κλείσει δωμάτιο σε ξενοδοχείο». Η Λίζα έτρεξε να τον αγκαλιάσει. «Δεν ξέρω πώς να σ’ ευχαριστήσω για την αγάπη και το ενδιαφέρον σου...» «Αδερφούλα μου, είσαι σίγουρη ότι ξέρεις τι κάνεις;» τη ρώτησε εκείνος απεγνωσμένα, σφίγγοντάς τη στην αγκαλιά του. «Ξέρω ότι εσύ κι ο Θορν είχατε τις διαφορές σας στο παρελθόν, αλλά από δω και πέρα όλα θα πάνε καλά». Η φωνή της έδειχνε αυτοπεποίθηση, κάτι που σίγουρα δεν ανταποκρινόταν στα πραγματικά της συναισθήματα. Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. «Ευχαριστώ που ήρθες και...» Για μια στιγμή κόπηκε, αλλά συνήλθε αμέσως. «Και να προσέχεις τον εαυτό σου. Θα τα πούμε καλύτερα από κοντά, όταν γυρίσουμε στη Νέα Υόρκη». Το βλέμμα του Μαρκ καρφώθηκε ερευνητικά στο πρόσωπό της. Ύστερα, σαν να μην είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του να μιλήσει, κούνησε το κεφάλι του καταφατικά και βγήκε στη βεράντα. Ο Θορν τον ακολούθησε έξω. «Προτού φύγεις, καλύτερα να σου εξηγήσω μερικά πράγματα σχετικά με την εταιρεία...» Βλέποντάς τους έξω να κουβεντιάζουν, η Λίζα προσπάθησε να καταπολεμήσει την αγωνία της. Είχαν το ίδιο ύψος και οι δύο. Αλλά ο Μαρκ, ξανθός και με πιο κλασικά χαρακτηριστικά, φαινόταν σαν μικρό παιδί, μπροστά στο αυστηρό και σκληρό ύφος του Θορν. Ξαφνικά ο Μαρκ τραβήχτηκε μακριά του και η φωνή του ακούστηκε σκληρή: «Δε δίνω δεκάρα τι έχεις σκοπό να κάνεις σ’ εμένα, αλλά φρόντισε να φερθείς καλά στη Λίζα!» Το απαλό, ειρωνικό γέλιο του Θορν τον ακολούθησε καθώς χανόταν μέσα στο σκοτάδι. Η Λίζα βγήκε τρέμοντας στη βεράντα κι άκουσε τον ήχο από τη μηχανή του σκάφους του αδερφού της, που έπαιρνε μπροστά. Μετά από λίγο είδε το μικρό πλεούμενο να σχίζει τα αφρισμένα κύματα. Όλα είχαν τελειώσει. Παρ’ όλο που ήθελε να είχε συναντήσει τον αδερφό της κάτω από πολύ καλύτερες συνθήκες, έπρεπε να παραδεχτεί ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν πάει πολύ χειρότερα. Δόξα τω Θεώ, οι δύο άντρες δεν είχαν τσακωθεί. Αν είχαν φτάσει στο σημείο να μαλώσουν, δεν είχε καμιά αμφιβολία ποιος θα έβγαινε νικητής. Αν κι ήταν σίγουρο ότι ο Μαρκ ήταν δυνατός και θαρραλέος χαρακτήρας, ωστόσο δε θα μπορούσε να τα βγάλει εύκολα πέρα με τον Θορν. Ξαφνικά μια δυνατή αστραπή φώτισε τον ουρανό κι αμέσως άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες της βροχής. Στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που χρειάστηκαν, ώσπου να μπουν μέσα, είχε δυναμώσει τόσο πολύ, που δε φαινόταν τίποτε κι ο ήχος της έπνιγε ακόμα και τους κεραυνούς. Η Λίζα έκλεισε την μπαλκονόπορτα και σκούπισε τις σταγόνες απ’ τα γυμνά της μπράτσα. «Ο Μαρκ; Θα φτάσει;...» άρχισε να λέει με αγωνία. «Θα ’ναι μια χαρά», τη διέκοψε ο Θορν απότομα. «Για τον εαυτό σου θα έπρεπε να ανησυχείς περισσότερο», πρόσθεσε με προσποιητά γλυκό ύφος. Τα λόγια του έκρυβαν μια αδιαμφισβήτητη απειλή και η Λίζα ένιωσε το αίμα της να παγώνει. Τον κοίταξε με ορθάνοιχτα φοβισμένα μάτια. «Κανονικά, θα έπρεπε να σου δώσω ένα γερό χέρι ξύλο για την παράσταση που έδωσες». Το ήξερε πια πολύ καλά ότι ο Θορν δεν ήταν απ’ τους ανθρώπους που είχε συμφέρον κανείς να εκνευρίζει. Αλλά στην προσπάθειά της να προστατεύσει τον αδερφό της και να τον καθησυχάσει, δεν είχε σκεφτεί τις επιπτώσεις της συμπεριφοράς της. Τώρα ήταν πια πολύ αργά. Προσπάθησε να πνίξει το κύμα του πανικού που την πλημμύρισε. «Γιατί όχι;» του πέταξε με περιφρονητικό ύφος. «Είσαι δυνατός και μεγαλόσωμος. Αν θες να παίξεις το ρόλο του θιγμένου, κάνε ό,τι νομίζεις. Πρέπει όμως να ξέρεις ότι δεν έχω καμιά πρόθεση να το πω στον Μαρκ». «Δε χρειάζεται να του πεις οτιδήποτε». Προχώρησε προς το μέρος της... ψηλός, σκυθρωπός και απειλητικός... και η Λίζα κατέφυγε σ’ όσο κουράγιο διέθετε για να μείνει ακίνητη. Πιάνοντάς την απ’ το σαγόνι, έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω για να μπορεί να τον βλέπει καλύτερα. «Μπορεί να κατάφερες να τον καθησυχάσεις ως ένα σημείο με το ύφος της γλυκιάς συζύγου, αλλά ανησυχεί αρκετά. Ξέρει πολύ καλά γιατί σε παντρεύτηκα». Κι εκείνη το ήξερε πολύ καλά, αλλά τα λόγια του είχαν ακόμα τη δύναμη να γυρίσουν το μαχαίρι στην καρδιά της και να την κάνουν να θέλει να βάλει τα κλάματα. Εκείνος παρατήρησε το χλομό, τραβηγμένο πρόσωπό της και το δικό του σκοτείνιασε ξαφνικά. «Ήσουν πολύ γενναία, προσπαθώντας να υπερασπιστείς έναν άνθρωπο που δεν αξίζει ούτε μια τρίχα του κεφαλιού σου!» «Αξίζει όλα όσα μπορώ να κάνω για το χατίρι του!» του φώναξε απεγνωσμένα. «Δε βλέπεις ότι δεν είναι ο τύπος του ανθρώπου που θα κακομεταχειριζόταν ποτέ την έγκυο γυναίκα του; Εσύ πρέπει να έχεις κάνει το λάθος!» Το πρόσωπό του σκλήρυνε απότομα. «Ξεχνάς ότι μου τα είπε η ίδια η Τζίνι κι ότι δεν μπορεί εκείνη να έκανε λάθος!» Ξέροντας πολύ καλά ότι ήταν αδύνατον να πολεμήσει ένα φάντασμα κι ότι δε γινόταν να δείξει στον Θορν ότι ο αδερφός της δεν ήταν τέτοιος χαρακτήρας, η Λίζα ήταν έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάματα. Δεν ήθελε όμως να του δώσει αυτή την ικανοποίηση. Έσφιξε τα δόντια της, αλλά, παρά τις προσπάθειές της, δύο δάκρυα ξέφυγαν και κατρακύλησαν στα μάγουλά της. Ο Θορν τα σκούπισε με τον αντίχειρά του. «Αρκετά τράβηξες για μια μέρα», της είπε τρυφερά. «Όλες αυτές οι συναισθηματικές εντάσεις δε σου κάνουν καλό». Την έπιασε απ’ τους ώμους και την έσπρωξε προς την κοντινότερη πολυθρόνα, προτού πάει στο διπλανό δωμάτιο. Γύρισε μετά από λίγα λεπτά. «Μόλις έμαθα ότι ο αδερφός σου έφτασε απέναντι, βρεγμένος ως το κόκαλο, αλλά σώος κι ασφαλής. Τώρα προσπάθησε να ηρεμήσεις κι εγώ θα φτιάξω κάτι να φάμε».


Η απροσδόκητη συμπεριφορά του έφερε ακόμα περισσότερα δάκρυα στα μάτια της, που αυτή τη φορά κύλησαν αβίαστα στα μάγουλά της. Παρά την υπεροψία και τη σκληράδα του –μερικές φορές ακόμα και το βίαιο χαρακτήρα του– δεν ήταν αναίσθητος και, όταν ήθελε, μπορούσε να ’ναι ευγενικός και τρυφερός. Μακάρι να μην υπήρχε αυτή η ένταση ανάμεσα στους δύο άντρες... Μακάρι να είχαν συναντηθεί κάτω από διαφορετικές συνθήκες και να την αγαπούσε στ’ αλήθεια... Τελικά όμως, το μακάρι ήταν η πιο μάταιη και θλιβερή λέξη σε όλες τις γλώσσες. Σφίγγοντας τα δόντια της για να πνίξει τους λυγμούς της, η Λίζα σκούπισε τα δάκρυα με τα χέρια της και προσπάθησε να ηρεμήσει. Μετά από λίγο το σιδερένιο μαγκάνι που έσφιγγε το κεφάλι της χαλάρωσε, η ένταση έφυγε από μέσα της και τη θέση της πήρε ένα κενό και μια αφάνταστη θλίψη. Όταν ο Θορν γύρισε μετά από λίγη ώρα, το ύφος του ήταν πιο χαρούμενο. «Είναι απλώς προμαγειρεμένο φαγητό που το ζέστανα στο φούρνο μικροκυμάτων, αλλά νομίζω ότι είναι καλό», της είπε εύθυμα. Η Λίζα σηκώθηκε και τον ακολούθησε στην κουζίνα, αν και δεν ένιωθε καθόλου πεινασμένη. Κάθισε υπάκουα στην καρέκλα που της τράβηξε, αλλά, όταν πήγε να της σερβίρει το κοτόπουλο με το ρύζι που είχε ετοιμάσει, κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, νιώθοντας ναυτία. «Δε νομίζω...» «Θα πρέπει να φας κάτι», τη διέκοψε εκείνος ήρεμα, αλλά αυστηρά. «Εδώ και δύο μέρες δεν έχεις βάλει μπουκιά στο στόμα σου». Της γέμισε ένα ποτήρι με κρασί. «Από εδώ και πέρα θα κοιτάξω να απολαύσουμε το μήνα του μέλιτος κι επομένως σου χρειάζονται δυνάμεις...» Γέλασε βλέποντας την έκφραση στο πρόσωπό της. «Θέλω να πω ότι θα κάνουμε κι άλλα πράγματα πέρα απ’ τον έρωτα...» Η λάμψη στο βλέμμα του, το γελαστό του πρόσωπο, οι απαλές ρυτίδες γύρω απ’ τα μάτια του... όλα μαζί τον έκαναν ακαταμάχητο και η Λίζα ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. «Αύριο η μέρα θα ’ναι τέλεια. Πάντα είναι μετά από καταιγίδα. Η κυρία Κερκ θα νομίσει ότι περάσαμε όλες τις μέρες μας στο κρεβάτι, αν γυρίσουμε πίσω χωρίς να έχουμε πάρει χρώμα...» Νιώθοντας ευγνωμοσύνη για την προσπάθεια του να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα ανάμεσά τους και να της αποσπάσει την προσοχή σε άλλα θέματα, η Λίζα πλημμύρισε σιγά σιγά από μια ζεστασιά που αντικατέστησε την παγωνιά στο βάθος της ψυχής της. «Γι’ αυτό έχω συμπεριλάβει μερικές υπαίθριες δραστηριότητες. Θέλω να πάμε πεζοπορία και να κάνουμε ιστιοπλοΐα. Αν το πρωινό επεισόδιο στη θάλασσα δε σ’ έχει ταράξει πολύ, καλό θα ’ταν να δοκιμάζαμε και υποβρύχιο κολύμπι και...» «Πολύ θα το ήθελα». «Ωραία». Ύψωσε το ποτήρι του για να κάνει μια πρόποση. «Σου υπόσχομαι ότι από δω και πέρα θα σε φροντίσω καλύτερα και θα περάσουμε ωραία. Συμφωνείς;» Η Λίζα ήπιε μια γουλιά απ’ το κρασί της. Ήταν υπέροχα δροσερό κι αναζωογονητικό. Όταν άφησε το ποτήρι της, εκείνος πήρε μια μπουκιά κοτόπουλο και της το έβαλε μπροστά στο στόμα σαν να ήταν μικρό παιδί. «Έλα τώρα...» Καταπίνοντας με το ζόρι την πρώτη μπουκιά και, παίρνοντας δεύτερη κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα του Θορν, ανακάλυψε ότι πέθαινε της πείνας. Χωρίς να χρειάζεται άλλη προτροπή, άδειασε το πιάτο της γρήγορα. Σε όλη τη διάρκεια του φαγητού κι ενώ η βροχή σιγά σιγά κόπαζε, ο Θορν της μιλούσε συνέχεια για την περιοχή, για τα νησιά, για τη θάλασσα. «Θα δεις ότι ο βυθός της θάλασσας είναι υπέροχο μέρος. Υπάρχουν διάφορα περίεργα θαλάσσια πλάσματα και ολόκληρα κοπάδια με πολύχρωμα ψάρια που τριγυρίζουν ανάμεσα στα κοράλλια και στα διάφορα μισοθαμμένα κουφάρια πλοίων». «Έγιναν πολλά ναυάγια εδώ;» τον ρώτησε μαγεμένη. «Ναι. Στους υφάλους της περιοχής υπάρχει περισσότερο ισπανικό χρυσάφι απ’ όσο άρπαξαν οι διάφοροι πειρατές στην ιστορία». Μόλις τελείωσαν το φαγητό, μάζεψαν τα πιάτα και σέρβιραν καφέ και μπράντι. Ξαφνικά η Λίζα, παρά το γεγονός ότι είχε κοιμηθεί αρκετά, ένιωσε τα βλέφαρά της να βαραίνουν. «Αν θες να πας στο κρεβάτι...» της είπε ο Θορν τρυφερά. Εκείνη σηκώθηκε αμέσως. «Φαίνεται ότι σήμερα τελικά δεν κάνω τίποτε άλλο απ’ το να είμαι στο κρεβάτι και να κοιμάμαι». «Δεν ξέρω...» μουρμούρισε ο Θορν πονηρά, ενώ σκεφτόταν ότι ήταν πολύ ωραίο να την πειράζει και να βλέπει τα μάγουλά της να γίνονται κατακόκκινα. Σηκώθηκε κι εκείνος και τη φίλησε απαλά στα χείλη. «Ανεβαίνω κι εγώ σε λίγο». Όταν πια η Λίζα είχε κάνει το ντους της κι είχε πλύνει τα δόντια της, το φεγγάρι είχε βγει στον ουρανό. Νιώθοντας αναζωογονημένη απ’ το δροσερό νερό, βρήκε ένα απ’ τα υπέροχα διάφανα νυχτικά που της είχε αγοράσει ο Θορν και το φόρεσε. Το ένιωσε να αγκαλιάζει σαν μεταξένιο σύννεφο το σώμα της. Έσβησε το φως και πήγε ξυπόλυτη ως το παράθυρο. Το άνοιξε και, γέρνοντας στο περβάζι, χάζεψε τη θάλασσα που έλαμπε κάτω απ’ το φως του φεγγαριού. Υπήρχε τόση σιγαλιά. Οι μόνοι ήχοι προέρχονταν απ’ τις σταγόνες της βροχής που έπεφταν αργά απ’ τα φύλλα των δέντρων στο γρασίδι. Ο υγρός αέρας ήταν δροσερός και φρέσκος, ο ουρανός φωτιζόταν από εκατομμύρια αστέρια και πέρα στον ορίζοντα το φεγγάρι έμοιαζε με λαμπερό μπαλόνι. Η επόμενη μέρα σίγουρα θα ’ταν υπέροχη και θα μπορούσαν, έτσι, να αρχίσουν να κάνουν όλα όσα είχε σχεδιάσει ο Θορν. «Από δω και πέρα θα κοιτάξω να απολαύσουμε το μήνα του μέλιτος...» είχε πει. Νιώθοντας την αγωνία και την έξαψη να αναδεύονται μέσα της, αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν να απολαύσει το μήνα του μέλιτος κοντά σ’ έναν άντρα που τη χρησιμοποιούσε και δεν την αγαπούσε... έναν άντρα που τον μισούσε. Όχι, δεν τον μισούσε. Είχε προσπαθήσει να τον μισήσει, αλλά δεν τα είχε καταφέρει. Μισούσε όμως ό,τι της είχε κάνει. Μισούσε τον αδίστακτο τρόπο που είχε μπει στη ζωή της για να πετύχει το δικό του σκοπό. Μισούσε την παράλογη έλξη που ένιωθε για εκείνον. Μισούσε τον τρόπο που εκείνος χρησιμοποιούσε αυτή την έλξη για να καθυποτάξει τη θέλησή της και να ικανοποιήσει τις ανάγκες του που οποιαδήποτε γυναίκα... Πάλι λάθος έκανε. Θυμήθηκε το περιφρονητικό του ύφος, όταν μιλούσε για τη μητριά του και την Κάρολ. Όχι, όχι οποιαδήποτε γυναίκα. Έχοντας τέτοιες εμπειρίες από τόσο μικρή ηλικία, ίσως ένιωθε γενικά περιφρόνηση για όλες τις γυναίκες. Ίσως να μην μπορούσε να αγαπήσει και να νιώσει ένα γνήσιο συναίσθημα... Ίσως ήθελε μόνο να χρησιμοποιεί όσες γυναίκες του άρεσαν... Σίγουρα πάντως του άρεσε η ίδια. Η Λίζα δεν είχε καμιά αμφιβολία για την αμοιβαία έλξη ανάμεσά τους. Τι θα έκανε εκείνος όμως, αν δεν τον τραβούσε ερωτικά; Θα την παντρευόταν πάλι και απλώς θα χρησιμοποιούσε απειλές για να την κρατήσει κοντά του, αντί για τον έρωτα και τα χάδια; Στη δική της περίπτωση είχε χρησιμοποιήσει και τα δύο, παραδέχτηκε μέσα της. Είχε συμφωνήσει να μείνει μαζί του όχι μόνο για να προστατεύσει τον Μαρκ, αλλά γιατί δεν άντεχε να τον αφήσει. Το σεξ τελικά, αν και τόσο πεζό, ήταν πολύ ισχυρός δεσμός. Είχε πιαστεί σαν μύγα σ’ έναν επιδέξιο ιστό αράχνης κι ήταν δεμένη με αόρατα ερωτικά νήματα... Της κόπηκε η ανάσα ξαφνικά. Αν κι ήταν μεγαλόσωμος άντρας, ο Θορν περπατούσε αθόρυβα, όταν ήθελε, και δεν τον είχε ακούσει να μπαίνει στο δωμάτιο. Γλίστρησε τα χέρια του γύρω της και την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Γιατί είσαι όρθια ακόμα; Περίμενα ότι θα σ’ έβρισκα στο κρεβάτι να κοιμάσαι». «Χάζευα τη θέα», του απάντησε με βραχνή φωνή. Έσκυψε το κεφάλι του κι ακούμπησε το μάγουλό του στο δικό της. «Κι εγώ έλεγα ότι με περίμενες. Ή όχι;» Νιώθοντας το ανατρίχιασμα στο σώμα της, τη


γύρισε προς το μέρος του. «Θέλεις να κοιμηθείς μαζί μου, Λίζα;» «Έχω άλλη επιλογή;» Της χαμογέλασε πειραχτικά. «Ναι, έχεις». Ξαφνικά, η Λίζα είχε την περίεργη αίσθηση ότι, αν του έλεγε ότι δεν ήθελε να κοιμηθεί μαζί του, εκείνος θα σεβόταν την επιθυμία της και δε θα έκανε καμιά προσπάθεια να της αλλάξει γνώμη. «Για πόσο καιρό;» τον ρώτησε παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. «Για όσο μείνεις μαζί μου». Παγωνιά την τύλιξε. Ίσως, τελικά, να είχε κάνει λάθος και να μην την ποθούσε. Ίσως ποτέ να μην την είχε ποθήσει. Γι’ αυτό είχε διαλέξει να τη δέσει κοντά του με το σεξ, ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερη δύναμη πάνω της. «Δε με θες πια;» τον ρώτησε και η φωνή της βγήκε με δυσκολία. «Σε θέλω. Αγκάλιασέ με για να νιώσεις πόσο σε θέλω». Τα χέρια του κατέβηκαν στους γοφούς της και την πίεσε με δύναμη πάνω του. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι της έλεγε αλήθεια. «Τότε γιατί;» τον ρώτησε. Τα χέρια του έπεσαν στο πλάι και τραβήχτηκε λίγο μακριά της. «Ας πούμε ότι μ’ ενοχλεί η συνείδησή μου για τον τρόπο που σε πίεσα να παντρευτούμε». «Συνείδηση; Εσύ;» Τον είδε να τινάζεται ελαφρά σαν να τον είχε χαστουκίσει στο πρόσωπο, αλλά, όταν της μίλησε, η φωνή του ακούστηκε ήρεμη. «Ίσως είναι καθυστερημένη... Το θέμα είναι πάντως ότι δε θα σε πιέσω να κάνουμε έρωτα, αν δεν το θέλεις. Η επιλογή είναι καθαρά δική σου, Λίζα». Μακάρι να νοιαζόταν για εκείνη έστω και λίγο. Ψάχνοντας όμως στο πρόσωπό του, τα μόνα ίχνη που διέκρινε ήταν ίχνη πάθους. Έσκυψε το κεφάλι της και κοίταξε αφηρημένα τη ζώνη του. Πάθος. Πόσες γυναίκες θα το θεωρούσαν υπεραρκετό; Πόσες γυναίκες θα δέχονταν την προσφορά του και θα την άρπαζαν χωρίς δεύτερη σκέψη; Γιατί λοιπόν εκείνη δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο; Ίσως να ’ταν η μοναδική της ευκαιρία για να γνωρίσει την ευτυχία. Ήταν επιδέξιος εραστής και στην αγκαλιά του μπορούσε να ξεχάσει, έστω και για λίγο, το μαύρο μέλλον που την περίμενε μακριά του. Ό,τι κι αν της είχε κάνει, ήξερε ότι κατά βάθος ακόμα τον αγαπούσε... Κι αυτό της προκαλούσε ένα γλυκόπικρο πόνο. Έναν πόνο που τύλιγε την καρδιά της σαν σιδερένια γροθιά. Απ’ την άλλη βέβαια υπήρχε η έκσταση που της είχε χαρίσει. Μέσα στην ψυχή της γνώριζε ότι αυτός ήταν ο άντρας της ζωής της, ο άντρας που είχε αγαπήσει και θα αγαπούσε πάντα. Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε θαρρετά. «Ναι, θέλω να κάνουμε έρωτα». Για μια στιγμή εκείνος έμεινε ακίνητος, σαν μαγεμένος κι ύστερα, μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο, την τράβηξε στην αγκαλιά του και, χώνοντας το κεφάλι του στα μαλλιά της, την έσφιξε με τόση δύναμη, που η Λίζα νόμιζε ότι θα έσπαγαν τα πλευρά της. Ίσως να της ξέφυγε κάποια κραυγή διαμαρτυρίας, γιατί αμέσως χαλάρωσε το σφίξιμό του. «Συγνώμη, αγάπη μου. Σε πόνεσα;» τη ρώτησε και η φωνή του ακούστηκε περίεργα λαχανιασμένη. «Ναι... όχι... Δεν έχει σημασία. Θέλω να με κρατήσεις αγκαλιά». Την κράτησε λίγο ακόμα σφιχτά κι ύστερα τραβήχτηκε προς τα πίσω και την κοίταξε στο πρόσωπο. Η έκφραση στο πρόσωπό της ήταν το πιο ισχυρό αφροδισιακό, που τον έκανε να νιώθει σαν νικηφόρος κατακτητής. Της τράβηξε τα κοκαλάκια απ’ τα μαλλιά και τα άφησε να πέσουν σαν σύννεφο στους ώμους της. Έπειτα, σαν να ήθελε να απολαύσει τη στιγμή, κατέβασε αργά τις τιράντες απ’ τους ώμους της κι άφησε το νυχτικό να γλιστρήσει στα πόδια της. Το φως του φεγγαριού χάιδεψε τους μηρούς, τους ώμους, την απαλή καμπύλη του στήθους της. Είναι υπέροχη, σκέφτηκε ο Θορν. Ντελικάτη σαν φίνα πορσελάνη και ταυτόχρονα τρυφερή, αλλά με ατσαλένιο χαρακτήρα. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να την αγγίξει, αλλά η Λίζα ένιωσε όλες τις αισθήσεις του σώματός της να ενεργοποιούνται και να παίρνουν φωτιά κάτω απ’ το βλέμμα του. Κι ύστερα, εκεί όπου έπεφτε πριν το φως του φεγγαριού, βρέθηκαν τα χέρια του. Το ελαφρό τους άγγιγμα την έκανε να ανατριχιάσει. Ανασήκωσε το κεφάλι της προς το μέρος του. Τα χείλη τους ενώθηκαν κι ένα ρεύμα πάθους τους συνεπήρε. Την παρέσυρε και την ξάπλωσε στο φεγγαρολουσμένο χαλί, προτού βγάλει τα ρούχα του με βιαστικές κινήσεις. Βλέποντάς τον από πάνω της, γυμνό και πανέμορφο σαν αρχαίο ελληνικό άγαλμα, η Λίζα άπλωσε τα χέρια της για να τον τραβήξει στην αγκαλιά της. Εκείνος υπάκουσε πρόθυμα και άρχισε να τη γεμίζει φιλιά στα βλέφαρα, στα μαλλιά, στα μισάνοιχτα χείλη, στα στήθη... ενώ τα χέρια του ακολουθούσαν την πορεία που άνοιγαν τα χείλη του. Όταν στο τέλος το σώμα του κάλυψε το δικό της, η Λίζα δεν έκανε καμιά προσπάθεια να τραβηχτεί ή να μαζευτεί. Τον ήθελε με όλο της το είναι. Ο έρωτάς τους ήταν γρήγορος, άγριος, φλογερός και η κορύφωση της ηδονής τους ξεπέρασε κάθε όριο. Όσο οι ανάσες τους και ο χτύπος της καρδιάς τους ξαναγύριζαν στο φυσιολογικό, έμειναν ακίνητοι και σφιχταγκαλιασμένοι. Όταν όμως ο Θορν ένιωσε το δροσερό αεράκι απ’ το παράθυρο πάνω στα ξαναμμένα σώματά τους, τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την πήγε στο κρεβάτι. Κρατώντας τη σφιχτά κοντά του, έβαλε το κεφάλι της στον ώμο του. «Κοιμήσου τώρα, αγάπη μου», της ψιθύρισε. Αγάπη μου.... Αλλά δεν ήταν η αγάπη του. Μόνο μια γυναίκα που τον ικανοποιούσε. Και μισούσε τον αδερφό της. Και, όταν θα χόρταινε την εκδίκησή του και θα έπαυε εκείνη να τον ικανοποιεί, επειδή δεν υπήρχαν βαθύτερα συναισθήματα και κανένας δεσμός αγάπης, τότε θα την έδιωχνε από κοντά του. Η Λίζα έμεινε ακίνητη, ακούγοντας την ήρεμη ανάσα του κι ενώ απ’ το σώμα της δεν είχαν σβήσει ακόμα τα ίχνη της ηδονής και της ευτυχίας, η καρδιά της άρχισε να ματώνει...


Κεφάλαιο 10

Τελικά, παρέμειναν στο νησί περισσότερες μέρες απ’ ό,τι είχαν υπολογίσει αρχικά κι επέστρεψαν κάποια στιγμή, μαυρισμένοι κι ευδιάθετοι, σε μια Νέα Υόρκη που ήταν πνιγμένη στην άπνοια και τη ζέστη. Η κυρία Κερκ, φορώντας ένα κίτρινο παντελόνι φόρμας κι ένα πρασινοκόκκινο μπλουζάκι, τους υποδέχτηκε με το συνηθισμένο της ενθουσιασμό. «Σας έχω αφήσει έτοιμο φαγητό και έκανα χώρο για τα πράγματα της κυρίας Λάντερς στη μεγάλη κρεβατοκάμαρα. Φαντάζομαι ότι θα κοιμάστε μαζί. Δε νομίζω να έχετε κάνει κανένα απ’ αυτούς τους μοντέρνους γάμους, που το ζευγάρι διατηρεί ξεχωριστά δωμάτια». «Και βέβαια όχι», της απάντησε ο Θορν, ρίχνοντας μια πονηρή ματιά στη Λίζα, που ευχήθηκε να ήταν μόνοι ακόμα. Κουνώντας το κεφάλι της επιδοκιμαστικά, η οικονόμος ετοιμάστηκε να φύγει, αλλά σταμάτησε στην πόρτα. «Όσο λείπατε, τηλεφώνησε η δεσποινίς Γκούγκενχαϊμ». Το ύφος της έδειχνε ξεκάθαρα τι γνώμη είχε για τη συγκεκριμένη κοπέλα. «Ήθελε να σας υπενθυμίσει το πάρτι που γίνεται το Σάββατο το βράδυ. Της εξήγησα ότι λείπατε για το μήνα του μέλιτος, αλλά εκείνη επέμενε ότι της είχατε υποσχεθεί πως θα πηγαίνατε. Τηλεφώνησε επίσης αρκετές φορές κι ο κύριος Χέιγουορντ για να ρωτήσει αν επιστρέψατε». Ακούγοντας το όνομα του Μαρκ, το πρόσωπο του Θορν σκοτείνιασε αμέσως. Χωρίς άλλη κουβέντα, μετέφερε τις βαλίτσες τους στην κρεβατοκάμαρα κι ύστερα γύρισε προς τη Λίζα. «Μόλις κάνω ένα ντους και αλλάξω, θα φύγω για το γραφείο. Θα βρεις εσύ κάτι να απασχοληθείς, όσο θα λείπω;» Η Λίζα ένιωσε να παγώνει απ’ τον τόνο της φωνής του. «Φυσικά. Δε θέλεις όμως πρώτα να φας κάτι;» «Θα ζητήσω να μου φτιάξουν κανένα σάντουιτς, αν πεινάσω». Δέκα λεπτά αργότερα, ήταν έτοιμος να φύγει. «Δεν ξέρω τι ώρα θα επιστρέψω. Μη με περιμένεις». Η Λίζα έμεινε ξαφνικά μόνη της, νιώθοντας ότι η ευτυχία που είχε αισθανθεί όλο αυτό το διάστημα στο νησί ήταν ένα ψέμα που είχε διαλυθεί. Όσο ήταν μόνοι τους, είχε καταφέρει να διώξει όλες τις αγωνίες και τους φόβους απ’ το μυαλό της κι είχε απολαύσει την κάθε μέρα, σαν να ήταν ένα ανεκτίμητο δώρο. Είχε ζήσει κάθε ώρα με γέλιο κι έρωτα, δίνοντας στον Θορν ό,τι υπήρχε μέσα της, χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Αλλά κι εκείνος, σαν να είχε καταπολεμήσει τους δαίμονές του, φαινόταν πιο νέος, πιο ξένοιαστος κι είχε μια λάμψη πάνω του που θα μπορούσε να τη θεωρήσει κανείς ευτυχία. Περνούσαν τις μέρες τους κάνοντας βόλτες και θαλάσσια σπορ ή ξαπλωμένοι στην παραλία, διαβάζοντας, ενώ τα βράδια ήταν αφιερωμένα στο να κάνουν έρωτα αργά κι ηδονικά. Ο Θορν έφτιαχνε συνήθως και το πρωινό τους, που το έπαιρναν στο κρεβάτι, άλλες φορές μιλώντας κι άλλες ανάμεσα σε φιλιά, ξέροντας ότι αμέσως μετά θα έκαναν και πάλι έρωτα. Εκείνος είχε γνωρίσει πολλές γυναίκες που είχαν αποδειχτεί ψυχρές κι αδιάφορες και είχε ενθουσιαστεί απ’ το ζεστό χαρακτήρα της Λίζας και το πάθος της, την τίγρη που έκρυβε κάτω απ’ το αθώο μαζεμένο ύφος της, όπως της είχε πει. Αν και ένιωθαν άνετα όταν επικρατούσε σιωπή ανάμεσά τους, μιλούσαν συνέχεια για διάφορα θέματα, συμφωνώντας στα περισσότερα και απολαμβάνοντας τους λεκτικούς διαξιφισμούς, όταν υπήρχαν διαφορές. Το μόνο που δεν είχαν αναφέρει ούτε μια φορά ήταν ο Μαρκ και η σκιά που έπεφτε πάνω στη σχέση τους. Συχνά έπαιρναν μαζί τους πρόχειρα γεύματα και ξεκινούσαν να εξερευνήσουν το νησί. Αν και πίστευε ότι ήταν αρκετά συντηρητικός τύπος, η Λίζα ανακάλυψε ότι δεν την ενοχλούσε καθόλου που κυκλοφορούσε ψάχνοντας να βρει καβούρια με μύτη καμένη απ’ τον ήλιο, μαλλιά ανακατεμένα απ’ την αλμύρα και πόδια μαυρισμένα απ’ το χώμα. Συνηθισμένος να κάνει παρέα με γυναίκες ανίκανες να ζήσουν χωρίς να κοιτάζονται συνέχεια στον καθρέφτη ή χωρίς να πηγαίνουν στο κομμωτήριο για να φτιαχτούν, ο Θορν ενθουσιάστηκε με το κοφτερό μυαλό της Λίζας, την αγάπη της για τη ζωή, την πλήρη έλλειψη ματαιοδοξίας που τη διέκρινε και, όταν της το είπε, της δημιούργησε την ελπίδα ότι στο μέλλον μπορεί εκείνος να ενδιαφερόταν πιο ουσιαστικά. Το βραδινό φαγητό το έφτιαχναν εναλλάξ. Συχνά, όμως, αφού είχαν περάσει τη μέρα τους έξω, ο Θορν είχε πιο σημαντικά πράγματα στο μυαλό του απ’ το φαγητό και αναγκάζονταν να το φτιάξουν πρόχειρα και καθυστερημένα. Στη διάρκεια της δεύτερης βδομάδας τους στο νησί, την είχε ρωτήσει αν θα ήθελε να επισκεφτεί τα άλλα νησιά και η Λίζα, απολαμβάνοντας τη μοναξιά τους, είχε απαντήσει: «Μόνο αν θες εσύ». Εκείνος δεν είχε αναφέρει ξανά το θέμα. Όλο αυτό το διάστημα δεν είχε νιώσει την παραμικρή ανάγκη για παρέα ή για νυχτερινή ζωή και, παρ’ όλο που ήταν απομονωμένοι, της είχε φανεί ότι ζούσαν παραδεισένια. Ξαφνικά όμως, είχε προσγειωθεί πάλι στη γη. Με την επιστροφή τους στη Νέα Υόρκη, ο Θορν είχε μετατραπεί σ’ έναν άλλο άνθρωπο, τελείως διαφορετικό απ’ τον ξέγνοιαστο θερμό εραστή των τελευταίων ημερών. Ένιωθε τις ελπίδες της να εξατμίζονται. Τις επόμενες λίγες μέρες ούτε που τον είδε, καθώς εκείνος δούλευε από νωρίς το πρωί ως αργά το βράδυ. Ήταν αμέτρητες ώρες δουλειάς, που τον έκαναν να φαίνεται κουρασμένος και γερασμένος. Αν και κοιμόνταν στο ίδιο κρεβάτι, δεν έκανε καμιά προσπάθεια να την αγγίξει και της φερόταν με μια ψυχρή ευγένεια που της διέλυε την καρδιά. Αν τον πλησίαζε πρώτη, ίσως τα πράγματα να ’ταν διαφορετικά, αλλά, όσο κι αν τον ήθελε, δεν της επέτρεπε η περηφάνια της να τον παρακαλέσει. Με την πρώτη ευκαιρία, τηλεφώνησε στον Μαρκ, αλλά εκείνος είχε αφήσει ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή ότι είχε πάει για μερικές μέρες στην Καλιφόρνια. Του ζήτησε να έρθει σε επαφή μαζί της, αμέσως μόλις μπορέσει. Το τηλέφωνο χτύπησε την Παρασκευή το απόγευμα. «Λίζα;» «Μαρκ! Πότε ήρθες;» «Πριν από δέκα λεπτά. Μπορούμε να συναντηθούμε;» «Φυσικά. Πότε;» «Μήπως μπορείς να φύγεις τώρα;» «Μα ναι, μπορώ». Η κυρία Κερκ έλειπε και η Λίζα ήταν έτοιμη να φάει μόνη της στην κουζίνα. «Ο Θορν θα δουλεύει ως αργά σήμερα. Είχαν μαζευτεί πολλά πράγματα στο γραφείο». «Να πάμε για φαγητό τότε; Πάρε ένα ταξί και έλα να με συναντήσεις στο Φινγκλς σε μισή ώρα». «Πού είναι αυτό;» «Στη γωνία Μάντισον και 67ης Οδού». «Εντάξει». Η Λίζα κάλεσε ταξί αμέσως, χωρίς να χάσει στιγμή. Μέχρι να έρθει ο Μαρκ, διάλεξε ένα κομψό μαύρο φόρεμα και κατέβηκε στην είσοδο να περιμένει. Το Φινγκλς ήταν ένα αριστοκρατικό εστιατόριο με πορτιέρη με στολή στην είσοδο. Όταν το ταξί σταμάτησε απέξω, πρόσεξε ότι ο Μαρκ ήταν ήδη εκεί και


την περίμενε κάτω απ’ τη χρυσοπράσινη τέντα. Μόλις την είδε, έτρεξε προς το μέρος της και, αφού πλήρωσε το ταξί, τη βοήθησε να κατεβεί κι ύστερα τη συνόδευσε μέσα στο δροσερό εστιατόριο. Το απαλό πράσινο και χρυσαφί χρώμα τόνιζε διακριτικά τους τοίχους, ενώ τα λουλούδια, που υπήρχαν παντού, έδιναν τις δικές τους πινελιές. Φαινόταν ήδη γεμάτο, αλλά ο Μαρκ έδωσε με διακριτικό τρόπο ένα εικοσαδόλαρο στο σερβιτόρο κι εκείνος τους οδήγησε σ’ ένα κάπως πιο απομονωμένο τραπέζι. Ούτε ο Θορν δε θα τα κατάφερνε καλύτερα, σκέφτηκε η Λίζα, παίρνοντας τον κατάλογο που της πρόσφερε ο σερβιτόρος. Μόλις έμειναν μόνοι τους, ο Μαρκ την κοίταξε μ’ ανήσυχο ύφος. «Είσαι καλά;» «Πολύ καλά». «Δε μου φαίνεσαι και πολύ ευτυχισμένη», παρατήρησε εκείνος. «Μακάρι να ’χαμε χρόνο να γνωριστούμε καλύτερα!» «Κι εγώ το ίδιο θα ’θελα. Αλλά θα ’χουμε χρόνο στο μέλλον». «Αμφιβάλλω. Ο Θορν δε με χωνεύει. Δε θα του αρέσει η ιδέα να συναντιόμαστε και δεν είναι άνθρωπος που μπορεί κανείς να του αντισταθεί εύκολα». Τα χέρια του Μαρκ είχαν σφιχτεί σε γροθιές πάνω στο τραπέζι. «Όταν μάθει για τη σημερινή μας συνάντηση, θα γίνει έξω φρενών και μπορεί...» Η Λιζα σκέπασε τα χέρια του με τα δικά της. «Δε χρειάζεται να ανησυχείς». «Μακάρι να ’μουν σίγουρος γι’ αυτό!» «Να είσαι». «Μα σε παντρεύτηκε για...» Ο Μαρκ σταμάτησε απότομα. «Ξέρω γιατί με παντρεύτηκε. Άσχετα όμως απ’ όλα όσα θέλει να σε κάνει να πιστέψεις, δεν πρόκειται να μου κάνει κακό». Όχι σωματικά τουλάχιστον. «Αν ξέρεις γιατί σε παντρεύτηκε, τότε γιατί δεν τον αφήνεις;» «Γιατί τον αγαπώ». Ήταν αλήθεια. Δεν ήταν βέβαια ο μοναδικός λόγος, αλλά ήταν ένα βασικό στοιχείο στο γάμο της. «Είναι πολύ επικίνδυνος άνθρωπος», είπε ο Μαρκ σοβαρά. «Σκληρός και άκαρδος... Ξέρεις για την Τζίνι;» Σταμάτησε απότομα, γιατί τους πλησίασε ένας σερβιτόρος. Έδωσαν την παραγγελία τους και, όταν έμειναν μόνοι τους, η Λίζα απάντησε. «Ναι, ξέρω για την Τζίνι». «Ήταν πολύ όμορφη κοπέλα, χαρούμενη και εξωστρεφής. Δεν ήμαστε παντρεμένοι πολύ καιρό, όταν για άγνωστους λόγους ο Θορν άρχισε να ισχυρίζεται ότι τη χτυπούσα...» «Το έκανες;» «Για όνομα του Θεού, όχι! Την αγαπούσα. Αν και κατάλαβα πολύ νωρίς ότι ο γάμος μας ήταν λάθος, ποτέ δε θα σήκωνα το χέρι μου να τη χτυπήσω!» Ο τόνος της φωνής του έδειχνε ότι έλεγε την αλήθεια. «Ωστόσο, ήταν αδύνατον να πείσω τον Θορν ότι έλεγα αλήθεια. Επειδή είδε μια μελανιά στο χέρι της, παραλίγο να μου σπάσει το σαγόνι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά τα πράγματα πήγαν προς το χειρότερο από κει και πέρα. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε να την ευχαριστήσω και, όταν έχασε το μωρό, ο Θορν την έπεισε να με αφήσει. Πάντα αναρωτιόμουν αν...» Ο Μαρκ σταμάτησε απότομα. «Δεν είναι αυτό που πιστεύεις», του απάντησε η Λίζα ήρεμα. «Εκείνος πιστεύει ότι την έσπρωξες απ’ τις σκάλες στη διάρκεια ενός καβγά». «Θεέ μου! Παραδέχομαι ότι πράγματι τσακωνόμαστε εκείνο το βράδυ, αλλά η Τζίνι γλίστρησε. Δεν ήμουν κοντά της, όταν έπεσε. Η Κάρολ πρέπει να το ξέρει αυτό». «Η Κάρολ;» «Μία φίλη της Τζίνι. Ήταν πολύ δεμένες, ακόμα και μετά το γάμο μας. Πάντα πίστευα ότι η παρουσία της επηρέαζε πολύ άσχημα την Τζίνι. Μακάρι να την είχε ερωτευτεί ο Θορν! Η μικρή ήταν παλαβή μαζί του κι ίσως εκείνος να κατάφερνε να τη συμμαζέψει λίγο». Να λοιπόν πώς έμπαινε η Κάρολ στο παζλ, σκέφτηκε η Λίζα. «Ο πατέρας της την είχε κακομάθει. Της έδινε άπειρα χρήματα, οτιδήποτε ζητούσε, αλλά δεν ασκούσε πάνω της καμιά επιρροή ή έλεγχο». «Εννοείς ότι η Τζίνι είπε στην Κάρολ τι ακριβώς έγινε εκείνο το βράδυ;» ρώτησε η Λίζα, ενώ η καρδιά της είχε αρχίσει να χτυπάει πιο γρήγορα. «Η Κάρολ ήταν εκεί. Εκείνη ήταν η αιτία που ξεκίνησε ο καβγάς. Ήθελε να πάρει την Τζίνι για να πάνε σ’ ένα από εκείνα τα έξαλλα πάρτι που της άρεσαν τόσο πολύ. Αλλά η Τζίνι φαινόταν χλομή και άρρωστη και δεν ήθελα να την αφήσω». Εκείνη τη στιγμή ήρθε το φαγητό τους. Όση ώρα τους σέρβιραν, η Λίζα προσπαθούσε να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της. Ήταν σίγουρη ότι ο Μαρκ είχε πει την αλήθεια. Τότε όμως γιατί η Τζίνι είχε αφήσει τον αδερφό της να πιστεύει ότι ο Μαρκ τη χτυπούσε. Γιατί είχε μετατρέψει τους δύο άντρες σε εχθρούς; Όταν έφυγε ο σερβιτόρος κι έμειναν μόνοι τους, αποφάσισε να αλλάξει θέμα συζήτησης, επιθυμώντας να σβήσει την πονεμένη έκφραση απ’ το πρόσωπο του αδερφού της. «Μου είχες γράψει σ’ ένα απ’ τα γράμματά σου ότι, όταν ήμουν μικρή, σκαρφάλωνα στα γόνατά σου. Νομίζω ότι το θυμάμαι αυτό. Μια φορά...» Σ’ όλη την υπόλοιπη διάρκεια του φαγητού κι όση ώρα έπιναν τον καφέ τους, μιλούσαν για την παιδική τους ηλικία και για το πώς είχαν περάσει τη ζωή τους. Κάποια στιγμή ο Μαρκ συνειδητοποίησε ότι η ώρα είχε προχωρήσει πάρα πολύ. Πλήρωσε το λογαριασμό και, αφού τη συνόδεψε έξω, φώναξε ένα ταξί. «Θες να έρθω μαζί σου; Αν ο Θορν...» «Αμφιβάλλω αν θα ’ναι σπίτι», του απάντησε καθησυχαστικά. «Απ’ τη μέρα που γυρίσαμε, ξημεροβραδιάζεται στο γραφείο. Ευχαριστώ για το φαγητό, θα τα ξαναπούμε». Τον φίλησε γρήγορα και μπήκε στο ταξί. Το διαμέρισμα ήταν σκοτεινό και σιωπηλό όταν μπήκε μέσα. Βρισκόταν στα μισά του σαλονιού, όταν μια ψηλή φιγούρα ξεδιπλώθηκε από μια πολυθρόνα, κάνοντάς τη να τιναχτεί τρομαγμένη. Αμέσως άναψαν τα φώτα. «Πού στην ευχή ήσουν;» ρώτησε ο Θορν άγρια. Είχε βγάλει τη γραβάτα του, είχε σηκώσει τα μανίκια του πουκαμίσου του και πρόσωπό του ήταν μεταμορφωμένο σε μια μάσκα οργής. «Έξω». «Δε χρειάζεται φυσικά να ρωτήσω με ποιον». «Πήγα με τον Μαρκ για φαγητό». Αναρωτήθηκε αν θα ’πρεπε να του πει τι είχε κουβεντιάσει με τον αδερφό της, αλλά μετά το μετάνιωσε. Και πάλι θα ’ταν τα δικά του λόγια απ’ τη μια και της Τζίνι απ’ την άλλη. Αν κατάφερνε όμως να πείσει την Κάρολ να επιβεβαιώσει την ιστορία του... Βλέποντας το αγριεμένο ύφος του Θορν, πρόσθεσε επιθετικά: «Δε μου απαγόρευσες να τον βλέπω». «Και αν σου το είχα απαγορεύσει;» «Λείπεις πολλές ώρες απ’ το σπίτι για να ’σαι αποτελεσματικός δεσμοφύλακας. Τα τελευταία τέσσερα βράδια έφαγα μόνη μου και θα μπορούσα άνετα να κοιμάμαι και μόνη μου στο κρεβάτι. Για σένα ούτε καν υπήρχα!» «Η καημένη, η παραμελημένη γυναίκα μου!» την κορόιδεψε ο Θορν. «Δε σκοπεύω πάντως να σε παραμελήσω άλλο». Ο τόνος της φωνής του ήταν ξεκάθαρος. Με μια γρήγορη, απροσδόκητη κίνηση, την άρπαξε στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στην κρεβατοκάμαρά τους, όπου ήταν σχετικά σκοτεινά.


«Άσε με κάτω!» Η Λίζα άρχισε να παλεύει να του ξεφύγει. «Θα κοιμηθώ στο παλιό μου δωμάτιο». «Όχι, αγάπη μου». Φαινόταν ακόμα εξοργισμένος μαζί της. «Σκοπεύω να σου κάνω έρωτα, ώσπου να με ικετεύεις να σταματήσω για να ικανοποιηθώ κι εγώ». «Προτιμώ να με δείρεις!» του φώναξε. «Πολύ αμφιβάλλω». Την πέταξε στο κρεβάτι και, αφού άναψε το πορτατίφ στο κομοδίνο, άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό του. Η Λίζα τραβήχτηκε στην άλλη μεριά και τινάχτηκε όρθια, θέλοντας να φτάσει στην πόρτα. Εκείνος όμως την πρόλαβε στα μισά και την τράβηξε πάλι πίσω. Άρχισε να τον κλοτσάει και να τον χτυπάει με τις γροθιές της, αλλά εκείνος συνέχισε να τη γδύνει χωρίς έλεος, ώσπου της έσχισε το φόρεμα. «Σε μισώ», του φώναξε ανάμεσα στους λυγμούς της. «Σε μισώ». «Για νέο μου το λες;» Κρατώντας τη με το ένα χέρι, έβγαλε και τα υπόλοιπα ρούχα του. Η Λίζα βρέθηκε ξαπλωμένη ανάσκελα στο κρεβάτι, ενώ εκείνος από πάνω της έλεγχε τις κινήσεις της. «Θα ουρλιάξω!» «Τότε θα πρέπει να ουρλιάξεις πολύ δυνατά. Η κυρία Κερκ λείπει σε μια απ’ τις αποστολές της για ανεύρεση χρημάτων. Τώρα, γλυκιά μου, μικρή τίγρη...» Η Λίζα ανατρίχιασε όταν ένιωσε το πρώτο του άγγιγμα, αλλά μετά την πλημμύρισε μια περίεργη ηρεμία κι έμεινε ακίνητη και σιωπηλή με το κεφάλι της γυρισμένο στο πλάι, σαν μια άψυχη κούκλα. Δεν ήταν όμως το στυλ του να της κάνει έρωτα άγρια, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει τον εαυτό του. Έτσι δε θα ευχαριστιόταν ο εγωισμός του. Προφανώς, ήθελε να την τιμωρήσει, να την κάνει να τινάζεται και να στενάζει, παίζοντας με τις αισθήσεις και το σώμα της. Αλλά στο θέμα του σεξ, το σώμα δε λειτουργούσε μόνο του. Χρειαζόταν και το μυαλό για να ενεργοποιήσει τις αισθήσεις. Αν η μοναδική της άμυνα, λοιπόν, ήταν να σφαλίσει την είσοδο στο μυαλό της και να απομακρυνθεί νοερά... αυτό θα έκανε! Κι εκείνος μπορούσε να απολαύσει μόνο το σώμα της. Τα χέρια του όμως έμειναν ακίνητα, σαν να είχε καταλάβει τις σκέψεις της. Πιάνοντάς την απ’ το σαγόνι, γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος του. Τα μάτια της είχαν μια κενή έκφραση, σαν να μην τον έβλεπε μπροστά της. «Δεν το δέχομαι, γλυκιά μου. Σε θέλω ολόκληρη, με το σώμα και το μυαλό σου, για να ευχαριστηθείς ό,τι θα σου κάνω». Δάγκωσε παιχνιδιάρικα το κάτω χείλος της και χαμογέλασε ικανοποιημένος, βλέποντας την έκφραση στο πρόσωπό της να αλλάζει. * Όταν η Λίζα ξύπνησε το επόμενο πρωί, το κρεβάτι ήταν άδειο και το φως της μέρας γέμιζε το δωμάτιο. Όταν σιγά σιγά οι εικόνες απ’ το προηγούμενο βράδυ πλημμύρισαν το μυαλό της, ένιωσε το σώμα και την ψυχή της να παγώνουν απ’ την ταπείνωση. Όλες της οι προσπάθειες είχαν αποτύχει. Το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να τον κάνει να γελάει και να την κοροϊδεύει. Κυριαρχώντας στο σώμα της, την είχε χρησιμοποιήσει με το χειρότερο τρόπο και ύστερα την κοιτούσε χαμογελώντας, καθώς εκείνη υπέκυπτε στο πάθος της. Είχε κουρελιάσει την περηφάνια της. Δε θα τον συγχωρούσε ποτέ, ορκίστηκε μέσα της. Ποτέ! Ο λαιμός της είχε ξεραθεί. Χρειαζόταν ένα φλιτζάνι καφέ. Φόρεσε μια ελαφριά ρόμπα και έσυρε τα πόδια της ως την κουζίνα. Εκεί βρήκε την κυρία Κερκ να ετοιμάζει το φαγητό. «Φαίνεται ότι παρακοιμηθήκαμε και οι δύο», σχολίασε μόλις την είδε. «Ο Θορν...» Η Λίζα μουρμούρισε το όνομά του με δυσκολία. «... μου είπε ότι είχατε πάει σε κάποια αποστολή, επομένως εσείς τουλάχιστον έχετε μια καλή δικαιολογία». «Ναι, αλλά έχω πολλά να κάνω». Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο και η κυρία Κερκ πήγε μουρμουρίζοντας να το σηκώσει. Η Λίζα είχε βάλει ένα φλιτζάνι καφέ και το έπινε αργά, όταν ξαναγύρισε η οικονόμος θυμωμένη. «Η δεσποινίς Γκούγκενχαϊμ ήταν πάλι κι ήθελε να υπενθυμίσω στον κύριο Λάντερς το σημερινό πάρτι. Της είπα ότι είναι στο γραφείο του. Ξέρει καλά ότι εκεί δεν πρέπει να τον ενοχλεί». «Ήταν φίλη της Τζίνι, απ’ ό,τι έμαθα». Η οικονόμος τής έριξε μια κλεφτή ματιά. «Ναι». Η Λίζα άφησε στην άκρη όλες τις επιφυλάξεις. «Κυρία Κερκ, τι είδους άνθρωπος ήταν η Τζίνι;» Βλέποντας την απροθυμία στο πρόσωπο της οικονόμου, συνέχισε με απόγνωση: «Δε ρωτάω από απλή περιέργεια μόνο. Πρέπει να μάθω κι είστε ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να μου δώσει μια τελείως ανεπηρέαστη γνώμη». Ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή και η Λίζα ήταν πια σίγουρη ότι τα παρακάλια της δεν είχαν πιάσει τόπο, όταν η κυρία Κερκ άρχισε να μιλάει χαμηλόφωνα. «Σαν μικρό παιδί ήταν μια σκέτη κούκλα, έξυπνη και πονηρή όταν τη βόλευε, αλλά ήταν φοβερή ψεύτρα και πάντα κατάφερνε να περνάει το δικό της. Έκανα ό,τι μπορούσα για να τη συμμορφώσω και κανονικά δεν πρέπει να μιλάμε άσχημα για τους νεκρούς, αλλά η μικρή μεγάλωσε κι έγινε ένας σκέτος μπελάς. Ανακατεύτηκε σε διάφορες ιστορίες που τις έκρυβε απ’ τον αδερφό της. Εκείνος απ’ την άλλη ήταν πολύ απασχολημένος με τη δουλειά για να καταλάβει τι γινόταν κι έπειτα η Τζίνι τον έπαιζε στα δάχτυλά της. Ποτέ του δεν πίστεψε ότι η μικρή ήταν ικανή για κάτι κακό. Αλλά εμένα δε μου άρεσε ο τρόπος που τον πείραζε...» Σταμάτησε απότομα και πέρασαν λίγες στιγμές, προτού συνεχίσει τη διήγησή της. «Όταν παντρεύτηκε, ένιωσα μεγάλη ανακούφιση, αν και κατά βάθος λυπόμουν τον κύριο Χέιγουορντ... Ορίστε! Πάλι πολλά είπα και δεν είναι σωστό...» Η Λίζα την αγκάλιασε αυθόρμητα. «Ευχαριστώ που ήσαστε ειλικρινής μαζί μου. Δεν πρόκειται να επαναλάβω ούτε μια λέξη». «Ίσως ήταν πια καιρός να τα πει κάποιος. Κι όλα είναι αλήθεια». Η Λίζα έσφιξε τα δόντια της. Θα έπρεπε το βράδυ στο πάρτι να βρει τρόπο να πείσει την Κάρολ να κάνει το ίδιο... * Βοηθούσε την κυρία Κερκ να μαζέψει την κουζίνα, όταν θυμήθηκε ότι το πάρτι θα δινόταν στο πολυτελέστατο Γουόλντορφ. Αν κι ήταν ακόμα οργισμένη με τον τρόπο που ο Θορν της είχε φερθεί, μια περίεργη αίσθηση περηφάνιας την έκανε να μισεί την ιδέα ότι θα τον απογοήτευε μπροστά στους φίλους του. «Κανονικά, θα έπρεπε να φτιάξω κάπως το πρόσωπο και τα μαλλιά μου», είπε δυνατά, χωρίς να το καταλάβει. «Υπάρχει ένα ινστιτούτο αισθητικής και κομμωτήριο μέσα στο κτίριο», της απάντησε η κυρία Κερκ. «Είναι πολύ αργά πια για να κλείσω ραντεβού και... ξέχασα να ζητήσω χρήματα απ’ τον Θορν». Η κυρία Κερκ όμως ήξερε πολύ καλά τι δύναμη είχε το όνομα Λάντερς. «Θα τους τηλεφωνήσω και θα τους ζητήσω να στείλουν στον κύριο Λάντερς το λογαριασμό». Η Λίζα βγήκε απ’ το κομμωτήριο στις πεντέμισι το απόγευμα, νιώθοντας τελείως διαφορετική. Τα κατσαρά μαλλιά της είχαν κοπεί σ’ ένα κοντό στυλ που τόνιζε το λαιμό της και αναδείκνυε το πρόσωπό της. Το δέρμα της έλαμπε και τα νύχια της είχαν αποκτήσει μια απαλή λάμψη, ενώ μια επαγγελματίας αισθητικός είχε τονίσει το στόμα και τα μάτια της και την είχε μεταμορφώσει σε μια πανέμορφη γυναίκα.


Η Λίζα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και για πρώτη φορά ένιωσε την αυτοπεποίθηση ότι μπορούσε να πάει οπουδήποτε, χωρίς να ντροπιάσει το συνοδό της. Όταν όμως πήγε έξι η ώρα κι ο Θορν δεν είχε εμφανιστεί ακόμα, η Λίζα άρχισε να ανησυχεί. Μήπως τελικά εκείνος είχε αποφασίσει να μην πάνε στο πάρτι; Έτρεξε στο τηλέφωνο και τον πήρε στο γραφείο. Χρειάστηκε να χτυπήσει αρκετές φορές, προτού το σηκώσει εκείνος. «Λάντερς». «Τι ώρα θα έρθεις σπίτι;» τον ρώτησε κατευθείαν. Της φάνηκε ότι ξαφνιάστηκε που άκουσε τη φωνή της, αλλά μετά τη ρώτησε εκνευρισμένα: «Γιατί; Για να ξαναβγείς έξω και να συναντήσεις τον αδερφό σου;» Η Λίζα κράτησε την ψυχραιμία της. «Η δεσποινίς Γκούγκενχαϊμ τηλεφώνησε το πρωί για να σου θυμίσει το πάρτι της σήμερα το βράδυ... Δε θα πάμε;» «Δεν έχω διάθεση για πάρτι». «Σε παρακαλώ, Θορν... Πάμε. Έφτιαξα τα μαλλιά μου ειδικά για σήμερα και θα ’θελα να βγω έξω». Κράτησε την ανάσα της περιμένοντας. «Εντάξει. Μια και το ζητάς τόσο όμορφα κι ευγενικά», της απάντησε ειρωνικά. «Αν η Κάρολ γνωρίσει τη γυναίκα μου, ίσως της περάσει η έμμονη ιδέα που έχει μ’ εμένα», πρόσθεσε μιλώντας περισσότερο στον εαυτό του παρά στην ίδια. Για πρώτη φορά η Λίζα είδε το θέμα κι απ’ την πλευρά της κοπέλας. «Δε θέλω να της χαλάσω το πάρτι. Δε φταίει που σ’ αγαπάει και...» «Είσαι ακόμα πολύ αθώα, ώστε να μιλάς για αγάπη. Μόνο πόθος και πάθος υπάρχει, όχι αγάπη. Όχι τουλάχιστον με τον τρόπο που το εννοείς εσύ. Θα είμαι στο σπίτι σε μια ώρα περίπου». Γεμάτη ανακούφιση απ’ τη μια κι αγωνία απ’ την άλλη, η Λίζα διάλεξε το πιο εντυπωσιακό φόρεμα που της είχε αγοράσει ο Θορν. Ένα μακρύ λαμέ, με πολύ λεπτές τιράντες. Έδινε μια απατηλή εικόνα απλότητας, αλλά με τον τρόπο που έπεφτε, αγκάλιαζε τη λεπτή της μέση, τονίζοντας έτσι τους γοφούς της. Μπορεί βέβαια το ντεκολτέ της να ’ταν λίγο πιο βαθύ απ’ ό,τι θα ’θελε η ίδια, αλλά, με βάση τη μόδα, γενικά ήταν κάπως συντηρητικό. Διάλεξε ψηλοτάκουνα σανδάλια, μια εσάρπα και μια μικρή τσάντα. Δε φόρεσε ούτε ένα κόσμημα πέρα απ’ το μενταγιόν και το δαχτυλίδι του αρραβώνα της. Μόλις ετοιμάστηκε, κάθισε στο σαλόνι, περιμένοντας τον Θορν μ’ αγωνία. Όταν πήγε επτάμισι η ώρα και δεν είχε έρθει ακόμα, άρχισε να απελπίζεται, σίγουρη ότι εκείνος είχε αλλάξει γνώμη. Τότε όμως άκουσε την πόρτα να ανοίγει. Ο Θορν μπήκε μέσα και κατευθύνθηκε προς την κρεβατοκάμαρά τους, αλλά στάθηκε απότομα. «Τι στην ευχή έκανες στον εαυτό σου;» Η επίθεσή του ήταν τόσο άγρια και απροσδόκητη, που τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Ήθελα... να μη σ’ απογοητεύσω...» «Για όνομα του Θεού! Μην κλαις! Απλώς προτιμώ τα μαλλιά σου μακριά κι έχω σιχαθεί τις γυναίκες που βγαίνουν πανομοιότυπες απ’ τα ινστιτούτα αισθητικής». Όταν επέστρεψε μετά από λίγη ώρα, της Λίζας της φάνηκε κούκλος με τα βραδινά του ρούχα. Αν και μέσα της είχε γίνει ένας κόμπος απ’ την απογοήτευση για τη συμπεριφορά του και την αγωνία απ’ αυτό που σκόπευε να κάνει, εξωτερικά φαινόταν ψύχραιμη και ήρεμη. Όταν έφτασαν στο Γουόλντορφ, το πάρτι είχε ήδη αρχίσει. Στη μεγάλη αίθουσα ακούγονταν γέλια και φωνές, ενώ μια ορχήστρα έπαιζε μουσική για όσους ήθελαν να χορέψουν και η σαμπάνια έρεε άφθονη. Σίγουρα οι καλεσμένοι προέρχονταν από την αφρόκρεμα της Νέας Υόρκης. Οι γυναίκες έλαμπαν με τα κοσμήματα και τα υπέροχα φορέματά τους, ενώ οι άντρες με τα βραδινά τους επίσημα ρούχα είχαν το σίγουρο ύφος των πλούσιων κι ισχυρών. Ανοίγοντας δρόμο για να πλησιάσουν την οικοδέσποινά τους, πολλοί απ’ τους καλεσμένους χαιρετούσαν τον Θορν με σεβασμό. Εκείνος χαμογελούσε παίζοντας το ρόλο του ευτυχισμένου νιόπαντρου, τους σύστηνε τη Λίζα και δεχόταν τα συγχαρητήρια και τα πειράγματά τους ότι ήταν υπόγειος τύπος και τα είχε κρατήσει όλα κρυφά. Η Κάρολ ήρθε να τους συναντήσει μαζί μ’ έναν κοντό γεροδεμένο άντρα. Φορούσε ένα τολμηρό κατακόκκινο φόρεμα που ταίριαζε με τα σκούρα μαλλιά της. «Θορν, αγάπη μου! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω». Του χαμογέλασε χαρούμενη. Ήταν έτοιμη να σηκωθεί στις μύτες των ποδιών της και να τον φιλήσει, αλλά εκείνος την πρόλαβε και, πιάνοντας το χέρι της, το έφερε στα χείλη του. «Έχεις ήδη γνωρίσει τη Λίζα, έτσι δεν είναι;» «Ναι, φυσικά». Η Κάρολ γύρισε προς το μέρος της απρόθυμα. «Πολύ ευγενικό από μέρους σου που ήρθες». «Λάντερς...» Ο άντρας δίπλα της άπλωσε το χέρι του. Ο Θορν γύρισε προς τη Λίζα. «Αγάπη μου, να σου συστήσω τον Σολ Γκούγκενχαϊμ, τον πατέρα της Κάρολ. Σολ, η γυναίκα μου, η Λίζα». Ο άντρας τη χαιρέτησε ευγενικά, αλλά τα μικρά μάτια του την εξέτασαν περίεργα από πάνω ως κάτω. «Δεν είχα ιδέα ότι είχες παντρευτεί... με μια τόσο όμορφη κοπέλα». «Ήταν ξαφνικός έρωτας. Κρατήσαμε όλη την ιστορία κρυφή, εξαιτίας των δημοσιογράφων». «Γεια σας», τους χαιρέτησε ένας μεγαλόσωμος ξανθός νέος άντρας. Η Λίζα τον αναγνώρισε αμέσως. Ήταν ο νεαρός που είχαν ξανασυναντήσει μαζί με την Κάρολ. «Γεια σου, Πολ». Εκείνος, αφού αντάλλαξε χειραψίες με όλους, γύρισε προς το μέρος της Κάρολ. «Έρχεσαι να χορέψουμε;» Χωρίς να δώσει σημασία στο μουτρωμένο ύφος της, την παρέσυρε προς την πίστα. «Τι γνώμη έχεις για το νεαρό;» ρώτησε ο Σολ τον Θορν, κοιτάζοντας το ζευγάρι που απομακρυνόταν. «Πολύ ευχάριστος τύπος και πολύ αποφασιστικός». Ο Σολ κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. «Μπορεί να γίνει γαμπρός μου. Πιστεύω ότι αγαπάει την Κάρολ και μου φαίνεται ότι ξέρει πώς να τη χειριστεί... Σας αφήνω τώρα να απολαύσετε το πάρτι». Όταν έμειναν μόνοι τους, ο Θορν γύρισε προς τη Λίζα. «Θες να χορέψουμε, αγάπη μου;» Χωρίς να περιμένει απάντηση, την έπιασε απ’ το χέρι και την οδήγησε στην πίστα. Κάτω από άλλες συνθήκες, η Λίζα θα είχε αφεθεί στη μαγεία του χορού, αλλά μετά απ’ όλα όσα είχαν γίνει μεταξύ τους κι έχοντας τόσες πολλές σκέψεις στο μυαλό της, ένιωσε ανακούφιση, όταν της πρότεινε να τριγυρίσουν λίγο ανάμεσα στον κόσμο. Μετά από δύο ώρες κι αρκετά ποτήρια σαμπάνια, η Λίζα δεν είχε καταφέρει να κάνει τίποτε απ’ όλα όσα είχε σχεδιάσει. Ο Θορν ήταν συνέχεια δίπλα της και, είτε γιατί είχε πειραχτεί είτε γιατί φρόντιζε να την απασχολεί ο Πολ, η Κάρολ δεν τους είχε πλησιάσει. Κάποια στιγμή ο κόσμος άρχισε να κατευθύνεται προς τον μπουφέ κι ο Θορν, αφού την έβαλε να καθίσει σ’ έναν απομονωμένο καναπέ, τη ρώτησε: «Πεινάς;» «Υπερβολικά», του απάντησε ψέματα εκείνη. «Τότε, πάω να δω τι μπορώ να βρω». Μόλις έφυγε από κοντά της, η Λίζα άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στο πλήθος για να ξεχωρίσει το κατακόκκινο φόρεμα. Αν κατάφερνε να απομονώσει την Κάρολ έστω και για λίγο... Λες και είχαν εισακουστεί οι προσευχές της όμως, η μελαχρινή κοπέλα βρέθηκε ξαφνικά δίπλα της. Φαινόταν λίγο ζαλισμένη και το ποτήρι στο χέρι της έγερνε επικίνδυνα. «Θα μου δώσεις συγχαρητήρια;» ρώτησε τη Λίζα, αφού σωριάστηκε δίπλα της στον καναπέ. «Ο Πολ κι εγώ μόλις αρραβωνιαστήκαμε». «Σου εύχομαι κάθε ευτυχία», απάντησε η Λίζα με ειλικρίνεια. «Ο Πολ φαίνεται πολύ καλό παιδί».


«Είναι. Αλλά εσύ πήρες το μοναδικό άντρα που ήθελα εδώ και καιρό. Προσπάθησα... Προσπάθησα πάρα πολύ... να τον κάνω να μ’ αγαπήσει και δεν ήμουν η μόνη, αλλά αυτός πάντα συμπεριφέρεται σ’ όλες τις γυναίκες περιφρονητικά». Λες να μην το ξέρω, σκέφτηκε η Λίζα. «Πώς τον έκανες να σ’ αγαπήσει;» ρώτησε η Κάρολ απαιτητικά. «Θέλω να μάθω το μυστικό σου». «Μα δε μ’ αγαπάει». Η Λίζα επέλεξε τελείως ενστικτωδώς να της πει την αλήθεια. «Με παντρεύτηκε για να εκδικηθεί τον Μαρκ». «Τον Μαρκ;» Η Κάρολ φάνηκε να μην αναγνωρίζει αμέσως το όνομα. «Είμαι η αδερφή του Μαρκ Χέιγουορντ». «Δεν ήξερα ότι είχε αδερφή. Και λοιπόν;» «Ο Θορν πιστεύει ότι ο Μαρκ φερόταν άσχημα στην αδερφή του και...» «Αυτό είναι αστείο!» Η Κάρολ άδειασε με μια γουλιά το ποτήρι της κι ύστερα το άφησε να γλιστρήσει στο παχύ χαλί. «Είναι μια απόδειξη για το πόσο ηλίθιος και τυφλός μπορεί να αποδειχτεί και ο πιο έξυπνος άντρας! Η Τζίνι έκανε τον Μαρκ ό,τι ήθελε. Εκείνος ήταν τρελός μαζί της, αλλά η ίδια δεν του έδινε καμιά σημασία. Ποτέ δεν τον αγάπησε...» «Μα είχε μείνει έγκυος στο παιδί τους...» «Το παιδί δεν ήταν του Μαρκ. Ήταν του Ρικ Μέριλ. Ήταν πιο νέος απ’ την Τζίνι κι είχε φοβερά μπλεξίματα με την αστυνομία. Αυτός της έμαθε να παίρνει ναρκωτικά...» Η Λίζα ένιωσε ναυτία. «Το παιδί δεν ήταν του Μαρκ;» «Όχι βέβαια! Ήταν έγκυος, πριν ακόμα κοιμηθεί μαζί του. Γι’ αυτό τον παντρεύτηκε. Φοβόταν την αντίδραση του Θορν, όταν θα μάθαινε ποιος ήταν ο πατέρας του μωρού. Θα γινόταν έξω φρενών και...» Η Λίζα τη διέκοψε απότομα, φοβούμενη ότι μπορεί ο Θορν να επέστρεφε από στιγμή σε στιγμή. «Ήσουν εκεί το βράδυ που έπεσε απ’ τις σκάλες κι έχασε το μωρό;» «Είχα πάει να την πάρω για να πάμε σ’ ένα πάρτι. Χρειαζόταν να βγει λίγο έξω να ξεσκάσει. Ο Μαρκ όμως δεν ήθελε να την αφήσει και γι’ αυτό τσακώθηκαν». «Ο Μαρκ λέει ότι δεν ήταν κοντά της, όταν γλίστρησε κατά λάθος...» «Δε γλίστρησε και δεν έγινε κατά λάθος...» Όλες οι ελπίδες της Λίζας διαλύθηκαν κι έτσι στην αρχή δεν έδωσε σημασία στα επόμενα λόγια της Κάρολ. Όταν όμως η ομίχλη διαλύθηκε απ’ το μυαλό της, γύρισε προς το μέρος της. «Για ξαναπές το αυτό», της ψιθύρισε. «Είπα ότι έπεσε επίτηδες». «Επίτηδες; Μα γιατί; Γιατί να κάνει κάτι τέτοιο;» «Για να καλύψει το γεγονός ότι το πρωί της ίδιας μέρας είχε πάει να κάνει έκτρωση σε κάποιον τσαρλατάνο...» Βλέποντας την έκφραση στο πρόσωπο της Λίζας, η Κάρολ θέλησε να υπερασπίσει τον εαυτό της. «Εγώ της το είχα πει ότι ήταν ανόητη. Εκείνη ήθελε να το ξεφορτωθεί απ’ την αρχή, αλλά φοβόταν ότι, αν πήγαινε σε κάποια κλινική, ο Θορν θα το μάθαινε. Κι αυτό δεν το ήθελε. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να τον κάνει να πιστεύει ότι ήταν άγια και να την αγαπάει. Και δεν εννοώ ως αδερφός... Αυτός ήταν ένας λόγος ακόμα που παντρεύτηκε τον Μαρκ. Ήθελε να κάνει τον Θορν να ζηλέψει και, επειδή το σχέδιό της δεν πέτυχε, έγινε δυστυχισμένη. Ήθελε να ’ναι μαζί με τον Θορν, αλλά δεν ήθελε να πάει κοντά του έχοντας μέσα της το παιδί ενός άλλου άντρα. Όλα τα έκανε εξαιτίας του Θορν. Ήθελε να τον κάνει να τη δει ως ελκυστική γυναίκα, να την ποθήσει. Δεν ήταν συγγενείς εξ αίματος, ξέρεις, και εκείνη ήταν τρελή και παλαβή μαζί του για χρόνια. Εκείνος όμως πάντα της φερόταν λες και ήταν μικρό παιδί κι αυτό την τρέλαινε». «Θεέ μου! Θα κάνω εμετό...» Η Λίζα σηκώθηκε όρθια, τρέμοντας. Ένα δυνατό χέρι τυλίχτηκε γύρω της και την οδήγησε έξω από την αίθουσα. Άκουσε τον Θορν να φωνάζει μια σερβιτόρα. «Φροντίζετε τη γυναίκα μου, σας παρακαλώ; Δε νιώθει και πολύ καλά». Η σερβιτόρα την οδήγησε στην τουαλέτα και η Λίζα ήπιε ένα ποτήρι νερό. Ευτυχώς που δεν είχε φάει τελικά. Όταν ένιωσε τη ναυτία της να υποχωρεί, χαμογέλασε κουρασμένα στην ηλικιωμένη γυναίκα που στεκόταν δίπλα της. «Είμαι μια χαρά τώρα. Καλύτερα να επιστρέψω». Ο Θορν έκοβε βόλτες έξω απ’ την πόρτα, με το πρόσωπο σκυθρωπό. Είχε πάρει την τσάντα και την εσάρπα της και, χωρίς κουβέντα, την οδήγησε σ’ ένα ταξί που τους περίμενε έξω. Στη διαδρομή προς το σπίτι, δε μίλησε κανείς απ’ τους δυο τους και μόνο όταν έφτασαν κι ο Θορν την έβαλε να καθίσει στον καναπέ, άνοιξε το στόμα του να της μιλήσει. «Θες ένα μπράντι;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Εκείνος γέμισε ένα ποτήρι και το κατέβασε ολόκληρο. «Είσαι σαν φάντασμα. Καλύτερα να πας στο κρεβάτι». Η Λίζα κούνησε πάλι το κεφάλι της αρνητικά. «Πρέπει να μιλήσουμε». Η φωνή της ακούστηκε αχνή και τρεμάμενη. «Θα μιλήσουμε αργότερα. Πρέπει να κάνω ορισμένα πράγματα πρώτα. Πήγαινε να ξεκουραστείς, Λίζα». Απομακρύνθηκε από κοντά της κι εκείνη άκουσε την εξωτερική πόρτα να κλείνει. Νιώθοντας ένα περίεργο μούδιασμα, χωρίς ούτε να σκέφτεται ούτε να νιώθει τίποτε, έμεινε σωριασμένη στον καναπέ, ενώ τα λεπτά περνούσαν, ώσπου έγιναν ώρες. Θα πρέπει να την πήρε ο ύπνος, γιατί, όταν άνοιξε τα μάτια της, είδε τον Θορν από πάνω της να την παρατηρεί με κουρασμένο ύφος, φορώντας ακόμα τα βραδινά του ρούχα. Έξω απ’ το παράθυρο, οι πρώτες ακτίνες του ήλιου είχαν αρχίσει να φωτίζουν τον ουρανό. «Πάω να φτιάξω καφέ», ψιθύρισε η Λίζα. Όταν όμως προσπάθησε να σηκωθεί, εκείνος την έσπρωξε απαλά, προς τα πίσω. «Θα φτιάξω εγώ». Γύρισε μετά από λίγα λεπτά κι αφού της έδωσε ένα φλιτζάνι με αχνιστό καφέ, κάθισε απέναντί της. Ο καφές ήταν ζεστός, δυνατός κι αναζωογονητικός και για λίγα λεπτά κάθισαν σιωπηλοί, απολαμβάνοντάς τον. Η Λίζα έσπασε πρώτη τη σιωπή. «Πόσα άκουσες;» «Τα περισσότερα. Είδα την Κάρολ που ήρθε και κάθισε δίπλα σου. Ήταν φανερό ότι ήταν λίγο μεθυσμένη και σκέφτηκα ότι μπορεί να σου μιλούσε άσχημα. Γι’ αυτό γύρισα». «Τα πίστεψες αυτά που είπε;» «Στην αρχή δεν ήθελα να τα πιστέψω. Όταν σ’ έφερα εδώ κι έφυγα, πήγα στο νοσοκομείο. Επειδή ήταν βράδυ, ήταν λίγο δύσκολο στην αρχή να βρεθεί μια άκρη, αλλά κατάφερα να τους πείσω να κοιτάξουν τα αρχεία τους. Η Τζίνι...» Η φωνή του έσπασε. «... δεν έχασε το μωρό απ’ το πέσιμο. Δεν ήταν καν έγκυος όταν την πήγαν στο νο