Page 1


Blaze - Κρυφές Συγκινήσεις - Donna Kauffman Είχαν συμφωνήσει να συναντιούνται όποτε μπορούσαν και η σχέση τους να είναι αποκλειστικά σεξουαλική... Η Νάταλι είχε ζήσει μια καυτή ερωτική νύχτα μ’ έναν συναρπαστικό άγνωστο άντρα. Δεν συνήθιζε τις περιπέτειες της μιας βραδιάς, αλλά τώρα ήταν αποφασισμένη ν’ απολαύσει αυτό που λαχταρούσε με όλο της το είναι... την ηδονή που της πρόσφερε ο Τζέικ... Μπορεί ο Τζέικ να ζούσε σε άλλη πόλη, αλλά μετά την απίστευτη νύχτα που είχε περάσει με τη Νάταλι του ήταν αδύνατο να της πει αντίο. Όταν όμως ο πόθος του για κείνη μετατράπηκε σε κάτι βαθύτερο, βρέθηκε αντιμέτωπος μ’ ένα μεγάλο δίλημμα: να τηρήσει τους κανόνες που είχαν βάλει και ν’ αγνοήσει τα συναισθήματά του, ή να καταπατήσει τη συμφωνία τους, με κίνδυνο να χάσει τη Νάταλι για πάντα;


DONNA KAUFFMAN

Κεφάλαιο 1

Πού στην οργή είχε εξαφανιστεί η Λίζα; Η Νάταλι Χόλκομ κόλλησε ένα χαμόγελο στα χείλη της και καληνύχτισε άλλη μια παρέα στυλάτους φίλους της Λίζας, οι οποίοι έφευγαν από τη σουίτα του ρετιρέ. Έκλεισε πίσω τους την πόρτα, λαχταρώντας να βγάλει τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της και να χωθεί στην ολυμπιακών διαστάσεων πισίνα του μπάνιου της. Δεν αρνιόταν πως η Λίζα ήξερε να δίνει πάρτι, και μάλιστα στα πιο χλιδάτα μέρη. Το Μάξι ήταν το πιο καινούριο ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης και η Λίζα είχε κλείσει όλο τον τελευταίο όροφο για το πάρτι της. Χαρακτηριστική σπάταλη ενέργεια εκ μέρους της, αλλά η τσέπη της το άντεχε -ή, μάλλον, η τσέπη του καινούριου πελάτη της το άντεχε. Ωστόσο η Νάταλι προτιμούσε πάντοτε την κομψότητα από την πολυτέλεια. Στα είκοσι εννιά της, η Λίζα ήταν το ανερχόμενο αστέρι στον τομέα των δημοσίων σχέσεων και η αποψινή εκδήλωση γινόταν προς τιμήν του πιο σέξι τηλεοπτικού σταρ, ο οποίος έπαιζε στην πιο ερωτική σαπουνόπερα, που είχε το χαρακτηριστικό τίτλο Έξαψη. Το τελειοποιημένο από τις πλαστικές εγχειρήσεις πρόσωπο και το καλογυμνασμένο κορμί του Κόνραντ Τζόουνς άφηναν εντελώς ασυγκίνητη τη Νάταλι, αλλά, όπως είχε διαπιστώσει, απόψε ήταν η μοναδική γυναίκα κάτω των ογδόντα που ένιωθε έτσι. Από την άλλη μεριά, όμως, δε γνώριζε κανέναν εκεί μέσα, οπότε πώς μπορούσε να είναι σίγουρη γι’ αυτό; «Πού είναι η Λίζα;» Η Νάταλι γύρισε απότομα και πήρε πάλι αυτόματα το χαμόγελο της οικοδέσποινας. Τώρα ξέρω πώς νιώθει ένας συντονιστής σε διαγωνισμό ομορφιάς. Κινδυνεύει να πάθει αγκύλωση το σαγόνι 5


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

του από το πολύ χαμόγελο, σκέφτηκε. «Δεν είμαι σίγουρη πού βρίσκεται αυτή τη στιγμή», είπε με χάρη στο σικάτο ζευγάρι. «Αλλά θα της μεταφέρω τους χαιρετισμούς σας. Ξέρω πως χάρηκε πολύ που ήρθατε». Μακάρι μόνο να ήξερα ποιοι είστε. Εκείνοι κούνησαν συγκαταβατικά το κεφάλι τους, σαν να της έλεγαν πως ήξεραν ότι ήταν μια ασήμαντη και, κατά συνέπεια, δεν άξιζε να της δώσουν σημασία. Η Νάταλι δεν τους έβγαλε τη γλώσσα, ούτε και κοπάνησε την πόρτα πίσω τους, παρ’ όλο που για μια στιγμή μπήκε στον πειρασμό. Αυτό από μόνο του αποδείκνυε πόσο κουρασμένη ένιωθε, γιατί συνήθως δεν την απασχολούσε η γνώμη των άλλων για το άτομό της. Η χλιδή και η συναναστροφή με διασημότητες ήταν ο τομέας της Λίζας. Ο δικός της ήταν το εμπορικό δίκαιο. Χαμογέλασε καθώς σκέφτηκε πως κατά βάθος οι διαφορές δεν ήταν και τόσο μεγάλες. Οι καρχαρίες και τα αρπαχτικά όρνια αφθονούσαν και στους δύο κόσμους. Απλώς η Λίζα κολυμπούσε με πιο... εμφανίσιμους καρχαρίες. Είχαν μοιραστεί τον ίδιο κοιτώνα της νομικής σχολής επί τέσσερα εξάμηνα, προτού η Λίζα παρατήσει τις σπουδές της και πάει στη Νέα Υόρκη για να πραγματοποιήσει τα όνειρά της. Αυτό είχε συμβεί πριν από έξι χρόνια... Η Νάταλι κοίταξε γύρω της και χαμογέλασε με ικανοποίηση. Και οι δυο τους τα είχαν καταφέρει πολύ καλά. Και η φιλοδοξία τους ήταν πιθανότατα αυτό που είχε κρατήσει τη φιλία τους ζωντανή παρά τα τρελά ωράριά τους. Εκείνη ζούσε στη Νέα Υόρκη και ταξίδευε σε όλη τη χώρα, ενώ η Λίζα δούλευε με έδρα το Λος Άντζελες, αλλά επίσης ταξίδευε σε όλη τη χώρα. Ο μόνος λόγος που είχε έρθει απόψε σ’ αυτό το πάρτι ήταν πως βρίσκονταν στην ίδια πόλη την ίδια στιγμή, και αυτό συνέβαινε σπάνια. Είχε δεχτεί να μείνει μαζί με τη Λίζα στη σουίτα για να έχουν λίγο χρόνο στη διάθεσή τους, μόνο που τελικά δεν τα είχαν καταφέρει. Η Νάταλι αναστέναξε και ανασήκωσε τους ώμους της. Ήταν κρίμα 6


DONNA KAUFFMAN

που δε θα προλάβαινε να δει περισσότερο τη φίλη της, αλλά έτσι ήταν η Λίζα... Μιάμιση ώρα αργότερα, η Νάταλι αποχαιρέτισε τους τελευταίους καλεσμένους και ακούμπησε στην πόρτα ξεφυσώντας αποκαμωμένη. «Επιτέλους...» μουρμούρισε. Η Λίζα δεν είχε εμφανιστεί ούτε μια στιγμή. Επειδή την ήξερε καλά, η Νάταλι δεν είχε καμιά αμφιβολία πως η φίλη της είχε φύγει με τον Κόνραντ για κάποιο κλαμπ ή για κάποιο άλλο πάρτι. Η Λίζα ήταν σκλάβα της καριέρας της και απολάμβανε την κάθε στιγμή, αλλά η Νάταλι ήταν σίγουρη πως άφηνε τον Κόνραντ να πιστεύει πως εκείνος έκανε κουμάντο. Χαμογέλασε και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, παίρνοντας και μερικά ποτήρια καθώς πήγαινε. Είχε δώσει άδεια στον μπάρμαν και στους σερβιτόρους να φύγουν κατά τις δύο, και τώρα κόντευε τρεις. Ήξερε ότι το πρωί θα ερχόταν το συνεργείο καθαρισμού, οπότε αυτό που ήθελε ήταν απλώς να αφήσει τα ποτήρια στο νεροχύτη και να πάει επιτέλους να κάνει εκείνο το αφρόλουτρο που λαχταρούσε τόσο πολύ. «Συγνώμη...» Η Νάταλι έβγαλε μια κραυγή και γύρισε απότομα. Η βαθιά φωνή ανήκε σε έναν ψηλό άντρα με σκούρα ξανθά μαλλιά και φωτεινά γαλανά μάτια, ο οποίος προχώρησε βιαστικά και έπιασε δυο από τα κρυστάλλινα ποτήρια πριν πέσουν στο πάτωμα και γίνουν θρύψαλα. Η Νάταλι κατάφερε να κρατήσει τα άλλα τρία και να τα αφήσει άθικτα πάνω στον πάγκο. «Με συγχωρείς, δεν ήθελα να σε τρομάξω». Η Νάταλι κούνησε το κεφάλι της και ξεροκατάπιε. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή από την τρομάρα. «Νόμιζα... νόμιζα πως ήμουν μόνη». Ήθελε να κοιτάξει αλλού, να ανακτήσει την ψυχραιμία της, αλλά ο τρόπος με τον οποίο την κοιτούσε εκείνος ο άνθρωπος την εμπόδιζε. «Μισό λεπτό να σας... δηλαδή... θέλω να πω...» Σταμάτησε απότομα, νιώθοντας ντροπή 7


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

για το τραύλισμά της. Λες και δεν είχε δει εκατό ωραίους ξανθούς εκείνο το βράδυ! Όμως η διαφορά ήταν πως εκείνος ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά της φαινόταν τόσο... αληθινός. Ήταν ένα σοκ έπειτα από όλες εκείνες τις κατάλευκες οδοντοστοιχίες και τους φουσκωμένους μυς που έβλεπε όλη νύχτα. Παίρνοντας διακριτικά μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει, επιστράτευσε για άλλη μια φορά το ευγενικό της χαμόγελο. «Θα σας συνοδεύσω μέχρι την έξοδο». Έκανε μερικά βήματα, περιμένοντας να την ακολουθήσει κι εκείνος, μόνο που δεν έγινε κάτι τέτοιο. Η Νάταλι σταμάτησε, νιώθοντας ένα μικρό ρίγος που δεν ήταν ακριβώς φόβος, αλλά εν πάση περιπτώσει μια κάποια ανησυχία, επειδή βρισκόταν ολομόναχη με έναν άγνωστο μέσα στη σουίτα έναν άγνωστο που την περνούσε τουλάχιστον δέκα πόντους και φαινόταν είκοσι πέντε με τριάντα κιλά βαρύτερος. Παίρνοντας το ύφος της αυτοπεποίθησης και της ηρεμίας που την είχε βοηθήσει να φτάσει σε ένα σημείο της ιεραρχίας που θα ζήλευε κάθε συνομήλικη της -για να μην πει κάνεις ακόμα και μια γυναίκα με ηλικία διπλάσια της δικής της- του έκανε νόημα να βγεί«Από δω, παρακαλώ». Ήξερε ότι η έκφρασή της δεν άφηνε περιθώρια παρεξηγήσεων. Ήταν μια έκφραση που την είχε τελειοποιήσει από τότε που πήγαινε σχολείο. Τα αγόρια, ειδικά τα πλούσια, νόμιζαν πως το μόνο που χρειαζόταν για να πέσει ένα κορίτσι στην αγκαλιά τους ήταν ένα γοητευτικό χαμόγελο και ένας παχυλός τραπεζικός λογαριασμός. Πολύ σύντομα όμως ανακάλυπταν ότι η Νάταλι Χόλκομ από το Κονέκτικατ δεν εντυπωσιαζόταν ούτε από τα πλούτη ούτε από το ωραίο κορμί. Όπως είχε αποδειχτεί, οι ώριμοι άντρες δε διέφεραν πολύ ως προς τη νοοτροπία από τα αγόρια. Τώρα πια αυτό το ύφος τής είχε γίνει δεύτερη φύση. Και δεν την ενοχλούσε καθόλου το ότι είχε αποκτήσει τη φήμη της ψυχρής και απόμακρης γυναίκας. Αντίθετα, καμάρωνε γι’ αυτό, γιατί ήξερε 8


DONNA KAUFFMAN

όπως και όλοι οι άλλοι- ότι είχε φτάσει εκεί που είχε φτάσει μόνο με σκληρή δουλειά και όχι εκμεταλλευόμενη τα γυναικεία προσόντα της. Κοίταξε κατάματα τον άγνωστο και του έδειξε την πόρτα. Εκείνος χαμογέλασε, απτόητος από το ύφος της. Και πριν η Νάταλι προλάβει να του πετάξει κάποια ψυχρή, αυστηρή φράση, της έδειξε με το κεφάλι κάποιο σημείο πίσω της. «Το σακάκι μου είναι στο άλλο δωμάτιο». Η Νάταλι δεν κοκκίνισε. Μια Χόλκομ δεν κοκκίνιζε ποτέ. Είχε μάθει από μικρό κοριτσάκι να αντεπεξέρχεται στις γκάφες της με αταραξία. Γι’ αυτό, το ειρωνικό χαμόγελο του άγνωστου άντρα την άφησε εντελώς ανεπηρέαστη. «Τότε θα σας περιμένω στην πόρτα», είπε ήρεμα. «Δε χρειάζεται. Μπορώ να φύγω μόνος μου», αποκρίθηκε εκείνος περνώντας από μπροστά της. Η Νάταλι θα έπαιρνε όρκο πως ένιωσε τη ζεστασιά του κορμιού του και συγκρατήθηκε με κόπο να μην κάνει αέρα στο πρόσωπό της με το χέρι. Πάλι καλά που ο τύπος δε φορούσε κανένα ακριβό άρωμα. Αυτό που φορούσε ήταν πολύ διακριτικό και... απόλυτα αποτελεσματικό. Η Νάταλι σκέφτηκε πάλι πως ήταν πιο κουρασμένη απ’ όσο νόμιζε. Η καλή της ανατροφή όμως την ώθησε να τον ακολουθήσει μέχρι την πόρτα. Ήθελε να τον συνοδεύσει απλώς για να σιγουρευτεί πως αυτή τη φορά θα έμενε μόνη στο διαμέρισμα. «Έχω ένα πρόβλημα». Ο ήχος της φωνής του την έκανε να τιναχτεί ξαφνιασμένη. Ανάθεμά τον, ήταν η δεύτερη φορά που της το έκανε αυτό! «Τι πρόβλημα;» τον ρώτησε, πιο απότομα απ’ όσο θα ήθελε. Ήρεμα και συγκρατημένα, Νάταλι, είπε μέσα της. Το ότι ήταν αναγκασμένη να υπενθυμίζει στον εαυτό της πράγματα που συνήθως της έρχονταν αυτόματα ήταν μια ακόμα απόδειξη του πόσο είχε κουραστεί απόψε. Προσπάθησε να πάρει την ανάλογη έκφραση, αν και στην πραγματικότητα κάθε άλλο παρά ήρεμη ένιωθε. Σίγουρα έφταιγε η 9


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

κούραση. Στο κάτω κάτω, ήταν τρεις τα ξημερώματα. Ωστόσο δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι εκείνο που την αναστάτωνε ήταν κυρίως το εύθυμο, ευθύ βλέμμα του. Μα τι είχε, επιτέλους, αυτός ο άνθρωπος και την επηρέαζε τόσο πολύ; Κατ’ αρχάς, ήταν χάρμα οφθαλμών, αν σου άρεσαν οι γήινοι, μυώδεις άντρες. Η Νάταλι δεν ήταν απόλυτα σίγουρη τι είδους αρσενικά τής άρεσαν, σίγουρα όμως όχι αυτός ο πανύψηλος τύπος που στεκόταν μπροστά της. Αν και, όταν τον κοιτούσες καλύτερα, διαπίστωνες ότι δεν ήταν τόσο σωματώδης. Αντίθετα, ήταν εντυπωσιακός. Ναι, αυτή ήταν η σωστή λέξη, τώρα που το καλοσκεφτόταν. Το μαύρο τζιν και το πλεχτό πουλόβερ στο χρώμα του κεχριμπαριού εφάρμοζαν τέλεια πάνω του. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι τον κοιτούσε σαν χάνος και έστρεψε πάλι βιαστικά το βλέμμα της στο πρόσωπό του. Για καλή της τύχη, εκείνος δεν έκανε κανένα σχόλιο, αλλά το πρόσωπό του είχε μια έκφραση αδιόρατης αυταρέσκειας. «Τι πρόβλημα υπάρχει;» τον ρώτησε πάλι ορθά κοφτά, ανυπομονώντας να τον ξεφορτωθεί. Το σακάκι του το είχε βρει, άρα δεν ήταν αυτό το πρόβλημα. Βέβαια, το ταλαιπωρημένο καφέ δερμάτινο σακάκι έκανε τους ώμους του να φαίνονται ακόμα πιο φαρδιοί, τα μπράτσα του πιο μυώδη, το στέρνο του πλατύτερο. Όποιος τον είχε συμβουλέψει να υιοθετήσει αυτό το λουκ είχε πετύχει διάνα. Η Λίζα της είχε πει αμέτρητες ιστορίες για κυνηγούς ταλέντων που ανακάλυπταν καινούρια πρόσωπα στα πιο απίθανα μέρη και με τη βοήθεια ενός προσωπικού γυμναστή, ενός στυλίστα και ενός καλού οδοντιάτρου τα μεταμόρφωναν σε εφήμερους θεούς. Αυτός σίγουρα είναι μηχανικός, σκέφτηκε. Ή οικοδόμος. Ή κούριερ. «Το πορτοφόλι μου», είπε εκείνος, διακόπτοντας τους συλλογισμούς της. Πάλι την είχε αιφνιδιάσει. Τι στην οργή τής συνέβαινε; Μάλλον θα παρέλειπε το αφρόλουτρο και θα έπεφτε κατευθείαν για ύπνο... «Το έδωσα στον Κον για να δώσει φιλοδώρημα στον οδηγό της 10


DONNA KAUFFMAN

λιμουζίνας», συνέχισε ο άγνωστος ανασηκώνοντας τους ώμους και χαμογελώντας. «Ο άνθρωπος υπέγραψε συμβόλαιο εκατομμυρίων, αλλά ποτέ δεν έχει χρήματα πάνω του». Τα γαλανά του μάτια σπίθισαν. «Μάλλον γι’ αυτό με θέλει συνέχεια μαζί του». «Ο Κον; Όπως λέμε... Κόνραντ Τζόουνς;» Η Νάταλι βόγκηξε από μέσα της. Τόση ώρα γλυκοκοιτούσε ένα παράσιτο. Τουλάχιστον θα την παρηγορούσε αν ήταν ένας αξιοπρεπής εργαζόμενος, αλλά αυτός δεν ήταν παρά ένας άνθρωπος της προσκολλήσεως, μια βδέλλα. «Ναι. Μεγαλώσαμε μαζί στο Λάμοντ του Γουαϊόμινγκ». Α, ώστε παράσιτο εκ γενετής! Ακόμα χειρότερα. Συντηρούνταν εκμεταλλευόμενος τη φήμη του φίλου του. Αυτό όμως δεν την αφορούσε. «Περίμενε να φέρω την τσάντα μου. Θα σου δανείσω...» «Δε χρειάζομαι χρήματα», την έκοψε εκείνος βιαστικά. «Απλώς ο Κον...» Εκείνη τη στιγμή ένας δυνατός θόρυβος αντήχησε από το δωμάτιο στο βάθος του διαδρόμου και αμέσως μετά ακούστηκε μια φωνή που τσίριζε: «Ω, ναι!» Μια φωνή που έμοιαζε ύποπτα με της Λίζας. «Τι στην οργή...» μουρμούρισε η Νάταλι και πήγε προς το διάδρομο περνώντας από μπροστά του. Ο ξανθός άγνωστος την έπιασε από το μπράτσο. «Μάλλον θα ήταν καλύτερα να μη...» Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του και μια άλλη, πιο αρρενωπή φωνή έσκισε τον αέρα. «Ωωω! Ναι...! Έρχομαι, μωρό μου!» Η Νάταλι πέτρωσε στη θέση της καθώς ένα πρωτόγονο, δυνατό βογκητό τράνταξε τους τοίχους και οι στριγκές κραυγές της Λίζας ακολούθησαν αμέσως μετά. Στα είκοσι οχτώ χρόνια της ζωής της, η Νάταλι δεν είχε χρειαστεί ποτέ να καλύψει μια τέτοιου μεγέθους κοινωνική γκάφα. Τουλάχιστον, όμως, τώρα ήξερε πού είχε εξαφανιστεί η Λίζα. Το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο και ήταν αδύνατον να το κρύψει. 11


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Λυπάμαι», άκουσε τον άγνωστο να λέει πίσω της. Γύρισε και τον κοίταξε, αποφασισμένη να αντιμετωπίσει την κατάσταση κατά μέτωπο. «Φαίνεται λοιπόν ότι δεν ήμουν μόνη». Προσπάθησε να χαμογελάσει πλατιά, να πάρει ανάλαφρα το πράγμα, αλλά ήταν αδύνατον. «Ναι...» μουρμούρισε αμήχανα εκείνος. «Τέλος πάντων, λέω να κατέβω κάτω και να δω αν το μπαρ είναι ακόμα ανοιχτό... Μένω με τον Κον και δεν έχω κλειδιά του σπιτιού του», πρόσθεσε διευκρινιστικά. «Μας έφεραν σε δύσκολη θέση, ε;» Ξαφνικά, η κατάσταση φάνηκε τόσο κωμικοτραγική στη Νάταλι, ώστε άρχισε να γελάει και δεν μπορούσε να σταματήσει. Ο άγνωστος, παρασυρμένος από το γέλιο της, άρχισε να γελάει κι εκείνος, ώσπου στο τέλος ακούμπησαν αποκαμωμένοι στον τοίχο, με την ανάσα κομμένη. «Ε... θα πω στον Κον ότι θα είμαι στην αίθουσα αναμονής. Ή θα του αφήσω ένα σημείωμα». «Μα αν... θέλω να πω... πώς είσαι σίγουρος ότι θα φύγει;» «Αν είχα το πορτοφόλι μου, θα έκλεινα ένα δωμάτιο στο ξενοδοχείο, αλλά...» Παρά τα όσα είχε σκεφτεί για κείνον προηγουμένως, η Νάταλι τον συμπόνεσε τώρα. Οι φίλοι τους τους είχαν φέρει και τους δύο σε πολύ δύσκολη θέση. Το λιγότερο που μπορούσε να κάνει ήταν να βάλει ένα τέλος με όσο το δυνατόν περισσότερη ευπρέπεια και ταχύτητα. «Καταλαβαίνω ότι θα προτιμούσες να λύσεις μόνος σου το πρόβλημα, αλλά ειλικρινά δε μου είναι κόπος να σου κλείσω ένα δωμάτιο», του πρότεινε. «Μπορείς να μεταφέρεις την κράτηση στην πιστωτική σου κάρτα όταν θα πάρεις πίσω το πορτοφόλι σου». Της ήρθε και πάλι να γελάσει, αλλά κατάφερε να συγκρατηθεί. Ήταν πια τόσο κουρασμένη, που φοβόταν ότι το γέλιο της θα ακουγόταν υστερικό. Όσο πιο γρήγορα τον έδιωχνε τόσο πιο γρήγορα θα κουκουλωνόταν στο κρεβάτι της και θα το έριχνε στον ύπνο. 12


DONNA KAUFFMAN

Δεν του άφησε περιθώρια να αρνηθεί. Πέρασε από μπροστά του και προχώρησε προς το δωμάτιό της, όπου είχε αφήσει το πορτοφόλι της σε ένα συρτάρι του κομοδίνου. «Επιστρέφω αμέσως». «Δε χρειάζεται», είπε εκείνος ακολουθώντας τη στο διάδρομο. «Ειλικρινά, δεν είναι ανάγκη...» Ξαφνικά οι γδούποι άρχισαν πάλι. Η Νάταλι σταμάτησε και γύρισε απότομα προς τα πίσω. «Ω, για όνομα του Θεού!» φώναξε, κοιτάζοντας προς το βάθος του διαδρόμου, όπου βρισκόταν το δωμάτιο της Λίζας. Οι πίνακες πάνω στους τοίχους τραντάζονταν και τα βογκητά είχαν γίνει εκκωφαντικά. «Δεν είμαστε καλά...» μουρμούρισε. «Συγνώμη, δεν ξέρω πώς σε λένε». Η Νάταλι τον κοίταξε σαν χαζή. «Ορίστε;» «Ρώτησα πώς σε λένε». Της πήρε αρκετά δευτερόλεπτα να αντιληφθεί την ερώτησή του, αλλά ακόμα και τότε δεν καταλάβαινε σε τι αποσκοπούσε. Της ήταν δύσκολο να σκεφτεί καθαρά με όλο εκείνο το όργιο που γινόταν στο διπλανό δωμάτιο. «Πώς με λένε; Ε... Νάταλι», είπε εντέλει αφηρημένη, προσπαθώντας να μην ακούει τα βογκητά και τις κραυγές. «Εμένα Τζέικ. Κοίτα, Νάταλι, λέω να φύγουμε από δω και να πάμε να σε κεράσω έναν καφέ». Η Νάταλι τον κοίταξε λες και ξαφνικά του είχε φυτρώσει δεύτερο κεφάλι. Τι της έλεγε; Της ζητούσε να βγουν μαζί; «Μα δεν έχεις λεφτά». Εκείνος χαμογέλασε ντροπαλά. «Έχεις δίκιο. Καλά λοιπόν, τότε θα σου επιτρέψω να κεράσεις εσύ». «Μου επιτρέπεις να σε κεράσω καφέ αλλά όχι να σου κλείσω δωμάτιο; Έχεις όρια στις φιλανθρωπικές δωρεές;» Η συζήτηση είχε αρχίσει να παίρνει πολύ παράξενη τροπή. Εκείνος έκανε ένα βήμα προς το μέρος της και το βλέμμα της καρφώθηκε στα γαλανά του μάτια. Τουλάχιστον μ’ αυτό τον τρόπο μπορούσε να αγνοήσει κάπως τις κραυγές και τα βογκητά που ακούγονταν από δίπλα. 13


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Μα τι βιταμίνες παίρνουν, τέλος πάντων;» μουρμούρισε ο άγνωστος και χαμογέλασε. Κι εκείνο το χαμόγελο ήταν που τελικά την έπεισε. Ή ίσως να έφταιγε και ο θορυβώδης οργασμός της Λίζας. Το ζήτημα πάντως ήταν ότι η Νάταλι δεν άντεχε να μείνει ούτε στιγμή παραπάνω εκεί μέσα. «Πάμε», είπε εκείνος, σαν να διαισθάνθηκε την αλλαγή στη διάθεσή της. «Ας φύγουμε, να τους αφήσουμε στην ησυχία τους. Αν και δε φαίνονται να ενοχλούνται...» Η λογική του της φάνηκε ατράνταχτη. Έτρεξε στο δωμάτιό της, έπιασε την τσάντα της και προχώρησε προς την εξώπορτα δίχως καν να κοιτάξει αν εκείνος την ακολουθούσε. Θα έπιναν έναν καφέ, θα τον έπειθε να του κλείσει δωμάτιο και ήλπιζε πως μέχρι να ξαναγυρίσει στη σουίτα η Λίζα και ο Κον θα είχαν ξεραθεί επιτέλους από την κούραση και τη νύστα. Και τότε θα χωνόταν στο κρεβάτι της και θα κοιμόταν μέχρι το μεσημέρι. Παίρνοντας θάρρος από το σχέδιό της, η Νάταλι πήγε στο ασανσέρ και πάτησε το κουμπί. Ο Τζέικ βγήκε στο διάδρομο τη στιγμή που από την ανοιχτή πόρτα ακουγόταν η κραυγή της Λίζας: «Ναι, ναι, εκεί!» Μπήκαν στο ασανσέρ αποφεύγοντας να κοιτάξει ο ένας τον άλλο και η Νάταλι πάτησε το κουμπί για την αίθουσα αναμονής. «Κατεβαίνουμε», αντήχησε μια βαθιά, μαγνητοφωνημένη φωνή. Ο Τζέικ και η Νάταλι κοιτάχτηκαν. Κι ύστερα εκείνος χαχάνισε πρώτος. Κι εκείνη κρυφογέλασε. Και μετά άρχισαν να γελούν και δε σταμάτησαν όσο το ασανσέρ κατέβαινε ογδόντα οχτώ ολόκληρους ορόφους.

14


DONNA KAUFFMAN

Κεφάλαιο 2

Η Νάταλι ήταν ντυμένη αμπιγέ, με ένα ριχτό, κοντό μπλουζάκι σε χρυσάφι χρώμα και εφαρμοστό μαύρο μεταξωτό παντελόνι. Και τα δύο ανήκαν στη Λίζα. Είχε υποχωρήσει στα παρακάλια και στα επιχειρήματα της φίλης της και είχε βάλει αυτά τα εξεζητημένα ρούχα επειδή ήξερε ότι θα έμενε όλο το βράδυ μέσα στη σουίτα και δε θα έβγαινε έξω. Να όμως που τώρα βρισκόταν στο δρόμο. Βέβαια, έπειτα απ’ όσα είχαν συμβεί πριν από λίγο, το να κυκλοφορεί με ένα παντελόνι που κολλούσε στα οπίσθιά της σαν δεύτερο δέρμα και με ένα τοπ που φοριόταν μόνο χωρίς σουτιέν, της φαινόταν ασήμαντο από άποψη τολμηρότητας. Πήγαν σε ένα καφέ κοντά στο ξενοδοχείο, που έμενε ανοιχτό όλη τη νύχτα. Μόλις πέρασαν την πόρτα, ο Τζέικ της έδειξε ένα απομονωμένο τραπεζάκι στο βάθος της αίθουσας και η Νάταλι προχώρησε με ανακούφιση προς τα κει. Αν χωνόταν πίσω από το τραπέζι, δε θα ήταν και τόσο εκτεθειμένη στα βλέμματα. Καθώς περνούσε από μπροστά του, εκείνος ακούμπησε ανάλαφρα το χέρι του στη γυμνή της πλάτη. Παρ’ όλο που το άγγιγμά του ήταν ανεπαίσθητο, η Νάταλι ένιωσε σαν να τη διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Αναψοκοκκινισμένη και αιφνιδιασμένη από την ανεξήγητη αντίδρασή της, κάθισε στη θέση της, έπιασε αμέσως το μικρό κατάλογο και τον κράτησε ανοιχτό μπροστά της, αν και δεν είχε καμιά πρόθεση να παραγγείλει κάτι άλλο εκτός από καφέ. Απλώς δεν ήθελε να προσέξει ο Τζέικ ότι οι ρώγες της είχαν ορθωθεί κάτω από το λεπτό ύφασμα. Ασφαλώς έφταιγε ο ερωτισμός της ατμόσφαιρας από την οποία 15


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

είχαν δραπετεύσει πριν από λίγο. Όσο κι αν είχε ντραπεί, δεν μπορούσε να αρνηθεί πως ήταν κάπως... ερεθιστικό. «Έναν καφέ, παρακαλώ. Σκέτο», μουρμούρισε στη σερβιτόρα. Τι έκανε εκεί πέρα; Τώρα που είχε ξεφύγει από το... σεξόδραμα που παιζόταν στη σουίτα, είχε αρχίσει να μετανιώνει για την απόφασή της. «Κι εγώ θέλω έναν καφέ, αλλά με κρέμα, παρακαλώ», είπε ο Τζέικ και χαμογέλασε στην κουρασμένη σερβιτόρα. «Αν έχετε γνήσια κρέμα». «Έφτασε, γλύκα», απάντησε εκείνη και του χαμογέλασε. Η Νάταλι έμεινε άφωνη. «Δεν ήξερα πως οι σερβιτόρες της Νέας Υόρκης χαμογελούν. Δεν είναι παραβίαση των κανόνων;» Ο Τζέικ έβγαλε το σακάκι του. «Φαίνεται πως φταίει η γοητεία του Γουαϊόμινγκ. Την κληρονόμησα από τη μητέρα μου». Ήταν κάτι που διέθετε και με το παραπάνω. Η Νάταλι προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι έφταιγε η περασμένη ώρα και η κούραση, αλλά τα τελευταία λεπτά η ζωή της είχε ξεφύγει τόσο πολύ από τους αυστηρούς κανόνες της, ώστε αποφάσισε να αφήσει κατά μέρος τις συμβάσεις και να ακολουθήσει το ρεύμα. Αύριο θα ξανάβρισκε το γνωστό ρυθμό της. Και θα έκανε μια κουβεντούλα με τη Λίζα. Προς το παρόν, όμως, έπινε καφέ στις τέσσερις παρά τέταρτο το πρωί παρέα με έναν ωραίο τύπο, στην πόλη που δεν κοιμόταν ποτέ. Δεν της έμενε λοιπόν παρά να απολαύσει την περιπέτεια. «Λοιπόν, πόσο καιρό γνωρίζεις τη Λίζα;» τη ρώτησε ο Τζέικ. «Από τη Νομική», απάντησε η Νάταλι και χαμογέλασε βλέποντας την έκπληξή του. «Η Λίζα τα παράτησε. Εγώ συνέχισα». «Με τι ακριβώς ασχολείσαι;» «Με το εμπορικό δίκαιο. Βαρετά πράγματα». Τη δουλειά της την αγαπούσε, αλλά τώρα δεν είχε όρεξη να μιλήσει για τον εαυτό της. Ήθελε να μιλήσουν για κείνον. «Τι κάνεις στο Γουαϊόμινγκ;» τον ρώτησε και ξαφνικά θυμήθηκε ότι ήταν παρατρεχάμενος του Κον... Τέλος πάντων, δε θα άφηνε αυτή την ασήμαντη λεπτομέρεια να της χαλάσει το πνεύμα της περιπέτειας. Θα το διατηρούσε τουλάχιστον 16


DONNA KAUFFMAN

όσο θα κρατούσε ένα φλιτζάνι καφές. «Εκτρέφω βοοειδή». Η Νάταλι δεν κατάφερε να κρύψει την έκπληξή της. «Εννοείς πως δουλεύεις σε ράντσο;» Έπρεπε να το είχε καταλάβει. Σίγουρα φαινόταν περισσότερο καουμπόι παρά κούριερ. Ένιωσε ότι ήταν έτοιμη να βάλει τα γέλια και τα έπνιξε με μια γουλιά καφέ. «Για την ακρίβεια, είναι οικογενειακή επιχείρηση. Εγώ ανήκω στην τέταρτη γενιά. Αλλά περνάω περισσότερο χρόνο στα αεροπλάνα παρά στο ράντσο», της εξήγησε ο Τζέικ. «Η εκτροφή αγελάδων απαιτεί συχνά ταξίδια;» «Ένα ράντσο δεν παύει να είναι επιχείρηση. Εγώ έχω αναλάβει την οικονομική πλευρά της δουλειάς. Πουλάμε τα ζώα μας σε όλο τον κόσμο». «Δεν ήξερα ότι οι αγελάδες έχουν τόση ζήτηση». «Τα βοοειδή. Και τα δικά μας έχουν μεγάλη ζήτηση. Εμείς οι Λάνιστερ εμπορευόμαστε βοοειδή από τότε που υπάρχουν κοπάδια στη Δύση. Ή περίπου, τέλος πάντων». Έπιασε το φλιτζάνι του και η Νάταλι άρχισε να περιεργάζεται ασυναίσθητα τα χέρια του. Είχε μεγάλες παλάμες με χοντρά δάχτυλα, γεμάτα ουλές. Προφανώς, δεν είχε περάσει όλη του τη ζωή μέσα στ’ αεροπλάνα. Οι κραυγές της Λίζας και του Κον αντήχησαν στο μυαλό της και άθελά της αναρωτήθηκε πώς θα ήταν αν εκείνα τα τραχιά χέρια... «Ήταν η πρώτη φορά που σου φόρτωσε το ρόλο της οικοδέσποινας η Λίζα;» Η Νάταλι απόστρεψε το βλέμμα της και κοίταξε το φλιτζάνι της. «Όχι βέβαια. Συνήθως η Λίζα πηγαίνει όπου τη βγάζει η βραδιά», απάντησε χαμογελώντας βλοσυρά. «Απλώς νόμιζα ότι είχε φύγει. Δε με πειράζει να την εξυπηρετώ. Ξέρω ότι αυτό το πάρτι ήταν πολύ σημαντικό για κείνη από επαγγελματική άποψη...» Θυμήθηκε πού είχε καταλήξει το πάρτι και σταμάτησε απότομα. Ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν και το έκρυψε πίνοντας άλλη μια γουλιά καφέ. Άλλο πράγμα ήταν να γελάς με έναν ξένο 17


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

όταν βρισκόσουν σε αμηχανία και άλλο να το κουβεντιάζεις σε ένα καφέ λες και ήταν ένα συνηθισμένο θέμα συζήτησης. «Είπες ότι ξέρεις τον Κόνραντ από παιδί», συνέχισε η Νάταλι αλλάζοντας βιαστικά θέμα. «Φαντάζομαι πως θα χαίρεσαι για την επιτυχία του». «Χαίρομαι που βρήκε κάτι που του αρέσει. Η οικογένεια του πάντως καμαρώνει πολύ και απολαμβάνει το ότι έχει γίνει διάσημος, αν και το ίδιο το σίριαλ τους προκαλεί κάποια αμηχανία. Το έχεις δει ποτέ;» Η Νάταλι κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Ξέρω μόνο όσα μου έχει πει η Λίζα, αλλά από τον τίτλο του καταλαβαίνει κανείς πολλά, έτσι δεν είναι;» «Ακριβώς. Οι γονείς του Κον δεν είναι σεμνότυφοι άνθρωποι, ούτε και οι συμπολίτες μας άλλωστε, αλλά ομολογώ πως η εκπομπή είναι κάπως πιο τολμηρή απ’ όσο περίμενα. Ειδικά για ένα σίριαλ που προβάλλεται μέρα μεσημέρι». «Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, δε σου αρέσουν οι σαπουνόπερες». «Καθόλου», απάντησε ο Τζέικ χαμογελώντας. «Αν και τείνω να αλλάξω γνώμη. Όταν ταξιδεύεις τόσο συχνά όσο εγώ, καταντάει πληκτικό να βλέπεις συνέχεια CNN». Γέλασε, και η Νάταλι τον μιμήθηκε, χωρίς όμως να μπορέσει να βγάλει από το μυαλό της τις εικόνες που γέννησαν τα λόγια του. Τον φαντάστηκε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, να βλέπει όλες εκείνες τις ερωτικές σκηνές στην τηλεόραση, να ερεθίζεται, να... Καθάρισε το λαιμό της και είπε: «Παλιότερα έβλεπα ένα δυο σίριαλ. Όταν ήμουν ακόμα στο κολέγιο. Για την ακρίβεια, η Λίζα με έβαζε να τα βλέπω. Ανέκαθεν της άρεσε η βιομηχανία του θεάματος, γι’ αυτό δεν εκπλήσσομαι που ασχολήθηκε τελικά με κάτι ανάλογο. Βρήκε το δρόμο της μια χαρά». «Μιλάς σαν πραγματική φίλη». Η Νάταλι χαμογέλασε. «Ευχαριστώ. Αν και δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι η Λίζα θα συμφωνήσει μαζί σου όταν θα της τα ψάλω ένα χεράκι αύριο». Ο Τζέικ την κοίταξε με απορία. «Τι θα της πεις;» 18


DONNA KAUFFMAN

«Κυρίως ότι δε μου αρέσει καθόλου να με φέρνουν σε τόσο δύσκολη θέση. Δεν εννοώ το ρόλο της οικοδέσποινας -αυτό θα το έκανα και με κλειστά τα μάτια. Αλλά τι θα γινόταν αν υπήρχαν κι άλλοι εκεί μέσα όταν άρχισαν να... ξέρεις...» Ο Τζέικ χαμογέλασε και τα μάτια του σπίθισαν. «Αυτό θα ήταν πολύ ενδιαφέρον. Ίσως χαλάρωναν λιγάκι όλοι τους». Η Νάταλι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Τι υπονοούσε; Όργιο; Σαν να κατάλαβε τις σκέψεις της, ο Τζέικ έσπευσε να της διευκρινίσει: «Πρέπει να παραδεχτείς πως όλοι εκεί μέσα ήταν πολύ σφιγμένοι άνθρωποι. Τους ένοιαζε τόσο πολύ ποιος μιλούσε με ποιον και τίνος σχεδιαστή ρούχα φορούσε ο καθένας. Πρώτη μου φορά έβλεπα τόσα εγωκεντρικά άτομα μαζί. Και δε θέλω να προσβάλω τη φίλη σου. Εκείνη δεν είναι έτσι». Η Νάταλι αναστέναξε με ανακούφιση και χαλάρωσε. «Όχι, δεν είναι. Και συμφωνώ με τα υπόλοιπα που είπες, αλλά θα έπρεπε να γνωρίσεις τους ανθρώπους που δουλεύουν στο δικηγορικό γραφείο και προσπαθούν να γίνουν συνεταίροι. Εκεί να δεις εγωκεντρισμό! Μόνο που τα μοναδικά θέματα συζήτησης είναι για συμβούλους επενδύσεων, χαρτοφυλάκια μετοχών και ακίνητα. Και οι σχεδιαστές που τους απασχολούν είναι οι σχεδιαστές εσωτερικού χώρου!» Ξαφνικά άρχισε να γελάει. «Γιατί γελάς;» τη ρώτησε ο Τζέικ. Η Νάταλι κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι της. «Τίποτα, τίποτα». Δεν μπόρεσε όμως να μην του το πει: «Εντάξει, απλώς φαντάστηκα τη Λίζα να κάνει τέτοια νούμερα σε ένα δικό μου πάρτι. Πάντως, ακόμα κι αν η Λίζα και ο Κον άρχιζαν τις τρέλες στη μέση του δωματίου, αμφιβάλλω πολύ αν αυτοί οι άνθρωποι θα χαλάρωναν». «Όπως τους παρουσιάζεις, θα πρέπει να είναι πολύ ψυχροί και συγκρατημένοι». Η Νάταλι το σκέφτηκε για λίγο. «Επιφανειακά, σίγουρα. Αλλά στα παρασκήνια... ας πούμε απλώς ότι τα κουτσομπολιά δίνουν και παίρνουν. Και δεν είναι καθόλου αβάσιμα». «Εγώ πιστεύω ότι σ’ αυτό το ζήτημα όλοι οι άνθρωποι είναι κατά βάθος ίδιοι», παρατήρησε ο Τζέικ. 19


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Τι εννοείς;» «Εννοώ ότι ανεξάρτητα από το αν κάποιος είναι ελεύθερο πνεύμα σαν τη Λίζα και τον Κον ή αυστηρός και συγκρατημένος σαν τους κοστουμαρισμένους τύπους που το καθημερινό τους πρόγραμμα είναι τόσο προβλέψιμο όσο και ο καιρός, κατά βάθος το μυαλό όλων είναι στο σεξ. Μπορεί ο κοστουμαρισμένος να μην έκανε ποτέ αυτό που έκαναν η Λίζα και ο Κον, αλλά δε σημαίνει πως δεν το φαντάζεται ή πως δε θα ήθελε να είχε την τόλμη να το κάνει». «Δε συμφωνώ. Πιστεύω ότι πολλοί άνθρωποι θα έφριτταν στην ιδέα να κάνουν τέτοια πράγματα δημοσίως και θα ένιωθαν την ίδια αποστροφή και στην ιδιωτική τους ζωή». Ο Τζέικ ήπιε μια γουλιά καφέ, το σκέφτηκε και την κοίταξε πάνω από το χείλος του φλιτζανιού του. «Ισχύει και για σένα αυτό;» τη ρώτησε ξαφνικά. Η Νάταλι κέρωσε. «Ορίστε;» «Σε ρώτησα αν ισχύει και για σένα αυτό. Ήταν φανερό ότι ένιωσες δυσφορία. Κι εγώ το ίδιο. Δε χωρά αμφιβολία πως ήταν μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση. Και γινόταν ακόμα πιο δυσάρεστη από το γεγονός ότι ήμαστε ξένοι μεταξύ μας, παρ’ όλο που οι... άλλοι είναι φίλοι μας». Άφησε κάτω το φλιτζάνι του. «Εκτός όμως από την παρουσία μου που σε έφερνε σε δύσκολη θέση, το γεγονός αυτό καθαυτό σε έκανε να φρίξεις;» Έσκυψε προς το μέρος της. «Τι θα έκανες αν ήσουν μόνη σου;» Την προκαλούσε. Και η Νάταλι δέχτηκε την πρόκλησή του. «Θα πήγαινα στο δωμάτιό μου, θα έκλεινα την πόρτα και θα έμπαινα στο μπάνιο, κάνοντας όσο το δυνατόν περισσότερο θόρυβο για να μην τους ακούω. Πιστεύω στη διακριτικότητα». «Ωραία. Άρα δε θα έφριττες. Απλώς θα απομακρυνόσουν». Η Νάταλι το σκέφτηκε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Είσαι λοιπόν στην μπανιέρα. Και δεν τους σκέφτεσαι όσο είσαι εκεί; Δεν ξαναφέρνεις στο μυαλό σου όσα άκουσες πριν από λίγο;» «Πιθανότατα θα το σκεφτόμουν. Εξάλλου θα ήταν πολύ δύσκολο να το αγνοήσω. Δεν είναι από τα πράγματα που σου τυχαίνουν κάθε μέρα». 20


DONNA KAUFFMAN

«Άρα, λοιπόν, θα το σκεφτόσουν. Και τι θα ένιωθες; Θα έφριττες; Ή θα ερεθιζόσουν;» Στη Νάταλι δεν άρεσε καθόλου η τροπή που είχε πάρει η συζήτηση. Είχε πάει εκεί για να αποφύγει αυτό το θέμα, όχι για να το αναλύσει. Η ερώτησή του όμως της κέντρισε την περιέργεια, περισσότερο επειδή την έκανε να ανακαλύψει κάποια πράγματα για τον εαυτό της που την εξέπλητταν. Κι αφού δεν ήταν παρά μια αθώα συζήτηση, δεν έβλεπε για ποιο λόγο να μην τη συνεχίσει. «Μπορεί και να ερεθιζόμουν, αλλά όχι όπως ερεθίζεται ένας ηδονοβλεψίας. Αυτό το στοιχείο ποτέ δε μου άρεσε. Απλώς με έναν ανθρώπινο, φυσιολογικό τρόπο, που σε κάνει να σκέφτεσαι το σεξ γενικώς». Θεώρησε ότι η απάντησή της ήταν ακίνδυνη και αντικειμενική, αλλά όταν είδε το εύθυμο βλέμμα του κατάλαβε ότι εκείνος είχε αντιληφθεί πολύ περισσότερα πράγματα απ’ όσα ήθελε να του αποκαλύψει. «Βλέπεις, λοιπόν; Κατά βάθος όλοι είμαστε ίδιοι», κατέληξε ο Τζέικ. «Μπορεί οι φαντασιώσεις του καθενός να διαφέρουν. Εσένα δε σου αρέσει να παίρνεις μάτι, αλλά σε ερεθίζουν άλλα πράγματα. Το ίδιο ισχύει για όλο τον κόσμο. Όσο σεμνοί και καθωσπρέπει κι αν είμαστε στην επιφάνεια, κατά βάθος καθοδηγούμαστε από τη σεξουαλικότητά μας. Δε συμφωνείς;» «Όχι όμως και σε βαθμό που να μη σκεφτόμαστε τίποτ’ άλλο εκτός από το σεξ». «Δέχεσαι ωστόσο ότι οι άνθρωποι που ισχυρίζονται πως δεν είναι σεξουαλικά πλάσματα, πως δεν ανταποκρίνονται στα ίδια ερεθίσματα, αυταπατώνται; Ακόμα ίσως και εσκεμμένα;» Η Νάταλι το σκέφτηκε. «Μπορεί». Ο Τζέικ χαμογέλασε. «Δε φαίνεσαι και τόσο σίγουρη». «Εγώ νομίζω ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να αρνείται τη σεξουαλικότητα και τις ανάγκες του. Απλώς τα αγνοεί». Η Νάταλι σκέφτηκε ότι αυτή η περιγραφή τής ταίριαζε απόλυτα, αλλά δεν είχε καμιά πρόθεση να του το πει. «Υπάρχουν άλλες προτεραιότητες στη ζωή πέρα από το σεξ», 21


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

πρόσθεσε χαμογελώντας μελαγχολικά. «Για τις γυναίκες, τουλάχιστον». Ο Τζέικ την κοίταξε ειρωνικά. «Αμφιβάλλω. Αλλά θα δεχτώ πως σε γενικές γραμμές οι άντρες έχουν το μυαλό τους στο σεξ περισσότερο απ’ όσο οι γυναίκες». «Εδώ συμφωνούμε απολύτως». Ο Τζέικ χαμογέλασε και αποτελείωσε τον καφέ του. «Παρ’ όλο που φαίνεσαι απόλυτα εξοικειωμένη με τη σεξουαλικότητά σου, δείχνεις μεγάλη κατανόηση γι’ αυτούς που δεν είναι. Όλοι οι δικηγόροι με τους οποίους συνεργάζεσαι είναι τόσο ανέραστοι;» Η εκτίμηση του εξέπληξε τη Νάταλι και πριν το καλοσκεφτεί τον ρώτησε: «Τι σε κάνει να νομίζεις ότι είμαι τόσο εξοικειωμένη, όπως το έθεσες, με τη σεξουαλικότητα μου;» «Κατ’ αρχάς, τα ρούχα που φοράς», απάντησε αμέσως ο Τζέικ. «Ξέρω ότι δε θα έπρεπε να σε κρίνω από την εμφάνισή σου, αλλά δεν ξέρω τίποτα για σένα. Εκείνο που ξέρω με σιγουριά είναι ότι αυτά τα ρούχα δεν ταιριάζουν σε φοβητσιάρες. Ούτε σε γυναίκες που δεν αισθάνονται απολύτως άνετα με τη θηλυκότητά τους». Κάτω από άλλες συνθήκες, ο τρόπος με τον οποίο την περιέγραφε θα την είχε κάνει να ντραπεί. Το παράξενο όμως ήταν... πως της άρεσε. Ακόμα κι έτσι, η Νάταλι ένιωσε την ανάγκη να είναι ειλικρινής απέναντι του. Εξάλλου, η τωρινή εμφάνισή της δεν αντιπροσώπευε καθόλου την αληθινή της προσωπικότητα. «Σ’ ευχαριστώ για τη φιλοφρόνηση, αλλά μιας και μιλάμε ειλικρινά, πρέπει να σου πω ότι αυτά τα ρούχα ανήκουν στη Λίζα», του απάντησε και σταύρωσε τα χέρια της πάνω στο τραπέζι. «Τα δικηγορίστικα ρούχα μου δεν της φάνηκαν κατάλληλα για το πάρτι της. Πράγμα που ουσιαστικά αποδεικνύει την άποψή μου. Η Λίζα είναι πολύ τολμηρή στο θέμα του σεξ, κι αυτό αντανακλάται στην γκαρνταρόμπα της και στον τρόπο που ζει. Εγώ δεν είμαι, κι αυτό φαίνεται από τα ρούχα μου και από τον τρόπο της ζωής μου». Ο Τζέικ σκέφτηκε για μερικές στιγμές αυτά που του είχε πει. «Και ποιο από τα δύο υπαγορεύει το άλλο;» Η Νάταλι τον κοίταξε με απορία. «Τι θες να πεις;» 22


DONNA KAUFFMAN

«Εννοώ, ο τρόπος ζωής και το ντύσιμο ακολουθούν την ιδιοσυγκρασία της γυναίκας; Ή η γυναίκα απλώς κρύβει την πραγματική της φύση εξαιτίας του τρόπου της ζωής της και της ανάλογης γκαρνταρόμπας;» Η Νάταλι δεν ήξερε τι να του απαντήσει σ’ αυτό. Άλλο πράγμα ήταν να παραδεχτεί πως της άρεσε κάπου κάπου να ονειροπολεί ότι έχει μια τολμηρή ερωτική περιπέτεια, ειδικά όταν άκουγε τις διηγήσεις της Λίζας, και άλλο να ομολογήσει ότι κατά βάθος δε διέφερε καθόλου από τη φίλη της και πως οι αντιδράσεις της θα ήταν παρόμοιες αν άφηνε τον εαυτό της ελεύθερο. Τελικά, τι ίσχυε; Είχε καταπιέσει τη φύση της εξαιτίας της οικογένειας και της καριέρας της; «Φαντάζομαι ότι ισχύουν και τα δύο», του απάντησε όσο πιο ειλικρινά μπορούσε. «Η οικογένειά μου δε μιλάει ανοιχτά γι’ αυτά τα θέματα, αλλά δεν μπορώ να πω ότι το συμμερίζομαι απόλυτα. Μπορεί να μην αισθάνομαι και πολύ άνετα με τις δημόσιες εκδηλώσεις, αλλά αυτό δε σημαίνει πως δε μου αρέσουν. Αρκεί να είμαι με το κατάλληλο πρόσωπο. Αγαπώ τη δουλειά μου και προς το παρόν είναι η πρώτη μου προτεραιότητα. Και δεν αισθάνομαι ότι κάνω καμιά θυσία για χάρη της». Ανασήκωσε τους ώμους. «Ίσως καταπιέζω αυτή την πλευρά του εαυτού μου ως ένα βαθμό, ωστόσο δε νομίζω ότι την αρνούμαι». Τον κοίταξε και χαμογέλασε αχνά. «Φαίνεται πως ακόμα δεν έχω βρει τον τρόπο να τα συνδυάζω, κι αυτό συνήθως αποβαίνει εις βάρος του σεξ». Μα... καθόταν στ’ αλήθεια και συζητούσε ανοιχτά για τη σεξουαλικότητά της με έναν άντρα που είχε γνωρίσει μόλις πριν από λίγο; Ωστόσο δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι ήταν το πιο συναρπαστικό πράγμα που της είχε συμβεί εδώ και πολύ καιρό. Συναρπαστικό από πολλές απόψεις. Ο Τζεικ δεν είπε τίποτα, απλώς χαμογέλασε κι εκείνος. Η Νάταλι συνειδητοποίησε ότι περνούσε υπέροχα μαζί του. Ήταν ενδιαφέρων συνομιλητής και οι παρατηρήσεις του την ωθούσαν να βάλει το μυαλό της να δουλέψει. Ξαφνικά ντράπηκε για όσα είχε 23


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

σκεφτεί εις βάρος του νωρίτερα. Ίσως είχε την τάση να ταξινομεί τους άντρες, να τους κάνει λιγότερο ελκυστικούς στα μάτια της, ώστε να μη χρειάζεται να ασχοληθεί μαζί τους. Να και κάτι άλλο που έπρεπε να σκεφτεί. Αλήθεια, τι φοβόταν; Καλά, αυτό το ήξερε. Αν και δεν επρόκειτο για φόβο. Απλώς κάποια παθήματα της είχαν γίνει μαθήματα. Ήξερε πλέον πολύ καλά ότι τα αισθηματικά μπερδέματα γίνονταν τροχοπέδη στην καριέρα της. Και αυτό τον καιρό δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει την προσπάθεια και τη συναισθηματική φόρτιση που συνεπάγεται η οικοδόμηση μιας μακροχρόνιας σχέσης. Ο Τζέικ χαμογέλασε στη σερβιτόρα που ήρθε για να τους ξαναγεμίσει τα φλιτζάνια και μετά έστρεψε πάλι την προσοχή του στη Νάταλι. «Ακούω τα γρανάζια του μυαλού σου να δουλεύουν. Τι συλλογίζεσαι;» τη ρώτησε. Η Νάταλι ανασήκωσε τους ώμους της και ήπιε μια γουλιά καφέ. «Τίποτα και τα πάντα». Γέλασε ανάλαφρα. «Δεν έχω συνηθίσει να κάνω βαθυστόχαστες φιλοσοφικές συζητήσεις στις...» Κοίταξε το ρολόι της και βόγκηξε. «Στις τέσσερις και μισή τα ξημερώματα. Θεέ μου, πώς πέρασε έτσι η ώρα;» «Ήταν ήδη περασμένη όταν το ξεκινήσαμε». Η Νάταλι τον κοίταξε. Την κοίταξε κι εκείνος... και ξαφνικά ήταν σαν κάτι να άλλαξε. Μια παράξενη σιωπή τους τύλιξε και η Νάταλι ένιωσε το λαρύγγι της να στεγνώνει. «Τι πράγμα ξεκινήσαμε;» ρώτησε βραχνά. Η έκφρασή του δεν άλλαξε καθόλου. Δεν της έπιασε το χέρι ούτε έκανε καμιά άλλη κίνηση. Απλώς συνέχισε να την κοιτάζει στα μάτια, σαν να ήξερε επακριβώς τι σκεφτόταν. «Ξέρεις πολύ καλά», της απάντησε ήρεμα. Η Νάταλι ένιωσε ένα τόσο ξαφνικό κύμα πόθου, που έσφιξε το φλιτζάνι της λες και ήταν σωσίβιο. Καταπληκτικό. Κάνεις δεν την είχε κάνει να αντιδράσει με τέτοιο τρόπο μέχρι τώρα. Κι εκτός από τη στιγμή που περνούσαν την πόρτα, ο Τζέικ δεν την είχε αγγίξει ούτε μια φορά. Κι όμως... τον ένιωθε. 24


DONNA KAUFFMAN

Ήθελε να πιστέψει ότι αυτό ήταν μόνο η φυσιολογική αντίδραση από τη συζήτησή τους. Το παράξενο όμως ήταν ότι όση ώρα μιλούσαν κανείς από τους δυο δεν είχε κάνει τον παραμικρό υπαινιγμό ούτε είχε δείξει σημάδια λαγνείας. Πράγμα που έκανε τον τρόπο με τον οποίο την κοιτούσε τώρα ο Τζέικ ακόμα πιο ερωτικό. Μα τι γελοιότητες σκεφτόταν; Δε συνέβαινε τίποτα. Απλώς έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με έναν άγνωστο. Έναν άγνωστο που εκείνη τη στιγμή είχε τη δύναμη να την ερεθίζει απλώς και μόνο κοιτώντας την. Αλήθεια, πότε ήταν η τελευταία φορά που της είχε συμβεί αυτό; Η, μάλλον, είχε επιτρέψει ποτέ σε άλλον άντρα να κοιτάξει τόσο βαθιά στην ψυχή της; Η Νάταλι σκέφτηκε πως αυτό που συνέβαινε ήταν αποκύημα του ζαλισμένου από την αϋπνία και την κούραση μυαλού της και της ήρθε να βάλει τα γέλια. Θα μπορούσε να τον ρωτήσει ορθά κοφτά τι εννοούσε λέγοντας «αυτό που ξεκινήσαμε», αλλά όχι. Όχι, δε γινόταν. Ήταν διασκεδαστικό, ίσως ακόμα και συναρπαστικό. Αλλά ο καθένας είχε τη ζωή του. Σε λίγες ώρες εκείνη θα έμπαίνε στο αεροπλάνο κι εκείνος θα γυρνούσε στο Γουαϊόμινγκ και στη δουλειά του. Σκέφτηκε ότι δεν είχε πάει ποτέ της στο Γουαίόμινγκ... Πράγμα που, ξαφνικά, της φάνηκε ιδανικό. Τον ήθελε. Κι εκείνος φαινόταν πρόθυμος. Έμεινε κατάπληκτη με τον ίδιο της τον εαυτό. Τι σκεφτόταν; Μια περιπέτεια της μιας βραδιάς; Η Νάταλι Χόλκομ; Αλλά την επόμενη στιγμή συλλογίστηκε: Και γιατί όχι; Ίσως είχε καταπιέσει τον εαυτό της περισσότερο απ’ όσο φανταζόταν. Η ιδέα τη σκανδάλιζε και ταυτόχρονα την ερέθιζε τόσο πολύ, που... Θα τολμούσε να το κάνει; Η Λίζα δε θα δίσταζε. Η Νάταλι τον κοίταξε κι έπειτα κοίταξε τα χέρια του. Όταν σήκωσε πάλι το κεφάλι της, είδε εκείνο το εύθυμο βλέμμα στα μάτια του. «Δεν είμαστε... Εδώ έχουμε έρθει για...» τραύλισε και απόστρεψε πάλι βιαστικά τη ματιά της. «Καφέ», συμπλήρωσε, σχεδόν με 25


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

κομμένη την ανάσα. Ο Τζέικ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ο καλύτερος καφές και η πιο συναρπαστική συζήτηση που έκανα ποτέ στη ζωή μου». Το βλέμμα του δεν ήταν αυτάρεσκο. Δεν ήταν προκλητικό. Δεν ήταν παρακλητικό. Ήταν απλώς... ειλικρινές. «Θα ήθελες να τη συνεχίσουμε;» τη ρώτησε. Η Νάταλι ένιωσε το λαιμό της να κλείνει. Οι ρώγες της είχαν ερεθιστεί τόσο πολύ, που κυριολεκτικά την πονούσαν. Ο Τζέικ την ήθελε. Και δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι τον ήθελε κι εκείνη. Εδώ και τώρα. Κι αυτό ήταν το μόνο που μετρούσε. Τόσο απλά. Τόσο συναρπαστικά. «Ναι». Ξερόβηξε και επανέλαβε πιο δυνατά: «Ναι. Θα το ήθελα. Πάρα πολύ». «Λίγο καφέ ακόμα;» Η Νάταλι σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τη σερβιτόρα. «Ε... όχι. Ευχαριστούμε. Μόνο το λογαριασμό, παρακαλώ». Η σερβιτόρα άφησε στο τραπέζι το χαρτάκι και η Νάταλι, βγάζοντας νευρικά ένα δεκαδόλαρο, το άφησε πάνω του, δίχως να νοιαστεί για τα ρέστα. Και τώρα, τι γινόταν;

26


DONNA KAUFFMAN

Κεφάλαιο 3

Στις ταινίες, αυτό ήταν πάντα το σημείο που έδειχνε τους δυο εραστές μόνους στο δωμάτιό τους. Εραστές. Η Νάταλι ξεροκατάπιε. Οι ταινίες ποτέ δεν έδειχναν την αμήχανη σκηνή της μετάβασης από το ένα σημείο στο άλλο. Ξαφνικά ο Τζέικ σηκώθηκε, στάθηκε δίπλα της και της άπλωσε το χέρι, χαμογελώντας μ’ εκείνο το γοητευτικό τρόπο που έκανε τις άκρες των ματιών του να ρυτιδώνουν. Και ήταν τόσο απλό -και τόσο δύσκολο ταυτόχρονα- να απλώσει το δικό της και να το πιάσει. Τελικά το έκανε. Μόλις σηκώθηκε, ο Τζέικ της άφησε το χέρι και την έπιασε απαλά από τη μέση οδηγώντας την προς την πόρτα. Όταν βγήκαν, ξημέρωνε και η Νάταλι σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος του, γελώντας νευρικά. «Καταλαβαίνω πως στη δική μας περίπτωση δεν ισχύει η γνωστή ερώτηση “σπίτι σου ή σπίτι μου;”» Της άρεσε η περιπέτεια, αλλά δε σκόπευε να τον πάει στο δωμάτιό της. Ο Τζέικ γέλασε. «Ναι, το είχα ξεχάσει». Η καρδιά της Νάταλι βροντοχτυπούσε, αλλά η απάντησή του την έκανε να χαλαρώσει κάπως. Ήταν φανερό ότι ούτε κι εκείνος ήταν συνηθισμένος σ’ αυτή την κατάσταση, ούτε και το είχε προσχεδιάσει. Αυτό την ανακούφισε και για κάποιο παράξενο λόγο έκανε την όλη ιστορία ακόμα πιο ερωτική και συναρπαστική. «Αν κλείναμε ένα άλλο δωμάτιο στο Μάξι;» ταυ πρότεινε. «Για την ακρίβεια, ξέρω ένα καλό ξενοδοχείο μακριά από το κέντρο. Έχω μείνει κι άλλες φορές. Είναι ήσυχο, απόμερο και...» Ο Τζέικ σταμάτησε και την κοίταξε στα μάτια. «Διακριτικό». Αυτό της άρεσε. «Εντάξει». 27


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Η Νάταλι προχώρησε μέχρι την άκρη του πεζοδρομίου για να σταματήσει κάποιο ταξί. Οι δρόμοι ήταν σχεδόν έρημοι. Μόνο οι πολύ πρωινοί τύποι και οι εργασιομανείς κυκλοφορούσαν. Ο Τζέικ την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε πίσω. Η Νάταλι γύρισε προς το μέρος του και, όταν εκείνος ετοιμάστηκε να αφήσει το χέρι της, εκείνη το έσφιξε ενστικτωδώς. Την κοίταξε για μια στιγμή και της το έσφιξε κι εκείνος. Της άρεσε πολύ αυτή η αίσθηση πως ήταν συνένοχοι σ’ αυτό που συνέβαινε. «Πρώτα πρέπει να περάσουμε από κάπου», είπε ο Τζέικ και της έδειξε με το κεφάλι ένα γωνιακό πολυκατάστημα. Η Νάταλι αιφνιδιάστηκε. Είχε παρασυρθεί τόσο πολύ, που δεν της είχε περάσει καν από το μυαλό. «Δεν ήξερα ότι θα σε συναντούσα», πρόσθεσε εκείνος. Ο τρόπος που το είπε της άρεσε πολύ. Δεν της είπε: «Δεν είχα προσχεδιάσει μια νύχτα άγριου σεξ», αλλά ότι δεν ήξερε ότι θα τη συναντούσε. Προσωπικά εκείνη. Το νου σου, Νάταλι, είπε από μέσα της. Γι' αυτό πρόκειται μόνο: άγριο σεξ και τίποτα περισσότερο. Τίποτα προσωπικό, τίποτα μόνιμο. Ο Τζέικ την τράβηξε και προχώρησαν προς τη γωνία. Τα χέρια του ήταν απαλά και τραχιά μαζί. Οι παλάμες του ζεστές και μεγάλες. Τα δάχτυλά της χάνονταν σχεδόν ανάμεσα στα δικά του. Τα φαντάστηκε σε κάποια άλλα σημεία του κορμιού της και ανατρίχιασε. «Κρυώνεις;» Ήταν αρχές φθινοπώρου, αλλά οι ζέστες κρατούσαν ακόμα. Δεν ήταν όμως αυτό ο λόγος της έξαψής της. Τον κοίταξε και χαμογέλασε. «Κάθε άλλο». Χαμογέλασε κι εκείνος. «Νομίζω πως πρέπει ν’ αφήνεις συχνότερα τη Λίζα να σε ντύνει. Βγάζει στην επιφάνεια τον τολμηρό σου εαυτό». Ή Νάταλι έβαλε τα γέλια. «Έτσι φαίνεται». Μπήκαν στο πολυκατάστημα και η Νάταλι έμεινε έκπληκτη όταν διαπίστωσε πως αυτό που κάτω από άλλες συνθήκες ίσως ήταν μια 28


DONNA KAUFFMAN

δυσάρεστη αγγαρεία στην πραγματικότητα έμοιαζε περισσότερο με προεισαγωγή στο ερωτικό παιχνίδι που θα ακολουθούσε. Ο Τζέικ την κρατούσε σφιχτά από το χέρι καθώς περιδιάβαιναν στους διαδρόμους ψάχνοντας το τμήμα με τα προφυλακτικά. Την κοίταξε κι εκείνο το χαμόγελό του έκανε πάλι τα μάτια του να σπιθίσουν. «Λείο ή με ραβδώσεις;» τη ρώτησε. Η Νάταλι προσπάθησε να παραστήσει την άνετη, να μη μείνει με το στόμα ανοιχτό, αλλά δεν τα κατάφερε. Ο Τζέικ γέλασε. «Άσε, θα διαλέξω εγώ». Κι εκείνη που νόμιζε ότι είχε αφήσει κατά μέρος τις αυστηρές αρχές της! Ωστόσο ο Τζέικ δεν την έκανε να νιώσει καθόλου δυσάρεστα γι’ αυτό. Αντίθετα, της έδωσε την εντύπωση ότι του άρεσε να την πειράζει. Και σιγουρεύτηκε όταν εκείνος σταμάτησε μπροστά στα ψυγεία. «Μμμ... μήπως έχεις καμιά φαντασίωση με κρέμα σαντιγί;» Η Νάταλι έγειρε το κεφάλι στο πλάι, κάνοντας δήθεν πως το σκέφτεται. «Περίμενε μισό λεπτό και κάτι θα σκεφτώ...» Ο Τζέικ έβαλε τα γέλια και άφησε το κουτί στη θέση του. Η Νάταλι σχεδόν απογοητεύτηκε, αλλά τον ήθελε τόσο πολύ, που της αρκούσε και... σκέτος. Προχώρησαν προς το ταμείο. Η Νάταλι πίστευε ότι θα ένιωθε αμήχανη αν στεκόταν εκεί μαζί του κρατώντας κάτι που την εξέθετε τόσο φανερά, αλλά, όταν η ταμίας την κοίταξε, αντιγύρισε κι εκείνη θαρρετά το βλέμμα της. Εμπρός λοιπόν, σκέφτηκε, κρίνε με. Αλλά σε λίγη ώρα Θα περνάω πολύ καλύτερα από σένα. Και τότε άρχισε να καταλαβαίνει γιατί άρεσε τόσο πολύ στη Λίζα αυτός ο τρόπος ζωής: Γιατί ήταν πράγματι διασκεδαστικός. Όταν βγήκαν, ο Τζέικ σταμάτησε ένα ταξί. Έδωσε τη διεύθυνση του ξενοδοχείου στον οδηγό και βολεύτηκε στο κάθισμα. Το ράδιο έπαιζε στη διαπασών και η κίνηση είχε αρχίσει να πυκνώνει. Κανείς δε μιλούσε, αλλά ο Τζέικ εξακολουθούσε να της κρατάει το χέρι. Καθώς απομακρύνονταν από το κέντρο, άρχισε να χαϊδεύει 29


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

την παλάμη της με τον αντίχειρά του. Η Νάταλι δεν το τράβηξε. Ούτε και ρίχτηκε στην αγκαλιά του παρ’ όλο που ήθελε να τα κάνει και τα δύο. Είχε φανταστεί ότι οι άνθρωποι που έκαναν αυτό το πράγμα χαϊδολογιόνταν και έγδυναν βιαστικά ο ένας τον άλλο σε όλη τη διαδρομή μέχρι το δωμάτιό τους. Δεν το περίμενε έτσι ακριβώς. Φαινομενικά, η ατμόσφαιρα ήταν πολύ ήρεμη. Σχεδόν αδιάφορη. Κι όμως, κάθε άλλο παρά έτσι ήταν. Το να κάθεται αμίλητη δίπλα του και να νιώθει τα δάχτυλά του στην παλάμη της ήταν απίστευτα ερεθιστικό. Της επέτρεπε να σκέφτεται, να αισθάνεται, να αφομοιώνει. Να φαντάζεται τα δάχτυλά του να χαϊδεύουν άλλα σημεία του σώματός της, αργά, νωχελικά. Ο Τζέικ την έκανε να νιώθει πως είχαν όλο το χρόνο στη διάθεσή τους και πως θα εκμεταλλευόταν την κάθε στιγμή και το κάθε δευτερόλεπτο με τον καλύτερο τρόπο. Κι εκείνη δεν έβλεπε την ώρα να συμβεί αυτό. Ούτε και στο ξενοδοχείο έγινε τίποτα δυσάρεστο. Τον ήξεραν εκεί, αλλά ήταν αρκετά διακριτικοί ώστε να μην αλλάξουν καν έκφραση όταν η Νάταλι άφησε την πιστωτική της κάρτα στον πάγκο της ρεσεψιόν. Μόνο όταν τους ρώτησαν αν χρειάζονταν γκρουμ για να μεταφέρει τις αποσκευές τους ένιωσε κάπως παράξενα, αλλά αμέσως σκέφτηκε πως ο Τζέικ δε συνήθιζε να εμφανίζεται χαράματα με μια γυναίκα αγκαζέ και μονομιάς η διάθεσή της έφτιαξε. Αυτά την έκανε να αισθανθεί παράτολμη και σκανταλιάρα. Και ήταν ένα συναίσθημα τόσο ευχάριστο, που απόρησε και η ίδια με τον εαυτό της. Καθώς ο Τζέικ την οδηγούσε στο βάθος της αίθουσας αναμονής με το παχύ χαλί, η Νάταλι συνειδητοποίησε ότι της άρεσε που βρισκόταν εκεί. Το ξενοδοχείο ήταν μικρό αλλά φιλόξενο και κομψό. Προφανώς, οι καουμπόι είχαν καλό γούστο. Οι πόρτες του ασανσέρ άνοιξαν και μπήκαν. Δεν υπήρχε άλλος μέσα. Όταν οι πόρτες έκλεισαν, η Νάταλι ένιωσε ξαφνικά πανικό, καθώς 30


DONNA KAUFFMAN

επιτέλους κατάλαβε τι πήγαινε να κάνει. «Είσαι καλά;» Η παρατηρητικότητά του ήταν απίστευτη. Φαινόταν τόσο συντονισμένος μαζί της, ώστε αυτό μόνο καλά πράγματα προοιωνιζόταν για αργότερα. Η Νάταλι προσπάθησε να μην ξεροκαταπιεί νευρικά. Ετοιμαζόταν να πλαγιάσει με έναν άγνωστο, και μάλιστα στο φως της μέρας. Όμως, για κάποιο παράξενο λόγο, αυτό την έκανε να νιώσει ακόμα πιο παράτολμη. «Έχω τρακ», του απάντησε με ειλικρίνεια. «Αλλά κατά τα άλλα είμαι μια χαρά». Ο Τζέικ χαμογέλασε. «Παρομοίως». Ξαφνικά η Νάταλι έβαλε τα γέλια. «Ομολογώ ότι... δεν μπορώ να πιστέψω πως το κάνω στ’ αλήθεια». «Ούτε κι εγώ», αποκρίθηκε ο Τζέικ και έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. «Αν και αρχίζω να πιστεύω ότι πρέπει να πω ευχαριστώ στον Κον». Η Νάταλι κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι της. «Κι εγώ νομίζω πως τελικά δε θα κατσαδιάσω τη Λίζα». Οι πόρτες άνοιξαν, αλλά εκείνοι έμειναν εκεί που βρίσκονταν, μόλις μερικά εκατοστά μακριά ο ένας από τον άλλο. «Θέλω να σε ρωτήσω κάτι», είπε η Νάταλι. Οι πόρτες άρχισαν να κλείνουν, αλλά ο Τζέικ πάτησε το κουμπί και τις κράτησε ανοιχτές. «Ρώτα με ό,τι θέλεις». «Τι ακριβώς... συμβαίνει;» Βλέποντας την απορημένη έκφρασή του, η Νάταλι γέλασε νευρικά. «Δηλαδή, ξέρω τι συμβαίνει, αλλά... πρέπει να πάρω το αεροπλάνο σε μερικές ώρες. Και σε μερικές μέρες θα ταξιδέψω πάλι. Έτσι είναι η ζωή μου. Δεν είχα προσχεδιάσει να...» Ο Τζέικ της έκλεισε τα χείλη με τα δάχτυλά του. «Δε χρειάζεται να υπάρξει συνέχεια. Καμιά δέσμευση, κανένα αύριο». Κατέβασε αργά το χέρι του. «Αυτό ήθελες ν’ ακούσεις;» Η Νάταλι κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Ναι». 31


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Ο Τζέικ τράβηξε το δάχτυλό του από το κουμπί και οι πόρτες έκλεισαν. «Έλα εδώ», είπε σιγανά και την πήρε στην αγκαλιά του. Η Νάταλι αφέθηκε πρόθυμα, λες και ήταν κάτι που είχε κάνει εκατοντάδες φορές στη ζωή της. Κι όμως, ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Ο Τζέικ της ανασήκωσε το πιγούνι και την κοίταξε στα μάτια. «Ας χαρούμε ο ένας τον άλλο. Μετά βλέπουμε...» Το φιλί του ήταν τρυφερό, αλλά χωρίς καμιά διστακτικότητα. Τα χείλη του ήταν ζεστά και στεγνά, αλλά υγράνθηκαν γρήγορα. Η Νάταλι τον αγκάλιασε από τη πίεση και του χάιδεψε την πλάτη. Ήταν τόσο μεγαλόσωμος... Ποτέ άλλοτε στη ζωή της δεν είχε γνωρίσει τόσο ψηλό άντρα, αλλά αυτή η διαφορά στη σωματική τους διάπλαση αντί να τη φοβίζει κατά βάθος την ερέθιζε. Μάλιστα, όταν ο Τζέικ της έπιασε το κεφάλι και το έγειρε ακριβώς στο σημείο που το ήθελε, η Νάταλι ένιωσε μια ακατανίκητη παρόρμηση να τον αφήσει να κάνει ό,τι ήθελε και με όποιον τρόπο το ήθελε. Επιθυμούσε να του παραδώσει τον έλεγχο, να του δοθεί χωρίς αναστολές και να αφεθεί στις επιθυμίες του. Κι αυτό ήταν πολύ παράξενο, γιατί ήταν από τις γυναίκες που πίστευαν στην απόλυτη ισοτιμία μεταξύ των εραστών. Αν είχε το περιθώριο να το σκεφτεί καλύτερα, ίσως και να τρόμαζε από αυτή την ανατροπή. Το φιλί του Τζέικ όμως την είχε ξεμυαλίσει. Δεν ήταν απαιτητικό, δεν ήταν βίαιο. Αντίθετα, ήταν τόσο τρυφερό και ήρεμο, που την έκανε να ξεχάσει τα πάντα εκτός από την επιθυμία της να του το ανταποδώσει. Και το έκανε. Ξαφνικά άκουσαν κάποιον να ξεροβήχει. Η Νάταλι τραβήχτηκε απότομα και είδε δυο ηλικιωμένους κυρίους να τους κοιτάζουν αποδοκιμαστικά. Οι πόρτες του ασανσέρ είχαν ανοίξει και πίσω τους φαινόταν η αίθουσα αναμονής. Κατά τα φαινόμενα, είχαν κατέβει πάλι στο ισόγειο, αλλά εκείνη είχε ξεχάσει εντελώς πως βρίσκονταν μέσα στο ασανσέρ. Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. Ο Τζέικ της έκλεισε το μάτι 32


DONNA KAUFFMAN

και την τράβηξε έξω. «Περάστε, κύριοι. Εμείς θα πάμε με το άλλο». Η Νάταλι ετοιμάστηκε να του πει πως δεν ήταν απαραίτητο. Για την ακρίβεια, θα της άρεσε πολύ να σοκάρει λιγάκι τα γερόντια καθώς θα ανέβαιναν πάλι. Αλλά η ιδέα πως στο βάθος ήταν επιδειξίας την εξέπληξε τόσο πολύ, ώστε δεν πρόλαβε να πει τίποτα. Ο Τζέικ πάτησε το κουμπί στον απέναντι τοίχο, μπήκαν στο ασανσέρ και την έσπρωξε απαλά στο βάθος του θαλαμίσκου. «Εσύ στάσου εδώ», της είπε και απομακρύνθηκε από κοντά της. Πάτησε το κουμπί του τρίτου ορόφου και στάθηκε απέναντι της. «Για να είμαστε σίγουροι ότι αυτή τη φορά θα φτάσουμε στο δωμάτιο!» Η Νάταλι γέλασε, αλλά όταν το ασανσέρ άρχισε να ανεβαίνει τα χαμόγελά τους σιγά σιγά ξεθώριασαν. Στέκονταν και κοιτούσαν ο ένας τον άλλο δίχως να μιλούν. Η Νάταλι ένιωσε όλο της το σώμα να σκιρτά καθώς το βλέμμα του πλανιόταν νωχελικά πάνω της. Όταν την κοίταξε πάλι στα μάτια, εκείνη ασυναίσθητα έγλειψε τα χείλη της. Όταν είδε το καρύδι του να ανεβοκατεβαίνει, πήρε θάρρος και τον περιεργάστηκε με τη σειρά της, αφήνοντας το βλέμμα της να ταξιδέψει αργά αργά από τους φαρδιούς ώμους και το πλατύ του στέρνο στη λεπτή μέση και τα μακριά πόδια του... και πάλι πίσω, σταματώντας επίτηδες για μια στιγμή στον καβάλο του. Έπειτα τον κοίταξε στα μάτια και έγλειψε πάλι τα χείλη της. Αυτή τη φορά εκείνος ήταν έτοιμος. Χαμογέλασε αχνά και την κοίταξε με μάτια γεμάτα πόθο. Είχε τα χέρια του κολλημένα στο τοίχωμα του θαλάμου, πίσω από την πλάτη του, αλλά τώρα τα έσυρε αργά στους μηρούς του και τα ακούμπησε στο φερμουάρ του παντελονιού του. Η Νάταλι γούρλωσε τα μάτια της βλέποντας αυτή την απροκάλυπτα προκλητική χειρονομία του και τα γόνατά της τρεμούλιασαν. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θα έβλεπε έναν άντρα να χαϊδεύεται. Ποτέ. Ήταν μια άγνωστη εμπειρία για κείνη. Αλλά 33


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

ανυπομονούσε να την προσθέσει στο ρεπερτόριό της. Τον κοίταξε στα μάτια και είδε το περιπαικτικό του βλέμμα. Την προκαλούσε; Ήθελε να τού το ζητήσει; Κοίταξε πάλι τα χέρια του, αλλά τα είδε ακίνητα, ακουμπισμένα πάνω στην προεξοχή που ήξερε ότι υπήρχε από κάτω τους. Το ασανσέρ σταμάτησε και οι πόρτες άνοιξαν. Η Νάταλι ξεφύσηξε αργόσυρτα, αλλά μάλλον από απογοήτευση παρά από ανακούφιση. Ο Τζέικ της άπλωσε το χέρι κι εκείνη το έπιασε. Αναρωτήθηκε αν θα της το ακουμπούσε πάνω στο παντελόνι του, αλλά εκείνος έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της και την τράβηξε έξω από το ασανσέρ και προς το διάδρομο. Έριξε μια ματιά στην κάρτα που ξεκλείδωνε την πόρτα του δωματίου, μετά στις ταμπέλες και προχώρησε τραβώντας τη μαζί του. Της άρεσε ο μεγάλος διασκελισμός του, όπως και ο τρόπος με τον οποίο την κοιτούσε, με ένα βλέμμα επίμονο και γεμάτο υποσχέσεις. Ξαφνικά ο Τζέικ την τράβηξε στην αγκαλιά του και χώθηκαν στην εσοχή ενός μηχανήματος αυτόματης πώλησης. «Με τρελαίνεις», ψιθύρισε πάνω στα χείλη της προτού τη φιλήσει πάλι. Η Νάταλι ρίγησε. Το φιλί του, ενώ ήταν απαιτητικό, ταυτόχρονα ήταν γενναιόδωρο. Όταν ο Τζέικ τραβήχτηκε, ήταν και οι δυο λαχανιασμένοι. «Σε θέλω τόσο πολύ που κοντεύω να τρελαθώ», της είπε. Η ευχαρίστηση που της προκάλεσαν τα λόγια του και ο τρόπος που το είπε ήταν τόσο έντονη, ώστε το μόνο που μπόρεσε να κάνει η Νάταλι ήταν να κουνήσει το κεφάλι της καταφατικά, σαν να συμφωνούσε μαζί του. Ο Τζέικ την έσφιξε πάλι στην αγκαλιά του και βγήκαν από την εσοχή. «Θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα αν δε σε πάω αμέσως στο δωμάτιο», μουρμούρισε. Έβαλε την κάρτα στη σχισμή αλλά τα χέρια του έτρεμαν τόσο πολύ, ώστε χρειάστηκε να το επαναλάβει τρεις φορές μέχρι ν’ ανοίξει η πόρτα. Η Νάταλι δεν έδωσε την παραμικρή σημασία στο καλόγουστο 34


DONNA KAUFFMAN

δωμάτιο και στα έπιπλα-αντίκες. Για την ακρίβεια, αν η δική του ανυπομονησία δεν ήταν τόσο οφθαλμοφανής, θα ντρεπόταν για τον εαυτό της. Ο Τζέικ έβγαλε το δερμάτινο σακάκι του, τράβηξε το σακουλάκι του πολυκαταστήματος από την τσέπη και το έριξε στο κρεβάτι προτού πετάξει το σακάκι προς την ντουλάπα, αδιαφορώντας για το πού θα προσγειωνόταν. Κι ενώ η Νάταλι περίμενε ότι θα την άρπαζε στην αγκαλιά του και θα την έκανε επιτέλους δική του, εκείνος έμεινε ακίνητος, πήρε μια βαθιά ανάσα και γέλασε σιγανά, τρίβοντας αμήχανα το πρόσωπό του. «Ούτε στα δεκάξι μου δεν έκανα έτσι», είπε κοιτάζοντάς τη με ένα αξιολάτρευτο ντροπαλό χαμόγελο στα χείλη. «Καταλαβαίνω ότι η έλλειψη φινέτσας είναι ολοφάνερη. Όταν είσαι καουμπόι, δεν αλλάζεις χαρακτήρα». «Εγώ δε διαπίστωσα καμιά έλλειψη», αντέτεινε η Νάταλι. «Το μόνο που με δυσαρεστεί είναι ότι είμαστε ακόμα ντυμένοι!» Ο Τζέικ κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι. «Πού ήσουν τόσα χρόνια;» Η Νάταλι γέλασε και τον τράβηξε προς το κρεβάτι. Της άρεσε πολύ αυτό το μεθυστικό μείγμα γέλιου και πάθους που τους έφερνε κοντά. Γιατί δεν ήταν πάντα τόσο εύκολα τα πράγματα; Ήξερε το λόγο. Γιατί εδώ δεν υπήρχαν προσδοκίες. Δεν υπήρχαν δεσμεύσεις. Τίποτα εκτός από τη στιγμή που ζούσαν. Θα μπορούσε να ήταν μια οποιαδήποτε γυναίκα. Θα μπορούσε να κάνει ό,τι της άρεσε. Και θα έμενε μεταξύ τους. Κανείς δε θα το μάθαινε. Κανείς δε θα της ζητούσε το λόγο. Αν δεν την είχε μεθύσει κιόλας η αίσθηση ότι μαζί του ήταν ελεύθερη να κάνει τα πάντα, βλέποντάς τον τώρα να τραβάει το πουλόβερ του προς τα πάνω θα της είχαν κοπεί τα γόνατα. Ξεκούμπωσε το κουμπί που συγκροτούσε το μπλουζάκι της πίσω στο λαιμό, το άφησε να πέσει στη μέση της και στάθηκε γυμνόστηθη απέναντι του. Δεν ήταν ιδιαίτερα χυμώδης, αλλά θεωρούσε το σώμα της αρκετά καλό. Η λάμψη του πόθου που είδε στα μάτια του έσβησε κάθε αμφιβολία που ίσως είχε μέχρι τώρα. 35


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Το γεγονός ότι στεκόταν με τη θέλησή της θαρρετά απέναντι του ήταν τόσο ερεθιστικό για κείνη όσο φαινόταν να είναι και για κείνον. Τότε ο Τζέικ έβγαλε το πουλόβερ του και η Νάταλι ξέχασε τη δική της γύμνια. Χωρίς ρούχα ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακός απ’ όσο είχε φανταστεί. Είχε πλατύ, μυώδες στέρνο, καλυμμένο με απαλές τριχούλες. Το στομάχι του ήταν επίπεδο, η μέση του λεπτή. Ήθελε να σύρει τα χέρια της στη ζώνη του παντελονιού του και να το κατεβάσει. Ασυναίσθητα έσφιξε τα δάχτυλά της. «Τι θέλεις;» τη ρώτησε ο Τζέικ, κοιτάζοντας τις σφιγμένες γροθιές της κι ύστερα τα μάτια της. Τίποτα δεν του ξέφευγε. «Θέλω να σε δω ολόγυμνο. Είσαι πανέμορφος», είπε η Νάταλι. Προς μεγάλη της έκπληξη, είδε τα μάγουλά του να κοκκινίζουν ελαφρά και γέλασε. «Ασφαλώς, δεν είμαι η πρώτη που σ’ το λέει. Σίγουρα έχεις καθρέφτη στο σπίτι σου». Ο Τζέικ χαμογέλασε και ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν είναι το τι είπες, αλλά ο τρόπος που το είπες». Της έπιασε το χέρι, ξέσφιξε τα δάχτυλά της και τη φίλησε στην παλάμη. «Σ’ ευχαριστώ». «Παρακαλώ», απάντησε η Νάταλι με φωνή που έτρεμε. Αυτός ο άνθρωπος ήταν τέλειος. Και ήταν δικός της -τουλάχιστον για τις επόμενες δύο ώρες. Ο Τζέικ ακούμπησε το χέρι της στη ζώνη του παντελονιού του και της έκλεισε το μάτι. «Μου φαίνεσαι γυναίκα που δε διστάζει να διεκδικήσει αυτό που θέλει. Εμπρός λοιπόν, πάρ’ το». Η Νάταλι τον κοίταξε στα μάτια και διαπίστωσε ότι της μιλούσε σοβαρά. «Πρόσεχε, γιατί θα το κάνω», είπε σαν να τον απειλούσε. «Παρακαλώ, ελεύθερα». Η Νάταλι άνοιξε το ασημένιο κουμπί του τζιν του και κατέβασε το φερμουάρ. Ήταν κάπως δύσκολο, γιατί το ύφασμα είχε τσιτώσει πέρα από τα όριά του. Στα μισά σταμάτησε. «Δε θέλω να... φοβάμαι πως θα...» τραύλισε και γέλασε ανάλαφρα όταν εκείνος σκέπασε το 36


DONNA KAUFFMAN

χέρι της με το δικό του. «Τελικά, φαίνεται πως δεν είμαι τόσο τολμηρή και αδίστακτη όσο νομίζεις». «Εμένα μου φάνηκε πως τα πήγαινες μια χαρά». Η φωνή του ήταν βραχνή. Η Νάταλι τον κοίταξε στα μάτια και ο πόθος που είδε εκεί έκανε το χαμόγελό της να σβήσει. Ο Τζέικ της τράβηξε το χέρι και αποτελείωσε αυτό που είχε ξεκινήσει εκείνη. Έπειτα έφερε τα χέρια της στους γοφούς του και τη βοήθησε να του κατεβάσει το παντελόνι. Έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες του κι έπειτα τράβηξε και το τζιν. Το εσώρουχό του ήταν μαύρο και εφαρμοστό. Η Νάταλι ξεροκατάπιε όταν εκείνος της έπιασε πάλι τα χέρια. Δεν ήταν έτοιμη ακόμα. Τον ήθελε, αλλά δεν ήταν έτοιμη. Ο Τζέικ το διαισθάνθηκε και αντί να την πιέσει να κάνει κάτι που δεν ήθελε, της άφησε τα χέρια και την έπιασε από τους γοφούς. Μόνο όταν εκείνος άρχισε να της κατεβάζει το παντελόνι, που εφάρμοζε πάνω της σαν δεύτερο δέρμα, θυμήθηκε η Νάταλι ότι δε φορούσε τίποτα από κάτω. Αυτό δεν τον ενόχλησε καθόλου. Το αντίθετο, μάλιστα. Όταν όμως εκείνη πισωπάτησε για να βγάλει τα παπούτσια της, ο Τζέικ τη σταμάτησε. «Μην τα βγάζεις». Η Νάταλι τον κοίταξε έκπληκτη, αλλά υπάκουσε. Ακόμα κι έτσι την περνούσε δέκα πόντους. Χωρίς τα τακούνια η διαφορά θα ήταν πολύ μεγάλη. Έτσι, δεν έφερε αντίρρηση -τουλάχιστον όσο θα ήταν όρθιοι. «Πήγαινε προς εκείνη την καρέκλα», της είπε, όχι επιτακτικά αλλά παρακλητικά. «Γιατί;» τον ρώτησε με απορία η Νάταλι. «Επειδή σου το ζήτησα ευγενικά», απάντησε ο Τζέικ με χιούμορ. Τα πόδια της έτρεμαν. Πριν από λίγη ώρα τον είχε φανταστεί να την προστάζει και στην ιδέα και μόνο ένιωσε την επιθυμία της να φουντώνει ακόμα περισσότερο. Αν ήταν δυνατόν! Οι μύες της κοιλιάς της συσπάστηκαν έντονα καθώς έκανε μεταβολή και προχωρούσε προς τη βικτοριανή πολυθρόνα με την ψηλή ράχη. 37


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Γυρνά προς εμένα». Η Νάταλι γύρισε προς το μέρος του αργά. Δε χαμογέλασε ούτε προσπάθησε να παραστήσει την άνετη. Απλώς έκανε αυτό που της είχε ζητήσει. Στάθηκε απέναντι του και περίμενε. «Είσαι υπέροχη». Τώρα η Νάταλι χαμογέλασε. Κι ένιωσε το σώμα της να παίρνει φωτιά. «Δε με πιστεύεις; Γύρνα προς τα δεξιά». Η Νάταλι υπάκουσε και έμεινε εμβρόντητη. Ανάμεσα στην πολυθρόνα και στην τουαλέτα υπήρχε ένας ολόσωμος οβάλ καθρέφτης. «Κοίτα πώς είσαι, Νάταλι». Ήταν αδύνατον να τραβήξει τα μάτια της από τον καθρέφτη. Το κορμί της φαινόταν σαν ώριμο ζουμερό φρούτο κι εκείνα τα μαύρα παπούτσια με τα λεπτά τακούνια την έκαναν απίστευτα σέξι. Ανέκαθεν θεωρούσε τον εαυτό της αρκετά ελκυστικό και όμορφο χωρίς υπερβολές. Αλλά τώρα... ήταν απίστευτο. «Ξέρεις τι βλέπω;» Ο Τζέικ στάθηκε από πίσω της, ώστε να τον βλέπει μέσα από τον καθρέφτη. Ήταν πιο ψηλός και πιο γεροδεμένος από κείνη, και το σώμα του ήταν σαν να πλαισίωνε το δικό της. Το δέρμα του ήταν πιο μελαψό, το πρόσωπό του πιο τραχύ. Την έκανε να νιώθει μικροκαμωμένη και φινετσάτη, αλλά όχι εύθραυστη. Έβαλε τα χέρια του κάτω από τα δικά της και της σκέπασε το στήθος με τις παλάμες του. Η Νάταλι έβγαλε έναν αναστεναγμό ευχαρίστησης και τα γόνατά της λύγισαν από την ξαφνική ηδονή που της προκάλεσε η επαφή των χεριών του πάνω στο γυμνό της δέρμα. «Βλέπω δυο ρώγες που ζητάνε να τις προσέξω», είπε ο Τζέικ και έτριψε απαλά τα δάχτυλά του πάνω στις θηλές της, κάνοντάς τη να βογκήξει άθελά της. Η Νάταλι ετοιμάστηκε να διαμαρτυρηθεί όταν τράβηξε τα χέρια του από το στήθος της, αλλά βόγκηξε πάλι νιώθοντάς τα να χαϊδεύουν απαλά την κοιλιά της και να προχωρούν πιο κάτω. 38


DONNA KAUFFMAN

Και όταν τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στο απαλό τρίχωμα της ήβης της, άρχισε να τρέμει σύγκορμη. «Θέλω να δω τι μου έχεις κρυμμένο εδώ, Νάταλι», ψιθύρισε στο αυτί της ο Τζέικ και άρχισε να φιλάει αργά το λαιμό της. Ήταν απίστευτα ερεθιστικό. Η Νάταλι με δυσκολία συγκρατιόταν να μη σπρώξει τα δάχτυλά του μέσα της. Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω, θέλοντας να νιώσει το κορμί του πάνω στο δικό της, αλλά εκείνος την άφησε και ήρθε μπροστά της. Γύρισε προς τον καθρέφτη, κρύβοντάς της σχεδόν εντελώς τη θέα. «Όλα πρέπει να γίνονται αμοιβαία, έτσι δεν είναι το σωστό;» Η Νάταλι ανυπομονούσε να τον νιώσει μέσα της, αλλά όταν τον κοίταξε στον καθρέφτη κατάλαβε ότι αυτό το ήθελε πιο πολύ. Στάθηκε δίπλα του και ακούμπησε τα χέρια της στους γοφούς του κι έπειτα του κατέβασε το εσώρουχο μέχρι κάτω, γονατίζοντας σχεδόν. Ύστερα ακούμπησε τα χέρια της στα γόνατά του και τα ανέβασε αργά προς τα πάνω καθώς ανασηκωνόταν. Ο Τζέικ ένιωσε να του κόβεται η ανάσα όταν τα δάχτυλά της πέρασαν ξυστά από τη στύση του δίχως να την αγγίξουν. «Ξέρεις τι βλέπω εγώ;» τον ρώτησε βραχνά η Νάταλι. «Τι;» ψιθύρισε με δυσκολία εκείνος. Τον κοίταξε στο πρόσωπο και είδε το σαγόνι του να σφίγγεται καθώς πάσχιζε να κρατήσει την αυτοκυριαρχία του. «Βλέπω έναν άντρα που μπορεί να με ικανοποιήσει όπως δε με ικανοποίησε κάνεις ως τώρα». Ο Τζέικ βόγκηξε, αλλά έμεινε ακίνητος. Η Νάταλι θυμήθηκε εκείνη τη στιγμή στο ασανσέρ, όταν τον είχε φανταστεί να χαϊδεύεται. Ήθελε να του ζητήσει να το κάνει έστω και μια φορά, αλλά δίσταζε. «Τι θέλεις, Νάταλι;» Ήταν ανάγκη να καταλαβαίνει τα πάντα; «Τίποτα, τίποτα. Απλώς...» «Πες μου». Αυτή τη φορά ήταν προσταγή, όχι παράκληση. «Αναρωτιόμουν πώς θα ήταν αν... αν...» Τον κοίταξε με νόημα χαμηλά κι έπειτα πάλι στα μάτια. Δεν 39


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

μπορούσε να του το πει, κι έτσι απλώς του έδειξε. Έπιασε το χέρι του με δάχτυλα που έτρεμαν και το οδήγησε. «Ποτέ δεν... Θέλω να δω πώς...» Και τότε εκείνος έκλεισε στη μεγάλη, ζεστή παλάμη του το ερεθισμένο του πέος και το χάιδεψε μια φορά. «Αυτό ήθελες να δεις;» Η Νάταλι άρχισε να βαριανασαίνει. «Ναι», είπε βραχνά. «Θεέ μου...» «Θες να το κάνεις κι εσύ;» Η Νάταλι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, αλλά συγχρόνως ψιθύρισε: «Ναι». Ο Τζέικ της έπιασε το χέρι και το τύλιξε γύρω του. Τα γόνατά της λύγισαν και πάλι. Ήταν τόσο σκληρός κι όμως η αίσθηση της σάρκας του μέσα στην παλάμη της ήταν βελούδινη. Άρχισε να ανεβοκατεβάζει αργά το χέρι της, κάνοντάς τον να βογκήξει. «Σταμάτα!» Ο τόνος του ήταν επιτακτικός, η φωνή του βραχνή. Η Νάταλι τον άφησε. «Συγνώμη». Ο Τζέικ γύρισε προς το μέρος της. «Θα το μετανιώναμε και οι δύο αν συνέχιζες». Παραδόξως, η Νάταλι έβαλε τα γέλια. «Τότε σ’ ευχαριστώ που με σταμάτησες». «Μη νομίζεις πως το ήθελα». Το βλέμμα του σκοτείνιασε. «Το χάδι σου με τρελαίνει». Η Νάταλι ξεροκατάπιε. Τη μεθούσε η γνώση ότι είχε τόσο έντονη επίδραση πάνω του. Αυτό της έδωσε το θάρρος να τον κοιτάξει στα μάτια και να πει: «Θέλω να σε νιώσω μέσα μου, Τζέικ». Γυρνώντας εντελώς προς το μέρος του, κόλλησε πάνω ίου και ένιωσε τη στύση του να την πιέζει στην κοιλιά. «Τώρα!»

40


DONNA KAUFFMAN

Κεφάλαιο 4

Ο Τζέικ αναρωτιόταν τι καλό είχε κάνει στη ζωή του για να του αξίζει αυτό που συνέβαινε. Έπρεπε να το ανακαλύψει, γιατί ήθελε πάρα πολύ να το ξαναζήσει! Η Νάταλι δεν έμοιαζε με καμιά γυναίκα απ’ όσες είχε γνωρίσει. Ήταν έξυπνη, πνευματώδης, ετοιμόλογη και απίστευτα αισθησιακή. Από την άλλη μεριά, όμως, ήταν και κάπως ντροπαλή, ή μάλλον πολύ διακριτική. Οπωσδήποτε, αρκετά συγκρατημένη στο θέμα του σεξ. Κι όμως, φαινόταν πως ήθελε να αλλάξει. Κι εκείνος ήταν κάτι παραπάνω από πρόθυμος να τη βοηθήσει σ’ αυτό. Για την ακρίβεια, τον είχαν καταπλήξει τα συναισθήματα και οι επιθυμίες που του έβγαζε στην επιφάνεια. Πάντα φρόντιζε να ικανοποιεί τις ανάγκες των παρτενέρ του τουλάχιστον όσο και τις δικές του. Κάτι όμως στη Νάταλι του γεννούσε την επιθυμία να την προστατέψει και ταυτόχρονα να... της επιβληθεί. Το πρώτο δεν τον παραξένευε καθόλου, αλλά το δεύτερο κυριολεκτικά τον είχε σοκάρει. Δεν ήταν καθόλου τέτοιος τύπος, κι όμως τίποτα δεν του είχε φανεί φυσικότερο όταν την είχε προστάζει να προχωρήσει προς την πολυθρόνα. Ναι, είχε διαισθανθεί ότι η Νάταλι ήθελε καθοδήγηση, ότι ήθελε να απαλλαγεί έστω και λίγο από την αίσθηση της πίεσης που της προκαλούσε το να είναι τόσο συγκρατημένη. Τίποτα όμως δεν τον είχε προϊδεάσει για τη συναρπαστική αίσθηση που ένιωσε όταν την είδε να υπακούει. Ίσως οφειλόταν στο ότι εκείνη το είχε κάνει με το κεφάλι ψηλά, δίχως δουλοπρέπεια, δίχως υποτακτικότητα. Δεν ήταν ζήτημα επιβολής, ούτε καν ελέγχου. Ήταν κάτι... ενστικτώδες, πρωτόγονο σχεδόν, αυτή η ανάγκη να την υποχρεώσει να ανακαλύψει μόνη της τα πράγματα που την ευχαριστούσαν. Και παράλληλα να τα 41


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

ανακαλύψει κι εκείνος. Ίσως επειδή ήξερε ότι θα του το ανταπέδιδε στα ίσα. «Τώρα;» τη ρώτησε με έκπληξη ο Τζέικ ακούγοντας τον προστακτικό τόνο της. Ποτέ δεν του άρεσαν οι γυναίκες που απαιτούσαν, αλλά αυτή η προσταγή είχε να κάνει με την αμοιβαία ικανοποίησή τους, κι αυτό δεν τον ενοχλούσε καθόλου. Ίσως κατά βάθος να ήταν αυτό που τον ερέθιζε τόσο πολύ: το ότι ήταν και οι δύο ελεύθεροι να προστάζουν και να απαιτούν την απόλυτη απόλαυση ο ένας από τον άλλο. Της χαμογέλασε και ευχήθηκε να επιζούσαν και οι δυο από αυτή την έντονη ερωτική λαχτάρα. Έσκυψε και τη σήκωσε στην αγκαλιά του κρατώντας τη σφιχτά πάνω στο στήθος του κι εκείνη έβγαλε μια κραυγή έκπληξης. «Κρεβάτι ή τοίχος;» τη ρώτησε. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Του άρεσε πολύ να τo βλέπει αυτό. «Δεν κατάλαβα;» «Τέρμα τα παρακάλια. Δεν αντέχω άλλο. Πάντως, σου υπόσχομαι ότι την άλλη φορά θα σε κάνω να παρακαλάς. Αν το θέλεις, δηλαδή». Τον κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. Κι αυτό του άρεσε. Και τότε του χαμογέλασε σατανικά. «Θα δούμε ποιος από τους δυο μας θα παρακαλάει». Ο Τζέικ ένιωσε τα γόνατά του να λυγίζουν και η καρδιά του πετάρισε. «Στο κρεβάτι», απάντησε αποφασιστικά η Νάταλι. « Την επόμενη φορά στον τοίχο, αν είσαι τυχερός». «Θα δούμε ποιος 0α νιώθει τυχερός όταν θα έχω τελειώσει μαζί σου!» Την ένιωσε να ζαρώνει στην αγκαλιά του και κατάλαβε ότι είχε μαντέψει σωστά· θα δοκίμαζε ο ένας τα όρια του άλλου. Και θα περνούσαν τις καλύτερες στιγμές της ζωής τους. Αναρωτήθηκε πόσο θα μπορούσε να την κρατήσει μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο, όπου μπορούσαν να κάνουν τα πάντα. Χωρίς δεσμεύσεις και χωρίς 42


DONNA KAUFFMAN

υποσχέσεις. Ο Τζέικ τη μετέφερε στο κρεβάτι, λαχταρώντας να την ξαπλώσει και να την κάνει δική του, αλλά το χάρτινο σακουλάκι τον σταμάτησε. Την ίδια στιγμή την είδε να το κοιτάζει κι εκείνη. «Θα έχεις εσύ την τιμή ή προτιμάς να το κάνω εγώ;» τη ρώτησε. Η Νάταλι ετοιμάστηκε να του απαντήσει ότι θα προτιμούσε να το κάνει εκείνος, αλλά έπειτα από ένα στιγμιαίο δισταγμό είπε: «Θα το κάνω εγώ». Πραγματικά τον έκανε να απορεί αυτή η γυναίκα. Κατάλαβε ότι για κείνη ήταν μια τολμηρή περιπέτεια, ότι δεν είχε να κάνει μ’ εκείνον προσωπικά αλλά με την απαγορευμένη, κρυφή ηδονή που αντιπροσώπευε γι’ αυτήν. Αντί όμως αυτό να τον προσβάλλει ή να τον πληγώνει, του γεννούσε την επιθυμία να της προσφέρει τη μεγαλύτερη απόλαυση της ζωής της. Εξάλλου, ούτε και ο ίδιος θα έμενε παραπονεμένος. «Έχω πάρει διάφορα είδη». Η Νάταλι χαμογέλασε. «Το ξέρω». «Διάλεξε ό,τι σου αρέσει. Εκτός αν έχεις καμιά συγκεκριμένη προτίμηση». Την άφησε να πατήσει στα πόδια της και τράβηξε τα σκεπάσματα του κρεβατιού, ενώ εκείνη άδειαζε το σακουλάκι πάνω στο σεντόνι. Ο Τζέικ ξάπλωσε, χαμογέλασε και της έκανε νόημα κουνώντας το δάχτυλό του. «Και ο τυχερός νικητής ποιος είναι...;» Εγώ, είπε μέσα της η Νάταλι καθώς ξάπλωνε δίπλα του με το μοβ φακελάκι στο χέρι. Ο Τζέικ πρόσεξε ότι ήταν εντελώς άνετη με τη γύμνια της, αλλά αυτό συνέβαινε κυρίως γιατί δε σκεφτόταν το γεγονός πως ήταν γυμνή μπροστά του. Από τη μια ήθελε να της αποσπάσει την προσοχή για να νιώσει ακόμα πιο άνετα, αλλά από την άλλη ήθελε να της το επισημάνει για να δει πώς θα αντιδράσει. Γύρισε στο πλάι και την κοίταξε, αλλά εκείνη ήταν αφοσιωμένη στην προσπάθειά της να ανοίξει το φακελάκι. «Θέλεις βοήθεια;» 43


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Η ερώτησή του μεγάλωσε το πείσμα της. Τελικά τον κοίταξε... και άνοιξε το φακελάκι, τραβώντας το με τα δόντια της. «Εντάξει», του είπε, κοιτάζοντας μια το λείο λάτεξ και μια εκείνον. «Είσαι σίγουρος πως πήρες το σωστό μέγεθος;» Ο Τζέικ δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και έβαλε τα γέλια. «Ναι», κατάφερε να πει τελικά. «Έλα εδώ...» Άπλωσε το χέρι του, αλλά αντί να πάρει το προφυλακτικό έπιασε τον καρπό της και οδήγησε το χέρι της προς το μέρος του. «Βάλ’ το έτσι... και κατέβασέ το. Τεντώνει». Ήθελε να παρακολουθήσει τη διαδικασία, αλλά όταν ένιωσε τα δάχτυλά της πάνω του ξάπλωσε πίσω και βόγκηξε. Έκλεισε τα μάτια του και ορκίστηκε πως δε θα έβαζε ποτέ ξανά μόνος του προφυλακτικό. «Εντάξει», είπε εντέλει η Νάταλι. Ο Τζέικ άνοιξε με κόπο τα μάτια του. «Μάλλον χρειάζεσαι εξάσκηση». Η Νάταλι άνοιξε το στόμα της για να του απαντήσει, αλλά το ξανάκλεισε όταν κατάλαβε ότι την πείραζε. «Έχεις ένα ολόκληρο σακούλι γεμάτο», αποκρίθηκε ετοιμόλογα, τολμηρά. Ο Τζέικ άπλωσε το χέρι του και την τράβηξε πάνω του. Η Νάταλι έβγαλε μια κραυγή καθώς εκείνος γύρισε απότομα και την ακινητοποίησε από κάτω του, κρατώντας απαλά αλλά σταθερά τα χέρια της πάνω από το κεφάλι της, ενώ τα πόδια του πίεζαν τα δικά της πάνω στο κρεβάτι και δεν της άφηναν περιθώρια να κινηθεί. Σκόπευε να την πειράξει, να της πει ότι θα έβλεπαν πόσα προφυλακτικά μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν μέσα σε δύο ώρες, αλλά όταν την είδε ανίσχυρη όλα άλλαξαν. Στο βλέμμα της δεν υπήρχε ούτε ίχνος φόβου. Όχι. Το αντίθετο, μάλιστα. Έξαψη, προσμονή και απροκάλυπτος πόθος έλαμπαν στα μάτια της. Τελικά κάθε άλλο παρά ανίσχυρη ήταν. Τον είχε φέρει εκεί που τον ήθελε. «Θα σε πάρω, Νάταλι». Κατάλαβε ότι είχε πει αυτό που ήθελε εκείνη ν’ ακούσει όταν είδε τις κόρες των ματιών της να 44


DONNA KAUFFMAN

διαστέλλονται. «Θα σε γεμίσω... ολόκληρη». Χώθηκε ανάμεσα στα πόδια της. «Ένα... πόντο... τη... φορά», της είπε, προφέροντας την κάθε λέξη ταυτόχρονα με την κάθε του κίνηση. «Θα σε κάνω να ουρλιάζεις, Νάταλι...» της υποσχέθηκε. Εκείνη βόγκηξε σιγανά και ανασήκωσε τη λεκάνη της. «Από ευχαρίστηση», συμπλήρωσε ψιθυριστά στο αυτί της. Ο Τζέικ μπήκε αργά μέσα της, κρατώντας τα πόδια της καρφωμένα στο κρεβάτι, έτσι που να μην μπορεί να κινηθεί. Ήταν ένα απολαυστικό μαρτύριο και για τους δύο και πολύ... ερεθιστικό. «Φώναξε να σ’ ακούσω, Νάταλι», της είπε βραχνά και βυθίστηκε μέσα της μέχρι το τέλος, πιέζοντας τους γοφούς του πάνω στους δικούς της. Η Νάταλι φώναξε και κόλλησε το κορμί της πάνω του. Ο Τζέικ σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο. «Πάλι!» τον πρόσταζε βραχνά. «Κάν’ το πάλι, Τζέικ!» Εκείνος βόγκηξε και υπάκουσε στην προσταγή της. Ξανά. Και ξανά. Και ξανά, μπαίνοντας στην υγρή ζεστασιά της, κάνοντας το κεφαλάρι του κρεβατιού να χτυπάει στον τοίχο. Όταν σταματούσε, εκείνη απαιτούσε να συνεχίσει. «Πιο γρήγορα», του είπε ξέπνοα. Την είχε φυλακίσει από κάτω του, αλλά εκείνη συστρεφόταν σαν φρενιασμένη, φυλακίζοντας τον μέσα στο λυγερό, σφιχτό της κορμί λες και τον κρατούσε αυτή αιχμάλωτο. «Πάλι, Τζέικ. Πιο βαθιά». Εκείνος βόγκηξε, ανήμπορος πια να σταματήσει. Οι γοφοί του κουνιόνταν σαν πιστόνια, μια μπρος μια πίσω και πάλι μπροστά. Η Νάταλι μια τον τραβούσε μέσα της μια τον άφηνε, μόνο για να τον τραβήξει πάλι. Ποτέ άλλοτε μια γυναίκα δεν τον είχε καθοδηγήσει με τέτοιο τρόπο, δεν τον είχε τρελάνει τόσο πολύ. Ξαφνικά τον κοίταξε στα μάτια και ψιθύρισε: «Τώρα, Τζέικ. Θέλω να σε δω να τελειώνεις για μένα». Και ήταν η σειρά του να φωνάξει. Ο οργασμός του ήταν ακαριαίος και τόσο δυνατός, που παραλίγο να λιποθυμήσει. Και συντάραξε το κορμί του, ξανά και ξανά, δίχως τελειωμό. 45


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Στο τέλος, ο Τζέικ ένιωθε τόσο αποκαμωμένος, ώστε με το ζόρι κατάφερνε να κρατηθεί στους αγκώνες του για να μην τη συντρίψει με το βάρος του. Αναριγούσε σύγκορμος και ένιωθε τόσο εξαντλημένος, που αμφέβαλλε αν θα έβρισκε τη δύναμη να κουνηθεί από τη θέση του. Έσκυψε και έκρυψε το πρόσωπό του στο λαιμό της. «Με ξεγέλασες», μουρμούρισε. «Σε ξεγέλασα;» Τελικά, κατάφερε να αφήσει τα χέρια της και να ξαπλώσει στο κρεβάτι, τραβώντας την πάνω του. «Ήθελα να σε φτάσω πέρα από τα όρια... αλλά εσύ με έκανες να τελειώσω». «Δεν το σκέφτηκα έτσι. Έχεις παράπονο;» Ο Τζέικ έβαλε τα γέλια. «Όχι βέβαια! Προς Θεού... Αλλά είχα άλλα σχέδια». Βλέποντας τον πόθο στα μάτια της, την ξάπλωσε πάλι ανάσκελα. «Όχι πως δεν μπορώ να τα πραγματοποιήσω τώρα, δηλαδή». Η Νάταλι πήγε να πει κάτι, αλλά το μετάνιωσε. «Δε φαντάζομαι να μου φέρεις αντιρρήσεις, ε;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά και χαμογέλασε. Ο πάθος ήταν ολοφάνερος στα καστανά μάτια της. «Μπράβο, είσαι έξυπνο κορίτσι». Έσκυψε και τη φίλησε. «Επιστρέφω αμέσως». Η Νάταλι πήγε να ανασηκωθεί, αλλά εκείνος τη σταμάτησε, κουνώντας το χέρι του. «Πρέπει να πλυθώ», της είπε. Πήγε στο μπάνιο, πλύθηκε κι ύστερα έπιασε μια μικρή καθαρή πετσέτα και τη μούσκεψε με χλιαρό νερό. Την έστυψε καλά και ξαναγύρισε στο δωμάτιο. Η Νάταλι κοίταξε με απορία την άσπρη πετσέτα, αλλά δεν είπε τίποτα. Ο Τζέικ ξάπλωσε και την έσπρωξε να πάει στη μέση του κρεβατιού. «Ακούμπησε το κεφάλι σου στα μαξιλάρια και δώσε μου το ένα», της είπε κι εκείνη υπάκουσε. Τον κοίταξε πάλι ερωτηματικά αλλά δεν τον ρώτησε τι σκόπευε να κάνει. 46


DONNA KAUFFMAN

Ο Τζέικ γονάτισε ανάμεσα στα πόδια της και έβαλε το μαξιλάρι κάτω από τη λεκάνη της. Η Νάταλι γούρλωσε τα μάτια της κι εκείνος χαμογέλασε. «Έχε μου εμπιστοσύνη». Του φαινόταν απίστευτο που όλα αυτά ήταν πρωτόγνωρα για κείνη. Φαίνεται πως οι μέχρι τώρα εραστές της ήταν δικηγόροι, σκέφτηκε και χαμογέλασε από μέσα του. Όταν έφερε τη λεκάνη της στο σημείο που ήθελε, της άνοιξε κι άλλο τα πόδια. «Μείνε έτσι», της είπε και, πριν εκείνη προλάβει να απαντήσει, ξεδίπλωσε τη ζεστή πετσέτα και την άπλωσε ανάμεσα στα πόδια της. Η Νάταλι έβγαλε μια μικρή κραυγή έκπληξης και προσπάθησε να ανασηκωθεί, αλλά πριν ο Τζέικ προλάβει να πει οτιδήποτε, χαλάρωσε και ξάπλωσε πάλι στα μαξιλάρια. «Θεέ μου, τι υπέροχη αίσθηση». «Κλείσε τα μάτια σου και απόλαυσε τη», την παρότρυνε. Η Νάταλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι και υπάκουσε. Ο Τζέικ άφησε τη ζεστασιά της υγρής πετσέτας να τη διαποτίσει, ανακουφίζοντας το σημείο όπου η τρυφερή της σάρκα είχε δεχτεί την ερωτική του επίθεση. Η Νάταλι βόγκηξε όταν ένιωσε την παλάμη του να την πιέζει απαλά. Ο Τζέικ την πίεσε λίγο ακόμα και μετά κατέβασε αργά το χέρι του, ώσπου τα δάχτυλά του ακούμπησαν στις πτυχές της σάρκας της. Η Νάταλι αναστέναξε πάλι, αλλά αυτή τη φορά ανασήκωσε τη λεκάνη της προς το μέρος του. Εκείνος τη χάιδεψε ξανά και ξανά... ώσπου εκείνη άρχισε να βογκάει τεντώνοντας τους γοφούς της για το χάδι του. Η πετσέτα είχε αρχίσει να κρυώνει κι έτσι ο Τζέικ την τράβηξε από πάνω της, αφού πρώτα την έτριψε μαλακά πάνω στο ερεθισμένο σώμα της πριν την αντικαταστήσει με τα χείλη του. Όταν η Νάταλι ένιωσε τη γλώσσα του στην ευαίσθητη σάρκα της, έβγαλε μια κραυγή και τινάχτηκε βίαια. Ο Τζέικ σήκωσε για μια στιγμή το κεφάλι του και την κοίταξε. «Κρατήσου από το κεφαλάρι, Νάταλι», την πρόσταξε. 47


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Η Νάταλι άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε με βλέμμα θολό. «Μη σταματάς», είπε βραχνά. Ο Τζέικ χαμογέλασε. «Δε σκόπευα να σταματήσω. Κρατήσου από το κεφαλάρι», επανέλαβε. Η Νάταλι σήκωσε τα χέρια της ψάχνοντας παραζαλισμένη το κεφαλάρι, εξακολουθώντας να τον κοιτάζει. «Πιάσ’ το γερά», την πρόσταξε και την ίδια στιγμή έβαλε το δάχτυλό του μέσα της τόσο αναπάντεχα, που την έκανε να τιναχτεί από το στρώμα. «Τώρα, Νάταλι. Έλα να σε νιώσω. Δυνατά». Έσκυψε πάλι από πάνω της και συνέχισε να παίζει με τη γλώσσα του ώσπου την ένιωσε να σφαδάζει. Ο οργασμός της τον είχε απορροφήσει τόσο πολύ, ώστε δεν κατάλαβε αμέσως ότι είχε έρθει πάλι σε στύση. Έψαξε στα τυφλά για τα προφυλαχτικά που ήταν σκόρπια πάνω στο κρεβάτι, έπιασε ένα και το άνοιξε βιαστικά. Αυτή τη φορά δε ζήτησε τη βοήθειά της για να το φορέσει. Όταν επιτέλους τα κατάφερε, την έπιασε από τους γλουτούς και την τράβηξε προς το μέρος του. Η Νάταλι τύλιξε σφιχτά τα πόδια της γύρω από τη μέση του κι εκείνος μπήκε μέσα της σχεδόν βίαια. Όμως δεν μπορούσε να μπει τόσο βαθιά μέσα της όσο θα ήθελε. Την κοίταξε στα μάτια και, καταλαβαίνοντας ότι ήταν και πάλι έτοιμη να τελειώσει, τράβηξε το ένα του χέρι, το έβαλε ανάμεσά τους και άρχισε να τη χαϊδεύει λίγο πάνω από το σημείο όπου ενώνονταν τα κορμιά τους. Η Νάταλι έβγαλε μια μακρόσυρτη κραυγή καθώς έ φτάνε σε έναν οργασμό ακόμα πιο δυνατό από τον προηγούμενο. Και μερικές στιγμές αργότερα την ακολούθησε κι εκείνος. Σωριάστηκαν και οι δυο στο κρεβάτι λαχανιασμένοι, τρέμοντας από την εξάντληση, και για πολλή ώρα το μόνο που ακουγόταν μέσα στο δωμάτιο ήταν οι ανάσες τους. Τελικά ο Τζέικ κατάφερε να μετακινηθεί. Τράβηξε ένα μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι του και, πιάνοντας ένα δεύτερο από το σωρό που είχαν πετάξει μέσα στη φρενίτιδά τους, το έβαλε κάτω από το δικό της. Έπειτα γύρισε στο πλευρό, την πήρε στην αγκαλιά του και 48


DONNA KAUFFMAN

αφέθηκε επιτέλους στον ευλογημένο ύπνο. Η Νάταλι προσπαθούσε να ξεγλιστρήσει αθόρυβα από το κρεβάτι όταν ο Τζέικ ξύπνησε. «Τι ώρα είναι;» μουρμούρισε. «Δύο. Σε δυο ώρες πρέπει να πάρω το αεροπλάνο από το Λα Γκουάρντια». «Γιατί ψιθυρίζεις;» Η Νάταλι σταμάτησε να μαζεύει τα ρούχα της και χαμογέλασε. «Επειδή κοιμόσουν», απάντησε πάλι ψιθυριστά. Ο Τζέικ ανακάθισε. Ώστε αυτό ήταν. Όλα είχαν τελειώσει. Εκείνος όμως ένιωθε σαν να είχαν μόλις αρχίσει. «Περίμενε να κάνω ένα ντους στα γρήγορα και θα έρθω μαζί σου στο αεροδρόμιο», της είπε. Η Νάταλι στάθηκε σαν μαρμαρωμένη, κρατώντας το χρυσάφι μπλουζάκι και τα μαύρα ψηλοτάκουνα παπούτσια. «Δε... δε νομίζω πως είναι σωστό», τραύλισε. «Θέλω να πω... η διαδρομή είναι πολύ μεγάλη και σίγουρα...» Σταμάτησε και γέλασε αμήχανα. «Αυτή τη στιγμή δεν είμαι σίγουρη για τίποτα». Ο Τζέικ σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε κοντά της. Τράβηξε το μπλουζάκι και τα παπούτσια από τα χέρια της και χάρηκε όταν εκείνη δεν αντιστάθηκε. «Εγώ είμαι σίγουρος για ένα πράγμα», της είπε αγκαλιάζοντάς την. Η Νάταλι τον κοίταξε επιφυλακτικά. «Τι πράγμα;» «Δεν έχω περάσει πιο απολαυστικό πρωινό σε όλη μου τη ζωή. Σ’ ευχαριστώ, Νάταλι». Του χαμογέλασε ντροπαλά. «Μπορώ ανεπιφύλακτα να ανταποδώσω τη φιλοφρόνηση». «Το ξέρω ότι δε θέλεις να ξανασυναντηθούμε...» Η Νάταλι μπήκε σε επιφυλακή και προσπάθησε να τραβηχτεί μακριά του. Ο Τζέικ όμως την έσφιξε πιο δυνατά. «Άκουσέ με πρώτα». Περίμενε να τη δει να γνέφει καταφατικά και ύστερα συνέχισε: «Ξέρω ότι η καριέρα σου είναι η πρώτη σου προτεραιότητα. Αυτό τον καιρό είμαι κι εγώ πολύ φορτωμένος από δουλειά. Και οι δύο ταξιδεύουμε συχνά και αυτό κάνει μια σχέση σχεδόν αδύνατη». 49


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Εκείνη φάνηκε να χαλαρώνει κάπως. Ο Τζέικ την κοίταξε στα μάτια, πήρε μια βαθιά ανάσα και της είπε: «Αφού λοιπόν βράζουμε και οι δύο στο ίδιο καζάνι και κανείς μας δεν επιδιώκει κάτι μόνιμο, μιας και δεν μπορούμε να μοιραστούμε την υπόλοιπη ζωή μας, γιατί να μη μοιραστούμε... μόνο αυτό;» «Αυτό;» «Ναι», απάντησε ο Τζέικ, δείχνοντας ολόγυρα το δωμάτιο. «Αυτό». «Εννοείς... να έχουμε μια ελεύθερη σχέση;» «Δεν ξέρω αν αυτή είναι η κατάλληλη λέξη». Της χάιδεψε τα μαλλιά. «Νομίζω ότι και στους δυο μας άρεσαν ορισμένα πράγματα που εξερευνήσαμε μαζί σήμερα. Ήταν όμορφα και ευχάριστα. Αλλά και ακίνδυνα επίσης». «Ακίνδυνα;» «Ναι. Ήξερα ότι δε ζητούσες κάτι περισσότερο απ’ αυτό που συνέβη, και το ίδιο ίσχυε και για μένα. Είναι απελευθερωτικό το να χαλαρώνεις απλώς και να απολαμβάνεις. Και να κάνεις πράγματα που κάτω από άλλες συνθήκες δε θα έκανες». Όταν εκείνη προσπάθησε να κοιτάξει αλλού, την έπιασε από το πιγούνι και τη γύρισε προς το μέρος του. «Δεν το ένιωσες, Νάταλι; Δεν ένιωσες μια κρυφή ηδονή όταν έκανες πράγματα που κανονικά δεν τα κάνεις;» Η Νάταλι έμεινε αμίλητη τόσο πολλή ώρα, που ο Τζέικ πίστεψε ότι δεν επρόκειτο να του απαντήσει. Δεν είχε καταλάβει ότι κρατούσε την αναπνοή του μέχρι τη στιγμή που την άκουσε να μιλάει. «Ναι... Ναι, ήταν πραγματικά... συναρπαστικό». Τον κοίταξε στα μάτια. «Και έχεις δίκιο, κανονικά δεν κάνω τέτοια πράγματα». «Ούτε κι εγώ». «Τι μου προτείνεις, λοιπόν;» «Να ανταλλάξουμε τα προγράμματα των ταξιδιών μας, για να δούμε αν και πού συμπίπτουν. Και αν γίνεται, να συναντιόμαστε όποτε μπορούμε. Έτσι απλά. Χωρίς άλλες δεσμεύσεις». «Χωρίς αυτό να υπεισέρχεται στην υπόλοιπη ζωή μας», συμπλήρωσε η Νάταλι σαν να μονολογούσε. 50


DONNA KAUFFMAN

Ο Τζέικ ένιωσε την ελπίδα να φουντώνει μέσα του. «Ακριβώς. Θα είναι κάτι που αφορά μόνο εμάς. Χωρίς άλλη προσδοκία πέρα από το ότι όταν θα είμαστε μαζί θα αφήνουμε όλα τα άλλα έξω από την πόρτα και θα χαιρόμαστε ο ένας τον άλλο. Ίσως ανακαλύψουμε και κάποιες από τις άλλες κρυμμένες επιθυμίες σου που δεν έχεις εκφράσει ως τώρα σε κανέναν εραστή σου». Η Νάταλι τραβήχτηκε από την αγκαλιά του. «Δεν ξέρω, Τζέικ», είπε σκεφτική. «Αυτό που συνέβη ήταν αναμφίβολα υπέροχο. Αλλά δεν ξέρω αν μπορώ... να περιλάβω κάτι τέτοιο στο υπόλοιπο πρόγραμμά μου. Φαίνεται τόσο...» «Τέλειο», την έκοψε εκείνος, απρόθυμος να καταθέσει εύκολα τα όπλα. «Δεν έχω καμιά σοβαρή σχέση. Εσύ;» Η Νάταλι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Ορίστε, βλέπεις; Όπως το είπα, είναι τέλειο. Δες το σαν εκτόνωση, σαν ένα δώρο προς τον εαυτό σου, όπως μια επίσκεψη στο ινστιτούτο καλλονής, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων». Η Νάταλι έβαλε τα γέλια. «Εντάξει, εντάξει, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Πού βλέπεις το κακό; Δε χρειάζεται να το μάθει κανείς. Και αν ο ένας από τους δυο γνωρίσει κάποιον και θελήσει να κάνει σοβαρή σχέση, τέρμα. Δε θα ζητήσει το λόγο ο ένας από τον άλλο. Διαφορετικά, θα κρατήσει όσο το θέλουμε και οι δύο». Προχώρησε προς το μέρος της. «Δε θα εισβάλει ο ένας στη ζωή του άλλου. Εμείς θα το ελέγχουμε. Θα είναι αυτό που θέλουμε. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο». Η Νάταλι τον κοίταξε πάλι στα μάτια και τελικά απόστρεψε το βλέμμα της. «Δεν ξέρω», μουρμούρισε και, κάνοντας μεταβολή, προχώρησε προς το μπάνιο. «Δε νομίζω πως μπορώ να το κάνω. Λυπάμαι, Τζέικ». Μπήκε στο μπάνιο κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Ο Τζέικ δεν επέμεινε άλλο. Αντί γι’ αυτό, έπιασε το μπλοκ αλληλογραφίας του ξενοδοχείου και έγραψε το πρόγραμμα των ταξιδιών του για τους επόμενους μήνες. 51


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Σημείωσε πού θα βρισκόταν, ποιες ημερομηνίες και σε ποια ξενοδοχεία. Ύστερα δίπλωσε το χαρτί και το έβαλε στο τσαντάκι της για να το βρει η Νάταλι αργότερα. Ίσως μέχρι τότε να είχε αλλάξει γνώμη. Στο κάτω μέρος της σελίδας έγραψε: «Τώρα ξέρεις πού θα με βρεις». Και υπέγραψε: «Η Κρυφή Ηδονή σου».

52


DONNA KAUFFMAN

Κεφάλαιο 5

«Δεν μπορώ, Λίζα». Η Νάταλι στερέωσε το τηλέφωνο στον ώμο της και ευχαρίστησε με ένα νεύμα του κεφαλιού τη Νάνσι, τη γραμματέα της, που μόλις είχε αφήσει πάνω στο γραφείο άλλη μια στοίβα φακέλους. Υπέγραψε μερικά έγγραφα, έκλεισε το ντοσιέ και το έδωσε στη Νάνσι, η οποία της ψιθύρισε ότι είχε αργήσει ήδη για το συμβούλιο. Η Νάταλι κούνησε καθησυχαστικά το χέρι της και έπιασε πάλι το ακουστικό. «Όχι, Λίζα, δεν υπάρχει περίπτωση να έρθω το Σαββατοκύριακο. Έχω να πάρω δύο καταθέσεις και να ετοιμάσω μια δικογραφία που απαιτεί κοπιαστική έρευνα». Εξάλλου, ήξερε ότι ο Τζέικ θα βρισκόταν στην Καλιφόρνια αυτό το Σαββατοκύριακο. Και συγκεκριμένα στο Σαν Ντιέγκο, που ήταν πολύ κοντά στο Λος Άντζελες. «Σου υπόσχομαι να έρθω την επόμενη φορά. Και θα με υποχρέωνες αν με ειδοποιούσες νωρίτερα και όχι την τελευταία στιγμή». Η αθυρόστομη απάντηση της Λίζας πριν κλείσει το τηλέφωνο την έκανε να βάλει τα γέλια. Το χιούμορ της φίλης της ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν σήμερα. Η Νάταλι κοίταξε το χάος που επικρατούσε πάνω στο γραφείο της και αναστέναξε. Οι τελευταίες δεκαπέντε μέρες ήταν εξουθενωτικές, γιατί είχε εξαιρετικό φόρτο εργασίας, μιας και ο προϊστάμενός της βρισκόταν στο νοσοκομείο με οξεία σκωληκοειδίτιδα. Μόλις το θυμήθηκε, η εύθυμη διάθεσή της πήγε περίπατο. Τελικά, δεν της χρειαζόταν χιούμορ διακοπές τής χρειάζονταν. Το αισθησιακό χαμόγελο του Τζέικ ξεπήδησε στη μνήμη της κι αμέσως ακολούθησε το γυμνό κορμί του -κάτι που της συνέβαινε 53


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

με ανησυχητική συχνότητα τις τελευταίες δύο βδομάδες. Όπως και τις προηγούμενες φορές, προσπάθησε αποφασιστικά να αποδιώξει την εικόνα του από το μυαλό της. Όμως σήμερα η εικόνα του επέμενε. Όπως και οι αναμνήσεις από το υπέροχο πρωινό που είχε περάσει μαζί του στο κρεβάτι. Ήταν σίγουρη ότι είχε δώσει στο ζήτημα υπερβολικές διαστάσεις. Αν τον ξανάβλεπε -κάτι που δε σκόπευε να κάνει, βέβαια-, ίσως συνειδητοποιούσε ότι στην καλύτερη περίπτωση ήταν μέτριος. Ήταν καλύτερα λοιπόν να μείνει με τις υπέροχες, αν και αμφιλεγόμενες αναμνήσεις της. «Ναι, σ’ ευχαριστώ για τις αναμνήσεις», μουρμούρισε αναστενάζοντας βαθιά. Πιάνοντας μερικούς φακέλους από την τεράστια στοίβα, βγήκε από το γραφείο. Τρεις ώρες αργότερα ξαναγύρισε με περισσότερη δουλειά απ’ όση είχε όταν έφυγε. Ένιωθε εξουθενωμένη από την κούραση ύστερα από τη μαραθώνια συνεδρίαση με τους συνεταίρους του δικηγορικού γραφείου. Δεν πρόλαβε να καθίσει στην καρέκλα της και εμφανίστηκε η Νάνσι. «Η αδερφή σου στη δεύτερη γραμμή». «Ποια από τις δύο;» ρώτησε η Νάταλι. Όχι πως είχε όρεξη ν’ ακούσει καμιά τους. Αν άρχιζαν πάλι να παραπονιούνται για το πόσο κουράζονταν με τις λέσχες ή με τις φιλανθρωπικές εκδηλώσεις τους, θα έχανε την ψυχραιμία της και θα έλεγε πράγματα που η οικογένεια της δεν ξεστόμιζε ποτέ. Χωρίς να περιμένει την απάντηση της Νάνσι, πάτησε το κουμπί και σήκωσε το ακουστικό. Ύστερα από τις τελευταίες τρεις ώρες το να τα βγάλει πέρα με κάποια από ας αδερφές της θα ήταν παιχνιδάκι. «Τι τρέχει;» «Ο πατέρας. Άρχισε πάλι να παίζει γκολφ». 'Ηταν η Σαμπρίνα, η μεγαλύτερη αδερφή της και βασίλισσα του μελοδράματος. Τέλεια. Η Νάταλι ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας της. «Φρίκη! Ευτυχώς που αντιλήφθηκες εγκαίρως το παράπτωμά του. Να φυλακιστεί αμέσως!» 54


DONNA KAUFFMAN

Η Σαμπρίνα δεν είχε αίσθηση του χιούμορ -ένα οικογενειακό κουσούρι που, ευτυχώς, δεν είχε κληρονομήσει η Νάταλι- και αυτό φάνηκε αμέσως από το βαθύ αναστεναγμό της. «Να μου λείπουν οι σαρκασμοί σου, Νάταλι. Έχω τρομερό πονοκέφαλο». Η Σαμπρίνα υπέφερε από τρομερούς πονοκεφάλους όποτε αυτό την εξυπηρετούσε... «Ωραία, λοιπόν. Ώστε ο μπαμπάς άρχισε πάλι το γκολφ. Και γιατί είναι κακό αυτό;» Και, εν πάση περιπτώσει, γιατί αφορά εμένα; Δυστυχώς, η Νάταλι ήξερε την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Επειδή ήταν το μοναδικό από τα τέσσερα παιδιά των Χόλκομ που είχε τσαγανό. Άλλο κουσούρι κι αυτό! Ώρες ώρες αναρωτιόταν μήπως η μητέρα της είχε κάνει καμιά κουτσουκέλα με τον ταχυδρόμο ή το γαλατά... «Νάταλι; Μ’ ακούς;» Όχι! «Ναι, ναι, σ’ ακούω». Η Σαμπρίνα ξεφύσηξε αγανακτισμένη και είπε: «Ξέρεις πολύ καλά ότι ο καρδιολόγος του του είπε να μην κουράζεται μετά το τελευταίο... επεισόδιο». «Εννοείς την καρδιακή προσβολή». Η Νάταλι δε σήκωνε τους καθωσπρέπει ευφημισμούς που χρησιμοποιούσε η αριστοκρατική οικογένειά της. Και ειδικά εκείνη τη μέρα δεν είχε καμιά υπομονή. «Καρδιακή προσβολή έπαθε, Σαμπρίνα. Επεισόδια λέμε αυτά που βλέπουμε στην τηλεόραση». «Ξέρεις πολύ καλά ότι ο μπαμπάς μάς απαγόρευσε να χρησιμοποιούμε αυτό τον όρο». Ναι, η Νάταλι το ήξερε πολύ καλά. Δε θα φαινόταν ωραία στο βιογραφικό του ιδρυτή και γενικού διευθυντή της εταιρείας το να είναι άνθρωπος όπως όλοι. Πρέπει να είσαι δυνατός, να μην τους αφήσεις να καταλάβουν ποτέ ότι λυγίζεις. Πόσο μάλλον το να πάθεις καρδιακή προσβολή. Οι μετοχές της εταιρείας θα πήγαιναν κατά διαόλου! 55


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Και γιατί μου τηλεφωνείς;» ρώτησε, παρ’ όλο που ήταν περιττό. Ακολούθησε μια παύση και η Νάταλι ετοιμάστηκε για την απότομη αλλαγή. Τώρα η αδερφή της θα της μιλούσε μελιστάλαχτα για να την καλοπιάσει. «Νάταλι, γλυκιά μου, το ξέρεις ότι ο μπαμπάς μόνο εσένα ακούει. Γιατί δεν παίρνεις το βοηθό του στο κινητό για να του μιλήσεις;» «Και να του πω τι; “Παράτα αμέσως το παιχνίδι και φύγε από το γήπεδο, γιατί αλλιώς θα σε μαρτυρήσω”; Για όνομα του Θεού, Σαμπρίνα, ολόκληρος άντρας είναι, όχι μικρό παιδί. Αν δε θέλει ν’ ακούσει το γιατρό του είναι δική του δουλειά. Δεν είμαστε κηδεμόνες του». Η αλήθεια δεν ήταν ακριβώς έτσι. Ύστερα από το θάνατο της μητέρας της, όταν η Νάταλι πήγαινε ακόμα σχολείο, οι δυο αδερφές της και ο αδερφός της κατέφευγαν όλο και πιο συχνά στη βοήθειά της όταν ήθελαν να πουν κάτι στον πατέρα τους. Πράγματα που συνήθως είχαν να κάνουν με την εταιρεία -δηλαδή, με άλλα λόγια, με το εισόδημά τους και πηγή της κληρονομιάς τους. Πιθανότατα επειδή ήταν η μόνη που δεν εξαρτιόταν από τις Επιχειρήσεις Χόλκομ για να ζήσει. «Μίλησέ του εκ μέρους μας, Νάταλι. Σε παρακαλώ. Εσένα σ’ ακούει». Όταν θέλει, αντέτεινε νοερά η Νάταλι. «Έχω πολλή δουλειά. Στο γραφείο γίνεται της τρελής και...» «Θα μπορούσες να σταματήσεις αυτή την ανοησία και να γυρίσεις στο σπίτι σου, εδώ που είναι η θέση σου», είπε η Σαμπρίνα. «Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι τόσο σημαντικό για σένα να καταξιωθείς έξω από τους κόλπους της οικογένειας. Δεν έκανε τόσους κόπους και τόσες θυσίες ο πατέρας μας για να αρχίσουν τα παιδιά του από το μηδέν...» Σταμάτησε και πήρε βαθιά ανάσα. «...Αν το καλοσκεφτείς είναι προσβλητικό», συνέχισε. «Και πριν αρχίσεις να μου κάνεις κήρυγμα για το πόσο σημαντική είναι μια καριέρα, θυμήσου το φιλανθρωπικό έργο που προσφέρουμε εγώ και η Μελίσα για τους μη προνομιούχους. Θα μπορούσες κάλλιστα να μας βοηθήσεις, γιατί ένας Θεός ξέρει πόσο πολλή δουλειά 56


DONNA KAUFFMAN

έχουμε». Έκανε μια παύση και βαριαναστέναξε. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσες ώρες δούλεψα για να οργανώσω τα φετινά συσσίτια. Φυσικά, αν επιμένεις να χρησιμοποιήσεις το πτυχίο σου της Νομικής, ο μπαμπάς θα σου βρει μια θέση στην εταιρεία και...» Και θα τρελαθώ. Θα χάσω αυτή την έστω και μικρή ελευθερία που κατέκτησα, συμπλήρωσε νοερά η Νάταλι, αφήνοντας την αδερφή της να μιλάει στο βρόντο. Αυτά τα είχε ξανακούσει χιλιάδες φορές. «Θα του τηλεφωνήσω, εντάξει;» είπε όταν η Σαμπρίνα επιτέλους σταμάτησε. «Φίλησε τον Ρις και τα παιδιά εκ μέρους μου», πρόσθεσε βιαστικά, πριν πάρει πάλι φόρα η αδερφή της, και έκλεισε το τηλέφωνο. «Ο Χάργουντ στο τρία», είπε αμέσως η Νάνσι. «Δε μου φαίνεται χαρούμενος». Η Νάταλι κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι της και ακούμπησε αποκαμωμένη το κούτελό της στη στοίβα με τους φακέλους. Αν ήταν πιο αδύναμη, θα πάθαινε νευρική κρίση. Ανασηκώθηκε και έσπρωξε τα μαλλιά από το πρόσωπό της. Δεν είσαι όμως μια αδύναμη γυναίκα, είσαι μια Χόλκομ, σκέφτηκε με πικρή ειρωνεία και είπε στη Νάνοι να πάρει το βοηθό του πατέρα της στο κινητό πριν πατήσει το κουμπί της γραμμής τρία. Πέντε ώρες αργότερα, η Νάταλι μπήκε στο διαμέρισμά της σέρνοντας τα πόδια από την κούραση. Αφού πέταξε τα παπούτσια της, βύθισε με ανακούφιση τις πατούσες της στο παχύ χαλί. Άφησε κάτω το χαρτοκιβώτιο με τους φακέλους που είχε φέρει για να μελετήσει και αγνόησε το φωτάκι του τηλεφωνητή που αναβόσβηνε. Σίγουρα θα ήταν μήνυμα από τον αδερφό της τον Τσακ, ή ακόμα χειρότερα από την άλλη της την αδερφή, τη Μελίσα, που θα της γκρίνιαζε πάλι για καμιά ανοησία. «Ξεμείναμε από υπομονή για σήμερα», μουρμούρισε και προχώρησε κατευθείαν προς το μπουκάλι με το μοναδικό κρασί που είχε όρεξη να πιει απόψε: ένα ωραίο, ελαφρύ, παγωμένο Σοβινιόν. Δεν είχε προλάβει να πιει την πρώτη γουλιά, όταν το τηλέφωνό της χτύπησε. Ήπιε άλλη μία, αποφασίζοντας να το αφήσει στον 57


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

τηλεφωνητή. Το μόνο που προλάβαινε να κάνει απόψε πριν μελετήσει τουλάχιστον άλλες τρεις ώρες τα έγγραφα που είχε φέρει μαζί της ήταν ένα απολαυστικό μπάνιο και να παραγγείλει κινέζικο απέξω. Όποιος τηλεφωνούσε, έπρεπε να περιμένει τη σειρά του. «Χόλκομ, ο Χάργουντ είμαι», ακούστηκε μια φωνή. «Αν είσαι εκεί, σήκωσέ το σε παρακαλώ». Η Νάταλι βόγκηξε και καθώς πήγαινε προς το τηλέφωνο μουρμούρισε και κάμποσες βρισιές που κανείς καθωσπρέπει αριστοκράτης της Νέας Αγγλίας δε θα ξεστόμιζε ποτέ. Ναι, το να είναι το μαύρο πρόβατο της οικογένειας είχε και τα καλά του! Ο Χάργουντ ήταν ο προϊστάμενος του προϊσταμένου της, ένας από τους πιο πρόσφατους συνέταιρους του δικηγορικού γραφείου. Επειδή ακριβώς ήταν νέος, πάσχιζε να εντυπωσιάσει με κάθε τρόπο τους συνεταίρους του, πράγμα που συχνά γινόταν εις βάρος των υφισταμένων του. Και η Νάταλι, έχοντας ανάλογες φιλοδοξίες, υπέκυπτε και έκανε αυτό που της ζητούσαν, με την ελπίδα ότι μια μέρα θα τρομοκρατούσε κι εκείνη τους υφισταμένους της. Άρπαξε το ακουστικό. Από τη στιγμή που είπε «εμπρός», ο Χάργουντ άρχισε να μιλάει και δε σταμάτησε παρά δέκα λεπτά αργότερα, όταν ολοκλήρωσε αυτό που είχε να της πει και της έκλεισε απότομα το τηλέφωνο. «Κι εγώ χάρηκα που σας άκουσα, πολυχρονεμένε μου βεζίρη», μουρμούρισε η Νάταλι κάνοντας ένα μορφασμό. Καθώς άφηνε το ακουστικό στη θέση του, ορκίστηκε όχι εκείνη δε θα φερόταν ποτέ με τέτοιο τρόπο στους υποτακτικούς της. «Αν αποκτήσω ποτέ, δηλαδή», μουρμούρισε. Μα και βέβαια θα αποκτούσε. Δεν ήταν κι αυτή μια Χόλκομ; «Οι Χόλκομ πάντοτε έχουν υποτακτικούς. Είναι γραμμένο στο γενετικό μας κώδικα, κεφάλαιο δύο, παράγραφος τέσσερα!» Ωστόσο, οι εντολές που της είχε δώσει ο Χάργουντ είχαν και κάτι καλό... Η Νάταλι αποτελείωσε το κρασί της και σήκωσε πάλι το 58


DONNA KAUFFMAN

ακουστικό. Με τη διαφορά της ώρας, η Λίζα θα ήταν πιθανότατα ακόμα στο γραφείο της. «Μάντεψε!» της είπε μόλις εκείνη απάντησε. «Θα έρθεις!» τσίριξε η Λίζα. «Αχ, πόσο χαίρομαι! Μα νόμιζα πως είχες να ετοιμάσεις καταθέσεις και δικόγραφα και δεν ξέρω τι άλλο». «Άλλαξε το πρόγραμμα. Ο Μεγάλος Βεζίρης μίλησε! Αύριο παίρνω το πρώτο αεροπλάνο και Πέμπτη και Παρασκευή είμαι κλεισμένη όλη μέρα με συμβούλια. Την Παρασκευή το βράδυ θα είμαι πτώμα, αλλά, αν θέλεις ακόμα να έρθω, θα έρθω». Προσπάθησε να αγνοήσει το γεγονός ότι είχε τόση δουλειά να διεκπεραιώσει και επιπλέον όλα όσα της είχε αναθέσει ο Χάργουντ. Αν όμως επρόκειτο να της βγει η ψυχή για να φέρει εις πέρας τις υποχρεώσεις της, είχε κάθε δικαίωμα να ξεσκάσει μερικές ώρες. Και δεν είχε καμιά σημασία αν θα βρισκόταν και ο Τζέικ στην πόλη τις ίδιες μέρες... Όχι, δε θα τον συναντούσε. Είχε αποφασίσει ότι η σχέση τους ήταν της μιας φοράς. Έτσι κι αλλιώς, όμως, θα ήταν πολύ απασχολημένη. «Φαντάζομαι ότι δε θα θέλεις να μείνεις στο σπίτι μου», είπε η Λίζα. «Είναι πολύ μακριά. Οι δουλειές μου είναι κοντά στο Σέντσουρι Σίτι. Εξάλλου, δε θέλω να σου γίνω εμπόδιο στη ζωή σου. Ο Κόνραντ μένει ακόμα μαζί σου;» Η Λίζα γέλασε. «Ξέρεις κανέναν που να μου έγινε εμπόδιο στη ζωή μου;» Όσο γι’ αυτό, η Νάταλι το ήξερε καλύτερα από τον καθένα. Ακόμα θυμόταν τις κραυγές της έκστασης που έβγαιναν από το δωμάτιο της Λίζας στο Μάξι. Δεν της είχε πει τίποτα για τον Τζέικ. Σκόπευε να το κάνει, αλλά τελικά της είχε πει ότι είχε πάει για καφέ μετά το τέλος του πάρτι. Και εφόσον δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ, δεν υπήρχε λόγος να το πει τώρα στη Λίζα, γιατί σίγουρα θα την πίεζε να τον ξανασυναντήσει. 59


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Όσο για τον Κόνραντ, ναι, μένει ακόμα μαζί μου», απάντησε η Λίζα. «Σχεδόν δύο βδομάδες. Έσπασες ρεκόρ, Λίζα», την πείραξε η Νάταλι. «Πρόσεχε, γιατί κινδυνεύεις να κάνεις σχέση!» Η Λίζα όχι μόνο δεν προσβλήθηκε, αλλά έβαλε τα γέλια. «Μη φοβάσαι, γλυκιά μου. Ξέρεις πόσο εύκολα πλήττω. Και υπάρχουν τόσοι υπέροχοι άντρες στον κόσμο. Γιατί να τους αφήνω να πηγαίνουν χαράμι στα άπειρα κοριτσόπουλα αφού είμαι διαθέσιμη;» Γέλασε και η Νάταλι, αλλά στο βάθος ένιωσε πάλι τη γνώριμη τσιμπιά της ανησυχίας, όπως κάθε φορά που άκουγε τη φίλη της να μιλάει έτσι. Βέβαια, υστέρα από το πρωινό που είχε περάσει με τον Τζέικ, δεν είχε δικαίωμα να μιλάει. Για την ακρίβεια, αναρωτιόταν μήπως θα έπρεπε να μιμηθεί τη Λίζα και να παίρνει πιο ανάλαφρα τη ζωή. Άλλωστε, η Λίζα της είχε πει άπειρες φορές ότι μόνο μια φορά είναι κανείς νέος. Κι εκείνη σκόπευε να μείνει νέα όσο το δυνατόν περισσότερο. Φυσικά, η μυστική πηγή της νεότητάς της ήταν συνήθως κάποιο δίμετρο, καλογυμνασμένο μοντέλο. «Πόσες φορές σου έχω πει να έρθεις εδώ να δουλέψεις; Θα μπορούσα να σου μάθω πώς να γλεντάς τη ζωή σου!» είπε η Λίζα. Η Νάταλι το είχε ακούσει τόσες φορές, που είχε χάσει πια το λογαριασμό. Της άρεσε όμως η ενέργεια της Νέας Υόρκης. Και, είτε της άρεσε είτε όχι, ζώντας εκεί ήταν σε θέση να επισκέπτεται την οικογένειά της όποτε ήταν απαραίτητο. Πράγμα που συνέβαινε πολύ πιο συχνά απ’ όσο θα της άρεσε. «Μα με το ρυθμό που αλλάζεις τους άντρες αμφιβάλλω αν θα απόμενε κανένας και για μένα», αστειεύτηκε. «Αχ, γλυκιά μου, κάθε μέρα εμφανίζεται και ένας καινούριος. Εδώ υπάρχουν άντρες με το τσουβάλι! Πίστεψέ με. Δε μου λες, θέλεις να σου βρω κανέναν για την Παρασκευή;» «Όχι!» φώναξε η Νάταλι. «Θέλω να πω... θα είμαι τυχερή αν δε μοιάζω με δαρμένο σκυλί μετά από τόση δουλειά. Η πίεση ενός ραντεβού στα τυφλά θα με ξέκανε. Εντάξει, συνεννοηθήκαμε;» 60


DONNA KAUFFMAN

Ακολούθησε μια εύγλωττη σιωπή. «Ορκίσου μου, Λίζα. Αν καταλάβω ότι μου κουβάλησες κανέναν άγνωστο...» Η Λίζα γέλασε χαρωπά. «Μα, γλυκιά μου, με τους άγνωστους έχει πιο πολλή πλάκα!» Η Νάταλι αναρωτήθηκε τι θα έλεγε η φίλη της αν ήξερε ότι είχε πάει με έναν άγνωστο μετά το πάρτι. «Ευχαριστώ, αλλά να μένει το βύσσινο. Μου το υπόσχεσαι;» «Σου το υπόσχομαι. Αλλά να ξέρεις πως η πολλή δουλειά...» «Κάνει τη Νάταλι μια επιτυχημένη, αν και κάπως μοναχική, δικηγόρο. Τώρα άντε να παίξεις με τον Κόνραντ και τα λέμε την Παρασκευή». Η Νάταλι έκλεισε το τηλέφωνο και χαμογέλασε. Χαιρόταν που είχε πάρει τη Λίζα της είχε φτιάξει τη διάθεση. Μόνο που όταν είδε το χαρτόκουτο με τους φακέλους τής ήρθε να βάλει τα κλάματα. «Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη», μουρμούρισε αναστενάζοντας. «Και να ’μουν, δα, αφέντης...» Θα μπορούσες να πας να βρεις τον Τζέικ και να περάσεις μαζί τον όλο το Σάββατο, ή έστω όσες ώρες θα ήταν ελεύθερος, την τσίγκλησε το υποσυνείδητό της. Σε λιγότερο από εβδομήντα δύο ώρες θα μπορούσες να είσαι γυμνή και να έχεις απανωτούς οργασμούς. Αγνόησε αποφασιστικά την αντίδραση του κορμιού της σ’ αυτή τη σκέψη και πάτησε το κουμπί του τηλεφώνου όπου είχε αποθηκεύσει τον αριθμό του κινέζικου εστιατορίου της περιοχής. «Θα τους δείξω πως ξέρω να γλεντάω τη ζωή μου», μουρμούρισε. Απόψε θα παράγγελνε πάπια Πεκίνου αντί για το συνηθισμένο της γλυκόξινο χοιρινό. Και μάλιστα, με έξτρα σος δαμάσκηνου!

61


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Κεφάλαιο 6

Η Νάταλι κοίταξε το μοναδικό φόρεμα που είχε πάρει μαζί της για το πάρτι της Λίζας και μετάνιωσε που είχε διαλέξει κάτι τόσο εφαρμοστό και σέξι. Και την προηγούμενη φορά κάπως έτσι είχε ντυθεί, και να ποια ήταν η κατάληξη... Πήρε το μεταξωτό ρουμπινί φόρεμα από την κρεμάστρα και το πέρασε πάνω από το κεφάλι της. Το ύφασμα γλίστρησε στο σώμα της σαν τρυφερό χάδι, κάνοντάς τη να ανατριχιάσει σύγκορμη. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι έφταιγε η τρομερή κούραση γι’ αυτή την υπερευαισθησία της επιδερμίδας της. Ο καθένας θα είχε τεντωμένα νεύρα ύστερα από δυο μέρες μαραθώνιων διαπραγματεύσεων. Καθώς έβαζε τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της, η Νάταλι χαμογέλασε θριαμβευτικά. Ακόμα και ο Χάργουντ είχε εντυπωσιαστεί με τα αποτελέσματα που είχε πετύχει εκείνη τη μέρα. «Και τώρα ήρθε η ώρα να το γιορτάσω!» φώναξε. Έτρεξε στο μπάνιο και έριξε μια τελευταία πινελιά στο μακιγιάζ της. Δεν ήταν τέλειο, αλλά σίγουρα βρισκόταν σε καλύτερη κατάσταση απ’ όσο πριν από μερικές ώρες. Μέχρι να κατεβεί στην αίθουσα αναμονής, κατάφερε να μη σκεφτεί τον Τζέικ ούτε μια φορά. Η διαδρομή συνολικά δεν κρατούσε πάνω από πέντε λεπτά, αλλά κάτι ήταν κι αυτό. Καθώς όμως περνούσε μπροστά από τον πάγκο της ρεσεψιόν κοντοστάθηκε. Όπως κάθε φορά από τότε που είχε πατήσει το πόδι της στο ξενοδοχείο... Αναρωτήθηκε πάλι μήπως θα έπρεπε να στείλει ένα μήνυμα στον Τζέικ. Ως τότε είχε αντισταθεί στον πειρασμό, αλλά τώρα της απόμεναν λιγότερες από είκοσι τέσσερις ώρες μέχρι να φύγει από 62


DONNA KAUFFMAN

την πόλη. Ποιος ξέρει αν οι δρόμοι τους θα διασταυρώνονταν άλλη φορά; Βέβαια, αν από κάποιο θαύμα η Λίζα εξακολουθούσε να βλέπει τον Κόνραντ, τότε κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί, ίσως όμως μια στιγμή που η Νάταλι δε θα το περίμενε. Ίσως θα ήταν καλύτερα να συναντιόνταν από δική της πρωτοβουλία. Κι εξάλλου, με τόσο λίγο χρόνο που είχαν στη διάθεσή τους, ήταν αμφίβολο αν θα προλάβαιναν να κάνουν τίποτα περισσότερο από το να πιούν έναν καφέ. Όσο το σκεφτόταν τόσο της φαινόταν ο καλύτερος τρόπος για να βάλει ένα οριστικό τέλος στη σύντομη περιπέτειά τους. Αν τον ξανάβλεπε για μια τελευταία φορά, ίσως έβαζε την ιστορία στις πραγματικές της διαστάσεις και έπαυε να τον ονειρεύεται κάθε ώρα και στιγμή. Εξάλλου, την προηγούμενη φορά που τον είχε δει ήταν ξαπλωμένος ολόγυμνος σε ένα κρεβάτι. Ίσως αν τον έβλεπε σε δημόσιο χώρο και ντυμένο... Και τι σημασία είχε αν τη μία και μοναδική φορά που τον είχε δει είχαν καταλήξει να κάνουν άγριο, παθιασμένο σεξ; Ασφαλώς είχε τη δύναμη να αρκεστεί σε έναν αθώο καφέ μαζί του χωρίς να υποκύψει πάλι στις πρωτόγονες παρορμήσεις της. Παρορμήσεις που αγνοούσε εντελώς μέχρι τη στιγμή... «Ω, για όνομα του Θεού», μουρμούρισε αγανακτισμένη. Πλησίασε στη ρεσεψιόν, έπιασε ένα φύλλο χαρτί και. έγραψε ένα σημείωμα πριν προλάβει να χάσει το κουράγιο της. Αγαπητέ Τζέικ. Βρίσκομαι για λίγο στην πόλη και σκέφτηκα μήπως θα ήθελες να βρεθούμε στο ξενοδοχείο μου αύριο το απόγευμα για έναν καφέ στα γρήγορα. Νάταλι Δίπλωσε το σημείωμα, έγραψε απέξω το όνομα και το ξενοδοχείο του Τζέικ και το άφησε πάνω στον πάγκο. Αλλά, πριν προλάβει να το πιάσει ο ρεσεψιονίστ, το άρπαξε πάλι. «Μισό λεπτό». Το ξαναδιάβασε και έγραψε ένα άλλο, παραλείποντας τη φράση «στα γρήγορα», γιατί της θύμιζε άλλα πράγματα. Επίσης, άλλαξε το σημείο που του ζητούσε να βρεθούν στο ξενοδοχείο της, ή σε 63


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

οποιοδήποτε άλλο ξενοδοχείο. Καλό θα ήταν να μην προκαλεί την τύχη της. Αν και αυτό δεν τον είχε εμποδίσει σε τίποτα την προηγούμενη φορά... Έσπρωξε πάλι το σημείωμα προς το μέρος του υπαλλήλου. «Μπορείτε να το παραδώσετε απόψε;» Εκείνος έγνεψε καταφατικά. Η Νάταλι του άφησε ένα φιλοδώρημα για τον κόπο του και βγήκε από το ξενοδοχείο ταραγμένη και αναψοκοκκινισμένη. «Για έναν καφέ θα πάμε», μουρμούρισε καθώς έμπαινε στο ταξί. Εξάλλου, μπορεί ο Τζέικ να μην απαντούσε καν στο σημείωμά της. «Ω, Θεέ μου», ψιθύρισε ξέπνοη μερικές ώρες αργότερα, όταν επέστρεψε από το σπίτι της Λίζας και είδε το φωτάκι του τηλεφωνητή να αναβοσβήνει. Σίγουρα ήταν μήνυμα από τον Τζέικ. Σήκωσε το ακουστικό με χέρια που έτρεμαν και το άφησε πάλι στη θέση του. Δεν ήξερε αν ήταν έτοιμη να ακούσει τη φωνή του, έστω και μαγνητοφωνημένη. Δεν ήξερε τι περίμενε. Ένα σημείωμα στη ρεσεψιόν; Άραγε ο Τζέικ είχε απορήσει επειδή δεν του είχε τηλεφωνήσει κατευθείαν; Ω, πια, το πράγμα καταντάει γελοίο. «Σήκωσε επιτελούς το τηλέφωνο και πάρε το μήνυμα». Κοίταξε πάλι το λαμπάκι που αναβόσβηνε. Αν της αρνιόταν; Ή, ακόμα χειρότερα, αν εκείνη διαπίστωνε πως δεν ήταν παρά ένας κόπανος και τώρα αναγκαζόταν να πιει καφέ μαζί του; Ίσως είχε παρασυρθεί από το πάρτι, τη νύχτα και το κρασί και της είχε φανεί τόσο υπέροχος, τόσο σέξι. «Σύνελθε και τελείωνε!» πρόσταξε τον εαυτό της. Άλλωστε, κανείς δεν την εμπόδιζε να το ακυρώσει, να ισχυριστεί ότι η πτήση της θα έφευγε νωρίτερα. Εντάξει, τώρα ήταν έτοιμη. Το σχέδιο διαφυγής είχε καταστρωθεί. Με ιδρωμένες παλάμες έπιασε το ακουστικό και πάτησε τα νούμερα του κωδικού για να ακούσει τα μηνύματά της. 'Ηταν μόνο ένα. «Νάταλι». «Ω, Θεέ μου...» Μια λέξη του ήταν αρκετή για να την πιάσει 64


DONNA KAUFFMAN

ταραχή. Κακό σημάδι. «Σε σκεφτόμουν συνεχώς και ήλπιζα πως Θα έβρισκες το θάρρος να μου τηλεφωνήσεις». Η Νάταλι εκνευρίστηκε. Τόσο από τον εύθυμο τόνο στη φωνή του όσο και από το θράσος του να υπαινίσσεται -ύστερα απ’ όσα είχε κάνει μαζί του ενώ της ήταν παντελώς άγνωστος- ότι ήταν δειλή. Αγνόησε εσκεμμένα το γεγονός ότι της είχε πάρει δύο ολόκληρες μέρες μέχρι ν’ αποφασίσει τελικά να του στείλει το σημείωμα... «Υπάρχει ένα πολύ συμπαθητικό μαγαζί στο Μέλροουζ, όπου φτιάχνουν το καλύτερο κουάκερ». «Κουάκερ;» μονολόγησε η Νάταλι κι έβαλε τα γέλια. Κι εγώ που φανταζόμουν ρομαντικά ραντεβού... Όχι πως είχε κατά νου κάτι τέτοιο, αλλά... κουάκερ; Ποιος θα σκεφτόταν να καλέσει μια γυναίκα για κουάκερ αν είχε πρόθεση να την αποπλανήσει; Κανονικά θα έπρεπε να την ανακουφίσει αυτό. Παρά τα πειράγματα του, προφανώς είχε καταλήξει κι εκείνος στο ίδιο συμπέρασμα: Η μια φορά ήταν συναρπαστική, η δεύτερη μόνο μπελάδες θα έφερνε. «Έχω ένα επαγγελματικό ραντεβού στις δέκα και μισή, γι’ αυτό, αν δε σε πειράζει να βρεθούμε νωρίς, έλα να με βρεις στο μαγαζί της Θείας Σούζαν στις οχτώ. Αν δεν μπορείς, άφησέ μου μήνυμα στο ξενοδοχείο». Έγινε μια παύση και η Νάταλι ετοιμάστηκε να πατήσει το κουμπί της διαγραφής -ή μήπως της επανάληψης;-αλλά άκουσε πάλι τη φωνή του και κατέβασε το χέρι της. «Αν σκοπεύεις να μου αρνηθείς, μπορείς σε παρακαλώ να αφήσεις ηχητικό μήνυμα;» Μικρή παύση και μετά ένα αμήχανο γελάκι. «Θέλω να σιγουρευτώ ότι η φωνή σου είναι τόσο γλυκιά όσο τη θυμάμαι». Η Νάταλι αναστέναξε. Ο άνθρωπος ήξερε ν’ αφήνει μηνύματα... «Μη δειλιάσεις και κάνεις πίσω την τελευταία στιγμή!» Τη στιγμή που ακουγόταν το «κλικ», η Ναταλι ξεφύσηξε με φούρκα. Να δειλιάσει; Ούτε που της είχε περάσει από το μυαλό. Το σχέδιο διαφυγής ήταν απλώς ένας τρόπος για να διατηρήσει την 65


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

όμορφη ανάμνηση που είχε από κείνον... «Ακούς εκεί να δειλιάσω», μουρμούρισε αγανακτισμένη. «Εγώ είμαι μια Χόλκομ! Και οι Χόλκομ δε δειλιάζουν ποτέ!» Το μαγαζί της Θείας Σούζαν ήταν ένα μικρό, χαριτωμένο εστιατόριο, στριμωγμένο ανάμεσα σε μοντέρνες μπουτίκ του Μέλροουζ. Ηταν κατάλευκο, με περίτεχνα στολίδια, αλλά παραδόξως δε φαινόταν καθόλου παράταιρο σ’ εκείνο το περιβάλλον. Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ στο Λος Αντζελες, σκέφτηκε η Νάταλι καθώς έπαιρνε μια βαθιά ανάσα πριν ανοίξει την πόρτα. Δεν είχε ιδέα αν το παραμυθένιο ντεκόρ της πρόσοψης ταίριαζε με το εσωτερικό. Για την ακρίβεια, αν εκείνη τη στιγμή τη ρωτούσαν το όνομά της, δε θα ήξερε τι να πει. Ο Τζέικ, ήταν το μόνο που μπόρεσε να σκεφτεί. Από κει όπου στεκόταν έβλεπε μόνο το πίσω μέρος του κεφαλιού του, αλλά θα τον γνώριζε όπου κι αν ήταν... «Λοιπόν, δε θα σκεφτείς τώρα... ξέρεις τι...» δασκάλεψε τον εαυτό της, όπως έκανε σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Δυστυχώς, ούτε τότε είχε κανένα αποτέλεσμα ούτε και τώρα. Σαν να είχε διαισθανθεί την παρουσία της, εκείνος γύρισε προς το μέρος της. Η Νάταλι συγκρατήθηκε να μην το βάλει στα πόδια. Ο Τζέικ σηκώθηκε και χαμογέλασε και η Νάταλι ξέχασε τα πάντα. «Νάταλι». Ήταν τέλειος. Πανέμορφος. Κι εκείνη η φωνή του, εκείνη η ανεπαίσθητα αργόσυρτη προφορά... Ήταν τόσο καλός όσο τον θυμόταν, ίσως και καλύτερος. «Τζέικ», του είπε ξέπνοα και του άπλωσε το χέρι της για να προλάβει τυχόν αγκαλιάσματα. Δε θα το άντεχε. Ακόμα και η χειραψία τής έπεφτε... βαριά. Δεν έπρεπε να έρθει. Ήταν μέγα σφάλμα. Τότε όμως είδε τη λάμψη στα μάτια του που ήταν σαν να την προκαλούσε να κάνει πίσω και πείσμωσε. Του έσφιξε σταθερά το χέρι, σαν να ήταν κανένας επαγγελματικός αντίπαλός της, και το άφησε αμέσως. Ωραία, ωραία... Μόνο που η επαφή με τα δάχτυλά του της είχε κόψει τα γόνατα. Έτσι απλά, εν 66


DONNA KAUFFMAN

ριπή οφθαλμού. Πέρασε από μπροστά του φροντίζοντας να μην τον αγγίξει και κάθισε στον ημικυκλικό καναπέ. Όταν κάθισε κι εκείνος στη θέση του, η Νάταλι έπιασε τον κατάλογο και άρχισε να διαβάζει δίχως να καταλαβαίνει λέξη. Ήταν φυσικό. Δεν της τύχαινε κάθε μέρα να πρόγευματίζει με έναν άντρα που είχε περάσει μαζί του μια νύχτα άγριου σεξ. Για την ακρίβεια, ήταν η πρώτη φορά. Χαμογέλασε πλατιά, εξακολουθώντας να μην τον κοιτάζει. Θα τα κατάφερνε. Θα έφευγε από κει προτού κάνει καμιά βλακεία. Όπως, λόγου χάρη, να καταλήξει πάλι μαζί του στο κρεβάτι. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως εκείνη τη στιγμή δυσκολευόταν να θυμηθεί για ποιο λόγο ακριβώς θα ήταν βλακεία να κάνει σεξ ανεπανάληπτα συναρπαστικό σεξ, αν δεν την απατούσε η μνήμη της- μ’ αυτό τον άντρα. «Ώστε εδώ φτιάχνουν καταπληκτικό κουάκερ, ε;» τον ρώτησε, αποτολμώντας να του ρίξει μια γρήγορη ματιά. «Ασυνήθιστο μέρος για επαγγελματικό πρόγευμα». Αν και ρίχνοντας μια ματιά τριγύρω, κατάλαβε ότι είχε πέσει έξω. Το μαγαζί ήταν γεμάτο και οι περισσότεροι πελάτες φαίνονταν εργαζόμενοι και επιχειρηματίες. «Το ανακάλυψα πριν από μερικά χρόνια», είπε ο Τζέικ. «Νομίζω ότι πολλοί νοσταλγούν το ωραίο, θρεπτικό κουάκερ που έφτιαχναν οι μαμάδες τους». Η Νάταλι γέλασε. «Η μητέρα μου δε μου έφτιαχνε ποτέ κουάκερ». Η μητέρα της θα έβαζε τη μαγείρισσα να το φτιάξει. Μόνο που το κουάκερ δε συμπεριλαμβανόταν στο διαιτολόγιο της οικογένειας Χόλκομ, που προτιμούσε φαγητά τα οποία έδειχναν πιο ωραία μέσα στα πορσελάνινα πιάτα. «Μόνο όταν ήμουν εσωτερική στο σχολείο έτρωγα, και πάλι όταν δεν είχα άλλη επιλογή». «Αν δοκιμάσεις αυτό, θα δεις το κουάκερ με άλλο μάτι». Η Νάταλι ξεφύσηξε με ανακούφιση όταν εκείνος δεν εκμεταλλεύτηκε την αθέλητη αποκάλυψή της για να της κάνει 67


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

περισσότερες ερωτήσεις. Έπιασε πάλι τον κατάλογο και αυτή τη φορά άρχισε να τον διαβάζει στ’ αλήθεια. «Ποιος θα το φανταζόταν ότι υπάρχουν τόσες παραλλαγές;» μουρμούρισε. Ο Τζέικ χαμήλωσε μαλακά το μενού, αναγκάζοντάς τη να τον κοιτάξει. Το να τον κοιτάξει δεν ήταν δύσκολο -το δύσκολο ήταν να πάψει να τον κοιτάζει! «Ελπίζω να μη σε πειράζει, αλλά πήρα το θάρρος να παραγγείλω και για τους δυο μας». Η Νάταλι ενοχλήθηκε λιγάκι από την πρωτοβουλία του, αλλά η ενόχλησή της κράτησε μόνο για ένα δευτερόλεπτο. Δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πώς της είχε κρατήσει τα χέρια καρφωμένα στο κρεβάτι, πώς είχε πάρει τότε την πρωτοβουλία, πώς την είχε προστάζει να κρατηθεί από το κεφαλάρι ενώ έπαιρνε ακόμα πιο απολαυστικές πρωτοβουλίες... «Δε με πειράζει», είπε βραχνά και ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της. «Δε με πειράζει καθόλου». Ούτε τότε ούτε και τώρα... Εκείνη τη στιγμή, μια σερβιτόρα πλησίασε για να τη ρωτήσει τι ήθελε να πιει και επέστρεψε πολύ γρήγορα με το τσάι και την πορτοκαλάδα της. «Ο δίσκος σας έρχεται αμέσως», είπε. Ο Τζέικ χαμογέλασε και έκλεισε το μάτι στη μεσόκοπη γυναίκα. «Θα τους πω να κάνουν γρήγορα, χρυσό μου», του είπε η σερβιτόρα και του έκλεισε κι εκείνη το μάτι. Η Νάταλι προσπάθησε να συγκροτήσει το χαμόγελό της, αλλά ο Τζέικ το είδε. «Τι έγινε;» «Τίποτα. Μόνο εσύ θα έβρισκες μια ναζιάρα σερβιτόρα στο Λος Άντζελες». Την κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Τι έκανα πάλι;» «Φλερτάρεις ασύστολα». «Απλώς είμαι φιλικός». Αν είσαι λέει, ήθελε να του απαντήσει η Νάταλι. «Εξάλλου, είναι τόσο μεγάλη, που θα μπορούσε να είναι μητέρα 68


DONNA KAUFFMAN

μου», είπε ο Τζέικ. «Κάτι μου λέει ότι η ηλικία δεν αποτελεί εμπόδιο για σένα. Ούτε για την εν λόγω κυρία». «Σε γενικές γραμμές, έχεις δίκιο». Γύρισε και έριξε μια κλεφτή ματιά στη σερβιτόρα, που ίσιωνε διακριτικά την ποδιά της. Εκείνη τον είδε και το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο. «Δεν είναι θέμα ηλικίας», συνέχισε ο Τζέικ γυρνώντας πάλι προς τη Νάταλι. «Είναι θέμα διάθεσης». Η Νάταλι ήπιε μια γουλιά τσάι. «Φαντάζομαι πως έχεις δίκιο», είπε σκεφτική. Κι εκείνη την προσέλκυε η ωραία εμφάνιση -και σε ποιον άλλωστε δεν άρεσε;- αλλά είχε μπουχτίσει με τους ωραίους και αδιάφορους άντρες. Σίγουρα η διάθεση μετρούσε περισσότερο. «Ακούω τα γρανάζια του μυαλού σου». Η Νάταλι γέλασε και άφησε κάτω το φλιτζάνι της. «Με κάνεις να σκέφτομαι πράγματα που συνήθως δε με απασχολούν». Ορίστε, μπορούσε να μιλάει -και όχι απαραίτητα για σεξ. «Αν θυμάμαι καλά, και οι δύο ανακαλύψαμε κάποια καινούρια πράγματα για τον εαυτό μας την τελευταία φορά που βρεθήκαμε». Να λοιπόν που ήταν αδύνατον να αποφύγει το σεξ. Πολύ καλά... Η άφιξη της παραγγελίας τους την έβγαλε από τη δύσκολη θέση να του απαντήσει. «Ω, Θεέ μου! Τζέικ, πόσα παράγγειλες;» Ο σερβιτόρος, ένας νεαρός αυτή τη φορά, άφηνε το ένα μπολ μετά το άλλο πάνω στο τραπέζι τους: μαύρη ζάχαρη, άχνη ζάχαρη, σταφίδες, χουρμάδες, ξηρούς καρπούς, φρέσκες φράουλες, τριμμένη καρύδα, βατόμουρα, νιφάδες σοκολάτας... σ’ εκείνο το σημείο η Νάταλι έχασε το λογαριασμό. Ακολούθησε η σερβιτόρα, που έφερε δύο μπολ γεμάτα αχνιστό, παχύ, κρεμώδες κουάκερ. «Καλή όρεξη». Η Νάταλι παραδέχτηκε ότι φαινόταν πραγματικά υπέροχο. «Ευχαριστούμε ». Φυσικά, η σερβιτόρα δεν κοιτούσε εκείνη, αλλά παρ’ όλ’ αυτά 69


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

κούνησε αφηρημένα το κεφάλι της και έφυγε, ρίχνοντας μια τελευταία λιγωμένη ματιά στον Τζέικ. Όταν έμειναν μόνοι, η Νάταλι κοίταξε την πανδαισία που απλωνόταν μπροστά της. «Δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω». «Σε καταλαβαίνω. Φανταστικό, ε;» «Ξέρεις, αν η μαγείρισσά μας έβλεπε το κουάκερ σερβιρισμένο τόσο εντυπωσιακά, ίσως αποφάσιζε να μας το φτιάχνει κι εκείνη». Έκλεισε απότομα το στόμα της, αλλά ο Τζέικ απλώς χαμογέλασε και άρχισε να σερβίρεται από τα μπολ με το κουτάλι που υπήρχε στο καθένα. Η αντίδρασή του την ξάφνιασε. Ο Τζέικ δεν της έκανε καμιά ερώτηση για την προσωπική της ζωή. Ίσως δεν τον ενδιέφερε. Ίσως δε ζητούσε παρά ένα πολύ συγκεκριμένο πράγμα από κείνη. Κανονικά θα έπρεπε να προσβληθεί, αλλά αντίθετα ένιωσε ανακούφιση. Άλλωστε, της είχε πει ότι, αν επρόκειτο να συνεχίσουν... αυτό που έκαναν, δε θα υπήρχαν παρεμβάσεις από τον έξω κόσμο. Πως όταν θα βρίσκονταν μαζί το μόνο που θα τους απασχολούσε θα ήταν να ανακαλύψει ο ένας τον άλλο και ο καθένας τον εαυτό του... και τίποτα περισσότερο. Την άφηνε κατάπληκτη το γεγονός ότι συμφωνούσε σε κάτι τέτοιο. Το ότι ήταν πρόθυμη να αποκοπεί από τους πάντες και τα πάντα και να το κάνει. Δεν αρνιόταν πως ήταν δελεαστικό, πολύ δελεαστικό. Αλλά θα το άντεχαν; Τον είδε να βάζει ένα βατόμουρο στο στόμα του και αναστέναξε. Ναι, σκέφτηκε, θα μπορούσα να τον κοιτάζω να τρώει... άλλα δέκα χρόνια τουλάχιστον! Φυσικά, δεν είχε επαναλάβει την πρότασή του. Ίσως είχε αλλάξει γνώμη. «Έλα...» Η Νάταλι σήκωσε τα μάτια της από το μπολ που ανακάτευε και τον είδε να της προσφέρει μια φράουλα. Πήγε να την πιάσει με το χέρι της, αλλά εκείνος κούνησε αρνητικά 70


DONNA KAUFFMAN

το κεφάλι του. «Περίμενε». Έτριψε τη φράουλα στα χείλη του και τη βούτηξε στην άχνη ζάχαρη. «Τώρα δοκίμασε την». Την πλησίασε στο στόμα της, σαν να ήθελε να την ταΐσει. Μέσα σε ένα εστιατόριο γεμάτο κόσμο! Όποιος τους έβλεπε θα καταλάβαινε ότι δεν επρόκειτο για επαγγελματικό πρόγευμα. Το βλέμμα του ήταν περισσότερο προκλητικό παρά ερωτηματικό. Και η Νάταλι ήξερε ότι αν έπαιρνε τη φράουλα θα ήταν σαν να δεχόταν σιωπηλά την προηγούμενη προσφορά του. «Πάντα το σκέφτεσαι τόσο πολύ για να πάρεις κάτι που θέλεις;» Η Νάταλι χαμογέλασε. «Πού ξέρεις ότι μου αρέσουν οι φράουλες;» Ήξερε ότι εκείνος δεν εννοούσε αυτό, αλλά της άρεσε να τον πειράζει. «Ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί σ’ αυτή τη φράουλα;» είπε ο Τζέικ. Μια γυναίκα με πιο δυνατό χαρακτήρα από τον δικό της, προφανώς. Καθώς η Νάταλι έσκυβε ελαφρά προς το μέρος του για να την πάρει, εκείνος την έτριψε απαλά στα χείλη της, πασπαλίζοντάς τα με ζάχαρη και χυμό από τη φράουλα. Η Νάταλι τη δάγκωσε βιαστικά και την κατάπιε σχεδόν χωρίς να τη μασήσει, ενώ κοιτούσε γύρω της για να δει αν τους έβλεπαν. Έσκυψε το κεφάλι και σκούπισε τα χείλη της με την πετσέτα. «Σ’ ενοχλεί, ε;» «Τι πράγμα;» «Το να σε βλέπουν να σε ταΐζω». Το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο. «Μου πρόσφορες ένα φρούτο και το πήρα. Σιγά το πράγμα. Δεν είναι πρωτόγνωρο να δοκιμάζουν οι άνθρωποι ο ένας το φαγητό του άλλου». Ο Τζέικ απλώς χαμογέλασε. «Σ’ ενοχλεί». «Εντάξει, λοιπόν, δεν αισθάνομαι άνετα όταν... διατυμπανίζω αυτό που κάνουμε». Ο Τζέικ έσκυψε προς το μέρος της και την κοίταξε τόσο επίμονα, που η Νάταλι ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. «Τι κάνουμε, Νάταλι;» 71


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Τρώμε πρωινό», του απάντησε σιγανά. Ο Τζέικ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. Ύστερα έπιασε ένα κομματάκι σοκολάτα και το σφήνωσε σε μια άλλη φράουλα πριν τη βουτήξει στη ζάχαρη. «Δε νομίζω». Η Νάταλι κοίταξε πάλι κλεφτά γύρω της. «Σταμάτα». Η Νάταλι σταμάτησε για μια στιγμή και μετά αναρωτήθηκε γιατί του έδινε σημασία. Αν ήθελε να κοιτάξει, θα κοίταζε όσο της έκανε κέφι! «Ξέρεις κανέναν απ’ αυτούς τους ανθρώπους;» τη ρώτησε ο Τζέικ. «Αμφιβάλλω». «Σε ενδιαφέρει τι μπορεί να σκέφτονται για το πώς τρώμε;» «Δε νομίζω». «Και αν καταλάβουν ότι σ’ αυτό το τραπέζι κάθονται δυο άνθρωποι που δεν είναι απλώς επαγγελματικοί συνεργάτες... σε απασχολεί;» Η Νάταλι δεν απάντησε αμέσως. «Δε θα ’πρεπε». «Σε απασχολεί όμως;» Η Νάταλι ανασήκωσε τους ώμους της. «Από κεκτημένη ταχύτητα, υποθέτω». «Πάντα σεμνή, ε; Πάντα καθωσπρέπει». «Κάπως έτσι». «Και τι θα γίνει αν πάψεις να είσαι; Τι νομίζεις ότι θα συμβεί;» «Μάλλον τίποτα». «Ωραία. Πάρε λοιπόν το φρούτο, Νάταλι. Πάρ’ το όπως σου αρέσει και απόλαυσέ το όπως ξέρεις. Μην καταπιέζεις τον εαυτό σου επειδή μπορεί να σε βλέπει κάποιος». Η Νάταλι πήρε τη φράουλα. Η γλύκα της σοκολάτας έσμιξε με την υπόξινη γεύση του φρούτου μέσα στο στόμα της και κοιτάζοντας τον Τζέικ της ήρθε να βογκήξει. Το πρόγευμα δε θα ήταν ποτέ πια το ίδιο... «Σε κοιτάζουν», είπε σιγανά ο Τζέικ. «Προσπαθώ να μη με νοιάζει». Εκείνος χαμογέλασε αχνά, και αυτή τη φορά της πρόσφερε ένα 72


DONNA KAUFFMAN

βατόμουρο. «Αναρωτιέσαι τι σκέφτονται;» «Όχι. Δε θέλω να ξέρω». «Κι αν τους ερεθίζει αυτό που κάνεις;» «Και τι έγινε;» «Κι αν το να σε βλέπουν να τρως φρούτα από το χέρι μου είναι το πιο ερωτικό πράγμα που έχουν δει ποτέ τους; Κι αν τους γεννά την επιθυμία φεύγοντας από δω να πάνε να βρουν το ταίρι τους και να το ταΐσουν φρούτα;» Χαμογέλασε πάλι καθώς της έδινε άλλη μια ζαχαρωμένη φράουλα. «Ποιος ξέρει, ίσως εξαιτίας μας όλη η πόλη καταλήξει στο κρεβάτι απόψε!» «Ω, ναι, σίγουρα. Είμαι η μοιραία γυναίκα!» Ο Τζέικ γέλασε. «Υπάρχουν και χειρότερα πράγματα απ’ αυτό». Η Νάταλι κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι και αναστέναξε σιγανά όταν εκείνος άρχισε να τρώει το κουάκερ του. «Εγώ δε θα δοκιμάσω από το φαγητό σου;» τη ρώτησε καθώς έριχνε μαύρη ζάχαρη στο πιάτο του. Παραλίγο να της πέσει το κουτάλι με τα βατόμουρα, αλλά συνήλθε γρήγορα. «Γιατί, νομίζεις ότι θα έχει διαφορετική γεύση από το δικό σου;» Τα μάτια του λαμπύρισαν. «Απλώς θέλω να γευτώ μια φράουλα που θα έχει τη γεύση των χειλιών σου». Η Νάταλι ξεροκατάπιε. « Τάισέ με, Νάταλι». Αυτή τη φορά δεν κοίταξε γύρω της. Διάλεξε την πιο στρουμπουλή φράουλα από το μπολ, την έτριψε αργά στα χείλη της και ετοιμάστηκε να τη βουτήξει στη ζάχαρη, αλλά εκείνος της έπιασε τον καρπό και έφερε τη φράουλα στο στόμα του. «Τίποτα δεν είναι πιο γλυκό από σένα», είπε σιγανά κοιτάζοντάς τη στα μάτια καθώς έπιανε τη φράουλα με τα δόντια του. Αυτό ήταν. Η Νάταλι ένιωσε κάτι που ισοδυναμούσε με μικρό οργασμό. «Θέλουμε...» Ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της. «Θέλεις κάτι άλλο;» 73


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Ω, ναι, σίγουρα θέλω κάτι άλλο». «Εδώ;» Ευτυχώς, ο Τζέικ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και σηκώθηκε αλλά αφού έβαλε τα υπόλοιπα φρούτα σε μια πετσέτα του εστιατορίου. «Έλα». Της έτεινε το χέρι του. «Πάμε να συνεχίσου-με το πρόγευμά μας χωρίς θεατές». Η Νάταλι δίστασε μόνο για ένα δευτερόλεπτο. «Πάμε», μουρμούρισε και έπιασε το χέρι του.

74


DONNA KAUFFMAN

Κεφάλαιο 7

Ο Τζέικ χάιδεψε με την κομμένη φράουλα τη ρώγα της Νάταλι και όταν την είδε να ορθώνεται, αμέσως ένιωσε τη στύση του να σκληραίνει ακόμα περισσότερο αν ήταν δυνατόν! Η Νάταλι βόγκηξε σιγανά και ο Τζέικ φοβήθηκε πως θα ερχόταν σε οργασμό την ίδια στιγμή. Ειλικρινά, δεν περίμενε πως θα κατέληγε σ’ εκείνο το ξενοδοχείο μαζί της σήμερα. Αλλά, όταν την ένιωσε να στέκεται πίσω του στο εστιατόριο, αποφάσισε ότι δε θα την άφηνε να του ξεφύγει πάλι. Αυτό που είχαν ζήσει στη Νέα Υόρκη ήταν καρφωμένο στη μνήμη του τόσο επίμονα όσο και το άρωμα του κορμιού της πάνω στο δικό του. Από το σημείωμα που του είχε στείλει, και από τα μικρά χρονικά περιθώρια που του άφηνε για να συναντηθούν, είχε καταλάβει ότι ήταν ακόμα αναποφάσιστη σχετικά με την πρότασή του. Αλλά όχι τόσο πολύ, ώστε να αντισταθεί στην επιθυμία της να τον ξαναδεί. Έσκυψε και έγλειψε το γλυκό κόκκινο χυμό της φράουλας που είχε τρέξει στο στήθος της και ήταν η σειρά του να βογκήξει όταν εκείνη ανασήκωσε τη λεκάνη της προς το μέρος του. Ήταν σαν να μην είχε φύγει ούτε στιγμή ο ένας από την αγκαλιά του άλλου. Αν περνούσε από το χέρι του, πριν φύγουν από κείνο το ξενοδοχείο, θα της αποσπούσε την υπόσχεση ότι θα τον ξανάβλεπε. Η αντίδρασή της όταν βρίσκονταν στο εστιατόριο τον είχε καταγοητεύσει. Τη μια στιγμή ήταν τόσο σίγουρη για τον εαυτό της και την άλλη τόσο ντροπαλή και ανασφαλής... Έσυρε τη φράουλα στο άλλο στήθος της και την ακολούθησε με τη γλώσσα του. Τελικά πίεσε το μαλακό φρούτο πάνω στη ρώγα της και τα ρούφηξε και τα δύο βαθιά. 75


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Η Νάταλι βόγκηξε και τινάχτηκε απότομα. «Τι σκέφτεσαι, Νάταλι; Πως όλοι όσοι ήταν στο εστιατόριο μας φαντάζονται έτσι όπως είμαστε τώρα;» της ψιθύρισε καθώς τη φιλούσε στο λαιμό. «Δε σκέφτομαι τίποτα εκτός...» Της κόπηκε η ανάσα καθώς τον ένιωσε να της δαγκώνει απαλά το λοβό του αυτιού, ενώ την ίδια στιγμή τα δάχτυλά του έσφιγγαν τη ρώγα της. «Εκτός...;» την παρότρυνε ο Τζέικ, όταν εκείνη δε συνέχισε. «Εκτός απ’ αυτό που κάνεις», του απάντησε ξέπνοη. «Θεέ μου... Με τρελαίνεις, Τζέικ». Ακούγοντάς τη να προφέρει το όνομά του με έναν τόνο γεμάτο κατάπληξη και πάθος, ένιωσε το σώμα του να συσπάτε άγρια. Ο Τζέικ είχε σκεφτεί πολλές φορές τα πράγματα που είχε ανακαλύψει για τον εαυτό του και για κείνη την πρώτη φορά που είχαν συναντηθεί. Και είχε ορκιστεί πως, αν ήταν τυχερός και του δινόταν η ευκαιρία να συνεχίσει την εξερεύνηση, θα την έσπρωχνε πέρα από τα όρια. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ανθρώπους να τον κοιτάζουν στις ιδιαίτερες στιγμές του. Μέχρι σήμερα δεν ήταν επιδειξίας, ώσπου την είδε να κοκκινίζει καθώς την τάιζε στο στόμα μπροστά στους άλλους. Το ζήτημα ήταν πως εκείνη την ώρα η προσοχή του ήταν τόσο απόλυτα εστιασμένη στη Νάταλι, ώστε είχε ξεχάσει εντελώς πού βρισκόταν. Όταν όμως την είδε να δυσφορεί, η ιδέα να την προ-καλέσει του φάνηκε ακαταμάχητη. Της είχε δώσει την ευκαιρία να αρνηθεί, αλλά εκείνη δεν είχε υπαναχωρήσει. Πράγμα που του έδινε να καταλάβει ότι κι εκείνη ήταν πρόθυμη να σπρώξει τα πράγματα πέρα από τα όρια. Και να που είχαν καταλήξει. Της άνοιξε το πουκάμισο ακόμα περισσότερο κι εκείνη ετοιμάστηκε να το βγάλει. «Όχι, άφησέ το», την πρόσταξε. Η Νάταλι σήκωσε το κεφάλι της από το χάλι και τον κοίταξε. «Φαντάζομαι ότι δε θα μ’ αφήσεις ούτε να σηκωθώ από το πάτωμα 76


DONNA KAUFFMAN

και να ξαπλώσω κάπου πιο μαλακά, ε;» Ο Τζέικ γέλασε και έγλειψε πάλι τη ρώγα της, κάνοντας τη να βγάλει μια μικρή κραυγή. «Μμμ... Πεινάω. Δεν πρόλαβα να τελειώσω το πρωινό μου». «Δε σου έχουν μιλήσει ποτέ για πρωινό στο κρεβάτι;» Ο Τζέικ ήρθε από πάνω της και πίεσε τους γοφούς του στους δικούς της. «Θα φτάσουμε κι εκεί». Της ανασήκωσε τη φούστα κι εκείνη έσπρωξε το παντελόνι του προς τα κάτω. Ο Τζέικ ρίγησε όταν ένιωσε τα χέρια της στη γυμνή του πλάτη και βόγκηξε με απελπισία όταν συνειδητοποίησε πως είχαν παραλείψει να αγοράσουν κάτι πριν πάνε στο ξενοδοχείο. «Ξεχάσαμε να κάνουμε μια στάση στο δρόμο». Η Νάταλι είχε τα μάτια της κλειστά και δεν αποκρίθηκε αμέσως. «Για ποιο λόγο;» ρώτησε στο τέλος βραχνά. «Για να πάρουμε προφυλακτικά. Χρειαζόμαστε κάμποσα». Η Νάταλι γέλασε κι ύστερα βόγκηξε καθώς συνέχιζαν να τρίβονται ο ένας πάνω στον άλλο. «Δεν είναι απαραίτητα», μουρμούρισε. «Και βέβαια είναι απαραίτητα!» Ο Τζέικ την πίεσε ακόμα πιο πολύ πάνω στο χαλί και σήκωσε τη φούστα της ψηλότερα, παρ’ όλο που ήξερε ότι έπρεπε να σταματήσει. «Ω, Θεέ μου», μουρμούρισε η Νάταλι όταν ένιωσε τα χέρια του πάνω από το μεταξωτό εσώρουχό της. «Βγάλ’ το, σε παρακαλώ», του είπε, κυρτώνοντας το σώμα της προς το μέρος του. «Βγάλ’ το αμέσως». «Μα...» Η Νάταλι ανασηκώθηκε, του έπιασε το πρόσωπο και τον φίλησε με λαχτάρα. «Μην ανησυχείς, παίρνω αντισυλληπτικά», τον καθησύχασε. Ο Τζέικ έμεινε ακίνητος. «Από πότε;» Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα και άθελά του ο Τζέικ χαμογέλασε αυτάρεσκα. 77


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Δεν είχε καμιά σχέση μ’ εσένα», απάντησε η Νάταλι αμυντικά. «Τα παίρνω για...» «Ιατρικούς λόγους;» συμπλήρωσε ο Τζέικ, τραβώντας το εσώρουχό της προς τα κάτω. Η Νάταλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, έκλεισε πάλι τα μάτια και αναστέναξε με ικανοποίηση όταν ένιωσε το δάχτυλό του μέσα της. «Πολύ ευχάριστη σύμπτωση», μουρμούρισε ο Τζέικ και χαμογέλασε ευχαριστημένος. «Δε λες τίποτα». Η ανάσα της κόπηκε όταν ένιωσε το δάχτυλό του πιο βαθιά. «Κάν’ το πάλι!» Ο Τζέικ υπάκουσε με μεγάλη προθυμία. Τον τρέλαινε η ανταπόκρισή της, τον τρέλαινε ο τρόπος με τον οποίο κουνούσε ρυθμικά το κορμί της στο άγγιγμά του. Η δύναμη που είχε πάνω της τον μεθούσε. Και τότε ξαφνικά σκέφτηκε κάτι. Αν έκανε έρωτα μαζί της χωρίς προφυλακτικό, σήμαινε ότι ένα ακόμα εμπόδιο είχε βγει από τη μέση. Θα την ένιωθε πραγματικά, δίχως να τους χωρίζει τίποτα. Στη σκέψη αυτή, το σώμα του συσπάστηκε τόσο έντονα, ώστε παραλίγο να τελειώσει την ίδια στιγμή. Μη βιάζεσαι... απόλαυσε το, πρόσταζε τον εαυτό του. Αλλά ήταν σχεδόν αδύνατον να συγκρατηθεί. Ήθελε να μπει μέσα της τώρα, αμέσως. Να την πάρει γρήγορα, βίαια, να φτάσει στον καταιγιστικό οργασμό που ήξερε ότι θα ερχόταν αστραπιαία. Όμως, όσο κι αν το επιθυμούσε, ήθελε να το κάνει να κρατήσει πολύ. Και για τους δύο. Έτσι, έστρεψε πάλι την προσοχή του σ’ εκείνη και σκέφτηκε από πού είχαν ξεκινήσει όλα αυτή τη φορά. Τραβήχτηκε από πάνω της, της έπιασε τα χέρια και τα κράτησε μαλακά δίπλα στα πλευρά της. Ύστερα κάθισε ιππαστί πάνω της και τα έσπρωξε, τεντώνοντάς τα πάνω από το κεφάλι της. «Κράτα τα εκεί», την πρόσταζε καθώς τραβούσε τα δικά του. Η Νάταλι δεν είπε τίποτα, απλώς τον κοίταξε με έναν τρόπο που του έδωσε να καταλάβει ότι ήταν απόλυτα πρόθυμη να παίξει το 78


DONNA KAUFFMAN

παιχνίδι με τους δικούς του όρους, αλλά ακόμα πιο πρόθυμη να τους αντιστρέφει ανά πάσα στιγμή. Ο Τζέικ άνοιξε τελείως το πουκάμισό της κι ύστερα ξεκούμπωσε το μπροστινό κλιπ του σουτιέν της, αφήνοντας το κορμί της εντελώς γυμνό στο βλέμμα του. Το είχε κάνει και την προηγούμενη φορά, όταν την είχε αναγκάσει να περπατήσει ολόγυμνη μέχρι την άλλη άκρη του δωματίου για να την κοιτάξει. Και, όπως θυμόταν, το είχαν απολαύσει και οι δύο με το παραπάνω. Τώρα ήθελε να προχωρήσει ακόμα περισσότερο. «Κοίτα πώς ορθώνονται οι ρώγες σου όταν σε κοιτάζω», της είπε χαϊδεύοντας ανάλαφρα πρώτα τη μία και μετά την άλλη, κάνοντάς τη να αναστενάξει και να ανασηκώσει τους γοφούς της προς το μέρος του. Ο Τζέικ ξεροκατάπιε και συνέχισε: «Σου αρέσει να σε κοιτάζουν, έτσι δεν είναι, Νάταλι;» Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Ναι... σ’ αρέσει. Το κορμί σου δε λέει ψέματα». «Δεν είναι το ίδιο». Ο Τζέικ κατάλαβε τι εννοούσε. «Το κάνεις επειδή σ’ το ζητάω. Και επειδή είμαστε μόνοι». Αυτή τη φορά η Νάταλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, εξακολουθώντας να τον κοιτάζει στα μάτια. «Δηλαδή, η ιδέα πως εκείνοι οι επιχειρηματίες που ήταν στο εστιατόριο το πρωί ίσως ευχαριστιόνταν να σε κοιτάνε και να φαντάζονται τα υπέροχα στήθη σου, κάτω από το σινιέ μεταξωτό πουκάμισο, γεμάτα χυμούς από τις κατακόκκινες φράουλες...» Ο Τζέικ σταμάτησε και κοίταξε τις ρώγες της με λαχτάρα κι έπειτα έστρεψε πάλι το βλέμμα του στο πρόσωπό της. «...Σε αφήνει αδιάφορη;» Η Νάταλι έκλεισε τα μάτια της και τρίφτηκε πάνω του καθώς έγνεφε καταφατικά. Ο Τζέικ χαμογέλασε με νόημα. «Μη μου λες ψέματα, Νάταλι», τη μάλωσε τρυφερά. «Εδώ, σ’ αυτό το δωμάτιο, ή σ’ όποιο δωμάτιο βρισκόμαστε... θα είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας. Και κυρίως με τον εαυτό μας». Τα ακροδάχτυλά του άγγιξαν ανάλαφρα τις κορφές του στήθους 79


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

της, κάνοντάς τη να βογκήξει σιγανά. «Μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, να λέμε τα πάντα... να ομολογούμε τα πάντα. Και δεν πρόκειται να το μάθει κανένας άλλος. Όλα θα μείνουν εδώ». Και λέγοντας αυτά έσκυψε και έγλειψε πρώτα τη μια της ρώγα, μετά την άλλη, κι έπειτα έσυρε πάνω τους τα δάχτυλά του. «Μεταξύ μας». Η Νάταλι δεν είχε σταματήσει ούτε στιγμή να κουνιέται ρυθμικά από κάτω του με τα μάτια κλειστά. «Κοίταξέ με, Νάταλι». Η Νάταλι τον κοίταξε. Το πάθος και η λαχτάρα που είδε στα καστανά της μάτια παραλίγο να τον αποκάνουν. Όμως έπρεπε να τελειώσει αυτό που είχε αρχίσει. «Φαντάσου πως είσαι στο εστιατόριο». Η Νάταλι κούνησε κοφτά το κεφάλι της. «Φαντάσου εκείνους τους άντρες να με βλέπουν να σε ταΐζω. Φαντάσου τι νιώθουν όταν σε βλέπουν να παίρνεις στο στόμα σου το φρούτο από τα δάχτυλά μου. Φαντάσου τους να ερεθίζονται όταν γλείφεις τη ζάχαρη από τα δάχτυλά μου...» Οι γοφοί της συνέχιζαν να κουνιούνται ρυθμικά. «Τι θα ένιωθες αν ήξερες ότι τους ερεθίζεις;» Η Νάταλι δεν είπε τίποτα. Αλλά δεν ήταν απαραίτητο. «Θα σε ερέθιζε κι εσένα αυτό, Νάταλι; Θα έγλειφες λίγο περισσότερο το δάχτυλό μου, θα το έπαιρνες βαθιά στο στόμα σου;» Έβαλε το δάχτυλό του στο στόμα της. «Θα πήγαινες επίτηδες στην τουαλέτα, φροντίζοντας να περάσεις από μπροστά τους; Θα έγλειφες το δάχτυλό σου καθώς θα περνούσες;» Η Νάταλι ρούφηξε το δάχτυλό του βαθιά μέσα στο στόμα της και οι γοφοί της πηγαινοέρχονταν σαν πιστόνια τώρα. «Θα ήθελες να σε ακολουθήσω; Θα έμπαινα στην τουαλέτα, θα κλείδωνα την πόρτα και θα σε έπαιρνα πάνω στο νιπτήρα. Κι εκείνοι θα ήξεραν τι θα κάναμε εκεί μέσα, Νάταλι. Κι εσύ θα ήξερες ότι το σκέφτονται...» Σταμάτησε για μια στιγμή, τράβηξε το δάχτυλό του από το στόμα της και το ξανάβαλε. «Θα έσφιγγες τα δόντια σου για να μη φωνάξεις καθώς θα ερχόσουν σε οργασμό, 80


DONNA KAUFFMAN

Νάταλι;» Έσκυψε, έφερε τα χείλη του κοντά στα δικά της και τράβηξε αργά το δάχτυλό του. «Ή μήπως θα ήθελες να σε ακούσουν;» Βύθισε τη γλώσσα του στο στόμα της και με το υγρό δάχτυλό του έκανε έναν κύκλο γύρω από τη ρώγα της. Η κραυγή της πνίγηκε μέσα στο στόμα του καθώς παραδινόταν ριγώντας σύγκορμη σε έναν οργασμό. Ο Τζέικ συνέχισε να της μιλάει, προκαλώντας κι άλλον κι ύστερα κι άλλον, ώσπου η Νάταλι τρεμούλιασε και έμεινε ακίνητη από κάτω του. Ο Τζέικ κοντανάσαινε, πασχίζοντας να αντισταθεί στο δικό του οργασμό με όλη του τη δύναμη. Ήθελε να είναι μέσα της όταν θα ερχόταν. Όσο πιο βαθιά μπορούσε να τον πάρει. Η Νάταλι προσπαθούσε να τον γδύσει με χέρια που έτρεμαν, ανυπομονώντας να τον νιώσει μέσα της. Ο Τζέικ ανέβασε τη φούστα της μέχρι τη μέση, της έβγαλε εντελώς το εσώρουχο και δίχως άλλη καθυστέρηση μπήκε μέσα της με μια απότομη κίνηση. Η Νάταλι έβγαλε μια κραυγή κι εκείνος ένιωσε τους μυς της να συσπώνται γύρω του καθώς έφτανε πάλι στον οργασμό. Αυτό ήταν αρκετό για να τον κάνει να χάσει κάθε έλεγχο. Παραδόθηκε στην ηδονή με όλο του το είναι, λες και θα μπορούσε να κάνει αλλιώς... Έμειναν ξαπλωμένοι δίπλα δίπλα, ιδρωμένοι και αποκαμωμένοι. Ο Τζέικ δεν είχε λόγια να της πει πόσο σημαντική ήταν γι’ αυτόν η εμπιστοσύνη που του είχε δείξει. Σχεδόν φοβόταν να την κοιτάξει, φοβόταν πως θα έβλεπε ντροπή στο πρόσωπό της τώρα που την είχε εξωθήσει σ’ αυτό το σημείο, που την είχε κάνει να ανακαλύψει τέτοια πράγματα για τον εαυτό της. Όπως αποδείχτηκε όμως, άδικα ανησυχούσε. Η Νάταλι γύρισε προς το μέρος του και του ψιθύρισε στο αυτί: «Την επόμενη φορά, θα κάτσω εγώ από πάνω. Και θα διηγηθώ εγώ την ιστορία». Ο Τζέικ χαμογέλασε και τη φίλησε. «Αχ, μη με ζορίζεις τόσο πολύ!» μουρμούρισε βραχνά. Η Νάταλι γέλασε αυτάρεσκα και ο Τζέικ σκέφτηκε ότι του άρεσε πολύ ο ήχος του γέλιου της... «Αν νομίζεις πως θα σε βασανίσω με εικόνες γυναικών που σε 81


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

ποθούν, γελιέσαι. Άντρας είσαι, είναι φυσικό να σου αρέσει». Ο Τζέικ ανασήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε με έκπληξη. «Λιγάκι σεξιστικό είναι αυτό που είπες, δε νομίζεις;» «Δηλαδή, δυσκολεύεσαι να πιστέψεις ότι έχεις τη δύναμη να ερεθίσεις μια γυναίκα που σε βλέπει σε κάποιο δημόσιο χώρο; Ή μήπως δε σου αρέσει η ιδέα;» Η Νάταλι τον κοίταξε επιτιμητικά. «Άσε τις υποκρισίες. Εκεί ήμουν σήμερα και σε είδα. Δεν τα χάφτω αυτά». «Ξέρεις, ήταν η πρώτη φορά που έκανα κάτι τέτοιο», δικαιολογήθηκε ο Τζέικ. «Για την ακρίβεια, δεν είχα σκεφτεί καν ότι βρισκόμαστε σε δημόσιο χώρο ώσπου σε είδα να κοκκινίζεις». Η Νάταλι κοκκίνισε πάλι -πράγμα που του φάνηκε τρομερά απολαυστικό, αν σκεφτόταν τι είχαν κάνει πριν από λίγο. «Ώστε θέλεις αυτό το σενάριο;» Η Νάταλι το σκέφτηκε για λίγο. «Όχι, όχι. Είναι πολύ ήπιο. Δε σε σπρώχνει στα όριά σου. Σήμερα κέρδισες το παιχνίδι με μεγάλη ευκολία». Ο Τζέικ ήταν έτοιμος να της πει ότι για κείνον είχε πάψει να είναι ένα παιχνίδι, αλλά και μόνο που το σκέφτηκε έμεινε κατάπληκτος. Μα είναι παιχνίδι, υπενθύμισε στον εαυτό του. Μπορούσε να το παίξει δίχως να μπλεχτεί συναισθηματικά μαζί της. Η χαρά της αποκάλυψης ήταν αυτό που τον συνάρπαζε, όχι η ίδια η Νάταλι. Δεν έπρεπε να αλλάξει τους όρους, γιατί τότε θα τα κατέστρεφε όλα. Δεν έπρεπε να επιτρέψει στον εαυτό του κάτι τέτοιο. Όμως, όσο κι αν προσπαθούσε να διώξει από το μυαλό του αυτή τη σκέψη, μια παράξενη ανησυχία είχε τρυπώσει στην ψυχή του. «Και τι θα κάνεις, λοιπόν;» τη ρώτησε, γυρνώντας πάλι στο παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που απειλούσε να γίνει σοβαρή υπόθεση από στιγμή σε στιγμή... Η Νάταλι του χαμογέλασε, και το χαμόγελό της ήταν αναμφίβολα διαβολικό. «Ω, δεν ξέρω. Θα το σκεφτώ και θα σου απαντήσω». Ο Τζέικ ένιωσε την καρδιά του να φτερουγίζει. Επειδή θα ξαναβρεθείς στο κρεβάτι μαζί της, διαβεβαίωσε τον εαυτό του. Για ποιον άλλο λόγο; 82


DONNA KAUFFMAN

«Δηλαδή... θέλεις να ξαναβρεθούμε;» «Αν καταφέρουμε να ταιριάζουμε τα προγράμματα μας...» Ο Τζέικ ένιωσε την επιθυμία να πεταχτεί πάνω και ν’ αρχίσει να χορεύει. Αντί γι’ αυτό, έσκυψε και τη φίλησε τρυφερά στο λαιμό. «Τι ώρα πρέπει να φύγεις σήμερα;» Η Νάταλι κοίταξε ολόγυρα ψάχνοντας ένα ρολόι. «Στις τέσσερις. Αλλά πρέπει να παραδώσω το νοικιασμένο αυτοκίνητο πριν μπω στο αεροπλάνο». Ο Τζέικ έψαξε στα τυφλά και βρήκε τη λινή πετσέτα με τα φρούτα που είχε πάρει από το εστιατόριο. Διάλεξε ένα στρουμπουλό βατόμουρο και απόρησε πώς δεν τα είχαν κάνει όλα λιώμα. Το κράτησε με τα δυο του δάχτυλα και το στριφογύρισε μπροστά στο πρόσωπό της. «Τι θα ’λεγες να παίρναμε πρωινό στο κρεβάτι τώρα;» Η Νάταλι τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Νόμιζα πως είχες επαγγελματικό ραντεβού». «Θα αλλάξω την ώρα. Λοιπόν... πρωινό στο κρεβάτι. Τι λες;» Ο Τζέικ έβαλε το βατόμουρο ανάμεσα στα στήθη της και το έσπρωξε αργά αργά μέχρι το κέντρο του κορμιού της. «Μμμ... Πεινάω ακόμα. Και νομίζω πως θα είναι πολύ πολύ νόστιμο βουτηγμένο μέσα σου». Η Νάταλι έγειρε πίσω το κεφάλι της, ριγώντας σύγκορμη. «Παραδίνομαι», είπε αναστενάζοντας από ευχαρίστηση. «Είσαι πολύ καλύτερος σ’ αυτό το παιχνίδι απ’ όσο εγώ. Ποιος να το ’λεγε πως οι καουμπόι είναι τόσο ευφάνταστοι;» Ο Τζέικ συνέχισε να σπρώχνει αργά αργά το βατόμουρο προς την κοιλιά της. «Ποιος να το ’λεγε ότι οι δικηγορίνες είναι τόσο...φλογερές», μουρμούρισε και την άκουσε να παίρνει μια κοφτή ανάσα όταν το φρούτο άγγιξε την ήβη της. «Άσε με να καθοδηγήσω εγώ το παιχνίδι σήμερα. Έτσι, θα έχεις την ευκαιρία να σκεφτείς κάτι μέχρι την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε. Να κάνεις τις έρευνες σου... και να κατεβάσεις ιδέες». Χάιδεψε με το βατόμουρο την ήβη της, πάλι και πάλι, φέρνοντάς τη 83


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

στα όριά της. «Ναι!» είπε ξέπνοα η Νάταλι. «Ω, Θεέ μου... ναι...» «Τι να το κάνουμε το κρεβάτι...» μουρμούρισε ο Τζέικ, νιώθοντας το κορμί του να πάλλεται και τη στύση του σε εγρήγορση. Πώς τα κατάφερνε και τον ερέθιζε τόσο πολύ; αναρωτήθηκε. Έσπρωξε με τη γλώσσα του το βατόμουρο πάνω στις υγρές, καστανές μπούκλες της ήβης της κι ύστερα τη ρούφηξε βαθιά και απολαυστικά. Η Νάταλι βόγκηξε σιγανά και μακρόσυρτα καθώς τα κύματα της ηδονής αγκάλιαζαν πάλι το κορμί της. Ένιωθε ήδη τις πρώτες συσπάσεις του οργασμού και τον ήθελε μέσα της. Κι ο Τζέικ δεν της χάλασε το χατίρι. Βυθίστηκε μέσα της και τη γέμισε, χαρίζοντας της ένα συναρπαστικό οργασμό...

84


DONNA KAUFFMAN

Κεφάλαιο 8

«Οι άντρες είναι καθάρματα!» Η Λίζα στριφογύρισε το κερασάκι μέσα στο ποτήρι της, το έπιασε με τα δόντια και το τράβηξε από το κοτσάνι. Η Νάταλι λίγο έλειψε να πνιγεί με το ποτό της. «Τίιι; Εσύ δεν είσαι που μου έλεγες διαρκώς πόσο υπέροχοι είναι οι άντρες στο Λος Άντζελες και πως δε χόρταινες τις “λιχουδιές”, όπως το έθετες χαρακτηριστικά, αν δε με απατά η μνήμη μου;» «Ε, ναι... Τώρα όμως λέω να το ρίξω στη δίαιτα!» Η Νάταλι έβαλε τα γέλια. Τελικά, χαιρόταν που η πτήση της είχε καθυστέρηση. Η Λίζα είχε δεχτεί με ενθουσιασμό να τη συναντήσει σε ένα εστιατόριο κοντά στο αεροδρόμιο για να γευματίσουν μαζί. Ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία να τα πουν και ένας ακόμα καλύτερος τρόπος για να βγάλει από το μυαλό της όσα είχαν συμβεί πριν από μερικές ώρες. Ακόμα δεν μπορούσε να το πιστέψει... «Σε παρακαλώ... Το ότι ο Κόνραντ τα έφτιαξε με τη συμπρωταγωνίστριά του στη σαπουνόπερα δε σημαίνει ότι όλος ο κόσμος πάει κατά διαόλου». Η Λίζα άφησε κάτω το ποτό της. «Δε λέω ότι όλος ο κόσμος πάει κατά διαόλου. Μόνο οι άντρες. Μα τι στην οργή θέλουν, επιτέλους;» «Εσύ δεν είσαι που εκνευρίζεσαι όταν ένας άντρας αρχίζει να σου γίνεται φορτικός;» Η Νάταλι είχε χάσει πια το λογαριασμό από τις τόσες φορές που η Λίζα της είχε ανακοινώσει, είτε από κοντά είτε από το τηλέφωνο, έναν ακόμα χωρισμό της. Μόνο που συνήθως η πρωτοβουλία για το χωρισμό ήταν δική της. Τώρα που οι όροι είχαν αντιστραφεί δεν της άρεσε καθόλου. 85


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Καταλαβαίνω πως είναι πλήγμα για τον εγωισμό σου, αλλά μην κάνεις έτσι», της είπε. «Στο κάτω κάτω, περιμένουν μια ντουζίνα άντρες να πάρουν τη θέση του Κόνραντ». Η Νάταλι περίμενε ένα μορφασμό αποδοκιμασίας, ή έστω ένα περιφρονητικό καγχασμό εκ μέρους της Λίζας, αλλά ξαφνικά την είδε να σοβαρεύεται και να κοιτάζει αλλού, στριφογυρίζοντας νευρικά το κοτσανάκι του κερασιού στα δάχτυλά της. Όταν πέρασαν αρκετές στιγμές και ακόμα δεν της είχε απαντήσει, έσκυψε προς το μέρος της και την κοίταξε στα μάτια. «Λίζα, τι συμβαίνει;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα. «Εντάξει, λοιπόν. Ο Κόνραντ δεν ήταν αυτός που νόμιζα». «Και γιατί σε έχει πειράξει τόσο πολύ αυτό;» Η Λίζα σήκωσε το κεφάλι της και προς μεγάλη της έκπληξη η Νάταλι είδε τα μάτια της βουρκωμένα. «Δεν εννοώ ότι δεν ήταν καλός στο κρεβάτι. Το αντίθετο, μάλιστα. Παρα ήταν καλός. Τόσο καλός, ώστε ξέχασα πως ήταν μια περιπέτεια και τα πράγματα άρχισαν να σοβαρεύουν». Και λέγοντας αυτά, άρχισε ξαφνικά να κλαίει, εκπλήσσοντας ακόμα περισσότερο τη Νάταλι, μιας και δεν την είχε δει ποτέ να κλαίει τόσα χρόνια που την ήξερε. «Και ο κόπανος πάει και πλαγιάζει με μια άλλη!» συνέχισε η Λίζα, ρουφώντας τη μύτη της. «Πώς μπόρεσε να μου το κάνει αυτό, Νατ; Έπεσε από τα σύννεφα όταν του είπα ότι δε θέλω να τον ξαναδώ. Λες κι έπρεπε να μου άρεσε που τον μοιραζόμουν με άλλη! Ε, λοιπόν, δε μου άρεσε!» Η Νάταλι κατέβηκε βιαστικά από το σκαμπό και αγκάλιασε τη φίλη της. «Αχ, γλυκιά μου, πόσο λυπάμαι... Δεν είχα ιδέα. Αν το ήξερα, δε θα σου έκανα πλάκα. Αλλά να... είναι που ποτέ δεν κάνεις...» δικαιολογήθηκε. «Σοβαρές σχέσεις;» ολοκλήρωσε με ένα λυγμό τη φράση της η Λίζα. Η μάσκαρα είχε τρέξει στα μάγουλά της και η μύτη της είχε κοκκινίσει. «Ε, τι να γίνει, όλοι ερωτευόμαστε κάποια στιγμή». Αστραπιαία η Νάταλι σκέφτηκε τον Τζέικ, αλλά απόδιωξε 86


DONNA KAUFFMAN

βιαστικά την εικόνα του από το μυαλό της. Ήταν απλώς μια αντανακλαστική αντίδραση το να σκεφτεί τον άνθρωπο με τον οποίο είχε περάσει τόσο προσωπικές στιγμές πριν από λίγες ώρες. Το γεγονός ότι σχεδίαζε να τον ξαναδεί δεν είχε καμιά σημασία. Ο Τζέικ δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να κάνουν μόνιμη σχέση. Η Λίζα έπνιξε ένα λυγμό. «Δε θέλω... να μπλεχτώ με άντρα άλλη φορά». Ρουθούνισε περιφρονητικά και φύσηξε τη μύτη της σε μια χαρτοπετσέτα. «Δεν... αξίζει τον κόπο. Δε θέλω... να νιώσω άλλη φορά έτσι». Σκούπισε το πρόσωπό της, ρούφηξε τη μύτη της και έσπρωξε μαλακά τη Νάταλι πίσω. «Ξέρω τι εννοείς, αλλά ειλικρινά, Λίζα, είναι μοιραίο να σου συμβεί πάλι κάποια στιγμή», της είπε η Νάταλι. «Το παράξενο είναι πώς δε σου είχε συμβεί ποτέ μέχρι τώρα. Είναι το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου να ερωτεύεσαι κάποιον που σε κάνει να νιώθεις όμορφα και ευχάριστα». «Και που είναι καλός στο κρεβάτι», πρόσθεσε η Λίζα κλαψουρίζοντας. Η Νάταλι στριφογύρισε τα μάτια της, προσπαθώντας να αγνοήσει το φούντωμα που έβαψε κόκκινα τα μάγουλά της καθώς σκέφτηκε πόσο καλά τα πήγαινε στο κρεβάτι η Λίζα με τον Κόνραντ. Άλλωστε, το ήξερε από πρώτο χέρι. «Το ότι πληγώθηκες μια φορά δε σημαίνει ότι πρέπει να απογοητευτείς και να καταθέσεις τα όπλα», της είπε. «Το ξέρω». Η Λίζα αναστέναξε και πήρε άλλη μια χαρτοπετσέτα για να σκουπίσει τη μάσκαρα από τα μάγουλά της. «Έχεις δίκιο». Ήπιε μονορούφι το υπόλοιπο ποτό της και ξεροκατάπιε όταν το ένιωσε να της καίει το λαιμό. «Αλλά και πάλι δεν παύει να είναι φρίκη». «Το ξέρω», είπε η Νάταλι, αναστενάζοντας κι εκείνη βαθιά. Η Λίζα την κοίταξε, γουρλώνοντας τα μάτια. «Από πότε;» «Άσε, ας μην το πιάσουμε αυτό τώρα. Ξέρεις πολύ καλά ότι η προσωπική μου ζωή είναι το άκρο αντίθετο από τη δική σου, γι’ αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο που δε μου έχει συμβεί ποτέ». 87


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Έτσι όπως μίλησες, θα έλεγε κανείς ότι είσαι εξπέρ στο θέμα». Η Νάταλι έσπευσε να τα μπαλώσει. «Απλώς μίλησα από συμπόνια. Για σκέψου τι ανθρώπους γνωρίζω...» «Δικηγόρους, χρηματιστές, τραπεζίτες και άλλους πλούσιους κόπανους που σου προξενεύουν οι αδερφές σου. Ξέρω, ξέρω. Ποιος όμως θα φανταζόταν ότι απ’ όλους τους συναρπαστικούς άντρες που έχω γνωρίσει θα πήγαινα και θα ερωτευόμουν έναν ηλίθιο πρωταγωνιστή σαπουνόπερας;» Η Νάταλι χαμήλωσε συνωμοτικά τη φωνή της. «Εγώ ξέρω ένα λόγο... για να μην πω πολλούς λόγους... που θα σε έκανε να τον ερωτευτείς». Η Λίζα αναστέναξε πάλι, αλλά αυτή τη φορά από νοσταλγία. «Ω, ναι... απ’ αυτή την άποψη δεν είχα κανένα παράπονο». Έβαλε τα γέλια. «Ίσως γι’ αυτό κλαίω». Κοιτάχτηκαν και πάτησαν πάλι και οι δυο τα γέλια. Η Λίζα όμως δεν ήταν απ’ αυτές που ξεχνούν εύκολα κάτι όταν τους καρφωθεί στο μυαλό. Όταν σταμάτησαν να γελούν, κοίταξε τη Νάταλι με καχυποψία. Η Νάταλι σήκωσε το χέρι της. «Σε παρακαλώ, Θα μιλήσουμε για την ερωτική μου ζωή την επόμενη φορά». «Ώστε έτσι, λοιπόν...» Η Λίζα σταύρωσε τα χέρια της και έσκυψε μπροστά. «Άρα έχεις ερωτική ζωή. Και αναρωτιόμουν αν μου κρύβεις κάτι. Καλά το κατάλαβα από τον τόνο της φωνής σου». Έσκυψε ακόμα πιο πολύ και κοίταξε επίμονα τη Νάταλι στα μάτια. «Το βλέπω και στο βλέμμα σου». Χαμογέλασε, ικανοποιημένη που της δινόταν η ευκαιρία να στρέψει τη συζήτηση στη φίλη της. «Λέγε!» Η Νάταλι είχε σκεφτεί πράγματι να της μιλήσει. Εξάλλου τα μοιραζόταν όλα μαζί της. Η Λίζα ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στον οποίο μπορούσε να πει τα πάντα, γι’ αυτό της είχε αποκαλύψει ότι την είχε ακούσει να κάνει έρωτα με τον Κόνραντ μετά το πάρτι. Δεν είχε βέβαια σημασία το ότι είχε παραλείψει να της πει ότι, όταν έφυγε για έναν καφέ, έφυγε με τον κολλητό του Κόνραντ και ότι είχε καταλήξει μαζί του σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. 88


DONNA KAUFFMAN

Ήταν τόσο διαφορετικό απ’ ό,τι είχε κάνει ποτέ στη ζωή της! Και να που το είχε επαναλάβει. Την κατέπλησσε τόσο πολύ... ώστε δεν μπορούσε να αναφερθεί έτσι ελαφρά σ’ αυτό, για χάρη της συζήτησης. Όχι ακόμα, τουλάχιστον. «Το μόνο... συναρπαστικό πράγμα που με περιμένει είναι ένας ακόμα φιλανθρωπικός χορός της Σαμπρίνα», είπε στη Λίζα. Αυτό τουλάχιστον ήταν αλήθεια. «Και σαν να μην έφτανε αυτό, η Μελίσα κατάφερε να βρει το μοναδικό εργένη κάτω των πενήντα που δε μου είχε προξενέψει ακόμα. Δηλαδή, υποθέτω ότι είναι κάτω των πενήντα. Δε φαντάζομαι να την έχει πιάσει τόσο μεγάλη απελπισία». Η Λίζα χαχάνισε. «Ακόμη». «Ο Θεός να βάλει το χέρι του όταν θα φτάσει αυτή η στιγμή». «Καλά το είπες, όταν. Γιατί με τις αδερφές σου δεν υπάρχει αν. Έτσι και βάλουν κάτι στο μυαλό τους, ούτε μια διαφορά ηλικίας είκοσι χρόνων δεν τις σταματάει». Η Νάταλι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της χωρίς να προσβληθεί, αφού στο κάτω κάτω η Λίζα δεν είχε πέσει έξω στην εκτίμησή της. Για την ακρίβεια, η γνώμη της ψιλής της για τα μέλη της οικογένειάς της την έβρισκε απόλυτα σύμφωνη. Και την ανακούφιζε, γιατί τη βοηθούσε να μην αισθάνεται αχάριστη και κακομαθημένη αλλά ώριμη και έξυπνη, όπως ήθελε να είναι. Και κάθε ώριμος και έξυπνος άνθρωπος θα απέφευγε με κάθε τρόπο μια τόσο αυταρχική οικογένεια όσο η δική της. «Λοιπόν, ποιος είναι το θύμα αυτή τη φορά;» Η Νάταλι έκανε ένα μορφασμό. «Ο Πρέστον Άλμπερτ Μάρκουελ ο Τρίτος. Δε σου θυμίζει εφοριακό αυτό το όνομα;» «Μόνο αν αυτοαποκαλείται Πρέστον Άλμπερτ». Η Νάταλι χαμογέλασε με κακεντρέχεια. «Που είναι και το πιο πιθανό». Η Λίζα έκανε πως λιγώνεται. «Αχ, Πρέστον Άλμπερτ, καν’ το μου πάλι!» Η Νάταλι της έδωσε μια ξυλιά στο μπράτσο, αλλά δεν μπόρεσε να συγκροτήσει τα γέλια της. 89


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Ευτυχώς, ο μετρ πλησίασε εκείνη τη στιγμή για να τους πει ότι το τραπέζι τους ήταν έτοιμο κι έτσι η συζήτηση σταμάτησε εκεί. Άρχισαν να κουβεντιάζουν για το μενού και η Λίζα της μίλησε για τις τρελές δίαιτες που έκαναν κάποιοι διάσημοι πελάτες της. Συνέχισαν το κουβεντολόι καθώς έτρωγαν το φιλέτο τους και την κερασόπιτα που διάλεξαν για επιδόρπιο. Η Νάταλι σκέφτηκε πως θα έπρεπε να ιδρώσει πολύ στο γυμναστήριο το άλλο πρωί για να κάψει όλες αυτές τις θερμίδες, αλλά ως τότε είχε καιρό να το απολαύσει. Το δύσκολο ήταν να πάψει να σκέφτεται τι θα μπορούσε να της κάνει ο Τζέικ με όλα εκείνα τα ζουμερά κεράσια. «Ναι, πατέρα. Επεξεργάστηκα όλα τα στοιχεία και πιστεύω ότι έλυσα το πρόβλημα της μεταφοράς. Δε θα μα έρθει φτηνά, αλλά μακροπρόθεσμα θα είναι προς όφελός μας, αφού τα ζώα θα μετακινούνται ευκολότερα». Ο Τζέικ παραμέρισε τις σημειώσεις του και έπιασε τον κίτρινο φάκελο που ήταν από κάτω. «Έχω ραντεβού με τον Ρέι και τον Τ ζον το απόγευμα» Γύρισε το φάκελο ανάποδα και κοίταξε το όνομά του, που ήταν γραμμένο με μαύρα καλλιγραφικά γράμματα. «Ναι, πατέρα», πρόσθεσε γελώντας, «είμαι σκληρό στις διαπραγματεύσεις μου, ακριβώς όπως μου έμαθες. Φαντάζομαι ότι μέχρι τις έξι θα έχω επιστρέψει. Μίλησα ήδη με τον πιλότο και κατέθεσε το πρόγραμμα πτήσης μας». Τα εταιρικά τζετ ήταν μια μεγάλη πολυτέλεια, αλλά ύστερα από τόσα ταξίδια σε όλο τον κόσμο με τα αεροπλάνα της γραμμής απολάμβανε την άνεση που του πρόσφεραν. «Φίλησέ μου τη μητέρα και πες της ότι θα τα πούμε το Σαββατοκύριακο». Έκλεισε το τηλέφωνο κρατώντας ακόμα το φάκελο στο χέρι του. Τελικά τον άνοιξε και έβγαλε το σημείωμα που ήταν μέσα. Το είχε διαβάσει τουλάχιστον είκοσι φορές από το προηγούμενο βράδυ που έφτασε στο ξενοδοχείο του. Αφού το διάβασε μία ακόμη, το έβαλε πάλι στο φάκελο. 90


DONNA KAUFFMAN

Ευτυχώς που δεν τον έβλεπε κανείς. Στα χείλη του ήταν μόνιμα χαραγμένο ένα χαζό χαμόγελο -αλλά το χειρότερο ήταν ότι βρισκόταν σε κατάσταση σχεδόν μόνιμης στύσης! Και πιθανότατα θα συνέχιζε να βρίσκεται μέχρι τη στιγμή που θα συναντούσε την αποστολέα αυτού του σημειώματος. «Μουσείο τέχνης», μουρμούρισε κουνώντας πέρα δώθε το κεφάλι του. Αυτό κι αν ήταν δημόσιος χώρος! Και συγκεκριμένα, το Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγο, όπου θα βρίσκονταν και οι δύο σε λίγες μέρες για επαγγελματικές τους υποχρεώσεις. Μα μια... επαγγελματική υποχρέωση που δεν έβλεπε την ώρα να φέρει εις πέρας. Είχαν μεσολαβήσει δύο ολόκληρες βδομάδες από την τελευταία φορά που είχε συναντήσει τη Νάταλι και αναρωτιόταν τι ιδέα θα κατέβασε το κεφαλάκι της. Αλλά μουσείο τέχνης δεν είχε φανταστεί ποτέ του. Ποιος ξέρει τι έχει κατά νου... Γέλασε. Εκείνος είχε μερικές πολύ ενδιαφέρουσες ιδέες, αλλά αμφέβαλλε αν η Νάταλι θα δεχόταν να τις υλοποιήσουν. Μετακίνησε μερικά ντοσιέ πάνω στο μικρό γραφείο προσπαθώντας να μη σκέφτεται τι είχαν σκαρφιστεί την τελευταία φορά που ήταν μαζί. Ένα πράγμα ήταν σίγουρο: Τώρα πια έβλεπε με άλλο μάτι τα φρούτα! Χαμογελώντας ακόμα, ο Τζέικ έκανε μια προσπάθεια να συγκεντρώσει το μυαλό του στη συνάντηση που είχε σε λιγότερο από δεκαπέντε λεπτά. Δεν ήταν μαθημένος να ξεμυαλίζεται με τέτοιο τρόπο με μια γυναίκα. Αλλά, πάλι, ποτέ δεν είχε γνωρίσει μια γυναίκα σαν τη Νάταλι Χόλκομ. Το βλέμμα του έπεσε για μια στιγμή στο φορητό υπολογιστή. Ήξερε ότι είχαν συμφωνήσει να μη μιλούν για τις δουλειές τους, την οικογένειά τους ή οτιδήποτε άλλο εκτός από τις επιθυμίες τους όταν ήταν μαζί. Δεν είχαν πει όμως ότι απαγορευόταν να κάνουν μια μικρή έρευνα όταν δεν ήταν μαζί... Έτσι, ένα βράδυ λίγες μέρες μετά την τελευταία τους συνάντηση, όταν κατάλαβε ότι δεν τον έπιανε ύπνος, έ-κάνε ένα κρύο ντους... 91


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

άνοιξε το κομπιούτερ του και μπήκε στο Ίντερνετ. Αφού δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τη σωματική του επιθυμία για κείνη, ίσως ησύχαζε λιγάκι αν μάθαινε κάτι περισσότερο γύρω από το άτομό της. Ήξερε ότι προερχόταν από πλούσια οικογένεια. Του το είχε αποκαλύψει άθελά της μιλώντας για μαγείρισσες και για οικοτροφεία. Έτσι, κάνοντας μια μικρή έρευνα στην ιστορία της οικογένειάς της, ανακάλυψε ότι ο προπάππος της είχε ιδρύσει την επενδυτική εταιρεία που ήταν πρόδρομος των Επιχειρήσεων Χόλκομ. Τώρα η οικογένειά της δραστηριοποιούνταν σε πολλούς άλλους τομείς και οι κερδοφόρες επιχειρήσεις διοικούνταν από τον πατέρα της και τον αδερφό της. Επίσης, πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα είχαν το όνομα Χόλκομ και οι αδερφές της ασχολούνταν με ένα σωρό κοσμικές και φιλανθρωπικές εκδηλώσεις. Οι σύζυγοί τους και ο αδερφός της Νάταλι, ο Τσακ, αναφέρονταν επίσης πολύ συχνά σε άρθρα εφημερίδων για διάφορους λόγους. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν του φαινόταν ασυνήθιστο, μιας και οι δραστηριότητες της δικής του οικογένειας δε διέφεραν πολύ, έστω κι αν ασχολούνταν με άλλο τομέα. Η χτυπητή διαφορά ήταν πως στη δική τους επιχείρηση συμμετείχαν οι γονείς του, ο ίδιος, οι δύο αδερφοί του, η αδερφή του, καθώς και ένα σωρό θείοι και θείες. Ακόμα και ο ηλικιωμένος παππούς του συμμετείχε στις συνελεύσεις του διοικητικού συμβουλίου. Ο Τζέικ αγαπούσε πολύ τη δουλειά του και του άρεσε να δουλεύει με την οικογένειά του, όσο κι αν το πρόγραμμά του τον εμπόδιζε να τους βλέπει κάθε μέρα. Χαμογέλασε. Ίσως η απόσταση ήταν ο καθοριστικός παράγοντας που διατηρούσε την αρμονία στο χώρο της εργασίας, αν και δεν το πολυπίστευε. Όπως κι αν είχαν τα πράγματα, όλοι συμμετείχαν με όλες τους τις δυνάμεις στην επιχείρηση και ήταν περήφανοί για την επιτυχία της. Κανείς από τους Λάνιστερ δεν είχε νιώσει ποτέ ότι ο κόσμος τούς χρωστούσε κάτι, ούτε περίμεναν καμιά ανταμοιβή χωρίς σκληρή δουλειά. 92


DONNA KAUFFMAN

Σίγουρα ήταν πολύ πιο εύκολο να πετύχεις τους στόχους σου όταν υπήρχε το οικονομικό υπόβαθρο, αλλά αυτό ήταν κάτι που ο Τζέικ δεν το θεωρούσε δεδομένο. Και η δική του οικογένεια ασχολούνταν με φιλανθρωπικές δραστηριότητες, και μάλιστα μία οφειλόταν σε δική του πρωτοβουλία: επιδόματα και υποτροφίες για παιδιά που επιθυμούσαν να φοιτήσουν σε κολέγια. Κι εδώ ήταν η πρώτη διαφορά που είχε ανακαλύψει σε σχέση με τη Νάταλι. Δούλευε στους Μάξγουελ και Γκράχαμ, ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο του Μανχάταν που αναλάμβανε κάθε είδους υποθέσεις. Η Νάταλι ήταν ειδικευμένη στο εμπορικό δίκαιο, μολονότι βοηθούσε και έναν από τους καινούριους συνεταίρους του γραφείου, ο οποίος ήταν ειδικός σε θέματα που είχαν να κάνουν με τη βιομηχανία του θεάματος. Ο Τζέικ συνέχισε να ψάχνει πληροφορίες μέσω του Διαδικτύου. Θα ήταν πολύ εύκολο για κείνη αν δούλευε για λογαριασμό της οικογένειάς της, αφού οι Χόλκομ ήταν ανακατεμένοι παντού. Και το δικό της όνομα φιγουράριζε αραιά και πού στις κοσμικές στήλες, όποτε παρευρισκόταν σε κάποιο χορό ή σε κάποιο γάμο, αλλά δεν ήταν από τις λεγάμενες «φίρμες». Ωστόσο, δε συμμετείχε στις πάμπολλες φιλανθρωπικές δραστηριότητες της οικογένειας της ούτε στις επιχειρήσεις τους. Είχε πάει στην Τζορτζτάουν με υποτροφία και είχε τελειώσει τη Νομική με άριστα. Κρίνοντας από το διάστημα που μεσολαβούσε από το πτυχίο της μέχρι την πρώτη της δουλειά, ήταν φανερό ότι είχε πάρει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος με την πρώτη προσπάθεια. Όλα αυτά τα είχε μάθει μέσα σε ένα βράδυ. Το ξημέρωμα τον είχε βρει σκυμμένο πάνω από το κομπιούτερ, γιατί από τη στιγμή που άρχισε να ψάχνει του ήταν αδύνατον να σταματήσει. Και αντί τα ευρήματά του να καταλαγιάσουν την περιέργειά του για κείνη, την είχαν εξάψει ακόμα περισσότερο. Γιατί είχε διαχωρίσει την επαγγελματική από την οικογενειακή της ζωή; Γιατί είχε σηκώσει δικό της μπαϊράκι; 93


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Απ’ ό,τι φαινόταν, ήταν το μαύρο πρόβατο της οικογένειας κι όμως, αντί να γίνει μια αποτυχημένη, είχε αναρριχηθεί ταχύτατα στην κλίμακα της ιεραρχίας, φαινόταν αφοσιωμένη στη δουλειά της και επιδίωκε να αφήσει τη σφραγίδα της στον κόσμο. Τα προσόντα της θα την έκαναν ανεκτίμητη για τις επιχειρήσεις της οικογένειάς της. Δυστυχώς, δεν υπήρχαν απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα, ούτε στο Ίντερνετ ούτε πουθενά αλλού. Ήταν αδύνατον να ρωτήσει τη Λίζα, αν και κατά τις τέσσερις τα ξημερώματα του είχε περάσει ακόμα κι αυτό από το μυαλό. Αν δε ρωτούσε την ίδια τη Νάταλι, δεν επρόκειτο να μάθει τίποτα περισσότερο για κείνη. Αυτό όμως δε γινόταν, όσο κι αν τον έτρωγε η περιέργεια. Για μια στιγμή, αναρωτήθηκε αν κι εκείνη ένιωθε την ίδια περιέργεια γι’ αυτόν. Ίσως θα μπορούσαν να αλλάξουν τους κανόνες, να ανταλλάξουν πληροφορίες για τη ζωή τους και να κλείσουν το θέμα. Αλλά ακόμα και καθώς το σκεφτόταν, ήξερε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό. Αν η Νάταλι μάθαινε τα πάντα για κείνον, θα έπαυε να τη συναρπάζει. Η γνώση θα αφαιρούσε το μυστήριο από τη σχέση τους και θα τους προσγείωνε στην πεζή πραγματικότητα. Και από αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα δεν προσπαθούσαν να ξεφύγουν όταν ήταν μαζί; Ο Τζέικ έκλεισε τα ντοσιέ, τα έβαλε στο χαρτοφύλακά του και από πάνω έβαλε το φορητό υπολογιστή και μερικές δισκέτες. Δεν ήξερε αν θα του έβγαινε σε καλό το ότι είχε μάθει τόσα πράγματα για τη Νάταλι. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι ήθελε να μάθει ακόμα περισσότερα. «Πολύ επικίνδυνο παιχνίδι παίζεις, φιλαράκο», μονολόγησε. Αν ήταν έξυπνος, θα έπαιζε εκ του ασφαλούς και θα απέφευγε τις κακοτοπιές. Κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι, χαμογέλασε μελαγχολικά και βγήκε από το δωμάτιο. Πότε είχε παίξει εκ του ασφαλούς στη ζωή του; 94


DONNA KAUFFMAN

Κεφάλαιο 9

Η Νάταλι στεκόταν μπροστά στον πίνακα αφηρημένης ζωγραφικής δίχως να τον βλέπει. Το μυαλό της ήταν αλλού. Ήξερε, πριν ακόμα έρθει στο Σικάγο για να συναντηθεί με τους Γιόχανσεν και Σία, ότι ο Τζέικ θα ήταν στην πόλη το ίδιο διάστημα. Και δε σκεφτόταν τίποτ’ άλλο αυτές τις βδομάδες που είχαν μεσολαβήσει από την τελευταία τους... συνάντηση. Τώρα μετάνιωνε που του είχε στείλει εκείνο το σημείωμα στο ξενοδοχείο. Ένιωθε ανόητη έτσι όπως στεκόταν στη δροσερή, ήσυχη αίθουσα του Ινστιτούτου Τέχνης, παρ’ όλο που δε διέφερε από οποιαδήποτε άλλη φιλότεχνη με το απλό μαύρο ταγέρ της, τις χαμηλοτάκουνες σινιέ γόβες και το σουέτ πανωφόρι της. Στην πραγματικότητα, όμως, έτρεμε από αδημονία, περιμένοντας έναν άντρα με τον οποίο σκόπευε να κάνει άγριο, παθιασμένο σεξ. Σ’ αυτή τη σκέψη τη διαπέρασε μια ανατριχίλα και αναρωτήθηκε αν οι άλλοι μπορούσαν να καταλάβουν την κατάστασή της, μολονότι εξωτερικά φαινόταν εντελώς ατάραχη. Ίσως ο Τζέικ δεν ερχόταν. Δεν είχε απαντήσει στο σημείωμά της. Από την άλλη μεριά, δεν είχε τρόπο να επικοινωνήσει μαζί της. Η σχέση τους ήταν του στυλ «έλα αν μπορείς». Αυτό όμως δεν την εμπόδιζε να τον σκέφτεται όλη την ώρα. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην τον σκέφτεται; Της είχε χαρίσει τόση απόλαυση τις φορές που ήταν μαζί! Υπήρχε όμως κάτι που την ανησυχούσε: το γεγονός πως δεν τον σκεφτόταν μόνο σε σχέση με το σεξ. Κι αυτό ήταν κακό σημάδι. Γιατί ήξερε ότι μεταξύ τους δε θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει κάτι άλλο εκτός από σεξ. Αυτή ήταν η συμφωνία τους. Αν ο Τζέικ καταλάβαινε ότι εκείνη έτρεφε έστω και την παραμικρή ελπίδα για 95


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

κάτι περισσότερο από μια περιστασιακή σχέση, θα εξαφανιζόταν εν ριπή οφθαλμού και δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Έτσι, προσπαθούσε να μη φαντάζεται τι έκανε ο Τζέικ όταν δεν ήταν μαζί. Και κυρίως με ποια το έκανε -γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι τον διεκδικούσε, πράγμα που φυσικά δε συνέβαινε. Αναστέναξε και προσποιήθηκε πως κοιτούσε τον επόμενο πίνακα. Η Λίζα μπορεί να ήταν φτιαγμένη για τέτοιου είδους καταστάσεις, αλλά η Νάταλι ήξερε πολύ καλά ότι εκείνη ήταν αλλιώτικη. Άσχετα από το ότι αυτό δεν την είχε εμποδίσει σε τίποτα να του στείλει το σημείωμα. Για την ακρίβεια, ήταν σίγουρη ότι τίποτα δε θα μπορούσε να την εμποδίσει. Ήταν δυνατόν να εθιστεί ένας άνθρωπος στο σεξ, όσο υπέροχο κι αν ήταν; «Γεια σου». Η Νάταλι αναπήδησε ξαφνιασμένη και γύρισε απότομα. Ο Τζέικ γέλασε και την έπιασε από το μπράτσο για να τη συγκρατήσει. «Συγνώμη, δεν ήθελα να σε τρομάξω. Φαίνεται πως σε είχε απορροφήσει πολύ αυτός ο πίνακας». Ήταν έτοιμη να του πει ότι μόνο ένα πράγμα σκεφτόταν: εκείνον. Τον είδε να στέκεται μπροστά της με σάρκα και οστά, τόσο όμορφος όσο τον διατηρούσε στη φαντασία της, και την κυρίεψε μια ακαταμάχητη επιθυμία να πέσει στην αγκαλιά του. Το σημείο όπου την είχε αγγίξει κυριολεκτικά την έκαιγε. Μα το Θεό, ήταν εθισμένη σ’ αυτόν. Ή μάλλον σ’ αυτό που μπορεί να μου δώσει, διόρθωσε νοερά τον εαυτό της. Βέβαια, όπως κάθε έντονη επιθυμία, έτσι κι αυτή θα της περνούσε όταν θα έφτανε στον κορεσμό. Και τότε θα μπορούσε να βρει άλλο... χόμπι. Ο Τζέικ έσκυψε και την κοίταξε στα μάτια. «Είσαι καλά;» Τώρα, ναι. «Μια χαρά», του απάντησε. Το ύφος ήταν δύσπιστο, αλλά κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι του και της έτεινε το χέρι του. 96


DONNA KAUFFMAN

«Λοιπόν, θα δούμε κάποια συγκεκριμένη έκθεση ή απλώς θα τριγυρίσουμε εδώ μέσα;» «Θα δούμε κάτι συγκεκριμένο», είπε η Νάταλι. Τον έπιασε αγκαζέ και προσπάθησε να χαλαρώσει. Σήμερα ήταν η δική της μέρα, το σχέδιο ήταν δικό της, και θα έκανε τα πάντα για να το φέρει εις πέρας με την ίδια άνεση που τα είχε καταφέρει κι εκείνος στην προηγούμενη συνάντησή τους -μια έξοδο που δεν είχε διαρκέσει καν τόσο πολύ, ώστε να τελειώσουν το πρόγευμά τους... Βέβαια, την προηγούμενη φορά κανείς από τους δύο δεν περίμενε ότι το πρόγευμα θα κατέληγε όπως είχε καταλήξει. Τώρα όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Και εξαρτιόταν από κείνη να αποδείξει ότι μπορούσε να χειριστεί την κατάσταση ως καλλιεργημένη, πολυταξιδεμένη γυναίκα που ήταν. Ο Τζέικ κατέβασε το χέρι της και έπλεξε τα δάχτυλά του στα δικά της, τρίβοντας απαλά τον αντίχειρά του στον καρπό της. Η Νάταλι ένιωσε τα γόνατά της να κόβονται, αλλά προχώρησε βιαστικά, προσπαθώντας να μη δείξει την αδυναμία της. «Αυτή η έκθεση θα πρέπει να είναι πολύ σπουδαία», της είπε. «Γιατί το λες αυτό;» τον ρώτησε ξαφνιασμένη η Νάταλι, και συνειδητοποίησε ότι σχεδόν έτρεχε στο διάδρομο. Κρίμα που ήθελα να παραστήσω τη σοφιστικέ, σκέφτηκε με πικρή ειρωνεία. «Εντάξει, έχω λίγο τρακ». Ο Τζέικ της έσφιξε το χέρι. «Κι εγώ το ίδιο». « Τώρα σε πίστεψα!» Ο Τζέικ την κοίταξε απορημένος. «Όχι, αλήθεια σου λέω», επέμεινε. «Εσύ δεν είσαι ο ίδιος άνθρωπος που με τάιζε φράουλες μπροστά σε όλο τον κόσμο;» «Άλλο αυτό». «Γιατί είναι άλλο αυτό;» «Εκείνο δεν το είχα προσχεδιάσει. Απλώς έτυχε». Ήταν αλήθεια ότι φαινόταν κάπως αμήχανος. Μπορεί να ήταν ντυμένος απλά και άνετα, με σπορ παντελόνι, πουλόβερ και δερμάτινο μπουφάν με σουέτ μανίκια, μπορεί να βάδιζε με άνεση 97


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

και σιγουριά, αλλά όταν τον κοίταξε πιο προσεκτικά στα μάτια είδε κάποια ίχνη ανασφάλειας. Λες και φοβόταν μήπως του ζητούσε να της κάνει εμπεριστατωμένη ανάλυση για κάθε έργο τέχνης που έβλεπαν. Όμως ακριβώς σ’ αυτή την αίσθηση της ανασφάλειας ήταν που είχε βασίσει όλο το σχέδιό της! Η ίδια είχε φάει με το κουτάλι την τέχνη από τότε που ήταν μια σταλιά παιδί. Τότε δεν της άρεσε καθόλου το γεγονός ότι προσπαθούσαν με το ζόρι να την κάνουν φιλότεχνη, αλλά τώρα ήξερε ότι αυτό της έδινε ένα μεγάλο ατού. Ευχαρίστησε νοερά τη θεία της τη Μίλντρεντ, η οποία τα Χριστούγεννα της είχε κάνει δώρο μια ετήσια συνδρομή στο περιοδικό Τέχνη. Σπάνια το διάβαζε, αλλά το σχέδιό της άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό της όταν είδε εκείνο το γλυπτό να φιγουράρει στο εξώφυλλο... Κρυφογέλασε. Αχ, και να ’ξερε η θεία της τι εμπειρίες επρόκειτο να αποκομίσει η ανιψιά της χάρη στην αγάπη της για την τέχνη! «Ώστε δεν έχεις έρθει άλλη φορά εδώ;» τον ρώτησε. «Όχι. Δε μου μένει καιρός να επισκεφτώ τα αξιοθέατα όταν ταξιδεύω». Δε φαινόταν να τον ενοχλεί και τόσο πολύ αυτό. Η Νάταλι τον καταλάβαινε απολύτως. Κι εκείνη όταν ταξίδευε, δεν ασχολιόταν με τίποτε άλλο εκτός από τη δουλειά της. Απλώς, οι θείοι και οι θείες της την έσερναν μαζί με τα αδέρφια της σε κάθε είδους αξιοθέατο όταν ήταν μικρή. Ήδη από τα δώδεκα της είχε μπουχτίσει από καθεδρικούς ναούς, μνημεία, αγάλματα και μουσεία. Είχε πάψει πια να ενθουσιάζεται με τα αρχαία αγγεία και με τους ιμπρεσιονιστικούς πίνακες. Μέχρι τώρα. Το να ανακαλύπτει το οτιδήποτε μαζί με τον Τζέικ ήταν συναρπαστικό. Ποιος ξέρει, ίσως ανακτούσε ακόμα και τον παλιό της ενθουσιασμό για την αρχαία αγγειοπλαστική! «Σου αρέσει η τέχνη;» τον ρώτησε. «Την εκτιμώ όσο και ο μέσος άνθρωπος, φαντάζομαι. Αλλά δεν είμαι ιδιαίτερα φιλότεχνος, αν εννοείς αυτό», της απάντησε ο 98


DONNA KAUFFMAN

Τζέικ και χαμογέλασε. «Πάντως, είμαι ανοιχτός σε καινούριες εμπειρίες». «Ωραία. Λοιπόν, ξέρω ότι αυτό που μας απασχολεί είναι το να διευρύνουμε τα σεξουαλικά μας όρια», του είπε η Νάταλι. Ένας επισκέπτης του μουσείου γύρισε και την κοίταξε αποδοκιμαστικά κι εκείνη χαμήλωσε τη φωνή της και βλέποντας το περιπαιχτικό βλέμμα του Τζέικ έγινε κατακόκκινη, αλλά δεν πτοήθηκε. «Σκέφτηκα όμως ότι θα σου άρεσε...» Σταμάτησε απότομα, νιώθοντας ξαφνικά αμφιβολία για την επιλογή της. Αν του φαινόταν πολύ προσωπική; «Από δω είναι», του είπε και τον τράβηξε προς την έξοδο της αίθουσας πριν χάσει το θάρρος της. «Βλέπω ότι ξέρεις καλά τα κατατόπια. Έχεις έρθει κι άλλες φορές;» «Πολλές». «Ώστε είσαι λάτρης της τέχνης, ε;» Η Νάταλι γέλασε. «Όχι». Μόλις έστριψαν στη γωνία σταμάτησε. «Για την ακρίβεια, τη σιχαίνομαι, για λόγους αρχής. Έχω να πατήσω το πόδι μου σε μουσείο από τότε που ήμουν δεκατεσσάρων χρόνων». Ο Τζέικ, όπως ήταν φυσικό, την κοίταξε με απορία. «Και γιατί άλλαξες τώρα;» «Όπως είπες κι εσύ, είμαι ανοιχτή σε καινούριες εμπειρίες. Θέλω να δω την τέχνη μέσα από τα δικά σου μάτια. Ίσως μ’ αυτό τον τρόπο την εκτιμήσω διαφορετικά». Του χαμογέλασε ναζιάρικα. «Περίπου όπως εκτίμησα και το κουάκερ χάρη σ’ εσένα». Ο Τζέικ γέλασε και ανασήκωσε τους ώμους του. «Ό,τι μπορώ κάνω», είπε με μετριοφροσύνη. «Και τα κατάφερες μια χαρά. Τώρα είναι η δική μου σειρά». Ο Τζέικ της έκανε νόημα να προχωρήσει πρώτη. «Μετά από σένα». Η Νάταλι δεν ήξερε πώς θα του φαινόταν η ιδέα της. Ο χρόνος που είχαν ήταν ελάχιστος -όπως συνήθως- και με το να του στείλει το σημείωμα ουσιαστικά ήταν σαν να δεχόταν να πάει πάλι μαζί του στο κρεβάτι. Οι περισσότεροι άντρες δε θα ήθελαν να χάσουν άσκοπα την ώρα 99


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

τους μέχρι να φτάσουν στο ψητό! Έλπιζε όμως ότι ο Τζέικ θα της έκανε τη χάρη. Η ανακούφισή της ήταν απέραντη όταν είδε ότι ήταν πρόθυμος να πάει με τα νερά της και να ζήσει την περιπέτεια. Μόλις πέρασαν την πόρτα της επόμενης αίθουσας, εκείνος την τράβηξε κοντά σε ένα μικρό μπρούντζινο άγαλμα που βρισκόταν στη γωνία. «Συγνώμη, αλλά θέλω να το δω από κοντά». Η Νάταλι χαμογέλασε και τον άφησε να κάνει αυτό που ήθελε. Ναι, σίγουρα αυτό θα ήταν άλλη μια περιπέτεια, τελικά. «Για κοίτα αυτό εδώ...» μουρμούρισε με δέος ο Τζέικ, σταματώντας μπροστά σε ένα μικρό γλυπτό που έδειχνε έναν Ινδιάνο καβαλάρη. «Μπορείς να νιώσεις τη δύναμη του αλόγου, τους μυς του κάτω από τον αναβάτη. Βλέπεις τα πόδια του καβαλάρη να σφίγγονται στα πλευρά του αλόγου καθώς γέρνει πάνω από το λαιμό του. Καταπληκτικό!» Ο λαιμός της Νάταλι στέγνωσε. «Ναι...» κατάφερε να μουρμουρίσει. Απ’ ό,τι φαινόταν, θα άρχιζε πάλι να εκτιμά την τέχνη! Πήγε να του πει κάτι, αλλά ο Τζέικ την τραβούσε ήδη προς ένα άλλο γλυπτό. Ο ενθουσιασμός του την έκανε να χαμογελάσει. Κανείς δεν μπορούσε να πει ότι αυτός ο άνθρωπος δεν έκανε τα πάντα με πάθος! «Ο ίδιος καλλιτέχνης», της είπε, διαβάζοντας την ταμπελίτσα στη βάση του γλυπτού. Ήταν κι αυτό μπρούντζινο και έδειχνε μια Ινδιάνα γονατιστή, με τις χούφτες μπροστά στο στόμα της, σαν να έπινε νερό από κάποιο ρυάκι. Ο Τζέικ δεν είπε τίποτα καθώς το μελετούσε, αλλά η Νάταλι άρχισε ασυναίσθητα να περιεργάζεται εκείνον αντί για το γλυπτό. Όλη του η προσοχή ήταν εστιασμένη στο γλυπτό, καθώς το βλέμμα του ρουφούσε την κάθε λεπτομέρεια. Όπως και κάθε προηγούμενη φορά, όταν έβρισκε κάτι που τον μάγευε, ξεχνούσε όλα τ’ άλλα. Η Νάταλι το είχε διαπιστώσει αυτό στην περίπτωση με τις φράουλες... «Μπορείς να δεις το λαιμό της να σφίγγεται καθώς καταπίνει». Η 100


DONNA KAUFFMAN

φωνή του ήταν σιγανή, γεμάτη θαυμασμό. Η Νάταλι ξεροκατάπιε. Έκανε ζέστη εκεί μέσα ή εκείνη ζεσταινόταν; Είχε ελπίσει ότι ο Τζέικ θα εκτιμούσε τη γλυπτική, αλλά δεν είχε ιδέα πόσο αισθησιακός θα ήταν ο τρόπος με τον οποίο το έκανε. Τον κοίταξε με προσοχή. Κοίταξε τα αδρά χαρακτηριστικά του, το έντονο βλέμμα του καθώς περιεργαζόταν το γλυπτό... Φαινόταν πολύ αρρενωπός για να διαθέτει τόσο αισθησιασμό. Κι όμως, όταν ξανακοίταξε τα ρούχα που φορούσε συνειδητοποίησε ότι το φίνο παντελόνι του και το μαλακό πουλόβερ του είχαν προφανώς διαλεχτεί για την ωραία αίσθηση που έδιναν πάνω στο δέρμα του. Ήταν μεν άνετα και απλά, αλλά αναμφίβολα αισθησιακά όταν το καλοσκεφτόταν κανείς. Η Νάταλι συγκρότησε με κόπο την επιθυμία της να ψηλαφίσει το μαλακό δερμάτινο μπουφάν με τα σουέτ μανίκια και το πουλόβερ που τσίτωνε στο μυώδες στήθος του. «Σου έρχεται να το αγγίξεις, ε;» είπε ο Τζέικ, εντελώς ανίδεος για τις σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό της. «Να νιώσεις τη δύναμη που αποπνέει αυτό το σώμα». «Ναι», ψιθύρισε η Νάταλι. Μόνο που δεν κοιτούσε το άγαλμα. Ένιωθε το σώμα της να πάλλεται από προσμονή, με την ίδια ένταση που το βλέμμα του χάιδευε το γλυπτό. Αν υπήρχε τρόπος να τον πάρει εκείνη τη στιγμή από εκεί και να τον πάει κατευθείαν στο κρεβάτι, θα το έκανε. Συνειδητοποίησε τι σκεφτόταν και της ήρθε να γελάσει. Τώρα ποιος βιαζόταν να φτάσει στο ψητό; Του έπιασε το χέρι, απολαμβάνοντας την αίσθηση της τραχιάς, ζεστής παλάμης του πάνω στη δική της. Αν ήξερε ότι θα μπορούσε να ερεθιστεί τόσο πολύ σε ένα μουσείο, θα πήγαινε κάθε μέρα. «Έλα από δω», του είπε, προσπαθώντας να επαναφέρει τις σκέψεις της στη σωστή τους πορεία. «Είναι ένα κομμάτι που θέλω να σου το δείξω». Ήταν το γλυπτό από το εξώφυλλο του περιοδικού, εκείνο που της είχε δώσει την ιδέα. 101


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Καθώς τον οδηγούσε στη διπλανή αίθουσα, ο Τζέικ έριξε μια ματιά τριγύρω. «Όλα αυτά είναι πρώιμη δυτική τέχνη, ε;» ρώτησε. «Ή εμπνευσμένα από τη Δύση;» «Είναι διάφοροι καλλιτέχνες, αλλά ναι, το θέμα είναι η παλιά Δύση. Επειδή κατάγεσαι από αυτήν και μου είπες ότι η οικογένεια σου ζει από παλιά εκεί σκέφτηκα ότι θα σου άρεσε», απάντησε η Νάταλι. «Οι πρόγονοί μου είχαν έρθει με τα πρώτα φορτηγά τρένα, πριν από εκατό χρόνια». Σταμάτησε μπροστά σε έναν πίνακα που κρεμόταν κοντά στην είσοδο. Ήταν ένα ηλιοβασίλεμα στα Βραχώδη Όρη. «Ποτέ όμως δε σκέφτηκα την ιστορία από την πλευρά της τέχνης». Για μερικές στιγμές έμεινε σιωπηλός. «Σ’ ευχαριστώ πολύ». Η Νάταλι ένιωσε απέραντη ικανοποίηση να την πλημμυρίζει και απόρησε με τον εαυτό της. «Παρακαλώ», μουρμούρισε. Όταν την κοιτούσε έτσι, της γεννούσε την επιθυμία να του δώσει χαρά με κάθε τρόπο. «Το γλυπτό που θέλω να σου δείξω είναι από δω», του είπε. Ο Τζέικ της έσφιξε μαλακά το χέρι. «Πόσο καιρό θα διαρκέσει αυτή η έκθεση;» «Μερικούς μήνες, νομίζω. Σήμερα άνοιξε». «Ωραία. Θέλω να βρω ευκαιρία να δω περισσότερα πράγματα». Η Νάταλι σταμάτησε. «Συγνώμη, πάλι σε τραβολογάω». «Όχι, όχι. Κι εγώ θέλω να δω αυτά τα πράγματα μέσα από τα δικά σου μάτια». Την τράβηξε κοντά του. «Μπορώ να ξανάρθω μια άλλη φορά. Τώρα θέλω να δω αυτό που έχεις να μου δείξεις». «Σίγουρα;» «Απολύτως. Πού είναι;» «Από δω. Βέβαια, τώρα που το μεγαλοποίησα φοβάμαι πως θα απογοητευτείς. Δεν ήταν... δηλαδή... το είδα στο εξώφυλλο ενός περιοδικού και αμέσως το μυαλό μου πήγε...» Η Νάταλι σταμάτησε απότομα, καταλαβαίνοντας ότι του αποκάλυπτε πολύ περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. «Πού πήγε το μυαλό σου;» Όταν δεν του απάντησε, γύρισε προς το μέρος της και την 102


DONNA KAUFFMAN

αγκάλιασε. Δεν υπήρχε κανείς εκεί κοντά, αλλά και πάλι η Νάταλι προσπάθησε να τραβηχτεί μακριά του. Ο Τζέικ όμως την κράτησε γερά. «Που πήγε το μυαλό σου;» επανέλαβε, χαμογελώντας πονηρά. «Άφησε με και θα σου πω». «Πες μου και θα σ’ αφήσω». Η Νάταλι τον κοίταξε απειλητικά κι εκείνος τη μιμήθηκε. «Θ’ αρχίσω να σε φιλάω αν δε μου πεις αμέσως», τη φοβέρισε. Αντί να την τρομάξει, αυτό την ερέθισε ακόμα περισσότερο. «Δε θα ανεχτώ τέτοια συμπεριφορά», του είπε δήθεν θυμωμένη. «Ναι, είναι σκέτο μαρτύριο, το ξέρω». Ήταν σκέτο μαρτύριο, και το ήξερε. Την έκανε να παλεύει ανάμεσα στην επιθυμία της γι’ αυτόν και στη φυσική της συστολή όταν ήταν μπροστά σε κόσμο. Ενώ όμως η Νάταλι ήξερε ότι θα την άφηνε αν του το ζητούσε, δεν του το ζήτησε. Ο Τζέικ έσκυψε και τη φίλησε πεταχτά στα χείλη. «Το ρολόι δουλεύει...» Η Νάταλι ρίγησε, αλλά δεν είπε τίποτα. Το δεύτερο φιλί του ήταν πιο αργό και πολύ τολμηρό για έναν τόσο δημόσιο χώρο. Αντί όμως να την κάνει να ντραπεί, την έκανε να αδιαφορήσει εντελώς για το ποιος τους έβλεπε. «Δείξε μου», είπε βραχνά ο Τζέικ. «Ίσως καταλάβω μόνος μου τι σε έκανε να σκεφτείς». Της έδινε μια διέξοδο και η Νάταλι θα έπρεπε να την εκμεταλλευτεί, αλλά δεν προσπάθησε να υπεκφύγει. «Εσένα. Με έκανε να σκεφτώ εσένα», του είπε. Σε σκέφτομαι διαρκώς. Ασταμάτητα, πρόσθεσε από μέσα της. «Σ’ ευχαριστώ», είπε απαλά ο Τζέικ και τη φίλησε για μια τελευταία φορά πριν την αφήσει. «Δείξ’ το μου». Η Νάταλι δεν είχε σχεδιάσει έτσι τα πράγματα. Έπρεπε να το είχε καταλάβει πλέον ότι κάθε φορά που θα βρίσκονταν μαζί αυτή θα ήταν η κατάληξη. Και ποιο είναι το πρόβλημα; ρώτησε τον εαυτό της. 103


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Το πρόβλημα ήταν ότι κινδύνευε να του αποκαλύψει τα καινούρια αισθήματά της γι’ αυτόν. Αισθήματα που έπρεπε να θέσει υπό έλεγχο αν ήθελε να συνεχίσει μαζί του. Και το ήθελε πολύ. «Εδώ είναι». Ο Τζέικ σταμάτησε μερικά μέτρα μακριά από το γλυπτό, αναγκάζοντάς τη να σταματήσει κι εκείνη. Ήταν σκαλισμένο σε ένα κομμάτι από κορμό δέντρου. Η φλούδα είχε αφαιρεθεί και το ξύλο ήταν στιλπνό, με μια χρυσαφένια απόχρωση. Από τη βάση του κορμού ξεπηδούσαν τα κέρατα ενός κοπαδιού και από πάνω τους, σαν να τιναζόταν μέσα από τα ζώα που έτρεχαν, ήταν ένας καβαλάρης. Το σώμα του ήταν σκυμμένο πάνω από το λαιμό του αλόγου και το χέρι του ήταν υψωμένο σαν να ήταν έτοιμος να ρίξει το λάσο του στο νεαρό ταύρο που είχε ξεκοπεί από το κοπάδι. «Είναι...» άρχισε να λέει ο Τζέικ, αλλά δεν μπόρεσε να τελειώσει τη φράση του. Η Νάταλι κοιτούσε μια το γλυπτό και μια εκείνον, ανήμπορη να ονομάσει το συναίσθημα που ένιωθε βλέποντας το δέος στο πρόσωπό του. Και η ίδια είχε εντυπωσιαστεί βαθιά όταν το πρωτοείδε. Ήξερε ότι η οικογένεια του εξέτρεφε και πουλούσε βοοειδή, αλλά ο Τζέικ κάθε άλλο παρά κλασικός καουμπόι ήταν. Κι όμως, κάτι σ’ εκείνο το γλυπτό -έστω και από το εξώφυλλο ενός περιοδικού-την είχε μαγέψει. «Ξέρω τι θες να πεις», ψιθύρισε. Δεν ήξερε πόση ώρα στέκονταν εκεί. Τελικά ο Τζέικ την τράβηξε μπροστά για να περιεργαστεί το γλυπτό από πιο κοντά, απ’ όλες τις πλευρές, δίχως ν’ αφήσει ούτε για μια στιγμή το χέρι της. Η συγκίνησή του την έκανε να αισθάνεται υπέροχα, αλλά από την άλλη μεριά τη φόβιζε κιόλας. Αυτό που συνέβαινε δεν είχε καμιά σχέση με σεξουαλικές εξερευνήσεις. Είχε να κάνει με πράγματα πολύ πιο προσωπικά, πολύ πιο βαθιά. Δεν ήξερε πώς θα ένιωθε αν έκανε έρωτα μαζί του τώρα. Πώς ήταν δυνατόν να ασχοληθούν μόνο με την αμοιβαία σεξουαλική ικανοποίησή τους δίχως να μπλεχτούν συναισθηματικά; 104


DONNA KAUFFMAN

Γίνεσαι ανόητη, είπε μέσα της. Έδινε στα πράγματα διαστάσεις που δεν είχαν. Απλώς ο Τζέικ είχε χαρεί επειδή τον είχε μυήσει σε μια μορφή τέχνης συνδεδεμένη με τις καταβολές του. Τίποτα περισσότερο. Για κείνον, τουλάχιστον. Ίσως όμως να ήταν καλύτερα αν ξαναγυρνούσαν στην πρώτη αίθουσα και έβλεπαν την υπόλοιπη έκθεση αντί να συνεχίσουν αυτό που είχε κατά νου. Τότε ο Τζέικ γύρισε προς το μέρος της και το βλέμμα του της έδειξε ξεκάθαρα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να παραλείψουν το δεύτερο μέρος. Η Νάταλι ήξερε ότι θα έπρεπε να φανεί δυνατή, να λάβει υπόψη της τα σήματα κινδύνου που εξέπεμπε το μυαλό της, αλλά δεν ήταν υπεράνθρωπος. Όποια κι αν ήταν τα αισθήματα του Τζέικ απέναντι της, αυτό που ένιωθε εκείνη ήταν ακατανίκητο. «Είσαι έτοιμη να φύγουμε;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα. Η Νάταλι απλώς κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Θα ξανάρθω για να δω τα υπόλοιπα», της είπε χαϊδεύοντάς τη στο μάγουλο, «αλλά τώρα θέλω να μείνω μόνος μαζί σου». Έσκυψε και τη φίλησε τρυφερά. «Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό που μου χάρισες, Νάταλι», της ψιθύρισε στο αυτί. «Τώρα θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου. Ξέρεις τι σκέφτομαι;» Η Νάταλι ένευσε αρνητικά, ριγώντας σύγκορμη. «Αναρωτιέμαι πώς θα φαινόμασταν σκαλισμένοι στον μπρούντζο!» «Θεέ και Κύριε!» «Στη ράχη ενός αλόγου». Η Νάταλι βόγκηξε σιγανά. Ο Τζέικ χαμογέλασε και την οδήγησε προς την έξοδο.

105


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Κεφάλαιο 10

Αυτή τη φορά ο τρόπος που της έκανε έρωτα δεν είχε τίποτα το τρυφερό. Και δεν την πείραξε καθόλου. Ίσως ήταν πιο καλά έτσι χωρίς συναισθηματισμούς και γλυκανάλατες προεισαγωγές για να επισκιάζουν τον πραγματικό λόγο που ήταν μαζί. Ο Τζέικ τη στρίμωξε πάνω στο τοίχωμα του ασανσέρ αμέσως μόλις έκλεισαν οι πόρτες. Ευτυχώς που το δωμάτιό της ήταν στο δέκατο όροφο, διαφορετικά θα την είχε ξεγυμνώσει πριν προλάβουν να φτάσουν ως εκεί. «Την κάρτα», της είπε βραχνά καθώς τη φιλούσε στο λαιμό. Η Νάταλι την έβγαλε από την τσέπη του πανωφοριού της με δάχτυλα που έτρεμαν και ο Τζέικ χρειάστηκε να την περάσει τρεις φορές από τη σχισμή μέχρι να καταφέρει ν’ ανοίξει την πόρτα. Μπήκαν παραπατώντας στο δωμάτιο, πετώντας τα παλτά και τα παπούτσια τους πριν προλάβουν να φτάσουν στο κρεβάτι. «Θέλω να μπω μέσα σου τώρα», της είπε απαιτητικά. «Παρακαλώ...» Η Νάταλι του έβγαλε το πουλόβερ κι εκείνος της ξεκούμπωσε το πουκάμισο. Σταμάτησε μόνο δυο δευτερόλεπτα για να θαυμάσει τα δαντελένια κρεμ εσώρουχά της πριν τραβήξει με λύσσα το σουτιέν της. Η Νάταλι άκουσε το κλιπ να σπάει. «Θα το αντικαταστήσω», της είπε ο Τζέικ, κολλώντας τα χείλη του στην ξαναμμένη σάρκα ανάμεσα στα στήθη της. «Μοσχοβολάς, Νάταλι». Η Νάταλι του άνοιξε τη ζώνη του παντελονιού, λαχταρώντας σαν τρελή να τον νιώσει γυμνό πάνω της. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τους είχε πιάσει τέτοια ερωτική φρενίτιδα... 106


DONNA KAUFFMAN

Από τη στιγμή που τον άκουσε στο μουσείο να της λέει ότι ήθελε να μπει μέσα της, έκαναν και οι δυο ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να φτάσουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα σ’ αυτό το στόχο. Η διαδρομή με το ταξί μέχρι το ξενοδοχείο ήταν πραγματικό μαρτύριο. Και η απόσταση από την αίθουσα αναμονής μέχρι το δωμάτιο ακόμα χειρότερο. Για πρώτη φορά ο Τζέικ δεν έδειξε την επιθυμία να χρονοτριβήσει, να της αυξήσει την επιθυμία καθυστερώντας το σμίξιμό τους. Βιαζόταν κι εκείνος όσο και η ίδια, κι αυτή η βιασύνη ήταν το πιο μεθυστικό βασανιστήριο. Η Νάταλι προσπάθησε να εστιάσει το βλέμμα της στο φαρδύ, γεροδεμένο στέρνο του, αλλά με τη φαντασία της έβλεπε την έκφρασή του τη στιγμή που την ευχαριστούσε επειδή του είχε δείξει εκείνο το γλυπτό. Κι εκείνη η έκφραση την έκανε να τον θέλει σαν τρελή, όλο και περισσότερο. Ήταν αδύνατον να σβήσει από το νου της την εικόνα του κι έτσι παραιτήθηκε από την προσπάθεια. Να, λοιπόν, που δεν μπορούσε ν’ αφήσει κατά μέρος τους συναισθηματισμούς, όσο κι αν το ήθελε, όσο κι αν η λαχτάρα της για κείνον ήταν πιεστική αυτή τη στιγμή. Βέβαια, θα περνούσαν πάλι βδομάδες μέχρι να τον ξαναδεί. Άρα είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή της για να έρθει στα συγκαλά της. «Τύλιξε τα πόδια σου στη μέση μου, Νάταλι», την πρόσταξε ο Τζέικ, ανασηκώνοντάς την ταυτόχρονα προς το μέρος του. «Θεέ μου, τι υπέροχα που μυρίζεις...» Σταμάτησε και έσκυψε πάνω από την κοιλιά της, σπρώχνοντας την κιόλας προς τα πίσω, αλλά η Νάταλι ήταν ήδη έτοιμη να τον δεχτεί και λαχταρούσε να τον νιώσει ολόκληρο μέσα της. Το κορμί της σκιρτούσε από την επιθυμία. «Όχι... σε θέλω τώρα». Του τράβηξε το κεφάλι προς τα πάνω και βύθισε τα νύχια της στους ώμους του. Ο Τζέικ την κοίταξε και χαμογέλασε. «Απαιτητική. Μ’ αρέσει αυτό». Έσκυψε πάλι και πήρε για μια στιγμή τη ρώγα της στο στόμα του. «Θα ξαναγυρίσω, όμως». «Ναι, ναι... Αλλά τώρα βιάσου, θέλω να σε νιώσω μέσα μου. Ναι! 107


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Θεέ μου... ναι!» «Εδώ;» Ο Τζέικ μπήκε μέσα της, μένοντας για μια στιγμή ακίνητος. «Εδώ θέλεις να με νιώθεις, Νάταλι;» «Ναι...» Η Νάταλι κούνησε προκλητικά τους γοφούς της και κατάλαβε την προσπάθειά του να συγκρατηθεί. Οι μύες του κάτω από τα δάχτυλά της ήταν σφιγμένοι σαν ατσάλι -σαν ατσάλι που τρεμούλιαζε. «Ανασηκώσου», την πρόσταξε βραχνά. Η Νάταλι υπάκουσε και ο Τζέικ έπιασε ένα μαξιλάρι και το έβαλε κάτω από τη μέση της, για να τη φέρει σε μια στάση όπου θα μπορούσε να έρθει ακόμα πιο βαθιά. «Σε παρακαλώ...» κλαψούρισε η Νάταλι, δίχως να ξέρει πια τι του ζητούσε. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι ήθελε αυτό να κρατήσει ώρες. Μέρες. Χρόνια. Μια αιωνιότητα. Ο Τζέικ την κρατούσε καρφωμένη στο κρεβάτι, αφήνοντας μόνο τη λεκάνη της να ανασηκώνεται ελάχιστα προς το μέρος του. «Πάρε με!» τον διέταξε με βραχνή φωνή. «Πες, παρακαλώ». Η Νάταλι άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε με έκπληξη, αλλά, παρ’ όλο που εκείνος χαμογελούσε, ο ιδρώτας στο μέτωπό του και η φλέβα που πετάριζε σαν τρελή στον κρόταφό του την έκαναν να καταλάβει πόσο του κόστιζε αυτή η προσπάθεια. «Μπορεί», τον πείραξε ξέπνοα. «Μπορεί και όχι». Ο Τζέικ βόγκηξε και το σώμα του λύγισε. «Δεν παίζεις τίμια». «Για μάντεψε από ποιον το έμαθα!» Έσφιξε τα πόδια της γύρω του και τον τράβηξε προς το μέρος της με όλη της τη δύναμη, τόσο δυνατά, που η πλάτη της ανασηκώθηκε από το στρώμα. Ο Τζέικ έχασε μονομιάς κάθε έλεγχο. Βγάζοντας ένα μακρόσυρτο βογκητό άφησε τον πόθο του να ξεσπάσει μέσα της. Ακούγοντάς τον, η Νάταλι δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο. Τον ακολούθησε ένα δευτερόλεπτο αργότερα, αφήνοντας τα κύματα της ηδονής να την παρασύρουν στη δίνη τους. Παραζαλισμένοι από την ένταση του οργασμού τους, έπεσαν 108


DONNA KAUFFMAN

αποκαμωμένοι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Ο Τζέικ της έσπρωξε τα υγρά μαλλιά από το πρόσωπο και της έδωσε ένα ατέλειωτο, παθιασμένο φιλί, δείχνοντας μια ενεργητικότητα που η Νάταλι δεν πίστευε πως θα του είχε απομείνει ύστερα απ’ αυτό. Μετά την άφησε και, δίχως να βιάζεται, άρχισε να χαράζει με τη γλώσσα του ένα καυτό μονοπάτι στο ιδρωμένο, ξαναμμένο κορμί της. «Τζέικ...» «Τσιμουδιά!» Η Νάταλι χαμογέλασε και τον άφησε να κάνει αυτό που ήθελε. Ύστερα από το φρενιασμένο σμίξιμό τους φοβόταν ότι η σάρκα της θα ήταν υπερευαίσθητη, αλλά δεν είχε φανταστεί πόσο... καταπραϋντικές ιδιότητες είχε μια απαλή γλώσσα. Έγειρε πίσω το κεφάλι της, χαλάρωσε... και σιγά σιγά ο Τζέικ την οδήγησε πάλι στη γλυκιά κορύφωση. Ύστερα το επανέλαβε... ξινά... και ξανά. Έτσι όπως μόνο εκείνος μπορούσε. Στο τέλος, όταν η Νάταλι δεν ήταν παρά ένα... ευτυχισμένο πτώμα, χωρίς στάλα ενεργητικότητας, ξάπλωσε δίπλα της και την τράβηξε τρυφερά στην αγκαλιά του. Έβαλε το πόδι της πάνω από το δικό του και το κεφάλι της στον ώμο του και άρχισε να τη χαϊδεύει μέχρι που την πήρε ο ύπνος. Και η τελευταία της σκέψη πριν κοιμηθεί ήταν πως τα όνειρά της δε θα μπορούσαν ποτέ να ξεπεράσουν την πραγματικότητα. Ο Τζέικ συνέχιζε να τη χαϊδεύει απαλά καθώς άκουγε τη ρυθμική της ανάσα. Ω, Θεέ μου, τον περίμεναν μεγάλοι μπελάδες. Δε χρειαζόταν καν να σκύψει να την κοιτάξει για να καταλάβει πόσο μεγάλοι μπελάδες τον περίμεναν. Ποτέ άλλοτε στη ζωή του δεν είχε ποθήσει τόσο πολύ μια γυναίκα όσο τη Νάταλι, κι αυτό τον τρόμαζε... Τον τρόμαζε τόσο πολύ, ώστε με δυσκολία κρατιόταν να μη σηκωθεί, ντυθεί και φύγει τρέχοντας από κει μέσα πριν κάνει καμιά ανοησία. Όπως να της πει ότι τα πράγματα για κείνον είχαν αρχίσει να σοβαρεύουν. 109


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Τρεις φορές την έχεις δει όλες κι όλες, αντιγύρισε νοερά στον εαυτό του. Είναι φυσικό να νομίζεις ότι την ερωτεύτηκες. Το σεξ μαζί της είναι φανταστικό. Γιατί να μη σου αρέσει; Δεν ήταν όμως μόνο το σεξ, και το ήξερε. Ναι, η σωματική ικανοποίηση που αισθανόταν εκείνη τη στιγμή ήταν απίστευτη. Αλλά, όσο κι αν θα του άρεσε να πιστεύει πως το υπέροχο σεξ ήταν υπεύθυνο για την απέραντη τρυφερότητα που τον είχε κυριέψει, δεν εξηγούσε τη συναισθηματική του αντίδραση νωρίτερα, όταν η Νάταλι του έδειξε εκείνο το γλυπτό. Θα έπρεπε πια να του φαίνεται ανόητη η συγκίνηση που του είχε προκαλέσει ένα κομμάτι ξύλο, αλλά κάθε άλλο παρά ανόητη του φαινόταν. Ένιωσε το σώμα της Νάταλι να βαραίνει πάνω του καθώς βυθιζόταν πιο πολύ στον ύπνο και όταν την κοίταξε η καρδιά του ξεχείλισε από τρυφερότητα. Ναι, αυτή η γυναίκα ήταν το κάτι άλλο στο κρεβάτι, σ’ αυτό δε χωρούσε αμφιβολία. Εκείνη τη στιγμή, όμως, δεν τον απασχολούσαν τέτοια πράγματα. Θυμήθηκε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν καθώς του μιλούσε για σεξ στο μουσείο. Όχι πως είχε πρόβλημα να μιλήσει ανοιχτά και τολμηρά για το ζήτημα. Τον γοήτευε όμως το ότι παρά την ευφυΐα και το δυναμισμό της... σε ορισμένα πράγματα ήταν ντροπαλή και συνεσταλμένη. Και, παρ’ όλο που του άρεσε να την προκαλεί, ειλικρινά αυτό δεν ήθελε να της το αλλάξει. Αρκεί να μην ήταν ντροπαλή όταν βρισκόταν μαζί του στο κρεβάτι. Ύστερα ήταν και ο τρόπος που είχε διαλέξει να συναντηθούν. Αν και δεν τον ήξερε, κατά βάθος τον καταλάβαινε πολύ καλά. Έβλεπε σ’ αυτόν πράγματα που δεν έβλεπαν οι άλλοι. Κανείς από τους συνεργάτες και τους φίλους του δε θα σκεφτόταν ποτέ ότι θα του άρεσε να επισκεφτεί ένα μουσείο. Η Νάταλι όμως το είχε σκεφτεί. Ίσως, επειδή δεν τον είχε γνωρίσει με την επαγγελματική ή με την οικογενειακή του ιδιότητα, ήταν σε θέση να διακρίνει τον πραγματικό του εαυτό χωρίς να παρασυρθεί από προκαταλήψεις. Ό,τι κι αν συνέβαινε, είχε επιλέξει συνειδητά εκείνο το γλυπτό, 110


DONNA KAUFFMAN

επειδή πίστευε ότι θα τον συγκινούσε... και επειδή της άρεσε να του δίνει χαρά. Ο Τζέικ το είχε καταλάβει. Γιατί ακόμα και την ώρα που ήταν σκυμμένος και κοιτούσε τις λεπτομέρειες του γλυπτού ένιωθε το βλέμμα της καρφωμένο πάνω του. Λες και η παρουσία του τη μάγευε όσο είχε μαγέψει εκείνον το γλυπτό. Πραγματικά, του προκαλούσε δέος η επιθυμία της και η χαρά της να του προσφέρει ευχαρίστηση. Και το πιο παράξενο ήταν πως αυτό δεν τον έκανε να νιώθει παγιδευμένος ή πιεσμένος. Αντίθετα, του γεννούσε την επιθυμία να της προσφέρει με τη δική του σειρά ευχαρίστηση, με τρόπους που δεν είχαν καμιά σχέση με τη σεξουαλική ικανοποίηση. Ίσως γι’ αυτό την έσπρωχνε στα άκρα, ίσως γι’ αυτό την πείραζε όταν ήταν μαζί στο κρεβάτι. Για να της δείξει πως δεν ήταν παρά ένα παιχνίδι, κάτι που έκαναν μόνο για το κέφι τους. Για να μην την αφήσει να καταλάβει ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της. Δεν την ξέρεις, διαμαρτυρήθηκε νοερά. Κι όμως, την ήξερε -και όχι επειδή είχε μάθει όλες εκείνες τις πληροφορίες για την οικογένειά της... Μπορεί να μη γνώριζε ποιο ήταν το αγαπημένο της χρώμα ή το αγαπημένο της φαγητό, ήξερε όμως ότι ήταν έξυπνη και αστεία και συγκινητικά ντροπαλή. Ήξερε ότι της άρεσε να δίνει όσο και να παίρνει. Ότι ήταν ανταγωνιστική απέναντι στον εαυτό της αλλά όχι απαραίτητα και απέναντι στους άλλους. Ότι απαιτούσε το καλύτερο από τον εαυτό της, και εκνευριζόταν όταν δεν ανταποκρινόταν στις δικές της προσδοκίες. Κι αυτό ίσως εξηγούσε γιατί είχε τραβήξει το δικό της δρόμο στη ζωή αντί να ακολουθήσει τον προκαθορισμένο δρόμο της οικογένειας της. Ο Τζέικ ήθελε να τη ρωτήσει γι’ αυτό το ζήτημα. Να μάθει τι την έκανε ευτυχισμένη, τι τη στεναχωρούσε. Ήθελε να μάθει το αγαπημένο της χρώμα και αν άφηνε το σωληνάριο της οδοντόπαστας ανοιχτό και ένα σωρό άλλες μικρές και ασήμαντες λεπτομέρειες. 111


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Ω, ναι... τον περίμεναν μεγάλοι μπελάδες. Κάποια στιγμή κατάλαβε ότι είχε λαγοκοιμηθεί, γιατί όταν ξανακοίταξε το ρολόι είχε περάσει μία ολόκληρη ώρα. Η Νάταλι ήταν ακόμα κουρνιασμένη στην αγκαλιά του και δεν του έκανε καρδιά να την ξυπνήσει. Αναρωτήθηκε πώς θα ήταν να την ξυπνάει κάθε πρωί... Κατά τα φαινόμενα, ο σύντομος ύπνος δεν τον είχε φέρει στα συγκαλά του. Όταν η Νάταλι γύρισε και έτριψε το πρόσωπό της στο στήθος του, ο Τζέικ έσκυψε και φίλησε το μέτωπό της. Η ευχαρίστηση που του έδωσε αυτή η ασήμαντη κίνηση ήταν απίστευτη. Πραγματικά, έπρεπε να σηκωθεί αμέσως από το κρεβάτι. Ίσως ο καθαρός αέρας τον βοηθούσε να καθαρίσει τη θολούρα από το μυαλό του. Και από την καρδιά του. Τη σκούντησε απαλά. «Νάταλι. Ώρα να σηκωθούμε». Εκείνη απλώς κουλουριάστηκε πιο βαθιά στην αγκαλιά του. Ο Τζέικ αναστέναξε. Η αντίδρασή της του άρεσε πολύ -και δε θα έπρεπε. «Ώρα να σηκωθούμε», ξανάπε. «Θα χάσεις το αεροπλάνο». Εκείνη μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο, έβαλε το χέρι κάτω από το μάγουλό της και αναστέναξε βαθιά. Αν ήταν στο χέρι του, θα τηλεφωνούσε και θα ακύρωνε το εισιτήριό της για να την αφήσει να κοιμηθεί. Αλλά είχε κι εκείνος δουλειά. Ε, λοιπόν, ήξερε ένα σίγουρο τρόπο για να την ξυπνήσει... Άρχισε να σέρνει αργά το δάχτυλό του στη ραχοκοκαλιά της... Εκείνη κύρτωσε το σώμα της και ο Τζέικ κόλλησε το δικό του πάνω της πριν τη γυρίσει ανάσκελα. Η Νάταλι άφησε ένα μικρό αναστεναγμό όταν εκείνος έκλεισε τη ρώγα της στο στόμα του. Η ανταπόκρισή της ήταν άμεση. «Τζέικ...» ψιθύρισε βραχνά. «Μμμ...» Όταν πήγε να σηκώσει το κεφάλι του, τον εμπόδισε, κι εκείνος υποτάχτηκε ευχαρίστως στις επιθυμίες της. Κατέβασε αργά αργά 112


DONNA KAUFFMAN

το χέρι του από το στομάχι της και τη βρήκε υγρή κι έτοιμη για κείνον. Αν ξυπνούσε κάθε πρωί με τέτοιο τρόπο, ίσως να μην του ήταν καθόλου δύσκολο να αναλάβει τη δέσμευση που τόσο πολύ τον τρόμαζε. Για πρώτη φορά άρχισε να αμφιβάλλει για τον τρόπο ζωής του. Αλλά αυτή η σκέψη, μαζί με οποιαδήποτε άλλη θα μπορούσε να κάνει, εξανεμίστηκε όταν η Νάταλι τον έσπρωξε ανάσκελα και κάθισε πάνω του. Η Νάταλι πρόλαβε το αεροπλάνο της την τελευταία στιγμή. Έδεσε τη ζώνη και ακούμπησε το κεφάλι της πίσω. Κανονικά θα έπρεπε να είναι εκνευρισμένη, γιατί δεν της άρεσε καθόλου να βιάζεται. Πάντα φρόντιζε το καθετί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, ώστε όλα να πηγαίνουν ρολόι. Γί’ αυτό τώρα της φαινόταν ανεξήγητο που δεν είχε πάψει ούτε μια στιγμή να χαμογελάει. Ο Τζέικ την είχε ξαφνιάσει προτείνοντάς της να τη συνοδεύσει μέχρι το αεροδρόμιο. Το επιχείρημά του ήταν ότι εκείνος έφταιγε για την καθυστέρησή της και πως ήταν ο μόνος τρόπος για να εξιλεωθεί. Η Νάταλι όμως είχε ενδοιασμούς. Δεν μπορούσε να το προσδιορίσει, αλλά κάτι φαινόταν να έχει αλλάξει ανάμεσά τους. Επειδή το επιθυμείς, δε σημαίνει πως άλλαξε κιόλας, σκέφτηκε. Ο Τζέικ μπορεί να ήταν φλογερός εραστής, αλλά δεν έπαυε να είναι και τζέντλεμαν. Πάντα της άνοιγε την πόρτα για να περάσει πρώτη. Ακόμα και στους οργασμούς, πάντα μου δίνει την προτεραιότητα, σκέφτηκε και χαχάνισε σαν κοριτσόπουλο. Τελικά, οι καλοί τρόποι ήταν ωραίο πράγμα! Όχι πως δεν μπορούσε ν’ ανοίγει μόνη της τις πόρτες, και ασφαλώς δεν είχε καμιά αντίρρηση να του προσφέρει ευχαρίστηση -είτε στο κρεβάτι είτε άλλου- χωρίς να νοιάζεται μόνο για τη δική της, αλλά αφού ο Τζέικ προτιμούσε να την περιποιείται, δε σκόπευε να του παραπονεθεί. Όταν σκέφτηκε τη λέξη «ευχαρίστηση», ξανάρθε στο μυαλό της η 113


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

επίσκεψή τους στο μουσείο. Ο Τζέικ της είχε πει ότι οι πρόγονοί του είχαν εγκατασταθεί στη Δύση πριν από εκατό χρόνια. Οι δικοί της είχαν έρθει με το Μεϊφλάουερ, το πρώτο καράβι των αποίκων. Εκείνος όμως ήταν πιο δεμένος με την οικογένειά του απ’ όσο εκείνη με τη δική της. Ήξερε ότι ο Τζέικ εργαζόταν στην οικογενειακή επιχείρηση, αλλά τίποτα περισσότερο. Ήταν παράξενο όμως που είχε την αίσθηση ότι τον γνώριζε τόσο καλά, ενώ, στην πραγματικότητα, αγνοούσε τα πάντα για κείνον. Η γνώση της όμως πήγαινε πέρα από τα γεγονότα και τις διάφορες εκτιμήσεις... Γιατί, αν και τον ήξερε τόσο λίγο διάστημα, μπορούσε να αντιληφθεί τις διαθέσεις του, να καταλάβει πότε την πείραζε και να διαισθανθεί το πότε ήταν έτοιμος να σοβαρευτεί ακόμα και προτού το συνειδητοποιήσει εκείνος. Αυτό όμως δε σήμαινε ότι ήταν ένας άντρας με τον οποίο θα μπορούσε να ζήσει, ή έστω να περνάει μαζί του μεγάλα χρονικά διαστήματα. Σύμφωνοι, ήταν γοητευτικός και υπέροχος όταν ήταν μαζί. Αλλά αυτό δεν ήταν ο σκοπός της όλης ιστορίας; Να μοιράζονται το καλύτερο κομμάτι του εαυτού τους και να αφήνουν την πεζή πραγματικότητα έξω από την πόρτα του ξενοδοχείου; Ξενοδοχεία... Ήταν κι αυτό άλλο ένα ζήτημα. Ήδη η Νάταλι μετρούσε τις ώρες μέχρι να τον ξαναδεί. Στη Νέα Ορλεάνη. Ένα ρίγος τη διαπέρασε μόλις το σκέφτηκε. Είχαν κανονίσει να συναντηθούν σε μια από ας πιο ερωτικές πόλεις της χώρας. Και ήταν η σειρά του να ετοιμάσει το σχέδιο. Εκείνη όμως δεν ήθελε να βρεθούν πάλι σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Δεν ένιωθε φτηνή, ή κάτι τέτοιο. Άλλωστε, πώς θα μπορούσε να νιώσει φτηνή σε ένα ξενοδοχείο πέντε αστέρων; Ήθελε όμως κάτι πιο... προσωπικό. Πρόσεχε τι εύχεσαι, Νάταλι. Αναρωτήθηκε πώς ήταν το σπίτι του και αν θα του άρεσε το ρετιρέ της στην πόλη. Τον φαντάστηκε ξαπλωμένο στο κρεβάτι της, να 114


DONNA KAUFFMAN

κοιμάται στα μαξιλάρια της και ν' αφήνει το άρωμά του στις πετσέτες της. Ω, Θεέ μου, αυτός ο άνθρωπος είχε αρχίσει να της γίνεται ψύχωση. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο δεν τον είχε αφήσει να τη συνοδέψει στο αεροδρόμιο. Ήθελε να μείνει μόνη για να σκεφτεί, και τα φλογερά του φιλιά στην πύλη του αεροδρομίου θα σκότιζαν ακόμα περισσότερο το ήδη σκοτισμένο μυαλό της. Είχε αρχίσει να δίνει αυθαίρετες ερμηνείες στο κάθε του βλέμμα, που ίσως να μη σήμαινε τίποτα περισσότερο από το ότι περνούσε καλά μαζί της. Και γιατί να μην περνούσε καλά; Φυσικό δεν ήταν; Αυτό δεν πήγαινε να πει ότι υπήρχε και κάτι πιο βαθύ... Όχι, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ο Τζέικ ήταν ένας εργασιομανής, αφοσιωμένος στην καριέρα του, όπως κι εκείνη. Ακόμα κι αν αποφάσιζαν να δώσουν στη σχέση τους μια πιο σοβαρή χροιά, πώς ήταν δυνατόν να πετύχει; Η Νάταλι ήξερε την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Δεν επρόκειτο να πετύχει. Αν ήθελε να εξακολουθήσει να τον βλέπει, θα έπρεπε να συνεχίσει να παίζει με τους κανόνες που είχαν θέσει εξαρχής. Μπορούσε όμως; Μπορούσε να αντισταθεί στα αισθήματα που εκείνος ξυπνούσε μέσα της; Και όταν αναπόφευκτα θα έφτανε το τέλος, θα μετάνιωνε που δεν είχε φύγει νωρίτερα, πριν μπλεχτεί περισσότερο μαζί του; Γιατί το μόνο σίγουρο ήταν ότι είχε μπλεχτεί άσχημα. Αναστέναξε και κοίταξε έξω από το παράθυρο καθώς το αεροπλάνο απογειωνόταν. Είχε μπροστά της τρεις βδομάδες μέχρι να βρεθούν στη Νέα Ορλεάνη. Η δουλειά που είχε κάνει στο Σικάγο δεν ήταν ό,τι καλύτερο, έστω κι αν την είχε φέρει εις πέρας. Αν ήθελε να πραγματοποιήσει τις φιλοδοξίες της, θα έπρεπε να βρει έναν τρόπο να εστιάσει την προσοχή της στη δουλειά της και όχι στον Τζέικ. Θα τον συναντούσε στη Νέα Ορλεάνη. Θα περνούσαν καλά. Τίποτα περισσότερο απ’ αυτό. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να αδημονεί πιο πολύ απ’ όσο θα ανυπομονούσε να πάει σε ένα πάρτι της Λίζας ή να ξεσκάσει ένα Σαββατοκύριακο. Δεν υπήρχε κανένας 115


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

λόγος ν’ αφήνει τη σκέψη του να γίνεται εμπόδιο στην καριέρα της. Στο κάτω κάτω, γι’ αυτό είχαν βάλει εκείνους τους ηλίθιους κανόνες εξαρχής. Καθώς το αεροπλάνο έπαιρνε ύψος, η Νάταλι χαλάρωσε και σιγά σιγά την πήρε ο ύπνος. Μόνο που δεν ονειρεύτηκε ότι γινόταν συνεταίρος στο δικηγορικό γραφείο στα τριάντα πέντε της. Ούτε το γωνιακό γραφείο με την υπέροχη θέα. Ούτε ότι αποδείκνυε, επιτέλους, στην οικογένειά της πως ήταν απολύτως ικανή να πραγματοποιήσει τα όνειρά της. Όχι... ονειρεύτηκε έναν καβαλάρη σ’ ένα άλογο χωρίς σέλα, που έπιανε με το λάσο του ένα ατίθασο μοσχαράκι και το υπέτασσε... Τη στιγμή που το αεροπλάνο προσγειωνόταν, η Νάταλι ξύπνησε και έτριψε ασυναίσθητα τους καρπούς της, λες κι έψαχνε κάποιο κόψιμο από σκοινί. Έμεινε στο κάθισμά της περιμένοντας να κατεβούν όλοι οι άλλοι. «Την πάτησες άσχημα, Νάταλι Χόλκομ», μονολόγησε. Τελικά, μόνο ένας τρόπος υπήρχε να γλιτώσει από αυτό το μπλέξιμο: να ακυρώσει το ραντεβού της Νέας Ορλεάνης.

116


DONNA KAUFFMAN

Κεφάλαιο 11

Όπως ήρθαν τα πράγματα, η Νάταλι θα αναγκαζόταν να ακυρώσει το ραντεβού της Νέας Ορλεάνης είτε το ήθελε είτε όχι. Τρεις μέρες μετά την επιστροφή της στη Νέα Υόρκη, ο πατέρας της έπαθε πάλι καρδιακή προσβολή. Έτσι, αναγκάστηκε να πάει αεροπορικώς στο Κονέκτικατ και να μείνει τριάντα ολόκληρες ώρες στο νοσοκομείο. Μόνο όταν βεβαιώθηκε ότι ο πατέρας της θα γλίτωνε ξαναγύρισε στη Νέα Υόρκη. Η περιπέτεια όμως δεν είχε τελειώσει εκεί. Για την ακρίβεια, αυτό ήταν μόνο η αρχή. Από την ώρα που έφυγε από το Κονέκτικατ, ο ένας καβγάς με τα αδέρφια της ακολουθούσε τον άλλο. «Πρέπει να γυρίσεις σπίτι, Νατ. Μόνο εσένα ακούει». Η Νάταλι έτριψε τους κροτάφους της για να μαλακώσει τον πονοκέφαλο, που είχε γίνει πια μόνιμος σύντροφός της. «Πόσες φορές πρέπει να σου εξηγήσω ότι δεν είναι δυνατόν να παρατήσω την καριέρα μου και τη ζωή μου για να φροντίσω τον μπαμπά;» είπε στην αδερφή της. «Ολόκληρος άντρας είναι. Και έχει την οικονομική άνεση να προσλάβει νοσοκόμες σε εικοσιτετράωρη βάση». Η Σαμπρίνα ξεφύσηξε ανυπόμονα. «Δε νομίζεις ότι αρκετά κράτησε η ανταρσία σου; Ο μπαμπάς σε χρειάζεται, και το μόνο που σκέφτεσαι είναι ο εαυτός σου». «Εκείνο που χρειάζεται ο μπαμπάς είναι να καταλάβει πως δεν είναι αθάνατος και πως πρέπει να κάνει ό,τι του λένε οι γιατροί του. Μιλάω μαζί του στο τηλέφωνο κάθε μέρα, και το ξέρεις πολύ καλά. Δεν τον παραμελώ αλλά ούτε και μπορώ να τον εξαναγκάσω να γίνει καλά». Και τότε άρχισαν τα κλάματα! 117


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται να είσαι τόσο ψυχρή και αδιάφορη απέναντι στον ίδιο σου τον πατέρα», είπε η Σαμπρίνα ρουφώντας τη μύτη της. Η Νάταλι αναστέναξε καρτερικά. Η Σαμπρίνα κέρδιζε Όσκαρ στο κλάμα και χρησιμοποιούσε αποτελεσματικά τα δάκρυα για να πετύχει αυτό που ήθελε. Συνήθως η Νάταλι ήταν άτρωτη στα κλαψουρίσματά της, αλλά ε κείνη τη στιγμή, παρά το σκληρό τρόπο με τον οποίο της είχε μιλήσει, ένιωθε ευάλωτη και ταραγμένη. Τόσο πολύ, ώστε παρ’ όλο που ήξερε ότι η Σαμπρίνα προσπαθούσε να της επιβάλει το δικό της δεν μπόρεσε να μη νιώσει τύψεις. Για λίγη ώρα, ο πατέρας της ήταν κλινικά νεκρός. Για την ακρίβεια, οι γιατροί τον είχαν επαναφέρει όχι μία αλλά δύο φορές όταν βρισκόταν στην εντατική. Η Νάταλι είχε πάθει σοκ ανακαλύπτοντας πόσο εύθραυστος ήταν ο δεσμός της με το μοναδικό γονιό που της είχε απομείνει. Και αν ο πατέρας της δεν ακολουθούσε κατά γράμμα και στο ακέραιο τις συμβουλές των γιατρών αυτή τη φορά, δε θα υπήρχε επόμενη. Ο καρδιολόγος του της είχε εξηγήσει λεπτομερώς τη δυσάρεστη πραγματικότητα και την είχε παρακαλέσει να βοηθήσει τον πατέρα της με κάθε τρόπο, σαν να διαισθανόταν ότι ήταν η μόνη από τα αδέρφια που μπορούσε να το καταφέρει. Και δεν την παρηγορούσε καθόλου το γεγονός ότι δεν είχε πέσει έξω στις εκτιμήσεις του. Ακόμα και στις καλύτερες συνθήκες, ο Τσακ και οι αδερφές της απλώς δεν είχαν την υπομονή να συνεννοηθούν με τον πατέρα τους, αλλά ούτε κι εκείνος μαζί τους. Όλοι τους κοπίαζαν για τον ίδιο σκοπό: να κάνουν το όνομα Χόλκομ συνώνυμο με την αίγλη και την ισχύ, αλλά ο καθένας είχε το δικό του τρόπο για να το πετύχει. Συνήθως ο πατέρας τους δεν παρενέβαινε, αρκεί τα αδέρφια της να είχαν το ποθούμενο αποτέλεσμα. Πράγμα που ήταν ευτύχημα, γιατί το να πείσει κανείς τα αδέρφια της για το πώς έπρεπε να γίνει κάτι ήταν εξίσου μάταιο και εκνευριστικό με το να κάνει κουμάντο στον πατέρα τους. Να όμως που τώρα προσπαθούσαν να κάνουν κουμάντο σ’ εκείνη. 118


DONNA KAUFFMAN

Δεν καταλάβαιναν για ποιο λόγο δεν μπορούσε να βάλει ένα τέλος σ’ αυτή την «ανόητη απόδραση στη Νέα Υόρκη» και να επιστρέφει στο σπίτι της, εκεί όπου ήταν η θέση της, για να φροντίσει τον άνθρωπο που πάντα τη φρόντιζε. Θα μπορούσε να τους αντιτείνει ότι φρόντιζε μόνη της τον εαυτό της από τότε που είχε τελειώσει το σχολείο, αλλά δεν είχε νόημα. Επίσης, ήξερε ότι η επιστροφή της δε θα έκανε το θαύμα που πίστευαν τα αδέρφια της. Η συμβίωση με τον πατέρα τους θα ήταν μια ατέλειωτη, ανελέητη μάχη επιβολής. Η ιδέα και μόνο, της έφερνε πονοκέφαλο. Το ζήτημα όμως ήταν ότι διακυβευόταν η ζωή του πατέρα τους. Πώς ήταν δυνατόν να τον εγκαταλείψει; «Νάταλι; Μ’ ακούς;» Όχι. Ακούω τον εαυτό μου. Η Νάταλι έκλεισε σφιχτά τα μάτια της για να μη βάλει τα κλάματα. «Θα χρειαστώ μερικές μέρες για να βάλω μια τάξη εδώ». Ο αναστεναγμός ανακούφισης που ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής δεν την παρηγόρησε καθόλου. Τι μ' έπιασε και συμφώνησα; αναρωτήθηκε. Έκλεισε το τηλέφωνο και συγκρότησε με κόπο την επιθυμία της να πέσει πάνω στο γραφείο και να κλάψει. Αυτό όμως δε θα έλυνε το πρόβλημα. Συγκέντρωσε το μυαλό της στα πράγματα που έπρεπε να κάνει, αλλά απ’ ό,τι φαινόταν δε θα ήταν εύκολο. Έπρεπε να ζητήσει άδεια άνευ αποδοχών από το αφεντικό της. Σίγουρα θα της την έδινε, αλλά εκείνη ήξερε ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα κατέστρεφε όλα όσα είχε με τόσο κόπο καταφέρει. Οι άλλοι θα την υποσκέλιζαν και όταν θα επέστρεφε θα ήταν αναγκασμένη να δουλέψει διπλά για να ξαναπάρει τη θέση της. Το είχε δείνα συμβαίνει αμέτρητες φορές με άλλες γυναίκες, που έπαιρναν έστω και μια σύντομη άδεια μητρότητας. Όσοι νόμοι κι αν θεσπίζονταν για την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών στους χώρους εργασίας, οι άντρες πάντα κατάφερναν να τους παρακάμψουν. Και σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο όπως ένα δικηγορικό γραφείο 119


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

αυτό φαινόταν πιο καθαρά από οπουδήποτε άλλου. Γί’ αυτό κι εκείνη είχε αποφασίσει να αναρριχηθεί όσο το δυνατόν ψηλότερα στην ιεραρχία, προτού αρχίσει να σκέφτεται για γάμο και οικογένεια. Και κάθε φορά που ένιωθε το βιολογικό της ρολόι να χτυπάει, υπενθύμιζε στον εαυτό της ότι πλέον οι γυναίκες γίνονταν μητέρες ακόμα και μετά τα σαράντα. Αμέσως της ήρθε στο μυαλό ο Τζέικ και γέλασε σαρκαστικά. Είχε στ’ αλήθεια προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό της ότι μπορούσε να συνεχίσει τη σχέση της μαζί του χωρίς να γίνουν τα πράγματα πιο σοβαρά; Νύχτες ολόκληρες έμενε ξάγρυπνη πασχίζοντας να πιστέψει ότι μπορούσε να περάσει ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο στη Νέα Ορλεάνη χωρίς να τον ερωτευτεί ακόμα πιο πολύ. Άδικα αγωνιούσα, σκέφτηκε. Χωρίς δουλειά, δε θα είχε λόγο να ταξιδεύει. Κι αφού δε θα ταξίδευε, δε θα έβλεπε τον Τζέικ. Ωστόσο, ήξερε ότι αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να βάλει τέλος στη σχέση τους. Η καρδιά της πονούσε κυριολεκτικά καθώς κοιτούσε τα ντοσιέ πάνω στο γραφείο της δίχως να τα βλέπει. Παρά τον πόνο της ένιωσε την οργή να φουντώνει μέσα της και συγκρατήθηκε για να μην τα πετάξει όλα κάτω. Όλοι της οι κόποι πήγαιναν χαμένοι, κι αυτό την έκανε έξω φρενών. Το να ξεσπάσει όμως με τέτοιο τρόπο δε θα είχε κανένα αποτέλεσμα. Ήξερε ότι το μόνο που θα τη βοηθούσε να νιώσει καλύτερα ήταν να αναλάβει δράση. Έτσι, τουλάχιστον, θα αισθανόταν πως έχει τον έλεγχο. Σηκώνοντας αποφασιστικά το ακουστικό, η Νάταλι πήρε το αφεντικό της. Δεν είχε νόημα να μεμψιμοιρεί. Ο πατέρας της τη χρειαζόταν. Τέσσερις ώρες αργότερα, αφού έκλεισε εισιτήριο με το αεροπλάνο και ετοίμασε τις βαλίτσες της, ήρθε και η στιγμή να στείλει ένα σημείωμα στον Τζέικ. «Το ήξερες ότι δε θα κρατούσε για πάντα», υπενθύμισε στον εαυτό της. Αυτό όμως δεν την ανακούφιζε καθόλου. Ο Τζέικ θα βρισκόταν στο Ντάλας σε τρεις μέρες. Το μόνο που είχε 120


DONNA KAUFFMAN

να κάνει ήταν να στείλει ένα μήνυμα στο ξενοδοχείο του για να το παραλάβει όταν θα έφτανε. Ήταν ο μόνος τρόπος για να επικοινωνήσει μαζί του. Πίστευε ότι θα την καταλάβαινε, γιατί κι εκείνος ήταν δεμένος με τους δικούς του. Η Νάταλι το ήξερε γιατί κατά τύχη είχε πάρει μερικές πληροφορίες για ένα ράντσο στο Γουαϊόμινγκ καθώς έκανε έρευνα για ένα συμβόλαιο συγχώνευσης και... Δεν έψαχνε για το ράντσο του Τζέικ, αλλά μιας και είχε μπει σ’ αυτά τα χωράφια, έκρινε σκόπιμο να ρίξει μια ματιά και στα υπόλοιπα κι έτσι, όπως ήταν φυσικό, είχε βρει πληροφορίες και για την οικογενειακή τους επιχείρηση. Ή, μάλλον, αυτοκρατορία θα ήταν η πιο σωστή λέξη. Μόνο που της είχε φανεί μια πιο ευτυχισμένη οικογενειακή αυτοκρατορία από κείνη που την είχε φέρει στον κόσμο. Οι γονείς του, τα αδέρφια του, διάφοροι θείοι και θείες, παιδιά, ανιψιά, ξαδέρφια και σύζυγοι δραστηριοποιούνταν στις επιχειρήσεις τους. Κυριολεκτικά, ήταν μια μεγάλη ευτυχισμένη οικογένεια. Στις κοινωνικές σελίδες δεν είχε βρει πολλά πράγματα πέρα από τους γόμους των τριών αδερφών του και δύο ή τριών εξαδέλφων. Και στο πολιτικό επίπεδο επίσης δεν υπήρχαν πολλές πληροφορίες. Αλλά όταν έφτασε στις φιλανθρωπικές συνεισφορές έπιασε λαβράκι. Όπως έδειχναν τα πράγματα, οι Λάνιστερ χαίρονταν να δίνουν χρήματα όσο και να τα κερδίζουν. Ήταν παράξενο όμως. Ενώ η ανακάλυψη ότι προέρχονταν και οι δύο από μεγάλες οικογένειες με κερδοφόρες επιχειρήσεις θα έπρεπε να την κάνει να νιώσει πιο κοντά του, την είχε κάνει να νιώσει πιο μόνη. Και πιο στερημένη. Πράγμα που την ενόχλησε, αφού είχε αποδεχτεί προ πολλού τα κουσούρια της οικογένειάς της. Πέρα από την οικονομική τους κατάσταση, οι οικογένειές τους δεν είχαν άλλο κοινό σημείο. Φυσικά, και οι δικοί της ασχολούνταν με φιλανθρωπικές δραστηριότητες, αλλά πάντα φρόντιζαν να γίνεται γνωστό, ώστε να ενισχύεται η εικόνα και το κύρος της εταιρείας. Για τον ίδιο λόγο δέσποζαν και στις κοινωνικές και πολιτικές 121


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

σελίδες. Απ’ όσο μπορούσε να καταλάβει, οι συγγενείς του Τζέικ διατηρούσαν χαμηλούς τόνους για τις δραστηριότητες τους και όποτε τύχαινε να δώσουν συνέντευξη στον Τύπο αναφέρονταν αποκλειστικά και μόνο στο επιχειρηματικό σκέλος, αφήνοντας τα προσωπικά τους στο περιθώριο. Η Νάταλι αναστέναξε καθώς αναρωτήθηκε πώς θα ήταν τα πράγματα αν και οι δικοί της έβαζαν πάνω απ’ όλα την οικογένεια. Πέταξε αγανακτισμένη το μολύβι στο γραφείο της. Έπρεπε να σταματήσει να σκέφτεται τέτοια πράγματα. Τι σημασία είχε αν η οικογένειά του ήταν ευτυχισμένη; Αυτό δε σήμαινε πως τον ήξερε κιόλας. Πέρα από το γεγονός ότι είχε την ικανότητα να τη φέρνει σε πολλαπλούς οργασμούς, δεν τον ήξερε καθόλου. Φαντάστηκε την απάντηση που θα της έδινε η Λίζα αν της έλεγε κάτι τέτοιο και γέλασε. «Τι άλλο, δηλαδή, χρειάζεται να ξέρει μια γυναίκα για έναν άντρα;» Αλήθεια, όμως, ποιες ήταν οι συνήθειες του; Ξεχνούσε να τραβήξει το καζανάκι της τουαλέτας; Ήταν ιδιότροπος στο φαγητό του; Τι μουσική άκουγε; Του άρεσε να μένει στο σπίτι και να διαβάζει ή ήταν γλεντζές και προτιμούσε να έχει παρέα κάθε βράδυ; Ποιο ήταν το αγαπημένο του λαχανικά; Ξεχνούσε τα κλειδιά του; Θυμόταν τις σημαντικές ημερομηνίες ή λησμονούσε πάντα γενέθλια και επετείους; Όχι, η μικρή έρευνά της στην οικογενειακή και στην επαγγελματική του κατάσταση δεν της είχε δώσει απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα. Ερωτήματα που τη βασάνιζαν, αλλά που ήταν μοιραίο να μείνουν για πάντα αναπάντητα από τη στιγμή που θα άφηνε το μήνυμα στο Ντάλας. Τράβηξε κοντά της το τηλέφωνο, αλλά έμεινε πάλι διατακτική. Και λοιπόν, τι σημασία είχε αν δεν ήξερε το αγαπημένο του λαχανικά; Αυτά που γνώριζε ήταν πολύ πιο σημαντικά. Ο Τζέικ ήταν καλόκαρδος. Τζέντλεμαν πέρα για πέρα, αλλά πρόθυμος να την πιέσει όταν καταλάβαινε ότι χρειαζόταν. Έντιμος. 122


DONNA KAUFFMAN

Δε δίσταζε να ακολουθήσει τον πιο δύσκολο δρόμο αν ήξερε ότι μακροπρόθεσμα θα ήταν πιο ωφέλιμος από την εύκολη λύση. Τι σημασία είχε αν όλα αυτά τα είχε μάθει στο κρεβάτι; Ασφαλώς ίσχυαν για κάθε πλευρά της ζωής του. Και η καρδιά της το ήξερε. Αντί να τηλεφωνήσει στο ξενοδοχείο του, σχημάτισε τον αριθμό της Λίζας. «Δόξα τω Θεώ», είπε με ανακούφιση όταν άκουσε τη φωνή της φίλης της. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε αμέσως η Λίζα. Είχε την ικανότητα να μπαίνει κατευθείαν στο θέμα παραλείποντας τις ασήμαντες λεπτομέρειες, κι αυτό ήταν κάτι που πάντα χαροποιούσε αφάνταστα τη Νάταλι. Της είχε μιλήσει ήδη για την περιπέτεια της υγείας του πατέρα της. Της είχε τηλεφωνήσει από το νοσοκομείο. Τώρα της είπε και τα υπόλοιπα, από το τηλεφώνημα της αδερφής της και μετά. Της τα είπε όλα, εκτός από κείνο που λαχταρούσε πραγματικά να εκμυστηρευτεί: για τον Τζέικ. «Αχ, γλυκιά μου, πόσο λυπάμαι», είπε η Λίζα όταν η Νάταλι τέλειωσε. «Μα καλά, δεν μπορούν να πάρουν μια νοσοκόμα;» Δεν περίμενε καν απάντηση γνώριζε πολύ καλά την οικογένεια της Νάταλι. «Άσε, ξέρω. Ευσεβείς πόθοι. Μα είναι αδικία να παρατήσεις τα πάντα για να πας να φροντίσεις τον πατέρα σου». Η Νάταλι ήδη ένιωθε καλύτερα έχοντας ανοίξει την καρδιά της στη Λίζα. Μπορεί να μην ξεσπούσε την οργή και την αγανάκτησή της, αλλά ήταν ανακουφιστικό να το κάνει κάποιος άλλος για λογαριασμό της. «Δεν έχω επιλογή αυτή τη φορά», είπε. «Πάντως σ’ ευχαριστώ για τη συμπαράσταση». Η Λίζα κάγχασε. «Ναι, ναι, λες και έχεις ανάγκη να σου κρατάνε το χεράκι. Σίγουρα θα έχεις κανονίσει ήδη τα πάντα. Προς Θεού, μην τυχόν κλάψεις και μεμψιμοιρήσεις! Εγώ πάντως θα το έκανα στη θέση σου, άσχετα από το αν οι γονείς μου δε θα ζητούσαν ποτέ τη βοήθειά μου». Οι γονείς της Λίζας είχαν πάρει διαζύγιο όταν ήταν ακόμα έφηβη, αφήνοντάς τη λίγο πολύ να τα βγάλει πέρα μόνη της, αφού η δική 123


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

τους ζωή τους απασχολούσε περισσότερο από τη ζωή του παιδιού τους. Κι αυτή η κατάσταση δεν είχε αλλάξει με το πέρασμα του χρόνου. Τώρα πια σπάνια μάθαινε νέα τους και όποτε της τηλεφωνούσαν ήταν για να της ανακοινώσουν κάποιο γάμο ή αρραβώνα τους. Η Λίζα είχε πάψει να παρευρίσκεται σ’ αυτές τις τελετές κάπου γύρω στον τέταρτο γάμο του καθενός τους. Τους αγαπούσε και τους δύο, αλλά δεν ασχολούνταν μαζί τους, όπως δεν ασχολούνταν κι εκείνοι μαζί της, κι έτσι όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Η Νάταλι αναστέναξε. «Και τι δε θα ’δινα να ήμουν στη θέση σου αυτή τη στιγμή». «Πρόσεχε τι εύχεσαι!» Η Νάταλι ήξερε πολύ καλά τι ευχόταν. Ένα ατέλειωτο Σαββατοκύριακο με τον Τζέικ στη Νέα Ορλεάνη. Το στομάχι της σφίχτηκε και η καρδιά της έγινε βαριά σαν μολύβι καθώς άρχισε σιγά σιγά να συνειδητοποιεί ότι δεν επρόκειτο να τον ξαναδεί ποτέ. «Λίζα... θέλω να σου πω κάτι». «Έχει κι άλλα;» «Προσπαθώ να αναπληρώσω το χαμένο χρόνο». «Τι υπαινίσσεσαι; Ότι μονοπωλούσα τα τηλεφωνήματά μας γκρινιάζοντας συνέχεια;» Η Νάταλι χαμογέλασε. Μπορεί να έβαζε την καριέρα της στον πάγο και να έχανε την κρυφή της ηδονή, αλλά η Λίζα θα ήταν πάντα στο πλευρό της. «Εσύ να γκρινιάζεις;» «Εντάξει, εξυπνάκια. Θα το αφήσω ασχολίαστο, κυρίως επειδή έχεις δίκιο και δεν μπορώ να αντιτείνω τίποτα πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Εμπρός, λοιπόν, σ’ ακούω». Ξαφνικά έβγαλε μια φωνή. «Α, όχι! Μη μου πεις πως θα αφήσεις το όμορφο διαμέρισμά σου. Ξέρω πόσο πολύ το αγαπάς. Αν έχεις πρόβλημα με τα χρήματα, άσε με να σε βοηθήσω και μου τα δίνεις όποτε μπορέσεις», είπε η Λίζα, κάνοντας τις δικές της υποθέσεις. Παίρνοντας φόρα, συνέχισε ακάθεκτη: «Πάντως, πιστεύω ότι πρέπει να κάνεις μια εξαίρεση στην απόφαση που πήρες για το 124


DONNA KAUFFMAN

καταπίστευμά σου και να βάλεις επιτέλους χέρι. Στο κάτω κάτω, η οικογένειά σου σε πιέζει να τα θυσιάσεις όλα. Το λιγότερο που μπορούν να κάνουν είναι να σε ενισχύσουν οικονομικά. Δεν είναι σωστό να χάσεις τα πάντα επειδή είσαι η μόνη που δε σηκώνει αγριάδες από τον ξεροκέφαλο τον πατέρα σου». Έκανε μια παύση, πήρε ανάσα και κατέληξε: «Και τι θα πει μόλις σε δει; Μπορεί να μη συμφωνεί με τις επιλογές σου, αλλά είναι περήφανος για την ανεξαρτησία σου». «Μόνο επειδή πιστεύει ότι στο τέλος θα δω το φως το αληθινό και θα τα παρατήσω όλα για να γυρίσω στους κόλπους της οικογένειας», είπε η Νάταλι. «Είναι απίστευτα υπομονετικός όταν προσπαθεί να αποδείξει ότι έχει δίκιο σε κάτι. Και αν το καταφέρει, η ικανοποίησή του θα είναι πολύ μεγάλη, γι’ αυτό κατά την άποψή του αξίζει τον κόπο να κάνει υπομονή». Αυτή τη φορά η Λίζα δε γέλασε. «Μπορεί και να είναι έτσι, αλλά όταν καταλάβει πως νίκησε επειδή είναι αδύναμος και χρειάζεται φροντίδα θα του έρθει κεραμίδα. Μπορεί και να μείνει ξερός μόλις σε δει». «Λίζα...» τη μάλωσε τρυφερά η Νάταλι. Μόνο στη Λίζα μπορούσε να γκρινιάξει και να πει τον πόνο της όταν οι δικοί της την έφερναν στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, και η παρατήρηση της φίλης της δεν ήταν άτοπη, αλλά θυμόταν ακόμα έντονα πώς καθόταν σ’ εκείνο το αποστειρωμένο δωματιάκι και περίμενε το γιατρό να της πει αν ο πατέρας της ζούσε ή είχε πεθάνει. «Με συγχωρείς», είπε μετανιωμένη η Λίζα, παρ’ όλο που δεν έτρεφε καμιά συμπάθεια για τον πατέρα της Νάταλι. Η Νάταλι όμως ήξερε πως η συμπόνια της Λίζας για την ίδια ήταν απεριόριστη, κι αυτό τη συγκινούσε. Μπορεί να ήταν δυνατή, αλλά όλοι χρειάζονταν λίγη συμπόνια κάπου κάπου. «Απλώς, δε μου αρέσει καθόλου αυτό που σου συμβαίνει», πρόσθεσε η Λίζα ήρεμα. «Ούτε κι εμένα. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, όμως. Το καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;» 125


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Και βέβαια το καταλαβαίνω. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι πρέπει και να μου αρέσει». Η Νάταλι χαμογέλασε και τα μάτια της βούρκωσαν. «Όσο για το διαμέρισμα, μην ανησυχείς. Έχω μερικές μετοχές που μπορώ να πουλήσω για να πληρώσω το νοίκι τουλάχιστον για τους επόμενους δυο μήνες. Έπειτα βλέπουμε». Γέλασε σιγανά. «Εξάλλου, χρειάζομαι ένα μέρος για να το σκάω τα Σαββατοκύριακα, όταν η ατμόσφαιρα στο σπίτι μου θα γίνεται πολύ βαριά». «Θα μπορούσες να έρχεσαι σ’ εμένα». «Όχι πια. Τώρα που δε θα δουλεύω, δε θα έχω εισόδημα. Τέρμα τα αεροπορικά ταξίδια, το ξέχασες;» «Υποσχέσου μου ότι θα με αφήσεις να σου στείλω εισιτήριο να έρθεις να με δεις έστω και για ένα Σαββατοκύριακο. Και όταν θα βρίσκομαι στη Νέα Υόρκη, θα έρθεις στο ξενοδοχείο μου και θα το ρίξουμε έξω. Με δικά μου έξοδα. Εντάξει;» «Εντάξει», απάντησε η Νάταλι, ξέροντας ότι η Λίζα δε θα δεχόταν άλλη απάντηση. «Είσαι η καλύτερη φίλη του κόσμου. Το ξέρεις;» «Και βέβαια το ξέρω. Εσύ να μην το ξεχνάς». «Αποκλείεται!» Τη στιγμή που η Νάταλι έκλεισε το τηλέφωνο, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε πει στη Λίζα για τον Τζέικ. Ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Ακόμα ήταν πολύ νωπό. Ίσως στο απώτερο μέλλον, όταν θα κάθονταν και θα μιλούσαν για την ερωτική τους ζωή, να ανέσυρε κι εκείνη αυτή τη σύντομη, τέλεια σχέση και να την εκμυστηρευόταν στη φίλη της. Ούτως ή άλλως, δεν επρόκειτο να ξεχάσει ούτε την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, όσος καιρός κι αν περνούσε. Έριξε μια ματιά στο ρολόι του τοίχου και συνειδητοποίησε ότι το ταξί της θα ερχόταν από στιγμή σε στιγμή. Κοίταξε το όνομα του ξενοδοχείου στο Ντάλας, στο πρόγραμμα που είχε γράψει ο Τζέικ με το χέρι του σχεδόν πριν από τρεις μήνες. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να πάρει τις πληροφορίες, να ζητήσει το τηλέφωνο, να αφήσει ένα μήνυμα για κείνον και να τελειώνει μια για πάντα μαζί 126


DONNA KAUFFMAN

του. Ωραία και απλά, έτσι όπως της άρεσε. Τότε όμως άκουσε ένα κορνάρισμα από κάτω. Το ταξί της είχε έρθει. Έριξε μια τελευταία ματιά στη χειρόγραφη λίστα του Τζέικ και ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά. Δεν ήταν ανακούφιση, απλώς ανέβαλλε το αναπόφευκτο. Παρ’ όλο όμως που ήξερε τη λίστα απέξω, την άρπαξε και την έβαλε στην τσάντα της. Θα τηλεφωνούσε από το Κονέκτικατ, αφού πρώτα θα είχε βολευτεί στο σπίτι της. Στο σπίτι της. Ίσως τα πράγματα δεν ήταν τόσο άσχημα όσο τα θυμόταν. Ήξερε όμως πως θα ήταν χειρότερα. Είχε ζήσει ανεξάρτητη τα τελευταία δέκα χρόνια, από τα δεκαοχτώ της. Η Λίζα είχε δίκιο. Ο πατέρας της δε θα χαιρόταν καθόλου όταν θα ανακάλυπτε ότι η μικρή του κόρη είχε θυσιάσει τα όνειρά της για να τον φροντίσει. «Δεν είσαι ο μόνος που δε χαίρεται, μπαμπά», μονολόγησε. Είτε όμως της άρεσε είτε όχι, θα τον βοηθούσε να γίνει καλά. Έστω κι αν αυτό θα ήταν δοκιμασία και για τους δυο τους.

127


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Κεφάλαιο 12

Ο Τζέικ πέταξε τις σημειώσεις του στο ένα κρεβάτι, άφησε τη βαλίτσα και το φορητό υπολογιστή του πάνω στ’ άλλο και προχώρησε γραμμή για το ντους. Πόσο θα ήθελε να ήταν στη Νέα Ορλεάνη και όχι στα Ντάλας! Πόσο θα ήθελε να ήταν μαζί του η Νάταλι! Είχε περάσει μια φριχτή και απαίσια βδομάδα κι αν δεν ξανάβλεπε ποτέ στη ζωή του δωμάτιο ξενοδοχείου θα ήταν ευτυχισμένος. Εκτός αν σ’ αυτό το δωμάτιο βρισκόταν η γυναίκα την οποία δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του... Μπήκε κάτω από το ντους και αναστέναξε με ανακούφιση όταν το καυτό νερό κύλησε πάνω του. Καθώς σαπουνιζόταν, προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι θα ήταν ανοησία αν υπέκυπτε στην επιθυμία του να της τηλεφωνήσει στο δικηγορικό γραφείο. Αφότου η Νάταλι τον είχε αφήσει στο Σικάγο, την είχε πάρει τόσες φορές που είχε μάθει πια απέξω τον αριθμό -μόνο που κάθε φορά έκλεινε το τηλέφωνο... Η δουλειά δεν τον είχε βοηθήσει καθόλου να βάλει τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις. Ήθελε κάτι περισσότερο από αυτή την επιφανειακή σχέση την οποία είχαν συμφωνήσει. Ήθελε να μπορεί ν’ ακούει τη φωνή της όποτε του έ κάνε κέφι! Τι σημασία είχε αν ζούσε ο ένας στη μια άκρη της χώρας και ο άλλος στην άλλη; Με τα συχνά ταξίδια που έκαναν, σίγουρα θα μπορούσαν να διατηρήσουν μια πιο ουσιαστική σχέση αν μιλούσαν στο τηλέφωνο ανάμεσα στις συναντήσεις τους. Ήθελε να ξέρει πώς πήγαινε στη δουλειά της, πώς περνούσε τη μέρα της. Ήθελε να μπορεί να της μιλάει για τη δική του, να ανταλλάσσουν νέα -καλά νέα, κακά νέα, οικογενειακά νέα-, ή έστω 128


DONNA KAUFFMAN

να μιλούν περί ανέμων και υδάτων. Όλο και πιο συχνά αναρωτιόταν τι άποψη θα είχε η Νάταλι στο ένα ή στο άλλο ζήτημα και ολοένα περισσότερο εκνευριζόταν που είχαν κάνει την ανοησία να θέσουν εκείνους τους ηλίθιους περιορισμούς. Άραγε η Νάταλι θα ήταν πρόθυμη να τους αλλάξουν λιγάκι; Ήξερε ότι η καριέρα της ήταν απαιτητική και ότι ήταν αφοσιωμένη στην επιτυχία της όσο και ο ίδιος. Αν της ζητούσε κάτι περισσότερο από τις περιστασιακές τους συναντήσεις, δε θα δεχόταν; Ο Τζέικ έκλεισε τη βρύση και βγήκε από την ντουζιέρα. Θα ρισκάριζε να χάσει έστω κι αυτό το λίγο που είχαν; Σκουπίστηκε, τύλιξε στη μέση του μια στεγνή πετσέτα και βγήκε από το μπάνιο. Από συνήθεια, έπιασε πάλι τις σημειώσεις του, αλλά τις πέταξε πάλι, αφού πρώτα διάβασε στα πεταχτά τις δύο πρώτες σελίδες. Όλο προβλήματα, όλο επαγγελματικά ραντεβού, δίχως τελειωμό. Αγαπούσε πραγματικά τη δουλειά που έκανε, αλλά τώρα τελευταία είχε την αίσθηση πως όποτε έλυνε ένα πρόβλημα ξεπετάγονταν άλλα τρία. Ο πατέρας του του έλεγε διαρκώς να εκπαιδεύσει άλλους για να ξελαφρώσει από το φόρτο της εργασίας και να ταξιδεύει λιγότερο, αλλά μέχρι τότε δεν είχε κανένα λόγο να το σκεφτεί. Η ζωή του ήταν η δουλειά του και δεν τον πείραζε να δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ώσπου γνώρισε τη Νάταλι. Ο Τζέικ κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και για πρώτη φορά σκέφτηκε πως το να μοιράσει μερικές από τις ευθύνες του σε άλλους ίσως να μην ήταν κακή ιδέα. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που θέλουν πάντα να έχουν τον απόλυτο έλεγχο, αλλά προτιμούσε να χειρίζεται ο ίδιος τα σοβαρά προβλήματα και ήταν δύσκολο να παραδεχτεί ότι δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί πλήρως σ’ αυτό το ρόλο. Κι ακόμα πιο δύσκολο να εμπιστευτεί άλλους για να τα αντιμετωπίσουν με την ίδια ευσυνειδησία. Έριξε μια ματιά στο φορητό υπολογιστή του και συλλογίστηκε το μήνυμα που του είχε στείλει ο πατέρας του μαζί με μια λίστα από ονόματα ανθρώπων τους οποίους θα μπορούσε να σκεφτεί γι’ αυτή 129


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

τη δουλειά. Ήξερε ότι δεν απαρνιόταν τις ευθύνες του. Εκείνο που τον ενοχλούσε περισσότερο ήταν το ότι δεν έκανε για μάνατζερ. Αυτός ο ρόλος ήταν το φόρτε της αδερφής του, της Τζούλι. Του άρεσε να μην έχει αφεντικό πάνω από το κεφάλι του και άλλη ευθύνη πέρα από το να φέρνει εις πέρας τη δουλειά της εταιρείας. Αν τώρα άρχιζε να ανησυχεί για το πώς χειρίζονταν άλλοι αυτή τη δουλειά... Τον έπιανε πονοκέφαλος και μόνο που το σκεφτόταν. Και τι σήμαινε αυτό; Όλο και περισσότερο η σκέψη του γυρνούσε στο πατρικό του ράντσο. Ο προπροπάππος του, ο Λάμοντ Λάνιστερ, ήταν ο πρώτος που είχε ξεκινήσει την εκτροφή βοοειδών όταν εγκαταστάθηκε στη Δύση. Ο Τζέικ αναρωτιόταν αν είχε φανταστεί έστω και στα πιο τρελά του όνειρα ότι μια μέρα θα γινόταν μια τόσο μεγάλη επιχείρηση διεθνούς κύρους με πολλαπλές δραστηριότητες. Είχε μεγαλώσει σ’ εκείνο το κτήμα, στο αρχικό σπίτι, ή τουλάχιστον στο κομμάτι που είχε απομείνει. Όσο κι αν ταξίδευε, όμως, η καρδιά του ήταν ακόμα σ’ εκείνο το ράντσο. Ανέκαθεν αγαπούσε τη ζωή εκεί, τις περίπλοκες διαδικασίες της εκτροφής των ζώων. Ήταν μια αγάπη που μοιραζόταν με τον πατέρα του. Μπορεί να του άρεσε η δουλειά του, αλλά τελευταία όλο και περισσότερο σκεφτόταν το Διπλό Λ. Οι γονείς του το θεωρούσαν ακόμα σπίτι τους, παρ’ όλο που έμεναν όλο και πιο σπάνια εκεί. Ο πατέρας του παραπονιόταν πως εκεί έκανε πολύ κρύο και η μητέρα του συμμεριζόταν αυτό το παράπονο. Έτσι, πριν από τρία χρόνια, είχαν αγοράσει ένα κτήμα στην Αριζόνα, κοντά στην έδρα της εταιρείας τους. Οι γονείς του ασχολούνταν δραστήρια με τη διοίκηση της επιχείρησης, αλλά ο πατέρας του το τελευταίο διάστημα εξέτρεφε από χόμπι μια καινούρια ράτσα αγελάδων, περισσότερο για το κέφι του παρά για το κέρδος, ενώ η μητέρα του ήταν μέλος διαφόρων φιλανθρωπικών σωματείων. Το Διπλό Λ ανήκε δικαιωματικά στο μεγαλύτερο αδερφό του, τον Τομ. Αλλά ο Τομ ζούσε στο Κάσπερ και δεν του άρεσε η ζωή στο ράντσο. Η Τζούλι και ο μικρότερος αδερφός του, ο Στιβ, ήταν 130


DONNA KAUFFMAN

παντρεμένοι και προτιμούσαν κι αυτοί να δουλεύουν στην πόλη. Και στον Τζέικ άρεσε η ζωή της πόλης, αφού το διαμέρισμά του ήταν στο κέντρο, αλλά σπάνια βρισκόταν εκεί. Όταν όμως σκεφτόταν τη λέξη «σπίτι», αυτόματα το μυαλό του πήγαινε στο ράντσο. Και πού θέλεις να καταλήξεις με όλ’ αυτά; αναρωτήθηκε. Ειλικρινά, δεν ήξερε. Βέβαια, οι γονείς του θα τον υποστήριζαν ολόψυχα αν τους έλεγε ότι ήθελε να κατασταλάξει κάπου, γιατί πίστευαν ότι ήταν πια καιρός να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Ευτυχώς, η γυναίκα του Στιβ είχε φέρει πρόσφατα στον κόσμο το τρίτο εγγόνι τους κι έτσι προς το παρόν τον είχαν αφήσει στην ησυχία του. Άραγε πώς θα τους φαινόταν η Νάταλι; Ο Τζέικ κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι του. Από τα μωρά και το γάμο, η σκέψη του είχε πάει κατευθείαν στη Νάταλι. Φαίνεται πως τα συνεχή ταξίδια τον είχαν κουράσει και χρειαζόταν μια ανάπαυλα. Αυτό ήταν όλο. II Νάταλι αντιπροσώπευε την ξεκούραση και την ξεγνοιασιά που τόσο πολύ του είχαν λείψει. Απλώς μεγαλοποιούσε αυτή τη μανία του να σκέφτεται, εκείνη και το ράντσο. Ήδη μετά το Σικάγο είχε επισκεφτεί άλλες δύο πόλεις και υπήρχαν άλλα τρία προγραμματισμένα ταξίδια μέσα στις επόμενες δέκα μέρες. Το ένα, μάλιστα, στο εξωτερικό. Ίσως ύστερα απ’ αυτό να ξέκλεβε ένα Σαββατοκύριακο για να πάει στο Διπλό Λ. Και μετά ήταν η Νέα Ορλεάνη. Δύο μέρες με τη Νάταλι. Η δουλειά θα τον απασχολούσε μόνο μερικές ώρες. Πώς θα ήταν άραγε μια ολόκληρη νύχτα μαζί της; Κι ύστερα να την ξυπνήσει το πρωί και να μη χρειάζεται να φύγει τρέχοντας για το αεροδρόμιο; Πώς θα της φαινόταν το ράντσο; «Εντάξει, αρκετά», είπε αυστηρά στον εαυτό του. Σηκώθηκε και άρχισε να αδειάζει τη βαλίτσα του. Η Νάταλι ήταν παιδί της πόλης, σαν τα αδέρφια του. Σίγουρα δε θα της άρεσε καθόλου το ράντσο. Άλλος ένας λόγος για να μην της τηλεφωνήσει στο γραφείο και να μην την πιέσει να δώσουν άλλη μορφή στη 131


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

σχέση τους. Έβγαλε ένα τζιν και ένα φούτερ, προσπαθώντας να μη σκέφτεται πόσο τον στεναχωρούσε αυτό το συμπέρασμα. Είχε λίγη δουλειά πριν από το βραδινό ραντεβού του και το πρώτο πράγμα που έπρεπε να κάνει ήταν να ρίξει μια ματιά στη λίστα για να διαλέξει τα πρόσωπα που θα τον βοηθούσαν. Ήταν μοιραίο να γίνει κάποια στιγμή. Μολονότι ο Τομ πιθανότατα θα αναλάμβανε την εταιρεία όταν οι γονείς του θα αποφάσιζαν να αποσυρθούν από την ενεργό δράση, ο Τζέικ ήξερε ότι κάποια στιγμή οι ευθύνες του θα μεγάλωναν. Κι αυτό δεν τον ενθουσίαζε καθόλου. Βέβαια, αν διόριζε τώρα βοηθούς, θα ταξίδευε λιγότερο και δε θα κινδύνευε να πάθει υπερκόπωση. Από την άλλη μεριά, θα λιγόστευαν και οι ευκαιρίες να βλέπει τη Νάταλι. Εκτός κι αν έκανε το μεγάλο βήμα και της φανέρωνε τα αισθήματα του. Ξαφνικά ο Τζέικ έμεινε ακίνητος. «Ήρθε η ώρα, Λάνιστερ», μονολόγησε. «Αν πρόκειται να κάνεις κάποιες αλλαγές, θα μπορούσες να ξεκινήσεις απ’ αυτή που θέλεις περισσότερο». Και πριν προλάβει να αλλάξει γνώμη, έπιασε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του γραφείου της. Δύο λεπτά αργότερα, προσπαθούσε να συνέλθει από το χτύπημα που είχε δεχτεί. «Λυπάμαι, αλλά η κυρία Χόλκομ απουσιάζει με άδεια. Θέλετε να σας συνδέσω με τον προσωρινό αντικαταστάτη της;» Του κόπηκε η μιλιά. Για μερικές στιγμές έμεινε εκεί, εμβρόντητος, έτσι που η κοπέλα αναγκάστηκε να επαναλάβει την ερώτησή της. Ο Τζέικ κατάφερε να ψελλίσει κάτι και έκλεισε το τηλέφωνο. Ύστερα έπιασε τα χαρτιά με τα μηνύματα που του είχαν δώσει στη ρεσεψιόν και έψαξε σαν τρελός να βρει κάποιο δικό της, ξέροντας ότι ήταν το μόνο μέρος στο οποίο θα προσπαθούσε να έρθει σε επαφή μαζί του. Τίποτα. Τα έψαξε και δεύτερη φορά, αλλά δεν υπήρχε κανένα μήνυμα από τη Νάταλι. «Τι στην οργή συμβαίνει;» μονολόγησε θυμωμένος και πέταξε τα χαρτιά στο κρεβάτι. 132


DONNA KAUFFMAN

Θα ερχόταν να τον βρει στη Νέα Ορλεάνη ή τον είχε ξεχάσει εντελώς; Αυτή η αβεβαιότητα τον εκνεύριζε αφάνταστα. Πού ήταν η Νάταλι; Μήπως τον χρειαζόταν; Γιατί είχε φύγει από τη δουλειά της, έστω και προσωρινά; Πού είχε πάει; Είχε γυρίσει στο πατρικό της; Είχε πάθει τίποτα η φίλη της η Λίζα; Κάποιος από την οικογένειά της; Τώρα μόνο συνειδητοποιούσε ο Τζέικ πόσο λίγα πράγματα ήξερε για κείνη... Σηκώθηκε και άρχισε να κόβει βόλτες στο δωμάτιο. Να της τηλεφωνούσε στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη; Είχε το νούμερο. Κάθισε αποκαμωμένος στην άκρη του κρεβατιού. Αν τον χρειαζόταν, ήξερε πού να τον βρει. Εκείνο που τον αναστάτωνε ήταν μήπως της είχε συμβεί κάτι... και δεν είχε ζητήσει τη βοήθειά του. Έτριψε το πρόσωπό του. Αυτό δεν ήθελες; είπε ανελέητα μια φωνή μέσα του. Όχι δεσμεύσεις, όχι προβλήματα, όχι μπλεξίματα. Προβληματισμένος, πέρασε τα δάχτυλα στα υγρά μαλλιά του. Εντάξει, ναι, αυτό ήθελε. Στην αρχή. Αλλά είχε πάψει να το θέλει από τη στιγμή που έκανε έρωτα μαζί της για πρώτη φορά. «Και τώρα τι γίνεται;» μονολόγησε κοιτώντας το ταβάνι. Ρίχνοντας μια ματιά στο τηλέφωνο, πήρε την απόφαση να μην της τηλεφωνήσει. Πριν επικοινωνήσει μαζί της, θα φρόντιζε πρώτα να κάνει μερικές αλλαγές στη ζωή του. Έλπιζε ολόψυχα ότι η Νάταλι θα ερχόταν να τον βρει στη Νέα Ορλεάνη. Κι από κείνη τη στιγμή και μετά, όλα τα ενδεχόμενα ήταν ανοιχτά. «Σαν παιδί κάνεις», φώναξε η Νάταλι έξω από την κλειδωμένη πόρτα του υπνοδωματίου του πατέρα της. «Πολύ καλά, λοιπόν. Θα στείλω τη νοσοκόμα Ράτσετ αφού δε μ’ αφήνεις να μπω». Μέτρησε μέχρι το δέκα και χαμογέλασε όταν άκουσε το κλειδί να γυρίζει. Μπήκε στο δωμάτιο και είδε τον πατέρα της να στέκεται στο παράθυρο και να κοιτάζει τον περιποιημένο κήπο. «Δεν καταλαβαίνω γιατί δε μ? αφήνετε στην ησυχία μου. Όντως, δεν είμαι κανένα παιδάκι». 133


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Αν δεν ήταν τόσο κουρασμένη, η Νάταλι θα του απαντούσε ότι η συμπεριφορά του έδειχνε το αντίθετο, αλλά ήξερε πως κάτι τέτοιο δε θα είχε κανένα αποτέλεσμα. Ούτε τα καλοπιάσματα ούτε τα κλαψουρίσματα, άλλωστε, είχαν κανένα αποτέλεσμα με τον πατέρα της. Όχι. Το μόνο που καταλάβαινε ήταν η ευθύτητα. «Ασφαλώς δεν είσαι παιδάκι. Το κακό όμως είναι ότι ακόμα και μετά απ’ όσα έγιναν, εξακολουθείς να νομίζεις ότι είσαι αθάνατος». Ο πατέρας της γύρισε απότομα προς το μέρος της, έτοιμος να διαμαρτυρηθεί, αλλά η Νάταλι τον έκοψε ήρεμα και αποτελεσματικά. «Τυχαίνει να σ’ αγαπάω, ξέρεις. Πάρα πολύ. Γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ». Τον είδε να χαμογελάει αχνά παρά τη δυσφορία του και η καρδιά της έλιωσε. Μπορεί να ήταν ξεροκέφαλος και καταπιεστικός, αλλά πραγματικά τον αγαπούσε. Και ήξερε ότι την αγαπούσε κι εκείνος. «Γύρισα γιατί φοβήθηκα πως, αν σε άφηνα να κάνεις του κεφαλιού σου, θα κατέληγες πάλι στο νοσοκομείο». Ένας κόμπος τής έφραξε το λαιμό και προς μεγάλη της έκπληξη ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν. «Και δε θέλω να συμβεί αυτό. Δε θέλω να σε χάσω». Αν ήταν άλλος άνθρωπος, θα της άνοιγε την αγκαλιά του. Αλλά η Νάταλι δεν περίμενε από τον πατέρα της πράγματα που ήξερε ότι δεν μπορούσε να της προσφέρει. Έτσι, δεν κινδύνευε να απογοητευτεί. Τον άκουσε να ξεροβήχει κι αυτό της έδωσε μια μικρή ικανοποίηση. «Δεν είμαι μαθημένος να μου κάνουν υποδείξεις, Νάταλι. Καταλαβαίνω πόσο τρόμαξες κι εσύ και τα αδέρφια σου. Ούτε κι εμένα μου άρεσε ιδιαίτερα αυτή η εμπειρία». Κοίταξε πάλι προς το παράθυρο. «Γι’ αυτό σου ζητώ συγνώμη...» «Μπαμπά...» Σήκωσε το χέρι του για να τη σταματήσει, αλλά δε γύρισε από το παράθυρο. Το να ζητάει συγνώμη ήταν για κείνον το δυσκολότερο πράγμα, κι έτσι η Νάταλι δεν επέμεινε. «Δε θα δεχτώ να με νταντεύεις όμως...» Η Νάταλι αναστέναξε. Ήταν τόσο ξεροκέφαλος... 134


DONNA KAUFFMAN

Ο πατέρας της γύρισε και για μια ακόμα φορά η Νάταλι έπαθε σοκ βλέποντας πόσο τον είχε καταβάλει το τελευταίο καρδιακό επεισόδιο. Ή, τουλάχιστον, είχε αποκαλύψει τη φθορά της υγείας του. Ο πατέρας της ήταν πάντα ρωμαλέος και γεμάτος ενεργητικότητα. Όταν ύψωνε τη φωνή του, έτριζαν τα τζάμια. Τώρα φαινόταν... γέρος. «Δε νομίζω πως είναι ντάντεμα το να φροντίζω να παίρνεις τα φάρμακά σου», του είπε. «Υπάρχει νοσοκόμα γι’ αυτή τη δουλειά». «Και είναι ήδη η τέταρτη που έχει έρθει. Και δεν έχουν περάσει ούτε δέκα μέρες». «Δε φταίω εγώ αν δεν ξέρουν τη δουλειά τους», αντί -γύρισε ο πατέρας της, σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος. «Αλλά δε σε φώναξα για να συζητήσουμε το αισχρό επίπεδο των νοσοκόμων. Ξέρεις πως χαίρομαι που γύρισες επιτέλους στο σπίτι σου». Η Νάταλι ήξερε πού οδηγούσε αυτή η συζήτηση, όπως ήξερε ότι θα ήταν άσκοπο να διαμαρτυρηθεί. «Μήπως πρέπει να καθίσεις;» τον παρότρυνε. «Δεν είναι σωστό να στέκεσαι τόση ώρα». «Ανοησίες. Λες και δεν είμαι ξαπλωμένος τόσες ώρες... Λοιπόν, μην αλλάζεις θέμα». Η Νάταλι χαμογέλασε. «Συγνώμη, αλλά μ’ όποιο δάσκαλο καθίσεις...» «Καλά θα κάνεις να το θυμάσαι πάντα αυτό που είπες. Να έχεις όμως επίσης υπόψη σου ότι... τον κλέφτη δεν τον κλέβουνε!» είπε ο πατέρας της χαμογελώντας πονηρά. «Το έχω υπόψη μου», μουρμούρισε η Νάταλι. Εκείνος την κοίταξε αυστηρά, αλλά συνέχισε. «Είμαι περήφανος για σένα, Νάταλι. Για την εργατικότητά σου, για το πτυχίο σου, για την επιτυχία σου. Θα μπορούσες να μου φανείς χρήσιμη. Η οικογένεια χρειάζεται πάντα έναν ικανό δικηγόρο. Μάλιστα, έχω κάποιους φακέλους που θα ήθελα να μελετήσεις. Θέλω τη συμβουλή σου». Πολύ σοφά, η Νάταλι δεν είπε τίποτα. Ήξερε ότι ο πατέρας της 135


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

προσπαθούσε να την παγιδεύσει με την υπόσχεση ότι θα της έδινε θέση νομικού συμβούλου, αλλά θα της ανέθετε διοικητικά καθήκοντα χωρίς να το καταλάβει. Την ήθελε σε μια θέση ισχύος και ελέγχου, όπως ο αδερφός της και οι δύο γαμπροί της. Οι αδερφές της ασκούσαν την εξουσία τους με τις μετοχές τους στην αίθουσα του διοικητικού συμβουλίου και στις αίθουσες χορού -και πολύ συχνά οι δεύτερες ήταν κέντρα εξουσίας σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από την πρώτη. Η Νάταλι ήταν ο μοναχικός λύκος που ο πατέρας της πάσχιζε να επαναφέρει στο κοπάδι. Και ήθελε να της δώσει μια θέση στο βάθρο, μια θέση εξαιρετικά άβολη, που εκείνη είχε ορκιστεί να μην την πάρει ποτέ. «Πρέπει να ξεκουραστείς, μπαμπά. Θα το συζητήσουμε αργότερα». Πήγε στο κομοδίνο του. «Και δεν πήρες τα φάρμακα που παίρνεις στις δύο». Ο πατέρας της δεν επέμεινε. Ήταν πονηρή αλεπού και ήξερε πότε να πιέσει και πότε να κάνει πίσω και να περιμένει. Ε, αυτή τη φορά θα περιμένεις πολύ, σκέφτηκε η Νάταλι. Του έδωσε τα χάπια του και έβαλε λίγο νερό σε ένα ποτήρι από την κανάτα. «Ορίστε». Εκείνος τα πήρε αδιαμαρτύρητα -πιθανότατα για να την αιφνιδιάσει. Μόνο που η Νάταλι ήταν γέννημα θρέμμα Χόλκομ και ήξερε το παιχνίδι σχεδόν τόσο καλά όσο κι εκείνος. Προχώρησε γρήγορα προς την πόρτα, προτού ο πατέρας της αρχίσει πάλι τις διαπραγματεύσεις, όπου κοντοστάθηκε και γύρισε προς το μέρος του. «Θα ξανάρθω σε μια δυο ώρες, αφού ξεκουραστείς», του είπε. Για τα φάρμακα των τέσσερις, σκέφτηκε, αλλά είχε την εξυπνάδα να μην το πει φωναχτά. «Υπάρχει όμως και κάτι άλλο». Στο μεταξύ, ο πατέρας της είχε καθίσει δίπλα στο αναμμένο τζάκι και είχε πιάσει ένα μάτσο χαρτιά. Ήταν έτοιμος να βάλει τα γυαλιά του και ν’ αρχίσει να τα μελετάει, αλλά σταμάτησε και την κοίταξε. Μάλλον περίμενε να τον κατσαδιάσει επειδή εργαζόταν, αλλά η Νάταλι ήξερε πότε να πολεμήσει και πότε να υποχωρήσει. Της 136


DONNA KAUFFMAN

αρκούσε που ο πατέρας της ήταν στο δωμάτιό του και δε φώναζε στο προσωπικό να του φέρει τα μπαστούνια του γκολφ για να παίξει ένα γύρο -πράγμα που είχε συμβεί το πρωί! «Θα χρειαστεί να φύγω το άλλο Σαββατοκύριακο» τον πληροφόρησε. «Μόνο ένα βράδυ θα λείψω. Θα φύγω νωρίς την Παρασκευή και θα επιστρέφω το Σάββατο το απόγευμα». Είχε υπολογίσει το χρόνο έτσι, ώστε να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο για τον πατέρα της. Επίσης, είχε κανονίσει ήδη ένα οικογενειακό γεύμα την Παρασκευή, για να είναι σίγουρη ότι ο πατέρας της θα πήγαινε νωρίς για ύπνο, μόνο και μόνο για να γλιτώσει από τη φασαρία. «Για πού το ’βαλές;» «Νέα Ορλεάνη». Σταύρωσε τα δάχτυλα πίσω από την πλάτη της και προσευχήθηκε να μην τη ρωτήσει περισσότερα. Δεν είχε πρόβλημα να του ορθώσει το ανάστημά της, αλλά δεν μπορούσε να του πει ψέματα. «Δουλειές;» «Περίπου». Ο πατέρας της κούνησε απλώς το κεφάλι του και έσκυφε πάλι στα χαρτιά του, πιθανότατα εξίσου ανακουφισμένος μ’ εκείνη που η ανάκριση είχε τελειώσει. Η Νάταλι έκλεισε την πόρτα και ακούμπησε πάνω της, αναστενάζοντας βαθιά. Αφότου είχε επιστρέφει στο πατρικό της είχε καταλήξει στη διαπίστωση ότι δεν μπορούσε να στείλει έτσι απλά ένα μήνυμα στον Τζέικ και να του τα εξηγήσει όλα. Ήταν τόσο ερωτευμένη μαζί του, που δεν είχε διστάσει να παραβεί τους κανόνες που είχαν θέσει. Και τώρα, με την κατάσταση του πατέρα της... δεν είχε άλλη επιλογή από το να διαλύσει τη σχέση τους. Ήθελε όμως να του το πει πρόσωπο με πρόσωπο. Τουλάχιστον, αυτή ήταν η δικαιολογία που έδινε στον εαυτό της. Τι σημασία είχε αν κάθε βράδυ έπεφτε στο κρεβάτι, εξαντλημένη από τις διαρκείς μάχες με τον πατέρα της και τα ατέλειωτα τηλεφωνήματα των αδερφών της, και ονειρευόταν ότι πήγαινε στη Νέα Ορλεάνη και τον συναντούσε για λόγους εντελώς 137


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

διαφορετικούς από το να τον αποχαιρετίσει; Ακριβώς γι’ αυτό είχε κανονίσει επίτηδες το ταξίδι με τέτοιο τρόπο, ώστε να έχει ελάχιστο χρόνο μαζί του. Το σχέδιό της ήταν να του στείλει μήνυμα και να τον συναντήσει την Παρασκευή, να του ανακοινώσει την απόφασή της να μην τον ξαναδεί, να κλάψει με την ησυχία της μέχρι να την πάρει ο ύπνος -ή ίσως να τηλεφωνήσει στη Λίζα και να της πει τον πόνο της- κι έπειτα να σηκωθεί και να φύγει όσο το δυνατόν νωρίτερα το Σάββατο. Ξεκόλλησε από την πόρτα και προχώρησε προς την κουζίνα. Εκείνη τη στιγμή είχε άλλες έγνοιες. Έπρεπε να δώσει στη μαγείρισσα ένα διαφορετικό μενού από αυτό που της είχε δώσει ο πατέρας της. Άκου μπριζόλα με πατάτες φούρνου αλά κρεμ! Ο άνθρωπος πήγαινε φιρί φιρί να αυτοκτονήσει... Η Νάταλι κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι της. Κι εκείνη που νόμιζε ότι το να δουλεύει σε δικηγορικό γραφείο ήταν κουραστικό! Όμως, από την άλλη μεριά, θα έπρεπε να του είναι ευγνώμων, γιατί με τις προσπάθειες που κατέβαλλε να τον κρατάει σε τάξη, δε σκεφτόταν κάθε ώρα και λεπτό τον Τζέικ. Θα πήγαινε στη Νέα Ορλεάνη. Κανονικά δε θα έπρεπε να ανυπομονεί γι’ αυτό, γιατί ήξερε ότι θα ήταν αφάνταστα οδυνηρό. Η καρδιά της όμως δεν ήθελε να το πιστέψει. Η καρδιά της φτερούγιζε από χαρά επειδή θα τον ξανάβλεπε. Έστω κι αν ήταν για τελευταία φορά.

138


DONNA KAUFFMAN

Κεφάλαιο 13

Ο Τζέικ δε θυμόταν να είχε τόσο τρακ άλλη φορά στη ζωή του. Έκοβε βόλτες στο φουαγιέ του ξενώνα της Γαλλικής Συνοικίας, όπου είχε κλείσει δωμάτιο. Ήθελε κάτι διαφορετικό, κι αυτό το όμορφο ανακαινισμένο σπίτι στην άκρη της Μπέρμπον Στρητ ήταν τέλειο. Ήσυχο, κι όμως πολύ κοντά στις συναρπαστικές εμπειρίες που είχε να προσφέρει η Συνοικία. Μπορούσε να κάθεται στο μπαλκόνι του και να μυρίζει τα πικάντικα φαγητά, ν’ ακούει τη μουσική που ξεχυνόταν από κάθε γωνιά, να νιώθει κυριολεκτικά το δρόμο από κάτω να δονείται γεμάτος ζωή. Το μόνο που έλειπε για να είναι όλα τέλεια ήταν η παρουσία της Νάταλι. Δεν είχε επικοινωνήσει μαζί του για να του πει ότι δε θα ερχόταν. Αν εκείνος δεν τηλεφωνούσε στο γραφείο της, δε θα μάθαινε ποτέ ότι τα πράγματα για κείνη είχαν αλλάξει. Έτσι, της είχε αφήσει ένα σημείωμα στο ξενοδοχείο όπου θα έμενε κανονικά, λέγοντάς της να τον συναντήσει εκεί, στον ξενώνα, αμέσως μόλις θα έφτανε στην πόλη. Και τώρα περίμενε. Και ήλπιζε. Και ήταν πραγματική κόλαση. Αν η Νάταλι δεν εμφανιζόταν, απλώς θα ήταν αναγκασμένος να το αποδεχτεί και να φύγει. Κι όμως, κατά βάθος ήξερε ότι εκείνη δεν ήταν άνθρωπος που θα εξαφανιζόταν δίχως να πει κουβέντα. Και αυτό τον έφερνε μπροστά σε ένα άλλο δίλημμα. Τι θα γινόταν αν η Νάταλι ερχόταν τελικά, αλλά δεν του έκανε κουβέντα για το λόγο για τον οποίο είχε εγκαταλείψει τη δουλειά της; Ο Τζέικ ήξερε πως είχαν συμφωνήσει να μη μιλάνε γι’ αυτά τα πράγματα, αλλά μπορούσε να προσποιηθεί άγνοια; Όχι. Αν δεν του 139


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

το ανέφερε η ίδια, θα της το έλεγε εκείνος. Αυτή ήταν η δεύτερη απόφαση που είχε πάρει: Αν την έβλεπε να μπαίνει από την πόρτα, θα τα ρισκάριζε όλα και θα της έλεγε πως ήθελε περισσότερα από κείνη. Γι’ αυτό ίδρωναν οι παλάμες του και ένιωθε το στομάχι του να ανακατεύεται. Εκείνη τη στιγμή είδε τη Νάταλι να περνάει την είσοδο και να κοντοστέκεται αναποφάσιστη. «Γεια...» Ο Τζέικ πρόσεξε αμέσως τη διαφορά πάνω της. Δεν ήταν ντυμένη με τη συνηθισμένη της επαγγελματική αμφίεση. Φορούσε χαμηλοτάκουνες μαύρες γόβες, μαύρο παντελόνι με πιέτες και ένα κοντομάνικο σομόν πουλόβερ. Καλοντυμένη αλλά όχι «δικηγορίστικα». Τα μαλλιά της ήταν ίδια, αλλά το βλέμμα της είχε αλλάξει. Ήταν... θλιμμένο. Πήγε αμέσως κοντά της, αλλά σταμάτησε απότομα όταν την είδε να κάνει ένα βήμα προς τα πίσω. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε, προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία του. Η Νάταλι κοίταξε πίσω του, σαν να αναζητούσε κάτι. «Μπορούμε να καθίσουμε κάπου;» τον ρώτησε. «Εδώ», απάντησε ο Τζέικ δείχνοντας προς το σαλόνι. «Ή στο μπαλκόνι του δωματίου μου, αν προτιμάς περισσότερη ησυχία». Την είδε να το σκέφτεται και η καρδιά του σφίχτηκε πιο πολύ. Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. «Πάμε καλύτερα στο μπαλκόνι σου», του είπε τελικά. «Πρέπει... θέλω να μιλήσουμε». «Το βλέπω». Ο τόνος του ήταν πιο απότομος απ’ όσο είχε πρόθεση, αλλά η Νάταλι φαινόταν τόσο αφηρημένη, που δεν το πρόσεξε. Ο Τζέικ της έδειξε τη φαρδιά σκάλα στο βάθος του φουαγιέ. «Το δωμάτιό μου είναι στον πρώτο όροφο». Η Νάταλι προχώρησε πρώτη κι εκείνος την ακολούθησε, νιώθοντας την καρδιά του να χτυπάει σαν ταμπούρλο. Επιτέλους, είχε βρει μια γυναίκα με την οποία θα μπορούσε να ζήσει μαζί για 140


DONNA KAUFFMAN

πάντα, και ήταν έτοιμη να τον παρατήσει. Δεν ήταν ηλίθιος, ήξερε πολύ καλά ότι αυτό επρόκειτο να του ανακοινώσει. Και πιθανότατα αυτό είχε κάποια σχέση με την άδεια που είχε πάρει από τη δουλειά της, μολονότι δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που την είχε αναγκάσει να κάνει αυτή τη μεγάλη αλλαγή στη ζωή της, είτε είχε σχέση με την οικογένειά της είτε είχε αλλάξει γνώμη για την καριέρα της είτε είχε συμβεί κάτι στο γραφείο είτε... Ξαφνικά ο Τζέικ μαρμάρωσε. Μπορεί να είχε γνωρίσει κάποιον και να είχε σταματήσει τη δουλειά επειδή σκόπευε να εγκατασταθεί κάπου αλλού. Μαζί τον! Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι το συμπέρασμά του ήταν αυθαίρετο και παράλογο, κι όμως ήταν ο μόνος όρος που είχαν βάλει: Αν κάποιος από τους δύο γνώριζε κάποιον άλλο, η σχέση τους θα τελείωνε χωρίς ερωτήσεις. Να πάρει η οργή! Γιατί δεν το είχε σκεφτεί ως τώρα; Ήξερε γιατί. Ήταν τόσο ξετρελαμένος μαζί της, ώστε δεν του είχε περάσει ούτε στιγμή από το μυαλό ότι τα αισθήματά τους δεν ήταν αμοιβαία. Από τότε που γνώρισε τη Νάταλι δεν είχε βγει με άλλη γυναίκα, ούτε καν για απλή παρέα. Από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους, οι άλλες γυναίκες απλώς είχαν πάψει να υπάρχουν γι’ αυτόν. Η Νάταλι σταμάτησε και τον κοίταξε ερωτηματικά πάνω από τον ώμο της. Συνειδητοποιώντας ότι στεκόταν σαν πετρωμένος, ο Τζέικ της έκανε νόημα να συνεχίσει και την ακολούθησε. Μόνο εκείνος έφταιγε για τον πόνο που θα τον έκανε να νιώσει σε λίγη ώρα. Κανένας άλλος. Τελικά, ήταν ηλίθιος... Σταμάτησε μπροστά της, άνοιξε την πόρτα και παραμέρισε για να περάσει πρώτη. Η μυρωδιά της τον τύλιξε και αμέσως το σώμα του αντέδρασε. Η καρδιά του φτερούγισε και συγκρατήθηκε με κόπο να μην την αρπάξει στην αγκαλιά του. «Είναι υπέροχο», μουρμούρισε η Νάταλι. 141


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Ο Τζέικ ούτε που κοίταξε το δωμάτιο ήξερε ότι η Νάταλι είχε δίκιο. Το είχε διαλέξει ειδικά για κείνη. Όλα τα έπιπλα ήταν παλιά κομμάτια και κάποια απ’ αυτά είχαν τη δική τους ιστορία, που οι ιδιοκτήτες του ξενώνα ήταν πρόθυμοι να τη διηγηθούν σε όποιον τους ρωτούσε. Το τζάκι λειτουργούσε και πάνω από το μαρμάρινο γείσο υπήρχε ένας τεράστιος καθρέφτης σε χρυσή κορνίζα, απ’ όπου φαινόταν το κρεβάτι, που ήταν στην άλλη πλευρά του δωματίου. Το κρεβάτι ήταν ένα πραγματικό αριστούργημα. Είχε τέσσερις κολόνες σκαλιστές στο χέρι, κεφαλάρι και ποδαρικό επίσης σκαλιστά, και ήταν τόσο ψηλό, ώστε υπήρχαν σκαμνιά ειδικά για να μπορούν να ανεβαίνουν πάνω. Είχε ένα παχύ πάπλωμα με πούπουλα και ο ουρανός ήταν από λευκή μουσελίνα, που κρατούσε τη ζέστη έξω αν κάποιος ήθελε να ανοίξει την μπαλκονόπορτα. Ο Τζέικ ήξερε ότι θα της άρεσε. Και βλέποντας την αντίδρασή της κατάλαβε ότι δεν είχε πέσει έξω. Ξαφνικά, παρά τον πόνο του, ένιωσε το θυμό του να φουντώνει. Πώς άντεχε να τον παρατήσει για χάρη ενός άλλου; Ήταν ανόητο να αισθάνεται τέτοια κτητικότητα απέναντι της, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Πρώτη φορά του συνέβαινε κάτι τέτοιο, αλλά από την άλλη μεριά ήταν η πρώτη φορά που έβρισκε τη γυναίκα της ζωής του. Του ανήκε, που να πάρει η οργή! Όπως της ανήκε κι εκείνος. Η Νάταλι γύρισε προς το μέρος του. «Είναι πραγματικά υπέροχο δωμάτιο», είπε σιγανά και ο Τζέικ πρόσεξε ότι απέφευγε να κοιτάξει το κρεβάτι. «Από που βγαίνουν στο μπαλκόνι;» «Από δω», της απάντησε τραχιά, παραμερίζοντας τις χοντρές κουρτίνες. Ήταν έτοιμος να πέσει στα γόνατα και να την παρακαλέσει να του δώσει μια ευκαιρία, αλλά δεν ήθελε να τη φέρει σε τόσο δύσκολη θέση. Είχαν κάνει μια συμφωνία και θα την κρατούσε, έστω κι αν αυτό τον σκότωνε. Ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό του και άνοιξε την μπαλκονόπορτα, που, όπως όλες οι πόρτες, έφτανε σχεδόν μέχρι το 142


DONNA KAUFFMAN

ταβάνι. Η κουπαστή του μπαλκονιού ήταν φτιαγμένη από σιδεριά περίτεχνη σαν δαντέλα και φορτωμένη με μπουκαμβίλιες και γιασεμιά από τη μια άκρη μέχρι την άλλη. Ο Τζέικ όμως δεν έβλεπε πια την ομορφιά που τον περιτριγύριζε. «Να σου φέρω λίγο καφέ;» Η Νάταλι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Κουάκερ;» τη ρώτησε αυθόρμητα και την είδε να χαμογελάει. «Όχι, ευχαριστώ», του απάντησε ξαναπαίρνοντας το βλοσυρό ύφος της. Πόσο του είχαν λείψει τα αστεία τους... Αυτή η γυναίκα δεν ήταν μια άγνωστη, που να πάρει η οργή! Ήταν άσκοπο να προσποιείται. Κάθισε απέναντι της και την κοίταξε στα μάτια. «Τι τρέχει, Νάταλι; Το βλέπω στα μάτια σου ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει». Ήταν καλύτερα να μπει κατευθείαν στο θέμα. Θα ήταν πιο εύκολο και για τους δυο. «Γνώρισες κάποιον, ε;» Η κατάπληξή της ήταν τόσο αληθινή, που έμεινε κι εκείνος κατάπληκτος. Η καρδιά του αναθάρρησε και μια αμυδρή ελπίδα γεννήθηκε μέσα του. «Εγώ; Όχι... πώς σου ήρθε αυτό;» «Δε με έχεις αγγίξει από την ώρα που ήρθες. Είπες πως θέλεις να μιλήσουμε, κι αυτό ποτέ δεν είναι καλό σημάδι. Είχαμε συμφωνήσει πως, αν ο ένας από τους δυο μας γνώριζε κάποιον άλλο, όλα θα τελείωναν χωρίς ερωτήσεις», είπε ο Τζέικ και ανασήκωσε τους ώμους του. Μετά βίας συγκρατήθηκε να μη σηκωθεί και αρχίσει να χορεύει καταμεσής του μπαλκονιού. «Κι έτσι σκέφτηκα ότι για να είσαι τόσο σοβαρή...» Ξαφνικά η Νάταλι έσκυψε και πήρε το χέρι του στα δικά της. Ο Τζέικ το γύρισε και έπλεξε τα δάχτυλά του με τα δικά της. «Δεν υπάρχει άλλος. Παρ’ όλ’ αυτά...» Η Νάταλι κοίταξε τα ενωμένα χέρια τους κι έπειτα τα λουλούδια που σκέπαζαν την άκρη του μπαλκονιού. «Είμαι αναγκασμένη να σου ζητήσω να σταματήσουμε». Ο Τζέικ της τράβηξε το χέρι και η Νάταλι τον κοίταξε πάλι. «Πρώτα πρέπει να σου πω κάτι. Μετά αποφασίζεις ποιο είναι το 143


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

καλύτερο», της είπε. Η Νάταλι πήρε ένα ύφος σχεδόν τρομαγμένο, σαν να φοβόταν πως αν έμενε έστω και ένα λεπτό παραπάνω εκεί κινδύνευε να λιγοψυχήσει. Αυτό του έδωσε αμέτρητη χαρά, γιατί σήμαινε πως δεν ήταν εντελώς σίγουρη για την απόφασή της. «Τηλεφώνησα στο γραφείο σου», της είπε βιαστικά. Η Νάταλι τον κοίταξε με κατάπληξη. «Αλήθεια; Γιατί;» Θα μπορούσε να της δώσει εκατό διαφορετικές απαντήσεις, αλλά προτίμησε την απλούστερη -και, ίσως, την πιο ειλικρινή. «Γιατί σε πεθύμησα». Η Νάταλι ανοιγόκλεισε τα μάτια της, πήγε να πει κάτι, αλλά το μετάνιωσε. Ο Τζέικ έτριψε τον καρπό της με τον αντίχειρά του. «Υπήρξαν κάποια... γεγονότα στη ζωή μου. Αναγκάστηκα να κάνω ορισμένες αλλαγές. Και... ήθελα να τις συζητήσω μαζί σου». «Γιατί;» Αυτό δεν ήταν εύκολο να της το εξηγήσει. Αν τα δικά της αισθήματα ήταν διαφορετικά από τα δικά του, τότε αυτό μπορεί και να την έκανε να φύγει. Μα τι είχε να χάσει, στο κάτω κάτω; «Θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι. Ξέρω ότι είχαμε βάλει κάποιους κανόνες, αλλά... δε θέλω να παίξω πια σύμφωνα μ’ αυτούς. Για την ακρίβεια, έχω πάψει προ πολλού». Η Νάταλι συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς;» Ο Τζέικ την κοίταξε βαθιά στα μάτια -εκείνα τα μάτια που στοιχείων αν τη σκέψη του από την τελευταία φορά που είχαν αποχωριστεί. «Ξέρω ότι συμφωνήσαμε να κρατήσουμε τη σχέση μας κρυφή, ώστε να μην τη σκιάζει τίποτα από την υπόλοιπη ζωή μας. Εσύ όμως έχεις εισβάλει στη ζωή μου. Εδώ και καιρό». Η Νάταλι έμεινε με το στόμα ανοιχτό και τα μάγουλά της κοκκίνισαν ελαφρά. «Μα δεν μπορεί... Δεν ήξερα τίποτα για σένα μέχρι την περασμένη...» Τον είδε να την κοιτάζει με ενδιαφέρον και έκλεισε απότομα το στόμα της. 144


DONNA KAUFFMAN

Ώστε έτσι... Ο Τζέικ χαμογέλασε πονηρά και άρχισε να χαλαρώνει. Δεν ήταν ο μόνος που είχε παραβιάσει τους κανόνες. «Τι ανακάλυψες την περασμένη βδομάδα;» Η Νάταλι ξεροκατάπιε. «Έκανα... Δηλαδή...» Ο Τζέικ δεν την πίεσε. Περίμενε ν ’ ακούσει τι είχε να του πει. «Έκανα μια ερευνά για λογαριασμό ενός συνέταιρου του γραφείου, που είχε να κάνει με κάποια επιχείρηση του Γουαϊόμινγκ... Ένα ράντσο...» «Το Διπλό Λ;» ρώτησε με έκπληξη ο Τζέικ. «Όχι, όχι. Αλλά... να, ήξερα ότι η οικογένειά σου δραστηριοποιείται σε αυτό τον τομέα κι έτσι... κατά τύχη...» Σταμάτησε, ξεροκατάπιε πάλι και ίσιωσε το σώμα της. Και ο Τζέικ κατάλαβε ότι θα του τα έλεγε όλα. Ήταν ένα από τα πράγματα που του άρεσαν σ’ αυτή τη γυναίκα. Όταν έφτανε ο κόμπος στο χτένι, δεν έκανε πίσω. Αντιμετώπιζε τα πάντα καταμέτωπο. «Έκανα μια μικρή έρευνα για σένα. Για την οικογένειά σου, τέλος πάντων. Ήμουν... περίεργη να μάθω περισσότερα». «Και τι έμαθες;» Η Νάταλι συνοφρυώθηκε. «Όχι πολλά πράγματα». Όταν τον είδε να χαμογελάει έσφιξε πεισμωμένη τα χείλη, πράγμα που τον έκανε να χαμογελάσει ακόμα πιο πλατιά. «Εντάξει, λοιπόν. Θες να σου πω τι έμαθα; Έμαθα ότι η οικογένειά σου είναι πάνω κάτω στο ίδιο επίπεδο με τη δική μου από οικονομική άποψη και ότι βρίσκεται σ’ αυτή τη χώρα προ αμνημονεύτων χρόνων -αλλά στα υπόλοιπα διαφέρουμε όσο η μέρα με τη νύχτα. »Εσύ έχεις δύο αδερφούς -έναν μεγαλύτερο και έναν μικρότερο από σένα- και μια αδερφή. Όλοι δουλεύουν στην εταιρεία σας, η οποία διοικείται από τους γονείς σας. Ο αδερφός της μητέρας σου και δύο από τους αδερφούς του πατέρα σου, καθώς και τα παιδιά τους συμμετέχουν επίσης στην εταιρεία. Ακόμα και οι σύζυγοί τους έχουν πυκνώσει τις τάξεις της εταιρείας Λάνιστερ. »Κατά κανόνα, οι Λάνιστερ απέχουν από την πολιτική και γενικώς διατηρούν χαμηλό προφίλ, προτιμώντας να ασχολούνται μόνο με τον τομέα τους και να αποφεύγουν τη δημοσιότητα. Αναγγελίες 145


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

γάμων και γεννήσεων είναι σχεδόν τα μόνα πράγματα που εμφανίζονται στις εφημερίδες εκτός των οικονομικών σελίδων. Είστε μια οικογένεια με μεγάλη φιλανθρωπική δραστηριότητα, αλλά δεν το διατυμπανίζετε, αντίθετα από τις περισσότερες επιχειρήσεις, που κάνουν τα πάντα για να προβληθούν. «Σπούδασες κοντά στην πόλη όπου γεννήθηκες -φαντάζομαι για να μπορείς ταυτόχρονα να εργάζεσαι στην εταιρεία- και αποφοίτησες μέσα στους δέκα πρώτους της τάξης σου. Πήρες δύο πτυχία, ένα στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και ένα σχετικό με την Αγροτική Οικονομία, ή κάτι τέτοιο». Ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας της και ξεφύσηξε. «Υπάρχουν κι άλλα, αλλά πήρες μια ιδέα». «Είσαι φοβερή!» Η Νάταλι ανασήκωσε τους ώμους. «Είμαι δικηγόρος και εποφθαλμιώ μια ανώτερη θέση στην εταιρεία μου. Η έρευνα είναι η ζωή μου». Ο Τζέικ έσκυψε προς το μέρος της. «Και τότε γιατί παράτησες τη δουλειά σου;» «Όχι επειδή το ήθελα», απάντησε η Νάταλι και ύστερα από ένα στιγμιαίο δισταγμό πρόσθεσε: «Οικογενειακοί λόγοι». Η απροθυμία της να του αποκαλύψει τους λόγους τον πλήγωσε. Αλλά τι περίμενε; Ήταν ένα ακόμα παράδειγμα του πόσο λίγο ήξερε πραγματικά ο ένας τον άλλο. Μπορούσαν όμως να το αλλάξουν αυτό. «Η οικογένειά σου σε ανάγκασε, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε ήρεμα. Η Νάταλι τον κοίταξε επιφυλακτικά. «Τι ξέρεις για την οικογένειά μου;» Ο Τζέικ την κοίταξε στα μάτια. «Η οικογένειά σου είναι παλιά και ισχυρή. Έχεις δύο αδερφές και έναν αδερφό -όλοι είναι μεγαλύτεροι από σένα. Ο αδερφός σου και οι γαμπροί σου δουλεύουν στις Επιχειρήσεις Χόλκομ και οι αδερφές σου κοπιάζουν εξίσου σκληρά για να φαίνεται το όνομά σας στις κοινωνικές σελίδες. »Η μητέρα σου πέθανε όταν ήσουν μικρή, ο πατέρας σου δεν 146


DONNA KAUFFMAN

ξαναπαντρεύτηκε. Πήρες υποτροφία και σπούδασες με τις δικές σου δυνάμεις, παρ’ όλο που η οικογένεια σου είχε τη δυνατότητα να σε υποστηρίξει οικονομικά. »Πήρες το πτυχίο της Νομικής και ήσουν μεταξύ των είκοσι πρώτων της τάξης σου. Έπειτα, αντίθετα από τα αδέρφια σου, αποσχίστηκες από την οικογένεια και εγκαταστάθηκες στη Νέα Υόρκη. Πήρες την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος με την πρώτη προσπάθεια και έπιασες δουλειά στους Μάξγουελ και Γκράχαμ. »Είσαι το μαύρο πρόβατο της οικογένειας επειδή αρνείσαι να δουλέψεις για τον μπαμπά σου, αλλά τελευταία η υγεία του έχει κλονιστεί κι αυτό δημιουργεί προβλήματα στην εταιρεία, παρά τις προσπάθειες της οικογένειας σου να το κρύψει. Υποψιάζομαι ότι όλοι κρέμονται από πάνω σου, και αυτό σε τρελαίνει». Ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του και αναστέναξε. «Και έχεις δίκιο. Οι οικογένειες μας διαφέρουν όσο η μέρα με τη νύχτα». Η Νάταλι είχε μείνει εμβρόντητη. «Κι έπειτα λες ότι εγώ είμαι φοβερή;» «Σου είπα ότι έχω πάψει να παίζω σύμφωνα με τους κανόνες. Η δουλειά μου είναι να λύνω κάθε είδους πρόβλημα που παρουσιάζεται σε μια διεθνή εταιρεία κι έχω κάποιο ταλέντο στις έρευνες. Δυστυχώς, τίποτα απ’ όσα έμαθα δε μου έλυσε τις απορίες που είχα». «Τι στην ευχή περισσότερο ήθελες να μάθεις; Τι νούμερο σουτιέν φοράω;» Ο Τζέικ χαμογέλασε. «Αυτό το ξέρω». Η Νάταλι πήγε να τραβήξει το χέρι της, αλλά εκείνος το κράτησε σφιχτά. «Θα έλεγα ότι και οι δυο μας ψάξαμε, αλλά κανείς μας δεν πέτυχε το στόχο του -που ήταν να γνωρίσουμε τον άλλο καλύτερα». Έσκυψε προς το μέρος της και την τράβηξε κοντά του. «Θέλω να σε μάθω, Νάταλι. Δε θέλω πια να παίζω μ’ αυτούς τους ηλίθιους κανόνες. Θέλω να βρισκόμαστε συχνότερα και όχι περιστασιακά σε κάποιο ξενοδοχείο. Θέλω να γίνω μέρος της ζωής σου και να κάνω κι εσένα κομμάτι της δικής μου». Τα μάτια της βούρκωσαν, αλλά δεν ήταν τα δάκρυα της χαράς που 147


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

ήλπιζε να δει ο Τζέικ. Έφερε το χέρι του στα χείλη της και φίλησε τα δάχτυλά του πριν το αφήσει. «Αν μου το ζητούσες κάποια άλλη στιγμή της ζωής μου, ίσως και να έκανα μια προσπάθεια. Τώρα όμως είναι αδύνατον. Θα είναι πολύ απογοητευτικό και δύσκολο και δε θέλω να υποφέρουμε και οι δύο». «Νάταλι...» «Όχι, άκουσέ με. Το σκέφτηκα πολύ. Εδώ που τα λέμε, δε σκεφτόμουν και τίποτ’ άλλο όλο αυτό το διάστημα. Ήμουν έτοιμη να σου στείλω ένα γράμμα εδώ, αλλά δεν μπορούσα να σου φερθώ με τέτοιο τρόπο. Ανεξάρτητα από το τι αισθάνεσαι για μένα, μου έχεις γίνει πολύ σημαντικός για να σε παρατήσω χωρίς μια λέξη. Αξίζεις και οι δυο μας αξίζουμε- έναν προσωπικό αποχαιρετισμό. Είσαι ο μόνος που με έκανε να ανακαλύψω τόσο σημαντικά πράγματα για τον εαυτό μου». «Τότε μην το κάνεις αυτό. Όποια κι αν είναι η κατάσταση, θα βρούμε μια λύση». Η Νάταλι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Δε νομίζω. Αλλά ακόμα κι αν εσύ μπορούσες, δε θα μπορούσα εγώ. Όχι τώρα. Η ζωή μου έχει γίνει άνω κάτω και δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει». Ο Τζέικ ήθελε να της προβάλει αντιρρήσεις, αλλά ήξερε ότι τα λόγια του θα πήγαιναν χαμένα. Ήταν τόσο πεισματάρα όσο κι εκείνος. Έτσι, αποφάσισε να ακολουθήσει άλλη τακτική. Με τον ίδιο τρόπο που την είχε κάνει να ανακαλύψει τόσα πράγματα για τον εαυτό της θα της αποδείκνυε ότι μπορούσαν να πετύχουν αν προσπαθούσαν. «Πόσο θα μείνεις στην πόλη;» Η ερώτησή του την αιφνιδίασε. «Μέχρι αύριο το μεσημέρι». «Τότε έχουμε μπροστά μας σχεδόν είκοσι τέσσερις ώρες». «Τζέικ...» «Ξεκινήσαμε αυτή τη σχέση προσπαθώντας να ξεφύγουμε από την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα της ζωής σου δε φαίνεται και τόσο ρόδινη αυτή τη στιγμή. Αν δεν είσαι πρόθυμη να μου προσφέρεις περισσότερα, τουλάχιστον άφησε με να σου χαρίσω ένα εικοσιτετράωρο μακριά από την καθημερινότητα σου. Άφησέ με να σου χαρίσω -να χαρίσω και 148


DONNA KAUFFMAN

στους δυο μας- μια υπέροχη μέρα». «Δεν ξέρω...» είπε διατακτικά η Νάταλι, αλλά η λάμψη στα μάτια της έδειχνε ότι, όσο κι αν το μυαλό της έφερνε αντιρρήσεις, η καρδιά της το λαχταρούσε. Ο Τζέικ σηκώθηκε, την πήρε στην αγκαλιά του και ευχαρίστησε όλους τους θεούς όταν εκείνη δεν τραβήχτηκε μακριά του αυτή τη φορά. «Σε παρακαλώ, Νάταλι», της είπε φιλώντας την ανάλαφρα στα χείλη. «Άσε τον εαυτό σου ελεύθερο για μια μέρα. Και αύριο, αν θες, λέμε αντίο». Εκτός κι αν μέχρι τότε την είχε πείσει για το αντίθετο. Τη φίλησε πάλι και μέθυσε από χαρά με την άμεση ανταπόκρισή της. «Πες ναι». Νιώθοντας την καρδιά της να βροντοχτυπάει πάνω στο στήθος του, της δάγκωσε τρυφερά τα χείλη, τη φίλησε στο σαγόνι και στο λαιμό. «Πες ναι», επανέλαβε. Δεν τον ένοιαζε αν της το αποσπούσε εκβιαστικά. Ήταν απελπισμένος. Τη χάιδεψε στην πλάτη, στα πλευρά, άγγιξε ανάλαφρα το στήθος της και την έσφιξε πάνω του. Η Νάταλι έβγαλε μια μικρή κραυγή όταν ένιωσε τον ερεθισμό του και ο Τζέικ συγκρότησε ένα χαμόγελο θριάμβου που ανέβηκε αυθόρμητα στα χείλη του. «Πες ναι, Νάταλι. Μείνε μαζί μου για μια τελευταία νύχτα». Και θα κάνω τα πάντα για να μην είναι η τελευταία. «Πες ναι». Γύρισε και ακούμπησε στην κουπαστή, τραβώντας τη ανάμεσα στα πόδια του. «Πες ναι». «Ναι...» είπε η Νάταλι τρέμοντας σύγκορμη πάνω του. «Ναι... Και τώρα... σε παρακαλώ, μπορούμε να πάμε μέσα;» Ο Τζέικ χαμογέλασε πλατιά και τη σήκωσε στα χέρια. «Ω, ναι».

149


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Κεφάλαιο 14

Η Νάταλι ένιωθε σαν να είχε πιάσει φωτιά το σώμα της. Τον ήθελε τόσο πολύ, που το μυαλό της είχε θολώσει. Δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά, γι’ αυτό δεν έκανε καν τον κόπο να το προσπαθήσει. Είχε μια ολόκληρη μέρα μπροστά της να ξαναβρεί τα λογικά της και τη δύναμη να φύγει μακριά από αυτό τον άντρα. Προς το παρόν, της έφτανε που ήταν μαζί του. Ο Τζέικ την απόθεσε στο τεράστιο κρεβάτι, που καταλάμβανε το μισό δωμάτιο, και η Νάταλι χάθηκε μέσα στο μαλακό πουπουλένιο πάπλωμα και στα αμέτρητα μαξιλάρια. Η μουσελίνα ανέμισε πίσω του καθώς ξάπλωνε κι εκείνος δίπλα της. Η Νάταλι σκέφτηκε αφηρημένα ότι είχαν ξεχάσει να κλείσουν τις μπαλκονόπορτες, αλλά εκείνη τη στιγμή τής ήταν εντελώς αδιάφορο. Ο υγρός αέρας γέμιζε το δωμάτιο, κάνοντας τα ρούχα να κολλούν πάνω της. Όταν όμως είδε τον Τζέικ να πλησιάζει, κατάλαβε ότι αυτό δε θα αποτελούσε πρόβλημα για πολλή ώρα ακόμα. Και δεν έπεσε έξω. Όταν ετοιμάστηκε να της βγάλει το πουλόβερ, κάτι την έκανε να τον σταματήσει. «Όχι, άσε εμένα». Σηκώθηκε γονατιστή και τον έσπρωξε προς το κεφαλάρι. «Εκεί», του είπε κοφτά. Αν αυτή ήταν πράγματι η τελευταία φορά που βρίσκονταν μαζί, ήθελε να εξερευνήσει κι άλλα πράγματα. Στο Σικάγο το σχέδιό της ήταν να έχει εκείνη το πάνω χέρι, αλλά τελικά είχαν καταλήξει αλλιώς. Ο πόθος της για κείνον δεν είχε ικανοποιηθεί ούτε στο ελάχιστο και τώρα ήταν αποφασισμένη να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων. 150


DONNA KAUFFMAN

Ο Τζέικ της χαμογέλασε, έσπρωξε τα μαξιλάρια πιο ψηλά στο κεφαλάρι και βολεύτηκε βάζοντας τα χέρια κάτω από το κεφάλι του. «Μείνε όπως είσαι», τον πρόσταξε η Νάταλι, δείχνοντας με τα μάτια τα χέρια του. «Ό,τι πεις!» Δίχως να το θέλει, το βλέμμα της έπεσε στον καβάλο του, που τσίτωνε εντυπωσιακά το τζιν του. Είχε νιώσει τον ανδρισμό του πάνω της πρωτύτερα, όταν την είχε σφίξει στην αγκαλιά του, και για μια στιγμή κόντεψε να τα ξεχάσει όλα και να πέσει πάνω του τόσο πολύ τον ήθελε. Συγκρατήθηκε όμως και έστρεψε το βλέμμα της στο πρόσωπό του. Η έκφρασή του της είπε όλα όσα ήθελε να μάθει. Ο Τζέικ την ήθελε σαν τρελός, αλλά ήταν πρόθυμος να την αφήσει να κάνει το δικό της. Αυτή η εμπιστοσύνη που είχε αναπτυχθεί ανάμεσά τους ήταν κάτι που θα της έλειπε πολύ όταν θα του έλεγε αντίο... Αλλά τώρα δεν έπρεπε να σκέφτεται τέτοια πράγματα... Έπιασε το πουλόβερ της και το τράβηξε αργά αργά πάνω από το κεφάλι της. Όταν συνειδητοποίησε τι φορούσε από κάτω, χαμογέλασε: ένα απλό σουτιέν και ένα απλό σλιπάκι, χωρίς μετάξια και δαντέλες. «Αν ήξερα ότι θα καταλήγαμε εδώ, θα είχα φορέσει κάτι πιο αισθησιακό», του είπε. «Μια χαρά είσαι», είπε ο Τζέικ με βραχνή φωνή. «Μια χαρά». Πραγματικά, ποτέ στη ζωή της δεν είχε νιώσει τόσο όμορφα όσο αυτή τη στιγμή. Ανασηκώθηκε, ξεκούμπωσε με αργές κινήσεις το παντελόνι της και το κατέβασε μέχρι τους γοφούς. Έπειτα γύρισε, ξάπλωσε ανάσκελα, ανασήκωσε τη λεκάνη της και το τράβηξε ως το τέρμα, μαζί με το καλσόν και τα παπούτσια της, αφήνοντάς τα να πέσουν ένας σωρός στο πάτωμα. Ύστερα γύρισε πάλι προς το μέρος του, φορώντας πια μόνο το εσώρουχο και το σουτιέν της. Ειλικρινά, δεν μπορούσε να καταλάβει πού είχε βρει τόση τόλμη -ή, μάλλον, μπορούσε. Όταν 151


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

τον κοιτούσε στα μάτια, είχε τη δύναμη να κάνει τα πάντα. Έφερε τα χέρια στην πλάτη της, ξεκούμπωσε το σουτιέν και άφησε τις τιράντες να πέσουν στα μπράτσα της, κρατώντας το όμως πάνω στο στήθος της. Ακούγοντάς τον να βογκάει, άνοιξε τα μάτια της, μολονότι δεν είχε αντιληφθεί πως τα είχε κλείσει, και τον είδε να χαϊδεύεται πάνω από το τζιν. «Παραβιάζεις τους κανόνες», του είπε ψιθυριστά με βραχνή φωνή. «Κάνε μου μήνυση!» αντιγύρισε ο Τζέικ. «Μόνο μη σταματάς». Η Νάταλι δεν είχε κάνει άλλη φορά τέτοιο πράγμα. Πάντα θεωρούσε ότι ήταν κάπως... υποτιμητικό για μια γυναίκα να κάνει στριπτίζ για χάρη ενός άντρα. Μόνο που τώρα καταλάβαινε ότι η αλήθεια ήταν εντελώς διαφορετική. Η δύναμη που της έδινε ήταν μεθυστική. Και όχι μόνο αυτό. Βλέποντάς τον έτσι ένιωθε την... επιθυμία να τον δει να χαϊδεύεται πραγματικά. Ο Τζέικ το είχε κάνει μόνο μια φορά κι αυτό της είχε ανοίξει την όρεξη να δει περισσότερα. Και μόνο που το φανταζόταν, κοκκίνιζε από ντροπή και ταυτόχρονα ερεθιζόταν αφάνταστα. «Βγάλε το παντελόνι σου», τον πρόσταξε. Ακούγοντάς τη διαταγή της, ο Τζέικ την κοίταξε με κατάπληξη, αλλά η Νάταλι δεν έδωσε καμιά σημασία. Δεν την ένοιαζε τίποτα, αρκεί να υπάκουε στις εντολές της. Και, φυσικά, εκείνος υπάκουσε. Άρχισε να γδύνεται, όχι τόσο αργά όσο το είχε κάνει εκείνη αλλά εξίσου προκλητικά. Έβγαλε όλα τα ρούχα του σχεδόν με μια κίνηση -τζιν, εσώρουχο, κάλτσες, παπούτσια... «Και το πουκάμισο». Η διαταγή της εκτελέστηκε αμέσως. Τώρα πια τον ήθελε τόσο πολύ, που έτρεμε σύγκορμη. «Συνέχισε αυτό που έκανες», του είπε βραχνά. Ο Τζέικ χαμογέλασε προκλητικά. «Θα το συνεχίσω αν συνεχίσεις κι εσύ». Η Νάταλι αναρωτήθηκε αν ήταν δυνατόν να λιποθυμήσει από πόθο, δίχως καν να την έχει αγγίξει ο Τζέικ. Πολύ σύντομα θα το 152


DONNA KAUFFMAN

διαπίστωνε. Ο Τζέικ άρχισε να χαϊδεύεται, παρακολουθώντας τη να κάνει το ίδιο. Όταν τον είδε να τυλίγει τα δάχτυλά του γύρω από τον ανδρισμό του και να ανεβοκατεβάζει αργά το χέρι του, ξεροκατάπιε. Έφερε τα χέρια στο στήθος της και άρχισε να παίζει με τις ρώγες της, που είχαν σκληρύνει, και το βογκητό του ήταν ο πιο γλυκός ήχος που είχε ακούσει ποτέ της. Στάθηκε γονατιστή απέναντι του, παρ’ όλο που τα πόδια της έτρεμαν τόσο πολύ, που ένιωθε εντελώς αδέξια. Το χαμόγελό του ήταν προκλητικό, ενθαρρυντικό, η επιθυμία έκανε τα μάτια του να λάμπουν. Η Νάταλι συγκρατήθηκε με κόπο να μην ανέβει πάνω του την ίδια στιγμή. Ακόμα όμως ήταν στην αρχή. Του γύρισε την πλάτη και άρχισε να κατεβάζει αργά αργά το εσώρουχο στους γοφούς της. Έσκυψε ελαφρά προς τα εμπρός και τον άκουσε να παίρνει μια κοφτή ανάσα. Αυτό την έκανε ακόμα πιο τολμηρή και συνέχισε να το κατεβάζει, μέχρι που το έβγαλε εντελώς, επιτρέποντάς του απρόσκοπτη θέα προς το πιο απόκρυφο σημείο του σώματός της. Δεν ήταν κάτι που ο Τζέικ δεν είχε δει από κοντά άλλη φορά, αλλά με τον τρόπο που το έκανε τώρα, φαινόταν πολύ πιο ερωτικό... πολύ πιο ερεθιστικό. Ο ρυθμός του επιταχύνθηκε και οι γοφοί του τινάζονταν σπασμωδικά προς τα πάνω. Η Νάταλι γύρισε και του έριξε μια ματιά... και, δίχως να το καταλάβει, το χέρι της γλίστρησε ανάμεσα στους μηρούς της. Ήθελε να τον προκαλέσει ακόμα περισσότερο, να τη βλέπει καθώς χαϊδευόταν. «Θεέ μου... Νάταλι...» μουρμούρισε βογκώντας ο Τζέικ και έσφιξε τα δόντια του τόσο δυνατά, που της φάνηκε πως ήταν έτοιμος να τελειώσει. Τότε σύρθηκε κοντά του και στάθηκε ανάμεσα στα ανοιχτά του πόδια. Εκείνος βόγκηξε πάλι και αντικατέστησε το χέρι του με το δικό της. «Θεέ μου...» μουρμούρισε πάλι με έναν αργόσυρτο αναστεναγμό όταν εκείνη τον πήρε βαθιά μέσα στο στόμα της. 153


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Κουνούσε βίαια τους γοφούς του, αλλά δεν την ένοιαξε καθόλου. Ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει τόσο δυνατή, τόσο σίγουρη, τόσο... σέξι. Ξαφνικά ο Τζέικ την έπιασε από τους ώμους και την τράβηξε, βάζοντάς τη να καθίσει πάνω του. «Τώρα, Νάταλι. Για το Θεό, τώρα!» Η Νάταλι έβγαλε μια κραυγή νιώθοντάς τον να τη γεμίζει και σκέφτηκε πως ποτέ στη ζωή της δεν είχε νιώσει τόσο έντονη ευχαρίστηση. «Κρατήσου». Τον έπιασε από τα μπράτσα κι εκείνος άδραξε τα δικά της καθώς επιτάχυνε το ρυθμό του. Η Νάταλι δεν ήξερε ποιος από τους δύο καθοδηγούσε και ποιος ακολουθούσε, αλλά δεν την ένοιαζε. Τα βογκητά τους αντηχούσαν στο δωμάτιο. Κοντανάσαιναν, φώναζαν, συστρέφονταν. Αλλά κάθε φορά που είχε την αίσθηση ότι έφτανε στον οργασμό, τον ένιωθε να της ξεγλιστράει την τελευταία στιγμή. Τελικά δεν άντεξε άλλο. Του άρπαξε το χέρι και το έβαλε ανάμεσά τους, σπρώχνοντας τα δάχτυλά του εκεί που τα ήθελε. Επιτέλους, ο οργασμός της ήταν τόσο δυνατός, που της φάνηκε πως είδε αστεράκια. Ύστερα έπεσε πάνω στο στήθος του αποκαμωμένη, αλλά ο Τζέικ δεν είχε τελειώσει ακόμα. Τη γύρισε ανάσκελα και έσκυψε από πάνω της. «Γυρνά», την πρόσταζε βραχνά. Το σώμα της παλλόταν ακόμα από τους τελευταίους σπασμούς της ηδονής και το μυαλό της ήταν τόσο θολωμένο, που στην αρχή δεν κατάλαβε τι της έλεγε. Έτσι, ο Τζέικ το έκανε για λογαριασμό της. Η Νάταλι διαμαρτυρήθηκε όταν τον ένιωσε να τραβιέται. «Μα...» Ξαφνικά όμως βρέθηκε μπρούμυτα. Ο Τζέικ την έπιασε από τους γοφούς και την ανασήκωσε. «Σου άρεσε που ήσουν γονατιστή πριν από λίγο». Και μόνο ακούγοντάς τον, παραλίγο να τελειώσει πάλι. 154


DONNA KAUFFMAN

Την τράβηξε προς το μέρος του, ήρθε πάλι μέσα της και άρχισε να κινείται ρυθμικά, ξανά και ξανά. Έσυρε τα χέρια του στην πλάτη της και στα πλευρά της, ώσπου έφτασε στα στήθη της. Η Νάταλι στηρίχτηκε στα χέρια της, συγκρατώντας το βάρος και των δυο τους κι έβγαλε μια κραυγή όταν ένιωσε τα δάχτυλά του να μαλάζουν τις ρώγες της. «Ω, Θεέ μου... Θεέ μου!...» μουρμούρισε ξέπνοη. Νόμιζε πως ήταν πια εξαντλημένη, αλλά ο Τζέικ ήξερε με τι τρόπο να την ξαναζωντανέψει. Συνεχίζοντας να της χαϊδεύει το στήθος με το ένα χέρι, έφερε το άλλο από κάτω της, κουνώντας ρυθμικά τους γοφούς του. Το κορμί της σπαρταρούσε από την ηδονή, ώσπου η Νάταλι άρχισε να τον ικετεύει να τη λυτρώσει. «Συγκροτήσου», είπε ο Τζέικ λαχανιασμένος. «Συγκροτήσου». «Τώρα!» του φώναξε ξετρελαμένη. «Τώρα, που να πάρει η οργή!» Κι εκείνος έβαλε τα γέλια! «Θεέ μου, είσαι υπέροχη...» μουρμούρισε ξέπνοος. «Και είσαι δική μου». Ναι, σκέφτηκε η Νάταλι. Είμαι δική σου... «Τζέικ...» κλαψούρισε παρακλητικά. «Αυτή τη φορά... θέλω... να τελειώσουμε μαζί...» «Μόνο... μη... σταματάς...» «Τώρα, Νάταλι!» φώναξε ξαφνικά ο Τζέικ. «Έλα μαζί μου... τώρα!» Και μπήκε μέσα της όσο πιο βαθιά μπορούσε, βγάζοντας μια ατέλειωτη κραυγή. Η φωνή της Νάταλι πνίγηκε στα μαξιλάρια καθώς έπεφτε αποκαμωμένη μπροστά. Ο Τζέικ σωριάστηκε από πάνω της, σπρώχνοντάς την ακόμα πιο βαθιά στο πουπουλένιο πάπλωμα τρέμοντας και κοντανασαίνοντας, ώσπου τελικά τραβήχτηκε στο πλάι. Η Νάταλι δεν μπορούσε να κουνηθεί. Αμφέβαλλε αν 6α ξανάβρισκε ποτέ τη δύναμη να σαλέψει. Οι ανάσες τους ακούγονταν στο δωμάτιο και ο υγρός αέρας ήταν γεμάτος από τις μυρωδιές του έρωτά τους. Είδε τη μουσελίνα να ανεμίζει και θυμήθηκε πως οι μπαλκονόπορτες ήταν ανοιχτές. «Τέτοιο χαμόγελο ικανοποίησης δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου», 155


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

είπε βραχνά ο Τζέικ. Η Νάταλι γύρισε και τον είδε να την κοιτάζει στηριγμένος στον αγκώνα. «Μη νομίζεις πως το δικό σου πάει πίσω!» «Είναι λογικό και αναμενόμενο», αποκρίθηκε εκείνος. Αναστέναξε και ξάπλωσε ανάσκελα. «Εκπλήσσομαι που δε μας ζητωκραύγασαν από το δρόμο». Ο Τζέικ γέλασε. «Πώς είσαι σίγουρη ότι δεν έγινε Έτσι που φωνάζαμε, μπορεί να μην το ακούσαμε». Έκανε πως σηκώνεται. «Πάω να δω». Η Νάταλι τον άρπαξε από το μπράτσο. «Μην τολμήσεις!» Ο Τζέικ έβαλε πάλι τα γέλια. Η Νάταλι ανασηκώθηκε στους αγκώνες και τον κοίταξε. Είχε κάνει έρωτα μαζί του με κάθε τρόπο που μπορούσε να φανταστεί, αλλά πρώτη φορά ένιωθε τόσο άνετα μπροστά του. Αυτό που είχε κάνει σήμερα, δηλαδή να πάρει τον έλεγχο και την πρωτοβουλία -στην αρχή, τουλάχιστον- την είχε αλλάξει. Όπως άλλαζαν και οι δυο κάθε φορά που ήταν μαζί. Ξαφνικά μια απέραντη θλίψη την πλημμύρισε όταν συνειδητοποίησε ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά... Όχι, δεν έπρεπε να σκέφτεται τέτοια πράγματα τώρα. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Το ότι εκείνη ένιωθε διαφορετικά δε σήμαινε ότι η σχέση τους... «Πού βρίσκεις το αστείο;» τον ρώτησε. «Σ’ εσένα». «Σ’ εμένα;» Ο Τζέικ έσκυψε και τη φίλησε στην άκρη της μύτης, έπειτα την έκλεισε στην αγκαλιά του και τη φίλησε στο στόμα. Ήταν ένα φιλί τόσο τρυφερό, που έκανε τα μάτια της να βουρκώσουν. «Τίτο αστείο έχω;» Γύρισε ανάσκελα και έσπρωξε τα μαλλιά από το πρόσωπό της, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο για να διώξει τα δάκρυα από τα μάτια της. «Τη μια στιγμή είσαι μια ξελογιάστρα και την άλλη μια πολύ καθωσπρέπει κυρία». «Γιατί; Επειδή δε σ’ άφησα να βγεις στο μπαλκόνι εν αδαμιαία 156


DONNA KAUFFMAN

περιβολή πάει να πει πως είμαι σεμνότυφη;» «Πίστεψε με, αυτός ο δρόμος έχει δει πολύ πιο προκλητικά θεάματα». «Ούτε να το φανταστώ δε θέλω!» «Ορίστε, κατάλαβες τώρα τι λέω;» είπε ο Τζέικ και γέλασε πάλι. Τα πειράγματά του δεν την ενοχλούσαν καθόλου. Αντίθετα, της άρεσαν. Πάρα πολύ. Ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια της. Ίσως αν ξυπνούσε μετά από ένα βαθύ ύπνο, να είχε ξαναβρεί τα λογικά της και τη δύναμη να φύγει μακριά του. Γιατί, εκείνη τη στιγμή, της φαινόταν αδιανόητο. *** Ο Τζέικ της κρατούσε το χέρι καθώς περπατούσαν στη γαλλική αγορά. Απορούσε που είχαν και οι δύο τη δύναμη να περπατούν και όχι να τρεκλίζουν ύστερα απ’ όσα είχαν συμβεί πριν από δύο ώρες στο δωμάτιο του ξενώνα... Όταν είδε τα μάτια της να σκοτεινιάζουν, κατάλαβε πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να της προτείνει να βγουν έξω. Εξάλλου, το σχέδιό του δεν ήταν να την εξαντλήσει για να μη φύγει μακριά του -παρ’ όλο που δε θα τον πείραζε καθόλου αν η Νάταλι ακολουθούσε αυτή την τακτική σ’ εκείνον. Δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο στην περίπτωσή του. Δε σκόπευε να φύγει μακριά της. Ήθελε όμως να βγουν λιγάκι από το δωμάτιο και να τριγυρίσουν, όπως είχαν κάνει εκείνη τη μέρα στο μουσείο. Παρέβλεψε εσκεμμένα το γεγονός ότι η επίσκεψή τους στο μουσείο είχε καταλήξει πάλι στο κρεβάτι. Η χημεία ανάμεσά τους ήταν ένα μείγμα... εκρηκτικό. Δεν του φαινόταν διόλου απίθανο, ακόμα και μετά από πενήντα χρόνια, να τραβάει ο ένας τον άλλο στο κρεβάτι. Αν ήταν τόσο τυχερός... Της έσφιξε το χέρι και την άφησε να τον παρασύρει στο ρυθμό της. Στη Νάταλι άρεσε πολύ να χαζεύει τους υπαίθριους πάγκους, να δοκιμάζει τα τρόφιμα, να περιεργάζεται τα χειροτεχνήματα. 157


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Εκείνος απλώς απολάμβανε το θέαμα. Είχε ακούσει να λένε ότι όταν κανείς ερωτεύεται του ανοίγεται ένας ολόκληρος καινούριος κόσμος, αλλά ποτέ δεν το είχε πιστέψει. Μέχρι τώρα. Ανέκαθεν θεωρούσε τον εαυτό του ευαίσθητο και παρατηρητικό, αλλά τώρα ένιωθε τις αισθήσεις του σαν να είχαν οξυνθεί. Χαμογέλασε. Η ζωή σε ντόλμπι στέρεο! Έτσι ένιωθε, όμως, και σιγά σιγά καταλάβαινε πού οφειλόταν αυτό. Όταν έβλεπε κάτι, όταν άγγιζε κάτι, ακόμα κι όταν μύριζε κάτι, σκεφτόταν τη Νάταλι και ήθελε να το μοιραστεί μαζί της. Γί’ αυτό, ναι, όλα φαίνονταν σαν να πολλαπλασιάζονταν επί δύο. Το στομάχι του διάλεξε εκείνη τη στιγμή για να γουργουρίσει. Η Νάταλι του έριξε μια λοξή ματιά και κοκκίνισε, γιατί στέκονταν μπροστά σε έναν πάγκο με βραχιόλια και ήταν φανερό ότι το άκουσε και η εμπόρισσα. Ο Τζέικ ανασήκωσε απολογητικά τους ώμους και χαμογέλασε. «Είμαι στην ανάπτυξη!» Η εμπόρισσα τους έδειξε προς το βάθος του δρόμου. «Αν θέλετε, μπορείτε να πάτε να φάτε στου Ότο, στην οδό Ντικέιτουρ», είπε χαμογελώντας. «Είναι το εστιατόριο του ανιψιού μου. Φτιάχνει τις καλύτερες μονφελάτα». «Ευχαριστώ», είπε ο Τζέικ. «Δεν έχω ξαναδοκιμάσει, αλλά τον τελευταίο καιρό έχω βαλθεί να αποκτήσω καινούριες εμπειρίες». Έσφιξε το χέρι της Νάταλι, κάνοντάς τη να κοκκινίσει πάλι. Σίγουρα θα τον τιμωρούσε σκληρά για το σχόλιό του αργότερα και δεν έβλεπε την ώρα! «Καλά να περάσετε». «Σίγουρα θα περάσουμε καλά», είπε η Νάταλι, και ο Τζέικ είδε ότι προσπαθούσε να μη γελάσει. Έπιασε το βραχιόλι που την είχε δει να θαυμάζει. «Πόσο κάνει;» ρώτησε την εμπόρισσα. «Τζέικ, δε χρειάζεται...» Ο Τζέικ την αγνόησε. Τα μάτια της εμπόρισσας μισόκλεισαν καθώς τον ζύγιαζε. Στο τέλος ο Τζέικ δεν της έκανε κανένα παζάρι και 158


DONNA KAUFFMAN

πλήρωσε την τιμή που του είχε πει. «Αχ, ο έρωτας... τους χαζεύει τους άντρες!» είπε η γυναίκα. «Ναι, αλλά κάνει καλό στις δουλειές, ε;» αντιγύρισε ο Τζέικ χαμογελώντας. Η εμπόρισσα έβαλε τα γέλια και ετοιμάστηκε να τυλίξει το βραχιόλι, αλλά ο Τζέικ τη σταμάτησε. «Δε χρειάζεται, θα το φορέσει». «Α, ώστε θα το φορέσει;» είπε η Νάταλι δήθεν αυστηρά, αλλά τα μάτια της έλαμπαν. «Ναι... θα το φορέσει», επανέλαβε ο Τζέικ κοιτάζοντάς την κατάματα. Του άρεσε πολύ να βλέπει τις κόρες των ματιών της να διαστέλλονται. Η Νάταλι έσκυψε και προσπάθησε να κουμπώσει το βραχιόλι στον καρπό της, αλλά εκείνος της παραμέρισε το χέρι και το κούμπωσε μόνος του. Καθώς γυρνούσαν να φύγουν, έκλεισε συνωμοτικά το μάτι στην εμπόρισσα. «Κοίτα μην τον αφήσεις να σου φύγει αυτόν εδώ!» φώναξε η γυναίκα στη Νάταλι. «Για το καλό σου το λέω!» Ο Τζέικ ήταν έτοιμος να της πει ότι συμφωνούσε από λυτά, αλλά συγκρατήθηκε. «Λοιπόν, είσαι έτοιμη για μια μονφελάτα; Αν δεν κάνω λάθος, είναι τεράστιες. Θέλεις να μοιραστούμε μία;» ρώτησε τη Νάταλι. Εκείνη τον κοίταξε πονηρά. «Γιατί; Είμαι σίγουρη πως μπορώ να την καταφέρω μόνη μου!» Ο Τζέικ λίγο έλειψε να πνιγεί. Βλέποντας την αντίδρασή του, η Νάταλι έσκασε στα γέλια. Με μεγάλη δυσκολία κρατήθηκε να μην της πει ότι την αγαπούσε. Ότι τον τρέλαιναν οι απρόβλεπτες αντιδράσεις της, ότι δεν τη χόρταινε. Κάποτε θα της το έλεγε, όταν η στιγμή θα ήταν κατάλληλη. Τώρα, ήταν ακόμα νωρίς. Προχώρησαν στο τετράγωνο και ο ήλιος έκανε το βραχιόλι στο χέρι της να λαμποκοπάει. Το χαμόγελό της όμως ήταν ακόμα πιο λαμπερό. Ο Τζέικ χάρηκε βλέποντας τα μάτια της και πάλι γεμάτα 159


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

φως. Αν ήταν στο χέρι του, θα φρόντιζε αυτή η λάμψη να κρατήσει για πάντα.

160


DONNA KAUFFMAN

Κεφάλαιο 15

Το σούρουπο τους βρήκε στο κατάστρωμα του ατμόπλοιου Νατσέζ που έκανε μια μικρή κρουαζιέρα στο Μισισιπή. Δείπνησαν μέσα στο γενικό χάος που δημιουργούσαν τα άλλα ζευγάρια και οι οικογένειες και ξαναγύρισαν στο κατάστρωμα για να ακούσουν μια ορχήστρα που έπαιζε χορευτική μουσική της Λουιζιάνα. Υπήρχε μια μικρή πίστα, και ο Τζέικ τράβηξε τη Νάταλι κατευθείαν προς τα κει. «Περίμενε!» Ο Τζέικ κοντοστάθηκε. «Έλα, έχει πλάκα. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να σέρνεις τα πόδια σου μπρος πίσω και να κουνάς τους γοφούς σου». «Μα εκεί είναι το ζήτημα, δεν είμαι καλή στο κούνημα». Ο Τζέικ ανασήκωσε το φρύδι του. «Εγώ έχω άλλη άποψη». «Δε μιλάμε για το ίδιο πράγμα!» «Το κούνημα είναι κούνημα». Η Νάταλι τον τράβηξε κοντά της. «Αν κουνηθώ μαζί σου εδώ πέρα όπως το κάνω όταν είμαστε μόνοι μας, θα μας πετάξουν στο ποτάμι». Ο Τζέικ έκανε πως το σκέφτεται και έβαλε τα γέλια όταν η Νάταλι του έδωσε μια ξυλιά. «Εντάξει, εντάξει, άλλωστε υπάρχουν και παιδιά στο πλοίο», παραδέχτηκε και την τράβηξε πάλι προς την πίστα. «Τζέικ!» Του άρεσε πολύ όταν έπαιρνε αυτό το απειλητικό ύφος. Συνήθως σήμαινε ότι είχε τρακ. Θα τη βοηθούσε να το ξεπεράσει. Καθώς ανέβαιναν στην πίστα, την έπιασε από τα χέρια και την τράβηξε μπροστά του. «Κάνε απλώς ό,τι κάνω. Αν δεν έχεις αλλάξει γνώμη μέχρι να 161


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

τελειώσει το τραγούδι, θα φύγουμε. Σύμφωνοι;» Αναγκαζόταν να φωνάζει για να ακουστεί πάνω από τη φωνή του τραγουδιστή και τον ήχο του βιολιού. Η Νάταλι του έβγαλε κοροϊδευτικά τη γλώσσα, αλλά τον ακολούθησε. Ο Τζέικ τη γύρισε έτσι που η πλάτη της ακουμπούσε στο στήθος του. «Πρόσεχε τι κάνεις! Είμαστε σε δημόσιο χώρο», φώναξε η Νάταλι, αλλά πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση της ο Τζέικ την έκανε μια στροφή. Ύστερα από τρία τραγούδια, ήταν εκείνος που την τράβηξε από την πίστα. «Μπορούμε να ξανάρθουμε αργότερα;» είπε παρακλητικά η Νάταλι, εξακολουθώντας να λικνίζει τους γοφούς της. «Νερό...» ήταν το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει ο Τζέικ. Η Νάταλι γέλασε και τον τράβηξε προς το κατάστημα δώρων. «Έλα, θέλω να ρίξω μια ματιά». Έτσι, λοιπόν, έριξαν μια ματιά στα δώρα, ο Τζέικ ήπιε ένα αναψυκτικό και στο τέλος η Νάταλι άρχισε πάλι να τον τραβάει προς την πίστα. «Μαθαίνεις γρήγορα», παρατήρησε βλέποντάς τη να κάνει πιρουέτες γύρω του. «Μ ’ αρέσει αυτό σε μια γυναίκα». Το χαμόγελό της τρεμούλιασε ανεπαίσθητα, κι όμως ο Τζέικ το πρόσεξε παρ’ όλο που το φως ήταν λιγοστό. Το είχε πει γι’ αστείο, αλλά η αντίδρασή της τον έκανε να συνειδητοποιήσει γι’ άλλη μια φορά πόσο εύθραυστη ήταν η σχέση τους. Την τράβηξε κοντά του και προχώρησε χορεύοντας μέχρι την άκρη της πίστας. Σκύβοντας, φίλησε τον ιδρωμένο λαιμό της κάτω από το αυτί. «Μου αρέσει αυτό στη δική μου γυναίκα», διόρθωσε. Ένιωσε το σφυγμό της κάτω από τα χείλη του και την άκουσε να παίρνει μια κοφτή ανάσα, χωρίς να σχολιάσει τα λόγια του. «Έλα, θέλω να σου δείξω κάτι», πρόσθεσε ο Τζέικ, τραβώντας την από την πίστα. Η Νάταλι γέλασε. «Νόμιζα ότι συν εννοηθήκαμε πως δε θα 162


DONNA KAUFFMAN

κάνουμε τέτοια πράγματα όσο είμαστε πάνω στο πλοίο». «Μμμ... πολύ αστείο», είπε μορφάζοντας ο Τζέικ. Η Νάταλι ξανάβρισκε αμέσως το κέφι της, κι αυτό ήταν άλλο ένα στοιχείο του χαρακτήρα της που του άρεσε πολύ. Το μόνο κακό ήταν ότι χρησιμοποιούσε το χιούμορ της για να κρύψει τις πιο μύχιες σκέψεις της. Ο Τζέικ θα έδινε τα πάντα για να μάθει τι σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή. Την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε προς την κουπαστή. «Κοίτα...» «Ω, Θεέ μου... Είναι φανταστικό». Ο ήλιος βασίλευε, βάφοντας την ακτή με ένα χρυσαφένιο χρώμα. Περνούσαν από το Ρίβεργουοκ και τα ασπριδερά φώτα της αποβάθρας φανέρωναν τα σημεία όπου βρίσκονταν τα καταστήματα. Την τράβηξε στην αγκαλιά του, απολαμβάνοντας την αίσθηση του κορμιού της πάνω στο δικό του καθώς κοιτούσαν το ηλιοβασίλεμα. «Είναι πολύ όμορφα», είπε σιγανά η Νάταλι ύστερα από λίγο. Και Θα μπορούσε να είναι πάντοτε έτσι, ήθελε να της πει ο Τζέικ. Δυσκολευόταν ολοένα και περισσότερο να συγκροτηθεί και να μην της μιλήσει στα ίσα για τα αισθήματα και τις επιθυμίες του. Ο χρόνος περνούσε τόσο γρήγορα όσο και τα νερά του ποταμού που διέσχιζαν και ο Τζέικ δεν ήξερε καν αν εκείνη είχε αρχίσει να αλλάζει γνώμη. «Μίλησε μου για την οικογένειά σου», της είπε ξάφνου και, όταν την ένιωσε να μένει για μια στιγμή ακίνητη, την έσφιξε πιο πολύ πάνω του. Ήξερε πολύ καλά ότι την έφερνε σε δύσκολη θέση, αλλά δεν ήταν δυνατόν να στέκεται εκεί, να την κρατάει, να μυρίζει το άρωμά της, να νιώθει τους χτύπους της καρδιάς της πάνω στο στήθος του και να μην κάνει τίποτα. Ύστερα από κάποιο δισταγμό, η Νάταλι είπε: «Τα περισσότερα τα ξέρεις ήδη. Έχω δύο αδερφές, έναν αδερφό και έναν πολύ πεισματάρη πατέρα, τον οποίο προσπαθώ να κρατήσω σε τάξη για να μην αυτοεξοντωθεί». 163


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Γιατί δεν εργάζεσαι στην οικογενειακή επιχείρηση;» Άλλη μια μεγάλη παύση κι ένας αναστεναγμός. «Επειδή εκνευρίζομαι όταν μου κάνουν υποδείξεις». Ο Τζέικ χαμογέλασε κι ύστερα έσκυψε και τη φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού. «Δεν ξέρω αν συμφωνώ μ’ αυτό. Εμένα μου φάνηκε ότι αντιδράς πολύ καλά στις υποδείξεις». Η Νάταλι έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω για να τον κοιτάξει. «Μην το παίρνεις πάνω σου», του είπε δήθεν αυστηρά, αλλά τα μάτια της έλαμπαν. Σ' αγαπώ. Παραλίγο να του ξεφύγει εκείνη τη στιγμή και ήταν πραγματικός άθλος το ότι συγκρατήθηκε. «Ώστε είσαι το μαύρο πρόβατο της οικογένειας», της είπε, ξεροκαταπίνοντας για να διώξει τον κόμπο που του έφραζε το λαιμό. Η Νάταλι έγειρε πάλι πάνω του και κοίταξε σκεφτική το ποτάμι. «Έτσι φαίνεται. Οι αδερφές μου δεν αντιδρούσαν ποτέ όταν ο πατέρας μου τους υπαγόρευε πώς να ζήσουν, αλλά είναι φυσικό, γιατί τους άρεσε η ζωή που είχε προδιαγράφει για λογαριασμό τους. Εμένα αυτό με εξόργιζε. Ίσως επειδή μοιάζω περισσότερο σ’ εκείνον παρά στη μητέρα μου». «Δεν μπορώ να φανταστώ πώς είναι να χάνεις ένα γονιό», είπε σιγανά ο Τζέικ. «Είναι πραγματικά φριχτό». Του έσφιξε τα χέρια, που την κρατούσαν από τη μέση. «Ήταν πολύ καιρό άρρωστη. Καρκίνος. Τη φροντίζαμε πάντα και όχι το αντίστροφο. Βέβαια, είχαμε νταντάδες και παραμάνες, αλλά νομίζω ότι η μητέρα μου ήταν ανέκαθεν εύθραυστη. Και το ότι έκανε τέσσερα παιδιά δεν ήταν ό,τι καλύτερο για την υγεία της, όση βοήθεια κι αν είχε όταν γεννηθήκαμε». Η Νάταλι σταμάτησε και αναστέναξε σιγανά. «Ίσως αυτό ακριβώς να άρεσε στον πατέρα μου. Οι δικοί του γονείς ήταν πολύ αυστηροί και όταν γνώρισε την ευαίσθητη, γλυκιά καλλονή από το Νότο, γοητεύτηκε. Του άρεσε να είναι το κέντρο του κόσμου της και την 164


DONNA KAUFFMAN

αγαπούσε πάρα πολύ». «Γι’ αυτό δεν ξαναπαντρεύτηκε;» Η Νάταλι κούνησε το κεφάλι καταφατικά και χαμογέλασε. «Γι' αυτό κι επειδή δεν υπήρχε άλλη γυναίκα που θα μπορούσε να τον ανεχτεί. Είναι πολύ ισχυρογνώμων. Η μητέρα μου δεν τον πίεζε σε τίποτα. Της αρκούσε που τη φρόντιζε, και σ’ αυτό δεν είχε κανένα παράπονο από κείνον». «Είπες ότι προσπαθείς να τον κρατήσεις σε τάξη. Γί’ αυτό άφησες τη δουλειά σου; Για να τον φροντίζεις μέρα νύχτα;» Η Νάταλι έμεινε αμίλητη για μερικές στιγμές και μετά κούνησε πάλι το κεφάλι της καταφατικά. «Ξέρεις, αυτή τη φορά πέθανε πραγματικά... οι γιατροί τον επανέφεραν». Ανατρίχιασε και ο Τζέικ τη γύρισε προς το μέρος του και την αγκάλιασε σφιχτά. «Λυπάμαι πολύ, Νάταλι», μουρμούρισε. «Κι εγώ λυπάμαι». «Φαντάζομαι πως δεν είναι καθόλου εύκολος ασθενής», «Δε λες τίποτα. Και οι αδερφές μου έχουν καλές προ θέσεις, αλλά δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα μαζί του. Δεν έχουν προσόντα νοσοκόμας. Και όσο για τον αδερφό μου... Αυτή η κατάσταση τον φέρνει σε πολύ δύσκολη θέση. Και την αρρώστια της μητέρας μου δεν την αντιμετώπισε με καλό τρόπο. Για κείνον η έννοια της βοήθεια είναι να φροντίζει ώστε τα πράγματα να πηγαίνουν ρολόι στη δουλειά. Αλλά μην του πεις να πλησιάσει κρεβάτι αρρώστου...» Ο τόνος της δεν είχε ούτε ίχνος μομφής. Η παραίτηση όμως ήταν αισθητή. «Κι έτσι ο κλήρος έπεσε σ’ εσένα. Υποψιάζομαι ότι είσαι η μόνη που μπορεί να συνετίσει τον πατέρα σου», είπε ο Τζέικ. «Ακριβώς». «Κι επίσης υποψιάζομαι ότι δεν τον ενθουσιάζει κα θολού η παρουσία σου». «Κερδίζεις το βραβείο!» Τώρα η φωνή της είχε ένα ίχνος πικρίας, αλλά φρόντισε να το καλύψει αμέσως. «Μπορεί να επέλεξα το δρόμο της ζωής μου, αλλά ο πατέρα μου κόπιασε πολύ για να μας 165


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

εξασφαλίσει ό,τι θα μπορούσαμε να επιθυμήσουμε. Και σε σημείο υπερβολής μερικές φορές, αν και είμαι η μόνη που το βλέπει έτσι. Κι όμως, ήταν κάθε μέρα δίπλα στο προσκέφαλο της μητέρας μου». Τον κοίταξε στα μάτια. «Και τώρα κάποιο πρέπει να είναι δίπλα του». Ο Τζέικ έσκυψε και τη φίλησε. Ήταν ένα ατέλειωτο φιλί, το πιο τρυφερό φιλί που είχε δώσει ποτέ στη ζωή του. «Ξέρω ότι το εκτιμάει, Νάταλι, έστω κι αν δεν του αρέσει το γεγονός ότι το χρειάζεται». «Θέλει να πάω να δουλέψω στην εταιρεία του. Ανέκαθεν το ήθελε. Για την ακρίβεια, περιμένει να σταματήσω να δουλεύω σαν σκλάβος στη Νέα Υόρκη και να γυρίσω στον τόπο μου, εκεί που όλοι θα εκτιμήσουν την προσφορά μου. Δεν καταλαβαίνει ότι θέλω να καταξιωθώ χάρη στην εργασία μου και όχι χάρη στο όνομά μου. Παρ’ όλ? αυτά, δεν είχε προσχεδιάσει να με φέρει πίσω με τέτοιο τρόπο. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο». Για πρώτη φορά ο Τζέικ άκουσε την κούραση στη φωνή της. Την έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά του, σαν να ήθελε να της εμφυσήσει τη δύναμή του. Το λιγότερο που μπορούσε να της προσφέρει ήταν παρηγοριά. Αλλά λαχταρούσε να της δώσει πολύ περισσότερα. Έμειναν έτσι για πολλή ώρα, εκείνη γυρισμένη προς το ποτάμι, εκείνος να την κοιτάζει σκυφτός. «Πες μου για τους δικούς σου». Η φωνή της ήταν σιγανή και, ακούγοντάς την, ο Τζέικ ένιωσε την καρδιά του να φτερουγίζει. Ήταν ένα διατακτικό βήμα από μέρους της, αλλά δεν έπαυε να είναι ένα βήμα. Και το είχε κάνει με τη θέλησή της. Δεν ήξερε πώς να αρχίσει. Ένιωθε πολύ άσχημα ξέροντας ότι η οικογένειά του ήταν ευτυχισμένη και αρμονική, ενώ η δική της ήταν ακριβώς το αντίθετο. «Λοιπόν... ξέρεις ήδη πόσα αδέρφια έχω. Και πως όλοι δουλεύουμε στην οικογενειακή επιχείρηση...» Σταμάτησε, μη ξέροντας πώς να προχωρήσει. Η Νάταλι τον κοίταξε και χαμογέλασε μελαγχολικά. «Μην 166


DONNA KAUFFMAN

αισθάνεσαι τύψεις επειδή η οικογένειά σου είναι ευτυχισμένη και συνεργάσιμη ενώ η δική μου όχι. Έλα, συνέχισε, θέλω να μάθω πώς το πετυχαίνει κανείς αυτό». Ο Τζέικ ανασήκωσε τους ώμους τους. «Δεν ξέρω γιατί τα πάμε τόσο καλά. Μάλλον εξαρτάται από τη στάση των γονιών μου και από το ότι αρέσει σε όλους μας αυτό που κάνουμε». «Αλλά;» Την κοίταξε με έκπληξη. «Τι αλλά;» Η Νάταλι απομακρύνθηκε λίγο και τον κοίταξε πιο προσεκτικά. «Αλλά... κάτι δεν πάει καλά. Το ακούω στη φωνή σου. Ξέρω ότι σου αρέσει αυτό που κάνεις, αλλά...;» Ήταν φοβερό το πόσο εύκολα αντιλαμβανόταν τις διαθέσεις του. Ο Τζέικ δεν ήταν μαθημένος να του κάνουν ερωτήσεις τέτοιου είδους, εκτός αν αυτός που τις έκανε ανήκε στην οικογένειά του. Αντί όμως αυτό να του προκαλεί δυσφορία, τον χαροποιούσε. «Όπως σου είπα και νωρίτερα, έχω αρχίσει να κάνω κάποιες αλλαγές στη ζωή μου τον τελευταίο καιρό». «Τι είδους αλλαγές; Μη μου πεις πως αποφάσισες να γίνεις αποστάτης σαν κι εμένα και να φύγεις από τους κόλπους της οικογένειας;» είπε εύθυμα η Νάταλι. Ο Τζέικ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Από τη μια του ερχόταν να βάλει τα γέλια, αλλά από την άλλη η επιθυμία του να της ανοίξει την καρδιά του ήταν πολύ πιο ισχυρή. «Όχι, δε φεύγω από τους κόλπους της οικογένειας. Απλώς έφτασα σε ένα σταυροδρόμι της ζωής μου. Προσέλαβα ορισμένους ανθρώπους για να με βοηθήσουν, γιατί δεν αντέχω άλλο το φόρτο εργασίας». «Είναι δύσκολο να αναθέτεις ευθύνες σε άλλους, να τους εμπιστεύεσαι πράγματα που έκανες εσύ και να περιμένεις να τα φέρουν εις πέρας με την ίδια ευσυνειδησία και προσοχή», επισήμανε η Νάταλι. Αυτό ακριβώς σκεφτόταν κι εκείνος και ακούγοντάς τη να το λέει ανακουφίστηκε. «Ακριβώς. Πάντως, τους γνώρισα, άρχισα την εκπαίδευσή τους και πιστεύω ότι θα τα καταφέρουν. Και μάλιστα, 167


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

καλύτερα απ’ όσο φανταζόμουν». «Αυτό είναι, λοιπόν, το πρόβλημά σου; Αισθάνεσαι περιττός;» Τώρα ο Τζέικ γέλασε. «Όχι, όχι. Δεν είναι αυτό». Η Νάταλι ακούμπησε με την πλάτη στην κουπαστή, δίχως να δίνει πια καμιά προσοχή στο τοπίο. «Τι συμβαίνει, λοιπόν;» Αν δεν ήταν τόσο σκεφτικός και ανήσυχος, θα απολάμβανε το έντονο ενδιαφέρον που έδειχνε η Νάταλι για το πρόβλημά του. Μα... είχε στ’ αλήθεια πρόβλημα; Τελικά ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν ξέρω, Νάταλι. Υποθέτω ότι δε μου αρέσει και τόσο πολύ να παριστάνω τον μάνατζερ. Θα συνεχίσω τα ταξίδια, θα κάνω την ίδια δουλειά που έκανα και πριν, μόνο που τώρα θα πρέπει να επιβλέπω και την υπόλοιπη ομάδα». Ο Τζέικ σταμάτησε, σκέφτηκε για μερικές στιγμές αυτό που είχε πει και γέλασε. «Θα επιβλέπω την υπόλοιπη ομάδα. Ποιος θα το φανταζόταν...» «Είσαι επιτυχημένος στον τομέα σου, όπως και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς σου. Γιατί σε εκπλήσσει αυτό; Δεν αποδεικνύει ότι, χάρη και στη δική σου συμβολή, η επιχείρησή σας πάει τόσο καλά, ώστε χρειάζεται περισσότερα πρόσωπα για να χειρίζονται τέτοια θέματα; Θέλω να πω ότι κάθε επιχείρηση αντιμετωπίζει συνεχώς προβλήματα, άρα πάντα θα χρειάζεσαι βοήθεια. Νομίζω ότι η απόφασή σου θα αποβεί θετική για όλους». «Μα είναι, είναι...» Όταν το έθετε έτσι, γινόταν ολοφάνερο πως δεν υπήρχε άλλη λύση. Γιατί λοιπόν αισθανόταν τόσο... ανικανοποίητος; «Καταλαβαίνω ότι είναι μια καινούρια και ακόμα αβέβαιη κατάσταση. Ίσως όταν το νερό θα έχει μπει στ5 αυλάκι, να νιώσω καλύτερα». Η Νάταλι τον κοίταξε σκεφτική, δίχως να μιλάει για μερικές στιγμές. Στο τέλος χαμογέλασε. «Λοιπόν, εγώ νομίζω πως θα γίνεις καταπληκτικός μάνατζερ. Είσαι άσος στο να δίνεις διαταγές», του είπε και ύψωσε υπαινικτικά το φρύδι της. Ο Τζέικ ένιωσε αμέσως το σώμα του να αντιδρά. Έτσι απλά, με μια 168


DONNA KAUFFMAN

κουβέντα της, ήταν έτοιμος για όλα. Δεν είχε μαντικές ιδιότητες, αλλά υποψιαζόταν πως όσα χρόνια κι αν περνούσαν, η Νάταλι θα είχε πάντα αυτή τη δύναμη πάνω του. Μια ματιά της θα ήταν αρκετή. Πώς στην οργή θα κατάφερνε να την πείσει γι’ αυτά; «Είναι φυσικό να είσαι προκατειλημμένη, αφού κι εσύ έχεις μεγάλες φιλοδοξίες για την καριέρα σου». Το χαμόγελό της πάγωσε. Μόνο για μια στιγμή, αλλά ήταν αρκετό για να δαγκώσει ο Τζέικ τη γλώσσα του. «Έλα, βρίσε με. Συγνώμη, δε σκέφτηκα πριν μιλήσω», είπε μετανιωμένος και της άπλωσε τα χέρια του. Η Νάταλι κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι της, αλλά πήγε κοντά του πρόθυμα. «Δεν πειράζει», είπε με αυτοπεποίθηση. «Κάποια στιγμή θα επιστρέφω. Είμαι ακόμα νέα και διψασμένη για επιτυχίες. Θα πάρω πίσω το αίμα μου». Ήταν η σειρά του να την κοιτάξει δύσπιστα. «Αλλά;» Η Νάταλι συνοφρυώθηκε απορημένη. «Δεν έχει “αλλά”». «Κι όμως, υπάρχει. Το βλέπω. Φοβάσαι μήπως δεν καταφέρεις να φτάσεις εκεί που ήσουν πριν. Σε ξέρω καλά, Νάταλι. Είσαι πολύ αποφασιστικός άνθρωπος. Όταν θες κάτι, τίποτα δε σε σταματάει». Μακάρι να ήμουν εγώ αυτό που θέλεις. «Σ’ ευχαριστώ. Μακάρι να είχα τη δική σου σιγουριά Τα πράγματα στον τομέα μου είναι πολύ ζόρικα». Ο Τζέικ της χάιδεψε τα μαλλιά κι εκείνη άλλαξε θέση, ώστε να ακουμπάει πάλι πάνω του. Το πλοίο ετοιμαζόταν να πλευρίσει στην αποβάθρα κι εκείνος ευχήθηκε να μπορούσε να βρει έναν τρόπο για να την κρατήσει εκεί κοντά του. «Τι σε έκανε να εγκατασταθείς στη Νέα Υόρκη; Ήταν πάντα το όνειρό σου να εργαστείς σε ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο;» Περίμενε ν’ ακούσει μια απλή απάντηση, αλλά έμεινε έκπληκτος όταν η Νάταλι δε μίλησε για πολλή ώρα. Δεν ήξερε αν την είχε φέρει πάλι σε δύσκολη θέση και βλέποντας πως η σιωπή τραβούσε σε μάκρος είπε αμήχανα: «Συγνώμη, δεν ήθελα να...» 169


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Όχι, όχι, μην ανησυχείς. Δεν απάντησα γιατί κανείς δε μου είχε κάνει αυτή την ερώτηση μέχρι τώρα. Ειλικρινά, δε θυμάμαι γιατί αποφάσισα να γίνω δικηγόρος. Αστείο δεν είναι;» Μπορεί να ήταν αστείο, αλλά η Νάταλι δεν είχε καμιά όρεξη να γελάσει. Ούτε και ο Τζέικ. «Σου αρέσει αυτή η δουλειά;» τη ρώτησε. Τώρα, η Νάταλι γέλασε. «Ξέρεις, ήμουν πάντα τόσο επικεντρωμένη στην προσπάθειά μου να αναρριχηθώ στην ιεραρχία, ώστε ποτέ δεν έκατσα να το σκεφτώ. Εξάλλου, όλοι ξέρουν ότι τα πράγματα δεν είναι ευχάριστα όταν έχεις βάλει τέτοιο στόχο, έτσι δεν είναι;» Κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι της και έμεινε πάλι σιωπηλή. Ο Τζέικ δεν ήξερε τι να πει. Δεν είχε πρόθεση να ανοίξει πληγές και ήταν σίγουρος πως ούτε και η Νάταλι είχε τέτοια πρόθεση όταν του έκανε ερωτήσεις νωρίτερα. Κι έτσι, έμειναν χαμένοι στις σκέψεις τους καθώς το πλοίο έδεσε στην αποβάθρα μερικές στιγμές αργότερα και οι επιβάτες άρχισαν να κατεβαίνουν. Στην έξοδο υπήρχαν αναρτημένες φωτογραφίες οι οποίες είχαν βγει κατά τη διάρκεια της κρουαζιέρας και όποιος ήθελε μπορούσε να αγοράσει. Περνώντας από μπροστά, ο Τζέικ είδε μία που έδειχνε τους δυο τους να χορεύουν στην πίστα. Η Νάταλι χαμογελούσε χαρούμενα κι εκείνος είχε μια πολύ εύγλωττη έκφραση καθώς την κοιτούσε. Η Νάταλι πέρασε μπροστά από τον πίνακα δίχως να κοντοσταθεί, χαμένη ακόμα στις σκέψεις της. Ο Τζέικ τη συνόδευσε μέχρι το πάρκινγκ. «Περίμενε εδώ, επιστρέφω αμέσως», της είπε. «Πού πας;» Της κούνησε απλώς το χέρι και έτρεξε προς τη σκάλα του πλοίου. Ήθελε εκείνη τη φωτογραφία. Ήθελε να κρατήσει για πάντα την ανάμνηση εκείνης της στιγμής. Γιατί, προς μεγάλη του θλίψη, ήξερε πια πως, ό,τι κι αν είχε γίνει πάνω στο καράβι, δεν τον είχε βοηθήσει σε τίποτα. 170


DONNA KAUFFMAN

Κεφάλαιο 16

Το μυαλό της Νάταλι ήταν θολωμένο. Δεν μπορούσε να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη. Τη μια στιγμή σκεφτόταν τη βραδιά που μόλις είχε περάσει με τον Τζέικ -το χορό τους, το ηλιοβασίλεμα που είχαν δει αγκαλιασμένοι, το πόσο γαλήνια ένιωθε όταν βρισκόταν μαζί του-και την άλλη τα μπερδεμένα συναισθήματα που της προ-καλούσε η ζωή στην οποία είχε αφιερωθεί. Ήταν ευτυχισμένη; Τα πράγματα περιπλέκονταν ακόμα περισσότερο από την τρέχουσα κατάσταση της υγείας του πατέρα της, που την εμπόδιζε να πάρει αποφάσεις είτε προς τη μια είτε προς την άλλη κατεύθυνση. Ο Τζέικ είχε μείνει αμίλητος κατά τη διάρκεια της επιστροφής τους στη Γαλλική Συνοικία. Της κρατούσε το χέρι καθώς προχωρούσαν, βυθισμένοι και οι δυο στις σκέψεις τους. Απ’ ό,τι φαινόταν, οι ερωτήσεις που του είχε κάνει νωρίτερα σχετικά με τη δουλειά του τον είχαν προβληματίσει. Αν η Νάταλι δεν ήταν τόσο μπερδεμένη, θα γελούσε με την κατάστασή τους. Βρίσκονταν σε μια από τις πιο αισθησιακές πόλεις του κόσμου και το μόνο που σκέφτονταν ήταν η καριέρα τους. Ήταν στ’ αλήθεια για κλάματα... Το χαμόγελό της έσβησε. Ναι, πραγματικά ήταν για κλάματα. Γιατί είχε δώσει όλη την ενεργητικότητα και την αφοσίωσή της στη σπουδαία καριέρα που είχε ονειρευτεί; Επειδή πίστευε γενικά και αόριστα ότι μακροπρόθεσμα θα είχε την ανταμοιβή που επιθυμούσε. Θα έκανε θυσίες για να απολαύσει τους καρπούς των κόπων της στο μέλλον. Αν όμως το μέλλον ήταν μια κατάσταση λίγο πολύ παρόμοια μ’ αυτή που ζούσε τώρα; Σου αρέσει η δουλειά σου; Γύρισε και κοίταξε τον Τζέικ. Αν η ανταμοιβή της δεν είχε καμιά 171


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

σχέση μ’ αυτό που είχε ονειρευτεί; Μήπως ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει αυτό που την έκανε πραγματικά ευτυχισμένη; Και τι σημασία είχε; Έτσι κι αλλιώς, τώρα δεν μπορούσε να διαλέξει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η προτεραιότητά της ήταν η υγεία και η ευτυχία του πατέρα της. Ό,τι κι αν της επιφύλασσε το μέλλον, εκείνη τη στιγμή δεν είχε άλλη επιλογή. Ακούγοντας ξαφνικά δυνατή μουσική, συνειδητοποίησε πού βρίσκονταν: στην άλλη άκρη της Μπέρμπον Στρητ. Ο ξενώνας τους ήταν αρκετά τετράγωνα πιο κάτω, και σε όλο το δρόμο φαινόταν σαν να γινόταν ένα τεράστιο πάρτι. Ήταν το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς πριν από τη Σαρακοστή. Είχαν διακόψει την κυκλοφορία των αυτοκινήτων και ο δρόμος ήταν γεμάτος κόσμο. Από κάθε μαγαζί και από κάθε κλαμπ αντηχούσαν διαφορετικές μουσικές. Άνθρωποι γελούσαν, χόρευαν και έπιναν στα πεζοδρόμια, στους παράδρομους, ακόμα και στα μπαλκόνια. Κολιέ από γυαλιστερές χάντρες πουλιόνταν σε όλα τα μαγαζιά και κρέμονταν από το λαιμό των ανθρώπων που γλεντούσαν. Από τα μπαλκόνια, κοπέλες και νεαροί πετούσαν κολιέ στους περαστικούς, με αντάλλαγμα μια σύντομη... επίδειξη. Η Νάταλι έμεινε έκπληκτη όταν διαπίστωσε με πόση προθυμία ανταποκρινόταν ο κόσμος. «Είδα καλά; Ανασήκωσε το πουκάμισό της;» ρώτησε εμβρόντητη. Ο Τζέικ χαμογέλασε. Προφανώς, το θέαμα της γυμνής σάρκας τον είχε βγάλει κι εκείνον από τη βαθιά περισυλλογή. «Και βέβαια το ανασήκωσε». Η Νάταλι του έδωσε μια σκουντιά στα πλευρά με τον αγκώνα, αλλά παρ’ όλ' αυτά έβαλε τα γέλια. «Θέλεις κι εσύ ένα κολιέ;» τη ρώτησε. «Ούτε να το σκέφτεσαι!» «Δεν εννοούσα να κάνεις εσύ στριπτίζ». Έκανε πως έπιανε τη ζώνη του και αμέσως από ένα μπαλκόνι μερικές κοπέλες -και άντρες, επίσης- άρχισαν να ζητωκραυγάζουν και να τον ενθαρρύνουν. «Λυπάμαι, κυρίες», φώναξε η Νάταλι βάζοντας αποφασιστικά το 172


DONNA KAUFFMAN

χέρι της πάνω από το δικό του. «Και κύριοι... αλλά απόψε η παράσταση είναι μόνο για μένα». Ακούστηκαν βογκητά απογοήτευσης, αλλά η παρέα άρχισε αμέσως να παροτρύνει τον επόμενο υποψήφιο. Μια από τις κοπέλες όμως πέταξε ένα κολιέ και ο Τζέικ το έπιασε επιδέξια στον αέρα. «Για την ιδιωτική σας παράσταση», τους φώναξε η κοπέλα. Ο Τζέικ γέλασε και τράβηξε τη Νάταλι να προχωρήσουν. «Ώστε θέλεις ιδιωτικό στριπτίζ, ε;» τη ρώτησε ανεβοκατεβάζοντας με αστείο τρόπο τα φρύδια του. Η Νάταλι δεν μπορούσε να καταλάβει τι την είχε πιάσει -το μόνο που ήξερε ήταν ότι, αν ο Τζέικ επρόκειτο να γδυθεί, θα το έκανε για χάρη της και για κανέναν άλλο. Τουλάχιστον αυτή την τελευταία νύχτα. Η καρδιά της σφίχτηκε με πόνο σ’ αυτή τη σκέψη και την παραμέρισε αποφασιστικά μαζί με όλη την αγωνία της. Δε θα χαράμιζε την τελευταία της νύχτα με τον Τζέικ για πράγματα τα οποία δεν μπορούσε να αλλάξει. Ο Τζέικ προχώρησε πρώτος προς τη σκάλα του ξενώνα και μόλις έκλεισε πίσω τους την πόρτα του δωματίου γύρισε και τράβηξε τη Νάταλι στην αγκαλιά του. Είχε διαισθανθεί ότι απομακρυνόταν από κείνον και αυτό ήταν ο μόνος τρόπος για να την ξαναφέρει κοντά του. Αφού είχαν αρχίσει έτσι, έτσι και θα τελείωναν -και ήταν αποφασισμένος να της μείνει αλησμόνητη η αποψινή βραδιά... Την έσπρωξε προς το κρεβάτι και την ανασήκωσε για να καθίσει στην άκρη. Εκείνη προσπάθησε να τον τραβήξει μαζί της, αλλά ο Τζέικ πισωπάτησε. «Αν θυμάμαι καλά, κάποιος μου ζήτησε μια ιδιωτική παράσταση». Η Νάταλι γούρλωσε τα μάτια της από την έκπληξη, αλλά αμέσως χαμογέλασε. «Α, ναι... κι εγώ κάτι τέτοιο θυμάμαι». Ακούμπησε με την πλάτη στο κεφαλάρι και χαλάρωσε πάνω στα μαξιλάρια. «Μήπως όμως χρειαζόμαστε και μουσική για τη συγκεκριμένη επίδειξη;» Ο Τζέικ είχε σκοπό μόνο να την πειράξει, η διάθεσή της όμως ήταν 173


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

μεταδοτική. Δε βαριέσαι... σκέφτηκε. Πήγε στην μπαλκονόπορτα και την άνοιξε διάπλατα. Αμέσως οι ήχοι της τζαζ πλημμύρισαν το δωμάτιο, μπερδεμένοι με τις νότες των μπλουζ και του ροκ εντ ρολ. Γύρισε πάλι κοντά της και για μια στιγμή ένιωσε αμηχανία και συστολή. Άλλο πράγμα ήταν να αστειεύεται και να την πειράζει, και άλλο να κάνει στ’ αλήθεια στριπτίζ μπροστά της... Ξάφνου στο μυαλό του ξεπήδησαν εικόνες από το στριπτίζ που είχε κάνει για χάρη του νωρίτερα και σκέφτηκε πως της το χρωστούσε. Εξάλλου, ύστερα από τον πρώτο δισταγμό της είχε φανεί να το απολαμβάνει. Ίσως λοιπόν να το απολάμβανε κι εκείνος. Την άκουσε να γελάει. «Τι συμβαίνει;» «Σου έφαγε η γάτα τη γλώσσα;» «Καλά, καλά... μη βιάζεσαι». Δεν ήταν δυνατόν να κοκκινίσει! Όχι, υστέρα απ’ όσα είχαν κάνει μαζί. Η Νάταλι σύρθηκε μέχρι την άκρη του κρεβατιού και του έκανε νόημα να πλησιάσει. «Μήπως χρειάζεσαι βοήθεια μ’ αυτή τη βαριά αγκράφα;» «Χα, χα, πολύ αστείο!» Η Νάταλι απλώς χαμογέλασε και τον κοίταξε προκλητικά από πάνω ως κάτω. «Μμμ... Κατάλαβα, κατάλαβα... είσαι όλο λόγια και από πράξεις μηδέν. Ή μήπως έχω άδικο;» «Νομίζω πως ειδικά εσύ δε θα έπρεπε να το λες αυτό, αφού ξέρεις την αλήθεια». «Εντάξει, λοιπόν, δείξε μας τα καλούδια σου!» Έβγαλε το κολιέ από το λαιμό της, το πέρασε στο δάχτυλό της και το κούνησε πέρα δώθε. «Αν είσαι καλός, θα σου δώσω χάντρες!» «Το απολαμβάνεις, βλέπω». «Δεν έχεις ιδέα πόσο!» Ο Τζέικ δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Έβαλε τα γέλια και όλοι του οι ενδοιασμοί έγιναν μονομιάς καπνός. Εκεί, μαζί της, μπορούσε να νιώσει ελεύθερος να κάνει τα πάντα. Να της φανερώσει τα πάντα ανασφάλειες, αμφιβολίες, ανησυχίες, φόβους. Η Νάταλι δε θα τον πρόδιδε ποτέ. Πώς στην οργή θα άντεχε να την αφήσει να του 174


DONNA KAUFFMAN

φύγει; Έδιωξε αποφασιστικά αυτή τη σκέψη από το μυαλό του. Είχε ορκιστεί να της μείνει αυτή η νύχτα αλησμόνητη -και θα το έκανε. Έσκυψε το κεφάλι του, την κοίταξε χαμογελώντας προκλητικά και πιάνοντας την αγκράφα της ζώνης του την άνοιξε με αργές κινήσεις. Ύστερα ανασήκωσε το κεφάλι του και τράβηξε τη ζώνη από τις θηλιές με μια αποφασιστική κίνηση, και η ικανοποίησή του ήταν ανείπωτη όταν είδε το χαμόγελό της να τρεμουλιάζει και το λαρύγγι της να ανεβοκατεβαίνει καθώς ξεροκατάπινε. Για δες... ίσως τελικά να μην ήταν και τόσο δυσάρεστη αυτή η διαδικασία! Κούνησε ανεπαίσθητα τους γοφούς του και, όταν είδε το βλέμμα της να καρφώνεται πάνω του, τους κούνησε πιο έντονα. Αργά, αισθησιακά. Ξεκούμπωσε το παντελόνι και κατέβασε με αργές κινήσεις το φερμουάρ, φροντίζοντας να αγγίξει... το επίμαχο σημείο με τα δάχτυλά του. Το κολιέ γλίστρησε από το χέρι της και ξαφνικά ο Τζέικ ένιωσε μια πρωτόγνωρη αίσθηση δύναμης. Έβγαλε το πουκάμισό του από το παντελόνι και, δίχως να το ξεκουμπώσει, το τράβηξε πάνω από το κεφάλι του λικνίζοντας το κορμί του. Γυρίζοντας προς το μέρος της, το έβγαλε αργά από τα μπράτσα του. Ύστερα της το πέταξε και χαμογέλασε όταν η Νάταλι το έπιασε στον αέρα. Θα έπαιρνε όρκο πως άκουγε την καρδιά της να χτυπάει, αλλά μπορεί και να ήταν η δική του. Έβγαλε τα παπούτσια του κι υστέρα έπιασε πάλι το παντελόνι. Στριφογύρισε τη λεκάνη του ακόμα πιο έντονα, πηγαίνοντας προς το μέρος της, κι έπειτα το κατέβασε αργά αργά, βγάζοντας μαζί και τις κάλτσες του, ώσπου έμεινε μπροστά της μόνο με το εσώρουχο που ήταν τσιτωμένο σε απίστευτο βαθμό. Στάθηκε μπροστά της και έφερε το χέρι του στο εσώρουχό του. Την είδε να ξεροκαταπίνει πάλι και να γλείφει τα χείλη της που είχαν στεγνώσει και αυτή η κίνηση τον έκανε να χαμογελάσει. Η Νάταλι μετακινήθηκε πάνω στο κρεβάτι και κάθισε στην άκρη, αφήνοντας τα πόδια της να κρέμονται κάτω. Το ύφος του κρεβατιού ήταν ιδανικό γι’ αυτό που είχε κατά νου ο Τζέικ. 175


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Η Νάταλι βόγκηξε όταν εκείνος πίεσε τη λεκάνη του ανάμεσα στα ανοιχτά της πόδια. Ακούμπησε τα χέρια της στο στήθος του και το χάιδεψε αργά αργά, απολαμβάνοντας την αίσθηση. «Βγάλε τα ρούχα σου, Νάταλι. Θέλω να με νιώσεις πάνω σου». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και ο Τζέικ είδε μια φλέβα να πάλλεται σαν τρελή στη βάση του λαιμού της. Υπακούοντας στην προσταγή του, ανέβηκε πάλι με αδέξιες κινήσεις στο κρεβάτι και άρχισε να γδύνεται. «Τώρα έλα πάλι και κάθισε εδώ. Φέρε και τις χάντρες». Την είδε να ριγεί από ευχαρίστηση κι ένιωσε το ρίγος της να μεταδίδεται και στο δικό του σώμα. Έλπιζε μόνο ότι θα άντεχε αρκετά για να κάνει αυτό που σχεδίαζε μέχρι το τέλος. Στάθηκε πάλι ανάμεσα στα ανοιχτά της πόδια και τρίφτηκε πάνω της, ώσπου η Νάταλι άρχισε να κινείται ρυθμικά. «Βοήθησέ με να βγάλω αυτό το πράγμα». Η Νάταλι άπλωσε τα χέρια της προς τους γοφούς του και με βασανιστικά αργές κινήσεις κατέβασε το εσώρουχό του, αφήνοντάς το να πέσει στους αστραγάλους του. Ο Τζέικ το κλότσησε μακριά και η αίσθηση του υγρού αέρα στο γυμνό του σώμα τον έκανε να ανατριχιάσει. «Νομίζω ότι μου αξίζουν μερικές χάντρες. Δε συμφωνείς;» Η Νάταλι κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και όταν ο Τζέικ πίεσε πάλι τη λεκάνη του ανάμεσα στα πόδια της, άρχισε να τρέμει σύγκορμη. Ο Τζέικ με δυσκολία συγκρατήθηκε να μην την ξαπλώσει στο κρεβάτι και μπει μέσα της εκείνη τη στιγμή. Ένιωθε το σφυγμό του να καλπάζει και τα μηλίγγια του να σφυροκοπούν. Απλώνοντας το χέρι του, έπιασε το κολιέ και στριφογύρισε τις σμαραγδένιες χάντρες στα δάχτυλά του. Ύστερα το ακούμπησε στο στήθος της και άρχισε να το τρίβει πάνω στις ερεθισμένες ρώγες της, ενώ ταυτόχρονα πίεζε τον ανδρισμό του πιο δυνατά πάνω της. Η Νάταλι βόγκηξε και ο Τζέικ δεν άντεξε άλλο. Μπήκε μέσα της με μια απότομη, σχεδόν βίαιη κίνηση κι εκείνη έβγαλε μια κραυγή, τύλιξε τα πόδια της στη μέση του και τον κράτησε για να μην 176


DONNA KAUFFMAN

τραβηχτεί. «Όχι, μη φεύγεις. Θεέ μου...» Ο Τζέικ έσπρωξε πάλι τη λεκάνη του προς τα μπρος και βόγκηξε δυνατά. «Θεέ μου δεν πάει να πει τίποτα...» μουρμούρισε τραχιά όταν ένιωσε τους μυς της να τον κλείνουν σαν μέγκενη. Η Νάταλι στηρίχτηκε στους αγκώνες της, έγειρε πίσω το κεφάλι και έσπρωξε το σώμα της προς το μέρος του. Η στάση της έκανε τα στήθη της να ορθωθούν και αμέσως ο Τζέικ το εκμεταλλεύτηκε, χαϊδεύοντας ξανά και ξανά με τις χάντρες τις ρώγες της, ώσπου η Νάταλι άρχισε να συστρέφεται και να βογκάει από ευχαρίστηση με τα μάτια κλειστά. Τότε ο Τζέικ τράβηξε τις χάντρες από πάνω της, κάνοντάς τη να ανασηκωθεί. «Τύλιξε πιο σφιχτά τα πόδια σου γύρω μου». Η Νάταλι το έκανε και, κρατώντας τη με το ένα χέρι από την πλάτη, ο Τζέικ την έσπρωξε προς το κρεβάτι και ανεβαίνοντας κι εκείνος επάνω μπήκε ακόμα πιο βαθιά μέσα της. Έτρεμαν και οι δύο και με υπεράνθρωπη προσπάθεια συγκρατήθηκε να μην αφήσει το κορμί του να πάρει αυτό που τόσο επιθυμούσε. Όταν εκείνη άρχισε να κινείται ρυθμικά, ο Τζέικ έσφιξε τα δόντια του για να συγκρατηθεί. Επιστρατεύοντας όλη τη δύναμη της θέλησής του, τραβήχτηκε και γλίστρησε προς τα κάτω, ανάμεσα στα πόδια της, σπρώχνοντάς την πίσω όταν η Νάταλι προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί. «Κρατήσου από το κεφαλάρι», την πρόσταζε. Εκείνη τον κοίταξε με απορία. «Έχε μου εμπιστοσύνη». Του χαμογέλασε και ο Τζέικ ένιωσε την καρδιά του να σκιρτάει. Πού θα το ξανάβρισκε αυτό; Θα γνώριζε άραγε ποτέ άλλη γυναίκα που να τον εμπιστεύεται τόσο απόλυτα και να την εμπιστεύεται κι εκείνος; Απόδιωξε βιαστικά αυτή τη σκέψη από το μυαλό του και έσκυψε από πάνω της, ενώ η Νάταλι πιάστηκε γερά από το κεφαλάρι του κρεβατιού. Ο Τζέικ άπλωσε το χέρι του, έπιασε τις χάντρες και τις κύλησε 177


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

πάνω στο σώμα της γύρω από τα στήθη της, πάνω στις ρώγες της, στην κοιλιά της, κι από κει πιο χαμηλά, τρίβοντάς τες μία μία ανάμεσα στα πόδια της. «Μείνε ακίνητη», την πρόσταζε. «Δεν μπορώ», είπε βογκώντας η Νάταλι. «Προσπάθησε». Η Νάταλι έσφιξε τα δόντια της και άφησε ένα μακρόσυρτο σιγανό βογκητό, που έγινε κραυγή όταν εκείνος έτριψε τις χάντρες στις υγρές πτυχές της. Δάγκωσε τα χείλη της και προσπάθησε να κρατήσει τους γοφούς της ακίνητους, ως τη στιγμή που ο Τζέικ έσκυψε και αντικατέστησε τις χάντρες με τη γλώσσα του. Τότε πια έχασε κάθε έλεγχο και αφέθηκε στους σπασμούς του οργασμού που τη συντάραζαν. Ο Τζέικ άφησε το κολιέ στην άκρη και άρχισε να ακολουθεί με τη γλώσσα του την αντίστροφη διαδρομή πάνω στο κορμί της. «Άσε το κεφαλάρι και κρατήσου από πάνω μου, Νάταλι», της ψιθύρισε στο αυτί. Εκείνη τον άρπαξε από τους γλουτούς και ο Τζέικ χαμογέλασε, γιατί κι εκείνος συμμεριζόταν το πρωτόγονο πάθος της. Αυτή τη φορά, όταν μπήκε μέσα της, άφησαν και οι δυο κατά μέρος κάθε τρυφερότητα. Ο Τζέικ απορούσε πώς το κρεβάτι δε διαλύθηκε από τη μανία τους. Η Νάταλι έφτασε για δεύτερη φορά στον οργασμό, την ίδια στιγμή μ’ εκείνον. Σ’ αγαπώ, Νάταλι. Μέσα στο μυαλό του ακούστηκε τόσο καθαρά και δυνατά, που για μια στιγμή φοβήθηκε πως το είχε προφέρει φωναχτά. Το κακό ήταν πως δεν ήξερε για πόσο ακόμα θα μπορούσε να το κρατάει μυστικό. Αν όμως της έλεγε ποτέ αυτά τα λόγια, δεν ήθελε να είναι τη στιγμή που θα έκαναν έρωτα. Όχι, ήθελε να τα ακούσει καθαρά η Νάταλι, για να καταλάβει πόσο βαθιά ήταν τα αισθήματά του και να ξέρει ότι θα την αγαπούσε για πάντα, έστω κι αν έφευγε μακριά του. Κατανοούσε το δίλημμά της και, αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, πραγματικά ούτε ο ίδιος ήξερε με τι τρόπο θα μπορούσαν να διατηρήσουν τη 178


DONNA KAUFFMAN

σχέση τους έτσι όπως ήταν τα πράγματα στη ζωή, στην καριέρα και στις οικογένειές τους. Ίσως τελικά η Νάταλι να είχε δίκιο…Ίσως το μόνο που θα κατάφερναν έτσι να ήταν να υποφέρουν και να απογοητεύονται καθημερινά. Ίσως ήταν καλύτερα να χωρίσουν τώρα που όλα ήταν όμορφα και τέλεια. Ίσως στο μέλλον ερχόταν μια στιγμή που θα μπορούσαν να συναντηθούν πάλι και να συνεχίσουν από κει που θα είχαν σταματήσει. Και ίσως διαπίστωνε ότι δεν ήταν δυνατόν να έχει αυτό που επιθυμούσε, όσο πολύ κι αν το ήθελε. Ο Τζέικ τραβήχτηκε από πάνω της και τη φίλησε, χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. Η Νάταλι κούρνιασε στην αγκαλιά του, ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στην καρδιά του που βροντοχτυπούσε ακόμα, κι εκείνος την ένιωσε να χαλαρώνει καθώς την έπαιρνε ο ύπνος. Τα μάτια του έκαιγαν και η καρδιά του σφιγγόταν από απελπισία. Σίγουρα κάποιος τρόπος θα υπήρχε να την κρατήσει κοντά του. Απλώς εκείνος έπρεπε να τον βρει. Όταν τελικά τα βλέφαρά του βάρυναν και βυθίστηκε στον ύπνο, η λύση που τόσο απελπισμένα έψαχνε δεν είχε βρεθεί.

179


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Κεφάλαιο 17

Το πρωί έφτασε πολύ γρήγορα. Η Νάταλι κράτησε τα μάτια της κλειστά, προσπαθώντας να μείνει μετέωρη στον κόσμο του ονείρου. Έναν κόσμο στον οποίο αυτή και ο Τζέικ έμεναν μαζί ως την αιωνιότητα. Κάτι τέτοιο όμως δεν ήταν γραφτό να συμβεί. Άνοιξε τα μάτια της. Το δωμάτιο ήταν ακόμα σκοτεινό, παρ’ όλο που το ρολόι έδειχνε ότι είχε ξημερώσει προ πολλού. Ένα μπουμπουνητό έκανε τα τζάμια της μπαλκονόπορτας να τρίξουν και η Νάταλι συνειδητοποίησε τι την είχε ξυπνήσει. «Υπέροχα», μουρμούρισε. Μόνο η θύελλα της έλειπε. Ο καιρός ταίριαζε απόλυτα με τη διάθεσή της. Γύρισε μαλακά στο πλάι και κοίταξε τον Τζέικ. Η καρδιά της σφίχτηκε από πόνο. Πώς θα σου πω αντίο; συλλογίστηκε με απόγνωση. Κάποια στιγμή τη νύχτα είχε ξυπνήσει για να πάει στο μπάνιο. Ο Τζέικ την κρατούσε, σφίγγοντας τη με το ένα χέρι, στην αγκαλιά του και το πρώτο που έκανε ήταν να αναρωτηθεί πώς ήταν δυνατόν να κοιμάται μόνη τόσα χρόνια. Και πώς θα άντεχε να ξανακοιμηθεί μόνη από δω και πέρα. Αυτή η σκέψη, και η συναίσθηση ότι στο εξής θα ήταν πραγματικό μαρτύριο να κοιμάται μόνη της, την έκανε να χάσει τον ύπνο της. Είχε σηκωθεί και είχε κλείσει τις μπαλκονόπορτες, αλλά αντί να ξαναγυρίσει κοντά του είχε ακουμπήσει στο τζάμι και τον κοίταζε που κοιμόταν λουσμένος στο φως του φεγγαριού. Κυριολεκτικά είχε γνωρίσει το σωστό άντρα στην πιο ακατάλληλη στιγμή. Επί μία ολόκληρη ώρα τον κοιτούσε και προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο για να μείνει μαζί του. Δεν είχε ιδέα όμως πόσο θα έμενε με 180


DONNA KAUFFMAN

τον πατέρα της. Μάλιστα, για μια στιγμή, της είχε περάσει από το μυαλό να υποκύψει στις πιέσεις του και να πιάσει δουλειά στην εταιρεία του. Ίσως να μην ήταν τόσο άσχημα, ίσως έβρισκε έναν τρόπο να ταιριάζει εκεί μέσα. Ήξερε όμως ότι κάτι τέτοιο ήταν ανέφικτο. Έστω κι αν ο πατέρας της της έδινε ελευθερία κινήσεων, έστω κι αν μπορούσε να λειτουργήσει ως νομικός σύμβουλος των Επιχειρήσεων Χόλκομ, ο αδερφός της δε θα ήταν εύκολος συνεργάτης. Και της έφερνε ανατριχίλα η ιδέα και μόνο ότι θα μπερδευόταν στις ίντριγκες της εταιρείας. Μπορεί τα πράγματα εκεί που δούλευε τώρα να ήταν περίπλοκα, αλλά τουλάχιστον δεν ήταν μπλεγμένα με οικογενειακές υποχρεώσεις και προσδοκίες. Όχι. Το να δουλεύει για τον πατέρα της δεν ήταν αυτό που ήθελε. Αλλά μήπως και το να δουλεύει στους Μάξγουελ και Γκράχαμ ήταν; Τι θα έκανε αν, φτάνοντας στην κορυφή με νύχια και με δόντια, διαπίστωνε πως την περίμενε κι άλλο σκαρφάλωμα; Κι άλλες θυσίες; Θα της άρεσε κάτι τέτοιο; Αγαπούσε τη δικηγορία, αυτό το ήξερε με σιγουριά. Γιατί όμως είχε αποφασίσει να γίνει συνεταίρος σε ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο; Μήπως επειδή είχε αίγλη και κύρος κι αυτό θα την έκανε αξιοσέβαστη; Σε ποιον; Και ξαφνικά η Νάταλι τα είδε όλα πεντακάθαρα μπροστά της. Ξαναγύρισε στο κρεβάτι και έμεινε ξαπλωμένη κοιτάζοντας το ταβάνι. Είχε διαλέξει το δικηγορικό γραφείο Μάξγουελ και Γκράχαμ για να εντυπωσιάσει τον πατέρα της. Να του αποδείξει ότι μπορούσε να τα καταφέρει μόνη της σε μια μεγάλη πόλη, σε ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο. Ο πατέρας της θα το σεβόταν κάτι τέτοιο. Και λοιπόν; Ποιος ήταν ο στόχος της; Να τον κάνει να παραδεχτεί πως δεν τον είχε ανάγκη; Η Νάταλι άρχισε να κλαίει σιωπηλά, ξαπλωμένη δίπλα στον Τζέικ, που κοιμόταν μακάρια. Πόσο ανόητη ήταν... Και γιατί είχε αργήσει τόσο πολύ να το καταλάβει; Σφίχτηκε πάνω του σαν να ήθελε να αντλήσει δύναμη από κείνον. Ίσως είχε αργήσει τόσο πολύ να το 181


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

καταλάβει επειδή κανείς μέχρι τότε δεν είχε αμφισβητήσει τα κίνητρά της. Και τώρα τι γινόταν; Ήδη είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η λύση δεν ήταν να ξαναγυρίσει στο πατρικό της. Έπρεπε να ξεπεράσει την ανάγκη της να κερδίσει την επιδοκιμασία του πατέρα της. Δε θα το πετύχαινε ποτέ -και δε σκόπευε να συνεχίσει να ζει σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Είχε μείνει κατάπληκτη από το γεγονός ότι, παρ’ όλο που νόμιζε ότι ζούσε σύμφωνα με τις δικές της επιθυμίες, στην πραγματικότητα οι επιλογές της υπαγορεύονταν από κείνον, ή μάλλον από τη σχέση που είχε μαζί του. Αν αυτή η αποκάλυψη δεν την είχε καταπλήξει τόσο πολύ, θα είχε γίνει έξαλλη με τον εαυτό της επειδή δεν το είχε καταλάβει νωρίτερα. Η Λίζα είχε δίκιο: Ο πατέρας της ήταν περήφανος για κείνη, για την επιτυχία και την αποφασιστικότητά της. Αυτό το είχε πετύχει, άσχετα από το αν στον ίδιο δεν άρεσε ο τρόπος με τον οποίο το είχε πετύχει. Και κανονικά θα έπρεπε να της αρκεί, επειδή πια είχε αποφασίσει να μη διαλέγει τους στόχους της για να αποδείξει κάτι στους άλλους. Ήταν καιρός να βρει τι ήθελε εκείνη. Για τον εαυτό της. Και τη σοκάριζε το γεγονός πως δεν είχε ιδέα τι ήθελε να κάνει. Ένιωθε κυριολεκτικά χαμένη. Ο Τζέικ ήταν εκεί, δίπλα της. Το γυμνό, γεροδεμένο κορμί του ήταν πραγματικός πειρασμός. Η Νάταλι όμως ήξερε ότι έπρεπε να αποφασίσει μόνη της ποια θα ήταν η επόμενη κίνησή της. Αλλά ακόμα κι αυτό θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να γίνει καλά ο πατέρας της. Θα έμενε κοντά του, θα του συμπαραστεκόταν, αλλά θα έκανε μια κουβέντα έξω από τα δόντια μαζί του. Θα του εξηγούσε την κατάσταση και θα πληροφορούσε κι αυτόν και όλη την οικογένεια ότι, μολονότι τους αγαπούσε και εκτιμούσε το ενδιαφέρον τους, μόνο εκείνη θα έπαιρνε τις αποφάσεις που την αφορούσαν και την έκαναν ευτυχισμένη. Ήλπιζε πως θα έδειχναν κατανόηση και θα την άφηναν να τραβήξει το δρόμο της χωρίς να την επικρίνουν ή να την κάνουν να νιώθει ενοχές. 182


DONNA KAUFFMAN

Χαμογέλασε πικρόχολα και τα μάτια της βούρκωσαν, Ευσεβείς πόθοι, συλλογίστηκε. Ήξερε καλά τους δικούς της και αμφέβαλλε αν θα άλλαζαν ποτέ συμπεριφορά, όσο ήρεμα και καλοπροαίρετα κι αν τους μιλούσε. Αλλά κι αυτό θα έπρεπε να το αποδεχθεί. Δεν είχε φτάσει εκεί που είχε φτάσει υποχωρώντας και σκύβοντας το κεφάλι. Μακάρι μόνο να ήξερε για πού τραβούσε... Ο Τζέικ άπλωσε το χέρι του και την τράβηξε κοντά του τη στιγμή που μια αστραπή έσκιζε πάλι τον ουρανό. Η Νάταλι κατάλαβε πως ήταν κοιμισμένος και, δάκρυσε όταν σκέφτηκε πως ακόμα και μέσα στον ύπνο του την αναζητούσε. Έγειρε πρόθυμα πάνω του και όταν η επαφή των σωμάτων τους τον ερέθισε, κάνοντάς τον να ξυπνήσει, τα έσβησε όλα από το μυαλό της και αφέθηκε στον τρυφερό, ήσυχο έρωτά τους, ενώ έξω η θύελλα λυσσομανούσε. Κι όταν εκείνος αποκοιμήθηκε πάλι, η Νάταλι σηκώθηκε και ντύθηκε. Ήξερε ότι έπρεπε να φανεί πιο δυνατή και να τον περιμένει να ξυπνήσει για να του πει αντίο, αλλά δεν είχε το κουράγιο. Γι’ αυτό του άφησε ένα σημείωμα. Αγαπητέ Τζέικ, δεν μπορώ να σου εκφράσω το πόσο σημαντικός έχεις γίνει για μένα. Αν ήταν κάποια άλλη στιγμή της ζωής μου, θα προσπαθούσα να συνεχίσω αυτό... που μοιραζόμαστε με όλη την καρδιά και την ψυχή μου. Τραβάμε όμως ο καθένας προς διαφορετική κατεύθυνση και δε θα ήταν δίκαιο για κανέναν από τους δυο μας αν επωμιζόμασταν κι αυτή την ευθύνη. Δε θα σε ξεχάσω ποτέ. Θα είσαι πάντα η κρυφή ηδονή μου. Δική σου, Νάταλι Στην πόρτα κοντοστάθηκε και του έριξε μια τελευταία ματιά, ενώ δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της. «Σ’ αγαπώ», ψιθύρισε και έκλεισε την πόρτα πριν χάσει κι αυτό το λιγοστό κουράγιο που της είχε απομείνει. Ο Τζέικ τσαλάκωσε το σημείωμα και βλαστήμησε. Έξω η θύελλα είχε κοπάσει, αλλά μέσα του μόλις άρχιζε να λυσσομανάει. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως τον είχε αφήσει να κοιμάται! Δεν την είχε ρωτήσει σε ποιο ξενοδοχείο είχε κλείσει δωμάτιο ή με ποια 183


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

αεροπορική εταιρεία πετούσε, οπότε δεν είχε τρόπο να τη βρει. Ήξερε όμως τον προορισμό της: Κονέκτικατ. Άκουσε το τηλέφωνο να χτυπάει και όρμησε να το σηκώσει. «Νάταλι! Δόξα τω Θεώ...» «Ε... όχι... ο πατέρας σου είμαι. Ποια είναι η Νάταλι;» Ο Τζέικ κατάλαβε πως ο πατέρας του χαμογελούσε, αλλά δεν είχε όρεξη για αστεία. «Συγνώμη. Τι με ήθελες;» Έγινε μια παύση. Ο Τζέικ ήξερε ότι οι απότομοι τρόποι δυσαρεστούσαν τον πατέρα του, αλλά εκείνη τη στιγμή τού ήταν αδύνατον να μιλήσει καλύτερα. «Για δες! Δεν ξέρεις πόσο καιρό περίμενα αυτή τη στιγμή», άκουσε τον πατέρα του να λέει καλότροπα και έμεινε κατάπληκτος. «Δεν καταλαβαίνω για τι πράγμα μου μιλάς», είπε και ξεφύσηξε κουρασμένα. «Συγνώμη που σου μίλησα έτσι απότομα, αλλά... Είναι... προσωπικό ζήτημα. Ξέρω ότι έχω ραντεβού το απόγευμα και το βράδυ, μην ανησυχείς. Είμαι μια χαρά». Ο πατέρας του γέλασε. «Αν κρίνω από τον τόνο σου, δε θα έλεγα πως είσαι μια χαρά. Και δε μιλάω για τη δουλειά», πρόσθεσε. «Σ’ αυτό το ζήτημα δεν είχα ποτέ καμιά ανησυχία». Ο Τζέικ ένιωσε τα μάγουλά του να κοκκινίζουν. Με τον πατέρα του μιλούσε ανοιχτά και ειλικρινά για όλα, αλλά δε θυμόταν να έχουν κουβεντιάσει ποτέ αισθηματικά ζητήματα. «Ούτε και τώρα χρειάζεται να ανησυχείς, μπαμπά. Πίστεψέ με, όλα είναι... υπό έλεγχο». Ούτε και στον ίδιο δεν ακούστηκε πειστικός ο τόνος του. «Ξέρεις, επειδή είμαι γέρος και παντρεμένος, δε σημαίνει πως αγνοώ πόσο δύσκολη υπόθεση είναι οι σχέσεις. Αντίθετα, ακριβώς επειδή είμαι γέρος και παντρεμένος, έχω περισσότερη πείρα από σένα». «Με τη μητέρα είστε το τέλειο ζευγάρι». «Σύμφωνοι, αλλά, αν νομίζεις ότι ήταν εύκολο να είμαστε ευτυχισμένοι επί σαράντα ολόκληρα χρόνια, γελιέσαι. Οι αρμονικές σχέσεις απαιτούν διαρκή προσπάθεια, αλλά τίποτα δεν 184


DONNA KAUFFMAN

είναι για μένα πιο πολύτιμο απ' αυτά τα χρόνια που έχω ζήσει με τη μητέρα σου». Ο Τζέικ σκέφτηκε για λίγο τα λόγια του πατέρα σου. «Έστω κι αν κάποιες στιγμές αμφισβήτησες όλα τ? άλλα;» ρώτησε αυθόρμητα. Ο πατέρας του έμεινε σιωπηλός και ο Τζέικ μετάνιωσε που είχε ανοίξει τέτοια συζήτηση. Δεν ήταν ακόμα έτοιμος. Η μοναδική γυναίκα που είχε αγαπήσει στη ζωή του τον είχε αφήσει δίχως να του δώσει μια ευκαιρία. Τι άλλο Θα έκανες; αναρωτήθηκε. Πώς θα μπορούσες να τη μεταπείθεις; «Ώστε τα πράγματα είναι σοβαρά, ε;» είπε ο πατέρας του. «Εδώ που τα λέμε, το κατάλαβα από τον τρόπο που σήκωσες το τηλέφωνο». «Άκου, μπαμπά...» «Όταν θα είσαι έτοιμος να μιλήσεις, εδώ είμαι. Εντάξει; Ο λόγος που σου τηλεφώνησα είναι επειδή χρειάζομαι τη βοήθειά σου». Ο Τζέικ ξεφύσηξε με ανακούφιση. «Τι μπορώ να κάνω;» «Μου τηλεφώνησε ο Τζιμ πριν από λίγες μέρες. Αποφάσισε να βγει στη σύνταξη». Ο Τζιμ Μάλιγκαν ήταν ο γενικός επιστάτης του Διπλού Λ από τότε που ο Τζέικ θυμόταν τον εαυτό του. Και δεν ήταν καθόλου παράξενο που ήθελε να αποσυρθεί είχε περάσει ήδη προ πολλού την ηλικία της συνταξιοδότησης. Ήταν όμως πολύ δύσκολο να φανταστούν το ράντσο χωρίς αυτόν. «Έχει κάθε δικαίωμα, μπαμπά. Το κέρδισε επάξια», είπε ο Τζέικ, μη ξέροντας πώς αλλιώς να εκφράσει τη λύπη του. «Το ξέρω, γιε μου. Τώρα όμως θα είμαστε αναγκασμένοι να βρούμε αντικαταστάτη του. Θα ήθελα να έρθεις και να με βοηθήσεις να διαλέξω τους κατάλληλους μάνατζερ και επιστάτες. Έτσι όπως έχουμε βολευτεί η μητέρα σου κι εγώ στην Αριζόνα, δεν πηγαίνουμε συχνά στο ράντσο. Γί’ αυτό σκέφτομαι να μοιράσω τη δουλειά, για να είναι πιο εύκολη η διαχείριση του ράντσου». «Ευχαρίστως να έρθω, αλλά δε θα έπρεπε να έχει ο Τομ τον πρώτο λόγο;» «Θα είναι και ο Τζιμ μπροστά, αλλά ξέρεις όπως ξέρω κι εγώ ότι ο 185


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Τομ δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το ράντσο. Ούτε ο Στιβ ούτε η Τζούλι. Είναι συναισθηματικά δεμένοι μαζί του, επειδή γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εκεί, αλλά η δική σου συμβουλή και η δική σου γνώμη έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα για μένα». Ο Τζέικ δεν ήξερε τι να πει. Ποτέ δεν είχε κρύψει την αγάπη του για το ράντσο, αλλά ακόμα κι έτσι τα λόγια του πατέρα του τον εξέπλητταν. Και τον τιμούσαν. «Έχω μερικά προγραμματισμένα ραντεβού αυτή τη βδομάδα Χι έπειτα θα πάω στο Σεντ Λιούις για κείνο το συμβόλαιο, αλλά φαντάζομαι πως την επόμενη...» «Δε γίνεται. Σε χρειάζομαι εδώ πριν από την Τρίτη». Δηλαδή σε τρεις μέρες. «Δεν ξέρω αν μπορώ να αναβάλω...» «Μην αναβάλεις τίποτα. Ανάθεσε τις δουλειές στους άλλους. Αυτή είναι η ομορφιά τού να έχεις ανθρώπους να δουλεύουν για σένα». «Μα ακόμα εκπαιδεύονται!» Ο πατέρας του κάγχασε. «Όλοι τους, άντρες και γυναίκες, ήταν ήδη έτοιμοι γι’ αυτή τη δουλειά. Το μόνο που χρειάζονται είναι να τους δώσεις τα έγγραφα, να τους πεις τι θέλεις να γίνει και να τους ξαμολήσεις! Κατευθείαν βουτιά στα βαθιά, αυτό πρέπει να κάνεις». «Μα...» «Αν κάτι πάει στραβά, ξέρουν πού μπορούν να σε βρουν», επέμεινε ο πατέρας του και γέλασε κοφτά. «Πόσο μοιάζεις στη μητέρα σου! Μου πήρε σαράντα χρόνια μέχρι να την πείσω να χαλαρώσει και να διασκεδάσει λιγάκι. Ελπίζω πως μ’ εσένα θα τα καταφέρω νωρίτερα». Ξαφνικά σοβαρεύτηκε πάλι. «Ένα πράγμα που προσπάθησα να διδάξω σε όλους σας είναι το μυστικό της αληθινής επιτυχίας. Αν δεν απολαμβάνεις αυτό που κάνεις, η ανταμοιβή είναι άχρηστη. Γιατί η διαδικασία της επιτυχίας είναι από μόνη της ο στόχος». «Νομίζω πως όλοι το τηρούμε αυτό. Σε όλους μας αρέσει να δουλεύουμε για την εταιρεία και η επιτυχία της μας κάνει πολύ περήφανους», αντέτεινε ο Τζέικ. «Μην μπερδεύεις την επιτυχία με την ικανοποίηση». Ο Τζέικ κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι του. «Δε νομίζω πως τα 186


DONNA KAUFFMAN

μπερδεύω». «Μπορεί. Αλλά οι στόχοι αλλάζουν, και ικανοποίηση μπορείς να αντλήσεις από πολλά πράγματα. Μη φοβάσαι να το παραδεχτείς. Η υπερηφάνεια είναι ζήτημα ικανοποίησης. Και μάρτυς μου ο Θεός, πάντα ήμουν περήφανος για σας...» είπε ο πατέρας του. Ακολούθησε μια σύντομη παύση, πριν συνεχίσει: «Λοιπόν, τώρα πρέπει να κλείσω. Η μητέρα σου με πιέζει να τη συνοδεύσω σε κάποιο φιλανθρωπικό πρόγευμα που έχει διοργανώσει. Ένα τσούρμο γυναίκες... δεν μπορώ να καταλάβω τι δουλειά έχω εκεί. Τέλος πάντων, θα τα πούμε εκτενέστερα όταν θα πας στο Διπλό Λ. Εγώ θα έρθω αεροπορικώς τη Δευτέρα». Σταμάτησε, ξερόβηξε και πρόσθεσε: «Ε... Φέρε κι αυτή τη Νάταλι αν θέλεις. Δεν ξέρω πώς είναι η κατάσταση μεταξύ σας, αλλά αν κρίνεις πως λίγες μέρες μόνοι οι δυο σας θα βοηθήσουν σε κάτι, είναι ευπρόσδεκτη». Ο Τζέικ προσπαθούσε ακόμα να καταλάβει τι του έλεγε ο πατέρας του και η αναφορά στο όνομα της Νάταλι τον μπέρδεψε ακόμα περισσότερο. «Ε... ευχαριστώ, μπαμπά, αλλά δε νομίζω πως θα έρθει μαζί μου. Δώσε την αγάπη μου στη μαμά και να είσαι φρόνιμος στο πρόγευμα. Όσο κι αν διαμαρτύρεσαι, ξέρω πως θα σου αρέσει να είσαι ανάμεσα σε γυναίκες». «Το λες επειδή δεν ξέρεις τις συγκεκριμένες!» αποκρίθηκε γελώντας ο πατέρας του και, αφού τον χαιρέτησε, έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Τζέικ άφησε το ακουστικό στη θέση του και για αρκετή ώρα έμεινε άπραγος, δίχως να ξέρει τι να κάνει. Άραγε ο πατέρας του είχε καταλάβει περισσότερα πράγματα από τον ίδιο; Ήταν σίγουρο πως δε χρειαζόταν τη βοήθειά του για να προσλάβει επιστάτη, τη στιγμή μάλιστα που θα ήταν και ο Τζιμ εκεί. Κι όμως, για κάποιο λόγο, θεωρούσε την παρουσία του σημαντική. Το βλέμμα του έπεσε στο άδειο κρεβάτι και η καρδιά του σφίχτηκε. Ήταν μια καλή στιγμή για να επιστρέφει στο ράντσο. Είχε να σκεφτεί πολλά πράγματα και δεν υπήρχε πιο κατάλληλο μέρος 187


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

στον κόσμο για να καθαρίσει το μυαλό του... και την καρδιά του. Έκανε ένα ντους κι έπειτα έπιασε το τηλέφωνο και έκανε το πρώτο βήμα για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Ανέθεσε ευθύνες σε άλλους -και δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο το είχε φανταστεί. Μακάρι να μπορούσα να λύσω και τα υπόλοιπα προ-βλήματά μου τόσο απλά, σκεφτόταν καθώς μάζευε τα πράγματά του. Είχε κλείσει ήδη δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο του κέντρου για την υπόλοιπη μέρα, γιατί δεν μπορούσε να μείνει άλλο εκεί. Κοίταξε τη φωτογραφία από την κρουαζιέρα, αλλά ένιωσε τέτοιο πόνο, που αποτράβηξε βιαστικά το βλέμμα του, την έχωσε στο χαρτοφύλακά του και έριξε μια τελευταία ματιά στο ξέστρωτο κρεβάτι και στο κολιέ με τις χάντρες που βρισκόταν στο κομοδίνο. Ο ήλιος είχε ξεπροβάλει φωτεινός, διώχνοντας τα τελευταία σύννεφα της καταιγίδας, και τώρα έλαμπε μέσα από τα τζάμια. Όλα ήταν λουσμένα σε μια χρυσαφιά λάμψη, ο αέρας ήταν δροσερός και καθαρός σαν κρύσταλλο, αλλά εκείνος ένιωθε την καρδιά του βαριά σαν μολύβι. Βγήκε από το δωμάτιο και έκλεισε πίσω του την πόρτα, ευχόμενος να ήταν πιο απλά τα πράγματα.

188


DONNA KAUFFMAN

Κεφάλαιο 18

«Άφησα μερικά έγγραφα στο δωμάτιό σου για να τα μελετήσεις», είπε ο πατέρας της. Η Νάταλι αναστέναξε σιγανά, αλλά όταν μίλησε η φωνή της ήταν απόλυτα σταθερή. «Μπαμπά, σου έχω εξηγήσει ήδη ότι, όσο κι αν με συγκινεί η πίστη σου σ’ εμένα, δεν πρόκειται να δουλέψω για τη Χόλκομ». Είχε γυρίσει από τη Νέα Ορλεάνη πριν από μία βδομάδα και είχε κάνει μια σοβαρή συζήτηση μαζί του σχετικά με την επιθυμία της να επαναπροσδιορίσει τους στόχους της ζωής της. Είχε προσπαθήσει να του εξηγήσει ότι όποια θέση και αν αναλάμβανε στη Χόλκομ δε θα την ικανοποιούσε περισσότερο απ’ όσο την ικανοποιούσε η δουλειά της στους Μάξγουελ και Γκράχαμ. Άδικα όμως είχε χάσει τα λόγια της. Ο πατέρας της άκουσε πολύ προσεκτικά το σκέλος που αφορούσε τις αμφιβολίες της για την καριέρα που είχε επιλέξει και είχε παραβλάψει τα υπόλοιπα. Η Νάταλι έπρεπε να το περιμένει, αλλά ήταν πολύ σημαντικό για κείνη να κάνει τουλάχιστον μια προσπάθεια. «Δε σου ζήτησα τίποτα πέρα από το να μελετήσεις τα έγγραφα», της απάντησε με πείσμα. Ο πατέρας της καθόταν μπροστά στο τζάκι, στο δωμάτιό του. Τα βράδια ήταν αρκετά ψυχρά και η Νάταλι Σκεφτόταν να ανάψει και το τζάκι στο δικό της δωμάτιο. Τα χαρτιά που της είχε αφήσει να μελετήσει θα τα έκανε προσάναμμα! Ο πατέρας της έβαλε τα γυαλιά του και έσκυψε πάλι στα έγγραφα που μελετούσε, συμπεραίνοντας, όπως συνήθως, ότι η Νάταλι θα έκανε σαν υπάκουη κόρη αυτό που της είχε ζητήσει. Αν και κάτι 189


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

τέτοιο ήταν εντελώς παράλογο, αφού ποτέ ως τότε εκείνη δεν είχε δείξει τέτοια υπακοή. Το πείσμα του πατέρα της, όμως, ήταν παροιμιώδες. Ε, αν έκανε τον κόπο να δώσει λίγη σημασία, θα είχε καταλάβει ότι κι εκείνη ήταν εξίσου πεισματάρα. «Καληνύχτα, πατέρα», του είπε. «Μην ξεχάσεις να πάρεις τα χάπια σου. Ο δόκτωρ Κάνινγκαμ θα περάσει αύριο να σε δει». Εκείνος κούνησε αφηρημένα το κεφάλι και της έκανε νόημα να φύγει. Η Νάταλι χαμογέλασε μελαγχολικά και βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιο, πηγαίνοντας κατευθείαν στο δικό της. Ο αδερφός της και οι δυο γαμπροί της ήταν κάτω, αλλά δε σκόπευε να τους πλησιάσει. Ήταν χειρότεροι από τον πατέρα της. Από τη στιγμή που, όπως ήταν αναμενόμενο, εκείνος ανακοίνωσε σε όλη την οικογένεια την απόφασή της «να βάλει επιτέλους μυαλό», άρχισαν να τη ρωτάνε πότε σχεδίαζε να μετακομίσει, να της υποδεικνύουν σε ποιο μεσιτικό γραφείο έπρεπε να απευθυνθεί, ποια περιοχή της πόλης ήταν «ιν» και από πού θα έπρεπε να αγοράζει τα ρούχα της. Προφανώς, η μόδα της Νέας Υόρκης ήταν πολύ προχωρημένη για τα συντηρητικά γούστα του Κονέκτικατ. Εκτός από αυτό, ο αδερφός της κάθε μέρα τής έστελνε με φαξ λεπτομέρειες για διάφορα μελλοντικά σχέδια της εταιρείας και της ζητούσε τη γνώμη της. Κανένα δεν της είχε κινήσει το ενδιαφέρον, αλλά, ακόμα και αν την ενδιέφεραν, θα αρνιόταν να αναλάβει κάποιο από αυτά, γιατί η αποδοχή οποιασδήποτε δουλειάς εκ μέρους της πήγαινε πακέτο με την... ευτυχία να τον έχει άμεσο προϊστάμενό της. Αγαπούσε ολόψυχα την οικογένεια της -στο κάτω κάτω, κάποιος θα έπρεπε να τους αγαπάει κι αυτούς- παρ’ όλο που ήταν τόσο διαφορετικοί χαρακτήρες από την ίδια, ώστε πολύ συχνά αναρωτιόταν μήπως ήταν υιοθετημένη. Αναγνώριζε πως είχαν καλές προθέσεις και δεν μπορούσε να τους κατηγορήσει για ξεροκεφαλιά και πείσμα, αφού ήταν από τα ελάχιστα σημεία που τους έμοιαζε, αλλά αφού δεν μπορούσε καν 190


DONNA KAUFFMAN

να συμβιώσει μαζί τους δε σκόπευε να εργαστεί γι’ αυτούς. Μπαίνοντας στο δωμάτιό της, η Νάταλι διαπίστωσε με χαρά ότι το τζάκι ήταν ήδη αναμμένο. Σκέφτηκε να ξαπλώσει και να διαβάσει κάτι -οτιδήποτε εκτός από νομικά έγγραφα και προσχέδια συμβολαίων. Ξεφύλλισε μερικά περιοδικά που είχε αγοράσει πριν φύγει από τη Νέα Ορλεάνη, σε μια προσπάθεια να μη σκέφτεται τον Τζέικ, αλλά δεν τη βοήθησαν, όπως δεν την είχαν βοηθήσει ούτε και τότε. Κάθισε στο κρεβάτι της. Ήταν Παρασκευή, κάτι που σήμαινε ότι ο Τζέικ θα βρισκόταν στην Τάλσα. Το βλέμμα της έπεσε στο τηλέφωνο και έκανε την ίδια σκέψη για εκατοστή φορά από τότε που είχε γυρίσει. Ακόμα ένιωθε απαίσια για τον τρόπο που τον είχε παρατήσει, αλλά η αλήθεια ήταν πως τίποτα δεν είχε αλλάξει. Η υγεία του πατέρα της βελτιωνόταν σταθερά, η ίδια όμως δεν είχε καταλήξει ακόμα σε κάποια απόφαση για το μέλλον της. Ήταν μπερδεμένη και αναποφάσιστη όπως και πριν από μια βδομάδα. Ίσως η λύση να ήταν να επιστρέφει στη Νέα Υόρκη. Ίσως η ιστορία της με τον Τζέικ και η περιπέτεια του πατέρα της να την είχαν κλονίσει ψυχολογικά και γι’ αυτό να αμφισβητούσε τους στόχους της. Ίσως, αν γυρνούσε στη Νέα Υόρκη, να ξανάβρισκε την αγωνιστικότητα που την είχε βοηθήσει να φτάσει τόσο ψηλά. Ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι. «Δε θα το’ λεγα...» μονολόγησε. Ανακάθισε πάλι και πήρε κοντά της το τηλέφωνο. Στο Λος Άντζελες ήταν ακόμα νωρίς, αλλά μπορεί η Λίζα να είχε βγει ήδη. Το μόνο σίγουρο ήταν πως ένιωθε την ανάγκη να ανοίξει την καρδιά της σε κάποιον και ήταν πλέον καιρός να εκμυστηρευτεί στην καλύτερη φίλη της τι τη βασάνιζε πραγματικά. Η Λίζα σήκωσε το ακουστικό στο τέταρτο κουδούνισμα. «Εμπρός; Έχετε την τύχη να μιλάτε με τη Λίζα!» Η Νάταλι γέλασε και αμέσως ένιωσε καλύτερα. «Ναι, το ξέρω. Ωστόσο οφείλω να σε προειδοποιήσω ότι σε πήρα για να σου που τον πόνο μου, γι’ αυτό αν θες να με ξεφορτωθείς γρήγορα, βρες αμέσως μια καλή δικαιολογία». 191


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

«Ούτε κι αν με περίμενε ο Μπραντ Πιτ!» Η Νάταλι γέλασε πάλι. Αν δε γελούσε, θα την έπαιρναν τα κλάματα. Με το ζόρι συγκρατιόταν. «Ξέρεις πόσο πολύ σ’ αγαπώ, έτσι δεν είναι;» είπε στη Λίζα. «Και βέβαια το ξέρω. Και τώρα λέγε». «Τι συναισθηματικός άνθρωπος που είσαι!» Τώρα έβαλε η Λίζα τα γέλια. «Εντάξει, εντάξει. Δε βιάζομαι καθόλου, γι5 αυτό μίλα μου με την ησυχία σου και μην παραλείψεις τίποτα. Κάτι μου λέει ότι πρόκειται ν’ ακούσω μια πολύ ζουμερή ιστορία». «Δεν έχεις ιδέα πόσο». «Ω, Θεέ μου. Περίμενε, χρειάζομαι λίγη σοκολάτα. Μακάρι να μπορούσα να διακτινιστώ στην άλλη άκρη της χώρας για να ’βλεπα το πρόσωπό σου αυτή τη στιγμή». «Γιατί;» «Γιατί βάζω στοίχημα ότι ετοιμάζεσαι να μου πεις ότι, ο... Πώς τον λένε;... Αυτός ντε, ο Πρέστον Άλμπερτ είναι τελικά παίδαρος και σου έκανε πρόταση γάμου και δέχτηκες και τώρα οι δικοί σου σε έχουν στα όπα όπα και θα γίνεις κυρία Μάρκουελ-Χόλκομ». Η Νάταλι κόντεψε να πνιγεί από τα γέλια. «Ξέρεις, θα έπρεπε να γράφεις σενάρια αντί να ασχολείσαι με τις δημόσιες σχέσεις. Η φαντασία σου οργιάζει. Θα έκανες μεγάλο σουξέ». «Εσύ μπορεί να αστειεύεσαι, αλλά έχω κι εγώ τα μυστικά μου», είπε ναζιάρικα η Λίζα. Και ο τόνος της φωνής της είχε κάτι... παράξενο. Η Νάταλι σύρθηκε πίσω στο κρεβάτι και ακούμπησε με την πλάτη στο κεφαλάρι. «Μη μου πεις, άσε να μαντέψω. Τα έφτιαξες με σκηνοθέτη -ή μάλλον όχι, με παραγωγό, αφού αυτοί βγάζουν τα καλά λεφτά- και σε έπεισε να γράφεις κάτι γι’ αυτόν». Αντί για το σκανταλιάρικο γέλιο που περίμενε ν’ ακούσει η Νάταλι, ακολούθησε μια μεγάλη παύση. «Λίζα;» Η φίλη της πήρε μια βαθιά ανάσα. «Το ξέρω πως εσύ πληρώνεις το τηλεφώνημα και πως έχεις κάτι συνταρακτικό να μου πεις, γι’ αυτό 192


DONNA KAUFFMAN

θα ’πρεπε να σε αφήσω να μιλήσεις πρώτη. Αλλά δεν μπορώ». Τη Νάταλι δεν την ενοχλούσε καθόλου αυτό -για την ακρίβεια, ήταν η πρώτη φορά εκείνη τη βδομάδα που κάτι τραβούσε τη σκέψη της από τον Τζέικ και τα υπόλοιπα προ βλήματά της. «Σε παρακαλώ, πες μου, πες μου!» «Εντάξει, αλλά μετά θα μου πεις αυτά που έχεις. Ωραία, τώρα είμαι έτοιμη. Εξοπλίστηκα με σοκολάτα». «Λέγε, επιτέλους!» «Δεν τα έφτιαξα με κανέναν παραγωγό. Για την ακρίβεια, δεν τα έχω με κανέναν». Δεν άφησε τη Νάταλι να σχολιάσει την πληροφορία, αλλά συνέχισε βιαστικά. «Μετά τον Κόνραντ, μου ήρθε κάτι σαν επιφοίτηση. Κοντεύω τα τριάντα και βαρέθηκα να σπαταλιέμαι με όποιον μου γυαλίζει. Δεν έχω πια την ενεργητικότητα για τέτοια πράγματα. Ή μπορεί και να μη μου αρκεί πια. Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι δε θέλω να παίζω πια. Την επόμενη φορά που θα κάνω δεσμό, θα είναι με κάποιον που θα μου αρέσει πραγματικά και που θα αξίζει να του αφιερώσω το χρόνο μου και την προσοχή μου». «Τι ακούν τ’ αυτιά μου!» Η Λίζα χαχάνισε. «Καταλαβαίνω την έκπληξή σου». «Μπράβο, Λίζα. Πολύ χαίρομαι». «Το ήξερα ότι θα το ενέκρινες, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Επίσης, συνειδητοποίησα ότι όλες μου οι φιλίες, εκτός από τη δική μας, είναι επιπόλαιες και επιφανειακές. Κι αυτό επειδή έχουν πάντα σχέση με τη δουλειά. Εδώ πέρα όλα είναι ένα ατέλειωτο παιχνίδι και, παρ’ όλο που μου αρέσει και πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να μη συμμετέχει... πώς να σ’ το πω; Θα με περάσεις για τρελή, αλλά αποφάσισα αντί να είμαι αυτή που κλείνει συμφωνίες για λογαριασμό άλλων, να κάνω κάτι για μένα». Σταμάτησε και γέλασε, αλλά με μια ντροπαλοσύνη και αμηχανία που η Νάταλι δεν είχε ξανακούσει ποτέ. «Βλέπεις λοιπόν ότι δεν έπεσες πολύ έξω», συνέχισε η Λίζα. «Ό,τι κάνω όμως θα το κάνω για τον εαυτό μου Όχι για να εντυπωσιάσω έναν άντρα ούτε και για να πετύχω κάτι. Το μόνο που θέλω είναι να νιώσω την ικανό ποίηση ότι το κάνω για μένα. Κάτι που θα 193


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

καλύπτει τις δικές μου ανάγκες, όχι κάποιου άλλου». Όση ώρα η Λίζα μιλούσε, η Νάταλι κουνούσε το κεφάλι με κατανόηση. «Ίσως γι’ αυτό είμαστε τόσο δεμένες», είπε στη φίλη της. «Ακόμα και σ’ αυτό το σταυροδρόμι της ζωής μα φτάσαμε ταυτόχρονα». «Αλήθεια; Τι θες να πεις;» ρώτησε παραξενεμένη η Λίζα. «Κατ’ αρχάς, θέλω να σου πω ότι είμαι πολύ περήφανη για σένα. Όχι μόνο συνειδητοποίησες ότι χρειάζεσαι μια αλλαγή στη ζωή σου, αλλά είχες και το σθένος να κάνεις κάτι γι’ αυτό. Κι εγώ κατάλαβα πως κάτι πρέπει να αλλάξω, αλλά ακόμα δεν έχω ιδέα τι θέλω να κάνω». «Δε θα γυρίσεις στους Μάξγουελ και Γκράχαμ; Ξέρεις, δεν μπορώ να πω ότι εκπλήσσομαι. Ποτέ δεν πίστεψα ότι ήσουν ο τύπος που μπορεί να δουλεύει σαν σκλάβος για λογαριασμό άλλων. Εκεί ακόμα και οι συνεταίροι έχουν ιεραρχία. Δε σου ταιριάζει». Τα λόγια της Λίζας προβλημάτισαν τη Νάταλι, γιατί δεν απείχαν καθόλου από την πραγματικότητα. «Ε, λοιπόν, αυτό εξηγεί γιατί δεν μπορώ να δουλέψω ούτε για την οικογένειά μου», ξέσπασε. «Τους αγαπώ, αλλά έχεις δίκιο προτιμώ να δουλεύω ανεξάρτητα. Τους το εξήγησα...» «Ω, και είμαι σίγουρη πως σε άκουσαν με μεγάλη προσοχή», τη διέκοψε γελώντας η Λίζα. «Πόσα προξενιά σού έκαναν στο μεταξύ; Σου βρήκαν σπίτι οι αδερφές σου; Σου έδωσαν λίστα με ονόματα σχεδιαστών για να ψωνίζεις τα ρούχα σου; Και πότε θα κάνετε το πάρτι για το ντεμπούτο σου;» «Τους ξέρεις πολύ καλά», είπε η Νάταλι γελώντας κι εκείνη. «Γι' αυτό χαίρομαι που δε βρίσκομαι εκεί αυτή τη στιγμή. Τώρα θα προτιμούσα να διακτινίσω εσένα εδώ». Ξαφνικά ο τόνος της Λίζας άλλαξε, μαλάκωσε. «Μου φαίνεται πως σου χρειάζεται ένα διάλειμμα για να σκεφτείς και να αποφασίσεις τι θέλεις να κάνεις». «Μακάρι να μπορούσα», απάντησε αναστενάζοντας η Νάταλι. «Και γιατί δεν έρχεσαι τότε; Ξέρεις, έχω εδώ μερικά συμβόλαια πελατών μου. Ίσως...» «Ευχαριστώ, Λίζα, αλλά ούτε η βιομηχανία του θεάματος μου 194


DONNA KAUFFMAN

ταιριάζει. Έχεις δίκιο, ίσως θα ήταν καλύτερα να δουλέψω ανεξάρτητα». Ήταν τόσο απλό, ώστε δεν μπορούσε να καταλάβει πώς δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα. Θα άνοιγε δικό της δικηγορικό γραφείο.., αλλά τι είδους υποθέσεις θα αναλάμβανε; Και πού θα είχε την έδρα της; Οι επιλογές ήταν άπειρες. «Αχ, Θεέ μου, τώρα φέρομαι σαν τους δικούς σου. Με συγχωρείς. Απλώς ήθελα να βοηθήσω». Η Λίζα έκανε μια παύση και συμπλήρωσε: «Αλλά, για περίμενε μισό λεπτό. Μου είπες ότι έχεις να μου πεις κάτι ζουμερό. Αν δεν αφορά τον Πρέστον Άλμπερτ, ποιον αφορά;» «Πώς είσαι τόσο σίγουρη ότι αφορά άντρα;» «Κοίτα, μπορεί να γύρισα σελίδα στη ζωή μου, αλλά μην ξεχνάς πως έχω γράψει ήδη ολόκληρο βιβλίο και... το κάθε κεφάλαιο έχει πάνω πάνω το όνομα ενός άντρα! Το μυρίζομαι αμέσως όταν έχει να κάνει με άντρα. Είναι χάρισμα. Ή κατάρα. Δεν ξέρω. Έλα, λοιπόν, πες στη Λίζα τι σε απασχολεί!» «Εντάξει, εντάξει, έχεις δίκιο. Για άντρα πρόκειται. Το όνομά του είναι Τζέικ». Η Νάταλι ένιωσε να ξαλαφρώνει λιγάκι απλώς και μόνο λέγοντας το όνομά του. «Έπρεπε να σου είχα μιλήσει νωρίτερα γι’ αυτόν». «Νωρίτερα; Δηλαδή... είναι παλιά ιστορία; Και πότε εμφανίστηκε αυτός ο Τζέικ στη ζωή σου;» «Από τη νύχτα του πάρτι που έκανε ο Κόνραντ στο Μάξι». Η Λίζα είχε μυαλό ξυράφι κι έτσι αμέσως έβγαλε συμπέρασμα. «Ω, Θεέ μου! Ο Τζέικ Λάνιστερ είναι; Άρα, δε βγήκες μόνο για καφέ, ε;» Έβγαλε μια θριαμβευτική κραυγή. «Μπράβο σου, Νάταλι! Εγώ έλιωνα από τις τύψεις για τις αταξίες μου κι εσύ όλον αυτό τον καιρό... Μα, αλήθεια, τι κάνατε;» Η Νάταλι βόγκηξε. «Θεέ μου... και τι δεν κάναμε!» Ακούστηκε ένας υπόκωφος γδούπος και συρσίματα καθώς η Λίζα έπιανε το τηλέφωνο που της είχε πέσει. Πήγε να πει κάτι, αλλά σταμάτησε και ξερόβηξε. «Μπράβο, κορίτσι μου», είπε ενθουσιασμένη. «Φαντάζομαι πως δε 195


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

συνέβη μόνο μία φορά, ε;» «Ω, ναι...» «Αν δεν είχα πάθει σοκ, θα πληγωνόμουν». «Το ξέρω, και σου ζητώ συγνώμη που δε σου το είπα. Ήταν τόσο... πώς να το πω... τόσο διαφορετικό απ’ όσα έχω κάνει ως τώρα στη ζωή μου». «Τι; Ντρεπόσουν να μου το πεις; Μα είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα...» «Όχι, όχι, δεν ντρεπόμουν. Αλλά... να... δεν ήταν μια νορμάλ σχέση. Συναντιόμασταν μόνο για...» «Να κάνετε σεξ;» Η Λιζα έβγαλε μια ακόμα πιο δυνατή κραυγή. «Καλά, τρελαίνομαι» φώναξε γελώντας. Η Νάταλι την άφησε να το απολαύσει. Στο κάτω κάτω, της το χρωστούσε. «Το μόνο που μπορώ να πω είναι επιτέλους! Καιρός ήταν», συνέχισε η Λιζα. «Μα είναι υπέροχο! Και λοιπόν, τι έγινε;» Δεν άφησε καν τη Νάταλι να απαντήσει. «Ω, όχι, σου έκανε τα ίδια που μου έκανε ο Κόνραντ. Τον ερωτεύτηκες και σε παράτησε». «Όχι, όχι, καθόλου. Νομίζω ότι τα αισθήματα ήταν αμοιβαία. Αλλά... εγώ τον παράτησα». «Τι έκανε λέει; Για μισό λεπτό να καταλάβω, γιατί κοντεύεις να με τρελάνεις. Κάνατε τόσο υπέροχο σεξ, που αποφάσισες να παραβιάσεις τους αυστηρούς ηθικούς κανόνες σου και να τον ξαναδείς. Πεθαίνω από περιέργεια να μάθω λεπτομέρειες, αλλά ξέρω ότι δε θα παραβιάσεις τόσο πολύ τους ηθικούς κανόνες σου για να μου τις πεις, γι’ αυτό δε ρωτάω περισσότερα. Φτου να πάρει! Τέλος πάντων, το σεξ ήταν υπέροχο, ο τύπος ήταν γλύκα, τον ερωτεύτηκες, σε ερωτεύτηκε και... τον παράτησες; Μα, καλά, τρελή είσαι;» Μόνο η Λίζα θα μπορούσε να την κάνει να γελάσει τέτοιες ώρες. «Πόσο χαίρομαι που διάλεξα εσένα για να πω τον πόνο μου!» είπε η Νάταλι. «Ευχαριστώ για την κατανόηση». Το αυτί της Λίζας όμως δεν ίδρωνε με κάτι τέτοια. «Εξήγησε μου, σε παρακαλώ, γιατί κάτι δε μου πάει καλά εδώ. Πες 196


DONNA KAUFFMAN

μου για τον τύπο». Η Νάταλι αναστέναξε και έχασε κάθε διάθεση να γελάσει. «Προέρχεται κι αυτός από μεγάλη οικογένεια». «Ναι, ναι, έχουν γελάδια, ή κάτι τέτοιο». «Εκτροφή και εμπορία βοοειδών. Και η οικονομική τους κατάσταση είναι λίγο πολύ όμοια με τη δική μας». «Ο ιδανικός συνδυασμός. Έχετε και οι δύο λεφτά, έχετε οικογενειακές επιχειρήσεις... και τι δε σου άρεσε σ’ αυτό; Δεν μπορούσες να συμβιώσεις με τα γελάδια;» «Βοοειδή είπαμε! Αλλά ποτέ δεν το σκέφτηκα αυτό, γιατί αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα μπορούσαμε να συμβιώσουμε. Εκείνος δουλεύει στην επιχείρηση της οικογένειάς του και ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο». «Και πώς καταφέρατε να κρατήσετε τη σχέση σας μέχρι τώρα;» «Ε, να, ταξίδευα κι εγώ πολύ συχνά. Κάθε φορά που τα προγράμματά μας συν έπιπταν...» «Το ρίχνατε στο άγριο, ασυγκράτητο σεξ», πρόσθεσε χαρωπά η Λίζα. Παραδόξως, η Νάταλι ούτε ντράπηκε ούτε κοκκίνισε. «Ακριβώς. Αλλά τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν άλλη τροπή». «Πόσες φορές συναντηθήκατε;» «Τρεις. Ξέρω, ξέρω, δε φαίνονται πολλές, αλλά δεν μπορώ να σου εξηγήσω τι συνέβη. Ο Τζέικ είναι...» Δεν μπόρεσε να συνεχίσει, αλλά δεν ήταν απαραίτητο. «Καταλαβαίνω», είπε η Λίζα. «Η ποσότητα δεν έχει καμιά σημασία. Είναι θέμα ποιότητας. Όταν βρίσκεις το σωστό άνθρωπο, η καρδιά σου το καταλαβαίνει». Γέλασε, αλλά με κάποια πικρία. «Η δική μου καρδιά είναι λιγάκι αργόστροφη, όπως φαίνεται. Μπορείς να μου πεις τι δουλειά είχα με τον Κόνραντ; Τι περίμενα, δηλαδή;» Η Νάταλι χαμογέλασε μελαγχολικά. «Υποψιάζομαι ότι η απάντηση αφορά κι εμένα». «Τι; Και ο Τζέικ κόπανος είναι;» «Όχι, όχι, κάθε άλλο». «Τότε εσύ είσαι κόπανος!» 197


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Η Νάταλι έβαλε τα γέλια. «Ευχαριστώ πολύ. Η αφοσίωσή σου με συγκινεί». «Τέλος πάντων, για να έρθουμε πάλι στο θέμα μας. Λοιπόν, ο Τζέικ ταξιδεύει συχνά κι εσύ δεν έχεις καταλήξει ακόμα τι θέλεις να κάνεις στη ζωή σου. Ξέρεις όμως ότι θέλεις κάτι: εκείνον. Ήταν πρόθυμος να κάνει μια προσπάθεια;» Η Νάταλι άνοιξε το στόμα της για να της πει ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα, αλλά το ξανάκλεισε. Δεν είχε κανένα επιχείρημα να αντιπαραθέσει. «Είμαι κόπανος», είπε τελικά. «Ακριβώς! Μπορείς να του τηλεφωνήσεις;» «Έχω το πρόγραμμά του, τουλάχιστον για τις επόμενες δύο βδομάδες». «Πότε είναι η επόμενη ημερομηνία;» «Τώρα. Θα βρίσκεται στην Τάλσα». «Κι αντί να μιλάς μαζί του, κάθεσαι και φλυαρείς μ’ εμένα! Ε, λοιπόν, αυτό το τηλεφώνημα τελειώνει τώρα!» Η Νάταλι γέλασε, παρ’ όλο που τα μάτια της είχαν βουρκώσει. «Δε σου τα είπα όλα. Τέλος πάντων, τον είδα πριν από μια βδομάδα και εν ολίγοις σηκώθηκα και έφυγα χωρίς να του πω αντίο. Μπορεί να μη χαρεί καθόλου όταν ακούσει τη φωνή μου». «Θυμήσου την τελευταία φορά που του μίλησες, που τον κοίταξες στα μάτια, που τον άκουσες να μιλάει. Και τότε θα καταλάβεις αν θα χαρεί». Τα λόγια της Λίζας της έφεραν στο μυαλό ένα σωρό εικόνες. Η καρδιά της σφίχτηκε και το σώμα της ρίγησε από λαχτάρα. «Ειλικρινά δεν ξέρω, Λίζα». «Ε, μόνο ένας τρόπος υπάρχει να το μάθεις». «Ναι. Το ξέρω». «Πάρε με ξανά αν νιώσεις την ανάγκη. Εντάξει; Δε θα πάω πουθενά απόψε». «Θα σε πάρω. Και, που είσαι, Λίζα; Σ’ ευχαριστώ...» «Καλά, καλά», είπε μαλακά η φίλη της. «Ευχαρίστησε με αργότερα, αφού μιλήσεις μαζί του». 198


DONNA KAUFFMAN

Η Νάταλι έκλεισε το τηλέφωνο, αλλά πέρασαν είκοσι ολόκληρα λεπτά μέχρι να μαζέψει όλο της το κουράγιο για να πιάσει πάλι το ακουστικό. Τηλεφώνησε στο ξενοδοχείο του, αλλά την πληροφόρησαν ότι δεν είχαν κανέναν πελάτη μ’ αυτό το όνομα. Η Νάταλι δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Μήπως είχε αλλάξει το πρόγραμμά του; Δεν ήταν απίθανο. Έτσι, ξαναπήρε τη Λίζα, γιατί δεν ήθελε να την κρατάει σε αγωνία. «Δεν είναι εκεί», είπε αμέσως μόλις το σήκωσε η φίλη της. «Ποια είναι η επόμενη ημερομηνία στο πρόγραμμά του;» «Την Τετάρτη θα βρίσκεται στο Σεντ Λιούις», απάντησε η Νάταλι. Ήδη ένιωθε κάπως καλύτερα. Η πρακτική αντιμετώπιση της Λίζας τη βοηθούσε να πνίξει τον πανικό της. «Ωραία, λοιπόν, τηλεφώνησέ του εκεί. Ή πάρε τον στο γραφείο». «Όχι, όχι, δε θέλω να τον ενοχλήσω για ένα τέτοιο ζήτημα. Συμφωνήσαμε να μην επικοινωνούμε έτσι». Μόνο που εκείνος είχε τηλεφωνήσει στο γραφείο της μια φορά. Από την άλλη μεριά, όμως, αυτά που ήθελε να του πει δε λέγονταν από το τηλέφωνο, και μάλιστα όταν ο άλλος δούλευε. Θα ήταν καλύτερα αν τον έβρισκε στο ξενοδοχείο του. Έτσι, θα μπορούσαν να κουβεντιάσουν με την ησυχία τους. «Τι να του πω, Λίζα;» «Ότι άλλαξες γνώμη. Ότι δεν μπορείς να ζήσεις μακριά του και θέλεις να βρείτε έναν τρόπο για να συνεχίσετε τη σχέση σας. Από κει και πέρα, η απόφαση είναι δική του. Μη στεναχωριέσαι, θα βρεθεί λύση». «Το ελπίζω», είπε η Νάταλι και έκλεισε το τηλέφωνο, αλλά δυσκολεύτηκε πολύ να κοιμηθεί εκείνη τη νύχτα. Μέχρι να φτάσει η Τετάρτη έζησε ένα μαρτύριο. Προσπαθούσε να μην παρασυρθεί από τον ενθουσιασμό της, αλλά όταν τηλεφώνησε στο ξενοδοχείο του Σεντ Λιούις και της είπαν ότι ο Τζέικ δεν ήταν εκεί, συνειδητοποίησε ότι όλες εκείνες τις μέρες έτρεφε πολύ περισσότερες ελπίδες απ’ όσο φανταζόταν. Η καρδιά της έγινε κομμάτια. Ποτέ άλλοτε ο Τζέικ δεν είχε αλλάξει 199


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

το πρόγραμμά του, και μία αλλαγή δεν ήταν παράξενη. Αλλά δύο; Στη σειρά; Και αμέσως μετά τη Νέα Ορλεάνη; Όχι, δεν ήταν σύμπτωση. Απλώς φρόντιζε να της δώσει ξεκάθαρα το μήνυμα ότι όλα μεταξύ τους είχαν τελειώσει. Η Λίζα την παρότρυνε να του τηλεφωνήσει στο γραφείο και τελικά η Νάταλι υπέκυψε και το έκανε -για να ανακαλύψει ότι ούτε εκεί ήταν. Όταν ρώτησε πού μπορούσε να τον βρει, η γραμματέας του της είπε να αφήσει μήνυμα. Τι στην ευχή θα μπορούσε όμως να πει; Έτσι, απλώς άφησε το όνομά της. Αλλά ο Τζέικ δεν της απάντησε. Τον είχε πληγώσει. Του είχε δώσει την οριστική της απάντηση, κι εκείνος το είχε σεβαστεί. Τώρα ήταν υποχρεωμένη να υποστεί τις συνέπειες.

200


DONNA KAUFFMAN

Κεφάλαιο 19

Η Νάταλι μόρφασε ακούγοντας το ψεύτικο, κακαριστό γέλιο της αδερφής της. Γύρισε και την είδε να σκύβει με χάρη προς το μέρος του Νεντ Τάρλινγκτον, γενικού διευθυντή της Τάρλκομ Α.Ε. Το ραμολιμέντο χαμογελούσε κι έτσι το γέλιο της Σαμπρίνα θα πρέπει να σήμαινε ότι ο Τάρλινγκτον είχε αποφασίσει να προσθέσει μερικά μηδενικά στην επιταγή της δωρεάς του. Η Νάταλι ανατρίχιασε. Είχαν περάσει τρεις βδομάδες από την άκαρπη προσπάθειά της να επικοινωνήσει με τον Τζέικ και ακόμα βρισκόταν σε αδιέξοδο. Η καρδιά της πονούσε και δεν είχε πάρει καμιά απόφαση για το μέλλον της. Όμως ένα πράγμα που ήξερε με βεβαιότητα ήταν πως δε θα άντεχε άλλες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις σαν αυτήν εδώ. Όχι, αν αυτό σήμαινε πως θα ήταν υποχρεωμένη να φλερτάρει με μπαμπόγερους και να γελάει σαν μεθυσμένη Μπάρμπι. Αν έβλεπε κανείς την αδερφή της, δε θα πίστευε ποτέ ότι ήταν πτυχιούχος πανεπιστημίου. Η Νάταλι δεν ήταν σίγουρη αν η Σαμπρίνα το θυμόταν ή το είχε ξεχάσει. Ήπιε μια γουλιά τσάι και σκέφτηκε πως θα προτιμούσε να ήταν οπουδήποτε αλλού παρά εκεί. Το πρόσωπο του Τζέικ ξεπήδησε μπροστά στα μάτια της -κάτι που γινόταν αμέτρητες φορές την ημέρα- κι αυτό ήταν ένας ακόμα λόγος για την κακή της διάθεση. Δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ κι όμως, να που ήταν αναγκασμένη να παριστάνει την ανέμελη και να δείχνει ενδιαφέρον για πράγματα που δεν την ενδιέφεραν καθόλου. Δε θυμόταν καν το σκοπό για τον οποίο γινόταν αυτή η εκδήλωση. Οι αδερφές της δεν έκαναν διάκριση, αρκεί να τις έδειχναν στο 201


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

κεντρικό δελτίο ειδήσεων και να τις έβαζαν στην πρώτη στήλη της κοσμικής σελίδας. Έσπρωξε τα ζυμαρικά με τη σάλτσα ανανά και κολοκυθιού στην άκρη του πιάτου της και αναρωτήθηκε αφηρημένα ποιος παλαβός είχε την άποψη πως αυτά τα πράγματα ταίριαζαν μαζί. Χαμογέλασε ανόρεχτα σε έναν από τους πολλούς αντιπροέδρους του πατέρα της και στη σύζυγό του καθώς περνούσαν από μπροστά της, και κάρφωσε με το πιρούνι της ένα ζυμαρικό, αφήνοντάς το να πέσει πάλι στο πιάτο όταν το άκουσε να κάνει έναν αηδιαστικό ήχο. Είχε αποφύγει επιδέξια τον αδερφό και τις αδερφές της σε όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης. Είχαν απειλήσει να αναγγείλουν την είσοδό της στις Επιχειρήσεις Χόλκομ εκείνη τη μέρα, και με τη σειρά της τους είχε απειλήσει ότι θα τους σκότωνε όλους έτσι και το αποτολμούσαν. Δηλαδή... στο μυαλό της τους είχε απειλήσει. Στην πραγματικότητα, είχε προβάλει το επιχείρημα ότι αυτή η εκδήλωση γινόταν προς τιμήν του πατέρα της και θα ήταν άδικο να του κλέψει τη δόξα. Τους υπενθύμισε επίσης ότι δεν είχε πάρει οριστικές αποφάσεις για το μέλλον της και γι’ αυτό θα έπρεπε να αναβάλουν την ανακοίνωσή τους για κάποια άλλη στιγμή. Βέβαια, τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα αν ήταν σε θέση να τους πει κάτι πιο χειροπιαστό για τα μελλοντικά της σχέδια, αλλά αφού δεν είχε καταλήξει ακόμα κάπου, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Το χειρότερο απ’ όλα όμως ήταν ότι ήταν αδύνατον να πάψει να σκέφτεται τον Τζέικ. Τα πάντα τής τον θύμιζαν. Η Λίζα ήταν έξω φρενών μαζί της, επειδή είχε αρνηθεί να του ξανατηλεφωνήσει στη δουλειά, αλλά η καρδιά της δεν άντεχε άλλη απογοήτευση. Είχε λάβει πολύ σοβαρά υπόψη της το σιωπηρό μήνυμα που της είχε στείλει ο Τζέικ. Αν ήθελε να επικοινωνήσει μαζί της, η ευθύνη ήταν καθαρά δική του. Κι έτσι, δεν της έμενε τίποτ’ άλλο από το να συντρώγει με ένα τσούρμο ανθρώπους που δεν ήξερε και ούτε ήθελε να γνωρίσει. Ίσως αυτό να σήμαινε κάτι. Αν δεν μπορούσε να βρει τι ήταν αυτό που θα της έδινε χαρά και ικανοποίηση, ίσως δεν απέμενε παρά να 202


DONNA KAUFFMAN

κάνει κάτι που έδινε χαρά και ικανοποίηση στους άλλους. Μπορεί στο τέλος να μάθαινε να της αρέσουν τα ζυμαρικά με ανανά και κολοκυθάκι. Αν της τα τάιζε ο Τζέικ, σίγουρα... Άφησε κάτω το πιρούνι της και σηκώθηκε. Αρκετά πια. Κόντευε να αρρωστήσει από τη μιζέρια και τη μεμψιμοιρία! Έφτανε να τον σκεφτεί και αμέσως ριγούσε σύγκορμη. Όσο κι αν η καρδιά της πονούσε, το σώμα της έπαιρνε φωτιά από τον πόθο και η Λίζα είχε κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα, λέγοντάς της ότι ύστερα από αυτό που είχε ζήσει με τον Τζέικ δε θα μπορούσε να ανταποκριθεί ερωτικά σε κανέναν άλλο άντρα. Κανονικά, τα λόγια της φίλης της θα έπρεπε να την είχαν εξοργίσει, αλλά φοβόταν ότι η Λίζα είχε δίκιο. Που να πάρει, έπρεπε να σταματήσει να σκέφτεται αυτά τα πράγματα! Η Νάταλι έφυγε από το τραπέζι και έψαξε με το βλέμμα να βρει τον πατέρα της. Αυτή η εκδήλωση γινόταν προς τιμήν του, για να γιορτάσουν κατά κάποιο τρόπο την επάνοδό του στην ενεργό δράση. Όχι πως εκείνος ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος. Θα προτιμούσε μια δεξίωση με σμόκιν ή μια βραδιά με την αφρόκρεμα της καλής κοινωνίας. Τα φιλανθρωπικά δεν ήταν του γούστου του. Εκείνη όμως είχε προβάλει το επιχείρημα πως έπρεπε να προχωρήσει με αργά και προσεκτικά βήματα, χωρίς υπερβολές. Ο γιατρός τού είχε δώσει την άδεια να ξαναγυρίσει στη δουλειά, αλλά με σαφώς μειωμένες υπευθυνότητες. Ο αδερφός της είχε αναλάβει με μεγάλη επιτυχία τα ηνία της επιχείρησης κατά την απουσία του και η Νάταλι ήξερε ότι όλοι ήλπιζαν πως ο πατέρας της θα δεχόταν να αποσυρθεί σιγά σιγά. Η εκδήλωση ήταν μια αρχή προς αυτή την κατεύθυνση. Γινόταν στην αίθουσα της τοπικής λέσχης και την είχαν διοργανώσει οι αδερφές της, γι’ αυτό, πέρα από τους επαγγελματικούς συνεργάτες τους, βρίσκονταν εκεί και φίλοι της οικογένειας. Δεν ήταν κουραστικό, αλλά είχε την απαραίτητη δημοσιότητα που θα ικανοποιούσε τη ματαιοδοξία του πατέρα της. 203


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Τον είδε να μιλάει με την κυρία Φεντγουέδερ, την πρόεδρο του γυναικείου τμήματος της λέσχης, και για μια στιγμή τον λυπήθηκε βλέποντάς τον να προσπαθεί να αποφύγει το φτερό του παγονιού που στόλιζε το απίστευτης κακογουστιάς καπέλο της και σκορπούσε πούπουλα στο ποτό του καθώς η εν λόγω κυρία ανεβοκατέβαζε το κεφάλι της. Η Νάταλι χαμογέλασε και χειροκρότησε νοερά τον πατέρα της όταν τον είδε να πασάρει επιδέξια τη γριά καρακάξα σε ένα ανυποψίαστο μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Καπάτσος όπως πάντα, πατερούλη. Ευτυχώς, η όψη του είχε βελτιωθεί. Είχε ξαναβρεί το χρώμα του και είχε πάρει λίγο βάρος. Μόνο εκείνη μπορούσε να διακρίνει τις ρυτίδες της κούρασης γύρω από τα χείλη του. Ευτυχώς, η εκδήλωση πλησίαζε στο τέλος της κι έτσι σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στο σπίτι και να πει να του ετοιμάσουν το κρεβάτι για να ξεκουραστεί λιγάκι πριν από το δείπνο. Ξαφνικά τα μάτια της έγιναν δυο σχισμές όταν είδε το ποτήρι που κρατούσε στο χέρι του. Είχαν συμφωνήσει ότι δε θα έπινε αλκοόλ. Ύστερα όμως πρόσεξε τη φέτα του λεμονιού που επέπλεε στο διαφανές, αφρώδες υγρό και κατάλαβε ότι ήταν μεταλλικό νερό. Αμέσως η Νάταλι χαλάρωσε. Σε γενικές γραμμές και παρά την ισχυρογνωμοσύνη του, ο πατέρας της ακολουθούσε τις εντολές του γιατρού. Βέβαια, τον υποχρέωνε κι εκείνη να το κάνει. Αλλά άσχετα μ' αυτό, άρχιζε επιτέλους να πιστεύει ότι είχε μπει πλέον οριστικά στο δρόμο της ανάρρωσης. Και ίσως με λίγη τύχη όλα να πήγαιναν καλά. Πράγμα που σήμαινε ότι πολύ σύντομα θα έπρεπε να καταστρώσει τα σχέδιά της, διαφορετικά η επόμενη εκδήλωση θα γινόταν για την είσοδό της στη Χόλκομ. Δε θα ήταν κακή ιδέα να πάει για λίγες μέρες να δει τη Λίζα. Η ατέλειωτη λιακάδα του Λος Άντζελες μπορεί να τη βοηθούσε να καθαρίσει το μυαλό της. Και να γιατρέψει τον πόνο της καρδιάς της. Καθώς τα σκεφτόταν αυτά, η Μελίσα ήρθε από πίσω της και την 204


DONNA KAUFFMAN

τράβηξε τόσο απότομα από τον αγκώνα, που λίγο έλειψε να της χυθεί το τσάι. «Νάταλι», ψιθύρισε, «κάποιος σε ζητάει». Η Νάταλι κατάφερε να ισορροπήσει το φλιτζάνι της, αποφεύγοντας να λερώσει το φόρεμά της, και γύρισε προς το μέρος της αδερφής της. Μπορεί ο τόνος της Μελίσα να της είχε αφήσει κάποια αμφιβολία, βλέποντας όμως την έκφραση του προσώπου της δεν της έμεινε απολύτως καμία. Όποιος κι αν ήταν ο νεοφερμένος, σίγουρα δε συμπεριλαμβανόταν στη λίστα με τα εγκεκριμένα πρόσωπα. Η Νάταλι απόρησε. Δεν είχε καλέσει κανέναν, όχι μόνο επειδή δεν ήξερε κανέναν αλλά και επειδή δε θα τολμούσε ποτέ να υποβάλει ένα φίλο της σε τέτοια δοκιμασία... Και ξαφνικά το πρόσωπό της φωτίστηκε. Τέντωσε το λαιμό της, νιώθοντας μονομιάς τη διάθεσή της να αλλάζει. «Η Λίζα είναι;» Ποιος άλλος θα μπορούσε να ήταν; Η Λίζα έκανε παρέα με τους πιο διάσημους ανθρώπους... Εδώ όμως δεν ήταν Λος Άντζελες και οι δικοί της δεν καταδέχονταν να συναναστραφούν με κάποιον αν δεν ανήκε στην τάξη των γαλαζοαίματων. Ή αν δεν ήταν φορτωμένος διαμάντια και μαργαριτάρια. Η Νάταλι είχε τη Λίζα άξια να εμφανιστεί με λεοπαρδαλέ μπότες μέχρι τους μηρούς και περούκα με τούφες-καρφάκια. Αντί να πανικοβληθεί όμως, χαμογέλασε μέχρι τ’ αυτιά. Αυτό ακριβώς της χρειαζόταν: κάτι που θα την έκανε να βγει από τη μιζέρια και την κακομοιριά της. Ενώ όμως εκείνη χαμογελούσε, η αδερφή της ήταν συνοφρυωμένη. «Χαλάρωσε, θα κάνεις ρυτίδες έτσι που κατσουφιάζεις», της είπε, χαϊδεύοντάς τη στο μάγουλο. Η έκφραση της Μελίσα άλλαξε εν ριπή οφθαλμού, αλλά η Νάταλι είχε αλλού το μυαλό της. «Πού είναι;» ρώτησε. «Ω, για το Θεό! Δεν είναι η Λίζα. Είναι κάποιος...» Η Μελίσα δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της. Οι συγκεντρωμένοι είχαν σταματήσει να μιλούν και το μόνο που 205


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

ακουγόταν ήταν μερικοί ψίθυροι απορίας και θαυμασμού. Η Νάταλι γύρισε απορημένη προς την πόρτα... και έμεινε όταν είδε τον Τζέικ να ανοίγει δρόμο ανάμεσα από τον κόσμο. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της, αλλά... ναι, ήταν εκείνος! Η αμφίεσή του την άφησε εμβρόντητη. Φορούσε ξεθωριασμένο τζιν, καουμπόικες μπότες, το ταλαιπωρημένο δερμάτινο μπουφάν του και ένα καπέλο Στέτσον. Και όλα τού πήγαιναν καταπληκτικά. Το πιο περίεργο όμως ήταν ότι φαινόταν εντελώς άνετος μ’ αυτά τα ρούχα. Σταμάτησε μπροστά της κι εκείνη ένιωσε όλα τα μάτια να καρφώνονται πάνω τους -ειδικά των δικών της. «Γεια». Είχε χάσει τη μιλιά της. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που την άκουγε σαν ταμπούρλο στ’ αυτιά της, και κυριολεκτικά έτρεμε από τη χαρά της. Όμως το μυαλό της είχε πάθει μπλακάουτ. «Πώς είναι ο πατέρας σου;» «Τι;» Απ’ όλες τις πιθανές εισαγωγικές ερωτήσεις που είχε φανταστεί και είχε χάσει πολλές φορές τον ύπνο της πλάθοντας το ένα σενάριο μετά το άλλο- αυτή ήταν η μόνη που δεν της είχε περάσει από το μυαλό. «Ο πατέρας μου... είναι πολύ καλά», τραύλισε. «Μπράβο, χαίρομαι που το ακούω». Η Μελίσα χώθηκε ανάμεσά τους. «Συγνώμη, αλλά η εκδήλωση είναι ιδιωτική και...» Η φωνή της αδερφής της την έκανε να προσγειωθεί απότομα. «Ω, για το Θεό, Μελίσα, σύνελθε επιτέλους!» Γυρίζοντας προς τον κόσμο, για πρώτη φορά στη ζωή της η Νάταλι ένιωσε πως δεν την ένοιαζε καθόλου το τι θα σκέφτονταν. «Μας συγχωρείτε για τη διακοπή», είπε δυνατά και πιάνοντας τον Τζέικ από τον αγκώνα τον τράβηξε προς την πόρτα. «Καλύτερα να πάμε έξω, δεν μπορούμε να μιλήσουμε εδώ». Εκείνος χαμογέλασε ευγενικά σε όλους, έβγαλε το καπέλο του και την ακολούθησε. Η Νάταλι θα έπαιρνε όρκο ότι είδε μερικές 206


DONNA KAUFFMAN

γυναίκες να κάνουν αέρα με το χέρι στο πρόσωπό τους καθώς περνούσαν από μπροστά και άθελά της χαμογέλασε. Δεν είχε ιδέα γιατί βρισκόταν εκεί ο Τζέικ και τι σκόπευε να της πει, γι’ αυτό και δε θα έπρεπε να νιώθει τέτοια χαρά, αλλά... Δεν είχαν καλά καλά προλάβει να βγουν από την αίθουσα στον προθάλαμο, όταν εκείνος την έπιασε από τον αγκώνα και τη γύρισε προς το μέρος του. «Ξέρω πως είναι η πιο ακατάλληλη στιγμή και το πιο ακατάλληλο μέρος για να σου πω αυτά που θέλω, αλλά δεν μπορούσα να περιμένω περισσότερο. Τηλεφώνησα στο σπίτι σου και μου είπαν ότι βρίσκεσαι εδώ...» «Λεν... δεν πειράζει. Τι ήθελες να μου πεις;» «Δεν έχω πάψει να σε σκέφτομαι. Ξέρω ότι πιστεύεις πως δεν υπάρχουν ελπίδες για τους δυο μας, αλλά...» Η Νάταλι τον διέκοψε. «Δεν είναι αλήθεια. Γί’ αυτό σου τηλεφώνησα...» Ο Τζέικ την κοίταξε εμβρόντητος. «Δεν είναι αλήθεια... Μου τηλεφώνησες;» Μια αχτίδα ελπίδας άρχισε να αχνοφέγγει στην καρδιά της. «Προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί σου στην Τάλσα και μετά στο Σεντ Λιούις, αλλά δεν ήσουν στο ξενοδοχείο. Το εξέλαβα ως μήνυμα πως δεν ήθελες να με ξανακούσεις, αλλά η Λίζα με έπεισε να τηλεφωνήσω στο γραφείο σου. Ούτε κι εκεί σε βρήκα και δεν ήξερα τι να πω στη γραμματέα σου, κι έτσι άφησα απλώς το όνομά μου». «Δεν είναι δυνατόν... ποτέ δεν πήρα τέτοιο μήνυμα. Δε... δε δουλεύω πια στην εταιρεία... δηλαδή όχι άμεσα». Φαινόταν πραγματικά μπερδεμένος, αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στη δική της σύγχυση. «Δε δουλεύεις στην επιχείρησή σας;» Ο Τζέικ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν το ήξερα... Θεέ μου, δεν μπορώ να το πιστέψω...» μονολόγησε. «Τι με ρώτησες; Α, ναι... Όχι, έχω αναλάβει το Διπλό Λ». «Και τότε... γιατί ήρθες;» 207


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Ο Τζέικ ανασήκωσε τους ώμους του και η έκφρασή του έκανε την καρδιά της να λιώσει. «Γιατί σ’ αγαπώ, Νάταλι. Ποτέ δε σου το είπα. Και μεταξύ όλων των άλλων αποφάσεων που πήρα, ήταν κι αυτή. Έπρεπε να σ’ το είχα πει από την πρώτη φορά», πρόσθεσε και έσφιξε νευρικά το γείσο του καπέλου του. «Αν σ’ το έλεγα, ίσως να μη με παρατούσες στη Νέα Ορλεάνη». «Μπορεί...» μουρμούρισε η Νάταλι. Την αγαπούσε! Το μυαλό της είχε θολώσει, αλλά ήταν σημαντικό να σκεφτεί καθαρά, γιατί έπρεπε να του εξηγήσει. «Ίσως όμως και πάλι να έφευγα. Έγιναν... έγιναν πολλά πράγματα εκείνη τη νύχτα στη Νέα Ορλεάνη. Κατέληξα σε ορισμένα συμπεράσματα σχετικά με το γιατί δε θα μου άρεσε να επιστρέφω στους Μάξγουελ και Γκράχαμ, αλλά δεν είχα ιδέα τι ήθελα να κάνω. Και ακόμα ανησυχούσα για την υγεία του πατέρα μου. Δε θεώρησα σωστό να σε μπλέξω στη ζωή μου αφού δεν ήξερα ούτε εγώ η ίδια πού θα κατέληγα». «Είμαι πρόθυμος να μοιραστώ τη ζωή σου όπου κι αν καταλήξει. Ένα πράγμα θέλω μόνο να μου πεις. Θα μου δώσεις μια ευκαιρία;» «Ναι. Σ’ αγαπώ, Τζέικ». Ο Τζέικ έβγαλε μια κραυγή και την άρπαξε στην αγκαλιά του. Καθώς τη γυρνούσε στον αέρα, η Νάταλι είδε φευγαλέα ότι όλοι είχαν μαζευτεί στην πόρτα και τους κοιτούσαν κατάπληκτοι. Δεν την ένοιαζε καθόλου! Τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του και τον κράτησε σφιχτά. Πριν την αφήσει να πατήσει κάτω, τη φίλησε στο στόμα με όλο του το πάθος και η Νάταλι ένιωσε σαν να πετούσε ακόμα. Η γεύση των χειλιών του ήταν ακόμα πιο γλυκιά απ’ όσο θυμόταν. Τον ήθελε εδώ και τώρα! Προσπάθησε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της και όταν άκουσε κάποιον πίσω της να ξεροβήχει προσγειώθηκε απότομα στην πραγματικότητα. Τραβήχτηκε από την αγκαλιά του, αλλά του έπιασε το χέρι τη στιγμή που γυρνούσε για να δει ποιος ήταν ο ανεπιθύμητος εισβολέας. 208


DONNA KAUFFMAN

«Μπαμπά! Ε... να σου συστήσω τον Τζέικ Λάνιστερ». Ο Τζέικ άπλωσε το χέρι του. «Πώς είστε, κύριε; Χαίρω πολύ για τη γνωριμία. Έχω ακούσει πολλά για σας». Ο πατέρας της ξαφνιάστηκε από την ευγένεια και τους καθωσπρέπει τρόπους του Τζέικ, που ήταν τόσο αταίριαστα με την καουμπόικη αμφίεσή του, αλλά δεν το φανέρωσε. Καπάτσος όπως πάντα, πατερούλη, σκέφτηκε πάλι με τρυφερότητα η Νάταλι, παρ' όλο που η καρδιά της κόντευε να σπάσει. «Ε... θα ήθελα να μπορούσα να πω κι εγώ το ίδιο, αλλά η κόρη μου δε μου έχει πει τίποτα για σένα. Καταλαβαίνω ότι η σχέση σας δεν είναι απλώς φιλική». Η Νάταλι έγινε κατακόκκινη. «Μπαμπά!» Εκείνος την κοίταξε στα ίσα. «Απλώς σχολιάζω αυτό που βλέπω. Αν πέφτω έξω, παρακαλώ να με διορθώσετε». «Όχι, δεν πέφτεις έξω. Ο Τζέικ κι εγώ γνωριστήκαμε στη Νέα Υόρκη πριν από μερικούς μήνες». Ο Τζέικ έκανε ένα βήμα μπροστά. «Ξέρω ότι μένει μαζί σας και είμαι βέβαιος ότι η βοήθειά της είναι ανεκτίμητη, αλλά ελπίζω να την αφήσετε να έρθει μαζί μου για λίγο καιρό. Θα ήθελα να την πάρω στο Γουαϊόμινγκ». «Στο Γουαϊόμινγκ;» επανέλαβαν ταυτόχρονα η Νάταλι και ο πατέρας της -και είχε την εντύπωση πως και οι αδερφές της που στέκονταν στην πόρτα είχαν πει το ίδιο. «Και γιατί ζητάς την άδεια του πατέρα μου; Ενήλικη είμαι, μπορώ να...» «Σώπα, Νάταλι. Άσε τον άνθρωπο να μιλήσει», είπε ο πατέρας της. «Είναι φανερό ότι το παλικάρι έχει σωστή ανατροφή και σέβεται τους μεγαλύτερους του. Μ ’ αρέσει αυτό». Η Νάταλι ύψωσε τα μάτια της προς τον ουρανό με αγανάκτηση, αλλά ο Τζέικ την έπιασε από το μπράτσο και τη γύρισε προς το μέρος του. «Θέλω να σου δείξω το ράντσο, Νάταλι». «Η οικογένεια σου έχει ράντσο, είπες;» ρώτησε ο πατέρας της. «Μάλιστα», απάντησε ο Τζέικ. «Την Εταιρεία Εμπορίας Βοοειδών 209


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Λάνιστερ». «Δεν την έχω ακουστά, αλλά είναι λογικό, γιατί δεν ασχολούμαι με το συγκεκριμένο τομέα». Ο Τζέικ χαμογέλασε. «Είναι τόσο παλιά σχεδόν όσο και οι Επιχειρήσεις Χόλκομ». Ο πατέρας της ανασήκωσε το φρύδι του. «Ε, αυτό κάτι λέει», είπε επιδοκιμαστικά και στράφηκε προς τη Νάταλι. «Προς το παρόν, δε θα σε χρειαστούμε στο διοικητικό συμβούλιο, γι’ αυτό αν θέλεις να ξεκουραστείς μερικές μέρες, μπορείς να...» Τα λόγια του κόπηκαν απότομα και όλοι έμειναν άφωνοι από την έκπληξη, καθώς η Νάταλι απομακρύνθηκε από τον Τζέικ και αγκάλιασε τρυφερά τον πατέρα της. Τον φίλησε στο μάγουλο και του είπε: «Μπαμπά, δεν πρόκειται να δουλέψω στην εταιρεία. Σ’ αγαπώ με όλη μου την ψυχή και δε θα πάψω ποτέ να σ’ αγαπώ. Αλλά δεν είμαι φτιαγμένη γι’ αυτή τη δουλειά και προτιμώ με την οικογένειά μου να έχω οικογενειακές σχέσεις, όχι επαγγελματικές». Σταμάτησε και έριξε μια ματιά στον Τζέικ κι έπειτα κοίταξε τις αδερφές της που είχαν στριμωχτεί στην πόρτα πίσω τους. «Θέλω ν’ ανοίξω δικό μου δικηγορικό γραφείο», συνέχισε. «Δεν ξέρω πού ή με τι ακριβώς θα ασχοληθώ, αλλά πιστεύω ότι είναι καλύτερα να είμαι αφεντικό του εαυτού μου». Ο πατέρας της είχε κοκκινίσει κυριολεκτικά ύστερα απ’ αυτή τη δημόσια επίδειξη αγάπης και ξερόβηξε αρκετές φορές για να καθαρίσει το λαιμό του. Όταν μίλησε, η φωνή του ήταν τόσο σιγανή, ώστε μόνο η Νάταλι και ο Τζέικ άκουσαν την απάντησή του. «Πολύ καλά, λοιπόν. Όπως αγαπάς. Ανέκαθεν έμοιαζες περισσότερο στη μητέρα σου παρά σ’ εμένα». Η Νάταλι έμεινε κατάπληκτη. «Μα πώς είναι δυνατόν; Η μητέρα ήταν άρρωστη σχεδόν όλη της τη ζωή. Σε τι της μοιάζω;» Εκείνος χαμογέλασε και η Νάταλι είδε στην έκφρασή του όλη την αγάπη που έτρεφε για τη μητέρα της. «Αυτό δεν την εμπόδιζε να λατρεύει την περιπέτεια», είπε ο 210


DONNA KAUFFMAN

πατέρας της. «Αχ, το σώμα μπορεί να μην επέτρεπε στο πνεύμα ν’ ανοίξει τα φτερά του όσο θα ήθελε, αλλά ποτέ δεν της στέρησε την επιθυμία να το κάνει. Αν ήταν υγιής, νομίζω ότι θα έμοιαζε πολύ σ’ εσένα. Ανεξάρτητη, αποφασιστική και πεισματάρα». Σταμάτησε και τα μάτια του πήραν μια βλοσυρή έκφράση. «Αν ήταν γερή, φοβάμαι πως δε θα με είχε ανάγκη», συνέχισε μελαγχολικά. «Πάντα ένιωθα κάποιες τύψεις γι’ αυτό. Όχι πως θα την εμπόδιζα να κάνει το δικό της, έστω κι αν σήμαινε ότι θα την έχανα». Ανασήκωσε αμήχανα τους ώμους τους, νιώθοντας προφανώς δυσφορία για την εξομολόγησή του. «Ίσως αυτό ήταν ο λόγος που προσπάθησα να σε κρατήσω κοντά μου με κάθε τρόπο. Έχεις πάρει τα καλύτερα στοιχεία της». «Αχ, μπαμπά...» Η Νάταλι τον αγκάλιασε πάλι και ένιωσε τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά της. «Ποτέ δεν το φαντάστηκα... δεν είχα καταλάβει... Να ξέρεις όμως πως σ’ αγαπώ». «Πήγαινε στο Γουαϊόμινγκ, Νάταλι», είπε ο πατέρας της και την έσπρωξε μαλακά μακριά του. Η Νάταλι ήξερε πολύ καλά πόσο του στοίχιζε να εκδηλώνει τα αισθήματά του, και μάλιστα τόσο δημόσια. Γι’ αυτό δε διαμαρτυρήθηκε -απλώς τον άφησε να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία του. Ο πατέρας της ξερόβηξε και ίσιωσε τη γραβάτα του. «Ελπίζω να βρεις αυτό που ζητάς». Ξαφνικά χαμογέλασε και η Νάταλι είδε πάλι τον πατέρα που γνώριζε την πονηρή αλεπού. «Φυσικά, αν τα πράγματα δεν έρθουν όπως τα θέλεις, να ξέρεις ότι πάντα θα υπάρχει για σένα μια θέση στην εταιρεία». Η Νάταλι γέλασε και σκούπισε τα δάκρυά της. Ο Τζέικ βγήκε μπροστά και έσφιξε το χέρι του πατέρα της. «Σας ευχαριστώ, κύριε. Σας υπόσχομαι πως θα την προσέχω σαν τα μάτια μου». Ο πατέρας της του έριξε μια πονηρή ματιά. «Ω, δεν ανησυχώ γι’ αυτό. Για σένα ανησυχώ. Μπορεί να χρειαστείς βοήθεια για να τη φέρεις βόλτα! Δεν είναι εύκολος άνθρωπος, ξέρεις». «Θα λάβω σοβαρά υπόψη μου τη συμβουλή σας». Η Νάταλι του τσίμπησε το μπράτσο, αλλά ο Τζέικ γέλασε και της 211


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

έπιασε το χέρι. Στο μεταξύ, όλοι είχαν μαζευτεί στον προθάλαμο, και πρώτες πρώτες οι αδερφές της. «Έλα, πάμε να φύγουμε προτού μας ορμήσει ο όχλος», της ψιθύρισε στο αυτί. «Σε θέλω όλη δική μου». Η Νάταλι δεν είχε καμιά αντίρρηση σ’ αυτό. «Τι περιμένεις, λοιπόν; Εδώ δεν είναι που με σηκώνεις στην αγκαλιά σου και χανόμαστε στο ηλιοβασίλεμα;» Ο Τζέικ γέλασε σιγανά. «Τώρα που το λες...» Κανόνας πρώτος: Ποτέ μην τον προκαλείς, σκέφτηκε η Νάταλι και έβγαλε μια κραυγή όταν ο Τζέικ τη σήκωσε στ’ αλήθεια στην αγκαλιά του. Και γιατί όχι; συμπλήρωσε νοερά. Δεν ήταν καθόλου άσχημα να τον προκαλεί. Αντίθετα, ήταν τρομερά ευχάριστο. Και αν είχε πάρει ένα δίδαγμα, αυτό ήταν πως η ζωή πρέπει να είναι πιο ευχάριστη. Έχοντας αυτό κατά νου, έγνεψε χαρωπά στο πλήθος που είχε μαζευτεί πίσω τους και διαπίστωσε με μεγάλη ικανοποίηση ότι ορισμένοι χειροκροτούσαν. Τα πρόσωπα των αδερφών της ήταν χλομά και ανέκφραστα. Ήταν κρίμα που δεν μπορούσαν να καταλάβουν, αλλά άλλο ένα δίδαγμα που είχε πάρει ήταν πως δεν ήταν υπεύθυνη για την ευτυχία τους. Ούτε και αναγκασμένη να τις κάνει να καταλάβουν τη δική της. Το μόνο που την απασχολούσε ήταν να κάνει ευτυχισμένο τον άντρα που την κρατούσε στην αγκαλιά του. «Σε παρακαλώ, πες μου πως δε μας περιμένει κι ένα άλογο στο πάρκινγκ!» του είπε, τυλίγοντας τα χέρια της πιο σφιχτά στο λαιμό του. «Ποτέ δεν ολοκλήρωσα τα μαθήματα ιππασίας». Ο Τζέικ τη φίλησε με πάθος στο στόμα. «Όχι, δεν έχω φέρει άλογο. Αλλά είναι ένα δυο πέρα στο ράντσο που θα ήθελα να σου τα γνωρίσω. Θέλω να σου δείξω τη γη μας και ο καλύτερος τρόπος να τη γυρίσουμε όλη είναι με τα άλογα. Θα μας πάρει τουλάχιστον δυο μέρες. Θα κατασκηνώσουμε στο ύπαιθρο. Υπάρχει και ένα καλύβι, αλλά δεν έχω προλάβει ακόμα να δω σε τι κατάσταση βρίσκεται. Δεν το χρησιμοποιούμε πια...» «Ώστε θα κατασκηνώσουμε στο ύπαιθρο, ε;» 212


DONNA KAUFFMAN

Η Νάταλι ήταν ανοιχτή στις καινούριες εμπειρίες, και είχε την αίσθηση ότι αυτό ήταν μόνο η αρχή. Κανένα πρόβλημα! Έγειρε προς το μέρος του και τον φίλησε στο λαιμό. «Θα είμαστε μόνοι εκεί πέρα, αρχηγέ;» Ο Τζέικ σταμάτησε στην άκρη του πεζοδρομίου και την άφησε να πατήσει κάτω. «Μα, φυσικά, κυρία μου», της απάντησε μ’ εκείνο το σκανταλιάρικο χαμόγελό του. «Θεέ μου... πόσο μου έλειψες», ψιθύρισε η Νάταλι. Ο Τζέικ την έσφιξε στην αγκαλιά του κι εκείνη έγειρε πάνω στο ζεστό, γεροδεμένο σώμα του. Το δικό της σκιρτούσε από προσμονή, αλλά αυτή τη φορά ήταν πρόθυμη να περιμένει όσο χρειαζόταν. «Κι εμένα μου έλειψες», αποκρίθηκε τρυφερά ο Τζέικ και της ανασήκωσε το πιγούνι. «Νάταλι... θέλω να μου υποσχεθείς κάτι». «Τι;» «Αν δε σου αρέσει το ράντσο, αν δε σου ταιριάζει, να μου το πεις αμέσως. Θα βρούμε μια λύση. Δε χρειάζεται να έχουμε μόνο ένα σπίτι. Το Κάσπερ είναι κοντά, αλλά, αν σου φαίνεται μικρή πόλη, θα...» Η Νάταλι έκλεισε το στόμα του με τα δάχτυλά της και η επαφή με τα χείλη του την έκανε να βογκήξει. Πρώτη φορά ένιωθε έτσι για έναν άντρα. Και ήθελε να κρατήσει για πάντα. «Το μόνο που θέλω είναι να είμαστε μαζί. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στην πορεία. Αφού είσαι πρόθυμος να μ5 αφήσεις να ακολουθήσω το δρόμο μου, είμαι σίγουρη ότι όλα θα λυθούν. Εγώ, πάντως, θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να το πετύχουμε». «Κι εγώ το ίδιο». Ο Τζέικ τη φίλησε πάλι, χαϊδεύοντας τη στα πλευρά και αγγίζοντας απαλά τα στήθη της με τα ακροδάχτυλά του. «Σου είπα πόσο πολύ μου έλειψες;» ψιθύρισε βραχνά η Νάταλι. «Κάτι θυμάμαι να μου είπες, αλλά δεν είμαι σίγουρος», απάντησε εκείνος, αλλά αντί να συνεχίσει να την πειράζει, όπως περίμενε η 213


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Νάταλι, το πρόσωπό του έγινε τόσο σοβαρό όσο δεν το είχε ξαναδεί ποτέ της. «Σ’ αγαπώ πολύ, Νάταλι». «Δε θα βαρεθώ ποτέ να το ακούω. Κι εγώ σ’ αγαπώ, Τζέικ». Τα δάκρυα έτσουξαν τα μάτια της και τον είδε κι εκείνον να βουρκώνει. «Έλα, καουμπόη πάμε να μου δείξεις το ράντσο σου». Ο Τζέικ σήκωσε το χέρι και μια λιμουζίνα εμφανίστηκε από τη γωνία και σταμάτησε μπροστά τους. Ένας οδηγός με στολή βγήκε και τους άνοιξε την πόρτα. «Κύριε Λάνιστερ... κυρία Χόλκομ...» «Ωραίο το άτι σου, καουμπόι», είπε η Νάταλι μπαίνοντας στο αστραφτερό μαύρο αυτοκίνητο. Ο Τζέικ την ακολούθησε. «Μπορεί να είμαι κτηματίας, αλλά δεν παύω να είμαι και ένας Λάνιστερ». «Αυτό να λέγεται!» Ο οδηγός κάθισε πάλι στη θέση του και το αυτοκίνητο απομακρύνθηκε αθόρυβα από το πεζοδρόμιο. «Επίσης, πρόσεξα ότι το διαχωριστικό τζάμι είναι φιμέ...» «Κι εγώ το πρόσεξα», είπε ο Τζέικ, γλιστρώντας πάνω στο κάθισμα ώσπου βρέθηκε δίπλα της. «Σου είπα πόσο πολύ μου έλειψες;» ρώτησε πάλι η Νάταλι ξεκουμπώνοντας το μπουφάν του. «Πολλές φορές». «Αν δε με απατά η μνήμη μου, αντιλαμβάνεσαι αμέσως τους υπαινιγμούς». «Ω, ναι, σ’ αυτό τα καταφέρνω μια χαρά!» Η Νάταλι χαμογέλασε. «Και τότε, τι περιμένεις;» Ο Τζέικ έβγαλε το μπουφάν του και έσκυψε για να ανοίξει το μικρό ψυγείο. «Πολύ ωραία», είπε η Νάταλι βλέποντας το μπουκάλι της σαμπάνιας, «αλλά νομίζω πως η γεύση σου είναι ακόμα ωραιότερη». Ο Τζέικ ανασήκωσε το φρύδι του και έβγαλε το φελλό. «Τολμηρές κουβέντες...» «Αυτή τη στιγμή αισθάνομαι πολύ τολμηρή». 214


DONNA KAUFFMAN

«Το βλέπω. Βγάλε το πουκάμισό σου». Η Νάταλι προσπάθησε να μη δείξει την έκπληξή της, αλλά η ξαφνική προσταγή του και ο πόθος που είδε στο βλέμμα του την αιφνιδίασαν. Ξεκούμπωσε με αργές κινήσεις το πουκάμισό της και χαμογέλασε όταν τον είδε να σφίγγει νευρικά το μπουκάλι. «Και τη φούστα σου». Του έριξε μια απειλητική ματιά, αλλά υπάκουσε. Ο Τζέικ έσκυψε και άφησε τη σαμπάνια να κυλήσει στο στομάχι της, ακολουθώντας το ρυάκι με τη γλώσσα του. «Από δω και πέρα, θα μου είναι αδύνατον να πιώ σαμπάνια με άλλο τρόπο...» μουρμούρισε. Η Νάταλι ένιωσε την ανάσα της να κόβεται, τόσο από την παγωμένη σαμπάνια όσο και από την κάψα της γλώσσας του. «Θα ήθελα να δοκιμάσω κι εγώ αυτή τη μέθοδο», μουρμούρισε και ανασηκώθηκε για να πάρει το μπουκάλι από το χέρι του. «Σειρά σου τώρα», είπε χαμογελώντας και έσυρε υπαινικτικά τα δάχτυλά της στο λαιμό του μπουκαλιού. Ο Τζέικ άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι του, κοιτάζοντάς τη στα μάτια. Η Νάταλι έσκυψε και τράβηξε τις μπότες και το παντελόνι από τα πόδια του. «Μη βγάλεις το καπέλο σου, καουμπόι». «Όπως προστάζετε, κυρία μου». Έριξε πάνω του σαμπάνια και έγλειψε και την τελευταία σταγόνα. «Μμμ... τώρα καταλαβαίνω τι εννοούσες», μουρμούρισε, βλέποντάς τον να αναριγά σύγκορμος. «Νομίζω πως ήρθε η ώρα για το πρώτο μάθημα ιππασίας», είπε βραχνά ο Τζέικ. Η Νάταλι κάθισε ιππαστί πάνω του κι εκείνος έβαλε το Στέτσον στο κεφάλι της. «Μπορούμε να πάμε με το αυτοκίνητο μέχρι το Γουαϊόμινγκ;» τον ρώτησε και γλίστρησε προς τα κάτω, κάνοντάς τον να βογκήξει. «Έχω σιχαθεί τα αεροπλάνα». «Ναι... κι έτσι θα έχουμε... την ευκαιρία... να γνωριστούμε... 215


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

καλύτερα», είπε ο Τζέικ πνιχτά. «Θεέ μου... Νάταλι!» «Σ’ αγαπώ, Τζέικ», ψιθύρισε η Νάταλι. «Πήγαινέ με σπίτι». Κι εκείνος το έκανε.

216


DONNA KAUFFMAN

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

«Βρήκα το τέλειο μέρος!» φώναξε η Νάταλι κρατώντας σφιχτά το τηλέφωνο και χοροπηδώντας από τον ενθουσιασμό της. «Αποκλείεται», απάντησε αυτόματα ο Τζέικ. «Έλα τώρα! Επειδή δηλαδή δυσκολεύτηκα λιγάκι...» «Λιγάκι;» «Ακόμα και η μητέρα σου είπε ότι έπρεπε να ψάξω με μεγάλη προσοχή και να μην παρασυρθώ. Δε μου φτάνει η αγωνία που ανοίγω δικό μου γραφείο...» διαμαρτυρήθηκε η Νάταλι. Και δεν έβλεπε την ώρα να ξεκινήσει. Ο Τζέικ γέλασε. «Το ξέρω, γλυκιά μου. Ο μόνος λόγος που είπα ότι δεν είναι δυνατόν να βρήκες το τέλειο μέρος ήταν επειδή ήμουν στο τέλειο μέρος πριν από... δύο ώρες περίπου». «Πριν από δύο ώρες ήμασταν στο κρεβάτι και κάναμε...» Η Νάταλι σταμάτησε απότομα. «Χα, χα, πολύ αστείο. Αλλά σ’ ευχαριστώ για το κομπλιμέντο». Κάθε μέρα που περνούσε τον αγαπούσε όλο και περισσότερο. Την έκανε να γελάει, την έκανε να σκέφτεται, έκανε την καρδιά της να βροντοχτυπάει με ένα του βλέμμα και μόνο. «Λοιπόν, μπορείς να έρθεις στην πόλη σήμερα; Δε θέλω να υπογράψω το συμβόλαιο πριν το δεις κι εσύ». «Μίλησες με τη μητέρα μου;» «Ε, ναι...» «Δεν είναι εκεί μαζί σου;» Η Νάταλι χαμογέλασε. Με την Έλεν Λάνιστερ είχαν γίνει φίλες από την πρώτη στιγμή και θα ήθελε να την έβλεπε πιο συχνά στο Γουαϊόμινγκ. «Μόλις έφυγε. Κι εκείνη το βρήκε τέλειο». 217


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

Ο Τζέικ έβαλε τα γέλια. «Τότε τι με θέλεις εμένα;» Η Νάταλι χαμήλωσε τη φωνή της. «Αν χρειάζεται να κάνεις τέτοιες ερωτήσεις, θα αναγκαστώ πάλι να σου κάνω αυτό που σου έκανα το πρωί». «Δόξα τω Θεώ που δεν είναι εκεί η μητέρα μου να σ’ ακούσει». «Τρελαίνομαι όταν σε πιάνουν οι ντροπές σου», είπε χαρούμενα η Νάταλι. Ακούμπησε στο αυτοκίνητό της και έβαλε το κινητό στο άλλο της αυτί. «Μπορείς να έρθεις; Να σε περιμένω;» «Πρέπει να κάνω μερικά τηλεφωνήματα και έχω ραντεβού με έναν πελάτη που θέλει να αγοράσει έναν ταύρο, αλλά αν κάνεις υπομονή σε δύο ώρες θα είμαι εκεί». «Τέλεια. Και κάτι άλλο, Τζέικ». «Ναι, ξέρω. Κι εγώ σ’ αγαπώ. Καταπληκτικό δεν είναι;» είπε εκείνος και έκλεισε το τηλέφωνο πριν η Νάταλι προλάβει να απαντήσει. Η Νάταλι χαμογέλασε και φίλησε το κινητό της. Ήταν στο Γουαϊόμινγκ τρεις μήνες τώρα, αλλά δεν της είχε πάρει ούτε τρία λεπτά για να ερωτευτεί το Διπλό Λ, το Κάσπερ και την απίστευτη θέα των βουνών Μπιγκ Χορν. Παρ’ όλο που βρίσκονταν στα τέλη της άνοιξης, το χιόνι δεν είχε λιώσει ακόμα κι έτσι μπήκε στο Ρόβερ του ράντσου για να μην κρυώνει. Έπιασε το πακέτο που μόλις είχε πάρει από το ταχυδρομείο. Οι αδερφές της της είχαν στείλει ένα σωρό οδηγίες για το γάμο, μαζί με δαχτυλογραφημένες λίστες όλων των πραγμάτων που έπρεπε να κάνει. Ο ενθουσιασμός τους τη συγκινούσε και δεν της έκανε καρδιά να τους πει ότι δε σκόπευε να προσλάβει σύμβουλο γάμου ούτε σχεδιαστή. Ακόμα δεν είχαν χωνέψει την είδηση ότι θα παντρευόταν στο ράντσο και όχι στο οικογενειακό παρεκκλήσι τους στο Κονέκτικατ. Η Λίζα, φυσικά, είχε ενθουσιαστεί και είχε δεχτεί με μεγάλη χαρά να γίνει κουμπάρα της. Θα ερχόταν σε μερικές βδομάδες και θα οργάνωναν μαζί το γάμο. Η Νάταλι δεν έβλεπε την ώρα. Αλλά το πιο σημαντικό απ’ όλα ήταν πως ο πατέρας της είχε δυναμώσει 218


DONNA KAUFFMAN

αρκετά ώστε να κάνει το αεροπορικό ταξίδι και είχε συμφωνήσει συγκινημένος να την παραδώσει στο γαμπρό. Κάθε φορά που σκεφτόταν το τηλεφώνημά τους και θυμόταν ότι της είχε δώσει την ευχή του, δάκρυζε. Εκείνη τη στιγμή, ο Τζέικ σταμάτησε δίπλα της και κορνάρισε, κάνοντας τη να τιναχτεί ξαφνιασμένη. Βγήκε από το Ρόβερ και έπεσε στην αγκαλιά του. «Νωρίς ήρθες». «Ανέβαλα τα ραντεβού μου. Ωραίο πράγμα να είσαι αφεντικό!» Η Νάταλι τον έπιασε από το χέρι και τον γύρισε για να του δείξει το κτίριο με την ξύλινη πρόσοψη. Ήταν στο κέντρο του Λάμοντ, της κωμόπολης που είχε το όνομα του προπάππου του, ο οποίος είχε εγκατασταθεί πρώτος εκεί. Είχε προτιμήσει να ανοίξει το γραφείο της στο Λάμοντ και όχι στο Κάσπερ, που ήταν πιο μεγάλη πόλη, γιατί ήθελε να είναι κοντά στο ράντσο και στον Τζέικ -και στην οικογένεια που ήλπιζε να αποκτήσουν μια μέρα. «Πώς σου φαίνεται; Ξέρω πως δεν είναι σε κεντρικό δρόμο και πως είναι λίγο παραμελημένο, αλλά θα το φτιάξω. Οι εξωτερικοί τοίχοι είναι σε καλή κατάσταση, θέλουν μόνο ένα γερό πλύσιμο, ή ίσως ακόμα και βάψιμο, αλλά η υδραυλική και η ηλεκτρική εγκατάσταση είναι άψογες κι αυτό μου φτάνει. Θα χρειαστεί να σοβαντιστούν οι εσωτερικοί τοίχοι και να ξαναβαφτούν, και η μοκέτα θέλει οπωσδήποτε άλλαγμα και...» Το φιλί του Τζέικ διέκοψε τη λογοδιάρροιά της. Ένα αμάξι πέρασε από δίπλα τους και ο οδηγός πάτησε την κόρνα και κάτι τους φώναξε, αλλά η Νάταλι δε διανοήθηκε να τραβηχτεί από την αγκαλιά του. «Σ’ αγαπώ, Νάταλι», είπε ο Τζέικ όταν τελικά σταμάτησε να τη φιλάει. «Και το έχει μάθει όλη η πόλη. Ή, μάλλον, θα το μάθει σε δέκα λεπτά, όταν ο τύπος θα πάει στο σαλούν της Νταρλίν». «Βλέπω πόσο σε ενοχλεί αυτό!» Η Νάταλι είχε την αίσθηση πως δεν είχε πάψει ούτε στιγμή να 219


ΚΡΥΦΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

χαμογελάει τον τελευταίο καιρό. «Πιστεύω πως είναι καλό που η νέα οικογενειακή δικηγορίνα της πόλης είναι και η ίδια μέλος μιας οικογένειας. Δε συμφωνείς;» «Συμφωνώ απολύτως, αλλά κάνει παγωνιά εδώ έξω. Έλα, δείξε μου τα καινούρια σου γραφεία, δικηγορίνα μου». «Περάστε από δω, κύριε». Το γεγονός πως ο Τζέικ έδειχνε για τη δουλειά της το ίδιο ενδιαφέρον και ενθουσιασμό μ’ εκείνη, την έκανε πραγματικά ευτυχισμένη. Και με τη σειρά της, είχε πάρει μαθήματα ιππασίας και διάβαζε ό,τι έπεφτε στα χέρια της σχετικά με τη φροντίδα και την εκτροφή των ζώων και τη διαχείριση μιας φάρμας. Σκεφτόταν, μάλιστα, να πάρει μερικές γίδες εξαιρετικής ράτσας, έπειτα από ένα ενδιαφέρον άρθρο που είχε διαβάσει, αλλά θα του μιλούσε αργότερα γι’ αυτό. «Μη σε αποθαρρύνει αυτό που θα δεις. Σου είπα ότι χρειάζεται βάψιμο και...» Ο Τζέικ άνοιξε την πόρτα, την τράβηξε μέσα και την κόλλησε πάνω στον τοίχο. «Τζέικ! Δεν έχει κουρτίνες στα παράθυρα!» διαμαρτυρήθηκε η Νάταλι και έβαλε τα γέλια όταν εκείνος ανέβασε τα πόδια της στη μέση του και τραβήχτηκε παράμερα για να μην τους βλέπουν. «Δε με πειράζει να ξέρουν οι ντόπιοι ότι ετοιμαζόμαστε να παντρευτούμε, αλλά...» «Σκέφτηκα να εγκαινιάσουμε το γραφείο. Θα φέρει γούρι». Η Νάταλι χαχάνισε όταν ο Τζέικ τη φίλησε στο λαιμό. «Μήπως θέλεις... να ανοίξουμε σαμπάνια και να κάνουμε πάρτι;» «Δε χρειαζόμαστε σαμπάνια», αντιγύρισε εκείνος και έσφιξε ακόμα περισσότερο τα πόδια της γύρω από τη μέση του. «Μπορούμε να το εγκαινιάσουμε μόνοι μας». «Υπάρχουν πολλά δωμάτια», ψέλλισε η Νάταλι όταν ο Τζέικ άρχισε να της βγάζει τα ρούχα. «Δε νομίζεις...πως θα πρέπει να εγκαινιάσουμε... το καθένα ξεχωριστά; «Οπωσδήποτε!» «Δηλαδή... συμφωνείς να υπογράψω... το συμβόλαιο;» τον ρώτησε 220


DONNA KAUFFMAN

λαχανιασμένη καθώς τον έγδυνε με τη σειρά της. Ο Τζέικ τη βοήθησε να τελειώσει πιο γρήγορα και μπήκε μέσα της με μια απότομη κίνηση. «Οπωσδήποτε!» είπε πάλι βογκώντας. Άρχισε να κινείται ρυθμικά κι εκείνη σφίχτηκε πάνω του, ακολουθώντας το ρυθμό του, ώσπου έφτασαν ταυτόχρονα στην κορύφωση, με τα χείλη κολλημένα. Όταν τέλειωσαν, η Νάταλι γέλασε, καθώς προσπαθούσε να ξαναβρεί την ανάσα της. «Φοβάμαι πως θα μου είναι αδύνατον να δεχτώ πελάτες εδώ μέσα. Κάθε φορά που θα κοιτάζω αυτό τον τοίχο...» «Θα είναι η κρυφή μας ηδονή». Η Νάταλι κοίταξε με λατρεία τον άνθρωπο που της είχε κλέψει την καρδιά. «Πάντα θα είσαι η κρυφή μου ηδονή», του είπε με πάθος. «Να είσαι σίγουρη γι' αυτό». Τη φίλησε αργά και με πάθος, και η γλυκιά ένταση άρχισε να φουντώνει πάλι μέσα τους. «Κάτι είπες για τα άλλα δωμάτια;» Έσυρε το δάχτυλό του στη γυμνή ρώγα της και κατέβασε το χέρι του πιο κάτω. «Ε... ναι...» είπε ξέπνοα η Νάταλι, δαγκώνοντας το λοβό του αυτιού του. «Να μη μείνουν παραπονεμένα...» «Νομίζω πως είναι σειρά σου να ξεκινήσεις», της είπε προκλητικά ο Τζέικ. Η Νάταλι χαμογέλασε και γλίστρησε αργά το χέρι της στο κορμί του, μέχρι τους μηρούς του. «Με μεγάλη μου χαρά, καουμπόι».

ΤΕΛΟΣ 221

Kρυφές Συγκινήσεις (Donna Kauffman)  
Kρυφές Συγκινήσεις (Donna Kauffman)  
Advertisement