Page 1


CAROLE MORTIMER To Κορίτσι του Εκατομμυριούχου Στην αγκαλιά του θα μάθει να ζει... Όταν η ευκαιρία για ονειρεμένες διακοπές πέφτει ουρανοκατέβατη στο δρόμο της Τία Χάμοντ, ο πειρασμός είναι τόσο μεγάλος που δεν μπορεί να αντισταθεί. Και βρίσκεται μεμιάς από την ήσυχη ζωή της σερβιτόρας στην Αγγλία, στον λαμπερό κόσμο της Νέας Υόρκης, των σκανδάλων της ελίτ και των φλας των παπαράτσι. Καθώς τραβά την προσοχή του Λυσιέν Στιλ, ενός μεγιστάνα που κυριαρχεί στη διεθνή επιχειρηματική σκηνή, η Τία ξέρει ότι στην αγκαλιά του μπορεί να ζήσει ένα παραμύθι. Ένα παραμύθι που δε θα κρατήσει πολύ -αλλά τι σημασία έχει; Για πρώτη φορά η μετρημένη Τία δε θέλει να κάνει αυτό που της υπαγορεύει η λογική. Θέλει να κάνει αυτό που της αρέσει!


Τίτλος πρωτοτύπου: Rumours on the Red Carpet © 2013 Carole Mortimer © 2014 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ABEE για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN BOOKS S.A. All rights reserved. To λογότυπο ΑΡΛΕΚΙΝ και το σχέδιο του Ρόμβου είναι εμπορικά σήματα ιδιοκτησίας της Harlequin Enterprises Limited ή των θυγατρικών εταιρειών της και χρησιμοποιούνται από άλλους κατόπιν αδείας. Η εικόνα εξωφύλλου χρησιμοποιείται κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Books S.A. All rights reserved. Μετάφραση: Ρούλα Βενάρδου Επιμέλεια: Θάλεια Ευθυμίου Διόρθωση: Ρήγας Καραλής Το βιβλίο αυτό είναι έργο μυθοπλασίας. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες και τα περιστατικά είτε είναι προϊόν της φαντασίας του συγγραφέα είτε χρησιμοποιούνται κατά τρόπο μυθιστορηματικό. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, εν ζωή ή όχι, γεγονότα, τοποθεσίες ιδρύματα ή επιχειρήσεις είναι εντελώς συμπτωματική. Απαγορεύονται η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή -ολική, μερική ή περιληπτική-, η κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου με οποιονδήποτε τρόπο -μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλον- χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη, σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. ISSN 1106-613Χ ΧΡΥΣΑ ΑΡΛΕΚΙΝ Special - ΤΕΥΧΟΣ 325 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

«Απολαμβάνεις τη θέα;» Η Τία τεντώθηκε κι ένα παράξενο ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά της στο άκουσμα της βαθιάς φωνής που ερχόταν από τα σκοτάδια πίσω της, πριν στραφεί γρήγορα να ψάξει σ’ αυτά τα σκοτάδια για τον άντρα που της είχε μόλις μιλήσει. Μπόρεσε να ξεχωρίσει μια ψηλή σιλουέτα στο φεγγαρόφωτο λίγα μόλις μέτρα από κει που στεκόταν, μόνη στη βεράντα που περιτριγύριζε ολόκληρο το πολυτελές ρετιρέ διαμέρισμα του τεσσαρακοστού ορόφου ενός από τα εντυπωσιακά κτίρια που φώτιζαν τον ουρανό της Νέας Υόρκης. Το φως που διαχεόταν από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες στη βεράντα ήταν αμυδρό συνοδευόμενο από τα χαρούμενα γέλια και τις συζητήσεις των πενήντα τόσων καλεσμένων του πάρτι-, έτσι που η Τία δεν μπορούσε να δει παρά ότι ο άντρας ήταν πολύ ψηλός, μελαχρινός και με φαρδιούς ώμους. Εντυπωσιακός. Επικίνδυνα εντυπωσιακός;... Η αντίδρασή της στο άκουσμα και μόνο της βαθιάς, σαγηνευτικής φωνής του έλεγε ένα κατηγορηματικό ναι! Τα δάχτυλά της σφίχτηκαν γύρω από την κουπαστή του στηθαίου, που έφτανε στο ύψος του στήθους της. «Την απολάμβανα, ναι...» απάντησε καυστικά. «Είσαι Βρεττανή», παρατήρησε εκείνος. «Από το Λονδίνο» επιβεβαίωσε η Τία κοφτά, ελπίζοντας πραγματικά ότι θα έπιανε τον κοφτό τόνο της και θα την άφηνε στην απομόνωσή της.


Carole Mortimer

6

Ο νυχτερινός ορίζοντας της Νέας Υόρκης, όσο εκπληκτικός κι αν ήταν, δεν ήταν ο κύριος λόγος που η Τία είχε βγει στο γλυκό βραδινό αέρα πριν δεκαπέντε λεπτά, όταν οι άλλοι καλεσμένοι ήταν απασχολημένοι με την ενθουσιώδη υποδοχή του Λυσιέν Στιλ, Αμερικανού δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία, επίτιμου καλεσμένου του πάρτι, που είχε φτάσει με καθυστέρηση. Το γεγονός ότι τόσο πολλοί γνωστοί ηθοποιοί και πολιτικοί είχαν έρθει στην εκδήλωση ήταν ενδεικτικό της δύναμης αυτού του ανθρώπου. Μετά από την υπερβολική διαφήμιση που του είχε κάνει ο Τζόναθαν, η Τία όφειλε να παραδεχτεί ότι δεν τον είχε βρει και τόσο ελκυστικό -ήταν ένας άντρας μέσης ηλικίας και ύψους, λίγο παχουλός και φαλακρός. Αλλά ίσως όλα αυτά τα λεφτά και η δύναμη τον έκαναν πιο ελκυστικό; Σε κάθε περίπτωση η Τία ήταν ευγνώμων που είχε έρθει επιτέλους, μόνο και μόνο επειδή η άφιξή του της είχε επιτρέψει να ξεγλιστρήσει έξω και να είναι μόνη -αντί απλά να νιώθει μόνη. Και σίγουρα δεν είχε σκοπό να βρεθεί μόνη στη βεράντα με έναν άντρα που απέπνεε τόσο έντονη δύναμη και σεξουαλικότητα ώστε μπορούσε σχεδόν να τη γευτεί... «Αγγλίδα από το Λονδίνο, που αποφεύγει το πάρτι μέσα;» υπέθεσε η βαθιά φωνή με μια δόση ευθυμίας. Έχοντας πάει σε άλλα τρία πάρτι ακριβώς σαν αυτό στις τέσσερις μέρες που βρισκόταν στη Νέα Υόρκη, η Τία όφειλε να παραδεχτεί ότι τα είχε βαρεθεί λιγάκι. Στο πρώτο είχε περάσει ευχάριστα -είχε ενθουσιαστεί μάλιστα-, συναντώντας ανθρώπους που ως τότε είχε δει μόνο στη μεγάλη ή στη μικρή οθόνη, ηθοποιούς και πολιτικούς μεγάλου κύρους. Αλλά η επιτήδευση και η έλλειψη αυθορμητισμού γινόταν λίγο μονότονη τώρα. Οι συζητήσεις ήταν όλες για τα ίδια και τα ίδια θέματα και υπερβολικά θορυβώδεις, τα γέλια ακόμα περισσότερο, με τον καθένα να φαίνεται να προσπαθεί να εντυπωσιάσει ή να ξεπεράσει όλους τους άλλους και τα υπερβολικά πλούτη τους να τρέχουν κυριολεκτικά από τα μπατζάκια τους. Αυτός ο διαρκής γύρος των πάρτι σήμαινε επίσης ότι η Τία είχε πολύ λίγες ευκαιρίες ή χρόνο για μια ιδιωτική συζήτηση με τον Τζόναθαν, τον άνθρωπο που είχε έρθει να επισκεφτεί στη


7

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

Νέα Υόρκη. Ο Τζόναθαν Μίλερ, ο Άγγλος σταρ του Νέτγουορκ, μιας καινούριας αμερικάνικης τηλεοπτικής σειράς θρίλερ που γυριζόταν στη Νέα Υόρκη, με σκηνοθέτη τον αποψινό οικοδεσπότη, τον Φίλιξ Καρού, και συμπρωταγωνίστρια τη νεαρή και σέξι σύζυγό του Σιμόν, σαν αντικείμενο του έρωτα. Η σειρά είχε γίνει αμέσως επιτυχία και ο Τζόναθαν ήταν τώρα ο αγαπημένος των ωραίων της Νέας Υόρκης -και, όπως είχε ανακαλύψει η Τία αυτές τις τέσσερις μέρες, υπήρχαν πολλοί ωραίοι στη Νέα Υόρκη! Και ούτε ένας τους δεν είχε τον παραμικρό ενδοιασμό να αγνοήσει τη γυναίκα που ήταν στο πλευρό του Τζόναθαν αυτά τα βράδια, μόλις έμαθαν ότι η Τία δεν είχε καμιά απολύτως κοινωνική ή πολιτική αξία γι’ αυτούς. Όχι ότι την πείραζε που την αγνοούσαν. Είχε ανακαλύψει πολύ γρήγορα ότι δεν είχε περισσότερα κοινά με την ελίτ της Νέας Υόρκης απ’ ό,τι είχαν εκείνοι μαζί της. Ήταν ευχαριστημένη με την επιτυχία του Τζόναθαν, φυσικά. Οι δυο τους γνωρίζονταν δυο χρόνια τώρα, έχοντας πρωτοσυναντηθεί στο λονδρέζικο εστιατόριο όπου εκείνη δούλευε πάντα στη βραδινή βάρδια, για να είναι ελεύθερη να παρακολουθεί τα μαθήματά της στο πανεπιστήμιο τη μέρα. Είχαν γνωριστεί εντελώς τυχαία, όταν εκείνος έπαιζε στην παράσταση του θεάτρου απέναντι από το εστιατόριο και είχε αρχίσει να περνάει για να φάει κάτι αργά το βράδυ, όταν το θέατρο έκλεινε. Είχαν κουβεντιάσει πολύ εκείνα τα βράδια και μετά έβγαιναν απλά ραντεβού για μερικές βδομάδες. Αλλά δεν υπήρχε σπίθα ανάμεσά τους και η σχέση είχε πέσει γρήγορα στην κατηγορία «απλά φίλοι». Μετά, τέσσερις μήνες αργότερα, ο Τζόναθαν είχε πάρει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη νέα τηλεοπτική σειρά και η Τία είχε δεχτεί ότι ακόμα και η φιλία τους θα τελείωνε όταν εκείνος μετακόμιζε στη Νέα Υόρκη. Της είχε τηλεφωνήσει δυο φορές στους μήνες που ακολούθησαν απλά ανάλαφρες και φιλικές συνομιλίες, όπου ο ένας ενημερωνόταν για τη ζωή του άλλου- και μετά, πριν ένα μήνα, ο Τζόναθαν είχε γυρίσει στην πατρίδα για το Σαββατοκύριακο,


Carole Mortimer

8

επιμένοντας ότι η Τία του είχε λείψει και ήθελε να περάσει όλο το χρόνο του μαζί της. Και είχαν περάσει ευχάριστα. Η Τία είχε κανονίσει να έχει ρεπό το Σαββατοκύριακο, έτσι ώστε να μπορούν να φάνε έξω μαζί το βράδυ και να κάνουν επισκέψεις σε μουσεία και βόλτες στα πάρκα στη διάρκεια της μέρας, πριν ο Τζόναθαν επιστρέφει ξανά στη Νέα Υόρκη και στα γυρίσματα της σειράς, που ξανάρχιζαν τη Δευτέρα. Αλλά η έκπληξη της Τία ήταν τεράστια όταν, δυο μέρες αργότερα, της παραδόθηκε με κούριερ ένα αεροπορικό εισιτήριο πρώτης θέσης για ένα ταξίδι μιας βδομάδας στη Νέα Υόρκη! Είχε τηλεφωνήσει στον Τζόναθαν αμέσως φυσικά, για να του πει ότι δε θα μπορούσε ποτέ να δεχτεί μια τόσο γενναιόδωρη προσφορά από μέρους του. Αλλά εκείνος είχε επιμείνει, λέγοντας ότι μπορούσε άνετα να πληρώσει τα ναύλα και, το σημαντικότερο, ήθελε να τη δει ξανά. Ήθελε να της δείξει τη Νέα Υόρκη και να δει η Νέα Υόρκη εκείνην. Η υπερηφάνεια της Τία της έλεγε ότι έπρεπε να συνεχίσει να αρνείται, αλλά ο Τζόναθαν ήταν πολύ πειστικός και, μια και δεν είχε για αρκετά χρόνια την οικονομική δυνατότητα να προσφέρει στον εαυτό της διακοπές, ο πειρασμός ήταν πολύ μεγάλος. Έτσι, είχε δεχτεί, με τον όρο να αντικαταστήσει εκείνος το εισιτήριο πρώτης θέσης με ένα απλό εισιτήριο. Το να ξοδευτούν τόσα λεφτά σε έναν αεροπορικό ναύλο τής φαινόταν αδιανόητο, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές δυσκολίες της. Ο Τζόναθαν την είχε διαβεβαιώσει ότι θα είχε τη δική της κρεβατοκάμαρα στο διαμέρισμά του και ότι ήθελε μόνο να απολαύσει εκείνη τη Νέα Υόρκη μαζί του. Και η Τία είχε βγει κι είχε ξοδέψει ένα μέρος από τις σκληρά κερδισμένες οικονομίες της για να αγοράσει μερικά καινούρια ρούχα για το ταξίδι! Μόνο που η ιδέα του Τζόναθαν να απολαύσει εκείνη τη Νέα Υόρκη μαζί του ήταν πολύ διαφορετική από τη δική της. Πήγαιναν σε πάρτι σαν αυτό κάθε βράδυ και ο Τζόναθαν κοιμόταν ως αργά το άλλο πρωί για να καλύψει τις συνέπειες του ξενυχτιού, ενώ τα απομεσήμερα και τα απογεύματά του τα περνούσε συνήθως κλεισμένος κάπου με τη Σιμόν Καρού, όπου δούλευαν μαζί πάνω στο σενάριο.


9

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

Βλέποντάς τον τόσο λίγο τις μέρες και περνώντας τα βράδια στα διάφορα πάρτι, η Τία είχε αρχίσει να αναρωτιέται γιατί ο Τζόναθαν είχε μπει καν στον κόπο να την καλέσει. Και τώρα ήταν εκνευρισμένη που, για μια ακόμα φορά, ο Τζόναθαν είχε εξαφανιστεί με τη Σιμόν λίγο μετά αφότου έφτασαν στο αποψινό πάρτι, που είχε ισχυριστεί ότι ήταν τόσο σημαντικό γι’ αυτόν λόγω της παρουσίας του Λυσιέν Στιλ, του Αμερικανού δισεκατομμυριούχου ιδιοκτήτη του τηλεοπτικού καναλιού που παρουσίαζε το Νέτγουορκ. Η λιποταξία του είχε αφήσει την Τία να θεωρείται εύκολο θήραμα για άντρες σαν αυτόν που στεκόταν στις σκιές πίσω της... Τέλος πάντων... όχι ακριβώς σαν αστό τον άντρα. Έτσι που έδειχνε να είναι ιδιοκτησία του ακόμα κι ο αέρας γύρω του, της έλεγε ότι δεν είχε ξανασυναντήσει κάποιο σαν αυτόν... «Ωραία...» μουρμούρισε εκείνος βραχνά, πλησιάζοντας για να σταθεί στα κάγκελα πλάι της. Η καρδιά της Τία σκίρτησε και οι νευρικές απολήξεις της μπήκαν σε επιφυλακή, καθώς οι αισθήσεις της κυριεύονταν μονομιάς από ένα ελαφρύ άρωμα λεμονιού -η κολόνια του;- συνοδευόμενο από μια ύπουλη αντρική μυρωδιά, που σίγουρα ήταν όλη δική του. Γύρισε να τον κοιτάξει, γέρνοντας το κεφάλι της πίσω καθώς συνειδητοποιούσε πόσο ψηλότερος της ήταν, ακόμα και με τα δεκάποντα τακούνια της. Ψηλός και με τόσο φαρδιούς ώμους, με σκούρα μαλλιά που ακουμπούσαν χαμηλά στο γιακά του άσπρου πουκαμίσου και του μαύρου βραδινού σακακιού του. Το πρόσωπό του φάνταζε όλο σκληρές γωνίες στο φεγγαρόφωτο: δυνατό σαγόνι, σμιλεμένα χείλη, μακριά γαμψή μύτη, ψηλά ζυγωματικά. Κι αυτά τα ανοιχτόχρωμα, λαμπερά μάτια... Μάτια με διαπεραστικό βλέμμα που τώρα κοίταζαν με θαυμασμό εκείνη κι όχι τη γραμμή του ορίζοντα της Νέας Υόρκης! Η Τία έπνιξε ένα ακόμα ρίγος, συνειδητοποιώντας ότι ήταν εντελώς μόνη εκεί έξω με έναν άντρα που την κοίταζε τόσο έντονα και που ήταν εντελώς άγνωστος. «Τι λες, σταμάτησαν όλοι να γλείφουν τα καλογυαλισμένα χειροποίητα ιταλικά παπούτσια του Λυσιέν Στιλ ή ακόμα;» ρώ-


Carole Mortimer

10

τησε μέσα στη νευρικότητά της, σπεύδοντας να κάνει έναν πονεμένο μορφασμό για την αχαρακτήριστη οξύτητά της. «Συγνώμη, αυτό ήταν τρομερά αγενές εκ μέρους μου». Ήξερε πόσο σημαντική ήταν η ευμένεια του Λυσιέν Στιλ για την επιτυχία του Τζόναθαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σίγουρα της το είχε τονίσει αρκετές φορές στη διαδρομή με το αυτοκίνητο ως εδώ! «Αλλά αλήθεια;» συμπλήρωσε ο άντρας ξερά. «Ίσως». Ένευσε καταφατικά. «Ωστόσο είμαι σίγουρη ότι ο κύριος Στιλ έχει κερδίσει με το παραπάνω το θαυμασμό που του δείχνουν τόσο εκδηλωτικά». Τα δόντια του έλαμψαν άσπρα στο σκοτάδι, καθώς της χαμογέλασε χωρίς χιούμορ. «Ή ίσως είναι τόσο πλούσιος και ισχυρός, που κανείς δεν τολμά να του μιλήσει διαφορετικά;» «Μπορεί», παραδέχτηκε εκείνη μελαγχολικά. «Σίνθια Χάμοντ». Άπλωσε το χέρι της σε μια προσπάθεια να φέρει κάπως σε φυσιολογική ατμόσφαιρα τη συζήτηση. «Αλλά όλοι με λένε Τία». Πήρε το χέρι της στην κατοχή του -δεν υπήρχε άλλος τρόπος να περιγράφει τον τρόπο που το λεπτό της χέρι απλά εξαφανίστηκε μέσα στη δύναμη του ηλιοκαμένου δικού της- και η Τία δεν μπόρεσε να αγνοήσει την ηλεκτρική εκκένωση που διαπέρασε τα δάχτυλα και την παλάμη της όταν ήρθαν σε επαφή με τη ζέστη της επιδερμίδας του... «Δε μου άρεσε ποτέ να κάνω ό,τι κάνουν οι άλλοι», της μουρμούρισε σιγανά. «Νομίζω λοιπόν πως θα σε λέω Σιν...» Ο τρόπος που πρόφερε τη λέξη, με την υπέροχα βαθιά και αισθησιακή φωνή του, ήταν αρκετός για να στείλει μερικά ακόμα ρίγη στη ραχοκοκαλιά της. Τα στήθη της μυρμήγκιασαν, οι θηλές της ορθώθηκαν και τις ένιωσε έντονα κάτω από το λεπτό ύφασμα του εφαρμοστού μπλε μακριού φορέματος της. Μια εντελώς απαράδεκτη αντίδραση σε έναν άγνωστο! Ο Τζόναθαν μπορεί να είχε εξαφανιστεί για μια ακόμα φορά με τη Σιμόν πριν από σαράντα λεπτά, αλλά αυτό σίγουρα δε σήμαινε ότι η Τία θα στεκόταν εκεί και θα αφηνόταν να ξελογιαστεί από ένα μελαχρινό κούκλο, που φάνταζε αμαρτωλά ωραίος με το φανερά ακριβό βραδινό κοστούμι του, αν και ως τώρα δεν είχε την ευγένεια να της συστηθεί.


11

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Κι εσύ είσαι;...» Ένα αρπακτικό χαμόγελο έκανε τα δόντια του να λάμψουν ακόμα πιο άσπρα μέσα στο σκοτάδι. «Λυσιέν Στιλ». Η Τία ρουθούνισε. «Δεν το νομίζω!» είπε κοροϊδευτικά. «Όχι;» Διασκέδαζε φανερά με τη δυσπιστία της. «Όχι», επανέλαβε εκείνη αποφασιστικά. Ανασήκωσε το φρύδι του. «Και γιατί όχι;» Η Τία πήρε μια ανυπόμονη αναπνοή. «Λοιπόν, κατ’ αρχάς είσαι πολύ νέος για να είσαι ο αυτοδημιούργητος δισεκατομμυριούχος Λυσιέν Στιλ». Τον έκανε το πολύ τριάντα πέντε, δέκα ή δώδεκα χρόνια μεγαλύτερο της και ήξερε, απ’ όσα της είχε πει ο Τζόναθαν για τον αποψινό επίτιμο καλεσμένο, ότι ο Λυσιέν Στιλ δεν ήταν μόνο ο πλουσιότερος άνθρωπος στη Νέα Υόρκη εδώ και δέκα χρόνια, αλλά και ο πιο ισχυρός. Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους απίστευτα φαρδιούς ώμους του. «Τι μπορώ να πω; Οι γονείς μου ήταν πλούσιοι κι εγώ έκανα το πρώτο μου εκατομμύριο στα είκοσι δύο μου». «Επίσης», συνέχισε η Τία αποφασιστικά, «είδα τον κύριο Στιλ όταν έφτανε». Ήταν αδύνατο να μην αντιληφθεί τη γεμάτη δέος αντίδραση των υπόλοιπων καλεσμένων. Εκείνοι οι απίστευτα πλούσιοι και ωραίοι είχαν όλοι, χωρίς εξαίρεση, βουβαθεί εντελώς τη στιγμή που ο Λυσιέν Στιλ είχε εμφανιστεί στο άνοιγμα της πόρτας. Και ο Φίλιξ Καρού, πολύ ισχυρός άντρας κι ο ίδιος, είχε γίνει σχεδόν γλοιώδης καθώς διέσχιζε γρήγορα το χώρο για να υποδεχτεί τον καλεσμένο του. Η Τία κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι της δεξιά αριστερά. «Ο Λυσιέν Στιλ είναι σαρανταπεντάρης, αρκετά κοντύτερος από σένα και χοντρός, με ξυρισμένο κεφάλι». Στην πραγματικότητα με την πρώτη ματιά είχε σκεφτεί ότι έμοιαζε περισσότερο με γκάνγκστερ παρά με τον πλουσιότερο και ισχυρότερο άντρα της Νέας Υόρκης! «Μάλλον εννοείς τον Ντεξ». «Τον Ντεξ;...» επανέλαβε η Τία δύσπιστα. «Μμμ». Ο άντρας πλάι της κατάνευσε αδιάφορα. «Παίρνει τα καθήκοντά του ως σωματοφύλακάς μου πολύ σοβαρά... σε σημείο που επιμένει να μπαίνει παντού πριν από μένα. Δεν είμαι


Carole Mortimer

12

σίγουρος γιατί», είπε στοχαστικά. «Ίσως περιμένει να υπάρχει ένας δολοφόνος στην άλλη πλευρά κάθε πόρτας...» Η Τία ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται ακούγοντας την ευθυμία και τη χλεύη στη φωνή αυτού του άντρα -του Λυσιέν Στιλ; Αφού έβρεξε τα χείλη της με την άκρη της γλώσσας της, είπε: «Και πού είναι ο Ντεξ τώρα;» «Πιθανόν στέκεται φρουρός πίσω από την μπαλκονόπορτα». Έδειξε με το κεφάλι την πόρτα απ’ όπου είχε βγει και η Τία λίγο πριν. Και εξασφάλιζε ο Ντεξ να μη βγει κανείς άλλος ή να μην μπορέσει να μπει η Τία πριν το θελήσει αυτός ο άντρας; Συνοφρυώθηκε ξανά, ενώ κοίταζε εξεταστικά τον άντρα που στεκόταν τώρα τόσο κοντά της ώστε μπορούσε να νιώσει τη ζέστη που διαχεόταν από το κορμί του. Για μια ακόμα φορά συνειδητοποίησε τον έμφυτο αέρα δύναμης και υπεροψίας που είχε διαισθανθεί πάνω του από την αρχή. Σαν να ήταν συνηθισμένος να γλείφει ο κόσμος τα καλογυαλισμένα χειροποίητα ιταλικά παπούτσια του... Ο Λυσιέν συνέχισε να κρατάει το τρεμάμενο τώρα χέρι της περιμένοντας σιωπηλός να ξαναβρεί την αναπνοή της, καθώς εκείνη τον κοίταζε μέσα από τις μακριές μεταξένιες βλεφαρίδες της, με μάτια βαθυγάλανα, σκούρα και μυστηριώδη. Μάτια που σκιάστηκαν από φόβο καθώς τίναζε για άλλη μια φορά νευρικά τη μικρή ροζ γλώσσα της πάνω στα υγρά, γεμάτα, καλοσχη-ματισμένα χείλη της. «Ο ίδιος ο Λυσιέν Στιλ που έχει τη Στιλ Τεκνόλοτζι, τη Στιλ Μίντια, τη Στιλ Ατλάντικ Αίρλαϊν, τη Στιλ Ίνταστρις κι ένα σωρό άλλες;» μουρμούρισε ξέπνοη. Ανασήκωσε τους ώμους του. «Έμοιαζε καλή ιδέα να υπάρχει διαφοροποίηση». Η Τία τράβηξε αποφασιστικά το χέρι της από το δικό του και πιάστηκε σφιχτά από την κουπαστή του στηθαίου. «Ο ίδιος ο Λυσιέν Στιλ που είναι δισεκατομμυριούχος;» «Πιστεύω ότι το είπες αυτό ήδη», συγκατάνευσε ο Λυσιέν. Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα, προφανώς αγνοώντας τον τρόπο που το φόρεμα κολλούσε στα στήθη της, προβάλλοντας


13

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

δυο ερεθισμένες θηλές. Θηλές που είχαν ένα γλυκό ροδαλό χρώμα; Όποιο κι αν ήταν το χρώμα τους, ήταν σίγουρος ότι η γεύση τους θα ήταν υπέροχη. Γλυκές και χυμώδεις και τόσο ώριμες και ευαίσθητες, καθώς θα τις χάιδευε και θα τις φιλούσε. Είχε προσέξει τη γυναίκα που ήξερε τώρα ότι λεγόταν Σίνθια Χάμοντ τη στιγμή που μπήκε στο διαμέρισμα του Φίλιξ και της Σιμόν Καρού λίγο νωρίτερα. Ήταν αδύνατο να μην την προσέξει, καθώς στεκόταν μόνη στο πίσω μέρος του πλούσιου χώρου, με γυαλιστερά ολόισια μαύρα μαλλιά που έπεφταν σαν μετάξι λίγο κάτω από τους ώμους της και βαθυγάλανα μάτια που ξεχώριζαν στη χλομάδα του λεπτού προσώπου της. Φορούσε ένα μακρύ στράπλες φόρεμα στο βαθυγάλανο των ματιών της, που άφηνε το πάνω μέρος του στήθους, τους ώμους και τα μπράτσα της εντελώς γυμνά. Το απαλό δέρμα της είχε μια μαργαριταρένια λευκότητα που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί ο Λυσιέν· ένα φιλντισένιο λευκό με μια ελαφριά ροζ χροιά, που του έδινε μια φωτεινότητα μοναδική. Απαλό, ντελικάτο δέρμα, που τα δάχτυλά του αποζητούσαν ν’ αγγίξουν. Το απλό στυλ του μεταξωτού φορέματος του επέτρεπε να κολλάει σε κάθε εκατοστό της καμπύλης του στήθους της, στη λεπτή μέση και τις απαλές καμπύλες των γοφών της, τόσο που ο Λυσιέν είχε αναρωτηθεί αν φορούσε τίποτα από κάτω. Αναρωτιόταν ακόμα... Αλλά αυτό που τον είχε κάνει πραγματικά να την προσέξει, περισσότερο από την ομορφιά και τη μαργαριταρένια τελειότητα του δέρματός της, ήταν το γεγονός ότι, αντί να τον πλησιάσει, όπως κάθε άλλος στο χώρο, αυτή η γυναίκα με την ντελικάτη ομορφιά είχε προτιμήσει να εκμεταλλευτεί την άφιξή του για να ξεγλιστρήσει ήσυχα στη βεράντα. Και δεν είχε γυρίσει όταν ο Λυσιέν κατάφερε τελικά να απαγγιστρωθεί από το -πώς το είχε αποκαλέσει;- «Το γλείψιμο των καλογυαλισμένων χειροποίητων ιταλικών παπουτσιών του». Με την περιέργειά του κεντρισμένη -και πολύ λίγα πράγματα τον κέντριζαν έτσι στην εποχή μας!-, δεν είχε μπορέσει να αντισταθεί στην παρόρμηση να βγει στη βεράντα να την αναζητήσει, μόλις κατάφερε να ξεφύγει από όλο εκείνο το γλυκερό ενδιαφέρον γύρω του.


Carole Mortimer

14

Η Τία πήρε μια ακόμα βαθιά αναπνοή πριν μιλήσει, κάνοντας την καμπύλη του στήθους της να φουσκώσει ξανά υπέροχα κάτω από το εφαρμοστό φόρεμα. «Πραγματικά ζητώ συγνώμη για την αγένειά μου, κύριε Στιλ. Δεν είναι δικαιολογία βέβαια, αλλά αλήθεια δεν περνάω μια ευχάριστη βραδιά!...» παραδέχτηκε με έναν ακόμα μορφασμό πόνου. «Ωστόσο αστός δεν είναι λόγος να μιλάω με αγένεια για σας... ή σ’ εσάς». Ανασήκωσε το φρύδι του. «Δε νομίζω ότι με ξέρεις αρκετά ακόμα ώστε να είσαι βέβαιη αν αξίζω ή όχι να μιλάς με αγένεια για μένα ή σ’ εμένα», της αντέτεινε ειρωνικά. «Ε... όχι...» Ήταν λιγάκι σαστισμένη από την έμφασή του στο «ακόμα». «Αλλά...» Κούνησε το κεφάλι της, κάνοντας τα μεταξένια, ολόισια μαύρα μαλλιά της να γλιστρήσουν από τους γυμνούς της ώμους και να χαϊδέψουν βασανιστικά το πάνω μέρος του στήθους της. «Δεν έπρεπε να είμαι τόσο κατηγορηματική για κάποιον που ξέρω μόνο από τα μίντια». «Ειδικά όταν όλοι ξέρουμε πόσο ανακριβή μπορούν να είναι τα μέσα ενημέρωσης;» τη ρώτησε πικρόχολα. «Ακριβώς!» Συγκατάνευσε με ενθουσιασμό προτού σταματήσει εξίσου γρήγορα, για να τον κοιτάξει αβέβαια. «Δεν κατέχετε περίπου το ενενήντα τοις εκατό των μέσων ενημέρωσης παγκόσμιας κάλυψης;» «Αυτό θα ήταν αντίθετο με τους κανονισμούς μονοπωλίου», της είπε αδιάφορα. «Νοιάζονται οι ζάμπλουτοι για μικροπράγματα όπως οι κανονισμοί;» τον πείραξε. Εκείνος γέλασε βραχνά. «Νοιάζονται αν δε θέλουν να βρεθούν τα ζάμπλουτα οπίσθιά τους καθισμένα στα δικαστήρια». Η Τία ένιωσε αυτό που άρχιζε πια να γίνεται γνώριμο ρίγος στη ραχοκοκαλιά της στο άκουσμα του βραχνού γέλιου του. Διαπίστωσε επίσης ότι, παρ’ όλο που αυτός ο άντρας την αποσυντόνιζε, διασκέδαζε στην πραγματικότητα -πιθανόν για πρώτη φορά αφότου έφτασε στη Νέα Υόρκη. «Κρυώνεις;» Η Τία δεν είχε την ευκαιρία ν’ απαντήσει, καθώς ο Λυσιέν Στιλ έβγαλε το σακάκι του βραδινού κοστουμιού του και κάλυψε


15

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

τους γυμνούς ώμους της. Της έφτασε σχεδόν ως τα γόνατα και, καθώς η ζέστη του την τύλιγε, ένιωσε εκείνη τη φρεσκάδα του λεμονιού και την πιο ύπουλη και γήινη μυρωδιά του ίδιου του άντρα. «Όχι, πραγματικά...» «Άσ’ το». Ακούμπησε και τα δυο χέρια του στους ώμους του σακακιού, καθώς εκείνη πήγε να το τραβήξει από πάνω της. Η Τία ανατρίχιασε ξανά, νιώθοντας τη ζέστη των χεριών του μέσα από το ύφασμα. Ένα ρίγος που οφειλόταν αποκλειστικά στην παρουσία αυτού του κυριαρχικού άντρα -όπως και η προηγούμενη ανατριχίλα της- κι όχι στη βραδινή δροσιά. Τα χέρια του έφυγαν απρόθυμα από τους ώμους της καθώς μετακινήθηκε για να σταθεί πλάι της, με το βλέμμα των ανοιχτόχρωμων -ασημόγκριζων;- ματιών του έντονο στο πρόσωπό της. Το φίνο μεταξωτό πουκάμισο αποκάλυπτε ότι οι ώμοι του ήταν πραγματικά τόσο φαρδιοί, το στήθος του μυώδες, η μέση λεπτή, πάνω από λεπτούς γοφούς και μακριά πόδια. Προφανώς ο Λυσιέν Στιλ δεν περνούσε όλες τις ώρες καθισμένος σε αίθουσες διοικητικών συμβουλίων, αυξάνοντας τα δισεκατομμύριά του. «Γιατί δεν περνάς καλά;» την παρότρυνε ήρεμα. Γιατί; Επειδή αυτή η επίσκεψή της στη Νέα Υόρκη είχε αποδειχτεί πολύ διαφορετική απ’ ό,τι περίμενε. Επειδή για άλλη μια φορά είχε κουβαληθεί σ’ ένα πάρτι και είχε εγκαταλειφθεί από... τέλος πάντων, ο Τζόναθαν σίγουρα δεν ήταν ο φίλος της, αλλά τον είχε θεωρήσει φίλο. Ένα φίλο που είχε εξαφανιστεί με την οικοδέσποινα μέσα σε λίγα λεπτά από την άφιξή τους, αφήνοντάς τη στο έλεος της ελίτ της Νέας Υόρκης. Και εδώ και λίγη ώρα δεν περνούσε καλά επειδή ένιωθε υπερβολικά έντονη την παρουσία του άντρα πλάι της -τον τρόπο που η ζεστασιά και η ξεμυαλιστική μυρωδιά του άψογα ραμμένου σακακιού του την έκαναν να νιώθει σαν να ήταν περιτριγυρισμένη από αυτό τον άντρα. Και τέλος επειδή δεν είχε ιδέα πώς να αντιμετωπίσει την πρωτοφανή διέγερση που αναστάτωνε τώρα το κορμί της! Ανασήκωσε τους ώμους της. «Δε μ’ αρέσουν τα πάρτι σαν αυτό».


Carole Mortimer

16

«Γιατί;» Έκανε ένα μορφασμό, φροντίζοντας να μην τον προσβάλει ξανά. «Είναι απλά προσωπική επιλογή». «Και πού ταιριάζεις με αυτό τον κόσμο; Είσαι ηθοποιός;» «Προς Θεού, όχι!» «Επίδοξη;» «Ορίστε;...» Ανασήκωσε τους φαρδιούς ώμους του. «Επίδοξη ηθοποιός;» Η Τία χαμογέλασε μελαγχολικά. «Όχι, καθόλου». «Μοντέλο;» Ρουθούνισε. «Δύσκολο, με ύψος ένα πενήντα πέντε!» «Δε βοηθάς πολύ, Σιν». Υπήρχε μια διάχυτη ανυπομονησία στον εύθυμο τόνο του. Η Τία είχε μάθει αρκετά αυτές τις τέσσερις μέρες ώστε να ξέρει ότι κανένας επώνυμος Νεοϋορκέζος δεν ενδιαφερόταν για την παρέα μιας φοιτήτριας και σερβιτόρας. Ο Λυσιέν Στιλ θα έπαυε επίσης να ενδιαφέρεται μόλις το μάθαινε. Πράγμα που μπορεί να μην ήταν κακό... Το πιγούνι της τεντώθηκε αποφασιστικά. «Είμαι απλά μια ασήμαντη, που κάνει μια επίσκεψη στη Νέα Υόρκη». Ο Λυσιέν διαφώνησε εντελώς με τουλάχιστον ένα μέρος της δήλωσης. Ήταν σημαντική- μια γυναίκα που την ομορφιά της και τη συζήτηση μαζί της είχε βρει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, όπως είχε ελπίσει ότι μπορεί να ήταν. Εκείνη έσμιξε τα φρύδια της. «Υποθέτω η επόμενη ενέργειά σας θα είναι να δικαιολογηθείτε ευγενικά και να φύγετε;» Τα μάτια του μισόκλεισαν. «Και γιατί να θέλω κάτι τέτοιο;» Ανασήκωσε τους ώμους της κάτω από το σακάκι του. «Αυτό έκαναν όλοι όσοι γνώρισα στη Νέα Υόρκη, μόλις συνειδητοποίησαν ότι τους είμαι άχρηστη». Ναι, μπορούσε να το φανταστεί ο Λυσιέν. Ξέροντας καλά την υψηλή κοινωνία της Νέας Υόρκης, αντιλαμβανόταν ότι τα μέλη της δε θα είχαν κανέναν απολύτως δισταγμό να κάνουν γνωστή την έλλειψη ενδιαφέροντος τους. «Πιστεύω ότι δήλωσα ήδη ότι προτιμώ να μην είμαι σαν οποιονδήποτε άλλο».


17

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Δεν είναι αλήθεια αυτό; Εννοώ...» Ένα υπέροχο κοκκίνισμα έβαφε τώρα τα χλομά μάγουλά της, καθώς έκλεινε για μια στιγμή τα μάτια πριν τον κοιτάξει απολογητικά. «Ζητώ συγνώμη για μια ακόμα φορά. Πραγματικά δεν περνάω καλά!» Αναστέναξε. Εκείνος ένευσε καταφατικά. «Θα ήθελες να φύγεις; Ίσως να πάμε κάπου ήσυχα να πιούμε ένα ποτό;» Τον κοίταξε μέσα από τις μακριές βλεφαρίδες της. «Ορίστε;» Ο Λυσιέν έσκασε ένα σκληρό χαμόγελο. «Μισώ κι εγώ τα πάρτι σαν αυτό». «Αλλά είστε ο επίτιμος καλεσμένος!» «Ειδικά μισώ τα πάρτι όπου είμαι ο επίτιμος καλεσμένος». Τον κοίταξε εξεταστικά, αβέβαιη αν έπαιζε μαζί της. Αβέβαιη για το λόγο που νοιαζόταν γι’ αυτή, αν αυτό συνέβαινε. Το σταθερό βλέμμα των ανοιχτόχρωμων ματιών και η αυστηρότητα της έκφρασής του της είπε ότι ήταν ένας άντρας που σπάνια έπαιζε, αν όχι ποτέ. Της ζητούσε να φύγει από το πάρτι των Καρού μαζί του...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Η Τία χαμογέλασε μελαγχολικά κουνώντας το κεφάλι της. «Δε θα ήταν καλή ιδέα». «Γιατί όχι;» «Είσαι πάντα τόσο επίμονος;» Έσμιξε τα φρύδια της. Εκείνος φάνηκε να το σκέφτεται λίγο. «'Οταν θέλω κάτι πολύ, ναι», μουρμούρισε τελικά απερίφραστα. Η ένταση στο βλέμμα του της έλεγε ολοκάθαρα ότι τούτη τη στιγμή ήθελε εκείνη. Πολύ. Πονηρά! Η Τία έδιωξε ένα ακόμα ρίγος στη σκέψη της αίσθησης εκείνων των σμιλεμένων χειλιών και των δυνατών χεριών να αναζητούν όλα τα κρυφά σημεία και τις πτυχές του κορμιού της. «Πραγματικά νομίζω πως είναι ώρα να πάω μέσα». Ήταν λίγο αναστατωμένη καθώς γλιστρούσε το σακάκι του από τους ώμους της και του το έδινε. «Σε παρακαλώ, πάρ’ το», τον παρότρυνε όταν εκείνος δεν άπλωσε το χέρι. Την κοίταξε εξεταστικά μερικές στιγμές, πριν πάρει με αργές κινήσεις το σακάκι και το ρίξει αδιάφορα πάνω στο στηθαίο μπροστά του -σαν να μην κόστιζε όσα μπορεί να έβγαζε η Τία σ’ ένα χρόνο, μαζί με τα φιλοδωρήματα! «Σιν...» Δεν την άγγιζε καν κι όμως κατάφερνε να την κρατάει υπνωτισμένη μόνο με τον τρόπο που μουρμούρισε το δικό του μοναδικό όνομα γι’ αυτή μ’ εκείνη τη βαθιά, πλάνα φωνή του,


19

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

στέλνοντας μερικά ακόμα ρίγη στη ραχοκοκαλιά της και ξαναφέρνοντας εκείνο το μυρμήγκιασμα στα στήθη της, μαζί με μια ασυνήθιστη ζέστη ανάμεσα στους μηρούς της. «Ναι;...» απάντησε ξέπνοα. «Πραγματικά θέλω να φύγεις μαζί μου». «Δεν μπορώ». Βόγκηξε σε διαμαρτυρία στην επιτακτικότητα της φωνής του, σίγουρη ότι αυτός ο άντρας -που δεν ήταν μόνο αμαρτωλά ωραίος, αλλά και πλούσιος σαν Κροίσοςσπάνια, αν όχι ποτέ, ζητούσε οτιδήποτε. Απλά έπαιρνε. «Γιατί όχι;» «Απλά... τι χρώμα ακριβώς είναι τα μάτια σου;» Ό,τι χρώμα κι αν ήταν, την κρατούσαν αιχμάλωτη με την έντασή τους. Εκείνος ξαφνιάστηκε με την απρόσμενη ερώτηση. «Τα μάτια μου;» «Ναι». Το στόμα του ζάρωσε σ’ ένα πικρόχολο χαμόγελο. «Πιστεύω ότι το διαβατήριό μου λέει γκρίζα». Η Τία κούνησε το κεφάλι της. «Είναι ασημί», διόρθωσε αναπνέοντας με δυσκολία τώρα, αν και ήξερε ότι αυτό ήταν τρέλα -ότι ένιωθε τόσο έντονη την παρουσία του Λυσιέν Στιλ δίπλα της, ότι το δέρμα της ήταν τόσο ευαισθητοποιημένο από το βλέμμα που ήταν καρφωμένο πάνω της, που αντιλαμβανόταν κάθε τούφα των μαλλιών της να χαϊδεύει ανάλαφρα τους ώμους και το πάνω μέρος του στήθους της. Μια εντελώς απρόσμενη και πρωτοφανής αντίδραση. Σε οποιονδήποτε άντρα. Μπορεί ο Τζόναθαν να ήταν πολύ ωραίος με τα υπερβολικά μακριά ξανθά μαλλιά, τα γελαστά γαλάζια μάτια και το λεπτό αρρενωπό κορμί του, αλλά για κάποιο λόγο η Τία δεν τον είχε βρει ποτέ ελκυστικό με εκείνο τον τρόπο. Τώρα, απλά κοιτάζοντας τον Λυσιέν Στιλ, έχοντας συνειδητοποιήσει την τιθασευμένη δύναμή του, ήξερε ότι δε θα ένιωθε ποτέ έλξη για τον Τζόναθαν -ότι ο Λυσιέν Στιλ ήταν τόσο ανώτερος, που κατέστρεφε το θαυμασμό μιας γυναίκας για οποιονδήποτε άλλον άντρα. «Γκρίζα... ασημί... μπορούν να είναι ό,τι διάβολο χρώμα θέλεις, αρκεί μόνο να φύγεις μαζί μου τώρα», την παρότρυνε με επιμονή.


Carole Mortimer

20

Η Τία μπήκε σε πειρασμό -Θεέ μου, πόσο μπήκε σε πειρασμό- αλλά δε θα το έκανε. Όσο απασχολημένος αλλού κι αν ήταν ο Τζόναθαν, δεν μπορούσε να έχει έρθει σ’ ένα πάρτι μαζί του και να φύγει με άλλον. Ειδικά με κάποιον που την αναστάτωνε τόσο πολύ όσο ο Λυσιέν Στιλ! Έναν άντρα τόσο ψηλό, όλο λεπτούς και γυμνασμένους μυς. Και υπερβολικά ωραίο για να τον αγνοήσει. Έναν άντρα που απλά ήταν υπερβολικά... υπερβολικά απ’ όλα -και που είχε ανακαλύψει ότι την αναστάτωνε το ίδιο υπερβολικά. Ίσιωσε την πλάτη της αποφασιστικά. «Ήρθα εδώ με κάποιον». Τα ασημόγκριζα μάτια του μισόκλεισαν με δυσαρέσκεια. «Κάποιον άντρα;» «Ναι». Το βλέμμα του πήγε στο αριστερό χέρι της. «Δε φοράς βέρα». Η Τία κούνησε το κεφάλι της. «Δεν είναι τέτοια σχέση». «Τότε τι είναι;» «Δε νομίζω ότι σε αφορά αυτό καθόλου...» «Κι αν διαλέξω να με αφορά;» «Είναι απλά ένας φίλος», του είπε ανυπόμονα, αβέβαιη αν ήταν καν αλήθεια αυτό πια. Ο Τζόναθαν είχε κάνει φανερό ότι ζούσε σ’ ένα διαφορετικό κόσμο, έναν κόσμο που η Τία δεν είχε καμιά διάθεση ή επιθυμία να γίνει ποτέ μέλος του. Η έκφραση του Λυσιέν Στιλ ήταν βλοσυρή. «Δεν μπορεί να είναι τόσο φίλος, αν σε έφερε εδώ και σε άφησε μόνη». Ήταν το ίδιο συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει η Τία τις τελευταίες τέσσερις μέρες. «Ευχαριστώ πολύ, αλλά είμαι ενήλικη και απόλυτα ικανή να προσέχω τον εαυτό μου», τον διαβεβαίωσε καυστικά. Ο Λυσιέν ανασήκωσε τα φρύδια. «Τόσο που ήρθες εδώ έξω μόνη, αντί να μείνεις στο πάρτι;» Η ειρωνεία του την έτσουξε. «Μπορεί να ήθελα απλά να φύγω μακριά απ’ όλο εκείνο το γλείψιμο;» τον προκάλεσε. «Γλείψιμο χειροποίητων ιταλικών παπουτσιών», τη διόρθωσε ξερά. «Οτιδήποτε», είπε η Τία ανυπόμονα. «Είμαι σίγουρος ότι


21

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

ούτ’ εσύ ήρθες εδώ μόνος απόψε...» Θυμήθηκε αόριστα τον Τζόναθαν να αναφέρει ότι ο Στιλ τα είχε αυτό τον καιρό με το σούπερ μοντέλο Λίνζι Τάρνερ. Μια πανύψηλη ξανθιά, που ήταν το απόλυτο αντίθετο της Τία. Τα χείλη του σφίχτηκαν καθώς θυμήθηκε τη σκηνή με τη Λίνζι πριν μια βδομάδα, όπου εκείνη είχε υπερεκτιμήσει τα αισθήματά του, πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα το τέλος της ενός μηνός σχέσης τους. Διάβολε, δεν έδινε υποσχέσεις, πόσω μάλλον δαχτυλίδια αρραβώνων και βέρες γάμου. Έκανε ένα μορφασμό. «Τυχαίνει να έχω έρθει μόνος. Και θέλω να φύγω μ’ εσένα», πρόσθεσε αποφασιστικά, ξέροντας ότι είχε πολύ καιρό να θελήσει κάτι τόσο πολύ όσο ήθελε τώρα να περάσει χρόνο μόνος με τη Σίνθια Χάμοντ. «Δεν ξέρεις το παραμικρό για μένα», του είπε εκνευρισμένα. «Κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που θέλω να πάμε οι δυο μας κάπου ήσυχα να κουβεντιάσουμε... έτσι ώστε να μπορέσω να σε γνωρίσω καλύτερα», επέμεινε. Όσο περισσότερο του αντιστεκόταν; τόσο πιο αποφασισμένος γινόταν να φύγει από το πάρτι μαζί της απόψε. Και στο μεταξύ σκόπευε να ανακαλύψει ποιος ακριβώς από τους καλεσμένους του Φίλιξ Καρού ήταν ο φίλος που του είχε αναφέρει... Η Τία επιχείρησε να τον πειράξει. «Σου είπε ποτέ κανείς ότι δεν είναι δυνατό να έχεις όλα όσα θέλεις;» «Όχι». Ένα νεύρο συσπάστηκε στο σφιγμένο σαγόνι του. «Επειδή είσαι τόσο πλούσιος και ισχυρός, που κανείς δε θα τολμούσε να σου μιλήσει έτσι;» ρώτησε σιγανά, θυμίζοντάς του το προηγούμενο σχόλιό του. «Αναμφίβολα». Ξανά απαντούσε χωρίς συστολή. Η Τία γέλασε με απόγνωση για την τρομερή υπεροψία αυτού του άντρα. Πραγματικά δεν είχε γνωρίσει ποτέ κάποιο σαν αυτόν! «Τότε θα έχω τη διάκριση να είμαι η πρώτη που το κάνει! Ήταν ενδιαφέρον που σας γνώρισα, κύριε Στιλ, αλλά πραγματικά πρέπει να γυρίσω μέσα και... Τι κάνεις;...» Έβγαλε ένα σιγανό αγκομαχητό καθώς το βλέμμα του συνέχιζε να κρατά αιχμάλωτο το δικό της, ακόμα και ενώ το κεφάλι του κατέβαινε αργά προς το μέρος της και η ζέστη της αναπνοής του έφτανε σαν χάδι στα μάγουλα και στα χείλη της.


Carole Mortimer

22

«Θέλω... θα μου άρεσε να σε φιλήσω», διόρθωσε βραχνά, με τα χείλη του εκατοστά μόνο μακριά από τα δικά της. «Θα με αφήσεις;» «Όχι...» Ήξερε ότι η διαμαρτυρία της ακούστηκε να βγαίνει με μισή καρδιά και βρέθηκε ανήμπορη να τραβήξει το βλέμμα της από τα υπνωτιστικά ασημόγκριζα μάτια. «Πες ναι, Σιν». Μετακινήθηκε ελαφρά, με τα χείλη του ένα καυτό και σύντομο χάδι στο ζεστό μάγουλό της, πριν ανασηκώσει το κεφάλι του και την κοιτάξει για μια ακόμα φορά, χωρίς να την αγγίζει με τίποτα πέρα από το έντονο, λαμπερό βλέμμα του. Η Τία δεν μπορούσε να αναπνεύσει, δεν μπορούσε να κουνηθεί, καθώς εκείνος συνέχιζε να την κρατάει αιχμάλωτη με την ένταση του βλέμματός του. Σαν ελάφι που είχε πιαστεί στους προβολείς αυτοκινήτου. Ή τρένου. Και τα δυο ήταν ικανά να ισοπεδώσουν οτιδήποτε στεκόταν στο δρόμο τους. Όπως το ξελόγιασμα του Λυσιέν Στιλ ήταν ικανό να συνθλίψει την Τία και την αντίστασή της. Πήρε μια τρεμάμενη αναπνοή πριν τραβηχτεί πίσω, μακριά του. «Ευχαριστώ για την πρόσκληση, κύριε Στιλ, αλλά, όχι». «Λυσιέν». Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Πιστεύω θα προτιμούσα να συνεχίσω να σας λέω κύριο Στιλ. Όχι ότι θα συναντηθούμε ποτέ ξανά, αλλά ακόμα κι έτσι...» «Γιατί όχι;» Η Τία γέλασε λίγο στον απότομο τόνο του. «Επειδή ζείτε σε αυτό τον κόσμο κι εγώ... εγώ ζω σε άλλο». «Κι όμως είσαι εδώ...» «Ναι, είμαι εδώ». Και δε θα ξαναερχόταν αν ήταν στο χέρι της! «Πραγματικά πρέπει να γυρίσω μέσα τώρα...» «Και να ψάξεις για το φίλο σου;» της είπε απότομα. «Ναι». Η Τία έκανε ένα μορφασμό, ξέροντας ότι εκείνη κι ο «φίλος» της θα είχαν μια κουβεντούλα πριν τελειώσει η βραδιά. Σίγουρα δεν είχε σκοπό να αφήσει τον Τζόναθαν να τη σύρει σ’ ένα ακόμα πάρτι σαν αυτό και να την αφήσει για να κλειστεί κάπου με την όμορφη Σιμόν. Η συνήθειά του να ξεχνάει την ύπαρξή της τη στιγμή που έφταναν σ’ ένα απ’ αυτά τα


23

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

πάρτι γινόταν βαρετή και ήταν πραγματικά χάσιμο χρόνου. «Ποιος είναι;» «Αλήθεια δε σε αφορά αυτό», του πέταξε, οργισμένη με την επιμονή του. Τα μάτια του μισόκλεισαν, το σαγόνι του σφίχτηκε. «Τουλάχιστον πες μου πού μένεις στη Νέα Υόρκη». Έκανε ένα μορφασμό απόγνωσης. «Αυτό σε αφορά ακόμα λιγότερο! Τώρα, αν μου επιτρέπεις...» Η Τία δεν περίμενε να της απαντήσει πριν κάνει μεταβολή και φύγει με το κεφάλι ψηλά, ενώ πίεζε τον εαυτό της να μη βιαστεί, να μην αποκαλύψει πόσο απελπισμένα χρειαζόταν να φύγει μακριά από την ενοχλητικά επιβλητική παρουσία του Λυσιέν Στιλ. Ακόμα κι αν ένιωθε έντονα εκείνο το βλέμμα από τα ασημόγκριζα μάτια σαν αισθησιακό χάδι σε όλο το μήκος της ραχοκοκαλιάς της και στη λεπτή καμπύλη των γοφών της! Ο Λυσιέν Στιλ ήταν χωρίς αμφιβολία ο πιο ενοχλητικά σέξι άντρας που είχε γνωρίσει ποτέ... *** «Πού διάβολο ήσουν;» ζήτησε να μάθει ο Τζόναθαν τη στιγμή που η Τία ξαναμπήκε στο τεράστιο σαλόνι των Καρού. Η έκφραση στο παιδιάστικα ωραίο πρόσωπο ήταν επικριτική καθώς την έπιανε απότομα από το μπράτσο. Μια εντελώς άδικη επίκριση κατά την άποψή της, λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτός ήταν που έλειπε με την οικοδέσποινα για σχεδόν μια ώρα, αφήνοντάς τη να την πλησιάσει ο Λυσιέν Στιλ! «Μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτό κάπου λιγότερο... δημόσια, Τζόναθαν;» Τον αγριοκοίταξε, νιώθοντας έντονη τη σιωπηλή παρουσία του σωματοφύλακα του Λυσιέν, του Ντεξ, λίγα μόλις μέτρα μακριά τους. «Στην ησυχία του αυτοκινήτου σου, μόλις φύγουμε», πρόσθεσε δηκτικά. Ο Τζόναθαν δε φάνηκε καθόλου ευχαριστημένος από το τελευταίο σχόλιό της. «Ξέρεις, που να πάρει, ότι δεν μπορώ να φύγω ακόμα», είπε ανυπόμονα, τραβώντας τη στο μεταξύ σε μια πιο ήσυχη γωνιά του δωματίου. «Μήπως επειδή δεν είχες ακόμα την ευκαιρία να πεις ένα


Carole Mortimer

24

γεια στον Λυσιέν Στιλ;» Η Τία ήθελε να τον προκαλέσει καθώς έτριβε το μπράτσο της εκεί που τα δάχτυλά του είχαν χωθεί οδυνηρά στη σάρκα της, όπου θα είχε πιθανότατα μελανιές αύριο. «Πρόσεξα ότι εσύ κι η ωραία οικοδέσποινα απουσιάζατε όταν έφτασε». «Τι σημαίνει αυτό;» της είπε αγριοκοιτάζοντάς τη. «Και τι διάβολο σ’ έπιασε και μου μιλάς έτσι;» «Τίποτα δε μ’ έπιασε». Ανασήκωσε κουρασμένα τους ώμους, ξέροντας ότι δεν έφταιγε μόνο ο Τζόναθαν για την απογοήτευσή της για την αποψινή βραδιά. Τα νεύρα της ήταν ακόμα τεντωμένα από τη συνάντηση με τον Λυσιέν Στιλ στη βεράντα -σε βαθμό που μπορούσε να νιώσει το πλάνο άγγιγμα των σμιλεμένων χειλιών του στο μάγουλό της, τη ζέστη της ανάσας του στο δέρμα της... «Απλά θέλω να φύγω, αστό είναι όλο». «Σου είπα πως δεν μπορώ να φύγω ακόμα». Ο Τζόναθαν την κοίταξε βλοσυρά. «Τότε πρέπει να κατέβω να βρω ένα ταξί...» «Δε θα πας πουθενά μέχρι να πω ότι μπορείς», τη διέκοψε εκείνος αποφασιστικά. Η Τία τον κοίταξε εξεταστικά, παρατηρώντας τη ζωηράδα στα μάτια του και το ασυνήθιστο αναψοκοκκίνισμα στα μάγουλά του. «Έχεις πιει;...» «Σε πάρτι είμαστε. Φυσικά και ήπια». Ο Τζόναθαν την κοίταξε ανυπόμονα. «Σ’ αυτή την περίπτωση παίρνω οπωσδήποτε ένα ταξί για το διαμέρισμά σου», του δήλωσε αποφασιστικά. «Είπα ότι θα φύγεις όταν πω ότι μπορείς». Τα μάτια του γυάλισαν. Η Τία ένιωσε ένα φούντωμα στα μάγουλά της καθώς τον κοίταζε δύσπιστα. «Ποιος νομίζεις ότι είσαι να μου μιλάς έτσι;» είπε με κομμένη την ανάσα. Η έκφραση του Τζόναθαν σκοτείνιασε. «Νομίζω ότι είμαι αυτός που πλήρωσε για να έρθεις στη Νέα Υόρκη!» Τα μάτια της γούρλωσαν δύσπιστα. «Και πιστεύεις ότι αυτό σου δίνει το δικαίωμα να μου λες τι μπορώ και τι δεν μπορώ να κάνω;»


25

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Νομίζω ότι μου δίνει το δικαίωμα να κάνω ό,τι διάβολο νιώθω τη διάθεση να κάνω!» της πέταξε. Η Τία ένιωσε το χρώμα να στραγγίζει από τα μάγουλά της στη φανερή απειλή του. «Δεν ξέρω τι σε έπιασε, Τζόναθαν». Η φωνή της έτρεμε καθώς προσπαθούσε να συγκροτήσει δάκρυα πόνου. «Αλλά αυτό που ξέρω είναι ότι δε μου αρέσεις έτσι. Είσαι προφανώς μεθυσμένος. Ή κάτι». Δεν σίγουρη ότι η ζωηράδα στα μάτια και το κοκκίνισμα στα μάγουλά του οφείλονταν στο αλκοόλ μόνο. Ο Τζόναθαν δε συμπεριφερόταν απόψε -τις τελευταίες τέσσερις μέρες, αν ήθελε να είναι απόλυτα ειλικρινής- σαν τον γοητευτικό και ακομπλεξάριστο φίλο που είχε γνωρίσει στην Αγγλία... Πήρε μια βαθιά αναπνοή. «Νομίζω είναι καλύτερα να φύγω τώρα, Τζόναθαν. Μπορούμε να το συζητήσουμε αργότερα. Ή αύριο...» «Μένεις εδώ που είσαι, που να πάρει». Άπλωσε το χέρι του κι έπιασε το μπράτσο της ξανά, με τα δάχτυλα του άλλου χεριού του σαν μέγγενη γύρω από τον καρπό της, που τον έστριψε κάνοντάς τη να πονέσει. Η Τία έβγαλε ένα αγκομαχητό. «Με πονάς, Τζόναθαν», είπε ξέπνοα, νιώθοντας τα όλο περιέργεια βλέμματα κάποιων καλεσμένων στραμμένα προς το μέρος τους. «Τότε σταμάτα να είσαι τόσο αναθεματισμένα δύσκολη! Είπα πως δε θα πας πουθενά και αυτό είναι...» Ο Τζόναθαν σταμάτησε απότομα, με το βλέμμα του να στέκεται κάπου πάνω από τον ώμο της και τα μάτια του να γουρλώνουν, πριν αφήσει απότομα το μπράτσο και τον καρπό της και κολλήσει ένα γοητευτικά παιδιάστικο χαμόγελο στα χείλη του. Η ραχοκοκαλιά της Τία τεντώθηκε καθώς υπέθεσε, από την ξαφνική διακοπή των συζητήσεων γύρω τους, την αίσθηση προσδοκίας στον αέρα και τον τρόπο που μυρμήγκιασε το δέρμα της, ποιος ακριβώς στεκόταν πίσω της. Μόνο ένας άντρας είχε τη δύναμη να προκαλεί τέτοιο δέος στην ελίτ της Νέας Υόρκης και την ικανότητα να δημιουργεί αυτή την αύρα γύρω του... Ο ίδιος άντρας που απέπνεε τέτοια σεξουαλική έλξη που


Carole Mortimer

26

έκανε κάθε νευρική απόληξη στο κορμί της να αντιδρά και να τεντώνεται μ’ αυτό τον τρόπο. Ο Λυσιέν Στιλ. *** Ο Λυσιέν είχε μείνει στη βεράντα για μερικά ακόμα λεπτά αφότου έφυγε η Σίνθια Χάμοντ, δίνοντας στη σκληρότητα της ερεθισμένης φύσης του το χρόνο να ηρεμήσει, ενώ αναρωτιόταν για την απρόσμενη ένταση της σωματικής αντίδρασής του σ’ εκείνη. Το δέρμα της -το μαργαριταρένιο, λαμπερό δέρμα της- ήταν όσο απαλό και τέλειο είχε φανταστεί στο ελαφρό άγγιγμα των χειλιών του στο μάγουλό της και μπορούσε ακόμα να μυρίσει το άρωμά της... κάτι λουλουδένιο, ανάμεικτο με θηλυκή ζεστασιά. Την ίδια ζεστασιά που τον είχε τυλίξει καθώς φορούσε ξανά το σακάκι του, έτοιμος να επιστρέφει στο πάρτι των Καρού, σαν να ήταν η ίδια η γυναίκα τυλιγμένη γύρω του. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που είχε μια τέτοια σωματική αντίδραση σε μια γυναίκα, ώστε να θέλει να την πάρει επιτόπου. Αν είχε ποτέ... Πράγμα ακόμα πιο εκπληκτικό, επειδή η Σίνθια Χάμοντ, λίγο ψηλότερη από ένα και πενήντα και πιθανόν λίγο πάνω από τα είκοσι, δεν ήταν ο τύπος της γυναίκας που έβρισκε να τον ελκύει. Πάντα προτιμούσε γυναίκες ξανθές και ψηλές, με μακριά πόδια και κοντά στη δική του ηλικία των τριάντα πέντε. Γυναίκες που ήξεραν και δέχονταν ότι το ενδιαφέρον του γι’ αυτές ήταν καθαρά σεξουαλικό και πρόσκαιρο. Η Σίνθια Χάμοντ φαινόταν υπερβολικά μικρή, υπερβολικά άπειρη για να δεχτεί την ένταση του πάθους που θα απαιτούσε απ’ αυτή ο Λυσιέν για το σύντομο χρόνο που θα διαρκούσε το ενδιαφέρον του. Και θα ήταν σύντομο -μια δυο βδομάδες το πολύ πριν αρχίσει να νιώθει για άλλη μια φορά ανήσυχος, έχοντας βαρεθεί να έχει την ίδια γυναίκα στο κρεβάτι του. Όχι, ήταν καλύτερα, αποφάσισε, να μείνει μακριά από την υπερβολικά μικρή και υπερβολικά άπειρη Σίνθια Χάμοντ. Και θα το είχε κάνει αν, όταν γύρισε τελικά στο σαλόνι των Καρού, δεν είχε θεωρήσει απαραίτητο ο Ντεξ να τον πάρει πα-


27

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

ράμερα και να τον πληροφορήσει για τον τρόπο που ο Τζόναθαν Μίλερ είχε επιπλήξει τη Σίνθια Χάμοντ τη στιγμή που επέστρεψε στο πάρτι, πριν την τραβήξει βίαια μακριά. Σήμαινε αυτό ότι ο Τζόναθαν Μίλερ, ο σταρ μιας από τις τηλεοπτικές σειρές που πρόβαλλε αυτή την εποχή το κανάλι του, ήταν ο φίλος με τον οποίο είχε έρθει στο πάρτι η Σίνθια; Παρακολουθώντας το ζευγάρι που στεκόταν στην απέναντι πλευρά του σαλονιού μιλώντας σιγανά αλλά με φανερή ένταση, ο Λυσιέν μισόκλεισε τα μάτια όταν είδε τον τρόπο που χλόμιασε ξαφνικά η Σιν. Οι γροθιές σφίχτηκαν στα πλευρά του καθώς συνειδητοποιούσε ότι ο Μίλερ έσφιγγε δυνατά το μπράτσο της και με το άλλο του χέρι έστριβε τον καρπό της κάνοντάς τη να πονάει, παρά τις φανερές προσπάθειές της να ελευθερωθεί. Η σκέψη μιας μελανιάς να χαλάει τη μαργαριταρένια τελειότητα της επιδερμίδας της ήταν αρκετή για να τον κάνει να διασχίσει αποφασιστικά το σαλόνι. Ο Τζόναθαν Μίλερ ήταν ένας από τους λόγους που ο Λυσιέν είχε γυρίσει στη Νέα Υόρκη αυτό τον καιρό. Η συμπεριφορά του ηθοποιού τους τελευταίους μήνες είχε γίνει σοβαρή αιτία ανησυχίας και είχε χρειαστεί να επέμβει ο ίδιος προσωπικά όταν πληροφορήθηκε ότι η προειδοποίηση που του είχε διαμηνύσει πριν ενάμιση μήνα, για την αγάπη του για τα ναρκωτικά και το δεσμό του με την παντρεμένη συμπρωταγωνίστριά του τη γυναίκα του σκηνοθέτη της σειράς-, είχε αλλάξει πολύ λίγα πράγματα στη συμπεριφορά του. Μια ακόμα ιδιαίτερη συνάντηση με τον Τζόναθαν Μίλερ θα έπρεπε να περιμένει μέχρι αύριο. Τούτη τη στιγμή ο Λυσιέν νοιαζόταν περισσότερο για τον επιθετικό τρόπο που συμπεριφερόταν ο νεαρός ηθοποιός στη Σιν. Όσο έντονες ή πιεστικές κι αν ήταν οι σεξουαλικές ανάγκες του, δε θα πλήγωνε ποτέ σκόπιμα μια γυναίκα -προτιμούσε να δίνει απόλαυση παρά πόνο- και ούτε θα ανεχόταν να συμπεριφέρεται ένας άλλος άντρας μ’ αυτό τον τρόπο, παρουσία του. Το βλέμμα του καρφώθηκε στους γυμνούς ώμους της Σιν. «Είσαι έτοιμη να φύγουμε τώρα;» ρώτησε βραχνά. Η καρδιά της Τία χοροπήδησε στο στήθος της καθώς ο


Carole Mortimer

28

Λυσιέν Στιλ επαναλάμβανε την πρόσκλησή του, προσφερόμενος να την πάρει μακριά από αυτό τον εφιάλτη. Μακριά από τον Τζόναθαν. Έναν Τζόναθαν που ήταν αγνώριστος σε σχέση με το γοητευτικό άντρα που είχε γνωρίσει πριν δυο χρόνια -και που είχε νομίσει ότι ήταν φίλος της. Αλλά οι φίλοι δεν πληγώνουν επίτηδες ο ένας τον άλλο και το μπράτσο της πονούσε ακόμα εκεί που τα δάχτυλά του είχαν χωθεί στη σάρκα της πριν λίγες στιγμές, ενώ ο καρπός της υπέφερε από το μοχθηρό στρίψιμό του. Όχι μόνο την είχε πονέσει, αλλά και την είχε τρομοκρατήσει όταν της μίλησε τόσο απειλητικά. Κι ένιωθε ντροπή και αμηχανία στη σκέψη ότι ο Λυσιέν Στιλ μπορεί να ήταν μάρτυρας αυτής της σωματικής και λεκτικής επίθεσης. «Σιν;...» Μπορούσε να δει τη σαστιμάρα στα μάτια του Τζόναθαν και ήταν αστός που του απάντησε ανάλαφρα: «Νομίζω κάνετε λάθος, κύριε. Αυτή είναι η Τία Χάμοντ, η...» «Σιν;...» Τα μακριά, λεπτά δάχτυλά του γλίστρησαν απαλά, αλλά κτητικά κάτω από τον αγκώνα της, ενώ συνέχισε να αγνοεί τον Τζόναθαν καθώς ερχόταν να σταθεί πλάι της. Στο άγγιγμά του στο δέρμα της, στην πίεση της βραχνής φωνής του, η Τία ένιωσε το γνώριμο ρίγος στη ραχοκοκαλιά της. Μπορούσε στην πραγματικότητα να νιώσει την πίεση, καθώς η φωνή του την εξανάγκαζε να γυρίσει να τον κοιτάξει. Γύρισε αργά, σαν μαριονέτα που της τράβηξαν τους σπάγκους, με τα μάτια της να γίνονται τεράστια, τις κόρες τους διεσταλμένες και όλο τον αέρα να έχει φύγει ξαφνικά από τα πνευμόνια της, καθώς έβλεπε την πρώτη καθαρή εικόνα του Λυσιέν Στιλ στο φως των πολυελαίων από πάνω τους. Ω Θεέ μου. Είχε νομίσει ότι είχε μια υπνωτιστική επίδραση πάνω της ενώ στέκονταν μαζί έξω στο φεγγαρόφωτο, αλλά εκείνο δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με την ένταση του μαγνητισμού που διέχεε τώρα, στο ζωηρά φωτισμένο σαλόνι του διαμερίσματος των Καρού. Σε τέτοιο βαθμό που ακόμα κι αυτό το τεράστιο


29

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

δωμάτιο, σε μέγεθος γηπέδου τένις, φαινόταν υπερβολικά μικρό για να χωρέσει όλη αυτή την άγρια δύναμη. Τα μαλλιά του είχαν ένα τόσο βαθύ μαύρο που φαίνονταν σχεδόν μπλε στο φως και το μελαχρινό πρόσωπό του είχε μια αγαλματένια ομορφιά. Το ψηλό, έξυπνο μέτωπό του, η γαμψή μύτη ανάμεσα σε ψηλά ζυγωματικά και το στόμα του -ω, Θεέ μου, το στόμα του ήταν αμαρτωλά σμιλεμένα. Το πάνω χείλος του ήταν λιγάκι πιο γεμάτο από το κάτω και το σαγόνι του τετράγωνο και δυναμικό, σκιασμένο από σκούρα γένια λίγων ημερών. Ήταν το πρόσωπο ενός πολεμιστή, ενός πειρατή, ενός άντρα που έπαιρνε αστό που ήθελε και στο διάβολο όποιος ή ό,τι στεκόταν στο δρόμο του. Και σαν να μην ήταν αρκετό τούτο το άγρια ωραίο πρόσωπο, το τέλεια ραμμένο βραδινό κοστούμι- είχε πραγματικά η Τία τυλιγμένο αυτό το υπέροχο σακάκι γύρω της πριν λίγα μόλις λεπτά;— και το άσπρο μεταξωτό πουκάμισο αναδείκνυαν την τελειότητα των φαρδιών ώμων και του μυώδους στήθους του, της λεπτής μέσης, των δυνατών μηρών και των μακριών, λεπτών ποδιών μέσα στο μαύρο παντελόνι, που κατέληγε στα χειροποίητα ιταλικά παπούτσια, στα οποία η Τία είχε αναφερθεί τόσο καυστικά πριν λίγη μόνο ώρα. Όλα στολίδια μιας φινέτσας στην πραγματικότητα -μιας φινέτσας που διαλύθηκε τη στιγμή που η Τία κοίταξε εκείνο το ωραίο, άγριο πρόσωπο! Ένα πρόσωπο στο οποίο δέσποζαν τα εκπληκτικά, ακαταμάχητα ασημόγκριζα μάτια, πλαισιωμένα από μακριές, μεταξένιες σκούρες βλεφαρίδες. Τα ίδια ακαταμάχητα μάτια που κρατούσαν τώρα το βλέμμα της αιχμάλωτο, την κρατούσαν όμηρο και αρνούνταν να την αφήσουν μέχρι να συναινέσει, να υποταχτεί στην άγρια και απαιτητική δύναμή τους...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

«Σιν;» Ο Λυσιέν ρώτησε για τρίτη και τελευταία φορά -και αυτό ήταν δυο φορές περισσότερο απ’ όσο θα είχε επιτρέψει σε οποιαδήποτε άλλη γυναίκα. Αν η Σιν Χάμοντ τον αγνοούσε για τρίτη φορά, τότε θα θεωρούσε ότι δεχόταν πρόθυμα την κακομεταχείριση από τον Μίλερ. Δεν ήταν κάτι που συμφωνούσε με τις προσωπικές απόψεις του Λυσιέν, αλλά ήταν θέμα που αφορούσε τη Σιν -όχι εκείνον. Όσο κι αν μπορεί να την ήθελε ο ίδιος... «Τία;» Ο Τζόναθαν Μίλερ φαινόταν εντελώς σαστισμένος. Το βλέμμα του Λυσιέν μετακινήθηκε από τη Σιν, σκληραίνοντας σαν ατσάλι ενώ καρφωνόταν πάνω στον άλλο άντρα. Μελανιές σχηματίζονταν ήδη στο μπράτσο της, εκεί όπου ο Μίλερ την είχε κρατήσει υπερβολικά σφιχτά πριν λίγα λεπτά κι ο καρπός της φαινόταν κοκκινισμένος και πονεμένος. Μια ασυγχώρητη επίθεση, κατά την άποψη του Λυσιέν, στην τελειότητα τούτης της μαργαριταρένιας, αψεγάδιαστης επιδερμίδας. «Την πόνεσες, Μίλερ», είπε τραχιά, τυλίγοντας καθησυχαστικά τα δάχτυλά του γύρω από τον αγκώνα της Σιν, καθώς την ένιωθε ακόμα να τρέμει. Μια ένδειξη ότι δε δεχόταν ευχάριστα τη σκληρή συμπεριφορά του Μίλερ. Το πρόσωπο του άλλου άντρα κοκκίνισε από θυμό -ένα συναίσθημα που γρήγορα το έκρυψε πίσω από το γοητευτικό χαμόγελο που κρατούσε αυτό τον καιρό το αμερικανικό τηλεοπτικό κοινό τόσο μαγεμένο, αλλά άφησε τον Λυσιέν παγερό. «Η Τία κι εγώ είχαμε μια μικρή παρεξήγηση, αυτό είναι όλο...»


31

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Ήταν δική σου η παρεξήγηση, Τζόναθαν, όχι δική μου». Η Σιν ήταν αυτή που απάντησε παγερά και ο Λυσιέν την ένιωσε να ισιώνει το κορμί της αποφασιστικά. «Ο κύριος Στιλ προσφέρθηκε πολύ ευγενικά να με πάει με το αυτοκίνητο σπίτι και αποφάσισα να δεχτώ την προσφορά του». Υπήρχαν δύο λάθος πράγματα σε τούτη τη δήλωση σε ό,τι αφορούσε τον Λυσιέν. Πρώτον, ήξερε ότι κάθε άλλο παρά από ευγένεια είχε κάνει την πρόσκλησή του. Δεύτερον, είχε προσφερθεί να πάει τη Σιν για ένα ποτό κάπου πιο ήσυχα από το διαμέρισμα των Καρού -και όχι να την πάει σπίτι. Ειδικά αν το «σπίτι» τύχαινε επίσης να είναι το διαμέρισμα του Μίλερ. Αλλά οι λεπτομέρειες μπορούσαν να ξεδιαλυθούν αργότερα. Προς το παρόν ήθελε μόνο να πάρει τη Σιν μακριά από δω. Μπορούσε ακόμα να νιώσει το ελαφρό τρέμουλο του λεπτού, αλλά γεμάτου καμπύλες κορμιού της. Εκείνα τα βαθυγάλανα μάτια ήταν σκούρα, ένα ελκυστικό κοκκίνισμα είχε απλωθεί στα μάγουλά της, τα σαρκώδη χείλη της ήταν υγρά και μισάνοιχτα και τα υπέροχα στήθη της πίεζαν για άλλη μια φορά δελεαστικά το μπούστο του φορέματος της ενώ ανέπνεε. Και μπορούσε να σκεφτεί μια πολύ καλύτερη χρήση όλων αυτών των καταπιεσμένων συναισθημάτων από το θυμό. «Μα πώς γνωρίζεστε οι δυο σας;» ρώτησε ο Τζόναθαν Μίλερ με βλοσυρό ύφος. «Μας συγχωρείς τώρα, Μίλερ». Ο Λυσιέν δεν ξόδεψε για τον άλλο ούτε μια ματιά, πόσω μάλλον να του απαντήσει, καθώς γύριζε να κάνει ένα ελαφρό νεύμα στον Ντεξ. Κράτησε τη Σιν ανάλαφρα αλλά αποφασιστικά από τον αγκώνα καθώς απομακρυνόταν, με τους παριστάμενους να ανοίγουν αμέσως ένα διάδρομο για να διασχίσουν οι δυο τους το σαλόνι προς το ιδιωτικό ασανσέρ των Καρού στο χολ. «Τι διάβολο συμβαίνει;...» Ο Λυσιέν χαμογέλασε με ικανοποίηση ακούγοντας τη διαμαρτυρία του Τζόναθαν να κόβεται στη μέση και ξέροντας ότι ο Ντεξ είχε ανταποκριθεί στη σιωπηλή εντολή του και με το δικό του αμίμητο και αμείλικτο στυλ εμπόδιζε τον ηθοποιό να επιχειρήσει να τους ακολουθήσει. Το χαμόγελό του σκλήρυνε και τα μάτια του πήραν μια παγερή λάμψη καθώς σκέφτηκε τη


Carole Mortimer

32

συζήτηση που θα είχε με τον Μίλερ την επομένη. Μια συζήτηση που θα περιλάμβανε και τη συμπεριφορά του άλλου στην ελκυστική γυναίκα στο πλευρό του... *** Η Τία δεν είχε ιδέα τι έκανε όταν συμφώνησε να φύγει από το πάρτι των Καρού με τον επικίνδυνα συναρπαστικό Λυσιέν Στιλ. Ειδικά όταν εκείνος είχε κάνει τόσο φανερή τη σεξουαλική έλξη που ένιωθε γι’ αστή όσο οι δυο τους ήταν έξω στη βεράντα μαζί. Ήθελε μόνο να φύγει από δω. Από έναν Τζόναθαν που δεν αναγνώριζε πια. Και από τα γεμάτα περιέργεια βλέμματα των άλλων καλεσμένων, καθώς παρατηρούσαν την ένταση ανάμεσα στους τρεις τους -κάποιοι κρυφά, κάποιοι κραυγαλέα. Αλλά το να φύγει με τον επικίνδυνα ελκυστικό Λυσιέν Στιλ, έναν άντρα τόσο υπερόπτη που δεν ήταν σίγουρη αν τον συμπαθούσε καν, ήταν πραγματικά η απάντηση; «Δεν έπρεπε να χαιρετήσουμε τους Καρού πριν φύγουμε;» είπε διστακτικό καθώς ο Λυσιέν πίεζε ένα κουμπί και άνοιγαν οι πόρτες του ασανσέρ. «Ο Ντεξ θα το αναλάβει αυτό», της είπε αδιάφορα. «Ε... τότε δεν έπρεπε τουλάχιστον να τον περιμένουμε;» Η Τίαδεν έκανε καμιά κίνηση να μπει στο ασανσέρ, καθώς η νευρικότητά της μεγάλωνε όσο περισσότερο χρόνο περνούσε κοντά σ’ αυτό τον ακαταμάχητο άντρα. «Θα κατέβει μόνος του». Ο Λυσιέν άφησε τον αγκώνα της, νεύοντάς της να μπει στο ασανσέρ πριν απ’ αυτόν. Η Τία δίσταζε ακόμα. Ήθελε να φύγει μακριά από τον Τζόναθαν, ναι, αλλά τώρα συνειδητοποιούσε ότι δεν ένιωθε πιο ασφαλής με τον Λυσιέν Στιλ -αν και για έναν εντελώς διαφορετικό λόγο. «Άλλαξες γνώμη;...» της είπε κοροϊδευτικά. Το πιγούνι της τεντώθηκε στο σαρκασμό. «Όχι». Μπήκε αποφασιστικά στο ασανσέρ, αποφεύγοντας το βλέμμα του καθώς έμπαινε πλάι της και πατούσε το κουμπί για να κατέβουν. Η Τία του έριξε μερικές ανήσυχες ματιές κάτω από τις βλεφαρίδες της καθώς στεκόταν σκεφτικός στην άλλη πλευρά του


33

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

θαλάμου, νιώθοντας εκείνο το γνώριμο πια ρίγος να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά της. Περιτριγυριζόταν από ένα πλήθος είδωλά του στους καθρέφτες που επένδυαν τα τοιχώματα. Αυτός ο άντρας ήταν εντυπωσιακός κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και δεν είχε καμιά πιθανότητα να μείνει αδιάφορη απέναντι του στον περιορισμένο χώρο ενός ασανσέρ. Ήταν η ενσάρκωση της αμαρτίας, από τα γυαλιστερά μαύρα μαλλιά του -πολύ πιο μαύρα από τα δικά της, σαν μαύρο-μπλε μετάξι κι έτσι ανακατεμένα και μακριά που έκαναν τα δάχτυλά της να αποζητούν να χωθούν ανάμεσά τους- μέχρι τις σόλες των παπουτσιών του. Ήταν ένας άντρας τόσο διαφορετικής κατηγορίας από κείνη, που δεν είχε καμιά δουλειά να είναι μαζί του, πόσω μάλλον να φαντάζεται να περνάει τα δάχτυλά της ανάμεσα στα υπέροχα μαύρα-μπλε μαλλιά του. «Ρώτα». Το ξαφνιασμένο βλέμμα της μετακινήθηκε από τα μεταξένια μαλλιά στη σμιλεμένη τελειότητα του προσώπου του. Για άλλη μια φορά ένιωσε ρίγος στην παρουσία του δίπλα της, παγιδευμένη στην ένταση του διαπεραστικού βλέμματος των ασημόγκριζων ματιών. «Ε... παρακαλώ;» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Έχεις μια ερώτηση που θέλεις να μου κάνεις». «Έχω;» Τα χείλη του ζάρωσαν. «Έχεις». Δάγκωσε για μια στιγμή το κάτω χείλος της. «Τα μαλλιά σου... είναι ωραία. Δεν έχω ξαναδεί μαλλιά με τέτοιο μαύρομπλε χρώμα». Εκείνος ανασήκωσε ένα εξίσου σκούρο φρύδι. «Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να είναι αυτή η μία ερώτησή σου;» Η Τία ανοιγόκλεισε τα μάτια της. «Η μία ερώτησή μου;» Έγειρε απότομα το κεφάλι του. «Ναι». Η Τία συνοφρυώθηκε λίγο. Σίγουρα δε μιλούσε σοβαρά;... «Δεν έχω δει ποτέ πριν μαλλιά σ’ αυτό το χρώμα», επανέλαβε. «Έχουν το χρώμα του νυχτερινού ουρανού χωρίς αστέρια». Τα χείλη του ζάρωσαν ειρωνικά. «Αυτή ήταν δήλωση, όχι ερώτηση».


Carole Mortimer

34

Ναι, ήταν. Αλλά αυτός ο άντρας την αποσυντόνιζε σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπορούσε να σκεφτεί σωστά. Ο Λυσιέν αναστέναξε. «Κάπου πολύ πίσω στις ρίζες μου... πριν διακόσια τόσα χρόνια... ο προ-προ-προπάππους μου λέγεται ότι ήταν Ινδιάνος Απάτσι, που απήγαγε τη γυναίκα ενός ραντσέρη και την άφησε έγκυο», είπε ειρωνικά. «Τα μαύρα μαλλιά εμφανίστηκαν σε αρκετές γενιές από τότε». Κύριε των Δυνάμεων, αστός ο άντρας ήταν πραγματικά ένας πολεμιστής: Όχι Βίκινγκ, που κράδαινε το τσεκούρι του ντυμένος με γούνα, ή Σκοτσέζος, με κιλτ και σπαθί στο χέρι, αλλά ιθαγενής Ινδιάνος της Αμερικής, με τόξο και βέλη, καβάλα σ’ ένα άλογο χωρίς σέλα! Ήταν πολύ πιο εύκολο για την Τία να τον φανταστεί έτσι -με τα μαύρα σαν μελάνι μαλλιά να πέφτουν μακριά στην πλάτη του, το μυώδες, γυαλιστερό στήθος και τους ώμους του γυμνούς, με μόνο ένα πανί ανάμεσα σ' αυτόν και στο άλογο που ίππευε και με τα γυμνά του πόδια να σφίγγουν... «Σίγουρα δε σε έκανα να βουβαθείς από το σοκ;» Η Τία ήξερε από την κοροϊδευτική έκφρασή του ότι ήθελε να τη σοκάρει, ότι προσπαθούσε επίτηδες να την αποθαρρύνει με ιστορίες για Απάτσι πολεμιστές, που κλέβουν αθώες γυναίκες με αποκλειστικό σκοπό να τις βιάσουν. Με τον ίδιο τρόπο που έκανε εκείνος το σύγχρονο ισοδύναμο της απαγωγής της; Όσο για το βιασμό... Τα ασημόγκριζα μάτια συνέχισαν να την περιγελούν. «Ο πατέρας μου είναι γέννημα θρέμμα Νεοϋορκέζος, αλλά η μητέρα μου είναι Γαλλίδα... εξ ου το όνομα Λυσιέν που μου έδωσαν. Η σειρά μου τώρα», κατέληξε σιγανά. Τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Η σειρά σου να κάνεις τι;» ρώτησε βραχνά. Τα σμιλεμένα χείλη στράβωσαν σ’ ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο, καθώς αντιλήφθηκε προφανώς το τρέμουλο στη φωνή της. «Να σου κάνω μια ερώτηση». Σάλιωσε τα ξεραμένα χείλη της. «Που είναι;» «Σιν, αν δε σταματήσεις να με κοιτάζεις έτσι, θα αναγκαστώ να σταματήσω το ασανσέρ και να σε πάρω εδώ και τώρα». Σαν να ήθελε να επιβεβαιώσει τη δήλωσή του, πάτησε ένα


35

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

κουμπί και σταμάτησε την κάθοδο του ασανσέρ, πριν διασχίσει το μικρό χώρο με τη χάρη του αρπακτικού, που αναμφίβολα ήταν, και σταθεί ελάχιστα εκατοστά από κείνη. Τα μάπα της είχαν ανοίξει διάπλατα, τόσο με τις πράξεις του όσο και με τον καθαρό πόθο που διέκρινε στον τόνο του. «Δ... δεν μπορείς να σταματήσεις το ασανσέρ έτσι!...» «Πιστεύω ότι αυτό έκανα ήδη». Η Τία βρέθηκε εντελώς ανήμπορη να κοιτάξει μακριά από την ένταση του βλέμματός του, καθώς ο Λυσιέν την κοίταζε με μισόκλειστα τα ασημόγκριζα μάτια του. Τα μάγουλά της πύρωσαν κι η καρδιά της κλότσησε άγρια -από φόβο;- στο στήθος της. «Ε... ούτε ήταν ερώτηση αυτή». «Όχι». Η Τία έκανε ένα μορφασμό. «Πώς σε κοίταζα;...» «Σαν να ήθελες να ξεσχίσεις τα ρούχα από πάνω μου και να τυλίξεις τα πόδια σου γύρω από τη μέση μου, καθώς θα σε κολλούσα πάνω στον τοίχο του ασανσέρ και θα σε έπαιρνα!» Η φωνή του ήταν σιγανή και τραχιά. Η αναπνοή της πιάστηκε στο λαιμό της και τα μάγουλά της πήραν φωτιά καθώς φαντάστηκε την εικόνα. «Δε νομίζω...» «Είναι ίσως καλύτερα αν δε νομίζεις». Το βλέμμα του συνέχισε να κρατάει το δικό της αιχμάλωτο. Τραβήχτηκε πίσω ενστικτωδώς, αλλά ένιωσε την πλάτη της να κολλάει στο τοίχωμα του ασανσέρ. Ο Λυσιέν Στιλ ακολούθησε τα βήματά της, μέχρι που στάθηκε ξανά μερικά μόνο εκατοστά μακριά της και σήκωσε αργά τα χέρια του για να τα ακουμπήσει στον καθρέφτη δεξιά και αριστερά από το κεφάλι της. Χαμηλώνοντας το δικό του, την κοίταξε μ’ εκείνα τα συναρπαστικά μάτια, κάνοντάς τη να βρέξει για άλλη μια φορά τα χείλη της με την άκρη της γλώσσας της. «Σε συμβουλεύω να μην το κάνεις ξανά αυτό, εκτός κι αν είσαι διατεθειμένη να υποστείς τις συνέπειες!» της είπε τραχιά. Η γλώσσα της πάγωσε στα μισάνοιχτα χείλη της, καθώς για άλλη μια φορά ένιωθε σαν να ήταν παγιδευμένη στους προβολείς ενός αυτοκινήτου -ή, για την ακρίβεια, στην πίεση του αστραφτερού βλέμματος του Λυσιέν Στιλ. Κατάπιε με δυσκολία πριν μιλήσει. «Συνέπειες;»


Carole Mortimer

36

Ο Λυσιέν συγκατάνευσε απότομα. «Θα ήμουν πρόθυμος και με το παραπάνω να συμμετέχω στη φαντασίωσή σου». Το σαγόνι του ήταν σφιγμένο και ο πόθος έλαμπε στα μάτια του. Ήταν ένας πόθος που όμοιο του δεν είχε αντιμετωπίσει η Τία ποτέ πριν και που έκανε την αναπνοή της να πιάνεται στο λαιμό της και το δέρμα της να κοκκινίζει από ζέστη. Ένας πόθος που την έκανε να θέλει να φύγει τρέχοντος στους λόφους! «Τι σου είναι ο Μίλερ;» τη ρώτησε απότομα ο Λυσιέν. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της. «Αυτή είναι η ερώτησή σου;» Εκείνος αποκάλυψε τα δόντια του σε μια παρωδία χαμόγελου. «Σε αντίθεση με τον Απάτσι πρόγονό μου, έχω σαν κανόνα να μην παίρνω ποτέ τη γυναίκα ενός άλλου άντρα». «Να μην παίρνεις τη γυναίκα ενός άλλου άντρα. Είσαι πραγματικά κάτι σαν βάρβαρος, έτσι δεν είναι;» Αντί να νιώσει προσβεβλημένος από την κατηγορία, όπως περίμενε εκείνη, ο Λυσιέν έδειξε τα δόντια του σ’ ένα σκληρό χαμόγελο. «Δεν έχεις ιδέα». Α, ναι, η Τία σίγουρα είχε μια ιδέα. Περισσότερο από μια ιδέα. Και η αντίδρασή της στην άγρια σεξουαλικότητα αυτού του άντρα την τρόμαζε. Σχεδόν το ίδιο όσο και την ερέθιζε... «Σιν;» Ο Λυσιέν την πίεσε να του απαντήσει. Ανασήκωσε τους γυμνούς ώμους της και τα φιλντισένια στήθη της φούσκωσαν προκλητικά μέσα στο φόρεμά της. «Σου είπα ήδη... ο Τζόναθαν είναι απλά φίλος...» «Ένα φίλος που δεν έχει κανένα δισταγμό να σε κάνει να πονάς;» Ο Λυσιέν κοίταξε με βλοσυρό ύφος τις μελανιές που άρχιζαν ήδη να φαίνονται στην απαλή λευκότητα του μπράτσου της. Ο καρπός της ήταν ακόμα ελαφρά κόκκινος επίσης. «Που άφησε το σημάδι του πάνω σου;» πρόσθεσε τραχιά, καθώς ενέδιδε στον πειρασμό να αγγίξει απαλά με τα ακροδάχτυλά του τις μελανιές. «Ναι...» Το κάτω χείλι της έτρεμε, σαν να ήταν στα πρόθυρα να κλάψει. «Δεν τον έχω δει ποτέ άλλοτε έτσι. Ήταν εκτός ελέγχου...» Κούνησε ζαλισμένα το κεφάλι της δεξιά αριστερά. «Δε μου συμπεριφέρθηκε ποτέ πριν επιθετικά», επέμεινε. «Αυτό είναι κάτι, υποθέτω», συγκατάνευσε ο Λυσιέν.


37

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Ε... ξεκινάς ξανά το ασανσέρ τώρα, σε παρακαλώ;...» ψέλλισε με τα δάκρυα να τρέμουν στις άκρες των σκούρων βλεφαρίδων της, απειλώντας να ξεχειλίσουν. Την τρόμαζε, που να πάρει! Επειδή αυτό -αυτή η έντονη πίεσή του- πήγαινε πολύ γι’ αυτή μετά την επίθεση του Μίλερ. Ή ίσως επειδή, παρ’ όλα όσα μπορεί να ισχυριζόταν εκείνη για το αντίθετο, η σχέση της με τον Μίλερ δεν ήταν τόσο αθώα όσο ισχυριζόταν ότι ήταν;... Η πείρα του Λυσιέν του έλεγε ότι καμιά γυναίκα δεν ήταν τόσο άδολη όσο φαινόταν να είναι η Σιν Χάμοντ. Αυτή η εικόνα της άδολης γυναίκας ήταν που τον είχε ενθαρρύνει να αποκαλύψει περισσότερα από τον εαυτό του και την οικογένειά του στα τελευταία πέντε λεπτά απ’ όσα είχε πει σε οποιονδήποτε για πολύ καιρό. Όχι ότι ντρεπόταν για την κληρονομιά του ήταν αυτή που ήταν. Η ιδιωτική ζωή του γενικά ήταν αυτή που ήταν και προτιμούσε να την κρατάει ακριβώς έτσι -ιδιωτική. Ίσιωσε απότομα το κορμί του πριν τραβηχτεί πίσω. «Μια συμβουλή, Σιν... πρέπει να μείνεις μακριά από τον Μίλερ στο μέλλον. Ο άνθρωπος αυτός είναι κακά μαντάτα». Η έκφρασή της σκλήρυνε. «Τι εννοείς;» «Πιστεύω ότι ξεπέρασες το όριο των ερωτήσεών σου για ένα βράδυ». Η έκφρασή του ήταν αυστηρή. «Αλλά φαίνεται να ξέρεις κάτι που δεν ξέρω...» «Είμαι σίγουρος ότι ξέρω πολλά πράγματα που δεν ξέρεις, Σιν», είπε δίνοντας τέλος στη συζήτηση, πριν γυρίσει να πατήσει το κουμπί του ασανσέρ. «Ευχαριστώ», είπε σιγανά η Σιν, καθώς ο θάλαμος ξανάρχιζε την αθόρυβη κάθοδό του. «Δεν το έκανα για σένα». Της έσκασε ένα σκληρό χαμόγελο. «Σταματήσαμε ανάμεσα στους ορόφους για τόση ώρα που ο Ντεξ θα φαντάζεται πιθανόν ότι με δολοφόνησες». Η Τία συνοφρυώθηκε. «Είναι αμυντικός μηχανισμός αυτό ή είσαι πραγματικά τόσο υπερόπτης και αγενής;» Το βλέμμα του ήταν σκοτεινό καθώς της απαντούσε. «Λίγο από το τελευταίο και πολύ από το πρώτο». «Αυτό σκέφτηκα». Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της,


Carole Mortimer

38

καταφέρνοντας να αναπνεύσει πιο εύκολα τώρα που εκείνος δε στεκόταν τόσο κοντά της. Λοιπόν... ίσως όχι τόσο εύκολα. Η παρουσία του εξακολουθούσε να είναι τόσο κυρίαρχη, που η Τία προκαλούσε οποιονδήποτε, άντρα ή γυναίκα, να προσπαθήσει να είναι εντελώς χαλαρός κοντά του. Έβαλε το χέρι του κάτω από τον αγκώνα της ξανά καθώς το ασανσέρ σταματούσε και οι πόρτες άνοιγαν, επιτρέποντάς τους να βγουν στη στρωμένη με μάρμαρο είσοδο της πολυτελούς πολυκατοικίας του Μανχάταν. Τα μάτια της έγιναν τεράστια σαν είδε τον Ντεξ να είναι ήδη εκεί περιμένοντάς τους. «Πώς;...» «Ασανσέρ υπηρεσίας», είπε ο άντρας λακωνικά, με το επιτιμητικό βλέμμα του καρφωμένο στον εργοδότη του. «Σταμάτα να με κοιτάς έτσι, Ντεξ», είπε ο Λυσιέν. «Ήλεγξα πριν μπω στο ασανσέρ. Δεν υπήρχε κανένας απολύτως τρόπος να κρύψει η δεσποινίς Χάμοντ ένα μαχαίρι ή ένα όπλο κάτω απ’ αυτό το εφαρμοστό φόρεμα». Η Τία ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Σίγουρα πολύ από το τελευταίο», μουρμούρισε, αναφερόμενη στην προηγούμενη συζήτησή τους, και άκουσε τον Λυσιέν να γελάει βραχνά πλάι της, ακόμα και ενώ γύριζε να σκάσει ένα χαμόγελο στον συνοφρυωμένο ακόμα Ντεξ. «Στον κύριο Στιλ αρέσει να κάνει το αστειάκι του». Δεν εμφανίστηκε κανένα χαμόγελο σε απάντηση από το σωματοφύλακα καθώς τους άνοιγε την πόρτα. «Έφερα το αυτοκίνητο στην μπροστινή είσοδο». «Ωραία», είπε κοφτά ο Λυσιέν, με το χέρι του ακόμα κάτω από τον αγκώνα της Τία, καθώς βάδιζε προς τη μαύρη λιμουζίνα που ήταν παρκαρισμένη πλάι στο πεζοδρόμιο. Η μηχανή πήρε σιγανά μπροστά καθώς ο Ντεξ προχωρούσε για να τους ανοίξει την πίσω πόρτα να μπουν. «Μπορώ να πάρω ένα ταξί από δω», διαβεβαίωσε η Τία τον Λυσιέν γρήγορα. Η συμπεριφορά του στο ασανσέρ την έκανε επιφυλακτική στο να μπει στο πίσω μέρος μιας λιμουζίνας μαζί του. «Μπες μέσα».


39

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

Η επιμονή είχε ξαναγυρίσει στο πρόσωπό του καθώς ανασήκωνε το φρύδι και έκανε λίγο στο πλάι, ενώ την περίμενε να μπει πρώτη στη λιμουζίνα. Η Τία συνοφρυώθηκε. «Εκτιμώ τη βοήθειά σου νωρίτερα, αλλά θα προτιμούσα πραγματικά να πάρω ένα ταξί». Ο Λυσιέν δε μίλησε ξανά, απλά συνέχισε να την κοιτάζει επιτακτικά. Επειδή ήταν τόσο συνηθισμένος να κάνουν όλοι ακριβώς αυτό που ήθελε, όποτε το ήθελε, δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι η Τία θα έμπαινε στη λιμουζίνα. «Θα μπορούσα πάντα να σε σηκώσω και να σε βάλω μέσα...» «Κι εγώ θα μπορούσα πάντα να βάλω τις φωνές αν επιχειρούσες να το κάνεις αυτό». «Θα μπορούσες, ναι». Της χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση. «Ή όχι», μουρμούρισε η Τία όταν είδε το αμετακίνητο προκλητικό βλέμμα του. Αναστενάζοντας, μπήκε τελικά αδέξια στο πίσω μέρος της λιμουζίνας. Μόλις που πρόλαβε να γλιστρήσει στην άλλη πλευρά του καθίσματος, πριν μπει ο Λυσιέν πλάι της. Ο Ντεξ έκλεισε την πόρτα πίσω τους πριν μπει κι αυτός στη θέση του συνοδηγού και το αυτοκίνητο ακολούθησε ήσυχα τη σταθερή ροή της βραδινής κίνησης. «Δε μου αρέσει να μου δίνουν διαταγές», πληροφόρησε η Τία τον Λυσιέν σφιγμένα. «Όχι;» «Όχι!» Τον αγριοκοίταξε πλάι της στο αμυδρά φωτισμένο εσωτερικό του αυτοκινήτου. Τα παράθυρα ήταν από φιμέ τζάμι, όπως και το χώρισμα ανάμεσα στο μπροστινό και το πίσω μέρος του αυτοκινήτου. «Όπως, υποπτεύομαι, δε σου αρέσει κι εσένα». Για άλλη μια φορά τής προκαλούσε φόβο στον περιορισμένο χώρο του αυτοκινήτου, τόσο μεγαλόσωμος και σκοτεινός και μπορούσε να μυρίσει το άρωμα λεμονιού ξανά και την αρρενωπή μυρωδιά του άντρα, όλα ανακατεμένα με τη μυρωδιά του ακριβού δέρματος των καθισμάτων. «Αυτό θα εξαρτιόταν από τις περιστάσεις και από το τι θα με διέταζαν να κάνω», της είπε σέρνοντας τη φωνή του. Η οργή της φούντωσε, μαζί με το κοκκίνισμα στα μάγουλά


Carole Mortimer

40

της. «Νομίζεις ότι θα μπορούσες να πάρεις το μυαλό σου από την κρεβατοκάμαρα για δυο λεπτά;» Γύρισε προς το μέρος της και ο μηρός του πίεσε το δικό της, καθώς άπλωνε το χέρι κατά μήκος της πλάτης του καθίσματος πίσω της. «Δε χρειάζεται κρεβατοκάμαρα όταν αυτό το μέρος του αυτοκινήτου είναι εντελώς απομονωμένο και ηχομονωμένο». «Τι βολικό για σένα». «Για μας», τη διόρθωσε βραχνά. Ο λαιμός της συσπάστηκε καθώς κατάπινε νευρικά. «Δεν ξέρω αν διέφυγε της προσοχής σου, αλλά δεν έχω πραγματικά διάθεση να παίξω σεξουαλικά παιχνίδια της γάτας με το ποντίκι». Μετακίνησε το μηρό της από τη ζέστη του δικού του και τραβήχτηκε πιο πέρα στο κάθισμα προς την πόρτα. «Προσφέρθηκες να με πας σπίτι... όχι να με ξελογιάσεις στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου σου». «Πιστεύω ότι η αρχική προσφορά μου ήταν να σε πάω κάπου ήσυχα για ένα ποτό», της θύμισε σιγανά. Εκείνη κούνησε δεξιά αριστερά το κεφάλι της. «Δεν έχω διάθεση για ποτό», δήλωσε αποφασιστικά. Της χαμογέλασε αμυδρά μέσα στο μισοσκόταδο. «Τότε για τι πράγμα έχεις διάθεση;» Η Τία αγνόησε το υπονοούμενο του και αντί γι’ αυτό σκέφτηκε τη σκληρή και προκλητική συμπεριφορά του Τζόναθαν νωρίτερα και την παράτολμη λάμψη στα μάτια του. Όλα της έλεγαν ότι δεν ήταν καλή ιδέα να γυρίσει στο διαμέρισμά του απόψε. Στην πραγματικότητα μετά τα αποψινά πίστευε ότι θα ήταν καλύτερο και για τους δυο τους αν έφευγε εντελώς από το διαμέρισμα και πήγαινε να μείνει σ’ ένα ξενοδοχείο, για τις δυο μέρες μέχρι την επιστροφή της στο Λονδίνο. Όχι ότι είχε την οικονομική δυνατότητα, αλλά η σκέψη τού να εξαρτάται από τον Τζόναθαν δεν αποτελούσε πια επιλογή μετά από τον τρόπο που της είχε μιλήσει νωρίτερα. Σκόπευε επίσης να του πληρώσει την αξία των αεροπορικών εισιτηρίων μόλις μπορούσε. Ήταν... «Σιν;»


41

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

Γύρισε απότομα να κοιτάξει τον Λυσιέν, τινάζοντας την άκρη της γλώσσας της για να βρέξει τα ξεραμένα χείλη της -μόνο που η κίνησή της πάγωσε καθώς το λαμπερό βλέμμα του την ακολουθούσε, θυμίζοντάς της έντονα την προηγούμενη απειλή του. «Ε... θα μπορούσες να με αφήσεις σ’ ένα ξενοδοχείο; Όχι ακριβό», πρόσθεσε, ξέροντας πολύ καλά το μικρό ποσό που είχε μείνει στον τραπεζικό λογαριασμό της. Η κατάσταση θα ήταν αστεία αν η Τία δεν ένιωθε τη διάθεση να κλάψει. Βρισκόταν εδώ, στο πίσω μέρος μιας λιμουζίνας που την οδηγούσε ένας σοφέρ, καθισμένη πλάι στον φημολογούμενο πιο πλούσιο και πιο ισχυρό άντρα στη Νέα Υόρκη και δεν είχε καλά-καλά αρκετά χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό της για να καλύψει το ενοίκιο του επόμενου μήνα στην γκαρσονιέρα της, πόσω μάλλον τη διαμονή της σ’ ένα «όχι ακριβό» ξενοδοχείο. Ο Λυσιέν πάτησε το κουμπί της ενδοσυνεννόησης στην πόρτα πλάι του. «Στο Στιλ Χάιτς, παρακαλώ, Πολ», έδωσε εντολή στον οδηγό. «Μάλιστα, κύριε Στιλ», ήρθε η απάντηση αμέσως. «Ξέχασα εντελώς τα Ξενοδοχεία Στιλ, που καλύπτουν όλο τον κόσμο, στη λίστα μου τις Στιλ-Κάτι επιχειρήσεις σου». Η Τία συνοφρυώθηκε. «Αλλά φαντάζομαι δεν υπάρχει ξενοδοχείο σου που να μην είναι ακριβό...» Ο Λυσιέν της έσκασε ένα σφιγμένο χαμόγελο. «Θα μείνεις ως καλεσμένη μου, προφανώς». «Όχι! Όχι...» επανέλαβε εκείνη πιο ήρεμα. «Ευχαριστώ, αλλά πάντα φροντίζω να πληρώνω τα έξοδά μου». Χλόμιασε καθώς θυμήθηκε ότι, τη μια φορά που δεν είχε φροντίσει γι’ αυτό, είχε υποστεί τις συνέπειες. Σίγουρα δεν είχε καμιά πρόθεση να χρωστά ευγνωμοσύνη σ’ έναν άντρα τόσο επικίνδυνο όσο ο Λυσιέν Στιλ. Δυστυχώς μόλις που κρατούσε το κεφάλι της πάνω από το νερό τώρα, με τα λεφτά που έβγαζε δουλεύοντας βραδινές βάρδιες στο εστιατόριο. Αυτό θα άλλαζε, ήλπιζε, μόλις τελείωνε τη διατριβή της σε λίγους μήνες και έπαιρνε το μάστερ της δυο μήνες αργότερα. Θα μπορούσε τότε τουλάχιστον να ψάξει να


Carole Mortimer

42

βρει μια δουλειά πλήρους απασχόλησης ανάλογη με τα προσόντα της. Αλλά προς το παρόν έπρεπε να προσέχει κάθε δεκάρα που ξόδευε, για να μπορεί να πληρώνει τα δίδακτρα, τους λογαριασμούς και το φαγητό της... Κάτι που ο άντρας πλάι της, με όλα τα εκατομμύριά του, δε θα μπορούσε με τίποτα να καταλάβει... «Προς τι το χαμόγελο» τη ρώτησε ο Λυσιέν με περιέργεια. Η Σιν κούνησε δεξιά αριστερά το κεφάλι της, κάνοντας τα μεταξένια σκούρα μαλλιά της να πέσουν στους ώμους της. «Δε θα καταλάβεις». «Δοκίμασέ με», της είπε απότομα, έχοντας υποθέσει, όταν του ζήτησε να την πάει σ’ ένα ξενοδοχείο, ότι έμενε πράγματι στο διαμέρισμα του Μίλερ. Και το εννοούσε όταν είχε πει ότι δεν έκλεβε τη γυναίκα ενός άλλου άντρα. Ποτέ. Ο γάμος των γονιών του είχε διαλυθεί κάτω από αυτές ακριβώς τις συνθήκες, με τη μητέρα του να έχει ξελογιαστεί από έναν πολύ μεγαλύτερο και ακόμα πιο πλούσιο άντρα από τον πατέρα του και να παρατάει εκείνον και το γιο της. Είχαν πάρει διαζύγιο πριν από είκοσι σχεδόν χρόνια, αλλά ο βίαιος χωρισμός είχε αφήσει το σημάδι του στον Λυσιέν. Σε βαθμό που ένιωθε πλήρη περιφρόνηση για οποιονδήποτε, άντρα ή γυναίκα, που έμπαινε απρόσκλητος σε μια υπάρχουσα σχέση. Το γεγονός ότι η Σιν Χάμοντ ισχυριζόταν ότι εκείνη κι ο Τζόναθαν Μίλερ ήταν μόνο φίλοι δεν άλλαζε το γεγονός ότι εκείνη έμενε προφανώς στο διαμέρισμά του. Τουλάχιστον μέχρι την επίθεσή του απόψε... Η Τία έκανε ένα μορφασμό καθώς απαντούσε στην ερώτησή του. «Είμαι φοιτήτρια και δουλεύω ως σερβιτόρα για να συντηρώ τον εαυτό μου και να πληρώνω τα δίδακτρα στο πανεπιστήμιο. Τώρα το πιστεύεις ότι ζεις σ’ ένα διαφορετικό κόσμο από μένα; Έναν κόσμο όπου μπορείς όποτε θέλεις να μείνεις σ’ ένα πολυτελές ξενοδοχείο σαν το Στιλ Χάιτς; Έχω δει το Ξενοδοχείο Στιλ στο Λονδίνο και δε νομίζω ότι θα μπορούσα να πληρώσω το ενοίκιο ούτε για μια ντουλάπα του!» «Σου δήλωσα ήδη ότι θα μείνεις ως καλεσμένη μου». «Κι εγώ αρνήθηκα την προσφορά. Λυπάμαι». Έκανε ένα μορφασμό για τον απότομο τόνο της. «Είναι πολύ ευγενικό


43

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

από μέρους σου, Λυσιέν, αλλά όχι. Ευχαριστώ», πρόσθεσε λιγότερο καυστικά. «Όπως είπα, πληρώνω μόνη μου τα έξοδά μου». Την κοίταξε εξεταστικά. «Πόσων χρόνων είσαι;» «Γιατί θέλεις να μάθεις;» Φάνηκε να απορεί με την ερώτηση. «Κάνε μου το χατίρι». Ανασήκωσε τους ώμους της. «Είκοσι τριών, σχεδόν στα είκοσι τέσσερα». «Κι οι γονείς σου δε σε βοηθούν με το πανεπιστήμιο;» «Είμαι σίγουρη ότι θα με βοηθούσαν αν ζούσαν». Χαμογέλασε θλιμμένα. «Σκοτώθηκαν και οι δυο σ’ ένα αυτοκινητικό δυστύχημα όταν ήμουν δεκαεφτά», εξήγησε στο ερωτηματικό βλέμμα του. «Είμαι μόνη μου από τότε», πρόσθεσε ανάλαφρα. Ο ανάλαφρος τόνος της δεν ξεγέλασε τον Λυσιέν ούτε στιγμή. Οι δικοί του γονείς είχαν χωρίσει στα δεκάξι του, έτσι ήξερε ακριβώς την αίσθηση να γκρεμίζονται τα θεμέλια της ζωής σου σε μια τόσο ευαίσθητη ηλικία. Και η απώλεια ήταν πολύ πιο βαριά για τη Σιν. Τουλάχιστον και οι δυο γονείς του ζούσαν ακόμα, έστω κι αν ήταν παντρεμένοι πια με άλλους. Όμως αυτά που του είχε πει η Σιν εξηγούσαν το χαμόγελό της νωρίτερα. Ο Λυσιέν είχε τόσα χρήματα που δεν ήξερε τι να τα κάνει και η Σιν προφανώς δεν είχε καθόλου. «Μπορώ να το καταλάβω αυτό», μουρμούρισε βραχνά. «Ορίστε;» «Οι δικοί μου γονείς χώρισαν όταν ήμουν δεκάξι. Προφανώς δεν είναι το ίδιο, αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο άσχημο για ένα παιδί», είπε τραχιά. «Γι’ αυτό είσαι τόσο κλεισμένος στον εαυτό σου;» «Ίσως». Ο Λυσιέν συνοφρυώθηκε. Πραγματικά είχε πει πάρα πολλά για την προσωπική του ζωή σε αυτή τη γυναίκα. «Ήταν σκληρό για μένα μετά το ατύχημα, αλλά τα κατάφερα καλά», πρόσθεσε ζωηρά. «Προφανώς όχι τόσο καλά όσο εσύ, αλλά ακόμα κι έτσι... Δούλεψα δυο χρόνια για να βγάλω τα βασικά δίδακτρά μου, έτσι τώρα δουλεύω για να πληρώνω τους λογαριασμούς». Ο Λυσιέν έσμιξε τα φρύδια του. «Δεν υπήρχαν χρήματα όταν πέθαναν οι γονείς σου;»


Carole Mortimer

44

Η Σιν χαμογέλασε μελαγχολικά. «Όχι πολλά. Μέναμε σ’ ένα νοικιασμένο σπίτι, που ήταν υπερβολικά μεγάλο για μένα όταν έμεινα μόνη», εξήγησε. «Έχω πάντως τελειώσει σχεδόν με το πτυχίο», πρόσθεσε ζωηρά. «Και μετά μπορώ να βρω μια κανονική δουλειά». Όλα ακούγονταν σαν ένας διαφορετικός κόσμος για τον Λυσιέν. «Ως τι;» Η Τία ανασήκωσε τους γυμνούς ώμους της. «Παίρνω πτυχίο Αγγλικής Φιλολογίας, άρα θα μπορούσα να δουλέψω ως καθηγήτρια ή σε εκδοτικό οίκο». Έσμιξε τα φρύδια του. «Τυχαίνει μια από κείνες τις άλλες ΣτιλΚάτι εταιρείες να είναι η Στιλ Πάμπλισινγκ, εκδοτική, με γραφεία στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο και το Σίδνεί». Του χαμογέλασε μελαγχολικά. «Δεν πήρα το πτυχίο μου ακόμα. Ούτε θα σκόπευα τόσο ψηλά όσο σε μια δουλειά στη Στιλ Πάμπλισινγκ μόλις το πάρω», πρόσθεσε μ’ ένα συνοφρύωμα. Ο Λυσιέν βρέθηκε να αναρωτιέται για την ειλικρίνεια της άρνησής της. Δε θα ήταν η πρώτη φορά που μια γυναίκα υποβάθμιζε τη σημασία του πλούτου για να προσπαθήσει να τον παγιδέψει σε μια σχέση. *** Η Τία δεν είχε ιδέα γιατί είχε μιλήσει στον Λυσιέν Στιλ για το θάνατο των γονιών της και τα οικονομικά προβλήματά της από τότε. Ίσως σε ανταπόκριση στη δική του αποκάλυψη για το διαζύγιο των γονιών του; Ήξερε όμως, καθώς παρακολουθούσε τις εκφράσεις που περνούσαν από το πρόσωπό του, που για πρώτη φορά καθρέφτιζε τα συναισθήματά του, την ανυπομονησία που την ακολούθησε γρήγορα η ανησυχία, ότι είχε βγάλει τα δικά του-εντελώς λάθος συμπεράσματα σχετικά με την αιτία που το είχε κάνει! Η Τία γύρισε να κοιτάξει έξω από το παράθυρο δίπλα της, φουρκισμένη χωρίς να το θέλει. «Πες μόνο στο οδηγό σου να με αφήσει οπουδήποτε εδώ», του είπε στυφά. «Υπάρχουν κάνα δυο φτηνά ξενοδοχεία κοντά».


45

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Δεν έχω σκοπό να σε αφήσω πουθενά!» της πέταξε ο Λυσιέν. «Εδώ είναι Νέα Υόρκη, Σιν», πρόσθεσε εμποδίζοντας τις διαμαρτυρίες της. «Δεν μπορείς να τριγυρνάς απλά στους δρόμους τη νύχτα μόνη. Ειδικά ντυμένη έτσι». Η Τία ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν καθώς κοίταζε το αποκαλυπτικό βραδινό φόρεμά της, αναγνωρίζοντας ότι εκείνος είχε δίκιο. Θα άφηνε τον εαυτό της εκτεθειμένο σε κάθε είδους μπελάδες αν έβγαινε από το αυτοκίνητο ντυμένη έτσι. «Τότε πρότεινε εσύ κάποιο μέρος», τον παρότρυνε αμήχανα. «Θα είμαστε στο Στιλ Χάιτς σε δυο λεπτά και σ’ αυτό το διάστημα προτείνω να βάλεις στην άκρη κάθε ιδέα ψεύτικης υπερηφάνειας...» «Δεν υπάρχει τίποτα ψεύτικο στην υπερηφάνεια μου», του πέταξε αγανακτισμένα. «Έχει κερδηθεί σκληρά, μπορώ να σε διαβεβαιώσω». «Είναι ψεύτικη, όταν βάζεις τον εαυτό σου σε κίνδυνο εξαιτίας της», επέμεινε εκείνος σκληρά. «Τώρα σταμάτα να είσαι τόσο αναθεματισμένα ξεροκέφαλη και δέξου απλά τη βοήθεια που σου προφέρεται». «Όχι». «Μη με κάνεις να σε αναγκάσω, Σιν». «Θα ήθελα να σε δω να δοκιμάζεις!» Μπορούσε να νιώσει τη ζέστη του θυμού στα μάγουλά της. «Θα ήθελες;» την προκάλεσε σιγανά. «Γι’ αυτό όλα αυτά, Σιν; Το απολαμβάνεις... φτιάχνεσαι... όταν ένας άντρας σε αναγκάζει να λυγίσεις στη θέλησή του, όπως ο Μίλερ νωρίτερα;» «Πώς τολμάς;...» «Σιν...» «Το όνομά μου είναι Τία, που να πάρει!» Τα μάτια της σπίθιζαν άγρια καθώς άρπαζε το χερούλι της πόρτας πλάι της, για να διαπιστώσει ότι ήταν κλειδωμένη. «Πες στον Πολ να σταματήσει το αυτοκίνητο και να ξεκλειδώσει την αναθεματισμένη πόρτα. Τώρα», τον διέταξε με σφιγμένα δόντια. «Δεν υπάρχει λόγος να...»


Carole Mortimer

46

«Τώρα, Λυσιέν!» Πήρε οργισμένη μια βαθιά αναπνοή, αμφιβάλλοντας αν είχε θυμώσει ποτέ τόσο πολύ στη ζωή της. Ο Λυσιέν αναστέναξε. «Δεν είσαι λίγο μελοδραματική;» «Είμαι πολύ μελοδραματική», τον διόρθωσε παθιασμένα. «Αλλά πάλι ήσουν πολύ προσβλητικός. Δεν... Α, Πολ;» Είχε επιτέλους καταφέρει να βρει αυτό που ήλπιζε ότι ήταν το κουμπί της ενδοσυνεννόησης. «Δεσποινίς Χάμοντ;...» απάντησε ο οδηγός αβέβαια. «Θα ήθελα να σταματήσεις το αυτοκίνητο τώρα αμέσως, Πολ, και να ξεκλειδώσεις τις πίσω πόρτες, παρακαλώ», ζήτησε σφιγμένα. Ακολούθησε μια μικρή παύση. «Κύριε Στιλ;...» Η Τία κοίταξε πλάι της τον Λυσιέν, προκαλώντας τον να φέρει αντίρρηση στην απαίτησή της. Ήταν τόσο νευριασμένη μ’ εκείνον και με την προσβλητική υπεροψία του, που μπορεί να έφτανε στο σημείο να τον χτυπήσει αν εκείνος προσπαθούσε να την εμποδίσει. Την κοίταξε για μερικές στιγμές ακόμα, πριν απαντήσει στον οδηγό του. «Σταμάτα μόλις μπορέσεις, Πολ. Η δεσποινίς Χάμοντ αποφάσισε να μας αφήσει εδώ», πρόσθεσε γυρίζοντας να κοιτάξει έξω από το παράθυρο αδιάφορα. Σαν να είμαι κακομαθημένο παιδί, σκέφτηκε η Τία. Σαν να μην την είχε προσβάλει μόλις τώρα, σαν να μην την είχε κατηγορήσει για... για.... Δεν ήθελε καν να σκεφτεί για τι πράγμα την είχε κατηγορήσει! Κράτησε το πρόσωπό της στραμμένο έξω για τον σύντομο χρόνο που χρειάστηκε ο Πολ να βρει μια θέση να σταθμεύσει με ασφάλεια τη λιμουζίνα, με το θυμό της να μετατρέπεται σε καυτά δάκρυα. Δάκρυα που δεν είχε καμιά πρόθεση να δώσει στον κυνικό και προσβλητικό Λυσιέν Στιλ την ικανοποίηση να τα δει να τρέχουν. «Ευχαριστώ», μουρμούρισε στυφά, μόλις το αυτοκίνητο σταμάτησε και ο Πολ βγήκε να της ανοίξει την πόρτα. Κράτησε το πρόσωπό της γυρισμένο αλλού καθώς έβγαινε και απομακρυνόταν με το κεφάλι ψηλά, χωρίς ούτε μια ματιά πίσω της. «Κύριε Στιλ;...» είπε ο Ντεξ πλάι του αβέβαια. Ο Λυσιέν είχε βγει από το πίσω κάθισμα και στεκόταν στο


47

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

πεζοδρόμιο, παρακολουθώντας βλοσυρά τη Σίνθια Χάμοντ να βαδίζει αποφασιστικά στον γεμάτο κόσμο δρόμο, με το αποκαλυπτικό βραδινό της φόρεμα, δείχνοντας να αγνοεί ή απλά να αδιαφορεί για τα λάγνα βλέμματα των περισσότερων αντρών και τα αποδοκιμαστικά των γυναικών. «Πήγαινε», διέταξε ο Λυσιέν τον Ντεξ σφιγμένα. Αν η Σιν –Τία νοιαζόταν τόσο λίγο για την ασφάλειά της, τότε κάποιος άλλος έπρεπε να νοιαστεί γι’ αυτή.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Ένα αληθινά δυσάρεστο πράγμα, όταν ξυπνάς σ’ ένα άγνωστο δωμάτιο ξενοδοχείου, είναι η αρχική αίσθηση πανικού που σου προκαλεί το γεγονός ότι δεν ξέρεις πού ακριβώς είσαι. Ακόμα πιο δυσάρεστο είναι το να παρατηρείς ότι το δωμάτιο έχει ακόμα τη μυρωδιά του κορμιού του προηγούμενου πελάτη και μυρωδιά καπνού τσιγάρου. Αλλά το χειρότερο -το πολύ χειρότερο- είναι να γυρίζεις σ’ εκείνο το δωμάτιο με την αηδιαστική μυρωδιά αφού κάνεις ένα χλιαρό ντους στο βρόμικο μπάνιο και να βρίσκεις ότι δεν έχεις ρούχα να φορέσεις για να φύγεις, εκτός από το μακρύ ως τον αστράγαλο μπλε βραδινό φόρεμα που φορούσες το προηγούμενο βράδυ, ένα μικροσκοπικό μπλε σλιπ κι ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα παπούτσια. Και όλα αυτά έγιναν πολύ φανερά στην Τία μέσα σε λίγα λεπτά αφότου ξύπνησε σ’ εκείνο το φρικτό δωμάτιο ξενοδοχείου κι έκανε το ντους της. Ήταν υπερβολικά θυμωμένη και αναστατωμένη το προηγούμενο βράδυ -υπερβολικά έξαλλη με τον υπεροπτικά προσβλητικό Λυσιέν Στιλ- για να προσέξει πόσο ξεθωριασμένη και φθαρμένη ήταν η επίπλωση και η ταπετσαρία σ’ αυτό το δωμάτιο, πόσο ξεφτισμένη και ξεβαμμένη η πετσέτα που τύλιξε γύρω από το γυμνό κορμί της, άσε πια τη θέα έξω από το θλιβερό παράθυρο, σε μια σκουριασμένη σκάλα κινδύνου κι έναν ασοβάτιστο τοίχο από τούβλα.


49

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

Ήταν αρκετά λογική το προηγούμενο βράδυ, όταν ο θυρωρός που ήταν βάρδια την κοίταξε κοροϊδευτικά καθώς του ζητούσε ένα δωμάτιο, να κλειδώσει τουλάχιστον την πόρτα της και να την ασφαλίσει με την αλυσίδα, βάζοντας επιπλέον μια καρέκλα από πίσω κάτω από το χερούλι, πριν χωθεί ανάμεσα στα κρύα σεντόνια και τις λεπτές κουβέρτες στο κρεβάτι. Όχι ότι αστό την είχε βοηθήσει να κοιμηθεί -ήταν ακόμα πολύ θυμωμένη με όσα είχε πει ο Λυσιέν για να μπορέσει να χαλαρώσει αρκετά ώστε να την πάρει ο ύπνος. Έπεσε βαριά στο κρεβάτι τώρα και συλλογίστηκε πού την είχε φέρει αυτός ο θυμός. Σ’ ένα αισχρό ξενοδοχείο και σ' ένα δωμάτιο που μύριζε φρικτά και που νοικιαζόταν συνήθως με την ώρα, παρά για όλη τη νύχτα. Θεέ μου, δεν ήταν περίεργο που ο νυχτερινός θυρωρός την είχε κοιτάξει κοροϊδευτικά. Είχε πιθανόν νομίσει ότι ήταν πόρνη, που περίμενε να έρθει ο επόμενος πελάτης της. Αυτή τη στιγμή ένιωθε σαν πόρνη που περίμενε να έρθει ο επόμενος πελάτης της! Πώς θα έβγαινε από αστό το φρικτό ξενοδοχείο, όταν δεν είχε κατάλληλα ρούχα να φορέσει; Τεντώθηκε απότομα καθώς ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και γύρισε να την κοιτάξει ανήσυχα. «Ναι;...» «Δεσποινίς Χάμοντ;» Σηκώθηκε επιφυλακτικά όρθια. «Ντεξ, εσύ είσαι;» ρώτησε δύσπιστα. «Μάλιστα, δεσποινίς Χάμοντ». Πώς στην ευχή ήξερε ο σωματοφύλακας του Λυσιέν Στιλ πού να τη βρει; Και γιατί είχε μπει στον κόπο να τη βρει; Εκείνη τη στιγμή δεν την ένοιαζε πώς, ή γιατί, ήταν ο Ντεξ εδώ. Ένιωσε μόνο ανακούφιση που ήξερε ότι εκείνος στεκόταν έξω στο διάδρομο. Διέσχισε βιαστικά το δωμάτιο, τράβηξε την καρέκλα κάτω από το χερούλι της πόρτας κι έβγαλε την αλυσίδα ασφαλείας, πριν ξεκλειδώσει και ανοίξει. «Αχ, δόξα τω Θεώ, Ντεξ!» Έπεσε στην αγκαλιά του αφήνοντας τα δάκρυα να τρέξουν καυτά στα μάγουλά της. «Ε.. δεσποινίς Χάμοντ;...» της είπε μετά από αρκετές στιγμές, όταν τα δάκρυα δεν έδειχναν να σταματούν. Η δυσφορία


Carole Mortimer

50

του ήταν φανερή στον διστακτικό τόνο του και στην ακαμψία του κορμιού του, καθώς της χτυπούσε την πλάτη αμήχανα. Λοιπόν, φυσικά ο Ντεξ ένιωθε άβολα, παραδέχτηκε η Τία ενώ ίσιωνε το κορμί της και τραβιόταν πίσω. Ποιος άντρας δε θα ένιωθε άβολα αν μια παλαβή γυναίκα ορμούσε στην αγκαλιά του κι έμενε εκεί κλαίγοντας; Και μάλιστα μια παλαβή γυναίκα τυλιγμένη με μια ξεφτισμένη πετσέτα μπάνιου, που μετά βίας σκέπαζε τα γυμνά στήθη και την πλάτη της; «Λυπάμαι που έκλαψα πάνω σου, Ντεξ», είπε πνιχτά, στα πρόθυρα να την πιάσουν υστερικά γέλια τώρα, καθώς άρχιζε να βλέπει το αστείο της κατάστασης, εκτός από την αμηχανία. «Απλά ένιωσα ανακούφιση που είδα ένα γνώριμο πρόσωπο!» «Ε... νομίζετε ότι μπορείτε να μπείτε μέσα στο δωμάτιό σας για μια στιγμή;» Ο Ντεξ μετακινήθηκε αμήχανα, καθώς ένας άντρας έβγαινε από ένα δωμάτιο λίγο πιο κάτω στο διάδρομο, κοιτάζοντας τη γύμνια της Τία με νόημα. «Φυσικά». Η Τία ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν και υποχώρησε στο δωμάτιό της. «Εί... είναι αυτή η βαλίτσα μου;...» Κοίταξε την ανοιχτοπράσινη βαλίτσα που είχε φέρει ο Ντεξ μαζί του. Ήταν τόσο χαρακτηριστική στην ασχήμια της, που ήταν σίγουρη ότι πρέπει να ήταν εκείνη που είχε αγοράσει σχεδόν τζάμπα στις εκπτώσεις πριν έρθει στη Νέα Υόρκη. Η ίδια βαλίτσα που σχεδίαζε να πάρει, μαζί με τα ρούχα της, από το διαμέρισμα του Τζόναθαν αργότερα το ίδιο πρωί... «Πώς την πήρες;» Κοίταξε τον Ντεξ καχύποπτα. Εκείνος την κοίταξε με σταθερό βλέμμα. «Ο κύριος Στιλ την πήρε από το διαμέρισμα του κυρίου Μίλερ σήμερα το πρωί». «Ο κύριος Στιλ την;...» επανέλαβε η Τία ανόητα. «Νωρίτερα το πρωί; Μα είναι μόλις οχτώμισι τώρα...» Ο Ντεξ έγνεψε καταφατικά. «Ήταν μια πρωινή συνάντηση». Η Τία αμφέβαλλε αν ο Τζόναθαν το είχε εκτιμήσει αυτό, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν είχε βγει από την κρεβατοκάμαρά του πριν τις δώδεκα ούτε ένα πρωί αφότου είχε έρθει η Τία στη Νέα Υόρκη. «Και ο Λυ... ο κύριος Στιλ του ζήτησε απλά τα πράγματά μου και ο Τζόναθαν του τα παρέδωσε;»


51

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

Τα χείλη του Ντεξ σφίχτηκαν. «Ναι». Η Τία τον κοίταξε προσεκτικά. «Δεν ήταν τόσο απλό, έτσι δεν είναι;» υπέθεσε δύσθυμα. Εκείνος ανασήκωσε τους φαρδιούς ώμους του. «Μπορεί να υπήρχε κάποια... απροθυμία από μέρους του κυρίου Μίλερ να συνεργαστεί». Η Τία θα έβαζε στοίχημα ότι υπήρχε. Ο Τζόναθαν ήταν τόσο θυμωμένος μαζί της χτες βράδυ, που περίμενε να αρνηθεί να της δώσει τα πράγματά της όταν θα πήγαινε στο διαμέρισμά του αργότερα. Μια δυσάρεστη σύγκρουση που ο Λυσιέν την είχε παρακάμψει γι’ αυτή, κάνοντας την επίσκεψη ο ίδιος. Μπορούσε να νιώσει σχεδόν λύπηση για τον Τζόναθαν, καθώς φανταζόταν την κατάληξη της σύγκρουσης. Σχεδόν. Ένιωθε ακόμα υπερβολικά αηδιασμένη με την άσχημη συμπεριφορά του το προηγούμενο βράδυ για να μπορεί να νιώσει πραγματικά συμπόνια γι' αυτόν. Αλλά ξαφνιάστηκε που ο Λυσιέν Στιλ είχε μπει στον κόπο να πάει στο διαμέρισμα του Τζόναθαν ο ίδιος για να πάρει τα πράγματά της. Την είχε αφήσει να φύγει αρκετά εύκολα χτες βράδυ και δεν έδινε την εντύπωση ότι ήταν ένας άντρας που θα ασχολούνταν να κυνηγήσει μια γυναίκα η οποία τον είχε παρατήσει έτσι όπως είχε κάνει η Τία. Πήρε μια τρεμάμενη αναπνοή. «Δε χτύπησε κανείς, ελπίζω;» «Δεν ήμουν εκεί, έτσι δεν ξέρω», είπε ο Ντεξ ήρεμα. «Είχα την εντύπωση ότι συνόδευες τον κύριο Στιλ παντού...» Η Τία έσμιξε τα φρύδια με απορία. «Κανονικά, ναι». Την κοίταξε ήρεμα. «Πέρασα όλο το βράδυ στέκοντας φρουρός στο διάδρομο έξω απ’ αυτό το δωμάτιο». Απάντησε στην ερώτησή της πριν καν την κάνει εκείνη. Η Τία έκανε ένα βήμα πίσω έκπληκτη, αλλά αναγκάστηκε να πιάσει το μπροστινό μέρος της μίζερης πετσέτας της, για να την εμποδίσει να πέσει εντελώς. Τα μάγουλά της πήραν ένα έντονο κόκκινο χρώμα καθώς προσπαθούσε να σώσει τη σεμνότητά και την αξιοπρέπειά της. «Δ... δεν είχα ιδέα ότι ήσουν εκεί έξω...» Ίσως, αν είχε, δε θα περνούσε τη μισή νύχτα τρομοκρα-


Carole Mortimer

52

τημένη ότι κάποιος -εκείνος ο πονηρός θυρωρός, για παράδειγμα- μπορεί να προσπαθούσε να παραβιάσει τη φτηνή κλειδαριά της πόρτας και να μπει μέσα. Μια τιμωρία που της άξιζε, θα πίστευε αναμφίβολα ο Λυσιέν, για τον τρόπο που τον είχε παρατήσει χτες βράδυ! Αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να είχε περάσει τη νύχτα ο Ντεξ φρουρώντας την πόρτα της χωρίς την πλήρη ενημέρωση και την εντολή του υπερόπτη εργοδότη του... «Αμφιβάλλω αν θα χαιρόσαστε πολύ γι’ αυτό αν είχατε». Ο Ντεξ άφησε να φανούν τα δόντια του σ’ ένα χαμόγελο με σημασία, πριν τραβήξει από το τσεπάκι του σακακιού του έναν πολυτελή κρεμ φάκελο με το όνομά της γραμμένο πάνω του. «Ο κύριος Στιλ είπε στον Πολ να παραδώσει εδώ τη βαλίτσα σας πριν λίγη ώρα, μαζί με αυτό». Η Τία κοίταξε το φάκελο σαν φίδι έτοιμο να τη δαγκώσει, ξέροντας ότι πρέπει να είχε γράψει το όνομά της ο ίδιος ο Λυσιέν και τρέμοντας να διαβάσει το περιεχόμενό του. Την ίδια στιγμή ένιωσε μια ζεστασιά, μια αίσθηση ότι ήταν προστατευμένη, απλά ξέροντας ότι ο Λυσιέν είχε νοιαστεί αρκετά για να εγγυηθεί εν αγνοία της την ασφάλειά της. *** «Κάποια δεσποινίς Χάμοντ είναι κάτω στη ρεσεψιόν και ζητά να σας δει, κύριε Στιλ. Δεν έχει ραντεβού, φυσικά», συνέχισε ανάλαφρα ο Μπεν, ο προσωπικός βοηθός του, «αλλά φαίνεται πολύ αποφασισμένη. Δεν ήμουν σίγουρος τι έπρεπε να κάνω». Ο Λυσιέν σήκωσε το κεφάλι δείχνοντας τη δυσαρέσκειά του στον Μπεν, ο οποίος στεκόταν κοιτάζοντάς τον ερωτηματικά από την άλλη πλευρά του γραφείου με τη γυάλινη επιφάνεια, που δέσποζε στο τεράστιο γραφείο του τριακοστού ορόφου. Δεν ήταν σίγουρος κι ο ίδιος τι θα έκανε για τη Σίνθια Χάμοντ. Ήταν τόσο αναθεματισμένα ξεροκέφαλη και περήφανη ώστε εκείνος δεν είχε μπορέσει καν να μαντέψει ποια μπορεί να ήταν η αντίδρασή της όταν θα της παραδίνονταν τα πράγματά της σ’ εκείνο το φρικτό ξενοδοχείο που είχε διαλέξει να μείνει


53

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

τη νύχτα, αντί να δεχτεί την προσφορά του για ένα δωμάτιο στο Στιλ Χάιτς. Σίγουρα δεν περίμενε ότι θα τον επισκεπτόταν στο γραφείο του στο Στιλ Τάουερ. Και έπρεπε να το περιμένει -η Σίνθια Χάμοντ ήταν προβλέψιμα απρόβλεπτη. «Πόσο αποφασισμένη είναι, Μπεν;» Αναστέναξε κουρασμένα, εξοικειωμένος ήδη με την ξεροκεφαλιά της Σιν. «Πολύ». Τα χείλη του προσωπικού βοηθού του ζάρωσαν, σαν να συγκροτούσε ένα χαμόγελο. Το πιο σωστό πράγμα -το πιο ασφαλές πράγμα να κάνει ο Λυσιέν για να έχει την ηρεμία του, που θα εξασφαλιζόταν καλύτερα με το να μη δει την ωραία Σίνθια Χάμοντ ποτέ ξανά- θα ήταν να δώσει εντολή στους άντρες της ασφάλειας του κτιρίου να της δείξουν την έξοδο... σαν να μην ήξερε ήδη εκείνη πού ακριβώς ήταν! Αλλά, αν η Σιν ήταν αποφασισμένη να τον δει, δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι απλά θα καθόταν εκεί και θα τον περίμενε μέχρι την ώρα που θα έφευγε στο τέλος της μέρας. Τράβηξε πίσω τη μανσέτα του πουκαμίσου του και κοίταξε το λεπτό χρυσό ρολόι στον καρπό του. «Έχω δέκα λεπτά μέχρι να φύγω για το επόμενο ραντεβού μου, σωστά;» «Σωστά, κύριε Στιλ». Συγκστάνευσε αφηρημένα. «Πες να την οδηγήσουν πάνω». Ο Λυσιέν έγειρε πίσω στην άσπρη δερμάτινη πολυθρόνα του με την ψηλή πλάτη ξέροντας ότι αυτό ήταν πιθανόν λάθος, ενώ ο Μπεν έφευγε από το γραφείο. Ήξερε ήδη, από τη σύντομη γνωριμία τους το προηγούμενο βράδυ, ότι η Σίνθια Χάμοντ ήταν μπελάς. Αρκετός για να του προκαλέσει μια νύχτα γεμάτη όνειρα, στα οποία χάιδευε εκείνο το μαργαριταρένιο δέρμα ή έκανε έρωτα μαζί της σε κάθε πιθανή στάση -τόσο που είχε ξυπνήσει το πρωί με μια στύση που αρνιόταν να ηρεμήσει, μέχρι που πήγε και στάθηκε κάτω από το παγωμένο ντους. Είχε μάλιστα βάλει τον Πολ να τον περάσει με το αυτοκίνητο από το ξενοδοχείο όπου ήξερε ότι εκείνη είχε μείνει τη νύχτα, στο δρόμο του για το διαμέρισμα του Τζόναθαν Μίλερ εκείνο το πρωί. Η γειτονιά ήταν αρκετά κακόφημη -γεμάτη


Carole Mortimer

54

ναρκομανείς και πόρνες-, αλλά το ίδιο το ξενοδοχείο ήταν απερίγραπτο και εξηγούσε απόλυτα την ανησυχία του Ντεξ όταν του είχε τηλεφωνήσει το προηγούμενο βράδυ, για να του πει σε ποιο ακριβώς ξενοδοχείο είχε μείνει εκείνη και να τον ρωτήσει τι να κάνει. Τι διάβολο την είχε πιάσει να μείνει σ’ ένα τόσο κακόφημο μέρος; Τα λεφτά. Ο Λυσιέν απάντησε μόνος του στην ερώτησή του. Ήξερε από τη συζήτησή του νωρίτερα το πρωί με τον Τζόναθαν Μίλερ ότι η Σιν ήταν πραγματικά αυτό που είχε πει ότι ήταν: μια φοιτήτρια που εργαζόταν ως σερβιτόρα για να βγάλει το πανεπιστήμιο και βρισκόταν εδώ μόνο για μια επίσκεψη μιας βδομάδας. Τα οικονομικά της δεν ήταν πρόβλημα του Λυσιέν, φυσικά, αλλά είχε εξοργιστεί ξανά κοιτάζοντας απλά το εξωτερικό του αηδιαστικού ξενοδοχείου, ενώ φανταζόταν εκείνη την ευάλωτη ομορφιά να προστατεύεται μόνο από την πόρτα με τη φτηνή κλειδαριά που του είχε περιγράφει ο Ντεξ. Ήταν τόσο ανήσυχος για την κατάσταση, που ο Λυσιέν πίστεψε ότι ο σωματοφύλακάς του θα στεκόταν φρουρός της όλη νύχτα είτε του έδινε εντολή να το κάνει είτε όχι! Ένα ακόμα παράδειγμα του μπελά που προκαλούσε η Σίνθια Χάμοντ με τη... «Πω, πω! Τι ωραίο κτίριο, Λυσιέν! Κι αυτό το γραφείο είναι απίθανο!» Ο Λυσιέν ένιωσε κι ο ίδιος θαυμασμό, αλλά χωρίς να τον εκφράσει, καθώς κοίταζε απέναντι του τη Σίνθια Χάμοντ, που είχε μόλις μπει αεράτη στο γραφείο του. Μια Σίνθια Χάμοντ που τα μαύρα μαλλιά της ήταν για άλλη μια φορά μια ίσια κουρτίνα που ταλαντευόταν σαν μετάξι λίγο πιο κάτω από τους ώμους της. Το ωραίο λεπτό πρόσωπό της ήταν αμακιγιάριστο, εκτός από ένα κοραλί λιπγκλός, και πάνω του ξεχώριζε η λάμψη από κείνα τα υπέροχα βαθυγάλανα μάτια. Φορούσε ένα ζωηρό ροζ αμάνικο μπλουζάκι, που άφηνε τους ώμους και τα μπράτσα της γυμνά και αποκάλυπτε τουλάχιστον δεκαπέντε εκατοστά από το γυμνό και σφιχτό στομάχι της -καθώς επίσης και το γε-


55

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

γονός ότι δε φορούσε σουτιέν από μέσα. Και κάτω από το γυμνό στομάχι υπήρχε το πιο εφαρμοστό μπλουτζίν που είχε δει ποτέ του. Τόσο εφαρμοστό, που αναρωτήθηκε αν η Σιν φορούσε καν εσώρουχο από κάτω... Κι αυτή ήταν μόνο η μπροστινή θέα. Το θαυμαστικό βλέμμα του Μπεν, καθώς τριγύριζε στο άνοιγμα της πόρτας αρκετή ώρα για να παρακολουθήσει τη Σιν να διασχίζει το ευρύχωρο γραφείο, ήταν απόδειξη ότι η θέα από πίσω ήταν εξίσου ενδιαφέρουσα! Η Σιν τα πήγαινε θαυμάσια με το σπορ ντύσιμο -σε σημείο μάλιστα που ο Λυσιέν ένιωσε ξαφνικά ντυμένος υπερβολικά καλά με το άψογα ραμμένο μαύρο κοστούμι του, το γαλάζιο μεταξωτό πουκάμισο και την μπλε μεταξωτή γραβάτα. «Δεν έχεις καμιά δουλειά να κάνεις, Μπεν;» είπε στο βοηθό του απότομα ενώ σηκωνόταν -για να ξανακαθίσει αμέσως, καθώς συνειδητοποίησε την εικόνα που παρουσίαζε η ερεθισμένη φύση του. Το παγωμένο ντους νωρίτερα το πρωί δεν είχε προφανώς αποτέλεσμα, όταν βρισκόταν για άλλη μια φορά αντιμέτωπος με τη γοητευτική Σίνθια Χάμοντ. Μπελάς με Μ κεφαλαίο! “Ευχαριστώ, Μπεν». Η Τία γύρισε να χαμογελάσει στον προσωπικό βοηθό του Λυσιέν, πριν κλείσει εκείνος την πόρτα πίσω του. Μετά γύρισε το βλέμμα της στον εντυπωσιακό χώρο, παρά στον άντρα που καθόταν πίσω από το γραφείο, καθυστερώντας τη στιγμή που θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τον Λυσιέν Στιλ, που τόσο την αναστάτωνε. Μια σύντομη ματιά προς το μέρος του, ενώ έμπαινε στο τεράστιο γραφείο, ήταν αρκετή για να νιώσει σαν να είχε αδειάσει όλος ο αέρας από τα πνευμόνια της και όλες τις νευρικές απολήξεις της να μυρμηγκιάζουν. Το γραφείο ήταν κομψά διακοσμημένο σε λευκό, μαύρο και χρώμιο και πραγματικά τεράστιο. Στρωμένο με παχιά μαύρη μοκέτα, είχε ένα χώρο στο πλάι με δυο άσπρους δερμάτινους καναπέδες, ένα μπαρ για καφέ και αλκοόλ, ένα μεγάλο τραπέζι συσκέψεων από γυαλί και μάρμαρο, και στο βάθος το εντυπωσιακό γραφείο του Λυσιέν. Ράφια με βιβλία κάλυπταν τον τοίχο πίσω του κι ένας εξωτερικός τοίχος, όλο τζάμι, πρόσφερε μια πανοραμική θέα της Νέας Υόρκης.


Carole Mortimer

56

Ήταν στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο γραφείο που είχε δει ποτέ της, αλλά ακόμα κι έτσι το βλέμμα της μαγνητίστηκε από τον άντρα που καθόταν πίσω από το μεγάλο γραφείο. Παρά την έκταση και την κομψότητα του χώρου, ο άντρας αυτός κατάφερνε με κάποιο τρόπο -από καθαρή δύναμη θέλησης, υποπτευόταν η Τία- να δεσπόζει, να κυριαρχεί στα πάντα γύρω του. Όπως και στην Τία; Ίσως έπρεπε να είχε ντυθεί πιο δυναμικά γι’ αυτή τη συνάντηση, παρά να προτιμήσει το σπορ ντύσιμο. Είχε φέρει μια στενή μαύρη φούστα και μια άσπρη μπλούζα μαζί της -που σίγουρα θα έδεναν ωραία με το μαύρο, άσπρο και στο χρώμα του χρώμιο ντεκόρ του χώρου. Πολύ περισσότερο από το χτυπητό ροζ αμάνικο μπλουζάκι της. Α, τέλος πάντων, ήταν πολύ αργά να ανησυχεί γι’ αυτό τώρα. Θα έπρεπε να αρκεστεί σε αυτά που φορούσε. «Πες αυτό που έχεις να πεις, Σιν, και μετά φύγε», της πέταξε ο Λυσιέν παγερά. «Πρέπει να φύγω για ένα ραντεβού σε πέντε λεπτά». Η αναπνοή της πιάστηκε στο λαιμό της καθώς τον κοίταζε. Ήταν το ίδιο συγκλονιστικά υπέροχος σήμερα το πρωί όπως και το προηγούμενο βράδυ. Η Τία είχε πείσει τον εαυτό της στη διάρκεια της ανήσυχης νύχτας της ότι κανείς δεν ήταν ποτέ δυνατό να είναι τόσο απόλυτα ωραίος, ότι πιθανότατα είχε πιει πάρα πολλή σαμπάνια στο πάρτι των Καρού και είχε φανταστεί όλη εκείνη τη χαλιναγωγημένη σεξουαλική δύναμη. Είχε κάνει λάθος. Ο Λυσιέν Στιλ ήταν συγκλονιστικά ελκυστικός και στο φως της μέρας, με το φως του ήλιου να μπαίνει από την τζαμαρία που εκτεινόταν από το ταβάνι μέχρι το δάπεδο, τονίζοντας το εκπληκτικό μαύρο-μπλε χρώμα των μαλλιών του, το μελαψό του πρόσωπο όπου δέσποζαν τα ασημόγκριζα μάτια, τα σκληρά και σμιλεμένα χαρακτηριστικά του, που σίγουρα ένας ζωγράφος θα χρησιμοποιούσε σαν πρότυπο για την αντρική ομορφιά. Όσο για τους φαρδιούς ώμους του... Ώρα να σταματήσεις να χαζεύεις έτσι! μάλωσε τον εαυτό της. «Χάρηκα που βλέπω ότι εξακολουθείς να δικαιώνεις την περιγραφή μου για σένα σαν υπερόπτη και σκληρού», του είπε


57

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

με προσποιητή γλυκύτητα. Εκείνος συνέχισε να την κοιτάζει παγερά. «Αμφιβάλλω αν θέλεις ν’ ακούσεις τη δική μου γνώμη για σένα μετά τα χτεσινοβραδινά κατορθώματά σου». Η Τία ένιωσε ένα κύμα ζέστης να κατακλύζει τα μάγουλά της, ξέροντας ότι εκείνος αναφερόταν στο ξενοδοχείο όπου είχε περάσει τη νύχτα της και που ο Ντεξ το είχε αναμφίβολα περιγράφει στον εργοδότη του με κάθε γραφική λεπτομέρεια. «Δεν είχα τα χρήματα για να μείνω κάπου αλλού». «Δε θα χρειαζόσουν καθόλου χρήματα αν είχες δεχτεί απλά το δωμάτιο που σου πρόσφερα στο Στιλ Χάιτς», της θύμισε απότομα. «Δεν μπορούσα να το δεχτώ, γιατί τότε θα ήμουν υποχρεωμένη απέναντι σου», του πέταξε το ίδιο απότομα. Ο Λυσιέν έμεινε ακίνητος και την κοίταξε με μάτια μισόκλειστα. «Μου λες», είπε σιγανά, «ότι ο λόγος που αρνήθηκες την προσφορά μου χτες βράδυ ήταν ότι θεώρησες πως θα περίμενα να μοιραστώ μαζί σου την κρεβατοκάμαρα για τη νύχτα, σαν πληρωμή;» «Λοιπόν, δεν μπορείς να με κατηγορήσεις που σκέφτηκα κάτι τέτοιο, μετά τον τρόπο που μου ρίχτηκες στη βεράντα και μετά ξανά στο ασανσέρ!» Ο Λυσιέν ανασήκωσε το φρύδι του. «Δεν μπορώ να σε κατηγορήσω που σκέφτηκες έτσι;» «Ε... όχι...» Η Σιν τον κοίταξε, φανερά ανήσυχη με τον σιγανό τόνο του και την ηρεμία της έκφρασής του. Και είχε δίκιο να ανησυχεί! Γιατί μέσα του ο Λυσιέν έβραζε, ήταν έξαλλος -πιο έξαλλος απ’ όσο θυμόταν να είναι εδώ και πολύ καιρό... Ακόμα και στη διάρκειά της επίσκεψής του στο διαμέρισμα του Τζόναθαν Μίλερ νωρίτερα το πρωί είχε παραμείνει απόλυτα ψύχραιμος -παγερά και επικίνδυνα ψύχραιμος. Αλλά λίγα λεπτά με την εξοργιστική Σίνθια Χάμοντ αρκούσαν ώστε τώρα να είναι έτοιμος να βάλει τα χέρια του γύρω από το λαιμό της και να την πνίξει! Μόνο που βαθιά μέσα του ήξερε πως στην πραγματικότητα θα προτιμούσε να βάλει τα χέρια του σε άλλα σημεία της


Carole Mortimer

58

ανατομίας της, αρχίζοντας από το βασανιστικά γυμνό και μεταξένιο στομάχι της, και αντί να την πνίξει να τη χαϊδέψει... *** Η Τία έκανε ένα βήμα πίσω καθώς ο Λυσιέν Στιλ σηκωνόταν και έκανε το γύρο του γραφείου του, πλησιάζοντάς τη. Η πολύ μικρή απόσταση που τους χώριζε τώρα και τα ίσια πάνινα παπούτσια που φορούσε την ανάγκαζαν να γείρει το κεφάλι της πίσω, για να μπορεί να τον κοιτάξει στο πρόσωπο. Ένα πρόσωπο που την έκανε να εύχεται να ήταν ζωγράφος. Τι αγαλλίαση, τι ικανοποίηση θα ένιωθε να αποτυπώνει τούτα τα σκληρά και τόσο έντονα χαρακτηριστικά σε μουσαμά. Ειδικά αν ο Λυσιέν μπορούσε να πειστεί να ποζάρει με το παραδοσιακό ρούχο των Απάτσι, ένα απλό κομμάτι ύφασμα, με το γυμνό, ηλιοκαμένο στήθος του αλειμμένο με λάδι, έτσι που να τονίζονται οι δυνατοί μύες του. «Τι σκέφτεσαι, Σιν;» Εκείνη ανασήκωσε το βλέμμα της ένοχα, καθώς συνειδητοποιούσε πόσο είχε ξεστρατίσει παρατηρώντας το μυώδες στήθος του, ενώ τον φανταζόταν γυμνό από τη μέση και πάνω... «Ε... ωραίο κοστούμι», ψέλλισε, χαρίζοντάς του ένα ψεύτικα ζωηρό χαμόγελο. Τα χείλη του Λυσιέν ανασηκώθηκαν σκεφτικά, σαν να ήξερε τι ακριβώς φανταζόταν εκείνη. «Ευχαριστώ», είπε ειρωνικά. «Αλλά πιστεύω ότι συζητούσαμε για την απερίσκεπτη συμπεριφορά σου χτες το βράδυ και για τους λόγους γι’ αυτή». Η φωνή του σκλήρυνε και η λάμψη της ευτυχίας χάθηκε από τα μάτια του. «Έχεις ιδέα τι θα μπορούσε να σου συμβεί αν δεν έμενε ο Ντεξ έξω από το δωμάτιό σου όλη τη νύχτα;» Είχε ιδέα, πράγματι. «Ήταν ανόητο από μέρους μου. Το δέχομαι». «Το δέχεσαι;» της αντιγύρισε απότομα. Η Τία ένευσε καταφατικά. «Γι’ αυτό είμαι εδώ, στην πραγματικότητα. Ήθελα να σε ευχαριστήσω». Έκανε ένα μορφασμό. «Που επέτρεψες στον Ντεξ να σταθεί εκεί όλη νύχτα φρουρός μου. Που φρόντισες να πάρεις τα πράγματά μου και να μου τα


59

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

στείλεις στο ξενοδοχείο. Και που μου έστειλες με τον Ντεξ εκείνο το φάκελο με την κάρτα για μια σουίτα στο Στιλ Χάιτς». Γιατί, παρ’ όλες τις προσδοκίες της για το τι μπορεί να είχε βάλει ο Λυσιέν σ’ εκείνο το φάκελο, δεν υπήρχε τίποτα περισσότερο από μια κάρτα-κλειδί του πολυτελούς ξενοδοχείου του, για μια σουίτα που προφανώς είχε φροντίσει να κλείσει για εκείνη. Φυσικά η Τία είχε παλέψει με την υπερηφάνεια της πριν δεχτεί, ενώ θυμόταν κι εκείνο το παλιό ρητό για τα γλυκά που δεν πρέπει να παίρνει κανείς από αγνώστους. Βέβαια εδώ επρόκειτο για ιδιαίτερη περίσταση, παρ’ όλα αυτά το θεώρησε λογικό να είναι επιφυλακτική. Αλλά η υπερηφάνεια και η επιφυλακτικότητα δε θα της εξασφάλιζαν στέγη γι’ απόψε και ασφαλώς δεν μπορούσε να επιστρέφει στο διαμέρισμα του Τζόναθαν. Ο Λυσιέν έγειρε πίσω στο γραφείο του και φάνηκε να μαντεύει κάποιες από τις σκέψεις της. «Πιστεύω να ξεπέρασες τους δισταγμούς σου και να πήγες να μείνεις εκεί, ε;» «Ναι». Η Τία έκανε ένα μορφασμό. Η σκέψη και μόνο της πολυτελούς σουίτας -του σαλονιού, της κρεβατοκάμαρας και του λαμπερού συνεχόμενου μπάνιου- ήταν αρκετή για να ξέρει ότι είχε κάνει το σωστό. Άλλωστε μπορεί να της έπαιρνε λίγο χρόνο, αλλά είχε σκοπό να αποζημιώσει τον Λυσιέν για τη γενναιοδωρία του. Εκείνος ανασήκωσε το φρύδι του. «Αυτό σημαίνει ότι δε σε πειράζει πια να νιώθεις υποχρεωμένη σ’ εμένα;» Η Τία τον κοίταξε βλοσυρή, ανήμπορη να διαβάσει κάτι στην κοροϊδευτική έκφρασή του. «Νομίζω πως η σωστή ερώτηση είναι, πιστεύεις εσύ ότι σου έχω υποχρέωση;» «Για να δω...» Δίπλωσε τα πόδια του στους αστραγάλους, καθώς στηριζόταν πίσω στο γραφείο του και την κοίταζε σκεφτικά. «Έφυγα από ένα ωραιότατο πάρτι χτες το βράδυ, επειδή νόμισα ότι θα πηγαίναμε κάπου να πάρουμε ένα ποτό μαζί. Ένα ποτό που τελικά δεν πήραμε. Με παράτησες ξαφνικά, όταν προσφέρθηκα να σε πάω με το αυτοκίνητο κάπου, πράγμα που μου δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα, μια και ο Ντεξ αναγκάστηκε να σε ακολουθήσει και να σταθεί φρουρός έξω από την πόρτα σου όλη νύχτα. Και μπήκα στον μπελά σήμερα το πρωί


Carole Mortimer

60

να ζητήσω από τον πρώην φίλο σου να βάλει τα υπάρχοντά σου σ’ εκείνη την αποκρουστική πράσινη βαλίτσα, ώστε να σου τα φέρει ο οδηγός μου σ’ εκείνο το ανεκδιήγητο ξενοδοχείο». Έριξε μια ματιά στο λεπτό χρυσό ρολόι στον καρπό του. «Επίσης η απρόσμενη επίσκεψή σου εδώ σήμερα το πρωί σημαίνει ότι έχω ήδη καθυστερήσει τρία λεπτά την αναχώρησή μου για το επόμενο ραντεβού μου. Λοιπόν, τι νομίζεις εσύ, Σιν; Μου είσαι υποχρεωμένη;» Λοιπόν, όταν το έθετε έτσι... «Μπορεί», παραδέχτηκε η Τία με προσπάθεια. «Θα έλεγα ότι δεν υπάρχει “μπορεί” σ’ αυτό». Ο Λυσιέν ίσιωσε αργά το ψηλό κορμί του και κράτησε το βλέμμα των ασημόγκριζων ματιών του καρφωμένο πάνω της καθώς έκανε ένα βήμα προς τα μπρος, Αυτόματα η Τία έκανε ένα βήμα πίσω, κατακλυσμένη γι’ άλλη μια φορά από το μοναδικό άρωμα από λεμόνι του Λυσιέν Στιλ. «Τι κάνεις;» Στεκόταν τόσο κοντά της τώρα, που μπορούσε να νιώσει τη ζέστη από το κορμί του να διαχέεται στο γυμνό στομάχι και τα μπράτσα της. Το πρόσωπό του -το στόμα του- ήταν μόλις μερικά εκατοστά μακριά από το δικό της, καθώς χαμήλωσε το κεφάλι του ελαφρά. Η Τία έβρεξε τα χείλη της με την άκρη της γλώσσας της. «Μου φαίνεται σαν να προσπαθείς να με τρομοκρατήσεις!» Της έσκασε ένα αργό και κοροϊδευτικό χαμόγελο και την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Το πετυχαίνω;» «Σίγουρα ξέρεις ότι μπορείς να τρομοκρατήσεις τον καθένα». «Δεν ενδιαφέρομαι για τον καθένα, Σιν, μόνο για σένα». Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά στο στήθος της, που σκέφτηκε ότι ο Λυσιέν μπορούσε να την ακούσει. Ή τουλάχιστον να δει τον τρόπο που τα στήθη της ανεβοκατέβαιναν, καθώς προσπαθούσε να βάλει αέρα στα άδεια πνευμόνια της. «Στέκεσαι υπερβολικά κοντά μου», διαμαρτυρήθηκε αδύναμα. Εκείνος έγειρε το κεφάλι, φέρνοντας τα σμιλεμένα χείλη του ακόμα πιο κοντά στα δικά της. «Μ’ αρέσει να στέκομαι κοντά σου». Η Τία συνειδητοποίησε ότι και σ’ αυτήν άρεσε να στέκεται


61

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

κοντά στον Λυσιέν. Ότι ήθελε να κάνει πολλά περισσότερα από το να στέκεται κοντά του. Ήθελε να την τραβήξει εκείνος στην αγκαλιά του και να τη φιλήσει. Να κάνει έρωτα μαζί της. Πράγμα που ήταν παράξενο, αφού δεν είχε νιώσει ποτέ την παρόρμηση να κάνει έρωτα με οποιονδήποτε άντρα. Αλλά ο Λυσιέν δεν ήταν οποιοσδήποτε άντρας. Ήταν σκοτεινός και επικίνδυνος και τρομερά, υπνωτιστικά, αισθησιακά ελκυστικός ένας συνδυασμός που η Τία δεν είχε συναντήσει ποτέ πριν. Ένιωθε τα στήθη της φουσκωμένα, τις θηλές της σκληρές και ερεθισμένες να πιέζουν το μπλουζάκι της, ενώ ανάμεσα στους μηρούς της ένιωθε υγρή· οδυνηρά υγρή για το άγγιγμα του Λυσιέν! Σαν να μπορούσε να διαβάσει τη λαχτάρα στο πρόσωπό της, κοιτάζοντάς τη με διεσταλμένες τις κόρες των ματιών του, ο Λυσιέν χαμήλωσε το κεφάλι αργά, μέχρι που τα ωραία σμιλεμένα χείλη του κυρίεψαν τρυφερά αλλά παθιασμένα τα δικά της. Η Τία ένιωσε σαν να την είχαν χτυπήσει μερικές χιλιάδες βολτ ηλεκτρισμού. Και ζέστη. Μια άγρια ζέστη, που την κατέκλυσε. Πλησίασε πιο κοντά στο σκληρό, ανυποχώρητο κορμί και τα χέρια της μετακινήθηκαν ψηλά στους φαρδιούς ώμους, λες και είχαν δική τους βούληση. Η ζεστασιά των δυνατών χεριών του κάλυψε τη γυμνή μέση της, ενώ τα δάχτυλά της χώθηκαν στα μεταξένια μαύρα μαλλιά στον αυχένα του. Τα χείλη της μισάνοιξαν και κυριολεκτικά χάθηκε μέσα στο φιλί του. *** Μπελάς. Α, ναι, η Σιν Χάμοντ, με τα μαύρα μαλλιά της, τα υπέροχα βαθυγάλανα μάτια της, το ωραίο πρόσωπο και το σαγηνευτικό κορμί, ήταν σίγουρα Μπελάς με Μ κεφαλαίο. Αλλά αυτή τη στιγμή, με τα απαλά χείλη της να ανταποκρίνονται μισάνοιχτα στα δικά του, τα χέρια του να χαϊδεύουν και να απολαμβάνουν την αίσθηση της τελειότητας στο γυμνό στομάχι της, ο Λυσι-έν δεν έδινε δεκάρα γι’ αυτό. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από το προηγούμενο βράδυ. Αν μη τι άλλο, την ήθελε περισσότερο από όσο τότε. Ξανά.


Carole Mortimer

62

Τώρα! Το φιλί του έγινε πιο φλογερό και την έσφιξε πάνω του, κολλώντας τις λεπτές καμπύλες της στο σκληρό κορμί του. Μεθυσμένος από τη γεύση της, έσυρε τη γλώσσα του στην απαλότητα του κάτω χείλους της. Βόγκηξε σιγανά και άφησε τη γλώσσα του να χαϊδέψει αυτά τα εθιστικά χείλη κι ύστερα να χωθεί στο ζεστό στόμα της, κυριεύοντάς το, καθώς τα χέρια του κινούνταν ασταμάτητα, χαϊδεύοντάς τη σε όλο το μήκος της ραχοκοκαλιάς της. Σύντομα μπόρεσε να σκεπάσει με τα χέρια του τους καλοσχηματισμένους γλουτούς της και να την τραβήξει αυτάρεσκα πάνω στην παλλόμενη ερεθισμένη φύση του. Ένιωθε την απαλότητα των μηρών της τόσο ωραία πάνω στους δικούς του. Μετακίνησε το κορμί του, πιέζοντας τη σκληρότητα του ερεθισμού του πάνω σ’ αυτή την απαλότητα κι ύστερα σήκωσε το χέρι του και κάλυψε το στήθος της πάνω από το μακό μπλουζάκι. Ταίριαζε τέλεια στην παλάμη του· η θηλή ήταν σκληρή σαν άγουρος καρπός κι όταν την έτριψε απαλά με τον αντίχειρά του άκουσε το αγκομαχητό απόλαυσης που ξέφυγε από το στόμα της κι ένιωσε την πλάτη της να τεντώνεται και το στήθος της να πιέζεται πάνω στο χέρι του σε σιωπηλή ικεσία. Το δέρμα της ήταν απαλό σαν μετάξι κάτω από τα δάχτυλά του, όταν γλίστρησε το χέρι του μέσα από το μπλουζάκι, για να χαϊδέψει το γυμνό στήθος της... *** Η Τία τράβηξε το στόμα της από του Λυσιέν και τον έσπρωξε, πριν κάνει παραπατώντας ένα βήμα προς τα πίσω -λες και αυτά τα λίγα εκατοστά θα μπορούσαν να εξουδετερώσουν τη δύναμή του πάνω της, την επανάσταση που είχε φέρει στις αισθήσεις της το λαίμαργο φιλί και τα καυτά του χέρια! «Όχι...» είπε με τρεμάμενη φωνή, με τα μάγουλά της να καίνε από αμηχανία καθώς προσπαθούσε να ισιώσει το μπλουζάκι πάνω στα στήθη της, που πάλλονταν λαχταρώντας την απόλαυση που μόλις τους είχε αρνηθεί. Το βλέμμα του Λυσιέν ήταν σκοτεινό. Υπήρχε ένα κοκκίνισμα στα ψηλά ζυγωματικά του, ένα νεύρο που παλλόταν στο


63

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

σφιγμένο σαγόνι του. «Όχι;» «Όχι», επανέλαβε η Τία πιο αποφασιστικά. «Δ... δεν το κάνω αυτό». «Και “αυτό” είναι;...» «Αποπλάνηση στο γραφείο ενός δισεκατομμυριούχος» Ανασήκωσε το φρύδι του. «Πόσους δισεκατομμυριούχους ξέρεις;» Τα μάγουλά της κοκκίνισαν. «Μόνο έναν». Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Το φαντάστηκα». Δίπλωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος του και την κοίταξε μισοκλείνο-ντας τα μάτια. «Τι ακριβώς νόμιζες ότι θα συνέβαινε, Σιν, όταν ήρθες στο γραφείο μου ντυμένη... ή μάλλον γδυμένη... έτσι;» Το λαμπερό βλέμμα πλανήθηκε απροκάλυπτα στα στήθη της, γυμνά κάτω από το τοπ, στο γυμνό στομάχι της, στο τζιν που αγκάλιαζε σφιχτά τους γοφούς της. Δεν είχε αφήσει τον εαυτό της να σκεφτεί πριν έρθει εδώ είχε ενεργήσει παρορμητικά, ξέροντας ότι έπρεπε να ευχαριστήσει τον Λυσιέν για τη βοήθειά του κάποια στιγμή μέσα στην ημέρα και απλά ήθελε να ξεμπερδεύει μ’ αυτό. Αλλά, ναι, τώρα που το ανέφερε εκείνος, δεν ήταν ακριβώς ντυμένη για να αποτρέπει τους άντρες. Εσκεμμένα, έστω και υποσυνείδητα; Θεέ μου, ήλπιζε όχι! «Σταμάτα να με λες Σιν», του πέταξε απότομα. «Μα αυτό είσαι για μένα... Σιν, και ό,τι υπονοεί αυτή η λέξη 1». Η φωνή του είχε χαμηλώσει επικίνδυνα. «Είσαι πειρασμός, σαν γλειφιτζούρι μ’ αυτό το προκλητικό ροζ μπλουζάκι. Ένα γλειφιτζούρι που θέλω να το γλείψω όλο». Η Τία ένιωσε φωτιά να απλώνεται στα ήδη αναψοκοκκινισμένα μάγουλά της, με τις προκλητικές εικόνες που έπλασαν τα λόγια του στο μυαλό της. «Δεν...» Κούνησε δεξιά αριστερά το κεφάλι της. «Μπορούμε να πάμε πίσω στην προηγούμενη συζήτησή μας;» Παρακαλώ, πρόσθεσε σιωπηλά, ξέροντας ότι θα είχε άφθονο χρόνο αργότερα σήμερα να τα σκεφτεί όλα αυτά και να θυμηθεί αμήχανα το άγγιγμα των χειλιών του στο στόμα της, των χεριών του στο κορμί της. «Ένα πράγμα ξέρω, ο Τζόναθαν ήταν πάντα μόνο φίλος για μένα», συνέχισε αποφασιστικά. 1

Σιν: Αμαρτία στ’ αγγλικά. (Σ.τ.Μ.)


Carole Mortimer

64

«Όχι, δεν είναι πια», δήλωσε ο Λυσιέν με βλοσυρό ύφος. «Έκανε σαφές, πριν φύγω από το διαμέρισμά του το πρωί, ότι δε νιώθει καμιά συμπόνια απέναντι σου», της εξήγησε ξερά. Τα μάτια της Τία έγιναν τεράστια. «Τι του είπες;» «Σχετικά μ’ εσένα;» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Μια και δεν έχεις ούτε πατέρα ούτε αδερφό να σε προστατεύουν, θεώρησα απαραίτητο ότι κάποιος έπρεπε να προειδοποιήσει τον Μίλερ να μην τολμήσει να απλώσει ούτε το δάχτυλό του πάνω σου για να σε πονέσει- ποτέ ξανά». Η Τία έβγαλε ένα αγκομαχητό. «Μπορώ να προσέχω μόνη μου τον εαυτό μου!» «Γι' αυτό πέρασες τη νύχτα σ’ ένα κακόφημο ξενοδοχείο; Και γιατί έχεις μελανιές στο μπράτσο σου;» Το πρόσωπό του σκοτείνιασε καθώς το βλέμμα του στάθηκε στα σημάδια ψηλά στο αριστερό μπράτσο της. «Αν ήξερα την έκταση που έχουν οι μελανιές σου, θα του είχα προκαλέσει μερικές δικές μου σήμερα το πρωί, αντί να του δώσω τα παπούτσια στο χέρι». Η Τία πήρε μια απότομη ανάσα ενώ κοίταζε ερευνητικά το ανελέητα ωραίο πρόσωπο, εντελώς αποσυντονισμένη από την επικίνδυνη λάμψη στα μάτια του Λυσιέν, που εξακολουθούσε να αγριοκοιτάζει τις μελανιές στο μπράτσο της. «Απέλυσες τον Τζόναθαν από το Νέτ γουορκ!» Την κοίταξε στο πρόσωπο μ’ ένα στεγνό χαμόγελο ικανοποίησης, που δεν έκρυβε καθόλου χιούμορ. «Α, ναι». Ω Θεέ μου...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Το στεγνό χαμόγελο του Λυσιέν έγινε μορφασμός όταν είδε την έκφραση φρίκης στο πρόσωπο της Σιν. «Μην ανησυχείς. Η απόφασή μου να απολύσω τον Μίλερ δεν είχε σχέση με οτιδήποτε είπε ή έκανε σ’ εσένα. Αν και αυτό σίγουρα βοήθησε στην ικανοποίηση που ένιωσα όταν τον έδιωξα». «Τότε γιατί τον απέλυσες;» Φαινόταν εντελώς σαστισμένη. Ο Λυσιέν έριξε μια ακόμα ανυπόμονη ματιά στο ρολόι του. «Κοίτα, μπορούμε να συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση αργότερα; Πιθανόν δειπνώντας μαζί; Πραγματικά πρέπει να φύγω για το ραντεβού μου τώρα». Πέρασε πίσω από το γραφείο του για να πάρει το φάκελο που χρειαζόταν για τη συνάντηση και τον έβαλε στον μαύρο δερμάτινο χαρτοφύλακά του. «Σιν;» την παρότρυνε εκνευρισμένα, βλέποντάς τη να στέκεται ακίνητη σαν άγαλμα. Ήταν εκνευρισμένος με τον εαυτό του που της είχε προτείνει να δειπνήσουν μαζί, όταν ήξερε ότι το καλύτερο και για τους δυο τους θα ήταν να μη μείνουν μόνοι ποτέ ξανά. Η ανταπόκρισή του στη Σιν -όπως είχε αποδειχτεί πριν λίγη ώρα!- ήταν τόσο διαφορετική απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη γυναίκα είχε γνωρίσει ποτέ. Ήταν τόσο διαφορετική από όλες εκείνες τις εγωκεντρικές, πάντα περιποιημένες και στολισμένες γυναίκες με τις οποίες έβγαινε συνήθως... «Χμμ;» Τον κοίταξε ανέκφραστα. «Να δειπνήσουμε; Μαζί;» επανέλαβε εκείνος κοφτά. «Ε... όχι». Η Τία κούνησε δεξιά αριστερά το κεφάλι της.


Carole Mortimer

66

«Είσαι πολύ ευγενικός μαζί μου, αλλά...» «Θεωρείς ότι ήμουν ευγενικός όταν παραλίγο να κάνω έρωτα μαζί σου πριν λίγο;» της πέταξε ειρωνικά. Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. «Όχι, φυσικά όχι...» «Να δειπνήσουμε. Απόψε», της είπε ανυπόμονα. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που είχε αργήσει σε ένα επαγγελματικό ραντεβού. Η δουλειά ερχόταν πάντα πρώτη γι’ αυτόν, η απόλαυση δεύτερη. Και το να κοντέψει να κάνει έρωτα με τη Σιν πριν λίγο ήταν καθαρή απόλαυση. «Μπορούμε να φάμε στο ξενοδοχείο, αν αυτό σε κάνει να νιώθεις... πιο ασφαλής», την πείραξε. *** Η Τία διέκρινε εύκολα την κοροϊδία στη φωνή του Λυσιέν. Μια κοροϊδία που ήξερε ότι της άξιζε. Λοιπόν, την είχε φιλήσει. Και κάτι παραπάνω. Δεν ήταν παιδί, προς Θεού, αλλά μια εικοσιτριάχρονη γυναίκα, και μόνο και μόνο επειδή ήταν η πρώτη φορά που της συνέβαινε κάτι σαν αυτό δεν ήταν λόγος να αντιδρά σαν σκανδαλισμένη ηρωίδα βικτοριανού μυθιστορήματος! Εξάλλου, ήταν φανερό ότι ο Λυσιέν δε θα της έλεγε τώρα περισσότερα για το λόγο που είχε απολύσει τον Τζόναθαν κι εκείνη ήθελε απελπισμένα να μάθει. 'Ηταν δυνατό να έχει απολύσει τον Τζόναθαν τόσο αυθαίρετα; Ήταν γεγονός, βέβαια, ότι επρόκειτο για τον Λυσιέν Στιλ έναν άντρα που είχε ήδη αποδείξει πόσο του άρεσε να γίνεται πάντα το δικό του-, αλλά σίγουρα ο Τζόναθαν είχε ένα συμβόλαιο που τον προφύλασσε από το να του συμβεί κάτι σαν αυτό. Άλλωστε το Νέτγουορκ ήταν η πιο δημοφιλής σειρά που παιζόταν αυτό τον καιρό στην αμερικανική τηλεόραση. Το να απολύσει τον Άγγλο πρωταγωνιστή της ήταν κάτι σαν αυτοκτονία, τόσο για τη σειρά όσο και για τη Στιλ Μίντια. Και ο Λυσιέν ήταν η Στιλ Μίντια. «Ωραία, θα φάμε στο Στιλ Χάιτς», του είπε απότομα. «Τι ώρα και σε ποιο εστιατόριο;» Υπήρχαν τρία εστιατόρια, αλλά προφανώς η Σιν δεν είχε φάει σε κανένα απ’ αυτά. Ο Λυσιέν ήρθε κοντά της με το χαρτοφύλακα στο ένα χέρι


67

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

και την έπιασε από τον αγκώνα με το άλλο. «Μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτό στο αυτοκίνητο, πριν σε αφήσω στο ξενοδοχείο». «Δεν πάω στο ξενοδοχείο ακόμα». Η Τία στύλωσε τα πόδια στον τρόπο που τη χειραγωγούσε πάλι, παρ’ όλο που αναγνώριζε τη γνώριμη ζεστασιά εκεί όπου τα δάχτυλά του άγγιζαν ανάλαφρα τώρα το μπράτσο της. «Θα πάω στο Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ νωρίς το απόγευμα». Ο Λυσιέν ανασήκωσε το φρύδι. «Γιατί;» «Τι εννοείς, γιατί]» Τον κοίταξε νευριασμένη. «Είναι ένα αξιοθέατο της Νέας Υόρκης και έχω εδώ πέντε μέρες ήδη και δεν κατάφερα ακόμα ν’ ανέβω στον τελευταίο όροφό του». Το στόμα του ζάρωσε κοροϊδευτικά. «Εγώ γεννήθηκα στη Νέα Υόρκη, έχω ζήσει εδώ τα περισσότερα από τα τριάντα πέντε χρόνια μου και δε διστάζω να ομολογήσω ότι δεν ανέβηκα ποτέ στον τελευταίο όροφο του Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ». · «Θα μπορούσες πάντα να έρθεις μαζί μου...» Η Τία σταμάτησε, καθώς συνειδητοποιούσε το γελοίο της πρότασής της. Φυσικά ο Λυσιέν Στιλ, δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας, δε θα ήθελε να κάνει κάτι τόσο πεζό όσο το να ανέβει μαζί της στο Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ, περισσότερο απ’ όσο ήθελε εκείνη στην πραγματικότητα να τη συνοδέψει. Ήθελε; Όχι, φυσικά δεν ήθελε. Είχε υποκύψει στον σεξουαλικό μαγνητισμό του αρκετά για μια μέρα -είχε γελοιοποιηθεί αρκετά για μια μέρα-, ως εδώ, λοιπόν. «Ξέχνα το», είπε με μια ελαφρότητα που κάθε άλλο παρά ένιωθε. Δεν ήταν εντελώς σίγουρη τι ένιωθε αυτή τη στιγμή ή τι σκεφτόταν. Ήταν πολύ επηρεασμένη από το γεγονός ότι ο Λυσιέν την είχε φιλήσει πριν λίγα μόλις λεπτά για να μπορεί να κάνει λογικές σκέψεις. «Είπες ότι είχες μια συνάντηση να πας;» του θύμισε. Ναι, είχε. Αλλά, κατά έναν περίεργο τρόπο, για λίγες μόνο στιγμές, είχε σκεφτεί να ακυρώσει την επαγγελματική συνάντησή του και να πάει μαζί της. Απίστευτο. Οι δισεκατομμυριούχοι δε γίνονταν ή δεν έμεναν δισεκατομμυριούχοι παραμελώντας τη δουλειά για να παραστήσουν τους τουρίστες με μια επισκέπτρια από την Αγγλία. Ακόμα κι


Carole Mortimer

68

αν -ειδικά αν-αυτή η επισκέπτρια ήταν η Σιν Χάμοντ. Μια γυναίκα που προφανώς είχε την ικανότητα να κάνει τον Λυσιέν να τα ξεχνά όλα, εκτός από τη λαχτάρα του να είναι μαζί της και να κάνει έρωτα μαζί της. Κάτι που σίγουρα δεν του είχε συμβεί ποτέ μέχρι σήμερα. Αλλά, να πάρει η ευχή, η Σιν πραγματικά φαινόταν σαν δελεαστικό γλειφιτζούρι μ’ αυτό το ροζ μπλουζάκι... Και δε χρειάστηκε καθόλου προσπάθειά από μέρους του για να φανταστεί την απόλαυση να γλείφει με τη γλώσσα του κάθε εκατοστό της απαλής, μεταξένιας επιδερμίδας της... Συγκατάνευσε απότομα. «Μπορώ να σε αφήσω στο Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ στο δρόμο μου». «Είναι τόσο ωραία μέρα, που νομίζω πως θα προτιμούσα να περπατήσω», αρνήθηκε εκείνη ανάλαφρα, σηκώνοντας το χέρι σε χαιρετισμό στον Μπεν καθώς περνούσαν από το γραφείο του κι έβγαιναν στο διάδρομο, πριν μπουν στο ιδιωτικό ασανσέρ μαζί. Η σκέψη και μόνο της Σιν να τριγυρίζει στους δρόμους της Νέας Υόρκης ντυμένη έτσι ήταν αρκετή για να φέρει ένα έντονο συνοφρύωμα στον Λυσιέν. «Έχεις καθόλου ένστικτο αυτοσυντήρησης;» της πέταξε τραχιά, καθώς άφηνε τον αγκώνα της για να πατήσει το κουμπί για την κάθοδό τους στο ισόγειο. «Είναι μέρα μεσημέρι, προς Θεού!» Τον αγριοκοίταξε μέσα από πυκνές σκούρες βλεφαρίδες. Ο Λυσιέν την κοίταξε ανυπόμονα. «Θύμισέ μου να σου πω αργότερα απόψε για τις στατιστικές για επιθέσεις και πυροβολισμούς μέρα μεσημέρι στη Νέα Υόρκη». Δάγκωσε τα χείλη της. «Έχεις ακόμα να μου πεις τι ώρα θα σε συναντήσω απόψε και σε ποιο εστιατόριο του ξενοδοχείου», του αντιγύρισε αποφασιστικά. «Στις οχτώ». Έσμιξε τα φρύδια. «Κατέβα στο ισόγειο. Θα έχω κάποιον να περιμένει, για να σε οδηγήσει στο ιδιωτικό ασανσέρ που θα σε φέρει κατευθείαν στο διαμέρισμα στο ρετιρέ». Τα μάτια της γούρλωσαν. «Ρετιρέ; Μένεις σ’ ένα διαμέρισμα στο ρετιρέ του Ξενοδοχείου Στιλ Χάιτς;» Τον κοίταξε με ανοιχτό το στόμα.


69

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

Της έσκασε ένα χαμόγελο, ικανοποιημένος με την αντίδρασή της. «Κλείνω ολόκληρο τον όροφο στο Στιλ Χάιτς όταν είμαι στη Νέα Υόρκη». «Ολόκληρο τον όροφο;» είπε εκείνη ξέπνοα. «Τι έχεις εκεί πάνω; Γήπεδο τένις;» «Όχι ακριβώς». Χαμογέλασε σφιγμένα. «Υπάρχει ένα πλήρες γυμναστήριο, όμως. Μια μικρή πισίνα και σάουνα. Και μια αίθουσα ψυχαγωγίας. Κι ένας μικρός κινηματογράφος για είκοσι άτομα». Ανασήκωσε το φρύδι του καθώς τον κοίταζε η Σιν. «Άλλαξες γνώμη για το δείπνο μαζί μου στο ξενοδοχείο απόψε;» Τα ασημόγκριζα μάτια του την κορόιδευαν. Δε χρειάστηκε πολλή προσπάθεια από μέρους της για να αντιληφθεί ότι ο Λυσιέν την προκαλούσε, την κέντριζε. Περίμενε να υπαναχωρήσει από τη συμφωνία της να δειπνήσει μαζί του, τώρα που ήξερε ότι θα ήταν μόνοι οι δυο τους στο διαμέρισμά του. Και η λογική τής έλεγε ότι θα ήταν φρόνιμη κίνηση από μέρους της να κάνει απλά πίσω και να παραδεχτεί τον Λυσιέν σαν νικητή. Δυστυχώς όμως, δεν είχε κάνει ποτέ πίσω από μια πρόκληση στη ζωή της. Δε θα μπορούσε να είχε επιβιώσει από το θάνατο των γονιών της ή να δουλεύει ως σερβιτόρα τα τελευταία πέντε χρόνια για να βγάλει το πανεπιστήμιο, αν ήταν αυτή η περίπτωση. Και δεν είχε πρόθεση να κάνει πίσω ούτε τώρα. Ακόμα κι αν υποπτευόταν ότι ο Λυσιέν την προσκαλούσε στο διαμέρισμά του όχι επειδή ήθελε να φάνε ήσυχα, αλλά επειδή δεν ήθελε να τον δουν έξω μαζί της. Ήξερε ήδη αρκετά γι' αυτόν για να αντιλαμβάνεται ότι ήταν ένας άντρας που τα μέσα ενημέρωσης αγαπούσαν να φωτογραφίζουν, πάντα μ’ ένα ωραίο μοντέλο ή μια ηθοποιό στο πλευρό του. Το να τον δουν σ’ ένα εστιατόριο με μια σερβιτόρα φοιτήτρια από το Λονδίνο σίγουρα δεν ταίριαζε με την εικόνα του. «Ωραία». Συγκατάνευσε απότομα. «Στις οχτώ η ώρα. Στο διαμέρισμά σου». «Δε χρειάζεται να ντυθείς καλά», της είπε. «Αν και ίσως κάτι λιγότερο αποκαλυπτικό απ’ αυτό που φοράς τώρα, μπορεί να ήταν πιο κατάλληλο», πρόσθεσε ξερά.


Carole Mortimer

70

«Είναι ένα κοντό μπλουζάκι, Λυσιέν. Όλες οι γυναίκες τα φορούν στην εποχή μας». «Καμιά από τις γυναίκες που έχω συνοδέψει εγώ δεν έχει φορέσει κάτι τέτοιο», τη διαβεβαίωσε. «Εσύ χάνεις!» Η Τία ένιωσε να την κεντρίζει η αδιάφορη αναφορά του στις γυναίκες που είχε συνοδέψει. Πράγμα που ήταν γελοίο από μέρους της. Το γεγονός ότι θα δειπνούσαν μαζί στο διαμέρισμά του της έλεγε ότι δεν επρόκειτο για ραντεβού, απλά ήταν ένας βολικός τρόπος για να μπορέσουν να τελειώσουν τη συζήτησή τους με την ησυχία τους. Μακριά από τα βλέμματα του κόσμου... «Μάλιστα». Της έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο ενώ έβγαιναν από το ασανσέρ μαζί, κανονιάς τη να κοκκινίσει όταν πήρε το χέρι της ανάλαφρα στο δικό του και το σήκωσε, για να το ακουμπήσει στα χείλη του. «Εις το επανιδείν, Σιν». Η Τία τράβηξε το χέρι της από το δικό του, έχοντας συναίσθηση των βλεμμάτων που κατευθύνονταν προς μέρος τους από τον κόσμο που βρισκόταν στην είσοδο του Στιλ Τάουερ, ακόμα κι αν εκείνος δεν έδειχνε να τον απασχολεί. «Ελπίζω να διασκεδάζεις», είπε μέσα από τα δόντια της, ενώ προσπαθούσε να αγνοήσει την αίσθηση μυρμηγκιάσματος που διαπερνούσε τώρα το χέρι της. Και όχι μόνο... «Αρκετά». Τα μάτια του έλαμψαν από ευθυμία καθώς την κοίταζε. Η Τία τον αγριοκοίταξε. «Μπορούσες να μου είχες πει το λόγο που απέλυσες τον Τζόναθαν πριν». «Κάνω τις δουλειές μου στο χρόνο που θέλω εγώ, Σιν», της πέταξε κοφτά. «Αν έχεις πρόβλημα μ’ αυτό, τότε προτείνω...» «Δεν είπα ότι έχω πρόβλημα μ’ αυτό», του πέταξε οργισμένα. «Μόνο ότι... α, δεν πειράζει!» Ο Λυσιέν είχε την ικανότητα να την κάνει να χάνει τη λογική της, μαζί με κάθε πιθανότητα να αντέξει τη φονική έλξη του. Μια φονική έλξη που επηρέαζε κάθε άλλη γυναίκα γύρω του, αν τα βλέμματα λατρείας των ρεσεψιονίστ ήταν μια ένδειξη, καθώς επίσης και όλων εκείνων των δυναμικών γυναικών του κόσμου των επιχειρήσεων που μπαινόβγαιναν στο κτίριο. Όλες τους, χωρίς εξαίρεση, είχαν ρίξει μια περιφρονητική


71

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

ματιά στη ντυμένη σπορ Τία -ενώ αναμφίβολα αναρωτιούνταν γιατί ένας άντρας σαν τον Λυσιέν Στιλ έχανε τον καιρό του μιλώντας σε κάποια σαν αυτή- πριν γυρίσουν το βλέμμα με λαχτάρα, προκλητικά, στον άντρα στο πλευρό της. Μια καημένη γυναίκα μάλιστα κόντεψε να πέσει σε μια γλάστρα με ένα διακοσμητικό φυτό, απορροφημένη όπως ήταν να τρώει τον Λυσιέν με τα μάτια της. Και γι’ αυτή τη λαχτάρα η Τία ήξερε ότι ήταν κι αυτή ένοχη. Πρόκληση ή όχι, πραγματικά δεν έπρεπε να είχε συμφωνήσει να δειπνήσει μαζί του μόνη στο διαμέρισμά του απόψε... *** Η Τία κοίταξε με απόγνωση το χάος της σουίτας της στο δέκατο όροφο του Ξενοδοχείου Στιλ Χάιτς. Ρούχα ήταν σκορπισμένα πάνω στο κρεβάτι, αφού τα είχε δοκιμάσει βιαστικά κι ύστερα εξίσου γρήγορα τα είχε πετάξει. Το να βρει ακριβώς το σωστό σπορ ρούχο να φορέσει για να δειπνήσει με τον επικίνδυνα γοητευτικό Λυσιέν Στιλ σε -ω, διάβολε- δεκαπέντε λεπτά αποδεικνυόταν πολύ πιο δύσκολο απ’ όσο είχε φανταστεί. Και δεν είχε στεγνώσει τα μαλλιά της ακόμα ούτε είχε μακιγιαριστεί. Είχε αργήσει να γυρίσει στο ξενοδοχείο, καθώς οι μακριές ουρές στο Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ την ανάγκασαν να περιμένει πολλή ώρα πριν φτάσει στον τελευταίο όροφο. Άξιζε την αναμονή, φυσικά, αλλά ο χρόνος είχε περάσει επικίνδυνα. Είχε επίσης την παράξενη αίσθηση όλο το απομεσήμερο ότι κάποιος την παρακολουθούσε... Οι προειδοποιήσεις του Λυσιέν νωρίτερα την είχαν κάνει παρανοϊκή. Αυτό ήταν το πιο πιθανό. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, η Τία ένιωσε τόσο άσχημα όταν κατέβηκε από τον τελευταίο όροφο του Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ και βγήκε ξανά στο δρόμο, που αποφάσισε να κάνει στον εαυτό της ένα δώρο και πήρε ταξί για να γυρίσει στο ξενοδοχείο. Εκεί άνοιξε το φορητό υπολογιστή της κι έψαξε στο Διαδίκτυο για μισή ώρα, αποφασισμένη να μάθει περισσότερα για τον αινιγματικό Λυσιέν Στιλ πριν συναντηθούν ξανά απόψε.


Carole Mortimer

72

Δυστυχώς, τη στιγμή που έκλεισε τον υπολογιστή και ξάπλωσε πίσω στο κρεβάτι, την πήρε ο ύπνος, κουρασμένη καθώς ήταν από την έξοδό της και από την προηγούμενη άυπνη νύχτα της σ’ εκείνο το απαίσιο ξενοδοχείο. Δεν ήταν περίεργο λοιπόν που δεν ξύπνησε παρά μόνο λίγο πριν τις εφτάμισι! Πράγμα που σήμαινε ότι κινδύνευε σοβαρά να αργήσει και δεν είχε βρει ακόμα τίποτα να φορέσει, κατάλληλο για να δειπνήσει με έναν άντρα σαν τον Λυσιέν Στιλ! Α, δε βαριέσαι. Μαύρο τζιν και μια εφαρμοστή μπλούζα στο ίδιο μπλε χρώμα με τα μάτια της θα ήταν εντάξει. Απλά δεν είχε άλλο χρόνο να χάσει αγωνιώντας για το τι έπρεπε ή δεν έπρεπε να φορέσει για να δειπνήσει με ένα δισεκατομμυριούχο. Και η μπλε μπλούζα είχε επίσης το πλεονέκτημα να έχει μακριά ως τον αγκώνα μανίκια, πράγμα που σήμαινε ότι οι μελανιές που της είχε κάνει ο Τζόναθαν στο μπράτσο της θα ήταν με ασφάλεια κρυμμένες από το διαπεραστικό βλέμμα του. Ο Τζόναθαν... Αν συγκεντρωνόταν στο γεγονός ότι μόνο και μόνο επειδή ήθελε να μάθει γιατί ακριβώς είχε απολύσει ο Λυσιέν τον Τζόναθαν από το Νέτγουορκ είχε αποφασίσει να δειπνήσει μαζί του -έστω κι αν δεν ήταν ακριβώς έτσι-, τότε ίσως θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αυτή τη βραδιά. Το στομάχι της που χοροπηδούσε δε φάνηκε να ακούει τις διαβεβαιώσεις της, καθώς στεκόταν μόνη στο ιδιωτικό ασανσέρ μερικά λεπτά αργότερα, στη διαδρομή της προς το ρετιρέ. Τα μαλλιά της δεν ήταν ακόμα εντελώς στεγνά και το πρόσωπό της το ένιωθε αναψοκοκκινισμένο. Χωρίς αμφιβολία έτσι φαινόταν, παρ’ όλο που είχε προλάβει να μακιγιαριστεί λιγάκι. Ο διευθυντής του ξενοδοχείου την περίμενε ο ίδιος στο ισόγειο, για να την οδηγήσει στο ιδιωτικό ασανσέρ με κωδικό εισόδου. Η χλιδή του ασανσέρ όπου βρισκόταν τώρα, ανεβαίνοντας σαν αστραπή τους πενήντα ορόφους ως το διαμέρισμα του ρετιρέ μαύρο χαλί, αναπαυτικός πάγκος στον επενδυμένο με καθρέφτη τοίχο, δυο φυτά σε γλάστρες-, και η σκέψη του συγκλονιστικά σέξι άντρα που την περίμενε εκεί ήταν τόσο πέρα από καθετί φυσιολογικό γι’ αυτή ώστε δεν αναρωτιόταν γιατί είχε τέτοιο τρακ που ένιωθε ναυτία.


73

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

Ή ίσως ήταν μόνο η σκέψη ότι θα ήταν μόνη με τον Λυσιέν ξανά που την έκανε να νιώθει έτσι... Η έρευνά της στο Διαδίκτυο νωρίτερα την είχε πληροφορήσει ότι ήταν τριάντα πέντε χρόνων κάτι που της είχε ήδη πει- και μοναχοπαίδι του Νεοϋορκέζου Χάουαρντ Στιλ και της Παριζιάνας Φρανσίν Μενάρ. Είχε φοιτήσει σε ιδιωτικό σχολείο και μετά στο Χάρβαρντ, από όπου είχε πάρει πτυχίο Νομικής, ενώ στον ελεύθερο χρόνο του είχε σχεδιάσει μια καινούρια κονσόλα και γραφικά για πολλά βιντεοπαιχνίδια, πράγμα που του είχε επιτρέψει να κάνει το πρώτο του εκατομμύριο -ή μήπως δισεκατομμύριο;- πριν γίνει είκοσι ενός. Αυτό ήταν κάτι άλλο που της είχε ήδη πει ο Λυσιέν. Είχε εκμεταλλευτεί πλήρως αυτή την επιτυχία, κατευθύνοντας τα κέρδη του σε ένα μεγάλο αριθμό άλλων πετυχημένων επιχειρήσεων. Υπήρχαν επίσης, θυμήθηκε μελαγχολικά, δεκάδες φωτογραφίες του με τις πολλές γυναίκες που είχε συνοδέψει στα δεκαπέντε αυτά χρόνια. Όλες τους, χωρίς εξαίρεση, ήταν εξαιρετικά ωραίες, ψηλές και ξανθές. Κι αυτός ήταν ο άντρας που η Τία, με ύψος ένα πενήντα πέντε, κατάμαυρα μαλλιά και απλά χαριτωμένη, είχε συμφωνήσει να δειπνήσει μαζί του απόψε... Το γεγονός ότι ήξερε πως απλά δεν ήταν ο τύπος του έπρεπε να την κάνει να νιώθει λιγότερο τρακ για την αποψινή βραδιά. Έπρεπε. Αλλά δεν την έκανε. Πώς θα μπορούσε, όταν δεν είχε παρά να σκεφτεί τον τρόπο που την είχε φιλήσει τόσο έντονα νωρίτερα, τον τρόπο που τα χέρια του είχαν χαϊδέψει το γυμνό στομάχι της -και πιο ψηλά!-, για να ξέρει ότι εκείνος είχε νιώσει πόθο γι’ αυτή, ακόμα και αν ήταν ένα πενήντα πέντε, με κατάμαυρα μαλλιά; Μετά από όλη την ανησυχία της, ο άντρας που της είχε φέρει εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι δε φαινόταν πουθενά όταν η Τία βγήκε από το ασανσέρ, δευτερόλεπτα αργότερα. Το ίδιο το διαμέρισμα ήταν όλα όσα είχε νομίσει ότι θα ήταν -άσπρα μάρμαρα στο δάπεδο, πρωτότυπα έργα τέχνης στους τοίχους. Διέσχισε διστακτικό το χολ προς το σαλόνι, σε αναζήτηση του Λυσιέν. Ήταν ένα ευρύχωρο καλαίσθητο δωμάτιο, με το ίδιο μινιμαλιστικό ντεκόρ σε άσπρο, μαύρο και χρώμιο με το γραφείο


Carole Mortimer

74

του. Είχε ακούσει ποτέ αυτός ο άνθρωπος για άλλα χρώματα εκτός από αυτά; Η θέα από τις τζαμαρίες, που εκτείνονταν από το ταβάνι ως το δάπεδο, ήταν ακόμα πιο εκπληκτική από του διαμερίσματος των Καρού. «Λυπάμαι που δεν ήμουν εδώ να σε υποδεχτώ όταν έφτασες, Σιν. Η συνάντησή μου κράτησε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι περίμενα και γύρισα μόλις λίγα λεπτά πριν». Η Τία γύρισε σχεδόν ένοχα στο άκουσμα της φωνής του Λυσιέν, έχοντας απόλυτη συναίσθηση του γεγονότος ότι είχε μόλις μπει με την άνεσή της στο ιδιωτικό διαμέρισμά του και στάθηκε να κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό και τα βαθυγάλανα μάτια της ορθάνοιχτα, καθώς τον αντίκριζε έκλυτα αναμαλλιασμένο και ουσιαστικά γυμνό. Ο Λυσιέν είχε κάνει προφανώς ντους. Τα μαύρα μαλλιά του ήταν ακόμα υγρά και ανακατεμένα, μια πετσέτα ήταν ριγμένη γύρω από τους ώμους του και φορούσε μόνο ένα ξεθωριασμένο μπλουτζίν, που στεκόταν χαμηλά στους λεπτούς γοφούς του, αφήνοντας το γυαλιστερό στήθος και τους ώμους του -τα ίδια που φαντασιωνόταν εκείνη νωρίτερα το απομεσήμερο- σε κοινή θέα. Αποκαλύπτοντας ότι το κορμί του ήταν τόσο υπέροχα μυώδες όσο το είχε φανταστεί ότι θα ήταν. Οι θηλές του είχαν το μέγεθος και το χρώμα σκούρων μπρούτζινων νομισμάτων, ανάμεσα στις σκούρες τρίχες που κατέβαιναν και μετά εξαφανίζονταν κάτω από τη ζώνη του τζιν του. Αν ο Λυσιέν ήθελε να τη γλείψει ολόκληρη νωρίτερα το απομεσήμερο, η Τία ήθελε να κάνει ακριβώς το ίδιο σ’ αυτόν τώρα... Ντυμένος μ’ αυτό το τζιν, με τους μυώδεις ώμους και το στήθος του γυμνά, τα μακριά, τόσο σκούρα μαλλιά του αισθησιακά ανακατεμένα και τα μακριά του πόδια ξυπόλυτα, σίγουρα φαινόταν τόσο προκλητικός που ήταν για φάγωμα! «Σιν;...» Την κοίταξε ερωτηματικά όταν δεν του απάντησε. Ή ίσως είχε απαντήσει. Φορούσε ένα ακόμα εφαρμοστό τζιν παντελόνι απόψε μαύρο αυτή τη φορά- με μια εφαρμοστή μπλούζα στο ίδιο βαθυγάλανο χρώμα με τα μάτια της. Το υλικό της μπλούζας της ήταν τόσο λεπτό που ο Λυσιέν μπορούσε να δει ότι δε φορούσε


75

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

σουτιέν από κάτω. Τα στήθη της τσίτωναν την μπλούζα και οι θηλές της φάνταζαν σαν ώριμοι μικροί καρποί, καθώς πίεζαν το αραχνοΰφαντο υλικό. Σκληρές και ερεθισμένες... «Ε... δεν πρέπει να πας να τελειώσεις το ντύσιμό σου;...» Ο Λυσιέν τράβηξε το βλέμμα του αργά, απρόθυμα από εκείνα τα στήθη, για να κοιτάξει το πρόσωπο της Σιν, παρατηρώντας αμέσως το κοκκίνισμα στα μάγουλά της και τη σχεδόν πυρετώδη λάμψη στα μάτια της, ενώ μετακινιόταν άβολα από το ένα πόδι στο άλλο. Σαν να μην ήταν τα στήθη της το μόνο μέρος του κορμιού της που ήταν ερεθισμένο από διέγερση... Αντί να κάνει όπως του πρότεινε, ο Λυσιέν προχώρησε πιο μέσα στο σαλόνι. «Θα σου φέρω κάτι να πιεις πρώτα». Πέταξε τη βρεγμένη πετσέτα σε μια καρέκλα καθώς πήγαινε στο μπαρ στη γωνία του δωματίου. «Εμφιαλωμένο νερό, λευκό κρασί, κόκκινο κρασί... κάτι πιο δυνατό;» Ανασήκωσε ερωτηματικά το φρύδι του. *** Μου επιδεικνύει επίτηδες το γυμνό σχεδόν κορμί του; αναρωτήθηκε η Τία. Για να την αποσυντονίσει ίσως; Αν έκανε αυτό, τότε το πετύχαινε. Δεν είχε νιώσει ποτέ στη ζωή της τόσο άβολα έντονη την παρουσία ενός άντρα όσο τώρα, με όλη αυτή τη ζεστή, γυμνή σάρκα του τόσο κοντά της. Ο άντρας αυτός έπρεπε να έχει μια προειδοποίηση για την προστασία της δημόσιας υγείας σταμπαρισμένη στο στήθος του. «Κίνδυνος για όλες τις γυναίκες που τρέχει αίμα στις φλέβες τους», έπρεπε να γράφει. Και η Τία ήταν η μόνη γυναίκα με αίμα στις φλέβες της που βρισκόταν τώρα τόσο βασανιστικά κοντά του! Ένιωθε το λαιμό της να έχει κλείσει εντελώς και το στήθος της τόσο σφιγμένο που με δυσκολία μπορούσε να αναπνεύσει, πόσω μάλλον να μιλήσει. Ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της, πριν επιχειρήσει να μιλήσει. «Κόκκινο κρασί θα ήταν ό,τι πρέπει, ευχαριστώ», κατάφερε τελικά να πει, με μια φωνή που δεν ακούστηκε καθόλου σαν τη δική της, αλλά βγήκε κάπως στριγκιά από το λαρύγγι της. Ο Λυσιέν γύρισε προς το μπαρ· οι μύες μετακινήθηκαν στην πλάτη του, κάτω από το λείο μπρούτζινο δέρμα, κα-


Carole Mortimer

76

θώς έσκυβε να πάρει ένα μπουκάλι κρασί και ακόμα περισσότεροι μύες τεντώθηκαν στα μπράτσα του καθώς ίσιωνε το κορμί του για να το ανοίξει, ενώ δυο βαθουλώματα στη βάση της ραχοκοκαλιάς του φάνηκαν καθαρά πάνω από τη χαμηλή μέση του τζιν. Δυο βαθουλώματα που η Τία λαχταρούσε να εξερευνήσει με τη γλώσσα της, πριν προχωρήσει αργά προς τα πάνω, σε όλο το μήκος της υπέροχα μυώδους πλάτης!... «Εδώ είμαστε». Ο Λυσιέν διέσχισε ανέμελα το δωμάτιο κουβαλώντας δυο ποτήρια κόκκινο κρασί -ένα προφανώς για την Τία κι ένα για τον ίδιο. Ένδειξη ότι δεν είχε καμιά πρόθεση να βάλει περισσότερα ρούχα πάνω του στο άμεσο μέλλον; Και γιατί να βάλει; Αυτό ήταν το σπίτι του στο κάτω κάτω! To γεγονός ότι βρισκόταν τόσο κοντά της σήμαινε ότι η Τία κατακλύστηκε αμέσως από την αρρενωπή μυρωδιά που συσχέτιζε τώρα μόνο με αστό τον άντρα και το χέρι της τρεμούλιασε ελαφρά καθώς το άπλωσε για να πάρει το ένα ποτήρι έτσι που λίγο κρασί χύθηκε από τα χείλη του ποτηριού και μια ηλεκτρική εκκένωση διαπέρασε το μπράτσο της τη στιγμή που τα δάχτυλά της ήρθαν σε επαφή με τα δικά του. «Συγνώμη», μουρμούρισε, περνώντας το ποτήρι γρήγορα στο άλλο της χέρι, με πρόθεση να γλείψει το κρασί που έσταζε από τα δάχτυλά της. «Άσε εμένα...» Ο Λυσιέν άρπαξε το χέρι της πριν φτάσει στα μισάνοιχτα χείλη της, με το βλέμμα του να κρατάει το δικό της καθώς έφερνε τα δάχτυλά της στο δικό του στόμα κι έγλειφε το κρασί μ’ ένα αργό αλλά αποφασιστικό τίναγμα της γλώσσας του. «Μμμ, υπέροχο». Έγλειψε τα χείλη του. «Ίσως πρέπει να σκεφτώ να πίνω πάντα κρασί μ’ αυτό τον τρόπο...» Η αντρική φύση του σίγουρα το θεώρησε καλή ιδέα, γιατί τεντώθηκε σκληρή και απαιτητική μέσα στο τζιν του. «Λυσιέν...» «Χμμ;» Συνέχισε να γλείφει τα λεπτά μεταξένια δάχτυλά της ακόμα κι όταν δεν υπήρχε πια κρασί, απολαμβάνοντας τον τρόπο που έτρεμε το χέρι της μέσα στο δικό του και παρατηρώντας το αργό ανεβοκατέβασμα του πλούσιου στήθους της με


77

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

τις ερεθισμένες θηλές -με την αντρική φύση του ερεθισμένη τώρα σε οδυνηρό σχεδόν βαθμό. Η Τία τράβηξε απότομα το χέρι της από το δικό του και τον αγριοκοίταξε. «Το κάνεις επίτηδες;» «Κάνω τι;» Τα μάτια της μισόκλεισαν. «Πας μέσα, σε παρακαλώ, να φορέσεις κανένα ρούχο;» Ο Λυσιέν ίσιωσε αργά το κορμί του και την κοίταξε με σκοτεινιασμένα μάτια. «Φαίνεσαι λίγο... σε υπερένταση απόψε, Σιν. Δεν ήταν το Εμπάιρ Στέιτ σύμφωνα τις προσδοκίες σου;» «Το Εμπάιρ Στέιτ ήταν υπέροχο, όπως πάντα φανταζόμουν ότι θα ήταν. Και δεν είμαι καθόλου σε υπερένταση!» Τραβήχτηκε πίσω και στάθηκε μακριά του. Αρκετά μακριά ώστε να νομίζει ότι είχε βάλει μια ασφαλή απόσταση ανάμεσά τους. Ο Λυσιέν ήταν τόσο ερεθισμένος τώρα, που ήξερε ότι ούτε η άλλη πλευρά του κόσμου δεν ήταν αρκετά μακριά για να κρατήσει τη Σιν ασφαλή απ’ αυτόν... Η συνάντησή του νωρίτερα δεν είχε πάει καλά. Όχι, δεν ήταν ακριβές αυτό. Δεν έφταιγε η συνάντηση για την ανυπομονησία του και τη νευρικότητά του όλο το απόγευμα. Αυτά οφείλονταν στις σκέψεις του για τη Σιν, που τον αναστάτωναν σε όλη τη διάρκεια της πολύωρης συνάντησης -δεν ήταν μόνο η μεταξένια απαλότητα του δέρματός της, οι πλούσιες καμπύλες του στήθους της, η υπέροχη γεύση του στόματός της, αλλά επίσης το γεγονός ότι του άρεσε... του άρεσε η αίσθηση του χιούμορ της, ο τρόπος που του απαντούσε, καθετί πάνω της, που να πάρει! Αυτό τον είχε κάνει να σταματήσει τις διαπραγματεύσεις και να επαναπρογραμματίσει τη συνάντηση για μια άλλη μέρα την επόμενη βδομάδα. Περιττό να πει ότι δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος που είχε επιτρέψει στις σκέψεις του για τη Σιν να παρεισφρήσουν στην επιχειρηματική συνάντησή του, αλλά μια ματιά σ’ εκείνη απόψε, ντυμένη με το εφαρμοστό μαύρο τζιν και τη λεπτή μπλε μπλούζα, με τα απαλά μεταξένια σκούρα μαλλιά της να πέφτουν ελεύθερα στους ώμους της, κι ο προηγούμενος θυμός του είχε αντικατασταθεί από άγριο πόθο.


Carole Mortimer

78

«Νόμιζα ότι ήμουν καλεσμένη εδώ πάνω για δείπνο», του πέταξε εκείνη. «Όχι για να παρακολουθήσω μια παράσταση ανδρικού στριπτίζ!» Ο Λυσιέν δεν έκανε καμιά προσπάθεια να συγκροτήσει το χαμόγελο ικανοποίησής του στη φανερή αμηχανία της μπροστά στο γυμνό στήθος του. Φαινόταν δίκαιο αυτό, όταν ο ίδιος τη σκεφτόταν όλο το απόγευμα. Όταν η ερεθισμένη φύση του παλλόταν ενοχλητικά μέσα στο τζιν του. «Φορώ περισσότερα απ’ ό,τι θα φορούσα σε μια παραλία», της εξήγησε. «Εκτός κι αν δεν το έχεις προσέξει, δεν τυχαίνει να είμαστε σε παραλία». Έσμιξε τα φρύδια της. «Και δεν έχω καμιά πρόθεση να σου προσφέρω ψυχαγωγία για το βράδυ». Την κοίταξε κοροϊδευτικά. «Α, δεν άρχισα καν να ψυχαγωγούμαι ακόμα, Σιν». «Και σε ό,τι με αφορά, δεν πρόκειται να ψυχαγωγηθείς». Άφησε το ποτήρι της με θόρυβο στο τραπεζάκι, πριν ισιώσει το κορμί της και γυρίσει με φανερή πρόθεση να τον παρατήσει και να φύγει. Ο Λυσιέν άπλωσε το χέρι του και την άρπαξε από το μπράτσο καθώς έκανε να περάσει από δίπλα του -αλλά χαλάρωσε αμέσως το σφίξιμο, μόλις είδε το μορφασμό πόνου στο πρόσωπό της. «Σε πονούν ακόμα το μπράτσο και ο καρπός σου;» «Όχι, ε... είναι εντάξει». Ένευσε αρνητικά, αποφεύγοντας να συναντήσει το διαπεραστικό ερωτηματικό βλέμμα του. «Απλά με έπιασες στον ύπνο, αυτό είναι όλο». «Δε σε πιστεύω» Η Τία αναστέναξε ανυπόμονα. «Δε με νοιάζει αν με πιστεύεις ή όχι... Τι κάνεις;» ρώτησε απότομα, καθώς ο Λυσιέν άφηνε το μπράτσο της κι έφερνε τα χέρια του στο μπροστινό μέρος της μπλούζας της, για να ξεκουμπώσει τα μικροσκοπικά μπλε κουμπιά. «Λυσιέν; Σταμάτα!» του πέταξε χτυπώντας χωρίς αποτέλεσμα τα χέρια του. «Δεν εμπιστεύομαι την εκδοχή σου του “εντάξει”, Σιν. Σκοπεύω να δω μόνος μου», της μουρμούρισε δύσθυμα, ενώ συνέχιζε να ξεκουμπώνει την μπλούζα της. «Σταμάτα, είπα!» Τραβήχτηκε απότομα μακριά του -μια κίνηση που ακολουθήθηκε αμέσως από έναν ήχο σχισίματος,


79

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

καθώς ο Λυσιέν αρνιόταν να την αφήσει. Η αραχνοΰφαντη μπλούζα της σκίστηκε στα τελευταία κουμπιά, αφήνοντας τα στήθη της εντελώς γυμνά. Πλούσια και ωραία σχηματισμένα στήθη... με δυο τέλειες ροδοκόκκινες θηλές... που φούσκωναν και σκλήραιναν ερεθισμένες ελκυστικά καθώς ο Λυσιέν συνέχιζε να τις κοιτάζει με θαυμασμό.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

«Δεν μπορώ να πιστέψω ότι το έκανες αυτό!» Η Τία ήταν η πρώτη που συνήλθε αρκετά για να μιλήσει, κοιτάζοντας αυστηρά τον Λυσιέν, ενώ τα τρεμάμενα χέρια της πάλευαν απελπισμένα να τραβήξουν τις δυο άκρες της μπλούζας της πάνω από τα γυμνωμένα στήθη της. Ένιωθε ταπεινωμένη από τη γύμνια της μπροστά σ’ έναν άντρα που πάντα τον έβρισκε ακαταμάχητα ελκυστικό για να νιώθει άνετα μαζί του. Τα γόνατά της λύθηκαν για μια ακόμα φορά με τη θέρμη που είδε στα ασημόγκριζα μάτια του!... «Πιστεύω πως, αν το σκεφτείς, θα βρεις ότι το κάναμε αυτό», είπε ο Λυσιέν. «Εσύ τραβήχτηκες μακριά κι εγώ δε σε άφησα». Ανασήκωσε τους ώμους του. Η Τία φούντωσε από αγανάκτηση, αγκιστρωμένη στο θυμό σαν ένα μέσο για να κρύψει την αμηχανία της -και τον ερεθισμό της μπροστά στη θέρμη που συνέχισε να βλέπει στα μάτια του. «Δεν έπρεπε από την αρχή να προσπαθήσεις να μου ξεκουμπώσεις την μπλούζα!» «Ήθελα να δω τις μελανιές σου. Και εξακολουθώ να θέλω να τις δω», πρόσθεσε εκείνος αποφασιστικά. «Είδες περισσότερα από τις μελανιές μου!» του πέταξε. «Και πιστεύω ότι είχαμε ήδη μια συζήτηση σχετικά με τις απόψεις μου για το τι θέλεις ή δε θέλεις. Σε αυτή την περίπτωση αυτό που ήθελες είχε σαν αποτέλεσμα την καταστροφή μιας μπλούζας που ήταν η αγαπημένη μου και που μάζευα βδομάδες χρήματα για να την αγοράσω» «Θα σου την αντικαταστήσω αύριο». «Α, δε θα είναι υπέροχο;» Ξεφύσηξε εκνευρισμένη. «Είναι σαν να ακούω τώρα τη συζήτησή σου στο τηλέφωνο με τη γυναίκα στο μαγαζί -Στείλτε μια μπλε μπλούζα στη σουίτα της δεσποινίδας Χάμοντ στο Ξενοδοχείο Στιλ Χάιτς. Της έσκισα την


81

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

τελευταία της!» Προσπάθησε να μιμηθεί τη βαθιά φωνή του. «Γελάς μαζί μου, Λυσιέν;» Τον κοίταξε καχύποπτα και νόμισε ήταν σίγουρη- ότι είδε τα χείλη του να συσπώνται. Εκείνος γέλασε σιγανά. «Θαυμάζω το πώς ακούστηκες τόσο πολύ σαν εμένα». «Λοιπόν, σίγουρα δεν μπορώ να μείνω και να δειπνήσω μαζί σου τώρα». «Γιατί όχι;» Κάθε ευθυμία έφυγε και η έκφρασή του σκοτείνιασε. «Ξέχασες;» Του έριξε ένα συμπονετικό βλέμμα. «Σκισμένη μπλούζα και χωρίς σουτιέν». «Το πρόσεξα αυτό». Ο Λυσιέν ένευσε καταφατικά και τα μάτια του έλαμψαν για άλλη μια φορά κεφάτα, παρ’ όλο που η έκφρασή του παρέμεινε σκληρή. «Συναντηθήκαμε τρεις φορές ως τώρα και σε καμιά απ’ αυτές τις περιπτώσεις δε φορούσες σουτιέν», πρόσθεσε με περιέργεια. Τα μάγουλα της Τία πήραν ένα βαθύ κόκκινο χρώμα, καθώς σκεφτόταν το αποκαλυπτικό ρούχο που φορούσε το προηγούμενο βράδυ -σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να φοράει σουτιέν μέσα από κείνο το φόρεμα. Και η κοντινή επαφή με τον Λυσιέν, όταν τη χάιδευε στο γραφείο του το πρωί, του είχε δείξει ότι δε φορούσε σουτιέν ούτε κάτω από το ροζ μπλουζάκι της. Όσο για το σκίσιμο της μπλούζας της μόλις τώρα και το ξεγύμνωμα του στήθους της!... «Η στολή που πρέπει να φοράω όταν δουλεύω στο εστιατόριο είναι από ένα βαρύ υλικό, που με κάνει πραγματικά να ζεσταίνομαι, έτσι συνήθως δε φοράω σουτιέν κι έγινε απλά συνήθεια», δικαιολογήθηκε. «Μη με παρεξηγείς. Δεν παραπονιέμαι». «Γιατί δε με ξαφνιάζει αυτό;» Αν ήθελε να είναι ειλικρινής, το αρχικό σοκ και ο θυμός της έφευγαν ήδη και τώρα ένιωθε κάπως τη διάθεση να γελάσει -λίγο υστερικά- με τον εαυτό της και μ’ αυτή την κωμική κατάσταση. Ακούγοντας την μπλούζα της να σκίζεται, βλέποντας το αρχικό σοκ στο πρόσωπο του Λυσιέν, σκέφτηκε πως ζούσε μια φαρσοκωμωδία. Μόνο που δεν είχε σκοπό να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση τόσο εύκολα...


Carole Mortimer

82

Λ, δεν είχε αμφιβολία ότι το σκίσιμο της μπλούζας της ήταν ατύχημα και ότι έφταιγε κι εκείνη το ίδιο όπως και ο Λυσιέν. Αλλά, αν δε συμπεριφερόταν εκείνος τόσο άσχημα, επιμένοντας να γίνει το δικό του -ξανά!-, δε θα είχε φτάσει ποτέ στο σημείο να της σκίσει την μπλούζα. Και να γυμνώσει τα στήθη της. Κι αυτό πραγματικά ήταν ενοχλητικό, όχι αστείο. Εξάλλου, στην πραγματικότητα έβρισκε ότι ο Λυσιέν την αναστάτωνε υπερβολικά όταν φορούσε μόνο ένα ξεθωριασμένο τζιν. Δείχνοντας ένα μεγάλο μέρος γυμνής, μυώδους σάρκας. Η σκισμένη μπλούζα της ήταν γι’ αυτή η τέλεια δικαιολογία να παραιτηθεί από το να δειπνήσει μαζί του απόψε. «Δε μιλήσαμε για το θέμα του Τζόναθαν Μίλερ ακόμα». Ο Λυσιέν είχε μόλις πει -επίτηδες;- το μόνο πράγμα που εγγυούνταν ότι η Τία θα έμενε ακριβώς εκεί που ήταν! *** Ο Λυσιέν συνειδητοποίησε ότι τον ενοχλούσε απερίγραπτα η ιδέα να δουλεύει η Τία σ’ ένα εστιατόριο βράδυ παρά βράδυ, χωρίς να φοράει σουτιέν, μ’ εκείνα τα υπέροχα στήθη να χοροπηδούν κάτω από τη στολή της και να την κοιτάζουν ξελιγωμένα όλοι οι άντρες πελάτες. Όπως ακριβώς τον δυσαρεστούσε το γεγονός ότι η Σιν ξανασκεφτόταν φανερά την απόφασή της να φύγει και να μη δειπνήσει μαζί του, μόνο και μόνο επειδή της είχε αναφέρει τον Τζόναθαν Μίλερ. Ο Μίλερ την είχε πονέσει σωματικά, ευθυνόταν για το γεγονός ότι δεν είχε πού να κοιμηθεί χτες βράδυ παρά σ’ εκείνο το κακόφημο ξενοδοχείο κι όμως δεν είχε δώσει δεκάρα για το τι της είχε συμβεί όταν είχε ρίξει ανάκατα τα υπάρχοντά της σε μια βαλίτσα σήμερα το πρωί, για να τα παραδώσει στον Λυσιέν. Το χειρότερο απ’ όλα, ο Λυσιέν ήξερε τώρα, από τη συζήτησή του με τον Μίλερ, ότι χρησιμοποιούσε τη Σιν για τους δικούς του σκοπούς. Είχε πιστέψει, λαθεμένα όπως αποδείχτηκε, ότι η παρουσία της στο διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη θα έδινε την εντύπωση ότι ο δεσμός του με τη Σιμόν Καρού είχε τελειώσει. Κάτι για το οποίο η Σιν εξακολουθούσε να μην έχει ιδέα...


83

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Λοιπόν;» επανέλαβε τραχιά. Εκείνη έσμιξε τα φρύδια της. «Ίσως έχεις ένα μακό που θα μπορούσα να φορέσω; Και ίσως θα μπορούσες να βρεις ένα για τον εαυτό σου επίσης;» πρόσθεσε η Τία με ελπίδα. Πώς κατάφερνε αυτή η γυναίκα να ξεφουσκώνει το θυμό του, να τον κάνει να θέλει να χαμογελάσει, όταν δευτερόλεπτα μόλις πριν ήταν ακόμα εκνευρισμένος για την αχαρακτήριστη αφηρημάδα του όλο το απόγευμα; Εξαιτίας αυτής της γυναίκας... Έτσι χαμογέλασε, ενώ σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο στήθος του. «Πραγματικά σε ενοχλεί;» «Όλο τούτο το γυμνό αντρικό στήθος; Ναι, με ενοχλεί». Ένευσε καταφατικά. «Και ούτε είναι ευγενικό, επίσης». «Αυτή ήταν μια επίπληξη που θα έκανε η μητέρα μου!» Ο Λυσιέν δε χαμογελούσε πια. Γελούσε τώρα σιγανά. «Και;» «Και μακριά από μένα το να μην υπακούσω σε οποιαδήποτε γυναίκα που μπορεί να με κατσαδιάζει σαν τη μητέρα μου!» «Είσαι πολύ αστείος». Τον κοίταξε νευριασμένα. Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Θα σου φέρω ένα από τα μακό μπλουζάκια μου». Αναμφίβολα η Σιν θα φαινόταν διαβολεμένα σέξι μ’ ένα από κείνα τα φαρδιά μπλουζάκια. Τον κοίταξε καχύποπτα. «Είσαι πολύ εξυπηρετικός εντελώς ξαφνικά». Ο Λυσιέν ανασήκωσε το φρύδι. «Σε αντίθεση με;...» «Σε αντίθεση με τον συνηθισμένο αυταρχικό και τυραννικό εαυτό σου...» Σταμάτησε και τον κοίταξε ανήσυχα καθώς εκείνος κατέβαζε τα χέρια στα πλευρά του, πριν πλησιάσει προς το μέρος της. «Ξέρεις, Σιν», μουρμούρισε σιγανά, «πραγματικά δεν είναι καλή ιδέα να προσβάλλεις τον οικοδεσπότη που σου κάνει το τραπέζι». «Πρόκειται μήπως για τον ίδιο οικοδεσπότη που μου έσκισε την μπλούζα πριν λίγο;» Τον ίδιο που δε θα απολάμβανε τίποτα περισσότερο από το να της σκίσει και την υπόλοιπη μπλούζα! Η σκέψη έκανε τον


Carole Mortimer

84

Λυσιέν να κατσουφιάσει ξανά. Αυτή η γυναίκα -υπερβολικά μικρή γι’ αυτόν σε χρόνια και πείρα και υπερβολικά ντόμπρα για το δικό της καλό- τον έκανε να ξεχνά όλους τους κανόνες του για τις σχέσεις του με τις γυναίκες: μόνο μεγαλύτερες, πιο έμπειρες γυναίκες, που ήξεραν τι ακριβώς έπαιρναν -ή μάλλον τι δε θα έπαιρναν απ’ αυτόν, όπως ένα γάμο και μια παντοτινή σχέση- όταν ήταν μαζί του. Δεν τον αφορούσε ούτε καν η ιδέα του γάμου, ειδικά αφότου οι γονείς του πήραν εκείνο το επεισοδιακό διαζύγιο. Και φτιάχνοντας μόνος του το μέλλον του πριν καν γίνει είκοσι ενός, είχε ανοίξει γρήγορα τα μάτια του στο γεγονός ότι οι περισσότερες γυναίκες έβλεπαν μόνο δολάρια όταν τον κοίταζαν κι όχι τον άνθρωπο πίσω από τα δισεκατομμύρια. Μα μέχρι τώρα στη γνωριμία τους η Σιν Χάμοντ είχε αντισταθεί σε όλες τις προσφορές του για βοήθεια, οικονομική ή άλλη, και η υπερηφάνεια κι η ανεξαρτησία της απλά την έκαναν ακόμα πιο ελκυστική. «Καλό επιχείρημα». Ίσιωσε το κορμί του απότομα. «Θα γυρίσω σε λίγα λεπτά». *** Η Τία θαύμασε το χαλαρό περπάτημα του Λυσιέν καθώς έφευγε από το δωμάτιο, επιτρέποντάς της να αναπνεύσει ξανά ελεύθερα τώρα που ήταν μόνη. Από την αποφασιστική λάμψη στα μάτια του, ήξερε ότι είχε μόλις καταφέρει με δυσκολία να αποτρέψει μια πιθανόν εκρηκτική κατάσταση, όπως επίσης ότι δεν ήταν σίγουρη αν θα είχε τη δύναμη θέλησης να αντισταθεί. Η αλήθεια ήταν ότι τα στήθη της μυρμήγκιαζαν κι ένιωθε υγρασία ανάμεσα στους μηρούς της κάθε φορά που τολμούσε να ρίξει το βλέμμα στο μισόγυμνο κορμί του. Ο Λυσιέν ήταν χωρίς αμφιβολία ο πιο ωραίος άντρας που είχε δει ποτέ της. Το σώμα του ήταν μυώδες και γυμνασμένο, αλλά όχι σε υπερβολικό βαθμό, μ’ εκείνο τον καθόλου ελκυστικό τρόπο που είναι σε μερικούς άντρες. Και όσο για τη δύναμη και την ομορφιά του τέλεια σμιλεμένου προσώπου του!... Τόσος πλούτος και δύναμη συγκεντρωμένα σ’ έναν άντρα,


85

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

που ταυτόχρονα είχε πρόσωπο και κορμί που θα έκαναν ποιητές και ποιήτριες να μιλούν με λυρισμό γι’ αυτά. Διάβολε, ακόμα κι η ίδια μπορούσε να γράψει σονέτα γι’ αυτόν! Και τώρα βρισκόταν στο διαμέρισμά του στον πεντηκοστό όροφο, εντελώς μόνη μαζί του, με τη σκισμένη μπλούζα της τραβηγμένη για να σκεπάζει τα γυμνά της στήθη... Έπρεπε να είχε επιμείνει στην προηγούμενη απόφασή της να φύγει. Έπρεπε να το είχε σκάσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και... «Εδώ είμαστε... τι συνέβη;» ρώτησε ο Λυσιέν απότομα, έχοντας γυρίσει στο δωμάτιο και βλέποντας πόσο χλομό είχε γίνει το πρόσωπο της Σιν. Τα μάτια της ήταν δυο σκούρες κηλίδες πίσω από τις μακριές της βλεφαρίδες. «Σιν;» Την προέτρεψε ξανά καθώς εκείνη συνέχιζε να τον κοιτάζει ανήσυχα, με μάτια τόσο σκούρα, που φαίνονταν σχεδόν σαν μελάνι. Ο αλαβάστρινος λαιμός της κουνήθηκε καθώς κατάπινε πριν μιλήσει. «Νομίζω καλύτερα να έφευγα τώρα, τελικά...» Ο Λυσιέν συνοφρυώθηκε. «Τι έφαγες σήμερα;» Εκείνη φάνηκε απορημένη με την αλλαγή θέματος. «Όχι πρωινό, αλλά αγόρασα ένα χοτ-ντογκ από ένα καροτσάκι, στο δρόμο μου για το Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ, για μεσημεριανό». «Τότε χρειάζεσαι να φας. Φόρεσε αυτό το μακό και μετά θα πάμε παρέα στην κουζίνα, να δούμε τι μας προμήθευσε ο Ντεξ να μαγειρέψουμε για δείπνο». Της έτεινε ένα άσπρο μπλουζάκι, ενώ κι ο ίδιος είχε φορέσει ένα μαύρο κοντομάνικο πόλο, που σκέπαζε τώρα το γυμνό στήθος του. Το γυμνό στήθος του που φαίνεται πως την απασχολούσε όσο απασχολούσε κι εκείνον η ίδια... Τα μάτια της έγιναν τεράστια. «Ο Ντεξ σου ψωνίζει και τρόφιμα;» «Όταν είναι απαραίτητο, ναι». «Τι άλλο κάνει για σένα;...» «Πολλά, πολλά πράγματα», είπε ο Λυσιέν ειρωνικά. «Ίσως να μην ήξερες έτσι κι αλλιώς πώς να ψωνίσεις μόνος σου τα μπακαλικά και τα λαχανικά σου», του είπε πικρόχολα. «Ίσως όχι», παραδέχτηκε εκείνος εύκολα. «Σε ενοχλεί που τρώμε εδώ;»


Carole Mortimer

86

Η Σιν ανασήκωσε τους ώμους της. «Απλά υπέθεσα ότι θα παράγγελνες να μας φέρουν κάτι από τα εστιατόρια του ξενοδοχείου». Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Τις περισσότερες φορές αυτό κάνω». «Αλλά αποφάσισες ότι απόψε θα έκανες μια εξαίρεση;» «Απλά σκέφτηκα ότι θα προτιμούσες να φάμε απλά. Μη μου πεις». Έκανε ένα μορφασμό. «Δεν ξέρεις να μαγειρεύεις;» «Φυσικά ξέρω να...» Σταμάτησε, μισοκλείνοντας τα μάτια της καχύποπτα. «Με προκαλείς για να γίνει το δικό σου ξανά, έτσι δεν είναι;» Ο Λυσιέν ανασήκωσε ένα φρύδι. «Πετυχαίνει;» Ένα μέρος της έντασης χάθηκε από την έκφρασή της. «Ναι». Εκείνος ένευσε καταφατικά. «Τότε αυτό ακριβώς κάνω». Η Σιν τον κοίταξε απογοητευμένη. «Γιατί είσαι τόσο αποφασισμένος να με κρατήσεις εδώ;» Ο Λυσιέν δεν είχε ιδέα! Ειδικά όταν αρχικά είχε κάνει την πρόταση να δειπνήσουν στο διαμέρισμά του μόνο και μόνο για να δει ποια θα ήταν η αντίδρασή της. Μα την αλήθεια, αυτό του είχε γυρίσει μπούμερανγκ! «Γιατί είσαι τόσο αποφασισμένη να φύγεις;» της πέταξε προκλητικά. «Ναι, ο διάβολος με το αγγελικό πρόσωπο...» την άκουσε να μουρμουρίζει νευριασμένα. «Ορίστε;» τη ρώτησε. Ήξερε ακριβώς τι είχε πει η Σιν -ήθελε μόνο να δει αν μπορούσε να την κάνει να το πει ξανά. Ειδικά το κομμάτι όπου είχε πει ότι εκείνος είχε το πρόσωπο ενός αγγέλου... «Τίποτα». Η Σιν αρνήθηκε να του κάνει το χατίρι και κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι της δεξιά αριστερά. «Εντάξει, δώσε μου το μπλουζάκι». Το πήρε από το τεντωμένο χέρι του και το κράτησε αμυντικά μπροστά από τα στήθη της. «Γιατί δεν εξαφανίζεσαι μέσα στην κουζίνα, για να βγάλω την μπλούζα μου και να φορέσω τούτο εδώ;» τον παρότρυνε καθώς εκείνος δεν έκανε καμιά κίνηση. «Κι αν προτιμούσα να μείνω εδώ και να σε παρακολουθώ


87

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

καθώς θα βγάζεις την μπλούζα σου;...» Απόλαυσε το κοκκίνισμα που έβαψε αμέσως τα μάγουλά της. Απολάμβανε να την πειράζει γενικά. Τόσο πολύ που, παρά το γεγονός ότι ήταν τόσο ξεροκέφαλη και τον αναστάτωνε, το να την πειράζει γινόταν γρήγορα μια από τις αγαπημένες του συνήθειες. «Η ζωή είναι γεμάτη με μικρές απογοητεύσεις», του είπε με ψεύτικη γλυκύτητα. «Α, αυτό δε θα ήταν μια μικρή απογοήτευση, Σιν», τη διαβεβαίωσε βραχνά. Και δε θα ήταν πράγματι. Ο Λυσιέν δεν μπορούσε να φανταστεί τίποτα που θα απολάμβανε περισσότερο από το να βλέπει τη Σιν να βγάζει την μπλούζα της και να του αποκαλύπτει εκείνα τα στητά στήθη και τις ροδαλές θηλές. «Φύγε», του είπε αυστηρά. «Και μετά κατηγορείς εμένα ότι είμαι αυταρχικός...» «Το έχεις κάνει βίωμά σου. Εγώ το κάνω απλά από αυτοάμυνα». Ο Λυσιέν της έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο. «Χρειάζεσαι να αμυνθείς από μένα;» Τον κοίταξε νευριασμένα. «Τώρα διαστρεβλώνεις επίτηδες τα λόγια μου». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Μπορεί να το κάνω επειδή προσπαθείς να χαλάσεις τη διασκέδασή μου». Η Σιν έβγαλε ένα αγκομαχητό. «Επειδή δε θα σε αφήσω να στέκεσαι εκεί και να χαζεύεις ενώ θα βγάζω την μπλούζα μου;» «Δε χαζεύω ποτέ, Σιν», της είπε ειρωνικά. «Αν έμενα, δε θα στεκόμουν απλά εδώ ήσυχος να θαυμάζω». Το πρόσωπό της ζεστάθηκε. «Δε μένεις». Ο Λυσιέν της έσκασε ένα ακόμα επαινετικό χαμόγελο. Πραγματικά ήταν χαριτωμένη όταν θύμωνε. Χαριτωμένη; Δεν είχε βρει ποτέ μια γυναίκα χαριτωμένη στη ζωή του! Μέχρι τώρα... Γιατί η Σιν, αναψοκοκκινισμένη και κρατώντας το μπλουζάκι του σφιχτά πάνω της σαν να ήταν η μόνη άμυνά της, ήταν σίγουρα πολύ χαριτωμένη. «Εντάξει. Θα σε αφήσω να αλλάξεις», μουρμούρισε ξερά.


Carole Mortimer

88

«Θα πάρω το μπουκάλι το κρασί και ποτήρια μαζί μου». «Ωραία». Συγκατάνευσε εκείνη αφηρημένα. Οτιδήποτε για να τον βγάλει από το δωμάτιο ενώ θα άλλαζε, διαπίστωσε ο Λυσιέν μελαγχολικά καθώς έπαιρνε το μπουκάλι και τα ποτήρια για να φύγει. Λες κι ένα τέτοιο αραχνοΰφαντο εμπόδιο -οποιοδήποτε εμπόδιο- μπορούσε να τον σταματήσει αν είχε αποφασίσει ότι την ήθελε γυμνή! *** «Είχες βάλει τον Ντεξ να με παρακολουθεί σήμερα;» ρώτησε η Τία βραχνά όταν μπήκε στην κουζίνα. Ο Λυσιέν γύρισε ενώ έβγαζε τρόφιμα από το τεράστιο ψυγείο που έπιανε τον μισό τοίχο μιας εντυπωσιακής κουζίνας άσπρο μαρμάρινο δάπεδο ξανά, σειρές ντουλάπια σε ανοιχτό γκρι, ένας μαύρος ξύλινος πάγκος εργασίας στη μέση του τεράστιου χώρου, ανοξείδωτα εργαλεία κουζίνας που κρέμονταν δίπλα σε μια γκρι και άσπρη ηλεκτρική κουζίνα. Αναμφίβολα υπήρχε κι ένα πλυντήριο πιάτων εντοιχισμένο σ’ ένα από κείνα τα ντουλάπια... Δεν είχε απαντήσει στην ερώτησή της ακόμα... «Λυσιέν;» είπε σιγανά, καθώς έπαιρνε το ξαναγεμισμένο ποτήρι της από το τραπέζι κι έπινε μια γουλιά κόκκινο κρασί. «Αφαιρέθηκα τόσο από το πόσο σέξι φαίνεσαι με το μακό μπλουζάκι μου που ξέχασα ποια ήταν η ερώτηση», της πέταξε ξερά. Όχι, δεν είχε ξεχάσει. Αυτός ο άντρας δεν ξεχνούσε τίποτα. Ποτέ. Και η υπεκφυγή του ήταν αρκετή απάντηση. Είχε δώσει εντολή στον Ντεξ να την παρακολουθήσει σήμερα το απόγευμα. Και η Τία δεν ήταν σίγουρη πώς ένιωθε γι’ αυτό. Ενοχλημένη, που είχε τολμήσει εκείνος να βάλει να την παρακολουθήσουν, αλλά επίσης και ανήσυχη για το λόγο που το είχε θεωρήσει απαραίτητο... Όσο για σέξι, ήταν το τελευταίο πράγμα που ένιωθε με το άσπρο μπλουζάκι του Λυσιέν. Οι ραφές των ώμων κρέμονταν ως τα μισά των μπράτσων της, πράγμα που σήμαινε ότι τα κοντά μανίκια τελείωναν κάτω από τους αγκώνες της και ήταν τόσο φαρδύ που κρεμόταν πάνω της σαν τσουβάλι και τόσο


89

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

μακρύ που έφτανε σχεδόν ως τα γόνατά της. Τέλος πάντων... δεν κρεμόταν εντελώς σαν τσουβάλι, συνειδητοποίησε καθώς κοίταζε κάτω. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν για μια ακόμα φορά, καθώς είδε τον τρόπο που έπεφτε το μπλουζάκι πάνω στα στήθη της. Στις σκληρές, ερεθισμένες θηλές της! Ακόμα κι έτσι, γελοία ήταν η λέξη που θα είχε χρησιμοποιήσει η Τία για να περιγράφει την εμφάνισή της, όχι σέξι. «Έβαλες τον Ντεξ να με παρακολουθήσει σήμερα;» επανέλαβε αποφασιστικά. «Ναι, τον έβαλα». «Μπορώ να ρωτήσω γιατί;» ρώτησε επιφυλακτικά. «Μπορείς να κάνεις σαλάτα και να ρωτάς ταυτόχρονα». Ο Λυσιέν φαινόταν εντελώς χαλαρωμένος καθώς έβαζε τα υλικά μιας σαλάτας στο τραπέζι της κουζίνας, πριν γυρίσει στο ψυγείο για μπριζόλες. Η Τία έκανε ένα μορφασμό εγκαρτέρησης. «Είμαι γυναίκα, Λυσιέν. Οι ταυτόχρονες δουλειές είναι αυτό που κάνουμε καλύτερα». Έβγαλε τα υλικά της σαλάτας από τις σακούλες και τα έβαλε στο νεροχύτη για να τα πλύνει. «Αυτό ακούγεται... ενδιαφέρον». Ο Λυσιέν γύρισε ανασηκώνοντας ειρωνικά ένα φρύδι. Η Τία ένιωθε εντελώς γοητευμένη απ’ αυτόν τον άντρα όταν γινόταν τόσο ελκυστικά παιχνιδιάρης. Και δεν έπρεπε να επιτρέπει στον εαυτό της να είναι. Δεν ήταν μόνο τα δώδεκα χρόνια διαφοράς στην ηλικία τους, ήταν τα όσα είχε κάνει εκείνος σ’ αυτά τα δώδεκα χρόνια που τους χώριζαν τόσο πολύ -όπως μαρτυρούσαν όλες εκείνες οι φωτογραφίες στο Διαδίκτυο, του ίδιου και όλων των γυναικών με τις οποίες είχε μοιραστεί για λίγο τη ζωή του. Ή, για την ακρίβεια, το κρεβάτι του. Και στην ηλικία των είκοσι τριών η Τία ήταν ακόμα παρθένα. Όχι σκόπιμα. Ούτε καν συνειδητά, περιμένοντας τον άντρα που θα αγαπούσε και θα ήθελε να παντρευτεί. Ήταν απλά υπερβολικά απασχολημένη με το να αντιμετωπίσει τη ζωή της μετά το θάνατο των γονιών της, για να κάνει οτιδήποτε περισσότερο από το να δέχεται πότε πότε να βγει ένα ραντεβού και πολύ σπάνια ένα δεύτερο με τον ίδιο άντρα.


Carole Mortimer

90

Ο Τζόναθαν ήταν η εξαίρεση, αλλά ακόμα κι αυτός είχε γίνει απλά φίλος και όχι εραστής. Η Τία δεν είχε μπει ποτέ στον πειρασμό να προχωρήσει τη σχέση τους σε κάτι πιο βαθύ. Κι όμως, στις είκοσι τέσσερις μόλις ώρες που γνώριζε τον Λυσιέν Στιλ, φαινόταν να μη σκέφτεται τίποτε άλλο παρά πώς θα ήταν να πάει στο κρεβάτι μαζί του. Να κάνει έρωτα μαζί του. Αλλόκοτο. Επικίνδυνο! Επειδή ο Λυσιέν μπορεί να την ποθούσε, αλλά δεν ερωτευόταν και δεν προχωρούσε σε μακροχρόνιες σχέσεις. Και γιατί να το κάνει, όταν μπορούσε να έχει οποιαδήποτε γυναίκα -όσες γυναίκες ήθελε; Εκτός... «Τι σκέφτεσαι τόσο πολύ που σε κάνει να συνοφρυώνεσαι;» τη ρώτησε εκείνος βραχνά. Η Τία βγήκε απότομα από τη φαντασίωσή της του πώς θα ήταν να την ερωτευόταν ο Λυσιέν. Μια γελοία σκέψη, όταν ήταν ολοφάνερο ότι δεν ήταν ο τύπος του. Κι όμως, να που ήταν εδώ, σε αυτό το διαμέρισμα, μ’ ένα χαλαρό και γοητευτικό Λυσιέν, και ετοίμαζαν βραδινό, όπως ακριβώς οποιοδήποτε άλλο ζευγάρι περνούσε το βράδυ στο σπίτι μαζί. Ήπιε μια ακόμα γουλιά κρασί πριν του απαντήσει. «Τίποτα σημαντικό», είπε ζωηρά, ενώ άφηνε το ποτήρι για να στραγγίσει τα λαχανικά. «Έχεις καθόλου ντρέσινγκ που ταιριάζει με τη σαλάτα ή να φτιάξω;» «Μπορείς να το κάνεις αυτό;» Η Τία του έριξε ένα καυστικό βλέμμα καθώς διέσχιζε την κουζίνα για ν’ ανοίξει το τεράστιο ψυγείο και να ψάξει για υλικά για το ντρέσινγκ. «Είμαι σερβιτόρα, το ξέχασες;» «Είσαι φοιτήτρια που δουλεύει ως σερβιτόρα στον ελεύθερο χρόνο της», τη διόρθωσε ανάλαφρα. Εκείνη ίσιωσε το κορμί της αργά. «Όχι, είμαι στην πραγματικότητα μια σερβιτόρα, που δουλεύει στον ελεύθερο χρόνο της για να πάρει πτυχίο», επέμεινε αποφασιστικά. «Και δεν απάντησες ακόμα στην αρχική ερώτησή μου». «Η οποία ήταν;...»


91

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Γιατί έβαλες τον Ντεξ να με παρακολουθεί σήμερα;» επανέλαβε αποφασιστικά, ξέροντας ότι ο Λυσιέν είχε για άλλη μια φορά προσπαθήσει να αποφύγει να απαντήσει σε μια από τις ερωτήσεις της. Ανασήκωσε τους ώμους του. «Ο Ντεξ το θεώρησε απαραίτητο. Και συμφώνησα μαζί του». «Τι σημαίνει αυτό;» «Σημαίνει ότι προφανώς ανησυχούσε που θα τριγύριζες μόνη στη Νέα Υόρκη, όπως ανησυχούσα κι εγώ. Μπορεί να έπεφτες θύμα ληστείας ή επίθεσης. Και μια και μιλάμε για επίθεση...» Ο Λυσιέν διέσχισε την κουζίνα και έλεγξε τον καρπό της, που είχε ακόμα ένα αμυδρό κοκκίνισμα από το στρίψιμο του Τζόναθαν, πριν σηκώσει απαλά τα μανίκια του άσπρου μακό. Πήρε μια σφυριχτή αναπνοή όταν είδε τις μαυροκίτρινες και μπλε μελανιές ψηλά στο μπράτσο της. «Φαίνονται χειρότερες απ’ ό,τι τις νιώθω». Η Τία τραβήχτηκε από το κράτημά του πριν γυρίσει για να πάρει ένα ξύλο κοπής και αρχίσει να κόβει τα λαχανικά για τη σαλάτα. «Δεν είναι ώρα ν’ αρχίσεις να ψήνεις τις μπριζόλες;» τον παρότρυνε ξερά. «Η αλλαγή θέματος είναι μια τακτική αναβολής, Σιν. Αργά ή γρήγορα θα μιλήσουμε γι’ αυτές τις μελανιές», τη διαβεβαίωσε με βλοσυρό ύφος. «Τότε ας το κάνουμε αργότερα», του είπε. «Τις μπριζόλες, Λυσιέν;» επανέλαβε δηκτικά, όταν, γυρίζοντας, τον βρήκε να εξακολουθεί να την παρακολουθεί με μισόκλειστα μάτια. Εκείνος έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό. «Εντάξει, Σιν, θα το κάνουμε όπως θέλεις», συμφώνησε απρόθυμα. «Θα φάμε πρώτα και μετά θα συζητήσουμε». «Είναι πραγματικά αλήθεια αυτό που λένε -οι άντρες δεν μπορούν να κάνουν πολλές δουλειές ταυτόχρονα;» Του χαμογέλασε πειραχτικά. «Ίσως απλά προτιμούμε να κάνουμε ένα πράγμα κάθε φορά και να εξασφαλίζουμε ότι το κάνουμε πραγματικά καλά;» μουρμούρισε ο Λυσιέν βραχνά κι έκανε μια αποφασιστική προσπάθεια να τιθασεύσει το θυμό που ένιωσε πάλι βλέποντας εκείνες τις μελανιές στο υπέροχο, ντελικάτο δέρμα της Σιν.


Carole Mortimer

92

Καυτό αίμα πλημμύρισε τα μάγουλά της. «Προφανώς πάνε χαμένα τα ταλέντα σου κάνοντας τον επιχειρηματία, Λυσιέν. Έπρεπε να ήσουν κωμικός». Αλλά αυτό που έκανε στην πραγματικότητα ο Λυσιέν ήταν να επαναλαμβάνει τη δική της τακτική αλλαγής θέματος... Επειδή ένιωθε γι’ άλλη μια φορά τόσο θυμωμένος βλέποντας τις μελανιές της Σιν -μελανιές που της είχε κάνει ο Μίλερ, που δεν ήθελε να απαντήσει ακόμα στην ερώτησή της γιατί είχε βάλει τον Ντεξ να την παρακολουθήσει στην έξοδό της το απόγευμα. Α, είχε δεχτεί ότι έπρεπε να απαντήσει κάποια στιγμή αλλά όχι ακόμα. Το να μιλήσει για το λόγο που είχε βάλει τον Ντεξ να την ακολουθήσει στο Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ και για το πώς η ενέργεια αυτή συνδεόταν κατευθείαν με τον Τζόναθαν Μίλερ δε θα βοηθούσε καθόλου να μπορέσουν οι δυο τους να απολαύσουν το μαγείρεμα και το φαγητό τους μαζί. Και παρά τον προηγούμενο εκνευρισμό του, απολάμβανε πολύ τη συντροφιά της Σιν. «Πώς σ’ αρέσει η μπριζόλα σου;» τη ρώτησε ‘καθώς πήγαινε να ανάψει το γκριλ, ελπίζοντας ότι θυμόταν πώς να ψήνει μπριζόλες. Η εικασία της Σιν νωρίτερα ήταν σωστή. Είχαν περάσει χρόνια από τότε που ο Λυσιέν είχε μαγειρέψει για τον εαυτό του ή για οποιονδήποτε άλλο. «Μέτρια ψημένη, παρακαλώ», του απάντησε αφηρημένα, ενώ έβαζε τη σαλάτα σ’ ένα ξύλινο μπολ. «Θα φάμε εδώ ή στην τραπεζαρία;» «Πού θα προτιμούσες;» Ανασήκωσε το φρύδι της. «Ζητάς πραγματικά τη γνώμη μου για κάτι τέτοιο;» Ο Λυσιέν έγειρε σ’ ένα από τα ντουλάπια της κουζίνας. «Νεαρές κυρίες που βγάζουν γλώσσα κινδυνεύουν να δεχτούν ξυλιές στον πισινό!» Τα μάτια της γούρλωσαν. «Οικοδεσπότες που απειλούν τις καλεσμένες τους κινδυνεύουν να τους βάλουν πιπέρι στο στόμα. Τι είναι;» ρώτησε με περιέργεια, καθώς ο Λυσιέν άρχισε να γελάει. «Δεν είσαι συνηθισμένος να σε πειράζουν, έτσι;» συνειδητοποίησε καθυστερημένα.


93

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Όχι, δεν είμαι», παραδέχτηκε εκείνος μελαγχολικά, αδυνατώντας να θυμηθεί την τελευταία φορά που είχε τολμήσει κάποιος να τον πειράξει με τον τρόπο που το έκανε τόσο συχνά η Σιν. «Η μητέρα μου το κάνει καμιά φορά, αλλά ως μητέρα». Ανασήκωσε τους ώμους. Η Σιν τον κοίταξε σκεφτικά. «Έχεις ακόμα στενή σχέση και με τους δυο γονείς σου;» Ο Λυσιέν ένευσε καταφατικά. «Δε βλέπω κανέναν τους όσο συχνά θα μπορούσα ή θα έπρεπε... αλλά, ναι, μπορείς να πεις ότι έχω στενή σχέση και με τους δυο». «Αυτό είναι ωραίο». Ο Λυσιέν την κοίταξε εξεταστικά. «Εσύ δεν έχεις άλλους στην οικογένεια; Συγγενείς;» «Όχι στενούς, όχι» Έκανε ένα μορφασμό. «Μη με λυπάσαι, Λυσιέν», πρόσθεσε ανάλαφρα, καθώς εκείνος ήταν ακόμα συνοφρυωμένος. «Είχα σπουδαίους γονείς. Τους έχασα λίγο νωρίτερα απ’ ό,τι θα ήθελα, αλλά εξακολουθώ να θεωρώ τον εαυτό μου τυχερή που τους είχα να τους αγαπώ και να με αγαπούν για δεκαεφτά χρόνια». Όσο περισσότερα μάθαινε ο Λυσιέν για τη Σίνθια Χάμοντ τόσο περισσότερο εκτιμούσε ότι δεν ήταν πραγματικά σαν καμιά άλλη γυναίκα που είχε γνωρίσει. Τόσο φανερά όμορφη μέσα και έξω. Κι αυτή την εξωτερική ομορφιά μπορούσε εύκολα να την είχε χρησιμοποιήσει προς όφελος της τα τελευταία αυτά έξι χρόνια, αν ήθελε, τυλίγοντας έναν πλούσιο σύζυγο για να τη συντηρεί. Αντί γι’ αυτό είχε διαλέξει την ανεξαρτησία της. Δεν ένιωθε λύπηση για τον εαυτό της για τον πρόωρο θάνατο των γονιών της. Ήταν απλά ευγνώμων που τους είχε κοντά της για όσο καιρό τους είχε. Και αντί να κλαίγεται για την ανάγκη να συντηρήσει μόνη της τον εαυτό της μετά το θάνατό τους, είχε απλά σταθεί στα πόδια της και δούλευε ενώ σπούδαζε στο πανεπιστήμιο. Και αντί να βρίζει για το γεγονός ότι ο Τζόναθαν Μίλερ, ένας άνθρωπος που πίστευε ότι ήταν φίλος της, την είχε απογοητεύσει από τότε που ήρθε στη Νέα Υόρκη, είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να μείνει πιστή σ’ αυτόν. Όλα αυτά γίνονταν γρήγορα ένας ακαταμάχητος συνδυασμός για τον Λυσιέν, αν πρόσθετε μάλιστα το γεγονός ότι ήταν


Carole Mortimer

94

τόσο ευχάριστη, τον έκανε να γελάει, ήταν συγκλονιστικά όμορφη και φανερά ευφυής. Και όπως ανακάλυψε ο Λυσιέν λίγη ώρα μετά -μόλις κάθισαν οι δυο τους ο ένας απέναντι στον άλλον στο μικρό, φωτισμένο με κεριά, τραπέζι πλάι στο παράθυρο της τραπεζαρίας, όπου μπορούσαν να κοιτάζουν έξω την πόλη από ψηλά, έτρωγε με τόση απόλαυση που ο ίδιος απολάμβανε να την παρακολουθεί, τρώγοντάς τη με τα μάτια του αντί να τρώει το φαγητό του. Η έκφραση απόλαυσης στο πρόσωπό της καθώς έπαιρνε την πρώτη κουταλιά από το επιδόρπιό της -ένα τσιζκέικ από ένα διάσημο νεοϋορκέζικο ζαχαροπλαστείο- ήταν σχεδόν οργασμική. Τα μάτια της ήταν κλειστά, τα μάγουλά της αναψοκοκκινισμένα, τα χείλη της λίγο υγρά καθώς περνούσε την άκρη της γλώσσας της πάνω τους. Ο Λυσιέν βόγκηξε μέσα του, νιώθοντας την αντρική φύση του, που παλλόταν οδυνηρά ερεθισμένη μέσα από το τζιν του σε όλη τη διάρκεια του δείπνου, να τεντώνεται ακόμα περισσότερο, σαν να έπαιρνε μόνη της ζωή. Σε τέτοιο βαθμό που χρειάστηκε να μετακινηθεί στην καρέκλα του για να νιώσει πιο άνετα. Όχι ότι παραπονιόταν. Όχι, καθόλου. Οι σκέψεις του είχαν στραφεί στην πιθανότητα να πάρει τη Σιν στο κρεβάτι του, να κάνει έρωτα μαζί της μέχρι να δει την ίδια εκείνη έκφραση στο πρόσωπό της ξανά και ξανά, καθώς θα της πρόσφερε απόλαυση με τον ένα οργασμό μετά τον άλλο. *** «Ήταν... απερίγραπτα ωραίο». Η Τία έβγαλε έναν αναστεναγμό απόλαυσης καθώς άφηνε το κουταλάκι στο άδειο πιάτο του γλυκού. «Δε θα φας το δικό σου;» Δεν είχε συνειδητοποιήσει μέχρι τώρα ότι ο Λυσιέν την παρακολουθούσε αντί να τρώει το δικό του τσιζκέικ. Το δείπνο μαζί του ήταν πολύ πιο απολαυστικό απ’ όσο είχε νομίσει. Το φαγητό ήταν καλό και η συζήτηση ακόμα πιο καλή, καθώς ανακάλυπταν τα εκλεκτικά γούστα τους σε βιβλία, ταινίες, τηλεόραση και τέχνη. Περιέργως οι γνώμες τους σε


95

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

πολλά απ’ αυτά ήταν όμοιες και στις περιπτώσεις που δεν ταυτίζονταν είχαν διαφωνήσει πειράζοντας ο ένας τον άλλο, παρά υποστηρίζοντας με πάθος ο καθένας την άποψή του. Της Τία της άρεσε αυτός ο πιο χαλαρός Λυσιέν. Υπερβολικά μάλιστα! Εκείνος έσπρωξε το ανέγγιχτο πιάτο με το επιδόρπιό του προς το μέρος της. «Φά’ το εσύ». «Δε θα μπορούσα να φάω ούτε μια μπουκιά παραπάνω», αρνήθηκε η Τία πριν γελάσει βραχνά. «Βάζω στοίχημα πως χαίρεσαι διπλά τώρα που δε σε είδαν δημόσια μαζί μου. Αφότου ήρθα συνειδητοποίησα ότι στη Νέα Υόρκη δεν είναι πραγματικά ό,τι καλύτερο για μια γυναίκα να τη βλέπουν να απολαμβάνει να τρώει. Υποτίθεται ότι πρέπει απλά να βάζουμε το φαγητό στο πιάτο μας, πριν το σπρώξουμε στο πλάι αδιάφορα. Πάντα απολάμβανα το φαγητό μου υπερβολικά για να μπορώ να το κάνω αυτό». Κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι της. «Εξάλλου, είναι αγενές να μην τρως όταν κάποιος σε έχει βγάλει έξω για φαγητό ή έχει μαγειρέψει για σένα. Και το απόλαυσα αυτό πολύ περισσότερο από το να βγαίναμε έξω. Το να βοηθήσω στο μαγείρεμα ήταν πιθανόν το πρώτο φυσιολογικό πράγμα που έκανα από τότε που ήρθα στη Νέα Υόρκη! Νομίζεις;...»Η φωνή της έσβησε, καθώς συνειδητοποιούσε ότι ο Λυσιέν ήταν πολύ σιωπηλός. Κάτι ασυνήθιστο γι’ αυτόν, όταν φαινόταν να έχει κάτι να πει σε τόσα πολλά άλλα θέματα! «Λυσιέν;» Η Τία τον κοίταξε ανήσυχα, καθώς πρόσεξε τον τρόπο που άστραφταν τα μάτια του κοιτάζοντάς τη μ’ εκείνη την έντονη ασημί λάμψη. Το στόμα του είχε λεπτύνει, το σαγόνι του ήταν σφιγμένο -όλα σημάδια, αναγνώρισε, της δυσαρέσκειάς του. Τι είχε πει που τον είχε ενοχλήσει; Ίσως δεν του άρεσε το σχόλιό της για τις προσδοκίες της καλής κοινωνίας της Νέας Υόρκης; Στο κάτω κάτω ο ίδιος ήταν μέλος αυτής της κοινωνίας. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε πει, ο Λυσιέν προφανώς δε χαιρόταν γι’ αυτό...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Βαθύς, παγωμένος θυμός έσφιγγε το στήθος του Λυσιέν, τόσο που τον δυσκόλευε να αναπνεύσει, πόσω μάλλον να μιλήσει. Η Σιν στην πραγματικότητα είχε νομίσει -είχε πιστέψει ότι εκείνος... Σηκώθηκε απότομα με θόρυβο από το τραπέζι, βάζοντας τα χέρια στις τσέπες του, καθώς γύριζε να κοιτάξει έξω από το παράθυρο χωρίς να βλέπει τίποτα στην πραγματικότητα. Ανέπνευσε βαθιά από τη μύτη, σε μια προσπάθεια να ελέγξει αυτόν το θυμό. Αν έλεγε τίποτα τώρα, θα έκανε απλά την κατάσταση χειρότερη από ό,τι ήταν ήδη. «Λυσιέν;» Η αβεβαιότητα, ο δισταγμός στη φωνή της Σιν πέτυχε να τον ενοχλήσει ακόμα περισσότερο. Λίγα μόλις λεπτά πριν συζητούσαν τόσο άνετα μαζί -διαφωνώντας πότε πότε ανάλαφρα για ένα βιβλίο, μια ταινία ή έναν πίνακα ζωγραφικής που είχαν ακούσει ή δει και οι δυο, αλλά στην πλειονότητα έβρισκαν ότι τους άρεσαν ή δεν τους άρεσαν τα ίδια πράγματα. Εκείνη η άνετη συζήτηση, μαζί με τη φανερή απόλαυση από μέρους της Σιν του φαγητού που είχαν ετοιμάσει, είχε σαν αποτέλεσμα να νιώθει ο Λυσιέν χαλαρωμένος με τη συντροφιά της, έτσι όπως δεν είχε νιώσει ποτέ με καμιά άλλη γυναίκα. Όχι εντελώς χαλαρωμένος. Ένιωθε υπερβολικά έντονη την παρουσία της κοντά του για να μπορεί να χαλαρώσει: τα μεταξένια σκούρα μαλλιά της, τα υπέροχα αστραφτερά βαθυγάλανα μάτια της, τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά της, τα υγρά χείλη της,


97

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

ο τρόπος που το δανεικό μακό μπλουζάκι αγκάλιαζε την υπέροχη καμπύλη του στήθους της όποτε κουνούσε τα χέρια της για να δώσει έμφαση σ’ ένα σημείο της συζήτησης... Και η πλήρης άγνοιά της για το θαυμασμό του ήταν άλλο ένα στοιχείο απόλαυσης γι’ αυτόν. Δεν υπήρχε καθόλου το φανερό φλερτάρισμα που είχε δεχτεί από τόσες άλλες γυναίκες ή η επίδειξη της σεξουαλικότητάς της, σε μια προσπάθεια να τον εντυπωσιάσει. Η Σιν ήταν απλά ο συνηθισμένος ειλικρινής εαυτός της. Ένας ειλικρινής εαυτός που τον έβρισκε τρομερά ελκυστικό. Και τώρα αυτό! Πήρε μια βαθιά αναπνοή στα άδεια πνευμόνια του πριν γυρίσει να την αντικρίσει, με το πρόσωπό του ελαφρά στη σκιά καθώς στεκόταν έξω από το φως των κεριών που τρεμόπαιζε. «Πιστεύεις ότι πήρα μια συνειδητή απόφαση να μη σε πάω σ’ ένα εστιατόριο για δείπνο απόψε, επειδή δεν ήθελα να με δουν δημόσια μαζί σου;» *** Α. Αυτό ήταν το σχόλιο που τον είχε ενοχλήσει. Η Τία ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, Λυσιέν. Πίστεψέ με, έχω δει φωτογραφίες των γυναικών που συνοδεύεις συνήθως και δεν πλησιάζω καν...» «Τις έχεις δει πώς;» τη ρώτησε καχύποπτα. Έκανε ένα μορφασμό αμηχανίας. «Ε... έψαξα για σένα στο Διαδίκτυο σήμερα το απόγευμα», παραδέχτηκε απρόθυμα, ενώ ευχόταν να μη στεκόταν ο Λυσιέν στις σκιές, ώστε να μπορεί να δει την έκφραση στο πρόσωπό του. «Γιατί το έκανες αυτό;» «Επειδή ήθελα να μάθω περισσότερα για τον άντρα με τον οποίο είχα συμφωνήσει να δειπνήσω, μόνη στο διαμέρισμά του», δικαιολογήθηκε. «Χρησιμοποίησα εκείνο το ένστικτο αυτοσυντήρησης που φαίνεται να νομίζεις ότι διαθέτω σε πολύ μικρό βαθμό». Ο Λυσιέν κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του. «Και αφού διάβασες για μένα στο Διαδίκτυο και είδες φωτογραφίες των γυναικών που συνοδεύω συνήθως, κατέληξες στο συμπέρασμα ότι επίτηδες σε κράτησα κρυμμένη στο διαμέρισμά μου


Carole Mortimer

98

απόψε, επειδή δεν ήθελα να με δουν δημόσια μαζί σου;» «Α, όχι. Κατέληξα σε αυτό το συμπέρασμα όταν μου έκανες την πρόσκληση νωρίτερα». Ανασήκωσε το φρύδι του. «Μπορώ να ρωτήσω γιατί;» Εκείνη αναστέναξε βαριά. «Πότε ήταν η τελευταία φορά που μαγείρεψες για μια γυναίκα στο διαμέρισμά σου;» «Τι σχέση...» «Απάντησε μου μόνο στην ερώτηση, σε παρακαλώ, Λυσιέν», τον καλόπιασε πειραχτικά. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Νομίζω απόψε είναι η πρώτη φορά που μαγειρεύω κάτι στο διαμέρισμά μου... πόσω μάλλον για μια γυναίκα». «Ακριβώς». Η Τία είχε προσέξει ήδη ότι κανένα κομμάτι από τον υπερσύγχρονο εξοπλισμό της κουζίνας δε φαινόταν να έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ. Τα χείλη του σφίχτηκαν. «Αν θέλεις να ξέρεις, έκανα αυτή την πρόσκληση αρχικά επειδή υποπτευόμουν ότι το να δειπνήσεις μόνη μαζί μου εδώ θα σου δημιουργούσε κάτι σαν πανικό και ήθελα να δω τι θα έκανες». «Και είδα την μπλόφα σου και δέχτηκα». Κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι της. «Ναι, δέχτηκες». «Ίσως είναι καλύτερα να μη με προκαλέσεις ξανά, ε;» «Δε μετανιώνω ούτε για μια στιγμή αυτής τη βραδιάς». Τα μάγουλά της Τία κοκκίνισαν καθώς θυμήθηκε την αρχή της βραδιάς, όταν ο Λυσιέν της είχε σκίσει την μπλούζα. «Ήξερες επίσης, επειδή σ’ το είπα χτες βράδυ, ότι η καλή κοινωνία της Νέας Υόρκης δεν έχει κανένα απολύτως ενδιαφέρον να καλλιεργήσει τη γνωριμία της με μια σερβιτόρα από το Λονδίνο. Σκέψου μόνο πόσο σοκαρισμένοι θα ήταν βλέποντας τον Λυσιέν Στιλ σε ένα εστιατόριο μ’ εμένα». Ο Λυσιέν πήρε μια ανυπόμονη αναπνοή. «Δε δίνω δεκάρα τι νομίζουν οι άλλοι». «Δεν προσβάλλομαι ούτε στο ελάχιστο με τίποτα από αυτά, Λυσιέν». Η Τία χαμογέλασε. «Πέρασα ωραία απόψε. Όσο για την καλή κοινωνία της Νέας Υόρκης... δεν απολαμβάνω την


99

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

παρέα τους, γιατί λοιπόν να με ενοχλεί τι νομίζει για μένα οποιοδήποτε απ’ αυτούς;» «Έχεις τόσο λίγο ενδιαφέρον για το τι μπορεί να σκέφτομαι εγώ για σένα;» την παρότρυνε ήρεμα. Αυτή ήταν μια δύσκολη ερώτηση να την απαντήσει. Η Τία ένιωθε τέτοια έλξη για τον Λυσιέν, που φυσικά είχε σημασία αν του άρεσε ή όχι -όπως ακριβώς είχε σημασία τι νόμιζε εκείνος γι' αυτή. Αλλά ταυτόχρονα δεν είχε σημασία. Επειδή δε θα έβλεπαν ξανά ο ένας τον άλλο μετά την αποψινή βραδιά. Ακόμα και τα χρήματα για τη σουίτα, τα οποία η Τία ήταν τόσο αποφασισμένη να του επιστρέφει, όσο καιρό κι αν χρειαζόταν για να το κάνει αυτό, μπορούσαν να σταλούν στο γραφείο του στο Στιλ Τάουερ όταν ερχόταν η ώρα. Δεν είχαν λόγο να ιδωθούν ξανά μόλις έφευγε εκείνη από δω απόψε. Πράγμα που, αν και απογοητευτικό, ήταν απλά ένα γεγονός της ζωής. Μιας ζωής που ήταν εντελώς διαφορετική για τους δυο τους... «Μ’ αρέσει να νομίζω ότι είμαι ρεαλίστρια, Λυσιέν», του απάντησε ανάλαφρα. «Ο δισεκατομμυριούχος Λυσιέν Στιλ...» τον έδειξε με το χέρι της «...και η Σίνθια Χάμοντ, σερβιτόρα/φοιτήτρια, που τα βγάζει με δυσκολία πέρα με το μισθό της». Έδειξε το δικό της στήθος. «Όχι ακριβώς η βάση για μια φιλία». «Δεν έχω κανένα ενδιαφέρον να είμαι φίλος σου», της πέταξε τραχιά. Εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια της στην ξεκάθαρη δήλωσή του. «Πιστεύω ότι μόλις τώρα είπα πως...» «Δεν έχω κανένα ενδιαφέρον να είμαι φίλος σου, επειδή θέλω να είμαι εραστής σου. Άγγιξέ με». Ο Λυσιέν προχώρησε μπροστά κι έπιασε το χέρι της ανυπόμονα στο δικό του, πριν το ακουμπήσει στο φούσκωμα στο μπροστινό μέρος του τζιν του. Μαρτυρία μιας ερεθισμένης φύσης για την οποία η Τία δεν είχε ιδέα μέχρι αυτή τη στιγμή. Δεν μπορούσε να παραμένει σε άγνοια τώρα -όταν ένιωθε τη δύναμη και την ένταση του ερεθισμού του, τη θερμότητά του να καίει τα δάχτυλά της καθώς τον χάιδευε διστακτικό. Τα μάτια της έγιναν τεράστια σαν έ-


Carole Mortimer

100

νιωσε το τίναγμα, τον παλμό αυτής της διέγερσης σε ανταπόκριση στο παραμικρό χάδι της. Έβρεξε τα χείλη της με την άκρη της γλώσσας της και κοίταξε τον Λυσιέν. «Αποκλείει το ένα το άλλο;...» Τα χείλη του ζάρωσαν ειρωνικά. «Σύμφωνα με την πείρα μου, ναι». Σύμφωνα με την περιορισμένη πείρα της Τία, επίσης... Είχε βγει ραντεβού ίσως πέντε έξι μόνο φορές αυτά τα τελευταία χρόνια και πάντα είχε καταλήξει να γίνονται φίλοι μ’ εκείνους τους άντρες παρά εραστές. Συμπεριλαμβανομένου του Τζόναθαν. Αν και υποπτευόταν ότι η φιλία τους είχε διαλυθεί μετά τη συμπεριφορά του το προηγούμενο βράδυ και πάλι ξανά σήμερα το πρωί. 'Οταν είχε ρίξει τα υπάρχοντά της στη βαλίτσα της και την είχε δώσει στον Λυσιέν δείχνοντας να μην τον απασχολεί καθόλου το πού ή πώς ήταν εκείνη. «Σταμάτα να σκέφτεσαι τον Μίλερ», είπε απότομα ο Λυσιέν. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της. «Πώς ήξερες;...» «Νομίζω είμαι αρκετά έξυπνος για να ξέρω πότε η γυναίκα που είμαι μαζί της σκέφτεται έναν άλλο άντρα», της πέταξε τραχιά, έχοντας καταλάβει από το ελαφρά στοχαστικό ύφος της ότι η προσοχή της δεν ήταν πια απόλυτα εδώ μαζί του. Πράγμα που, αν λάβαινε υπόψη ότι το χέρι της πίεζε τώρα την παλλόμενη φύση του, δεν ήταν ιδιαίτερα κολακευτικό. Του έσκασε ένα μελαγχολικό χαμόγελο. «Ειλικρινά αμφιβάλλω αν σου έχει συμβεί αυτό αρκετές φορές». «Δε μου συνέβη ποτέ πριν, από ό,τι ξέρω», της είπε μ’ έναν κατηγορηματικό τόνο στη φωνή του. Της τράβηξε ανυπόμονα το χέρι από πάνω του, πριν τη σηκώσει όρθια, έτσι που η Σιν στεκόταν τώρα εκατοστά μόλις από κείνον. Το άλλο χέρι του μετακινήθηκε κάτω από το πιγούνι της για να ανασηκώσει το πρόσωπό της κι εκείνη δεν είχε άλλη επιλογή παρά να τον κοιτάξει. «Και, ναι, σε προκαλούσα νωρίτερα. Ήθελα να σε εκνευρίσω λίγο με το να σε καλέσω στο διαμέρισμά μου. Αλλά δε διάλεξα να δειπνήσω μαζί σου εδώ για να σε κρύψω από τον κόσμο. Θεωρώ προσβολή το ότι σκέφτηκες καν ότι αυτός ήταν ο λόγος». Ένιωθε περισσότερο κι από


101

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

προσβεβλημένος -ένιωθε στην πραγματικότητα πληγωμένος που η Σιν μπόρεσε να τον θεωρήσει ικανό να της συμπεριφερθεί με αυτό τον τρόπο... Η Τία μπορούσε να το δει αυτό. Τα μάτια του γυάλιζαν επικίνδυνα, υπήρχε ένα χρώμα θυμού στα ψηλά ζυγωματικά του, τα χείλη του ήταν σφιγμένα και το σαγόνι του τεντωμένο μπροστά. «Ζητώ συγνώμη αν έκανα λάθος» «Έκανες», της πέταξε. «Εξακολουθείς να κάνεις». Έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι της. Ο Λυσιέν ήταν υπερβολικά αναστατωμένος για να μην της λέει την αλήθεια. «Πέτυχα να καταστρέφω τη βραδιά;» Τον κοίταξε μέσα από τις μακριές σκούρες βλεφαρίδες της. Ο Λυσιέν την κοίταξε ανυπόμονα. «Δεν έχω ιδέα». Πήρε μια τρεμάμενη αναπνοή. «Τι θα έλεγες να συμμαζέψουμε εδώ ενώ αποφασίζεις;» Τα μάτια του μισόκλεισαν. «Με καλοπιάνεις, Τία;» Το γεγονός ότι ο Λυσιέν την είχε αποκαλέσει Τία για πρώτη φορά ήταν ενδεικτικό τού πόσο αναστατωμένος ήταν. «Το πετυχαίνω;» Χρησιμοποίησε επίτηδες την ίδια λέξη που είχε χρησιμοποιήσει κι εκείνος νωρίτερα, όταν τον είχε προκαλέσει για το ότι ήθελε πάντα να γίνεται το δικό του. Ένα μέρος από την ένταση έφυγε από τους ώμους του. «Ίσως, λιγάκι», παραδέχτηκε ξερά. «Και μπορούμε μόνο να σβήσουμε τα κεριά εδώ και να αφήσουμε όλα αυτά να τα μαζέψει η οικονόμος το πρωί». Έδειξε το τραπέζι πλάι τους, όπου είχαν φάει. Το στομάχι της Τία έκανε μια βουτιά. «Α...» Κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι του δεξιά αριστερά. «Δεν έχω ιδέα πώς το κάνεις αυτό...» «Πώς κάνω τι;» Τον κοίταξε με περιέργεια. «Με κάνεις να θέλω να γελάσω, όταν δευτερόλεπτα μόλις πριν ήμουν τόσο θυμωμένος μαζί σου που ήθελα να σε φιλήσω χωρίς σταματημό!» Κούνησε το κεφάλι του με απόγνωση, καθώς τα τελευταία υπολείμματα έντασης έφευγαν από την έκφρασή του. «Χωρίς σταματημό, ε;» Η Τία τον κοίταξε πειραχτικά.


Carole Mortimer

102

«Κατά τη γνώμη σου, δε θα ήταν πολύ δύσκολο αυτό!» «Βλέπεις;» Ο Λυσιέν γέλασε πικρόχολα. Η ξαφνική λαχτάρα στο βλέμμα του είπε στην Τία ότι αυτή ήταν η ιδανική ώρα να τον ευχαριστήσει για το δείπνο και για την παρέα και τη συζήτηση και μετά να φύγει και να μην τον δει ποτέ ξανά. Το τελευταίο μέρος του σχεδίου ήταν αυτό που τη σταμάτησε από το να κάνει κάτι απ’ όλα αυτά... «Αποκλείει το ένα το άλλο;» επανέλαβε προκλητικά. «Θέλεις να σε φιλήσω χωρίς σταματημό;» την προκάλεσε απότομα. Η Τία πήρε μια βαθιά αναπνοή, ξέροντας ότι αυτή ήταν η στιγμή της αλήθειας. «Περισσότερο κι απ’ όσο απολαμβάνω να σε βλέπω να γελάς», παραδέχτηκε ντροπαλά. Το διαπεραστικό βλέμμα του καρφώθηκε πάνω της εξεταστικά. «Να είσαι σίγουρη γι’ αυτό, Τία», την προειδοποίησε τελικά. «Σε θέλω τόσο πολύ, που μόλις σε πάρω στο κρεβάτι μου είναι απίθανο να σε αφήσω να φύγεις πριν σου κάνω έρωτα τουλάχιστον μισή ντουζίνα φορές». Η Τία σκίρτησε καθώς εκείνος πηδούσε από τα φιλιά χωρίς σταματημό στο να την πάρει στο κρεβάτι του. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά στο στήθος της στη σκέψη όλου εκείνου του τιθασευμένου για την ώρα, αλλά γεμάτου υποσχέσεις πάθους. Στη σκέψη ότι αυτός ο άντρας -ο Λυσιέν Στιλ!- ήθελε να κάνει έρωτα μαζί της με τέτοια ένταση πάθους. Και δεν είχε την εμπειρία να εκτιμήσει τι σήμαινε αυτή η ένταση... Αλλά θα ήθελε τουλάχιστον να έχει την ευκαιρία να δοκιμάσει! «Μπορείς να το κάνεις αυτό; Νόμιζα ότι οι άντρες χρειάζονται να... να ξεκουράζονται για λίγο... να συνέλθουν πριν... τέλος πάντων, ξέρεις». Ανασήκωσε τα φρύδια του. «Ας κάνουμε μια προσπάθεια, εντάξει; Εξάλλου, δε θυμάμαι να σου έδωσα χρονικό όριο για να κάνουμε έρωτα εκείνες τις μισή ντουζίνα φορές». Όχι, δεν της είχε δώσει, παραδέχτηκε η Τία ενώ τα μάγουλα της έκαιγαν. Από αμηχανία ή υπερένταση, δεν ήταν σίγουρη! «Έχω μόνο μια ολόκληρη μέρα ακόμα πριν φύγω από


103

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

τη Νέα Υόρκη κι εσύ δεν πρέπει να πας στη δουλειά αύριο;» «Όχι αν σε έχω στο κρεβάτι μου», τη διαβεβαίωσε ο Λυσιέν σιγανά. Η καρδιά της χτυπούσε τώρα σ’ έναν άγριο ρυθμό στο στήθος της καθώς ανέπνεε γρήγορα, νιώθοντας σαν να στεκόταν στην άκρη ενός γκρεμού. Πίσω της ήταν η ασφάλεια της επιστροφής στη σουίτα της, μπροστά της το άγνωστο του να μοιραστεί το κρεβάτι του Λυσιέν για τη νύχτα. Πήρε μια τρεμάμενη αναπνοή. «Λοιπόν, τότε...» *** Ο Λυσιέν συγκροτούσε με τόση δυσκολία τον έλεγχό του, που ένιωθε ότι ακόμα κι η παραμικρή πρόκληση από τη Σιν θα τον έκανε κομμάτια. Ότι εκείνος θα γινόταν κομμάτια και απλά θα της ξέσκιζε το μακό μπλουζάκι με τον ίδιο τρόπο που είχε κάνει με την μπλούζα της νωρίτερα. Ήταν ένα άβολο συναίσθημα για έναν άντρα που δεν είχε χάσει ποτέ τον έλεγχο. Αλλά αυτή η γυναίκα -που μόλις έφτανε στον ώμο του, τόσο λεπτή που ένιωθε ότι μπορεί να τη συνέθλιβε αν την κρατούσε πολύ σφιχτά- τον είχε κάνει να χάσει την ισορροπία του από τη στιγμή που την πρωτοείδε. Ομολογουμένως μόλις είκοσι τέσσερις επεισοδιακές ώρες πριν!... «Λοιπόν, τότε... τι;» την παρότρυνε αργά. Ο λεπτός λαιμός της Σιν ανεβοκατέβηκε καθώς κατάπινε πριν του απαντήσει. «Πάμε στο κρεβάτι». «Όχι άλλες διαφωνίες ή ερωτήσεις; Μόνο “Πάμε στο κρεβάτι”;» Ανασήκωσε τα σκούρα φρύδια του. Εκείνη έβρεξε τα χείλη της με την άκρη της γλώσσας της. «Ε... αν είναι εντάξει αυτό για σένα, ναι». Αν ήταν εντάξει αυτό για κείνον; Αν ήξερε μόνο η Σιν πόσο ήθελε να της σκίσει τα ρούχα επιτόπου, πριν την ξαπλώσει στο χαλί και την κάνει δική του εκεί, βουτώντας μέσα στη ζεστασιά της ξανά και ξανά, σίγουρα θα πάθαινε σοκ, θα έχανε τα μυαλά της. Ο ίδιος είχε χάσει τα μυαλά του γι’ αυτή τη γυναίκα. Και αυτός ήταν ο λόγος που δε θα έκανε τίποτα απ’ αυτά


Carole Mortimer

104

τα πράγματα. Ταλαντευόταν στα όρια του αυτοελέγχου του αυτή τη στιγμή και χρειαζόταν να ηρεμήσει κάπως. Για χάρη της Σιν περισσότερο παρά για τον ίδιο. Επειδή δεν ήθελε να την τρομοκρατήσει με την ένταση του πόθου που ξυπνούσε μέσα του. «Είναι περισσότερο από εντάξει για μένα, Σιν», τη διαβεβαίωσε τραχιά, σβήνοντας τα κεριά στο τραπέζι και βυθίζοντας το δωμάτιο στο σκοτάδι, πριν βάλει το χέρι του γύρω από τη λεπτή μέση της καθώς την οδηγούσε έξω από την τραπεζαρία. *** Η νευρικότητα της Τία εντάθηκε με κάθε βήμα που έκανε στο διάδρομο προς την κρεβατοκάμαρα του Λυσιέν. Προς το κρεβάτι του Λυσιέν! Εκείνες οι άλλες γυναίκες -αυτές που είχε δει στο Διαδίκτυο, φωτογραφημένες με τον Λυσιέν- φαίνονταν όλες εκλεπτυσμένες και γεμάτες αυτοπεποίθηση και είχαν χωρίς αμφιβολία την πείρα, την εμπιστοσύνη στη σεξουαλικότητά τους, να συνοδεύει την εμφάνισή τους. Ενώ η ίδια... Προς Θεού, ήταν είκοσι τριών χρόνων και θα έχανε την παρθενιά της κάποια στιγμή -γιατί λοιπόν όχι με τον Λυσιέν, έναν άντρα που τον έβρισκε συναρπαστικό και τρομερά ελκυστικό; Έναν άντρα που την έκανε να νιώθει ασφαλής και προστατευμένη και ταυτόχρονα ποθητή; Αυτό ήταν όλο που ένιωθε για τον Λυσιέν; Ήταν ήδη λίγο -περισσότερο από λίγο!- ερωτευμένη μαζί του; Και δε θα ήταν αυτό το μεγαλύτερο λάθος της ζωής της να είναι ερωτευμένη μ’ έναν άντρα που οι σχέσεις του δε φαίνονταν να κρατούν ποτέ περισσότερο από ένα μήνα; «Σιν;» Ανοιγόκλεισε τα μάτια της καθώς συνειδητοποιούσε ότι ήταν τόσο χαμένη στις σκέψεις της, που είχαν ήδη μπει σ’ αυτό που πρέπει να ήταν η κύρια κρεβατοκάμαρα -η κρεβατοκάμαρα του Λυσιέν. Ένα τεράστιο κρεβάτι με ουρανό δέσποζε στο δωμάτιο που ήταν βουτηγμένο στο μισοσκόταδο, έτσι που της ήταν αδύνατο να πει αν το ντεκόρ σε μαύρο, άσπρο και χρώμιο,


105

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

που φαινόταν να προτιμά εκείνος, επικρατούσε και στην κρεβατοκάμαρά του. Το χαλί κάτω από τα πόδια της ήταν σίγουρα σκούρο, όπως και οι κουρτίνες και το σατέν κάλυμμα και τα μαξιλάρια πάνω στο κρεβάτι, αλλά τα πραγματικά χρώματα της ξέφευγαν στο σκοτάδι... «Πες τώρα αν νιώθεις... λιγότερο από σίγουρη γι’ αυτό», την παρότρυνε ο Λυσιέν τραχιά, μετά χέρια του στηριγμένα ανάλαφρα στη μέση της καθώς τη γύριζε να τον κοιτάξει. Το μόνο πράγμα για το οποίο ήταν απόλυτα σίγουρη ήταν ότι τον ήθελε. Το κορμί της πονούσε από λαχτάρα, τα στήθη της ήταν πρησμένα και μυρμήγκιαζαν, οι θηλές της σκληρές και ερεθισμένες και μια ζεστή υγρασία απλωνόταν ανάμεσα στους μηρούς της. Αλλά ταυτόχρονα δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να είναι μια απογοήτευση γι’ αυτόν. Θα ήταν καλύτερα αν είχε κάνει εκείνος έρωτα μαζί της εκεί ακριβώς που βρίσκονταν πριν, στην τραπεζαρία. Αν δεν της είχε δώσει το χρόνο να σκεφτεί, να την πιάσει τόση νευρικότητα. Αλλά αστός ήταν ο Λυσιέν Στιλ, ένας άντρας με φινέτσα, που ήθελε να έχει τον απόλυτο έλεγχο σε όλα. Δεν ήταν ο τύπος του άντρα που θα ήθελε τόσο απελπισμένα μια γυναίκα ώστε να της σκίσει τα ρούχα -τέλος πάντων, εκτός από την μπλούζα της νωρίτερα. Αλλά εκείνο ήταν ένα ατύχημα μάλλον, παρά έκρηξη πάθους! Ή ο τύπος του άντρα που θα έκανε άγριο, απελπισμένο έρωτα μαζί της. Η Τία δάγκωσε ανήσυχα τα χείλη της ενώ κοίταζε το σκληρό και σκιασμένο πρόσωπό του, τα ανοιχτόχρωμα μάτια του που λαμπύριζαν καθώς την κοίταζαν έντονα στο σκοτάδι. «Έχω λίγο τρακ», παραδέχτηκε σιγανά. «Δεν είμαι τόσο έμπειρη σαν εσένα και υπήρχαν όλες εκείνες οι άλλες γυναίκες για να τις...» Σταμάτησε καθώς ο Λυσιέν έφερνε τα ακροδάχτυλά του στα χείλη της σταματώντας τη. «Είμαι καθαρός από ιατρικής πλευράς, αν αυτό είναι που σε απασχολεί». «Δεν είναι αυτό», τον διαβεβαίωσε βιαστικά, με τα μάγουλά


Carole Mortimer

106

της να αναψοκοκκινίζουν. «Και... εί... είμαι κι εγώ... καθαρή, επίσης». Πώς μπορούσε να μην ήταν, όταν δεν είχε πάει ποτέ στο κρεβάτι με κανένα; Ο Λυσιέν συγκατάνευσε απότομα. «Και αυτή είναι η τελευταία φορά που θέλω να μιλήσω για άλλους ανθρώπους σε σχέση μ’ εσένα και μ’ εμένα». «Μα...» «Σιν, κανείς από τους δυο μας δεν είναι έμπειρος όταν πρόκειται για τη σχέση ανάμεσά μας». Μετακίνησε το χέρι του για να σκεπάσει απαλά το μάγουλό της. «Η μισή πλάκα θα είναι να μάθει ο καθένας μας ποιο χάδι ή άγγιγμα ευχαριστεί τον άλλο», πρόσθεσε βραχνά. Πλάκα; Το να πάει στο κρεβάτι με έναν άντρα, να κάνει έρωτα μαζί του, ήταν πλάκα; Η Τία δεν το είχε σκεφτεί ποτέ έτσι πριν, αλλά δεν είχε κανένα λόγο να αμφιβάλλει γι’ αυτό που της έλεγε. Ήταν πάντα απόλυτα, χωρίς περιστροφές ειλικρινής όταν μιλούσε μαζί της. «Έχεις δίκιο». Έδιωξε τη νευρικότητά της και ίσιωσε το κορμί της αποφασιστικά. «Είναι εντάξει αν χρησιμοποιήσω για λίγο το μπάνιο;» «Φυσικά». Ο Λυσιέν την άφησε πριν τραβηχτεί πίσω. «Μην αργήσεις», πρόσθεσε βραχνά, καθώς άνοιγε την πόρτα στο συνεχόμενο μπάνιο και της άναβε το φως. Η Τία έγειρε αδύναμα πάνω στην πόρτα τη στιγμή που έκλεισε πίσω της και έμεινε μόνη στο μπάνιο, με τα πόδια της να τρέμουν τόσο άσχημα, που δεν μπορούσε πια να σταθεί χωρίς το στήριγμα στην πλάτη της. *** Ο Λυσιέν κοίταξε την κλειστή πόρτα του μπάνιου για μερικά δευτερόλεπτα αφότου την έκλεισε η Σιν τόσο αποφασιστικά πίσω της μ’ ένα συνοφρύωμα να σκοτεινιάζει το πρόσωπό του, καθώς σκεφτόταν τη συμπεριφορά της. Είχε κάτι περισσότερο από απλό τρακ. Φαινόταν σχεδόν να φοβάται. Εκείνον μόνο; Ή οποιονδήποτε άντρα; Γιατί; Της είχε συμβεί κάτι στο παρελθόν; Ίσως ακόμα και με τον Μίλερ; Κάτι που της έφερνε νευρικότητα σχετικά με το


107

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

να πάει στο κρεβάτι μ’ έναν άλλο άντρα; Φαινόταν πολύ πιθανό, εφόσον είχε παραδεχτεί ότι σκεφτόταν τον Μίλερ όταν της είχε μιλήσει εκείνος πριν λίγα λεπτά. Αστό έκανε τον Λυσιέν να εύχεται τώρα να είχε ενδώσει στην παρόρμησή του σήμερα το πρωί να δώσει μια γροθιά στο πρόσωπο του άλλου, την ώρα που έριχνε τα υπάρχοντά της μέσα στη βαλίτσα της χωρίς ούτε μια σκέψη ή ερώτηση σχετικά με το τι επρόκειτο να της συμβεί. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος για τη νευρικότητα της Σιν, ο Λυσιέν δε σκόπευε να προσθέσει σ’ αυτή. Χαιρόταν τώρα που είχε δείξει τόση αυτοσυγκράτηση πριν λίγα λεπτά. Ήθελε να κάνει αργά και χωρίς βιασύνη έρωτα μαζί της, όποιο κι αν ήταν το κόστος στον δικό του αυτοέλεγχο. Ήθελε να τη χαϊδεύει και να της προσφέρει απόλαυση, μέχρι που να μην μπορεί εκείνη να σκεφτεί τίποτ’ άλλο παρά μόνο εκείνον και το ερωτικό τους σμίξιμο. Ερωτικό σμίξιμο; Άρχιζε μήπως στην πραγματικότητα να ερωτεύεται τη Σιν; Ήταν ένα συναίσθημα που είχε πάντα αποφύγει στο παρελθόν και η εκλογή των γυναικών του -έμπειρες και εγωπαθείς αντανακλούσε πιθανόν αυτή του την απόφαση. Μέχρι τώρα. Γιατί η Σιν δεν ήταν σαν καμιά άλλη γυναίκα που είχε γνωρίσει. Και, ναι, γλιστρούσε είχε ήδη γλιστρήσει;- κάτω από τις άμυνές του. Μόνο που δεν ήθελε καθόλου να εξερευνήσει τα συναισθήματά του τούτη τη στιγμή. Διέσχισε το δωμάτιο για να ανάψει τη λάμπα στο κομοδίνο, πριν τραβήξει τα σκεπάσματα και βγάλει γρήγορα τα ρούχα του. Η ερεθισμένη φύση του τεντώθηκε οδυνηρά τώρα που ήταν ελεύθερη από το τζιν που την περιόριζε. Στάθηκε για λίγο πλάι στο κρεβάτι κοιτάζοντας τα μαύρα μεταξωτά σεντόνια, ενώ φανταζόταν πόσο σωστά θα φαινόταν η Σιν ξαπλωμένη εκεί, μ’ εκείνο το υπέροχο φιλντισένιο κορμί της απλωμένο μπροστά του σαν ένα τσιμπούσι που ήθελε να το απολαύσει τρώγοντας μέχρι σκασμού. Η σκέψη και μόνο ήταν αρκετή για να κάνει τον ερεθισμό του να πάλλεται, απελευθερώνοντας υγρό, που κύλησε αργά σε όλο το μήκος του. 'Ελεος!


Carole Mortimer

108

Ο Λυσιέν άπλωσε γρήγορα το χέρι του και σκούπισε το υγρό με τον αντίχειρά του, ξέροντας ότι δεν είχε ερεθιστεί ποτέ τόσο πολύ, δεν είχε νιώσει ποτέ τέτοιο άγριο πόθο για οποιαδήποτε γυναίκα. Όχι με τον τρόπο που χρειαζόταν -ποθούσετώρα τη Σιν. *** Η Τία μελέτησε κριτικά το είδωλό της στον καθρέφτη πάνω από το νιπτήρα του μπάνιου μόλις έβγαλε τα ρούχα της. Το πρόσωπό της ήταν χλομό, τα μάτια της λαμπερά σαν να είχαν πυρετό, τα μαλλιά της μια μεταξένια μαύρη κουρτίνα πάνω στους γυμνούς ώμους της. Το δέρμα της ήταν λείο και αψεγάδιαστο, τα στήθη της σφιχτά και στητά, με ροδοκόκκινες θηλές. Η μέση της ήταν λεπτή, οι γοφοί της πλαισίωναν απαλά τον πυρήνα της θηλυκότητάς της, τα πόδια της μακριά και λεπτά. Ήταν έτοιμη όσο ποτέ να βγει από δω και να πάει στο κρεβάτι με τον Λυσιέν. Το κουράγιο της όμως δεν έφτανε στο να βγει έξω ολόγυμνη και φόρεσε γρήγορα τη μαύρη μεταξωτή ρόμπα του Λυσιέν, που βρήκε να κρέμεται πίσω από την πόρτα του μπάνιου, δένοντας τη ζώνη γύρω από τη λεπτή μέση της, πριν πάρει μια βαθιά αναπνοή και ανοίξει την πόρτα. Μόνο που σταμάτησε απότομα στο άνοιγμα της πόρτας, καθώς διαπίστωνε ότι ο Λυσιέν είχε ανάψει μια λάμπα στο κομοδίνο, επιτρέποντάς της να δει ότι η κρεβατοκάμαρα ήταν πράγματι διακοσμημένη στα χρώματα που προτιμούσε εκείνος. Ο ίδιος ο Λυσιέν ήταν ήδη ξαπλωμένος στο κρεβάτι, μ’ εκείνο το δυνατό στήθος του γυμνό, με μόνο ένα μαύρο σεντόνι ριγμένο πάνω του, να κρύβει το κάτω μέρος του κορμιού του. Η Τία είχε νομίσει ότι θα έκαναν έρωτα στο σκοτάδι -είχε φανταστεί να γλιστράει σχεδόν αθόρυβα κάτω από τα σκεπάσματα και μετά... «Βγάλε τη ρόμπα, Σιν». Σήκωσε το ξαφνιασμένο βλέμμα της στον Λυσιέν και είδε ότι ήταν γερμένος στον αγκώνα του, κάνοντας τους μυς να φουσκώνουν στο μπράτσο του, καθώς την κοίταζε μ’ εκείνα τα


109

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

λαμπερά ασημόγκριζα μάτια. Τα σκούρα μακριά μαλλιά του ήταν τώρα ανακατεμένα κι έπεφταν ακόλαστα στο μέτωπό του. Ήταν τρομερά ωραίος, με τον ίδιο τρόπο που είναι ωραίο ένα αρπακτικό -με όλη εκείνη τη δύναμη στο γυαλιστερό, μυώδες κορμί του απλά να περιμένει να ελευθερωθεί. «Θέλω να σε κοιτάζω», την ενθάρρυνε τραχιά. Ο λαιμός της είχε στεγνώσει τόσο πολύ, που με δυσκολία μπόρεσε να μιλήσει. «Δε δουλεύει αυτό κι από τις δυο πλευρές;» «Σίγουρα». Το έντονο βλέμμα του δεν άφησε στιγμή το δικό της, ενώ κλοτσούσε αργά προς τα κάτω το μαύρο μεταξωτό σεντόνι. Η αναπνοή της Τία πιάστηκε στο λαιμό της και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κοιτάζει. Τους φαρδιούς ώμους του. Το μυώδες στήθος, σκεπασμένο μ’ εκείνη τη σκιά από σκούρες τρίχες. Μπορούσε να δει τώρα ότι κατέβαιναν στον αφαλό του και γίνονταν πιο πυκνές στη βάση της ερεθισμένης φύσης του. Ω Θεέ μου! Αυτό που έβλεπε δε θα χωρούσε ποτέ μέσα της. Ο Λυσιέν ήταν ψηλός, πάνω από ένα ογδόντα πέντε, και το μπρούτζινο κορμί του ήταν όλο μυς, έτσι δεν ήταν έκπληξη που η ερεθισμένη φύση του ήταν σε τέλεια αναλογία με το υπόλοιπο κορμί του -και η Τία λαχταρούσε πραγματικά να τον χαϊδέψει. Όσο λαχταρούσε να χαϊδέψει και να εξοικειωθεί με κάθε τέλειο εκατοστό του! Ωστόσο είχε τόσο εντυπωσιαστεί από το συγκεκριμένο σημείο της ανατομίας του, που δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα της από πάνω του. Ίσως ήταν σαν εκείνες τις κάλτσες ή τα γάντια «ενός μεγέθους», που μπορείς να αγοράσεις; Δεν είχε διαβάσει κάπου, σ’ ένα από κείνα τα γυναικεία περιοδικά που είναι αφημένα στο τραπεζάκι στην αίθουσα αναμονής του οδοντιάτρου, ότι αν μια γυναίκα είναι σωστά προετοιμασμένη, με πολλά προκαταρκτικά, είναι ικανή να τεντωθεί εκεί κάτω και να καταφέρει να χωρέσει οποιοδήποτε μήκος και πάχος;... «Σιν;» Το ξαφνιασμένο βλέμμα της ανέβηκε στο πρόσωπο του


Carole Mortimer

110

Λυσιέν και τα μάγουλά της πύρωσαν καθώς συνάντησε τη θέρμη στα μάτια του. Την κοίταξε με αδημονία, με το χέρι του απλωμένο προς το μέρος της σε πρόσκληση, περιμένοντας προφανώς από κείνη να λύσει τη ζώνη της ρόμπας και να τη βγάλει πριν τον ακολουθήσει στο κρεβάτι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Ο Λυσιέν τιθάσευσε τη βιασύνη που ένιωθε να σηκωθεί από το κρεβάτι και να πάει κοντά της και αντί γι’ αυτό περίμενε υπομονετικά, αφήνοντάς τη να έρθει με την ησυχία της, να προσαρμοστεί. Αφήνοντάς τη να έρθει εκείνη σ’ αυτόν. Είχαν όλη τη νύχτα -ώρες και ώρες για να την ευχαριστήσει, να τη γεμίσει απόλαυση! Τούτη τη στιγμή το πρόσωπό της ήταν τόσο χλομό που το αλαβάστρινο δέρμα της φαινόταν σχεδόν διάφανο. Μπλε φλέβες δια-κρίνονταν στους κροτάφους της και τα βαθυγάλανα μάτια της ήταν σκούρα και σκιασμένα, καθώς συνέχιζε να τον κοιτάζει με τα χείλη της ελαφρά μισάνοιχτα, σαν να δυσκολευόταν να αναπνεύσει. «Αρχίζω να αισθάνομαι κόμπλεξ, Σιν», της μουρμούρισε μελαγχολικά. Το ξαφνιασμένο βλέμμα της αναζήτησε γρήγορα το δικό του. «Να αισθάνεσαι κόμπλεξ;... Μα είσαι πολύ ωραίος, Λυσιέν», ψέλλισε βραχνά. «Το ίδιο κι εσύ». Ο Λυσιέν άπλωσε αργά το χέρι του προς το μέρος της ξανά, κρατώντας την αναπνοή του καθώς η νευρικότητα στα μάτια της Σιν του έλεγε ότι μπορεί να έκανε πίσω και να το έβαζε στα πόδια αν έκανε οποιαδήποτε βιαστική κίνηση προς το μέρος της. Κάτι που το βρήκε περιέργως ελκυστικό παρά εξοργιστικό. Η Σιν ήταν διαφορετική από τις γυναίκες που είχε γνωρίσει στο παρελθόν. Ωραίες γυναίκες, σίγουρα, αλλά είχαν συνήθως


Carole Mortimer

112

προσεγμένη και μερικές φορές τεχνητά ενισχυμένη ομορφιά, μετά από ώρες που ξόδευαν σε ινστιτούτα και σπα ή κάτω από το νυστέρι του πλαστικού χειρουργού. Κι όλες εκείνες οι γυναίκες, χωρίς εξαίρεση, ήταν όλο αυτοπεποίθηση για τα τέλεια προσεγμένα κορμιά τους, το σεξαπίλ τους. Η Σιν, από την άλλη πλευρά, προφανώς δεν είχε χρόνο ή χρήμα να ξοδέψει σε σαλόνια ομορφιάς. Το λεπτό κορμί της ήταν ακριβώς όπως το είχε δημιουργήσει η φύση, το ίδιο και η συναρπαστική ομορφιά της. Μια ομορφιά που ήταν ακόμα πιο ελκυστική επειδή φαινόταν να έχει τόση άγνοια γι’ αυτή, για την επίδρασή της πάνω του και σε οποιονδήποτε άλλον άντρα με τον οποίο ερχόταν σε επαφή. Οι γυναίκες στην καλή κοινωνία της Νέας Υόρκης μπορεί να μην ενδιαφέρονταν να καλλιεργήσουν τη γνωριμία της φοιτήτριας/σερβιτόρας Σίνθια Χάμοντ από την Αγγλία, αλλά ο Λυσιέν αμφέβαλλε αν οι άντρες ένιωθαν το ίδιο! Και ο Λυσιέν ήταν ο τυχερός άντρας που την είχε όλη για τον εαυτό του -γι’ απόψε τουλάχιστον... *** Η Τία έμενε παγωμένη στη θέση της -δεν μπορούσε να κουνηθεί, δεν μπορούσε να μιλήσει, μπορούσε μόνο να συνεχίσει να στέκεται στο άνοιγμα της πόρτας του μπάνιου και να κοιτάζει τον Λυσιέν σε βουβή έκκληση, βρίζοντας μέσα της τον εαυτό της για την αδέξια συμπεριφορά της, αλλά ανήμπορη να κάνει οτιδήποτε γι’ αυτό. «Σε παρακαλώ, Σιν!» είπε εκείνος τραχιά. Ήταν η οδυνηρή ανάγκη που έκανε τη φωνή του Λυσιέν να μοιάζει με γρύλισμα αυτή που τελικά έβγαλε την Τία από κείνο το παγωμένο κλουβί, αναγκάζοντάς τη να κάνει ένα βήμα μπροστά και μετά ένα ακόμα, μέχρι που τελικά στάθηκε πλάι στο κρεβάτι, επιτρέποντας στον Λυσιέν να πιάσει το ένα τρεμάμενο χέρι της και να το τυλίξει με το πολύ πιο ζεστό δικό του. Το σήκωσε αργά στα χείλη του, με το βλέμμα του να είναι συνέχεια καρφωμένο στο δικό της, καθώς εκείνα τα χείλη τρίβονταν στις κλειδώσεις της, με τη γλώσσα του να τη γεύεται. «Είσαι τόσο ωραία, Σιν».


113

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

Η ζέστη της αναπνοής του άγγιξε ανάλαφρα το υπερευαίσθητο δέρμα της. Η Τία κατάπιε δυνατά. Αυτή τη στιγμή είχε το αμέριστο ενδιαφέρον του Λυσιέν. Αλλά αύριο θα ήταν διαφορετικά. Αύριο... Στο διάβολο το αύριο! Για πρώτη φορά στην προσεκτικά δομημένη ζωή της θα έπαιρνε όχι αυτό που ήταν ασφαλές ή αστό που είχε την οικονομική δυνατότητα να έχει, αλλά αυτό που ήθελε. Και απόψε ήθελε τόσο πολύ να είναι εδώ με τον Λυσιέν. Χαμήλωσε τις βλεφαρίδες της και τράβηξε το χέρι της απαλά από το δικό του, πριν λύσει τη ζώνη της ρόμπας, αφήνοντας να πέσει το μαύρο μετάξι από τους ώμους της. Άκουσε την αναπνοή του Λυσιέν να πιάνεται καθώς η ρόμπα γλιστρούσε στα μπράτσα της κι έπεφτε στα πόδια της στο χαλί. Ήταν εντελώς γυμνή μπροστά του, καθώς ανασήκωνε τελικά τις βλεφαρίδες της για να τον κοιτάξει. *** «Είσαι υπέροχη», είπε μ’ ένα βογκητό ο Λυσιέν, ενώ άφηνε το βλέμμα του να θαυμάσει χωρίς βιασύνη κάθε καμπύλη και κάθε βαθούλωμα του γυμνού κορμιού της, πριν ανασηκωθεί και γονατίσει στην άκρη του κρεβατιού, μηδενίζοντας τη διαφορά ύψους τους, με το πρόσωπό του στο ίδιο επίπεδο με το δικό της, ενώ τα χέρια του τυλίγονταν γύρω από τη λεπτή μέση της. Τα χέρια της έσφιξαν τους ώμους του καθώς ο Λυσιέν την τραβούσε πιο κοντά του. Το δέρμα της το ένιωθε υπέροχα απαλό και ήταν τόσο λεπτή, που ένιωθε ότι μπορούσε να την τυλίξει με τα μπράτσα του δυο φορές. Οι παλάμες του άνοιξαν, τα δάχτυλά του απλώθηκαν στους γλουτούς της, ενώ κολλούσε τις λεπτές καμπύλες της πάνω στις σκληρές γραμμές του κορμιού του, πριν αγγίξει με το στόμα του ανάλαφρα το δικό της. Έσυρε τα χείλη του στο απαλό μάγουλό της, στο τρυφερό δέρμα κάτω από το αυτί της, κατά μήκος του λαιμού της. Η γλώσσα του γεύτηκε τις κοιλότητες στη βάση του λαιμού της, καθώς το ένα του χέρι τυλιγόταν γύρω από την απαλή καμπύλη του στήθους της, βρίσκοντας αλάθητα με τον αντίχειρά του και χαϊδεύοντας την ερεθισμένη θηλή.


Carole Mortimer

114

«Κοίτα μας, Σιν», βόγκηξε βραχνά. «Δες πόσο ωραία είμαστε μαζί», την ενθάρρυνε καθώς εκείνη κοίταζε εκεί που το χέρι του είχε σκεπάσει το στήθος της. Κοίταξε την αντίθεση κι ο ίδιος. Φίλντισι και μπρούτζος... Το δέρμα της φαινόταν τόσο άσπρο πάνω στο φυσικό μπρούτζινο τόνο της δικής του επιδερμίδας. Πάγος και φωτιά. Και η φωτιά πάντα λιώνει τον πάγο, έτσι δεν είναι; Οι αναστολές της Τία έλιωναν και μαζί τους η προηγούμενη ανησυχία της, καθώς τύλιγε τα χέρια της γύρω από τους δυνατούς, μυώδεις ώμους, μπλέκοντας τα δάχτυλά της στα μεταξένια σκούρα μαλλιά και ξεκινούσε εκείνη αυτή τη φορά ένα φιλί ανάμεσά τους τρυφερό στην αρχή και μετά πιο βαθύ, πιο λαίμαργο, καθώς το πάθος τους φούντωνε ορμητικό. Ο Λυσιέν συνέχισε να τη φιλάει ακόμα και ενώ η Τία ένιωθε τα χέρια του να κινούνται κάτω από τα γόνατά της και γύρω από τους ώμους της. Τη σήκωσε με ευκολία και την άφησε πάνω στο κρεβάτι, ξαπλώνοντάς τη σχεδόν ευλαβικά στα μαύρα μεταξωτά σεντόνια, πριν τεντώσει το μακρύ κορμί του πλάι της, με το βλέμμα του καρφωμένο στο δικό της, το κεφάλι χαμηλωμένο, τις βλεφαρίδες να πέφτουν στα σκληρά ζυγωματικά και τα χείλη του να μισανοίγουν. Πήρε την ερεθισμένη θηλή της στο στόμα του, πιέζοντάς την απαλά, φιλώντας τη, ενώ τα χέρια του χάιδευαν τα πλευρά της κάτω από τα στήθη της, τη λεπτή καμπύλη της μέσης της, πριν μετακινηθούν ακόμα πιο χαμηλά. Η Τία τεντώθηκε σαν τόξο στα χάδια του, καθώς η νευρικότητά της έφευγε εντελώς και η απόλαυση την κατέκλυζε -μια απόλαυση που μεγάλωνε όλο και περισσότερο, κάνοντάς τη να τρίβεται ανυπόμονα πάνω του αποζητώντας περισσότερα. Βογκούσε πνιχτά τώρα, καθώς ένιωθε τα δάχτυλα του Λυσιέν στο σγουρό μετάξι ανάμεσα στους μηρούς της, να αναζητούν και να βρίσκουν το μπουμπούκι που ήταν κρυμμένο εκεί και να προχωρούν ακόμα περισσότερο, εκεί όπου οι χυμοί της την είχαν κάνει υγρή, πολύ υγρή, μέσα από τα ερεθισμένα πέταλά της. Ο αντίχειράς του πίεσε απαλά το μπουμπούκι και η Τία έ-


115

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

λιωσε για περισσότερα. Ένιωθε σαν να στεκόταν στην άκρη ενός γκρεμού, σαν να καιγόταν. Φλόγες έγλειφαν το κορμί της, ευαισθητοποιώντας τη σε κάθε άγγιγμα των χεριών του Λυσιέν, σε κάθε πέρασμα της γλώσσας του πάνω από τις πρησμένες θηλές της, καθώς εκείνος μοίραζε τη φροντίδα του ανάμεσα στις δυο, πρώτα φιλώντας, μετά μυζώντας, μεγαλώνοντας όλο και περισσότερο την εκρηκτική απόλαυση που ένιωθε ανάμεσα στους μηρούς της. «Σε παρακαλώ, Λυσιέν!» Τα δάχτυλά της έσφιξαν τα μαλλιά του και τράβηξε το κεφάλι του προς το δικό της, αναγκάζοντάς τον να την κοιτάξει με μάτια που άστραφταν σαν καθαρό ασήμι. Τα χείλη του ήταν φουσκωμένα και υγρά. «Σε παρακαλώ!...» βόγκηξε ικετευτικά. «Λυσιέν...» Εκείνος μετακινήθηκε τόσο βιαστικά, που η Τία μόλις που είχε χρόνο να αντιληφθεί ότι βρισκόταν τώρα ανάμεσα στους μισάνοιχτους μηρούς της. «Είσαι τόσο ωραία, εδώ, Σιν», μουρμούρισε. Η αναπνοή του ήταν ένα ζεστό χάδι καθώς οι αντίχειρές του γλιστρούσαν τους χυμούς της πάνω σ’ εκείνες τις φουσκωτές πτυχές και στο ευαίσθητο μπουμπούκι από πάνω τους. «Κοίταξέ μας, Σιν», την ενθάρρυνε τραχιά. «Στηρίξου στους αγκώνες σου και δείξε μου τα ωραία σου στήθη». Η Τία θα έκανε οτιδήποτε της ζητούσε αυτή τη στιγμή. Τα μάγουλά της ήταν αναψοκοκκινισμένα, τα μάτια της ζωηρά σαν να είχε πυρετό καθώς κοίταζε τα τόσο μαύρα μαλλιά του πάνω στη λευκότητα του δέρματός της, τη μυώδη πλάτη του, τους σφιχτούς γλουτούς του. Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο στο δικό της καθώς έβαζε τα χέρια του κάτω από τους γλουτούς της και την κρατούσε ψηλά, ανοιχτή σ’ εκείνον. «Θα σε φάω ολόκληρη, Σιν», υποσχέθηκε και, χαμηλώνοντας το κεφάλι, πέρασε τη γλώσσα του στις ευαίσθητες πτυχές της. Ξανά και ξανά τη χάιδεψε με τη γλώσσα του απαλά και μετά πιο δυνατά, μέχρι που η Τία δεν μπορούσε να στηριχτεί άλλο στους αγκώνες της, καθώς η απόλαυση όλο και μεγάλωνε μέσα της. Τα δάχτυλά του χώνονταν σχεδόν με πόνο στους


Carole Mortimer

116

γλουτούς της και περνούσε τη γλώσσα του βαθιά μέσα στην υγρή φύση της, στέλνοντάς τη όλο και περισσότερο στην άκρη εκείνου του γκρεμού, ενώ η απόλαυση φούσκωνε και φούσκωνε, οδηγώντας τη στη μαγεία του πρώτου της οργασμού. Και ήταν ο πρώτος από πολλούς. Ο Λυσιέν συνέχισε να της δίνει απόλαυση, φέρνοντάς τη στην άκρη του γκρεμού ξανά και ξανά, εξασφαλίζοντας ότι την οδηγούσε μες στη δίνη της απόλαυσης, μέχρι που η Τία ένιωθε το λαιμό της κλεισμένο από τις φωνές και τα αναφιλητά κάθε οργασμού. Το κορμί της παρέλυε εντελώς καθώς εκείνες οι εκτονώσεις έρχονταν όλο και πιο γρήγορα και πιο άγρια κάθε φορά και τα χέρια του Λυσιέν ήταν πιασμένα κάτω από τους μηρούς της τώρα, κρατώντας τη πιο ανοιχτή για τα χείλη του και τη γλώσσα του, μεγαλώνοντας την απόλαυση κάθε φορά που τελείωνε εκείνη. «Φτάνει, Λυσιέν!» Η Τία έβγαλε τελικά ένα αγκομαχητό, χώνοντας τα δάχτυλά της στους μυώδεις ώμους του. Σκοτάδι είχε αρχίσει να απλώνεται γύρω της και ήξερε ότι δεν μπορούσε να αντέξει άλλο. Λίγο ακόμα και θα έπεφτε από την άκρη του γκρεμού λιπόθυμη. Κι αυτό ακριβώς θα συνέβαινε αν το κορμί της παραδινόταν σ’ έναν ακόμα οργασμό! «Σε παρακαλώ, Λυσιέν. Δεν μπορώ...» Τον κοίταξε ικετευτικά καθώς εκείνος ανασήκωνε το κεφάλι και την αντίκριζε με τα μάγουλά του αναψοκοκκινισμένα, τα χείλη του πρησμένα και υγρά. «Συγνώμη... παρασύρθηκα. Είσαι εντάξει;» «Ναι...» «Έχεις μια τόσο υπέροχη γεύση...» Βόγκηξε με πόνο καθώς ανασηκωνόταν πλάι της και τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά όταν έπιασε το ζεστό μάγουλό της. «Σαν το πιο φίνο, το πιο σπάνιο μπράντι. Απλά δεν μπορούσα να σταματήσω να πίνω το γλυκό απόσταγμά σου. Δοκίμασέ το, Σιν», την ενθάρρυνε βραχνά και άγγιξε τα χείλη του ανάλαφρα στα δικά της. Η γεύση ήταν γλυκιά και λίγο αλμυρή. Τα μάγουλά της πύρωσαν στη σκέψη ότι ο Λυσιέν ήξερε τώρα το κορμί της μέσα κι έξω, ήξερε τα μύχιά του περισσότερο απ’ όσο εκείνη. Ότι εκείνος... Τεντώθηκε κι έμεινε ακίνητη, καθώς το τηλέφωνο στο κο-


117

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

μοδίνο άρχιζε να χτυπάει. Ο Λυσιέν συνοφρυώθηκε ενοχλημένος και δεν κοίταξε καν προς τη συσκευή. «Αγνόησέ το», είπε τραχιά. «Μα...» «Τίποτα και κανείς δεν πρόκειται να μπει ανάμεσα στους δυο μας απόψε. Δε θα το επιτρέψω», δήλωσε εκείνος αποφασιστικά. «Μα θα μπορούσε να είναι σημαντικό...» «Προφανώς, όχι», μουρμούρισε με ικανοποίηση, καθώς το τηλέφωνο σταμάτησε μετά το έκτο κουδούνισμα, επιτρέποντάς του να κατεβάσει το ακουστικό, για να το εμποδίσει να τους ενοχλήσει ξανά. Γύρισε ανάσκελα, με τα χέρια του πιασμένα γερά στους γοφούς της και την κάθισε πάνω του. Τώρα η υγρασία της πίεζε τη σκληρή φύση του, με τα στήθη της με τις ροδαλές σαν φράουλες θηλές να προβάλουν μέσα από τη σκούρα κουρτίνα των μαλλιών της. «Παίρνεις προφυλάξεις, Σιν;» «Δε νόμιζα...» βόγκηξε. «Ό... όχι, δεν παίρνω». Τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα. «Εσύ;» Ο Λυσιέν θα προτιμούσε να μην υπήρχε τίποτα ανάμεσά τους την πρώτη φορά που θα έμπαινε μέσα της, αλλά την ίδια στιγμή του άρεσε η έλλειψη προφύλαξης από μέρους της, που έδειχνε ότι δεν είχε σεξουαλικές σχέσεις με κανέναν άλλο άντρα αυτό το διάστημα. Άπλωσε το χέρι του και άνοιξε ένα συρτάρι στο κομοδίνο, από όπου έβγαλε ένα ασημί φακελάκι και το άνοιξε. «Θα ήθελες;...» την κάλεσε βραχνά. «Εγώ;» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Ίσως όχι». Ο Λυσιέν γέλασε σιγανά πριν ασχοληθεί γρήγορα ο ίδιος μ’ αυτό. «Θέλω να είμαι μέσα σου τώρα, Σιν...» είπε βραχνά. «Στην πραγματικότητα, αν δεν μπω μέσα σου σύντομα, νομίζω πως θα εκραγώ». Τη μετακίνησε λίγο πάνω του. «Υπόσχομαι, θα προχωρήσω αργά την επόμενη φορά, αλλά προς το παρόν χρειάζομαι μόνο...» «Την επόμενη φορά;...» τσίριξε η Σιν. «Είπες νωρίτερα ότι θα έμενες μαζί μου μέχρι να κάνουμε


Carole Mortimer

118

έρωτα μισή ντουζίνα φορές, θυμάσαι;» Ο Λυσιέν χαμογέλασε με ικανοποίηση. Η Σιν έβγαλε ένα αγκομαχητό. «Μα... κιόλας... έχασα το μέτρημα πόσες φορές έφτασα...» «Τα προκαταρκτικά δε μετράνε», της είπε. «Το να είμαι μέσα σου και να φτάσουμε σε οργασμό μαζί... κάτι για το οποίο δε βλέπω την ώρα... αυτό είναι που μετράει. Και σε θέλω τόσο πολύ αυτή τη φορά, που δε θα αντέξω για πολύ», παραδέχτηκε. Ήξερε ότι ήταν αλήθεια αυτό. Η επιθυμία του για τη Σιν, η απόλαυση της συντροφιάς της και του κορμιού της είχαν φτάσει το ερωτικό σμίξιμό τους σε ύψη που δεν είχε γνωρίσει ποτέ πριν... Η Τία τον κοίταξε κατάπληκτη. Όλοι εκείνοι οι απίθανοι, συγκλονιστικοί οργασμοί δε μετρούσαν; Δεν ήταν δυνατό να νόμιζε πραγματικά εκείνος ότι θα ήταν η ίδια σε θέση να επαναλάβει αυτή την τελευταία ώρα -ή όση ώρα είχε περάσει από τότε που ο Λυσιέν είχε αρχίσει να κάνει έρωτα μαζί της. Είχε χάσει εντελώς την επαφή με το χρόνο! Αν το έκαναν αυτό, δε θα έχανε μόνο τις αισθήσεις της, θα πέθαινε. Και η ταφόπλακά της θα έγραφε: Ενθάδε κείται η Σίνθια Χάμοντ, που πέθανε από υπερβολική απόλαυση! Αλλά τι υπέροχος τρόπος να φύγει... Συγκίνηση -έρωτας;...- φούσκωσε το στήθος της ενώ κοίταζε τον άντρα που ήταν ξαπλωμένος από κάτω της στο κρεβάτι. Ο Λυσιέν ήταν πραγματικά ο πιο υπέροχος, ο πιο σέξι άντρας που είχε γνωρίσει ποτέ της. Συναρπαστικά ωραίος, μυώδης και εντελώς άνετος. Και ήταν όλος δικός της. Προς το παρόν, ψιθύρισε εκείνη η πειραχτική φωνούλα μέσα στο κεφάλι της. Αλλά αυτή η στιγμή ήταν το μόνο που είχε σημασία. Επειδή ήταν το μόνο που υπήρχε γι’ αυτή και τον Λυσιέν. Δεν είχαν αύριο. Δεν είχαν μέλλον. Μόνο το εδώ και τώρα. Και το ήθελε. Ήθελε τον Λυσιέν. Κράτησε το βλέμμα της καρφωμένο σ’ εκείνα τα ασημόγκριζα μάτια και στηρίχτηκε στα γόνατά της, πριν απλώσει το χέρι της ανάμεσά τους, καθοδηγώντας με δάχτυλα ανάλαφρα τη σκληρή στύση του στον υγρό πυρήνα της θηλυκότητάς


119

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

της -μόνο που πάγωσε στη θέση της καθώς άκουσε ξαφνικά τον απρόσμενο ήχο του «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ να παίζει! «Είναι το κινητό μου», εξήγησε ο Λυσιέν ανυπόμονα, όταν είδε τη σαστισμένη έκφραση της Σιν. «Π’ ανάθεμά το!» Χτύπησε με δύναμη τα χέρια του στο στρώμα πλάι του. Έπρεπε να είχε κλείσει το αναθεματισμένο πράγμα πριν κάνει έρωτα με τη Σιν. Έπρεπε... «Πρέπει να το σηκώσεις, Λυσιέν». Ένα συνοφρύωμα ζάρωσε το μέτωπό της. «Πρέπει να είναι κάτι σημαντικό για να τηλεφωνεί κάποιος ξανά τόσο γρήγορα -και στο κινητό σου αυτή τη φορά». Τίποτα δεν ήταν πιο σημαντικό αυτή τη στιγμή από την ανάγκη του να κάνει έρωτα με τη Σιν. Τίποτα! «Λυσιέν;» τον παρότρυνε βραχνά, ενώ το αναθεματισμένο κινητό του συνέχιζε να παίζει τη μουσική του Μότσαρτ. Πράγμα, που κάτω από τις περιστάσεις, ήταν πολύ πετυχημένο... Ήταν σαν να σκοτωνόταν η στιγμή! Μια διακοπή ήταν άσχημο πράγμα. Ο Λυσιέν είχε καταφέρει να σώσει την κατάσταση την πρώτη φορά, αλλά αμφέβαλλε αν θα μπορούσε να το κάνει και δεύτερη. Κάτι που προφανώς συμμεριζόταν η Σιν καθώς γλιστρούσε μακριά του, στο πλάι του κρεβατιού, πριν σκύψει για να μαζέψει τη μεταξωτή ρόμπα από το πάτωμα. Η πλάτη της ήταν λεπτή, το φιλντισένιο δέρμα της γυάλιζε, αχ, τόσο ωραία, στο φως της λάμπας, πριν περάσει τα χέρια της στα μανίκια της ρόμπας, τυλίγοντάς τη γύρω της και μετά ισιώσει το κορμί της για να δέσει τη ζώνη. Γύρισε να τον αντικρίσει. «Πρέπει να απαντήσεις στο τηλεφώνημα, Λυσιέν». Το βλέμμα της έμεινε καρφωμένο στο πρόσωπό του, αποφεύγοντας να πάει πιο χαμηλά, εκεί όπου εξακολουθούσε να είναι το ίδιο ερεθισμένος. Α, ναι, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι έπρεπε να απαντήσει στο τηλεφώνημα -και όποιος ήταν στην άλλη πλευρά της γραμμής θα ένιωθε όλη τη δύναμη της δυσαρέσκειάς του. Γλίστρησε στο πλάι του κρεβατιού, για να πάρει το τζιν του, να βγάλει το κινητό από την τσέπη του και να απαντήσει


Carole Mortimer

120

στο τηλεφώνημα. «Στιλ», είπε τραχιά. Η Τία μόρφασε στην παγερότητα της φωνής του, νιώθοντας λύπηση για όποιον ήταν στην άλλη άκρη της γραμμής. Την ίδια στιγμή δεν μπορούσε να μη θαυμάζει το παίξιμο των μυών στους φαρδιούς ώμους και στην πλάτη του Λυσιέν, κάτω από το μπρούτζινο δέρμα του, καθώς καθόταν στην άλλη πλευρά του κρεβατιού με τα μαύρα μαλλιά του ανακατεμένα από τα δάχτυλά της νωρίτερα. Νωρίτερα... Τα μάγουλά της ζεστάθηκαν στη σκέψη των χαδιών του νωρίτερα. Τα χέρια του, τα χείλη και η γλώσσα του την είχαν αγγίξει παντού. Δίνοντας απόλαυση όπου άγγιζαν. Φέρνοντάς τη σε οργασμό ξανά και ξανά. Τα πόδια της έτρεμαν ενώ θυμόταν εκείνη την απόλαυση... «Θα είμαι κάτω σε πέντε λεπτά», είπε κοφτά ο Λυσιέν, πριν κλείσει απότομα το τηλέφωνο και σηκωθεί αποφασιστικά για να διασχίσει το δωμάτιο και να μαζέψει τα ρούχα που είχε βγάλει νωρίτερα, με το βλέμμα του παγερό και αποθαρρυντικό. Η Τία τον κοίταξε ζαλισμένα. Φαινόταν σχεδόν να αγνοεί εντελώς την παρουσία της. «Λυσιέν;...» Γύρισε και την κοίταξε με βλοσυρό ύφος. «Ήταν ο Ντεξ», είπε λακωνικά. «Φαίνεται ότι ο πρώην φίλος σου είναι κάτω στη ρεσεψιόν και κάνει αναθεματισμένη φασαρία!» Έβγαλε ένα αγκομαχητό. «Ο Τζόναθαν;» Ο Λυσιέν συγκατάνευσε απότομα. «Εκτός κι αν έχεις άλλους φίλους στη Νέα Υόρκη...» Η Τία έκανε έναν πονεμένο μορφασμό στον άγριο θυμό που άκουσε στον τόνο της φωνής του. Θυμό σε λάθος κατεύθυνση, κατά τη γνώμη της. «Σου είπα... ο Τζόναθαν δεν ήταν ποτέ φίλος μου με τέτοια έννοια. Και δεν είναι πιο πιθανό να κάνει φασαρία στο ξενοδοχείο σου επειδή τον απέλυσες από το Νέτγουορκ σήμερα το πρωί;» *** Ήταν ένα λογικό επιχείρημα, παραδέχτηκε ο Λυσιέν ανυπόμονα αλλά ταυτόχρονα ήξερε ότι βρισκόταν σε μεγάλη ένταση για να φερθεί λογικά. Ακόμα και στη Σιν.


121

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

Είχε απολαύσει τη βραδιά μαζί της περισσότερο απ’ όσο είχε απολαύσει να είναι με μια γυναίκα εδώ και πολύ καιρό -αν όχι ποτέ. Όχι μόνο κάνοντας έρωτα μαζί της, αλλά μαγειρεύοντας, μιλώντας ελεύθερα για τα πάντα και για τίποτα, όταν συνήθως ήταν προσεκτικός να μην αποκαλύψει πολλά στις γυναίκες που είχε σχέση μαζί τους -ένα αντανακλαστικό αυτοπροστασίας που απλά δεν υπήρχε με τη Σιν από την αρχή. Και τώρα αυτό! Έσφιξε τα χείλη δυσφορώντας. «Ζητώ συγνώμη που ήμουν κακόκεφος. Απλά...» Πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα πυκνά σκούρα μαλλιά του. «Θα ντυθώ και θα πάω κάτω να ξεδιαλύνω αυτή την κατάσταση. Δεν πρέπει ν’ αργήσω. Τι κάνεις;...» Συνοφρυώθηκε καθώς η Σιν γύριζε προς το μπάνιο. «Ντύνομαι για να μπορέσω να έρθω μαζί σου». «Δε θα έρθεις κάτω μαζί μου». «Α, θα έρθω», τον διαβεβαίωσε. «Όχι...» «Ναι», του πέταξε αποφασιστικά, στηρίζοντας τα χέρια στους γοφούς της, ενώ ανασήκωνε προκλητικά τα φρύδια. Τα ρουθούνια του Λυσιέν φούσκωσαν. «Δικό μου το ξενοδοχείο. Δικό μου το πρόβλημα» «Δικό σου το ξενοδοχείο, σίγουρα. Αλλά δεν ξέρουμε ακόμα τίνος πρόβλημα είναι», επέμεινε πεισματικά. Το σαγόνι του σφίχτηκε. «Κοίτα, Σιν, υπάρχουν μερικά πράγματα σχετικά με τον Μίλερ που δεν πιστεύω ότι ξέρεις». «Τι είδους πράγματα;» Τον κοίταξε απότομα. «Πράγματα», είπε ξερά. Η αποψινή βραδιά είχε πάει κατά διαβόλου. Δε χρειαζόταν να μάθει η Σιν για τη συμπεριφορά του Τζόναθαν Μίλερ ή για το λόγο για τον οποίο τη χρησιμοποιούσε, κάτι που ήταν σίγουρο ότι θα αποκαλυπτόταν αν ο Μίλερ ήταν εριστικός, όπως είχε πει ο Ντεξ ότι ήταν. «Κάτω από τις περιστάσεις, το καλύτερο που μπορείς να κάνεις είναι...» «Σε παρακαλώ, μη μου πεις ότι το καλύτερο που μπορώ να κάνω είναι να μείνω εδώ πάνω, να φτιάξω καφέ σαν καλή γυναικούλα και να περιμένω μέχρι να γυρίσει ο Μεγάλος Κυνηγός!» Τα μάτια της άστραφταν!


Carole Mortimer

122

Εκτός από το καρφί για τη γυναικούλα και το Μεγάλο Κυνηγό, αυτό ακριβώς ήταν έτοιμος να πει ο Λυσιέν. «Λοιπόν... ίσως μπορούσες να ξεχάσεις τον καφέ», είπε ξερά. «Και ίσως μπορώ να ξεχάσω όλο το σενάριο -επειδή δεν πρόκειται να συμβεί!» Έχωσε τα χέρια της στις τσέπες της μεταξωτής ρόμπας του. Ο Λυσιέν παρατήρησε ότι ήταν υπερβολικά μεγάλη γι’ αυτή. Ήταν τυλιγμένη γύρω της σχεδόν δυο φορές, με τα μανίκια γυρισμένα στους λεπτούς καρπούς της και το μάκρος της να φτάνει ως τους αστραγάλους της - κάνοντάς τη να φαίνεται σαν ένα κοριτσάκι που προσπαθούσε να παραστήσει την ενήλικη. «Ο Ντεξ κατάφερε να πάει τον Μίλερ σ’ έναν ασφαλή χώρο προς το παρόν, αλλά τα πράγματα μπορεί να γίνουν άσχημα, Σιν». «Είμαι σερβιτόρα έξι χρόνια. Πίστεψε με, ξέρω πώς να αντιμετωπίζω "άσχημα πράγματα”», τον διαβεβαίωσε ξερά. Ο Λυσιέν άρχιζε να προσέχει ότι η Σιν φαινόταν να χρησιμοποιεί την ιδιότητά της της σερβιτόρας σαν αμυντικό μηχανισμό. Σαν διαρκή υπενθύμιση στον εαυτό της και πιο πιθανό στον Λυσιέν για το ποια και τι ήταν... Ποια ήταν για τον Λυσιέν; Ήταν η Σίνθια Χάμοντ -μια ωραία και ανεξάρτητη νεαρή γυναίκα, που τη θαύμαζε και την ποθούσε. Τι ήταν για τον Λυσιέν; Ήταν επίσης η Σίνθια Χάμοντ, μια ωραία και ανεξάρτητη νεαρή γυναίκα, που ο Λυσιέν θαύμαζε και ποθούσε. Τα υπόλοιπα, συνειδητοποίησε, είχαν γίνει εντελώς ασήμαντα γι’ αυτόν -ήταν απλά θόρυβος από το παρελθόν, χωρίς καμιά συνέπεια. Πράγμα που δεν ίσχυε για τη Σιν, προφανώς... Πήρε μια βαθιά αναπνοή. «Θα προτιμούσα να μην το έκανες αυτό». «Η γνώμη σου σημειώθηκε». Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Αλλά αγνοήθηκε;»


123

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Αλλά αγνοήθηκε». «Ωραία», της είπε με σφιγμένα δόντια, ξέροντας ότι δεν μπορούσε να του αρέσει η ανεξαρτησία πνεύματος της Σιν από τη μια και μετά να περιμένει να μην κάνει εκείνη αυτό ακριβώς που επιθυμούσε από την άλλη. «Φεύγω σε δυο περίπου λεπτά. Αν δεν είσαι έτοιμη...» «Θα είμαι έτοιμη». Μπήκε βιαστικά στο μπάνιο κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Ο Λυσιέν πήρε μερικές βαθιές αναπνοές για να ηρεμήσει, ενώ αγριοκοίταζε την κλειστή πόρτα, ξέροντας ότι η συζήτηση τα επόμενα λεπτά με τον Μίλερ θα έβαζε κατά πάσα πιθανότητα τέλος στο να περάσει ο ίδιος με τη Σιν την υπόλοιπη βραδιά...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

«Κάνει φασαρία τώρα;» ρώτησε η Τία σιγανά. Ο Λυσιέν στεκόταν βλοσυρός στην άλλη πλευρά του ιδιωτικού ασανσέρ που τους κατέβαζε στο ισόγειο.*,Ήταν ντυμένος γι’ άλλη μια φορά μ’ εκείνο το τζιν παντελόνι και το μαύρο μακό μπλουζάκι, αν και τα σκούρα μαλλιά του ήταν ακόμα ανακατεμένα -από τα δάχτυλά της νωρίτερα και από τα δικά του δάχτυλα τώρα, από ανυπομονησία και εκνευρισμό. Πιθανόν εξαιτίας της επιμονής της να τον συνοδέψει κάτω, παρά εξαιτίας της συμπεριφοράς του Τζόναθαν, παραδέχτηκε η Τία μελαγχολικά. Την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Ήρθε μέσα και απαίτησε να με δει. Σύμφωνα με τον Ντεξ, όταν τόσο η ρεσεψιονίστ όσο και ο διευθυντής του είπαν ότι δεν ήμουν διαθέσιμος απόψε, ο Μίλερ άρχισε να φωνάζει και να αναποδογυρίζει γλάστρες με φυτά. 'Οταν κι αυτό απέτυχε να φέρει το αποτέλεσμα που ήθελε, κατέφυγε στο να σπάει έπιπλα και τότε ήταν που έφτασε η ασφάλεια του κτιρίου και ανέλαβε την κατάσταση». «Πώς;...» «Δύο τον πήραν σηκωτό σ’ έναν ασφαλή χώρο πριν καλέσουν τον Ντεξ», εξήγησε ο Λυσιέν με βλοσυρό ύφος. Η Τία μόρφασε καθώς φανταζόταν τη σκηνή. «Μπορώ να φανταστώ ότι ο Τζόναθαν μπορεί να ήταν αναστατωμένος μετά απ’ αυτό που συνέβη το πρωί, αλλά σίγουρα αυτή δεν είναι φυσιολογική συμπεριφορά, έτσι δεν είναι;» Ο Σιν της έριξε ένα συνοφρυωμένο βλέμμα. «Σιν, πρόσεξες


125

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

πραγματικά τίποτα διαφορετικό στη συμπεριφορά του από τότε που ήρθες στη Νέα Υόρκη;» Λοιπόν... είχε προσέξει ότι ο Τζόναθαν ήταν περισσότερο εγωκεντρικός απ’ όσο ήταν άλλοτε. Ότι κοιμόταν τα πρωινά μέχρι αργά και μιλούσε ελάχιστα όταν έβγαινε, με μάτια νυσταγμένα και απεριποίητος, από την κρεβατοκάμαρά του. Και είχε επιμείνει να πηγαίνουν οι δυο τους σ’ εκείνα τα φρικτά πάρτι μαζί κάθε βράδυ, στα οποία συνήθως την εγκατέλειπε λίγο αφότου έφταναν. Και ήταν εξαιρετικά επιθετικός στο πάρτι των Καρού χτες -είχε τον πονεμένο καρπό της και τις μελανιές στα μπράτσα της να το αποδεικνύουν αυτό. Δάγκωσε τα χείλη της. «Ίσως είναι λίγο περισσότερο... κλεισμένος στον εαυτό του απ’ ό,τι ήταν πριν». «Αυτός είναι ένας τρόπος να το περιγράφεις, φαντάζομαι». Ο Λυσιέν συγκατάνευσε βλοσυρά, παραμερίζοντας καθώς το ασανσέρ σταματούσε, για να την αφήσει να βγει πρώτη έξω. Η Τία τον κοίταξε επιφυλακτικά καθώς βάδιζε στο διάδρομο πλάι του. Ο Λυσιέν ήξερε προφανώς σε ποιο δωμάτιο είχαν κλείσει τον Τζόναθαν. «Πώς θα το περιέγραφες εσύ;» Τα χείλη του σφίχτηκαν. «Σαν την κλασική συμπεριφορά ενός ανθρώπου εθισμένου σε ουσίες». Η Τία πήρε μια γρήγορη αναπνοή και σταμάτησε απότομα. «Λες ότι ο Τζόναθαν είναι... ότι παίρνει ναρκωτικά;» «Ανάμεσα σε άλλα πράγματα». «Πίνει κιόλας;» «Όχι από ό,τι ξέρω, όχι». «Τότε για τι “άλλα πράγματα” μιλάς;...» Ένιωθε ζαλισμένη, αποπροσανατολισμένη με την αποκάλυψη για τον Τζόναθαν. Ήταν γεγονός, ότι δε φαινόταν ο εαυτός του αφότου είχε φτάσει στη Νέα Υόρκη, αλλά το είχε αποδώσει στην ξαφνική εκτόξευσή του στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Πρέπει να είναι δύσκολο να προσαρμοστείς όταν σε ρίχνουν έτσι ξαφνικά στα φώτα των προβολέων, έχεις τέτοια ζήτηση και τόσες ωραίες γυναίκες να σου ρίχνονται. Ο Λυσιέν έκανε ένα μορφασμό. «Δεν είναι η κατάλληλη ώρα να το συζητήσω αυτό μαζί σου». «Είναι ακριβώς η ώρα που πρέπει να το συζητήσεις μαζί


Carole Mortimer

126

μου», επέμεινε η Τία ανυπόμονα. «Ίσως, αν κάποιος είχε σκεφτεί να το συζητήσει μαζί μου νωρίτερα, να ήμουν σε θέση να του μιλήσω γι’ αυτό-να τον πείσω να αναζητήσει βοήθεια... Όπως είναι τα πράγματα, δεν κατέστρεψε μόνο την καριέρα του, αλλά και την υπόλοιπη ζωή του!» Ο Λυσιέν συνοφρυώθηκε με τον επικριτικό τόνο της. «Να πάρει η ευχή, Σιν, μην το γυρίζεις αυτό σ’ εμένα. Του έγινε μια προειδοποίηση για τη συμπεριφορά του πριν βδομάδες. Στην πραγματικότητα του έγιναν δυο προειδοποιήσεις». «Πότε ακριβώς;» «Η πρώτη ήταν πριν δυο μήνες. Και ξανά πριν περίπου πέντε βδομάδες, όταν έγινε φανερό ότι δεν είχε λάβει υπόψη του την πρώτη προειδοποίηση. Έχω μια αυστηρή πολιτική για τα ναρκωτικά σε όλα τα συμβόλαια», πρόσθεσε βλοσυρά. «Τι είδους προειδο... Είπες πριν πέντε βδομάδες;...» τον ρώτησε επιφυλακτικά. Ο Λυσιέν ανασήκωσε το φρύδι. «Τι σημασία έχει;» «Ο Τζόναθαν με επισκέφτηκε στο Λονδίνο πριν ένα μήνα...» Δάγκωσε τα χείλη της. «Είχα να τον δω σχεδόν τρεις μήνες και μου είχε τηλεφωνήσει μόνο δυο φορές από τότε που ήρθε εδώ... Απλά εμφανίστηκε ένα Σαββατοκύριακο». Ο Λυσιέν κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Και μετά σε κάλεσε να έρθεις να μείνεις μαζί του στη Νέα Υόρκη;» «Πώς το ξέρεις αυτό;» «Απλά έκανα την αριθμητική, Σιν». «Δεν καταλαβαίνω...» Ο Λυσιέν δεν έβλεπε γιατί να πρέπει να εξηγήσει αυτός τη συμπεριφορά του Τζόναθαν. Η Σιν τον θεωρούσε ήδη σκληρό που τον απέλυσε. Δε θα ήταν αυτός που θα της έλεγε ότι την είχε καλέσει στη Νέα Υόρκη μόνο και μόνο σαν κάλυψη για τη σχέση του με μια άλλη -παντρεμένη!- γυναίκα! Το γεγονός ότι η Σιν ήταν μαζί του τώρα ήταν αρκετό για να καταλάβει ο Μίλερ ότι πρέπει να ήταν μαζί του και όταν εκείνος δέχτηκε το τηλεφώνημα του Ντεξ πριν λίγο. Και επιπλέον το γεγονός ότι εκείνη φορούσε ένα τεράστιο αντρικό μακό θα τον έκανε να τα βάλει κάτω και να βρει ότι ένα κι ένα κάνουν δυο!


127

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

Πράγμα που ήταν ακριβώς ο λόγος που δεν ήθελε ο Λυσιέν τη Σιν μαζί του σ’ αυτή τη σύγκρουση. Τέλος πάντων, εντάξει, δεν ήταν ο μόνος λόγος. Θα προτιμούσε πραγματικά να είχε μείνει εκείνη στο διαμέρισμα φτιάχνοντας καφέ, σαν καλή γυναικούλα, περιμένοντας το Μεγάλο Κυνηγό. Ήθελε να την προστατέψει από τον εαυτό της, αν χρειαζόταν. Μα όπως ήταν τα πράγματα, αμφέβαλλε ότι εκείνη θα επέστρεφε στο διαμέρισμά του απόψε... «Μπορούμε να προχωρήσουμε, τι λες;» της πέταξε απότομα, κοιτάζοντας επιδεικτικά το ρολόι του. «Είπα στον Ντεξ ότι θα ήμουν εκεί σε πέντε λεπτά και πέρασαν πάνω από δέκα». Η Σιν ανοιγόκλεισε τα μάτια της στον απότομο τρόπο του. «Φυσικά. Συγνώμη». Έκανε ένα μορφασμό μόλις ξεκίνησε ξανά πλάι του, αφήνοντάς τον να νιώθει σαν να είχε μόλις δώσει μια κλοτσιά σ’ ένα ήδη κακομεταχειρισμένο και ανυπεράσπιστο ζώο. Όχι ότι σκεφτόταν τη Σιν σαν ανυπεράσπιστη -ήταν υπερβολικά ανεξάρτητη, υπερβολικά αποφασισμένη να μην είναι ποτέ ανυπεράσπιστη. Αλλά δεν είχε αμφιβολία ότι ο πραγματικός λόγος που την είχε καλέσει ο Μίλερ στη Νέα Υόρκη θα την αναστάτωνε. Ήταν δύσκολο να πιστέψει κανείς, με δεδομένη την ένταση ανάμεσά τους τώρα, ότι οι δυο τους έκαναν έρωτα πριν λίγα μόλις λεπτά -ότι ήξερε τώρα τα μύχια του κορμιού της και πώς ακριβώς να της δώσει απόλαυση. Από την άλλη πλευρά, ήταν θετικό που η αντρική φύση του είχε πάρει το μήνυμα ότι η νύχτα απόλαυσης είχε τελειώσει και είχε ηρεμήσει. Όχι ότι θα χρειαζόταν πολύ να ξαναζωντανέψει ο πόθος του... μια μόνο φλογερή ματιά της, ένα ελάχιστο άγγιγμα από το χέρι της στο κορμί του... Πράγμα που ο Λυσιέν ήξερε ήδη ότι δε θα συνέβαινε στο άμεσο μέλλον. Αν όχι ποτέ. Ένας ακόμα λόγος για να είναι δυσαρεστημένος με την όλο και πιο αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Μίλερ. Αν χρειαζόταν άλλο λόγο. Που δε χρειαζόταν. Ξεχνούσε τα ναρκωτικά και τη σχέση με τη Σιμόν Καρού. Ο άντρας αυτός ήταν ένας παλιάνθρωπος, που είχε προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει τη Σιν σαν ασπίδα για κείνη τη σχέση. Όχι ότι το κόλπο είχε πιάσει, αλλά


Carole Mortimer

128

αυτό δε δικαιολογούσε τη σκληρή συμπεριφορά του απέναντι σε μια γυναίκα που τον νόμιζε φίλο της. Ή τη βίαιη συμπεριφορά του στο πάρτι των Καρού. Και η Σιν ήταν ενοχλημένη μ’ εκείνον που είχε απολύσει τον Μίλερ για συνεχή παραβίαση όρων συμβολαίου. «Ντεξ». Χαιρέτησε το σωματοφύλακά του βλοσυρά, καθώς έστριψαν σε μια γωνία και τον είδε να στέκεται έξω από μια πόρτα στο διάδρομο. «Εδώ μέσα είναι;» Έγνεψε προς την κλειστή πόρτα. Ο Ντεξ στραβομουτσούνιασε. «Ναι». «Και έχει ησυχάσει τώρα;» «Κάπως». Ο Ντεξ συγκατάνευσε βλοσυρά, πριν ρίξει στη Σιν μια συνοφρυωμένη ματιά. «Δε νομίζω ότι είναι καλή ιδέα να μπει η δεσποινίς Χάμοντ μέσα μαζί σας. Ο Μίλερ είναι βίαιος και εκτοξεύει κάθε λογής κατηγορίες», προειδοποίησε με ένα αιχμηρό βλέμμα προς τον Λυσιέν. «Θα μπω», πληροφόρησε και τους δύο η Σιν πεισματικά. Τα χείλη του Λυσιέν σφίχτηκαν. «Όπως βλέπεις, Ντεξ, η δεσποινίς Χάμοντ επιμένει να μας συνοδέψει» «Δεν είναι πραγματικά καλή ιδέα, δεσποινίς Χάμοντ», την προειδοποίησε ο Ντεξ ευγενικά. Ήταν μια ευγένεια για την οποία ο Λυσιέν δε θεωρούσε ποτέ τον άλλο άντρα ικανό να εκφράσει. Χωρίς αμφιβολία ο Ντεξ έβρισκε την ομορφιά της Σιν και την εύθραυστη εικόνα της ελκυστική αλλά η εύθραυστη εμφάνιση ήταν απατηλή. Υπήρχε μια σκληρότητα κάτω από την επιφάνεια, που έκανε τον Λυσιέν να σκέφτεται ότι η Σιν δε θα σταματούσε μπροστά σε κανένα εμπόδιο για να πετύχει κάτι που ήθελε. Ευτυχώς ο Ντεξ ενδιαφερόταν μ’ έναν πατρικό τρόπο, επειδή ο Λυσιέν ήξερε ότι δε θα χαιρόταν καθόλου αν ο σωματοφύλακάς του ήταν τσιμπημένος με τη γυναίκα που... Τι γυναίκα που τι;... Που ερωτευόταν εκείνος; Που ήταν ήδη ερωτευμένος μαζί της; Τώρα σίγουρα δεν ήταν η ώρα για να σκεφτεί τι μπορεί να ένιωθε ή να μην ένιωθε για τη Σιν. Διάβολε, είχαν συναντηθεί ακριβώς τρεις φορές ως τώρα και είχαν μοιραστεί μια βραδιά


129

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

μαζί. Αν και ήταν η πιο απολαυστική -και η πιο ερεθιστικήβραδιά που είχε περάσει ποτέ του με μια γυναίκα... Το βάθος του πόθου του για τη Σιν ήταν πρωτοφανές -σε σημείο που είχε νομίσει πραγματικά ότι θα τελείωνε απλά και μόνο με τη γεύση της στη γλώσσα του. Και νωρίτερα εκείνη τη βραδιά εκείνη είχε πιστέψει ότι ο Λυσιέν την έκρυβε στο διαμέρισμά του επειδή δεν ήθελε να τον δουν δημόσια μαζί της! Μπορεί να εξακολουθούσε να το πιστεύει αυτό, παρ’ όλο που το είχε αρνηθεί εκείνος. Διάβολε, έπρεπε να την είχε μαυρίσει στο ξύλο νωρίτερα, αντί να κάνει έρωτα μαζί της! «Εκτιμώ το ενδιαφέρον σου, Ντεξ», απάντησε η Τία στον μεσήλικα άντρα ήρεμα. «Αλλά ο Τζόναθαν είναι φίλος μου». «Όχι. Δεν είναι πραγματικά», είπε ο Λυσιέν άγρια. «Και έχω σκοπό να μιλήσω μαζί του απόψε», συνέχισε αποφασιστικά, ρίχνοντας στον Λυσιέν ένα επιτιμητικό βλέμμα. «Συμφωνώ με τον κύριο Στιλ», μουρμούρισε με λύπη ο Ντεξ. «Η συμπεριφορά του κυρίου Μίλερ νωρίτερα ήταν... εκτός ελέγχου», πρόσθεσε. Η Τία είχε φτάσει να συμπαθεί και να εμπιστεύεται αυτό τον άντρα τούτες τις δυο μέρες -πώς μπορούσε να μη συμπαθεί και να εμπιστεύεται κάποιον που είχε σταθεί φρουρός όλη νύχτα έξω από την κρεβατοκάμαρά της; Στην πραγματικότητα ένιωθε λιγάκι ένοχη τώρα που είχε σκεφτεί ότι ο Ντεξ έμοιαζε με γκάνγκστερ όταν τον πρωτοείδε. Μπορεί να φαινόταν σκληρός, αλλά δεν αμφέβαλλε ότι υπήρχε μια χρυσή καρδιά κάτω από το σκληρό παρουσιαστικό του. Και εκτίμησε τη συμβουλή τώρα -όπως είχε εκτιμήσει και του Λυσιέν. Αν και το βλοσυρό ύφος του έδειχνε ότι εκείνος σκεφτόταν διαφορετικά. Όμως ένιωθε ότι δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τον Τζόναθαν όταν είχε ανάγκη όλους τους φίλους που μπορούσε να βρει. Και δεν είχε αμφιβολία ότι όλοι εκείνοι οι ρηχοί άνθρωποι που ήταν γύρω του στα πάρτι διασημοτήτων θα έφευγαν μακριά τη στιγμή που θα μάθαιναν ότι είχε πάψει να είναι σταρ στο Νέτγουορκ. «Εκτιμώ το ενδιαφέρον σου, Ντεξ». Χαμογέλασε δείχνο-


Carole Mortimer

130

ντας την ευγνωμοσύνη της, ακουμπώντας το χέρι της ανάλαφρα στο μυώδες μπράτσο του. «Πραγματικά το εκτιμώ». «Αλλά θα το αγνοήσει», είπε ο Λυσιέν με σημασία. Το χαμόγελό της έσβησε ενώ γύριζε να τον αντικρίσει, ξέροντας από την ψυχρότητα που είδε στα μάτια του πόσο δυσαρεστημένος ήταν μαζί της, αλλά ανήμπορη να κάνει κάτι γι’ αυτό. Δεχόταν, παρά τη διακοπή στο ερωτικό σμίξιμό τους, ότι ο Λυσιέν είχε γίνει εραστής της απόψε -ήταν πιο κοντά της πια και την ήξερε περισσότερο από κάθε άλλο άντρα. Αλλά, πάλι, ήταν φίλοι με τον Τζόναθαν δυο χρόνια τώρα και δεν παρατούσε τους φίλους της. Ειδικά όταν ένας τους βρισκόταν τόσο φανερά σε μπελάδες. Πήρε μια βαθιά αναπνοή. «Ναι, δυστυχώς». *** Ο Λυσιέν ήξερε ότι η Σιν δε θα έκανε πίσω. Ήταν η πιο εξοργιστικά ξεροκέφαλη γυναίκα που είχε γνωρίσει ποτέ! Όπως ήταν επίσης η πιο ωραία -μέσα κι έξω. Και η πιο αστεία. Τα σχόλιά της ήταν μερικές φορές εντελώς εξωφρενικά. Ήταν επίσης η πιο σέξι γυναίκα που είχε γνωρίσει. Και σίγουρα η πιο δοτική! Αυτό από μόνο του ήταν ερεθιστικό -αφροδισιακό. Ο Λυσιέν ήταν ένας έμπειρος εραστής και σίγουρα δεν είχε ποτέ παράπονα για τη σεξουαλική τεχνική του, την ικανότητά του να φέρνει μια γυναίκα σε οργασμό ή να εκτονώνεται ο ίδιος. Αλλά με τη Σιν δεν υπήρχε λόγος για κείνη τη μετρημένη τεχνική υπήρχε μόνο καθαρή απόλαυση καθώς, μετά την αρχική συστολή της, δεν έκρυβε τίποτα και ανταποκρινόταν στο παραμικρό άγγιγμά του, ανεβάζοντας ταυτόχρονα στα ύψη τη δική του απόλαυση και διέγερση. Σε τέτοιο βαθμό που ήξερε ότι η γυναίκα αυτή γινόταν γρήγορα ο δικός του εθισμός... Κι όμως τώρα ήταν στα μαχαίρια ξανά, λίγα μόλις λεπτά μετά -και μάλιστα για τον Τζόναθαν Μίλερ! Έναν άντρα που ο Λυσιέν δε θεωρούσε άξιο ούτε να γλείψει τα παπούτσια της Σιν, πόσω μάλλον να δικαιούται την πίστη και τη φιλία της.


131

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Ωραία», είπε απότομα, γυρίζοντας προς το σωματοφύλακά του. «Καλύτερα τότε, Ντεξ, να ξεκλειδώσεις την πόρτα και να περάσουμε μέσα. Όσο πιο σύντομα ξεμπερδέψουμε μ’ αυτό τόσο το καλύτερο για όλους μας», πρόσθεσε αυστηρά. «Λυσιέν;...» είπε η Σιν σχεδόν ικετευτικά. «Πήρες την απόφασή σου, Σιν». Γύρισε προς το μέρος της θυμωμένα, με τα χέρια σφιγμένα στα πλευρά του. «Ελπίζω μόνο να μην το μετανιώσεις. Όχι, διάβολε, ξέρω ότι θα το μετανιώσεις!» Η Τία είχε μια άσχημη αίσθηση ότι θα γινόταν πράγματι έτσι. Τόσο ο Ντεξ όσο κι ο Λυσιέν φαίνονταν πεισμένοι ότι θα γινόταν αυτό και δεν είχε λόγο να δυσπιστεί. Ναι, ο Τζόναθαν δεν ήταν καθόλου ευγενικός οικοδεσπότης από τότε που έφτασε η Τία στη Νέα Υόρκη -σε σημείο που η συμπεριφορά του το προηγούμενο βράδυ να μην της αφήσει άλλη επιλογή από το να φύγει από το διαμέρισμά του. Μα δεν μπορούσε να του γυρίσει την πλάτη αν χρειαζόταν ένα φίλο. Ο Λυσιέν ακολούθησε τον Ντεξ στο δωμάτιο, έτσι που της εμπόδισαν τη θέα του Τζόναθαν μέχρι που παραμέρισαν. Και τότε τον είδε ξαφνικά στο μισοσκότεινο δωμάτιο, να στέκεται μπροστά στο παράθυρο. Φαινόταν χάλια: το τζιν του ήταν όλο χώματα -από τις γλάστρες που είχε σπάσει;-, το μπλουζάκι του ήταν σχισμένο, αλλά οι μελανιές στο πρόσωπό του και το σκίσιμο πάνω από το ένα του μάτι ήταν που την τρόμαξαν περισσότερο. Τα χείλη του τραβήχτηκαν σαρκαστικά βλέποντας τη σοκαρισμένη έκφραση στο πρόσωπό της. «Έπρεπε να δεις τον άλλο!» «Ο “άλλος” είναι στο νοσοκομείο, με ράμματα στο κεφάλι, εξαιτίας της λάμπας που έσπασες πάνω του», είπε τραχιά ο Λυσιέν. Ο Τζόναθαν έστρεψε τη σαρκαστική έκφρασή του σ’ αυτόν. «Δεν έπρεπε να μπει στο δρόμο μου» «Πρόσεχε το στόμα σου, Μίλερ. Εκτός αν θέλεις να σου κάνει μήνυση για βιαιοπραγία και επικίνδυνες σωματικές βλάβες», τον προειδοποίησε ο Λυσιέν αυστηρά.


Carole Mortimer

132

Η Τία χλόμιασε στην πληροφορία ότι ο Τζόναθαν είχε επιτεθεί σε κάποιον με μια λάμπα, με αποτέλεσμα να χρειαστεί να πάει στο νοσοκομείο για ράμματα. «Απλά χειροτερεύεις την κατάσταση, Τζόναθαν...» «Τι ακριβώς κάνεις εσύ εδώ, Τία;» Ο Τζόναθαν γύρισε και την κοίταξε με βλέμμα φαρμακερό, ενώ παρατηρούσε την εμφάνισή της με μια γρήγορη ματιά. «Φαίνεσαι σαν να έπεσες μόλις από το κρεβάτι. Ω Θεέ μου». Έβγαλε ένα τραχύ γέλιο, καθώς το βλέμμα του πήγε στον Λυσιέν και μετά πάλι πίσω στην Τία. «Κατάλαβα. Έπεσες από το δικό του κρεβάτι». Η Τία μόρφασε. «Τζόναθαν, μη». «Βούλωσ’ το, Μίλερ», είπε παγερά ο Λυσιέν την ίδια στιγμή. «Η σεμνότυφη Τία Χάμοντ και ο παντοδύναμος Λυσιέν Στιλ!» Ο Τζόναθαν αγνόησε και τους δυο ενώ γελούσε δυνατά μ’ ένα αστείο που προφανώς μόνο ο ίδιος εκτιμούσε. Η Τία ένιωσε να μουδιάζει. Ο Λυσιέν ήταν φανερά έξω φρενών, ενώ ο Ντεξ έμενε στωικά σιωπηλός. Το χιούμορ του Τζόναθαν ήταν τόσο χλευαστικό και φαρμακερό, που η Τία ένιωσε την ανάγκη να παρέμβει. «Δε βοηθάς, Τζόναθαν». «Δε μου έχει μείνει τίποτα να χάσω», τη διαβεβαίωσε περιφρονητικά, κουνώντας δεξιά αριστερά το κεφάλι του. «Ανόητο κορίτσι... δεν ξέρεις ότι απλά σε χρησιμοποιεί για να χτυπήσει εμένα;» Κοίταξε την Τία με οίκτο. «Εσύ είσαι αυτός που τη χρησιμοποίησε, Μίλερ», είπε ο Λυσιέν με παγερή περιφρόνηση. Ο Τζόναθαν τον κοίταξε άγρια. «Προσπάθησα να σε πείσω ότι η Τία κι εγώ είχαμε σχέση, ναι. Με τη μάταιη ελπίδα να σε ξεφορτωθώ. Αλλά αυτό που έκανες απόψε -να την αποπλανήσεις είναι δέκα φορές χειρότερο από οτιδήποτε έκανα εγώ». Κούνησε με αποστροφή το κεφάλι του πριν γυρίσει στην Τία, κατηγορώντας τη με το βλέμμα του. «Να πάρει η ευχή, Τία, βγαίναμε στην πραγματικότητα ραντεβού για λίγο καιρό -μέχρι που έκανες σαφές ότι δεν ενδιαφερόσουν για μένα με τέτοιο τρόπο. Κι όμως γνώρισες τον Στιλ μόλις χτες και πήγες κιόλας στο κρεβάτι μαζί του! Αναθεματισμένα απίστευτο!» κατέληξε


133

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

δύσπιστα. 'Οταν το έθετε έτσι ήταν απίστευτο, παραδέχτηκε η Τία, κάνοντας ένα μορφασμό μέσα της. Μπορεί να μην είχαν προλάβει να κάνουν καλά-καλά έρωτα, αλλά μετά από τις φορές που ο Λυσιέν την είχε φέρει σε συγκλονιστικό οργασμό ήταν σίγουρα εραστής της. Παρ’ όλο που, όπως είχε παρατηρήσει ο Τζόναθαν μόλις τώρα, τον ήξερε μόνο είκοσι τέσσερις ώρες. Ο Λυσιέν είχε ακούσει αρκετά -είχε δει αρκετά. Το πρόσωπο της Σιν ήταν χλομό και ταλαντευόταν ελαφρά, σαν να ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει! «Προτείνω να μιλήσουμε γι’ αυτό ξανά αύριο, Μίλερ», του πέταξε παγερά. «Όταν θα έχεις μια ευκαιρία να... ηρεμήσεις». Τον κοίταξε με αηδία, ξέροντας από τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά του και τα υπερβολικά ζωηρά μάτια του ότι ήταν φτιαγμένος με κάτι -κάτι που χρειαζόταν να κοιμηθεί όλη νύχτα για να φύγει από μέσα του. Προτιμότερο ήταν να τον παρακολουθεί με τον Ντεξ συνέχεια για να εξασφαλίσει ότι δε θα έκανε τίποτ’ άλλο. «Χωρίς αμφιβολία θα το προτιμούσες αν η Τία δεν άκουγε όλες τις βρόμικες λεπτομέρειες», είπε χλευαστικά ο Μίλερ. Ο Λυσιέν ανασήκωσε τους ώμους. «Είναι δικές σου βρόμικες λεπτομέρειες». «Όχι όλες», τον προκάλεσε ο Μίλερ. «Κάτι που είμαι σίγουρος ότι δε θα το μοιραστείς με την Τία επίσης». Τα χείλη του Λυσιέν σφίχτηκαν. «Όχι μόνο οι κούφιες απειλές σου δεν έχουν κανένα βάρος, αλλά θα μπορούσαν να είναι πολύ επικίνδυνες. Για τη μελλοντική καριέρα σου», πρόσθεσε σιγανά. «Δε νομίζεις ότι η Τία έχει δικαίωμα να ξέρει ότι ο πραγματικός λόγος που προσπαθείς να σπάσεις το συμβόλαιό μου τους τελευταίους δυο μήνες -ο λόγος που είσαι μαζί της απόψε- είναι επειδή έχω σχέση με τη γυναίκα που έκλεψα από το δικό σου κρεβάτι;» «Ξέρουμε κι οι δυο ότι δεν είναι αλήθεια αυτό, Μίλερ». Τα δόντια του Λυσιέν ήταν τόσο σφιγμένα, που πονούσε το σαγόνι του. «Το ξέρουμε;» «Ναι!» του πέταξε άγρια. «Κάτι που θα συζητήσω μαζί σου


Carole Mortimer

134

με περισσότερες λεπτομέρειες αύριο», πρόσθεσε αποφασιστικά. «Και θα μου δώσεις επίσης όλες τις ζουμερές πληροφορίες για το πώς πέτυχες να ξελογιάσεις και να ξεπαρθενέψεις την Παρθένα Βασίλισσα;» του πέταξε ο Μίλερ πειραχτικά. «Τι διάβολο;...» μουρμούρισε ο Λυσιέν. «Έτσι αποκαλούσα την Τία πάντα στο μυαλό μου». Ο Μίλερ χαμογέλασε αμετανόητα. Ο Λυσιέν έμεινε ακίνητος, ενώ κάθε σκέψη για τις κατηγορίες του Μίλερ έφευγε από το μυαλό του. Αναπνέοντας μόλις, ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά στο στήθος του καθώς έριχνε στη Σιν ένα γρήγορο δύσπιστο βλέμμα -αρκετό όμως για να του δείξει ότι εκείνη είχε κάπως καταφέρει να χλομιάσει περισσότερο. Τα μάγουλά της ήταν τώρα άσπρα σαν πανί. Η Παρθένα Βασίλισσα; Υπήρχε πιθανότητα τουλάχιστον σ’ αυτό το θέμα ο Μίλερ να έλεγε την αλήθεια και η Σιν να ήταν ακόμα παρθένα; Λάθος: ήταν ακόμα από τεχνικής πλευράς παρθένα -παρά την ένταση του ερωτικού σμιξίματός τους νωρίτερα. Είχε πάρει ο Λυσιέν μια παρθένα στο κρεβάτι του και δεν το ήξερε καν; Θα το μάθαινε τη στιγμή που θα έσκιζε εκείνο το ντελικάτο εμπόδιο; Ο Λυσιέν ήταν αυτός που ένιωθε να ανακατεύεται τώρα. Να ανακατεύεται άσχημα στην πραγματικότητα, με το πόσο κοντά είχε έρθει στο να πάρει την αθωότητα της Σιν χωρίς καν να το συνειδητοποιήσει, παρά μόνο όταν θα ήταν πολύ αργά. Ίσως έπρεπε να το περιμένει. Είχε παρατηρήσει τον αέρα ανειλικρίνειας γύρω της την πρώτη φορά που συναντήθηκαν. Υπήρχε επίσης η συστολή της νωρίτερα για τη γύμνια της, όπως και για τη δική του. Η σαστιμάρα της όταν την είχε διαβεβαιώσει ότι ήταν υγιής και η διατακτική επιβεβαίωσή της ότι κι εκείνη ήταν. Και το οφθαλμοφανές γεγονός ότι η Σιν δεν έπαιρνε κανένα μέτρο αντισύλληψης. Επειδή ήταν παρθένα. Ακόμα και στα άγρια νιάτα του ο Λυσιέν δεν είχε πάρει ποτέ μια παρθένα στο κρεβάτι του -είχε μείνει μακριά από κάθε θηλυκό που φαινόταν ότι μπορεί να ήταν ακόμα ανέγγιχτο. Η


135

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

παρθενιά μιας γυναίκας ήταν κάτι σπουδαίο -ένα δώρο- όχι κάτι που πετιόταν σε μια αδιάφορη σχέση και ο Λυσιέν δεν είχε ποτέ νιώσει κάτι βαθύτερο για καμιά από τις γυναίκες που έβγαινε ποτέ για να θέλει να προχωρήσει τη σχέση τόσο μακριά. Τι σκεφτόταν η Σιν νωρίτερα; Ίσως δε σκεφτόταν καθόλου; Ο Λυσιέν ήξερε ότι ο ίδιος σίγουρα δε σκεφτόταν. Ήταν υπερβολικά ερεθισμένος, υπερβολικά δοσμένος στην ένταση του πόθου του για κείνη -στον εθισμό του σ’ αυτή που όλο και μεγάλωνε-, για να μπορεί να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά της και τη συζήτησή τους και να αντιληφθεί ακριβώς πόσο αθώα ήταν. Όπως ήταν τα πράγματα, ήταν έτοιμος να μπει μέσα της, να πάρει την αθωότητά της, όταν το κουδούνισμα του κινητού του τους είχε διακόψει. Γλυκέ, σπλαχνικέ Θεέ!...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

«Λυσιέν...» «'Οχι τώρα, Τία» Χρειάστηκε σχεδόν να τρέξει για να προλάβει τα πολύ πιο γρήγορα βήματα του Λυσιέν, ενώ το κοροϊδευτικό γέλιο του Τζόναθαν τους ακολουθούσε καθώς διέσχιζαν τον έρημο διάδρομο προς τα κύρια ασανσέρ, στο χώρο της ρεσεψιόν. Τα ασανσέρ που θα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει η Τία αν γύριζε στη σουίτα της στο δέκατο όροφο. Πράγμα που φαινόταν ότι ήταν έτοιμη να κάνει. «Θα μείνει ο Ντεξ με τον Τζόναθαν απόψε;» Η Τία δεν είχε μπορέσει ν’ ακούσει όλη τη χαμηλόφωνη συζήτηση ανάμεσα στον Λυσιέν και τον Ντεξ προτού ο Λυσιέν την πιάσει γερά από το μπράτσο και τη συνοδέψει έξω από το δωμάτιο, αλλά είχε συμπεράνει ότι ο Ντεξ σκόπευε να βγάλει τον Τζόναθαν από την πίσω είσοδο του ξενοδοχείου και μετά να τον πάει με το αυτοκίνητο στο διαμέρισμά του. Ο Λυσιέν συγκατάνευσε απότομα. «Μόνο και μόνο για να εξασφαλίσει ότι δε θα κάνει φασαρία την υπόλοιπη νύχτα». Η Τία έκανε ένα μορφασμό. «Είναι τόσο άσχημο πραγματικά το θέμα των ναρκωτικών;» «Ναι», της απάντησε δύσθυμα. Η Τία συνοφρυώθηκε. «Λυσιέν, τι εννοούσε ο Τζόναθαν; Φάνηκε να υπονοεί ότι υπήρχε μια γυναίκα στη μέση στην απόφασή σου να τον απολύσεις από το Νέτγουορκ». Ο Λυσιέν γύρισε και την κοίταξε με παγερό βλέμμα. «Δε


137

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

νομίζω ότι είναι μια συζήτηση που πρέπει να κάνουμε τώρα ακριβώς, Τία». Το γεγονός ότι συνέχιζε να τη λέει Τία μ’ εκείνο τον παγερό, κοφτό τόνο ήταν κάθε άλλο παρά καθησυχαστικό... Όχι ότι ήταν εντελώς ανίδεη για το λόγο της παγερότητάς του. Ήταν λες κι ένα πολικό ψύχος είχε εισβάλει στο δωμάτιο τη στιγμή που ο Τζόναθαν είχε αποκαλύψει τόσο ωμά την παρθενιά της. Η σοκαρισμένη αντίδραση του Λυσιέν σ’ εκείνη τη δήλωση ήταν ολοφάνερη. Σαν να είχε εκείνη μια αρρώστια ή κάτι εξίσου δυσάρεστο! Έλεος, ήταν κι εκείνος παρθένος κάποτε πολλά χρόνια πριν, χωρίς αμφιβολία, αλλά παρ’ όλα αυτά... «Δεν καταλαβαίνω γιατί ενοχλήθηκες τόσο». Έσμιξε τα φρύδια της. «Είναι δική μου η παρθενιά και μπορώ να διαλέξω να τη χάσω όποτε μ’ αρέσει. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο». «Υποθέτω γι’ αυτό περίμενες είκοσι τρία χρόνια για να σκεφτείς καν να το κάνεις αυτό;» Η Τία μόρφασε στον καυστικό τόνο του. «Δεν είναι η πρώτη φορά που το σκέφτηκα -και αυτό είναι το μελανιασμένο μπράτσο μου, Λυσιέν», διαμαρτυρήθηκε όταν τα δάχτυλά του έσφιξαν δυνατά το μπράτσο της, καθώς σταματούσε απότομα στον έρημο διάδρομο γυρίζοντάς τη να τον αντικρίσει. Την άφησε το ίδιο απότομα, αγριοκοιτάζοντάς τη, ενώ ανέπνεε βαθιά. «Τι διάβολο νόμιζες, Τία; Τι έκανες πηγαίνοντας μόνη στο διαμέρισμα ενός άντρα;» «Το να δεχτώ μια πρόσκληση για δείπνο στο διαμέρισμα ενός άντρα δε λέει, Εδώ είμαι -πάρε με στο κρεβάτι!» «Η πείρα μου λέει ότι αυτό εξαρτάται από τη γυναίκα και τους λόγους της να δεχτεί την πρόσκληση». Η Τία φούντωσε. «Δε νομίζω ότι μου αρέσει ο επικριτικός τόνος σου». «Λοιπόν, κρίμα», της πέταξε τραχιά. «Επειδή ο τόνος μου δεν πρόκειται ν’ αλλάξει μέχρι να μάθω ακριβώς γιατί πήγες στο κρεβάτι μαζί μου νωρίτερα απόψε!» Τα μάγουλά της κοκκίνισαν. «Νόμιζα ότι έκανα έρωτα με έναν άντρα που ποθούσα και που με ποθούσε κι αυτός!» Το σαγόνι του σφίχτηκε. «Δεν είναι αρκετό αυτό, Τία». «Λοιπόν, είναι η μόνη εξήγηση που έχω. Και σταμάτα να


Carole Mortimer

138

με λες έτσι!» Δάκρυα έτσουξαν τα μάτια της. «Είναι το όνομά σου», της είπε κοφτά. «Αλλά εσύ δε με φώναξες ποτέ μ’ αυτό». Έπνιξε εκείνα τα καυτά δάκρυα. «Και μ... μου άρεσε που μόνο εσύ με φώναξες ποτέ Σιν», παραδέχτηκε βραχνά, συνειδητοποιώντας άτι ήταν η αλήθεια. Είχε βρει το μοναδικό όνομα του Λυσιέν γι’ αυτήν εξοργιστικό στην αρχή, αλλά πολύ γρήγορα έφτασε να της αρέσει αυτή η μοναδικότητα. Τα ρουθούνια του φούσκωσαν από ανυπομονησία. «Απάντησε στην αναθεματισμένη ερώτηση, Τία!» «Ποια;» του πέταξε εξίσου θυμωμένα. Την είχε πει μ’ εκείνο το όνομα ξανά. «Γιατί αποφάσισα να δειπνήσω μαζί σου στο διαμέρισμά σου απόψε; Ή γιατί σε διάλεξα σαν αυτόν με τον οποίο ήθελα να χάσω την παρθενιά μου;» τον προκάλεσε ειρωνικά. «Προφανώς νομίζεις ότι είχα σχεδιάσει από πριν να πάω στο κρεβάτι μαζί σου απόψε! 'Οτι προσπαθούσα να... να σε παγιδέψω... σε τι, ακριβώς;» Τον κοίταξε άγρια. Ο Λυσιέν ήταν ακόμα υπερβολικά έκπληκτος με την είδηση για την παρθενιά της -τη σκέψη ότι δεν είχε πάει ποτέ με άλλον άντρα-, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση με τη συνηθισμένη ελεγχόμενη λογική του. Επομένως μιλούσε χωρίς να σκέφτεται τι έλεγε, κάτι αχαρακτήριστο γι’ αυτόν. Αλλά, διάβολε, αν το κινητό του είχε χτυπήσει μερικά δευτερόλεπτα αργότερα!... «Π’ ανάθεμά με αν ξέρω», μουρμούρισε με απόγνωση. «Α, νομίζω ότι ξέρεις, Λυσιέν». Η φωνή της έτρεμε από θυμό. «Νομίζω πως αποφάσισες -πως πιστεύεις- ότι επίτηδες βάλθηκα να σε ξελογιάσω απόψε». «Πιστεύω ότι εγώ ήμουν που σε ξελόγιασα...» «Κι αν είμαι αρκετά έξυπνη ώστε να σε αφήσω να νομίζεις ότι με ξελόγιασες;» τον πείραξε κοιτάζοντάς τον με μάτια που λαμπύριζαν. Εκείνος κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι του δεξιά αριστερά. «Δεν είσαι...» «Είναι κρίμα που ρώτησες για αντισύλληψη, πραγματικά», συνέχισε χωρίς παύση. «Διαφορετικά μπορεί μάλιστα να είχα ανακαλύψει ότι είμαι έγκυος μέσα σε λίγες βδομάδες. Και δε θα


139

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

ήταν υπέροχο; Μπορώ να δω τους τίτλους στις εφημερίδες τώρα Γέννησα το παιδί του έρωτα, το παιδί του Στιλ. Μόνο που δεν είμαστε ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλο και δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει παιδί...» «Σταμάτα, Σιν!» της είπε τραχιά, πριν την πιάσει από τους ώμους και την ταρακουνήσει. «Σταμάτα!» «Άφησέ με, Λυσιέν», είπε εκείνη με δυσκολία. «Δε μ’ αρέσεις καθόλου αυτή τη στιγμή». Δάκρυα έτρεχαν ανεξέλεγκτα στα χλομά μάγουλά της και τα μάτια της καθρέφτιζαν τη δυστυχία της. Ούτε στον Λυσιέν πολυάρεσε ο εαυτός του αυτή τη στιγμή. Και δεν ήταν πραγματικά δικαιολογία ότι ήταν ακόμα σοκαρισμένος από το σχόλιο του Μίλερ για την «Παρθένα Βασίλισσα». Τα θυμωμένα σχόλιά του είχαν κάνει τώρα τη Σιν να νομίζει να πιστεύει- ότι ήταν θυμωμένος για την παρθενιά της. Όταν στην πραγματικότητα ένιωθε να θέλει να πέσει στα γόνατα και να φιλήσει τα ωραία πόδια της. Η παρθενιά μιας γυναίκας ήταν δώρο. Ένα δώρο που η Σιν ήταν έτοιμη να δώσει σ’ εκείνον απόψε. Κι ένιωθε δέος για το μέγεθος του δώρου της. Και την είχε κάνει να κλάψει. Αυτό ήταν απλά απαράδεκτο. Άφησε τους ώμους της πριν την τραβήξει στην αγκαλιά του -μια κίνηση στην οποία εκείνη αντιστάθηκε αμέσως, καθώς προσπάθησε να τον σπρώξει μακριά, πριν τον χτυπήσει με τις γροθιές της στο στήθος. «Είπα, άφησέ με, Λυσιέν!» Τον αγριοκοίταξε καθώς εκείνος εξακολουθούσε να την κρατάει σφιχτά στο στήθος του. «Άσε με να σου εξηγήσω, Σιν...» «Έχω κι εγώ ερωτήσεις που θέλω να απαντήσεις, Λυσιέν. Και μέχρι τώρα αρνήθηκες να απαντήσεις σε όλες. Συμπεριλαμβανομένου του να μου εξηγήσεις για τη γυναίκα που υποτίθεται ότι έκλεψε ο Τζόναθαν από σένα». «Δε θεωρώ ότι οι φαντασιώσεις του Τζόναθαν έχουν σχέση με αυτή τη συζήτησή μας!» Την κοίταξε με βλοσυρό ύφος. «Κι εγώ διαφωνώ με αυτή τη γνώμη. Ο Τζόναθαν είπε πως το ότι κάναμε έρωτα οι δυο μας απόψε ήταν σκόπιμο από μέρους σου άτι με ξελόγιασες για να τον εκδικηθείς...» «Αυτό ακούγεται πραγματικά σαν κάτι που θα έκανα;» της


Carole Mortimer

140

είπε με το σαγόνι του σφιγμένο. «Όσο ακούγεται η παγίδευση σαν κάτι που θα έκανα εγώ», του πέταξε δηκτικά. «Δε σε ξέρω πραγματικά, Λυσιέν...» «Α, με ξέρεις, Σιν», τη διαβεβαίωσε σιγανά. «Μέσα σε λίγες μόνο ώρες σού επέτρεψα να με γνωρίσεις καλύτερα απ’ όσο με έχει γνωρίσει ποτέ οποιαδήποτε άλλη. Και η συζήτηση που πρέπει να κάνουμε είναι σχετικά με το τι συνέβη ανάμεσα στους δυο μας απόψε». «Νομίζω είπαμε -εσύ, σίγουρα- περισσότερα απ’ όσα χρειαζόταν πάνω σ' αυτό το θέμα!» τον διαβεβαίωσε αποφασιστικά. «Επειδή ξαφνιάστηκα δικαίως που έμαθα για... για την αθωότητά σου;» «Ξαφνιάστηκες; Εμένα μου φάνηκε περισσότερο σαν σοκ». «Είσαι παράλογη, Σιν...» «Πιθανόν επειδή νιώθω παράλογη!» Έδωσε άλλη μια σπρωξιά στο στήθος του με τους λυγισμένους αγκώνες της, ενώ δάκρυα μούσκευαν ακόμα τα μάγουλά της. «Τόσα πολλά συνέβησαν απόψε που... Λυσιέν, αν δε με αφήσεις θα βάλω τις φωνές και νομίζω ότι οι πελάτες του ξενοδοχείου έγιναν μάρτυρες σε αρκετές σκηνές για ένα βράδυ». «Είσαι αναστατωμένη...» «Φυσικά είμαι αναστατωμένη!» Σταμάτησε και τον κοίταξε δύσπιστα. «Μόλις έμαθα ότι ένας φίλος που ήρθα να τον επισκεφτώ στη Νέα Υόρκη δεν έχει μόνο μπλέξει με ναρκωτικά, αλλά με χρησιμοποίησε επίσης για να κρύψει τη σχέση του με μια άλλη γυναίκα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο άντρας με τον οποίο δείπνησα κι έκανα έρωτα μαζί του φαίνεται επίσης να τα είχε μ’ αυτή τη γυναίκα». «Δεν τα έχω με καμιά εκτός από σένα». «Νομίζω αυτό μου δίνει το δικαίωμα να είμαι αναστατωμένη, δε συμφωνείς;» συνέχισε εκείνη αποφασιστικά. Ο Λυσιέν έσμιξε τα φρύδια, ενοχλημένος κι αυτός με την κατάσταση. Την άφησε και κατέβασε αργά τα χέρια του στα πλευρά του, ξέροντας ότι είχε χειριστεί το θέμα λάθος και ότι η αρχική του παρόρμηση -να γονατίσει στα πόδια της- ήταν μάλλον η πιο σωστή κίνηση.


141

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Ζητώ συγνώμη. Δ... δε μαθαίνει κάθε μέρα ένας άντρας ότι η γυναίκα με την οποία έκανε μόλις έρωτα είναι παρθένα». «Όχι, πιστεύω ότι γινόμαστε κάτι σαν είδος υπό εξαφάνιση», του είπε δηκτικά, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. «Σ’ ευχαριστώ που με κάλεσες να μαγειρέψουμε και να δειπνήσουμε μαζί απόψε, Λυσιέν. Το απόλαυσα. Και το σεξ επίσης. Όσο για την υπόλοιπη βραδιά... όχι τόσο». Τραβήχτηκε πίσω. «Θα φροντίσω να πάει στο πλυντήριο το μπλουζάκι σου και να σου επιστραφεί πριν φύγω το Σάββατο...» «Νομίζεις ότι δίνω δεκάρα για το μπλουζάκι μου;» της πέταξε, απογοητευμένος με την απόφασή της να φύγει. «Πιθανόν όχι». Έκανε ένα μορφασμό. «Είμαι σίγουρη ότι έχεις ντουζίνες σαν αυτό. Ή θα μπορούσες να αγοράσεις ντουζίνες. Απλά θα ένιωθα καλύτερα αν έστελνα αυτό εδώ στο πλυντήριο και σ’ το επέστρεφα». Για να μην το έχει να της τον θυμίζει όταν επέστρεφε στη ζωή της στο Λονδίνο, υπέθεσε ο Λυσιέν δύσθυμα. Ο ίδιος δε χρειαζόταν κάτι να τού θυμίζει τη Σιν όταν εκείνη έφευγε. Έλεγε αλήθεια όταν της είχε πει ότι ήταν πιο ανοιχτός, πιο χαλαρός κοντά της απ’ όσο ήταν ποτέ με οποιαδήποτε άλλη γυναίκα. Όσο για το σεξ!... Είχε κάνει καλό σεξ στη ζωή του, απολαυστικό σεξ και πολύ σπάνια απλά σεξ, όταν η αμοιβαία σεξουαλική εκτόνωση ήταν ο μόνος αντικειμενικός στόχος, αλλά δεν είχε βιώσει ποτέ το συναρπαστικό, εκρηκτικό σεξ που είχε απολαύσει απόψε με τη Σιν, όπου το παραμικρό άγγιγμα, κάθε χάδι έδινε και στους δυο αφάνταστη απόλαυση. Πίστευε πάντα ότι αστό το είδος σεξ ήταν το σημαντικό, με το ζευγάρι να έχει μια σχέση που θα πηγαίνει πέρα από τη σωματική, στη συναισθηματική. Εκείνος και η Σιν είχαν κάτι ανάμεσά τους πέρα από σωματικό. Ο Λυσιέν την ήξερε ελάχιστα κι όμως οι δυο τους είχαν ενστικτωδώς βρει αυτή την καλή σχέση. Μέσα κι έξω από το κρεβάτι. Για να χαθούν όλα τη στιγμή που τηλεφώνησε ο Ντεξ για να τους ενημερώσει για την παρουσία του Μίλερ κάτω.


Carole Mortimer

142

Και εκτός αυτού η Σιν ήταν παρθένα και τώρα που ο Λυσιέν το ήξερε συνειδητοποιούσε ότι η συστολή της νωρίτερα ήταν ενδεικτική για το τι συνέβαινε. Μια πολύ άπειρη παρθένα, που είχε φτάσει στον οργασμό μισή ντουζίνα φορές στην αγκαλιά του. Πράγμα που ήταν σίγουρα ασυνήθιστο -και ίσως μια ένδειξη ότι ένιωθε περισσότερα γι’ αυτόν και όχι μόνο σωματική έλξη; Ή ήταν αυτό απλά ευσεβείς πόθοι από μέρους του;... Δεν ήξερε πια. Είχε κάπως χάσει τη διορατικότητά του. Σε καθετί. Μια απώλεια που είχε σαν αποτέλεσμα να χρειάζεται χρόνο και χώρο για να μελετήσει τι ακριβώς ένιωθε για τη Σιν. Χρόνο που η δυσοίωνα θυμωμένη έκφραση στο πρόσωπό της του έλεγε ότι απλά δεν είχε! «Ωραία». Δέχτηκε κοφτά την πρότασή της να του επιστρέφει το μπλουζάκι. «Αλλά θα σε δω ξανά πριν φύγεις...» «Δε νομίζω ότι είναι καλή ιδέα». Έκανε ένα ακόμα βήμα πίσω, βάζοντας μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσά τους. Ο Λυσιέν συνοφρυώθηκε. «Είσαι παράλογη...» «Εξοργισμένη, παράλογη παρθένα; Ή απλά εξοργισμένη, παράλογη γυναίκα;» τον πείραξε με ψεύτικη γλυκύτητα. «Απλά παράλογη», της είπε με σφιγμένα δόντια, μη θέλοντας να χάσει την ψυχραιμία του λέγοντας κάτι άλλο που θα το μετάνιωνε μετά. Το γεγονός ότι κινδύνευε να τη χάσει ήταν από μόνο του άσχημο. Απόψε μαζί της είχε σίγουρα χάσει τον έλεγχό του και η ψυχραιμία του τώρα κινδύνευε σοβαρά. «Βάζεις λόγια στο στόμα μου τώρα, Σιν», συνέχισε ήρεμα. «Και θα ιδωθούμε ξανά πριν φύγεις. Θα φροντίσω γι’ αυτό». Ανασήκωσε τα φρύδια της. «Θα ήθελα να ξέρω πώς» Ο Λυσιέν χαμογέλασε χωρίς χιούμορ. «Είναι ειρωνεία, αλλά πιστεύω ότι επιστρέφεις το Σάββατο με τη Στιλ Ατλάντικ Αιρλάιν». «Πώς στην ευχή το ξέρεις αυτό;» Τον κοίταξε δύσπιστα. «Το έψαξα». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Σκέφτηκα ότι θα ήταν ευγενική χειρονομία να αναβαθμίσω το εισιτήριό σου σε πρώτη θέση. Ο Μίλερ ήταν τσιγκούνης που δε σου έκλεισε πρώτη θέση από την αρχή!» «Έκλεισε», του πέταξε. «Εγώ είμαι αυτή που επέμεινα να


143

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

την αλλάξει σε οικονομική». «Αναμφίβολα επειδή έχεις σκοπό να του δώσεις πίσω τα λεφτά». Ο Λυσιέν αναστέναξε, ξέροντας πολύ καλά το ανεξάρτητο πνεύμα της. Ήταν μια επίγνωση που έκανε τα προηγούμενα σχόλιά του ακόμα ποιο γελοία. Και ασυγχώρητα. «Ασφαλώς». Η Τία ανασήκωσε το πιγούνι της περήφανα. Ο Λυσιέν κούνησε συγκατανευτικά το κεφάλι. «Παρ’ όλα αυτά, αν αποφύγεις να με δεις ξανά πριν φύγεις για το αεροδρόμιο το Σάββατο, ένα τηλεφώνημά μου αρκεί για να καθυστερήσει η πτήση ή να ακυρωθεί εντελώς». Η Σιν έβγαλε ένα αγκομαχητό. «Δε θα το έκανες αυτό;» Ανασήκωσε ειρωνικά το φρύδι του. «Τι νομίζεις;» «Νομίζω ότι το παρατραβάς πολύ... αυτό νομίζω», του είπε οργισμένη. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Δική σου η επιλογή». «Εγωίσταρε!» Η Τία τον αγριοκοίταξε. Υπερόπτης, εκμεταλλευτής, εγωίσταρος! Ο Λυσιέν της έσκασε ένα χαμόγελο χωρίς χιούμορ. «Όπως είπα, από σένα εξαρτάται. Μπορούμε να συζητήσουμε ξανά πριν φύγεις ή δε φεύγεις καθόλου». «Υπάρχουν κι άλλες αεροπορικές εταιρείες». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Θα φροντίσω να μην είναι καμιά διαθέσιμη για σένα». «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό...» «Α, μα μπορώ». Τα μάτια της έγιναν τεράστια. «Θα με εμπόδιζες πραγματικά να φύγω από τη Νέα Υόρκη μέχρι να μιλήσουμε ξανά;...» Τα χείλη του σφίχτηκαν. «Δε μου δίνεις άλλη επιλογή». «Όλοι μας έχουμε επιλογές, Λυσιέν». Κούνησε δεξιά αριστερά το κεφάλι της. «Και η ανυπόφορη συμπεριφορά σου τώρα αφήνει εμένα χωρίς άλλη επιλογή παρά να σε αντιπαθώ έντονα». Ο Λυσιέν αναστέναξε. «Λοιπόν, τουλάχιστον είναι έντονα. Θα με ενοχλούσε πολύ αν ήταν κάτι τόσο άνοστο όπως μια μέτρια αντιπάθεια. Κοίτα, δεν απολαμβάνω να σε στριμώχνω σε μια γωνιά, Σιν», είπε με βλοσυρό ύφος, καθώς τον αγριοκοίταζε εκείνη. «Το μόνο που ζητώ είναι να πάμε για ύπνο και οι δυο


Carole Mortimer

144

και να έχουμε μια συζήτηση αύριο. Είναι πάρα πολύ αυτό που ζητάω;» Ήταν; Μπορούσε η Τία να αντέξει να είναι μόνη μαζί του μετά απ' όλα όσα είχαν ειπωθεί; Α, δεχόταν ότι ο Λυσιέν είχε πάθει σοκ όταν ο Τζόναθαν είχε ξεφουρνίσει ότι ήταν παρθένα. Αλλά η αντίδρασή του ήταν... αναθεματισμένα οδυνηρή. Αυτό ήταν! «Εντάξει, θα τα πούμε ξανά αύριο», του είπε μετρημένα. «Αλλά σε ένα δημόσιο μέρος. Με τη συμφωνία ότι θα μπορώ να σηκωθώ να φύγω όποια ώρα θέλω». Τα μάτια του μισόκλεισαν. «Δεν είμαι σίγουρος ότι μ’ αρέσει το υπονοούμενό σου...» «Και η απάντησή μου σ’ αυτό είναι πάνω κάτω η ίδια μ’ αυτή που μου έδωσες εσύ πριν λίγο -κρίμα!» Τον κοίταξε προκλητικά. Ο Λυσιέν κούνησε αργά το κεφάλι του. «Πώς διάβολο μπήκαμε σ’ αυτή την κατάσταση, Σιν; Τη μια στιγμή έχω τα χείλη μου και τα χέρια μου παντού πάνω σου και την άλλη...» «Δεν έχεις», του πέταξε, με τον κατηγορηματικό τόνο της να υπονοεί ότι δε θα τα είχε ποτέ ξανά. Μόνο που... ήταν αδύνατο να μη δει ο Λυσιέν το περίγραμμα από τις θηλές της που πίεζαν το απαλό μακό. Ή να μην προσέξει το κοκκίνισμα που απλωνόταν στο λαιμό και στα μάγουλά της, τη λάμψη του πυρετού στα βαθυγάλανα μάτια της. Η Σιν ήταν θυμωμένη μαζί του αυτή τη στιγμή -και δικαιολογημένα μετά τη δική του καταστροφική αντίδραση-, αλλά αυτό δεν την είχε εμποδίσει να θυμηθεί την ένταση του πόθου που έκαιγε ανάμεσά τους νωρίτερα ή να σταματήσει την αντίδραση του κορμιού της σ’ εκείνες τις αναμνήσεις. «Αύριο, Σιν;», την ενθάρρυνε βραχνά. «Ας πάμε και οι δυο για ύπνο για να ηρεμήσουμε». Εκείνη έσμιξε τα φρύδια της. «Είναι η τελευταία μέρα μου και σχεδίαζα να πάω με το καραβάκι να δω το Άγαλμα της Ελευθερίας. Μη μου πεις!» Έκανε ένα μορφασμό βλέποντας την έκφρασή του. «Κατάλαβα, ούτε εκεί έχεις πάει ποτέ σου!» Της χαμογέλασε ελαφρά. «Ζεις στο Λονδίνο -έχεις πάει εσύ ποτέ στον Πύργο του Λονδίνου και στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ;»


145

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Στα Ανάκτορα, ναι. Στον Πύργο, όχι». Ανασήκωσε τους ώμους της. «Εντάξει, το έπιασα. Αλλά αύριο είναι πραγματικά η τελευταία ευκαιρία μου να πάρω εκείνο το καραβάκι». «Τότε θα κανονίσουμε να συναντηθούμε το βράδυ». Η Σιν τον κοίταξε ανήσυχα. «Είσαι πολύ πρόθυμος ξαφνικά». «Μπορεί να προσπαθώ να πάρω πόντους με την ελπίδα να επανορθώσω που συμπεριφέρθηκαν σαν βλάκας νωρίτερα...» «Ή μπορεί απλά να σου αρέσει να γίνεται το δικό σου», του είπε με σημασία. «Εντάξει, θα ξανασυναντηθούμε αύριο βράδυ. Αλλά θαείμαι έξω το μεγαλύτερο μέρος της μέρας, έτσι άσε μου μήνυμα στη ρεσεψιόν για το πού θα βρεθούμε». «Όχι και η πιο ευγενική αποδοχή μιας πρόσκλησης που βίωσα ποτέ, αλλά με δεδομένες τις βλακώδεις συνθήκες, θα τη δεχτώ ευχαρίστως». «Δεν είναι ραντεβού, Λυσιέν», του πέταξε ανυπόμονα. Το έκανε ξανά -τον έκανε να θέλει να γελάσει, όταν η ένταση που υπήρχε ανάμεσά τους έπρεπε να σημαίνει ότι ο Λυσιέν δεν έβρισκε τίποτα απ’ αυτά έστω και ελάχιστα διασκεδαστικό. Και εκτός αυτού, δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι, αν τολμούσε να γελάσει, η Σιν θα ήταν αυτή που θα εκσφενδόνιζε γλάστρες τριγύρω στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου -σε μια προσπάθεια να τον χτυπήσει στο κεφάλι. Η σκέψη και μόνο της συμπεριφοράς του Μίλερ νωρίτερα απόψε έφτανε για να κόψει την ευθυμία του. «Θέλω το λόγο σου. Θα ήθελα να έχω το λόγο σου», διόρθωσε ανυπόμονα, φέρνοντας στο μυαλό του το καυστικό σχόλιό της νωρίτερα για το ότι ήθελε πάντα να γίνεται το δικό του, «ότι αύριο θα μείνεις μακριά από το διαμέρισμα του Μίλερ». «Σκέφτηκα ότι μπορεί μόνο να...» «Θα προτιμούσα να μην το έκανες», είπε στενοχωρημένα ο Λυσιέν. «Είδες πώς ήταν απόψε, Σιν. Η συμπεριφορά του είναι προς το παρόν το λιγότερο απρόβλεπτη, το χειρότερο βίαιη, θα μπορούσες να πληγωθείς. Να πάθεις πολύ χειρότερα από τις μελανιές στο μπράτσο σου», πρόσθεσε δύσθυμα. «Η ζωή του Τζόναθαν είναι σε τέτοιο χάλι τώρα...» «Και είναι ένα χάλι που το προκάλεσε μόνος του. Να πάρει


Carole Mortimer

146

η ευχή, Σιν». Σκυθρώπιασε. «Παραδέχτηκε ήδη ότι σε χρησιμοποιούσε μόνο σαν ασπίδα για τη σχέση του με μια άλλη γυναίκα όταν σε κάλεσε να μείνεις μαζί του στη Νέα Υόρκη!» «Ακόμα κι έτσι, δε φαίνεται σωστό να φύγω χωρίς να τον δω ξανά». Κούνησε θλιμμένα το κεφάλι. «Θα ένιωθα σαν να τον εγκατέλειπα... Δεν είναι όλοι ικανοί να χειριστούν την ξαφνική φήμη και τα πλούτη όπως ήσουν εσύ», υπερασπίστηκε τον Τζόναθαν όταν ο Λυσιέν δε φάνηκε εντυπωσιασμένος. «Να πάρει η ευχή, Σιν», είπε ανυπόμονα, ενοχλημένος με το συνεχιζόμενο ενδιαφέρον της για έναν άνθρωπο που δεν το άξιζε. «Εντάξει, αν δω τι μπορεί να γίνει για να δεχτεί ο Μίλερ βοήθεια, ίσως ακόμα και να πάει σ’ ένα κέντρο απεξάρτησης, θα μου υποσχεθείς ότι δε θα πας στο διαμέρισμά του αύριο;» «Και θα ξανασκεφτείς την απόλυσή του από το Νέτγουορκ;» «Μην πιέζεις την τύχη σου, Σιν», την προειδοποίησε ήρεμα. Προς μεγάλη έκπληξή του, εκείνη χαμογέλασε μελαγχολικά. «Εντάξει, αλλά άξιζε μια προσπάθεια, δε νομίζεις, μια και είσαι σε τέτοια πρόθυμη διάθεση;» Ένα μέρος από την ένταση έφυγε από τους ώμους του Λυσιέν καθώς την κοίταζε με θαυμασμό. «Είσαι θαρραλέα γυναίκα, Σίνθια Χάμοντ». *** Η Τία ένιωθε κάθε άλλο παρά θαρραλέα αυτή τη στιγμή. Στην πραγματικότητα ένιωθε ξαφνικά πολύ κουρασμένη και αδύναμη. Μια αντίδραση που αναμφίβολα οφειλόταν στην ένταση του πάθους ανάμεσα σ’ αυτή και στον Λυσιέν νωρίτερα, όσο και στην αλλοπρόσαλλη και ομολογουμένως επικίνδυνα ανισόρροπη συμπεριφορά του Τζόναθαν. 'Ηταν πρόθυμη να παραδεχτεί ότι ο Λυσιέν είχε δίκιο σ’ αυτό τουλάχιστον: Με δυσκολία είχε αναγνωρίσει τον Τζόναθαν απόψε σαν τον άντρα που γνώριζε δυο χρόνια. Αλλά υπήρχαν ακόμα τόσο πολλές ερωτήσεις που παρέμεναν αναπάντητες. Και η πιο καυτή ερώτηση από όλες ήταν το όνομα της γυναίκας που ισχυρίστηκε ο Τζόναθαν ότι είχε κλέψει


147

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

από το κρεβάτι του Λυσιέν. Κυρίως επειδή η Τία απλά δεν μπορούσε να πιστέψει ότι υπήρχε γυναίκα που θα ήταν αρκετά ανόητη ώστε να προτιμήσει τον Τζόναθαν από τον Λυσιέν...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

«Δεν ακούς ποτέ, έτσι δεν είναι; Δεν παίρνεις ποτέ υπόψη σου μια συμβουλή, ακόμα κι αν είναι για τη δική σου ασφάλεια;» Η έκφραση του Λυσιέν ήταν σκοτεινή καθώς περνούσε πλάι από την Τία κι έμπαινε στη σουίτα της το επόμενο βράδυ, εντυπωσιακά ωραίος μ’ ένα άψογα ραμμένο μαύρο βραδινό κοστούμι, μ’ ένα άσπρο σαν το χιόνι πουκάμισο και κόκκινο μεταξωτό παπιγιόν -κάνοντας φανερό ότι είχε περάσει να τη δει πριν από την έξοδό του. «Πέρνα μέσα, Λυσιέν», τον κάλεσε ξερά, κλείνοντας αργά την πόρτα πίσω του πριν τον ακολουθήσει στο σαλόνι. Τα μαλλιά της ήταν τραβηγμένα σε μια ψηλή αλογοουρά και φορούσε ένα γαλάζιο εφαρμοστό μακό μπλουζάκι και τζιν. «Βολέψου σαν στο σπίτι σου», συνέχισε ενώ εκείνος άφηνε ένα μεγάλο κουτί πάνω στο τραπεζάκι και μετά καθόταν σε μια πολυθρόνα. «Και βάλε μόνος σου ποτό». Ο Λυσιέν σηκώθηκε ανυπόμονα ξανά για να διασχίσει το δωμάτιο και να ανοίξει το μίνι-μπαρ, από όπου έβγαλε ένα μπουκαλάκι ουίσκι, το άδειασε σ’ ένα ποτήρι και το κατάπιε με μια γερή γουλιά. «Αισθάνεσαι καλύτερα;» Ο Λυσιέν γύρισε και την κάρφωσε με το βλέμμα του. «Ούτε στο ελάχιστο», της είπε τραχιά, βγάζοντας ένα ακόμα μπουκαλάκι ουίσκι, που το άδειασε κι αυτό στο άδειο ποτήρι του. «Τι συμβαίνει, Λυσιέν;» Η Τία συνοφρυώθηκε. Τα μάτια του μισόκλεισαν σε δυο αστραφτερές σχισμές.


149

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Μου έδωσες το λόγο σου ότι δε θα έβλεπες τον Μίλερ σήμερα...» «Πιστεύω ότι είπα πως δε θα πήγαινα στο διαμέρισμά του». «Έτσι, αντί γι’ αυτό, τον κάλεσες να έρθει εδώ;» Η Τία αναστέναξε. «Δεν τον κάλεσα πουθενά, Λυσιέν. Ο Τζόναθαν εμφανίστηκε έξω από την πόρτα μου. Λίγο ακόμα και θα τον προλάβαινες, στην πραγματικότητα...» To σαγόνι του σφίχτηκε. «Το ξέρω πολύ καλά αυτό!» Ανασήκωσε το φρύδι. «Ο Ντεξ;» Εκείνος μισόκλεισε τα μάτια. «Ήταν ανεύθυνο από μέρους σου να είσαι εντελώς μόνη με τον Μίλερ στη σουίτα σου». «Μα δεν ήμουν εντελώς μόνη μαζί του, έτσι δεν είναι; Είμαι σίγουρη ότι ο Ντεξ με ακολούθησε στην αποβάθρα σήμερα και ότι στεκόταν φρουρός έξω από την πόρτα αυτής της σουίτας νωρίτερα. Και χωρίς αμφιβολία έσπευσε να σου τηλεφωνήσει και να σου πει ότι ο Τζόναθαν ήταν εδώ». Τα μάτια του Λυσιέν άστραψαν σε προειδοποίηση. «Ο Ντεξ ανησυχεί για την ασφάλειά σου το ίδιο όσο κι εγώ». «Ποιος σε προσέχει όσο ο Ντεξ είναι απασχολημένος να παρακολουθεί εμένα;» «Μπορώ να προσέχω μόνος μου τον εαυτό μου». «Το ίδιο μπορώ κι εγώ!» Ο Λυσιέν ρουθούνισε με αποστροφή. «Ανακάλυψα την πρώτη άσπρη τρίχα στα μαλλιά μου όταν κοίταξα στον καθρέφτη για να ξυριστώ σήμερα -και είμαι σίγουρος ότι εμφανίστηκε χτες». «Πολύ ενδιαφέρον», του είπε ειρωνικά. «Αλλά δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να ανησυχείτε, εσύ κι ο Ντεξ, για μένα», πρόσθεσε ανάλαφρα. «Ο Τζόναθαν ήρθε μόνο για να ζητήσει συγνώμη για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε τις τελευταίες αυτές βδομάδες. Είπε επίσης ότι προσφέρθηκες να του δώσεις μια ακόμα ευκαιρία στο Νέτγουορκ αν συμφωνήσει να πάει για αποτοξίνωση». «Μια προσφορά που την ξανασκέφτομαι σοβαρά». «Μην είσαι μικροπρεπής, Λυσιέν». Τα μάγουλά του κοκκίνισαν από θυμό. «Έκανα την προσφορά επειδή μου το ζήτησες, Σιν. Όχι για χάρη του Μίλερ».


Carole Mortimer

150

«Και επειδή ξέρεις ότι έχεις επιχειρηματικό συμφέρον», παρατήρησε εκείνη πικρόχολα. «Θα ήταν τρομερά άσχημη κίνηση να απολύσεις τον πρωταγωνιστή του Νέτγουορκ όταν είναι τόσο δημοφιλές -και ο Τζόναθαν επίσης». Τα χείλη του σφίχτηκαν. «Και νομίζεις σοβαρά ότι το να χάσω μερικά δολάρια έχει καθόλου σημασία για μένα;» Η Τία γλίστρησε τα χέρια της στις πίσω τσέπες του τζιν της, για να μην μπορεί να δει ο Λυσιέν ότι έτρεμαν ελαφρά απόδειξη ότι δεν αντιμετώπιζε τόσο ανάλαφρα αυτή τη συζήτηση ή την επίσκεψη του Τζόναθαν νωρίτερα όσο ήθελε να τον κάνει να πιστεύει. Είχε δει τον Λυσιέν με πολλές διαφορετικές διαθέσεις αυτές τις μέρες: ο γεμάτος αυτοπεποίθηση γόης το βράδυ που γνωρίστηκαν, ο δυναμικός επιχειρηματίας στο γραφείο του την επόμενη μέρα, πρόσχαρος και μετά πλανευτής στο διαμέρισμά του χθες βράδυ, πριν γίνει παγερός και σκληρός προς τον Τζόναθαν και μετά ένα αίνιγμα γι’ αυτή όταν ο Τζόναθαν έριξε τη βόμβα της παρθενιάς της στη συζήτηση. Αλλά η διάθεσή του απόψε ένα κράμα θυμού και ενδιαφέροντος- ήταν απρόβλεπτη σαν τον ίδιο τον άντρα! Τέντωσε το πιγούνι της. «Νόμιζα ότι συμφωνήσαμε να συναντηθούμε σ’ ένα δημόσιο μέρος απόψε;» «Αποφάσισα να έρθω εδώ μετά το τηλεφώνημα του Ντεξ, που με πληροφόρησε για την επίσκεψη του Μίλερ». «Θα μπορούσες απλά να τηλεφωνήσεις». «Θα μπορούσα απλά να είχα κάνει πολλά πράγματα -και, πίστεψε με, η άμεση αντίδρασή μου ήταν να κάνω αυτό που έχω απειλήσει να κάνω αρκετές φορές πριν: Να σε βάλω στο γόνατό μου και να σε αρχίσω στις ξυλιές που φέρθηκες τόσο αναθεματισμένα ανεύθυνα». Η Τία συνοφρυώθηκε. «Διόρθωσέ με αν κάνω λάθος, αλλά δεν πρέπει να είμαι εγώ αυτή που νιώθει θυμωμένη και αναστατωμένη;» Η έκφραση του Λυσιέν έγινε ανήσυχη. «Για τι πράγμα». «Για όλα», του πέταξε εκείνη. Ο Λυσιέν έμεινε ακίνητος. «Τι άλλο σου είπε ο Μίλερ νωρίτερα;» Η έκφρασή του ήταν αινιγματική καθώς έπαιρνε το


151

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

ποτήρι με το ουίσκι και πήγαινε να σταθεί στη μέση του δωματίου -μια κίνηση που τον έκανε αμέσως να δεσπόζει στο χώρο. «Τίποτα που να μην έχω ήδη σκεφτεί η ίδια», του απάντησε βαριά. Είχε συνειδητοποιήσει το προηγούμενο βράδυ, ξαπλωμένη μόνη στο κρεβάτι της και ανήμπορη να κοιμηθεί, ποια πρέπει να ήταν η γυναίκα του τριγώνου. Υπήρχε μια μόνο φανερή απάντηση -με μια γυναίκα είχε περάσει ο Τζόναθαν τόσο χρόνο. Και δεν ήταν τρίγωνο, αλλά τετράγωνο. Επειδή η Σιμόν Καρού, η συμπρωταγωνίστρια του Τζόναθαν στο Νέτγουορκ είχε και σύζυγο... Και αν, όπως ισχυριζόταν ο Τζόναθαν, είχε κλέψει τη Σιμόν από το κρεβάτι του Λυσιέν πριν από μήνες, τότε ίσως ίσχυε και το ότι ο Λυσιέν είχε ξελογιάσει την Αγγλίδα «ερωμένη» του Τζόναθαν για να τον εκδικηθεί. Ίσως ήταν καλύτερα που θα έφευγε η Τία την επομένη, χωρίς να δει τον Λυσιέν ή τον Τζόναθαν ποτέ ξανά. Κα το να μη δει ξανά τον Τζόναθαν δεν την απασχολούσε ούτε στο ελάχιστο -είχαν πει όλα όσα είχαν να πουν ο ένας στον άλλο νωρίτερα. Αλλά το να μην ξαναδεί τον Λυσιέν -αυτό ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Επειδή είχε συνειδητοποιήσει και κάτι ακόμα ενώ ήταν ξαπλωμένη μόνη στο κρεβάτι της το προηγούμενο βράδυ. Κάτι τόσο τρομερό, που δεν είχε ιδέα πώς θα επιζούσε από αυτό. Ήταν ερωτευμένη με τον Λυσιέν Στιλ. Είχε ακούσει για έρωτα με την πρώτη ματιά, φυσικά. Πώς ο ήχος μιας συγκεκριμένης φωνής μπορούσε να στείλει ρίγη στη ραχοκοκαλιά σου. Πώς η πρώτη ματιά σ’ ένα πρόσωπο μπορούσε να σε επηρεάσει τόσο που να δυσκολεύεσαι να αναπνεύσεις. Πώς το άγγιγμά του μπορούσε να κάνει τα γόνατά σου να λύνονται και τα φιλιά του να σε κάνουν να ξεχνάς οτιδήποτε εκτός από το να είσαι μαζί του. Ναι, είχε ακούσει για τέτοια πράγματα -και τώρα συνειδητοποιούσε ότι αυτό ακριβώς τής είχε συμβεί! Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι ο άντρας με τον οποίο ήταν ερωτευμένη ήταν ο Λυσιέν Στιλ ένας άντρας που μπορεί να την είχε χρησιμοποιήσει ή όχι, αλλά που σίγουρα δεν ήταν ερωτευμένος μαζί της. «Όπως;» Ο Λυσιέν την παρότρυνε τραχιά καθώς έβλεπε την πονεμένη έκφραση στο πρόσωπό της. «Να πάρει η ευχή,


Carole Mortimer

152

Σιν, ακόμα και σ’ έναν εγκληματία δίνεται η ευκαιρία να υπερασπιστεί τον εαυτό του!» είπε, ενώ εκείνη έμενε σιωπηλή. Η Σιν σήκωσε το βλέμμα, εστιάζοντάς το πάνω του με προσπάθεια. «Είσαι κάθε άλλο παρά εγκληματίας, Λυσιέν». Κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι της. «Και νομίζω πως είναι καλύτερα να τα ξεχύσουμε όλα αυτά και απλά να προχωρήσουμε». «Να προχωρήσουμε για πού;» Έσμιξε τα φρύδια της θλιμμένα. «Λοιπόν, ο Τζόναθαν για αποτοξίνωση, ελπίζω. Εγώ πίσω στην Αγγλία. Και εσύ... τέλος πάντων, σε οτιδήποτε κάνεις συνήθως πριν προχωρήσεις σε μια άλλη σχέση. Όχι ότι είχαμε στην πραγματικότητα σχέση», πρόσθεσε βιαστικά. «Δεν εννοούσα ότι...» «Φλυαρείς, Σιν». «Αυτό που κάνω είναι να προσπαθώ να επιτρέψω και στους δυο μας να φύγουμε απ’ αυτή την κατάσταση με λίγη αξιοπρέπεια». Τα μάτια της άστραψαν. «Δε θυμάμαι να είπα ότι ήθελα να φύγω». Κούνησε δεξιά αριστερά το κεφάλι της. «Ξέρω την αλήθεια τώρα, Λυσιέν. Την έψαξα και τη βρήκα στο μεγαλύτερο μέρος της μόνη μου. Η Σιμόν Καρού, Λυσιέν. Ο Τζόναθαν συμπλήρωσε τα κενά που δεν ήξερα, έτσι ας σταματήσουμε να προσποιούμαστε, εντάξει; Η συνοπτική εκδοχή αυτού που συνέβη είναι ότι έδωσες στον Τζόναθαν δυο χωριστές προφορικές προειδοποιήσεις, σχετικά με τη Σιμόν και σχετικά με τα ναρκωτικά. Εκείνος με κάλεσε εδώ σε μια προσπάθεια να σου θολώσει τα νερά, σε σχέση με τη Σιμόν τουλάχιστον, κι εσύ... εσύ φλερτάρισες μαζί μου για να τον εκδικηθείς που σου την πήρε. Τέλος της ιστορίας». «Αυτή είναι η εκδοχή του Μίλερ μόνο, Σιν...» μουρμούρισε ο Λυσιέν ενώ άφηνε προσεκτικά το ποτήρι με το ουίσκι στο τραπεζάκι. Η αποφασιστικότητά του προφανώς δεν ξεγέλασε ούτε στιγμή τη Σιν, που τον κοίταζε τώρα επιφυλακτικά. «Σου είπα... μερικά απ’ αυτά τα βρήκα μόνη μου και τα υπόλοιπα... Πραγματικά δεν είναι τόσο σημαντικό, Λυσιέν». Κούνησε το κεφάλι


153

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

της δεξιά αριστερά θέλοντας να δώσει τέλος στο θέμα. «Μπορεί να μην είναι για σένα», είπε τραχιά. «Εγώ, πάλι, δεν έχω καμιά πρόθεση να σ’ αφήσω να συνεχίσεις να πιστεύεις ότι είχα ποτέ σχέση με μια παντρεμένη γυναίκα. Είναι αντίθετο με κάθε κώδικα που είχα ποτέ στη ζωή μου». Πήρε μια κοφτή αναπνοή. «Ο γάμος των γονιών μου τελείωσε επειδή η μητέρα μου άφησε τον πατέρα μου για κάποιον άλλο», δήλωσε άχρωμα. «Δε θα έβαζα ποτέ έναν άλλο άντρα να περάσει τον πόνο που πέρασε ο πατέρας μου». Τα μάτια της Σιν έγιναν τεράστια. «Δεν κατάλαβα... Η σχέση σου με τη Σιμόν υπήρχε πριν παντρευτεί τον Φίλιξ;» Ο Λυσιέν αναστέναξε βαριά. «Δεν υπήρξε ποτέ!» Η Σιν μόρφασε στην αντίδρασή του. «Τότε γιατί λέει ο Τζόναθαν ότι υπήρξε;...» «Ίσως επειδή αστό του είπε η Σιμόν -πιθανόν για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του». «Μα... γιατί; Όχι, ξέχνα την ερώτηση». Κούνησε το κεφάλι της με αποστροφή. «Συνάντησα τη Σιμόν Καρού μερικές φορές τις τελευταίες μέρες και είναι πολύ ανόητη, πολύ ματαιόδοξη γυναίκα. Έτσι, ναι, τη θεωρώ ικανή να έχει πει στον Τζόναθαν κάτι τέτοιο. Δεν της είναι αρκετό που είναι παντρεμένη με έναν από τους πιο γνωστούς τηλεοπτικούς σκηνοθέτες -έπρεπε επίσης να ισχυριστεί ότι είχε μια σχέση με τον πιο πλούσιο, τον πιο ισχυρό άντρα στη Νέα Υόρκη!» Ο Λυσιέν χαμογέλασε κυνικά. «Ήξερα ότι θα έφτανες εκεί στο τέλος!» «Δεν είναι ώρα για το σαρκασμό σου, Λυσιέν. Κι αν ήξερες ότι τριγύριζε λέγοντας τέτοια ψέματα, γιατί δεν τη σταμάτησες;» «Επειδή δεν το ήξερα, μέχρι που μου το ξεφούρνισε ο Μίλερ πριν λίγες βδομάδες. Και όταν το έμαθα δε μου φάνηκε ιδιαίτερα σημαντικό...» «Η Σιμόν Καρού γύριζε δεξιά αριστερά λέγοντας ότι σας είχατε σχέση και δε σου φάνηκε ιδιαίτερα σημαντικό;» Η Σιν τον κοίταξε δύσπιστα. «Και π γινόταν με τον καημένο τον άντρα της;» Ο Λυσιέν έβγαλε έναν κουρασμένο αναστεναγμό. «Ο Φίλιξ


Carole Mortimer

154

είναι τριάντα χρόνια μεγαλύτερος της και ήξερε σε π ακριβώς έμπαινε όταν την παντρεύτηκε. Έτσι διαλέγει να κοιτάζει αλλού όταν εκείνη έχει μια από τις μικρές εξωσυζυγικές περιπέτειές της». «Μπράβο του». «Μην το λες έτσι». Ο Λυσιέν έκανε ένα μορφασμό. «Τυχαίνει να είναι ερωτευμένος μαζί της. Κυκλοφορούν πάντα ψίθυροι στη Νέα Υόρκη για όλους -οι περισσότεροι ανακριβείς ή υπερβολικοί. Γιατί λοιπόν να ασχοληθώ να διαψεύσω αυτούς που μιλούν για τη Σιμόν κι εμένα; Έχεις ακούσει ποτέ να λένε ότι όσο πιο πολύ αρνείσαι κάτι τόσο πιο πιθανό είναι να πιστέψει ο κόσμος ότι είναι αλήθεια;» «Εγώ δε θα το έλεγα αυτό!» «Επειδή εσύ δεν είσαι σαν καμιά άλλη που γνώρισα ποτέ», είπε ο Λυσιέν βραχνά. *** Η Τία δεν ήξερε τι να απαντήσει σ’ εκείνο το σχόλιο, τελεία και παύλα. Είχε πιστέψει τον Λυσιέν όταν της είπε ότι δεν είχε ποτέ σχέση με τη Σιμόν -γιατί να μην τον πιστέψει, όταν δεν είχε κανένα λόγο να της πει ψέματα; Τι σημασία είχε γι’ αυτόν τι πίστευε εκείνη; Έφερε όμως την ερώτηση γιατί ο Λυσιέν είχε κυνηγήσει την ίδια τόσο αποφασιστικά... «Τι είναι μέσα στο κουτί, Λυσιέν;» Η Τία άλλαξε επίτηδες θέμα, ενώ κοίταζε το κουτί που είχε αφήσει ο Λυσιέν στο τραπεζάκι όταν πρωτομπήκε στη σουίτα. «Τέλος του θέματος;» Απέφυγε να συναντήσει το εκνευρισμένο βλέμμα του. «Δε βλέπω κανένα λόγο να συζητήσουμε γι’ αυτό περισσότερο. Ε... ζητώ συγνώμη αν σε παρεξήγησα». Κούνησε δεξιά αριστερά το κεφάλι της. «Προφανώς δεν έχω τα εφόδια -δεν καταλαβαίνω τις παρασκηνιακές μηχανορραφίες και τα ανόητα παιχνίδια του κόσμου σου».


155

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Τίποτα απ’ αυτά δεν είναι ο κόσμος μου. Είναι ένα αναπόφευκτο μέρος του, σίγουρα, αλλά όχι κάτι στο οποίο διάλεξα ποτέ να αναμιχθώ», τη διαβεβαίωσε ήσυχα. «Όσο για το τι είναι μέσα στο κουτί... γιατί δεν το ανοίγεις να δεις;» Η Τία κοίταξε το κουτί σαν να ήταν βόμβα έτοιμη να εκραγεί, μη έχοντας ιδέα τι θα μπορούσε να περιέχει. «Είναι μια μπλούζα σε αντικατάσταση εκείνης που σκίστηκε!» συνειδητοποίησε με κάποια ανακούφιση, με τα μάγουλα της να ζεσταίνονται καθώς θυμόταν πώς και πότε ακριβώς είχε σκιστεί η μπλούζα της. Και τι είχε ακολουθήσει. Δεν μπορούσε να το σκεφτεί αυτό τώρα. Δε θα το σκεφτόταν τώρα. Θα υπήρχε αρκετός χρόνος να σκέφτεται τον έρωτα που είχε κάνει με τον Λυσιέν, να είναι ερωτευμένη μαζί του, όλους τους μήνες και τα χρόνια της ζωής της που θα έρχονταν. «Άνοιξέ το, Σιν», την ενθάρρυνε ο Λυσιέν τραχιά, ενώ πήγαινε να καθίσει στον καναπέ πλάι στο τραπεζάκι. «Πριν το ξεχάσω... έδωσα στο πλυντήριο το μπλουζάκι σου σήμερα...» «Θα σταματήσεις να καθυστερείς και θα ανοίξεις το αναθεματισμένο κουτί, Σιν;» «Μπορώ να το κάνω αργότερα», του είπε. «Είσαι προφανώς στο δρόμο σου για κάπου». Έριξε ένα βλέμμα όλο σημασία στα βραδινά ρούχα του. «Δε θα ήθελα να σε καθυστερήσω περισσότερο απ’ όσο σε καθυστέρησα ήδη». «Δε με καθυστερείς». «Μα...» «Είναι τόσο δύσκολο να ανοίξεις το κουτί, Σιν;» είπε ανυπόμονα, εκνευρισμένος με τις υπεκφυγές της. Η Τία δάγκωσε τα χείλη της. «Σ... συγνώμη που δεν είμαι ευγενική. Είμαι απλά λίγο ασυνήθιστη να δέχομαι δώρα...» *** Το συνοφρύωμα του Λυσιέν έγινε πιο έντονο καθώς συνειδητοποιούσε το λόγο γι’ αυτό: Οι γονείς της είχαν πεθάνει πριν από έξι χρόνια και είχε παραδεχτεί ότι δεν είχε άλλους στενούς συγγενείς. Και η σχέση της με τον Μίλερ δεν ήταν προφανώς αυτού του στυλ -εκείνος έπαιρνε, δεν έδινε!


Carole Mortimer

156

«Δεν είναι δώρο, Σιν», τη διαβεβαίωσε ο Λυσιέν ήσυχα. «Κατέστρεψα την μπλούζα σου. Απλά την αντικαθιστώ». Ένα ελαφρό κοκκίνισμα απλώθηκε στα μάγουλά της, τονίζοντας τις σκιές κάτω από τα βαθυγάλανα μάτια της. Επειδή η Σιν δεν είχε κοιμηθεί καλά το προηγούμενο βράδυ; Ούτε και ο Λυσιέν. Οι σκέψεις του τριγύριζαν στα ίδια και τα ίδια, ενώ προσπαθούσε να βγάλει νόημα, να χρησιμοποιήσει τη συνηθισμένη ψυχρή λογική του για να εξηγήσει και να αναλύσει τα αισθήματά του για κείνη. Στο τέλος είχε αναγκαστεί να παραδεχτεί ότι δεν υπήρχε καθόλου λογική σ’ αυτά. Απλά υπήρχαν. Ένιωσε τώρα ένα δυνατό πόνο στο στήθος στη διαπίστωση ότι ήθελε να λούσει τη Σιν με δώρα, να της δώσει οτιδήποτε είχε θελήσει ή λαχταρήσει εκείνη ποτέ. Ταυτόχρονα ήξερε ότι η ανεξάρτητη φύση της θα την ανάγκαζε να του πετάξει τη γενναιοδωρία του στα μούτρα του! Ήταν σε απόγνωση, μη ξέροντας τι να κάνει με αυτή την παράξενη γυναίκα. Ακολουθούσε ένα απάτητο ως τώρα μονοπάτι -ένα μονοπάτι χωρίς σημάδια ή ενδείξεις να του πουν πού να πάει ή τι να κάνει στη συνέχεια. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι δε θα την άφηνε να φύγει έτσι από τη ζωή του την επομένη. Πήρε κουράγιο από το κοκκίνισμα που έβαψε τώρα τα μάγουλά της στην αναφορά της μπλούζας της. «Θα ήθελα να ξέρω αν σου αρέσει η καινούρια μπλούζα, Σιν», είπε απότομα. «Θα ήθελα να ήμουν μια μύγα στον τοίχο του γραφείου σου στη διάρκεια της τηλεφωνικής παραγγελίας!» τον πείραξε καθώς σήκωνε τελικά το καπάκι του κουτιού. «Πήγα στο κατάστημα σήμερα το πρωί και διάλεξα την μπλούζα ο ίδιος, Σιν». Του έριξε ένα ξαφνιασμένο βλέμμα. «Εσύ;» «Εγώ», της επιβεβαίωσε κοφτά. «Μα... γιατί;...» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν εμπιστευόμουν μια πωλήτρια να διαλέξει μια μπλούζα που να ταιριάζει ακριβώς με το χρώμα των ματιών σου». «Α».


157

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Ναι... α...» επανέλαβε ο Λυσιέν σιγανά, ενώ κοίταζε τα βαθυγάλανα μάτια που τον αιχμαλώτιζαν. «Σ’ αρέσει;» ρώτησε βραχνά, καθώς εκείνη παραμέριζε το λεπτό χαρτί και κοίταζε την μπλούζα που της είχε διαλέξει. *** Αν της άρεσε;; Ακόμα κι αν δεν της άρεσε, αυτή η μπλούζα θα ήταν ξεχωριστή γι’ αυτή, επειδή την είχε διαλέξει ο ίδιος ο Λυσιέν. Πάντως, η Τία δεν είχε δει ή αγγίξει τόσο ωραία μπλούζα ποτέ πριν. Το χρώμα πράγματι ταίριαζε τέλεια με τα μάτια της και το ύφασμα ήταν πιο απαλό, πιο μεταξένιο από οτιδήποτε είχε ποτέ της. Δάκρυα έτσουξαν τα μάτια της ενώ σήκωνε το βλέμμα. «Είναι υπέροχη, Λυσιέν», είπε ξέπνοα. «Πανάκριβη, βέβαια. Αλλά μην ανησυχείς», πρόσθεσε βλέποντάς τον να συνοφρυώνεται. «Δεν πρόκειται να σε προβάλω αρνούμενη να τη δεχτώ». «Ωραία, επειδή σίγουρα δε θα επιστραφεί στο κατάστημα και δεν είναι πραγματικά το νούμερό μου ή το χρώμα μου·». «Πολύ αστείο». Η Τία πήρε την μπλούζα προσεκτικά. Δεν ήξερε αν θα έβρισκε ποτέ την ευκαιρία να φορέσει κάτι τόσο ωραίο και ακριβό!-, αλλά της άρεσε πολύ έτσι κι αλλιώς. «Υ... υπάρχει και κάτι άλλο μέσα στο κουτί...» είπε σιγανά, καθώς διαπίστωνε ότι η μπλούζα έκρυβε κάτι άλλο, τυλιγμένο επίσης σε λεπτό χαρτί. «Λυσιέν;» Τον κοίταξε αβέβαια. «Α. Ναι». Φαινόταν όχι τόσο ο συνηθισμένος γεμάτος αυτοπεποίθηση εαυτός του ενώ έκανε ένα μορφασμό αμηχανίας. «Αυτό είναι για να το φορέσεις απόψε -εκτός κι αν έχεις ήδη κάτι που θα το προτιμούσες. Ήσουν υπέροχη μ’ εκείνο το φόρεμα που φορούσες τη βραδιά που γνωριστήκαμε, για παράδειγμα, αν και μπορεί να νιώθεις καλύτερα φορώντας κάτι καινούριο». Η Τία τον κοίταξε ανήσυχα. «Και πού θα πάω απόψε που θα χρειαζόμουν να φορέσω κάτικαινούριο;» «Σ’ ένα φιλανθρωπικό χορό». Σηκώθηκε ανυπόμονα, δεσπόζοντας γι’ άλλη μια φορά στο χώρο. «Μαζί μου. Αυτός είναι ο λόγος που είμαι ντυμένος έτσι». Έδειξε τα επίσημα βραδινά


Carole Mortimer

158

ρούχα του. «Φιλανθρωπικό χορό;» επανέλαβε η Τία σιγανά. Της έγνεψε καταφατικά. «Σκέφτηκα ότι μπορούμε να μείνουμε δυο ώρες και να φύγουμε όταν βαρεθείς». Τον κοίταξε απότομα. «Είναι εξαιτίας αυτού που σου είπα χτες βράδυ;» Εκείνος έκανε ένα μορφασμό. «Μου είπες πολλά πράγματα χτες βράδυ, Σιν». Ναι, είχε πει -και αρκετά απ’ αυτά ήταν προσβλητικά. Πιο συγκεκριμένα το κομμάτι όπου είχε πει ότι ο Λυσιέν την έκρυβε επειδή δεν ήθελε να τον δουν δημόσια με μια σερβιτόρα φοιτήτρια από το Λονδίνο... «Δεν είναι πραγματικά ανάγκη να το κάνεις αυτό, Λυσιέν. Δεν έπρεπε να πω αυτά που είπα και ζητώ συγνώμη που σε έκρινα λάθος...» «Απολογήθηκες γι’ αυτό χτες βράδυ», της είπε βιαστικά. «Απόψε θα πάμε σ’ ένα φιλανθρωπικό χορό. Όλη σχεδόν η καλή κοινωνία της Νέας Υόρκης θα είναι εκεί επίσης», ο Λυσιέν συνάντησε το βλέμμα της αποφασιστικά. «Πόσο ακριβώς κοστίζει το εισιτήριο γι’ αυτόν το φιλανθρωπικό χορό;» Η Τία είχε δει αρκετές απ’ αυτές τις λαμπερές εκδηλώσεις στην τηλεόραση και ήξερε ότι κόστιζε χιλιάδες δολάρια το να παρευβρεθεί κάποιος. «Τι διάβολο σχέση έχει αυτό;...» «Σε παρακαλώ, Λυσιέν». Τα χείλη του σφίχτηκαν. «Δέκα χιλιάδες δολάρια». «Για τους δύο;» τσίριξε. «Το άτομο». «Δέκα χι...» Η Τία δεν μπορούσε καν να τελειώσει τη φράση. Μπορούσε μόνο να τον κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα. «Τα έσοδα της βραδιάς θα πάνε για τη φροντίδα παιδιών που είναι θύματα κακομεταχείρισης». Ακόμα κι έτσι... δέκα χιλιάδες δολάρια το εισιτήριο! 'Ηταν... «Δεν μπορώ να σου επιτρέψω να ξοδέψεις τόσα λεφτά για μένα», του δήλωσε αποφασιστικά. «Δεν είναι για σένα. Είναι για τα κακομεταχειρισμένα παιδιά. Και έχω ήδη πληρώσει τα εισιτήρια, γιατί λοιπόν να μην τα χρησιμοποιήσουμε;» «Επειδή... επειδή...» Η Τία έκανε έναν πονεμένο μορφασμό.


159

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Γιατί δεν παίρνεις απλά όποια ήταν να πάρεις αρχικά;» «Αγόρασα το επιπλέον εισιτήριο σήμερα, Σιν. Εσύ είσαι το πρόσωπο που θα έπαιρνα αρχικά». Το βλέμμα του την καθήλωνε με την έντασή του. Μπορεί να ήταν, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι έπρεπε να πάει στο φιλανθρωπικό χορό μαζί του. Σήμαινε;...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

«Δεν ήταν κι άσχημα, έτσι δεν είναι;» Ο Λυσιέν γύρισε να κοιτάξει τη Σιν καθώς κάθονταν και οι δυο στο πίσω κάθισμα της λιμουζίνας που οδηγούσε ο Πολ, με τον Ντεξ καθισμένο πλάι του κι έφευγαν από το φιλανθρωπικό χορό λίγο πριν τα μεσάνυχτα. «Δεν ήταν καθόλου άσχημα. Όλοι ήταν τόσο... ευγενικοί». Τον κοίταξε κάτω από τις μεταξένιες σκούρες βλεφαρίδες της. «Μπορούν να είναι». Ο Λυσιέν ένευσε καταφατικά. «Πιθανόν βοήθησε το ότι συνοδευόμουν από τον πιο πλούσιο και ισχυρό άντρα στη Νέα Υόρκη!» «Δεν πρόσεξα καθόλου βλέμματα οίκτου προς το μέρος μου», την πείραξε. «Αν υπήρχαν, ήταν καλά κρυμμένα!» Ο Λυσιέν άπλωσε το χέρι του στο κενό ανάμεσά τους και σήκωσε το ένα χέρι της πλέκοντας τα δάχτυλά του με τα δικά της. «Θα ανέβεις στο διαμέρισμά μου για ένα ποτό;» την προσκάλεσε. Η Τία του έριξε μια ντροπαλή ματιά στο μισοσκότεινο εσωτερικό του αυτοκινήτου. Το χώρισμα ήταν σηκωμένο ανάμεσα σ’ αυτούς και στο χώρο του οδηγού. Προς μεγάλη έκπληξή της, είχε απολαύσει τη βραδιά πολύ περισσότερο απ’ ό,τι περίμενε, συναντώντας τόσο πολλούς ανθρώπους. Τέτοια ήταν η δύναμη της προσωπικότητας του Λυσιέν, που όλοι είχαν δεχτεί τη θέση της στο πλευρό του χωρίς καμιά απορία. Η μόνη στιγμή αμηχανίας για την Τία ήταν όταν μίλησαν για λίγο στον Φίλιξ και τη Σιμόν Καρού. Η μεγαλύτερη γυναίκα


161

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

είχε αποφύγει να συναντήσει το βλέμμα της -πράγμα που από μόνο του της έλεγε ότι ο Τζόναθαν πρέπει να είχε ενημερώσει την ηθοποιό ότι η Τία ήξερε για τους δυο τους. Ο τρόπος του Λυσιέν ήταν εξαιρετικά ψυχρός προς την άλλη γυναίκα και το χέρι του είχε μείνει κτητικά γύρω από τη μέση της Τία όσο μιλούσε αποκλειστικά στον Φίλιξ, πριν δικαιολογηθεί ότι έπρεπε να συστήσει την Τία σε κάποιους φίλους στην άλλη πλευρά της αίθουσας. Εκείνο το χέρι είχε μείνει αποφασιστικά γύρω από τη μέση της για την υπόλοιπη βραδιά. Η Τία είχε φορέσει μάλιστα το φόρεμα που της είχε αγοράσει ο Λυσιέν. Ένα ζωηρό κόκκινο εφαρμοστό μακρύ μέχρι τον αστράγαλο φόρεμα, που τόνιζε την καμπύλη του στήθους της και άφηνε τους ώμους της γυμνούς. Και είχε μαζέψει τα σκούρα μαλλιά της ψηλά στο κεφάλι της. Ο θαυμασμός στα μάτια του Λυσιέν, όταν εκείνη είχε επιστρέφει στο σαλόνι της σουίτας της ήταν αρκετός για να της πει ότι ενέκρινε την εμφάνισή της. Έβρεξε τα χείλη της με την άκρη της γλώσσας της τώρα. «Είναι καλή ιδέα αυτή;» Τα δάχτυλά του έσφιξαν τα δικά της. «Μπορούμε να πάμε στη σουίτα σου αν το προτιμάς». «Πέρασα υπέροχα απόψε, Λυσιέν, αλλά...» «Αυτό ακούγεται ύποπτα σαν μείνε-μακριά-μου». Το κορμί του σφίχτηκε. Η Τία κούνησε δεξιά αριστερά το κεφάλι της. «Φεύγω το πρωί, Λυσιέν. Ας μην μπλέξουμε τα πράγματα». Τα μάτια του έλαμψαν στο μισοσκόταδο. «Κι αν θέλω διαβολεμένα να τα μπλέξω;» Του χαμογέλασε θλιμμένα. «Ξέρουμε κι οι δυο ότι δεν είναι καλή ιδέα. Εί... είμαι αυτή που είμαι κι εσύ είσαι... αυτός που είσαι». «Και δεν απέδειξε η αποψινή βραδιά ότι δε δίνω δεκάρα για το θέμα σερβιτόρα/φοιτήτρια - δισεκατομμυριούχος/επιχειρηματίας;» Η Τία γέλασε βραχνά. «Η διαφορά ανάμεσά μας στην οποία αναφερόμουν ήταν στην πραγματικότητα το θέμα παρθένα/ έμπειρος άντρας». «Α».


Carole Mortimer

162

«Ναι -α. Μια διαφορά που σε τρόμαξε χτες βράδυ», του θύμισε. «Δε με τρόμαξε. Απλά μου προκάλεσε έκπληξη», διόρθωσε εκείνος ανυπόμονα. «Αλλά έχω ξεπεράσει την έκπληξη τώρα και...» «Και θέλεις να συνεχίσουμε από κει που σταματήσαμε;» Η Τία ανασήκωσε το φρύδι της. «Ξέρεις, Σιν, όταν -αν- σκεφτόμουν ποτέ να προτείνω γάμο σε μια γυναίκα, σίγουρα δε φανταζόμουν ότι θα ήταν στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου. Ακόμα κι αν το αυτοκίνητο είναι λιμουζίνα! Αλλά αν έτσι πρέπει να είναι, τότε υποθέτω...» «Είπες να προτείνεις γάμο;...» Η Τία γύρισε ολόκληρη στο δερμάτινο κάθισμα για να τον κοιτάξει με τεράστια, δύσπιστα μάτια. Δεν μπορούσε πραγματικά να εννοεί ότι έκανε πρόταση γάμου σ’ εκείνη. «Λοιπόν, όχι», απάντησε, όπως το περίμενε η Τία. «Επειδή δεν κατάφερα να σ' το ζητήσω ακόμα», πρόσθεσε ξερά. «Πιστεύω ότι πρέπει να γονατίσω γι’ αυτό και, παρ’ όλο που ο χώρος του αυτοκινήτου είναι αρκετός, νομίζω ότι θα προτιμούσες να μη βγάλουν ο Πολ και ο Ντεξ τα δικά τους συμπεράσματα για το τι ακριβώς κάνω γονατισμένος μπροστά σου!» Η Τία ένιωσε ένα κύμα θερμότητας να κατακλύζει τα μάγουλά της στη σκέψη του τι μπορούσαν να νομίσουν οι δυο άντρες. Τράβηξε το χέρι της από το δικό του. «Σταμάτα να με πειράζεις, Λυσιέν... Τι κάνεις;» είπε ξέπνοα, καθώς εκείνος γονάτιζε μπροστά της τελικά, πριν πάρει και τα δυο χέρια της στα δικά του. «Λυσιέν!» *** «Τι έκανε;» Πώς διάβολο να ξέρει ο Λυσιέν; Ταξίδευε ακόμα σ’ αυτό το απάτητο μονοπάτι, χωρίς σημάδια ή ενδείξεις να τον οδηγούν. Η Τία είχε προφανώς διασκεδάσει κι εκείνος μπορούσε μόνο να ελπίζει ότι ένα μέρος της διασκέδασής της ήταν η δική του συντροφιά. Φαινόταν τόσο ωραία απόψε, που ο Λυσιέν δεν μπορούσε


163

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Το γεγονός ότι άλλοι άντρες την κοίταζαν επίσης άπληστα ήταν αρκετό για να κρατάει το χέρι του ζηλότυπα γύρω από τη μέση της όλο το βράδυ, παρά να δέχεται απλά τα βλέμματα θαυμασμού που συνήθως άξιζαν οι γυναίκες που έβγαιναν ραντεβού μαζί του. Δεν ήθελε να θαυμάζει κανείς άλλος την Τία παρά μόνο αυτός. Ήξερε ότι ήταν υπερβολικά σύντομο για κείνη. 'Οτι οι δυο τους γνωρίζονταν μόνο δυο μέρες. Αλλά τι δυο μέρες! Εκείνη τη βραδιά, όταν την είχε δει για πρώτη φορά σ’ ένα γεμάτο κόσμο χώρο, ήταν τόσο ωραία που του είχε κόψει την ανάσα. Και αργότερα είχε νιώσει σαν να του είχε δώσει γροθιά στο στήθος, όταν προτίμησε να φύγει μακριά του σ’ έναν πολυσύχναστο νεοϋορκέζικο δρόμο. Το άλλο πρωί, όταν είχε δει το κακόφημο ξενοδοχείο όπου είχε περάσει τη νύχτα της, τον είχε πιάσει στην πραγματικότητα η καρδιά του! Κι όταν είχε έρθει στο γραφείο του φορώντας εκείνο το απίθανο ροζ μπλουζάκι κι εκείνο το εφαρμοστό τζιν, η σωματική αντίδρασή του ήταν τόσο υπέροχα διαφορετική!... Το μαγείρεμα μαζί της χτες βράδυ ήταν απόλαυση και η συζήτησή τους ζωηρή και ευχάριστη, ενώ ταυτόχρονα ο Λυσιέν είχε νιώσει πιο άνετα παρέα μαζί της απ’ όσο είχε νιώσει ποτέ πριν. Και ήταν τόσο χαριτωμένη με το τεράστιο μακό μπλουζάκι του! Μάλιστα είχε απολαύσει ακόμα και την έξοδό του στα μαγαζιά το πρωί, για να της πάρει την μπλούζα και το φόρεμα. Όσο για το ερωτικό σμίξιμό τους χτες βράδυ... Ο τρόπος που είχε ανταποκριθεί η Σιν, που του είχε δοθεί ολοκληρωτικά, για να μάθει όμως εκείνος αργότερα ότι ήταν άπειρη, αθώα, τον είχε κυριολεκτικά κάνει να γονατίσει... Και ήταν γονατισμένος από τότε. Ήταν γονατισμένος ξανά τώρα... «Πραγματικά δεν είμαι τρελός, Σιν». Τα χέρια του σφίχτηκαν γύρω από τα δικά της καθώς κοίταζε έντονα το ωραίο, χλομό πρόσωπό της. «Όμως τρέμω τώρα μέσα μου σαν τρελός», παραδέχτηκε μελαγχολικά. Εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια. «Γιατί;» «Δεν έχω κάνει πρόταση γάμου ποτέ πριν και η σκέψη να


Carole Mortimer

164

αρνηθείς είναι αρκετή για να κάνει οποιονδήποτε άντρα να τρέμει». Η Σιν συνοφρυώθηκε στενοχωρημένα. «Δεν... είναι μόνο που...» «Είναι πολύ σύντομο; Πολύ ξαφνικό; Τα ξέρω όλα αυτά, Σιν». Έκανε ένα μορφασμό. «Λέω στον εαυτό μου το ίδιο πράγμα όλη μέρα. Αλλά τίποτα δεν αλλάζει το γεγονός ότι σε ερωτεύτηκα -ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ τη σκέψη να γυρίσεις στο Λονδίνο αύριο, να μη σε δω ποτέ ξανά. Δε σ’ αγαπώ μόνο, Σιν. Σε λατρεύω. Αγαπώ το πνεύμα σου, τα πειράγματά σου, την ευφυΐα σου, την καλοσύνη σου, την πίστη σου, τον τρόπο που δίνεσαι ολόκληρη, όποια κι αν είναι η κατάσταση. Δεν έχεις ιδέα πόσο άδεια ήταν η ζωή μου κι η καρδιά μου πριν σε γνωρίσω, αλλά τα γέμισες και τα δυο μ’ έναν τρόπο που δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Μ’ έναν τρόπο που δε θα ήθελα να ζω χωρίς αυτόν», πρόσθεσε βραχνά. *** Η Τία τον κοίταξε δύσπιστα. Είχε πει ο Λυσιέν μόλις τώρα;... Της είχε πει πραγματικά ότι την αγαπούσε; Τη λάτρευε; Ίσως αυτή ήταν η τρελή -γιατί δεν μπορεί να της είχε πει τέτοια πράγματα. Όχι σ’ αυτή! Όχι ο Λυσιέν Στιλ, ο Αμερικανός δισεκατομμυριούχος! Κι όμως ήταν εδώ, γονατισμένος μπροστά της, κρατώντας τα χέρια της σφιχτά στα δικά του και την κοίταζε με μια τέτοια έκφραση αγάπης, που η Τία νόμισε ότι η καρδιά της θα σταματούσε στο στήθος της. «Έι, κοίτα... δε χρειάζεται να μου απαντήσεις τώρα». Είχε προφανώς παρανοήσει την έκφραση δυσπιστίας της. «Δεν υπάρχει βιασύνη. Καταλαβαίνω ότι είναι υπερβολικό να περιμένω να ξέρεις αν θα νιώσεις ποτέ το ίδιο για μένα, αλλά μπορούμε να περάσουμε όσο καιρό θέλεις για να γνωριστούμε καλύτερα. Θα θέλεις να πας πίσω στο Λονδίνο έτσι κι αλλιώς, για να τελειώσεις με το πτυχίο σου. Θα αγοράσω ένα διαμέρισμα εκεί ή ίσως μια μονοκατοικία, ώστε να μπορούμε να περνάμε μαζί όσο χρόνο έχεις ελεύθερο και μετά από μερικούς μήνες, αν...»


165

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

«Ναι». «Κι αν νομίζεις ότι δε θα μπορούσες ποτέ να μ’ αγαπήσεις όπως σ’ αγαπώ εγώ, τότε θα...» «Ναι». «Θα πρέπει κάπως να μάθω να το δέχομαι αυτό, να ζήσω μ’ αυτό. Δε θα μου αρέσει, αλλά...» «Είπα, ναι, Λυσιέν». Η Τία έσφιξε τα χέρια του για να τον τραβήξει πάνω, ώστε να μπορεί να κοιτάζει κατευθείαν το πρόσωπό του. «Είπα, ναι, Λυσιέν», επανέλαβε ήσυχα, καθώς εκείνος της ανταπέδιδε το βλέμμα ερωτηματικά. «Ναι, τι;...» Η αναπνοή της πιάστηκε στο λαιμό της και δάκρυα έτσουζαν τα μάτια της. Αλλά ήταν δάκρυα ευτυχίας. Ο Λυσιέν την αγαπούσε. Πραγματικά την αγαπούσε. Ήξερε ότι είχε παλέψει για να φτάσει στο πτυχίο της και καταλάβαινε ότι ήταν αποφασισμένη να το πάρει. Θα αγόραζε ένα σπίτι στο Λονδίνο για να μπορεί να είναι κοντά της όσο θα το έκανε αυτό. Της είχε ζητήσει να τον παντρευτεί! Ναι, ήταν πολύ σύντομο. Για άλλους ανθρώπους. Όχι για τον Λυσιέν και την Τία. Επειδή οι δυο τους ήταν ένα αποτέλεσμα του παρελθόντος τους άνθρωποι που είχαν κι οι δυο χάσει την ασφάλεια των γονιών τους με διαφορετικούς τρόπους, σε μια ευάλωτη στιγμή στη ζωή τους. Σαν αποτέλεσμα ήταν δυο άνθρωποι που δεν αγαπούσαν ή εμπιστεύονταν εύκολα και το γεγονός ότι είχαν ερωτευτεί έτσι ο ένας τον άλλο σίγουρα πρέπει να ήταν η ανταμοιβή της μοίρας για όλα εκείνα τα προηγούμενα χρόνια μοναξιάς. Η Τία γλίστρησε προς τα μπρος στο δερμάτινο κάθισμα και έπεσε στα γόνατα στο πάτωμα πλάι του. «Είπα, ναι, Λυσιέν». Σήκωσε τα χέρια της για να πιάσει το αγαπημένο και ωραίο πρόσωπό του. «Ναι, σ’ αγαπώ κι εγώ. Ναι, θα σε παντρευτώ. Αύριο αν θέλεις». «Ε... Μα...» «Ή ίσως μπορούμε να περιμένουμε λίγο, αν αυτό είναι πολύ


Carole Mortimer

166

σύντομο για σένα, Λυσιέν». Έβγαλε ένα αγκομαχητό καθώς εκείνος την τραβούσε σφιχτά πάνω του, πριν το στόμα του αναζητήσει λαίμαργα το δικό της. *** «Θα το πάρω αυτό σαν ναι στην πρόταση γάμου μου τότε», μουρμούρισε ο Λυσιέν πολλή ώρα μετά, όταν οι δυο τους ήταν κουρνιασμένοι μαζί σ’ έναν από τους καναπέδες στο σαλόνι του ρετιρέ διαμερίσματος του στο Στιλ Χάιτς, με μόνο μια χαμηλή λάμπα να φωτίζει το δωμάτιο. Η Σιν στριφογύρισε πλάι του. «Εξακολουθώ να νομίζω ότι είσαι άθλιος που με κάνεις να περιμένω μέχρι την πρώτη νύχτα του γάμου μας». «Αυτή δεν πρέπει να είναι η θέση μου;» της είπε συγκαταβατικά, πιο χαλαρός, πιο ευτυχισμένος από ποτέ. Πώς μπορούσε να νιώθει διαφορετικά όταν είχε τη γυναίκα που αγαπούσε πλάι του; «Πρέπει, ναι». Τον κοίταξε με λατρεία. «Αλλά το έχεις παρακάνει με τα “όχι μέχρι να παντρευτούμε” σου!» Ο Λυσιέν γέλασε σιγανά, παίζοντας με τα λυμένα μεταξένια μαλλιά της με τα δάχτυλά του. «Αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορούμε... να είμαστε μαζί ως τότε. Θα προτιμούσα μόνο να αφήναμε τα πράγματα έτσι όπως είναι προς το παρόν. Δε βλέπω την ώρα σε δω νύφη στην εκκλησία στο πλευρό μου, ντυμένη όλη στα άσπρα και ξέροντας ότι θα σε γδύσω αργότερα τη νύχτα και θα κάνω έρωτα μαζί σου για πρώτη φορά». Όταν το έθετε έτσι... Η Σιν στηρίχτηκε στον αγκώνα της για να τον κοιτάξει, απολαμβάνοντας το πόσο χαλαρός φαινόταν τώρα ο Λυσιέν, πόσο αγαπημένος. «Τι εννοείς; Πώς μπορούμε να είμαστε μαζί ως τότε;...» Το στόμα του πήρε μια λάγνα έκφραση. «Απόλαυσες αυτό που κάναμε χτες βράδυ, έτσι δεν είναι;» «Α, ναι». Τα μάγουλά της ζεστάθηκαν στην ανάμνηση του ερωτικού σμιξίματός τους. «Θα ήθελες να το επαναλάβουμε απόψε;» «Εξαρτάται...»


167

Tο Κορίτσι του Εκατομμυριούχου

Το χαμόγελό του έσβησε σε συνοφρύωμα. «Από τι;» Η Τία χαμογέλασε μελαγχολικά. «Από το αν θα μου επιτρέψεις ή όχι να... ανταποδώσω. Θα πρέπει να μου δείξεις πώς, φυσικά, αλλά είμαι σίγουρη ότι θα μάθω γρήγορα...» «Έλεος!...» Ο Λυσιέν έβγαλε ένα πονεμένο βογκητό κι έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή, πριν τα ανοίξει ξανά, για να τα μισοκλείσει όταν είδε πόσο πονηρά του ανταπέδιδε εκείνη το βλέμμα. «Με πειράζεις πάλι!» συνειδητοποίησε με αυτοσαρκασμό. «Μόνο λίγο». Ζάρωσε τη μύτη της. «Ξέρω τους μηχανισμούς, φυσικά, αλλά υποθέτω πως αυτό δε σημαίνει και πολλά στην πράξη». «Ας πάμε να το ανακαλύψου με, εντάξει;» Ο Λυσιέν σηκώθηκε, σκύβοντας για να τη σηκώσει στην αγκαλιά του και να την κρατήσει τρυφερά πάνω στο στήθος του. Η Τία τύλιξε τα χέρια της στους ώμους του και τον κοίταξε με λατρεία, «θα μπορούσα να συνηθίσω σ’ αυτό». «Ελπίζω πολύ να το κάνεις... επειδή σκοπεύω να σε κακομαθαίνω και να σου κάνω τα χατίρια για την υπόλοιπη ζωή σου». Εκείνη η ίδια αγάπη έλαμψε στα μάτια του καθώς την κοίταζε. «Σ’ αγαπώ πολύ, Σίνθια Χάμοντ. Σ’ ευχαριστώ που ήρθες στη ζωή μου». Τα χείλη της έτρεμαν από συγκίνηση. «Κι εγώ σ’ αγαπώ πολύ, Λυσιέν Στιλ. Και σ’ ευχαριστώ που ήρθες στη δική μου ζωή». Ήταν τα πάντα. Τώρα. Αύριο. Πάντοτε. ~Τέλος~

Το Κορίτσι του Εκατομμυριούχου (Carole Mortimer)  

Όταν η ευκαιρία για ονειρεμένες διακοπές πέφτει ουρανοκατέβατη στο δρόμο της Τία Χάμοντ, ο πειρασμός είναι τόσο μεγάλος που δεν μπορεί να αν...

Το Κορίτσι του Εκατομμυριούχου (Carole Mortimer)  

Όταν η ευκαιρία για ονειρεμένες διακοπές πέφτει ουρανοκατέβατη στο δρόμο της Τία Χάμοντ, ο πειρασμός είναι τόσο μεγάλος που δεν μπορεί να αν...

Advertisement