Page 1


Τα ΑΡΛΕΚΙΝ επιλέγουν για σας τις ωραιότερες ιστορίες τους! Συγγραφείς που αγαπήθηκαν - ιστορίες αγάπης που ξεχώρισαν Ο Μυστηριώδης Τσιγγάνος SOPHIE WESTON Η Τζο ήξερε ότι ο ταλαντούχος σκηνοθέτης Σεμπ Κόρμπελ μπορούσε να ανοίξει πολλές πόρτες στην καριέρα της -ή να τις κλείσει για πάντα... Έτσι, όσο κι αν τον αντιπαθούσε, δέχτηκε να δουλέψει στην καινούρια του ταινία. Αλλά όταν βρέθηκαν για τα γυρίσματα στην Ισπανία, ο Σεμπ απαίτησε να του δώσει ό, τι της ζητούσε -τόσο μπροστά όσο και πίσω από τις κάμερες... Μια Ακόμα Κατάκτηση CHARLOTTE LAMB Κάποτε, η Λόρεν είχε γοητευτεί από τον διάσημο φωτογράφο Σαμ Χάρντι. Αλλά ευτυχώς ξέφυγε από τον αδιόρθωτο πλεϊμπόι πριν της ραγίσει την καρδιά. Τώρα ήταν αρραβωνιασμένη μ' έναν ευγενικό, γλυκό άντρα. Γιατί, λοιπόν, όταν ο Σαμ εμφανίστηκε ξανά στη ζωή της, αναστατώθηκε τόσο; Η σκέψη του τη βασάνιζε μέρα και νύχτα, την έβαζε σε πειρασμό. Κι ας ήξερε πως για κείνον δεν ήταν παρά ένα ακόμη όνομα σε μια ατέλειωτη λίστα... Ο Μυστηριώδης Τσιγγάνος SOPHIE WESTON Μια Ακόμα Κατάκτηση CHARLOTTE LAMB ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A. Β. Ε Ε. Φειδίου 18, 106 78 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438 - 210 3629 723 www.arlekin.gr ISSN 1791-910X © 2012 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V. / S.a.r.l. Ο ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΤΣΙΓι'ΑΝΟΣ Τίτλος πρωτοτύπου: Gypsy in the Night © 1991 by Sophie Weston. All rights reserved. Μετάφραση: Θεόδωρος Βενάρδος MIA ΑΚΟΜΑ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ


Τίτλος πρωτοτύπου: Sleeping Partners © 1991 by Charlotte Lamb. All rights reserved. Μετάφραση: Βανέσσα Λάππα Επιμέλεια: Έλλη Κωνσταντίνου Διόρθωση: Σωτηρία Αποστολάκη Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΑ ΑΡΛΕΚΙΝ - ΤΕΥΧΟΣ 38 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.

Ο Μυστηριώδης Τσιγγάνος SOPHIE WESTON Μετάφραση: Θεόδωρος Βενάρδος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Η Τζο Πέιτζ κατέβασε τις μακριές ηλιοκαμένες γάμπες της από τη σταματημένη Μερσέντες και χαμογέλασε στον Σάιμον Κέρτις. «Σ’ ευχαριστώ», είπε. «Ήταν πολύ... διδακτικό αυτό». Εκείνος έδειχνε κάπως ταραγμένος. «Ο Σεμπ θα σε ενημερώσει σωστά», της είπε σφίγγοντας το τιμόνι του νοικιασμένου αυτοκινήτου. «Είμαι σίγουρη γι’ αυτό». Η Τζο τεντώθηκε και τράβηξε από το πίσω κάθισμα τη μικρή βαλίτσα της. «Εγώ είμαι απλώς βοηθός του», συμπλήρωσε βιαστικά ο Σάι-μον. «Μη με υπολογίζεις και πολύ». Τα πράσινα μάτια της Τζο έλαμψαν. Ήταν ένα βλέμμα που είχε κάνει άντρες πολύ πιο δυνατούς από τον Σάιμον Κέρτις να νιώσουν αμηχανία. «Μα πάντα υπολογίζω ανθρώπους της δικής σου δουλειάς», τον διαβεβαίωσε στα ίσα. «Ω, Θεέ μου», είπε ο Σάιμον ανήσυχος. Η Τζο γέλασε και προσπάθησε να τον καθησυχάσει. «Δε μου είπες κάτι που δεν το περίμενα. Όταν κανονικά η αμοιβή μου είναι η υψηλότερη της αγοράς και κάποιος με πληρώνει τα διπλάσια απ’ αυτά για να δουλέψω σαν κασκαντέρ σε κάτι που ακόμα κι ένας ερασιτέχνης θα μπορούσε να το κάνει...» σήκωσε τους ώμους της «...τότε αυτό δημιουργεί κάποια ερωτηματικά».


Και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, πρόσθεσε από μέσα της, αλλά δεν υπήρχε λόγος να ανησυχήσει τον Σάιμον ακόμα περισσότερο λέγοντάς του κάτι τέτοιο τώρα. Όχι ότι φαινόταν και εντελώς καθησυχασμένος. Κοίταζε κατευθείαν μπροστά του, με τα φρύδια ζαρωμένα. Η Τζο τον λυπόταν. Αυτή ήταν η πρώτη του μεγάλη δουλειά στον κινηματογράφο και ο Σεμπ Κόρμπελ δεν ήταν ο πιο εύκολος σκηνοθέτης για ένα ξεκίνημα. «Δε θα του πω τίποτα», του υποσχέθηκε. Ο Σάιμον της έριξε μια γρήγορη ματιά. «Πολύ ευγενικό από μέρους σου». Ήταν η σειρά τηςΤζο να κοιτάξει μακριά.Ήξεραν καλά και οι δύο ότι, σε όλη τη διάρκεια του μακρινού ταξιδιού τους από το αεροδρόμιο ως εδώ, τον είχε ψαρέψει και του είχε πάρει λόγια. Τώρα καταλάβαινε ότι είχε δίκιο από την αρχή. Ανησυχούσε γι’ αυτή τη δουλειά από την πρώτη στιγμή, και όσα της είχε πει ο Σάιμον είχαν επιβεβαιώσει απλώς τις ανησυχίες της. «Φέρθηκες πολύ έξυπνα», της είπε αργά. Η Τζο ετοιμάστηκε να του πει κάτι, αλλά εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα του χωριατόσπιτου και μια μικροκαμωμένη γκριζομάλλα γυναίκα ντυμένη στα μαύρα έκανε την εμφάνισή της, με πρόσωπο που έλαμπε. «Πεπίτα, από δω η δεσποινίς Πέιτζ», είπε ο Σάιμον σε αργά, προσεκτικά ισπανικά. «Δείξ’ της, σε παρακαλώ, το δωμάτιο που είπαμε». Η Πεπίτα έγνεψε συγκαταβατικά και αποκρίθηκε με ένα χείμαρρο ακαταλαβίστικων για την Τζο λέξεων ενώ έπαιρνε το βα-λιτσάκι της και ανέβαινε πρώτη σε μια εξωτερική σκάλα. Η Τζο βγήκε από το αυτοκίνητο και την ακολούθησε χαμογελαστή. «Θα ξαναπεράσω αργότερα», της φώναξε ο Σάιμον καθώς έβαζε μπρος το αυτοκίνητο, που άρχισε να ανηφορίζει το στενό δρομάκι με τα κάτασπρα σπίτια δεξιά κι αριστερά. Η άσπρη σκάλα έστριβε στο πλάι του μικρού σπιτιού, που ήταν βαμμένο κι αυτό σε ένα εκτυφλωτικό λευκό. Κάτω από το χέρι της η Τζο ένιωθε τον πέτρινο τοίχο να είναι ακόμα ζεστός. Ήταν φανερό ότι θα την έβαζαν να μείνει στην ταράτσα. Με έναν αναστεναγμό, πέρασε την τσάντα της στον ώμο. Σ’ όλη της την καριέρα είχε κοιμηθεί στα πιο απίθανα μέρη. Είχε την ελπίδα όμως ότι τα Επικίνδυνα Μεσάνυχτα, με τον διάσημο σκηνοθέτη και το διεθνές καστ ηθοποιών, θα της εξασφάλιζαν τουλάχιστον ένα στρώμα της προκοπής και υδραυλική εγκατάσταση του εικοστού αιώνα. Αναρωτήθηκε πού να έμεναν οι ηθοποιοί. Όχι σ’ αυτό το απλό χωριό, ήταν σίγουρη. Η Άννα Μπεθ Άρντεν θα απαιτούσε ένα διεθνές ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων τουλάχιστον. Όπως το περίμενε, η Πεπίτα της έδειξε ένα δωμάτιο στην ταράτσα, εκτεθειμένο το μισό στον αέρα. Η Τζο κοίταξε τριγύρω της. Οι ελλείψεις σε ανέσεις αντισταθμίζονταν με το παραπάνω από τη χάρη του δωματίου. Το χαμηλό κρεβάτι σε αραβικό στυλ ήταν σκεπασμένο με ένα υφαντό κιλίμι. Το δωμάτιο ήταν μισό ταράτσα μισό κρεβατοκάμαρα. Υπήρχε ένα σύστημα από τροχαλίες που η Πεπίτα το έδειξε στην Τζο και της εξήγησε πώς να κατεβάζει ή να ανεβάζει την τέντα αν έκανε


κρύο ή έβρεχε. Όλη της η έκφραση έδειχνε ότι ήταν αδιανόητο να συμβεί κάτι από τα δύο. Η Τζο συγκατένευσε πρόσχαρα και πήγε στο χαμηλό στηθαίο. Η θέα πέρα από το μικρό ορεινό χωριό προς τα ψηλά βουνά ήταν συναρπαστική. Η Πεπίτα ακολούθησε την κοπέλα ευχαριστημένη από τον ενθουσιασμό της. Η ταράτσα ήταν γεμάτη γλάστρες με ζωηρόχρωμα γεράνια. Η Τζο σκάλισε τη μνήμη της για να θυμηθεί την τελευταία επίσκεψή της στην Ισπανία. «Λίντα», κατάφερε τελικά να πει δείχνοντας την όμορφη θέα. Η Πεπίτα ευχαριστήθηκε έστω και μ’ αυτή την απλή προσπάθεια να μιλήσει η Τζο τη γλώσσα της. Το πρόσωπό της έλαμψε ακόμα περισσότερο και έκανε με το χέρι της μια κίνηση που έδειχνε ότι η Τζο μπορούσε να νιώσει εκεί σαν στο σπίτι της. Μετά της υποσχέθηκε να της φέρει αμέσως παγωμένο καφέ και εξαφανίστηκε στη σκάλα. Ακόμα και εδώ ψηλά έκανε τόση ζέστη, που η Τζο ένιωθε τον αέρα καυτό πάνω στο δέρμα της. Έβγαλε τη βαμβακερή μπλούζα της και τράβηξε ένα τι-σερτ από τη βαλίτσα της. Χωρίς πολλές ελπίδες κοίταξε για μπάνιο. Μια ντουσιέρα στη γωνιά μύριζε μούχλα, ενώ πουθενά δε φαίνονταν σωλήνες νερού. Το μπάνιο εδώ σίγουρα θα είναι περιπέτεια, συλλογίστηκε. Φόρεσε το τι-σερτ της και βούλιαξε σε μια από τις πολυθρόνες από μπαμπού που ήταν στην ταράτσα. Έγειρε πίσω το κεφάλι της, έκλεισε τα μάτια και άφησε τον εαυτό της να χαλαρώσει. Έμεινε εκεί χωρίς να κουνιέται, παραδομένη στην αποχαυ-νωτική ζέστη. Κάποια στιγμή έφτασε στ’ αυτιά της ο θόρυβος από ένα αυτοκίνητο που σταματούσε κάπου από κάτω. Κάποιες έντονες κουβέντες στα ισπανικά κι ύστερα μια πόρτα να κλείνει δυνατά. Η Τζο συνέχισε να μένει ακίνητη, με τα μάτια κλειστά. Δεν άκουσε κανέναν να ανεβαίνει τη σκάλα, δεν ένιωσε καμιά κίνηση κοντά της. Αλλά ξαφνικά ήξερε ότι δεν ήταν πια μόνη. Ξαφνιασμένη άνοιξε τα μάτια της. Γύρισε το κεφάλι της περι-μένοντας να δει τον Σάιμον. Χαμογελούσε κιόλας. Μόνο που δεν ήταν ο Σάιμον αυτός που στεκόταν στην άκρη της σκάλας και την κοίταζε. Δεν ήταν κανένας που να τον έχει συναντήσει ποτέ της. Ήταν ψηλός, λεπτός, με φαρδιούς ώμους και μακριά πόδια. Τον κοίταξε, μισοζαλισμένη ακόμα, και κάτω από το εκτυφλωτικό φως της φάνηκε σαν να ήταν κάποιος διάβολος που είχε πάρει σάρκα και οστά. Τα μαύρα μαλλιά του είχαν γκριζωπές ανταύγειες στους κροτάφους και τα σκληρά καστανά μάτια του έκαναν το ενστικτώδες χαμόγελό της να παγώσει στα χείλη της. Μπορεί να μην τον είχε ξαναδεί, αλλά τον ήξερε πολύ καλά. Είχε δει τόσες φωτογραφίες του, που θα ήταν αδύνατον να μην τον αναγνωρίσει. Παρ’ όλο που δε μοιάζει και πολύ με τις φωτογραφίες, συλλογίστηκε καθώς κατάπινε με δυσκολία. Φαινόταν πιο σκοτεινός και πιο επικίνδυνος απ’ ό,τι παρουσιαζόταν στις συνεντεύξεις του και καθόλου ευχαριστημένος.


Σηκώθηκε όρθια, έτοιμη να τον αντιμετωπίσει. «Η Τζο Πέιτζ;» Η φωνή του ήταν σιγανή και κάπως βραχνή. Ήταν μια πολύ ελκυστική φωνή, και η Τζο ήταν σχεδόν σίγουρη ότι εκείνος το ήξερε. Προχώρησε προς το μέρος της. Παρά την εντύπωση της δύναμης που έδινε, το βήμα του είχε μια χάρη που τον έκανε να δείχνει σαν να μην είχε βιαστεί ποτέ στη ζωή του. Από πολύ κοντά, η Τζο όφειλε να το παραδεχτεί, έδειχνε να έχει μια πληθωρική προσωπικότητα. Παρατήρησε ότι όταν έσφιξε το χέρι που εκείνος της έτεινε έκανε άθελά της ένα βήμα πίσω και ενοχλήθηκε από την αντίδρασή της. Ο άντρας δεν της συστήθηκε. Θα πρέπει να ήξερε ότι δε χρειαζόταν. Η φωτογραφία του Σεμπ Κόρμπελ ήταν σε τόσο πολλές εφημερίδες σε διάφορες εκδηλώσεις φέτος, που δε χρειαζόταν συστάσεις. Η Τζο προσπάθησε να αδιαφορήσει για την παράλειψή του. Θα δούλευαν μαζί, στο κάτω κάτω. Δεν μπορούσε να έχει την πολυτέλεια να τσακώνεται με το σκηνοθέτη. Της έριξε μια εξεταστική ματιά. «Καλοσύνη σου που ήρθες», της είπε με τόση άνεση και γοητεία, που η κοπέλα αναγκάστηκε να σφίξει τα δόντια για να μην αντιδράσει. Έπρεπε να είχε φανεί πιο ευγενική απέναντι του δε θα της κόστιζε τίποτα να του πετάξει δυο κουβέντες από αβροφροσύνη για το πόσο χαιρόταν που θα δούλευε μαζί του. Αλλά ήταν κουρασμένη και εκνευρισμένη, και η ξαφνική εμφάνισή του την είχε αναστατώσει περίεργα. «Με πληρώνεις», του θύμισε δηκτικά. Τα διαβολικά φρύδια ανασηκώθηκαν και η Τζο είδε σε κλάσμα του δευτερολέπτου ότι εκείνος σκεφτόταν το ίδιο ακριβούς πράγμα. Δάγκωσε τα χείλη της ενοχλημένη. «Σ’ έφερα σε δύσκολη θέση, απ’ ό,τι μου είπε ο Τζέρι. Στην αρχή απέρριψες την πρότασή μου με διάφορες δικαιολογίες», της είπε ήρεμα. Το βλέμμα του ήταν σκληρό σαν ατσάλι. «Πώς τα κατάφερες να βρεις χρόνο τελικά; Έγινε κάτι που σου χάλασε το πρόγραμμα;» Υπήρχαν ένα σωρό απαντήσεις, όλες πολύ μπλεγμένες και καμιά ιδιαίτερα κολακευτική για τον Σεμπ Κόρμπελ και την περίφημη παραγωγή του. Η Τζο δεν είχε καμιά όρεξη να τις εξηγήσει στον καινούριο της εργοδότη. Του ήταν αρκετό να ξέρει ότι εκείνη δεν ήθελε αρχικά τη δουλειά και ότι χρειάστηκε να την πληρώσει πολύ καλά για να τη δεχτεί. Καθώς συνάντησε το βλέμμα του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν της άρεσε αυτός ο άντρας. Δεν της άρεσαν η σέξι φωνή του και η ψυχρή ειρωνεία στα μάτια του. «Υποθέτω, ξέρεις πολύ καλά για ποιο λόγο συμφώνησα να έρθω», του είπε ήρεμα. «Τα λεφτά πάντα πείθουν», συμφώνησε εκείνος ξερά. Δαγκώθηκε, αλλά δε χαμήλωσε το βλέμμα της. «Ό,τι πεις». Ακολούθησε μια μικρή σιωπή καθώς μια παράξενη ένταση άρχισε να πλανιέται ανάμεσα τους. Η


Τζο ένιωθε το βλέμμα του να περιφέρεται πάνω της. «Είσαι πιο ψηλή από την Αννα Μπεθ», είπε τελικά εκείνος. «Την έχω ντουμπλάρει και άλλοτε», παρατήρησε ψύχραιμα. Κούνησε συγκατανεύοντας το κεφάλι του. Αυτό που του είπε ήταν φανερό ότι δεν τον ξάφνιασε. «Πώς σου φαίνεται το έργο;» Γύρισε και τον κοίταξε. Για μια στιγμή της φάνηκε ότι ζητούσε την κριτική της για το αριστούργημά του. Εκείνος είδε την απορία στο πρόσωπό της και γέλασε. «Εννοούσα τις σκηνές που χρειάζονται ντουμπλάρισμα», είπε αργά, απαντώντας στην ερώτηση που εκείνη δεν ξεστόμισε. «Ο Σάιμον μου είπε ότι νομίζεις πως μπορεί να τις γυρίσει ακόμα και ένας ερασιτέχνης κασκαντέρ». Πανάθεμα τον Σάιμον. Του είχε μεταφέρει επί λέξη τα λόγια της και τώρα τα μεγάλα καστανά μάτια του την κοίταζαν όλο ειρωνεία. «Η φωνή της εμπειρίας», συνέχισε εκείνος προκλητικά. «Τι λες, θα τα καταφέρεις;» «Φυσικά», του είπε ανέκφραστα. Γέλασε. «Φυσικά. Είσαι η καλύτερη, ε;» Η Τζο ανασήκωσε τους ώμους της. «Όχι κατ’ ανάγκη. Είχες την Έλενα Καπρίσκι, σωστά; Είναι εκπαιδευμένη γυμνάστρια». «Ηταν η πρώτη που αποτάθηκα...» της ανέφερε χαμογελώντας «... όταν με απέρριψες». Του έριξε μια ματιά όλο έκπληξη. «Δεν ήταν τόσο προσωπικό όσο το παρουσιάζεις». «Όχι; Κι όμως ο πράκτοράς σου μου έδωσε την εντύπωση ότι δε θα δούλευες μαζί μου, ο κόσμος να χαλούσε». Η Τζο ένιωσε να φουντώνει, αλλά τα κατάφερε να συγκρατηθεί. «Πρέπει να παρεξήγησες τα λόγια του». «Ναι;» Η φωνή του έδειχνε σκεπτικισμό. «Τώρα είμαι εδώ», είπε. «Απλώς δεν μπορούσα όταν ήθελες εσύ». Ήταν ψέμα. Δεν ήξερε γιατί του το είπε. Εκείνος ήταν φανερό ότι δεν την πίστευε. «Τι έπαθε η Έλενα;» έσπευσε να τον ρωτήσει. Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο. «Ένα ατύχημα». Η Τζο τον λοξοκοίταξε. Η Έλενα ήταν πολύ γερή, έξυπνη και έμπειρη -και προσεκτική. «Δε θα περίμενα ποτέ να πάθει η Έλενα ατύχημα». «Κι εγώ ξαφνιάστηκα. Νόμιζα ότι οι επαγγελματίες της δουλειάς σου δεν παθαίνουν ατυχήματα»,


συμφώνησε ο Σεμπ. Η φωνή του πήρε έναν ανήσυχο τόνο. «Αλλά φέρθηκε απερίσκεπτα». Γύρισε και κοίταξε μακριά τα βουνά. «Πρέπει να φταίει ο αέρας», είπε στοχαστικά. «Ή η ταινία είναι γρουσούζικη. Μετά από αυτό οι αναποδιές έρχονταν η μια μετά την άλλη». Η Τζο σκυθρώπιασε. «Στους κασκαντέρ;» Ο Σεμπ ανασήκωσε κι αυτός τους ώμους του. «Κυρίως. Μετά την Έλενα προσλάβαμε μια κοπέλα από αυτά τα μέρη. Δεν απέδωσε όμως. Μετά πήραμε τη Σάλι Στέγκμαν. Αυτή έδειχνε να περνάει κάποια προσωπική κρίση». Ακουγόταν βαριεστημένος. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί καταπνίγοντας την έντονη αντιπάθεια που ένιωθε για κείνον. «Και μετά απ’ αυτό, τα πρακτορεία δεν μπορούσαν πια να σου βρουν άλλες κοπέλες;» Ακουγόταν σαν πρόκληση, αλλά ήταν πολύ αργά όταν το συνειδητοποίησε. Σαν να του έλεγε ότι τα πρακτορεία είχαν περάσει στο μαυροπίνακα την ταινία. Αλλά ο Σεμπ έδειξε να το δέχεται ήρεμα -όπως δεχόταν το καθετί, άρχισε να συνειδητοποιεί η Τζο. Της έσκασε ένα χαμόγελο που την έκανε να νιώσει μια ευχάριστη ανατριχίλα και να τα βάλει με τον εαυτό της. «Βρήκαν όμως τελικά», είπε ήρεμα ο Σεμπ. Προχώρησε μέχρι το στηθαίο και κοίταξε προς τη μακρινή γραμμή του ορίζοντα. «Για να είμαι ειλικρινής, οι σκηνές που θέλουν κασκαντέρ είναι φοβερές. Δεν είχα σκοπό να χάσω άλλο το χρόνο μου. Έτσι, είπα στον Τζέρι να μου βρει την καλύτερη, όποια κι αν ήταν η τιμή. Κι εσύ σίγουρα είσαι η πρώτη... και σε κόστος». Η Τζο ένιωσε τα μάγουλά της να φουντώνουν για δεύτερη φορά. Κράτησε όμως την αυτοκυριαρχία της. «Με κολακεύεις», είπε ψυχρά. Αλλά δεν ένιωθε έτσι. Ένιωθε φοβισμένη. Όταν ο υπεύθυνος για την επιλογή των ηθοποιών του Σεμπ την είχε πρωτοπλησιάσει πριν από μήνες, η Τζο είχε πει στον πράκτορά της να τον απορρίψει χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Τζέρι δε στενοχωρήθηκε ιδιαίτερα. Υπήρχαν πολλές ευκαιρίες για δουλειά κασκαντέρ και η Τζο πάντα είχε εξασφαλισμένη απασχόληση. Πάντως ξαφνιάστηκε. «Γιατί δε θέλεις; Αν στριμώξουμε λίγο τις υποχρεώσεις σου, μπορείς να τα καταφέρεις». Είχε σηκώσει αδιάφορα τους ώμους της. «Καλύτερα να πάω διακοπές, Τζέρι. Έχω ξεχάσει τι σημαίνει η λέξη διακοπές, τι σημαίνει να βρίσκεσαι κάπου με ένα βιβλίο στο χέρι, μακριά από τηλέφωνα και δουλειές». Ο πράκτορας χαμογέλασε. «Μη μου τις θυμίζεις. Στα σοβαρά, γιατί δε θέλεις αυτή τη δουλειά; Είναι στη Νότια Ισπανία. Θα μπορούσες να μείνεις εκεί για διακοπές μετά». Της έριξε μια λοξή ματιά. «Δεν τα πας καλά με τον Σεμπ;»


«Δεν τον έχω γνωρίσει ποτέ». «Βέβαια έχει βγάλει άσχημο όνομα», επέμεινε ο Τζέρι, «και ξέρω ότι δε σου αρέσουν τέτοιου είδους πράγματα...» Ήταν παλιά υπόθεση. Ο Τζέρι είχε διώξει περισσότερους από έναν φορτικούς θαυμαστές που είχαν παρεξηγήσει την επαγγελματική φιλικότητα της Τζο. Πάντα το διασκέδαζε όταν ζητούσε εκείνη τη βοήθειά του, αλλά ποτέ δεν της είχε πει όχι. Η Τζο γέλασε. «Με νομίζεις πολύ σεμνότυφη, έτσι δεν είναι, Τζέρι;» «Σεμνότυφη είναι το τελευταίο πράγμα που θα σκεφτόμουν για σένα», της αποκρίθηκε. «Διάολε, όταν πηδάει κανείς από ένα ελικόπτερο, έτσι όπως κάνεις εσύ, έχει ξεπεράσει προ πολ-λού τις κοινωνικές συμβατικότητες. Αλλά ξέρω ότι ο Σεμπ Κόρμπελ δεν είναι ο τύπος που σε τραβάει». Δεν άφησε ασχολίαστη την τελευταία παρατήρησή του για τον Σεμπ Κόρμπελ. «Αν δούλευα μόνο με σκηνοθέτες που με τραβάνε, θα ζούσα με επίδομα ανεργίας». Ο Τζέρι δεν είπε τίποτα, μόνο την κοίταξε ερωτηματικά. «Για να είμαι ειλικρινής, Τζέρι», συνέχισε η Τζο, «η κοπέλα που θα ντουμπλάρω είναι το πρόβλημα». «Α, μάλιστα». Ο Τζέρι κοίταξε το δακτυλογραφημένο γράμμα που ήταν μπροστά του. «Η Άρντεν; Η μεγάλη ελπίδα του Χόλιγουντ;» «Αυτή. Η Αννα Μπεθ Άρντεν». «Λίγο τσαχπίνα, ε;» «Ας πούμε ότι θα προτιμούσα να μην ξαναδούλεψω μαζί της», είπε προσεκτικά η Τζο. «Αν μπορώ να το αποφύγω χωρίς φασαρίες». Ο Τζέρι την κοίταξε σκεφτικά. Η Τζο ήταν ήρεμη και επαγ-γελματίας. Δεν είχε ιδιοτροπίες και υπέφερε τα καπρίτσια των ηθοποιών και των σκηνοθετών αγόγγυστα, ενώ έβαζε τα δυνατά της να εκπληρώσει τις τρελές μερικές φορές ιδέες τους. Σίγουρα όταν αντιπαθούσε κάποιον είχε σοβαρούς λόγους για να το κάνει. «Κάτι που θα ’πρεπε να το ξέρω;» τη ρώτησε αργά ο Τζέρι. Η Τζο δίστασε. «Όχι χωρίς να διακινδυνέψω αγωγή για δυ-σφήμιση. Ας το θέσουμε ως εξής, Τζέρι: Αν στείλεις κάποια να ντουμπλάρει την Άννα Μπεθ Άρντεν, καλά θα κάνεις να διπλασιάσεις την ασφαλιστική της κάλυψη». «Α, μάλιστα», είπε ξανά ο Τζέρι. Κοίταξε πάλι το γράμμα στο χέρι του και έγραψε βιαστικά κάτι πάνω προτού το ρίξει στο δίσκο με τα «εξερχόμενα» στο γραφείο του. «Δε νομίζω ότι θα μπορέσουμε να βοηθήσουμε τον κύριο Κόρμπελ». * * *


Τώρα όμως να που καθόταν στη ζεστή, άσπρη ταράτσα με τον κύριο Κόρμπελ και παρακαλούσε μέσα της να μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Αν δεν ήταν στη μέση τα λεφτά... Αλλά ακόμα και τα λεφτά δε θα είχαν σημασία αν ο πατέρας της ήταν διαφορετικός άνθρωπος. Ή αν ο παππούς της είχε μάθει πώς να αποταμιεύει αντί να ξοδεύει. Ή αν η μητέρα της ήθελε λιγότερες πολυτέλειες. Ή... Η Τζο αναστέναξε. Δεν ωφελούσε σε τίποτα να τα σκέφτεται. Ήταν παγιδευμένη και τα λεφτά από αυτή την ταινία ήταν η μόνη της ελπίδα να γλιτώσει. «Τι είναι αυτό που δε σ’ αρέσει σ’ εμένα;» τη ρώτησε με περιέργεια ο Σεμπ Κόρμπελ. Τινάχτηκε ξαφνιασμένη. Είχε βυθιστεί τόσο πολύ στις σκέψεις της, που δεν είχε πάρει είδηση ότι εκείνος στεκόταν και την κοίταζε εξεταστικά. Σήκωσε το κεφάλι της και είδε τα καστανά μάτια καρφωμένα πάνω της. «Δεν...» πήγε να δικαιολογηθεί. Εκείνος όμως την πρόλαβε. «Ο Τζέρι μου μίλησε ξεκάθαρα». «Α». Τι του είχε πει ο Τζέρι; Δείχνοντας να το διασκεδάζει, ο Σεμπ Κόρμπελ συνέχισε: «Σχημάτισα την εντύπωση ότι δε σ’ αρέσει το... στυλ μου». Σ’ ευχαριστώ, Τζέρι, με υποχρέωσες, σκέφτηκε άγρια η Τζο. Αλλά κράτησε το πρόσωπό της ανέκφραστο. «Θα βοηθούσε», πρότεινε ανάλαφρα ο Σεμπ, «αν σου υποσχόμουν να κρατηθώ μακριά σου;» Ακολούθησε μια παγερή σιωπή. Μετά η Τζο έφερε τα χέρια στο πρόσωπό της που έκαιγε. «Δεν είπα ποτέ...» ψέλλισε. «Ο Τζέρι δεν έπρεπε... δεν ήταν...» Ο Σεμπ την παρακολουθούσε με ενδιαφέρον. «Βλέπω ότι δε θα ωφελούσε», είπε σκεφτικά. «Καλά, δεν πειράζει, θα πρέπει να βρω κάποιον άλλο τρόπο να σε διαβεβαιώσω. Δεν μπορώ να αντέξω να μου φύγει κι άλλη κασκαντέρ, βλέπεις», της εξήγησε, με μια λάμψη στα μάτια του. «Διαφορετικά, μπορεί να άξιζε τον κόπο». Η Τζο άφησε το σχόλιό του να περάσει. «Με συγχωρείς», είπε με δυσκολία. «Ο Τζέρι... τέλος πάντων, χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ να με πείσει να πάρω μέρος στην ταινία και, φαντάζομαι, ήταν θυμωμένος. Αλλά δεν έπρεπε να το πει αυτό». «Θυμωμένος μ’ εσένα;» «Ναι». Δεν την είχε πείσει εύκολα. Ο Σεμπ Κόρμπελ είχε κερδίσει στο μεταξύ το Όσκαρ και ο Τζέρι ήθελε οπωσδήποτε να τον εξυπηρετήσει. Το πρακτορείο του ήταν πετυχημένο, αλλά όχι αρκετά μεγάλο για το διεθνές κύκλωμα. Έτσι ο Τζέρι ξεπέρασε τις αντιρρήσεις της Τζο Πέιτζ, η οποία είχε καινούρια προβλήματα, που ο πράκτοράς της τα ήξερε. Ο Τζέρι τα είχε χρησιμοποιήσει όλα ανελέητα για να την πείσει.


«Εντάξει», είπε τελικά ο Σεμπ. «Είσαι εδώ ύστερα από πίεση. Πάντως, όπως είπες, είσαι τελικά, κι αυτό είναι που έχει σημασία». Η φωνή του πήρε τη σκληράδα του ατσαλιού. «Και θα βάλεις τα δυνατά σου για μένα. Διαφορετικά, θα φροντίσω να μη δουλέψεις ποτέ ξανά σε μεγάλη ταινία». Αυτό μου έλειπε τώρα, σκέφτηκε η Τζο.Ένας πράκτορας που λέει ιστορίες σε βάρος της και ένας σκηνοθέτης που της κάνει ζοριλίκια με την απειλή της ανεργίας. «Πάντα βάζω τα δυνατά μου», είπε αποφασιστικά. Φάνηκε σκεφτικός πάλι. «Θα το κρατήσω αυτό κατά νου». Και τότε ήρθε η Πεπίτα με ένα δίσκο με παγωμένο καφέ και, ύστερα από μια γρήγορη συζήτηση στα ισπανικά -που τον έκανε να παρατήσει το νωχελικό ύφος του-, τη χαιρέτησε και την άφησε να απολαύσει τον καφέ της. Μόλις τον ήπιε, η Τζο ξάπλωσε στο κρεβάτι για λίγο. Η συνάντησή της με τον Σεμπ δεν της είχε διώξει την κούραση, ούτε την ελαφριά ημικρανία που πολύ φοβόταν ότι θα την κυρίευε σε λίγο. Ταξιδεύω σ’ όλο τον κόσμο τους τελευταίους μήνες μάλλον περισσότερο απ’ ό,τι αντέχω, συλλογίστηκε μελαγχολικά. Πριν έξι μήνες δεν έδινε δεκάρα για τίποτα και το διασκέδαζε μάλιστα. Πριν έξι μήνες δε θα άφηνε τον Σεμπ Κόρμπελ να την κάνει να κοκκινίσει σαν μαθητριούλα ή να δεχτεί τις προσβολές του χωρίς να πει λέξη. Στο κάτω κάτω, ήταν εξίσου επαγγελμα-τίας μ’ αυτόν. Δέκα χρόνια τώρα ήταν κασκαντέρ και είχε γίνει περιζήτητη. Μπορούσε να την πειράζει όσο ήθελε, αλλά ίσως ήταν η καλύτερη στον κόσμο για μερικά πράγματα που εκείνος ήθελε να κάνει σ’ αυτή την ταινία. Α, δε βαριέσαι, δε θα κρατούσε πολύ. Μπορεί μια βδομάδα ή δέκα μέρες το πολύ και μετά θα γύριζε στο αγρόκτημα Γκλεμπ, θα έβλεπε τον παππού της και θα κοιμόταν, θα κοιμόταν... * * * Ξαφνικά ακούστηκε θόρυβος, σαν κάποιος να γκρέμιζε έναν τοίχο. Η Τζο ξύπνησε απότομα και, καθώς ανασηκώθηκε λίγο, είδε να παρουσιάζεται ο Σάιμον Κέρτις στην άκρη της σκάλας. «Α, ωραία, εδώ είσαι», της είπε με φανερή ανακούφιση. «Όταν δεν απάντησες φοβήθηκα...» Σταμάτησε και πήρε ανάσα. «Νόμιζα ότι την έκανα τη βλακεία μου πάλι. Ο Σεμπ θα με σκότωνε. Δεν είναι στις καλές του σήμερα». Η Τζο κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και πέρασε τα δάχτυλά της ανάμεσα απ’ τα κοντά σκούρα μαλλιά της. «Γιατί;» «Τα έκανα όλα θάλασσα. Θα έπρεπε να είμαι έξω με τους άλλους και να έχω στείλει ένα αυτοκίνητο να σε παραλάβει απ’ το αεροδρόμιο. Και δεν έπρεπε να σε είχα φέρει εδώ. Όμως...» Σταμάτησε και δάγκωσε τα χείλη του. Η Τζο κοίταξε τριγύρω της. «Προς Θεού, γιατί;» «Είναι πολύ πρωτόγονα. Δείχνει σαν να μη σε εκτιμάμε όσο πρέπει».


Μπορούσε να φανταστεί τον Σεμπ να λέει αυτά τα λόγια. Έκανε ένα μορφασμό. «Δεν πειράζει», είπε σταθερά. «Θα είναι ωραία να κοιμηθώ έξω, κάτω από τ’ άστρα». Ο Σάιμον σάστισε εντελώς. «Τι;» Η Τζο έδειξε προς τις τροχαλίες στον πέρα τοίχο. «Η τέντα είναι μόνο για τη βροχή», είπε. «Πράγμα που δεν πρόκειται να συμβεί για πολλούς μήνες». Ο άντρας εντυπωσιάστηκε. «Έχεις δει τέτοιου είδους λύσεις και άλλοτε;» «Έχω κοιμηθεί σε ταράτσες και έχω ζήσει χωρίς τρεχούμενο νερό και άλλες φορές», συμφώνησε η Τζο. Ξαφνικά χαμογέλασε πονηρά. «Αλλωστε πληρώνομαι για να είμαι σκληρή». Ο Σάιμον έχασε λίγο το χρώμα του. «Δε φαίνεσαι...» άρχισε και μετά σταμάτησε. Η κοπέλα όμως έπιασε το αυθόρμητο σχόλιό του και κοκκίνισε. Γύρισε αλλού το κεφάλι της, σε μια προσπάθεια να αποφύ-γει το βλέμμα του. «Συγνώμη», είπε ο Σάιμον. «Παραβίαση του δεύτερου χρυσού κανόνα για σήμερα». Γύρισε και τον κοίταξε με απορία. Εκείνος της χαμογέλασε. «Χρυσός κανόνας νούμερο δύο: Ποτέ μη σχολιάζεις την εμφάνιση των γυναικών που συμμετέχουν στο γύρισμα της ταινίας. Ακόμα κι αν τους αρέσει αυτό που τους λες, στις υπόλοιπες δεν αρέσει». Η Τζο γέλασε. «Χρυσός κανόνας νούμερο ένα: Βεβαιώσου ότι λειτουργούν τα υδραυλικά. Ή ότι τουλάχιστον υπάρχουν υδραυλικά». Κοίταξε την ετοιμόρροπη ντουσιέρα και κούνησε το κεφάλι του. «Ο Σεμπ με πήρε στη δουλειά μόνο και μόνο γιατί ξέρει το θείο μου. Αν συνεχίσω έτσι, θα με απολύσει προτού τελειώσω την πρώτη ταινία μαζί του». Η φωνή του ακουγόταν πολύ νεανική, παρ’ όλο που η Τζο σκέφτηκε ότι δε θα μπορούσε να είναι πολύ πιο κάτω από τα είκοσι έξι της χρόνια. Αλλά εκείνη είχε μείνει μόνη της δέκα χρόνια, ενώ ο Σάιμον Κέρτις δεν έδειχνε να ζει εντελώς μακριά από την οικογενειακή θαλπωρή έστω και τώρα. «Δε θα παραπονεθώ», του υποσχέθηκε. Της έριξε ένα μελαγχολικό βλέμμα. «Είναι πια πολύ αργά. Είπε ότι έπρεπε να σε είχα πάει στο κεντρικό σπίτι. Τέλος πάντων, ο Σεμπ θα γίνει έξω φρενών αν δε σε φροντίσω όσο πρέπει από δω κι εμπρός». Η Τζο γέλασε και τεντώθηκε. Το τι-σερτ της γλίστρησε από τον ώμο της. Ο ήλιος του απομεσήμερου έκαιγε το δέρμα της σαν το άγγιγμα ενός εραστή. «Φρόντισέ με λοιπόν», του είπε και του έδειξε το δίσκο με τον καφέ. Ο Σάιμον γέλασε κι εκείνος και πήγε να της βάλει τον υπόλοιπο καφέ στο άδειο της φλιτζάνι.


Πίσω τους μια ψυχρή φωνή ακούστηκε σε επιτακτικό τόνο: «Έχει κανείς από τους δυο σας σκοπό να πάει στη δουλειά;» Η Τζο γύρισε ξαφνιασμένη στη θέση της. Η κίνησή της τράβηξε το τι-σερτ ακόμα πιο κάτω. Είδε τα καστανά μάτια να καρφώνονται με απάθεια στον ηλιοκαμένο γυμνό της ώμο για μια στιγμή. Μετά εκείνος γύρισε το φονικό του βλέμμα στον Σάιμον. Αλλά ο Σάιμον δεν κουνήθηκε. «Θα πάμε μόλις ετοιμαστεί η Τζο», υποσχέθηκε ενώ έδινε στην κοπέλα τον παγωμένο καφέ. Εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα και σήκωσε το τι-σερτ στη θέση του με το ένα της χέρι, νιώθοντας το δέρμα της να καίει από κείνο το αδιάφορο βλέμμα. Ο Σάιμον δεν ήταν καλός, φαίνεται, στο να μαντεύει τη διάθεση του εργοδότη του. Ο Σεμπ έδειχνε ήρεμος, αλλά από μέσα του σίγουρα έβραζε. «Δε φόρτωσες καν τις βαλίτσες της». «Α, ταξιδεύει με λίγα πράγματα», είπε ο Σάιμον, αγνοώντας τα σημάδια της καταιγίδας που πλησίαζε. Η Τζο σηκώθηκε. Η φούστα της είχε τραβηχτεί όσο κοιμόταν. Εκείνος θα το είχε προσέξει κι αυτό. Η κοπέλα την ίσιωσε προσεκτικά στους γοφούς της και την κατέβασε. «Ένα βαλιτσάκι». είπε. Ο Σεμπ ζάρωσε δύσπιστα τα φρύδια του καθώς κοίταζε τη βαλίτσα στη γωνία. «Τι διάβολο;...» είπε. «Ένα βαλιτσάκι», επανέλαβε γλυκά η Τζο. «Αυτό μου χρειάζεται μόνο». Ακολούθησε μια σιωπή γεμάτη ένταση. Ακόμα και ο Σάιμον το πρόσεξε. Κοίταξε τον Σεμπ περιμένοντας την επόμενη κίνησή του. Χωρίς να βιάζεται, η Τζο έκανε να τραβηχτεί από το κρεβάτι. Ο Σεμπ της έφραξε το δρόμο. «Κοίτα, γλύκα», είπε μέσα απ’ τα δόντια του, «ξέρω ότι δεν ήθελες να έρθεις. Ξέρω ότι μας έκανες τρομερή χάρη να δεχτείς αυτή τη δουλειά. Είμαι γονατισμένος και σου φιλάω τα πόδια καθώς μιλάμε. Αλλά σου πληρώνω μια αναθεματισμένη περιουσία γι’ αυτό το προνόμιο, όπως ξέρεις πολύ καλά. Δε χρειάζεται λοιπόν να έχεις στο νου συνέχεια ότι είσαι αναγκαστικά βιδωμένη εδώ και να ετοιμάζεσαι για την επόμενη δουλειά σου. Έχω πληρώσει ένα υπέρογκο ποσό για να έχω όσο από τον πολύτιμο χρόνο σου χρειάζομαι και έχω την απαίτηση από σένα να μου τον δώσεις». Πίσω του ο Σάιμον κρατούσε την ανάσα του. Κάτω από τον καταιγισμό που δέχτηκε η Τζο, έμεινε ακίνητη. Ήταν μαθημένη να κρατάει την ψυχραιμία της. Της κακομιλούσαν χρόνια σαν παιδί και πάντα αντιμετώπιζε τέτοιες καταστάσεις με τον ίδιο τρόπο: στεκόταν ακίνητη και δε μιλούσε χωρίς να σκεφτεί πρώτα, έτσι ώστε οι απαντήσεις της να είναι ξεκάθαρες. Και ποτέ δεν ύψωνε τη φωνή της.


Παραβιάζοντας όλους τους κανόνες της, είπε άγρια: «Μη μου φωνάζεις εμένα. Έχω αρκετά πράγματα μέσα σ’ αυτό το βα-λιτσάκι για να περάσω ένα μήνα... ή ένα χρόνο αν χρειαστεί. Ξέρω τι λέει το συμβόλαιό μου και θα το τηρήσω. Και έχεις δίκιο. Δεν ήθελα τη δουλειά. Τη θέλω ακόμα λιγότερο τώρα. Και, αν μου ξαναϋψώσεις τη φωνή, θα διπλασιάσω τα λεφτά που ζητάω». Τα φρύδια του ανασηκώθηκαν. Είχαν ένα περίεργο σχήμα έτσι ανασηκωμένα στο πλάι και του έδιναν την εικόνα βάρβαρου πολέμαρχου, συλλογίστηκε η Τζο καθώς τον κοίταζε. Μέσα στην οργή της, είχε ξεχάσει ότι δεν πατούσε σε στέρεο έδαφος αντιμετωπίζοντας αυτό τον άντρα. Μετά, εντελώς ξαφνικά, τα καστανά μάτια έλαμψαν. «Αν το επιχειρήσεις, θα σου κάνω αγωγή», της δήλωσε. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει ότι το διασκέδαζε. «Είμαι σίγουρη ότι θα το κάνεις», είπε παγερά η Τζο. Το αναθεματισμένο τι-σερτ γλιστρούσε πάλι. Τα μάτια του το ακολούθησαν. Δεν ήταν αδιάφορα αυτή τη φορά. Έδειχναν ευχαρίστηση. Θυμωμένη η Τζο τράβηξε το ρούχο στη θέση του και φόρεσε ένα ψιλό πουκάμισο από πάνω για σιγουριά. Τα φρύδια του Σεμπ υψώθηκαν πονηρά. Η Τζο έκλεισε το βαλιτσάκι της και το σήκωσε. «Προτιμώ να συμπεριφέρομαι με έναν επαγγελματικό και συγκρατημένο τρόπο, εκτός αν με προκαλούν συνέχεια». Το ειρωνικό γέλιο του ήρθε σαν απάντηση. «Συγκροτημένο;» επανέλαβε. «Σκέψου πώς θα είσαι όταν δε θα είσαι συγκρατημένη». Η διάθεσή του φαινόταν να έχει φτιάξει για τα καλά. Της πήρε το βαλιτσάκι από το χέρι. «Πάμε λοιπόν να σε εγκαταστήσω σε ένα μέρος που να είναι ανάλογο με τη θέση σου... ή τουλάχιστον», πρόσθεσε, με μια πονηρή λάμψη στο βλέμμα του, «με την υπέρογκη αμοιβή σου». «Νόμιζα ότι θα το έκανα εγώ αυτό», είπε ο Σάιμον παραπονιάρικα. «Δεν είμαι σίγουρος αν μπορείς», αντιγύρισε γελώντας ο Σεμπ. «Δε θέλω να σου πληρώνω και επίδομα επικίνδυνης εργασίας από πάνω». * * * Λοιπόν, είπε η Τζο από μέσα της καθώς κοίταζε τριγύρω της, τώρα σου λύθηκε η απορία πού μένουν οι ηθοποιοί. Η εταιρεία είχε νοικιάσει ένα τεράστιο αγρόκτημα πάνω στους λόφους πίσω από τη Σάντα Άννα, όπου υπήρχε χτισμένο ένα σπίτι στο κέντρο μιας αυλής με λεμονιές και γιασεμιά. Ήταν προφανώς ένα πλούσιο σπίτι -μερικά από τα έπιπλα ήταν ανεκτίμητης αξίας-, αλλά στα ντουλάπια του υπήρχαν βιβλία, ακόμα και παιχνίδια, λες και οι άνθρωποι που έμεναν εκεί είχαν φύγει για να πάνε σε κάποια επίσκεψη και θα γύριζαν από στιγμή σε στιγμή. «Πόσο καιρό είστε εδώ;» ρώτησε η Τζο την ώρα του δείπνου. Καθόταν δίπλα στον Μιγκέλ Ραμίρες, έναν μηχανικό ήχου, με τον Σάιμον στο άλλο πλάι της.


Έτρωγαν καθισμένοι σ’ ένα μεγάλο μακρύ τραπέζι στην αυλή. Ο Σεμπ Κόρμπελ καθόταν στην κορυφή του τραπεζιού, έχοντας δεξιά κι αριστερά του την Άννα Μπεθ Άρντεν και τον Μπιλ Χάμιλτον, τον πρωταγωνιστή της ταινίας. Ο Μιγκέλ έκανε ένα μορφασμό. «Έξι βδομάδες». «Έξι βδομάδες!» απόρησε η Τζο. «Είστε τυχεροί που βρήκατε το σπίτι για τόσο καιρό». Ο Μιγκέλ χαμογέλασε. «Δεν ήταν θέμα τύχης. Σ’ αυτό το σπίτι γυρίζεται η ταινία. Ο Σεμπ είπε ότι θα έκανε την ταινία μόνο αν μπορούσε να δανειστεί το σπίτι. Ο Άντρες είναι παλιός φίλος, κι έτσι...» σήκωσε τους ώμους του «... πήρε την οικογέ-νειά του και πήγε στην Αμερική μέχρι να ελευθερωθεί ξανά το σπίτι του». «Εννοείς ότι θα κάνουμε τα γυρίσματα εδώ;» «Φυσικά. Στη βιβλιοθήκη, έξω στο χωματόδρομο. Αυθεντικό περιβάλλον». Η Τζο κούνησε δεξιά αριστερά το κεφάλι της. Δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι είχε ξεφυλλίσει το σενάριο και το μόνο που την απασχόλησε ήταν ο δικός της ρόλος. Η υπόθεση, όποια κι αν ήταν, την είχε αφήσει αδιάφορη. «Κανονικά ήταν να χρειαστούμε εφτά βδομάδες», της εξήγησε ο Σάιμον. «Οι επαναλήψεις στα γυρίσματα είναι σκέτη καταστροφή». «Πόσες τέτοιες επαναλήψεις έγιναν επειδή δεν πήγαν καλά οι επικίνδυνες σκηνές;» ρώτησε αδιάφορα η Τζο ενώ βουτούσε ένα κομμάτι ψωμί στο λάδι από τα ορεκτικά που τους είχαν σερβίρει. Ο Μιγκέλ και ο Σάιμον κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Ο Σάιμον αναστέναξε. «Αρκετές», παραδέχτηκε. «Φταίει, βλέπεις, το ταμπεραμέντο μερικών εδώ». «Εννοείς του Κόρμπελ;» ρώτησε αμέσως η Τζο. Και οι δυο άντρες φάνηκαν να ξαφνιάζονται. «Όχι, του Σεμπ», είπε κατηγορηματικά ο Μιγκέλ. «Ο Σεμπ γίνεται καμιά φορά έξω φρενών όταν έχει να κάνει με αφηρημάδα, αλλά δε νευριάζει χωρίς λόγο. Έτσι κι αλλιώς κάνει πάντα αυτό που λέει ότι θα κάνει», εξήγησε ο Σάιμον. Πράγμα που ανάγκασε την Τζο να συμπεράνει ότι μερικοί από τους υπόλοιπους δεν έκαναν το ίδιο. Ο Μιγκέλ σήκωσε ξανά τους ώμους του. «Δε βαριέσαι... ηθοποιοί». «Δεν έχω ακούσει ποτέ ηθοποιούς να συμπεριφέρονται έτσι», είπε κατηγορηματικά ο Σάιμον. «Εδώ είναι σαν νηπιαγωγείο. Ευτυχώς που όλοι έφυγαν πια. Εκτός βέβαια από την Άννα Μπεθ και τον Μπιλ».


«Φταίει το ότι όλοι τους είναι μεγάλα ονόματα στη χώρα τους», προσπάθησε να τους δικαιολογήσει ο Μιγκέλ. «Το κακό μ’ αυτούς είναι ότι θέλουν να αποδείξουν πως είναι πιο απαραίτητοι για την ταινία απ’ ό,τι οι άλλοι. Γι' αυτό γίνονται οι παρεξηγήσεις». Συλλογίστηκε για μια στιγμή. «Και η Αμερικάνα δε βοηθάει». Ο Σάιμον έδειξε να διαφωνεί. «Η Άννα Μπεθ έχει πολύ ταλέντο...» Η έκφραση στο πρόσωπο του Μιγκέλ έλεγε ότι δε συμμεριζόταν καθόλου την άποψη του Σάιμον. Αλλά ο Σάιμον δεν έδειχνε να το καταλαβαίνει. «Είχε περιπέτειες με τους δημοσιογράφους. Ήταν σε διακοπές πριν, ξέρεις, και όταν άρχισε την ταινία δεν την άφηναν στην ησυχία της. Ήθελαν να μάθουν πού ήταν και με ποιον». «Ήθελαν να μάθουν αν ήταν με τον Σεμπ», μουρμούρισε κυ-νικά ο Μιγκέλ. Ο Σάιμον έδειξε να αγανακτεί. «Αυτά είναι ανοησίες. Δεν ήταν μαζί της. Εν πάση περιπτώσει, είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ αυτή». Ο Μιγκέλ γύρισε και τον κοίταξε. Για κάποιο λόγο ο Σάιμον κοκκίνισε. «Είναι φίλοι», είπε τόσο δυνατά, που μερικοί στην άλλη άκρη του τραπεζιού σήκωσαν τα κεφάλια τους. Ο Μιγκέλ τον κοίταξε αμίλητος. Ο Σάιμον έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε. «Έχω πολλές δουλειές να κάνω μέχρι αύριο», είπε απότομα. «Πάω να τις προλάβω». Ο Μιγκέλ τον παρακολούθησε να φεύγει ενώ έπαιζε μηχανικά με ένα κομμάτι ψωμί. «Ξέρεις καλά τον Σάιμον;» ρώτησε τελικά. «Τον ήξερα από πριν», αποκρίθηκε η Τζο. «Από μια παραγωγή για την τηλεόραση». «Δεν έχω δουλέψει ποτέ άλλοτε μαζί του», είπε σκεφτικά ο Μιγκέλ. «Φαίνεται πολύ... ευκολόπιστος». Η Τζο δίστασε. Κάτι μέσα της της έλεγε να μην μπλέξει. Ο Μιγκέλ δε φάνηκε να προσέχει την απροθυμία της. «Το κορίτσι είναι σκέτος μπελάς. Πολύ όμορφη βέβαια. Πολύ σέξι. Δε φταίει ο Σεμπ. Είχαμε τους φωτορεπόρτερ συνέχεια από πάνω μας και αυτό είναι πολύ καλό για την ταινία. Αλλά...» Κοίταξε προς την άκρη του τραπεζιού το σκηνοθέτη και την πρωταγωνίστριά του. «Είναι επικίνδυνη». Η Τζο ακολούθησε το βλέμμα του. Η Άννα Μπεθ Άρντεν έδειχνε ευτυχισμένη. Φαινόταν αυτό στο όμορφο πρόσωπό της, σε κάθε ανάλαφρη γραμμή του τέλειου κορμιού της. Ήταν όλο ζωντάνια. Και, απ’ ό,τι μπορούσε να δει η Τζο, τρομερά ελκυστική. Διάλεξε προσεκτικά τα λόγια της. «Είναι όμορφη και με ταλέντο και έχει φτάσει ψηλά. Αλλά


επικίνδυνη;» Ο Μιγκέλ κοίταξε το ψωμί που κρατούσε. «Είναι σαν μικρό παιδί. Ένα παιδί που δεν ξέρει να ξεχωρίζει το σωστό από το λάθος. Και δοκιμάζει τη δύναμή της». Η Τζο ένιωσε ένα ρίγος. Ήξερε πολύ καλά για τι πράγματα ήταν ικανή η Άννα Μπεθ Αρντεν. Και αυτός ο ουδέτερος Ισπανός, που δεν την ήξερε από πριν, έδειχνε απλώς να το επιβεβαιώνει. Μια από τις Ισπανίδες που τους σερβίριζε έσκυψε με χαμόγελο και έβαλε ένα τεράστιο μπολ με φρούτα στη μέση του τραπεζιού. Ο Μιγκέλ της είπε κάτι και η κοπέλα γέλασε καθώς πήγαινε πιο κάτω στο τραπέζι τα άλλα μπολ. Η Τζο πήρε σκεφτική ένα νεκταρίνι που της πρόσφερε ο Μι-γκέλ από το μπολ πριν κάνει το ίδιο και στους άλλους που κάθονταν κοντά. Μετά γύρισε σ’ εκείνη. «Αν είσαι φίλη του Σάιμον, καλύτερα να προσέχεις. Του την έχει δώσει άσχημα και η Άννα Μπεθ δεν είναι πολύ... συγκρατημένη». «Θα χρειαστεί κάποιον να πει τον πόνο του;» Ο Μιγκέλ της έριξε μια επιτιμητική ματιά. «Μπορεί να χρειαστεί κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτό. Είναι παντρεμένη, ξέρεις. Με έναν πολύ δυνατό άντρα». Στην άκρη του τραπεζιού η Άννα Μπεθ έγερνε στον ώμο του Σεμπ. Ο Μιγκέλ ακολούθησε το βλέμμα της Τζο. «Τον Σεμπ δεν τον νοιάζει», συνέχισε. «Είναι κι αυτός δυνατός. Και αυτή τη στιγμή κανείς δεν μπορεί να βλάψει τα στούντιο». «Μα ο Σάιμον το βλέπει διαφορετικά, έτσι δεν είναι;» Αμέσως δαγκώθηκε. Μην ανακατεύεσαι, θύμισε στον εαυτό της. Ο διπλανός της δίστασε. Μετά δήλωσε με τραχιά φωνή: «Ο Σάιμον είναι ερωτευμένος». Η Τζο δεν ξαφνιάστηκε. «Και ο Σεμπ Κόρμπελ δεν είναι;» ρώτησε κυνικά. Ο Μιγκέλ γέλασε. «Ο Σεμπ μπορεί να φροντίσει μόνος του τον εαυτό του», είπε, αποφεύγοντας να πάρει θέση. «Ο καημένος ο Σάιμον», παρατήρησε αναστενάζοντας εκείνη. «Ισως όμως το ξεπεράσει». Ο Ισπανός συγκατένευσε. «Όλοι έτσι κάνουν τελικά αν τους δοθεί η ευκαιρία». Η Τζο ανακάθισε στην καρέκλα της και δάγκωσε το νεκταρίνι της. Βάδιζε σε άγνωστο έδαφος. Δεν της άρεσε να ανταλλάσσει μυστικά με τον Μιγκέλ ή με οποιονδήποτε άλλο. Κι εκείνος φαινόταν να το πηγαίνει προς τα εκεί. «Έτσι φαντάζομαι», είπε αόριστα.


Έπρεπε όλοι να σερβιριστούν μόνοι τους τυριά και σαλάτες από έναν μπουφέ που ήταν στην άλλη άκρη της αυλής. Για να φτάσει εκεί κανείς έπρεπε να περάσει δίπλα από το μικρό γκρουπ στην άκρη του τραπεζιού. Αυτό έκανε και η Τζο. κουνώντας το κεφάλι στον Σεμπ καθώς περνούσε. Η Άννα Μπεθ την παρακολούθησε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της από τον ώμο του. Η Τζο έβαλε σαλάτα μαρούλι στο πιάτο της και γύρισε στη θέση της. Κατάπνιξε τις προκαταλήψεις της και είπε ένα ευγενικό «γεια» στην Αννα Μπεθ καθώς περνούσε δίπλα της. Το βλέμμα που αντιμετώπισε την εξέπληξε. Τα φλογερά καστανά μάτια έγιναν μια σχισμή και τα φιλήδονα χείλη, που ξετρέλαιναν τους δημοσιογράφους, σφίχτηκαν μέχρι που εξαφανίστηκαν σχεδόν. «Σε ξέρω;» ρώτησε η Αννα Μπεθ με παγερή φωνή. Η Τζο την κοίταξε ψύχραιμα. «Δουλέψαμε μαζί στη Ρόδο», της θύμισε σε ουδέτερο τόνο. Κάτι άστραψε στα μάτια της ηθοποιού, σαν να την είχε ενοχλήσει η απάντηση της Τζο. Αλλά χάθηκε αμέσως και την παγερή έκφραση διαδέχτηκε ένα γοητευτικό χαμόγελο. «Συγνώμη, χρυσή μου. Το μνημονικό μου!» Ο άντρας που καθόταν δίπλα στριφογύρισε αμήχανα. «Σίγουρα δεν ξέρεις την Τζο Πέιτζ;» ρώτησε βιαστικά. Η Τζο ήξερε τον Μπιλ για μάλλον καλό κλασικό ηθοποιό, που έπαιζε μικρούς ρόλους σε ταινίες στα διαστήματα ανάμεσα στις θεατρικές σεζόν του Λονδίνου. Αυτός ήταν ο πρώτος πρωταγωνιστικός ρόλος του. Είχαν δουλέψει μαζί παλιά σε ένα φιλμ, παρ’ όλο που δεν ήταν και πολύ στενοί φίλοι. «Ω, Θεέ μου», είπε η Αννα Μπεθ σέρνοντας προκλητικά τη φωνή της. «Η θρυλική Τζο Πέιτζ. Ο Σεμπ με κακομαθαίνει». Ο Μπιλ Χάμιλτον έκανε ένα μορφασμό. Η Τζο έμεινε ακίνητη για μια στιγμή ενώ κοίταζε τα προσεκτικά ανακατεμένα πυρρόξανθα μαλλιά. Μετά με μια εξίσου συρτή φωνή είπε: «Σίγουρα αυτό κάνει», και απομακρύνθηκε. Ένιωθε τη σιωπή πίσω της. Καταλάβαινε ότι ίσως δεν είχε φερθεί λογικά. Μπορούσε να νιώσει την εχθρότητα της Άννας Μπεθ να την ακολουθεί σαν αόρατο κύμα. Γύρισε στον Μιγκέλ και έφαγε τη σαλάτα της γρήγορα, ρίχνοντας μια ματιά στο δακτυλογραφημένο πρόγραμμα που της είχαν αφήσει στο δωμάτιό της. «Πάντα τρώτε όλοι μαζί;» ρώτησε όταν έφτασε στην τελευταία σελίδα. «Ναι», της αποκρίθηκε ο Μιγκέλ. «Αν χρειάζεται να είσαι εδώ την επόμενη μέρα, δεν είναι πρακτικό να πας αλλού». Απογοητεύτηκε λίγο. «Ήθελα, ξέρεις, να δω λίγο τη χώρα. Έλεγα να πάω μέχρι τη Σεβίλη».


Ο Μιγκέλ συγκατένευσε. «Δουλεύουμε εφτά μέρες τη βδομάδα προς το παρόν. Ο Σεμπ βιάζεται να τελειώσει. Αλλά μετά ίσως μπορέσω να σου δείξω εγώ τη Σεβίλη. Η μητέρα μου είναι από εκεί. Είναι μια θαυμάσια παλιά πόλη». Η Τζο χαμογέλασε ντροπαλά. «Πολύ θα το ήθελα. Σ’ ευχαριστώ». «Ο Μιγκέλ προσφέρεται να σου δείξει το κασετόφωνό του;» είπε μια γνωστή αυστηρή φωνή. Γύρισαν και οι δύο. Η Τζο ξαφνικά δεν πεινούσε άλλο. Παραμέρισε τη μισοτελειωμένη σαλάτα της. Ο Σεμπ στεκόταν πίσω τους ακουμπώντας στις καρέκλες τους, με τα καστανά μάτια του να αστράφτουν πονηρά. Ο Μιγκέλ είπε ήρεμα: «Απλώς βοηθούσα την καινούρια». «Είσαι καιροσκόπος, Μιγκέλ», είπε σέρνοντας τη φωνή του ο Σεμπ. «Και η ευκαιρία τελείωσε. Η κυρία είναι δίκιά μου». Ο Μιγκέλ κούνησε το κεφάλι του, πιάνοντας το νόημα. «Είσαι σκληρό αφεντικό. Τι στην ευχή έχεις κατά νου να κάνει το καημένο το κορίτσι νυχτιάτικα;» «Μόνο να μιλήσει στη Λίζα για τα κοστούμια και να ρίξει μια γρήγορη ματιά στο πρόγραμμα των γυρισμάτων», είπε καθησυ-χαστικά ο Σεμπ. Ο Μιγκέλ στράφηκε στην Τζο. «Πάντα λέει ‘γρήγορη’ χωρίς να το εννοεί. Να είσαι αποφασιστική μαζί του. Σε μια ώρα άφη-σέ τον και φύγε». Η Τζο σηκώθηκε γελώντας. «Πάντως τα μεσάνυχτα δε θα με βρουν μαζί του», τον διαβεβαίωσε. Ο Σεμπ της τράβηξε την καρέκλα ευγενικά και ο Μιγκέλ σηκώθηκε και τη χαιρέτησε με μια μικρή υπόκλιση. «Θα σε δω αύριο», της είπε. Ο Σεμπ την οδήγησε έξω από την πολύβουη αυλή, στο σπίτι. «Χαίρομαι που τακτοποιήθηκες», της είπε ευγενικά μόλις μπήκαν μέσα. «Πώς είναι το δωμάτιο;» Το δωμάτιο, όπως σίγουρα ήξερε πολύ καλά εκείνος, ήταν υπέροχο. Η Τζο ήταν βέβαιη ότι, αν δεν είχαν φύγει τόσο πολλοί ηθοποιοί, δε θα απολάμβανε τέτοια πολυτέλεια. Είχε επίσης την αμυδρή υπόνοια ότι η τόση πολυτέλεια ήταν η ειρωνική αντίδραση του Σεμπ στην υπέρογκη αμοιβή που είχε ζητήσει για λογαριασμό της ο Τζέρι. Έτσι, η φωνή της ήταν σφιγμένη όταν είπε: «Πολύ άνετο, ευχαριστώ». Ο Σεμπ γέλασε. «Δε φαίνεσαι και πολύ ευχαριστημένη. Μήπως σε ενοχλούν οι ταπισερί του δέκατου όγδοου αιώνα;» «Κάθε άλλο», είπε η Τζο παγερά. «Είναι πολύ όμορφες». Ο άντρας αναστέναξε. «Έτσι σφιγμένη είσαι πάντα, Τζο Πέιτζ;»


Τον κοίταξε με απορία μέσα στο μισοσκόταδο του τεράστιου χολ. «Από τη στιγμή που έφτασες είσαι έτσι», συνέχισε ο Σεμπ. «Δεν μπορείς να είσαι λιγότερο απρόθυμη; Προσπαθούμε να δουλεύουμε σαν ομάδα, και αυτή η αντιμετώπιση από μέρους σου σίγουρα δε βοηθάει». Είχε δίκιο. Όμως τα λόγια του την εξαγρίωσαν. Κανονικά ήταν πολύ λογική γυναίκα, αλλά, χωρίς να ξέρει το γιατί, αυτός ο άντρας την έκανε έξω φρενών. «Κάνω αυτό για το οποίο πληρώνομαι», του πέταξε και την ίδια κιόλας στιγμή το μετάνιωσε. Εκείνος γύρισε απότομα προς το μέρος της. Στο φως που ερχόταν από τον κήπο ξαφνικά φαινόταν πανύψηλος. Η Τζο τον ένιωθε να βράζει από θυμό, παρ’ όλο που όταν της μίλησε η φωνή του ήταν ήρεμη. «Και τι θα σου στοίχιζε μια φιλική κουβέντα;»Έσκυψε πάνω της σαν να προσπαθούσε να μελετήσει το πρόσωπό της μέσα στις σκιές. «Ένα χαμόγελο πότε πότε;» Την έπιασε από τους ώμους και η Τζο ανατρίχιασε. «Η ακόμα κι ένα φιλί; Φαντάζομαι, ξέρεις να φιλάς». Η ατμόσφαιρα είχε ξαφνικά φορτιστεί επικίνδυνα. Αργά, σχεδόν απρόθυμα, ο Σεμπ Κόρμπελ έσκυψε το κεφάλι του. Η Τζο τον παρακολουθούσε ακίνητη, σαν να είχε πετρώσει από κάποιο μαγικό ραβδί. Το στόμα του ήταν σκληρό και ελάχιστα τρυφερό. Ήταν πολύ πιο θυμωμένος απ’ ό,τι είχε αφήσει να φανεί. Αλλά, παρ’ όλον το θυμό του, υπήρχε μια φλόγα στο φιλί του που την αναστάτωσε ανυπόφορα. Με μια απότομη κίνηση τραβήχτηκε μακριά του. «Πώς τολμάς;» του φώναξε. Εκείνος έφερε αθώα το χέρι του στο μάγουλό της. «Καθόλου πρωτότυπο», της είπε. «Δεν είμαι...» άρχισε η Τζο. Ο Σεμπ τράβηξε το χέρι του. «Ξέρω. Δεν πληρώνεσαι για να είσαι πρωτότυπη». Τα λόγια του την πλήγωσαν, παρά τον ανάλαφρο τόνο του, και δαγκώνοντας τα χείλη της έμεινε σιωπηλή. Εκείνος την έπιασε από το μπράτσο και προχώρησαν μαζί μέσα στο σπίτι. «Χαίρομαι που τώρα πια ξέρω», είπε σαν να μιλούσε στον εαυτό του. «Που ξέρεις τι πράγμα;» ρώτησε καχύποπτα η Τζο. Την κοίταξε μέσα στο μισοσκόταδο. Έδειχνε καθαρά πως το διασκέδαζε. «Ότι τελικά ξέρεις να φιλάς».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Η Τζο ξύπνησε απότομα. Η καρδιά της χτυπούσε στο στήθος της σαν να πήγαινε να σπάσει. Ο ψίθυρος φαινόταν να πλανιέται ακόμα στις σκιές του ψηλοτάβανου δωματίου. Παρ’ όλο που ήξερε τι ήταν, στηρίχτηκε στους αγκώνες της και κοίταξε τριγύρω της. Ήταν το παλιό όνειρο. Ο ίδιος τρόμος, η ίδια απόγνωση και η ίδια αγωνία. Ακούμπησε τα χέρια της στο πρόσωπό της, όπως είχε κάνει για να κρύψει το κοκκίνισμα που της είχε προκαλέσει ο Σεμπ Κόρμπελ. Το δέρμα της δεν έκαιγε τώρα. Ήταν κρύο και ιδρωμένο. Δεν υπήρχε τίποτα ανησυχητικό στο δωμάτιο. Η μόνη διαφορά ήταν το γκρίζο είδωλό της στον καθρέφτη της τουαλέτας. Οι ακριβοί πίνακες ήταν κρεμασμένοι στη θέση τους κι έξω ακουγόταν το μονότονο τραγούδι των τζιτζικιών. Το δωμάτιο ήταν ήσυχο. Η βαριά δρύινη πόρτα με τα μπρούντζινα σκαλίσματα ήταν κλειστή. Σιγά σιγά ηρέμησε. Έπεσε πίσω στα μαξιλάρια. Η αναπνοή της ξαναγύρισε στον κανονικό της ρυθμό. Η καρδιά της χτυπούσε φυσιολογικά. Τι είχε ξαναφέρει τον παλιό εφιάλτη; Όταν έφυγε για πρώτη φορά από το σπίτι της, στα δεκάξι της, είχε πιστέψει ότι δε θα γλίτωνε ποτέ από αυτό το μαρτύριο. Κάθε νύχτα ξυπνούσε από το ίδιο όνειρο. Μερικές φορές έκλαιγε κιόλας. Ήταν αδύνατον να μοιραστεί δωμάτιο με άλλα κορίτσια. Όταν περνούσε ο εφιάλτης, ήταν τόσο φοβισμένη, που δεν μπορούσε να ξανακοιμη-θεί. Έφτιαχνε να πιει ένα ζεστό και διάβαζε με μανία μέχρι που ξημέρωνε. Αυτή η φάση είχε περάσει βέβαια. Παρ’ όλο που το άσχημο όνειρο δε χάθηκε ποτέ, ερχόταν πιο σπάνια. Είχε να το δει μήνες. «Να πάρει η ευχή», μουρμούρισε. Θα πρέπει να ήταν πιο εξαντλημένη απ’ ό,τι νόμιζε. Ή η ατμόσφαιρα του συνεργείου την είχε αναστατώσει περισσότερο απ’ ό,τι περίμενε.Ή έφταιγε ο Σεμπ Κόρμπελ... Έδιωξε την ενοχλητική σκέψη και στριφογύρισε ανήσυχη στα μαξιλάρια. Θα πρέπει να φταίνε ο ύπνος σε ένα άγνωστο δωμάτιο και η κούραση από το ταξίδι, είπε αποφασιστικά στον εαυτό της. Η φωνή της ειλικρίνειας ακούστηκε μέσα της: Ανοησίες κοιμάσαι σε άγνωστα δωμάτια τον περισσότερο καιρό της δουλειάς σου. Και πόσο συχνά πετάς από τη μια ήπειρο στην άλλη χωρίς να σε θυμούνται οι παλιοί δαίμονες; Δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο, σκέφτηκε με πείσμα. Μπορεί να έφταιγαν ένα σωρό πράγματα. Τα έπιπλα αντίκες που ξυπνούσαν ενοχλητικές φαντασίες. Η ανησυχία για τον παππού της. Η ενόχλησή της από την παρουσία της Άννας Μπεθ και ο φανερός εκνευρισμός που επικρατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους της ταινίας. Αλλά το πιο πιθανό ήταν να έφταιγε εκείνο το φιλί του Σεμπ Κόρμπελ. Πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που σε φίλησε κάποιος; ρώτησε η φωνή μέσα της. Σε φίλησαν


ποτέ έτσι; Η Τζο τράβηξε απότομα το σεντόνι και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πήγε απέναντι στην μπαλκονόπορτα και την άνοιξε να πάρει αέρα. Όπως είχε ανακαλύψει πιο πριν, η μπαλκονόπορτα έβγαζε σε μια γαλαρία που περιέβαλλε το σπίτι στο ύψος του πρώτου ορόφου. Όλα τα καλά δωμάτια έβγαζαν στη γαλαρία και τα πιο πολυτελή ήταν τα γωνιακά. Η Αννα Μπεθ είχε εκείνο που ήταν στην άκρη της γαλαρίας της Τζο, ένα τεράστιο δωμάτιο σε σχήμα γάμα, με θέα τους περιποιημένους κήπους από τη μια μεριά και τις λεμονιές της αυλής από την άλλη. Μια σκαλιστή ξύλινη σκάλα ανέβαινε από την αυλή και οδηγούσε σ’ εκείνη τη γωνιά της γαλαρίας. «Η ιδιωτική είσοδος της Αννας Μπεθ», είχε σχολιάσει η Λίζα, η υπεύθυνη της γκαρνταρόμπας, όταν συνόδεψε την Τζο στο δωμάτιό της για να της πάρει μέτρα. Η Τζο ανέπνευσε το νυχτερινό αέρα. Έκανε αρκετή δροσιά. σε σχέση με τη μέρα. Δίστασε για μια στιγμή, αλλά μετά, βλέποντας ότι τίποτα δεν κουνιόταν, βγήκε στο μπαλκόνι. Η ατμόσφαιρα ήταν πιο δροσερή έξω, αλλά δε φύσαγε καθόλου. Στήριξε και τα δυο της χέρια στα ξύλινα κάγκελα και κοίταξε κάτω στην αυλή. Την τύλιξε το άρωμα του γιασεμιού. Ένιωθε πως ήταν η μόνη που δεν κοιμόταν και αναρωτήθηκε τι ώρα να ήταν. Όπως ακριβώς τον παλιό καιρό, σκέφτηκε μελαγχολικά. Άγρυπνη και μόνη, τρέμοντας ακόμα από το όνειρο. Θα το ξεπερνού-σε άραγε ποτέ; Θα την ακολουθούσε όλη την υπόλοιπη ζωή της; Ανατρίχιασε πάλι και έσφιξε τα χέρια της στα κάγκελα. Δεν είχε διάθεση να γυρίσει πίσω στο μεγαλοπρεπές, καταθλιπτικό δωμάτιο. Εκείνη τη στιγμή το βλέμμα της έπιασε κάτι να κινείται στην αυλή από κάτω. Για μια στιγμή πάγωσε. Μήπως είναι κλέφτης; αναρωτήθηκε και άρχισε να σκέφτεται τις πιθανές ενέργειές της. Αλλά έδιωξε τη σκέψη αμέσως καθώς στ’ αυτιά της έφτασε ένα σιγανό γέλιο. Όχι, κάποιος από τους ανθρώπους της ταινίας είχε αποφασίσει, φαίνεται, να διακινδυνέψει να έρθει αργά, αδιαφορώντας για τις αυστηρές οδηγίες του Σεμπ. Η Τζο τραβήχτηκε πίσω στις σκιές, παρ' όλο που δε φαινόταν από την αυλή. Τότε είδε ότι υπήρχαν δυο άνθρωποι στη σκάλα της Άννας Μπεθ. Μιλούσαν ψιθυριστά, αδιαφορώντας φανερά για την πιθανότητα να τους παρακολουθεί κάποιος. Η Τζο τραβήχτηκε πιο μέσα στη σκιά της μπαλκονόπορτας. Αλλά για κάποιο λόγο δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα της από το ζευγάρι στη σκάλα. Ήταν σίγουρα ένας άντρας και μια γυναίκα. Γελούσαν και μουρμούριζαν. Ακούγονταν πολύ ευτυχισμένοι. Κάποια στιγμή η φιγούρα της Άννας Μπεθ φάνηκε να ξεπροβάλλει στη σκάλα. Την ανέβηκε με ζωηρά πηδήματα και γύρισε να τυλίξει τα χέρια της γύρω από τον άντρα που ερχόταν πίσω της. Η Τζο παρακολουθούσε παγωμένη στη θέση της.


Δεν μπορούσε να δει καθαρά τον άντρα. Ξεχώριζε μόνο ότι ήταν ψηλός και προχωρούσε ανάλαφρα σαν χορευτής. Φορούσε ένα άσπρο πουκάμισο που ζάρωσε κάτω από τα δάχτυλα της Άννας Μπεθ καθώς την τράβηξε πάνω του. Η Τζο άκουσε το πνιχτό γέλιο της κοπέλας τη στιγμή που εκείνος έσκυβε το κεφάλι του πάνω της, για να το διαδεχτεί η σιωπή του πάθους. Ο άντρας ήταν εκείνος που τη διέκοψε. Τίναξε πίσω το κεφάλι του γελώντας. Η Τζο είδε το δυνατό λαιμό του και το γερακίσιο προφίλ του και, ανεξήγητα, άρχισε να τρέμει. Στο μισοσκόταδο της θύμιζε δαίμονα. Άγριος και γεμάτος ζωή, έσφιξε το λεπτό κορμί στο δυνατό δικό του σαν να ήθελε να το απορροφήσει μέσα του. Μετά έσκυψε ξανά το κεφάλι του και τη φίλησε, σαν ένα φίδι που τινάζεται πάνω στη λεία του. Η Τζο ανατρίχιασε. Μπορούσε να νιώσει την πρόκληση που ακτινοβολούσε αυτός ο άντρας ακόμα και μέσα στο σκοτάδι. Τι έχω πάθει; αναρωτήθηκε με απόγνωση. Ποιος ήταν αυτός ο άντρας; Η Τζο σκάλισε τη μνήμη της και δεν μπορούσε να θυμηθεί κανέναν από τους ανθρώπους της ταινίας που να του μοιάζει. Ξαφνικά συνειδητοποίησε τι της θύμιζε. Τσιγγάνο που είχε κατέβει για λίγο από τα ψηλά βουνά. Ελεύθερο σαν τον αέρα που ανέπνεε. Και ίσως, σκέφτηκε ενώ οι κουρτίνες κυμάτιζαν ξαφνικά γύρω της από ένα απρόσμενο αεράκι, το ίδιο επικίνδυνος με τα βράχια που είδα σ’ εκείνες τις απότομες πλαγιές. Ανατρίχιασε ξανά. Ένα ακόμα ξέσπασμα γέλιου έφτασε στ’ αυτιά της. Στην άκρη της γαλαρίας ο Τσιγγάνος πήρε στην αγκαλιά του την κοπέλα και τη στριφογύρισε έτσι που τα πόδια της δεν πατούσαν κάτω. Τα πλούσια μαλλιά της Άννας Μπεθ ανέμισαν και έγιναν ένα με ία δικά του. Μετά ξαφνικά το ζευγάρι έφυγε, με την Άννα Μπεθ να τον τραβάει από το χέρι. Δεν υπάρχει αμφιβολία πού πάνε, συλλογίστηκε η Τζο, με μια ανεξήγητη τρεμούλα. Έκανε μεταβολή και μπήκε μέσα στο δωμάτιό της. Δεν της φαινόταν πια αποπνικτικό. Δεν πήγε όμως κατευθείαν στο κρεβάτι, αλλά άναψε το φως της τουαλέτας της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το πρόσιυπό της ήταν χλομό και αδύνατο, και οι μαύροι κύκλοι από την κούραση φαίνονταν καθαρά κάτω από τα μάτια της. Αυτή ήταν μια συνηθισμένη εικόνα της, αλλά υπήρχε και κάτι που ήταν ασυνήθιστο - μια υπερένταση και μια διάχυτη θλίψη. Έσκυψε μπροστά και στήριξε το πιγούνι της στο χέρι της. Μέσα σε λιγότερο από δώδεκα ώρες είχε χώσει τη μύτη της σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις στις υποθέσεις άλλων ανθρώπων. Στο ξελόγιασμα του Σάιμον από την Αννα Μπεθ και της Αννας Μπεθ από τον Τσιγγάνο της. Ασε πια τον Σεμπ Κόρμπελ με τον απερίγραπτο χαρακτήρα του και την ακόμα πιο απερίγραπτη συμπεριφορά του. Εγώ θα κρατηθώ μακριά απ’ όλα αυτά, είπε αποφασιστικά μέσα της. Αυτή η δουλειά θα είναι σαν όλες τις άλλες. Αλλά ακόμα και στον εαυτό της δεν ακουγόταν καθόλου πειστική.


♦ * * Την άλλη μέρα το πρωί σηκώθηκε τη συνηθισμένη ώρα της. Παρά τη ζέστη και το άγνωστο δωμάτιο, είχε κοιμηθεί τελικά. Ο εφιάλτης δεν ξανάρθε, αλλά καταλάβαινε ότι τα όνειρά της ήταν ταραγμένα, παρ’ όλο που δεν μπορούσε να θυμηθεί τις εικόνες που την έκαναν να στριφογυρίζει ανήσυχη στον ύπνο της. Φόρεσε σορτς και ένα βαμβακερό τι-σερτ, βαμβακερές κάλτσες και γερά, επαγγελματικά αθλητικά παπούτσια, και βγήκε από το μεγάλο σπίτι. Δεν είχε ακόμα κοιτάξει κανένα χάρτη, αλλά είχε μια γενική ιδέα πού μπορούσε να πάει χωρίς να χαθεί. Αρχισε να κάνει τζόγκινγκ κατά μήκος του χωματόδρομου. Το έδαφος ήταν σκληρό σαν τσιμέντο και ανώμαλο. Η Τζο έτρεχε ανάλαφρα, μετριάζοντας επίτηδες το ρυθμό της. Δεν ήθελε να καταλήξει με κανένα στραμπούληγμα στο πόδι πριν καν αρχίσει να δουλεύει. Δεν υπήρχε κανείς εκεί γύρω. Έκανε κιόλας ζέστη, με μια υποψία πρωινής δροσιάς, που θα γινόταν καταχνιά αργότερα. Αλλά τώρα η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή σαν κρύσταλλο. Αφησε το χωματόδρομο και πήρε ένα μικρό μονοπάτι μέσα από τους θάμνους, που την οδήγησε σε λίγο πίσω από τα ψηλά βράχια που έκρυβαν το σπίτι και το χωματόδρομο. Συνέχισε γύρω γύρω από το λόφο και κάθε τόσο έβλεπε μπροστά της μεγάλους ογκόλιθους που φαίνονταν να ξεφυτρώνουν από την πλαγιά του λόφου. Μετά πήρε μια ακόμα στροφή και η πλαγιά του λόφου χάθηκε απότομα στ' αριστερά της, καθώς βρισκόταν τώρα μπροστά στο βουνό, που υψωνόταν γιγάντιο πάνω από το κεφάλι της. Η Τζο ένιωσε μια αγαλλίαση να την κυριεύει. Για πρώτη φορά από τότε που είχε έρθει εδώ βρισκόταν σε αρμονία με τον εαυτό της. Σήκωσε ψηλά τα χέρια της και γέλασε μόνη της, ενώ ο αέρας του βουνού ανακάτευε τα μαλλιά της. Έκοψε το ρυθμό της μέχρι που τελικά άρχισε να περπατάει. Μετά κάθισε σε έναν από τους ογκόλιθους και άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στην κοιλάδα που απλωνόταν μπροστά της. Ήταν πολύ όμορφα. Το τοπίο είχε μια μεγαλοπρέπεια που της έκοβε την ανάσα. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και χαλάρωσε, τινάζοντας το κεφάλι της πίσω. Ο πρωινός ήλιος ζέσταινε το πρόσωπό της ευχάριστα, αλλά ένιωθε τη δύναμή του να μεγαλώνει. Μετά από λίγο σηκώθηκε και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Μακριά κάτω της έβλεπε μια κορδέλα του δρόμου. Θα πρέπει να υπήρχε κάποιο αυτοκίνητο που έτρεχε γρήγορα, γιατί σηκωνόταν ένα σύννεφο σκόνης. Η Τζο χαμογέλασε και κούνησε το χέρι στον οδηγό που δεν μπορούσε να δει. Μετά πήρε το μονοπάτι που οδηγούσε πίσω στο σπίτι. Όταν έφτασε, δε βρήκε κανέναν να έχει ξυπνήσει. Έκανε ντους, φόρεσε καθαρό σορτς και μπλούζα, και πήγε στην κουζίνα. Εκεί υπήρχε κόσμος. Οι Ισπανίδες που τους σερβίριζαν το προηγούμενο βράδυ, δύο χοντρές γυναίκες που έφτιαχναν τηγανίτες -ένα βουνό τηγανίτες, για την ακρίβεια- και ένας


κοντός βλοσυρός άντρας που φαινόταν να κάνει κουμάντο εκεί μέσα. Έριξε μια ματιά στην Τζο καθώς στεκόταν διστακτική στη γωνιά και την πλησίασε. «Καλημέρα, σενιορίτα. Πρωινό; Καφέ; Φρούτα;» Η Τζο κοίταξε την κίνηση που υπήρχε στην κουζίνα και ένιωσε τύψεις. «Μπορώ να κάνω μόνη μου καφέ;» Έδειξε προσβεβλημένος. Κανείς, φαίνεται, δεν έφτιαχνε καφέ εκτός από τους υπεύθυνους της κουζίνας. Αλλά της έδειξε ένα μεγάλο μπρίκι, μια σειρά μάτια της κουζίνας και μια καφετιέρα, και της επέτρεψε να κάνει μόνη της το ρόφημά της, αφού της άλεσε τους κόκκους του καφέ. Η Τζο μισόκλεισε τα μάτια της απολαμβάνοντας το άρωμα. «Είναι θαύμα». Το σχόλιό της τον έκανε να ξανοιχτεί. Της έδωσε ένα μεγάλο φλιτζάνι και τη ρώτησε αν είχε βγει έξω. Η Τζο χαμογέλασε. «Έκανα τζόγκινγκ. Μέρος της δουλειάς κι αυτό». Εκείνος φάνηκε να νιώθει δέος, αλλά το μόνο που είπε ήταν: «Ο σενιόρ Κόρμπελ θα γυρίσει σύντομα. Βγήκε έξω με το προσωπικό της πρώτης κάμερας να κοιτάξει μια τοποθεσία για γύρισμα». Η Τζο συγκατένευσε. Ήταν συνηθισμένη στις παράξενες ώρες που δούλευαν οι κάμεραμαν, ειδικά μάλιστα αν υπήρχαν καθυστερήσεις. Ο Ισπανός κοίταξε το ρολόι του. «Ο σενιόρ Κόρμπελ είπε ότι θέλει πρωινό στις εφτά και τέταρτο». «Μπορώ να περιμένω μέχρι τότε», είπε η Τζο. Πήρε την καφετιέρα και το φλιτζάνι και βγήκε έξω στο φως του πρωινού. Εκεί, δίπλα στην κουζίνα, στη βοηθητική αυλή, υπήρχαν κουβάδες, σκάλες και μια μικρή στοίβα τούβλα. Υπήρχε ακόμα μια ελιά στη μέση, με ένα πέτρινο τοιχάκι γύρω γύρω από τη ρίζα της, και στην άκρη της αυλής κάτι που έμοιαζε με παλιό πηγάδι. Κάθισε στο τοιχάκι κάτω από την ελιά και ήπιε τον καφέ της με ένα στεναγμό ικανοποίησης. Έμεινε καθισμένη εκεί μισή ώρα περίπου, ενώ η πρωινή δροσιά σιγά σιγά εξατμίστηκε και τα βουνά μπροστά σκεπάστηκαν από μια ελαφριά καταχνιά. Πίσω της, η κουζίνα ήταν όλο ζωή, με φωνές και θόρυβο από κουζινικά. Κανείς όμως δε βγήκε από το κυρίως σπίτι. Οι ηθοποιοί και ο υπόλοιπος κόσμος κοιμόνταν προφανώς ακόμα. Η Τζο απολάμβανε ένα ευχάριστο συναίσθημα απομόνωσης και γλυκιάς αποχαύνωσης στην πρωινή ζέστη, όταν ξαφνικά ο θόρυβος από τη μηχανή ενός αυτοκινήτου την έκανε να συνέλθει. Ανακάθισε απότομα καθώς ένα Λαντ Ρόβερ πέρασε με ορμή από την ανοιχτή καγκελόπορτα και


έκανε μια στροφή για να σταματήσει δίπλα στο πηγάδι, σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης. Ο οδηγός έσκυψε από το ανοιχτό παράθυρό του, με τα μαλλιά του και το ξεκούμπωτο πουκάμισό του σκονισμένα, και της χαμογέλασε. «Ξύπνησες νωρίς», είπε πρόσχαρα ο Σεμπ Κόρμπελ. Η Τζο ένιωσε μια παράξενη ένταση. Δεν ήξερε γιατί. Συνάντησε το βλέμμα του ψύχραιμα. «Όπως κι εσύ». Βγήκε από το αυτοκίνητο και την πλησίασε. Όπως πάντα, κάθε κίνησή του ήταν σβέλτη και μετρημένη. Ερχόταν σε παράξενη αντίθεση με τους νωχελικούς τρόπους του. Για μια στιγμή η Τζο θυμήθηκε το χτεσινοβραδινό Τσιγγάνο. Μόνο που ο Σεμπ Κόρμπελ δε θα έχανε την ψυχραιμία του με τίποτα, σκέφτηκε η Τζο. Παρ’ όλο που η Άννα Μπεθ μπορεί να τον έφερνε πιο κοντά σ’ αυτό το σημείο από οποιαδήποτε άλλη γυναίκα. Η σκιά του την τύλιξε. Την κοίταζε με μισόκλειστα μάτια. «Τα έχει αυτά η δουλειά. Έψαχνα για τοποθεσίες για τη μονομαχία. Το μέρος που είχε βρει ο Νικ ήταν πολύ επικίνδυνο. Και, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούσαμε να πετύχουμε μια σωστή αίσθηση των βουνών». Ήταν η σειρά της Τζο να χαμογελάσει. Είχε γνωρίσει κι άλλους σκηνοθέτες που έλεγαν ότι ανησυχούσαν για την ασφάλεια των ηθοποιών τους, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν ικανοποιημένοι από την εικόνα που είχαν. «Ώστε βρήκες τα βουνά και δε θα είναι πια τόσο επικίνδυνο το γύρισμα;» ρώτησε ξερά. Ο Σεμπ κάθισε δίπλα της. «Ανησυχείς;» τη ρώτησε. «Για τον κίνδυνο;» Η Τζο κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, ενώ με τρόπο τραβήχτηκε λίγο μακριά του, έτσι ώστε ο μυώδης μηρός του να μην αγγίζει πια το δικό της. «Όχι. Η δουλειά μου είναι, βέβαια, να περιορίζω στο ελάχιστο τον κίνδυνο. Αναγκαστικά όμως μένει ένα κομμάτι του κινδύνου με το οποίο συνυπάρχω». Τα μάτια του ζωήρεψαν ξαφνικά και η Τζο ένιωσε απρόσμενα να κοκκινίζει. Υπήρχε μια λάμψη σ' εκείνα τα καστανά μάτια που έλεγε ότι ήξερε πως εκείνη τραβήχτηκε μακριά του και αναρωτιόταν ποιος μπορεί να ήταν ο λόγος. Δεν την προκάλεσε όμως άλλο, παρά έβαλε τα χέρια πίσω από το κεφάλι του και τεντώθηκε. «Πώς και ασχολήθηκες μ’ αυτή τη δουλειά;» τη ρώτησε κοιτάζοντας ψηλά τον ουρανό. Η Τζο έβγαλε ένα στεναγμό ανακούφισης, που ήλπιζε να μην τον πρόσεξε εκείνος. «Πώς έγινα κασκαντέρ; Τυχαία. Ήμουν σε διακοπές στην Ιρλανδία, όταν κάποιος που γύριζε μια ταινία ζήτησε μια γυναίκα να τρέχει πάνω σε ένα άλογο κι εγώ μπορούσα. Και μου άρεσε. Δεν είχα αποφασίσει τότε τι δουλειά θα κάνω. Έτσι...» Σήκωσε τους ώμους της. Εκείνος σταμάτησε να τεντώνεται και γύρισε να την κοιτάξει σκεφτικός. «Ώστε ήταν από καθαρή


τύχη να πας προς τα εκεί που φύσαγε ο αέρας; Πολύ εντυπωσιακό». Η Τζο κοίταξε αλλού. Δεν ήταν ακριβώς έτσι. Ήταν τότε δεκαέξι χρονών και στα όρια της απόγνωσης. «Τι θα είχες κάνει αν ο αέρας δε φύσαγε προς αυτή την κατεύθυνση;» ριότησε αδιάφορα ο Σεμπ. Ήταν πράγματι πολύ δυσάρεστη σκέψη, συλλογίστηκε η Τζο. Προσπαθούσε απεγνωσμένα τότε να βρει να κάνει κάτι. «Ειλικρινά δεν ξέρω. Η... μητέρα μου προτιμούσε να πάω σε κανένα κολέγιο γενικής μόρφωσης, ξέρεις, αυτά για τα πλουσι-οκόριτσα, αλλά εγώ ούτε που ήθελα να το ακούσω». Ο Σεμπ φάνηκε να ξαφνιάζεται. «Νόμιζα ότι αυτά τα κολέγια ανήκουν πια στο παρελθόν». «Κάθε άλλο. Είναι πολύ χρήσιμα μέρη για ανθρώπους που δεν τους πειράζει πόσα θα πληρώσουν για να απαλλαγούν από τα παιδιά τους», σχολίασε η Τζο. «Α, μάλιστα», είπε ο Σεμπ μετά από μια μικρή σιωπή. Σηκώθηκε όρθια. Τα είχε με τον εαυτό της που αποκάλυψε τόσο πολλά. Δεν το έκανε συνήθως αυτό. Πρέπει, είπε μέσα της, να είμαι πολύ προσεκτική με τον Σεμπ Κόρμπελ. Είχε έναν τρόπο να σε κάνει να λες περισσότερα απ’ όσα είχες σκοπό. Προσέχοντας τα λόγια της, προσπάθησε να ελέγξει την κατάσταση. «Ήμουν εκτοπισμένο παιδί, βλέπεις. Μετά το διαζύγιό τους, οι γονείς μου έφτιαξαν καινούριες οικογένειες». Αυτό ήταν αλήθεια, αλλά όχι όλη η αλήθεια. «Συμβαίνουν αυτά», είπε ο Σεμπ ουδέτερα. «Ναι. Και οι δυο πλευρές έχουν πάρα πολλά λεφτά», είπε με πάθος η Τζο. «Δε μου έλειψε τίποτα». Εκτός από ένα σπίτι και κάποιον να της δώσει θάρρος και ασφάλεια. Ο παππούς της έκανε ό,τι μπορούσε βέβαια, αλλά πάντα τσακωνόταν με τους δικούς της και τα λεφτά έφευγαν σαν νερό από τα χέρια του. Η Τζο ποτέ δεν ήξερε ποια μέρα θα τους χτυπούσαν την πόρτα δικαστικοί κλητήρες. Παρ’ όλα αυτά περνούσε καλύτερα μαζί του απ’ ό,τι στο διαμέρισμα στο αριστοκρατικό Μέιφερ ή στην τεράστια βίλα στο Σεν Τροπέ. «Τότε είσαι πολύ τυχερή», είπε βιαστικά ο Σεμπ και σηκώθηκε κι εκείνος. «Θέλεις καφέ;» Πήγε μέσα, γέμισε την καφετιέρα φρέσκο καφέ και ήρθε και την ακούμπησε στο πεζούλι μαζί με δυο φλιτζάνια. Μετά γύρισε και κοίταξε την Τζο. «Κάθισε κάτω, για τ’ όνομα του Θεού. Ποτέ μου δε γνώρισα τόσο ανήσυχη γυναίκα». Εκείνη γέλασε και έκανε όπως τη διέταξε, σηκώνοντας τους ώμους της.


«Έτσι μπράβο». Την κοίταξε ερωτηματικά. «Εσύ ήσουν ψηλά στο μονοπάτι σήμερα το πρωί;» Ξαφνιάστηκε με την ερώτησή του. «Ναι, φαντάζομαι». Θυμήθηκε το σύννεφο της σκόνης στο δρόμο της κοιλάδας. «Πρέπει να έχεις πολύ γερό μάτι». Ο Σεμπ κούνησε το κεφάλι του. «Είχα κιάλια. Έψαχνα να βρω κατάλληλο μέρος για γύρισμα». Γέμισε τα φλιτζάνια καφέ και της έδωσε το ένα. «Τρέχεις κάθε πρωί;» «Όποτε μπορώ». «Για να κρατιέσαι σε φόρμα;» «Και γι’ αυτό. Αλλά και το απολαμβάνω». Ο Σεμπ κάθισε οκλαδόν κάτω. Αυτό σήμαινε ότι ήταν τώρα στα πόδια της και κοίταζε κατευθείαν στα μάτια της. «Ώστε πραγματικά απολαμβάνεις τη δουλειά σου;» τη ρώτησε στοχαστικά. Η Τζο γέλασε ξανά. «Μερικές φορές ναι, μερικές φορές όχι. Σ’ όλους συμβαίνει αυτό. Σίγουρα δεν το απολαμβάνω όταν με τραβάνε κατά μήκος μιας παραλίας με μουσκεμένο μαγιό στο καταχείμωνο». Ο Σεμπ χαμογέλασε. Ήξερε το φιλμ στο οποίο αναφερόταν εκείνη. «Αλλά τα άλλα πράγματα; Τα απολαμβάνεις πάντα; Κάνεις πολλά, έτσι δεν είναι;» Σκέφτηκε νευριασμένη ότι εκείνος θα πρέπει να ήξερε τι ακριβώς περιλάμβανε το ρεπερτόριό της και τη ρωτούσε επίτηδες. «Κολυμπάω», είπε ανέκφραστα. «Κάνω ιππασία, σκι, αναρρίχηση. Και πέφτω στον αέρα από διάφορα πράγματα». «Αρκετά μεγάλη λίστα. Πώς τα συνέδεσες όλα αυτά;» ρώτησε με σοβαρό ύφος. Η Τζο κοίταξε μακριά από κείνα τα μάτια. Ένιωθε σαν να κοίταζαν μέσα στην ψυχή της και να έβλεπαν τις αναμνήσεις που ήθελε να ξεχάσει. Η ίδια ιστορία κάθε φορά που είχε διακοπές. Όποτε τελείωνε μια σεζόν στο κολέγιό της την έπαιρνε πότε ο ένας πότε ο άλλος γονιός της και στη διαδρομή για το σπίτι η συζήτηση ήταν πάντα η ίδια. «Σκέφτηκες τι θα ’θελες να κάνεις στις διακοπές σου, χρυσό μου; Τι θα 'λεγες για ιππασία με τη Βερόνικα; Υπάρχει ένα καλό μέρος στο Γουέξφορντ...» Τένις στην Πορτογαλία. Σκι στο Βερμπίερ. Καταδύσεις στην Καραϊβική. Όταν γύριζε στο κολέγιό της στην αρχή της επόμενης σεζόν, οι φίλες της πραγματικά τη ζήλευαν. Ζήλευαν την ελευθερία της, μια κι εκείνες έκαναν οικογενειακές διακοπές κάπου σε μια παραλία. Πόσο υπέροχοι ήταν οι γονείς της. Πόσο καιρό όμως χρειάστηκε για να συνειδητοποιήσει ότι στην πραγματικότητα δεν την ήθελαν


και ότι βιάζονταν να απαλλαγούν μια ώρα αρχύτερα από κείνη; Πόσο καιρό χρειάστηκε να συνειδητοποιήσει ότι δε νοιάζονταν καθόλου για κείνη; «Αφιέρωσα τα νιάτα μου σ' όλα αυτά», είπε με δυσκολία. «Αλλά δεν είχες σκοπό να γίνεις κασκαντέρ. Γιατί λοιπόν; Ήθελες να γίνεις ολυμπιονίκης;» Η Τζο τον κοίταξε θαρραλέα. «Αν θέλεις να ξέρεις, ποτέ δεν ήμουν στην ολυμπιακή ομάδα. Επομένως η ερώτησή σου δεν ήταν πολύ ευγενική σε περίπτωση που πράγματι ήθελα να γίνω ολυμπιονίκης». Ο Σεμπ γέλασε. «Δεν είμαι πολύ ευγενικός. Εσύ;» «Όχι». Δεν έδειξε να το βάζει κάτω με την κοφτή απάντησή της. «Γιατί λοιπόν;» Η Τζο σήκωσε τους ώμους της. «Μου άρεσε. Μπορεί να μην είμαι γεννημένη αθλήτρια, αλλά μ’ αρέσει να βρίσκομαι έξω, στον καθαρό αέρα». Αυτό ήταν αλήθεια ως ένα σημείο. Αλλά εκείνος εξακολουθούσε να κάθεται εκεί, να την κοιτάζει νωχελικά και να περιμένει μια απάντηση. «Και μ’ αρέσει να κάνω τα πράγματα σωστά», του είπε τελικά. «Α», έκανε εκείνος, δείχνοντας ικανοποιημένος. Μετά ανακάθισε, αλλάζοντας εντελώς ύφος. «Νομίζεις ότι θα μπορέσεις να ανταποκριθείς καλά στο συγκεκριμένο ρόλο;» ρώτησε κοφτά. Η Τζο χρειάστηκε ένα λεπτό να το σκεφτεί. Είχε διαβάσει το σενάριο φυσικά. Το προηγούμενο βράδυ το είχε ξαναπεράσει, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στο δικό της ρόλο. Αλλά, μέχρι να αρχίσουν οι πρόβες και να μάθει τι ακριβώς ήθελε ο σκηνοθέτης σε κάθε σκηνή, θα είχε μόνο μια γενική ιδέα του τι περιλάμβανε ο ρόλος της. «Εξαρτάται τι ζητάς», του είπε τελικά. «Από τεχνικής πλευράς μπορώ να ανταποκριθώ. Τουλάχιστον έτσι όπως είναι γραμμένο το σενάριο». Υπήρχε ένας ελαφρός ερωτηματικός τόνος στη φωνή της. Ο Σεμπ τον αγνόησε. «Τι λες για τη μονομαχία;» Μία από τις δυνατές σκηνές ήταν μια μονομαχία ανάμεσα στη μεταμφιεσμένη ηρωίδα και τον κακό. Η Τζο ανασήκωσε τους ώμους της. «Μπορώ να ξιφομαχήσω». Την κοίταξε πάνω από τα χείλη του φλιτζανιού του ξανά. «Έχουμε τον Κάρλος Αντράτζι για Ερρίκο». Η Τζο σφύριξε σιγανά. Ο Αντράτζι ήταν χρυσός ολυμπιονί-κης. «Δεν είμαι τέτοιας κλάσης».


Ο Σεμπ σήκωσε κι αυτός τους ώμους του. «Δεν πειράζει. Κανείς δε θα περίμενε από την κοπέλα να κρατήσει για πολύ». Της χαμογέλασε ξαφνικά. «Και υποτίθεται ότι θα χάσεις». «Η ιστορία της ζωής μου», είπε ανάλαφρα η Τζο. Της έριξε μια γρήγορη ματιά πίσω από κείνα τα διαβολικά ματόκλαδα. Τότε μόνο συλλογίστηκε η Τζο πόσο προφητικά ακούγονταν τα λόγια του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Οι υπόλοιποι έκαναν την εμφάνισή τους την επόμενη ώρα. Η Τζο παρατήρησε ότι ο Σεμπ έπαιρνε ένα αφηρημένο ύφος όπο-τε τον πλησίαζε κανείς. Ιδιαίτερα η Αννα Μπεθ. Όταν εμφανίστηκε η πρωταγωνίστρια, εντυπωσιακή με το στενό ρουμπινί παντελόνι της και πουκάμισο, ο Σεμπ έγινε τόσο απόμακρος, που θύμιζε στην Τζο αφηρημένο καθηγητή. Η στάση του την προβλημάτισε. Λλλά δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή της για να σκεφτεί τον Σεμπ Κόρμπελ και τις εκκεντρικότητές του. Έπρεπε να προσαρμοστούν πάνω της τα κοστούμια της τραυματισμένης προκατόχου της. Και μετά έπρεπε να πάει να κάνει πρόβα. Η Τζο δούλεψε σκληρά όλο το πρωί και πήγε να φάει ένα πρόχειρο μεσημεριανό μαζί με τους άλλους, παίρνοντας το σενάριο μαζί της. Νωρίς το απόγευμα είχε να κάνει πρόβα μια σκηνή κατά την οποία έκανε βουτιά για να σταματήσει την άμαξα και τελικά έπεφτε από το άλογο. Ο Μιγκέλ Ραμίρες ήρθε και κάθισε δίπλα της ενώ εκείνη ξαναδιάβαζε το ρόλο της την ώρα του φαγητού. Το δικό του πιάτο ήταν ξέχειλο με κρύο κρέας και ψάρι με εξωτική σάλτσα. «Α, η επιδρομή στο δρόμο», είπε με το στόμα του γεμάτο. «Εκεί θα γίνει χαμός. Ξέρεις ότι τσακώθηκαν γι’ αυτό κιόλας;» «Τσακώθηκαν;» απόρησε η Τζο. «Ποιοι;» «Ο Σεμπ και η βασίλισσα του Σαβά», είπε ξερά ο Μιγκέλ. «Θέλει να το κάνει μόνη της. Αέει ότι το συμβόλαιό της της επιτρέπει να κάνει εκείνη την καβαλάρισσα». Η Τζο ένιωσε ένα σφίξιμο. «Σίγουρα η Αννα Μπεθ είναι πολύτιμη για να την αφήσει ο Σεμπ να πέσει από το άλογο, έτσι δεν είναι;» είπε αρκετά αδιάφορα. «Τουλάχιστον μέχρι να τελειώσει το γύρισμα», συμφώνησε ο Μιγκέλ. Της έριξε μια ματιά καθώς έβαζε μια ακόμα γερή πιρουνιά στο στόμα του. «Σε πειράζει;» Η Τζο τον κοίταξε με απορία. «Τι να με πειράζει;» Σήκωσε τους ώμους του. «Το να κινδυνεύεις να σπάσεις τα κόκαλά σου για να μείνει η κυρία σώα και αβλαβής». Γέλασε. «Αυτή είναι η δουλειά μου».


Δεν έδειξε ικανοποιημένος. «Αλλά δε νιώθεις ποτέ ότι εμποδίζεσαι; Δε θέλεις να βγεις εκεί έξω και να παίξεις μόνη σου το ρόλο; Να βλέπεις το όνομά σου με μεγάλα φωτεινά γράμματα;» Πριν του απαντήσει ένιωσε ένα παράξενο συναίσθημα, σαν κάποιος να είχε το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της. Τέντωσε τους ώμους της και αρνήθηκε να γυρίσει να κοιτάξει. Ήταν σχεδόν απόλυτα σίγουρη ότι ήξερε ποιος την κοίταζε. «Α, Σεμπ, καλά που ήρθες», άκουσε τον Μιγκέλ να λέει. «Σ’ έψαχνα». Τι έχω πάθει; αναρωτήθηκε φοβισμένη. «Σκέφτηκες καθόλου για την καταιγίδα, Σεμπ;» συνέχισε ο Μιγκέλ. Η Τζο σήκωσε επιτέλους τα μάτια της. Δεν άντεχε άλλο. «Ναι», απάντησε εκείνος αφηρημένα. Την κοίταζε με στοχαστικό βλέμμα. Μέχρι ποιο σημείο είχε κρυφακούσει; αναρωτήθηκε η Τζο. Βιαστικά έστρεψε αλλού το βλέμμα της. Παρ’ όλο που εκείνος απαντούσε στον Μιγκέλ, μπορούσε να νιώσει τη ματιά του σαν χάδι στα μάγουλά της. Και ο Μιγκέλ τους παρακολουθούσε και τους δύο. Παραμέρισε το πιάτο της. «Ώρα να γυρίσω στη δουλειά», είπε απευθυνόμενη στους δυο άντρες. Απομακρύνθηκε με αργό βήμα, παρ’ όλο που το ένστικτό της της έλεγε να τρέξει. Ήξερε ότι εκείνος την παρακολουθούσε, ένιωθε το βλέμμα του να περιεργάζεται το κορμί της και χρειάστηκε τεράστια δύναμη θέλησης να μην το βάλει στα πόδια, ούτε να γυρίσει να τον κοιτάξει. Μόλις χάθηκε από τα μάτια του, τίναξε πίσω το κεφάλι της και άρχισε να τρέχει σαν να την κυνηγούσε ο δαίμονας Αυτό, είπε στον εαυτό της, πρέπει να σταματήσει. Προς Θεού. δουλεύω γι’ αυτό τον άνθρωπο. Δεν μπορώ να νιώθω σαν κορι-τσόπουλο κάθε φορά που τον κοιτάζω. Όταν' σταμάτησε το τρέξιμο, τα πνευμόνια της είχαν φουσκώσει. Ένιωσε ντροπή. Στο κάτω κάτω, εκείνος ήταν ένας άντρας σαν όλους. Και μέχρι τώρα, παρά την άσχημη φήμη του, της είχε φερθεί πολύ εντάξει. Αν αισθανόταν το βλέμμα του να χώνεται βαθιά στις σάρκες της σαν ακτίνες λέιζερ και να αποκαλύπτει μυστικά που εκείνη προσπαθούσε προσεκτικά να κρύψει χρόνια τώρα, αυτό ήταν καθαρή νεύρωση από μέρους της. «Θα παλαβιόσεις, κορίτσι μου», είπε στον εαυτό της. «Όπως είχε πει ο Τζέρι, παθαίνεις τρακ με ένα σκηνοθέτη που δεν ξέρει καν ότι υπάρχεις. Και πας να τσακωθείς με μια ηθοποιό», συνέχισε καθώς θυμόταν τα χτεσινοβραδινά, «που ξέρεις ότι είναι σκέτη καταστροφή. Αυτό που χρειάζεσαι είναι μια γερή δόση μυαλού». Κοίταξε το σενάριο που κρατούσε ακόμα στα χέρια της και γέλασε. Η απάντηση ήταν εκεί μέσα


τελικά. Όπως τους είχε πει. βρισκόταν εκεί για δουλειά και η δουλειά της ήταν να πάει να ετοιμαστεί, έστω κι αν δεν είχε να μάθει απέξω ολόκληρες σελίδες. Ίσιωσε τους ώμους της και πήγε να δει το άλογο που θα κα-βαλίκευε. Ο Σάιμον τη συνάντησε καθώς έβγαινε από το σπίτι και την ακολούθησε. «Πώς πάνε τα πράγματα;» τη ρώτησε ζωηρά. Η Τζο γύρισε και τον κοίταξε με απορία. Ίσως είχε ακούσει για τη μικρή σκηνή με την Αννα Μπεθ στο τραπέζι το προηγούμενο βράδυ. «Η Αννα Μπεθ κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα», της είπε χωρίς να την κοιτάζει. Η Τζο ανασήκωσε τους ώμους της. «Μη σχηματίσεις λάθος γνώμη γι’ αυτή», είπε πρόθυμα ο Σάιμον. «Έχει καλή καρδιά». Η Τζο δεν είπε τίποτα. Είχε κάποια ιδέα για το χαρακτήρα της Αννας Μπεθ και δεν είχε σκοπό να συμφωνήσει με τον Σάι-μον πάνω σ’ αυτό το θέμα. Εκείνος ήταν φανερό πως είχε αποβλακωθεί. «Ο Σεμπ είναι σκέτο γουρούνι», ξέσπασε ο Σάιμον, «έτσι που τα βάζει συνέχεια μαζί της». «Με ξαφνιάζεις μ’ αυτά που λες», είπε με ειλικρίνεια η Τζο. «Πίστεψέ με, είναι ο διάβολος μεταμορφωμένος όταν θέλει να κάνει τη δουλειά του». «Μπα; Τρώει ηθοποιούς για πρωινό;» είπε σαρκαστικά η Τζο. «Περίμενε», της είπε ο Σάιμον. «Δε θα γελάσεις όταν τα βάλει μαζί σου και αρχίσει να σε βασανίζει. Και θα το κάνει αυτό, να είσαι σίγουρη. Είδα την καημένη την Αννα Μπεθ να κλαίει χτες βράδυ...» Σταμάτησε απότομα. Η Τζο κοίταξε διακριτικά από την άλλη μεριά. Ώστε ο Σάιμον είχε παρηγορήσει την Άννα Μπεθ; Ήταν δυνατόν να είναι αυτός η σκοτεινή φιγούρα που είχε δει στη γαλαρία την προηγούμενη βραδιά; Φαινόταν απίθανο κάτι τέτοιο. Δεν της τον θύμιζε καθόλου. Δεν είχε εκείνη τη ζωτικότητα που της είχε κάνει εντύπωση, έστω και από δέκα μέτρα μακριά. Όμως... ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι; Έφτασαν στους στάβλους. Η Τζο βρήκε ένα παιδί που καταλάβαινε περισσότερα αγγλικά απ’ ό,τι εκείνη ισπανικά. Τους πήγε σε ένα χώρισμα όπου ένα γυαλιστερό κανελί άλογο κοίταζε γαλήνια προς την αυλή. Η Τζο έδωσε στο ζώο ένα μήλο, που το καλοδέχτηκε. Μετά άρχισε να του μιλάει χαϊδεύοντάς του τρυφερά τη μουσούδα. Το άλογο ρουθούνισε φιλικά και τρίφτηκε πάνω της μετά από ένα ακόμη μήλο. «Εντάξει», είπε με ανακούφιση η Τζο ύστερα από λίγα λεπτά. Το έξυσε πίσω από τ’ αυτί αποχαιρετώντας το και είδε τον Σάι-μον να την παρακολουθεί. «Μερικές φορές ο κόσμος νομίζει ότι επειδή είσαι κασκαντέρ είσαι και καβαλάρης σε ροντέο», του εξήγησε μελαγχολικά. «Δε


θα πιστέψεις πόσο άγρια ζώα έχει τύχει να μου δώσουν». Το παιδί τούς κοίταξε και χαμογέλασε. «Σαλώμη», είπε. «Τι;» ρώτησε ο Σάιμον, ξαφνιασμένος όσο και η Τζο. «Σαλώμη», επανέλαβε και τους έγνεψε να τον ακολουθήσουν. Η Σαλώμη ήταν ένα πολύ όμορφο άλογο. Είχε ένα χρυσάφι χριόμα με αριστοκρατική μουσούδα. Τίναζε το κεφάλι του και ρουθούνιζε με έναν τρόπο σίγουρα όχι φιλικό. Τα μάτια του ήταν σκοτεινά και υγρά και κάθε άλλο παρά ήρεμα. Το παιδί τού έξυσε τη μουσούδα και το άλογο ξανά τίναξε πίσω το κεφάλι του ενοχλημένο. «Η Σαλώμη», επανέλαβε περήφανα το παιδί. «Κατάλαβα». Η Τζο πήγε μέχρι το χώρισμα και κοίταξε το άλογο στα μάτια. «Δεν είσαι στις καλός σου, έτσι δεν είναι, κούκλα;» είπε τρυφερά. Το άλογο την παρακολουθούσε. «Δε φαντάζομαι να δοκιμάσεις να καβαλικέψεις αυτό;» ρώτησε ο Σάιμον, ανήσυχος ξαφνικά. Η Τζο κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Θα με σκοτώσει. Δεν είμαι τόσο δυνατή για τα μέτρα του. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχω καιρό να γνωριστώ μαζί του». Ευχαρίστησαν το παιδί και έφυγαν από τους στάβλους. Ο Σάιμον τη ρώτησε με περιέργεια: «Τι εννοείς όταν λες ότι δεν έχεις καιρό; Έχουμε κιόλας ξεπεράσει το χρόνο που προ-βλεπόταν. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη προθεσμία για να τελειώσουμε τα γυρίσματα». «Για σένα ίσως όχι». Η Τζο ίσιωσε με το χέρι της τα κοντά μαλλιά της, συνειδητοποιώντας ξαφνικά πόσο είχε κουραστεί με το να πηγαίνει από τη μια δουλειά στην άλλη. «Εγώ όμως έχω πολύ γεμάτο πρόγραμμα». «Γιατί; Η δουλειά σου είναι πολύ καλοπληρωμένη. Είσαι σίγουρη ότι δεν έχεις καιρό για ένα διάλειμμα; Νόμιζα ότι θα το χρειαζόσουν έτσι που κουράζεσαι», παρατήρησε με ενδιαφέρον. «Α, το χρειάζομαι», είπε μελαγχολικά η Τζο. Ακούστηκαν βήματα πίσω τους. Για άλλη μια φορά η Τζο ένιωσε εκείνη τη μαγνητική επίδραση από την έντονη παρουσία κοντά της. Τέντωσε το κορμί της προσπαθώντας να αγνοήσει το συναίσθημα. «Τι πράγμα χρειάζεσαι;» ρώτησε ο Σεμπ Κόρμπελ βγαίνοντας από μια καγκελόπορτα. Ο Σάιμον, σκέφτηκε η Τζο, ήταν προφανώς μαθημένος στη συνήθεια του αφεντικού του να παίρνει


από πίσω τον κόσμο. «Γεια σου, Σεμπ», είπε, χωρίς να δείχνει καμιά έκπληξη. «Για διακοπές μιλούσαμε». Ο Σεμπ έριξε μια ενοχλημένη ματιά στην Τζο. «Ξέχασέ το, όσο είμαι εγώ στη μέση», είπε. «Τουλάχιστον μέχρι να γυριστεί όλο το φιλμ». Η Τζο τον κοίταξε θαρραλέα. «Δεν πρότεινα κάτι τέτοιο». Της έσκασε ένα νωχελικό χαμόγελο. «Και καλά θα κάνεις να μην το προτείνεις. Ο χρόνος είναι χρήμα σ’ αυτή τη δουλειά και έχω ξοδέψει επικίνδυνα και τα δύο». «Σήμερα το απόγευμα...» άρχισε να λέει ο Σάιμον. «Ξέχασέ το», τον πρόλαβε ο Σεμπ. Η φωνή του ήταν αρκετά πρόσχαρη, αλλά έδειχνε να έχει ξαναπεί το ίδιο πράγμα αμέτρητες φορές στον Σάιμον. «Δε θα έχουμε για πολύ ακόμα τόσο νωρίς φως», συνέχισε. «Τους θέλω όλους πάνω στο λόφο στις έξι αύριο». Σταμάτησε και μετά επανέλαβε προσεκτικά: «Όλους». Το ανοιχτόχρωμο πρόσωπο του Σάιμον κοκκίνισε λίγο. «Σεμπ, αν είναι κανείς άρρωστος;...» «Αν είναι κανείς άρρωστος να πάει σε νοσοκομείο», είπε κατηγορηματικά εκείνος. «Διαφορετικά, να δουλέψει σαν όλους τους άλλους». «Μα...» «Σταμάτα να ανησυχείς», τον έκοψε ο Σεμπ. «Δε νομίζω εσύ να έχεις κανένα πρόβλημα». Για κάποιον άγνωστο στην Τζο λόγο ο Σάιμον κοκκίνισε ακόμα περισσότερο. Το βλέμμα που έριξε στον Σεμπ ήταν όλο έχθρα. «Τότε, καλύτερα να πηγαίνω να μοιράσω το πρόγραμμα της ημέρας». «Κάνε το», είπε φιλικά ο Σεμπ. Και ο Σάιμον έκανε μεταβολή και έφυγε σαν να είχε μόλις δώσει πρόσκληση για μονομαχία. Ή να είχε δεχτεί. Για μια στιγμή ο Σεμπ τον κοίταξε να απομακρύνεται με ένα χαμόγελο στα χείλη του. Μετά σήκωσε τους ώμους και στράφηκε στην Τζο. «Κανένα πρόβλημα;» «Με τα ντουμπλαρίσματα;» τον ριότησε ενώ κοίταζε κι εκείνη με τη σειρά της τον Σάιμον που έφευγε. «Σου κλαίγεται κι εσένα, ε;» ρώτησε ο Σεμπ. «Αγνόησε τον». Μια και αυτό ακριβώς είχε αποφασίσει να κάνει, ήταν εντελώς παράλογο να ενοχλείται από την υπόδειξη του Σεμπ. Όμως ενοχλήθηκε. Εκείνος την είδε να συνοφρυώνεται και φάνηκε να το διασκεδάζει.


«Δεν είμαι σίγουρη πότε με χρειάζεσαι», του είπε ξερά. Ο Σεμπ αναστέναξε. «Οχι, δε σε χρειάζομαι τώρα. Αυτά όλα συμπεριλαμβάνονται στις δουλειές του Σάιμον. Έπρεπε να είσαι εκεί πριν το φαγητό». «Α», έκανε η Τζο, καθώς η συμπάθειά της για τον Σάιμον χανόταν σιγά σιγά. Δεν' ήθελε να δείχνει αντιεπαγγελματική συμπεριφορά. Ο Σεμπ αναστέναξε. «Μην ανησυχείς. Έτσι όπως ήταν τα πράγματα, αναγκαστήκαμε να επαναλάβουμε τόσο πολλά γυρίσματα, που δε θα σε χρειαζόμαστε, έτσι κι αλλιώς. Αλλά θα σε χρειαστούμε νωρίς το απόγευμα». Ακουγόταν σαν υπόσχεση. «Μα δεν έχω κάνει πρόβα», είπε ξαφνιασμένη η Τζο. Ο Σεμπ έδειξε να βιάζεται. «Θα την κάνεις επιτόπου. Προς Θεού, δε γυρίζουμε τον Άμλετ. Το μόνο που χρειάζεται είναι να πέσεις και να φροντίσεις να μη φαίνεται το πρόσωπό σου». Η Τζο πήρε μια βαθιά αναπνοή. Είχε συναντήσει παρόμοια στάση και από άλλους σκηνοθέτες παλιά, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί κανέναν που να το έλεγε έτσι ωμά. Έριξε στον Σεμπ ένα παγερό χαμόγελο και είπε γλυκά: «Όπως παρατήρησες, δικά σου είναι τα λεφτά και ο χρόνος. Αν θέλεις να τα χάσεις και τα δύο, δικαίωμά σου». Του γύρισε την πλάτη κι έφυγε. Ήταν σχεδόν σίγουρη ότι άκουσε πίσω της ένα σιγανό γέλιο. * * * Στην πραγματικότητα, παρά τις αμφιβολίες της, το απογευματινό γύρισμα πήγε ρολόι. Σαν σκηνοθέτης ο Σεμπ ήταν άνετος και σαφής στις οδηγίες του. Ήξερε ξεκάθαρα πώς ήθελε να γυριστεί μια σκηνή. Με την κιλότα ιππασίας της σε ελισαβετιανό στυλ, το φαρδύ πουκάμισο από μουσελίνα και δαντέλα και την καπιτονέ ζακέτα, η Τζο προσπάθησε να μείνει όσο πιο ψύχραιμη μπορούσε, πράγμα που δεν ήταν και τόσο εύκολο. Οι σκηνές που χρειάζονταν τραβήχτηκαν σε τρία γυρίσματα. Μετά το τελευταίο, καθώς σηκωνόταν από το έδαφος τινάζοντας τα ρούχα της, ξέσπασε ένα αυθόρμητο χειροκρότημα απ’ όλη την ομάδα. Η Τζο κοίταξε γύρω της διστακτική. Ο Μπιλ Χάμιλτον, ο ηθοποιός που ήταν μαζί της στη σκηνή, της χαμογέλασε και την αγκάλιασε γρήγορα. «Παίρνεις μετάλλιο», της είπε. Η Τζο κοίταξε την κάμερα και τους οπερατέρ να χειροκροτούν ακόμα. «Εγώ;» «Μάλιστα, εσύ. Ξέρεις ποιος είναι ο μέσος όρος γυρισμάτων για κάθε σκηνή μέχρι τώρα;» Το είπε ψιθυριστά. Ο Σεμπ τους πλησίασε. Το πρόσωπό του ήταν απαθές. Σε αντίθεση με τους ανθρώπους του, δεν ήταν πρόθυμος να της αποδώσει δάφνες. Παρ’ όλα αυτά ήταν αρκετά ταπεινωτικό για κείνον το να μην παραδεχτεί ανοιχτά όπως οι άλλοι ότι η Τζο είχε κάνει καλή δουλειά.


Η κόκκινη περούκα, που την έκανε να μοιάζει με την Άννα Μπεθ στο ντουμπλάρισμα, την έσφιγγε στους κροτάφους. Σήκωσε το χέρι της να τη χαλαρώσει και τον είδε να παρακολουθεί την κίνησή της. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πώς έπρεπε να φαινόταν. Ατημέλητη και αναψοκοκκινισμένη από την προσπάθεια. Υπήρχε κάτι στην έκφρασή του που την αναστάτωνε. Τράβηξε το βλέμμα της μακριά από το δικό του. Ο Σεμπ είπε ήσυχα: «Θα το κοιτάξουμε το βράδυ. Τώρα, Μπιλ, πάμε πίσω στη βερικοκιά να δούμε αν μπορέσουμε να πιάσουμε τη σκηνή πενήντα ένα. Δε σε χρειαζόμαστε άλλο, Τζο». Γύρισε στο τροχόσπιτο που χρησίμευε για καμαρίνι. Μόλις μπήκε μέσα, οι άλλες κοπέλες τη βοήθησαν να βγάλει την περούκα της και τα βαριά ρούχα της, που τα κρέμασαν προσεκτικά. Έδειχναν κι αυτές εντυπωσιασμένες. Η Τζο ξανάβαλε το σορτς της και το πουκάμισο. «Φυσικά αυτή λείπει σήμερα», είπε η μία από τις κοπέλες. Ήταν μια όμορφη Αμερικανίδα που στις διακοπές της έκανε μια δουλειά που προφανώς αποδείχτηκε λιγότερο συναρπαστική απ’ ό,τι περίμενε. Η Τζο έγειρε προς τα μπρος ενώ ίσιωνε τα μαλλιά της. «Αυτή;» «Η Άννα Μπεθ. Συνήθως πάει και παρακολουθεί τα γυρίσματα έστω κι αν δεν είναι εκείνη μέσα». «Μπα;» έκανε η Τζο. «Γι' αυτό αργούμε τόσο πολύ, φαντάζομαι», είπε η Σου, με το θάρρος του ανθρώπου που θα πάψει να δουλεύει σε λίγες βδομάδες. «Πάει κοντά στον Σεμπ και είναι συνέχεια μέσα στα πόδια του». Η Τζο κοιτάχτηκε στον καθρέφτη που βρισκόταν πάνω στην πρόχειρη τουαλέτα. «Ενδιαφέρον», είπε σκεφτικά. «Δεν μπορεί να την ξαποστείλει, γιατί είναι η πρωταγωνίστρια. Και έχει ρίξει και λεφτά στην ταινία», είπε κυνικά η Σου. Η άλλη κοπέλα, πιο μεγάλη και περισσότερο επαγγελματίας, γέλασε ειρωνικά. «Ο άντρας της έχει βάλει τα λεφτά. Και ο Σεμπ Κόρμπελ πρέπει να είναι προσεκτικός, αν θέλει να προχωρήσει». Η Τζο σήκωσε τα φρύδια της με απορία καθώς οι άλλες δυο συνέχιζαν τα σχόλια. Φαίνεται πως η διαμάχη τραβούσε καιρό. «Δεν υπάρχει τίποτα στη μέση. Απλώς της φέρεται ωραία. Ξέρεις πώς είναι αυτή η γυναίκα, Λίζα», επέμεινε η Σου. «Ξέρω πώς είναι και ο Σεμπ», είπε η Λίζα. «Αυτό δεν είναι δίκαιο...» «Κι οι δυο τους ίδιοι είναι», συνέχισε αμείλικτα η Λίζα. «Εκείνος τους αγαπάει και τους αφήνει να κάνουν ό,τι θέλουν. Και αυτό προκαλεί περισσότερο την Άννα Μπεθ. Θέλουν να κάνουν κι οι δυο


τους κουμάντο και δεν τους ενδιαφέρει τι μπορεί να στοιχίζει αυτό. Υπέρογκες δαπάνες, μπέρδεμα στην ταινία, αναστάτωση στη ζωή κάποιου καημένου παιδιού...» Η Τζο μπήκε στη μέση. «Αν φταίει ο Κόρμπελ που καθυστερεί η ταινία, τότε γιατί παραπονιέται;» «Δεν είναι τόσο απλό. Ξέρεις πώς είναι αυτά τα πράγματα», είπε η Λίζα. Η Τζο σκέφτηκε ότι μάλλον δεν ήξερε. «Παρακολουθούσε η Άννα Μπεθ τα γυρίσματα όταν συνέβησαν εκείνα τα ατυχήματα; Στους κασκαντέρ, εννοώ». Η Λίζα την κοίταξε λοξά. «Και στους άλλους», είπε η Σου. Η Τζο την κοίταξε με απορία. «Δεν ήταν μόνο οι κασκαντέρ που είχαν ατυχήματα», εξήγησε η Σου. «Ήταν και ένας ηχολήπτης. Και δεν ξέρω πόσοι από τους κομπάρσους. Και η Λίντα Λάβελ που έπαιζε τη μητέρα». Η Τζο τέντωσε την πλάτη της. «Φαίνεται πως έχουμε ροπή στα ατυχήματα», σχολίασε η Λί-ζα. «Καλύτερα να προσέχεις πού πατάς». Ήταν η σειρά της Σου να γελάσει ειρωνικά. «Έχουμε ροπή στα ατυχήματα μόνο όταν είναι κοντά η Άννα Μπεθ». Η Τζο έφυγε για να πάει στο σπίτι πολύ σκεφτική. * * * Η επόμενη μέρα πήγε καλά, παρά την ανησυχία της Τζο. Η Άννα Μπεθ γύρισε ύστερα από την απουσία μιας μέρας και έλαμπε ολόκληρη. Η Τζο την απέφυγε. Αλλά δε χρειαζόταν. Η Άννα Μπεθ ήταν σε εξαιρετική διάθεση. Καθώς θυμόταν τη σκοτεινή φιγούρα της νύχτας, η Τζο είχε ένα άσχημο προαίσθημα ότι ήξερε με ποιον ήταν η Άννα Μπεθ και π την είχε κάνει να ακτινοβολεί έτσι. Ήλπιζε αυτό να μη σήμαινε φασαρίες για την ταινία. Όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να διώξει από το νου της εκείνη την εικόνα. Ακόμα και μέσα στις σκιές εκείνος ο άγνωστος της φαινόταν κυριαρχικός και επικίνδυνος συνάμα. Και μπορούσε τώρα να καταλάβει πώς η Άννα Μπεθ είχε υποκύψει σ’ εκείνη τη μαγνητική του επίδραση, που ακόμα και η Τζο την είχε νιώσει έστω και από μακριά. Αυτό την έκανε να είναι επιφυλακτική και μετρημένη. Ο Σεμπ το πρόσεξε. «Δε βλέπεις την ώρα να φύγεις, έτσι δεν είναι, Τζο;» την πείραξε. Ήταν το απόγευμα της πρώτης γεμάτης μέρας της και ήταν κατασκονισμένη και κουρασμένη. Εκείνος την πρόλαβε καθώς πήγαινε στο Λαντ Ρόβερ που την είχε μεταφέρει. «Έχεις κανένα παράπονο;» τον ρώτησε ενοχλημένη.


Της έριξε μια λοξή ματιά. «Γιατί να έχω; Αν τελειώσει γρήγορα η ταινία, θα βγει καλό πράγμα. Είμαι απλούς περίεργος». «Περίεργος;» Τη σταμάτησε πιάνοντάς την από το μπράτσο και τη γύρισε να τον αντικρίσει. «Γιατί βιάζεσαι;» ρώτησε ήρεμα. Η Τζο δάγκωσε τα χείλη της. «Νομίζω ότι η Αννα Μπεθ με εκνευρίζει», είπε προσεκτικά. Το ήρεμο βλέμμα του δεν άλλαξε. «Μια επαγγελματία σαν εσένα;» την πείραξε. Εκείνη σήκωσε τους ώμους της. «Όλοι έχουν την αχίλλειο πτέρνα τους». «Τώρα σε πιστεύω», είπε απρόσμενα ο Σεμπ και γέλασε παράξενα. «Αλλά δεν πιστεύω ότι ανησυχείς για τη δουλειά σου. Είσαι αρκετά ψύχραιμη για τέτοια πράγματα. Όχι, πρέπει να είναι κάτι άλλο». «Πρέπει;» Η Τζο εξακολουθούσε να του φέρεται ψυχρά. Ο Σεμπ της έσφιξε το μπράτσο. «Ναι. Είσαι σαν να κάθεσαι σε αναμμένα κάρβουνα από τότε που ήρθες εδώ». Την κοίταξε εξεταστικά. «Είχε δίκιο τελικά ο πράκτοράς σου; Φταίει η αναθεματισμένη προκατάληψή σου για μένα;» Η Τζο τράβηξε το χέρι της και έκανε ένα βήμα πίσω. Ένιωθε να βράζει από θυμό. «Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς». Η έκφραση του Σεμπ ήταν αινιγματική. «Δεν ξέρεις;» Την πλησίασε πολύ αργά και άγγιξε με το δάχτυλό του το σαγόνι της για να σταματήσει εκεί που χτυπούσε ο σφυγμός της, στη βάση του λαιμού της. Η Τζο πάγωσε. Δεν ήταν προετοιμασμένη και δεν είχε χρόνο να ελέγξει τα ένστικτά της. Ήξερε ότι θα είχε χάσει το χρώμα της. Ήταν ένας παλιός φόβος. Ένιωθε το δέρμα της να μουσκεύει στον ιδρώτα. Θα το έβλεπε κι εκείνος. Τα καστανά μάτια ήταν καρφωμένα πάνω της καθώς άφηνε το χέρι του να πέσει σιγά σιγά. «Δεν ξέρεις;» ρώτησε ξανά. Η Τζο ένιωσε όλους τους μυς της να παραλύουν. «Ό,τι και να ’ναι αυτό που φοβάσαι», είπε ο Σεμπ Κόρμπελ αργά, «δεν έχει σχέση με το γύρισμα». Η Τζο γέλασε, αλλά το γέλιο της κόπηκε στη μέση. Από μια πλευρά, εκείνος είχε δίκιο. Ο εφιάλτης δεν είχε καμιά σχέση με κανέναν εδώ. Ήταν βαθιά ριζωμένος μέσα της. Θα τον κουβαλούσε σ’ όλη της τη ζωή. Αλλά το είχε πια συνηθίσει. Ενώ αντίθετα δεν είχε συνηθίσει την ένταση που της προκαλούσαν οι άνθρωποι της ταινίας.


Με μεγάλη προσπάθεια έκανε την αδιάφορη. «Αν θέλεις να το πιστεύεις αυτό...» Ο Σεμπ την κοίταξε καταάματα. «Μια μέρα», της είπε, «θα μου μιλήσεις». Για πρώτη φορά η φωνή του δεν είχε το νωχε-λικό τόνο της. * * * Η Τζο δεν είχε καιρό να το ξανασκεφτεί αυτό. Από την επόμενη μέρα όλα άρχισαν να πηγαίνουν στραβά. Η πρώτη αναποδιά ήταν μια αλλαγή στη σειρά των γυρισμάτων, που σήμαινε ότι εκείνη δεν πήγε στο πλατό όταν έπρεπε. Ο Σεμπ έβαλε τις φωνές. Ο Σάιμον είπε, όχι πολύ πειστικά, ότι ήταν δικό του το λάθος που δεν την είχε ενημερώσει και τελικά ο Σεμπ δεν έδωσε συνέχεια στο θέμα. Μετά έκαναν πέντε γυρίσματα του ίδιου πλάνου προτού η Τζο συνειδητοποιήσει ότι αυτό που της είχαν πει να κάνει δεν ήταν αυτό που ήθελε ο Σεμπ. Η Άννα Μπεθ, που παρακολουθούσε από την πάνινη πολυθρόνα της δίπλα του, χαμογέλασε ευγενικά. Αλλά ο Σεμπ δεν είπε τίποτα. Χαμογέλασε μόνο πονηρά στην Τζο μετά το τελευταίο γύρισμα, ενώ εκείνη τον κοίταζε φοβισμένη. Έχει δίκιο να βάλει τώρα τις φωνές, παραδέχτηκε μέσα της. «Το φιλοσοφώ το θέμα», της είπε, σαν να διάβαζε τη σκέψη της. Αργότερα η Τζο ήταν να κάνει μια βουτιά από ένα βράχο στη λίμνη. Ήταν μια θεαματική βουτιά, παρ’ όλο που ο βράχος δεν ήταν στην πραγματικότητα τόσο ψηλός όσο τον έκανε να φαίνεται η κάμερα. Ο Σάιμον την πλησίασε μετά από μια μικρή σύσκεψη στις πάνινες πολυθρόνες. «Ο Σεμπ θέλει να δίνει η πρωταγωνίστρια την εντύπιοση ότι είναι φοβισμένη. Σαν να μην μπορεί να τα καταφέρει. Μπορείς;...» Η Τζο συγκατένευσε. Είχε μελετήσει το έδαφος και τη λίμνη από πριν. Δε θα ήταν πολύ δύσκολο, σκέφτηκε, να τρέξει στην άκρη του βράχου για να φαίνεται ότι παραπατάει και μετά να το γυρίσει σε μια κανονική βουτιά καθώς θα πέφτει. Ήταν το μόνο πρόσωπο σ' αυτή τη σκηνή. Ο Σάιμον είχε προγραμματίσει να αφιερωθούν τρεις ολόκληρες ώρες γι’ αυτό το γύρισμα, έτσι οι υπόλοιποι είχαν πάει για ψώνια ή έπαιρναν κα-νέναν υπνάκο δίπλα στην πισίνα. Η Άννα Μπεθ ήταν στη λίμνη βέβαια, καθισμένη οκλαδόν κάτω, με το μάγουλό της να ακου-μπάει στο πόδι της άδειας πολυθρόνας του Σεμπ. Ο ίδιος ο Σεμπ δεν κάθισε καθόλου στη διάρκεια των γυρισμάτων ή μετά από αυτά. Αλλά κάθε τόσο περνούσε από την πολυθρόνα του και άγγιζε τα μαλλιά της Άννας Μπεθ. Εκείνη σήκωνε τότε το βλέμμα της και τον κοίταζε με ένα αστραφτερό χαμόγελο. Η Τζο φορούσε ξανά τη βαριά βελούδινη κιλότα ιππασίας, όμως της είχαν επιτρέψει να βγάλει τη ζακέτα. Το πουκάμισο ήταν όλο στολίδια και θα ήταν μπελάς μέσα στο νερό, αλλά τουλάχιστον ήταν σχετικά δροσερό.


Ο Σεμπ την ενημέρωσε με κοφτές φράσεις. «Η άκρη του βράχου, εκεί που είναι ο σταυρός με την κιμωλία», είπε δείχνοντας ένα σημάδι στο έδαφος απ’ όπου, όπως είχαν βρει οι κάμερα-μαν, τονιζόταν περισσότερο το ύψος του βράχου. «Μετά πέφτεις. Ξεκινάς να τρέχεις μόλις σου κάνω σήμα». Η Τζο κούνησε το κεφάλι της. Χωρίς να ξέρει γιατί, ήταν νευρική, παρ’ όλο που αυτό ήταν απόλυτα μέσα στις δυνατό-τητές της. Ο Σεμπ απομακρύνθηκε. Στάθηκε στην κοντινότερη κάμερα, αλλά δεν έπαυε να είναι μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά. Εκείνη ανατρίχιασε. Από μακριά σήκωσε το χέρι του και, μόλις το κατέβασε, η Τζο άρχισε να τρέχει. Όπως είχαν ήδη συμφωνήσει, έτρεξε γρήγορα, με το κεφάλι κάτω, κοιτάζοντας πίσω της δυο φορές, με κινήσεις που δε θα αποκάλυπταν τα χαρακτηριστικά της στην οθόνη. Ενώ πλησίαζε στην άκρη του βράχου, τα κατάφερε να παραπατήσει λίγο, όπως της είχε πει ο Σάιμον. Της φάνηκε ότι άκουσε κάποιον να φωνάζει, αλλά ήξερε ότι ο Σεμπ θα γινόταν έξω φρενών αν επέτρεπε στον εαυτό της να αφαιρεθεί. Έριξε μια τελευταία, έξαλλη ματιά πίσω της, έκανε μίση στροφή στο σημάδι με την κιμωλία και έπεσε από το βράχο άτσαλα, όπως έπρεπε. Ξεδίπλωσε το κορμί της στον αέρα γρήγορα και πήρε μια βαθιά αναπνοή τη στιγμή που έπρεπε. Μετά έσχισε το νερό, με το κορμί της σαν βέλος. Ωραία, σκέφτηκε η Τζο καθώς ανέβαινε στην επιφάνεια με άνετες κινήσεις. Κολύμπησε προς το βράχο με απλωτές, ενώ το πουκάμισο κολλούσε πάνω της. Πράγματι πολύ ωραία. Ακόμα και ο Σεμπ Κόρμπελ θα ήταν ευχαριστημένος. Ανέβηκε στο βράχο και πήγε εκεί όπου είχε αφήσει μια πετσέτα και μια ρόμπα. Γδύθηκε και σκουπίστηκε. Μετά μάζεψε τα ρούχα της και γύρισε να πάει στους άλλους. Ανέβαινε το μονοπάτι από τη λίμνη, όταν άκουσε βήματα. Κάποιος κατέβαινε τρέχοντας. Μόλις έστριψε σ’ ένα υψωματάκι, η Τζο σταμάτησε απότομα. «Τι διάβολο νομίζεις ότι κάνεις;» Ο Σεμπ Κόρμπελ είχε χάσει κάθε φιλοσοφική διάθεση. Το πρόσωπό του ήταν καταϊδρωμένο και σκονισμένο, ενώ τα μάτια του ήταν σαν δυο σχισμές, όλο οργή. Η Τζο έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Ο Σεμπ την πλησίασε. Μπορούσε τώρα να δει τα καστανά μάτια του, σκούρα και παγερά σαν γραφίτης. Την άρπαξε με δύναμη από τους ώμους. Ο μπόγος με τα ρούχα της έπεσε στους αγκαθωτούς


θάμνους, δίπλα στο μονοπάτι. Η Τζο έκανε μηχανικά να τα σηκώσει και βρέθηκε να την τραβάει ο Σεμπ άγρια πάνω του. «Δεν το πίστευα...» γρύλισε. Βρισκόταν κολλημένη πάνω του. Ο σφυγμός της χτυπούσε δυνατά από την επαφή του κορμιού της με το δικό του. Ο εφιάλτης ξαναγύριζε. Κοίταξε με απόγνωση εκείνα τα παγερά μάτια, λίγα εκατοστά μόλις μακριά από τα δικά της, και ένιωσε το κεφάλι της να στριφογυρίζει. «Τι σου είπα;» Τη σκούντησε λίγο. «Όχι ηρωισμοί. Όχι επιδείξεις. Μόνο που εσύ δεν μπορούσες να αντισταθείς στον πειρασμό, έτσι δεν είναι; Δεν έχεις ακούσει ποτέ ότι μπορεί και κάποιος κασκαντέρ να μη χρειάζεται να σπάσει παγκόσμιο ρεκόρ;» «Δεν καταλαβαίνω», ψέλλισε η Τζο. «Δεν καταλαβαίνεις, ε; Όταν σου εξήγησα το πρωί τι ακριβώς ήθελα, είπες ότι κατάλαβες. Μετά προχώρησες κι έκανες του κεφολαού σου...» Κούνησε το κεφάλα του σαν να μην μπορούσε να βρει τις κατάλληλες λέξεις να εκφραστεί. Η Τζο ανέκτησε την ψυχραιμία της. «Ακου να σου πω...» άρχισε. «Όχι, εσύ άκου. Ξέρεις τι σκέφτηκα εκεί πίσω, όταν αποφάσισες να πας για σταρ;» ρώτησε ο Σεμπ με σφιγμένα τα δόντια. «Τι διάολο είναι αυτά που λες;» Η Τζο πάλεψε χωρίς επιτυχία να ελευθερωθεί. «Νόμιζα ότι είχες πέσει. Νόμιζα ότι πραγματικά είχες πέσει. Νόμιζα ότι είχες... χτυπήσει». Η Τζο φωτίστηκε ξαφνικά. Αν εκείνος την παρακολουθούσε και δεν είχε καταλάβει ότι έπεσε επίτηδες, θα πρέπει να νόμιζε ότι είχε πάει να γυρίσει τη σκηνή απροετοίμαστη. Σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει επίσης να νόμιζε ότι πραγματικά θα σκοτωνόταν στα βράχια που υπήρχαν στη λίμνη. «Δεν είδες ότι έπεσα μόλις έφτασα στο σημάδι με την κιμωλία;» τον ρώτησε. «Κοίταζα, νομίζεις, μέσα από το φακό της κάμερας;» είπε άγρια ο Σεμπ. «Σε είδα να τρέχεις κατευθείαν... και ούτε αυτό ήταν μέσα στο σενάριο. Σκέφτηκα ότι σου σάλεψε». «Είχα την εντύπωση ότι αυτό ήθελες», του είπε αργά. Ο Σεμπ έβραζε από θυμό. «Πόσες φορές πρέπει να σ’ το πω; Δεν πρόκειται για κανένα μνημειώδες φιλμ. Δε θέλω θρύλους. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι η καλύτερη κασκαντέρ στον κόσμο θέλει τέτοιου είδους δημοσιότητα». «Δεν είχα τέτοιο σκοπό», είπε κοφτά η Τζο. «Τότε σε παρακαλώ να το θυμάσαι αυτό», της είπε το ίδιο κοφτά.


Η Τζο έσφιξε τα δόντια. Δεν μπορούσε να βγάλει νόημα απ’ όλα αυτά. Κάτι αμφίβολο υπήρχε στις οδηγίες της τελευταίας στιγμής του Σάιμον. Καθώς κοίταζε τον αγριεμένο άντρα μπροστά της, κατάλαβε ότι δεν ήταν ο κατάλληλος χρόνος να κατηγορήσει τον Σάιμον. Αρκετά προβλήματα είχε ο καημένος με τον Σεμπ ως τώρα. Και δεν ήταν απόλυτα σίγουρη ότι δεν είχε παρανοήσει εκείνη τις διαθέσεις του Σεμπ. «Δεν ήθελα να σε αναστατώσω», είπε καθησυχαστικά. «Να με αναστατώσεις,» Η Τζο άρχισε να θυμώνει. «Έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα για την αναθεματισμένη ταινία σου», του πέταξε. «Νόμιζα...» «Καλά θα κάνεις να μη νομίζεις», της φώναξε. «Θα είμαστε όλοι πολύ καλύτερα αν κάνεις αυτό ακριβώς που σου λένε. Και για το οποίο πληρώνεσαι». «Ευχαρίστως», σφύριξε η Τζο, το ίδιο θυμωμένη μ’ εκείνον. «Τώρα άσε με να φύγω». Ο Σεμπ φάνηκε να έχει ξεχάσει ότι εξακολουθούσε να την κρατάει. Την κοίταξε για μια στιγμή σαν να το συνειδητοποιούσε ξαφνικά. Μετά έβγαλε έναν παράξενο ήχο, σαν γέλιο και σαν μουγκρητό, και έσφιξε τα χέρια του γύρω της ενώ το κεφάλι του έσκυβε στο δικό της. Ξαφνικά ο εφιάλτης τύλιξε την Τζο. Ακούσε τον εαυτό της να λέει: «Όχι», σε μια αγωνιώδη επίκληση. Ή νόμισε ότι το είπε. Σ’ αυτό τον εφιάλτη, όπως τόσο συχνά άλλωστε, ένιωθε αβοήθητη και άφωνη. Ακούσε τη βροντερή ανάσα του άντρα ένιωσε το κορμί της να συνθλίβεται κάτω από τη δύναμη των χεριών του. Αισθανόταν το θυμό του να την καίει ολόκληρη. Πίσω και στ’ αριστερά της υπήρχε το επικίνδυνο μονοπάτι που στροβιλιζόταν στα μάτια της. Έβγαλε μια άγρια φωνή, σαν ουρλιαχτό παγιδευμένου ζώου, και έπεσε κάτω.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Παντού γύρω της υπήρχε θόρυβος. Η Τζο προσπάθησε να συ-νέλθει, ενώ καταλάβαινε αμυδρά ότι κάτι παράξενο συνέβαινε. Ο εφιάλτης πάντα ερχόταν με δυσοίωνη σιωπή. Γιατί όλες αυτές οι φωνές και τα ποδοβολητά, σαν να γύριζαν περιπετειώδη ταινία; Γύρισε το κεφάλι της και είδε ότι ένα μέρος τουλάχιστον του εφιάλτη δεν είχε αλλάξει. Η βαριά αναπνοή του άγνωστου άντρα ακουγόταν στ’ αυτί της. Την κυρίεψε πανικός. Είναι ένα όνειρο, καθησύχασε τον εαυτό της, όπως είχε κάνει και άλλοτε. Μόνο ένα όνειρο. Θα ήταν εντάξει μόλις ξυπνούσε. Έσπρωξε με τα χέρια της ένα μαξιλάρι που ήταν παράξενα ζεστό. «Προσεκτικά», είπε κάποιος. Οι φωνές άλλαξαν, ήρθαν πιο κοντά. Σαστισμένη η Τζο άνοιξε τα μάτια της.


Δεν ήταν σε κρεβάτι. Κάποιος την κουβαλούσε σε μια απότομη πλαγιά κι εκείνη ήταν κολλημένη πάνω στο μυώδες στήθος του. Αγκαθωτοί θάμνοι την τσιμπούσαν. Μπροστά της και πάνω στην πλαγιά κόσμος ερχόταν προς το μέρος τους βιαστικά, φωνάζοντας. Η Τζο σφίχτηκε πάνω στον άντρα που την κουβαλούσε. «Προσεκτικά», είπε ξανά ο Σεμπ. Ανέπνεε βαριά. Αλλά ανέβαινε το μονοπάτι ανάμεσα στα βράχια με μεγάλα, σταθερά βήματα. Από πάνω κάποιος φώναξε: «Σεμπ, είναι καλά;» Μετά άκουσε τη φωνή του Σάιμον. «Τζο, Τζο». Θα πρέπει να μετακινήθηκε στην αγκαλιά του Σεμπ, γιατί εκείνος την έσφιξε να μην του πέσει. «Αν αγαπάς τη ζωή σου, μη στριφογυρίζεις». Μπορούσε να νιώσει το ανεβοκατέβασμα του στήθους του έτσι όπως ήταν σφιγμένη πάνω του. Ήταν μια ενοχλητική αίσθηση. Τα τελευταία σημάδια του ονείρου εξαφανίστηκαν και μαζί μ’ αυτά και η ηρεμία της. «Μπορώ να περπατήσω», είπε απότομα. Της έριξε μια περιφρονητική ματιά. «Αμφιβάλλω». Άρχισε να παλεύει στην αγκαλιά του. Μετά είδε την απότομη πλαγιά μέχρι κάτω στη λίμνη και έμεινε ακίνητη. «Θα μας σκοτώσεις και τους δύο», ψέλλισε. Τα παγερά μάτια καρφώθηκαν πάνω της. «Σκέψου τους τίτλους των εφημερίδων», της είπε ήρεμα. «Διάσιμη κασκαντέρ και σκηνοθένις σε βουτιά θανάτου». Τα μάτια του δεν ήταν καθόλου ήρεμα. «Μπορώ να κάνω και χωρίς τίτλους εφημερίδων», του απο-κρίθηκε. «Αλήθεια;» ρώτησε ειρωνικά. «Ναι, αλήθεια», του φώναξε. «Γιατί να χρειάζομαι τη δημοσιότητα; Οι κασκαντέρ υποτίθεται ότι δουλεύουν ανώνυμα. Τι θα ωφελήσει την καριέρα μου αν χάσω την ανωνυμία μου;» Τα μάτια του μισόκλεισαν. «Θα μπορούσες να σκεφτείς μια αλλαγή στη ζωή σου». Η Τζο κοίταξε πάνω από το μπράτσο του το φαράγγι και το βράχο που υψωνόταν στην άκρη του νερού. Δεν είχαν και πολλές πιθανότητες να γλιτώσουν αν παραπατούσε ο Σεμπ. Κι εκείνος δεν έδειχνε να συγκεντρώνεται όσο πρέπει στις δυσκολίες του μονοπατιού. Ένιωσε ένα ξαφνικό ρίγος. «Το σκέφτομαι τώρα». Δεν της απάντησε. Το μονοπάτι σ’ εκείνο το σημείο έκανε μια απότομη στροφή και είχαν τιάρα μπροστά τους μια γυμνή πλαγιά που στα εξασκημένα μάτια της φαινόταν να έχει τουλάχιστον εξήντα μοίρες κλίση. Ο Σεμπ τη μετακίνησε έτσι ώστε να την κρατάει πιο σταθερά, έσκυψε λίγο προς το μέρος της και σκαρφάλωσε την πλαγιά. Η Τζο σφίχτηκε πάνω του, με το πρόσωπό της πιεσμένο στο σβέρκο του.


Στην κορυφή εκείνος σταμάτησε, με το στήθος του να ανε-βοκατεβαίνει βαριά. Γύρισε και την κοίταξε. Η Τζο χαλάρωσε το σφίξιμό της και τον κοίταξε ενοχλημένη. Δεν έδειχνε κανένα σημάδι ότι θα την άφηνε. Μετά εμφανίστηκαν οι άλλοι. Με αργές κινήσεις ο Σεμπ την άφησε να σταθεί στο έδαφος. «Είσαι εντάξει;» Ήταν ο Σάιμον. Φαινόταν ανήσυχος. Πριν προλάβει εκείνη να του απαντήσει, ο Σεμπ είπε κοφτά: «Τόσο εντάξει, ώστε λιποθύμησε εκεί κάτω». Και έδειξε με το κεφάλι του προς την κατεύθυνση της όχθης της λίμνης. Παρ’ όλο που της είχε επιτρέψει να σταθεί όρθια, εξακολουθούσε να έχει το χέρι του γύρω της. Η Τζο το ένιωθε σαν σιδερένια μπάρα. Τα μάτια του Σάιμον τρεμόπαιξαν. «Τζο;» «Ήμουν λίγο λαχανιασμένη», είπε προσεκτικά. Δεν κοίταξε τον Σεμπ, αλλά ένιωσε τη σιδερένια μπάρα να τη σφίγγει. Ο Μιγκέλ είπε με ενθουσιασμό: «Ήταν σπουδαία βουτιά». Ο Σεμπ ξαναγύρισε στο νωχελικό ύφος του. «Ναι, θα έπρεπε να την απολαύσουμε», είπε. Κοίταξε την Τζο με μάτια που έλαμπαν. «Πάντα είσαι το κορίτσι-θαύμα που τα καταφέρνει σε ένα μόνο γύρισμα;» Η Τζο κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Έτρεμε. Η διαφορά ανάμεσα στον εξοργισμένο άντρα στο μονοπάτι και σ’ ετούτον εδώ ήταν πολύ μεγάλη. «Θέμα τύχης», μουρμούρισε. «Τότε, μια και η τύχη και το φως είναι με το μέρος μας, ας τα εκμεταλλευτούμε», είπε ο Σεμπ. «Πάμε, παιδιά». Η Τζο πήγε σιγά σιγά μέχρι το τροχόσπιτο όπου ήταν τα κοστούμια. Θα έλεγε δυο κουβέντες στον Σάιμον. Μόλις πριν από λίγο τα είχε καταφέρει να την παρουσιάσει ότι δεν είχε την επαγγελματική συνείδηση που έπρεπε. Όσο και να τον συμπαθούσε, δεν μπορούσε να το αφήσει αυτό έτσι. Τα κορίτσια που τη βοήθησαν να βγάλει τη μουσκεμένη περούκα της επιβεβαίωσαν την αίσθησή της ότι ο Σάιμον ήταν ξετρελαμένος με την Άννα Μπεθ. «Και μπορεί να μην είναι ο μόνος», είπε η Σου, η μικρότερη. Η Λίζα, η μεγαλύτερη, σήκωσε τους ώμους της. «Ο Σεμπ πάντα γυροφέρνει κάποια. Δεν είναι σοβαρό. Όχι σαν τον Κέρτις». Η Σου αναστέναξε. «Νομίζει ότι, αν κουνήσει το δαχτυλάκι του, η Αννα Μπεθ θα πέσει στα πόδια του. Είναι πολύ γλύκας


πάντως». «Είναι ανόητος», είπε η πρακτική Λίζα. Η Τζο κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και έφτιαξε τα σκούρα μαλλιά της, ελευθερωμένα τώρα από την περούκα, ενώ σκεφτόταν τις ιστορίες που είχε ακούσει για το σκηνοθέτη. Ήταν φανερό ότι η Αννα Μπεθ και ο Σεμπ Κόρμπελ μπορούσαν να πληγώσουν άσχημα τον Σάιμον. Ένιωθε όλο και πιο αποφασισμένη να τον προστατέψει, αν μπορούσε, από την οργή του Κόρμπελ. Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα του τροχόσπιτου. «Καινούριο πρόγραμμα για τη δεσποινίδα Πέιτζ», είπε κάποιος. Η Σου πήγε στην πόρτα και γύρισε με μια δακτυλογραφημένη σελίδα. Την έδωσε στη Λίζα, που μόλις την είδε έβγαλε ένα σφύριγμα. «Ο Σεμπ πήρε φόρα», είπε ανάλαφρα. «Κράτα τα ζώα στη δουλειά όσο πάει καλά η παράσταση, θα σκέφτηκε. Θα είναι δύσκολη μέρα». Και έδωσε το χαρτί στην Τζο. Η Σου είπε ανήσυχα: «Λίζα... τα κουρέλια. Τα ξέχασα. Δηλαδή νόμιζα ότι ο Σάιμον είπε... Τι στην ευχή θα κάνουμε;» Η Τζο κοίταξε το χαρτί. Θα πρέπει να μιλάνε για την τελευταία σκηνή, σκέφτηκε. Ήταν να πέσει από ένα δέντρο μπροστά στον ήρωα.Ήταν μια σκηνή προς το τέλος και η ηρωίδα έτρεχε συνέχεια να γλιτώσει, σύμφωνα με την πλοκή του έργου. Έκανε ένα μορφασμό. «Μου κάνει εντύπωση που θα φοράει κάτι», είπε ξερά. «Μετά το ανέβασμα τόσων βουνών και τις βουτιές σε λίμνες επί μια βδομάδα». Η Λίζα χαμογέλασε. «Ίσως θα μπορούσες να το προτείνεις στον Σεμπ. Μπορεί να λύσει το πρόβλημα». Αλλά στο μεταξύ τα δυο κορίτσια τα κατάφεραν και της έφτιαξαν τα ξεσχισμένα ρούχα όπως έπρεπε. Το αποτέλεσμα ήταν να κερδίσει η Τζο μια αδιάφορη ματιά από τον Σεμπ και ένα σφύριγμα θαυμασμού από τον Μπιλ Χάμιλτον. «Πω πω!» έκανε ο Μπιλ Χάμιλτον. «Ευτυχώς που η καλλονή μας δεν είναι εδώ να σε δει». Η Τζο τον κοίταξε με διάπλατα μάτια. «Είναι κομπλιμέντο αυτό;» ρώτησε ευγενικά. «Και βέβαια», είπε με ενθουσιασμό ο Μπιλ. «Πού ήσουν και δε σ’ έβρισκα στη ζωή μου τόσα χρόνια;» Του χαμογέλασε. «Ντυνόμουν», του είπε ψύχραιμα. Κούνησε το κεφάλι του. «Κρίμα». Έριξε μια γρήγορη ματιά στον Σεμπ και μετά χαμήλωσε τη φωνή του. «Παρ’ όλα αυτά, δε βλάπτει αν δεν το μάθει η Αννα Μπεθ. Οι γυναίκες κασκαντέρ υποτίθεται


ότι δεν είναι τόσο εντυπωσιακές. Και έχει ήδη κατεβάσει μούτρα επειδή ο Σεμπ της είπε ότι ήσουν καταπληκτική. Καλύτερα να μην είχε ανοίξει το στόμα του. Εκείνη γίνεται... δύσκολη... όταν κάποιος άλλος γίνει το κέντρο του ενδιαφέροντος. Ή τουλάχιστον αν έτσι νομίζει». Η Τζο έριξε μια ματιά στον Σεμπ που μιλούσε στον Μιγκέλ. «Την έχω ντουμπλάρει και άλλοτε», είπε αδιάφορα. Ο Μπιλ γύρισε και την κοίταξε. «Πριν ή αφού έγινε κεντρικό θέμα στο Νιούζγουορλνν,» «Αυτό ήταν το αποφασιστικό της βήμα;» ρώτησε η Τζο. «Δεν το κατάλαβα». «Μετά από τρεις μήνες, αφότου παντρεύτηκε τον εκδότη», την πληροφόρησε ο Μπιλ. Η Τζο έκανε ένα μορφασμό. «Α, δεν το ήξερα ούτε αυτό. Θα πρέπει να ήταν περίπου... πριν ενάμιση χρόνο». «Λίγο πιο πριν. Είχε πάρει την πάνω βόλτα τότε για τα καλά». «Ναι. Το ξέρω», συμφώνησε η Τζο. Ο Μπιλ δίστασε για μια στιγμή. «Ξέρεις ότι ο άντρας της έχει επενδύσει πολλά λεφτά σ’ αυτή την ταινία;» «Το... φαντάστηκα. Ναι». «Ο Σεμπ χρειάστηκε να δώσει αγώνα για να εξασφαλίσει χρηματοδότηση. Ήθελε να τη γυρίσει εδώ και χρόνια. Από τότε που τελείωσε τη σχολή. Θυμάμαι που μιλούσε γι’ αυτό από τότε. Είναι ικανός να κάνει τα πάντα για να την τελειώσει». Σταμάτησε για μια στιγμή. «Εκείνη έχει συγκεντρώσει πολλή δύναμη. Όχι μόνο με τα λεφτά, αλλά έχει επίσης ταλέντο και είναι σέξι. Και λένε ότι εκείνος δεν μπορεί να κρατηθεί μακριά της». Ακουγόταν τόσο σκεφτικός, που η Τζο σήκωσε ερωτηματικά το φρύδι της. Ο Μπιλ ανασήκωσε τους ώμους του. «Μπορεί και να "ναι αλήθεια», είπε. «Του αρέσουν οι γυναίκες, παρ’ όλο που δεν τις παίρνει στα σοβαρά». Και οι δυο τους κοίταξαν απέναντι τον Σεμπ. Εκείνος μισογύ-ρισε και η Τζο ένιωσε ένα τίναγμα σαν να είχε αγγίξει ηλεκτρο-φόρο καλώδιο. Αυτό ήταν γελοίο. Από τόση απόσταση ήταν αδύνατον να συναντηθούν τα βλέμματά τους. Κι όμως, της φάνηκε ότι εκείνος, τουλάχιστον για μια στιγμή, είχε καρφώσει το βλέμμα του στο δικό της και την κρατούσε ακινητοποιημένη. Θυμήθηκε, σαν μια φωτεινή αναλαμπή, το στόμα του να πλησιάζει το δικό της και τον εφιάλτη που έβγαινε στην επιφάνεια για να την πνίξει. Τι είχε αυτός ο άνθρωπος που τον έκανε να έχει τόση επίδραση πάνω της; Όποτε τον έβλεπε κάτι την τραβούσε κοντά του, με τη θέλησή της ή όχι. Κι εκείνη σίγουρα δεν το ήθελε αυτό. Δίπλα της ο Μπιλ είπε σοβαρά: «Δεν ξέρω τι ετοιμάζει. Αλλά δε νομίζω ότι θα είναι εντελώς... αμερόληπτος αν κάποιος καβγαδίσει με την Άννα Μπεθ Άρντεν. Ξέρεις τι εννοώ;» Την κοίταξε και χαμήλωσε τη φωνή του. «Μην την κάνεις εχθρό, Τζο».


Εκείνη παρακολουθούσε τον Σεμπ. «Και αν με κάνει εκείνη εχθρό;» «Σκύβε το κεφάλι όταν είστε μαζί και απόφευγέ την όσο μπορείς», είπε με ειλικρίνεια ο Μπιλ. «Ο Σεμπ είναι καλός άνθρωπος, αλλά αν χρειαστεί να πάρει θέση... Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να πηγαίνει με τα νερά της για τους χρηματοδότες. Και αν εκείνη τα βάλει μαζί σου...» Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο. Η Τζο γύρισε και τον κοίταξε. Το πρόσωπό του σκιαζόταν από ανησυχία. Ήταν ολοφάνερο ότι δεν του άρεσε να μιλάει για συναδέλφους έτσι. «Γιατί τα λες σ’ εμένα; Προειδοποίησες και τις άλλες;» τον ρώτησε. «Τις άλλες που τις έδιωξε εκείνη;» είπε ο Μπιλ. Έδειχνε σαν να έβρισκε το θέμα αηδιαστικό. «Όχι. Έχω δει μόνο τον τρόπο που σε κοιτάζει. Και τον τρόπο που την κοιτάζεις εσύ. Δεν τη φοβάσαι και αυτό δεν της αρέσει. Και... μπορεί να κυνηγάς τον Σεμπ. Γι' αυτό...» Σήκωσε τους ώμους του. Η Τζο αναπήδησε σαν να είχε δεχτεί κατά λάθος χτύπημα. «Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση», δήλωσε. Ο Μπιλ φάνηκε να ξαφνιάζεται. «Για την Αννα Μπεθ κάθε γυναίκα μπορεί να κυνηγάει τον Σεμπ», είπε καθησυχαστικά. Πίσω τους μια βαθιά φωνή, γνωστή στην Τζο, είπε πρόσχαρα: «Με κολακεύεις. Και υπερβάλλεις, νομίζω». Ο Μπιλ γύρισε απότομα. Έδειχνε, απ’ ό,τι είδε η Τζο, αρκετά αδιάφορος. Σε αντίθεση με την ίδια. Εκείνη γύρισε αργά, προσέχοντας να μη συναντήσει το βλέμμα του Σεμπ. «Σε έχει περιμαντρώσει σαν ιδιοκτησία της από τη μέρα που ήρθε. Σεμπ», είπε ο Μπιλ με χαμόγελο. Ο Σεμπ αποκρίθηκε μόνο με ένα ανασήκωμα των ώμων. Δε φαινόταν να τον απασχολεί το θέμα. Η Τζο αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν σημάδι γνήσιας αδιαφορίας ή ένα κομμάτι της ψυχρής μάσκας του. Πόσο θα ήθελε να τον ταρακουνήσει, να τον κάνει να χάσει αυτή την εκνευριστική αυτοκυριαρχία του. «Είναι κι αυτό μέσα στα δικαιώματα του χρηματοδότη;» ρώτησε γλυκά η Τζο. Η αντίδρασή του δεν ήταν αυτή που ήλπιζε εκείνη. Τα μάτια του μίκρυναν, αλλά γέλασε σιγανά. «Ενδιαφέρουσα άποψη». Ήταν μια κρυφή πρόκληση. Με μια ηρωική προσπάθεια, η Τζο απέφυγε το βλέμμα του και κοίταξε αλλού. Ο Μπιλ φαινόταν να μην έχει πάρει είδηση τη σιωπηλή τους μάχη. «Εμένα πάντως, Σεμπ, μου φαίνεται ότι πολλές φορές υποχωρείς για να καλοπιάνεις τους άλλους. Δε βλέπεις, ας πούμε, την Τζο πόσο επαγγελματικά φέρεται;» «Και στο διάβολο όλοι οι άλλοι», συμφώνησε ο Σεμπ. Υπήρχε ένας αμυδρός εκνευρισμός στη φωνή του. Γύρισε το βλέμμα του σ’ εκείνη. «Προσπάθησες να καλοπιάσεις κανέναν στη ζωή σου;»


Η Τζο ξαφνιάστηκε αρκετά και ξέχασε την απόφασή της να μην κάνει εκμυστηρεύσεις. «Ναι, αλλά χωρίς επιτυχία». Τα μάτια του μίκρυναν πάλι μέχρι που έγιναν σχεδόν δυο σχισμές. Αλλά, πριν προλάβει να μιλήσει, του φώναξε από μακριά ένας τεχνικός. Ο Σεμπ γύρισε στον άνθρωπο που κουνούσε το χέρι του. «Α, ωραία. Τα κατάφεραν», είπε. «Είσαι έτοιμος, Μπιλ;» Ο Μπιλ συγκατένευσε. Σήκωσε στη θέση της την κιλότα της ιππασίας και έφυγε προς το άλογό του. Ο Σεμπ κοίταξε την Τζο. «Εσύ;» Ξαφνικά εκείνη συνειδητοποίησε ότι τα κουρέλια που είχαν φτιάξει βιαστικά η Σου και η Λίζα ήταν πολύ κουρέλια στην πραγματικότητα. Με δυσκολία συγκρατήθηκε να μην προσπαθήσει να σκεπάσει όσα αποκάλυπτε μπροστά η σχισμένη δαντέλα της και τον κοίταξε αποφασιστικά. «Έτοιμη». Εκείνος αναστέναξε σιγανά. «Ναι, συνέρχεσαι πολύ γρήγορα. Δύσκολα μπορεί να θυμηθεί κανείς ότι πριν δυο ώρες είχες λιποθυμήσει». Την κοίταξε εξεταστικά. «Ξέρεις γιατί;» Η Τζο ένιωσε την αναπνοή της να πιάνεται και προσπάθησε να αποφύγει το βλέμμα του. Αλλά ήξερε ότι εκείνος είχε προσέξει την ελαφριά τρεμούλα της. Σήκωσε τους ώμους της χωρίς να απαντήσει. «Ησουν μια χαρά μετά τη βουτιά». Ήταν μια διαπίστωση αυτό. «Και είχες αλλάξει ρούχα. Επομένως δεν ήταν θέμα ότι έσκαγες από τη ζέστη επειδή ανέβηκες στο λόφο με όλο εκείνο το βελούδο». Σταμάτησε. «Εγώ ήμουν η αιτία, έτσι δεν είναι;» Η Τζο ένιωσε το λαιμό της να σφίγγεται. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, αλλά εκείνος δεν την πίστεψε. «Γιατί;» Ο Σεμπ ακουγόταν αμήχανος. «Με συγχωρείς που έχασα την ψυχραιμία μου. Νόμιζα ότι έπεσες κατά λάθος. Ότι μπορεί να πνιγόσουν. Θα πρέπει να το κατάλαβες αυτό. Εν πά-ση περιπτώσει, δε με φοβάσαι...» Σταμάτησε απότομα. Η Τζο θα πρέπει να έκανε άθελά της κάποια μικρή κίνηση. Εκείνος την κοίταξε δύσπιστα. «Δεν το πιστεύω», της είπε τελικά. Η κοπέλα έβρεξε τα ξεραμένα χείλη της. «Δε φοβάσαι τίποτα. Και με πολεμάς από τότε που ήρθες εδώ, έτσι, δε βλέπω για ποιο λόγο μια ακόμα σύγκρουση θα άλλαζε τα πράγματα», πρόσθεσε. «Δεν τα άλλαξε», είπε κοφτά η Τζο. Ο Σεμπ δεν έδωσε προσοχή σ’ αυτό. Έδειχνε παραξενεμένος. «Επειδή σου έβαλα τις φωνές; Ή


επειδή σε φίλησα;» Εκείνη κατάπιε με δυσκολία. «Όχι», είπε με πνιχτή φωνή. Ο Σεμπ δεν έδωσε προσοχή ούτε και σ’ αυτό. «Αυτό είναι;» Ακουγόταν σκεφτικός. «Εντάξει. Ήμαστε και οι δύο λίγο σοκα-ρισμένοι τότε. Αλλά, διάολε, Τζο. σε έχουν φιλήσει και άλλοτε». Ο εφιάλτης βρισκόταν εκεί, σαν ένα φάντασμα που μόνο η ίδια μπορούσε να το δει, κάνοντας το δέρμα της να μουσκεύει από τον ιδρώτα και τα χέρια της να τρέμουν. Τράβηξε μακριά το βλέμμα της. «Όχι πολύ συχνά», είπε επιφυλακτικά η Τζο. «Τι;» Του Σεμπ δεν του άρεσε αυτό που άκουσε. Η Τζο δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί. «Θέλω να πω ότι δε μ’ αρέσει να μπλέκω με συναδέλφους», έσπευσε να προσθέσει. Ακολούθησε σκοπή. Μετά ο Σεμπ είπε ήσυχα: «Δεν εννοούσες αυτό». Μια ακόμα φωνή ακούστηκε κάπου πίσω τους. Ο Μπιλ είχε ανέβει στο άλογό του, που ήταν ανήσυχο. Με ένα σιγανό μουρ-μουρητό, η Τζο πήγε στο δέντρο και άρχισε να σκαρφαλώνει. Αλλά, μόλις έφτασε στα χαμηλότερα κλαδιά και κοίταξε κάτω, είδε τον Σεμπ να την κοιτάζει κατευθείαν στα μάτια. «Οι δυο μας», της είπε ήρεμα, «πρέπει να κάνουμε μια ειλικρινή συζήτηση. Σύντομα». Και μετά έκανε μεταβολή πριν εκείνη προλάβει να σκεφτεί κάτι να του πει. Δούλεψαν σκληρά για δυο ώρες. Ο Σάιμον ήταν κοντά συνέχεια, φανερά πιο ευδιάθετος όταν ήταν απασχολημένος. Η Τζο ανέβηκε και πήδησε από το δέντρο τρεις φορές και τα ρούχα της σχίζονταν όλο και περισσότερο. Στην τελευταία λήψη, καθώς ανασηκωνόταν μπροστά από τον Μπιλ και το άλογό του, το ταλαιπωρημένο πουκάμισο έπεσε τελικά μέχρι τη μέση της. Οι κάμερες σταμάτησαν να τραβούν. Ο Μπιλ έτρεξε κοντά της και της έκανε μια θεατρική υπόκλιση. «Πας κατά κει που πάω, γλύκα;» τη ρώτησε βγάζοντας το καπέλο του. «Είσαι για μια βόλτα με το άλογο;» Τη φράση του τη διαδέχτηκε ένα ξέσπασμα γέλιου από τους παριστάμενους. Η Τζο χαμογέλασε ενώ τραβούσε τα υπολείμματα της δαντέλας της και τα κρατούσε πάνω στο στήθος της. «Παθαίνω ναυτία με τα άλογα», του είπε ψύχραιμα. «Αλλά ευχαριστώ για την προσφορά». «Φρόντισε να μην παθαίνεις», τη συμβούλεψε ο Σεμπ καθώς πλησίαζε προς το μέρος τους. «Έχεις να κάνεις πολλή ιππασία αυτή τη βδομάδα». Την κοίταξε και τα μάτια του είχαν μια παράξενη λάμψη. «Πώς διάολο έφτασες


σ’ αυτή την κατάσταση;» «Η ηρωίδα σου», τον πληροφόρησε, «περνάει σκληρή ζωή». Ο Σεμπ ξεκούμπωσε το πουκάμισό του χαμογελαστός. «Δεν αμφιβάλλω. Ορίστε, πάρε καλύτερα αυτό», της είπε και της έδωσε το μπλε βαμβακερό πουκάμισο που φορούσε. Ξαφνιασμένη η Τζο άπλωσε το χέρι της να το πιάσεη αφήνοντας τα κουρέλια της να πέσουν. Το χαμόγελο του Σεμπ πλάτυνε. «Φόρεσέ το, γλύκα. Πριν καείς από τον ήλιο ή σου ριχτεί ο πεινασμένος λύκος που είναι πάνω στο άλογο». Ο Μπιλ παρακολουθούσε στριφογυρίζοντας το καπέλο του στο δάχτυλό του. Γέλασε. Η Τζο φόρεσε το πουκάμισο, προσπαθώντας να αγνοήσει ότι ήταν ακόμα ζεστό από κείνο το αρρενωπό κορμί. «Εντάξει», είπε συγκαταβατικά. «Μπορείτε να γελάτε όσο θέλετε. Για δοκιμάστε όμως να ανεβοκατεβείτε σε ελιές και θα δω αν θα τα πάτε καλύτερα. Είπα στα κορίτσια της γκαρνταρό-μπας ότι είναι θαύμα που η πρωταγωνίστρια έχει ρούχα μετά από τόσα πράγματα που τη βάζετε να κάνει». «Μην τα λες σ’ εμένα», είπε ήρεμα ο Σεμπ. «Πες τα στο συγγραφέα. Μιλάμε για έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας». Η Τζο έκλεισε τα μάτια της. «Αυτό με παρηγορεί βέβαια», είπε ευγενικά. «Όταν θα κάνω εκείνο το ζεστό μπάνιο που ονειρεύομαι, θα πω στις μελανιές μου ότι έγιναν για χάρη της παγκόσμιας λογοτεχνίας». «Μπορείς να το κάνεις», είπε ο Σεμπ. «Δε θα σε ξαναχρεια-στώ άλλο σήμερα». Η Τζο ίσιωσε τους ώμους της. «Δόξα τω Θεώ». Γύρισε κατευθείαν στο σπίτι. Πονούσε παντού. Παρ’ όλο που ήταν εκπαιδευμένη στο πώς να πέφτει, ελαφριά και χαλαρά, το χώμα ήταν σκληρό σαν τσιμέντο. Την τελευταία φορά είχε χτυπήσει αρκετά άσχημα το γοφό της. Αλλά ήξερε ότι όλα αυτά ήταν μέρος της δουλειάς της και είχε γνωρίσει και πολύ χειρότερα. Άρχισε να ανεβαίνει σιγά σιγά τη σκάλα μέχρι τη γαλαρία. Στα μισά σταμάτησε. Στην κορυφή της σκάλας στεκόταν η Άννα Μπεθ, με μια παράξενη έκφραση στο πρόσωπό της. Η Τζο την κοίταξε άπορη μένη. Αμέσως η παράξενη έκφραση εξαφανίστηκε και η Άννα Μπεθ της χαμογέλασε. «Ταλαιπωρήθηκες;» τη ρώτησε και, καθώς η Τζο σήκωνε το φρύδι της, πρόσθεσε γλυκά: «Ξέρεις, πραγματικά σε θαυμάζω». Η Τζο έφτασε στην κορυφή της σκάλας. Η Άννα Μπεθ δεν παραμέρισε. Για μια στιγμή στάθηκαν αντιμέτωπες, η ηθοποιός με μια μεταξωτή μπλούζα και ένα παντελόνι που λες και ήταν κομμένο να προβάλλει κάθε καμπύλη της, η Τζο με τζιν και το πουκάμισο του Σεμπ. «Ε, αυτό είναι έκπληξη», είπε ειλικρινά η Τζο.


Η Άννα Μπεθ την κοίταξε με απορία. «Α, όχι», τη διαβεβαίωσε. «Δε θα μπορούσα να κάνω αυτά που κάνεις. Σφίγγομαι τόσο πολύ όταν προσπαθω να παραστήσω κάποια άλλη. Όταν πρέπει να κινούμαι και να στέκομαι σαν κι αυτή. Ενώ εσύ τα καταφέρνεις κι ας μην έχουμε το ίδιο ύψος. Πώς μπορείς να πείσεις πραγματικά τον εαυτό σου ότι είσαι εγώ;» ολοκλήρωσε η Άννα Μπεθ με ένα προσποιητό χαμόγελο. Η Τζο συνάντησε το βλέμμα της θαρραλέα. «Είναι θέμα εξοικείωσης», είπε απλά. «Νομίζω ότι σε ξέρω αρκετά καλά, Άννα Μπεθ. Μην ξεχνάς ότι έχω δουλέψει μαζί σου και άλλοτε. Βοηθάει αυτό». Τα μεγάλα καστανά μάτια τρεμόπαιξαν για μια στιγμή. Μετά το χαμόγελο ξαναγύρισε. «Πολύ ευχάριστο αυτό», είπε. «Πρέπει να πω στον Σεμπ πόσο χαίρομαι που δουλεύεις για μένα». Και, με μια ηγεμονική κλίση του κεφαλιού, κατέβηκε τις σκάλες προς την αυλή. Η Τζο την κοίταζε να απομακρύνεται, με το στόμα ξερό. Φυσικά η Άννα Μπεθ είχε καταφέρει να πει την τελευταία λέξη. Πέρασε είκοσι λεπτά στο μπάνιο, απολαμβάνοντας το αφρόλουτρό της και λέγοντας στον εαυτό της ότι δεν την πείραζε που η Άννα Μπεθ είχε πει την τελευταία λέξη. Αυτό που την πείραζε -και δεν είχε σκοπό να το αφήσει έτσι- ήταν ότι ο Σάιμον την κοροΐδευε. Τον στρίμωξε πριν το δείπνο. Ο Σάιμον έδειχνε ελαφρά πανικόβλητος. «Κοίτα», του είπε αυστηρά, «δεν είναι δίκιά μου δουλειά αν είσαι ο χειρότερος βοηθός σκηνοθέτη που υπάρχει. Αλλά δε μ’ αρέσει να μου βάζουν τις φωνές. Και δε μ’ αρέσει να φαίνομαι ότι δεν είμαι σωστή επαγγελματίας. Δε μου λες τι σημαίνουν όλα αυτά;» Ο Σάιμον έγινε κατακόκκινος. «Δεν ξέρω τι εννοείς», είπε βλοσυρά. Η Τζο άρχισε να χάνει την υπομονή της. «Δεν είσαι καν πειστικός», του είπε. «Έλα τώρα, Σάιμον, πες μου». «Ο χρηματοδότης φταίει», είπε επιτέλους, ξαφνιάζοντας την Τζο. «Είναι παντρεμένος με την Άννα Μπεθ, βλέπεις. Αυτός θέλει να...» κοκκίνισε ακόμα περισσότερο «... τέλος πάντων, να τα κάνει όλα μόνη της. Δε θέλει να μοιράζεται τη δόξα με κανέναν». Η Τζο ήπιε λίγο κρασί. «Και τι λέει η Άννα Μπεθ για όλα αυτά;» ρώτησε προσεκτικά. Σ’ αυτό το σημείο ο Σάιμον μπόρεσε να απαντήσει αμέσως. «Α, λέει ότι είναι τρελός. Είναι τρομοκρατημένη. Είναι...» Κοκκίνισε ξανά, αλλά αυτή τη φορά, σκέφτηκε η Τζο, από την ένταση των αισθημάτων του. «Είναι έτοιμη να τον παρατήσει, ξέρεις. Τον φοβάται». Η Τζο κοίταξε το ποτήρι της. Ο Σάιμον μπορεί να πίστευε ό,τι ήθελε, όπως έκανε κάποτε και η μητέρα της. Η αγάπη, σκέφτηκε ριγώντας, σε τυφλώνει και σου σαλεύει το μυαλό. «Γιατί μου έδωσες λάθος οδηγίες στη βουτιά μου, Σάιμον;» τον ρώτησε ήρεμα. «Τι ήθελες να πετύχεις μ? αυτό;»


Ο Σάιμον ξαφνικά φαινόταν σαν ένα παιδί που πιάστηκε να κάνει αταξίες. «Γιατί ο Σεμπ είχε πει ότι παρίστανες την πριμαντόνα και είχε σκοπό να σε ξαποστείλει», της εξήγησε. «Αν διαπίστωνε ότι έκανες τα πράγματα πιο δύσκολα για να φαίνονται πιο θεαματικά, θα νόμιζε ότι ο σκοπός σου ήταν να αυτο-προβληθείς». Σ’ ευχαριστώ, Σάιμον, είπε από μέσα της άγρια η Τζο. Με υποχρέωσες. «Μετά θα σε απέλυε», συνέχισε. «Είσαι η τελευταία του ευκαιρία να γυριστούν οι δύσκολες σκηνές. Έτσι, μετά από αυτό, αναγκαστικά θα έβαζαν τον Κρις να ξαναγράψει μερικές σκηνές ώστε να κάνουν για την Αννα Μπεθ». Η Τζο τον κοίταζε άφωνη. Εκείνος έδειχνε να πιστεύει ακόμα το ανόητο σχέδιό του. Πόσο αφελής γίνεται καμιά φορά ο άνθρωπος, συλλογίστηκε. «Η Αννα Μπεθ θα πρέπει να εντυπωσιάστηκε», είπε τελικά. Ο Σάιμον της έριξε μια λοξή ματιά. «Δεν το ξέρει. Ήταν δική μου η ιδέα». Δεν' υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό, σκέφτηκε η Τζο. «Λοιπόν, δεν απέδωσε. Δεν πρέπει να ξαναδοκιμάσεις κάτι τέτοιο, Σάι-μον. Δεν ωφελεί σε τίποτα. Αν είχα χτυπήσει, η ασφαλιστική εταιρεία δε θα κάλυπτε το ατύχημα. Εγώ θα έλεγα ότι ακολουθούσα οδηγίες, ενώ ο Σεμπ θα έλεγε το αντίθετο. Θα αναγκαζόσουν να πας σε δικαστήριο και να πεις την αλήθεια... ή να ψευδομαρτυρήσεις. Και τι θα γινόταν η καριέρα σου μετά από αυτό;» Ο Σάιμον φαινόταν τρομοκρατημένος. «Μα ήταν πράγματι τόσο επικίνδυνο;» «Σάιμον», είπε υπομονετικά η Τζο, «σχεδόν καθετί που κάνω σ’ αυτό το φιλμ είναι επικίνδυνο. Γι' αυτό με πληρώνει ο Σεμπ, έστω κι αν τον πονάει. Γιατί εγώ διακινδυνεύω. Όχι η σταρ σου. Και σε πληροφορώ», πρόσθεσε με αυστηρό ύφος, «ότι, αν ξανακάνεις καμιά τέτοια ανοησία, θα πω στον πράκτορά μου να ζητήσει πρόσθετη αποζημίωση». Ο Σάιμον έγινε κάτωχρος. «Και θα του πω το γιατί», ολοκλήρωσε την απειλή της. Ο Σάιμον πανικοβλήθηκε. «Μα θα νομίζουν ότι η Αννα Μπεθ...» Η Τζο σήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Δε θα ήταν δίκαιο», είπε ο Σάιμον με αξιοπρέπεια. Η Τζο αναλογίστηκε ποια ήταν η αιτία για τα ιπποτικά του αισθήματα και αναστέναξε. «Κοίτα», είπε, «εσύ φρόντισε να μην υπάρχουν άλλα ατυχήματα. Και ξέρεις τι εννοώ, Σάιμον. Κάθε είδους ατυχήματα. Κι εγώ δε θα ξαναμιλήσω γι' αυτό». Την κοίταξε αναποφάσιστος για μια στιγμή ανάμεσα στην προσβολή και στο φόβο.


«Έχεις το λόγο μου», μουρμούρισε η Τζο. Η προσβολή κέρδισε. «Κάνε ό,τι θέλεις», της πέταξε ο Σάιμον. «Δεν έχεις καμιά απόδειξη. Θα αρνηθώ ότι σου είπα το παραμικρό. Ο Σεμπ νομίζει ότι είσαι ανακατωσούρα, έτσι κι αλλιώς. Και έχει δίκιο». Μ’ αυτά τα λόγια, σηκώθηκε και απομακρύνθηκε από το τραπέζι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Η Τζο ανέβηκε σκεφτικά στη γαλαρία. Τέτοια ώρα το βραδάκι πολλοί άνθρωποι κάθονταν εκεί και κουβέντιαζαν, ενώ κάτω στην αυλή το προσωπικό έστρωνε τα τραπέζια για δείπνο. Σταμάτησε για μια στιγμή και απόλαυσε τη γλυκιά μυρωδιά του γιασεμιού που ερχόταν από κάτω. Μετά προχώρησε κατά μήκος της γαλαρίας και πήγε στο δωμάτιό της. Η δίφυλλη μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή όπως την είχε αφήσει. Κάποιος είχε μπει να πάρει τα ρούχα για να τα πλύνει και να συγυρίσει το δωμάτιο. Της είχαν φέρει επίσης την αλληλογραφία της. Τα γράμματα ήταν πάνω στην τουαλέτα, δύο που είχαν σταλεί αρχικά στο διαμέρισμά της και δύο κατευθείαν εδώ. Η Τζο αναστέναξε και τα πήρε στα χέρια της. Ένας λογαριασμός, ένα γράμμα από τη μητέρα της, ποτέ με καλά νέα, ένα από τον Τζέ-ρι και ένα από τον παππού της. Τα πήρε όλα, πήρε και την κρεμαστή τσάντα της και βγήκε στη γαλαρία. Τράβηξε μία από τις ψάθινες πολυθρόνες στην άκρη. Μια κληματαριά και ένα γιασεμί σκίαζαν το μέρος όπου καθόταν, έτσι, που ήταν κρυμμένη σχεδόν από τα αδιάκριτα μάτια. Ανοιξε προσεκτικά τον πρώτο φάκελο. Ήταν ο λογαριασμός για επισκευές στο αυτοκίνητο. Τον πε-ρίμενε. Του έριξε μια πρόχειρη ματιά και προχώρησε απρόθυμα στα γράμματα. Ο Τζέρι της έλεγε να γυρίσει ένα φιλμ στην Ουγγαρία μόλις θα επέστρεφε. Της έγραφε ότι ήταν συνηθισμένα πράγματα, μετά της θύμιζε, όχι πολύ ενθαρρυντικά, κατά την άποψή της, ότι είχε κάνει μια περίοδο εκπαίδευσης σε τσίρκο και δε θα είχε κανένα πρόβλημα. Η αμοιβή όμως ήταν καλή. Έβγαλε το ημερολόγιό της και σημείωσε τις ημερομηνίες. Θα έγραφε στον Τζέρι μετά το δείπνο. Το γράμμα του παππού ήταν διαφορετικό. Ήταν τόσο άσχημο όσο το περίμενε. Δεν της το έλεγε ξεκάθαρα, αλλά ήταν φανερό ότι είχε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα. Πάλι καλά, σκέφτηκε, που με έχει κάνει πληρεξούσιο, διαφορετικά από την απόγνωσή του θα είχε ήδη βάλει την υπογραφή του για να πάρει ο πατέρας μου το αγαπημένο του σπίτι. Με τη σκέψη του πατέρα της, η Τζο ένιωσε τα χέρια της να ιδρώνουν. Βιαστικά τέντωσε τα δάχτυλά της και πήρε το γράμμα της μητέρας της. Ήταν στο συνηθισμένο στυλ της. Η Σίνθια είχε ακούσει ότι η Τζο έβαζε λόγια στο γέρο για να φέρνει αντιρρήσεις στην αξιοποίηση του σπιτιού του. Φυσικά δεν ήταν δική της δουλειά τι έκανε ο Αλαν αυτό τον καιρό, αλλά η Τζο θα έπρεπε να καταλάβει ότι τα λεφτά είναι αντρικό θέμα. Ο Τζον είπε ότι, αν μπορούσε να κάνει εκείνος κάτι, η Τζο θα έπρεπε να έρθει σε επαφή μαζί του. Είχε τον


προσωπικό αριθμό του τηλεφώνου του στο Λονδίνο, σωστά; Ο Τζον ήθελε πάντα να είναι καλός πατριός, αλλά η Τζο ήταν πάντα πολύ δύσκολη. Εκείνος Θα χαιρόταν να την εξυπηρετήσει. Η Τζο είχε σβήσει από την ατζέντα της τον αριθμό τηλεφώνου του όταν πήγαινε ακόμα σχολείο. Της έκανε εντύπωση που εκείνος είχε πει στη μητέρα της ότι της τον είχε δώσει κάποτε. Αλλά, πάλι, η Σίνθια είχε την τάση πάντα να βλέπει αυτά που ήθελε να δει. Και σίγουρα δεν ήθελε καθόλου να δει ότι ο νεαρός σύζυγός της... Η Τζο σταμάτησε να σκέφτεται. Δεν υπήρχε νόημα να θυμάται το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά. Είχε τελειώσει οριστικά με όλα αυτά. Τσαλάκωσε το γράμμα της Σίνθιας με οργή. Εκείνη τη στιγμή έκανε την εμφάνισή του ο Σεμπ Κόρμπελ μέσα από τις φυλλωσιές. «Φαίνεσαι πολύ αγριεμένη», είπε. Τινάχτηκε ξαφνιασμένη. Εκείνος είχε κάνει μπάνιο και είχε αλλάξει και, καθώς στεκόταν μπροστά της, την έκανε να ανατριχιάζει στη θύμηση εκείνου του ηλιοκαμένου κορμιού που έσφιγγε προστατευτικά το δικό της λίγες μόλις ώρες πριν. «Νομίζω ότι έφτασε η ώρα για κείνη τη συζήτηση που λέγαμε», πρότεινε ο Σεμπ μόλις δεν πήρε απάντηση στο σχόλιό του. Η Τζο έστρεψε αλλού το βλέμμα της. Δεν περίμενε βέβαια ότι θα γλίτωνε απ’ αυτό. Μόνο που, ύστερα από το γράμμα της μητέρας της και τις αναμνήσεις που της είχε ξυπνήσει, δεν αισθανόταν ιδιαίτερα δυνατή για να αντιμετωπίσει μια συζήτηση με τον Σεμπ Κόρμπελ. Εκείνος κάθισε σε μια πολυθρόνα δίπλα της και τέντωσε μπροστά τα μακριά πόδια του. Κάτω στην αυλή είχε αρχίσει να μαζεύεται ο κόσμος για το δείπνο, αλλά εκεί, πίσω από το γιασεμί, δεν τους έβλεπε κανείς. Ήταν σαν να είναι εντελώς μόνοι. «Γιατί έκανες έτσι δύσκολα τη βουτιά;» τη ρώτησε απότομα. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του φαίνονταν τραβηγμένα από την κούραση. Η καρδιά της σκίρτησε για μια στιγμή καθώς σκέφτηκε τι θα σήμαινε να αποκαλύψει στον Σεμπ το άσχημο παιχνίδι του Σάιμον, σε τέτοια άσχημη διάθεση που βρισκόταν. «Νόμιζα ότι αυτό ήθελες...» είπε προσεκτικά. Τη διέκοψε αγριεμένος. «Ήξερες μια χαρά τι ακριβώς ήθελα. Ήταν γραμμένο ξεκάθαρα. Έτσι δεν είναι;» Ο θυμός του την έκανε να χάσει τα λόγια της. «Ναι, αλλά...» Ο Σεμπ είχε γίνει έξω φρενών τώρα. «Αλλά νόμιζες ότι εσύ ήξερες καλύτερα, ε; Νόμιζες ότι θα σε έγραφαν οι εφημερίδες αν έκανες το πήδημα του θανάτου;» Η Τζο άρχισε να βράζει από θυμό. «Νόμιζα ότι ακολουθούσα τις οδηγίες σου», είπε παγερά. «Μπα; Και πώς έγινε αυτό; Επικοινωνούμε μήπως με τηλεπάθεια; Έστελνα μηνύματα στη σκέψη σου;»


Η Τζο έσφιξε τα δόντια. «Δε χρειάζεται να είσαι σαρκαστικός». «Ακου», της είπε ήρεμα. «Σαν σκηνοθέτης, πρέπει να κρατάω την ισορροπία ανάμεσα σε πολλούς ταλαντούχους και θερμόαιμους ανθρώπους. Πρέπει να μένω ανεπηρέαστος. Προσπαθώ να καταλάβω». Η Τζο ξέσπασε. «Όχι. Προσπαθείς να είσαι κακός. Ένας Θεός ξέρει το γιατί. Ίσως να θέλεις να πάρεις εκδίκηση που σε έκανα να χάσεις την ψυχραιμία σου για μια στιγμή». Τα μάτια του γυάλισαν. «Λοιπόν», είπε, «ήταν αμοιβαίο, έτσι δεν είναι;» Για μια στιγμή η Τζο δεν κατάλαβε. Εκείνη μιλούσε για τον πανικό του όταν κατέβηκε τρέχοντας την πλαγιά μετά τη βουτιά της. Αλλά ο Σεμπ εννοούσε καθαρά το φιλί. Ένιωσε τα μάγουλά της να φουντώνουν και προσπάθησε απεγνωσμένα να κρατήσει την αυτοκυριαρχία της. «Με ξάφνιασες», του είπε. Ο Σεμπ της έσκασε ένα χαμόγελο. «Μμμ... Θυμάμαι». Αυτή τη φορά η Τζο δεν κοκκίνισε. Του έριξε μια ματιά. «Δεν το περίμενα. Ήταν σαν σοκ για μένα». Το ειρωνικό χαμόγελο πλάτυνε. «Μεγαλύτερο σοκ από τη βουτιά με το κεφάλι στη λίμνη;» τη ρώτησε πονηρά. «Πολύ μεγαλύτερο», του αποκρίθηκε. «Ήξερα ότι ήταν κάτι το ξεχωριστό», είπε, με έναν τόνο ικανοποίησης στη φωνή του. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. «Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς», του είπε ξέπνοα. Ξαφνικά εκείνος πήρε σοβαρό ύφος. «Μπορεί πράγματι να μην ξέρεις». Κοίταξε εξεταστικά το πρόσωπό της. «Κάτι συνέβη εκεί πέρα όμως. Θέλω να ξέρω τι ήταν. Τη μια στιγμή με φιλούσες, πραγματικά με φιλούσες, και την άλλη...» Η Τζο ένιωσε ξαφνικά το λαιμό της να ξεραίνεται. Θυμόταν ολοζώντανα το σφυγμό του να χτυπάει δυνατά και την αναπνοή του βαριά πάνω της. «Πάλι τα ίδια», είπε ήρεμα ο Σεμπ. Η Τζο κατάπιε με δυσκολία. «Τι;» «Φαίνεσαι κατατρομαγμένη». Πήρε μια βαθιά αναπνοή. Ο λαιμός της πονούσε. «Δε μ’ αρέσει αυτό», συνέχισε ο Σεμπ.


Η Τζο ξανακατάπιε. «Έχεις μεγάλη φαντασία». Το βλέμμα του ήταν κοφτερό. «Όχι». «Δεν τρομάζω», του είπε. «Δεν είναι το στυλ μου τέτοιο. Έχω δουλέψει σε κάμποσες ταινίες φρίκης και δεν τις φοβήθηκα. Σίγουρα δε θα φοβόμουν εσένα». Φάνηκε σκεφτικός. «Ίσως όχι εμένα. Εμάς;» Η Τζο ένιωσε ξαφνικά το στομάχι της να φεύγει από τη θέση του και τον κόσμο να γυρίζει γύρω της. Πιάστηκε από τα μπράτσα της πολυθρόνας της για να μην πέσει. Ο Σεμπ την κοίταζε σαν να ήταν κανένα πειραματόζωο. «Ξέρω ότι ο Τζέρι είπε πως δε σ' αρέσει η φήμη μου», είπε ήρεμα, «αλλά κάποτε πρέπει να φερθείς σαν ενήλικη γυναίκα». «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς». «Δεν καταλαβαίνεις;» Δίστασε για μια στιγμή. «Μου έχεις στοιχίσει πολύ ακριβά και έχω κάθε δικαίωμα να ξέρω τι είδους προβλήματα σε βασανίζουν». Η Τζο έσφιξε τα δόντια της. σε μια προσπάθεια να συγκροτήσει το θυμό της. Αυτός ο άνθρωπος κατάφερνε να της βγάζει στην επιφάνεια όλα εκείνα που είχε βαθιά θαμμένα μέσα της -τον πατέρα της, τη Σίνθια, την ανεπιθύμητη αγάπη του πατριού της. Ο Σεμπ την παρακολουθούσε με προσοχή. «Τι ήταν, Τζο;» ρώτησε ήρεμα. «Καμιά ερωτική υπόθεση που πήγε στραβά;» Εκείνη έσφιξε τα χέρια της και έμεινε ακίνητη σαν πέτρα. «Κανένας αποτυχημένος γάμος;» Χωρίς να το θέλει έκανε μια κίνηση με το χέρι της. Όταν το κατάλαβε ήταν πια αργά. Ήξερε ότι εκείνος την είχε δει και θα το κρατούσε στο μυαλό του. «Ώστε αυτό ήταν», είπε ο Σεμπ. Η Τζο δεν άντεχε άλλο. «Δεν παντρεύτηκα ποτέ», του δήλωσε. «Ούτε και θα παντρευτώ». Ακολούθησε μια ηλεκτρισμένη σιωπή. Κάτω στην αυλή κάποιος άρχισε να παίζει κιθάρα. Ακουγόταν μια μελαγχολική και κάπως άγρια μελωδία. Όπως νιώθω κι εγώ μέσα μου, σκέφτηκε η Τζο. Σήκωσε το βλέμμα της. Ο Σεμπ την παρακολουθούσε συνοφρυωμένος. «Ποτέ; Γιατί;» τη ρώτησε. Χωρίς να ξέρει το γιατί, η Τζο του εξήγησε: «Είμαι παιδί ενός γάμου που δεν έπρεπε να γίνει... Εκείνοι πλήρωσαν γι' αυτό. Όπως και όλοι οι άλλοι. Ο πατέρας μου ακόμα...» Σταμάτησε από ένα σφίξιμο που ένιωσε στο στήθος. «Μαζεύει τα χρέη του;» συμπλήρωσε ο Σεμπ.


Η Τζο δάγκωσε τα χείλη της. Δε χρειαζόταν να απαντήσει. Είναι πολύ έξυπνος, σκέφτηκε με απόγνωση. «Από σένα;» επέμεινε εκείνος. Με μεγάλη προσπάθεια, η Τζο συνέχισε: «Εν μέρει. Κυρίως από τον παππού μου. Φαντάζομαι, νομίζει ότι η μητέρα μου έπρεπε να συνεχίσει να κάνει το καθήκον της, παρ’ όλο που εκείνος αλώνιζε όλη την Ευρώπη». Η φωνή της ήταν τραχιά. «Είναι πανίσχυρος ο πατέρας μου. Ο παππούς μου είναι γέρος και τον φοβάται». Ένιωθε τα μάτια του Σεμπ καρφωμένα πάνω της, αλλά κράτησε το πρόσωπό της ανέκφραστο. «Αλλά εσύ όχι;» μουρμούρισε ο Σεμπ. Η φωνή του ακουγό-ταν σχεδόν θυμωμένη. Σήκωσε τους ώμους της. «Κάνει απλώς πολλή φασαρία. Έχω συνηθίσει πια και οι φωνές δε με φοβίζουν». «Πολλά πράγματα δε σε φοβίζουν», συμφώνησε ουδέτερα ο Σεμπ. «Τι απείλησε να κάνει στον παππού σου;» «Να τον πετάξει από το σπίτι», είπε η Τζο, αλλά αμέσως το με-τάνιωσε. «Θα προτιμούσα να μην το συζητήσω», συμπλήρωσε. Όταν σήκωσε το βλέμμα της είδε τον Σεμπ να την κοιτάζει οργισμένος. «Δε θέλεις να μιλάς για την οικογένειά σου, για το παρελθόν σου...» Της έριξε μια ειρωνική ματιά. «Τι συμβαίνει όταν αγγίζουμε ο ένας τον άλλο;» Η Τζο έσφιγγε μηχανικά τα δάχτυλά της όσο εκείνος της μιλούσε. Ήξερε ότι την κοίταζε και ένιωθε τρομερά άσχημα. Ίσιωσε την πλάτη της και τον άκουσε να γελάει. «Αυτό λέγεται σεξουαλική παρενόχληση», του είπε με δυσκολία. Σήκωσε το φρύδι του. «Απειλείς να σηκωθείς και να φύγεις;» τη ρώτησε. Η Τζο ένιωθε μάλλον ικανοποιημένη από την αντίδρασή του. Τουλάχιστον είχε σταματήσει να τη ρωτάει για την ιδιωτική της ζωή. «Μόνο αν συμπεριφέρεσαι άσχημα». Το χαμόγελό του πλάτυνε. «Πόσο άσχημα;» μουρμούρισε. «Μια επανάληψη της σημερινής παράστασης και παραιτούμαι αμέσως». Τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της. «Παρομοίως», της είπε μετά από μια στιγμή σιωπής. Η Τζο σάστισε. «Τι;» «Μια ακόμα φορά να διακινδυνέψεις χωρίς ανάλογες οδηγίες, κι έφυγες». Η φωνή του ήταν σκληρή. «Και με ένα δελτίο Τύπου να εξηγεί το λόγο. Φυσικά, αν σε ενδιαφέρει η δημοσιότητα, αυτό δε θα σε ενοχλήσει».


«Με ενδιαφέρει το πετσί μου», είπε αγανακτισμένη η Τζο. «Δεν είμαι σ’ αυτή τη δουλειά για να κάνω τίποτα πιο επικίνδυνο από αυτό για το οποίο πληρώνομαι». Την κοίταζε και ήταν φανερό από την έκφραση του προσώπου του ότι δεν πίστευε ούτε λέξη απ’ αυτά που του είπε. Είχε ήδη σχηματίσει τη γνώμη του. Η Τζο αναρωτιόταν ποιος τον είχε βοηθήσει σ' αυτό... η Αννα Μπεθ; «Αυτός λοιπόν είναι ο ανεπηρέαστος σκηνοθέτης;» τον ειρωνεύτηκε. Της φάνηκε ότι τον είδε να μισοκλείνει τα μάτια του. Αλλά σηκώθηκε αμέσως και την κοίταξε με μια έκφραση που δεν ήταν ούτε νωχελική ούτε επαγγελματικά αδιάφορη. «Αυτή δεν ήταν ακριβώς η συζήτηση που είχα κατά νου», της είπε. «Παρ' όλα αυτά όμως ήταν αρκετά διαφωτιστική. Και, όταν τελειώσει η ταινία, εσύ κι εγώ θα τα ξαναπούμε, Τζο Πέιτζ». Η Τζο δεν κατάλαβε τι ακριβώς εννοούσε με αυτή την κουβέντα του, αλλά ήξερε ότι την απειλούσε. Σηκώθηκε όρθια, κατα-κόκκινη από το θυμό. «Α, όχι, κάνεις λάθος. Όταν τελειώσει η ταινία δεν πρόκειται να ξαναδούλεψω μαζί σου. Ο Τζέρι μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Και μπορείς να δεκαπλασιάσεις την αμοιβή, αλλά εγώ δεν πρόκειται να ξανάρθω». Τα μάτια του Σεμπ γυάλισαν. «Μια μέρα θα σε κάνω να το πάρεις πίσω αυτό». * * * Παραλίγο η Τζο να μην κατέβει για το δείπνο εκείνο το βράδυ. Ήταν, διαβεβαίωνε τον εαυτό της, πάρα πολύ θυμωμένη για να αντιμετωπίσει τον Σεμπ πολιτισμένα. Αλλά τελικά η πείνα τη νίκησε. Το πρώτο πράγμα που είδε κάτω ήταν η Άννα Μπεθ, κολλημένη πάνω στον Σεμπ στην άκρη του τραπεζιού. Η Αννα Μπεθ φανερά την αγνόησε. Ο Σεμπ έδειχνε περισσότερο από το συνηθισμένο αφηρημένος, κρατώντας σημειώσεις πάνω στο σενάριο. Δε σήκωσε το βλέμμα του. Ο Μιγκέλ όμως την είδε και τη χαιρέτησε. «Έτοιμη για αύριο;» τη ρώτησε πρόσχαρα μόλις την είδε να πλησιάζει. «Πρέπει να πω ότι δείχνεις πολύ σε φόρμα. Εγώ θα ήμουν πτώμα αν είχα κάνει αυτά που έκανες εσύ σήμερα». Η Τζο αμέσως ένιωσε καλύτερα. Η ειλικρινής φιλία του ήταν ένα τονωπκό. Χαμογέλασε και κάθισε δίπλα του. «Γνωρίζεις τον Κάρλος Αντράτζι;» ρώτησε ο Μιγκέλ συστή-νοντάς της τον άντρα που καθόταν από το άλλο πλάι του. Η Τζο έσκυψε να ανταλλάξει χειραψία με ενδιαφέρον. Ο ολυ-μπιονίκης της ξιφομαχίας ήταν ένας καλοφτιαγμένος, λεπτός άντρας, αλλά εκείνη μπορούσε να νιώσει τη δύναμή του στη σφιχτή χειραψία του.


«Δεν έχουμε δουλέψει μαζί σε ταινία άλλοτε», της είπε, «αλλά έχω ακούσει για σας, δεσποινίς Πέιτζ». «Τζο, σε παρακαλώ». Τον κοίταξε με φανερή ανησυχία. «Τι έχεις ακούσει για μένα;» Της έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο. «Ότι τρομοκράτησες το φίλο μου τον Σεμπ, καταρχήν». Ο Μιγκέλ είπε απολογητικά: «Όλοι μιλάνε γι’ αυτό, Τζο. Ο σούπερ ψύχραιμος σκηνοθέτης μας δε συμπεριφέρεται ποτέ έτσι». Η Τζο αναστέναξε. «Ίσως γι' αυτό ήταν τόσο θυμωμένος». «Θυμωμένος;» ρώτησε με περιέργεια ο Μιγκέλ. Φάνηκε να μην το πιστεύει. «Από κει που στεκόμουν», είπε αποφασιστικά η Τζο, «μου φαινόταν έξω φρενών». Την κοίταξε ερωτηματικά, αλλά το μόνο που είπε ήταν: «Πάντως ήταν ωραίο γύρισμα. Και έχουμε πολλά ακόμα μπροστά μας να κάνουμε, γι’ αυτό ας τα ξεχάσουμε όλα αυτά καλύτερα». * * * Αλλά ήταν υπερβολικά αισιόδοξος. Όλοι συζητούσαν για την πρωτόγνωρη συμπεριφορά του Σεμπ και μάλιστα, όπως ανακάλυψε η Τζο, έβαζαν και λίγη σάλτσα παραπάνω. Δεν είχε περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι της είχε δώσει το πουκάμισό του. Και όλοι παρακολουθούσαν τις αντιδράσεις της Άννας Μπεθ. Η Άννα Μπεθ όμως δεν έδειχνε ιδιαίτερα πειραγμένη. «Χρυσή μου», είπε την άλλη μέρα όταν ήταν μαζί στο λόφο, «μην αφήσεις τον Σεμπ να σου κολλήσει. Του αρέσει να παίζει». Η Τζο έκρυψε την αποστροφή της. «Ευχαριστώ για την προειδοποίηση», είπε. «Εγώ κι αυτός γνωριζόμαστε από πολύ παλιά», την πληροφόρησε η Άννα Μπεθ. «Και στη δουλειά του πάνω είναι σκέτος διάβολος. Είναι τόσο αφοσιωμένος στην ταινία, που δε σκέφτεται τους άλλους. Θα μετανιώσει αργότερα». Η Τζο τη λοξοκοίταξε. «Για τι πράγμα θα μετανιώσει;» Η Άννα Μπεθ κούνησε επιτιμητικά το κεφάλι της. «Χρυσή μου, δεν υπάρχει λόγος να προσποιείσαι. Μου το είπε. Δεν έχουμε μυστικά». Η Τζο σήκωσε το φρύδι της, αλλά δεν απάντησε. Αυτό έκανε την Άννα Μπεθ να χάσει λίγο τους γλυκούς της τρόπους. «Κοίτα, ο άνθρωπος είναι σκέτος δυναμίτης. Το ξέρεις όπως κι εγώ. Ο Σεμπ θα κάνει τα πάντα για την ταινία του. Αλλά ποτέ δε σκέφτεται σοβαρά». «Α, λυπάμαι που τ’ ακούω αυτό», είπε η Τζο με προσποιητή συμπάθεια.


Όλη η κατανόηση της Άννας Μπεθ εξαφανίστηκε μονομιάς. «Μη βάζεις καθόλου ιδέες, αυτό είναι όλο. Ο Σεμπ Κόρμπελ είναι ένας άντρας που ξέρει πού βαδίζει. Και μια ασήμαντη κασκαντέρ δε θα μπει στο δρόμο του». Ή, σκέφτηκε η Τζο, στο δικό σου. Αλλά ήταν αρκετά λογική ώστε να μην το πει. Παρ’ όλα αυτά όμως η Άννα Μπεθ της το φύλαγε. Η Τζο έπρεπε να παρακολουθήσει τη σκηνή που γύριζε η πρωταγωνίστρια, ώστε, όταν θα ανέβαινε στο άλογο στην επόμενη σκηνή, να μπορεί να πιάσει απόλυτα τη διάθεσή της. Αλλά η Άννα Μπεθ δεν έδειχνε καθόλου να έχει διάθεση. Ήταν απλώς νευριασμένη και δεν ήταν σε θέση να συνεργαστεί με κανέναν μέχρι να ηρεμήσει. Γύρισαν το τελευταίο πλάνο ξανά και ξανά, καθώς εκείνη ξέχασε τα λόγια, ξέχασε τις κινήσεις της και τελικά κοίταξε στο πρόσωπο τον ηθοποιό που έκανε τον πατέρα της και είπε: «Σταμάτα να με κοιτάς έτσι». «Στοπ», είπε ο Σεμπ. Το είπε πολύ ήρεμα, αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία για το τι ένιωθε. Πήγε προς τους ηθοποιούς. «Ποιο είναι το πρόβλημα;» Ο «πατέρας» της δεν απάντησε. Η Αννα Μπεθ γύρισε, με τις μπούκλες των μαλλιών της να κυματίζουν στην μπροκάρ ζακέτα της και τα μεγάλα μάτια της να γυαλίζουν. «Αχ, Σεμπ, είναι τόσο αδύνατη». Δεν της έβαλε τις φωνές, όπως είχε κάνει με την Τζο. Πήρε τα χέρια της με μεγάλη τρυφερότητα στα δικά του και την κα-λόπιασε με έναν τρόπο που η Τζο δε θα μπορούσε να αναγνωρίσει. «Τι συμβαίνει, γλυκιά μου;» «Αυτή η σκηνή. Είναι πολύ σημαντική και όμως βγαίνει αδύνατη. Είναι τόσο ο εαυτός μου. Τα βάζω όλα σ’ αυτή κι εσύ δε μ’ αφήνεις να την τελειώσω». Η Λίζα, που στεκόταν με την Τζο και παρακολουθούσε, μουρμούρισε στ’ αυτί της: «Λέει ότι ο μπαμπάς της έχει τον καλύτερο στάβλο στο Νότο και κάνει ιππασία από βρέφος». Η Αννα Μπεθ έγερνε τώρα το κεφάλι της στον ώμο του Σεμπ. Η Λίζα ξεφύσηξε ειρωνικά. «Αγάπη μου», είπε η Αννα Μπεθ, «θα μπορούσες να ντύσεις ένα σακί πατάτες με τα ρούχα μου και να το βάλεις πάνω στο άλογο. Το ίδιο κάνει. Δεν είναι ηθοποιός αυτή. Δεν αισθάνεται όπως αισθάνομαι εγώ». Αυτά τα λόγια τα υποδέχτηκε, όπως ήταν φυσικό, ένα χαχανητό. Ακόμα και η Τζο, που ήταν αποφασισμένη να μην πάρει μέρος στη σκηνή, ξερόβηξε για να πνίξει το γέλιο της. Όλα αυτά βέβαια κάθε άλλο παρά έφτιαξαν τη διάθεση της Αννας Μπεθ. «Κανείς», δήλωσε με στόμφο, «δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει για μένα να καταστρέφει μια γυμνάστρια το χαρακτήρα που έχω ζήσει τόσο καιρό». Αυτό δεν ήταν τόσο αστείο. Κανείς δε γέλασε. Στο αυτί της Τζο η Λίζα είπε: «Σκύλα».


Ο Σεμπ την καθησύχαζε λέγοντάς της ότι καταλάβαινε, ότι ειλικρινά καταλάβαινε πως η Αννα Μπεθ, σαν όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες, ήταν πολύ κοντά στη δουλειά της και αυτό την εμπόδιζε να κρίνει σωστά. «Αρκεί να μην της πει αυτό που έλεγε στους άλλους χτες βράδυ», μουρμούρισε η Λίζα. «Φαίνεται ότι τα ντουμπλαρίσματα ήταν καταπληκτικά. Αν της το πει αυτό θα τον σκοτώσει». Η Τζο κούνησε το κεφάλι της συγκαταβατικά. «Ή εμένα». Παρακολουθούσε με απάθεια τη σκηνή. «Με πληγώνει», έλεγε η Αννα Μπεθ κουλουριασμένη στην αγκαλιά του Σεμπ. «Επειδή ακριβώς δε θέλουμε να πληγωθείς, ζητάμε από κάποια άλλη να κάνει αυτά τα πράγματα», είπε υπομονετικά ο Σεμπ. «Δεν είναι πολύ σημαντικά άλλωστε. Εσύ είσαι πολύ πολύτιμη για να διακινδυνέψεις, ξέρεις». «Πολύ έξυπνο», είπε επιδοκιμαστικά η Λίζα. «Καλά την κουμαντάρει», συμφώνησε η Τζο. «Μην ξεχνάς ότι έχει μια ταινία που πρέπει να τελειώσει. Στάσου, φαίνεται ότι ξεκινάμε πάλι». Και πράγματι, ύστερα από μερικές ψιθυριστές κουβέντες, ο Σεμπ και η Αννα Μπεθ χώρισαν και πήγαν να πάρουν τις θέσεις τους για ένα ακόμα γύρισμα. Η Αννα Μπεθ τα κατάφερε τελικά, όπως και στο επόμενο. Περνώντας δίπλα από την Τζο μετά το τελευταίο πρωινό γύρισμα, της είπε: «Πιάνεις το νόημα;» Θα μπορούσε να το είχε πει από ευγένεια. Και οι δυο τους όμως ήξεραν ότι δεν ήταν έτσι. «Ναι, ξέρω τι επιδιώκεις», είπε η Τζο στα ίσα. Για μια στιγμή τα καστανά μάτια ήταν σκληρά σαν πέτρες. «Χαίρομαι γι’ αυτό. Είναι τόσο σημαντικό για μένα να καταλαβαίνουμε η μια την άλλη», είπε η Αννα Μπεθ γλυκά. «Συμφωνώ απόλυτα», δήλωσε η Τζο. Ακολούθησε μια ηλεκτρισμένη σιωπή. Μετά η πρωταγωνίστρια έκανε μεταβολή και έφυγε. Η Τζο την παρακολούθησε σκεφτική να απομακρύνεται. «Διασκεδαστικό», είπε μια φωνή πίσω της. «Αλλά και επικίνδυνο». Η Τζο γύρισε. Το πρόσωπο του Σεμπ ήταν ασυνήθιστα βλοσυρό. Έδειχνε κουρασμένος και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν λες και ήταν τραβηγμένα από την υπερένταση. «Θα σου ήμουν ευγνώμων», είπε κοφτά, «αν κρατούσες το στόμα σου κλειστό όταν δεν έχεις τίποτα χρήσιμο να πεις». Η σιωπή που ακολούθησε προμήνυε κεραυνούς. Ο Μιγκέλ και ο Σάιμον, που έρχονταν προς το


μέρος τους, σταμάτησαν απότομα. Η Τζο ένιωσε να φουντώνει από την οργή της. Τον κοίταξε ψυχρά. «Οι αγριάδες δε με φοβίζουν», του θύμισε. Ο Σεμπ της έριξε ένα βλέμμα αποστροφής και μετά απομακρύνθηκε με μεγάλα βήματα. Ο Μιγκέλ σιγοσφύριξε. «Σ’ αρέσει να ζεις επικίνδυνα, ε;» Η Τζο σήκωσε τους ώμους της. «Με ενοχλεί έτσι που μου φέρεται». Την κοίταξε δείχνοντας να το διασκεδάζει. «Κάνει κάτι περισσότερο απ’ αυτό», είπε. «Θα έπρεπε να μπορούσατε να δείτε από μια μεριά τους εαυτούς σας». Η Τζο ένιωσε αμήχανα, αλλά, πριν προλάβει να ζητήσει μια εξήγηση, ο Σάιμον, αγνοώντας όλη τη σκηνή, είπε πρόθυμα: «Η Άννα Μπεθ δεν είναι έτσι κατά βάθος, ξέρεις». Ο Μιγκέλ ζήτησε συγνώμη και έφυγε χαμογελαστός. Η Τζο σήκωσε τα μανίκια της εκνευρισμένη. «Πόσο κατά βάθος;» ρώτησε ξερά. Αλλά ο Σάιμον δεν πρόσεξε ούτε αυτό. Είναι μαγεμένος με τη θεά του, σκέφτηκε η Τζο, ενώ τον λυπόταν μέσα της. «Όχι. Αλήθεια, δεν καταλαβαίνεις. Πρέπει να κάνει απλώς ό,τι της λέει ο άντρας της». Η Τζο δεν είπε τίποτα, αλλά θα πρέπει να έδειχνε σκεφτική, γιατί ο Σάιμον ξέσπασε: «Δεν είναι δίκαιο. Όλοι είναι εναντίον της. Κι εκείνη είναι ένα παιδί. Όλοι της δίνουν διαταγές και παίζουν με τα αισθήματά της, μέχρι που εκείνη δεν ξέρει πια τι κάνει». Η Τζο κρατήθηκε να μην του πει ότι, απ’ ό,τι έδειχνε, η Άννα Μπεθ ήξερε πολύ καλά τι έκανε, ή ότι εκείνη ήταν που έπαιζε με τα αισθήματα του Σάιμον. Αντί γι’ αυτό, πέρασε το μπράτσο της γύρω από το δικό του. «Είναι άσχημη η ατμόσφαιρα όταν κάνεις εξωτερικά γυρίσματα. Όλα φαίνονται διαφορετικά μόλις γυρίσεις σπίτι. Πάμε κάπου να μας φυσήξει λίγο ο αέρας», του πρότεινε. Ο Σάιμον ηρέμησε. Μόνο που ηρεμεί πολύ εύκολα, σκέφτηκε μελαγχολικά η Τζο. Η Άννα Μπεθ σίγουρα δε θα δυσκολευόταν πολύ να τον κάνει να την εκτιμάει. Αναστέναξε. Αυτό δεν ήταν καλό σημάδι για όσα μελλοντικά κόλπα μπορεί να είχε η Άννα Μπεθ στο μυαλό της. Πήγαν και κάθισαν κάτω από μια βερικοκιά. Η Τζο στηρίχτηκε στον κορμό της και αναστέναξε με ικανοποίηση. «Είναι πολύ ήσυχα εδώ». Ο Σάιμον ξάπλωσε μπρούμυτα στο χορτάρι. Αναστέναξε κι εκείνος. «Είμαστε τυχεροί που το βρήκαμε. Είναι πολύ οικογενειακό σπίτι, ξέρεις, παρά την ιστορία του». Η Τζο κούνησε το κεφάλι της. «Ναι, δείχνει πράγματι οικογενειακό σπίτι», είπε σκεφτικά. «Πολύ οικογενειακό». Ο Σάιμον χαμογέλασε. «Δεν μπορώ να θυμηθώ το σπίτι μας χωρίς τους καβγάδες των γονιών μου», είπε ξαφνικά. «Ένας Θεός ξέρει πώς βγήκα αυτός που είμαι από κει μέσα. Όσο για δουλειά, δε θα μπορούσα ποτέ να βρω μόνος μου, αν δε μου την έβρισκε ο θείος μου».


Η καρδιά της Τζο σφίχτηκε από συμπόνια. Αλλά ήξερε ότι δεν έπρεπε να το δείξει. «Ο θείος σου όμως δεν μπορεί να σ’ την κρατήσει, σωστά;» είπε ήρεμα. Ο Σάιμον γέλασε. «Έχεις δίκιο», παραδέχτηκε. «Παρ’ όλο που έτσι που πάνε τα πράγματα...» Σταμάτησε. Στηρίχτηκε στον αγκώνα του και την κοίταξε σκεφτικά. «Για πες μου για σένα; Είχες γονείς που καμάρωναν για την επιτυχία της κόρης τους;» Ήταν τόσο διαφορετικό αυτό από την πραγματικότητα, που η Τζο γέλασε δυνατά. Το ενδιαφέρον του Σάιμον μεγάλωσε. «Δεν καμάρωναν;» ρώτησε δύσπιστα. Η Τζο χαμογέλασε. «Τρομοκρατούνται με την ιδέα ότι μπορεί εξαιτίας μου να γραφτεί το όνομά τους στις εφημερίδες», είπε με ειλικρίνεια. «Ο πατέρας μου είναι... μεγαλοεπιχειρηματίας. Αυτή η λέξη του ταιριάζει καλύτερα. Οι δημοσιογράφοι δεν τον συμπαθούν και η θεωρία του είναι ότι, αν με πιάσουν με ναρκωτικά ή κλεφτώ με κανένα σταρ του σινεμά, θα το χρησιμοποιήσουν σε βάρος του». Ο Σάιμον φάνηκε εντυπωσιασμένος. «Έχεις;... Μη μου πεις!» «Όχι», είπε χαμογελώντας η Τζο. «Αλλά Θα μπορούσα». Ζάρωσε τα φρύδια της και μιμήθηκε τη φωνή της μητέρας της. «Χρυσό μου, ξέρεις τι είναι αυτοί οι άνθρωποι του κινηματογράφου». «Και νομίζουν και οι δυο τους το ίδιο;» τη ρώτησε δύσπιστα. «Δεν ξέρω, μπορεί να μην είναι και τόσο κακοί όσο φαίνονται», είπε δίκαια η Τζο. «Τη μητέρα μου την πειράζει, γιατί ξαναπαντρεύτηκε και ελπίζει να ξεχάσει ο κόσμος τον πρώτο της γάμο. Ο πατέρας μου...» Η φωνή της σκλήρυνε λίγο. «Ο πατέρας μου δεν ενδιαφέρεται στην πραγματικότητα για τίποτε άλλο. παρά μόνο από πού θα του έρθει το επόμενο εκατομμύριο». Θυμήθηκε από πού ήταν πιθανό να του έρθει το επόμενο εκατομμύριο και σκυθρώπιασε. «Δεν τα πάτε καλά;» ρώτησε ο Σάιμον σιγανά. «Δεν τον βλέπω ποτέ», είπε απλά η Τζο. «Δεν τον μισώ, παρ’ όλο που φτάνω κοντά σε κάτι τέτοιο όταν μαθαίνω ότι προσπαθεί να πετάξει στο δρόμο τον παππού μου...» Δαγκώθηκε, αλλά ήταν αργά. Ο Σάιμον ανασηκώθηκε και το πρόσωπό του πήρε μια σχεδόν κωμική έκφραση. Αυτή ήταν μια συναρπαστική ιστορία, που μπορούσε να τον κάνει να διώξει από το μυαλό του τα δικά του προβλήματα. Η Τζο μετάνιωσε που είχε μιλήσει. Αλλά, μια και είχε ανοίξει το στόμα της. δεν μπορούσε να κάνει πίσω τώρα. «Ο παππούς μου μένει σ’ ένα παλιό σπίτι. Όχι σαν αυτό βέβαια... Το αγόρασε όταν ήταν νέος και είναι αρκετά όμορφο, με μεγάλο κτήμα. Δίπλα σε ένα ποτάμι. Το... λατρεύει. Έμεινα αρκετό καιρό εκεί μετά το διαζύγιο». Τότε που είχε φύγει μακριά από τους δυο γονείς της, που δεν την ήθελαν, και από τον πατριό της, που ίσως την ήθελε λίγο παραπάνω από το κανονικό. Παρ’ όλο που ήταν δεκατριών χρονών, δεν το έβλεπε τότε έτσι. Ένιωθε απλώς δυστυχισμένη και, στην απελπισία της, το ερειπωμένο σπίτι τής φαινόταν αληθινό καταφύγιο. Αλλά φέτος είχε ανακαλύψει ότι ο παππούς της αναγκάστηκε να το υποθηκεύσει και ότι ο πατέρας της είχε εξαγοράσει την υποθήκη.


«Ο πατέρας μου νομίζει ότι ο παππούς μου πρέπει να πάει σε γηροκομείο. Και ότι το σπίτι και το κτήμα πρέπει να δοθούν για αξιοποίηση. Ξέρεις, να γίνουν εξοχικά διαμερίσματα. Βγαίνουν πολλά λεφτά απ’ αυτή τη δουλειά, κατά τον πατέρα μου». «Φαίνεται να ’ναι σκληρό καρύδι». «Δεν αφήνει τα αισθήματα να τον επηρεάσουν στη δουλειά», συμφώνησε η Τζο. «Θα τα καταφέρει τελικά στο σχέδιό του;» «Μόνο αν περάσει πάνω από το πτώμα μου», είπε βλοσυρά η Τζο. Σκέφτηκε για μια στιγμή και μετά γέλασε. «Και μπορεί να γίνει κυριολεκτικά αυτό, αν τα πράγματα συνεχίσουν έτσι». Ο Σάιμον κοκκίνισε και κοίταξε αλλού. «Μη λες τέτοια πράγματα», ακούστηκε μια φωνή πίσω τους. «Ούτε γι’ αστείο». Και οι δυο τους τινάχτηκαν ξαφνιασμένοι. Ο Σάιμον σηκώθηκε όρθιος. Ο Σεμπ αγνόησε τον Σάιμον. Προχώρησε και κάθισε κάτω στο χορτάρι, δίπλα της. Η Τζο μετακινήθηκε λίγο από καθαρό ένστικτο. Εκείνος της έριξε μια ανέκφραστη ματιά. «Είναι γρουσουζιά», της είπε ανάλαφρα. Αλλά τα μάτια του δε γελούσαν. Και, σαν να μην ήταν εκεί ο Σάιμον, τέντωσε το χέρι και χάι-δεψε με την ανάποδη της παλάμης του το μάγουλό της, μέχρι που η Τζο ένιωσε να τρέμει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Δεν ήταν βέβαια λογικό αυτό που έκανε ο Σεμπ. Εκτός αν το έκανε επίτηδες, σκέφτηκε η Τζο, για να προκαλέσει κουτσομπολιά. Ο Σάιμον γούρλωσε τα μάτια του καθώς παρακολουθούσε φανερά αμήχανος. Ο Σεμπ, αδιαφορώντας για την παρουσία του άλλου, χαμογέλασε ζεστά στην Τζο. Εκείνη έπιασε το χέρι του και το έσπρωξε αποφασιστικά από το μάγουλό της. «Δεν πιστεύω στην τύχη», είπε. Χωρίς να ενοχληθεί καθόλου, εκείνος δήλωσε: «Εγώ πιστεύω. Ειδικά στην τύχη που φτιάχνω μόνος μου». «Σεμπ, πιστεύεις αλήθεια ότι υπάρχει κάποιος γρουσούζης στην ταινία;» ρώτησε ο Σάιμον με περιέργεια. Ο Σεμπ γύρισε προς το μέρος του βαριεστημένα και ανασήκωσε χαμογελαστά τους ώμους. «Εσύ;» Ο νεαρός φάνηκε να μην ξέρει τι να πει. Ο Σεμπ περίμενε μια απάντηση. Όταν δεν την πήρε, γύρισε πάλι στην Τζο. «Μπορεί ένας δυο


άνθρωποι να έχουν αφήσει τον εγωισμό τους ανεξέλεγκτο», μουρμούρισε, σαν να μην τον πολυενδιέφερε το θέμα. Κοίταζε τα μαλλιά της σαν να τα χάιδευε με το βλέμμα του. «Τα ατυχήματα δεν είναι συνήθως αποτέλεσμα πληγωμένου εγωισμού», είπε εκείνη ήρεμα. Ο Σεμπ έσφιξε τα χείλη, αλλά ο Σάιμον έδωσε πρόθυμα συνέχεια στη συζήτηση. «Όχι. Είναι αλήθεια αυτό. Πρέπει να είναι σύμπτωση». «Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να πάνε στραβά σε μια ταινία», συμφώνησε ο Σεμπ. «Και σ’ αυτή εδώ ακόμα περισσότερο, γιατί έχει πολλές σκηνές που χρειάζονται ντουμπλά-ρισμα. Ίσως δεν είναι περίεργο λοιπόν». Ξαφνικά έδειχνε ανήσυχος. Η Τζο έπνιξε με δυσκολία μια σχεδόν επιτακτική ανάγκη να τον αγγίξει και να τον παρηγορήσει έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος στο γρασίδι τόσο κοντά της. «Αν δίνετε την κατάλληλη προσοχή στους κανόνες ασφάλειας και κάνετε τις πρόβες που χρειάζονται, δε θα πρέπει να υπάρχει κανένα πρόβλημα με τα ντουμπλαρίσματα», του είπε. «Τα προβλήματα αρχίζουν όταν οι άνθρωποι δεν ακολουθούν τις σωστές διαδικασίες». Ο Σεμπ αναστέναξε. «Δεν έγινε πάντως τίποτα τέτοιο μέχρι τώρα...» Η Τζο ένιωσε ένα ρίγος που δεν είχε καμιά σχέση με σεξουαλική έλξη. Αν ο Σεμπ Κόρμπελ είχε σκοπό να παραλείψει τις πρόβες, θα έδινε στην Αννα Μπεθ μια φοβερά καλή ευκαιρία να τους αναστατώσει όλους. «Δε θα αρχίσετε τώρα;» τον ρώτησε απότομα. Εκείνος δεν της απάντησε αμέσως. Όταν μίλησε, η φωνή του ακουγόταν λίγο παράξενη. «Έχουμε κάνει παραπάνω γυρίσματα από το κανονικό. Είμαστε σε επικίνδυνο σημείο στον προϋπολογισμό. Δε θέλω να μου πουν ότι έβγαλα την πιο ακριβή αποτυχία της δεκαετίας. Και σίγουρα θα τη χαρακτηρίσουν έτσι αν δεν την τελειώσω γρήγορα». Κοίταζε τον Σάιμον στα μάτια. Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Μπορεί να είναι ακριβή. Αλλά γιατί αποτυχία;» «Γιατί θα πρέπει να βάλω γερό ψαλίδι στις υπόλοιπες σκηνές, αν θέλω να τη συμμαζέψω», είπε ο Σεμπ. «Τουλάχιστον αν συνεχίσει έτσι όπως πάει. Φάγαμε όλο το πρωινό μας για να γυρίσουμε μία μόνο σκηνή σήμερα». Πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα μαλλιά του σκεφτικός. Ο Σάιμον έσπευσε να δικαιολογήσει την κατάσταση. «Η Άννα Μπεθ ήταν αδιάθετη. Δεν αισθάνεται καλά. Το ξέρεις αυτό. Θα έπρεπε να ξεκουράζεται μετά τα γυρίσματα». Η Τζο έφερε ξαφνικά στο νου της την εικόνα της γυναίκας που ανέβαινε χορεύοντας τη σκάλα, με τον ζωηρό Τσιγγάνο συνοδό της. Δεν έδειχνε τότε σαν το μαραμένο λουλούδι που την περιέγραφε τώρα ο Σάιμον. Αναρωτήθηκε ξαφνικά αν ο Σεμπ ήξερε για τον Τσιγγάνο. Και αν τον ένοιαζε.


«Λοιπόν», είπε ο Σεμπ, «αν συνεχίσει έτσι η κατάσταση, θα προσαρμόσω το σενάριο έτσι ώστε να κόψω εντελώς τις υπόλοιπες σκηνές». Ο Σάιμον φάνηκε τρομοκρατημένος. «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό. Εκείνη είναι ο βασικός χαρακτήρας του έργου». «Θα το κάνω με βαριά καρδιά», του αποκρίθηκε ο Σεμπ ήρεμα. «Αλλά η Ντόνα Λουίζα είναι ένας μόνο από τους βασικούς χαρακτήρες. Θα μπορούσα, αν χρειαζόταν, να στρέψω την προσοχή προς την κατεύθυνση του Φερνάντο». «Αυτό θα έκανε άνω κάτω την ταινία», είπε κατηγορηματικά ο Σάιμον. Ο Σεμπ σήκωσε τους ώμους. «Ποιος ξέρει; Μερικές φορές, όταν αναγκάζεσαι να κάνεις κάτι, τα πράγματα πάνε περιέργως πολύ καλά». Ο Σάιμον σηκώθηκε. «Όχι αυτά εδώ». Ένα ακόμα σήκωμα των ώμων. «Ας ελπίσουμε ότι δε θα χρειαστεί να το μάθουμε αυτό». Κοίταξε τον Σάιμον. «Φεύγεις;» Χωρίς κανένα φανερό λόγο ο Σάιμον κοκκίνισε. «Πάω να σου ετοιμάσω μια καινούρια κατάσταση με τη σειρά γυρισμάτων για αύριο», είπε. «Θα την έχεις πριν το τσάι». «Την ήθελα πριν το φαγητό», μουρμούρισε ο Σεμπ ενώ παρακολουθούσε ανέκφραστα τον Σάιμον να φεύγει. «Τώρα πια χρειάζομαι όσες πληροφορίες μπορώ να έχω για τα γυρίσματα». «Μιλούσες σοβαρά όταν έλεγες ότι θα αλλάξεις το σενάριο;» τον ρώτησε η Τζο αποφεύγοντας το βλέμμα του. «Δε θα χαλάσει έτσι η ταινία;» Ξανασήκωσε τους ώμους του. «Πάντως δε θα διορθωθεί, αν συνεχίσει έτσι». Η Τζο τον κοίταξε. «Μα αν ξόδεψες τόσο πολλά λεφτά μέχρι τώρα...» Πήρε ένα απόμακρο ύφος καθώς την κοίταζε. «Πολύ σύντομα οι χρηματοδότες δε θα βάζουν άλλο το χέρι στην τσέπη τους». «Μα νόμιζα ότι...» είπε η Τζο απότομα. Το πρόσωπο του Σεμπ σκλήρυνε. «Νόμιζες ότι η πρωταγωνί-στριά μας κάνει κουμάντο στη χρηματοδότηση, ή τουλάχιστον ο αφοσιωμένος σύζυγός της; Λοιπόν, έχεις δίκιο. Οι υποχρεώσεις όμως είναι πολλές και, όσο αφοσιωμένος σύζυγος κι αν είναι, δεν έβαλε τα εκατομμύριά του για το τίποτα. Θέλει να δει να γεμίζουν τα ταμεία. Και ειλικρινά κι εγώ το ίδιο θέλω». Ξαφνικά η Τζο συνειδητοποίησε ότι εκείνος παραβίαζε όλους τους κανόνες με το να της τα λέει αυτά. Δουλειά του σκηνοθέτη είναι να καθησυχάζει όλους, χρηματοδότες και ηθοποιούς. Δεν ωφελεί σε τίποτα αν οι άνθρωποι αρχίζουν και αναρωτιούνται από πού έρχονται τα λεφτά που


κερδίζουν. «Γιατί μου τα λες όλα αυτά;» τον ρώτησε αργά. Ο Σεμπ τίναξε πίσω το κεφάλι του. «Δεν είμαι σίγουρος», είπε αφοπλιστικά. «Μπορεί να νιώθω ότι χρειάζομαι κάποιον στο πλευρό μου». Της έριξε ένα σκοτεινό βλέμμα. «Μπορεί να χρειάζομαι εσένα στο πλευρό μου». Η Τζο πήρε μια βαθιά αναπνοή. Ήταν τόσο κοντά της, που ένιωθε τη ζέστη που ανέδιδε το κορμί του. Ένιωσε να ασφυ-κτιά, παγιδευμένη από αυτή τη ζέστη. Τα μάτια του ήταν πάρα γεμάτα ένταση. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά σε ένα γνώριμο ρυθμό. Ο εφιάλτης ξαναρχόταν. Κατάπιε με δυσκολία. «Πάλι το έπαθες», είπε ήρεμα ο Σεμπ. Η Τζο σήκωσε τα μάτια της. Δεν καταλάβαινε τι της έλεγε. «Τι έχω πάνω μου που σε κάνει να παθαίνεις αυτό που παθαίνεις;» τη ρώτησε σκεφτικά. Η Τζο έβρεξε τα χείλη της. «Σαν τι;» «Μη μου πεις ότι το φαντάζομαι μόνο», είπε κοφτά. «Αν σε άγγιζα τώρα, θα μου ξαναλιποθυμούσες. Έτσι δεν είναι;» Η Τζο έστρεψε μακριά το βλέμμα αναπνέοντας βαριά. «Έτσι δεν είναι;» Κατάπιε άλλη μια φορά. «Ίσως», είπε. Τον ένιωθε να περιμένει απ’ αυτή να γυρίσει να τον κοιτάξει. Αλλά δε γύρισε. Ούτε εκείνος την άγγιξε. «Πρέπει να το ξεπεράσεις». Ακόμα και τότε δε γύρισε να τον κοιτάξει. «Δε βλέπω να πειράζει κανέναν», του είπε με προσπάθεια. «Μπορεί όχι εσένα», της αποκρίθηκε. Η Τζο είχε την αίσθηση ότι κάτι άλλο ήθελε να της πει. Κάρφωσε το βλέμμα της στους θάμνους γύρω τους. «Ούτε κι εσένα. Παρά μόνο προσωρινά». Ο Σεμπ είπε ήρεμα: «Αν αυτό είναι πρόκληση, τη δέχομαι». Ακολούθησε απόλυτη σιωπή. Η Τζο ένιωθε να κυριεύεται από μια τρομερή λαχτάρα να αγγίξει τον


άντρα που καθόταν πλάι της. Τι έχω πάθει; αναρωτήθηκε τρομοκρατημένη. Αλλά το μόνο που ξεστόμισε ήταν: «Δεν καταλαβαίνω». Ο Σεμπ γέλασε και ανασηκώθηκε λίγο. Την κοίταζε με μια κοροϊδευτική έκφραση στο πρόσωπό του. «Σκέψου το», τη συμβούλεψε και κατόπιν έφυγε. Η Τζο δεν είχε όμως χρόνο να σκεφτεί το σχόλιό του. Αμέσως μόλις έφυγε εκείνος της έφεραν ένα αναθεωρημένο πρόγραμμα γυρισμάτων και διαπίστωσε με έκπληξη ότι έπρεπε να γυρίσει όλες τις υπόλοιπες σκηνές της μέσα στις επόμενες πέντε μέρες. Ήταν μια απάνθρωπη απαίτηση. Οι περισσότεροι θα αρνιόνταν να συμμορφωθούν. Αλλά εκείνη δέχτηκε την πρόκληση. Αν ο Σεμπ Κόρμπελ μπορούσε να το κάνει, μπορούσε κι εκείνη. Και ο Σεμπ φαινόταν ακούραστος. Ενώ οι ηθοποιοί ίδρωναν και οι τεχνικοί κατέρρεαν, εκείνος στεκόταν ατάραχος. Η ψηλή του φιγούρα φαινόταν να βρίσκεται παντού, παρ’ όλο που ποτέ δεν άλλαξε το συνηθισμένο νωχελικό περπάτημά του. Φαινόταν να ξέρει την παραμικρή λεπτομέρεια, έστω κι αν άφηνε πολλές φορές τις σημειώσεις στην πολυθρόνα του. «Τα κουβαλάει όλα μέσα στο κεφάλι του», είπε ο Σάιμον μι-σοζηλεύοντας μισοθαυμάζοντας. «Ετσι με κάνει να νιώθω περισσότερο ότι πρέπει να συμμορφωθώ στις απαιτήσεις του». «Αν συνεχίσει έτσι, θα αντιμετωπίσει επανάσταση», είπε ο Μιγκέλ χωρίς καθόλου θαυμασμό. «Ο Μπιλ εξαντλήθηκε χτες. Δεν μπόρεσε να φάει τίποτα. Πήγε κατευθείαν στο κρεβάτι». «Δεν είναι φυσιολογικό λοιπόν;» ρώτησε ο Κάρλος Αντράτζι. Ο ολυμπιονίκης της ξιφασκίας ήταν φανερά γοητευμένος από την πυρετώδη προσπάθεια. Ο Μιγκέλ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Γι’ αυτό είναι τα συνδικάτα», είπε σκοτεινά. Αλλά κανείς δεν παραπονύθηκε. Και η Τζο δεν ήταν η μόνη που περίμενε έτοιμη με το πρώτο φως της ημέρας όταν ο Σεμπ τελείωσε τη σύσκεψή του με τους τεχνικούς. Νόμισε για μια στιγμή ότι υπήρχε μια ειρωνική λάμψη στο βλέμμα του όταν την είδε. Αλλά ήταν απλός και αποφασιστικός καθώς της έδινε οδηγίες. Όχι ευγενικός, σκέφτηκε μελαγχολικά εκείνη. Κανείς δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει ότι της φερόταν με το μαλακό, όπως έκανε με την Άννα Μπεθ Άρντεν. Όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως τα ήθελε, γινόταν καυστικός. Η Τζο δεν είχε περισσότερη ανοσία στο σαρκασμό του απ' ό,τι οι άλλοι. Αλλά ήταν τρομερά σοβαρή και με τον τρόπο της περιόριζε τις προκλήσεις του στο ελάχιστο. Τη μέρα που θα γύριζαν τη μεγάλη σκηνή πάνω στα άλογα, η Τζο έβγαλε έξω το άλογο, που την είχε μάθει πια, πριν αρχίσει το γύρισμα. Το παιδί των στάβλων ήταν ακόμα μισοκοιμισμένο, αλλά πρόθυμο να βοηθήσει, και το άλογο έδειχνε ευχαριστημένο με την απρόσμενη πρωινή εξάσκηση. Η Τζο πήγε μέχρι το βράχο απ’ όπου είχε κάνει την αμφισβητούμενη βουτιά της. Κοίταξε από την αφιλόξενη άκρη του βράχου τη λίμνη που τώρα άστραφτε σαν διαμάντι κάτω από τον πρωινό ήλιο. Ανατρίχιασε. Δεν ήταν ακόμα σίγουρη αν ο Σεμπ είχε δεχτεί τη δική της εκδοχή για το περιστατικό. Δεν την είχε ρωτήσει ποτέ ποιος της έδωσε οδηγίες να αλλάξει τον τρόπο που θα γύριζε τη σκηνή. Υποπτευόταν ότι το ήξερε, αλλά μπορεί να σήμαινε απλώς ότι είχε αποφασίσει να το ξεχάσει. Η Τζο δεν είχε καμιά ένδειξη ότι εκείνος το είχε κουβεντιάσει με τον Σάιμον.


Όσο για την Άννα Μπεθ, της ήταν απόλυτα αφοσιωμένος, απ’ ό,τι έβλεπε η Τζο. Ακόμα και ο Κάρλος Αντράτζι, ο καινούριος, το είχε σχολιάσει. Η Άννα Μπεθ πήγαινε παντού μαζί του. Έμενε κοντά του όλη μέρα στη διάρκεια των γυρισμάτων, προς μεγάλη ενόχληση των άλλων ηθοποιών. Και στο σπίτι, τα βράδια, ήταν στο πλευρό του όλη την ώρα. Ο Τσιγγάνος δεν ξαναφάνηκε. Η Τζο το έβρισκε αυτό περίεργο. Δεν έδειχνε να είναι από τους ανθρώπους που μπορεί κανείς να τους διώξει εύκολα -ή έστω να τους ελέγχει. Τι παιχνίδι άραγε έπαιζε η Άννα Μπεθ μαζί του; Η Τζο γύρισε το άλογο προς την κατεύθυνση των βουνών που ορθώνονταν πιο πέρα. Το ζώο υπάκουα πήρε το χαλικόστρωτο δρόμο. Θυμήθηκε τη συζήτηση που είχε ακούσει άθελά της στο δείπνο το προηγούμενο βράδυ. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι είχε γίνει επίτηδες για να την ακούσει εκείνη... * * * «Γλυκέ μου, είσαι ξεροκέφαλος», είπε η Αννα Μπεθ πειρακτικά στον Σεμπ. Ήταν γερμένη πάνω του, με τα δυο χέρια της τυλιγμένα γύρω του και το όμορφο πρόσωπό της στραμμένο να τον κοιτάζει. Τα λιγωμένα καστανά μάτια δεν άφησαν στιγμή τα δικά του. «Μα είναι για το καλό σου». Ο Σεμπ εξακολουθούσε να είναι προσγειωμένος. «Πώς είναι δυνατόν αυτό;» «Είσαι πολύ πολύτιμη για να διακινδυνέψεις», της είπε με μεγάλη υπομονή αλλά και αποφασιστικότητα. Η Αννα Μπεθ ζάρωσε τη μύτη της. «Διακινδυνεύω τη φήμη μου». Ο Σεμπ σήκωσε το φρύδι του. «Κι εγώ δεν τη διακινδυνεύω;» Τον χτύπησε παιχνιδιάρικα στο σαγόνι με το χέρι της. «Ξέρεις τι εννοώ». Της άγγιξε τη μύτη με το δάχτυλό του χωρίς να απαντήσει. Η Άννα Μπεθ χαχάνισε και έφερε τα χείλη της στο σαγόνι του. Η Τζο έστρεψε αλλού το βλέμμα της, αλλά δεν μπορούσε να μην ακούει τα βραχνά μουρμουρητά που έφταναν στ’ αυτιά της. «Η σκηνή είναι πολύ σημαντική. Είναι το κλειδί. Θέλω οι θεατές να νιώσουν όλο το δράμα, το πάθος... Θέλω να δείξω τον πόνο...» «Αυτό», είπε ξερά ο Σεμπ, «είναι ακριβώς που φοβάμαι. Η απάντηση είναι όχι». Η Αννα Μπεθ όμως δεν κατέθετε εύκολα τα όπλα. «Μα δεν μπορώ να βλέπω να τη δολοφονεί έτσι αυτή η γυναίκα». «Μη βλέπεις», είπε ήρεμα ο Σεμπ. «Μα...»


«Κοίτα, μωρό μου, αυτό δεν είναι αντικείμενο για διαπραγμάτευση. Έχουμε μια πανάκριβη κασκαντέρ. Εκείνη γυρίζει τις επικίνδυνες σκηνές». Η φωνή του απάλυνε. «Γιατί δεν το καταλαβαίνεις; Πήγαινε και δες τίποτα αξιοθέατα. Χόρεψε στη φιέστα. Πήγαινε στη Σεβίλη και αγόρασε ένα από κείνα τα φορέματα με τα βολάν. Ή πήγαινε στη θάλασσα να κολυμπήσεις». Ακολούθησε σιωπή. Η Αννα Μπεθ σταμάτησε τα χάδια για μια στιγμή. Ο Σεμπ ήταν αμετάπειστος. Ήταν φανερό ότι δεν ήταν συνηθισμένη να της φέρνουν αντιρρήσεις. Τραβήχτηκε πίσω. Δεν πήρε όμως ακριβώς το χέρι της από πάνω του, σκέφτηκε η Τζο. Το έσυρε αργά στον ώμο του, στο μπράτσο του και μετά στην παλάμη του. Εκεί έπλεξε τα δάχτυλά της με τα δικά του και έφερε το χέρι του στα χείλη της. «Είσαι πολύ σκληρός», μουρμούρισε. Ο Σεμπ της χαμογέλασε. «Είμαι πολύ προστατευτικός», τη διόρθωσε. Η Τζο ανατρίχιασε. Ήξερε πολύ καλά αυτούς τους χαμηλούς τόνους. Αναρωτιόταν αν είχαν το ίδιο αποτέλεσμα στην Αννα Μπεθ όπως είχαν σ’ εκείνη. Δεν ήταν ευχάριστη σκέψη. Όμως η άλλη κοπέλα δεν έδειξε κανένα σημάδι φανερής υποταγής, όπως θα περίμενε η Τζο. Τρεμόπαιξε μόνο τις μεταξένιες βλεφαρίδες και είπε σιγανά: «Εντάξει. Πες μου για τη φιέστα». Ο Σεμπ κοίταξε τριγύρω του. «Ο Μιγκέλ είναι ο κατάλληλος να σε βοηθήσει. Ακούσε γι’ αυτή όταν πήγε χτες στη Σάντα Άννα». Και άρχισαν να μιλάνε για άλλα θέματα, όπως οι απογευματινές εκδρομές και πού υπήρχαν τα καλύτερα αμπέλια της περιοχής. * * * Τώρα η Τζο καθόταν πάνω στο άλογό της και κοίταζε αφηρημέ-να το πανέμορφο τοπίο. Εκείνη η συζήτηση περιέργως την είχε πληγώσει. Είχε δει τον Σεμπ να χρησιμοποιεί στην Αννα Μπεθ την ίδια τεχνική που είχε χρησιμοποιήσει και για κείνη. Βέβαια η ηθοποιός ήταν πιο σκληρή, πιο σίγουρη για τις δυνάμεις της. Δεν έλιωνε στο άγγιγμά του ή από τον τρυφερό τόνο της φωνής του. Αλλά βασικά η τεχνική ήταν η ίδια- μια υπολογισμένη προσπάθεια να πετύχει αυτό που ήθελε. Α, ήταν προικισμένος σκηνοθέτης ο Σεμπ Κόρμπελ, δεν υπήρχε αμφιβολία. Το να τιθασεύει όλα εκείνα τα ταλέντα και να τα διαμορφώνει όπως εκείνος ήθελε -χωρίς μάλιστα να προσπαθεί πολύήταν ιδιαίτερα ταπεινωτικό. Ήμουν έτοιμη σχεδόν να τον ερωτευτώ, σκέφτηκε νηφάλια η Τζο. Θα ήταν τόσο εύκολο. Αν και ξέρω καλά αυτό το είδος του επαγγελματία Δον Ζουάν, θα μπορούσα παρ’ όλα αυτά να ξελογιαστώ μαζί του. Συγχάρηκε τον εαυτό της που απέφυγε την παγίδα. Το άλογο άρχισε να τραβιέται στο πλάι και η Τζο διαπίστωσε με έκπληξη πόσο σφιχτά κρατούσε τα


γκέμια. Τα άφησε αμέσως. Προφανώς το ζώο είχε καταλάβει την εσωτερική της διάθεση. Έσκυψε μπροστά και το χτύπησε φιλικά στο σβέρκο. «Εντάξει, παλιόπαιδο. Με συγχωρείς. Θα γυρίσουμε πίσω τώρα. Μην αρχίσεις τις αγριάδες. Εσύ κι εγώ», είπε σοβαρά, «θα χρειαστούμε ο ένας τον άλλο σήμερα». Αλλά, όταν γύρισε πίσω, βρήκε το στάβλο και το σπίτι αναστατωμένα. Η Άννα Μπεθ έλειπε. Το ίδιο και ένα άλογο. Κανείς δεν είχε ιδέα πού είχαν πάει. «Αλλά προφανώς», είπε βλοσυρά ο Μιγκέλ, «πήγαν μαζί». Ο Κάρλος Αντράτζι, που είχε κάνει τζόγκινγκ, ήταν στην αυλή, με μια μικρή πετσέτα γύρω από το λαιμό του. Παρά την άσκησή του, έδειχνε ήρεμος. Ήταν ο μόνος σ’ αυτή την κατάσταση. «Μα γιατί;» ρώτησε προβληματισμένος. «Δε θα ενοχλούσε κανέναν αν έλεγε ότι πάει για ιππασία. Γιατί να το κρατήσει μυστικό;» Ο Μιγκέλ έριξε μια ανήσυχη ματιά στην Τζο. «Η Άννα Μπεθ έχει πειστεί ότι μπορεί να γυρίσει τις επικίνδυνες σκηνές καλύτερα από μένα», είπε εκείνη ψυχρά. Ο Αντράτζι έδειξε κατάπληκτος. Είχε διαβάσει το σενάριο. «Όλες τις σκηνές;» ρόιτησε ξέπνοα. Η Τζο ανασήκωσε τους ώμους της. «Πιθανό. Σίγουρα αυτές με τα άλογα. Προσπαθεί να πείσει τον Σεμπ Κόρμπελ. Τώρα προφανώς έχει πάρει το άλογο για να αποδείξει αυτό που ισχυρίζεται». «Τότε θα είναι άτυχη», είπε ο Μιγκέλ με φανερή ικανοποίηση. «Ο Σεμπ θα έχει γυρίσει όλη τη σκηνή πριν προλάβει εκείνη να επιστρέφει». Η Τζο ένιωσε ένα παράξενο προαίσθημα. «Το ελπίζω», είπε. *** Και στην αρχή φαινόταν ότι οι ελπίδες της θα πραγματοποιούνταν. Η μέρα ήταν ιδεώδης για γύρισμα. Ο Σεμπ βρήκε τις γωνίες λήψης που ήθελε με εκπληκτική ευκολία. Η Τζο και το άλογό της έκαναν τα περάσματα που χρειάζονταν δυο τρεις φορές. «Φτάνει», είπε βιαστικά ο Σεμπ. Γύρισε στον κάμεραμαν της πρώτης κάμερας. «Τράβα συνέχεια μέχρι να φτάσει μπροστά στην άμαξα. Ξέρω ότι έχουμε προγραμματίσει κι άλλη λήψη, αλλά μπορεί να μη χρειαστεί». Ο κάμεραμαν συγκατένευσε. Ο Σεμπ πήρε το φορητό τηλέφωνό του και είπε το ίδιο πράγμα στο χειριστή της δεύτερης κάμερας. Ήταν ένα μίλι μακριά, στη γυμνή πλαγιά του λόφου. Η Τζο θα άρχιζε να τρέχει με το άλογο από ψηλά και πίσω τους, ακολουθούμενη από μια κάμερα πάνω σε ένα Λαντ Ρόβερ.


Ο Μπιλ ήταν έτοιμος, πολύ κομψός με το βαμβακερό πουκάμισό του και την κιλότα ιππασίας του. Τα κορίτσια της γκαρντα-ρόμπας τού είχαν βγάλει τη βελούδινη ζακέτα του όταν συμφώνησε ο Σεμπ. «Μόλις που πρόλαβα», είπε. «Κόντευα να λιώσω σαν βούτυρο μέσα σ’ εκείνο το βελούδο». Κοίταξε την Τζο και έκανε ένα μορφασμό μόλις είδε την κόκκινη περούκα. «Πώς τα πας με όλες αυτές τις αλογότριχες;» «Λιώνω όμορφα», αστειεύτηκε. «Πρέπει να παραδεχτώ πάντως ότι, όσο σκληρά και αν συμπεριφέρεται, ο Σεμπ έχει δίκιο όταν θέλει να ξεμπερδεύει μ’ αυτή τη σκηνή μια ώρα αρχύτερα». «Μου φαίνεται ότι θα τελειώσουμε πριν μεσημεριάσει», συμφώνησε ο Μπιλ. Ο Σεμπ ήρθε προς το μέρος τους. «Έτοιμοι;» Η Τζο συγκατένευσε. «Πάμε, λοιπόν. Θα επικοινωνήσω και με το Λαντ Ρόβερ. Έχουν πάει κιόλας πάνω. Αλλά δώσε μου σήμα όταν είσαι έτοιμη να αρχίσουμε». Η Τζο άγγιξε το κόκκινο φουλάρι στο λαιμό της. «Με αυτό;» «Μην πειράξεις το κοστούμι. Μόνο σήκωσε το χέρι σου», της είπε ο Σεμπ. «Θα σε δω». Και άγγιξε τα κιάλια του. «Εντάξει». Η Τζο πήδησε ανάλαφρα πάνω στη σέλα και του έσκασε ένα χαμόγελο. Έγνεψε στον Μπιλ. «Φύγαμε», είπε και ξεκίνησε κουνώντας το χέρι. Ήταν μια σχετικά εύκολη ανάβαση. Το άλογο προχωρούσε απλώς με κάπως γρήγορο βήμα. Έπρεπε να είναι ξεκούραστο για το γρήγορο καλπασμό αργότερα. Και, εν πάση περιπτώσει, έκανε πολλή ζέστη και δε χρειαζόταν να τρέχει περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Το άλογο περνούσε με χάρη ένα ρυάκι όταν η Τζο άκουσε μια φωνή. Στην αρχή νόμιζε ότι την είχε φανταστεί, αλλά τα αυτιά του ζώου τεντώθηκαν. Το άλογο έγινε περίεργα ανήσυχο. Αποφασιστικά η Τζο το κατηύθυνε προς την κορυφή του λόφου, αλλά εκείνο αρνιόταν επίμονα. Τελικά το άφησε να πάει εκεί που ήθελε εκείνο. Προχώρησε κάτω από μερικά δέντρα και πίσω από έναν πέτρινο τοίχο. Εκεί, στο χώμα, ήταν η Άννα Μπεθ. «Ω, Θεέ μου», είπε η Τζο, ενώ συνειδητοποιούσε ότι δεν είχε τρόπο να επικοινωνήσει με τους υπόλοιπους. Κοίταξε πάνω από τον ώμο της, αλλά η κάμερα δε φαινόταν, κρυμμένη πίσω από τον τοίχο και τα δέντρα. Κατέβηκε και πλησίασε την πεσμένη κοπέλα. «Τι έπαθες;» Η Άννα Μπεθ φαινόταν πολύ χλομή. Τα όμορφα μαλλιά της είχαν ξεχτενιστεί με το πέσιμο και έπεφταν γύρω στους ώμους της σαν την περούκα της Τζο.


«Χτύπησα το πόδι μου», είπε με δυσκολία. «Πώς;» ρώτησε με ενδιαφέρον η Τζο. Το άλογο της Τζο στεκόταν ακίνητο, αλλά τίναζε το κεφάλι του και χλιμίντριζε. Η Τζο ξαφνιάστηκε, αλλά αυτό που την απασχολούσε εκείνη τη στιγμή ήταν πώς θα ξανάφερνε την Αννα Μπεθ πίσω στον πολιτισμό. «Κατέβηκα από το άλογο. Ήθελα να πιω νερό». Έδειξε το ρυάκι. «Πήγαινα να περάσω και παραπάτησα». Τα μάπα της ήταν γεμάτα δάκρυα. Είναι πιο τρομοκρατημένη απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, σκέφτηκε με συμπάθεια η Τζο. Γονάτισε μπροστά στην κοπέλα. «Μπορείς να σηκωθείς;» «Δεν... ξέρω. Δεν μπορούσα νωρίτερα». «Προσπάθησε», πρότεινε η Τζο προσφέροντας τον ώμο της για στήριγμα. Η Αννα Μπεθ στηρίχτηκε πάνω της και ανασηκώθηκε. Ανά-σαινε βαριά. Πρέπει να πονάει, σκέφτηκε η Τζο, στενοχωρημένη που δεν μπορούσε να της κάνει τίποτα. Η κοπέλα στηρίχτηκε στον τοίχο. Τα μαλλιά της έλαμπαν στο φως του ήλιου. Χάιδεψε τρυφερά το μουσούδι του αλόγου της Τζο σαν να ζητούσε παρηγοριά από το ζώο. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε κάτω από το πουκάμισό της, που ήταν ίδιο με της Τζο. Δεν είναι τρομοκρατημένη, σκέφτηκε ξαφνικά η Τζο. Είναι σε υπερένταση. Τι είδους παιχνίδι έπαιζε τώρα; «Διψάω πολύ. Θα μπορούσες;...» είπε η Αννα Μπεθ με ξέπνοη φωνή. «Να σου φέρω λίγο νερό;» προσφέρθηκε η Τζο. «Εντάξει, αλλά πρέπει να σ’ το φέρω στις χούφτες μου. Δεν έχω τίποτα να το κουβαλήσω». Η Αννα Μπεθ της έριξε ένα χαμόγελο ευγνωμοσύνης. Η Τζο πήγε στο ρυάκι. Τότε είδε την αιτία που έκανε το άλογό της να είναι τόσο ανήσυχο. Το άλογο της Αννας Μπεθ ήταν ακόμα εκεί, κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, ξύνοντας με το πόδι του το χώμα. «Το άλογό σου δεν έφυγε λοιπόν», είπε γυρνώντας και είδε, πολύ αργά πια, την Αννα Μπεθ να πηδάει στη σέλα. Δεν έχασε καιρό με ερωτήσεις. Μόλις κατάλαβε τι συνέβαινε, όρμησε στην κοπέλα πάνω στο άλογο. Παραλίγο να προλάβει. Προφανώς η Αννα Μπεθ είχε σκοπό να πάρει το άλλο άλογο μαζί της και να αφήσει την Τζο να κα-τέβει με τα πόδια. Η ηθοποιός έκανε να πιάσει τα γκέμια, αλλά, καθώς η Τζο προσπάθησε να της πιάσει το πόδι, αναγκάστηκε να τραβηχτεί απότομα με το άλογο. Μόλις απομακρύνθηκε σε απόσταση ασφαλείας ξέσπασε σε γέλια. Ο ενθουσιασμός για την


εξυπνάδα της ήταν φανερός. Το όμορφο στόμα της είχε γίνει μια σκληρή γραμμή. «Πήγαινε τώρα και εξήγησε στον Σεμπ πώς αισθάνεσαι χωρίς το άλογό σου!» φώναξε η Άννα Μπεθ. Η Τζο υπολόγισε την απόσταση ανάμεσα τους. Σκέφτηκε ότι πιθανό να μπορούσε να ρίξει την Άννα Μπεθ από το άλογο με μια βουτιά. Αλλά αυτό ίσως ήταν επικίνδυνο. Το άλογο ήταν φανερά ανήσυχο. Κουνούσε το κεφάλι του δεξιά αριστερά και χλιμίντριζε. Και η Άννα Μπεθ, παρ’ όλη την επιδεξιότητα που ισχυριζόταν ότι είχε, γλιστρούσε πάνω στη σέλα. Αν η Τζο έριχνε την κοπέλα από το άλογο, μπορεί το ζώο να τρομοκρατιό-ταν και να έδινε καμιά άσχημη κλοτσιά και στις δυο τους. Προτίμησε να χρησιμοποιήσει τη λογική. «Τι προσπαθείς να αποδείξεις, Άννα Μπεθ;» Το γέλιο της κοπέλας θύμιζε υστερία. «Αυτός είναι ο ρόλος μου. Η ταινία μου. Κανείς δε θα μπορέσει να με διώξει από το δικό μου φιλμ». «Είσαι τρελή», είπε κουρασμένα η Τζο. Αυτό φάνηκε να την αγγίζει στο ευαίσθητο σημείο της. «Κι εσύ είσαι χωρίς δουλειά», της πέταξε η Άννα Μπεθ. «Το εννοώ». «Σίγουρα το εννοείς». Η Τζο μιλούσε καθησυχαστικά, κάνοντας ένα μικρό βήμα προς το μέρος της. Αμέσως το άλογο άρχισε να χλιμιντρίζει αγριεμένο. Η Άννα Μπεθ θα πρέπει να είχε τραβήξει χωρίς να το καταλάβει τα γκέμια. «Μην πλησιάζεις!» στρίγκλισε. Αλλά ούτε αυτό άρεσε στο άλογο. Άρχισε να στριφογυρίζει εκνευρισμένο και ξαφνικά πήρε, φαίνεται, την απόφασή του. Η Τζο δεν μπορούσε να κάνει τίποτα καθώς το άλογο έστριβε απότομα επιτόπου. Η Άννα Μπεθ προφανώς ήταν απροετοίμαστη. Ταλαντεύτηκε επικίνδυνα πάνω στη σέλα της. Για μια στιγμή η Τζο νόμισε ότι δε θα μπορούσε να κρατηθεί. Αλλά τότε το άλογο σταμάτησε απότομα, στέλνοντας την Άννα Μπεθ από την άλλη μεριά της σέλας, και, χοορίς άλλη φασαρία, άρχισε να κατεβαίνει το λόφο. Η Τζο είδε για τελευταία φορά το κάτασπρο πρόσωπο της Αννας Μπεθ και την άκουσε να φωνάζει πριν χαθεί ανάμεσα στα δέντρα. Οι ώμοι της βάρυναν. Ο Σεμπ, συνειδητοποίησε, θα ήταν έξω φρενών μ’ αυτή την καθυστέρηση, αλλά και την όλη εξέλιξη. Και με το δίκιο του. Ούτε θα ήταν ευχαριστημένος μαζί της που κατέβηκε απερίσκεπτα από το άλογό της. Κάθισε στον τοίχο και σκέφτηκε τι μπορούσε να κάνει. Πίσω της, περιμένοντας ακόμα ανάμεσα στους θάμνους, ήταν το άλογο της Αννας Μπεθ. Δε θα μπορούσε να το καβαλικέψει και να γυρίσει πίσω; Αξίζει τον κόπο να προσπαθήσω, είπε μέσα της φιλοσοφικά.


Πολύ ήρεμα και σταθερά κατευθύνθηκε προς το άλογο και ξαφνικά σταμάτησε και βλαστήμησε. Η Αννα Μπεθ είχε διαλέξει το πιο δύστροπο άλογο του στάβλου για την πρωινή βόλτα της. Τη Σαλώμη. Η Σαλώμη γύρισε και την κοίταξε. Είχε έξυπνα, υγρά μάτια και όμορφο μουσούδι. Έδειχνε ακόμα σαν να μην είχε περάσει ωραία η μέρα της μέχρι τότε και ήταν αποφασισμένη να ξεσπάσει στο πρώτο ανθρώπινο πλάσμα που θα βρισκόταν στο δρόμο της. «Πίστεψέ με, γλύκα, δεν έχεις άδικο», τη διαβεβαίωσε η Τζο. Πήγε προς το μέρος της μιλώντας της συνέχεια σε καθησυχα-στικό τόνο. «Φαντάσου τις δυο μας να βρισκόμαστε στην ίδια βάρκα». Το άλογο τίναξε το κεφάλι του. Τα επόμενα πέντε λεπτά ήταν γεμάτα αβεβαιότητα. Όποτε πλησίαζε κοντά στη Σαλώμη για να αρπάξει τα χαλινάρια της, το άλογο τραβιόταν μακριά και στεκόταν και την παρακολουθούσε σε απόσταση ασφαλείας. Τελικά όμως το άλογο φάνηκε ξαφνικά να βαριέται αυτό το παιχνίδι. Άφησε την Τζο να ανέβει στη ράχη του χωρίς διαμαρτυρία. «Εντάξει», είπε η Τζο. Πήρε τα γκέμια στα χέρια της και χτύπησε φιλικά το λαιμό της Σαλώμης. «Πού σ’ αρέσει; Προς τα πάνω ή προς τα κάτω;» Το άλογο δε δίστασε. Στριφογύρισε για μια στιγμή και μετά όρμησε προς τα πίσω, κάτω από τα χαμηλά κλαδιά των δέντρων. Η Τζο κρατήθηκε σκυφτή πάνω στη σέλα για να τα αποφύγει, χωρίς να είναι σίγουρη αν η Σαλώμη προσπαθούσε επίτηδες να τη ρίξει από τη ράχη της. Αλλά έφτασαν τελικά στο μονοπάπ και το ζώο γύρισε με σιγουριά προς την κορυφή. Η Τζο ένιωσε την επιθυμία του αλόγου και πήρε την απόφαση να το αφήσει να κάνει αυτό που είχε στο κεφάλι του. Η Σαλώμη δεν ήταν εύκολο άλογο και η Τζο κρατούσε την ανάσα της μέχρι που είδε το Λαντ Ρόβερ και ηρέμησε κάπως. «Πού στο διάβολο ήσουν; Ο Σεμπ φωνάζει από το τηλέφωνο. Προς Θεού, ας ξεμπερδεύουμε», Είπε ο ηλικιωμένος Εγγλέζος με τη φορητή κάμερα μόλις πλησίασε η Τζο. Η Σαλώμη έκανε μερικά πλαϊνά βήματα. Δεν έδειχνε να νοιάζεται για το τι συνέβαινε γύρω της. Η Τζο κρατήθηκε πάνω της με χέρια που πονούσαν. «Μα...» Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά με το βόμβο αγριεμένης σφήκας. Ο οδηγός του Λαντ Ρόβερ το σήκωσε. «Ωραία, νομίζω. Έτοιμοι να πάμε όπου πεις. Εντάξει». Κατέβασε το ακουστικό και γύρισε προς το μέρος της. «Έχουν την άμαξα στο δρόμο. Θα πας εκεί πέρα και θα αρχίσεις όποτε θέλουν. Θα είμαστε πίσω σου, κάτω από τα δέντρα». Η Σαλώμη κλότσησε νευριασμένη. Ο οδηγός ξαφνιάστηκε, αλλά ο κάμεραμαν ευχαριστήθηκε. «Φαίνεται έτοιμο για τρέξιμο», είπε.


Η Τζο δεν είχε άλλη επιλογή. Έβαλε τα δυνατά της να κατευθύνει το ζώο προς τα εκεί που της είχαν δείξει. Χαμηλά κάτω η ομάδα της πρώτης κάμερας μόλις που δια-κρινόταν. Ο ήλιος έλαμπε πάνω στους προβολείς και τα μέταλλα. Η Τζο τράβηξε τα γκέμια, κούνησε το χέρι στη μικρή ομάδα και άφησε το άλογο να φύγει. Κατέβηκαν την πλαγιά του λόφου με τέτοια ταχύτητα, που η Τζο δε θα μπορούσε ποτέ να πιστέψει ότι ήταν δυνατόν να τρέ-ξει το άλογο. Η Σαλώμη ήταν φανερό ότι ήξερε καλά το δρόμο της. Απέφευγε με επιδεξιότητα τις κακοτοπιές του δρόμου και προχωρούσε ακάθεκτη. Καθίός πήραν μια στροφή, ένα σύννεφο σκόνης σηκώθηκε από τις οπλές της. Σιγά σιγά η κλίση του εδάφους ελαττωνόταν και ο ρυθμός της Σαλώμης γινόταν πιο συγκρατημένος. Το άλογο την πήγε μέσα από τις ελιές, με κατεύθυνση το ξέφωτο όπου περίμεναν ο Μπιλ και η άμαξα, που προχωρούσε με αργό ρυθμό. Η Τζο έσκυψε στο πλάι, σε μια προσπάθεια να αποφύγει τα χαμηλά κλαδιά. Ηξερε ότι, αν το άλογο δεν έβρισκε από μόνο του το ρυθμό του καλπασμού του. Θα της ήταν αδύνατον να το κοντρολάρει. Αλλά η Σαλώμη, ήρεμη πια, έτρεχε στρωτά και γρήγορα βρέθηκε στο ξέφωτο πλάι στην άμαξα που έτρεχε. Η αναπνοή της Τζο έβγαινε λαχανιασμένη και οι ώμοι της πονούσαν. Αλλά μια ματιά στο τρομοκρατημένο πρόσωπο του Μπιλ της θύμισε ότι η κάμερα τραβούσε κι εκείνη έπρεπε να παίξει το ρόλο της. Κοίταξε με αμφιβολία την πόρτα της άμαξας. Έπρεπε να την ανοίξει, αλλά ήταν σχεδόν σίγουρη ότι η Σαλώμη δεν είχε ηρεμήσει αρκετά για να της το επιτρέψει αυτό. Μια δοκιμαστική προσπάθεια στο χερούλι επιβεβαίωσε την αλήθεια της υπόθεσης που είχε κάνει. Η Τζο κοίταξε γύρω με αγωνία. Τι μπορούσε να κάνει τώρα; Ο Μπιλ έτρεχε με το άλογό του μπροστά απ’ την άμαξα φωνά-ζοντας. Η Τζο έβαλε τη Σαλώμη να ακολουθήσει την άμαξα, που σιγά σιγά σταμάτησε. Το πρόσωπο του Μπιλ ήταν κάτασπρο. Η Σαλώμη, καταλαβαίνοντας, φαίνεται, ότι είχε φτάσει το τέλος της διασκέδασής της, αποφάσισε να κάνει μια τελευταία επίδειξη πριν φυλακιστεί στο στάβλο της. Σηκώθηκε στα πισινά της πόδια και χλιμίντρισε σαν άλογο τσίρκου. «Πανάθεμά σε, διάολε», φώναξε η Τζο προσπαθώντας να κρατηθεί στη σέλα. «Δεν είναι ροντέο εδώ. Κάτω, που να σε πάρει!» Η Σαλώμη είχε κάνει όμως την επίδειξη που ήθελε και ήταν πια ικανοποιημένη. Κατέβασε τα μπροστινά πόδια, έκανε μερικά πλαϊνά βήματα μόνο και μόνο για να αποδείξει όπ μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε και έμεινε ακίνητη. Με μια ευστροφία που αργότερα θαύμασε και η ίδια, η Τζο τράβηξε το πιστόλι από τη ζώνη της, όπως είχε δασκαλευτεί, και το κούνησε προς την κατεύθυνση της άμαξας. «Στοπ!»


Ποτέ μια λέξη δεν ήταν τόσο καλοδεχούμενη. Η Τζο έσκυψε στο σβέρκο του αλόγου, που γυάλιζε από τον ιδρώτα, προσπαθώντας να αναπνεύσει. Η Σαλώμη στεκόταν ακίνητη, σαν να έβγαζε νήπια σε καθημερινή ιππασία. Από την πλαγιά του λόφου ακούστηκαν βήματα από κάποιον που έτρεχε. Η Τζο κατέβηκε βιαστικά από τη ράχη του ζώου. Τα πόδια της έτρεμαν τόσο, που το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να σφιχτεί πάνω σ’ εκείνα τα δυνατά χέρια που την ταρακουνούσαν. «Δε μου λες, τι διάολο σήμαιναν όλα αυτά;» ρώτησε άγρια ο Σεμπ. Το πρόσωπό του είχε χάσει κάθε χρώμα. Ήταν πραγματικά ενδιαφέρον το θέαμα. Η Τζο δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί έναν τόσο ηλιοκαμένο και γερό άντρα να φαίνεται έτσι άρρωστος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ήταν πραγματικά αστείο. Κανονικά εκείνη ήταν που έπρεπε να φαίνεται άρρωστη. Άρχισε να χαχανίζει αδύναμα. Ωχ! Η Τζο σταμάτησε απότομα. Ο Σεμπ την είχε χαστουκίσει. Όχι ανάλαφρα. «Αν νομίζεις ότι οι υστερισμοί είναι η απάντηση, πες το και σ’ εμάς», είπε άγρια. «Αν εγώ μπορώ να κρατηθώ και να μην ξεσπάσω, σίγουρα μπορείς κι εσύ να κάνεις το ίδιο». Την ταρακούνησε ξανά. Η Τζο ένιωσε το κεφάλι της να γυρίζει τρελά και διαμαρτυρήθηκε. «Βούλωσ’ το», της πέταξε ο Σεμπ. Μετά είπε σε κάποιον άλλο: «Πάρε αυτό το αναθεματισμένο άλογο. Δέσ’ το. Κλείσ’ το μέσα. Βάλ’ του φίμωτρο. Κάνε του ό,τι να ’ναι πριν σκοτώσει κανέναν». Η Τζο κοίταξε πάνω από τον ώμο της τη Σαλώμη, η οποία φαινόταν ελαφρά έκπληκτη που βρισκόταν στο κέντρο τόσης προσοχής. Η Τζο άρχισε να γελάει, αλλά μια αυστηρή ματιά του Σεμπ της έκοψε τη φόρα. Ο Μπιλ κατέβηκε από το άλογό του και τους πλησίασε. «Είσαι εντάξει;» ρώτησε με αγωνία. Η Τζο κούνησε το κεφάλι της. Ο Μπιλ πήρε μια βαθιά αναπνοή. «Δόξα τω Θεώ. Όταν βγήκες από τα δέντρα σαν σφαίρα, νόμιζα ότι σε είχε δαγκώσει κανένα φίδι ή τίποτα τέτοιο. Ήταν...» «Ήταν εντελώς ανεύθυνο», είπε παγερά ο Σεμπ. Τράβηξε λίγο μακριά του την Τζο ώστε να μπορέσει να την κοιτάξει στο πρόσωπο. «Τι συμβαίνει μ’ εσένα;» ρώτησε, σχεδόν σαν να μονολογούσε. «Αυτό το άλογο είναι πολύτιμο. Ξέρεις πόσο θα κόστιζε αν χτυπούσε;» Τα πόδια της Τζο και η αναπνοή της άρχισαν να σταθεροποιούνται. Ένας άγριος θυμός άρχισε να φουντώνει μέσα της. «Κι αν είχα χτυπήσει εγώ;» «Είναι δικό σου λάθος αν δεν μπορείς να αντισταθείς στον πειρασμό να κάνεις επίδειξη μπροστά στην κάμερα», είπε ο Σεμπ με σφιγμένα δόντια.


Η Τζο τραβήχτηκε από κοντά του. «Κατάλαβα. Γι’ αυτό σταμάτησες τις κάμερες, έτσι δεν είναι; Είδες πόσο επικίνδυνο ήταν και τους είπες ‘σταματήστε, έχουμε μια επικίνδυνη κατάσταση μπροστά μας', ε;» Έβραζε από το θυμό της. Ο Σεμπ την κοίταξε. «Δε σου είπα εγώ να ανέβεις σ’ ένα μανιακό άλογο και να κατέβεις το λόφο σαν να διεκδικούσες την πρώτη θέση σε αγώνα σκι. Εσύ ανέλαβες να το διακινδυνέψεις». «Κι εσύ δεν ωφελήθηκες καθόλου», σχολίασε ειρωνικά η Τζο. «Καημένε Σεμπ! Θα πρέπει να το ξαναγυρίσεις όλο από την αρχή, με ένα ωραίο άλογο σαν αρνάκι να κάνει ό,τι θέλεις. Όλα όσα έκανα σήμερα το πρωί είναι εντελώς άχρηστα, αφού δεν ήταν αυτό που ήθελες». «Δεν είπα αυτό». Έκανε ένα γρήγορο βήμα προς το μέρος του και τον κοίταξε στο οργισμένο πρόσωπό του. «Όχι, δεν το είπες. Γιατί δεν ήταν έτσι, ή μήπως κάνω λάθος; Μπορείς να μου κάνεις ολόκληρη διάλεξη περί ηθικής, αλλά αυτό δε σε εμπόδισε να με χρησιμοποιήσεις». Τα μάτια του είχαν γίνει δυο σχισμές και το στόμα του μια λεπτή, μοχθηρή γραμμή. Τα ψηλά ζυγωματικά του είχαν βαφτεί κόκκινα. «Αν μου το ξαναπείς αυτό ποτέ, θα σε χρησιμοποιήσω πραγματικά, ώστε να ξέρεις τι σημαίνει στ’ αλήθεια», ψιθύρισε. Ο Μπιλ φαινόταν πανικόβλητος. Τον άγγιξε στο μπράτσο. «Σταμάτα, Σεμπ. Είστε κι οι δυο λίγο αναστατωμένοι...» «Δεν είμαι», είπε παγερά ο Σεμπ. «Σαν σκηνοθέτης αυτής της ταινίας είμαι αηδιασμένος από την αυτοπροβολή της δεσποινίδας Π έιτζ και την έλλειψη επαγγελματισμού εκ μέρους της». «Α, αυτό είναι;» μουρμούρισε ο Μπιλ. Ούτε ο Σεμπ ούτε η Τζο του έδωσαν σημασία. «Λοιπόν, αν έτσι κάνεις τη δουλειά σου, απορώ πώς βρέθηκαν άνθρωποι να δουλεύουν μαζί σου, πόσω μάλλον να βάλουν τα λεφτά τους γι’ αυτούς τους εξωφρενισμούς», είπε με κακία η Τζο. «Υποθέτω ότι δεν το κάνουν δυο φορές, ε;» Μιλούσε και έτρεμε. Από οργή, είπε στον εαυτό της. Πρέπει να είναι από οργή. «Τέτοια αγριόγατα που είσαι», είπε ο Σεμπ πολύ ψυχρά και ήρεμα, «καιρός είναι να σου δώσει κάποιος το μάθημα που ζητάς». Η Τζο άνοιξε το στόμα της να διαμαρτυρηθεί, αλλά εκείνος είχε φύγει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Η Τζο έτρεμε όταν πήγε στο τροχόσπιτο της γκαρνταρόμπας. Η Λίζα της έριξε μια ματιά και την έβαλε να καθίσει, με μια κούπα φρέσκο καφέ στο χέρι. «Ο Σεμπ ανησυχούσε», της εξήγησε καθώς της έβγαζε την περούκα.


«Το ίδιο κι εγώ», της πέταξε η Τζο, «μ’ εκείνο το θηρίο που καβαλίκευα». Η Λίζα έβαλε την περούκα στη βάση της. «Ναι. Κι εμένα μου φάνηκε περίεργο. Δεν ήταν το άλογο που ξεκίνησες, έτσι δεν είναι;» Η Τζο γέλασε. «Το πρόσεξες!» Κούνησε νευριασμένη το κεφάλι της. «Πώς εκείνος... κανένας άλλος δεν το πρόσεξε;» «Τρελαινόμουν για τα άλογα όταν ήμουν μικρή. Και αυτό που είχες είναι πανέμορφο». «Από χαρακτήρα όμως είναι απαίσιο», είπε η Τζο. «Ε, δεν είναι το μόνο», είπε η Λίζα. «Σ’ αυτή την ταινία τουλάχιστον». Τα μάτια τους συναντήθηκαν στον καθρέφτη. Η Τζο είπε βιαστικά ότι έπρεπε να φύγει. Στο σπίτι, πήγε κατευθείαν να κάνει ένα αρωματισμένο μπάνιο. Επιθεώρησε προσεκτικά το σώμα της. Δεν περίμενε βέβαια μελανιές, απλώς θα πονούσαν οι ταλαιπωρημένοι μύες της. Βούλιαξε μέσα στο νερό και αφέθηκε στην αναζωογονητική επίδρασή του. Τα χέρια της την πονούσαν κι αυτά. Η Τζο τους έκανε μασάζ προσεκτικά και μετά ασκήσεις που είχε μάθει στη σχολή ιππασίας πριν δυο χρόνια. Τότε ήταν που είδε τη μελανιά στον καρπό της. Ξαφνιασμένη κοίταξε και τον άλλο καρπό της. Υπήρχε μια ίδια ακριβώς μελανιά, μόνο που εκεί ξεχώριζαν τα σημάδια από τα σκληρά δάχτυλα που την είχαν σφίξει. Η Τζο πήρε μια βαθιά ανάσα. Το θράσος αυτού του άντρα δεν είχε όρια! Βγήκε από το μπάνιο, ντύθηκε γρήγορα και κατέβηκε κάτω. Το προσωπικό ετοίμαζε το συνηθισμένο πλουσιοπάροχο μεσημεριανό, αλλά οι περισσότεροι από τους ανθρώπους της ταινίας ήταν έξω στους λόφους. Ο Κάρλος Αντράτζι είχε γυρίσει όμως. Η Τζο τον είδε να γυμνάζεται στη δροσιά ενός σαλονιού στο ισόγειο. Έκανε περάσματα με ένα ξίφος ξιφασκίας, που έλαμπε σαν διαμάντι. Τον παρακολούθησε σιωπηλή για λίγο, πριν εκείνος τη δει και χαμηλώσει το ξίφος του. «Θα είναι θαυμάσιο στην ταινία», του είπε η Τζο προχωρώντας προς το μέρος του. Ο Κάρλος φάνηκε ευχαριστημένος. Αφησε το ξίφος προσεκτικά σε μια γωνία. «Ηθελα από χρόνια να δω τι μπορούσα να κάνω σε ταινία. Μέχρι να συναντήσω όμως τον Σεμπ, δε φανταζόμουν ότι θα με έπαιρνε κανείς στα σοβαρά». Η Τζο ένιωσε κάποιο πανικό. «Θέλεις να πεις ότι εσύ κι εγώ θα ξιφομαχήσουμε κανονικά;» Χαμογέλασε. «Ελπίζω πως όχι». Η Τζο αναστέναξε με ανακούφιση. «Ευτυχώς. Δεν είμαι έτοιμη για τα δολοφονικά σου ένστικτα».


Ο Κάρλος Αντράτζι φάνηκε να το διασκεδάζει. «Δε θα το έλεγα αυτό. Μετά μάλιστα το πρωινό τρέξιμό σου με το άλογο... έδειξες να αψηφάς το θάνατο. Όλοι εντυπωσιάστηκαν, απ’ ό,τι μου είπε ο Μιγκέλ. Φαίνεται ότι αυτό το άλογο τρώει ανθρώπους για πρωινό. Πώς το ένιωθες;» «Πολύ ζωντανό», είπε η Τζο. Πήρε το ξίφος και δοκίμασε τη μύτη του. «Αν δεν ξιφομαχήσεις εσύ μαζί μου, τότε ποιος θα ξιφομαχήσει;» «Ο Τζάκσον Χιλντ. Δε θα τον έχεις ακουστά. Ήταν πρωταθλητής του Καναδά πριν δεκαπέντε χρόνια. Ντουμπλάρει τον ηθοποιό που παίζει το ρόλο του θείου και έρχεται αύριο». «Ψάχνουν σίγουρα για αυθεντίες», σχολίασε η Τζο. Ο Αντράτζι χαμογέλασε. «Ο Σεμπ είναι έτσι», είπε. «Θα έπρεπε να τα πηγαίνετε καλά οι δυο σας». Η Τζο σκυθρώπιασε. «Λοιπόν, όπως βλέπεις, δεν τα πάμε καλά», είπε κοφτά. «Θα συνεχίσεις, ή έχεις όρεξη για κανένα ποτό;» Ο Αντράτζι δέχτηκε την αλλαγή του θέματος ευχάριστα. «Σανγκρία», είπε. «Και μετά σκέφτομαι να πάρω ένα από τα αυτοκίνητα και να κάνω καμιά βόλτα. Ξέρεις καθόλου την περιοχή;» Βγήκαν έξω στο φως του ήλιου. Η Τζο έβγαλε από την τσέπη του πουκαμίσου της τα γυαλιά ηλίου και τα φόρεσε. Κούνησε το κεφάλι της. «Καθόλου. Εσύ;» Ο Αντράτζι χαμογέλασε. «Όταν οι Βραζιλιάνοι έρχονται στην Ευρώπη, πάνε στο Παρίσι και το Λονδίνο, ίσως και στη Μαδρίτη. Δεν έρχονται εδώ, στην άκρη του κόσμου, που δεν υπάρχει τίποτα να ψωνίσεις». Η Τζο γέλασε. «Τώρα που το θυμήθηκα, πρέπει να κοιτάξω να πάρω κάτι για τον παππού μου». «Έλα μαζί μου», πρότεινε ο Αντράτζι. «Μπορούμε να οδηγήσουμε τη μισή διαδρομή εσύ και τη μισή εγώ. Δεν ξέρω τι μισώ περισσότερο, τα αυτοκίνητα ή τους δρόμους». Έτσι, μετά από το φαγητό δανείστηκαν ένα σαραβαλιασμένο Φίατ και έφυγαν από το αγροτόσπιτο, με την Τζο στη θέση του συνοδηγού. Το απομεσήμερο ήταν πολύ ήσυχο. Πέρασαν από το χωριό Σάντα Αννα χωρίς να συναντήσουν ψυχή. «Σιέστα», της εξήγησε ο Αντράτζι. Η Τζο ήξερε καλά τη συνήθεια του μεσημεριανού ύπνου στις μεσογειακές χώρες. «Θα μπορούσαν να σταματάνε τέτοια ώρα το γύρισμα, με τόση ζέστη που κάνει», σχολίασε ο Αντράτζι. «Αλλά ο Σεμπ λέει...» Σταμάτησε απότομα, σαν να μην ήθελε να επαναλάβει τα λόγια του Σεμπ. Η Τζο κατσούφιασε στο άκουσμα του ονόματος του. Ο Αντράτζι το πρόσεξε. «Δεν ξέρω τι έχετε και κοντραρίζεστε έτσι», σχολίασε.


«Ούτε κι εγώ», είπε εκείνη, αποφεύγοντας να πάρει θέση. «Φαντάζομαι ότι του έχει μπει η ιδέα πως δεν ήθελες να δουλέψεις στην ταινία των ονείρων του». «Αν δεν είχα ανάγκη τα λεφτά, δε θα δεχόμουν. Και δεν πρόκειται να ξαναδεχτώ», είπε εκείνη χωρίς να το σκεφτεί. «Α», έκανε αδιάφορα ο Αντράτζι, με την προσοχή του συγκεντρωμένη στο δρόμο. Η Τζο ένιωσε να τρέμει από το πάθος που είχε στη φωνή της. Θα πρέπει να το είχε νιώσει κι εκείνος. «Με συγχωρείς», του είπε. «Συνήθως προσέχω να μην παραφέρομαι. Είναι που ο Σεμπ Κόρμπελ μου βάζει τις φωνές από τότε που ήρθα, και κουράστηκα πια». «Ναι», παρατήρησε εκείνος. «Πρόσεξα ότι νευριάζει μαζί σου». Την κοίταξε λοξά. «Ο Σεμπ φυσιολογικά δε χάνει την ψυχραιμία του. Δεν το συνηθίζει». «Ούτε εγώ», είπε με αξιοπρέπεια η Τζο. Ακολούθησε μια παύση. «Φαίνεται να έχετε πολλά κοινά οι δυο σας», μουρμούρισε ο Αντράτζι. «Αμοιβαία απέχθεια», είπε η Τζο. «Α», έκανε εκείνος ξανά και άλλαξε θέμα. Πήγαν σε μια μικρή παραλιακή πόλη και κολύμπησαν. Μετά ήπιαν καφέ και κολύμπησαν ξανά πριν κάνουν μια βόλτα στα μαγαζιά, που είχαν ανοίξει μετά τη μεσημεριανή διακοπή. Ο Αντράτζι αγόρασε μια μαντίλα για το κορίτσι του και η Τζο βρήκε έναν παλιό χάρτη που σκέφτηκε ότι θα άρεσε στον παππού της. Οδήγησε εκείνη στην επιστροφή τους. Η Σάντα Αννα είχε ξυπνήσει πια όταν έφτασαν εκεί. Δυο μπαρ ήταν ανοιχτά και μερικοί κάθονταν στις ξύλινες καρέκλες κάτω από τις τέντες. Κάποιος έπαιζε κιθάρα. Ο Αντράτζι έβγαλε έξω το κεφάλι του καθώς οδηγούσαν προσεκτικά στο στενό δρόμο. «Κάνουν εξάσκηση, μου φαίνεται», σχολίασε. Η Τζο άκουσε τη μουσική. «Εμένα μου φαίνεται πολύ επαγγελματικό παίξιμο». «Απόψε, ξέρεις, γίνεται ένας διαγωνισμός. Και μεγάλος μάλιστα». «Αλήθεια;» Η Τζο έδειξε ενδιαφέρον. «Όχι βέβαια εδώ στη Σάντα Άννα. Είναι τόσο μικρό το μέρος». «Κάπου πιο ρομαντικά. Πάνω στους λόφους. Κάποιο είδος συγκέντρωσης Τσιγγάνων. Γίνεται κάθε χρόνο». Κοίταξε ίσια στο δρόμο. «Θα πρέπει να βάλεις τον Σεμπ να σου μιλήσει γι’ αυτό». «Τον Σεμπ;» «Είναι ειδικός. Πάντα έρχεται σ’ αυτές τις τσιγγάνικες φιέστες. Έτσι βρήκε και το μέρος. Και γι’


αυτό του παραχώρησαν οι εκδότες τα δικαιώματα της ταινίας. Γιατί πραγματικά ενδιαφερόταν και θα το έκανε σωστά». «Δεν το ήξερα». «Υπάρχουν πολλά που δεν ξέρεις για τον Σεμπ», είπε ξερά ο Αντράτζι. «Πρέπει να τα μάθεις». Η Τζο δεν ήξερε τι να απαντήσει. Έτσι, δεν είπε τίποτα, αλλά ούτε κι εκείνος. Τον ευχαρίστησε καθώς χώριζαν και πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό της. Κάθισε στην καρέκλα μπροστά από την τουαλέτα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είχε δίκιο ο Αντράτζι; Είχαν κοινά σημεία με τον Σεμπ Κόρμπελ; Και ήξερε πράγματι τόσο λίγα γι’ αυτόν; Αν ναι, γιατί ένιωθε σαν να τον ήξερε όλη της τη ζωή; Και γιατί εκείνος την επηρέαζε τόσο πολύ; Η απάντηση ήταν ολοφάνερη. Σεξουαλική έλξη, παραδέχτηκε η Τζο κοιτάζοντας το χλομό, κουρασμένο πρόσωπό της στον καθρέφτη. Καταπιεσμένη τόσα χρόνια, ξέσπαγε τώρα. Αυτό τα εξηγούσε όλα. Είναι όμως κάτι προσωρινό και δυσάρεστο, είπε στον εαυτό της καθώς θυμήθηκε πώς το αίμα της χτυπούσε στα μηνίγγια της στο παραμικρό άγγιγμά του, πώς διαισθανόταν σχεδόν πάντα την παρουσία του. Αναρωτήθηκε αν συνέβαινε και σ’ εκείνον το ίδιο και μετά τα ’βάλε με τον εαυτό της για τις ανόητες σκέψεις της. Ήταν τρέλα. Κάτι της συνέβαινε. Ίσως περνούσε κάποια κρίση στη ζωή της. Άλλωστε ο τρόπος που είχε αντιδράσει όταν είδε αγκαλιασμένη την Άννα Μπεθ με τον Τσιγγάνο φανέρωνε ότι δεν ήταν στα καλά της. Έχω γίνει μια ανικανοποίητη γεροντοκόρη, σκέφτηκε η Τζο, που έχει έμμονες ιδέες με κάθε διαθέσιμο άντρα. Όσο πιο γρήγορα φύγω, τόσο το καλύτερο. Τις σκέψεις της διέκοψε ο Μιγκέλ, που φάνηκε στο άνοιγμα της μπαλκονόπορτας. «Αισθάνεσαι καλύτερα;» ρώτησε πρόσχαρα. «Εννοείς αν συνήλθα από τον εφιάλτη της ιππασίας;» ρώτησε ξερά η Τζο. «Ή από το επαγγελματικό κατσάδιασμα του Σεμπ;» Ο Μιγκέλ κούνησε το χέρι του. «Ξέχασέ το. Ασε με να σε απαγάγω για το βράδυ». Κάνοντας μια μικρή προσπάθεια, η Τζο χαμογέλασε. «Φαίνεται συναρπαστική ιδέα». «Το ελπίζω. Είναι το τοπικό φεστιβάλ φλαμέγκο. Θα ακούσουμε τη μουσική πέρα στο λόφο. Έχουν ψησταριές και μπορούμε να πιούμε ό,τι θέλουμε και να χορέψουμε, αν έχουμε όρεξη. Ξέρεις σεβιλιάνας;» Η Τζο κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Λοιπόν, μετά από λίγα ριόχας, θα μάθεις αρκετά γρήγορα. Μόνο μη φορέσεις παντελόνια. Και πάρε ένα σάλι. Το πάρτι συνεχίζεται όλη τη νύχτα. Μπορεί να κάνει ψύχρα». Η Τζο δίστασε. «Θα είναι και η Αννα Μπεθ;»


Ο Μιγκέλ έκανε ένα μορφασμό. «Να χορεύει με Τσιγγάνους στο ύπαιθρο;» Αλλά Τσιγγάνος ήταν ο άντρας που είχε ξελογιάσει η Αννα Μπεθ στη βεράντα εκείνη τη νύχτα. Ο Μιγκέλ είδε το δισταγμό της. «Έλα λοιπόν, Τζο. Δεν ωφελεί να κάθεσαι και να στενοχωριέσαι». Έτσι, πήγε. Χρειάστηκε να δανειστεί μια φαρδιά βαμβακερή φούστα από μια από τις υπηρέτριες. Έφτανε μέχρι τη μέση της όταν έκανε στροφή αρκετά γρήγορα, όπως της έδειξε πρόσχαρα το κορίτσι. Η Τζο αποφάσισε να είναι προσεκτική. Αλλά ο Μιγκέλ είχε δίκιο. Ήταν ανακούφιση να μη φάει σ’ εκείνη την αυλή όπου όλοι θα είχαν ακούσει το κατσάδιασμα του Σεμπ, που δεν είχε καν ενδιαφερθεί για τη δική της εκδοχή. Πόσο θα πρέπει να ευχαριστήθηκε απ’ αυτό η Άννα Μπεθ. Ήταν στην αυλή. Θα έβγαινε, φαίνεται, κι εκείνη κάπου έξω αργότερα. Φορούσε ένα μαύρο εφαρμοστό φόρεμα με μέτριο ντεκολτέ, που φαινόταν σεμνό αλλά που άφηνε να φαίνεται αρκετό μέρος από πς καμπύλες της. Και τα διαμάντια της ήταν έξοχα. Έσκασε στην Τζο ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. «Βγαίνεις με τα αγόρια, χρυσή μου;» Η ματιά της στάθηκε για μια στιγμή στο όμορφο κεντητό πουκάμισο της Τζο και τη δανεική μαύρη και πράσινη φούστα της. «Καλή διασκέδαση». Ενώ η Αννα Μπεθ τους αποχαιρετούσε, ο Σεμπ βγήκε στην αυλή από το σπίτι, με το γνωστό του άνετο στυλ. Μόλις που κοίταξε την Τζο με τον Μιγκέλ και τον Κάρλος Αντράτζι, που είχε αποφασίσει να έρθει μαζί τους. Ο Σεμπ φορούσε ακόμα το τζιν της δουλειάς και ένα σκονισμένο πουκάμισο. «Δε θα φάτε;» ρώτησε με χαμόγελο. «Αγάπη μου, προτιμούν, φαίνεται, να φάνε ποπκόρν στο γήπεδο ή όπου αλλού είναι να πάνε», είπε πικρόχολα η Αννα Μπεθ. «Σωστά το είπες», είπε ο Μιγκέλ. «Σαν γήπεδο είναι εκεί που θα γίνει η φιέστα. Έρχεσαι, Σεμπ;» Η Αννα Μπεθ ζάρωσε τα φρύδια της. «Έχουμε να δούμε κάτι ανθρώπους». Ο Σεμπ μισόκλεισε τα μάτια, αλλά δεν απάντησε. Η Αννα Μπεθ άπλωσε ναζιάρικα το χέρι της και το ακούμπησε στο μπράτσο του. «Αγάπη μου;» Ο Σεμπ είπε ήρεμα στον Μιγκέλ: «Μην αφήσεις το κορίτσι να χορεύει όλη τη νύχτα. Της έχώ έτοιμη δουλειά». «Τα μεσάνυχτα θα βρίσκεται στο κρεβάτι», τον διαβεβαίωσε ο Μιγκέλ και τράβηξε την Τζο μακριά από τα φώτα της αυλής, στο σκοτάδι της νύχτας. Η Τζο ήξερε ότι ο Σεμπ τους παρακολουθούσε να φεύγουν. Η διαδρομή στα βουνά, με τον Μιγκέλ να οδηγεί, ήταν τρομακτική. Η Τζο προσπάθησε να συγκεντρωθεί στη διάλεξη που της έδινε για το φλαμέγκο, αποφεύγοντας να κοιτάζει έξω στις στροφές του δρόμου.


Τελικά κατάφεραν να φτάσουν. Ήταν ένα ξέφωτο όπου υπήρχαν κι άλλα αυτοκίνητα παρκα-ρισμένα. Παντού γύρω τους άνθρωποι δοκίμαζαν τις κιθάρες τους. Γυναίκες με φαρδιές φούστες και μακριά σκούρα μαλλιά τριγύριζαν ανάμεσά τους. Κάπου στο βάθος η Τζο έβλεπε μια δυνατή φωτιά. «Ετοιμάζουν ψησταριά», είπε ο Μιγκέλ. «Αργότερα όμως. Τώρα έχει τάπας». Και, πράγματι, αγόρια και κορίτσια δέκα με έντεκα χρονών άρχισαν να γυρίζουν ανάμεσα στον κόσμο με δίσκους γεμάτους με γευστικότατα ορεκτικά. Η Τζο έφαγε ψωμί με σκόρδο, νοστιμότατες σαρδέλες, ελιές και καπνιστό λουκάνικο. Ο Κάρλος και ο Μιγκέλ πρωτοστατούσαν στο φαγητό. Κάθισαν όλοι μαζί κάτω από ένα δέντρο, άνοιξαν ένα μπουκάλι κρασί και περίμεναν. Παρέες παρέες ερχόταν συνέχεια κόσμος. Όλοι τους χαμογελαστοί, τους χαιρετούσαν με εγκαρδιότητα, παρ’ όλο που δεν τους γνώριζαν. Δυο τρεις μάλιστα κιθαριστές και χορευτές ήρθαν και κάθισαν κάτω από το δέντρο τους με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι. Η Τζο για πρώτη φορά ύστερα από μέρες ένιωσε ανάλαφρα στο ευχάριστο μισοσκόταδο. Σιγά σιγά σχηματίστηκε ένας κύκλος και ένας άντρας μπήκε στη μέση και άρχισε να τραγουδάει. Παρ’ όλο που η Τζο δεν καταλάβαινε τα λόγια, ένιωθε παράξενα γοητευμένη από το τραγούδι. Τελικά ήταν φανερό ότι υπήρχαν τριών ειδών τραγούδια λυπημένα, σχεδόν σαν ανατολίτικοι θρήνοι, ζωντανά, γεμάτα από την απόλαυση της ζωής, και τραγούδια πάθους, έρωτα και εκδίκησης. Ο Μιγκέλ της μετέφραζε μερικά. Ένας δυο σκοποί ήταν γνώριμοι, αλλά οι περισσότεροι ήταν άγνωστοι, παράξενες μελωδίες που τις συνόδευαν ρυθμικές κινήσεις των χεριών. Ήταν πραγματικά μια συναρπαστική εμπειρία. «Είναι σαν να βρισκόμαστε σε άλλο πλανήτη», σχολίασε. «Ποτέ μου δεν άκουσα κάτι τέτοιο. Είναι τόσο περήφανα τραγούδια και παρ’ όλα αυτά τόσο γεμάτα αίσθημα». Γύρισε στον Μιγκέλ. «Δε θα το ξεχάσω ποτέ αυτό. Σ’ ευχαριστώ που μ’ έφερες». «Περίμενε να αρχίσει ο χορός και μετά με ευχαριστείς», τη συμβούλεψε. Αλλά υπήρχαν κι άλλα τραγούδια. Κι άλλοι παθιασμένοι σκοποί κιθάρας δίπλα στη φωτιά. Η Τζο ένιωσε να ζαλίζεται από τον καπνό με το άρωμα του πεύκου που έφτανε μέχρι εκεί που κάθονταν. Έγειρε στον ώμο του Μιγκέλ. «Παραήπια κρασί. Πρέπει να γυρίσω σπίτι». «Δεν μπορείς τώρα», της είπε ο Μιγκέλ. «Δεν έχεις χορέψει ακόμα. Είναι αγένεια να φύγεις». Έτσι, έμεινε. Και ο χορός άρχισε. Σχεδόν αμέσως ένας ηλικιωμένος άντρας τη σήκωσε να χορέψουν. Μετά την ευχαρίστησε και την παρέδοίσε σε μια ομάδα από κορίτσια που την πήραν να χορέψουν σε έναν άγνωστο για κείνη ρυθμό. Η Τζο άρχισε να νιώθει ανάλαφρα από τη μουσική, το κρασί και το παράξενο μισοσκόταδο.


Και ξαφνικά... Ξαφνικά από τις σκιές ξεπρόβαλε ο Τσιγγάνος. Η Τζο τον γνώρισε αμέσως. Γνώρισε τους φαρδιούς του ώμους, την κορμοστασιά του. Τον κοίταξε εκστατική. Πλησίασε στο ξέφωτο με γοργά, γεμάτα χάρη βήματα. Η Τζο έμεινε καρφωμένη εκεί να τον κοιτάζει. Η ζωτικότητα του θύμιζε περισσότερο ζώο της ζούγκλας παρά άνθρωπο. Η Τζο δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα της από τη σκοτεινή φιγούρα του. Έφερε το χέρι της στο λαιμό της, εκεί όπου ο σφυγμός της χτυπούσε τρελά. Γιατί ερχόταν σ’ εκείνη; Την είχε δει να τους παρακολουθεί, αυτόν και την Αννα Μπεθ, εκείνο το βράδυ; Την είχε δει να γυρίζει και να φεύγει μπροστά στην παθιασμένη ευχαρίστησή τους; Η Τζο ένιωσε την αναπνοή της να πιάνεται μ’ αυτή τη σκέψη. Αφησε τα άλλα κορίτσια και χώθηκε μέσα στον κόσμο. Παρ’ όλο που δεν κοίταζε πίσω, τον ένιωθε να την ακολουθεί, να την πλησιάζει σαν σε όνειρο. Το στόμα της ξεράθηκε. Κοίταξε αλαφιασμένη γύρω της για να διαφύγει, αλλά είδε στο τρεμάμενο φως της φωτιάς τον Μιγκέλ να χορεύει και τον Κάρ-λος Αντράτζι απορροφημένο σε συζήτηση. Υποχώρησε στο σκοτάδι. Ένα χέρι την έπιασε από τον ώμο. Η Τζο πάγωσε. Πίσω τους η μουσική άλλαξε απότομα ρυθμό. Τα παλαμάκια γίνονταν πιο γρήγορα και πιο επίμονα. Οι σκιές στριφογύριζαν άγρια καθώς οι χορευτές χόρευαν όλο και πιο γρήγορα γύρω από τη φωτιά. Χίορίς να γυρίσει το κεφάλι, η Τζο είπε: «Λυπάμαι πολύ. Δεν ξέρω πώς...» Αλλά τα δυνατά χέρια την είχαν κιόλας γυρίσει και ο Τσιγγάνος την έπαιρνε μαζί του προς το πλήθος που χόρευε. Η Τζο ένιωσε τη δύναμή του. Της φάνηκε σχεδόν γνώριμη. Τα μάτια της καρφώθηκαν στο κατάλευκο πουκάμισό του. Αλλά δεν έφερε αντίσταση. Η παράξενη μουσική την τραβούσε σαν μαγνήτης. Βρέθηκε να κουνιέται εύκολα μαζί του στο ρυθμό. Της ψιθύρισε κάτι. Η Τζο σήκωσε το βλέμμα, αλλά το πρόσωπό του ήταν μια σκιά ανάμεσα στις σκιές. Γύρω τους όλοι είχαν παραδοθεί στον ξέφρενο χορό. Τα δυνατά χέρια την έσπρωξαν μακριά του και, πριν σχεδόν το καταλάβει, την τράβηξαν ξανά πίσω. Κι αμέσως μετά τα χέρια τους ενώθηκαν ψηλά σε έναν τέλειο σωματικό συγχρονισμό. Η Τζο ένιωσε την αναπνοή της να πιάνεται ξανά με το συνειρμό αυτής της αρμονίας. Ο Τσιγγάνος γέλασε σιγανά. Και τότε η μουσική άλλαξε ξανά. Τα παλαμάκια τα διαδέχτηκε τώρα μία μόνο κιθάρα που έπαιζε ένα λυπητερό σκοπό. Οι χορευτές άρχισαν να κινούνται αργά, ονειροπόλα. Η καρδιά της Τζο χτυπούσε δυνατά. Το ίδιο γρήγορα όπως την είχε πάρει ανάμεσα στους χορευτές, έτσι την τράβηξε από τον κόσμο στο σκοτάδι, κάτω από τις ελιές. Η Τζο τον ακολούθησε σαν σε όνειρο. Την κρατούσε από το χέρι καθώς την οδηγούσε ανάμεσα από τα δέντρα, ώσπου βρέθηκαν σ’ ένα ξέφωτο. Η μουσική ακου-γόταν μακριά τώρα, σαν μια μακρινή ανάμνηση. Μόνο αυτές οι στιγμές είναι ζωντανές, σκέφτηκε η Τζο για μια στιγμή πριν βρεθεί στην αγκαλιά του. Μετά δε θυμόταν πώς ολοκληρώθηκε όλο αυτό το όνειρο. Ήξερε ότι ένιωθε την αναπνοή της γρήγορη και δυνατή και ότι ποτέ της δεν είχε τρομοκρατηθεί τόσο στη ζωή της. Ταυτόχρονα όμως


ήξερε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ένιωθε σαν να περίμενε αυτή τη φιγούρα, πιο σκοτεινή από το σκοτάδι γύρω τους, μια ολόκληρη ζωή. Σαν σε όνειρο, αναζήτησε το φιλί του. Εκείνος είπε κάτι στα ισπανικά με τραχιά φοηη. Κι αυτή η φωνή τής φάνηκε γνώριμη. Και μετά τη φίλησε με μια λαχτάρα που δεν προσπάθησε να κρύψει. Το κεφάλι της Τζο έγειρε πίσω. Το στόμα του πλανήθηκε στα μάγουλά της, στα κλειστά της βλέφαρα. Τα μακριά του δάχτυλα άγγιξαν τρυφερά το σβέρκο της. Η καρδιά της άρχισε να σκιρτάει στο στήθος της. «Αυτό είναι τρέλα», είπε ξέπνοα. Εκείνος μουρμούρισε κάτι. Η Τζο δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τ α λόγια. Προσπαθώντας να φερθεί λογικά, είπε: «Δε θέλω...» Αλλά εκείνος την κρατούσε σφιχτά πάνω του και η επαφή της με το κορμί του την έκανε να νιώσει μια φλόγα να την τυλίγει. Από μακριά μόλις που ακουγόταν η απαλή μελωδία της κιθάρας. «Δεν έχω ποτέ...» ψέλλισε, σαν να μιλούσε περισσότερο στον εαυτό της. Αλλά εκείνος δε φαινόταν να ακούει. Τη φίλησε στο στόμα κι εκείνη του ανταπέδωσε το φιλί με πάθος. Για μια στιγμή έμειναν κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Η Τζο συλλογίστηκε ότι αυτό θα το θυμόταν για πάντα. Τη μυρωδιά του καπνού από τα ξύλα των πεύκων, τις ελιές, τον επίμονο ρυθμό της κιθάρας από μακριά, το φιλικό σκοτάδι. Έτρεμε από τον πανικό και από το απρόσμενο πάθος της. Εκείνος είπε κάτι μισοψιθυριστά μισογελαστά στ’ αυτί της. Η Τζο ήταν τόσο ζαλισμένη, που δεν ήξερε σε ποια γλώσσα της είχε μιλήσει. Τότε, κάπου στα δέντρα, όχι πολύ μακριά από εκεί που βρίσκονταν, άκουσε γνώριμες φωνές. Πάγωσε στην αγκαλιά του Τσιγγάνου. «Θα κάνω ό,τι θέλω», έλεγε προκλητικά η Αννα Μπεθ. Ο Τσιγγάνος δεν έδωσε καθόλου σημασία. Άγγιξε τρυφερά την πλάτη της, τόσο απαλά σαν να χάιδευε γάτα. Κάποιος -ήταν ο Σάιμον- έλεγε: «Θα είναι δύσκολα αύριο». «Όχι για μένα», αποκρίθηκε η Άννα Μπεθ. Η Τζο προσπάθησε μάταια να τραβηχτεί, αλλά εκείνος την έσφιξε πάλι πάνω του. Οι άλλοι πλησίαζαν. Ο Τσιγγάνος έφερε τα χείλη του ανάλαφρα στο μέτωπο της Τζο. Ένιωσε την


ανάσα του καυτή στο πρόσωπό της. Τα βήματα μονομιάς σταμάτησαν. «Τι είναι εκεί;» ρώτησε απότομα ο Σάιμον. «Κανένα ζευγαράκι», είπε η Άννα Μπεθ. «Πάμε να δούμε;» Ο Σάιμον διαμαρτυρήθηκε, αλλά η αντίδρασή του δεν ήταν τίποτα μπροστά στην αντίδραση της Τζο. Προσγειώθηκε απότομα. Ξαφνικά όλη η μαγεία διαλύθηκε και είδε ότι βρισκόταν μέσα στο σκοτάδι, σε μια άγνωστη πλαγιά ενός λόφου, στην αγκαλιά ενός άντρα που δε θα μπορούσε καν να τον αναγνωρίσει αν τον έβλεπε μέρα. Έβγαλε μια τρομοκρατημένη, πνιχτή φωνή και τραβήχτηκε μακριά του. Ο Τσιγγάνος ήταν απροετοίμαστος και δεν πρόλαβε να τη συ-γκρατήσει. Με ένα μικρό λυγμό απόγνωσης, η Τζο έτρεξε στα τυφλά προς τα εκεί που ακουγόταν η μουσική.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Η Τζο δε δυσκολεύτηκε να βρει τη φωτιά. Μύρισε τον καπνό πριν δει τη λάμψη από τις φλόγες της. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί ασθμαίνοντας. Τι της είχε συμβεί; Έφερε και τα δυο της χέρια στα τρεμάμε-να χείλη της. Δεν τα ένιωθε να είναι δικά της. Και η καρδιά της χτυπούσε στο στήθος της σαν τρομοκρατημένου ζώου. Σταμάτησε στην άκρη του ξέφωτου. Δεν έβλεπε πουθενά τον Κάρλος ή τον Μιγκέλ. Στην πραγματικότητα, δεν μπορούσε να δει πολύ καθαρά. Κούνησε ανυπόμονα το κεφάλι της. Αυτή ήταν η λογική και μετρημένη Τζο Πέιτζ; Αυτή που παρέλυε επειδή τη φίλησε ένας άγνωστος άντρας στο σκοτάδι, κάτω από τα δέντρα; Ένιωθε όμως ότι τον γνώριζε. Σαν να τον ήξερε εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Σαν να περίμενε το κορμί της εκείνα τα χέρια ετούτη μόνο τη νύχτα. Έβρεξε τα χείλη της. Κι εκείνη τη στιγμή άκουσε να τη φωνάζουν. «Τζο! Από δω. Τζο!» Ήταν ο Κάρλος Αντράτζι. Γύρισε προς το μέρος του. Ένιωθε ακόμα ζαλισμένη. Την πλησίασε κοιτάζοντάς την περίεργα. «Είσαι εντάξει;» Μόλις που αναγνώριζε τη λεπτή του φιγούρα στο μισοσκόταδο. Αλλά αισθανόταν το ενδιαφέρον του. «Φυσικά», του είπε. «Είσαι σίγουρη;» «Λίγο πιασμένη μόνο είμαι», διόρθωσε. Ακόμα και στ’ αυτιά της, η φωνή της δεν ακουγόταν τόσο


πειστική. Αλλά ο Κάρλος πείστηκε και γέλασε. «Να τι παθαίνει κανείς όταν προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τους ειδικούς στο χορό. Ο Σεμπ πρέπει να είναι στην ίδια κατάσταση». Την έπιασε από το μπράτσο. «Έλα, στηρίξου πάνω μου. Θα σου βρω έναν ωραίο κορμό να κάτσεις και να πιεις κάτι». «Όχι», του είπε απότομα. Ο Κάρλος σταμάτησε και την κοίταξε έκπληκτος. Η Τζο ένιωσε να κοκκινίζει. «Εννοώ... είμαι κουρασμένη. Αυτό είναι όλο. Θέλω να πάω σπίτι». Σπίτι, σκέφτηκε. Εκεί ακριβώς ήθελε να πάει. Μακριά από αυτή την ταινία με τις συναισθηματικές εκρήξεις και τις αβεβαιότητες. Μακριά από τον Τσιγγάνο και οτιδήποτε ήταν αυτό που ξυπνούσε εκείνος μέσα της. Και, πάνω απ’ όλα, μακριά από τον Σεμπ. Πριν γνωρίσει τον Σεμπ, με την ικανότητά του να διαβάζει μέσα στην ψυχή της, θα είχε ποτέ ξελογιαστεί στην αγκαλιά του Τσιγγάνου; Ο Κάρλος είπε αργά: «Νόμιζα ότι διασκέδαζες». «Διασκέδαζα, πράγματι. Μόνο που έχω να δουλέψω αύριο και...» «Και ο χορός σε εξάντλησε», συμπέρανε ο Κάρλος. Κοίταξε τριγύρω του. «Λοιπόν, ο Σεμπ θα ετοιμάζεται να γυρίσει πίσω όπου να ’ναι. Μπορεί να σε πάρει εκείνος με το αυτοκίνητο». Ο Σεμπ; «Οχί», φώναξε τρομοκρατημένη. Σκέφτηκε το νωχελικό, διαπεραστικό του βλέμμα και την ταραχή που της έφερνε. Δεν ήταν σε θέση να τον συναντήσει τώρα, αναστατωμένη από τη συνάντησή της με τον Τσιγγάνο. Κοίταξε τα φωτάκια που λαμπύριζαν πέρα από τη φωτιά, χαμηλά στο βουνό. Η Σάντα Άννα. «Μπορώ να περπατήσω», είπε. «Υπάρχει ένας δρόμος μόνο, δε θα χαθώ. Μπορώ να βλέπω το χωριό σε όλη τη διαδρομή». «Θα πέσεις και θα σκοτωθείς μέσα στα σκοτάδια». Ο πρωτευουσιάνος Κάρλος φαινόταν τρομοκρατημένος με την ιδέα. Όσο ταραγμένη κι αν ήταν η Τζο, γέλασε. Δίπλα στη φωτιά κάποιος είχε αρχίσει να τραγουδάει ξανά, με συνοδεία άγρια παλαμάκια κι εκείνες τις κιθάρες με το συναρπαστικό τους ήχο. «Όχι εγώ», είπε με αυτοπεποίθηση. «Έστω... Τι θα πει όμως ο Σεμπ;» «Ο Σεμπ δεν είναι φύλακάς μου», του πέταξε.


«Του το έχεις πει αυτό;» Ο Κάρλος φάνηκε να το διασκεδάζει ελαφρά. «Γι’ αυτό στεκόσαστε εκεί σαν να είχατε αρπάξει φωτιά;» Η Τζο τον κοίταξε σαστισμένη. Εκείνος χτύπησε φιλικά το χέρι της. «Εντάξει. Δε θα πω τίποτα. Δικό σας θέμα είναι». Σήκωσε τους ώμους του. «Μόνο που σας είδα μαζί απόψε», εξήγησε σαρκαστικά, «και ο Σεμπ δεν έδειχνε να θέλει να σ’ αφήσει να γυρίσεις σπίτι μόνη σου», πρόσθεσε ξερά. Η Τζο κούνησε το κεφάλι της. «Εγώ...» «Όπως σου είπα, είναι δικό σας θέμα. Δε χρειάζεται να λες ψέματα για χάρη μου. Δε χρειάζεται να μου πεις τίποτα». «Δε λέω ψέματα», του πέταξε. «Όποια κι αν είδες, δεν ήμουν εγώ. Εγώ...» Δαγκώθηκε. «Τέλος πάντων, εγώ ήμουν με κάτι άλλους», κατέληξε αδύναμα. «Έκανες λάθος. Μπορεί να ήταν η Αννα Μπεθ. Ακόυσα τη φωνή της πριν από λίγο. Θα πρέπει να άλλαξε γνώμη και να ήρθε τελικά». «Μπορεί». Έδειχνε σαν να μην την πίστευε, αλλά και δε νοιαζόταν να διαφωνήσει. Η Τζο είχε επίσης την αμυδρή εντύπωση ότι εκείνος διασκέδαζε με κάτι που η ίδια δεν μπορούσε να μαντέψει. Το παθιάρικο τραγούδι τελείωσε. Οι χορευτές σκορπίστηκαν πάλι, σκουντώντας την Τζο καθώς περνούσαν. Μέσα στη σύγχυση, ο Κάρλος κατέβασε το χέρι του. Η Τζο παραμέρισε και είδε να τον τραβάει μια μελαχρινή κοπέλα με ένα φόρεμα που το φως της φωτιάς το έκανε να φαίνεται κόκκινο ρουμπινί. Πήγε μαζί της, παρ' όλο που κοίταζε πάνω από τον ώμο του σαν να μην ήθελε να χάσει την Τζο από τα μάτια του. Κι εκείνη χάθηκε μέσα στις σκιές. * * * Όπως το περίμενε, το περπάτημα ήταν εύκολο. Δεν ήταν και πολύ μακριά. Από τη Σάντα Αννα μέχρι το σπίτι ο δρόμος ήταν άσφαλτος. Κάτω από το φως των άστρων ήταν καθαρός σαν βελούδινη μαύρη κορδέλα. Σιγά σιγά η μακρινή μουσική, που ερχόταν ψηλά από την πλαγιά, εξαφανιζόταν μαζί με τον καπνό. Το σπίτι ήταν ήσυχο και σκοτεινό. Ένα μόνο φως ήταν αναμμένο στη μικρή σκάλα δίπλα στο δωμάτιο της Άννας Μπεθ. Η Τζο την ανέβηκε χωρίς να κάνει θόρυβο και προχώρησε κατά μήκος της γαλαρίας. Όλα τα δωμάτια που περνούσε ήταν σκοτεινά. Όλοι είτε ήταν στη φιέστα είτε κοιμόνταν. Γδύθηκε και έπεσε στο κρεβάτι χωρίς να ανάψει φως. Ένιωθε εξαντλημένη. Εξακολουθούσε να νιώθει έτσι όταν, ώρες μετά, άκουσε τους άλλους να γυρίζουν ένα βουητό από φωνές, απαλά βήματα, ένα φως που άναψε και που έσβησε αμέσως μόλις διαμαρτυ-ρήθηκε κάποιος. Όλοι ακούγονται πολύ ευτυχισμένοι, συλλογίστηκε η Τζο καθώς στριφογύριζε για εικοστή φορά στο κρεβάτι της και ίσιωνε το μαξιλάρι της. Ξαφνικά πήρε τ’ αυτί της σιγανά βήματα κατά μήκος της γαλαρίας. Σταμάτησαν έξω από την μπαλκονόπορτα. Όπως πάντα, είχε αφήσει ανοιχτά τα παντζούρια. Ανατρίχιασε από την αίσθηση εκείνης της γνώριμης παρουσίας. Δε χρειάστηκε να ρωτήσει ποιος στεκόταν έξω. Κράτησε την αναπνοή της.


«Τζο». Ήταν μόλις κάτι παραπάνω από ψίθυρος. Έμεινε ακίνητη και δεν απάντησε. Αν εκείνος νόμιζε ότι κοιμόταν θα έφευγε. Σίγουρα θα έφευγε. Μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο. Τα χέρια της σφίχτηκαν σε γροθιές, με τα νύχια της να χώνονται στο δέρμα της. Με όλο της το είναι ήθελε να φύγει εκείνος. Δεν μπορούσε να το αντέ-ξει αυτό. Δεν μπορούσε. Έκλεισε τα μάτια της και τα κράτησε σφαλισμένα. Για μια φοβερή στιγμή, γεμάτη ένταση, έμεινε έτσι, ξέροντας ότι εκείνος την κοίταζε. Μετά, με ένα σιγανό αναστεναγμό, ο άντρας έκανε μεταβολή και βγήκε από το δωμάτιο. Η ένταση έφυγε από μέσα της σαν ένα μεγάλο κύμα. Και τότε η Τζο άρχισε να κλαίει. Τελικά, εξαντλημένη, βυθίστηκε στον ύπνο. * * * Ο εφιάλτης ήρθε πάλι. Ποτέ άλλοτε δεν ήταν έτσι. Έστω και κοιμισμένη, η Τζο το ήξερε. Παρ’ όλο που ένιωθε τα μέλη της να βαραίνουν και δεν μπορούσε να κινηθεί, καταλάβαινε ότι ήταν χειρότερα από κάθε άλλη φορά. Από μακριά μια κιθάρα έπαιζε στο ρυθμό των χτύπων της ανθρώπινης καρδιάς. Ο άντρας ήταν εκεί, την παρακολουθούσε σκυμμένος πάνω της. Τα πνευμόνια της αρνιόνταν να δουλέψουν, όπως έκαναν πάντα. Αλλά αυτή τη φορά η κιθάρα δυνάμωσε και έπαιξε πιο γρήγορα, πνίγοντας τους αδύναμους ήχους που κατάφερνε να βγάζει εκείνη από το λαιμό της που έκαιγε. Η αναπνοή του άντρα ακουγόταν βαριά στο σιωπηλό δωμάτιο. Αλλά τώρα ήταν πιο κοντά της απ’ ό,τι άλλοτε. Καθώς η Τζο πάλευε απεγνωσμένα να ξυπνήσει, ένιωσε εκείνα τα λαίμαργα χέρια να την πιάνουν. Έκανε μια απελπισμένη προσπάθεια να τραβηχτεί στο πλάι. Μάταια. Το σώμα της έμεινε καρφωμένο. Κλαψουρίζοντας, έμεινε εκεί, περιμένοντας το τέλος. Ακολούθησε ένας ακόμα θόρυβος, μια φωνή σιγανή αλλά επίμονη. «Ξύπνα, Τζο. Όνειρο είναι. Είσαι εντάξει;» Ένιωθε ανήμπορη να κουνήσει το χέρι για να προστατέψει τον εαυτό της. «Ξύπνα!» Ξαφνικά άρχισε να τρέμει. Το κορμί της ήταν παγωμένο. Την κρατούσαν κάποια χέρια. Όχι εκείνα τα γλοιώδη χέρια του ονείρου της, αλλά δυνατά χέρια, που την τραβούσαν από τον εφιάλτη της. Η Τζο άνοιξε με δυσκολία τα μάτια της. Η σκιά χαμήλωσε πάνω της, τον εφιάλτη τον διαδέχτηκε η πραγματικότητα κι εκείνη έχωσε το πρόσωπό της στα μαξιλάρια μ’ ένα βαρύ αναστεναγμό που τάραξε την ησυχία της νύχτας. Η σκιά τεντώθηκε πάνω της. Καθώς συνερχόταν η Τζο συνειδητοποίησε, πολύ αργά πια, ότι είχε προδοθεί. Εκείνος θα πρέπει να την άκουσε να κλαίει. Είχε να κλάψει χρόνια, αλλά απόψε ήταν κάτι πολύ άσχημο. Ο Σεμπ θα πρέπει να την άκουσε και ήρθε στο δωμάτιό της για να βοηθήσει, κι


εκείνη είχε αντιδράσει σαν να ήταν εκείνος ο εφιάλτης. Προσπάθησε να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της, ενώ η αναπνοή της έβγαινε με μικρά αγκομαχητά. «Λοιπόν», είπε ο Σεμπ τελικά, «τουλάχιστον είσαι ζωντανή. Νόμιζα για μια στιγμή ότι πέθαινες». Η Τζο κατάπιε με δυσκολία. «Φώναζα;» ρώτησε ψιθυριστά. «Το αντίθετο μάλλον. Όταν σε πρωτοάκουσα, νόμιζα ότι κάποιος προσπαθούσε να σε πνίξει. Γι' αυτό μπήκα μέσα. Ο νους μου πήγε σε άσθμα», κατέληξε με ερωτηματικό τόνο. Η Τζο κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Ο Σεμπ κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Ήταν ξυπόλυτος, με γυμνό το στήθος και τα μαλλιά του ανακατεμένα. Θα πρέπει να τον είχε ξυπνήσει. Τον φαντάστηκε να σηκώνεται γυμνός και να φοράει βιαστικά ένα παντελόνι πριν έρθει κοντά της, και τα μάγουλά της κοκκίνισαν. Ο Σεμπ έγειρε προς το μέρος της, αλλά δεν έκανε καμιά προσπάθεια να την αγγίξει. Απλώς άναψε το φως στο κομοδίνο. Κοίταξε εξεταστικά το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της. «Λοιπόν... τι ήταν; Φταίει το ριόχα και ο πολύς καπνός;» ρώτησε σχεδόν παγερά. Η Τζο ένιωσε το λαιμό της να καίει. Προσπάθησε να πάρει το μπουκάλι με το μεταλλικό νερό που ήταν στο κομοδίνο δίπλα της. Ο Σεμπ την πρόλαβε και της το άνοιξε. Της γέμισε ένα ποτήρι και το έφερε στα χείλη της. Η Τζο έσφιξε το ποτήρι. Τα δάχτυλά της έτρεμαν. «Όνειρο ήταν;» Ανακάθισε και τίναξε πίσω το κεφάλι της. «Ναι». «Άσχημο». Δεν ήταν ερώτηση, αλλά διαπίστωση. Το χαμόγελο της Τζο ήταν σκέτη προσποίηση και το ήξερε. «Τρομερό». «Λ». Ο Σεμπ την κοίταξε για μια στιγμή. Μετά έγειρε προς τα μπρος, της πήρε το ποτήρι και το άφησε στο κομοδίνο. «Συνήλθες τώρα;» «Ναι». Ακολούθησε σιωπή. Στο δωμάτιο δεν ακουγόταν ούτε ένα μουρμουρητό, ούτε μια κίνηση. Ήταν σαν να ήταν οι δυο τους οι μόνοι που απέμειναν σε έναν έρημο πλανήτη. «Θέλεις να μου μιλήσεις γι’ αυτό;» Εκείνη δεν μπορούσε να μιλήσει. Κούνησε μόνο το κεφάλι της, έχοντας ακόμα στα μάτια της το φρικτό εφιάλτη. Ο Σεμπ στριφογύρισε στη θέση του. «Παιδικά βιώματα;» τη ρώτησε με την ίδια ψυχρή φωνή. Αλλά


τα μάτια του ήταν όλο ενδιαφέρον. Η Τζο βρήκε τη φωνή της. «Κατά κάποιο τρόπο». «Ξέρεις την αιτία τους;» Οι κουρτίνες στο παράθυρο κουνήθηκαν από ένα ξαφνικό αεράκι. Πρέπει να ξημερώσει όπου να ’ναι, σκέφτηκε η Τζο. Χωρίς να τραβήξει από εκεί το βλέμμα της, είπε: «Α, ναι». «Τότε, δε νομίζεις ότι είναι ώρα να μου μιλήσεις;» της είπε ξερά. «Ή σ’ αρέσει να μπαίνει οποιοσδήποτε απρόσκλητος μέσα στη νύχτα στο δωμάτιό σου για να σε συνεφέρει;» Η Τζο πήρε μια βαθιά αναπνοή, αλλά δεν είπε τίποτα. «Τι συμβαίνει;» τη ριότησε. «Σε κυνηγάει κανείς;» Ξαφνικά η Τζο αισθάνθηκε ότι δεν υπήρχε λόγος να σιωπά άλλο. «Δεν μπορώ να κουνηθώ», άρχισε να λέει κοφτά. «Είμαι στο κρεβάτι μου. Μισοκοιμισμένη. Ακούω κάποιον να ανασαίνει». Ο Σεμπ στριφογύρισε για μια στιγμή. «Μπήκα μέσα προηγουμένως. Εσύ... Νόμιζα ότι κοιμόσουν». «Το ξέρω». «Κατάλαβα». Σταμάτησε. Η Τζο εξακολουθούσε να έχει καρφωμένο το βλέμμα της στις κουρτίνες σαν να εξαρτιόταν η ζωή της απ’ αυτές. Εκείνος την παρακίνησε να συνεχίσει. «Τον ακούς να αναπνέει; Αυτό είναι όλο;» «Όχι». Η Τζο κατάπιε με δυσκολία. «Κοίτα, δεν μπορεί να σ’ ενδιαφέρει, άλλωστε πέρασε τώρα και...» Αγνόησε τις διαμαρτυρίες της. «Λοιπόν, αναπνέει. Και μετά;» Η Τζο ανάσαινε βαριά τώρα. Η ανέκφραστη φωνή συνέχισε ανελέητα: «Σε μαχαιρώνει; Σε πνίγει; Σε στραγγαλίζει;» «Όχι», ψέλλισε και έφερε το χέρι της στο λαιμό της. Ο Σεμπ πήρε το χέρι της στο δικό του. Το κράτησε και την κοίταξε με σοβαρό ύφος. «Πες μου, Τζο. Μετά θα το ξεχάσεις Τι σου κάνει;» «Με... αγγίζει», ψιθύρισε. «Ξαπλώνει και πέφτει πάνω μου...» Τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν. Έφερε το ελεύθερο χέρι της στο στόμα της. «Ψιθυρίζει όλη την ώρα. Ότι δεν πρέπει να κάνω θόρυβο, ότι θα μ’ αρέσει». Το χέρι που κρατούσε το δικό της έγινε ξαφνικά τανάλια. «Ποιος είναι;» τη ρώτησε. Κι όταν εκείνη κούνησε δεξιά αριστερά το κεφάλι της, συνέχισε: «Ξέρεις. Έτσι δεν είναι; Πρέπει να ξέρεις». Έκλεισε τα μάτια της. Έσφιγγε τα δόντια της τόσο, που το σαγόνι της πονούσε.


«Όλα άρχισαν όταν ήσουν μικρή», συνέχισε η ανέκφραστη φωνή. «Πόσο μικρή, Τζο;» «Δεκατριών», ψιθύρισε. «Με ποιον ζούσες, Τζο, όταν ήσουν δεκατριών χρονών;» Μια βαθιά σιωπή έπεσε στο δωμάτιο. Εκείνος δεν είπε τίποτε άλλο, ούτε κουνήθηκε, μόνο κρατούσε το χέρι της στο δικό του. Η Τζο άνοιξε αργά τα μάτια της και συνάντησε τα δικά του. «Ο άντρας της μητέρας μου», είπε επιτέλους. Ο Σεμπ δεν είπε τίποτα. Έμεινε ακίνητος σαν βράχος. «Ηταν πιο νέος από κείνη. Τσακώνονταν συχνά. Όποτε ο Τζον ήθελε να την πληγώσει, της έλεγε ότι ήταν τόσο μικρός, που θα μπορούσε να ήταν γιος της. Μετά... άρχισε να λέει ότι θα τη χώριζε και θα παντρευόταν εμένα. Μια μέρα είχαν μια τρομερή σκηνή. Είχα γυρίσει σπίτι από το σχολείο. Η μητέρα μου με έστειλε στο δωμάτιό μου, υποτίθεται για να ξεκουραστώ, αλλά στην πραγματικότητα για να συνεχίσουν τον τσακωμό τους. Έπεσα να κοιμηθώ και...» «Και, όταν ξύπνησες, εκείνος απέδειχνε αυτό που ισχυριζόταν», είπε ξερά ο Σεμπ. Η Τζο μισόκλεισε τα μάτια της. «Θα μπορούσε να το πει κανείς έτσι». Ένιωσε το χέρι του να σφίγγει το δικό της. «Λοιπόν, τι συνέβη τότε; Φώναξες; Έγινε καμιά ακόμα σκηνή;» «Όχι. Τα κατάφερα και ξεγλίστρησα. Και έκλαιγα. Νομίζω ότι εκείνος ήταν μεθυσμένος, αλλά αυτό τον σοκάρισε λίγο. Με άφησε τελικά. Με έβαλε όμως να ορκιστώ ότι δε θα το έλεγα». «Δοκίμασε ξανά;» τη ριότησε. Η Τζο κατάπιε με δυσκολία. «Όχι. Αλλά ποτέ...» «Δεν ήσουν σίγουρη ότι δε θα το ξαναεπιχειρούσε», συμπλήρωσε ο Σεμπ. Ακουγόταν σχεδόν αφηρημένος. «Έτσι, προτίμησες να το αφήσεις να σε βασανίζει μέσα σου». «Δεν εξαρτιόταν και πολύ από μένα», είπε με πίκρα. Ο Σεμπ την κοίταξε στα μάτια. «Θα μπορούσες να το είχες πει. Όχι τότε ίσως, αλλά αργότερα. Και οι φίλοι σου; Οι εραστές σου; Δεν είχαν δικαίωμα να ξέρουν;» Η Τζο δεν είπε τίποτα. Για μια στιγμή εκείνος την κοίταξε και μετά είπε σιγανά: «Δεν είναι δυνατόν». Η Τζο πήρε ξανά το ποτήρι με το νερό και ήπιε. Ένιωθε τα μάτια του καρφωμένα συνέχεια πάνω της. Δεν ήθελε να σηκώσει το βλέμμα της. «Δεν είχες λοιπόν φίλους», συμπέρανε ο Σεμπ. «Πιθανόν ούτε κι όταν μεγάλωσες. Τι διάολο


έκανες, Τζο Πέιτζ; Αυτοτιμω-ριόσουν γι’ αυτό που συνέβη;Έβαλες τον εαυτό σου ισόβια στη φυλακή;» Απέφυγε να τον κοιτάξει. «Όχι», είπε ήσυχα. «Όχι στη φυλακή. Σε άσυλο». * * * Όταν έφυγε ο Σεμπ, η Τζο παραιτήθηκε από κάθε προσπάθεια να κοιμηθεί. Μου φέρθηκε ευγενικά, συλλογιζόταν μελαγχολικά, αλλά υπήρχε μια φανερή αμηχανία στις αντιδράσεις του. Κατά πάσα πιθανότητα είχε ενοχληθεί από το γεγονός ότι το τέλειο ρομπότ, που το καλοπλήρωνε μάλιστα, αποδεικνυόταν τόσο αδύναμο. Σηκώθηκε, φόρεσε τη φόρμα της και τα αθλητικά της παπούτσια και βγήκε έξω στη βεράντα. Μόλις που άρχιζε να χαράζει. Βγήκε από το σπίτι και άρχισε να τρέχει. Ακολούθησε το συνηθισμένο σταθερό της βήμα. Προς μεγάλη της απογοήτευση, η ηρεμία που συνήθως ερχόταν όταν άρχιζε να τρέχει δεν υπήρχε αυτή τη φορά. Τι της συνέβαινε; Όλα άρχισαν όταν ήρθε στην Ισπανία. Ήταν εντάξει μέχρι τότε. Ακόμα και το γεγονός ότι έπρεπε να μαζέψει λεφτά για να εξαγοράσει το σπίτι του παππού της δεν την ανησυχούσε. Δούλευε σκληρά, πολύ σκληρά ίσως, αλλά δεν ένιωθε αυτή την αίσθηση του πανικού που κυριολεκτικά τη διέλυε. Από τότε που συνάντησε τον Σάιμον στο αεροδρόμιο... Όχι, δεν ήταν τότε. Από τότε που είχε έρθει ο Σεμπ Κόρμπελ σ’ εκείνη τη μικρή ταράτσα στη Σάντα Άννα. Από τότε άρχισε όλη εκείνη η αναστάτωση στα συναισθήματά της. Το να νιώθει πιο ζωντανή από ποτέ άλλοτε στη ζωή της. Και πιο φοβισμένη. Μετρίασε το ρυθμό της σε γρήγορο βηματισμό. Ο Σεμπ Κόρ-μπελ δεν τη συμπαθούσε. Την προκαλούσε από τη στιγμή που πρωτοσυναντήθηκαν. Και σ’ εκείνη δεν άρεσε ο τύπος του γενικά. Γιατί λοιπόν ένιωθε σαν να τον ήξερε το ίδιο καλά όπως τον εαυτό της; Και όμως ήταν ολότελα άγνωστός της. Και γιατί πάντα διαισθανόταν την παρουσία του πριν ακόμα τον δει; Τι παράξενο μαγνητισμό ασκούσε πάνω της; Σταμάτησε και κάθισε σ’ ένα βράχο ανατριχιάζοντας λίγο. Οι συμμαθήτριές της στο σχολείο μιλούσαν συνέχεια για τον έρωτα. Έλεγαν ότι είχαν ερωτευτεί τους αδερφούς των φιλενάδων τους, τους εκπαιδευτές τους στο σκι. Όταν έφτανε η ώρα να διηγηθεί τα δικά της, δεν έλεγε τίποτα, δεν είχε τίποτα να πει. Και οι φίλες της εντυπωσιάζονταν από την αγέρωχη στάση της. Έτσι το θεωρούσαν, σκεφτόταν μελαγχολικά η Τζο. Λοιπόν, δεν ήξερε τίποτα από έρωτα. Μήπως όμως αυτό ήταν έρωτας; Αυτή η λαχτάρα να τρέξει όπου ήταν εκείνος και η απελπισία όταν δεν τον έβρισκε; Δεν ήταν ευχάριστη σκέψη. Ο Σεμπ δεν ήταν για τα μέτρα της. Η Τζο είχε τουλάχιστον τη δύναμη να το καταλάβει. Ακόμα και αν όλη η υπόθεση του έρωτα και του γάμου δεν την τρομοκρατούσε, δε θα είχε να προσφέρει τίποτα στο μέγα και τρανό Σεμπ Κόρμπελ. Ανακάθισε πάνω στο βράχο. Όλη η υπόθεση; Ο έρωτας και ο γάμος;


«Μάλλον δεν είμαι στα καλά μου», μονολόγησε. Τινάχτηκε πάνω και έτρεξε την υπόλοιπη διαδρομή σαν να έκανε κούρσα με το διάβολο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην είναι στην καλύτερη φόρμα της όταν άρχισε το γύρισμα. Προσπάθησε να κρύψει την κούρασή της. Νόμιζε ότι τα κατάφερε. Η Λίζα σίγουρα δεν πρόσεξε τίποτα. Ούτε ο Σάιμον. Ο Σεμπ φυσικά ήταν κάτι διαφορετικό. Δεν της είχε ακόμα ζητήσει πλήρεις εξηγήσεις για την εμφάνισή της με τη Σαλώμη και η Τζο περίμενε ότι όπου να ’ταν θα το έκανε. Αλλά, όπως πάντα, εκείνος έκανε το απρόβλεπτο. «Σου το είπα», άρχισε κοιτάζοντάς την αδιάφορα. Η Τζο άρχισε να νευριάζει. «Μου είπες τι;» «Εξαντλήθηκες, αυτό έπαθες», είπε. «Φαίνεσαι μισοπεθαμένη. Μην κάνεις επικίνδυνα πράγματα σήμερα. Θυμήσου την ασφάλειά σου... και την πίεσή μου». Η Τζο αναστέναξε. «Σου έχω πει...» Σήκωσε νωχελικά το χέρι του. «Ξέρω, ξέρω. Έχεις ένα αλεξίπτωτο και το χρησιμοποιείς αν πέσεις». Σταμάτησε για μια στιγμή. «Ίσως το χρειαστείς τελικά». Η Τζο τον κοίταξε. Συνάντησε τα μάτια του. Χωρίς να ξέρει γιατί, χαμήλωσε το βλέμμα της. Ένιωθε τα μάγουλά της να φουντώνουν. Για κάποιο λόγο εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε τα χέρια του Τσιγγάνου πάνω της χτες βράδυ. Δάγκωσε νευρικά τα χείλη της. Ο Σεμπ την παρακολουθούσε με περιέργεια. Έσφιξε τα δόντια της και προσπάθησε να βρει την επαγγελματική της ψυχραιμία. «Ξέρω τι κάνω», είπε τελικά. Ο Σεμπ γέλασε. «Πολύ αμφιβάλλω», της αντιγύρισε με μια φωνή που μόνο εκείνη μπορούσε να ακούσει. Η Τζο κοίταξε γύρω της. Η Άννα Μπεθ καθόταν σε μια πολυθρόνα. Μιλούσε στον Σάιμον, αλλά τα μάτια της ήταν καρφωμένα στον Σεμπ και την Τζο. Προτίμησε να μη δημιουργήσει θέμα με το τελευταίο του σχόλιο. Έκανε πως δεν άκουσε. Ο Σεμπ αναστέναξε. «Ο Κάρλος θα σου εξηγήσει για τη μονομαχία. Το έχω αναθέσει σ’ εκείνον. Μ’ αυτόν θα μονομαχήσεις τελικά. Ξέρει τι θέλω». Έγνεψε προς τη σκάλα, εκεί όπου θα είχαν την περίφημη μονομαχία τους. «Δυο σιλουέτες παλεύουν στην άκρη της γαλαρίας. Εσύ έρχεσαι από ψηλά. Σε αφοπλίζει στο τέταρτο σκαλί. Εντάξει;» «Θα κάνω πρόβα μαζί του», συμφώνησε. «Δε φαίνεται πολύ δύσκολο».


«Δώσε τον καλύτερο εαυτό σου». Κοίταξε το ρολόι του. «Σε θέλουμε έτοιμη... να πούμε, σε μια ώρα». Έκανε νόημα στον Σάιμον και έφυγαν. Η Άννα Μπεθ συνέχισε να παρακολουθεί την Τζο με μισόκλειστα μάτια. Μετά σηκώθηκε με αργές κινήσεις. Συνήθως πήγαινε όπου πήγαινε και ο Σεμπ. Κι εκείνος θα τραβούσε μερικές σκηνές με τον Μπιλ στο σαλόνι την επόμενη ώρα. Στάθηκε μπροστά στην Τζο και την κοίταξε από την κορυφή μέχρι τα νύχια. «Η κιλότα ιππασίας δε σου πάει», είπε τελικά ανασηκώνοντας υπεροπτικά τη μύτη της. «Σε κάνει να φαίνεσαι σαν αγόρι». Η Τζο σήκωσε το φρύδι της. «Έτσι δεν πρέπει;» Η Αννα Μπεθ γέλασε με αυταρέσκεια. «Μπλέκει τους θεατές. Όσο για μένα... ξέρουν ότι είμαι κορίτσι, ό,τι κι αν φοράω». Παρά την κούρασή της, η Τζο χαμογέλασε. «Σίγουρα», συμφώνησε. Η Αννα Μπεθ ήξερε ότι την κοροΐδευε και δεν της άρεσε. «Νομίζεις ότι είσαι πολύ έξυπνη, ενώ δεν είσαι τόσο», σφύριξε. «Μην ξεχνάς, αυτή είναι η ταινία μου. Εγώ είμαι η σταρ. Εσύ δεν είσαι τίποτα χωρίς εμένα». Η φωνή της είχε μια υποψία υστερίας και το όμορφο πρόσωπό της είχε μια άγρια έκφραση. «Φυσικά», την καθησύχασε η Τζο. Αλλά εκείνη συνέχισε απτόητη. «Συνωμοτείς σε βάρος μου από την πρώτη στιγμή που ήρθες. Μη νομίζεις ότι δεν το έχω δει. Ο τρόπος που πέφτεις κοντά του. Ο τρόπος που έκλεψες τη σκηνή μου με το άλογο...» Ο τόνος της φωνής της υψώθηκε. Η Τζο έκανε ένα γρήγορο βήμα μπροστά και την έπιασε από τους καρπούς. «Σταμάτα», της είπε απότομα. «Δεν έκλεψα τίποτα. Μεγαλοποιείς ανύπαρκτα πράγματα». «Μου έκλεψες. Μου έκλεψες. Με μισείς...» Η Τζο την ταρακούνησε. «Άκουσέ με», της είπε. «Ξέρεις πολύ καλά, όπως κι εγώ, τι συνέβη σ’ εκείνη την αναθεματισμένη σκηνή με το άλογο. Όλοι ξέρουν ποιος πήρε τη Σαλώμη. Τα παιδιά των στάβλων τούς το είπαν. Δεν ξέρω τι ακριβώς νομίζουν για το πώς καταφέραμε να αλλάξουμε άλογα, αλλά σίγουρα σχημάτισαν πολύ άσχημη ιδέα». Η Άννα Μπεθ έμεινε σιωπηλή, με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα. «Όχι, δεν το είπα σε κανέναν», την πρόλαβε η Τζο. «Αλλά, αν δε σταματήσεις αυτή την ανόητη συμπεριφορά, θα το κάνω. Θα τους τα πω όλα. Στον Σεμπ», τόνισε το όνομα, «πρώτα». Το πρόσωπο της Αννας Μπεθ σκοτείνιασε. Η Τζο για μια στιγμή ξαφνιάστηκε από την οργή που είδε στην έκφρασή της. Αλλά μετά τραβήχτηκε μακριά της. «Δε θα σε πιστέψουν. Δεν υπήρχε κανείς άλλος μπροστά».


Η Τζο χαμογέλασε. «Ακριβώς. Ποιον νομίζεις ότι θα πιστέψουν;» «Όμως αυτή είναι η ταινία μου», ξανάπε αμήχανα η Αννα Μπεθ. Η Τζο γέλασε δυνατά. «Είναι. Ο άντρας μου...» «Ο άντρας σου μπορεί να έχει βάλει μερικά λεφτά, αλλά η ταινία δε γυρίζεται χωρίς ηθοποιούς, τεχνικούς, μουσικούς. Και, πάνω απ’ όλα, σκηνοθέτη. Αν είναι ταινία κάποιου, είναι του Σεμπ Κόρμπελ», είπε η Τζο με ωμή ειλικρίνεια. Η Αννα Μπεθ πήρε μια βαθιά αναπνοή. «Τον κυνηγάς από τότε που ήρθες εδώ», της πέταξε. «Τον στριμώχνεις στις γωνιές. Του λες ψέματα για μένα». Η Τζο γύρισε αλλού το πρόσωπό της αηδιασμένη. «Μη μου γυρίζεις εμένα την πλάτη!» φώναξε η Άννα Μπεθ. «Ξέρω τι σχεδιάζεις...» «Είσαι τρελή», είπε η Τζο χωρίς να την κοιτάξει. Δεν περίμενε να ακούσει την απάντηση της Αννας Μπεθ. Έτρεξε στη σκάλα και πήγε να βρει τον Κάρλος Αντράτζι. Ήταν στην αίθουσα μπιλιάρδου και προπονιόταν. Ήταν κι εκείνος ντυμένος με ρούχα εποχής. «Πολύ κομψός», σχολίασε η Τζο μόλις τον είδε. Εκείνος γύρισε και χαμογέλασε. «Σιγά σιγά συνηθίζω όλους αυτούς τους φραμπαλάδες», είπε. Αφησε προσεκτικά το ξίφος του στη γωνία και πλησίασε προς το μέρος της. «Ο Σεμπ είπε ότι θα με ενημερώσεις για τη μονομαχία». Ο Κάρλος συγκατένευσε. «Έχω έτοιμες μερικές προτάσεις». Της έδειξε ένα κομμάτι χαρτί δίπλα στο τζάκι. «Θέλεις να δοκιμάσουμε;» «Καταρχήν», είπε η Τζο μόλις του έριξε μια ματιά, «δε φαίνεται δύσκολο». Εκείνος πήρε ξανά το ξίφος του και της πέταξε το δικό της. Έκαναν μαζί τις κινήσεις που είχε γράψει. Ο Κάρλος ήταν πολύ δυνατός, αλλά ήταν καλός δάσκαλος και δεν την πίεζε. Μετά από λίγο της ανήγγειλε ότι ήταν ευχαριστημένος. «Είσαι καλή», είπε δίνοντάς της ένα ποτήρι χυμό πορτοκάλι. Η Τζο κούνησε το κεφάλι της γελώντας. «Μου λείπει η εξάσκηση». «Μπορεί. Αλλά είσαι γρήγορη και το μάτι σου κόβει. Αυτό είναι σημαντικό. Και κρατάς την ψυχραιμία σου».


«Αυτό», είπε η Τζο πίνοντας ευχάριστα το χυμό, «είναι μέρος της δουλειάς. Παρ’ όλο που πολύ φοβάμαι ότι δεν ήμουν όσο πρέπει ψύχραιμη σήμερα το πρωί», πρόσθεσε σκεφτικά. Την κοίταξε με απορία. Εκείνη του είπε για τη συνάντησή της με την Άννα Μπεθ. Έδειξε αηδιασμένος. «Αυτή η κοπέλα είναι παρανοϊκή. Δεν ξέρω πώς την ανέχεται ο Σεμπ». Η Τζο σήκωσε τα φρύδια της. Εκείνος αναστέναξε. «Εντάξει. Μου φαίνεται, ξέρω. Μόνο που θα πρέπει να υπάρχουν και άλλες ηθοποιοί με πλούσιους άντρες. Διάολε, είναι σπουδαίο σενάριο κι εκείνος σαρώνει όλα τα βραβεία αυτή την εποχή. Γιατί να χρειάζεται έτσι κι αλλιώς τα λεφτά του γέρου; Πρέπει να υπάρχουν ένα σωρό χρηματοδότες». Η Τζο άγγιξε το κουμπί στη μύτη του ξίφους. «Ίσως το κάνει για την κοπέλα την ίδια», είπε προσεκτικά. «Είναι πολύ γοητευτική». Ο Κάρλος της έριξε μια δύσπιστη ματιά. «Ξέρω τον Σεμπ από τη σχολή. Δεν αφήνει τις προσωπικές του υποθέσεις να μπλέκουν με τη δουλειά του. Και αυτό έκανε...» Σταμάτησε καθώς κάποιος του φώναξε από μακριά. «Η Λίζα θα είναι. Πρέπει να πάω να φορέσω και τα υπόλοιπα στολίδια», είπε. «Θα συνεχί-σουμε τη συζήτηση αργότερα». Αλλά δεν υπήρξε άλλη ευκαιρία. Η σκηνή στο σαλόνι είχε τελειώσει και ο Σεμπ ήταν κιόλας στη σκάλα. Η Τζο ένιωθε την ανυπομονησία του. Τράβηξε μερικά πλάνα τον Κάρλος, ενώ εκείνη πήγε να βάλει την περούκα της. Η Λίζα χτένιζε καλλιτεχνικά τις κόκκινες μπούκλες όταν μπήκε μέσα ο Σάιμον. Φαινόταν βιαστικός. Η Τζο σκέφτηκε ότι ο Σεμπ θα ξέσπαγε πάνω σε όλους για να τελειώσει τα γυρίσματα μια ώρα αρχύτερα. «Αλλαγή σχεδίου», είπε στα γρήγορα. «Ο Σεμπ θέλει να συνεχίσεις τη μονομαχία». Η Τζο γύρισε ξαφνιασμένη. «Τι;» Ο Σάιμον βιαζόταν. «Μην πετάξεις το ξίφος σου στο τέταρτο σκαλί, όπως είχε πει αρχικά. Μονομάχησε κανονικά με τον Κάρλος. Ο Σεμπ θέλει περισσότερο αυθορμητισμό». Η Τζο γύρισε και τον κοίταξε εξεταστικά. «Γιατί;» ρώτησε τελικά. Ο Σάιμον φαινόταν στενοχωρημένος. «Λέει ότι ο Κάρλος δεν είναι επαγγελματίας ηθοποιός. Όταν ξιφομαχεί είναι καταπληκτικός, αλλά μαζί σου είναι πολύ προσεκτικός. Δε δείχνει αυθόρμητος. Έτσι, ο Σεμπ λέει ότι χρειάζεται να τον αιφνιδιάσουμε». «Αυτό μπορεί να είναι επικίνδυνο», σχολίασε η Τζο. Ο Σάιμον κούνησε το κεφάλι του με έμφαση. «Οι μύτες και στα δυο σπαθιά είναι ασφαλισμένες. Τις έχω ελέγξει». Η Τζο τον κοίταξε στα μάτια και τον πίστεψε. «Κι αν σταματήσει μόνος του τη μονομαχία;» ρώτησε δύσπιστα. «Μπορεί να το κάνει, αν δεν ξέρει τι συμβαίνει».


«Ο Σεμπ του είπε να μη σταματήσει. Ο Κάρλος ξέρει πόσο σημαντικό είναι να συνεχίζεται το γύρισμα». «Καλά, αυτός είναι ο σκηνοθέτης», είπε η Τζο. «Δικό του θέμα είναι, φαντάζομαι». Αλλά, όταν έφυγε ο Σάιμον, είπε ξερά στη Λίζα: «Θα το πιστέψεις ότι αυτός ο άνθρωπος μου έκανε διάλεξη το πρωί να μη ρισκάρω; Εμένα». * * * Η Τζο πέρασε προσεκτικά πάνω από τα απλωμένα καλώδια που είχαν στηθεί σε χρόνο ρεκόρ για να ανέβει στο δεύτερο όροφο από την πίσω σκάλα. Στο πλατύσκαλο του πρώτου ορόφου είδε τον Κάρλος με το φτερωτό καπέλο του και του χαμογέλασε. Ελπίζω να μη μου πετάξει ξαφνικά το καπέλο του, συλλογίστηκε. Δεν της άρεσαν αυτές οι εκπλήξεις της τελευταίας στιγμής, παρ’ όλο που ήξερε ότι άλλοι σκηνοθέτες τις συνήθιζαν. Πήρε τη θέση της και περίμενε το σινιάλο. Θα γύριζαν όλη τη σκηνή προσπαθώντας να έχουν κρυμμένα τα πρόσωπά τους από την κάμερα. Οι πρωταγωνιστές θα έπαιρναν αργότερα τη θέση τους σε ορισμένες πόζες της μονομαχίας. Με το σινιάλο, βγήκε αργά από την πόρτα και, όπως είχαν κάνει πρόβα με τον Κάρλος, κοίταξε πίσω της. Εκείνος της φώναξε και η Τζο γύρισε απότομα, ενώ εκείνος ανέβαινε τρεχάτος τη σκάλα προς το μέρος της κραδαίνοντας το ξίφος του. Οι επόμενες στιγμές πήγαν ρολόι. Και, παρ’ όλο που τον ένιωσε να σφίγγεται από έκπληξη όταν δεν τον άφησε να της πετάξει το ξίφος από το χέρι, όπως είχαν κάνει πρόβα, εκείνος δε σταμάτησε για να ζητήσει εξηγήσεις. Η Τζο σκέφτηκε για μια στιγμή ότι ο Σεμπ πρέπει να είχε δίκιο, γιατί τώρα ένιωθε τη δύναμη του Κάρλος, που τη συγκροτούσε τόση ώρα, καθώς προσπαθούσε να την αφοπλίσει στα σοβαρά. Η κάμερα θα το έπιανε αυτό, η Τζο ήταν σίγουρη. Δεν μπορούσε να αντέξει πολύ εναντίον του βέβαια. Υποχώρησε στα σκαλιά. Το δεξί της χέρι πονούσε και ένιωθε τον καρπό της να έχει πάρει φωτιά. Και τότε, καθώς υποχωρούσε, εκείνος επιτέθηκε δυνατά και γρήγορα. Προσπάθησε να τον αποκρούσει, αλλά ήταν πολύ αργά. Η λεπίδα του σφύριξε σαν μαστίγιο πάνω της και το ξίφος έφυγε από τα χέρια της. Ταυτόχρονα η Τζο συνειδητοποίησε τρία πράγματα: Το ξίφος της να τινάζεται σαν τόξο στον αέρα, μια ομαδική κραυγή από όλους γύρω της και μια παράξενη θολούρα. Παρακολούθησε σαν σε όνειρο το ξίφος στην παράξενη τροχιά του. Μετά ένιωσε το μάγουλό της να ακουμπάει σε ένα σκαλοπάτι και κάτι ζεστό να τρέχει κάτω από το δεξί της χέρι. Όταν βρέθηκε εκεί, είδε το πρόσωπο του Σεμπ στο ίδιο επίπεδο με το δικό της. Φαινόταν αγριεμένος. Κάποιο λάθος θα έκανα πάλι, συλλογίστηκε. Ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα. Εκείνος είπε κάτι που η Τζο δεν μπόρεσε να καταλάβει και αμέσως μετά της έσχισε το σακάκι και το δαντελένιο πουκάμισο σαν να ήταν κουρέλια. Πίσω του ο Κάρλος κρατούσε κάτι που φαινόταν σαν δυο βελόνες πλεξίματος. Φαινόταν κάτασπρος σαν το πανί. Και ο


Σάιμον... στηριζόταν στον τοίχο με μια έκφραση πανικού στο πρόσωπό του. Ξαφνικά η Τζο συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί. Την είχαν κοροϊδέψει πάλι. Και αυτή τη φορά είχε τραυματιστεί. Γέλασε, αλλά σταμάτησε αμέσως καθώς ένιωσε έναν άγριο πόνο σ’ όλη τη δεξιά πλευρά του κορμιού της. Ο Σεμπ βλαστήμησε. Αυτή τη φορά τον άκουσε. «Μην κουνιέσαι. Θα γίνεις καλά, μόνο μην κουνιέσαι», είπε βιαστικά. Την έσυρε κοντά του, έτσι που το μέτωπό της ακούμπησε πάνω στο στήθος του. Μετά τράβηξε προσεκτικά το δεξί μανίκι από το σακάκι της. Ένα επιφώνημα ακούστηκε από τους παριστάμενους. Η Τζο γύρισε και είδε το μανίκι του μεταξωτού πουκαμίσου της να έχει βαφτεί κόκκινο. Ο Σεμπ της γύρισε τρυφερά το πρόσωπο από την άλλη μεριά. «Θα γίνεις καλά», είπε ξανά. «Μην κοιτάς». Της έδεσε κάτι πολύ σφιχτά γύρω από το μπράτσο της. Πο-νούσε. Προσπάθησε να πει κάτι, αλλά ένιωσε τη γλώσσα της κολλημένη. Το κεφάλι της βούιζε. Ο Σεμπ την τράβηξε πάνω του και σκέπασε με το χέρι του το πρόσωπό της. Ήταν τρέλα, αλλά η Τζο ένιωσε μια γλυκιά αίσθηση προστασίας. Αναστέναξε. Για μια στιγμή νόμισε ότι αισθάνθηκε τα χείλη του στα μαλλιά της. Δεν το αξίζω αυτό, σκέφτηκε ζαλισμένη. Είχε κάνει ένα τρομερό λάθος. Είχε καταστρέψει όλη τη σκηνή. «Η Άννα Μπεθ είπε ότι δεν είμαι τόσο έξυπνη όσο νομίζω», μουρμούρισε. «Και δεν ήμουν, έτσι δεν είναι;» «Ούτε εγώ ήμουν, αγάπη μου», είπε βλοσυρά ο Σεμπ. Ξαφνικά ένιωσε να βυθίζεται στο σκοτάδι. Αισθάνθηκε τα χέρια του να σφίγγονται. Της φάνηκε σαν να πετούσε. Για μια στιγμή πανικοβλήθηκε. Μετά συνειδητοποίησε ότι εκείνος ήταν εκεί και την κρατούσε και έπαψε πια να φοβάται. Ω, Θεέ μου, συλλογίστηκε η Τζο, πρέπει να είμαι ερωτευμένη. Του το είπε ευχαριστημένη. Εκείνος δε φάνηκε ευχάριστη μένος. Στην πραγματικότητα, φάνηκε να γίνεται έξω φρενών, τουλάχιστον απ’ ό,τι μπορούσε να καταλάβει η Τζο. Ξαφνικά όλα θόλωσαν γύρω της. Το πρόσωπο του Σεμπ, τα μάτια του, σκοτεινά από θυμό. «Μη...» άρχισε να λέει. Αλλά τα λόγια δε βγήκαν από τα χείλη της, καθώς την τύλιγε το σκοτάδι. Δεν κατάλαβε ότι το κεφάλι της έπεσε στον ώμο του και ότι εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του και σηκώθηκε.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 Ο ήλιος στο πρόσωπό της και το άρωμα των λουλουδιών. Μια γλυκιά αίσθηση αποχαύνωσης. Είχε έρθει σπίτι της επιτέλους. Μπορούσε να σταματήσει να τρέχει. Η Τζο γύρισε νωχελικά το κεφάλι της σ’ ένα μαξιλάρι που μύριζε όμορφα. Αναστέναξε από τη γλυκιά απόλαυση. «Ξύπνησες λοιπόν;» είπε κάποιος. Τα βλέφαρά της ήταν βαριά. Δεν είχε διάθεση να κουνηθεί. «Παππού;» μουρμούρισε. «Πρόσθεσες αρκετά χρόνια στη ζωή μου έτσι κι αλλιώς», συμφώνησε η φωνή. «Αλλά όχι. Δεν είμαι ο παππούς σου». Ακολούθησε ένα τρίξιμο σαν να μετακινήθηκε μια καρέκλα και μετά η Τζο ένιωσε κάποια κρύα δάχτυλα στο πρόσωπό της. Απρόθυμα συνήλθε από τη νάρκη της. Ο Σεμπ Κόρμπελ την κοίταζε. Έμοιαζε να βρίσκεται σε ένα είδος σκηνής. Ο ήλιος έμπαινε μέσα, πάνω από τον ώμο του. Τον κοίταξε με απορία. Διαπίστωσε ότι βρισκόταν ξαπλωμένη σε ένα χαμηλό ντιβά-νι. Γύρω της υπήρχαν γεράνια. Βαρύ άρωμα γιασεμιού γέμιζε τον αέρα. Και ο ουρανός είχε ένα εκθαμβωτικό γαλάζιο χρώμα. Προσπάθησε να ανασηκωθεί στον αγκώνα της πάνω στα μαξιλάρια και αμέσως μετάνιωσε από τον πόνο που ένιωσε. «Πού διάβολο είμαι;» ρώτησε πέφτοντας πίσω με ένα μορφασμό. Ο Σεμπ τράβηξε το χέρι του. «Πίσω, ξεπερνώντας μια δύσκολη κατάσταση, απ’ ό,τι φαίνεται». Της χαμογέλασε τεμπέλικα. «Πώς αισθάνεσαι;» Η Τζο κούνησε το κεφάλι της για να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις της. Αγγιξε με τα δάχτυλά της ερευνητικά το δεξί της ώμο. «Σαν να θέριζα στάχυα επί ώρες», αστειεύτηκε. Της χαμογέλασε. «Καλά τα πήγες. Δε δοκιμάζεις και για τους ολυμπιακούς αγώνες;» Τότε ακριβώς θυμήθηκε. Εκείνος είχε εξαγριωθεί, και με το δίκιο του. Ξαπλωμένη στα μαξιλάρια, κάλυψε με την παλάμη της τα μάτια της. «Ω, Θεέ μου». «Αυτό θα ’λεγα κι εγώ», είπε φιλικά ο Σεμπ. Ύστερα εκείνη κατέβασε το χέρι της στα πλευρά της και τον κοίταξε ερωτηματικά. Δε φαινόταν εξαγριωμένος. «Τι συνέβη;» Ο Σεμπ τεντώθηκε τεμπέλικα. «Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι κάποτε θα μου έκανες αυτή την ερώτηση». Η Τζο ψηλάφισε και πάλι τον ώμο της. Ήταν μπανταρισμένος με άσπρο επίδεσμο, αλλά δεν έκρυβε το σκούρο λεκέ από αίμα.


«Το κουμπί βγήκε από το ξίφος;» ρώτησε. «Δεν το είδα. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα». «Ναι», είπε ο Σεμπ ήρεμα. «Έσπασε το στήριγμά του. Φαίνεται, συμβαίνει καμιά φορά, αλλά πολύ σπάνια. Η γυμνή άκρη χώθηκε στον ώμο σου». «Α», έκανε η Τζο. «Αυτό σημαίνει κι άλλο γύρισμα;» Την κοίταξε σαστισμένος για μια στιγμή. Μετά ξέσπασε σε γέλια. «Νομίζεις ότι μπορείς να τα καταφέρεις;» Η Τζο προσπάθησε να στρίψει τον ώμο της και παραιτήθηκε. «Όχι σήμερα». «Ή για μερικές μέρες». Ο Σεμπ σταμάτησε. «Έχασες πολύ αίμα». «Α», έκανε ξανά. Για κάποιο λόγο δε γύρισε να τον κοιτάξει. Έπλεξε τα δάχτυλά της και τα μελετούσε προσεκτικά. «Θέλεις κάτι να πιεις;» τη ρώτησε εκείνος. «Η Πεπίτα άφησε λίγη λεμονάδα. Ο γιατρός είπε να ξεκουραστείς και να πίνεις πολλά υγρά». «Ο γιατρός;» «Το μπαντάρισμα», είπε ο Σεμπ, «είναι δουλειά επαγγελμα-τία. Εγώ σ' το έδεσα μόνο πρόχειρα. Βρήκαμε έναν κομπογιαν-νίτη κι εκείνος έκανε όλη τη δουλειά και σε πλάκωσε στις ενέσεις. Μετά σε έφερα εδώ». Η Τζο σήκωσε τα μάτια της και για πρώτη φορά κατάλαβε τι σήμαιναν οι γλάστρες και ο ουρανός από πάνω τους. «Εδώ με έφερε στην αρχή ο Σάιμον. Η ταράτσα στη Σάντα Άννα». Και εδώ έπρεπε να σε είχα αφήσει», είπε ο Σεμπ. «Τίποτα α. αυτά δε θα είχε συμβεί αν έμενες μακριά από το σπίτι». Τίποτα από ποια;» Σηκώθηκε και πήγε στο στηθαίο της ταράτσας. Κοίταξε μακριά, πέρα από τις στέγες των σπιτιών, τους όμορφους λόφους. «Γιατί δε μου τα λες;» πρότεινε ήρεμα. Η Τζο δεν ήξερε τι να πει. «Αρχίζοντας», την παρακίνησε, «με το λόγο που σε έκανε να αλλάξεις τη μονομαχία». «Μα... εσύ την άλλαξες», του πέταξε και μετά, μόλις θυμήθηκε το σοκαρισμένο πρόσωπο του Σάιμον, κατάπιε τη γλώσσα της.


Ο Σεμπ γύρισε προς το μέρος της. Έβαλε τα χέρια του στις τσέπες και της χαμογέλασε. Φαίνεται σαν να έχει όλον το χρόνο του κόσμου στη διάθεσή του και να μην τον απασχολεί τίποτα, σκέφτηκε η Τζο. Κι ας έπρεπε να τελειώσει μια ταινία που είχε μάλιστα καθυστερήσει σοβαρά. «Όχι», είπε τεμπέλικα. «Όχι, μου άρεσε η εκδοχή του αφοπλισμού σου στο τέταρτο σκαλί. Το ίδιο και στον Κάρλος, απ’ ό,τι μου είπε. Λοιπόν... τι συνέβη;» «Νόμιζα... Μου είπε ότι ο... αυθορμητισμός...» ψέλλισε η Τζο. Ο Σεμπ κούνησε το κεφάλι του. Δε φάνηκε να ξαφνιάζεται, ούτε να ενδιαφέρεται πολύ. «Ποιος σου το είπε;» Συνάντησε το βλέμμα του απρόθυμα. Δεν απάντησε. «Τζο, είχαμε ένα σοβαρό ατύχημα. Θα μπορούσε να ήταν πολύ χειρότερο. Πρέπει να καταλάβεις ότι η φιλία δεν έχει καμιά σχέση εδώ. Αυτός ο άνθρωπος είναι επικίνδυνος». Αναλογίστηκε τη στενοχώρια του Σάιμον. «Όχι», είπε απρόθυμα. Το πρόσωπο του Σεμπ σκλήρυνε. «Εντάξει. Θα το πω εγώ για σένα. Ο Σάιμον». Η Τζο έσκυψε το κεφάλι. «Και προφανώς εκείνος σου είπε να κάνεις έτσι κι εκείνη τη βουτιά από το βράχο κι εσύ νόμιζες ότι την έκανες όπως ήθελα εγώ», πρόσθεσε σαν να μιλούσε σχεδόν στον εαυτό του. «Δεν ήταν επικίνδυνο», του είπε βιαστικά. «Απλώς φαινόταν έτσι. Ήξερα τι έκανα». «Ήταν πάντως πιο επικίνδυνο απ’ αυτό που ζήτησα εγώ», είπε ο Σεμπ. «Και η δουλειά με το άλογο ήταν σίγουρα επικίνδυνη. Έχω καβαλικέψει αυτό το θηρίο και ξέρω τι πράγμα είναι». «Το άλογο δεν έχει καμιά σχέση με τον Σάιμον», του δήλωσε ηΤζο. «Του έχεις μεγάλη αφοσίωση, βλέπω», της είπε. Κούνησε το κεφάλι της. Ο ώμος της πονούσε και έκανε ένα μορφασμό. «Όχι, απλώς δε μου αρέσει η αδικία. Δε σχεδιάζει ο Σάιμον τα ατυχήματα και το ξέρεις». Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Η Τζο ένιωσε κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα να τη διαπερνάει. Μετά εκείνος είπε ήρεμα: «Ένα μόνο έγινε». «Μη λες ανοησίες», τον αντέκρουσε. «Και αυτή που ήταν πριν από μένα; Και η άλλη πιο πριν; Και η κοπέλα που κληρονόμησα το δωμάτιό της; Τι συνέβη σ’ αυτές; Έπαθαν αυτοανάφλεξη;» Τα μάτια του Σεμπ ήταν παγερά σαν γυαλί. «Ακούς τα κουτσομπολιά». Η Τζο προσπάθησε να ανασηκωθεί. Ζαλιζόταν, αλλά ήταν τόσο θυμωμένη, που μόλις που το πρόσεξε. «Είσαι έτοιμος λοιπόν να τα φορτώσεις όλα στον καημένο τον Σάιμον, γιατί είναι μικρός


και προσφέρεται για θυσία, μια και δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ενώ η φιλενάδα σου...» «Νομίζω», είπε ο Σεμπ με τον πιο αδιάφορο τόνο του, «καλύτερα να σταματήσεις εδώ. Πριν πεις τίποτα χειρότερο». Η Τζο τον κοίταξε. «Είχα καλύτερη εντύπωση για σένα. Όλοι έλεγαν ότι είσαι αδίστακτος προκειμένου να γυρίσεις την ταινία που θέλεις κι εγώ νόμιζα ότι υπερβάλλουν. Αλλά τελικά βλέπω ότι είχαν δίκιο». Το βλέμμα του σκοτείνιασε. «Ποιοι έλεγαν; Κι άλλα κουτσομπολιά; Φαίνεται ότι τρελαίνεσαι για κουτσομπολιά». Η Τζο αγρίεψε. «Δε χρειάζομαι να ακούω κουτσομπολιά για να ξέρω ποιες είναι οι προτεραιότητές σου. Φαίνεται αυτό. Αν δεν ήθελες να σε κουτσομπολεύουν, δεν έπρεπε να την αφήνεις να σε αγκαλιάζει στα τραπέζια». Την ίδια στιγμή που το είπε μετάνιωσε. Συνειδητοποίησε ότι η κουβέντα της φανέρωνε μοχθηρία και ζήλια. Ο Σεμπ έκανε ένα βήμα προς τα μπρος και τη μέτρησε με το βλέμμα του. «Το πρόσεξες, ε;» γρύλισε. «Αλλά γιατί σε ενδιαφέρει, αγάπη μου; Θυμάμαι τον Τζέρι που έλεγε ότι δεν ενδιαφέρεσαι για το στυλ της ζωής μου, όποιο κι αν είναι». Η Τζο έπνιξε την ντροπή της. «Έχεις δίκιο», είπε βιαστικά. «Δεν έχει καμιά σχέση μ’ εμένα». «Δεν είπα αυτό», τη διέκοψε. Σήκωσε τα φρύδια της. «Όχι; Έτσι ακούστηκε πάντως». «Τότε, ως συνήθως, με παρεξήγησες. Σε ρώτησα γιατί σε ενδιαφέρει». Η Τζο σάστισε. «Μη μου κάνεις εμένα κόλπα», είπε με φωνή που έτρεμε. «Δεν ξέρω τι θέλεις από μένα». Το πρόσωπο του Σεμπ ήταν ανέκφραστο. Στεκόταν ακίνητος σαν άγαλμα. Μετά είπε παγερά: «Γιατί δε βγαίνεις από το άσυλό σου για να το μάθεις;» Η Τζο κατάπιε με δυσκολία. Εκείνος έκανε ένα ακόμα βήμα προς το μέρος της. Εκείνη ανατρίχιασε, αλλά δεν τραβήχτηκε. Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω της. «Δεν είναι η ιδεώδης στιγμή, Κόρμπελ», είπε ο Σεμπ στον εαυτό του. «Αλλά δεν έχεις περιθώρια επιλογής». Γονάτισε δίπλα στο ντιβάνι και την έπιασε τρυφερά από τους ώμους. Η Τζο κράτησε την αναπνοή της περιμένοντας τον εφιάλτη να φανερωθεί. Αλλά το μόνο που μπόρεσε να νιώσει ήταν η ζεστασιά από τις παλάμες του όταν τη χάιδεψε. Με πολύ αργές κινήσεις, έσκυψε προς το μέρος της και το στόμα του άγγιξε το δικό της.


Η Τζο κάθισε εντελώς ακίνητη. Το στόμα του Σεμπ κινήθηκε σαν ιστός αράχνης στα χείλη της. Δεν υπήρχε η αίσθηση της ασφυξίας ούτε ένιωσε να την κυριεύει ο πανικός, μόνο μια αργή, γλυκιά απόλαυση. Δεν υπήρχε φόβος. Ο Σεμπ σήκωσε το κεφάλι του. Αναστέναξε. Μετά την τράβηξε δυνατά πάνω του και το στόμα του δεν ήταν τρυφερό πια. Η Τζο κόλλησε στο σώμα του. Τα χέρια του σύρθηκαν στη ραχοκοκαλιά της. Μια γλυκιά ανατριχίλα απλώθηκε στο κορμί της καθώς το στόμα του άφησε το δικό της και ταξίδεψε στο τόξο του λαιμού της. Η Τζο ένιωσε μια φλόγα να την τυλίγει. Η καρδιά της χτυπούσε σε ξέφρενο ρυθμό. Το σώμα της είχε χάσει κάθε έλεγχο. «Τζο». Η φωνή του βγήκε πνιχτή. «Αγάπη μου, σιγά». Αλλά οι αισθήσεις ήταν πρωτόγνωρες. Δεν ήξερε τι της συνέ-βαινε. Τα χέρια της χώθηκαν κάτω από το βαμβακερό χακί πουκάμισό του αναζητώντας τη ζέστη του δέρματός του. Ο Σεμπ αναστέναξε. Κι εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα ποδοβολητό στις σκάλες. Ο Σεμπ τραβήχτηκε μακριά της. Βρέθηκε όρθιος στη στιγμή και ίσιωσε βιαστικά τα ανακατεμένα μαλλιά του. Η Τζο έπεσε πίσω ανασαίνοντας βαριά. Από τη σκάλα φάνηκε η Πεπίτα με ένα δίσκο στο χέρι. Την ακολουθούσε ο Κάρλος Αντράτζι, που φαινόταν ανήσυχος. Ακολούθησε μια σύντομη συζήτηση στα ισπανικά, μετά η Πεπίτα άφησε το δίσκο δίπλα στο ντιβάνι και πρόσφερε στην Τζο ένα ποτήρι με ένα θολό υγρό. Εκείνη το πήρε χωρίς να ρωτήσει τίποτα, με τα μάτια της καρφωμένα ακόμα πάνω στον Σεμπ, που ήταν συνοφρυωμένος. Η Τζο το ήπιε μονορούφι και έδωσε το ποτήρι πίσω στην Πεπίτα, που έφυγε. «Πώς είσαι τώρα;» τη ρώτησε ο Κάρλος. «Δεν είμαι σίγουρη», είπε αργά η Τζο. Νόμισε ότι είδε τον Σεμπ να κάνει ένα μορφασμό. Ο Κάρλος στράφηκε σ’ εκείνον. «Της το είπες;» Ο Σεμπ έκανε μια κίνηση σαν να ήθελε να πει στον Κάρλος να σωπάσει, αλλά σταμάτησε. «Όχι», είπε κοφτά. «Για όνομα του Θεού...» Ο Κάρλος ήταν ανυπόμονος. «Θα έρθουν εδώ από λεπτό σε λεπτό». «Ποιοι;» ρώτησε η Τζο. Ο Κάρλος κάθισε οκλαδόν δίπλα στο ντιβάνι. Το ύφος του ήταν πολύ σοβαρό. «Οι δημοσιογράφοι, Τζο. Τα λαγωνικά. Μυρίστηκαν κάτι. Και η Άννα Μπεθ ξεσήκωσε τους δικηγόρους της. Ακόμα και


η ισπανική αστυνομία άρχισε να ενδιαφέρεται. Ο Σάιμον έχει ήδη δύο κλήσεις». «Ο Σάιμον;» «Ηθελαν να μιλήσουν σ’ εμένα», εξήγησε ο Σεμπ. «Δεν το ήξερα. Φαίνεται ότι ο Σάιμον ξέχασε να μου το πει. Άρχισαν λοιπόν δικαιολογημένα να έχουν υποψίες». Παρά το δυνατό ήλιο, η Τζο ένιωσε να κρυώνει. «Να έχουν υποψίες για τι πράγμα;» ρώτησε. Ο Σεμπ σήκωσε τους ώμους του. «Για τα πολλά ατυχήματα», είπε επιγραμματικά. «Όπως είπες». «Και... θέλουν να δουν εμένα;» Ο Σεμπ δεν απάντησε. Μετά από μια βιαστική ματιά προς το μέρος του, ο Κάρλος είπε: «Ο γιατρός ανέφερε το ατύχημα. Πήγα ο ίδιος να δω το διευθυντή της αστυνομίας. Αυτό έγινε όταν έμαθα για τους δημοσιογράφους. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, διαφορετικά θα γίνει ανάκριση σε βάθος». Ο Σεμπ έκανε μισό βήμα προς το μέρος της και σταμάτησε μπροστά στην παγερή όψη που είχε το πρόσωπό της. «Ώστε ο Σεμπ ήρθε να μου πει να κρατήσω το στόμα μου κλειστό;» ρώτησε τον Κάρλος. Ο Κάρλος κούνησε με έμφαση το κεφάλι του. «Την κοπέλα την έχει πιάσει υστερία. Έχει πάρει τον άντρα της τηλέφωνο πάνω από είκοσι φορές. Και ο Σάιμον Κέρτις φαίνεται έτοιμος να καταρρεύσει. Αν δεν εκτονώσουμε την κατάσταση, αν οι κυνηγοί σκανδάλων πάρουν χαμπάρι έναν από τους δυο τους, το σκάνδαλο θα γίνει πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες της Νέας Υόρ-κης αύριο κιόλας», είπε μελαγχολικά. Η Τζο κοίταξε τον Σεμπ. «Μια και ο Σάιμον κατέρρευσε, ο Κάρλος αυτοδιορίστηκε διάδοχός του, όπως βλέπεις», της είπε. «Κάποιος θα ’πρεπε να γίνει», σχολίασε εκείνος. «Θέλεις να τελειώσει αυτή η αναθεματισμένη ταινία ή όχι;» «Ένας ευσυνείδητος σκηνοθέτης θα έκανε τα πάντα για να τελειώσει την ταινία του, έτσι δεν είναι, Σεμπ;» είπε ήρεμα η Τζο. Ο Κάρλος κοίταξε μια τον έναν και μια τον άλλο, άνοιξε το στόμα του να πει κάτι και το ξανάκλεισε. Η έκφραση του Σεμπ ήταν σαν γρανίτης. Η Τζο έκλεισε τα μάτια της για λίγο. Είτε έφταιγε το ποτό της Πεπίτα είτε οι συγκινήσεις των τελευταίων λεπτών, το κεφάλι της άρχισε να στριφογυρίζει. Ο ώμος της είχε μουδιάσει από τον πόνο. Ακούμπησε στα μαξιλάρια και άνοιξε τα μάτια της.


«Δε χρειάζεται να ανησυχείς», είπε αποφασιστικά στον Κάρ-λος. «Δε θα κατηγορήσω κανέναν. Θέλω να τελειώσει η ταινία όπως θέλουν όλοι. Και...» η ήρεμη φωνή της ήταν παγερή «... ένα σκάνδαλο δε θα μου κάνει περισσότερο καλό απ’ όσο θα κάνει στη δεσποινίδα Άρντεν». Η Τζο απέφυγε να κοιτάξει τον Σεμπ. Ακολούθησε μια αμήχανη σιωπή. «Αυτό είναι λογικό», είπε τελικά ο Κάρλος. Χαμογέλασε. «Είμαι λογική συνήθως. Παρ’ όλο που όταν κάνω λάθη είναι μεγάλα». Δεν έκρυβε την πίκρα από τη φωνή της. «Τζο...» είπε πνιχτά ο Σεμπ. Αλλά εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. «Πόσο καιρό ακόμα θα χρειαστεί;» Ο Σεμπ ανασήκωσε τους ώμους του. «Εξαρτάται...» είπε σχεδόν αφηρημένα. «Θα δουλέψω αργότερα. Αλλά, εν πάση περι-πτώσει, εσύ...» Η Τζο τον σταμάτησε. «Θα φτιαχτώ λίγο και το κοστούμι θα κρύψει τους επιδέσμους. Θα γυρίσω να τελειώσω...» δίστασε λίγο «... αυτό που λέει το συμβόλαιό μου». «Μη λες ανοησίες», είπε ο Σεμπ απότομα. «Δεν είναι ανοησίες». Η Τζο ήταν πολύ ήρεμη. Του έριξε ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο που έκανε το σαγόνι της να πονέσει. «Δεν αντέχω να λέει ο κόσμος ότι δεν υπολογίζω τα λεφτά. Όταν βλέπω μάλιστα πόσο ακριβή είμαι», του θύμισε. Τα μάτια του έλαμψαν από θυμό στον υπαινιγμό της. Αλλά, επειδή ήταν ο Σεμπ, συγκρατήθηκε. Η Τζο αναρωτήθηκε τι χρειαζόταν για να τον κάνει να χάσει τον καταπληκτικό αυτοέλεγχό του. «Το να σκοτωθείς δεν είναι όμως ο καλύτερος τρόπος για να το αποδείξεις», γρύλισε. Η Τζο γέλασε σιγανά. «Είσαι μελοδραματικός σαν τη δεσποινίδα Αρντεν. Αίγη δουλειά δε θα με σκοτώσει. Μην ξεχνάς ότι είμαι πιο σκληρή απ’ ό,τι φαίνομαι». Ο Σεμπ την κοίταξε σαν να τη μελετούσε. «Είσαι;» τη ρώτησε. Η Τζο έστρεψε αλλού το βλέμμα της. «Φυσικά. Είναι το επάγγελμά μου». Ο Κάρλος μπήκε στη μέση. «Τι Θα κάνεις, Τζο;» Εκείνη αναστέναξε. «Ό,τι θέλετε», είπε βαριεστημένα. «Εντάξει. Η κοπέλα στο γραφείο δημοσίων σχέσεων έχει έτοιμη μια δήλωση. Νιώθεις να ’χεις τις δυνάμεις να παρευρεθείς;» «Όχι», είπε βιαστικά ο Σεμπ. Η Τζο τον αγνόησε. «Φυσικά».


«Κάποιος θα σε φέρει στο σπίτι αργότερα...» «Δεν τη θέλω πίσω σ’ εκείνο το σπίτι», είπε κατηγορηματικά ο Σεμπ. Η Τζο ένιωσε έναν πόνο στο άκουσμα αυτών των λόγων. Ο Κάρλος διαφώνησε μαζί του. «Ανοησίες. Η Τζο έχει δίκιο. Είσαι το ίδιο κακός με την Άρντεν. Αντιδράς υπερβολικά». «Όχι», επέμεινε ο Σεμπ. Η Τζο προτίμησε να μην πάρει μέρος στη συζήτηση, καθώς οι δυο άντρες επέμειναν πεισματικά στις απόψεις τους. Κανείς τους δεν της έδινε σημασία. Τελικά αποφάσισαν ότι θα παρουσιαζόταν για λίγο στη συνέντευξη Τύπου, θα δειπνούσε με τους άλλους, θα μιλούσε στην αστυνομία, αν εξακολουθούσαν να τη θέλουν, και θα γύριζε στο σπίτι της Πεπίτα να κοιμηθεί. Όταν το απογευματάκι ήρθε το αυτοκίνητο να την παραλάβει, η Τζο ήταν ξεκούραστη από τις πολλές περιποιήσεις της Πεπίτα. Παρ’ όλα αυτά έτρεμε όταν μπήκε στο σαλόνι όπου ήταν οι άλλοι. Με μια γρήγορη ματιά γύρω της είδε την Άννα Μπεθ, εντυπωσιακή αλλά ασυνήθιστα ήρεμη, καθώς και τον Μπιλ και τον Κάρλος. Ο Σεμπ συζητούσε με έναν άγνωστο σ’ εκείνη άντρα. Ο Σάιμον δε φαινόταν πουθενά. Γύρω από έναν καναπέ, όπου ήταν ήδη βολεμένη η Αννα Μπεθ, είχαν μπει καρέκλες σε ημικύκλιο. Η κοπέλα από το γραφείο δημοσίων σχέσεων χαμογέλασε ενθαρρυντικά στην Τζο και την οδήγησε στον καναπέ. Η Αννα Μπεθ τραβήχτηκε. Σύντομα τακτοποιήθηκαν όλοι και οι δημοσιογράφοι πήραν τις θέσεις τους. Ο Σεμπ διάβασε μια έτοιμη δήλωση. Μετά απάντησε στις ερωτήσεις εύκολα, δείχνοντας άνετος. Η Τζο εντυπωσιάστηκε, παρ’ όλο που ένας τεχνίτης στην απάτη σαν τον Σεμπ, σκέφτηκε, δε θα δυσκολευόταν σε μια συνέντευξη Τύπου. Άλλωστε κάποτε ήταν κι εκείνος ηθοποιός, θύμισε στον εαυτό της. Υπήρχαν ερωτήσεις και για την Άννα Μπεθ φυσικά. Όρθιος πίσω από την Τζο, ο Κάρλος ήταν όλο αγωνία καθώς απαντούσε η ηθοποιός. Αλλά ο Σεμπ στα δεξιά της ήταν ατάραχος. Για μια φορά η Άννα Μπεθ ήταν ο καλύτερος εαυτός της. Ναι, η ταινία είχε τραβήξει πιο πολύ από ό,τι περίμενε ναι, το ευχαριστιόταν πολύ να δουλεύει με τον Σεμπ Κόρμπελ ναι, λάτρευε την Ισπανία. Στράφηκαν στην Τζο διστακτικά. Ήταν φανερό ότι κάτι είχαν υποψιαστεί, αλλά απείχε πολύ από την αλήθεια. Η Τζο ήταν προσεκτική. «Δεν πήρα μέρος στην ταινία αρχικά, γιατί δεν ταίριαζε με το πρόγραμμά μου. Μετά τις καθυστερήσεις όμως, μπόρεσα». «Η προκάτοχός σας είχε προβλήματα με πράγματα που της ζήτησαν να κάνει;» επέμεινε ένας ψηλός άντρας με γυαλιά και γαλλική προφορά.


«Πολύ αμφιβάλλω», είπε ήρεμα η Τζο. «Τότε, τι συνέβη;» «Πρέπει να λάβετε υπόψη σας ότι η δουλειά του κασκαντέρ είναι διαφορετικό πράγμα από τη δουλειά του ηθοποιού. Συνήθως δε μας χρειάζονται για πολύ. Έτσι, κλείνουμε το πρόγραμμά μας. Δεν έχουμε τη δυνατότητα να περιμένουμε στις πολλές καθυστερήσεις», είπε. Ακουγόταν αληθοφανές. Κανείς που ήταν όμως στη δουλειά δε θα το πίστευε. Ένας δυο δημοσιογράφοι φάνηκαν δύσπιστοι, αλλά η απάντησή της έδειξε να ικανοποιεί αυτόν που της είχε κάνει την ερώτηση. Για να το ξεκαθαρίσει, πρόσθεσε: «Για παράδειγμα, έχω κλείσει να πάω στην Ουγγαρία σε μια βδομάδα». Ήταν αλήθεια. Κανένας από τους δημοσιογράφους δε φαινόταν δύσπιστος τώρα. «Έχουμε λοιπόν κάθε λόγο να συνεχίσουμε το γύρισμα μόλις είναι έτοιμη η Τζο», είπε ο Σεμπ πρόσχαρα. «Υπάρχουν μόνο κάνα δυο σκηνές ακόμα. Μετά είμαστε έτοιμοι για το μοντάζ». «Και πόσο καιρό θα πάρει αυτό;» ρώτησε ένας. Ο Σεμπ χαμογέλασε. «Δε βλέπω κανένα λόγο, σ’ αυτή τη φάση, να αλλάξω την ημερομηνία που έχει οριστεί». Ακολούθησε ένα σφύριγμα θαυμασμού από κάποιον. «Θα τσιγκουνευτείς τις μέρες στο μοντάζ; Δεν το συνηθίζεις αυτό», είπε κάποιος άλλος. Ο Σεμπ γέλασε. «Αρκεί λίγο παραπάνω δουλειά αργά τη νύχτα». Σηκώθηκε με ένα λαμπερό χαμόγελο. «Θα σας δω στην πρεμιέρα, κυρίες και κύριοι». Μετά πήραν φωτογραφίες. Η Τζο ξεγλίστρησε μακριά. Κανείς δεν υποπτεύτηκε τίποτα. Όλοι κατανοούσαν το ατύχημά της. Απέφυγε την αυλή και τη γαλαρία όπου βρισκόταν το προηγούμενο δωμάτιό της. Τριγύριζε στη βιβλιοθήκη όταν τη βρήκε ο Μιγκέλ. «Χαίρομαι που σε βλέπω γερή», τη χαιρέτησε. «Άφησες πολύ αίμα πίσω σου. Τα κορίτσια καθαρίζουν τις σκάλες από τότε». «Ανοησίες», τον αντέκρουσε μ’ ένα χαμόγελο η Τζο. Εκτίμησε την προσπάθειά του να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Ήταν φοβερό. Κανείς δεν ήξερε τι να κάνει. Θα έπρεπε να έβλεπες τον εαυτό σου. Δε θα μπορούσες να δεις το χέρι σου από το αίμα. Νόμιζα ότι ο Σεμπ θα σκότωνε κανέναν». Η Τζο δάγκωσε τα χείλη της.


«Είναι πολύ τυχερή», είπε αυστηρά ο Μιγκέλ. Η Τζο δεν έκανε πως δεν καταλαβαίνει. «Ας ελπίσουμε ότι αυτό την τρόμαξε αρκετά». «Ασφαλώς. Μετά, που της μίλησε ο Σεμπ, ήταν σαν να την είχε χτυπήσει». «Εξακολουθεί όμως να την προστατεύει», σχολίασε η Τζο. «Δεν την αφήνει σχεδόν από τα μάτια του από τότε. Νομίζω ότι φοβάται», είπε ο Μιγκέλ. Η Τζο δεν απάντησε. Ώστε την αγαπάει, σκέφτηκε. Ήταν τρομερό πόσο την πόνεσε αυτή η σκέψη. * * * Όταν έφτασε η ώρα για το τελευταίο τους γύρισμα, ο Σεμπ ήταν υπερβολικά ευγενικός απέναντι της. Τη ρώτησε πώς αισθάνεται. Πήγε μαζί της όταν η Τζο πήρε το άλογο και περπατούσε δίπλα της, έτοιμος να πιάσει τα χαλινάρια αν χρειαζόταν. Δεν υπήρχαν παρά τρεις άνθρωποι μόνο κοντά τους πάνω στα άλογα. Δεν την άγγιξε, ούτε συνάντησε το βλέμμα της. Δεν υπήρχε εκείνη η ανεμελιά στη φωνή του, μόνο αυστηρές, απρόσωπες οδηγίες. Έκαναν την κούρσα που χρειαζόταν με τα άλογα μια φορά. Τέλεια. «Ξανατρέξτε», είπε ο Σεμπ, ικανοποιημένος με αυτό που είδε. «Πρέπει να είμαστε απόλυτα σίγουροι». Όλοι γέλασαν, αλλά έκαναν αυτό που προβλεπόταν από τη σκηνή χωρίς να παραπονεθούν. Όταν τελείωσαν, τους ευχαρίστησε όλους, χωρίς να σταματήσει το βλέμμα του στην Τζο. Μετά γύρισε την πλάτη του και πήγε βιαστικά στο Λαντ Ρόβερ. Η Τζο τον παρακολούθησε. Όπως πάντα, η Άννα Μπεθ ήταν μαζί του. Το χέρι του ήταν γύρω από τη μέση της. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα πίσω στο σβέρκο της με μια κορδέλα. Το αεράκι που φύσαγε έκανε τις μπούκλες της να πέφτουν πάνω στο χακί πουκάμισο του Σεμπ σαν σημάδι ιδιοκτησίας. Η Τζο κάθισε να της βγάλει η Λίζα την περούκα για τελευταία φορά. Όταν ξανάβαλε τα δικά της ελαφρά ρούχα αναστέναξε με ανακούφιση. «Δόξα τω Θεώ, τελείωσε», είπε. Η Σου συγκατένευσε με χαμόγελο, αλλά η Λίζα της έριξε μια απρόσμενα πονηρή ματιά. «Θα το ξεπεράσεις», της είπε. «Πάντα έτσι γίνεται». * * * Η Τζο σκεφτόταν την κουβέντα όλη την υπόλοιπη μέρα καθώς αποχαιρετούσε τον κόσμο. Δεν είδε τον Σεμπ -ήταν κλεισμένος και έβλεπε τη δουλειά της ημέρας- και δεν έψαξε και πολύ για την Άννα Μπεθ. Αλλά πέτυχε τον Σάιμον Κέρτις.


«Θα με πας στο αεροδρόμιο;» τον ρώτησε. Ο Σάιμον φαινόταν χάλια, σχεδόν άρρωστος. Την κοίταξε. «Δεν μπορεί να θέλεις να σε πάω. Δεν μπορεί να θέλεις να με δεις», ψέλλισε. Η Τζο κάθισε στην άκρη του γραφείου του. «Έι, μην το παίρνεις κατάκαρδα», του είπε. «Συμβαίνουν αυτά». «Μα παραλίγο να σε σκοτώσω», μουρμούρισε. Η Τζο γέλασε. «Μ’ έκανες να πάθω μια γρατζουνιά και να μου κάνουν μια ένεση που με κοίμισε μια ολόκληρη νύχτα τόσο τέλεια όσο δεν είχα κοιμηθεί από τότε που ήρθα εδώ». Εκείνος γέλασε αυθόρμητα. «Μη μου φέρεσαι ωραία, Τζο. Δε νομίζω ότι μπορώ να το αντέξω». «Καλά», συμφώνησε μαζί του. «Πήγαινέ με στο αεροδρόμιο και τα λέμε στο δρόμο». «Εντάξει. Κέρδισες», συμφώνησε. Στη διαδρομή για το αεροδρόμιο συζήτησαν για το φιλμ και την επόμενη δουλειά της και για το πού έμενε ο Σάιμον στην Αγγλία. Μόνο μια φορά εκείνος ανακίνησε το απαγορευμένο θέμα. Καθώς έφευγαν από ένα βενζινάδικο, της είπε απότομα: «Το ήξερες, έτσι δεν είναι;» Η Τζο κοίταξε το τοπίο που άφηναν γρήγορα πίσω τους. Ήξερε για τον Σεμπ και την Αννα Μπεθ; Μπορεί και να το ήξερε τελικά. Υπήρχε όμως και ο Τσιγγάνος, και εξάλλου ο Σεμπ δεν έδειχνε να είναι ερωτευμένος μαζί της. Μόνο που εκείνη ήταν το τελευταίο πρόσωπο στον κόσμο που θα μπορούσε να ξέρει πότε είναι κανείς ερωτευμένος. Χρειάστηκε τόσο καιρό για να διαπιστώσει ότι ήταν ερωτευμένη η ίδια. «Όχι στα σίγουρα», είπε τελικά. «Γι’ αυτό δεν ήθελες τη δουλειά;» τη ρώτησε αμέσως. «Η ηθική του σκηνοθέτη και των ηθοποιών του δεν έχει καμιά σχέση μ’ εμένα», του απάντησε παγερά. Ο Σάιμον τράβηξε το βλέμμα του από το δρόμο για να της ρίξει μια δύσπιστη ματιά. Η Τζο του είπε να προσέχει το τιμόνι κι εκείνος υπάκουα ξανακοίταξε μπροστά. «Δεν εννοούσα εκείνη και τον Σεμπ», της είπε. «Εννοούσα αυτό που σκάρωνε. Σ’ εσένα και τις άλλες». «Η εκστρατεία κατά των ανταγωνιστριών της», διευκρίνισε η Τζο. «Ας πούμε μόνο ότι είχα δουλέψει μαζί της κι άλλοτε και ήξερα ότι ήταν λίγο επικίνδυνη». Αλλά εκείνος δε δέχτηκε την εξήγησή της. «Τρομοκρατήθηκε και η ίδια αυτή τη φορά. Σίγουρα τρόμαξε και τον Σεμπ».


Η Τζο πήρε μια βαθιά αναπνοή. Φυσικά θα τρόμαξε όταν είδε τη γυναίκα που αγαπούσε να πηγαίνει να καταστρέψει την καριέρα της. «Δε θα το πίστευα ότι ο Σεμπ θα μπορούσε να συμπεριφερθεί έτσι», είπε ο Σάιμον διστακτικά. «Είναι πάντα τόσο ψύχραιμος άνθρωπος. Σαν να μην υπάρχει τίποτα που να μην μπορεί να το αντιμετωπίσει». Η Τζο έκλεισε τα μάτια της. Αυτό δεν έκανε πιο υποφερτή την κατάσταση, αλλά τουλάχιστον της συγκροτούσε τα δάκρυα. Απογοητευμένος ο Σάιμον δεν είπε τίποτε άλλο σχετικό. Συζήτησαν ευχάριστα για άσχετα θέματα, μέχρι που εκείνος την πήγε στο γκισέ του αεροδρομίου για να τσεκάρει το εισιτήριο για την πτήση της. Μετά, διστάζοντας λίγο, έσκυψε και της έδωσε ένα αδέξιο φιλί. «Θα σε δω στην πρεμιέρα», της είπε. «Α, όχι», είπε μελαγχολικά η Τζο. «Βγήκα έξω από το κλουβί και δεν πρόκειται να ξαναγυρίσω στο θηριοτροφείο. Ξεμπέρδεψα μ’ αυτό». Και, κάνοντας μεταβολή, απομακρύνθηκε με γρήγορα βήματα, αφήνοντας τον Σάιμον να την κοιτάζει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 Η Τζο δούλεψε σαν σκυλί για δυο μήνες. Αδυνάτισε και χλόμιασε. Ο παππούς της τα ’χάσε μόλις την είδε. «Τι έκανες, παιδί μου;» είπε καθώς η Τζο έπαιρνε την τσάντα της στον ώμο και έβγαινε από το αυτοκίνητο. «Δούλευα», είπε βιαστικά, χωρίς να απέχει αυτό και πολύ από την πραγματικότητα. Ο παππούς της πήγε κοντά της, με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. «Χτύπησες πουθενά, τότε;» τη ρώτησε ενώ της έπαιρνε την τσάντα. Η Τζο ξεφύσηξε. «Είμαι επαγγελματίας», του θύμισε. «Πληρώνομαι για να μη χτυπάω». Φαινόταν ανήσυχος. «Άρα πρέπει να δούλεψες πολύ σκληρά». Τη συνόδεψε μέσα στο χολ. Κοίταξε τριγύρω του το κα-λογυαλισμένο πάτωμα, τα καλοδιατηρημένα έπιπλα αντίκες, το μεγάλο καθρέφτη του δέκατου έβδομου αιώνα πάνω από το τζάκι του χολ. Πήρε μια βαθιά αναπνοή. «Δεν είναι για το σπίτι, έτσι, Τζο; Θέλω να πω, δεν ξεθεώνεσαι στην κούραση για τον πατέρα σου και την υποθήκη, σωστά;» Η Τζο ίσιωσε τα μαλλιά της στον καθρέφτη και δεν απάντησε αμέσως. Πίσω της μπορούσε να δει το πρόσωπο του παππού της ζαρωμένο από την αγωνία. «Είναι μόνο ντουβάρια», της είπε με σοβαρό ύφος. «Δεν αξίζει να σκοτώνεσαι γι’ αυτά».


Η Τζο γύρισε και τον αγκάλιασε. «Απλώς υπάρχει πολλή δουλειά αυτή την εποχή. Δεν είναι για το σπίτι. Όχι ειδικά πάντως». Φάνηκε ανακουφισμένος, αλλά έμεινε σκεφτικός. Πήγαν στη μεγάλη πλακόστρωτη κουζίνα. Της έδωσε να πιει κάτι μόλις κάθισαν στο τραπέζι και η Τζο τον παρακολούθησε να τρώει τις τελευταίες μπουκιές από το φαγητό του. Μίλησαν για την Ουγγαρία και το καινούριο περιπετειώδες φιλμ που μόλις είχε τελειώσει και για ένα παλιότερο φιλμ που εκείνος είχε δει στην τηλεόραση όσο εκείνη ήταν στο εξωτερικό. Για όλα εκτός από την Ισπανία. Δεν αναφέρθηκε ούτε μια φορά. Παρ’ όλο που ο παππούς της πάντα ενδιαφερόταν για τους συναδέλφους της, δεν είπε λέξη για την Άννα Μπεθ Άρντεν, τον Μπιλ Χάμιλτον ή τον Σεμπ Κόρμπελ. Σχεδόν σαν να τον έχει προειδοποιήσει κάποιος, σκέφτηκε η Τζο καχύποπτη αλλά ανακουφισμένη. Μόνο όταν έμπαινε στο αυτοκίνητό της, έτοιμη να φύγει για το Λονδίνο, ο παππούς της είπε σκεφτικά: «Αναρωτιέμαι αν αξίζει». Ξαφνιασμένη η Τζο γύρισε και τον κοίταξε. «Τι αν αξίζει;» «Να σκοτώνεσαι έτσι», είπε ήρεμα ο ηλικιωμένος άντρας. «Γιατί αυτό ακριβώς κάνεις. Πρόσεξε, κορίτσι μου. Γιατί θα καταλήξεις να αρρωστήσεις». Η Τζο δεν είχε τίποτα να απαντήσει. Έτσι, του χαμογέλασε, τον αγκάλιασε και έφυγε. Εκείνος είχε δίκιο φυσικά. Το ήξερε. Το ίδιο και όλες οι φίλες της. Ακόμα και ο Τζέρι, που ενδιαφερόταν για τα ποσοστά του, είχε διαμαρτυρηθεί. Αλλά η Τζο ήταν ανένδοτη. «Ο πατέρας μου έχει ησυχάσει τελευταία», είπε στον Τζέρι στο γραφείο του στο Λονδίνο. «Αυτό σημαίνει ότι μαγειρεύει κάτι. Έχω βάλει ένα δικηγόρο να προσέχει τα πράγματα, αλλά μπορεί να μας ετοιμάζει καμιά έκπληξη. Θέλει το σπίτι. Μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά με καμιά εντολή κατάσχεσης ή κάτι τέτοιο. Δεν μπορώ να ξεπληρώσω την υποθήκη ακόμα, αλλά κοντεύω». «Είσαι τρελή», παρατήρησε ο Τζέρι. «Εντάξει, πήγαινε και κάνε δυο μέρες αναρρίχηση για το τηλεοπτικό κανάλι που σε ζήτησε». Την κοίταξε λοξά. «Τι λες για την καινούρια ταινία που ετοιμάζεται να γυρίσει ο Σεμπ Κόρμπελ;» Η Τζο ένιωσε ένα σφίξιμο μέσα της, αλλά ήταν αρκετά εξα-σκημένη να μην αντιδρά πια στο άκουσμα του ονόματος του Σεμπ. «Πότε είναι αυτό; Σε τέσσερις μήνες; Ελπίζω να μπορώ να βρίσκομαι σε διακοπές μέχρι τότε», είπε με φανερή αδιαφορία. «Χαίρομαι», έκανε ξερά ο Τζέρι. Η Τζο είχε την αίσθηση ότι A δεν τον ξεγέλασε. «Λοιπόν, να ψάξω για καμιά άλλη, έτσι;» Χωρίς να περιμένει απάντησή της, συνέχισε σε αδιάφορο τόνο: «Αλήθεια, θέλεις συνοδό στην πρεμιέρα;»


«Πρεμιέρα;» επανέλαβε η Τζο σαστισμένη. «Επικίνδυνα Μεσάνυχτα», της θύμισε ο Τζέρι. «Η πρόσκλησή σου είναι εδώ». «Α, όχι», είπε η Τζο, χωρίς να προλάβει να κρύψει την τα-ραχή της. «Το φαντάστηκα», είπε ο Τζέρι. Σταμάτησε να είναι διακριτικός και την κοίταξε κατάματα. «Πρέπει να πας, ξέρεις. Διαφορετικά, θα γίνει θέμα». «Το ξέρω», είπε στενοχωρημένη η Τζο. «Έχουν γίνει ήδη συζητήσεις, έτσι δεν είναι;» Ο Τζέρι σήκωσε τους ώμους του. «Τίποτα που να μας ανησυχεί. Τίποτα σχετικά...» δίστασε και μετά ολοκλήρωσε τη φράση του «... σχετικά μ’ εσένα και τον Σεμπ». Η Τζο έκανε ένα μορφασμό, αλλά δεν είπε τίποτα. «Δε ρωτάω τι συνέβη», της είπε ο Τζέρι. «Αλλά ξέρω ότι αυτός ο άνθρωπος βομβαρδίζει το γραφείο με τηλεφωνήματα. Θέλει τον αριθμό σου, θέλει τη διεύθυνσή σου. Ειλικρινά δεν ξέρω πού βρίσκει το χρόνο για όλα αυτά. Πρέπει να ασχολεί-ται δώδεκα ώρες τη μέρα στο μοντάζ. Αλλά είναι φανερό ότι νομίζει πως έχει μια υπόθεση να τελειώσει μαζί σου». Δίστασε ξανά. «Δεν πρόκειται να παραιτηθεί». «Δεν το ήξερα», είπε η Τζο με δυσκολία. Ο Τζέρι φαινόταν σοβαρός. «Σκέφτηκα ότι είχες αρκετά στην πλάτη σου. Και φαντάστηκα ότι, αν είχατε κανέναν καβγά, θα το ξεπερνούσε. Μόνο που δεν το ξεπέρασε. Και δε νομίζω να ήταν καβγάς». Ο τόνος του ήταν ερωτηματικός. «Τέλος πάντων, κράτησε πολύ λίγο», παραδέχτηκε εκείνη με πόνο. «Καημένη Τζο!»Έδειχνε πραγματικά στενοχωρημένος. «Νόμιζα ότι θα μπορούσες να προστατέψεις τον εαυτό σου. Φταίω κι εγώ που σε πίεσα λίγο. Λυπάμαι ειλικρινά». Η Τζο δεν μπορούσε να του απαντήσει. «Θα το ξεπεράσεις», συνέχισε εκείνος. «Όλοι το ίδιο παθαίνουμε. Και θα κουβαλήσω μαζί μου δίκαννο για την πρεμιέρα». Το ενδιαφέρον του τη συγκίνησε. Όσα όμως της είπε δεν εμπόδισαν την Τζο να προετοιμαστεί για την πρεμιέρα με μεγαλύτερη ταραχή απ’ όση ένιωθε όταν, μικρό κορίτσι, πήγαινε στο πρώτο της πάρτι. Ο Τζέρι την παρέλαβε με μια λιμουζίνα με σοφέρ. Μετά το κοκτέιλ κάθισαν στις θέσεις τους περιμένοντας την υποχρεωτική βασιλική παρουσία. Ο Σεμπ φυσικά ήταν απασχολημένος. Η Τζο τον έβλεπε από μακριά και, όποτε γύριζε το κεφάλι του, τραβιόταν στρατηγικά στη σκιά του ώμου του Τζέρι. Η ταινία ήταν, προς μεγάλη της έκπληξη, πολύ καλή. Τα προσεγμένα ντουμπλαρίσματα, σκέφτηκε με κριτικό πνεύμα, δημιουργούσαν πολύ καλή εντύπωση. Η βουτιά στη λίμνη έκανε ακόμα και το


εκλεπτυσμένο κοινό της πρεμιέρας να κρατάει την ανάσα του. Η Αννα Μπεθ, σκέφτηκε πικρόχολα, θα έπρεπε να γίνει σκηνοθέτης. Δίκιά της ήταν η ιδέα τελικά. Μετά έπρεπε να μείνουν στις θέσεις τους καθώς έφευγε η βασιλική οικογένεια. Η Τζο δεν ήταν στην επίσημη παρουσίαση, αλλά θα έπρεπε να πάει στη μεγάλη δεξίωση που ακολουθούσε. Ο Τζέρι επέμενε ιδιαίτερα σ’ αυτό. «Μισή ώρα. Μόνο για να σε δούνε. Μετά μπορείς να φύγεις. Δουλεύεις αύριο», είπε ενθαρρυντικά. Η Τζο του έσφιξε το μπράτσο και χαμογέλασε αδύναμα. Γύ-ριζε ένα διαφημιστικό φιλμάκι την άλλη μέρα. Έπρεπε να ντυθεί σαν κλόουν και να σκαρφαλώσει σε μια κολόνα. Θα έκανε δυο ώρες σε ένα στούντιο μέσα στο Λονδίνο και δε χρειαζόταν να βρίσκεται εκεί πριν το μεσημέρι, όπως ήξερε πολύ καλά ο Τζέρι. Παρ’ όλα αυτά, όποιον συναντούσε του έλεγε ότι λόγω της δουλειάς της έπρεπε να ξυπνήσει νωρίς. Μετά από είκοσι λεπτά και ενώ ο Τζέρι μιλούσε με τον υπεύθυνο διανομής ρόλων σε μια καινούρια αγγλική ταινία αξιώσεων, η Τζο άρχισε να ελπίζει ότι θα μπορούσε να φύγει χωρίς τη συνάντηση που φοβόταν. Και τότε ένιωσε εκείνο το παράξενο συναίσθημα της γνώριμης παρουσίας δίπλα της. Δε γύρισε να δει. Δε χρειαζόταν. «Εδώ είσαι λοιπόν;» είπε ο Σεμπ Κόρμπελ. «Έψαχνα να δω μια περούκα και σκούρα γυαλιά». Ο ήχος της φωνής του έκανε την καρδιά της να σκιρτήσει στο στήθος της. Δεν είναι δίκαιο, σκέφτηκε, νευριασμένη με τον εαυτό της. «Δε θα γυρίσεις να με δεις;» την πείραξε. Γύρισε κρατώντας το πρόσωπό της προσεκτικά ανέκφραστο. Ο Σεμπ στεκόταν πολύ κοντά της. Με το επίσημο σμόκιν του, φαινόταν πιο επιβλητικός και μάλλον πιο επικίνδυνος. Χωρίς κανέναν απολύτως λόγο, η εικόνα του Τσιγγάνου πέρασε από το μυαλό της. Θα έμοιαζε σ’ εκείνον με επίσημα ρούχα το ίδιο επικίνδυνος. Η Τζο του χαμογέλασε αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στα μάτια. «Πώς είσαι, Σεμπ;» «Εξαντλημένος, αναστατωμένος, αλλά έτοιμος για όλα», της είπε πρόσχαρα. «Εσύ;» Αγνόησε το υπονοούμενο του. Ήταν πιο σίγουρα έτσι. «Α... πολυάσχολη». «Έτσι μαθαίνω. Τόσο πολυάσχολη, που δεν μπορούσες να απαντήσεις στα τηλεφωνήματά μου. Έτσι τουλάχιστον μου είπε ο αναθεματισμένος ο πράκτοράς σου». Το χαμόγελο της Τζο άρχισε να σβήνει. «Έλειπα καιρό», δικαιολογήθηκε. «Δεν είμαι βλάκας», είπε κοφτά ο Σεμπ. «Προσπαθείς να ξε-φύγεις. Πώς πάνε οι εφιάλτες;» Η Τζο σχεδόν αναπήδησε. Στην υπερέντασή της και στις όλο και πιο συχνές άυπνες νύχτες της τις τελευταίες βδομάδες, είχε ξεχάσει τον εφιάλτη.


Ο Σεμπ διάβασε την έκφραση του προσώπου της. «Έφυγαν, ε; Απέκτησες τίποτα καινούριους;» «Δεν ξέρω τι εννοείς», του απάντησε ξερά. Ο Σεμπ χαμογέλασε σαν τίγρης. Ήταν σίγουρα πολύ θυμωμένος. «Α, ναι, ξέρεις. Ακόμα κι αν επιβάλλεσαι στη μνήμη σου, το κορμί σου θυμάται». Η Τζο κοίταξε γύρω της άγρια. Δεν υπήρχε κανείς κοντά που να μπορεί να ακούσει, αλλά θα μπορούσε να είναι. Εκείνος δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρατήσει χαμηλή τη φωνή του. «Για όνομα του Θεού», μουρμούρισε. «Δεν είναι έτσι;» Τα καστανά μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της. «Το δικό μου θυμάται», της είπε. «Δε σε έχω βγάλει από το μυαλό μου ούτε για μια ώρα από τότε. Νιώθω το ίδιο άσχημα όσο άσχημα φαίνεσαι κι εσύ. Πόσο καιρό θα μας κρατήσεις σ’ αυτό το μαρτύριο, Τζο;» Η καρδιά της χτυπούσε σε ανεξέλεγκτο ρυθμό. Με σιγανή, πανικόβλητη φωνή, του είπε: «Είσαι τρελός». «Πιθανόν». Ξαφνικά ο Σεμπ χαλάρωσε. Ακουγόταν σχεδόν ευχαριστημένος. «Ποιος φταίει γι’ αυτό; Πάμε κάπου ήσυχα να το συζητήσουμε». «Όχι». Η απάντησή της ήταν σχεδόν κραυγή. Μερικά κεφάλια γύρισαν προς το μέρος τους. Ένιωσε τα μάγουλά της να βάφονται κόκκινα. «Δε σε εμπιστεύομαι», του είπε, τονίζοντας μία μία τις λέξεις. «Δεν έχουμε τίποτα να πούμε». Ο Σεμπ συνέχισε να την κοιτάζει με εκείνο τον εκνευριστικό τρόπο του. «Μπορεί να έχεις δίκιο», μουρμούρισε. Η Τζο κοίταξε τριγύρω της. Ο Τζέρι δεν είχε πάρει είδηση τίποτα. Εξακολουθούσε να κουβεντιάζει επαγγελματικά. «Πρέπει να πάω σπίτι. Ξυπνάω νωρίς. Είμαι κουρασμένη...» «Θα σε πάω εγώ», είπε ήρεμα ο Σεμπ. Τον κοίταξε τρομοκρατημένη. «Μα δεν μπορείς. Εννοώ... το πάρτι... οι καλεσμένοι... Τι θα πει ο κόσμος;» Το χαμόγελό του ήταν μελαγχολικό. «Θα πουν αυτό που λένε μήνες τώρα. Ότι δεν μπορώ να κρατήσω το μυαλό μου μακριά από σένα. Ή τα χέρια μου. Και ότι καλύτερα να κάνω κάτι γι’ αυτό, πριν σκοτώσω κανέναν». «Α», ήταν το μόνο που είπε η Τζο πριν σωπάσει. Ο Σεμπ έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Δεν την άγγιξε, αλλά η Τζο μπορούσε να νιώσει τη ζέστη του κορμιού του στο γυμνό δέρμα των ώμων της. Και, με τον τρόπο που την κοίταζε, το άγγιγμα δεν είχε καμιά σημασία. Ανατρίχιασε.


«Τζο. Ξέρω ότι ήσουν θυμωμένη», της είπε με σιγανή φωνή. «Είχες κάθε λόγο να είσαι. Και φοβισμένη. Είχες κάθε λόγο και γι’ αυτό. Μόνο που...» Δεν μπορούσε να αντέξει το έντονο βλέμμα του. Ήταν σαν να βρισκόταν στην αγκαλιά του. Και ο κόσμος γύρω άρχιζε να τους κοιτάζει. Ο Σεμπ φαινόταν να μην το προσέχει. Η Τζο έσφιξε τα δόντια. «Είμαι κουρασμένη. Έχω πολύ γεμάτο πρόγραμμα. Πάω σπίτι». Είχε κιόλας κάνει μεταβολή καθώς εκείνος της έλεγε: «Γυρίζεις στη φυλακή; Δε βγαίνει τίποτα έτσι, ξέρεις». Η βραχνή φωνή άγγιξε τα νεύρα της σαν χάδι. Δεν μπορώ να τον αφήσω να μου το κάνει αυτό, σκέφτηκε η Τζο. Δε θα τον αφήσω. Δεν απάντησε, ούτε κοίταξε πίσω. Καθιός διέσχιζε την αίθουσα, ο Σεμπ ήταν συνέχεια στο πλάι της. Ήταν σχεδόν σίγουρη ότι γελούσε. Είπε μια φορά το όνομά της μ’ εκείνον το σαγηνευτικό τόνο της φωνής του. Αλλά έδειχνε να το διασκεδάζει πραγματικά όταν εκείνη δε γύρισε καν το κεφάλι της. Μέχρι να φτάσει στην πόρτα, η Τζο έτρεμε από θυμό αλλά και από την επίδραση που εξακολουθούσε να ασκεί εκείνος πάνω της. «Είσαι ξεροκέφαλη γυναίκα», της είπε τελικά και τραβήχτηκε πίσω. Δεν ακουγόταν όμως απογοητευμένος, σκέφτηκε εκείνη.Ίσως απλώς δοκίμασε τη δύναμη της γοητείας του και, όταν έχασε το παιχνίδι, δεν τον ένοιαξε. Άφησε μήνυμα για τον Τζέρι σε ένα σερβιτόρο και ζήτησε από το θυρωρό να της φωνάξει ένα ταξί. Έφτασε σπίτι της όλο νεύρα επειδή ήταν το αντικείμενο διασκέδασης για τον Σεμπ Κόρμπελ. Μόλις όμως βρέθηκε στο μικρό διαμέρισμα, ο θυμός της πέρασε και τον διαδέχτηκε η στενοχώρια. Δεν ήταν κάτι καινούριο. Από την πρώτη μέρα που γύρισε από την Ισπανία, όπο-τε δεν ήταν τόσο κουρασμένη ώστε να πέφτει κατευθείαν για ύπνο, καθόταν με τις ώρες και βασανιζόταν από σκέψεις. Καλύτερα να μην είχε δεχτεί τη δουλειά, να μην είχε γνωρίσει ποτέ τον Σεμπ Κόρμπελ, να μην είχε ραγίσει έτσι την καρδιά της. Απελπισμένη, έχωσε το κεφάλι στα χέρια της. Όταν χτύπησε το κουδούνι της πόρτας, σήκωσε το θυροτηλέφωνο χωρίς πολύ ενδιαφέρον. Θα ήταν μάλλον ο γείτονάς της, που είχε ξεχάσει πάλι το κλειδί του. Η φωνή στην εξώπορτα ήταν περισσότερο από το συνηθισμένο ασυνάρτητη. Ο Φράνσις πρέπει να το έριξε στη διασκέδαση και να έχει πιει κάνα δυο ποτηράκια παραπάνω, σκέφτηκε η Τζο. Απόψε όλοι οι άνθρωποι διασκέδαζαν εκτός από κείνη. Πίεσε το κουμπί για να ανοίξει την πόρτα. Μουσική, σκέφτηκε. Αυτό είναι που χρειάζομαι. Κάτι ωραίο και ήρεμο. Βρήκε κάποιο δίσκο, τον έβαλε στο στερεοφωνικό και κάθισε στον παλιό καναπέ, ενώ η γλυκιά μελωδία του Χέντελ πλημμύριζε την ατμόσφαιρα. Είχε πιστέψει ότι ήταν ασφαλής. Είχε πιστέψει ότι, ύστερα από αυτό που της είχε κάνει ο πατριός


της, ύστερα από την απόρριψη των γονιών της, δε θα ήταν ποτέ ξανά ευάλωτη σε κανένα ανθρώπινο πλάσμα πόσω μάλλον να νιώθει λαχτάρα γι’ αυτό τον άντρα, που ήξερε πολύ καλά ότι δεν ήταν διαθέσιμος. Πώς μπόρεσε να φερθεί τόσο ανόητα; Μέσα σε λίγες ώρες αφότου γνώρισε τον Σεμπ έβλεπε τα πάντα διαφορετικά -τον εαυτό της, τον άγνωστο Τσιγγάνο που αναζητούσε τη λεία του. Εκείνη τη νύχτα στη φιέστα είχε κυριολεκτικά ριχτεί στον Τσιγγάνο. Δεν είχε κάνει ποτέ άλλοτε στη ζωή της κάτι τέτοιο. Ποτέ πριν γνωρίσει τον Σεμπ. Η Τζο πέρασε τα τρεμάμενα δάχτυλά της ανάμεσα στα μεταξένια μαλλιά της. Έπρεπε να αναζητήσει τα αίτια αυτής της συμπεριφοράς της. «Είναι άραγε αναπόφευκτο;» αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα. Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Τινάχτηκε απότομα, αλλά αμέσως μετά ηρέμησε. Δε θα ήταν η πρώτη φορά που ο Φράνσις ξεχνούσε το κλειδί του. Η Τζο είχε ένα εφεδρικό. Το πήρε από το συρτάρι του γραφείου της και πήγε ν’ ανοίξει. Μόλις γύρισε το πόμολο η πόρτα άνοιξε απότομα. Η Τζο έκανε πίσω και ο Σεμπ Κόρμπελ μπήκε στο δωμάτιο χαμογελαστός. «Δεν πρέπει ποτέ να ανοίγεις αν δεν ξέρεις ποιος είναι», της είπε αμέσως. Η Τζο τον κοίταζε σαν μαρμαρωμένη. Εκείνος έκλεισε την πόρτα με περίσσια ευγένεια και στηρίχτηκε πάνω της επιθεωρώντας την Τζο. Στον αέρα πλανιόταν η απαλή μουσική. Όλα ξαφνικά φαίνονταν ακίνητα γύρω τους. Ο Σεμπ δεν ήταν πια ντυμένος άψογα. Κάπου στο ενδιάμεσο είχε βγάλει το παπιγιόν του, και το σακάκι του σμόκιν του ήταν ριγμένο ανέμελα στον ώμο του. κρεμασμένο από το δάχτυλό του. Τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα και τραβηγμένα προς τα πίσω, σαν να τα είχε ισιώσει με το χέρι του. Φαινόταν γεμάτος ζωή, έτοιμος να ορμήσει. Έμοιαζε με τον Τσιγγάνο. Η Τζο έφερε το χέρι της στο λαιμό της. «Ποιος;...» άρχισε να λέει. Αλλά εκείνος δεν την άφησε να τελειώσει. Απλωσε το χέρι του και έβαλε τον αντίχειρά του στα χείλη της. Η Τζο ένιωσε να ριγεί σύγκορμη. Κάθε λέξη που είχε σκεφτεί να πει ξαφνικά έφυγε από το κεφάλι της. «Κανείς δε σε πρόδωσε. Έχεις καλούς φίλους, να είσαι σίγουρη γι’ αυτό. Ακολούθησα το ταξί σου. Πάντα ήθελα να το κάνω και απόψε τα κατάφερα. Πέρασα κάνα δυο κόκκινα φανάρια, αλλά τι σημασία έχει;» Μιλούσε ανάλαφρα, αλλά τα μάτια του δε γελούσαν. Ήταν γεμάτα πάθος. «Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε η Τζο με μια φωνή ξένη. Της χάρισε εκείνο το χαμόγελο που την έκανε να λιώνει και, πετώντας το σακάκι του κάτω, κράτησε το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια του. «Είπες ότι δεν ήθελες να μιλήσουμε», της απάντησε. «Έτσι, έπρεπε να επινοήσω κάτι». Έσκυψε και τη φίλησε προστατευτικά, τρυφερά, με έναν τρόπο που την έκανε να θέλει να φωνάξει.


«Καμιά πρόταση;» μουρμούρισε γελαστά εκείνος, με το στόμα του στο δικό της. Η Τζο έκλεισε τα μάτια. «Σεμπ. Ξέρω πως νομίζεις ότι είμαι σκληρή, αλλά κάνεις λάθος. Σε παρακαλώ, μη μου το κάνεις αυτό. Δε βλέπεις; Δεν μπορώ να το αντέξω». Δεν προσποιήθηκε πως δεν καταλαβαίνει. «Τζο, αγάπη μου, δεν έχω άλλη επιλογή». Την κράτησε μακριά του και την κοίταξε στα μάτια. Αυτό που είδε εκείνη στο πρόσωπό του της έκοψε την ανάσα. «Και, νομίζω, ούτε εσύ έχεις», της είπε τρυφερά. Η Τζο ένιωσε μια ντροπή να την κατακλύζει καθώς εκείνος την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Αγάπη μου, άκουσέ με. Ακουσέ με μια φορά», επανέλαβε καθώς εκείνη προσπάθησε να ξεγλιστρήσει. «Ξέρω ότι η ταινία ήταν μια άσχημη εμπειρία για σένα για πολλούς λόγους, που για μερικούς φταίω εγώ. Μπορείς, αν θέλεις, να το ξεχάσεις. Αυτό όμως που θα σου πω είναι πολύ σημαντικό για να το αγνό-ήσεις. Μπορεί να μη θέλεις να το παραδεχτείς, αλλά το ξέρεις, έτσι δεν είναι; Εκείνη τη νύχτα στη φιέστα, αν δεν είχαν έρθει ο Σάιμον και η Αννα Μπεθ, θα είχαμε μείνει μαζί. Και οι δυο το ξέρουμε αυτό». Δεν έμοιαζε με τον Τσιγγάνο. Ήταν ο Τσιγγάνος! Γι’ αυτό της φαινόταν πάντα τόσο γνώριμος. Γιατί δεν τον είχε αναγνωρίσει πριν; Ή μήπως δεν επέτρεπε στον εαυτό της να τον αναγνωρίσει; Μήπως είχε καταλάβει βαθιά μέσα στο υποσυνείδητό της ότι η έλξη που ένιωθε για κείνον από την πρώτη στιγμή ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να του αντισταθεί; ΓΓαυτό, για να προστατέψει τον εαυτό της τις εργάσιμες ώρες, έπρεπε να διαχωρίσει το δυναμικό σκηνοθέτη από το φανταστικό εραστή; «Ήμουν ανόητη», είπε αργά. Ο Σεμπ την κράτησε πάνω του. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα καθώς εκείνος έγερνε το πρόσωπό του στα μαλλιά της. «Όχι μόνο εσύ. Όταν κατάλαβα τι σκάρωνε εκείνο το εγκληματικό θηλυκό, μου ήρθε να κάνω φόνο», είπε ο Σεμπ. «Θα μπορέσεις ποτέ να με συγχωρήσεις;» «Εγκληματικό θηλυκό;» επανέλαβε σαν ηχώ η Τζο. «Μα... εννοείς την Άννα Μπεθ Άρντεν;» Τα χείλη του κινήθηκαν στο μέτωπό της. «Μμμ; Φυσικά αυτή εννοώ», είπε αφηρημένα. Η Τζο τραβήχτηκε μακριά του. «Σεμπ Κόρμπελ, αν συνεχίσεις να το παίζεις αφηρημένος σκηνοθέτης τώρα μ’ εμένα, ορκίζομαι ότι θα σε στραγγαλίσω», του είπε άγρια. «Νόμιζα ότι ήσουν ερωτευμένος με την κοπέλα». «Τι;» Η έκπληξή του δεν έδειχνε να έχει δόση υποκρισίας. Την κοίταξε. «Γιατί στην ευχή;... Ακόμα και προτού έρθεις, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από σκέτος μπελάς. Όλοι το ήξεραν. Πώς μπόρεσες να νομίσεις;...» Σταμάτησε και την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Όχι. Μη μου πεις. Ασε με να μαντέψω. Αυτή η περιβόητη φήμη μου. Ο Τζέρι μου μίλησε γι' αυτό από την πρώτη στιγμή. Πώς μπόρεσες να φερθείς τόσο ανόητα; Δυο αισχρά άρθρα σε μερικές παλιοφυλλάδες, και με θεώρησες τον Δον Ζουάν του εικοστού αιοινα!» Η Τζο του έριξε ένα αυστηρό βλέμμα. «Δε διαβάζω αισχρά άρθρα», είπε με αξιοπρέπεια. «Μου το είπαν. Όλες οι γυναίκες που σε περιτριγυρίζουν στη δουλειά είναι ερωτευμένες μαζί σου. Και σ’


άρεσε αυτό». Ένα αμυδρό κοκκίνισμα φάνηκε στα ψηλά ζυγωματικά του. Ο Σεμπ έστρεψε αλλού το βλέμμα του. «Λοιπόν, μπορεί κάποτε. Στην πρώτη μου ταινία. Ήμουν πολύ νέος και πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό μου. Αλλά, προς Θεού, αυτό ήταν πριν δεκαπέντε χρόνια. Είναι αντίθετο με τις αρχές μου να έχω σεξουαλικές σχέσεις με τις συναδέλφους μου. Γιατί νομίζεις ότι θύμωσα τόσο όταν διαπίστωσα ότι ήμουν ερωτευμένος μαζί σου;» «Νόμιζα ότι ήσουν θυμωμένος μαζί μου», του είπε ουδέτερα. Αναστέναξε. «Φυσικά ήμουν. Γιατί με έκανες να νιώθω έτσι παρά τις αρχές μου. Αναστάτωνες μια ταινία που ήταν ήδη άνω κάτω. Όταν έπρεπε να συγκεντρωθώ στη δουλειά που είχα μπροστά μου. Ξέρεις ότι, ενώ δούλευα τα βράδια πάνω στις σκηνές της επόμενης μέρας, αναγκαζόμουν να παλεύω με τον εαυτό μου να καταπνίξω τη λαχτάρα να έρθω στο δωμάτιό σου;» «Όχι», αποκρίθηκε η Τζο. «Δεν το ήξερα». «Ευτυχώς. Φοβόμουν ότι φαινόταν ολοκάθαρα. Ο Κάρλος το είδε πάντως. Και αυτή η αναθεματισμένη κοπέλα ήθελε όλη την προσοχή μου». «Και την πήρε», είπε δύστροπα η Τζο. Μόλις το ξεστόμισε μετάνιωσε. Έδειχνε φανερά ζήλια. Ο Σεμπ την κοίταξε με ενδιαφέρον. «Α, ώστε αυτό σκέφτη-κες», είπε με κάποια ικανοποίηση. «Δες το από τη δική μου σκοπιά. Είναι ελκυστική, με κάμποσο ταλέντο και έχει τρομερή δημοσιότητα στην Αμερική. Δε φαινόταν να είναι άσχημη επιλογή, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι δεν ήθελα νούμερο ένα σταρ. Πάντως, αν ήξερα πως ο άντρας της είχε μερίδιο στην υπόθεση, δε θα τη διάλεγα. Έτσι δίνω όπλα στους χρηματοδότες. Αλλά όταν το διαπίστωσα ήταν αργά πια. Και όταν έφτασες είχαν ήδη γίνει όλα άνω κάτω. Δεν είχα τα περιθώρια να τσακωθώ μαζί της». «Έδειχνε να σε κάνει ό,τι θέλει. Νόμιζα ότι ήταν έρωτας». «Αυτό», είπε αυτάρεσκα ο Σεμπ, «δείχνει πόσο λίγα πράγματα ξέρεις για τον έρωτα. Όπως ακριβώς το υποπτευόμουν. Έλα εδώ». Πήγε κοντά του. «Εκείνη την πρώτη νύχτα», του είπε με δυσκολία, «ήσουν έξω με την Αννα Μπεθ. Σε είδα να τη φέρνεις πίσω. Ήταν όλο κέφι. Χόρευε σχεδόν. Νόμιζα... δηλαδή, δε σε αναγνώρισα. Νόμιζα ότι ήσουν Τσιγγάνος». «Την πήγα να δει λίγο φλαμέγκο», είπε εκείνος ανυπόμονα. «Δεν είχε καθόλου την αίσθηση του χορού...» Σταμάτησε. Τα μάτια του φωτίστηκαν και χαμογέλασε πονηρά. «Δε με αναγνώρισες; Τι συνέβη λοιπόν στη φιέστα; Θέλεις να πεις ότι δε με αναγνώρισες ούτε τότε;» Η Τζο έγινε κατακόκκινη. «Δεν είναι περίεργο», είπε μέσα από τα δόντια της. «Ούτε αστείο. Δεν ήσουν ο ίδιος εκείνη τη νύχτα. Ούτε συμπεριφερόσουν το ίδιο. Ήταν σκοτάδι...» Αλλά ο Σεμπ γελούσε ασταμάτητα. «Τι νόμιζες λοιπόν ότι έκανες στη φιέστα; Παραλίγο να κάνουμε έρωτα κάτω από τα δέντρα εκεί πέρα. Θέλεις να πεις ότι νόμιζες πως ήμουν άγνωστος; Και έχεις το θράσος να παραπονιέσαι για τη φήμη μου;»


«Δε... σκεφτόμουν... Έχασα τον έλεγχο...» «Σίγουρα», συμφώνησε γελώντας ο Σεμπ. «Σταμάτα να γελάς σε βάρος μου, πανάθεμά σε. Πέρασα φρι-κτές ώρες να σκέφτομαι συνέχεια ότι είχα γίνει ασύδοτη», σφύριξε η Τζο. «Ήξερα ότι έφταιγες εσύ φυσικά...» «Ενδιαφέρον», είπε ο Σεμπ. Την τράβηξε κοντά του ξανά. «Δε με αναγνώρισες, αλλά έφταιγα εγώ». Η Τζο προσπάθησε να αποτραβηχτεί από το στήθος του. «Δε χρειάστηκε να σε αναγνωρίσω. Εκείνη τη νύχτα τουλάχιστον. Μου κολλούσες συνέχεια. Με άγγιζες, με έκανες να σκέφτομαι για τα αισθήματά μου. Κι εκείνη τη νύχτα που με άκουσες να κάνω θόρυβο και ήρθες στο δωμάτιό μου... θυμάσαι; Ποτέ μου δεν είχα πει σε κανένα για τον εφιάλτη. Ξαφνικά ένκοθα τόσο... ευάλωτη». Ο Σεμπ δε γελούσε πια. «Ναι. Αυτή ήταν μάλλον μια αποκάλυψη. Και για τους δυο μας, θα ’λεγα. Όταν δηλαδή ανακάλυψα πόσο σοβαρό ήταν για μένα». Σήκωσε το χέρι του και παραμέρισε τρυφερά τα μαλλιά της από το μέτωπό της. Το χέρι του, διαπίστωσε με έκπληξη η Τζο, έτρεμε. «Σε θέλω, Τζο. Σε χρειάζομαι, νομίζω. Σίγουρα χρειάζομαι να 'μαι μαζί σου. Ποτέ μου... Υπήρξαν γυναίκες, δεν το αρνούμαι. Περνούσαμε απλώς ωραία. Ήταν αμοιβαίο κανείς δεν πληγώθηκε. Εσύ όμως μπόρεσες να με πληγώσεις. Ασχημα δυστυχώς». Ήταν τόσο απρόσμενο, που η Τζο δεν είχε τίποτα να πει. Τον κοίταξε στο πρόσωπο. Στα μάτια του καθρεφτιζόταν η ειλικρίνεια αλλά και η αγωνία. Ο Σεμπ Κόρμπελ έχασε την ψυχραιμία του επιτέλους, συλλογίστηκε. Αναστέναξε. Χωρίς βιασύνη τεντώθηκε και τον φίλησε. Για μερικές στιγμές σφίχτηκε πάνω του, με την καρδιά της να χτυπάει τρελά. Όταν τελικά χώρισαν, ανάσαιναν κι οι δυο τους βαριά. «Λοιπόν;» της είπε εκείνος σχεδόν βλοσυρά. «Αυτό είναι. Για πότε ο γάμος; Όχι αργότερα από τρεις βδομάδες. Μετά πρέπει να βρίσκομαι στο Λος Άντζελες». Η Τζο έμεινε κολλημένη πάνω του προσπαθώντας να χωνέψει αυτό που της είπε. «Ο γάμος;» ρώτησε αβέβαια. Τα μάτια του έλαμψαν. «Είμαι πολύ γέρος για την μποέμικη ζωή σου», την πείραξε. «Θέλω γάμο και δέσμευση. Τέρμα τα σκάνδαλά σου με ανώνυμους Τσιγγάνους στη Μεσόγειο. Είναι καιρός να τακτοποιηθείς. Θα μπορούσα», πρόσθεσε, φανερά ευχαριστημένος με την ιδέα, «να σε διορθώσω ίσως». Με μια γρήγορη κίνηση που η Τζο δεν μπόρεσε να την προβλέψει, την πήρε στα χέρια του. «Από δω είναι η κρεβατοκάμαρα;» τη ρώτησε. Όταν την άφησε στο κρεβάτι, για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωθε σιγουριά και γαλήνη. Τον βοήθησε να ξεκουμπώσει το πουκάμισό του και ρίγησε από ευχαρίστηση με την αίσθηση του ζεστού του δέρματος κάτω από τα δάχτυλά της. Εκείνος έσκυψε και φίλησε τρυφερά τον ώμο της. Καθώς σήκωνε το κεφάλι του, η Τζο γύρισε το στόμα της και βρήκε το δικό του σε ένα γλυκό, ατέλειωτο φιλί. Έναν αιώνα αργότερα μισοκοιμόταν στον ώμο του. Εκείνος είχε το ένα χέρι του γύρω της, ενώ με το άλλο παραμέριζε τρυφερά τα μαλλιά της από το πρόσωπό της. Τον ένιωσε να την παρακολουθεί


και του χαμογέλασε, παρ’ όλο που τα μάτια της ήταν κλειστά. «Με κάνεις να νιώθω υπέροχα», του είπε νυσταγμένα. Μετά, μια ενοχλητική σκέψη πέρασε από το μυαλό της. «Σεμπ, δε φαντάζομαι να με θεωρείς συμφεροντολόγα;» του είπε. «Συνέχεια έλεγες πόσο ακριβά με πλήρωνες». «Το έκανα για να θυμίζω στον εαυτό μου ότι ήσουν στη μι-σθοδοτική κατάσταση και έπρεπε να κρατηθώ μακριά σου», είπε ξερά. «Ξέχασέ το. Και ο Τζέρι μου είπε για το σπίτι του παππού σου. Ωραίους συγγενείς έχεις», την πείραξε. «Ευτυχώς έχω όχι μόνο αρκετά λεφτά για να ξεπληρώσω εκείνη την υποθήκη πριν διαλυθείς από την πολλή δουλειά, αλλά και μια πρώτης τάξεως οικογένεια, που σίγουρα θα σ’ αρέσει». Η Τζο χαμογέλασε μισοκοιμισμένη. «Ήθελα μόνο...» Της χάιδεψε τα μαλλιά. «Ναι, αγάπη μου; Τι θέλεις; Ένα ταξίδι στο φεγγάρι; Ένα κάστρο στο βυθό της θάλασσας; Μια μαγική κιθάρα;» Η Τζο αναστέναξε. Φίλησε τον ώμο του. «Όχι, ήθελα μόνο... να, θέλω να πω, εκείνη τη νύχτα στη φιέστα. Ήμουν ξεδιάντροπη. Ήθελα μόνο», συνέχισε βιαστικά, «να μην το είχα κάνει εγώ πρώτη. Θέλω να πω, εσύ ήσουν πάντα τόσο ψύχραιμος. Θα ήταν ωραία», είπε σκεφτικά, «αν είχες χάσει τον έλεγχό σου πριν. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις τι εννοώ». Κάτω από το μάγουλό της, το στήθος του τραντάχτηκε από το γέλιο. «Δεν είσαι και πολύ απελευθερωμένη, βλέπω», την πείραξε. Η Τζο έκλεισε σφιχτά τα μάτια της. «Δε συζητάω τα δικαιώματα των γυναικών όταν κάνω έρωτα με έναν άντρα για πρώτη φορά», είπε με αξιοπρέπεια. Τη φίλησε τρυφερά. «Μ’ εμένα για πρώτη φορά; Αυτό μου φτάνει», είπε. «Και ξέρεις», παραδέχτηκε, «φοβάμαι ότι μπορεί να σε παρέσυρα λίγο». Η Τζο ξαφνιάστηκε αρκετά για να ανοίξει τα μάτια της. Ήταν σκυμμένος πάνω της, με τα καστανά μάτια του να λάμπουν. Τη φίλησε ξανά. «Δε σε διόρθωσα τότε, αλλά δεν ήρθα στο δωμάτιό σου εκείνη τη νύχτα επειδή είχες εφιάλτη. Ήταν στην πραγματικότητα ένας αρκετά ήσυχος εφιάλτης». Η Τζο γούρλωσε τα μάτια. «Εννοείς;...» «Αχά. Έχασα τη μάχη». Ο Σεμπ ήταν φανερά μεταμελημένος. «Φαίνεται, έχει γίνει συνήθεια. Καλύτερα να παντρευτούμε σύντομα». Η Τζο ζάρωσε τη μύτη της. «Δε μου λες, ποιον διορθώνεις τώρα; Εμένα ή εσένα;» «Και τους δύο», είπε εκείνος αποφασιστικά. «Δέχεσαι λοιπόν; Πότε;» Η Τζο έκλεισε τα μάτια της ξανά. Η νύστα την κυρίευε. «Ναι», είπε λίγο πριν βυθιστεί στον ύπνο. «Όποτε πεις».


Γύρισε λίγο και κούρνιασε στη ζεστή αγκαλιά του. Θυμήθηκε με έκπληξη ότι κάποτε το φοβόταν αυτό. «Δόξα τω Θεώ», είπε ο Σεμπ τρυφερά στο αυτί της. «Τουλάχιστον σταμάτησες να πηγαίνεις κόντρα στο σκηνοθέτη». Αλλά η Τζο κοιμόταν. ΤΕΛΟΣ

Μια Ακόμα Κατάκτηση CHARLOTTE LAMB Μετάφραση: Βανέσσα Λάππα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 «Αυτή δεν είναι η Πάτι;» ρώτησε ο Ρομπ κοιτάζοντας το ζευγάρι που καθόταν σε μια γωνιά του μπαρ. Η Λόρεν προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή του σερβιτόρου για να του θυμίσει ότι είχαν ζητήσει το λογαριασμό, αλλά εκείνος, ενώ άλλες φορές στριφογύριζε γύρω από το τραπέζι της όπως η μέλισσα στο μέλι, απόψε ήταν μόνος στο γεμάτο κόσμο μπαρ και είχε να κάνει πολλά πράγματα. Η Λόρεν δεν ήταν συνηθισμένη να περνάει απαρατήρητη. Τα ξανθά μαλλιά, τα καταπράσινα μάτια κι η λεπτή σιλουέτα της τραβούσαν τους άντρες σαν μαγνήτης. Απόψε όμως ήταν πολύ βιαστική. Έπρεπε να γυρίσει στο γραφείο της. να τελεκυσει ένα μακροσκελές άρθρο για την ιστορία των γυναικείων εσωρούχων και να το παραδώσει στις δέκα. Ήταν ήδη οχτώμισι κι έπρεπε να βρίσκεται στο τυπογραφείο στις δέκα και μισή. «Η Πάτι;» είπε χαμογελώντας αυθόρμητα. «Πού είναι;» Οι δυο κοπέλες ήταν καλές φίλες και δούλευαν στο ίδιο περιοδικό μέχρι πριν από έξι μήνες, όταν η Πάτι αποφάσισε να ζητήσει μετάθεση. Ωστόσο βλέπονταν στο γυμναστήριο, έβγαιναν συχνά μαζί για φαγητό και πήγαιναν στα ίδια πάρτι. Ο κόσμος τους ήταν πολύ μικρός. Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι του Λονδίνου γνωρίζονταν μεταξύ τους. Πέρα από τον επαγγελματικό ανταγωνισμό και την αφοσίωση στα έντυπά τους, πολλοί συνδέονταν με στενή φιλία. «Δεξιά σου, πίσω από τα ψεύτικα φοινικόδεντρα», είπε ο Ρομπ. Όταν η Λόρεν είδε τη φίλη της. έμεινε εμβρόντητη. «Δεν μπορώ να το πιστέψω!» είπε σαστισμένη. «Αυτή δεν είναι;» τη ρώτησε έκπληκτος ο Ρομπ. «Και βέβαια», απάντησε η Λόρεν.


«Ποιος είναι εκείνος ο τύπος; Πάντως δεν πρέπει να είναι ο άντρας της. Σωστά;» «Σωστά», απάντησε απότομα η Λόρεν. «Ήμουν βέβαιος!» είπε θριαμβευτικά ο Ρομπ, που η αδυναμία του να συγκρατεί ονόματα και φυσιογνωμίες συχνά τον έβαζε σε μπελάδες. «Θυμάμαι καλά τον Λούις Σάβιλ και σκέφτηκα πως εκείνος ο τύπος δεν του μοιάζει, μόλο που κι οι δύο είναι ψηλοί και μελαχρινοί. Ξέρεις όμως πόσο κακή μνήμη έχω!» «Όχι, δεν είναι ο Λούις», είπε η Λόρεν κοιτάζοντας αφηρημέ-νη την Πάτι να σκύβει προς το μέρος του άντρα που καθόταν απέναντι της και να του χαμογελά με μια έκφραση που δεν άφηνε περιθώρια για αμφιβολίες. «Φοβάμαι ότι η Πάτι τρελάθηκε!» «Υποψιάζεσαι, όπως κι εγώ, ότι κάτι τρέχει με τον τύπο;» τη ρώτησε συνωμοτικά ο Ρομπ. «Ποιος είναι, τέλος πάντων;» «Ο Σαμ Χάρντι!» αποκρίθηκε πικρόχολα η Λόρεν. «Ο Σαμ Χάρντι;» επανέλαβε ο Ρομπ σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός. «Ο πολεμικός ανταποκριτής;» «Μόνο ένας Σαμ Χάρντι υπάρχει», απάντησε η Λόρεν σφίγγοντας τα δόντια. Ο Ρομπ κοίταξε έκπληκτος τον άντρα που καθόταν στην άλλη άκρη της αίθουσας. «Μάλιστα», είπε χαμηλόφωνα. «Έχω δει τη φωτογραφία του στην εφημερίδα, αλλά ποτέ δεν είχε τύχει να τον συναντήσω. Δυο χρονιές συνέχεια κέρδισε το Βραβείο του Καλύτερου Φωτορεπόρτερ και καμιά άλλη εφημερίδα δεν μπορεί να τον ανταγωνιστεί σε αποκλειστικότητες. Ο μπαμπάς λέει ότι έχει την ικανότητα να ‘μυρίζεται’ τις ειδήσεις. Ξέρει σε ποιο μέρος του κόσμου πρόκειται να συμβεί κάτι και φτάνει εκεί την κατάλληλη στιγμή. Θα προτιμούσε να χάσει τη μισή περιουσία του παρά τον Σαμ Χάρντι. Όταν τον χτύπησαν στο Λίβανο, ο μπαμπάς έστειλε αμέσως το ιδιωτικό του τζετ με μια ομάδα από τους πιο διάσημους γιατρούς, όπως θα έκανε αν επρόκειτο για κάποιον από την οικογένειά μας». «Σίγουρα είναι τρελή αν έμπλεξε μαζί του», είπε αγανακτι-σμένη η Λόρεν. «Τη θεωρούσα πιο έξυπνη. Ξέρει πολύ καλά ότι ο Σαμ Χάρντι είναι διάσημος γυναικάς. Γύρισε στην Αγγλία τον περασμένο Οκτώβρη και, πριν περάσουν έξι μήνες, η φήμη του απλώθηκε σαν επιδημία σ’ ολόκληρο το Λονδίνο. Συνήθως η ασθένεια δεν κρατάει πολύ, αλλά, απ’ ό,τι μου έχουν πει, αφήνει μια μικρή εξάντληση για λίγο καιρό». «Μιλάς σαν να τον ξέρεις καλά», είπε ο Ρομπ γελώντας δυνατά. «Μήπως πέρασες κι εσύ αυτή την επιδημία, Λόρεν;» Για μια στιγμή τα καταπράσινα αμυγδαλωτά της μάτια σκοτείνιασαν. «Κάποτε φοβήθηκα ότι δε θα τη γλίτωνα», απάντησε και ξανακοίταξε τον Ρομπ χαμογελώντας πονηρά. «Αλλά πήρα τις κατάλληλες προφυλάξεις και τελικά κατόρθωσα να την αποφύγω». Το ύφος της έκανε τον Ρομπ να γελάσει. Δε ζήλευε ποτέ και δεν υπήρχε περίπτωση να νιώσει άσχημα! Τα μαλλιά του ήταν ξανθά, όπως και της Λόρεν, αλλά πιο σκούρα, σχεδόν χρυσαφένια, και


τα μάτια του ανοιχτά πράσινα σαν το χορτάρι της άνοιξης. Ήταν όμορφος, λεπτός και φορούσε πάντοτε κομψά ρούχα, που κολάκευαν το αισθησιακό κορμί του. Δεν είχε κανένα λόγο να νιώθει ανασφάλεια και να φοβάται τον ανταγωνισμό. Αντίθετα, είχε κάθε δικαίωμα να ξεχειλίζει από σιγουριά. Ο Ρομπ ήταν γοητευτικός και πλούσιος. Πολλές φορές η Λόρεν είχε αναρωτηθεί γιατί είχε διαλέξει εκείνη ανάμεσα σε χιλιάδες πιο όμορφες και ενδιαφέρουσες γυναίκες. Δυστυχώς το ίδιο αναρωτιόταν κι ο πατέρας του Ρομπ, που θεωρούσε την επιλογή του γιου του ένα δυσάρεστο μυστήριο. Αρνιόταν να συναντήσει τη Λόρεν και, φυσικά, δε θα δεχόταν ποτέ να την αναγνωρίσει σαν νύφη του. Ωστόσο εκείνη δεν τον κατηγορούσε. Στο κάτω κάτω, δεν ήταν παρά μια εργαζόμενη κοπέλα που καταγόταν από μια μικροαστική οικογένεια. Ο Τσαρλς Κόρνουελ ήταν ο βασιλιάς του Τύπου, ο ιδιοκτήτης των περισσότερων εφημερίδων και περιοδικών ολόκληρης της χώρας. Ονειρευόταν ένα σπουδαίο γάμο για το μονάκριβο γιο και κληρονόμο του. Από την άλλη μεριά ο Ρομπ πίστευε ότι τελικά θα κατάφερνε να πείσει τον πατέρα του. Ίσως είχε δίκιο να είναι αισιόδοξος, αφού ο Τσαρλς Κόρνουελ ποτέ δεν τον είχε εμποδίσει να κάνει αυτό που ήθελε. Η Λόρεν όμως δεν ήθελε να γίνει αιτία διαμάχης πατέρα και γιου, κι αυτό ήταν το μοναδικό σύννεφο στον καταγάλανο ουρανό της ζωής της. Έτρεμε στην ιδέα πως μια μέρα η τύχη και η ευτυχία της θα την εγκατέλειπαν. «Λοιπόν», είπε ανέμελα ο Ρομπ, «τον παράτησες;» «Του γύρισα την πλάτη», απάντησε εκείνη χαμογελώντας. «Το σπουδαιότερο είναι πως έπαθα ανοσία και δεν κινδυνεύω πια!» «Το ελπίζω, αγάπη μου!» είπε ο Ρομπ ανασηκώνοντας κοροϊδευτικά το ένα του φρύδι. Ποτέ δεν είχε φοβηθεί ότι θα έχανε τη Λόρεν εξαιτίας κάποιου άλλου, γιατί κανείς δεν ήταν ικανός να πάρει από τον Ρομπ αυτό που ήθελε. Ήταν κακομαθημένος από παιδί. «Ο Σαμ Χάρντι δε δοκιμάζει άλλη φορά την τύχη του», απο-κρίθηκε ήρεμα η Λόρεν. «Καμιά δεν έχει δεχτεί δεύτερη επίθεση! Απλά δεν περίμενα ότι η Πάτι θα έκανε την ανοησία να μπλέξει μαζί του». «Μπορεί να συναντήθηκαν τυχαία», υπέθεσε ο Ρομπ. «Μπορεί να συνεργάζονται σε κάποια έρευνα και να ήρθαν εδώ για να συζητήσουν». «Ισως», είπε η Λόρεν. «Εμένα πάντως η συζήτησή τους δε μου φαίνεται επαγγελματική». Η Πάτι κυριολεκτικά καταβρόχθιζε με το βλέμμα τον άντρα που καθόταν απέναντι της. «Ας ελπίσουμε ότι ο Λούις δε θα το μάθει», είπε ο Ρομπ τη στιγμή που ο σερβιτόρος έφερνε το λογαριασμό τους. Η Λόρεν έσμιξε τα φρύδια και το πρόσωπό της σκοτείνιασε. Ήταν αλήθεια πως συμπαθούσε τον Λούις Σάβιλ όσο και τη γυναίκα του. Κι ακόμα δούλευε μαζί του στο περιοδικό Ούλτρα, στο οποίο ο Λούις ήταν οικονομικός διευθυντής. Αυτός άλλωστε ήταν ο λόγος που η Πάτι είχε ζητήσει μετάθεση σε άλλο έντυπο. Φοβόταν ότι, αν συνέχιζε να εργάζεται στον ίδιο χώρο μ’ εκείνον, σύντομα θα αντιμετώπιζαν προβλήματα στη συζυγική τους ζωή. Μια μέρα είχε εξομολογηθεί στη Λόρεν ότι είχε αρχίσει να κουράζεται, προσθέτοντας ότι βαριέσαι ακόμα και το καλύτερο πράγμα όταν το βλέπεις συνέχεια.


Κι αν ο γάμος τους δεν πήγαινε καλά πριν ακόμα εμφανιστεί ο Σαμ Χάρντι; Η σκέψη αυτή έκανε την καρδιά της Λόρεν να σφιχτεί από λύπη. Έπαιρνε όρκο πως η Πάτι κι ο Λούις Σάβιλ ήταν ένα τέλειο ζευγάρι. Η Πάτι ήταν λεπτοκαμωμένη, όμορφη και λογική, κι ο Λούις διορατικός, πανέξυπνος και δυναμικός. Κι όμως ο γάμος τους είχε προφανώς πάψει να είναι τέλειος. Διαφορετικά, για ποιο λόγο θα έβγαινε ο Σαμ Χάρντι με την Πάτι; «Πάμε;» ρώτησε ο Ρομπ μόλις πλήρωσε το λογαριασμό. Η Λόρεν έγνεψε καταφατικά και διώχνοντας τα ερωτήματα που στριφογύριζαν στο μυαλό της σηκώθηκε, πήρε την τσάντα της και κούμπωσε με χάρη την κομψή ζακέτα του μαύρου μεταξωτού ταγέρ της. Ήταν ένα γλυκό ανοιξιάτικο βράδυ, γι’ αυτό είχαν έρθει με τα πόδια από το γυάλινο ουρανοξύστη, όπου στεγάζονταν οι περισσότερες εφημερίδες και τα περιοδικά του Κόρνουελ, μέχρι το μπαρ που βρισκόταν στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Η απόσταση που χώριζε τα δύο κτίρια ήταν ελάχιστη κι η Λόρεν δεν είχε πάρει το παλτό της. Ο Ρομπ άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί ράθυμα στη σιλου-έτα της. «Είσαι πολύ σέξι», της ψιθύρισε απαλά. «Ευχαριστώ», απάντησε εκείνη παίζοντας παιχνιδιάρικα τις βλεφαρίδες της. «Το ίδιο κι εσύ». «Κι ακόμα, ξέρεις να φλερτάρεις!» είπε εκείνος χαμογελώντας πλατιά. «Ρούμπος!» αποκρίθηκε γελώντας η Λόρεν. «Ακολουθήστε με, δεσποινίς!» Ο Ρομπ, περνώντας το χέρι του γύρω από τη λεπτή μέση της, την οδήγησε στην έξοδο, όπου λίγο έλειψε να πέσουν πάνω στην Πάτι και τον Σαμ Χάρντι. Το πρόσωπο της Πάτι έγινε κατακόκκινο και απέφυγε να συναντήσει το βλέμμα της Λόρεν. Εκείνη έμεινε ακίνητη, κοιτάζοντας την άλλη κοπέλα, που έμοιαζε με τρομαγμένο λαγό έτοιμο να το βάλει στα πόδια. Χωρίς αμφιβολία, σκέφτηκε η Λόρεν, εκείνος δε δίνει δεκάρα γι’ αυτή την τυχαία συνάντηση. Ο Σαμ Χάρντι περηφανευόταν πως κατόρθωνε να παραμένει ψύχραιμος ακόμα και τις πιο κρίσιμες στιγμές. Γι' αυτό άλλωστε τον είχαν πυροβολήσει στο Λίβανο. Αντί να κρυφτεί πίσω από κάποιον τοίχο, όπως κάθε λογικός άνθρωπος, την ώρα που τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα αντάλλασσαν πυρά, εκείνος είχε προτιμήσει να τρέχει ανάμεσά τους παίρνοντας φωτογραφίες. Θα χρειαστεί να επιστρατεύσει όλη την ψυχραιμία του. σκέφτηκε η Λόρεν, όταν ο άντρας της Πάτι ανακαλύψει τι γίνεται πίσω από την πλάτη του! «Απίστευτο κι όμως αληθινό!» μουρμούρισε ο Σαμ αφήνοντας τα γκρίζα μάτια του να ταξιδέψουν αργά στο κορμί της Λόρεν. «Έχω καιρό να σε δω. Τι κάνεις;» «Καλά», του πέταξε μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο η Λόρεν. «Καταπληκτικό ταγέρ!»


«Ευχαριστώ», είπε εκείνη σφίγγοντας τα δόντια. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο χέρι του Ρομπ γύρω από τη μέση της. «Πάω στοίχημα ότι κάθε άντρας που σε βλέπει μ’ αυτό το ταγέρ θ’ αναρωτιέται αν φοράς τίποτα από μέσα! Είναι τόσο εφαρμοστό...» Πραγματικά δεν ήταν το είδος του ταγέρ που φοριέται με μια λευκή διακριτική μπλούζα. Το απαλό μετάξι χάιδευε προκλητικά κάθε καμπύλη του κορμιού της. Ήταν άψογα ραμμένο, με μικρά πέτα που σταύρωναν χαμηλά και με τέλεια εφαρμογή στη μέση. Η φούστα ήταν ίσια, στενή και σέξι. Της είχε κοστίσει μια μικρή περιουσία πριν από ένα μήνα στο Παρίσι, αλλά ποτέ δε θα μετάνιωνε για την αγορά της. Από μέσα φορούσε εσώρουχα από διάφανο μαύρο μετάξι και δαντέλα, αγορασμένα επίσης στο Παρίσι. Βλέποντας τον Σαμ Χάρντι να τη γδύνει με το βλέμμα του, ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Ωστόσο δεν είχε σκοπό να καβγαδίσει μαζί του στο μπαρ που σύχναζαν οι περισσότεροι συνάδελφοί τους. Αν χρειαστεί ποτέ να αντιμετωπίσω τον Σαμ Χάρντι, καλύτερα να διαλέξω μόνη μου το μέρος, σκέφτηκε η Λόρεν και στράφηκε προς την Πάτι, που τα καστανά της μάτια άστραφταν προκλητικά. «Γεια σου, Πάτι», της είπε παγερά. «Γεια», ψέλλισε εκείνη κοιτάζοντας τον Ρομπ που της χαμογέλασε πλατιά. «Γεια, με θυμάσαι;» Η Πάτι σάστισε ακόμα περισσότερο. «Ναι... Φυσικά. Δεν είσαι ο Ρομπ Κόρνουελ; Γνωριστήκαμε στο πάρτι της Λόρεν πριν δύο μήνες». «Σωστά», απάντησε ο Ρομπ προσπαθώντας να την ενθαρρύνει. «Ήμουν ο τύπος που σέρβιρε τα ποτά κι έπειτα έπλυνε τα ποτήρια». «Και φυσικά δεν άφησε ούτε μια στιγμή το ποτήρι του άδειο», πρόσθεσε η Λόρεν εύθυμα. «Γιατί με κατηγορείς;» διαμαρτυρήθηκε ο Ρομπ κάνοντας μια γκριμάτσα. «Οι γυναίκες είναι αστυφύλακες των αντρών», είπε γυρνώντας στον Σαμ Χάρντι και χαμογελώντας του έδωσε το χέρι. «Τους αρέσει να φτιάχνουν νόμους για να μας βάζουν στη φυλακή». Το φιλικό χαμόγελό του όμως δε βρήκε ανταπόκριση. Το πρόσωπο του Σαμ έμεινε ανέκφραστο και παγερό. «Δε νομίζω ότι έχουμε συναντηθεί», είπε τότε αμήχανα ο Ρομπ. «Είμαι ο Ρομπ Κόρνουελ και φυσικά έχω ακούσει πολλά για σένα. Ο πατέρας μου πιστεύει πως είσαι ο καλύτερος φωτορεπόρτερ του κόσμου». «Τότε, πρέπει να μου κάνει αύξηση», αποκρίθηκε ο Σαμ Χάρ-ντι, αναγκάζοντας τον Ρομπ να αλλάξει βιαστικά συζήτηση. «Πώς σου φαίνεται το Λονδίνο; Σου λείπουν τα ταξίδια;» «Ναι», απάντησε κοφτά ο Σαμ. «Ο πατέρας μου έλεγε μια μέρα πως εξαιτίας του ατυχήματος σου πρέπει να μείνεις για λίγο στο


Λονδίνο. Πηγαίνεις ακόμα στο νοσοκομείο για θεραπεία;» Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι και τα χείλη του σφίχτηκαν. Η Λόρεν ήξερε ότι δεν του άρεσε να ασχολούνται με την ιδιοοτική του ζωή. Ο Ρομπ μερικές φορές γινόταν υπερβολικά προστατευτικός, ενώ ο Σαμ Χάρντι από την άλλη μεριά ήταν τρομερά ανεξάρτητος και αρνιόταν κάθε είδους προστασία. Η Λόρεν τον κρυφοκοίταξε μέσα από τις μισόκλειστες βλεφαρίδες της και τότε κατάλαβε για ποιο λόγο ο Ρομπ είχε δείξει ενδιαφέρον για την κατάσταση της υγείας του. Είχε αδυνατίσει, το πρόσωπό του ήταν χλομό και κάτω από τα μάτια είχε μαύρους κύκλους. Το πιγούνι του και τα χείλη του ήταν σφιγμένα. Έδειχνε άρρωστος κι εξαντλημένος. «Ας διασχίσουμε μαζί το δρόμο», είπε διακριτικά η Λόρεν στην Πάτι. «Θέλω να μιλήσουμε». Εκείνη άρχισε να περπατά σιωπηλή κι οι δυο άντρες ακολούθησαν σε κάποια απόσταση. «Θέλω να μου πεις τι συμβαίνει ανάμεσα σ’ εσένα και τον Σαμ Χάρντι!» «Απλά βγήκαμε μαζί για φαγητό», απάντησε επιθετικά η Πάτι. «Γιατί να μη βγούμε; Ξεχνάς ότι δουλεύουμε στην ίδια εφημερίδα;» «Όχι», είπε η Λόρεν. «Δεν είμαι όμως στραβή για να μην προσέξω πώς τον κοίταζες!» «Δε...» πήγε να διαμαρτυρηθεί η Πάτι με φωνή που έτρεμε. «Μην προσπαθείς να ξεγελάσεις ούτε εμένα», της πέταξε η Λόρεν, «ούτε τον εαυτό σου. Ποια γυναίκα θα έβγαινε με τον Σαμ Χάρντι αναζητώντας μια πλατωνική σχέση; Δεν είναι τύπος για τέτοια παιχνίδια! Σκοπεύεις να διαλύσεις έναν τόσο καλό γάμο για χάρη του;» «Καλός γάμος;» ξέσπασε αγανακτισμένη η Πάτι. «Ο Λούις νοιάζεται μόνο για τη δουλειά του και δε δίνει δεκάρα για μένα». Σταμάτησε απότομα και κοίταξε τη Λόρεν τρέμοντας από οργή. «Σταμάτα το κήρυγμα, Λόρεν Μπελ! Με ποιο δικαίωμα ασχολείσαι με την ιδιωτική μου ζωή;» Οι άντρες είχαν πλησιάσει, κι έτσι άκουσαν τα τελευταία λόγια της Πάτι. Ο Ρομπ έκανε μια γκριμάτσα στη Λόρεν αναση-κώνοντας τα φρύδια, αλλά ο Σαμ Χάρντι άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει πάνω της ράθυμα. «Δίνεις συμβουλές στην Πάτι;» τη ρώτησε χαμογελώντας ειρωνικά. «Σωστά», του πέταξε εκείνη κοφτά. «Κι ελπίζω να τις ακολουθήσει!» «Θα το κάνεις;» ρώτησε ο Σαμ την Πάτι περνώντας το χέρι του γύρω από τους ώμους της. «Αμφιβάλλω», απάντησε εκείνη και τα καστανά μάτια της πλημμύρισαν με μια ζεστή κεχριμπαρένια λάμψη. «Να μου λείπουν οι συμβουλές της Λόρεν!» «Λυπάμαι», είπε ο Σαμ γυρνώντας και πάλι στη Λόρεν. «Φοβάμαι πως άδικα έχασες τον καιρό σου», τόνισε και βλέποντας ένα ταξί που ερχόταν προς το μέρος τους σήκωσε το χέρι του κι έκανε νόημα στον οδηγό να σταματήσει. Έπειτα άνοιξε την πίσω πόρτα και βοήθησε την Πάτι να μπει μέσα. Εκείνη, χωρίς να καληνυχτίσει τον Ρομπ και τη Λόρεν, κάθισε σταυρώνοντας επιδεικτικά τις


κομψές γάμπες της κι έστρεψε αλλού το βλέμμα. Ο Σαμ τους χαιρέτησε μ’ ένα ανέμελο νεύμα. «Πηγαίνεις μήπως να κάνεις αυτό που συμβούλεψες την Πάτι;» ρώτησε προκλητικά τη Λόρεν κι έπειτα μπήκε στο ταξί και κάθισε δίπλα στην Πάτι. Όχι, δε θα πάω να κάνω έρωτα με τον Ρομπ! είπε μέσα της. Ήθελε να του πετάξει κατάμουτρα την απάντησή της, αλλά δεν έπρεπε. Δεν είχε νόημα να του πει ότι θα γύριζε στο γραφείο της να δουλέψει. Τι τον ένοιαζε; Ούτε κι εμένα, σκέφτηκε κακόκεφα, πρέπει να με νοιάζει τι κάνουν ο Σαμ κι η Πάτι. Η δική της περίπτωση όμως ήταν διαφορετική. Εκείνη επρό-κειτο να παντρευτεί τον Ρομπ, ενώ η Πάτι ήταν ήδη παντρεμένη με κάποιον άλλο κι ο Σαμ Χάρντι έκανε τα πάντα για να διαλύσει το γάμο της, χωρίς φυσικά να την αγαπάει αληθινά. Απ’ όσο είχε προλάβει να τον γνωρίσει η Λόρεν, ο Σαμ Χάρντι δεν ήταν ικανός ν’ αγαπήσει κανέναν πέρα από τον εαυτό του. Ήξερε τη διεύθυνση που είχε δώσει ο Σαμ στον οδηγό. Πήγαιναν στο διαμέρισμα της Πάτι, στο Νάιτσμπριτζ. Δε χρειαζόταν άλλη απόδειξη για τις υποψίες της. «Πού είναι τώρα ο άντρας της;» ρώτησε ο Ρομπ κοιτάζοντας αφηρημένα το ταξί που απομακρυνόταν. «Στη Γλασκόβη», απάντησε η Λόρεν. «Θα γυρίσει σε δυο μέρες». Αναρωτήθηκε αν ο Λούις είχε υποπτευθεί κάτι, αλλά της φάνηκε απίθανο. Άλλωστε θα μου το είχε πει η Πάτι, συλλογίστηκε. Πόσος χρόνος θα περνούσε άραγε μέχρι να του το πει κάποιος «φίλος», κάποια κοπέλα που αντιπαθεί την Πάτι ή, αντίθετα, συμπαθεί τον Λούις και θεωρεί χρέος της να τον προστατέψει; Αργά ή γρήγορα, κατέληξε, ο Λούις θα το ανακαλύψει. «Καημένε Λούις!» είπε σφυρίζοντας περιφρονητικά ο Ρομπ. Ήταν τρελός που άφηνε τη γυναίκα του να βγαίνει με άλλους άντρες και μάλιστα με τύπους σαν τον Σαμ Χάρντι. «Τώρα καταλαβαίνω γιατί μιλούσες έτσι για τον Σαμ Χάρ-ντι», είπε ρίχνοντας μια ματιά στη Λόρεν. «Είναι σκληρό καρύδι. Μου έλεγε ότι έχει ακόμα υπολείμματα από την οβίδα στην πλάτη του, αλλά οι γιατροί περιμένουν να φύγουν μόνα τους. Λέει ότι πονάει φρικτά όταν ξαπλώνει». «Χαίρομαι», είπε πικρόχολα η Λόρεν. «Τόσο πολύ τον μισείς;» τη ρώτησε έκπληκτος ο Ρομπ. «Τον αντιπαθώ», αποκρίθηκε εκείνη. «Δε φαντάζομαι να είσαι ακόμα ερωτευμένη μαζί του;» της είπε κοιτάζοντας την ερευνητικά. «Με τον Σαμ Χάρντι;» απάντησε σαστισμένη η Λόρεν. «Δεν είμαι τόσο τρελή!»Έπειτα τον αγκάλιασε και του χαμογέλασε γλυκά. «Μόνο εσύ υπάρχεις για μένα, Ρομπ». Εκείνος τύλιξε τα χέρια του γύρω από το κορμί της και την κοίταξε τρυφερά. «Χαίρομαι που το ακούω. Διαφορετικά θα τον έπνιγα με τα ίδια μου τα χέρια». «Ο μόνος τρόπος για να απαλλαγείς από ένα βρικόλακα είναι να τον πληγώσεις στην καρδιά», είπε


η Λόρεν αναζητώντας τα χείλη του Ρομπ. «Ας σταματήσουμε να μιλάμε για τον Σαμ. Έχουμε καλύτερα πράγματα να κάνουμε». Ο Ρομπ συμφώνησε και τα χείλη τους έσμιξαν με πάθος. Όταν κοιτάχτηκαν ξανά, ανάσαιναν κοφτά κι έδειχναν σαν μεθυσμένοι. «Μμμ!» ψιθύρισε ο Ρομπ. «Πώς θα σβήσω τη φωτιά που άναψες μέσα μου; Πρέπει να γυρίσεις στο γραφείο;» ρώτησε αφήνοντας το βλέμμα του να πλανηθεί στα χαρακτηριστικά του προσώπου της. «Δεν μπορεί να περιμένει μέχρι αύριο η δουλειά σου; Πάμε στο διαμέρισμά σου να συνεχίσουμε αυτό που αρχίσαμε εδώ!» «Μη με βάζεις σε πειρασμό!» αποκρίθηκε η Λόρεν. «Πολύ θα το ήθελα, αγάπη μου, αλλά, αν δεν παραδώσω έγκαιρα το άρθρο μου, αύριο θα είμαι άνεργη», είπε και, κουνώντας αρνητικά το κεφάλι, γλίστρησε από την αγκαλιά του. «Ξέρεις πόσο αυστηρή αρχισυντάκτρια είναι η Άννι Τζόουνς. Δεν ανέχεται λάθη!» «Μην ξεχνάς ότι πρόκειται να παντρευτείς το γιο του αφεντικού!» της αντιγύρισε ο Ρομπ. Η υπεροψία του την έκανε να σμίξει τα φρύδια. Συνήθως απέφευγε να υπενθυμίζει ποιος ήταν. Η λεπτότητα κι η διακριτικότητά του την είχαν εντυπωσιάσει από την πρώτη τους συνάντηση, στο πάρτι που είχε οργανώσει η ίδια η Αννι Τζόουνς. Ο Ρομπ είχε πάει εκπροσωπώντας τον πατέρα του κι η Άννι είχε ενθουσιαστεί μ’ αυτή την ευγενική χειρονομία. Όλοι τον γνώριζαν βέβαια κι ήταν επιφυλακτικοί μαζί του, αλλά ο Ρομπ, φλυαρώντας ανέμελα κι εύθυμα σαν να ήταν ένας απλός υπάλληλος, κατόρθωσε να κερδίσει τη συ-μπάθειά τους. Ακούγοντάς τον όμως να μιλά με τόση έπαρση, η Λόρεν ένιωσε έναν παράξενο φόβο να σφίγγει το στομάχι της. «Αν πεις πως ήσουν μαζί μου δε θα τολμήσει να σου κάνει τίποτα», της πέταξε ανυπόμονα κι αναμφίβολα είχε δίκιο. Η Άννι Τζόουνς θα βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση αν η Λόρεν ακολουθούσε τη συμβουλή του Ρομπ. «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό, αγάπη μου», του είπε απαλά. «Δεν είναι δίκαιο. Η Άννι πρέπει να κάνει τη δουλειά της. Αποκλείεται να της ζητήσω ειδική μεταχείριση επειδή βγαίνω με το γιο του αφεντικού». Η απογοήτευσή του την έκανε ν’ αναστενάξει βαθιά. «Αγάπη μου, τι θα γίνει αν αποφασίσει να μιλήσει στον πατέρα σου; Ξέρεις ότι δε με συμπαθεί! Δε θέλω λοιπόν να του δώσω αφορμή να με ξεφορτωθεί». «Θα λογαριαστεί μαζί μου, αν τολμήσει ποτέ να κάνει κάτι τέτοιο», είπε θυμωμένος ο Ρομπ, αλλά το βλέμμα του φανέρωνε πως η Λόρεν είχε βρει το αδύνατο σημείο του. Ξέρει, σκέφτηκε η Λόρεν, πως ο πατέρας του θα πάρει το μέρος της αρχισυντάκτριας και όχι το δικό μου. Στο κάτω κάτω, ο γάμος μου με ένα μέλος της οικογένειας Κόρνουελ δε μου προσφέρει κανένα προνόμιο από επαγγελματική άποψη. Αν το μάθουν οι συνάδελφοί μου, θα πάψουν να μου δείχνουν εμπιστοσύνη, θα μ’ αποφεύγουν. Ο Τσαρλς Κόρνουελ φυσικά θα πάρει το μέρος της Αννι Τζόουνς για τελείως διαφορετικούς λόγους. Είμαι βέβαιη, κατέληξε, πως θα πετάξει από τη χαρά του αν του δώσω μια τόσο καταπληκτική ευκαιρία να με απολύσει! «Δεν υπάρχει λόγος να ανοίξουμε πόλεμο με τον πατέρα σου», είπε η Λόρεν στον Ρομπ, που συνέχιζε να την κοιτάζει σαν απογοητευμένο παιδί.


Στο τέλος εκείνος υποχώρησε και αναστέναξε βαθιά. «Εντάξει, αγάπη μου», της είπε ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Κάνε ό,τι νομίζεις. Φρόντισε πάντως να μη δουλεύεις μέχρι αργά αύριο το βράδυ. Έχω σχέδια για τους δυο μας, μην το ξεχάσεις!» «Σ’ το υπόσχομαι!» Βλέποντας τα βαθυπράσινα μάτια της να λάμπουν από χαρά, ο Ρομπ ένιωσε να χαλαρώνει. Της χαμογέλασε. «Δεν μπορώ να περιμένω!» Έπειτα χώρισαν. Ο Ρομπ πήγε να πάρει το αυτοκίνητό του από το υπόγειο γκαράζ, ενώ η Λόρεν προχώρησε προς την αίθουσα υποδοχής του ουρανοξύστη. Ακόμα και αυτή την ώρα το κτίριο ήταν γεμάτο κόσμο. Η Λόρεν πήρε το ασανσέρ για το δικό της όροφο και μερικά λεπτά αργότερα καθόταν μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή αποφασισμένη να τελεκόσει το άρθρο της. Μετά από δυο χρόνια στο Ούλτρα, είχε εξοικειωθεί πια με τους ρυθμούς της δουλειάς. Για να συμβαδίζουν με το πρόγραμμα του τυπογραφείου ήταν υποχρεωμένοι να ετοιμάζουν κάθε τεύχος αρκετούς μήνες πριν βγει στην κυκλοφορία. Για παράδειγμα, η χριστουγεννιάτικη έκδοση ήταν έτοιμη από τον Οκτώβρη και τώρα που ήταν Απρίλης δούλευαν για το τεύχος του Ιουνίου, που, όπως κάθε χρόνο, είχε ένα ειδικό αφιέρωμα στο γάμο. Το άρθρο της Λόρεν για την ιστορία των γυναικείων εσωρούχων είχε συμπεριληφθεί στο αφιέρωμα επειδή αναφερόταν ειδικά σ’ εκείνα τα εσώρουχα που προορίζονταν για νύφες. Το καλλιτεχνικό τμήμα είχε ετοιμάσει μερικά θαυμάσια σκίτσα, αλλά φυσικά θα υπήρχαν και φωτογραφίες. Μερικές απ’ αυτές μάλιστα είχαν φανεί στη Λόρεν περισσότερο αστείες παρά ελκυστικές. Ήταν αλήθεια πως στους περασμένους αιώνες μερικά από τα γυναικεία αξεσουάρ ήταν αρκετά παράξενα και κακόγουστα. Η πρώτη χρονιά της Λόρεν στο περιοδικό είχε περάσει ευχάριστα. Βλέποντας όμως τα ίδια άρθρα να επαναλαμβάνονται αυτούσια τις περισσότερες φορές, ο αρχικός ενθουσιασμός της δεν άργησε να δώσει τη θέση του στη ρουτίνα. Νιώθοντας την ανάγκη να δοκιμάσει τις ικανότητές της σε κάποια από τις εφημερίδες του Κόρνουελ, διάβαζε όλες τις αγγελίες που δημοσιεύονταν και υπέβαλλε αιτήσεις για όσες την ενδιέφεραν. Το προσωπικό του Κόρνουελ είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει τις κενές θέσεις πριν οι αγγελίες φτάσουν στις εφημερίδες. Η διοίκηση προτιμούσε να μεταθέσει κάποιον υπάλληλο από το ένα έντυπο στο άλλο παρά να προσλάβει καινούριο. Έτσι, δίπλα στο ασανσέρ κάθε ορόφου υπήρχε ένας πίνακας με ανακοινώσεις για τους ενδιαφερομένους. Μέχρι τώρα η Λόρεν δεν είχε σταθεί τυχερή, αλλά δεν έπαυε να προσπαθεί, όντας βέβαιη πως μια μέρα θα έβρισκε την κατάλληλη θέση. Ήταν φιλόδοξη και δεν της έλειπε η εμπιστοσύνη στον εαυτό της. Ήθελε ν’ ανέβει ψηλά στη δουλειά της, αλλά με τις δικές της δυνάμεις και το ταλέντο της. Ποτέ δε θα δεχόταν τη βοήθεια του Ρομπ ή της οικογένειάς του. Η Λόρεν ήταν τίμια και αξιοπρεπής. Συνέχιζε να εργάζεται με τον ίδιο ζήλο για το Ούλτρα, μόλο που το επίπεδο του περιοδικού είχε πάψει να την ενθουσιάζει. Σε λιγότερο από μία ώρα είχε τελειώσει το άρθρο της και το είχε ξαναδιαβάσει. Ικανοποιημένη, πάτησε ένα πλήκτρο στον υπολογιστή της και το έστειλε στην οθόνη του συντάκτη που θα το .διόρθωνε. Από εκεί θα έφτανε με τον ίδιο τρόπο για εκτύπωση. Τεντώθηκε μ’ ένα χασμουρητό, σηκώθηκε από το γραφείο της και κοίταξε το ρολόι στον απέναντι τοίχο. Μόλο που ακόμα ήταν εννιάμισι, ένιωθε τόση κούραση σαν να ήταν μεσάνυχτα. Δούλευε από το πρωί και είχε ανάγκη από ανάπαυση.


«Φεύγεις;» τη ρώτησε η μοναδική άλλη δημοσιογράφος που βρισκόταν εκείνη την ώρα στο γραφείο. Η Τζόαν Νιλ ήταν μια συμπαθητική κοπέλα κι η Λόρεν τα πήγαινε καλά μαζί της, παρ’ ότι δεν ήταν στενές φίλες. Η Τζόαν ενδιαφερόταν αποκλειστικά για τη συζυγική της ευτυχία και δε δημιουργούσε φιλίες στο περιοδικό. Όλοι ήξεραν πως ήθελε να αποκτήσει ένα παιδί και πως είχε σκοπό να σταματήσει να εργάζεται για το Ούλτρα πριν από το τέλος του χρόνου. Γι' αυτό άλλωστε αδιαφορούσε για τη δουλειά της. Είχε γείρει πίσω στην καρέκλα της, με τα πόδια πάνω στο γραφείο και τα χέρια σταυρωμένα πίσω από το κεφάλι, και παρατηρούσε τεμπέλικα τη Λόρεν όση ώρα δούλευε. «Επιτέλους!» είπε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι η Λόρεν. «Καλή βάρδια», πρόσθεσε χαμογελώντας. Εκείνη τη νύχτα ήταν η σειρά της Τζόαν να μείνει στο γραφείο μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία εκτύπωσης, για την περίπτωση που έπρεπε να αλλάξουν κάτι την τελευταία στιγμή. Τέτοιες αλλαγές βέβαια σπάνια γίνονταν, αλλά η Άννι Τζόουνς δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. «Ευχαριστώ», αποκρίθηκε η Τζόαν ανέμελα. «Καληνύχτα». Τη στιγμή που η Λόρεν έφτανε στο ασανσέρ, οι πόρτες άνοιξαν και κάποιος βγήκε βιαστικά έξω κρατώντας ένα βαρύ φάκελο στο ένα χέρι και μια βαλίτσα στο άλλο. Όταν αναγνώρισε τον ψηλό λεπτό άντρα με τα τσαλακωμένα από το ταξίδι ρούχα ένιωσε τα νεύρα της να τεντώνονται. «Λούις!» Εκείνος της έριξε μια ματιά και στα χείλη του φάνηκε ένα κουρασμένο χαμόγελο. «Γεια σου, Λόρεν. Δούλευες μέχρι τώρα; Είναι η Άννι στο γραφείο της; Πρέπει να της μιλήσω οπωσδήποτε πριν γυρίσω σπίτι». «Ναι, η Άννι είναι εδώ», απάντησε αμήχανα η Λόρεν. «Δεν περίμενα να γυρίσεις τόσο γρήγορα. Είχες προβλήματα;» «Ναι, σχετικά με την έρευνα του προηγούμενου τεύχους για την κακοποίηση των παιδιών... Είχα πει στην Άννι πως ήταν επικίνδυνο θέμα». Ήταν ωχρός κι έτοιμος να ξεσπάσει. «Δείχνεις κουρασμένος», του είπε διστακτικά η Λόρεν. «Γιατί δεν πας αμέσως στο σπίτι σου; Συνάντησα την Πάτι στο δρόμο και μου είπε ότι δε σε περίμενε ακόμα. Την ειδοποίησες;» «Είχα σκοπό να το κάνω», απάντησε εκείνος περνώντας νευρικά τα δάχτυλα μέσα στα σκουροκάστανα μαλλιά του. «Βιαζόμουν πολύ όμως να προλάβω το αεροπλάνο και το ξέχασα! Θα μιλήσω πρώτα με την Άννι κι έπειτα θα της τηλεφωνήσω». Η Λόρεν, βλέποντάς τον να απομακρύνεται με μεγάλα βήματα προς το γραφείο της αρχισυντάκτριας για μια στιγμή, έμεινε σκεφτική. Μόλις ο Λούις έστριψε στο διάδρομο, έτρεξε στη μεγάλη αίθουσα της Σύνταξης και άρπαξε το πρώτο ακουστικό που βρήκε μπροστά της. «Ξέχασες κάτι;» της φώναξε γεμάτη περιέργεια η Τζόαν από την άλλη άκρη της αίθουσας. Η Λόρεν έγνεψε αρνη-τικα προσπαθώντας να χαμογελάσει.


Πάτησε νευρικά στα πλήκτρα τον αριθμό της Πάτι. Ακούσε το χαρακτηριστικό σήμα κι έπειτα τη φωνή της φίλης της, πιο νεανική κι ευδιάθετη από κάθε άλλη φορά: «Εδώ Πάτι Σάβιλ. Αυτη τη στιγμή απουσιάζω. Αφήστε το μήνυμά σας...» Η Λόρεν κατέβασε το ακουστικό με δύναμη, βλαστημώντας μεσα της τον τηλεφωνητή. Το βλέμμα της πλανήθηκε έξω από το παράθυρο, στα φώτα της πόλης, που είχαν δώσει στη νύχτα μια χλομή, κίτρινη λάμψη. Η Πάτι έβαζε τον τηλεφωνητή μόνο όταν ήταν πολύ απασχολημένη. Η Λόρεν δε χρειαζόταν πολλή φαντασία για να μαντέψει με ποιον ήταν απασχολημένη απόψε. Καταραμένε Σαμ Χάρντι! Τι θα κάνω τώρα; αναρωτήθηκε. Για μια στιγμή μπήκε στον πειρασμό να αφήσει να συμβεί το χειρότερο, δίνοντας ένα καλό μάθημα τόσο στον Σαμ Χάρνπ όσο και στην Πάτι. Ακόμα κι αν ο Λούις τους σκοτώσει, σκέφτηκε, δεν πρόκειται να χύσω ούτε ένα δάκρυ. Καλά να πάθουν! Η Λόρεν συμπαθούσε πολύ τον Λούις, γιατί ήταν καλός κι ευγενικός, δούλευε σκληρά και αγαπούσε τη γυναίκα του. Η Πάτι ήταν τουλάχιστον δέκα χρόνια νεότερή του. Στα είκοσι τρία του ο Λούις είχε κάνει άλλον ένα γάμο που είχε κακό τέλος. Η πρώτη γυναίκα του τον είχε εγκαταλείψει για κάποιον άλλο και τώρα η τύχη του έπαιζε το ίδιο παιχνίδι. Η Λόρεν βγήκε αργά από την αίθουσα, μπήκε στο ασανσέρ, αλλά όταν έφτασε στο ισόγειο δεν είχε αποφασίσει τι έπρεπε να κάνει. Ο Λούις είχε πληγωθεί πολύ από τη διάλυση του πρώτου γάμου του. Σύμφωνα με τα κουτσομπολιά του γραφείου, χρειάστηκε να περάσουν πέντε χρόνια για να δημιουργήσει άλλο δεσμό. Η Πάτι της είχε εξομολογηθεί ότι, όταν ακόμα ήταν καινούρια στο Ούλτρα, είχε καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για να τον κάνει να την προσέξει. Τον είχε κερδίσει με την επιμονή και την αποφασιστικότητά της κι ακόμα επειδή ήταν ολότελα διαφορετική από την πρώτη γυναίκα του, μια στρουμπουλή σέξι κοκκινομάλλα. Τα μεγάλα μάτια, το ντελικάτο πρόσωπο κι η λεπτή, ψιθυριστή φωνή της την έκαναν να μοιάζει με πορσελάνινη κούκλα. Η Πάτι κάποτε αγαπούσε τον Λούις, συλλογίστηκε η Λόρεν. Τι να φταίει άραγε τώρα; Είναι τόσο πολύ ερωτευμένη με ν Σαμ Χάρνπ; Μερικές φορές είναι τόσο δύσκολο να καταλάί ς μια άλλη γυναίκα... Βγαίνοντας στο πεζοδρόμιο κοντοστάθηκε για λίγο κι έπι α σήκωσε το χέρι και σταμάτησε ένα ταξί. Δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν έπρεπε να γυρίσει ο Λούις σπίτι και να βρει τη γυναίκα του στο κρεβάτι με τον Σαμ Χάρνπ. Θα πήγαινε πρώτη στο Νάιτσ-μπριτζ και θα ειδοποιούσε την Πάτι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Το διαμέρισμα βρισκόταν στο δεύτερο πάτωμα ενός μοντέρνου κτιρίου με μεγάλους καταπράσινους κήπους, κοντά στο Χά-ροντς. Τυχερή Πάτι! συλλογίστηκε η Λόρεν βγαίνοντας από το ταξί. Εγώ ποτέ δε θα κατάφερνα να πληρώνω τέτοιο νοίκι με το μισθό που παίρνω τώρα.


Ωστόσο ούτε ο μισθός της Πάτι έφτανε γι’ αυτό το σπίτι. Ο Λούις ήταν ένα από τα πιο καλοπληρωμένα ανώτερα στελέχη της εταιρείας και φυσικά κέρδιζε πολύ περισσότερα χρήματα από τη γυναίκα του. Δε θα δυσκολευόταν να πληρώσει ένα διαμέρισμα σε ακριβή περιοχή. Η Λόρεν αναρωτήθηκε αν έμενε εκεί πριν γνωρίσει την Πάτι. Κοντοστάθηκε στην είσοδο και, αφού έριξε μια βιαστική ματιά στα νούμερα των διαμερισμάτων, ανέβηκε βιαστικά τις σκάλες. Η καρδιά της χτυπούσε άγρια και τα χέρια της είχαν ιδρώσει από την ταραχή, μόλο που δεν είχε σταματήσει ούτε στιγμή ν’ αναρωτιέται γιατί θεωρούσε υποχρέωσή της να σώσει το γάμο της Πάτι. Ανασαίνοντας κοφτά, πέρασε μπροστά από μερικές πόρτες με καλογυαλισμένα μπρούντζινα πόμολα αναζητώντας εκείνη με τον αριθμό εννέα. Τελικά ήταν η τελευταία στο τέλος του διαδρόμου. Η Λόρεν πάτησε το δάχτυλό της επίμονα στο κουδούνι και το άκουσε ν’ αντηχεί. Στην αρχή δεν πήρε καμιά απάντηση. Το διαμέρισμα έμεινε βυθισμένο στη σιωπή. Συνέχισε να χτυπά και ξαφνικά άκουσε το τρίξιμο μιας πόρτας και μια βαθιά, γνώριμη φωνή. Η Λόρεν έσφιξε τα δόντια. Ούτε στιγμή δεν είχε πάψει να λέει στον εαυτό της πως θα έβρισκε την Πάτι μόνη στο διαμέρισμα και πως το αποτέλεσμα θα ήταν να γελοιοποιηθεί. Ωστόσο δεν υπήρχε πια αμφιβολία. Ο Σαμ Χάρντι ήταν με την Πάτι, κι αν προσπαθούσαν να τη διαψεύσουν προσποιούμενοι πως έπαιζαν χαρτιά ή έβλεπαν τηλεόραση, θα έβαζε τις φωνές. «Όχι, Σαμ», ακούστηκε ανήσυχη η φωνή της Πάτι όταν το κουδούνι συνέχισε να χτυπά. «Θ’ ανοίξω εγώ. Ίσως είναι κάποιος γείτονας. Δεν πρέπει να σε δει κανείς εδώ». «Καλύτερα να μην ανοίξεις», είπε εκείνος ανυπόμονα. «Πρέπει να δω ποιος είναι, Σαμ! Μπορεί να συμβαίνει κάτι σοβαρό». «Μπορεί να είναι κάποιος περίεργος», μουρμούρισε εκείνος. «Κάνε ό,τι θέλεις». Μια πόρτα έκλεισε με δύναμη κι έπειτα ακολούθησαν βήματα και ψίθυροι. «Ποιος είναι;» ρώτησε διστακτικά η Πάτι πίσω από την πόρτα. Η Λόρεν πίεσε πιο δυνατά το δάχτυλό της στο κουδούνι χωρίς ν’ απαντήσει. «Για όνομα του Θεού, σταματήστε, σας παρακαλώ!» φώναξε αγανακτισμένη η Πάτι και, ανοίγοντας την πόρτα, το πρόσωπό της άλλαξε χίλια χρώματα όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με τη Λόρεν. Φορούσε ένα μαύρο καφτάνι με ασημένια κεντήματα, ία μαλλιά της ήταν ανακατωμένα και το κραγιόν της είχε ξεθωριάσει. Η Λόρεν ήταν αποφασισμένη να δώσει γρήγορα το μήνυμά της και να φύγει, αλλά δεν είχε υπολογίσει καλά τα αισθήματά της. Μια ματιά στην Πάτι ήταν αρκετή για να καταλάβει τι συ-νέβαινε στο διαμέρισμα. Οι σκηνές που πέρασαν από το μυαλό της την έκαναν να νιώσει ναυτία. Η Πάτι στην αγκαλιά του Σαμ, να τον φιλάει, να πλαγιάζει στο κρεβάτι μαζί του... Ο Σαμ να τη γδύνει, να χαϊδεύει το κορμί της, να της


κάνει έρωτα... Σίγουρα ήταν διαφορετικό να το υποπτεύεται και διαφορετικό να το διαπιστώνει. Η Λόρεν έγινε κατακόκκινη από θυμό και αηδία, ξεχνώντας για ποιο λόγο βρισκόταν εκείνη τη στιγμή εκεί, μόλο που μάτωνε η καρδιά της όσο σκεφτόταν τον Λού-ις. Πώς μπόρεσαν να του κάνουν κάτι τόσο σιχαμερό; Μπορεί να μην ήταν σέξι και δυναμικός τύπος, αλλά ήταν υπεύθυνος, αξιοπρεπής και άξιζε μια καλύτερη σύζυγο. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το γάμο του με την Πάτι. Πιυς μπόρεσε εκείνη ν’ αθετήσει τόσο επιπόλαια όλους τους όρκους που του είχε δώσει την ώρα του μυστηρίου; Η πρώτη που συνήλθε ήταν η Πάτι. «Λόρεν!» ξέσπασε τρέ-μοντας από θυμό. «Αυτό πάει πολύ! Ήρθες στο σπίτι μου για να συνεχίσεις πάλι το κήρυγμα;» «Όχι», απάντησε στον ίδιο τόνο η Λόρεν. «Μόλο που δε θα σου έκαναν κακό μερικές συμβουλές, δεν ήρθα γι’ αυτόν το λόγο. Ήρθα...» «Φύγε! Δε θέλω να ακούσω τίποτα!» της πέταξε η Πάτι, έτοιμη να κλείσει την πόρτα. «Μην είσαι ανόητη!» Η Λόρεν ακούμπησε με όλο της το βάρος στην πόρτα, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες της φίλης της. «Αρκετά, Λόρεν! Τι στο καλό έχεις πάθει; Γιατί το κάνεις αυτό;» τη ρώτησε, με μια δόση ειρωνείας στον τόνο της φωνής της. «Γιατί τόση φασαρία;» ακούστηκε μια φωνή πίσω τους. Γυρ-νώντας ταυτόχρονα και οι δύο, είδαν τον Σαμ Χάρντι να έρχεται αργά προς το μέρος τους δένοντας ήρεμα την μπλε μεταξωτή γραβάτα του. Η Λόρεν σκέφτηκε πως πρέπει να είχε ντυθεί πολύ βιαστικά, αλλά η εμφάνισή του ήταν άψογη. Ό,τι κι αν φορούσε έδειχνε όμορφο πάνω του. Τον κοίταξε περιφρονητικά. Κάνει λάθος, σκέφτηκε η Λόρεν, αν πιστεύει πως θα με ξεγελάσει με το πράο ύφος του. Κάθε άλλος άντρας στη θέση του θα πρόδιδε την ενοχή του, ο Σαμ Χάρντι όμως δεν είχε ηθικούς φραγμούς. «Για δες! Πάλι η Λόρεν!» είπε ανασηκώνοντας περιγελαστικά τα φρύδια του. «Δεν το βάζεις ποτέ κάτω;» «Προσπάθησε να μπει με το ζόρι μέσα!» πετάχτηκε αγανακτι-σμένη η Πάτι. «Της είπα να φύγει, ότι δε θέλω άλλες συμβουλές, αλλά εκείνη δε μ’ άφηνε να κλείσω την πόρτα!» Ο Σαμ έστρωσε τα πυκνά μαλλιά του και κοίταξε τη Λόρεν με μια παράξενη έκφραση. «Ξέρεις κάτι; Ο τρόπος σου με κάνει να σκέφτομαι ότι ζηλεύεις!» «Ζηλεύω;» του πέταξε έξαλλη η Λόρεν. «Εσένα; Μην κολακεύεις τον εαυτό σου!» «Μπράβο!» μουρμούρισε έκπληκτη η Πάτι. «Πέτυχες διάνα. Σαμ! Κοίτα πώς κοκκίνισε! Τώρα εξηγούνται όλα! Ζηλεύει γιατί σε θέλει κι εκείνη!» Έπειτα άρχισε να γελά κι η Λόρεν ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται από αηδία και αντιπάθεια. Μόλο που η Πάτι ήταν φίλη της, εκείνη τη στιγμή μόλις που συγκροτούσε τον εαυτό της για να μην


τη χτυπήσει. Ήρθα μέχρι εδώ, είπε στον εαυτό της, για να δώσω ένα μήνυμα. Αυτό είναι τώρα το όπλο μου κι εύχομαι να βρει το στόχο του. «Ο Λούις γύρισε», είπε κοφτά. Η ευχή της έπιασε. Η Πάτι σταμάτησε να γελά, το πρόσωπό της έγινε άσπρο σαν πανί. Τα παγερά, γκρίζα μάτια του Σαμ στένεψαν. Για λίγο έμειναν όλοι σιωπηλοί. «Τι είπες;» τη ρώτησε στο τέλος η Πάτι. «Ο Λούις γύρισε», επανέλαβε η Λόρεν. «Ήρθε απόψε με αεροπλάνο από τη Γλασκόβη. Τον είδα πριν από λίγη ώρα στο γραφείο». «Δε σε πιστεύω!» είπε η Πάτι προσπαθώντας να αντιδράσει, αλλά το βλέμμα της έδειχνε τρομαγμένο. «Λέει ψέματα!» κλαψούρισε κοιτάζοντας ικετευτικά τον Σαμ. «Ο Λούις τηλεφωνεί για να μου πει ακόμα και με ποια πτήση θα γυρίσει!» Ο Σαμ κοίταξε τη Λόρεν σμίγοντας με δυσπιστία τα μαύρα φρύδια του. «Γιατί προτίμησες να έρθεις αντί να τηλεφωνήσεις; Θα πρέπει να σου πήρε πάνω από ένα τέταρτο για να φτάσεις μέχρι εδώ». «Προσπάθησα να τηλεφωνήσω», αποκρίθηκε εκείνη παγερά. «Απάντησε ο τηλεφωνητής». «Αχ!» ψέλλισε η Πάτι κρύβοντας το πρόσωπό της στα χέρια της. «Πάντα μισούσα αυτό το καταραμένο μηχάνημα! Ο Λούις επέμενε να τον αγοράσουμε κι εκείνος μου έδειξε να τον χρησιμοποιώ. Μακάρι να μην τον είχα βάλει, αλλά δεν ήθελα να χτυπήσει το τηλέφωνο τη στιγμή που...» Σταμάτησε απότομα και κοίταξε τη Λόρεν δαγκώνοντας τα χείλη της, αλλά εκείνη έμεινε ατάραχη. «Αυτό το καταραμένο μηχάνημα φταίει για όλα», μουρμούρισε, έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Βλέποντάς τη να καταρρέει, η Λόρεν ένιωσε οργή αλλά και οίκτο. Αυτή ήταν η Πάτι: μια ευαίσθητη κι εύθραυστη γυναίκα που όταν έπρεπε να δώσει μάχη έβρισκε κάποιον, συνήθως έναν άντρα, για να την υποστηρίξει. Αυτή τη φορά ήταν η σειρά του Σαμ Χάρντι να λύσει για λογαριασμό της το πρόβλημά της. Η Λόρεν συλλογίστηκε πως, αν τον έβρισκε εκεί ο Λούις, θα ήταν αναγκασμένος να λύνει τα προβλήματα της για πολύ καιρό. Η Πάτι, παρ’ ότι δεν ήταν πιστή σύζυγος, ανήκε στην κατηγορία τιον γυναικών που σκοπός της ζωής τους είναι ο γάμος. Αν ο Λούις της έδινε διαζύγιο, θα πίεζε τον Σαμ να την παντρευτεί. «Λοιπόν», είπε απότομα η Λόρεν, «πρέπει να πάω σπίτι. Δούλευα όλη τη μέρα και νιώθω φοβερά κουρασμένη. Κάνε ό,τι νομίζεις», πρόσθεσε κοιτάζοντας την Πάτι. «Ο Λούις πάντως δε θ’ αργήσει να φανεί. Πέρασε πρώτα από το γραφείο γιατί έπρεπε να μιλήσει επειγόντως με την Άννι. Αποφάσισε γρήγορα αν θέλεις να τον χάσεις, γιατί μπορεί να μη σου δοθεί άλλη ευκαιρία». Μ’ αυτά τα λόγια, γύρισε Απότομα, κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες και βγήκε στο δρόμο. Ήταν μια γλυκιά βραδιά, το αεράκι φυσούσε απαλά κι ο ουρανός είχε γεμίσει άστρα. Είχε φτάσει στη γωνία όταν άκουσε βήματα πίσω της. Ένα μικρό ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της, αλλά δε γύρισε να κοιτάξει. Δεν υπήρχε λόγος,


ήξερε ποιος την ακολουθούσε. Τάχυνε το βήμα της παρακαλώντας να φανεί ένα ταξί πριν εκείνος την προφτάσει. Κατά βάθος ήθελε να το βάλει στα πόδια, αλλά δε θα του πρόσφερε ποτέ την ικανοποίηση να τη δει τρομαγμένη. Εκείνος θα υπέθετε πως τον φοβόταν ή, ακόμα χειρότερα, πως ήταν ερωτευμένη μαζί του και δε θα δίσταζε να το εκμεταλλευτεί. Το καλύτερο είναι να μείνεις όσο πιο μακριά μπορείς, συμβούλεψε τον εαυτό της, από άντρες σαν τον Σαμ Χάρ-ντι. Κράτα ψηλά το κεφάλι, μη χάνεις την ψυχραιμία σου και συνέχισε να περπατάς. Λίγο έλειψε να τον ερωτευτώ κάποτε, θυμήθηκε. Ευτυχώς κατάλαβα έγκαιρα πως ένας δεσμός με τον Σαμ Χάρντι δε θα με οδηγούσε πουθενά. Μια μέρα θα ζητούσε συγνώμη και θα εξαφανιζόταν από τη ζωή μου για πάντα, όπως έκανε μ’ όλες τις άλλες γυναίκες. Έχει εγκαταλείψει πάνω από το μισό γυναικείο πληθυσμό του Λονδίνου! Αυτές τις πληροφορίες είχε πάρει από μια κοπέλα που είχε γνωρίσει σ’ ένα πάρτι. Ήταν όμορφη, με σγουρά κοντά μαλλιά και πρόσχαρο χαμόγελο. Την έλεγαν Αννέτ Σίμονς. Ο Σαμ έπρεπε να φύγει νωρίς από το πάρτι γιατί είχε νυχτερινή βάρδια, αλλά η Λόρεν είχε μείνει. Έβαζε λίγη σαλάτα στο πιάτο της όταν η Αννέτ την πλησίασε και της είπε το όνομά της. Δούλευε στην τηλεόραση και είχε γνωρίσει τον Σαμ την εποχή που δούλευε σε κάποια από τις εφημερίδες του Κόρνουελ. «Έμαθα πως είσαι η τελευταία κατάκτηση του Σαμ! Πόσο καιρό βγαίνετε μαζί;» την είχε ρωτήσει εύθυμα η Αννέτ. «Πριν από μερικά χρόνια έβγαινα κι εγώ μαζί του». Η Λόρεν ήταν επιφυλακτική βέβαια και αναρωτήθηκε αν η Αννέτ ζήλευε ακόμα τον Σαμ. Η άλλη, σαν να κατάλαβε τη σκέψη της, της είχε δείξει χαμογελώντας τη βέρα που άστραφτε στο χέρι της. «Μη φοβάσαι, δεν είμαι ερωτευμένη μαζί του. Παντρεύτηκα έναν καταπληκτικό τύπο κι είμαι πολύ ευτυχισμένη. Έχω ξεχά-σει τον Σαμ εδώ και πολύ καιρό». Το βλέμμα της είχε μια ονει-ροπόλα λάμψη γεμάτη νοσταλγία. Η Λόρεν ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται από ζήλια. «Πίστεψέ με, δεν έχω παράπονα», της είπε τότε εκείνη ανασηκώνοντας τους ώμους της. «Εκτιμώ ακόμα τον Σαμ, αν και ήθελα να τον σκοτώσω όταν με εγκα-τέλειψε. Έτσι νιώθουν όλες στην αρχή. Καμιά όμως δεν του κρατάει κακία». Η Λόρεν την κοίταξε εμβρόντητη. «Είσαι καλά; Μου φαίνεσαι λίγο χλομή...» είπε δειλά η άλλη κοπέλα. «Όλες; Πόσες άλλες υπάρχουν;» ρώτησε η Λόρεν, νιώθοντας τα χείλη της να ξεραίνονται. Η Αννέτ την κοίταξε για μια στιγμή κι έπειτα κούνησε ζωηρά το κεφάλι. «Όλοι ξέρουν ότι ο Σαμ δε μένει ποτέ για καιρό με την ίδια γυναίκα. Το πολύ μερικούς μήνες...» Βλέποντας το πρόσωπο της Λόρεν να χλομιάζει περισσότερο προσπάθησε να επανορθώσει. «Μπορεί να είναι διαφορετικά αυτή τη φορά... Μια μέρα θα βρει το ταίρι του κι είμαι βέβαιη ότι εσύ του αρέσεις πραγματικά. Όταν σας είδα μαζί σκέφτηκα πως είστε πολύ όμορφο ζευγάρι. Μη δίνεις σημασία σ’ αυτά που σου είπα... Μιλάω πολύ κι ο Τζιμ, ο άντρας μου, ισχυρίζεται ότι τα περισσότερα απ’ όσα λέω είναι ανοησίες».


Μόλο που το πρόσωπο της Λόρεν ήταν ωχρό και το μέτωπό της ιδρωμένο, το μυαλό της άρχισε να δουλεύει. Δεν άργησε να θυμηθεί τις παράξενες ματιές που της έριχναν μερικά κορίτσια που δούλευαν στην ίδια εφημερίδα με τον Σαμ. Τότε είχε σκε-ιρτεί πως τη ζήλευαν επειδή έβγαινε μαζί του, αλλά τώρα καταλάβαινε πως η συμπεριφορά τους θα μπορούσε να έχει ολότελα διαφορετική εξήγηση. «Πες μου μερικά ονόματα», είπε στην Αννέτ. «Πες μου με ποιες άλλες έβγαινε ο Σαμ για να βεβαιωθώ ότι λες την αλήθεια». «Αν με συναντήσεις αύριο το βράδυ, θα σου γνωρίσω μερικές παλιές ερωμένες του Σαμ. Θα δεις... Ειλικρινά, δεν του κρατούν κακία. Μερικοί άντρες δεν μπορούν να μείνουν πιστοί στην ίδια γυναίκα. Μην ξεχνάς πως η δουλειά του τον αναγκάζει να ταξιδεύει σ’ όλο τον κόσμο και μερικές φορές λείπει πολλούς μήνες. Οι δεσμοί του πρέπει να ταιριάζουν με τον τρόπο που ζει. Σίγουρα δεν είναι από κείνους που σκέφτονται το γάμο, εκτός αν συναντήσει την κατάλληλη γυναίκα, εκείνη που δε θα νοιάζεται για τις συνεχείς απουσίες του». «Πολλές γυναίκες παντρεύονται ναυτικούς», είπε η Λόρεν κι η Αννέτ βιάστηκε να συμφωνήσει. «Και βέβαια! Κάποτε όλοι παντρευόμαστε και κάνουμε παιδιά», είπε μ’ ένα φιλικό χαμόγελο. «Συγνώμη, καλύτερα να κρατούσα το στόμα μου κλειστό... Ήθελα μόνο να σε προειδοποιήσω». «Μην ανησυχείς», απάντησε η Λόρεν, αλλά φυσικά συνέχισε να έχει αμφιβολίες για τις προθέσεις της Αννέτ. Ακόμα κι αν έλεγε αλήθεια, δεν ήταν κι αυτός ένας τρόπος για να τον εκδικηθεί; Όλη την άλλη μέρα η Λόρεν έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της ότι δεν ήθελε να ακούσει ούτε λέξη παραπάνω για το παρελθόν του Σαμ. Στο τέλος όμως πήγε στο ραντεβού και συνάντησε άλλες τρεις γυναίκες, οι οποίες μάλιστα δούλευαν στην εκδοτική εταιρεία του Κόρνουελ. Τις κοίταζε με περιέργεια ακούγοντας σιωπηλή τις ιστορίες που έλεγαν για τον Σαμ, αλλά γρήγορα κατάλαβε ότι η Αννέτ είχε δίκιο. Δεν του κρατούσαν κακία κι ούτε μιλούσαν πικρόχολα. Ήταν όλες πολύ ελκυστικές κι η Λόρεν σκέφτηκε πως εκείνος είχε καλό γούστο στις γυναίκες. Όταν βεβαιώθηκε πως καμιά δεν έλεγε ψέματα για να τον κατηγορήσει, άρχισε να τις συμπαθεί. Μιλούσαν για κείνον με περηφάνια, λες κι έβρισκαν αξιολάτρευτες τις απιστίες του. Τον παρουσίαζαν σαν έναν παμπόνηρο Καζανόβα, ικανό να κάνει έρωτα με την καλύτερη σου φίλη μέσα στο ίδιο σου το σπίτι κι εσύ να μην καταλάβεις τίποτα. «Δεν είναι όμως ψεύτης!» διαμαρτυρήθηκε μία από τις κοπέλες. «Μπορεί να φύγει μια μέρα και να μην ξαναγυρίσει, αλλά θα σου πει πού πηγαίνει. Κάποτε τον είχα μισήσει για την ειλι-κρίνειά του. Μου ζήτησε συγνώμη και είπε πως ήθελε να χωρίσουμε γιατί είχε ερωτευτεί κάποια άλλη. Έπειτα με φίλησε, μου χάρισε ένα βραχιόλι και τον είδα ξανά μετά από ένα χρόνο». Η κοπέλα χαμογέλασε αναπολώντας το παρελθόν. «Όταν μιλήσαμε ήταν ευγενικός, όπως πρώτα, αλλά κι εγώ είχα γνωρίσει κάποιον άλλο. Του το είπα κι εκείνος χάρηκε. Μου αρέσει κι ας ξέρω ότι είναι άπιαστος σαν τον άνεμο». «Έτσι περίπου έγινε και μ’ εμένα», είπε η Αννέτ. «Έχεις δίκιο, ποτέ δε λέει ψέματα, αλλά κουράζεται γρήγορα και τότε βρίσκει κάποια άλλη».


«Είναι ο πιο σέξι άντρας που γνώρισα ποτέ κι ήμουν πολύ ευτυχισμένη όσο κράτησε η δική μας ιστορία!» είπε η τρίτη κοπέλα κι όλες γέλασαν πονηρά. Ωστόσο τα λόγια τους έκαναν τη Λόρεν να βλέπει το μέλλον της μαύρο. Μόλο που δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που έβγαινε μαζί του, ήξερε πως δε θ’ αργούσε να τον ερωτευτεί, και τώρα καταλάβαινε πως, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, μια μέρα θα γινόταν πολύ δυστυχισμένη. Σύντομα θα ερχόταν η σειρά της να μείνει μόνη. Εκτός, συλλογίστηκε, αν δεν τον ερωτευτώ ποτέ, αν δεν τον αφήσω να με πληγώσει. Το μόνο που μένει να κάνω είναι να τον εγκαταλείψω πρώτη. Η Λόρεν είχε αρκετές μέρες άδεια από το περιοδικό. Αποφάσισε λοιπόν να πάει για δυο βδομάδες στους γονείς της χωρίς να πει τίποτα στον Σαμ. Του άφησε μόνο ένα σημείωμα που έγραφε πως δε θα πήγαινε στο ραντεβού τους γιατί έπρεπε να φύγει επειγόντως από το Λονδίνο. Δεν του έστειλε κάρτα, ούτε του τηλεφώνησε, κι όταν επέστρεψε ήταν ψυχρή και απόμακρη μαζί του. Απέφευγε να τον συναντήσει, δεν απαντούσε στα τη-λεφωνήματά του και κυκλοφορούσε με άλλους άντρες. Πίστευε ότι ο Σαμ θα επέμενε στην αρχή, όπως επέμεναν κι οι γυναίκες που εγκατέλειπε εκείνος, γι’ αυτό η αντίδρασή του την είχε αφήσει έκπληκτη. Ήταν έξαλλος. Αρκετό καιρό αργότερα η Λόρεν κατάλαβε πως έπρεπε να το περιμένει. Στο κάτω κάτω είχε καταφέρει να πληγώσει τον εγωισμό του. Μέχρι τότε ήταν δικό του προνόμιο να εγκαταλείπει τις γυναίκες. Τώρα οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί και δεν του άρεσε καθόλου. Ένα Σάββατο πρωί πήγε να τη βρει στο διαμέρισμά της. Νομίζοντας πως ήταν ο γαλατάς, που περνούσε κάθε Σάββατο για να πληρωθεί, η Λόρεν άνοιξε την πόρτα και βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα σίφουνα. Η συζήτησή τους ήταν σύντομη και σκληρή. «Τι συμβαίνει;» την είχε ρωτήσει εξοργισμένος ο Σαμ. «Γιατί με αποφεύγεις;» Στην αρχή η Λόρεν αναρωτήθηκε μήπως την αγαπούσε πραγματικά, αλλά σύντομα θυμήθηκε τις άλλες κοπέλες και την απελπισία που είχαν νιώσει όταν τις εγκατέλειψε. Βέβαια όλες τον είχαν ξεχάσει, όλες τον συμπαθούσαν τώρα, η Λόρεν όμως δεν ήθελε να έχει την ίδια τύχη μ’ εκείνες. «Λυπάμαι», του είπε ήρεμα, όπως είχε πει εκείνος σε τόσες άλλες. «Υπάρχει κάποιος άλλος». «Ποιος;» τη ρώτησε εκείνος άγρια, αλλά η Λόρεν σήκωσε το βλέμμα της και συνάντησε άφοβα το δικό του. «Έχει σημασία; Λυπάμαι, Σαμ, αλλά δε θέλω να συνεχίσου-με... Δέξου το, σε παρακαλώ, και μη χειροτερεύεις την κατάσταση». Εκείνος έμεινε σιωπηλός, με τα γκρίζα μάτια του καρφωμένα στα δικά της, κι έπειτα έφυγε κι η Λόρεν δεν τον είδε ξανά για αρκετά χρόνια. Ο χρόνος σύντομα έσβησε εκείνο το επεισόδιο από τη μνήμη της. Φυσικά έβγαινε με άλλους άντρες, αλλά σ’ όλους έβρισκε κάποιο ελάττωμα και μετά από λίγο σταματούσε να τους βλέπει. Μόνο όταν γνώρισε τον Ρομπ Κόρνουελ άρχισε να νιώθει αισιόδοξη για το μέλλον της και,


συμπτωματικά, την ίδια εποχή ο Σαμ αναγκάστηκε να γυρίσει στο Λονδίνο μετά το ατύχημά του. Η Λόρεν τον είχε συναντήσει άλλη μια φορά και είχε προσπαθήσει να του φερθεί φιλικά, αλλά με την πρώτη ματιά είχε καταλάβει πως ήταν μάταιο. Ο Σαμ δεν είχε πάψει ούτε στιγμή να τη μισεί. Έδειχνε αποφασισμένος να την πολεμήσει. Η καρδιά της σφίχτηκε από φόβο ακούγοντας τα βήματα πίσω της να πλησιάζουν. Συγκέντρωσε όλη την προσοχή της στο δρόμο αναζητώντας κάποιο ελεύθερο ταξί. Ο θυμός του Σαμ ήταν καταστροφικός σαν έκρηξη ηφαιστείου. «Είσαι ευχαριστημένη τώρα;» ακούστηκε ξαφνικά η βαθιά φωνή του. Περπατούσε δίπλα της, αλλά η Λόρεν απέφυγε να τον κοιτάξει. «Άφησέ με ήσυχη, Σαμ!» «Μη βιάζεσαι!» απάντησε εκείνος κοφτά. «Σ’ αρέσει να λες πάντοτε στους άλλους τι πιστεύεις για κείνους, αλλά τώρα είναι η σειρά σου ν’ ακούσεις. Πώς τόλμησες να μιλήσεις μ’ αυτό τον τρόπο στην Πάτι; Πώς τόλμησες να την καταδικάσεις χωρίς να ξέρεις τίποτα; Ήταν δυστυχισμένη κι εσύ κατάφερες να την κάνεις να νιώσει ακόμα χειρότερα. Ελπίζω να είσαι περήφανη για τον εαυτό σου, Λόρεν! Γιατί σου αρέσει τόσο πολύ ο ρόλος του ηθικά άμεμπτου κριτή που μοιράζει ποινές και καταδίκες στους πάντες;» Τα λόγια του ήταν καυστικά και σαρκαστικά. «Μην επιτίθεσαι σ’ εμένα για να υπερασπιστείς τον εαυτό σου!» του πέταξε άγρια η Λόρεν. «Να υπερασπιστώ τον εαυτό μου;» ξέσπασε εκείνος αρπά-ζοντάς την από τον αγκώνα. «Δε νιώθω την ανάγκη να υπερασπιστώ τον εαυτό μου σ’ εσένα επειδή απόψε βγήκα με μια γοητευτική γυναίκα...» «Που τυχαίνει να είναι παντρεμένη», είπε μέσα από τα δόντια της η Λόρεν. «Αυτό είναι δική της δουλειά, δεν είναι δική σου, ούτε και δική μου. Δεν το καταλαβαίνεις;» «Δε σκέφτηκες ότι μπορεί να διαλύσεις έναν ευτυχισμένο γάμο;» του αντιγύρισε περιφρονητικά η Λόρεν. «Για ποιο λόγο;» ρώτησε εκείνος σφίγγοντας τα δόντια. «Κάνεις λάθος αν πιστεύεις πως έχω δεσμό με την Πάτι. Συναντηθήκαμε τυχαία στο μπαρ. Είχα πάει για φαγητό μετά τη δουλειά κι εκείνη με ρώτησε αν μπορούσε να καθίσει στο τραπέζι μου. Μετά από μια κουραστική ημέρα, ποιος θ’ αρνιόταν λίγη συντροφιά; Η Πάτι είναι ευχάριστη, πολύ ελκυστική κι εμένα μου αρέσουν οι γυναίκες...» «Μάλιστα», τον διέκοψε μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο η Λόρεν. Εκείνος την κοίταξε σκυθρωπός. «Δεν εννοούσα το σεξ. Υπάρχουν κι άλλοι λόγοι για τους οποίους μου αρέσουν οι γυναίκες!» «Συνέχισε», είπε αναστενάζοντας η Λόρεν. «Μη μου πεις ότι οι καλύτερός σου φίλες είναι γυναίκες!»


«Ειλικρινά», απάντησε ο Σαμ ρίχνοντάς της μια ματιά όλο κακία. «Εσύ όμως, κυρία μου, δε συγκαταλέγεσαι ανάμεσα τους! Ποτέ δεν αντιπάθησα γυναίκα όσο εσένα!» «Ευχαριστώ», του αντιγύρισε απαθέστατα εκείνη, αλλά τα λόγια του την είχαν πληγώσει. Μόλο που ποτέ δε θα γινόταν φίλη του, τα συναισθήματα που ένιωσε βαθιά μέσα της ήταν τόσο αντιφατικά, που ούτε η ίδια δεν μπορούσε να εξηγήσει. «Θα μ’ ακούσεις είτε το θέλεις είτε όχι!» της είπε απότομα ο Σαμ. «Εγώ κι η Πάτι φάγαμε μαζί και συζητήσαμε. Μου έδωσε την εντύπωση ότι είναι μόνη και δυστυχισμένη. Τότε εμφανίστηκες εσύ με τον πλούσιο φίλο σου και, σοκαρισμένη, τη συμβούλεψες να μείνει πιστή στον Λούις. Κατά τη γνώμη μου, τα λόγια σου την έσπρωξαν να με καλέσει στο σπίτι της, άρα είναι και δικό σου λάθος!» «Ώστε έτσι! Είναι δικό μου λάθος!» ξέσπασε αγανακτισμένη η Λόρεν. «Έπρεπε να το φανταστώ!» «Εσύ έβαλες την ιδέα στο κεφάλι της!» «Ήταν εκεί πριν με δει κανείς από τους δυο σας!» του πέταξε εκείνη. «Έβλεπα από την άλλη άκρη του μπαρ...» «Με παρακολουθούσες λοιπόν;» τη διέκοψε εκείνος και ξαφνικά η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους άλλαξε. Σμίγοντας τα φρύδια ο Σαμ την κοίταξε ερευνητικά. Η Λόρεν ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Έβλεπα την Πάτι», απάντησε εκείνη αποστρέφοντας το βλέμμα και την ίδια στιγμή πρόσεξε ένα ταξί να έρχεται προς το μέρος τους. «Επιτέλους!» είπε. Η Λόρεν πετάχτηκε μπροστά σηκώνοντας το χέρι για να το σταματήσει, αλλά ο οδηγός προσπέρασε χωρίς να δώσει σημασία. Ήταν έτοιμη να καταρρεύσει, όταν ακούσε τον Σαμ να σφυρίζει δυνατά. Το ταξί σταμάτησε επιτόπου. «Καληνύχτα», μουρμούρισε η Λόρεν, έτοιμη να ανοίξει την πόρτα, αλλά εκείνος είχε προλάβει. Κρατώντας την από το μπράτσο την έσπρωξε μέσα κι έπειτα κάθισε δίπλα της κι έδωσε στον οδηγό τη διεύθυνση του σπιτιού της. Μη θέλοντας να κάνει ολόκληρη σκηνή μπροστά στον οδηγό, η Λόρεν έμεινε σιωπηλή, με το βλέμμα στραμμένο έξω από το παράθυρο. «Όταν μπήκαμε σ’ εκείνο το ταξί μετά το μπαρ», είπε ήρεμα ο Σαμ, «είχα σκοπό ν’ αφήσω την Πάτι στο διαμέρισμά της και να γυρίσω σπίτι μου, αλλά με κάλεσε για καφέ». «Για καφέ;» επανέλαβε σαρκαστικά η Λόρεν. «Έτσι το λένε τώρα;» «Η Πάτι είχε ανάγκη να μιλήσει με κάποιον», συνέχισε εκείνος εξαγριωμένος. «Δεν κάνατε έρωτα;» του πέταξε η Λόρεν. «Δεν είναι δική σου δουλειά», απάντησε ο Σαμ χάνοντας την υπομονή του. «Δεν έκανα τίποτα που δε μου ζήτησε εκείνη!»


«Θα χαρεί πολύ η Πάτι αν μάθει ότι τα φορτώνεις όλα σ’ εκείνη!» μουρμούρισε η Λόρεν ρίχνοντάς του μια περιφρονητική ματιά. «Είσαι μια στρίγκλα! Κατηγόρησέ με λοιπόν! Δεν μπορώ να σ’ εμποδίσω!» απάντησε εκείνος κατακόκκινος από θυμό. «Ευχαριστώ», του είπε εκείνη κοφτά. «Θα το κάνω!» Για μια στιγμή φοβήθηκε πως ο Σαμ θα τη χαστούκιζε. Εκείνος πήρε βαθιά ανάσα προσπαθώντας να επανακτήσει την ψυχραιμία του. «Συλλογίστηκες ποτέ πως αν η Πάτι ήταν ευτυχισμένη με τον Λούις δε θα έβγαινε με άλλους;» «Αν είναι έτσι, έπρεπε να μιλήσει πρώτα με τον Λούις και όχι μ’ εσένα!» «Το ίδιο της είπα κι εγώ». «Πριν κάνετε έρωτα ή μετά;» ρώτησε η Λόρεν και τον άκου-σε να βλαστημά μέσα από τα δόντια του. Το ταξί πήρε μια στροφή με μεγάλη ταχύτητα και λίγο έλειψε να συγκρουστούν μ’ ένα αυτοκίνητο στο αντίθετο ρεύμα. Καθώς ο οδηγός πατούσε φρένο, η Λόρεν, χάνοντας την ισορροπία της, έπεσε πάνω στον Σαμ. Εκείνος πέρασε ενστικτωδώς το χέρι του γύρω από τους ώμους της. Το σοκ ήταν τόσο δυνατό, που για μερικές στιγμές ένιωσε την ανάσα της να κόβεται, τα μάτια της να κλείνουν και τ’ αυτιά της να βουίζουν ανυπόφορα. Όταν συνήλθε, τραβήχτηκε απότομα από την αγκαλιά του προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή της. Δεν τολμούσε να στρέψει το πρόσωπό της και να τον κοιτάξει, από φόβο μήπως και η έκφρασή της την πρόδινε. Ξαφνικά αναρωτήθηκε γιατί την είχε αναστατώσει τόσο ένα τυχαίο άγγιγμα, τη στιγμή που δεν έδινε δεκάρα για τον Σαμ. Η σιωπή του την έκανε ν’ ανησυχήσει περισσότερο. Τι να σκέφτεται άραγε; αναρωτήθηκε. Μόλο που την έτρωγε η περιέργεια, αποφάσισε να μην ενδώσει στον πειρασμό να τον κοιτάξει. «Όπως έλεγα», συνέχισε εκείνος ήρεμα, σπάζοντας τη σιωπή, «η Πάτι αντιμετωπίζει προβλήματα στη συζυγική της ζωή. Θα μπορούσες να συζητήσεις μαζί της, αν βέβαια σου ξαναμιλήσει μετά το αποψινό επεισόδιο. Έχει ανάγκη από κατανόηση κι έχει πολλά να πει. Κάποτε ήσουν φίλη της. Αν ενδιαφέρεσαι ειλικρι-νά ακόμα, προσπάθησε να τη βοηθήσεις. Δεν ξέρω αν ο Λούις την παραμελεί εξαιτίας της δουλειάς του ή εξαιτίας κάποιας άλλης γυναίκας, γιατί η Πάτι δε μου μίλησε καθαρά. Πάντως είμαι βέβαιος πως έχει φτάσει στο απροχώρητο». Ο σοβαρός τόνος της φωνής του έκανε εντύπωση στη Λόρεν. «Θα συζητήσω μαζί της αύριο», του είπε αργά. «Αν βέβαια, όπως είπες κι εσύ, δεχτεί να μου μιλήσει!» «Μπορείς να την κατηγορήσεις αν σου γυρίσει την πλάτη; Μερικές φορές είσαι ικανή να πετύχεις το στόχο σου με δυο λόγια». «Είμαι ικανή να χρησιμοποιήσω περισσότερα αν χρειαστεί, γιατί ο Λούις Σάβιλ είναι ένας άνθρωπος που σέβομαι κι εμπιστεύομαι», είπε η Λόρεν.


«Αν δεν απατώμαι, δεν έχεις την ίδια γνώμη και για μένα!» σχολίασε ο Σαμ γελώντας κυνικά. «Αλήθεια, Λόρεν! Τι νιώθεις για μένα;» Εκείνη έσφιξε τις γροθιές της και απέφυγε να τον κοιτάξει. Το ταξί έστριβε τώρα στη γωνία του σπιτιού της. Δεν άντεχε άλλο να βρίσκεται κοντά του, ήταν ακόμα συγκλονισμένη από την επαφή των κορμιών τους και φοβόταν ότι εκείνος το είχε καταλάβει. Διαφορετικά, δε θα της έκανε αυτή την ερώτηση. Λαχταρούσε να μείνει μόνη, να σκεφτεί, να καταλάβει για ποιο λόγο είχε πανικοβληθεί στην αγκαλιά του... Αν του περάσει απ’ το μυαλό η ιδέα ότι μου αρέσει, συλλογίστηκε, δε θα ησυχάσει μέχρι να με ρίξει στο κρεβάτι του. Δε θα διστάσει να μ’ εκδικηθεί επειδή κάποτε πλήγωσα τον εγωισμό του. «Νομίζω πως έχεις δίκιο. Η Πάτι πρέπει να έχει φτάσει στα πρόθυρα νευρικής κατάρρευσης», του είπε παγερά. Το ταξί σταμάτησε μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας της. «Μόνο μια απελπισμένη γυναίκα θα έμπλεκε μαζί σου». Βγήκε χωρίς να τον κοιτάξει, πλήρωσε βιαστικά τον οδηγό κι έφυγε τρέχο-ντας, από φόβο ότι ο Σαμ θα την ακολουθούσε. Εκείνος όμως δεν κουνήθηκε από τη θέση του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Μια βδομάδα αργότερα η Λόρεν, βγαίνοντας από το ασανσέρ, σταμάτησε μπροστά στον πίνακα ανακοινώσεων για να δει αν υπήρχε κάποια καινούρια εσωτερική αγγελία. Έριξε μια βιαστική ματιά σ’ όλες τις κάρτες κι έπειτα αναστενάζοντας απογοητευμένη ετοιμάστηκε να φύγει. «Ακόμα ψάχνεις;» Η παγερή φωνή της αρχισυντάκτριάς της την έκανε να γυρίσει τρομαγμένη το κεφάλι. «Γεια σου, Άννι», είπε χαμογελώντας, χωρίς να ανησυχήσει καθόλου από το σκυθρωπό ύφος της άλλης γυναίκας. Αλλωστε η Λόρεν δεν είχε κρύψει από κανέναν την επιθυμία της να μετατεθεί σε εφημερίδα. «Δυστυχώς δεν υπάρχει τίποτα ενδιαφέρον προς το παρόν». «Δε μου αρέσει να νιώθω ότι από στιγμή σε στιγμή θα σε χάσω!» Η Άννι ήταν μια ψηλή, λυγερόκορμη, καλοντυμένη γυναίκα γύρω στα σαράντα, προικισμένη με το προφίλ της Νεφερ-τίτης και την αντοχή ολυμπιονίκη. Όταν το περιοδικό πήγαινε στο τυπογραφείο, ήταν ικανή να δουλεύει ασταμάτητα νύχτα και μέρα, και ποτέ δεν έχανε την αισιοδοξία και τον ενθουσιασμό για τη δουλειά της. «Νομίζω ότι δίνω τον καλύτερο εαυτό μου στο περιοδικό!» αποκρίθηκε η Λόρεν ακολουθώντας τη βιαστικά. «Ελπίζω! Μην ξεχνάς ότι κανείς δεν είναι αναντικατάστατος». «Συμβαίνει τίποτα, Άννι;» ρώτησε εκείνη κατάπληκτη. «Ο πίνακας ανακοινώσεων έχει τοποθετηθεί για να μπορούν τα μέλη του προσωπικού να υποβάλλουν αιτήσεις για τις νέες θέσεις. Γιατί θυμώνεις μαζί μου, όταν όλοι κάνουν το ίδιο;» «Απαιτώ λίγη αφοσίωση και υπευθυνότητα!» πέταξε η Άννι κατακόκκινη από θυμό. Τα γυαλιστερά, κατάμαυρα μαλλιά της, που ήταν κομμένα κοντά, σχεδόν αγορίστικα, τόνιζαν τα όμορφα


χαρακτηριστικά του προσώπου της και τα μεγάλα, αμυγδαλωτά, μαύρα μάτια της. «Είναι άδικο να υπαινίσσεσαι πως δεν είμαι υπεύθυνη και αφοσιωμένη στη δουλειά μου!» διαμαρτυρήθηκε αναστατωμένη η Λόρεν και την ακολούθησε στο γραφείο της κλείνοντας πίσω την πόρτα για να μην ακούσει τη συζήτησή τους η Τζιλ, η γραμματέας της Άννι. Η Τζιλ βέβαια δε θα έμενε στη θέση της αν διέδιδε όσα άκουγε κάθε μέρα, αλλά όλοι ήξεραν πόσο περίεργη ήταν. Πάντοτε κρυφάκουγε και δεν έχανε ευκαιρία να χώνει τη μύτη της στους φακέλους των άλλων. Η Αννι κάθισε στο γραφείο της και σταύρωσε τα χέρια απο-φεύγοντας να συναντήσει το βλέμμα της Λόρεν. «Μη στέκεσαι όρθια, Λόρεν!» είπε απότομα κι εκείνη κάθισε απέναντι της και την κοίταξε ερευνητικά. Μόλο που η Αννι γινόταν συχνά ιδιότροπη, σκληρή και απαιτητική, ήταν μια καταπληκτική αρχισυντάκτρια. Ήταν ευρηματική, γρήγορη, ενθουσιώδης και είχε το μεγάλο χάρισμα της οργανωτικότητας. Το μοναδικό ελάττωμά της ήταν η μονολι-θικότητα. Πίστευε πως δεν άξιζε να δουλεύει κανείς πουθενά αλλού παρά μόνο στο Ούλτρα, ήταν η πρώτη και, μέχρι τώρα, μοναδική αρχισυντάκτριά του και δεν έκρυβε την περηφάνια της που αυτό το περιοδικό ήταν το πνευματικό της παιδί. «Τι συμβαίνει, Αννι;» ρώτησε διστακτικά η Λόρεν. «Είχα μια πρόταση», είπε αργά κι η Λόρεν την κοίταξε αμήχανα. Ήξερε πως η Αννι είχε συχνά προτάσεις από αντιπάλους του Κόρνουελ, που έκαναν τα πάντα να του στερήσουν την τόσο ικανή αρχισυντάκτριά του. «Δεν είναι κάτι καινούριο για σένα». Ακούγοντας το κομπλιμέντο της Λόρεν εκείνη χαμογέλασε ευγενικά κι έπειτα έμεινε σιωπηλή για λίγο. «Αυτή τη φορά ήταν ο Τσάρλι», είπε, αφήνοντας άφωνη τη Λόρεν. «Ο Τσάρλι;» «Ο Τσάρλι Κόρνουελ». «Σου έκανε πρόταση ο Τσάρλι Κόρνουελ; Τι είδους πρόταση;» «Θέλει να ξεκινήσω ένα καινούριο περιοδικό», αποκρίθηκε συγκρατημένα η Αννι, αλλά η φωνή της πρόδινε τον εκνευρισμό που ένιωθε. «Νομίζει», συνέχισε πριν προλάβει η Λόρεν να μιλήσει, «πως είναι καιρός να κάνω κάτι καινούριο. Λέει πως τόσο εγώ όσο και το περιοδικό έχουμε αρχίσει να λιμνάζουμε κι έχουμε ανάγκη από κάποια αλλαγή». «Φυσικά εσένα δε σ’ ενθουσιάζει αυτή η ιδέα», είπε η Λόρεν εκφράζοντας την κατανόησή της. «Το Ούλτρα είναι το περιοδικό μου!» ξέσπασε αγανακτισμέ-νη η Άννι και χτύπησε το χέρι της στο γραφείο. «Δεν έχει δικαίωμα να μου το πάρει!» «Είναι αποφασισμένος να το κάνει, άσχετα αν εσύ διαφωνήσεις μαζί του;» «Έχω ένα προαίσθημα πως θα το κάνει», απάντησε πικρά η Αννι, βυθίζοντας το ερευνητικό βλέμμα


της στα μάτια της Λόρεν. «Φυσικά ο ισχυρισμός του πως το περιοδικό έχει λιμνάσει κι εγώ έχω κουραστεί δεν είναι παρά μια δικαιολογία. Προφανώς θέλει να δώσει το Ούλτρα σε κάποιον άλλο και προσπαθεί να με ξεφορτωθεί». Όσο κι αν προσπαθούσε η Λόρεν, ήταν αδύνατον να καταλάβει τι έκρυβαν τα λόγια της Αννι. Εκείνη συνέχισε να την κοιτάζει σιωπηλή κι έπειτα αποφάσισε να επιτεθεί ανοιχτά. «Σου πρότεινε να το πάρεις εσύ;» «Εγώ;» ψέλλισε κατάπληκτη η Λόρεν. Για μια στιγμή νόμισε πως ήταν αστείο, αλλά η Άννι δε χαμογελούσε. Αντίθετα, ποτέ δεν την είχε δει τόσο αναστατωμένη. «Όχι!» αποκρίθηκε κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. «Για τ’ όνομα του Θεού, Άννι, είμαι μόνο είκοσι έξι χρονών. Δε γίνεται κανείς αρχισυντάκτης στην ηλικία μου!» «Γίνεται, αν πρόκειται να παντρευτεί το γιο του Τσάρλι Κόρ-νουελ», της αντιγύρισε η Αννι χαμογελώντας κυνικά και ξαφνικά όλα ξεκαθάρισαν στο μυαλό της Λόρεν. «Όχι», επανέλαβε κάτωχρη. «Ψάχνω για καινούρια δουλειά επειδή θα προτιμούσα να δούλευα σε εφημερίδα. Είμαι πολύ ευχαριστημένη από το Ούλτρα, αλλά θα ήθελα να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό. Σε διαβεβαιώνω πως δε θέλω να πάρω τη θέση σου. Ποτέ δεν είχα τέτοιες φιλοδοξίες κι ακόμα είναι λάθος να πιστεύεις ότι ο Τσάρλι Κόρνουελ θα μου έκανε ποτέ τέτοια πρόταση». «Ξέρω πολύ καλά τον Τσάρλι Κόρνουελ», είπε η Αννι γελώντας κοφτά. «Είναι αδίστακτος και προτιμά να συγκεντρώνει κάθε εξουσία στο οικογενειακό του περιβάλλον. Μετά το γάμο σου με τον Ρομπ θ’ ανήκεις κι εσύ στην οικογένεια Κόρνουελ, και τότε ο Τσάρλι θα σου δώσει μια πολύ υψηλή θέση». «Εδώ ήθελα να καταλήξω», είπε η Λόρεν κοιτάζοντάς την ψυχρά. «Δε θέλει να παντρευτώ το γιο του. Ποτέ δε θα μετέθετε εσένα για χάρη μου. Αντίθετα, ψάχνει να βρει την κατάλληλη ευκαιρία να με ξεφορτωθεί. Αρνείται να με γνωρίσει κι έχει απαγορέψει στον Ρομπ να με πάει σπίτι του. Περίμενα πως θα σου είχε ζητήσει να με απολύσεις». Η Άννι έγειρε στην πλάτη της καρέκλας της και κοίταξε εξεταστικά το πρόσωπο της Λόρεν. «Ξέρω πως δεν είναι ευχαριστημένος», είπε σμίγοντας τα φρύδια της. «Τώρα τελευταία όμως νόμιζα πως είχε αρχίσει να συνηθίζει στην ιδέα». «Νομίζω ότι απλά ελπίζει πως σύντομα εγώ κι ο Ρομπ θα χωρίσουμε». «Ξέρω πόσο άσπλαχνος είναι ο Τσάρλι με τους ανθρώπους», μουρμούρισε η Αννι δαγκώνοντας τα χείλη της. «Είναι υπερόπτης και πάντοτε εξούσιαζε τον Ρομπ. Είναι σκληρή εμπειρία να έχεις πατέρα τον Τσάρλι. Ο Ρομπ είχε πάντοτε ό,τι ζητούσε, αλλά ήταν υποχρεωμένος να κάνει εκείνο που τον διέταζε ο πατέρας του. Ο Τσάρλι είναι αυτοδημιούργητος και νιώθει περηφάνια γι’ αυτό, αλλά πιστεύω πως ονειρευόταν για το γιο του μια νύφη με αριστοκρατική καταγωγή και μεγάλη περιουσία». «Από τα λεγόμενο του Ρομπ, είναι ξεκάθαρο πως δεν είμαι κατάλληλη για το γιο του Τσάρλι Κόρνουελ», ψέλλισε η Λόρεν με φωνή που έτρεμε από θυμό και πίκρα. Σταμάτησε απότομα, νιώθοντας πως, αν έλεγε μια λέξη ακόμα, θα ξεσπούσε σε δάκρυα.


«Αν όμως δεν προορίζει για σένα τη θέση μου», είπε η Αννι απορροφημένη από τις δικές της σκέψεις, «γιατί θέλει να μου πάρει το Ούλτρα;» «Ισως πιστεύει ακριβώς αυτό που σου είπε», μουρμούρισε η Λόρεν. «Ισως», αποκρίθηκε φανερά δυσαρεστημένη η Αννι. «Έχω ένα προαίσθημα πως κάτι κρύβεται πίσω απ’ αυτή την κίνηση». Πριν τελειώσει τη φράση της χτύπησε το τηλέφωνο. Η Αννι κοίταξε σκεφτική τη συσκευή κι έπειτα σήκωσε το ακουστικό. «Ναι;» Ξαφνικά η έκφρασή της άλλαξε. «Γεια σου, Τσάρλι!» Το βλέμμα της στράφηκε θριαμβευτικό προς την κατεύθυνση της Λόρεν. «Φυσικά», απάντησε στο τηλέφωνο. «Το σκέφτηκα». Ακολούθησε μια μικρή παύση. «Ναι, Τσάρλι, έχω χρόνο. Τώρα αμέσως; Σε δέκα λεπτά; Εντάξει». Κατέβασε το ακουστικό και χαμογέλασε νευρικά στη Λόρεν. «Θέλει να συζητήσουμε τα σχέδιά του. Ελπίζει πως σκέφτηκα όσα μου είπε χτες βράδυ. Λες και μπορούσα να σκεφτώ τίποτ’ άλλο τις τελευταίες δώδεκα ώρες! Ο αιώνιος Τσάρλι! Ρίχνει μια βόμβα στο κεφάλι σου κι έπειτα σε ρωτάει αν πρόσεξες την έκρηξη!» Βλέποντας την Άννι να σηκώνεται με χάρη από την καρέκλα της, η Λόρεν αναρωτήθηκε γιατί δεν είχε παντρευτεί. Ήταν πανέμορφη και πάντοτε είχε ένα γοητευτικό άντρα στο πλευρό της, όπου κι αν πήγαινε, αλλά τα κουτσομπολιά του γραφείου δεν είχαν συνδέσει ποτέ το όνομά της με κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. Κατά καιρούς ψιθύριζαν διάφορα για τις σχέσεις της με τον Τσάρλι Κόρνουελ, κυρίως επειδή βρισκόταν πάντοτε στη συντροφιά του. Φυσικά ο Τσάρλι κι η Άννι ήταν το αγαπημένο ζευγάρι των κοσμικογράφων, που προτιμούσαν να πιστεύουν ότι εκείνη είχε φτάσει στην κορυφή περνώντας από το κρεβάτι του. Όσοι όμως τη γνώριζαν καλά ήξεραν πως τέτοιες φήμες ήταν ανυπόστατες. Η Αννι είχε φτάσει στην κορυφή πετώντας με τα δικά της φτερά. Κανείς δεν αμφέβαλλε για τις ικανότητές της. Η Λόρεν γύρισε στο γραφείο της αποφασισμένη να στρωθεί στη δουλειά. Έγραφε ένα άρθρο για τα προβλήματα της εφηβικής ηλικίας, που είχε αναλύσει πολλές φορές στο παρελθόν, και, μόλο που τώρα είχε καταφέρει να το παρουσιάσει από διαφορετική σκοπιά, δεν ήξερε τι να προσθέσει. «Σταμάτα ν’ αναστενάζεις», της είπε χαμογελώντας η Τζόαν Νιλ. Η Λόρεν γύρισε απότομα προς το μέρος της. «Αναστέναζα; Συγνώμη. Τζόαν, εσύ που είσαι πολλά χρόνια στο περιοδικό, τι κάνεις όταν χρειάζεται να επαναλάβεις άρθρα που έχεις εξαντλήσει στο παρελθόν;» «Είμαι τυχερή! Δε θυμάμαι ποτέ τι έχω γράψει!» «Αστειεύεσαι;» ρώτησε η Λόρεν γελώντας. «Ειλικρινά δεν έχω καλή μνήμη. Απλά κάνω τη δουλειά μου, κι όταν γυρίζω σπίτι, τα έχω ξεχάσει όλα». Η Τζόαν έγειρε στην πλάτη της καρέκλας της σταυρώνοντας τα χέρια πίσω από το κεφάλι. «Ο Φιλ κι εγώ θα έχουμε αποταμιεύσει αρκετά χρήματα μέχρι τα Χριστούγεννα, κι έτσι θα μπορέσω να


σταματήσω και να κάνω παιδί. Με την αύξηση που θα πάρει ο Φιλ στο τέλος του χρόνου, καλύπτουμε το δάνειο και διάφορους άλλους λογαριασμούς κι έχουμε αρκετές οικονομίες μέχρι να βρω κάποια απασχόληση στο σπίτι». «Εύχομαι όλα να πάνε καλά», είπε ευγενικά η Λόρεν κι η Τζόαν της χαμογέλασε αστράφτοντας από χαρά. «Ευχαριστώ. Λόρεν, μην παίρνεις τόσο πολύ στα σοβαρά τη δουλειά... Όταν πρέπει να γράψεις ξανά το ίδιο άρθρο, άνοιξε το αρχείο σου, διάβασε το προηγούμενο και προσπάθησε να το παρουσιάσεις όσο καλύτερα γίνεται. Πάντα υπάρχουν περιθώρια να βελτιώσεις τη δουλειά σου». «Έχεις δίκιο», μουρμούρισε σκεφτική η Λόρεν. Το μεσημέρι έφαγε βιαστικά στην καντίνα του κτιρίου. Μπαίνοντας στο ασανσέρ για να γυρίσει στο γραφείο της συναντήθηκε με τον Λούις Σάβιλ. Μόλις τον αντίκρισε η Λόρεν ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται από λύπη. Φυσικά δε θα τολμούσε ποτέ να του αποκαλύψει όσα γνώριζε για τη συμπεριφορά της Πάτι. Ο Λούις έδειχνε αμέριμνος κι ευδιάθετος. «Λόρεν!» της είπε χαμογελώντας φιλικά. «Τι σύμπτωση! Σκόπευα να περάσω αργότερα από το γραφείο σου για να σε καλέσω στο πάρτι που κάνουμε το Σάββατο. Ξέρεις πού μένουμε;» «Ναι», ψέλλισε εκείνη, νια'ίθοντας τα μάγουλά της να βάφονται κατακόκκινα καθώς θυμήθηκε την τελευταία επίσκεψή της στο διαμέρισμα των Σάβιλ. «Ωραία. Το πάρτι θ’ αρχίσει στις οχτώ. Φυσικά μπορείς να έρθεις με το συνοδό σου», πρόσθεσε μ’ ένα πονηρό χαμόγελο. «Εκτός αν ο Ρομπ Κόρνουελ βρίσκει πολύ χαμηλό το επίπεδό μας για τα γούστα του!» «Ευχαριστώ», είπε η Λόρεν γελώντας με το αστείο του. «Θα ρωτήσω τον Ρομπ αν είναι ελεύθερος το βράδυ του Σαββάτου. Είμαι βέβαιη πως θα ήθελε πολύ να έρθει, μόλο που μερικές φορές είναι υποχρεωμένος να συνοδεύει τον πατέρα του». «Εσύ όμως θα έρθεις;» τη ρώτησε βιαστικά ο Λούις όταν το ασανσέρ σταμάτησε στον όροφό του. Το ευγενικό του βλέμμα την έκανε να νιώσει συμπόνια. Ο Λούις Σάβιλ άξιζε μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή κι ήταν άδικο να μην μπορεί να την αποκτήσει. «Ναι, θέλω πολύ να έρθω», αποκρίθηκε κι εκείνος χαμογέλασε γλυκά. «Ωραία, θα σε περιμένουμε, Λόρεν. Η Πάτι σ’ αγαπάει πολύ και λυπάμαι που δε βλέπεστε τακτικά πια. Κρίμα που έφυγε από το Ούλτρα...» Λίγο έλειψε να μου αποκαλύψει ότι τα ξέρει όλα, συλλογίστηκε η Λόρεν πατώντας το κουμπί για να συνεχίσει μέχρι το δικό της όροφο. Το τελευταίο πράγμα που θ’ άντεχε ν’ ακούσει ήταν η άποψη του Λούις για κείνη τη δυσάρεστη ιστορία. Έφτασε στο γραφείο της μετανιωμένη που είχε δεχτεί την πρόσκλησή του. Γιατί δεν έλεγα ότι θα προσπαθούσα να πάω αλλά είχα ήδη κάποια άλλη υποχρέωση;


Εκείνο το βράδυ ήταν καλεσμένη με τον Ρομπ σε μια πρεμιέρα κι έφυγε από το γραφείο στις πέντε για να προλάβει να κάνει ένα ντους και ν’ αλλάξει ρούχα. Ο Ρομπ έφτασε στις εξίμισι. Αποφάσισαν να φάνε πρώτα σ’ ένα εστιατόριο του Γουέστ Εντ και να συνεχίσουν με τα πόδια μέχρι το θέατρο. Παρήγγειλαν χαβιάρι γαρνιρισμένο με βραστά αβγά, κάππαρη και φρέσκα κρεμμυδάκία. Όταν ο μαιτρ σέρβιρε τη σαμπάνια, η Λόρεν αποφάσισε να μιλήσει στον Ρομπ για το πάρτι των Σάβιλ. «Δεν έχω σημειώσει τίποτα», είπε εκείνος κοιτάζοντας το ημερολόγιό του. «Πάμε, πλάκα θα ’χει», πρόσθεσε γελώντας πονηρά. «Αν μάλιστα έχουν καλέσει και τον Σαμ Χάρντι, θα δούμε και πυροτεχνήματα!» «Δεν είναι αστείο!» τον μάλωσε η Λόρεν σμίγοντας τα φρύδια της. «Αγάπη μου, κι οι μεγάλοι παίζουν παιχνίδια, αλλά όταν πλη-γωθεί κάποιος δεν ξεσπάει σαν παιδί! Ο Λούις δε θ’ αργήσει να πληροφορηθεί ότι η γυναίκα του έχει δεσμό με τον Σαμ Χάρντι! Αυτό θα είναι το πρώτο πυροτέχνημα!» Ο Ρομπ αρνιόταν να πάρει τη ζωή στα σοβαρά. Διασκέδαζε πολύ βλέποντας τους άλλους να τρώνε τα μούτρα τους. Η Λόρεν όμως ήξερε πως πίσω απ’ αυτή την εικόνα κρυβόταν ένας άλλος Ρομπ με αληθινά αισθήματα, που φοβόταν να τα εκφράσει. Ο μόνος υπεύθυνος για όλα τα ανθρώπινα ελαττώματα του Ρομπ ήταν ο Τσάρλι Κόρνουελ. Η παράξενη διαπαιδαγώγησή του είχε αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στο χαρακτήρα του γιου του. Η Λόρεν δεν είχε αναφέρει στον Ρομπ το επεισόδιο με τον Σαμ Χάρντι και αναρωτήθηκε αν έπρεπε να το κάνει τώρα. Αν ο Σαμ έλεγε την αλήθεια, συλλογίστηκε, δε φταίει εκείνος για τα προβλήματα της Πάτι και του Λούις. Πρέπει να μιλήσω με την Πάτι το συντομότερο δυνατό. Αν μου πει τι συμβαίνει, ίσως μπορέσω να τη βοηθήσω. Η Λόρεν είχε ένα δυνατό προαίσθημα πως ο Ρομπ δε θα πίστευε τίποτα απ’ όλα αυτά. Θα γελούσε μαζί της και θα έλεγε πως ο Σαμ είχε προσπαθήσει να της ρίξει στάχτη στα μάτια. Αποφάσισε να περιμένει μέχρι το Σάββατο για να δει τις αντιδράσεις του Σαμ και της Πάτι στο πάρτι. «Ήξερες ότι ο πατέρας σου ζήτησε από την Άννι να εγκαταλείψει το Ούλτρα;» ρώτησε τον Ρομπ καθώς πήγαιναν στο θέατρο λίγη ώρα αργότερα. «Σου το είπε εκείνη;» της αντιγύρισε ο Ρομπ ρίχνοντάς της μια ματιά. «Ήμουν στο γραφείο της το πρωί, όταν τηλεφιυνησε ο πατέρας σου». «Ο μπαμπάς νομίζει πως είναι λάθος να κρατάει κάποιον στην ίδια θέση για πολύ καιρό». «Ωστόσο το Ούλτρα είναι σχεδόν προσωπική της υπόθεση!» διαμαρτυρήθηκε παθιασμένα η Λόρεν. «Έχει σπάσει όλα τα ρεκόρ κυκλοφορίας της τελευταίας δεκαετίας! Δεν καταλαβαίνει ο πατέρας σου πως είναι σαν να τη σκοτώνει απομακρύνοντάς την από το περιοδικό;» «Αν ήμουν στη θέση σου», απάντησε ο Ρομπ χάνοντας την υπομονή του, «δε θα υπερασπιζόμουν


κανέναν! Ο πατέρας μου ξέρει τι κάνει. Καλύτερα να μη μάθει ότι διαφωνείς μαζί του, γιατί δε θα το ξεχάσει ποτέ». «Νομίζω πως έχω δικαίωμα να λέω τη γνώμη μου», αποκρί-θηκε η Λόρεν χλομιάζοντας από την απειλή που έκρυβαν τα λόγια του. «Κράτησέ τη για τον εαυτό σου», της πέταξε απότομα εκείνος. Ο Ρομπ είχε γίνει αγνώριστος. Ποτέ δεν είχε μιλήσει τόσο έντονα όταν τύχαινε να συζητούν για την πολιτική και τις αποφάσεις του Τσάρλι Κόρνουελ. Κοιτάζοντας πίσω στο παρελθόν η Λόρεν κατάλαβε ότι ο Ρομπ προσπαθούσε να κρατήσει το δεσμό τους μακριά απ’ όλα αυτά. Πολλές φορές μάλιστα της έδινε την εντύπωση ότι αδιαφορούσε για τα προβλήματα της επιχείρησης. Τώρα όμως η Λόρεν αναρωτήθηκε αν το έκανε σκόπιμα προσέχοντας να μην προδώσει τα μυστικά του πατέρα του. Ο Ρομπ της έριξε μια κλεφτή ματιά και τα χείλη του σφίχτηκαν. Ξαφνικά, φτάνοντας έξω από το θέατρο, πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της και την έσφιξε πάνω του. «Αγάπη μου, μην παίρνεις αυτή την έκφραση! Σου μίλησα απότομα;» της είπε διστακτικά κι έπειτα φίλησε απαλά τα χείλη της. «Συγνώμη, άγγελέ μου. Μην ξεχνάς όμως πόσο λαχταρώ να σε δεχτεί ο πατέρας μου. Για να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη του πρέπει να βεβαιωθεί ότι είσαι στο πλευρό του. Πίστεψέ με, ξέρει τι κάνει, ειδικά στο χώρο των εκδόσεων. Στα δεκατέσ-σερά του πουλούσε εφημερίδες στο δρόμο. Εφαρμόζει λοιπόν εκείνα που του δίδαξε μια πείρα σαράντα ολόκληρων χρόνων. Λέει πως τίποτα δε μένει για πάντα ίδιο κι είναι τρελός όποιος αρνείται την πρόοδο». «Υποθέτω πως έχει δίκιο», αποκρίθηκε η Λόρεν, αναγκασμένη να παραδεχτεί πως η άποψη του Τσάρλι είχε κάποιο νόημα. «Ορίστε!» είπε ο Ρομπ χαμογελώντας. «Αν το δεις από τη δική του σκοπιά, συνήθως έχει δίκιο. Πιστεύει ότι η Άννι έχει αδρανήσει και χρειάζεται κάτι καινούριο που θα την ανανεώσει. Ξέρεις πόσο την εκτιμά ο μπαμπάς. Ποτέ δε θα την έφερνε σε δύσκολη θέση αν υπήρχε άλλη λύση, και φυσικά δε θέλει να τη χάσει. Είναι έτοιμος λοιπόν να δεχτεί την απόφασή της, μόλο που πιστεύω ότι στο τέλος η Άννι θα συμφωνήσει μαζί του». Ο Ρομπ σταμάτησε για λίγο και κοίταξε τρυφερά τη Λόρεν. «Όπως άλλωστε κι εσύ, αγάπη μου!» Η Λόρεν χαμογέλασε, αλλά μέσα της ένιωσε μια παράξενη παγωνιά καθώς συλλογίστηκε ότι κι ο Ρομπ στο τέλος θα έβλεπε το δεσμό τους από τη σκοπιά του πατέρα του. Αυτό άραγε περίμενε ο Τσάρλι Κόρνουελ; Αρνιέται να με συναντήσει, αναρωτήθηκε η Λόρεν, ή μήπως περιμένει ότι στο τέλος ο Ρομπ θα συμφωνήσει μαζί του; Κατά τη διάρκεια της παράστασης όλοι στην αίθουσα γελούσαν εκτός από τη Λόρεν, που παρακολουθούσε το έργο σιωπηλή και ανέκφραστη. Το μόνο που την απασχολούσε ήταν πόσος καιρός θα περνούσε μέχρι να καταλάβει ο Ρομπ ότι ο πατέρας του είχε γι’ άλλη μια φορά δίκιο. Τις επόμενες μέρες εκείνης της βδομάδας δεν είδε καθόλου τον Ρομπ, γιατί ο πατέρας του αποφάσισε να τον στείλει για δουλειές στο Παρίσι. «Πόσο θα ήθελα να σε πάρω μαζί μου, αγάπη μου!» της είπε στο τηλέφωνο πριν φύγει.


«Κι εγώ θα ήθελα πολύ να έρθω!» απάντησε ενθουσιασμένη η Λόρεν. «Λυπάμαι», βιάστηκε να δικαιολογηθεί εκείνος. «Είναι αδύνατον. Πηγαίνω με μια ομάδα λογιστών. Θα είμαι απασχολημένος τουλάχιστον δώδεκα ώρες κάθε μέρα με διάφορες διαπραγματεύσεις και δε θα σε βλέπω καθόλου, αγάπη μου. Δε θέλω να πλήξεις. Μακάρι να μην ήταν τόσο ανιαρό το ταξίδι!» «Δεν πειράζει», αποκρίθηκε η Λόρεν προσπαθώντας να κρύψει την απογοήτευσή της. «Καταλαβαίνω... Θα πάμε μαζί στο πάρτι το Σάββατο;» «Για τίποτα στον κόσμο δε θα το έχανα!» απάντησε ανέμελα ο Ρομπ. «Αν ο Λούις Σάβιλ αποφασίσει να σπάσει στο ξύλο τον Σαμ Χάρντι, θέλω την καλύτερη θέση κοντά στο ρινγκ!» Η Λόρεν κατέβασε σκυθρωπή το ακουστικό. Μερικές φορές ο Ρομπ την έκανε να σαστίζει με τον τρόπο που σκέφτονταν οι άντρες. Πάνω απ’ όλα, συλλογίστηκε, έχουν ολότελα διαφορετική αίσθηση του χιούμορ από τις γυναίκες. Μόλο που πίστευε πως ο Ρομπ δεν εννοούσε στα σοβαρά αυτό που είχε πει, το αστείο του έκρυβε αρκετή κακεντρέχεια. Ο Ρομπ της τηλεφώνησε πάλι το απόγευμα του Σαββάτου, που γύρισε από το Παρίσι, και της είπε πως θα περνούσε να την πάρει στις εφτά. «Θα πάμε για φαγητό πρώτα ή θα περιλαμβάνει και μπουφέ το πάρτι;» «Ο Λούις είπε ότι θα σερβίρουν ένα ελαφρό δείπνο γύρω στις δέκα». «Θα έχω πεθάνει της πείνας μέχρι τότε!» είπε ο Ρομπ. «Καλύτερα να φάμε πρώτα. Εντάξει; Θα κλείσω ένα τραπέζι σ’ εκείνο το ιταλικό εστιατόριο κοντά στο σπίτι σου». Παρήγγειλαν μόνο εσκαλόπ, ιταλικό κρασί κι αργότερα καφέ, αλλά όταν έφτασαν στο πάρτι ήταν ήδη οχτώμισι. «Είχαμε αρχίσει να πιστεύουμε ότι δε θα έρθετε», τους μάλωσε ο Λούις. «Είμαστε οι τελευταίοι;» ρώτησε ο Ρομπ ρίχνοντας μια ματιά στο πλήθος. «Περιμένουμε ακόμα μερικούς», απάντησε ο Λούις. «Δε θα έρθει ο Σαμ Χάρντι;» ρώτησε ο Ρομπ κι η Λόρεν αναγκάστηκε να τον τσιμπήσει προειδοποιητικά. Εκείνος της έριξε μια κλεφτή ματιά κουνώντας αρνητικά το κεφάλι, αλλά ο Λούις δεν έδειξε να ενοχλείται από τον υπαινιγμό. «Ο Σαμ θ’ αργήσει λίγο», είπε χαμογελώντας εύθυμα. «Έχει μια φωτογράφιση στο Λιντς, νομίζω ότι πρόκειται για μια μεγάλη συνέντευξη Αμερικανών τηλεοπτικών παραγωγών. Θα είναι εδώ σε μια ώρα περίπου. Τι θα πιείτε; Λόρεν, είσαι πολύ κομψή απόψε. Τι λες εσύ, Ρομπ;» «Είναι πολύ όμορφη!» είπε εκείνος κοιτάζοντάς την τρυφερά. «Κολακείες!» είπε η Λόρεν χαμογελώντας και στους δύο, μόλο που κατά βάθος ήξερε πως ήταν αλήθεια. Είχε φορέσει μια εφαρμοστή τουαλέτα με βαθύ ντεκολτέ από κατάλευκο μετάξι, που


τόνιζε το στήθος, τους μηρούς και τις μακριές της γάμπες κι ανέμιζε με χάρη σε κάθε της κίνηση. Το αστραφτερό ύφασμα έκανε τα μαλλιά της να μοιάζουν χρυσαφένια κι έδινε στα μάτια της μια λάμψη γεμάτη μυστήριο. Της είχε στοιχίσει μια μικρή περιουσία, αλλά, επειδή το κόψιμό της ήταν κλασικό, θα μπορούσε να τη φοράει πολλά χρόνια ακόμα. Η Λόρεν κι ο Ρομπ πήραν τα ποτά τους και προχώρησαν προς τους υπόλοιπους καλεσμένους. Τους περισσότερους απ’ αυτούς τους γνώριζαν. Η Λόρεν είδε την Πάτι σε μια μικρή συντροφιά κοντά τους και, όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, χαμογέλασε και της έστειλε ένα σιωπηλό φιλί. Η Πάτι, που στην αρχή έδειχνε ανήσυχη, χαλάρωσε κα της ανταπέδωσε το φιλί. Γνωρίζονταν πολύ καιρό και δε θα χαλούσαν τη φιλία τους εξαιτίας του Σαμ Χάρντι. Οι καλεσμένοι ήταν πάρα πολλοί. Θύμιζαν σαρδέλες έτσι όπως ήταν στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Έπρεπε να ακουμπάς την πλάτη στον τοίχο για να μείνεις όρθιος και να σκουντάς με τον αγκώνα για να περάσεις ανάμεσα από τις μικρές συντροφιές που συζητούσαν δυνατά. Σε λιγότερο όμως από μια ώρα, εκείνοι που έμεναν μακριά άρχισαν να φεύγουν, κι όταν δημιουργήθηκε λίγος ελεύθερος χώρος, ο Λούις με την Πάτι μπόρεσαν να σερβίρουν τα φαγητά. Όλα ήταν απλά και μπορούσε να φάει κανείς σε χάρτινα πιάτα χωρίς μαχαιροπίρουνα. Η Λόρεν καθόταν στο περβάζι ενός παραθύρου κι ο Ρομπ είχε γείρει στα πόδια της σαν μικρό παιδί, φιλώντας τα δάχτυλά της κάθε φορά που εκείνη έβαζε στο στόμα του ένα κομμάτι κις λορέν. Κάποια στιγμή η Λόρεν έσκυψε να φιλήσει το μέτωπό του και το βλέμμα της συνάντησε το ειρωνικό βλέμμα του Σαμ Χάρντι, που μόλις είχε μπει και στεκόταν στην πόρτα. Η Λόρεν ένιωσε το κορμί της να ριγεί σαν να τη διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα και λίγο έλειψε να αναπηδήσει. Αναστατωμένη από την αντίδρασή της, τράβηξε απότομα το βλέμμα από τον Σαμ. Τότε πρόσεξε το κορίτσι που στεκόταν πλάι του. Αναρωτήθηκε αν είχε έρθει μαζί με τον Σαμ ή αν είχε τύχει να στέκεται συμπτωματικά στην πόρτα όταν εμφανίστηκε εκείνος. «Μμμ!» μουρμούρισε ενθουσιασμένος ο Ρομπ και, χαμηλώνοντας το βλέμμα της, η Λόρεν τον είδε να κοιτάζει με θαυμασμό την κοπέλα. «Ποια είναι εκείνη;» «Δεν ξέρω», του απάντησε κοφτά βάζοντας την τελευταία μπουκιά στο στόμα της. «Ηρθε με τον Σαμ Χάρντι!» σχολίασε σαστισμένος ο Ρομπ. «Ο κατεργάρης! Έφερε μαζί του μια κόκκινη γάτα». «Κοκκινομάλλα, εννοείς», αποκρίθηκε η Λόρεν κι ο Ρομπ ξέσπασε σε γέλια. Πραγματικά εκείνη η κοπέλα είχε κατακόκκινα μαλλιά, στο χρώμα της φωτιάς, τόσο ασυνήθιστα όσο και τα κεχριμπαρένια μάτια και τα επίσης κατακόκκινα αισθησιακά της χείλη. Φορούσε ένα τρομερά εφαρμοστό φόρεμα από ζέρσεϊ σε απομίμηση δέρματος λεοπάρδαλης. Το χρώμα του ταίριαζε τόσο πολύ με τα μαλλιά και τα χείλη της κοπέλας, που την έκανε να μοιάζει με αληθινό αιλουροειδές. Τα νύχια της ήταν μακριά, στο ίδιο χρώμα με το κραγιόν της. Ρίχνοντας μια ματιά γύρω της η Λόρεν πρόσεξε πως οι περισσότεροι άντρες κοίταζαν σαν μαγεμένοι το παράξενο κορίτσι. Ακόμα κι η Πάτι την κοίταζε, αλλά το κάτω χείλι της έτρεμε και τα μάτια της είχαν μια παράξενη έκφραση. Η Λόρεν κατάλαβε πως ήταν έτοιμη να ξεσπάσει σε δάκρυα.


«Μου είχες πει ότι ο Σαμ Χάρντι χτυπάει αστραπιαία σαν φίδι κι έπειτα ψάχνει για το επόμενο θύμα, αλλά δεν περίμενα να είναι τόσο γρήγορος!» είπε ο Ρομπ κάνοντας μια γκριμάτσα. «Μμμ! Ξέρω κάποια που δεν είναι καθόλου χαρούμενη», σχολίασε ειρωνικά βλέποντας την έκφραση της Πάτι. «Μη γίνεσαι αναίσθητος, Ρομπ!» μουρμούρισε η Λόρεν γλιστρώντας με χάρη από το περβάζι. Μερικές φορές ο τρόπος σκέψης του την έκανε να αγανακτεί. Το πρόβλημα ήταν πως είχε κληρονομήσει τον κυνισμό του πατέρα του, μόλο που ο Ρομπ ήταν πιο τρυφερός από κείνον και σίγουρα πιο αξιαγάπητος. «Τι είπες;» «Τίποτα. Μπορείς ν’ αφήσεις κάπου το πιάτο μου;» είπε η Λόρεν κι ετοιμάστηκε να πλησιάσει την Πάτι, αλλά, προτού κάνει το πρώτο βήμα, εκείνη διέσχισε βιαστικά το ασφυκτικά γεμάτο δωμάτιο κι εξαφανίστηκε στην κουζίνα. Η Λόρεν την ακολούθησε και τη βρήκε μόνη, σκυμμένη στο νεροχύτη, να τρέμει σύγκορμη. Κλείνοντας πίσω της την πόρτα την κοίταξε αμήχανη για μια στιγμή κι έπειτα έτρεξε κονΐά της και την αγκάλιασε. «Μην κλαις, Πάτι», της ψιθύρισε ήρεμα. «Μην ξοδεύεις τα δάκρυά σου για τον Σαμ Χάρντι! Δεν το αξίζει. Εγώ πάντως σε είχα προειδοποιήσει!» «Αν ήρθες για να μου πεις ότι δε σ’ άκουσα», είπε η Πάτι ρουφώντας παιδιάστικα τη μύτη, «καλύτερα να σταματήσεις». «Συγνούμη, δεν εννοούσα αυτό», αποκρίθηκε η Λόρεν δίνοντάς της λίγο χαρτί κουζίνας. «Έλα τώρα, σκούπισε τα μάτια σου! Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ήσουν ερωτευμένη μαζί του. Ήταν μόνο ένα παιχνίδι, σωστά; Δεν αξίζει να κλαις επειδή τέλειωσε». Η Πάτι σκούπισε τα μάτια και το πρόσωπό της, τσαλάκωσε το χαρτί και το πέταξε στο καλάθι των αχρήστων. «Μου άρεσε πολύ», είπε αναστενάζοντας. «Είναι τόσο όμορφο να ξέρεις ότι αρέσεις σε κάποιον!» Η Λόρεν ήθελε να τη χαστουκίσει. «Εσύ κι ο Σαμ Χάρντι έχετε περισσότερα κοινά απ’ ό,τι νόμιζα», είπε θυμωμένη. «Είστε κι οι δυο άσπλαχνοι κι εγωιστές. Ξέχασέ τον, Πάτι. Έπρεπε να χαίρεσαι που βρήκε κάποια άλλη. Τουλάχιστον δε διακινδυνεύεις να υποπτευθεί τίποτα για σας ο Λούις!» «Νομίζεις ότι γι’ αυτό την έφερε ο Σαμ;» Μέσα στην απελπισία της η Πάτι βιάστηκε να βγάλει το δικό της συμπέρασμα. «Τι θ’ άλλαζε αν ήταν έτσι;» είπε δύσπιστα η Λόρεν. Η Πάτι ήταν πολύ γοητευτική βέβαια, αλλά η κοκκινομάλλα ήταν σωστός πειρασμός κι η Λόρεν δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Σαμ είχε υποκύψει πρόθυμα. Αν η Πάτι είχε λίγο μυαλό, συλλογίστηκε, θα τον ξεχνούσε για πάντα. «Γιατί δεν το σκέφτηκα νωρίτερα;» ξέσπασε αναστενάζοντας η Πάτι. «Τον τελευταίο καιρό δεν κατάφερα να τον βρω μόνο. Πρέπει να του μιλήσω όμως, πρέπει να μάθω τι σκέφτεται. Θέλω να μου πει την αλήθεια, Λόρεν! Καταλαβαίνεις;» Έπειτα την κοίταξε ικετευτικά. «Λόρεν, νομίζεις ότι


μπορείς να πείσεις τον Ρομπ να χορέψει μ’ εκείνη την κοπέλα για να μπορέσω να μιλήσω με τον Σαμ;» «Αποκλείεται! Τρελάθηκες;» ξέσπασε η Λόρεν κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. «Ποτέ δε θα βάλεις μυαλό;» «Μόνο για λίγα λεπτά...» είπε απελπισμένη η Πάτι. Η Λόρεν την κοίταξε με δυσπιστία. «Κι αν ο Λούις σας δει και αρχίσει να υποπτεύεται;» «Δε θα συμβεί τίποτα, αν χορέψεις εσύ μαζί του!» «Όχι, Πάτι!» «Δώσε μου τρία λεπτά, Λόρεν!» «Ξέχασέ τον!» «Σ’ το υπόσχομαι... Θέλω μόνο να του πω ότι όλα τέλειωσαν». Η Λόρεν έσμιξε τα φρύδια της. Θυμήθηκε με πόση επιμονή ο Σαμ είχε προσπαθήσει να την πείσει ότι τίποτα δεν είχε αρχίσει μεταξύ τους και αναρωτήθηκε ποιος από τους δύο έλεγε την αλήθεια. «Σε παρακαλώ, Λόρεν! Μόνο τρία λεπτά κι έπειτα θα τον ξε-χάσω!» «Νομίζω ότι άρχισα κι εγώ να τρελαίνομαι!» αποκρίθηκε και πήγε να μιλήσει στον Ρομπ. Εκείνος την κοίταξε χαμογελώντας πλατιά. «Θέλεις να χορέψω με την καινούρια κοπέλα του Σαμ Χάρντι όση ώρα η παλιά θα του λέει αντίο; Γιατί όχι; Είμαι έτοιμος να θυσιάσω τον εαυτό μου για έναν τόσο ευγενικό σκοπό!» «Αν φλερτάρεις μαζί της», τον απείλησε περιπαικτικά η Λόρεν, «θα σε σκοτώσω!» «Πόσο όμορφη είσαι όταν ζηλεύεις!» την πείραξε ο Ρομπ και κατευθύνθηκε προς τον Σαμ Χάρντι και τη συνοδό του. Η Λόρεν είδε από μακριά τον Ρομπ να απομακρύνει την κοκκινομάλλα από τον Σαμ κι εκείνον να τον κοιτάζει παγερά. Όταν το ζευγάρι άρχισε να χορεύει, η Πάτι βρήκε την ευκαιρία να γλιστρήσει διακριτικά πλάι του. Πώς θα την αντιμετωπίσει ο Σαμ; αναρωτήθηκε. Πρέπει να έχει γίνει εξπέρ στο θέμα, συλλογίστηκε και αποφάσισε να γυρίσει την πλάτη της. Δεν ήθελε να τους δει μαζί. Μια μικρή συντροφιά δημοσιογράφων συζητούσε έντονα κοντά της. Ακούγοντας το όνομα του Σαμ. μπήκε στον πειρασμό να κρυφακούσει. «Ακόμα και στην πιο ανιαρή φωτογράφιση να στείλεις τον Σαμ Χάρντι, είναι ικανός να γυρίσει με μια ονειρεμένη καλλονή!» είπε ένας άντρας που δούλευε μαζί με τον Σαμ στην Γκαζέτ. Η Λόρεν τον αναγνώρισε αμέσως. «Και δε φτάνει αυτό», πρόσθεσε χαμογελώντας ο Άλαν Κοξ, ο τηλεοπτικός κριτικός της ίδιας εφημερίδας. «Ο πατέρας της είναι ο Αμερικανός τηλεοπτικός παραγωγός Χαλ Ερλ. Γυρίζει ένα καινούριο σίριαλ που έρχεται πρώτο σε θεαματικότητα αυτή τη στιγμή κι η κόρη του έχει δουλέψει μαζί του».


Οι υπόλοιποι τον άκουγαν μ’ ενδιαφέρον. Ο Άλαν είχε όλες τις πληροφορίες για όσα συνέβαιναν στην τηλεόραση και κανείς δεν τον είχε ποτέ διαψεύσει. «Ως ηθοποιός;» ρώτησε κάποιος, αλλά ο Αλαν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι, ήταν βοηθός σκηνοθέτη, αλλά φαντάζομαι πως με τη βοήθεια του μπαμπά της δε θ’ αργήσει να εμφανιστεί και ως σκηνοθέτρια!» «Δε διαθέτει μόνο ομορφιά, αλλά και δύναμη!» είπε μια μελαχρινή δημοσιογράφος πικρόχολα. «Πόσο άδικος είναι ο κόσμος που ζούμε!» «Ποιος πίστεψε ότι είναι δίκαιος;» σχολίασε ειρωνικά ο Άλαν. Εκείνη έκανε μια γκριμάτσα κι έπειτα έστρεψε το βλέμμα της στην άλλη άκρη του δωματίου, όπου ο Σαμ μιλούσε με την Πάτι. «Πού πήγε η Αμερικανίδα;» ρώτησε έκπληκτη κι όλοι γύρισαν ταυτόχρονα το κεφάλι. «Μμμ!» μουρμούρισε πονηρά ο Τομ Σλέιντ, ο κοσμικογρά-φος της εφημερίδας. «Την έκλεψε ο Ρομπ Κόρνουελ! Πρέπει να έχουν πολλά κοινά οι δυο τους. Ακόμα κι ο Σαμ Χάρντι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη μάχη, γιατί δεν έχει πίσω του τα λεφτά του Κόρνουελ!» «Νόμιζα ότι ο Ρομπ έβγαινε με μια κοπέλα που δουλεύει στο Ούλτρα», είπε ο Άλαν Κοξ κι η Λόρεν εξαφανίστηκε κατακόκ-κινη, πριν προσέξουν ότι κρυφάκουγε. Ξαφνικά βρέθηκε πλάι στον Λούις, που της χαμογέλασε ήρεμα κι ευγενικά. «Γεια σου, Λόρεν... Δεν έχεις ποτό; Περίμενε, πάω να σου φέρω». «Όχι, ευχαριστώ», είπε εκείνη προσπαθώντας να χαμογελάσει. «Ηπια αρκετά. Είναι πολύ ωραίο το πάρτι σας, Λούις. Ελπίζω να διασκεδάζετε κι εσείς όσο εμείς». «Είναι πολύ όμορφο να έχεις τόσους φίλους σ’ ένα δωμάτιο», είπε ο Λούις, δίνοντας την εντύπωση ότι προσπαθούσε να ξεφύ-γει. «Πού πήγε ο Ρομπ;» Η Λόρεν έστρεψε μηχανικά το βλέμμα προς την κατεύθυνση που χόρευε ο Ρομπ με την κοκκινομάλλα κι ο Λούις βλέποντάς τους έσμιξε τα φρύδια. «Α, μιλάει με την Τζάνις Ερλ... Ο μπαμπάς της είναι παλιός φίλος του Τσάρλι Κόρνουελ!» είπε χαμογελώντας. «Πάμε να βρούμε την Πάτι... Πού είναι;» αναρωτήθηκε δυνατά κοιτάζοντας γύρω. «Να τη, μιλάει με τον Σαμ», είπε και παίρνοντας τη Λόρεν από το χέρι την οδήγησε προς το μέρος τους. Η έκφραση του Σαμ ήταν ανεξιχνίαστη. Η Πάτι δεν μπορούσε να κρύψει την ταραχή της. «Συμβαίνει τίποτα, αγάπη μου;» τη ρώτησε ανήσυχος ο Λούις. «Προσπαθούσα να την πείσω να χορέψει μαζί μου, αλλά επιμένει ότι δεν πρέπει να εγκαταλείψει το ρόλο της οικοδέσποινας», είπε ανέμελα ο Σαμ. «Τι θα έλεγες λοιπόν, Λόρεν;» Ο Λούις την κοίταξε ενθουσιασμένος κι η Λόρεν κατάλαβε ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν έμενε παρά ν’ αφήσει τον Σαμ να περάσει το χέρι του γύρω από τη μέση της και να την οδηγήσει στο ρυθμό της μουσικής αγγίζοντας το κορμί της με το δικό του. Είχε όμως περάσει καιρός από τότε που την είχε πάρει για τελευταία φορά στην αγκαλιά του, και τώρα έπρεπε να σφίξει τα δόντια για να το αντέξει.


«Θα ήθελα να σε χαστουκίσω», της ψιθύρισε εκείνος ακου-μπώντας απαλά το μάγουλό του στα μαλλιά της. Η Λόρεν άρχισε να χορεύει σαν ρομπότ. «Τι είπες;» «Έβαλες το φίλο σου να χορέψει με την Τζάνις για να βρει ευκαιρία η Πάτι να μου μιλήσει!» την κατηγόρησε κι εκείνη έγειρε πίσω το κεφάλι και τον κοίταξε άγρια. «Η Πάτι ήθελε να σου πει αντίο». Εκείνος την τράβηξε πάλι κοντά του. Παρ’ όλο που η Λόρεν δεν είχε σκοπό να καβγαδίσει δημόσια μαζί του, ένιωσε το κορμί της ασυναίσθητα να τραβιέται μακριά του. «Ψέματα σου είπε», μουρμούρισε ο Σαμ ακουμπώντας το μάγουλό του πάνω στο δικό της, ενώ εκείνη πίεσε δυνατά τα δάχτυλά της στο μπράτσο του προειδοποιώντας τον ότι είχε αρχίσει να θυμώνει. «Μη μ’ αγγίζεις», του ψιθύρισε. «Μην προσπαθείς να κατηγορήσεις την Πάτι!» «Η Πάτι είναι μια ανασφαλής γυναίκα που ο σύζυγός της δεν την προσέχει όσο θα έπρεπε!» είπε ο Σαμ μέσα από-τα δόντια του. «Πρέπει να μιλήσει με τον Λούις και όχι μαζί μου. Νόμιζα ότι είχες περισσότερο μυαλό και ότι δε θα την άφηνες να δη-μιουργήσει σκάνδαλο στο ίδιο της το πάρτι. Νομίζει ότι έφερα την Τζάνις για να μη δημιουργήσω υπόνοιες στον Λούις! Ό,τι κι αν προσπαθώ να της πω, το διαστρέφει και συμπεραίνει εκείνο που θέλει!» «Ήταν δικό σου λάθος να μπλέξεις μαζί της», του πέταξε αποδοκιμαστικά η Λόρεν. «Δεν μπορείς όμως να αρνηθείς τις προσφορές!» Το πρόσωπό του είχε σκοτεινιάσει από το θυμό και τα μάπα του πετούσαν σπίθες όταν την κοίταξε. «Τη δική σου προσφορά πάντως δεν τη δέχτηκα!» «Δε σου έκανα ποτέ καμία προσφορά!» ψιθύρισε η Λόρεν παγώνοντας από την προσβολή του. «Εγώ δε θυμάμαι κάτι τέτοιο», της είπε ο Σαμ κι έπειτα το χέρι του σφίχτηκε με τόση δύναμη γύρω από τη μέση της, που η Λόρεν ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Εκείνος άρχισε να κινείται αισθησιακά θέλοντας να ξυπνήσει μέσα της τον πόθο και δεν άργησε να πετύχει το σκοπό του. Ο μηρός του πίεζε τον δικό της, το χέρι του έσφιγγε κατακτητικά τη μέση της. Η επαφή με το κορμί του την έκανε να ριγεί σύγκορμη. Η Λόρεν ένιωσε τη θύελλα να ξεσπά μέσα της και τα καταπράσινα μάτια της ανοιγόκλεισαν τρομαγμένα. «Έτσι σε θυμάμαι», της είπε απαλά, κάνοντάς τη να χάσει ην υπομονή της. Η Λόρεν τραβήχτηκε απότομα, μη αντέχοντας άλλο εκείνο το μαρτύριο. Τελείως συμπτωματικά το τραγούδι τέλειωσε κι όλοι σταμάτησαν να χορεύουν. Ο Λούις έτρεξε να αλλάξει τη μουσική κι η Λόρεν είδε τον Ρομπ να στέκεται λίγο πιο πέρα, στο μπαρ. Δεν ήταν πια μαζί με την Τζάνις Ερλ κι έδειχνε κάπως εκνευρισμένος. «Εδώ είσαι;» του είπε βραχνά η Λόρεν.


«Γεια», είπε ο Ρομπ κοιτάζοντας γύρω. «Δε θα σου ξαναμιλήσω! Γιατί μου φόρτωσες εκείνη τη μικρή στρίγκλα;» «Δε σου άρεσε;» ρώτησε αδιάφορα η Λόρεν, νιώθοντας ακόμα το βλέμμα του Σαμ καρφωμένο πάνω της. «Είναι ένα κακομαθημένο πλάσμα που χρειάζεται ένα καλό χέρι ξύλο. Τη χαρίζω στον Σαμ Χάρντι!» «Δε θ’ αρνηθεί την προσφορά!» είπε η Λόρεν, χωρίς να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής της, με την ελπίδα πως θα την άκουγε ο Σαμ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Την επόμενη εβδομάδα ο Ρομπ πήγε στη Φλόριντα για δουλειές κι η Λόρεν αποφάσισε να περάσει μερικές μέρες με τους γονείς της. Τον τελευταίο καιρό δεν τους έβλεπε συχνά, γιατί ο Ρομπ την ήθελε κοντά του τα Σαββατοκύριακα, που είχαν περισσότερο χρόνο στη διάθεσή τους. Η απόφασή της έδωσε μεγάλη χαρά στη μητέρα και τον πατέρα της κι επιπλέον ήταν μια καλή ευκαιρία για ξεκούραση και ηρεμία. Εκείνη την εποχή μόνο η δεκαεξάχρονη αδερφή της, η Αη, ζούσε μαζί τους. Η Λη, που δεν είχε ακόμα τελειώσει το σχολείο, ήταν μια αδύνατη κοπελίτσα με ξανθοκάστανα μαλλιά και γαλαζοπράσινα μάτια. Μόλο που μερικές φορές ήταν μελαγχολική, δεν της έλειπε ποτέ το χιούμορ. Η Λόρεν ήταν η μεγαλύτερη κόρη των Μπελ κι η Αη η μικρότερη. Όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές, λοιπόν, ανάμεσά τους είχε αναπτυχθεί μια ιδιαίτερη σχέση. Έκαναν μεγάλους περιπάτους, κολυμπούσαν μαζί στη δημοτική πισίνα, έπαιζαν τένις κι ένα βράδυ πήγαν στον κινηματογράφο. «Μακάρι να ερχόσουν πιο συχνά», της είπε η Λη καθώς γύριζαν σπίτι. «Μερικές φορές νιώθω μοναξιά. Ήταν τόσο όμορφα όταν ζούσαμε όλες μαζί, τώρα όμως το σπίτι άδειασε κι ερήμωσε». «Νόμιζα ότι η Νατ έρχεται τακτικά!» «Όταν άρχισε το πανεπιστήμιο τη βλέπαμε συχνά, αλλά τώρα οι επισκέψεις της έχουν αραιώσει». «Είναι μήπως κάποιος άντρας στη μέση;» ρώτησε η Λόρεν ανασηκώνοντας τα φρύδια κι η Λη κούνησε το κεφάλι χαμογελώντας. «Δεν έχει πει τίποτα ακόμα, αλλά ξέρω ότι τον λένε Έντου-αρντ. Δεν είναι πολύ ντεμοντέ; Κι ότι δεν του αρέσουν καθόλου τα υποκοριστικά, κι έτσι δε θέλει να τον φωνάζουν ούτε Έντι ούτε Νεντ. Η Νατ μου είπε ότι είναι αθλητής στο κολέγιο, άρα δεν μπορεί να είναι πουριτανός». «Η Νάταλι είχε πάντοτε αδυναμία στους αθλητικούς άντρες», είπε γελώντας η Λόρεν. «Πράγματι!» συμφώνησε η Λ η χαϊδεύοντας τρυφερά το μπράτσο της αδερφής της. «Μακάρι να έμενες στο σπίτι, μου λείπεις». «Κι εμένα μου λείπεις», αποκρίθηκε χαμογελώντας η Λόρεν. «Μόλο που κλείνεσαι με τις ώρες στο μπάνιο και φοράς κρυφά το αγαπημένο μου άρωμα!»


«Ψέματα!» διαμαρτυρήθηκε η Λη και άρχισαν να τρέχουν προς το σπίτι. Την επόμενη μέρα η Λόρεν έπρεπε να γυρίσει στο Λονδίνο, αλλά όταν ξύπνησε είχε όλα τα συμπτώματα της γρίπης: πονοκέφαλο, πυρετό, βήχα και ρίγη. Η μητέρα της κάλεσε το γιατρό, που επιβεβαίωσε τους φόβους της. «Αυτή την εποχή κυκλοφορεί μια επιδημία. Προφανώς την κόλλησες στην πισίνα. Από το πρωί έχω επισκεφτεί άλλους έξι ασθενείς με τα ίδια συμπτώματα», είπε. «Πρέπει να μείνεις στο κρεβάτι, να πίνεις πολλά υγρά και να τρως ελαφρά φαγητά». Έπειτα έγραψε μια συνταγή και την έδωσε στη μητέρα της. «Φροντίστε να παίρνει τα φάρμακα!» είπε αυστηρά κοιτώντας το ρολόι του και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο. «Ευχαριστώ, γιατρέ», του είπε η κυρία Μπελ τρέχοντας ν’ ανοίξει την πόρτα. Η Λόρεν ανασηκώθηκε στα μαξιλάρια καταπίνοντας με δυσκολία. Τι ατυχία! σκέφτηκε. Όπου να ’ναι, ο Ρομπ θα γυρίσει από την Αμερική. Πρέπει να τηλεφωνήσω στο γραφείο και να τους εξηγήσω, συλλογίστηκε απρόθυμα. Τα νέα της δε θα τους έκαναν να χαρούν. Σήκωσε το ακουστικό και σχημάτισε τον αριθμό του περιοδικού στο καντράν. «Είσαι βέβαιη ότι δεν πρόκειται για κρυολόγημα;» τη ρώτησε αναστατιυμένη η Άννι. «Λείπεις ήδη αρκετές μέρες». «Γιατί δεν έρχεσαι να με δεις, αν αμφιβάλλεις;» απάντησε βραχνιασμένη η Λόρεν και άκουσε την Άννι να αναστενάζει βαθιά. «Εντάξει, εντάξει! Συγνώμη, αλλά δεν είσαι η πρώτη που με ειδοποιεί σήμερα ότι έχει γρίπη! Φοβάμαι πως δε θα προλάβω να καλύψω την ύλη αυτού του τεύχους. Τουλάχιστον φρόντισε να γυρίσεις όσο πιο γρήγορα μπορείς». Έπειτα η Λόρεν άκου-σε το ακουστικό να κλείνει με δύναμη. Η Άννι έχει φτάσει στο σημείο να δυσπιστεί ακόμα κι όταν κάποιος αρρωσταίνει, σκέφτηκε κακόκεφα. Το μόνο που δεν ήθελε ήταν να μείνει στο κρεβάτι με πυρετό. Από τη μια δεν της άρεσε ν’ αρρωσταίνει κι από την άλλη λαχταρούσε να γυρίσει στο Λονδίνο για να υποδεχτεί τον Ρομπ στο αεροδρόμιο. Έλειπε δυο βδομάδες περίπου και είχε αρχίσει να της λείπει αφάνταστα. Ήπιε αργά μια λεμονάδα κι έπειτα έγειρε πάλι κακόκεφη στα μαξιλάρια. Η απουσία του Ρομπ την είχε βοηθήσει να συνειδητοποιήσει πόσο πολύ τον αγαπούσε. Έκλεισε τα μάτια και αναπόλησε τις πρώτες μέρες της γνωριμίας τους χαμογελώντας γλυκά. Η γρίπη την κράτησε στο κρεβάτι περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζε, κι όταν σηκώθηκε στο τέλος της βδομάδας, ο γιατρός επέμενε πως έπρεπε να περιμένει λίγες μέρες ακόμα πριν γυρίσει στη δουλειά. «Είσαι αδύναμη», είπε αυστηρά η μητέρα της. «Δεν πρέπει να ταξιδέψεις ακόμα. Αν είσαι καλύτερα τη Δευτέρα, μπορείς να φύγεις, αλλά αποκλείεται να οδηγήσεις μέχρι το Λονδίνο». «Γρίπη έχω, μαμά», διαμαρτυρήθηκε η Λόρεν. «Όχι πνευμονία!» «Δε θέλουμε όμως να πάθεις πνευμονία», είπε η μητέρα της τακτοποιώντας στοργικά τα σκεπάσματα και δίνοντας της ένα βιβλίο. «Πάρε κάτι να διαβάσεις για να περάσει η ώρα».


Μόλις η Λόρεν έμεινε μόνη, άφησε το βιβλίο και κοίταξε τον ηλιόλουστο κήπο. Η άνοιξη ήταν στις δόξες της. Οι μηλιές ήταν γεμάτες με ρόδινα λουλούδια και στο λιβάδι είχαν φυτρώσει κατακόκκινες τουλίπες. Η μέρα ήταν ζεστή και τα πουλιά κελαηδούσαν. Η ημέρα ήταν θαυμάσια και το τοπίο μαγευτικό, αλλά η Λόρεν προτιμούσε να βρίσκεται στο Λονδίνο με τον Ρομπ. Εκείνος όμως δεν είχε γυρίσει ακόμα από την Αμερική. Η Λόρεν είχε αφήσει ένα μήνυμα στο γραφείο του κι εκείνος της είχε τηλεφωνήσει δυο φορές και της είχε στείλει μια τεράστια ανθοδέσμη και μια κάρτα. Ωστόσο είχε καθυστερήσει να επικοινωνήσει μαζί της, προφανώς επειδή ήταν πολύ απασχολημένος, αλλά δεν της είχε πει πότε σκόπευε να επιστρέφει. Τηλεφώνησε στην εφημερίδα και ζήτησε να τη συνδέσουν με το γραφείο του. «Ναι;» ακούστηκε μια ευγενική φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής. Εκείνη η φωνή δεν ανήκε στη γραμματέα του Ρομπ κι επιπλέον ήταν αντρική. Αναγνωρίζοντάς την αμέσως, η Λόρεν ένιωσε το πρόσωπό της να κοκκινίζει. Τι δουλειά έχει ο Σαμ Χάρντι, αναρωτήθηκε, στο γραφείο του Ρομπ; «Θα ήθελα να μιλήσω με τη γραμματέα του κυρίου Κόρ-νουελ», είπε, ελπίζοντας ότι ο Σαμ δε θα τη γνώριζε. «Απουσιάζει επειδή έχει κι εκείνη γρίπη, Λόρεν», απάντησε εκείνος μετά από μια σύντομη σιωπή. «Τι κάνεις;» «Καλύτερα», απάντησε εκείνη δαγκώνοντας νευρικά τα χείλη. «Δε θα μείνω για πολύ ακόμα εδώ. Γύρισε ο Ρομπ από την Αμερική;» «Όχι, αλλά νομίζω ότι θα έρθει τη Δευτέρα». «Θαυμάσια!» είπε η Λόρεν χαμογελώντας. «Αν καταφέρω να πείσω τους γονείς μου, ίσως να έρθω κι εγώ μέχρι τότε». «Θα πάρεις το τρένο;» τη ρώτησε ο Σαμ αδιάφορα, σαν να ήταν απασχολημένος με κάτι άλλο. «Όχι, το αυτοκίνητό μου», αποκρίθηκε κοφτά η Λόρεν. «Δεν πρέπει να οδηγήσεις μετά από μια τόσο άσχημη γρίπη!» της είπε αυταρχικά ο Σαμ κι η Λόρεν έσφιξε τα δόντια για να μην του απαντήσει στον ίδιο τόνο. «Αν τηλεφωνήσει ο Ρομπ, πες του ότι θα είμαι πίσω τη Δευτέρα ή την Τρίτη. Γεια σου», είπε όσο πιο τυπικά μπορούσε. Όταν κατέβασε το ακουστικό, το πρόσωπό της ήταν περισσότερο κόκκινο κι έτρεμε από θυμό. Κάθε φορά που βρισκόταν αντιμέτωπη με τον Σαμ έχανε την αυτοκυριαρχία της. Ένιωθε μια παράξενη έλξη που την ενοχλούσε αφάνταστα, πολύ περισσότερο επειδή τον μισούσε. Ακόμα κι όταν μιλούσε μαζί του στο τηλέφωνο έτρεμε σύγκορμη σαν να τη διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Σταμάτα να τον σκέφτεσαι! διέταξε τον εαυτό της και σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό της πήρε το βιβλίο που της είχε δώσει η μητέρα της, ένα Αρλεκιν που η ιστορία του εξελισσόταν την


εποχή του Ριχάρδου του Τρίτου, και προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Το Σαββατοκύριακο η Λόρεν βγήκε για λίγες ώρες στη βεράντα μαζί με τους γονείς της κι έκανε μικρούς περιπάτους στον κήπο. Το μεσημέρι της Κυριακής ένιωθε πολύ καλύτερα. Η μητέρα της συμφώνησε ότι μπορούσε να φύγει τη Δευτέρα για το Λονδίνο. «Πάρε το τρένο, αγάπη μου. Ειλικρινά πιστεύω ότι δεν πρέπει να οδηγήσεις ακόμα. Έλα το επόμενο Σαββατοκύριακο να πάρεις το αυτοκίνητό σου. Έλεγες ότι δεν το χρησιμοποιείς πολύ στο Λονδίνο...» «Δεν οδηγώ τις καθημερινές», συμφώνησε νυσταγμένα η Λόρεν. Οι δυο γυναίκες ήταν ξαπλωμένες στις σεζλόνγκ, ενώ ο ήλιος έλουζε τον κήπο. Παρ’ όλο που ήταν ακόμα αρχές Μάη, έκανε πολλή ζέστη. Θέλοντας να μαυρίσει η Λόρεν είχε φορέσει ένα γαλάζιο τοπ που άφηνε γυμνούς τους ώμους και τη μέση της κι ένα μικροσκοπικό μπλε σορτσάκι που κολάκευε τα μακριά όμορφα πόδια της. «Πάω να φέρω λίγη δροσερή λεμονάδα», είπε η μητέρα της και σηκώθηκε τεμπέλικα. «Θα πιεις ένα ποτήρι, αγάπη μου;» «Ευχαρίστως», αποκρίθηκε η Λόρεν χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια κι έπειτα άκουσε τα βήματα της μητέρας της να απομακρύνονται. Ο ήλιος χάιδευε το κορμί της κι ο κήπος ήταν γεμάτος από απαλούς ήχους. Μια μέλισσα βούιζε πάνω από ένα λουλούδι, μια πεταλούδα χτυπούσε τρομαγμένη τα φτερά της κι ένα ποτιστικό μηχάνημα δούλευε μονότονα σε κάποιο γειτονικό κήπο. Εκείνο το Σαββατοκύριακο μύριζε καλοκαίρι κι η Λόρεν σκέφτηκε ευτυχισμένη πως είχε κάνει καλά που δεν είχε βιαστεί να γυρίσει στο Λονδίνο. Η μητέρα της αργούσε. Η Λόρεν αναρωτήθηκε αν μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποια από τις αδερφές της. Συνήθως όλες τηλεφωνούσαν το απόγευμα της Κυριακής, που ήταν σίγουρες πως κάποιον θα έβρισκαν στο σπίτι. Η οικογένεια των Μπελ ήταν στενά συνδεδεμένη και ποτέ τα μέλη της δεν έχαναν την επαφή τους, όσο μακριά κι αν βρίσκονταν. Τα βλέφαρά της βάρυναν και για λίγη ώρα αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε από ένα απαλό θρόισμα στον κήπο. Επιτέλους ήρθε η μητέρα με τη λεμονάδα, σκέφτηκε αμέσως. «Μμμ! Επιτέλους!» είπε χαμογελώντας, χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια, και τέντωσε τεμπέλικα τα χέρια πάνω από το κεφάλι της. «Νόμιζα ότι δε θα ερχόσουν ποτέ!» «Θα ερχόμουν νωρίτερα, αν ήξερα ότι με περίμενες», ακούστηκε μια φωνή κι η Λόρεν άνοιξε τρομαγμένη τα μάτια. Ονειρεύομαι! είπε στον εαυτό της. Τι δουλειά έχει ο Σαμ Χάρντι στο σπίτι μου; Κι όμως, ο Σαμ Χάρντι στεκόταν μπροστά της! Το βλέμμα του ταξίδευε ράθυμα στο μισόγυμνο κορμί της. Εκείνη σηκω-θηκε απότομα, κι αρπάζοντας ένα βαμβακερό σαρόνγκ που ήταν ριγμένο στην πλάτη της σεζλόνγκ, το τύλιξε γύρω από το κορμί της και με δάχτυλα που έτρεμαν προσπάθησε να δέσει έναν κόμπο πάνω από το στήθος της. «Τι κάνεις εδώ;» μουρμούρισε άγρια, θυμωμένη με τον εαυτό της.


Ο Σαμ είχε έρθει στο σπίτι της μία ή δύο φορές την εποχή που έβγαιναν μαζί, αλλά η παρουσία του τώρα είχε ταράξει τη γαλήνη και είχε καταστρέψει την ασφάλεια που της πρόσφερε το αγαπημένο περιβάλλον. Η Λόρεν έβλεπε τον Σαμ Χάρντι σαν απειλή και τα καταπράσινα μάτια της κοίταζαν γύρω νευρικά και τρομαγμένα. «Δεν έπρεπε να μείνεις τόσες ώρες στον ήλιο», ψιθύρισε εκείνος αγγίζοντας το μπράτσο της με τα δροσερά του δάχτυλα. Η Λόρεν τινάχτηκε σαν να την τσίμπησε μέλισσα, διώχνοντας βιαστικά το χέρι του από πάνω της. «Μη!» «Τι έπαθες, Λόρεν;» τη ρωτησε ο Σαμ χαμογελώντας ειρωνικά. «Τόσο πολύ σ’ ενοχλεί το άγγιγμά μου;» Εκείνη τον κοίταξε κατακόκκινη και με δυσκολία κρατήθηκε να μην τον χαστουκίσει. «Δε μου αρέσει πάντως!» του πέταξε και μπήκε τρέχοντας στο σπίτι. Δεν άντεχε να μείνει άλλο κοντά του, δεν άντεχε το διαπεραστικό του βλέμμα που την έγδυνε βασανιστικά. Το βλέμμα του Σαμ Χάρντι έμοιαζε με χάδι, η έκφρασή του φανέρωνε τις προθέσεις του. Η Λόρεν ήξερε ότι έπρεπε να φύγει. Μια σκέψη πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό της, κάνοντάς τη να σταματήσει και να γυρίσει απότομα προς το μέρος του. «Ο Ρομπ... Είναι καλά; Τι συμβαίνει;» Ξαφνικά στα μάτια της ξετυλίχτηκαν σκηνές από συγκρούσεις αυτοκινήτων, αεροπορικά δυστυχήματα... νεκρούς... τραυματίες. Κάθε φορά που ο Ρομπ πήγαινε ταξίδι την έπιανε πανικός. «Τίποτα», είπε απότομα ο Σαμ κι η Λόρεν αναστέναξε βαθιά. «Α!» Η ανακούφισή της δεν κράτησε πολύ. «Τότε γιατί ήρθες εδώ;» «Δε δούλευα σήμερα», απάντησε ήρεμα εκείνος. «Ο καιρός ήταν καλός και σκέφτηκα να κάνω μια εκδρομή στην εξοχή. Έτσι θα πετύχαινα μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια». «Τι εννοείς;» «Μπορείς να γυρίσεις μαζί μου στο Λονδίνο», απάντησε εκείνος. «Θα ήταν ανοησία να οδηγήσεις μόνη σου μετά τη γρίπη». «Ω! Κατάλαβα», μουρμούρισε η Λόρεν δαγκώνοντας νευρικά τα χείλη. «Ήταν... Είναι πολύ ευγενικό αυτό... Ευχαριστώ». Ναι, αναγκάστηκε να παραδεχτεί, ήταν πραγματικά ευγενικό. Ωστόσο αναρωτήθηκε πού αποσκοπούσε κατά βάθος η πρότασή του. Δεν του είχε εμπιστοσύνη φυσικά. «Για την ακρίβεια, δεν ήταν μόνο δική μου ιδέα, αλλά και της Άννι», είπε εκείνος διακρίνοντας τη δυσπιστία της. «Όταν τηλεφώνησες τις προάλλες, πήγα στο γραφείο της και της είπα ότι θα γύριζες σύντομα κι ακόμα ότι πίστευα πως δεν έπρεπε να ταξιδέψεις μόνη με το αυτοκίνητο ή με το τρένο. Η Αννι συμφώνησε μαζί μου, αλλά από την άλλη μεριά σε χρειαζόταν επειγόντως. Η γρίπη έχει καθηλώσει στο κρεβάτι σχεδόν ολόκληρο το προσωπικό του Ούλτρα και κάθε μέρα που περνά αρρωσταίνουν περισσότεροι. Ήταν αποφασισμένη να σε φέρει πίσω με κάθε θυσία».


«Σου ζήτησε λοιπόν να έρθεις να με πάρεις;» Μόλο που η Λόρεν δυσκολευόταν να τον πιστέψει, ήξερε μέχρι πού έφτανε η διπλωματία της Αννι. «Επέμενε ότι μια εκδρομή στην εξοχή θα μου έκανε καλό», της είπε ο Σαμ κάνοντας μια γκριμάτσα κι η Λόρεν σκέφτηκε πως η Άννι δεν είχε ταίρι στην πονηριά. «Πάω να μαζέψω τα πράγματά μου», μουρμούρισε γυρνώ-ντας την πλάτη κι εκείνος την ακολούθησε. Στο διάδρομο συνάντησαν την κυρία Μπελ. «Πού πηγαίνεις, αγάπη μου;» ρώτησε εκείνη τη Λόρεν χαμογελώντας διστακτικά. «Επάνω, να μαζέψω τα πράγματά μου. Ο Σαμ ήρθε να με πάει πίσω στο Λονδίνο», απάντησε η Λόρεν γελώντας πονηρά. «Εσύ δεν ήσουν που επέμενες να μην οδηγήσω; Τώρα πρέπει να χαίρεσαι!» Ήταν ολοφάνερο ότι συνέβαινε το αντίθετο. Η μητέρα της ήξερε πως η κόρη της είχε εγκαταλείψει τον Σαμ πριν από πολύ καιρό και δεν τον είχε ξαναδεί από τότε. Ο αναπάντεχος ερχομός του την είχε αναστατώσει και την είχε κάνει να αναρωτηθεί για τις προθέσεις του. Η κυρία Μπελ ποτέ δεν έχωνε τη μύτη της στις ερωτικές περιπέτειες των παιδιών της κι από την άλλη μεριά η Λόρεν, εδώ και καιρό, δεν έλεγε τα μυστικά της στη μητέρα της. Κι οι δυο γονείς της όμως είχαν ενθουσιαστεί όταν τους ανακοίνωσε τον αρραβώνα της με τον Ρομπ. Ήταν εξαιρετική τύχη να παντρευτεί το μοναδικό κληρονόμο της περιουσίας του Κόρνουελ. Στην αρχή βέβαια είχαν σαστίσει, τα νέα τους είχαν αφήσει εμβρόντητους. Παρ’ όλο που δεν είχαν μεγάλες φιλοδοξίες για τα παιδιά τους, ήθελαν να τα βλέπουν ευτυχισμένα. Ήξεραν λοιπόν πως ο Ρομπ ήταν ικανός να προσφέρει στη Λόρεν όλα όσα εκείνη ονειρευόταν. Φυσικά έτρεμαν στην ιδέα ότι κάποιο κακό απρόοπτο θα οδηγούσε τον αρραβώνα της Λόρεν σε ναυάγιο. Ήταν επόμενο λοιπόν η κυρία Μπελ να βλέπει στο πρόσωπο του Σαμ Χάρντι την επικίνδυνη απειλή που θα κατέστρεφε το μέλλον της κόρης της. Μπορεί η Σάρα Μπελ να είχε περάσει τα πενήντα, δεν είχε όμως πάψει ούτε στιγμή να είναι γυναίκα και διαισθανόταν την έντονη σεξουαλικότητα του Σαμ. «Θα θέλατε ένα ποτό, κύριε Χάρντι;» τον ρώτησε καταφεύ-γοντας στο συνηθισμένο της κλισέ όταν βρισκόταν σε δύσκολη θέση. «Έχετε φάει;» Τάισε την τίγρη, σκέφτηκε η Λόρεν' και κρυφογέλασε. Ημέρεψε το λύκο... Πολύ θα ήθελε να παρακολουθούσε τη συζήτηση της μητέρας της και του Σαμ. Η κυρία Μπελ θα προσπαθούσε διακριτικά να μάθει το σκοπό της επίσκεψής του, προσέχοντας να μην του δημιουργήσει υπόνοιες, ενώ ο παμπόνηρος Σαμ θα διασκέδαζε με την περιέργειά της. Η Λόρεν έβγαλε το σορτς και το τοπ της κι έτρεξε βιαστικά στο ντους. Έπειτα φόρεσε ένα λευκό παντελόνι και μια γαλάζια μπλούζα κι άρχισε να ετοιμάζει τη βαλίτσα της. «Τι θέλει εδώ ο Σαμ


Χάρντι;» ακούστηκε η φωνή της Λη, που μόλις είχε γυρίσει και στεκόταν στη μισάνοιχτη πόρτα της Λόρεν. «Νόμιζα ότι τον είχες παρατήσει». «Ποιος σου μίλησε για τον Σαμ Χάρντι; Είσαι πολύ μικρή για να τον θυμάσαι!» είπε η Λόρεν κλείνοντας τη βαλίτσα της. «Ήμουν τρελά ερωτευμένη μαζί του για πολλούς μήνες», αποκρίθηκε η Λη μ’ ένα ονειροπόλο χαμόγελο. «Αλήθεια;» της πέταξε η Λόρεν κοιτάζοντάς την αγανακτι-σμένη και συνάμα διασκεδάζοντας με τα λόγια της. Ο Σαμ Χάρ-ντι είχε την ικανότητα να ξετρελαίνει όλες τις γύναίκες, μικρές και μεγάλες, κι αυτό ενοχλούσε αφάνταστα τη Λόρεν. «Τώρα όμως που μεγάλωσες έβαλες μυαλό. Το υπουργείο Υγείας έπρεπε να υποχρεώσει τον Σαμ Χάρντι να κυκλοφορεί με μια σφραγίδα στο μέτωπο με την ένδειξη ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ». «Αυτό είναι που τον κάνει τόσο σέξι!» είπε γελώντας πονηρά η Λη. «Η ανατριχίλα του κινδύνου, η πρόκληση του απαγορευμένου...» Η Λόρεν της πέταξε ένα μαξιλάρι κι η Λη έκανε μια θεαματική βουτιά στο κρεβάτι για να το αποφύγει. Έμεινε εκεί ξαπλωμένη, με το πιγούνι στηριγμένο στα χέρια της. «Σοβαρά, Λολ...» «Μη με λες Λολ!» «Εντάξει... Λόρεν! Σοβαρά, τι θέλει ο Σαμ Χάρντι εδώ;» «Τον έστειλε η αρχισυντάκτριά μου να με πάρει», της εξήγησε η Λόρεν. «Μακάρι να τον έστελνε να πάρει εμένα!» είπε η Λη αναστενάζοντας. Το πρόσωπό της ήταν αδύνατο και μελαγχολικό, αλλά, όταν ο ενθουσιασμός έβαφε κόκκινα τα μάγουλά της κι έκανε τα μάτια της ν’ αστράφτουν, τότε η μικρή Λη γινόταν αληθινά όμορφη. Η Λόρεν την κοίταξε με τρυφερότητα και αναρωτήθηκε πώς θα απέφευγε η αδερφή της τις παγίδες του έρωτα όταν θα μεγάλωνε, τόσο ευαίσθητη κι εύθραυστη που ήταν. «Θα κατεβάσεις τη βαλίτσα μου;» τη ρώτησε ευγενικά η Λό-ρεν και, πριν προλάβει να αρθρώσει άλλη λέξη, η Λη αρπάζοντας τη βαλίτσα βγήκε από το δωμάτιο. Η Λόρεν κοντοστάθηκε για λίγο ρίχνοντας μια ματιά γύρω και, μόλο που πριν από λίγες ώρες λαχταρούσε να γυρίσει στο Λονδίνο, τώρα ένιωθε απρόθυμη να εγκαταλείψει το σπίτι της. Όταν κατέβηκε, η Λη φλυαρούσε στο διάδρομο με τον Σαμ. «Είναι καταπληκτική εμπειρία να φωτογραφίζεις την ιστορία τη στιγμή που γράφεται! Πολύ θα ήθελα να έκανα το επάγγελμά σου!» «Μην ξεχνάς πως είναι επικίνδυνο!» είπε ο Σαμ κάνοντας τη Λη ν’ ανατριχιάσει. «Εννοείς, για μια κοπέλα;» του πέταξε. Ο Σαμ πρόσεξε την αγανάκτησή της κι έσμιξε τα φρύδια. «Και για τα δύο φύλα. Κάθε φορά που βρισκόμουν σε μάχη έτρεμα από φόβο... Μόνο ένας τρελός δε θα έτρεμε. Απ’ τη στιγμή που θα βρεθείς με μια σφαίρα στην πλάτη, δε σκέφτεσαι να βγάλεις καλές φωτογραφίες, αλλά να βγεις ο ίδιος ζωντανός».


Η Λη γέλασε. «Σίγουρα! Σκέφτεσαι να ξαναγυρίσεις στη δουλειά σου ή προτιμάς να μείνεις στο Λονδίνο;» «Μάλλον θα μείνω στο Λονδίνο», απάντησε ο Σαμ ανασηκώ-νοντας τους ώμους του. «Άρχισα να γερνάω», πρόσθεσε φλερτάροντας πονηρά μαζί της. «Πας γυρεύοντας για κομπλιμέντα», είπε η Λη σφυρίζοντας αποδοκιμαστικά. «Μην περιμένεις όμως να σου κάνω». Η Λόρεν είδε την αδερφή της ν’ ακτινοβολεί κι έσφιξε τα δόντια της από αγανάκτηση. Πρέπει να φλερτάρει, αναριυτήθηκε, με κάθε θηλυκό που γνωρίζει, ακόμα και με ανήλικο; Ο Σαμ γύρισε και, βλέποντας την έκφρασή της, το χαμόγελο σβήστηκε από το πρόσωπό του. «Έτοιμη;» «Ναι», του πέταξε άγρια η Λόρεν. Για μερικές στιγμές το βλέμμα του ταξίδεψε ράθυμα από τα κατάξανθα, καλοχτενισμένα μαλλιά της στο λευκό παντελόνι και τα αθλητικά της παπούτσια. Έπειτα ανασήκωσε το φρύδι του, κάνοντας τη Λόρεν να κοκκινίσει από θυμό. Εκείνος, χωρίς λέξη, πήρε τη βαλίτσα της και πήγε στο αυτοκίνητό του ενώ η Λόρεν αποχαιρετούσε τους γονείς της και τη Λη. «Να προσέχεις», της είπε ανήσυχη η μητέρα της κι η Λόρεν κατάλαβε ότι δε μιλούσε για την υγεία της. «Καλύτερα να μην πας αμέσως στο γραφείο. Ακόμα δεν έχεις αναρρώσει από τη γρίπη». «Ξέρω... Θα προσέχω», υποσχέθηκε η Λόρεν καθησυχάζοντας τη μητέρα της. Δε θ’ άφηνε τον Σαμ Χάρντι να την πλησιάσει ούτε σε απόσταση πέντε μέτρων. Βέβαια, ό,τι κι αν έλεγε στη μητέρα της, ήξερε πως η Αν-νι είχε τα δικά της σχέδια. Αν οι περισσότεροι συνάδελφοί της έλειπαν εξαιτίας της γρίπης, δεν έμενε παρά να γυρίσει αμέσως στο γραφείο και να βοηθήσει την Άννι να καλύψει την ύλη του περιοδικού. Φυσικά δε συνέβαινε το ίδιο και στην περίπτωση του Σαμ Χάρντι. Δεν εμπιστευόταν ούτε αυτόν, αλλά ούτε και τον ίδιο της τον εαυτό όταν βρισκόταν κοντά του. Η παρουσία του είχε μια παράξενη επίδραση στο νευρικό της σύστημα. Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα της από πάνω του, ενώ ένιωθε το κορμί της να σφίγγεται από πόθο. Είναι μια καθαρά χημική αντίδραση, συλλογίστηκε βλαστημώντας. Δεν πρέπει να ανησυχώ, κατέληξε. Είμαι ερωτευμένη με τον Ρομπ και όχι με τον Σαμ Χάρντι. Ωστόσο ανησυχούσε κι ήταν αποφασισμένη να κάνει τα πάντα για να τον αποφύγει. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει όταν ξεκίνησαν. «Θα είμαστε στο Λονδίνο γύρω στις εννιά, αν δεν έχει πολλή κίνηση», είπε ο Σαμ κοιτάζοντας το ρολόι του. «Μπορούμε να σταματήσουμε στο δρόμο και να φάμε κάτι πρόχειρο. Πεινάς;» «Όχι, ευχαριστώ», απάντησε κοφτά η Λόρεν. Δεν είχε διάθεση να μείνει ούτε στιγμή παραπάνω μαζί του απ’ όσο ήταν απαραίτητο. Εκείνος της έριξε μια ματιά και τα χείλη του σφίχτηκαν. «Όπως θέλεις». Η Λόρεν έγειρε αναπαυτικά στο κάθισμά της, με το βλέμμα σταθερά στο δρόμο, προσπαθώντας να ξεχάσει ότι ο Σαμ βρισκόταν πλάι της. Μόλο που απέφευγε να τον κοιτάξει, ήταν αδύνατον να απαλλαγεί κι από


την αίσθηση της παρουσίας του. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα πέρα από κείνα τα μακριά δάχτυλα που ήταν σφιγμένα χαλαρά γύρω από το τιμόνι, τα λεπτά γυμνασμένα πόδια που ήταν απλωμένα πλάι στα δικά της, το καλογραμμένο προφίλ, το πεισματάρικο αρρενωπό πιγούνι, τα χείλη... Γιατί γύρισε στο Λονδίνο; αναρωτήθηκε σμίγοντας τα φρύδια της. Γιατί δεν έμενε για πάντα έξω; Αμέσως όμως μετάνιωσε, γιατί, αν δε γύριζε, κινδύνευε να σκοτωθεί. Όχι, αυτό δε θα το ήθελα, κατέληξε. Ακόμα και στην ιδέα... Ξαφνικά ένα ρίγος διαπέρασε τη σπονδυλική της στήλη. Όλα ήταν μπερδεμένα στο μυαλό της. Δεν αναγνώριζε τα αισθήματά της κι ούτε μπορούσε να σκεφτεί λογικά. Απελπισμένη, έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να κοιμηθεί, ή τουλάχιστον να δώσει στον Σαμ αυτή την εντύπωση. Ήταν ο μόνος τρόπος που της είχε απομείνει για να τον αποφύγει. Εκείνος δε μίλησε μέχρι που έφτασαν στο Λονδίνο, έξω από το σπίτι της. Τότε βγήκε, πήρε τη βαλίτσα της και, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες της Λόρεν, επέμεινε να τη μεταφέρει στο διαμέρισμά της. «Είσαι χλομή και δείχνεις εξαντλημένη», της είπε ανέκφραστα. «Κοιμόσουν σ’ όλη τη διαδρομή!» Η Λόρεν προτίμησε να μην απαντήσει, μη θέλοντας να απο-καλύψει πως υποκρινόταν. Έτρεξε ν’ ανοίξει την πόρτα κι έπειτα γύρισε βιαστικά να πάρει τη βαλίτσα, αλλά ο Σαμ είχε μπει στο διαμέρισμα και κοίταζε γύρω με περιέργεια. «Άλλαξες την ταπετσαρία». Η σομόν ταπετσαρία με τα μι-κροσκοπικά λουλούδια είχε δώσει τη θέση της σε μια ανοιχτο-πράσινη με φύλλα και κλαδιά, που πρόσθετον στην ατμόσφαιρα μια γλυκιά, παραμυθένια νότα. «Μόνη σου την τοποθέτησες;» ρώτησε ο Σαμ κι η Λόρεν κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Θα στοίχιζε πολύ ακριβά αν πλήρωνα κάποιον άλλο», μουρμούρισε, ψάχνοντας να βρει έναν τρόπο να τον ξεφορτωθεί χωρίς να καβγαδίσουν. Φοβόταν να βρίσκεται στο διαμέρισμά της μόνη με τον Σαμ. αλλά εκείνος δεν έδειχνε να βιάζεται. Εξερευνούσε ράθυμα το χώρο, κοιτάζοντας τα μπιμπελό, τις φωτογραφίες στους τοίχους και ξεφυλλίζοντας τα βιβλία της στη βιβλιοθήκη. «Διαβάζεις ακόμα πολλά Άρλεκιν», της είπε χαμογελώντας πλατιά κι η Λόρεν ένιωσε ένα παράξενο σφίξιμο στο στομάχι. Αν αρχίσει να με φλερτάρει, σκέφτηκε, θα βάλω τις φωνές. «Σωστά», απάντησε, με μια δόση επιθετικότητας στη φωνή της. «Ευχαριστώ γι’ αυτό που έκανες, ήταν πολύ ευγενικό. Υποθέτω πως θα θέλεις να γυρίσεις στο σπίτι σου τώρα. Σίγουρα νιώθεις κουρασμένος μετά το ταξίδι». Η Λόρεν στάθηκε στην πόρτα κι ο Σαμ γύρισε σφίγγοντας τα χείλη και προχώρησε προς το μέρος της. Όταν στάθηκε μπροστά της ένιωσε τη ραχοκοκαλιά της να σφίγγεται, την πλάτη της να κολλάει στον τοίχο και τα χείλη της να ξεραίνονται. Ο Σαμ βύθισε το βλέμμα του στο δικό της επίμονα, σαν να προσπαθούσε να την υπνωτίσει, κι η Λόρεν ένιωσε όλα τα νεύρα της να τεντώνονται και να δονούνται σαν χορδές κιθάρας. «Μια μέρα εσύ κι εγώ θα μιλήσουμε μ' ανοιχτά χαρτιά», της πέταξε μέσα από τα δόντια κι έφυγε κλείνοντας πίσω του με δύναμη την πόρτα. Για μερικές στιγμές εκείνη έμεινε ακίνητη κι έπειτα, ανακουφισμένη, ξεκόλλησε το κορμί της απ’ τον τοίχο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 «Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι θα έγραφα ολόκληρο το τεύχος μόνη μου αυτή τη φορά! Αλλοι δύο ειδοποίησαν σήμερα ότι έχουν γρίπη!» είπε η Άννι το άλλο πρωί στη Λόρεν όταν εκείνη μπήκε στο γραφείο. «Ας δούμε τι δουλειές μπορώ να σου δώσω». Το γραφείο της Αννι, που ήταν πάντοτε περιποιημένο, έμοιαζε σαν να το είχε σαρώσει ανεμοστρόβιλος κι εκείνη έψαχνε νευρικά στο χαρτομάνι σαν κυνηγετικό σκυλί που προσπαθεί να βγάλει λαγό από τη φωλιά του. «Το βρήκα!» είπε θριαμβευτικά δείχνοντας στη Λόρεν έναν κατάλογο. Ξαφνικά σταμάτησε και την κοίταξε ερευνητικά. «Είσαι λίγο χλομή. Ελπίζω να νιώθεις καλύτερα». «Είμαι καλά», την καθησύχασε η Λόρεν, μη θέλοντας να φανερώσει ότι είχε μείνει άγρυπνη όλη νύχτα. Στο κάτω κάτω, δεν έφταιγε η γρίπη για τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της, αλλά ο Σαμ Χάρντι, κι εκείνη δε θα τολμούσε να πει ποτέ κάτι τέτοιο στην Άννι. «Εύχομαι να λες αλήθεια, γιατί είμαι εκ των πραγμάτων αναγκασμένη να σε φορτώσω με πολλή δουλειά», μουρμούρισε η Αννι. Από κείνη τη στιγμή η Λόρεν δεν ξαναβρήκε χρόνο να σκεφτεί τον Σαμ Χάρντι, γιατί δε σήκωσε λεπτό το κεφάλι από τα χαρτιά της. Ο Ρομπ επέστρεψε δυο μέρες αργότερα, κι όταν τηλεφοινησε στο γραφείο της Λόρεν, ακουγόταν κουρασμένος και νυσταγμένος. «Δεν έχω συνηθίσει ακόμσ τη διαφορά της ώρας», πα-ραπονέθηκε. «Ένας Θεός ξέρει πόσο μισώ τις υπερατλαντικές πτήσεις! Έπρεπε να γύριζα με Κονκόρντ, αλλά επέμεναν να με φέρουν με ιδιωτικό τζετ». «Καημενούλη μου», του είπε τρυφερά η Λόρεν, νιώθοντας τα μάτια της να κλείνουν από κούραση. Μόλο που αρκετοί δημοσιογράφοι είχαν γυρίσει στο περιοδικό κι όλα έπαιρναν σιγά σιγά τον παλιό τους ρυθμό, εκείνη συνέχιζε να πνίγεται στη δουλειά. Ακόμα και τη στιγμή που μιλούσε με τον Ρομπ προσπαθούσε να διορθώσει ένα κείμενο. «Πήγε καλά το ταξίδι σου;» «Ναι, ευχαριστώ», αποκρίθηκε εκείνος μ’ ένα χασμουρητό. «Συγνώμη, Λόρεν! Καλύτερα να πάω σπίτι και να κοιμηθώ λίγες ώρες! Τόσο καιρό δούλευα μέρα νύχτα, κι αυτή η πτήση ήταν η χαριστική βολή. Θα σου τηλεφωνήσω όταν συνέλθω, εντάξει;» Η Λόρεν κατέβασε το ακουστικό σμίγοντας τα φρύδια. Ο τόνος της φωνής του Ρομπ είχε κάτι παράξενο, που την έκανε να σαστίσει. Της είχε φανεί... απόμακρος, συγκρατημένος. Σαν να ήταν θυμωμένος μαζί της. Γιατί όμως; αναρωτήθηκε ανήσυχη. Όλοι οι άλλοι δημοσιογράφοι είχαν βγει για ρεπορτάζ, εκείνη ήταν μόνη στην αίθουσα. Πήγε στο παράθυρο κι έμεινε για λίγη ώρα να κοιτάζει σκεφτική έξω. Είχαν περάσει αρκετές βδομάδες που δεν είχε δει τον Ρομπ, δεν μπορούσε να φανταστεί τι τον είχε κάνει να θυμώσει μαζί της. Ξαφνικά τα μάγουλά της βάφτηκαν κόκκινα. Κι αν έμαθε ότι ο Σαμ Χάρντι ήρθε να με πάρει από το σπίτι μου; Κι αν του το είπε ο ίδιος; Αμέσως θυμήθηκε την αντίδραση του Ρομπ όταν εκείνη είχε παραδεχτεί ότι είχε ένα σύντομο δεσμό μαζί του. Κι αν ζηλεύει; Νιώθοντας το χρώμα στα μάγουλά της να βαθαίνει, η Λόρεν άρχισε να βηματίζει νευρικά. Ωστόσο δεν έγινε τίποτα! διαμαρ-τυρήθηκε στον ίδιο της τον εαυτό. Δεν έκανα το παραμικρό που θα φανέρωνε στον Σαμ τα συναισθήματα που πάλευαν μέσα μου σ’ όλο το ταξίδι!


Μη λες ανοησίες! ακούστηκε μια λεπτή φωνή μέσα της. Ο Σαμ δεν είναι αφελής, ένιωσε τον ηλεκτρισμό που φόρτιζε την ατμόσφαιρα ανάμεσά σας. Από την άλλη μεριά, σκέφτηκε η Λόρεν, ο Σαμ δεν είναι από τους τύπους που μιλούν για τις ερωμένες τους! Δεν είμαι ερωμένη του! είπε με πείσμα στον εαυτό της. Καλύτερα να πεθάνω παρά να γίνω ερωμένη του! Αφάνταστα ταραγμένη γύρισε στο γραφείο της και αποφάσισε να στρωθεί στη δουλειά. Ωστόσο, σκέφτηκε σκύβοντας πάνω από τα χαρτιά της, ίσως φταίει η φαντασία μου. Ο καημενούλης δεν ήταν θυμωμένος, απλά ήταν κουρασμένος και νύσταζε. Η Λόρεν ήξερε ότι ο Ρομπ ήταν αποφασισμένος να κάνει τα πάντα για να εντυπωσιάσει τον πατέρα του. Από την άλλη μεριά, μόλο που προσπαθούσε να δείξει στον πατέρα του ότι ήταν καλύτερος ακόμα κι από αυτό τον ίδιο, μέχρι τώρα δεν τον είχε πείσει. Ίσως τελικά αυτή τη φορά τα κατάφερε, σκέφτηκε. Πηγαίνοντας για φαγητό την επόμενη μέρα, η Λόρεν είδε στον πίνακα των ανακοινώσεων μια αγγελία που την έκανε να ενθουσιαστεί. Ήταν ακριβώς η ευκαιρία που ονειρευόταν. Η Γκαζέτ ζητούσε ρεπόρτερ. Το μόνο μειονέκτημα ήταν πως εκεί δούλευε ο Σαμ Χάρντι. Δούλευε όμως κι ο Ρομπ, κι αυτό ήταν μεγάλο πλεονέκτημα για την ίδια. Γύρισε αμέσως στο γραφείο της και πέρασε το μεσημεριανό διάλειμμα συντάσσοντας την αίτηση. Εκείνη την ημέρα τηλεφώνησε πολλές φορές στο γραφείο του Ρομπ χωρίς αποτέλεσμα. «Ο κύριος Κόρνουελ είναι πολύ απασχολημένος», την πληροφορούσε υπομονετικά η γραμματέας του. «Θα του πω ότι τον ζητήσατε». Όμως ο Ρομπ δεν επικοινώνησε με τη Λόρεν μέχρι το βράδυ κι εκείνη άρχισε να αμφιβάλλει για την ευσυνειδησία της γραμ-ματέως του. Τηλεφώνησε πάλι και τελικά κατάφερε να μιλήσει λίγο μαζί του, γιατί εκείνος έπρεπε να πάει στη δεξίωση κάποιας πρεσβείας με τον πατέρα του και μια ομάδα προσκεκλημένων από την Αμερική. «Συγνώμη, Λόρεν. Πρέπει να πάω οπωσδήποτε. Ο μπαμπάς επιμένει και δεν μπορώ να το αποφύγω. Δυστυχώς αυτές τις μέρες κυριολεκτικά πνίγομαι στη δουλειά». «Έχεις κάποιο πρόβλημα, Ρομπ;» τον ρώτησε η Λόρεν δαγκώνοντας νευρικά τα χείλη. «Πρόβλημα;» επανέλαβε εκείνος σαν να σκεφτόταν κάτι άλλο. «Τι εννοείς; Απλά είμαι φοβερά απασχολημένος αυτό τον καιρό. Ο μπαμπάς με έχει φορτώσει με ένα βουνό υποθέσεις και δε δέχεται δικαιολογίες». Ξαφνικά ο τόνος της φωνής του άλλαξε. «Ξέχασα να σου πω», συνέχισε πανηγυρικά, «σκέφτεται να με βάλει στο συμβούλιο της εταιρείας στο τέλος του χρόνου. Λέει πως το αξίζω και ότι είναι καιρός να τον ξεκουράσω. Επιτέλους τον έπεισα να με πάρει στα σοβαρά!» «Αυτό είναι καταπληκτικό», είπε χαμογελώντας η Λόρεν κι αναρωτήθηκε μήποίς είχε ανησυχήσει άδικα. Ίσως ο Ρομπ είναι πράγματι απασχολημένος, συλλογίστηκε. Αλλωστε προσπαθούσε να ευχαριστήσει και να εντυπωσιάσει τον πατέρα του. Ίσως τα αισθήματά του δεν έχουν αλλάξει... «Χαίρομαι ειλικρινά, Ρομπ», πρόσθεσε τρυφεοά. «Πότε θα σε δω όμως; Έχει περάσει τόσος καιρός...»


«Ναι», απάντησε χαμηλόφωνα εκείνος. «Βέβαια... Έχω τόσα να σου πω, απλά δεν έχω καθόλου χρόνο... Περίμενε να κοιτάξω το ημερολόγιό μου. Λοιπόν, Λόρεν, τι θα έλεγες να φάμε μαζί το βράδυ της Παρασκευής;» «Την Παρασκευή; Θαυμάσια. Ανυπομονώ ν’ ακούσω για το ταξίδι σου», απάντησε η Λόρεν. «Θέλεις να συναντηθούμε στο μπαρ για ένα ποτό πρώτα;» Ο Ρομπ δίστασε για λίγο. «Ναι, στο μπαρ, στις εξίμισι...» Έκανε μια παύση και ξερόβηξε. «Λόρεν, λυπάμαι για όλα αυτά, αλλά ο μπαμπάς... Δεν είναι σωστό να τον κατηγορώ επειδή τα πράγματα ήρθαν έτσι, λυπάμαι που σε απογοητεύω...» «Μην ανησυχείς, αγάπη μου», απάντησε γλυκά εκείνη. Καη-μενούλη Ρομπ, συλλογίστηκε. Τώρα καταλαβαίνω πόσο σε πιέζουμε κι εγώ κι ο πατέρας σου! «Δε σου κρατώ κακία», του είπε τρυφερά. «Αλήθεια; Λόρεν, είσαι ένας άγγελος!» Ο τόνος της φωνής του άλλαξε πάλι όμως κι έγινε πιο συγκρατημένος. «Κάποιος με ζητά στην άλλη γραμμή... Θα τα πούμε την Παρασκευή». Το πρωί εκείνης της Παρασκευής η Λόρεν έλαβε ένα γράμμα από τον προσωπάρχη της Γκαζέτ που την πληροφορούσε ότι ήταν υποψήφια για την τελική επιλογή. Όλη την ημέρα πετούσε από χαρά. Είχε αρκετό χρόνο στη διάθεσή της μέχρι να συναντήσει τον Ρομπ. Αποφάσισε λοιπόν ν’ αλλάξει την γκρίζα πλισέ φούστα και την μπλε ριγέ μπλούζα που φορούσε ολόκληρη την ημέρα με κάτι πιο αμπιγέ. Διάλεξε ένα μαύρο φόρεμα που είχε αγοράσει πριν από αρκετά χρόνια από κάποιο διάσημο σχεδιαστή μόδας. Ήταν τόσο κομψό και καλοραμμένο όμως, που δύσκολα θα το αποχωριζόταν. Κι επίσης ήξερε πως άρεσε πολύ στον Ρομπ. Φόρεσε ένα ζευγάρι σκουλαρίκια από μαργαριταρένιες πέρλες κι ένα ασορτί κολιέ που της είχε χαρίσει ο παππούς της στα γενέθλια των δεκαοχτώ της χρόνων. Βούρτσισε προσεκτικά τα κατάξανθα μαλλιά της, άπλωσε διακριτικά στα καταπράσινα μάτια της μια σκιά που τα έκανε να λάμπουν σαν σμαράγδια και τόνισε τα χείλη της μ’ ένα κραγιόν στο γλυκό χρώμα του κοραλλιού. Ήθελε να δείχνει όμορφη απόψε. Η Λόρεν διαισθανόταν μια αλλαγή στη σχέση της με τον Ρομπ μετά την επιστροφή του, αλλά δεν μπορούσε να εξηγήσει πού οφειλόταν. Δεν αρνιέμαι, συλλογίστηκε, ότι τον τελευταίο καιρό νιώθω αρκετή νευρικότητα κι αβεβαιότητα. Ίσως ο Ρομπ το έχει προσέξει και γι’ αυτό δείχνει τόσο απόμακρος. Ίσως πάλι τον ανησυχεί η επιμονή του πατέρα του να μην αναγνωρίσει το δεσμό μας. Δεν είναι ευχάριστο, κατέληξε σμίγοντας τα φρύδια της, να αντιμετωπίζει συνέχεια την άρνησή του. Έφτασε στο μπαρ ακριβώς στην ώρα της, αλλά, μη βλέποντας τον Ρομπ, κάθισε σ’ ένα τραπέζι και παρήγγειλε ένα ποτήρι άσπρο κρασί. Αρκετοί συνάδελφοί της γύρισαν μόλις την είδαν και τη χαιρέτησαν μ’ ένα φιλικό νεύμα. «Περιμένεις κάποιον;» τη ρώτησε μια δημοσιογράφος που έτυχε να περνά από το τραπέζι της. «Τον Ρομπ», απάντησε χαμογελώντας η Λόρεν. «Τον Ρομπ Κόρνουελ;» είπε η άλλη κοπέλα κοιτάζοντάς την παράξενα. «Καλή διασκέδαση!»


πρόσθεσε ειρωνικά καθώς απομακρυνόταν. Η Τζιν Χουντ ήταν από τη φύση της πικρόχολη και δεν έκρυβε τη ζήλια της κάθε φορά που έβλεπε τη Λόρεν μαζί με τον Ρομπ. Λες να είναι ερωτευμένη μαζί του; αναρωτήθηκε. Ήπιε μια γουλιά κρασί και ρίχνοντας μια ματιά στο ρολόι της πρόσεξε ότι είχε περάσει ένα τέταρτο. Μου εξήγησε ότι είναι πολύ απασχολημένος αυτές τις μέρες, είπε στον εαυτό της σμίγοντας τα φρύδια. Μπορεί να τον καθυστερεί κάποιος στο γραφείο ή στο τηλέφωνο. Το κρασί της είχε τελειώσει, αλλά, μη θέλοντας να παραγγείλει άλλο πριν φανεί ο Ρομπ, άρχισε να τρώει αργά τα ψημένα αμύγδαλα από το μπολ με τους ξηρούς καρπούς που υπήρχε στο τραπέζι. Η επόμενη ματιά στο ρολόι της την πληροφόρησε ότι ο Ρομπ είχε καθυστερήσει είκοσι λεπτά. Καλύτερα να παραγγείλω κι άλλο κρασί, συλλογίστηκε, και να τηλεφωνήσω στο γραφείο του για να μάθω πόσο θ’ αργήσει. Οι ψίθυροι και τα πνιχτά γέλια που ακούστηκαν από το τραπέζι της Τζιν την έβγαλαν από τις σκέψεις της. Γυρνώντας προς τα εκεί, η Λόρεν είδε τους φίλους της Τζιν να την κοιτάζουν. Αμέσως έστρεψαν το βλέμμα αλλού και συνέχισαν να συζητούν χαμηλόφωνα. Για μένα θα λένε, σκέφτηκε και τα μάγουλά της κοκκίνισαν από ντροπή. Θα νομίζουν ότι ο Ρομπ δεν πρόκειται να έρθει στο ραντεβού μας. Σκύβοντας το κεφάλι για να κρύψει την ταραχή της, άρχισε να παίζει νευρικά με το άδειο ποτήρι. Σε μια στιγμή η πόρτα άνοιξε κι η Λόρεν στράφηκε ανυπόμονα, βέβαιη πως ήταν ο Ρομπ, αλλά, μόλις αναγνώρισε τη σιλουέτα του άντρα που είχε μπει στο μπαρ, τα δόντια της σφίχτηκαν από οργή κι απογοήτευση. Ήταν ο Σαμ Χάρντι. Αυτός μου έλειπε τώρα, σκέφτηκε αγανακτισμένη. Δε φτάνει που με έστησε ο Ρομπ, τώρα θα το μάθει κι ο Σαμ Χάρντι. Ποια κακή τύχη τον έφερε μπροστά μου; Εκείνος στάθηκε κοντά στην είσοδο και κοίταξε γύρω σαν να αναζητούσε κάποιον, αλλά η Λόρεν προσποιήθηκε ότι δεν τον είχε δει. Γυρνώντας βιαστικά προς το παράθυρο προσπάθησε να συγκεντρώσει την προσοχή της στον κόσμο που περνούσε στο πεζοδρόμιο. Ωστόσο, σαν να είχε μάτια στην πλάτη, ένιωθε τον Σαμ να πλησιάζει στο τραπέζι της. «Γεια σου, Λόρεν», της είπε εκείνος ψυχρά και κάθισε απέναντι της στο τραπέζι χωρίς να τη ρωτήσει. «Γεια σου», είπε η Λόρεν παριστάνοντας σκόπιμα την έκπληκτη. «Θα σε πείραζε να καθίσεις αλλού, γιατί περιμένω κάποιον;» πρόσθεσε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. «Πρέπει να μιλήσουμε», είπε εκείνος χαμηλόφωνα και τα γκρίζα μάτια του την κοίταξαν σοβαρά. «Πάμε κάπου που θα είμαστε μόνοι». «Δεν πρόκειται να πάω πουθενά μαζί σου!» του πέταξε εκείνη άγρια. «Σε λίγο θα έρθει εκείνος που περιμένω». «Όχι», είπε ο Σαμ κι η Λόρεν τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. «Πάμε κάπου αλλού, Λόρεν», πρόσθεσε εκείνος σφίγγοντας τα χείλη. «Είμαι βέβαιος πως δε θα θέλεις να σε βλέπει κανένας όταν


θ’ ακούς αυτό που έχω να σου πω». «Είναι για τον Ρομπ», ψέλλισε κάτωχρη η Λόρεν και, βλέπο-ντάς τον να κουνά καταφατικά το κεφάλι, χιλιάδες εφιαλτικές εικόνες πέρασαν από το μυαλό της. Ο Ρομπ θύμα αυτοκινητι-κού δυστυχήματος, ο Ρομπ βαριά τραυματισμένος, ο Ρομπ νεκρός... «Τι συνέβη;» ρώτησε νιώθοντας έναν κόμπο στο λαιμό. Ο Σαμ σηκώθηκε και πιάνοντάς την απ’ το χέρι τη βοήθησε να σταθεί στα πόδια της. Μέσα στη ζάλη της η Λόρεν πρόσεξε τα περίεργα βλέμματα και άκουσε τους ψιθύρους, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν την ένοιαζε ούτε η Τζιν Χουντ ούτε κανένας από τους συναδέλφους της. Τα μέλη της είχαν σχεδόν παραλύσει από ανησυχία και πανικό κι ήταν αναγκασμένη να κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να φτάσει στην έξοδο. «Τι συνέβη;» ρώτησε τον Σαμ με φωνή που έτρεμε από αγωνία. «Πες μου, για όνομα του Θεού!» «Περίμενε μια στιγμή», της είπε ο Σαμ οδηγώντας τη στο αυτοκίνητό του, που ήταν σταματημένο λίγο πιο κάτω. Έπειτα άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού, τη βοήθησε να καθίσει και μπαίνοντας βιαστικά στη θέση του έβαλε το κλειδί στη μηχανή. «Τι κάνεις;» ξέσπασε η Λόρεν αρπάζοντάς τον από το μπράτσο. «Σβήσε τη μηχανή. Δεν πρόκειται να πάω πουθενά μαζί σου. Θέλω μόνο να μάθω τι συνέβη στον Ρομπ... Έχει χτυπήσει; Είναι;...» Σταμάτησε ξαφνικά, ανίκανη να πει εκείνη τη λέξη που έκρυβε τους χειρότερους φόβους της. «Εκείνον περίμενα απόψε, είχαμε ραντεβού. Είχα αρχίσει να ανησυχώ...» «Δε θα έρθει απόψε», είπε απότομα ο Σαμ. «Κι ούτε θα σε συναντήσει άλλο βράδυ». Η Λόρεν ένιωσε την ανάσα της να κόβεται και το αίμα της να παγώνει. Το σκυθρωπό ύφος του Σαμ την έκανε να πιστέψει ότι ο Ρομπ ήταν νεκρός. «Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο πάρτι των αρραβώνων του», είπε αργά ο Σαμ. «Τι;» «Θα παντρευτεί την Τζάνις Ερλ». «Μα είναι αρραβωνιασμένος μαζί μου», ψέλλισε σαν να την είχε χτυπήσει κεραυνός κι έπειτα, χαμηλώνοντας το βλέμμα στα χέρια της που έτρεμαν, του έδειξε το αστραφτερό δαχτυλίδι του Ρομπ. «Μιλήσαμε στο τηλέφωνο, είχε να μου πει κάτι... Απόψε θα πηγαίναμε μαζί για φαγητό...» Έπειτα σήκωσε το κεφάλι απότομα και τον κοίταξε καχύποπτα. «Λες ψέματα!» ξέσπασε άγρια. «Μην περιμένεις να σε πιστέψω!» Την ίδια στιγμή θυμήθηκε την κοκκινομάλλα που είχε φέρει ο Σαμ στο πάρτι των Σάβιλ. «Πότε πρόλαβε να γνωρίσει την Τζάνις Ερλ; Δε συναντήθηκαν παρά μόνο μια φορά, στο πάρτι!» «Του δόθηκε η ευκαιρία να τη γνωρίσει καλύτερα όταν πήγε στην Αμερική. Ο Τσάρλι Κόρνουελ συνεργάζεται από παλιά με τον πατέρα της Τζάνις... Γι’ αυτό ο Ρομπ καθυστέρησε τόσο πολύ την επιστροφή του». «Εννοείς ότι πίσω απ’ όλα αυτά κρύβεται ο πατέρας του;» ρώτησε η Λόρεν ανασαίνοντας κοφτά. «Εκείνος σ’ έστειλε να μου μιλήσεις; Περιμένει να πέσω στην παγίδα του και να καβγαδίσω με τον


Ρομπ για την Τζάνις, αλλά...» «Μην είσαι ανόητη, Λόρεν!» της πέταξε αγανακτισμένος ο Σαμ. «Μπορεί ο Τσάρλι να είναι ενθουσιασμένος από τους αρραβώνες του γιου του και της Τζάνις, αλλά δε μ’ έστειλε εκείνος να σου μιλήσω. Δέξου την αλήθεια και μην προσπαθείς να ξεγελάσεις τον εαυτό σου». Η Λόρεν ένιωσε τα πάντα γύρω της να γυρίζουν, τα μέλη της ήταν παγωμένα κι έτρεμε σύγκορμη. Μόλο που στο βάθος του μυαλού της ήξερε ότι ο Σαμ έλεγε αλήθεια, δεν άντεχε να το πιστέψει. «Η Τζάνις δεν άρεσε στον Ρομπ», διαμαρτυρήθηκε με πείσμα. «Την είχε αποκαλέσει κακομαθημένη και στρίγκλα!» «Πάντως η Τζάνις έχει περισσότερη αξιοπρέπεια από κείνον». αποκρίθηκε πικρόχολα ο Σαμ. «Ο Ρομπ θα σε άφηνε να τον περιμένεις χωρίς να δίνει δεκάρα για την αγωνία που δοκίμαζες. Είναι ένας τιποτένιος. Εγωπαθής και άνανδρος. Δεν είχε το θάρρος να σου μιλήσει. Φαντάζομαι πως σκόπευε να σου ζητήσει να χωρίσετε, αλλά ο πατέρας του αποφάσισε ότι απόψε ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να ανακοινώσουν τους αρραβώνες του με την Τζάνις». «Γιατί δε μου τηλεφώνησε για ν’ ακυρώσει το ραντεβού μας;» «Δεν άντεχε να σ’ αντιμετωπίσει. Σου έγραψε ένα γράμμα, αλλά ξέχασε να το ταχυδρομήσει. Όταν η Τζάνις πήγε να τον πάρει από το γραφείο του, το είδε και...» Η Λόρεν είδε με τα μάτια της φαντασίας της την Τζάνις να κρατά το γράμμα και μετά να διαβάζει τ’ όνομα και τη διεύθυνση μαντεύοντας το περιεχόμενο. Το κορμί της σφίχτηκε. Πώς μπόρεσε να μου το κάνει αυτό ο Ρομπ; ρωτούσε και ξαναρω-τούσε τον εαυτό της. «Ομολόγησε ότι θα σε συναντούσε απόψε», συνέχισε ανέκφραστα ο Σαμ, «για να σου ζητήσει να χωρίσετε. Είχε υποσχε-θεί στην Τζάνις ότι θα το έκανε μόλις γύριζε από την Αμερική, κι όταν τον είχε ρωτήσει, την είχε διαβεβαιώσει πως είχατε μιλήσει. Πέρα από τιποτένιος κι άνανδρος, ο αγαπημένος σου Ρομπ είναι και ψεύτης. Πριν από μια ώρα περνούσαν έξω από το μπαρ κι η Τζάνις σε είδε να περιμένεις...» Το πρόσωπο της Λόρεν είχε γίνει κατακόκκινο από την ταπείνωση που δοκίμαζε ακούγοντας την αλήθεια. «Ταράχτηκε», συνέχισε ο Σαμ, αποφεύγοντας να την κοιτάξει. «Ήμουν στο αυτοκίνητο όταν μου τηλεφώνησε για να μου ζητήσει να έρθω στο μπαρ και να σου εξηγήσω». Νιώθοντας τις αισθήσεις της να την εγκαταλείπουν σιγά σιγά, η Λόρεν έγειρε το κεφάλι στο παράθυρο του αυτοκινήτου ανίκανη να πει λέξη. Ξαφνικά ο Σαμ ξεκίνησε απότομα κι η Λόρεν βυθίστηκε στη σιωπή, προσπαθώντας να πνίξει τα δάκρυά της. Μέσα στην απελπισία της συλλογίστηκε πόσο παράξενο παιχνίδι είχε παίξει μαζί της η μοίρα αλλά και η Τζάνις Ερλ. Γιατί, α να ρωτήθηκε, θέλησαν κι οι δυο να ακούσω από τα χείλη του την καταδίκη μου; Γιατί τον διάλεξε η Τζάνις; Σίγουρα επειδή ήταν ο μοναδικός κοινός γνωστός ανάμεσά μας. κατέληξε. Ο Σαμ Χάρντι είναι ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο που θα ήθελα να με δει σ’ αυτή την κατάσταση!


Το αυτοκίνητο σταμάτησε κι ανοίγοντας τα μάτια η Λόρεν κατάλαβε πως είχαν φτάσει στο σπίτι της. «Ευχαριστώ», του είπε ανέκφραστα και βγήκε έξω. Πριν προλάβει να κάνει μερικά βήματα, άκουσε την πόρτα του Σαμ να κλείνει με θόρυβο κι εκείνον να τρέχει πίσω της. «Φύγε», του είπε χαμηλόφωνα. «Σε παρακαλώ!» «Θέλω μόνο να σε δω να μπαίνεις στο διαμέρισμά σου», απάντησε εκείνος σκυθρωπός κι η Λόρεν δεν είχε κουράγιο να τον σταματήσει. Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα της, έβγαλε το κλειδί της και προσπάθησε να το βάλει στην κλειδαριά, αλλά εκείνο έπεσε στο πάτωμα. Τα μάτια της είχαν θαμπώσει από τα δάκρυα κι ήταν αδύνατον να το ξαναβρεί. Ο Σαμ το σήκωσε χωρίς να πει λέξη κι έπειτα η Λόρεν τον άκουσε να ξεκλειδώνει την πόρτα της. «Ευχαριστώ, καληνύχτα», του είπε με σκυμμένο το κεφάλι και μπήκε βιαστικά μέσα. Κλείνοντας την πόρτα, αντιλήφθηκε ότι ο Σαμ είχε μπει μέσα μαζί της. Και τότε πρόσεξε ότι ήταν ντυμένος επίσημα. Είχε τόσο πολλά στο μυαλό της εκείνο το βράδυ, που δεν είχε ασχοληθεί καθόλου μαζί του. Θα πήγαινε σε κάποιο πάρτι, συλλογίστηκε, όταν του τηλεφώνησε η Τζάνις. Ίσως μάλιστα στο πάρτι των αρραβώνων της με τον Ρομπ. Η Λόρεν άρχισε να γελά με την ειρωνεία της τύχης, αλλά σύντομα το γέλιο έγινε κλάμα. Έκρυψε το πρόσωπό της από τον άντρα που στεκόταν πλάι της γυρνώντας προς τον τοίχο και άφησε τα δάκρυά της να κυλήσουν. Ο Σαμ την άφησε να κλάψει για λίγο κι έπειτα τύλιξε τα χέρια του γύρω από τους λεπτούς της ώμους. Η Λόρεν αντέδρασε, αλλά εκείνος τη γύρισε απαλά προς το μέρος του και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Ανίκανη να ξεφύγει, έκρυψε το πρόσωπό της στο σακάκι του και συνέχισε να κλαίει. Η απαλή μυρωδιά της κολόνιας του, που μύριζε πεύκο, την έκανε να θυμηθεί τα δάση και τους κήπους του χωριού της που την άνοιξη γέμιζαν με φωλιές πουλιών. Ξαφνικά την κυρίεψε μια παράξενα γλυκιά νοσταλγία για το σπίτι της. Τη Δευτέρα, σκέφτηκε, όλο το κτίριο θα βουίζει από τα νέα κι όλοι θα με κοιτάζουν και θα ψιθυρίζουν πίσω από την πλάτη μου ότι ο Ρομπ με παράτησε για να παντρευτεί την Τζάνις Ερλ. «Ηρέμησε, Λόρεν», της είπε απαλά ο Σαμ. «Δεν ήρθε το τέλος του κόσμου! Θα τον ξεχάσεις. Να λες στον εαυτό σου πόσο τιποτένιος ήταν και πόσο τυχερή ήσουν που τον ξεφορτώθηκες νωρίς». Η Λόρεν σκούπισε αδέξια τα μάτια της και σηκώνοντας το κεφάλι έμεινε έκπληκτη από το ύφος του Σαμ. Μόλο που η φωνή του αντηχούσε ήρεμη, το πρόσωπό του ήταν χλομό, τα χαρακτηριστικά του τεντωμένα και το βλέμμα του σκοτεινό και μελαγχολικό. Πώς να ένιωθε άραγε για την Τζάνις Ερλ; Δεν πιστεύω, συλλογίστηκε η Λόρεν, να νιώθει τόση συμπόνια για μένα! «Είσαι πολύ καλός», του είπε αργά, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. «Φύγε όμως, σε παρακαλώ. Θέλω να μείνω μόνη». «Είσαι βέβαιη ότι νιώθεις καλά;» τη ρώτησε ο Σαμ χωρίς να την αφήσει από την αγκαλιά του.


Εκείνη χαμογέλασε ειρωνικά. «Φοβάσαι μήπως αυτοκτο-νήσω;» Ο Σαμ την κοίταξε δύσπιστα, βαθιές ρυτίδες αυλάκωσαν το μέτωπό του. «Μην παίρνεις αυτό το ύφος!» του πέταξε η Λόρεν γελώντας σκληρά. «Παρ’ ότι με ταπείνωσε ο Ρομπ, μου έχει μείνει ακόμα αρκετή αξιοπρέπεια. Δε θ’ αυτοκτονήσω για χάρη του Ρομπ Κόρνουελ κι ούτε θα τον σκοτώσω, ακόμα κι αν αυτή τη στιγμή πολύ θα ήθελα να το κάνω. Απλά σκέφτομαι να τηλεφωνήσω σε μια από τις αντίπαλες εφημερίδες και να τους δώσω μια καταπληκτική ιστορία με ήρωα τον Ρομπ! Θα πετάξουν από τη χαρά τους! Γιος μεγαλοεκδότη εγκαταλείπει την άσημη μνηστή του για να παντρευτεί κόρη πολυεκατομμυριούχου! Σάλος στη Φλιτ Στρητ! Θα μπορούσα να γίνω πλούσια!» «Δε θα το κάνεις όμως», είπε ήρεμα ο Σαμ κι εκείνη τον έσπρωξε θυμωμένη, αναγκάζοντάς τον να την ελευθερώσει. «Γιατί όχι;» του πέταξε αγανακτισμένη. «Του αξίζει! Όπως αξίζει στον πατέρα του και σ’ εκείνη την κοπέλα. Ήταν όλοι άσπλαχνοι κι αδίστακτοι μαζί μου! Γιατί να μη φερθώ κι εγώ με τον ίδιο τρόπο;» «Για δύο λόγους», αποκρίθηκε προσεκτικά ο Σαμ. «Πρώτα απ’ όλα, εσύ δεν είσαι σαν εκείνον. Γιατί να πέσεις τόσο χαμηλά; Είναι ανόητο να πουλήσεις την ιστορία της ζωής σου... Ξέρεις πόσο θα σε διασύρουν οι σκανδαλοθηρικές εφημερίδες». «Ξέρω πώς θα νιώσουν ο Τσάρλι Κόρνουελ κι ο λατρευτός του γιος όταν τη διαβάσουν αύριο το πρωί! Θα σκάσουν από το κακό τους!» «Είμαι βέβαιος γι’ αυτό», συμφώνησε ξερά ο Σαμ. «Υπάρχει ακόμα ένας λόγος για τον οποίο δε θα πουλήσεις την ιστορία σου. Ο Τσάρλι Κόρνουελ δε θα διστάσει να σε απολύσει. Για την ακρίβεια, θα του κάνεις χάρη... Πάει γυρεύοντας να βρει ευκαιρία για να σε διώξει». Αυτή η εκδοχή έκανε τη Λόρεν να σφίξει τα δόντια. «Ναι, έχεις δίκιο. Δε θα διστάσει να το κάνει ο μπάσταρδος. Σε τι κόσμο ζουμε; Ο Κόρνουελ κι ο γιος του μου φέρθηκαν άσχημα, αλλά αν ανοίξω το στόμα μου θα μείνω χωρίς δουλειά». Αναστενάζοντας, έσφιξε αγανακτισμένη τις γροθιές της. «Είναι άδικο!» «Ναι», συμφώνησε ο Σαμ. «Είσαι μεγάλη πια, Λόρεν. Έπρεπε να το ξέρεις ότι ο κόσμος είναι άδικος!» Οι άκρες των χειλιών του κύρτωσαν και τα γκρίζα μάτια του φωτίστηκαν. «Δυστυχώς ο πόνος είναι ένα κομμάτι της ζωής μας. Ο μόνος τρόπος για να μην πληγωθείς είναι να μη ζήσεις κι ακόμα να μη γνωρίσεις τον έρωτα». «Σ’ αυτό το θέμα είσαι ειδικός! Δε φαντάζομαι να ερωτεύτηκες ποτέ στη ζωή σου!» μουρμούρισε η Λόρεν και τον άκουσε ν’ ανασαίνει βαριά. «Ευχαριστώ!» της είπε τραχιά. Το πρόσωπό του έδειχνε κουρασμένο και κάτω από τα μάτια του είχαν σχηματιστεί μαύροι κύκλοι. «Έχεις ερωτευτεί;» τον ρώτησε από περιέργεια, ξεχνώντας για μια στιγμή τα δικά της αισθήματα. Δεν είναι ειρωνεία, ανα-ρωτήθηκε, να τον έχει εγκαταλείψει η πρώτη γυναίκα που αγάπησε στη ζωή


του, όπως κι εκείνος είχε χιλιάδες φορές εγκαταλείψει άλλες γυναίκες; «Γιατί θέλεις να μάθεις;» της αντιγύρισε θυμωμένος ο Σαμ. «Θα νιώσεις καλύτερα αν σου πω ότι κι εγώ ερωτεύτηκα κάποτε; Εντάξει, λοιπόν! Ναι, Λόρεν! Ήμουν πολύ ερωτευμένος κάποτε, αλλά η ιστορία εκείνη είχε άδοξο τέλος. Πάει πολύς καιρός που έχω πάψει να πιστεύω στα παραμύθια. Στο κάτω κάτω, είμαι τριάντα πέντε χρόνων». Της έριξε μια ματιά κι ανα-σηκώνοντας τα φρύδια χαμογέλασε ειρωνικά. «Κι εσύ δεν είσαι πια παιδούλα». «Σε τέσσερα χρόνια θα γίνω τριάντα», απάντησε παγερά η Λόρεν. «Νομίζεις λοιπόν ότι δεν το έχω καταλάβει;» «Τα τριάντα είναι μεταίχμιο στη ζωή κάθε ανθρώπου», είπε ο Σαμ κι εκείνη προσπάθησε να καταλάβει τι της θύμιζε εκείνη η φράση. Την επόμενη στιγμή πήρε την απάντηση από τη μνήμη της. Ναι, είχε ακούσει άλλη μια φορά τον Σαμ να το λέει στο πάρτι που είχε δώσει στο διαμέρισμά του για τα γενέθλια των τριάντα ένα χρόνων του. Η Λόρεν ήταν ακόμα μαθητευόμενη και σπούδαζε δημοσιογραφία σ’ ένα κολέγιο. Στα είκοσι δύο της ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του και πετούσε στα σύννεφα. Ωστόσο δεν άργησε να γνωρίσει την Αννέτ και να μάθει για το παρελθόν και τη φήμη του Σαμ με τις γυναίκες. «Θα δεις και θα μάθεις ακόμα πολλά στη ζωή σου», μουρμούρισε ο Σαμ μ’ ένα ανεξιχνίαστο χαμόγελο. Ξαφνικά εκείνη η παγερή έχθρα είχε σβήσει. Δεν είναι, συλλογίστηκε η Λόρεν, που κι οι δυο έχουμε πληγωθεί στον έρωτα. Ένιωθε πολύ κουρασμένη για να βρει την πραγματική αιτία που είχε αλλάξει την ατμόσφαιρα ανάμεσά τους. Τα βλέφαρά της είχαν αρχίσει να βαραίνουν κι έγειρε στον τοίχο, ξέροντας πως τα πόδια της δε θα την κρατούσαν για πολύ όρθια. «Σαμ, δεν μπορώ να μιλήσω άλλο. Θα ήθελα να μείνω μόνη. Δεν πρόκειται να κάνω καμιά βλακεία, απλά θέλω να ξαπλώσω και να προσπαθήσω να κοιμηθώ. Ήσουν πολύ καλός μαζί μου, αλλά πήγαινε τώρα, σε παρακαλώ...» Εκείνος άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει αργά στο πρόσωπό της σαν να προσπαθούσε να διαβάσει τι κρυβόταν πίσω απ' αυτό. «Βγάλε το τηλέφωνο από την πρίζα πριν πας για ύπνο και μην ονειρευτείς τον Ρομπ Κόρνουελ». «Δεν μπορώ να ελέγξω τα όνειρά μου», αποκρίθηκε πικρά η Λόρεν. «Θα σου δώσω εγώ κάτι να ονειρευτείς απόψε», ψιθύρισε εκείνος και την επόμενη στιγμή τα χείλη του σφάλιζαν τα δικά της, ενώ τα χέρια του τυλίγονταν γύρω από το κορμί της τόσο σφιχτά, που ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Η Λόρεν πάλευε να ξεφύγει και άρχισε να τον σπρώχνει μακριά της. Το τελευταίο πράγμα που θέλω στη ζωή μου είναι να μ’ αγγίξει ο Σαμ, σκέφτηκε αγανακτισμένη. Δεν το καταλαβαίνει;


Δοκίμασε να του φωνάξει να την αφήσει ήσυχη, αλλά μάταια. Τα χείλη του πίεζαν τόσο άγρια τα δικά της, που έπνιγαν τα λόγια της. Ο Σαμ πέρασε το ένα χέρι πίσω από το κεφάλι της κρατούντας το σταθερά κι η γλώσσα του χώρισε τα χείλη της βίαια και κατακτητικά. Το κορμί της τεντώθηκε απεγνωσμένα, το μυαλό της σταμάτησε, η ανάσα της έγινε βαριά. Ανίκανη να παλέψει άλλο, αναγκάστηκε να παραδοθεί στο φιλί του. Το κορμί του άγγιζε κάθε εκατοστό του δικού της κι ο παλ-λόμενος ανδρισμός του έστελνε σ’ όλη της την ύπαρξη ένα πρωτόγνωρο ρίγος. Ο κόσμος άρχισε να γυρίζει γύρω της και κλείνοντας τα βλέφαρά της βρέθηκε σε μια άλλη διάσταση. Τα ίδια χέρια που τον έσπρωχναν νωρίτερα τώρα σφίγγονταν απεγνωσμένα στο απαλό ύφασμα του σακακιού του. Γιατί να μην ονειρευτώ κάτι άλλο απόψε; αναρωτήθηκε η Λόρεν μέσα στη ζάλη της. Γιατί να μην ξεχάσω τον πόνο και την ταπείνωση που μου προκάλεσε ο Ρομπ; Με τα μάτια κλεισμένα, άρχισε ν’ ανταποκρίνεται στο φιλί του τυλίγοντας το ένα χέρι της γύρω από το λαιμό του και χαϊδεύοντας με το άλλο τα πυκνά μαύρα του μαλλιά. Κατά τη διάρκεια του σύντομου δεσμού τους η Λόρεν δεν είχε επιδιώξει να πλαγιάσει μαζί του και φυσικά ποτέ δεν είχε μετανιώσει γι’ αυτό. Ωστόσο θυμόταν ακόμα πόσο τον ήθελε κι ο πόθος, που ποτέ δεν είχε σβήσει μέσα της, έκανε το κορμί της να μουδιάσει. Ένα απαλό βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της, σαν γουργού-ρισμα ερωτευμένης γάτας. Από τη στιγμή που η Λόρεν είχε πάψει ν’ αντιστέκεται τα χέρια του Σαμ είχαν χαλαρώσει τώρα ταξίδευαν κατά μήκος της σπονδυλικής της στήλης κι εξερευνούσαν βασανιστικά κάθε καμπύλη του κορμιού της, κάνοντάς τη ν’ αναστενάζει ηδονικά και να σφίγγεται πάνω του αποζητώντας αχόρταγα τα φιλιά του. Ένα άγριο βογκητό ξέφυγε από το στόμα του Σαμ όταν τα χείλη του άγγιξαν την καμπύλη του λαιμού της. Εκείνος άρχισε να της ψιθυρίζει βραχνά, με φωνή που έτρεμε από πόθο: «Σε ποθούσα τόσο καιρό, Λόρεν... Περίμενα χρόνια...» Μέσα στη μαγεία όλης αυτής της στιγμής, αυτά ήταν τα μόνα λόγια που μπόρεσε να συγκρατήσει απ’ όσα της έλεγε. Ξαφνικά όλοι οι συναγερμοί χτύπησαν ταυτόχρονα στο μυαλό της, το κορμί της πάγωσε, τα μάτια της άνοιξαν τρομαγμένα. Τι είπε; Ο ενθουσιασμός της μεμιάς έσβησε. Μέσα στην απελπισία της δεν είχε σκεφτεί τι κρυβόταν πίσω από την καλοσύνη του Σαμ, τώρα όμως, συνειδητοποιώντας την αλήθεια, το πρόσωπό της έγινε κάτασπρο από θυμό. Πώς τυφλώθηκα έτσι; Ο Σαμ δε με συνόδεψε στο διαμέρισμά μου επειδή ανησυχούσε ή για να με παρηγορήσει. Τα κίνητρά του δεν ήταν τόσο ευγενικά. Δεν προσπάθησε να με κάνει να ξεχάσω τον Ρομπ σπρωγμένος από συμπάθεια. Οι κινήσεις του ήταν προσχεδιασμένες. Προσπάθησε να με ρίξει στην παγίδα του, συλλογίστηκε πανικόβλητη. Η Τζάνις του τηλεφώνησε και του ζήτησε να έρθει στο μπαρ για να μου ανακοινώσει τα νέα, αλλά ο Σαμ άρπαξε την ευκαιρία και με τα δυο χέρια αποφασίζοντας να εκμεταλλευτεί την απόγνωσή μου.


Όλα αυτά τα χρόνια, συνέχισε τις σκέψεις της, περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία να μ’ εκδικηθεί επειδή τον είχα εγκαταλείψει χωρίς να γίνω δική του κι απόψε πίστεψε πως θα το πετύχαινε. Η Λόρεν έμεινε ακίνητη σαν άγαλμα καθώς ήταν βυθισμένη στις σκέψεις της. Ο Σαμ ξαφνικά κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Σηκώνοντας το κεφάλι, την κοίταξε προσπαθώντας να μαντέψει τι είχε συμβεί. «Μη μ’ αρνιέσαι, Λόρεν! Μην το κάνεις αυτή τη φορά», της είπε χαϊδεύοντας τρυφερά τα μάγουλα και τα χείλη της κι έπειτα βύθισε το βλέμμα του στο δικό της με μια έκφραση που την έκανε να παγώσει. «Θα τρελαθώ, σε θέλω τόσο πολύ...» «Λυπάμαι», ψέλλισε εκείνη, πιέζοντας τον εαυτό της να τον κοιτάξει σταθερά. «Δεν μπορώ. Φαντάστηκα ότι ήμουν με τον Ρομπ, αλλά μάταια...» Ξαφνικά το πρόσωπο του Σαμ χλόμιασε κι έγινε σαν κέρινη μάσκα. Η λάμψη χάθηκε από το βλέμμα του κι η γραμμή του πιγουνιού του συσπάστηκε από θυμό. «Πριν από μια στιγμή με ήθελες! Νομίζεις ότι δεν το ξέρω; Μην προσπαθείς να το κρύψεις... Με ήθελες όσο κι εγώ...» «Εντάξει, έχεις δίκιο», του αντιγύρισε εκείνη. «Για λίγο... Επειδή φαντάστηκα ότι ήσουν ο Ρομπ!» Ο Σαμ την κοίταξε σαν να τον είχε χαστουκίσει. «Δε σε πιστεύω! Λες ψέματα... Ήθελες εμένα κι όχι εκείνον. Τον είχες ξεχάσει...» Η Λόρεν με δυσκολία συγκροτούσε τα δάκρυά της. Μετά από ένα τόσο φορτισμένο βράδυ λαχταρούσε λίγη γαλήνη. Λαχταρούσε να φύγει ο Σαμ, να πάψει να την κοροϊδεύει. Έκλεισε τα μάτια, άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν στα μάγουλά της, κι όταν η αλμύρα έφτασε στα χείλη της, ξέσπασε σ’ αναφιλητά. «Πώς να ξεχάσω τον Ρομπ; Τον αγαπώ... Αφησέ με ήσυχη, φύγε... άφησέ με...» Ο Σαμ έμεινε ακόμα μια στιγμή κρατώντας τη δυνατά από τους ώμους κι έπειτα την έσπρωξε απότομα από μπροστά του κι έφυγε. Η Λόρεν άκουσε την πόρτα να κλείνει με θόρυβο. Σκούπισε θυμωμένη το πρόσωπό της κι έπειτα ξάπλωσε στο κρεβάτι της, βέβαιη πως δε θα κατάφερνε να κλείσει μάτι. Λαχταρούσε να βρεθεί στο σκοτάδι και την απόλυτη ησυχία. Ήθελε να κρυφτεί μέσα στη νύχτα και να ξεχάσει τις πίκρες της. Αντίθετα απ’ ό,τι περίμενε, αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως κι ο ύπνος της ήταν βαθύς, γεμάτος εφιαλτικά όνειρα που έκαναν το κορμί της να ιδρώνει και να στριφογυρίζει αδιάκοπα. Παράξενα πρόσωπα την ειρωνεύονταν και γελούσαν μαζί της. Ένας άντρας ερχόταν από μακριά, αλλά ξαφνικά χανόταν, εκείνη έτρεχε σαν τρελή να τον προφτάσει και κάθε φορά τον έχανε. «Ρομπ, Ρομπ», του φώναζε τρέχοντας όλο και πιο γρήγορα, διασχίζοντας στενούς διαδρόμους που φωτίζονταν από χλομά πράσινα φώτα σαν να περιπλανιόταν σε λαβύρινθο. Κάποια στιγμή τον είδε να περπατά μπροστά της. Ξαφνικά γύρισε προς το μέρος της ανοίγοντας τα χέρια κι εκείνη ρίχτηκε κλαίγοντας στην αγκαλιά του. Εκείνος ο άντρας όμως δεν ήταν ο Ρομπ. Ήταν ο Σαμ Χάρντι και το πρόσωπό του άστραφτε τόσο


απειλητικά, που την έκανε να ουρλιάξει από φόβο. Έπειτα εκείνος τη φίλησε κι ο φόβος της μετατράπηκε σε φλογερό πάθος που έκανε το κορμί της να καίει. Ξύπνησε τα χαράματα κι ένα βογκητό ντροπής ξέφυγε από τα χείλη της όταν θυμήθηκε εκείνο το όνειρο. Πήγε στην κουζίνα, ετοίμασε ένα φλιτζάνι καφέ κι έπειτα ξαναγύρισε στο κρεβάτι της. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να συνέλθει. Η είδηση των αρραβώνων του Ρομπ την είχε χτυπήσει σαν κεραυνός και δεν είχε προλάβει να ξεκαθαρίσει τα βαθύτερα αισθήματά της. Στο βάθος του μυαλού της ήξερε ότι ποτέ δεν ένιωθε ασφαλής με τον Ρομπ. Στο κάτω κάτω, εκείνος προερχόταν από ολότελα διαφορετικό περιβάλλον. Ήταν σαν να είχε συναντήσει τον πρίγκιπα του παραμυθιού κι η Λόρεν ήξερε πως οι παραμυθένιες ιστορίες δεν είχαν γραφτεί για συνηθισμένα κορίτσια σαν εκείνη. Άλλωστε η αντίθεση του πατέρα Κόρνουελ ήταν η πιο περίτρανη απόδειξη για τους φόβους της. Από την άλλη μεριά είχε πληγωθεί μαθαίνοντας ότι ο Ρομπ την είχε εγκαταλείψει τόσο άνανδρα εξαιτίας κάποιας άλλης και το επεισόδιο που ακολούθησε με τον Σαμ είχε χειροτερέψει τα πράγματα. Τόσα χρόνια πίστευε ότι αντιπαθούσε τον Σαμ, αλλά εκείνο το πρωί συνειδητοποίησε ότι είχε ξεπεράσει τα όρια της αντιπάθειας. Τον μισούσε και τον περιφρονούσε. Είχε προσπαθήσει να κάνει έρωτα μαζί της εκμεταλλευόμενος τη συναισθηματική της κατάσταση! Μόνο ο Σαμ Χάρντι θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο, σκέφτηκε και τα πράσινα μάτια της άστραψαν από μίσος. Είναι ικανός να κάνει τα πάντα για να πετύχει το σκοπό του. Όλον αυτό τον καιρό έψαχνε την κατάλληλη ευκαιρία για να προσθέσει άλλη μια κατάκτηση στο ενεργητικό του! Καλύτερα να το ξεχνούσε. Στο εξής θα τον αποφεύγω όπως ο διάβολος το λιβάνι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Αργότερα το ίδιο πρωί ο ταχυδρόμος έφερε το γράμμα του Ρομπ. Η Λόρεν το διάβασε ψυχρά, ακούγοντας σε κάθε λέξη τη φωνή του -γοητευτική, ήρεμη, γεμάτη αυτολύπηση. Της είχε γράψει βιαστικά, γι’ αυτό τα γράμματά του μερικές φορές γίνονταν δυσανάγνωστα. Της έλεγε ότι ήταν αναγκασμένος να διακόψει το δεσμό τους. Λυπόταν, ένιωθε άσχημα, καταλάβαινε πόσο την πλήγωνε... Με κάθε πρόταση όμως φαινόταν πιο καθαρά πως τον απασχολούσαν περισσότερο τα δικά του αισθήματα παρά τα δικά της. Έλεγε πως μάταια είχε παλέψει να αποφύγει την Τζάνις, αλλά περνούσαν καθημερινά πολλές ώρες μαζί και στο τέλος ένιωθε άσχημα απέναντι στην οικογένειά της, που του είχε δείξει τόση εμπιστοσύνη. Λες κι ήταν λάθος της Τζάνις, λες κι εκείνη έκανε το πρώτο βήμα, σκέφτηκε η Λόρεν. Έγραφε ακόμα ότι ο πατέρας του τον πίεζε να παντρευτεί την Τζάνις με την ίδια επιμονή που αρνιόταν ν’ ακούσει για τη Λόρεν... Ωστόσο, συνέχιζε, ο μπαμπάς λέει πως είσαι αξιολάτρευτη, αλλά δεν είναι απόλυτα βέβαιος ότι ταιριάζουμε και αμφιβάλλει αν η αγάπη μας ήταν αληθινή. Ίσως τώρα να αμφιβάλλεις κι εσύ. Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με, έγραφε στο τέλος. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.


Σιγά σιγά μια καινούρια εικόνα του Ρομπ γεννήθηκε στο μυα-λο της Λόρεν. Ήταν ένας κακομαθημένος εγωιστής που προ-σπαθούσε να φορτώσει τα δικά του λάθη στους άλλους. Ευτυχώς, συλλογίστηκε η Λόρεν, ο Σαμ φρόντισε να με προετοιμάσει λέγοντάς μου την αλήθεια, πριν μάθω την εκδοχή του Ρομπ για τα γεγονότα. Ωστόσο ολόκληρο εκείνο το Σαββατοκύριακο ένιωθε την καρδιά της να ραγίζει από κατάθλιψη και πόνο. Ο συναισθηματικός της κόσμος στροβιλιζόταν ασταμάτητα σαν ανεμοδείκτης. Τη μια στιγμή ήθελε να κλάψει και την επόμενη αγανακτούσε με την επιπολαιότητά της να πιστέψει τις υποσχέσεις του Ρομπ Κόρνουελ. Για ένα πράγμα τουλάχιστον είχε δίκιο, παραδέχτηκε η Λό-ρεν. Έπρεπε να ξέρω από την αρχή ότι αυτός ο δεσμός δε θα μας οδηγούσε πουθενά. Όλα ήταν εναντίον μας, απλά δεν ταιριάζαμε. Πόσο ανόητη ήμουν, σκέφτηκε, να ερωτευτώ έναν άντρα που δεν υπήρχε στην πραγματικότητα! Ήμουν ερωτευμένη με τη γοητεία του, τη ζωντάνια και τη ζεστασιά του. Ήμουν ερωτευμένη με την ομορφιά του, το χαμόγελό του, τη λάμψη των ματιών του και νόμιζα πως τον γνώριζα καλά. Πόσο λάθος έκανα! Πίσω απ’ όλα αυτά δεν υπήρχε ο άντρας που αγαπούσα. Κι όμως η Λόρεν δεν μπορούσε να ρίξει όλες τις ευθύνες στον Ρομπ. Τον είχε ποθήσει από την πρώτη στιγμή, δεν την είχαν απασχολήσει στο ελάχιστο η καταγωγή και τα χρήματά του, και μάλιστα είχε πιστέψει πως αυτό ήταν το σπουδαιότερο. Είχε πε-σει έξω. Το πάθος δεν έχει βάθος και διάρκεια, δεν είναι αγάπή. Ο Ρομπ ποτέ δε θα θυσίαζε τα πλούτη και τη δύναμη που του πρόσφερε το οικογενειακό του περιβάλλον. Του άρεσε ο ρόλος του Κόρνουελ, ήθελε να είναι σπουδαίος και να εμφάνιζετε δημόσια με σωματοφύλακες. Δεν ήταν γεννημένος για να ακολουθήσει την τύχη των απλών ανθρώπων. Δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα να την παντρευτεί. Αργά ή γρήγορα, αν η Τζάνις δεν είχε εμφανιστεί, θα έβρισκε μια άλλη κοπέλα. Τόσο ο πατέρας του όσο κι ο ίδιος ήξεραν πως δεν ήταν η κατάλληλη σύζυγος. Γιατί λοιπόν μου έκανε πρόταση γάμου; αναρωτήθηκε. Από αντίδραση για να τρομάξει τον πατέρα του; Το έκανε πάνω στον ενθουσιασμό της στιγμής; Ή είχε κι εκείνος πέσει θύμα του ίδιου τυφλού πάθους; Στο τέλος δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Εκείνο το Σαββατοκύριακο έμεινε κλεισμένη στο διαμέρισμά της. Στριφογύριζε από το ένα δωμάτιο στο άλλο άσκοπα. Δεν είχε όρεξη ούτε για φαγητό. Όλη την ώρα σκεφτόταν πώς θ' άντεχε τα βλέμματα των συναδέλφων της τη Δευτέρα. Η σκέψη ότι όλοι θα γελού-σαν πίσω από την πλάτη της ή, ακόμα χειρότερα, θα ένιωθαν οίκτο γι’ αυτή την έκανε να νιώθει ντροπή και ταπείνωση. To πρωί της Δευτέρας, λίγο πριν ξεκινήσει για το γραφείο, έλαβε άλλο ένα γράμμα με ολότελα διαφορετικό περιεχόμενο. Ήταν δακτυλογραφημένο, τυπικό κι ευγενικό. Αυτή τη φορά αποστολέας του ήταν ο Τσάρλι Κόρνουελ. Ο πατέρας Κόρνουελ δεν ανέφερε καθόλου το όνομα του Ρομπ ή τους αρραβώνες του κι ούτε


εξέφραζε τη λύπη και τη συμπάθειά του. Ήταν μια καθαρά επαγγελματική επιστολή, με την οποία ανακοίνωνε στη Λόρεν την πρόσληψή της στην Γκα-ζέτ κι ακόμα την πληροφορούσε ότι μπορούσε να αρχίσει την καινούρια της δουλειά από τον επόμενο μήνα. Της εξέθετε τους όρους της συνεργασίας και τη συμβούλευε να επικοινωνήσει με τον προσωπάρχη της εφημερίδας αν είχε κάποιες απορίες. Το συμβόλαιό της θα έφτανε με το ταχυδρομείο και στο μεταξύ ήταν ελεύθερη όλον το μήνα. Δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσει στο Ούλτρα, παρά μόνο αν το ήθελε η ίδια. Η Λόρεν κοίταζε το γράμμα με τα μάτια πλημμυρισμένα από δάκρυα χαράς. Ο Τσάρλι Κόρνουελ δε θα έμπαινε ποτέ στον κόπο να της εκφράσει τη συμπάθειά του, γιατί έτσι κι αλλιώς δε θα δεχόταν να την παντρευτεί ο γιος του. Από την άλλη μεριά όμοος είχε φροντίσει να της προσφέρει κάτι πολύ καλύτερο και που η Λόρεν ονειρευόταν τόσο καιρό: μια θέση σε εφημερίδα. Δεν την ενδιέφεραν τα κίνητρά του και δεν είχε σκοπό να αρνηθεί την προσφορά του. Στο κάτω κάτω, συλλογίστηκε, δεν είμαι αναγκασμένη να αντιμετωπίσω τα κουτσομπολιά στο γραφείο! Η ξαφνική γενναιοδωρία του Τσάρλι Κόρνουελ την άφηνε κατάπληκτη. Φέρθηκε σαν νικητής, σκέφτηκε η Λόρεν. Έχοντας πια κερδίσει το παιχνίδι, ήταν έτοιμος να δείξει την απλοχεριά του. Κι όμως η συμπεριφορά του δεν έπαυε να είναι συγκινητική και αξιέπαινη. Έτρεξε να τηλεφωνήσει στην Αννι, που βρισκόταν ήδη στο γραφείο της και φυσικά τα ήξερε όλα. «Έμαθα ότι ο αρραβώνας σου διαλύθηκε! Λυπάμαι πολύ, Λόρεν», της είπε κακόκεφα κι η Λόρεν κατάλαβε από τον τόνο της φωνής της ότι μιλούσε ειλικρινά. Πάντοτε ήταν κακόκεφη η Αννι κι έδειχνε θυμωμένη όταν κάτι την ενοχλούσε. Κατά βάθος ήταν περισσότερο ευαίσθητη απ’ όσο νόμιζαν οι άλλοι, αλλά δεν τα κατάφερνε στο ρόλο του παρηγορητή. Ωστόσο εξοργιζόταν όταν δεν μπορούσε να βοηθήσει τους άλλους. «Ευχαριστώ», αποκρίθηκε η Λόρεν σφίγγοντας τα δόντια. «Νομίζω πως θα επιβιώσω». «Είμαι βέβαιη γι’ αυτό!» την ενθάρρυνε η Άννι, νιοιθοντας ανακούφιση που η Λόρεν δεν είχε σκοπό να της χαλάσει τη μέρα αρχίζοντας τα κλαψουρίσματα. «Ήταν συμπαθητικός, αλλά πρέπει να παραδεχτούμε πως δεν είχε και πολύ μυαλό! Σύντομα θα έπληττες μαζί του, Λόρεν!» της εξομολογήθηκε χαμηλόφωνα. «Κάθε έξυπνη γυναίκα θα κουραζόταν! Πολύ περισσότερο εσύ. Είσαι φοβερά έξυπνη για τον Ρομπ Κόρνουελ». «Ευχαριστώ για τα καλά λόγια», είπε δειλά η Λόρεν, ξαφνιασμένη από το κομπλιμέντο της Αννι. «Σου μίλησε ο Τσάρλι Κόρνουελ;» «Ναι, μου είπε ότι φεύγεις από το Ούλτρα κι είμαι έξαλλη μαζί του!» απάντησε η Άννι, ξεχνώντας ότι πριν από λίγο καιρό έτρεμε στην ιδέα πως ο Τσάρλι Κόρνουελ θα της έπαιρνε το περιοδικό για να το δώσει στη Λόρεν. «Είσαι βέβαιη ότι θέλεις να πας στην Γκαζέτ; Πρόκειται να ξεκινήσω ένα καινούριο περιοδικό και σκόπευα να σε πάρω μαζί μου. Είσαι πολύ καλή στη δουλειά σου, Λόρεν, και θα μπορούσα να σου προσφέρω μια θέση με πολύ καλές προοπτικές». «Αποφάσισες τελικά να εγκαταλείψεις το Ούλτρα;» Η Λόρεν ήξερε πως η Άννι δεν έτρεφε αυταπάτες. Στο τέλος θα δεχόταν την πρόταση του Τσάρλι Κόρνουελ, όπως άλλωστε είχε κάνει κι η ίδια. Είναι ένας τετραπέρατος επιχειρηματίας που έχει την ικανότητα να πετυχαίνει το σκοπό του


χρυσώνοντας την κατάλληλη στιγμή στους άλλους το χάπι, σκέφτηκε η Λόρεν, μόλο που κατά βάθος τον αντιπαθούσε. Πάντως ήξερε καλά τη δουλειά του. Κι επίσης ήξερε καλά την Αννι. Τι της πρόσφερε σε αντάλλαγμα, αναρωτήθηκε η Λόρεν, για να εγκαταλείψει το Ούλτρα; «Έχω μερικές καταπληκτικές ιδέες», της είπε η Άννι. «Είναι ακόμα νωρίς να μιλήσουμε, αλλά σε μερικούς μήνες θα είμαι σε θέση να σου κάνω μια ολοκληρωμένη πρόταση, Λόρεν. Μείνε μαζί μου και πες στον Τσάρλι να κρατήσει για τον εαυτό του τη θέση στην Γκαζέτ». «Σ’ ευχαριστώ για την πρόταση, αλλά προτιμώ να δουλέψω σε εφημερίδα. Λυπάμαι, Άννι...» «Εντάξει, κάνε ό,τι νομίζεις», της πέταξε ανυπόμονα εκείνη. «Πάντως, αν αλλάξεις γνώμη, μη διστάσεις να μου τηλεφωνήσεις». Έκανε μια μικρή παύση και αναστέναξε βαθιά. «Θα μου λείψεις. Ένας Θεός ξέρει αν θα μπορέσω να σε αντικαταστήσω. Ο Τσάρλι μου είπε ότι είσαι ελεύθερη από σήμερα, αλλά φαντάζομαι ότι θα προτιμούσες να έρθεις για δουλειά...» «Λυπάμαι, Αννι. Θα προτιμούσα να μην έρθω», απάντησε ευγενικά η Λόρεν. Ωστόσο η Αννι δεν προσπάθησε να την πιέσει. Καταλάβαινε ότι κάθε γυναίκα στη θέση της Λόρεν θα ένιωθε άσχημα. «Όπως θέλεις», υποχώρησε αναστενάζοντας. «Θα μπορέσεις να περάσεις κάποια στιγμή να τακτοποιήσεις το γραφείο σου και να πάρεις τα πράγματά σου; Μην ξεχάσεις να περάσεις να με δεις. Καλή τύχη, Λόρεν». Μια ώρα αργότερα η Λόρεν βρισκόταν στο ταξιδιωτικό γραφείο της περιοχής της και αγόραζε ένα εισιτήριο για μια κρουαζιέρα στις Μπαχάμες. Θα περνούσαν κι από το Μαϊάμι της Φλόριντα. Παρ’ ότι ένα τόσο μακρινό ταξίδι θα εξανέμιζε σχεδόν όλες τις οικονομίες της, η Λόρεν ήταν αποφασισμένη να το κάνει. Το μόνο που ήθελε εκείνη τη στιγμή ήταν να βρεθεί όσο πιο μακριά μπορούσε από το Λονδίνο. Στο κάτω κάτω, ποτέ δεν είχε πάει στις Μπαχάμες ή στη Φλόριντα και ανυπομονούσε να γνωρίσει την Καράίβική. Διαλέγοντας σκόπιμα την ώρα που οι περισσότεροι συνάδελφοί της έβγαιναν για φαγητό, γλίστρησε αθόρυβα στα γραφεία του περιοδικού, αποφεύγοντας να μιλήσει με όσους δε γνώριζε καλά. Κάνα δυο τη χαιρέτησαν μ’ ένα νεύμα από μακριά και της έριξαν περίεργες ματιές, αλλά δε συνέβη τίποτ’ άλλο. Ακόμα κι η Αννι έλειπε εκείνη την ώρα. Έτρωγε σε κάποιο αριστοκρατικό εστιατόριο, παίρνοντας ταυτόχρονα συνέντευξη από ένα διάσημο και πολύ σέξι κινηματογραφικό αστέρα. Η Αννι κρατούσε πάντα τα καλύτερα για τον εαυτό της. Η Λόρεν άφησε ένα σημείωμα πάνω στο γραφείο της κι έφυγε βιαστικά. Ένιωθε παράξενα που εγκατέλειπε έτσι βιαστικά το Ουλτρα. Δεν ήθελε να πάει στην Γκαζέτ χωρίς να πει λέξη σε κανένα. Γιατί νιώθεις ενοχές; ρώτησε το είδωλό της στον καθρέφτη μόλις μπήκε στο αυτοκίνητό της. Δε φταις εσύ αν σ’ εγκατέλει-ψε ο Ρομπ! Έβαλε απότομα μπρος, θυμωμένη με τον εαυτό της. Σχεδόν ταυτόχρονα κάποιος χτύπησε δυνατά το παράθυρό της, κάνοντάς τη ν’ αναπηδήσει τρομαγμένη. Γυρνώντας απότομα το κεφάλι, αντίκρισε τον Σαμ Χάρντι. Φορούσε ένα ξεθωριασμένο


αλλά πεντακάθαρο τζιν κι ένα βαθυγάλαζο λεπτό πουλόβερ. Η απαλή σκιά στη γραμμή του πιγουνιού του μαρτυρούσε ότι δεν είχε ξυριστεί εκείνη την ημέρα. Ήταν εκνευριστι-κά αρρενωπός, κομψός και σέξι. Για μια στιγμή μπήκε στον πειρασμό να τον αγνοήσει και να φύγει απότομα, αλλά μετά το μετάνιωσε. Προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή της, κατέβασε το παράθυρο, αφήνοντας σκόπιμα αναμμένη τη μηχανή για να του δώσει την εντύπωση ότι ήταν βιαστική και δεν είχε καιρό για χάσιμο. «Τι θέλεις; Βιάζομαι», του είπε παγερά, αποφασισμένη να κρατήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό της. Στο εξής θα έκανε τα πάντα για ν’ αποφύγει τον Σαμ Χάρντι. «Μόλις έμαθα για την καινούρια δουλειά σου», της είπε ο Σαμ περιφρονητικά. «Ήταν προσφορά του Τσάρλι ή τον ανάγκασες να εξαγοράσει τη σιωπή σου;» «Δεν κάνω εκβιασμούς!» του πέταξε έξαλλη η Λόρεν. «Αλήθεια; Αλλα έλεγες την Παρασκευή!» Τα γκρίζα μάτια του ήταν παγερά σαν ατσάλι. Η Λόρεν ένιωσε ένα ρίγος να διατρέχει τη σπονδυλική της στήλη. Μόλο που δεν ήταν εύκολο να αντιμετωπίσει έναν άνθρωπο σαν τον Σαμ Χάρντι, δε θα του επέτρεπε να την ταπεινώσει κατηγορώντας την ότι εκβίασε τους Κόρνουελ. «Δεν ξέρεις τι λες!» του πέταξε άγρια, αλλά εκείνος, ατάραχος, χαμογέλασε ειρωνικά. «Είχες πει ότι θα πουλούσες την ιστορία σου στις αντίπαλες εφημερίδες. Τα κατάφερες τελικά; Εκβίασες τον Τσάρλι ότι θα έβγαζες τα μυσπκά της οικογένειάς του στη φόρα αν δε σου έδινε τη θέση που ήθελες;» «Όχι!» διαμαρτυρήθηκε η Λόρεν τρέμοντας από θυμό. «Όχι;» επανέλαβε ο Σαμ ανασηκοη-οντας ειρωνικά ία φρύδια του. «Δεν περίμενα να το ομολογήσεις». Η Λόρεν άνοιξε απότομα την πόρτα του αυτοκινήτου της-λίγο μάλιστα έλειψε να τον χτυπήσει- και βγήκε έξω παίρνοντας και την τσάντα της. Με χέρια που έτρεμαν την άνοιξε νευρικά κι έβγαλε την επιστολή που είχε λάβει από τον Τσάρλι Κόρνου-ελ. «Έφτασε σήμερα. Ορίστε, δες τη σφραγίδα του ταχυδρομείου!» του είπε μέσα από τα δόντια της. Ο Σαμ, παίρνοντάς την, έριξε μια ματιά στο φάκελο κι έπειτα άρχισε να διαβάζει το περιεχόμενο της επιστολής. «Όπως βλέπεις, ταχυδρομήθηκε την Πέμπτη. Ακόμα δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το φιάσκο που μου ετοίμαζε ο Ρομπ», είπε σκληρά η Λόρεν. «Απλά μεσολάβησε ένα Σαββατοκύριακο μέχρι να φτάσει στα χέρια μου!» Αρπαξε το γράμμα από τα χέρια του Σαμ, μπήκε στο αυτοκίνητό της και χτυπώντας δυνατά την πόρτα ξεκίνησε απότομα, χωρίς να πει άλλη λέξη. Ο Σαμ έμεινε σαν άγαλμα μέχρι που η Λόρεν χάθηκε στο βάθος του δρόμου. Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στον καθρέφτη της, είδε ότι το πρόσωπό του είχε σκυθρωπιάσει. Επειδή την επομένη θα έπαιρνε το αεροπλάνο για τη Φλό-ριντα, αποφάσισε να κάνει μερικά ψώνια πριν γυρίσει σπίτι. Πάνω απ’ όλα χρειάζομαι καινούριο μαγιό, συλλογίστηκε. Τελικά αγόρασε ένα


τολμηρό, μικροσκοπικό, μαυρόασπρο μπικίνι, λευκές εσπαντρίγιες, ένα πράσινο στράπλες φόρεμα για την πλαζ κι ένα πολύ κομψό φόρεμα για τις βραδιές που θα είχαν χορό στο κρουαζιερόπλοιο. Έπειτα τηλεφώνησε στην τράπεζα για να μάθει αν είχαν ετοιμάσει το συνάλλαγμα που είχε ζητήσει. Ωστόσο η συνάντησή της με τον Σαμ Χάρντι την είχε κάνει πάλι μελαγχολική. Κάθε φορά που θυμόταν το γεμάτο περιφρόνηση ύφος του τη στιγμή που την κατηγορούσε πως είχε εκβιάσει τον πατέρα του Ρομπ ένιωθε μίσος. Όταν γύρισε στο διαμέρισμά της ήπιε ένα ζεστό τσάι συνο-δεύοντάς το με μια φρυγανιά, έριξε μια ματιά στο διαβατήριό της και άρχισε να ετοιμάζει τη βαλίτσα της. Είχε σχεδόν τελειώσει όταν χτύπησε το τηλέφωνο. «Παρακαλώ;» είπε κουρασμένα. «Συγχώρεσέ με, Λόρεν», ακούστηκε η βαθιά φωνή του Σαμ. Εκείνη κατέβασε αγανακτισμένη το ακουστικό, αλλά πριν κάνει δυο βήματα άκουσε το τηλέφωνο να κουδουνίζει ξανά. Το έβγαλε από την πρίζα και βγήκε από το δωμάτιο. Μετά από λίγο ξαναγύρισε και το συνέδεσε με τον αυτόματο τηλεφωνητή. Για δεκαπέντε μέρες, σκέφτηκε η Λόρεν, του επιτρέπω να μιλάει με τον τηλεφωνητή μου. Είχε γράψει στους γονείς της σχετικά με τη διάλυση του αρραβώνα της και τους ανέφερε το ταξίδι της, αλλά το γράμμα θα έφτανε την επομένη και δεν περίμενε άλλα τηλεφωνήματα. Έβαλε το ξυπνητήρι στις έξι κι έπεσε νωρίς για ύπνο. Μια ώρα αργότερα κάποιος χτυπούσε δυνατά την πόρτα της. Περπατώντας στις μύτες των ποδιών της μέχρι την είσοδο, κοίταξε προσεκτικά από το ματάκι. Ήταν ο Σαμ Χάρντι, επίσημος, σοβαρός κι ολότελα διαφορετικός από κάθε άποψη. Φορούσε ένα σκούρο μάλλινο κοστούμι, λευκό πουκάμισο, βαθυγάλαζη γραβάτα και κρατούσε μια ανθοδέσμη από λευκά τριαντάφυλλα. Η Λόρεν έμεινε για μερικές στιγμές παρατηρώντας τη λεπτή, κομψή σιλουέτα του, ξέροντας ότι εκείνος δεν μπορούσε να τη δει από την άλλη πλευρά της πόρτας. Ωστόσο εκείνος κοίταζε επίμονα το ματάκι, λες κι ήξερε ότι η Λόρεν στεκόταν από πίσω. Έπειτα το δάχτυλό του πίεσε το κουδούνι. Η Λόρεν αποφάσισε να γυρίσει όσο πιο αθόρυβα μπορούσε στο υπνοδωμάτιό της και να τον αγνοήσει. Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι έβαλε ένα μαξιλάρι πάνω στο κεφάλι της για να μην ακούει το κουδούνι. Γιατί ήρθε; Για να ζητήσει συγνώμη; Λες να φανταζόταν πως θα μ’ έβρισκε σε χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι το βράδυ της Παρασκευής και πως τελικά θα κατάφερνε να με ρίξει στην αγκαλιά του; Είχε φτάσει στο σημείο να πιστεύει τα πάντα για τον Σαμ. Είχε αποφασίσει εκείνη την κρουαζιέρα για πολλούς λόγους. Πρώτα απ’ όλα θα έφευγε μακριά από το Λονδίνο, αποφεύγο-ντας τις ερωτήσεις και τα σχόλια. Έπειτα, όπως όλοι, είχε ανάγκη να κάνει διακοπές, να απολαύσει τη λιακάδα, να γνωρίσει καινούρια μέρη και να ξεφύγει από την καθημερινότητα. Φυσικά δε σκόπευε να γνωρίσει άλλους άντρες! Ο μισός πληθυσμός της γης είναι άντρες, συλλογίστηκε, κι είναι κρίμα που πρέπει να τους αποφύγω. Όμως ποτέ δεν πρόκειται να εμπιστευτώ ξανά έναν άντρα, ποτέ δε θα τον αφήσω να


παίξει σημαντικό ρόλο στη ζωή μου! Μπορώ να βγαίνω μ’ όποιον μου αρέσει, αλλά δε θα ερωτευτώ ξανά. Κανείς δε θα με πληγώσει! Εγκατέλειψα τον Σαμ Χάρντι, είπε στον εαυτό της, μόνο και μόνο για να μην πληγωθώ, κι έπειτα ερωτεύτηκα τυφλά τον Ρομπ και τον εμπιστεύτηκα νομίζοντας πως ήταν διαφορετικός. Πόσο έξω έπεσα! Θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να ξεχάσω το άσχημο παιχνίδι του και τις προσπάθειες του Σαμ Χάρντι να με ρίξει στο κρεβάτι του. Στο μέλλον, κατέληξε με πείσμα η Λό-ρεν, θα πληρώνω τους άντρες με το ίδιο νόμισμα που πλήρωσαν εκείνοι εμένα! * * * Τελικά η κρουαζιέρα ήταν όπως την είχε ονειρευτεί. Μόλο που η καμπίνα της ήταν μικροσκοπική, ήταν ήσυχη και πολύ βολική. Άλλωστε τις περισσότερες ώρες τριγυρνούσε στο κατάστρωμα και στους διάφορους χώρους του κρουαζιερόπλοιου που δεν είχαν σε τίποτα να ζηλέψουν τα υπερπολυτελή ξενοδοχεία. Τις πρώτες μέρες επισκέφτηκε το κομμιοτήριο, το βίντεο κλαμπ, έκανε μασάζ, πήγε στον κινηματογράφο, στο γυμναστήριο, δοκίμασε τη σάουνα και το τζακούζι, κολύμπησε στην πισίνα, κι όταν είχε διάθεση για κάτι πιο σοβαρό, πήγαινε στη βιβλιοθήκη και στην αίθουσα με τους υπολογιστές. Από την ανατολή του ήλιου μέχρι τα μεσάνυχτα, δεν ένιωθε ούτε μια στιγμή πλήξης. Το πλοίο ήταν γεμάτο επιβάτες κι οι θέσεις άλλαζαν σε κάθε γεύμα, δίνοντας την ευκαιρία σε όλους να γνωριστούν καλύτερα. Κάθε μέρα έπρεπε να θυμάται καινούρια πρόσωπα κι ονόματα, γελούσε με καινούρια αστεία και άκουγε καινούριες ιστορίες. Η Λόρεν δεν έκανε ποτέ ηλιοθεραπεία χωρίς αντιηλιακό και τις ζεστές ώρες της ημέρας προτιμούσε να κάθεται κάτω από μια μεγάλη τέντα. Στο τέλος της πρώτης βδομάδας είχε αποκτήσει ένα απαλό χρυσαφένιο μαύρισμα που πήγαινε πολύ με τα κατάξανθα μαλλιά της. Όταν περπατούσε στο κατάστρωμα. ειδικά μάλιστα όταν φορούσε το μικροσκοπικό μπικίνι της όλα τα βλέμματα των αντρών καρφώνονταν πάνω της. Εκείνη όμως αδιαφορούσε. Τις περισσότερες φορές διάβαζε κάποιο Άρλεκιν κάνοντας ηλιοθεραπεία και άκουγε μουσική στο γουόκμαν της χωρίς να κοιτάζει γύρω. Υπήρχαν όμως και φορές που δεν απέφευγε τη συντροφιά των αρσενικών. Μιλούσε μαζί τους στο εστιατόριο, στη σάλα του χορού μετά το δείπνο κι όταν έπαιζαν τένις στο κατάστρωμα. Μερικά βράδια μάλιστα χόρευε κι ακόμα φλέρταρε διακριτικά μαζί τους, αλλά φρόντιζε να τους κρατά σε απόσταση. Ποτέ δεν έβγαινε για δεύτερη φορά στη σειρά με τον ίδιο συνοδό κι ούτε έδινε ελπίδες σε κανέναν. «Είσαι ψυχρή;» τη ρώτησε προσβλητικά ένας νεαρός σμίγοντας τα φρύδια όταν εκείνη τράβηξε απότομα από πάνω της το χέρι του. «Απόλυτα», τον διαβεβαίωσε ψυχρά η Λόρεν. Εκείνος έμεινε εμβρόντητος κι η Λόρεν τον άφησε και συνέχισε τον περίπατό της στο κατάστρωμα. Ωστόσο ο νεαρός την περίμενε, κι όταν την είδε ξανά, της χαμογέλασε χαρούμενα. «Τι θα έλεγες για μια παρτίδα μπόουλινγκ;» τη ρώτησε κι η Λόρεν δέχτηκε ευγενικά.


Άλλοτε όμως ένιωθε την κατάθλιψη να τυλίγεται γύρω της βαριά σαν ομίχλη και τότε έτρεχε στην καμπίνα της, κλείδωνε την πόρτα και ξάπλωνε στο κρεβάτι αφήνοντας το απαλό λίκνισμα του πλοίου να τη νανουρίσει. Όταν άρχισαν να πλέουν ανάμεσα στα αμέτρητα νησιά της καταγάλανης Καραϊβικής, ο ενθουσιασμός της ήταν απερίγραπτος. Κάθε μέρα έφταναν σε καινούριο λιμάνι, κατέβαιναν από το κρουαζιερόπλοιο και περπατούσαν στα στενά της πόλης ή έκαναν το γύρο του νησιού με κλιματιζόμενο πούλμαν. Σ’ ένα από κείνα τα μικρά ταξίδια η Λόρεν έπεσε πάνω σε κάποια γνωστή της. Αποφεύγοντας να πάει με τους υπόλοιπους για ψώνια στα τοπικά τουριστικά καταστήματα, είχε σταθεί να κοιτάξει τα πανέμορφα λουλούδια που είχαν τραβήξει την προσοχή της σ’ ένα μικρομάγαζο του λιμανιού. 'Ενα μελαχρινό κορίτσι με σκούρα γυαλιά ηλίου, σορτς και μικροσκοπικό τοπ αγόραζε ολόκληρες αγκαλιές από κατακόκκινα, πορτοκαλιά και χρυσαφένια λουλούδια. Η Λόρεν της χαμογέλασε με συμπάθεια. Λαχταρούσε κι εκείνη ν’ αγοράσει ένα μάτσο, αλλά τι θα τα έκανε στο πλοίο; Ξαφνικά η κοπέλα εκείνη της θύμισε κάτι και γύρισε να την ξανακοιτάξει. «Κύριε των Δυνάμεων! Μελ Λορέντζι!» φώναξε αυθόρμητα κι εκείνη την κοίταξε τρομοκρατημένη κι έπειτα έριξε γύρω μια ματιά κάνοντάς της νόημα να σωπάσει. «Μη φοβάσαι, κανείς δε μ’ άκουσε», την καθησύχασε η Λόρεν. «Δε με θυμάσαι; Είμαι η Λόρεν Μπελ, του ΟύλτραΙ» Μία από τις διασημότερες τραγουδίστριες της ποπ, όπως η Μέλανι Λορέντζι, ήταν αδύνατον να περάσει απαρατήρητη, αλλά εκείνη είχε φορέσει τα μαύρα της γυαλιά ελπίζοντας ότι σ’ αυτή την άκρη του κόσμου κανείς δε θα την αναγνώριζε. Για την ακρίβεια, δεν ήταν όμορφη, μόλο που ήταν λεπτή και είχε μακριές γάμπες. Όταν κατέβαινε από τη σκηνή η γοητεία της έσβηνε, αλλά όταν την έβλεπες να τραγουδάει μπροστά στο νεαρό-κοσμο που χειροκροτούσε ασταμάτητα καταλάβαινες ποια ήταν η αιτία της επιτυχίας της. Η Μελ Λορέντζι είχε γνήσιο ταλέντο. Κοιτάζοντας σαστισμένη τη Λόρεν πίσω από τα μαύρα γυαλιά της, έμεινε για λίγο σκεφτική κι έπειτα χαμογέλασε απλώνοντας το χέρι. «Και βέβαια σε θυμάμαι! Συγνώμη, για μια στιγμή τα έχασα. Πώς βρέθηκες εδώ; Μη μου πεις ότι ανακάλυψες τα ίχνη μου;» «Όχι. Δεν έχω έρθει για δουλειά», είπε η Λόρεν χαμογελώντας πονηρά. «Κάνω διακοπές, για την ακρίβεια... κρουαζιέρα. Το πλοίο μας θα μείνει εδώ το μεσημέρι, αλλά δε βλέπω γύρω μου τίποτα παρά μόνο τουριστικά μπλουζάκια!» «Εμένα αυτό μου αρέσει», είπε η Μελ. Η καταγωγή της ήταν κατά το ένα ήμισυ ιταλική και κατά το άλλο αγγλική, αλλά τα τελευταία χρόνια ζούσε στην Αμερική, γιατί είχε γίνει περισσότερο διάσημη εκεί. Ήταν γύρω στα είκοσι και πριν από μερικούς μήνες η Λόρεν της είχε πάρει συνέντευξη για το Ούλτρα. στο πλαίσιο της τουρνέ που έκανε στην Αγγλία. Η Λόρεν θυμήθηκε ότι η διάσημη τραγουδίστρια είχε αναφέρει κάποια στιγμή πως σκόπευε να εγκαταλείψει το τραγούδι και να ζήσει σ’ ένα ερημονήσι, κι αναρωτήθηκε αν είχε βρει αυτό που ονειρευόταν. «Κάνεις διακοπές;» τη ρώτησε καθώς άρχισαν να απομακρύνονται αργά από το υπαίθριο


ανθοπωλείο. «Ε...» έκανε διστακτικά η Μελ ρίχνοντάς της μια ανήσυχη ματιά. «Ξέρω ένα ήσυχο καφέ λίγο πιο κάτω, προλαβαίνεις να πιεις ένα ποτό μαζί μου;» ρώτησε τη Λόρεν. «Πότε φεύγει το πλοίο σου;» Η Λόρεν κοίταξε το ρολόι της κάνοντας μια γκριμάτσα. «Σε τρεις ώρες! Πολύ θα ήθελα ένα ποτό. Κάνει τόση ζέστη εδώ!... Έχω αρχίσει να ψήνομαι!» «Πάμε, λοιπόν». Φτάνοντας στην άλλη άκρη της πλατείας κάθισαν σ’ ένα υπαίθριο καφέ, διαλέγοντας ένα τραπέζι αρκετά μακριά από τους υπόλοιπους πελάτες, που κάτω από τις πολύχρωμες ομπρέλες ρουφούσαν αργά τα ποτά τους νυσταγμένοι από τη μεσημεριανή ζέστη. «Είναι ωραία κρουαζιέρα;» τη ρώτησε η Μελ. «Μέχρι τώρα μου αρέσει», αποκρίθηκε η Λόρεν και ρουφώντας μια γουλιά από το αναψυκτικό της αναστέναξε με ανακούφιση. «Είναι τόσο δροσερό!» Η Μέλανι άδειασε το ποτήρι της και γέρνοντας πίσω κοίταξε τη Λόρεν μέσα από τα σκούρα γυαλιά της. «Ξέρεις κάτι; Το άρθρο σου ήταν το καλύτερο απ’ όλα όσα έχουν γράψει κατά καιρούς για μένα. Ήταν αληθινό, δίκαιο και, πραγματικά, σου είμαι ευγνώμων...» «Ευχαριστώ», είπε η Λόρεν χαμογελώντας από συγκίνηση κι ικανοποίηση. Συνήθως δεν ήξερε τι σκέφτονταν για τη δουλειά της εκείνοι απ’ τους οποίους έπαιρνε συνέντευξη. Όπως κι η ίδια, ήταν πολυάσχολοι επαγγελματίες κι ίσιος δεν προλάβαιναν να διαβάσουν το γραπτό της. Ωστόσο μερικές φορές ένιωθε όμορφα ακούγοντας καλά λόγια. «Δεν μπορείς να φανταστείς τι έχουν γράψει για μένα!» συνέχισε αγανακτισμένη η Μέλανι. «Ανόητα ψέματα, πολλές φορές αηδιαστικά και γεμάτα κακεντρέχεια». «Το Ούλτρα απευθύνεται σε γυναίκες με προσωπικότητα». «Ναι, μου αρέσει. Πάντα διαβάζω τα άρθρα σου. Νομίζω ότι μπορώ να σ' εμπιστευτώ». Η Μελ σταμάτησε και δαγκώνοντας νευρικά τα χείλη κοίταξε επίμονα τη Λόρεν. «Μπορείς να κρα τήσεις ένα μυστικό;» τη ρώτησε διστακτικός «Σκεφτόμουν... να καλέσω κάποιον εκπρόσωπο του Τύπου. Ο σύντροφός μου κι εγώ όμως θέλαμε να το κρατήσουμε μυστικό και φοβόμαστε πως αν το λέγαμε σε κάποιο δημοσιογράφο οι άλλοι θα έτρεχαν πίσω του σαν τις μέλισσες! Για να είμαι ειλικρινής, είχα προτείνει να καλέσου με εσένα, γιατί νομίζω πως είσαι διαφορετική από τους άλλους. Τέλος πάντων... Μου υπόσχεσαι ότι δε θα το πεις σε κανέναν;» Το μυαλό της Λόρεν δούλευε με αστραπιαία ταχύτητα. Φυσικά είχε αρχίσει να μαντεύει ποιο ήταν το φοβερό μυστικό πριν η Μέλανι πει λέξη. Υποσχέθηκε να μην το μαρτυρήσει. «Ορκίζομαι», είπε σοβαρά κι η Μελ αναστέναξε ανακουφισμένη. «Συγνώμη που γίνομαι τόσο μελοδραματική, αλλά μας έχει και τους δύο ενοχλήσει τόσο πολύ ο Τύπος... κι έπειτα θέλουμε να κάνουμε έναν ήσυχο γάμο...»


«Το ήξερα!» τη διέκοψε η Λόρεν αστράφτοντας από χαρά. «Δε χρειαζόταν και πολλή φαντασία», είπε η Μελ κοκκινίζοντας. «Θα παντρευτείς σ’ αυτό το νησί; ΓΡ αυτό έχεις έρθει; Πες μου, ποιος είναι; Τον ξέρω; Πότε θα γίνει ο γάμος;» Η Λόρεν άρχισε να τη ρωτά ενθουσιασμένη χιλιάδες πράγματα καταλαβαίνοντας, όπως της είχε πει κι η Μέλανι, ότι είχε μπροστά της την αποκλειστικότητα μιας ιστορίας που θα ’κάνε πάταγο. Απίστευτη τύχη, σκέφτηκε. Θα κάνω ένα θεαματικό ξεκίνημα στην Γκαζέτ! Η Μέλανι γέλασε. «Μη βιάζεσαι! Δεν μπορώ να απαντήσω σε τόσες ερωτήσεις μαζί!» «Συγνώμη!» δικαιολογήθηκε η Λόρεν, ελπίζοντας ότι δεν είχε κάνει την άλλη κοπέλα να τρομάξει. Δεν ήθελε να χάσει την καταπληκτική ευκαιρία που της είχε παρουσιαστεί. Αν ο αρχισυντάκτης κι οι υπόλοιποι στην Γκοζέτ, συμπεριλαμβανομένου του Σαμ Χάρντι, νομίζουν ότι ο Κόρνουελ μου έδωσε αυτή τη θέση για να εξαγοράσει τη σιωπή μου, συλλογίστηκε, θα τους αποδείξω πως έχουν κάνει μεγάλο λάθος και θ’ αρχίσω την καινούρια καριέρα μου μ’ ένα θρίαμβο. «Είμαι τόσο ενθουσιασμένη!...» βιάστηκε να προσθέσει. «Θα παντρευτείς κάποιο διάσημο αστέρι της ποπ; Θα μου αποκαλύψεις τ’ όνομά του;» «Δεν είναι τραγουδιστής, αλλά ηθοποιός», είπε η Μελάνι και τα μάτια της έλαμψαν από περηφάνια. Έπειτα, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, πρόφερε θριαμβευτικά το όνομα. «Είναι ο Τζόνι Σέφτον». Η Λόρεν είχε μείνει άφωνη. Το μυαλό της είχε γεμίσει από εξώφυλλα περιοδικών με τη φωτογραφία του διάσημου ηθοποιού. Στις αρχές της καριέρας του ήταν πολύ όμορφος. Ήταν ένας καλοφτιαγμένος νεαρός με χρυσαφένια μαλλιά, βαθυγάλαζα μάτια και αφάνταστα γοητευτικό χαμόγελο. Δεν άργησε να φτάσει στην κορυφή κι από τότε έμεινε εκεί. Ήταν ένας από τους πιο διάσημους και ακριβοπληρωμένους Αμερικανούς ηθοποιούς. Βέβαια ήταν πολύ πιο δημοφιλής από τη Μέλανι κι είχε μείνει στην κορυφή πάνω από είκοσι χρόνια. Ακόμα είχε κάνει άλλον ένα γάμο στο παρελθόν, που πριν από λίγα χρόνια είχε καταλήξει σ’ ένα θυελλώδες διαζύγιο και του είχε στοιχίσει μια τεράστια διατροφή. Πρέπει να πλησιάζει τα σαράντα τώρα, σκέφτηκε η Λόρεν. Ποτέ δεν έτυχε να διαβάσω ούτε λέξη για τη σχέση του με τη Μέλανι. Πώς τα κατάφεραν, αναρωτήθηκε, να ξεφύγουν από τους δημοσιογράφους; «Συγνώμη...» ψέλλισε βλέποντας τη Μέλανι να την κοιτάζει καχύποπτα. «Έμεινα τόσο έκπληκτη, που δεν ήξερα τι να πω! Ο Τζόνι Σέφτον! Μαγικό όνομα! Τυχερούλα! Είναι ο άντρας των ονείρων μου, πόσο σε ζηλεύω! Εύχομαι πάντως να ζήσετε ευτυχισμένοι!» «Κι εγώ!» μουρμούρισε αυθόρμητα η Μέλανι. «Ακουσέ με... Θα σε πείραζε να σταματούσες εδώ την κρουαζιέρα σου;» της είπε έπειτα διστακτικά. «Καθόλου!» απάντησε η Λόρεν και τα μάτια της άστραψαν από χαρά. «Ήθελα να χαλαρώσω και να ηρεμήσω λίγο...» πρό-σθεσε χαμογελώντας. «Τελικά όμως ήταν τόσο ήρεμα, που είχα αρχίσει να πλήττω!» Η Μέλανι γέλασε. «Τι θα έλεγες λοιπόν να εγκαταλείψεις το πλοίο και να μείνεις εδώ την επόμενη εβδομάδα για να καλύψεις το ρεπορτάζ του γάμου μου;»


«Ευχαρίστως», απάντησε πρόθυμα η Λόρεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Τρεις μέρες αργότερα η Λόρεν τηλεφώνησε στον αρχισυντάκτη της Γκαζέτ για να τον ενημερώσει ότι δε θα πήγαινε στο γραφείο την επόμενη Δευτέρα, που ήταν η πρώτη μέρα της, σύμφωνα με το συμβόλαιο. «Έχω μια αποκλειστικότητα που θα κάνει πάταγο! Για να σου τη φέρω όμως πρέπει να μείνω ακόμα λίγες μέρες εδώ», του είπε. «Τι θα πει αποκλειστικότητα;» ούρλιαξε ο Φρέντι Γκρέιν-τζερ, ένας άντρας τον οποίο η Λόρεν είχε τύχει να συναντήσει πολλές φορές σε διάφορες εκδηλώσεις της επιχείρησης Κόρ-νουελ. Τον θυμόταν με πολύ ζωηρά χρώματα. Ήταν πανύψηλος, εύσωμος κι αγριωπός. «Εγώ αποφασίζω εδώ μέσα ποιος θα κάνει την κάθε δουλειά! Τέλος πάντων! Πού είσαι; Νόμιζα ότι είχες πάει κρουαζιέρα και θα γύριζες το Σάββατο». «Ήμουν, αλλά εγκατέλειψα το πλοίο. Είμαι στις Μπαχάμες. σ’ ένα μικρό νησάκι που έτυχε να σταματήσει το κρουαζιερό-πλοιο. Είναι ερημικό, δεν έχει αεροδρόμιο και φτάνει κανείς μόνο με τα πλοία που περνούν πολύ αραιά... Μένω σε μια βίλα. Συνάντησα κάποια, αλλά της υποσχέθηκα να μη σου απο-καλύψω το όνομά της. Είναι πολύ διάσημη και πρόκειται να παντρευτεί εδώ, μυστικά, το Σάββατο με κάποιον περισσότερο διάσημο από την ίδια. Κανείς δεν το ξέρει πέρα από μένα...» Η φωνή της ξεχείλιζε από ενθουσιασμό και τα μάγουλά της είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν. «Το ξέρουν ακόμα μερικοί από το οικογενειακό και το φιλικό τους περιβάλλον. Δεν πρόκειται να έρθουν άλλοι δημοσιογράφοι κι ούτε συζήτηση για φωτογράφους! Κάποιος συγγενής τους θα τραβήξει τις φωτογραφίες. Της είχα πάρει συνέντευξη για το Ούλτρα πριν από μερικούς μήνες, τη συνάντησα συμπτωματικά, μου πρότεινε να καλύψω το ρεπορτάζ του γάμου της και να το δημοσιεύσω πριν απ’ όλα τα άλλα μέσα μαζικής ενημέρωσης!» «Εντάξει, πες μου τα ονόματά τους και...» της ζήτησε ο Φρέ-ντι γεμάτος περιέργεια. «Δεν μπορώ.Έχω δώσει το λόγο μου! Ορκίστηκα! Δε θέλουν να το μάθει κανείς άλλος». «Για όνομα του Θεού, δε θα το πω σε κανένα! Για ποιο λόγο να το κάνω; Όπως κι εκείνοι, δε θέλω να μάθει κανείς άλλος αυτή την ιστορία!» «Μπορεί... Ξέρεις όμως πόσο εύκολα διαρρέουν οι ειδήσεις... Κι αν κάποιος από την εφημερίδα αποφασίσει να κερδίσει μερικά χρήματα πουλώντας την αποκλειστικότητά μας στους αντιπάλους;» «Χμμ... Δεν το πιστεύω», μουρμούρισε ο Φρέντι. «Πού είπες ότι είσαι τώρα;» «Στη βίλα της». Η Λόρεν είχε γυρίσει στο πλοίο με τη Μελ για να πάρει τα πράγματά της και μετά από αρκετές εξηγήσεις κατάφερε να πείσει τον καπετάνιο ότι ήταν απαραίτητο να εγκαταλείψει την κρουαζιέρα. Έπειτα οι δυο κοπέλες έφτασαν στη βίλα με μια άμαξα που έσερναν άλογα. «Εντάξει, πώς λέγεται το νησί;» ρώτησε ανυπόμονα ο Φρέντι. «Δεν μπορώ να σου πω!»


«Κι αν πρέπει να επικοινωνήσω μαζί σου;» «Θα τηλεφωνήσω πάλι το Σάββατο...» «Εντάξει», υποχώρησε απρόθυμα εκείνος. «Μην το ξεχάσεις όμως!» «Μην ανησυχείς», υποσχέθηκε η Λόρεν και κατέβασε το ακουστικό. Η βίλα ήταν πολύ μοντέρνα και άνετη, αλλά καθόλου εξεζητημένη. Τα δωμάτια ήταν ευρύχωρα, με μαρμάρινα δάπεδα και πανύψηλους, κατάλευκους τοίχους, και τα λίγα έπιπλα ήταν προσεκτικά διαλεγμένα σε μοντέρνες φόρμες. Η Μέλανι είχε διαλέξει αναπαυτικές πολυθρόνες και καναπέδες που ήταν ντυμένοι με ντόπια βαμβακερά υφάσματα σε έντονα χρώματα. Το κίτρινο και το κόκκινο κυριαρχούσαν παντού. Όλα τα ξύλα που είχαν χρησιμοποιηθεί ήταν ντόπια, λουστραρισμένα άψογα σ’ ένα σκούρο κοκκινωπό χρώμα. Ντόπια υφαντά χαλιά ήταν ριγμένα εδώ κι εκεί στα πατώματα, ενώ στους τοίχους υπήρχαν πίνακες με έργα μοντέρνας ζωγραφικής. Στο πάνω πάτωμα υπήρχαν πέντε μεγάλα υπνοδωμάτια. Η Μελ κοιμόταν στο κεντρικό, σ’ ένα τεράστιο κρεβάτι με κουνουπιέρα από απαλό ημιδιάφανο βαμβακερό. Το δωμάτιο της Λόρεν είχε κι εκείνο κουνουπιέρα, που κρεμόταν από την οροφή, θυμίζοντάς της τα παιδικά της χρόνια. Ήταν πολύ νωρίς το πρωί, ο ήλιος μόλις είχε ανατείλει κι ο κήπος ήταν γεμάτος βαθυγάλαζες σκιές. Η Λόρεν είχε κατέβει για πρόγευμα κι η οικονόμος της Μελ της είχε ετοιμάσει ζεστά κρουασάν, χυμό από φρέσκα φρούτα και καφέ. Μετά το τηλεφώνημα στην Γκαζέτ αποφάσισε να βουτήξει στο νερό της πισίνας κι έπειτα, κάνοντας ηλιοθεραπεία, να συζητήσει με τη Μελ. Εκείνες τις τρεις μέρες οι δυο νεαρές γυναίκες είχαν γίνει φίλες. Η Μελ ένιωθε μοναξιά στη βίλα κι η συντροφιά της Λόρεν την είχε ενθουσιάσει. Ο Τζόνι Σέφτον θα ερχόταν με το γιοτ του, προσποιούμενος ότι έκανε διακοπές στις Μπαχάμες για να ρίξει στάχτη στα μάτια των δημοσιογράφων. Αν ο καιρός ήταν καλός, θα έφτανε στη βίλα το επόμενο βράδυ. Μαζί του θα έφερνε και τους περισσότερους καλεσμένους. Την οικογένεια της Μελ, τη δική του και λίγους φίλους. Είχαν πάει όλοι αεροπορικώς στο Μαϊάμι κι από εκεί είχαν επιβιβαστεί στο γιοτ του Τζόνι. Οι υπόλοιποι καλεσμένοι θα έφταναν με πλοίο από άλλα σημεία της Φλόριντα ή από τις Μπαχάμες, την ημέρα του γάμου. Η Μελ είχε μπει κιόλας στο νερό και κολυμπούσε τεμπέλικα. Η Λόρεν άφησε το λευκό μπουρνούζι της στην πλάτη μιας σεζλόνγκ και προχώρησε προς το μέρος της. «Έκανες το τηλεφώνημά σου;» ρώτησε η Μελ πετώντας της νερά κι η Λόρεν κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Λίγο έλειψε να σκάσει από περιέργεια, αλλά δεν είχα σκοπό να του αποκαλύψω πού είμαι. Δεν πρόδωσα το μυστικό σου!» «Ευχαριστώ», είπε γελώντας η Μελ. «Δε θα βουτήξεις; Τι στέκεσαι εκεί σαν πιγκουΐνος;» Η Λόρεν γέλασε με το αστείο της Μελ για το μαύρο και άσπρο


μπικίνι της, σηκώθηκε σας μύτες των ποδιών της, τέντωσε τα χέρια μπροστά και βούτηξε με χάρη στο νερό της πισίνας. Η Μέλανι είχε ανάγκη να μιλήσει με κάποιον όσο έλειπε ο Τζόνι. Μόλο που ακόμα δεν το είχε παραδεχτεί, ήταν ολοφάνερο πως ο γάμος της την έκανε να νιώθει νευρικότητα. Αγαπούσε τρελά τον Τζόνι, αλλά, όπως κάθε γυναίκα, είχε κι εκείνη τις δικές της ανασφάλειες. Την απασχολούσαν η διαφορά της ηλικίας κι ακόμα το γεγονός ότι ο Τζόνι είχε ήδη έναν αποτυχημένο γάμο στο ενεργητικό του και είχε εγκαταλείψει αμέτρητες ερωμένες. Φυσικά δεν μπορούσε να εμπιστευτεί τις σκέψεις της στη μεσόκοπη οικονόμο της. Η δισκογραφική εταιρεία της Μελ είχε προσλάβει την Τζόαν Ρόμπερτσον για να είναι η σκιά της διάσημης τραγουδίστριας. Ήταν υπεύθυνη για τη διαχείριση του σπιτιού, απαντούσε στα γράμματα των θαυμαστών και θαυμα-στριών της Μελ κι ήταν ένα είδος μεσάζοντα ανάμεσα στη Μελ και τον υπόλοιπο κόσμο. Εκείνη η ψηλή γυναίκα με το στητό παράστημα και την αθλητική εμφάνιση ήταν ικανή να παίξει ακόμα και ρόλο σωματοφύλακα αν παρουσιαζόταν ανάγκη. Είχε περάσει από πολλές δουλειές στη ζωή της. Είχε εργαστεί ως δακτυλογράφος, νοσοκόμα, σερβιτόρα, μπαργούμαν, είχε δουλέψει σε γυναικείες φυλακές... Όσο η Τζόαν Ρόμπερτσον ήταν εκεί, κανείς δε θα τολμούσε ν’ αγγίξει τη Μέλανι, αλλά εκείνη δεν ένιωθε άνετα μαζί της κι ούτε μπορούσε να τη δει σαν φίλη της. Έτσι ο ερχομός της Λόρεν είχε αναπτερώσει το ηθικό της. Τα τελευταία χρόνια η Μελ γύριζε από χώρα σε χώρα κάνοντας περιοδείες. Ένιωθε μοναξιά, πλήξη και συχνά αποζητούσε απελπισμένα λίγη συντροφιά. Από την άλλη μεριά δεν τολμούσε να μιλήσει ελεύθερα σε κανέναν, από φόβο μήπως τυχόν τα μυστικά της θα διέρρεαν αμέσως στις εφημερίδες. Τώρα είχε αρχίσει να ξεχνά πως η Λόρεν δούλευε σε εφημερίδα. Φυσικά εκείνη δε σκόπευε να χρησιμοποιήσει για λογαριασμό της Γκαζέτ όλα όσα της είχε εξομολογηθεί η Μελ. Η είδηση του γάμου της αρκούσε για να ξεσηκώσει πάταγο και να τραβήξει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού. «Τι σκέφτονται οι γονείς σου για το γάμο;» τη ρώτησε αργότέρα, όταν ξαπλωμένες στις αναπαυτικές σεζλόνγκ έπιναν αργά τα αναψυκτικά τους. «Η μαμά είναι ξετρελαμένη», απάντησε χαρούμενα η Με?,. «Λέει πως ο Τζόνι είναι καταπληκτικός. Ο μπαμπάς όμως...» Σταμάτησε αναστενάζοντας. «Είναι Ιταλός και μάλιστα αρκετά πουριτανός. Επιμένει ότι ο Τζόνι έχει την ίδια περίπου ηλικία μ' εκείνον κι επιπλέον έχει ξαναπαντρευτεί. Μόλο που δεν είναι ενθουσιασμένος, θα έρθει στο γάμο. Θα τον φέρει ο Τζόνι με το γιοτ. Είναι μια καλή ευκαιρία να γνωριστούν περισσότερο, αλλά...» έκανε μια παύση αναστενάζοντας ξανά «... δεν ξέρω αν θα τα πάνε καλά οι δυο τους». «Τι σε ανησυχεί;» τη ρώτησε η Λόρεν κοιτάζοντάς τη με συμπάθεια. Σιγά σιγά τα λόγια της Μελ την έκαναν να καταλάβει ότι πίσω από τη λαμπρή καριέρα και τον παραμυθένιο γάμο κρύβονταν πολλά προβλήματα. «Θα προτιμούσα να άρεσε στον μπαμπά», αποκρίθηκε η άλλη κοπέλα ανασηκώνοντας τους ώμους της. «Δεν αντέχω να σκέφτομαι ότι ο μπαμπάς δε συμφωνεί για το γάμο μας!» «Ισως αλλάξει γνώμη όταν γνωρίσει καλύτερα τον Τζόνι», είπε η Λόρεν κι η Μελ κούνησε χαμογελώντας το κεφάλι.


«Αυτό ελπίζω κι εγώ. Ο Τζόνι είναι θαυμάσιος άνθρωπος. Ο μπαμπάς θα τον συμπαθήσει, αρκεί να του δώσει μια ευκαιρία». Το γιοτ έφτασε, σύμφωνα με το πρόγραμμα, το επόμενο βράδυ. Ο Τζόνι Σέφτον ειδοποίησε τη Μέλανι από τον ασύρματο του πλοίου μια ώρα πριν φτάσουν κι οι δυο κοπέλες πήγαν στο λιμάνι να τους υποδεχτούν. Η Μέλανι φορούσε λευκό σορτς κι ένα μικροσκοπικό το π σε ζωηρό πορτοκαλί χρώμα. Έμοιαζε με φλόγα καθώς κοίταζε νευρικά και ανυπόμονα τη γαλάζια θάλασσα. Η Λόρεν είχε διαλέξει ένα λευκό σορτς και μια γαλάζια μεταξωτή τουνίκ χωρίς μανίκια. Το πρόσωπο, τα χέρια κι οι μακριές γάμπες της είχαν αποκτήσει ένα χρυσαφένιο μαύρισμα και τα ξανθά μαλλιά της τραβούσαν σαν μαγνήτης τα βλέμματα των αντρών που βρίσκονταν στην προκυμαία. Όταν το κάτασπρο γιοτ του Τζόνι φάνηκε στον ορίζοντα, η Λόρεν έμεινε έκπληκτη από το μέγεθος του. Θα έπρεπε να είχε αρκετούς ναύτες για πλήρωμα. Σε κάποια συζήτηση η Μελ είχε αναφέρει ότι ο Τζόνι δεν το κυβερνούσε ποτέ, γιατί, παρ’ όλο που του άρεσε να δουλεύει μαζί με το πλήρωμα, δεν είχε δίπλωμα καπετάνιου. Μετά το γάμο ο γαμπρός κι η νύφη θα έκαναν ένα ταξίδι γύρω από τα νησιά της Καραϊβικής, μακριά από τα περίεργα βλέμματα των δημοσιογράφων. Στην αρχή οι σιλουέτες πάνω στο κατάστρωμα έμοιαζαν με μικρές κουκκίδες, αλλά σιγά σιγά άρχισαν να φαίνονται πιο καθαρά. Σε λίγο οι δυο κοπέλες μπορούσαν να ξεχωρίσουν τα πρόσωπα των επιβατών. «Να ο Τζόνι!» ξέσπασε ενθουσιασμένη η Μελ. Η Λόρεν την κοίταξε με συμπάθεια και, ξέροντας πόσο ερωτευμένη ήταν, ευχήθηκε μέσα της να μην πληγωθεί ποτέ. Ο Τζόνι Σέφτον σήκωσε ψηλά το χέρι και άρχισε να τις χαιρετάει. Φορούσε λευκό πουκάμισο και σορτς, και τα χρυσαφένια μαλλιά του άστραφταν από μακριά στο φως του ήλιου. Αναγνωρίζοντας το πρόσωπο και τη σιλουέτα του, η Λόρεν νόμισε πως παρακολουθούσε τα γυρίσματα κάποιας κινηματογραφικής ταινίας. Λίγο αργότερα το πλοίο έδεσε στην αποβάθρα κι οι δυο κοπέλες ανέβηκαν στο κατάστρωμα. Η Μελ έτρεξε αμέσοις στην αγκαλιά του Τζόνι κι εκείνος τη σήκωσε ψηλά και τη φίλησε. Όλοι τους παρακολουθούσαν χαμογελοιντας αμήχανα, νιώθοντας κατά βάθος παρείσακτοι, αλλά το ζευγάρι αδιαφόρησε για την παρουσία τους. Η Λόρεν έριξε μια βιαστική ματιά στους καλεσμένους προσπαθώντας να εντοπίσει τους γονείς της Μελ. Ο γκριζομάλλης κύριος με το ηλιοκαμένο πρόσωπο και τους φαρδιούς ώμους θα μπορούσε να είναι ο πατέρας της, σκέφτηκε. Και η χαριτωμένη κυρία δίπλα του, που τα χαρακτηριστικά της θυμίζουν αδρά τη Μελ, ίσως είναι η μητέρα της. Έπειτα συνέχισε να κοιτάζει ανάμεσα στο πλήθος προσπαθώντας να διακρίνει τους γονείς του Τζόνι Σέφτον.


Ξαφνικά σταμάτησε ακούγοντας το χαρακτηριστικό ήχο μιας επαγγελματικής φωτογραφικής μηχανής. Γυρνώντας αμέριμνα είδε το φακό να στρέφεται πάνω της. Ο φωτογράφος όπλισε και άρχισε να τη φοπογραφίζει. Πίσω από τη μηχανή το βλέμμα της συναντήθηκε μ’ ένα ζευγάρι γνώριμα γκρίζα μάτια. Αποκλείεται! Δεν είναι ο Σαμ! είπε πανικόβλητη στον εαυτό της. Πώς βρέθηκε εδώ; Για μια στιγμή που της φάνηκε ολόκληρος αιώνας, νόμισε πως όλα γύριζαν γύρω της κι ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να συνέλθει. Εκείνος κρέμασε τη μηχανή στο λαιμό του και με δυο βήματα την πλησίασε. «Πώς στο καλό βρέθηκες σ’ αυτό το γιοτ;» τον ρώτησε η Λό-ρεν με τρεμάμενη φωνή. «Δεν είμαι εγώ ο γαμπρός!» της πέταξε εκείνος αφήνοντας το βλέμμα του να ταξιδέψει ράθυμα στα ηλιοκαμένα μπράτσα, στην καμπύλη του στήθους και στις μακριές καλογραμμένες γάμπες της. Η Λόρεν έσφιξε τις γροθιές της και τα μάτια της άστραψαν από θυμό. «Ήξερες ότι ήμουν εδώ;» τον ρώτησε απότομα. «Και βέβαια», μουρμούρισε ο Σαμ στρέφοντας αργά το βλέμμα του στο πρόσωπό της. «Πώς;...» ψέλλισε χαμηλώνοντας τα μάτια και την ίδια στιγμή μάλωσε τον εαυτό της, γιατί κανονικά εκείνος που έπρεπε να νιώθει ενοχές ήταν ο Σαμ Χάρντι. Όμως ο Σαμ ήταν παγερός και σκληρός σαν πέτρα. Κι εκείνη στεκόταν μπροστά του τρέμοντας από ταραχή, σαν αγρίμι που είχε πιαστεί σε παγίδα. «Όταν τηλεφώνησες στον Φρέντι Γκρέιντζερ δεν του είπες πως αναγκάστηκες να εγκαταλείψεις το κρουαζιερόπλοιο στις Μπαχάμες;» Η Λόρεν κούνησε το κεφάλι σμίγοντας τα φρύδια της. «Ο Φρέντι τηλεφώνησε στη ναυτιλιακή εταιρεία κι έμαθε σε ποιο νησί σταμάτησες», συνέχισε ο Σαμ ανασηκώνοντας τους φαρδιούς του ώμους. «Ήταν πολύ απλό κι είμαι βέβαιος ότι υποσυνείδητα ήθελες να ανακαλύψει τα ίχνη σου». «Απλά δεν το σκέφτηκα», μουρμούρισε η Λόρεν αγανακτι-σμένη με τον ίδιο της τον εαυτό. «Αλήθεια;» Ο σαρκασμός που έκρυβε η φωνή του την έκαναν να σφίξει με πείσμα τις γροθιές της. «Ακόμα δεν καταλαβαίνω πώς μαντέψατε ότι μιλούσα για το γάμο του Τζόνι. Δεν ανέφερα ούτε το δικό του όνομα ούτε της Μελ!» του είπε άγρια, αλλά εκείνος έμεινε ατάραχος. «Πώς κατάφερες να έρθεις εδώ μαζί του;» «Εκείνο το πρωί πήρα μια πτήση για το Μαϊάμι κι έτυχε να ταξιδεύω με μερικούς από τους καλεσμένους που έρχονταν από το Λονδίνο... Χτες βράδυ τους είδα μαζί με τον Τζόνι και κρυφάκουσα τη συζήτησή τους. Δε χρειαζόμουν το μυαλό του Αϊνστάιν για να καταλάβω ότι ο Τζόνι θα παντρευόταν και, από την άλλη μεριά, έτυχε να τον γνωρίζω. Πήγα λοιπόν στο γιοτ, του είπα όσα ήξερα και του ζήτησα να τραβήξω τις φωτογραφίες του γάμου. Όταν τον διαβεβαίωσα ότι δε σκόπευα να διαδώσω τα νέα, δέχτηκε και μου πρότεινε να έρθω μαζί του!»


«Δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο ο Φρέντι έκανε τον ντετέ-κτιβ!» είπε περιφρονητικά η Λόρεν. «Γιατί δε μ’ άφηνε να κάνω ήσυχη τη δουλειά μου; Γιατί σ’ έστειλε;» «Είμαι ο καλύτερος φωτογράφος», απάντησε ο Σαμ κι η αυτοπεποίθησή του την έκανε να σαστίσει. «Πάντοτε οι γάμοι ήταν δουλειά των φωτογράφων!» «Λόρεν!» φώναξε σχεδόν ταυτόχρονα η Μελ και παίρνοντας τον Τζόνι Σέφτον από το χέρι πλησίασε προς το μέρος τους. «Να σου γνωρίσω τον Τζόνι», της είπε η Μελ ακτινοβολώντας από χαρά. «Αγάπη μου, μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη στη Λόρεν. Θα γράψει το ρεπορτάζ του γάμου μας!» Η Λόρεν έδωσε χαμογελώντας το χέρι στο διάσημο ηθοποιό κι ο Τζόνι το έσφιξε απαλά, κοιτάζοντάς τη μ’ εκείνα τ’ απίστευτα γνώριμα και φωτεινά γαλανά του μάτια. Μόλο που είχε χάσει τη δροσιά του ζεν πρεμιέ, ήταν ακόμα πολύ όμορφος. Ο χρόνος κι η έντονη ζωή είχαν αφήσει τα σημάδια τους στο καλογραμμένο προφίλ κι είχαν απαλύνει τις γραμμές του προσώπου, αλλά η Λόρεν ήξερε τι έκανε την καρδιά της Μελ να χτυπά τρελά κάθε φορά που ήταν κοντά του. «Ελπίζω να έχει δίκιο η Μελ», της είπε με την αφάνταστα γοητευτική νεοϋορκέζικη προφορά που ήταν διάσημη όσο και το πρόσωπό του. «Δε θα θέλαμε να γελοιοποιηθούμε μέσα από τις σελίδες των εφημερίδων». «Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο μου πριν πάει στο τυπογραφείο και ν’ αποφασίσετε αν θέλετε να δημοσιευτεί», του πρότεινε αυθόρμητα η Λόρεν, εισπράττοντας από τον Σαμ μια άγρια ματιά, που σήμαινε ότι δεν ενέκρινε την πρότασή της. Ήταν βέβαιη ότι την ίδια γνώμη θα είχε κι ο Φρέντι Γκρέιντζερ, ωστόσο η φιλία που της είχε δείξει η Μελ την εμπόδιζε να γράψει κάτι που θα δημιουργούσε προβλήματα στο ζευγάρι. Είχε κι η ίδια πληγωθεί, και μάλιστα πρόσφατα, κι ένιωθε βαθιά συμπάθεια για τη Μελ και τον Τζόνι. «Ωραία, σ’ ευχαριστώ, μου φαίνεται καλή ιδέα!» είπε η Μελ σφίγγοντας χαρούμενη το μπράτσο του Τζόνι κι εκείνος έδειξε να ανακουφίζεται. «Θα περάσουμε την πρώτη νύχτα του γάμου μας στο νησί. Έχεις λοιπόν όλον το χρόνο να γράψεις την ιστορία σου μέχρι το πρωί της επομένης που θα ξεκινήσουμε για το ταξίδι», είπε ο Τζόνι. «Εκτός κι αν πιεις περισσότερη σαμπάνια στη δεξίωση από μας», πρόσθεσε χαμογελώντας πονηρά. «Αποκλείεται», τον καθησύχασε η Λόρεν. Έπειτα ο Τζόνι σύστησε τον Σαμ στη Μελ κι εκείνος διηγήθηκε πώς βρέθηκε στο Μαϊάμι, πώς συνάντησε τον Τζόνι και τους υπόλοιπους καλεσμένους και πώς ο Φρέντι Γκρέιντζερ ανακάλυψε σε ποιο νησί είχε εγκαταλείψει η Λόρεν το κρουαζιερόπλοιο. Η Λόρεν ζήτησε συγνώμη για το λάθος της, αλλά ευτυχώς η Μελ έδειξε κατανόηση. «Δεν ήταν δικό σου λάθος. Τι να κάνουμε; Ας ελπίσουμε ότι δε θα μας ανακαλύψει κανείς άλλος!» «Ελάτε να πιούμε ένα ποτό πριν βγούμε στην ξηρά», πρό-τεινε ο Τζόνι κι όλοι τον ακολούθησαν στη μεγάλη αίθουσα του μπαρ που άστραφτε από πολυτέλεια. Έπειτα, με άμαξες που έσερναν άλογα, ξεκίνησαν με προορισμό τη βίλα της Μελ και το ξενοδοχείο του νησιού που είχε κλειστεί αποκλειστικά για το γάμο. Εκεί θα έδιναν τη δεξίωση και θα φιλοξενούσαν τους περισσότερους


καλεσμένους. Μόνο οι στενοί συγγενείς θα έμεναν στη βίλα της Μελ. Η Λόρεν είχε ήδη μεταφέρει τα πράγματά της στο ξενοδοχείο, νωρίτερα εκείνο το απόγευμα. «Θα σας δούμε αργότερα, στο δείπνο», είπαν η Μελ κι ο Τζόνι όταν έφτασαν έξω από το ξενοδοχείο και συνέχισαν για τη βίλα. Όλοι έτρεξαν στη ρεσεψιόν πολιορκώντας ασφυκτικά το μεσόκοπο υπάλληλο που εκείνη τη στιγμή ήταν μόνος. Οι αποσκευές τους θα έφταναν αργότερα με το τοπικό λεωφορείο. Ο Σαμ Χάρντι είχε πάρει μαζί τις βαλίτσες με τις μηχανές, τους φακούς και τα φιλμ επιμένοντας ότι κανείς δε θα τα πρόσεχε καλύτερα από τον ίδιο. Βρίσκοντας ευκαιρία όσο εκείνος πρόσεχε τα πράγματά του μέχρι να του δώσουν το κλειδί του δωματίου του, η Λόρεν γλίστρησε αθόρυβα στο ασανσέρ και ανέβηκε στο δωμάτιό της. Ήθελε να μείνει μόνη, μακριά απ’ όλους και κυρίως από τον Σαμ. Κλειδώνοντας πίσω της την πόρτα βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε το λιμάνι. Ο ήλιος έμοιαζε με τεράστια πύρινη σφαίρα καθώς βυθιζόταν αργά στη βαθυγάλαζη γραμμή του ορίζοντα βάφοντας τη θάλασσα χρυσοκόκκινη και σκορπώντας ρόδινες λάμψεις στα κλαδιά των φοινικόδεντρων και στα φυλλώματα της μπουκαμβίλιας που σκαρφάλωνε στους τοίχους του ξενοδοχείου. Το κατάλευκο γιοτ του Τζόνι λικνιζόταν απαλά στο μουράγιο. Ένα τσούρμο ξυπόλυτα παιδιά προσπαθούσαν να σταθούν όρθια πάνω στα χοντρά σκοινιά που το κρατούσαν σταθερό και τα μέλη του πληρώματος τα παρακολουθούσαν με γελαστά πρόσωπα. Η Λόρεν αναστέναξε βαθιά και άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στον ουρανό που σκοτείνιαζε. Πόσο γρήγορα δύει εδώ ο ήλιος, συλλογίστηκε, και πόσο όμορφο είναι το ηλιοβασίλεμα! Ακούγοντας ξαφνικά τη φωνή του Σαμ, λίγο έλειψε να αναπηδήσει. Μιλούσε με το διευθυντή του ξενοδοχείου κι η φωνή του ερχόταν από το διπλανό δωμάτιο! Η Λόρεν αναρωτήθηκε αν ήταν μια δυσάρεστη σύμπτωση ή αν ο Σαμ είχε ζητήσει σκόπιμα εκείνο το δωμάτιο. Με το πρόσωπο κατακόκκινο, έφυγε βιαστικά από το μπαλκόνι και κρύφτηκε στο δωμάτιό της. Είναι ικανός για όλα, σκέφτηκε ταραγμένη. Καλύτερα να κλειδώσω την μπαλκονόπορτα και ν’ ανάψω το φως! Δε θέλω άλλα έντομα εδώ μέσα! Καθώς έκλεινε τα παραθυρόφυλλα, είδε τον Σαμ να βγαίνει στο μπαλκόνι του. Ο θόρυβος της κλειδαριάς τράβηξε την προσοχή του κι ένα ειρωνικό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. Η Λόρεν' έφυγε βιαστικά από την πόρτα για να μην προδώσει την παρουσία της. Γιατί να μου το κάνει αυτό ο Φρέντι Γκρέιντζερ; Γιατί δεν έστελνε κάποιον άλλο φωτογράφο; Από την άλλη μεριά, ήταν αναγκασμένη να παραδεχτεί ότι ο Σαμ Χάρντι ήταν ο καλύτερος φωτορεπόρτερ που διέθετε η Γκοζέτ. Ίσως μάλιστα να μην υπάρχει καλύτερος, συλλογίστηκε. Την ίδια γνώμη άλλωστε είχε κι ο Τσάρλι Κόρνουελ. Ο Σαμ ήταν το μεγαλύτερο και πιο αστραφτερό διαμάντι στο στέμμα του. Ο κόσμος μιλούσε για τις φωτογραφίες του και είχε κερδίσει αμέτρητα βραβεία.


Ωστόσο της θύμιζε όλα εκείνα που προσπαθούσε να ξεχάσει και την αναστάτωνε τόσο πολύ, που μέσα της βλαστήμησε τον Φρέντι για την ιδέα του. Έχω κιόλας ξεπεράσει το σοκ που μου προκάλεσε η συμπεριφορά του Ρομπ, είπε στον εαυτό της. Έχω αρχίσει να ξεχνάω ακόμα κι αυτό τον ίδιο. Κάθε φορά που η εικόνα του περνάει από το μυαλό μου προσπαθώ να σκεφτώ κάτι διαφορετικό. Δε θέλω να θυμάμαι ούτε τον Ρομπ, ούτε τον ψεύτικο αρραβώνα μας, ούτε... Σταμάτησε δαγκώνοντας νευρικά τα χείλη της. Πάνω απ’ όλα δε θέλω να θυμάμαι το επεισόδιο με τον Σαμ εκείνο το βράδυ στο διαμέρισμά μου, παραδέχτηκε αγανακτισμένη. Ο συναισθηματικός της κόσμος ήταν ακόμα σκοτεινός και μπερδεμένος. Μερικές φορές, για παράδειγμα, αναρωτιόταν αν είχε ποτέ αγαπήσει αληθινά τον Ρομπ. Βέβαια τον έβλεπε αφάνταστα γοητευτικό και όμορφο. Πολλές γυναίκες άλλωστε είχαν την ίδια γνώμη μ’ εκείνη τα ζηλόφθονα βλέμματά τους της έδιναν μεγάλη ικανοποίηση. Μόλο που τότε δεν ήθελε να το πιστέψει, τα μάτια της είχαν θαμπώσει από τη λάμψη και τη δύναμη που ακτινοβολούσε γύρω του ο Ρομπ. Δεν εποφθαλμι-ούσε τα χρήματά του, αλλά την προσοχή και το ενδιαφέρον που συγκέντρωνε πάνω του. Αν ήμουν αληθινά ερωτευμένη μαζί του, σκέφτηκε η Λόρεν, δε θα σταματούσα να τον αγαπώ μέσα σ’ ένα βράδυ, κι ας διέλυσε τον αρραβώνα μας. Δε θα ξεπερνούσα τόσο γρήγορα το σοκ κι ούτε θα μπορούσα να τον ξεχάσω. Και κυρίως, κατέληξε σμίγοντας τα φρύδια της, εκείνο το βράδυ δε θα έκλαιγα στην αγκαλιά του Σαμ Χάρντι! Ξάπλωσε στο κρεβάτι και σκέπασε τα μάτια της με την παλάμη της. Λίγο έλειψε να τον αφήσω να μου κάνει έρωτα, είπε στον εαυτό της. Κι όμως η ανάμνηση εκείνης της σκηνής έκανε το κορμί της να καίει από πόθο. Όταν σταμάτησε να τον βλέπει και διέλυσε το σύντομο δεσμό τους, μια καταπιεσμένη επιθυμία είχε μείνει μέσα της σαν αγκάθι, που τώρα βασάνιζε το κορμί της. Σταμάτα να τον σκέφτεσαι! μάλωσε τον εαυτό της. Ούτε σου αρέσει πια κι ούτε τον εμπιστεύεσαι! Μ’ αυτές τις σκέψεις, σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι, έτρεξε στο μπάνιο, έκανε ένα ντους και άρχισε να ετοιμάζεται για το δείπνο. Θα χρειαστώ όλη μου την πονηριά για να τον αντιμετωπίσω, σκέφτηκε, ξέροντας πως ο Σαμ δεν είχε σκοπό να την αφήσει σε ησυχία όσο θα βρισκόταν μαζί της στο νησί. Αυτή τη φορά όμως ορκίστηκε στον εαυτό της ότι δε θα τον άφηνε να την πλησιάσει ούτε σε απόσταση ενός μέτρου. Περίμενε μέχρι τη στιγμή που άκουσε βήματα και φωνές στο διάδρομο. Βγαίνοντας βιαστικά από το δωμάτιό της συνάντησε μια παρέα μουσικούς, φίλους και συνεργάτες της Μελ κι αποφάσισε να κατέβει μαζί τους για το δείπνο. «Νόμιζα ότι η Μελ κι ο Τζόνι δε θα καλούσαν δημοσιογράφους στο γάμο τους», είπε ο ένας απ’ αυτούς κοιτάζοντάς την παραξενεμένος όταν η Λόρεν αποκάλυψε το επάγγελμά της. «Τελικά η Μελ αποφάσισε ότι έπρεπε να έρθει ένας δημοσιογράφος», αποκρίθηκε χαμογελώντας εκείνη. «Κάλεσε λοιπόν εμένα, επειδή της είχα ξαναπάρει μια συνέντευξη που της άρεσε». «Υποθέτω ότι βλέποντάς σε ο Τζόνι σταμάτησε να προβάλλει αντιρρήσεις!»


Το αστείο του έκανε τη Λόρεν να σμίξει τα φρύδια της. Αν τον άκουγε η Μελ, μπορεί να πληγωνόταν. Εκείνος της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει στο μπαρ, όπου είχαν συγκεντρωθεί ήδη οι υπόλοιποι της παρέας. «Επί τη ευκαιρία, το όνομά μου είναι Στου Γουόρσλι», της είπε χαμογελώντας. «Ο ντράμερ;» ρώτησε έκπληκτη η Λόρεν. Ο Στου Γουόρσλι ήταν μέλος των Μπίλμπορντ Τζανγκλ, ενός από τα πιο δημοφιλή συγκροτήματα ποπ. Αναρωτήθηκε πόσοι άλλοι διάσημοι βρίσκονταν ανάμεσα στους καλεσμένους και δεν' τους είχε ακόμα αναγνωρίσει μόλο που πολλοί ήταν πασίγνωστοι. «Σωστά, αγαπούλα», απάντησε εκείνος. «Ας πάρουμε ένα ποτό. Το λαρύγγι μου έχει στεγνώσει. Τι θέλεις να σου φέρω;» «Μια λεμονάδα, παρακαλώ. Μην ξεχνάς πως είμαι εδώ για δουλειά». «Ανιαρά» σχολίασε εκείνος πηγαίνοντας να φέρει τα ποτά. Σχεδόν ταυτόχρονα η Λόρεν βρέθηκε περικυκλωμένη από μερικούς νεαρούς που έριχναν κρυφές ματιές γεμάτες θαυμασμό στις απαλές καμπύλες του κορμιού της που διαγράφονταν κάτω από το λεπτό ύφασμα της ολόλευκης μεταξωτής τουνίκ. «Πολύ κομψή!» της είπε κολακευτικά κάποιος κι εκείνη τον ευχαρίστησε χαμηλώνοντας ντροπαλά τα μάτια. «Εγώ την είδα πρώτος!» ακούστηκε η φωνή του Στου Γουόρ-σλι, που στριμώχτηκε ανάμεσα στους άλλους νεαρούς κρατώντας ένα ποτήρι σε κάθε χέρι. «Ορίστε, αγάπη μου», είπε δίνοντας στη Λόρεν το δικό της. Με την πρώτη γουλιά εκείνη κατάλαβε ότι ο Στου είχε προσθέσει βότκα ή τζιν στη λεμονάδα της. «Μη γίνεσαι παιδί!» διαμαρτυρήθηκε εκείνος κάνοντας μια γκριμάτσα όταν την είδε να σμίγει τα φρύδια. «Δε σου κάνει κακό λίγη βότκα!» Η Λόρεν δεν ήπιε άλλη γουλιά από κείνο το ποτήρι κι ούτε δέχτηκε να της φέρουν άλλο ποτό. Επέστρεψε μόνη το ποτό της στο μπαρ, ζήτησε ένα μπουκάλι πορτοκαλάδα και το άδειασε σ’ ένα καθαρό ποτήρι. «Μερικοί άνθρωποι δεν έχουν καθόλου χιούμορ», της είπε αγανακτισμένος ο Στου Γουόρσλι. Μέχρι την ώρα που φάνηκε ο Σαμ, η Λόρεν είχε μιλήσει με αρκετούς από τους καλεσμένους. Φυσικά δεν μπορούσε να κρατάει σημειώσεις, αλλά είχε καλή μνήμη. Όταν θα πήγαινε αργότερα στο δωμάτιό της, θα σημείωνε τα ονόματα τους και τα πιο ενδιαφέροντα από τα σχόλια που είχε ακούσει. Όλοι ήξεραν πως ήταν η δημοσιογράφος που θα κάλυπτε το ρεπορτάζ του γάμου, κι έτσι δεν μπορούσαν να την εμποδίσουν. Από την άλλη μεριά, δεν είχε σκοπό να χρησιμοποιήσει σχόλια που θα προκαλούσαν αντιδράσεις. Ο Στου Γουόρσλι δεν έφυγε ούτε στιγμή από το πλάι της όλο το βράδυ. Ήταν ένας αδύνατος, αεικίνητος άντρας γύρω στα τριάντα, με κατάμαυρα ατίθασα μαλλιά. Τα μαύρα μάτια του ήταν συνέχεια καρφωμένα πάνω της, κάνοντάς τη να νιώθει άσχημα.


«Α, εδώ είσαι!» άκουσε πίσω της μια βαθιά φωνή και ξαφνικά το χέρι του Σαμ τυλίχτηκε γύρω από τη μέση της. Το στομάχι της σφίχτηκε από την ταραχή. «Θα ήθελα να μιλήσουμε», πρό-σθεσε εκείνος και κοίταξε τον Στου. «Συγνώμη». Ο Στου μουρμούρισε κάτι, αλλά ο Σαμ δεν του έδωσε σημασία. Παίρνοντας τη Λόρεν μαζί του, βγήκε από το μπαρ και την οδήγησε στο άδειο φουαγιέ του ξενοδοχείου. «Ποιος νομίζεις ότι είσαι;» ξέσπασε περιφρονητικά εκείνη όταν βρέθηκαν μόνοι. «Νόμιζα πως έπρεπε να σε προειδοποιήσω», απάντησε εκείνος κοιτάζοντάς τη βλοσυρά. «Ο Στου Γουόρσλι δεν είναι άγγελος. Παίρνει ναρκωτικά και συχνά γίνεται επικίνδυνος». Η Λόρεν είχε προσέξει την παράξενη λάμψη που είχαν τα μαύρα μάτια του Στου, αλλά, από την άλλη μεριά, η απότομη συμπεριφορά του Σαμ την είχε προσβάλει, γιατί ήταν ικανή να προσέχει μόνη της τον εαυτό της. «Ευχαριστώ για την πληροφορία», του είπε παγερά. «Την επόμενη φορά όμως που θα με τραβήξεις μαζί σου με το ζόρι, θα σε χαστουκίσω». «Δοκίμασε!» την προκάλεσε απαλά ο Σαμ κι η Λόρεν ένιωσε την παλάμη της να μουδιάζει από λαχτάρα. «Μη νομίζεις ότι δε θα το κάνω, αν απλώσεις ξανά τα χέρια σου πάνω μου!» Ο Σαμ, κοιτάζοντάς την ειρωνικά, διέγραψε με το δείκτη του χεριού του την καμπύλη του γυμνού της μπράτσου. «Πολύ αστείο!» ξέσπασε περιφρονητικά η Λόρεν, έτοιμη να φύγει, αλλά την ίδια στιγμή τα χέρια του έκλεισαν ξανά γύρω από το κορμί της. Ο Σαμ την τράβηξε απαλά στην αγκαλιά του και τα χείλη του αναζήτησαν λαίμαργα τα δικά της, κάνοντάς τη να ριγήσει σύγκορμη από ηδονή. Ήξερε ότι έπρεπε να τον χτυπήσει, να παλέψει, αλλά το μυαλό της είχε θολώσει και ένιωθε τα γόνατά της να λυγίζουν. Τα χείλη του τραβούσαν τα δικά της σαν μαγνήτης και το χέρι της είχε γλιστρήσει στον αυχένα του, χαϊδεύοντας αχόρταγα τη σφιχτή επιδερμίδα. Νιώθοντας να πνίγεται από τα συναισθήματα που την κατέκλυσαν σαν ατέλειωτο θαλάσσιο κύμα, παραδόθηκε στο φιλί του μ’ ένα απαλό βογκητό γεμάτο πάθος. Την ίδια στιγμή ο Σαμ σήκωσε το κεφάλι και την άφησε από την αγκαλιά του. Εκείνη έμεινε να τον κοιτάζει σαστισμένη, τρέμοντας από ταραχή. «Λοιπόν; Δε θα με χτυπήσεις;» τη ρώτησε και στα μάτια του άστραψε μια παράξενη λάμψη. Τα λόγια του την έκαναν να εξοργιστεί, γιατί δεν είχε προλάβει να συνέλθει από κείνη τη γλυκιά κι ερεθιστική ανατριχίλα και γιατί ο Σαμ ήξερε ότι το κορμί της καιγόταν ακόμα από πόθο. Το χέρι της υψώθηκε απειλητικό στο πρόσωπό του, αλλά εκείνος την άρπαξε από τον καρπό υποχρεοδνοντάς τη να το κατεβάσει. «Δε θα το κάνεις. Λόρεν! Σε φίλησα γιατί μας παρακολουθούσε ο Στου Γουόρσλι. Σκέφτηκα ότι


μπορεί να σε αφήσει ήσυχη αν πιστέψει ότι ανήκεις σ’ εμένα!» Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά γύρω, η Λόρεν είδε την πλάτη του Στου Γουόρσλι που στεκόταν στην πόρτα του μπαρ. Μιλούσε με κάποιους από τους καλεσμένους, αλλά τον είδε να γυρνά και να κοιτάζει προς το σημείο που ήταν ο Σαμ κι εκείνη. «Μπορώ να τα βγάλω μόνη μου πέρα με τον Στου Γουόρ-σλι!» είπε άγρια στον Σαμ. «Δε θέλω να δώσω σε κανέναν την εντύπωση ότι σου ανήκω!» «Πρόκειται όμως...» είπε ο Σαμ με τη βαθιά αισθησιακή φωνή του κι απομακρύνθηκε αφήνοντάς την εμβρόντητη. Τι εννοούσε άραγε; Σαν να μην ξέρω! μάλωσε θυμωμένα η Λόρεν τον εαυτό της. Ο Σαμ μίλησε καθαρά, δεν υπάρχει αμφιβολία! Εννοούσε, συ-μπέρανε ταραγμένη, ότι με κυνηγάει, έτοιμος να επιτεθεί κάθε στιγμή, όπως η τίγρη όταν μυρίζεται αίμα. Του ξέφυγα μια φορά στο παρελθόν, αρνήθηκα να γίνω δική του, αλλά εκείνος είναι ικανός να περιμένει όσο χρειαστεί, αρκεί να πάρει εκδίκηση. Πλήγωσα τον αντρικό του εγωισμό! Δε θα με συγχωρήσει! Είναι ικανός να χρησιμοποιήσει κάθε τέχνασμα για να πετύχει το σκοπό του. Τώρα, συλλογίστηκε η Λόρεν, είμαι βέβαιη πως δεν πρόκειται να ησυχάσει αν δε με κάνει δική του. Αν όμως του δοθώ, το επόμενο πρωί θα εξαφανιστεί, αφήνοντάς με να αντιμετωπίσω τις συνέπειες της πράξης μου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Την άλλη μέρα η Λόρεν ξύπνησε νωρίς και κατέβηκε στην πισίνα. Ο ήλιος δεν είχε φανεί στον ορίζοντα, ο ουρανός ήταν ακόμα γεμάτος αστέρια. Το νερό ήταν παγωμένο, γι’ αυτό άρχισε να κολυμπά με γρήγορες κινήσεις για να ζεσταθεί. Το δείπνο της περασμένης νύχτας ήταν αληθινό μαρτύριο. Η Μελ κι ο Τζόνι της είχαν δώσει μια θέση δίπλα στον Σαμ, αλλά ο Στου Γουόρσλι είχε κατορθώσει να καθίσει πλάι της από την άλλη πλευρά. Αποδείχτηκε αφάνταστα ενοχλητικός. Είπε πολλά κακόγουστα αστεία, τεντώθηκε να πάρει ψωμί αγγίζοντας σκόπιμα το στήθος της, της χάιδεψε το μηρό κάτω από το τραπέζι και άρχισε να γελά δυνατά όταν εκείνη τράβηξε θυμωμένη το χέρι του. Δε σταμάτησε παρά μόνο όταν ο Σαμ, γέρνοντας πίσω, τον σκούντησε επίμονα στον ώμο. «Ναι;» είπε ειρωνικά ο Στου. «Θέλεις να σου σπάσω τα δόντια;» τον ρώτησε χαμογελώντας ο Σαμ. «Αφησέ την ήσυχη!» Ο Στου γέλασε πνιχτά χωρίς ν’ απαντήσει, αλλά από κείνη τη στιγμή σταμάτησε να ενοχλεί τη Λόρεν. Από τη μια μεριά η μεσολάβηση του Σαμ είχε βγάλει τη Λόρεν από τη δύσκολη θέση κι από την άλλη δεν ήθελε να του δώσει το δικαίωμα να της φέρεται σαν να ήταν κτήμα του. Κρίμα που κανείς δεν μπορεί ν’ αντιμετωπίσει τον Σαμ, σκέφτηκε η Λόρεν, με τον ίδιο τρόπο που αντιμετώπισε εκείνος τον Στου! Μετά το δείπνο οι περισσότεροι από τους καλεσμένους σηκώθηκαν να χορέψουν κι εκείνη δέχτηκε την πρόταση του Σαμ χωρίς πολλή σκέψη. Ο Σαμ ήταν καλός χορευτής, αλλά από την πρώτη στιγμή που η Λόρεν βρέθηκε στην αγκαλιά του μετά-νιωσε για την απερισκεψία της. Η επαφή τους έστελνε


χιλιάδες ηλεκτρικά φορτία σ' όλο της το κορμί και, μόλο που προσπαθούσε να κρατήσει την αυτοκυριαρχία της, ήταν βέβαιη ότι ο Σαμ το καταλάβαινε. Λαχταρώντας να απαλλαγεί από αυτό το αβάσταχτο μαρτύριο, η Λόρεν πήγε νωρίς για ύπνο, αλλά έμεινε άγρυπνη στο κρεβάτι της αναπολώντας το άγγιγμα του χεριού του στη μέση της, την ερεθιστική επαφή των μηρών τους και το αισθησιακό του βλέμμα. * * * Βγαίνοντας από την πισίνα σταμάτησε στην εξέδρα στύβοντας τα βρεγμένα μαλλιά της κι έπειτα έτρεξε να φορέσει το μπουρνούζι της. Αντικρίζοντας ξαφνικά τον Σαμ, ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν και την καρδιά της να χτυπά άγρια. Φορούσε ένα μαύρο μαγιό και το ηλιοκαμένο αθλητικό κορμί του χρύσιζε στο πρωινό φως. «Ευχαριστώ», ψέλλισε βραχνά η Λόρεν βλέποντάς τον να κρατά το μπουρνούζι της. Μη θέλοντας να καβγαδίσει μαζί του, τον άφησε να τη βοηθήσει. Οι κινήσεις του ήταν αργές και ράθυμες, ενώ το κορμί του άγγιζε το δικό της. Η Λόρεν έσφιξε με πείσμα τα χείλη για να μη βάλει τις φωνές. «Καλύτερα να βιαστείς, αν θέλεις να κολυμπήσεις πριν σερβίρουν το πρόγευμα», του είπε χάνοντας την υπομονή της. «Έχουμε καιρό», απάντησε εκείνος αφήνοντας τα χέρια του να ταξιδέψουν βασανιστικά στους ώμους της. Έπειτα οι άκρες των δάχτυλων του άγγιξαν απαλά την καμπύλη του στήθους της, στέλνοντας ένα δυνατό ρίγος στη σπονδυλική της στήλη. «Τι κάνεις εκεί;» ξέσπασε με φωνή που έτρεμε. «Δένω τη ζώνη σου!» μουρμούρισε ο Σαμ περνώντας βιαστικά τη ζώνη γύρω από τη μέση της. «Δε θέλω να με αγγίξεις άλλη φορά!» του πέταξε άγρια η Λόρεν. «Θέλω να βρεθούμε μόνοι σήμερα το πρωί», απάντησε εκείνος ατάραχος κι η Λόρεν τον κοίταξε σαστισμένη, νιώθοντας τα μάγουλά της να βάφονται κόκκινα. «Γιατί;» «Μα φυσικά για να συζητήσουμε τα σχετικά με την ιστορία μας», αποκρίθηκε ο Σαμ χαμογελώντας πονηρά. «Α!» μουρμούρισε ανακουφισμένη η Λόρεν κι εκείνος την κοίταξε όπως η γάτα το ποντίκι. «Τι φαντάστηκες;» «Τίποτα», βιάστηκε να απαντήσει εκείνη. «Ποια... ‘ιστορία μας’; Δική μου είναι η ιστορία. Εγώ ανακάλυψα τη Μελ και μου ζήτησε να γράψω το ρεπορτάζ του γάμου της. Εσύ ήρθες απρόσκλητος!»


«Συγχαρητήρια για τον επαγγελματισμό σου!» της πέταξε απαθέστατα ο Σαμ κι η Λόρεν δάγκωσε νευρικά τα χείλη, ξέροντας πως δίκαια την είχε προσβάλει. «Μην προσπαθείς να επιβάλεις τις απόψεις σου και σταμάτα να με διατάζεις!» «Όπως σου είπα και χτες, οι γάμοι μοιάζουν με τις εικονογραφημένες ιστορίες. Είναι καθαρά φωτορεπορτάζ». Η Λόρεν άνοιξε το στόμα για να διαφωνήσει, αλλά ο Σαμ έβαλε το δάχτυλό του στα χείλη της. Τα καταπράσινα μάτια της άστραψαν επικίνδυνα κι έσφιξε τα δόντια για να μη δαγκώσει το δάχτυλό του. «Ούτε να το σκέφτεσαι», της είπε χαμογελώντας, έχοντας μαντέψει τις προθέσεις της. «Θα το μετανιώσεις πολύ άσχημα!» Η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους είχε φορτιστεί επικίνδυνα. «Ακουσέ με τώρα», συνέχισε ο Σαμ βλέποντάς τη να σφίγγει με πείσμα τα χείλη. «Σήμερα το μεσημέρι είμαστε καλεσμένοι για φαγητό στον κήπο της Μελ... Γιατί δεν πάμε μέχρι εκεί με τα πόδια συζητώντας στο δρόμο τα σχέδιά μας;» «Ναι, εντάξει», συμφώνησε απρόθυμα εκείνη, μη θέλοντας να του δώσει την ευκαιρία να παραπονεθεί στον αρχισυντάκτη της ότι αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί του. Ο Σαμ έπαιζε αφηρημένα με τις άκρες του μπουρνουζιού της κι έπειτα τα δάχτυλά του τυλίχτηκαν αργά στις υγρές μπούκλες. «Άφησέ με ήσυχη!» ξέσπασε η Λόρεν σπρώχνοντας άγρια το χέρι του. «Όχι», αποκρίθηκε εκείνος και ξαφνικά το χαμόγελο έσβησε από το πρόσωπό του. Τα μάτια του πλανήθηκαν λαίμαργα στο κορμί της, κάνοντάς τη να ριγήσει σύγκορμη, σαν να δεχόταν τα χάδια του. «Δεν μπορώ να σ' αφήσω ήσυχη. Λόρεν». Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω κι έφυγε τρέχοντας. Όταν βρέθηκε στο δωμάτιό της, κλείδωσε βιαστικά την πόρτα κι έβαλε το σύρτη για να νιώσει πιο ασφαλής. Καλύτερα, συλλογίστηκε, να φροντίζω να τον συναντώ όταν υπάρχουν κι άλλοι γύρω. Φόρεσε ένα μπλε σορτς κι ένα λευκό τοπ με ροζ φαρδιές ρίγες και κατέβηκε για πρόγευμα. Ο μπουφές του εστιατορίου ξεχείλιζε από λαχταριστές λιχουδιές. Υπήρχαν κρύο καπνιστό χοιρινό σε φέτες, τυριά, φρέσκα εξωτικά φρούτα, πήλινες γαβάθες με δημητριακά, κανάτες με φρέσκο γάλα, καφέ και χυμούς φρούτων, κι ακόμα μικρά κρουασάν με μέλι που μόλις είχαν βγει από το φούρνο. Η Λόρεν είχε τελειώσει το πρωινό της όταν ο Σαμ μπήκε στο εστιατόριο. Φορούσε λευκό πουκάμισο, μαύρο τζιν και τα μαλλιά του ήταν ακόμα υγρά από το κολύμπι. Με την πρώτη ματιά η καρδιά της άρχισε να χτυπά άγρια, πράγμα που την έκανε να νιώσει ακόμα χειρότερα. Αναστατωμένη σηκώθηκε από το τραπέζι της και προχώρησε προς την έξοδο. Ωστόσο ο Σαμ δεν έστρεψε ούτε μια φορά το βλέμμα του προς το μέρος της. Είχε καθίσει στο ίδιο τραπέζι με δύο όμορφες κοπέλες κι έδειχνε αρκετά απασχολημένος από τη συζήτησή τους. Τα κορίτσια ήταν μέλη του φωνητικού συγκροτήματος της Μελ και δεν έκρυβαν το θαυμασμό τους για εκείνον. Η Λόρεν, βλέποντάς τες να φλερτάρουν ανοιχτά μαζί του, έγινε έξω φρενών. Τουλάχιστον, συλλογίστηκε, αν βάλει κάποια άλλη στο μάτι μπορεί να μ’ αφήσει ήσυχη.


Κανονικά αυτή η σκέψη έπρεπε να την ανακουφίσει, αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Αγανακτισμένη με τον εαυτό της, κάθισε στη βεράντα του ξενοδοχείου. Θα έστελνε μερικές κάρτες σε γονείς και φίλους για ν’ απασχοληθεί με κάτι. Ο συναισθηματικός της κόσμος είχε διαταραχτεί τόσο πολύ, που είχε αρχίσει να την πιάνει απελπισία. Δεν ήξερε πώς θ’ αντιδρούσε την επόμενη στιγμή κι ένιωθε αδύναμη, σαν φύλλο που το παρασέρνει ο άνεμος. Μισή ώρα αργότερα ο Σαμ βγήκε στη βεράντα. Όταν τον είδε να πλησιάζει προς το μέρος της μ’ εκείνη τη χάρη που έκανε όλες τις γυναίκες να γυρίζουν το κεφάλι, δάγκωσε θυμωμένα τα χείλη για να πνίξει τα συναισθήματα που την πλημμύρισαν. Την ερέθιζε όσο κανένας άλλος άντρας ως τώρα και αμφέβαλλε αν θα βρισκόταν και στο μέλλον κάποιος που ν’ ασκεί τέτοια επίδραση πάνω της. Βαθιά μέσα της η Λόρεν ήξερε καλά ότι ποτέ δεν είχε νιώσει έτσι για τον Ρομπ, όσο κι αν προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της για το αντίθετο. «Θέλεις να ξεκινήσουμε για τη βίλα;» τη ρώτησε ο Σαμ πλησιάζοντας στο τραπέζι της. Εκείνη κούνησε αδιάφορα το κεφάλι και σηκώθηκε. «Ο Φρέντι είπε πως θα μας δώσει μια ολόκληρη σελίδα», είπε ο Σαμ καθώς έβγαιναν στο δρόμο. «Αλήθεια;» μουρμούρισε η Λόρεν χαμογελώντας. «Τότε υπάρχει αρκετός χώρος και για τους δυο μας». «Ακριβώς. Πες μου τώρα, πόσος χώρος σου είναι απαραίτητος;» Εκείνη τον κοίταξε αβέβαιη. «Θα αναφερθείς στο παρελθόν της νύφης και του γαμπρού;» ρώτησε αναστενάζοντας ο Σαμ. «Η Μελ δεν έχει πολλές ιστορίες, αλλά ο Τζόνι...» Αφήνοντας ατέλειωτη τη φράση του, σφύριξε πονηρά. «Όλοι ξέρουμε το παρελθόν του». «Δε βλέπω για ποιο λόγο πρέπει να το αναφέρω!» είπε η Λόρεν σμίγοντας τα φρύδια της. «Κανείς δεν πρόκειται να δημοσιεύσει την είδηση πριν από μας, άρα δεν έχουμε ανταγωνιστές. Η ιστορία μας δε θ’ αναφέρεται στο παρελθόν του Τζόνι, αλλά στο μυστικό γάμο δύο διασημοτήτων σ’ ένα παραδεισένιο νησάκι του Ατλαντικού. Γράφοντας για την πρώην σύζυγο του Τζόνι ή τις παλιές ερωμένες του, υπάρχει κίνδυνος να χαλάσουμε την εικόνα που θέλουμε να δώσουμε στον κόσμο...» Το ύφος του Σαμ έκανε τη Λόρεν να σταματήσει σαστισμένη. «Βρίσκεις τίποτα παράξενο σ’ όλα αυτά;» τον ρώτησε κοιτάζοντάς τον προκλητικά. «Απολύτως τίποτα». «Γιατί λοιπόν με κοιτάζεις έτσι;» «Σκεφτόμουν...» «Ναι;» τον πίεσε η Λόρεν όταν τον είδε να κομπιάζει. «Πόσο ρομαντική είσαι», είπε ο Σαμ, κάνοντάς τη να κοκκινίσει από ντροπή. Ποτέ η Λόρεν δεν είχε θεωρήσει τον εαυτό της ρομαντικό κι επίσης περηφανευόταν πως ήταν


σκληρό καρύδι στη δουλειά της. Η δημοσιογραφία δεν ήταν το κατάλληλο επάγγελμα για πονετικούς, εύπιστους και, πολύ περισσότερο, για ρομαντικούς. «Η άποψή σου όμως με βρίσκει σύμφωνο», συνέχισε παγερά ο Σαμ. «Καλύτερα να επιμείνουμε στην είδηση της κεντρικής μας φωτογραφίας με τη νύφη και το γαμπρό. Οι αναγνώστες θα θελήσουν να δουν το νησί, γι’ αυτό θα πάρω μερικές φωτογραφίες από το λιμάνι και την πόλη. Έπειτα έχουμε τους διάσημους καλεσμένους... Θα τραβήξω μερικά φιλμ για να μπορεί ο καλλιτεχνικός συντάκτης να διαλέξει ποια πρόσωπα θα χρησιμοποιήσει. Και φυσικά εσύ θα ετοιμάσεις τις λεζάντες, μια αστραφτερή περιγραφή του νησιού, τι φορούσαν οι γυναίκες και ποιοι τις συνόδεψαν στο γάμο...» «Δε θα μου μάθεις εσύ τη δουλειά μου!» του πέταξε η Λόρεν. «Θα σου άρεσε ν’ αρχίσω να σου λέω πώς βγάζουν μια φωτογραφία;» «Ξέρεις να χρησιμοποιείς φωτογραφική μηχανή;» της αντιγύρισε ο Σαμ ρίχνοντάς της μια ειρωνική ματιά. «Μάλιστα!» του απάντησε με πείσμα η Λόρεν και βλέποντας το βλέμμα του ξέσπασε αυθόρμητα σε γέλια. «Αν είναι αρκετά απλή», αναγκάστηκε να παραδεχτεί. «Ακούσε, Λόρεν, πρέπει να συνεργαστούμε», της θύμισε. «Μ’ έστειλαν να καλύψω την ίδια ιστορία και κάνω τη δουλειά μου περισσότερα χρόνια από σένα. Προφανώς εγώ είμαι ο προϊστάμενος σ’ αυτή τη συνεργασία! Απάντησέ μου τίμια: όταν διαβάζεις μια εφημερίδα, δεν κοιτάζεις πρώτα τις φωτογραφίες κι έπειτα διαβάζεις τα σχόλια;» Δαγκώνοντας νευρικά τα χείλη, η Λόρεν αρκέστηκε να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι. «Ακριβώς!» είπε αναστενάζοντας εκείνος. «Τι άλλο θα έκανες; Προσπαθώ λοιπόν να σου εξηγήσω ότι τα κείμενα πρέπει να ταιριάζουν με τις φωτογραφίες και να τις εξηγούν!» «Υποθέτω πως έχεις δίκιο», είπε απρόθυμα εκείνη. Είχαν φτάσει ήδη έξω από τη βίλα της Μελ. Ο Σαμ σταμάτησε δίνο-ντάς της το χέρι του, μ’ εκείνο το αφάνταστα γοητευτικό χαμόγελο που έκανε την καρδιά της να χτυπάει άγρια. «Συνεργάτες;» «Συνεργάτες», συμφώνησε εκείνη σφίγγοντας απαλά το χέρι του, αλλά μέσα της σκέφτηκε ότι η συνεργασία τους ήταν άνιση από τη στιγμή που ο Σαμ είχε κρατήσει για τον εαυτό του τη θέση του προϊσταμένου. Εκείνος θα έπαιρνε τις αποφάσεις και θα έδινε διαταγές, περιμένοντας από τη Λόρεν, που την έβλεπε σαν μαθητευόμενη, να τις εφαρμόσει. Τι σημασία έχει να διαφωνήσω με τις ιδιοτροπίες του, αναρωτήθηκε, αφού συμφώ-νησα ότι οι φωτογραφίες του παίζουν σημαντικό ρόλο; Ο Σαμ έχει απόλυτο δίκιο. Ο κόσμος κοιτάζει πρώτα τις φωτογραφίες, παραδέχτηκε. Πολλές φορές μια φωτογραφία αξίζει περισσότερο από χίλιες λέξεις. Ωστόσο στο δικό μου κείμενο κάθε λέξη Θα μετράει, είπε με πείσμα στον εαυτό της. Ήταν στον κήπο όταν η Μελ βγήκε στο μπαλκόνι του δωματίου της και τους χαιρέτησε. «Γεια! Θα κατέβω σ’ ένα λεπτό! Γιατί δεν παίρνετε ένα ποτό μέχρι να έρθω;»


«Εντάξει», φώναξε η Λόρεν σηκώνοντας το χέρι για να τη χαιρετήσει. «Γίνατε φίλες τώρα;» ρώτησε ο Σαμ κοιτάζοντάς τη σκυθρωπός. «Τι εννοείς;» τον ρώτησε κι εκείνη. «Δεν είναι καλή ιδέα να γίνεσαι φίλος μ’ εκείνους απ’ τους οποίους παίρνεις συνέντευξη», της απάντησε. «Από τη μια μεριά αισθάνεσαι υποχρεωμένος να τους ευχαριστήσεις κι από την άλλη θέλεις να γράψεις μια καλή ιστορία, αλλά αυτά τα δύο δεν ταιριάζουν πάντα. Αν η ιστορία αρέσει στη φίλη σου, να είσαι βέβαιη πως δε θ’ αρέσει στον αρχισυντάκτη σου! Ακούσε τη συμβουλή μου... Ξέκοψε από τη Με?, μέχρι να τελειώσει ο γάμος». Η Λόρεν είχε αρχίσει ήδη να διαπιστώνει ότι όσο περισσότερο γνώριζε και συμπαθούσε τη Μελ τόσο περιοριζόταν η ικανότητά της να γράψει με ειλικρίνεια για το γάμο. Δεν ήθελε να την πληγώσει ή να τη δυσαρεστήσει. αλλά τώρα ήταν αργά να αλλάξει στάση, γιατί η Μελ είχε γίνει φίλη της. «Δεν μπορώ να το κάνω», είπε στον Σαμ. «Δε νομίζω ότι η φιλία μου με τη Μελ θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα σε μια αθώα ιστορία όπως είναι ο γάμος της. Φυσικά δε θα ήθελα να γράψω ένα πικρόχολο άρθρο ή να ανακινήσω το παρελθόν». «Το παρελθόν του Τζόνι», είπε ξερά ο Σαμ κι η Λόρεν τον κοίταξε χάνοντας την υπομονή της. «Νόμιζα ότι είχαμε συμφωνήσει πώς θα χειριστούμε το θέμα!» «Ναι, αλλά ακόμα πιστεύω πως προτιμάς να γράψεις ένα ανιαρό ρεπορτάζ παρά να πληγώσεις τη Μελ ή να χάσεις τη φιλία της. Να ξέρεις όμως ότι η στάση σου είναι αντιεπαγγελματική, Λόρεν!» Προτού εκείνη προλάβει να ανοίξει το στόμα της για να τον αντιμετωπίσει, η Τζόαν Ρόμπερτσον έτρεξε να τους υποδεχτεί. Τα μάτια της άστραψαν βλέποντας τον Σαμ. «Γεια σας», είπε απευθυνόμενη σ’ εκείνον κι η Λόρεν ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται από ζήλια. Ακόμα κι η Τζόαν Ρόμπερτσον γλυκαίνει για χάρη εκείνου του καταραμένου, συλλογίστηκε. «Τι θα πάρετε;» μουρμούρισε γλυκά η Τζόαν. «Ένα αναψυκτικό με πολύ πάγο», απάντησε ο Σαμ κι η Λόρεν συμφώνησε μαζί του. Η Τζόαν κούνησε καταφατικά το κεφάλι κι έπειτα εξαφανίστηκε, αφήνοντάς τους μόνους στην ηλιόλουστη βεράντα με τις ψάθινες πολυθρόνες. Μετά από λίγο ένα μελαψό κορίτσι με κόκκινο φόρεμα βγήκε από τη βίλα κρατώντας το δίσκο με τα ποτά. «Γεια σου, Λόρεν», είπε χαμογελώντας. «Τι κάνεις; Σου αρέσει το ξενοδοχείο;» τη ρώτησε. Είχε τύχει να γνωριστούν όταν η Λόρεν έμενε ακόμα στη βίλα. «Είναι θαυμάσιο, Ολίβια!» αποκρίθηκε εκείνη και τη σύστησε στον Σαμ. «Η Ολίβια εργάζεται εδώ όταν έρχεται η Μελ, αλλά ταυτόχρονα έχει και μια μικρή μπουτίκ στην πόλη». «Με τουριστικές μπλούζες;» είπε αστεία ο Σαμ κι η Ολίβια γέλασε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. Ήταν μια ήσυχη και πρόσχαρη κοπέλα με πανέμορφα εκφραστικά μάτια και πλούσια σγουρά μαλλιά.


«Πουλάω κι άλλα πράγματα!» Ο Σαμ την κοίταζε μ’ ενδιαφέρον και, μόλο που η Λόρεν δεν ένιωσε έκπληξη, τα δόντια της σφίχτηκαν γι’ άλλη μια φορά από αγανάκτηση. Πάντοτε του άρεσαν τα όμορφα κορίτσια. «Ποιος προσέχει το μαγαζί σου όταν έρχεσαι εδώ;» ρώτησε ο Σαμ την Ολίβια. «Η μητέρα μου, οι αδερφές μου...» αποκρίθηκε εκείνη ανασηκώνοντας τους ώμους της. «Είναι οικογενειακή επιχείρηση. Το σπίτι μας είναι πάνω από το μαγαζί κι όποια έχει ελεύθερο χρόνο το φροντίζει κάθε φορά». Η Ολίβια άφησε τα ποτά τους στο χαμηλό τραπεζάκι από μπαμπού κι ο Σαμ έσκυψε και πήρε το δικό του. «Μμμ! Είχα διψάσει, κάνει τόση ζέστη σήμερα», είπε ρουφώντας μια γουλιά και κλείνοντας τα μάτια. «Κάθε μέρα κάνει ζέστη», τον διαβεβαίωσε η Ολίβια. Εκείνη τη στιγμή έφτασε η Μελ. Ο Σαμ σηκώθηκε, με το ποτήρι στο χέρι. Η Μελ χαμογέλασε κι έπειτα κοίταξε το ποτό του. «Θα ήθελα κι εγώ ένα, Ολίβια!» είπε κι η κοπέλα κούνησε καταφατικά το κεφάλι κι έφυγε με χάρη. Η Μελ κάθισε σε μια πλεχτή πολυθρόνα ανάμεσα στον Σαμ και τη Λόρεν, έβγαλε τις εσπαντρίγιες της και δίπλωσε τις ηλιοκαμένες γάμπες κάτω από το σώμα της σαν παιδάκι. Ο Σαμ είχε τη φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη στο λαιμό του και άρχισε να τη φωτογραφίζει. «Είναι απαραίτητο;» ρώτησε ενοχλημένη η Μελ. «Μην ασχολείσαι μαζί μου», αποκρίθηκε εκείνος. «Ξέχασε πως είμαι εδώ!» «Μακάρι να ήταν αλήθεια!» σχολίασε η Λόρεν πικρόχολα, εισπράττοντας ένα άγριο βλέμμα από τον Σαμ. «Μη με πολεμάς μπροστά στην οικοδέσποινά μας, γιατί θα μετανιώσεις πικρά!» Εκείνη έγινε κατακόκκινη από το θυμό κι η Μελ έβαλε τα γέλια, κοιτάζοντας μια τον έναν και μια τον άλλον. «Εσείς οι δυο είστε παλιοί φίλοι ή θανάσιμοι εχθροί;» «Και τα δύο», είπε ο Σαμ συνεχίζοντας να τη φωτογραφίζει από κάθε γωνία. Ο φακός του αιχμαλώτιζε τη φιγούρα της με φόντο τον παραδεισένιο κήπο, την τεράστια μπουκαμβίλια. τους αστραφτερούς θάμνους, τα αιχμηρά φύλλα των φοινικό-δεντρων, τις ψηλές κολόνες στη βεράντα και τις σκιές τους στο πλακόστρωτο δάπεδο. «Θα δημοσιεύσουμε το γάμο σου κυρίως σαν φωτογραφικό ρεπορτάζ», είπε στη Μελ γονατίζοντας πλάι της στο ένα πόδι για να φωτογραφίσει από κοντά το προφίλ της. «Θέλω να φωτογραφίσω κάθε στιγμή του γάμου και της προετοιμασίας του. Τους φίλους, τις οικογένειές σας, το σπίτι, το γιοτ του Τζόνι... Θέλουμε να δώσουμε στους αναγνώστες μας την αληθινή εικόνα της ζωής σας στο νησί. Η Λόρεν θα γράψει τις λεζάντες για τις φωτογραφίες μου, θα περιγράφει την τελετή και τη δεξίωση, το νυφικό σου και θα αναφέρει το όνομα του σχεδιαστή. Οι αναγνώστριές μας θα ενθουσιαστούν. Θα διαβάσουν πώς ήταν η ανθοδέσμη σου, ποιο ήταν το μενού της δεξίωσης, τι φορούσαν οι καλεσμένοι, ποιοι είχαν έρθει...»


Σταμάτησε και την κοίταξε, μ’ εκείνο το γοητευτικό χαμόγελο που έκανε τη Λόρεν έξαλλη όταν το έβλεπε να απευθύνεται σε άλλες γυναίκες. «Πώς σου φαίνεται;» » Η Μελ συμφώνησε ενθουσιασμένη κι η Λόρεν διαπίστωσε ότι ο Σαμ είχε κατορθώσει να μαγέψει ακόμα και τη Μελ, μόλο που ήταν τρελά ερωτευμένη με το μέλλοντα σύζυγό της. Ήξερε πως δε θ’ άντεχε ακόμα για πολύ να βλέπει όλες τις γυναίκες να τρέχουν πίσω του με την πρώτη ματιά. Μετά από λίγο κατέβηκε ο Τζόνι Σέφτον και κάθισε συζητώντας μαζί τους μέχρι την ώρα που άρχισαν να φτάνουν οι πρώτοι καλεσμένοι. Έπειτα όλοι πήγαν στον κήπο. Το μπουφέ είχε ετοιμαστεί στην τεράστια βεράντα, αλλά οι καλεσμένοι πήραν τα γεμάτα πιάτα τους και κάθισαν στον κήπο κάτω από χρωματιστές ομπρέλες ή στην πισίνα, τρώγοντας και συζητώντας, ενώ από τα μεγάφωνα ακούγονταν όλες οι τελευταίες επιτυχίες της ποπ. Ο ήλιος ήταν πολύ ζεστός, ο ουρανός καταγάλανος και η ατμόσφαιρα υγρή. Όταν τέλειωσε το φαγητό της η Λόρεν άρχισε να τριγυρνά από παρέα σε παρέα προσπαθώντας να ξεχωρίσει τους συγγενείς από τους φίλους και τους διάσημους συνεργάτες τόσο της Μελ όσο και του Τζόνι. Καθώς η ώρα περνούσε, ένιωσε τα βλέφαρά της να βαραίνουν και αποφάσισε να ξαπλώσει για λίγο σε μια σεζλόνγκ. Η ατμόσφαιρα ήταν τόσο αποπνικτική, που όλοι γύρω της έδειχναν νυσταγμένοι κι οι συζητήσεις είχαν ατονήσει. Ο Σαμ δεν είχε σταματήσει να γυρίζει πάνω κάτω βγάζοντας φωτογραφίες. Φαίνεται πως δεν τον ενοχλεί η ζέστη, σκέφτηκε η Λόρεν. Διαθέτει περισσότερη ενεργητικότητα απ’ όσο ωφελεί τόσο τον ίδιο όσο και τους άλλους γύρω του! Δε χρειαζόταν να ανοίξει τα μάτια της για να καταλάβει ότι ο Σαμ στεκόταν κοντά της. Το ένστικτό της την προειδοποιούσε για κάθε του κίνηση, οι κεραίες της ήταν στραμμένες πάνω του και πολλές φορές είχε την αίσθηση ότι επικοινωνούσε μαζί του με τηλεπάθεια. Όταν γύρισαν στο ξενοδοχείο, η Λόρεν πήγε στο δωμάτιό της για να κρατήσει σημειώσεις από τις συνεντεύξεις που είχε πάρει εκείνη την ημέρα κι ο Σαμ έτρεξε να εμφανίσει τα φιλμ που είχε τραβήξει στη βίλα της Μελ. Η Λόρεν ήταν ήδη στο μπαρ με τους άλλους όταν ο Σαμ κατέβηκε για το δείπνο. Όταν τον αντίκρισε, η καρδιά της άρχισε να χτυπά άγρια. Τι μου συμβαίνει; αναρωτήθηκε χαμηλώνοντας το βλέμμα. Πρέπει να τρελάθηκα αν τον έχω ερωτευτεί. Απόψε θα κρατηθώ μακριά του. Η Λόρεν έφαγε μόνο σαλάτα και φρούτα κι έπειτα αποφάσισε να γυρίσει στο δωμάτιό της, με τη δικαιολογία ότι την επόμενη μέρα έπρεπε να ξυπνήσει νωρίς και να ετοιμαστεί για το γάμο. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και κοιμήθηκε, αλλά όλη τη νύχτα στριφογύριζε ιδρωμένη από βασανιστικά όνειρα, όπου πρωτεύοντα ρόλο κατείχε ο Σαμ. Μόλο που η μπουτίκ της Ολίβια δεν είχε μεγάλη ποικιλία ρούχων, η Λόρεν είχε ανακαλύψει ένα σομόν φόρεμα από σατέν, που τελικά αποφάσισε να φορέσει στο γάμο. Το χρώμα του αναδείκνυε την ηλιοκαμένη επιδερμίδα και πρόσθετε περισσότερη λάμψη στα κατάξανθα μαλλιά της. Είχε


αγοράσει ακόμα ένα λευκό ψάθινο καπέλο με μεγάλο μπορ και σομόν μεταξωτές κορδέλες, για να το φορέσει με τα λευκά δερμάτινα σανδάλια και την ασορτί τσάντα που είχε φέρει μαζί της. Πολλές από τις καλεσμένες θα φορούσαν πανάκριβες τουαλέτες με την υπογραφή διάσημων σχεδιαστών, αγορασμένες ειδικά για την περίσταση στο Παρίσι, το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη. Θα άστραφταν από τη λάμψη που χαρίζει το χρήμα με τα εκτυφλωτικά κοσμήματα και τα σινιέ αςεσουάρ τους, αλλά η Λόρεν δεν τις ζήλευε κι ούτε θα ένιωθε άσχημα ανάμεσά τους. Ο μοναδικός άντρας που μ’ ενδιαφέρει, συλλογίστηκε ρίχνοντας μια ματιά στον καθρέφτη, είναι για μένα απαγορευμένος καρπός. Για ποιο λόγο λοιπόν να ανησυχώ για την εμφάνισή μου; Κατέβηκε στο εστιατόριο, όπου αρκέστηκε σ’ ένα ελαφρύ πρόγευμα, και άρχισε να μιλά με τους καλεσμένους, που περί-μεναν ανυπόμονα τους μελλονύμφους. Ο Σαμ έφαγε ένα ροδάκινο, ήπιε ένα φλιτζάνι καφέ κι έτρεξε στη βίλα για να φωτογραφίσει τις προετοιμασίες πριν ακολουθήσει τη νύφη και το γαμπρό στη μικρή εκκλησία της πόλης. Η Λόρεν παρακολούθησε συγκινημένη τη γαμήλια τελετή. Η μικρή κάτασπρη εκκλησία άστραφτε από καθαριότητα κι οι αχτίδες του ήλιου περνούσαν από τα μικρά παράθυρα σχηματίζοντας ουράνια τόξα στους ασβεστωμένους τοίχους. Το νυφικό της νύφης είχε πλούσιες πτυχές κι ήταν από ζωικό μετάξι. Μόλο που η διάσημη τραγουδίστρια δεν ήταν όμορφη, σήμερα ακτινοβολούσε κάτω από το λεπτό βέλο που πρόσθετε μια παράξενη γοητεία στο πρόσωπό της. Τα μεγάλα μάτια της έλαμπαν και στα μάγουλά της είχε απλωθεί το ροδαλό χρώμα της ευτυχίας. Κρατούσε ένα μπουκέτο από μικρά τριαντάφυλλα και γαρίφαλα, και στο ιερό είχε τοποθετηθεί μια ανθοδέσμη από κατάλευκους κρίνους της Παναγίας, που σκορπούσαν γύρω το μεθυστικό άρωμά τους. Ο Σαμ φωτογράφιζε το ευτυχισμένο ζευγάρι πλάι στο φωτογράφο του νησιού, ο οποίος θα πουλούσε τις φωτογραφίες του στην πόλη ή στους καλεσμένους και δεν έπαυε να επαναλαμβάνει πόσο περήφανος ήταν που συνεργαζόταν μ’ έναν τόσο διάσημο επαγγελματία. Ακόμα και σ’ εκείνο το μικρό και ήσυχο νησάκι του Ατλαντικού είχε φτάσει η φήμη του Σαμ όταν ήταν πολεμικός ανταποκριτής. Μετά το μυστήριο του γάμου, ο γαμπρός κι η νύφη μπήκαν σε μια άμαξα στολισμένη με εξωτικά λουλούδια και φτερά στρουθοκαμήλου που έσερνε ένα κάτασπρο άλογο. Οι καλεσμένοι στριμώχτηκαν στις υπόλοιπες άμαξες και τα άλογα άρχισαν να ανηφορίζουν αργά αργά το στενό ελικοειδή δρόμο που οδηγούσε στο ξενοδοχείο. Μελαψά αγόρια έτρεχαν πίσω τους με φωνές και τραγούδια κι οι μεγάλοι έβγαιναν στις αυλές και τα μπαλκόνια ραίνοντάς τους με λουλούδια. «Δεν έμοιαζε με παραμύθι;» είπε ενθουσιασμένη η Λόρεν στον Σαμ αργότερα, όταν χόρευαν. «Ελπίζω να έβγαλες καταπληκτικές φωτογραφίες». «Το ίδιο κι εγώ», απάντησε εκείνος. «Σύντομα θ’ ανέβω στο δωμάτιό μου για να τις εμφανίσω και, αν χρειαστεί, θα τραβήξω ακόμα μερικές». «Θα σου πάρει πολλή ώρα», μουρμούρισε η Λόρεν, μη θέλοντας να μείνει μόνη με τον Στου Γουόρσλι και την παρέα του. Είχε τελειώσει τη δική της δουλειά, δεν έμενε παρά μόνο η δακτυλογράφηση, που δε θα της έπαιρνε πολλή ώρα. Θα την έκανε το επόμενο πρωί, πριν δείξει την ιστορία της στον Τζόνι και τη Μελ. Απόψε ήθελε να διασκεδάσει, αλλά αν έφευγε ο Σαμ θ’


αναγκαζόταν να γυρίσει νωρίς στο δωμάτιό της. «Δυστυχώς», αποκρίθηκε εκείνος. «Δεν μπορείς να μείνεις λίγο ακόμα;» ρώτησε απογοητευμένη η Λόρεν, που είχε πιει αρκετά ποτήρια σαμπάνιας κι ένιωθε μια ελαφριά ζάλη καθώς λικνιζόταν στην αγκαλιά του. «Μακάρι να μπορούσα», απάντησε ο Σαμ. Μετά από κείνον το χορό ο Σαμ εγκατέλειψε διακριτικά τη δεξίωση για να δουλέψει στο δωμάτιό του. Την επόμενη στιγμή ο Στου Γουόρσλι βρισκόταν στο πλευρό της Λόρεν. «Χορεύουμε;» τη ρώτησε απότομα. «Όχι, ευχαριστώ», αποκρίθηκε εκείνη παγερά και, κάνοντας ένα βήμα πίσω, είδε τον Τζόνι Σέφτον να πλησιάζει προς το μέρος τους. «Θα μου χαρίσεις αυτόν το χορό, Λόρεν;» τη ρώτησε εκείνος ευγενικά, έχοντας προφανώς παρακολουθήσει τη σκηνή. «Με μεγάλη μου χαρά, Τζόνι». Ο Στου γρύλισε κάποια διαμαρτυρία, αλλά δεν του έδωσαν σημασία. Ο Τζόνι φυσικά ήταν καταπληκτικός χορευτής κι ευχάριστος συζητητής. «Ο Στου Γουόρσλι είναι ένας αγροίκος!» είπε ενοχλημένος κι η Λόρεν δε διαφώνησε. Ο φιλικός του τρόπος την ενθάρρυνε να του κάνει μια ερώτηση που μέχρι τότε δεν είχε βρει την ευκαιρία να θέσει τόσο σ’ εκείνον όσο και στη Μελ. «Εσύ κι η Μελ σκέφτεστε να αποκτήσετε σύντομα οικογένεια ή προτιμάτε να περιμένετε λίγο;» Το βλέμμα του ξαφνικά έγινε παγερό και τα χείλη του σφίχτηκαν. «Μήπως γίνομαι αδιάκριτη;» βιάστηκε να προσθέσει η Λόρεν. «Η ερώτησή σου είναι πολύ προσωπική», απάντησε εκείνος. «Μάθε όμως ότι πραγματικά θέλουμε να αποκτήσουμε παιδιά, μόλο που δεν έχουμε συγκεκριμένα σχέδια ακόμα. Η Μελ προτιμά να αφήσει τη φύση να αποφασίσει μόνη της». Η Λόρεν χόρεψε με μερικούς ακόμα από τους καλεσμένους, αλλά, όταν είδε τον Στου να την πλησιάζει ξανά, αποφάσισε να γυρίσει στο δωμάτιό της και να δακτυλογραφήσει το άρθρο. Η νύχτα ήταν ζεστή κι αποπνικτική και το φόρεμά της είχε μουσκέψει από τον ιδρώτα. Έτρεξε στο μπάνιο για να κάνει ένα δροσερό ντους, φόρεσε ένα βαμβακερό νυχτικό με γαλάζιες ρίγες και κάθισε μπροστά στη γραφομηχανή που είχε δανειστεί από τη Μελ. Όλοι οι καλεσμένοι διασκέδαζαν ακόμα στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, εκτός από τον Σαμ, που δούλευε στο δωμάτιό του κι έτσι δε θ’ ανησυχούσε κανέναν. Είχε απορροφηθεί από τη δουλειά της όταν άκουσε ένα θόρυβο πίσω της και γυρνώντας μηχανικά είδε κάποιον να παραμερίζει την κουρτίνα. Μια κραυγή τρόμου ξέφυγε από τα χείλη της βλέποντας


τη σκιά ενός άντρα να γλιστρά στο δωμάτιο. Η Λόρεν αναπήδησε πανικόβλητη κι η καρέκλα της έπεσε με κρότο στο πάτωμα, αλλά δεν μπόρεσε να κάνει την παραμικρή κίνηση, γιατί ο απρόσκλητος επισκέπτης την άρπαξε αστραπιαία από τη μέση. Εκείνη άρχισε να φωνάζει, προσπαθώντας απελπισμένα να ξεφύγει, ξέροντας πως κανείς δεν μπορούσε να την ακούσει. Η μουσική αντηχούσε σ’ ολόκληρο το ξενοδοχείο τόσο δυνατά, που έπνιγε κάθε άλλο θόρυβο. Ο άντρας έσπρωξε βίαια τη Λόρεν στο κρεβάτι και βρέθηκε από πάνω της ανασαίνοντας κοφτά κι αναστενάζοντας ανυπόμονα, ενώ τα χέρια του εξερευνούσαν τις καμπύλες του κορμιού της. «Σ’ έπιασα επιτέλους...» μουρμούρισε και τα χείλη του αναζήτησαν άπληστα το στόμα της. Με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, η Λόρεν έστρεψε το κεφάλι και συνέχισε να φωνάζει με όλη της τη δύναμη. Πάλευε να ξεφύγει με νύχια και με δόντια, αλλά εκείνος, σκίζοντας το λεπτό νυχτικό, άρπαξε βίαια τα στήθη της, κάνοντάς τη να παγώσει από τρόμο και αηδία. Κι αν δε με ακούσει κανείς; αναρωτήθηκε η Λόρεν. Κι αν δεν μπορέσω να αμυνθώ; Βάλθηκε να φωνάζει ακόμα πιο δυνατά, κι όταν εκείνος προσπάθησε να της φράξει το στόμα με την παλάμη του, τον δάγκωσε με μανία, κάνοντάς τον να βλαστημήσει από πόνο. Την επόμενη στιγμή κάποιος τον τράβηξε τόσο βίαια από πάνω της, που προσγειώθηκε στον απέναντι τοίχο κι έμεινε εκεί ζαρωμένος σαν σκουλήκι. Κλαίγοντας ασταμάτητα και με λυγμούς, η Λόρεν έριξε στον Σαμ μια ματιά όλο ανακούφιση αλλά και ντροπή, λες κι ένιωθε ένοχη γι’ αυτό που της είχε συμβεί. Έπειτα μάζεψε με τρεμάμε-να δάχτυλα το σκισμένο νυχτικό προσπαθώντας να κρύψει το γυμνό μελανιασμένο κορμί της και, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της, τύλιξε γύρω της το σεντόνι που υπήρχε στο κρεβάτι της. Ο Σαμ στάθηκε πάνω από τον Στου Γουόρσλι, που προσπαθούσε να σηκωθεί. «Θα σε σκοτώσω!» του πέταξε ο Στου ζαρώνοντας πάλι στον τοίχο για να αποφύγει μια καινούρια επίθεση. «Εκείνη με φώναξε, σου λέω! Ξέρω τι έχετε στο μυαλό σας... Πάτε να με εκβιάσετε! Οι δικηγόροι μου θα σε κλείσουν στη φυλακή, κύριε. Δε σου δίνω ούτε δεκάρα!» Ο Σαμ τον χαστούκισε. «Μου προκαλείς αηδία!» του είπε περιφρονητικά. «Έπρεπε να σε λιώσω στο ξύλο, αλλά τι θα κέρδιζα;» Αρπάζοντας τον Στου από το γιακά, τον πήγε σέρνοντας μέχρι την πόρτα κι έπειτα τον πέταξε έξω. «Αν σε δω κοντά της άλλη φορά, θα σε κρεμάσω», τον απείλησε. Εκείνος ξεστόμισε μερικές φοβερές βρισιές, αλλά μόλις ο Σαμ έκανε ένα βήμα προς το μέρος του το έβαλε στα πόδια. Ο Σαμ έκλεισε δυνατά την πόρτα και γύρισε σμίγοντας τα φρύδια προς τη Λόρεν. «Είσαι καλά;» της πέταξε άγρια, λες κι ήθελε να τη χαστουκίσει. «Αν έφτανες πέντε λεπτά αργότερα, θα με είχε βιάσει!» απο-κρίθηκε εκείνη τρέμοντας. Με ποιο δικαίωμα, αναρωτήθηκε ταυτόχρονα, θυμώνει μαζί μου;


«Δεν έπρεπε να του ανοίξεις!» της αντιγύρισε ο Σαμ. «Δεν του άνοιξα! Μπήκε από το μπαλκόνι με τον ίδιο τρόπο που μπήκες κι εσύ!» «Δεν έπρεπε να αφήσεις τα παράθυρα ανοιχτά!» «Έκανε ζέστη!» Στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλο φωνάζοντας άγρια, τη στιγμή που η Λόρεν το μόνο που ήθελε ήταν να χωθεί στην αγκαλιά του και να κλάψει. «Είσαι σκληρός!» του είπε αγανακτισμένη. «Λίγο έλειψε να με βιάσει κι εσύ τα βάζεις μαζί μου...» «Κόντεψα να τρελαθώ ακούγοντας τις φωνές σου!» μουρμούρισε ο Σαμ. Βλέποντας τα γκρίζα μάτια του ν’ αστράφτουν επικίνδυνα, η Λόρεν δάγκωσε νευρικά τα χείλη της. Έπειτα έσκυψε το κεφάλι ριγώντας σύγκορμη. Τώρα που το πρώτο σοκ είχε περάσει, ένιωθε περισσότερο πανικόβλητη από τον καινούριο κίνδυνο που την απειλούσε. «Λόρεν...» ψέλλισε βραχνά ο Σαμ, τυλίγοντας απαλά τα χέρια γύρω από τους ώμους της για να μην την τρομάξει. Ωστόσο η Λόρεν ήξερε ότι ο Σαμ ποτέ δε θα κατέφευγε στη βία για να κερδίσει μια γυναίκα. Λυγμοί συντάραζαν το κορμί της. Εκείνος κάθισε στο κρεβάτι και την πήρε στα γόνατά του σαν μωρό για να την παρηγορήσει. Χάιδεψε τα μαλλιά της, φίλησε απαλά το μέτωπο, τα δακρυ-σμένα μάτια και τις πυκνές βλεφαρίδες της, τη μύτη της, τα μάγουλα και τη γραμμή του πιγουνιού κι έπειτα τα χείλη του άγγιξαν γλυκά και λαίμαργα τα δικά της. «Λόρεν...» ψιθύρισε αναστενάζοντας, κάνοντας το κορμί της να πάρει φωτιά. Κάθε άλλη σκέψη έσβησε από το μυαλό της. Η Λόρεν ελευθέρωσε αδύναμα τα χέρια της από το σεντόνι, γλίστρησε τα δάχτυλά της στον αυχένα του, χάιδεψε τα μαλλιά του και τον έσφιξε με πάθος. «Μου φαίνεται ότι κάνω έρωτα με μούμια», είπε ο Σαμ γελώντας βραχνά. «Άφησέ με...» Ο Σαμ άνοιξε απαλά τις άκρες του σεντονιού κι έμεινε για λίγο να κοιτάζει το γυμνό της σώμα που ξεπρόβαλλε μέσα από το σκισμένο νυχτικό. Αυτή τη φορά η Λόρεν δεν έκανε τίποτα για να τον εμποδίσει ή για να κρύψει τη γύμνια της. Ένα άγριο βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της καθώς ένιωσε το στόμα του να κλείνει γύρω από την ορθωμένη θηλή της. Τα βλέφαρά της σφάλισαν και άφησε τα δάχτυλά της να χωθούν ηδονικά στα πυκνά, υγρά ακόμα, μαλλιά του. Ενάντια σε κάθε λογική, τον τραβούσε κοντά της, ξέροντας πως δεν άντεχε άλλο να αρνιέται την αλήθεια. Το κορμί της έκαιγε, τα χείλη της είχαν στεγνώσει κι ο κόσμος είχε αρχίσει να σβήνει γύρω της.


«Σε θέλω, Λόρεν», ψιθύριζε ασταμάτητα ο Σαμ. «Κι εγώ», είπε αναστενάζοντας βαθιά εκείνη. «Σε θέλω, αγάπη μου...» Ο Σαμ την έγδυσε αργά, γεμίζοντας το κορμί της με φιλιά, κι έπειτα, παίρνοντάς τη στην αγκαλιά του, την απόθεσε απαλά στο κρεβάτι και πλάγιασε μαζί της. Τα γκρίζα μάτια του πλανήθηκαν με ένταση στο πρόσωπό της αναζητώντας μια αντίδραση, σαν να της έδινε την τελευταία ευκαιρία να του πει όχι. Η Λόρεν όμως δεν το έκανε. Τον ήθελε τόσο πολύ, που θα τρελαινόταν αν τον έδιωχνε αυτή τη φορά. Έκαναν έρωτα αργά κι εκστατικά, σαν να βυθίζονταν σ’ ένα σκοτεινό, μαγικό κόσμο. Μάταια η Λόρεν είχε προσπαθήσει τόσα χρόνια ν’ αρνηθεί τον έρωτά της για τον Σαμ. Από τη στιγμή που παραδέχτηκε την αλήθεια είχε χάσει τον έλεγχο του κορμιού της. Ποτέ δεν είχε ανταποκριθεί με τέτοιο πάθος. Τα κορμιά τους έσμιγαν άγρια, αποζητώντας το λυτρωμό, κι η κάθε κίνησή τους τους παρέσερνε σε μια πρωτόγνωρη δίνη. Η ανάσα της έγινε κοφτή, το μυαλό της πλημμύρισε από χιλιάδες αστραφτερά χρώματα και στο τέλος ξέσπασε φωνάζοντας από ηδονή καθώς ο Σαμ λύγισε μ’ ένα δυνατό βογκητό στην αγκαλιά της. Αργότερα ένιωθαν τόσο εξαντλημένοι, που αποκοιμήθηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, σκεπασμένοι με το λεπτό σεντόνι. Όταν ξύπνησε η Λόρεν, το δωμάτιο πλημμύριζε από το θαμπό ρόδινο φως της αυγής. Οι σκηνές άρχισαν να ξετυλίγονται αργά στη μνήμη της. Κοίταξε γύρω διστακτικά, αλλά ο Σαμ δεν ήταν στο δωμάτιο. Πρέπει να έφυγε όσο κοιμόμουν, συλλογίστηκε χωρίς ιδιαίτερη ανησυχία. Το προηγούμενο βράδυ είχε ανακαλύψει ότι, κάτω από τη σκληρή εικόνα που παρουσίαζε στους άλλους ο Σαμ, κρυβόταν ένας εκπληκτικά ευαίσθητος άνθρωπος. Σηκώθηκε χαμογελώντας από το κρεβάτι κι έτρεξε στο παράθυρο για να κοιτάξει τη θάλασσα. Ήταν η πιο όμορφη μέρα της ζωής της, ένιωθε να ξεχειλίζει από ευτυχία. Ήταν ο άντρας των ονείρων της. Δε θα έκανε έρωτα μαζί της με τέτοιο πάθος αν κι εκείνος δεν ένιωθε το ίδιο. Μπορεί να είχε γνωρίσει πολλές γυναίκες στο παρελθόν, αλλά η Λόρεν ήταν βέβαιη πως τώρα όλα είχαν τελειώσει. Ο Σαμ της είχε πει ότι την αγαπούσε και τον πίστευε. Έκανε ένα ντους, ντύθηκε, τέλειωσε τη δακτυλογράφηση του άρθρου της και κατέβηκε στο εστιατόριο, σίγουρη ότι θα τον έβρισκε εκεί. Μπαίνοντας στη μεγάλη αίθουσα, δεν είδε κανέ-ναν άλλο πέρα από τον Τζόνι και τη Μελ. «Κοιμήθηκες περισσότερο κι από μας!» της είπαν εκείνοι χαμογελώντας. «Ετοίμασες το άρθρο σου; Θα θέλαμε να του ρίξουμε μια ματιά πριν φύγουμε. Είδαμε τις φωτογραφίες του Σαμ και μας άρεσαν πολύ. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως δεν ξέραμε ποια να διαλέξουμε!» «Τέλεια!» είπε χαρούμενα η Λόρεν. «Ελπίζω να μείνετε το ίδιο ικανοποιημένοι κι από το άρθρο μου». Σχεδόν ταυτόχρονα έβγαλε το δακτυλογραφημένο κείμενο από το φάκελο και τους το έδωσε. «Πού είναι ο Σαμ;» «Έφυγε πριν από μια ώρα», της είπε αδιάφορα ο Τζόνι, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του από τη


σελίδα. Η Λόρεν ένιωσε το αίμα να παγώνει στις φλέβες της. Στην αρχή δεν μπορούσε ούτε να σκεφτεί ούτε να μιλήσει. «Έφυγε; Πού πήγε;» ψέλλισε. «Στο Λονδίνο, νομίζω», αποκρίθηκε ο Τζόνι διαβάζοντας το κείμενό της. «Έφυγε με ελικόπτερο για τις Βερμούδες, απ' όπου υπήρχε μια πτήση για Λονδίνο σήμερα το πρωί. Έτσι θα προλάβει να δημοσιεύσει αύριο κιόλας την είδηση του γάμου μας». Ξαφνικά σταμάτησε σηκώνοντας το βλέμμα του. «Ω, ξέχασα... Άφησε ένα μήνυμα για σένα...» «Ναι;» ρώτησε βραχνά η Λόρεν. «Είπε ότι πρέπει να τηλεφωνήσεις στην εφημερίδα σήμερα για να τους δώσεις το άρθρο σου». Τελικά ο Σαμ με νίκησε, συλλογίστηκε. Πώς πίστεψα ότι παραιτήθηκε; Ο μοναδικός σκοπός του ήταν να με εκδικηθεί επειδή κάποτε πλήγωσα τον ανδρισμό του. Στάθηκα πιο αδύναμη από κείνον και στο τέλος υπέκυψα. Έπρεπε να το περιμένω πως θα έφευγε χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω του!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 Δυο μέρες αργότερα η Λόρεν γύρισε στο Λονδίνο. Κατά βάθος ήλπιζε πως φτάνοντας στο σπίτι της θα έβρισκε κάποιο μήνυμα του Σαμ, όμως τελικά εκείνος δεν είχε μπει στον κόπο να επικοινωνήσει μαζί της. Ήταν αργά κι ένιωθε αβάσταχτη κούραση. Ξάπλωσε στο κρεβάτι της, αλλά άργησε πολύ να κοιμηθεί. Μετά την ξαφνική αναχώρηση του Σαμ από το νησί είχε χάσει τον ύπνο της και δεν είχε την παραμικρή όρεξη για φαγητό. Το άλλο πρωί παρουσιάστηκε στην Γκαζέτ. Τα γραφεία της εφημερίδας ήταν στο ίδιο κτίριο, αλλά στην ανατολική πλευρά και σε διαφορετικό όροφο. Μια μικρή σκάλα συνέδεε την αίθουσα των δημοσιογράφων με το τυπογραφείο, κι από την πρώτη στιγμή που η Λόρεν βγήκε από το ασανσέρ είχε την αίσθηση πως εδώ οι κινήσεις ήταν γρήγορες, οι δημοσιογράφοι φαίνονταν απορροφημένοι από τη δουλειά τους. Τίποτα δε θύμιζε τη ρουτίνα του Ούλτρα. Προχώρησε αργά κοιτάζοντας γύρω, προσπαθώντας να συνηθίσει το περιβάλλον. Είδε μερικά κεφάλια από την αίθουσα των δημοσιογράφων να στρέφονται με περιέργεια προς το μέρος της και ν’ ανταλλάσσουν ματιές. Μόλο που ήταν καινούρια, οι συνάδελφοί της την αναγνώρισαν αμέσως. Η φήμη της είχε προηγηθεί της εμφάνισής της. Όλοι μιλούσαν για τη διάλυση του αρραβώνα της, την ξαφνική μετάθεσή της στην εφημερίδα και το απίστευτο κατόρθωμά της να πάρει το αποκλειστικό ρεπορτάζ από το γάμο του Τζόνι Σέφτον και της Μελ. Οι φήμες την ήθελαν ξανθιά και σέξι και, απ' ό.τι έβλεπαν, ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Η Λόρεν βρήκε τον Φρέντι Γκρέιντζερ, τον αρχισυντάκτη, στο ιδιαίτερο γραφείο του, στο βάθος της μεγάλης αίθουσας. Εκείνος την κοίταξε ερευνητικά χωρίς να σηκωθεί κι έπειτα σφύριξε με θαυμασμό. «Ώστε εσύ είσαι η Λόρεν Μπελ! Τώρα καταλαβαίνω!»


«Τι πράγμα;» Η Λόρεν κάθισε στην καρέκλα που της έδειξε εκείνος κι είδε το βλέμμα του να καρφώνεται λαίμαργα στις μακριές γάμπες που ξεπρόβαλλαν από τη στενή μαύρη φούστα της. Θέλοντας να περάσει απαρατήρητη, είχε διαλέξει μια κλασική φούστα κι ένα λευκό εφαρμοστό πουκάμισο, αλλά είχε προκαλέσει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. «Γιατί γίνεται τόσος θόρυβος γύρω από το όνομά σου!» Πριν η Λόρεν τολμήσει να τον ρωτήσει τι εννοούσε, εκείνος συνέχισε θριαμβευτικά: «Συγχαρητήρια για το ρεπορτάζ του γάμου. Εσύ κι ο Σαμ κάνατε καταπληκτική δουλειά». «Ευχαριστώ», απάντησε εκείνη ντροπαλά και αναρωτήθηκε αν θα έβλεπε τον Σαμ. Με δυσκολία συγκέντρωνε την προσοχή της στα λόγια του Φρέντι, καθοις όλη την ώρα το μυαλό της ήταν στον Σαμ. Δεν ήξερε πώς θα τα κατάφερνε να του φερθεί ψύχραιμα μετά απ’ όσα είχαν προηγηθεί. Ήταν βέβαιη πως εκείνος θα τριγύριζε άνετα γύρω της, χωρίς να νοιάζεται για το πρόβλημα που αντιμετώπιζε εκείνη. Ακουγε τον Φρέντι Γκρέιντζερ με χαμηλωμένο βλέμμα για να μην προδώσει τα αισθήματά της. «Εσύ κι ο Σαμ είστε καλοί συνεργάτες», είπε κάποια στιγμή εκείνος. «Στο μέλλον θα σας αναθέτω συχνά ρεπορτάζ». Τα λόγια του έκαναν τη Λόρεν να παγώσει. Αυτό δε θα το αντέξω, συλλογίστηκε. «Είναι ο κορυφαίος συνεργάτης της εφημερίδας μας», συνέχισε ο Φρέντι. «Ο καλύτερος φωτορεπόρτερ που είχαμε ποτέ...» Η Λόρεν έσμιξε τα φρύδια προσπαθώντας να θυμηθεί πού είχε ακούσει την ίδια φράση και τελικά συνειδητοποίησε ότι την είχε ακούσει από τον Ρομπ, που επαναλάμβανε τα λόγια του πατέρα του. Ίσως, συλλογίστηκε, να επαναλαμβάνει κι ο Φρέντι τα λόγια του Τσάρλι Κόρνουελ. Οι παλιότεροι δημοσιογράφοι της εφημερίδας έβλεπαν σαν θεό τον ιδιοκτήτη και φυσικά είχαν τις ίδιες ιδέες και απόψεις μ’ εκείνον. «Ο Σαμ χρειάζεται έναν καλό κειμενογράφο για συνεργάτη», είπε ο Φρέντι. «Δε νομίζω ότι θα συνεχίσει τη δουλειά του πολεμικού ανταποκριτή, αλλά, από την άλλη μεριά, ξέρω πως δεν πρόκειται να αντέξει κλεισμένος στο γραφείο. Μιλάει για αποκλειστικότητες και ειδικά αφιερώματα...» «Ειδικά αφιερώματα;» ρώτησε η Λόρεν σαστίζοντας. Δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά κι ούτε καταλάβαινε τι ακριβώς εννοούσε ο Φρέντι, αλλά η εκδοχή να συνεργαστεί με τον Σαμ έκανε το στομάχι της να σφίγγεται από άγχος. Πώς θ’ αντέξω να δουλεύω μαζί του, αναρωτήθηκε, και να τον βλέπω κάθε φορά με διαφορετική γυναίκα; «Ναι, είναι καταπληκτική ιδέα. Καθημερινά γίνονται παράξενα κι ασυνήθιστα πράγματα, όπως ο γάμος που ξετρύπωσες. Πραγματικά χρειαζόμαστε ένα καλό ντουέτο για να καλύπτουμε τέτοιες ιστορίες, και γι’ αυτό ψάχνω με ποιον θα μπορούσε να συνεργαστεί ο Σαμ. Μεταξύ μας, δεν είχα βρει κανέναν μέχρι τώρα. Μόλο που είναι φοβερά απαιτητικός, εντυπωσιάστηκε από σένα, γι’ αυτό σκέφτηκα να σου το προτείνω. Τι λες λοιπόν;» «Είναι εδώ ο Σαμ τώρα;» ρώτησε διστακτικά η Λόρεν.


«Όχι, έχει πάει στη Σκοτία να καλύψει τη σύγκρουση δύο αμαξοστοιχιών», αποκρίθηκε ο Φρέντι κι η Λόρεν ένιωσε να την κυριεύει αβάσταχτη μελαγχολία. «Μπορώ να το σκεφτώ;» «Φυσικά, απάντησέ μου όταν είσαι έτοιμη», είπε ο Φρέντι, πιστεύοντας κατά βάθος ότι η Λόρεν δε θ’ αρνιόταν. Καμιά γυναίκα δε θα έχανε την ευκαιρία να βρίσκεται συνέχεια στο πλευρό του Σαμ Χάρντι. Ο Φρέντι τη συνόδεψε στην αίθουσα των δημοσιογράφων, της έδειξε το καινούριο γραφείο της και τη σύστησε στους υπόλοιπους συναδέλφους που εργάζονταν κοντά της. Της ανέθεσαν το ίδιο απόγευμα να καλύψει τα εγκαίνια ενός νέου μεγαλοκα-ταστήματος στην Όξφορντ Στρητ, όπου θα παρευρισκόταν κι ένα μέλος της βασιλικής οικογένειας. Η Λόρεν βέβαια δεν ενθουσιάστηκε καθόλου και φοβήθηκε πως, αντί να ασχολείται με πραγματικές ειδήσεις, θα κατέληγε να περιγράφει κοινωνικές εκδηλώσεις. Καλύτερα να έμενα στο Ούλτρα, συλλογίστηκε, αν πρόκειται κι εδώ να γράφω ιστορίες για γυναίκες! Τι πρέπει να κάνω για να με πάρει στα σοβαρά ο Φρέντι; Μετά από μισή ώρα, ενώ η Λόρεν διάβαζε το μεγάλο τόμο με τους κανόνες για τους δημοσιογράφους της Γκαζέτ σχετικά με την ορθογραφία, τη σύνταξη και το ύφος της εφημερίδας, η Πάτι μπήκε στη μεγάλη αίθουσα και κατευθύνθηκε προς το μέρος της. Η Λόρεν την είδε μόνο όταν εκείνη στάθηκε απειλητική μπροστά στο γραφείο της κοιτάζοντάς τη με κακία. Παρ’ όλο που η Πάτι ήταν κομψή, το πρόσωπό της ήταν χλομό. Φορούσε λιλά σακάκι και μοβ φούστα, αλλά τα καστανά της μάτια ήταν τονισμένα με σκούρα σκιά κι έδειχναν κλαμένα. «Τι σημαίνουν όλα αυτά που ακούγονται για σένα και τον Σαμ;» την κατηγόρησε αμέσως. «Τι ακούγεται;» ρώτησε ταραγμένη η Λόρεν. «Μην προσπαθείς να με ξεγελάσεις! Ξέρεις τι εννοώ. Λένε ότι είσαι η καινούρια ερωμένη του... Είναι αλήθεια ή όχι;» «Ποιοι το λένε;» ρώτησε η Λόρεν κοκκινίζοντας. Λες ο Σαμ να είχε διαδώσει τα νέα σ' ολόκληρο το γραφείο; Συνήθως όλοι μάθαιναν γρήγορα ποια ήταν η καινούρια ερωμένη του, γιατί εκείνος δε φρόντιζε να κρυφτεί. Η Λόρεν δεν τον θεωρούσε φλύαρο κι ούτε πίστευε πως καυχιόταν στους άλλους για τα κα-τορθώματά του. Ποιος άλλος όμως θα διέδιδε εκείνη τη φήμη; «Βλέπω ότι δεν το αρνείσαι!» μουρμούρισε η Πάτι και τα χείλη της έτρεμαν από θυμό. «Σε παρηγόρησε όταν ο Ρομπ σ’ εγκατέλειψε; Λυπήθηκα πολύ όταν το έμαθα, ξέρεις. Είπα ‘την καημένη τη Λόρεν, τι ντροπή, πώς θα το ξεπεράσει;’... Κι εσύ μετά από πέντε λεπτά έπεσες στην αγκαλιά του Σαμ ξεχνώντας όσα έλεγες εναντίον του! Είμαι βέβαιη ότι τον κατηγορούσες επειδή ακριβώς τον ήθελες για τον εαυτό σου! Να ξέρεις όμως ότι η ευτυχία σου δε θα κρατήσει πολύ!» Η Πάτι χαμογέλασε βλέποντας τη Λόρεν να χαμηλώνει ταραγμένη το βλέμμα. «Μην ξεχνάς πως επαναλαμβάνω τα δικά σου λόγια για να σου δείξω πόσο τιποτένια είσαι!»


Όταν η Πάτι έφυγε, η Λόρεν πρόσεξε πως όλοι γύρω είχαν παρακολουθήσει τη φοβερή σκηνή ανάμεσα στις δυο παλιές φίλες. Δεν είμαι παρά μόνο λίγες ώρες εδώ, συλλογίστηκε, και κατάφερα να διασκεδάσω όλους τους συναδέλφους μου με τις περιπέτειες μου! Εκείνο το μεσημέρι ένιωσε μεγάλη ανακούφιση όταν βγήκε από τα γραφεία της εφημερίδας και πήγε για φαγητό στο απέναντι μπαρ. Μόλις όμως κάθισε σ’ ένα τραπέζι, οι φωνές των άλλων έγιναν ψίθυροι κι η Λόρεν πρόσεξε ότι τα βλέμματα είχαν στραφεί πάνω της. Η φήμη του δεσμού της με τον Σαμ είχε διαδοθεί με ταχύτητα επιδημίας. Την υπόλοιπη εβδομάδα είχε πολλά πράγματα να κάνει. Η καινούρια δουλειά τής έδινε την ευκαιρία να απασχολεί το μυαλό της με χιλιάδες καινούρια πράγματα, αποφεύγοντας να σκέφτεται τον Σαμ. Εκείνος δεν είχε φανεί ακόμα στο γραφείο. Μετά την ανταπόκριση για τη σύγκρουση των αμαξοστοιχιών στη Σκοτία, ο Φρέντι τον είχε στείλει στις βόρειες ακτές για να φωτογραφίσει ένα μεγάλο πετρελαιοφόρο που κινδύνευε να ναυαγήσει από τη θαλασσοταραχή. Ένα βράδυ, βγαίνοντας από το κτίριο της εταιρείας, συναντήθηκε τυχαία με τον Ρομπ και την Τζάνις. Ντυμένοι επίσημα κι οι δυο, πήγαιναν στο φουαγιέ κι η Λόρεν συμπέρανε ότι θα συνόδευαν τον Τσάρλι Κόρνουελ σε κάποια δεξίωση. Έδειχναν ευτυχισμένοι κι άστραφταν μ’ εκείνη την αυτοπεποίθηση που χαρίζουν το χρήμα κι η δόξα. Αντικρίζοντάς τους, αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως ήταν αληθινά ένα αξιοζήλευτο ζευγάρι. Η Τζάνις φορούσε μια κεχριμπαρένια λαμέ τουαλέτα, διαμαντέ-νιο περιδέραιο και σκουλαρίκια κι έμοιαζε με αρχαία θεά. Η Λόρεν ήξερε ότι η ίδια ποτέ δε θα έδειχνε τόσο όμορφη πλάι στον Ρομπ. Εκείνος φορούσε ένα πανάκριβο καλοραμμένο σκούρο κοστούμι και άψογο λευκό πουκάμισο. Της φάνηκε πολύ όμορφος για να είναι αληθινός. Είχε περάσει πολύς καιρός χωρίς να δει τον Ρομπ, σχεδόν μια ολόκληρη ζωή, της φαινόταν τώρα. Η Λόρεν δεν ήταν διαφορετική τώρα κι ούτε είχαν αλλάξει τα αισθήματά της. Ωστόσο εκείνοι οι μήνες που πέρασε μαζί του της φαίνονταν ψεύτικοι. Είχε απαλλαγεί από τη θύμησή του όπως η πεταλούδα από τη χρυσαλλίδα. Ο Ρομπ ήταν το προστατευτικό κουκούλι που μέσα του η Λόρεν είχε κρύψει μια αγάπη τόσο βαθιά κι αληθινή. Μόλο που υποκρινόταν ότι δεν αγαπούσε τον Σαμ, η αλήθεια ήταν ότι ποτέ δεν είχε αγαπήσει τον Ρομπ. Τώρα όμως ήξερε πως ο Σαμ είχε φύγει για πάντα από τη ζωή της κι η καρδιά της ράγιζε από πόνο. Ήταν αργά πια, η Λόρεν δεν μπορούσε να κάνει πίσω και να πάψει να τον αγαπά. Η Τζάνις την είδε και σταμάτησε ανασηκώνοντας τα καλογραμμένα φρύδια της. «Γεια σου!» της είπε με την έντονη αμερικάνικη προφορά της. Ο Ρομπ γύρισε σαστισμένος το κεφάλι και το μέτωπό του ζάρωσε όταν συνάντησε το βλέμμα της Λόρεν, αλλά δεν είπε τίποτα. «Γεια σας... Τι κάνετε;» είπε η Λόρεν ευγενικά κοιτάζοντας και τους δύο. «Είμαστε καλά και ακούμε συνέχεια όλο τον κόσμο να μιλάει για σένα και τον Σαμ!» είπε η Τζάνις. «Χαίρομαι πολύ και για τους δυο σας!» Όλοι το ξέρουν, λοιπόν, συλλογίστηκε θυμωμένη η Λόρεν. Δεν έχουν τίποτα καλύτερο να κάνουν σ’


αυτή την εταιρεία από το να κουτσομπολεύουν τον έναν και τον άλλον; Όταν γυρίσει ο Σαμ και μάθουν ότι δεν ενδιαφέρεται πια για μένα, θα σαστίσουν και θα προσπαθούν να με παρηγορήσουν. Η καημένη η Λόρεν, θα λένε... Την εγκατέλειψαν δυο φορές σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα! Κρίμα! Οι σκέψεις της την έκαναν να χλομιάσει από ντροπή και ν’ αναρωτηθεί πόσο θα άντεχε ακόμα. «Έπρεπε να το είχαμε μαντέψει! Ο Σαμ Χάρντι είναι πρόθυμος να παρηγορήσει όλες τις γυναίκες που αντιμετωπίζουν προβλήματα... όπως την Πάτι, για παράδειγμα!» ξέσπασε πικρόχολα ο Ρομπ κι η Τζάνις τον κοίταξε έκπληκτη. «Αυτό που είπες δεν είναι καθόλου ευγενικό, αγάπη μου!» τον μάλωσε σμίγοντας τα φρύδια της. «Μου αρέσει ο Σαμ», βιάστηκε να προσθέσει κοιτάζοντας τη Λόρεν. «Είναι καταπληκτικός τύπος!» «Πρέπει να πηγαίνουμε», μουρμούρισε ο Ρομπ. «Ο μπαμπάς περιμένει». Παίρνοντας την Τζάνις από το χέρι, την τράβηξε βιαστικά, αλλά εκείνη δεν τον ακολούθησε. «Θέλω να πω στη Λόρεν πόσο μου άρεσε το άρθρο της για το γάμο του Τζόνι Σέφτον! Ήταν πολύ καλογραμμένο και φυσικά οι φωτογραφίες του Σαμ ήταν εξαιρετικές. Πολύ συγκινητική παρουσίαση! Ελπίζω αυτός ο γάμος του Τζόνι να πάει καλά». «Το ίδιο κι εγώ», είπε σοβαρά η Λόρεν. «Η Μελ είναι πολύ καλή κοπέλα». Η Τζάνις συμφώνησε κουνώντας με χάρη το κεφάλι. «Φάνηκε μέσα από την ιστορία σου ότι συμπαθείς τη Μελ. Ή μάλλον και τους δύο. Ήταν ένα άριστο δείγμα γραφής, Λόρεν». Σταμάτησε δαγκώνοντας διστακτικά τα χείλη και την κοίταξε δειλά. «Ελπίζω... αν δεν είναι πολύ... Θα ήθελα να παρουσιάζατε με τον Σαμ και το δικό μου γάμο». Τα βλέφαρα της Λόρεν τρεμόπαιξαν από κατάπληξη. Ο Ρομπ κι η Τζάνις έφυγαν βιαστικά, χωρίς να κοιτάξουν πίσω. Τι θράσος! συλλογίστηκε καθώς γύριζε σπίτι της. Νομίζει πραγματικά ότι θα έγραφα ποτέ για το γάμο του πρώην μνηστήρα μου; Η Τζάνις θα πρέπει να είναι χοντρόπετση σαν ρι-νόκερος! Όταν όμως είχε ηρεμήσει, κατάλαβε πως η αντίδρασή της ήταν ανόητη. Ποτέ δεν αγάπησα τον Ρομπ, σκέφτηκε, κι ούτε λυπήθηκα που τον έχασα. Σε τελευταία ανάλυση, δε με νοιάζει αν παντρευτεί ή όχι την Τζάνις. Μου φαίνεται ότι εκείνη είναι πολύ καλύτερη από τον Ρομπ! Απόψε μου φέρθηκε τόσο πικρόχολα κι εχθρικά σαν να ήθελε να με απομακρύνει από τον Σαμ. Έχει την εντύπωση πως είμαι κτήμα του! Αντίθετα, η Τζάνις είναι καλόκαρδη και λογική. Το είχε πει άλλωστε κι ο Σαμ αυτό. Γιατί λοιπόν να μην κάνω το ρεπορτάζ του γάμου τους; Βέβαια θα ξεσηκώσει αρκετά σχόλια σ’ ολόκληρο το κτίριο, αλλά δε δίνω δεκάρα γι’ αυτά που θα νομίσουν οι άλλοι! Το επόμενο πρωί, μπαίνοντας στο κτίριο, η Λόρεν ένιωσε ένα παράξενο ρίγος στον αυχένα της. Τότε κατάλαβε τι την περίμε-νε. Το ένστικτό της χτυπούσε συναγερμό. Ο Σαμ πρέπει να είχε γυρίσει.


Κάθισε στο γραφείο της κι έριξε μια ματιά στη μεγάλη αίθουσα. Ο Σαμ ήταν στο γραφείο του Φρέντι, με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος της. Φορούσε τζιν κι ένα εκρού βαμβακερό πουλόβερ, ο ήλιος παιχνίδιζε στα στιλπνά κατάμαυρα μαλλιά του κι έδειχνε αφάνταστα σέξι... Νιώθοντας τον παλμό της να επιταχύνεται άγρια, η Λόρεν έσκυψε πάνω από τα χαρτιά της προσπαθώντας να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της. Μόλο που ο Σαμ ήταν στην άλλη άκρη, τα χέρια της έτρεμαν και το πρόσωπό της έκαιγε. Κι όμως ο Σαμ δεν μπήκε στον κόπο να μου γράψει, ούτε μου τηλεφώνησε, συλλογίστηκε, από τότε που έφυγε από το νησί. Αυτό δε φτάνει για να πάψω να τον αγαπώ; Δεν υπήρξα παρά μια γυναίκα που του άρεσε και το μόνο που ήθελε ήταν να με κατακτήσει. Γιατί όμως πηγαίνει από τη μια γυναίκα στην άλλη; Γιατί έχει αυτή την καταραμένη συνήθεια να αλλάζει ασταμάτητα ερωμένες; Έχω ακούσει, συλλογίστηκε η Λόρεν, για άντρες που συλλέγουν αντίκες, βιβλία, πίνακες και που θα πλήρωναν μια ολόκληρη περιουσία για να προσθέσουν ένα καινούριο κομμάτι στη συλλογή τους. Ποτέ δεν έτυχε όμως να ακούσω για συλλέκτες ερωτικών συντρόφων! Ο Σαμ ήταν από κείνους που δεν κρατούν τα αποκτήματά τους. Ψάχνουν αμέσως για καινούρια χωρίς να κοιτάζουν πίσω. Είναι αφόρητα σκληρός κι αδίστακτος, είπε στον εαυτό της. Τον έχω δει τόσες φορές και δεν αμφιβάλλω πια. Αν δεν οπλιστώ με αδιαφορία, η ζωή μου θα καταντήσει αληθινό μαρτύριο. Ένα ρίγος διέτρεξε τη σπονδυλική της στήλη η διαίσθησή της την προειδοποίησε ότι ο Σαμ ερχόταν προς το μέρος της. Συνέχισε να κοιτάζει μια επιστολή, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα, προσπαθώντας να διαβάσει το περιεχόμενό της, αλλά ήταν αδύνατον. Οι λέξεις χοροπηδούσαν μπροστά στα μάτια της δίχως νόημα. Όταν εκείνος σταμάτησε μπροστά στο γραφείο της, η Λόρεν πήρε βαθιά ανάσα και αποφάσισε να τον κοιτάξει. «Γεια», είπε ο Σαμ και το πρόσωπό του φωτίστηκε από ένα ακαταμάχητο χαμόγελο. «Γεια σου», απάντησε η Λόρεν μαγεμένη από το χαμόγελό του. Κανείς δε θα μπορούσε να μαντέψει από τον τόνο της φωνής της πόσο άσχημα ένιωθε. Οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι στα διπλανά γραφεία τούς κοίταζαν περιμένοντας ανυπόμονα να ακούσουν τη συζήτησή τους. Ακόμα καλύτερα, σκέφτηκε η Λόρεν. Αν ήμαστε μόνοι, μπορεί να έχανα την ψυχραιμία μου. «Θέλεις να πάμε μαζί για φαγητό απόψε;» τη ρώτησε εκείνος ήρεμα, αφήνοντάς την κατάπληκτη. Αυτό δεν το περίμενα, σκέφτηκε αγανακτισμένη. Μπορεί να θέλει να μου ανακοινώσει επίσημα ότι γνώρισε κάποια άλλη! Από την άλλη μεριά, ίσως νιώθει τύψεις επειδή μ’ εγκατέλειψε τόσο σύντομα μετά τον Ρομπ. Μπορεί να με λυπάται... Η σκέψη αυτή έκανε την καρδιά της να σφιχτεί από πόνο. Καλύτερα να κρατήσει τον οίκτο του για τον εαυτό του, είπε αγανακτισμένη μέσα της. «Λυπάμαι», του απάντησε ευγενικά. «Έχω ραντεβού».


«Να το ακυρώσεις», αποκρίθηκε απότομα εκείνος. Η Λόρεν χαμογέλασε κουνώντας αρνητικά το κεφάλι της. «Δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο!» Ο τόνος της φωνής της τη βοήθησε να νιώσει περισσότερη αυτοπεποίθηση. Ήταν ήρεμος, απόμακρος κι ελαφρά περιπαικτικός. Ο Σαμ κοίταξε το πρόσωπό της κι η λάμψη που φάνηκε στα γκρίζα μάτια του την προειδοποίησε ότι είχε αρχίσει να θυμώνει. «Συγνώμη», του είπε η Λόρεν συνεχίζοντας να χαμογελά. «Είμαι πολύ απασχολημένη», πρόσθεσε στρέφοντας το βλέμμα της στο γράμμα που κρατούσε, αλλά τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια κατάφερε να το συγκροτήσει, αλλά σχεδόν ταυτόχρονα μια μικρή φλέβα άρχισε να παίζει νευρικά στην άκρη των χειλιών της. Ο Σαμ δεν είχε φύγει. Στεκόταν ακίνητος και την παρατηρούσε εξεταστικά. Η Λόρεν με μια κρυφή ματιά πρόσεξε τους μυς που τέντωναν το ύφασμα του τζιν στο ύψος των μηρών και τις γροθιές του που είχαν σφιχτεί απειλητικά. Έπειτα εκείνος γύρισε απότομα κι έφυγε, βγαίνοντας από την αίθουσα. Μόλις η Λόρεν άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω του, σηκώθηκε -όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω της-και πήγε στις τουαλέτες. Κλείστηκε σε μια καμπίνα και γέρνοντας πάνω στον τοίχο έκρυψε το πρόσωπο" μέσα στα χέρια της και άφησε τα δάκρυά της να ξεσπάσουν. Τουλάχιστον κατάφερα να τον ξεγελάσω αυτή τη φορά, συλλογίστηκε, όσο κι αν μου στοίχισε. Πέρασαν δέκα λεπτά πριν γυρίσει στο γραφείο, με τα μαλλιά της βουρτσισμένα, το πρόσωπο στεγνό και τη χλομάδα κρυμμένη κάτω από ένα στρώμα μεϊκάπ. «Σε έψαχνε ο Φρέντι!» της είπε κάποιος κι εκείνη κουνώντας χαμογελαστά το κεφάλι ξεκίνησε για το γραφείο του αρχισυντάκτη. «Χαίρεσαι που γύρισε ο Σαμ;» την πείραξε ο Φρέντι κι η Λό-ρεν γέλασε παγερά. «Δε νομίζω όμως ότι θα μπορέσεις να τον δεις σήμερα», πρόσθεσε ο Φρέντι. «Συγνώμη, αγάπη μου, αλλά πρέπει να πάρεις συνέντευξη από κείνο τον τρελό που κάνει την έρευνα για τις πάπιες στα πάρκα του Λονδίνου. Θα έστελνα τον Σαμ για τις φωτογραφίες, αλλά υπήρχε πιο επείγουσα δουλειά για κείνον. Ο Νοτιοαμερικανός δικτάτορας, που βρίσκεται αυτές τις μέρες εδώ, σήμερα θα επισκεφτεί τη Βουλή των Κοινοτήτων. Ο Σαμ τον γνωρίζει, γι’ αυτό τον έστειλα να τραβήξει μερικές πρωτότυπες φωτογραφίες». «Δεν είναι ο τύπος που απειλούν να σκοτώσουν;» ρώτησε η Λόρεν παγώνοντας από φόβο. «Ακριβώς! Και μακάρι να το κάνουν!» είπε ο Φρέντι δίνο-ντάς της μια σελίδα με δακτυλογραφημένες οδηγίες για τη δική της συνέντευξη. «Κι αν προσπαθήσουν να τον σκοτώσουν κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη Βουλή των Κοινοτήτων;» επέμεινε η Λόρεν κοιτάζοντας το χαρτί που της είχε δώσει ο Φρέντι. «Θα αλλάξουμε τους τίτλους της εφημερίδας», αποκρίθηκε εκείνος κάνοντας μια γκριμάτσα κι η Λόρεν ένιωσε ένα ρίγος λες κι η θερμοκρασία είχε πέσει απότομα στο γραφείο.


«Ο Σαμ όμως κινδυνεύει να σκοτωθεί!» «Το ίδιο κι όλοι οι άλλοι που θα βρίσκονται εκεί!» είπε ο Φρέντι κοιτάζοντάς την κατάματα. «Ηρέμησε, κοριτσάκι μου, δε θα βάλουμε τον Σαμ σε γυάλα για να μην ανησυχείς! Πήγαινε να κάνεις τη δουλειά σου και άφησε τον Σαμ να κάνει τη δική του! Μη φοβάσαι πάντως. Δεν πρόκειται να πάθει τίποτα. 0 Σαμ κινδυνεύει περισσότερο να σκοτωθεί διασχίζοντας κάποιο δρόμο». Έκανε μια παύση και χαμογέλασε πατρικά. «Εμένα μου φαίνεται πιο πιθανό!» Μόλο που η Λόρεν ήξερε ότι ο αρχισυντάκτης της είχε δίκιο, εκείνο το πρωί, όσο μιλούσε με τον τρελούτσικο επιστήμονα στην όχθη μιας λίμνης ανάμεσα σε αμέτρητες πάπιες που έκρωζαν ασταμάτητα, το μυαλό της δε σταμάτησε να γυρίζει γύρω απ’ τον Σαμ. Τι θα γινόταν αν ένα τυχαίο συμβάν έκοβε το νήμα της ζωής του; Όταν επέστρεψε στο γραφείο ένιωσε μεγάλη ανακούφιση βλέποντάς τον σκυμμένο με τον καλλιτεχνικό συντάκτη πάνω από μερικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά, διέκρινε τη σιλουέτα της Πάτι και αναγνώρισε τη δυνατή φωνή της. Τι κάνει η Πάτι μαζί τους; αναρωτήθηκε ανήσυχη. Κι αν ο Σαμ συνεχίζει να τη βλέπει; Προχώρησε προς την αίθουσα των δημοσιογράφων νιώθοντας αβάσταχτη ζήλια και περιέργεια. Ίσως του αρέσει περισσότερο απ’ όλες τις άλλες, σκέφτηκε σμίγοντας τα φρύδια της. Ίσως... Σταμάτα επιτέλους! μάλωσε άγρια τον εαυτό της, διώχνοντας αυτή τη σκέψη. Τι κερδίζω συνεχίζοντας να τον σκέφτομαι; Δεν έχω κανένα δικαίωμα να χώνω τη μύτη μου στην προσωπική του ζωή. Ούτε ο Σαμ ούτε η Πάτι θα με ευχαριστήσουν αν μπερδευτώ ξανά στα πόδια τους. Καλύτερα να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου. * * * Είχε σχεδόν τελειώσει το άρθρο της το ίδιο απόγευμα, γύρω στις εξίμισι, όταν χτύπησε το τηλέφωνο κάνοντάς τη να τρομάξει. «Λόρεν, εγώ είμαι», ακούστηκε η φωνή του Ρομπ, αφήνοντάς την κατάπληκτη. «Α, γεια!» του απάντησε εκείνη ευγενικά κι έπειτα ο τόνος της έγινε απότομος. «Tι θέλεις;» «Πρέπει να σου μιλήσω. Θέλεις να συναντηθούμε απόψε στο διαμέρισμά μου;» «Και βέβαια όχι!» αποκρίθηκε παγερά η Λόρεν. Αποκλείεται να μιλάει σοβαρά, σκέφτηκε παραξενεμένη. Τρελάθηκε; Ή μήπως δεν είναι παρά ένας κακομαθημένος εγωιστής; Ξέχασε ότι με εγκατέλειψε; Δε με νοιάζει πια, κατέληξε θυμωμένη. Ωστόσο το θράσος κι η παντελής έλλειψη ευαισθησίας του την είχαν αφήσει εμβρόντητη. «Τότε θα έρθω εγώ στο διαμέρισμά σου», απάντησε εκείνος χωρίς να χάσει χρόνο. «Αποκλείεται», του είπε απότομα η Λόρεν. «Αλλά, κι αν τολμήσεις να το κάνεις, δεν πρόκειται να σου ανοίξω». «Να συναντηθούμε στο μπαρ;» της είπε ανυπόμονα ο Ρομπ. «Για να μας σχολιάζουν αύριο όλοι στην επιχείρηση του πατέρα σου;» του αντιγύρισε


αγανακτισμένη. Λες και δεν τους φτάνει που θα μιλάνε για τον Σαμ και την Πάτι μόλις μάθουν ότι συνεχίζουν να βλέπονται, σκέφτηκε πικρόχολα. «Τι θέλεις να συζητήσουμε; Γιατί δε μου το λες τώρα;» «Δεν μπορώ... Πρέπει να σε δω. Λόρεν, σε ικετεύω... Μόνο για πέντε λεπτά. Ακούσε, μπορεί να υποκριθούμε ότι συναντηθήκαμε τυχαία. Εσύ θα πας να περιμένεις κι εγώ θα εμφανιστώ αργότερα. Σε παρακαλώ, Λόρεν!» Ακουγόταν τόσο απελπισμένος, που εκείνη αναγκάστηκε να υποχωρήσει απρόθυμα. Μισή ώρα αργότερα διέσχισε το δρόμο και μπήκε στο απέναντι μπαρ. Η βραδιά ήταν βροχερή και φυσούσε δυνατός άνεμος. Οι περισσότεροι είχαν προτιμήσει να γυρίσουν νωρίς στα σπίτια τους κι εκείνη τη στιγμή το μπαρ ήταν σχεδόν άδειο. Η Λόρεν δε γνώριζε κανέναν από τους λιγοστούς πελάτες. Διάλεξε ένα τραπέζι σε μια απόμερη και σκοτεινή γωνιά, παρήγγειλε ένα ποτήρι λευκό κρασί με κρεμ ντε κασίς και περίμενε ανήσυχη τον Ρομπ. Εκείνος έφτασε μετά από πέντε λεπτά, στάθηκε για μια στιγμή στην είσοδο κοιτάζοντας γύρω κι έπειτα, προσποιούμενος ότι την αναγνώρισε, πλησίασε αμήχανα προς το μέρος της. «Γεια!» είπε ο Ρομπ πολύ δυνατά, ώστε να τον ακούσουν όλοι. «Τι κάνεις εδώ; Μου επιτρέπεις να καθίσω;» Η Λόρεν έριξε μια ματιά στο μεγάλο καθρέφτη και πρόσεξε ότι κανείς δεν είχε γυρίσει να τους κοιτάξει. «Κάθισε, Ρομπ», είπε σκυθρωπή. Όταν ο σερβιτόρος έφερε το ποτό του, εκείνος άρχισε να παίζει νευρικά με το ποτήρι, απορροφημένος από τις σκέψεις του. «Τι ήταν λοιπόν αυτό το τόσο σοβαρό;» ρώτησε ανυπόμονα η Λόρεν. «Ειλικρινά ανησυχώ πολύ για σένα», είπε ο Ρομπ με προσποιητό ενδιαφέρον. «Νιώθω υπεύθυνος», συνέχισε. «Δεν πίστευα πως θα φερόσουν τόσο ανόητα... Κατηγορώ τον εαυτό μου και δε θα ησύχαζα αν σου συνέβαινε κάτι φοβερό». «Τι θέλεις να πεις;» ρώτησε εκείνη σαστίζοντας. «Μιλάω για τον Σαμ Χάρντι», αποκρίθηκε ο Ρομπ, κάνοντας τη να κοκκινίσει από θυμό και αγανάκτηση. «Δε θέλω να μιλήσω για τον Σαμ!» ξέσπασε η Λόρεν κι αρπάζοντας την τσάντα της σηκώθηκε να φύγει, αλλά ο Ρομπ τη σταμάτησε. «Λόρεν! Πώς μπόρεσες να διαλέξεις εκείνον ανάμεσα σε τόσους άντρες; Μόνη σου έλεγες ότι είναι ένας Καζανόβας!» «Ναι, αλλά είναι καταπληκτικός!» απάντησε εκείνη προκλητικά, όμως αναγκάστηκε να καθίσει μόλις πρόσεξε τους άλλους πελάτες να κοιτάζουν προς το μέρος της. Πώς τολμά, αναρωτήθηκε, να μου κάνει κήρυγμα για την προσωπική μου ζωή;


«Τι θα κάνεις όταν σε παρατήσει εξαιτίας κάποιας άλλης;» τη ρώτησε ο Ρομπ, αναγκάζοντάς τη να τον κοιτάξει άγρια, για να του θυμίσει ότι ήταν ο μόνος που δεν είχε δικαίωμα να της κάνει αυτή την ερώτηση. Το πρόσωπό του κοκκίνισε και αναγκάστηκε να χαμηλώσει το βλέμμα του. «Κάνεις έρωτα μαζί του, Λόρεν;» τη ρώτησε την επόμενη στιγμή σφίγγοντας δυνατά τον καρπό της. Εκείνη με δυσκολία συγκροτούσε την οργή της. Προτίμησε να μην απαντήσει. Ο Ρομπ τότε εκδήλωσε όλη τη ζήλια του. «Κάνεις; Πώς μπόρεσες; Δε θα κάνω ποτέ έρωτα μαζί σου!» «Αξίζεις βραβείο για το θράσος σου!» μουρμούρισε η Λόρεν προσπαθώντας να ελευθερώσει το χέρι της. «Αν ήταν κάποιος άλλος δε θα μ’ ένοιαζε», είπε ικετευτικά ο Ρομπ. «Όχι όμως εκείνος... Είναι ταλαντούχος φωτογράφος, αλλά είναι άθλιος με τις γυναίκες. Ο Σαμ Χάρντι θα σε κάνει δυστυχισμένη... Καταλαβαίνω ότι βγαίνεις μαζί του για να μ’ εκδικηθείς, ξέρω ότι είναι δικό μου σφάλμα... Σε παρακαλώ, Λόρεν! Άδικα χάνεις τον καιρό σου με τον Σαμ! Δε σου αξίζει!» Ο Ρομπ μιλούσε δυνατά τώρα και η Λόρεν πρόσεξε ότι όλοι γύρω είχαν σωπάσει. Σηκώνοντας το βλέμμα της κατάλαβε ότι παρακολουθούσαν τη δική τους συζήτηση. Την επόμενη στιγμή είδε τον Σαμ να προχωρά ανάμεσα από τα τραπέζια προς το μέρος τους, και το πρόσωπό της έγινε κάτωχρο. Εκείνος πλησίαζε απειλητικός κι επικίνδυνος, με το πρόσωπο σκοτεινό και τις γροθιές σφιγμένες. Μια μικρή κραυγή ξέφυγε από τα χείλη του Ρομπ και άρχισε να τρέμει. Ο Σαμ έσκυψε πάνω από το τραπέζι τους. Τα μάτια του στέ-νεψαν βλέποντας τον Ρομπ να σφίγγει το χέρι της Λόρεν. Εκείνος την άφησε απότομα σαν να τον είχε διαπεράσει ηλεκτρικό ρεύμα. «Έξω!» βρυχήθηκε και στους δύο ο Σαμ. Ο Ρομπ έμεινε στη θέση του, κάτωχρος από φόβο. «Μη μου μιλάς εμένα έτσι!» μουρμούρισε. «Φαίνεται ότι ξεχνάς ποιος είμαι... Εργάζεσαι για την οικογένειά μου... Πώς τολμάς να μου δίνεις διαταγές;...» «Θα σε πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια», είπε ο Σαμ. «Είτε έξω είτε εδώ. Από σένα εξαρτάται!» Η Λόρεν σηκώθηκε και χωρίς να κοιτάξει τον Σαμ προχώρησε προς την έξοδο. Αν πρόκειται να δώσουμε παράσταση απόψε, σκέφτηκε, καλύτερα να πάμε έξω που το ακροατήριο είναι μικρότερο. Ο Ρομπ την ακολούθησε βιαστικά, αφήνοντας πίσω του τον Σαμ. Έξω η βροχή είχε δυναμώσει κι ο δρόμος είχε γεμίσει με μικρά ρυάκια. Η Λόρεν βρήκε καταφύγιο κάτω από την τέντα ενός καταστήματος και στεκόταν κοιτάζοντας το πεζοδρόμιο, μη ξέροντας αν έπρεπε να μπει σ’ ένα από τα ταξί που περίμε-ναν στη σειρά και να τους αφήσει μόνους. Δεν έπρεπε να δεχτώ να συναντήσω τον Ρομπ, σκέφτηκε, θυμωμένη με τον εαυτό της. Με ποιο δικαίωμα όμως ο Σαμ Χάρντι θα με απειλεί κάθε φορά που θα με βλέπει με κάποιον άλλο; Δε με νοιάζει τι θα κάνει με τον Ρομπ, κατέληξε. Στο κάτω κάτω του αξίζει ένα καλό μάθημα. «Λοιπόν;» ρώτησε άγρια ο Σαμ. «Τι έτρεχε εκεί μέσα; Δεν μπορείς να αποφασίσεις ποια γυναίκα θα παντρευτείς τελικά, Κόρνουελ;»


Ο Σαμ έδειχνε τόσο βίαιος, που ο Ρομπ φοβήθηκε ότι είχε σκοπό να τον χτυπήσει και πισωπάτησε σηκώνοντας τα χέρια. «Εγώ... δεν...» τραύλισε πανικόβλητος. Ακόμα κι η Λόρεν είχε ζαρώσει βλέποντας το θυμό του Σαμ. «Μη φοβάσαι», είπε ο Σαμ σφίγγοντας περιφρονητικά τα χείλη. «Δε θα σε χτυπήσω, παρ’ όλο που με βάζεις σε πειρασμό να το κάνω. Αν ο πατέρας σου σε χαστούκιζε μερικές φορές όταν ήσουν παιδί, μπορεί να μη γινόσουν τιποτένιος κι εγωιστής. Αρκετό κακό έκανες στη Λόρεν. Μην την ξαναπλησιάσεις στο μέλλον. Δεν μπορείς να έχεις και τις δύο... Μη θέλεις να έχεις και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο! Μπορεί να είσαι γιος και κληρονόμος του Τσάρλι Κόρνουελ, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι έχεις το δικαίωμα να κάνεις ό,τι σου αρέσει. Γύρισε γρήγορα στην Τζάνις. Είναι πολύ καλή για σένα, αλλά, για έναν ανεξήγητο λόγο, σε θέλει κι ο πατέρας σου είναι ικανοποιημένος από το γάμο σας. Για πρώτη φορά στη ζωή σου, κράτησε την υπόσχεση που του έδωσες!» Ο Ρομπ άνοιξε το στόμα του να διαμαρτυρηθεί, να εξηγήσει και να διαφωνήσει, αλλά το βλέμμα του Σαμ τον ανάγκασε να σωπάσει. Έπειτα χάθηκε μέσα στη βροχή, τρέχοντας προς την κατεύθυνση που ήταν παρκαρισμένο το αυτοκίνητό του. Η Λόρεν κατάλαβε ότι είχε πάρει τη σωστή απόφαση. Ο Σαμ δεν έδειχνε διατεθειμένος για συζητήσεις. Η ίδια αμφέβαλλε ότι θα κατάφερνε να φτάσει μακριά αν άρχιζε να τρέχει. Κοίταξε απελπισμένη τα ταξί που περίμεναν στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 «Μην τολμήσεις!» της είπε ο Σαμ γυρνώντας απότομα σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη της. «Μη με απειλείς!» του αντιγύρισε η Λόρεν σηκώνοντας νευρικά το γιακά του άσπρου της αδιάβροχου. «Ακόμα δεν άρχισα!» μουρμούρισε εκείνος κι αρπάζοντάς την από το χέρι άρχισε να περπατά με μεγάλα βήματα, σέρνο-ντάς την κυριολεκτικά πίσω του. «Αφησέ με! Δεν πρόκειται να πάω πουθενά μαζί σου! Θέλω να γυρίσω σπίτι μου, άφησέ με...» άρχισε να φωνάζει η Λόρεν, αλλά ο Σαμ δε γύρισε ούτε να την κοιτάξει. «Ποιος νομίζεις ότι είσαι;» συνέχισε έξαλλη εκείνη. «Σταμάτα να με τραβάς! Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να μου κάνεις σκηνή στο μπαρ;... Λες και σε πείραξε που βγήκα με τον Ρομπ!» Ο Σαμ έμεινε παγερά σιωπηλός και τότε η Λόρεν ξέσπασε όλον το θυμό της. «Εσύ, μάλιστα, που αλλάζεις τις γυναίκες σαν χαρτομάντιλα...» Τα μάτια της άστραφταν απειλητικά και το κορμί της έτρεμε από αγανάκτηση ανάμεικτη με πόνο, αλλά ο Σαμ συνέχισε ν’ αδιαφορεί. «Αποφάσισες να με κατηγορήσεις χωρίς να ρωτήσεις πρώτα για ποιο λόγο τον συνάντησα...» Τα παπούτσια της είχαν γεμίσει νερά και τα πόδια της γλιστρούσαν καθώς έτρεχε πίσω του. Όταν έφτασαν στο αυτοκίνητό του, εκείνος άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και περίμενε να μπει εκείνη μέσα.


«Μην ξεχνάς ότι πριν από λίγους μήνες σε είδαμε με την Πάτι στο ίδιο μπαρ!» Κι εγώ που κατηγόρησα την Πάτι, σκέφτηκε απελπισμένη, ότι πρόδινε την αγάπη του άντρα της για έναν τιποτένιο σαν τον Σαμ Χάρντι! Ποτέ δε σκέφτηκα ότι οι ρόλοι θ’ αντιστρέφονταν μια μέρα, ποτέ δε φαντάστηκα ότι ο Ρομπ θα με κατηγορούσε στο ίδιο μπαρ ότι είχα δεσμό με τον Σαμ, ποτέ δεν περίμενα να θυμώσει ο Σαμ... «Κι επίσης η Πάτι είναι παντρεμένη», συνέχισε με φωνή που έτρεμε. «Τι έχεις να πεις γι’ αυτό; Όταν σε κατηγόρησα ότι έβγαινες με μια παντρεμένη γυναίκα με είχες ειρωνευτεί... Με είχες αποκαλέσει ηλίθια, πουριτανή... Πώς άλλαξες τόσο γρήγορα; Γιατί να μην πιω ένα ποτό με τον Ρομπ, τη στιγμή μάλιστα που εκείνος δεν είναι παντρεμένος, αλλά αρραβωνιασμένος;» Ο Σαμ γύρισε και την κοίταξε σφίγγοντας άγρια τα χείλη του. Έπειτα την έσπρωξε μέσα κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα. Εκείνη προσπάθησε αμέσως να βγει, αλλά ο Σαμ έβαλε αστραπιαία όλες τις ασφάλειες, κάθισε στη θέση του οδηγού και πάτησε τη μίζα. «Παρ’ όλα αυτά συνεχίζεις να βγαίνεις με την Πάτι», του πέ-ταξε έξαλλη η Λόρεν. «Σας είδα μαζί σήμερα...» «Ποτέ δεν άρχισα να βγαίνω με την Πάτι! Σου το έχω εξηγήσει! Απλά ήταν πολύ δυστυχισμένη κι έκανα το λάθος να δείξω ενδιαφέρον και κατανόηση ακούγοντας τα προβλήματά της. Πού να ξέρω τι νόμιζε εκείνη;» «Κόφ’ το, Σαμ!» του είπε σαρκαστικά η Λόρεν. «Ξέρεις πόσο γοητευτικός είσαι! Έχεις αρκετή πείρα και καταλαβαίνεις τι νιώθουν οι γυναίκες για σένα!» «Μάθε πως, στην περίπτωση της Πάτι, εκείνη με κυνηγούσε κι όχι εγώ!» Μόλο που ήθελε να τον πιστέψει, ένιωσε την οργή της να δυναμώνει. «Ξέρεις τι πιστεύω εγώ; Μόλις κατορθώσεις να ρίξεις μια γυναίκα στο κρεβάτι σου την εγκαταλείπεις. Αυτό δεν είναι το αγαπημένο σου παιχνίδι; Τις κυνηγάς μέχρι να τις κατακτήσεις κι έπειτα προσθέτεις άλλο ένα νούμερο στον κατάλογό σου. Πόσες επιτυχίες έχεις μέχρι τώρα; Μου προκαλείς αηδία... Σε μισώ...» Η Λόρεν σταμάτησε και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Σε μισώ, ακούς;» «Ακόυσα», αποκρίθηκε βραχνά ο Σαμ, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από την κίνηση. «Θέλω να πάω σπίτι μου», ψέλλισε η Λόρεν, μη μπορώντας να συγκρατήσει άλλο τα δάκρυά της. «Εκεί πηγαίνουμε», είπε παγερά ο Σαμ. Η Λόρεν' ένιωθε αφάνταστη απελπισία. Λαχταρούσε να βρεθεί μόνη στο σκοτάδι και να κλάψει μέχρι να στερέψουν τα δάκρυά της. Ήθελε να πεθάνει. Ο Σαμ δεν πρόκειται ποτέ να με συγχωρήσει, σκέφτηκε, για όσα του καταλόγισα. Από δω και πέρα θα γίνει ο χειρότερος εχθρός μου. Οταν το αυτοκίνητο σταμάτησε, η Λόρεν βγήκε και άρχισε να τρέχει, αλλά δεν κατάφερε να φτάσει μακριά, γιατί το πεζοδρόμιο γλιστρούσε από τη βροχή. Πέφτοντας με το πρόσωπο κάτω, ανίκανη να βοηθήσει τον εαυτό της, έμεινε στην ίδια θέση, πνίγοντας τους λυγμούς της σαν πληγωμένο αγρίμι. Ο Σαμ τη βοήθησε να σταθεί στα πόδια της τραβώντας την από τα χέρια, κι όταν είδε το πρόσωπό


της, μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. Την άφησε μόνο όταν έφτασαν μπροστά στην πόρτα της. «Το κλειδί», είπε απλώνοντας το χέρι κι η Λόρεν άρχισε να ψάχνει στην τσάντα της. Ο Σαμ το πήρε, ξεκλείδωσε κι έπειτα τη σήκωσε πάλι στην αγκαλιά του και μπήκαν μαζί στο διαμέρισμά της. «Καλύτερα να κάνεις ένα μπάνιο», είπε βγάζοντας το βρεγμένο και γεμάτο λάσπες αδιάβροχο από πάνω της. «Θα κάνω μόλις φύγεις!» μουρμούρισε εκείνη. Μια κλεφτή ματιά στον καθρέφτη την έκανε να απογοητευτεί βλέποντας σε τι κατάσταση βρισκόταν. Τα μαλλιά της ήταν βρεγμένα και κολλημένα γύρω από το χλομό πρόσωπό της κι από το μέτωπό τη κυλούσε αίμα. «Τώρα!» είπε ο Σαμ και σηκώνοντάς την πάλι στην αγκαλιά του την πήγε στο μπάνιο. Χωρίς άλλα λόγια, την έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα και άνοιξε τη βρύση της μπανιέρας. «Βγες έξω!» φώναξε απειλητικά η Λόρεν. «Βγάλε τα ρούχα σου!» της αντιγύρισε εκείνος. «Πρώτα θα βγεις έξω!» «Δεν είναι η πρώτη φορά που θα σε δω γυμνή!» της αποκρί-θηκε χαμογελώντας ειρωνικά. «Φύγε!» ξέσπασε τρέμοντας εκείνη, αλλά ο Σαμ έκανε ένα βήμα προς το μέρος της υψώνοντας απειλητικά το χέρι. «Θα σταματήσεις να φωνάζεις;» Έπειτα έκλεισε τη βρύση, πήρε ένα σφουγγάρι και άρχισε να καθαρίζει το πρόσωπό της. Η Λόρεν υπάκουσε σαν μικρό παιδί, νιώθοντας ανακούφιση μόλις ένιωσε το ζεστό νερό, κι εκείνος τη σκούπισε απαλά με μια χνουδωτή πετσέτα και άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό της. Μόλο που η Λόρεν προσπάθησε να τον σταματήσει, δεν τα κατάφερε. «Μην κουνιέσαι!» τη διέταξε αυστηρά, κάνοντάς τη να παγώσει από φόβο. Πρώτα της έβγαλε το πουκάμισο και την κομψή γκρίζα φούστα. Έπειτα, με αργές και βασανιστικές κινήσεις, άφησε τις τιράντες της κομπινεζόν να κυλήσουν στους ώμους της. «Σταμάτα! Αρκετά!» μουρμούρισε εκείνη νιώθοντας τα δάχτυλά του στο κλιπ του σουτιέν της, αλλά ο Σαμ το ξεκούμπωσε, αφήνοντας το βλέμμα του να πλανηθεί σκοτεινό στην καμπύλη του γυμνού στήθους της. Η Λόρεν ένιωσε το κορμί της να τρέμει και αναγκάστηκε να κλείσει τα μάτια για να μην του δείξει πόσο λαχταρούσε το άγγιγμά του, ακόμα και τώρα, μετά απ’ όσα είχαν γίνει. Τα δάχτυλά του διέτρεξαν απαλά το γυμνό στήθος της και σταμάτησαν στην ορθωμένη θηλή, κάνοντάς τη να σφίξει τα χείλη για να πνίξει μια κραυγή ηδονής. Τα χείλη του άγγιξαν απαλά τον ώμο της και την επόμενη στιγμή τη σήκωσε απότομα στην αγκαλιά του και την έριξε στην μπανιέρα, κάνοντας τα νερά να πεταχτούν στο πάτωμα. Η Λόρεν αρπάχτηκε από τις χειρολαβές της μπανιέρας αφήνοντας μια κραυγή τρόμου. Όταν άνοιξε τα μάτια, ο Σαμ είχε φύγει. Τεντώθηκε και κλείδωσε την πόρτα.


«Τώρα κλειδώνεις, που πέρασε ο κίνδυνος, Λόρεν;» άκουσε τον Σαμ να φωνάζει γελώντας. Κλείνοντας τα μάτια βυθίστηκε στο ζεστό νερό και προσπάθησε να χαλαρώσει πριν αρχίσει να σαπουνίζεται. Μετά από αρκετή ώρα, όταν το νερό είχε παγώσει αισθητά, αναγκάστηκε να βγει, μόλο που δεν ήξερε αν ο Σαμ ήταν ακόμα στο διαμέρι-σμα. Σκουπίστηκε απαλά, φόρεσε το μπουρνούζι της και πατώντας στις μύτες των ποδιών της πήγε μέχρι το υπνοδωμάτιό της. Βρήκε τον Σαμ ξαπλωμένο στο κρεβάτι, με τα χέρια πίσω από το κεφάλι. Το βλέμμα του πλανήθηκε ράθυμα από τα βρεγμένα της μαλλιά μέχρι τις γυμνές γάμπες όταν εκείνη εμφανίστικε στην πόρτα. «Γιατί δεν έφυγες; Δε θέλω να μείνεις άλλο στο διαμέρισμά μου!» ξέσπασε η Λόρεν κι εκείνος σηκώθηκε αργά και την πλη-σίασε βλοσυρός, κάνοντάς τη να παγώσει από φόβο. «Δε με νοιάζει τι θέλεις!» της είπε μέσα από τα δόντια του. «Έχω σκοπό να σου πω μερικά πράγματα και θέλω να με ακούσεις!» «Αδικα θα χάσεις τα λόγια σου! Δε θέλω ν’ ακούσω τίποτα!» «Λυπάμαι, αλλά θα με ακούσεις είτε θέλεις είτε δε θέλεις!» «Θέλεις να μου πεις για την Πάτι; Εντάξει, λοιπόν, σε πιστεύω. Αφησέ με ήσυχη τώρα και φύγε!» του πέταξε η Λόρεν. «Γιατί δε σταματάς ποτέ να με βασανίζεις;» ξέσπασε ο Σαμ πλησιάζοντάς την περισσότερο. «Κάθε φορά που πιστεύω ότι έχω φτάσει κάπου μαζί σου, εξαφανίζεσαι χωρίς να πεις λέξη». «Δεν έφυγα εγώ εκείνο το πρωί από το νησί...» «Σου είχα αφήσει ένα σημείωμα...» «Δε βρήκα κανένα σημείωμα!» «Το είχα αφήσει στη ρεσεψιόν!» διαμαρτυρήθηκε ο Σαμ σμίγοντας τα φρύδια του. Η Λόρεν τον κοίταξε, μη μπορώντας να αποφασίσει αν έπρεπε να τον πιστέψει. «Δε μου έδωσαν κανένα σημείωμα», επανέλαβε. «Ξύπνησα κι έμαθα πως είχες φύγει! Τι περίμενες να υποθέσω;» του πέταξε με μίσος. «Ξέρω μόνο πως προσπαθούσες πολύ καιρό να κάνεις έρωτα μαζί μου. κι όταν πήρες αυτό που ήθελες, δεν μπήκες καν στον κόπο να περιμένεις να ξυπνήσω για να πεις αντίο!» «Κοιμόσουν βαθιά», διαμαρτυρήθηκε ο Σαμ κοκκινίζοντας. «Δεν άντεχα να σε ξυπνήσω και, από την άλλη μεριά, δεν είχα χρόνο να περιμένω. Θα έχανα τη μοναδική πτήση για Λονδίνο κι ο Φρέντι μου ζήτησε να γυρίσω επειγόντως, επειδή πολλοί φωτογράφοι είχαν αρρωστήσει εκείνες τις μέρες». Πήρε μια βαθιά ανάσα και την κοίταξε στα μάτια. «Πίστεψέ με, Λόρεν! Πραγματικά σου άφησα ένα σημείωμα στη ρεσεψιόν! Δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο δεν το πήρες!» «Γιατί δεν το άφηνες στο δωμάτιό μου; Γιατί δεν το έριχνες κάτω από την πόρτα;» του αντιγύρισε εκείνη δύσπιστα. «Δεν το σκέφτηκα», παραδέχτηκε εκείνος. «Ξύπνησα πριν ξημερώσει και βγήκα αθόρυβα από το


δωμάτιο για να μη σε ξυπνήσω κι εσένα... Επικοινώνησα με τον Φρέντι και μου είπε πως έπρεπε να φύγω και, επειδή ήξερα ότι εσύ σχέδιαζες να μείνεις μερικές μέρες ακόμα στο νησί, αποφάσισα να μη σε ξυπνήσω άσκοπα». Η Λόρεν λαχταρούσε να τον πιστέψει και ταυτόχρονα ήξερε πως δεν έπρεπε. «Ωστόσο θα μπορούσες να μου γράψεις, να τηλεφωνήσεις... Τίποτα όμως! Προτίμησες να σωπάσεις! Μη με κατηγορείς λοιπόν ότι εξαφανίζομαι χωρίς να πω λέξη, γιατί συμβαίνει το αντίθετο». Ο Σαμ δίστασε για λίγο κι έπειτα ανασήκωσε αμήχανα τους ώμους του. «Συγνώμη, Λόρεν, δεν το σκέφτηκα. Όταν δουλεύω, τίποτ’ άλλο δεν υπάρχει στο μυαλό μου. Έτσι είναι ο χαρακτήρας μου και πολλές φορές μ’ έχουν κατηγορήσει ότι δεν ενδιαφέρομαι παρά μόνο για τη δουλειά μου. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι δεσμοί μου δεν αντέχουν πολύ. Οι γυναίκες αρνούνται να μοιράζονται την αγάπη μου με μια φωτογραφική μηχανή...» Το πρόσωπό του είχε σκοτεινιάσει κι η Λόρεν σάστισε βλέποντας την πληγωμένη έκφραση που είχε χαραχτεί στο βλέμμα του. «Ακόμα κι αν σκεφτόμουν να επικοινωνήσω μαζί σου... Βλέπεις, δε μου αρέσει να γράφω γράμματα κι ούτε τηλεφωνώ, εκτός αν πρόκειται για δουλειά ή όταν δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». «Θαυμάσια!» του πέταξε αγανακτισμένη η Λόρεν. «Μπορείς να εξαφανίζεσαι χωρίς λέξη για ολόκληρες βδομάδες, αλλά δεν πρέπει να διαμαρτύρομαι! Καλύτερα λοιπόν να εξαφανιστείς για πάντα. Δε θέλω να σε ξαναδώ!» Τα βλέφαρά του τρεμόπαιξαν, σκοτεινιάζοντας περισσότερο τα κατάμαυρα μάτια του. «Είσαι βέβαιη;» τη ρώτησε παγερά. Η Λόρεν άνοιξε το στόμα για να πει ναι, αλλά μια ματιά στο πρόσωπό του την έκανε να σταματήσει και να χαμηλώσει το βλέμμα. Μόλο που λαχταρούσε απελπισμένα να πιστέψει ότι ο Σαμ ενδιαφερόταν, δεν ήθελε να τρέφει αυταπάτες. Ανασηκώνοντας απαλά το πιγούνι της, εκείνος κοίταξε βαθιά μέσα στα καταπράσινα μάτια της που προσπαθούσαν να τον αποφύγουν. «Γιατί με εγκατέλειψες την πρώτη φορά, Λόρεν'; Ποτέ δεν κατάλαβα τι έφταιξε. Είχα αρχίσει να πιστεύω πως επιτέλους είχα βρει μια γυναίκα που άξιζε να κρατήσω για όλη μου τη ζωή και ξαφνικά... την έχασα. Γιατί;» «Δεν ήθελα να προσθέσιυ άλλη μια επιτυχία στις κατακτήσεις σου!» αποκρίθηκε εκείνη ψυχρά. «Τι ειρωνεία! Προσπάθησα να ξεφύγω, αλλά στο τέλος έπεσα στην παγίδα σου!» «Έκανα έρωτα μαζί σου μόνο και μόνο επειδή σ’ αγαπώ», είπε εκείνος με φωνή που έτρεμε, κι η Λόρεν ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Το βλέμμα της συνάντησε το δικό του αναζητώντας ένα σημάδι για να τον πιστέψει. «Ποτέ δεν είχα αγαπήσει αληθινά. Οι δεσμοί μου ήταν σύντομοι και επιπόλαιοι. Όσο κι αν μου άρεσε μια γυναίκα, αργά ή γρήγορα κουραζόμουν και την εγκατέλειπα. Είχα πάψει να πιστεύω στον έρωτα, νόμιζα πως αυτές οι ιστορίες είναι για τους ρομαντικούς. Έπειτα γνώρισα εσένα και, πριν περάσουν λίγες μέρες, ήμουν ερωτευμένος μαζί σου. Ο ίδιος ο εαυτός μου με είχε διαψεύσει. Ποτέ δεν είχα νιώσει τόσο ευτυχισμένος, ενθουσιασμένος και αισιόδοξος στη ζωή μου».


Η Λόρεν κρεμόταν κυριολεκτικά από τα χείλη του κι η καρδιά της χτυπούσε άγρια. Αν ο Σαμ είναι ειλικρινής, σκέφτηκε, η ζωή μου θα μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική τώρα. «Νόμιζα ότι κι εσύ μ’ αγαπούσες», συνέχισε εκείνος κάτω-χρος και, μόλο που η Λόρεν λαχταρούσε να του φανερώσει τα αληθινά της συναισθήματα, είχε πληγωθεί τόσο βαθιά από την ξαφνική του εξαφάνιση εκείνο το πρωί, που δίσταζε να τον εμπιστευτεί. Τον άκουσε να επαναλαμβάνει όλα εκείνα που άκουγε στα όνειρά της κι η ελπίδα άρχισε να φτερουγίζει δειλά μέσα της. «Κόντεψα να τρελαθώ όταν μ’ εγκατέλειψες», συνέχισε με πίκρα ο Σαμ. «Νομίζοντας πως είχες παρεξηγήσει κάτι, έτρεξα να σε βρω και αντίκρισα...» Σταμάτησε σκυθρωπός, αποφεύγο-ντας να την κοιτάξει. «Ξέρεις τι αντίκρισα! Μια γυναίκα ολό-τελα διαφορετική, παγερή κι απόμακρη... Κατάλαβα πως όλα είχαν τελειώσει. Ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου. Μη μπορώντας να εξηγήσω αλλιώς την απότομη αλλαγή στη συμπεριφορά σου, φαντάστηκα πως υπήρχε κάποιος άλλος και πως ποτέ δε με είχες αγαπήσει όσο εγώ. Πέρασα δύσκολες μέρες μέχρι να το ξεπεράσω. Αποφάσισα να φύγω από το Λονδίνο και να μην ξαναγυρίσω, κι έμεινα πιστός στην απόφασή μου μέχρι τη στιγμή που τραυματίστηκα στο Λίβανο και αναγκάστηκα να μπω στο νοσοκομείο». Ένα παγερό ρίγος διέτρεξε το κορμί τηςΛόρεν στην ιδέα ότι ο Σαμ θα μπορούσε να έχει σκοτωθεί. «Μένοντας κλεισμένος στο νοσοκομείο, είχα αρκετό χρόνο να σκεφτώ. Έχοντας βρεθεί τόσο κοντά στο θάνατο, άρχισα να βλέπω με διαφορετικό μάτι τα πράγματα. Ποτέ δεν είχα πάψει να σε σκέφτομαι κι ήξερα πως χωρίς εσένα η ζωή μου δεν είχε κανένα νόημα. Όταν γύρισα στην εφημερίδα, ήμουν αποφασισμένος να σου προτείνω να παντρευτούμε. Πριν προλάβω να κάνω το πρώτο βήμα, πληροφορήθηκα ότι έβγαινες με τον Ρομπ Κόρνουελ κι όταν σε συνάντησα μου φέρθηκες σαν να σου ήμουν άγνωστος. Πέρα από το γεγονός ότι δε μ’ αγαπούσες, έπρεπε να συνηθίσω στην ιδέα ότι με μισούσες». Τα χείλη του σφίχτηκαν και το πρόσωπό του έμοιαζε με κέρινη μάσκα. «Η δεύτερη χειρότερη μέρα της ζωής μου ήταν όταν αρρα-βωνιάστηκες τον Ρομπ». Τα μάτια του στένεψαν κι η φωνή του ράγισε. «Τον αγαπούσες, Λόρεν;» «Όχι», απάντησε εκείνη κουνώντας αρνητικά το κεφάλι για να δώσει έμφαση στα λόγια της. «Απλά προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι τον αγαπούσα. Όχι φυσικά επειδή ήταν πλούσιος, μόλο που είχα εντυπωσιαστεί από το ενδιαφέρον που μου έδειχναν οι άλλοι όταν ήμουν μαζί του. Ο Ρομπ ήταν ευχάριστος και όμορφος. Άρχισα να βγαίνω μαζί του επειδή ήθελα να σε ξεχάσω. Προσπαθούσα απεγνωσμένα να ερωτευτώ κάποιον άλλον περισσότερο από σένα». Ο Σαμ αναστέναξε βαθιά κι έπειτα το χλομό πρόσωπό του κοκκίνισε καθώς κοίταξε ερευνητικά τα μάπα της. «Λόρεν! Εννοείς ότι;...» Έκλεισε το πρόσωπό της μέσα στα χέρια του, κάνοντάς τη για μια στιγμή να πιστέψει πως ήθελε να τη φιλήσει. «Αν μ' αγαπούσες... γιατί με εγκατέλειψες;» της είπε απότομα. «Ακόυσα πολλές ιστορίες για τη ζωή σου», αποκρίθηκε η Λόρεν κοιτάζοντας τον χωρίς να δειλιάσει. «Λυπάμαι, αλλά ένιωθα αβέβαιη τόσο για τα δικά μου όσο και για τα δικά σου αισθήματα. Δεν τολμούσα να πιστέψω ότι μ’ αγαπούσες αληθινά, κι όταν συνάντησα κάποια που σε γνώριζε καλύτερα από μένα...»


«Ποια;» τη ρώτησε εκείνος άγρια. «Δεν πρόκειται να σου πω το όνομά της, επειδή ξέρω πως δεν είχε κακές προθέσεις». «Προσπάθησε να σε κάνει να με μισήσεις...» διαμαρτυρήθηκε ο Σαμ. «Δε νομίζω. Απλά με προειδοποίησε ότι ποτέ δεν έμενες για πολύ καιρό με την ίδια ερωμένη και δεν είχα λόγους να αμφιβάλλω. Όλος ο κόσμος το ήξερε! Το είπες άλλωστε και μόνος σου». «Έχεις δίκιο», παραδέχτηκε εκείνος σκύβοντας το κεφάλι. «Μαζί σου όμως ένιωθα διαφορετικά...» «Πώς να το ξέρω;» του αντιγύρισε εκείνη προσπαθώντας να πνίξει την άγρια χαρά που την είχε πλημμυρίσει. «Δεν άντεχα να γίνω ακόμα ένα απόκτημά σου. Δεν άντεχα να περιμένω πότε θα βαριόσουν και θα με εγκατέλειπες, όπως όλες τις άλλες. Γι' αυτό αποφάσισα να φύγω εγώ πρώτη». «Ήμουν ερωτευμένος μαζί σου!» ξέσπασε ανυπόμονα ο Σαμ, και η Λόρεν, περνώντας τα χέρια της γύρω από το λαιμό του, χαμογέλασε πλατιά. «Δεν το ήξερα!» «Λόρεν», είπε εκείνος σφίγγοντάς τη στην αγκαλιά του, «σ’ αγαπούσα, και τώρα που σε γνωρίζω καλύτερα σ’ αγαπώ ακόμα περισσότερο. Θέλω να ζήσουμε μαζί, να γίνεις μητέρα των παιδιών μου». Σταμάτησε αναστενάζοντας. «Τι άλλο πρέπει να σου πω για να με πιστέψεις; Θέλω να παντρευτούμε, Λόρεν...» «Μη μιλάς άλλο», ψιθύρισε εκείνη βραχνά, χαϊδεύοντας τρυφερά τα μαλλιά, τις γραμμές του προσώπου και την καμπύλη του λαιμού του. «Σαμ...» Τα μάτια του άστραψαν με πάθος, κάνοντας το κορμί της να πάρει φωτιά, και για πολλή ώρα κανείς δε μίλησε. Αργότερα, όταν χαλάρωναν αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι, ο Σαμ σήκωσε απαλά το πιγούνι της και την κοίταξε στα μάτια. «Δε θα μου πεις ποτέ ότι μ’ αγαπάς;» «Δε σου το είπα;» «Μου το έδειξες, αγάπη μου», είπε εκείνος γελώντας, «αλλά δε θυμάμαι να το είπες...» Εκείνη ψιθύρισε απαλά τις λέξεις κρύβοντας το πρόσωπό της στο στήθος του, αλλά ο Σαμ, γελώντας, την ανάγκασε να σηκώσει το κεφάλι της. «Πιο δυνατά! Δεν άκουσα!» «Σ’ αγαπώ, Σαμ», είπε σοβαρά η Λόρεν με φωνή που έτρεμε από πάθος, κι εκείνος τη φίλησε αργά, με αφάνταστη τρυφερότητα. Όταν κάποια στιγμή έδωσαν τέλος στο φιλί τους, τα πράσινα μάτια της έλαμπαν από ευτυχία κι εκείνη σφίχτηκε ακόμα πιο πολύ στην αγκαλιά του.


«Θα γίνει σάλος στο γραφείο!» είπε ο Σαμ, σπάζοντας τη σιωπή. «Δε νομίζω. Όλοι είναι βέβαιοι πως έχουμε δεσμό. Ακόμα κι ο Φρέντι... Είναι ενθουσιασμένος και θέλει να μας βάλει να δουλέψουμε μαζί. Λέει πως είμαστε καταπληκτικό δίδυμο...» «Ο αιώνιος Φρέντι! Προσπαθεί να μας βάλει μαζί στη δουλειά επειδή πιστεύει ότι είμαστε εραστές! Τι διακριτικός που είναι! Α! Ξέχασα να σου το πω. Η Τζάνις μου ζήτησε να γράψουμε το ρεπορτάζ του γάμου της με τον Ρομπ. Το ήξερες;» «Το πρότεινε και σ’ εμένα», αποκρίθηκε η Λόρεν κουνώντας το κεφάλι της καταφατικά. «Αν συμφωνείς κι εσύ, δε βρίσκω γιατί ν’ αρνηθούμε. Η Τζάνις έχει στυλ και μου αρέσει αρκετά. Σωστά είπες ότι είναι πολύ καλή για τον Ρομπ. Είχες δίκιο!» «Ο γάμος της θα είναι το γεγονός της χρονιάς», είπε ο Σαμ ρίχνοντάς της μια κλεφτή ματιά. «Να υποθέσω ότι το ίδιο θέλεις κι εσύ;» «Όχι, ευχαριστώ. Προτιμώ έναν ήσυχο γάμο... Με λίγους συγγενείς και φίλους... Κι έπειτα ένα καταπληκτικό ταξίδι σε κάποιο μέρος εξωτικό!» «Εμείς οι δυο δε θα διαφωνήσουμε ποτέ!» ΤΕΛΟΣ