Page 1

ΣΤΗ ΘΥΕΛΛΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ


Κεφάλαιο 1

Ο Καλ Φρίμαν έβαλε τους καθαριστήρες στο φουλ και κατέβασε ταχύτητα, αλλά αυτό δε βοήθησε σε τίποτα. Το χιόνι που έπεφτε στο παρμπρίζ τον τύλιγε μέσα σ’ έναν λευκό κόσμο, όπου το μόνο που έβλεπε ήταν οι λευκοί στύλοι που κάθε τόσο σηματοδοτούσαν τα όρια του στενού δρόμου. Στο Έβερεστ η ορατότητα θα ήταν καλύτερη, σκέφτηκε ειρωνικά. Δεν περίμενε ότι θα έβρισκε τέτοιες συνθήκες στη νότια Μανιτόμπα, κι ας ήταν Ιανουάριος. Ο φίλος του ο Στίβεν είχε δίκιο όταν επέμενε να εξοπλιστεί κατάλληλα με όλα τα απαραίτητα πριν ξεκινήσει να επισκεφτεί τους Στράσεν, το σπίτι των οποίων απείχε αρκετά χιλιόμετρα από το κοντινότερο χωριό. Η ανάβαση στο Έβερεστ ήταν ένας από τους υψηλότερους στόχους της ζωής του. Ο αγώνας ανάμεσα στις κορφές, οι τσουχτεροί βόρειοι άνεμοι, η απόφασή τους να φτάσουν στην κορφή χωρίς οξυγόνο... Ξαφνικά ο Καλ ξαναγύρισε στην πραγματικότητα, το πόδι του πήγε από μόνο του στο φρένο. Τι ήταν αυτό στο χαντάκι αριστερά του; Αυτοκίνητο; Οι νιφάδες του χιονιού στροβιλίζονταν στο δρόμο σαν φαντάσματα που χόρευαν. Το μόνο που έβλεπε ήταν μια λευκότητα που εξαπατούσε την οξύτατη όρασή του. Στένεψε τα μάτια του και κοίταξε μέσα από το τζάμι. Ίσως να ήταν της φαντασίας του. Εξάλλου, με τον Στίβεν το προηγούμενο βράδυ είχαν μείνει ξύπνιοι μέχρι αργά, προσπαθώντας ν’ αναπληρώσουν τα τέσσερα χαμένα χρόνια ανάμεσά τους. Εκείνο το έξοχο Μπορντό το είχε τιμήσει δεόντως. Όχι. Το είδε ξανά, ένας όγκος με γωνίες που βρισκόταν γερμένος μέσα στο χαντάκι. Το καπό ήταν καρφωμένο σ’ έναν τηλεφωνικό στύλο. Σταματώντας όσο πιο κοντά στην άκρη του δρόμου τολμούσε, ο Καλ άναψε τα αλάρμ. Όχι ότι περίμενε πως θα υπήρχε και κάποιος άλλος τρελός που θα έβγαινε έξω με τέτοιο καιρό. Σήκωσε την κουκούλα του μπουφάν του και πήρε τα γάντια του. Με τέτοιο κρύο, σίγουρα δε θα έβρισκε κανέναν μέσα στο χαντάκι, αλλά μπορούσε να ρίξει μια ματιά. Όταν βγήκε από το ζεστό εσωτερικό του Τσερόκι, η χιονοθύελλα τον χτύπησε αλύπητα. Από το ραδιόφωνο ήξερε ότι βρισκόταν σε επικίνδυνη περιοχή. Έχωσε το πιγούνι μέσα στο μπουφάν του και προχώρησε στο παγωμένο μονοπάτι, κουτσαίνοντας ελαφρά εξαιτίας κάποιου παλιού τραύματος στο γόνατο. Θα ήταν ειρωνεία αυτός, ο έμπειρος ορειβάτης, να γλιστρούσε και να έσπαγε το πόδι του σ’ ένα ίσιο μονοπάτι. Ήταν ένα μικρό λευκό αυτοκίνητο. Κακή επιλογή, σκέφτηκε αυθόρμητα. Και ευτυχώς, απ’ την άλλη, που το αυτοκίνητο δεν είχε πέσει εντελώς μέσα στο χαντάκι, όπου σίγουρα δε θα το έβλεπε κανείς. Ο άνεμος κόπασε για μια στιγμή. Η καρδιά του σφίχτηκε. Κάποιος ήταν πεσμένος πάνω στο τιμόνι· άντρας, γυναίκα, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει. Ξεχνώντας το γόνατό του, όρμησε μπροστά, με την αδρεναλίνη να ξεχύνεται ορμητικά στο αίμα του. Η μηχανή ήταν σβηστή. Πριν πόση ώρα είχε βγει το αμάξι από το δρόμο; Σκουπίζοντας με το γάντι του το παράθυρο, είδε ότι ο οδηγός ήταν γυναίκα. Χωρίς καπέλο. Έπιασε το χερούλι, αλλά διαπίστωσε ότι η πόρτα ήταν κλειδωμένη, όπως και οι υπόλοιπες. Άρχισε να χτυπά το τζάμι και να φωνάζει μ’ όλη του τη δύναμη, αλλά η πεσμένη πάνω στο τιμόνι φιγούρα δεν κουνήθηκε.


Ο Καλ έτρεξε στο αυτοκίνητό του και πήρε το φτυάρι από το πίσω κάθισμα. Γυρνώντας στο άλλο αυτοκίνητο, χτύπησε ξανά το τζάμι, χωρίς αποτέλεσμα. Τότε σήκωσε το φτυάρι και χτύπησε με τη λαβή το πίσω παράθυρο. Την τρίτη φορά το τζάμι υποχώρησε. Ξεκλείδωσε γρήγορα την πόρτα του οδηγού, την άνοιξε κι έπιασε τη γυναίκα από τη μέση. Γύρισε ξανά στο τζιπ του και την έβαλε στο κάθισμα του συνοδηγού, στηρίζοντάς τη στη θέση με τη ζώνη ασφαλείας. Μετά επέστρεψε βιαστικά στο αυτοκίνητό της, πήρε το χαρτοφύλακά της και τον πέταξε στο πίσω κάθισμα του τζιπ. Κάθισε στη θέση του οδηγού και άνοιξε το καλοριφέρ στο φουλ. Έβγαλε το μπουφάν του και το έριξε πάνω στη γυναίκα, τυλίγοντας παράλληλα τα πόδια της με την ειδική συνθετική κουβέρτα έκτακτης ανάγκης. Και μόνο τότε κοντοστάθηκε για να τη δει. Ξαφνικά όλα έσβησαν. Η καρδιά του αναπήδησε στο στήθος του. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ του τέτοια ομορφιά. Η επιδερμίδα της ήταν σαν μετάξι, τα μαλλιά της κατάμαυρα, τα χαρακτηριστικά της άψογα: από τις απαλές καμπύλες του στόματός της μέχρι τα ψηλά ζυγωματικά και τα τέλεια τόξα των φρυδιών της. Την ήθελε. Εκείνη τη στιγμή. Κατάπιε με δυσκολία, ξαναγυρνώντας στην πραγματικότητα. Στο μέτωπό της είχε ένα μώλωπα που πρηζόταν. Προφανώς είχε χτυπήσει πάνω στο παρμπρίζ όταν το αυτοκίνητο είχε βρει στο στύλο. Το πρόσωπό της ήταν κάτωχρο, το δέρμα της παγωμένο και η ανάσα της αδύναμη. Η πιο όμορφη γυναίκα που είχε δει ποτέ; Μάλλον ήταν τρελός. Ήταν τυχερή που ζούσε. Εξάλλου ο Καλ δεν πίστευε στον κεραυνοβόλο έρωτα. Τότε γιατί το χέρι του που είχε αγγίξει το μάγουλό της έκαιγε; Ξεφυσώντας αγανακτισμένος, κοίταξε το μετρητή. Το σπίτι των Στράσεν απείχε λιγότερο από πέντε χιλιόμετρα. Το καλύτερο θα ήταν να την πήγαινε εκεί. Όσο γρηγορότερα βρισκόταν σε ζεστό περιβάλλον, τόσο συντομότερα θα ξανάβρισκε τις αισθήσεις της. Αν δεν έκανε λάθος στη διάγνωση, δηλαδή, με την εμπειρία που είχε αποκτήσει με τα χρόνια. Έβαλε ταχύτητα και ξεκίνησε, φροντίζοντας να βρίσκεται στη μέση του δρόμου. Μακάρι οι Στράσεν να μην ανησυχούσαν που είχε αργήσει. Το σκοτάδι έπεφτε γοργά, μειώνοντας ακόμα περισσότερο την ορατότητα. Ρίχνοντας κάθε τόσο ματιές στην επιβάτισσά του, της οποίας το κεφάλι είχε γείρει στο στήθος της, ο Καλ έβαλε τρίτη. Οι καθαριστήρες έδιωχναν πολύ χιόνι από το παρμπρίζ, καθώς τίποτα δε σταματούσε την ορμή του ανέμου, πέρα από μερικά μοναχικά δέντρα κατά μήκος του ρέματος. Κοίταξε ξανά τη γυναίκα δίπλα του. Σίγουρα θα ήταν παντρεμένη με κάποιον αγρότη και θα είχε ένα τσούρμο φασαριόζικα παιδιά. Γιατί δεν είχε δει αν φορούσε βέρα στο χέρι της; Τι σημασία είχε αν ήταν παντρεμένη ή όχι; Οι Στράσεν θα ήξεραν τ’ όνομά της, θα έκαναν τ’ απαραίτητα τηλεφωνήματα και η άγνωστη θα εξαφανιζόταν από τη ζωή του τόσο ξαφνικά όσο ξαφνικά είχε μπει. Είχε δει πολλές όμορφες γυναίκες στη ζωή του και είχε παντρευτεί μία απ’ αυτές για εννέα χρόνια. Τότε γιατί τον επηρέαζε τόσο πολύ η ομορφιά τούτης της άγνωστης, σαν να ήταν κανένα αγόρι στην ηλικία της δεκατριάχρονης κόρης του κι όχι ένας άντρας τριάντα έξι χρονών; Βρίζοντας μέσα απ’ τα δόντια του, επικέντρωσε την προσοχή του στους στύλους κατά μήκος του δρόμου. Από τον κεντρικό αυτοκινητόδρομο είχε κάνει δεκαπέντε χιλιόμετρα. Αν οι οδηγίες των Στράσεν ήταν σωστές, είχε να διανύσει ακόμα ένα. Για πολλοστή φορά αναρωτήθηκε γι’ αυτούς, για το ηλικιωμένο ζευγάρι των οποίων ο μοναχογιός, ο Γκούσταβ, σύντροφος στην ορειβασία, είχε σκοτωθεί πριν από τρεις μήνες στην Αναπούρνα. Ο Καλ πήγαινε εκεί για να τους παραδώσει τον ορειβατικό εξοπλισμό του και μερικά προσωπικά


αντικείμενα που ο Γκούσταβ είχε μαζί του στην τελευταία αποστολή. Ένα καθήκον που πολύ θα ήθελε να είχε ήδη κάνει και να ’χε τελειώσει. Είχε σκοπό να μείνει λίγο και το ίδιο βράδυ να ξαναγυρνούσε στην πόλη, αλλά ο καιρός είχε αλλάξει τα σχέδιά του. Τώρα θα έπρεπε να διανυκτερεύσει εκεί. Μέσα στο χιόνι είδε ξαφνικά φως. Θα έπρεπε να ήταν το σπίτι των Στράσεν. Τώρα το μόνο που είχε να κάνει ήταν να βρει και τον ιδιωτικό δρόμο που οδηγούσε σ’ αυτό. Τέσσερα λεπτά αργότερα πάρκαρε όσο πιο κοντά μπορούσε στην εξώπορτα. Το σπίτι δεν ήταν τόσο γερή κατασκευή όσο το είχε φανταστεί. Αφήνοντας τη μηχανή αναμμένη, ανέβηκε δυο δυο τα σκαλιά και χτύπησε το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε αμέσως. «Πέρνα μέσα να ζεσταθείς», του είπε ένας γεροδεμένος άντρας με γκρίζα γένια. «Θα πρέπει να είσαι ο κύριος Φρίμαν. Τι, δε φοράς μπουφάν;» «Καλ Φρίμαν», είπε ο Καλ βιαστικά. «Κύριε Στράσεν, έχω μια επιβάτισσα, μια γυναίκα που το αυτοκίνητό της βγήκε απ’ το δρόμο. Έχει χτυπήσει το κεφάλι της και χρειάζεται φροντίδα. Μπορώ να τη φέρω μέσα;» Ο άλλος άντρας έκανε ένα βήμα πίσω. «Μια γυναίκα; Τι εννοείς;» Τι είδους ερώτηση ήταν αυτή; «Μια νέα γυναίκα. Μόνη», είπε ο Καλ ανυπόμονα, «και προφανώς απροετοίμαστη για τέτοιο καιρό. Κατέληξε μέσα σ’ ένα χαντάκι. Πάω να τη φέρω». «Μα εμείς...» Αλλά ο Καλ πήγαινε ήδη στο αυτοκίνητό του, με το χιόνι να μαστιγώνει τα μάγουλά του. Προσπαθώντας να κρατήσει τη γυναίκα σκεπασμένη, τη σήκωσε από το κάθισμα κι έκλεισε με το γόνατό του την πόρτα. Ο άνεμος έριξε πίσω την κουκούλα του μπουφάν του, ξεσκεπάζοντας το πρόσωπό της. Για μια στιγμή του φάνηκε ότι είδε τα βλέφαρά της να πεταρίζουν. Τα χείλη της κινήθηκαν σαν να ήθελε κάτι να του πει. «Μη φοβάσαι, είσαι ασφαλής, δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς», της είπε και ανέβηκε ξανά τα σκαλιά. Ο Ντίτερ Στράσεν κράτησε την πόρτα ανοιχτή, αλλά τώρα δε χαμογελούσε πια. «Η γυναίκα αυτή δεν είναι ευπρόσδεκτη στο σπίτι μου». Ο Καλ σταμάτησε κι έγειρε πάνω στην πόρτα για να την κλείσει. «Τι είπατε;» «Βγάλ’ την έξω!» ακούστηκε μια βεβιασμένη φωνή πίσω από τον Ντίτερ. «Δε θέλω να την ξαναδώ ποτέ. Ποτέ, μ’ ακούς;» Ο Καλ κατάλαβε ότι έπρεπε να ήταν η Μαρία Στράσεν, η μητέρα του Γκούσταβ. Κοντή, λεπτή, με γκρίζα μαλλιά μαζεμένα με τσιμπίδια στο κεφάλι της. Γεμάτη μένος, τίναξε το χέρι της μπροστά, με την παλάμη προς τον Καλ, σαν να ήθελε να τον σπρώξει έξω από την πόρτα, μαζί με το φορτίο του. «Κοιτάξτε», είπε ο Καλ, «δεν ξέρω τι συμβαίνει εδώ πέρα, αλλά αυτή η γυναίκα χρειάζεται βοήθεια. Είναι αναίσθητη και παγωμένη. Πρέπει να φάει κάτι ζεστό και να ξαπλώσει. Σίγουρα μπορείτε να της τα προσφέρετε». «Καλύτερα να πεθάνει», είπε ο Ντίτερ με σοκαριστική σκληρότητα. «Σαν τον γιο μας», πέταξε η Μαρία. «Τον αγαπημένο μας Γκούσταβ». «Πόσο μακριά είναι το επόμενο σπίτι;» ρώτησε ανέκφραστος ο Καλ. «Έξι χιλιόμετρα», απάντησε ο Ντίτερ. «Ξέρετε ότι δεν μπορώ να πάω τόσο μακριά μ’ αυτή τη χιονοθύελλα», είπε ο Καλ. «Δεν ξέρω ποια είναι και τι σας έχει κάνει, αλλά...» «Έχουμε πολύ σοβαρό λόγο να τη μισούμε, κύριε Φρίμαν», είπε ο Ντίτερ. «Πρέπει να μας επιτρέψετε να το κρίνουμε μόνοι μας».


«Παντρεύτηκε τον Γκούσταβ μας», είπε παγερά η Μαρία. «Τον παντρεύτηκε και τον κατέστρεψε». Ο Καλ την κοίταξε με ανοιχτό το στόμα από την έκπληξη. Τα κομμάτια του παζλ έμπαιναν σιγά σιγά στη θέση τους. Ξαφνικά βρέθηκε σε μια αλπική κατασκήνωση, που έβλεπε στη βόρεια πλευρά του Μον Μπλαν, τέσσερις βδομάδες πριν. * Αν και Δεκέμβριος, έκανε αρκετή ζέστη. Ο Καλ περπατούσε ξυπόλυτος, απολαμβάνοντας το βρεγμένο γρασίδι, μετά από μια θαυμάσια μέρα ορειβασίας. Είχε δοκιμάσει κάποιες ορειβατικές μπότες για ένα φίλο που τις σχεδίαζε. «Στον Γκούσταβ πάντα άρεσε να περπατάει ξυπόλυτος μετά από μια ορειβασία», είπε ένας από τους οδηγούς, που είχε μόλις παραλάβει μια ομάδα Γερμανών και ο οποίος είχε συστηθεί ως Φραντς Στέμπελ. «Είχες γνωρίσει τον Γκούσταβ Στράσεν;» «Παράξενο, όχι», απάντησε ο Καλ. «Αν και οι δρόμοι μας είχαν διασταυρωθεί πολλές φορές, δε συναντηθήκαμε ποτέ... Λυπάμαι πολύ για το θάνατό του». «Α, ναι», είπε ο Φραντς μορφάζοντας. «Ήταν καταπληκτικός αναρριχητής, από τους καλύτερους. Τι κρίμα! Τι άδικη απώλεια!» Ο Καλ έγειρε πάνω στον κορμό μιας ανεμοδαρμένης σουρβιάς. «Γιατί αυτό;» «Η γυναίκα του. Η γυναίκα του, η Τζοάνα. Ήταν έγκυος, το είχε μόλις μάθει την προηγουμένη. Αλλά ήταν πολύ πιθανό το παιδί να μην ήταν δικό του. Χρόνια τον απατούσε». «Και τότε γιατί έμενε μαζί της;» ρώτησε ο Καλ. «Θα πρέπει να τη δεις. Είναι τόσο όμορφη όσο λίγες γυναίκες. Κι έχει ένα σώμα... Άνθρωπος ήταν κι ο Γκούσταβ». Εκνευρισμένος ο Φραντς κλότσησε ένα κομμάτι χορταριού. Ο χλομός ήλιος έλαμψε στα κόκκινα μαλλιά του. «Εκείνο το πρωινό που προσπάθησε ν’ ανέβει στην Αναπούρνα 3, στο μυαλό του είχε την Τζοάνα και το μωρό. Και σκοτώθηκε». Ο Καλ ήξερε πολύ καλά ότι το να στρέψεις έστω και λίγο την προσοχή σου αλλού μπορούσε να αποβεί μοιραίο. Ότι και η παραμικρή λάθος εκτίμηση μπορούσε να οδηγήσει στο θάνατο. «Λυπάμαι», είπε μόνο. «Δεν ήξερα για τη γυναίκα του». «Εκείνη έλεγχε και τα οικονομικά. Ήταν μια πλούσια γυναίκα που άφηνε τον Γκούσταβ να έχει εξοπλισμό δεύτερης ποιότητας και να παρακαλά για σπόνσορες στις αναβάσεις του. Α, ήταν φοβερό πώς υπέφερε αυτός ο άνθρωπος». «Από πού ήταν;» «Από τον κεντρικό Καναδά», είπε ο Φραντς και γέλασε ξερά. «Εκεί όπου δεν υπάρχει λόφος ούτε για δείγμα. Εκεί μένουν οι γονείς του». «Έχω ένα φίλο στο Γουίνιπεγκ», είπε ο Καλ. «Τον ξέρω χρόνια». Ο Φραντς ανασηκώθηκε απότομα. «Αλήθεια; Θα σ’ ενδιέφερε να δεις το φίλο σου και να εκπληρώσεις παράλληλα την τελευταία επιθυμία ενός αναρριχητή, που άξιζε περισσότερα απ’ όσα του είχε δώσει η ζωή;» «Τι εννοείς;» «Στο Τσέρματ έχω τον εξοπλισμό του. Θα τον έστελνα με το ταχυδρομείο στους γονείς του, αλλά θα ήταν πολύ καλύτερα να τους τον παραδώσει ένας σύντροφος ορειβάτης». «Στην αρχή του χρόνου έχω μια βδομάδα ελεύθερη», είπε ο Καλ σκεφτικός, «όταν θα πάω την κόρη μου στο σχολείο της στην Ελβετία. Θα ήταν υπέροχο να ξαναδώ τον Στίβεν και τη γυναίκα του».


«Θα απαλύνεις τον πόνο των Στράσεν. Οι καρδιές τους έχουν ραγίσει. Η γυναίκα του Γκούσταβ δεν έχασε χρόνο μετά το θάνατό του και ξεφορτώθηκε το παιδί. Μπορεί να ήταν παιδί του Γκούσταβ, πράγμα που σημαίνει ότι ξεφορτώθηκε το μοναδικό εγγόνι των Στράσεν, τον μοναδικό δεσμό με τον νεκρό τους γιο». Ο Φραντς έφτυσε στο γρασίδι. «Ανάθεμα τη μέρα που την παντρεύτηκε ο Γκούσταβ. Μόνο θλίψη έφερε στη ζωή του». * «Κύριε Φρίμαν;» είπε ο Ντίτερ Στράσεν, σαν να το επαναλάμβανε. Ξαφνικά ο Καλ ξαναγύρισε στην πραγματικότητα και στο απλό και ταυτόχρονα φοβερό γεγονός ότι η γυναίκα στην αγκαλιά του ήταν η αιτία του θανάτου ενός ανθρώπου και της βαθιάς θλίψης των ηλικιωμένων γονιών του. «Λυπάμαι», τραύλισε, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να νιώθει απογοητευμένος για μια γυναίκα που μέχρι πριν από μία ώρα αγνοούσε την ύπαρξή της. Μια αναίσθητη γυναίκα με την οποία δεν είχε ανταλλάξει ούτε μια λέξη. «Κύριε Στράσεν», είπε, «βλέπω ότι η άφιξή μου εδώ προξένησε σ’ εσάς και τη γυναίκα σας μεγάλη ταραχή και σας ζητώ συγνώμη, αλλά αυτή τη στιγμή δε βλέπω άλλη λύση. Δεν μπορώ να την πετάξω στο χιόνι, άσχετα με το τι έχει κάνει». «Άρα ξέρεις την ιστορία», είπε κοφτά ο Ντίτερ. «Ο Φραντς Στέμπελ, ο οδηγός που είχε τον εξοπλισμό του γιου σας, μου μίλησε για τη νύφη σας πριν από ένα μήνα περίπου». «Ο Γκούσταβ εκτιμούσε πολύ τον Φραντς», είπε ο Ντίτερ και στράφηκε κουρασμένα στη γυναίκα του. «Η Μαρία θα τη βάλει στην πίσω κρεβατοκάμαρα. Είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε. Μέχρι το πρωί θα έχει πεθάνει». «Ας τη βοηθήσει κάποιος άλλος», είπε η Μαρία με παγωμένη φωνή. «Θα το κάνω εγώ», είπε ο Καλ. «Καλύτερα», απάντησε ο Ντίτερ με ανακούφιση. «Θα σου δείξω πού είναι το δωμάτιο και η Μαρία θα σου ετοιμάσει λίγη σούπα. Είμαστε κακοί οικοδεσπότες, κύριε Φρίμαν». Έκανε μια υπόκλιση. «Καλώς ήρθες στο σπίτι μας». «Ευχαριστώ», είπε ο Καλ και χαμογέλασε στη Μαρία. Η απάντησή της ήταν ψυχρή. «Η γυναίκα αυτή πρέπει να φύγει από δω μέσα αύριο το πρωί. Και να μην ξαναγυρίσει ποτέ». Το μυαλό του Καλ δούλεψε γρήγορα. «Ναι, φυσικά... Ήταν εδώ πριν από λίγο, ε;» «Είχε το θράσος να μας φέρει το ασημένιο ρολόι του Γκούσταβ και το άλμπουμ του με τις οικογενειακές φωτογραφίες. Λες κι αυτά θα μας έκαναν να τη δεχτούμε και να τη συγχωρήσουμε για ό,τι έχει κάνει». «Πάμε, Μαρία», την προειδοποίησε ο άντρας της. «Το εγγόνι μας», η φωνή της Μαρίας ράγισε. «Σκότωσε ακόμα κι αυτό. Έκανε έκτρωση». «Σύμφωνα με τον Γκούσταβ, μπορεί και να μην ήταν δικό του παιδί», είπε ο Ντίτερ, περνώντας τα δάχτυλά του μέσα στα γκρίζα του μαλλιά. «Ο γιος μας μας έστειλε ένα τηλεγράφημα τη μέρα που πέθανε και μας έλεγε για την εγκυμοσύνη της και τις αμφιβολίες του. Ήθελε να τη χωρίσει». Το βλέμμα του έπεσε για μια στιγμή στη γυναίκα που κρατούσε ο Καλ στα χέρια του. «Αλλά αυτό ήξερε ότι θα σήμαινε πως δε θα είχε καμιά επαφή με το παιδί που ίσως ήταν σάρκα και αίμα του». «Μας τα πήρε όλα», είπε με πικρία η Μαρία.


«Αρκετά τώρα», επενέβη ο άντρας της. «Είμαι σίγουρος ότι, μόλις ο κύριος Φρίμαν την τακτοποιήσει, θα θέλει να φάει». «Μπορείτε να με λέτε Καλ... Και ναι, λίγη σούπα θα ήταν ό,τι πρέπει», είπε χαμογελώντας ξανά. Κάνοντας μεταβολή, η Μαρία πήγε στην κουζίνα, ενώ ο Ντίτερ τον οδήγησε σ’ ένα στενό διάδρομο που έβγαζε στο πίσω μέρος του σπιτιού. Τα έπιπλα ήταν λιγοστά. Ο Καλ κοίταξε αυτό που υποτίθεται ότι ήταν το επίσημο σαλόνι. Όλα ήταν τακτοποιημένα και πεντακάθαρα. Η πίσω κρεβατοκάμαρα δεν αποτελούσε εξαίρεση. Όμως ήταν τρομερά κρύα. «Πρέπει να συγχωρήσεις τη γυναίκα μου, κύριε... Καλ. Είναι πολύ σκληρή, αλλά είναι κατανοητό. Σ’ αφήνω να την τακτοποιήσεις κι όποτε είσαι έτοιμος έλα στην τραπεζαρία». Ο Καλ ξάπλωσε την Τζοάνα Στράσεν πάνω στο διπλό κρεβάτι κι ανασηκώθηκε ξανά. «Μόλις συνέλθει, θα πρέπει να φάει κάτι ζεστό», είπε, διαπιστώνοντας ενοχλημένος ότι είχε υιοθετήσει τη συνήθεια των Στράσεν να μιλά γι’ αυτήν στο τρίτο πρόσωπο, χωρίς να λέει τ’ όνομά της. «Θα το φροντίσω. Και θα σου δείξω το δικό σου δωμάτιο». «Νομίζω ότι είναι καλύτερα να μείνω εδώ, για να ρίχνω καμιά ματιά στη νύφη σας», είπε ο Καλ μ’ ένα δισταγμό που ξάφνιασε και τον ίδιο. Αλλά, αν δεν τη φρόντιζε εκείνος, ποιος θα το έκανε; «Όταν υπάρχει χτύπημα στο κεφάλι, πρέπει να έχουμε το νου μας για τουλάχιστον δώδεκα ώρες». «Ό,τι πεις», απάντησε ο Ντίτερ και μια για στιγμή έριξε μια τόσο εχθρική ματιά στην αναίσθητη γυναίκα πάνω στο κρεβάτι που, παρ’ ότι ήξερε την ιστορία, ο Καλ πάγωσε. «Στην ντουλάπα υπάρχουν κι άλλα στρωσίδια και ο καναπές γίνεται κρεβάτι», συνέχισε ο Ντίτερ, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. «Θα τα πούμε σε λίγο». Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω του, ο Καλ ανέλαβε δράση. Τράβηξε τις κουρτίνες, ανέβασε το θερμοστάτη αρκετές μονάδες και άναψε την ξυλόσομπα που ήταν στη γωνία. Μετά στράφηκε στη γυναίκα που κειτόταν στο κρεβάτι. Η Τζοάνα Στράσεν, η χήρα του Γκούσταβ. Μια άπιστη γυναίκα, που είχε προφανώς σκοτώσει ακόμα και το ίδιο της το παιδί. Τίποτ’ απ’ όλα αυτά, όμως, δεν μπορούσε να μειώσει την ομορφιά της.


Κεφάλαιο 2

Τρίβοντας τις παλάμες του στο πλάι του κοτλέ του, ο Καλ προχώρησε διστακτικά στο κρεβάτι. Ακούμπησε τη μία του παλάμη στο μάγουλο της Τζοάνα και προσπάθησε να αγνοήσει τη σατινένια υφή της επιδερμίδας της. Ήταν παγωμένη. Έβγαλε τα γάντια του και πήρε τα κρύα δάχτυλά της στα δικά του. Δάχτυλα χωρίς κανένα δαχτυλίδι, πρόσεξε. Μακριά, με περιποιημένα νύχια. Δε φορούσε ούτε ένα κόσμημα, κι αυτό τον ξάφνιασε. Γνώριζε πολλές γυναίκες και, επειδή ήταν πλούσιος και ανύπαντρος, όταν του γίνονταν βάρος προσπαθούσε να τις απομακρύνει. Οι περισσότερες ήταν φορτωμένες διαμάντια. Γιατί όχι και η πλούσια χήρα, η Τζοάνα Στράσεν; Σαν να είχε πει τ’ όνομά της δυνατά, εκείνη κούνησε ανυπόμονα το κεφάλι της στο μαξιλάρι και οι βλεφαρίδες της πετάρισαν. Το αριστερό της χέρι σφίχτηκε πάνω στο μπουφάν του, προσπαθώντας να το τραβήξει στο πιγούνι της. Από τα χείλη της βγήκε ένα μικρό βογκητό πόνου κι ένα ρίγος διέτρεξε το κορμί της. Παλεύοντας ενάντια σε μια αυθόρμητη συμπόνια, ο Καλ της έβγαλε τις χαμηλοτάκουνες μπότες, που έδειχναν να έχουν αγοραστεί από κάποιο πρατήριο εργοστασίου. Σίγουρα δεν ήταν δερμάτινες. Αυτό, μαζί με την απουσία κοσμημάτων, τον παραξένεψε τρομερά. Φορούσε ένα μαύρο παντελόνι κι ένα απλό σκούρο μπλε πουλόβερ. Η σιλουέτα της τραβούσε την προσοχή όσο και το πρόσωπό της. Ο Καλ πρόσεξε ότι εκείνη έτρεμε. Τράβηξε βιαστικά τα σκεπάσματα πάνω στα οποία ήταν ξαπλωμένη και την τύλιξε. Το δωμάτιο είχε ζεσταθεί αρκετά, έτσι ο Καλ έβγαλε το χοντρό, μάλλινο πουλόβερ του. Έριξε μια ματιά στο είδωλό του στον καθρέφτη δίπλα στην πόρτα και πέρασε τα δάχτυλά του μέσα στ’ ανακατεμένα μαλλιά του, που είχαν σκούρο καστανό χρώμα. Όσο για τα υπόλοιπα, απλά πίστευε ότι είχε τα σωστά πράγματα στη σωστή θέση, τίποτα περισσότερο. Γι’ αυτό και δεν καταλάβαινε τη γοητεία που ασκούσε στις γυναίκες. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι, ενώ προσπαθούσε ν’ αποφύγει το ενδιαφέρον μιας χωρισμένης τα Χριστούγεννα, είχε ακούσει έκπληκτος το σχόλιο της κόρης του, της Λένι: «Δεν καταλαβαίνεις γιατί σε κυνηγάνε οι γυναίκες; Σύνελθε, μπαμπά. Είσαι κούκλος! Θα ’πρεπε ν’ ακούσεις τι λένε τα κορίτσια στο σχολείο για σένα». «Ω, όχι, δε θα ’πρεπε καθόλου». Η Λένι είχε κάνει ένα μορφασμό απηυδισμένη, γυρνώντας τα μάτια της στον ουρανό. «Είσαι έξυπνος, πλούσιος, γοητευτικός –όταν το θες– και διάσημος ορειβάτης. Ότι είσαι πλούσιος το είπα; Θες κι άλλα;» «Πλούσιος, εντάξει», απάντησε εκείνος. «Τα υπόλοιπα ξέχνα τα». Γελώντας, η Λένι τον είχε καταφέρει να τη βοηθήσει στη γεωμετρία, ένα μάθημα που ήταν τόσο μυστήριο γι’ αυτήν όσο απόλαυση ήταν η λογοτεχνία. Ο Καλ αγαπούσε την κόρη του περισσότερο από καθετί στον κόσμο, περισσότερο κι από τη μητέρα της τα τελευταία χρόνια του γάμου τους, όπως μπορούσε τώρα να παραδεχτεί στον εαυτό του. Έπρεπε να ξαναπαντρευτεί, να τακτοποιηθεί και να χαρίσει ένα κανονικό σπίτι στη Λένι, να υπάρχει μια γυναικεία παρουσία στη ζωή του. Το θέμα ήταν ότι δεν το ήθελε. Ούτε και είχε γνωρίσει κάποια που να του προκαλούσε τέτοια επιθυμία.


Μακάρι να μην ταξίδευε τόσο. Έτσι τα πράγματα γίνονταν πιο δύσκολα με τη Λένι. Πέρα από την ορειβασία, έπρεπε να ταξιδεύει και για τη δουλειά του. Ο Καλ είχε κληρονομήσει πολλά χρήματα από τον περιπετειώδη πατέρα του. Αφού τα είχε πολλαπλασιάσει πολλές φορές, με μια σειρά από εύστοχες επενδύσεις, είχε αγοράσει μια διεθνή χρηματιστηριακή εταιρεία και αργότερα μια αλυσίδα οίκων δημοπρασιών στην Ευρώπη και τη Νέα Υόρκη, με αντίκες και έργα τέχνης. Μολονότι με τους υπολογιστές είχε περιορίσει σημαντικά τα ταξίδια του, τίποτα δεν μπορούσε να αντικαταστήσει την προσωπική επαφή στις επιχειρήσεις. Άλλος ένας λόγος που η Λένι πήγαινε σε ιδιωτικό σχολείο στην Ελβετία. Η γυναίκα στο κρεβάτι βόγκηξε ξανά. Ξαναγυρνώντας στο παρόν, ο Καλ έριξε ένα κούτσουρο στη φωτιά κι έστρεψε την προσοχή του πάνω της. Παρά τα σκεπάσματα και τη ζέστη μέσα στο δωμάτιο, η Τζοάνα Στράσεν εξακολουθούσε να τρέμει. Με κινήσεις αργές και τα μάτια του καρφωμένα πάνω της, ανασήκωσε τα σκεπάσματα και, μπαίνοντας αποκάτω μαζί της, την πήρε στην αγκαλιά του και την τράβηξε πάνω του. Το σώμα της ταίριαξε στο δικό του, σαν να είχε φτιαχτεί από το ιδανικό καλούπι γι’ αυτόν. Το μάγουλό της ακούμπησε στον γυμνό λαιμό του και η ανάσα της ταξίδεψε στην επιδερμίδα του. Μπορούσε να νιώσει τα ρίγη της, το στήθος της ν’ ανεβοκατεβαίνει, τις καμπύλες της πάνω του. Η αντίδραση του σώματός του ήταν ακαριαία. Την ήθελε. Άσχετα με το τι είχε κάνει εκείνη. Σφίγγοντας τα δόντια του, ο Καλ σκέφτηκε τις παγωμένες χαράδρες του Μπράμα, τους κρύους βράχους του Σίβλινγκ, τις σχεδόν γυάλινες πλαγιές του Έβερεστ. Αλλά μάταια. Βρίζοντας νοερά τον εαυτό του, προσπάθησε να φανταστεί ότι εκείνη ήταν ένας σύντροφος ορειβάτης με υποθερμία κι ότι απλώς έκανε το σωστό. Και πάλι μάταια. Η επιδερμίδα της ήταν απαλά αρωματισμένη και τα μαλλιά της, που ήταν πλεγμένα σε μια χοντρή πλεξίδα, έλαμπαν στο φως της φωτιάς λες κι αιχμαλώτιζαν τις φλόγες. Είχε μείνει καιρό χωρίς γυναίκα, αυτό ήταν το πρόβλημα. Αλήθεια, πόσος καιρός ήταν; Προσπαθώντας να θυμηθεί, συνειδητοποίησε ότι ήταν αρκετός. Ώρα να το διορθώσει αυτό. Και ήταν η καλύτερη στιγμή, τώρα που η Λένι ήταν μακριά στην Ελβετία, στο σχολείο της... Υπήρχε εκείνη η ξανθιά στο Μανχάταν, που είχε γνωρίσει σ’ ένα φιλανθρωπικό χορό. Είχε επιμείνει να του δώσει το τηλέφωνό της –κάπου θα το είχε. Επιπλέον, του είχε δώσει την εντύπωση ότι ήταν έτοιμη να πέσει στο κρεβάτι του. Η αλήθεια όμως ήταν ότι ούτε τ’ όνομά της δε θυμόταν – τόση σημασία της είχε δώσει. Μετά ήταν και η Αλέσα στο Παρίσι, η Τζάσμιν στη Βοστόνη, η Ρόζμαρι στο Λονδίνο και η Χέλγκα στη Ζυρίχη. Με όλες είχε βγει, με καμιά δεν είχε κοιμηθεί. Η Τζοάνα Στράσεν αναδεύτηκε μέσα στην αγκαλιά του. Βιαστικά ο Καλ τραβήχτηκε από κοντά της. Είχαν υποχωρήσει τα ρίγη; Όσο πιο γρήγορα σηκωνόταν από το κρεβάτι, τόσο το καλύτερο. Εκείνη η γυναίκα στο Μανχάταν φορούσε ένα διαμαντένιο σκουλαρίκι στη μύτη της. Αυτό το θυμόταν καλά ο Καλ. Δεν ήταν ν’ απορεί κανείς που δεν της είχε τηλεφωνήσει. Ξαφνικά ένα ρίγος διέτρεξε το κορμί της Τζοάνα. Την επόμενη στιγμή τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και, έντρομη, τον έσπρωξε πέρα με μια απρόσμενη δύναμη. «Όχι!» φώναξε. «Όχι, δεν...» Ύστερα τον κοίταξε επίμονα. Ο Καλ την είδε να καταπίνει με δυσκολία και στο βλέμμα της να ζωγραφίζεται κάποιου είδους θαυμασμός, καθώς πάλευε να πνίξει τον τρόμο που είχε νιώσει λίγες στιγμές πριν. Μήπως φοβόταν ότι ο Γκούσταβ είχε βγει από τον τάφο του να τη στοιχειώσει; Δεν πρόλαβε να της μιλήσει. «Δεν είσαι ο Γκούσταβ... ω, Θεέ μου, νόμιζα πως ήσουν ο Γκούσταβ». Η φωνή της


υψώθηκε τρομαγμένη. «Ποιος είσαι; Πού βρίσκομαι;» «Όχι, δεν είμαι ο Γκούσταβ», είπε ο Καλ ήρεμα. «Ο Γκούσταβ πέθανε, το ξέχασες;» Ο τρόμος σκίασε και πάλι τα μπλε μάτια της. Τραβήχτηκε μακριά του και, ρίχνοντας το κεφάλι της πίσω, άφησε μια σπαρακτική κραυγή πόνου, φέρνοντας το ένα της χέρι στο μέτωπο. «Σε παρακαλώ... πού είμαι; Δεν καταλαβαίνω...» «Είχες ένα ατύχημα», της είπε ο Καλ, με μια σκληρότητα για την οποία μέχρι ένα βαθμό ντρεπόταν. «Είσαι στο σπίτι του Ντίτερ και της Μαρίας Στράσεν». Το κορμί της σφίχτηκε από το σοκ κι ύστερα σκέπασε με τα δυο της χέρια τα μάτια της. «Όχι», ψιθύρισε. «Πες μου ότι δεν είναι αλήθεια». «Είναι αλήθεια. Πού αλλού να σε πήγαινα; Κι εκείνοι, όμως, πρέπει να σου πω, δε χάρηκαν που σε δέχτηκαν εδώ, όπως δε χαίρεσαι κι εσύ που βρίσκεσαι εδώ». «Με μισούν», ψιθύρισε η Τζοάνα και για μια στιγμή τα μπλε μάτια της υγράνθηκαν από τα δάκρυα. «Δε θέλω να είμαι εδώ! Ποτέ ξανά». Ή ήταν καταπληκτική ηθοποιός ή ό,τι του είχαν πει για τις πράξεις της δεν ήταν πραγματικότητα. Ο Γκούσταβ, ο Φραντς, ο Ντίτερ και η Μαρία. Έκαναν όλοι λάθος; Μάλλον απίθανο. Εκείνη απομακρύνθηκε ακόμα πιο πολύ από κοντά του. «Ποιος είσαι;» «Η μοίρα;» απάντησε ο Καλ, ανασηκώνοντας το ένα του φρύδι. «Μην παίζεις μαζί μου», τον ικέτεψε και τα δάκρυα φάνηκαν ξανά στα μάτια της. «Σε παρακαλώ... δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει, πρέπει να μου πεις». «Είμαι αυτός που περνούσε τυχαία από το δρόμο μετά το ατύχημα που είχες εκεί. Θα έπρεπε να μ’ ευχαριστείς. Αν έμενες εκεί, θα είχες πεθάνει από το κρύο». «Το αυτοκίνητο...» Η Τζοάνα Στράσεν έσμιξε τα φρύδια της. «Τώρα θυμάμαι. Μπήκα στο αυτοκίνητο κι έφυγα από δω. Χιόνιζε πολύ και φυσούσε, αλλά ο δρόμος ήταν ίσιος και ήμουν σίγουρη ότι δε θα είχα πρόβλημα». «Δεν ήταν και ό,τι πιο έξυπνο», είπε ξερά ο Καλ. «Δεν μπορούσα να μείνω! Ήθελαν να φύγω. Μ’ έσπρωξαν σχεδόν έξω απ’ την πόρτα. Όταν όμως βγήκα στο δρόμο, δεν μπορούσα να δω πού πήγαινα. Ξαφνικά είδα μπροστά μου το στύλο... Το τελευταίο που θυμάμαι είναι που έσβησα τη μηχανή γιατί φοβόμουν μην πάρει φωτιά το αυτοκίνητο». «Άλλη μια ανόητη πράξη, μαζί με τις υπόλοιπες». «Ώστε σου είπαν για μένα», παρατήρησε εκείνη ήσυχα. «Και τους πίστεψες». «Υπάρχει κάποιος λόγος για τον οποίο δε θα έπρεπε να το κάνω;» τη ρώτησε ο Καλ, ανακαλύπτοντας εκνευρισμένος ότι πραγματικά ήθελε να του αναφέρει κάποιους τέτοιους λόγους. «Ω, Θεέ μου...» ψιθύρισε εκείνη. Με μια γρήγορη κίνηση, ο Καλ σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Πάω να σου φέρω λίγη σούπα τώρα που συνήλθες. Και μετά θα σου ετοιμάσω ένα ζεστό μπάνιο». Η Τζοάνα προσπάθησε ν’ ανασηκωθεί, αλλά μια ζαλάδα την ανάγκασε να ξαναπέσει πίσω στο μαξιλάρι. «Φύγε», του είπε με φωνή που έτρεμε. «Φύγε κι άσε με μόνη». Μακάρι να γινόταν. «Δε σ’ αρέσει ν’ αντιμετωπίζεις τις συνέπειες των πράξεών σου, έτσι δεν είναι; Θα έπρεπε να σε συγχαίρω που έχεις τόσο ελαστική συνείδηση». «Σταμάτα! Σταμάτα... δεν αντέχω άλλο». Πράγματι φαινόταν στα όριά της. Ο Καλ δάγκωσε το κάτω χείλος του, νιώθοντας αμήχανα. «Θα γυρίσω σε λίγα λεπτά. Το μπάνιο είναι εκεί μέσα. Αν ήμουν στη θέση σου, θα έμενα σ’ αυτό το


μέρος του σπιτιού. Δεν είσαι ευπρόσδεκτη αλλού». «Λες να μην το ξέρω;» του πέταξε εκείνη με μια ξαφνική οργή. «Κι όμως ήρθες. Απρόσκλητη, είμαι βέβαιος». «Αν νομίζεις ότι θα σου δικαιολογηθώ, κάνεις μεγάλο λάθος», του απάντησε ξερά η Τζοάνα και γύρισε το πρόσωπό της αλλού. Το χρυσαφένιο φως από τη φωτιά έλουσε τις λεπτές γραμμές του προφίλ της. Ο Καλ βγήκε από το δωμάτιο και στάθηκε στο διάδρομο για λίγο, προσπαθώντας να καταλαγιάσει τα αισθήματά του. Τι του συνέβαινε; Φώναζε σε μια γυναίκα που πιθανότατα είχε πάθει διάσειση! Μια γυναίκα που απ’ τη μια την αντιπαθούσε κι απ’ την άλλη ήθελε όσο τίποτα να τη φιλήσει! Δικαίως την αντιπαθούσε. Στο κάτω κάτω ήταν μια ψεύτρα, σύμφωνα με τους ανθρώπους που την ήξεραν καλά. Αλλά και να τη φιλήσει; Είχε χάσει το μυαλό του. Πολλές γυναίκες είχαν μπλε μάτια και μακριά μαύρα μαλλιά. Σύνελθε, Καλ –που θα ’λεγε και η Λένι. Αφού συνεννοήθηκε πρώτα με τον Ντίτερ, έκανε ένα τηλεφώνημα στον Στίβεν, ενημερώνοντάς τον για την αλλαγή των σχεδίων του, και μετά στο αεροδρόμιο, όπου έμαθε ότι όλες οι πτήσεις είχαν ακυρωθεί. Η Μαρία τού είχε στρώσει στο απλό δρύινο τραπέζι στην τραπεζαρία. Έφαγε μηχανικά ένα μπολ νοστιμότατη μανιταρόσουπα με σπιτικό ψωμί και σαλάτα πράσινων λαχανικών, συζητώντας παράλληλα με το ηλικιωμένο ζευγάρι. Το δείπνο πλησίαζε στο τέλος του. «Στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μου έχω τα πράγματα του Γκούσταβ», είπε ο Καλ. «Θέλετε να τα φέρω μέσα τώρα ή αύριο το πρωί;» «Αύριο καλύτερα», απάντησε βαριά ο Ντίτερ. «Αρκετά περάσαμε σήμερα». «Έχω βάλει ένα μπολ σούπα σ’ ένα δίσκο», είπε παγερά η Μαρία. «Πήγαινέ τη μέσα». «Εντάξει. Ήταν πολύ όμορφο το δείπνο, Μαρία. Σ’ ευχαριστώ». «Εμείς ξυπνάμε νωρίς», είπε ο Ντίτερ. «Έτσι απομονωμένοι που ζούμε, έχουμε μια αυστηρή ρουτίνα. Συμφωνείς για το πρωινό στις οχτώ;» «Ναι, εντάξει, ευχαριστώ», είπε ο Καλ και πήρε το δίσκο που η Μαρία είχε αφήσει πάνω στο τραπέζι. «Θα τα πούμε αύριο». Πέρασε ξανά από το διάδρομο, ρίχνοντας μια ματιά στο σαλόνι. Τα μοναδικά βιβλία ήταν χοντρά και δερματόδετα, στον τοίχο κρέμονταν φωτογραφίες αγέλαστων προγόνων και δεν υπήρχε πουθενά ούτε ένα διακοσμητικό. Πάντα έτσι ήταν αυτό το σπίτι, λιτό και θλιβερό; Ο Γκούσταβ είχε μεγαλώσει άραγε μέσα σ’ αυτό το τόσο αυστηρό περιβάλλον; Όπως και να ’χε, ο Γκούσταβ Στράσεν είχε αρχίσει να κερδίζει τη συμπάθειά του. Μπαίνοντας αθόρυβα στην κρεβατοκάμαρα, ο Καλ βρήκε την Τζοάνα Στράσεν ξαπλωμένη ανάσκελα, να κοιτάζει το ταβάνι. Τα φρύδια της είχαν σμίξει, σαν να πονούσε, και τα μάγουλά της είχαν το ίδιο λευκό χρώμα με τις μαξιλαροθήκες. Μια σανίδα έτριξε κάτω απ’ το πόδι του. Εκείνη τινάχτηκε και τον κοίταξε ανέκφραστη. «Θα σε βοηθήσω να καθίσεις», της είπε. «Μπορώ και μόνη μου». «Μην είσαι τόσο πεισματάρα!» Θυμός έλαμψε στο βλέμμα της, που η Τζοάνα φρόντισε να τον κρύψει. Πού είχε μάθει να έχει αυτό τον έλεγχο; Γιατί; Και γιατί ο Καλ νοιαζόταν τόσο για τις απαντήσεις αυτές; Άφησε το δίσκο στο τραπεζάκι δίπλα στο κρεβάτι, ενώ εκείνη προσπάθησε ν’ ανασηκωθεί,


δαγκώνοντας το κάτω χείλος της. Κι ο ίδιος είχε πάθει μια φορά διάσειση, και του είχε αφήσει έναν φρικτό πονοκέφαλο. Στερέωσε τα μαξιλάρια πίσω απ’ την πλάτη της στο προσκέφαλο του κρεβατιού και, περνώντας τα χέρια του κάτω από τις μασχάλες της, την ανασήκωσε. Οι καμπύλες του στήθους της άγγιξαν τα μπράτσα του, μια επαφή που προκάλεσε αναστάτωση στο σώμα του. Την άφησε πίσω στα μαξιλάρια. «Ζήτησα από τη Μαρία να μου δώσει μερικά παυσίπονα. Ίσως θα έπρεπε να πάρεις ένα». «Σίγουρα θα έχουν βάλει αρσενικό μέσα». «Πήρα κι εγώ ένα», της απάντησε ξερά, «αν αυτό σε κάνει να νιώθεις πιο ασφαλής». «Δε μ’ αρέσει να παίρνω χάπια». «Γι’ αυτό έμεινες έγκυος;» Δεν είχε σκοπό να το πει αυτό. Ο Καλ είδε το πρόσωπό της να συσπάται από την αγωνία και τον πόνο. Της άπλωσε αυθόρμητα το χέρι του, αλλά εκείνη το έσπρωξε. «Άσε με ήσυχη», του είπε. «Σε παρακαλώ». Δεν μπορεί να προσποιούνταν εκείνη τη στιγμή. Ο πόνος που έδειχνε να νιώθει ήταν αληθινός. «Ώστε μετάνιωσες που ξεφορτώθηκες το παιδί». «Γιατί δε χρησιμοποιείς τη σωστή λέξη; Έκτρωση. Αυτό εννοείς. Κι αυτό πιστεύουν ότι έκανα ο Ντίτερ και η Μαρία». «Ναι, έτσι μου είπαν». «Κι εσύ πιστεύεις ό,τι σου λένε οι άλλοι;» «Γιατί να μου πουν ψέματα, Τζοάνα;» τη ρώτησε ο Καλ, κρατώντας την ανάσα του μέχρι να του απαντήσει. «Γιατί καμιά γυναίκα στον κόσμο δε θα ήταν αρκετά καλή για τον αγαπημένο τους Γκούσταβ! Από την πρώτη μέρα που μ’ έφερε εδώ μέσα, ήμουν εχθρός τους». Λες να ήταν αλήθεια; Ο Καλ άφησε το δίσκο στην ποδιά της κι έσκυψε να βάλει κι άλλα κούτσουρα στη φωτιά. Γυρνώντας κοντά της, την είδε να καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια για να φάει. Σε λίγο έσπρωξε πέρα το μπολ. «Αρκετά», μουρμούρισε και τα βλέφαρά της έκλεισαν. Ο Καλ πήρε το δίσκο και στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι μέχρι που άκουσε την ανάσα της να βγαίνει απαλή και ήρεμη. Τώρα είχε σταματήσει να τρέμει και τα μάγουλά της είχαν πάρει λίγο χρώμα. Δεν είχε πρόβλημα πια. Θα ήταν ανόητος να μείνει άλλο εκεί μέσα. Την επομένη το πρωί θα κανόνιζε να πάρουν το αυτοκίνητό της και θα την αποχαιρετούσε. Μετά θα έδινε στους Στράσεν τον εξοπλισμό του γιου τους και θα πήγαινε στο αεροδρόμιο. Είχε ξανακλείσει πτήση για το μεσημέρι. Λίγες ώρες ακόμα και μετά δε θα ξανάβλεπε την Τζοάνα Στράσεν. Πολύς καιρός. Ρίχνοντας μια ματιά στο ρολόι του, διαπίστωσε ότι πλησίαζε οχτώ. Βγήκε από την κρεβατοκάμαρα και, πηγαίνοντας στο καθιστικό, κοίταξε τα βιβλία. Πάντα ήθελε να διαβάσει κλασικούς, και να που είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή. Πήρε έναν τόμο του Ντίκενς. «Α, καλά κατάλαβα ότι σ’ άκουσα εδώ», είπε ξαφνικά από την πόρτα ο Ντίτερ. «Εγώ και η Μαρία δεν είμαστε και πολύ καλά, πρέπει να μας συγχωρήσεις, Καλ. Δεν έχεις μαζί σου βαλίτσα. Επίτρεψέ μας να σου δώσουμε μια οδοντόβουρτσα κι ένα ζευγάρι πιτζάμες». Ο Καλ δε φορούσε ποτέ πιτζάμες. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας». «Έλα στην κουζίνα, θα σου τα φέρω εκεί». Η Μαρία έπλενε τα πιάτα. «Η νύφη σας δεν έχει νυχτικό. Θα μπορούσες να της δώσεις ένα;»


Τα χείλη της Μαρίας σφίχτηκαν. Χωρίς να πει τίποτα, έφυγε από την κουζίνα και ξαναγύρισε κρατώντας ένα ζευγάρι πιτζάμες διπλωμένες πολύ τακτικά. «Δώσ’ της αυτές». «Το πρωί θα φύγουμε», είπε ήρεμα εκείνος. «Ανάθεμα τη μέρα που ο γιος μου είδε τα μεγάλα μπλε της μάτια!» Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Ντίτερ, κρατώντας πετσέτες, πιτζάμες και είδη τουαλέτας. «Ευχαριστώ», είπε ο Καλ. «Θα σας καληνυχτίσω τώρα. Είμαι αρκετά κουρασμένος». Στην πραγματικότητα, τα νεύρα του ήταν τεντωμένα. Παίρνοντας το Πόλεμος και Ειρήνη από το ράφι, ξαναγύρισε στην πίσω κρεβατοκάμαρα. Η Τζοάνα κοιμόταν ακόμα, με το κεφάλι της σε μια αφύσικη θέση. Για μερικά λεπτά την κοίταξε, λες κι έτσι θα έπαιρνε τις απαντήσεις που περίμενε. Ήταν πολύ χλομή κι όταν κοιμόταν έδειχνε τρομερά ευάλωτη. Κανονικά ήξερε να κρίνει σωστά τους ανθρώπους, αλλά κάτι στην Τζοάνα μπέρδευε το ραντάρ του. Ένα ήξερε: την επόμενη φορά που θα του ζητούσαν να κάνει μια χάρη, θα το έβαζε στα πόδια. Έβαλε κι άλλα ξύλα στη φωτιά και κάθισε να διαβάσει. Δυο ώρες αργότερα συνειδητοποίησε ότι η φωτιά είχε σχεδόν σβήσει. Αφού πρόσθεσε ξύλα, γύρισε και είδε τα μάτια της Τζοάνα καρφωμένα πάνω του. Έγιναν σχεδόν μαύρα, σκέφτηκε. Απύθμενα και μυστηριώδη, γεμάτα μυστικά. «Συγνώμη αν σε ξύπνησα. Πώς νιώθεις;» τη ρώτησε. «Θέλω να πάω στο μπάνιο». Η Τζοάνα ανασηκώθηκε προσεκτικά, κατέβασε τα πόδια της από το κρεβάτι και σηκώθηκε. «Ζαλίζομαι...» είπε αμέσως, φέρνοντας το χέρι στο μέτωπό της. «Στηρίξου πάνω μου», είπε ο Καλ απρόθυμα. Εκείνη έγειρε προς το μέρος του. Ο Καλτ τύλιξε το ένα του μπράτσο γύρω από τη μέση της, οργισμένος με τον εαυτό του που απολάμβανε αυτή την αίσθηση. «Γιατί δεν κάνεις ένα ζεστό μπάνιο; Θα σε χαλαρώσει». Η Τζοάνα κοντοστάθηκε και τον κοίταξε στα μάτια. «Δε θα χαλαρώσω ώσπου να μπω στο αεροπλάνο να φύγω», μουρμούρισε, και ξαφνικά έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Η πτήση μου! Την έχασα!» «Όλες οι πτήσεις ακυρώθηκαν λόγω της χιονοθύελλας». «Ήταν προσφορά. Θα με χρεώσουν παραπάνω τώρα;» Ο Φραντς είχε πει ότι ήταν τσιγκούνα. Γι’ αυτό δε φορούσε κοσμήματα; «Δε θα σε χρεώσουν παραπάνω. Αλλά και να το κάνουν, δεν είσαι σε θέση να αντεπεξέλθεις;» Τα μάτια της έλαμψαν. «Φυσικά. Τώρα είμαι μια πλούσια χήρα. Το ξέχασα, η ανόητη!» Πάντα του άρεσαν οι γυναίκες με ταμπεραμέντο. Η Σουζάν, η πρώην γυναίκα του, απέφευγε συστηματικά να διαπληκτίζεται. Αλλά η Σουζάν είχε κάτι το παιδικό πάνω της, που δεν είχε ταιριάξει ποτέ μ’ εκείνον. Όταν την είχε παντρευτεί, ήταν πολύ ερωτευμένος για να το καταλάβει αυτό. Επίσης η Σουζάν του έλεγε συχνά ψέματα. Ο Καλ είχε συνειδητοποιήσει ότι δεν τα έλεγε από κακή πρόθεση, αλλά απλά επειδή ήταν ο πιο εύκολος τρόπος για να απαλλαγεί από ευθύνες και τις συνέπειές τους. Κι ενώ εκείνος ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να καταλαβαίνει πως κάθε όμορφη γυναίκα δεν ήταν απαραίτητα και ψεύτρα, η εμπειρία του με τη Σουζάν τον είχε κάνει τρομερά επιφυλακτικό. Αυτό του είχε φανεί εξαιρετικά χρήσιμο στον κόσμο των επιχειρήσεων, αλλά, όσον αφορούσε την Τζοάνα, μήπως δεν ήταν η ενδεδειγμένη τακτική; Καταβάλλοντας προσπάθεια, ξαναγύρισε στο παρόν. «Η Μαρία μου έδωσε κάτι για σένα. Πάω να σου το φέρω».


Καθώς εκείνη στηρίχτηκε στον παραστάτη της πόρτας του μπάνιου, της έδωσε τις πιτζάμες. Με το ένα της χέρι η Τζοάνα έσφιξε το ξύλο πίσω της, σαν να ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει. Την έπιασε από τη μέση. «Τι συμβαίνει;» «Πόσο με μισεί», είπε εκείνη και πέταξε τις πιτζάμες στο πάτωμα. «Δεν το βλέπεις; Είναι οι πιτζάμες του Γκούσταβ!» «Τον μισούσες τον Γκούσταβ, έτσι δεν είναι;» «Δεν τον αγαπούσα πια, αν αυτό εννοείς». «Δεν είμαι σίγουρος». «Ό,τι και να σου πω δε θα το πιστέψεις. Είσαι προκατειλημμένος. Πάντως, καιρό πριν είχα καταλάβει ότι, αν μισούσα τον Γκούσταβ, θα καταστρεφόμουν». «Κι έτσι φρόντισες να τον καταστρέψεις εσύ πρώτη», της είπε ο Καλ προκλητικά. Η Τζοάνα έγειρε βαριά πάνω στο ξύλο της πόρτας. «Μπορεί ένας άνθρωπος να καταστρέψει έναν άλλο; Από μέσα σου δεν έρχεται η καταστροφή;» Και πάλι ο Καλ συμφώνησε μαζί της. Ακολούθησε σύντομη σιωπή. «Ώστε νομίζεις ότι μπορούσα να τον καταστρέψω; Και πώς θα το έκανα αυτό;» πρόσθεσε μετά εκείνη. «Έτσι», απάντησε ο Καλ και, τυλίγοντας τα χέρια του γύρω της, τη φίλησε στο στόμα. Η Τζοάνα έμεινε ακίνητη από το σοκ και τα χέρια της σφίχτηκαν σε γροθιές στο στέρνο του. Ύστερα τραβήχτηκε απότομα πέρα, με το στήθος της ν’ ανεβοκατεβαίνει βαριά. «Πες την αλήθεια. Εσύ είσαι που θες να με καταστρέψεις», φώναξε. «Αλλά δε θα σ’ αφήσω. Δε θ’ αφήσω κανέναν άντρα να με ξαναπλησιάσει». Τι διάβολο τον είχε πιάσει και την είχε φιλήσει; Και γιατί εκείνη τον κοιτούσε σαν να ήταν ο Μαρκήσιος ντε Σαντ; Η Τζοάνα μπήκε μέσα στο μπάνιο και του έκλεισε με δύναμη την πόρτα κατάμουτρα, κλειδώνοντάς την κιόλας. Μπορεί εκείνη να είχε κάνει την ανοησία να πάρει το αυτοκίνητο και να φύγει μέσα στη χιονοθύελλα, αλλά κι εκείνος είχε κάνει την ανοησία να τη φιλήσει. Και μάλιστα του άρεσε κιόλας. Όταν θα έφευγε από το Γουίνιπεγκ και θα πήγαινε στη Βοστόνη για δουλειά, θα τηλεφωνούσε στην Τζάσμιν, θα έβγαιναν για δείπνο και μετά θα κοιμούνταν μαζί. Αυτό έπρεπε να κάνει. Το συντομότερο. Και μάλιστα, ίσως της τηλεφωνούσε κι από κει. Πήρε τις πιτζάμες του Γκούσταβ από το πάτωμα και τις έβαλε στην ντουλάπα. Μέσα στο μπάνιο άκουσε το νερό να τρέχει. Μακάρι να μη γλιστρούσε η Τζοάνα μέσα στην μπανιέρα. Εκείνη τη μέρα είχε ήδη σπάσει ένα παράθυρο αυτοκινήτου. Μπορούσε να σπάσει και την πόρτα του μπάνιου, αν χρειαζόταν. Αυτό σίγουρα θα ενθουσίαζε τη Μαρία. Με ανάλαφρη διάθεση, πήρε ξανά το Πόλεμος και Ειρήνη. Είχε όλη τη νύχτα μπροστά του. Μπορούσε να την εκμεταλλευτεί. * Μισή ώρα αργότερα η Τζοάνα άνοιξε την πόρτα του μπάνιου. Ήταν ντυμένη και τα μάγουλά της είχαν ροδίσει από τη ζέστη. «Μπορείς να φορέσεις αυτές», της είπε ο Καλ και της έδωσε τις πιτζάμες του Ντίτερ.


«Αυτές είναι δικές σου». «Του Ντίτερ είναι. Εγώ δε φοράω ποτέ πιτζάμες». «Και πού σκοπεύεις να κοιμηθείς; Και, αλήθεια... ούτε τ’ όνομά σου δεν ξέρω». «Καλ», της απάντησε και της άπλωσε το χέρι. «Χαίρομαι για τη γνωριμία», πρόσθεσε ειρωνικά. Εκείνη κράτησε τα χέρια της στα πλευρά της. «Απάντησε στην ερώτησή μου». «Στον καναπέ. Εκτός κι αν προτιμάς να κοιμηθείς εσύ εκεί. Για μένα είναι λίγο μικρός». «Όσο με αφορά, μπορείς να κοιμηθείς κι έξω στο χιόνι». Για πρώτη φορά από τότε που την είχε βρει στο αυτοκίνητο, ο Καλ χαμογέλασε. «Αυτό δεν ήταν και πολύ ευγενικό εκ μέρους σου. Εξάλλου, σου έσωσα τη ζωή». «Θα το έκανες αν ήξερες ποια είμαι;» «Φυσικά. Τι ερώτηση είναι αυτή;» Η Τζοάνα δάγκωσε το κάτω χείλος της. «Ευχαριστώ», του είπε σκυθρωπή. «Βάλε τις πιτζάμες και πήγαινε να ξαπλώσεις», είπε ο Καλ. «Πριν πέσεις κάτω». Εκείνη τον κοίταξε άγρια, σαν να ήθελε να τον στραγγαλίσει. Ο Καλ έπνιξε με δυσκολία την επιθυμία να βάλει τα γέλια. Ένα έπρεπε να της αναγνωρίσει: δεν το έβαζε εύκολα κάτω. Η Τζοάνα του ξανάκλεισε την πόρτα του μπάνιου κατάμουτρα. Ο Καλ έφτιαξε το κρεβάτι, έβαλε ξύλα στη φωτιά και ξαναγύρισε στο βιβλίο του. Η πόρτα άνοιξε ξανά. Καθώς ανασήκωσε το βλέμμα του, το Πόλεμος και Ειρήνη ξέφυγε από το μπράτσο της πολυθρόνας κι έπεσε στο πάτωμα μ’ έναν πνιχτό γδούπο. Ο Ντίτερ ήταν μεγαλόσωμος και οι πιτζάμες του τεράστιες για την Τζοάνα, αλλά, ακόμα κι έτσι, εκείνη τις είχε κουμπώσει μέχρι επάνω, με το πλούσιο μπούστο της να αχνοφαίνεται μέσα από τα πέτα. Τα μανίκια ξεπερνούσαν τα χέρια της, ενώ είχε γυρίσει τα μπατζάκια, αποκαλύπτοντας τα ξυπόλυτα πόδια της. Τα μάτια του ξαναγύρισαν στο πρόσωπό της. Τώρα είχε λύσει την πλεξίδα της και τα μαλλιά έπεφταν ελεύθερα στην πλάτη της. Κάτω από το αδιάκριτο βλέμμα του είχε κοκκινίσει, σαν να ήταν ένα αθώο παιδί, σαν την κόρη του. Που δεν ήταν, φυσικά. Ο Καλ σηκώθηκε αργά όρθιος.


Κεφάλαιο 3

Η

Τζοάνα έκανε νευρικά ένα βήμα πίσω. Ο Καλ έμεινε ακίνητος. Πρόθεσή του ήταν να την ξαναφιλήσει. Μια επανάληψη διόλου έξυπνη. «Σ’ ενοχλεί το φως;» της είπε κοφτά. «Θέλω να διαβάσω λίγο». «Όχι», τραύλισε εκείνη. «Θα σε ξυπνήσω μια δυο φορές μέσα στη νύχτα. Έτσι πρέπει, αφού έχεις χτυπήσει στο κεφάλι». «Ω». Η Τζοάνα κατάπιε με δυσκολία. «Δε νομίζω ότι είναι απαραίτητο. Νιώθω πολύ καλύτερα». «Άσε εμένα να το κρίνω αυτό». Για μια στιγμή ο Καλ νόμιζε ότι θα του έφερνε αντιρρήσεις, αλλά γρήγορα η οργή έσβησε από το βλέμμα της. Ξάπλωσε στο κρεβάτι, τράβηξε τα σκεπάσματα μέχρι το πιγούνι της και του γύρισε την πλάτη. Σε λίγα λεπτά ο Καλ άκουσε την ανάσα της να βγαίνει ρυθμική και τότε συνειδητοποίησε ότι διάβαζε ξανά και ξανά την ίδια παράγραφο. Βρίζοντας από μέσα του, πίεσε τον εαυτό του να συνεχίσει το διάβασμα. Πριν ξαπλώσει να κοιμηθεί στις έντεκα και μισή και μετά πάλι στις δύο το πρωί, έλεγξε το σφυγμό της και τη διαστολή στις κόρες των ματιών της. Στις πέντε, όμως, όταν η δέσμη του φακού του έπεσε στο πρόσωπό της, εκείνη άνοιξε τα μάτια της διάπλατα από τον τρόμο. «Μη φοβάσαι. Απλά θέλω να δω αν είσαι καλά», της είπε μαλακά. Η Τζοάνα έπεσε ξανά στο μαξιλάρι, με το σφυγμό της να χτυπά δυνατά στη βάση του λαιμού της. «Αέρας είναι αυτό που ακούω;» «Ναι». «Πρέπει να φύγω από δω σήμερα!» «Θα πέσει ο αέρας», είπε εκείνος, χωρίς να το πιστεύει. Η ένταση της χιονοθύελλας είχε μεγαλώσει. «Δεν μπορώ να μείνω άλλο εδώ». Η φωνή της ακουγόταν με δυσκολία. «Κι εγώ θέλω να φύγω», είπε ο Καλ ξερά. «Αλλά δυστυχώς κανένας απ’ τους δυο μας δεν μπορεί ν’ αψηφήσει τον καιρό». «Όσο είμαι εδώ, ξανάρχονται στο μυαλό μου όλα εκείνα τα φρικτά χρόνια. Και το μωρό... Δεν αντέχω να σκέφτομαι το μωρό». Η φωτιά είχε σβήσει. Ήταν απομονωμένοι μέσα στη δέσμη του φακού, με το σκοτάδι να τους περικυκλώνει. Πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε τόση απελπισία στο βλέμμα μιας γυναίκας. Του ράγιζε η καρδιά. Κάθισε αδέξια στο κρεβάτι και τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της. Ένιωσε δάκρυα να βρέχουν το στήθος του και συνειδητοποίησε ότι εκείνη έκλαιγε σιωπηλά. «Έκανες πραγματικά έκτρωση;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον. «Όχι! Σου τ’ ορκίζομαι. Δεν είχε σημασία που δεν αγαπούσα πια τον Γκούσταβ, αγαπούσα το μωρό... Το αγαπούσα πολύ». Ήθελε να την πιστέψει... ω, Θεέ μου, πόσο το ήθελε! Τι τον κρατούσε λοιπόν; Τα μαλλιά της μύριζαν όμορφα και η επαφή του στήθους της με το στέρνο του πλημμύρισε το σώμα του μ’ έναν δυνατό πόθο. Ο Καλ προσπάθησε να τον αγνοήσει. Θα έκανε έρωτα στη χήρα του Γκούσταβ, μέσα στο σπίτι του Γκούσταβ; Τι είδους άνθρωπος είχε γίνει; «Δεν ξέρω ποιον να


πιστέψω», είπε με μια φωνή που μόλις αναγνώρισε για δική του. «Εσένα ή τους γονείς του Γκούσταβ;» Εκείνη έκανε ένα μορφασμό και μετά τραβήχτηκε από κοντά του, σκουπίζοντας με την ανάποδη της παλάμης της τα δάκρυά της. «Κράτα τη συμπάθειά σου», του είπε παγερά. «Όπως σκότωσα τον Γκούσταβ, έτσι σκότωσα και το μωρό». «Δεν ξέρω αν πρόκειται για συμπάθεια», απάντησε ο Καλ και ξαφνικά τη φίλησε δυνατά στο στόμα. Ήταν λες και οι φλόγες να ξαναζωντάνεψαν στη φωτιά και να τον έκαιγαν. Πρώτη φορά στη ζωή του ένιωθε τέτοιο πόθο. Τα χέρια του σφίχτηκαν γύρω της. Ξαφνικά τα χείλη της χαλάρωσαν και υποτάχτηκαν στο φιλί του με τόση προθυμία που θα έλεγε κανείς ότι κι εκείνη αισθανόταν το ίδιο. Τα δάχτυλά του προχώρησαν στα κουμπιά της πιτζάμας της. Αλλά η Τζοάνα τον χτύπησε δυνατά με τη γροθιά της στον ώμο και τραβήχτηκε. «Όχι!» «Μα με φίλησες κι εσύ», είπε εκείνος. «Ναι, το έκανα –και λοιπόν;» «Είσαι τρεις μήνες χήρα και με φίλησες σαν να ήσουν τρία χρόνια». «Για μια στιγμή σε φίλησα. Κι εσύ; Γιατί ήθελες να με φιλήσεις; Μου έδειξες από την αρχή ότι δεν πιστεύεις αυτά που σου λέω. Αυτό σημαίνει ότι ευθύνομαι για το θάνατο του Γκούσταβ και... και την απώλεια του μωρού». Ο Καλ δεν είχε καμιά απάντηση να της δώσει. Φιλούσε μια γυναίκα που έπρεπε κανονικά να την αντιπαθεί. Αγαπούσε τη Σουζάν όταν την είχε παντρευτεί, δεν την είχε απατήσει ποτέ, κι όσες γυναίκες είχε φέρει στο κρεβάτι του, μετά το θάνατό της, απλώς του άρεσαν. Ανασηκώθηκε, παρατηρώντας ότι τα μάγουλα της Τζοάνα ήταν μουσκεμένα από τα δάκρυα και ότι ο μώλωπας στο μέτωπό της είχε πάρει τώρα ένα κοκκινοκίτρινο χρώμα. «Ας πούμε ότι ήταν μια παροδική τρέλα», είπε βεβιασμένα. «Και για τους δυο μας». «Δεν πρόκειται να ξανασυμβεί!» Μέσα από το σακάκι της πιτζάμας ο Καλ διέκρινε τις σκούρες θηλές της. «Μην ανησυχείς. Πάω να συνεχίσω τον ύπνο μου. Μόνος. Ας ελπίσουμε ότι ο καιρός θα φτιάξει». «Πρέπει», απάντησε η Τζοάνα με απελπισία. Κι εκείνος το ίδιο ένιωθε. Αλλά δεν είχε πρόθεση να της το πει. Αρκετά είχε φανεί ανόητος, δεν ήταν ανάγκη να το κάνει χειρότερο. «Έχεις ζεσταθεί;» τη ρώτησε απότομα. «Ναι, ευχαριστώ». Ο Καλ έσβησε το φακό και ξάπλωσε στον καναπέ που ήταν τουλάχιστον δεκαπέντε πόντους μικρότερος απ’ ό,τι χρειαζόταν γι’ αυτόν. Ό,τι κι αν έκανε ο καιρός, με το πρώτο φως της μέρας θα έφευγε από κει μέσα. Χωρίς να πάρει την Τζοάνα Στράσεν μαζί του. * Το φως της μέρας τρύπωνε μέσα από τις σκούρες καφέ κουρτίνες όταν ξύπνησε η Τζοάνα. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, μπερδεμένη, χωρίς να μπορεί να καταλάβει γιατί την πονούσε το κεφάλι της και γιατί ο άνεμος φυσούσε τόσο. Το σπίτι έτριζε απ’ τη μανία του. Ξαφνικά τα θυμήθηκε όλα. Την αποτυχημένη της προσπάθεια να τα ξαναβρεί με τον Ντίτερ και τη Μαρία, την εσπευσμένη φυγή της και την αναπόφευκτη σύγκρουσή της στο στύλο του τηλεφώνου. Ένιωσε ξανά τη ζάλη και τον πόνο


και κατάλαβε ότι ήταν στο μοναδικό μέρος στον κόσμο που δε θα ήθελε να ξαναβρεθεί ποτέ. Ύστερα ήταν κι ο σωτήρας της. Δεν τον είχε αφήσει τυχαία τελευταίο. Δεν είχε ξαναδεί άντρα με τόση επιρροή, τόση δύναμη, τόση αυτοκυριαρχία. Γιατί δεν την είχε σώσει κάποιος αγρότης, με μια στρουμπουλή σύζυγο και μια κουζίνα που να μύριζε φρεσκοψημένο ψωμί; Καλ τον έλεγαν. Αυτό ήξερε μόνο γι’ αυτόν. Πέρα από το γεγονός ότι τα δυο σύντομα φιλιά του της είχαν παραλύσει τα γόνατα. Έπρεπε να φύγει από κει μέσα. Το συντομότερο. Ο Καλ τεντώθηκε στον καναπέ, με τα πόδια του να προεξέχουν και το λαιμό του γυρισμένο σε μια αφύσικη θέση. Μια κουβέρτα μισοσκέπαζε το σώμα του. Κοιμόταν. Της είχε σώσει τη ζωή. Αν δεν ήταν εκείνος, θα είχε πεθάνει από το κρύο. Ρίγησε. Παρά την αποτυχία του γάμου της και τους άσχημους τελευταίους μήνες, χαιρόταν που ήταν ζωντανή. Άρα είχε να ευχαριστήσει τον άντρα με τα σκούρα καστανά μαλλιά και τα γκρίζα μάτια για πολλά πράγματα. Μακάρι εκείνος να μη μοιραζόταν την άποψη του Ντίτερ και της Μαρίας γι’ αυτήν. Δεν καταλάβαινε γιατί αυτό την ένοιαζε τόσο. Ένας ξένος ήταν, που σε λίγο θα ξεχνιόταν. Τι σημασία είχε τι σκεφτόταν για κείνη; Δυσαρεστημένη με τις σκέψεις της, σηκώθηκε, άνοιξε τις κουρτίνες και κοίταξε έξω. Η καρδιά της σφίχτηκε. Το μόνο που έβλεπε ήταν το απέραντο λευκό, το μόνο που άκουγε ήταν το βουητό του ανέμου. Χειρότερα από χτες, αναλογίστηκε. Αλλά έπρεπε να φύγει. «Απ’ ό,τι φαίνεται, θα μείνουμε και σήμερα εδώ», είπε ξαφνικά πίσω της ο Καλ. Στράφηκε, τρομαγμένη που δεν τον είχε ακούσει να σηκώνεται και να την πλησιάζει. Τώρα στεκόταν πίσω της, με το τσαλακωμένο του πουκάμισο ξεκούμπωτο και το κοτλέ παντελόνι του επίσης τσαλακωμένο από τον ύπνο. Τα μαλλιά του της θύμισαν μαόνι που γυάλιζε. Η μητέρα της της είχε αφήσει ένα πανέμορφο μικρό τραπεζάκι από μαόνι. Μετά εκείνος χασμουρήθηκε και οι μύες της κοιλιάς του σφίχτηκαν. «Εγώ θα φύγω σήμερα το πρωί», του πέταξε. «Εσύ κάνε ό,τι θες». «Και πώς θα φύγεις; Το αυτοκίνητό σου είναι κολλημένο πάνω σ’ ένα στύλο κι εγώ δεν πρόκειται να σε πάω πουθενά μ’ αυτό τον καιρό». Ο Καλ ανασήκωσε το ένα του φρύδι περιπαικτικά. «Εκτός κι αν νομίζεις ότι θα σου δανείσει ο Ντίτερ το αμάξι του». «Δεν πρόκειται να μείνω ούτε μια ώρα παραπάνω σ’ ένα σπίτι όπου όλοι –κι εσύ μαζί– νομίζουν ότι είμαι μια άκαρδη, ανήθικη σκύλα!» του απάντησε εξοργισμένη η Τζοάνα. «Εγώ δεν...» Αγνοώντας τον, εκείνη συνέχισε: «Έκανα το μεγαλύτερο λάθος στη ζωή μου –εκτός από το γάμο μου με τον Γκούσταβ– να έρθω εδώ, φέρνοντας πράγματά του που θεώρησα ότι έπρεπε να τα έχουν οι γονείς του. Να πιστέψω ότι, τώρα που είναι νεκρός, ίσως και να μπορούσαμε να κάνουμε ανακωχή. Τι αφελής που ήμουν!» «Εγώ δε θα χρησιμοποιούσα αυτή τη λέξη για σένα». «Μα εσύ δεν ξέρεις τίποτα για μένα, κύριε Καλ, όπως κι αν σε λένε. Εσύ είσαι ο αφελής. Πιστεύεις τον Ντίτερ και τη Μαρία, που νομίζουν ότι το σύμπαν γυρίζει γύρω από το γιο τους. Πιστεύεις τον Φραντς, που είχε μυθοποιήσει τον Γκούσταβ κι έβγαζε ένα σωρό λεφτά απ’ αυτόν. Μπράβο σου!» Φερόταν σαν παιδί, αλλά της άρεσε. «Ποιο είναι το επίθετό σου; Και τι κάνεις εδώ; Δε μου φαίνεσαι για φίλος των Στράσεν».


«Καλ Φρίμαν», απάντησε ο Καλ. Η Τζοάνα έσμιξε τα φρύδια της. «Γνωστό μού ακούγεται το όνομα, αλλά δεν έχουμε ξανασυναντηθεί. Θα σε θυμόμουν». «Είμαι ορειβάτης». Εκείνη χλόμιασε. «Να πού έχω ακούσει τ’ όνομά σου. Μια φορά ο Φραντς μας είπε για την ομάδα σας που ανέβηκε στο Έβερεστ». «Ο Φραντς μου έδωσε τον εξοπλισμό του Γκούσταβ, να τον φέρω στους γονείς του». «Ήξερες τον Γκούσταβ;» τον ρώτησε, πιάνοντας σφιχτά το στύλο του κρεβατιού. «Όχι, αλλά είχα ακούσει γι’ αυτόν. Λυπήθηκα όταν έμαθα το θάνατό του». «Όταν παίζεις με τη φωτιά», είπε η Τζοάνα, «αργά ή γρήγορα θα καείς». «Εσύ ήσουν η φωτιά;» τη ρώτησε ο Καλ, πριν προλάβει να συγκρατηθεί. Εκείνη ανασήκωσε το πιγούνι της αγέρωχα. «Όχι, Καλ. Τα βουνά ήταν. Τα βουνά που έμαθα να τα μισώ, γιατί κατέστρεψαν κάθε πιθανότητα που μπορεί να είχα στην ευτυχία». «Πιστεύεις ότι όλοι οι ορειβάτες είναι ανεύθυνοι, ριψοκίνδυνοι;» «Και βέβαια το πιστεύω». «Όχι εγώ», είπε ο Καλ, δείχνοντας τον εαυτό του. Τα μάτια της καρφώθηκαν στο στέρνο του. «Τότε είσαι η εξαίρεση», απάντησε εκείνη με πικρία. «Ο Γκούσταβ ήταν ορειβάτης όταν τον γνώρισες». «Κι εγώ δεκαεννιά χρονών. Αρκετά μικρή ώστε να βρίσκω τόσο εκείνον όσο και τα βουνά γοητευτικά». Ο Καλ αισθάνθηκε μπερδεμένος, αβέβαιος. «Ζηλεύεις τα βουνά;» «Μάλλον», του απάντησε κουρασμένα. «Είσαι παντρεμένος, Καλ; Η γυναίκα σου δε μισεί τα βουνά, όταν την αφήνεις και φεύγεις;» Πριν από χρόνια, όταν ο Καλ έφευγε για αποστολή, η Σουζάν πήγαινε στο Λονδίνο και επιδιδόταν σ’ ένα καταναλωτικό όργιο. Μερικές φορές σκεφτόταν ότι θα τη βόλευε να γίνει μια πλούσια χήρα. Έτσι θα μπορούσε να ξοδεύει τα λεφτά του χωρίς την ενόχληση μιας σχέσης μ’ έναν θερμόαιμο άντρα. «Αυτό δε σε αφορά», της είπε κοφτά. «Ορίστε;» του πέταξε η Τζοάνα. «Εσύ μπορείς να κάνεις ερωτήσεις, ενώ εγώ όχι;» «Δεν πρόκειται να περάσω τη μέρα μου διαπληκτιζόμενος μαζί σου». «Βέβαια. Θα πας μέσα, να την περάσεις με τον Ντίτερ και τη Μαρία. Στο καλό λοιπόν». «Έτσι ήταν πάντα αυτό το σπίτι;» τη ρώτησε ο Καλ, υποχωρώντας στην περιέργειά του. «Από τότε που ήρθα εδώ», είπε η Τζοάνα, δαγκώνοντας το κάτω χείλος της. «Είμαι σίγουρη ότι δεν ήταν καθόλου εύκολο για τον Γκούσταβ να μεγαλώσει με τέτοιους μονόχνοτους γονείς. Στην αρχή προσπάθησα να δείξω κατανόηση, αλλά μετά από λίγο δε μου ’μεινε τίποτα». Ο Καλ ευχήθηκε να είχε γνωρίσει έστω και για λίγο τον Γκούσταβ, ώστε να έχει σχηματίσει δική του γνώμη. «Με συγχωρείς, αλλά πάω να κάνω ένα ντους, να πάρω πρωινό και να δω την πρόγνωση του καιρού. Μετά θα σου φέρω κάτι να φας». «Ψωμί και νερό;» «Μη λες ανοησίες». «Δε λέω ανοησίες. Φυλακισμένη δεν είμαι σ’ αυτό το δωμάτιο;» Ήταν. Γι’ αυτό δεν υπήρχε αμφιβολία. «Προσευχήσου να βγει ο ήλιος», είπε ο Καλ και πήγε στο μπάνιο. Με μεγάλη ευχαρίστηση η Τζοάνα θα του πετούσε το μαξιλάρι ή θα χτυπούσε τα πόδια της κάτω


ουρλιάζοντας. Δεν έκανε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η γνώμη του Καλ Φρίμαν γι’ αυτήν ήταν ήδη πολύ άσχημη. Γιατί την ένοιαζε τι πίστευε εκείνος; Εντάξει, είχε πολύ όμορφο σώμα και της έδινε την εντύπωση ότι δεν είχε ιδέα για την ταραχή που προκαλούσε στις γυναίκες. Εκτός από μια φορά πριν από μερικούς μήνες, δεν είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι με άντρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Συμπεριλαμβανομένου του συζύγου της, του Γκούσταβ Στράσεν. Όχι ότι ο Καλ θα το πίστευε αυτό, δηλαδή. Καλ Φρίμαν. Είχε ακούσει γι’ αυτόν. Για τις ορειβασίες, για την ηρωική διάσωση δύο Γάλλων ορειβατών στις Άνδεις. Ο Γκούσταβ δεν ήθελε να γίνονται κουβέντες για τον Καλ Φρίμαν, γιατί ήθελε πάντα να είναι εκείνος το επίκεντρο του ενδια-φέροντος, άλλη μια πλευρά του χαρακτήρα του που η ερωτοχτυπημένη δεκαεννιάχρονη δεν είχε προσέξει. Τι ειρωνικό ο Καλ να πραγματοποιήσει άλλη μια διάσωση, σώζοντας τη χήρα του Γκούσταβ, αυτή τη φορά, από μια χιονοθύελλα. Η Τζοάνα ντύθηκε βιαστικά. Είχε ήδη αρχίσει να σιχαίνεται την μπλε μπλούζα της. Μετά έπλεξε ξανά τα μαλλιά της πλεξίδα, έφτιαξε το κρεβάτι, τράβηξε τις κουρτίνες και άνοιξε το χαρτοφύλακά της. Αν ήταν να μείνει εκεί όλο το πρωί, μπορούσε να το εκμεταλλευτεί και να δουλέψει λίγο. Όταν ο Καλ βγήκε από το μπάνιο, με τα μαλλιά του ακόμα βρεγμένα, εκείνη είχε στήσει τον υπολογιστή της και κοιτούσε επίμονα την οθόνη του. «Επιστρέφω σε μισή ώρα, με το πρωινό σου», της είπε. Η Τζοάνα έγνεψε καταφατικά, χωρίς να σηκώσει τα μάτια της από τον υπολογιστή. «Στα μέρη μου, όταν μας μιλάει κάποιος, τον κοιτάμε στα μάτια», της είπε εκείνος ενοχλημένος. «Δουλεύω... δε βλέπεις;» «Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Φραντς, έχεις αρκετά λεφτά. Τι είδους δουλειά είναι αυτή, που δε σ’ αφήνει να είσαι ευγενική;» Αυτή τη φορά το κεφάλι της τινάχτηκε επάνω. «Το τι κάνω στον ελεύθερο χρόνο μου, σαν πλούσια χήρα, δε σε αφορά». «Μην το παρατραβάς, Τζοάνα», απάντησε ο Καλ με μια επικίνδυνη απαλότητα. Δεν είχε ξυριστεί ακόμα. Τα γένια που σκίαζαν το πιγούνι του του έδιναν μια ακόμα πιο επικίνδυνη όψη. Αλλά η Τζοάνα δεν ήταν πια δεκαεννιά χρονών. «Και τι θα γίνει αν το κάνω;» «Δε θα σε συμβούλευα να κάνεις τέτοιες ερωτήσεις, εκτός κι αν είσαι προετοιμασμένη για την απάντηση». «Αντρικές κουβέντες», του απάντησε ήρεμα, παρ’ ότι ο σφυγμός της χτυπούσε δυνατά στο λαιμό της. «Έχεις ιδέα πόσο όμορφη είσαι; Ειδικά όταν είσαι εξοργισμένη;» είπε ο Καλ. Τα λόγια του είχαν μια εκρηκτική δύναμη. Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. «Μην αλλάζεις θέμα». «Δε νομίζω ότι αλλάζω θέμα», της απάντησε εκείνος μ’ ένα χαμόγελο αρπακτικού. «Επιστρέφω». Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας έκλεισε πίσω του. Η Τζοάνα ξεφύσηξε δυνατά. Κανονικά δεν ήταν εριστική, αλλά ο Καλ Φρίμαν κατέστρεφε την αυτοκυριαρχία της. Ξανάστρεψε την προσοχή της στον υπολογιστή, καταφέρνοντας να επιμεληθεί το δέκατο κεφάλαιο. Ο πράκτορας στη Νέα Υόρκη είχε ήδη βρει εκδότη για το δεύτερο μυθιστόρημά της. Σε χρόνο μηδέν, όπως της φάνηκε, ο Καλ ξαναγύρισε στο δωμάτιο κρατώντας ένα δίσκο. Η


Τζοάνα έκλεισε βιαστικά το αρχείο. Δεν ήθελε να μάθει εκείνος την άλλη της ιδιότητα, αυτή της συγγραφέως. «Ωραία μυρίζει», του είπε. «Μόνος μου έφτιαξα τ’ αβγά», της απάντησε. «Δεν ήθελα να τους ρίξει η Μαρία καυτερή σάλτσα επάνω». Η Τζοάνα έπνιξε ένα γέλιο που ανέβηκε στα χείλη της. «Τι λέει ο καιρός;» «Έτσι θα συνεχιστεί σήμερα. Ο αέρας θα πέσει τη νύχτα και τα εκχιονιστικά θα βγουν να καθαρίσουν τους δρόμους. Έκλεισα γερανό γι’ αύριο το πρωί. Σήμερα δε θα φύγει καμιά πτήση από το Γουίνιπεγκ». «Α, υπέροχα», είπε η Τζοάνα, καταπίνοντας τον πανικό που ένιωσε. Τα μάτια του Καλ στένεψαν. «Πάω στο αυτοκίνητο να φέρω τα πράγματα του Γκούσταβ», είπε ψυχρά. «Να θεωρήσω ότι δε θες τίποτα απ’ αυτά;» Εκείνη έκανε μια γκριμάτσα. «Όχι», είπε σιγανά. «Δε χρειάζομαι μερικά σκοινιά για να μου θυμίζουν τον Γκούσταβ». Ο Καλ άφησε το δίσκο πάνω στο τραπέζι. Το πρόβλημα ήταν ότι τον γοήτευε με κάτι πολύ περισσότερο από την ομορφιά της. Οργή, θλίψη, εκνευρισμό, φόβο, όλα τα είχε δείξει. Και τώρα έβλεπε μια αξιοπρέπεια που δεν μπορούσε παρά να τη σεβαστεί. «Φάε το πρωινό σου», της είπε. «Τα παράπονα για τ’ αβγά στον σεφ». Η Τζοάνα χαμογέλασε. «Πεινάω τόσο που θα τα έτρωγα ακόμα κι αν ήταν σόλες». Ο Καλ χαμογέλασε πονηρά. «Θα ξανάρθω με το μεσημεριανό», της είπε και βγήκε από το δωμάτιο. * Οι επόμενες δύο ώρες δεν ήταν καθόλου ευχάριστες για τον Καλ. Η Μαρία κοίταξε με μια πέτρινη έκφραση τον εξοπλισμό του γιου της, ενώ ο Ντίτερ δάκρυσε απροκάλυπτα. Χωρίς να το θέλει, ο θυμός του Καλ εναντίον της Τζοάνα αναθερμάνθηκε. Αν και καταλάβαινε ότι ένα μέρος αυτού του θυμού απευθυνόταν στον εαυτό του, που της επέτρεπε να διαπερνά τις άμυνές του. Τελικά οι Στράσεν εξαφανίστηκαν στο δωμάτιό τους. Μεσημέρι πια, τα μάτια του κουράστηκαν να διαβάζουν το Πόλεμος και Ειρήνη. Πήγε στην κουζίνα και ετοίμασε μερικά σάντουιτς για τον εαυτό του κι εκείνη. Μετά πήρε τα δικά της και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Όταν ήθελε, μπορούσε να περπατήσει αθόρυβα. Αν και δεν ήξερε γιατί ήθελε να την καταλάβει εξ απροόπτου. Μπαίνοντας μέσα, τη βρήκε πάλι μπροστά στον υπολογιστή, εντελώς απορροφημένη. Θαύμασε τη στάση της. Παρ’ ότι βρισκόταν σ’ ένα μέρος που δεν ήθελε, φερόταν με στωικότητα, αντίθετα με τη Σουζάν, που στη θέση της θα ήταν μουτρωμένη. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα στην κορφή του κεφαλιού της και στερεωμένα μ’ ένα κίτρινο μολύβι. Την είδε να ψάχνει ανάμεσα στα χαρτιά που είχε πάνω στο τραπέζι, μουρμουρίζοντας μέσα απ’ τα δόντια της. «Ποιο είναι το πρόβλημα;» τη ρώτησε μαλακά. Εκείνη τινάχτηκε, ρίχνοντας αρκετά από τα χαρτιά στο πάτωμα. «Συνηθίζεις να παρακολουθείς τον κόσμο; Πού στο διάβολο είναι το μολύβι μου;» «Στα μαλλιά σου», απάντησε ανάλαφρα ο Καλ. Η Τζοάνα συνοφρυώθηκε περισσότερο. «Χρόνια το κάνω αυτό... Δε σκέφτομαι ποτέ να κοιτάξω στα μαλλιά μου. Και μην τολμήσεις να γελάσεις μαζί μου». Το βλέμμα της έπεσε στο δίσκο.


«Περιμένεις να τα φάω όλα αυτά;» Ο Καλ κοίταξε τα σάντουιτς. Οι φέτες της ντομάτας είχαν γλιστρήσει, το μαρούλι είχε βγει απ’ έξω και η αβγοσαλάτα που είχε βάλει ήταν τόση, που τα σάντουιτς φούσκωναν επικίνδυνα. «Δε με νοιάζει αν τα φας ή όχι! Όταν ο Ντίτερ και η Μαρία είδαν τον εξοπλισμό του Γκούσταβ, ταράχτηκαν τόσο πολύ, που ήμουν σίγουρος ότι κανένας δε θα σου έφτιαχνε κάτι να φας». Σπρώχνοντας πίσω την καρέκλα της, η Τζοάνα σηκώθηκε και τον πλησίασε με το πιγούνι ψηλά. «Λυπάμαι που έχασαν το γιο τους. Ειλικρινά. Αλλά ο Γκούσταβ ήταν απορροφημένος τόσο στον εγωισμό του, που δεν άφηνε τον εαυτό του να είναι ούτε το μισό του ορειβάτη που νόμιζε ότι ήταν». «Το γεγονός ότι είχε μάθει πως είσαι έγκυος κι ίσως το παιδί να μην ήταν δικό του είναι άσχετο;» «Ήξερε ποιος ήταν ο πατέρας. Πίστεψέ με». Γιατί δεν μπορούσε να την πιστέψει; Δεν ήταν η Σουζάν. Ούτε κι έμοιαζε στη Σουζάν. «Πώς μπορούσε να ξέρει; Στην Ευρώπη υπάρχουν εκατομμύρια άντρες». «Και σύμφωνα με τον Ντίτερ και τη Μαρία, έχω κοιμηθεί με τους περισσότερους». Η Τζοάνα γέλασε πικρά. «Θα ήθελα να μάθω πού βρήκα το χρόνο». «Μερικές γυναίκες βρίσκουν πάντα χρόνο γι’ αυτό που θέλουν να κάνουν», είπε ο Καλ με τη σκέψη στη Σουζάν. «Γιατί δε μένεις σ’ αυτά που ξέρεις; Μισώ τις γενικότητες, όπως μισώ και τις άδικες κατηγορίες». Γέρνοντας το κεφάλι της στο πλάι, η Τζοάνα τον κοίταξε παγερά. «Παράξενο, αλλά σε θεωρούσα πολύ έξυπνο». «Και ποιανού ήταν το μωρό, Τζοάνα;» επέμεινε ο Καλ, τραβώντας το σχοινί. «Του Γκούσταβ, φυσικά». Φυσικά. Ο Καλ άφησε το δίσκο πάνω στο τραπεζάκι του καφέ. «Θα σου φέρω το δείπνο γύρω στις εξίμισι», μουρμούρισε κι έφυγε, επιστρέφοντας ξανά στο βιβλίο του. Για έναν άντρα που είχε κάνει τα πρώτα του λεφτά γύρω στα είκοσι τρία, συμπεριφερόταν σαν ανόητος. Γυρνώντας στην κουζίνα, πήρε τα δικά του σάντουιτς και κάθισε στο σαλόνι, ανοίγοντας ξανά το Πόλεμος και Ειρήνη. Μέχρι το δείπνο δε θα ξανασκεφτόταν την Τζοάνα Στράσεν. Ούτε μια φορά.


Κεφάλαιο 4

Η Τζοάνα έφαγε τα σάντουιτς, που ήταν πολύ γευστικά παρ’ ότι η εμφάνισή τους ήταν κακή, και μετά έκανε μερικές ασκήσεις για να ξεμουδιάσει, ανακαλύπτοντας με απελπισία ότι όλα αυτά δεν της πήραν πάνω από σαράντα λεπτά. Είχε ζήσει άλλη φορά στη ζωή της τόσο ατέλειωτη μέρα; Είχε ευχηθεί ποτέ με τόση λαχτάρα να ήταν οπουδήποτε αλλού; Ξαναγύρισε στα χαρτιά της, πιέζοντας τον εαυτό της να επιστρέψει στον κόσμο της φαντασίας. Οι ώρες του απογεύματος πέρασαν αργά. Στις έξι πια ένιωθε απελπισμένα την ανάγκη να φύγει από κείνη την κρεβατοκάμαρα. Άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω νευρικά. Έπρεπε να ασκείται πιο συχνά. Από τότε που είχε χάσει το μωρό, το σώμα της δεν είχε ανακτήσει ακόμα τη δύναμή του! Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, που τα σκούπισε αποφασιστικά. Το παρελθόν ήταν παρελθόν. Την επομένη, που θα έφευγε από κει, θα τ’ άφηνε οριστικά πίσω της. Είχε μια δουλειά που της εξασφάλιζε τον επιούσιο και δυο καλές φίλες στην πατρίδα της, στη μικρή πανεπιστημιούπολη του Χάρκορτ, στη Νόβα Σκόσια. Ήταν πολύ τυχερή. Σκουπίζοντας και το τελευταίο δάκρυ, συνειδητοποίησε ότι εδώ και μερικά λεπτά κάποιος μιλούσε έξω από την κλειστή πόρτα του δωματίου. Ο Καλ. Θ’ αναγνώριζε τη φωνή του οπουδήποτε. Πλησίασε κι άρχισε να κρυφακούει. Μιλούσε στο τηλέφωνο. «Χαίρομαι που καταφέραμε να μιλήσουμε», είπε εκείνος. «Όχι, θα πάω στη Νέα Υόρκη. Γίνεται μια δημοπρασία την άλλη βδομάδα και πρέπει να είμαι εκεί. Το ξέρω, αγάπη μου, το ξέρω. Αλλά ο καιρός θα περάσει και το καλοκαίρι θα είμαστε πάλι μαζί... Εντάξει, καλύτερα να κλείσεις. Θα σε πάρω πάλι αύριο, από τη Βοστόνη. Θα τα πούμε, γλυκιά μου. Γεια». Το ακουστικό ξαναμπήκε στη θέση του μ’ ένα ελαφρύ κλικ. Η Τζοάνα ανασηκώθηκε. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ο Καλ Φρίμαν ήταν ή παντρεμένος ή δεσμευμένος. Και η συγκεκριμένη γυναίκα ένιωθε δυστυχισμένη μακριά του. Από την άλλη, εκείνος ήθελε μόνο το καλοκαίρι να περάσει μαζί της. Όλοι οι ορειβάτες ίδιοι ήταν; Για τους εαυτούς τους απόλυτη ελευθερία, αλλά οι γυναίκες τους να τους περιμένουν με ανοιχτές αγκάλες; Όμως ο άντρας αυτός την είχε φιλήσει. Άλλος ένας που έλεγε μόνο λόγια. Άλλος ένας ορειβάτης που τον συνόδευε ο χαρακτηρισμός «άπιστος». Ξαφνικά ακούστηκε κι άλλη φωνή στο διάδρομο. «Α, εδώ είσαι, Καλ. Η Μαρία ετοιμάζει δείπνο. Είναι λίγο καλύτερα τώρα. Έλα να πιούμε ένα ποτό. Απόψε μπορείς να κοιμηθείς στον ξενώνα. Θα είσαι πολύ πιο άνετα εκεί». «Θα το προτιμούσα», απάντησε ο Καλ, τόσο δυνατά που η Τζοάνα έκανε πίσω κοκκινίζοντας. Δεν μπορεί να είχε καταλάβει ότι κρυφάκουγε, ήταν αδύνατον. «Τηλεφώνησες;» «Ναι, ευχαριστώ. Είναι πολύ σημαντικό να έχεις επικοινωνία, όταν...» Ξαφνικά η φωνή του έσβησε, καθώς η πόρτα που οδηγούσε στο κύριο τμήμα του σπιτιού έκλεισε. Η Τζοάνα πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω το σκοτάδι. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να νιώθει τέτοια μοναξιά. Κανένας απολύτως.


* Η Τζοάνα ξύπνησε νωρίς. Έμεινε ακίνητη για λίγο και τότε συνειδητοποίησε ότι ο αέρας είχε σταματήσει. Τινάχτηκε από το κρεβάτι και τράβηξε τις κουρτίνες, αντικρίζοντας έναν κόσμο κατάλευκο κι έναν ουρανό θολό ακόμα, με τα τελευταία αστέρια να τρεμοσβήνουν. Θα έφευγε εκείνη τη μέρα. Και δε θα ξαναγυρνούσε ποτέ. Ακούμπησε για μια στιγμή το μέτωπό της πάνω στο παγωμένο τζάμι. Ίσως τελικά να μην ήταν και τόσο μεγάλο λάθος η επίσκεψή της εκεί. Έτσι είχε κόψει και τους τελευταίους δεσμούς της με τον Γκούσταβ. Τον άντρα που ήταν παρελθόν και ήλπιζε να έμενε παρελθόν. Τον άντρα τον οποίο κάποτε είχε αγαπήσει με πάθος. Έκανε ένα ντους και ντύθηκε. Ύστερα διέταξε τον εαυτό της να συγκεντρωθεί αποκλειστικά στο κεφάλαιο έντεκα, κι άρχισε να δουλεύει. Μια ώρα αργότερα ο Καλ χτύπησε την πόρτα της. «Είσαι ξύπνια, Τζοάνα;» «Πέρασε μέσα», του είπε κοφτά. Φορούσε το ίδιο χοντρό πλεκτό και το κοτλέ. Τα μαλλιά του έλαμπαν πεντακάθαρα και είχε ξυριστεί. Τα μάτια του είχαν ένα έντονο γκρίζο χρώμα και απέπνεε έντονο δυναμισμό. Το στόμα της στέγνωσε. Ήταν ένας άντρας συνηθισμένος να δίνει διαταγές. «Γιατί με κοιτάζεις έτσι επίμονα;» τη ρώτησε. «Καλημέρα και σ’ εσένα». Ο Καλ έβαλε τα χέρια στις τσέπες του. «Ο δρόμος άνοιξε και ο γερανός θα πάει το αυτοκίνητό σου στο αεροδρόμιο. Έσπασε το ψυγείο, δεν μπορείς να το οδηγήσεις. Άσε που είναι και γεμάτο χιόνι, γιατί αναγκάστηκα να σπάσω το τζάμι. Ο οδηγός θ’ αφήσει τη βαλίτσα σου στο γραφείο που το νοίκιασες». «Μια τσάντα με τ’ απαραίτητα είναι μόνο», είπε η Τζοάνα, δαγκώνοντας το κάτω χείλος της. Δεν είχε ιδέα πόσο θα κόστιζε ο γερανός, αλλά ασφαλώς δε θα ήταν λίγα. Με λίγη τύχη θα μπορούσε να στριμώξει το ποσό στην πιστωτική της κάρτα. Η ασφάλεια όμως που είχε αγοράσει για το αυτοκίνητο κόστιζε πεντακόσια δολάρια. Το στομάχι της σφίχτηκε. «Τι συμβαίνει;» της είπε ο Καλ. «Πόσο μπορεί να κοστίσει ένας γερανός;» «Διακόσια δολάρια περίπου». Θα ξεπερνούσε το όριό της. Αλλά είχε και τετρακόσια δολάρια στον τραπεζικό της λογαριασμό, στον οποίο μπορούσε να έχει πρόσβαση από το αεροδρόμιο. «Ορίστε;» είπε συνειδητοποιώντας ξαφνικά ότι ο Καλ της μιλούσε. «Υποτίθεται ότι έχεις χρήματα». «Οι υποθέσεις μπορεί να οδηγήσουν σε μεγάλη πλάνη». «Υποτίθεται ότι είσαι τόσο τσιγκούνα που δεν άφηνες τον Γκούσταβ να αγοράσει τον κατάλληλο εξοπλισμό. Κι αυτό, με τη σειρά του, υποτίθεται ότι έχει σχέση με ό,τι συνέβη στην Αναπούρνα». Αρκετά! σκέφτηκε η Τζοάνα με μια οργή που δεν μπορούσε πλέον να τη συγκρατήσει. «Άκουσέ με, Καλ Φρίμαν! Είχα λεφτά όταν παντρεύτηκα τον Γκούσταβ, πολλά λεφτά. Που τα ξόδεψε εκείνος μέχρι τελευταία δεκάρα, πηγαίνοντας στις Άλπεις, στις Άνδεις, στο Νεπάλ και στην Κίνα. Επίσης τα ξόδεψε και στις γυναίκες, ας μην το ξεχνάμε αυτό. Τόσες γυναίκες, που έχω χάσει το λογαριασμό. Κι εγώ η ανόητη δεν είχα καταλάβει τι έκανε, παρά όταν ήταν πια πολύ αργά. Ναι, στο τέλος είχε δεύτερης κατηγορίας εξοπλισμό, αλλά αυτό δεν ήταν δικό μου λάθος, δικό του ήταν. Δικό του,


ακούς τι σου λέω;» «Μπορούν να σ’ ακούσουν ακόμα και ο Ντίτερ με τη Μαρία», απάντησε ο Καλ κοφτά. «Προσπαθείς να μου πεις ότι είσαι απένταρη;» «Αυτό ακριβώς σου λέω. Αυτό κι ότι έχω βαρεθεί να ακούω ότι ευθύνομαι για το θάνατο του συζύγου μου». Η φωνή της ξαφνικά έσπασε. «Του συζύγου και του αγέννητου παιδιού μου». Η Τζοάνα γύρισε προς το παράθυρο, έξαλλη με τον εαυτό της που έκλαιγε, αλλά πολύ περήφανη για ν’ αφήσει τον Καλ να το δει. Το χέρι του έπεσε βαρύ πάνω στον ώμο της. Στράφηκε και τον κοίταξε με μάτια που πετούσαν φλόγες. «Πώς τολμάς και μ’ αγγίζεις;» «Μην κλαις, Τζοάνα... σε παρακαλώ», της είπε εκείνος με έναν πρωτόγνωρο τόνο στη φωνή του. «Αν θέλω να κλάψω, θα κλάψω», του πέταξε και όρμησε προς το πακέτο με τα χαρτομάντιλα που ήταν πάνω στο τραπέζι. Φύσηξε τη μύτη της δυνατά. «Ή λες την αλήθεια ή είσαι καταπληκτική ηθοποιός», είπε ο Καλ σιγανά. «Α, ξέχασα να σου πω ότι ανάμεσα στις σχέσεις μου με όλους εκείνους τους άντρες πρόλαβα και πήγα και σε δραματική σχολή». «Ο Ντίτερ και η Μαρία σε μισούν». «Τη ζωή μισούν», είπε εκείνη κατηγορηματικά. «Τη ζωή, το γέλιο, τη χαρά, το πάθος, τα κόκκινα τριαντάφυλλα, το ηλιοβασίλεμα... Είδες πώς είναι το σπίτι τους». «Αγαπούσαν το γιο τους». «Η αγάπη είναι μια λέξη που δέχεται πολλές ερμηνείες. Και είναι πια πολύ μεγάλοι για να μάθουν». «Εσύ αγάπησες ποτέ τον άντρα σου;» τη ρώτησε ο Καλ, στο ίδιο θυμωμένο ύφος. «Το μεγαλύτερο λάθος μου ήταν που ερωτεύτηκα τον Γκούσταβ», του πέταξε η Τζοάνα. «Κοίτα, Καλ. Δε με νοιάζει αν πιστεύεις όσα σου είπα ή όχι. Αυτό που με νοιάζει είναι αν θα με πας στο αεροδρόμιο ή θα πρέπει να καλέσω ταξί». «Θα σε πάω εγώ. Θα φύγουμε σε μισή ώρα. Θα σου φέρω κάτι να φας πρώτα». Κάνοντας μεταβολή, ο Καλ βγήκε από το δωμάτιο και η Τζοάνα έπεσε βαριά στην κοντινότερη καρέκλα. Μπορεί να ήταν υπέροχα εκτονωτικό που είχε ξεσπάσει, αλλά την είχε στραγγίξει συναισθηματικά. Και δεν είχε καταφέρει και τίποτα. Ήταν σίγουρη ότι ο Καλ δεν την πίστευε. Κάτι που την πονούσε. Πολύ. * Ο Καλ σταμάτησε έξω από το κτίριο του αεροδρομίου. «Θα σε αφήσω εδώ και θα πάω να παρκάρω στον ειδικό χώρο. Θα τα πούμε σε λίγο». «Ωραία», είπε η Τζοάνα. Τις τελευταίες δύο ώρες δεν είχαν μιλήσει παρά ελάχιστα. Μπήκε μέσα στο αεροδρόμιο και είδε απογοητευμένη ουρές ολόκληρες από επιβάτες που είχαν χάσει τις πτήσεις τους. Έπρεπε να φύγει εκείνη τη μέρα. Δεν μπορούσε να επιβαρυνθεί και με τα έξοδα μιας βραδιάς στο ξενοδοχείο. Στάθηκε στο τέλος της ουράς κι έβγαλε ένα μυθιστόρημα από την τσάντα της. Πέρασε μισή ώρα, στη διάρκεια της οποίας προχωρούσε αργά προς το γκισέ. Ξαφνικά με την άκρη του ματιού της είδε τον Καλ να πλησιάζει. Έκλεισε το βιβλίο της. «Ήμουν τυχερός», της είπε εκείνος. «Έκλεισα σε μια πτήση για τη Βοστόνη που φεύγει σε μία ώρα». Στη Βοστόνη. Στην άλλη γυναίκα στο τηλέφωνο είχε πει ότι θα την έπαιρνε από τη Βοστόνη. Εκεί


έμενε; «Εσύ πού πας;» τη ρώτησε ο Καλ. Η Τζοάνα έσφιξε το βιβλίο της στο στήθος της. Χρησιμοποιούσε το εισιτήριο για σελιδοδείκτη. «Λέω να πάω στη Χαβάη, να ξοδέψω μερικά λεφτά». «Πού μένεις, Τζοάνα;» «Αυτό δε χρειάζεται να το ξέρεις». «Για κάποιο λόγο που δεν καταλαβαίνω, χρειάζεται», ψιθύρισε εκείνος άγρια. «Κρίμα». «Τότε θα πρέπει να μείνω δίπλα σου μέχρι να φτάσεις στο γκισέ». «Πήγαινε στη Βοστόνη, Καλ. Πήγαινε και στο διάβολο. Εμείς οι δυο δε θα ξαναδούμε ο ένας τον άλλο. Μ’ άλλα λόγια, χάσου από τα μάτια μου!» «Δε νομίζω ότι είμαι έτοιμος να το κάνω αυτό». Δεν έπρεπε να ξαναχάσει την ψυχραιμία της. Ήδη η γυναίκα μπροστά της άκουγε με απροκάλυπτη περιέργεια και το ζευγάρι πίσω της είχε σταματήσει να μιλά και παρακολουθούσε. Είχε άραγε σημασία να μάθει ο Καλ ότι θα πετούσε για το Χάλιφαξ; Δεν έμενε εκεί ούτε και θα του έδινε τη διεύθυνσή της. «Κάνε ό,τι σ’ αρέσει. Πάντως, δε θα ήθελα να χάσεις το αεροπλάνο σου». «Άσε εμένα ν’ ανησυχώ γι’ αυτό». Η Τζοάνα άνοιξε ξανά το βιβλίο κι άρχισε να διαβάζει. Σ’ ένα τέταρτο έφτασε στο γκισέ. «Για το Χάλιφαξ;» τη ρώτησε ο υπάλληλος και συμβουλεύτηκε τον υπολογιστή του. «Η πρώτη πτήση που μπορώ να σας βάλω είναι στις τρεις και μισή, μέσω Τορόντο. Φτάνει στο Χάλιφαξ στις επτά και σαράντα πέντε». Η Τζοάνα χαμογέλασε πλατιά. Το είχε γλιτώσει το ξενοδοχείο και την υπερφόρτωση της πιστωτικής της. «Θαυμάσια, ευχαριστώ», είπε και πήρε ύστερα από λίγο την κάρτα επιβίβασης. Καθώς απομακρυνόταν από το γκισέ, έριξε μια ματιά στο ρολόι της. «Καλύτερα να πας να περάσεις από τον έλεγχο», είπε στον άντρα που είχε κολλήσει στο πλευρό της. «Το αεροπλάνο δε θα περιμένει εσένα». Βγάζοντας ένα χαρτί από την τσέπη του, ο Καλ το έβαλε ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου της και μετά την έπιασε από τους ώμους δυνατά. «Σου έχω γράψει ένα τηλέφωνο στο οποίο μπορείς να με βρίσκεις πάντα, καθώς και την ηλεκτρονική μου διεύθυνση». Για μια στιγμή δίστασε. «Το ξέρω ότι είναι παράλογο, Τζοάνα, αλλά, σε παρακαλώ, δώσε μου τη διεύθυνσή σου. Εμείς οι δυο δεν έχουμε τελειώσει. Και μη μου ζητήσεις να σου το εξηγήσω αυτό, γιατί δεν μπορώ». «Κάνεις λάθος και η απάντηση είναι όχι». «Γνωριστήκαμε κάτω από τις χειρότερες συνθήκες και κανονικά δεν έπρεπε να έχω λόγο να μην πιστεύω τον Φραντς, τον Ντίτερ ή τη Μαρία». «Γιατί δεν προσπαθείς να πιστέψεις εμένα;» Ο Καλ έκανε ένα μορφασμό. Έτσι του έλεγε και η Σουζάν μετά από κάθε ψέμα της. «Πήγαινε να προλάβεις το αεροπλάνο σου», συνέχισε εκείνη. «Γιατί να θέλω να έχω επικοινωνία με κάποιον που πιστεύει ότι από την πρώτη στιγμή που συναντηθήκαμε του λέω ψέματα; Δε διαφέρεις σε τίποτα από τους γονείς του Γκούσταβ». «Ξέρεις να κολακεύεις έναν άντρα». «Είσαι παντρεμένος, Καλ;» τον ρώτησε ξαφνικά η Τζοάνα. «Όχι», της απάντησε κοφτά. Άρα η γυναίκα στο τηλέφωνο ήταν ερωμένη του. Η Τζοάνα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Το ξέρω ότι


μου έσωσες τη ζωή. Αν δεν ήσουν εσύ, θα είχα πεθάνει από το κρύο. Δε σ’ έχω ευχαριστήσει ακόμα». Τον κοίταξε στα μάτια. «Σ’ ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Αλλά, πέρα απ’ αυτό, δεν έχουμε να πούμε τίποτα». «Τότε άσε με να σου πω εγώ κάτι». Πριν προλάβει η Τζοάνα να καταλάβει τις προθέσεις του, την τράβηξε πάνω του και τη φίλησε με πάθος. Για μερικές στιγμές εκείνη έμεινε ακίνητη από το σοκ. Αλλά η ζεστασιά του σώματός του και οι κινήσεις της γλώσσας του έκαναν το κορμί της να ζωντανέψει. Αρπάχτηκε από τα μανίκια του για να κρατήσει την ισορροπία της και του ανταπέδωσε το φιλί, έτσι όπως δεν είχε φιλήσει ποτέ στη ζωή της άντρα. Σαν να ήταν ο πρώτος της. Ακόμα και πάνω από το παλτό της ένιωσε τον ερεθισμό του. Το φιλί του Καλ έγινε ακόμα πιο βαθύ, μέχρι που η Τζοάνα θα ορκιζόταν ότι ένιωσε την καρδιά του να χτυπά στο αίμα του. Ήταν ένα φιλί που ήθελε να το κρατήσει για πάντα. Τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω από το λαιμό του. Από κάπου ακούστηκε ένα γλυκό γέλιο. «Ω, Μέιμπελ, δεν είναι πολύ χαριτωμένοι;» ρώτησε μια γυναίκα. «Όπως στις ταινίες», είπε η Μέιμπελ ξέπνοη. «Τα αεροδρόμια είναι καταπληκτικά. Ποτέ δεν ξέρεις τι θα συμβεί». Ξαφνικά ο Καλ έσπρωξε την Τζοάνα τόσο απότομα, που εκείνη παραπάτησε. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε βαριά. «Γεια σου, Τζοάνα Στράσεν. Μην ξοδέψεις όλα σου τα λεφτά στη Χαβάη, εντάξει;» «Εντάξει. Και θα φροντίσω να πάω μόνο με τους μισούς άντρες εκεί», απάντησε εκείνη σιγανά, παρακολουθώντας τον ν’ ανεβαίνει με το ασανσέρ για να πάει στον έλεγχο. Ένας γεροδεμένος άντρας μ’ ένα μακρύ μπουφάν. Ένας άντρας που μ’ ένα του φιλί είχε παραλύσει τα γόνατά της. Ένας άντρας που δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει αν του έλεγε την αλήθεια ή αν τον κορόιδευε. Που είχε μια ερωμένη που τη φώναζε «γλυκιά μου». Ένας άντρας που δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Ευτυχώς που δεν του είχε δώσει τη διεύθυνσή της. Δεν άντεχε να τον ξαναδεί. Έφτανε ένας άπιστος ορειβάτης στη ζωή της. Ανασηκώνοντας το πιγούνι της, η Τζοάνα προσπέρασε τη Μέιμπελ και τη φίλη της, που της χαμογέλασαν γλυκά. Το γραφείο της εταιρείας ενοικίασης αυτοκινήτων ήταν στην άλλη άκρη του αεροδρομίου. Προχώρησε προς τα κει, ξαναγυρνώντας στην πραγματικότητα. Ευτυχώς.


Κεφάλαιο 5

Μια όμορφη θέα, ένα γεμάτο στομάχι και η παρέα ενός καλού φίλου. Τι άλλο μπορούσε να θέλει ένας άντρας; Την Τζοάνα Στράσεν, σκέφτηκε ο Καλ σκυθρωπός. Τέσσερις μήνες είχαν περάσει από τότε που την είχε γνωρίσει, και δεν μπορούσε να τη βγάλει από το μυαλό του. Αυτή δεν ήταν ο λόγος που βρισκόταν στη βεράντα του σαλέ του Λούντο, που έβλεπε τις τρεις χιονισμένες κορφές του Άιγκερ, του Μέτενμπεργκ και του Βέτερχορν; Ο φίλος του ο Λούντο, έχοντας σταματήσει πια να δουλεύει σαν οδηγός ορειβατών σ’ αυτές τις κορφές, ήταν αυτός από τον οποίο ο Καλ είχε μάθει πολλά όλα αυτά τα χρόνια. Γι’ αυτό και είχε οδηγήσει μέσα στους γεμάτους αυτοκίνητα αυτοκινητόδρομους από το σχολείο της Λένι μέχρι το τουριστικό θέρετρο του Γκρίντελβαλτ, για να δει τον Λούντο. Για χάρη του παλιού καλού καιρού, αλλά και για να του κάνει μια ερώτηση. Μια κρίσιμη ερώτηση. Ο Λούντο βγήκε στη βεράντα, κρατώντας ένα δίσκο μ’ ένα μπουκάλι μπράντι και δυο ποτήρια. Κοίταξε πέρα τις κορφές, που, καθώς έδυε ο ήλιος, τις έβαφε ροζ. «Έχουν περάσει πολλά χρόνια από την πρώτη μας ανάβαση στο Άιγκερ», του είπε. «Θυμάσαι την πρώτη φορά που σ’ έφερε εδώ ο πατέρας σου; Πόσο ήσουν; Δεκατέσσερα; Αλλά ακόμα και τότε ήσουν πολύ δυνατός και αποφασιστικός». Για δύο ώρες, μέχρι το φως να σβήσει γύρω από το σαλέ και το μπράντι μέσα στο μπουκάλι να κατέβει, οι δυο άντρες θυμήθηκαν τις πιο αγαπημένες τους αναβάσεις. Ο Καλ ένιωθε κάποιες ενοχές που δεν έβλεπε συχνότερα τον μοναδικό φίλο του πατέρα του. Τα λευκά του μαλλιά έρχονταν σε αντίθεση με την ενεργητικότητά του και το γέλιο του ήταν πιο δυνατό και ζωηρό από ποτέ. Μόνο που ο Καλ πρόσεχε πως, κάθε φορά που ο Λούντο καθόταν στην πολυθρόνα, οι κινήσεις του ήταν πολύ προσεκτικές και οι αρθρώσεις του είχαν γίνει δύσκαμπτες από την αρθρίτιδα. Το πρώτο αστέρι έλαμψε στον αλπικό ουρανό. «Είχες γνωρίσει ποτέ κάποιον ορειβάτη ονόματι Γκούσταβ Στράσεν, Λούντο;» τον ρώτησε. Ο Λούντο αποτέλειωσε το ποτό του και ξαναγέμισε το ποτήρι του. «Γιατί ρωτάς;» «Λίγους μήνες πριν γνώρισα τη χήρα του». «Α... κι εγώ την έχω γνωρίσει. Την έχω συναντήσει δυο φορές, πριν από χρόνια. Ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτήν;» «Σε ρώτησα για τον άντρα της, όχι γι’ αυτήν». «Πράγματι. Πες μου όμως τη γνώμη σου για την Τζοάνα Στράσεν». Το χειροποίητο μπράντι του Λούντο μπορούσε να νικήσει κάθε λογικό ορειβάτη. «Είναι τόσο όμορφη, που δεν μπορώ να τη βγάλω απ’ το μυαλό μου». «Είναι καλή για το κρεβάτι, εννοείς», είπε ξερά ο Λούντο. «Και γι’ αυτό, αλλά όχι μόνο. Είναι έξυπνη κι έχει ταμπεραμέντο. Αλλά, κατά την άποψη των Στράσεν, δεν έχει ηθικές αξίες». Ο Λούντο ανασήκωσε το ένα του φρύδι. «Κοιμήθηκες ή δεν κοιμήθηκες μαζί της;» «Δεν κοιμήθηκα», είπε ο Καλ. «Καλά, πόσο αλκοόλ έχει αυτό το πράγμα που πίνουμε;»


«Μυστικό», απάντησε ο Λούντο χαμογελώντας. «Πες μου πώς τη γνώρισες». Ο Καλ του είπε εν συντομία τι είχε συμβεί. «Ένας οδηγός που γνώρισα στο Μον Μπλαν μου είπε ότι αρνιόταν να δώσει λεφτά στον άντρα της να αγοράσει τον κατάλληλο εξοπλισμό που θα μπορούσε να του είχε σώσει τη ζωή κι ότι τον απατούσε χρόνια. Μετά, σύμφωνα με τα λεγόμενα των γονιών του Στράσεν, όταν εκείνος πέθανε, έριξε το παιδί που ίσως να ήταν και δικό του». Από τον περασμένο Ιανουάριο είχε καταβάλει μεγάλη προσπάθεια να ξεχάσει την Τζοάνα Στράσεν. Στη Βοστόνη είχε βγει με την Τζάσμιν, είχαν δειπνήσει, κι ύστερα –προς μεγάλη έκπληξη και των δύο– την είχε αφήσει στην πόρτα του διαμερίσματός της και είχε φύγει. Επίσης είχε βγει με διάφορες άλλες γυναίκες στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και τη Ζυρίχη, όμορφες και έξυπνες γυναίκες, που όμως τον άφηναν αδιάφορο. Το Μάρτιο είχε οδηγήσει μια αποστολή στην Παταγονία. Φεβρουάριο, Απρίλιο και Μάιο είχε επισκεφτεί τη Λένι και την προηγούμενη μέρα είχε παρακολουθήσει μια παράσταση στο σχολείο της, αλλά τίποτ’ απ’ αυτά δεν είχε βοηθήσει. Η ψηλή, αινιγματική γυναίκα με τα κατάμαυρα μαλλιά και τα μπλε ζωηρά μάτια είχε στοιχειώσει το μυαλό του. «Κι εσύ πίστεψες αυτούς τους ανθρώπους; Τους γονείς του Γκούσταβ και τον οδηγό;» τον ρώτησε ο Λούντο. «Στην αρχή ναι. Γιατί να μην τους πιστέψω;» «Ακόμα κι όταν γνώρισες την Τζοάνα, συνέχισες να τους πιστεύεις;» «Δεν ξέρω!» είπε εκνευρισμένος ο Καλ. «Ήθελα να πιστέψω εκείνη, αλλά από την πρώτη στιγμή που τη γνώρισα ένιωθα παράξενα... Δεν ήξερα τι να κάνω». Ο Λούντο ανασήκωσε τα φρύδια του. «Τι θα ’λεγες ν’ ακούσεις και μια διαφορετική γνώμη; Ότι ο Γκούσταβ απατούσε την Τζοάνα. Ότι ξόδευε τα λεφτά της σαν να ήταν αστείρευτη πηγή. Ότι είχε έναν εγωισμό μεγαλύτερο κι απ’ το Άιγκερ, και μια καρδιά πιο παγωμένη κι απ’ τα χιόνια των Άλπεων». «Και ποιανού είναι αυτή η γνώμη;» ρώτησε επιφυλακτικά ο Καλ, ακουμπώντας το ποτήρι του πάνω στο δίσκο με όχι και τόσο σταθερό χέρι. «Δική μου. Και ξέρεις καλά πόσο ειλικρινής είμαι». «Ήξερες τον Γκούσταβ;» «Τον γνώρισα πριν από οχτώ χρόνια, όταν ήταν φρεσκοπαντρεμένος, μαζί με την όμορφη γυναίκα του. Γιατί ναι, είναι πολύ όμορφη. Κι εκείνη την εποχή ήταν τόσο ερωτευμένη μαζί του, που δεν έβλεπε τον πραγματικό Γκούσταβ. Αυτή η διαπίστωση με πονούσε». Ο Καλ σερβίρισε κι άλλο μπράντι στο ποτήρι του. Εκείνο το βράδυ δεν είχε να πάει πουθενά και λίγο τον ένοιαζε αν την επομένη θα τον πονούσε το κεφάλι του. «Λες, δηλαδή, ότι το λάθος ήταν όλο του Γκούσταβ;» «Ναι. Τους ξαναείδα μετά από πέντε χρόνια. Εκείνη προσπαθούσε να φέρεται σαν να μη συνέβαινε τίποτα, ενώ εκείνος τριγυρνούσε φλερτάροντας κάθε θηλυκό και, σύμφωνα με τις φήμες, ξαπλώνοντας με όποια ήταν πρόθυμη. Δεν ήταν καλός άνθρωπος, Καλ. Ούτε και καλός ορειβάτης. Αυτό που τον έσωζε τόσα χρόνια ήταν η καλή επιλογή οδηγών. Βέβαια τους πλήρωνε καλά, με τα λεφτά της Τζοάνα, και βασιζόταν πάνω τους. Προσωπικά δεν ξαφνιάστηκα όταν έμαθα ότι έπεσε από την Αναπούρνα. Αυτό που με ξάφνιασε ήταν που άργησε τόσο να συμβεί». «Θεέ μου... Δε θα με συγχωρήσει ποτέ». «Που πίστεψες όλα όσα σου είπαν οι άλλοι γι’ αυτήν;» «Που τα πίστεψα, που της τα πέταξα κατάμουτρα, που αρνήθηκα να δω τις αποδείξεις που ήταν


μπροστά στα μάτια μου». «Αν εσύ είσαι στο Γκρίντελβαλτ κι εκείνη στον Καναδά, σίγουρα θα είναι δύσκολο να σε συγχωρήσει». «Ακόμα κι εδώ απέναντί μου να στεκόταν, θα ήταν δύσκολο να με συγχωρήσει». «Το πρώτο βήμα θα ήταν να της ζητήσεις συγνώμη». «Ο Καναδάς είναι μεγάλη χώρα. Δεν έχω ιδέα πού μένει». «Είμαι σίγουρος ότι μπορείς να τη βρεις», είπε ο Λούντο. «Πιστεύεις ότι θα δεχτεί να μου μιλήσει, μετά απ’ όλα όσα της είπα;» «Γιατί η Λένι πάει σε σχολείο στην Ελβετία, Καλ;» «Τι σχέση τώρα έχει αυτό με τον Τζοάνα Στράσεν;» «Απάντησε στην ερώτηση». «Γιατί νομίζω ότι αυτό είναι το καλύτερο γι’ αυτήν. Εγώ λείπω συνέχεια κι εκείνη είναι δεκατριών χρονών κι έχει ανάγκη από κοριτσίστικη παρέα...» «Έχει ανάγκη από μια μητέρα». «Δεν μπορείς να έχεις μια μητέρα με παραγγελία!» «Πήγαινε να βρεις την Τζοάνα Στράσεν. Στη Λένι δεν αρέσει το καινούριο σχολείο της, μου το είπε όταν τρώγαμε το βράδυ». «Νοσταλγία είναι. Θα το συνηθίσει». «Πληρώνεις υπέρογκα ποσά γι’ αυτό το σχολείο, για να μπορείς να αποφεύγεις τις υποχρεώσεις σου απέναντι στην κόρη σου». «Ήρεμα, Λούντο». «Είσαι ερωτευμένος με την Τζοάνα Στράσεν». «Δεν είμαι, που να πάρει!» «Εγώ νομίζω ότι είσαι. Σε ξέρω χρόνια και πριν απ’ αυτό ήξερα τον πατέρα σου. Ήταν από κείνους που μόνο μια γυναίκα αγαπούν στη ζωή τους. Και δεν κοίταξε ποτέ άλλη, όταν η μητέρα σου πέθανε. Κι εσύ το ίδιο είσαι. Απλώς δε βρήκες ποτέ τη σωστή γυναίκα για σένα. Νόμιζες ότι ήταν η Σουζάν, αλλά εγώ ήξερα ότι δεν ήταν. Η Τζοάνα όμως... Η Τζοάνα Στράσεν είναι το σωστό ταίρι για σένα». «Η Τζοάνα Στράσεν έχει τη χειρότερη γνώμη για μένα. Και με το δίκιο της». «Τότε θα πρέπει να της αλλάξεις τη γνώμη». «Μου λες ότι θα πρέπει να την παντρευτώ, δηλαδή;» «Ναι, αυτό σου λέω. Νομίζω ότι λίγη τάρτα κάστανου πάει περίφημα με το μπράντι, εσύ τι λες;» Ο Καλ έπιασε με τα χέρια του το μέτωπό του. «Ώστε είναι αλήθεια. Ποτέ δεν απάτησε τον Γκούσταβ. Νομίζω ότι βαθιά μέσα μου πάντα το ήξερα». «Θα μπορούσα να ορκιστώ γι’ αυτό, ακόμα και μπροστά σε δικαστήριο». «Άρα δικό του θα πρέπει να ήταν το παιδί. Μου είπε ότι το αγαπούσε πολύ. Τι μπορεί να έγινε;» «Σ’ αυτή την ερώτηση δεν έχω απάντηση. Γιατί δε ρωτάς την ίδια;» «Εύκολο το ’χεις...» Ο Λούντο γέλασε. «Εσύ δε λες ποτέ όχι σε μια πρόκληση». Η Τζοάνα ήταν πιστή στον άντρα της και ειλικρινής απέναντι στον Καλ. Έπρεπε να τη βρει, να της ζητήσει να τον συγχωρήσει και να κάνουν έρωτα. Αν αυτό δεν ήταν πρόκληση, τότε τι ήταν; Αλλά να την παντρευτεί; Γιατί να το έκανε αυτό; Ο Λούντο έκανε λάθος. Δεν ήταν ερωτευμένος με


την Τζοάνα Στράσεν. Σίγουρα. * «Μηλιά. Ανθισμένη», είπε η Τζοάνα και στάθηκε κάτω από το δέντρο με τα ροζ λουλούδια. Η μικρή ομάδα των μαθητών την περικύκλωσε κάτω από τη μηλιά, που τα λουλούδια της ήταν γεμάτα μέλισσες. «Μήλα», είπε ο Λουίς. «Δεν έχει μήλα. Ακόμα». «Δεν έχει μήλα ακόμα», είπε κι η Τζοάνα χαμογελώντας. «Αλλά το φθινόπωρο θα έχει πολλά. Καταλαβαίνεις, Λουίς;» «Την άνοιξη το δέντρο είναι πολύ όμορφο», είπε ανέκφραστα ο Σάντσες. Η Τζοάνα έπνιξε έναν αναστεναγμό. Ο Σάντσες ήταν ο καλύτερος στα αγγλικά απ’ όλους τους ξένους μαθητές της, όμως δε διέθετε καθόλου ποιητικότητα. «Εξκισίτο», είπε η Ανχέλικα, «σι περφουμάδο». «Εξαίσιο», είπε η Τζοάνα, «τόσο ευωδιαστό». Ήταν Ιούνιος και είχαν μαζευτεί μπροστά από το κτίριο καλών τεχνών. Όποτε ήταν δυνατό, η Τζοάνα έκανε τα μαθήματά της έξω από την τάξη. Το Χάρκορτ, στην κοιλάδα της Ανάπολης, στη Νόβα Σκόσια, ήταν υπέροχο τον Ιούνιο. Ο Ιανουάριος ήταν τώρα μακριά. Δεν ήθελε να θυμάται τον Ιανουάριο. Από τους γονείς του Γκούσταβ δεν είχε καμιά είδηση από τότε. Ούτε και περίμενε. Κι όσο για τον Καλ Φρίμαν, τον είχε ξεχάσει. Ή, για να είναι πιο ειλικρινής, θα ήθελε να μπορούσε να τον ξεχάσει. «Βζζζ;» είπε ο Ροντρίγκο και κούνησε τα χέρια του. «Μέλισσα», είπε στ’ αγγλικά η Τζοάνα. «Κοιτάξτε, ένα πουλί στα κλαδιά του δέντρου... ουν πάχαρο εν λας ράμας ντε λος άρμπολες». Προχωρούσαν προς τη μεριά του πάρκινγκ, όπου σκόπευε να τους μιλήσει για τ’ αυτοκίνητα. Αφηρημένα πρόσεξε ένα κόκκινο μίνιβαν να μπαίνει στο χώρο στάθμευσης του γραμματέα. Είχαν βγει για δείπνο μερικές φορές τελευταία. Περίεργο που δεν της είπε ότι είχε πάρει άλλο αυτοκίνητο. Αλλά κι εκείνη δεν τον είχε ενθαρρύνει να της μιλήσει. Ήταν καλός άνθρωπος. Πολύ καλύτερος από τον Καλ. Είχε βγει μαζί του επειδή οι δυο φίλες της, η Σάλι και η Νταϊάν, επέμεναν η κοινωνική της ζωή να περιλαμβάνει και άντρες. Δε χρειαζόταν άντρες. Η Σάλι και η Νταϊάν έκαναν λάθος. Από το μπροστινό κάθισμα του αυτοκινήτου βγήκε κάποιος. Η καρδιά της σταμάτησε να χτυπά. Δεν ήταν ο γραμματέας. Ήταν ο Καλ. Ο Καλ Φρίμαν. Αδύνατον. Επειδή τον ονειρευόταν, δε σήμαινε κι ότι μπορούσε να τον βλέπει έτσι ξαφνικά μπροστά της. «Το πουλί είναι κίτρινο», είπε ο Σάντσες. «Το πουλί τραγουδά». «Καναρίνι», είπε ο Λουίς θριαμβευτικά. Ζαλισμένη η Τζοάνα τράβηξε το βλέμμα της από τον Καλ. «Δεν είναι καναρίνι», είπε. «Δεν έχουμε άγρια καναρίνια εδώ». «Ένας άντρας περπατά μέσα στο γρασίδι», είπε η Ανχέλικα, κοιτάζοντας σκεφτική τον Καλ. «Πάνω στο γρασίδι», τη διόρθωσε η Τζοάνα και προσπάθησε να συγκεντρωθεί. «Δε θέλω να του μιλήσω. Θα τον διώξω». «Ψηλός», είπε η Ανχέλικα, φτιάχνοντας τα μαύρα ίσια μαλλιά της. «Και πολύ... γουάπο. Πώς το


λέμε αγγλικά;» «Όμορφος», είπε ο Σάντσες. «Πορ Ντιος! Γιατί να τον διώξεις;» ρώτησε η Ανχέλικα. Ο Καλ είχε πλησιάσει στο μεταξύ. Τα μαλλιά του αιχμαλώτιζαν το φως του ήλιου αστράφτοντας. Της χαμογελούσε σαν να μην υπήρχε στον κόσμο κανένας άλλος παρά μόνο εκείνη. Σαν να μη συνέβαινε σ’ εκείνη αλλά σε κάποια άλλη γυναίκα, η Τζοάνα τον είδε να την πλησιάζει με τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της. Μετά ο Καλ την πήρε ξαφνικά στην αγκαλιά του και τη φίλησε στο στόμα. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Απολύτως τίποτα. Εξακολουθούσε να τον θέλει με όλο της το είναι. Έχωσε τις σφιγμένες γροθιές της στο στέρνο του και τον έσπρωξε δυνατά, τραβώντας το στόμα της από το δικό του. «Σταμάτα!» του είπε ξέπνοη. «Δε βλέπεις ότι διδάσκω;» Ο Καλ κοίταξε ήρεμα τριγύρω. «Και τι διδάσκεις, Τζοάνα, αγάπη μου;» «Δεν είμαι αγάπη σου! Και διδάσκω αγγλικά. Μπορείς, σε παρακαλώ, να φύγεις τώρα;» Ο Καλ την αγνόησε, μ’ έναν τρόπο που την εξόργισε. «Τους εξηγείς τις ομορφιές της άνοιξης;» «Ναι, αυτό έκανα μέχρι να εμφανιστείς». «Τότε ας κάνουμε το μάθημα πιο ενδιαφέρον», είπε εκείνος και της χαμογέλασε με τόση ζεστασιά που έκανε την καρδιά της να σκιρτήσει στο στήθος της. «Παρεμπιπτόντως, είσαι πολύ όμορφη». Κοίταξε τριγύρω. «Μπέλα. Μούι μπέλα». Κοκκινίζοντας έντονα, η Τζοάνα τον αγριοκοίταξε. Φορούσε κόκκινη βερμούδα, λευκό πουκάμισο με τα μανίκια ανασηκωμένα και σανδάλια με λεπτά κορδόνια. Τους τελευταίους μήνες είχε χάσει λίγο βάρος και, λόγω του ότι αφιέρωνε πολλές ώρες στην κηπουρική για να φτιάξει τον κήπο του σπιτιού που είχε νοικιάσει, το πρόσωπο και τα πόδια της είχαν μαυρίσει. Ο Καλ άπλωσε το χέρι του και τράβηξε το μολύβι που κρατούσε στερεωμένα τα μαλλιά της σ’ ένα χαλαρό κότσο στον αυχένα της. «Ακόμα το κάνεις αυτό, ε;» είπε μαλακά. «Δε νομίζω να έχω ξεχάσει τίποτα απ’ ό,τι είπες και ό,τι έκανες όσο ήμαστε μαζί». Η Τζοάνα ξαναβρήκε επιτέλους τη φωνή της. «Καλ», του είπε αποφασιστικά. «Ούτε κι εγώ έχω ξεχάσει τίποτα απ’ ό,τι είπες εσύ. Γι’ αυτό και δεν πρόκειται να πέσω στην αγκαλιά σου. Και τώρα έχω δουλειά. Χάσου! Εξαφανίσου! Φύγε!» «Να χαθεί;» επανέλαβε ο Λουίς μπερδεμένος και κοίταξε μπροστά του το περιποιημένο γρασίδι. «Ες ντιφίσιλ να χαθείς εδώ, σωστά;» «Εννοεί ότι θα προτιμούσε να πέσω από την κορφή του Έβερεστ», εξήγησε ο Καλ, χαμογελώντας φιλικά. «Αλλά, Τζοάνα, κερίδα, δεν μπορείς να κάνεις μάθημα για την άνοιξη χωρίς να αναφέρεσαι στην αγάπη. Τε κιέρο. Τε άμο. Εστόι λοκαμέντε εναμοράδο ντε τι». «Όχι, Καλ, δεν είσαι!» Αλλά ο Καλ πρόλαβε και, παίρνοντάς τη στην αγκαλιά του, άρχισε να τη στροβιλίζει σε ρυθμούς βαλς πάνω στο γρασίδι, τραγουδώντας δυνατά ένα ισπανικό τραγούδι. Στα χείλη της Τζοάνα άνθισε ένα χαμόγελο. Ύστερα ο Καλ σταμάτησε απότομα κάτω από τη μηλιά και στράφηκε στους γοητευμένους μαθητές. «Τα λουλούδια είναι ένας τρόπος για να φτάσεις στην καρδιά μιας γυναίκας», είπε, και κόβοντας ένα κλαδάκι από το δέντρο έκανε μια υπόκλιση και το πρόσφερε στην Τζοάνα, χαμογελώντας πονηρά. «Συγχώρεσέ με που είμαι βαθιά ερωτευμένος...» «Πρώτον θα σε συλλάβουν για βανδαλισμό και δεύτερον θα χρειαστείς ολόκληρες πεδιάδες με μηλιές για να με κάνεις να μείνω έστω κι ένα λεπτό μαζί σου!» «Με απορρίπτει!» είπε ο Καλ στον Λουίς. «Όπως λέμε εδώ, το παίζει σκληρή. Εγώ θα δεχτώ όμως


την ήττα; Όχι, καθόλου. Αφού δεν υπάρχουν πρόχειρα κεριά, ένα καλό κρασί και μια μπάντα Τσιγγάνων βιολιστών, πρέπει να αυτοσχεδιάσω. Ιμπροβισάρ». Γονατίζοντας μπροστά στην Τζοάνα, πήρε τα χέρια της στα δικά του. «Έλα να ζήσουμε μαζί και να γίνεις η αγαπημένη μου», απήγγειλε. «Πώς τα πήγα για αρχή;» Καταστρέφοντας την εντύπωση, ο Καλ της έκλεισε με σημασία το μάτι. «Και μάλιστα, μπορείς να με παντρευτείς, αν θες». Η Τζοάνα κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να αγνοήσει την ευθυμία που είδε να λάμπει στα γκρίζα του μάτια. «Δε θέλω». «Η δασκάλα μας είναι λόκα, μούι λόκα», είπε η Ανχέλικα. «Ένας τέτοιος άντρας... Άλλες θα περίμεναν μια ζωή να τον βρουν». Ο Καλ δε γύρισε να κοιτάξει τους μαθητές. «Αν με παντρευτείς, αγαπημένη Τζοάνα, θα μου λύσεις πολλά προβλήματα. Και δικά σου, θα τολμούσα να πω. Έχω πολλά λεφτά, κερίδα. Σκέψου τι όμορφα θα περάσεις ξοδεύοντάς τα». Όπως και πριν, τους τελευταίους μήνες η Τζοάνα δούλευε σκληρά για να πληρώνει τους λογαριασμούς της. Δεν υπήρχε κληρονομιά από τους δικούς της για να κάνει το δρόμο της ζωής πιο εύκολο, ούτε και κάποιος σύζυγος να τη βοηθά. Κοίταξε τους μαθητές γύρω της. «Θέλει να πει πως, όταν τα κεριά, τα λουλούδια και το κρασί αποτύχουν, ένας άντρας κουνά τα λεφτά του μπροστά στο πρόσωπο μιας γυναίκας για να την καταφέρει να υποκύψει στη γοητεία του. Βέβαια, αν είχε κάποια γοητεία, εκείνη θα είχε υποκύψει νωρίτερα». «Ω, Τζοάνα», είπε ο Καλ καθώς σηκωνόταν και τίναζε τα γόνατά του. «Πώς μπορείς να είσαι τόσο σκληρή;» «Είναι εύκολο, πίστεψέ με». «Τότε», είπε ο Καλ στον Λουίς, «σαν τελευταίο καταφύγιο απομένει το σεξ. Σέξο. Κομπρέντες;» «Καλ Φρίμαν, θα...» Αλλά ο Καλ την είχε ήδη πάρει στην αγκαλιά του. Η τελευταία της σκέψη ήταν πόσο λευκά φαίνονταν τα δόντια του στο φόντο της ηλιοκαμένης επιδερμίδας του. Λευκά και απειλητικά. Ύστερα η Τζοάνα σταμάτησε να σκέφτεται. Δυο δευτερόλεπτα –ή μήπως ήταν δέκα λεπτά;– αργότερα εκείνος την άφησε. Οι μαθητές άρχισαν να χειροκροτούν ζωηρά, ενώ ο Λουίς σφύριξε επιδοκιμαστικά. Η Τζοάνα τους κοίταξε με το ύφος της γυναίκας που δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν. Ούτε στο αεροδρόμιο του Γουίνιπεγκ δεν την είχε φιλήσει με τόσο πάθος. Της άρεσε. Ποιον κορόιδευε; Το λάτρευε. Το πουκάμισο είχε βγει μέσα από τη βερμούδα και τα μαλλιά της είχαν κυλήσει ελεύθερα στην πλάτη της. Πώς είχε γίνει αυτό; «Το σεξ δεν πάει πάντα με τη συμπάθεια. Ούτε και με την αγάπη. Ούτε και με το γάμο. Αυτό να το θυμάστε. Και τώρα θα πάμε στο πάρκινγκ, όπου θα τελειώσουμε το μάθημα μιλώντας για τ’ αυτοκίνητα. Ο κύριος Φρίμαν δε θα έρθει μαζί μας». Προσπαθώντας να βάλει ξανά το πουκάμισό της μέσα στη βερμούδα της και να μαζέψει τα μαλλιά της, η Τζοάνα κίνησε προς το πάρκινγκ. Οι μαθητές την ακολούθησαν, μιλώντας μεταξύ τους ισπανικά. Έπρεπε να το σταματήσει αυτό. Υποτίθεται ότι κατά τη διάρκεια του μαθήματος μόνο αγγλικά έπρεπε να μιλάνε. Αλλά δεν είχε το θάρρος ούτε να τους αντικρίσει, πόσω μάλλον να τους μαλώσει... Εξάλλου, αν γυρνούσε, μπορεί να έβλεπε τον Καλ να τους ακολουθεί. Κι αν ναι, τότε τι έπρεπε να κάνει; Να του βάλει τις φωνές; Να τον ικετέψει να την ξαναφιλήσει; Ω, διάβολε, τι είχε πάθει; Πώς μπορούσε να νιώθει χαρά, οργή και πόθο ταυτόχρονα;


Πώς μπορούσε ν’ ανταποκρίνεται σ’ αυτόν με τέτοιο τρόπο, αφού κανονικά μισούσε ακόμα και το χώμα που πατούσε;


Κεφάλαιο 6

Όταν τελικά η Τζοάνα έφτασε στο πάρκινγκ, είδε με ανακούφιση ότι ο Καλ είχε μείνει κάτω από τη μηλιά. Δεν τους είχε ακολουθήσει. Είχε λάβει το μήνυμα. Αρνούμενη να παραδεχτεί την απογοήτευση που ένιωσε, προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Η αλήθεια ήταν ότι ούτε σε μία γλώσσα δεν μπορούσε να δια-τυπώσει μια σωστή πρόταση, όχι και σε δύο! Τελικά κάποια στιγμή το ρολόι χτύπησε τέσσερις. «Τελειώσαμε για σήμερα», είπε στους μαθητές της χαμογελώντας. «Θα τα πούμε πάλι την Πέμπτη το απόγευμα στην τάξη, στις δύο και μισή». «Μου δίνεις το τηλέφωνο εκείνου του άντρα;» της είπε η Ανχέλικα. «Το πέταξα», απάντησε η Τζοάνα με ειλικρίνεια. Στο αεροδρόμιο του Γουίνιπεγκ είχε πετάξει στον πρώτο κάδο απορριμμάτων το χαρτί που της είχε δώσει ο Καλ. «Απ’ ό,τι ξέρω, έχει γυναίκα, κι αυτή δεν είμαι εγώ». «Κε λάστιμα». «Ναι, πράγματι κρίμα», είπε η Τζοάνα, παρακολουθώντας τους μαθητές της να απομακρύνονται κουβεντιάζοντας μεταξύ τους. Γυρνώντας, είδε χωρίς καμιά έκπληξη τον Καλ να την πλησιάζει. Έμεινε ακίνητη, με την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Η παράσταση που είχε δώσει κάτω από τη μηλιά ήταν πολύ όμορφη, αλλά γιατί είχε πάει εκεί, αλήθεια; «Θα μπορούσαν και να με απολύσουν μ’ αυτή τη μικρή παράσταση που έδωσες», του είπε παγερά. «Αυτό θέλεις; Ή δε σε νοιάζει;» Ο Καλ έβαλε τα χέρια του στις τσέπες του και στάθηκε σε ασφαλή απόσταση. «Είχα να σε δω πέντε μήνες, κι έτσι το παρατράβηξα λιγάκι», είπε. «Δεν πρόκειται ν’ απολογηθώ γι’ αυτό. Σου οφείλω όμως μια συγνώμη για κάτι πολύ πιο σημαντικό. Πριν από δέκα μέρες ήμουν στην Ελβετία, όπου επισκέφτηκα τον παλιό μου φίλο, τον Λούντο Γκάλικερ. Είναι οδηγός και γνώριζε τον Γκούσταβ. Είχε δει κι εσένα δυο φορές. Αυτός με έκανε και κατάλαβα πόσο λάθος είχα σε κάποια πράγματα. Μου είπε ότι ο Γκούσταβ απατούσε εσένα κι όχι εσύ αυτόν. Κι ότι ξόδεψε όλα σου τα χρήματα. Συγνώμη που πίστεψα τους γονείς του Γκούσταβ και τον Φραντς. Λυπάμαι πολύ». Η φωνή του ήταν κοφτή, γεμάτη ειλικρίνεια, και το βλέμμα του καρφωμένο στο δικό της. «Ω», είπε εκείνη ανέκφραστα. «Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με εμπόδισε να σ’ εμπιστευτώ, αν και, κατά έναν παράλογο τρόπο, νιώθω ότι ήταν η ασυνήθιστη ομορφιά σου. Ήμουν τόσο θαμπωμένος μαζί σου, που αυτό επηρέαζε την κρίση μου. Το ξέρω, δε δικαιολογεί τον τρόπο με τον οποίο σου φέρθηκα». «Κοίτα, εγώ δε...» «Δεν μπορώ να επανορθώσω γι’ αυτό που έκανα», συνέχισε ο Καλ. «Δεν μπορώ να σου ζητήσω να με συγχωρήσεις. Αλλά και δε θέλω να χαθείς από τη ζωή μου. Θέλω να ξαναρχίσουμε απ’ την αρχή, σαν να μην είχαμε συναντηθεί το Γενάρη. Δεν μπορώ να σε βγάλω απ’ το μυαλό μου. Και πρέπει να σου πω ότι προσπάθησα. Προσπάθησα πολύ». «Και η ερωμένη σου στη Βοστόνη;» τον ρώτησε ξαφνικά εκείνη. «Δεν έχω καμιά ερωμένη στη Βοστόνη». Τα μάτια της Τζοάνα στένεψαν. «Έχεις. Και της μίλησες στο τηλέφωνο από τους Στράσεν. Την είπες “αγάπη μου” και “γλυκιά μου”. Και της είπες ότι θα είστε μαζί το καλοκαίρι. Σε άκουσα.


Τόλμησες να με φιλήσεις και να μου πεις ότι θες να ξαναρχίσουμε από την αρχή, ενώ υπάρχει άλλη γυναίκα στη ζωή σου;» «Από τους Στράσεν μίλησα μόνο στη Λένι». «Και ποια είναι η Λένι; Άλλη μια από τις ερωμένες σου;» «Η Λένι είναι η κόρη μου. Η δεκατριάχρονη κόρη μου». Η Τζοάνα έμεινε για μια στιγμή με ανοιχτό το στόμα. «Η κόρη σου;» «Είναι σε σχολείο στην Ελβετία. Προσπαθώ να της τηλεφωνώ μέρα παρά μέρα. Είμαι χήρος, Τζοάνα. Η γυναίκα μου πέθανε πριν από έξι χρόνια. Δεν υπάρχει καμιά άλλη στη ζωή μου. Καιρό τώρα». Η Τζοάνα έμεινε να τον κοιτάζει, μη ξέροντας τι να πει. Το παράξενο ήταν ότι τον πίστευε κι ότι ένιωθε ανείπωτη ανακούφιση. Ανακούφιση που ο Καλ δεν την κορόιδευε και που ήταν ελεύθερος. Ελεύθερος; Ελεύθερος για ποιο πράγμα; Η ανακούφιση έδωσε ξαφνικά τη θέση της στο φόβο. Δεν ήθελε να μπλέξει με τον Καλ Φρίμαν. Δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο λάθος δεύτερη φορά. Τα αποτελέσματα ήταν οδυνηρά και είχαν μεγάλο κόστος. Τελικά ο Γκούσταβ δεν ήταν παρελθόν. Σφάλμα της να πιστέψει ότι τον είχε εξορκίσει τον Ιανουάριο, μετά την επίσκεψή της στους γονείς του. Τα σημάδια που είχε αφήσει στην ψυχή της ήταν πολύ βαθιά. Ίσως και να τον κουβαλούσε μέσα της σ’ ολόκληρη τη ζωή της. «Σ’ ευχαριστώ που ήρθες μέχρι εδώ για να μου ζητήσεις συγνώμη, Καλ. Και που μου εξήγησες για την κόρη σου. Με κάνεις να νιώθω καλύτερα. Αλλά μέχρι εδώ. Δεν έχω να σου πω τίποτ’ άλλο. Και τώρα πρέπει να φύγω. Έχω ραντεβού με μια φίλη σε λίγα λεπτά». Καθώς ο Καλ έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, εκείνη οπισθοχώρησε. «Με φοβάσαι, Τζοάνα;» τη ρώτησε εμβρόντητος. «Προσπαθώ να ξαναφτιάξω τη ζωή μου», του απάντησε. «Και σ’ αυτή δε συμπεριλαμβάνεσαι εσύ». «Μα κάτι υπάρχει ανάμεσά μας. Παραδέξου το». «Φυσικά. Το λένε σέξο», του πέταξε εκείνη. «Άκου, Καλ. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχα κάνει έρωτα με τον Γκούσταβ μία φορά μόνο. Εκείνη τη φορά έμεινα έγκυος. Δεν έχω ξαναπάει με άλλον. Είμαι σίγουρη ότι δε χρειάζεται να σου το πω πιο καθαρά». «Διάβολε, είναι κάτι παραπάνω από στέρηση!» εξερράγη ο Καλ. «Τον Ιανουάριο νόμιζα ότι αυτό ήταν. Αλλά από τη στιγμή που σε γνώρισα δε με νοιάζει καμιά άλλη γυναίκα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Απλά ξέρω ότι είναι αλήθεια». Και η Τζοάνα δεν ήθελε να βγαίνει με το γραμματέα. Τον βαριόταν αφάνταστα. Πίεσε το μυαλό της να ξαναγυρίσει στην κουβέντα τους. «Είμαι σίγουρη ότι θα το ξεπεράσεις». «Εγώ δεν είμαι καθόλου σίγουρος. Δώσε μου άλλη μια ευκαιρία, αυτό μόνο σου ζητώ. Άσε με, τουλάχιστον, να σε βγάλω απόψε για φαγητό». «Όχι, ευχαριστώ», απάντησε η Τζοάνα, έχοντας την αίσθηση ότι έπαιρνε μια απόφαση που θα επηρέαζε όλη την υπόλοιπη ζωή της. «Όχι; Αυτό έχεις να πεις μόνο;» «Είναι μια πολύ καλή λέξη. Έστω κι αν εσύ δυσκολεύεσαι να την καταλάβεις». «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν μπορείς να δεις πέρα από τη μύτη σου! Έλα τώρα, Τζοάνα, παραδέξου την αλήθεια. Μεταξύ μας υπάρχει μεγάλη έλξη και θα είμαστε ανόητοι αν την αγνοήσουμε. Επίσης, αρνούμαι να δεχτώ ότι είναι μόνο πόθος». Το χαμόγελο του Καλ ήταν


ειρωνικό. «Έστω κι αν τους τελευταίους μήνες είδα περισσότερα ερωτικά όνειρα απ’ όσα σε όλη μου τη ζωή». Τα μάγουλα της Τζοάνα ρόδισαν. Πριν από δύο νύχτες είχε δει στον ύπνο της ότι έκαναν έρωτα με τον Καλ σ’ ένα αλπικό οροπέδιο ολόγυμνοι. «Ώστε δεν είμαι ο μόνος. Δόξα τω Θεώ», είπε εκείνος χαμογελώντας. «Πόθος είναι», είπε κατηγορηματικά η Τζοάνα. «Αλλά και να μην ήταν, είσαι τυφλός; Νομίζεις ότι θα διακινδύνευα να μπλέξω ξανά μ’ έναν ορειβάτη; Το έκανα μια φορά και ήταν καταστροφή. Δεν είμαι πια δεκαεννιά χρονών, είμαι είκοσι οχτώ, κι έχω μάθει κάποια πράγματα. Δεν πρόκειται ποτέ να μπλέξω μαζί σου. Ποτέ». «Δεν είμαι ο Γκούσταβ Στράσεν εγώ», είπε ο Καλ. «Είμαι ευχαριστημένη εδώ», του απάντησε αυστηρά εκείνη. «Πληρώνω τα χρέη μου, κάνω καινούριους φίλους και χαίρομαι τους παλιούς. Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελα θα ήταν ένας άντρας στη ζωή μου. Αν αυτό δεν μπορείς να το καταλάβεις, τότε δεν είσαι ούτε στο μισό έξυπνος απ’ όσο νόμιζα». «Η ζωή προχωράει... Αυτό έμαθα τα τελευταία χρόνια. Μπορείς να διαλέξεις. Ή να την ακολουθήσεις ή να μείνεις απ’ έξω». «Κράτα τις φιλοσοφίες για τον εαυτό σου. Εγώ δεν τις χρειάζομαι, όπως δε χρειάζομαι κι εσένα. Η απάντηση είναι όχι, Καλ. Όχι! Γιατί δεν το καταλαβαίνεις;» Με την άκρη του ματιού της, η Τζοάνα είδε μια ψηλή ξανθιά γυναίκα να εμφανίζεται από την πλαϊνή πόρτα του κτιρίου. «Ήρθε η Σάλι», είπε με ανακούφιση. «Πρέπει να φύγω τώρα. Είναι απλό, Καλ. Δε σε θέλω στη ζωή μου. Ευχαριστώ για τη συγνώμη. Αντίο». Κάνοντας μεταβολή, άρχισε να διασχίζει το πεζοδρόμιο, κουνώντας το χέρι της στη Σάλι. Η Σάλι και η Νταϊάν ήταν οι καλύτερες φίλες της. Στο λύκειο έκαναν πολλή παρέα, όπως και τώρα ξανά. Δε χρειαζόταν τον Καλ. «Γεια σου, Σάλι», είπε ξέπνοη. «Πάμε να πιούμε ένα μιλκσέικ. Είχα μια φοβερή μέρα σήμερα». «Ποιος είναι ο τύπος;» ρώτησε η Σάλι. «Τον βρίσκω πολύ όμορφο». «Θα σου πω, αν μου υποσχεθείς ότι δε θα ξαναναφέρεις ποτέ τ’ όνομά του». «Μμμ», είπε η Σάλι. «Μπορεί. Ακούω». Χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω της, η Τζοάνα προχώρησε προς το κτίριο της μαθητικής κοινότητας. Είχε τελειώσει με τον Καλ. Τώρα που της είχε ζητήσει συγνώμη, μπορούσε να τον ξεχάσει. «Όταν είχα πάει τα πράγματα του Γκούσταβ στους γονείς του τον Ιανουάριο, ο άντρας αυτός... μάλλον θα πρέπει να πω ότι μου έσωσε τη ζωή. Και τώρα γύρισε για να μου κάνει τη ζωή δύσκολη». «Αυτό σηκώνει μπίρα. Θα πάμε στην παμπ», δήλωσε η Σάλι. «Γιατί δε μας είπες τίποτα όταν γύρισες;» «Γιατί ήθελα να τον ξεχάσω. Κι αυτόν και ό,τι είχε κάνει». «Άκου. Μπορεί να μην τον είδα από κοντά, αλλά είμαι σίγουρη ότι είναι από τους πιο σέξι άντρες που έχω δει». «Σέξι», είπε η Τζοάνα με πικρία. «Σου τον χαρίζω». «Από το βλέμμα του, κατάλαβα ότι μόνο για σένα ενδιαφέρεται». «Δεν ξέρει τι θα πει όχι. Λες και είναι τόσο δύσκολη λέξη. Θα σου πω τι έγινε, κι εσύ μπορείς να τα μεταφέρεις στην Νταϊάν. Τελεία και παύλα». «Με την Νταϊάν θα φάμε μαζί το βράδυ στην πιτσαρία του Τόνιο και μετά θα πάμε σινεμά. Γιατί


δεν έρχεσαι κι εσύ;» «Όχι, ευχαριστώ. Θα πάω σπίτι. Έχω ένα σωρό εργασίες να ελέγξω», απάντησε η Τζοάνα κι έσπρωξε την πόρτα της παμπ. Βρήκαν αμέσως τραπέζι. Όταν κάθισαν, κοίταξε τη φίλη της στα μάτια. «Πρόσεχε τώρα τι θα σου πω, γιατί θα τα πω μόνο μία φορά». «Είσαι πολύ επιθετική. Απ’ ό,τι φαίνεται, αυτός ο άντρας σ’ έχει ταράξει πολύ», είπε η Σάλι. Έκανε νόημα στη σερβιτόρα και παρήγγειλε δυο παγωμένες μπίρες. «Σ’ ακούω, Τζοάνα Στράσεν», είπε μετά. «Θέλω όλες τις λεπτομέρειες». Η Τζοάνα πλήρωσε τις μπίρες και άρχισε. Καθώς εξιστορούσε την καταστροφική εκείνη επίσκεψη στους γονείς του Γκούσταβ, συνειδητοποίησε με πόνο ότι μόλις είχε διώξει τον Καλ. Οριστικά. Εκείνος δε θα ξαναγυρνούσε. Ήταν πολύ περήφανος για να το κάνει. Αυτή τη φορά ήταν αντίο για πάντα. * Με το πιγούνι σφιγμένο, ο Καλ παρακολούθησε την Τζοάνα να διασχίζει το πεζοδρόμιο. Τα γυμνά πόδια της έλαμπαν στον ήλιο και τα μαύρα της μαλλιά έπεφταν στην πλάτη της. Γι’ αυτήν ήταν απλώς άλλος ένας ορειβάτης τον οποίο έπρεπε να αποφύγει με κάθε τρόπο. Καιρός να γυρίσω σπίτι, σκέφτηκε. Να γυρίσει σπίτι και να γλείψει τις πληγές του. Αλλά πού ήταν το σπίτι του; Η φάρμα στο Βερμόντ, χωρίς τη Λένι; Το διαμέρισμά του στο Παρίσι; Το άλλο στη Νέα Υόρκη; Όλα το ίδιο πολυτελή και το ίδιο άδεια. Όχι, του είχε πει εκείνη. Μια σύντομη και τόσο περιεκτική λέξη. Έψαξε στις τσέπες του για το κλειδί του κόκκινου μίνιβαν που είχε νοικιάσει στο αεροδρόμιο του Χάλιφαξ. Θα έβρισκε ένα τηλέφωνο και θα έκλεινε θέση για να ξαναγυρίσει στη Νέα Υόρκη, το ίδιο κιόλας βράδυ. Θα γινόταν μια δημοπρασία μουσικών οργάνων τη μεθεπομένη, η οποία περιλάμβανε κι ένα σπάνιο τσέλο Στραντιβάρι, του 1700. Έπρεπε να είναι εκεί. Δεν είχε κανένα λόγο να μείνει στον Καναδά. Η καρδιά του ήταν άδεια και τα χέρια του παγωμένα. Τι του συνέβαινε; Η Τζοάνα του είχε πει όχι. Και λοιπόν; Μια γυναίκα ήταν. Γυναίκες υπήρχαν εκατομμύρια. Ήταν όμως η μοναδική γυναίκα απ’ όσες ήξερε την οποία έπρεπε οπωσδήποτε να έχει στο κρεβάτι του, αν ήθελε να ξαναβρεί την ηρεμία του. Θα ξαναγυρνούσε στην κάθε Τζάσμιν και Αλέσα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή του έφταναν; Όταν είχε μιλήσει στην Τζοάνα για την κόρη του, είχε παρατηρήσει κάποια ανακούφιση από μέρους της. Μέχρι τότε εκείνη πίστευε ότι ήταν δεσμευμένος με κάποια γυναίκα στη Βοστόνη. Άρα άπιστος. Άρα άλλος ένας Γκούσταβ. Τώρα όμως ήξερε την αλήθεια. Εκείνη τη μέρα είχαν όλα συμβεί πολύ γρήγορα. Χωρίς καμιά διακριτικότητα. Ανοησία του να τη φιλήσει κάτω από τη μηλιά, αλλά η Τζοάνα ήταν τόσο όμορφη... Πέρασε τα δάχτυλα στα μαλλιά του. Δε θα πήγαινε στο αεροδρόμιο. Δεν ήθελε καμιά Αλέσα ή Τζάσμιν. Την Τζοάνα ήθελε. Και θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να την αποκτήσει. Σχέδιο Β, σκέφτηκε. Καθισμένος μέσα στο αυτοκίνητο, κοίταξε την πύλη της σχολής, παρακαλώντας η Τζοάνα να έβγαινε από κει για το σπίτι της. Αν δεν το έκανε, την επομένη θα πήγαινε στο γραφείο της και δε θα έφευγε μέχρι... μέχρι τι; Μέχρι να καλέσει εκείνη την ασφάλεια της σχολής να τον πετάξουν έξω;


Όχι. Αν μπορούσε ν’ ανέβει στο Έβερεστ, μπορούσε και να πείσει μια γυναίκα να βγει για δείπνο μαζί του. Ο Καλ κάθισε μέσα στο αυτοκίνητό του χτυπώντας ρυθμικά τα δάχτυλά του πάνω στο τιμόνι, ανίκανος να συγκεντρωθεί στην ντόπια εφημερίδα που του είχαν δώσει στο αεροδρόμιο. Ο ήλιος χάθηκε πίσω από μερικά σκούρα σύννεφα και η μέρα σκοτείνιασε, όπως και η διάθεσή του. Ποτέ άλλοτε δεν είχε καθίσει έτσι να περιμένει μια γυναίκα. Πάντα εκείνες τον κυνηγούσαν, και με τον καιρό είχε μάθει και το θεωρούσε δεδομένο. Ήταν η ομορφιά της Τζοάνα που τον έσερνε από τη μύτη, ή μήπως και κάτι άλλο; Η στωικότητά της, η αξιοπρέπεια, η σπιρτάδα της. Η πίστη της σ’ έναν άντρα που δεν το άξιζε. Τι είχε συμβεί στο μωρό της; Δεν είχε κάνει έκτρωση, του το είχε ορκιστεί. Πενήντα πέντε λεπτά περίμενε. Μια αιωνιότητα, όπως του είχε φανεί. Ο αέρας είχε δυναμώσει και γύρω από τη μηλιά είχαν σωρευτεί πέταλα λουλουδιών. Ξαφνικά είδε μια γυναίκα με κόκκινη βερμούδα να κατηφορίζει μ’ ένα ποδήλατο, προσπαθώντας να διατηρήσει την ισορροπία της κόντρα στον άνεμο. Στην πύλη σταμάτησε και έστριψε δεξιά προς την πόλη. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Έβαλε μπρος και την ακολούθησε, φροντίζοντας ν’ αφήνει δυο αυτοκίνητα ανάμεσά τους. Μια βροντή ακούστηκε μακριά. Προσπέρασαν τα τελευταία μαγαζιά και τα σπίτια της πόλης και συνέχισαν προς τις φάρμες και τα λιβάδια. Με το κεφάλι κατεβασμένο ενάντια στον άνεμο, η Τζοάνα διέσχισε ενάμισι ακόμα χιλιόμετρο με το ποδήλατο και μετά έστριψε και μπήκε σ’ ένα μικρό χωματόδρομο με ανθισμένες μηλιές. Ξαφνικά το φως μιας αστραπής στον ουρανό τις έλουσε μ’ ένα αλλόκοτο μπλε και λευκό χρώμα. Μια βροντή ακούστηκε και την επόμενη στιγμή η καταιγίδα ξέσπασε. Οι στάλες χτύπησαν το παρμπρίζ του Καλ σαν να ήταν σφαίρες, αναγκάζοντάς τον να κόψει ταχύτητα. Άναψε το φλας και ακολούθησε την Τζοάνα στο μονοπάτι. Τώρα δεν υπήρχε λόγος διακριτικότητας. Πατώντας την κόρνα, την προσπέρασε, σταμάτησε και βγαίνοντας της έκανε νόημα να σταματήσει. Εκείνη σταμάτησε στη λάσπη, πατώντας με το ένα της σανδάλι μέσα σε μια λακκούβα που ο Καλ ήταν σίγουρος ότι δεν την είχε δει. «Αν συνεχίσεις να με ακολουθείς, θα καλέσω την αστυνομία!» του φώναξε μέσα στη βροχή. Ο Καλ την άρπαξε από τον αγκώνα. «Θα βάλω το ποδήλατο στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και θα σε πάω εγώ σπίτι», της φώναξε κι αυτός. Αλλά εκείνη τραβήχτηκε. «Δε φοβάμαι τις καταιγίδες!» «Ούτε κι εμένα πρέπει να φοβάσαι», απάντησε χαμογελώντας ο Καλ. «Πιο πολύ φοβάμαι μήπως πνιγώ μέσα σ’ αυτή τη λακκούβα παρά εσένα». «Ωραία», είπε ο Καλ κι έπιασε το ποδήλατο από τα χερούλια. «Η πόρτα του συνοδηγού είναι ξεκλείδωτη». «Δεν πρόκειται να πάω πουθενά μαζί σου!» Τα μαλλιά της έπεφταν γύρω από το πρόσωπό της βρεγμένα. «Εγώ είμαι που κινδυνεύω να πνιγώ! Μέσα στα μάτια σου και στην ομορφιά σου». Η Τζοάνα κατάπιε με δυσκολία. «Εγώ...» «Αν δε θες να σ’ αγγίξω, σου ορκίζομαι ότι δε θα το κάνω». «Δεν είναι...» «Δεν είναι τι, Τζοάνα;» είπε ο Καλ με μια ξαφνική τρυφερότητα. Στάλες βροχής μόνο ήταν αυτό που έβλεπε μέσα στα μάτια της;


«Με τρομάζεις», του είπε εκείνη. «Δεν είχα τέτοιο σκοπό». «Δε με τρομάζεις απλά... Με τρομοκρατείς. Νόμιζα ότι ο Γκούσταβ ήταν ένα κομμάτι από το παρελθόν μου, αλλά δεν είναι. Δεν μπορώ να ξαναπληγωθώ, Καλ. Δεν μπορώ, καταλαβαίνεις;» Ήταν όσο ειλικρινής μπορούσε να είναι. Με δυσκολία ο Καλ συγκρατήθηκε και δεν την πήρε στην αγκαλιά του, να τη σφίξει πάνω στο στήθος του. «Δε θέλω να σε τρομάζω ούτε να σε τρομοκρατώ», της είπε με ειλικρίνεια. Τα μάτια της Τζοάνα χαμήλωσαν. «Είναι πολύ νωρίς», ψιθύρισε. Κι άλλη βροντή ακούστηκε. «Άσε με τουλάχιστον να σε πάω σπίτι σου». «Εντάξει», του απάντησε εκείνη, χαμογελώντας αχνά. Η βροχή έτρεχε στο λαιμό του Καλ, μουσκεύοντας το πουκάμισο στο στήθος του. Της χαμογέλασε. «Μπες μέσα. Θα βάλω το ποδήλατο πίσω». Για μια ατέλειωτη στιγμή εκείνη έμεινε ακίνητη. Ο Καλ κράτησε την ανάσα του, ελπίζοντας να μην καταλάβαινε την καρδιά του που χτυπούσε δυνατά. Μετά η Τζοάνα έκανε μεταβολή και μπήκε στο αυτοκίνητο. Ο Καλ ξεφύσηξε με ανακούφιση. Το επόμενο βήμα του Σχεδίου Β ήταν να την πείσει να δειπνήσουν μαζί. Έβαλε το ποδήλατο πίσω και μετά κάθισε στο τιμόνι. Το ένα χέρι της Τζοάνα ακουμπούσε στο χερούλι της πόρτας. Του έδινε την εντύπωση ότι ήταν έτοιμη ν’ αλλάξει γνώμη. «Πού πρέπει να πάω;» τη ρώτησε. Η Τζοάνα δάγκωσε το κάτω χείλος της. «Περίπου ένα χιλιόμετρο παρακάτω. Θα δεις ένα λευκό σπίτι δεξιά». Ο Καλ πάτησε το γκάζι και συγκεντρώθηκε στην οδήγηση, καθώς το αυτοκίνητο έδειχνε αποφασισμένο να βρίσκει κάθε λακκούβα στο δρόμο και να πέφτει μέσα. Στρίβοντας στην τελευταία γωνία, η βροχή μειώθηκε ξαφνικά, όπως ξαφνικά είχε αρχίσει. Μπροστά του εμφανίστηκε ένα λιβάδι μ’ ένα υπέροχο πανόραμα του κόλπου και των μακρινών, απόκρημνων βράχων. «Φοβερή θέα», είπε. «Είμαι πολύ τυχερή που βρήκα αυτό το σπίτι. Οι ιδιοκτήτες θα λείψουν για οχτώ μήνες». Το λευκό σπίτι είχε μια μπροστινή βεράντα, πέτρινη καμινάδα κι ένα μικρό λαχανόκηπο. Ήταν σαν μια μινιατούρα του δικού του στο Βερμόντ. «Πάω να φέρω το ποδήλατό σου». «Ευχαριστώ». Ο Καλ ανέβασε το ποδήλατο στη βεράντα. «Μπορώ να μπω;» ρώτησε μετά απλά. Η Τζοάνα τον κοίταξε από την ανοιχτή εξώπορτα με μάτια σκοτεινά. «Είσαι μούσκεμα», είπε διστακτικά. «Αλλά δεν...» «Έχω στεγνά ρούχα στη βαλίτσα μου, μέσα στο αυτοκίνητο. Άσε με τουλάχιστον ν’ αλλάξω, πριν γυρίσω στο αεροδρόμιο». Εκείνη έσμιξε τα φρύδια της. «Ναι, εντάξει. Αλλά...» Ο Καλ όρμησε στο αυτοκίνητο, πήρε τη βαλίτσα του και, επιστρέφοντας στη βεράντα, άνοιξε το πλέγμα της πόρτας και μπήκε μέσα. Η Τζοάνα τον κοίταξε μ’ ένα διόλου φιλικό βλέμμα. «Το μπάνιο είναι εκεί», του είπε και του έδειξε. «Πήγαινε εσύ πρώτη. Είσαι πιο βρεγμένη από μένα», της απάντησε χαμογελώντας. Εκείνη έριξε μια ματιά τριγύρω. «Δε θ’ αργήσω». «Βάλε ένα φόρεμα», είπε ο Καλ αποφασιστικά. «Θα πάμε να φάμε σ’ εκείνο το εστιατόριο που έχει θέα στον κόλπο. Κερνάω εγώ. Είναι μέρος της συγνώμης». «Αυτό που είναι σίγουρο μ’ εσένα είναι πως είσαι τρομερά επίμονος».


«Κι εσύ αξίζεις τον κόπο για να είναι κανείς επίμονος». «Θα πάμε μόνο για δείπνο», είπε προειδοποιητικά η Τζοάνα. «Αυτό είπα κι εγώ», της απάντησε και τα μάτια του έλαμψαν. «Με την ησυχία σου. Θα κλείσω τραπέζι για μία ώρα μετά». Εκείνη έριξε μια ματιά στο μουσκεμένο πουκάμισό του. «Εκεί πρέπει να πάμε με επίσημο ένδυμα. Πουκάμισο και γραβάτα για σένα». «Μην ανησυχείς. Δε θα σε φέρω σε δύσκολη θέση». Βογκώντας απηυδισμένη, η Τζοάνα έκανε μεταβολή και πήγε στην κρεβατοκάμαρά της. Λίγα λεπτά αργότερα ξαναβγήκε έχοντας στο μπράτσο της κάποια ρούχα κι εξαφανίστηκε μέσα στο μπάνιο. Ο Καλ κούνησε κυκλικά τους ώμους του προσπαθώντας να διώξει την ένταση από πάνω του. Το πουκάμισο είχε κολλήσει στο στέρνο του, η βροχή ακουγόταν να πέφτει στην οροφή κι εκείνος ένιωθε υπέροχα. Κοίταξε το νούμερο στο πορτοφόλι του κι ύστερα σήκωσε το τηλέφωνο και πήρε στο πανδοχείο για να κρατήσει τραπέζι. Πρόσεξε για πρώτη φορά το δωμάτιο. Απλά έπιπλα, πολύχρωμα χειροποίητα χαλιά, ένα πέτρινο τζάκι και στην πέρα γωνία ένα γραφείο μ’ έναν υπολογιστή επάνω. Πλησίασε, αναλογιζόμενος πόσο απορροφημένη ήταν η Τζοάνα στη δουλειά της, τότε στους Στράσεν, πέντε μήνες πριν. Δίπλα στον υπολογιστή υπήρχαν μια στοίβα σελίδες και πάνω πάνω μία που είχε τίτλο. «Άγριοι κύκνοι της Ανν Κάρτραϊτ», διάβασε. Έμεινε ακίνητος, με το μυαλό του να παίρνει γρήγορες στροφές. Το πρώτο μυθιστόρημα της Ανν Κάρτραϊτ είχε εκδοθεί πριν από δύο χρόνια, αποσπώντας πολύ καλές κριτικές. Το είχε διαβάσει σ’ ένα ταξίδι του για μια δημοπρασία στην Τοσκάνη. Η Τζοάνα Στράσεν ήταν η συγγραφέας αυτού του βιβλίου; Το βλέμμα του έπεσε στο κάτω μέρος της σελίδας. Πνευματική ιδιοκτησία: Τζοάνα Στράσεν. Η διαίσθησή του γι’ αυτήν ήταν σωστή. Η Τζοάνα δεν είχε καμία σχέση με τη Σουζάν. Κι αυτή η σπουδαία γυναίκα είχε δεχτεί να δειπνήσει μαζί του, αν και χωρίς ενθουσιασμό. Ξαφνικά μια άλλη σκέψη πέρασε από το μυαλό του. Η Λένι λάτρευε την ποίηση και της άρεσε να διαβάζει μυθιστορήματα. Χρειαζόταν μια μητέρα, όπως του είχε τονίσει απροκάλυπτα ο Λούντο. Ποια μπορούσε να είναι καλύτερη από την Τζοάνα; Πιθανότατα η Τζοάνα δούλευε σαν καθηγήτρια για να μπορεί ν’ ανταποκρίνεται στα έξοδά της. Κανονικά, τα πρώτα βιβλία ποτέ δε μεταφράζονταν σε χρήματα στην τράπεζα. Άρα η Τζοάνα χρειαζόταν λεφτά. Κι εκείνος είχε. Αρκετά και για τους δυο τους. Μπορούσε να την παντρευτεί, να λύσει όλα τα προβλήματά του με τη Λένι και να δώσει τη δυνατότητα στην Τζοάνα να αφοσιωθεί στο γράψιμό της, χωρίς να τη νοιάζει πώς θα πληρώσει το ενοίκιο. Μπορούσε να την έχει στο κρεβάτι του. Η αδρεναλίνη χύθηκε ακράτητη στο αίμα του. Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω το βρεγμένο λαχανόκηπο. Η Τζοάνα γυναίκα του. Ναι, σκέφτηκε. Ναι.


Κεφάλαιο 7

Γυρνώντας, η Τζοάνα σιγουρεύτηκε ότι δε φαινόταν η ετικέτα του φορέματός της πίσω. Ένιωθε τόση αμηχανία, σαν να ήταν το πρώτο της ραντεβού. Είμαι είκοσι οχτώ χρονών χήρα, σκέφτηκε. Ο Καλ Φρίμαν είναι απλώς ένας άντρας και βγαίνουμε για δείπνο. Δε θα τον παντρευτώ κιόλας! Δεν πρόκειται να παντρευτώ ποτέ ξανά. Το κόκκινο κραγιόν ταίριαζε θαυμάσια με το φόρεμά της, ένα βαθύ μπλε που έφτανε μέχρι τον αστράγαλο, μ’ ένα σκίσιμο στο πλάι, που ανέβαινε ως το γόνατο. Φόρεσε τα πέδιλά της κι ένα ζευγάρι ασημένια σκουλαρίκια αντίκα στ’ αυτιά της και πήρε τη μικρή, βραδινή της τσάντα. Ορίστε. Έτοιμη. Ώρα να αντιμετωπίσει τον Καλ. Πήγε στο καθιστικό. «Σου έχω βάλει πετσέτες στο ράφι», του είπε ψυχρά. «Ελπίζω να μην καθυστέρησα πολύ». Εκείνος κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Γυρνώντας, η Τζοάνα τον είδε να μένει ακίνητος. Μόνο τα μάτια του κινούνταν, επιθεωρώντας τη. Με μεγάλη προσπάθεια η Τζοάνα έμεινε σιωπηλή. «Τζοάνα», της είπε τελικά με φωνή βραχνή, «είσαι... είσαι πολύ όμορφη. Δεν ξέρω τι να πω. Μόνο ότι θα είμαι ο πιο τυχερός άντρας εκεί μέσα απόψε. Ο πιο τυχερός στην περιοχή. Ο πιο τυχερός στον κόσμο, στο σύμπαν». Δάκρυα έτσουξαν τα μάτια της. Ο Γκούσταβ πάντα υποτιμούσε την ομορφιά της, ίσως γιατί νόμιζε ότι έτσι θα την πτοούσε. «Ευχαριστώ», μουρμούρισε. «Ελπίζω να μην κρύωσες με τα βρεγμένα ρούχα». «Μια χαρά είμαι. Σε πέντε λεπτά θα είμαι έτοιμος». Παίρνοντας το σακβουαγιάζ του, ο Καλ πέρασε δίπλα της και πήγε στο μπάνιο. Η Τζοάνα ξεφύσησε με ανακούφιση. Έπαιζε επικίνδυνο παιχνίδι, το ήξερε αυτό. Γιατί ένα κομμάτι μέσα της ήλπιζε να την έπαιρνε ο Καλ στην αγκαλιά του και να τη φιλούσε, όπως την είχε φιλήσει κάτω από τη μηλιά πριν από μερικές ώρες. Ήλπιζε; Λαχταρούσε, έπρεπε να πει καλύτερα. Η σκέψη και μόνο ότι θα τη φιλούσε έφτανε για να παραλύσει τα γόνατά της. Δεν έπρεπε να παραδοθεί στον πόθο της. Όχι, δεν έπρεπε. Να συγκεντρωθείς στο φαγητό και στην ανώδυνη κουβέντα, έδωσε εντολή στον εαυτό της. Αυτό έπρεπε να κάνει. Μπορούσε να το καταφέρει. Το τραπέζι τους στο εστιατόριο ήταν απομονωμένο, με θέα στο νερό και λουσμένο στο απαλό φως των κεριών. Κοίταξε τον Καλ. Το κοστούμι του ταίριαζε θαυμάσια πάνω του, τονίζοντας τους φαρδιούς ώμους, την επίπεδη κοιλιά και τα μακριά πόδια του, ενώ το μεταξωτό πουκάμισο και η γραβάτα του διαλαλούσαν από μακριά πως εδώ υπήρχαν χρήματα και δύναμη. Όμως η δύναμη του Καλ ερχόταν από μέσα του. Δεν είχε να κάνει με τα ρούχα και τα λεφτά του. Είχε να κάνει με την αυτοπεποίθηση και τον αέρα υπεροχής, που του ήταν έμφυτος. «Θέλεις να πιεις κάτι;» τη ρώτησε. «Θα πιω κρασί με το φαγητό», του απάντησε. «Όταν είμαι μαζί σου, θέλω να έχω το κεφάλι μου


καθαρό». «Πολύ ενθαρρυντικό αυτό», είπε ξερά εκείνος. Παρήγγειλαν το μενού και το κρασί. Ο σερβιτόρος τούς πήγε για πρώτο πιάτο νοστιμότατα ρολς, ζεστά από το φούρνο. «Παρατήρησα ότι κουτσαίνεις ελαφρά», είπε μετά η Τζοάνα, περνώντας στην επίθεση. «Είχα μια πτώση σε μια πλαγιά του Κονγκούρ. Μ’ ενοχλεί μόνο όταν έχει υγρασία». «Πριν από χρόνια κατέληξα στο συμπέρασμα ότι τα βουνά έχουν μια κατάρα», είπε εκείνη σε εχθρικό τόνο. Το πιγούνι του Καλ σφίχτηκε. «Εμένα μπορείς να μη με λογαριάζεις σ’ αυτό». «Τότε γιατί διακινδυνεύεις τη ζωή σου εκεί έξω συνέχεια;» «Για τη δόξα, φυσικά», της απάντησε σαρκαστικά. «Είναι σοβαρή ερώτηση, Καλ», του είπε εκείνη με έμφαση. Ο Καλ άφησε κάτω το μαχαίρι του. «Για πολλούς λόγους. Γιατί θέλω να φτάνω στα όριά μου και να τα ξεπερνώ. Γιατί με μαγεύει η αρχέγονη ομορφιά του χιονιού, του πάγου, τ’ ουρανού και των βράχων, και η απόλυτη σιωπή της κορυφής. Εκεί είσαι πάντα μόνος, άσχετα με το ποιος είναι μαζί σου». Πέρασε τα χέρια του στα μαλλιά του. «Φτάνουν αυτά γι’ αρχή». «Δεν ήθελες να μου τα πεις όλα αυτά, έτσι δεν είναι;» «Δε μιλάς ποτέ γι’ αυτά. Απλά το κάνεις». «Ούτε στην κόρη σου; Τη Λένι;» «Η Λένι δε μ’ έχει ρωτήσει ποτέ... Δεν ξέρω πώς νιώθει που κάνω ορειβασία. Να κάτι άλλο που δεν το έχω πει σε κανέναν». Κάθε απόπειρα της Τζοάνα να κρατήσει μια απόσταση έσβησε. «Γιατί το είπες σ’ εμένα;» «Είδα τα χειρόγραφα πάνω στο γραφείο σου. Ξέρω ότι είσαι η Ανν Κάρτραϊτ». «Διάβολε», μουρμούρισε εκείνη. Ξαφνικά τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Πιστεύεις ότι σε πιέζω για να σε χρησιμοποιήσω στο βιβλίο;» «Όχι, Τζοάνα, δεν εννοούσα αυτό. Έχω διαβάσει το πρώτο σου βιβλίο. Ξέρω ότι είσαι σε θέση να καταλάβεις τι βρίσκω πάνω στα βουνά». Για μια στιγμή εκείνη έκλεισε τα μάτια της. «Ο Γκούσταβ ανέβαινε για τη δόξα. Πάντα προσπαθούσε να νικήσει τους άλλους ορειβάτες, να κατακτήσει, να διακριθεί». «Ούτε κι εσύ είχες πρόθεση να μου το πεις αυτό». Η Τζοάνα χαμογέλασε πονηρά. «Το σχέδιο ήταν να σε κρατήσω σε απόσταση, συναισθηματικά και σωματικά». Ο Καλ έσκυψε μπροστά και τα μάτια του έλαμψαν σαν πολύτιμα πετράδια. «Ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι δυνατό μ’ εμάς». Τραβώντας το βλέμμα της αλλού, η Τζοάνα είδε με ανακούφιση το σερβιτόρο να πλησιάζει. Μόλις έφυγε, ο Καλ σήκωσε το ποτήρι του προς το μέρος της. «Σ’ εμάς», της είπε. «Σ’ εμένα κι εσένα», του απάντησε. «Σαν ξεχωριστές μονάδες, εννοείς;» «Ακριβώς». «Αρνούμαι να το δεχτώ αυτό». «Μπορεί και να μην έχεις επιλογή». «Όπως σου είπα, έχω διαβάσει το βιβλίο σου... Ήταν πολύ όμορφο, παρεμπιπτόντως, γεμάτο σκληρά αποκτημένη σοφία. Ξέρω ότι σ’ αρέσει να διακινδυνεύεις. Έφτασες στα όριά σου μ’ αυτό το


βιβλίο, όπως κι εγώ φτάνω στα δικά μου πάνω στα βουνά». Η Τζοάνα ήπιε μια γερή γουλιά από το κρασί της, απολαμβάνοντας τη γεύση του. «Άλλο να φτάνεις στα όριά σου μέσω ενός υπολογιστή κι άλλο να τα φτάνεις στο κρεβάτι. Γιατί, γι’ αυτό δε μιλάμε;» Ο Καλ γέλασε, δείχνοντας τα κατάλευκα δόντια του. «Μ’ αρέσεις. Σωστά το είπες. Η σεξουαλική έλξη είναι που κυριαρχεί εδώ». «Η απάντηση είναι όχι», απάντησε ήρεμα η Τζοάνα. «Τόσο κακό σου έκανε ο Γκούσταβ;» Εκείνη ανασήκωσε το πιγούνι της. «Ναι». Για μια στιγμή στα χαρακτηριστικά του Καλ ζωγραφίστηκε οργή. «Το κάθαρμα», μουρμούρισε. Καθώς ο σερβιτόρος έφερε τις σαλάτες τους, η Τζοάνα άλλαξε θέμα. «Μίλησέ μου για την κόρη σου». «Τη Λένι; Είναι δεκατριών χρονών κι άλλες φορές συμπεριφέρεται σαν εννέα κι άλλες σαν είκοσι. Κάνει σκι, γράφει ποιήματα, διαβάζει με μανία, μαζεύει κάθε αδέσποτο που θα βρει, κι ενώ τη μια θέλει να γίνει κτηνίατρος, την άλλη θέλει να γίνει πρόεδρος για να κυβερνά τη χώρα σωστά». Χαμογέλασε θλιμμένα. «Μη μ’ αφήσεις να συνεχίσω». «Σε ποια τάξη είναι;» «Φέτος πάει σε σχολείο στην Ελβετία». «Α, γιατί;» «Λείπω συχνά, άλλοτε για δουλειά κι άλλοτε σε αποστολή. Σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερο γι’ αυτήν να είναι σ’ ένα θηλέων με άλλα κορίτσια. Αλλά δεν της αρέσει να είναι μακριά από την πατρίδα... Μένουμε δίπλα στο ποτάμι στο Βερμόντ». «Πώς μπόρεσες να τη στείλεις τόσο μακριά;» είπε η Τζοάνα και τον αγριοκοίταξε. «Θεώρησα ότι ήταν για το καλό της. Και φυσικά εκεί μπορεί να κάνει θαυμάσιο σκι». «Υπάρχουν κι άλλα πράγματα στη ζωή πέρα από τα βουνά, Καλ. Γιατί δεν παντρεύεσαι, να της χαρίσεις μια μητέρα κι ένα κανονικό σπίτι;» Τα νεύρα του Καλ τεντώθηκαν. «Θα έπρεπε να παντρευτώ, ναι, το ξέρω». «Και γιατί δεν το έκανες; Είμαι σίγουρη ότι γνωρίζεις πολλές γυναίκες». «Δε βρήκα την κατάλληλη». «Αν εγώ είχα μια κόρη, θα την ήθελα μαζί μου. Ιδιαίτερα στα δεκατρία της, που είναι πολύ δύσκολη ηλικία». «Τι έγινε με το μωρό, Τζοάνα;» Ξαφνικά το αίμα στράγγιξε από το πρόσωπό της και τα βλέφαρά της χαμήλωσαν, κρύβοντας τα μάτια της. «Συγνώμη, δεν έπρεπε να σε ρωτήσω», είπε ο Καλ. Η Τζοάνα στριφογύρισε αφηρημένα το ποτήρι με το κρασί. Το μυαλό της περιπλανιόταν μακριά. «Δεν τον αγαπούσα πια. Με είχε προδώσει πολλές φορές. Αλλά εκείνη τη φορά ήταν τόσο ειλικρινής, τόσο μετανιωμένος για τον τρόπο που είχε συμπεριφερθεί στο παρελθόν, που ένιωσα ότι έπρεπε να κάνω μια προσπάθεια ακόμα. Έπαιρνα τους γαμήλιους όρκους μου, βλέπεις, πολύ σοβαρά. Το ξέρω ότι είναι παλιομοδίτικο, αλλά είναι η αλήθεια». Ανασήκωσε το βλέμμα της στο δικό του, που ήταν καρφωμένο πάνω της. «Κοιμηθήκαμε μαζί. Είχα ξεχάσει ότι είχα σταματήσει να παίρνω αντισυλληπτικά. Για ποιο λόγο, άλλωστε; Έμεινα έγκυος». Τα μάτια της στυλώθηκαν στο χρυσαφένιο κρασί. «Όπως αποδείχτηκε, η επίσκεψη του Γκούσταβ δεν είχε να κάνει με μεταμέλεια.


Η θεία μου η Λούσι είχε πεθάνει και μου είχε αφήσει κάποια χρήματα. Έμεινε μέχρι να τα βάλει στο χέρι και μετά ξανάφυγε, για να οργανώσει την αποστολή στην Αναπούρνα, όπως έμαθα αργότερα». «Τζοάνα...» Ο Καλ ακούμπησε το χέρι του στο δικό της, σταματώντας τις νευρικές κινήσεις της. «Ήμουν τριών μηνών έγκυος όταν ο Γκούσταβ με πήρε στο τηλέφωνο από τη δεύτερη κατασκήνωση στην Αναπούρνα. Ήταν η πρώτη φορά που του μιλούσα από την επίσκεψή του. Ήθελε κι άλλα λεφτά, γι’ αυτό με είχε πάρει, αλλά δεν είχα να του δώσω. Πάντως, του είπα για το μωρό. Την επόμενη μέρα σκοτώθηκε πέφτοντας. Ο Φραντς, φυσικά, κατηγόρησε εμένα γι’ αυτό». «Ύστερα;» «Όταν πήρα το μήνυμα, ήμουν στο διαμέρισμα στο Τορόντο και ντυνόμουν για να βγω να κάνω κάποιες δουλειές, πριν καθίσω να γράψω. Μετά το τηλεφώνημα, αποφάσισα ότι μπορούσα να κάνω ακόμα αυτές τις δουλειές και βγήκα. Εκείνο το βράδυ έκανε φοβερή παγωνιά. Περνώντας από το πάρκο, γλίστρησα κι έπεσα». Η φωνή της ράγισε. «Εκείνη η πτώση μού στοίχισε το μωρό. Δεν έπρεπε να είχα βγει έξω, δεν ξέρω γιατί το έκανα, ήταν τρομερά ανόητο από μέρους μου». «Ήσουν σοκαρισμένη, Τζοάνα. Δε σκεφτόσουν σωστά». Η Τζοάνα δεν άντεχε τη συμπόνια στον τόνο της φωνής του. «Έπρεπε να έχω μείνει σπίτι!» «Δηλαδή κατηγορείς τον εαυτό σου;» Εκείνη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, χτυπώντας ρυθμικά τα δάχτυλά της πάνω στο κρυστάλλινο ποτήρι. «Εσύ δε θα το έκανες;» «Έκανες ό,τι καλύτερο μπορούσες. Για χρόνια πάλευες για το καλύτερο. Τι άλλο μπορούσες να κάνεις;» «Ναι. Συγνώμη. Δεν ήθελα να σε φορτώσω μ’ όλα αυτά». «Δε με φορτώνεις. Τα μοιράζεσαι, κάτι που κατά κάποιον τρόπο με κολακεύει». Η Τζοάνα χαμογέλασε αχνά. «Ναι, μπορείς να το δεις κι έτσι». «Λυπάμαι που έχασες το μωρό». Μόνο η Σάλι και η Νταϊάν ήξεραν πόσο ήθελε το μωρό, παρά το γεγονός ότι δεν αγαπούσε πλέον τον πατέρα του. «Τώρα είναι παρελθόν. Έρχεται ο σερβιτόρος. Μπορεί να περάσουν άλλα δέκα χρόνια μέχρι να ξαναφάω εδώ. Καλύτερα να το απολαύσω». Ο Καλ έγειρε πίσω. Ποιο ήταν το επόμενο βήμα στο σχέδιό του; Να τη γοητεύσει και να τη χαλαρώσει, ώστε να κάμψει τις άμυνές της. Γέμισε το ποτήρι της κρασί και σήκωσε το πιρούνι της σαλάτας. «Ταξιδεύατε πολύ με τον Γκούσταβ;» «Τα πρώτα χρόνια, ναι», του απάντησε η Τζοάνα και του ανέφερε κάποια ταξίδια τους. Μετά συζήτησαν για τη δουλειά του Καλ, για ταινίες και για πολιτική. Όσο η Τζοάνα απολάμβανε τα θαλασσινά και τη μους σοκολάτας με αμαρέτο, ο Καλ την παρατηρούσε με θαυμασμό. Οι περισσότερες γυναίκες με τις οποίες έβγαινε θεωρούσαν δεδομένες αυτές τις πολυτέλειες, αλλά η Τζοάνα του είχε δώσει να καταλάβει ότι ζούσε στα όρια της φτώχειας τον τελευταίο καιρό. Αυτό θ’ αλλάξει, ορκίστηκε στον εαυτό του, και καθώς έπιναν τον καφέ τους αποφάσισε ότι είχε έρθει η στιγμή για το Σχέδιο Γ. «Πόσο καιρό έχεις να πας διακοπές;» Εκείνη γέλασε. «Διακοπές; Τι είν’ αυτό;» «Έχω να σου κάνω μια πρόταση. Άκου την πρώτα πριν απαντήσεις». Το χαμόγελό της έσβησε. Τον κοίταξε ανήσυχη. Ο Καλ άπλωσε το χέρι του και σκούπισε μια μικρή σταγόνα σοκολάτας που είχε σταθεί στο κάτω χείλος της. «Σε δύο βδομάδες θα πάρω τη Λένι στο Βερμόντ για τις καλοκαιρινές διακοπές. Θα ήθελα να σε πάω μερικές μέρες στην Ελβετία. Μπορείς


να έρθεις με το αεροπλάνο. Θα συναντηθούμε στη Ζυρίχη, θα πάμε στο σαλέ μου στο Άπεντσελ και μετά θα πάμε να πάρουμε τη Λένι. Θα της αρέσεις, το ξέρω. Κι όχι μόνο επειδή είσαι διάσημη συγγραφέας». «Όχι και διάσημη...» είπε η Τζοάνα μπερδεμένη. «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό», πρόσθεσε μετά. «Γιατί; Πριν από λίγο μου είπες ότι τελειώνεις μ’ αυτή την τάξη. Θα είναι η ιδανική ευκαιρία για ένα διάλειμμα». «Δεν έχω καθόλου χρήματα, Καλ», του απάντησε εκείνη, συγκρατώντας με δυσκολία την ανυπομονησία της. «Με τα βιβλία ξεπληρώνω τα χρέη μου. Ο μισθός μου ως καθηγήτριας είναι μηδαμινός. Δε θα μπορώ ούτε παγωτό ν’ αγοράσω στην Ελβετία. Και, φυσικά, δε δέχομαι να πάρω χρήματα από σένα». «Δεν καταλαβαίνω το λόγο». «Δεν μπορείς να με αγοράσεις με τα λεφτά σου!» «Θα κοιμηθείς στον ξενώνα, Τζοάνα». «Είσαι πολύ καλός», του πέταξε εκείνη. «Μια χάρη σου ζητώ, αυτό είναι όλο», επέμεινε ο Καλ. «Θέλω να γνωρίσεις τη Λένι και να μου δώσεις κάποια συμβουλή. Είναι φορές που με τρομοκρατεί. Δεν έχω ιδέα πώς να χειριστώ μια έφηβη». «Κι εγώ νομίζεις ότι έχω;» «Τουλάχιστον εσύ έχεις περάσει απ’ αυτό το στάδιο», της απάντησε εκείνος, χαμογελώντας μ’ εκείνο το χαμόγελο που πάντα την έκανε να θέλει να του το ανταποδώσει. «Δεν μπορώ να έρθω», του είπε κατηγορηματικά. Τα μάτια του Καλ σκλήρυναν. «Έλα, Τζοάνα. Θα πρέπει να σου το πω καθαρά; Ξεχρεώνεις. Σου έσωσα τη ζωή και τώρα σου ζητώ να μου κάνεις κι εσύ μια χάρη». Εκείνη ανασήκωσε το πιγούνι της αποφασιστικά. «Ώστε είσαι επιχειρηματίας μέχρι το κόκαλο! Κόστος και όφελος. Πολύ σκληρός τρόπος για ν’ αντιμετωπίζεις τους ανθρώπους». «Ένα ταξίδι στην Ελβετία δεν είναι και καμιά σπουδαία σκληρότητα», της απάντησε κοφτά ο Καλ. Για μια επικίνδυνη στιγμή η Τζοάνα άφησε το μυαλό της να ονειρευτεί τα αλπικά οροπέδια, τις πανέμορφες κορφές, τα καμπανάκια των αγελάδων και τα λουλούδια στα περβάζια των παραθύρων. Ναι, χρειαζόταν διακοπές. Πάντα της άρεσε η Ελβετία, ακόμα και τις χειρότερες εποχές με τον Γκούσταβ. «Δε θα έρθω», ξαναείπε, αποτελειώνοντας τον καφέ της. «Το γεγονός ότι σου έσωσα τη ζωή δε σημαίνει τίποτα για σένα;» «Τι θέλεις τώρα; Να σου δώσω μετάλλιο;» «Θέλω να γνωρίσεις τη Λένι και να μου πεις αν πρέπει να μείνει και του χρόνου στην Ελβετία ή να γυρίσει πίσω. Αυτό». Η Τζοάνα έσφιξε την άκρη του τραπεζιού. «Ας είμαστε ειλικρινείς, Καλ. Με έχεις φιλήσει και ξέρεις τι συμβαίνει όταν το κάνεις. Ακόμα κι αν μου υποσχεθείς ότι δεν πρόκειται να μ’ αγγίξεις, δε θα σε πιστέψω. Κι αυτός είναι ένας ακόμα λόγος που δε θέλω να έρθω στην Ελβετία». «Πρώτα με συγκρίνεις με τον άντρα σου, κάτι το οποίο μισώ. Μετά δεν είσαι απόλυτα ειλικρινής. Τον εαυτό σου δεν εμπιστεύεσαι. Με θέλεις κι εσύ όσο σε θέλω εγώ, μην μπεις στον κόπο να το αρνηθείς. Σ’ έχω κρατήσει στην αγκαλιά μου, ξέρω για τι πράγμα μιλάω». Ήταν αλήθεια, κι αυτό την εξόργιζε περισσότερο. «Δε θα έρθω!» του είπε ξανά, πιο οργισμένη ακόμα. «Πόσες φορές πρέπει να σ’ το πω; Άσ’ το». «Θα το αφήσουμε για την ώρα. Αλλά δεν τελειώσαμε».


«Δεν ξέρεις τι θα πει όχι, έτσι;» «Κι εσύ δεν ξέρεις τι θα πει ναι. Φοβάσαι να ξαναζήσεις, αυτό είναι το πρόβλημα. Δε θα σκεφτόμουν ποτέ ότι είσαι δειλή, αλλά αυτή είναι η αλήθεια». «Ήμουν παντρεμένη μ’ έναν άντρα που με απατούσε, που με στράγγιξε οικονομικά και που έβαζε σε κίνδυνο τη ζωή του και τη ζωή των άλλων απλώς και μόνο για να φτάσει σε μια κορφή που θα του έδινε γόητρο. Και τώρα εσύ μου ζητάς να μπλεχτώ ξανά με ορειβάτη. Εσένα. Άσε με ήσυχη!» «Σταμάτα να μου βάζεις ετικέτες. Είμαι κάτι πολύ παραπάνω από ένας ορειβάτης». «Καλ, δε θέλω να τσακωθούμε. Μου έσωσες τη ζωή και σου είμαι ευγνώμων, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα πάω όπου θέλεις». Ο Καλ έβαλε την πιστωτική του στο δίσκο με το λογαριασμό κι έκανε σήμα στο σερβιτόρο. «Πάμε να φύγουμε». Ώσπου να τους φέρουν την πιστωτική, έμειναν σιωπηλοί. «Μέχρι να μου πεις αυτή την τρελή ιδέα για την Ελβετία, περνούσα υπέροχα», του είπε εκείνη. «Ευχαριστώ». «Θα σε πάω σπίτι σου». «Δεν ξέρεις να χάνεις!» «Μα δεν έχω χάσει ακόμα», απάντησε ο Καλ και τη συνόδευσε στην έξοδο. Μέχρι το σπίτι της η Τζοάνα δε μίλησε καθόλου. Όταν έφτασαν, εκείνος πάρκαρε και βγήκε να της ανοίξει την πόρτα. Η Τζοάνα κατέβηκε από το αυτοκίνητο, νιώθοντας τα τακούνια της να χώνονται μέσα στο βρεγμένο χώμα. «Καληνύχτα». Τότε ο Καλ έκανε αυτό που ήταν αναπόφευκτο. Την πήρε στην αγκαλιά του και κόλλησε τα χείλη του στα δικά της, σαν να ήταν η γυναίκα που ήθελε σ’ ολόκληρη τη ζωή του. Τα μπράτσα της τυλίχτηκαν γύρω από το λαιμό του και το στήθος της συνθλίφτηκε στο στέρνο του. Τα χέρια του άρχισαν να ταξιδεύουν πάνω της. Αγκαλιάζοντας τους γλουτούς της, την τράβηξε πάνω στον ερεθισμένο ανδρισμό του, πυροδοτώντας τον πόθο της. Ποτέ δεν είχε θελήσει τον Γκούσταβ έτσι. Το κορμί της είχε πάρει φωτιά, λαχταρούσε να κατακτηθεί από τον Καλ. Η παλάμη του σκέπασε το ένα της στήθος, σφίγγοντας απαλά τη σάρκα της. «Τζοάνα, είσαι πολύ όμορφη, σε θέλω πολύ». Εκείνη ανασήκωσε το πρόσωπό της, δείχνοντάς του όλο τον πόθο που κρυβόταν μέσα της. Για μια ατέλειωτη στιγμή κοιτάχτηκαν σιωπηλοί. Ύστερα ο Καλ έσκυψε και άφησε το στόμα του να γλιστρήσει από το μέτωπό της στα βλέφαρα, στα μάγουλά της, και να καταλήξει ξανά στα χείλη της, χαράσσοντας ένα τόσο αισθησιακό μονοπάτι που η Τζοάνα άρχισε να τρέμει σαν το φύλλο. Παραδομένη στο φιλί του, χάιδεψε το σώμα του, απολαμβάνοντας την αίσθηση των δυνατών μυών του λαιμού, της πλάτης και των πλευρών του. «Πάμε μέσα», είπε ξαφνικά ο Καλ. «Θέλω να σου κάνω έρωτα». Αυτό δεν ήθελε τόσο κι εκείνη; Μήπως δεν είχε ανακαλύψει μέσα στα χέρια του μια γυναίκα άγνωστη σ’ αυτήν, μια γυναίκα που φλεγόταν από πόθο; Η Τζοάνα άνοιξε το στόμα της να του απαντήσει καταφατικά, όταν είδε πίσω από την πλάτη του το μικρό της σπίτι, αυτό που τους τελευταίους μήνες της είχε φέρει τόση γαλήνη. Το σπίτι της. Το καταφύγιό της. Θα τα διακινδύνευε όλα αυτά για να ξαπλώσει στο κρεβάτι μ’ έναν άντρα που καλά καλά δεν τον ήξερε; Έναν άντρα συνηθισμένο να πέφτουν οι γυναίκες στην αγκαλιά του; «Δε γίνεται! Δεν είμαστε ερωτευμένοι. Απλά θα πέσουμε στο κρεβάτι από... πόθο. Γιατί αυτό είναι. Δεν έχει καμιά σχέση με αισθήματα. Ούτε και με ψυχική επαφή». «Ίσως να βρούμε έτσι την ψυχική επαφή», είπε βραχνά εκείνος, αγγίζοντας ερεθιστικά τα χείλη της


με τα δικά του. «Ίσως και όχι. Κι αν είναι έτσι, τότε τι;» Η Τζοάνα τραβήχτηκε μακριά του. «Αυτό έκανα όταν ήμουν δεκαεννιά χρονών... Έπεσα στην αγκαλιά του Γκούσταβ. Κάτι που το πλήρωσα ακριβά τα επόμενα εννέα χρόνια». «Για άκου ένα διαφορετικό σενάριο. Πέφτεις στη δική μου αγκαλιά και ανακαλύπτουμε ότι αυτό είναι το σωστό». «Κι ύστερα εσύ φεύγεις για το Έβερεστ ή την Αναπούρνα κι εγώ μένω πίσω ν’ ανησυχώ και ν’ αναρωτιέμαι. Όχι, Καλ. Το έχω κάνει πολλές φορές αυτό και το μισώ». «Κι αν σταματήσω να πηγαίνω στα βουνά;» «Τι είναι αυτά που λες; Να παραιτηθείς από κάτι που είναι τόσο σημαντικό για σένα;» Η Τζοάνα έκανε ένα βήμα πίσω, κοιτάζοντας επίμονα το πρόσωπό του. «Δεν είσαι ερωτευμένος μαζί μου». «Όχι, δεν είμαι», είπε εκείνος ανέκφραστα. Όπως το υποπτευόταν. «Αν σταματήσεις να πηγαίνεις στα βουνά, θα με μισήσεις. Το ξέρω. Ίσως σε μια άλλη ζωή κάτι να γινόταν ανάμεσά μας. Αλλά σ’ αυτή τη ζωή υπάρχουν πολλά εναντίον αυτής της σχέσης». Ίσιωσε το φόρεμά της, με την καρδιά της να χτυπά δυνατά στο στήθος της. «Κοίτα, είναι αργά, κι αύριο έχω μάθημα. Σ’ ευχαριστώ για το δείπνο και σου εύχομαι καλή τύχη με τη Λένι. Να προσέχεις στο δρόμο, εντάξει;» «Θα σου τηλεφωνήσω σε μια βδομάδα για την Ελβετία. Σκέψου το, Τζοάνα. Θα ζήσεις στη σκιά του Γκούσταβ όλη την υπόλοιπη ζωή σου;» «Δεν είναι τόσο απλό!» «Εγώ νομίζω ότι είναι». Χαιρετώντας τη μ’ ένα κοφτό κούνημα του κεφαλιού του, ο Καλ έκανε μεταβολή και μπήκε στο αυτοκίνητο. Κουτσαίνει, σκέφτηκε η Τζοάνα με το μοναδικό κομμάτι του μυαλού της που λειτουργούσε. Κούτσαινε εξαιτίας ενός τραυματισμού στα βουνά. Κάνοντας βιαστικά πίσω και χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά, ο Καλ ξεκίνησε κι απομακρύνθηκε. Η Τζοάνα έμεινε ασάλευτη. Σε μια βδομάδα δεν επρόκειτο να αλλάξει τίποτα. Δε σκόπευε να πάει πουθενά με τον Καλ Φρίμαν. Κι όσο πιο σύντομα το δεχόταν εκείνος αυτό, τόσο το καλύτερο. Δεν ήταν δειλή. Απλώς λογική ήταν. Ενήλικη. Υπεύθυνη. Όλα όσα δεν ήταν στα δεκαεννιά της.


Κεφάλαιο 8

Τέσσερις μέρες αργότερα η Τζοάνα πάρκαρε το ποδήλατό της έξω από το μπάνγκαλοου της Σάλι. Τα γεράνια και οι λοβέλιες έστρωναν το μονοπάτι με ροζ, κόκκινα και μπλε χρώματα. «Γεια σου, Τζοάνα. Έχει έρθει και η Νταϊάν. Είμαστε έξω στο αίθριο. Σ’ αρέσει ο κήπος μου;» είπε η Σάλι. «Είναι πολύ όμορφος. Έφερα κι ένα μπουκάλι κρασί». «Ωραία, ευχαριστώ. Η ψησταριά είναι αναμμένη». Το μπάνγκαλοου της Σάλι μέσα ήταν τόσο ακατάστατο όσο τακτοποιημένος και όμορφος ήταν ο κήπος της έξω. Η Σάλι ήταν προπονήτρια μπάσκετ στο πανεπιστήμιο και ερωτευμένη με κάποιον Άλμπερτ, που έμενε με τη μητέρα του. Βγαίνοντας στο ηλιόλουστο αίθριο, η Τζοάνα μισόκλεισε τα μάτια της ενάντια στο δυνατό φως. «Γεια σου, Νταϊάν». Η Νταϊάν ήταν κοντή και στρουμπουλή και είχε παντρευτεί τον Πίτερ, έναν ιχθυολόγο που τον περισσότερο καιρό έλειπε στη θάλασσα. «Είσαι πολύ όμορφη, όπως συνήθως», απάντησε η φίλη της, χωρίς ίχνος ζήλιας. Μετά το βλέμμα της έγινε επίμονο. «Αν και παρατηρώ σκούρους κύκλους κάτω από τα μάτια σου. Τι συμβαίνει; Σε κουράζουν οι μαθητές σου;» Από τότε που είχε φύγει ο Καλ, η Τζοάνα δεν είχε κοιμηθεί καλά. «Ξέρεις πώς είναι», είπε ανάλαφρα. «Κατάλαβαν ξαφνικά ότι ο χρόνος τελειώνει και θέλουν να μάθουν αγγλικά μέσα σε τρία μαθήματα». Η Νταϊάν δίδασκε γαλλικά στις καλοκαιρινές τάξεις. «Καταλαβαίνω απόλυτα», είπε. Στο μεταξύ η Σάλι έψησε κοτόπουλο, που το συνόδεψαν με μια σαλάτα του Καίσαρα και τελείωσαν μ’ ένα από κείνα τα θαυμάσια επιδόρπια της Νταϊάν, που ήταν φορτωμένα θερμίδες. «Ήταν υπέροχα», είπε αργότερα η Τζοάνα. «Θεϊκό μενού. Τώρα θα πάρω το ποδήλατο και θα γυρίσω σπίτι. Ξέχασα να σε ρωτήσω, Νταϊάν, τι κάνει η αδερφή σου; Την περασμένη βδομάδα είπες ότι θα έκανε κάποιες εξετάσεις». Το πρόσωπο της Νταϊάν σκοτείνιασε. «Πήρε χτες τ’ αποτελέσματα. Έχει καρκίνο στο θυρεοειδή. Θα κάνει εγχείρηση την άλλη βδομάδα». «Καρκίνο; Πόσο σοβαρό είναι;» Το χαμόγελο της Νταϊάν ήταν βεβιασμένο. «Όταν μπλέξεις μ’ αυτή την αναθεματισμένη αρρώστια, δεν μπορείς να κάνεις καμιά πρόβλεψη. Μετά θα κάνει χημειοθεραπείες». «Έπρεπε να μας το έχεις πει νωρίτερα», είπε η Σάλι στενοχωρημένη. «Λυπάμαι πολύ». «Σκόπευα να σας το πω. Απλά δεν ήθελα να χαλάσω τη διάθεσή σας κατά τη διάρκεια του φαγητού. Χτες βράδυ μίλησα με τον Πίτερ. Θα έρθει την άλλη βδομάδα, που έχει προγραμματιστεί η εγχείρηση της Σάρας». «Ποτέ δεν ξέρεις, έτσι δεν είναι;» είπε η Τζοάνα μορφάζοντας. «Περνάς την κάθε σου μέρα κάνοντας όλα αυτά που πρέπει να γίνουν, και ξαφνικά σου ’ρχεται κάτι αναπάντεχο». «Αυτά τα πράγματα σε κάνουν να σκέφτεσαι», συμφώνησε η Νταϊάν. «Η Σάρα ήταν πάντα τόσο υγιής...» Μίλησαν για λίγη ώρα γύρω απ’ αυτό το θέμα, αναφέροντας περισσότερες λεπτομέρειες για τη θεραπεία. «Αναρωτιέμαι ειλικρινά αν θα έπρεπε να διαλύσω τον αρραβώνα μου με τον Άλμπερτ»,


είπε τελικά η Σάλι. «Όταν είπε στη μητέρα του ότι θα περάσουμε μαζί μια βδομάδα στη θάλασσα τον Ιούλιο, εκείνη έπαθε κρίση άσθματος. Ενώ είναι μια γυναίκα δυνατή σαν άλογο, που θα ζήσει πιο πολύ από μένα». Η Νταϊάν γέλασε. «Μπορείς να δοκιμάσεις. Να τον διαλύσεις, εννοώ. Ίσως αυτό τον ταρακουνήσει λιγάκι». «Είναι πολύ γλυκός», είπε η Σάλι. «Άντρες! Γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε μ’ αυτούς ή χωρίς αυτούς; Παρεμπιπτόντως, τι έγινε μ’ εκείνο τον κούκλο, τον Καλ, Τζοάνα;» «Μου μίλησε η Σάλι», είπε η Νταϊάν. «Τίποτα», είπε η Τζοάνα. Η Σάλι ξεφύσηξε. «Άσ’ τα αυτά και λέγε». Με τα χρόνια οι τρεις φίλες είχαν ανταλλάξει πολλά μυστικά, χωρίς ποτέ καμιά να προδώσει την άλλη. «Βγήκαμε για φαγητό», είπε η Τζοάνα. «Θέλει να πάω στην Ελβετία μαζί του, για να γνωρίσω δήθεν την κόρη του που πάει εκεί σχολείο. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι θέλει να έχουμε μια σύντομη σχέση». «Και πότε φεύγεις;» ρώτησε η Νταϊάν. Η Τζοάνα ανασήκωσε τα φρύδια της απορημένη. «Δε θα φύγω. Είπα όχι». «Τι έκανες, λέει...;» είπε έκπληκτη η Σάλι. «Για ποιο λόγο;» ρώτησε και η Νταϊάν. «Δεν πρόκειται να φύγω μ’ έναν άντρα που δεν τον γνωρίζω καλά καλά». «Τον είδα», είπε η Σάλι. «Είναι από κείνα τα σπάνια είδη. Ειδικά στο Χάρκορτ». «Σου έσωσε τη ζωή», είπε η Νταϊάν. «Του το χρωστάς». «Θα πρέπει να είσαι τρελή για να τον απορρίψεις». «Να έχασες τα λογικά σου». «Κι εξάλλου, χρειάζεσαι διακοπές». «Θα σου δανείσουμε εμείς χρήματα να πας». «Μπράβο, καταπληκτική ιδέα, Ντι». Η Τζοάνα σκέπασε με τα χέρια της τ’ αυτιά της. «Σταματήστε και οι δύο! Δεν πρόκειται να πάω!» «Εμείς πιστεύουμε ότι πρέπει να πας», είπε κατηγορηματικά η Σάλι. «Άκουσέ μας». «Δεν αγαπάς τον Γκούσταβ πλέον, άρα δεν είναι αυτός ο λόγος», είπε η Νταϊάν. «Ο Καλ είναι κι αυτός ορειβάτης», απάντησε η Τζοάνα. «Έλα τώρα, Τζο. Μπορείς να τον κρατήσεις μακριά απ’ τα βουνά. Ρίξε μια ματιά στον καθρέφτη», είπε η Σάλι. «Είσαι πολύ όμορφη. Κι αυτός σίγουρα δεν είναι τυφλός». «Μα...» «Καιρός να χαλαρώσεις, Τζοάνα», συνέχισε η Νταϊάν. «Με τη Σάλι ανησυχούμε για σένα κι αναρωτιόμαστε πότε θα βρεις επιτέλους κάποιον στο Χάρκορτ. Και τα μισά να είναι αλήθεια απ’ αυτά που μου είπε η Σάλι, θα πρέπει να είναι φοβερός τύπος. Προχώρα». Η Σάλι σοβάρεψε απότομα. «Υπάρχει κι ένα άλλο θέμα, ξέρεις. Ακόμα κι αν δε θέλεις να ξαναπαντρευτείς, θέλεις να αποκτήσεις παιδί. Αυτό το ξέραμε ανέκαθεν». Η Τζοάνα την κοίταξε μ’ ανοιχτό το στόμα. Ήταν αλήθεια. Πάντα ήθελε να αποκτήσει παιδιά, από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. «Ορίστε λοιπόν η ευκαιρία που περίμενες», συνέχισε η Σάλι. «Πήγαινε στην Ελβετία, μείνε έγκυος και γύρνα πίσω». «Εμείς θα σου πάρουμε τα παπουτσάκια του», είπε η Νταϊάν. «Ροζ και γαλάζια».


«Εσύ θα πάρεις παπουτσάκια», τη διόρθωσε η Σάλι. «Εγώ θα της αγοράσω εκείνες τις χαριτωμένες πιτζαμούλες με τις οποίες κοιμούνται τα μωρά. Πράσινες και κίτρινες», είπε ενθουσιασμένη. «Σταματήστε!» φώναξε η Τζοάνα, πιάνοντας και με τα δυο της χέρια το κεφάλι της. «Μεθυσμένες είστε; Δεν μπορώ να πάω στην Ελβετία έτσι απλά και να κάνω ένα παιδί!» «Πρώτον, είμαστε απολύτως νηφάλιες, και δεύτερον, φυσικά και μπορείς», είπε η Σάλι. «Διασκεδάζοντας στο μεταξύ», πρόσθεσε η Νταϊάν πονηρά. Βλέποντας την Τζοάνα να κοκκινίζει, έσπευσε να προσθέσει: «Ώστε δε σου είναι αδιάφορος. Δόξα τω Θεώ, υπάρχει ακόμα ελπίδα για σένα». «Η αλήθεια είναι ότι ένα του βλέμμα αρκεί για να με κάνει να λιώσω», είπε κλαψουρίζοντας η Τζοάνα. «Εμένα. Που έχω ορκιστεί να μην ξανακάνω ποτέ στη ζωή μου σχέση». «Θα σε πάω εγώ στο αεροδρόμιο», είπε η Σάλι. «Κι αυτό που είπαμε για τα λεφτά το εννοούσαμε», συμπλήρωσε η Νταϊάν. Ο λαιμός της Τζοάνα έφραξε από τη συγκίνηση. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, αλλά...» «Δεν μπορείς να του ζητάς λεφτά κάθε φορά που θα θες ν’ αγοράσεις μια σοκολάτα», είπε η Νταϊάν. «Φτιάχνουν τις καλύτερες σοκολάτες στον κόσμο εκεί». «Θα μπορούσες να μας φέρεις κι εμάς μερικές», την πείραξε η Σάλι. «Αν πάω», επέμεινε, αδύναμα όμως, η Τζοάνα. «Όταν θα πας», απάντησαν ταυτόχρονα και οι δύο φίλες της. «Δε θα ξέρω πώς να συμπεριφερθώ». Η Νταϊάν έκανε μια γκριμάτσα και γύρισε τα μάτια της στον ουρανό. «Άσε τη φύση να κάνει τη δουλειά της. Πάντως, δε βλάφτει να πάρεις κι ένα σέξι νυχτικό μαζί σου». «Τι θα λέγατε να με βοηθήσετε να βάλω τα πιάτα στο πλυντήριο;» είπε η Σάλι. Η Τζοάνα σηκώθηκε κι άρχισε να μαζεύει τα πιάτα. Πώς τολμούσε να σκέφτεται ότι θα πήγαινε στην Ελβετία να βρει τον Καλ και να μείνει έγκυος; Μια ώρα αργότερα η μικρή παρέα διαλύθηκε. Σε όλη τη διαδρομή μέχρι το σπίτι της, η Τζοάνα σκεφτόταν περισσότερο το θέμα του παιδιού παρά το σέξι νυχτικό. Πάντα ήταν μια αγαπημένη μοναχοκόρη, που λαχταρούσε μια αδερφή ή έναν αδερφό και που έπαιζε παραδοσιακά με κούκλες. Μόλις μεγάλωσε λίγο, πήρε μαθήματα μπέιμπι σίτινγκ και τα καλοκαίρια έπιανε δουλειά σε παιδικούς σταθμούς. Πίστευε ότι με τον Γκούσταβ θα έκαναν παιδί μόλις τελείωνε ο μήνας του μέλιτος, για να δοκιμάσει μια από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις της όταν εκείνος της δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν ήθελε παιδιά. Πολλές φορές η Τζοάνα αναρωτιόταν αν η αγάπη της για τα παιδιά θα μειωνόταν με την πάροδο του χρόνου, αλλά αντί γι’ αυτό γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Στα επόμενα γενέθλιά της θα γινόταν είκοσι εννέα. Τα χρόνια περνούσαν. Ήξερε την πραγματικότητα. Δε θα ήταν εύκολο να μεγαλώνει ένα παιδί και να γράφει παράλληλα. Αυτό θα περιόριζε σημαντικά τη δυνατότητά της για εργασία και κοινωνική ζωή. Αλλά τίποτ’ απ’ αυτά δεν είχε σημασία. Λαχταρούσε να γίνει μητέρα, κι αυτό επισκίαζε τα πάντα. Η απώλεια του μωρού πριν από οχτώ μήνες την είχε συνταράξει. Άσχετα αν δεν αγαπούσε πλέον τον πατέρα του παιδιού, το μωρό ήταν η απάντηση στις προσευχές της. Εκείνο το βράδυ, μαθαίνοντας για την αδερφή της Νταϊάν, είχε συνειδητοποιήσει ότι σ’ αυτό τον κόσμο δεν υπήρχαν εγγυήσεις για τίποτα. Θα μπορούσε να πάει στην Ελβετία, να έχει μια εφήμερη σχέση με τον Καλ και, αν έμενε έγκυος, να πανηγύριζε;


Θα μπορούσε να το κάνει αυτό; * Στο αεροδρόμιο της Ζυρίχης, ο Καλ περίμενε στην πύλη των αφίξεων. Ήταν ντυμένος απλά, μ’ ένα βαμβακερό παντελόνι κι ένα μπλε πουκάμισο, ανοιχτό στο λαιμό. Αλλά δεν ένιωθε καθόλου απλά και άνετα. Το αντίθετο. Από στιγμή σε στιγμή θα εμφανιζόταν η Τζοάνα μέσα από κείνη την πύλη. Θα μπορούσε να ξεχάσει ποτέ εκείνο το τηλεφώνημα πριν από μερικές μέρες που του είχε πει ότι θα πήγαινε τελικά στην Ελβετία; Όταν όμως την είχε ρωτήσει γιατί είχε αλλάξει γνώμη, εκείνη του είχε απαντήσει αόριστα. Είχε μπροστά του τέσσερις μέρες για να το μάθει. Ποιο ήταν το Σχέδιο Δ; Να την αποπλανήσει; Ηρέμησε, Καλ. Ένα ένα με τη σειρά. Οι πρώτοι επιβάτες άρχισαν να βγαίνουν. Ξαφνικά είδε μια ψηλή γυναίκα με μαύρα μαλλιά να περνά την πύλη. Για μια στιγμή δίστασε και κοίταξε γύρω της, σαν αγρίμι που βρισκόταν σε άγνωστο περιβάλλον. Φορούσε ροζ παντελόνι, κόκκινη πουκαμίσα και σακάκι από πάνω. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα πίσω, αυστηρά. Με την καρδιά του να χτυπάει τρελά, ο Καλ σήκωσε το χέρι του για να τη χαιρετήσει κι άρχισε ν’ ανοίγει δρόμο ανάμεσα στο πλήθος πλησιάζοντάς την. Εκείνη τον είδε αμέσως. Χωρίς τη συνηθισμένη της χάρη, τον πλησίασε μ’ ένα ύφος σαν αυτό της Μαρίας Αντουανέτας καθ’ οδόν προς την γκιλοτίνα. «Τζοάνα... χαίρομαι που σε βλέπω», είπε, και περιορίστηκε να τη φιλήσει και στα δυο της μάγουλα, κατά το ευρωπαϊκό συνήθειο. Η επιδερμίδα της ήταν δροσερή και τα μάτια της γεμάτα τρόμο. Τρόμο; Μήπως είχε ήδη μετανιώσει που είχε πάει εκεί; «Σε κούρασε η πτήση;» τη ρώτησε ανάλαφρα. «Μμμ... δεν κοιμήθηκα καλά στο ταξίδι μέχρι το Λονδίνο. Μετά έμεινα τρεις ώρες στο Χίθροου και τώρα είμαι εδώ. Δεν ξέρω ούτε τι ώρα είναι». «Σήμερα θα χαλαρώσουμε. Μπορούμε να δούμε τη Λένι αύριο. Πάμε να πάρουμε τις αποσκευές σου», είπε ο Καλ και πέρασε το μπράτσο της στο δικό του. Όταν έφτασαν στην παραλαβή των αποσκευών, γύρισε και την κοίταξε. «Το μετάνιωσες;» τη ρώτησε. «Δεν...» «Χαίρομαι πολύ που είσαι εδώ. Ήρθες για διακοπές και το μόνο που θέλω από σένα, Τζοάνα, είναι να περάσεις καλά». Η Τζοάνα κοίταξε το ρολόι του. «Ελβετικό είναι;» «Ναι», της απάντησε και ανασήκωσε με το ένα του δάχτυλο το πιγούνι της, αναγκάζοντάς τη να τον κοιτάξει. «Πεινάς;» Η Τζοάνα κατάπιε με δυσκολία. Ο πανικός έλαμπε μέσα στο βλέμμα της. «Το φαγητό στ’ αεροπλάνα δεν είναι ό,τι καλύτερο, δε συμφωνείς;» Τι στο διάβολο συνέβαινε; Πέρα, φυσικά, από τις ορμόνες του, που είχαν τρελαθεί. Αυτό ήταν δεδομένο. «Σκέφτηκα ότι ίσως θα ήθελες να τσιμπήσεις κάτι, κι έτσι έκλεισα τραπέζι σ’ ένα μέρος όπου μπορούμε να καθίσουμε έξω και να βλέπουμε την κίνηση. Μετά θα πάμε στο σαλέ μου στο Άπεντσελ, να ξεκουραστείς. Η θέα είναι θαυμάσια και δε θα έχεις τίποτα να κάνεις».


«Ωραίο ακούγεται», μουρμούρισε η Τζοάνα. «Α, να, έρχεται η βαλίτσα μου». Ο Καλ την πήρε και προχώρησαν προς την έξοδο. Στην Ελβετία χρησιμοποιούσε μια γκρίζα Τζάγκουαρ. «Δικό σου είναι;» τον ρώτησε η Τζοάνα όταν κάθισε στο δερμάτινο κάθισμα. «Είναι πιο εύκολο να έχεις αυτοκίνητο εδώ παρά να νοικιάζεις κάθε φορά». «Θα πληρώσω εγώ το φαγητό μας», είπε εκείνη. «Ξέχνα το. Τι συμβαίνει, Τζοάνα;» «Πλήρωσες εσύ το εισιτήριό μου στο αεροπλάνο, δεν είσαι υποχρεωμένος να πληρώνεις και για το φαγητό μου». «Είσαι καλεσμένη μου. Τελεία και παύλα». Τα χείλη της σφίχτηκαν πεισματικά. Ο Καλ είχε τόση ανάγκη να τα φιλήσει, που πίεσε τον εαυτό του να κοιτάξει αλλού. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, άρχισε καθώς έμπαιναν στην πόλη να της περιγράφει τ’ αξιοθέατα. Ο ποταμός Λίματ έλαμπε κάτω από τον ανέφελο ουρανό, ενώ στην ήρεμη επιφάνειά του κολυμπούσαν λευκοί, κομψοί κύκνοι. Σαν την Τζοάνα, σκέφτηκε ο Καλ και πάρκαρε δίπλα σ’ ένα πέτρινο τοιχίο. «Από δω και πέρα θα περπατήσουμε». Άρχισαν να διασχίζουν την Μπάνχοφστράσε, που ήταν γνωστή ως ο πιο ακριβός δρόμος της Ευρώπης. Την ένιωθε να χαλαρώνει. Τα μάτια της κοιτούσαν αχόρταγα τις όμορφες προσόψεις των διάσημων τραπεζών και των πολυτελών μαγαζιών που πουλούσαν κοσμήματα, δερμάτινα είδη και χειροποίητα παπούτσια. «Θα πρόσεξες ότι δεν προσφέρθηκα να σου πάρω κάποιο δώρο», της είπε κάποια στιγμή κοφτά. Το χαμόγελό της ήταν σχεδόν φυσικό. «Ούτε εκείνη την τουαλέτα από ταφτά, που η μέση της ήταν μάλλον για κούκλα; Θα μπορούσα να τη φοράω όταν ξεχορταριάζω τον κήπο», του είπε η Τζοάνα και το βλέμμα της σκάλωσε σ’ ένα σέξι νυχτικό σε μια βιτρίνα. Ο Καλ θα ήθελε πολύ να της αγόραζε εκείνο το νυχτικό, για να έχει την ευκαιρία να το βγάλει αργότερα ο ίδιος από πάνω της. Άρχισε να προχωρά πιο γρήγορα. Το τραπέζι τους ήταν στρωμένο μ’ ένα λινό τραπεζομάντιλο κι έβλεπε στο ποτάμι. Η Τζοάνα παρακολουθούσε την κίνηση μπροστά τους γοητευμένη, απολαμβάνοντας μια ποικιλία από τρία ελβετικά τυριά, που συνοδεύονταν από κιρς. Συνέχισε με μια πάστα με σοκολάτα γάλακτος και σαντιγί. «Υπέροχη», είπε γλείφοντας τα χείλη της. «Θα πρέπει να περπατήσουμε ύστερα, αλλιώς θα κοιμηθώ όρθια». Υπακούοντας, ο Καλ την πήγε βόλτα στους στενούς δρόμους της παλιάς πόλης, όπου εκείνη θαύμασε τις αμέτρητες γκαλερί και μπουτίκ. Υπολογίζοντας με προσοχή τα χρήματά της, αγόρασε σοκολάτες για τη Σάλι και την Νταϊάν. «Νιώθω καλύτερα τώρα», είπε κάποια στιγμή. «Αλλά ανυπομονώ να δω την εξοχή, Καλ». «Πάμε, τότε», είπε αμέσως εκείνος και πέρασε το χέρι της στο μπράτσο του. Για μια στιγμή το χέρι της έμεινε άκαμπτο, αλλά μετά, καθώς το βλέμμα της ακολούθησε ένα κοπάδι λευκών γλάρων που σηκώθηκε στον αέρα, χαλάρωσε. Έπρεπε όσο βρίσκονταν εκεί να της κάνει έρωτα. Αλλά πώς μπορούσε, αν τα νεύρα της ήταν τόσο τεντωμένα; Η Τζάσμιν, η Αλέσα και οι υπόλοιπες δεν του είχαν αφήσει καμιά αμφιβολία ότι ήταν πρόθυμες. Κάθε φορά όμως που κοίταζε την Τζοάνα, ένιωθε να χάνει το νου του. Ίσως φοβόταν να τον αγγίξει. Ίσως φοβόταν τη δύναμη του πόθου της και το πού μπορούσε να την οδηγήσει αυτός ο πόθος.


Ίσως. Βγήκαν από τη Ζυρίχη κι άρχισαν να προσπερνούν πράσινους, κυματοειδείς λόφους, με κοπάδια αγελάδες εδώ κι εκεί, που έβοσκαν έχοντας στο λαιμό τους μπρούντζινα κουδούνια. Ο Καλ της μίλησε για την ιστορία του τόπου και τις μικρές παραδοσιακές οικογενειακές φάρμες. «Μιλάω σαν ξεναγός», είπε κάποια στιγμή. «Τζοάνα, πώς είσαι;» Εκείνη ανακάθισε απότομα και τον κοίταξε. «Κουρασμένη», είπε. «Ακόμα δεν ξέρω αν θα έπρεπε να ήμουν εδώ». «Κάνεις λες και πρόκειται να σου ορμήσω μόλις φτάσουμε στο σαλέ». «Αυτό θα κάνεις;» «Διάβολε, όχι!» εξερράγη ο Καλ, αναλογιζόμενος ποιον προσπαθούσε να πείσει. Τον εαυτό του ή εκείνη; «Α, κοίτα, βουνά!» είπε ξαφνικά η Τζοάνα σε μια στροφή. Διόλου διακριτική αλλαγή θέματος, από μια γυναίκα άριστη σ’ αυτό. Ο Καλ είχε δηλώσει ότι δεν επρόκειτο να της ριχτεί. Και πώς θα την αποπλανούσε, αν δεν μπορούσε να την αγγίξει; Τι είχε πάθει; Έκανε σαν κανένα δωδεκάχρονο και όχι σαν άντρας τριάντα έξι χρονών. «Το πιο ψηλό λέγεται Σάντις. Θα το δούμε καλύτερα από το μπαλκόνι μου στο σαλέ». Ένα τέταρτο αργότερα πέρασαν μέσα από τη μικρή πόλη Άπεντσελ, με τα πολύχρωμα σπίτια και τα περβάζια στα παράθυρα γεμάτα γεράνια κάθε χρώματος. Ενάμισι χιλιόμετρο έξω από την πόλη, ο Καλ πήρε ένα δρόμο που ανηφόριζε σ’ έναν χαμηλό λόφο και κατέληγε σ’ ένα ξύλινο σαλέ. «Εδώ είμαστε». Το υπόλοιπο βράδυ θα έμενε στη μνήμη του σαν ένα από τα πιο βασανιστικά της ζωής του. Πρώτα οδήγησε την Τζοάνα σ’ έναν άνετο ξενώνα, που πλημμυριζόταν από το άρωμα των ρόδων που ήταν φυτεμένα στο φράχτη του κήπου από κάτω. Μετά έφτιαξε ένα καταπληκτικό χωριάτικο δείπνο, με λουκάνικα και πατάτες, μαζί με σαλάτα από τον κήπο του γείτονα. Της μιλούσε ήρεμα, την έκανε και να γελάσει μια δυο φορές, αλλά στο τέλος του φαγητού εκείνη χασμουρήθηκε απροκάλυπτα. «Καλ, συγνώμη, αλλά νυστάζω τόσο πολύ που νομίζω ότι θα κοιμηθώ για πάντα». «Υπάρχει άφθονο ζεστό νερό», είπε εκείνος. «Μπορεί να κάνεις ένα ντους. Και αύριο το πρωί σήκω ό,τι ώρα θέλεις». Έσκυψε και τη φίλησε απαλά στο μάγουλο, κρατώντας με κόπο τα χέρια του στα πλευρά του. Χαμογελώντας, η Τζοάνα εξαφανίστηκε στο διάδρομο. Ήταν φανερό ότι είχε μετανιώσει που είχε πάει εκεί. Ό,τι είχε ονειρευτεί ο Καλ ήταν μάταιο. Η Τζοάνα είχε πάει στην Ελβετία για να θαυμάσει τον τόπο, να γνωρίσει τη Λένι και να γυρίσει σπίτι της με μερικές καλές σοκολάτες. Να κάνει τις δια-κοπές που ο ίδιος της είχε υποσχεθεί.


Κεφάλαιο 9

Η Τζοάνα ξύπνησε στις έξι και μισή το πρωί, μετά από οχτώ ώρες συνεχούς ύπνου. Είχε αφήσει τις κουρτίνες ανοιχτές, και το αχνό ροζ φως του πρωινού έλουζε το δωμάτιο. Σηκώθηκε και κοίταξε έξω. Πέπλα ομίχλης σκέπαζαν την κοιλάδα. Ο πρωινός ήλιος έκανε τους γύρω λόφους να λαμπυρίζουν. Κάπου κοντά μια αγελάδα μασουλούσε χορτάρι, κάνοντας το καμπανάκι στο λαιμό της να χτυπά ρυθμικά. Τα τριαντάφυλλα μύριζαν υπέροχα. Χωρίς να καθίσει να το σκεφτεί, φόρεσε ένα τζιν και μια μπλούζα, βούρτσισε βιαστικά τα μαλλιά της κι έδεσε τα κορδόνια στα πάνινα παπούτσια της. Διέσχισε το διάδρομο, άνοιξε την εξώπορτα και βγήκε στη βεράντα, ανασαίνοντας βαθιά τον μυρωδάτο αέρα. Άρχισε να διασχίζει τον μικρό δρόμο. Μετά την απόφασή της να δημιουργήσει σχέση με τον Καλ και να κάνει ένα παιδί, είχε κοιμηθεί μόνη στο διπλό κρεβάτι, ανάλαφρα σαν μωρό. Αλλά εκείνος ήθελε άραγε να κάνει σχέση; Περισσότερο συμπεριφερόταν σαν θείος ή σαν αδερφός της. Τη φιλούσε στο μάγουλο, μιλούσε ασταμάτητα και δεν την είχε αγκαλιάσει ούτε μια φορά. Η κουβέντα είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να κρατάς κάποιον σε απόσταση. Αλλά, πάλι, και η ίδια δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής μαζί του όταν την είχε ρωτήσει πώς ήταν. Το έντονο ύφος του της είχε φανερώσει ότι ήθελε πραγματικά μια απάντηση. Κουρασμένη, του είχε πει. Αυτό που έπρεπε όμως να του πει ήταν ότι σκόπευε να μείνει έγκυος, κάτι που στον κήπο της Σάλι, μ’ ένα μπουκάλι κρασί πάνω στο τραπέζι και τη Σάλι με την Νταϊάν να την ενθαρρύνουν, της είχε φανεί πολύ εύκολο. Δεν έπρεπε να είχε πάει εκεί. Όταν θα ξανάβλεπε τις φίλες της, θα τους τα έψελνε ένα χεράκι για τις ανόητες συμβουλές τους. Φίλες, χα! Ο Καλ δεν την ήθελε πια. Δεν είχε σκοπό να της ριχτεί –όπως άλλωστε είχε δηλώσει ο ίδιος. Πήρε ένα μικρό μονοπάτι που διέσχιζε την πλαγιά. Λευκές και κίτρινες μαργαρίτες την καλημέριζαν κουνώντας τα κεφαλάκια τους. Θα περνούσε τις σύντομες διακοπές της εκεί κλαψουρίζοντας ή θα φρόντιζε να το απολαύσει όσο περισσότερο μπορούσε; Το δεύτερο, σκέφτηκε αποφασιστικά, συγκεντρώνοντας την προσοχή της στο όμορφο περιβάλλον γύρω της. Μια ώρα αργότερα, νιώθοντας αναζωογονημένη και πεινασμένη, ξαναγύρισε στο σπίτι και μπήκε μέσα όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Ο Καλ θα κοιμόταν ακόμα. Προχώρησε με τις κάλτσες προς το μπάνιο, ελπίζοντας να έβρισκε κάτι να φάει μετά στην κουζίνα χωρίς ν’ αναγκαστεί ν’ ανοίξει τα ντουλάπια. Ξαφνικά η πόρτα του μπάνιου άνοιξε και εμφανίστηκε ο Καλ. Βγάζοντας ένα μικρό επιφώνημα έκπληξης, η Τζοάνα έπεσε πάνω του. Πάνω στο γυμνό στέρνο του, πάνω στην πετσέτα που τύλιγε στους γοφούς του. Πάνω στην ανοιχτή αγκαλιά του. Παράδεισος, σκέφτηκε. Αληθινός παράδεισος. Τα μπράτσα του σφίχτηκαν γύρω της και, μουρμουρίζοντας τ’ όνομά της, εκείνος έκρυψε το πρόσωπό του μέσα στα μαλλιά της, σπέρνοντας φιλιά στο λαιμό της. Ολόκληρο το σώμα της κυριεύτηκε από έναν πόθο τόσο πρωτόγονο, που


ξέχασε τα πάντα. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τους ώμους του, χαϊδεύοντας τους γεροδεμένους του μυς. Ο Καλ την τράβηξε δυνατά πάνω στον ερεθισμένο ανδρισμό του. Τον ήθελε. Εκείνη τη στιγμή, εκεί. Ήθελε να τον γνωρίσει με όποιον τρόπο μπορούσε μια γυναίκα να γνωρίσει έναν άντρα, απόλυτα, χωρίς να κρατήσει τίποτα για τον εαυτό της. «Καλ», ψιθύρισε, «ω, Καλ, κάνε μου έρωτα...» Εκείνος ανασήκωσε το κεφάλι του και τα μάτια του βυθίστηκαν στα δικά της. «Σε θέλω. Περισσότερο απ’ όσο μπορώ να περιγράψω. Είσαι σίγουρη όμως, Τζοάνα;» Τα μάτια της έλαμπαν. «Περισσότερο από ποτέ». «Είσαι τόσο ειλικρινής, τόσο γενναιόδωρη...» είπε εκείνος. «Χτες βράδυ νόμιζα ότι δε με ήθελες πια». Ο Καλ γέλασε. «Το ίδιο σκεφτόμουν κι εγώ για σένα». «Αλήθεια;». «Έκανα λάθος;» Το γεγονός ότι ήθελε επιβεβαίωση συγκίνησε την Τζοάνα. «Και οι δύο κάναμε λάθος», είπε ψιθυριστά, οδηγώντας το χέρι του στο στήθος της. «Άγγιξέ με, Καλ...» Βγαίνοντας έξω τόσο νωρίς, δεν είχε μπει στον κόπο να φορέσει σουτιέν. Παρατήρησε την έκφρασή του ν’ αλλάζει μόλις της έπιασε το στήθος. Έπειτα έσκυψε και κόλλησε το στόμα του στο δικό της με πάθος. Τα χείλη της μισάνοιξαν στις απαιτήσεις της γλώσσας του, δίνοντας στους πόθους της μια καινούρια, άγνωστη σ’ αυτήν διάσταση. Ακόμα κι εκείνη τη στιγμή, πριν κάνει έρωτα μαζί του, ήξερε ότι ο Καλ θα δεχόταν ευχαρίστως ό,τι ήταν πρόθυμη να του δώσει. Έτσι η Τζοάνα του δόθηκε μ’ εμπιστοσύνη, παραδίνοντάς του και το σώμα και την ψυχή της. «Είναι άδικο», μουρμούρισε καθώς τα χέρια του παραμέρισαν την μπλούζα της για να χαϊδέψουν το γυμνό της κορμί. Εκείνος την κοίταξε χαμογελώντας. «Ποιο είναι άδικο, Τζοάνα, αγάπη μου;» «Εσύ φοράς μόνο μια πετσέτα, ενώ εγώ ένα σωρό ρούχα. Τυχαίνει να είμαι μια μοντέρνα γυναίκα που πιστεύει στην ισότητα, ξέρεις». «Επιπλέον, η πετσέτα γλιστράει». Η Τζοάνα χαμήλωσε το βλέμμα της, κοκκινίζοντας. «Πράγματι». «Σ’ αυτό το πλαίσιο της ισότητας, θα έπρεπε να σε πάω στο κρεβάτι και να σου βγάλω ό,τι φοράς». «Ωραίο ακούγεται», απάντησε εκείνη χαμογελώντας πλατιά. Ο Καλ τη σήκωσε στην αγκαλιά του. «Θα μπορούσα να πνιγώ μέσα στα μάτια σου». Ριγώντας η Τζοάνα ένιωσε δάκρυα να τσούζουν τα μάτια της. «Όμορφα λόγια». Σπρώχνοντας την πόρτα της κρεβατοκάμαράς του με το γόνατό του, ο Καλ την άνοιξε. «Θέλω να ξέρεις ένα πράγμα. Δε σε πάω στο κρεβάτι για να έχω μια περιστασιακή σχέση. Θα είμαι ειλικρινής. Δεν ξέρω τι είσαι για μένα, αλλά κάτι υπάρχει ανάμεσά μας». Η Τζοάνα όμως δεν είχε διάθεση για κουβέντες. Και ιδιαίτερα κουβέντες για το μέλλον. Τον φίλησε στο στόμα, παρατηρώντας το γκρίζο των ματιών του να σκουραίνει από τον πόθο. «Χτες βράδυ σε ονειρεύτηκα», είπε εκείνος και την ξάπλωσε πάνω στα τσαλακωμένα σεντόνια. «Και τώρα είσαι εδώ, στο κρεβάτι μου». «Εδώ που θέλω να είμαι», ψιθύρισε εκείνη. Η πετσέτα έπεσε στο πάτωμα. Εντελώς γυμνός, ο Καλ έσκυψε και στηρίζοντας τα χέρια του δεξιά κι αριστερά της τη φίλησε με πάθος. Οι γλώσσες τους άρχισαν να χορεύουν.


«Εσύ δεν ήσουν που παραπονέθηκες ότι φοράς πολλά ρούχα;» ψιθύρισε μετά εκείνος. Η Τζοάνα γέλασε, ένα γέλιο γεμάτο αληθινή ευτυχία. «Έχεις σκοπό να κάνεις κάτι γι’ αυτό;» Ο Καλ στηρίχτηκε στις παλάμες του. «Άσε με να σου δείξω», είπε και μετά, ανυπόμονα, έπιασε την μπλούζα της και τη σήκωσε μέχρι που οι θηλές της λούστηκαν στο φως που πλημμύριζε το δωμάτιο. Για μια ατέλειωτη στιγμή έμεινε σιωπηλός. «Δεν μπορώ να πιστέψω πόσο όμορφη είσαι», είπε μετά. «Πες μου ότι δεν ονειρεύομαι, Τζοάνα». «Θα σου το δείξω», απάντησε εκείνη και ανασηκώνοντας λίγο το σώμα της τράβηξε κι έβγαλε την μπλούζα πάνω απ’ το κεφάλι της. Τα μαλλιά της, μαύρα σαν τη νύχτα, έπεσαν κυματιστά πάνω στο στήθος της, κρύβοντας και αποκαλύπτοντάς το ταυτόχρονα. Ο Καλ πήρε τις άκρες τους κι έπαιξε με τις ροζ θηλές της, αφήνοντας το στόμα του να γλιστρήσει πάνω στη σάρκα της. Το κλαψούρισμα που βγήκε από τα χείλη της ήταν γεμάτο ανικανοποίητο πόθο. Ξαπλώνοντάς την πίσω, πάνω στα μαξιλάρια, άνοιξε το φερμουάρ του τζιν της και το κατέβασε στους γοφούς της. Με το βλέμμα καρφωμένο στο πρόσωπό της, άφησε απαλά το βάρος του σώματός του να πέσει πάνω της, τρίβοντας το στέρνο του στο στήθος της. Ο ερεθισμένος, καυτός ανδρισμός του γλίστρησε ανάμεσα στα πόδια της. Ήταν έτοιμος να της κάνει έρωτα. Περισσότερο από έτοιμος. Τι ανόητη να πιστέψει ότι δεν την ήθελε πια. Καθώς άνοιξε τους μηρούς της και ετοιμάστηκε να τον δεχτεί, ξαφνικά κάποιες σκέψεις πέρασαν από το νου της. Παίρνω αυτό για το οποίο ήρθα εδώ. Μια σχέση με τον Καλ. Μια πιθανή εγκυμοσύνη... Το μωρό που ήθελε πάντα. Όμως το μωρό ήταν το τελευταίο πράγμα που είχε στο μυαλό της όλες αυτές τις στιγμές. Γύρισε το κεφάλι της αλλού κι έκλεισε τα μάτια, νιώθοντας σαν να της είχε ρίξει κάποιος παγωμένο νερό στο πρόσωπο. Πηγαίνοντάς τη στην κρεβατοκάμαρά του, ο Καλ ήταν ειλικρινής μαζί της ως προς τα αισθήματα του. Αλλά εκείνη θα τον εξαπατούσε, θα τον χρησιμοποιούσε για τους δικούς της σκοπούς. Μπορούσε να το κάνει αυτό; Να ανταποδώσει την ειλικρίνεια με ψέμα; «Τι συμβαίνει, Τζοάνα; Σε πόνεσα;» Υπήρχε τόσο ενδιαφέρον στη φωνή του, που εκείνη ένιωσε ντροπή. Δεν μπορούσε να το κάνει αυτό. Όσο κι αν λαχταρούσε ένα παιδί, δεν μπορούσε να του πει ψέματα, ούτε με λόγια ούτε με πράξεις. Του άξιζε κάτι καλύτερο. «Έχω... έχω κάτι να σου πω», ψέλλισε. Ο Καλ στηρίχτηκε στον αγκώνα του και απομάκρυνε με μια κίνηση τα μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπό της. Το πιγούνι του ήταν σφιγμένο από την ένταση. «Τι είναι, γλυκιά μου;» Γλυκιά μου... Έπρεπε να του το πει γρήγορα, πριν χάσει το κουράγιο της. «Ο λόγος που άλλαξα γνώμη και αποφάσισα να έρθω στην Ελβετία... Ω, ντρέπομαι τόσο, Καλ». «Πες μου, Τζοάνα». Εκείνη δάγκωσε το κάτω χείλος της. «Από πολύ μικρή ακόμη, ήθελα να γίνω μητέρα. Να αποκτήσω ένα δικό μου παιδί. Αλλά ο Γκούσταβ δεν ήθελε παιδιά, αν και αυτό μου το είπε όταν πια είχαμε παντρευτεί. Στα επόμενα γενέθλιά μου θα γίνω είκοσι εννιά χρονών. Έτσι αποφάσισα να έρθω εδώ και να επιδιώξω μια περιστασιακή σχέση. Ίσως μείνω έγκυος... Ω, Θεέ μου, ακούγεται τόσο ευτελές, συγνώμη...» Τα μάτια του Καλ στένεψαν. «Και τι σ’ έκανε να μου το εξομολογηθείς αυτό; Γιατί μπορώ κι εγώ να σου πω ότι το προφυλακτικό ήταν το τελευταίο πράγμα που είχα στο μυαλό μου». «Δεν μπορώ να σε χρησιμοποιήσω έτσι», είπε η Τζοάνα χαμηλώνοντας τη φωνή της. «Ούτε και να


σε εξαπατήσω. Θα ήταν λάθος». Ο Καλ ανασήκωσε το πιγούνι της στο φως, καρφώνοντάς τη με το βλέμμα του. «Ώστε ήταν όλα προσποίηση;» τη ρώτησε απότομα. «Προσποιήθηκες πόθο για να αποκτήσεις παιδί;» «Όχι!» «Είσαι σίγουρη;» «Καλ, σου τ’ ορκίζομαι, σε ήθελα περισσότερο απ’ όσο έχω θελήσει ποτέ τον Γκούσταβ. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, δεν το καταλαβαίνω, αλλά είναι αλήθεια. Διαφορετικά, πιστεύεις ότι θα ερχόμουν στο κρεβάτι μαζί σου;» «Δεν ξέρω... Εξάλλου, τι ξέρω στην πραγματικότητα για σένα;» «Δεν έχω πλαγιάσει με κανέναν άλλον εκτός από τον Γκούσταβ», του είπε η Τζοάνα, ανίκανη να συγκρατηθεί. «Μίσησα το σεξ μαζί του σχεδόν από την αρχή. Όσο εγωιστής ήταν στην υπόλοιπη ζωή του, άλλο τόσο ήταν και στο κρεβάτι. Δε θα μπορούσα να βρεθώ τόσο κοντά σου, χωρίς να σε θέλω». Για μια στιγμή σταμάτησε, σμίγοντας τα φρύδια της. «Θα ήταν σαν να προσπαθούσα να γράψω ένα βιβλίο του οποίου την ιστορία έχω κλέψει από κάπου αλλού. Δεν το βλέπεις; Τέλος πάντων», πρόσθεσε, «αν μ’ ένοιαζε μόνο να μείνω έγκυος, το μόνο που είχα να κάνω ήταν να κρατήσω το στόμα μου κλειστό». Ο Καλ αναστέναξε. «Μάλλον». «Λυπάμαι ειλικρινά για όλα αυτά», είπε η Τζοάνα. «Θα πάρω το πρώτο αεροπλάνο και θα φύγω. Δεν έπρεπε να έχω έρθει εδώ, πρέπει να έχασα τα λογικά μου. Το τελευταίο πράγμα που πρέπει να κάνω είναι να γνωρίσω τη Λένι. Θα ήταν καταστροφή». Ο Καλ όμως δεν την άκουγε. Το ύφος του της έδειχνε ότι σκεφτόταν. Η Τζοάνα ανακάθισε και πήρε την μπλούζα της. Γιατί δεν έπαιρνε ένα σεντόνι να το τυλίξει γύρω του και να κρύψει το γεροδεμένο στέρνο του που την αναστάτωνε τόσο; Είτε του είχε ομολογήσει τις προθέσεις της είτε όχι, εξακολουθούσε να τον θέλει. Ολόκληρο το κορμί της καιγόταν από τον πόθο. Όχι ότι θα του το έλεγε ποτέ αυτό, δηλαδή. Μία εξομολόγηση ήταν αρκετή. «Ξέρεις, αυτό μπορεί να αποβεί προς όφελος όλων», είπε ξαφνικά εκείνος. «Δε βλέπω πώς», του απάντησε. «Γυρνάω σπίτι μου, Καλ. Σήμερα». «Μπορείς εσύ ν’ αποκτήσεις ένα παιδί, η Λένι μια μητέρα, κι όσο για μένα... Θα ξυπνάω κάθε πρωί και θα σε βρίσκω στο κρεβάτι μου». Μια παγωμένη γροθιά έσφιξε την καρδιά της Τζοάνα. «Για τι πράγμα μιλάς;» «Για γάμο», απάντησε εκείνος. «Γάμο;» τον ρώτησε με δυσπιστία. «Ακριβώς. Εσύ κι εγώ. Να παντρευτούμε. Ευχαρίστως να κάνω ένα μωρό μαζί σου. Και η Λένι θα χαρεί ν’ αποκτήσει αδερφάκι. Δεν της αρέσει καθόλου να είναι μοναχοπαίδι. Είμαι σίγουρος ότι θα σε συμπαθήσει. Μπορεί να γυρίσει να μείνει στο Βερμόντ, αφού θα μένεις κι εσύ εκεί. Έτσι θα λυθεί και το πρόβλημα της νοσταλγίας που νιώθει. Θα εξοφλήσω όλα σου τα χρέη και θα σε στηρίξω ώστε να μπορείς να αφοσιωθείς απερίσπαστη στη συγγραφή. Τελικά μπορεί να αποβεί προς όφελος όλων μας αυτή η ιστορία, Τζοάνα». «Μα εγώ δε θέλω να παντρευτώ!» «Φυσικά και θέλεις. Δε θες ν’ αποκτήσεις παιδί;» «Δεν έχεις ακούσει ποτέ για ανύπαντρες μητέρες;» «Δεν είναι καλή ιδέα αν υπάρχει βιώσιμη εναλλακτική», απάντησε ο Καλ. «Είναι πολύ καλύτερα για ένα παιδί να έχει και τους δύο γονείς του. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που θέλω να


ξαναπαντρευτώ. Για να δώσω μια μητέρα στη Λένι». Βιώσιμη εναλλακτική. Σαν να μιλούσαν για το χρηματιστήριο. «Δεν ακούς τι σου λέω», είπε η Τζοάνα θυμωμένη. «Εσύ μπορεί να θέλεις να ξαναπαντρευτείς, αλλά εγώ όχι». «Εξακολουθώ να σου λέω ότι δεν είμαι ο Γκούσταβ!» «Ίσως όχι. Αλλά πώς μπορώ να το ξέρω σίγουρα, πριν είναι πολύ αργά; Το ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο Γκούσταβ το έμαθα αφού τον παντρεύτηκα». «Αν σε κάνει να νιώσεις καλύτερα, τότε θα ζήσουμε για ένα χρονικό διάστημα μαζί», είπε ο Καλ. Είχε μια απάντηση για όλα. Νιώθοντας απαίσια, η Τζοάνα πέρασε την μπλούζα της πάνω από το κεφάλι της. «Ίσως και να μην ξαναπαντρευτώ ποτέ. Το σίγουρο πάντως είναι ότι δε θα ξαναπαντρευτώ ορειβάτη. Έλα τώρα να τηλεφωνήσουμε στην αεροπορική εταιρεία και να πάρουμε το πρωινό μας». Κατεβάζοντας την μπλούζα της, είδε θυμωμένη ότι ο Καλ γελούσε μαζί της. «Σταμάτα, Τζοάνα, και σκέψου για λίγο. Οι τρεις μας –οι τέσσερις όταν γεννηθεί το μωρό μας– μπορούμε να έχουμε όλα όσα θέλουμε. Είναι πολύ απλό». Το μωρό μας... Η Τζοάνα ένιωσε τέτοιο πόνο, που παραλίγο να φωνάξει. «Ξέρεις τι δεν πάει καλά μ’ αυτό το σενάριο; Όλα γίνονται γιατί έτσι μας βολεύει. Τίποτα δεν έχει να κάνει με αισθήματα». «Μη μου πεις ότι δεν αισθάνθηκες τίποτα όταν σε φίλησα;» «Αγάπη, Καλ», του απάντησε εκείνη με θέρμη. «Για την αγάπη μιλάω. Δε μ’ αγαπάς και δε σ’ αγαπάω. Άρα δεν μπορούμε να παντρευτούμε». «Όταν παντρεύτηκες τον Γκούσταβ, τον αγαπούσες, υποθέτω, όπως κι εγώ αγαπούσα τη Σουζάν. Αλλά και οι δύο μας απογοήτευσαν. Η συμφωνία που θα κάνουμε εμείς είναι πολύ καλύτερη απ’ όλα αυτά τα λόγια περί αγάπης. Γιατί αυτό είναι. Λόγια». Η Τζοάνα δε χρειαζόταν να διαβάζει τη σκέψη για να καταλάβει τον πόνο που κρυβόταν πίσω από τις φράσεις του. «Πώς σε απογοήτευσε η Σουζάν;» «Δε μεγάλωσε ποτέ», της απάντησε. «Ούτε και ήθελε παιδιά. Η Λένι έγινε από λάθος. Ήθελε απλά να ανεβαίνω στα βουνά, να ασχολούμαι με το χρηματιστήριο και να την αφήνω ελεύθερη να κάνει τα ψώνια της. Στο Παρίσι, το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη. Αυτές οι πόλεις ήταν παιδικές χαρές για τη Σουζάν. Βαθιά μέσα μου ήξερα ότι δε θα ένιωθε καθόλου δυστυχισμένη αν δεν επέστρεφα από μια από τις αποστολές μου. Προτιμούσε να είναι μια πλούσια χήρα παρά σύζυγος ενός πλούσιου άντρα. Επίσης μου έλεγε πολλά ψέματα, γι’ αυτό και δυσκολευόμουν να σε πιστέψω όταν σε γνώρισα το Γενάρη. Ήμουν, όπως κι εσύ, πολύ μικρός όταν παντρεύτηκα για να ξέρω». Ώστε ο γάμος του Καλ ήταν κατά κάποιον τρόπο αποτυχία όπως κι ο δικός της. «Λυπάμαι», μουρμούρισε η Τζοάνα. «Τώρα είναι παρελθόν». Η Τζοάνα δεν ήταν σίγουρη γι’ αυτό. «Όπως και να ’χει, δεν μπορώ να σε παντρευτώ», του είπε. «Ούτε και να κάνω παιδί, είτε για χάρη της Λένι είτε γιατί έτσι μας βολεύει. Δε θα πετύχει, το ξέρω ότι δε θα πετύχει. Ήδη έχω έναν αποτυχημένο γάμο στο ενεργητικό μου, δε χρειάζομαι και δεύτερο». «Κάνεις μεγάλο λάθος, το ξέρεις;» «Είναι καιρός να προσθέσεις και το “όχι” στο λεξιλόγιό σου». «Έχω πει ήδη στη Λένι ότι θα είσαι μαζί μου σήμερα», είπε ο Καλ. «Μην την απογοητεύσεις. Μπορείς να μείνεις μέχρι το Σάββατο, όπως έχουμε προγραμματίσει». Το Σάββατο ήταν έναν αιώνα μακριά. Πώς θα μπορούσε να είναι με τον Καλ, χωρίς να κάνει έρωτα


μαζί του; «Πες της ότι έπρεπε να γυρίσω πίσω επειγόντως», του είπε. «Δε λέω ψέματα στην κόρη μου, ούτε για σένα ούτε για χάρη κανενός άλλου». Η Τζοάνα έγινε κατακόκκινη. «Δηλαδή θα πρέπει να προσποιούμαι ότι χαίρομαι που είμαι μαζί σου, από τώρα μέχρι το Σάββατο; Κι αυτό δεν είναι ψέμα; Είναι έξυπνη, θα καταλάβει ότι κάτι συμβαίνει». «Όσο σ’ ακούω, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι προσποιόσουν λίγο πριν σ’ αυτό το κρεβάτι. Δε θα σου είναι δύσκολο να προσποιηθείς λίγο ακόμα». Λόγια προορισμένα να την πληγώσουν. «Σου εύχομαι κι εσένα καλές διακοπές», του πέταξε η Τζοάνα και σηκώθηκε. «Πάω να κάνω ένα ντους». Ο Καλ δεν έκανε καμιά κίνηση να την εμποδίσει. Εκείνη πήγε στο μπάνιο, κλείδωσε την πόρτα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ώστε ο Καλ νόμιζε ότι προσποιόταν; Το ένα ψέμα πάνω στ’ άλλο. Δεν έπρεπε ν’ αρχίσει να κλαίει. Γιατί, αν το έκανε, μπορεί και να μη σταματούσε ποτέ. Γύρισε το νερό στο κρύο και μπήκε στο ντους. Αν έγραφε αυτή τη στιγμή, θα έσβηνε το ενδιάμεσο διάστημα και θα βρισκόταν ήδη στο αεροδρόμιο. Αλλά, δυστυχώς, η πραγματικότητα ήταν αλλιώς. Έπρεπε να πάει στην κουζίνα, να πάρει το πρωινό της μαζί του και μετά να πάνε στο σχολείο της Λένι. Πώς θα μπορούσε να κουβεντιάσει μαζί του ανάλαφρα, μετά την εξομολόγηση που του είχε κάνει και τη γελοία του πρόταση; Κι αν της άρεσε η Λένι; Και το πιο σημαντικό, σκέφτηκε, νιώθοντας το κρύο νερό να τρέχει στην πλάτη της: πώς θα κρατούσε τα χέρια της μακριά από τον Καλ; Την επόμενη φορά που η Νταϊάν και η Σάλι θα είχαν κάποια ιδέα, θα έτρεχε σπίτι της, θα κλείδωνε την πόρτα και θα κρυβόταν κάτω απ’ το κρεβάτι της. Κρεβάτι... Πάλι το κρεβάτι στο μυαλό της. Μια λέξη που έπρεπε να τη διαχωρίσει οριστικά από μια άλλη με τρία γράμματα: Καλ.


Κεφάλαιο 10

Ο

ήλιος έμπαινε μέσα από τις χειροποίητες δαντελένιες κουρτίνες, μαζί με την ευωδιά από το φρεσκοκομμένο χορτάρι και το μακρινό κουδούνισμα των αγελάδων που έβοσκαν στα λιβάδια. Το περιβάλλον είναι ιδανικό, σκέφτηκε ο Καλ κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο της κουζίνας το εκτυφλωτικό, κατάλευκο χιόνι στα βουνά. Και ευχήθηκε να βρισκόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Και η Τζοάνα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ακούγοντας ξαφνικά βήματα πίσω του να πλησιάζουν, ένιωσε τις τρίχες στον αυχένα του να ορθώνονται. Γύρισε και την κοίταξε. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα πίσω και φορούσε ένα απλό φόρεμα, σαν τις μπλε λοβέλιες που είχε στο περβάζι του παραθύρου του. Στα γυμνά της πόδια φορούσε ένα ζευγάρι σανδάλια. «Δεν έπρεπε να το έχω πει αυτό για τη συμπεριφορά σου στο κρεβάτι», της είπε. «Δεν το πιστεύω στ’ αλήθεια». Η Τζοάνα έμεινε ακίνητη. «Ξέρεις κάτι; Έχεις ένα μοναδικό ταλέντο να με ξαφνιάζεις». «Κάτι είναι κι αυτό», είπε ξερά ο Καλ. «Δεν περίμενα ν’ απολογηθείς». «Δεν απολογούμαι. Μια διόρθωση έκανα». «Α, συγνώμη», του πέταξε εκείνη. «Πάντως δεν προσποιήθηκα», πρόσθεσε. Τα μάγουλά της είχαν ροδίσει. «Το σίγουρο είναι ότι δε σου είμαι αδιάφορος», είπε σιγανά ο Καλ. «Κανονικά θα έπρεπε να χαιρόμουν γι’ αυτό». Η Τζοάνα τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Μόλις τώρα κατάλαβα κάτι... Πλήγωσα τα αισθήματά σου, έτσι δεν είναι; Όταν σου είπα ότι δε θέλω να σε παντρευτώ». «Δε μου αρέσει να με απορρίπτουν», είπε ο Καλ. «Και σε ποιον αρέσει, δηλαδή;» «Δεν έχεις συνηθίσει». Τα λόγια βγήκαν από τα χείλη του αυθόρμητα. «Στη Σουζάν ποτέ δεν άρεσε πραγματικά το σεξ. Γι’ αυτήν ήταν ένα μέρος της συμφωνίας... Εγώ θα είχα σεξ κι εκείνη λεφτά». «Ώστε και για σένα το σεξ είναι ένα δύσκολο θέμα. Ειλικρινά δεν προσποιήθηκα, Καλ». «Καλύτερα να φάμε», είπε απότομα εκείνος. «Δε θέλω να περιμένει η Λένι». Η Τζοάνα έριξε μια ματιά στο τραπέζι. Μούσλι, φρέσκες φράουλες, κρουασάν με επικάλυψη σοκολάτας και μια καφετιέρα με μυρωδάτο καφέ. Η συγκίνηση έφερε έναν κόμπο στο λαιμό της. «Ο Γκούσταβ δε μου έφτιαξε ποτέ πρωινό. Αυτό ήταν γυναικεία δουλειά». Κάθισε στο τραπέζι και άπλωσε το χέρι της στην καφετιέρα ταυτόχρονα με τον Καλ. Για μια στιγμή η παλάμη του σκέπασε τη δική της. Η Τζοάνα θαύμασε τα όμορφα δάχτυλά του. «Πρέπει να το σταματήσεις αυτό», της είπε εκείνος χαμηλόφωνα. «Έκανα ένα κρύο ντους, αλλά δεν κατάφερα και πολλά πράγματα. Βάλε μου καφέ. Μπορεί η καφεΐνη να βοηθήσει». «Το ήξερες ότι το μούσλι είναι ελβετική επινόηση;» τη ρώτησε. «Το ξέρω ότι κάνει καλό. Λέω να φάω ένα μπολ γεμάτο και μετά να συνεχίσω με κρουασάν». Ο Καλ χαμογέλασε. «Τα φτιάχνει μια γυναίκα που τη λένε Χάιντι». Η Τζοάνα έβαλε στο πιάτο της δημητριακά και φρούτα. Για λίγη ώρα έφαγαν κουβεντιάζοντας για


την ντόπια οικονομία. Μετά η Τζοάνα ζήτησε και δεύτερο κρουασάν. «Τι έχεις πει στη Λένι για μένα;» «Ότι είσαι η συγγραφέας Ανν Κάρτραϊτ και χήρα ενός ορειβάτη. Αυτά». Η Λένι είχε δείξει μεγάλη περιέργεια για την Τζοάνα. Αλλά όσο περισσότερο ρωτούσε τον Καλ, τόσο περισσότερο εκείνος απέφευγε να απαντήσει. «Της αρέσει πολύ να γράφει ποιήματα. Και ειλικρινά δεν ξέρω τι να φοβηθώ περισσότερο, την ποίηση ή την εφηβεία. Παρεμπιπτόντως, το πραγματικό της όνομα είναι Ζισλέν, αλλά από τα τρία της άρχισε να λέει ότι τη λένε Λένι, και της έμεινε. Η Σουζάν, βέβαια, πάντα τη φώναζε Ζισλέν και της φορούσε φορέματα με σούρες και βολάν. Από αντίδραση, τώρα η Λένι είναι σχεδόν αγοροκόριτσο». «Ανυπομονώ να τη γνωρίσω», είπε η Τζοάνα. Θα μάθαινε περισσότερα για τον Καλ άραγε, αν έβλεπε πατέρα και κόρη μαζί; «Δεν ανακαλώ την πρόταση γάμου που σου έκανα», είπε εκείνος, σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη της. Το μαχαίρι της σύρθηκε στην επιφάνεια του πιάτου. «Σταμάτα, Καλ». «Τα πάμε θαυμάσια μαζί και νιώθουμε έλξη ο ένας για τον άλλο. Δεν είναι αυτοί οι καλύτεροι λόγοι να παντρευτεί κανείς, από την υποτιθέμενη αιώνια αγάπη;» Ξαφνικά το κρουασάν είχε τη γεύση άχυρου. Αποτελειώνοντας τον καφέ της, η Τζοάνα σηκώθηκε. «Πάω να πλύνω τα δόντια μου και μετά είμαι έτοιμη να φύγουμε». «Σκέψου το, Τζοάνα». «Βάζω στοίχημα ότι αυτό που σε κάνει να φτάνεις στις κορφές είναι το πείσμα σου». Το πιγούνι του Καλ σφίχτηκε. «Δε θέλω να πετάμε σπόντες ο ένας στον άλλον μπροστά στη Λένι». «Μην ανησυχείς, θα είμαι γλυκιά σαν κρουασάν σοκολάτας». «Το εννοώ!» «Σου υπόσχομαι ότι το... το αδιέξοδο ανάμεσά μας δεν πρόκειται να επηρεάσει την επίσκεψή μας στην κόρη σου». «Είσαι κι εσύ το ίδιο πεισματάρα μ’ εμένα». «Όχι τόσο υπεροπτική όμως». «Είσαι δυο φορές σέξι», είπε ο Καλ. «Δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς», απάντησε η Τζοάνα κι έφυγε από το δωμάτιο. Δέκα λεπτά αργότερα ξεκίνησαν για το Ζανκτ Γκάλεν, διασχίζοντας την καταπράσινη ύπαιθρο και τους στενούς επαρχιακούς δρόμους προσεκτικά. Το σχολείο της Λένι ήταν στα βόρεια της πόλης. Στα πέτρινα σκαλιά είχαν μαζευτεί πολλά κορίτσια και, καθώς ο Καλ σταμάτησε, ένα απ’ αυτά ξεχώρισε από την ομάδα κι έτρεξε προς το μέρος τους. Ο Καλ βγήκε αμέσως από το αυτοκίνητο. Η Λένι είχε καστανά, λαμπερά μαλλιά και τα γκρίζα μάτια του Καλ. Αυτά πρόλαβε να δει η Τζοάνα, πριν το κορίτσι ριχτεί στην αγκαλιά του πατέρα του. «Γεια σου, μπαμπά. Χαίρομαι που σε βλέπω. Ευτυχώς που τελειώσαμε σήμερα και μπορώ να φοράω ξανά κανονικά ρούχα κι όχι τη στολή του σχολείου. Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη». Ο Καλ στριφογύρισε γεμάτος ευτυχία την κόρη του στον αέρα. «Κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω. Είσαι λίγο ψηλότερη από την τελευταία φορά που σε είδα». «Σίγουρα; Εγώ νόμιζα ότι θα μείνω για πάντα κοντή». «Το για πάντα είναι πολύς καιρός, Λένι», είπε ο Καλ, αφήνοντάς την ξανά να πατήσει κάτω. Μπροστά στη γνήσια αυτή εκδήλωση αγάπης, η Τζοάνα κατάπιε με δυσκολία. Ο Καλ ήταν τυχερός. Μπορεί ο γάμος του να μην ήταν ιδανικός, αλλά είχε τουλάχιστον τη Λένι.


«Στο αυτοκίνητο είναι η Τζοάνα», είπε εκείνος. Η Λένι έφτιαξε βιαστικά τα μαλλιά της και ίσιωσε το μακό της, κάτι που φανέρωνε νευρικότητα. Η Τζοάνα βγήκε από το αυτοκίνητο και προχώρησε προς το μέρος της, με το χέρι απλωμένο. «Γεια σου, Λένι», της είπε μ’ ένα ζεστό χαμόγελο. «Έχω ακούσει πολλά για σένα και χαίρομαι που σε γνωρίζω». Η Λένι κατάπιε με δυσκολία. «Χαίρετε, κυρία Στράσεν». «Θα προτιμούσα να με φωνάζεις Τζοάνα, αν συμφωνεί κι ο πατέρας σου». «Δεν έχω αντίρρηση», είπε ο Καλ. «Ωραία», είπε η Τζοάνα. «Θα πρέπει να είσαι χαρούμενη που γυρνάς σπίτι, Λένι». «Ναι, μου έλειψε η φάρμα, το άλογό μου, τα σκυλιά, οι γάτες. Κι ο μπαμπάς, φυσικά». Αν η Τζοάνα συμφωνούσε να παντρευτεί τον Καλ, θα έβαζε τέλος στη νοσταλγία της Λένι. «Είχα κι εγώ άλογο όταν ήμουν μικρή». «Ναι, υπάρχουν άλογα στο βιβλίο σου». «Έχω μια αίσθηση ότι η περισσότερη παιδική μου ηλικία είναι μέσα σ’ αυτό το βιβλίο», είπε ξερά η Τζοάνα. «Είναι σαν να αποκαλύπτεσαι μπροστά στο κοινό. Ο πατέρας σου μου είπε ότι γράφεις. Αν θες, μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτό αργότερα». «Α, εγώ δεν είμαι πραγματική συγγραφέας σαν εσένα». «Όλοι από κάπου ξεκινούν. Και ποιος λέει ότι δεν είσαι πραγματική συγγραφέας;» Η Λένι δίστασε. «Εγώ, μάλλον». «Ο χειρότερος κριτής μας είναι πάντα ο εαυτός μας». Η Λένι κοίταξε την Τζοάνα με κάτι σαν λατρεία στο βλέμμα της. «Ποια ήταν η χάρη που ήθελες να μου ζητήσεις, Λένι;» ρώτησε ο Καλ. «Η καλύτερη φίλη μου, η Τζαν, πήγε σπίτι της μια βδομάδα νωρίτερα γιατί άρπαξε μια γερή γρίπη. Τώρα είναι καλύτερα και θέλει να πάω να μείνω ένα βράδυ μαζί της, πριν φύγω. Οι γονείς της δεν έχουν αντίρρηση. Μπορώ να πάω, μπαμπά;» «Είναι αυτή που μένει στο Τσέρματ;» «Δεν είναι μακριά». «Θα πρέπει να δω αν μπορούμε να βρούμε δωμάτιο σε ξενοδοχείο». Η Τζοάνα δάγκωσε ξαφνικά το κάτω χείλος της. Αν πήγαιναν στο Τσέρματ, αυτό θα σήμαινε ότι θα έμενε άλλη μια νύχτα κοντά στον Καλ, χωρίς την ασφάλεια που παρείχε η παρουσία της Λένι. «Είμαι σίγουρη ότι θα βρείτε», είπε το κορίτσι. «Έχεις πολλές γνωριμίες στο Τσέρματ. Στην είσοδο υπάρχει τηλέφωνο, μπαμπά». Το βλέμμα του Καλ συνάντησε αυτό της Τζοάνα. «Εσύ συμφωνείς, Τζοάνα;» τη ρώτησε, κοιτάζοντάς την επίμονα. «Εντάξει», απάντησε εκείνη κοφτά. Ο Καλ απομακρύνθηκε, ανεβαίνοντας δυο δυο τα σκαλιά. «Ο μπαμπάς είναι αρκετά διάσημος στο Τσέρματ», της εξήγησε η Λένι. «Έχει σώσει τέσσερις ορειβάτες που είχαν πρόβλημα στη βόρεια πλαγιά του Μάτερχορν, όταν άλλαξε ο καιρός. Ο μπαμπάς όμως πήγε με το ελικόπτερο και τους πήρε από τη χαράδρα. Πάντως, δεν του αρέσει να μιλάει γι’ αυτά». Ώστε ο Καλ διακινδύνευε. Δεν ήταν αυτός όμως λόγος για να ταραχτεί η Τζοάνα. Όλοι οι ορειβάτες διακινδύνευαν. Ορειβασία και κίνδυνος πάνε χέρι χέρι. «Κατάλαβα», είπε αδύναμα κι άλλαξε θέμα. «Πώς το λένε το άλογό σου;»


Η Λένι άρχισε να της μιλάει για όλα τα ζώα της φάρμας, μέχρι που εμφανίστηκε ξανά ο Καλ. «Εντάξει», είπε. «Πάρε τα πράγματά σου, Λένι». Το ταξίδι στο Τσέρματ ήταν πολύ όμορφο. Πρώτα κατευθύνθηκαν νότια, κατά μήκος των συνόρων με την Αυστρία και το πριγκιπάτο του Λίχτενσταϊν. Μετά έστριψαν δυτικά, ακολουθώντας τον Πρότερο Ρήνο και θαυμάζοντας την υπέροχη θέα των κορυφών Γκλάρνερ. Σταμάτησαν για φαγητό δίπλα σ’ ένα ποταμάκι με κρυστάλλινα νερά και μετά συνέχισαν μέχρι που είδαν μπροστά τους ένα συγκρότημα σαλέ από σκουρόχρωμο ξύλο και κατάλευκα σπίτια. Τέλος πήραν το τρένο για μια σύντομη διαδρομή μέχρι το Τσέρματ. «Η Τζαν θα μας περιμένει σ’ εκείνο το μικρό καφέ, μπαμπά, στον κεντρικό δρόμο», είπε η Λένι, καθώς κατέβαιναν από το τρένο. «Φτάσαμε νωρίς, πάντως». «Πρώτα θα πάμε στο ξενοδοχείο και μετά για κρασί στο καφέ», είπε ο Καλ. «Ή ένα τσάι και μια πάστα. Και στην Τζοάνα αρέσουν τα γλυκά, Λένι». Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, η Λένι είχε χαλαρώσει αρκετά και τώρα ο Καλ παρατηρούσε ότι μιλούσε με την Τζοάνα σαν να την ήξερε από χρόνια. Η διαίσθησή του του έλεγε ότι οι δυο τους θα τα πήγαιναν θαυμάσια, και είχε δίκιο. Έπρεπε να πείσει την Τζοάνα να τον παντρευτεί ή τουλάχιστον να μείνει μαζί του. Αρνιόταν πεισματικά να δεχτεί ότι μερικά βουνά και το φάντασμα ενός πρώην συζύγου μπορούσαν να μπουν εμπόδιο. Η αγάπη ήταν κάτι απατηλό στο οποίο δεν μπορούσαν να βασιστούν. Το ήξεραν και οι δύο αυτό. Μόλις τακτοποιήθηκαν στο ξενοδοχείο, πήγαν στο καφέ. Η Λένι με την Τζοάνα περπατούσαν μπροστά του. Τα μακριά μαλλιά της Τζοάνα έλαμπαν στο φως του ήλιου και το φόρεμα διέγραφε απαλά τις καμπύλες των γοφών και της λεπτής της μέσης. Πόσο την ήθελε! Εκείνο το βράδυ θα έμεναν στο ξενοδοχείο μόνοι. Έπρεπε να προχωρήσει στο Σχέδιο Δ; Έπρεπε να κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του για να την αποπλανήσει; Στο μικρό καφέ, το τραγούδι του ποταμού συνόδευε τις συζητήσεις των ανθρώπων. Κάθισαν σ’ ένα τραπέζι, βλέποντας την κορφή του Μάτερχορν να ξεπροβάλλει ανάμεσα στα σύννεφα. «Καλ, τι γίνεσαι;» ακούστηκε ξαφνικά μια αντρική φωνή. «Δεν ήξερα ότι είσαι εδώ». «Ρούντολφ, χαίρομαι που σε βλέπω. Μόλις φτάσαμε», είπε ο Καλ. «Πάει τόσος καιρός... Έλα, κάθισε μαζί μας». Ο Ρούντολφ ήταν μέλος της ορειβατικής ομάδας διάσωσης. Το πρόσωπό του ήταν σκληραγωγημένο και τα μάτια του καταγάλανα. «Πρέπει να δεις το καινούριο μας ελικόπτερο, Καλ. Η τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Κάποια μέρα δε θα χρειαζόμαστε πιλότους πια. Δέχονται οι κυρίες να λείψεις για λίγο;» Η Λένι χαμογέλασε, ολοφάνερα ευχαριστημένη με την υπόκλιση του Ρούντολφ. Κι όσο για την Τζοάνα, όσο λιγότερο χρόνο περνούσε με τον Καλ τόσο το καλύτερο. Όταν ήταν μαζί του, αισθανόταν σαν να της είχαν σερβίρει το ωραιότερο κρουασάν με ελβετική σοκολάτα και μετά της είχαν απαγορεύσει να το αγγίξει. «Δεν έχω καμιά αντίρρηση», είπε. «Αυτό είναι το τηλέφωνο της Τζαν, μπαμπά», είπε η Λένι. «Θα έρθω στο ξενοδοχείο αύριο το πρωί γύρω στις εννιά, γιατί η οικογένειά της θα πάει στη Γενεύη». «Να περάσεις καλά», είπε ο Καλ και φίλησε την κόρη του στο μάγουλο. «Τζοάνα, θα είσαι εντάξει να μείνεις για λίγο μόνη;» «Θα ρίξω μια ματιά στις βιτρίνες», είπε εκείνη. «Θέλεις να συναντηθούμε στο ξενοδοχείο στις εφτά;» Ο Καλ έσκυψε και φίλησε κι εκείνη στο μάγουλο.


Πνίγοντας το ρίγος της ευχαρίστησης που ένιωσε, η Τζοάνα του χαμογέλασε γλυκά. «Με την ησυχία σου. Θα περάσω θαυμάσια μόνη μου». Τα μάτια του Καλ στένεψαν. «Θα γυρίσω πριν από τις εφτά». Καθώς οι δύο άντρες απομακρύνονταν, η Τζοάνα πρόσεξε πως τα μάτια των γυναικών ακολουθούσαν τον Καλ. Γιατί όχι; Οι κινήσεις του είχαν την άνεση και τη χάρη αιλουροειδούς, κάτι αφάνταστα σέξι. Δε θα είχε κανένα πρόβλημα να βρει δεύτερη σύζυγο και μητέρα για τη Λένι. «Ξέρεις καιρό τον μπαμπά μου;» τη ρώτησε ξαφνικά η Λένι, ξαναγυρνώντας τη στην πραγματικότητα. «Γνωριστήκαμε τον Ιανουάριο, αλλά έχουμε ιδωθεί πολύ λίγο», απάντησε η Τζοάνα. Η Λένι το σκέφτηκε. «Δεν πάει ποτέ διακοπές με κάποια εκτός από μένα. Έτσι, σκέφτηκα ότι...» «Λένι», είπε η Τζοάνα μαλακά. «Νομίζω ότι ο πατέρας σου σου είπε πως είμαι χήρα. Ο άντρας μου ήταν κι εκείνος ορειβάτης και σκοτώθηκε στην Αναπούρνα τον περασμένο Οκτώβρη. Αυτή τη στιγμή δε θέλω να μπλέξω με κανέναν». Τα λεπτά χαρακτηριστικά της Λένι πήραν μια σκεφτική έκφραση. «Αργότερα, όμως;» «Δεν το νομίζω. Ήταν πολύ δύσκολο να είμαι παντρεμένη με κάποιον που στην ουσία ήταν παντρεμένος με τα βουνά. Πάντα φοβόμουν ότι κάποια στιγμή θα σκοτωθεί. Κι έτσι έγινε. Όπως καταλαβαίνεις, δεν είναι πολύ πιθανό να διαλέξω πάλι ορειβάτη για άντρα μου, αν αυτό με ρωτάς». Της χαμογέλασε. «Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά δε θέλω να τρέφεις ελπίδες για κάτι που δεν πρόκειται να συμβεί». «Μ’ αρέσεις», είπε η Λένι απλά. «Πολλοί μεγάλοι λένε πράγματα όπως “δε θα καταλάβεις” ή “είσαι πολύ μικρή ακόμα, καλή μου”. Εσύ μου συμπεριφέρεσαι σαν να είμαι μεγάλη. Έχεις παιδιά, Τζοάνα;» «Όχι», είπε η Τζοάνα, παίζοντας αφηρημένα με το σερβίτσιο της. «Μακάρι να σταματούσε ν’ ανεβαίνει στα βουνά ο μπαμπάς», είπε η Λένι σε μια έκρηξη ειλικρίνειας. «Κι εγώ φοβάμαι. Αλλά δεν του το έχω πει, γιατί δε θέλω να σταματήσει εξαιτίας μου, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ». «Καταλαβαίνω απόλυτα τι εννοείς». Η Λένι έσμιξε τα φρύδια της. «Είναι αστείο, ξέρεις, αλλά δε θυμάμαι τη μαμά μου ν’ ανησυχούσε τόσο. Όταν ο μπαμπάς έλειπε, συνήθιζε να τραγουδά στο σπίτι και να βγαίνει για ψώνια. Ήταν πολύ όμορφη, όχι σαν εμένα. Έλεγε ότι ήμουν ο μικρός της σπουργίτης». Η Τζοάνα έπνιξε ένα κύμα οργής για τη Σουζάν. «Πολύ γρήγορα θα γίνεις μια πανέμορφη κοπέλα, Λένι, θα το δεις». «Εγώ;» «Ναι, εσύ». «Ουάου». Η Λένι ανασηκώθηκε στο κάθισμά της. «Εσύ όμως είσαι η πιο όμορφη γυναίκα απ’ όσες έχω δει. Δε θα γίνω ποτέ σαν εσένα». «Και δε θα έπρεπε. Πρέπει να είσαι ο εαυτός σου». Με μεγάλη ανακούφιση, η Τζοάνα είδε μια ψηλή κοκκινομάλλα κοπέλα να χαιρετά τη Λένι από την άλλη μεριά του καφέ. «Ήρθε η Τζαν», είπε το κορίτσι, χαιρετώντας τη φίλη της. Πιο πέρα στέκονταν οι γονείς της Τζαν. «Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτά που μου είπες, Τζοάνα», είπε η Λένι χαμογελώντας πλατιά. «Ίσως, αν συνεργαστούμε, ο μπαμπάς να σταματήσει να πηγαίνει στα βουνά». Ύστερα πήρε την τσάντα με τ’ απαραίτητα για το βράδυ κι έτρεξε κοντά στη φίλη της. Η Τζοάνα τις είδε να φεύγουν. Ώστε η Λένι την ήθελε για μητριά της. Το πρόβλημα ήταν ότι κι


εκείνη θα ήθελε πολύ να γινόταν μητριά της. Από την αρχή είχε συμπαθήσει την κόρη του Καλ. Άλλος ένας λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να είχε έρθει στην Ελβετία. Η Τζοάνα διάβασε λίγο, πίνοντας τσάι βοτάνων και μασουλώντας κι άλλο ένα γλυκό. Έπρεπε να κάνει καμιά βόλτα, αλλιώς δε θα χωρούσε στα ρούχα της πια. Αποφασισμένη να μη σκέφτεται ούτε τον Καλ ούτε τη Λένι, βγήκε στο γεμάτο κόσμο δρόμο κι άρχισε να κοιτάζει τις πανέμορφες βιτρίνες. Γρήγορα ανακάλυψε κάποιους παράδρομους, με παράθυρα γεμάτα γεράνια και φούξιες. Αργότερα εξερεύνησε κάποια μαγαζιά με τουριστικά είδη, κάνοντας ένα μορφασμό βαρεμάρας όταν διαπίστωσε ότι η φιγούρα του Μάτερχορν βρισκόταν σταμπαρισμένη σχεδόν παντού, από τα μακό ως τα φλιτζάνια του τσαγιού. Συνεχίζοντας τον περίπατό της, βρέθηκε κάποια στιγμή μπροστά στην πόρτα ενός κοιμητηρίου. Ήταν ένα ειδικό κοιμητήριο με πολλούς άντρες, και οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν νέοι. Όπως νέος είχε υπάρξει και ο Γκούσταβ. Και ο Καλ. Ο Καλ. Το βλέμμα της έπεσε στην αναπαράσταση ενός τυλιγμένου σχοινιού, που ήταν σκαλισμένο πάνω σε μια ταφόπλακα. Κι αν πάθαινε κάτι ο Καλ στην επόμενη αποστολή; Κι αν δεν ξαναγυρνούσε; Πώς θα το άντεχε; Ακούμπησε τα δάχτυλά της πάνω στην άγρια πέτρα. Δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Η Λένι θα έμενε ορφανή, και η ίδια θα ήταν... Κάθε σκέψη σταμάτησε απότομα. Μόνη; Ρημαγμένη; Γεμάτη από μια θλίψη πολύ πιο βαθιά κι αβάσταχτη απ’ αυτή που είχε νιώσει για τον Γκούσταβ; Ο Γκούσταβ όμως ποτέ δεν είχε αντιμετωπίσει τα βουνά με σεβασμό, ενώ ο Καλ το έκανε. Δεν είμαι ερωτευμένη με τον Καλ. Δεν πρέπει να είμαι ερωτευμένη μαζί του. Είμαι ερωτευμένη μαζί του.


Κεφάλαιο 11

Η Τζοάνα έμεινε ακίνητη. Η ταφόπλακα είχε ζεσταθεί από τα χέρια της και η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, σαν να είχε τρέξει μέσα στους δρόμους του Τσέρματ. Είχε κάνει αυτό που είχε ορκιστεί να μην ξανακάνει ποτέ; Είχε ερωτευτεί άλλον έναν ορειβάτη; Η σκέψη ότι μπορούσε ο Καλ να θαφτεί κάτω από έναν όγκο χιονιού, να βρεθεί πεσμένος μέσα σε μια χαράδρα με σπασμένα κόκαλα ή να γλιστρήσει και να πέσει από έναν απότομο βράχο βρίσκοντας το θάνατο τη γέμιζε τρόμο. Ήξερε πολλά για τους κινδύνους στα βουνά, αλλά κι όσα δεν ήξερε μπορούσε να τα συμπληρώσει με τη φαντασία της. Όχι, σκέφτηκε φρενιασμένα. Όχι ο Καλ. Οι ανεμοδαρμένες ταφόπλακες τη χαιρέτησαν καθώς το βλέμμα της πλανήθηκε πάνω τους. Η ζέστη του ήλιου και οι σκιές την περιγελούσαν. Μήπως η μοίρα δεν της είχε παίξει το πιο άσχημο και σκληρό παιχνίδι; Για μία ακόμη φορά είχε ερωτευτεί έναν ορειβάτη, έναν άντρα ερωτευμένο με τον κίνδυνο. Δεν μπορούσε όμως να του το πει, ούτε και να ζήσει μαζί του. Έπρεπε να φύγει από κει. Με τα μαύρα γυαλιά να κρύβουν τα μάτια της, βγήκε από το κοιμητήριο στο δρόμο. Θα πήγαινε στο ξενοδοχείο, εκεί όπου μπορούσε να είναι μόνη. Ο δρόμος είχε πολύ κόσμο και πολλή φασαρία. Αγνοώντας τις σαγηνευτικές βιτρίνες και αποφεύγοντας όσο μπορούσε τους διαβάτες, έστριψε λάθος και βρέθηκε ξανά στους παράδρομους. Πνίγοντας ένα βογκητό εκνευρισμού, κοντοστάθηκε ώσπου να προσανατολιστεί. Το ξενοδοχείο έπρεπε να είναι αριστερά της. Πέρασε απέναντι και λίγα λεπτά αργότερα το είδε μπροστά της. Αυτό που ήθελε να κάνει περισσότερο από καθετί ήταν να κρύψει το πρόσωπό της στο μαξιλάρι και να κλάψει μ’ όλη της τη δύναμη. Αλλά δεν μπορούσε να το κάνει. Μπορούσε όμως να μουλιάσει μέσα σ’ ένα ζεστό μπάνιο. Δεν ήταν η σωστή θεραπεία για τον πονοκέφαλο, αλλά δε θα της έκανε και κακό. Από μπροστά της πέρασε μια γυναίκα που έσπρωχνε ένα καροτσάκι μ’ ένα μωρό μέσα. Το μωρό κοιμόταν ήσυχο, με το ένα του χεράκι σφιγμένο σε γροθιά. Σαν να δέχτηκε μαχαιριά στην καρδιά, η Τζοάνα συνειδητοποίησε κάτι ακόμα. Ότι θα ήταν η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο αν ήταν με τον Καλ, να τον αγαπά και να έχει ένα παιδί μαζί του. Αλλά δεν μπορούσε να γίνει αυτό. Ο Καλ δεν την αγαπούσε και δε θα συμφωνούσε ποτέ να μεγαλώσει εκείνη το παιδί του μόνη της. Δάκρυα θόλωσαν την όρασή της. Θέλοντας απεγνωσμένα να μείνει μόνη, όρμησε απέναντι στο δρόμο προς τη μεριά του ξενοδοχείου χωρίς να προσέξει το ταξί που ανηφόριζε. Μια κόρνα ακούστηκε δυνατή και κάποιος της φώναξε για να την προειδοποιήσει. Ρίχνοντας μια ματιά και προς τις δύο κατευθύνσεις, η Τζοάνα έκανε ν’ ανέβει στο πεζοδρόμιο. Αλλά το τακούνι της κάπου πιάστηκε. Την επόμενη στιγμή βρέθηκε πεσμένη μπροστά, με τα γόνατα και τις παλάμες πάνω στο κρύο τσιμέντο. Για μια στιγμή δεν ένιωσε τίποτα. Ύστερα όμως ένας δυνατός πόνος απλώθηκε στα μέλη της. «Μαντάμ, περμετέ μουά...» «Σηκώστε την κυρία...!»


Ένα μικρό πλήθος σχηματίστηκε γύρω της. Ένας άντρας έκανε να τη σηκώσει, ενώ γύρω της ακούγονταν ιταλικά και γερμανικά. Ξαφνικά η Τζοάνα άκουσε τη φωνή που δε θα ήθελε ν’ ακούσει εκείνη τη στιγμή. «Τζοάνα! Τι έγινε; Αφήστε, θα τη φροντίσω εγώ. Ευχαριστώ για τη βοήθειά σας». Τα μπράτσα του Καλ τυλίχτηκαν γύρω της. Από τη μια ήταν χαρά και από την άλλη καθαρή οδύνη να βρίσκεται στην αγκαλιά του. Οι περίτεχνες πόρτες του ξενοδοχείου στο χρώμα του χαλκού άνοιξαν κι έκλεισαν πίσω της, κι ένας υπάλληλος προθυμοποιήθηκε ευγενικά να βοηθήσει. Μετά η Τζοάνα βρέθηκε μέσα στο ασανσέρ με τις πόρτες να κλείνουν, απομονώνοντάς την από τον υπόλοιπο κόσμο. «Άσε με κάτω. Δεν είναι τίποτα...» «Έχεις γδάρει το γόνατό σου. Δεν πρόκειται να σε αφήσω κάτω αν δεν μπούμε στη σουίτα μας». «Θέλω να μείνω μόνη», κλαψούρισε η Τζοάνα και με τρόμο διαπίστωσε ότι άρχισε να κλαίει. Ο Καλ ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του. Ύστερα διέσχισε το φαρδύ διάδρομο και έβαλε την κάρτα-κλειδί στην κλειδαριά μιας διπλής πόρτας. Μπήκε και την πήγε κατευθείαν στο μπάνιο. «Φύγε, Καλ», είπε εκείνη κλαψουρίζοντας. «Όχι». «Δε θέλω να είσαι εδώ». «Κρίμα», απάντησε ο Καλ και την άφησε πάνω σε μια σκαλιστή καρέκλα με κεντημένη ταπετσαρία. Μετά άπλωσε το χέρι του και της έβγαλε τα γυαλιά ηλίου. «Τι συμβαίνει; Μην κλαις, Τζοάνα. Δε θέλω να σε βλέπω να κλαις». «Νιώθω πολύ ανόητη, να πέσω έτσι μες στη μέση του δρόμου». «Εδώ ξέρεις μόνο εμένα και τη Λένι, κι εμείς δεν πρόκειται να το πούμε σε κανέναν», είπε καθησυχαστικά ο Καλ και, αφού πήρε από το φαρμακείο ένα αντισηπτικό, γέμισε νερό το νιπτήρα. «Ίσως αυτό το πέσιμο να σου θύμισε εκείνο το άλλο, που έχασες το μωρό». «Ναι...» Νιώθοντας ευγνωμοσύνη για την κατανόησή του, η Τζοάνα σούφρωσε τη μύτη της όταν της έβαλε αντισηπτικό. «Μέρες θα κάνω να φορέσω ξανά σορτς», παραπονέθηκε. «Θα παραγγείλω να μας φέρουν εδώ το δείπνο μας». Ο Καλ είχε γονατίσει μπροστά στα πόδια της και της έβαζε απαλά μια αντιβακτηριακή κρέμα. Τα μαλλιά του έλαμπαν κάτω από τα φώτα. Μέσα από τον ανοιχτό γιακά του πουκαμίσου του, έβλεπε το στέρνο του, μια εικόνα που ξύπνησε δυνατό πόθο μέσα της. Από μόνο του, λες, το χέρι της απλώθηκε και χάιδεψε τα μαλλιά του. Ο Καλ σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. Η Τζοάνα πήρε αμέσως το χέρι της. «Δεν...» «Τζοάνα... γλυκιά μου». Σηκώνοντάς την όρθια, ο Καλ την πήρε στην αγκαλιά του και τη φίλησε. Τη φίλησε όπως κάθε φορά, με πάθος αλλά και με λαχτάρα. Αργότερα η Τζοάνα θυμόταν αμυδρά να την πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα, με το τεράστιο κρεβάτι και τις βελούδινες κουρτίνες. Δεν ήταν σίγουρη πώς έβγαλαν τα ρούχα τους, θυμόταν όμως τη ζεστασιά του σώματός του πάνω στο δικό της, το βάρος του να την πιέζει πάνω στο στρώμα. «Θα προσέχω το γόνατό σου, αγάπη μου», ψιθύρισε ο Καλ. Ύστερα απ’ αυτό δεν είπαν τίποτ’ άλλο. Κολλημένη πάνω του, λες και θα έπεφτε αν απομακρυνόταν έστω και λίγο, η Τζοάνα άφησε τα χέρια της να τρέξουν στη σπονδυλική του στήλη, να χαϊδέψουν τους γεροδεμένους ώμους του. Φίλησε το στόμα και το λαιμό του, νιώθοντας το εξερευνητικό ταξίδι των χεριών του πάνω της. Το στήθος της είχε φουσκώσει και οι θηλές της είχαν ευαισθητοποιηθεί τόσο, που μόλις τις άγγιξε η γλώσσα του μια μικρή κραυγή βγήκε από το στόμα της. Ο Καλ κατέβηκε πιο χαμηλά. Η Τζοάνα ήταν έτοιμη να τον δεχτεί. Σε λίγο τον ένιωσε να γλιστρά μέσα της και να γεμίζει το κορμί της με το


δικό του. Φώναξε δυνατά τ’ όνομά του. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στα μάτια της. Τίποτ’ άλλο στον κόσμο δεν είχε σημασία. Μόνο εκείνη κι ο Καλ, που είχαν ενωθεί με τον πιο αρχέγονο τρόπο. Η καρδιά της χτυπούσε στ’ αυτιά της. Ή μήπως ήταν η καρδιά του Καλ; Ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη της, φωτισμένο από την αγάπη που ένιωθε. «Ω, Καλ», του είπε ξέπνοη. «Ποτέ άλλοτε στη ζωή μου δεν έχω νιώσει έτσι». «Ούτ’ εγώ», είπε εκείνος βραχνά. «Αλλά όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Δεν έπρεπε να είμαι...» «Ούτε κι εγώ σου είπα να κάνεις πιο σιγά, όμως», απάντησε εκείνη. «Μην ανησυχείς... ήταν υπέροχο». Ο Καλ τη φίλησε τρυφερά. «Πώς είναι το γόνατό σου;» Το γέλιο της ακούστηκε σαν το γάργαρο νερό. «Το γόνατο; Ποιο γόνατο;» Ξαφνικά η Τζοάνα θυμήθηκε το τρέξιμο στο δρόμο και το πέσιμο. Τινάχτηκε αμέσως επάνω και τα μάτια της άνοιξαν από τον τρόμο. «Το ξέρω ότι εγώ το ξεκίνησα, αλλά ήσουν πολύ κοντά μου και ήθελα... απλά να χαϊδέψω τα μαλλιά σου. Μόλις όμως σε άγγιξα, δεν μπορούσα να συγκρατηθώ. Αλλά δεν το είχα σχεδιάσει, ειλικρινά». Ο Καλ δίστασε. «Δεν το είχες σχεδιάσει;» «Το να μείνω έγκυος», είπε με ένταση εκείνη. «Δεν παίρνω αντισύλληψη, και δε χρησιμοποιήσαμε προφυλακτικό. Αλλά σου ορκίζομαι, δεν το έκανα σκόπιμα». «Ούτε κι εγώ πιστεύω ότι το έκανες σκόπιμα», είπε ο Καλ σιγανά, χαμογελώντας πονηρά. «Θα έχεις ακούσει, φυσικά, για τη στιγμιαία ανάφλεξη...» Η απελπισία της Τζοάνα μεγάλωσε κι άλλο. Είχε ορκιστεί να μείνει μακριά του και τώρα βρισκόταν στο κρεβάτι του. Ωραία απόσταση! Και παρά τα γλυκόλογα που της έλεγε, ήξερε ότι δεν την αγαπούσε. Ο Καλ δεν πίστευε στην αγάπη. Απομακρύνθηκε από κοντά του, τραβώντας τα σεντόνια για να σκεπάσει τη γύμνια της. «Δεν έπρεπε να το κάνουμε αυτό», είπε. «Το θέλαμε και οι δύο, Τζοάνα. Είμαστε ενήλικοι και ελεύθεροι». «Ελεύθεροι. Πόσο ψυχρή ακούγεται αυτή η λέξη». «Τότε, αν προτιμάς, να το θέσω διαφορετικά: κανείς από τους δυο μας δεν είναι ερωτευμένος με κάποιον άλλο», απάντησε ο Καλ και, απλώνοντας τα χέριά του, την έπιασε από τους αγκώνες και την τράβηξε κοντά του. «Και τώρα θα το ξανακάνουμε. Με την ησυχία μας». Απελπισμένη η Τζοάνα ένιωσε τον πόθο να φουντώνει ξανά μέσα της. Ήθελε και πάλι να κάνει έρωτα μαζί του. Τον έσπρωξε. «Δεν καταλαβαίνεις, έτσι; Δε θέλω να έχω σχέση μαζί σου, Καλ!» «Τότε παντρέψου με». Η δύναμη της θέλησής του τη χτύπησε κατάστηθα. Αυτό ήταν όμως. Μόνο αυτό. Μια δύναμη θέλησης. Μια λίστα λογικών απαιτήσεων βάσει των οποίων ήθελε να την παντρευτεί. Δεν είχε να κάνει, όμως, με την αγάπη. «Δεν μπορώ να σε παντρευτώ. Ούτε και να έχω σχέση μαζί σου». Θέλοντας απελπισμένα να ξεφύγει, η Τζοάνα γλίστρησε από το κρεβάτι, άρπαξε τα ρούχα της που ήταν πεταμένα παντού στο χαλί και τα κράτησε σφιχτά στο στήθος της. «Δεν έχω να σου πω τίποτ’ άλλο, πέρα από το ότι μετανιώνω που το κάναμε αυτό. Δεν έπρεπε να έχουμε... Θα τα πούμε το πρωί». Με την ταχύτητα αθλητή, ο Καλ τινάχτηκε κι εκείνος όρθιος. «Δεν πρόκειται να σε πιέσω. Δεν είναι του στυλ μου. Ούτε και να σε παρακαλέσω ή να σου πω ότι σ’ αγαπώ, αφού οι λέξεις είναι ανούσιες. Αλλά πρόσεχε, Τζοάνα, θα είναι ανόητο ν’ αρνηθείς αυτό που υπάρχει ανάμεσά μας». «Σεξ. Αυτό υπάρχει μόνο».


«Είναι κάτι περισσότερο από σεξ, και το ξέρεις. Είναι μια πρωτόγονη έλξη που δεν την έχω ξανανιώσει ποτέ και που δεν την καταλαβαίνω, αλλά είμαι πρόθυμος να τη δεχτώ. Το μόνο που σου ζητώ είναι να κάνεις κι εσύ το ίδιο». «Και τι θα γίνει αν το κάνω;» του πέταξε εκείνη. «Θα ακυρώσεις την επόμενη αποστολή; Ή θα φύγεις για την Αναπούρνα και θα μ’ αφήσεις μόνη σπίτι, να τρέμω κάθε φορά που θα χτυπά το τηλέφωνο;» «Δεν παίρνω επιπόλαια ρίσκα στα βουνά! Δεν είμαι από τους τύπους που λένε “θα το κάνω κι ας πεθάνω”, πίστεψέ με!» Αυτό φανέρωνε άλλη μια πηγή δύναμης. Την αυτοπεποίθηση να ξέρει πότε έπρεπε να κάνει πίσω. «Δεν πρόκειται ν’ αφήσω τον εαυτό μου να το υποστεί ξανά αυτό», του είπε η Τζοάνα ανέκφραστα. «Για μένα, το να έχω σχέση μαζί σου θα είναι σαν να σκαρφαλώνω στην κορφή μέσα στη χειρότερη καταιγίδα». «Το να αρνείσαι αυτό που υπάρχει ανάμεσά μας μοιάζει σαν να είσαι κολλημένη σε μια κατασκήνωση στους πρόποδες του βουνού για όλη την υπόλοιπη ζωή σου». «Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη δειλία και στο πάθημα που γίνεται μάθημα!» «Σου είπα, δεν πρόκειται να σε παρακαλέσω, Τζοάνα, και δε θα το κάνω». «Δεν το αντέχω άλλο αυτό», είπε εκείνη με φωνή ραγισμένη. «Θα συναντηθούμε αύριο το πρωί κάτω, στην είσοδο, στις εννέα». Με το κεφάλι ψηλά, η Τζοάνα απομακρύνθηκε από κοντά του, νιώθοντας σε κάθε της βήμα την καρδιά της να σκίζεται στα δύο. Θα μπορούσε να περάσει τη νύχτα στην αγκαλιά του. Ο Καλ την ήθελε, όπως τον ήθελε κι εκείνη μ’ όλο της το είναι. Αλλά με ποιο κόστος; Έκλεισε την πόρτα της κρεβατοκάμαράς της πίσω της μ’ ένα κλικ τόσο τελεσίδικο όσο και η τελευταία φράση ενός βιβλίου. Τέλος. Τι φοβερά θλιβερό τέλος, σκέφτηκε. Ξαπλώνοντας στο κρεβάτι, έφερε τα χέρια στο πρόσωπό της. Η επιδερμίδα της είχε τη μυρωδιά του Καλ. Αφήνοντας μια μικρή κραυγή απελπισίας, έκλεισε τα μάτια της. Ποτέ άλλοτε στη ζωή της δεν είχε νιώσει τόσο μόνη. * Ο Καλ ξύπνησε στη μέση της νύχτας, από έναν ανήσυχο ύπνο με εφιάλτες. Η κραυγή που είχε ακούσει... ήταν μέρος του ονείρου ή αληθινή; Έμεινε ξαπλωμένος, με τα μάτια ανοιχτά. Την άκουσε ξανά. Ερχόταν από το δωμάτιο της Τζοάνα. Πετάχτηκε όρθιος. Δεν μπορεί να είχε γίνει παραβίαση, η ασφάλεια του ξενοδοχείου ήταν καλύτερη κι από τράπεζας. Αλλά, αν είχε πράγματι μπει κάποιος, πρώτα θα τον ξάπλωνε κάτω και μετά θα του έκανε ερωτήσεις. Άνοιξε την πόρτα της και στάθηκε ακίνητος, μέχρι να προσαρμοστούν τα μάτια του στο σκοτάδι. Είδε την Τζοάνα ξαπλωμένη μέσα στα μπερδεμένα σεντόνια. Έτσι όπως την κοιτούσε, εκείνη φώναξε ξανά. Ο Καλ κάθισε στο κρεβάτι και την πήρε στην αγκαλιά του, ακουμπώντας το κεφάλι της στο στήθος


του. Το δαντελένιο νυχτικό της ήταν σχεδιασμένο να τρελαίνει κάθε άντρα. «Ξύπνα, γλυκιά μου», της είπε απαλά. «Εφιάλτη βλέπεις». Τα μάτια της άνοιξαν, γεμάτα από έναν πρωτόγονο φόβο. «Καλ;» ψιθύρισε και τραβήχτηκε μακριά του. «Καλ; Μα αφού πέθανες! Μόλις αναγνώρισα το πτώμα...» Βάζοντας τη γροθιά της στο στόμα της, η Τζοάνα δάγκωσε δυνατά τις αρθρώσεις της. «Ήμουν στο νεκροτομείο... Με είχαν καλέσει και μου είπαν ότι ο Γκούσταβ είχε πέσει από το Μάτερχορν. Όταν μου έδειξαν το πτώμα, δεν ήταν ο Γκούσταβ, ήσουν εσύ...» «Μια χαρά είμαι, Τζοάνα», είπε καθησυχαστικά ο Καλ. «Ανέβηκα στο Μάτερχορν στα είκοσί μου και δεν έχω σκοπό να ξανανέβω. Ένα όνειρο ήταν μόνο. Τώρα ξύπνησες, όλα είναι εντάξει». «Όνειρο», επανέλαβε εκείνη. «Ξύπνησα και σ’ άκουσα να φωνάζεις». Οι ώμοι της Τζοάνα βάρυναν. «Τι θα κάνουμε, Καλ; Δεν μπορώ να είμαι έτσι κοντά σου. Είναι πολύ οδυνηρό». Η Σουζάν δεν του είχε δείξει ποτέ τον πόνο της. Ίσως να μην είχε αφήσει ποτέ τον εαυτό της να νιώσει πόνο. Ακόμα και η ασθένειά της ήταν γρήγορη και τελεσίδικη. Δεν της άφησε χρόνο να μιλήσει για τα αισθήματά της. Η Τζοάνα όμως ήταν ανοιχτή, έδειχνε τα συναισθήματά της, όπως και τον πόθο της. Ο Καλ ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. «Άσε με να σε κρατήσω για λίγο, μέχρι να ξανακοιμηθείς». Την τράβηξε πάνω του και η Τζοάνα υποχώρησε μ’ έναν μικρό αναστεναγμό. Το στήθος της ζέστανε το στέρνο του και η ανάσα της χάιδεψε τον ώμο του. Η αντίδρασή του ήταν απόλυτα προβλέψιμη. Αλλά δεν έπρεπε να της κάνει έρωτα. Γιατί είχε δίκιο. Την προηγούμενη φορά δεν είχαν χρησιμοποιήσει προφυλακτικό. Αν έμενε έγκυος, ασφαλώς θα τον παντρευόταν. Προσπάθησε να σβήσει αυτές τις σκέψεις, αλλά δεν έφευγαν από το μυαλό του. Ήταν αλήθεια; Του είχε πει ότι θα μεγάλωνε το παιδί της μόνη της, μήπως όμως όταν ερχόταν αντιμέτωπη με την πραγματικότητα άλλαζε γνώμη; Ίσως συνειδητοποιούσε ότι ένα αγέννητο ακόμα παιδί χρειαζόταν και τους δύο γονείς του. Η Τζοάνα έδινε μεγάλη σημασία στην αγάπη. Μόλις το προηγούμενο πρωινό, όμως, στο Άπεντσελ, του είχε πει ότι δεν τον αγαπούσε. Θα την εμπόδιζε αυτό να τον παντρευτεί; Οι σκέψεις χόρευαν τρελά μέσα στο κεφάλι του. Προσπάθησε να ελέγξει την αντίδραση του σώματός του, μετακινούμενος ελαφρά, για να μην καταλάβει η Τζοάνα τον ερεθισμό του. Ξαφνικά εκείνη ανασήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε στο μισόφωτο. «Με διαλύεις, Καλ... Αυτό που θέλω τούτη τη στιγμή είναι να μου κάνεις έρωτα. Αλλά δεν πρέπει». Θέλοντας να σβήσει την ένταση, ο Καλ τη φίλησε αδέξια στο μέτωπο. Ύστερα άρχισε να τρίβει τους ώμους της απαλά. Η Τζοάνα χώθηκε στην αγκαλιά του, αναστενάζοντας ξανά. Τα μαλλιά της έπεσαν σαν χείμαρρος από μετάξι στο μπράτσο του και το άρωμά τους έφτασε στα ρουθούνια του ανακατεμένο με τη γλυκιά ευωδιά της επιδερμίδας της. Ο Καλ ανακάθισε ξανά. Πολλές φορές στη ζωή του είχε φτάσει στα όριά του. Αλλά το να κρατά την Τζοάνα στην αγκαλιά του χωρίς να της κάνει έρωτα ήταν πιθανότατα μεγαλύτερη πρόκληση. Μπορείς να το κάνεις, είπε στον εαυτό του. Τα κρύα χέρια της είχαν τώρα ζεσταθεί και είχαν σφιχτεί στο στήθος του, σαν δυο μικρά πουλιά. Δεν μπορούσε να προδώσει αυτή την εμπιστοσύνη. Οι ώμοι του σφίχτηκαν από την ένταση. Κάθισε όσο πιο ακίνητος μπορούσε και, ακουμπώντας το μάγουλό του στην κορφή του κεφαλιού


της, άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί τριγύρω στο δωμάτιο. Τα κόκκινα νούμερα του ψηφιακού ρολογιού δίπλα στο κρεβάτι της άλλαζαν με προκλητική βραδύτητα. Ξαφνικά, με μεγάλη ανακούφιση, διαπίστωσε ότι η Τζοάνα είχε αποκοιμηθεί. Η ανάσα της έβγαινε πιο βαθιά τώρα και πιο χαλαρή. Ήταν ασφαλής. Θα περίμενε μερικά λεπτά ακόμα και μετά θα έφευγε από κει μέσα. Με λίγη τύχη, εκείνη δε θα θυμόταν τίποτα απ’ αυτό το περιστατικό την επομένη. Ο έρωτας που είχαν κάνει νωρίτερα του είχε θολώσει το μυαλό. Η τεχνική, ο συγχρονισμός, η λεπτότητα, όλα είχαν χαθεί μπροστά σε μια ερωτική δίψα που τώρα τον φόβιζε. Γιατί θα μπορούσε να χάσει τον έλεγχο. Ευτυχώς που η Τζοάνα κοιμήθηκε, σκέφτηκε σκυθρωπός. Ήταν σε βαθιά νερά κι έπρεπε να προσέχει. Πιο βαθιά απ’ όσο περίμενε. Και πιο επικίνδυνα. Αυτό που ήθελε ήταν μια καλή μητέρα για τη Λένι και μια σύντροφο στο κρεβάτι για τον εαυτό του. Μια σύντροφο. Σίγουρα ποτέ δε θα βαριόταν την Τζοάνα. Σ’ αυτό, ήταν σαν τα βουνά. Αυτό που δε χρειαζόταν ήταν κάτι καταλυτικό στη ζωή του, όπως ο έρωτας. Το είχε κάνει μια φορά και δεν είχε πετύχει. Δε θα το επιχειρούσε και δεύτερη. Εξάλλου, ποιο το όφελος να ερωτευτεί μια γυναίκα που του είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του;


Κεφάλαιο 12

Είχαν περάσει δέκα λεπτά από τη στιγμή που η Τζοάνα κοιμήθηκε. Με μεγάλη προσοχή ο Καλ ελευθέρωσε το μηρό του, κάνοντας ένα μορφασμό, γιατί είχε μουδιάσει. Έπειτα την ξάπλωσε απαλά στο κρεβάτι. Εκείνη κάτι μουρμούρισε στον ύπνο της. Τα μαλλιά της γλίστρησαν από το χέρι του κι έπεσαν στο σεντόνι. Θα ήθελε να τα δει λουσμένα στο φως του φεγγαριού. Θα ήθελε να τα βλέπει απλωμένα πάνω στο μαξιλάρι του κάθε πρωί που θα ξυπνούσε. Ξεφυσώντας απηυδισμένος, ίσιωσε το άλλο του γόνατο, το χτυπημένο, που του δημιουργούσε προβλήματα κάποιες φορές. Καθώς άρχισε να το τρίβει αφηρημένα, η Τζοάνα γύρισε προς το μέρος του και άπλωσε το χέρι της πάνω στον άλλο του μηρό. Φορούσε μόνο το εσώρουχό του. Η καμπύλη του γοφού της προκαλούσε το άγγιγμά του. Ξαφνικά τα μάτια της άνοιξαν. Ο Καλ έμεινε ακίνητος σαν άγαλμα. Ούτε ν’ ανασάνει δεν τολμούσε. «Καλ;» του είπε και χάιδεψε απαλά το μηρό του, ακουμπώντας το μάγουλό της πάνω του. «Τι υπέροχο να ξυπνάω και να σε βρίσκω εδώ... Είσαι τόσο ζεστός, τόσο υπέροχα οικείος». Ξανακοιμήσου, σκέφτηκε εκείνος με αγωνία. Δεν το αντέχω άλλο αυτό. Η Τζοάνα ανασηκώθηκε στον έναν της αγκώνα και του χαμογέλασε. Τα χείλη της τον προκαλούσαν, τα μάτια της ήταν σχεδόν μαύρα από τον πόθο. Ο Καλ παραδόθηκε. Παίρνοντας το πρόσωπό της στα χέρια του, τη φίλησε με τόσο πάθος, σαν να ήταν η τελευταία φορά, σαν να μην υπήρχε αύριο. Η ανταπόκρισή της πυροδότησε τις αισθήσεις του και ο αυτοέλεγχός του άρχισε να σβήνει ξανά, ταχύτατα. Ηρέμησε, είπε στον εαυτό του. Αυτή τη φορά δε θα βιαζόταν, αυτή τη φορά μπορούσε να της δώσει όλη την ικανοποίηση που της άξιζε. Και να την αφήσει έγκυο; Έδιωξε βιαστικά αυτή τη σκέψη από το μυαλό του. Εδώ ήταν κάτι άλλο. Κατάκτηση, ναι. Δίψα, ναι. Αλλά πιο πολύ ήταν οι ανάγκες της Τζοάνα. Ήθελε να την ικανοποιήσει περισσότερο από τον εαυτό του. Ήθελε να επουλώσει κάποιες από τις πληγές που της είχε αφήσει ο Γκούσταβ. Με την αίσθηση ότι ανέβαινε σε μια κορυφή που την είχε ονειρευτεί αλλά για την οποία δεν ήταν προετοιμασμένος, μείωσε τη δύναμη του φιλιού του, βυθίζοντας τα δάχτυλά του στα μαλλιά της. Η γλώσσα του γλίστρησε στο κάτω χείλος της. Την τράβηξε κοντά του. Το μεταξωτό νυχτικό της ήταν δροσερό στην αφή και η επιδερμίδα της το ίδιο μεταξένια. Πιέζοντας πάντα τον εαυτό του να συγκρατηθεί, κατέβασε τις τιράντες από τους ώμους της, χαϊδεύοντάς την. Ύστερα άφησε τα χείλη του να γλιστρήσουν στις καμπύλες και τις κοιλότητες του κορμιού της, μέχρι που έφτασαν στις ερεθισμένες θηλές της. Η ανάσα της Τζοάνα κόπηκε. Τ’ ακροδάχτυλά της βρήκαν τις δικές του θηλές. Ανυπόμονη ξαφνικά, εκείνη έβγαλε το νυχτικό πάνω από το κεφάλι της και το πέταξε. Ύστερα τα χέρια της κατηφόρισαν στο σώμα του. Με την ίδια ανυπομονησία, ο Καλ ξεφορτώθηκε το εσώρουχό του. Σκύβοντας, η Τζοάνα πήρε τον ερεθισμένο ανδρισμό του στο στόμα της, παίζοντας με τη γλώσσα και τα δάχτυλά της. Ο Καλ ένιωσε να πεθαίνει από ηδονή. «Καλύτερα να σταματήσεις», της είπε.


«Εξάλλου, τώρα είναι η σειρά σου, αγάπη μου». Την ξάπλωσε πίσω στο κρεβάτι και, σκύβοντας από πάνω της, τη φίλησε στα χείλη, στο λαιμό και στο στήθος, σφραγίζοντάς τη με τη σφραγίδα της κατάκτησης. Η Τζοάνα αναδεύτηκε έντονα κάτω από το σώμα του, ανασηκώνοντας τους γοφούς της προς το μέρος του. Η ανάσα της άρχισε να βγαίνει βεβια-σμένη καθώς τα δάχτυλά του άγγιξαν την ευαίσθητη σάρκα ανάμεσα στα πόδια της. Αλλά ο Καλ δε βιαζόταν. Ξάπλωσε ανάσκελα, παρασύροντάς τη μαζί του, και την έβαλε να καθίσει πάνω του, προσέχοντας να μη χτυπήσει το τραυματισμένο της γόνατο. Καθώς έμπαινε μέσα της, παρατήρησε την έκφρασή της ν’ αλλάζει. «Τώρα, Καλ, τώρα...» του είπε ξέπνοη. Κρατώντας τη γερά από τη μέση, ο Καλ έσπρωξε δυνατά. Η Τζοάνα τινάχτηκε επάνω, μια κίνηση που έκανε το στήθος της να ανασηκωθεί και να ξαναπέσει στη θέση του. Ήταν μια εικόνα απίστευτα ερωτική. Ο Καλ τη χάιδεψε ανάμεσα στους μηρούς της με επιδεξιότητα, παρακολουθώντας την ένταση στο πρόσωπό της. Κάποια στιγμή η Τζοάνα έσκυψε το κεφάλι της και, φωνάζοντας δυνατά τ’ όνομά του, παραδόθηκε στην ηδονή. Μόνο τότε ο Καλ επέτρεψε στον εαυτό του να έρθει σε οργασμό. Ένιωθε τις φτέρνες της να χώνονται μέσα στους μηρούς του και τα χέρια της να χαϊδεύουν τα τρίχωμα στο στέρνο του. Συνειδητοποίησε ότι έλεγε και ξανάλεγε τ’ όνομά της. Μακάρι να γινόταν να σταματούσε ο χρόνος εκείνη τη στιγμή, έτσι όπως ήταν ένα οι δυο τους. Η Τζοάνα έσκυψε με χάρη και ξάπλωσε πάνω του. Ο Καλ αισθάνθηκε την καρδιά της να χτυπά πάνω στο στήθος του. Τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της. «Τζοάνα, αγάπη μου...» Ένας ήχος ικανοποίησης βγήκε από το στόμα της. «Το ξέρω ότι υποτίθεται πως δε θα πρέπει να κάνουμε συγκρίσεις τώρα», μουρμούρισε. «Δεν είναι ευγενικό. Αλλά ήσουν τόσο γλυκός και τρυφερός μαζί μου... Δε μου έχει ξανασυμβεί αυτό». Μ’ άλλα λόγια, ο Γκούσταβ φρόντιζε περισσότερο τον εαυτό του παρά τη γυναίκα του. Τόσο στο κρεβάτι όσο και έξω απ’ αυτό. «Στη Σουζάν δεν άρεσε ποτέ το σεξ», ψιθύρισε ο Καλ. «Της ήσουν πιστός;» «Ναι... Ήταν μέρος της συμφωνίας». Η Τζοάνα ανασήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. «Δηλαδή σου άρεσε αυτό που κάναμε;» Η φωνή της είχε μια αβεβαιότητα και ο Καλ της απάντησε: «Αν μου άρεσε; Μα τι λες; Έφυγε η γη κάτω από τα πόδια μου. Σείστηκε το Μάτερχορν». «Μόνο το Μάτερχορν; Όχι ολόκληρες οι Αλπεις;» Ο Καλ ήθελε να της πει την επόμενη φορά θα σειστούν οι Άλπεις, αλλά κάτι τον σταμάτησε. «Τι θα ’λεγες για τα Ιμαλάια;» την πείραξε, και την είδε να γελάει. Η Τζοάνα ακούμπησε και πάλι το μάγουλό της στο στήθος του κι έκλεισε τα μάτια της αναστενάζοντας ικανοποιημένη. Εκείνος έμεινε απολύτως ακίνητος. Μέσα σε λίγες στιγμές η Τζοάνα ξανακοιμήθηκε, με το αριστερό της χέρι πάνω στο στέρνο του και το δεξί της περασμένο στον ώμο του. Αυτό ήθελε. Την Τζοάνα στο κρεβάτι του. Να της κάνει έρωτα, να κοιμάται μαζί της, να ξυπνά το πρωί και να τη βρίσκει στην αγκαλιά του. Ήταν ευτυχισμένος. Ζαλισμένος από ευτυχία. Μήπως γι’ αυτό δεν ανέβαινε στα βουνά; Για να βρει την ικανοποίηση και την ευτυχία που δεν έβρισκε στην αγκαλιά μιας γυναίκας; Μέχρι που είχε μπει στη ζωή του η Τζοάνα. Κι αν είχε μείνει έγκυος; Τι θα γινόταν τότε; *


Η Τζοάνα ξύπνησε χαλαρά, συνειδητοποιώντας τη ζεστασιά ενός αντρικού μηρού πάνω στον δικό της. Ένα μπράτσο ακουμπούσε βαριά πάνω στο γοφό της. Ξαφνικά τα θυμήθηκε όλα. Τον έρωτα που είχαν κάνει με τον Καλ στην κρεβατοκάμαρά του, την απελπισμένη φυγή της, τον εφιάλτη του νεκρού ορειβάτη που ήταν ο άντρας που αγαπούσε κι ύστερα τον έρωτα που είχαν κάνει για δεύτερη φορά, τον υπέροχο, ονειρεμένο έρωτα. Μόλις λίγες ώρες πριν, είχε ορκιστεί να μην ξεκινήσει μια σχέση με τον Καλ. Και τώρα ξυπνούσε στην αγκαλιά του. Ο Καλ ήταν ένας υπέροχος εραστής, παθιασμένος και απόλυτα αφοσιωμένος. Ποτέ της δεν είχε νιώσει τόση διέγερση, τέτοια ικανοποίηση. Μόνο που όλα είχαν τελειώσει. Η Λένι θα επέστρεφε εκείνο το πρωί, και δυο μέρες μετά η Τζοάνα θα έμπαινε στο αεροπλάνο και θα πετούσε για το Λονδίνο. Σε λίγες μέρες θ’ αναρωτιόταν αν τα είχε ονειρευτεί όλα αυτά. Οι βλεφαρίδες της πετάρισαν. Και πάλι δεν είχαν χρησιμοποιήσει προφυλακτικό. Και βρισκόταν – το είχε δει πριν φύγει από το σπίτι της– στις πιο γόνιμες μέρες του κύκλου της. Ίσως να είχε μείνει έγκυος. Η πιθανότητα αυτή έφερε έναν καταιγισμό συναισθημάτων, κόβοντάς της την ανάσα. Ελπίδα, σαν τη λιακάδα μετά την καταιγίδα, χαρά, σαν τη στιγμή που ένα ρόδο ανοίγει τα πέταλά του, αλλά και απελπισία, γιατί ήξερε ότι ο πατέρας του παιδιού της δε θα την αγαπούσε ποτέ. Δε θ’ άφηνε τον εαυτό του να την αγαπήσει. Έδιωξε με δυσκολία όλα τα συναισθήματα από μέσα της. Δεν μπορούσε να τα νιώθει. Όχι εκείνη τη μέρα, που θα την περνούσε με τον Καλ και τη Λένι. Εξάλλου, το πιθανότερο ήταν να μην είχε μείνει έγκυος. Ανασηκώθηκε προσεκτικά και κοίταξε το ρολόι δίπλα στο κρεβάτι. Οχτώ και σαράντα πέντε. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της ξαφνιασμένη και ξανακοίταξε. Οκτώ και σαράντα έξι. Η Λένι θα ερχόταν στο ξενοδοχείο στις εννέα. Βογκώντας με τρόμο, σηκώθηκε από το κρεβάτι. Μέσα στον ύπνο του ο Καλ γύρισε, ψάχνοντάς τη. Ύστερα άνοιξε τα μάτια του. «Τζοάνα;» είπε νυσταγμένα. «Έλα στο κρεβάτι». «Είναι εννέα παρά τέταρτο! Όπου να ’ναι θα έρθει η Λένι». Εκείνος ανασηκώθηκε στον έναν του αγκώνα, περνώντας το χέρι του στα μαλλιά του. «Αστειεύεσαι; Ποτέ δεν κοιμάμαι μετά τις εφτά». «Να που τώρα κοιμήθηκες. Πάω να κάνω ένα ντους». Η Τζοάνα μπήκε στο μπάνιο και κλείδωσε την πόρτα. Μετά από ένα ντους αστραπή, ξαναγύρισε στην κρεβατοκάμαρα –που ευτυχώς ήταν άδεια– και φόρεσε μια άνετη τουνίκ κι ένα φαρδύ παντελόνι, που έκρυβε το γδαρμένο γόνατό της. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα σ’ ένα χαμηλό κότσο στον αυχένα της. Φόρεσε ένα ζευγάρι μεγάλα ροζ και κόκκινα σκουλαρίκια, ελπίζοντας να τραβήξει τα βλέμματα από τις σκιές κάτω απ’ τα μάτια της. Ούτε μια φορά δεν κοίταξε προς το κρεβάτι. Τα σανδάλια της ήταν στο καθιστικό. Τα φόρεσε κι έκανε ένα ελαφρύ μακιγιάζ, ακούγοντας τον ήχο της ξυριστικής μηχανής του Καλ. «Θα συναντηθούμε στην τραπεζαρία», του φώναξε κι έτρεξε στο ασανσέρ. Όταν η Λένι εμφανίστηκε στην είσοδο της κομψής τραπεζαρίας που έβλεπε στο μαγευτικό Μάτερχορν, η Τζοάνα διάβαζε ήρεμα ένα βιβλίο. «Όπου να ’ναι κατεβαίνει κι ο πατέρας σου», της είπε, καθώς το κορίτσι κάθισε απέναντί της. «Πέρασες καλά με την Τζαν;»


Ξαφνικά είδε τον Καλ να πλησιάζει στο τραπέζι τους. Πίεσε τον εαυτό της να φερθεί σαν φίλη κι όχι σαν τη γυναίκα που είχε περάσει ολόκληρη τη νύχτα μέσα στην αγκαλιά του. Εκείνος αγκάλιασε την κόρη του και χαμογέλασε στην Τζοάνα, σαν να ήταν πράγματι μια απλή φίλη. «Πεθαίνω της πείνας. Έχεις φάει, Λένι;» Κατά κάποιον τρόπο η συμπεριφορά αυτή καθόρισε το ύφος των επόμενων τριών ημερών. Ήταν πολύ δύσκολο για την Τζοάνα να βλέπει μια αδιάφορη συμπεριφορά από μέρους του. Πάντως έμεινε κοντά στη Λένι, η οποία, όχι και πολύ διακριτικά, προσπαθούσε να τους αφήνει μόνους. Ο Καλ χαμογελούσε με τον αέρα ενός ανθρώπου που περνούσε χαρούμενες διακοπές με την αγαπημένη του κόρη και μια γυναικεία συντροφιά. Κάθε βουνό θύμιζε σκληρά στην Τζοάνα αυτό που δεν μπορούσε να έχει. Εκείνο το βράδυ έμειναν σ’ ένα όμορφο σαλέ και το επόμενο πρωί έφυγαν για το Μοντρέ. Το μεσημέρι έφαγαν στην όχθη της λίμνης της Γενεύης, στο όμορφο αίθριο ενός εστιατορίου με ροζ καμέλιες και φοίνικες. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής μέχρι τη Βέρνη, ο Καλ οδηγούσε γρήγορα. Στη Βέρνη έμειναν σ’ ένα πανέμορφο παλιό ξενοδοχείο. Όταν τελείωσαν το δείπνο τους, η Τζοάνα χασμουρήθηκε. «Πάω να ξαπλώσω», είπε χαμογελώντας. «Θα τα πούμε το πρωί». Έτρεξε επάνω, μπήκε στο δωμάτιό της κι έπεσε στο κρεβάτι. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να κρατήσει σε απόσταση τον Καλ άλλη μια μέρα. Μετά θα ήταν ασφαλής. Ούτως ή άλλως, όμως, δε θα ήταν διόλου δύσκολο να το καταφέρει, αφού κι ο ίδιος δεν έκανε καμιά προσπάθεια να μείνουν μόνοι. Κέρδιζε χρόνο; Ήταν τόσο προσεκτικός με την κόρη του, ώστε δεν ήθελε να της δημιουργήσει την παραμικρή υπόνοια ότι ήταν μπλεγμένος με την Τζοάνα; Ή είχε απλά χάσει το ενδια-φέρον του γι’ αυτήν; Ίσως να είμαι κι εγώ σαν το Μάτερχορν, σκέφτηκε μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά, στο οποίο ανέβηκε μόνο μια φορά και μετά έχασε το ενδιαφέρον του. Κοιμήθηκε βαριά και σηκώθηκε νωρίς. Πριν ακόμα ξυπνήσει η Λένι, έκανε μια βόλτα μόνη στην παλιά πόλη και ξαναγύρισε για πρωινό στο ξενοδοχείο. Βρήκε τον Καλ μόνο στην τραπεζαρία. Προετοιμάζοντας τον εαυτό της, πήγε κοντά του. Εκείνος την κοίταξε σοβαρός. «Η Λένι κατεβαίνει όπου να ’ναι», της είπε. «Τις τελευταίες μέρες σκόπιμα κρατώ μια απόσταση ανάμεσά μας, Τζοάνα. Θεωρώ ότι είναι ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση τώρα που είναι μαζί μας η Λένι, αφού δεν μπορούμε να κοιμηθούμε μαζί. Μόλις όμως τελειώσεις με τη δουλειά σου, θέλω να έρθεις να μας βρεις στο Βερμόντ. Θα μάθεις το μέρος και θα ζήσεις και μέσα στο σπίτι». «Μ’ αγαπάς, Καλ;» τον ρώτησε ξαφνικά εκείνη. Το πιγούνι του σφίχτηκε. «Σου έχω πει την άποψή μου για την αγάπη. Δεν κρατάει». «Δηλαδή η απάντηση είναι όχι... Δεν πρόκειται να έρθω στο Βερμόντ». «Εσύ μ’ αγαπάς;» Έπρεπε να το είχε προβλέψει. «Έχω κι εγώ μάθει ότι η αγάπη δεν αποτελεί εγγύηση για την ευτυχία», είπε η Τζοάνα, επιλέγοντας προσεκτικά τα λόγια της. «Κι αν είσαι έγκυος;» «Αμφιβάλλω». «Απάντησε στην ερώτησή μου, Τζοάνα». «Θα τα καταφέρω». Οργή σκοτείνιασε τα μάτια του Καλ. «Θα τα καταφέρεις», επανέλαβε άγρια. «Ξέρεις, εδώ δε μιλάμε μόνο για το δικό σου παιδί, αλλά και για το δικό μου». «Αυτό ίσως έπρεπε να το έχεις σκεφτεί πριν μου κάνεις έρωτα».


«Είπες ότι δεν ήταν στημένο!» «Σωστά. Ήσουν κι εσύ εκεί, ξέρεις πώς έγινε». Ο Καλ την έπιασε άγρια από τον καρπό. «Αν έχεις μείνει έγκυος, πρέπει να μου το πεις». «Με πονάς. Άφησέ με!» Με μια απότομη κίνηση, ο Καλ άφησε το χέρι της να πέσει ξανά πάνω στο τραπέζι. «Θα με ενημερώσεις, Τζοάνα». «Εντάξει, θα σε ενημερώσω», του πέταξε εκείνη. Εκείνος έγειρε πίσω στην καρέκλα του. «Χαμογέλασε», της είπε σαρκαστικά. «Έρχεται η Λένι». «Απορώ πώς δε σ’ έχει σπρώξει κανένας ακόμα από καμιά πλαγιά». «Θα φροντίσω να μη σε πάρω ποτέ μαζί μου στα βουνά», απάντησε ο Καλ μ’ ένα χαλαρό χαμόγελο στα χείλη. «Γεια σου, μωρό μου», πρόσθεσε στη Λένι. «Πώς κοιμήθηκες;» Η Λένι χαμογέλασε στην Τζοάνα. «Μετά το δείπνο ο μπαμπάς με πήγε για παγωτό στο ποτάμι χτες. Είδαμε όλα εκείνα τα καταπληκτικά ρολόγια με τις αρκούδες. Έπρεπε να είχες έρθει κι εσύ μαζί μας». Η Τζοάνα απάντησε κάτι αόριστο κι έχωσε το πρόσωπό της στον κατάλογο. Εφτά ώρες έμειναν ακόμα, σκέφτηκε. Μετά θα έφευγε για το Λονδίνο, απ’ όπου θα έπαιρνε την πτήση της για την Αμερική. Για το σπίτι της. Οι εφτά εκείνες ώρες που ξεκίνησαν από τη Βέρνη και κατέληξαν στη Ζυρίχη έμειναν χαραγμένες ολοκάθαρα στη μνήμη της. Δεν είχε όρεξη για τίποτα, ούτε καν για φαγητό. Και μόνο που έβλεπε τον Καλ πονούσε, και η καρδιά της γέμιζε οδύνη. Ήταν όμως σίγουρη ότι έκανε το σωστό. Καλύτερα ένα ξεκάθαρο τέλος τώρα παρά η συνέχιση μιας σχέσης που ήταν καταδικασμένη να είναι μονόπλευρη. Βγήκαν από τη Ζυρίχη και κατευθύνθηκαν προς το αεροδρόμιο. «Γεια σου, Τζοάνα», της είπε η Λένι μόλις έγινε ο έλεγχος του εισιτηρίου της. «Θα χαρώ να σε ξαναδώ. Έλα να μας επισκεφτείς σύντομα». Η Τζοάνα φίλησε το κορίτσι στο μάγουλο. «Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα, Λένι», είπε. «Καλή τύχη στο γράψιμό σου». Η Λένι όμως ήταν τόσο επίμονη όσο κι ο πατέρας της. «Δώσε στον μπαμπά τη διεύθυνσή σου, για να σου στείλω μερικά ποιήματά μου, εντάξει;» «Εντάξει», είπε αδύναμα η Τζοάνα. «Πάω να πάρω ένα περιοδικό, μπαμπά. Θα είμαι σ’ εκείνο το κιόσκι», είπε η Λένι στον Καλ. Αυτό που η Τζοάνα ήλπιζε να μη συμβεί συνέβη. Είχε μείνει μόνη με τον Καλ. «Έχω τη θυρίδα 183 στο Χάρκορτ», του είπε βεβιασμένα. «Κι εγώ τον αριθμό του τηλεφώνου σου», είπε εκείνος κι ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της, που εκείνη τα ένιωσε ξαφνικά σαν ασήκωτο βάρος. «Γίνε γυναίκα μου, Τζοάνα». Η Τζοάνα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν πρόκειται να σ’ αφήσω», επέμεινε ο Καλ. «Πρέπει». «Θα σου τηλεφωνήσω σ’ ένα μήνα, να μάθω αν είσαι έγκυος. Η Λένι σε συμπαθεί πραγματικά, το ξέρεις αυτό». «Σε παρακαλώ, μη χρησιμοποιήσεις τη Λένι σαν όπλο... Αν νιώθεις κάτι για μένα, άσε με να φύγω», είπε η Τζοάνα, με τα μάτια της καρφωμένα στα κουμπιά του πουκαμίσου του. «Α, ναι. Νιώθω κάτι για σένα».


Η έκφρασή του δεν ήταν έκφραση αγάπης, ήταν περισσότερο έκφραση μίσους. Η Τζοάνα ρίγησε. «Πρέπει να περάσω από τον έλεγχο», είπε με φωνή ραγισμένη. «Θέλω να πάρω μερικά μπουκάλια ελβετικό κρασί από τα αφορολόγητα». Ο Καλ έριξε πάνω από τον ώμο του μια ματιά στη Λένι, που διάβαζε ένα περιοδικό με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος τους. Χωρίς να το σκεφτεί, πήρε την Τζοάνα στην αγκαλιά του και τη φίλησε με πάθος. Για μια στιγμή εκείνη έμεινε εμβρόντητη, αλλά μετά αντέδρασε ανταποδίδοντάς του το φιλί με όλη τη δυστυχία και τον εκνευρισμό που ένιωθε. Ξαφνικά όμως τα αισθήματα αυτά μετατράπηκαν σε πόθο, έναν πόθο στον οποίο δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί. Λιώνοντας στην αγκαλιά του, τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ το λαιμό του και παραδόθηκε στις αισθήσεις της. Ο Καλ την έσπρωξε απότομα και την κοίταξε επίμονα. «Τρέφεις αισθήματα για μένα. Μην μπεις στον κόπο να το αρνηθείς. Θα είμαστε σε επαφή», είπε και, κάνοντας μεταβολή, προχώρησε προς το κιόσκι. Η Τζοάνα πήρε την κάρτα επιβίβασης και το διαβατήριό της στα χέρια της και, ακολουθώντας τις πινακίδες, κατευθύνθηκε προς τον έλεγχο. Τουλάχιστον γυρνούσε σπίτι της. Εκεί όπου ανήκε.


Κεφάλαιο 13

Ήταν αρχές του Αυγούστου, αλλά μία από κείνες τις μέρες που έκαναν τη λέξη καλοκαίρι να χάνει το νόημά της. Η Τζοάνα βγήκε από το ιατρείο και πήρε τον κεντρικό δρόμο του Χάρκορτ με το κεφάλι σκυμμένο κόντρα στον άνεμο και τη βροχή. Είχε σχεδιάσει το ραντεβού έτσι ώστε, ό,τι κι αν μάθαινε, να μην ήταν αναγκασμένη να ξαναγυρίσει στη σχολή και ν’ αντιμετωπίσει τους μαθητές και τους συναδέλφους της. Το μόνο που είχε πλέον να κάνει ήταν να πάρει το ποδήλατό της από το πάρκινγκ, όπου το είχε κλειδώσει σε μια μπάρα για ποδήλατα, και να πάει σπίτι της. Ο καιρός ταίριαζε απόλυτα με τη διάθεσή της. Οι τελευταίες εβδομάδες ήταν οι χειρότερες της ζωής της. Χειρότερες κι από τον προηγούμενο Οκτώβριο, που είχε αποβάλει. Χειρότερες κι από κείνο το μακρινό καλοκαίρι που είχε ανακαλύψει ότι ο Γκούσταβ όχι μόνο δεν είχε πρόθεση να της είναι πιστός, αλλά ούτε και να της χαρίσει ένα παιδί. Της έλειπε ο Καλ. Η απουσία του την πονούσε σαν ανοιχτή πληγή κάθε ώρα της ημέρας. Όχι ότι άφηνε να φαίνεται κάτι τέτοιο, δηλαδή. Αντίθετα, έκανε τα μαθήματά της, έβλεπε τη Σάλι και την Νταϊάν, έκανε ψώνια, πήγαινε στον κινηματογράφο, δούλευε στον κήπο της. Σαν να ήταν όλα φυσιολογικά. Μόνο που τίποτα εκείνες τις μέρες –και τις νύχτες– δεν ήταν φυσιολογικό. Ούτε και τώρα που ο Καλ είχε σταματήσει επιτέλους να της τηλεφωνεί. Την πρώτη βδομάδα που είχε γυρίσει από την Ελβετία, είχε ακούσει τρεις φορές τη φωνή του όταν είχε σηκώσει το τηλέφωνο. Τον είχε όμως απειλήσει ότι θα έκανε το νούμερό της απόρρητο και τα τηλεφωνήματα είχαν σταματήσει. Αλλά τώρα έπρεπε να του τηλεφωνήσει εκείνη. Τα χερούλια του ποδηλάτου ήταν βρεγμένα. Το ξεκλείδωσε, ανέβηκε και βγήκε στο δρόμο. Ο ήχος από τις ρόδες που κυλούσαν στην άσφαλτο είχε μια παράξενα καταπραϋντική επίδραση πάνω της. Έπρεπε να προσέχει τις λακκούβες και την κίνηση. Ευτυχώς, γιατί έτσι θ’ απασχολούσε το μυαλό της. Και τη μέρα που είχε πάει ο Καλ στο Χάρκορτ έβρεχε. Ήταν εκείνη η μέρα που την είχε φιλήσει κάτω απ’ τη μηλιά, μπροστά στους μαθητές της. Ο Καλ. Ο πατέρας του παιδιού της. Γιατί ήταν έγκυος, φυσικά. Το είχε καταλάβει τις τελευταίες τρεις εβδομάδες, και η επίσκεψη που είχε κάνει στο γιατρό νωρίτερα το είχε επιβεβαιώσει. Επιτέλους, θα πραγματοποιούσε την επιθυμία της να γίνει μητέρα. Πού ήταν λοιπόν η χαρά; Δεν είχε αποκτήσει αυτό για το οποίο είχε πάει στην Ελβετία; Πήρε το χωματόδρομο. Τα φύλλα που έπεφταν από τα δέντρα στροβιλίζονταν στον αέρα και ο ουρανός ήταν σκοτεινός. Πηγαίνοντας στην Ελβετία, σκόπευε μόνο να μείνει έγκυος, όχι και να ερωτευτεί τον Καλ. Ή μήπως ήταν ήδη ερωτευμένη μαζί του νωρίτερα και δεν το είχε συνειδητοποιήσει, αγνοώντας όλα τα σημάδια; Όπως κι αν ήταν, δεν είχε πια καμιά σημασία. Ο Καλ της είχε πει ότι έτρεφε αισθήματα γι’ αυτήν. Ερωτικά αισθήματα. Την κτητικότητα ενός ισχυρού αρσενικού. Όχι αγάπη, όμως. Δεν μπορούσε να τον παντρευτεί. Και σ’ αυτό έπρεπε να μείνει ακλόνητη όταν θα του


τηλεφωνούσε εκείνο το βράδυ. Το μικρό της σπίτι ήταν κρύο. Άναψε την ηλεκτρική θέρμανση κι έφτιαξε κάτι να φάει, αγνοώντας τη στοίβα των χαρτιών που ήταν πάνω στο γραφείο της. Ποιήματα που της είχε στείλει η Λένι. Απρόσμενα καλά ποιήματα, αν σκεφτόταν κανείς την ηλικία της και την έλλειψη εμπειρίας. Το κορίτσι είχε κλείσει το τελευταίο της γράμμα λέγοντάς της ότι ο πατέρας της πηγαινοερχόταν μέσα στο σπίτι σαν θηρίο στο κλουβί, κι ότι ήλπιζε να πήγαινε σύντομα η Τζοάνα να τους επισκεφτεί. Ένα απλοϊκό σχόλιο, που είχε κάνει την Τζοάνα να ευχηθεί να έμενε καλύτερα στα ποιήματα η Λένι, και ν’ άφηνε τα γράμματα. Ο Καλ δεν της είχε γράψει. Αλλά, από την άλλη, γιατί να το κάνει; Η ώρα πλησίαζε έξι. Μετά τις έξι η τιμολόγηση στο τηλέφωνο μειωνόταν σημαντικά. Στις έξι και δύο λεπτά η Τζοάνα σήκωσε το ακουστικό και πήρε το νούμερό του, παρακαλώντας σιωπηλά να απαντούσε εκείνος και όχι η Λένι. Από την άλλη, πάλι, ευχόταν ο Καλ να ήταν στο Κατμαντού. «Καλ Φρίμαν», άκουσε τη φωνή του να λέει σε επαγγελματικό τόνο. Η Τζοάνα πήρε βαθιά ανάσα, συνειδητοποιώντας πανικόβλητη ότι θα έπρεπε να είχε προβάρει νωρίτερα τι θα του έλεγε. «Εμπρός;» επανέλαβε ο Καλ έντονα. «Η Τζοάνα είμαι, Καλ». Ακολούθησε σιωπή. «Είσαι έγκυος;» τη ρώτησε μετά εκείνος, με μια φωνή σαν κοφτερό νυστέρι. Αναμενόμενο από έναν άντρα συνηθισμένο να μπαίνει κατευθείαν στο θέμα, σκέφτηκε εκείνη θυμωμένη. «Ναι». Κι άλλη σιωπή. Τόσο μεγάλη αυτή τη φορά, που η Τζοάνα πίστεψε ότι δε θα της απαντούσε. «Σήμερα το έμαθα». «Έρχομαι να σε δω». «Όχι. Όχι, δεν πρέπει». «Τζοάνα, είμαι ο πατέρας του παιδιού σου. Πρέπει να μιλήσουμε για το μέλλον. Πότε θα παντρευτούμε». Η παλάμη της ίδρωσε πάνω στο τηλέφωνο. «Δεν πρόκειται να παντρευτούμε, Καλ». «Δεν πρόκειται το δικό μου παιδί να είναι νόθο». «Το δεύτερο μυθιστόρημά μου έγινε την περασμένη βδομάδα δεκτό από έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο στη Νέα Υόρκη. Η προκαταβολή που μου δίνουν είναι εξαψήφια. Δε χρειάζομαι τα λεφτά σου, Καλ». «Θα πρέπει μάλλον να σε συγχαρώ και για τα δύο», είπε βλοσυρός εκείνος. «Από τη μια πέτυχες το σκοπό σου στην Ελβετία κι απ’ την άλλη έχεις ξεκινήσει μια πολύ προσοδοφόρα καριέρα. Συγχώρεσέ με, όμως, αλλά δε νιώθω καμιά διάθεση να σου πω συγχαρητήρια». Ανασαίνοντας βαριά, ο Καλ συνέχισε: «Εντάξει, ας αφήσουμε τα λεφτά. Νομίζεις ότι θα δεχτώ ποτέ ο γιος μου ή η κόρη μου να γεννηθούν και να μεγαλώσουν σαν νόθα; Ξέρεις πόσο σκληρά μπορούν να γίνουν τα παιδιά στο σχολείο; Αυτό θέλεις για το δικό σου παιδί;» «Όχι βέβαια». Το μυαλό της Τζοάνα για μια στιγμή σταμάτησε. «Ήξερες ότι ήθελα να μείνω έγκυος. Δεν έπρεπε να μου έχεις κάνει έρωτα». «Νομίζεις πως είχα άλλη επιλογή;» Η Τζοάνα ήξερε πολύ καλά τι εννοούσε. «Ούτε τη δεύτερη φορά χρησιμοποιήσαμε προφυλακτικό». «Σου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό ότι το σκέφτηκα, μεν, αλλά ήμουν τόσο ανόητος ώστε να πιστεύω πως θα με παντρευόσουν αν έμενες έγκυος;» Όχι, δεν της είχε περάσει απ’ το μυαλό. «Ναι, πολύ ανόητο από μέρους σου».


«Μόλις κλείσω το τηλέφωνο, θα κρατήσω θέση σε μια πτήση και αύριο θα είμαι εκεί». «Δε θέλω να σε δω, Καλ! Ούτε αύριο ούτε την άλλη βδομάδα ούτε τον άλλο χρόνο. Θέλω να μεγαλώσω μόνη μου το παιδί μου, τελεία και παύλα». «Μόνο που δεν είναι αυτό που θέλω εγώ». «Αν έρθεις εδώ, θα μετακομίσω στις φίλες μου ή θα καλέσω την αστυνομία, να το ξέρεις». «Με μισείς, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε ο Καλ με μια φωνή άδεια από κάθε συναίσθημα. «Έχεις δίκιο, είμαι ανόητος. Μου πήρε πολύ για να το καταλάβω. Πες μου, αλήθεια, τι είν’ όλα αυτά; Μια γελοία εκδίκηση για τον Γκούσταβ;» «Δε δέχομαι να παίξω αυτό το παιχνίδι». «Τότε τι παιχνίδι παίζεις;» «Είναι δικό σου το πρόβλημα, Καλ... Δε θες ν’ ακούς τη λέξη “όχι”. Ε, λοιπόν, όχι, δε θέλω να σε δω. Όχι, δε θέλω τα λεφτά σου. Όχι, δε θέλω να σε παντρευτώ». «Θέλεις όμως το παιδί μου». «Ήθελα ν’ αποκτήσω παιδί από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου». «Ένα παιδί. Οποιοδήποτε παιδί θα σου ’κανε. Ευχαριστώ πολύ, μου έφτιαξες τη μέρα». «Ω, σταμάτα!» φώναξε η Τζοάνα. «Δηλητηριάζεις τα πάντα. Δεν πρόκειται να σε παντρευτώ!» Ξανά σιωπή. «Αυτή είναι η τελευταία σου λέξη;» «Ναι», του απάντησε. Πώς ήταν δυνατόν μια τόσο μικρή λέξη να την κάνει να νιώθει τόσο άθλια; «Σ’ αυτή την περίπτωση, θα μιλήσω απόψε στη Λένι», της πέταξε ο Καλ, «και θα της πω ότι δε θέλω να συνεχίσει να επικοινωνεί μαζί σου. Ούτε κι εσύ να έρθεις ποτέ ξανά σε επαφή μαζί της. Άκουσες τι σου είπα;» Τι περίμενε; Να κόψει κάθε επαφή με τον Καλ, αλλά να συνεχίσει να επικοινωνεί με τη Λένι; Και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο; «Πολύ καλά», είπε η Τζοάνα. «Αντίο, Τζοάνα». Η σύνδεση κόπηκε μ’ ένα τελεσίδικο κλικ. Η Τζοάνα κατέβασε το ακουστικό σαν να ήταν αναμμένο κάρβουνο, κι έπεσε στην κοντινότερη καρέκλα καρφώνοντας το βλέμμα της στον τοίχο απέναντι, χωρίς να βλέπει τίποτα στην πραγματικότητα. * Μια ώρα αργότερα, το τηλέφωνο χτύπησε ξανά στο σπίτι του Καλ. Εκείνος το σήκωσε απότομα, σίγουρος πως ήταν εκείνη, που είχε αλλάξει γνώμη. Η καρδιά του χτυπούσε σαν να είχε τρέξει σε αγώνα δρόμου. «Τζοάνα;» «Καλ; Ο παλιός σου φίλος, ο Λούντο Γκάλικερ είμαι. Και σε παίρνω από το Γκρίντελβαλτ». Δεν ήταν η Τζοάνα. Φυσικά. Η Τζοάνα δεν ήταν από τις γυναίκες που θα έλεγαν ότι δε θέλουν να τον ξαναδούν και μετά από μία ώρα θα σήκωναν ξανά το τηλέφωνο να τον πάρουν. «Λούντο», είπε προσπαθώντας να συγκεντρωθεί. «Τι κάνεις;» «Καλά είμαι, ευχαριστώ», απάντησε ο Λούντο, με τη συνηθισμένη του τυπικότητα όταν μιλούσε στο τηλέφωνο. «Σκέφτηκα να επικοινωνήσω μαζί σου, για την περίπτωση που δε θα έχεις ακούσει για τον Τόνι Μέισον». Ο Τόνι ήταν με τον Καλ στην αποστολή του Έβερεστ και του Κονγκούρ. Ήταν ένας έμπειρος και ικανός ορειβάτης, του οποίου οι ιστορίες τούς είχαν πολλές φορές διασκεδάσει στις κατασκηνώσεις, ψηλά στις χαράδρες των βουνών. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε, με την ανησυχία να τεντώνει τα νεύρα


του. «Σκοτώθηκε από μια χιονοστιβάδα στο Μπράμα. Το έμαθα επειδή ήταν ο ανιψιός μου σ’ αυτή την αποστολή». Ο Λούντο συνέχισε, αναφέροντας κάποια τεχνικά χαρακτηριστικά της περιοχής. «Λυπάμαι πολύ», είπε ο Καλ. «Ήταν καταπληκτικός άνθρωπος και πολύ καλός ορειβάτης». «Οι καλοί ορειβάτες πεθαίνουν, οι κακοί επιβιώνουν. Μερικές φορές είναι απλώς θέμα τύχης. Να βρεθείς στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Και τότε, όση ικανότητα κι αν έχεις, τίποτα δεν μπορεί να σε σώσει», είπε ο Λούντο. «Γι’ αυτό έχω σταματήσει σχεδόν τις αναβάσεις πια. Της θεάς Τύχης δεν της αρέσει να την πιέζουν». Ο Καλ ήξερε ότι αυτό ήταν μεγάλη αλήθεια. Σε πολλές αποστολές που είχε πάρει μέρος, η τύχη είχε εγκαταλείψει αρκετούς ορειβάτες, ανθρώπους με σεβαστή πείρα και ικανότητα. «Ευχαριστώ που πήρες να μου το πεις», είπε βαριά. Ακολούθησε σιωπή για λίγο. «Αν μου επιτρέπεις να ρωτήσω», είπε μετά ο Λούντο, «σε συγχώρησε η Τζοάνα Στράσεν;» «Της ζήτησα να με παντρευτεί. Και δε δέχτηκε». «Α... ώστε οι πληγές από τον Γκούσταβ είναι πολύ βαθιές. Δεν εκπλήσσομαι», είπε ο Λούντο. «Πάντως άξιζε τον κόπο», συμπλήρωσε. «Εξάλλου, δεν είναι και το τέλος του κόσμου. Υπάρχουν εκατομμύρια γυναίκες». Μόνο που ο Καλ δεν ήθελε άλλη γυναίκα. «Ναι, βέβαια», είπε απλά. «Πώς πάει η αρθρίτιδά σου;» Μίλησαν λίγα λεπτά ακόμα κι ύστερα ο Καλ έκλεισε το τηλέφωνο. Αυτόν η θεά Τύχη τον είχε εγκαταλείψει εκείνη τη μέρα. Ήταν σίγουρος ότι η Τζοάνα θα τον παντρευόταν αν έμενε έγκυος. Αλλά είχε κάνει λάθος. Ίσως να είχε κάνει γενικά λάθος γι’ αυτήν. Ίσως να τον είχε χρησιμοποιήσει για να πετύχει το σκοπό της και, τώρα που είχε αποκτήσει αυτό που ήθελε, να της ήταν πλέον άχρηστος. Όταν είχε πρωτογνωρίσει τη Σουζάν, δεν είχε καταλάβει ποια ήταν στην πραγματικότητα. Σαν να είχε τυφλωθεί. Αλλά με τη Σουζάν ήταν ερωτευμένος, ενώ με την Τζοάνα όχι. Άκουσε ένα αυτοκίνητο να σταματά στον χαλικόστρωτο ιδιωτικό δρόμο του σπιτιού. Ήταν η Λένι, που επέστρεφε από την προπόνηση για την επίδειξη ιππασίας που θα γινόταν την άλλη βδομάδα. «Μπαμπά;» του φώναξε χαρούμενη. «Μάντεψε!» Σε λίγο η Λένι θα έχει έναν ετεροθαλή αδερφό ή αδερφή, σκέφτηκε ο Καλ. Δεν μπορούσε να της το πει, όμως. Ούτε τώρα ούτε ποτέ. «Στο γραφείο μου είμαι», της φώναξε. Το κορίτσι όρμησε μέσα με τα μάγουλα ξαναμμένα. «Πήδηξα δυο φορές με τη Λάρα πάνω από τη λακκούβα με το νερό και τα πήγε θαυμάσια. Μετά περάσαμε εμπόδια μέχρι 1,40». «Υπέροχα», είπε ο Καλ. «Σήμερα πήρα γράμμα κι από την Τζοάνα, με κριτική για τα ποιήματά μου. Λέει ότι μερικά είναι πολύ καλά». Σταματώντας, η Λένι αναστέναξε ευτυχισμένη. «Τι όμορφη μέρα». Καλύτερα να της μιλούσε εκείνη τη στιγμή. Ποιο το όφελος να το καθυστερήσει; «Λένι, πρέπει να σου πω κάτι». Το χαμόγελο της Λένι έσβησε. «Δε μου φαίνεσαι πολύ καλά. Τι συμβαίνει;» «Θα προτιμούσα να σταματήσεις την επικοινωνία με την Τζοάνα. Το ίδιο είπα και σ’ εκείνη». «Γιατί;» ρώτησε σαστισμένο το κορίτσι. «Ήλπιζα ότι θα με παντρευόταν, αλλά αρνήθηκε», απάντησε ο Καλ, προσπαθώντας να σβήσει κάθε ίχνος συναισθήματος από τον τόνο της φωνής του. «Γι’ αυτό, θεωρώ ότι είναι καλύτερα να


σταματήσουμε κάθε επικοινωνία». «Επειδή είσαι ορειβάτης... Γι’ αυτό δε θέλει να σε παντρευτεί», είπε η Λένι. «Δε μ’ αγαπάει», απάντησε αυθόρμητα ο Καλ, μετανιώνοντας αμέσως για τα λόγια του. Αγάπη. Δεν πίστευε στην αγάπη. Εκτός από την αγάπη του για τη Λένι, φυσικά. «Φοβάται. Ο άντρας της ήταν κι εκείνος ορειβάτης και σκοτώθηκε στην Αναπούρνα. Μου το είπε η ίδια. Αν σταματούσες ν’ ανεβαίνεις στα βουνά, είμαι σίγουρη ότι θα το ξανασκεφτόταν. Της αρέσεις, είμαι σίγουρη». «Δε νομίζω ότι είναι τόσο απλό». «Γιατί δε σταματάς την ορειβασία;» είπε η Λένι ξαφνικά. «Έχεις ανέβει σ’ όλες τις σημαντικές κορυφές». «Μόλις πριν από λίγο μου τηλεφώνησε ο Λούντο και μου είπε ότι ένας σύντροφος ορειβάτης σκοτώθηκε από μια χιονοστιβάδα στο Μπράμα, πριν από δυο μέρες», είπε ο Καλ διστακτικά. «Ω!» Το πρόσωπο της Λένι έγινε ξαφνικά ανέκφραστο. «Κι εσύ πότε θα ξαναφύγεις, μπαμπά;» Σύντομα. Όσο πιο σύντομα γινόταν. «Δεν ξέρω. Δεν έχω...» «Μακάρι να τα παρατούσες, μπαμπά», είπε ξαφνικά η Λένι. «Λένι; Πράγματι είπες αυτό που άκουσα;» «Πάντα ήθελα να σου πω να τα παρατήσεις!» «Αλήθεια; Δεν το είπες όμως ποτέ». «Είναι αυτό που είπε η Τζοάνα», συνέχισε το κορίτσι με φωνή βεβιασμένη. «Φοβάσαι να σηκώσεις το ακουστικό κάθε φορά που χτυπάει, ξέροντας ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν ανεβαίνουν στα βουνά. Αυτό δεν έπαθε κι ο φίλος σου;» «Ναι... αλλά, Λένι...» Το πιγούνι του κοριτσιού σφίχτηκε πεισματικά. «Πάντως, εγώ δε θέλω να πάψω να γράφω στην Τζοάνα! Τη συμπαθώ και ξέρω ότι κι εκείνη συμπαθεί εσένα. Αν σταματούσες τις ορειβασίες, είμαι σίγουρη ότι θα σε παντρευόταν». «Λένι, δε μ’ αρέσει να βάζω βέτο και το ξέρεις. Αλλά αυτή τη φορά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Δε θέλω να συνεχίσεις την επικοινωνία με την Τζοάνα». Τα γκρίζα μάτια της Λένι γέμισαν δάκρυα. «Συνέχισε, λοιπόν, να ανεβαίνεις στα ανόητα βουνά σου! Δε με νοιάζει!» Μετά απ’ αυτό το ασυνήθιστο παιδιάστικο ξέσπασμα, η Λένι έκανε μεταβολή κι έφυγε τρέχοντας από το δωμάτιο. Λίγες στιγμές αργότερα, ο Καλ άκουσε την πόρτα της κρεβατοκάμαράς της να βροντά. Πώς μπορούσε να σταματήσει την ορειβασία; Κι αν η Λένι δεν υπάκουγε και μάθαινε με κάποιον τρόπο για την εγκυμοσύνη της Τζοάνα; Την εγκυμοσύνη για την οποία ήταν τουλάχιστον κατά το ήμισυ υπεύθυνος κι εκείνος; Τι θα έκανε τότε; Πόσο μετάνιωνε για κείνη τη μέρα που είχε σταματήσει μέσα στη χιονοθύελλα για να σώσει μια ξένη. Μια γυναίκα που είχε αναστατώσει τη ζωή του. Μια γυναίκα που δεν ήθελε να είναι μαζί του, έστω κι αν εκείνος ήταν ο πατέρας του παιδιού της. Θα περνούσε το υπόλοιπο της ζωής του κυνηγώντας μια όμορφη γυναίκα με μαύρα μαλλιά, που είχε ένα σωρό αναστολές και ενδοιασμούς για την αγάπη, τα παιδιά και τα βουνά; Εξάλλου, δεν είναι και το τέλος του κόσμου, υπάρχουν εκατομμύρια γυναίκες... Είχε δίκιο ο Λούντο;


Κεφάλαιο 14

Ο Αύγουστος προχωρούσε, πιο ζεστός και πιο υγρός. Σωματικά η Τζοάνα αισθανόταν πολύ καλά, αλλά συναισθηματικά ήταν ράκος. Το τελευταίο το κρατούσε για τον εαυτό της, βέβαια, όσο καλύτερα μπορούσε. Το προηγούμενο βράδυ, τρώγοντας πατατάκια με σος, είχε μιλήσει στη Σάλι και την Νταϊάν για την εγκυμοσύνη της, σίγουρη ότι θα υποστήριζαν την απόφασή της να μεγαλώσει το παιδί της μόνη. Κάτι που καμιά τους δεν έκανε. Το αντίθετο. Διαφώνησαν μαζί της σε πολύ έντονο ύφος. Αργότερα η Τζοάνα είχε κοιμηθεί πολύ άσχημα και είχε ξυπνήσει από ένα όνειρο στο οποίο ήταν μέσα στην αγκαλιά του Καλ. Το κρεβάτι της όμως ήταν άδειο και η καρδιά της γεμάτη πόνο. Πέντε το απόγευμα. Την προηγούμενη μέρα είχαν τελειώσει τα καλοκαιρινά μαθήματα. Είχε ξεχορταριάσει τον κήπο, είχε περιποιηθεί τους θάμνους, είχε λαδώσει το ποδήλατό της και είχε σκουπίσει όλο το σπίτι. Η επιταγή της προκαταβολής θα ερχόταν σε δεκαπέντε μέρες, άρα δεν μπορούσε να πάει για ψώνια. Κι ακόμα είχε άλλες τέσσερις ώρες μέχρι να έρθει η στιγμή να ξαπλώσει στο κρεβάτι της. Ξαφνικά τέντωσε τ’ αυτιά της. Αφουγκράστηκε. Κάποιος πλησίαζε; Τα νεύρα της τεντώθηκαν από τρόμο. Κι αν ήταν ο Καλ; Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Υπήρχαν δύο αυτοκίνητα. Της Σάλι και της Νταϊάν. Δεν ήταν ο Καλ. Ποτέ πια δε θα ήταν ο Καλ. Αυτό δεν του είχε ζητήσει, εξάλλου; Κι εκείνος είχε υπακούσει, προφανώς. Δεν της είχε γράψει ούτε της είχε τηλεφωνήσει. Αν ήθελε, είχε τα λεφτά να νοικιάσει ένα ελικόπτερο –μια ντουζίνα ελικόπτερα– και να προσγειωθεί στην πίσω αυλή της. Αλλά ούτε κι αυτό είχε κάνει. Σε αντίθεση μ’ εκείνη, ο Καλ είχε συνεχίσει τη ζωή του. Ήταν πολύ πιθανό ήδη να έβγαινε με κάποια. Αυτή η σκέψη τής έφερε ξαφνικά τόση δυστυχία, που ήταν αδύνατο να την αντέξει. Η πόρτα του ενός αυτοκινήτου έκλεισε με δύναμη. Μετά και του άλλου. Η Τζοάνα βγήκε στη βεράντα. «Γεια σας», είπε, περήφανη που η φωνή της ακουγόταν ήρεμη. «Γιατί ήρθατε με δύο αυτοκίνητα;» «Θα δεις», απάντησε η Νταϊάν. «Έχεις καθόλου από κείνο το παγωμένο τσάι που φτιάχνεις;» «Έχω». Η Σάλι κάθισε σε μια από τις ψάθινες καρέκλες που υπήρχαν έξω στη βεράντα. «Κι εγώ θέλω. Με δυο φέτες λεμόνι». «Ήρθατε να μου πείτε κάτι;» ρώτησε η Τζοάνα καχύποπτα. «Γιατί, αν είναι έτσι, χάνετε το χρόνο σας». «Παγωμένο τσάι», είπε η Νταϊάν. «Κουνήσου». Η Τζοάνα έκανε μια γκριμάτσα γυρνώντας τα μάτια της προς τα πάνω και πήγε στην κουζίνα. Ύστερα από λίγο κάθονταν και οι τρεις στη βεράντα, με τσάι και μπισκότα. «Σήμερα το πρωί πήρα ένα τηλεφώνημα από την αδερφή μου», είπε η Νταϊάν. «Οι τελευταίες της εξετάσεις είναι καλές και η πρόγνωση μιλάει για μια ολική σχεδόν θεραπεία». «Ω, Νταϊάν», είπε η Τζοάνα χαρούμενη, «αυτό είναι υπέροχο. Χαίρομαι πολύ. Και για κείνη και για


σένα». «Κλαίγαμε κι οι δυο σαν μωρά», παραδέχτηκε η Νταϊάν. «Ώστε της δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία», είπε η Τζοάνα, ακούγοντας τα λόγια της ν’ αντηχούν μέσα στο μυαλό της. «Ακριβώς», απάντησε η Νταϊάν. «Γι’ αυτό είμαστε εδώ». «Μόλις πιούμε το τσάι μας, Τζοάνα, η Νταϊάν θα με πάει σπίτι κι εσύ θα πάρεις το αυτοκίνητό μου και θα πας στο Βερμόντ», είπε κατηγορηματικά η Σάλι. «Τι πράγμα;» «Θα πας να βρεις τον Καλ και θα του πεις ότι δέχεσαι να τον παντρευτείς», είπε η Νταϊάν. «Αυτή είναι η δική σου δεύτερη ευκαιρία». «Δε θ’ αφήσεις μερικές κορφές να σ’ εμποδίσουν να γίνεις ευτυχισμένη», είπε η Σάλι ξανά. «Είσαι ερωτευμένη με τον Καλ και...» «Πώς το ξέρετε αυτό;» διέκοψε η Τζοάνα. «Ποτέ δεν το είπα σε καμιά από τις δυο σας». Η Νταϊάν ανασήκωσε τα κομψά τόξα των φρυδιών της. «Μα φαίνεται ολοκάθαρα. Ρίξε μια ματιά στον καθρέφτη, Τζοάνα. Έχεις γίνει ράκος». «Καθόλου!» «Ναι», είπαν μ’ ένα στόμα η Σάλι και η Νταϊάν. Προς μεγάλη της απογοήτευση, η Τζοάνα έπιασε με τα δυο της χέρια το κεφάλι της κι άρχισε να κλαίει. Έκλαψε για ώρα, με τις δυο φίλες της να τη χτυπάνε καθησυχαστικά στην πλάτη και να της μουρμουρίζουν λόγια παρηγορητικά. Μετά της έδωσαν χαρτομάντιλα για να φυσήξει τη μύτη της. «Μου λείπει πολύ!» είπε εκείνη κλαψουρίζοντας. «Το μόνο που θέλω όλη μέρα είναι να τον δω, να τον ακούσω, να τον αγγίξω». «Φυσικό είναι», είπε η Νταϊάν. «Αφού τον αγαπάς». «Δε θα μπορούσα ν’ αντέξω να σκοτωθεί κι αυτός σαν τον Γκούσταβ». «Και θα γίνεις δυστυχισμένη για όλη την υπόλοιπη ζωή σου, απλώς και μόνο επειδή είναι ορειβάτης;» «Και τώρα είμαι δυστυχισμένη», παραδέχτηκε η Τζοάνα, με τη μύτη κατακόκκινη και τα μάγουλα βρεγμένα από τα δάκρυα. «Και ξέροντας περί τίνος πρόκειται», είπε η Σάλι, «τολμώ να πω ερωτευμένη για πάντα». «Σου έχουμε βάλει χάρτες μέσα στο αυτοκίνητο και το ρεζερβουάρ είναι γεμάτο. Τα υπόλοιπα είναι δική σου δουλειά». «Περιμένουμε, όμως», είπε η Σάλι πονηρά, «να μας καλέσεις στο γάμο». Γι’ άλλη μια φορά τα μάτια της Τζοάνα γέμισαν δάκρυα. «Δε μ’ αγαπάει! Δεν πιστεύει στην αγάπη!» «Τότε είναι στο χέρι σου να του αλλάξεις γνώμη». «Αν υπάρχει κάποιος που μπορεί να το κάνει αυτό, είσαι εσύ». «Δεν ξέρω», είπε η Τζοάνα, ρουφώντας άλλη μια φορά τη μύτη της. «Ξέρουμε εμείς». «Για ένα πάντως είμαι σίγουρη», είπε η Τζοάνα με φωνή που έτρεμε. «Έχω δυο πολύ καλές φίλες. Έστω κι αν είναι φωνακλούδες και αυταρχικές». «Σωστά», είπε η Νταϊάν. «Πάμε τώρα για να μαζέψεις κι εσύ τα πράγματά σου και να ετοιμαστείς να φύγεις το πρωί». «Κάτι ακόμα», είπε η Σάλι. «Την περασμένη βδομάδα βγήκα δυο φορές με κάποιον. Και τις


τελευταίες μέρες ο Άλμπερτ κανόνισε να μένει μια γυναίκα με τη μητέρα του να την προσέχει, και ο ίδιος νοίκιασε δικό του διαμέρισμα». Ανίκανη να κάνει αλλιώς, η Τζοάνα άρχισε να γελάει. «Ω, Σάλι, αυτό είναι θαυμάσιο νέο». «Γι’ αυτό, μην τολμήσεις να πεις ότι δεν μπορείς να κάνεις τον Καλ Φρίμαν ν’ αλλάξει γνώμη». «Εντάξει, δε θα το πω», απάντησε η Τζοάνα. Οι τρεις γυναίκες αγκαλιάστηκαν. «Να περάσεις καλά», είπε η Σάλι. «Δεν το χρειάζομαι το αυτοκίνητο τούτη τη βδομάδα. Αν και είμαι σίγουρη ότι δε θα πάρει τόσο πολύ». Η Σάλι και η Νταϊάν έφυγαν, με την Νταϊάν να χτυπάει την κόρνα στο ρυθμό του γαμήλιου εμβατηρίου. Μετά η Τζοάνα κοίταξε το μικρό μπλε αυτοκίνητο της Σάλι έξω από το σπίτι της. Θα πήγαινε στο Βερμόντ. Μάλλον. Την άλλη μέρα το πρωί. Κι αν ο Καλ έλειπε; Αν είχε πάει για ορειβασία; Αν είχε πάει σ’ ένα πολυτελές θέρετρο με μια πανέμορφη ξανθιά; Έτρεξε μέσα και πήρε το νούμερό του. Τρία χτυπήματα μετά άκουσε τη βαρύτονη φωνή του. «Καλ Φρίμαν». Κατέβασε το ακουστικό. Εκεί ήταν. Τα υπόλοιπα ήταν δική της δουλειά. Ίσως πάλι η πανέμορφη ξανθιά να ήταν μαζί του στο Βερμόντ. Αν συνέβαινε αυτό κι εκείνη πήγαινε μέχρι εκεί για να τον δει, θα ταπεινωνόταν. Αν και η ταπείνωση ήταν εκείνη τη στιγμή το τελευταίο πράγμα για το οποίο ανησυχούσε. Θα τον εμπιστευτώ, σκέφτηκε, σφίγγοντας την άκρη του τραπεζιού τόσο πολύ, που οι αρθρώσεις της άσπρισαν. Ο Καλ είχε πει ότι έτρεφε αισθήματα γι’ αυτήν. Δυνατά αισθήματα. Και το μισούσε να τον συγκρίνει με τον Γκούσταβ, που άλλαζε τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα. Ναι, μπορεί ο Καλ να μην την αγαπούσε, αλλά νοιαζόταν γι’ αυτήν. Αγκιστρωμένη γερά απ’ αυτές τις σκέψεις, σαν να ήταν σανίδες σωτηρίας, η Τζοάνα πέρασε το υπόλοιπο βράδυ μαζεύοντας τα πράγματά της. Η νευρικότητα ήταν τόσο μεγάλη που δεν κοιμήθηκε παρά μόνο όταν η ώρα πήγε μία. Κατά συνέπεια, άργησε και να ξυπνήσει. Πλησίαζε μεσημέρι όταν ξεκίνησε από το σπίτι με το αυτοκίνητο της Σάλι. Την επομένη θα ξανάβλεπε τον Καλ. Έπρεπε να πιστεύει ότι θα χαιρόταν που θα την έβλεπε κι εκείνος. Έπρεπε να του πει ότι τον αγαπούσε. * Στις πέντε το απόγευμα της άλλης μέρας η Τζοάνα απείχε διακόσια σαράντα χιλιόμετρα από τη μικρή πόλη όπου έμενε ο Καλ με τη Λένι. Μπορούσε να συνεχίσει, αλλά ήταν κουρασμένη, πεινούσε και δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε να δει τον Καλ στις εννέα το βράδυ. Έτσι σταμάτησε σ’ ένα χαριτωμένο επαρχιακό πανδοχείο, που μάλλον ξεπερνούσε τα οικονομικά της. Μπορούσε να χρησιμοποιήσει την πιστωτική της, όμως. Μέχρι να πάρει το λογαριασμό, θα είχε λάβει την επιταγή από τους εκδότες. Μετά το δείπνο, έκανε μια βόλτα κι ύστερα ξάπλωσε να κοιμηθεί. Πράγματι, κοιμήθηκε ήσυχα μέχρι τις πέντε το πρωί που ξύπνησε κι άρχισε να κάνει λίστα με όλες τις αρνητικές εκδοχές της άφιξής της στο σπίτι του Καλ. Ο Καλ είχε τελειώσει μαζί της, άσχετα αν ήταν ή δεν ήταν έγκυος. Δε θα την αγαπούσε ποτέ, αλλά θα επέμενε να την παντρευτεί και θα έφευγε την επομένη για την


Παταγονία. Θα ήταν τόσο οργισμένος μαζί της, που θα της έδειχνε την πόρτα. Η πανέμορφη ξανθιά θα άνοιγε την πόρτα. Καμιά από αυτές τις σκέψεις δεν ήταν καθησυχαστική. Στις εφτά παρά τέταρτο σηκώθηκε, έκανε ένα ντους και κατέβηκε να πάρει πρωινό, που άξιζε περισσότερη προσοχή απ’ αυτή που του έδωσε. Μετά έκανε μια μικρή βόλτα στη λίμνη, στην όχθη του οποίου ήταν χτισμένο το πανδοχείο. Ο ήλιος που έλαμπε πάνω στο νερό, οι λευκοί υδρόβιοι κρίνοι και η φωνή μιας παράξενης πάπιας την ηρέμησαν κάπως. Στις οχτώ και είκοσι πέντε ξεκίνησε. Ήταν έντεκα και είκοσι όταν σταμάτησε στα όρια της πόλης για να προσανατολιστεί. Στις έντεκα και μισή έστριβε στον ιδιωτικό δρόμο του Καλ, περνώντας από δυο πέτρινες κολόνες που στήριζαν μια σιδερένια πύλη. Ο δρόμος συνεχιζόταν για τετρακόσια μέτρα περίπου, ανάμεσα σε ψηλές φτελιές και σφεντάμια, τα φύλλα των οποίων σχημάτιζαν μια καταπράσινη οροφή. Όταν βγήκε τελικά ξανά στο ξέφωτο, η ανάσα της κόπηκε από τη χαρά και τη θλίψη ταυτόχρονα. Μπροστά της αντίκρισε ένα μεγάλο διώροφο πέτρινο σπίτι, με κεκλιμένη οροφή και πολλές γοητευτικές σοφίτες. Στη μια μεριά υπήρχαν οι στάβλοι και το γκαράζ, και στην άλλη θάμνοι και αιωνόβια δέντρα σκίαζαν την μπροστινή αυλή. «Έχω πολλά χρήματα», της είχε πει κάποτε ο Καλ. Και την απόδειξη την είχε μπροστά στα μάτια της. Θα πίστευε ότι δεν κυνηγούσε τα λεφτά του; Μπορεί ένα εξαψήφιο ποσό να φάνταζε εξαιρετικά μεγάλο γι’ αυτήν, αλλά για κείνον σίγουρα ήταν ψίχουλα. Πάρκαρε κοντά στο γκαράζ και βγήκε. Κανένα ίχνος ζωής. Μπορεί μετά το τηλεφώνημά της ο Καλ να είχε φύγει. Έπρεπε να του είχε πει ότι θα πήγαινε. Πώς μπορούσε, όμως; Μήπως βαθιά μέσα της δεν πίστευε ότι, αν του έκανε έκπληξη, θα έβλεπε και τα πραγματικά του αισθήματα; Με την καρδιά της να χτυπά δυνατά, πλησίασε την όμορφη πόρτα με το περίτεχνο βιτρό και χτύπησε το κουδούνι. Η αύρα έφερε τη μυρωδιά του ποταμού και τα φύλλα πάνω από το κεφάλι της θρόισαν, σαν να αντάλλασσαν μυστικά. Ύστερα η πόρτα άνοιξε κι εμφανίστηκε ένας άντρας που φορούσε μια βαμβακερή ποδιά. «Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος, κυρία;» Δεν ήταν ούτε ξανθός ούτε όμορφος. «Θέλω να δω τον κύριο Φρίμαν», απάντησε η Τζοάνα. «Είναι έξω, στην πίσω πλευρά. Ακολουθήστε το μονοπάτι γύρω από το σπίτι, περάστε μέσα από τον κήπο με τα τριαντάφυλλα και προχωρήστε μετά τη μάντρα με τ’ άλογα. Μη φοβηθείτε τα σκυλιά. Δε θα σας πειράξουν». «Μόνος είναι;» ρώτησε η Τζοάνα. «Απ’ όσο γνωρίζω, κυρία, ναι», απάντησε ο υπηρέτης. «Ευχαριστώ», είπε η Τζοάνα, ενώ σκεφτόταν αν η ανακούφιση που ένιωθε ήταν άραγε φανερή στον άντρα μπροστά της. Ο Καλ δεν ήταν στην Παταγονία, ήταν εκεί, στο Βερμόντ. Μόνος. Πράγμα που, φυσικά, σήμαινε ότι σε δυο λεπτά θα τον είχε απέναντί της. Συνειδητοποιώντας ότι ολόκληρη η ζωή της είχε μπει σε μια ζυγαριά, η Τζοάνα έκανε το γύρο του σπιτιού. Ο κήπος ήταν ολάνθιστος, τα τριαντάφυλλα σκόρπιζαν στον αέρα το ντελικάτο άρωμά τους. Έκοψε αυθόρμητα ένα ανοιχτόχρωμο λουλούδι που τα πέταλά του κατέληγαν σ’ ένα απαλό ροζ χρώμα. Θα το έδινε στον Καλ. Άλλος ένας τρόπος να του πει ότι τον αγαπούσε. Θα του το έλεγε, πραγματικά, αυτό; Για κείνη τη μέρα είχε διαλέξει να φορέσει ένα όμορφο πρωινό φόρεμα σ’ ένα βιολετί-μπλε χρώμα, με διάσπαρτα λουλούδια, που αγκάλιαζε το στήθος της. Ήταν έξωμο και το μήκος του έφτανε μέχρι


τη μέση της γάμπας της. Τώρα όμως που βρισκόταν εκεί, θα προτιμούσε να είχε φορέσει ένα μακρυμάνικο και φαρδύ φουστάνι, που θα έκρυβε όλο το σώμα της. Γιατί έτσι δυνατά που χτυπούσε η καρδιά της, ασφαλώς θα φαινόταν μέσα από το εφαρμοστό φόρεμα. Πήρε δυο βαθιές ανάσες για να ηρεμήσει. Στρίβοντας στην αριστερή πτέρυγα του σπιτιού, ξαφνικά σταμάτησε. Το βλέμμα της έπεσε σε μια μαγευτική εικόνα. Το ποτάμι κυλούσε λάμποντας κάτω από τον ήλιο και φιλώντας τα γερμένα κλωνάρια αμέτρητων κλαιουσών. Ανάμεσα στο σπίτι και στο ποτάμι εκτεινόταν ένα λιβάδι, ένας λαχανόκηπος κι ένας κήπος με οπωροφόρα, γεμάτος μηλιές και αχλαδιές. Δεξιά της υπήρχε μια λευκοβαμμένη μάντρα. Όλα αυτά η Τζοάνα τα είδε με μια γρήγορη ματιά. Γιατί υπήρχαν κι άλλες λεπτομέρειες. Κοντά σ’ έναν πέτρινο τοίχο είδε μια στοίβα ξύλα. Με την πλάτη του γυρισμένη σ’ αυτήν, ο Καλ έκοβε κούτσουρα μ’ ένα τσεκούρι. Ο ήχος του τσεκουριού αντηχούσε πάνω στον τοίχο ρυθμικά. Δούλευε με τόσο πάθος, που η καρδιά της σφίχτηκε. Δεν της έδινε την εντύπωση ότι είχε διάθεση για παρέα. Προχώρησε αργά προς το μέρος του, με το μυαλό της απολύτως άδειο. Τα πόδια της ακολούθησαν λες από μόνα τους το πέτρινο μονοπάτι. Κοντά στη στοίβα με τα ξύλα, δυο σκυλιά ήταν ξαπλωμένα στον ήλιο. Καθώς πλησίαζε, το ένα ανασήκωσε το κεφάλι του, την κοίταξε και γάβγισε σιγανά. Ταυτόχρονα σχεδόν ξύπνησε και το άλλο και σηκώθηκαν και τα δύο όρθια. Αφού τέντωσαν τα πόδια τους, άρχισαν να προχωρούν προς το μέρος της κουνώντας τις ουρές τους. Να ήταν άραγε από τα αδέσποτα που έσωζε η Λένι; Καθώς τα σκυλιά περνούσαν δίπλα του, ο Καλ γύρισε το κεφάλι του και την είδε. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί του και στο πρόσωπό του απλώθηκε μια έκφραση κατάπληξης. Συνεχίζοντας την πορεία του, όμως, το τσεκούρι κατέβηκε και, κόβοντας το ξύλο, χτύπησε το χέρι του. Σταγόνες αίματος πετάχτηκαν πάνω στο κούτσουρο. Για μια στιγμή, η εικόνα πάγωσε. Η Τζοάνα έμεινε να κοιτάζει έντρομη τον Καλ, που της έδινε την εντύπωση ότι δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι είχε χτυπήσει. Έπειτα εκείνος κοίταξε το χέρι του και, πετώντας πέρα το τσεκούρι, προσπάθησε να σταματήσει την αιμορραγία με το άλλο του χέρι. Η Τζοάνα πέταξε κάτω το τριαντάφυλλο που κρατούσε κι έτρεξε προς το μέρος του πανικόβλητη. «Άσε με να το δω», του είπε με πάθος. «Δεν είναι τίποτα». Φυσικά ήταν κάτι πολύ παραπάνω από τίποτα. Ένα κόψιμο στην παλάμη του, μήκους περίπου δυόμισι εκατοστών. Η Τζοάνα πήρε το πουκάμισό του πάνω από τη στοίβα με τα ξύλα και πίεσε ένα καθαρό του κομμάτι πάνω στην πληγή. «Έλα», του είπε. «Πρέπει να βρούμε γιατρό». «Τι κάνεις εδώ;» «Αργότερα», του απάντησε εκείνη ανήσυχη. «Χρειάζονται ράμματα. Η πληγή είναι πολύ βαθιά. Βιάσου, Καλ! Έχω το αυτοκίνητό μου μπροστά. Θα σε πάω εγώ». Πιάνοντάς τον από τον αγκώνα, τον έσπρωξε μπροστά της. Θα ξεχνούσε άραγε ποτέ της την εικόνα του κατακόκκινου αίματος πάνω στο λευκό του πουκάμισο; Με έκπληξη διαπίστωσε ότι ο Καλ υπάκουσε. Πέρασαν τους κήπους κι ύστερα εκείνη έτρεξε μπροστά και άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού. Εκείνος μπήκε μέσα και η Τζοάνα την έκλεισε ξανά, κάθισε στο τιμόνι και, βάζοντας αμέσως μπροστά, διέσχισε το σκιερό μονοπάτι με τα δέντρα. «Αριστερά, Τζοάνα», είπε ο Καλ όταν βγήκαν στο δρόμο. «Θέλω να μάθω γιατί ήρθες». Η Τζοάνα πάτησε το γκάζι, βλέποντας με τρόμο το πουκάμισό του να γίνεται γρήγορα κόκκινο.


«Δεν μπορώ να σου πω τώρα... Ειλικρινά, δεν μπορώ. Πρέπει να είμαι συγκεντρωμένη στο δρόμο. Αλλά σου υπόσχομαι να σου μιλήσω αργότερα. Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα;» «Το νοσοκομείο είναι στην άλλη άκρη της πόλης». Η Τζοάνα βόγκηξε απελπισμένη. Οι στενοί δρόμοι του Μάν-τσον δεν ήταν φτιαγμένοι για μεγάλες ταχύτητες. Την επόμενη στιγμή, σαν να το είχε καλέσει με το μυαλό της, είδε στην άκρη του δρόμου σταματημένο ένα περιπολικό. Άναψε φλας και το προσπέρασε γρήγορα, βλέποντας απογοητευμένη στον καθρέφτη του παρμπρίζ το περιπολικό να ξεκινά πίσω της, με αναμμένα τα στροβοσκοπικά φώτα του. «Ω, όχι!» μουρμούρισε. «Πρέπει να σταματήσω». Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου. Ο αστυνομικός βγήκε από το περιπολικό και πλησίασε το αυτοκίνητό της. «Γνωρίζετε το όριο ταχύτητας...» άρχισε να λέει, αλλά μετά το βλέμμα του έπεσε στον Καλ και το ματωμένο του πουκάμισο. «Καλ!» είπε ξαφνιασμένος. «Τι συμβαίνει;» «Ένα τσεκούρι τινάχτηκε και με χτύπησε», απάντησε ο Καλ χαμογελώντας. Πάντως η Τζοάνα συνειδητοποίησε ότι, αν και χαμογελαστά, τα χείλη του είχαν ασπρίσει. «Εντάξει. Πάμε γρήγορα στο νοσοκομείο. Ακολουθήστε με, κυρία μου». Διέσχισαν με ταχύτητα το Μάντσον, με τη σειρήνα του περιπολικού αναμμένη. «Πάντα ήθελα να περάσω μια φορά με κόκκινο», είπε η Τζοάνα με κάποια δόση ευθυμίας. «Και μάλιστα συνοδεία περιπολικού». Τρία λεπτά αργότερα σταματούσαν έξω από την είσοδο των Επειγόντων του νοσοκομείου, ενός μικρού πέτρινου κτιρίου. Ο αστυνομικός άνοιξε την πόρτα του Καλ. «Εσείς πηγαίνετε να παρκάρετε εκεί πέρα, κυρία. Θα πάω εγώ μαζί του. Κι αυτή τη φορά θα ξεχάσουμε την κλήση για την παραβίαση του ορίου ταχύτητας». Χαμογελώντας στον αστυνομικό που της έκλεισε με σημασία το μάτι, η Τζοάνα έκανε αυτό που της είπε. Μπαίνοντας στην πτέρυγα των Επειγόντων λίγο αργότερα, δεν είδε πουθενά τον Καλ. Κάθισε στην κοντινότερη καρέκλα και προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Δεν έπρεπε να είχε πάει εκεί. Από τη στιγμή που την είχε δει, ο Καλ δεν είχε χαμογελάσει ούτε μια φορά, ούτε της είχε δείξει ότι χαιρόταν που την έβλεπε. Βέβαια, αιμορραγούσε, αλλά ασφαλώς κάτι τέτοιο δεν ήταν αρκετό για να πτοήσει έναν έμπειρο ορειβάτη. Ξαφνικά είδε τον αστυνομικό να την πλησιάζει. «Τον ράβουν τώρα», της είπε. «Δε θ’ αργήσουν. Θέλετε να πάτε να του κρατάτε το χέρι;» «Όχι, ευχαριστώ», απάντησε η Τζοάνα. «Θα περιμένω εδώ». «Στην επιστροφή δεν είναι ανάγκη να τρέχετε». «Σας υπόσχομαι να μην το κάνω», του είπε εκείνη σοβαρή, παρατηρώντας ένα αχνό χαμόγελο να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του αστυνομικού. «Θα τα πούμε», είπε ο αστυνομικός και απομακρύνθηκε με την ησυχία του. Η Τζοάνα αμφέβαλλε σοβαρά αν θα τον ξανάβλεπε. Σε λίγο θα έφευγε για τη Νόβα Σκόσια. Για μια στιγμή της πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι ίσως έπρεπε να φύγει αμέσως. Να φύγει και να μην ξαναγυρίσει ποτέ. Γιατί να περάσει τον πόνο μιας απόρριψης; Ο Καλ μπορούσε να γυρίσει και μόνος του σπίτι του. Ανακάθισε στην καρέκλα της, ακούγοντας ξαφνικά τη φωνή του στο διάδρομο και βήματα να πλησιάζουν. Έγειρε ξανά πίσω. Πολύ αργά. Εξάλλου, δεν είχε πάει με σκοπό να τον διεκδικήσει; Το είχε κιόλας ξεχάσει; Αν το έβαζε στα πόδια, δε θα μπορούσε ποτέ να αντικρίσει ξανά τη Σάλι και την Νταϊάν στα μάτια.


Μπαίνοντας στην αίθουσα, τα μάτια του Καλ καρφώθηκαν στα δικά της. Το χέρι του ήταν τυλιγμένο σ’ έναν λευκό επίδεσμο. «Δεν ήμουν σίγουρος αν θα με περίμενες», της είπε κοφτά. Η Τζοάνα σηκώθηκε όρθια. Μακάρι να μην ήταν τόσο ψηλός, τόσο επιβλητικός. «Θα σε πάω σπίτι. Πρέπει να πάρεις φάρμακα ή κάτι άλλο;» «Όχι. Μου έχουν δώσει τόσα παυσίπονα που μουδιάζουν και άλογο. Πάμε να φύγουμε. Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω ότι πέρασα μέσα από την πόλη με συνοδεία περιπολικού, για μια καθαρά δική μου ανοησία». Ανοησία η αντίδρασή του στην εμφάνισή της; Αυτό εννοούσε; Η Τζοάνα έκανε μεταβολή και πήγε στο αυτοκίνητο της Σάλι. Μέχρι να καθίσει ο Καλ, εκείνη είχε βάλει ήδη μπρος τη μηχανή και ήταν έτοιμη να κάνει πίσω. «Περίμενε μια στιγμή», είπε ο Καλ. «Θέλω να μου πεις τι ήρθες να κάνεις εδώ». «Θα σου πω όταν γυρίσουμε στο σπίτι σου, όχι νωρίτερα. Δυο μέρες τώρα είμαι στους δρόμους. Θέλω ένα φλιτζάνι δυνατό τσάι και μια αναπαυτική πολυθρόνα να καθίσω». Ο Καλ την έπιασε από τον καρπό. «Έχασες μήπως το μωρό; Αυτό έγινε;» Η Τζοάνα έμεινε με ανοιχτό το στόμα. «Όχι! Φυσικά όχι!» «Δεν υπάρχει ‘‘φυσικά’’ σ’ αυτό το θέμα. Τον περασμένο Οκτώβριο είχες μια αποβολή, το ξέχασες;» «Προσέχω τον εαυτό μου, Καλ. Αλήθεια», είπε η Τζοάνα και τράβηξε το χέρι της, θλιμμένη που το ενδιαφέρον του στρεφόταν αποκλειστικά στο μωρό. «Πού είναι η Λένι;» «Λείπει σήμερα». Όσο κι αν αγαπούσε το κορίτσι, η Τζοάνα ένιωσε ανακούφιση. Δε χρειαζόταν κι άλλες επιπλοκές για κείνη τη μέρα, που ήδη φαινόταν αρκετά δύσκολη. Μέχρι να γυρίσει η Λένι σπίτι, εκείνη σίγουρα θα είχε φύγει. Στη διάρκεια της διαδρομής έμειναν σιωπηλοί. Όταν έφτασαν, η Τζοάνα πάρκαρε ξανά κοντά στο γκαράζ και ακολούθησε τον Καλ στην είσοδο. Αν και ένιωθε μεγάλη νευρικότητα, πρόλαβε να παρατηρήσει το όμορφο χολ της εισόδου και την κομψή καμπύλη της στριφογυριστής σκάλας που ανέβηκαν μαζί με τον Καλ. Το βλέμμα της σκάλωσε σ’ ένα βάζο με τριαντάφυλλα που βρισκόταν μπροστά σ’ ένα οβάλ παράθυρο, και μετά μπήκαν σ’ αυτό που πιθανότατα ήταν η δυτική πτέρυγα του σπιτιού. «Εδώ είναι το δικό μου διαμέρισμα», είπε εκείνος κοφτά και την έσπρωξε απαλά μέσα. «Δε θα μας ενοχλήσει κανείς». Από τη μια η Τζοάνα το ήθελε αυτό, μα απ’ την άλλη το φοβόταν κιόλας. Τον ακολούθησε αμίλητη στον μακρύ διάδρομο, που ήταν διακοσμημένος με εντυπωσιακές φωτογραφίες από διάφορες κορυφές, και μπήκαν σ’ ένα καθιστικό με πέτρινο τζάκι κι ένα τεράστιο παράθυρο που έβλεπε στο ποτάμι και τους μακρινούς λόφους. «Πάω να σου φτιάξω λίγο τσάι», συνέχισε εκείνος με ψυχρή ευγένεια. «Επιστρέφω αμέσως». «Μπορώ να το φτιάξω μόνη μου. Εσύ δε θα ’πρεπε...» Εκείνος είχε όμως βγει από το δωμάτιο. Η Τζοάνα πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω τη θέα, η ηρεμία της οποίας ήταν κάτι εντελώς εξωπραγματικό σε σύγκριση με τη δική της ψυχολογική κατάσταση. Θα έλεγε ό,τι είχε να του πει κι ύστερα θα έφευγε το συντομότερο. Κι αυτή τη φορά θα ήταν για πάντα.


Κεφάλαιο 15

«Θα πρέπει να φέρεις εσύ το δίσκο», της είπε κοφτά ο Καλ όταν επέστρεψε. Η Τζοάνα πήγε στην κουζίνα, πήρε το δίσκο και τον μετέφερε στο καθιστικό. Ύστερα σερβίρισε τσάι σε δυο φλιτζάνια, έδωσε στον Καλ το δικό του και άφησε το δικό της πάνω σ’ ένα μικρό τραπεζάκι από ξύλο κερασιάς. «Ήρθα για να σου πω την αλήθεια», του είπε ήρεμα. «Ποια εκδοχή της αλήθειας θα είναι αυτή;» Η Τζοάνα ανασήκωσε το πιγούνι της αποφασιστικά. «Δε χρειάζεται να το κάνεις πιο δύσκολο απ’ όσο είναι». «Έχω περάσει τις δυσκολότερες εβδομάδες της ζωής μου», είπε ο Καλ. «Δεν ξέρω αν μπορώ να είμαι όσο συγκαταβατικός χρειάζεται». «Τότε μάλλον χάνω τον καιρό μου». «Για τέταρτη φορά, Τζοάνα, πες μου γιατί ήρθες εδώ». Εκείνη πήρε βαθιά ανάσα. Τώρα ή ποτέ. «Ήρθα να σου πω ότι θα σε παντρευτώ», του είπε. Η φωνή της βγήκε βεβιασμένη. «Αν η πρότασή σου εξακολουθεί να ισχύει, βέβαια». «Και τι σ’ έκανε ν’ αλλάξεις γνώμη;» Προχώρα, Τζοάνα. Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν έχεις να χάσεις τίποτα. Έχεις ήδη χάσει τα πάντα . Η Τζοάνα ανασήκωσε ακόμα περισσότερο το πιγούνι της. «Σ’ αγαπώ», του είπε εντελώς ανέκφραστα. Τα μάτια του Καλ στένεψαν. «Τι πράγμα...; Από πότε;» «Δεν ξέρω... Έχει σημασία; Κοίτα, ξέρω ότι ήταν λάθος, αλλά έπρεπε να έρθω και να δω αν...» Ο Καλ άπλωσε το χέρι του και την έπιασε από τον καρπό. Η ένταση στο πρόσωπό του άρχισε να σβήνει. «Τις τελευταίες τριάντα έξι ώρες προσπαθώ να επικοινωνήσω μαζί σου, αλλά το τηλέφωνο δεν απαντά», της είπε ήρεμα. «Στη σχολή μού είπαν ότι είσαι σε διακοπές. Και δεν ξέρω τα ονόματα των φίλων σου εκεί». «Γιατί το έκανες αυτό;» τον ρώτησε η Τζοάνα. Ένιωσε να πνίγεται. «Οι αποσκευές μου είναι έτοιμες κι έχω κάνει κράτηση για να πετάξω στο Χάλιφαξ στις έξι το απόγευμα. Για να προσπαθήσω να σε βρω». «Γιατί; Δεν έδειξες να χάρηκες που με είδες». «Η χαρά δεν είναι η σωστή λέξη για να περιγράψει αυτό που νιώθω τώρα». «Απάντησε στην ερώτησή μου, Καλ. Γιατί θα ’ρχόσουν να με βρεις; Για το μωρό;» «Όχι», απάντησε εκείνος. «Όχι μόνο για το μωρό. Γιατί τις τελευταίες βδομάδες διαπίστωσα ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Βδομάδες που μου φάνηκαν χρόνια...» «Δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς εμένα», επανέλαβε η Τζοάνα σιγανά. Δεν της είχε πει «σ’ αγαπώ», αλλά και δεν της είχε δείξει την πόρτα. «Ούτε κι εγώ μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Γι’ αυτό ήρθα», είπε. Όσο κι αν εκείνη λαχταρούσε να την αγκαλιάσει, ο Καλ εξακολουθούσε να κρατά κάποια απόσταση ανάμεσά τους. «Κι έκανες όλον αυτό το δρόμο για να μου πεις ότι μ’ αγαπάς;» τη ρώτησε σε τόνο ανέκφραστο. «Είσαι πολύ γενναία, το ξέρεις αυτό;» «Όχι και τόσο. Την επόμενη φορά που θα πας ορειβασία, δε θα είμαι και τόσο γενναία... Αν,


φυσικά, είμαι μαζί σου», τραύλισε εκείνη. «Βιάζομαι να βγάλω συμπεράσματα. Εσύ δεν είπες τίποτα για...» «Τελείωσε αυτό που ήθελες να πεις». Η Τζοάνα έπλεξε τα δάχτυλά της. «Την επόμενη φορά που θα φύγεις για ορειβασία, μέχρι να γυρίσεις εγώ θα είμαι κουρέλι. Αλλά δεν μπορώ να αγνοήσω ότι σ’ αγαπώ επειδή μπορεί να σκοτωθείς στα βουνά, αυτό κατάλαβα τις τελευταίες μέρες. Ο κίνδυνος της απώλειας είναι μέρος της αγάπης... Η σκοτεινή πλευρά της αγάπης». «Είσαι πολύ γενναία, Τζοάνα. Άκου. Ένας από τους λόγους που ήθελα να έρθω στη Νόβα Σκόσια ήταν για να σου πω ότι σταματώ την ορειβασία». «Αλήθεια;» Ο Καλ της είπε περιληπτικά τη συζήτηση που είχε με τον Λούντο κι ύστερα την κουβέντα που είχε με τη Λένι και τους φόβους της κόρης του. «Πάντα ήξερα ότι κάποια μέρα, όσο έμπειρος και ικανός κι αν είναι κανείς, η τύχη τον εγκαταλείπει. Έχω περάσει υπέροχες στιγμές. Αλλά τώρα είναι καιρός να προχωρήσω. Μου πήρε μερικές μέρες μέχρι να το καταλάβω, αλλά τελικά τα κατάφερα». «Είσαι σίγουρος; Δε θα μισήσεις αργότερα εμένα και τη Λένι γι’ αυτή την απόφαση;» «Είμαι σίγουρος». Ο Καλ σηκώθηκε κι έκανε δυο βήματα προς το μέρος της. Η Τζοάνα τον μιμήθηκε. Πλησιάζοντας εκείνος ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της, χαμογελώντας πονηρά. «Απ’ ό,τι θυμάμαι, σου έχω κάνει αρκετές φορές πρόταση γάμου. Μήπως είναι η σειρά σου τώρα;» «Θα ερχόσουν πραγματικά να με βρεις;» «Το εισιτήριο είναι πάνω στο γραφείο μου». «Ω!» Η Τζοάνα δάγκωσε το κάτω χείλος της. Η καρδιά της φτερούγιζε σαν σπουργίτης στο στήθος της. «Ναι, μάλλον είναι η σειρά μου να σου κάνω πρόταση γάμου». Το χαμόγελο πλάτυνε στα χείλη του Καλ και τα μάτια του έλαμψαν παιχνιδιάρικα. «Λοιπόν, περιμένω», είπε. Ένα απρόσμενο, εκτυφλωτικό χαμόγελο άνθισε στο πρόσωπο της Τζοάνα. «Θέλεις να γίνεις άντρας μου, Καλ;» «Θέλω, Τζοάνα. Το συντομότερο. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με το μωρό. Έχει να κάνει μ’ εσένα». Έσπρωξε απαλά τα μαλλιά της που έπεφταν στο μέτωπό της. «Μου ήταν πολύ εύκολο να παρατήσω την ορειβασία. Το να είμαι παντρεμένος μαζί σου, να ζω μαζί σου, θα είναι η μεγαλύτερη περιπέτεια στη ζωή μου. Είμαι σίγουρος ότι θα με πας σε μέρη που δεν έχω ξαναπάει ποτέ. Το έχεις ήδη κάνει». Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. «Μου λες πολύ όμορφα πράγματα». «Είναι η αλήθεια». «Δεν ξέρεις πόσο μεγάλη ανακούφιση νιώθω που δε θα είμαι αναγκασμένη να σε αποχαιρετώ χωρίς να ξέρω αν θα σε ξαναδώ ποτέ. Θα το έκανα, αν χρειαζόταν. Αλλά χαίρομαι που δεν είναι ανάγκη πια». «Θα με παντρευόσουν όμως, ούτως ή άλλως». «Ναι», απάντησε απλά η Τζοάνα. «Μ’ αγαπάς πραγματικά». Η ευτυχία της ξαφνικά μειώθηκε από μια ξαφνική αίσθηση κενού. Ο Καλ δεν την αγαπούσε ούτε και μπορούσε να την αγαπήσει ποτέ. «Πριν από δυο μέρες ήρθαν σπίτι μου οι φίλες μου, η Σάλι και η Νταϊάν, και μου είπαν ότι βαρέθηκαν να με βλέπουν δυστυχισμένη κι ότι καλύτερα θα ήταν να ερχόμουν και να σου ζητήσω να με παντρευτείς. Γονατιστή, μάλιστα. Αλλά μπορείς και χωρίς αυτό, έτσι δεν είναι;»


«Η αλήθεια είναι ότι δυσκολεύομαι να το φανταστώ», απάντησε ο Καλ χαμογελώντας. «Παρεμπιπτόντως, δε με ρώτησες τους άλλους λόγους για τους οποίους θα ερχόμουν να σε βρω». Το δάχτυλό του γλίστρησε απαλά στο κάτω χείλος της με αναμφισβήτητη τρυφερότητα. «Μου έλειπες πολύ. Μέρα νύχτα. Μετάνιωνα για κάθε λέξη που σου έχω πει μέσα στο θυμό μου. Λαχταρούσα να κάνω έρωτα μαζί σου. Αλλά δεν ήμουν ερωτευμένος μαζί σου. Ω, όχι. Όχι εγώ. Υπήρξα ερωτευμένος με τη Σουζάν και δεν κράτησε. Δε θα σε άφηνα να με παρασύρεις ξανά στο ίδιο λάθος». «Και οι δύο ήμαστε φοβισμένοι. Κι εσύ κι εγώ». «Μόνο που εμένα μου πήρε περισσότερο για να το καταλάβω», είπε ο Καλ ξερά και τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της, λες και δεν άντεχε να μην την αγγίζει. «Χτες κουβαλούσα ένα φορτίο με κούτσουρα μέσα στο σπίτι –έκοψα πολλά κούτσουρα τις τελευταίες βδομάδες– αναλογιζόμενος τη ζεστασιά που βγάζουν, όταν ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι, γυρνώντας την πλάτη μου στην αγάπη, η καρδιά μου είχε παγώσει σαν τη γρανιτένια κορφή του Μάτερχορν. Κι ότι μόνο εσύ μπορούσες να τη ζεστάνεις. Στοίβαξα τα κούτσουρα, κοίταξα γύρω μου το υπόγειο και για πρώτη φορά άφησα ελεύθερο τον εαυτό μου να πει ότι σ’ αγαπώ. Ότι θα σ’ αγαπώ μέχρι τη μέρα που θα πεθάνω. Ότι, μ’ έναν άγνωστο τρόπο, βρήκες το δρόμο για την καρδιά μου κι ότι δεν πρόκειται να φύγεις ποτέ από κει μέσα». «Μ’ αγαπάς;» επανέλαβε σαστισμένη η Τζοάνα. «Προσπάθησα να σου τηλεφωνήσω. Όλη τη μέρα προσπαθούσα, αλλά το τηλέφωνο δεν απαντούσε. Φοβήθηκα ότι είχες μετακομίσει κι ότι δε θα σε ξανάβρισκα ποτέ. Ή ότι είχες γνωρίσει κάποιον άλλο. Κάποιον που πάει για μπόουλινγκ τις Κυριακές. Κάποιον σίγουρο και ασφαλή». «Πες το ξανά, Καλ», είπε η Τζοάνα, μη πιστεύοντας στ’ αυτιά της. «Άρχισες να μου δίνεις από τώρα εντολές;» «Ακριβώς». Εκείνος γέλασε. «Θα μπορούσα, αντί να σου το πω, να σου το δείξω». «Ελπίζω να το κάνεις. Σύντομα», είπε η Τζοάνα και τα μάγουλά της βάφτηκαν ρόδινα. «Αλλά πρώτα θέλω να σ’ ακούσω να το λες. Ξέρεις πώς είναι όταν θες κάτι πολύ. Όταν το αποκτήσεις, δεν το πιστεύεις». «Είμαι δικός σου», της είπε ο Καλ βραχνά. «Σ’ αγαπώ, Τζοάνα. Σ’ αγάπησα από την πρώτη στιγμή που είδα το πρόσωπό σου μέσα σ’ εκείνη τη χιονοθύελλα. Μόνο που χρειάστηκε να περάσει καιρός μέχρι να το παραδεχτώ. Συγνώμη». «Άξιζε τον κόπο να περιμένω», είπε εκείνη με φωνή που έτρεμε. Ο Καλ άνοιξε την πιάστρα στον αυχένα της και άφησε τα μαλλιά της να γλιστρήσουν στους ώμους της. «Γιατί στεκόμαστε εδώ; Στο τέλος του διαδρόμου είναι η κρεβατοκάμαρα». «Δεν ξέρω», είπε η Τζοάνα κι άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό του. Οι παλάμες της άγγιξαν απαλά το απαλό τρίχωμα που κάλυπτε την επιδερμίδα του στήθους του. «Έχουμε όλη την υπόλοιπη μέρα δική μας», είπε βραχνά ο Καλ. «Μόνο για μας. Ω, Τζοάνα, δεν μπορώ να πιστέψω ότι είσαι πράγματι εδώ. Πάμε στο κρεβάτι κι ίσως μετά πιστέψω ότι είναι όλα αληθινά». «Εδώ είμαι», του είπε εκείνη γλυκά. «Κι αυτή τη φορά θα μείνω. Δεν πρόκειται να πάω πουθενά». Ο Καλ την κράτησε απ’ το χέρι και, διασχίζοντας το διάδρομο, την πήρε μαζί του στην κρεβατοκάμαρα, όπου άρχισαν να γδύνουν ο ένας τον άλλο. Τα κλαδιά του σφενταμιού απ’ έξω έριχναν σκιές πάνω στα γυμνά κορμιά τους. Αργά, πολύ αργά, χωρίς να επηρεάζεται από το


τραυματισμένο χέρι του, ο Καλ αποκάλυψε στην Τζοάνα όλο τον πόθο του, έναν πόθο που ανταπέδωσε κι εκείνη, έναν πόθο που αναπόφευκτα κατέληξε σ’ έναν ωκεανό ηδονής και απόλαυσης. «Νιώθω πολύ κοντά σου, Καλ», του είπε αργότερα, ξαπλωμένη δίπλα του, με τα μπράτσα της τυλιγμένα γύρω του και τα μαλλιά της ριγμένα πάνω στον ώμο του. «Σ’ αγαπώ. Τόσο πολύ, που δεν ξέρω τι να πω». «Μιλάει το σώμα σου για σένα», απάντησε εκείνη τρυφερά. «Τζοάνα. Αγάπη μου. Τα μαλλιά σου μυρίζουν σαν λουλούδια... Είμαι ο πιο τυχερός άντρας του κόσμου». Για μια στιγμή ο Καλ δίστασε. «Υπάρχει κάτι που θέλω να σου πω... Θέλω να ξέρεις ότι σε παντρεύομαι γι’ αυτό που είσαι. Ναι, έχεις το παιδί μου μέσα σου κι αυτό είναι ανεκτίμητο για μένα, αλλά εγώ θέλω εσένα. Εσένα». «Το ξέρω, Καλ». Η Τζοάνα πήρε το χέρι του και το ακούμπησε στην κοιλιά της. «Όταν έμαθα ότι ήμουν έγκυος, κατάλαβα ότι αντιμετώπιζα μεγάλο πρόβλημα. Δεν ήμουν καθόλου χαρούμενη, παρ’ ότι ήθελα πολύ ένα παιδί. Ήθελα περισσότερο εσένα... Ελπίζω να με πιστεύεις». «Όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο, ήμουν τόσο στενοχωρημένος, που έπεισα τον εαυτό μου ότι με χρησιμοποίησες για να πετύχεις το σκοπό σου. Ότι ήθελες το μωρό, όχι εμένα. Αλλά δεν κράτησε... Σε ξέρω καλά, για να πιστέψω κάτι τέτοιο». «Κι εγώ πάλι φαντάστηκα ότι ήσουν με κάποια πανέμορφη ξανθιά», απάντησε η Τζοάνα χαμογελώντας του. «Μετά όμως αποφάσισα να σ’ εμπιστευτώ. Τότε ήταν που πήρα το αυτοκίνητο της Σάλι και ήρθα». Ο Καλ πήρε μια τούφα από τα μαλλιά της στο χέρι του. «Οι ξανθιές δε μ’ ενδιαφέρουν καθόλου». Ξαφνικά πήρε μια έντρομη τάχα έκφραση. «Θα πούμε στη Λένι ότι είσαι έγκυος;» «Είναι έξυπνο παιδί... Είναι σε θέση να καταλάβει πόσο διαρκούν εννέα μήνες. Μ’ άλλα λόγια, ναι». «Κι εσύ, θέλεις να την έχεις προγονή;» «Ω, ναι. Από την αρχή τη συμπάθησα πολύ. Εξάλλου, έχουμε μοιραστεί πολλά μυστικά οι δυο μας». «Έγινε έξαλλη μαζί μου όταν της είπα ότι δεν ήθελα να σου ξαναγράψει. Πριν φύγει σήμερα το πρωί, ξέροντας ότι θα πετούσα για τη Νόβα Σκόσια, μου φόρτωσε ένα λαγοπόδαρο για να μου φέρει γούρι». «Ώστε γι’ αυτό πήγαν όλα τόσο καλά», είπε η Τζοάνα γελώντας. «Το ήξερα ότι κάποιος λόγος θα υπήρχε. Συνειδητοποιείς ότι, αν είχα φύγει μια μέρα αργότερα, δε θα είχαμε συναντηθεί ποτέ, κι ας ψάχναμε ο ένας τον άλλον;» «Δεν αντέχω να το σκέφτομαι», είπε ο Καλ και φίλησε τα μισάνοιχτα χείλη της. «Ίσως θα πρέπει να έχω μόνιμα μαζί μου ένα λαγοπόδαρο. Μμμ, νομίζω ότι κάτι πρέπει να φάμε. Δεν έχεις φάει τίποτα. Μετά μπορούμε να ξαναγυρίσουμε στο κρεβάτι. Αν το θέλεις». «Ίσως υπάρχει πιθανότητα να με πείσεις», είπε η Τζοάνα και το χέρι της άγγιξε τολμηρά τον ανδρισμό του. «Σταμάτα, αλλιώς δε θα φάμε ποτέ». «Μα εγώ τρώω για δύο», τον πείραξε εκείνη. Ο Καλ έκρυψε το πρόσωπό του στον ώμο της και την έσφιξε πάνω του τόσο δυνατά, που της έκοψε την ανάσα. «Είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο». Η Τζοάνα ένιωθε τη ζεστασιά του κορμιού του, τα χέρια της ήταν τυλιγμένα γύρω απ’ τους ώμους


του και μέσα της μεγάλωνε το παιδί του. Τι άλλο μπορούσε να ζητήσει; Μόνο να είναι και η Λένι τόσο ευτυχισμένη όσο ήταν εκείνοι. * Στις πέντε εκείνο το απόγευμα ο Καλ και η Τζοάνα είχαν σηκωθεί, είχαν ντυθεί και είχαν βγει έξω περιμένοντας πιασμένοι χέρι χέρι τη Λένι. «Είναι πολύ όμορφα εδώ, Καλ», μουρμούρισε εκείνη. «Νιώθω ήδη σαν να είμαι σπίτι μου». «Αγόρασα το ακίνητο μετά το θάνατο της Σουζάν. Εκείνη δεν ήθελε να μένει στην εξοχή, αλλά στη Λένι αρέσει πολύ εδώ, όπως και σ’ εμένα. Δεν είσαι αναγκασμένη να μένεις συνέχεια εδώ. Μπορούμε να πάμε στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο ή στο Άπεντσελ». Η Τζοάνα ήξερε από ένστικτο ότι εκεί θα μπορούσε να γράψει θαυμάσια. «Δε θέλω να είμαι πουθενά αλλού, παρά μόνο εδώ, μ’ εσένα και τη Λένι». «Κατά φωνή», είπε ο Καλ και τα δάχτυλά του σφίχτηκαν στα δάχτυλα της Τζοάνα. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε μέσα από τα δέντρα η Λένι, πάνω σ’ ένα πυρρόξανθο καθαρόαιμο. Όταν είδε τον πατέρα της με την Τζοάνα στον κήπο, κατέβηκε από το άλογο, έδεσε τα γκέμια στο φράχτη κι έτρεξε προς το μέρος τους, όμως ξαφνικά δίστασε και σταμάτησε λίγα μέτρα μπροστά τους. «Γεια σου, Τζοάνα», είπε. «Πώς ήρθες εδώ; Ο μπαμπάς θα ερχόταν στη Νόβα Σκόσια να σε βρει». «Μου δάνεισε μια φίλη τ’ αυτοκίνητό της. Με τον μπαμπά σου ήμαστε στο ίδιο μήκος κύματος, θέλαμε κι οι δυο να δούμε ο ένας τον άλλο». «Τι έπαθε το χέρι σου, μπαμπά;» «Είδα ξαφνικά την Τζοάνα να στέκεται στον κήπο και μου ξέφυγε το τσεκούρι», είπε ο Καλ θλιμμένος. «Δεν είναι τίποτα. Πέντ’ έξι ράμματα. Πέρα απ’ αυτό, όμως, το λαγοπόδαρο που μου ’δωσες έκανε μια χαρά τη δουλειά του». Η Λένι κοίταξε πρώτα τον έναν και μετά τον άλλον. Ήταν ολοφάνερο ότι ήθελε να κάνει πολλές ερωτήσεις, αλλά δεν ήξερε αν έπρεπε. «Η Τζοάνα κι εγώ αποφασίσαμε να παντρευτούμε», είπε ο Καλ, τυλίγοντας το χέρι του στους ώμους της Τζοάνα. «Ελπίζουμε να χαίρεσαι γι’ αυτό». «Ω, ναι, πολύ», είπε λάμποντας η Λένι. «Πού θα μένουμε;» Μπαίνει κατευθείαν στο θέμα, σαν τον πατέρα της, σκέφτηκε εύθυμα η Τζοάνα. «Τι θα ’λεγες να μένουμε εδώ;» «Εννοείς ότι δεν πρέπει να ξαναγυρίσω σ’ εκείνο το σχολείο στην Ελβετία, μπαμπά;» «Θα μείνουμε όλοι μαζί εδώ, Λένι». «Θέλω πολύ να γίνω μητέρα σου, Λένι», είπε η Τζοάνα. «Καταλαβαίνω ότι αυτό θα πάρει χρόνο, οι μεγάλες αλλαγές δε γίνονται μέσα σε μια νύχτα, αλλά ελπίζω να σου αρέσει κι εσένα». «Το θέλω πολύ καιρό τώρα», είπε το κορίτσι με την ίδια χαρά, κι αγκάλιασε πρώτα τον πατέρα της και μετά την Τζοάνα. «Φοβόμουν ότι δε θα ξαναϊδωθούμε ποτέ. Μπορώ να γίνω παράνυμφος;» «Μπορείς», την πείραξε ο Καλ, «αλλά όχι μ’ αυτά τα ρούχα». Μεσολάβησε μια στιγμή αμηχανίας. «Υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να μάθεις, Λένι...» «Μου είπες ήδη ότι θα παρατήσεις την ορειβασία», τον διέκοψε εκείνη ενθουσιασμένη. «Αν και δεν έχω καταλάβει τι θα κάνεις από δω και στο εξής. Είσαι πολύ μεγάλος για να γίνεις αναβάτης». «Λένι, προσπαθώ να σου πω κάτι για την Τζοάνα κι εμένα. Κάτι που είμαι σίγουρος ότι είσαι αρκετά μεγάλη ώστε να μπορείς να το καταλάβεις. Ή τουλάχιστον αυτό ελπίζω. Μερικές φορές όταν


οι ενήλικοι...» «Θέλεις να πεις ότι είναι έγκυος;» τον διέκοψε η Λένι, κοιτάζοντας πότε τον έναν και πότε τον άλλον. Ο Καλ ξαφνιάστηκε που η κόρη του είχε καταλάβει τόσο εύκολα. «Ναι. Ναι, αυτό θέλω να πω. Αυτό θα είναι άλλη μια μεγάλη αλλαγή, το ξέρω, αλλά ελπίζω...» «Σ’ αγαπώ πολύ, μπαμπά. Τρεις είναι καλύτερα από δύο, αλλά και τέσσερις είναι ακόμα καλύτερα!» Ο Καλ σκούπισε το μέτωπό του με μια ανακούφιση καθόλου προσποιητή. «Το “καλύτερα” νομίζω ότι είναι μια πολύ καλή λέξη για να περιγράψει αυτό που αισθάνομαι τώρα». Τυλίγοντας το χέρι της γύρω απ’ τη μέση του, η Τζοάνα χαμογέλασε στη Λένι. «Συμφωνώ απολύτως». «Κι εγώ», είπε το κορίτσι. «Τι έχουμε για δείπνο;»

Περιεχόμενα ΣΤΟΝ ΤΡΟΠΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ Κεφάλαιο 1 Κεφάλαιο 2 Κεφάλαιο 3 Κεφάλαιο 4 Κεφάλαιο 5 Κεφάλαιο 6 Κεφάλαιο 7 Κεφάλαιο 8 Κεφάλαιο 9 Κεφάλαιο 10 Κεφάλαιο 11 ΣΤΗ ΘΥΕΛΛΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ Κεφάλαιο 1 Κεφάλαιο 2 Κεφάλαιο 3 Κεφάλαιο 4 Κεφάλαιο 5 Κεφάλαιο 6 Κεφάλαιο 7 Κεφάλαιο 8 Κεφάλαιο 9 Κεφάλαιο 10 Κεφάλαιο 11 Κεφάλαιο 12 Κεφάλαιο 13


Κεφάλαιο 14 Κεφάλαιο 15

Στην θύελλα του πάθους  
Στην θύελλα του πάθους  
Advertisement