Page 1


Sherryl Woods ΤΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Μετάφραση: Χριστίνα Σπυριδάκη Τίτλος πρωτοτύπου: The Inn at Eagle Point Copyright © 2009 by Sherryl Woods ©2011 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ABEE για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Enterprises II B.V. / S.a.r.l. ISBN 978-960-620-312-1 Μετάφραση: Χριστίνα Σπυριδάκη Επιμέλεια: Σωτηρούλα Παπαδοπούλου Διόρθωση: Κυριάκος Μιχελόγκωνας Σχεδιασμός εξωφύλλου: Άγγελος Αναστασιάδης Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοση του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. SILK - ΤΕΥΧΟΣ 74 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ Φειδίου 18, 106 78 Αθήνα, Τηλ. 210 3610 218


Για τη Μόργκαν και την Τέιλορ... Καλώς ήρθατε στον κόσμο, κοριτσάκια! Σίγουρα οι μαμάδες, οι μπαμπάδες και τ’ αδέρφια σας θα τρέχουν τώρα και δε θα φτάνουν!


Αγαπητοί αναγνώστες, Το να ξεκινάω μια νέα σειρά είναι ένα από τα πράγματα που μου αρέσουν πάρα πολύ. Μπαίνω σ’ έναν ολοκαίνουριο τόπο, συναντώ γοητευτικούς, πολύπλοκους νέους χαρακτήρες, και, ελπίζω, δημιουργώ καταστάσεις και συγκρούσεις που έχουν απήχηση σε όλους εσάς. Καθώς σκεφτόμουν τις λεπτομέρειες αυτής της νέας σειράς, ο νους μου γυρνούσε ξανά και ξανά στον κόλπο Τσέσαπικ, μια περιοχή που έχω πάντα στην καρδιά μου. Αν και δεν ζω εκεί, το εξοχικό μου βρίσκεται στον ποταμό Ποτόμακ, ακριβώς επάνω από το σημείο όπου εκβάλλει στον κόλπο. Λίγες τοποθεσίες στον κόσμο είναι πιο όμορφες και πιο γαλήνιες από αυτή. Το σκηνικό υπόβαθρο, ωστόσο, δεν είναι το μόνο στοιχείο που έχει σημασία. Ακόμη πιο σημαντικοί είναι οι χαρακτήρες που θα γεμίσουν αυτές τις σελίδες, και γι’ αυτό το σκοπό χρειαζόμουν μια μεγάλη, περίπλοκη, δυσλειτουργική οικογένεια. Έτσι δημιουργήθηκαν οι Ο’Μπράιεν. Θα γνωρίσετε τέσσερις γενιές από αυτούς με τον καιρό, πολλοί από τους οποίους θα έχουν έντονες συγκρούσεις και αντιδικίες μεταξύ τους. Θα διαβάσετε ιστορίες προδοσίας, συμφιλίωσης και, φυσικά, έρωτα. Θα υπάρξουν παρεμβάσεις και προξενιά και δύσκολες επιλογές. Και, στην πορεία, πολλά γέλια, αλλά και λίγα δάκρυα. Το Πανδοχείο των Ονείρων είναι η ιστορία της Άμπι, αλλά είναι και μια ιστορία για τις σχέσεις ανάμεσα στις αδερφές και για τον τρόπο με τον οποίο συντρέχουν η μία την άλλη χωρίς να διστάσουν στιγμή. Είναι η ιστορία ενός δυνατού έρωτα, που χάθηκε, αλλά βρέθηκε ξανά. Και η ιστορία δύο περήφανων ανδρών που πασχίζουν να πιστέψουν στην ιδέα της δεύτερης ευκαιρίας. Καλώς ήρθατε λοιπόν στο Τσέσαπικ Σορς. Ελπίζω να αγαπήσετε τους Ο’Μπράιεν και τον κόσμο τους. Με τις καλύτερες ευχές μου,


Πρόλογος Ο καβγάς είχε συνεχιστεί στο μεγαλύτερο μέρος της νύχτας. Στο δωμάτιο της, τρεις πόρτες πιο κάτω στο διάδρομο από τη μεγάλη κρεβατοκάμαρα των γονιών της, η Άμπι άκουγε τις υψωμένες φωνές, αλλά όχι τα λόγια τους. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τσακώνονταν τον τελευταίο καιρό, αλλά αυτή τη φορά υπήρχε κάτι διαφορετικό. Οι φωνές και η ανησυχία που της προκάλεσαν την κράτησαν ξύπνια σχεδόν όλη τη νύχτα. Μέχρι τη στιγμή που κατέβηκε κάτω λίγο προτού ξημερώσει και είδε τις βαλίτσες στο χολ της εξώπορτας, η Άμπι ήλπιζε ότι είχε απλώς φανταστεί τη διαφορά, ότι ο κόμπος της φρίκης στο στομάχι της οφειλόταν στη ζωηρή φαντασία της που έφτιαχνε ιστορίες από το τίποτα. Τώρα όμως ήξερε πως δεν έφταιγε η φαντασία της. Αυτή τη φορά κάποιος έφευγε -πολύ πιθανόν για πάντα, κρίνοντας από τον αριθμό των αποσκευών δίπλα στην πόρτα. Προσπάθησε να καταπνίξει τον πανικό της, θυμίζοντας στον εαυτό της ότι ο μπαμπάς της, ο Μικ Ο’Μπράιεν, ταξίδευε διαρκώς. Ήταν ένας αρχιτέκτονας παγκοσμίου φήμης και έφευγε συνέχεια για καινούρια μέρη και καινούριες περιπέτειες. Παρ’ όλα αυτά, και πάλι υπήρχε κάτι διαφορετικό. Πήγαιναν μόλις δυο μέρες που είχε γυρίσει ο μπαμπάς της από το τελευταίο του ταξίδι. Σπάνια έκανε μεταβολή και ξανάφευγε τόσο γρήγορα. «Άμπι!» Η μαμά της ακούστηκε ξαφνιασμένη και κάπως νευρική. «Τι κάνεις ξύπνια τόσο νωρίς;» Η Άμπι δεν ξαφνιάστηκε που η μαμά της σάστισε. Οι περισσότεροι έφηβοι, και η Άμπι και τα αδέρφια της δεν αποτελούσαν εξαίρεση, μισούσαν το πρωινό ξύπνημα τα Σαββατοκύριακα. Τα περισσότερα Σάββατα κόντευε μεσημέρι όταν η Άμπι αποφάσιζε να κατέβει από το δωμάτιο της.


Τώρα κοίταξε τη μητέρα της στα μάτια, διέκρινε την αναστάτωση της και κατάλαβε ενστικτωδώς πως η Μέγκαν ήλπιζε να είχε φύγει προτού σηκωθούν οι υπόλοιποι και αρχίσουν τις δυσάρεστες ερωτήσεις. «Φεύγεις, έτσι δεν είναι;» είπε η Άμπι άτονα, προσπαθώντας να μην κλάψει. Ήταν δεκαεφτά χρονών, κι αν είχε μαντέψει σωστά τι συνέβαινε, θα έπρεπε να φανεί δυνατή για τους μικρότερους αδερφούς και τις αδερφές της. Τα μάτια της Μέγκαν γέμισαν δάκρυα. Άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, αλλά δε βγήκε λέξη από τα χείλη της. Στο τέλος κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Γιατί, μαμά;» άρχισε η Άμπι, και ακολούθησε ένας χείμαρρος από ερωτήσεις. «Πού πάς; Κι εμείς τι θα γίνουμε; Εγώ, η Μπρι, η Τζες, ο Κόνορ και ο Κέβιν; Παρατάς κι εμάς;» «Αχ, γλυκιά μου, δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω κάτι τέτοιο», της απάντησε η Μέγκαν και άπλωσε τα χέρια της να την αγκαλιάσει. «Είστε τα μωρά μου. Μόλις τακτοποιηθώ, θα έρθω να σας πάρω. Σου το υπόσχομαι». Μπορεί η δήλωσή της να ήταν σθεναρή, αλλά η Άμπι διέκρινε τον κρυμμένο φόβο. Δεν ήξερε πού πήγαινε η Μέγκαν, πάντως ήταν φοβισμένη και γεμάτη αβεβαιότητα. Και πώς να μην ήταν; Με τον Μικ Ο’Μπράιεν ήταν παντρεμένοι σχεδόν είκοσι χρόνια. Είχαν πέντε παιδιά και είχαν φτιάξει τη ζωή τους εδώ, στο Τσέσαπικ Σορς, την πόλη που είχε σχεδιάσει ο ίδιος ο Μικ και την είχε οικοδομήσει μαζί με τα αδέρφια του. Και τώρα η Μέγκαν έφευγε ολομόναχη για να ξεκινήσει από την αρχή. Πώς να μην ήταν τρομοκρατημένη; «Μαμά, αυτό θέλεις στ’ αλήθεια;» ρώτησε η Άμπι, προσπαθώντας να δώσει μια λογική εξήγηση σε μια τόσο δραστική απόφαση. Γνώριζε πολλά παιδιά που οι γονείς τους είχαν πάρει διαζύγιο, αλλά οι μαμάδες τους δεν είχαν μαζέψει έτσι απλά τα μπαγκάζια τους και είχαν φύγει. Αν κάποιος είχε φύγει, αυτοί ήταν οι μπαμπάδες. Αυτό που γινόταν τώρα της φαινόταν χίλιες φορές χειρότερο.


«Και βέβαια δεν είναι αυτό που θέλω», της απάντησε η Μέγκαν με πάθος. «Αλλά δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτή η κατάσταση». Έκανε να πει περισσότερα, αλλά σταμάτησε. «Αυτό αφορά εμένα και τον πατέρα σου. Απλώς ξέρω ότι χρειάζομαι μια αλλαγή. Αισθάνομαι την ανάγκη να κάνω μια καινούρια αρχή». Από μια άποψη, η Άμπι ανακουφίστηκε που η Μέγκαν δεν της είπε περισσότερα. Θα της ήταν αβάσταχτο βάρος η γνώση της αιτίας που ανάγκαζε τη μητέρα της να φύγει από το σπίτι. Αγαπούσε και σεβόταν και τους δυο γονείς της, και δεν ήταν σίγουρη πώς θα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει αστόχαστες κατηγόριες που θα μπορούσαν να καταστρέψουν την αγάπη της είτε για τον έναν είτε για τον άλλο. «Μα πού θα πας;» ρώτησε πάλι. Σίγουρα δε θα ήταν μακριά. Σίγουρα η μητέρα της δε θα την άφηνε να τα βγάλει πέρα ολομόναχη με τη διάλυση αυτού του γάμου. Ο Μικ ήταν συναισθηματικά ανίκανος. Τα έβγαζε πέρα σε όλα τα υπόλοιπα τους εξασφάλιζε τα προς το ζην, τους αγαπούσε, πήγαινε πότε πότε και σε κάποιον αγώνα ποδοσφαίρου ή σε κάποια έκθεση-, αλλά για τις καθημερινές αναποδιές, τις μελανιές, τα χτυπήματα και τα πληγωμένα αισθήματα όλοι βασίζονταν στη Μέγκαν. Από την άλλη, όμως, γιατί η Μέγκαν να μη συμπεράνει ότι η Άμπι θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα μια χαρά με όλα αυτά μόνη της; Όλοι στην οικογένεια ήξεραν πως έπαιρνε πολύ στα σοβαρά τις ευθύνες της πρωτότοκης. Πάντα ήξερε ότι οι γονείς της στηρίζονταν πάνω της, ότι την είχαν για εφεδρεία. Η Μπρι, που μόλις είχε κλείσει τα δώδεκα αλλά φερόταν σαν τριάντα, και τα αδέρφια της θα ήταν μια χαρά. Μετά την αναχώρηση της Μέγκαν, η Μπρι μπορεί να κλεινόταν αρχικά στον εαυτό της, αλλά επειδή ήταν ώριμη και αυτάρκης, θα έβρισκε τρόπο να αντεπεξέλθει. Ο Κέβιν και ο Κόνορ ήταν δυο αγόρια στην εφηβεία. Και αυτό σήμαινε ότι αδιαφορούσαν για οτιδήποτε άλλο εκτός από τα σπορ και τα κορίτσια. Πολύ συχνά θεωρούσαν ότι η κεφάτη και στοργική μητέρα τους τους έφερνε σε δύσκολη θέση.


Έτσι έμενε η Τζες. Εκείνη ήταν ακόμα μωρό. Εντάξει, είχε κλείσει τα εφτά την περασμένη βδομάδα, θύμισε η Άμπι στον εαυτό της, αλλά ήταν ακόμα πολύ μικρή για να μην έχει τη μαμά της κοντά της. Η Άμπι δεν είχε ιδέα πώς να καλύψει αυτόν το ρόλο έστω και προσωρινά. «Δε θα είμαι και τόσο μακριά», τη διαβεβαίωσε η Μέγκαν. «Και μόλις βρω μια δουλειά και ένα σπίτι για όλους μας, θα έρθω να σας πάρω. Δε θα περάσει πολύς καιρός». Ύστερα, σχεδόν σαν να μιλούσε στον εαυτό της, πρόσθεσε: «Δε θα επιτρέψω να περάσει». Η Άμπι ήθελε να της φωνάξει πως οποιοδήποτε διάστημα θα ήταν πολύ μεγάλο, οποιαδήποτε απόσταση πολύ μακριά. Πώς μπορούσε η μητέρα τους να μην το βλέπει αυτό; Έδειχνε όμως τόσο θλιμμένη. Χαμένη και μόνη, πραγματικά. Τα μάγουλά της ήταν μουσκεμένα από τα δάκρυα. Πώς μπορούσε η Άμπι να της φωνάξει και να την κάνει να νιώσει ακόμα χειρότερα; Η Άμπι ήξερε ότι θα έπρεπε απλά να βρει έναν τρόπο να τα βγάλει πέρα, έναν τρόπο να κάνει τους άλλους να καταλάβουν. Και τότε της ήρθε μια άλλη, πιο τρομακτική σκέψη. «Τι θα γίνει όταν ο μπαμπάς φύγει για δουλειές; Ποιος θα μας φροντίζει τότε;» Η Μέγκαν φάνηκε να κλονίζεται για μια στιγμή, μάλλον επειδή διέκρινε πραγματικό φόβο στη φωνή της Άμπι. «Η γιαγιά σας θα μετακομίσει εδώ. Ο Μικ της έχει μιλήσει ήδη. Θα έρθει αργότερα σήμερα». Συνειδητοποιώντας πως όλα αυτά συνέβαιναν πραγματικά, πως από τη στιγμή που είχαν κανονίσει να μετακομίσει η γιαγιά τους εδώ αυτός ο χωρισμός των γονιών της δε θα ήταν κάτι προσωρινό, δε θα έπαιρνε τέλος μόλις έρχονταν και οι δυο στα συγκαλά τους, η Άμπι άρχισε να τρέμει. «Όχι», ψέλλισε. «Αυτό είναι εντελώς λάθος, μαμά». Η Μέγκαν φάνηκε να τα χάνει με το πάθος της. «Μα αγαπάς τη γιαγιά! Θα είναι υπέροχο να την έχετε εδώ μαζί σας». «Δεν είναι αυτό το θέμα», της απάντησε η Άμπι. «Η γιαγιά δεν είναι εσύ! Δεν μπορείς να μας το κάνεις αυτό».


Η Μέγκαν έκλεισε την Άμπι στην αγκαλιά της, αλλά εκείνη τραβήχτηκε αμέσως. Δεν ήθελε την παρηγοριά της μητέρας της, τη στιγμή που ήταν έτοιμη να βγει έτσι απλά από την πόρτα διαλύοντας τη ζωή τους. «Δεν το κάνω σ’ εσάς», της είπε η Μέγκαν, ικετεύοντάς τη με το βλέμμα να την καταλάβει. «Το κάνω για μένα. Προσπάθησε να καταλάβεις. Μακροπρόθεσμα θα είναι καλύτερα για όλους». Άγγιξε το μάγουλο της Άμπι που ήταν μουσκεμένο από τα δάκρυα. «Θα τη λατρέψεις τη Νέα Υόρκη, Άμπι. Ειδικά εσύ. Θα πηγαίνουμε στο θέατρο, στο μπαλέτο, σε γκαλερί τέχνης». Η Άμπι την κοίταξε, έχοντας δεχτεί ένα καινούριο σοκ. «Μετακομίζεις στη Νέα Υόρκη;» Για μια στιγμή ξέχασε το όνειρο της να δουλέψει κάποτε εκεί και να δημιουργήσει ένα όνομα στους χρηματοοικονομικούς κύκλους. Το μόνο που σκεφτόταν τώρα ήταν ότι η Νέα Υόρκη βρισκόταν πολλές ώρες μακριά από τη γενέτειρά τους, το Τσέσαπικ Σορς του Μέριλαντ. Ένα μικρό κομμάτι του εαυτού της προφανώς είχε ελπίσει πως η μητέρα της θα πήγαινε απλά μέχρι την απέναντι μεριά της πόλης, έστω στη Βαλτιμόρη ή στην Αννάπολη. Δε βρίσκονταν αρκετά μακριά αυτές οι πόλεις, ώστε να ξεφύγει από τα προβλήματα που είχε με τον Μικ χωρίς να εγκαταλείψει τα παιδιά της; «Και εμείς τι υποτίθεται ότι θα κάνουμε αν σε χρειαστούμε;» τη ρώτησε. «Θα μου τηλεφωνήσετε, φυσικά», της απάντησε η Μέγκαν. «Και στη συνέχεια θα περιμένουμε ώρες για να έρθεις εδώ; Μαμά, αυτό είναι τρελό». «Γλυκιά μου, δε θα είναι για πολύ, στη χειρότερη περίπτωση μερικές βδομάδες, και μετά θα είσαστε πάλι μαζί μου. Θα φροντίσω να βρω ένα υπέροχο σπίτι. Θα βρω τα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία. Το έχουμε συμφωνήσει αυτό με τον Μικ». Η Άμπι ήθελε απελπισμένα να πιστέψει ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Ταυτόχρονα ήθελε να συνεχίσει τις ερωτήσεις μέχρι να ξεχάσει η μητέρα της αυτό το τρελό σχέδιο, αλλά εκείνη τη στιγμή σταμάτησε απ’ έξω ένα ταξί. Η Άμπι κοίταξε μια το ταξί και μια τη


μητέρα της με φρίκη. «Φεύγεις αυτή τη στιγμή, χωρίς καν να πεις αντίο;» Το είχε υποψιαστεί αυτό και νωρίτερα, αλλά τώρα της φαινόταν πολύ σκληρό. Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλα της Μέγκαν. «Πίστεψέ με, είναι καλύτερα έτσι. Θα είναι πιο εύκολο. Έχω ρίξει σημειώματα κάτω από την πόρτα των δωματίων όλων σας, και θα σας τηλεφωνήσω απόψε. Θα είμαστε και πάλι μαζί προτού το καταλάβετε». Και ενώ η Άμπι στεκόταν εκεί, κοκαλωμένη από το σοκ, η Μέγκαν πήρε δυο τσάντες, βγήκε στη βεράντα, κατέβηκε τα λίγα σκαλοπάτια και πήγε στο ταξί. Ο ταξιτζής επέστρεψε για τις υπόλοιπες αποσκευές, ακολουθούμενος από τη Μέγκαν. Στο άδειο πια χολ, η Μέγκαν έπιασε την Άμπι από το πιγούνι. «Σ’ αγαπώ, γλυκιά μου. Και ξέρω πόσο δυνατή είσαι. Θα σταθείς δίπλα στους αδερφούς και στις αδερφές σου. Αυτό είναι το μόνο που με κάνει να νιώθω εντάξει για τούτο το χωρισμό». «Δεν είναι καθόλου εντάξει!» της απάντησε η Άμπι με μανία, υψώνοντας τη φωνή της. Μέχρι τώρα είχε συγκρατηθεί, αλλά συνειδητοποιώντας ότι η μητέρα της δε θα έμενε να αντιμετωπίσει ούτε το πρώτο σοκ αυτού του χωρισμού, της ήρθε να ουρλιάξει. Δεν ήταν ενήλικη. Δεν τα είχε κάνει εκείνη θάλασσα για να πρέπει τώρα να μαζέψει τα κομμάτια. «Σε μισώ!» φώναξε, βλέποντας τη Μέγκαν να ξανακατεβαίνει τα σκαλοπάτια με την πλάτη στητή. Και το ξαναφώναξε για να βεβαιωθεί ότι η μητέρα της είχε ακούσει το θυμό στη φωνή της, αλλά η Μέγκαν δε γύρισε να ρίξει δεύτερη ματιά πίσω της. Η Άμπι θα μπορούσε να συνεχίσει να ουρλιάζει μέχρι να εξαφανιστεί το ταξί από το οπτικό της πεδίο, αλλά με την άκρη του ματιού της έπιασε μια κίνηση. Γύρισε και είδε την Τζες να την κοιτάζει με μάτια πελώρια από τη σύγχυση και τη φρίκη. «Μαμά», ψέλλισε η Τζες, και το σαγονάκι της άρχισε να τρέμει όταν είδε από την ανοιχτή πόρτα το ταξί που απομακρυνόταν στο δρόμο. Τα πυρρόξανθα μαλλιά της ήταν μπλεγμένα, τα πόδια της γυμνά και έσφιγγε την παλιά κουβερτούλα στο μάγουλο της. «Πού πάει η μαμά;»


Η Άμπι επιστράτευσε εκείνη την εσωτερική δύναμη που πίστευαν όλοι πως διέθετε, ατσάλωσε τα νεύρα της για να μην αφήσει το φόβο της να φανεί, έπνιξε το θυμό της και πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει για χάρη της μικρής αδερφής της. «Η μαμά πάει ταξίδι». Τα μάτια της Τζες γέμισαν δάκρυα. «Πότε θα γυρίσει;» Η Άμπι έκλεισε την αδερφή της στην αγκαλιά της. «Δεν είμαι σίγουρη», της απάντησε, και πρόσθεσε με μια σιγουριά που δεν ένιωθε καθόλου: «Μου υποσχέθηκε ότι δε θα αργήσει». Αλλά, βέβαια, αυτό αποδείχτηκε ψέμα.


Κεφάλαιο 1 15 χρόνια μετά Η μεγάλη επιτυχία βλάπτει, κατέληξε η Άμπι Ο’Μπράιεν Γουίντερς καθώς σωριαζόταν στο κρεβάτι της περασμένα μεσάνυχτα, ψυχικά και σωματικά εξουθενωμένη ύστερα από μια επεισοδιακή μέρα στη Γουόλ Στρητ. Είχε καταφέρει να ξεκλέψει περίπου είκοσι λεπτά για να τα περάσει με τις δίδυμες κορούλες της προτού αποκοιμηθούν στη μέση της πρώτης παραγράφου του παραμυθιού Το Πάνινο Λαγουδάκι. Είχε ζεστάνει και είχε φάει για τρίτο συνεχόμενο βράδυ κινέζικο φαγητό που είχε πάρει απ’ έξω και στη συνέχεια είχε μελετήσει μισή ντουζίνα αναφορές αναλυτών της αγοράς που θα έπρεπε να τις έχει χωνέψει πριν το άνοιγμα του χρηματιστηρίου το επόμενο πρωί. Τα δικά της αναγνώσματα πριν τον ύπνο ήταν πολύ πιο απαιτητικά από εκείνα που διάλεγαν η Κέιτλιν και η Κάρι. Δούλευε ως διαχειρίστρια χαρτοφυλακίων σε μια μεγάλη χρηματιστηριακή εταιρεία και ήταν πολύ καλή στη δουλειά της, αλλά αυτό μέχρι στιγμής της είχε στοιχίσει το γάμο της με έναν καταπληκτικό άντρα, που είχε βαρεθεί να έρχεται δεύτερος μετά την καριέρα της και αμέτρητες ώρες ύπνου. Αν και είχαν από κοινού την κηδεμονία των δίδυμων κοριτσιών με τον Γουές, εκείνη είχε συχνά την αίσθηση πως γνώριζε ελάχιστα τις πεντάχρονες κορούλες της. Μερικές φορές είχε την εντύπωση πως περνούσαν περισσότερο χρόνο με την νταντά τους -ακόμα και με τον πρώην άντρα της- παρά μαζί της. Είχε ξεχάσει εδώ και καιρό τι ακριβώς ήθελε να αποδείξει και σε ποιον. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, κοίταξε το ρολόι και βόγκηξε.


Για να την παίρνει κάποιος τέτοια ώρα, θα πρέπει να ήταν κάτι επείγον. Η καρδιά βροντοχτυπούσε στο στήθος της όταν σήκωσε το ακουστικό. «Άμπι, εγώ είμαι», άκουσε την αδερφή της την Τζέσικα. Η Τζες ήταν η μικρότερη από τα πέντε παιδιά των Ο’Μπράιεν και πραγματικό νυχτοπούλι. Η Άμπι έμενε ξύπνια τόσο αργά επειδή ήταν ο μόνος τρόπος να διεκπεραιώσει τον όγκο της δουλειάς της μέσα στο εικοσιτετράωρο. Η Τζες το έκανε επειδή για να βρει το βηματισμό της έπρεπε να βγουν τα άστρα και το φεγγάρι. «Τηλεφώνησα και νωρίτερα, αλλά μου είπε η νταντά ότι δεν είχες γυρίσει ακόμα σπίτι. Ύστερα ξεχάστηκα με ένα σχέδιο που δουλεύω. Ελπίζω να μην είναι πολύ αργά. Το ξέρω πως μένεις συνήθως ξύπνια μέχρι τις μικρές ώρες». «Δεν υπάρχει πρόβλημα», τη διαβεβαίωσε η Άμπι. «Όλα καλά; Ακούγεσαι αγχωμένη. Μήπως συμβαίνει κάτι με τη γιαγιά ή με τον μπαμπά;» «Η γιαγιά είναι θαύμα. Θα μας θάψει όλους. Και ο μπαμπάς κάπου χτίζει κάτι. Έχω χάσει το λογαριασμό». «Την περασμένη βδομάδα ήταν στην Καλιφόρνια», θυμήθηκε η Άμπι. «Τότε υποθέτω ότι είναι ακόμα εκεί. Το ξέρεις πως θέλει να επιτηρεί και την παραμικρή λεπτομέρεια όταν κάποιο σχέδιο του βρίσκεται σε εξέλιξη. Βέβαια, στη συνέχεια χάνει το ενδιαφέρον του, όπως έγινε και με το Τσέσαπικ Σορς». Δεν ήταν περίεργο που η φωνή της Τζες είχε μια νότα πικρίας. Ήταν η μικρότερη από τα πέντε αδέρφια και της έλειπε περισσότερο ο πατέρας τους. Ο Μικ Ο’Μπράιεν ήταν ήδη ένας φτασμένος αρχιτέκτονας και σχεδιαστής οικισμών όταν είχε σχεδιάσει και χτίσει το Τσέσαπικ Σορς, μια φημισμένη παραθαλάσσια κοινότητα στον κόλπο του Τσέσαπικ. Το σχέδιο το είχε ξεκινήσει με τους δύο αδερφούς του, από τους οποίους ο ένας ήταν εργολάβος και ο άλλος περιβαλλοντολόγος. Η πόλη είχε χτιστεί στα χωράφια που καλλιεργούσε κάποτε ο Κόλιν Ο’Μπράιεν, θείος του πατέρα τους και ο πρώτος από τους Ο’Μπράιεν που είχε


έρθει από την Ιρλανδία στα τέλη του 1800. Θα αποτελούσε την κορωνίδα της δουλειάς του Μικ και θα ήταν ο ιδανικός τόπος για να ριζώσει η οικογένειά του. Τελικά τα πράγματα δεν είχαν εξελιχτεί έτσι. Ο Μικ είχε τσακωθεί με τ’ αδέρφια του κατά την πορεία της εφαρμογής του σχεδίου, είχε διαφωνήσει μαζί τους για περιβαλλοντικά θέματα, ακόμα και για τη διατήρηση κάποιων ετοιμόρροπων ιστορικών κτιρίων που βρίσκονταν στην περιοχή. Στο τέλος είχαν διαλύσει τη συνεργασία τους. Τώρα, μολονότι συνυπήρχαν όλοι στην ευρύτερη περιοχή του Τσέσαπικ Σορς, σπάνια μιλούσαν μεταξύ τους, εκτός από την περίοδο των γιορτών, που η γιαγιά πατούσε πόδι για να υπάρχει έστω και μια φαινομενική οικογενειακή αρμονία. Η μητέρα της Άμπι, η Μέγκαν, ζούσε στη Νέα Υόρκη μετά το διαζύγιο με τον Μικ πριν δεκαπέντε χρόνια. Αν και το σχέδιο ήταν ότι θα μετακόμιζαν όλα τα παιδιά μαζί της στη Νέα Υόρκη, για λόγους που η Άμπι δεν κατάλαβε ποτέ, αυτό δεν είχε γίνει. Τα παιδιά είχαν παραμείνει στο Τσέσαπικ Σορς με τη γιαγιά τους και τον σχεδόν πάντα απόντα πατέρα τους. Τα τελευταία χρόνια, τα παιδιά είχαν τραβήξει ένα ένα το δρόμο τους μακριά από το Τσέσαπικ Σορς, εκτός από την Τζες, που έμοιαζε να έχει αναπτύξει μια σχέση αγάπης-μίσους τόσο με την πόλη όσο και με τον Μικ. Από τότε που είχε μετακομίσει και εκείνη στη Νέα Υόρκη για να πάει στο κολέγιο, η Άμπι είχε δημιουργήσει πάλι έναν ισχυρό δεσμό με τη μητέρα της, αυτό όμως δεν ίσχυε για κανένα από τα άλλα παιδιά. Και η σχέση με τον πατέρα τους ήταν δύσκολη και για τα πέντε αδέρφια, όχι μόνο για την Τζες. Η γιαγιά, με τα ξεθωριασμένα πλέον κόκκινα μαλλιά, τα λαμπερά γαλανά μάτια, το αυθόρμητο χαμόγελο και τη χαρακτηριστική ιρλανδέζικη προφορά είχε έρθει με τους προγόνους Ο’Μπράιεν στο Μέριλαντ κοριτσάκι-, ήταν εκείνη που τους κρατούσε ενωμένους σαν οικογένεια. «Με πήρες για να μου παραπονεθείς για τον μπαμπά ή έχεις κάτι άλλο στο μυαλό σου;» ρώτησε η Άμπι την αδερφή της.


«Ω, μπορώ πάντα να βρω κάτι για να παραπονεθώ για τον μπαμπά», παραδέχτηκε η Τζες. «Αλλά στην πραγματικότητα σε πήρα επειδή χρειάζομαι τη βοήθειά σου». «Είμαι στη διάθεσή σου», της απάντησε αμέσως η Άμπι. «Πες μου μόνο τι θέλεις». Ήταν δεμένη με όλα τ’ αδέρφια της, αλλά η Τζες κατείχε μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά της, ίσως επειδή είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας και ήξερε πως είχε επηρεαστεί πολύ από την αναχώρηση της μητέρας τους και τις συχνές απουσίες του πατέρα τους. Από την πρώτη μέρα που είχε φύγει η Μέγκαν, η Άμπι είχε προσπαθήσει να αναπληρώσει αυτό το κενό που ένιωθε η Τζες. «Θα μπορούσες να έρθεις σπίτι;» την παρακάλεσε η Τζες. «Το θέμα είναι αρκετά περίπλοκο για να το κουβεντιάσουμε από το τηλέφωνο». «Αχ, γλυκιά μου, δεν ξέρω», άρχισε να λέει διστακτικά η Άμπι. «Έχω τρελή δουλειά». «Πάντα έχεις τρελή δουλειά, γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται να έρθεις σπίτι. Πάνε χρόνια. Προτού γεννηθούν οι δίδυμες, χρησιμοποιούσες σαν δικαιολογία τη δουλειά. Μετά τα μωρά. Και τώρα τη δουλειά και τα παιδιά». Η Άμπι μόρφασε. Αυτό ήταν αλήθεια. Χρόνια τώρα έβρισκε δικαιολογίες. Και καθησύχαζε τη συνείδησή της επειδή όλα τα μέλη της οικογένειάς της λάτρευαν τη Νέα Υόρκη και την επισκέπτονταν συχνά. Έτσι, από τη στιγμή που τους έβλεπε συχνά, τι σημασία είχε που αυτό γινόταν στο γήπεδο της και όχι στο Τσέσαπικ Σορς; Ποτέ δεν είχε καθίσει να αναλύσει γιατί της ήταν τόσο εύκολο να μένει μακριά από τη γενέτειρά της. Ίσως επειδή μετά την αναχώρηση της μητέρας της δεν ένιωθε πια πως ήταν εκεί το σπίτι της. Προτού προλάβει να απαντήσει, η Τζες πρόσθεσε: «Έλα, Άμπι. Πότε ήταν η τελευταία φορά που πήγες πραγματικές διακοπές; Στο μήνα του μέλιτος, βάζω στοίχημα. Το ξέρεις ότι σου χρειάζεται ένα διάλειμμα, και οι πιτσιρίκες θα ενθουσιαστούν εδώ. Θα μπορέσουν να περάσουν ένα όμορφο διάστημα στην πόλη που έχτισε ο παππούς τους και όπου μεγάλωσε η μαμά τους. Και η γιαγιά θα


έχει το περιθώριο να τις κακομάθει όσο θέλει για δυο βδομάδες. Σε παρακαλώ. Δε θα σου το ζητούσα αν δεν ήταν σημαντικό». «Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου;» τη ρώτησε η Άμπι. Ήταν μια έκφραση που συνήθιζαν να χρησιμοποιούν όταν ήθελαν να καθορίσουν αν μια κρίση στη ζωή τους ήταν μνημειώδης ή απλά περαστική. «Θα μπορούσε», της απάντησε σοβαρά η Τζες. «Με την έννοια ότι παίζεται ολόκληρο το μέλλον μου. Πιστεύω ότι είσαι η μόνη που θα μπορούσε να βοηθήσει, ή τουλάχιστον η μόνη από την οποία είμαι πρόθυμη να ζητήσω βοήθεια». Επηρεασμένη από το σοβαρό τόνο της Τζες, η Άμπι της είπε: «Ίσως θα ήταν καλύτερα να μου πεις περί τίνος πρόκειται αμέσως». «Θα πρέπει να έρθεις εδώ για να καταλάβεις. Αν δεν μπορείς να μείνεις δυο βδομάδες, έλα τουλάχιστον για λίγες μέρες. Σε παρακαλώ». Υπήρχε κάτι στη φωνή της αδερφής της που η Άμπι δεν είχε ξανακούσει ποτέ, μια πίεση που μαρτυρούσε ότι δεν υπερέβαλλε όταν έλεγε ότι παιζόταν το μέλλον της. Και από τη στιγμή που η Τζες ήταν η μόνη από τα αδέρφια της που πάσχιζε ακόμα να βρει ένα σκοπό στη ζωή της κι ας ήταν ενήλικη πλέον, η Άμπι ήξερε ότι δεν μπορούσε να της γυρίσει την πλάτη. Όφειλε επίσης να παραδεχτεί πως ένα διάλειμμα θα έκανε πολύ καλό και σ’ εκείνη. Μόλις πριν από λίγο δεν αναθεμάτιζε την εργασιομανία της; Χαμογέλασε και μόνο που σκέφτηκε πόσο καλό θα της έκανε να αναπνεύσει την αλμύρα του κόλπου του Τσέσαπικ. Θα της έκανε ακόμα μεγαλύτερο καλό να περάσει λίγο χρόνο με τις κόρες της σε μια πόλη όπου θα μπορούσαν να κάνουν κούνια στο πάρκο που είχε σχεδιάσει ο παππούς τους, να χτίσουν κάστρα στην άμμο και να τρέξουν ξυπόλυτες στα παγωμένα νερά του κόλπου. «Θα το κανονίσω αύριο και θα είμαι εκεί το Σαββατοκύριακο», υποσχέθηκε, υποχωρώντας. Κοίταξε το γεμάτο πρόγραμμά της και μόρφασε. «Αλλά θα μείνω μόνο λίγες μέρες, εντάξει;» «Μια βδομάδα», την παρακάλεσε η Τζες. «Δε νομίζω πως το πρόβλημα μπορεί να ρυθμιστεί σε μια δυο μέρες».


Η Άμπι αναστέναξε. «Θα δω τι μπορώ να κάνω». «Ό,τι καταφέρεις καλό θα είναι», συμβιβάστηκε αμέσως η Τζες. «Πες μου τι ώρα θα φτάσει το αεροπλάνο σας και θα έρθω να σας πάρω». «Θα νοικιάσω αυτοκίνητο», της απάντησε η Άμπι. «Ύστερα από τόσα χρόνια στη Νέα Υόρκη, θυμάσαι ακόμα να οδηγείς;» την πείραξε η Τζες. «Ή το δρόμο για το σπίτι;» «Η μνήμη μου δεν αδυνάτισε τόσο», της απάντησε η Άμπι. «Θα σε δω σύντομα, γλυκιά μου». «Θα τηλεφωνήσω στη γιαγιά και θα την ειδοποιήσω ότι θα έρθετε». «Πες της να μην μπει σε φασαρίες, εντάξει;» της είπε η Άμπι, αν και ήξερε ότι άδικα έχανε τα λόγια της. «Θα βγούμε έξω για φαγητό. Πεθύμησα τα καβούρια του Μέριλαντ». «Αυτό αποκλείεται», την αντέκρουσε η αδερφή της. «Είναι κάπως νωρίς, αλλά αν έχεις λαχταρήσει αχνιστά καβούρια, κάπου θα βρω να αγοράσω για το δείπνο της Παρασκευής. Μπορούμε να τα φάμε στη βεράντα, αλλά δε σκοπεύω να εμποδίσω τη γιαγιά να μαγειρέψει ένα βουνό φαγητά. Άσε να πάρουν φωτιά τα ταψιά». Η Άμπι γέλασε με τον ενθουσιασμό της. Οι πίτες, οι τάρτες, τα μπισκότα, τα κουλούρια και τα κέικ της γιαγιάς τους ήταν εκπληκτικά. Κάποια εποχή της ζωής της, η Άμπι ήθελε να μάθει όλες αυτές τις οικογενειακές, παραδοσιακές συνταγές και να ανοίξει φούρνο, αλλά αυτό είχε συμβεί προτού ανακαλύψει το ταλέντο της στα χρηματοοικονομικά, που ήταν και το εισιτήριο της να φύγει από το Τσέσαπικ Σορς. Τώρα, ύστερα από δέκα χρόνια πυρετώδους δουλειάς μακριά από τη γενέτειρά της -χρόνια που είχε ξοδέψει για να ανέβει τις ολισθηρές βαθμίδες της επαγγελματικής καταξίωσης, είχε κάνει ένα γάμο, είχε γεννήσει δίδυμα και είχε χωρίσει-, θα γύριζε στο πατρικό της για μια πραγματική επίσκεψη, όχι για ένα βιαστικό Σαββατοκύριακο που δεν είχε καν το χρόνο να χαλαρώσει προτού επιστρέψει πάλι στη Νέα Υόρκη. Δεν μπορούσε όμως να μην


αναρωτιέται αν αυτό θα ήταν καλό ή κακό, κρίνοντας από την περίεργη νότα στον τόνο της Τζες. «Δεν μπορούσες τουλάχιστον να φορέσεις μια γραβάτα;» γκρίνιαξε ο Λόρενς Ράιλι κοιτάζοντας συνοφρυωμένος το γιο του. «Αν είναι να αναλάβεις εσύ τα ηνία της τράπεζας, θα πρέπει να δίνεις το καλό παράδειγμα στους υπαλλήλους. Δεν μπορείς να εμφανίζεσαι εδώ πέρα σαν να κατέβηκες μόλις από μια Χάρλεϊ». Ο Τρέις κοίταξε τον πατέρα του χαμογελώντας. «Μα αυτό ακριβώς έκανα. Η μηχανή μου βρίσκεται στο πάρκινγκ». Ο πατέρας του συνοφρυώθηκε ακόμα περισσότερο. «Νόμιζα ότι σου είπα να πάρεις το αυτοκίνητο της μητέρας σου. Τώρα θα πρέπει να φροντίζεις για την εικόνα σου». «Και τι υποτίθεται ότι θα έκανε η μητέρα;» τον ρώτησε λογικά ο Τρέις. «Δεν μπορώ να τη φανταστώ να πηγαίνει με τη δική μου Χάρλεϊ στη συνάντηση της λέσχης κηπουρικής». «Έχει ένα σωρό φίλες που θα μπορούσαν να περάσουν να την πάρουν», τον αντέκρουσε ο πατέρας του. «Και κατά τα φαινόμενα καμιά δε θα ήταν διατεθειμένη να τρέχει από πίσω της στις δουλειές που είχε να κάνει στη συνέχεια», του απάντησε ο Τρέις. «Έχεις μια απάντηση για όλα, έτσι;» γρύλισε ο πατέρας του. «Δεν πρόκειται να κάνουμε τίποτα αν δεν πάρεις τη δουλειά κι εμένα στα σοβαρά». «Εσένα σε παίρνω πάντα στα σοβαρά», του απάντησε ο Τρέις. «Όσο για τη δουλειά, δεν τη θέλω καθόλου. Έχω μια απόλυτα πετυχημένη καριέρα στη Νέα Υόρκη. Το γεγονός ότι δεν είμαι αναγκασμένος να φοράω κοστούμι ή να χρησιμοποιώ αριθμομηχανή δε σημαίνει ότι η δουλειά μου δεν είναι αξιοπρεπής». Στην πραγματικότητα, η καριέρα του ως ελεύθερου επαγγελματία γραφίστα όχι μόνο του απέφερε ένα ικανοποιητικό εισόδημα που του επέτρεπε να ζει σε ένα μεγάλο ρετιρέ στο Σόχο, αλλά και του πρόσφερε τη δυνατότητα να μη δίνει λογαριασμό


στον πατέρα του. Και αυτό ήταν μεγάλο πλεονέκτημα, κατά την άποψή του. Ο πατέρας του συνοφρυώθηκε ακόμα περισσότερο. «Και τι θέλεις δηλαδή; Να αφήσω αυτή την κοινοτική τράπεζα να την καταπιεί κάποια πολυεθνική;» «Γιατί όχι;» απάντησε ο Τρέις, ξέροντας πως πατούσε το ευαίσθητο κουμπί του πατέρα του. «Προς τα εκεί οδηγείται το τραπεζικό σύστημα». «Ε, λοιπόν, αυτή η τράπεζα δε θα ακολουθήσει αυτόν το δρόμο όσο θα έχω κάποιο λόγο εγώ», είπε πεισματικά ο πατέρας του. «Η Κοινοτική Τράπεζα του Τσέσαπικ Σορς προσφέρει υπηρεσίες σ’ αυτή την πόλη με έναν τρόπο που δε θα μπορέσουν να υιοθετήσουν ποτέ εκείνοι οι ψυχροί και απρόσωποι κολοσσοί». Ο Τρέις δεν μπορούσε να διαφωνήσει πάνω σ’ αυτό το θέμα. Απλώς δεν ήθελε να γίνει διοικητικό στέλεχος αυτής της τράπεζας, είτε αποτελούσε οικογενειακή κληρονομιά είτε όχι. «Γιατί δεν αναθέτεις τη διοίκηση στη Λέιλα;» ρώτησε, αναφερόμενος στη μικρότερη αδερφή του. Του άρεσε αυτή η προοπτική. Αν κατάφερνε να πείσει τον πατέρα του να προσφέρει αυτή τη δουλειά στη Λέιλα, που έτσι κι αλλιώς πάντα την ήθελε, εκείνος θα μπορούσε να επιστρέψει την επόμενη κιόλας μέρα στη Νέα Υόρκη. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να του πουλήσει πειστικά την ιδέα. «Σκέψου το, μπαμπά. Η Λέιλα έχει μαθηματικό μυαλό. Οι βαθμοί της στα μαθηματικά στις εισαγωγικές για το κολέγιο ήταν εκπληκτικοί. Αρίστευσε σε όλα τα μαθήματα διοίκησης επιχειρήσεων στο κολέγιο. Έχει μάστερ από τη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Γουόρτον. Το έχει στο αίμα της». «Το σκέφτηκα κι εγώ», παραδέχτηκε ο πατέρας του. «Της μίλησα μάλιστα σχετικά, αλλά η αδερφή σου μου είπε να πάω να πνιγώ». Αυτό ο Τρέις δεν το περίμενε. «Γιατί;» Ο πατέρας του ύψωσε τους ώμους του. «Μου δήλωσε πως δε σκόπευε να αποτελέσει τη δεύτερη επιλογή κανενός, ούτε καν του πατέρα της».


Ο Τρέις τον κοίταξε σαστισμένος. «Μα αφού ρώτησες εκείνη πρώτα». «Από πότε η αδερφή σου υπακούει στη λογική; Είναι πεπεισμένη ότι της έκανα την πρόταση απλώς και μόνο επειδή ήξερα ότι εσύ δε θα δεχόσουν τη δουλειά». «Υποθέτω ότι δεν προσπάθησες να την πείσεις ότι έκανε λάθος», είπε ο Τρέις. «Πώς θα μπορούσα να το κάνω, τη στιγμή που είχε δίκιο;» «Δε μου λες, θα καταφέρετε ποτέ εσείς οι δυο να μάθετε να επικοινωνείτε;» γρύλισε ο Τρέις. Μπορεί εκείνος με τον πατέρα του να διαφωνούσαν στο ενενήντα τοις εκατό των περιπτώσεων, αλλά ο Λόρενς Ράιλι και η Λέιλα σπάνια συμφωνούσαν σε οτιδήποτε, είτε επρόκειτο για τα δημητριακά στο πρόγευμα είτε για την πολύ κρίσιμη απόφαση του ατόμου που θα αναλάμβανε τη διοίκηση της τράπεζας. Και αυτό συνέβαινε από την πρώτη στιγμή που είχε μάθει η Λέιλα να μιλάει. «Θέλεις να πεις, με τον τρόπο που επικοινωνούμε εσύ κι εγώ;» τον αντέκρουσε ειρωνικά ο πατέρας του. «Ναι, έστω κι έτσι», του απάντησε ο Τρέις. «Κοίτα, θα της μιλήσω. Θα φροντίσω να εξομαλύνω τα πράγματα μεταξύ σας. Έχει πληγωθεί η περηφάνια της επειδή όλα αυτά τα χρόνια δεν έκρυψες ποτέ ότι ήθελες να γυρίσω πίσω, αλλά θα λογικευτεί». Ο πατέρας του χτύπησε το γροθιά του στο γραφείο. «Να πάρει η οργή, εσύ είσαι αυτός που πρέπει να λογικευτεί, Τρέις. Πού πήγε η αφοσίωσή σου στην οικογένεια; Ένας άντρας εργάζεται μια ζωή για να δημιουργήσει κάτι καλό για το γιο του, κι εσύ το παραπετάς χωρίς δεύτερη σκέψη». «Είχα κι εγώ μια ζωή να το σκεφτώ. Ποτέ δεν έκρυψες τι ήταν αυτό που περίμενες από μένα. Αν θες να ξέρεις, το σκέφτηκα και δεύτερη και τρίτη φορά από τη στιγμή που μου τηλεφώνησες. Έλα τώρα, μπαμπά, το ξέρεις ότι αυτό το ωράριο εννιά-πέντε ποτέ δε θα το άντεχα. Προτιμώ να κάνω μια δημιουργική δουλειά, να ζω σε έναν κόσμο που προκαλεί εκνευρισμό στους τραπεζίτες».


Ένα αχνό χαμόγελο χαράχτηκε επιτέλους στα χείλη του πατέρα του. «Αυτό είναι αλήθεια», παραδέχτηκε. «Τι θα έλεγες να κάνεις μια δοκιμή για έξι μήνες; Αν στο τέλος εξακολουθείς να μισείς αυτή τη δουλειά, θα μπορέσεις να φύγεις με τις ευλογίες μου. Αυτό είναι δίκαιο, δε συμφωνείς;» Όντας επιτυχημένος και περιζήτητος γραφίστας που συνεργαζόταν ως ελεύθερος επαγγελματίας με πολλές κορυφαίες διαφημιστικές εταιρείες της Νέας Υόρκης, ο Τρέις είχε τη δυνατότητα να κάνει αυτό που του ζητούσε ο πατέρας του. Μπορούσε να συνεχίσει τη συνεργασία του με μερικούς πελάτες του, για να μην τρελαθεί εντελώς στο Τσέσαπικ Σορς. Αν μ’ αυτό τον τρόπο εξαγόραζε μόνιμα την ελευθερία του, σίγουρα θα τα κατάφερνε να αντέξει έξι μήνες φορώντας κοστούμι. Στο κάτω κάτω, όφειλε να δείξει αυτόν το σεβασμό στον πατέρα του. Και μακροπρόθεσμα, αυτή η σύντομη απόδειξη αφοσίωσης ήταν προτιμότερη από την πρόκληση οικογενειακής ρήξης. Επιπλέον, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτό το διάστημα για να πείσει την αδερφή του να ξεχάσει την περηφάνια της και την ηλίθια πεποίθηση ότι αποτελούσε δεύτερη επιλογή. Η Λέιλα ήθελε αυτή τη δουλειά από τη μέρα που είχε μάθει να μετράει. Θα έπρεπε να αρπάξει την ευκαιρία, αντί να σπαταλάει το ταλέντο της κρατώντας τα λογιστικά βιβλία κάποιων ντόπιων εταιρειών. Δυστυχώς, είχε κληρονομήσει την ξεροκεφαλιά του πατέρα τους. Κατά πάσα πιθανότητα, ο Τρέις θα χρειαζόταν και την τελευταία μέρα των έξι μηνών για να τους βοηθήσει να τα βρουν μεταξύ τους. «Εντάξει, έξι μήνες», συμφώνησε ο Τρέις. «Αλλά ούτε μέρα παραπάνω». Ο πατέρας του χαμογέλασε πλατιά. «Θα δούμε. Μπορεί τελικά να ανακαλύψεις πως έχεις ταλέντο στα τραπεζικά». «Ή μπορεί να συνειδητοποιήσεις εσύ πως είμαι εντελώς άχρηστος σε ό,τι έχει σχέση με τα μαθηματικά». «Οι βαθμοί σου στο κολέγιο άλλα λένε». Ο πατέρας του σηκώθηκε και του άπλωσε το χέρι. «Καλώς όρισες στην τράπεζα, γιε μου».


Ο Τρέις έσφιξε το χέρι του πατέρα του και περιεργάστηκε επίμονα το πρόσωπο του. Υπήρχε μια περίεργη λάμψη στα μάτια του, που υποδήλωνε ότι η διαπραγμάτευση περιλάμβανε πολύ περισσότερα από αυτά που νόμιζε εκείνος. «Τι σκαρώνεις;» τον ρώτησε επιφυλακτικά. «Σκαρώνω;» Ο Λόρενς Ράιλι δεν κατάφερνε ποτέ να κρύψει τα συναισθήματά του. Αυτό μπορούσαν να το πιστοποιήσουν πάνω από τους μισούς φίλους του στην τοπική λέσχη, όπου εδώ και τριάντα χρόνια γέμιζαν τις τσέπες τους με τα λεφτά που έχανε εκείνος στο πόκερ. «Μη δοκιμάσεις καν να μου το παίξεις αθώος, μπαμπά. Κάτι σκαρώνεις, και δεν έχει καμιά σχέση με την επιθυμία σου να με προωθήσεις στην τράπεζα». «Κάναμε μια επαγγελματική συμφωνία, αυτό είναι όλο», επέμεινε ο πατέρας του. «Τώρα, έλα να σου δείξω το γραφείο σου. Είναι εντελώς σπαρτιάτικο για την ώρα, αλλά αν αποφασίσεις να μείνεις, μπορείς να το διακοσμήσεις όπως θέλεις. Στο μεταξύ, θα ζητήσω από τον Ρέιμοντ να εξετάσετε μερικούς φακέλους δανείων μαζί. Έχουμε μια συνεδρίαση με την επιτροπή δανείων την Τρίτη το πρωί και θα πρέπει να έχεις έτοιμες τις εισηγήσεις σου μέχρι τότε». Ο Τρέις σήκωσε το χέρι του. «Για μια στιγμή. Δεν έχω τις απαραίτητες γνώσεις για να εισηγηθώ αν πρέπει να εγκριθεί μια αίτηση για δάνειο ή όχι». «Θα σε κατατοπίσει ο Ρέιμοντ. Είναι το δεξί μου χέρι χρόνια τώρα. Και δεν είναι όλες οι αιτήσεις για νέα δάνεια. Υπάρχει επίσης μια περίπτωση πιθανής κατάσχεσης». Ο Τρέις ένιωσε το στομάχι του να δένεται κόμπος. «Θέλεις να αποφασίσω εγώ αν θα πρέπει να κατασχέσουμε ή όχι το σπίτι κάποιου και να το βγάλουμε σε δημοπρασία;» «Πρόκειται για επιχείρηση, όχι σπίτι. Και, φυσικά, δεν είναι μια απόφαση που θα πάρεις μόνος σου. Τον τελευταίο λόγο θα τον έχει το διοικητικό συμβούλιο, αλλά μπορεί να ακολουθήσουμε την εισήγησή σου».


«Αποκλείεται», είπε ο Τρέις. Ποιος ήταν αυτός για να πάρει το όνειρο κάποιου και να το κάνει κουρέλια; Οι επιχειρήσεις στο Τσέσαπικ Σορς ήταν όλες μικρές και οικογενειακές. Θα ήταν σαν να έπαιρνε το ψωμί από το τραπέζι κάποιου, και πιθανότατα κάποιου που γνώριζε. Δεν ήταν σίγουρος πως άντεχε να κάνει κάτι τέτοιο. «Δεν μπορείς να είσαι μαλακός, γιε μου. Το θέμα είναι καθαρά επαγγελματικό, οικονομικό. Μόλις δεις τα έγγραφα, θα καταλάβεις». Ο πατέρας του τον χτύπησε στην πλάτη. «Ξεκίνα εσύ να μελετάς τα έγγραφα και θα σου στείλω τον Ρέιμοντ». Ο Τρέις κάρφωσε συνοφρυωμένος το βλέμμα του στην πλάτη του πατέρα του καθώς έφευγε και μετά κοίταξε τους φακέλους που ήταν στοιβαγμένοι στη μέση του πελώριου μαονένιου γραφείου που έπιανε το μεγαλύτερο μέρος του γωνιακού δωματίου. Στην κορυφή υπήρχε ένας φάκελος με ένα απειλητικό κόκκινο αυτοκόλλητο χαρτί πάνω. Κάθισε στη δερμάτινη πολυθρόνα πίσω από το γραφείο, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από το φάκελο. Τελικά υπερίσχυσε η περιέργειά του και, ανοίγοντάς τον, έριξε μια ματιά στην πρώτη σελίδα. «Ω, να πάρει η οργή», μουρμούρισε όταν διάβασε: Πιθανή κατάσχεση -Πανδοχείο του Ιγκλ Πόιντ. Ιδιοκτήτρια: Τζέσικα Ο‘Μπράιεν. Γνώριζε την Τζες Ο’Μπράιεν, αλλά η εικόνα που ήρθε αμέσως στο μυαλό του δεν ήταν η δική της. Ήταν η εικόνα της μεγάλης της αδερφής, της Άμπιγκεϊλ, της γυναίκας που του είχε κλέψει πριν χρόνια την καρδιά μια καυτή, καλοκαιριάτικη νύχτα και στη συνέχεια είχε εξαφανιστεί χωρίς ούτε ένα αντίο. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, έλεγε στον εαυτό του πως ήταν εξωφρενικό να μένει κολλημένος σε μια τόσο φευγαλέα ανάμνηση. Είχε προσπαθήσει να τη διώξει δημιουργώντας άλλες σχέσεις, από τις οποίες οι περισσότερες ήταν εφήμερες, αλλά είχαν υπάρξει και μια δυο κάπως πιο σοβαρές. Τελικά δεν είχε καταφέρει να σβήσει από μέσα του την επιθυμία για μια γυναίκα με πυρρόξανθα μαλλιά,


χαμογελαστά μάτια και ένα διαβολικό ταμπεραμέντο που ταίριαζε με το δικό του. Και τώρα θα έπρεπε να αποφασίσει για την τύχη του πανδοχείου της αδερφής της; Ήξερε πολύ καλά ότι οι Ο’Μπράιεν ήταν πολύ δεμένη οικογένεια. Αν τα έβαζε με την Τζες, θα τα έβαζε και με τους υπόλοιπους, συμπεριλαμβανομένης της Άμπι. Μήπως αυτή ήταν η αιτία της περίεργης λάμψης στα μάτια του πατέρα του νωρίτερα; Απέρριψε αυτό το ενδεχόμενο. Ο πατέρας του δε θα μπορούσε να ξέρει ότι εξακολουθούσε να είναι κολλημένος μαζί της όλα αυτά τα χρόνια. Κανείς δεν το ήξερε. Εκτός από τη Λέιλα. Η αδερφή του ήταν η καλύτερη φίλη της Άμπι. Τους είχε μάλιστα καλύψει εκείνη την υπέροχη νύχτα που είχαν περάσει οι δυο τους σε έναν απομονωμένο όρμο στην παραλία. Μήπως η αδερφή του και ο πατέρας του είχαν αρχίσει τις συνωμοσίες; Να πάρει η οργή, σκέφτηκε ανατριχιάζοντας. Ίσως τελικά εκπληρωνόταν η επιθυμία του να ξαναδεί την Άμπι. Ή μπορεί να έμπαινε σε μεγάλους μπελάδες. Αναρωτήθηκε αν, από τη στιγμή που το θέμα αφορούσε την Άμπι, θα μπορούσε να διακρίνει τη διαφορά. Μια ώρα αργότερα, έχοντας ακόμα στο μυαλό του το αποκαρδιωτικό ισοζύγιο του πανδοχείου, ο Τρέις ανέβηκε στη μηχανή του και ξεκίνησε να ρίξει μια ματιά από κοντά. Ήλπιζε να βρει κάτι -οτιδήποτε- ώστε να εισηγηθεί την παράταση εξόφλησης του δανείου. Χρειαζόταν επιχειρήματα ώστε να μπορέσει να υπερασπιστεί την άποψή του με αυτοπεποίθηση μπροστά στο συμβούλιο και στον πατέρα του. Καθώς διέσχιζε με τη μηχανή τον παραθαλάσσιο δρόμο ανασαίνοντας την αλμύρα της θάλασσας και νιώθοντας τη ζεστασιά του ήλιου στους ώμους του, άρχισε να χαλαρώνει. Η άνοιξη πλησίαζε στο τέλος της, αλλά ένιωσε την ευωδιά από τις πασχαλιές στον αέρα καθώς έπαιρνε τη στροφή μπροστά από την ιδιοκτησία


των Φιντς. Η χήρα Μάρτζορι Φιντς, που ήταν καμπούρα και μαραμένη από τότε που εκείνος ήταν παιδί, λάτρευε τις πασχαλιές της. Τις είχε αφήσει να μεγαλώσουν και να απλωθούν, ώσπου είχαν σχηματίσει ένα φράχτη κατά μήκος όλου του δρόμου. Όταν έβγαινε το αγιόκλημα, το έκοβε σαν να ήταν ανεπιθύμητος εισβολέας. Η αγάπη και η φροντίδα της είχαν αποδώσει. Οι θάμνοι ήταν γεμάτοι μυρωδάτα λουλούδια. Στα δεξιά του, κατά μήκος της λεπτής λωρίδας ξηράς μπροστά στην παραλία, οι ψαραετοί έχτιζαν τις φωλιές τους στα ίδια γυμνά κλαδιά που τις έχτιζαν από χρόνια. Χαμογέλασε αχνά όταν είδε έναν ατρόμητο ψαραετό να χρησιμοποιεί κλαδάκια, κομμάτια από σκοινί ακόμα και την κίτρινη κορδέλα με την οποία είχε αποκλείσει η αστυνομία μια προβλήτα για να χτίσει τη φωλιά του σε ένα στύλο εκεί. Ο ιδιοκτήτης θα γινόταν έξαλλος όταν έβλεπε να έχουν ιδιοποιηθεί τα πουλιά την προβλήτα που ο ίδιος δε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το καλοκαίρι. Τελικά έφτασε στη στροφή που οδηγούσε στο πανδοχείο, που κάποτε ήταν ένα απλό βικτωριανό σπίτι χτισμένο σε ένα υψωματάκι με θέα τον κόλπο. Την τελευταία φορά που είχε πάει εκεί, το οίκημα χρειαζόταν απελπισμένα βάψιμο και τα ξύλα του είχαν ξεφτίσει από την αλμύρα της θάλασσας και τους δυνατούς ανέμους. Οι πολυθρόνες σε στυλ Αντιρόντακ και οι κούνιες στη βεράντα βρίσκονταν σε εξίσου άθλια κατάσταση. Η άλλοτε σχολαστικά φροντισμένη πελούζα ήταν γεμάτη αγριόχορτα. Οι Πάτερσον δεν είχαν ρίξει δεκάρα στην ιδιοκτησία επί χρόνια και η εγκατάλειψη ήταν ολοφάνερη. Τώρα, ωστόσο, όλα έδειχναν πως η Τζες είχε δουλέψει σκληρά για να ανακαινίσει το πανδοχείο. Το εξωτερικό ήταν κατάλευκο και έμοιαζε να αντικατοπτρίζει το γαλάζιο του νερού. Τα παραθυρόφυλλα είχαν έντονο κόκκινο χρώμα. Το γρασίδι της πελούζας μπορεί να μην ήταν τόσο πλούσιο όσο παλιά, αλλά ήταν πράσινο και περιποιημένο. Οι αζαλέες και οι πασχαλιές ήταν ολάνθιστες και ένα τεράστιο κόκκινο ροδόδεντρο σκίαζε την πίσω βεράντα. Η ταμπέλα του πανδοχείου ήταν φρεσκοβαμμένη και


κρεμόταν από έναν καινούριο μπρούντζινο στύλο στην αρχή της αλέας. Απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα, το πανδοχείο ήταν έτοιμο για μια καινούρια αρχή. Το αρχείο με τις πληρωμές της Τζες, όμως, έλεγε μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Από την πρώτη στιγμή που είχε πάρει το δάνειο, ένα χρόνο πριν, πλήρωνε τις δόσεις της καθυστερημένα και ήδη είχαν μείνει απλήρωτες πολλές δόσεις. Είχε ξοδέψει και την τελευταία δεκάρα του μικρού επαγγελματικού δανείου, αλλά δεν είχε ορίσει ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του πανδοχείου. Η ταμειακή ροή ήταν ανύπαρκτη. Η τράπεζα της είχε στείλει ήδη επίσημα αρκετές προειδοποιήσεις, και μετά την κρίση στην αποπληρωμή ενυπόθηκων δανείων οι τράπεζες ήταν πολύ επιφυλακτικές με τα δάνεια που έδειχναν επισφαλή. Στα χαρτιά, φαινόταν ότι η μόνη επιλογή της τράπεζας ήταν να προχωρήσει σε κατάσχεση. Ο Τρέις έτρεμε και μόνο που το σκεφτόταν. Ενώ ήταν ακόμα καθισμένος πάνω στη μηχανή του στην αλέα, άνοιξε η πόρτα και βγήκε η Τζες. Τον είδε και συνοφρυώθηκε. «Τι γυρεύεις εδώ, Τρέις;» τον ρώτησε. Συνοφρυωμένη πάντα, διέσχισε την πελούζα με τα χέρια στη μέση, φορώντας ένα ζευγάρι πλαστικά τσόκαρα. Το τζιν και το μπλουζάκι της ήταν γεμάτα μπογιές -λευκό και μπλε σαξ, αν θυμόταν καλά τη χρωματική του παλέτα. Όταν στάθηκε ακριβώς μπροστά του και τον κοίταξε προκλητικά στα μάτια, του θύμισε μια άλλη Ο’Μπράιεν με εκρηκτικό ιρλανδέζικο ταμπεραμέντο. «Λοιπόν;» τον προκάλεσε. «Απλώς ήρθα να ρίξω μια ματιά». «Για λογαριασμό του πατέρα σου, σίγουρα». «Της τράπεζας», τη διόρθωσε ο Τρέις. «Νόμιζα ότι έφυγες από την πόλη χρόνια πριν, ότι δεν ήθελες να έχεις καμιά σχέση με την τράπεζα». «Δε θέλω. Απλώς καλύπτω ένα κενό για μερικούς μήνες». «Αρκετούς για να μου κάνεις τη ζωή κόλαση;»


Ο Τρέις χαμογέλασε. «Μπορεί και περισσότερο». Της έδειξε το πανδοχείο και τον κήπο. «Βλέπω έπεσες με τα μούτρα». «Χρειάστηκε πολλή δουλειά. Την περισσότερη την έκανα μόνη μου για να εξοικονομήσω χρήματα», του απάντησε, σηκώνοντας περήφανα και κάπως επιθετικά το πιγούνι της. «Ίσως θα ήταν πιο λογικό να προσλάβεις κόσμο ώστε να τελειώσεις νωρίτερα και να μπορέσεις να ανοίξεις». «Δεν το είδα έτσι». «Προφανώς όχι». «Θέλεις να ρίξεις μια ματιά μέσα;» τον ρώτησε γεμάτη ελπίδα και ενθουσιασμό. «Ίσως όταν διαπιστώσεις πόσο όμορφο έχει γίνει, να μπορέσεις να γυρίσεις πίσω και να πεις στον πατέρα σου να κάνει λίγη υπομονή». «Δεν είναι τόσο απλό, Τζες. Το ξέρω ότι σε έχει προειδοποιήσει πως έχεις καθυστερήσει πάρα πολύ τις πληρωμές. Την τράπεζα την ενδιαφέρει το αποτέλεσμα, όχι αν ξέρεις να βάφεις καλά ή όχι». «Από πότε έγινες κι εσύ σκληροπυρηνικός τραπεζίτης σαν τον πατέρα σου; Δεν ήσουν έτσι όταν έβγαινες με την αδερφή μου». Τον κοίταξε διαπεραστικά. «Ή μήπως ήσουν; Αυτός είναι ο λόγος που χωρίσατε εσείς οι δυο;» Ο Τρέις τσιτώθηκε. «Δεν έχει νόημα να κάνουμε αυτή την κουβέντα», την προειδοποίησε. «Η Άμπι δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτό το θέμα». «Όχι; Και πού ξέρω εγώ ότι δε σε ενθουσιάζει η προοπτική να την εκδικηθείς για ό,τι ήταν αυτό που σου έκανε. Εκείνη διέλυσε τη σχέση σας, έτσι δεν είναι;» Το σχόλιο της δεν ήταν μόνο αδιάκριτο αλλά και προσβλητικό. «Να πάρει η οργή, Τζες, δεν έχεις ιδέα τι συνέβη τότε και σίγουρα δε με ξέρεις καθόλου, αν νομίζεις ότι θα σε χρησιμοποιούσα για να εκδικηθώ την αδερφή σου». «Αλήθεια;» είπε η Τζες με αθώα έκφραση. «Επιστρέφει, ξέρεις. Θα βρίσκεται εδώ αύριο».


Ο Τρέις προσπάθησε να μη δείξει την άμεση και αβέβαιη αντίδρασή του στο νέο. «Πες της ένα γεια εκ μέρους μου», είπε ήρεμα. Έβαλε μπροστά τη μηχανή του. «Τα λέμε, Τζες». Η επιθετική της διάθεση υποχώρησε. «Τι θα πεις στον πατέρα σου, Τρέις;» «Δεν έχω ιδέα», της απάντησε με ειλικρίνεια. Την κοίταξε στα μάτια. «Αλλά θα σου υποσχεθώ το εξής: ό,τι και να του πω, δε θα έχει καμιά σχέση με την Άμπι». Η Τζες κούνησε αργά το κεφάλι της. «Θα βασιστώ στο λόγο σου». Αλλά καθώς επέστρεφε στην πόλη, ο Τρέις δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί αν η Τζες θα έπρεπε να βασιστεί στο λόγο του. Ο λόγος του ήταν εντελώς αναξιόπιστος όταν εμπλέκονταν τα αντικρουόμενα συναισθήματά του για την Άμπι.


Κεφάλαιο 2 «Πού πάμε, μαμά; Πες μας ξανά», απαίτησε η Κέιτλιν. «Πότε θα φτάσουμε;» γκρίνιαξε η Κάρι. «Πηγαίνουμε τόσες ώρες με το αυτοκίνητο. Θέλω να πάω σπίτι». «Δεν πάει ούτε μισή ώρα που φύγαμε από το αεροδρόμιο», είπε η Άμπι στην Κάρι. Η υπομονή της είχε δοκιμαστεί ήδη από τη μακριά ουρά για τον έλεγχο ασφαλείας στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης και την ακόμα μεγαλύτερη αναμονή για να νοικιάσουν αυτοκίνητο στη Βαλτιμόρη. Η ίδια η πτήση, λιγότερο από μια ώρα από το Λα Γκουάρντια μέχρι το Διεθνές Αεροδρόμιο της Βαλτιμόρης, ήταν πολύ καλή. Τα κορίτσια είχαν ενθουσιαστεί που θα πετούσαν με το αεροπλάνο, αλλά τώρα ήταν κουρασμένα και αδιαφορούσαν εντελώς για το τοπίο καθώς κατευθύνονταν νότια προς το Τσέσαπικ Σορς. Θα ηρεμούσαν κάπως αν σταματούσαν για παγωτό ή κάποιο άλλο γλυκό, αλλά η Άμπι δεν ήθελε να ανταμείψει τις κόρες της για την άσχημη συμπεριφορά τους απλώς και μόνο για να εξασφαλίσει μερικά λεπτά ησυχίας. «Γιατί δεν προσπαθείτε να πάρετε έναν υπνάκο;» τις παρακάλεσε κοιτάζοντάς τες από τον καθρέφτη στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, όπου ήταν βολεμένες στα καθισματάκια τους. «Όταν θα ξυπνήσετε, θα έχουμε φτάσει στη γιαγιά, και είμαι σίγουρη ότι θα έχει μπισκότα με ζάχαρη άχνη και γάλα για σας. Θυμάστε πόσο σας άρεσαν όταν σας τα έφτιαξε την τελευταία φορά που ήρθε να μας δει στη Νέα Υόρκη;» «Εμένα μου αρέσουν περισσότερο τα μπισκότα με σοκολάτα», συνέχισε να γκρινιάζει η Κάρι, φανερά αποφασισμένη να μην ευχαριστηθεί με τίποτα. «Ε, εγώ τρελαίνομαι για μπισκότα με ζάχαρη άχνη», είπε η Κέιτλιν. «Έτσι θα τα φάω όλα μόνη μου».


«Όχι, δε Θα τα φας!» φώναξε η Κάρι. «Μαμά, πες της ότι δεν μπορεί να φάει όλα τα μπισκότα. Μερικά είναι δικά μου». Η Άμπι έπνιξε το βογκητό που ανέβηκε στα χείλη της. «Είμαι σίγουρη πως θα υπάρχουν αρκετά μπισκότα και για τις δυο σας. Τώρα κλείστε τα μάτια σας. Αν είστε έτσι γκρινιάρες και όταν φτάσουμε εκεί, μπορείτε να ξεχάσετε τα γλυκά. Θα πάτε κατευθείαν για ύπνο». Οι κόρες της σώπασαν, όταν όμως ξανακοίταξε στον καθρέφτη, διαπίστωσε ότι έκαναν γκριμάτσες η μια στην άλλη. Δεν το σχολίασε. Έπρεπε να συγκεντρώσει την προσοχή της στην κίνηση, η οποία είχε σχεδόν δεκαπλασιαστεί από την τελευταία φορά που είχε έρθει οδικώς στη γενέτειρά της. Δεν έβλεπε την ώρα να μπει στους λιγότερο πολυσύχναστους δρόμους του Μέριλαντ. Δυστυχώς, η κίνηση δε μειώθηκε εντελώς ούτε εκεί. Κατά τα φαινόμενα όλοι είχαν αποφασίσει να πάνε σε κάποια από τις πιο ήσυχες περιοχές του Μέριλαντ εκείνο το βράδυ της Παρασκευής. Κάποτε η κυκλοφορία ήταν σκέτος εφιάλτης μόνο όταν ήθελες να πας στο Όσιαν Σίτι ή σε κάποια άλλη παραλία του Ατλαντικού, αλλά τώρα μάλλον ο κόσμος είχε ανακαλύψει και τις μικρότερες πόλεις στις δυτικές ακτές του κόλπου. Έβγαλε το κινητό της και πάτησε το κουμπί ταχείας κλήσης με το νούμερο της Τζες. «Έχει τρομερή κίνηση», είπε όταν απάντησε η αδερφή της. «Μ’ αυτόν το ρυθμό, θα χρειαστούμε καμιά ώρα ακόμα για να φτάσουμε σπίτι». «Θα ειδοποιήσω τη γιαγιά», της είπε η Τζες. «Έτσι κι αλλιώς, εκεί πάω. Πάρε μια βαθιά ανάσα. Θα περάσω να αγοράσω καβούρια και θα έχω και το κρασί να σε περιμένει». «Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ», απάντησε η Άμπι. «Θα σε δω σε λίγο». Τελικά χρειάστηκε μία ώρα και δέκα λεπτά για να πάρει τη στροφή για την κοινότητα του Τσέσαπικ Σορς. Επιτέλους, η κίνηση εδώ είχε μειωθεί. Για μια στιγμή σκέφτηκε να πάει κατευθείαν σπίτι, αλλά οι κόρες της είχαν τελικά αποκοιμηθεί, έτσι πήγε μέχρι


το κέντρο να πάρει μια καινούρια γεύση της Μέιν Στρητ, που έπιανε τέσσερα τετράγωνα από την ακτή μέχρι την κεντρική πλατεία. Απ’ ό,τι είδε, μόνο ένα μαγαζί ήταν άδειο. Όλες οι άλλες βιτρίνες ήταν γεμάτες πολύχρωμα εκθέματα. Το Μπαρμπ’ς Μπέιμπι Μπουτίκ βρισκόταν δίπλα στο Έθελ’ς Εμπόριουμ, που διέθετε τα πάντα, από σουβενίρ και γλειφιτζούρια μέχρι περίτεχνα δώρα για την οικοδέσποινα και γλυκά και μαρμελάδες της περιοχής. Το Κίτσεν Στορ, που πουλούσε ό,τι γκουρμέ μαραφέτι μπορούσες να φανταστείς, βρισκόταν δίπλα στο Σίσαϊντ Γκιφτς, όπου όλα τα αντικείμενα είχαν ναυτικό θέμα. Υπήρχε ένα κατάστημα με ρούχα υψηλής ραπτικής για την παραλία. Και όλα τα μαγαζιά είχαν γλάστρες με πανσέδες και περικοκλάδες στις πόρτες τους και κολλαριστές μπλε και λευκές τέντες που σκίαζαν τα παράθυρα. Τους πανσέδες θα τους αντικαθιστούσαν τα κόκκινα γεράνια όταν θα έφευγε η άνοιξη και θα ερχόταν το καλοκαίρι. Από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου της οσφράνθηκε τη γνώριμη μυρωδιά του θαλασσινού αέρα και άκουσε την απαλή μελωδία της υπαίθριας συναυλίας στην παραλία. Είχε ξεχάσει την παράδοση των δωρεάν συναυλιών κάθε Παρασκευή βράδυ από τις τελευταίες μέρες της άνοιξης μέχρι το τέλος του φθινοπώρου που ο καλός καιρός συγκέντρωνε πλήθος κόσμου στην πόλη. Εκείνο το βράδυ έπαιζαν τζαζ και το σαξόφωνο ήταν κάπως έντονο, κατά τη γνώμη της. Χαμογέλασε όταν θυμήθηκε τις λογομαχίες με τον πατέρα της για τη σωστή ποικιλία στα είδη μουσικής των κονσέρτων. Αν ήταν στο χέρι του Μικ και της γιαγιάς της, κάθε βδομάδα θα έφερναν Ιρλανδούς μουσικούς και χορευτές. «Μαμά, ακούω μουσική», μουρμούρισε νυσταγμένη η Κάρι. «Πάμε σε πάρτι;» «Όχι, αλλά κοντεύουμε να φτάσουμε στο σπίτι», της απάντησε η Άμπι. «Σε πέντε λεπτά θα είμαστε εκεί».


Βγήκε από το κέντρο και πήρε τον παραλιακό δρόμο μέχρι το τέλος του, όπου ξεκινούσε ένας ελικοειδής ανηφορικός δρόμος προς το μικρό λόφο. Στην κορυφή, έστριψε αριστερά σε μια μακριά αλέα που κατέληγε στο πίσω μέρος μιας μεγάλης κλασικής παραθαλάσσιας κατοικίας με βεράντα γύρω γύρω και μεγάλες τζαμαρίες που επέτρεπαν τη θέα στον εντυπωσιακό κόλπο. Όλα τα παράθυρα ήταν φωτισμένα. Δύο σιλουέτες, η μία ζωηρή, η άλλη κάπως πιο σκυφτή, εμφανίστηκαν μέσα από τις σκιές της βεράντας μόλις σταμάτησε το αμάξι. «Η γιαγιά!» φώναξε η Κέιτλιν, προσπαθώντας να λύσει τη ζώνη στο καθισματάκι της. «Και η θεία Τζέσι!» πρόσθεσε ενθουσιασμένη η Κάρι, προσπαθώντας να ανοίξει την πόρτα από τη μεριά της. Η Άμπι απενεργοποίησε τις κλειδαριές ασφαλείας και η Κάρι πετάχτηκε από το καθισματάκι της, διέσχισε τρέχοντας την πελούζα και ρίχτηκε στην αγκαλιά της αγαπημένης θείας της. Η Τζες παραπάτησε προς τα πίσω κι ύστερα έκλεισε την ανιψιά της στην αγκαλιά της, ενώ η Κέιτλιν αγκάλιαζε την προγιαγιά της πιο ήρεμα, σαν να καταλάβαινε από ένστικτο πως έπρεπε να είναι προσεκτική με την ηλικιωμένη γυναίκα. Η Άμπι απόλαυσε τη σκηνή χαμογελώντας. Γιατί δεν το έκανε πιο συχνά αυτό; Ήταν στ’ αλήθεια τόσο πολυάσχολη; Ή μήπως έβρισκε δικαιολογίες εξαιτίας των αντικρουόμενων συναισθημάτων που της προκαλούσε το πατρικό της και του τρόπου που είχε φύγει χωρίς να ρίξει δεύτερη ματιά πίσω της; Μέχρι τώρα δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο της είχε λείψει αυτός ο τόπος, η θαλάσσια αύρα που παιχνίδιζε στα φυλλώματα των δέντρων, ο παφλασμός των κυμάτων στην παραλία, η στοίβα με τα καβούρια του Μέριλαντ που την περίμεναν στη βεράντα μαζί με ένα μπουκάλι κρύο κρασί και τα γλυκά που είχε ψήσει η γιαγιά της. Η γιαγιά πρόσεξε το βλέμμα της και της χαμογέλασε με νόημα. «Είναι όμορφα να γυρίζεις σπίτι, έτσι;» «Πολύ καλύτερα απ’ ό,τι περίμενα», παραδέχτηκε η Άμπι. «Τι κάνεις, γιαγιά; Δείχνεις μια χαρά». Το σίγουρο ήταν ότι δεν έδειχνε


την ηλικία της, που πρέπει να πλησίαζε τα ογδόντα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Άμπι, αν και η ίδια δε θα το παραδεχόταν ποτέ. Όποτε είχαν προσπαθήσει να τη στριμώξουν, ακόμα και για χάρη του γενεαλογικού τους δέντρου, εκείνη άλλαζε την ημερομηνία γέννησής της όπως τη βόλευε. «Νιώθω πολύ καλύτερα τώρα που έχω κι εσάς τις τρεις εδώ, έστω και για λίγο», της απάντησε η γιαγιά της. «Να ταΐσουμε πρώτα τις μικρές και να φάμε εμείς στη συνέχεια, που θα έχει πιο ησυχία;» «Τέλεια», της απάντησε η Άμπι. «Γιατί να μην τις πάρω τότε μέσα να τους δείξω το δωμάτιο που θα κοιμηθούν; Τις έβαλα στο δωμάτιο του Κόνορ, μια και έχει δύο κρεβάτια. Δεν έχω καταφέρει να πείσω τον αδερφό σου να αφαιρέσει ούτε ένα από τα τρόπαια και τα μετάλλια που έχει κερδίσει. Το δωμάτιο παραμένει όπως ήταν όταν κοιμόταν εκείνος σ’ αυτό». Η Άμπι χαμογέλασε. «Δηλαδή ακατάστατο και γεμάτο μπιχλιμπίδια», είπε. «Θα το λατρέψουν». Όταν η γιαγιά και οι μικρές μπήκαν στο σπίτι, η Άμπι γύρισε στην αδερφή της και την έσφιξε στην αγκαλιά της. «Λοιπόν, είσαι έτοιμη να μου πεις τι συμβαίνει;» Η Τζες της έριξε ένα ειρωνικό βλέμμα. «Μπαίνεις πάντα στο ψητό, έτσι; Δεν μπορείς να διαθέσεις ούτε πέντε λεπτά να χαλαρώσεις;» «Όχι, αν περιμένεις να λύσω το όποιο πρόβλημα υπάρχει μέσα σε λίγες μέρες». «Νομίζω ότι μπορεί να περιμένει λίγο ακόμα. Ας μην το κουβεντιάσουμε πριν πάει η γιαγιά για ύπνο. Δε θέλω να την ανησυχήσω». Η Άμπι συνοφρυώθηκε. «Είναι τόσο σοβαρό;» «Σου είπα ότι είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, που λέει ο λόγος», της απάντησε η Τζες ανυπόμονα. «Έλα. Χρειάζομαι ένα ποτήρι κρασί -μπορεί και δύο- προτού θίξουμε το θέμα».


Κρίνοντας από τη διάθεση της αδερφής της, η Άμπι σκέφτηκε ότι μπορεί να χρειαζόταν μερικά ποτηράκια κρασί και η ίδια. Η Τζες δεν ήξερε πώς ακριβώς είχε καταφέρει να δημιουργήσει τέτοιο μπάχαλο. Για το μόνο που ήταν σίγουρη ήταν πως έτρεμε στη σκέψη ότι θα έπρεπε να το ομολογήσει στην πετυχημένη και γεμάτη αυτοπεποίθηση μεγάλη αδερφή της. Από την άλλη, όταν τα σχέδιά της είχαν αρχίσει να μπάζουν νερά και είχε συνειδητοποιήσει πόσο βαθιά είχε σκάψει το λάκκο της, αποφάσισε ότι η μόνη λογική απόφαση ήταν να τηλεφωνήσει στην Άμπι, την πετυχημένη οικονομολόγο της οικογένειας. Δεν ήθελε να χάσει το πανδοχείο. Ήταν μια σταλιά κοριτσάκι όταν είχε πρωτοδεί εκείνο το εκτεταμένο κτίσμα που απείχε λιγότερο από ενάμισι χιλιόμετρο από το σπίτι τους, και από τότε ονειρευόταν να γίνει μια μέρα δικό της. Πριν ενάμιση χρόνο περίπου, ακριβώς πριν τα Χριστούγεννα, είχε δει στο πανδοχείο την πινακίδα «Πωλείται» γυρίζοντας σπίτι. Η καρδιά της είχε αναπηδήσει αμέσως, γιατί είχε βαρεθεί φρικτά τη δουλειά της στο Έθελ’ς Εμπόριουμ. Για πρώτη φορά από τη μέρα που είχε ξαναγυρίσει σπίτι της μετά το κολέγιο ένιωσε την προσδοκία και τον ενθουσιασμό να φουντώνουν μέσα της. Αυτή ήταν η ευκαιρία της να δώσει ένα νόημα στη ζωή της, να φτιάξει ένα μέλλον που θα ενέκρινε η οικογένειά της. Στην αρχή δεν είχε μιλήσει σε κανέναν από τους δικούς της για τα σχέδιά της. Δεν ήταν απόλυτα σίγουρη γιατί το είχε κάνει. Ίσως επειδή φοβόταν μήπως την κοροϊδέψουν ή μήπως αμφισβητήσουν ότι μπορούσε να πετύχει. Στο κάτω κάτω ήταν το μωρό, η ατίθαση. Ποτέ δεν καταπιανόταν για πολύ με κάτι. Σε αντίθεση με τις αδερφές και τους αδερφούς της, δεν έδειχνε κανένα πραγματικό πάθος για τη δουλειά, δεν είχε βρει τη φωλιά της. Απλώς άφηνε το χρόνο να σέρνεται, και αυτό το ήξεραν όλοι στην οικογένεια. Και το χειρότερο, δεν περίμεναν τίποτα παραπάνω από εκείνη. «Ω, ξέρεις την Τζες. Ποτέ δεν καταγίνεται για πολύ με κάτι». Πόσες φορές είχε ακούσει κάποιον από τους δικούς της να το λέει


αυτό, και ειδικά ο πατέρας της; Όταν το άκουγε από την Άμπι ή τα άλλα αδέρφια της, το προσπερνούσε, αλλά όταν το έλεγε ο Μικ, η Τζες ένιωθε μια μαχαιριά στο στήθος. Είχε μεγαλώσει πιστεύοντας πως δεν ανταποκρινόταν στις υψηλές απαιτήσεις που είχε ο πατέρας της από όλα τα παιδιά του. Το πανδοχείο ήταν η ευκαιρία της να αποδείξει σ’ εκείνον -να αποδείξει σε όλους- ότι έκανε λάθος. Ευτυχώς, όπως και όλα τα άλλα αδέρφια της, είχε ένα μικρό κεφάλαιο που είχε περάσει στα χέρια της όταν είχε κλείσει τα είκοσι ένα. Και χάρη στις επενδύσεις που είχε κάνει η Άμπι όταν ανέλαβε τη διαχείριση, το κεφάλαιο είχε αυξηθεί. Ήλπιζε πως τα χρήματα θα ήταν αρκετά για την προκαταβολή. Εντελώς παρορμητικά, είχε κλείσει ραντεβού με το μεσίτη για το επόμενο πρωί. Αφελώς και επειδή ζούσε το όνειρο της, δε ζήτησε να δει τα βιβλία του πανδοχείου ή όποια άλλα στοιχεία θα αποδείκνυαν ότι μπορούσε να το επαναλειτουργήσει. Είχε ρίξει μια επιπόλαιη ματιά στο κτίριο και το είχε βρει σε καλή κατάσταση. Εξάλλου, ήξερε ότι όταν ο πατέρας της και ο θείος της ο Τζεφ έχτιζαν κάτι, το έχτιζαν για να μείνει. Είχε κάνει μια συντηρητική προσφορά, η οποία έγινε δεκτή αμέσως. Οι Πάτερσον βιάζονταν να φύγουν. Το μόνο που έμενε ήταν να εξασφαλίσει το απαιτούμενο κεφάλαιο. Τώρα συνειδητοποιούσε ότι σ’ εκείνη τη φάση θα έπρεπε να είχε τηλεφωνήσει στην Άμπι. Ή στον πατέρα της. Ακόμα και οι αδερφοί της θα μπορούσαν να της είχαν δώσει μια αξιόπιστη συμβουλή, αλλά πεισματικά, θέλοντας να το παίξει ανεξάρτητη, τα χειρίστηκε όλα μόνη της μέχρι το τέλος. Για να είναι οι δόσεις χαμηλές, είχε πάρει ένα δάνειο που της επέτρεπε να πληρώνει τα πρώτα χρόνια μόνο τους τόκους, σκοπεύοντας να το επαναδιαπραγματευτεί όταν θα άνοιγε το πανδοχείο και θα άρχιζε να βγάζει κέρδος. Ωραία τα σχέδια, σκέφτηκε τώρα σιγοπίνοντας το κρασί της, καθώς περίμενε να γυρίσει η Άμπι που είχε πάει να καληνυχτίσει τις δίδυμες. Αλλά τίποτε δεν είχε πάει όπως περίμενε. Οι Πάτερ-


σον δεν είχαν εγκαταστήσει στο πανδοχείο ούτε καν ένα σύγχρονο σύστημα κρατήσεων. Ο κλιματισμός και η θέρμανση λειτουργούσαν μετά βίας και έπρεπε να εγκατασταθεί ένα πιο αποδοτικό σύστημα. Όσο για το ίδιο το κτίριο, μπορεί να ήταν σε καλή κατάσταση, αλλά τα δωμάτια ήταν μουντά, οι κουρτίνες ξεθωριασμένες, τα ασπρόρουχα απαράδεκτα. Εξωτερικά ήταν αποσαθρωμένο, πράγμα που δεν ήταν δύσκολο να φτιαχτεί, αλλά ακόμα και ένα χέρι μπογιά κόστιζε χρήματα. Δεδομένου ότι είχε δώσει όλα τα χρήματά της στην προκαταβολή, είχε ζητήσει ένα επαγγελματικό δάνειο, βάζοντας υποθήκη το πανδοχείο. Της το είχαν εγκρίνει εύκολα. Γεμάτη ενθουσιασμό, η Τζες είχε αποκαλύψει επιτέλους την αγορά της στην οικογένεια. Όπως το περίμενε, η γιαγιά και τ’ αδέρφια της καταχάρηκαν για λογαριασμό της. Ο Μικ της είχε κάνει χίλιες δυο απόλυτα λογικές ερωτήσεις, στις οποίες δεν είχε να του δώσει επαρκείς απαντήσεις. Τότε ακριβώς άρχισε να την τρώει η πρώτη δυσάρεστη υποψία ότι είχε βουτήξει σε πολύ βαθιά νερά. Ύστερα, πριν λίγους μήνες, ενώ προσπαθούσε ακόμα να ολοκληρώσει την απαραίτητη ανακαίνιση, είχε πάρει ένα γράμμα από την τράπεζα που την πληροφορούσε ότι είχε καθυστερήσει τις δόσεις της υποθήκης και του επαγγελματικού δανείου. Έκανε ό,τι μπορούσε για να βρει τα μετρητά, νιώθοντας ντροπή που πάνω στο ζήλο της να ανακαινίσει το χώρο είχε παραβλέψει τις ημερομηνίες των πληρωμών. Λίγους μήνες αργότερα, είχε ξανασυμβεί το ίδιο. Έχοντας ξοδέψει πλέον όλα τα μετρητά, δεν είχε πληρώσει άλλες δύο δόσεις. Αυτή τη φορά το γράμμα της τράπεζας την προειδοποίησε ότι παραβίαζε τους όρους των συμβολαίων που είχε υπογράψει, τόσο για την υποθήκη όσο και για το επαγγελματικό δάνειο. «Τι σημαίνει αυτό;» είχε ρωτήσει τον Λόρενς Ράιλι όταν του είχε τηλεφωνήσει πανικόβλητη στην τράπεζα. «Σημαίνει πως, εξαιτίας της ασυνέπειάς σου, μπορούμε να αρχίσουμε τις διαδικασίες κατάσχεσης. Έριξα μια ματιά στα οικονομικά του πανδοχείου. Δεν έχεις καθόλου έσοδα».


«Το ανακαινίζω. Τα εγκαίνια είναι προγραμματισμένα για την πρώτη Ιουλίου. Ήλπιζα να τα κάνω στις 30 Μαΐου, την Ημέρα των Πεσόντων, αλλά δεν είναι εφικτό». «Και πώς περιμένεις να πληρώσεις όχι μόνο τις καθυστερημένες αλλά και τις επόμενες δόσεις;» «Θα βρω τα χρήματα», τον βεβαίωσε, αν και δεν είχε ιδέα πού θα τα έβρισκε. «Ίσως θα έπρεπε να το κουβεντιάσεις με τον πατέρα σου», της πρότεινε εκείνος. «Είμαι σίγουρος ότι θα είναι πρόθυμος...» «Το εγχείρημα αυτό είναι δικό μου», τον έκοψε η Τζες. «Ο πατέρας μου δεν εμπλέκεται». Η παρατήρησή της έκανε τον τραπεζίτη να σωπάσει, πράγμα που εκείνη θεώρησε καλό, αλλά στη συνέχεια της είπε: «Αν ήξερα πως βρίσκεται ο πατέρας σου από πίσω, θα μπορούσα να κάνω τα στραβά μάτια βραχυπρόθεσμα...» «Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι τα πράγματα», του επανέλαβε η Τζες. «Θα πάρετε τα χρήματά σας, κύριε Ράιλι. Γνωρίζετε τις προοπτικές που έχει το πανδοχείο. Ξέρετε ότι θα έχει επιτυχία». «Με τη σωστή διεύθυνση, ναι», της απάντησε. «Αλλά δεν είμαι πλέον σίγουρος ότι εσύ είσαι το κατάλληλο πρόσωπο γι’ αυτή τη θέση». Η συγκαταβατικότητά του και η έλλειψη εμπιστοσύνης την εξόργισαν. Θα του είχε κλείσει το τηλέφωνο, αλλά ακόμα και η Τζες είχε την εξυπνάδα να συνειδητοποιήσει ότι η σχέση της με τον τραπεζίτη ήταν ήδη αρκετά επισφαλής. «Σας παρακαλώ, κάντε λίγη υπομονή», του είπε. «Τα δάνεια αυτά είναι ασφαλή. Με ξέρετε. Ξέρετε την οικογένειά μου». «Όπως σου είπα, αν είσαι πρόθυμη να εμπλέξεις και τον πατέρα σου, μπορούμε να το κουβεντιάσουμε...» «Όχι», του είχε απαντήσει με πάθος. «Η απόφαση είναι δική σου, βέβαια. Περιμένω την άμεση εξόφληση των δόσεων σου. Καλή σου μέρα, Τζέσικα». Η συζήτηση αυτή είχε γίνει την Τρίτη. Είχε τηλεφωνήσει στην Άμπι την Τετάρτη, μόλις συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε


περίπτωση να βρει τα χρήματα έγκαιρα. Ήξερε ότι η Άμπι θα έφριττε μόλις μάθαινε τις συμφωνίες που είχε κλείσει χωρίς να τη συμβουλευτεί, αλλά στο τέλος θα τη βοηθούσε να διορθώσει τα πράγματα, γιατί αυτό ακριβώς έκανε η Άμπι. Διόρθωνε τα πράγματα. Ακόμα και τότε που διαλυόταν ο γάμος της, είχε βρει τρόπο να διατηρήσει την ισορροπία της, να μην παραμελήσει τη δουλειά της, αλλά και να προσφέρει στις δίδυμες κόρες της την απαραίτητη προσοχή που είχαν ανάγκη για να ξεπεράσουν την κρίση. Αφού τα είχε καταφέρει σ’ εκείνη την περίπτωση, το δικό μου πρόβλημα θα είναι παιχνιδάκι για την Άμπι, σκέφτηκε με σιγουριά η Τζες. Βέβαια, αυτό ίσχυε προτού μάθει ότι θα ήταν και ο Τρέις μέρος της εξίσωσης. Δεν ήξερε τι ακριβώς είχε συμβεί ανάμεσα σ’ εκείνον και την αδερφή της πριν από τόσα χρόνια, αλλά δεν ήταν καλό. Είχαν μια προϊστορία οι δυο τους, και παρά τη διαβεβαίωση του Τρέις ότι δε θα την άφηνε να επηρεάσει την απόφαση της τράπεζας, η Τζες δεν ήταν εκατό τοις εκατό σίγουρη ότι μπορούσε να τον πιστέψει. Ούτε ήταν σίγουρη για την αντίδραση της Άμπι, όταν μάθαινε ότι θα έπρεπε να διαπραγματευτεί με τον παλιό της έρωτα. Ίσως θα ήταν καλύτερα να μην της το αναφέρει από την αρχή. Όταν η Άμπι ξαναβγήκε στη βεράντα για να καθίσει μαζί της, η Τζες τη ρώτησε για τη δουλειά της, πώς τα πήγαιναν οι μικρές στο νηπιαγωγείο, αν υπήρχε κάποιος καινούριος άντρας στη ζωή της. Τελικά η Άμπι της έριξε ένα ανυπόμονο βλέμμα. «Χρονοτριβείς», την κατηγόρησε. Η Τζες κοκκίνισε. «Μπορεί, λιγάκι, αλλά ήθελα να μάθω τα νέα σου. Σπάνια έχουμε πια την ευκαιρία να ανοίξουμε την καρδιά μας η μια στην άλλη. Μου λείπει αυτό». Η έκφραση της Άμπι μαλάκωσε. «Κι εμένα. Αλλά ένα ζήτημα ζωής και θανάτου επισκιάζει την ψιλοκουβεντούλα. Μίλησέ μου». Μια ώρα αργότερα, αφού η Τζες τα είχε ξεράσει όλα και είχε αντικρίσει την απελπισία στα μάτια της Άμπι, δεν ήταν πια τόσο


σίγουρη ότι η κατάσταση θα μπορούσε να διορθωθεί όσο εύκολα ήλπιζε. «Δεν μπορούμε να διορθώσουμε την κατάσταση, έτσι;» ρώτησε την αδερφή της, χωρίς να μπορεί να κρύψει τον ικετευτικό τόνο από τη φωνή της. «Το ξέρω ότι τα έχω κάνει θάλασσα, αλλά όταν δεις το πανδοχείο, θα καταλάβεις γιατί έπρεπε να προχωρήσω έτσι. Θα γίνει φανταστικό». «Θα γίνει φανταστικό μόνο αν καταφέρεις να αποτρέψεις την τράπεζα να προχωρήσει σε κατάσχεση», της είπε η Άμπι στα ίσια. «Γιατί δε μου τηλεφώνησες νωρίτερα; Θα σου είχα δανείσει εγώ τα χρήματα». «Δε χρειάζομαι τα χρήματά σου», επέμεινε η Τζες. «Μπορώ να τα καταφέρω μόνη μου. Απλώς χρειάζομαι λίγο περισσότερο χρόνο. Δύο μήνες το πολύ». «Έχεις κάνει καθόλου κρατήσεις;» «Είμαστε κλεισμένοι για όλο το καλοκαίρι και έχουμε αρχίσει να δεχόμαστε κρατήσεις και για το φθινόπωρο», της απάντησε περήφανα η Τζες. «Εξάλλου, μόλις αρχίσει να διαδίδεται από στόμα σε στόμα πόσο φιλόξενο έχει γίνει το πανδοχείο και τι καταπληκτικό φαγητό σερβίρει, θα είμαστε γεμάτοι και τον υπόλοιπο χρόνο, τουλάχιστον τα Σαββατοκύριακα. Θα προσφέρω και μερικά εορταστικά πακέτα για να ενισχύσω τις κρατήσεις του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου και θα κάνω ειδικές προσφορές για μεγάλα Σαββατοκύριακα τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο. Ειλικρινά, έχω καταστρώσει ένα καταπληκτικό σχέδιο διαχείρισης». «Γραπτώς;» «Όχι, αλλά μπορώ να το κάνω, αν πρόκειται να βοηθήσει». Η Άμπι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της σκεφτική. «Να το κάνεις. Μπορεί αυτό να είναι το διαπραγματευτικό χαρτί που χρειάζεσαι. Αύριο πρωί πρωί θα έρθω να σε βρω στο πανδοχείο και θα εξετάσουμε μαζί τα οικονομικά σου. Μπορεί να καταφέρουμε να καταστρώσουμε ένα ρεαλιστικό προϋπολογισμό, και στη συνέχεια θα πάμε μαζί στην τράπεζα τη Δευτέρα».


Πράγμα που η Τζες ήξερε ότι σήμαινε πως η Άμπι θα ερχόταν πρόσωπο με πρόσωπο με τον Τρέις. Ίσως αυτή να μην ήταν και τόσο καλή ιδέα. «Ξέρω ότι είσαι πολυάσχολη. Από τη στιγμή που θα τα βάλεις όλα σε μια τάξη, αν πρέπει να γυρίσεις στη Νέα Υόρκη, μπορώ να πάω μόνη μου τα χαρτιά στην τράπεζα». «Μη σε απασχολεί αυτό. Ξέρεις πολύ καλά ότι εγώ μιλάω τη γλώσσα τους, ενώ εσύ όχι. Αυτό είναι το όνειρο σου, και έχεις την τάση να παρασύρεσαι από τα σχέδιά σου. Εγώ μπορώ να μιλήσω στη στεγνή, ψυχρή γλώσσα των γεγονότων και των αριθμών». Η Τζες υποχώρησε, γιατί ήξερε ότι η Άμπι είχε δίκιο. Εκείνη θα αντιδρούσε παρορμητικά, ενώ η αδερφή της θα μπορούσε να κρατήσει την ψυχραιμία της. «Αν είσαι σίγουρη ότι δε σου γίνομαι μεγάλο φόρτωμα, τότε εντάξει. Δε θα μπορέσω ποτέ να σου το ξεπληρώσω αυτό, Άμπι. Πρέπει να κρατήσω το πανδοχείο. Απλώς πρέπει. Είναι το πρώτο πράγμα που έχει πραγματική σημασία για μένα. Είναι η ευκαιρία μου να αποδείξω ότι είμαι το ίδιο καλή με τους υπόλοιπους Ο’Μπράιεν». Η Άμπι την κοίταξε σοκαρισμένη. «Μα τι είναι αυτά που λες, Τζες; Και βέβαια είσαι το ίδιο καλή με τους υπόλοιπους από εμάς». «Έλα τώρα. Πάντα ήμουν η αποτυχημένη, η υπερκινητική, αυτή που δεν είχε την ικανότητα να συγκεντρωθεί σε τίποτα. Πιθανότατα περιμένατε από την αρχή να τα θαλασσώσω». Η διάγνωση ότι έπασχε από Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής είχε γίνει όταν ήταν δέκα χρονών και δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα στο σχολείο. Από κει και πέρα την ακολουθούσε σαν κατάρα και, πολύ συχνά, ήταν η εύκολη δικαιολογία για να μην τελειώνει ποτέ κάτι. «Αυτό δεν είναι αλήθεια», της είπε η Άμπι, αν και η έκφρασή της άλλα έλεγε. «Γλυκιά μου, πάσχεις από ΔΕΠ. Το καταλαβαίνουμε όλοι αυτό. Παρ’ όλα αυτά, κοίτα πόσα έχεις πετύχει. Αποφοίτησες από το λύκειο μέσα στις πρώτες. Έβγαλες το κολέγιο. Αυτά είναι τεράστια επιτεύγματα για κάποιον με ΔΕΠ. Θα βρεις επίσης τον τρόπο να διαχειριστείς το πανδοχείο».


«Το κολέγιο κατάφερα να το τελειώσω μετά βίας, επειδή άλλαζα συνέχεια το μάθημα ειδίκευσης. Και στη συνέχεια άλλαξα ένα σωρό δουλειές χωρίς καμιά προοπτική», της θύμισε η Τζες, αποφασισμένη να μείνει προσγειωμένη στην πραγματικότητα. «Είμαι είκοσι δύο χρονών και δεν έχω δημιουργήσει ούτε μια σχέση που να κράτησε περισσότερο από μερικούς μήνες». «Επειδή δεν έχεις βρει αυτό ή αυτόν που θα σε παθιάσει», την αντέκρουσε η Άμπι. «Τώρα έχεις το πανδοχείο. Θυμάμαι πώς μιλούσες γι’ αυτό όταν ήσουν μικρή. Σου άρεσε να πηγαίνεις εκεί. Καταχάρηκα για λογαριασμό σου όταν μου είπες ότι τελικά το αγόρασες». Η έκφρασή της έγινε αποφασιστική. «Πάψε να ανησυχείς. Σκοπεύω να κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να κρατήσεις το πανδοχείο». «Εκτός από το να με ξελασπώσεις με τα λεφτά σου», επέμεινε η Τζες. «Αυτό δε θα σε αφήσω να το κάνεις». «Άσε πρώτα να δούμε πώς πάει, εντάξει; Έχω τα χρήματα για να επενδύσω σε κάτι σίγουρο και σου έχω εμπιστοσύνη». Τα μάτια της Τες βούρκωσαν. «Σ’ αγαπώ, αδερφούλα». «Εγώ σ’ αγαπώ περισσότερο. Τώρα ας κοιμηθούμε λιγάκι, ώστε να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε πρωί πρωί αύριο. Τι ώρα να έρθω στο πανδοχείο;» «Εννιά;» πρότεινε η Τζες. Το όφειλε στην αδερφή της να την αφήσει να χουζουρέψει ένα πρωί. «Κάν’ το οχτώ». Παρά την αναστάτωσή της, η Τζες χαμογέλασε. «Καθόλου άσχημα. Θα πρέπει να έχεις αρχίσει να χαλαρώνεις. Περίμενα ότι θα μου έλεγες εφτά». «Πρόσεχε, πιτσιρίκα, μπορεί να αλλάξω γνώμη». Η Τζες πετάχτηκε αμέσως όρθια. «Θα τα πούμε στις οχτώ», είπε βιαστικά και κατέβηκε τα σκαλοπάτια. Όταν έφτασε στο τελευταίο, γύρισε πάλι προς την αδερφή της. «Χαίρομαι που είσαι σπίτι, Άμπι, αλλά λυπάμαι που σε φόρτωσα με τα δικά μου». «Γι’ αυτό υπάρχει η οικογένεια», της απάντησε εκείνη. «Μην το ξεχνάς ποτέ αυτό».


Παρά τα λόγια της αδερφής της, η Τζες αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε ποτέ να το πιστέψει απόλυτα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε την επιδοκιμασία του πατέρα της. Μόλις μάθαινε ο Μικ το πρόβλημά της, θα άρχιζε το τροπάρι «σου το είχα πει εγώ». Και μόλις η Άμπι συνειδητοποιούσε ότι θα έπρεπε να διαπραγματευτεί με τον Τρέις Ράιλι και ότι η Τζες της το είχε κρύψει, πολύ φοβόταν ότι θα έφευγε και εκείνη και θα την άφηνε να τα βγάλει πέρα μόνη της. Είχε μόλις ξημερώσει όταν μπήκε η Άμπι στην κουζίνα, γιατί την είχαν ξυπνήσει τα τιτιβίσματα των πουλιών έξω από το ανοιχτό παράθυρο της. Είχε ξεχάσει πόσο θορυβώδης μπορεί να είναι η φύση, ιδιαίτερα την άνοιξη. Μολονότι ήταν πολύ πρωί, δεν ξαφνιάστηκε καθόλου όταν διαπίστωσε ότι η γιαγιά της είχε σηκωθεί πριν από εκείνη. «Νωρίς σηκώθηκες», της είπε κάπως επιτιμητικά η γιαγιά. «Πίστευα ότι θα χουζούρευες λιγάκι το πρώτο πρωί σου στο σπίτι». «Έχω πολλά να κάνω σήμερα», της απάντησε η Άμπι σερβίροντας ένα φλιτζάνι από το δυνατό τσάι που είχε φτιάξει η γιαγιά της. Πρόσθεσε λίγο γάλα, ήπιε την πρώτη γουλιά και αναστέναξε με ευχαρίστηση. «Δεν έχει ποτέ αυτή τη γεύση όταν το φτιάχνω εγώ». «Σίγουρα επειδή το φτιάχνεις με φακελάκι, σε νερό που ζεσταίνεις στα μικροκύματα». Η Άμπι χαμογέλασε. «Μπορεί». «Ένα καλό φλιτζάνι τσάι θέλει το χρόνο του για να γίνει. Άμα του αφιερώσεις λίγο χρόνο και λίγη αγάπη, φαίνεται». «Εγώ δυσκολεύομαι να βρω χρόνο για να δείξω αγάπη στις κόρες μου, θέλεις τώρα να ανησυχώ και για το τσάι μου;» είπε η Άμπι. «Αυτό σημαίνει ότι δουλεύεις πάρα πολύ. Δεν έχεις μάθει να χαλαρώνεις. Γιατί δεν παίρνεις σήμερα ένα βιβλίο να διαβάσεις στην αιώρα στον κήπο; Θα απασχολήσω εγώ τα κορίτσια. Θα τα πάω να τα ξεναγήσω στην πόλη».


«Αν δεν έχεις αντίρρηση να προσέχεις τα κορίτσια, θα το εκμεταλλευτώ», της είπε η Άμπι. «Αλλά η αιώρα θα πρέπει να περιμένει. Έδωσα το λόγο μου στην Τζες ότι θα τη συναντήσω στο πανδοχείο σε μια ώρα». Η έκφραση της γιαγιάς σοβάρεψε αμέσως. Κάθισε απέναντι στην Άμπι, ανακάτεψε το τσάι της κι ύστερα σήκωσε το κεφάλι της και την κοίταξε. «Έχει προβλήματα με το πανδοχείο, έτσι δεν είναι;» Η Άμπι δεν ήθελε να προδώσει την εμπιστοσύνη της αδερφής της, αλλά ήταν πάντα πολύ κακή ψεύτρα. Έτσι προτίμησε να ρωτήσει: «Τι σε κάνει να το πιστεύεις αυτό;» «Πρώτον, είμαστε στο Τσέσαπικ Σορς, όπου το κουτσομπολιό είναι η αγαπημένη ασχολία όλων. Δεύτερον, η αδερφή της Βάιολετ Χάρντινγκ δουλεύει στην τράπεζα και της είπε ότι είδε ένα φάκελο με το όνομα της Τζες και τη λέξη "κατάσχεση" πάνω. Και, βέβαια, η γριά κουτσομπόλα δεν άργησε να το διαδώσει παντού. Οι Χάρντινγκ εξακολουθούν να είναι έξαλλοι με τον Μικ που αγόρασε τη γη τους για να χτίσει αυτή την πόλη. Ανεξάρτητα αν την πούλησε ο άχρηστος ο πατέρας τους επειδή ήθελε τα μετρητά, θεωρούν υπεύθυνο τον Μικ που δεν έχουν πια τα χωράφια τους». Η γιαγιά έκλεισε αυτό το θέμα με μια κίνηση του χεριού της. «Όλα αυτά δεν έχουν καμιά σημασία. Θα χάσει η Τζες το πανδοχείο όπως άφησε να εννοηθεί η Βάιολετ;» «Όχι, όσο περνάει από το χέρι μου», της απάντησε αποφασιστικά η Άμπι. «Και σε παρακαλώ μην της πεις ότι το ξέρεις. Φοβάται πολύ μήπως μας απογοητεύσει όλους». Η γιαγιά κούνησε το κεφάλι της. «Πιστεύει πραγματικά πως ενδιαφερόμαστε περισσότερο για το πανδοχείο και αν θα πετύχει ή όχι απ’ ό,τι ενδιαφερόμαστε για εκείνη την ίδια;» Η Άμπι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Έτσι νομίζω. Θέλει απεγνωσμένα να αποδείξει ότι αξίζει, ιδιαίτερα στον μπαμπά». «Αυτό το καταλαβαίνω», είπε η γιαγιά, σφίγγοντας βλοσυρή το στόμα της. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αυτοί οι δυο δεν μπορούν να επικοινωνήσουν χωρίς να ανοίξουν καβγά».


«Επειδή είναι ίδιοι», απάντησε η Άμπι. «Έχουν και οι δύο περισσότερη περηφάνια από λογική και είναι εντελώς ξεροκέφαλοι. Και κανείς από τους δυο δεν αντέχει να κάνει λάθος για το οτιδήποτε. Μολονότι δεν ήμουν εδώ όταν η Τζες αγόρασε το πανδοχείο, είμαι σίγουρη ότι ο μπαμπάς ήταν ο πρώτος που άφησε να εννοηθεί ότι η κίνησή της ήταν λάθος και θα είναι ο πρώτος που θα της πει "σου το είχα πει" αν αποτύχει». «Με λίγα λόγια, αυτό είναι», συμφώνησε η γιαγιά. «Δε θυμάμαι να ήταν τόσο στριμμένος μ’ εσάς τους υπόλοιπους». «Πίστεψέ με, ήταν», της είπε η Άμπι. «Αλλά εμείς οι υπόλοιποι δεν του δίναμε σημασία. Ξέραμε πως ό,τι και να γινόταν είχαμε εσένα και τη μαμά με το μέρος μας. Όταν όμως έφυγε η μαμά, η Τζες έπαιρνε ό,τι έλεγε ο μπαμπάς κατάκαρδα, ακόμα και τα επιπόλαια σχόλια που εκείνος τα ξεχνούσε μόλις τα ξεστόμιζε». «Έχεις δίκιο. Του μίλησα κι εγώ σχετικά, αλλά δε βλέπει κανένα πρόβλημα. Ο πατέρας σας πίστευε πάντα ότι η ωμή ειλικρίνεια είναι αρετή, ακόμα και όταν πληγώνει. Είναι της γνώμης ότι το κανάκεμα είναι χάσιμο χρόνου. Πιστεύει ότι εσείς τα παιδιά του δεν πρέπει να έχετε καμιά αμφιβολία ότι σας αγαπάει, όσο σκληρή κι αν είναι η κριτική του». «Αυτή η τακτική ήταν αποτελεσματική με τους υπόλοιπους από εμάς, αλλά όχι με την Τζες. Εκείνη είχε πολλά εμπόδια να υπερπηδήσει». Η γιαγιά την κοίταξε ανήσυχη. «Θα τα καταφέρεις να τη βοηθήσεις να τα βγάλει πέρα;» «Θα προσπαθήσω», της απάντησε η Άμπι. «Μην ανησυχείς, γιαγιά. Ξέρω πόσο σημαντικό είναι. Η τράπεζα δεν πρόκειται να της πάρει το πανδοχείο χωρίς να δώσω μάχη». Η γιαγιά της την κοίταξε σκεφτική. «Ίσως θα ήταν καλύτερα αν κατάφερνε να σώσει την κατάσταση μόνη της, αντί να σε φέρει τρέχοντας από τη Νέα Υόρκη». «Μπορεί», παραδέχτηκε η Άμπι. «Αλλά κρίνοντας από αυτά που μου είπε χτες το βράδυ, δε νομίζω ότι έχει αυτή την επιλογή.


Περίμενε πάρα πολύ, και τώρα δεν έχει το χρόνο να τακτοποιήσει το πρόβλημα». «Θέλει να της δανείσεις χρήματα;» Η Άμπι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Είναι κατηγορηματικά αντίθετη ως προς αυτό. Το μόνο που μου ζήτησε είναι η επαγγελματική μου πείρα». «Φτάνει αυτό;» ρώτησε η γιαγιά. «Δεν μπορώ να το ξέρω μέχρι να δω τα βιβλία της», απάντησε με ειλικρίνεια η Άμπι. «Ε, λοιπόν, η Τζες πήρε τη σωστή απόφαση όταν σε κάλεσε», είπε η γιαγιά. «Βασίζεται πάνω σου από τότε που ήταν ένα τόσο δα πλασματάκι, και δεν την έχεις απογοητεύσει ποτέ». «Φόρτωνέ με κι εσύ πίεση τώρα, εντάξει;» της είπε η Άμπι και σηκώθηκε. Έσκυψε και φίλησε τη γιαγιά της στο μάγουλο. «Σ’ ευχαριστώ, γιαγιά. Σ’ αγαπώ». «Κι εγώ σ’ αγαπώ. Και την Τζες. Όλα θα πάνε καλά. Όταν ενωνόμαστε εμείς οι Ο’Μπράιεν, δεν υπάρχει τίποτε που δεν μπορούμε να καταφέρουμε». «Αυτό μας δίδασκες πάντα», συμφώνησε η Άμπι. Δυστυχώς, φοβόταν πως θα χρειαζόταν πολύ περισσότερα από την οικογενειακή ομόνοια και αφοσίωση για να σώσει το πανδοχείο της Τζες.


Κεφάλαιο 3 Ο Μικ έλειπε από το σπίτι -όχι πως ένιωθε πια το Τσέσαπικ Σορς σπίτι του- ένα μήνα. Είχε περάσει το μεγαλύτερο από αυτό το διάστημα δίνοντας μια εξοντωτική πνευματικά μάχη με τους γραφειοκράτες σχετικά με τις οικοδομικές άδειες της κοινότητας που σχεδίαζε να χτίσει βόρεια του Σαν Φρανσίσκο. Ήταν τόσα πολλά τα εμπόδια, που είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν τον συνέφερε να επιμείνει στην πραγματοποίηση του έργου. Από την άλλη, παιζόταν η φήμη του στο συγκεκριμένο σχέδιο, και τι εντύπωση θα έδινε αν τα μάζευε και έφευγε χωρίς να δώσει μάχη; Είχε μόλις τελειώσει μια σύσκεψη με τους συνεργάτες του στην εταιρεία Ο’Μπράιεν & Σια, με τους εργολάβους και τους υπεργολάβους του σχετικά με την τελευταία καθυστέρηση όταν χτύπησε το κινητό του. Έριξε μια ματιά στην οθόνη και είδε πως τον καλούσε η μητέρα του, η οποία του τηλεφωνούσε σπάνια τελευταία. Στο παρελθόν του τηλεφωνούσε μόνο όταν ήταν κάτι επείγον, και υπήρχαν άφθονες επείγουσες περιστάσεις με πέντε παιδιά στο σπίτι. «Γεια σου, μαμά, τι κάνεις;» είπε και απομακρύνθηκε από τους άλλους για να μπορέσει να μιλήσει ιδιαιτέρως. «Είμαι περδίκι», του απάντησε εκείνη. «Μακάρι να μπορούσα να πω το ίδιο και για την κόρη σου». Ο Μικ ένιωσε το σφυγμό του να επιταχύνεται. «Έπαθε κάτι η Άμπι; Η Μπρι;» ρώτησε και πρόσθεσε αμέσως, σαν να το σκέφτηκε μετά: «Ή μήπως είναι η Τζες;» «Ενδιαφέρον που η ανησυχία σου για την Τζες έρχεται τελευταία», του είπε η μητέρα του σαν να τον κατηγορούσε. «Αυτό ήταν πάντα το πρόβλημα μ’ εσάς τους δυο. Είναι φορές που νομίζω


ότι ξεχνάς πως έχεις τρεις κόρες. Δεν είναι να απορεί κανείς που το κορίτσι σκίζεται για να τραβήξει την προσοχή σου». «Ελπίζω να μη μου τηλεφώνησες για να μου κάνεις ένα ακόμα κήρυγμα ότι παραμελώ την Τζέσικα. Έχουμε κάνει αυτή τη συζήτηση τόσες φορές, που έχω χάσει το λογαριασμό». «Τότε ξαφνιάζομαι που δε λες να το χωνέψεις ακόμα», τον αντέκρουσε η μητέρα του. «Και η αλήθεια είναι πως γι’ αυτό ακριβώς σε πήρα. Πότε ήταν η τελευταία φορά που της μίλησες;» «Πριν μερικές μέρες, υποθέτω», της απάντησε ψάχνοντας να θυμηθεί την ακριβή ημερομηνία, αλλά δεν τα κατάφερε. Αυτό έδινε κάποια βάση στις κατηγόριες της μητέρας του, αλλά δε σκόπευε να το παραδεχτεί. Δεν είχε μιλήσει ούτε με την Άμπι ή την Μπρι. «Μάλλον κανένα μήνα, θα έλεγα», είπε η μητέρα του. «Βάζω στοίχημα, τη μέρα που σε πήγε στο αεροδρόμιο. Αμφιβάλλω αν την ξανασκέφτηκες από τότε». Ο Μικ μόρφασε, γιατί η σπόντα της βρήκε στόχο. «Εντάξει, μπορεί να έχεις δίκιο. Αλλά πού θέλεις να καταλήξεις; Είναι μεγάλη γυναίκα. Δε χρειάζεται τον μπαμπά της να την ελέγχει». «Να την ελέγχει, όχι», παραδέχτηκε η μητέρα του με φανερή ανυπομονησία. «Αλλά να την πάρει ένα τηλέφωνο να δει τι κάνει, να τη ρωτήσει πώς τα πάει με το πανδοχείο, μήπως χρειάζεται κάποια βοήθεια για να το ανοίξει έγκαιρα; Θα ήταν πάρα πολύ να περιμένει κάτι τέτοιο κανείς από ένα γονιό που νοιάζεται για το παιδί του, ιδιαίτερα από ένα γονιό που έχει ολόκληρη κατασκευαστική εταιρεία δική του;» Ο Μικ αγανάκτησε με το υπονοούμενο ότι δεν ενδιαφερόταν για την ίδια του την κόρη ή ότι δεν ήταν πρόθυμος να τη βοηθήσει. «Η Τζες μου το ξεκαθάρισε ότι δεν ήθελε να ανακατευτώ. Καθόσουν στο τραπέζι της κουζίνας μαζί μας όταν της πρότεινα να στείλω έναν από τους ανθρώπους μου να ρίξει μια ματιά στο πανδοχείο και εκείνη απέρριψε κατηγορηματικά την πρότασή μου».


«Μικ, αν και είσαι έξυπνος άνθρωπος, μερικές φορές γίνεσαι σκέτο κουτορνίθι», τον κατσάδιασε η μητέρα του. «Μπορεί να μην ήθελε έναν από τους άντρες σου. Μπορεί να χρειαζόταν εσένα». Ο Μικ ήταν περασμένα πενήντα, αλλά εξακολουθούσε να μην αντέχει τις κατσάδες της μητέρας του. Προτιμούσε να τα βάλει με εκατό γραφειοκράτες, παρά να τον κατηγορήσεις ότι είχε απογοητεύσει με κάποιον τρόπο την οικογένειά του. Εντάξει, το ήξερε ότι τους είχε απογοητεύσει, κάνοντας τη ζωή της Μέγκαν τόσο δυστυχισμένη, ώστε τον είχε εγκαταλείψει. Αυτό δεν είχε μπορέσει να το διορθώσει, και πιθανότατα δε θα μπορούσε να διορθώσει ούτε αυτό που συνέβαινε τώρα με την Τζες. Μα τι είδους άνθρωπος ήταν; Είχε γίνει διεθνώς γνωστός ως αρχιτέκτονας και σχεδιαστής οικισμών, αλλά δεν μπορούσε να κρατήσει ενωμένη την οικογένειά του. «Μαμά, γιατί δε μου λες απλά αυτό που έχεις στο μυαλό σου; Έχει η Τζες προβλήματα; Χρειάζεται χρήματα; Κάποιο από τα συνεργεία μου; Τι είναι; Ξέρεις ότι θα κάνω ό,τι μπορώ για να βοηθήσω. Δεν έχει παρά να μου το ζητήσει». Η μητέρα του αναστέναξε βαριά. «Μικ, ξέρεις ότι αυτό δεν πρόκειται να το κάνει ποτέ». «Για όνομα του Θεού, γιατί;» τη ρώτησε εκείνος γεμάτος απόγνωση. «Σε ποιον άλλο θα το ζητήσει; Είμαι ο πατέρας της». «Ακριβώς. Και από τη μέρα που έφυγε η μητέρα της από το σπίτι, προσπαθεί να σου αποδείξει την αξία της. Νομίζει ότι ήταν δικό της λάθος που έφυγε η Μέγκαν, επειδή ήταν ζιζάνιο, επειδή δεν ήταν αρκετά έξυπνη». «Η Τζες έχει μυαλό ξυράφι», διαμαρτυρήθηκε εκείνος, όπως έκανε πάντα. «Ε, αυτό είναι αλήθεια, αλλά μάθαινε δύσκολα. Νομίζει πως αυτή ήταν η αιτία που έφυγε η μητέρα της. Τα παιδιά στην ηλικία που είχε η Τζες τότε πιστεύουν πάντα ότι φταίνε αυτά για το διαζύγιο». «Παρακολουθούσες πάλι τον Δρ. Φιλ», την κατηγόρησε ο Μικ. «Μην προσπαθείς να ψυχαναλύσεις τη σχέση μου με την Τζες».


«Ε, κάποιος πρέπει να τη διορθώσει. Είναι καιρός πια. Πόσο γρήγορα μπορείς να έρθεις εδώ;» «Σε μερικές βδομάδες. Μπορεί περισσότερο, αν δε μου πεις τι στο διάβολο συμβαίνει σε απλά αγγλικά ώστε να το καταλάβω, αφού είμαι κουτορνίθι». «Άσε τις εξυπνάδες. Μιλάς στη μητέρα σου». Ο Μικ έπνιξε ένα βογκητό. «Μαμά, σε παρακαλώ». «Νομίζω πως είναι πολύ πιθανό να χάσει το πανδοχείο προτού προλάβει καν να το ανοίξει. Αν γίνει κάτι τέτοιο, δε θα ραγίσει μόνο η καρδιά της, θα καταρρακωθεί». Τα νέα τον αιφνιδίασαν εντελώς. Ακόμα και εκείνος μπορούσε να φανταστεί την επίδραση που θα είχε κάτι τέτοιο στην κόρη του, με την προϋπόθεση ότι ήταν αλήθεια και όχι τα συνηθισμένα τοπικά κουτσομπολιά. «Για ποιο λόγο πιστεύεις ότι θα χάσει το πανδοχείο;» «Έχω ακούσει φήμες ότι η τράπεζα σκέφτεται να προχωρήσει σε κατάσχεση. Και προτού σπεύσεις να τις θεωρήσεις απλές εικασίες, σου λέω ότι η πηγή μου είναι αξιόπιστη». Η απόγνωση του Μικ μεγάλωσε. «Να πάρει η οργή, το ήξερα ότι το εγχείρημα αυτό θα την ξεπερνούσε, αλλά εκείνη υπέγραψε όλα τα χαρτιά και έπεσε με τα μούτρα χωρίς να το κουβεντιάσει πρώτα μαζί μου». «Επειδή ήθελε να σου αποδείξει ότι μπορούσε να τα καταφέρει μόνη της». «Και τι ακριβώς θα μου αποδείξει αν η τράπεζα της κάνει κατάσχεση;» «Μάικλ Ντέβλιν Ο’Μπράιεν, μην τολμήσεις να πατήσεις το πόδι σου εδώ πέρα αν το μόνο που σκοπεύεις να κάνεις είναι να της τρίψεις τα λάθη της στα μούτρα. Χρειάζεται τον πατέρα της, όχι έναν επικριτικό επιχειρηματία». Τώρα ήταν η σειρά του Μικ να αναστενάξει βαριά. Αν όσα του είχε πει η μητέρα του αλήθευαν, θα βρισκόταν μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης. «Μαμά, το ξέρουμε και οι δύο ότι θα μπορούσα να τακτοποιήσω το πρόβλημα με ένα απλό τηλεφώνημα στον Λόρενς


Ράιλι, αλλά ξέρουμε επίσης ότι η Τζες δεν πρόκειται να με ευχαριστήσει γι’ αυτό». «Αυτό είναι αλήθεια», παραδέχτηκε η μητέρα του. «Αλλά πρέπει να κάνουμε κάτι, Μικ. Η Τζες πρέπει να πετύχει σ’ αυτό της το εγχείρημα». «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι θα μπορούσε να χάσει το πανδοχείο; Ίσως δεν είναι τόσο άσχημα τα πράγματα». «Η Τζες κάλεσε την αδερφή της, να πόσο άσχημα είναι τα πράγματα. Η Άμπι βρίσκεται αυτή τη στιγμή εδώ και προσπαθεί να τη βοηθήσει, αλλά αν κρίνω από τη βλοσυρή έκφρασή της σήμερα το πρωί, θα χρειαστεί κάτι παραπάνω από οικονομική ευστροφία για να καταφέρει να διορθώσει την κατάσταση. Γύρνα στο σπίτι, Μικ. Είτε το παραδέχεται η Τζες είτε όχι, χρειάζεται την υποστήριξή σου αυτή τη στιγμή. Και, φυσικά, αν γυρίσεις αεροπορικώς απόψε, θα έχεις την ευκαιρία να περάσεις λίγο χρόνο με την Άμπι και τις εγγονές σου». «Απόψε;» επανέλαβε εκείνος, κάνοντας νοερά διάφορους υπολογισμούς. «Αμφιβάλλω αν θα καταφέρω να βρω πτήση την τελευταία στιγμή». «Για μια φορά, ξόδεψε όλα αυτά τα χρήματα που βγάζεις για κάτι σημαντικό. Ναύλωσε ιδιωτικό τζετ, αν χρειαστεί». Ο Μικ έμεινε για λίγο σκεφτικός. Η μεγάλη κόρη του βρισκόταν στο σπίτι μαζί με τις μονάκριβες εγγονές του και η μικρή κόρη του αντιμετώπιζε δυσκολίες και μπορεί να τον είχε ανάγκη. Πήρε την απόφασή του. Η μητέρα του είχε δίκιο. Η θέση του εκείνη τη στιγμή ήταν στο σπίτι του με την οικογένειά του. «Θα δω τι μπορώ να κανονίσω», της είπε στο τέλος. «Ωραία», του απάντησε η μητέρα του. «Κι ας προσποιηθούμε ότι δεν κάναμε ποτέ αυτή την κουβέντα οι δυο μας». Ο Μικ γέλασε για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχε αρχίσει αυτή η άβολη συνομιλία. «Εξακολουθείς να είσαι παμπόνηρη, έτσι, μαμά;» «Και περηφανεύομαι γι’ αυτό».


Η Άμπι πέρασε όλο το Σάββατο θαμμένη στο χαρτοβασίλειο του πανδοχείου. Όπως την είχε διαβεβαιώσει η αδερφή της, οι προοπτικές ήταν θετικές, αλλά ήταν φανερό πως η Τζες δεν είχε ιδέα από διαχείριση χρημάτων. Έτσι και της γυάλιζαν κουρτίνες πρώτης ποιότητας για τα μπάνια ή παχιές, πολυτελείς πετσέτες, τις αγόραζε ακόμα κι αν την έβγαζαν από τον προϋπολογισμό. Όχι πως είχε κάνει ποτέ κάποιον προϋπολογισμό στο χαρτί ή κάποιο επιχειρηματικό σχέδιο, πράγματα που η Άμπι περίμενε να είχε απαιτήσει η τράπεζα. Κατά τα φαινόμενα, η Τζες έκανε του κεφαλιού της και η τράπεζα την είχε αφήσει επειδή ήταν μια Ο’Μπράιεν σε μια πόλη που το όνομα αυτό σήμαινε κάτι. Οποιαδήποτε εθνική τράπεζα θα είχε βάλει πολύ πιο αυστηρούς όρους από αυτούς που είχε βάλει η Κοινοτική Τράπεζα του Τσέσαπικ Σορς. Το Σάββατο το βράδυ, η Άμπι κάθισε την Τζες στο τραπέζι της κουζίνας και της εξέθεσε όλο το πρόβλημα, ενώ η γιαγιά τους διάβαζε πάνω παραμύθια στις δίδυμες. «Έχεις σχεδόν ανύπαρκτο λειτουργικό κεφάλαιο. Πώς σκοπεύεις να αγοράσεις προμήθειες για το εστιατόριο; Ή σαπούνια και άλλα είδη καλλωπισμού για τα δωμάτια;» «Με πίστωση;» είπε αδύναμα η Τζες, που έδειχνε έτοιμη να κλάψει. «Δεν έχω ξεπεράσει ακόμα το όριο των πιστωτικών μου καρτών». Η Άμπι έπνιξε ένα βογκητό. «Αν το κάνεις αυτό, θα σκάψεις μια τόσο βαθιά τρύπα που δε θα καταφέρεις να βγεις ποτέ από αυτή. Είτε σου αρέσει είτε όχι, θα σου κάνω μια ένεση μετρητών και έναν πολύ σφιχτό προϋπολογισμό. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα καταφέρουμε να πείσουμε την τράπεζα να συμφωνήσει. Προσεύχομαι να μην έχουν ξεκινήσει επίσημα τις διαδικασίες για την κατάσχεση. Θα εμφανιστώ στο κατώφλι τους τη Δευτέρα το πρωί στις εννιά ακριβώς και θα δούμε πού βρισκόμαστε». «Θα έρθω μαζί σου», είπε η Τζες. «Είναι δικό μου το θέμα».


Η Άμπι συμφώνησε απρόθυμα. «Εντάξει, αλλά θα αφήσεις εμένα να μιλήσω, εκτός αν ζητήσουν κάποια πληροφορία που δεν έχω». «Εντάξει», της απάντησε η Τζες, αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια. Η Άμπι περιεργάστηκε την αδερφή της. Τα μάγουλα της Τζες ήταν κάπως αναψοκοκκινισμένα. Μπορεί να ήταν από ντροπή που είχε κάνει μπάχαλο τα οικονομικά της, αλλά η Άμπι είχε την εντύπωση πως ήταν κάτι άλλο. Έδειχνε ένοχη. «Τι είναι αυτό που δε μου λες;» τη ρώτησε. «Η διαδικασία της κατάσχεσης έχει προχωρήσει περισσότερο απ’ όσο παραδέχεσαι; Υπάρχουν και άλλοι λογαριασμοί που δε θέλησες να δω;» Η Τζες δήλωσε μετά από ένα στιγμιαίο δισταγμό: «Όχι. Είδες και το τελευταίο χαρτάκι, και τον τελευταίο λογαριασμό που έχω». «Τότε γιατί δείχνεις ένοχη;» «Ένοχη;» Η Τζες άνοιξε διάπλατα τα μάτια της σε μια προσπάθεια να φανεί αθώα. Αλλά η Άμπι δεν το έχαψε. «Άσε αυτά τα παιχνίδια μαζί μου. Σε ξέρω πολύ καιρό και πολύ καλά. Είχες ακριβώς το ίδιο ύφος το βράδυ που το έσκασες από το παράθυρο για να συναντήσεις τον Ματ Ρίτσαρντσον και σε τσάκωσε η γιαγιά». Το κοκκίνισμα της Τζες έγινε πιο έντονο. «Εντάξει, ίσως υπάρχει κάτι ακόμα που πρέπει να μάθεις πριν τη Δευτέρα». «Πες μου», απαίτησε η Άμπι, νιώθοντας το στομάχι της να σφίγγεται από τον τρόμο. «Μην τολμήσεις να με αφήσεις να πάω σ’ αυτή τη συνάντηση στα τυφλά». Προτού προλάβει η Τζες να της απαντήσει, η πόρτα άνοιξε και μπήκε στην κουζίνα ο πατέρας τους. Η Τζες τον κοίταξε και μετά έστρεψε πάλι το βλέμμα της στην Άμπι. «Βλέπω ότι κατέφθασε το ιππικό», παρατήρησε ξινισμένα. Κοίταξε βλοσυρά την Άμπι. «Εσύ του τηλεφώνησες;» «Όχι βέβαια», είπε η Άμπι και, προσπαθώντας να απαλύνει την αντίδραση της Τζες, σηκώθηκε και αγκάλιασε ζεστά τον πατέρα της.


Του χαμογέλασε πλατιά. «Γιατί δε μας ειδοποίησες ότι θα ερχόσουν σπίτι;» «Ήταν μια απόφαση της στιγμής», της απάντησε, ρίχνοντας μια ανήσυχη ματιά προς το μέρος της Τζες. «Συμβαίνει κάτι που δε θέλεις να μάθω;» «Τίποτε», του απάντησε κοφτά εκείνη, ρίχνοντας ένα προειδοποιητικό βλέμμα στην Άμπι που της έδεσε τα χέρια. Ύστερα σηκώθηκε με φανερή απροθυμία και έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο του πατέρα της. «Γεια σου, μπαμπά. Καλώς όρισες. Θα μου άρεσε να καθίσω να τα πούμε, αλλά πρέπει να γυρίσω στο σπίτι μου». «Την τελευταία φορά που σε είδα, αυτό ήταν το σπίτι σου». «Τώρα μένω στο πανδοχείο», του απάντησε η Τζες καθώς μάζευε όλα τα χαρτιά από το τραπέζι της κουζίνας και τα έβαζε σε ένα χαρτοφύλακα. Ήταν φανερό ότι δεν ήθελε να διακινδυνεύσει να τα δει ο Μικ. Προχωρούσε ήδη προς την πόρτα όταν είπε: «Θα τα πούμε αύριο, Άμπι». Η Άμπι ήθελε να τη σταματήσει, να της πει ότι είχαν ακόμα πολλά να κουβεντιάσουν εδώ και τώρα, αλλά προφανώς η Τζες δεν ήθελε να μιλήσει μπροστά στον πατέρα τους. Θα έπρεπε λοιπόν να περιμένει μέχρι την Κυριακή για να μάθει τι ήταν αυτό που της έκρυβε η Τζες. Όταν η αδερφή της απομακρύνθηκε αρκετά και δεν μπορούσε να τους ακούσει, η Άμπι γύρισε στον πατέρα της. Φαινόταν κουρασμένος, αλλά σε φόρμα. Τα κατσαρά πυρρόξανθα μαλλιά του είχαν αρχίσει να αποκτούν μερικές γκρίζες τρίχες, αλλά οι φαρδιές πλάτες και η λεπτή μέση του αποκάλυπταν ότι φρόντιζε τη διατροφή και την υγεία του, παρ’ όλο που ταξίδευε συνέχεια και έτρωγε συχνά έξω. Η επιδερμίδα του ήταν ηλιοκαμένη από τη δουλειά στο ύπαιθρο και υπήρχαν μερικές επιπλέον ρυτίδες γύρω από τα γαλανά μάτια του, που τώρα ήταν γεμάτα ανησυχία καθώς παρακολουθούσε την Τζες που απομακρυνόταν. «Η γιαγιά σού τηλεφώνησε, έτσι;» τον ρώτησε η Άμπι.


Εκείνος δίστασε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, αλλά ύστερα κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ήθελε να με πληροφορήσει πως είχες έρθει με τις κόρες σου. Πήρα το πρώτο αεροπλάνο και ήρθα ώστε να μπορέσω να περάσω λίγο χρόνο μαζί σας. Πάει πολύς καιρός που έχετε να μας τιμήσετε με την παρουσία σας εδώ πέρα». «Πάρα πολύς», παραδέχτηκε η Άμπι. «Αυτό μόνο σου είπε η γιαγιά;» Ο Μικ πήγε στον πάγκο και σέρβιρε ένα φλιτζάνι τσάι, κι ύστερα κάθισε χωρίς να της απαντήσει. Έβαλε ζάχαρη, την ανακάτεψε και κοίταξε την Άμπι. «Ναι. Συμβαίνει και κάτι άλλο;» «Μην παίζεις παιχνίδια μαζί μου, μπαμπά. Ο πραγματικός λόγος που γύρισες είναι επειδή σου είπε ότι η Τζες έχει προβλήματα». Τα λόγια της τον έκαναν να σφίξει τα χείλια του. «Αλήθεια; Έγινες και μάντης τώρα; Ή μήπως κρυφάκουσες μια ιδιωτική συζήτηση;» «Όχι βέβαια». «Τότε αρκέσου σ’ αυτά που σου λέω», της είπε. «Είναι καλύτερα έτσι. Τώρα πες μου πού είναι οι αγαπημένες μου εγγονές». «Κοιμούνται, ελπίζω», του απάντησε η Άμπι. «Και δεν πρόκειται να τις ξυπνήσουμε τέτοια ώρα. Δε θα καταφέρω να τις ξανακοιμίσω μετά. Θα ξεσηκωθούν έτσι και σε δουν. Μπορείς να περάσεις όλη τη μέρα αύριο μαζί τους». Τον κοίταξε αυστηρά. «Και φρόντισε να μην τις κακομάθεις. Νομίζω ότι την τελευταία φορά που ήσουν στην Νέα Υόρκη τους αγόρασες όλα τα παιχνίδια του FAO Schwarz». «Είναι προνόμιο των παππούδων να κακομαθαίνουν τα εγγόνια τους», την αντέκρουσε εκείνος. «Αυτός είναι ο ρόλος μας». Η Άμπι έστρεψε τα μάτια της στον ουρανό. Λίγες μέρες παραπάνω προσοχής από τη γιαγιά και τώρα από τον Μικ, και οι δίδυμες θα ήταν σκέτη καταστροφή όταν γύριζαν στη Νέα Υόρκη.


Είδε τον Μικ να την περιεργάζεται πάνω από το φλιτζάνι του. «Δείχνεις εξαντλημένη, Άμπι. Δουλεύεις πολύ σκληρά». «Αυτή είναι η φύση της δουλειάς μου». «Και σου αφήνει αρκετό χρόνο για τα δυο γλυκά κοριτσάκια σου;» «Ουσιαστικά, όχι», παραδέχτηκε εκείνη και μετά πρόσθεσε εύστοχα: «Αλλά εσύ πρέπει να ξέρεις καλύτερα από τον καθένα τι σημαίνει να πρέπει να πάρεις μια δύσκολη απόφαση, να κάνεις το καλύτερο για την οικογένειά σου». Οι δυο τους έμοιαζαν πολύ από πολλές απόψεις, κι αυτό έκανε ως ένα βαθμό την κριτική της να ακουστεί υποκριτική. «Ξέρω πολύ καλά τι σημαίνουν οι δύσκολες αποφάσεις», της απάντησε ο πατέρας της χωρίς να προσβληθεί. «Κι εσύ θα έπρεπε να ξέρεις καλύτερα από τον καθένα ποιο είναι το κόστος. Έχασα τη γυναίκα που αγαπούσα. Και εσείς οι υπόλοιποι δε βλέπατε την ώρα να φύγετε από δω. Σε τι με ωφέλησαν τελικά όλα αυτά τα χρήματα και η επιτυχία;» «Η Τζες είναι ακόμα εδώ». «Και δεν περνάει ούτε μια μέρα που να μην αναρωτιέμαι γιατί». «Νομίζω πως ξέρω την απάντηση σ’ αυτό», είπε η Άμπι. «Της αρέσει εδώ περισσότερο απ’ ό,τι άρεσε σε οποιονδήποτε από εμάς τους άλλους. Και εξακολουθεί ακόμα να προσπαθεί να σου αποδείξει την αξία της εδώ, σε ένα μέρος που κάποτε σήμαινε τα πάντα για σένα. Πρέπει να πιστεύει ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα χτίσει κάποτε μια γέφυρα ανάμεσά σας». «Δεν έχει να μου αποδείξει τίποτα. Η αγάπη μου για σένα, την Τζες, την Μπρι και τα αδέρφια σας είναι ανεπιφύλακτη». Η Άμπι κατάλαβε ότι ο πατέρας της πίστευε ειλικρινά πως ήταν τόσο απλό και τόσο προφανές. Για πρώτη φορά αποφάσισε να είναι ειλικρινής μαζί του, αντί να παραμερίσει με υπεκφυγές τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετώπιζε αυτή η οικογένεια. «Μπαμπά, όταν έφυγε η μαμά, ήταν σαν να είχες φύγει κι εσύ. Από εκεί και πέρα, μπαινόβγαινες στη ζωή μας όποτε μπορούσες να


ξεκλέψεις λίγες μέρες, αλλά δεν ήξερες τίποτε για μας. Για τον Κόνορ, τον Κέβιν, εμένα, ακόμα και την Μπρι, αυτό ήταν σκληρό, αλλά ήμασταν σχεδόν ενήλικοι πια. Η Τζες ήταν ακόμα μικρό κοριτσάκι». Τα λόγια της τον έκαναν να συνοφρυωθεί. «Τι είναι αυτά που λες; Ήξερα τα πάντα για όλους σας. Ήξερα πότε ήσασταν άρρωστοι. Ήξερα πότε κέρδιζε κάποιος από εσάς ένα βραβείο στο σχολείο ή σκόραρε στο μπέιζμπολ. Ήμουν εκεί όταν αποφοιτούσατε. Πλήρωνα τα δίδακτρα για το κολέγιο και έβλεπα τους ελέγχους προόδου σας». Η Άμπι ένιωσε το θυμό της να φουντώνει. «Και νομίζεις ότι μόνο αυτά τα πράγματα έχουν σημασία; Θα μπορούσε να σου τα είχε πει όλα αυτά ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ, αν και στη δική μας περίπτωση σε ενημέρωνε η γιαγιά. Εμείς χρειαζόμασταν τον πατέρα μας εδώ, να μας εμψυχώνει, να σκουπίζει τα δάκρυά μας, να μας μαλώνει όταν κάναμε λάθη». Τα μάγουλά του κοκκίνισαν και ο τόνος του έγινε αμυντικός όταν της θύμισε: «Είχατε πάντα τη γιαγιά σας γι’ αυτά». «Και ήταν υπέροχη. Τα έκανε όλα αυτά για μας, αλλά δεν ήταν εσύ ούτε η μαμά». Η Άμπι κούνησε το κεφάλι της, αποδεχόμενη το γεγονός ότι ο πατέρας της δε θα καταλάβαινε ποτέ. «Τι νόημα έχει να τσακωνόμαστε γι’ αυτό τώρα; Περασμένα ξεχασμένα. Επιβιώσαμε. Δεν έχουν όλα τα παιδιά μια ιδανική οικογένεια, και η ζωή μας ήταν πολύ καλύτερη από πολλών άλλων». «Έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα», διαμαρτυρήθηκε ο Μικ. Η Άμπι τον κοίταξε σαν να τον λυπόταν. «Μπορεί, αλλά ξέρεις κάτι; Ίσως επειδή είμαι η μεγαλύτερη, θυμάμαι μια εποχή που ήσουν πολύ καλύτερος από τώρα». Στο σημείο αυτό σηκώθηκε, ξέπλυνε το φλιτζάνι της στο νεροχύτη και το έβαλε στο πλυντήριο. «Καληνύχτα, μπαμπά. Οι κόρες μου θα ενθουσιαστούν που θα σε δουν το πρωί». Μακάρι να μπορούσε να πει κι εκείνη το ίδιο. Αν και βαθιά μέσα της ήξερε ότι ο πατέρας της είχε γυρίσει σπίτι για να προσπαθήσει με κάποιο τρόπο να βοηθήσει στο πρόβλημα της


Τζες, είχε το δυσάρεστο προαίσθημα ότι η παρουσία του θα έκανε τα πράγματα χειρότερα. Την Κυριακή το πρωί, ο Τρέις καθόταν στην οικογενειακή προκυμαία με τα πόδια του να κρέμονται στο νερό, όταν έκανε την εμφάνισή της η Λέιλα. Με το κοντό σορτσάκι, το στενό τοπάκι και τα μαλλιά της πιασμένα ανέμελα αλογοουρά, έδειχνε δεκάξι, όχι είκοσι εννιά χρονών. Του έδωσε ένα κουτάκι παγωμένο αναψυκτικό. «Τι κάνει ο άσωτος υιός;» τον ρώτησε και, βγάζοντας τις σαγιονάρες της, κάθισε δίπλα του στο λείο ξύλο που είχε ζεσταθεί από τον ήλιο. Πάνω από τα κεφάλια τους πέταξε ένας αετός, μετά κάθισε ψηλά σε μια γέρικη βελανιδιά και έμεινε να τους παρατηρεί από εκεί. «Δε βλέπει την ώρα να γυρίσει στη Νέα Υόρκη», της απάντησε. «Πράγμα που θα μπορούσα να κάνω αμέσως, αν δεν ήσουν τόσο ξεροκέφαλη». Εκείνη του έδωσε μια σπρωξιά με τον αγκώνα της. «Έλα τώρα, παραδέξου το. Σου αρέσει που είσαι εδώ». «Για μια επίσκεψη», επέμεινε εκείνος. «Ποτέ δεν ήθελα να δουλέψω στην τράπεζα. Αυτό ήταν το δικό σου όνειρο, όχι το δικό μου». «Δυστυχώς, ο μπαμπάς δεν το βλέπει έτσι. Στον ανδροκρατούμενο κόσμο του, η οικογενειακή περιουσία πρέπει να περάσει στον πρωτότοκο γιο. Οι κόρες παίρνουν τα απομεινάρια». Ο Τρέις την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Εγώ άλλα άκουσα. Ο μπαμπάς είπε ότι σου πρόσφερε μια θέση στην τράπεζα». «Μήπως έτυχε να σου αναφέρει και ποια θέση ήταν αυτή;» «Την ίδια που έχω εγώ τώρα, υποθέτω». «Ε, λοιπόν, υποθέτεις λάθος. Είχε την απαίτηση να δουλέψω ως βοηθός του Ρέιμοντ, πράγμα που σήμαινε, για την περίπτωση που δεν έχεις ακόμα κατανοήσει πλήρως την ιεραρχία εκεί μέσα, μια δουλειά που θα μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε κοπέλα έχει βγάλει το λύκειο». Ο Τρέις μόρφασε. «Εμένα δε μου έδωσε αυτή την εντύπωση».


«Ρώτησέ τον, αν δε με πιστεύεις». Δυστυχώς, ο Τρέις την πίστευε. Ταίριαζε απόλυτα στο χαρακτήρα του πατέρα του να της προσφέρει μια θέση ξέροντας ότι ήταν κατώτερή της και ότι εκείνη δε θα τη δεχόταν, ώστε να μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί -όπως είχε κάνει στον Τρέις- ότι της είχε δώσει μια ευκαιρία. «Λυπάμαι», της είπε. Η Λέιλα ύψωσε αδιάφορα τους ώμους της σαν να μην την ένοιαζε, αλλά ο Τρέις την ήξερε καλά. «Μη λυπάσαι», του είπε. «Ήταν ο χαρακτηριστικός φαλλοκράτης μπαμπάς μας. Τον έχω συνηθίσει πια». «Δεν ξέρω αν αυτό βοηθάει, αλλά του είπα ότι εσένα θα έπρεπε να προετοιμάζει για να αναλάβεις τα ηνία». «Παραδόξως, βοηθάει». Κάθισαν αμίλητοι μερικά λεπτά και μετά η Λέιλα τον κοίταξε. «Η Άμπι βρίσκεται στην πόλη. Το ήξερες;» «Άκουσα ότι μπορεί να ερχόταν για μια επίσκεψη», της απάντησε ουδέτερα. «Την είδες;» Ο Τρέις κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Υποθέτω όμως ότι οι δρόμοι μας θα διασταυρωθούν προτού φύγει». «Και πώς νιώθεις;» «Είμαστε ενήλικοι», της απάντησε εκείνος κάπως ανυπόμονα. «Έχει περάσει πολύς καιρός. Είμαι σίγουρος ότι θα καταφέρουμε να φερθούμε πολιτισμένα, Λέιλα». «Δε σε ρώτησα πώς θα φερθείτε. Σε ρώτησα πώς νιώθεις που θα την ξαναδείς. Ξέρουμε και οι δυο πως ήταν ο έρωτας της ζωής σου και πως δεν την ξεπέρασες ποτέ». Ο Τρέις της έριξε ένα ειρωνικό βλέμμα. «Ώστε το ξέρουμε και οι δυο, έτσι;» «Πάντως εγώ το ξέρω», του απάντησε με ένα στραβό χαμόγελο. «Εσύ, από την άλλη, μπορεί να είσαι πολύ ηλίθιος και ξεροκέφαλος για να το παραδεχτείς. Στο κάτω κάτω, είσαι άντρας». «Δεν πρόκειται να κουβεντιάσω για την Άμπι μαζί σου».


Αλλά δεν ήταν εύκολο να απαλλαγείς από τη Λέιλα έτσι και έβαζε κάτι στο μυαλό της. «Έλα τώρα, Τρέις. Παραδέξου το. Σε σκότωσε όταν έφυγε από την πόλη. Ήμουν εδώ. Είδα τι έπαθες». «Τότε γιατί θέλεις να μου τα θυμίσεις όλα αυτά τώρα;» «Επειδή μπορεί αυτή να είναι η ευκαιρία σου να ανακαλύψεις τι συνέβη». «Ξέρω τι συνέβη. Η Άμπι αποφάσισε να με βγάλει από τη ζωή της. Τέλος της ιστορίας». «Δεν είναι αυτό το τέλος της ιστορίας», τον αντέκρουσε η αδερφή του. «Είναι μόνο το κομμάτι της ιστορίας που γνωρίζεις εσύ. Ανακάλυψε και την υπόλοιπη. Ίσως αυτό βάλει μια για πάντα ένα τέλος στο όλο επεισόδιο, ώστε να μπορέσεις να προχωρήσεις». «Προχώρησα εδώ και χρόνια». «Μπούρδες!» Ο Τρέις την κοίταξε κάνοντας μια γκριμάτσα. «Τι είμαστε, πεντάχρονα παιδιά;» «Εγώ όχι, αλλά μου φαίνεται ότι η δική σου ωριμότητα δεν ξεπερνά αυτή την ηλικία σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο θέμα. Οι ενήλικοι αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο και ξεκαθαρίζουν τα προβλήματά τους». «Δεν είμαι εγώ αυτός που έφυγε. Έχεις κάνει αυτή τη συζήτηση με την Άμπι;» «Την έκανα πριν από δέκα χρόνια», παραδέχτηκε η Λέιλα. Ο Τρέις τσιτώθηκε. «Αλήθεια; Και τι σου αποκάλυψε που δεν έκανε τον κόπο να το πει σ’ εμένα;» «Η αλήθεια είναι πως μου είπε να μην ανακατεύομαι». Ο Τρέις γέλασε, αλλά το γέλιο του δεν έκρυβε χιούμορ. «Μου φαίνεται καλή συμβουλή». Ξαφνικά, όμως, τον τσίγκλησε εκείνη η αλλόκοτη ιδέα που του είχε έρθει στην τράπεζα την πρώτη μέρα. «Δεν πιστεύω να μίλησες για όλα αυτά με τον μπαμπά, έτσι;» «Για σένα και την Άμπι; Όχι, γιατί;» Ο Τρέις την περιεργάστηκε, προσπαθώντας να αποφασίσει αν μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη στα λόγια της. «Απλώς μου


φαίνεται πολύ βολικό που αποφάσισε ο μπαμπάς να με πιέσει να έρθω να δουλέψω εδώ στην τράπεζα ακριβώς τη στιγμή που επρόκειτο να δοθεί μάχη με τους Ο’Μπράιεν, η οποία ήταν σίγουρο ότι θα έφερνε και πάλι την Άμπι στην πόλη». «Εννοείς την πιθανή κατάσχεση του πανδοχείου;» τον ρώτησε αθώα η αδερφή του. «Γι’ αυτό πιστεύεις ότι βρίσκεται η Άμπι εδώ;» «Εσύ δεν το πιστεύεις;» «Το θεωρώ λογικό», συμφώνησε η Λέιλα. «Η Άμπι ήταν ανέκαθεν ξύπνια στις επιχειρήσεις και η πρώτη στην οποία στρεφόταν πάντα η Τζες». «Και δε σου πέρασε από το μυαλό τίποτε απ’ όλα αυτά όταν άκουσες ότι η τράπεζα ετοιμαζόταν να κάνει κατάσχεση στο πανδοχείο της Τζες; Ή όταν έμαθες ότι ο μπαμπάς με έσυρε πάλι πίσω;» «Είτε το πιστεύεις είτε όχι, δε συνηθίζω να περνάω τον ελεύθερο χρόνο μου κάνοντας συνωμοσίες με τον μπαμπά. Κι αν περνούσε από το χέρι μου, εσύ θα βρισκόσουν ακόμα στη Νέα Υόρκη κι εγώ θα ήμουν θρονιασμένη σ’ εκείνο το μεγάλο γωνιακό γραφείο της τράπεζας και θα χειριζόμουν την υπόθεση της Τζες». «Καλά, τότε», είπε ο Τρέις, αποφασίζοντας να την πιστέψει. Μπορεί τελικά να φανταζόταν συνωμοσίες εκεί που δεν υπήρχαν. Στο κάτω κάτω, η Άμπι βρισκόταν εδώ και ήταν εκατό τοις εκατό σίγουρος ότι θα τη συναντούσε. Το πώς είχε ενορχηστρωθεί αυτή η αναπόφευκτη αντιπαράθεση δεν είχε σημασία. Απλώς θα έπρεπε να φροντίσει να είναι έτοιμος, ώστε να μη γελοιοποιηθεί εντελώς όταν θα διασταυρώνονταν οι δρόμοι τους. Το να τη ρίξει πάνω στο γραφείο του και να τη φιλήσει μάλλον δεν ήταν και τόσο καλή ιδέα. Και, ειλικρινά, ήλπιζε ότι δε θα ήθελε να το κάνει. *** Η γιαγιά ετοίμασε ένα κυριακάτικο δείπνο που θα μπορούσε να ταΐσει ένα λόχο και επέμεινε να καθίσουν όλοι στο τραπέζι, ακόμα και η Κέιτλιν και η Κάρι, που δεν είχαν μάθει ακόμα πώς να φέρονται στο τραπέζι. Παρ’ όλα αυτά, η Άμπι σκέφτηκε πως η παρουσία τους αποτελούσε εξαιρετικό προστατευτικό τείχος


ανάμεσα στον πατέρα της και την αδερφή της. Η Τζες έριχνε καχύποπτα βλέμματα στον Μικ, τα οποία εκείνος έδειχνε να μην προσέχει και συνέχιζε να της κάνει φαινομενικά αθώες ερωτήσεις για το πανδοχείο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ωστόσο, ήταν τόσο φορτισμένες, όσο ένα ολόκληρο κιβώτιο με εκρηκτικά. «Δε μιλάμε για δουλειές στο τραπέζι», είπε στο τέλος η γιαγιά, όταν είδε ότι η Τζες ήταν έτοιμη να πετάξει την πετσέτα της και να φύγει. «Είμαι σίγουρη ότι μπορούμε να βρούμε άλλα θέματα να κουβεντιάσουμε. Στο κάτω κάτω, πότε ήταν η τελευταία φορά που είχαμε την ευκαιρία να είμαστε όλοι μαζί κάτω από αυτή τη στέγη; Ας φροντίσουμε να κάνουμε αυτό το δείπνο ξεχωριστό, όπως το απαιτεί η περίσταση». «Τι κάνουν ο θείος Τζεφ και ο θείος Τομ;» ρώτησε η Άμπι το πρώτο πράγμα που της .κατέβηκε στο μυαλό. «Πού θέλεις να ξέρω;» της απάντησε πικρόχολα ο Μικ, σε τόνο που υποδήλωνε ότι ούτε ήξερε ούτε τον ενδιέφερε. Κατά τα φαινόμενα, ούτε ο χρόνος ούτε η γιαγιά είχαν καταφέρει να τον μαλακώσουν απέναντι στα αδέρφια του. Η διάλυση της επαγγελματικής συνεργασίας τους τον είχε επηρεάσει προσωπικά. Είχε βγάλει στην επιφάνεια όλες τις διαφορές των αδερφών σε θέματα αντιλήψεων και περιβάλλοντος. Και δεδομένου ότι, όπως όλοι οι Ο’Μπράιεν, κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να υποχωρήσει, η απόφαση να συνεργαστούν ήταν κακή από την αρχή. Το γεγονός ότι είχαν καταφέρει να ολοκληρώσουν το Τσέσαπικ Σορς ήταν θαύμα. Η γιαγιά κοίταξε συνοφρυωμένη τον Μικ και ύστερα στράφηκε στην Άμπι. «Είναι μια χαρά. Ο Τομ προσπαθεί να προωθήσει ένα νόμο για την προστασία του κόλπου και να βρει χρηματοδότηση για τον καθαρισμό τόσο του κόλπου όσο και των παραποτάμων που εκβάλλουν σ’ αυτόν. Ο Τζεφ έχει κτηματομεσιτικό γραφείο και διαχειρίζεται την ενοικίαση των καταστημάτων στην πόλη. Η κόρη του, η Σούζι, δουλεύει μαζί του». «Χριστέ μου, έχω να δω χρόνια τη Σούζι», είπε η Άμπι. «Ήταν κοριτσάκι ακόμα όταν έφυγα για τη Νέα Υόρκη».


«Τέλειωσε το κολέγιο πέρυσι», είπε η Τζες. «Με άριστα, έτσι δεν είναι, γιαγιά;» Η γιαγιά αγνόησε το σαρκασμό στη φωνή της Τζες και απάντησε απλά: «Έτσι είναι. Ο Τζεφ είναι πολύ περήφανος γι’ αυτήν». «Πώς είναι η μητέρα σου, Άμπι;» ξεφούρνισε αναπάντεχα ο Μικ. «Τη βλέπεις, έτσι δεν είναι;» Η Άμπι διέκρινε το βαθύ πόνο στα μάτια του και ένιωσε την ίδια λύπη όπως κάθε φορά που τη ρωτούσε και η μητέρα της για την υπόλοιπη οικογένεια. «Γευματίζουμε περίπου κάθε δεκαπέντε μαζί και, όποτε μπορεί, έρχεται και παίζει τα Σάββατα με τις μικρές. Καλά είναι. Της αρέσει η ζωή στη μεγαλούπολη». «Είμαι σίγουρος γι’ αυτό», είπε ο Μικ με ολοφάνερη πικρία, αλλά έκλεισε το στόμα του όταν η Άμπι του έδειξε προς το μέρος των κοριτσιών για να του θυμίσει ότι δεν υπήρχε λόγος να ακούσουν το παραμικρό εναντίον της γιαγιάς τους. «Η γιαγιά Μέγκαν είναι όμορφη», είπε η Κέιτλιν και μετά κοίταξε σαστισμένη τον Μικ. «Την ξέρεις;» Η Άμπι συνειδητοποίησε πως, δεδομένου ότι οι κόρες της δεν είχαν δει ποτέ μαζί τον Μικ και τη Μέγκαν, δεν μπορούσαν να καταλάβουν την μπερδεμένη σχέση τους. Η σκιά στα μάτια του Μικ έγινε πιο βαριά όταν απάντησε στην εγγονή του. «Κάποτε την ήξερα», είπε ήρεμα. «Η γιαγιά Μέγκαν και ο παππούς Μικ ήταν παλιά παντρεμένοι», εξήγησε η Άμπι. Αυτό έκανε τα μάτια της Κάρι να αστράψουν με ενδιαφέρον. «Πήρατε... ζύγιο όπως η μαμά και ο μπαμπάς;» Ο Μικ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ναι». «Και εξακολουθείτε να αγαπάτε τα παιδιά σας;» τον ρώτησε η Κέιτλιν ανήσυχη. «Η μαμά και ο μπαμπάς λένε πως εμάς θα μας αγαπάνε για πάντα, κι ας μην αγαπάνε πια ο ένας τον άλλο». «Οι μαμάδες και οι μπαμπάδες δε σταματάνε ποτέ να αγαπάνε τα παιδιά τους», τη διαβεβαίωσε ο Μικ. Το σοβαρό βλέμμα του στράφηκε στιγμιαία στην Τζες καθώς το έλεγε αυτό, σαν να


προσπαθούσε να της μεταφέρει κάποιο μήνυμα. Εκείνη γύρισε αποφασιστικά αλλού το κεφάλι της και καταπιάστηκε να κόψει το κρέας στο πιάτο της σε μικρά κομμάτια, που στη συνέχεια τα έσπρωξε στην άκρη χωρίς να τα αγγίξει. Καταλαβαίνοντας πως ούτε αυτό το θέμα ήταν περισσότερο ασφαλές από τα επαγγελματικά, η Άμπι σηκώθηκε. «Κορίτσια, τι θα λέγατε να βάλουμε παγωτό και να το φάμε έξω; Εμάς θα μας συγχωρήσετε, έτσι;» Είχε ήδη σηκωθεί όταν έκανε την ερώτηση και δεν περίμενε απάντηση. Η Κάρι και η Κέιτλιν πήδησαν από τις καρέκλες τους και έτρεξαν ενθουσιασμένες στην κουζίνα, με την Άμπι να τις ακολουθεί. Όταν βρέθηκαν μακριά από την ένταση της τραπεζαρίας, αναστέναξε ανακουφισμένη. Εντάξει, είχε αφήσει την Τζες με τους λύκους εκεί μέσα, αλλά εκείνη τη στιγμή ένιωθε πως η καθεμιά έπρεπε να φροντίσει τον εαυτό της. «Τι παγωτό μπορούμε να φάμε, μαμά;» τη ρώτησε η Κάρι τραβώντας την από το παντελόνι. «Για να δούμε τι έχει η γιαγιά στο ψυγείο», της είπε, αν και ήξερε την απάντηση. Δεν υπήρχε μέρα που να μην είχε το ψυγείο παγωτό φράουλα, το αγαπημένο παγωτό της γιαγιάς, και παγωτό σοκολάτα, που ήταν πάντα η πρώτη επιλογή του Μικ, η δική της και των αδερφών της. Η Τζες προτιμούσε τη βανίλια, άρα σίγουρα θα υπήρχε και αυτό το παγωτό. Είπε στα κορίτσια τις διάφορες επιλογές -συμφώνησαν και οι δύο στη φράουλα, για μια φορά- και στη συνέχεια τους έβαλε από μια μπάλα. «Έξω», τους είπε, δίνοντάς τους τα πλαστικά μπολάκια και τα κουτάλια. «Έρχομαι κι εγώ αμέσως». Σέρβιρε για τον εαυτό της δυο μπάλες σοκολάτα και μετά τις κάλυψε με μπόλικο σιρόπι σοκολάτας. Έτσι όπως πήγαινε η μέρα, θα χρειαζόταν και την τελευταία μπουκιά σοκολάτας για να τα βγάλει πέρα.


Κεφάλαιο 4 Η Άμπι χάρηκε που είχε ταξιδέψει με το μαύρο επαγγελματικό ταγέρ που είχε φορέσει την Παρασκευή το πρωί στη δουλειά. Τη Δευτέρα το πρωί το σιδέρωσε προτού το ξαναφορέσει και ξεκίνησε να πάρει την Τζες από το πανδοχείο. Όταν έφτασε εκεί και είδε την αδερφή της ντυμένη ακόμα με ένα σορτσάκι γεμάτο μπογιές και ένα ξεθωριασμένο μπλουζάκι, έπνιξε με δυσκολία έναν αναστεναγμό. Απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα, η Τζες είχε διακοσμητική έμπνευση και είχε αφαιρεθεί. «Συγνώμη», της είπε η Τζες αναψοκοκκινισμένη όταν την είδε. «Έχασα την αίσθηση του χρόνου. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, έτσι άρχισα να βάφω μόλις ξημέρωσε. Ύστερα μου τηλεφώνησε κάποιος για μια κράτηση...» «Τζες, δεν έχουμε ώρα για κουβέντες», την έκοψε η Άμπι. «Δεν μπορείς να εμφανιστείς στην τράπεζα έτσι», συνέχισε, προσπαθώντας να μη χάσει την υπομονή της. Η Τζες έδειχνε αρκετά τσιτωμένη και χωρίς τις δικές της φωνές. «Ξέρεις πόσο σημαντική είναι αυτή η συνάντηση. Είναι κρίσιμο να τη χειριστούμε όσο πιο επαγγελματικά μπορούμε. Άλλαξε, και κάνε γρήγορα, σε παρακαλώ». «Πέντε λεπτά, σου το υπόσχομαι. Εσύ μπορείς να προχωρήσεις. Θα σε βρω εκεί». Η Άμπι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και συνέχισε το δρόμο της, ανακουφισμένη από μια άποψη που θα πήγαινε μόνη. Θα μπορούσε να πει πράγματα που δεν ήθελε να πει μπροστά στην αδερφή της, να παραδεχτεί την αποτυχία της Τζες στη διαχείριση, τονίζοντας όμως ότι η αδερφή της θα είχε πλέον υποστήριξη και πως στο εξής η κατάσταση θα έμπαινε σε μια σειρά.


Μόλις η Κοινοτική Τράπεζα του Τσέσαπικ Σορς άνοιξε τις πόρτες της, η Άμπι μπήκε μέσα λες και τούτο το μέρος τής ανήκε και κατευθύνθηκε αμέσως προς το γραφείο του Λόρενς Ράιλι. Χαμογέλασε πλατιά στη Μαράια Γουόλς, που όσα χρόνια τη θυμόταν εργαζόταν σ’ αυτή τη θέση. «Άμπι, τι στην ευχή σε έφερε πίσω στην πόλη;» τη ρώτησε η Μαράια. «Ήρθα να δω την οικογένειά μου», της απάντησε. «Εσύ τι κάνεις;» «Τα ίδια όπως πάντα. Απλώς κουβαλάω μερικά επιπλέον χρονάκια στην πλάτη μου». Η Άμπι της έδειξε με ένα νεύμα προς το γραφείο του κυρίου Ράιλι. «Είναι μέσα;» τη ρώτησε. «Πρέπει να του μιλήσω». «Για ποιο θέμα;» τη ρώτησε η Μαράια, έχοντας σηκώσει ήδη το ακουστικό. «Για το δάνειο της Τζες για το πανδοχείο». Η Μαράια συνοφρυώθηκε και έκλεισε το τηλέφωνο. «Τότε θα πρέπει να μιλήσεις με τον Τρέις». Η Άμπι ένιωσε την καρδιά να κλοτσάει στο στήθος της μόλις άκουσε το όνομα του Τρέις Ράιλι. Πήγαιναν χρόνια που είχαν να ιδωθούν οι δυο τους, και ήταν γελοίο να ταράζεται και μόνο στο άκουσμα του ονόματος του. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε τι ήταν αυτό που της έκρυβε η Τζες. Η αδερφή της ήξερε ότι εμπλεκόταν και ο Τρέις στην υπόθεσή της και ότι η Άμπι θα έπρεπε να διαπραγματευτεί μ’ αυτόν και όχι με τον πατέρα του. Προσπάθησε να ξαναβρεί την ψυχραιμία της, προτού αντιληφθεί η Μαράια ότι τα λόγια της την είχαν αναστατώσει. «Ο Τρέις δουλεύει εδώ;» τη ρώτησε. «Με εκπλήσσει». Ο Τρέις πάντα ορκιζόταν πως θα έπρεπε να παγώσει η κόλαση για να δουλέψει σε τράπεζα, πόσω μάλλον για τον πατέρα του. Η Μαράια της χαμογέλασε. «Θα πάγωσε η κόλαση, ε; Ξεκίνησε μόλις την περασμένη βδομάδα και λέει ότι είναι προσωρινό. Ο πατέρας του, βέβαια, ελπίζει ότι αυτό θα αλλάξει. Στο μεταξύ, όμως, είναι υπεύθυνος του τμήματος δανείων».


Να πάρει, σκέφτηκε η Άμπι. Ίσως αυτό λειτουργούσε υπέρ της, αλλά αμφέβαλλε. Την τελευταία φορά που είχαν ιδωθεί οι δυο τους, είχε κοιμηθεί μαζί του, του είχε εξομολογηθεί τον έρωτά της και στη συνέχεια είχε φύγει για τη Νέα Υόρκη χωρίς άλλη λέξη. Στους μήνες και τα χρόνια που ακολούθησαν, είχε πείσει τον εαυτό της ότι δεν είχε άλλη επιλογή, ότι ο Τρέις θα της αποσπούσε την προσοχή και δεν είχε αυτό το περιθώριο. Για την ακρίβεια, είχε ένα ολόκληρο κατεβατό από δικαιολογίες που εκείνη την εποχή της φαίνονταν απόλυτα λογικές. Είχε μάλιστα πείσει τον εαυτό της πως είχε πάρει την απόφαση να χωρίσουν τόσο για το δικό της όσο και για το δικό του καλό. Βέβαια, θα έπρεπε να είχε το θάρρος να του το πει. Αντίθετα, είχε φύγει σαν δειλή, επειδή ο Τρέις την έβαζε σε πειρασμό με τρόπους που εξουδετέρωναν όλες τις άμυνές της. Αν τον είχε δει έστω και μία ακόμα φορά, δεν ήξερε τι θα είχε γίνει η απόφασή της να πάει στη Νέα Υόρκη και να ξεκινήσει μια καριέρα στη Γουόλ Στρητ. Μπορεί να είχε πειστεί να μείνει εδώ μαζί του. Προφανώς αυτός είχε υποκύψει στην πίεση του πατέρα του, όπως ακριβώς φοβόταν πάντα εκείνη. Εξαιτίας αυτού του φόβου, της ήταν αδύνατο να πιστέψει όλα τα όμορφα λόγια και τις υποσχέσεις του για το μέλλον τους. Η Μαράια την κοίταξε με νόημα. «Το γραφείο του είναι στο τέλος του διαδρόμου αριστερά. Θέλεις να τον ειδοποιήσω ότι πας να τον δεις;» «Καλύτερα να του κάνω έκπληξη», της απάντησε η Άμπι και, ορθώνοντας το παράστημά της, προχώρησε προς το γραφείο του. Είχε πλούσια εμπειρία από δυσάρεστες συναντήσεις ώστε να επιστρατεύσει την αποφασιστικότητά της για τη συγκεκριμένη. Χτύπησε την πόρτα και μπήκε χωρίς να περιμένει απάντηση. Ο Τρέις μιλούσε στο τηλέφωνο κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Της έκανε νόημα αφηρημένα να καθίσει σε μια καρέκλα, χωρίς να γυρίσει καν το κεφάλι του. Η Άμπι αναστέναξε ανακουφισμένη μ’ αυτή την αναβολή. Της έδινε χρόνο να τον περιεργαστεί.


Έδειχνε καλά. Πολύ καλά. Τα μανίκια του πουκαμίσου του ήταν σηκωμένα, αποκαλύπτοντας τους ηλιοκαμένους βραχίονές του. Οι ρυτίδες του γέλιου στα μάτια του ήταν λίγο πιο βαθιές τώρα. Τα μαλλιά του, πυκνά και σκούρα καστανά με χρυσαφιές ανταύγειες από τον ήλιο, ήταν μπερδεμένα από τον αέρα και κάπως μακριά. Η Άμπι χαμογέλασε. Θα έβαζε στοίχημα ότι είχε έρθει στη δουλειά με τη Χάρλεΐ του. Αυτή η μοτοσικλέτα ήταν η πρώτη μεγάλη του επανάσταση όταν πήγαιναν ακόμα στο λύκειο και το ενδεχόμενο να μην την έχει εγκαταλείψει της πρόσφερε μια απρόσμενη αίσθηση ελπίδας. Αυτός ήταν ο Τρέις που θυμόταν, όχι ένας τυπικός τραπεζίτης όπως ο πατέρας του. Μ’ αυτό τον άντρα μπορούσε να διαπραγματευτεί, να τον προκαλέσει να παρακάμψει τους κανόνες. Όταν τελείωσε το τηλεφώνημά του, γύρισε και την είδε για πρώτη φορά. Κάτι σκοτεινό και επικίνδυνο άστραψε στο βλέμμα του, αλλά η έκφρασή του παρέμεινε ουδέτερη. «Κοίτα ποια μας έφερε η γάτα». «Γεια σου, Τρέις». «Βάζω στοίχημα ότι δεν περίμενες να με βρεις εδώ», της είπε. «Εντάξει, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη». «Ευχάριστη;» τη ρώτησε με αμφιβολία. «Για μένα, ναι. Ήμασταν φίλοι, Τρέις. Γιατί δε θα χαιρόμουν να σε ξαναδώ;» τον ρώτησε, αν και ήξερε την απάντηση. Απλώς είχε ελπίσει να παρακάμψει με λεπτότητα την αμηχανία. Αλλά ο θυμός που σιγόβραζε στο βλέμμα του δεν άφηνε τέτοια περιθώρια. «Φίλοι;» επανέλαβε ο Τρέις υψώνοντας το φρύδι του. «Εγώ δεν τα θυμάμαι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Μπορεί να με απατά η μνήμη μου, αλλά είχα την εντύπωση ότι ήμασταν κάτι περισσότερο από φίλοι». Τα μάγουλα της Άμπι φλογίστηκαν. «Πάει πολύς καιρός από τότε, Τρέις. Μια ζωή». Εκείνος δίστασε για μια στιγμή που της φάνηκε μια αιωνιότητα, κοιτάζοντάς τη με βλέμμα ανέκφραστο. Τελικά γύρισε το κεφάλι του και έπιασε ένα ντοσιέ με ένα απειλητικό κόκκινο


αυτοκόλλητο χαρτάκι στο εξώφυλλο. «Υποθέτω ότι ήρθες γι’ αυτό», της είπε, σε τόνο ξαφνικά κοφτό και εντελώς επαγγελματικό. «Η Τζες έχει μπλέξει άσχημα». Η Άμπι ακολούθησε το παράδειγμά του και άνοιξε το χαρτοφύλακά της. «Αυτό το ξέρουμε και είμαστε έτοιμοι να δώσουμε στην τράπεζα τις απαραίτητες διαβεβαιώσεις ότι τα πράγματα θα αλλάξουν από δω και στο εξής». «Θα χρειαστεί μεγάλη μαεστρία για να το πετύχεις αυτό», της είπε ο Τρέις. «Η αδερφή σου δε διαθέτει καμιά ικανότητα διαχείρισης. Νομίζω ότι αυτό είναι φανερό. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η τράπεζα ενέκρινε εξαρχής αυτά τα δάνεια. Υποθέτω από ευγένεια προς τον πατέρα σου». Εκείνη τη στιγμή η πόρτα του γραφείου άνοιξε πάλι και μπήκε η Τζες. Συνοφρυώθηκε όταν άκουσε τα λόγια του. «Δε θα μπορούσες να κάνεις μεγαλύτερο λάθος, Τρέις. Τα ενέκριναν επειδή ήταν μια σίγουρη επένδυση. Αυτά ακριβώς ήταν τα λόγια του πατέρα σου όταν μου τηλεφώνησε για να με ενημερώσει ότι είχαν εγκριθεί τόσο το ενυπόθηκο όσο και το επαγγελματικό δάνειο». Κοίταξε τον Τρέις απτόητη και πρόσθεσε: «Και εξακολουθεί να είναι». «Όχι, σύμφωνα με τα έγγραφα που έχω μπροστά μου», την αντέκρουσε ο Τρέις. «Είναι καιρός να περιορίσουμε τη χασούρα μας, και αυτό ακριβώς σκοπεύω να εισηγηθώ στο διοικητικό συμβούλιο αύριο». «Όχι», του είπε με πάθος η Άμπι. «Όχι προτού μας ακούσεις». Παραβλέποντας την ανησυχία της Τζες και τα κατακόκκινα μάγουλα του Τρέις, βούτηξε στα βαθιά, πετώντας τη διπλωματία στα σκουπίδια. «Αν διαθέτεις έστω και μια στάλα επιχειρηματικό πνεύμα στο ξεροκέφαλο σου, θα καταλάβεις ότι το σχέδιο μας είναι απόλυτα λογικό». «Και γιατί θα έπρεπε να πιστέψω οτιδήποτε έχεις να μου πεις εσύ;» τη ρώτησε εκείνος. Η Άμπι ξεροκατάπιε. Θα τινάζονταν όλα στον αέρα εξαιτίας της παλιάς σχέσης της με τον Τρέις. Γιατί δεν την είχε προειδοποιήσει η


Τζες; Αν το είχε κάνει, θα είχε φροντίσει να κρατηθεί όσο γινόταν πιο μακριά από την τράπεζα. Από τη στιγμή όμως που βρισκόταν εκεί, δε θα επέτρεπε στον Τρέις να την αναγκάσει να υποχωρήσει. «Μη μετατρέπεις το θέμα σε αντιπαράθεση μεταξύ μας, Τρέις», του είπε ήρεμα. «Δε δίνει καλή εντύπωση ούτε για σένα ούτε για την τράπεζα». Ο Τρέις την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Μου φαίνεται ότι έχεις πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου. Πίστεψέ με, εσύ δεν έχεις καμιά σχέση με την απόφασή μου. Τα πάντα είναι γραμμένα ξεκάθαρα σ’ αυτά τα χαρτιά. Οι άνθρωποι μπορεί να λένε ψέματα, οι αριθμοί όχι». Η Άμπι ήξερε ότι ο Τρέις είχε δίκιο ως προς αυτό, αλλά δε θα κατέθετε τα όπλα χωρίς μάχη. Είχε δει τη στιγμιαία λάμψη ενοχής στα μάτια του, όταν τον είχε κατηγορήσει ότι είχε αφήσει τα αισθήματά του για εκείνη να μπλεχτούν στην υπόθεση. Και σκόπευε να το χρησιμοποιήσει για να τον αναγκάσει να το ξανασκεφτεί. Χαμήλωσε τον τόνο της. «Τουλάχιστον θα ακούσεις αυτά που έχω να σου πω; Νομίζω πως αυτό μας το χρωστάς». «Αλήθεια;» τη ρώτησε. «Και πώς κατέληξες σ’ αυτό το συμπέρασμα;» «Θέλεις να αποδείξεις ότι η απόφασή σου είναι εντελώς αντικειμενική, σωστά; Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να εξετάσεις όλα τα στοιχεία. Διαφορετικά θα επιμείνω να παρευρεθώ στο συμβούλιο, και το μόνο που θα πετύχεις θα είναι να ρεζιλευτείς, ύστερα από μόλις μια βδομάδα στη δουλειά». Ο Τρέις της έδειξε πάλι το φάκελο. «Τα στοιχεία είναι εδώ μέσα». «Όχι όλα», επέμεινε η Άμπι. Του έδωσε ένα πακέτο με χαρτιά. Είχε διαθέσει όλο το απόγευμα της Κυριακής για να τα προετοιμάσει, εν μέρει επειδή ήθελε να είναι όσο γινόταν πιο ισχυρή η επιχειρηματολογία της και εν μέρει για να αποφύγει τον Μικ. «Ρίξε μια ματιά. Όπως θα δεις, υπάρχει ένας καινούριος επενδυτής. Η Τζες διαθέτει πλέον αρκετά μετρητά ώστε να καλύψει


εμπρόθεσμα τις δόσεις των δανείων και να χρηματοδοτήσει τη λειτουργία του πανδοχείου τους πρώτους έξι μήνες, μπορεί και περισσότερο, αν είναι προσεκτική. Στις σελίδες δύο και τρία υπάρχει ένα αναλυτικό επιχειρηματικό σχέδιο. Και στη σελίδα τέσσερα υπάρχει ένα σχέδιο για την επαναχρηματοδότηση εκείνου του αδιανόητου ενυπόθηκου δανείου με τον όρο πληρωμής αρχικά μόνο των τόκων, το οποίο δε θα έπρεπε εξαρχής να χορηγηθεί. Πιστεύω ότι θα μπορούσαμε πολύ εύκολα να στηρίξουμε μια αγωγή με το επιχείρημα ότι η τράπεζα ήλπιζε να αντιμετωπίσει η Τζες οικονομικά προβλήματα, ώστε να μπορέσει να κατάσχει το πανδοχείο όταν θα είχαν πέσει σ’ αυτό πολλά χρήματα για την ανακαίνιση». Ο Τρέις την κοίταξε σαν να μην πίστευε στ’ αυτιά του. «Δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά. Νομίζεις ότι το λάθος ήταν της τράπεζας;» Η Άμπι του χαμογέλασε. «Ναι». «Είσαι τρελή!» «Θέλεις να δοκιμάσεις τη θεωρία μου στο δικαστήριο; Πιστεύω ότι ο κόσμος είναι έξαλλος με τις πρακτικές δανεισμού των τραπεζών που αναποδογύρισαν μια ολόκληρη αγορά. Νομίζω ότι θα μπορούσαμε να μετατρέψουμε την Τζες σε ένα πολύ αξιολύπητο θύμα». Ο Τρέις την κοίταξε με μια λάμψη θαυμασμού στα μάτια του. «Καθόλου άσχημα. Για μια στιγμή παραλίγο να με πείσεις». «Δεν αστειευόμουν», τον βεβαίωσε η Άμπι. «Η επόμενη στάση μου θα είναι στο γραφείο ενός δικηγόρου, εκτός αν σε κάνω να λογικευτείς». Ο Τρέις αιφνιδιάστηκε. «Θα πρέπει να παρουσιάσω την πρότασή σου στο συμβούλιο», της είπε στο τέλος. «Ασφαλώς. Συνεδριάζει αύριο;» «Στις δέκα το πρωί», της απάντησε. «Δηλαδή θα έχεις μια απάντηση μέχρι το μεσημέρι;» Ο Τρέις κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ραντεβού στο ναυτικό όμιλο στις δώδεκα και τέταρτο. Θα σε ενημερώσω γευματίζοντας».


Η Άμπι δίστασε. Θα μπορούσε να μείνει, είχε σχεδιάσει να μείνει, αλλά τώρα που εμπλεκόταν και ο Τρέις στην υπόθεση το πράγμα ήταν πολύ μπερδεμένο. «Η Τζες θα είναι εκεί, αλλά εγώ δεν μπορώ να είμαι. Πρέπει να γυρίσω στη Νέα Υόρκη απόψε». Ο Τρέις την κοίταξε στα μάτια. «Αν θέλεις να εγκριθεί η πρότασή σου, θα είσαι εκεί». «Γιατί; Η επιχείρηση είναι της Τζες, όχι δική μου». «Θα είσαι εκεί γιατί σκοπεύω να εισηγηθώ στο συμβούλιο να εγκρίνει την πρότασή σου με έναν πολύ συγκεκριμένο όρο». Η Τζες στήθηκε στην καρέκλα της. «Τι όρο;» ρώτησε καχύποπτα. Ο Τρέις την κοίταξε σαν να είχε ξεχάσει πως βρισκόταν κι εκείνη στο δωμάτιο. «Ότι η αδερφή σου θα αναλάβει τη διαχείριση». «Όχι!» φώναξαν ταυτόχρονα η Άμπι και η Τζες. «Το πανδοχείο είναι δικό μου», διαμαρτυρήθηκε η Τζες. «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μου υπαγορεύσεις ποιος θα το διαχειριστεί». «Έχω, εφόσον παίζονται τα χρήματα της τράπεζας, και εσύ έχεις βεβαρημένο παρελθόν με τις καθυστερήσεις πληρωμών», της απάντησε ο Τρέις, καρφώνοντάς τη σκληρά με το βλέμμα του. «Η Άμπι μένει, διαφορετικά η συμφωνία ακυρώνεται». «Μα το σχέδιο...» άρχισε να λέει η Άμπι. «Δεν αξίζει ούτε το χαρτί στο οποίο είναι γραμμένο, αν δε συνεχίσεις να συμμετέχεις εσύ», της απάντησε. «Δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι τα λεφτά δε θα εξανεμιστούν πριν την επόμενη πληρωμή». «Έλα τώρα, Τρέις, λογικέψου», τον παρακάλεσε η Άμπι. «Πρέπει να γυρίσω στη Νέα Υόρκη. Έχω τη δουλειά μου. Η Τζες ξέρει τι πρέπει να κάνει. Της έχω εμπιστοσύνη». «Εσύ είσαι η αδερφή της. Εγώ είμαι ο τραπεζίτης της», της δήλωσε. «Αν δε συμφωνήσεις με τους όρους μου, θα προχωρήσουμε στην κατάσχεση». Έστρεψε το βλέμμα του από την


Άμπι στην Τζες και μετά πάλι στην Άμπι. «Λοιπόν, τι θα γίνει; Θα σε δω αύριο;» Η Άμπι κατάπιε την αιχμηρή απάντηση που ανέβηκε στη γλώσσα της και κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, επειδή φοβόταν τα λόγια που θα ξεστόμιζε αν μιλούσε. Κράτησε την ανάσα της και προσευχήθηκε να φανεί το ίδιο διπλωματική και η Τζες. Κοίταξε την αδερφή της και είδε ότι ήταν έξαλλη, αλλά τουλάχιστον κράτησε το στόμα της κλειστό. Για την ώρα, ο Τρέις τις κρατούσε στο χέρι, και το ήξεραν όλοι. Όταν όμως το συμβούλιο ενέκρινε το τρελό του σχέδιο, η Άμπι πίστευε ότι θα του αρκούσε η ικανοποίηση της νίκης. Στη συνέχεια, θα κατάφερνε να τον λογικέψει. Ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Από την άλλη, είχε μάθει εδώ και καιρό ότι ένας άντρας με πληγωμένη περηφάνια μπορεί να μετατραπεί σε άγριο και πεισματάρη αντίπαλο. Για την ώρα, έκανε παιχνίδι ο Τρέις Ράιλι, έτσι εκείνη και η Τζες θα έπρεπε να παίξουν με τους δικούς του κανόνες... τουλάχιστον μέχρι να σκαρφιστεί η Άμπι καινούριους, και στη συνέχεια να τον κάνει να πιστέψει ότι τους είχε βρει μόνος του. Έξω από την τράπεζα, η Τζες στάθηκε στο πεζοδρόμιο τρέμοντας. Στράφηκε απότομα προς την αδερφή της. «Τι στο διάβολο συνέβη μόλις τώρα εκεί μέσα; Νόμιζα ότι ήσουν με το μέρος μου». «Και βέβαια είμαι με το μέρος σου», είπε η Άμπι, φανερά σαστισμένη από την επίθεση της Τζες. «Όλα αυτά έγιναν για να μη χάσεις το πανδοχείο». «Είναι σαν να το έχω χάσει», της πέταξε η Τζες. «Έβαλε εσένα υπεύθυνη. Καλή επιτυχία, αδερφούλα!» Η Άμπι συνοφρυώθηκε. «Τζες, ηρέμησε. Πάμε για έναν καφέ στο Σάλι’ς να το κουβεντιάσουμε. Πρέπει να καταστρώσουμε τη στρατηγική μας». «Ποια στρατηγική; Να μπει το όνομά σου στη συμφωνία;» «Τζες!»


Τα μάτια της Άμπι άστραψαν πληγωμένα, αλλά η Τζες δεν είχε καμιά διάθεση να υποχωρήσει. Ήταν έξαλλη και έπρεπε να ξεσπάσει σε κάποιον. Η αδερφή της ήταν η πιο προφανής επιλογή, τη στιγμή που δεν μπορούσε να ξαναμπεί στην τράπεζα να γρονθοκοπήσει τον Τρέις. Ακόμα και πάνω στην οργή της, ήξερε πως αυτό θα ήταν αντιπαραγωγικό. «Θα έπρεπε να είχα αφήσει τον Μικ να το χειριστεί», είπε. «Θα είχε κάνει μερικά τηλεφωνήματα στην τράπεζα και θα είχαν υποχωρήσει αμέσως. Μπορεί να αναγκαζόμουν να τον ακούω να λέει μια ολόκληρη ζωή "σου το είχα πει εγώ", αλλά θα ήταν προτιμότερο από το δικό σου πισώπλατο μαχαίρωμα». Τα μάτια της Άμπι γυάλισαν θυμωμένα, και η Τζες κατάλαβε αμέσως ότι το είχε παρατραβήξει. «Αρκετά», είπε η Άμπι παγερά. «Ήρθα εδώ επειδή μου το ζήτησες. Δε δημιούργησα εγώ αυτό το μπάχαλο, αλλά βρήκα έναν τρόπο να βγεις απ’ αυτό. Έπεισα τον Τρέις να τον δεχτεί, ώστε να μπορέσεις να κρατήσεις το πανδοχείο». Συνοφρυώθηκε ακόμα περισσότερο. «Και τώρα κατηγορείς εμένα επειδή ο Τρέις θέλησε να βάλει ένα δικό του όρο προκειμένου να μην προχωρήσουν στην κατάσχεση; Άκουσες να τον ζητάω εγώ; Άκουσες να λέω όχι; Πιστεύεις ειλικρινά ότι θέλω να παγιδευτώ στο Τσέσαπικ Σορς για ένας Θεός ξέρει πόσο καιρό, όταν η ζωή μου είναι στη Νέα Υόρκη;» Κούνησε το κεφάλι της. «Τελικά είναι αλήθεια αυτό που λένε, ότι καμιά καλή πράξη δε μένει ατιμώρητη». Μετά από αυτό το ξέσπασμα, η Άμπι έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε. Η ενοχή έπνιξε αμέσως την Τζες. Η Άμπι είχε δίκιο. Δεν είχε ζητήσει εκείνη αυτή την εξέλιξη. Και ίσως -απλά ίσως-, αν δεν της είχε κρατήσει μυστικό ότι θα έπρεπε να διαπραγματευτεί με τον Τρέις, η Άμπι να ήταν προετοιμασμένη και να είχε καταστρώσει διαφορετική στρατηγική. Έτσι όπως είχαν τα πράγματα, ωστόσο, είχε πάει στα τυφλά, ακριβώς αυτό που είχε προειδοποιήσει την Τζες ότι δεν ήθελε να της συμβεί. Και ήταν φανερό ότι ο Τρέις είχε υπαναχωρήσει στην υπόσχεσή του να μην επιτρέψει στα προσωπικά του αισθήματα να επηρεάσουν την


απόφαση της τράπεζας. Αυτό που έκανε τώρα ήταν καθαρή εκδίκηση, αναγκάζοντας την Άμπι να βρίσκεται σε συνεχή επαφή μαζί του, ώστε να μπορεί... Τι; Να την ταπεινώσει; Να τα φτιάξει ξανά μαζί της; Αυτό η Τζες δεν το ήξερε ακόμα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έτρεξε πίσω από την αδερφή της. «Άμπι, περίμενε!» Η Άμπι δεν ανέκοψε καν το βήμα της. Ήταν μάλιστα τόσο θυμωμένη, που προσπέρασε το νοικιασμένο αμάξι της. Η Τζες την πρόλαβε τελικά στο επόμενο τετράγωνο. «Συγνώμη», της είπε. «Το λάθος δεν ήταν δικό σου. Το ξέρω. Απλώς αυτός ο άνθρωπος με κάνει έξαλλη». «Καλώς όρισες στην παρέα», της είπε ξερά η Άμπι. «Γιατί δε μου είπες ότι ο Τρέις δούλευε στην τράπεζα, ότι διαχειριζόταν την υπόθεση; Το ήξερες, έτσι δεν είναι;» «Όχι όταν σου τηλεφώνησα», της ορκίστηκε η Τζες. «Δε ζούσε εδώ, χρόνια τώρα. Ήρθε να ρίξει μια ματιά στο πανδοχείο λίγο πριν φτάσεις εδώ. Τότε έμαθα για πρώτη φορά ότι είχε επιστρέψει στην πόλη και ότι δούλευε στην τράπεζα. Φοβήθηκα πως αν το μάθαινες θα με παρατούσες στην τύχη μου». Η Άμπι ύψωσε το φρύδι της. «Πίστευα ότι με ήξερες καλύτερα». «Δεν είχα ιδέα πόσο βαθύ ήταν το χάσμα ανάμεσά σας. Ποτέ δε μου είπες γιατί χώρισες μαζί του. Ήταν κοινό μυστικό ότι του ράγισες την καρδιά. Εκείνο που κανείς δε φαινόταν να ξέρει ήταν γιατί ή αν σε είχε πληγώσει κι εκείνος. Εσύ δε θέλησες ποτέ να το κουβεντιάσεις. Θυμάσαι, σε ρώτησα ένα εκατομμύριο φορές, μέχρι που στο τέλος με απείλησες πως, αν σου ανέφερα άλλη μια φορά το όνομά του, δε θα ξανατηλεφωνούσες στο σπίτι». «Πραγματικά, μου είχες γίνει σκέτο τσιμπούρι», είπε η Άμπι χαμογελώντας με την ανάμνηση. «Εντάξει, υποθέτω ότι καταλαβαίνω γιατί δε μου είπες ότι θα έπρεπε να διαπραγματευτώ με τον άντρα που παράτησα κάποτε». «Προσπάθησα να σου το πω, μην το ξεχνάμε», της θύμισε η Τζες. «Αλλά τότε έκανε την εμφάνισή του ο μπαμπάς, θυμάσαι;»


Η Άμπι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Θυμάμαι». «Θέλεις τελικά να πάμε για εκείνο τον καφέ;» της πρότεινε η Τζες διαλλακτικά. «Κερνάω εγώ». «Με τι λεφτά;» την αντέκρουσε η Άμπι. «Και η τελευταία δεκάρα σου πρέπει να πάει στο πανδοχείο. Εγώ θα κεράσω». Η Τζες χαμογέλασε. «Καμιά αντίρρηση. Αλλά σε προειδοποιώ, θα παραγγείλω δύο αβγά με μπέικον και βάφλες. Το στομάχι μου ήταν πολύ σφιγμένο για να φάω πρωινό πριν τη συνάντηση. Και τώρα, μετά απ’ όλη αυτή την εξοργιστική συζήτηση, νιώθω ξελιγωμένη. Εσύ;» «Αν η Σάλι σέρβιρε αλκοόλ, θα έπινα ένα διπλό ποτό, αλλά αφού δε σερβίρει, καλές είναι και οι βάφλες», απάντησε η Άμπι. Προχώρησαν σιωπηλές μέχρι την καφετέρια στο επόμενο τετράγωνο. Όταν η Άμπι άπλωσε το χέρι να ανοίξει την πόρτα, η Τζες ακούμπησε την παλάμη της πάνω στο χέρι της αδερφής της και περίμενε μέχρι να γυρίσει η Άμπι να την κοιτάξει. «Ειλικρινά λυπάμαι γι’ αυτά που είπα». Η Άμπι αναστέναξε. «Το ξέρω». Η Τζες την κοίταξε για λίγο και χαμογέλασε. «Βάζω στοίχημα πως ξέρω κάτι που εσύ δεν ξέρεις». «Και τι είναι αυτό;» «Ο Τρέις Ράιλι εξακολουθεί να είναι τρελός και παλαβός μαζί σου». «Είσαι τρελή». Η Τζες κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Ξέρεις και κάτι άλλο; Είμαι σχεδόν εκατό τοις εκατό σίγουρη πως είναι αμοιβαίο». Η Άμπι όρθωσε το παράστημά της και της έριξε ένα απαξιωτικό και υπεροπτικό βλέμμα. «Δε θα μπορούσες να κάνεις μεγαλύτερο λάθος». Η Τζες δεν εντυπωσιάστηκε από τους θεατρινισμούς της αδερφής της. «Αυτό θα το δούμε». Για την ακρίβεια, το να παρακολουθεί αυτούς τους δυο να προσπαθούν να αρνηθούν κάτι που ήταν ολοφάνερο σε όλους τους


άλλους θα ήταν ίσως το μόνο διασκεδαστικό κομμάτι αυτής της απίστευτα μπερδεμένης κατάστασης. Η Άμπι δεν είχε καμιά διάθεση για την ανάκριση που την περίμενε στο σπίτι. Η γιαγιά και ο Μικ θα ήθελαν να ακούσουν με κάθε λεπτομέρεια τι ειπώθηκε στη συνάντηση και δεν ήταν σίγουρη πως είχε το κουράγιο να τους ενημερώσει. Η αλήθεια ήταν ότι είχε σκεφτεί αρκετές φορές ότι ο πιο σίγουρος τρόπος για να αποσυρθεί από αυτή την υπόθεση θα ήταν να αφήσει τον πατέρα τους να την αναλάβει. Ακόμα και η Τζες είχε αναφέρει αυτή την πιθανότητα, αν και έδειχνε εντελώς νικημένη όταν το έλεγε. Και εκείνη τη στιγμή η Άμπι είχε καταλάβει πως δε θα μπορούσε να το κάνει. Όταν έφτασε στο σπίτι, βρήκε τον Μικ στη βεράντα. Δε θυμόταν να τον είχε ξαναδεί σε τέτοια χάλια. Ήταν χλομός, είχε λεκέδες στα ρούχα του και έπαιρνε βαθιές ανάσες, γερμένος στο κιγκλίδωμα. «Μπαμπά;» τον ρώτησε θορυβημένη. «Είσαι καλά;» Τα μάγουλά του έγιναν κατακόκκινα. «Μπαμπά, μίλησέ μου. Τι συμβαίνει;» «Μ’ εμένα; Τίποτα. Τα κορίτσια. Μόλις έφυγες το πρωί, άρχισαν να παραπονιούνται πως είχαν πονοκέφαλο και τα μάτια τους γυάλιζαν. Υπέθεσα πως δεν κοιμήθηκαν αρκετά το βράδυ, αλλά η γιαγιά σου πιστεύει πως έχουν ιλαρά. Μου είπε πως δεν τους έκανες εμβόλιο». «Σωστά. Όταν ήταν να τους κάνω το τριπλούν, κυκλοφόρησε μια φήμη ότι μπορεί να έβλαπτε το παιδικό ανοσοποιητικό σύστημα, ακόμα και να προκαλούσε αυτισμό. Δε θέλησα να το διακινδυνεύσω. Πώς είναι τώρα οι μικρές;» «Κοιμήθηκαν, έτσι βγήκα για λίγα λεπτά έξω». «Μάλλον θα έπρεπε να πας να κάνεις ένα ντους και να αλλάξεις ρούχα», του είπε η Άμπι, έκπληκτη από τα εμφανή σημάδια της συμμετοχής του στη φροντίδα των άρρωστων κοριτσιών. «Εγώ θα ανέβω πάνω να αντικαταστήσω τη γιαγιά. Είμαι


σίγουρη πως θα θέλει κι εκείνη να πάρει μια ανάσα. Μακάρι να μου είχατε τηλεφωνήσει». «Συμφωνήσαμε πως η συνάντησή σου στην τράπεζα ήταν πολύ σημαντική για να σε διακόψουμε. Εξάλλου, έχουμε μεγάλη πείρα από άρρωστα παιδιά. Δε θα πάθαιναν τίποτε μαζί μας», της είπε αμυντικά. «Το ξέρω. Σας ευχαριστώ που τα φροντίσατε». «Είναι κι αυτό μέσα στα καθήκοντά μας», της είπε ο Μικ υψώνοντας τους ώμους του. «Τώρα, θέλεις να μου πεις πώς πήγε η συνάντηση;» «Ειλικρινά, πρέπει να δω πρώτα τις κόρες μου». Ο πατέρας της κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Και βέβαια. Αν χρειαστείς κάτι, φώναξε». Η Άμπι μπήκε στο σπίτι και συνάντησε τη γιαγιά της που κατέβαινε τις σκάλες. «Λυπάμαι που αναγκάστηκες να υποστείς όλη αυτή την ταλαιπωρία. Αν είχα την παραμικρή ιδέα ότι υπήρχε περίπτωση να είχαν κολλήσει ιλαρά, δε θα τις είχα φέρει». «Από τη στιγμή που συναναστρέφονται άλλα παιδιά, είναι σχεδόν αδύνατο να αποφύγεις τις παιδικές αρρώστιες. Και επειδή είναι δύο, είναι πιο δύσκολο όταν αρρωστήσουν. Πάλι καλά που ήταν εδώ ο πατέρας σου. Τον είδες;» «Είναι στη βεράντα. Νομίζω πως ταράχτηκε πολύ περισσότερο που τις είδε άρρωστες απ’ όσο θέλει να δείξει». «Κανείς δε θέλει να βλέπει τα αγαπημένα του πρόσωπα να πονάνε», είπε η γιαγιά. «Ο πατέρας σου δεν είναι πιο σκληρός από εμάς τους υπόλοιπους σ’ αυτό το θέμα». «Ε, λοιπόν, μόλις ρίξω μια ματιά στις κόρες μου, θα κατέβω να φτιάξω και για τους δυο σας μεσημεριανό, τσάι ή ό,τι άλλο θέλετε». Όταν ανέβηκε επάνω, γδύθηκε στα γρήγορα, φόρεσε ένα σορτσάκι και ένα μπλουζάκι και μπήκε αθόρυβα στο παλιό δωμάτιο του Κόνορ, όπου πρόσεξε τη στοίβα με τα βρόμικα σεντόνια δίπλα στην πόρτα. Θα τα έπαιρνε μαζί της κάτω να τα βάλει στο πλυντήριο. Γονάτισε στο πάτωμα ανάμεσα στα δύο κρεβάτια και


ακούμπησε το ένα χέρι της στο μέτωπο της μιας κόρης της και το άλλο στης άλλης. Είχαν πυρετό, αλλά δεν έκαιγαν. Για την ώρα, έδειχναν να ξεκουράζονται ήρεμα, δεν είχε απλωθεί ακόμα το εξάνθημα για να τις πιάσει φαγούρα. «Σας αγαπώ, μωράκια μου», ψιθύρισε, κι ύστερα σηκώθηκε, πήρε τα σεντόνια και τα κατέβασε στο πλυσταριό δίπλα στην κουζίνα. Η γιαγιά καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας με ένα φλιτζάνι τσάι και ο Μικ απέναντι της με μια μπίρα. «Είναι καλά;» ρώτησε ο πατέρας της με βλέμμα ανήσυχο. «Κοιμούνται», του απάντησε. «Τι θα λέγατε για μεσημεριανό; Έχετε φάει τίποτα;» «Εγώ θα έτρωγα ένα σάντουιτς», είπε ο Μικ. «Εσύ, μαμά;» «Ίσως λίγη από την πατατόσουπα που έφτιαξα χτες», απάντησε εκείνη και έκανε να σηκωθεί. «Κάτσε κάτω», τη διέταξε η Άμπι. «Μπορώ να φτιάξω ένα σάντουιτς και να ζεστάνω λίγη σούπα. Μπαμπά, θέλεις κι εσύ σούπα;» «Καλή ιδέα. Εσύ τι θα φας;» «Μετά τη συνάντησή μας στην τράπεζα, πήγαμε με την Τζες στο Σάλι’ς και φάγαμε αργά πρωινό», του απάντησε και τους γύρισε επίτηδες την πλάτη όσο ετοίμαζε το μεσημεριανό. Ήλπιζε πως μ’ αυτό τον τρόπο θα τους αποθάρρυνε να της κάνουν ερωτήσεις, αλλά, φυσικά, δεν έπιασε το κόλπο. Όταν τους σέρβιρε, κάθισε κι εκείνη στο τραπέζι με ένα φλιτζάνι τσάι. «Εντάξει, να πώς έχουν τα πράγματα», είπε και τους εξήγησε εν συντομία τι είχε συμβεί στη συνάντηση. Όσο μιλούσε, ο Μικ έδειχνε να αναστατώνεται όλο και περισσότερο. Όταν τελείωσε, πετάχτηκε όρθιος και πήγε στο τηλέφωνο. «Θα βάλω ένα τέλος σε όλα αυτά αμέσως». Η Άμπι του πήρε το τηλέφωνο. «Όχι, μπαμπά, άφησέ το. Ο Τρέις θα πείσει την τράπεζα να κάνει πίσω. Δε θα προχωρήσουν στην κατάσχεση». «Κι εσύ είσαι πρόθυμη να μείνεις εδώ, όπως απαιτεί εκείνος;» τη ρώτησε ο πατέρας της.


«Θα τηλεφωνήσω στον προϊστάμενο μου και κάτι θα κανονίσω. Ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς μου μπορεί να γίνει από το Ίντερνετ και το τηλέφωνο ή με φαξ. Κι όταν ο Τρέις βρει το χρόνο να το σκεφτεί, θα συνειδητοποιήσει πόσο παράλογη είναι η απαίτησή του». «Όχι, αν βρήκε αυτό τον τρόπο για να σε έχει του χεριού του», της είπε η γιαγιά κοιτάζοντάς τη με νόημα. «Μα τι είναι αυτά που λες;» τη ρώτησε ο Μικ. «Ω, για όνομα του Θεού, Μικ. Ο Τρέις ήταν πάντα τσιμπημένος με την Άμπι. Δεν μπορεί να μη θυμάσαι τον τρόπο που τριγυρνούσε πάντα μέσα στα πόδια μας. Και είμαι σίγουρη ότι δεν το έκανε για να παίζει κατς με τον Κέβιν και τον Κόνορ». Κοίταξε την Άμπι κατάματα. «Μπορεί τα αισθήματά του για σένα να είναι πιο βαθιά απ’ ό,τι παραδέχτηκες ποτέ, έχω δίκιο; Είχα πάντα την εντύπωση ότι κάτι συνέβη μεταξύ σας λίγο προτού φύγεις για τη Νέα Υόρκη». Ο Μικ φάνηκε μπερδεμένος. «Και τώρα τι κάνει; Την εκβιάζει για να μείνει εδώ;» «Μην το κάνεις να ακούγεται βρόμικο, Μικ», τον μάλωσε η γιαγιά. «Οι ερωτευμένοι άντρες κάνουν πολλά τρελά πράγματα για να πετύχουν το δικό τους». «Ο Τρέις δεν είναι ερωτευμένος μαζί μου», διαμαρτυρήθηκε η Άμπι. «Έλα τώρα, γιαγιά, εστιάζουμε σε λάθος πράγμα. Το μόνο που έχει σημασία είναι να βοηθήσουμε την Τζες να κρατήσει το πανδοχείο». Τώρα ήταν η σειρά του Μικ να της ρίξει ένα σκεφτικό βλέμμα. «Αν το μόνο που έχει σημασία είναι αυτό, γιατί δε με αφήνεις να κάνω ένα τηλεφώνημα στον Λόρενς Ράιλι; Μήπως επειδή σου αρέσει αυτή η τροπή των γεγονότων;» Η Άμπι συνοφρυώθηκε. «Και βέβαια δε μου αρέσει, αλλά μπορώ να τη χειριστώ. Μπορώ να χειριστώ τον Τρέις». «Εγώ άλλα βλέπω», είπε η γιαγιά, δείχνοντας περίεργα ευχαριστημένη. «Αν μπορούσες να τον χειριστείς όπως λες, δε θα εξακολουθούσε να είναι ερωτοχτυπημένος μαζί σου μετά από δέκα χρόνια».


«Θα σταματήσεις;» την παρακάλεσε η Άμπι. «Πάω πάνω να δω τι κάνουν τα κορίτσια. Ύστερα θα τηλεφωνήσω στο γραφείο μου για να τους ενημερώσω πως για ένα διάστημα, μέχρι να ξεκαθαρίσω την κατάσταση, θα υποχρεωθώ να δουλεύω από εδώ». Δεν είχε απομακρυνθεί πολύ όταν άκουσε τον πατέρα της να λέει: «Η Άμπι και ο Τρέις Ράιλι; Πώς και δεν το έμαθα εγώ;» «Επειδή δεν ήσουν εδώ», απάντησε η γιαγιά. «Και δεν άκουγες ούτε τα μισά απ’ όσα σου έλεγα, ιδιαίτερα όταν αφορούσαν την ερωτική ζωή των κοριτσιών σου. Αν ήταν στο χέρι σου, δε θα είχε βγει καμιά ραντεβού προτού κλείσει τα τριάντα». «Το λες σαν να ήταν κακό», γκρίνιαξε ο Μικ. Η Άμπι αναστέναξε. Για την ώρα τουλάχιστον, ο πατέρας της δε θα προσπαθούσε να ανακατευτεί στις δουλειές της Τζες. Απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα, είχε ανακαλύψει ξαφνικά ότι η δική της ζωή ήταν πιο συναρπαστική. Δυστυχώς, κανείς δεν ήξερε πού θα μπορούσε να οδηγήσει αυτό. Σε τίποτε καλό σίγουρα. Ένας πατέρας που ανακατεύεται στις υποθέσεις σου είναι πολύ χειρότερος από έναν αδιάφορο πατέρα.


Κεφάλαιο 5 Ο Μικ σηκώθηκε από το τραπέζι της κουζίνας έχοντας πάρει την απόφασή του. Δεν μπορούσε να μείνει στο περιθώριο και να αφήσει τον Τρέις Ράιλι να χειραγωγήσει την κατάσταση μ’ έναν τρόπο που θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα ανάμεσα στις κόρες του. Δεν τον ένοιαζε τι είχε πει η Άμπι. «Πού πας;» τον ρώτησε καχύποπτα η μητέρα του. «Λέω να πάω μια βόλτα με το αμάξι», της απάντησε αόριστα. «Στην πόλη;» «Πολύ πιθανό. Είναι έγκλημα;» «Είναι, αν σκέφτεσαι να περάσεις από την τράπεζα. Άκουσες την Άμπι. Θα το ξεκαθαρίσει μόνη της». Ο Μικ την κοίταξε αγανακτισμένος. «Μαμά, πώς μπορώ να αφήσω τον Τρέις Ράιλι να πετύχει το δικό του; Ξέρεις τι θα συμβεί τελικά; Η Τζες θα καταλήξει να μισήσει την Άμπι όπως μισεί κι εμένα που ανακατεύομαι. Εγώ το έχω συνηθίσει. Μπορώ να ζήσω με το θυμό της Τζες, ακόμα και με το θυμό της Άμπι, αλλά δε θέλω να μπει τίποτα ανάμεσά τους. Η Άμπι φρόντιζε ανέκαθεν την Τζες, και η Τζες στρεφόταν πάντα στη μεγάλη αδερφή της. Ο δεσμός που έχουν αυτές οι δύο δεν πρέπει να κλονιστεί για δυο δάνεια τα οποία θα μπορούσα να εγγυηθώ με μια απλή υπογραφή». «Μην ανακατευτείς, Μικ. Θα τα βρουν μόνες τους», του είπε η μητέρα του με σιγουριά. «Το είπες και μόνος σου, αυτές οι δυο ήταν πάντα δεμένες. Δεν υπάρχει λόγος να χειροτερέψεις την κατάσταση ανάμεσα στην Τζες και σ’ εσένα, και αυτό ακριβώς θα συμβεί αν μπεις στη μέση και προσπαθήσεις να ρυθμίσεις τα πράγματα με την τράπεζα. Πιθανότατα ούτε η Άμπι θα χαρεί ιδιαίτερα».


«Μου ζητάς να καθίσω με σταυρωμένα χέρια και να μην κάνω τίποτα», γρύλισε ο Μικ. «Αυτό δεν ταιριάζει στο χαρακτήρα μου». Η μητέρα του τον κοίταξε επιτιμητικά. «Σου είπα εγώ να μην κάνεις τίποτα; Όταν ένας άντρας είναι εκνευρισμένος, μια βόλτα είναι ό,τι πρέπει», του υπέδειξε πονηρά. «Το πανδοχείο απέχει ενάμισι χιλιόμετρο από δω. Γιατί δεν πας να ζητήσεις στην κόρη σου να σε ξεναγήσει, να σου δείξει όλες τις βελτιώσεις που έχει κάνει;» Ο Μικ το σκέφτηκε. Όφειλε να παραδεχτεί ότι ήταν περίεργος να δει τι είχε κάνει η Τζες. Στο τέλος, όμως, κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Θα νομίσει ότι πήγα να την κατασκοπεύσω». «Ή ότι επιτέλους ενδιαφέρθηκες για κάτι που είναι πολύ σημαντικό για εκείνη. Απλώς φρόντισε να κρατήσεις τη γνώμη σου για τον εαυτό σου, εκτός αν σου τη ζητήσει η ίδια». Όταν ο Μικ έκανε να απαντήσει, η μητέρα του σήκωσε το χέρι της και τον σταμάτησε. «Το ξέρω πως ούτε αυτό ταιριάζει στο χαρακτήρα σου, αλλά άκουσέ με μια φορά και ακολούθησε τη συμβουλή μου. Δεν πέρασα είκοσι πέντε χρόνια παντρεμένη με τον πιο ξεροκέφαλο άντρα του κόσμου, μεγαλώνοντας ταυτόχρονα και τρεις ανυπόφορους γιους, χωρίς να μάθω ένα δυο πράγματα για το πότε πρέπει να μιλήσω». «Να κάνω μια βόλτα. Να δω το πανδοχείο. Να κρατήσω το στόμα μου κλειστό», τη μιμήθηκε ο Μικ. «Το έπιασα σωστά;» Η μητέρα του χαμογέλασε ευχαριστημένη. «Τέλεια. Ανεβαίνω να πάρω έναν υπνάκο. Δε μου αρέσει που το παραδέχομαι, αλλά η φροντίδα των κοριτσιών το πρωί με εξόντωσε». Ο Μικ την κοίταξε ανήσυχος. «Είσαι καλά; Μήπως θα έπρεπε να φωνάξω το γιατρό;» «Προς Θεού, όχι. Απλώς είμαι λίγο κουρασμένη. Πέρασε το απόγευμα με την Τζες. Εκείνη σε χρειάζεται». «Εντάξει», είπε ο Μικ και σκύβοντας τη φίλησε στο μέτωπο. «Θα πάρω το κινητό μου μαζί για την περίπτωση που χρειαστείτε κάτι εσύ ή τα κορίτσια».


«Εμείς θα είμαστε μια χαρά. Εσύ φρόντισε απλώς να στήσεις γέφυρες με την Τζες». Όταν ο Μικ ξεκίνησε το περπάτημα, από τον κόλπο φυσούσε ένα ελαφρό αεράκι. Παρά τη ζεστασιά του ήλιου, ο αέρας ήταν δροσερός. Δεδομένου ότι ήταν καθημερινή, υπήρχαν λίγα σκάφη αναψυχής στον κόλπο. Είδε δυο ψαράδες να ελέγχουν τις παγίδες για τα καβούρια μήπως και ήθελαν επισκευή, αλλά οι περισσότεροι είχαν γυρίσει πια στην προβλήτα τέτοια ώρα της μέρας, ειδικά αυτή την εποχή. Σε λίγες βδομάδες θα ξανοίγονταν με τα πλοιάριά τους πριν χαράξει και θα προσπαθούσαν να βγάλουν το ψωμί τους ψαρεύοντας καβούρια, τσιπούρες και πετρόψαρα, που όσο πήγαιναν και σπάνιζαν σ’ αυτά τα όμορφα νερά που κινδύνευαν πλέον από τη μόλυνση. Τον θύμωνε ο τρόπος που οι άνθρωποι θεωρούσαν τον κόλπο δεδομένο. Ευτυχώς που υπήρχαν και κάποιοι σαν τον αδερφό του τον Τόμας. Μπορεί να τσακώνονταν σαν το σκύλο με τη γάτα τότε που είχαν επιχειρήσει να συνεργαστούν, αλλά ο Μικ θαύμαζε τον τρόπο που ο Τομ αγωνιζόταν για το περιβάλλον, την προσπάθειά του να προστατέψει το φυσικό πλούτο του κόλπου. Ο Μικ είχε πασχίσει να δείξει υπευθυνότητα όταν έχτιζαν το Τσέσαπικ Σορς, αλλά, παρά τις καλές προθέσεις του, δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις υψηλές απαιτήσεις του αδερφού του. Και κανείς τους δεν ήταν καλός στους συμβιβασμούς, αν και τελικά είχαν καταφέρει να καταστρώσουν ένα σχέδιο το οποίο θα μπορούσαν να αποδεχτούν και οι δύο. Ο Μικ είχε αφήσει περισσότερους ελεύθερους χώρους απ’ ό,τι σχεδίαζε αρχικά, είχε χτίσει μακριά από τους υδροβιότοπους και είχε προσπαθήσει να μην κόψει κανένα δέντρο αν δεν ήταν απολύτως απαραίτητο. Και τα φυτά που είχε χρησιμοποιήσει για τη διαμόρφωση των κήπων ήταν από μια λίστα που του είχε δώσει ο αδερφός του. Αν ο Τομ είχε καταφέρει να περάσει το δικό του, δε θα είχαν ξεριζώσει ούτε ένα δέντρο και το ρημαγμένο κατάστημα γενικού εμπορίου που ανήκε κάποτε σε κάποιον από τους προγόνους τους Ο’Μπράιεν θα δέσποζε ως αξιοθέατο στην


κεντρική πλατεία. Ο Μικ είχε συμφωνήσει να ανακαινίσει την πρώτη αγροικία της οικογένειας και ένα ακόμα παλιό κτίριο που εκτελούσε χρέη εκκλησίας και σχολείου μαζί, αλλά αυτά ήταν όλα, τελεία και παύλα. Σκεφτόταν ακόμα τους ζωηρούς καβγάδες που είχαν κάνει τότε με τ’ αδέρφια του, όταν έστριψε στο δρόμο και αντίκρισε το πανδοχείο για πρώτη φορά από τότε που το είχε αγοράσει η Τζες. Ξαφνιάστηκε βλέποντας πόσο όμορφο έδειχνε. Η Τζες είχε επαναφέρει την πρόσοψη στην αρχική της μορφή, λες και θυμόταν πόσο φιλόξενη έδειχνε όταν το είχαν πρωτοχτίσει εκείνος και ο Τζεφ. Αλλά η Τζες ήταν μωρό τότε. Πώς τη θυμόταν τόσο καθαρά; Οι Πάτερσον σίγουρα δεν είχαν φροντίσει να τη διατηρήσουν. Γέρικες βελανιδιές και κλαίουσες ιτιές σκίαζαν την αυλή, φυτεμένες μακριά από το οίκημα ώστε οι ρίζες τους να μην καταστρέψουν τις σωληνώσεις. Το πανδοχείο είχε πάρει το όνομά του από ένα μοναχικό αετό που είχε εντοπίσει ο Τζεφ την εποχή που το έχτιζαν. Από τότε είχαν έρθει και άλλοι αετοί στην περιοχή, όπως εκείνο το ζευγάρι που είχε φωλιάσει ψηλά στα κλαδιά με θέα τον κόλπο και το πανδοχείο. «Μπαμπά!» Ο Μικ άκουσε την έκπληκτη φωνή της Τζες. Την είδε να κάθεται στη βεράντα με ένα ποτήρι παγωμένο τσάι, ακουμπώντας τα ξυπόλυτα πόδια της στα κάγκελα. «Γεια σου, Τζες», τη χαιρέτησε, προσπαθώντας να ακουστεί ανέμελος. «Βγήκα μια βόλτα μετά το φαγητό και τα βήματά μου με έφεραν εδώ». «Γιατί;» τον ρώτησε καχύποπτα εκείνη. «Ήθελα απλώς να δω τι έχεις φτιάξει», παραδέχτηκε ο Μικ και κάθισε δίπλα της. Της έριξε μια πλάγια ματιά, είδε τους τσιτωμένους ώμους της και τη ρώτησε: «Μήπως έχεις κι άλλο τσάι;» Εκείνη δίστασε, σαν να μην της πολυάρεσε η ιδέα να κάνει παρέα μαζί του. Ύστερα σηκώθηκε, καθώς η έμφυτη φιλοξενία της νίκησε τις επιφυλάξεις της. «Βέβαια. Σου φέρνω αμέσως».


Όταν η κόρη του έφυγε, ο Μικ αναστέναξε. Η Τζες δεν πρόκειται να με διευκολύνει, σκέφτηκε. Αλλά και γιατί να το κάνει; Η μητέρα του είχε δίκιο σε ένα πράγμα. Της έκανε πάντα κριτική. Στην αρχή δικαιολογούσε τον εαυτό του, λέγοντας ότι ήταν το ίδιο αυστηρός με όλα του τα παιδιά. Στη συνέχεια, όμως, όταν διαπίστωσαν ότι η Τζες είχε μια σχετικά ήπια Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής, δεν είχε καταφέρει να σταματήσει να εφαρμόζει την ίδια πρακτική μαζί της, λες και πίστευε πως, αν το ήθελε πραγματικά, θα μπορούσε να αλλάξει τη συμπεριφορά της ακόμα και χωρίς φάρμακα, αφού και οι γιατροί ήταν της γνώμης πως μάλλον δεν τα χρειαζόταν. Ο Μικ αναστέναξε και αναρωτήθηκε μήπως θα έπρεπε να είχαν πάρει και δεύτερη γνώμη. Μπορεί τελικά να τα χρειαζόταν. Επειδή είχε καταλάβει ότι με τη στάση του δε βοηθούσε, πίστευε πάντα ότι η Τζες ήταν πιο ευτυχισμένη όταν εκείνος ήταν μακριά, αλλά μπορεί τελικά να μην ήταν έτσι. Μπορεί να ένιωθε εγκαταλειμμένη, όπως είχε υπαινιχθεί η μητέρα του. Ορκίστηκε να δοκιμάσει μια διαφορετική προσέγγιση. Όταν η Τζες γύρισε με το ποτήρι το τσάι, ο Μικ το σήκωσε και έκανε μια πρόποση. «Συγχαρητήρια, Τζες! Έχεις κάνει καταπληκτική δουλειά. Είχα να δω το πανδοχείο τόσο όμορφο από τη μέρα που ο Τζεφ κι εγώ το πουλήσαμε στους Πάτερσον». «Πραγματικά το είχαν αφήσει να ρημάξει», του απάντησε εκείνη. «Αλλά χάρη σ’ εσένα είχε γερό σκελετό. Οι περισσότερες επισκευές που έκανα ήταν διακοσμητικές». «Θα ήθελα να δω τι έχεις κάνει μέσα, αν έχεις ώρα να με ξεναγήσεις». Τα λόγια του την ξάφνιασαν. «Αλήθεια;» «Γιατί όχι; Έτσι κι αλλιώς βρίσκομαι εδώ. Εκτός αν δεν έχεις χρόνο». «Όχι, έλα», του είπε, προσπαθώντας να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην ανυπομονησία της να του δείξει όσα είχε κάνει και στο φόβο της για την αντίδρασή του. «Μπορώ να βρω χρόνο για μια μικρή ξενάγηση».


Ο Μικ την ακολούθησε μέσα, θυμίζοντας στον εαυτό του ότι θα έπρεπε να φροντίσει όλα τα σχόλιά του να είναι θετικά και αβίαστα, όσο κι αν λαχταρούσε να της πει τη γνώμη του. Όταν έφτασαν όμως στον τρίτο όροφο, συνειδητοποίησε ότι η νοερή προειδοποίηση προς τον εαυτό του ήταν άχρηστη. Η Τζες έκανε καταπληκτική δουλειά και χωρίς τη δική του συμβουλή. Είχε το ίδιο έμφυτο ένστικτο του στυλ με το θείο της τον Τζεφ. Ο Μικ μπορούσε να σχεδιάσει ένα κτίριο που θα άντεχε στο χρόνο, έναν οικισμό, μια κοινότητα, αλλά ο Τζεφ ήταν εκείνος που έδινε στο κάθε σπίτι τον προσωπικό του χαρακτήρα. «Με εντυπωσιάζεις», της είπε όταν γύρισαν όλα τα δωμάτια και κατέληξαν στην κουζίνα, όπου όλες οι ανοξείδωτες επιφάνειες και τα σκεύη άστραφταν. Αντίθετα, οι ηλεκτρικές συσκευές έδειχναν παλιές. «Έχεις πραγματικά ταλέντο σ’ αυτό, Τζες». Προς μεγάλη του έκπληξη, η κόρη του ανοιγόκλεισε τα μάτια για να συγκρατήσει τα δάκρυά της. «Ευχαριστώ», μουρμούρισε και γύρισε το κεφάλι της, δήθεν για να σερβίρει κι άλλο τσάι. Ο Μικ ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της. «Είμαι πραγματικά περήφανος για σένα». Η Τζες γύρισε προς το μέρος του βουρκωμένη. «Δε μου έχεις ξαναπεί ποτέ κάτι τέτοιο». «Φυσικά και...» Η Τζες έσφιξε πεισματικά το πιγούνι της. «Όχι, μπαμπά, δε μου το έχεις ξαναπεί». «Τότε λυπάμαι. Γιατί αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που είναι αλήθεια». Το χαμόγελο που χαράχτηκε αργά στο πρόσωπο της έκανε την καρδιά του να πονέσει. Πώς ήταν δυνατό να μην είχε καταλάβει πως η κόρη του είχε ανάγκη από κάτι τόσο απλό όπως το να της εκφράσει την επιδοκιμασία του; Ορκίστηκε στον εαυτό του να είναι πιο γενναιόδωρος με τους επαίνους του. Προς το παρόν, ωστόσο, έπρεπε να φροντίσει κάτι άλλο, και ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να ξέρει ότι έπρεπε να το θίξει με προσοχή, κι ας μην ήταν αυτό το στυλ του. Παρ’ όλα αυτά, δίσταζε να στρέψει την κουβέντα στην


πρωινή συνάντηση στην τράπεζα και να καταστρέψει αυτή τη σπάνια ειρηνική στιγμή με τη μικρή κόρη του. Στο τέλος, επειδή η έκβαση αυτής της συνάντησης εξακολουθούσε να του κάθεται στο στομάχι, δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. «Τζες, πώς νιώθεις με αυτά που έγιναν σήμερα στην τράπεζα;» Εκείνη συνοφρυώθηκε και αποτραβήχτηκε, σπάζοντας τη συναισθηματική επαφή και βάζοντας πάλι κυριολεκτικά απόσταση ανάμεσά τους. «Δε χαίρομαι, αλλά καταλαβαίνω την άποψη του Τρέις. Η Άμπι είναι πολύ καλύτερη στα οικονομικά από μένα και δεν πρόκειται να μου πάρει το πανδοχείο. Θα μείνει απλώς μέχρι να ορθοποδήσουν τα οικονομικά μου». Τον κοίταξε ανήσυχα. «Γιατί; Σου είπε εκείνη τίποτα; Δε θα υπαναχωρήσει, έτσι;» «Όχι, είναι αποφασισμένη να φτάσει μέχρι το τέλος. Απλώς ήθελα να βεβαιωθώ ότι αυτό το θέμα δε θα δημιουργήσει προβλήματα ανάμεσά σας, γιατί θα μπορούσα να τηλεφωνήσω στον Λόρενς Ράιλι και να βάλω τέλος στο σχέδιο του Τρέις». «Πώς;» «Προσυπογράφοντας τα δάνειά σου». «Με τίποτα», του απάντησε. «Δε θέλω να με ξελασπώσεις εσύ». «Δε θα σε ξελασπώσω. Θα μπω απλώς εγγυητής, ώστε να μπορέσει η αδερφή σου να επιστρέψει στη ζωή της. Θα βάλω μερικές υπογραφές, αυτό είναι όλο». Η Τζες του έριξε ένα ειρωνικό βλέμμα. «Δε θα είναι αυτό όλο, μπαμπά, και το ξέρεις. Βάζοντας την υπογραφή σου, θα θεωρήσεις ότι έχεις το δικαίωμα να κάνεις και μερικές υποδείξεις, και γρήγορα θα πάρεις το όλο εγχείρημα στα χέρια σου». «Δε θα βρίσκομαι καν εδώ», διαμαρτυρήθηκε ο Μικ. «Σε λίγες μέρες θα επιστρέψω στην Καλιφόρνια. Έλα, Τζες. Άφησέ με να το κάνω αυτό για σένα». «Γιατί επιμένεις τόσο;»


«Επειδή είσαι κόρη μου. Θέλω να σε βοηθήσω σε κάτι που είναι σημαντικό για σένα. Βρήκες τελικά κάτι που φαίνεται να σε ενδιαφέρει πραγματικά. Δε θέλω να σου το πάρουν». «Θα φροντίσει η Άμπι γι’ αυτό, μπαμπά. Εκείνη ήταν πάντα δίπλα μου όταν τη χρειαζόμουν. Και το γεγονός ότι επέστρεψε εδώ θα είναι υπέροχο και για τις δυο μας. Μπορεί τελικά να μάθει κι αυτή να χαλαρώνει. Και θα κάνει καλό στην Κέιτλιν και την Κάρι. Θα κερδίσουμε όλοι απ’ αυτόν το διακανονισμό, μπαμπά. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό». Ο Μικ αναστέναξε. «Το ελπίζω». «Κοίτα, εκτιμώ την προσφορά σου, αλλά είναι καλύτερα έτσι. Η Άμπι δε θα μου δίνει συνέχεια διαταγές». Ο Μικ την κοίταξε σαν να μην πίστευε στ’ αυτιά του. «Για την αδερφή σου μιλάμε; Εκείνη από μικρή μόνο διαταγές δίνει». Η Τζες γέλασε. «Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δε με φοβίζει». «Ενώ εγώ σε φοβίζω;» «Περισσότερο απ’ όσο φαντάζεσαι», παραδέχτηκε η Τζες. Αυτό ήταν κάτι ακόμα που ο Μικ έπρεπε να παραδεχτεί και να βρει έναν τρόπο να το αλλάξει. «Πολύ καλά, τότε, θα κάνω πίσω», της είπε, απομακρύνοντας ένα τσουλούφι από το μάγουλο της. «Αλλά αν τα πράγματα οξυνθούν μεταξύ σας, να θυμάσαι ότι η προσφορά μου ισχύει. Δε θέλω να μπει τίποτα ανάμεσα σ’ εσένα και την Άμπι, εντάξει; Θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα μου τηλεφωνήσεις αν καταλάβεις ότι μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο». «Θα σου τηλεφωνήσω», του υποσχέθηκε. «Χαίρομαι που πέρασες από δω». «Και εγώ χαίρομαι. Υπάρχει κάτι άλλο που μπορώ να κάνω για σένα; Θυμάμαι ακόμα να χρησιμοποιώ την ταβανόβουρτσα. Θα μπορούσα να σε βοηθήσω σ’ εκείνα τα δύο τελευταία δωμάτια στον πάνω όροφο». Ο Μικ την είδε να παλεύει με τον εαυτό της. Ήταν πολύ πεισματάρα για να παραδεχτεί ότι χρειαζόταν οποιαδήποτε βοήθεια, ακόμα και από εκείνον. Ιδιαίτερα από εκείνον. Έσκυψε


και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. «Ξέχνα το. Το ξέρω ότι θέλεις να κάνεις τα πάντα μόνη σου. Αλλά αν αλλάξεις γνώμη, και αυτή η προσφορά εξακολουθεί να ισχύει». «Σ’ ευχαριστώ για την κατανόηση, μπαμπά». Προς μεγάλη του έκπληξη, η Τρες σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών και τον φίλησε κι εκείνη. «Σ’ αγαπώ». «Κι εγώ σ’ αγαπώ», της είπε. «Θα έρθεις για φαγητό απόψε;» «Μπορεί». «Θα πρέπει να σε προειδοποιήσω ότι η Κέιτλιν και η Κάρι έχουν ιλαρά». «Ω Θεέ μου, η Άμπι θα πρέπει να έχει φρικάρει». «Έχει τη γιαγιά κι εμένα για εφεδρεία». «Τότε έχετε αρκετή δουλειά όλοι σας. Άσε, δε θα έρθω για φαγητό, αλλά τηλεφωνήστε μου αν χρειαστείτε κάτι». «Εντάξει», της απάντησε ο Μικ. Βρισκόταν στη μέση της αλέας όταν γύρισε και της φώναξε: «Παρεμπιπτόντως, πρόσεξα ότι το ροδόδεντρο στην πίσω βεράντα χρειάζεται κλάδεμα». Προς μεγάλη του έκπληξη, η Τζες έβαλε τα γέλια. «Το ήξερα. Το ήξερα ότι δε θα μπορούσες να φύγεις από δω χωρίς να βρεις τουλάχιστον ένα πράγμα να κριτικάρεις». Ο Μικ αναθεμάτισε σιωπηλά τον εαυτό του που είχε μιλήσει. Προσπάθησε να υποβαθμίσει το σχόλιο του. «Έλα τώρα, για ένα θάμνο μιλάμε. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο». Η Τζες κούνησε το κεφάλι της, χαμογελώντας πάντα. «Αν θέλεις, φέρε το κλαδευτήρι σου αύριο και κλάδεψέ τον μόνος σου». Ήταν πρόσκληση και πρόκληση ταυτόχρονα, αλλά ο Μικ ένιωσε λες και η κόρη του είχε ανοίξει μια χαραμάδα την πόρτα για μια πραγματική σχέση. Τώρα εκείνος θα έπρεπε να βρει τον τρόπο να τρυπώσει από αυτή χωρίς να προκαλέσει κάποια αναστάτωση που θα τους γύριζε στο μηδέν. Ο Τρέις ένιωθε πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του για τη στρατηγική του να κρατήσει την Άμπι στο Τσέσαπικ Σορς, όπου θα


μπορούσε να τη γνωρίσει από την αρχή. Δεν ήξερε τι συνέβαινε στη ζωή της αυτή την περίοδο, αλλά είχε προσέξει ότι δε φορούσε βέρα στο αριστερό χέρι της δυο δευτερόλεπτα αφότου συνειδητοποίησε ότι ήταν η γυναίκα που είχε μπει στο γραφείο του. Χρόνια πριν την είχε δει με έναν άλλο άντρα, είχε δει ένα δαχτυλίδι αρραβώνων στο χέρι της, αλλά την προηγούμενη μέρα δε φορούσε αυτό το δαχτυλίδι. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί αυτό είχε τόση σημασία για εκείνον, αλλά είχε. Μπορεί να ήθελε απλώς μια ευκαιρία να πατσίσει μαζί της, να την ξεμυαλίσει και στη συνέχεια να την παρατήσει όπως τον είχε παρατήσει εκείνη χρόνια πριν. Η προοπτική της εκδίκησης έκρυβε μια γλύκα μέσα της. Από την άλλη, στη συνάντηση είχε διαπιστώσει ότι ήταν μια γυναίκα που ήξερε πού πατούσε. Είχε έρθει προετοιμασμένη για μάχη και του είχε παρουσιάσει μια εμπεριστατωμένη οικονομική πρόταση για να στηρίξει τη θέση της. Αναρωτήθηκε αν ήξερε η Τζες πόσο τυχερή ήταν που είχε με το μέρος της μία τόσο ικανή επιχειρηματία. Είχε αποδειχτεί σχετικά εύκολο να πείσει το συμβούλιο να μην προχωρήσει στην κατάσχεση και να δώσει στην καινούρια διεύθυνση μια ευκαιρία να ορθοποδήσει το πανδοχείο,. Όχι πως είχε σκοπό να το αποκαλύψει αυτό στην Άμπι. Ήθελε να την κάνει να νιώσει ότι του χρωστούσε ευγνωμοσύνη που είχε δώσει αυτή τη μάχη για την αδερφή της. Ο Τρέις μπήκε στο Ναυτικό Όμιλο του Τσέσαπικ Σορς στις δώδεκα και τέταρτο ακριβώς, περιμένοντας να βρει την Άμπι να τον περιμένει. Είχε επιλέξει επίτηδες το ναυτικό όμιλο, όπου θα τους έβλεπαν όλα τα επίλεκτα μέλη της κοινότητας. Η Άμπι μισούσε πάντα την εξεζητημένη ατμόσφαιρα αυτού του χώρου, κι αυτό σήμαινε ότι θα είχε εκείνος το πάνω χέρι. Έριξε μια ματιά στην αίθουσα γύρω του, αλλά δεν την είδε πουθενά. Μήπως τελικά τον είχε στήσει; Αυτό το ενδεχόμενο τον έτσουξε.


«Γεια σου, Λιζ», χαιρέτησε την κοπέλα στην υποδοχή, με την οποία πήγαιναν μαζί στο λύκειο. «Είδες πουθενά την Άμπι Ο’ Μπράιεν;» «Λέγεται Άμπι Γουίντερς τώρα», τον διόρθωσε εκείνη. «Τηλεφώνησε και είπε ότι θα αργήσει. Αρρώστησαν οι δίδυμες κόρες της. Θα έρθει μόλις μπορέσει. Είπε να της τηλεφωνήσεις αν δε θέλεις να περιμένεις». Ο Τρέις μόρφασε όταν άκουσε το συζυγικό επίθετο και παραλίγο να βογκήξει στην αναφορά των διδύμων. Μπορεί τελικά να είχε εκτιμήσει την όλη κατάσταση λάθος. Μπορεί η Άμπι να μην ήταν διαθέσιμη. Ίσως γι’ αυτό ανυπομονούσε να γυρίσει στη Νέα Υόρκη. Αν ήταν έτσι, είχε κάνει πολλή φασαρία για το τίποτα. Εντάξει, όχι και για το τίποτα. Άξιζε να δώσει κανείς μια δεύτερη ευκαιρία στο πανδοχείο, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι είχε κι αυτός τα σχέδιά του. Πήρε το χαρτί με το τηλέφωνο της Άμπι που του έδωσε η Λιζ. Σχημάτισε το νούμερο και συμπλήρωσε μια παραγγελία για το σπίτι όσο περίμενε να απαντήσει η Άμπι. «Ζήτησε από την κουζίνα να την ετοιμάσουν λίγο γρήγορα, εντάξει;» παρακάλεσε τη Λιζ τη στιγμή που του απάντησε η Άμπι. Ακούστηκε εξουθενωμένη. «Ωραία, σε πρόλαβα», της είπε και αμέσως συμπλήρωσε: «Παρήγγειλα φαγητό για το σπίτι. Θα έρθω εκεί». «Πολύ κακή ιδέα, Τρέις», τον αντέκρουσε εκείνη. «Μπορώ να βρίσκομαι εκεί σε είκοσι λεπτά». «Αυτό σημαίνει ότι μπορώ να βρίσκομαι και εγώ εκεί σε είκοσι λεπτά», της θύμισε εκείνος. «Ναι, αλλά η κατάσταση εδώ είναι κάπως χαοτική». «Τότε πρέπει να μείνεις εκεί», της είπε. «Έχω παραγγείλει το φαγητό. Σε λίγα λεπτά θα είναι έτοιμο και θα έρθω. Πες στη γιαγιά σου να μην ετοιμάσει μεσημεριανό. Υπάρχει μπόλικο φαγητό’και για κείνη». «Γιατί το παίζεις τόσο καλός;» «Επειδή είμαι καλός άνθρωπος».


«Ένας καλός άνθρωπος δε θα με εκβίαζε για να μείνω στο Τσέσαπικ Σορς». «Εγώ προτιμώ να το θεωρήσω προστασία της επένδυσης της τράπεζας», την αντέκρουσε. «Θα σε δω σε λίγο». Η αλήθεια ήταν πως αυτή η τροπή των γεγονότων τον είχε ευχαριστήσει. Από τη στιγμή που είχε ξαναδεί την Άμπι, ήθελε να εξερευνήσει το έδαφος. Ποιος μπορούσε να το κάνει καλύτερα από τον ίδιο; Το τελευταίο άτομο που περίμενε να βρει ο Τρέις να τον περιμένει όταν έφτασε στο σπίτι της Άμπι ήταν ο πατέρας της. Ο Μικ καθόταν στο πάνω σκαλοπάτι της βεράντας με έκφραση βλοσυρή. Κατά τα φαινόμενα είχε καθίσει εσκεμμένα σ’ εκείνο το σημείο για να εμποδίσει τον Τρέις να μπει στο σπίτι. «Άκουσα ότι θα ερχόσουν εδώ», είπε ο Μικ σε τόνο που έδειχνε ότι κάθε άλλο παρά ευπρόσδεκτο τον θεωρούσε. Ο Τρέις του έδειξε τις σακούλες με τα φαγητά. «Έχω μια συνάντηση με την Άμπι. Έφερα φαγητό». Ο Μικ χτύπησε το σκαλοπάτι δίπλα του. «Ίσως θα έπρεπε να καθίσεις ώστε να μπορέσουμε να κάνουμε μια κουβεντούλα εμείς οι δυο προτού συναντηθείς με την Άμπι». Τη στιγμή που τα έλεγε αυτά ο Μικ, άνοιξε η σήτα της πόρτας. «Τρέις, ήρθες», είπε η Άμπι με προσποιητή ευθυμία. «Έλα μέσα». Ο Μικ συνοφρυώθηκε. «Ο Τρέις κι εγώ ήμασταν έτοιμοι να κάνουμε μια κουβεντούλα». Η Άμπι κοίταξε τον πατέρα της, επίσης συνοφρυωμένη. «Μπορεί να περιμένει», του απάντησε αποφασιστικά. Ο Τρέις τους κοίταξε με ενδιαφέρον, περιμένοντας να δει πώς θα εξελισσόταν αυτή η σύγκρουση απόψεων. Προς μεγάλη του κατάπληξη, αυτός που υποχώρησε ήταν ο Μικ. Σηκώθηκε και παραμέρισε. «Λέω να πάω μέχρι το πανδοχείο να τα βάλω μ’ εκείνο το θεόρατο ροδόδεντρο», είπε παίρνοντας ένα κλαδευτήρι. Η Άμπι τα έχασε. «Το ξέρει η Τζες ότι θα πας;»


«Δική της ιδέα ήταν», την καθησύχασε ο Μικ. «Τότε μου φαίνεται υπέροχη ιδέα», απάντησε ενθουσιασμένη η Άμπι. Ο Τρέις άφησε τον Μικ να απομακρυνθεί και γύρισε στην Άμπι. «Γιατί έχω την εντύπωση ότι μόλις με έσωσες;» «Επειδή αυτό έκανα. Δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος με τη σκευωρία σου». «Δεν είναι σκευωρία. Είναι μια απόλυτα λογική οικονομική απόφαση», την αντέκρουσε. «Μπούρδες. Ξέρουμε και οι δύο πως δεν είναι έτσι». Ο Τρέις την κοίταξε κατάματα. «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι θα χρησιμοποιούσα το δάνειο της Τζες για να πατσίσω μαζί σου; Νόμιζα πως το ξεκαθαρίσαμε αυτό τις προάλλες». «Όχι με τρόπο ικανοποιητικό για μένα», του απάντησε. «Απ’ ό,τι ακούω, θα βρίσκεσαι παγιδευμένος εδώ για έξι μήνες τουλάχιστον. Γιατί λοιπόν να μην κάνεις και τη δική μου ζωή δύσκολη, παγιδεύοντας κι εμένα εδώ;» «Δεν είμαι παγιδευμένος. Έκανα μια συμφωνία με τον πατέρα μου. Αυτή είναι μια δοκιμαστική περίοδος έξι μηνών. Βέβαια, ξέρω ότι η κατάληξη θα είναι να φύγω και να αναλάβει η Λέιλα τη δουλειά που έπρεπε να κάνει εξαρχής, αλλά ο πατέρας μου αισιοδοξεί ότι τα πράγματα θα εξελιχτούν διαφορετικά». «Θα βρισκόσουν εδώ δουλεύοντας στην τράπεζα, αν ο πατέρας σου δε σε είχε αναγκάσει να το κάνεις;» «Δε με ανάγκασε», της απάντησε ο Τρέις. «Συμφώνησα, κυρίως για να του αποδείξω κάτι». «Τι;» «Ότι αυτή που θα έπρεπε να δουλεύει στη θέση μου είναι η αδερφή μου». Η Άμπι χαμογέλασε. «Πώς θα το κάνεις; Αποτυγχάνοντας παταγωδώς;» «Όχι παταγωδώς», της απάντησε. «Κοίτα τη συμφωνία που έκανα μαζί σου. Θα έλεγα ότι και μόνο μ’ αυτή απέδειξα την αξία μου».


«Δεν πρόκειται να συμφωνήσουμε για το τι παίζεται εδώ, έτσι;» Ο Τρέις ύψωσε τους ώμους του. «Μάλλον όχι». «Τότε έλα να φάμε. Η γιαγιά έστρωσε το τραπέζι της τραπεζαρίας. Δείχνει να πιστεύει ότι αυτή η συνάντηση απαιτεί τυπικότητα, εφόσον είναι αυστηρά επαγγελματική». Ο Τρέις γέλασε. «Είναι κι αυτή τόσο τσαντισμένη μαζί μου όσο ο πατέρας σου;» «Περίπου». «Τότε θα το διασκεδάσουμε», δήλωσε ο Τρέις κρατώντας της ανοιχτή την πόρτα για να μπει πριν την ακολουθήσει. Προς μεγάλη στενοχώρια της Άμπι, όταν μπήκαν στην τραπεζαρία, δεν είδε πουθενά τη γιαγιά της και το τραπέζι ήταν στρωμένο μόνο για δύο. Ο Τρέις χαμογέλασε όταν το πρόσεξε. «Τώρα μη μου πεις ότι δεν είναι πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η τροπή των γεγονότων;» μουρμούρισε. «Λες η γιαγιά σου να μας κάνει προξενιά;» «Αποκλείεται!» του απάντησε με πάθος η Άμπι. «Επειδή είσαι παντρεμένη; Τουλάχιστον υποθέτω πως, αφού έχεις παιδιά, θα υπάρχει και ένας σύζυγος στην εικόνα». «Υπήρχε», παραδέχτηκε η Άμπι, μετανιώνοντας για μια στιγμή που είχε πάρει διαζύγιο, επειδή, αν μη τι άλλο, κάτι της έλεγε ότι η ύπαρξη ενός συζύγου θα έσβηνε εκείνη την πονηρή λάμψη από τα μάτια του Τρέις. «Χωρισμένη; Διαζευγμένη;» τη ρώτησε, βγάζοντας τα κουτάκια με την κομμένη σαλάτα από τις τσάντες. Χωρίς να τη ρωτήσει, άρχισε να τη σερβίρει στα καλά πορσελάνινα πιάτα με τη χρυσή μπορντούρα που είχε βάλει η γιαγιά στο τραπέζι. «Διαζευγμένη», του απάντησε σφίγγοντας τα δόντια της, ενοχλημένη με την προσωπική τροπή που έπαιρνε η συζήτηση. «Κοίτα, βρισκόμαστε εδώ να κουβεντιάσουμε για το πανδοχείο, όχι για τη ζωή μου».


«Ήθελα απλώς να μάθω τα νέα σου», είπε ο Τρέις καθώς έβγαζε από μια άλλη σακούλα ένα δοχείο που κατά τα φαινόμενα περιείχε την υπέροχη μους σοκολάτα του ναυτικού ομίλου, ένα επιδόρπιο που η Άμπι πάντα λάτρευε. Ήταν φορές που αυτή η μους ήταν ο μόνος τρόπος για να τη δελεάσουν εκείνος ή οι δικοί της να υποστεί την αποπνικτική ατμόσφαιρα του ομίλου. Μους σοκολάτα με έξτρα χτυπημένη κρέμα, όπως ακριβώς της άρεσε. Η Άμπι συνοφρυώθηκε όταν τον είδε να την ακουμπάει ακριβώς μπροστά στη θέση της. Πώς το είχε θυμηθεί; Και γιατί το είχε κάνει; Ήταν ένας ακόμα τρόπος να την πλησιάσει, να την αιφνιδιάσει προτού της καταφέρει άλλο ένα αναπάντεχο πλήγμα; Τον περίμενε επιφυλακτικά να καθίσει και μετά τον ρώτησε: «Τι συμβαίνει, Τρέις;» Εκείνος την κοίταξε αθώα. «Υποτίθεται πως θα συναντιόμασταν για ένα επαγγελματικό γεύμα. Έφερα το γεύμα εδώ. Δε βλέπω τίποτε ύπουλο σ’ αυτό. Θα έλεγα μάλιστα ότι φέρθηκα με μεγάλη αβρότητα, τη στιγμή που οι κόρες σου είναι άρρωστες. Δίδυμες, σωστά; Κάτι τέτοιο μου είπε η Λιζ». «Η Κάρι και η Κέιτλιν», του απάντησε σφιγμένα, δύσπιστη ακόμα μπροστά σε όλο αυτό το ενδιαφέρον. «Αρρώστησαν χτες με ιλαρά. Για την ακρίβεια, θα ξυπνήσουν από στιγμή σε στιγμή, γι’ αυτό πρέπει να τελειώνουμε με τη δουλειά. Έγινε η συνεδρίαση του συμβουλίου;» «Έγινε». «Μη με κάνεις να σου βγάζω τις λέξεις με το τσιγκέλι. Πες μου τι αποφάσισαν». «Παραμένουν όλα ως έχουν, με την προϋπόθεση ότι θα αναλάβεις εσύ τη διεύθυνση». Η Άμπι δεν ήταν σίγουρη γιατί ήλπιζε σε μια απαλλαγή. Ίσως επειδή είχε σκεφτεί ότι το διοικητικό συμβούλιο θα καταλάβαινε τη σκευωρία του Τρέις και θα απέρριπτε το συγκεκριμένο όρο του. Κατά τα φαινόμενα, δεν είχε υπολογίσει τη δύναμη της πειθούς και της αποφασιστικότητάς του.


Καταπίνοντας την επιθυμία της να ξεκινήσει μια ακόμα διαμάχη που ήξερε ότι θα έχανε, τον κοίταξε. «Πώς περιμένεις να λειτουργήσει αυτό; Έχω την καριέρα μου, Τρέις, και είναι στη Νέα Υόρκη. Μπορώ άνετα να παρακολουθώ από εκεί όλα τα έξοδα και να φροντίζω για τις έγκαιρες πληρωμές και όλα τα υπόλοιπα». Ο Τρέις κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Αυτό δεν είναι αρκετό. Έλα τώρα, Άμπι, ξέρεις την Τζες. Μόλις γυρίσεις την πλάτη σου, θα αρχίσει πάλι τις παρορμητικές σπατάλες και εσύ θα παλεύεις να την καλύψεις». Τον κοίταξε σοβαρά. «Θα φροντίσω να μη συμβεί αυτό. Σου δίνω το λόγο μου». «Δε μου αρκεί». Η απάντησή του την εκνεύρισε. «Συγνώμη;» «Ξεχνάς ότι ξέρω από προσωπική πείρα πόσο αναξιόπιστες είναι οι υποσχέσεις σου;» «Αυτό είναι γελοίο. Η τωρινή υπόθεση είναι εντελώς διαφορετική. Εξάλλου, ποτέ δε σου υποσχέθηκα κάτι πριν από δέκα χρόνια». «Μου είπες ότι μ’ αγαπάς. Σε πίστεψα». «Σε αγαπούσα», του απάντησε, αγανακτισμένη με την επιμονή του να χρησιμοποιήσει το παρελθόν για να χειραγωγήσει το παρόν. «Παρ’ όλα αυτά, εξαφανίστηκες χωρίς να μου πεις ούτε ένα αντίο, πόσω μάλλον να μου δώσεις μια εξήγηση. Δεν το διακινδυνεύω να ξανασυμβεί αυτό, τουλάχιστον μέχρι να βεβαιωθεί η τράπεζα ότι θα πληρωθούν τα δάνεια». «Μέχρι να βεβαιωθείς εσύ, εννοείς», είπε η Άμπι. «Αυτό δεν έχει καμιά σχέση με τις απαιτήσεις οποιουδήποτε στελέχους της τράπεζας. Υπάρχουν αρκετά μετρητά στο λογαριασμό του πανδοχείου για να καλυφθούν τα έξοδα, και το ξέρεις. Αυτό, Τρέις, είναι εκδίκηση, νέτα σκέτα, και το θεωρώ άδικο. Μεταφέρεις το δράμα μας, αν θέλεις να το αποκαλείς έτσι, στην αδερφή μου. Το ξέρεις πολύ καλά ότι η Τζες θα αποπληρώσει και την τελευταία δεκάρα αυτών των δανείων. Και το ξέρει και η τράπεζα. Αυτό που κάνεις αφορά εσένα κι εμένα».


«Αλήθεια;» ρώτησε αθώα ο Τρέις. «Δεν είχα ιδέα ότι θα μπορούσες να γίνεις τόσο εκδικητικός και μοχθηρός». «Πράγμα που αποδεικνύει ότι δεν ξέραμε ποτέ πραγματικά ο ένας τον άλλο, γιατί ούτε κι εγώ είχα ιδέα ότι θα μπορούσες να γίνεις τόσο σκληρή και δειλή». Τα λόγια του τη διαπέρασαν σαν μαχαίρι. Ήξερε ότι της άξιζαν, γιατί έτσι ακριβώς είχε φερθεί τότε, σκληρά και δειλά. Αυτό όμως δε σήμαινε ότι της ήταν εύκολο να το ακούει ή να το βλέπει να τη στοιχειώνει τόσα χρόνια μετά. Τον κοίταξε σαστισμένη. «Αν έχεις τόσο άσχημη γνώμη για μένα, γιατί στην ευχή με θέλεις εδώ;» «Επειδή ήσουν πάντα το πιο συναρπαστικό και το πιο εξοργιστικό πλάσμα στο Τσέσαπικ Σορς», της απάντησε. «Σκέφτηκα ότι η παρουσία σου εδώ θα με βοηθήσει να μην πλήξω τους επόμενους έξι μήνες». «Δηλαδή πώς το έχεις δει; Εγώ είμαι το ποντίκι κι εσύ ο μεγάλος κακός γάτος που θα παίζει μαζί μου για να διασκεδάζει;» «Κάτι τέτοιο». Η Άμπι σηκώθηκε, τρέμοντας από οργή. «Είσαι ποταπός», του είπε, αρπάζοντας την κρυστάλλινη κανάτα που ήταν γεμάτη παγωμένο νερό. Τα μάτια του στένεψαν. «Δε νομίζω ότι πρέπει να το κάνεις αυτό», την προειδοποίησε. «Κι όμως, θα το κάνω», του απάντησε, αδειάζοντας το περιεχόμενο της κανάτας στο κεφάλι του. Τον κοίταξε για λίγο σκεφτικά έτσι όπως καθόταν σαστισμένος και μουσκεμένος, κι ύστερα χαμογέλασε ικανοποιημένη. «Ναι, αυτό ακριβώς ήθελα να κάνω». Μετά έκανε μεταβολή και ανέβηκε τις σκάλες να δει τις κόρες της. Ευχαριστημένη από αυτό το ξέσπασμα του θυμού της, τα έχασε όταν άκουσε πίσω της το γέλιο του. Η Άμπι συνάντησε τη γιαγιά της στο διάδρομο. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε εκείνη.


«Μόλις άδειασα μια κανάτα νερό στο κεφάλι του Τρέις». Τα μάτια της γιαγιάς της έλαμψαν, αλλά πάλεψε να συγκρατήσει το χαμόγελο της. «Ήταν συνετό αυτό;» Η Άμπι αναστέναξε. «Μάλλον όχι, αλλά ένιωσα απίστευτα όμορφα». Όταν όμως σκέφτηκε πώς μπορεί να το πλήρωνε, όχι μόνο εκείνη αλλά και η Τζες, ένιωσε μια μικρή νευρικότητα.


Κεφάλαιο 6 Σαν να βρισκόταν στο σπίτι του, ο Τρέις πήγε στην κουζίνα, βρήκε μια πετσέτα των πιάτων και σκούπισε το πρόσωπο και κάπως το πουκάμισο του. Ύστερα πήρε μια δεύτερη πετσέτα για να σκουπίσει τα χάλια στην τραπεζαρία. Κοίταξε το μπολ με τη μους σοκολάτα με λύπη. Τελικά δεν είχε ενεργήσει ως κλαδί ελιάς, όπως ήλπιζε. «Μους σοκολάτα; Το αγαπημένο επιδόρπιο της Άμπι», παρατήρησε η Νελ Ο’Μπράιεν όταν μπήκε στην τραπεζαρία και τον είδε να την κρατάει στο χέρι του. «Καλή σκέψη, αν και υποθέτω ότι η πρότασή σου να γίνει η συνάντησή σας στο ναυτικό όμιλο ήταν μια επίδειξη ισχύος. Το ξέρεις πολύ καλά ότι η Άμπι μισεί αυτό το μέρος». Ο Τρέις μόρφασε ακούγοντάς τη να περιγράφει με τέτοια ακρίβεια τα κίνητρά του. «Τίποτε από τα δύο δε λειτούργησε όπως το είχα σχεδιάσει», παρατήρησε ξερά. «Δε νομίζω ότι σου άδειασε την κανάτα στο κεφάλι επειδή της έφερες γλυκό», είπε η Νελ. «Όχι, μάλλον επειδή της είπα κάποιες κακίες». Η Νελ κούνησε το κεφάλι της. «Εσείς οι δυο φέρεστε σαν εξάχρονα στο νηπιαγωγείο. Πήγαινε στην κουζίνα και βγάλε το πουκάμισο σου. Θα το βάλω στο στεγνωτήριο και στη συνέχεια μπορεί να σου δώσω μια δυο συμβουλές για το πώς να χειριστείς την εγγονή μου». Ο Τρέις την κοίταξε επιφυλακτικά, γιατί δεν ήταν σίγουρος αν έπρεπε να εμπιστευτεί τη φαινομενικά μεγαλόψυχη προσφορά της. Η Νελ δεν ήταν από τις ένθερμες υποστηρίκτριές του δέκα χρόνια πριν. Δεν μπορούσε να φανταστεί πού οφειλόταν αυτή η ξαφνική αλλαγή.


«Γιατί θα το κάνατε αυτό;» τη ρώτησε. «Επειδή είναι ολοφάνερο ότι εσείς οι δυο θα καταφέρετε να τα κάνετε μούσκεμα για δεύτερη φορά, αν σας αφήσω στην τύχη σας», του απάντησε κάπως ανυπόμονα. «Και θέλω να δω την εγγονή μου ευτυχισμένη». «Και τι είναι αυτό που νομίζετε ότι θα τα κάνουμε μούσκεμα;» τη ρώτησε ο Τρέις, αν και ήξερε ότι δεν αναφερόταν στην καινούρια, αμήχανη επαγγελματική τους σχέση Εκείνη ύψωσε απλώς τα μάτια της στον ουρανό απηυδισμένη, σαν να έβρισκε την ερώτηση γελοία και την απάντηση προφανή. «Πήγαινε», τον διέταξε. Ο Τρέις έφυγε, βγάζοντας το πουκάμισο του καθώς προχωρούσε. Η Νελ μετέφερε με ένα δίσκο τα υπολείμματα του παρατημένου γεύματος τους στην κουζίνα και τον ακούμπησε στον πάγκο. Μετά πήρε το πουκάμισο από τα χέρια του και το έβαλε στο στεγνωτήριο. «Τι θα έλεγες για ένα φλιτζάνι τσάι όσο θα περιμένουμε;» τον ρώτησε και, χωρίς να περιμένει απάντηση, έβαλε δυο φλιτζάνια στο τραπέζι και τα γέμισε. Ο Τρέις ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να μη φέρει αντίρρηση. Είχε μάθει χρόνια πριν ότι η γιαγιά της Άμπι έκανε τα πάντα με το δικό της ρυθμό και ήταν καλύτερα να τον ακολουθείς. Όποιος δεν ήθελε να το κάνει θα έπρεπε τουλάχιστον να διαθέτει την κοινή λογική να κρατηθεί μακριά από το δρόμο της. «Αυτό θα σε ζεστάνει», του είπε, λες και δεν είχε είκοσι εφτά βαθμούς έξω και ακόμα περισσότερους μέσα στην κουζίνα, παρά τον ανεμιστήρα οροφής που κυκλοφορούσε τον αέρα. Η Νελ έβαλε μια μύτη ζάχαρη στο δικό της τσάι και τον κοίταξε. «Τι θέλεις από την Άμπι;» «Θέλω να προχωρήσει η ανακαίνιση του πανδοχείου σύμφωνα με το σχέδιο και να φροντίσει να κρατήσει την αδερφή της μέσα στα πλαίσια του προϋπολογισμού», της απάντησε χωρίς να διστάσει.


«Σαχλαμάρες», τον αντέκρουσε εκείνη. «Αυτή είναι η δικαιολογία σου. Αυτό που θέλεις είναι μια δεύτερη ευκαιρία μαζί της. Τουλάχιστον ας είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου ως προς αυτό». Ο Τρέις συνοφρυώθηκε όταν άκουσε την εκτίμησή της. Δεν ήθελε την Άμπι πίσω. Ήθελε απλώς να πατσίσει μαζί της για τον τρόπο που του φέρθηκε, ήθελε να την κάνει να υποφέρει όπως είχε υποφέρει εκείνος, ήθελε να φέρει τη ζωή της τα πάνω κάτω όπως είχε αναποδογυρίσει εκείνη τη δική του όταν είχε φύγει χωρίς καμιά εξήγηση. «Κάνετε λάθος», της δήλωσε ξερά. Έπρεπε να το κάνει. Διαφορετικά θα σήμαινε πως πήγαινε γυρεύοντας να ξαναπληγωθεί. «Αλήθεια;» επέμεινε η Νελ. «Τότε μήπως θέλεις να πάρεις εκδίκηση για κάτι που έγινε δέκα χρόνια πριν; Αν είναι έτσι, θα πρέπει να είσαι από αυτούς που κρατάνε κακία για χρόνια, σωστά;» Δεν του άρεσε να ακούει την αλήθεια, ειδικά από μια γυναίκα που ήταν πάντα καλή μαζί του, έστω κι αν δεν ενέκρινε απόλυτα τη σχέση του με την Άμπι. «Δε θα το έθετα ακριβώς έτσι». «Τότε πώς θα το έθετες;» τον ρώτησε μαλακά εκείνη. «Λες ότι δεν τη θέλεις πίσω και ότι δεν το κάνεις για εκδίκηση. Κι εγώ λέω πως η στάση σου δεν έχει καμιά σχέση με την εξασφάλιση των δανείων της τράπεζας. Τότε τι μένει;» Ο Τρέις ένιωσε φοβερή αμηχανία, ακριβώς όπως είχε συμβεί χρόνια πριν, όταν τον είχε ρωτήσει ποιες ήταν οι προθέσεις του απέναντι στην εγγονή της. Τότε της είχε απαντήσει με ειλικρίνεια. Είχε παραδεχτεί ότι ήθελε να παντρευτεί την Άμπι. Απλώς δεν ήταν πρόθυμος να ορίσει χρονοδιάγραμμα. Είχε δει την απογοήτευση στα μάτια της, αλλά δεν ήταν διατεθειμένος να δεσμευτεί με μια απόφαση ζωής, τη στιγμή που ακόμα δεν είχε καταλήξει ούτε ο ίδιος πώς θα αντιμετώπιζε τον πατέρα του ώστε να κάνει την καριέρα που λαχταρούσε.


Προς τιμήν της Νελ Ο’Μπράιεν, δεν τον είχε πετάξει από το σπίτι της ούτε τον είχε βγάλει από τη ζωή της Άμπι. Τους είχε αφήσει να τα βρουν μόνοι τους, αλλά ένιωθε τη δυσαρέσκειά της κάθε φορά που διασταυρώνονταν οι δρόμοι τους. Και πάντα αναρωτιόταν μήπως αυτή η σιωπηλή αποδοκιμασία εκ μέρους της είχε κάποια σχέση με την ξαφνική αναχώρηση της Άμπι, μια και εκείνη σεβόταν τη γιαγιά της περισσότερο απ’ όλους. «Παλιά είχες πάντα έτοιμη μια απάντηση», του είπε η Νελ όταν εκείνος δε μίλησε. «Έχω μάθει ότι οι απαντήσεις δεν είναι πάντα απλές και ότι αυτές που σου έρχονται πρώτες στο μυαλό μπορεί να μην είναι πάντα οι σωστές», της είπε. «Δε σε περνάω από τεστ. Δεν υπάρχει σωστή και λάθος απάντηση. Μόνο η αλήθεια». Ο Τρέις της χαμογέλασε βεβιασμένα. «Ίσως γι’ αυτό δυσκολεύομαι τόσο πολύ να απαντήσω. Δεν είμαι σίγουρος ότι ξέρω την αλήθεια». Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, δείχνοντας περιέργως ικανοποιημένη. «Τώρα καταλήγουμε κάπου. Χρειάζεται ωριμότητα για να συνειδητοποιήσει κάποιος ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα μαύρα ή άσπρα. Θέλεις να μάθεις τι πιστεύω εγώ;» Ο Τρέις έγειρε πίσω και της χαμογέλασε, ευχαριστημένος που δεν καθόταν πια στο εδώλιο. «Σίγουρα». «Πιστεύω ότι εξακολουθείς να είσαι τρελά ερωτευμένος με την Άμπι, όπως ήσουν και στο λύκειο και στο κολέγιο. Πιστεύω επίσης ότι εξακολουθείς να είσαι πληγωμένος και θυμωμένος με τον τρόπο που έφυγε. Αυτό που δεν καταλαβαίνω, αυτό που δεν κατάλαβα ποτέ, είναι γιατί δεν πολέμησες σκληρότερα για εκείνη τότε». Ο Τρέις έφερε πάλι στο μυαλό του εκείνες τις πρώτες ταπεινωτικές μέρες και βδομάδες μετά την αναχώρηση της Άμπι από την πόλη. Είχε κλείσει μόλις τα είκοσι δύο και λειτουργούσε επηρεασμένος περισσότερο από τις ορμόνες του και λιγότερο από τη λογική του. Έδινε μάχες με τον πατέρα του για το μέλλον του,


αποφασισμένος να ξεκινήσει μια δική του καριέρα ως γραφίστας. Η εγκατάλειψη της Άμπι τη στιγμή που χρειαζόταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά την υποστήριξή της τον είχε συντρίψει. Τη συνδύασε με τη στάση του πατέρα του και συμπέρανε ότι η Άμπι δεν είχε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο καλλιτεχνικό του ταλέντο από τον Λόρενς Ράιλι. Αργότερα, όταν συνέχισε να τον βασανίζει ο πόνος, κατάλαβε ότι το πραγματικό πλήγμα το είχε δεχτεί η καρδιά του, όχι ο εγωισμός του. Και τότε συνειδητοποίησε ότι τελικά η περηφάνια δε μετρούσε. Το μόνο που μετρούσε ήταν να τη βρει και να την ξανακερδίσει. «Έτρεξα πίσω της», παραδέχτηκε μετά από λίγο. Αυτό ήταν κάτι που το ήξερε μόνο η αδερφή του. Είχε σκεφτεί πως όσο λιγότεροι το ήξεραν, τόσο λιγότερη θα ήταν η ντροπή του αν η Άμπι τον απέρριπτε για δεύτερη φορά. Έτσι δεν ξαφνιάστηκε που η Νελ τον κοίταξε σοκαρισμένη. «Αυτό δεν το έμαθα ποτέ», του είπε. «Δε μου το ανέφερε ποτέ η Άμπι». «Ούτε εκείνη το ξέρει», παραδέχτηκε ο Τρέις. «Ο συγχρονισμός μου ήταν φρικτός. Περίμενα πάρα πολύ. Έμαθα από τη Λέιλα πού βρισκόταν. Η αδερφή μου θεωρούσε την Άμπι σαν μεγάλη της αδερφή. Είχαν διατηρήσει επαφή. Ακολούθησα την Άμπι στη Νέα Υόρκη, αλλά αντί να πάω να τη βρω αμέσως, περίμενα μήνες μέχρι να αποκτήσω μια σίγουρη δουλειά, ώστε να είμαι βέβαιος ότι θα μπορούσα να τη συντηρήσω. Ύστερα πήγα μια μέρα στη Γουόλ Στρητ, αποφασισμένος να βάλω τα πράγματα στη θέση τους, ή τουλάχιστον να δοκιμάσω να την πείσω να συνεχίσουμε από εκεί που είχαμε μείνει». «Και τι έγινε;» «Η Άμπι βγήκε από εκείνο τον επιβλητικό ουρανοξύστη αγκαζέ με έναν τύπο με κοστούμι Αρμάνι και στο αριστερό της χέρι φορούσε ένα τεράστιο διαμάντι. Είχα φτιάξει τη ζωή μου, είχα στήσει την καριέρα μου, αλλά δεν μπορούσα να ανταγωνιστώ αυτό».


«Δηλαδή το έβαλες στα πόδια μπροστά σε ένα ακριβό κοστούμι και ένα φανταχτερό κόσμημα;» τον ρώτησε η Νελ, κοιτάζοντάς τον για δεύτερη φορά απογοητευμένη στα τόσα χρόνια που τη γνώριζε. Ο Τρέις κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι, αυτό που με έκανε να μείνω μακριά ήταν η έκφραση απόλυτης ευτυχίας στο πρόσωπο της Άμπι, η αγάπη που άστραφτε στα μάτια της όταν τον κοιτούσε. Το ήξερα αυτό το βλέμμα. Ήξερα τι σήμαινε. Δεν μπορούσα πλέον να τρέφω αυταπάτες ότι θα τα ξαναβρίσκαμε. Η Άμπι είχε προχωρήσει». Η Νελ τον κοίταξε με συμπόνια. «Λυπάμαι». «Το λάθος ήταν δικό μου, γιατί έχετε εκατό τοις εκατό δίκιο σε ένα πράγμα. Θα έπρεπε να είχα παλέψει πολύ πιο σκληρά και θα έπρεπε να το είχα κάνει πολύ πιο νωρίς». «Τότε γιατί τα βάζεις με την Άμπι που δεν τα βρήκατε οι δυο σας;» «Δεν τα βάζω μαζί της. Με το δικό μου ηλίθιο και διεστραμμένο τρόπο, παλεύω για μια δεύτερη ευκαιρία». «Αποκαλώντας τη σκληρή και δειλή;» τον ρώτησε εμβρόντητη η Νελ. «Κατέβαινα τις σκάλες και άκουσα τι της είπες». Ο Τρέις την κοίταξε λυπημένος. «Ίσως αυτό ήταν λάθος». «Αλήθεια; Έτσι νομίζεις;» Ο σαρκασμός της τον έκανε να μορφάσει. «Πάντως οφείλετε να παραδεχτείτε ότι της τράβηξα την προσοχή», της είπε αμυντικά. «Πράγματι», παραδέχτηκε η Νελ. «Πες με τρελή, αλλά δε θα προτιμούσες να σε είχε φιλήσει αντί να σου αδειάσει την κανάτα στο κεφάλι;» Προτού προλάβει ο Τρέις να της απαντήσει, η Άμπι μπήκε στην κουζίνα και κοίταξε τη γιαγιά της αγανακτισμένη. «Του δίνεις συμβουλές για μένα;» «Σίγουρα κάποιος πρέπει να το κάνει», της απάντησε απτόητη εκείνη. «Τώρα με συγχωρείτε, αλλά θα βγω έξω να δουλέψω στον κήπο μου. Οι ντοματιές μου χρειάζονται την προσοχή μου».


«Γιαγιά», είπε η Άμπι σε έναν τόνο που ανάγκασε τη γιαγιά της να σταματήσει. «Από δω και πέρα άφησε εμένα να αντιμετωπίσω τον Τρέις, εντάξει;» «Καμιά αντίρρηση», της απάντησε εκείνη και τα μάτια της άστραψαν αμετανόητα. «Από δω και πέρα, όμως, φρόντισε να το κάνεις μ’ έναν τρόπο που να μη χρειάζεται ο ένας από τους δυο σας να βγάλει τα ρούχα του για να μην πάθει πνευμονία». Αν η Άμπι δε λάτρευε τη γιαγιά της, θα έμπαινε στον πειρασμό να της πετάξει κάτι στο κεφάλι καθώς την έβλεπε να φεύγει κουνιστή και λυγιστή μετά από εκείνη την ετοιμόλογη παρατήρηση, αφήνοντάς τη μόνη με τον Τρέις γυμνόστηθο. Πήγε στο πλυσταριό, άρπαξε το υγρό ακόμα πουκάμισο του Τρέις από το στεγνωτήριο και του το πέταξε. «Φόρεσέ το και φύγε», τον διέταξε. «Όχι ακόμα», απάντησε εκείνος χωρίς να κουνηθεί από τη θέση του, αλλά φόρεσε το πουκάμισο του. Εξαντλημένη από την προσπάθεια να τακτοποιήσει το οικονομικό μπάχαλο της αδερφής της, αλλά και από τις δίδυμες κόρες της που είχαν αρχίσει να νιώθουν καλύτερα και ήταν ανυπόφορες από τις απαιτήσεις, η Άμπι δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα και με τον Τρέις. «Φύγε», επανέλαβε. «Ειλικρινά, δεν έχω χρόνο για τέτοια». Εκείνη τη στιγμή μπήκαν στην κουζίνα η Κάρι και η Κέιτλιν ξυπόλυτες, με τα πυρρόξανθα μαλλιά τους αχτένιστα και αρκετές κοκκινίλες στο πρόσωπο τους ώστε να δείχνουν αξιοθρήνητες. «Μαμά, μπορούμε να φάμε παγωτό;» παρακάλεσε η Κέιτλιν προτού δει τον Τρέις. «Εσύ ποιος είσαι;» «Είναι ο κύριος Ράιλι», είπε σφιγμένα η Άμπι. «Οι κόρες μου, η Κέιτλιν και η Κάρι», συνέχισε και του τις έδειξε μία μία, αν και ήταν μάλλον χαμένος κόπος. Όταν τις πρωτογνώριζε κάποιος, ήταν αδύνατο να τις ξεχωρίσει. Αν περίμενε ότι ο Τρέις θα το έβαζε στα πόδια μόλις έβλεπε τις κόρες της, διαψεύστηκε. Ο Τρέις χαμογέλασε, έπιασε το σαγόνι της


Κέιτλιν και γύρισε το πρόσωπο της πρώτα από τη μια κι ύστερα από την άλλη μεριά, σαν να το θαύμαζε. «Πολύ εντυπωσιακή συλλογή», της είπε και γύρισε στην Κάρι. «Και η δική σου το ίδιο. Μετρήσατε να δείτε ποια από τις δυο έχει τις περισσότερες κοκκινίλες;» Η Κάρι έδειξε να της αρέσει η ιδέα. «Γιατί; Η νικήτρια θα πάρει βραβείο;» «Σίγουρα», της απάντησε ο Τρέις. «Μόλις γίνετε καλά, θα φάει όσο παγωτό θέλει στο Σάλι’ς». Τα δυο κορίτσια τον κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια. «Αλήθεια;» Ο Τρέις έγνεψε καταφατικά. «Αυτό κέρδισα εγώ όταν ήμουν στην ηλικία σας και έβγαλα περισσότερα εξανθήματα από την αδερφή μου όταν αρρωστήσαμε και οι δύο ταυτόχρονα με ανεμοβλογιά». Η Κέιτλιν σοβάρεψε. «Δε νομίζω ότι η μαμά θα μας αφήσει να φάμε όσο παγωτό θέλουμε». Ο Τρέις κοίταξε την Άμπι με ένα σαγηνευτικό χαμόγελο. «Έλα τώρα, μαμά. Όλο και κάποια ανταμοιβή θα πρέπει να υπάρχει μετά την αρρώστια». «Θέλεις να πεις ότι το να είσαι πάλι καλά δεν είναι αρκετή ανταμοιβή;» άκουσε η Άμπι τον εαυτό της να ρωτάει, παίζοντάς το δήθεν αυστηρή. Ο Τρέις κοίταξε τις δίδυμες. «Εγώ θα έλεγα όχι. Εσείς τι λέτε, κορίτσια; Δε νομίζετε ότι θα έπρεπε να υπάρχει ένα βραβείο;» «Ναι», φώναξαν και οι δύο ταυτόχρονα. Η Άμπι δεν μπόρεσε να μη γελάσει με τον ενθουσιασμό τους. «Εντάξει, παγωτό για τη νικήτρια, όταν γίνετε καλά. Για την ώρα, όμως, θα πιείτε χυμό. Και όταν τον πιείτε, θέλω να ανεβείτε πάλι πάνω, να μετρήσετε τις κοκκινίλες σας και να πάρετε έναν υπνάκο». «Μα όλο κοιμόμαστε», διαμαρτυρήθηκε η Κάρι. «Δεν είμαστε πια κουρασμένες. Και έχουμε πολλή φαγούρα». Η Κέιτλιν κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Πάρα πολλή φαγούρα».


Η Άμπι είχε προβλέψει αυτό το πρόβλημα. «Εντάξει, θα ανέβω κι εγώ και μπορείτε να μπείτε στην μπανιέρα. Έχω κάτι που θα σας ανακουφίσει από τη φαγούρα». Η Κέιτλιν γύρισε στον Τρέις. «Μπορείς να έρθεις κι εσύ;» «Ο κύριος Ράιλι δεν έχει χρόνο να σας βοηθήσει να κάνετε μπάνιο», μπήκε στη μέση η Άμπι, προτού προλάβει εκείνος να απαντήσει. «Εξάλλου, αυτό δεν είναι κάτι που ζητάμε από έναν άγνωστο». «Μα δεν είναι άγνωστος», απάντησε η Κέιτλιν κάπως σαστισμένη. «Είναι φίλος σου». «Ακριβώς», είπε ο Τρέις ρίχνοντας μια έντονη ματιά στην Άμπι. «Με τη μαμά σας είμαστε πολύ παλιοί φίλοι. Αλλά έχει δίκιο, πρέπει να γυρίσω στη δουλειά μου». «Αλλά όταν γίνουμε καλά, θα έρθεις μαζί μας για παγωτό, έτσι;» τον ρώτησε η Κέιτλιν. Η Κάρι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Για να σιγουρευτείς ότι θα φάμε όσο θέλουμε». «Το ραντεβού κλείστηκε», είπε ο Τρέις και κοίταξε την Άμπι με έναν τρόπο που την έκανε να σφίξει τα δόντια της. «Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα, Κέιτλιν», συνέχισε, καρφώνοντας το βλέμμα του στο σωστό κορίτσι. Ύστερα γύρισε στην αδερφή της. «Κι εσένα, Κάρι. Ελπίζω να σας ξαναδώ και τις δύο σύντομα». Πώς κατάφερε να τις ξεχωρίσει αμέσως; αναρωτήθηκε έκπληκτη η Άμπι. Και μάλιστα τη στιγμή που φορούσαν ίδιες νυχτικιές, ήταν το ίδιο αναμαλλιασμένες και είχαν τις ίδιες κοκκινίλες στο πρόσωπο. Πώς είχε καταφέρει να πιάσει τόσο γρήγορα τις διαφορές στην προσωπικότητά τους -το σοβαρό σκεπτικισμό της Κέιτλιν και την ανεμελιά της Κάρι- που σε έκαναν να τις ξεχωρίζεις; Προφανώς τους είχε αφιερώσει όλη την προσοχή του, κάτι που πολύ λίγοι ενήλικοι έμπαιναν στον κόπο να κάνουν. «Θα τα ξαναπούμε σύντομα, κορίτσια», είπε ο Τρέις καθώς κατευθυνόταν προς την πίσω πόρτα.


Η Άμπι ήταν έτοιμη να αναστενάξει ανακουφισμένη, όταν εκείνος σταμάτησε δίπλα της και τη φίλησε στο μέτωπο. «Γεια σου, μαμά». Οι δίδυμες γέλασαν ενθουσιασμένες, αλλά η Άμπι έμεινε άφωνη. Ο Τρέις κατάλαβε ότι την είχε ξαφνιάσει. Το ύφος του ήταν αυτάρεσκο όταν έφυγε κουνώντας τους το χέρι από τα πίσω σκαλοπάτια. «Μπορούμε να πάμε για παγωτό στο Σάλι’ς αύριο;» παρακάλεσε η Κέιτλιν. «Θα είμαστε πολύ καλύτερα μέχρι τότε». «Ναι», συμφώνησε η Κάρι. «Και θέλουμε να ξαναδούμε τον κύριο Ράιλι. Είναι πολύ καλός». Η Άμπι ήθελε να τις προειδοποιήσει να μην εμπιστεύονται όλη αυτή τη γλύκα και τη γοητεία, αλλά πώς μπορούσε; Ο Τρέις είχε φερθεί πολύ καλά στις κόρες της. Και ακόμα κι αν δεν τον εμπιστευόταν σε οτιδήποτε άλλο, ήταν απόλυτα σίγουρη ότι δε θα πλήγωνε ποτέ σκόπιμα τα παιδιά της. Όταν ο Τρέις γύρισε στην τράπεζα, άκουσε τη Μαράια να τον φωνάζει καθώς πήγαινε προς το γραφείο του. «Θέλει να σε δει ο πατέρας σου». Ο Τρέις άλλαξε απρόθυμα κατεύθυνση. Σταμάτησε στο γραφείο της Μαράια και έγειρε προς το μέρος της. «Τι διάθεση έχει;» τη ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά. «Φιλοπόλεμη ή ειρηνική;» Εκείνη γέλασε. «Νομίζω ότι είσαι αρκετά ασφαλής. Πήγαινε μέσα». Όταν ο Τρέις μπήκε στο γραφείο του πατέρα του, εκείνος σήκωσε το κεφάλι του από την οικονομική εφημερίδα που διάβαζε και του χαμογέλασε. «Καλώς τον. Πού ήσουν;» «Είχα μια επαγγελματική συνάντηση». «Με την Άμπι Ο’Μπράιεν;» «Την Άμπι Γουίντερς», τον διόρθωσε ο Τρέις. «Αλλά ναι. Είχα μια συνάντηση μαζί της».


Ο πατέρας του τον κοίταξε πιο επίμονα. «Είσαι σίγουρος ότι η συνάντηση ήταν επαγγελματική; Γιατί το πουκάμισο σου είναι βρεγμένο; Δεν πιστεύω να σε πέταξε στον κόλπο;» Ο Τρέις δε σκόπευε να κουβεντιάσει το περιστατικό με την κανάτα με τον πατέρα του. «Τι με ήθελες;» «Ήθελα να βεβαιωθώ ότι δέχτηκε να αναλάβει εκείνη τα οικονομικά της Τζέσικα. Αυτά τα δάνεια μπορεί πολύ εύκολα να μας ρίξουν έξω, αν δεν τα παρακολουθήσουμε στενά». «Σε βεβαιώνω ότι σκοπεύω να τα παρακολουθήσω πολύ στενά», του είπε ο Τρέις. Ο πατέρας του κούνησε ικανοποιημένος το κεφάλι του. «Το φαντάστηκα», είπε, και του έκανε νόημα ότι μπορούσε να πηγαίνει. «Τελειώσαμε. Μπορείς να γυρίσεις στη δουλειά σου τώρα. Νομίζω ότι ο Ρέιμοντ θέλει να ρίξεις μια ματιά σε κάτι χαρτιά». «Θα συνεννοηθώ μαζί του», του υποσχέθηκε ο Τρέις. «Ύστερα θα φύγω γιατί έχω ένα ραντεβού». «Για δουλειά της τράπεζας;» «Όχι, θα πάω να δω κάποια διαμερίσματα για να νοικιάσω». Ο Τρέις παραλίγο να βάλει τα γέλια με την αντίδραση του πατέρα του. Το ύφος του έδινε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποφασίσει αν έπρεπε να ενοχληθεί που ο γιος του ήθελε να φύγει από το σπίτι του ή να ενθουσιαστεί που μπορεί να σχεδίαζε να παραμείνει μόνιμα στο Τσέσαπικ Σορς. «Γιατί να νοικιάσεις;» τον ρώτησε στο τέλος. «Είναι πιο λογικό να αγοράσεις». «Όχι για έξι μήνες», του απάντησε αποφασιστικά ο Τρέις. «Δε θα βρεις να νοικιάσεις κάτι για τόσο σύντομο διάστημα πουθενά στην πόλη», τον αντέκρουσε ο πατέρας του. «Ίσως είναι καλύτερα να μείνεις με τη μητέρα σου κι εμένα». «Η αλήθεια είναι ότι έχω ήδη βρει κάποιες επιλογές. Και είναι προτιμότερο να μείνω μόνος μου. Μερικές φορές που δουλεύω τις μακέτες μου μέχρι αργά το βράδυ...»


«Ποιες μακέτες σου;» τον ρώτησε ο πατέρας του. «Δουλεύεις για την τράπεζα τώρα, και αυτή η δουλειά απαιτεί όλη την προσοχή σου». «Δεν την απαιτεί είκοσι τέσσερις ώρες τη μέρα», του απάντησε μαλακά ο Τρέις, αποφασισμένος να μην υποχωρήσει και να μην τσακωθεί με τον πατέρα του για τη δουλειά του ως ελεύθερου επαγγελματία. «Και όταν δουλεύω, απλώνω τα πράγματά μου παντού. Αυτό θα τρέλαινε τη μητέρα, για να μην πω για τη δική μου αντίδραση έτσι και εμφανιζόταν η υπηρέτρια και προσπαθούσε να τακτοποιήσει τα πράγματά μου». «Καταλαβαίνω τι εννοείς», του είπε ο πατέρας του. «Εντάξει, κάνε ό,τι θέλεις». Ο Τρέις σκόπευε να κάνει ακριβώς αυτό. Με λίγη τύχη, μέχρι το Σαββατοκύριακο θα μετακόμιζε στο δικό του σπίτι. Θα έστηνε σε χρόνο μηδέν το ατελιέ του και στις αρχές της επόμενης εβδομάδας θα ξεκινούσε τις δυο καινούριες δουλειές που είχε αναλάβει. Με αυτές τις δουλειές και τις συχνές επαφές που σκόπευε να έχει με την Άμπι, οι έξι μήνες θα περνούσαν χωρίς να το καταλάβει. *** Η Άμπι είχε βάλει επιτέλους τις δίδυμες να πάρουν άλλο έναν υπνάκο, είχε ελέγξει τα e-mail της από τη δουλειά και είχε απαντήσει. Έπινε ένα ποτήρι παγωμένο τσάι στη βεράντα, όταν είδε το αυτοκίνητο της Τζες να μπαίνει με φόρα στην αλέα και να σταματάει απότομα σηκώνοντας σκόνη. Από τον τρόπο που βγήκε από μέσα η αδερφή της, ήταν φανερό πως είχε τις κακές της. «Εσύ κρύβεσαι πίσω από αυτό;» τη ρώτησε η Τζες πετώντας της μια φούχτα πλαστικά κομματάκια πιστωτικής κάρτας. Η Άμπι την κοίταξε με απορία καθώς τα μάζευε. Όποιος είχε κόψει την κάρτα, το είχε κάνει πολύ σχολαστικά. «Τι συνέβη;» ρώτησε, διατηρώντας τη φωνή της ήρεμη, αν μη τι άλλο, για να ελέγξει την υστερία της Τζες. «Εσένα τι σου φαίνεται;» της απάντησε η αδερφή της και άρχισε να πηγαινοέρχεται μπροστά της. Έβραζε στην κυριολεξία. «Πήγα να αγοράσω μπογιά και δε δέχτηκαν την πιστωτική μου


κάρτα. Και όχι μόνο δεν τη δέχτηκαν, αλλά την έκοψαν μπροστά στα μάτια μου, μπροστά σε όλους τους υπόλοιπους πελάτες. Δεν έχω νιώσει μεγαλύτερη ταπείνωση στη ζωή μου. Σου ορκίζομαι, αν κρύβεσαι εσύ πίσω από αυτό, δεν πρόκειται να σου ξαναμιλήσω ποτέ». «Μην κοιτάς εμένα», της απάντησε η Άμπι. «Εγώ δεν είχα την παραμικρή επαφή με καμιά από τις εταιρείες των πιστωτικών καρτών σου». «Ορκίζεσαι;» «Και βέβαια ορκίζομαι», απάντησε η Άμπι αγανακτισμένη. «Σου έχω πει ποτέ ψέματα;» Η έκφραση της Τζες έγινε απολογητική. «Συγνώμη. Απλώς ήταν φρικτό και δεν μπορούσα να φανταστώ πώς αλλιώς θα μπορούσε να είχε συμβεί. Και, φυσικά, στο μαγαζί δε σου λένε τίποτα». «Τηλεφώνησες στην εταιρεία της πιστωτικής σου κάρτας;» «Όχι ακόμα». «Δηλαδή, αντί να πας σ’ αυτούς που θα μπορούσαν να σου πουν τι συμβαίνει, ήρθες κατευθείαν εδώ να βάλεις τις φωνές σ’ εμένα;» τη ρώτησε η Άμπι κατάπληκτη. Η Τζες μόρφασε. «Κάτι τέτοιο. Θα τους τηλεφωνήσω μόλις γυρίσω στο πανδοχείο». «Πήρες την μπογιά που ήθελες;» «Όχι, την άφησα εκεί. Ένιωθα πολύ ντροπιασμένη για να δοκιμάσω άλλη πιστωτική κάρτα. Φοβήθηκα ότι μπορεί να απέρριπταν και εκείνη». «Μου είπες τις προάλλες ότι καμιά δεν έχει ξεπεράσει το όριο», της θύμισε η Άμπι. «Δεν έχουν», τη βεβαίωσε η Τζες. «Και πλήρωνες τους λογαριασμούς σου έγκαιρα;» «Ασφαλώς», είπε η Τζες, αλλά μετά συνοφρυώθηκε. «Τουλάχιστον έτσι νομίζω. Ξέρεις ότι ήμουν πολύ απασχολημένη». Η Άμπι βόγκηξε. Ήξερε επίσης πόσο εύκολο ήταν να διασπαστεί η προσοχή της Τζες όταν επρόκειτο για πράγματα που δεν την ενδιέφεραν, όπως η πληρωμή των λογαριασμών. Αυτό ήταν


σύμπτωμα της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής. Αν και η κατάσταση της Τζες είχε βελτιωθεί κάπως με τα χρόνια, η ικανότητά της να συγκεντρωθεί σε κάτι ήταν ακόμα απρόβλεπτη, στην καλύτερη περίπτωση. Και δεδομένου ότι τον περισσότερο καιρό λειτουργούσε μέσα σε αποδεκτά όρια, οι γιατροί δεν της είχαν συστήσει ποτέ να πάρει φάρμακα, τουλάχιστον απ’ όσο ήξερε η Άμπι. Ωστόσο, είχε ικανή την αδερφή της να είχε αρνηθεί να πάρει οποιοδήποτε χάπι. «Θα περάσω από το πανδοχείο αργότερα και θα ψάξουμε όλα τα χαρτιά που είναι στοιβαγμένα στο γραφείο σου, για να δούμε μήπως έχει παραπέσει κάποιος λογαριασμός», της είπε. «Είμαι σίγουρη ότι μπορούμε να ξεκαθαρίσουμε εύκολα το θέμα». Η Τζες αναστέναξε και κάθισε στην καρέκλα δίπλα της. «Τα κάνω μονίμως θάλασσα. Πώς αντέχεις να με ξελασπώνεις συνέχεια;» Η αλήθεια ήταν πως η Άμπι δεν ήξερε αν θα μπορούσε να το κάνει για πολύ ακόμα, τουλάχιστον όχι χωρίς να χάσει εντελώς την υπομονή της. Έπρεπε να επικεντρωθεί στα χαρίσματα και όχι στα ελαττώματα της Τζες και στη συνέχεια να βρει έναν τρόπο να καλύψει τις δουλειές που η Τζες αποκλειόταν να θυμηθεί μόνη της. Η πιο προφανής λύση ήταν να προσλάβει ένα λογιστή, αλλά για την ώρα ο προϋπολογισμός τους δε σήκωνε αυτό το έξοδο. Η δουλειά του λογιστή θα έπεφτε τελικά στους δικούς της ώμους. «Τι έκανες σήμερα;» ρώτησε η Τζες και, παίρνοντας το ποτήρι με το τσάι από το χέρι της Άμπι, το ήπιε μονορούφι. «Πάλεψα να ηρεμήσω τις κόρες μου που έκαναν σαν τρελές και κόντεψαν να τρελάνουν τόσο τη γιαγιά όσο κι εμένα, έφαγα μεσημεριανό με τον Τρέις και τσακώθηκα μαζί του». «Φανταστική μέρα», είπε η Τζες και την κοίταξε ανήσυχη. «Είσαι καλά;» «Εδώ που τα λέμε, προτιμώ να τα βάζω με τους μεγαλοκαρχαρίες της Γουόλ Στρητ. Είναι λιγότερο αγχωτικό». «Με το δάνειο, όμως, πήγαν όλα καλά, έτσι;» τη ρώτησε η Τζες θορυβημένη, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την ανησυχία της για την


αδερφή της μπροστά στα δικά της προβλήματα. «Η τράπεζα συμφώνησε με το σχέδιο σου;» Η Άμπι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Αρκεί να έχω εγώ τη διαχείριση». «Λυπάμαι πραγματικά που σε έμπλεξα έτσι», είπε η Τζες. «Αν βοηθάει σε κάτι, θα έχεις την αιώνια ευγνωμοσύνη μου». «Δε χρειάζομαι την αιώνια ευγνωμοσύνη σου», της είπε η Άμπι. «Αυτό που χρειάζομαι είναι να κάνεις μια πραγματική προσπάθεια να με βοηθήσεις να βάλουμε τα πράγματα σε μια τάξη. Θα το κάνεις αυτό;» «Θα το κάνω. Σου το υπόσχομαι», της είπε η Τζες. «Πες μου τι θέλεις να κάνω και έγινε». Αν και η ανταπόκριση της Τζες ήταν άμεση και ειλικρινής, η Άμπι δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί πόσο θα κρατούσε αυτή της η δέσμευση όταν ερχόταν για πρώτη φορά αντιμέτωπη με την οικονομική πραγματικότητα. Η αντίδρασή της με την ακύρωση της πιστωτικής κάρτας της δεν προμήνυε τίποτε καλό.


Κεφάλαιο 7 Λίγο μετά τις τέσσερις, ο Τρέις έφυγε από την τράπεζα για να συναντήσει τη Σούζι Ο’Μπράιεν, την ξαδέρφη της Άμπι. Η Σούζι ήταν ένα χρόνο μικρότερη από την Τζες και δούλευε στο Κτηματομεσιτικό Γραφείο Ο’Μπράιεν, όπου διαχειριζόταν την ενοικίαση κάποιων μικρών διαμερισμάτων που είχαν χτιστεί πάνω από τους επαγγελματικούς χώρους της Μέιν Στρητ. Όταν ο Μικ και τα αδέρφια του είχαν σχεδιάσει το Τσέσαπικ Σορς, είχαν σκεφτεί πως αυτά τα διαμερίσματα θα έκαναν πιο ελκυστικό και ζωντανό το κέντρο της πόλης. Κάποιοι επιχειρηματίες είχαν αγοράσει τις κατοικίες που βρίσκονταν πάνω από τις επιχειρήσεις τους για δική τους χρήση. Οι υπόλοιπες ήταν νοικιασμένες, κυρίως σε εργένηδες και νεαρά ζευγάρια που ήθελαν να βρίσκονται κοντά στη θάλασσα, αλλά ή δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να νοικιάσουν κάποιο από τα μεγαλύτερα σπίτια στην παραλία ή τους άρεσε η αίσθηση να ζουν στο κέντρο ακόμα και μιας τόσο μικρής πόλης, όπου μπορούσαν να πάνε με τα πόδια σε εστιατόρια, σε μαγαζιά και στην παραλία. Η Σούζι διέθετε κι αυτή τα γονίδια των Ο’Μπράιεν, αν και δεν ήταν καλλονή όπως η Άμπι και οι αδερφές της. Τα μαλλιά της είχαν ζωηρό κόκκινο χρώμα και τα μάγουλά της ήταν διάσπαρτα με φακίδες, αλλά είχε τα καταγάλανα μάτια, σήματα κατατεθέν της οικογένειας, μακριά πόδια και αφοπλιστικό χαμόγελο. Είχε επίσης την τάση να προβάλλει την καταγωγή της από το Νότο με μια μακρόσυρτη προφορά που διέθεταν πολύ λίγοι από τους κατοίκους της περιοχής. «Τρέις Ράιλι, είσαι, μα την αλήθεια, χάρμα οφθαλμών», του είπε με ενθουσιασμό και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.


«Δυσκολεύτηκα να το πιστέψω όταν η γραμματέας μού είπε πως τηλεφώνησες. Καιρός ήταν να αποφασίσεις να ξαναγυρίσεις πίσω». «Δεν ξαναγύρισα μόνιμα», της απάντησε. «Ψάχνω να νοικιάσω κάτι για λίγους μήνες». «Αυτό μου είπε και η Πατ, αλλά σκέφτηκα πως το ήθελες μέχρι να χτίσεις το δικό σου σπίτι ή να βρεις κάτι καλύτερο». «Όχι. Θα μείνω εδώ έξι μήνες και μετά θα επιστρέψω στη Νέα Υόρκη». «Ε, λοιπόν, αυτό είναι κρίμα», είπε η Σούζι. «Αλλά έχω κάποια διαμερίσματα να σου δείξω. Θέλεις να ξεκινήσουμε αμέσως; Υπάρχει ένα διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια πάνω από το Έθελ’ς Εμπόριουμ. Μάλλον είναι το μεγαλύτερο, και επειδή βρίσκεται στην άκρη του δρόμου, έχει θέα στη θάλασσα, αν σε ενδιαφέρει». «Πάμε να το δούμε», είπε ο Τρέις και προχώρησε αμέσως προς εκείνη την κατεύθυνση, ανυπομονώντας να ξεμπερδεύει μ’ αυτό το θέμα. Δεν τον ένοιαζαν τόσο το μέγεθος και η τοποθεσία, όσο το φως. Στη δουλειά του χρειαζόταν πολλά παράθυρα. Η Σούζι δε δυσκολεύτηκε να ακολουθήσει το βηματισμό του. Ο Τρέις θυμήθηκε πως στο σχολείο έπαιρνε μέρος σε αγώνες δρόμου και προφανώς είχε συνεχίσει το τρέξιμο. Ένα τετράγωνο μετά το τέλος της Μέιν Στρητ, η Σούζι έστριψε δεξιά σε μια αλέα που οδηγούσε στο πίσω μέρος του κτιρίου. «Το ξέρεις ότι οι είσοδοι εδώ είναι στο πίσω μέρος, έτσι; Και υπάρχει πάρκινγκ για ένα αυτοκίνητο. Δυστυχώς, οι επισκέπτες σου θα πρέπει να ψάχνουν για πάρκινγκ στο δρόμο ή στην παραλία, πράγμα λιγάκι δύσκολο τα Σαββατοκύριακα». «Κανένα πρόβλημα», της απάντησε. «Δεν περιμένω πολλούς επισκέπτες». «Τότε πάμε πάνω να ρίξουμε μια ματιά». Η Σούζι ανέβηκε τη σκεπαστή σκάλα, ξεκλείδωσε μια πόρτα και παραμέρισε για να τον αφήσει να περάσει πρώτος. «Κοίταξέ το με την ησυχία σου», του είπε. «Εγώ θα περιμένω στο παγκάκι μπροστά στη θάλασσα, αν δε σε πειράζει. Έχω ξελιγωθεί στην τρεχάλα από νωρίς το πρωί. Θα μου κάνει καλό ένα διάλειμμα, και ο περισσότερος κόσμος θέλει να


παίρνει ο ίδιος μια αίσθηση του χώρου, χωρίς τη δική μου φλυαρία για τα προφανή». «Καμιά αντίρρηση», της είπε ο Τρέις και έστρεψε την προσοχή του στο διαμέρισμα. Τα δωμάτια δεν ήταν μεγάλα και τα έπιπλα ήταν άνετα αλλά αδιάφορα, ένα μείγμα διαφορετικών στυλ που πρόσβαλλε το καλλιτεχνικό του μάτι, αλλά θα τον βόλευαν για το μικρό διάστημα που σκόπευε να μείνει στην πόλη. Η κύρια κρεβατοκάμαρα βρισκόταν στο πίσω μέρος και είχε απαίσιο φωτισμό, αλλά ούτε αυτό τον πείραζε ιδιαίτερα. Περισσότερο τον ενδιέφερε η δεύτερη κρεβατοκάμαρα, αυτή που σκόπευε να χρησιμοποιήσει σαν στούντιο. Όταν μπήκε στο ευρύχωρο αυτό δωμάτιο, ένα αργό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του. Με τα μεγάλα παράθυρα στους δύο τοίχους, σίγουρα θα είχε πολύ θόρυβο από το δρόμο, και προφανώς αυτός ήταν ο λόγος που δεν ήταν αυτή η κύρια κρεβατοκάμαρα, αλλά το φως πλημμύριζε το χώρο και είχε θέα στον κόλπο στα ανατολικά και στην κεντρική πλατεία στα βόρεια. Το δωμάτιο ήταν ιδανικό για να σχεδιάζει. Στην πραγματικότητα, όλο το διαμέρισμα εξυπηρετούσε τέλεια τις ανάγκες του, και θα μπορούσε να πηγαίνει με τα πόδια στην τράπεζα. Παίρνοντας αμέσως την απόφαση, κλείδωσε την πόρτα και πήγε να βρει τη Σούζι. «Ετοίμασε το συμβόλαιο», της είπε όταν τη βρήκε να ταΐζει ψωμί τους γλάρους. «Σου αρέσει», του είπε κάπως έκπληκτη. «Νόμιζα ότι θα σε απωθούσε η διακόσμηση. Είναι μόλις μια ιδέα καλύτερο από μαγαζί μεταχειρισμένων ειδών, αλλά η κυρία Φιντς αρνείται να το βελτιώσει. Πιστεύει πως τα πράγματα που έβγαλε από τη σοφίτα της αρκούν για κάποιον που είναι περαστικός από την πόλη μας». Ο Τρέις χαμογέλασε. Σαν να άκουγε τη γριά χήρα να το λέει. «Με ξαφνιάζει που το σπίτι δεν είναι γεμάτο με μεταξωτές πασχαλιές, τέτοια μανία που έχει. Υποθέτω πως θα πρέπει να είμαι ευγνώμων γι’ αυτό».


«Μα καλά, δεν το πρόσεξες ότι ο χώρος μυρίζει πασχαλιά;» τον ρώτησε η Σούζι. «Όταν το διαμέρισμα είναι άδειο, έρχεται μια φορά τη βδομάδα η ίδια για να ξεσκονίσει. Και δε φεύγει ποτέ χωρίς να ψεκάσει το χώρο με αποσμητικό με άρωμα πασχαλιάς». «Αν δεν το ξανακάνει μέχρι να φύγω εγώ από εκεί, δεν έχω κανένα πρόβλημα», της απάντησε ο Τρέις, ανατριχιάζοντας στη σκέψη ότι η χήρα θα ψέκαζε το διαμέρισμά του με το αγαπημένο της άρωμα. «Α, όχι, δε θα ενοχλούσε ποτέ έναν ενοικιαστή», τον καθησύχασε η Σούζι. «Λοιπόν, το θέλεις; Είσαι σίγουρος; Δε θέλεις να δούμε και άλλα διαμερίσματα;» «Το θέλω», της απάντησε ο Τρέις. «Εντάξει τότε. Θα ετοιμάσω τα χαρτιά και μπορείς να τα υπογράψεις αύριο το πρωί. Έλα από το γραφείο. Μπορεί να πετύχεις και τον πατέρα μου. Είμαι σίγουρη ότι θα χαρεί να σε δει». Ο Τρέις ήξερε πως δεν υπήρχε μεγάλη συμπάθεια ανάμεσα στον Τζεφ Ο’Μπράιεν και τον Μικ, αλλά πάντα έβρισκε τον Τζεφ πιο προσιτό. Και μετά τη συνάντησή του νωρίτερα με τον Μικ, δε θα ‘ταν άσχημα να συναντήσει και έναν φιλικό Ο’Μπράιεν. «Κι εγώ το ίδιο», είπε στη Σούζι. Τώρα το μόνο που είχε να κάνει ήταν να πάει στο πατρικό του και να πληροφορήσει τη μητέρα του ότι θα μετακόμιζε σε δικό του διαμέρισμα. Είχε το προαίσθημα πως εκείνη δε θα έδειχνε την ίδια κατανόηση με τον πατέρα του για το θέμα. Ο Μικ μπήκε στη βιβλιοθήκη και βρήκε την Άμπι καθισμένη πίσω από το γραφείο του. Μπροστά της είχε το λάπτοπ, στο αυτί της το κινητό και στη μεγάλη οθόνη της τηλεόρασης στην απέναντι μεριά του δωματίου προβάλλονταν σιωπηλά οι χρηματιστηριακοί δείκτες από το κανάλι CNBC. Αυτή ήταν μια πλευρά της κόρης του που δεν την είχε δει ποτέ εν δράσει. Για εκείνον, η Άμπι ήταν πάντα η πρωτότοκη κόρη του, το κοριτσάκι που έτρεχε να τον υποδεχτεί κάθε βράδυ σέρνοντας μια πάνινη κουκλίτσα που της είχε φτιάξει η γιαγιά της.


«Ναι, ναι. Κατάλαβα», μουρμούρισε η Άμπι πληκτρολογώντας στον υπολογιστή. «Κανένα πρόβλημα, Τζακ, θα το φροντίσω αμέσως. Συμφωνώ ότι έχουμε μεγάλο άνοιγμα στα χρηματοοικονομικά. Άσε με να ρίξω μια ματιά να δω ποιες μετοχές θα μπορούσαμε να ξεφορτωθούμε και να προχωρήσω σε προτάσεις για επενδύσεις στην τεχνολογία. Θα σε ξαναπάρω σε μια ώρα». Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, ο Μικ της χαμογέλασε. «Θα έπρεπε να το φανταστώ, όταν στα οχτώ σου επέμενες να αγοράσεις ένα ασφαλιστικό πρόγραμμα αντί να ανοίξεις αποταμιευτικό λογαριασμό, ότι μεγαλώνοντας θα γινόσουν μία μεγιστάνας στα οικονομικά». «Ε, όχι και μεγιστάνας», διαμαρτυρήθηκε η Άμπι, αλλά χαμογελούσε όταν το έλεγε, πράγμα που σήμαινε ότι είχε χαρεί, έστω και λίγο, από το σχόλιο του. «Για πόσα χρήματα μιλούσες μόλις τώρα;» επέμεινε ο Μικ. «Για μισό εκατομμύριο, πάνω κάτω, αν κάνουμε αυτή τη συναλλαγή, αλλά τα χρήματα δεν είναι δικά μου. Με κριτήριο τον ατομικό μου λογαριασμό στην τράπεζα, δεν ανήκω στην κατηγορία των μεγιστάνων». «Αλλά δε βγάζεις κι εσύ λίγα, αυτό είναι φανερό». «Μάλλον βγάζω. Αυτό που έχει σημασία για μένα είναι ότι μου αρέσει αυτό που κάνω. Είναι τεράστια η πίεση που αισθάνομαι ξέροντας ότι διαχειρίζομαι χρήματα άλλων, τις οικονομίες τους μιας ζωής, τις καταθέσεις της σύνταξής τους, αλλά όταν η μέρα είναι καλή, νιώθω υπέροχα ξέροντας ότι βοηθάω κάποιους να δημιουργήσουν μια μικρή περιουσία». Ύψωσε θλιμμένα τους ώμους της. «Βέβαια, όταν πέσουμε σε άσχημη μέρα, τότε πρέπει να αγοράζω μετοχές σε αντιόξινα». «Ασχολείσαι κάμποσο καιρό μ’ αυτή τη δουλειά, άρα προφανώς είσαι καλή». «Έτσι φαίνεται να πιστεύουν τα αφεντικά μου», του απάντησε με μετριοφροσύνη.


Ο Μικ την κοίταξε σκεφτικός. «Έχω κάποιες επενδύσεις που δεν έχουν και τόσο εντυπωσιακές αποδόσεις. Θα ήθελες να τις αναλάβεις εσύ;» «Δε νομίζω», του απάντησε αμέσως η Αμπι. Εκείνος συνοφρυώθηκε με τη γρήγορη αντίδρασή της. «Γιατί όχι;» «Γιατί με την πρώτη βουτιά που θα κάνουν θα κατηγορήσεις εμένα. Νομίζω ότι είναι καλύτερα να κρατήσουμε τα λεφτά σου μακριά από τη σχέση μας». «Ποιο το όφελος, όμως, να έχουμε μία γκουρού των επενδύσεων στην οικογένεια, αν δεν μπορούμε να της δώσουμε τα λεφτά μας να τα επενδύσει;» Η Άμπι έδειξε ξαφνιασμένη, αλλά για μια ακόμα φορά η παρατήρησή του σαν να χτύπησε μια θετική χορδή μέσα της. «Με εμπιστεύεσαι πραγματικά ώστε να μου αναθέσεις τις επενδύσεις σου;» Ο Μικ ξαφνιάστηκε με την αβεβαιότητα που διέκρινε στη φωνή της. Μα καλά, τόσο απαίσιος ήταν στην επικοινωνία του με τα παιδιά του, ώστε ακόμα και η γεμάτη αυτοπεποίθηση Άμπι του να μην έχει συνειδητοποιήσει πόσο περήφανος ήταν για εκείνη; «Και βέβαια σε εμπιστεύομαι», της δήλωσε με έμφαση. Παρ’ όλα αυτά, η Άμπι έδειξε να διστάζει, να νιώθει κάπως αμήχανη. «Τι θα έλεγες να μου δώσεις το χαρτοφυλάκιο σου, να του ρίξω μια ματιά και στη συνέχεια να κουβεντιάσουμε κάποιες ιδέες; Πάντως οι τελικές αποφάσεις θα είναι δικές σου». «Αν είναι να σε πληρώνω για τις συμβουλές σου, τότε θα πρέπει και να τις ακολουθώ, σωστά; Δε χρειάζεται να υπογράφω την κάθε συναλλαγή». «Θα προτιμούσα να την υπογράφεις», επέμεινε εκείνη. «Τουλάχιστον στην αρχή. Στη συνέχεια θα δούμε πώς θα πάει». «Εντάξει», της απάντησε. «Αυτό μπορεί να γίνει. Θα ψάξω να βρω τα τελευταία αντίγραφα κίνησης του χαρτοφυλακίου μου και μπορούμε να τους ρίξουμε μια ματιά προτού φύγω». Η Άμπι τον κοίταξε φανερά απογοητευμένη. «Θα φύγεις;»


«Έχω μείνει ήδη περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζα», της είπε σε αμυντικό τόνο. «Πρέπει να γυρίσω στο Σαν Φρανσίσκο για μια σύσκεψη που έχω αύριο το απόγευμα». «Η Τζες το ξέρει;» Ώστε αυτό είναι, σκέφτηκε ο Μικ. Ανησυχεί για την αντίδραση της αδερφής της, αντί να απογοητευτεί η ίδια. Αυτό έκανε πάντα; Έβαζε τις ανάγκες και τα συναισθήματα των άλλων πάνω από τα δικά της; Ή είχε αρχίσει να το κάνει αυτό μετά την αναχώρηση της Μέγκαν; Εντάξει, ήταν δεκαεφτά χρονών όταν έφυγε η μητέρα της, σχεδόν ενήλικη, αλλά δε θα έπρεπε να επιφορτιστεί εκείνη τη φροντίδα των αδερφών της. Ο Μικ ένιωσε ξαφνικά απίστευτα ένοχος που εξαιτίας του είχε στερηθεί τις τελευταίες ξένοιαστες μέρες της στο λύκειο. Αντί όμως να ανοίξει αυτή τη συζήτηση, απάντησε, στην ερώτησή της. «Δεν το έχω αναφέρει στην Τζες ακόμα. Γιατί; Κατά πάσα πιθανότητα θα χαρεί που δε θα με έχει να μπερδεύομαι στα πόδια της». Η Άμπι κούνησε το κεφάλι της. «Τελικά δεν την ξέρεις καθόλου, μπαμπά. Δεν είδες πόσο ευχαριστημένη ήταν που σε είχε να τριγυρίζεις στο πανδοχείο;» «Το μόνο πράγμα που με άφησε να κάνω ήταν να κλαδέψω το ροδόδεντρο». «Αυτό είναι το θέμα. Το μόνο που θέλει είναι να σε έχει κοντά της. Η Τζες δε σε χρειάζεται για να της κάνεις κάτι ή για να της λες τι να κάνει. Πότε ήταν η τελευταία φορά που κάνατε απλά παρέα οι δυο σας;» Ο Μικ το σκέφτηκε λίγο. «Ποτέ», είπε, ελαφρά αμήχανος από την παραδοχή του. «Δεν έχω να πω τίποτε άλλο», είπε η Άμπι. «Παλιά πήγαινες για ψάρεμα με τον Κόνορ και τον Κέβιν. Της Μπρι της άρεσε πάντα να σε βοηθάει στην αρχιτεκτονική των κήπων των κτιρίων σου. Κι όταν εγώ ήμουν μικρή, συνήθιζες να με παίρνεις καβάλα στους ώμους σου ενώ επιθεωρούσες τα εργοτάξιά σου. Είχα ακόμα και δικό μου κράνος, θυμάσαι; Το είχε βρει σε κάποιο μαγαζί η μαμά.


Ήταν έντονο ροζ και έκανε απαίσια εντύπωση σε συνδυασμό με τα κόκκινα μαλλιά μου, αλλά εγώ το λάτρευα». Ο Μικ γέλασε με την ανάμνηση. «Τα είχα ξεχάσει όλα αυτά. Σε είχαν σαν μικρή πριγκίπισσα. Πάνω από τους μισούς άντρες του συνεργείου κουβαλούσαν καραμέλες μαζί τους για να σου τις δώσουν». Η Άμπι γέλασε. «Γιατί νομίζεις ότι σε παρακαλούσα να με πάρεις μαζί σου;» «Άρα, με το δικό σου διπλωματικό τρόπο, μου λες ότι η Τζες αδικήθηκε επειδή έλειπα πάρα πολύ από το σπίτι». «Αυτό ακριβώς σου λέω. Και το ξέρω ότι σου το έχει πει και η γιαγιά, γι’ αυτό μη μου παριστάνεις τον έκπληκτο. Η παρουσία σου εδώ αυτές τις τελευταίες μέρες σήμαινε πάρα πολλά για την Τζες. Το γεγονός ότι ήρθες από την Καλιφόρνια επειδή υπήρχε μια οικογενειακή κρίση τής απέδειξε κάτι. Της έδειξε ότι νοιάζεσαι». «Και βέβαια νοιάζομαι. Θα έκανα το ίδιο για οποιονδήποτε από εσάς». «Νομίζω πως εμείς οι υπόλοιποι, λίγο ως πολύ, το ξέραμε πάντα. Η Τζες όχι». Ο Μικ έπνιξε έναν αναστεναγμό στη σκέψη τού πόσο δύσκολο είναι να καταλάβεις πώς να συμπεριφερθείς στα παιδιά σου όταν πια είναι ενήλικα, και ιδιαίτερα στις κόρες, που είναι ευαίσθητες στο παραμικρό. Οι σχέσεις του με τον Κόνορ και τον Κέβιν δεν ήταν ποτέ τόσο μπερδεμένες. «Δεν πιστεύω να σκεφτεί ότι την εγκατέλειψα πάλι επειδή πρέπει να γυρίσω πίσω, έτσι;» τη ρώτησε ανήσυχος. «Γιατί δε ρωτάς την ίδια;» του πρότεινε η Άμπι. «Απλώς μίλησέ της, εντάξει; Θα το κάνεις αυτό;» Ο Μικ σηκώθηκε. «Πάω αμέσως», είπε, κι ύστερα έριξε μια ματιά πίσω του. «Εμείς οι δυο είμαστε εντάξει, έτσι;» «Ασφαλώς». Ο Μικ σκέφτηκε πως το χαμόγελο της ήταν κάπως βεβιασμένο, αλλά προτίμησε να την πιστέψει. Του έφτανε που έπρεπε να αντιμετωπίσει την Τζες. Με την Άμπι θα έπρεπε να φροντίσει να


ξεκαθαρίσει τα πράγματα την επόμενη φορά που θα τη συναντούσε. Νόμιζε πως η πρότασή του να αναλάβει τις επενδύσεις του θα δημιουργούσε ένα δεσμό μεταξύ τους, η αλήθεια όμως ήταν πως, αν δεν κάθονταν να κουβεντιάσουν για τη μητέρα της και τη θέση της στη ζωή τους, τα πράγματα μεταξύ τους δε θα ήταν ποτέ εύκολα. Μετά την κουβέντα με τον πατέρα της και τη διαπραγμάτευση του χαρτοφυλακίου που της είχε ζητήσει ο προϊστάμενος της, η Άμπι ένιωσε την ανάγκη να φύγει λίγο από το σπίτι. Λαχταρούσε καθαρό αέρα και αλλαγή σκηνικού. «Γιαγιά, σε πειράζει να κατέβω για λίγο στην πόλη; Τα κορίτσια έχουν πέσει για τον υπνάκο τους». «Δε φαντάζομαι ότι θα κοιμηθούν πολύ», είπε η γιαγιά. «Αλλά μην ανησυχείς, θα τα πάμε μια χαρά. Τα μαθαίνω ντάμα και έχουν αρχίσει ήδη να με νικάνε». «Να θυμάσαι ότι δεν πρέπει να φάνε κανένα γλυκό. Να πιουν μόνο χυμό. Όχι μπισκότα». Η γιαγιά της την κοίταξε αθώα. «Με συμβουλεύεις πώς να ταΐσω ένα άρρωστο παιδί; Δεν τα πήγα καλά μ’ εσένα και τ’ αδέρφια σου; Δε μεγαλώσατε μια χαρά όλοι σας και γίνατε ενήλικοι;» Η Άμπι γέλασε. «Εντάξει, θα τους δώσεις μπισκότα, αλλά θα προσποιηθώ ότι δεν το πρόσεξα». Πήρε την τσάντα και τα κλειδιά της. «Θα είμαι πίσω σε μια ώρα». «Με την ησυχία σου», της είπε η γιαγιά. «Γιατί δεν πας και για ψώνια; Γιατί δεν αγοράζεις κάτι στις μικρές να τους κάνεις έκπληξη; Το αξίζουν. Ήταν πολύ καλές». «Αυτό θα κάνω», της απάντησε η Άμπι. Όταν κατέβηκε στην πόλη, βρήκε πάρκινγκ στη Μέιν Στρητ, ακριβώς έξω από το Έθελ’ς Εμπόριουμ. Η βιτρίνα του ήταν γεμάτη πολύχρωμες πετσέτες της θάλασσας, κουβαδάκια για την άμμο, μπάλες και μπλουζάκια του Τσέσαπικ Σορς και μαγιό που φορούσαν υπέρκομψες κούκλες.


Αν και σκόπευε να πάει στο Σάλι’ς για ένα καθυστερημένο γεύμα, ίσως και κανένα κομμάτι παραδοσιακή μηλόπιτα, αν είχε, τελικά αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή της γιαγιάς της και να αγοράσει κανένα μπιχλιμπίδι για τις κόρες της. Θα τους άρεσαν μερικά παιχνίδια για την παραλία ή κανένα αναμνηστικό μπλουζάκι. Έβγαινε από το αμάξι της, όταν έκανε την εμφάνισή του ο Τρέις από τη γωνιά του κτιρίου. Ντυμένος με κοστούμι και γραβάτα και με τα μαλλιά του καλοχτενισμένα, θα μπορούσε να ταιριάξει τέλεια με τους ανθρώπους της Γουόλ Στρητ που συναναστρεφόταν η Άμπι κάθε μέρα. Δε θύμιζε σε τίποτε τον επαναστάτη που ήταν κάποτε ή εκείνον που μπορούσε ακόμα να διακρίνει στην περιστασιακή λάμψη των ματιών του. Κατά κάποιον τρόπο, αυτό τη στενοχώρησε, αλλά δεν ήξερε γιατί. Οι επιλογές του Τρέις και το μέλλον του δεν την αφορούσαν. Του κούνησε βαριεστημένα το χέρι, ελπίζοντας ότι θα τον αποθάρρυνε να της πιάσει την κουβέντα, αλλά φυσικά εκείνος την πλησίασε αμέσως. «Ξαφνιάζομαι που σε βλέπω στην πόλη τέτοια ώρα», της είπε και την ακολούθησε προς το Έθελ’ς Εμπόριουμ. «Γιατί;» τον ρώτησε. «Περίμενα ότι θα ήσουν στο πανδοχείο». «Να κάνω τι;» «Να επιβλέπεις». Η Άμπι γύρισε και τον κοίταξε επιτιμητικά. Έπρεπε να ξεκαθαρίσουν μερικά πράγματα, οπότε ήταν ευκαιρία να το κάνουν τώρα. «Κοίτα, μπορεί να κατάφερες να εκμεταλλευτείς την κατάσταση ώστε να με κρατήσεις στο Τσέσαπικ Σορς προς το παρόν, αλλά δεν έχεις το δικαίωμα να ελέγχεις πώς διαθέτω το χρόνο μου. Ακόμα και ο τελευταίος υπάλληλος κάνει διάλειμμα για μεσημεριανό. Για παράδειγμα, και εσύ κυκλοφορείς αυτή τη στιγμή στο δρόμο στη μέση μιας εργάσιμης μέρας, αντί να κάθεσαι πίσω από το γραφείο σου. Θα πρέπει να σε αναφέρω στον πατέρα σου;»


Ο Τρέις σούφρωσε τα χείλια του. «Εντάξει, την έπιασα την μπηχτή σου. Τι κάνουν οι κόρες σου;» «Νιώθουν καλύτερα», του απάντησε. «Πάω να δω αν έχει η Έθελ τίποτε ψιλοδωράκια να τους κάνω έκπληξη». «Θα έρθω μαζί σου», της είπε αμέσως ο Τρέις. «Μετά ίσως καταφέρω να σε πείσω να γευματίσεις μαζί μου». Η Άμπι τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Γιατί;» «Τι σημαίνει γιατί; Θα έρθω για ψώνια μαζί σου επειδή ακούγεται διασκεδαστικό. Και θα ήθελα να γευματίσω μαζί σου για τον ίδιο λόγο». Η Άμπι δεν εμπιστευόταν απόλυτα τα κίνητρά του σε καμιά από τις δύο περιπτώσεις, αλλά της φάνηκε εντελώς αγενές να του πει να φύγει. Ούτε μπορούσε να του πει ότι ένιωθε νευρικότητα όταν βρισκόταν μαζί του. Διάβολε, αυτό δεν ήθελε να το παραδεχτεί ούτε στον εαυτό της. Είχε παλέψει πολλά χρόνια για να βεβαιωθεί ότι δε θα ένιωθε ποτέ ξανά ευάλωτη. Είχε θάψει βαθιά όλες τις ανασφάλειές της ώστε να τα βγάλει πέρα, στην αρχή για να σταθεί κοντά στα αδέρφια της όταν έφυγε η Μέγκαν, και αργότερα με την επαγγελματική της ζωή και τα παιδιά της, μετά τη διάλυση του γάμου της. «Όπως θέλεις», του είπε στο τέλος μπαίνοντας στο Εμπόριουμ, και αμέσως ένιωσε να επιστρέφει στην παιδική της ηλικία, τότε που κοίταζε μαγεμένη όλα εκείνα τα φανταχτερά τουριστικά μπιχλιμπίδια. Ή τη βιτρίνα με τις φτηνές καραμέλες, τις ίδιες που φρόντιζαν να έχουν πάντα για χάρη της οι εργάτες του πατέρα της. Η τιμή τους ήταν πιο ακριβή τώρα, αλλά η ποικιλία εξακολουθούσε να είναι δελεαστική, έστω και εξαιτίας της νοσταλγίας. Ο Τρέις της χαμογέλασε και πήγε κατευθείαν στις καραμέλες. «Γλειφιτζούρια ή κόκκινες καραμέλες κανέλας;» τη ρώτησε. «Καραμέλες γλυκόριζας με κεράσι», του απάντησε χωρίς να διστάσει. «Γεια σου, Έθελ», φώναξε ο Τρέις. «Τι θα έλεγες να μας βάλεις μια ποικιλία καραμέλες;»


Η Έθελ εμφανίστηκε από την απέναντι μεριά του μαγαζιού και του χαμογέλασε πλατιά. «Τρέις Ράιλι, αναρωτιόμουν πότε θα έκανες την εμφάνισή σου στο μαγαζί μου», είπε, ρίχνοντας μετά βίας μια ματιά στην Άμπι. «Άκουσα ότι μετακομίζεις από πάνω». Αγνοώντας την ψυχρή, αν και όχι απρόσμενη, συμπεριφορά της Έθελ απέναντι της, η Άμπι γύρισε έκπληκτη στον Τρέις. «Αλήθεια; Νοίκιασες δικό σου σπίτι; Νόμιζα ότι θα έμενες με τους γονείς σου». Δεν ήξερε γιατί αυτό την αναστάτωσε, αλλά αυτό είχε συμβεί. Είχε αλλάξει κάτι; Ο Τρέις είχε δεσμευτεί να μείνει στο Τσέσαπικ Σορς για περισσότερο χρόνο απ’ όσο την είχε αφήσει να πιστέψει; Και γιατί την ένοιαζε; Ο Τρέις την κοίταξε στα μάτια. «Σκέφτηκα πως κάποια στιγμή μπορεί να ήθελα μερικές αυστηρά προσωπικές στιγμές», της είπε με νόημα. Η Άμπι ένιωσε το σφυγμό της να χτυπάει άτακτα και έστρεψε αλλού το κεφάλι της, αλλά πρόλαβε να δει το χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπο του. «Γουρούνι», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της. Ο Τρέις γέλασε. «Το άκουσα αυτό». «Κι εγώ», είπε η Έθελ, γελώντας. «Εσείς οι δυο πάντα τρωγόσασταν», είπε, και πρόσθεσε απευθυνόμενη κάπως πιο ζεστά στην Άμπι. «Υποθέτω πως, αφού είναι εδώ ο Τρέις, θα βλέπω αρκετά συχνά κι εσένα, Άμπι». Εκείνη τη στιγμή η Άμπι συνειδητοποίησε πως ήταν λάθος να έρθει εδώ με τον Τρέις και ότι θα ήταν ακόμα μεγαλύτερο λάθος να τη δουν να γευματίζει μαζί του στο Σάλι’ς. Οι μόνιμοι κάτοικοι του Τσέσαπικ Σορς ψοφούσαν για κουτσομπολιά. Αν έβλεπαν ένα παλιό ζευγαράκι να κυκλοφορεί και πάλι μαζί στην πόλη, οι γλώσσες θα έπαιρναν φωτιά. «Δε νομίζω ότι θα μας βλέπεις συχνά μαζί», είπε στην Έθελ. «Βοηθάω την Τζες να τελειώσει το πανδοχείο για να μπορέσει να το ανοίξει. Μετά θα επιστρέψω στη Νέα Υόρκη», πρόσθεσε και έριξε ένα αγέρωχο βλέμμα στον Τρέις, προκαλώντας τον να την αντικρούσει.


Η Έθελ φάνηκε να θέλει να δώσει συνέχεια στη δήλωση της Άμπι, αλλά ο Τρέις της έδειξε τις καραμέλες. «Θα πάρουμε τρεις σακούλες. Φρόντισε να υπάρχει ποικιλία από όλες στην καθεμιά». «Τρεις σακούλες;» ρώτησε η Άμπι. «Θα πρέπει να πας από μία στις δίδυμες. Βάζω στοίχημα ότι δε βρίσκεις να τους αγοράσεις τέτοιες καραμέλες στη Νέα Υόρκη». «Όχι, ίσως γι’ αυτό δεν έχουν ούτε ένα κούφιο δόντι», του απάντησε η Άμπι. Ο Τρέις παραμέρισε το σχόλιο της με ένα ανασήκωμα των ώμων του. «Το μόνο που χρειάζεται είναι να βουρτσίζουν περισσότερη ώρα τα δόντια τους το βράδυ. Κι αν δε δεχτείς να τους πας εσύ τις καραμέλες, θα τις φέρω εγώ αργότερα». Η Άμπι κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να νικήσει. «Ό,τι πεις», μουρμούρισε και πήγε να δει κάτι μπλουζάκια. Βρήκε δύο πολύ χαριτωμένα -ένα τιρκουάζ για την Κέιτλιν και ένα πράσινο για την Κάρι- και τα πήγε στο ταμείο. «Πάω στοίχημα ότι το δικό μου δώρο θα τους αρέσει περισσότερο», της μουρμούρισε ο Τρέις στο αυτί τη στιγμή που η Έθελ της έδινε την τσάντα με τα μπλουζάκια. Η Άμπι ξαφνιάστηκε τόσο από την παρουσία του τόσο κοντά της και από το προκλητικό χάδι της ανάσας του στην επιδερμίδα της, που της έπεσε το πακέτο. Προς μεγάλη της ενόχληση, εκείνος χαμογέλασε με σημασία καθώς έπιανε τη σακούλα για να της την ξαναδώσει. «Όλα είναι παιχνίδι για σένα;» γρύλισε τσαντισμένη καθώς πήγαινε προς την έξοδο. «Δεν ήταν μέχρι πρόσφατα. Νομίζω ότι βγάζεις το ανταγωνιστικό μου πνεύμα στην επιφάνεια». «Ε, λοιπόν, φρόντισε να το ξεπεράσεις», του είπε. «Και δεν πρόκειται να γευματίσω μαζί σου». «Γιατί όχι; Σε τρομάζει τόσο πολύ η προοπτική να μοιραστείς το ίδιο σεπαρέ στο Σάλι’ς μαζί μου;»


«Και βέβαια δε με τρομάζει», του απάντησε αγανακτισμένη, πετώντας την τσάντα με τα μπλουζάκια και τις δύο σακούλες με τις καραμέλες που επέμεινε εκείνος να της δώσει μέσα στο αμάξι της. «Τότε, έλα μαζί μου», την προκάλεσε ο Τρέις. «Δεν είχαμε πραγματικά την ευκαιρία να τα πούμε λιγάκι οι δυο μας, Άμπι. Θα παραγγείλουμε δυο χάμπουργκερ. Εσύ θα κλέψεις τηγανητές πατάτες από το πιάτο μου και στη συνέχεια μπορούμε να μοιραστούμε μια μηλόπιτα, όπως κάναμε παλιά». Της Άμπι της φάνηκε πολύ κακή ιδέα να κάνουν πράγματα που έκαναν παλιά. Τότε τους είχαν οδηγήσει σε προβλήματα και πόνο. Από την άλλη, δεν κατάφερε να πείσει τον εαυτό της να απορρίψει την πρόσκληση που εκείνος είχε μετατρέψει σκόπιμα σε πρόκληση. «Καλά, εντάξει», είπε στο τέλος και, βροντώντας την πόρτα του αυτοκινήτου, προχώρησε δίπλα του. Όταν έφτασαν στην είσοδο του Σάλι’ς, σταμάτησε και τον κοίταξε στα μάτια. «Όταν μπούμε μέσα, δε θα κάνεις την παραμικρή νύξη ότι κάνουμε παρέα. Αν ρωτήσει η Σάλι, ήρθαμε να κουβεντιάσουμε για δουλειές, τίποτε άλλο. Η συνάντησή μας αυτή δεν είναι προσωπική. Δεν είναι ραντεβού». «Έτσι θα δυσκολευτούμε να ανταλλάξουμε τα νέα μας», της είπε. «Αυτοί είναι οι όροι μου». Εκείνος την κοίταξε σοβαρός, αλλά τα μάτια του άστραφταν περιπαικτικά. «Μάλιστα, κυρία μου», είπε. «Ό,τι πείτε». «Δεν αστειεύομαι», τον προειδοποίησε. «Το κατάλαβα». «Δε θέλω η μισή πόλη να κουτσομπολεύει πίσω από την πλάτη μου για εμάς τους δυο». «Τότε ίσως θα έπρεπε να καθίσουμε σε χωριστά τραπέζια», της είπε, αλλά σταμάτησε σκεφτικός. «Από την άλλη, αυτό θα προκαλούσε άλλα κουτσομπολιά, έτσι δεν είναι; Είναι πολύ δύσκολο να ξέρει κανείς τι πρέπει να κάνει σε μια τέτοια περίπτωση».


Ο ειρωνικός τόνος του την εξόργισε, αλλά το άφησε να περάσει. «Πίστεψέ με, είμαι πρόθυμη να υιοθετήσω την πρόταση των χωριστών τραπεζιών για να το διαπιστώσω», του είπε. «Εγώ όχι. Εξάλλου, δε θέλεις να πιστέψω ότι είσαι δειλή, θέλεις;» Ο Τρέις προσποιήθηκε τον τρομαγμένο. «Αλλά, ουπς, αυτό το ξέρω ήδη, σωστά;» Η Άμπι δεν είχε νιώσει ποτέ στη ζωή της τόσο έντονη την επιθυμία να βάλει τις φωνές και να κλοτσήσει κάποιον στο καλάμι όσο εκείνη τη στιγμή. «Ξέχασες κιόλας εκείνη την κανάτα με το νερό;» «Ευτυχώς για το κοστούμι μου, η Σάλι σερβίρει το νερό μόνο σε ποτήρι», της απάντησε καθώς άνοιγε την πόρτα και παραμέριζε για να την αφήσει να περάσει πρώτη. Την κοίταξε σοβαρός. «Ανακωχή, σύμφωνοι; Μόνο για την επόμενη ώρα». Η Άμπι περιεργάστηκε αυτά τα μάτια που κάποτε ήξερε πολύ καλά και ένιωσε να πνίγεται στα βάθη τους. Ξαφνικά την πλημμύρισαν εκατό διαφορετικές και όμορφες αναμνήσεις. Ξεροκατάπιε και κοίταξε αλλού. Αυτό δεν ήταν καλό. Δεν ήταν καθόλου καλό. Θα έπρεπε να το βάλει στα πόδια για να σωθεί. Αντί γι’ αυτό, σήκωσε το κεφάλι της, κοίταξε τον Τρέις στα μάτια και κατάφερε να κρατήσει σταθερή τη φωνή της όταν είπε: «Ανακωχή». Μια ώρα ήταν, στο κάτω κάτω. Πόσο δύσκολο μπορούσε να είναι; Παραδόξως, όμως, εκείνη τη στιγμή της φαινόταν μια αιωνιότητα.


Κεφάλαιο 8 Ο Τρέις πρόσεξε τις γεμάτες εικασίες ματιές που έριξαν οι θαμώνες προς το μέρος τους όταν μπήκαν με την Άμπι στο Σάλι’ς και κάθισαν σε ένα σεπαρέ κοντά στο παράθυρο. Αναρωτήθηκε αν η Άμπι θυμόταν ότι διάλεγαν πάντα αυτό το σεπαρέ, αν ήταν διαθέσιμο. Μπορούσε να θυμηθεί εκατοντάδες διαφορετικές συζητήσεις που είχαν κάνει εδώ πέρα, δεκάδες καυτά βλέμματα που είχαν ανταλλάξει, ακόμα και κάποια κλεφτά φιλιά όταν γλιστρούσε στον πάγκο δίπλα της αντί να καθίσει απέναντι της. Και τώρα αυτό ήθελε να κάνει, αλλά προτίμησε να μην τη φουρκίσει και κάθισε στον πάγκο απέναντι. Η Άμπι έκρυψε αμέσως το πρόσωπο της πίσω από τον κατάλογο, ένα άχρηστο κόλπο, αφού οι σπεσιαλιτέ της ημέρας ήταν γραμμένες στο μαυροπίνακα και ο κατάλογος ήταν ένα πλαστικοποιημένο φύλλο χαρτιού. Οι άνθρωποι που σύχναζαν εδώ για πρωινό ή για γεύμα ήξεραν τις επιλογές απέξω, δε χρειαζόταν να συμβουλευτούν ούτε τον κατάλογο ούτε το μαυροπίνακα. Μέσα στη βδομάδα, για παράδειγμα, η σπεσιαλιτέ για πρωινό ήταν δύο χτυπητά αβγά με καλαμποκάλευρο, ψητό ψωμί και μπέικον ή λουκάνικα. Τα Σάββατα ήταν κρέπες και τις Κυριακές τηγανητές φέτες ψωμιού βουτηγμένες σε αβγό. Οι μεσημεριανές σπεσιαλιτέ εναλλάσσονταν μεταξύ χάμπουργκερ, σάντουιτς με τόνο, σάντουιτς με κρέας, ξινολάχανο και ελβετικό τυρί, σάντουιτς με καβούρι και ψητό τυρί. Όλα τα πιάτα συνοδεύονταν από πατατοσαλάτα ή τηγανητές πατάτες. Τα γλυκά και τα επιδόρπια, όμως, ακολουθούσαν τα κέφια της Σάλι. Ο Τρέις είχε προσέξει στο μαυροπίνακα πως το επιδόρπιο της ημέρας ήταν μηλόπιτα, όπως το ήλπιζε, γιατί ήξερε ότι ήταν το


αγαπημένο επιδόρπιο της Άμπι -αν και ερχόταν δεύτερη μετά τη μους σοκολάτα του ναυτικού ομίλου. «Αποφάσισες;» τη ρώτησε ύστερα από κάμποσα λεπτά που κοιτούσε εκείνη αντί για το μενού. «Μια μικρή σαλάτα», του απάντησε αναστενάζοντας. «Έλα τώρα», την τσίγκλησε. «Πότε ήταν η τελευταία φορά που έφαγες ένα ωραίο, ζουμερό χάμπουργκερ; Τώρα που οι δίδυμες νιώθουν καλύτερα, θα το κάψεις σε χρόνο μηδέν», της είπε, και βιάστηκε να διορθώσει. «Όχι πως έχεις κάποιο λόγο να ανησυχείς. Είσαι το ίδιο εντυπωσιακή όσο και δέκα χρόνια πριν. Καλύτερη, θα έλεγα. Αν και ήσουν όμορφη από τότε». «Θα προσπαθείς για πολύ ακόμα να βγεις από το λάκκο που έσκαψες μόνος σου;» τον ρώτησε, και τα μάτια της άστραψαν με ευθυμία. Ο Τρέις έκανε μια γκριμάτσα. «Τέλειωσα». «Δόξα τω Θεώ. Εντάξει, θα πάρω ένα τσίζμπεργκερ». «Τηγανητές πατάτες;» Η Άμπι σκέφτηκε την πρότασή του και στο τέλος κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Πράγμα που σημαίνει ότι θα κλέψεις από τις δικές μου», παραπονέθηκε ο Τρέις. «Θα πω στη Σάλι να μου βάλει διπλή μερίδα». «Δεν πρόκειται να αγγίξω τις πατάτες σου», επέμεινε η Άμπι, κι ύστερα χαμογέλασε. «Θα κάνω οικονομία στις θερμίδες για τη μηλόπιτα». Εκείνη τη στιγμή πλησίασε η Σάλι. Σε αντίθεση με την Έθελ, δεν ξαφνιάστηκε καθόλου που τους είδε μαζί. Προφανώς το δικό της δίκτυο κουτσομπολιού δούλευε πιο καλά. «Δύο τσίζμπεργκερ, πατάτες τηγανητές και μηλόπιτα», είπε γράφοντας την παραγγελία προτού προλάβει να μιλήσει κανείς από τους δυο. «Όχι πατάτες για μένα», είπε αποφασιστικά η Άμπι. «Θα προσθέσω τότε μερικές παραπάνω στο πιάτο του Τρέις», είπε η Σάλι.


Ο Τρέις γέλασε όταν είδε την αγανακτισμένη έκφραση της Άμπι. «Η φήμη σου είναι ανεξίτηλα χαραγμένη εδώ πέρα», της είπε όταν η Σάλι έφυγε για την κουζίνα. «Το να μεγαλώνεις σε μια μικρή πόλη έχει τις δυσάρεστες και τις ευχάριστες πλευρές του. Όλοι νομίζουν ότι μπορούν να μαντέψουν τι θα κάνεις, τι θα παραγγείλεις και με ποιον θα βγεις». «Ένας από τους λόγους που χαίρομαι που μένω στη Νέα Υόρκη», είπε η Άμπι. «Μου αρέσει η ανωνυμία». «Αλήθεια;» τη ρώτησε ο Τρέις. «Με τα χρόνια, ανακάλυψα ότι εμένα μου λείπει αυτή η ατμόσφαιρα». «Πού μένεις; Δε νομίζω ότι μου είπες. Ή, μάλλον, πού έμενες προτού επιστρέψεις εδώ;» «Στο Σόχο», της απάντησε, παρακολουθώντας προσεκτικά την έκφρασή της. «Εξακολουθώ να έχω το ρετιρέ μου εκεί». Η Άμπι ανοιγόκλεισε τα μάτια της, φανερά ξαφνιασμένη. «Στο Σόχο; Στη Νέα Υόρκη;» Ο Τρέις κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ακούγεσαι ξαφνιασμένη». «Είμαι. Υπέθεσα ότι θα έμενες...» Η φωνή της έσβησε. Ύψωσε τους ώμους της. «Δεν ξέρω, φαντάστηκα πως θα έμενες κάπου πιο κοντά, στη Βαλτιμόρη ή την Ουάσινγκτον». «Όχι. Ζω στη Νέα Υόρκη κάπου δέκα χρόνια τώρα, σχεδόν όσο κι εσύ, δηλαδή. Νόμιζα ότι θα το είχες ακούσει». «Δεν έχω κρατήσει επαφή με πολλούς από εδώ», του απάντησε. «Εκτός από τους δικούς μου, φυσικά». «Ούτε με τη Λέιλα. Παλιά είχες στενή σχέση με την αδερφή μου». «Μιλάμε πότε πότε», του είπε. «Αλλά, είτε το πιστεύεις είτε όχι, δεν έτυχε να αναφερθεί ποτέ το όνομά σου. Λυπάμαι αν αυτό πληγώνει τον εγωισμό σου». «Ο εγωισμός μου αντέχει μερικά χτυπήματα», της απάντησε, αν και δεν ήταν σίγουρος πόσα ακριβώς, ιδιαίτερα από εκείνη. «Και τι έκανες στη Νέα Υόρκη; Θα χρειαστεί να ψάξεις για καινούρια δουλειά αν επιστρέψεις;»


«Όχι. Μπορώ να παίρνω τη δουλειά μου σχεδόν όπου πηγαίνω. Είμαι γραφίστας και δουλεύω ως ελεύθερος επαγγελματίας με αρκετές διαφημιστικές εταιρείες και με μερικούς δικούς μου πελάτες». Για πρώτη φορά από τη μέρα που είχαν συναντηθεί στο γραφείο του στην τράπεζα, η Άμπι έδειχνε να ενδιαφέρεται πραγματικά, ίσως και κάπως εντυπωσιασμένη. Ο τοίχος που ύψωνε γύρω της κάθε φορά που ήταν μαζί του κατέρρευσε. Έγειρε ελαφρά προς το μέρος του, φανερά περίεργη. «Θα αναγνώριζα κάποιες από τις δουλειές σου;» «Εξαρτάται από την προσοχή που δίνεις στις διαφημίσεις που βλέπεις στα περιοδικά», της απάντησε. «Έχω μερικούς πολύ σημαντικούς πελάτες». Της ανέφερε μερικά ονόματα και την είδε να γουρλώνει τα μάτια της. «Θεέ μου, δεν είχα ιδέα. Υποθέτω ότι ποτέ δεν πίστεψα πραγματικά ότι τα εννοούσες όλα αυτά». Ο Τρέις της έριξε ένα έκπληκτο βλέμμα. «Παρ’ όλο που είχα σπουδάσει γραφικό σχέδιο και ζωγραφική στο κολέγιο;» «Νόμιζα πως το έκανες για να πας κυρίως κόντρα στον πατέρα σου», παραδέχτηκε η Άμπι. «Στο κάτω κάτω, πήρες πτυχίο και στη διοίκηση επιχειρήσεων που ήθελε εκείνος». «Επειδή σκέφτηκα ότι δε βλάπτει να ξέρεις πώς να διοικείς μια επιχείρηση και ήταν πιο εύκολο από το να τσακωθώ μαζί του», της είπε και την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Σου τα είχα πει όλα αυτά τότε». «Μάλλον δεν πείστηκα ότι τα εννοούσες». Ο Τρέις ένιωσε περίεργα πληγωμένος από την έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους της. Αυτή δεν ήταν που τον ήξερε καλύτερα απ’ τον καθένα; Σ’ εκείνη δεν είχε εμπιστευτεί τόσες φορές τις ελπίδες και τα όνειρά του; «Γιατί όχι;» τη ρώτησε, ξαφνικά τσαντισμένος. Η Άμπι δίστασε. «Θέλεις την αλήθεια;» «Φυσικά».


«Παρ’ όλο που εσύ υποστήριζες ότι έβλεπες τα πράγματα ρεαλιστικά, εγώ εξέλαβα την αντιμετώπισή σου ως σημάδι ότι δε θα εναντιωνόσουν ποτέ στον πατέρα σου. Αν και ήξερα τι ήθελες πραγματικά, δεν μπορούσα να σε φανταστώ να φεύγεις ποτέ από το Τσέσαπικ Σορς ή από την τράπεζα». Ο Τρέις έμεινε εμβρόντητος από την έλλειψη εμπιστοσύνης που είχε τότε η Άμπι στην αποφασιστικότητά του. «Γλυκιά μου, μπορεί να δείχνω καλόβολος, αλλά είμαι σκληρό καρύδι. Πώς μπόρεσες, ειδικά εσύ, να με κρίνεις τόσο λανθασμένα; Νόμιζα ότι ήσουν ο μόνος άνθρωπος που με καταλάβαινε πραγματικά». Η Άμπι έστρεψε αλλού το πρόσωπο της λυπημένη. «Κατά τα φαινόμενα δε σε καταλάβαινα». «Αυτός ήταν ο λόγος που αποφάσισες τόσο εύκολα να φύγεις; Νόμιζες ότι δεν εννοούσα ούτε λέξη όταν σου έλεγα ότι ήθελα να χτίσουμε ένα κοινό μέλλον οι δυο μας;» Η Άμπι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Πίστευα ότι το εννοούσες», παραδέχτηκε. «Αλλά δεν μπορούσα να διακινδυνεύσω να αλλάξεις γνώμη στη συνέχεια. Εγώ ήξερα τι ακριβώς ήθελα και πού έπρεπε να πάω για να το αποκτήσω. Αν...» Η φωνή της έσβησε. «Αν με είχες εμπιστευτεί και εγώ είχα υποχωρήσει στις πιέσεις του πατέρα μου, θα είχες χάσει τ’ όνειρο σου, αυτό είναι;» Η Άμπι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Με λίγα λόγια». Η Σάλι επέστρεψε ακριβώς εκείνη τη στιγμή με το φαγητό τους, αλλά η Άμπι έσπρωξε μακριά το πιάτο της. «Δεν πεινάω πια». «Φάε», την πρόσταξε απότομα ο Τρέις. «Δε θέλω να με κατηγορήσεις ότι σου έκοψα και την όρεξη». Η Άμπι έδειξε να ξαφνιάζεται από τον τόνο του. «Γιατί είσαι θυμωμένος;» «Επειδή, αν τα είχαμε κουβεντιάσει όλα αυτά πριν δέκα χρόνια, τα πράγματα μπορεί να είχαν εξελιχτεί διαφορετικά. Αντί γι’ αυτό, εσύ το έβαλες στα πόδια. Κοίτα πόσο χρόνο χάσαμε». «Κάνεις λάθος», τον διόρθωσε ήρεμα. «Δεν το βλέπεις, Τρέις, ότι δε θα άλλαζε τίποτα; Φοβόμουν πάρα πολύ να πάρω τοις μετρητοίς όσα μου έλεγες. Θεωρούσα ότι έπρεπε να είμαι


ελεύθερη για να κυνηγήσω αυτό που ήθελα. Είναι αλήθεια ότι δεν είχα απόλυτη εμπιστοσύνη σε όσα μου έλεγες, αλλά δεν είχα εμπιστοσύνη ούτε στον εαυτό μου. Φοβόμουν αυτά που ένιωθα για σένα και πού θα μπορούσαν να με οδηγήσουν. Αν μου είχες ζητήσει να μείνω εδώ και να περιμένω μέχρι να ξεκαθαρίσεις την κατάσταση με τον πατέρα σου, μπορεί να το είχα κάνει. Η ζωή μας θα έμπαινε σε μια ευχάριστη ρουτίνα και δε θα είχαμε προχωρήσει ποτέ». Ο Τρέις δεν το έχαψε. Ήταν και οι δυο τους δυνατοί και αποφασιστικοί, έστω κι αν η Άμπι δεν το παραδεχόταν. «Ω, κάνε μου τη χάρη», την αντέκρουσε. «Απλώς παραδέξου ότι δε με αγάπησες ποτέ πραγματικά», της είπε ξερά, παραμερίζοντας και αυτός το πιάτο του. «Κι όμως, σε αγαπούσα», επέμεινε η Άμπι. «Απλώς δεν ήταν αρκετό». Τα λόγια της κάθισαν σαν μολύβι στο στομάχι του. «Πρέπει να γυρίσω στη δουλειά», δήλωσε πετώντας μερικά χαρτονομίσματα στο τραπέζι. «Αυτά θα καλύψουν το γεύμα μας». Ήταν έτοιμος να απομακρυνθεί από το τραπέζι, όταν η Άμπι είπε σιγανά: «Λυπάμαι. Ειλικρινά, λυπάμαι». «Ναι. Κι εγώ το ίδιο». Η Άμπι δεν είχε ιδέα πόσο λυπόταν. Επειδή για πρώτη φορά συνειδητοποιούσε ότι και εκείνος ποτέ δεν την είχε καταλάβει πραγματικά. Όλα αυτά τα χρόνια ήταν ερωτευμένος με μια ψευδαίσθηση. Όταν ο Μικ έφτασε στο πανδοχείο για να πει στην Τζες ότι έφευγε, τη βρήκε στη σοφίτα να ψάχνει ένα παλιό μπαούλο γεμάτο παλιοπράγματα, όπως του φάνηκε. Δεδομένου ότι την πίεζε ο χρόνος να τελειώσει τις επισκευές για να ανοίξει το πανδοχείο, δεν του φάνηκε ο καλύτερος τρόπος να περάσει την ώρα της. «Έι, πιτσιρίκα, τι σκαρώνεις;» τη ρώτησε, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να δώσει ανάλαφρο τόνο στη φωνή του και να πνίξει την επίκριση που βρισκόταν στην άκρη της γλώσσας του. Δεν


ήθελε να καταστρέψει την πρόσφατη επαφή που είχαν αποκτήσει με μερικές άστοχες κουβέντες. «Ανέβηκα να δω αν θα μπορούσα να διαμορφώσω ένα δυο δωμάτια και εδώ πάνω και βρήκα αυτό». Η Τζες σήκωσε ψηλά ένα σκονισμένο τόμο με ποιήματα. «Κοίτα. Νομίζω ότι πρέπει να είναι η πρώτη έκδοση με τα ποιήματα της Έμιλι Ντίκινσον. Έχει και την υπογραφή της συγγραφέως». «Καταπληκτικό», είπε ο Μικ, προσπαθώντας να δείξει ενθουσιασμένος. Η Τζες του έριξε ένα περίεργο βλέμμα. «Γιατί αυτή η αιχμηρή νότα στη φωνή σου;» «Ποια αιχμηρή νότα;» «Αυτή που λέει ότι δε δίνεις δεκάρα για ένα βιβλίο με ποιήματα και ότι το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει και για μένα». Ο Μικ την κοίταξε άφωνος. «Έβγαλες όλο αυτό το συμπέρασμα από μια λέξη;» «Είχα μια ζωή να μάθω να ερμηνεύω αυτό που πραγματικά εννοείς. Αν είσαι τσαντισμένος μαζί μου για κάποιο λόγο, πες το». Ο Μικ δίστασε. Δεν ήθελε να φύγει από το Τσέσαπικ Σορς τσακωμένος με την Τζες. Αλλά ό,τι και να της έλεγε, το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο. Από την άλλη, πώς μπορούσε να την αφήσει να σπαταλάει το χρόνο της και τα χρήματα της Άμπι για ένα παλιό σκονισμένο βιβλίο, όσο σπάνιο και να ήταν; «Υποθέτω πως απλώς ξαφνιάστηκα που σε βρήκα εδώ πάνω, τη στιγμή που έχεις να τελειώσεις δυο τρία δωμάτια ακόμα για να μπορέσεις να ανοίξεις το πανδοχείο», της είπε, προσπαθώντας να διαλέξει με προσοχή τα λόγια του, κάτι που σπάνια έμπαινε στον κόπο να κάνει. «Για όνομα του Θεού, έκανα ένα διάλειμμα. Έγκλημα είναι;» Ο Μικ υποχώρησε. «Όχι βέβαια. Απλώς σκέφτηκα πως τη στιγμή που έχεις μια διορία και...» «Ξέρω πολύ καλά και το χρονοδιάγραμμα και όσα πρέπει να γίνουν», τον έκοψε η Τζες. «Δε χρειάζεται να έρχεσαι εδώ να με επιβλέπεις, ώστε να είσαι βέβαιος ότι κάνω τη δουλειά μου.


Υποθέτω ότι σε έστειλε η Άμπι. Το κουβεντιάσατε και αποφασίσατε ποιανού η σειρά ήταν να με ελέγξει;» «Κανείς δε σε ελέγχει», της είπε ο Μικ εκνευρισμένος. «Το μόνο που προσπαθούμε όλοι μας είναι να σε βοηθήσουμε να πραγματοποιήσεις το όνειρο σου. Το δικό σου όνειρο, Τζες. Όχι το δικό μου ούτε της Άμπι. Θα περίμενα κάπως περισσότερη ευγνωμοσύνη εκ μέρους σου και λίγο πιο σκληρή δουλειά ώστε να μην πάνε χαμένα όσα κάνει η Άμπι για σένα». Ο Μικ είδε με απόγνωση τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα. «Νόμισα πως είχες αρχίσει να πιστεύεις σ’ εμένα», ψέλλισε και το πιγούνι της άρχισε να τρέμει. «Λάθος μου. Αντίθετα, εσύ γυροφέρνεις εδώ πέρα περιμένοντας να με δεις να τα κάνω μούσκεμα. Εντάξει, μπαμπά, αυτό κάνω. Θα μπορούσες λοιπόν να γυρίσεις στην Καλιφόρνια σίγουρος πως για μια ακόμα φορά θα τα κάνω μούσκεμα». Ο θυμός του έσβησε στη στιγμή. «Αχ, Τζες, έλα τώρα. Ποτέ δεν ισχυρίστηκα ότι τα κάνεις μούσκεμα. Δε σου είπα ότι είμαι περήφανος για όσα έχεις κάνει εδώ;» Η Τζες ρούφηξε τη μύτη της. «Ναι, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι πιστεύεις πως θα τα καταφέρω ως το τέλος». «Και βέβαια το πιστεύω», επέμεινε ο Μικ. «Αλλά θα πρέπει να παραμείνεις εστιασμένη στο σκοπό σου». «Εννοείς ότι δε θα πρέπει να φεύγω ούτε στιγμή από εδώ; Ότι δε θα πρέπει να αφιερώνω ούτε πέντε λεπτά σε κάτι άλλο;» Ο Μικ κοντοκάθισε μπροστά της και πήρε το χέρι της στο δικό του. Το βρήκε παγωμένο και τραχύ από τη σκληρή δουλειά που έκανε για να ανακαινίσει το πανδοχείο. «Για πες μου, λοιπόν», της είπε ήρεμα. «Πόση ώρα βρίσκεσαι εδώ στη σοφίτα;» «Δεν ξέρω. Λίγα λεπτά». «Τι ώρα ήταν όταν ανέβηκες εδώ πάνω;» επέμεινε ο Μικ. «Δεν ξέρω. Εννιάμισι, δέκα. Δεν πάει πολλή ώρα». «Είναι περασμένες δώδεκα τώρα». Η Τζες τον κοίταξε με φρίκη. «Δεν είχα ιδέα».


«Αυτό ακριβώς εννοώ κι εγώ. Όταν ανοίξει το πανδοχείο, θα έχεις άφθονο χρόνο να ψαχουλεύεις στη σοφίτα ή να κάνεις ό,τι άλλο θέλεις, αλλά τώρα δεν έχεις το περιθώριο να χάνεις δύο ώρες, όταν έχεις να τελειώσεις το βάψιμο. Αυτό προσπαθώ να σου πω». Εκείνη αναστέναξε βαθιά, μετανιωμένη. «Συγνώμη για τον τρόπο που αντέδρασα. Έχεις δίκιο». Σηκώθηκε και τίναξε τη σκόνη από τα χέρια της. «Θα γυρίσω αμέσως στη δουλειά». «Θα μπορούσα να σε βοηθήσω για μια δυο ώρες», προσφέρθηκε ο Μικ. «Ύστερα θα πρέπει να φύγω για να προλάβω την πτήση μου». Η Τζες κοκάλωσε. «Γυρίζεις στην Καλιφόρνια;» Ο Μικ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Νόμιζα ότι θα έμενες εδώ, τουλάχιστον μέχρι τα εγκαίνια». «Θα γυρίσω για τα εγκαίνια», της υποσχέθηκε. «Δεν υπάρχει περίπτωση να τα χάσω. Κι αν χρειαστείς κάτι στο μεταξύ...» Είδε τη μοιρολατρία στο βλέμμα της και έπνιξε έναν αναστεναγμό. «Απλώς τηλεφώνησέ μου αν χρειαστείς κάτι, εντάξει; Μπορώ να στείλω ένα συνεργείο να σε βοηθήσει να τελειώσεις. Δεν έχεις παρά να μου το πεις». «Όχι», του απάντησε σφιγμένα. «Μπορώ να το χειριστώ». Ο Μικ την κοίταξε με λύπη. Κατά τα φαινόμενα, ό,τι κι αν έλεγε πια, ήταν γραφτό να αποχωριστούν πικραμένοι. Η όποια πρόοδος είχαν κάνει τις τελευταίες μέρες είχε χαθεί. Κι αυτό επειδή στην προσπάθειά του να βοηθήσει είχε κάνει μερικές εύστοχες παρατηρήσεις, τις οποίες η Τζες είχε πάρει κατάκαρδα και τις είχε αντιμετωπίσει υπό το πρίσμα της προηγούμενης σχέσης τους. Ό,τι κι αν έλεγε τώρα, μάλλον δε θα μπορούσε να επανορθώσει την παρεξήγηση. Προσφέρθηκε άλλη μια φορά να τη βοηθήσει στο βάψιμο και εκείνη απέρριψε ξανά την πρότασή του. «Θα σε δω σε λίγες βδομάδες τότε», της είπε. Την αγκάλιασε, αλλά την ένιωσε σφιγμένη στην αγκαλιά του. «Σ’ αγαπώ, Τζες». Την έπιασε από το πιγούνι και την ανάγκασε να τον κοιτάξει στα μάτια. «Σ’ αγαπώ, Τζες», επανέλαβε.


«Το ξέρω», ψιθύρισε εκείνη. Αλλά το κενό, θλιμμένο βλέμμα της του είπε ότι δεν τον πίστευε. Όχι απόλυτα. Και δεν έβλεπε τι θα μπορούσε να κάνει για να την πείσει. Η Τζες είχε θυμώσει τόσο πολύ με τον εαυτό της που είχε επιτρέψει στον πατέρα της να την πιάσει να χαζολογάει, ώστε, μόλις έφυγε εκείνος, διπλασίασε τις προσπάθειές της. Δούλεψε ασταμάτητα στο κίτρινο δωμάτιο, όπως το είχε ονομάσει, με τους τοίχους στο χρώμα του ήλιου, τα λευκά γύψινα και τη σκούρα μπλε μοκέτα. Τα έπιπλά του -ένα παλιομοδίτικο σιδερένιο κρεβάτι, μια σιφονιέρα αντίκα με τετράγωνο καθρέφτη και ένας νιπτήρας- ήταν επίσης βαμμένα λευκά. Είχε βρει τις τέλειες κουρτίνες, με λεπτές κίτρινες, λευκές και μπλε ρίγες. Το πάπλωμα και τα μαξιλάρια για τις πολυθρόνες είχαν τις ίδιες ρίγες, αλλά με σκόρπια κίτρινα και μπλε λουλουδάκια στο φόντο του υφάσματος. Το αποτέλεσμα θα ήταν φανταστικό. Μόλις είχε τελειώσει το βάψιμο των τελευταίων ξύλινων επιφανειών όταν τη βρήκε η Άμπι. «Ω, μου αρέσει», είπε με ενθουσιασμό η αδερφή της. «Δείχνει πολύ χαρούμενο». «Περίμενε μέχρι να δεις τις κουρτίνες και το πάπλωμα», της απάντησε η Τζες, απολαμβάνοντας τον έπαινο της αδερφής της. «Αν θέλεις να τους ρίξεις μια ματιά, τα έχω αποθηκεύσει δίπλα, μέχρι να ξεθυμάνει εδώ η μυρωδιά της μπογιάς. Θα αφήσω ανοιχτό το παράθυρο τη νύχτα και μέχρι αύριο θα πρέπει να έχει ξεμυρίσει». «Δείξ’ τα μου», είπε ανυπόμονα η Άμπι. Η Τζες μπήκε πρώτη στο διπλανό δωμάτιο και της έδειξε τα πακέτα δίπλα στο κρεβάτι. «Όλα τα παπλώματα, οι κουρτίνες και τα μαξιλάρια για τα τρία τελευταία δωμάτια είναι εδώ μέσα. Τα μπλε και κίτρινα θα πάνε στο διπλανό. Τα τιρκουάζ είναι για το δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου και τα σκούρα πράσινα για το τελευταίο δωμάτιο αυτού του ορόφου».


Η Άμπι θαύμασε όλα τα κομμάτια που η Τζες είχε αφιερώσει πολύ χρόνο για να διαλέξει. «Έχεις πραγματικά πολύ καλό γούστο. Κάθε δωμάτιο θα έχει τη δική του προσωπικότητα». «Αυτό ελπίζω κι εγώ», της απάντησε η Τζες. Μετά από ένα μικρό δισταγμό, πρόσθεσε: «Πέρασε από δω ο μπαμπάς νωρίτερα. Γυρίζει στην Καλιφόρνια». Η Άμπι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Το ξέρω. Μου το είπε προτού κατέβω στην πόλη». «Είναι στο χαρακτήρα του να το βάζει στα πόδια όταν υπάρχουν ένα εκατομμύριο πράγματα να γίνουν». Η αδερφή της συνοφρυώθηκε διακρίνοντας την κατηγόρια στη φωνή της. «Για μια στιγμή, Τζες. Πόσες φορές προσφέρθηκε να σε βοηθήσει και πόσες φορές εσύ απέρριψες κατηγορηματικά την προσφορά του;» Η Τζες αναστέναξε. «Εντάξει, το ξέρω ότι έχεις δίκιο, αλλά πάντα αυτό κάνει. Είναι πάντα με το ένα πόδι έξω από την πόρτα». «Αυτή είναι η φύση της δουλειάς του», της επισήμανε η Άμπι ανυπόμονα. «Γιατί τα βάζεις πάλι μαζί του; Συνέβη κάτι όσο ήταν εδώ;» Η Τζες μετάνιωσε που είχε ανοίξει αυτή την κουβέντα. «Με κόλλησε στον τοίχο, ως συνήθως», υποχρεώθηκε να παραδεχτεί. «Με κατηγόρησε ότι σπαταλάω χρόνο και χρήμα». «Γιατί να πει τέτοιο πράγμα;» ρώτησε η Άμπι, δείχνοντας σαστισμένη. «Ξέρει πόσο σκληρά δουλεύεις». «Με έπιασε να ψαχουλεύω ένα παλιό μπαούλο που βρήκα στη σοφίτα, αντί να δουλεύω εδώ κάτω. Είχα ανέβει να ρίξω μια ματιά μήπως μπορώ να διαμορφώσω άλλα δυο δωμάτια και δυο μπάνια εκεί πάνω. Είδα το μπαούλο και βρήκα ένα σωρό απίθανα πράγματα μέσα. Έτσι, σπατάλησα λίγο χρόνο παραπάνω ψαχουλεύοντας. Και λοιπόν;» «Το συνειδητοποιείς ότι έχεις πολύ σφιχτή διορία, έτσι;» τη ρώτησε η Άμπι.


«Να πάρει η οργή, όχι κι εσύ», ξέσπασε η Τζες, νιώθοντας το θυμό της να φουντώνει. «Βαρέθηκα να θεωρούν όλοι υποχρέωσή τους να μου θυμίζουν όσα παίζονται εδώ. Λες να μην το ξέρω;» «Απλώς μερικές φορές έχεις την τάση...» «Να κάνω τι; Να αφιερώσω δέκα λεπτά και στον εαυτό μου; Να σταματήσω να πιω ένα τσάι ή να ψαχουλέψω ένα παλιό μπαούλο; Δε σκοπεύω ν’ αρχίσω να απολογούμαι σ’ εσένα ή στον μπαμπά ή σε οποιονδήποτε άλλο», ξεφώνισε η Τζες. «Μπορεί να νομίζεις ότι έχεις τον έλεγχο του πανδοχείου επειδή το απαίτησε ο Τρέις, αλλά δεν ελέγχεις κι εμένα». Έκανε μεταβολή και βγήκε από το δωμάτιο, αφήνοντας την Άμπι να την κοιτάζει σαν χαζή. Κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες, άρπαξε την τσάντα και τα κλειδιά της από το τραπέζι του χολ και έφυγε. Δεν είχε ιδέα πού θα πήγαινε, αλλά έπρεπε να φύγει από εκεί, να φύγει μακριά από όλες τις φωνές που την επέκριναν. Όταν βρισκόταν σ’ αυτή την κατάσταση, κατέφευγε συνήθως στη γιαγιά της για λίγη παρηγοριά και μια συνετή συμβουλή, αλλά τώρα δεν μπορούσε να πάει εκεί, τη στιγμή που θα έφτανε και η Άμπι ακριβώς από πίσω της. Όποτε τύχαινε να καβγαδίσει με την αδερφή της, η γιαγιά δεν έπαιρνε το μέρος κάποιας απ’ τις δυο, ανεξάρτητα αν είχε άποψη για το ποια είχε δίκιο. Στην πραγματικότητα, η στάση της ήταν τόσο αντικειμενική και λογική, που η Τζες θα έπρεπε να σφίξει τα δόντια της για να μη βάλει τις φωνές και σ’ εκείνη. Καθώς οδηγούσε στον παραλιακό δρόμο, άρχισε σιγά σιγά να ηρεμεί, μέχρι που θυμήθηκε τον Τρέις Ράιλι και το ρόλο του σε όλα αυτά. Εκείνος έφταιγε που είχε την Άμπι μέσα στα πόδια της, εκείνος έφταιγε που ο πατέρας της την είχε κατηγορήσει ότι σπαταλούσε τα χρήματα της αδερφής της. Ούτε που το κατάλαβε πώς βρέθηκε να παρκάρει μπροστά στην τράπεζα. Χωρίς να δώσει στον εαυτό της χρόνο να το ξανασκεφτεί, μπήκε σαν σίφουνας μέσα, προσπέρασε τη φανερά σαστισμένη Μαράια Γουόλς και άνοιξε την πόρτα του γραφείου του Τρέις.


«Αυτό πρέπει να σταματήσει», του είπε, όταν εκείνος την κοίταξε επιφυλακτικά. «Γιατί δεν κάθεσαι να πάρεις μια βαθιά ανάσα;» της πρότεινε εκείνος. Ο ήρεμος τόνος του τη φούντωσε ακόμα περισσότερο. «Μην τολμήσεις να με πατρονάρεις. Αρκετά ανέχτηκα για μια μέρα». Ο Τρέις κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Εντάξει, έχεις δίκιο. Πες μου τι σε απασχολεί». «Θέλω να φύγει η Άμπι». «Συγνώμη;» αντέδρασε εκείνος, φανερά σοκαρισμένος. Η Τζες έκανε μια ανυπόμονη κίνηση. «Για όνομα του Θεού, όχι για πάντα. Απλώς θέλω να της πεις ότι μπορεί να επιστρέψει στη Νέα Υόρκη. Αν καταλήξω να χάσω το πανδοχείο, θα αναλάβω την ευθύνη. Δε θέλω να ανακατευτεί άλλο σ’ αυτό η μεγάλη μου αδερφή». Η έκφραση του Τρέις έγινε αυστηρή. «Είναι πολύ αργά πια γι’ αυτό, Τζες. Γνωρίζεις τους όρους που συμφωνήσαμε προκειμένου να μην προχωρήσει η τράπεζα σε άμεση κατάσχεση». «Εγώ δε συμφώνησα ποτέ τίποτα. Εσύ και το διοικητικό συμβούλιο αποφασίσατε τι θέλετε, εμπλέξατε και την Άμπι, κι εγώ έπρεπε απλώς να το δεχτώ». «Κάπως έτσι», παραδέχτηκε ο Τρέις. «Και απ’ όσο ξέρω, δεν έχει αλλάξει κάτι». Η Τζες είδε το ανένδοτο βλέμμα του και αναστέναξε. Κάθισε, νιώθοντας νικημένη όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή της. «Δε θέλεις καν να σκεφτείς το ενδεχόμενο να αναθέσεις την επίβλεψη του πανδοχείου σε κάποιον άλλο;» Ξαφνικά της ήρθε μια ιδέα και αναθάρρησε. «Η Λέιλα. Όρισε την αδερφή σου υπεύθυνη. Την εμπιστεύεσαι, έτσι δεν είναι; Και η τράπεζα δε θα έχει αντίρρηση γι’ αυτή την επιλογή». Όσο πήγαινε, της άρεσε περισσότερο η ιδέα. «Έλα, Τρέις. Είναι η τέλεια λύση». «Όχι», της απάντησε εκείνος ξερά. «Γιατί όχι;» «Η Άμπι μένει».


«Το κάνεις απλώς από πείσμα», τον κατηγόρησε, και ξαφνικά κατάλαβε. «Το κάνεις επειδή τη θέλεις εδώ, ε; Θέλεις μια δεύτερη ευκαιρία μαζί της». «Το θέμα είναι καθαρά επαγγελματικό», της απάντησε σφιγμένα. Το γεγονός, όμως, ότι δεν μπόρεσε να την κοιτάξει στα μάτια όταν το έλεγε αυτό μιλούσε από μόνο του. «Σαχλαμάρες», δήλωσε η Τζες. «Το κάνεις για να κερδίσεις χρόνο, ώστε να ξαναμπλέξεις μαζί της. Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε ο πατέρας σου αν το ήξερε». Ο Τρέις την κοίταξε θλιμμένα. «Μάλλον θα ενθουσιαζόταν. Είμαι ενενήντα τοις εκατό σίγουρος ότι συνωμότησε με την αδερφή μου να με φέρουν πίσω τη συγκεκριμένη στιγμή, ώστε να χειριστώ ειδικά αυτή την υπόθεση της τράπεζας. Το ήξεραν ότι έτσι θα ερχόμουν σε επαφή με την Άμπι». Η Τζες τον κοίταξε κατάπληκτη. «Αστειεύεσαι. Θα έκαναν κάτι τέτοιο;» «Φυσικά. Ο πατέρας μου θέλει να με δει να νοικοκυρεύομαι με μια σύζυγο και παιδιά και η Λέιλα ξέρει ότι πάντα αγαπούσα την Άμπι. Βρήκαν την ευκαιρία, και να ‘μαστε». «Χριστέ μου, η οικογένειά σου είναι πιο σατανική και μπερδεμένη από τη δική μου. Η Άμπι το ξέρει;» «Πιστεύω ότι η αδερφή σου αγνοεί μακάρια όλες αυτές τις μηχανορραφίες -τις δικές τους, τουλάχιστον. Νομίζω ότι υποπτεύεται τα δικά μου κίνητρα, αλλά δεν έχει απτή απόδειξη για τίποτα». Η Τζες έγειρε μπροστά, ξεχνώντας προς στιγμήν τα δικά της προβλήματα. «Ώστε έχεις κάποιο σχέδιο;» «Από την τελευταία φορά που είδα την αδερφή σου, όταν την παράτησα στο Σάλι’ς και έφυγα φουρκισμένος, το σχέδιο μου είναι να κρατηθώ όσο γίνεται πιο μακριά της μέχρι να ηρεμήσω». «Για τι πράγμα τσακωθήκατε;» «Για τις παρεξηγήσεις, την έλλειψη εμπιστοσύνης, την ανικανότητα της αγάπης να νικήσει τα πάντα, τα συνηθισμένα προβλήματα μιας σχέσης», της απάντησε ξερά.


«Θα πρέπει να ήταν πολύ έντονη συζήτηση», είπε η Τζες προσπαθώντας να τη φανταστεί. «Και ήσασταν στο Σάλι’ς;» Ο Τρέις έγνεψε καταφατικά. «Τότε τώρα θα το ξέρει όλη η πόλη. Αυτό δε θα βοηθήσει». «Πίστεψέ με, το ξέρω». «Χρειάζεσαι στ’ αλήθεια ένα σχέδιο», του είπε. «Όχι από σένα», της απάντησε αμέσως. «Νομίζω ότι η Άμπι κι εσύ έχετε αρκετά προβλήματα να λύσετε από μόνες σας, χωρίς να επιχειρήσεις να κάνεις κόμμα μαζί μου. Δε θα το εκτιμήσει ιδιαίτερα αν σε δει να παίρνεις το μέρος μου». «Δε σκοπεύω να πάρω το μέρος κανενός. Το θέμα είναι να τα βρείτε οι δυο σας. Αυτό θα είναι καλό. Θα νιώσεις εσύ ευτυχισμένος. Το ίδιο κι εκείνη. Στην πραγματικότητα, με λίγη τύχη, θα νιώσει τόσο ευτυχισμένη, που θα πάψει να μου γίνεται φόρτωμα για το πανδοχείο». Του χαμογέλασε πλατιά. «Αν παίξουμε σωστά τα χαρτιά μας, θα βγούμε όλοι κερδισμένοι». Πετάχτηκε όρθια και προχώρησε προς την πόρτα. «Θα επικοινωνήσω μαζί σου όταν θα έχω το σχέδιο». Ο Τρέις βόγκηξε. «Ο Θεός να με βοηθήσει». «Ο Θεός δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την ερωτική σου ζωή», του είπε και χαμογέλασε. «Ευτυχώς όμως για σένα, ενδιαφέρομαι εγώ».


Κεφάλαιο 9 Όταν η Άμπι γύρισε σπίτι μετά τη διπλή αντιπαράθεσή της με τον Τρέις και την Τζες, βρήκε την Κάρι, την πιο ριψοκίνδυνη από τις δίδυμες, να προσπαθεί να ανέβει στα κάγκελα της βεράντας για να βαδίσει στην κουπαστή σαν σε τεντωμένο σκοινί. Η γιαγιά και η Κέιτλιν δε φαίνονταν πουθενά. Βλέποντας την Κάρι να παραπαίει, η Άμπι ένιωσε το αίμα της να παγώνει. Πάτησε απότομα φρένο, έσβησε τη μηχανή, διέσχισε τρέχοντας την πελούζα και άρπαξε την Κάρι τη στιγμή που ήταν έτοιμη να αφήσει το στύλο και να κάνει ισορροπία στη στενή κουπαστή. «Τι νομίζεις πως κάνεις;» τη ρώτησε στήνοντάς την όρθια στη βεράντα και μετά κοντοκάθισε για να μπορέσει να την κοιτάξει στα μάτια. «Το ξέρεις ότι δεν πρέπει να σκαρφαλώνεις ψηλά, ιδιαίτερα όταν δε βρίσκεται κάποιος κοντά να σε προσέχει. Πού είναι η γιαγιά;» «Μέσα. Η Κέιτλιν αρρώστησε πάλι, αλλά εγώ είμαι καλά», είπε περήφανα η Κάρι, δείχνοντας να μην έχει συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο που είχε διατρέξει. «Μπορεί να νιώθεις καλύτερα, αλλά δεν είσαι εντελώς καλά». Η Άμπι την κοίταξε αυστηρά. «Αν σε ξαναπιάσω να προσπαθείς να ανέβεις σ’ αυτά τα κάγκελα για να κάνεις ισορροπία, θα μείνεις μια ολόκληρη μέρα κλεισμένη στο δωμάτιο σου για τιμωρία». Η Κάρι την κοίταξε θορυβημένη. «Μα δεν υπάρχει τίποτε να κάνω σ’ εκείνο το δωμάτιο. Όλα εκεί μέσα είναι για αγόρια. Και δεν έχει ούτε τηλεόραση». Η Άμπι δε σκόπευε να κάνει πίσω στην προκειμένη περίπτωση. Η Κάρι και η Κέιτλιν ήξεραν πολύ καλά τους κινδύνους μιας μεγάλης πόλης -τα αυτοκίνητα, τους άγνωστους ανθρώπους, τον


κίνδυνο να πιάσουν τα δάχτυλά τους στις πόρτες των ασανσέρ-, αλλά οι κίνδυνοι εδώ ήταν καινούριοι γι’ αυτές, και προφανώς δελεαστικοί. Έπιασε την Κάρι από το πιγούνι και την κοίταξε ίσια στα μάτια. «Γι’ αυτό ακριβώς εκείνο το δωμάτιο είναι τέλειο για να βάλεις τιμωρία ένα ανυπάκουο κοριτσάκι. Με κατάλαβες;» Τα μάτια της Κάρι συννέφιασαν. «Θέλω να πάω σπίτι! Θέλω το δωμάτιο μου! Δε θέλω να μείνω άλλο εδώ!» Η Άμπι την καταλάβαινε. Κι εκείνη θα ήθελε να γυρίσει στο δωμάτιο της, στο διαμέρισμά της, στη ζωή της, αλλά για την ώρα αυτό έμοιαζε απίθανο. Και το γεγονός ότι η Τζες δεν εκτιμούσε καν τη θυσία που έκανε για χάρη της την απογοήτευε. Η σκηνή στο πανδοχείο ήταν αδικαιολόγητη. Δεν είχε δημιουργήσει εκείνη αυτή την κατάσταση. Εκείνη είχε σπεύσει απλώς να τη βοηθήσει. Ως ένα σημείο, ήξερε ότι το ξέσπασμα της αδερφής της είχε πολύ μικρή σχέση μαζί της. Ήταν μια αντίδραση στον προηγούμενο τσακωμό της με τον Μικ. Προστέθηκε και η άκαιρη κριτική της Άμπι, και τα δυο επεισόδια συνδυάστηκαν και την έκαναν να ξεσπάσει. Ξαφνικά ένιωσε ένα διστακτικό χάδι στο μάγουλο της. «Μαμά, είσαι λυπημένη;» τη ρώτησε ανήσυχη η Κάρι. «Δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω». «Δε φταις εσύ, γλυκιά μου. Η μαμά είχε απλά μια πολύ μεγάλη μέρα». Η Κάρι την κοίταξε σαστισμένη. «Πιο μεγάλη από τη δική μου;» Η Άμπι γέλασε. «Το ίδιο μεγάλη με τη δική σου. Απλώς εγώ είχα πολύ περισσότερα πράγματα να κάνω». «Νομίζεις ότι η Κέιτλιν κι εγώ θα είμαστε αρκετά καλά μέχρι αύριο για να πάμε για παγωτό;» τη ρώτησε γεμάτη ελπίδα η μικρή. «Μάλλον μεθαύριο», της απάντησε η Άμπι. «Μα εγώ είμαι καλά από τώρα», διαμαρτυρήθηκε η Κάρι. «Μόνο η Κέιτλιν είναι ακόμα άρρωστη. Μπορείς να μείνεις εσύ μαζί της και να πάω εγώ με τον κύριο Ράιλι. Έτσι κι αλλιώς, εγώ κέρδισα. Εγώ είχα τις περισσότερες κοκκινίλες».


«Όταν πάμε, θα πάμε όλοι μαζί», της είπε η Άμπι. «Απλώς πρέπει να κάνεις λίγη υπομονή». Όσο για την ίδια, θα έπρεπε να ατσαλώσει τα νεύρα της, γιατί όσο περισσότερο χρόνο περνούσε με τον Τρέις, τόσο περισσότερα μάθαινε για τα λάθη και τις εσφαλμένες εικασίες που είχαν κάνει και οι δύο στο παρελθόν, με αποτέλεσμα να μπαίνει πιο πολύ στον πειρασμό να ξεχάσει το παρελθόν και να κοιτάξει τι μπορεί να της επιφύλασσε το μέλλον. Και αυτό, το ήξερε πολύ καλά, ήταν επικίνδυνο. Ο Τρέις είχε μείνει ξύπνιος όλη νύχτα. Γύρω στις τέσσερις το προηγούμενο απόγευμα είχε πάρει ένα τηλεφώνημα στο κινητό του από έναν τακτικό πελάτη του. Είχε παρουσιαστεί ένα ξαφνικό άνοιγμα για διαφήμιση σε ένα εμπορικό περιοδικό και του είχε ζητήσει να του φτιάξει κάτι μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες, προκειμένου να το εκμεταλλευτεί. Ο Τρέις είχε δεχτεί να το κάνει. Είχε δουλέψει χωρίς διακοπή όλη νύχτα, χρησιμοποιώντας υλικό που είχε φτιάξει για μια προηγούμενη διαφημιστική καμπάνια του συγκεκριμένου πελάτη προς το καταναλωτικό κοινό, και το είχε συνδυάσει με το καινούριο σλόγκαν που απευθυνόταν πλέον σε συγκεκριμένους επαγγελματίες. Για κάποιο λόγο, το αποτέλεσμα δεν ήταν αυτό που ήθελε. Μπορεί να έφταιγε η κούραση. Μπορεί να έφταιγαν τα λόγια του καβγά του με την Άμπι, που στριφογύριζαν συνέχεια στο μυαλό του. Ή πάλι μπορεί να έφταιγε το γεγονός ότι δεν είχε ασχοληθεί με τη γραφιστική δουλειά του εδώ και δυο βδομάδες. Μερικές φορές ένα τόσο μεγάλο διάλειμμα ήταν αρκετό για να καταστρέψει τη συγκέντρωση και το ρυθμό του. Γύρω στις εννιά το πρωί σταμάτησε να προσπαθεί να εντοπίσει το πρόβλημα και έφτιαξε άλλη μια κανάτα καφέ. Μπορεί το μυαλό του να δούλευε στο ρελαντί, αλλά ήταν απόλυτα ξύπνιος. Δεδομένου ότι στο ψυγείο είχε μόνο μια καρτέλα αβγά, ένα πακέτο τυρί και λίγη μαργαρίνη, έφτιαξε μια ομελέτα με αβγά και τυρί και την έφαγε όρθιος μπροστά στον πάγκο της κουζίνας, κοιτάζοντας τη


μακέτα που είχε στήσει στον καναπέ του δωματίου. Κάτι εξακολουθούσε να λείπει, αλλά δεν μπορούσε να το εντοπίσει, και αυτό τον τρέλαινε. Μπορεί να φταίει ο συνδυασμός των χρωμάτων, κατέληξε, και ξεβγάζοντας το πιάτο του ξανακάθισε στον υπολογιστή του. Έκανε μερικές διορθώσεις, μελέτησε το αποτέλεσμα, έκανε κάποιες ακόμα. Έδειχνε καλύτερο, αλλά δεν έβγαζε μάτι, όπως θα ήθελε. Θα μπορούσε να το στείλει με e-mail στον πελάτη για να πάρει μια δεύτερη γνώμη, αλλά δεν ήθελε να του δείξει κάτι με το οποίο δεν ήταν ευχαριστημένος πρώτα ο ίδιος. Αναστέναξε και αποφάσισε να κάνει ένα ντους. Ίσως αυτό να ολοκλήρωνε τη δουλειά που είχε κάνει ο καφές και να του πρόσφερε μια καινούρια προοπτική. Το ζεστό νερό στους ώμους του χαλάρωσε τους σφιγμένους μυς του και το παγωμένο νερό που έριξε στο τέλος στο πρόσωπο του τον αναζωογόνησε. Είχε επιστρέψει στο γραφείο του φορώντας καθαρό τζιν και πουκάμισο, όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα. «Τρέις, είσαι μέσα;» ρώτησε ανυπόμονα ο πατέρας του. «Άνοιξε την πόρτα, διαφορετικά θα φέρω κάποιον να τη σπάσει». Θορυβημένος, ο Τρέις άνοιξε την πόρτα και κοίταξε τον πατέρα του σαστισμένος. «Γιατί στην ευχή είσαι τόσο κουρδισμένος;» «Η μέρα είναι εργάσιμη και η ώρα προχωρημένη. Δεν ήρθες στο γραφείο. Δεν τηλεφώνησες. Πώς μπορούσα να ξέρω ότι δε σε είχαν δολοφονήσει στο κρεβάτι σου;» Ο Τρέις τον κοίταξε αποσβολωμένος. «Έχουν γίνει πολλοί φόνοι στο Τσέσαπικ Σορς;» Ο πατέρας του συνοφρυώθηκε με την προσπάθεια του γιου του να αστειευτεί. «Για όλα υπάρχει η πρώτη φορά. Κατατρόμαξες τη μητέρα σου». «Πώς; Δε με περίμενε στη δουλειά, έτσι δεν είναι;» «Όχι. Αλλά της τηλεφώνησα όταν δεν εμφανίστηκες. Σκέφτηκα πως μπορεί να είχες περάσει από το σπίτι». «Και, φυσικά, τώρα είναι αναστατωμένη κι εκείνη», συμπέρανε ο Τρέις, συνειδητοποιώντας πως έπρεπε να συνηθίσει


ξανά να δίνει αναφορά για τις κινήσεις του, ύστερα από τόσα χρόνια που δεν έδινε λογαριασμό παρά μόνο στον εαυτό του. «Μπαμπά, λυπάμαι που δεν ειδοποίησα. Χτες το απόγευμα παρουσιάστηκε μια δουλειά της τελευταίας στιγμής και έμεινα ξύπνιος όλη νύχτα για να τελειώσω. Πρέπει να την παραδώσω σε δυο ώρες». Προτού προλάβει ο πατέρας του να του απαντήσει, ο Τρέις σήκωσε το χέρι του. «Δεν έχω καμιά δικαιολογία. Θα έπρεπε να είχα τηλεφωνήσει στη Μαράια». «Ναι, θα έπρεπε», γρύλισε ο πατέρας του, αλλά είχε ηρεμήσει κάπως. «Καλύτερα να τηλεφωνήσω στη μητέρα σου να την ενημερώσω». Έβγαλε το κινητό του, έκανε το τηλεφώνημα κι ύστερα έδωσε το τηλέφωνο στον Τρέις. «Θέλει να ακούσει τη φωνή σου με τα ίδια της τ’ αυτιά». «Γεια σου, μητέρα». «Ειλικρινά, πρέπει να μας σκέφτεσαι περισσότερο», τον μάλωσε εκείνη. «Ο πατέρας σου κόντεψε να παλαβώσει». «Το ξέρω. Δε θα ξανασυμβεί». «Είσαι στ’ αλήθεια καλά; Δεν το λέει απλώς για χάρη μου;» «Είμαι μια χαρά». «Τότε θα σε περιμένω για φαγητό ένα βράδυ αυτό το Σαββατοκύριακο, ώστε να μπορέσω να δω με τα ίδια μου τα μάτια ότι είσαι καλά». «Εντάξει. Θα σου τηλεφωνήσω αργότερα να το κανονίσουμε. Γεια σου, μητέρα». Ο Τρέις έκλεισε το τηλέφωνο και γύρισε να το δώσει στον πατέρα του, αλλά δεν τον είδε πουθενά. Τον βρήκε στο ατελιέ του, να κοιτάζει την οθόνη του υπολογιστή. «Εσύ το έκανες αυτό;» τον ρώτησε αμέσως εκείνος. «Ναι», παραδέχτηκε ο Τρέις, περιμένοντας την αναπόφευκτη κριτική. «Ωραία διαφήμιση», παρατήρησε ο πατέρας του τραχιά. «Ευχαριστώ». Ο πατέρας του μελέτησε πιο επίμονα τη διαφήμιση και πρόσθεσε: «Νομίζω ότι θα ήθελε κάπως περισσότερο κοντράστ».


Ο Τρέις τα έχασε με την παρατήρηση. Έγειρε πάνω από τον ώμο του πατέρα του. «Τι εννοείς;» «Εδώ το γκρίζο χάνεται εντελώς μέσα στο φόντο. Δεν είναι αρκετά τονισμένο, τουλάχιστον αυτή την εντύπωση μου δίνει. Αλλά εσύ είσαι ο ειδικός». Ο Τρέις μελέτησε το κομμάτι της μακέτας που του είχε δείξει ο πατέρας του και συνειδητοποίησε ότι είχε απόλυτο δίκιο. Οι λέξεις, γραμμένες με θαμπό γκρι, δεν προβάλλονταν αρκετά με φόντο το γαλάζιο του ουρανού. Τα γράμματα θα έπρεπε να είναι μαύρα ή σκούρα μπλε. Κόκκινα θα ήταν ακόμα πιο χτυπητά. «Έχεις καλό μάτι, μπαμπά», είπε. «Το κοιτάζω δυο ώρες τώρα και δεν μπορώ να καταλάβω τι φταίει». «Μάλλον επειδή το παράκανες στην ανάλυση», είπε ο πατέρας του. «Ε, λοιπόν, τώρα που ξέρω ότι είσαι καλά, θα γυρίσω στην τράπεζα. Κάποιος από τους δυο μας πρέπει να δουλέψει σήμερα». «Θα έρθω κι εγώ αργότερα», του υποσχέθηκε ο Τρέις. «Μόλις πάρω το οκέι από τον πελάτη». «Πάρε άδεια την υπόλοιπη μέρα», του είπε ο πατέρας του. «Αν θέλεις να ασχοληθείς με κάτι, πέρασε από το πανδοχείο να δεις πώς πάνε τα πράγματα εκεί, με ποιο τρόπο θα καταφέρει η Άμπι να είναι συνεπής στις πληρωμές τους». «Είσαι διάφανος σαν γυαλί», τον κατηγόρησε ο Τρέις, χωρίς να ξεγελαστεί από το αθώο ύφος του πατέρα του. «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς», ισχυρίστηκε εκείνος. «Η στενή συνεργασία με την Άμπι είναι μέρος της δουλειάς σου. Τώρα, αν εσύ θέλεις να προχωρήσεις και σε κάτι άλλο, αυτό αφορά μόνο εσένα». Ο Τρέις χαμογέλασε. «Θα σου το θυμίσω την επόμενη φορά που θα προσπαθήσεις να μας τα φτιάξεις». Συνόδευσε τον πατέρα του στην πόρτα. «Σ’ ευχαριστώ που ήρθες, μπαμπά, και δεν εννοώ μόνο επειδή πέρασες να σιγουρευτείς ότι είμαι καλά. Με βοήθησες πραγματικά». Προτού τελειώσει τη φράση του, είδε τα μάτια του πατέρα του να αστράφτουν από γνήσια ευχαρίστηση και συνειδητοποίησε ότι ο


Λόρενς Ράιλι, παρά την αυστηρή συμπεριφορά του και την επαγγελματική επιτυχία του, ήθελε πότε πότε ένα χαϊδευτικό χτύπημα στην πλάτη όπως όλοι. Η Άμπι πλησίασε στο πανδοχείο διστακτικά. Δεν είχε ιδέα σε τι κέφια θα έβρισκε την Τζες εκείνο το απόγευμα και δεν είχε καμιά όρεξη για άλλο καβγά. Ευτυχώς, το αυτοκίνητο της Τζες δε φαινόταν πουθενά. Αλλά μολονότι αυτό μπορεί να την ανακούφισε, αναρωτήθηκε γιατί η αδερφή της δεν ήταν εκεί να δουλεύει. Χρησιμοποίησε το κλειδί της, μπήκε μέσα, σέρβιρε ένα φλιτζάνι καφέ από την καφετιέρα στην κουζίνα που θα πρέπει να είχε φτιάξει η Τζες νωρίτερα και πήγε στο γραφείο. Ένα χοντρό πακέτο με λογαριασμούς που δεν είχε ανοίξει κανείς ήταν στοιβαγμένο πάνω στο γραφείο. Αναστέναξε και βάλθηκε να τους ξεκαθαρίσει. Όταν βρήκε τις αποδείξεις για όλα εκείνα τα όμορφα παπλώματα και τις κουρτίνες που είχε αγοράσει η Τζες για τα υπόλοιπα δωμάτια, έκανε ένα μορφασμό. Απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα, το καλό γούστο της κόστιζε ακριβά, και δεν είχε εμπεδώσει καμιά από τις συζητήσεις που είχαν κάνει για περιορισμό των εξόδων. Η Άμπι θα έπρεπε να κάνει μια ακόμα προσπάθεια να την πείσει να κάνει οικονομία. Συμπλήρωνε επιταγές όταν χτύπησε το κινητό της. Έριξε μια ματιά στην οθόνη, αναγνώρισε τον αριθμό του πρώην συζύγου της και μόρφασε. Το περίμενε αυτό το τηλεφώνημα. Ο Γουές έλειπε ταξίδι όταν εκείνη είχε έρθει στο Τσέσαπικ Σορς. Του είχε αφήσει αρκετά μηνύματα για να τον ενημερώσει πού θα βρίσκονταν οι κόρες του, αλλά δε θα χαιρόταν καθόλου όταν μάθαινε ότι δε θα είχαν γυρίσει στη Νέα Υόρκη το επόμενο Σαββατοκύριακο. «Γεια σου, Γουές, τι κάνεις;» ρώτησε, προσπαθώντας να δώσει μια νότα ενθουσιασμού στη φωνή της. «Πώς ήταν το ταξίδι σου;» «Μεγάλο», της απάντησε. «Χαίρομαι που γύρισα σπίτι». «Πήρες τα μηνύματά μου;»


«Τα πήρα, αλλά δεν έβγαλα και πολύ νόημα. Κατάλαβα ότι πήγες στον Τσέσαπικ Σορς για μια επίσκεψη, αλλά γιατί είσαι ακόμα εκεί;» «Είναι μεγάλη ιστορία, κάτι οικογενειακό που πρέπει να ξεκαθαρίσω». Η Άμπι δεν ήθελε να μπει σε λεπτομέρειες. Ο πρώην της δεν ήταν ποτέ ανεκτικός απέναντι στην Τζες. Πίστευε ότι η Άμπι έδειχνε υπερβολική κατανόηση για τα λάθη της. Όπως ο Μικ, ο Γουές πίστευε ότι η αγάπη συμβάδιζε με τη σκληρή κριτική, ενώ η Άμπι ήξερε ότι χρειαζόταν κατανόηση. «Αλλά θα έχεις γυρίσει μέχρι την Παρασκευή, έτσι; Μου έλειψαν οι μικρές. Ανυπομονώ να περάσω λίγες μέρες μαζί τους». «Δυστυχώς, όχι», του απάντησε. «Ειλικρινά, δεν μπορώ να φύγω από δω». Πήρε μια βαθιά ανάσα και του πρόσφερε μια εναλλακτική λύση. «Αλλά είσαι ευπρόσδεκτος να έρθεις εδώ. Υπάρχουν πολλά δωμάτια στο σπίτι». «Έλα τώρα, Άμπι. Το ξέρεις ότι αυτή είναι απαίσια ιδέα. Όλη η οικογένειά σου κατηγορεί εμένα για το διαζύγιο». «Έχεις άδικο», διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Από την αρχή τους ξεκαθάρισα ότι το λάθος ήταν δικό μου, ότι εγώ δεν αφιέρωσα αρκετό χρόνο και προσοχή στο γάμο μας». «Πράγμα που δεν πίστεψε κανείς ούτε για μισό λεπτό», της είπε. «Σίγουρα όχι ο Μικ. Μου τα έψαλε για τα καλά όταν το έμαθε. Δε θα ήθελα να ακούσω ένα ακόμα κήρυγμά του». «Ο Μικ είναι στην Καλιφόρνια και το ξέρεις ότι η γιαγιά δεν πρόκειται να πει κακή κουβέντα σ’ εσένα ή για σένα. Σε λατρεύει. Και οι κόρες μας θα πετάξουν από τη χαρά τους όταν σε δουν. Εγώ μάλιστα θα φροντίσω να εξαφανιστώ, ώστε να μη νιώσεις άβολα. Θα έχεις τις κόρες μας όλες δικές σου. Θα είναι σαν να τις πήγες κάπου διακοπές. Αν θέλεις, θα μπορούσατε να πάτε με το αμάξι μια ημερήσια εκδρομή στο Όσιαν Σίτι». Τον περίμενε να πάρει την απόφασή του, αλλά ήξερε ποια θα ήταν. Ο Γουές ήταν καταπληκτικός πατέρας και λάτρευε τις κόρες του. Δε θα άφηνε την τσαντίλα του για εκείνη και την όλη κατάσταση να τον εμποδίσει να δει τα παιδιά του.


«Θα βρίσκομαι εκεί το Σάββατο το πρωί», της είπε στο τέλος. «Αλλά θα προτιμούσα να μη μείνω στο σπίτι. Τι θα έλεγες για εκείνο το πανδοχείο; Θα μπορούσα να μείνω εκεί». «Δεν είναι ανοιχτό για την ώρα. Ανακαινίζεται, γι’ αυτό ή θα πρέπει να μείνεις στο σπίτι ή να βρεις κάποιο ξενοδοχείο σε μία από τις κοντινές πόλεις. Θα μπορούσα να κάνω μερικά τηλέφωνα να σου βρω κάτι». Ο Γουές αναστέναξε βαριά. «Όχι, δεν έχει νόημα. Θα μείνω μ’ εσένα και τα κορίτσια. Πάντως θα έχεις γυρίσει στη Νέα Υόρκη μέχρι την επόμενη φορά που θα τις έχω, σωστά;» Η Άμπι μόρφασε. «Δε νομίζω. Θα μείνω εδώ για μερικές βδομάδες ακόμα». Η σιωπή του της φάνηκε αιώνια όσο περίμενε την αντίδρασή του. «Τότε οι κόρες μας θα επιστρέψουν στη Νέα Υόρκη μαζί μου», της δήλωσε αποφασιστικά. «Μέχρι να γυρίσεις, θα πω στην νταντά να έρχεται στο σπίτι μου κατά τη διάρκεια της βδομάδας και τα βράδια και τα Σαββατοκύριακα θα τις προσέχω εγώ». «Αυτό αποκλείεται», του απάντησε αμέσως η Άμπι. Δεν ήθελε ούτε εκείνη να στερηθεί τη συντροφιά των παιδιών της, και οι μικρές έδειχναν να περνάνε καλά εκεί. «Κοίτα, δεν μπορώ να τρέχω στο Μέριλαντ κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο», της είπε ανυπόμονα ο Γουές. «Και δεν μπορείς να τις στείλεις μόνες τους εδώ με το αεροπλάνο». «Και βέβαια όχι». «Τότε πες μου τι θα κάνουμε», απαίτησε. «Μέχρι τώρα, είχαμε καταφέρει να διαχειριστούμε την κηδεμονία των κοριτσιών πολιτισμένα, αλλά δε σκοπεύω να παραιτηθώ από το δικαίωμα να περνάω κάποιο χρόνο με τις κόρες μου». «Γουές, δεν είναι αυτό το θέμα», διαμαρτυρήθηκε η Άμπι. «Αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα εδώ πέρα. Σου ζητώ να φανείς συνεργάσιμος για λίγες βδομάδες, όχι αιώνια. Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό;»


Ο Γουές έμεινε σιωπηλός για τόσο πολλή ώρα, που η Άμπι νόμιζε ότι δε θα της απαντούσε. Τελικά της είπε: «Θα το κουβεντιάσουμε από κοντά. Δε θέλω να φανώ παράλογος». Η Άμπι αναστέναξε ανακουφισμένη. Αυτό ήταν το πρόβλημα με τον Γουές· δεν ήθελε ποτέ να είναι παράλογος. Γι’ αυτό είχαν καταλήξει στο διαζύγιο. Εκείνη δούλευε πολλές ώρες, με αποτέλεσμα ο Γουές να είναι δυστυχισμένος, αλλά δεν της είχε ζητήσει ποτέ να κάνει κάτι για να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Μια μέρα είχε υψώσει απλώς έναν τοίχο ανάμεσά τους και της είχε ζητήσει διαζύγιο. Το μόνο που την είχε ξαφνιάσει ήταν ότι δεν το είχε κάνει νωρίτερα. «Σ’ ευχαριστώ, Γουές». «Σκοπεύω να πάρω πρωινή πτήση. Αν καθυστερήσω, θα σου τηλεφωνήσω. Διαφορετικά, να με περιμένεις γύρω στις δέκα». «Εντάξει, θα τα πούμε τότε. Καλό ταξίδι». Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο, συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν μόνη. Σήκωσε το κεφάλι της και είδε τον Τρέις να στέκεται στην πόρτα. Δε φορούσε κοστούμι και γραβάτα όπως τον είχε συνηθίσει τελευταία, αλλά ξεθωριασμένο τζιν και ένα σκούρο μπλε μπλουζάκι που τόνιζε το φαρδύ στέρνο και τα μυώδη μπράτσα του. Ήταν αναμαλλιασμένος, άρα θα πρέπει να είχε έρθει με τη Χάρλεϊ. Αυτός ήταν ο σέξι επαναστάτης που είχε ερωτευτεί χρόνια πριν, εκείνος που την έκανε να πετάει κάθε λογική από το παράθυρο. «Πόση ώρα στέκεσαι εκεί;» τον ρώτησε τσαντισμένη. «Αρκετή για να καταλάβω ότι ο πρώην σου δεν είναι ευχαριστημένος που έχεις φέρει εδώ τις κόρες του». «Θα του περάσει», του απάντησε σφιγμένα. Ο Τρέις έδειξε κάπως ένοχος. «Συγνώμη, Άμπι. Δεν κάθισα ούτε στιγμή να σκεφτώ ότι θα έπρεπε να χωρίσεις τις κόρες σου από τον πατέρα τους όσο θα βρίσκεσαι εδώ». «Είναι πολλά αυτά που δε σκέφτηκες σε ό,τι με αφορά», τον αντέκρουσε εκείνη. «Κοίτα, δεν έχω διάθεση για άλλη μια εκ βαθέων συζήτηση μαζί σου. Βρίσκεσαι εδώ για κάποιο συγκεκριμένο λόγο;»


«Παρακολούθηση ρουτίνας», της απάντησε. «Ήρθα να βεβαιωθώ πως όλοι οι πιστωτές σας είναι ικανοποιημένοι». «Θα πρέπει να ρωτήσεις τους ίδιους. Αν όμως εννοείς αν πληρώνονται κανονικά, η απάντηση είναι ναι». Πήρε τις δύο επιταγές με τις δόσεις των δανείων και του τις έδωσε. «Ορίστε, θα με γλιτώσεις και από το κόστος δύο γραμματοσήμων». Ο Τρέις στράβωσε τα χείλη του. «Αυτό θα πει οικονομία». «Ακολουθώ απλά τις οδηγίες σου για σφιχτή πολιτική εξόδων». «Πού είναι η Τζες;» ρώτησε ο Τρέις. Η ερώτησή του ήταν απόλυτα λογική και προβλέψιμη, αλλά η Άμπι δε χαιρόταν με την απάντηση που είχε να του δώσει. «Δεν έχω ιδέα. Γιατί; Την ήθελες κάτι;» «Απλώς περίμενα ότι θα είχε πέσει με τα μούτρα στη δουλειά», της απάντησε υψώνοντας τους ώμους του. Αυτή τη φορά ήταν η σειρά της Άμπι να χαμογελάσει. «Θα σε συμβούλευα να μην της το πεις αυτό. Την τελευταία φορά που της το είπα εγώ, μου τα έψαλε για τα καλά. Κατά τα φαινόμενα, έχει το δικό της τρόπο να χειρίζεται τις υποχρεώσεις της, και δε χαίρεται ιδιαίτερα με την ανάμειξή μου». Ο Τρέις γύρισε την καρέκλα δίπλα στο γραφείο και κάθισε ιππαστί. «Μήπως αυτή η συζήτηση έγινε χτες περίπου τέτοια ώρα;» «Εδώ που τα λέμε, ναι. Γιατί;» «Επειδή δεκαπέντε λεπτά αργότερα μπήκε σαν σίφουνας στο γραφείο μου και μου επιτέθηκε. Μου δήλωσε επίσης με έμφαση πως ήθελε να φύγεις». Η Άμπι ήξερε ότι η Τζες είχε γίνει έξω φρενών, αλλά δεν περίμενε ότι θα έφτανε ως εκεί. Ήταν περίεργη, ωστόσο, να μάθει πώς είχε αντιδράσει ο Τρέις. «Υποθέτω ότι εσύ αρνήθηκες». «Φυσικά». Η Άμπι κούνησε το κεφάλι της. «Με άλλα λόγια, έχουμε κάνει την αδερφή μου μπουρλότο. Και εξαιτίας σου, ο πρώην μου είναι δυσαρεστημένος. Είσαι ευχαριστημένος ή όχι ακόμα;»


«Όχι ακόμα». Της χαμογέλασε. «Θα ήμουν, αν ερχόσουν μια βόλτα μαζί μου στην παραλία». «Και να παρατήσω τη δουλειά μου στη μέση μιας εργάσιμης μέρας;» τον ρώτησε δήθεν σοκαρισμένη. «Κι αν με τσακώσει το αφεντικό;» «Δική του είναι η ιδέα. Στην πραγματικότητα, θα κερδίσεις πολλούς πόντους στα μάτια του». Η Άμπι έγειρε πίσω και τον κοίταξε. «Έχεις περίεργη διάθεση σήμερα. Τι συμβαίνει;» «Το δικό μου αφεντικό μου έδωσε άδεια. Με ενθάρρυνε, για την ακρίβεια. Και μου υπέδειξε και την παρέα μου, για την περίπτωση που αναρωτιέσαι». Η Άμπι έπνιξε το γέλιο της. «Ο πατέρας σου σε έστειλε εδώ για να πας βόλτα στην παραλία μαζί μου;» «Δεν πέρασε στις λεπτομέρειες. Η βόλτα ήταν δική μου ιδέα». Την κοίταξε έντονα στα μάτια, μέχρι που η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο φάνηκε να φορτίζεται από ηλεκτρισμό. «Ενδιαφέρεσαι;» Αχ, Θεέ, ναι, ψιθύρισε με πάθος μια φωνούλα μέσα της. Ευτυχώς, η μόνη λέξη που βγήκε από τα χείλη της ήταν «Εντάξει». Ο Τρέις γέλασε. «Ο ενθουσιασμός σου με συγκλονίζει». Η Άμπι ύψωσε τους ώμους της, αποφασισμένη να μην τον αφήσει να καταλάβει πόσο την επηρέαζε αυτή η παιχνιδιάρικη διάθεση του. «Μια βόλτα στην παραλία θα είναι, όχι μια βόλτα στην εκκλησία». Το βλέμμα του έγινε καυτό. «Θα προτιμούσες τη δεύτερη;» Η Άμπι συνοφρυώθηκε. «Όχι, δε θα την προτιμούσα», του απάντησε με έμφαση, περήφανη με τον εαυτό της που δεν άφησε να φανεί ότι η ιδέα δεν την άφηνε αδιάφορη. «Η άρνησή σου παραείναι έντονη. Ένα απλό όχι θα αρκούσε». «Το ξέρεις ότι είσαι ανεκδιήγητος;» τον ρώτησε παίρνοντας το μπουφάν της. «Όχι, αλλά είμαι σίγουρος ότι εσύ θα χαρείς να μου δώσεις να το καταλάβω», της απάντησε στρώνοντας το μπουφάν στους ώμους της.


Το άγγιγμά του την έκανε να ανατριχιάσει. Και την έκανε επίσης να καταλάβει ότι αυτή η βόλτα στην παραλία ήταν κακή ιδέα. Ή, μάλλον, ήταν κακή ιδέα να περνάει γενικά χρόνο με τον Τρέις. Αλλά όχι και η χειρότερη, σκέφτηκε, καθώς διέσχιζαν την πελούζα και κατευθύνονταν προς την παραλία. Μάλιστα, όταν την έπιασε από το χέρι για να τη βοηθήσει να ανέβει στους βράχους και από εκεί να πηδήσει στην άμμο, κάτι μέσα της σκίρτησε. Ξαφνικά σκέφτηκε αυθόρμητα ότι αυτή η βόλτα στην παραλία, χεράκι χεράκι με το συγκεκριμένο άντρα, θα μπορούσε να είναι το καλύτερο πράγμα που είχε κάνει εδώ και χρόνια.


Κεφάλαιο 10 Ένα από τα πράγματα που αγαπούσε πάντα ο Τρέις στην Άμπι ήταν ότι δεν ένιωθε την ανάγκη να γεμίζει τη σιωπή με ανούσια φλυαρία. Κρατώντας τη σφιχτά από το χέρι καθώς προχωρούσαν στην παραλία, που είχε στενέψει εξαιτίας της διάβρωσης, ύψωσε το πρόσωπο του στον ήλιο και ρούφηξε την αλμύρα του αέρα. Χιλιόμετρα μακριά μέσα στην ενδοχώρα -στους λόφους και τα βουνά της Βιρτζίνια, της Δυτικής Βιρτζίνια, του Μέριλαντ και της Πενσιλβάνια- οι περισσότεροι παραπόταμοι που τελικά εξέβαλλαν στον κόλπο ξεκινούσαν με τη μορφή ρυακιών και ποταμών με γλυκό νερό, εδώ κάτω όμως κυριαρχούσε η αλμύρα του Ατλαντικού. Του Τρέις του άρεσε πάντα αυτή η αψιά μυρωδιά, η γεύση της στη γλώσσα του... ή στην επιδερμίδα της Άμπι μετά το κολύμπι. Για πρώτη φορά από τη μέρα που είχε επιστρέψει στο Τσέσαπικ Σορς ένιωσε απόλυτα χαλαρός. Εδώ, δίπλα στο νερό, δεν ένιωθε την παραμικρή πίεση της δουλειάς στην τράπεζα του πατέρα του, το παραμικρό άγχος να προλάβει τις ημερομηνίες των διαφημίσεων. Ούτε εκείνη την αόριστη αίσθηση ανησυχίας που τον πλημμύριζε μερικές φορές στη Νέα Υόρκη, σαν να είχε πιέσει τον εαυτό του να προσαρμοστεί σε ένα είδος ζωής και σε μια πόλη που δεν του ταίριαζαν απόλυτα. «Είσαι συνοφρυωμένος», του είπε η Άμπι. «Για ποιο λόγο;» «Αλήθεια; Περίεργο, γιατί αυτή ακριβώς τη στιγμή σκεφτόμουν πόσο άνετα νιώθω εδώ πέρα». Τώρα συνοφρυώθηκε εκείνη. «Και δε νιώθεις έτσι στη Νέα Υόρκη;» τον ρώτησε, κάνοντάς το να ακουστεί σαν μομφή. Ο Τρέις διέκρινε αμέσως την παγίδα. «Τον περισσότερο καιρό λατρεύω τη Νέα Υόρκη. Απολαμβάνω αυτό που κάνω εκεί. Δε θα


ήθελα να το αλλάξω, ιδιαίτερα με τη δουλειά στην τράπεζα. Αλλά αυτό...» Με το ελεύθερο χέρι του έδειξε το υπέροχο φυσικό τοπίο γύρω τους. «Αυτό με κάνει να νιώθω ότι βρίσκομαι σπίτι μου. Σίγουρα θα πρέπει να το νιώθεις κι εσύ. Θυμάσαι πόσο καιρό περνούσαμε δίπλα στο νερό παλιά;» Το βλέμμα του αιχμαλώτισε το δικό της. «Τις ατέλειωτες, νωχελικές μέρες και τις αισθησιακές νύχτες;» Προς μεγάλη του ανακούφιση, η Άμπι αντιμετώπισε την ερώτησή του σοβαρά και δεν όρμησε να τον πνίξει. Ούτε ο προκλητικός τόνος στη φωνή του έδειξε να την εκνευρίζει. Απλώς τον κοίταξε σκεφτική. «Για να είμαι ειλικρινής, νομίζω ότι καταλαβαίνω τι εννοείς», παραδέχτηκε στο τέλος. «Το ένιωσα κι εγώ μόλις βγήκα από το αμάξι μου το βράδυ που έφτασα εδώ με τις κόρες μου. Βλέποντας τη γιαγιά, ανασαίνοντας τον αέρα, ακούγοντας τον ήχο των κυμάτων, ένιωσα ότι αυτό είναι το σπίτι μου. Συνειδητοποίησα πόσο μου είχαν λείψει». Τον κοίταξε προκλητικά. «Αυτό δε σημαίνει πως θα ήθελα να ξαναζήσω εδώ». «Ούτε εγώ», είπε εκείνος παραβλέποντας την πρόκλησή της, παρ’ όλο που αναρωτήθηκε αν θα ήταν το ίδιο καλά να ζουν εκεί, αλλά με τους δικούς τους όρους. Εκείνη είχε πετύχει στα σίγουρα όσα ήθελε στον οικονομικό τομέα. Απ’ ό,τι είχε ακούσει, δούλευε ως διαχειρίστρια χαρτοφυλακίων σε μια μεγάλη χρηματιστηριακή εταιρεία και η γνώμη της ήταν σεβαστή. Είχε δει αρκετές φορές το όνομά της στις οικονομικές σελίδες των Νιου Γιορκ Τάιμς και της Γουόλ Στρητ Τζέρναλ. Κάθε φορά που διάβαζε αυτά τα άρθρα, ένιωθε περηφάνια για την επιτυχία της. Σίγουρα, με τα διαπιστευτήριά της θα μπορούσε να δουλέψει σε οποιοδήποτε υποκατάστημα της εταιρείας με μεγάλη επιτυχία. Εκείνος, από την άλλη μεριά, είχε δημιουργήσει πολλές συνεργασίες και θα μπορούσε να δουλέψει οπουδήποτε ως γραφίστας. Γιατί να μη συνδυάσουν τη δουλειά τους μ’ αυτό τον τρόπο ζωής; Κατά την άποψή του, άξιζε να το σκεφτεί. Αλλά αμφέβαλλε αν η Άμπι θα συμφωνούσε, τουλάχιστον για την ώρα.


«Πόσο σύντομα πιστεύεις ότι θα επιστρέψεις στη Νέα Υόρκη;» τον ρώτησε εκείνη, επαληθεύοντας το συλλογισμό του. Ήταν φανερό ότι αυτή η περίοδος ήταν για εκείνη μια προσωρινή -ίσως και καθόλου καλοδεχούμενη- ανάπαυλα, όχι ένας προορισμός. «Η συμφωνία που έκανα με τον πατέρα μου είναι ότι θα μείνω έξι μήνες», της απάντησε. «Έχεις σημειώσει καμιά πρόοδο στην προσπάθειά σου να πείσεις τον πατέρα σου ότι αυτή τη δουλειά θα έπρεπε να την αναλάβει η Λέιλα;» «Πρώτα θα πρέπει να τον πείσω ότι εγώ είμαι ακατάλληλος γι’ αυτή τη δουλειά», της απάντησε. «Και πιστεύω πως σήμερα πρέπει να σημείωσα κάποια πρόοδο προς αυτή την κατεύθυνση». «Αλήθεια; Πώς; Δείχνοντας υπερβολική προθυμία να δεχτείς την πρότασή του να κάνεις κοπάνα;» Ο Τρέις γέλασε. «Όχι, βασιζόταν σ’ αυτό. Νομίζω πως αυτή τη στιγμή η επιθυμία του να κάνω οικογένεια υπερισχύει της επιθυμίας του να με κάνει μέλος του τραπεζικού κόσμου». Η Άμπι τον κοίταξε μπερδεμένη. «Τι σημαίνει αυτό;» «Εσύ», της είπε, και χάρηκε όταν είδε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Πριν από εκατό χρόνια, θα είχε κάνει ήδη την προσφορά του στον Μικ και η συμφωνία θα είχε κλείσει. Εμείς δε θα είχαμε κανένα λόγο στο θέμα. Να είσαι ευγνώμων που ζούμε σε μοντέρνα εποχή». «Από πού κι ως πού πιστεύει ο πατέρας σου ότι εμείς οι δύο θα μπορούσαμε να έχουμε ένα κοινό μέλλον;» «Έχουμε ένα κοινό παρελθόν», της θύμισε. «Είσαι πάλι ελεύθερη. Έχεις δυο κορούλες που χρειάζονται έναν πατέρα...» «Έχουν πατέρα», του θύμισε η Άμπι. «Και βέβαια έχουν. Εγώ απλώς προσπαθώ να σου εξηγήσω πώς δουλεύει το μυαλό του Λόρενς Ράιλι». Η Άμπι του έριξε ένα πλάγιο βλέμμα. «Ε, λοιπόν, για την περίπτωση που έχουν αρχίσει να μπαίνουν κάποιες ιδέες και στο δικό σου μυαλό, να θυμάσαι ότι δεν ψάχνω για σύζυγο. Δεν τα πήγα και τόσο καλά με τον προηγούμενο. Είμαι καταπιεστικά


εργασιομανής. Αυτό δεν είναι προτέρημα για μια σύζυγο. Στην πραγματικότητα, απέτυχα οικτρά σ’ αυτόν το ρόλο». Ο Τρέις την κοίταξε χαμογελώντας. «Θα φροντίσω να μεταφέρω αυτή την πληροφορία στον πατέρα μου, αν και κάτι μου λέει ότι δεν πρόκειται να τον αποθαρρύνει». «Αρκεί να αποθαρρύνει εσένα, αυτό είναι το μόνο που μετράει», του απάντησε η Άμπι. Έδειχνε τόσο σοβαρή, τόσο αποφασισμένη να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, που ο Τρέις δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Έσκυψε το κεφάλι του και τη φίλησε. Σκόπευε να της δώσει ένα γρήγορο, παιχνιδιάρικο φιλί, κάτι σαν χάδι των χειλιών του στα δικά της, αλλά το στόμα της ήταν τόσο γλυκό, τόσο γνώριμο κάτω από το δικό του, που παρασύρθηκε. Όταν τραβήχτηκε τελικά, οι ανάσες τους έβγαιναν λαχανιασμένες και υπήρχε μια σαστισμένη έκφραση στα μάτια της Άμπι. «Γιατί το έκανες αυτό;» τον ρώτησε και έτριψε τα χείλη της, σαν να ήθελε να σβήσει το φιλί. «Ιδιαίτερα τη στιγμή που σου είπα ότι δεν πρέπει να υπολογίζεις σ’ εμένα στην αναζήτηση συζύγου;» Ο Τρέις έβαλε τα χέρια στις τσέπες του για να μην την τραβήξει πάλι στην αγκαλιά του. Ύψωσε τους ώμους του. «Επειδή μου φάνηκε καλή ιδέα». «Ε, δεν ήταν», του είπε. Η έκφραση της ήταν αγριεμένη, αλλά υπήρχε ένα προδοτικό κόμπιασμα στη φωνή της. Τον Τρέις τον παρηγόρησε αυτό το κόμπιασμα. Μια στις τόσες, η Άμπι άφηνε τις ανασφάλειές της να βγουν στην επιφάνεια, και εκείνος ένιωθε τότε την ανάγκη να την προστατεύσει. Αυτή του η επιθυμία συνήθως συγκρουόταν με τη λαχτάρα του να την ξεμυαλίσει. Χαμογέλασε αργά. «Υποθέτω ότι θα πρέπει να περιμένουμε για να δούμε ποιος από τους δυο μας έχει δίκιο». Ο Τρέις ήταν απόλυτα σίγουρος ότι η περίοδος αναμονής θα είχε και άλλα τέτοια διερευνητικά φιλιά.


Η Άμπι ένιωθε ακόμα συγκλονισμένη από το φιλί του Τρέις όταν τον αποχαιρέτησε με ένα κούνημα του χεριού και προχώρησε προς το πανδοχείο. Τα γόνατά της ήταν έτοιμα να λυγίσουν, πράγμα που ήταν γελοίο. «Ενδιαφέρον», της φώναξε η Τζες από τη βεράντα. «Γυρίζω σπίτι και τι ανακαλύπτω; Δύο από τους πιο συνεπείς ανθρώπους έχουν πάει για τρελίτσες στην παραλία». «Δεν κάναμε τρελίτσες», είπε κοφτά η Άμπι. Είχε σκοπό να προσπεράσει την αδερφή της για να αποφύγει και άλλες εύστοχες παρατηρήσεις της, αλλά η Τζες σηκώθηκε και την ακολούθησε μέσα. «Λοιπόν, τι τρέχει μ’ εσένα και τον Τρέις;» ρώτησε η Τζες γέρνοντας πάνω στον πάγκο καθώς η Άμπι προσπαθούσε να σερβίρει ένα ποτήρι παγωμένο τσάι με χέρια που έτρεμαν ακόμα. «Τίποτε», της απάντησε η Άμπι και ήπιε μια μεγάλη γουλιά τσάι, ελπίζοντας πως το κρύο ρόφημα θα δρόσιζε την ξαναμμένη λίμπιντο της. Δε βοήθησε όμως. Ούτε της έδωσε χρόνο. «Εμένα άλλη εντύπωση μου δώσατε. Τα χείλια σας είχαν κολλήσει σαν βεντούζες. Είδα να βγαίνουν φλόγες από το σημείο όπου στεκόμουν». Η Άμπι την κοίταξε σοκαρισμένη. «Μας κατασκόπευες;» «Κάθε άλλο. Βγήκα να σε ψάξω. Όταν έφτασα στην παραλία, σας είδα, έκανα αμέσως μεταβολή και γύρισα στη βεράντα να περιμένω». Η Τζες της χαμογέλασε. «Σκέφτηκα πως θα είχε πλάκα να δω πώς θα επιχειρούσες να μου εξηγήσεις τι συνέβη». «Χαίρομαι που με βρίσκεις τόσο διασκεδαστική». «Όχι εσένα», τη διόρθωσε η Τζες. «Την κατάσταση. Μου θύμισε εκείνο το καλοκαίρι δέκα χρόνια πριν, τότε που οι δυο σας το σκάγατε στα κρυφά. Και τότε τρέφατε ψευδαισθήσεις. Νομίζατε πως κανένας δεν ήξερε τι συνέβαινε. Διάβολε, εγώ ήμουν μόλις δώδεκα χρονών και το είχα πάρει είδηση. Ήσασταν τρελοί ο ένας για τον άλλο. Και ακόμα είστε, απ’ ό,τι είδα». Έδωσε μια αγκωνιά στα πλευρά της Άμπι. «Το βρίσκω γλυκό».


«Δεν είναι γλυκό. Είναι το ίδιο καταδικασμένο τώρα όπως ήταν και τότε». «Γιατί; Θέλω να πω, ως ένα σημείο, καταλαβαίνω γιατί έφυγες τότε. Ακολούθησες το όνειρο σου, αν και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί θεώρησες πιο σημαντικό να ξεθεώνεσαι στη δουλειά από έναν άντρα σαν τον Τρέις. Αλλά αυτό έγινε τότε. Τώρα είσαι επιτυχημένη. Μπορείς να θέτεις τους όρους σου. Αν θέλεις τον Τρέις στη ζωή σου, δεν μπορεί να σε εμποδίσει τίποτε να τον έχεις». Η Άμπι αναστέναξε και τράβηξε μια καρέκλα κοντά στο τραπέζι. Η Τζες μιλούσε λες και το μέλλον της με τον Τρέις ήταν λογικό, εφικτό, αλλά εκείνη ήξερε πως δεν ήταν. «Έλα τώρα, Τζες, το ξέρεις ότι δεν είναι τόσο εύκολο. Κοίτα πόσο μαντάρα έκανα το γάμο μου με τον Γουές, και δεν υπάρχει στον κόσμο άνθρωπος λιγότερο απαιτητικός και με μεγαλύτερη κατανόηση απ’ αυτόν. Κανένας άντρας δε θα ανεχτεί τις ώρες που δουλεύω, την ένταση που μεταφέρω στο σπίτι στο τέλος της εργάσιμης μέρας». «Τότε δούλευε λιγότερο», της είπε η Τζες. «Κάνε μερικές προσαρμογές». «Στη δουλειά μου δεν έχω αυτό το περιθώριο. Οι αγορές κινούνται πάρα πολύ γρήγορα. Αν μείνω έξω απ’ το παιχνίδι, μπορεί να θέσω σε κίνδυνο τις οικονομίες μιας ζωής κάποιου». «Και το χαίρεσαι στ’ αλήθεια να δουλεύεις κάτω από τέτοια πίεση;» Η Άμπι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Τις περισσότερες φορές το λατρεύω». «Είπες, "τις περισσότερες". Τι υπόλοιπες;» «Τότε λαχταράω ό,τι λαχταράει κάθε γυναίκα -ένα σπιτικό, μια οικογένεια, έναν άντρα να μοιραστώ τη ζωή μου μαζί του», παραδέχτηκε η Άμπι και πρόσθεσε: «Απλώς δεν μπορώ να καταλήξω πώς θα μπορούσα να τα αποκτήσω αυτά». «Είσαι μια Ο’Μπράιεν», της θύμισε η Τζες. «Μπορείς να αποκτήσεις ό,τι βάλεις στο μυαλό σου. Αυτό δε μας έχουν μάθει η γιαγιά και ο Μικ;»


«Πράγματι, αλλά ο μπαμπάς μάς δίδαξε επίσης ότι αυτό έχει και το τίμημά του. Η επιτυχία τού στοίχισε τη σχέση του με τη μαμά. Μπορεί τελικά κάποιοι Ο’Μπράιεν να μην είναι γραφτό να τα αποκτήσουν όλα». Η Τζες την κοίταξε συνοφρυωμένη. «Και τι λέει η μαμά γι’ αυτή τη μοιρολατρική στάση σου; Ή μήπως ευθύνεται εκείνη γι’ αυτή;» Η Άμπι την κοίταξε έκπληκτη. «Πώς σου ήρθε ότι η μαμά με επηρέασε στις σχέσεις μου;» «Μπορείς να μου απαντήσεις ειλικρινά ότι δεν το έκανε; Είσαι η μόνη που έχει κρατήσει επαφή μαζί της, οπότε δεν αποκλείεται να σου έκανε πλύση εγκεφάλου με τα φρικτά παράπονά της για τον μπαμπά». «Όχι περισσότερο από σένα», της απάντησε μαλακά η Άμπι. Η Τζες μόρφασε, γιατί το σχόλιο πέτυχε στόχο. «Μάλλον έχεις δίκιο. Έχω κι εγώ ένα θέμα με τον μπαμπά». Μετά από ένα μικρό δισταγμό, ρώτησε: «Ειλικρινά, η μαμά σού ανοίχτηκε ποτέ, σου είπε τι συνέβη τότε;» «Δεν είναι φανερό;» είπε η Άμπι. «Ο μπαμπάς έλειπε πάρα πολύ. Δεν μπορούσε να το αντέξει άλλο». «Ναι, αλλά δεν άφησε μόνο εκείνον, εγκατέλειψε κι εμάς», διαμαρτυρήθηκε η Τζες. «Ήμασταν τα παιδιά της. Δεν είχαμε κάνει τίποτε για να αξίζουμε κάτι τέτοιο». Η Άμπι συνοφρυώθηκε καθώς έφερνε στο νου της τη συζήτηση που είχε κάνει με τη μητέρα της τη μέρα που είχε φύγει, την υπόσχεσή της ότι θα γύριζε να τους πάρει. «Από την αρχή είχε σκοπό να μας πάρει στη Νέα Υόρκη να ζήσουμε μαζί της». «Τότε τι έγινε;» ρώτησε η Τζες. «Γιατί κατέληξε να έρχεται μόνο για μια επίσκεψη όποτε της έκανε κέφι;» «Δεν ξέρω», παραδέχτηκε η Άμπι. Το θέμα αυτό ήταν τόσο λεπτό, που είχε προτιμήσει να μην το θίξει. Της αρκούσε που είχε και πάλι τη Μέγκαν στη ζωή της, αλλά καταλάβαινε γιατί η αδερφή της βασανιζόταν που δεν είχε μια απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. «Ω, δε βαριέσαι», είπε η Τζες. «Επιζήσαμε. Αυτό είναι που μετράει, σωστά;»


Η προσπάθεια να διασκεδάσει τον πόνο της δεν έπιασε. Η Άμπι ήταν έτοιμη να επιμείνει, αλλά η Τζες την έκοψε με ένα κούνημα του χεριού της. «Ξέχνα το. Φύγαμε από το θέμα. Επιχειρείς να πείσεις τον εαυτό σου να μην προχωρήσει σε μια σχέση με τον Τρέις που θα μπορούσε να είναι πραγματικά καλή. Δεν προσπαθείς καν. Αυτό μου φαίνεται εντελώς λάθος». Η Άμπι δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι η αδερφή της την είχε ψυχολογήσει τέλεια. Η στάση της ήταν μοιρολατρική. Η πείρα την είχε διδάξει πως δεν ήταν φτιαγμένη για γάμο. Και από τη στιγμή που δεν της άρεσε η αποτυχία, δεν έβλεπε για ποιο λόγο να ξαναφέρει τον εαυτό της σ’ αυτή τη θέση, ούτε καν με τον Τρέις, που είχε την ικανότητα να ξυπνάει αμέσως τις ορμόνες της, θυμίζοντάς της πόσο ταίριαζαν κάποτε οι δυο τους. Άφησε το άδειο ποτήρι της και σηκώθηκε. «Ας κλείσουμε εδώ αυτή τη συζήτηση», είπε. «Έχω δουλειά να κάνω, κι εσύ το ίδιο». Η Τζες την κοίταξε απογοητευμένη και ύψωσε τους ώμους της. «Ό,τι πεις. Δική σου είναι η ζωή». «Ακριβώς». Όταν όμως επέστρεψε στο γραφείο και ρίχτηκε με τα μούτρα στο χαρτοβασίλειο, αναρωτήθηκε παρά τη θέλησή της αν οι επιλογές που είχε κάνει όλα αυτά τα χρόνια, οι προτεραιότητες που είχε θέσει ήταν τόσο σωστές όσο πίστευε. Μπορεί, όπως ακριβώς και ο πατέρας της, να είχε χάσει περισσότερα απ’ όσα είχε κερδίσει. Αναρωτήθηκε αν είχε νιώσει ποτέ έτσι και η Μέγκαν για την απόφασή της να φύγει μακριά από την οικογένειά της. *** Το Σάββατο το πρωί, η Κάρι και η Κέιτλιν χοροπηδούσαν κυριολεκτικά από τη χαρά τους καθώς περίμεναν τον πατέρα τους. «Πόσο θα κάνει ακόμα, μαμά;» ρώτησε η Κάρι. «Νόμιζα πως θα είχε έρθει μέχρι τώρα». Η Άμπι αναστέναξε. «Δε θ’ αργήσει πολύ. Πήρε τηλέφωνο πριν λίγο και είπε πως κοντεύει να φτάσει στο Τσέσαπικ Σορς».


«Τον βλέπω, τον βλέπω!» φώναξε η Κέιτλιν, δείχνοντας ένα σύννεφο σκόνης στο δρόμο. «Κι εγώ τον βλέπω!» φώναξε η Κάρι και κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια έτρεξε προς την αλέα. «Περιμένετε εδώ», διέταξε η Άμπι. «Δε θα πάτε στην αλέα μέχρι να σταματήσει το αυτοκίνητο του. Καταλάβατε;» «Ναι, μαμά», είπε η Κέιτλιν, παρέμεινε όμως στην άκρη της πελούζας, με την Κάρι να χοροπηδάει ανυπόμονα δίπλα της. Μόλις σταμάτησε ο Γουές το νοικιασμένο αυτοκίνητο του, έτρεξαν και οι δυο στην πόρτα του οδηγού και την άνοιξαν. Ίσα που πρόλαβε να λύσει τη ζώνη ασφαλείας προτού πηδήσουν και οι δυο στην αγκαλιά του. Παρά την πτήση και τη διαδρομή με το αυτοκίνητο, ο Γουές έδειχνε σαν να είχε βγει από κάποια σελίδα του Forbes που διαφήμιζε ρούχα που φοράνε οι πλούσιοι επιχειρηματίες στον ελεύθερο χρόνο τους. Ακόμα και τα Σαββατοκύριακα, ο Γουέσλι Γουόκερ Γουίντερς έδειχνε ακριβώς αυτό που ήταν -ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας-, από τα καλοχτενισμένα καστανά μαλλιά και τα σινιέ ρούχα μέχρι τα ιταλικά μοκασίνια του. Σε αντίθεση με την Άμπι, ο Γουές είχε κληρονομήσει τη θέση του στον επιχειρηματικό κόσμο, αφού διηύθυνε την πολυεθνική που είχε ιδρύσει ο παππούς του, είχε περάσει στη συνέχεια στα χέρια του πατέρα του και τέλος στα δικά του. Αυτό του πρόσφερε την πολυτέλεια και την ευελιξία να κανονίζει μόνος του τα ωράριά του. Μολονότι δούλευε σκληρά, δεν ήταν ούτε τόσο φιλόδοξος ούτε τόσο εργασιομανής όσο η Άμπι. Οι προτεραιότητές του, όπως της είχε τονίσει η μητέρα της, ήταν σε απόλυτη τάξη. Ήταν από τους σπάνιους άντρες που έβαζαν σε πρώτη θέση τη γυναίκα τους και τα παιδιά τους. Ο Γουές της είχε πει επανειλημμένα ότι καταλάβαινε τη φιλοδοξία της και τη σεβόταν, αλλά του ήταν αδύνατο να ζει κάτω από αυτές τις συνθήκες. «Μπαμπά, μπαμπά, εγώ και η Κάρι πάθαμε ιλαρά», του ανακοίνωσε η Κέιτλιν με ενθουσιασμό.


«Εγώ είχα τις περισσότερες κοκκινίλες», τον πληροφόρησε η Κάρι. Ο Γουές έριξε ένα βλέμμα στην Άμπι που έλεγε πως θα λογαριάζονταν αργότερα οι δύο τους για την παράλειψη της να τον ενημερώσει για την αρρώστια τους. Για την ώρα, αδιαφορώντας για το ακριβό, καλοσιδερωμένο παντελόνι του, γονάτισε στο γρασίδι και γύρισε τα προσωπάκια τους δεξιά αριστερά. «Καμιά κοκκινίλα πλέον. Θα πρέπει να γίνατε καλά». «Εγώ έγινα πρώτη καλά», καυχήθηκε η Κάρι. Ο Γουές γέλασε. «Χαίρομαι που είστε και οι δυο καλά τώρα, γιατί θα μπορέσουμε να διασκεδάσουμε με την ψυχή μας αυτό το Σαββατοκύριακο». «Τι θα κάνουμε;» τον ρώτησε η Κέιτλιν. «Εγώ θέλω να πάω για παγωτό», είπε αμέσως η Κάρι. Η Κέιτλιν την κοίταξε συνοφρυωμένη. «Όχι, αυτό θα το κάνουμε με τον κύριο Ράιλι, το ξέχασες;» «Ναι, αλλά αν μας αγοράσει και ο μπαμπάς παγωτό, τότε θα φάμε δυο φορές», την αντέκρουσε η Κάρι. «Όχι!» επανέλαβε με έμφαση, η Κέιτλιν. «Ο κύριος Ράιλι είπε ότι θα μας πάει εκείνος για παγωτό, και εγώ θα πάω μαζί του». Ο Γουές φάνηκε να σαστίζει από τη διαμάχη. Κοίταξε πάλι προς το μέρος της Άμπι, ζητώντας μια εξήγηση. «Ο Τρέις Ράιλι είναι ένας παλιός οικογενειακός φίλος, που έτυχε να περάσει από το σπίτι όταν οι μικρές ήταν άρρωστες», του είπε εκείνη. «Και έκανε μια συμφωνία μαζί τους. Τους είπε ότι όταν θα γίνονταν καλά από την ιλαρά θα τις κερνούσε παγωτό στο Σάλι’ς». «Όσο θέλουμε», είπε ενθουσιασμένη η Κάρι. «Ε, δεν ξέρω αν συμφωνώ ως προς αυτό», είπε ο Γουές. Για πρώτη φορά από τη στιγμή που άρχισε η διαμάχη, η Κάρι έκανε πίσω, καταλαβαίνοντας ότι ο πατέρας της μπορεί να μην τους έκανε το χατίρι. «Μπορείς να μας πας για πίτσα», βιάστηκε να πει. «Δεν έχουμε φάει ούτε μια φορά πίτσα από τη μέρα που ήρθαμε εδώ».


«Ναι!» είπε με λαχτάρα η Κέιτλιν. «Σε παρακαλώ, μπαμπά». «Εντάξει, θα πάμε για πίτσα», συμφώνησε εκείνος. «Αφήστε με πρώτα να πάω τα πράγματά μου μέσα και να πω δυο λόγια με τη μητέρα σας, και στη συνέχεια θα πάμε στην πόλη». Η Άμπι τον ακολούθησε μέσα και τον οδήγησε σ’ ένα δωμάτιο στην άκρη του διαδρόμου όπου βρισκόταν και το δωμάτιο των κοριτσιών. Ήταν έτοιμη να αποχωρήσει στα γρήγορα, αλλά εκείνος τη σταμάτησε. «Γιατί επέτρεψες σε κάποιον να δωροδοκήσει τις κόρες μας με όσο παγωτό θέλουν;» Ακούγοντας τον επικριτικό τόνο του, η Άμπι συνοφρυώθηκε. «Δε θα έτρωγαν δα και τόσο ώστε να αρρωστήσουν», του απάντησε. «Η ιδέα ότι δεν υπάρχει όριο είναι που μετράει. Έλα τώρα, Γουές. Το ξέρεις πως τα μάτια τους είναι πιο αχόρταγα από το στομάχι τους. Θα παραγγείλουν τρεις μπάλες, θα φάνε τη μία, ως συνήθως, και το θέμα θα λήξει». Εκείνος δεν έδειξε να πείθεται, αλλά τελικά έγνεψε καταφατικά. «Εντάξει, υποθέτω πως έχεις δίκιο. Πάντως, τον ξέρεις αυτό τον άνθρωπο, έτσι; Διαφορετικά δε θα τις άφηνες να πάνε μαζί του». «Και βέβαια δε θα τις άφηνα να πάνε μ’ έναν άγνωστο. Εξάλλου, σκοπεύω να πάω κι εγώ μαζί τους. Εκνευρίστηκες για το τίποτα». «Μπορεί», παραδέχτηκε εκείνος. «Μάλλον φταίει που έχω να τις δω τρεις βδομάδες. Έγιναν πολλά σ’ αυτό το διάστημα και δε μου αρέσει που τα έχασα. Και στη συνέχεια, έρχομαι εδώ και τις ακούω να μιλάνε για έναν άντρα που δεν ξέρω... Ξαφνιάστηκα, υποθέτω. Συγνώμη. Το ξέρεις ότι έχω εμπιστοσύνη στην κρίση σου». Της φάνηκε τόσο στενοχωρημένος, που τον αγκάλιασε αυθόρμητα. «Ε, λοιπόν, είναι καταδικές σου τώρα. Πηγαίνετε και φροντίστε να διασκεδάσετε. Αυτή τη στιγμή η γιαγιά είναι στην εκκλησία. Πήγε να βάλει φρέσκα λουλούδια για την αυριανή


λειτουργία, αλλά θα γυρίσει σύντομα και θα είναι εδώ να βοηθήσει αν θελήσεις να κάνεις ένα διάλειμμα». «Εσύ πού θα είσαι;» «Βοηθάω την Τζες σε κάτι». Ο Γουές πήρε αμέσως ύφος καχύποπτο. «Πού έμπλεξε πάλι η αδερφή σου; Εκείνη είναι ο λόγος που βρίσκεσαι εδώ, έτσι; Θα έπρεπε να το είχα φανταστεί». «Ας μην το κουβεντιάσουμε τώρα. Αν θέλεις πραγματικά να μάθεις, θα σε ενημερώσω αφού πέσουν τα κορίτσια για ύπνο το βράδυ». Για μια στιγμή ο Γουές φάνηκε να θέλει να επιμείνει, αλλά τελικά υποχώρησε. «Καλά, τότε. Θα σε δω αργότερα». Ξέροντας πώς θα εξελισσόταν η συζήτηση όταν του εξηγούσε τι συνέβαινε με την Τζες και το πανδοχείο, η Άμπι δε θα έλεγε ότι την περίμενε ανυπόμονα. Ο Τρέις δούλευε μια μακέτα όλο το πρωινό, έτσι όταν έφτασε το μεσημέρι χρειαζόταν ένα διάλειμμα και κάτι να φάει. Όπως ήταν, με το παλιό τζιν και ένα ξεθωριασμένο μπλουζάκι με τη στάμπα «Τσέσαπικ Σορς» που είχε δει καλύτερες μέρες, αποφάσισε να πεταχτεί μέχρι την πιτσαρία στη γωνία απέναντι από την παραλία και να φάει κάτι στα γρήγορα. Το καλοκαίρι που είχε δουλέψει ως ναυαγοσώστης έτρωγε εκεί σχεδόν κάθε μέρα. Κάποιες φορές πεταγόταν στο διάλειμμά του απέναντι και έπαιρνε δυο φέτες πίτσα, αλλά υπήρχαν και φορές που έπαιρνε η Άμπι από εκεί την πίτσα, την έφερνε στην παραλία και έτρωγαν παρέα. Είχε μόλις στρίψει στη Σορ Ρόουντ, όταν είδε την Κάρι και την Κέιτλιν να έρχονται προς το μέρος του. Τον είδαν και οι δύο ταυτόχρονα και ξέφυγαν από τον άντρα που ήταν μαζί τους. Ο Τρέις τον αναγνώρισε αμέσως. Ήταν ο ίδιος άντρας που είχε δει με την Άμπι στη Νέα Υόρκη χρόνια πριν. Δεν είχε ξεχάσει ποτέ τα όμορφα σμιλεμένα χαρακτηριστικά και την κομψότητά του. Μπορεί τώρα να ήταν ντυμένος πιο σπορ, η εμφάνισή του όμως φώναζε από μακριά χρήματα και αριστοκρατική καταγωγή.


«Κύριε Ράιλι», φώναξε η Κάρι τρέχοντας προς το μέρος του. «Πάμε για πίτσα, εσείς πού πάτε;» «Κι εγώ για πίτσα πάω», της απάντησε. Σήκωσε το κεφάλι του και αντίκρισε τα επιφυλακτικά γκρίζα μάτια του πατέρα τους και πρώην άντρα της Άμπι. «Είμαι ο Τρέις Ράιλι, φίλος της Άμπι», είπε απλώνοντας το χέρι του. «Γουές Γουίντερς», απάντησε κοφτά εκείνος. Η χειραψία του ήταν δυνατή αλλά τυπική. «Κάτι μου είπαν για σας τα κορίτσια, κάτι για παγωτό». Ο Τρέις κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Κάναμε μια συμφωνία όταν ήταν άρρωστες». «Και τώρα είμαστε καλά», του είπε η Κάρι. «Τότε μια μέρα την επόμενη βδομάδα θα πρέπει να σας κεράσω». «Θα μπορούσατε να φάτε μαζί μας πίτσα τώρα», πρότεινε ντροπαλά η Κέιτλιν. «Όχι σήμερα, πιτσιρίκα. Δε θέλω να σας κλέψω το χρόνο με τον πατέρα σας. Εξάλλου, πρέπει να γυρίσω στη δουλειά μου». Η Κέιτλιν τον περιεργάστηκε με περιέργεια. «Δεν είστε ντυμένος όπως ντύνεστε συνήθως για τη δουλειά». Ο Τρέις γέλασε. «Πολύ παρατηρητική. Σήμερα δε δουλεύω στην τράπεζα. Κάνω την άλλη μου δουλειά». «Που είναι;» ρώτησε ο Γουές, κοιτάζοντάς τον σαν να είχε μόλις βγει από καμιά ψαρόβαρκα. Η έκφρασή του ήταν καθαρά περιφρονητική. Αυτός μάλλον θα φορούσε Αρμάνι ακόμα και όταν έκανε μπάρμπεκιου, με την προϋπόθεση, βέβαια, πως ήξερε πώς να ανάψει φωτιά. «Είμαι γραφίστας», του απάντησε ο Τρέις, πράγμα που δε φάνηκε να άλλαξε την υποτιμητική γνώμη του Γουές για το άτομό του. Δεν άντεξε στον πειρασμό και πρόσθεσε: «Αυτή τη στιγμή δουλεύω κάτι για τη Φαρμακοβιομηχανία Άστορ». Για πρώτη φορά, η έκφραση του Γουές άλλαξε λίγο. «Καλή εταιρεία», είπε με μισή καρδιά. «Γνωρίζω τον Στιβ Άστορ. Για την ακρίβεια, μεγαλώσαμε μαζί».


«Αλήθεια; Ο Στιβ κι εγώ ήμασταν συμφοιτητές στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων στο Χάρβαρντ». Τώρα φάνηκε να σβήνει και η τελευταία περιφρονητική διάθεση του Γουές. «Καλό πανεπιστήμιο. Εγώ σπούδασα στο Γέιλ». «Ένα εξίσου καλό πανεπιστήμιο», είπε ο Τρέις, συγκρατώντας με δυσκολία το χαμόγελο του. Ρουά και ρουά ματ. Τίποτα δε δραστηριοποιεί έναν άντρα όσο το στενό μαρκάρισμα. «Πού γνώρισες την Άμπι;» ρώτησε ο Γουές με μια αλλόκοτη νότα ζήλιας στη φωνή του, δεδομένου ότι αυτός την είχε χωρίσει. «Μεγαλώσαμε και οι δυο εδώ», απάντησε ο Τρέις, και δεν μπόρεσε να μην προσθέσει: «Παλιά βγαίναμε». Η έκφραση του Γουές πάγωσε. «Κατάλαβα». «Λοιπόν, σας αφήνω να απολαύσετε το φαγητό σας», είπε ο Τρέις. «Εγώ πάω να δώσω την παραγγελία μου στο ταμείο. Θα πάρω την πίτσα μου στο σπίτι». Ήταν έτοιμος να απομακρυνθεί, όταν η Κέιτλιν τον τράβηξε από το χέρι. Γύρισε και κοίταξε το ανασηκωμένο προσωπάκι της. «Μην ξεχάσετε την ερχόμενη εβδομάδα», του ψιθύρισε. «Δεν υπάρχει περίπτωση», της υποσχέθηκε. «Θα κανονίσουμε μια μέρα με τη μαμά σας». «Ελάτε, κορίτσια. Πάμε να προλάβουμε εκείνο το άδειο τραπέζι», είπε αποφασιστικά ο Γουές. Ο Τρέις τους παρακολούθησε να κάθονται στο τραπέζι. Τους άκουσε να αποφασίζουν για τα υλικά της πίτσας όσο αυτός έδινε την παραγγελία του. Όφειλε να παραδεχτεί ότι, ανεξάρτητα από τη δική του ενστικτώδη αντιπάθεια για τον άντρα που είχε παντρευτεί η Άμπι, ο Γουές έδειχνε καλός πατέρας. Είχε αφάνταστη υπομονή με τις μικρές. Όχι, δεν μπορούσε να του βρει ψεγάδι σ’ αυτόν το ρόλο. Πάντως, όποιος άντρας παραιτούνταν πρόθυμα από την Άμπι σίγουρα δεν ήταν και πολύ στα καλά του. Έβαζε και τον εαυτό του σ’ αυτή την κατηγορία, άρα ήξερε τι έλεγε. Μπορεί να μην την είχε παρατήσει αυτός πρώτος, αλλά σίγουρα δεν είχε κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του για να την εμποδίσει να φύγει. Και τώρα,


εκ των υστέρων, μπορούσε να πει με κάθε ειλικρίνεια ότι ήταν εξίσου ηλίθιο αυτό.


Κεφάλαιο 11 Η Τζες μπήκε στο γραφείο του πανδοχείου και βρήκε την Άμπι να κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Δεν μπορούσε να πει τι την εξέπληξε περισσότερο -ότι η αδερφή της βρισκόταν εκεί σαββατιάτικα ή ότι έχανε την ώρα της ονειροπολώντας; «Νόμιζα ότι θα περνούσες το Σαββατοκύριακο κάνοντας έρευνα για την πραγματική δουλειά σου», είπε. «Τι γυρεύεις εδώ;» «Κρύβομαι», παραδέχτηκε η Άμπι λυπημένα. «Είναι εδώ ο Γουές». Η Τζες προσποιήθηκε ότι την έπιασε τρεμούλα. «Δε χρειάζεται να πεις περισσότερα», δήλωσε. «Δε θα στενοχωρηθώ αν δεν ξαναδώ ποτέ στη ζωή μου αυτό τον άνθρωπο». Η Άμπι συνοφρυώθηκε με το σχόλιο της. «Ποτέ δεν τον συμπάθησες, έτσι;» Η Τζες ύψωσε τους ώμους της. Της φάνηκε άσκοπο να το αρνηθεί τώρα που εκείνος και η Άμπι είχαν χωρίσει. Κατά τη γνώμη της, δε θα έπρεπε να είχαν παντρευτεί ποτέ. Η καρδιά της Άμπι, είτε ήθελε να το παραδεχτεί είτε όχι, ανήκε πάντα στον Τρέις. «Λυπάμαι, αλλά όχι», είπε η Τζες. «Προσπάθησα για χάρη σου, αλλά για μένα ήταν πάντα ένας στενόμυαλος, επικριτικός κόπανος». Χαμογέλασε. «Ευπαρουσίαστος, βέβαια, αλλά αυτό δεν αντιστάθμιζε την έλλειψη προσωπικότητας και αίσθησης του χιούμορ». Η Άμπι γέλασε. «Έλα τώρα. Δεν είναι τόσο κακός». «Πάντως χιούμορ δεν έχει ούτε για δείγμα», επέμεινε η Τζες. «Και δε βοήθησε να τον δω με καλό μάτι το γεγονός ότι έκανε ό,τι μπορούσε για να καταλάβω πως με θεωρούσε εντελώς αποτυχημένη. Μισούσε και το τελευταίο λεπτό που αφιέρωνες για να μιλήσεις μαζί μου ή να με ξελασπώσεις από τα προβλήματά


μου. Θα πρέπει να έχει πάθει αποπληξία με την τελευταία τροπή των γεγονότων». «Στην πραγματικότητα, δεν ξέρει ακόμα τίποτε για το πανδοχείο», παραδέχτηκε η Άμπι. «Αλλά υπερβάλλεις σε ό,τι αφορά την άσχημη γνώμη που έχει για σένα και τη δυσαρέσκειά του». - Η Τζες την κοίταξε με σκεπτικισμό. «Σε παρακαλώ, δεν υπάρχει λόγος να προσπαθείς να μην πληγώσεις τα αισθήματά μου. Έλα τώρα, Άμπι, πρέπει να ξέρεις πώς νιώθει για μένα. Με κοιτάζει πάντα μ’ εκείνο το παγωμένο βλέμμα του που λέει ότι σπαταλάω το χρόνο σου και το δικό του. Θέλει να με κάνει να νιώθω τιποτένια». Η ένοχη έκφραση της Άμπι απέδειξε ότι ήξερε τι έκανε ο Γουές. Παρ’ όλα αυτά, είπε: «Δεν κατάλαβα ποτέ ότι σε έκανε να νιώθεις έτσι. Λυπάμαι ειλικρινά». «Δε βαριέσαι, έχω συνηθίσει σ’ αυτή την αντίδραση», είπε υπεροπτικά η Τζες. «Οι πάντες με θεωρούν αποτυχημένη. Λυπάμαι απλώς που σε έκανε κι εσένα να νιώθεις το ίδιο». Η Άμπι φάνηκε να σοκάρεται από την παρατήρησή της. «Μα δεν το έκανε», διαμαρτυρήθηκε. «Και βέβαια το έκανε. Σου έλεγε πόσο περήφανος ήταν με την επιτυχία σου, και το επόμενο δευτερόλεπτο σου απαριθμούσε ένα σωρό πράγματα που δεν έκανες στο σπίτι ή με τις κόρες σου. Προσπάθησε να σε κάνει να νιώσεις ανεπαρκής, και είμαι σχεδόν σίγουρη ότι τα κατάφερε». «Δε νιώθω καθόλου ανεπαρκής», είπε η Άμπι. Η Τζες την κοίταξε με νόημα. «Ούτε καν ως σύζυγος και μητέρα;» Έγειρε προς το μέρος της. «Μην προσπαθείς να το αρνηθείς, Άμπι. Το ξέρεις ότι αυτός είναι ο λόγος που δε θέλεις να κάνεις σχέση με τον Τρέις. Το είπες και μόνη σου. Εσύ τα έκανες μαντάρα στο γάμο σου. Εσύ είσαι η εργασιομανής. Λοιπόν, για πες μου, ποιος σε έκανε να δεις τον εαυτό σου έτσι; Θα σου πως εγώ ποιος. Ο Γουές Γουίντερς. Και τον μισώ πραγματικά γι’ αυτό. Θα έπρεπε να υπερηφανεύεται για τις επιτυχίες σου, αλλά αυτός τις υπονόμευε εσκεμμένα με τις καυστικές παρατηρησούλες του. Σε


έκανε να αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου και να αμφισβητείς τις προτεραιότητές σου». Η Άμπι έδειξε να ξαφνιάζεται με το πάθος της αδερφής της. «Δεν ήσουν εκεί, Τζες». «Όχι, δεν έζησα το γάμο σου από μέσα», παραδέχτηκε εκείνη. «Αλλά ερχόμουν αρκετά συχνά στη Νέα Υόρκη για να δω πώς φερόταν ο Γουές. Εκείνο που με εξέπληττε ήταν ότι καθόσουν και το ανεχόσουν. Θα τον είχα πετάξει έξω με τις κλοτσιές γι’ αυτή την παθητικοεπιθετική συμπεριφορά του προτού σκεφτεί καν αυτός να μου ζητήσει διαζύγιο». «Χρειάζονται δύο για να πετύχει ή να αποτύχει ένας γάμος», επέμεινε η Άμπι. Η Τζες εκμεταλλεύτηκε την παρατήρησή της. «Ακριβώς. Χρειάζονται δύο! Αναρωτήθηκες ποτέ πόση ευθύνη έχει ο Γουές για τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα πράγματα; Θα πρέπει να πάψεις να τα βάζεις με τον εαυτό σου επειδή δεν ανταποκρίθηκες στις προσδοκίες του και να βρεις έναν άντρα που να εκτιμά αυτό που είσαι και να θέλει να γίνει ισότιμος σύντροφος σου, πράγμα που σημαίνει να αναλαμβάνει το μερτικό του στις ευθύνες». Κοίταξε την αδερφή της με σημασία. «Δε μου λες, έβαλε ο Γουές έστω και μια φορά τα πιάτα στο πλυντήριο μετά το φαγητό; Έβαλε ποτέ τα άπλυτα ρούχα στο πλυντήριο;» «Όχι», παραδέχτηκε η Άμπι. «Κι όμως, περίμενε από σένα να το κάνεις, παίζοντας ταυτόχρονα τον ζογκλέρ για να τα βγάλεις πέρα με την καριέρα σου και τα κορίτσια, σωστά;» «Εντάξει, καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις», παραδέχτηκε απρόθυμα η Άμπι. Ύστερα έριξε ένα λοξό βλέμμα στην αδερφή της. «Το ξέρεις ότι οι παρατηρήσεις σου για τον Γουές θα μπορούσαν να ίσχυαν κάποτε και για τον πατέρα μας; Με ξαφνιάζει που δε δείχνεις περισσότερη κατανόηση για τη μαμά». «Εντελώς διαφορετική περίπτωση», της απάντησε η Τζες. «Ο μπαμπάς δεν υποτίμησε ποτέ τη μαμά. Και καμιά από τις δικές του πράξεις δε θα μπορούσε να δικαιολογήσει αυτό που έκανε εκείνη»,


είπε και έκλεισε το θέμα προτού το ρίξουν στον καβγά. «Ας το αφήσουμε αυτό. Δεν πρόκειται να συμφωνήσουμε ποτέ πάνω στην απόφαση της μαμάς να μας παρατήσει. Εσύ τη συγχώρησες. Εγώ όχι. Τέλος». Η Άμπι έκανε να απαντήσει, αλλά ύστερα κούνησε το κεφάλι της. «Έχεις δίκιο. Ας το αφήσουμε αυτό», είπε και άλλαξε επιδέξια θέμα. «Υποθέτω πως έχεις επιλέξει ήδη τον τέλειο άντρα που δε θα μου φερθεί ποτέ μ’ αυτό τον απαίσιο τρόπο». «Φυσικά. Οφείλεις να παραδεχτείς ότι ο Τρέις έχει πολλά υπέρ του», την προκάλεσε η Τζες. «Αν δεν ήταν τόσο παθιασμένος μαζί σου, θα του τα έριχνα εγώ». «Και γιατί δεν το κάνεις;» της είπε η Άμπι, δίνοντας επίτηδες αδιάφορο τόνο στη φωνή της. «Αλήθεια;» είπε η Τζες, δοκιμάζοντάς τη για να διαπιστώσει αν η έλξη ήταν αμοιβαία. «Δε θα σε πείραζε;» «Ελεύθερος άνθρωπος είναι. Δεν έχω καμιά δικαιοδοσία πάνω του. Ό ρ μα». Η Τζες δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Γέλασε. «Για να μου μπήξεις ένα μαχαίρι στην καρδιά την πρώτη φορά που θα με δεις να τον φιλάω. Δε νομίζω». Η Άμπι συνοφρυώθηκε. «Εγώ σου είπα να τον κυνηγήσεις». «Τα χείλια σου είπαν τα λόγια», συμφώνησε η Τζες, «αλλά η φλόγα στα μάτια σου λέει κάτι εντελώς διαφορετικό. Λέω να ακολουθήσω το τελευταίο και να κρατηθώ μακριά, πολύ μακριά από τον Τρέις. Έτσι κι αλλιώς, αυτή τη στιγμή δεν έχω χρόνο για κάποιον άντρα στη ζωή μου, εκτός αν ξέρει να διευθύνει πανδοχείο ή να ξηλώνει μοκέτες». Τα μάτια της Άμπι άστραψαν θορυβημένα. «Τι μοκέτες, Τζες; Δεν κουβεντιάσαμε ποτέ να βάλουμε καινούριες μοκέτες. Ο προϋπολογισμός μας δε σηκώνει τέτοιο έξοδο». Η Τζες αναστέναξε. «Το ξέρω, αλλά θα ήταν υπέροχο, δε συμφωνείς;» είπε γεμάτη λαχτάρα. «Θα ήταν η τελευταία πινελιά που χρειάζεται τούτο το μέρος για να γίνει τέλειο».


«Ε, λοιπόν, σημείωσέ το στη λίστα με τις επιθυμίες σου για όταν το πανδοχείο αρχίσει να βγάζει κέρδη», τη συμβούλευσε η Άμπι. «Η μοκέτα που υπάρχει τώρα θα δείξει μια χαρά μόλις φέρουμε το κατάλληλο συνεργείο να την πλύνει». «Βρίσκεται ήδη στην κορυφή της λίστας». Η Τζες σηκώθηκε. «Τώρα, μπορείς να μείνεις εδώ κατσουφιασμένη όλο το υπόλοιπο απόγευμα ή μπορείς να φανείς χρήσιμη και να με βοηθήσεις να βάψω το τελευταίο δωμάτιο». Η Άμπι την κοίταξε ξαφνιασμένη. «Μου επιτρέπεις να πατήσω τα ιερά χώματα του πάνω ορόφου;» «Μόνο για τώρα. Δείχνεις να χρειάζεσαι μια αλλαγή και θα βρίσκομαι κι εγώ εκεί να σε επιβλέπω. Προσπάθησε μόνο να μην αφήνεις την μπογιά να στάζει στο πάτωμα, όπως τότε που ήμουν δέκα χρονών και με βοήθησες να βάψω την κρεβατοκάμαρά μου». «Δεν το έκανα εγώ αυτό», διαμαρτυρήθηκε θιγμένη η Άμπι ακολουθώντας την Τζες πάνω. «Ο Κέβιν το έκανε. Ή ίσως ο Κόνορ. Κανείς από τους δύο δεν είχε μεγάλη υπομονή με το βάψιμο ή με τα άλλα μερεμέτια του σπιτιού. Ο Μικ έλεγε πάντα πως ήταν ευτύχημα που δε θέλησε κανείς από τους δύο να ακολουθήσει τα βήματά του, γιατί ό,τι και να έχτιζαν θα έπεφτε στα κεφάλια τους». Η Τζες γέλασε. «Ξέρεις, νομίζω ότι έχεις δίκιο. Ήταν ο Κέβιν». Η Άμπι σταμάτησε στα σκαλιά και η έκφρασή της σοβάρεψε. «Μου λείπει», είπε ήρεμα. «Τρέμω στη σκέψη ότι βρίσκεται στο Ιράκ». Η καλή διάθεση της Τζες χάθηκε αμέσως. «Το ξέρω. Κι εγώ το ίδιο. Αλλά ο αδερφός μας πιστεύει σ’ αυτό που κάνει. Και στο τελευταίο e-mail του μου έγραψε ότι γνώρισε μια κοπέλα, είναι και αυτή γιατρός. Νομίζω πως μπορεί να είναι σοβαρό». «Ελπίζω όχι», είπε η Άμπι. «Δεν είμαι σίγουρη ότι κάποιος μπορεί να είναι βέβαιος για τα συναισθήματά του μέσα στην ένταση που ζουν εκείνοι. Ελπίζω να περιμένουν να γυρίσουν στην πατρίδα προτού προχωρήσουν σε κάτι μόνιμο».


«Μάλλον έχεις δίκιο», συμφώνησε η Τζες, «αλλά χαίρομαι που έχει μια κοπέλα εκεί πέρα. Νιώθω ότι υπάρχει ένας άνθρωπος να φυλάει τα νώτα του». Η συζήτηση για τον Κέβιν είχε κάνει και τις δύο να σοβαρέψουν. Η Τζες πίεσε τον εαυτό της να αλλάξει διάθεση. Κάθε βράδυ προσευχόταν για την ασφαλή επιστροφή του αδερφού της, και αυτό ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει, πέρα από το να του στέλνει κουτιά με μπισκότα της γιαγιάς τους κάθε μήνα. Και κατά τα λεγόμενα του Κέβιν, όλη η ομάδα του περίμενε ανυπόμονα την άφιξή τους. «Έλα, πάμε να βάψουμε», είπε ανεβαίνοντας τα τελευταία σκαλοπάτια. «Δε θέλω να σκέφτομαι ούτε τον κίνδυνο που διατρέχει ο αδερφός μας ούτε το ενδεχόμενο να μπλέξει με μια γυναίκα που γνωρίζει ελάχιστα». Χαμογέλασε πάλι. «Προτιμώ να κουβεντιάσω για τη δική σου ερωτική ζωή». «Θα είναι πολύ πληκτική κουβέντα», απάντησε η Άμπι. «Έχεις δει καλά τον Τρέις; Μια κουβέντα γι’ αυτό τον άντρα δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι βαρετή». Η Τζες είδε τα μάγουλα της αδερφής της να βάφονται κόκκινα και κατάλαβε πως η Άμπι δε διαφωνούσε. Αν φρόντιζε κάποιος να τους δώσει το κατάλληλο σπρώξιμο, αυτοί οι δυο μπορεί να έπεφταν πάλι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, όπου θα έπρεπε να βρίσκονται εδώ και χρόνια. Μπορεί η Τζες να ήταν μόνο δώδεκα χρονών τότε, αλλά είχε προσέξει κάτι που μάλλον είχε διαφύγει από όλους τους άλλους. Η απόφασή της να εγκαταλείψει τον Τρέις είχε πληγώσει την Άμπι όσο είχε πληγώσει και εκείνον. Η Άμπι είχε περάσει ένα απρόσμενα ευχάριστο απόγευμα με την αδερφή της. Για πρώτη φορά η Τζες δεν την είχε αντιμετωπίσει αμυντικά λόγω της αναγκαστικής επαγγελματικής σχέσης τους. Αντίθετα, η συμπεριφορά της ήταν όπως παλιά, όλο πειράγματα και γέλια. Η Άμπι είχε χαρεί γι’ αυτό. Το τελευταίο που ήθελε ήταν η κατάσταση που τους είχε επιβάλει ο Τρέις να δημιουργήσει χάσμα ανάμεσά τους. Αν έβρισκαν τρόπο να περνούν περισσότερες


ώρες γελώντας, ίσως κατάφερναν να βγουν από αυτή τη δύσκολη περίοδο με τον αδερφικό δεσμό τους αλώβητο. Ελπίζοντας να αποφύγει μια δυσάρεστη συζήτηση με τον Γουές, ιδιαίτερα μετά την αξιολόγηση του γάμου της από την Τζες, η Άμπι έμεινε ως αργά το βράδυ στο πανδοχείο, όπου μοιράστηκε μια πίτσα με την αδερφή της συζητώντας τα επίσημα εγκαίνια του πανδοχείου λίγο πριν τη γιορτή της Τετάρτης Ιουλίου, η οποία απείχε μόλις έξι εβδομάδες. Είχε θίξει μάλιστα το ενδεχόμενο να αναθέσουν στον Τρέις τη διαφημιστική καμπάνια. Φυσικά, η Τζες βιάστηκε να την κατηγορήσει ότι έψαχνε να βρει τρόπους για να περνάει ακόμα περισσότερο χρόνο μαζί του απ’ ό,τι περνούσε ήδη. Αν και το αρνήθηκε, δε θα μπορούσε να πάρει όρκο ότι η εκτίμηση της Τζες για τα κίνητρά της δεν έκρυβε κάποια αλήθεια. Χαμογελούσε ακόμα με την ανάμνηση αυτής της συζήτησης όταν ανέβηκε στη βεράντα του σπιτιού και άκουσε τον Γουές να τη φωνάζει. Η καλή της διάθεση εξαφανίστηκε αμέσως. «Σε περίμενα», της είπε. «Πού ήσουν; Είναι αργά». Ο τόνος του την έκανε να συνοφρυωθεί. Δεν ήταν μόνο κτητικός, αλλά και επικριτικός, κάτι εντελώς ασυνήθιστο για το χαρακτήρα του αλλά και ανάρμοστο. Παρ’ όλα αυτά, πίεσε τον εαυτό της να απαντήσει ήρεμα. Μπορεί να είχε γίνει υπερευαίσθητη ακούγοντας την άποψη της Τζες για τον τρόπο που της συμπεριφερόταν ο Γουές. «Σου υποσχέθηκα να μείνω μακριά, ώστε να μπορέσεις να περάσεις το Σαββατοκύριακο με τις μικρές», του θύμισε. «Το έκανες πραγματικά από διακριτικότητα ή προσπαθούσες να αποφύγεις να μου μιλήσεις για τον καινούριο φίλο σου;» Η Άμπι ήταν έτοιμη να καθίσει, αλλά ακούγοντας την ερώτησή του παρέμεινε όρθια, νιώθοντας το θυμό της να φουντώνει. «Πρώτον, δεν έχω καινούριο φίλο. Δεύτερον, και να είχα, δε σε αφορά. Τρίτον, δε μου αρέσει καθόλου ο τόνος σου, γι’ αυτό θα πάω για ύπνο». Είχε διασχίσει τη μισή βεράντα όταν της φώναξε: «Περίμενε, Άμπι».


Εκείνη σταμάτησε, αλλά δε γύρισε προς το μέρος του. «Παραφέρθηκα», πρόσθεσε εκείνος. «Πράγματι», του είπε, χωρίς να κάνει καμιά κίνηση να γυρίσει κοντά του. «Μπορούμε να μιλήσουμε; Σε παρακαλώ;» «Για ποιο πράγμα;» «Δε χρειάζεται να αρπάζεσαι, αλλά θέλω πραγματικά να μάθω τι τρέχει ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ αυτό τον τύπο με τον οποίο κάνουν παρέα οι κόρες μου». «Οι κόρες μας», του θύμισε. «Και σου λέω για τελευταία φορά ότι δεν τρέχει τίποτα ανάμεσα σ’ εμένα και τον Τρέις. Είμαστε παλιοί φίλοι». «Που έβγαιναν κάποτε ραντεβού», πρόσθεσε ο Γουές. Η Άμπι συνοφρυώθηκε. «Εσύ πώς το ξέρεις αυτό;» «Τον συναντήσαμε στην πόλη. Και δεν έχασε την ευκαιρία να μου πει ότι παλιά είχατε σχέση οι δυο σας. Ήταν επίσης ολοφάνερο πως σκοπεύει να τη συνεχίσετε». «Και φυσικά, εγώ η άμυαλη θα κάνω ό,τι θέλει ο οποιοσδήποτε. Αυτό υπονοείς;» Είχε αρχίσει να καταλαβαίνει τι εννοούσε η Τζες. Ο Γουές μπορούσε πολύ εύκολα να γίνει ένας επικριτικός κόπανος. Πώς δεν το είχε προσέξει αυτό ποτέ πριν; Μήπως επειδή έπαιρνε κατάκαρδα όλες τις επικρίσεις του; «Ασφαλώς και δεν είσαι άμυαλη», της είπε ο Γουές, κοιτάζοντας την πραγματικά άναυδος. «Απλώς επανέλαβα αυτό που μου είπε εκείνος». «Ή το συμπέρασμα που έβγαλες από αυτά που σου είπε», τον κατηγόρησε. «Δεν έχω καμιά διάθεση γι’ αυτή την κουβέντα, Γουές. Θα τα πούμε το πρωί, γιατί αν συνεχίσουμε τώρα, θα καταλήξουμε σε έναν πολύ άσχημο καβγά». Ακόμα και στο θαμπό φως της βεράντας, η Άμπι διέκρινε τη σαστιμάρα του. «Τι έπαθες; Εσύ ποτέ δεν παρεξηγιόσουν τόσο εύκολα». «Ας πούμε απλώς ότι είχα μια συζήτηση σήμερα που με βοήθησε να βγάλω τις παρωπίδες μου σε ό,τι σε αφορά».


«Με τον Τρέις Ράιλι; Τι σου είπε για μένα;» Η Άμπι αναστέναξε βαριά. «Ο Τρέις δε μου είπε τίποτα. Ούτε τον είδα ούτε του μίλησα σήμερα». «Η Τζες τότε», της είπε καρτερικά. «Το ξέρει ότι ποτέ δεν ενέκρινα τον τρόπο που σε χρησιμοποιεί. Είμαι σίγουρος ότι βρήκε την ευκαιρία να με εκδικηθεί, λέγοντας ένα σωρό υποτιμητικά πράγματα για μένα». Η Άμπι θα μπορούσε να είχε μείνει εκεί και να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του. Ή θα μπορούσε να τον κατσαδιάσει. Αντί γι’ αυτό, του είπε απλώς καληνύχτα και έφυγε. Μπορεί το πρωί να μην ένιωθε πια τη διάθεση να τον χαστουκίσει. Ο Τρέις δεν είχε καταφέρει όλη μέρα να βγάλει την Άμπι από το μυαλό του. Είχε επιχειρήσει μια δυο φορές να την πάρει στο κινητό της, αλλά ή δεν το είχε μαζί της ή το είχε κλειστό ή δεν απαντούσε στις κλήσεις του επειδή δεν ήθελε να μιλήσει μαζί του. Πήρε το κινητό του, κατέβηκε από το διαμέρισμά του, πήγε μέχρι την άκρη του τετραγώνου και βρήκε ένα παγκάκι στην παραλία. Το μισοφέγγαρο λαμπύριζε στην επιφάνεια της θάλασσας και ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια. Υπήρχε αρκετός κόσμος που είχε βγει βόλτα -ζευγάρια, έφηβοι, οικογένειες. Και υπήρχε ακόμα περισσότερος κόσμος στις παραθαλάσσιες καφετέριες. Παρά την κάπως ψυχρή μαγιάτικη βραδιά, το Τσέσαπικ Σορς είχε πολλή κίνηση. Είδε κάποιους γνωστούς του, αλλά οι περισσότεροι ήταν τουρίστες που είχαν έρθει για τα όμορφα εστιατόρια και τα μπαράκια που έμεναν ανοιχτά τα Σαββατοκύριακα μέχρι αργά το βράδυ. Είχε σκεφτεί πως θα χαλάρωνε αν έβγαινε λιγάκι έξω, αλλά εδώ ένιωσε να του λείπει η Άμπι ακόμα περισσότερο. Άνοιξε το κινητό του και της ξανατηλεφώνησε. «Ναι, εμπρός», του απάντησε εκείνη πιο απότομα από ποτέ. «Διακόπτω κάτι;» τη ρώτησε, διαλέγοντας προσεκτικά τα λόγια του. «Ναι, μια μεγάλη τσαντίλα», του απάντησε κάπως πιο μαλακά.


«Που την προκάλεσε;» «Ο πρώην άντρας μου, αν θέλεις να ξέρεις. Μου είχε στήσει καρτέρι όταν γύρισα πριν από λίγο. Ήταν γεμάτος ερωτηματικά για το φίλο μου. Εσένα, δηλαδή». Δεν ακουγόταν ξετρελαμένη απ’ τη χαρά, αλλά ο Τρέις δεν ήξερε αν έφταιγαν οι ερωτήσεις του πρώην της ή ο χαρακτηρισμός του για εκείνον. «Υποτίθεται ότι πρέπει να πω ότι λυπάμαι;» «Για ποιο λόγο; Δε φταις εσύ που βιάστηκε να βγάλει ένα σωρό αυθαίρετα συμπεράσματα. Κοίτα, ειλικρινά δε θέλω να το κουβεντιάσω. Με πήρες για κάποιο συγκεκριμένο λόγο;» «Μάλλον δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να παραδεχτώ ότι ήθελα απλώς να ακούσω τη φωνή σου». Καμιά απάντηση, αλλά κάτι του έλεγε ότι προσπαθούσε να πνίξει το χαμόγελο της. Η Άμπι φούντωνε εύκολα, αλλά το ίδιο εύκολα άφηνε το θυμό της να ξεθυμάνει. «Άμπι, γιατί δεν έρχεσαι να με βρεις για ένα ποτό», την παρότρυνε. «Ακούγεσαι να το χρειάζεσαι». «Γι’ αυτό ακριβώς είναι πολύ κακή ιδέα». «Γιατί; Είναι ακόμα νωρίς. Είμαι στην παραλία, στο τέλος της Μέιν Στρητ. Κυκλοφορεί πολύς κόσμος τριγύρω. Δεν υπάρχει περίπτωση να υποκύψουμε στον πειρασμό με τόσο κόσμο», την πείραξε, αν και ήταν μια πολύ ρομαντική νύχτα. «Ποιος λέει ότι θα έμπαινα στον πειρασμό να υποκύψω στη γοητεία σου;» «Μπορεί να ισχύει το αντίθετο», την αντέκρουσε. «Μπορεί να φοβάμαι ότι θα με αποπλανήσεις εσύ». «Δεν ακούγεσαι να φοβάσαι. Ακούγεσαι να ανυπομονείς». Ο Τρέις γέλασε με τη διορατικότητά της. «Εντάξει, με τσάκωσες. Έλα. Ένα ποτό θα πιούμε. Δεν είναι καν κανονικό ραντεβού». Ο Τρέις κατάλαβε ότι η Άμπι το σκεφτόταν. Όταν τελικά είπε ναι, δεν ήταν σίγουρος αν ήταν η πειστικότητά του, η πρόκληση ή η τσαντίλα της με τον πρώην άντρα της που την ώθησε να το


αποφασίσει. Ό,τι κι αν ήταν, αισθάνθηκε ανακούφιση. Και ανυπομονησία. «Θα μείνω εδώ που κάθομαι», της είπε. «Έλα να με βρεις και θα διαλέξουμε μαζί πού θα πάμε». «Βρίσκεσαι ακριβώς στο τέλος της Μέιν Στρητ;» «Σ’ ένα παγκάκι με θέα τον κόλπο. Στο ίδιο παγκάκι που συναντιόμασταν παλιά». «Θα είμαι εκεί σύντομα», του απάντησε. Ευχαριστημένος με τον εαυτό του, ο Τρέις έβαλε το κινητό στην τσέπη του και έγειρε πίσω να περιμένει. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα ένιωσε ένα χτύπημα στον ώμο του, γύρισε και είδε την Άμπι πίσω του. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα από τον αέρα, τα μάγουλά της ροδοκόκκινα. «Ήρθες με το κονβέρτιμπλ του Μικ, έτσι;» Εκείνη του χαμογέλασε σκανταλιάρικα. «Ναι». «Τι θα γίνει έτσι και το μάθει;» τη ρώτησε, ξέροντας την αδυναμία που είχε ο πατέρας της στη Μάστανγκ και στην κλασική Κορβέτ του που έβγαζε από το γκαράζ του μόνο στις επίσημες εκδηλώσεις. Η Άμπι είχε την τιμή να κάνει το γύρο της πόλης στο πίσω κάθισμα της Μάστανγκ τη χρονιά που είχε ανακηρυχτεί βασίλισσα της τάξης της, αλλά κανείς από την οικογένεια εκτός από τον Μικ δεν είχε την άδεια να οδηγήσει οποιοδήποτε από τα δύο αμάξια. «Θυμάμαι πως ο Κόνορ είχε φάει τιμωρία έναν ολόκληρο μήνα όταν είχε τολμήσει να βγει ένα βράδυ βόλτα με τη Μάστανγκ». «Είμαι πολύ μεγάλη για να με βάλουν τιμωρία», του είπε η Άμπι και τον κοίταξε προκλητικά. «Εξάλλου, ο Μικ είναι στο Σαν Φρανσίσκο. Ποιος θα του το πει; Εσύ;» «Με τίποτα, γλυκιά μου. Γιατί τότε θα πρέπει να του πω και πώς το ξέρω, να παραδεχτώ ότι το έσκασες κρυφά από το σπίτι για να με βρεις. Όσο μεγάλη και ανεξάρτητη κι αν είσαι, δεν ξέρω πώς θα αντιδράσει ο Μικ όταν το μάθει». Η Άμπι έκανε το γύρο και κάθισε δίπλα του. «Οφείλω να ομολογήσω ότι το γεγονός πως τρύπωσα κρυφά στο γκαράζ και


πήρα αυτό το αμάξι πρόσθεσε μεγαλύτερη έξαψη στη βραδιά μου. Με γύρισε στην εποχή που το έσκαγα από το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς μου και κατέβαινα από το δέντρο για να σε συναντήσω». Ο Τρέις γέλασε. Πάντα του άρεσε αυτή η παράτολμη πλευρά της, την είχε μάλιστα ενθαρρύνει. «Απ’ ό,τι φαίνεται, ασκούσα πάντα πολύ άσχημη επιρροή πάνω σου». Την κοίταξε επίμονα και πρόσεξε πως, παρά τον ανάλαφρο τόνο της, δεν έδειχνε χαρούμενη. «Δε μου λες, δανείστηκες το αμάξι του Μικ μόνο για την έξαψη της στιγμής ή υπήρχε και άλλος λόγος;» Η Άμπι δίστασε, κι ύστερα είπε: «Φοβήθηκα πως, αν έπαιρνα το δικό μου, θα με έβλεπε ο Γουές και θα απαιτούσε να μάθει πού πήγαινα». Ο Τρέις τσαντίστηκε. «Και τι τον νοιάζει αυτόν;» «Δεν έχω ιδέα. Κάτι μου λέει ότι η συνάντησή του μαζί σου νωρίτερα έχει κάποια σχέση». Ο Τρέις είχε ανησυχήσει μήπως η ανέμελη αναφορά του στη σχέση που είχε στο παρελθόν με την Άμπι δημιουργούσε κάποια προβλήματα, αν και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί. Η δική τους σχέση είχε τελειώσει προτού γνωρίσει η Άμπι τον Γουές. «Μπορώ να σου κάνω μια σοβαρή ερώτηση;» «Μόνο αν με κεράσεις εκείνο το ποτό», του απάντησε. Ο Τρέις σηκώθηκε αμέσως και της άπλωσε το χέρι του. «Εντάξει, έλα να περπατήσουμε μέχρι να βρούμε ένα μέρος που να μας αρέσει. Με τόσα καινούρια μαγαζιά που έχουν ανοίξει, όλο και κάποιο θα μας γυαλίσει». Η Άμπι έπιασε το χέρι του και τον ακολούθησε. «Είναι πραγματικά εκπληκτικό, δε συμφωνείς;» του είπε καθώς προσπερνούσαν μια σειρά μικρά τοπικά εστιατόρια. Όταν ήταν παιδιά, υπήρχε μόνο η πιτσαρία, που μαζί με το Σάλι’ς ήταν τα εφηβικά στέκια, ένα παγωτατζίδικο που άνοιγε μόνο το καλοκαίρι και ένα γκουρμέ καφέ που πουλούσε επίσης περιοδικά και εφημερίδες. «Κοίτα πόσα καινούρια μαγαζιά έχουν ανοίξει από


τότε που ζούσαμε εμείς εδώ. Αναρωτιέμαι αν ο μπαμπάς το είχε φανταστεί έτσι». «Θα πρέπει», της είπε ο Τρέις. «Στο κάτω κάτω, εκείνος σχεδίασε όλα αυτά τα εμπορικά καταστήματα κατά μήκος του δρόμου». «Αρχικά υπήρχε μόνο ένα εμπορικό τετράγωνο», του θύμισε η Άμπι. «Τώρα υπάρχουν δύο ή τρία». «Είδες κάποιο μέρος που να σου αρέσει;» τη ρώτησε ο Τρέις, ανυπομονώντας να επιστρέψουν στη συζήτηση για τον πρώην της. Ή μπορεί, παραδέχτηκε νοερά, να ανυπομονούσε περισσότερο να την ξεμοναχιάσει κάπου στα σκοτεινά και να δοκιμάσει να της κλέψει άλλο ένα φιλί. «Όλα καλά μου φαίνονται», του απάντησε. «Διάλεξε εσύ». «Τι λες για εκείνο;» τη ρώτησε, δείχνοντάς της ένα όπου τα περισσότερα από τα έξω τραπεζάκια είχαν αδειάσει. Θα μπορούσαν να έχουν όλη τη βεράντα δική τους. «Θα κρυώνεις αν καθίσουμε έξω;» «Όχι, εδώ έχει ζέστη σε σύγκριση με το ψοφόκρυο που έκανε όταν έφυγα από τη Νέα Υόρκη». Ο Τρέις κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ναι, κι εγώ τότε έφυγα. Μόλις που πρόλαβα μια χιονοθύελλα. Αν και νομίζω ότι δεν έπεσε πολύ χιόνι μέσα στην πόλη». «Αν αναφέρεσαι σ’ εκείνο που έριξε το βράδυ πριν τη δική μας αναχώρηση για εδώ, ήταν μόνο μερικές νιφάδες. Το πρωί οι δρόμοι για το αεροδρόμιο ήταν εντελώς καθαροί». Ο Τρέις την οδήγησε σε ένα τραπέζι και τη ρώτησε τι ήθελε να πιει. Ύστερα έχωσε το κεφάλι του μέσα, ειδοποίησε ένα σερβιτόρο ότι είχαν καθίσει έξω και του ζήτησε να τους φέρει ένα ποτήρι κρασί και μια μπίρα. «Πεινάς;» τη ρώτησε όταν ο σερβιτόρος έφερε τα ποτά τους. «Όχι, έφαγα μια πίτσα με την Τζες νωρίτερα στο πανδοχείο, αλλά εσύ αν πεινάς παράγγειλε κάτι». «Ίσως αργότερα», είπε ο Τρέις στο σερβιτόρο και γύρισε πάλι προς το μέρος της. «Εντάξει, έχεις το ποτό σου, οπότε μπορώ να


κάνω την ερώτησή μου. Ποιος από τους δυο σας θέλησε να βάλει τέλος στο γάμο σας, εσύ ή ο Γουές;» «Ο Γουές». «Αυτό επιβεβαιώνει τη γνώμη μου», είπε ο Τρέις. «Ο άνθρωπος είναι ηλίθιος». Η Άμπι χαμογέλασε. «Ευχαριστώ για την ψήφο εμπιστοσύνης». «Είχε κάποια εξωσυζυγική σχέση;» «Προς Θεού, όχι». Η Άμπι έδειξε φανερά σοκαρισμένη από την ερώτησή του. «Ο Γουές έχει πολύ γερές οικογενειακές αξίες». «Γερές, αλλά σου ζήτησε διαζύγιο;» «Μόνο αφού του απέδειξα ότι δεν μπορούσα να ανταποκριθώ στις υψηλές προδιαγραφές που είχε για τη σωστή σύζυγο. Ήμουν εργασιομανής και πολύ φιλόδοξη. Δεν ήμουν ελεύθερη για όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις του κύκλου του». «Δεν τα ήξερε όλα αυτά όταν αρχίσατε να βγαίνετε;» Η Άμπι έγνεψε καταφατικά. «Αυτό είναι που δεν κατάλαβα ποτέ εντελώς. Εγώ δεν άλλαξα. Υποθέτω πως απλώς περίμενε ότι, όταν θα παντρευόμασταν και θα κάναμε παιδιά, εγώ θα ξεχνούσα την καριέρα μου και θα έμενα σπίτι, όπου πίστευε ότι ήταν η θέση μου. Σίγουρα δε χρειαζόμασταν το εισόδημά μου, αλλά ποτέ δεν κατάλαβε ότι δε δούλευα για τα λεφτά». «Το κουβεντιάσατε; Τσακωθήκατε γι’ αυτό το θέμα;» «Ποτέ. Μια μέρα μου ανακοίνωσε απλώς ότι είχα μπερδέψει τις προτεραιότητες μου και εκείνος δεν μπορούσε να ζήσει πια έτσι». Ο Τρέις συνοφρυώθηκε. «Χωρίς να σου δώσει καν μια ευκαιρία να συμβιβαστείς ή να αλλάξεις; Αυτό δεν είναι δίκαιο». «Θα έπρεπε να ακούσεις τι λέει η Τζες για όλα αυτά. Ισχυρίζεται ότι ο Γουές έδειχνε πάντα μια παθητική επιθετικότητα, λέγοντάς μου το ένα λεπτό πόσο περήφανος ήταν για μένα, ενώ το επόμενο έριχνε σπόντες για την ανικανότητά μου ως συζύγου και μητέρας. Ειλικρινά, δεν έδωσα ποτέ μεγάλη σημασία στις σπόντες του, ίσως επειδή πίστευα ότι ήταν δίκαιες». Σήκωσε το χέρι της. «Κοίτα, όλα αυτά είναι περασμένα ξεχασμένα. Έχουμε πάρει


διαζύγιο. Ο Γουές είναι βασικά καλός τύπος και φανταστικός πατέρας. Πρέπει να τα έχω καλά μαζί του για χάρη των κοριτσιών». Για κάποιο λόγο, ο Τρέις δεν μπόρεσε να μην επιμείνει. «Μα, Άμπι, δεν έχει κανένα δικαίωμα να έρχεται εδώ και να σε ρωτάει με ποιον κάνεις παρέα. Είσαι σίγουρη ότι δεν έχει κάτι άλλο στο μυαλό του;» Η Άμπι τον κοίταξε σαστισμένη. «Όπως;» «Εγώ βλέπω δύο ενδεχόμενα», της είπε, διαλέγοντας προσεκτικά τα λόγια του. Είχε διακρίνει μια κτητικότητα στον Γουές όταν τον είχε συναντήσει και δεν μπορούσε να τη διώξει από το μυαλό του. Δεν ήθελε να την ταράξει ή να τη θορυβήσει, αλλά κάτι του έλεγε ότι θα έκανε και τα δύο. Από μια άποψη, ήξερε ότι έπρεπε να κρατηθεί μακριά απ’ όλα αυτά, αλλά τώρα είχε αρχίσει να μιλάει και η Άμπι δε θα τον άφηνε να αλλάξει θέμα. «Τι ενδεχόμενα;» τον ρώτησε, επαληθεύοντας το συλλογισμό του. «Ή σε θέλει πίσω και ζηλεύει γι’ αυτό που νομίζει ότι υπάρχει μεταξύ μας», άρχισε να της λέει. Η Άμπι κούνησε αμέσως αρνητικά το κεφάλι της. «Πίστεψέ με, δε με θέλει πίσω». Ο Τρέις δίστασε. «Έλα», τον διέταξε η Άμπι. «Μη σταματάς τώρα. Με συναρπάζει το γεγονός ότι κατά τα φαινόμενα αφιέρωσες τόσο πολύ χρόνο σ’ εμένα και στον πρώην σύζυγο μου, έναν άντρα με τον οποίο πέρασες πόσα, πέντε λεπτά;» «Έχεις δίκιο. Δεν τον ξέρω, αλλά έχω συναντήσει πολλούς άντρες του χαρακτήρα του στη ζωή μου. Και μέσα σ’ αυτά τα πέντε λεπτά που πέρασα σήμερα μαζί του είδα κάτι άλλο». «Τι;» «Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος, αλλά νομίζω ότι ψάχνει να βρει στοιχεία για να διεκδικήσει ‘την πλήρη κηδεμονία της Κέιτλιν και της Κάρι». Όπως το φοβόταν, είδε στα μάτια της τη λάμψη του πανικού. «Δε θα τολμούσε!»


Ο Τρέις έπιασε το χέρι της. «Ηρέμησε. Το μόνο που λέω είναι πως υπάρχει μια πιθανότητα και πρέπει να είσαι προετοιμασμένη. Μη χαλαρώσεις λεπτό την επαγρύπνησή σου. Όπως σου είπα, έχω γνωρίσει πολλούς άντρες σαν τον Γουές. Και σχεδόν πάντα ενεργούν με βάση ένα κρυφό σχέδιο που εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα. Κερδίζουν επειδή χτυπάνε τη στιγμή που ο άλλος δεν το περιμένει». Η έκφραση της Άμπι έπαψε να είναι αγανακτισμένη και έγινε σκεφτική. «Όσο και αν με σκοτώνει που το παραδέχομαι, η σκέψη σου έχει κάποια λογική. Πριν έρθει εδώ, με απείλησε να πάρει τα παιδιά μαζί του στη Νέα Υόρκη, αφού εγώ σκοπεύω να παραμείνω κι άλλο εδώ. Του είπα να το ξεχάσει, αλλά αυτό μπορεί να του έβαλε καμιά τρελή ιδέα να επιχειρήσει να μου τις πάρει μόνιμα». Κοίταξε τον Τρέις με μάτια που πετούσαν φλόγες. «Μα το Θεό, αν δοκιμάσει κανένα τέτοιο κόλπο, θα τον κυνηγήσω ξοδεύοντας και την τελευταία μου δεκάρα». «Αυτή τη στιγμή μοιράζεστε την κηδεμονία, σωστά;» «Ναι. Οι κόρες μας περνούν το χρόνο τους πότε με τον έναν και πότε με τον άλλο. Το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μένουν μαζί μου κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, γιατί το σπίτι μου βρίσκεται πιο κοντά στο ιδιωτικό νηπιαγωγείο που πηγαίνουν. Η νταντά τις πηγαίνει εκεί με τα πόδια. Κάθε δεύτερη βδομάδα περνούν το Σαββατοκύριακο με τον Γουές. Μερικές φορές, ιδιαίτερα στις γιορτές, μπορεί να μείνουν ολόκληρη τη βδομάδα μαζί του. Η νταντά τις ακολουθεί όπου κι αν μένουν. Κανένας από τους δύο δε θέλησε να μετατρέψει τις κόρες μας σε πιόνια στη διαμάχη που είχαμε μεταξύ μας. Η όλη διαδικασία του διαζυγίου ήταν πολύ πολιτισμένη. Το συντάξαμε μόνοι μας και το επικύρωσε το δικαστήριο. Ο Γουές πληρώνει μια σεβαστή διατροφή για τα παιδιά και τα δίδακτρα του σχολείου τους, αλλά δεν πληρώνει διατροφή σ’ εμένα. Δεν ήθελα ούτε είχα ανάγκη τα λεφτά του». Ο Τρέις αναρωτήθηκε τι υπολόγιζε ο Γουές να κερδίσει διεκδικώντας την κηδεμονία των παιδιών από την Άμπι. Μπορεί να ήταν απλώς ένας πατέρας που ήθελε να περνάει περισσότερο


χρόνο με τις κόρες του, ιδιαίτερα αν φοβόταν ότι θα έμεναν για πολύ καιρό εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, υποπτευόταν όμως πως συνέβαινε κάτι άλλο. Μπορεί οι υποψίες του να οφείλονταν στην αντιπάθεια που είχε νιώσει από την πρώτη στιγμή γι’ αυτό τον άνθρωπο, αλλά δεν το πολυπίστευε. Συνήθως έκρινε σωστά τους χαρακτήρες των ανθρώπων. Ήταν κάτι που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, που ισχυριζόταν ότι ένας καλός τραπεζίτης έπρεπε να ξέρει να κρίνει σωστά τους ανθρώπους με τους οποίους συναλλασσόταν. Ο πατέρας του έλεγε πάντα πως ένας ισολογισμός αποκαλύπτει μόνο τα μισά για το ιστορικό ενός πελάτη. Το ένστικτο συμπληρώνει τα υπόλοιπα. Από τη στιγμή, όμως, που για την ώρα είχε μόνο υποψίες, ο Τρέις αποφάσισε να το ψάξει καλύτερα τη Δευτέρα πρωί πρωί. Στο μεταξύ, δεν ήθελε να ταράξει περισσότερο την Άμπι, ιδιαίτερα αφού στήριζε τις υποψίες του σε εικασίες και όχι σε απτές αποδείξεις. «Κοίτα, λυπάμαι που τάραξα τα νερά», της είπε με ειλικρίνεια. «Εκείνος δεν ανέφερε λέξη για την κηδεμονία, άρα μπορεί να είναι όλα στη φαντασία μου». Η Άμπι θα μπορούσε να αποδεχτεί την εύκολη εξήγηση, αλλά κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, πράγμα που τον έκανε να καταλάβει πως είχε κι αυτή τις υποψίες της. «Θα σου έλεγα ότι είσαι τρελός, αν ο Γουές δεν είχε κάνει εκείνο το σχόλιο όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο προτού δεχτεί να έρθει εδώ». Η Άμπι σηκώθηκε. «Πρέπει να γυρίσω σπίτι να κουβεντιάσω μαζί του». «Τώρα; Μάλλον θα έχει πέσει για ύπνο». Η Άμπι έριξε μια ματιά στο ρολόι της και ξανακάθισε, αλλά ήταν φανερό πως εξακολουθούσε να είναι ταραγμένη. Για μια ακόμα φορά, ο Τρέις το μετάνιωσε που την είχε αναστατώσει, ίσως χωρίς ουσιαστικό λόγο. Έπρεπε να την κάνει να ξεχαστεί. «Κοίταξέ με», τη διέταξε. Εκείνη γύρισε προς το μέρος του.


«Κανείς δεν πρόκειται να σου πάρει τις κόρες σου», της είπε αποφασιστικά. «Δεν ξέρεις πόσο ισχυρή είναι η οικογένεια του Γουές», του απάντησε. «Η αλήθεια είναι πως ξέρω», της είπε. «Έχουμε κάποιους κοινούς φίλους, άρα ξέρω σε τι κύκλους κινείται. Αλλά οι ισχυροί άνθρωποι έχουν και τις αδυναμίες τους. Αν φτάσουμε σε πόλεμο, θα ανακαλύψουμε τις δικές τους». Ακούμπησε το δάχτυλο του στα χείλη της όταν εκείνη πήγε να μιλήσει. «Όχι άλλες εικασίες. Ας το ξεχάσουμε για την ώρα». Το βλέμμα της άστραψε με προσμονή. «Τι θα κάνουμε τότε;» «Έχω μια ιδέα, αν ενδιαφέρεσαι», της είπε, διατηρώντας σκόπιμα ανέμελο τον τόνο της φωνής του. Τα χείλη της μισάνοιξαν. «Πες μου», ψιθύρισε κάπως ξέπνοη. Ο Τρέις ήξερε τι προσδοκούσε, ίσως ακόμα και να ήθελε, η Άμπι, και ένας Θεός ήξερε πόσο το ήθελε κι εκείνος να την πάει στο διαμέρισμά του, στο κρεβάτι του, αλλά δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι το πρωί εκείνη θα το μετάνιωνε. Εξάλλου, του άρεσε να την ξαφνιάζει. «Έλα να τρυπώσουμε κρυφά στο πανδοχείο και να κολυμπήσουμε στην πισίνα», της πρότεινε. Εκείνη τον κοίταξε φανερά απογοητευμένη. «Θέλεις να πάμε για κολύμπι;» Ο Τρέις κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ναι, το θέλω». «Μα δεν έχουμε μαγιό», του είπε. Ο Τρέις της έκλεισε το μάτι. «Το ξέρω». Τότε η Άμπι γέλασε. «Το διασκεδάζεις πραγματικά να με οδηγείς σε παραστρατήματα, έτσι;» «Είναι το αγαπημένο μου χόμπι», παραδέχτηκε ο Τρέις και της χαμογέλασε. «Μετά από το να κολυμπάω γυμνός, εννοώ». «Αν μας τσακώσει η Τζες, θα ακούσουμε τον αναβαλλόμενο». Ο Τρέις αιχμαλώτισε τα χείλη της με τα δικά του, αργά, αισθησιακά. «Τότε θα πρέπει να είμαστε ήσυχοι, πάρα πολύ ήσυχοι, σωστά;» Την κοίταξε στα μάτια με βλέμμα που έλαμπε από


πόθο. «Τι λες; Είσαι μέσα; Υπήρχε μια εποχή, ξέρεις, που δε χρειαζόταν να σου το ζητήσω δεύτερη φορά». Εκείνη δίστασε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου κι ύστερα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Είμαι μέσα». «Ξέρεις κάτι, κυρία Άμπιγκεϊλ;» «Τι πράγμα;» «Χαίρομαι που ο γάμος σου μ’ εκείνο τον υπερφίαλο κόπανο δε σου στέρησε τη διαβολιά σου. Αυτός την έχει γνωρίσει;» Η Άμπι φάνηκε λυπημένη για μια στιγμή, κι ύστερα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι. Κανείς δεν έχει δει ποτέ αυτή την πλευρά μου, εκτός από σένα». Τα λαμπερά μάτια της άστραψαν από τα δάκρυα. «Ίσως είσαι ο μόνος άνθρωπος που εμπιστεύτηκα ποτέ πραγματικά». Η παραδοχή της παραλίγο να τον αποτελειώσει. Ο Τρέις σκούπισε ένα δάκρυ από το μάγουλο της. «Τότε θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να μη σε απογοητεύσω ποτέ. Σου το υπόσχομαι». Στην πραγματικότητα, θα πουλούσε και την ψυχή του για να μην την πληγώσει ο ίδιος ή να αφήσει κάποιον άλλο να της ραγίσει την καρδιά.


Κεφάλαιο 12 Η Άμπι είχε κάνει μπάνιο γυμνή μόνο μια φορά στη ζωή της, και αυτή με τον Τρέις, βέβαια, που την είχε πείσει και τότε. Της είχε πει νωρίτερα ότι ασκούσε κακή επιρροή πάνω της, αλλά εκείνη δεν το έβλεπε έτσι. Κάπου βαθιά μέσα της, όταν επέτρεπε στον εαυτό της να είναι απόλυτα ειλικρινής, παραδεχόταν ότι η μόνη περίοδος στη ζωή της που αισθανόταν ότι ζούσε πραγματικά ήταν τότε που έβγαινε μαζί του. Όσο σκληρά κι αν είχε προσπαθήσει, όσο επιτυχημένη κι αν είχε γίνει, τίποτε δεν μπορούσε να συγκριθεί με τη συγκίνηση που έκανε το σφυγμό της να χτυπάει σαν τρελός όταν βρισκόταν με τον Τρέις. Τελευταία, μάλιστα, είχε αρχίσει να ξαναθυμάται πόσο ωραίο ήταν να βρίσκεται με κάποιον που την ήξερε και την καταλάβαινε, που την πίστευε και την εκτιμούσε. Υπήρχε όμως ένας κίνδυνος σ’ αυτό τον απόλυτο και ολοκληρωτικό τρόπο ζωής που αντιπροσώπευε ο Τρέις. Δεν ήταν μόνο ότι περιστασιακά μπορούσε να τη σπρώξει στα άκρα, αλλά και ότι την έκανε να νιώθει ευάλωτη. Κάποιες φορές ήταν πιο εύκολο να ζει μέσα σε ένα όμορφο, ασφαλές κουκούλι από το να εκτίθεται σε καταστάσεις που θα μπορούσαν να της ραγίσουν την καρδιά. Και αυτό ήταν ακόμα πιο κρίσιμο τώρα που είχε δυο κόρες που εξαρτιόνταν από εκείνη. Αν η καριέρα της την κρατούσε μακριά τους, τι θα έκανε ένας τέτοιος δεσμός στη σχέση τους; Κόντευε ήδη να ξεπεράσει τα όριά της. Εκείνο το βράδυ, όμως, με τον ξάστερο ουρανό από πάνω της και την αίσθηση του δροσερού αέρα στο σώμα της, ήταν διατεθειμένη να το διακινδυνεύσει. Και μόνο το γεγονός ότι είχε δανειστεί το αυτοκίνητο του Μικ πρόδιδε τη ριψοκίνδυνη διάθεσή της. Ο Τρέις είχε δίκιο ως προς αυτό. Ο πατέρας της θα γινόταν έξαλλος έτσι και ανακάλυπτε ότι η πολύτιμη Μάστανγκ του είχε


βγει από το γκαράζ μ’ εκείνη στο τιμόνι. Αν και σχεδόν ευχόταν να ήταν εκεί και να την έπιανε στα πράσα. Μόλις έστριψε στην αλέα για το πανδοχείο, έσβησε τα φώτα. Ο Τρέις πίσω της τη μιμήθηκε. Πάρκαραν πίσω από μια συστάδα δέντρων. Ύστερα, χασκογελώντας σαν έφηβοι, γλίστρησαν στο πλάι του πανδοχείου όπου άστραφτε το τιρκουάζ νερό της πισίνας. Την είχαν καθαρίσει, την είχαν βάψει και την είχαν ξαναγεμίσει μόλις την περασμένη βδομάδα, έτσι υπήρχε ακόμα στον αέρα η ελαφριά μυρωδιά του χλωρίου. Τα φώτα της πισίνας ήταν αναμμένα, αλλά η περιοχή ολόγυρα ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι, δημιουργώντας τους την ψευδαίσθηση ότι ήταν απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο. Η Άμπι κοίταξε τον Τρέις και έπιασε την πονηρή λάμψη προσμονής στο βλέμμα του. «Μπες εσύ πρώτος», του είπε. Εκείνος την κοίταξε καχύποπτα. «Δεν πιστεύω να κάνεις πίσω, έτσι;» «Εγώ; Αποκλείεται. Απλώς θέλω να είσαι στην πισίνα, και κατά προτίμηση κάτω από το νερό, όταν γδυθώ». «Σε έχω ξαναδεί γυμνή», της θύμισε. «Όχι από τότε που γέννησα τις δίδυμες», τον αντέκρουσε. Ο Τρέις την κοίταξε στα μάτια. «Αυτό θα μπορούσε να σε κάνει πιο όμορφη», επέμεινε και πρόσθεσε με πραγματική λαχτάρα: «Μακάρι να βρισκόμουν δίπλα σου τότε». Βλέποντας το γεμάτο θαυμασμό βλέμμα του, η Άμπι ευχήθηκε το ίδιο. Ο Γουές την είχε κάνει να νιώσει εντελώς άχαρη τότε, αν και του άρεσε να υπερηφανεύεται στους φίλους τους που η γυναίκα του ήταν έγκυος σε δίδυμα. Τώρα συνειδητοποίησε ότι ακόμα και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της τα σχόλιά του είχαν δύο όψεις. Μπορεί να ήταν ενθουσιασμένος που θα αποκτούσε δίδυμα, αλλά δεν έχανε ευκαιρία να της πετάξει τις σπόντες του ότι είχε γίνει πελώρια. Όλα αυτά ήταν καλοπροαίρετα αστεία, βέβαια, ή τουλάχιστον έτσι έλεγε ο Γουές. Τώρα η Άμπι αναρωτιόταν αν ήταν πράγματι έτσι.


«Σταμάτα», μονολόγησε. Είχε περάσει σχεδόν εφτά χρόνια παντρεμένη μαζί του με πολύ λιγότερες αμφιβολίες από αυτές που είχαν καταφέρει να της βάλουν στο μυαλό η Τζες και ο Τρέις σε μια μέρα. Ο Τρέις συνοφρυώθηκε. «Τι να σταματήσω;» «Όχι εσύ. Εγώ», του απάντησε. «Σκεφτόμουν πράγματα που είναι καλύτερα να μείνουν στο παρελθόν». «Θέλεις να μου το εξηγήσεις;» Η Άμπι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και του έδειξε την πισίνα. «Αν βουτήξεις, θα βουτήξω κι εγώ». Ο Τρέις κλότσησε αμέσως τα παπούτσια του και έβγαλε το τζιν και το μπλουζάκι του. Το σλιπάκι του θα μπορούσε να του χρησιμεύσει για μαγιό, αλλά όταν έφτασε στην άκρη της πισίνας, το έβγαλε κι αυτό και το πέταξε στο πλάι, προσφέροντάς της μια υπέροχα προκλητική άποψη των φαρδιών ώμων, των στενών γοφών, του γυμνού πισινού του. Η Άμπι θα μπορούσε να θαυμάζει αυτή τη θέα όλη νύχτα, αλλά ο Τρέις βούτηξε και άρχισε να κολυμπάει με δυνατές απλωτές, προβάλλοντας τους γυμνασμένους μυς της πλάτης του. Όσο εκείνος κολυμπούσε, η Άμπι έβγαλε την μπλούζα και το παντελόνι της και βούτηξε στην πισίνα με το σουτιέν και το σλιπάκι της. Βγήκε στην επιφάνεια φτύνοντας νερό και ανακάλυψε πως ο Τρέις βρισκόταν δίπλα της και την κοιτούσε περιπαικτικά. Έχωσε το δάχτυλο του κάτω από την τιράντα του σουτιέν της και το έσυρε στη γυμνή σάρκα της, κάνοντάς τη να ανατριχιάσει. «Έκανες ζαβολιά», την κατηγόρησε. «Συμφώνησα να κολυμπήσω. Δε νομίζω ότι συμφώνησα να κολυμπήσω γυμνή». Το βλέμμα που της έριξε ήταν τόσο καυτό, που θα μπορούσε να θερμάνει ολόκληρη την πισίνα. «Μπορεί να είναι καλύτερα έτσι», της είπε κοιτάζοντας τα στήθη της. Το δαντελένιο ύφασμα του σουτιέν είχε κολλήσει στη σάρκα της. «Μένει κάτι και για τη φαντασία και, πίστεψέ με, η δική μου είναι πολύ ζωηρή».


Η Άμπι μπήκε στον πειρασμό να μείνει εκεί που βρισκόταν και να απολαύσει το γεμάτο θαυμασμό βλέμμα του και τον πόθο που πλανιόταν στη νυχτερινή ατμόσφαιρα, αλλά δεν ήταν αρκετά γενναία ώστε να διακινδυνεύσει την αναπόφευκτη κατάληξη. Για την ώρα, τουλάχιστον. Αλλά όσο περισσότερο έμενε στο Τσέσαπικ Σορς, όσο περισσότερο καιρό περνούσε με τον Τρέις, τόσο ισχυρότερη θα γινόταν η έλξη ανάμεσά τους. «Έλα να παραβγούμε μέχρι το τέλος της πισίνας και πίσω», τον προκάλεσε. «Τι θα κερδίσω αν νικήσω;» τη ρώτησε πονηρά. «Ικανοποίηση», του απάντησε, καν μόρφασε μόλις είδε την ξαφνική λάμψη στα μάτια του. «Όχι αυτού του είδους την ικανοποίηση, Τρέις Ράιλι! Περηφάνια. Θα νιώσεις περήφανος για τον εαυτό σου». «Το δικό μου είδος είναι καλύτερο», την αντέκρουσε. «Αλλά εντάξει. Εσύ τι θα κερδίσεις αν νικήσεις;» Η Άμπι σκέφτηκε προσεκτικά την ερώτηση. Τι ήθελε στ’ αλήθεια από αυτό τον άντρα, εκτός από τα φιλιά του που έκαναν τα γόνατα της να λύνονται; Ξαφνικά το βρήκε. «Θα μπεις κρυφά στο πανδοχείο και θα κλέψεις δυο πετσέτες, ώστε να μη χρειαστεί να γυρίσουμε μούσκεμα σπίτια μας». «Θέλεις να μπω εκεί μέσα, όπου πιθανότατα κοιμάται η αδερφή σου, και να κλέψω πετσέτες;» τη ρώτησε εμβρόντητος εκείνος. «Δεν είναι σαν να πηγαίνουμε γυρεύοντας να μας πιάσουν;» «Μάλλον, γι’ αυτό θα το κάνεις εσύ και όχι εγώ». «Ναι, αλλά εσένα η Τζες δε θα σε πυροβολούσε. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα ισχύσει το ίδιο αν τσακώσει εμένα και με πάρει για ανεπιθύμητο κακοποιό». «Δεν έχει πιστόλι», τον καθησύχασε η Άμπι. «Θα είσαι αρκετά ασφαλής». Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. «Βέβαια, όλη αυτή η ανησυχία σου δείχνει ότι πιστεύεις πως θα είμαι εγώ η νικήτρια». «Απλώς προσπαθώ να φανώ λογικός».


Η Άμπι του χαμογέλασε. «Ε, αυτό είναι εντελώς ξένο στο χαρακτήρα σου», τον πείραξε. «Πάντως αυτό είναι το στοίχημα. Το δέχεσαι ή το απορρίπτεις». Ο Τρέις την κοίταξε στα μάτια. «Το δέχομαι. Με το τρία, φύγαμε. Ένα, δύο...» Προτού αρθρώσει το τρία, είχε φύγει. «Παλιομπαμπέση», φώναξε η Άμπι και ρίχτηκε ξοπίσω του. Ήταν δεινή κολυμβήτρια, αλλά ο Τρέις είχε το πλεονέκτημα του ύψους. Παρ’ όλα αυτά, και παρά τη ζαβολιά του, τον είχε φτάσει σχεδόν όταν έκαναν τη στροφή στο τέλος της πισίνας. Ήταν αρκετά κοντά ώστε να τον βουτήξει από τον αστράγαλο και να τον τραβήξει.’ Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να του χαλάσει το ρυθμό και να τον φτάσει. Τα ακροδάχτυλά της άγγιξαν την άκρη της πισίνας ένα δέκατο του δευτερολέπτου πριν από τα δικά του. «Έκανες ζαβολιά», την κατηγόρησε, αν και τα μάτια του άστραφταν από το γέλιο. «Μόνο αφού έκανες εσύ πρώτος», τον αντέκρουσε. Ένας διακριτικός βήχας τράβηξε ξαφνικά την προσοχή τους. Η Άμπι σήκωσε το κεφάλι της, αντίκρισε το έκπληκτο βλέμμα της αδερφής της και ένιωσε το σχεδόν γυμνό κορμί της να φλογίζεται από την ντροπή. «Γεια σου, αδερφούλα», είπε η Τζες με φωνή που έδειχνε ότι κρατιόταν να μη γελάσει. «Χαίρομαι που σε βλέπω, Τρέις. Ολόκληρο, εννοώ». Η Άμπι παραλίγο να πνιγεί όταν το άκουσε αυτό, αλλά ο Τρέις δεν έδειξε να πτοείται καθόλου. Χαμογέλασε στην Άμπι. «Μάλλον μας τσάκωσαν». «Ακριβώς», συμφώνησε η Τζες. «Μια καλή αδερφή θα έμπαινε πάλι μέσα και δε θα έκανε ποτέ την παραμικρή νύξη ότι μας έπιασε εδώ έξω», είπε η Άμπι. «Εσύ όμως δείχνεις να το διασκεδάζεις». «Το διασκεδάζω», παραδέχτηκε η Τζες. «Σκέφτηκα πως θα μου χρωστάτε και οι δυο μεγάλη χάρη αν υποσχεθώ να μη διαδώσω αυτή τη μικρή σας απόδραση σε όλη την πόλη».


«Θα διέδιδες κάτι τέτοιο;» τη ρώτησε η Άμπι, νιώθοντας φρίκη στη σκέψη, ιδιαίτερα τώρα που βρισκόταν ο Γουές στην πόλη. «Ό,τι στοίχημα θέλεις», της είπε η Τζες χαμογελώντας. «Δε θυμάμαι καλύτερο κουτσομπολιό χρόνια τώρα. Τον περισσότερο καιρό αυτή η πόλη είναι φοβερά πληκτική». «Είμαι η αδερφή σου», της θύμισε η Άμπι και τράβηξε το καλύτερο χαρτί της για να την κάνει να νιώσει ένοχη. «Αυτή που βρίσκεται εδώ για να σώσει το πανδοχείο σου». Η Τζες κούνησε αργά το κεφάλι της. «Ναι, αυτό είναι κάτι που πρέπει να το σκεφτώ». «Τι θέλεις για να μη μιλήσεις;» τη ρώτησε ο Τρέις, αν και η λάμψη στα μάτια του πρόδιδε ότι δεν του καιγόταν καρφί αν η Τζες το διέδιδε και στα πέρατα του κόσμου. Εκείνη τον κοίταξε σκεφτική. «Δεν είμαι σίγουρη ακόμα. Για την ώρα μου αρκεί η ικανοποίηση ότι σας κρατάω στο χέρι. Κάτι μου λέει πως θα μου φανεί χρήσιμο σύντομα». Η Άμπι συνοφρυώθηκε. «Θα το κουβεντιάσουμε αυτό αργότερα», της είπε με νόημα. Βγήκε από την πισίνα και πήγε να βάλει τα ρούχα της. «Σας πέταξα δυο πετσέτες εκεί», είπε η Τζες και χαμογέλασε στον Τρένς. «Ίσως θα ήταν καλύτερα να πείσεις την Άμπι να σου φέρει τη μία προτού βγεις από το νερό». Φυσικά, ο Τρέις το θεώρησε αυτό πρόκληση. Ήταν έτοιμος να πηδήσει έξω από την πισίνα, όταν η Άμπι τον πλησίασε τρέχοντας και του έδωσε μία από τις μεγάλες χνουδωτές πετσέτες που η Τζες είχε επιμείνει ότι ήταν απαραίτητες. Εκείνη τη στιγμή, η Άμπι χάρηκε για την επιμονή της. Η πετσέτα ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να τη δέσει ο Τρέις γύρω από τη μέση του. Στράφηκε στην αδερφή της. «Μπες μέσα», την πρόσταξε, λες και η Τζες ήταν κανένα ανυπάκουο κοριτσάκι. «Νομίζω ότι αρκετά διασκέδασες εις βάρος μας για ένα βράδυ». Η Τζες της αντιγύρισε το βλέμμα απτόητη. «Θα μπω, αλλά αν έχεις μια στάλα λογικής, μεγάλη μου αδερφούλα, το βράδυ σου μόλις ξεκίνησε».


Όταν έφυγε η Τζες, η Άμπι τόλμησε να κοιτάξει τον Τρέις. Δεν έδειχνε καθόλου ενοχλημένος με όσα είχαν συμβεί. «Έχει δίκιο», της είπε. «Είσαι τρελός; Μόλις μας έπιασαν να τσαλαβουτάμε σε μια ξένη πισίνα, εσύ γυμνός κι εγώ ημίγυμνη. Τώρα τι θέλεις να κάνουμε; Να ληστέψουμε την τράπεζα;» Ο Τρέις γέλασε. «Δε νομίζω ότι αυτό εννοούσε η Τζες». Η Άμπι το ήξερε, αλλά δε σκόπευε να κουβεντιάσει τι εννοούσε η αδερφή της. Η αναφορά και μόνο της λέξης «σεξ» θα άνοιγε το κουτί της Πανδώρας, που ήταν καλύτερα να μείνει κλειστό για πάντα. Χωρίς να μιλήσει, φόρεσε τα ρούχα της πάνω από το μουσκεμένο σουτιέν και το σλιπάκι και έβαλε τα σανδάλια στα πόδια της. «Πάω σπίτι». «Το φαντάστηκα», της είπε ο Τρέις μοιρολατρικά. «Υποθέτω ότι δεν...» «Όχι, δε θα έρθεις μαζί μου. Δε θα μπεις κρυφά στο δωμάτιο μου. Το δοκιμάσαμε αυτό μια φορά και μας έπιασε η γιαγιά μου. Θα είναι πολύ ταπεινωτικό να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο στην ηλικία μου». «Φυσικά, στην ηλικία σου θα μπορούσαμε να ανέβουμε με θράσος πάνω και να πάμε κατευθείαν στο δωμάτιο σου», της πρότεινε. Η Άμπι αρνήθηκε να παραδεχτεί ακόμα και στον εαυτό της πόσο δελεαστική ήταν αυτή η ιδέα. Αποφασισμένη να κόψει στα γρήγορα τη συζήτηση, πρόφερε μόνο μια λέξη: «Γουές». Ο Τρέις αναστέναξε. «Ναι, η παρουσία του είναι σπάσιμο. Εντάξει, λοιπόν, γύρνα μόνη σπίτι σου. Και θα γυρίσω κι εγώ μόνος στο δικό μου. Και κανείς από τους δυο μας δε θα κλείσει μάτι όλη νύχτα». «Μίλα για τον εαυτό σου. Εγώ σκοπεύω να κοιμηθώ σαν πουλάκι». Ο Τρέις έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, την έπιασε από το πιγούνι και κάλυψε το στόμα της με το δικό του. Το φιλί του ήταν


φανταστικό. Όταν σήκωσε το κεφάλι του, της χαμογέλασε. «Βάζω στοίχημα πως όχι». Η Άμπι ανοιγόκλεισε τα μάτια της, προσπαθώντας να καταλάβει τι εννοούσε. Ήταν δύσκολο, αφού δεν μπορούσε να θυμηθεί καλά καλά το όνομά της. «Στοίχημα για τι πράγμα;» «Ότι δε θα κοιμηθείς σαν πουλάκι». Ναι, είχε αρχίσει να έχει κι αυτή τις αμφιβολίες της για το συγκεκριμένο θέμα. Την Κυριακή το πρωί, η Άμπι κάθισε να πιει και ένα δεύτερο φλιτζάνι καφέ στην κουζίνα, ελπίζοντας πως το νυσταγμένο μυαλό της θα άρχιζε επιτέλους να λειτουργεί, όταν μπήκε η Τζες ζωηρή και φρέσκια, σαν να είχε κοιμηθεί οχτώ ώρες μονοκόμματα. «Όπα, αδερφούλα, δε δείχνεις και τόσο καλά», είπε η Τζες και τα μάτια της άστραψαν από το γέλιο. «Κοιμήθηκες αργά;» «Δεν πας στο διάβολο», γρύλισε η Άμπι. «Και μην τολμήσεις να αρθρώσεις λέξη για τα χτεσινοβραδινά. Ο Γουές μπορεί να μπει από λεπτό σε λεπτό». Η Τζες συνοφρυώθηκε αμέσως. «Συγνώμη. Αυτόν τον είχα ξεχάσει εντελώς». Γέμισε κι εκείνη ένα φλιτζάνι με καφέ και κάθισε στο τραπέζι. «Πού είναι η γιαγιά; Τέτοια ώρα τις Κυριακές έχει κατέβει συνήθως και φτιάχνει κρέπες». «Ώστε ήρθες για τις κρέπες και όχι για να βασανίσεις εμένα;» τη ρώτησε η Άμπι. Η Τζες χαμογέλασε σκανταλιάρικα. «Για να είμαι ειλικρινής, ήρθα και για τα δύο, αλλά θα συγκρατηθώ και δε θα σου πω όλα όσα έχω στην άκρη της γλώσσας μου για να σε προστατεύσω από την οργή του πρώην γαμπρούλη μου». «Το εκτιμώ αυτό». «Είσαι σίγουρη ότι είναι εδώ; Δεν είδα το αυτοκίνητο του έξω. Μπορεί να πήγε για πρωινό στην πόλη». Η Άμπι σήκωσε απότομα το κεφάλι της. «Λείπει το αμάξι του;»


«Δεν το είδα», της απάντησε η Τζες, κοιτάζοντάς την ανήσυχη. «Τι συμβαίνει; Γιατί δείχνεις έτοιμη να λιποθυμήσεις; Το χρώμα έχει στραγγίσει εντελώς από το πρόσωπο σου». Η Άμπι δεν έχασε ώρα για να της απαντήσει. Ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες για το δωμάτιο των κοριτσιών και άνοιξε την πόρτα. Έλειπαν. Τα μωρά της έλειπαν! «Ω Θεέ μου, πήρε τα κορίτσια», φώναξε στην Τζες που είχε ανέβει από πίσω της. «Πρέπει να καλέσουμε την αστυνομία». Η Τζες τη συγκράτησε. «Ηρέμησε. Τι νομίζεις ότι έκανε ο Γουές;» «Νομίζω πως πήρε τα κορίτσια μαζί του στη Νέα Υόρκη». «Δε θα έκανε κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε η Τζες σαν να μην το πίστευε. Ύστερα κούνησε το κεφάλι της. «Και βέβαια θα το έκανε, το γουρούνι». Παραμέρισε την Άμπι, έριξε μια ματιά στο δωμάτιο και συνοφρυώθηκε. «Τα πράγματά τους, όμως, είναι εδώ. Είσαι σίγουρη ότι πήρε τις μικρές;» Η Άμπι δεν ήξερε τι να σκεφτεί. «Ε, όχι, δεν είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρη, αλλά τα πράγματά τους δε σημαίνουν τίποτα. Στο σπίτι του έχει ολόκληρη γκαρνταρόμπα τους». Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε η γιαγιά. «Τι συμβαίνει; Γιατί είστε τόσο ταραγμένες;» «Η Άμπι νομίζει ότι ο Γουές μπορεί να πήρε τα κορίτσια και να το έσκασε», της απάντησε η Τζες. Η γιαγιά την κοίταξε με φρίκη. «Γιατί στην ευχή κατέληξες σ’ αυτό το συμπέρασμα; Τις πήγε απλώς στο Σάλι’ς για πρωινό. Τους το υποσχέθηκε χτες το βράδυ». Η Άμπι παραλίγο να σωριαστεί στο πάτωμα από την ανακούφιση. «Είσαι σίγουρη;» «Ήμουν μπροστά όταν το κουβέντιασαν. Γι’ αυτό κοιμήθηκα παραπάνω σήμερα το πρωί. Σκέφτηκα πως δε θα ήταν κανείς εδώ να θέλει πρωινό πριν την εκκλησία». Η Άμπι ήθελε απελπισμένα να πιστέψει ότι η γιαγιά της είχε δίκιο, αλλά ώσπου να δει τις κόρες της με τα ίδια της τα μάτια, δεν μπορούσε. «Πάω στην πόλη».


«Θα οδηγήσω εγώ», της είπε η Τζες. «Εσύ είσαι άξια να ρίξεις το αμάξι σου έξω από το δρόμο». «Ό,τι πεις», μουρμούρισε η Άμπι. Κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες, πήρε την τσάντα και τα κλειδιά της από την κουζίνα και βγήκε, με την Τζες ξοπίσω της. «Τηλεφωνήστε μου», τους φώναξε η γιαγιά. «Ειδοποιήστε με ότι είναι όλα καλά». «Θα σου τηλεφωνήσω», της υποσχέθηκε η Άμπι. Σφίγγοντας την τσάντα στην ποδιά της τόσο δυνατά που οι κλειδώσεις των δαχτύλων της άσπρισαν, στράφηκε στην Τζες. «Η γιαγιά πρέπει να έχει δίκιο». «Είμαι σίγουρη πως έχει», την καθησύχασε εκείνη. «Πότε έχει κάνει λάθος;» «Δεν μπορώ να περιμένω μέχρι να φτάσουμε εκεί για να βεβαιωθώ», είπε η Άμπι και έβγαλε το κινητό της. Σχημάτισε το νούμερο του Τρέις. Όταν της απάντησε, ακουγόταν αγουροξυπνημένος. «Τρέις, φοβάμαι ότι ο Γουές μπορεί να πήρε τα κορίτσια και να έφυγε. Η γιαγιά λέει ότι θα τα πήγαινε στο Σάλι’ς για πρωινό, αλλά πρέπει να σιγουρευτώ ότι βρίσκονται εκεί. Μπορείς να το ελέγξεις;» «Θα σε πάρω σε δυο λεπτά», της υποσχέθηκε εκείνος. «Περίμενε εκεί». «Η αλήθεια είναι πως έχω ξεκινήσει ήδη για την πόλη». «Γιατί στην ευχή έπιασες τιμόνι εφόσον είσαι τόσο ταραγμένη;» «Η Τζες οδηγεί». «Εντάξει τότε. Είμαι ήδη στην πόρτα. Δώσε μου ένα λεπτό και σε ξαναπαίρνω». Η Άμπι έκλεισε το τηλέφωνο, αλλά συνέχισε να το κρατάει με χέρια που έτρεμαν. «Το ξέρεις ότι θα βρισκόμαστε κι εμείς εκεί σε λιγότερο από πέντε λεπτά», της είπε η Τζες. «Αυτή τη στιγμή, κάθε δευτερόλεπτο μου φαίνεται αιωνιότητα», είπε στην αδερφή της και δάκρυα κύλησαν στα


μάγουλά της. Κι αν οι κόρες της δεν ήταν εκεί, αν για κάποιο λόγο ο πρώην άντρας της τις είχε πάρει και είχε φύγει, ήξερε ότι θα χρειαζόταν τον Τρέις δίπλα της. Είχε βέβαια την Τζες και τη γιαγιά, αλλά βασιζόταν στον Τρέις για να βρει τα παιδιά της και να της τα φέρει πίσω. Και στην πορεία, μπορεί να έβαζε λίγο μυαλό και στον Γουές. Το τηλέφωνο της χτύπησε. Πάτησε λάθος κουμπί, αλλά στο τέλος βρήκε το σωστό. «Ναι;» «Είναι εδώ, σώες και αβλαβείς», της είπε ο Τρέις. «Στέκομαι ακριβώς έξω από το Σάλι’ς. Θα πρέπει να ντύθηκαν μόνες τους το πρωί. Η Κάρι έχει περίεργο χτένισμα. Και η Κέιτλιν φοράει ένα ροζ και ένα κόκκινο παπούτσι». Η Άμπι ήξερε ότι με την περιγραφή του ήθελε να την κάνει να χαμογελάσει, αλλά αντί γι’ αυτό άρχισε να κλαίει πιο δυνατά. Έκλαιγε με λυγμούς και έτρεμε σαν το φύλλο όταν η Τζες πάρκαρε στο πεζοδρόμιο λίγο πιο κάτω από το Σάλι’ς. Ο Τρέις πλησίασε αμέσως, άνοιξε την πόρτα και τράβηξε την Άμπι στην αγκαλιά του. Όταν εκείνη ηρέμησε κάπως, του έδωσε μια μπουνιά στο στήθος. Ο Τρέις ανοιγόκλεισε τα μάτια του και έπιασε τη γροθιά της στον αέρα όταν πήγε να τον ξαναχτυπήσει. «Για σιγά, προς τι αυτό;» «Εσύ μου έβαλες την ιδέα ότι μπορεί να μου έπαιρνε τα παιδιά. Διαφορετικά δε θα το είχα σκεφτεί ποτέ». Ο Τρέις την κοίταξε ήρεμα. «Όχι, εκείνος σου έβαλε την ιδέα. Εκείνος σου είπε ότι σκεφτόταν να τις πάρει μαζί του σήμερα. Εσύ μου το είπες». «Αλλά εσύ σκέφτηκες ότι μπορεί να ήταν αλήθεια. Ανέβασες τις πιθανότητες». «Και λοιπόν; Κατηγορείς τον αγγελιαφόρο; Εγώ το μόνο που είπα ήταν να βρίσκεσαι σε επιφυλακή». «Νιώθω εντελώς ηλίθια. Ανησύχησα τη γιαγιά και την Τζες για το τίποτα».


Η Τζες τους πλησίασε. «Ε, όχι και για το τίποτα», είπε ήρεμα. «Και μην ανησυχείς για τη γιαγιά, της τηλεφώνησα και της είπα ότι όλα είναι εντάξει». Η Άμπι συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς ότι δεν ήταν για το τίποτα;» «Νομίζω ότι ο Γουές έφερε σκόπιμα εδώ τις μικρές σήμερα το πρωί χωρίς να σου αφήσει σημείωμα, απλώς και μόνο "για να σε τρομοκρατήσει». Η Άμπι δεν ήθελε να το πιστέψει. «Μάλλον σκέφτηκε ότι θα μου το έλεγε η γιαγιά, όπως και έγινε». «Δεν το πιστεύω», είπε σοβαρά η Τζες. «Και νομίζω πως ούτε εσύ το πιστεύεις». «Συμφωνώ με την Τζες», είπε βλοσυρός ο Τρέις. «Αν δε σκεφτόμουν τα κορίτσια, θα έμπαινα τώρα μέσα και θα του έλεγα τη γνώμη μου για το άτομό του και τα ηλίθια παιχνίδια του». Η Άμπι τον τράβηξε από το χέρι. «Πάμε να φύγουμε. Η Κάρι και η Κέιτλιν είναι καλά. Θα γυρίσουν σύντομα σπίτι». «Εγώ προτείνω να μείνουμε εδώ που είμαστε», είπε η Τζες. «Τίποτε δεν εμποδίζει τον Γουές να φύγει από δω και να τις πάει κατευθείαν στο αεροδρόμιο. Εξάλλου, μας έχει δει. Θα φανεί περίεργο αν δεν μπούμε μέσα τώρα». Ο Τρέις κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Συμφωνώ. Και μόλις άδειασε ένα τραπέζι. Πάμε να πάρουμε πρωινό. Πεθαίνω της πείνας». «Κι εγώ», είπε η Τζες, προκαλώντας την Άμπι με το βλέμμα. «Το ξέρεις ότι θα νιώθεις πιο ήσυχη αν δεν αφήσεις τις κόρες σου από τα μάτια σου». Η Τζες έχει δίκιο, σκέφτηκε η Άμπι. Στην πραγματικότητα, ήταν σίγουρη πως δε θα τις άφηνε ποτέ ξανά με τη θέλησή της από τα μάτια της. Ο Τρέις ακολούθησε την Τζες και την Άμπι μέσα στο μαγαζί, ακουμπώντας σκόπιμα το χέρι του στον ώμο της Άμπι καθώς τις οδηγούσε προς το άδειο τραπέζι. Ήθελε να ξέρει εκείνη η νυφίτσα


ο πρώην άντρας της ότι δεν ήταν μόνη της, για την περίπτωση που του περνούσε καμιά ηλίθια ιδέα από το μυαλό. Βέβαια, αν ο Γουές σκεφτόταν ότι κάτι έτρεχε ανάμεσα σ’ εκείνη και τον Τρέις, ακόμα καλύτερα. Ο Τρέις δεν είχε κανένα πρόβλημα να διεκδικήσει δημόσια την Άμπι. Αν τα πράγματα είχαν εξελιχτεί όπως ήθελε, η Άμπι θα ήταν δική του εδώ και χρόνια. «Μαμά!» φώναξε η Κάρι και πετάχτηκε από το τραπέζι, στρέφοντας την προσοχή του Γουές στους νεοφερμένους. Το πρόσωπο του σκυθρώπιασε όταν είδε και τις δύο κόρες του να τον εγκαταλείπουν αμέσως. Η Άμπι γονάτισε για να αγκαλιάσει την Κάρι και την Κέιτλιν που έτρεξε πίσω της. «Καλημέρα. Σας αρέσει το πρωινό που τρώτε με τον μπαμπά σας;» ρώτησε, ρίχνοντας ένα αιχμηρό βλέμμα στον Γουές. «Ναι», της απάντησε η Κέιτλιν. «Ο μπαμπάς είπε ότι εσύ δεν ήθελες πρωινό, πώς και ήρθες λοιπόν εδώ;» «Ένιωσα τελικά να πεινάω», της απάντησε η Άμπι. Ο Τρέις είδε ότι έκανε προσπάθεια να μην πει περισσότερα. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε ένα τράβηγμα στο χέρι του, έσκυψε και βρέθηκε να κοιτάζει το υψωμένο προσωπάκι της Κάρι. «Μπορούμε να φάμε το παγωτό μας τώρα;» τον ρώτησε. Εκείνος γύρισε και κοίταξε τα πιάτα τους με τις μισοφαγωμένες κρέπες και το μπέικον. «Απ’ ό,τι βλέπω, δεν έχετε τελειώσει καν το πρωινό σας. Νομίζω πως το παγωτό θα πρέπει να μείνει για άλλη μέρα». «Αύριο;» επέμεινε η Κάρι. Ο Τρέις κοίταξε την Άμπι κι εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Αύριο», είπε. Ο Γουές σηκώθηκε. Το πρόσωπο του ήταν συννεφιασμένο και έκρυβε με δυσκολία το θυμό του. «Για μια στιγμή», είπε. «Άμπι, πρέπει να το κουβεντιάσουμε αυτό. Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα...» «Δεν πρόκειται να το κουβεντιάσω μαζί σου τώρα», του απάντησε εκείνη σφιγμένα. «Υπάρχουν πολύ πιο σημαντικά


πράγματα που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε εμείς οι δυο. Και θα το κάνουμε όταν γυρίσουμε σπίτι». Η Κέιτλιν και η Κάρι κοίταξαν τον πατέρα τους και μετά τη μητέρα τους, πιάνοντας την ξαφνική ένταση. Ευτυχώς, η Τζες σηκώθηκε από το τραπέζι που μόλις είχαν καθίσει και πήρε την κατάσταση στα χέρια της. «Δε μου λέτε, κορίτσια, έχετε δει τα όμορφα μπλοκ ζωγραφικής στο Έθελ’ς Εμπόριουμ; Έχουν σχέδια με καβούρια, ιππόκαμπους και ένα σωρό πουλιά που μπορείτε να δείτε τριγύρω στον κόλπο. Μπορεί να βρούμε μερικά που να σας αρέσουν». Τα μάτια της Κέιτλιν φωτίστηκαν. «Ναι, παρακαλούμε. Μπορούμε να πάμε με τη θεία Τζες, μαμά;» «Ασφαλώς», απάντησε η Άμπι, φανερά ανακουφισμένη. «Θα τις φέρω πίσω σε λίγο, Γουές, ή μπορούν να μείνουν και να γυρίσουν μαζί μας, αν εσύ δε θέλεις να περιμένεις», του είπε η Τζες. «Θα περιμένω», της απάντησε σφιγμένα και τραβώντας μια καρέκλα από ένα άλλο τραπέζι κάθισε στην άκρη του δικού τους. Αγνοώντας τον Τρέις, ρώτησε την Άμπι: «Τι δουλειά έχεις εδώ; Ήρθες επίτηδες για να χαλάσεις το πρωινό μου με τις κόρες μου;» «Μη γίνεσαι γελοίος», του πέταξε η Άμπι. «Πότε επιχείρησα να χαλάσω σκόπιμα το χρόνο που περνάς μαζί τους;» Ο Γουές τα έχασε με την οργισμένη απάντησή της. Ήταν φανερό ότι δεν ήξερε πώς να ερμηνεύσει τη διάθεσή της. «Εντάξει, δεν έχει σημασία, αλλά πρέπει να κουβεντιάσουμε την επιστροφή τους στη Νέα Υόρκη μαζί μου σήμερα». «Αυτό δεν πρόκειται να γίνει», του δήλωσε κοφτά. «Θα μείνουν εδώ μαζί μου. Είναι η πρώτη φορά που έρχονται στο Τσέσαπικ Σορς για να μείνουν πάνω από ένα Σαββατοκύριακο και θέλω να απολαύσουν αυτή την ευκαιρία να περάσουν κάπως περισσότερο χρόνο με την προγιαγιά τους, την Τζες και τον Μικ, όταν εκείνος επιστρέψει από την Καλιφόρνια». «Και πόσο σκοπεύεις να διαρκέσει αυτή η οικογενειακή συνεύρεση;» τη ρώτησε.


«Όσο χρειαστεί», του απάντησε, κοιτάζοντάς τον ίσια στα μάτια. Ο Τρέις θαύμασε το κουράγιο της. Δεν άφηνε τον Γουές να την τρομοκρατήσει. Ταυτόχρονα, όμως, ένιωσε άσχημα, επειδή εκείνος την είχε φέρει σ’ αυτή τη θέση. Αν δεν είχε επιμείνει να μείνει η Άμπι εδώ για να βοηθήσει την Τζες, τώρα εκείνη και ο Γουές δε θα έδιναν μάχη για τις κόρες τους. «Άμπι, ίσως μπορούμε να βρούμε κάποια λύση», της είπε ήρεμα κοιτάζοντάς την. Ο Γουές συνοφρυώθηκε. «Εσύ δεν έχεις κανένα λόγο σ’ αυτό». «Η αλήθεια είναι πως έχει», είπε η Άμπι. «Μην ανησυχείς, Τρέις. Κάναμε μια συμφωνία και σκοπεύω να την τηρήσω». «Τι συμφωνία;» ρώτησε ο Γουές. «Αυτό δε σε αφορά», του απάντησε ο Τρέις. Στράφηκε στην Άμπι. «Είσαι σίγουρη;» Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Εκατό τοις εκατό». Ο Τρέις έγειρε πίσω, νιώθοντας πιο αισιόδοξος απ’ ό,τι εδώ και πάρα πολύ καιρό. Μπορεί η Άμπι να επαναστατούσε απλώς απέναντι στον πρώην άντρα της, από την άλλη, όμως, μπορεί να επέλεγε μ’ αυτό τον τρόπο εκείνον και τις πιθανότητες που είχαν πλανηθεί στον αέρα το προηγούμενο βράδυ. Θα έπρεπε να περιμένει για να βεβαιωθεί τι από τα δύο συνέβαινε. Στο μεταξύ όφειλε να παραδεχτεί ότι το απολάμβανε να την παρακολουθεί να τσιγκλάει τον Γουές. Η Άμπν δεν ήταν καμιά αδύναμη γυναικούλα. Αν δεν την είχε δει λίγο πριν να καταρρέει σχεδόν στην αγκαλιά του από την ανακούφιση, θα πίστευε ότι ήταν απόλυτα ήρεμη και ψύχραιμη. Και αυτή η δύναμη, παρ’ όλους τους φόβους της, ήταν ένα ακόμα πράγμα που έπρεπε να προσθέσει στη μακριά λίστα με τους λόγους που την είχε ερωτευτεί ξανά.


Κεφάλαιο 13 Προς μεγάλη έκπληξη και ανακούφιση της Άμπι, η Τζες είχε επιμείνει να επιστρέψει στο σπίτι μαζί με τον Γουές και τα κορίτσια. Κοίταξε τον Τρέις, που παρακολουθούσε την ξινισμένη έκφραση του Γουές διασκεδάζοντας φανερά. Όταν οι υπόλοιποι έφυγαν, γύρισε προς το μέρος της. «Αυτό θα πρέπει να σε κάνει να νιώθεις καλύτερα». Η Άμπι δεν προσποιήθηκε ότι δεν κατάλαβε τι εννοούσε. «Σίγουρα. Ο Γουές ούτε που θα το διανοηθεί να επιχειρήσει να πάρει τα κορίτσια και να φύγει, με την Τζες να παρακολουθεί την κάθε του κίνηση». «Θα προτιμούσες να το έκανες η ίδια;» Η Άμπι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι, είμαι ακόμα τόσο θυμωμένη μαζί του, που καλύτερα να μην πολυβρεθούμε μέχρι να ηρεμήσω. Με λίγη τύχη, θα έχει φύγει για τη Νέα Υόρκη μέχρι να επιστρέψω στο σπίτι». «Ελπίζω να μη βασίζεσαι σ’ αυτό», της είπε ο Τρέις. Η Άμπι αναστέναξε. «Όχι, και βέβαια όχι. Θέλει να μιλήσουμε, και δεν πρόκειται να πάει πουθενά μέχρι να γίνει αυτό». Έχωσε το πιρούνι της στην ομελέτα μπροστά της, την κοίταξε με αηδία και έσπρωξε μακριά το πιάτο της. «Δεν πεινάω». «Τι θα έλεγες για μια βάφλα με φρέσκιες φράουλες;» την καλόπιασε ο Τρέις. «Είναι η εποχή τους και είναι η σπεσιαλιτέ της ημέρας». «Δε νομίζω». «Κρέπες με βατόμουρα;» Η Άμπι χαμογέλασε με την επιμονή του. «Προσπαθείς να με παχύνεις;»


«Όχι, απλώς προσπαθώ να βεβαιωθώ ότι θα έχεις αρκετή αντοχή για τη μάχη που σε περιμένει στο σπίτι». «Α, πίστεψέ με, έχω αρκετά αποθέματα και χωρίς τα αβγά, τη βάφλα ή τις κρέπες», του απάντησε, μπήγοντας το πιρούνι στην ομελέτα που είχε μπροστά της σαν να ήταν ο Γουές στη θέση της. Κοίταξε τον Τρέις στα μάτια. «Το πρωί, όταν μου πέρασε από το μυαλό ότι πήρε τις κόρες μου, θα μπορούσα να τον στραγγαλίσω με τα ίδια μου τα χέρια». «Ευτυχώς που τα πράγματα δεν ήταν έτσι», είπε ο Τρέις, αν και η επίδειξη του θυμού της φάνηκε να τον καθησυχάζει. «Άμπι, λυπάμαι αν οι χτεσινές προειδοποιήσεις μου ενέτειναν τον πανικό σου». Εκείνη παραμέρισε την απολογία του με ένα κούνημα του χεριού της. «Όχι, είχες δίκιο ότι πρέπει να βρίσκομαι σε επιφυλακή. Τις τελευταίες μέρες έχω αρχίσει να βλέπω τον Γουές κάτω από ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα. Δε λέω ότι δεν είναι ο ίδιος άντρας που παντρεύτηκα ή ότι σημειώθηκαν δραματικές αλλαγές πάνω του. Πρέπει να τον έβλεπα εντελώς ρομαντικά όσο ήμασταν μαζί και τώρα επιτέλους έβγαλα τις παρωπίδες μου. Δεν πιστεύω ότι είναι κακός άνθρωπος. Και ξέρω ότι είναι καλός πατέρας, αλλά...» Η φωνή της έσβησε. «Αλλά τι;» την πίεσε ο Τρέις. Η Άμπι προσπάθησε να καταλάβει για ποιο λόγο είχε αρχίσει ξαφνικά να μην έχει εμπιστοσύνη στον άντρα που κάποτε είχε αγαπήσει και σεβόταν. Σε μεγάλο βαθμό είχε σχέση με αυτά που της είχε πει η Τζες γι’ αυτόν, αναγκάζοντάς τη να δει την παθητικοεπιθετική στάση του στις πραγματικές της διαστάσεις. Αλλά και με τη δική του συμπεριφορά από τη στιγμή που είχε μάθει ότι εκείνη βρισκόταν στο Τσέσαπικ Σορς. Θα ήταν διαφορετικό αν η απόφασή της να πάρει τα παιδιά από την Πολιτεία ήταν μια ξεκάθαρη παραβίαση του δικαιώματος του να τα βλέπει, αλλά τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι. Της θύμιζε κακομαθημένο παιδί που δεν ανεχόταν να μην περάσει το δικό του ούτε για μια φορά, ένα χαρακτηριστικό καθόλου συμπαθητικό. Ήταν πάντα τόσο


μονοκόμματος και ανίκανος να προσαρμοστεί; Ή, όπως υποπτευόταν ο Τρέις, είχε κάποιο σχέδιο στο μυαλό του για τα κορίτσια, ένα σχέδιο που του είχε δώσει άθελά της την ευκαιρία να εφαρμόσει; «Με φοβίζει λίγο», παραδέχτηκε στο τέλος, και ύστερα κούνησε το κεφάλι της γιατί της φάνηκε παράλογο. «Ακούγεται γελοίο όταν το λέω δυνατά». Ο Τρέις δε φάνηκε να το βρίσκει γελοίο, και αυτό τη φόβισε ακόμα περισσότερο. «Δε διαφωνείς μαζί μου», του είπε συνοφρυωμένη. «Επειδή δεν μπορώ. Κοίτα, ούτε που τον ξέρω τον άνθρωπο, οπότε μπορεί να μην είμαι δίκαιος. Και σίγουρα έχω τα δικά μου ράμματα για τη γούνα του». «Ράμματα;» «Με τη δική μου διεστραμμένη λογική, σε πήρε από μένα». Σήκωσε το χέρι του προτού προλάβει εκείνη να μιλήσει. «Το ξέρω πως δεν έγινε ακριβώς αυτό, αλλά εγώ έτσι νιώθω. Με λίγα λόγια, δεν τον συμπαθώ. Παρ’ όλα αυτά, θέλω να πιστεύω ότι ξέρω να κρίνω καλά τους χαρακτήρες των ανθρώπων και να είμαι αμερόληπτος ακόμα και κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες». «Και;» «Κάτι δε μου αρέσει. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά τι, αλλά αύριο πρωί πρωί θα αρχίσω να ψάχνω. Θα ξαφνιαστείς πόσα μπορώ να ανακαλύψω με το πρόσχημα ότι κάνω έναν έλεγχο ρουτίνας για κάποιον πιθανό πελάτη που θέλει να πάρει δάνειο από την τράπεζα». «Δηλαδή θα κάνεις έρευνα για το άτομό του;» ρώτησε εμβρόντητη η Άμπι, νιώθοντας κάπως άβολα με τη σκέψη. «Δεν ξέρω, Τρέις, μου φαίνεται κάπως ακραίο». Και ο Γουές θα γινόταν έξαλλος έτσι και το ανακάλυπτε. «Δεν πρόκειται να προσλάβω ιδιωτικό ντετέκτιβ», την καθησύχασε ο Τρέις. «Θα ελέγξω απλά μερικά πράγματα. Μπορεί να μην ανακαλύψω τίποτε και στη συνέχεια θα είμαστε και οι δυο πιο ήσυχοι».


«Υποθέτω πως έχει μια λογική», παραδέχτηκε απρόθυμα η Άμπι. Της φαινόταν κάπως δόλιο και ύπουλο. Αλλά επρόκειτο για τον πατέρα των παιδιών της, τον άνθρωπο που ήθελε να της τα πάρει μακριά της, αν όχι για πάντα, τουλάχιστον για αρκετές βδομάδες. Το όφειλε σ’ εκείνα, αν όχι στον εαυτό της, να σιγουρευτεί ότι δεν υπήρχε κάτι στη ζωή του Γουές που θα μπορούσε να τα βάλει σε κίνδυνο. Όχι πως πίστευε ότι ο πρώην της θα επέτρεπε να εκτεθούν τα παιδιά του σε σωματικό κίνδυνο, αλλά τι θα γινόταν αν ετοιμαζόταν να προβεί σε νομικές ενέργειες για να κερδίσει την αποκλειστική κηδεμονία τους; Αυτή η αντιδικία μπορεί να τα τραυμάτιζε ψυχικά. Έπρεπε λοιπόν να το ξέρει, αν υπήρχε και η παραμικρή πιθανότητα για κάτι τέτοιο. Σηκώθηκε απότομα. «Πρέπει να γυρίσω σπίτι». Προς μεγάλη της ανακούφιση, ο Τρέις δεν έφερε αντίρρηση. Σηκώθηκε αμέσως, άφησε κάποια χρήματα στο τραπέζι για το λογαριασμό και το φιλοδώρημα και την ακολούθησε έξω. «Νιώθεις καλά για να οδηγήσεις; Θα μπορούσα να σε πάω εγώ και στη συνέχεια να ζητήσω από την Τζες ή κάποιον άλλο να με φέρει πίσω». «Μην ανησυχείς. Το οδήγημα θα με βοηθήσει να ξεκαθαρίσω τις σκέψεις μου», τον καθησύχασε. «Σ’ ευχαριστώ που δε με έκανες να νιώσω εντελώς παλαβή όταν φρίκαρα το πρωί». «Δε θα μπορούσες να γίνεις ποτέ παλαβή», της δήλωσε. Παραμέρισε τα μαλλιά από τα μάγουλά της και τα στερέωσε πίσω από τ’ αυτιά της. Της χαμογέλασε. «Αλλά και να ήσουν λιγάκι τρελούτσικη, πάλι θα ήμουν τρελός και παλαβός για σένα». Της έδωσε ένα γρήγορο φιλί στα χείλια και πρόσθεσε: «Τηλεφώνησέ μου αν χρειαστείς κάτι, εντάξει;» Η Άμπι δεν μπόρεσε να μην τον δοκιμάσει. «Θα αγοράσεις ένα μπουκάλι γάλα και θα μου το φέρεις στο σπίτι;» τον πείραξε, νιώθοντας πιο ξαλαφρωμένη. Εκείνος την κοίταξε χαμογελώντας. «Κανένα πρόβλημα». «Προϊόντα γυναικείας υγιεινής;»


Ο Τρέις χλόμιασε. «Μπορώ να το κάνω», της απάντησε σταθερά. «Μια αγκαλιά;» Ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπο του. «Με μεγάλη μου χαρά». Η Άμπι σήκωσε το χέρι της και άγγιξε το αξύριστο πρόσωπο του, απολαμβάνοντας την αγριάδα στα δάχτυλά της. Ήταν απόδειξη ότι είχε φύγει από το σπίτι του αμέσως μόλις του είχε ζητήσει το πρωί τη βοήθειά του. Για κάποιο λόγο, ένιωσε τη σιγουριά ότι θα το έκανε πάντα. «Σ’ ευχαριστώ», του είπε μαλακά. «Για ποιο πράγμα;» «Που ήσουν κοντά μου όταν σε χρειάστηκα». «Δε με χρειάστηκες στ’ αλήθεια. Τα είχες όλα υπό έλεγχο. Εγώ ήμουν απλώς εφεδρεία». Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε. «Πάει καιρός που δεν είχα καμιά εφεδρεία, Τρέις». Πάρα πολύς καιρός που είχε να νιώσει ότι τη χρειαζόταν. «Με κάνει να αισθάνομαι όμορφα». «Στη διάθεσή σου, αγάπη μου. Όποτε θες». Τα λόγια του ήταν ανάλαφρα, αλλά η Άμπι ήξερε βαθιά μέσα της ότι μπορούσε να τα εμπιστευτεί. Και αυτό έκανε χιλιάδες φορές πιο εύκολη την επιστροφή της στο σπίτι για να αντιμετωπίσει τον Γουές. Η Άμπι έκανε το γύρο του σπιτιού και βρήκε τον Γουές να κάθεται μόνος του στη βεράντα. Δεν είδε πουθενά τις κόρες τους, την Τζες ή τη γιαγιά. Τον κοίταξε επιφυλακτικά. «Πού είναι όλοι;» «Πήγαν μια βόλτα στην παραλία», της απάντησε. «Δεν ήθελες να πας κι εσύ;» Ο Γουές κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι, ήθελα να σε περιμένω. Πρέπει να μιλήσουμε».


Μαζεύοντας το κουράγιο της, κάθισε στην άκρη μιας πολυθρόνας Αντιρόντακ. «Τι έχεις κατά νου;» «Θέλω να έρθουν τα κορίτσια στη Νέα Υόρκη μαζί μου», της απάντησε ξερά. Εκείνη τον κοίταξε εμβρόντητη. «Υπάρχει κάποιος λόγος που σ’ έκανε να πιστέψεις ότι θα άλλαζα γνώμη μέσα στην τελευταία ώρα; Η απάντηση εξακολουθεί να είναι όχι», του είπε. «Η ευκαιρία να περάσουν πιο πολύ χρόνο εδώ μπορεί να παρουσιάστηκε απρόοπτα, αλλά τους κάνει καλό. Δε θα σε αφήσω να τους στερήσεις τη δυνατότητα να γνωρίσουν καλύτερα όλη την οικογένεια. Όταν γυρίσουμε στη Νέα Υόρκη, μπορούν να μείνουν μαζί σου περισσότερο, αν το θέλεις». «Και εγώ πώς υποτίθεται ότι θα τις βλέπω στο μεταξύ, Άμπι;» τη ρώτησε, προσπαθώντας να την κατακεραυνώσει με το βλέμμα του. «Θα μείνεις εδώ ένας Θεός ξέρει πόσο καιρό. Αυτό σημαίνει ότι δε θα βλέπω τις κόρες μου ούτε στις προγραμματισμένες επισκέψεις; Ή μήπως θα πρέπει να κάνω τη ζωή μου άνω κάτω για να έρχομαι κάθε δεκαπέντε στο Μέριλαντ; Το ξέρεις ότι αυτό είναι παράλογο». «Όχι για σένα, αλλά δεν πειράζει, μπορώ να είμαι ευέλικτη», του απάντησε και πήρε μια αυθόρμητη απόφαση. «Γι’ αυτό, σε δυο βδομάδες θα τις φέρω εγώ στη Νέα Υόρκη. Μπορούν να μείνουν μαζί σου για τέσσερις μέρες, μέχρι να ρυθμίσω εγώ κάποια πράγματα στο γραφείο, και στη συνέχεια θα γυρίσουμε πάλι εδώ». «Και μετά τι θα γίνει;» «Ελπίζω πως δε θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να επιστρέψουμε μόνιμα στη Νέα Υόρκη, οπότε δε θα υπάρχει πια πρόβλημα. Αλλά αν χρειαστεί, θα τις φέρω πάλι εγώ. Θα τις βλέπεις όπως πάντα, Γουές. Δε θα προσπαθήσω ποτέ να τις κρατήσω μακριά σου». Παρ’ όλα αυτά, δε φάνηκε ευχαριστημένος. «Και τι θα γίνει με το σχολείο; Χάνουν το σχολείο τους τώρα. Αν μείνουν μαζί μου, θα μπορέσουν να τελειώσουν κανονικά την τάξη τους».


«Στο νηπιαγωγείο πηγαίνουν, όχι σε κανένα προχωρημένο τμήμα φυσικής», είπε ανυπόμονα η Άμπι. «Δε χάλασε ο κόσμος αν χάσουν τις τελευταίες βδομάδες. Τηλεφώνησα στο σχολείο πριν έρθουμε εδώ και τους ενημέρωσα ότι θα λείψουν για λίγες μέρες και στη συνέχεια, όταν έμαθα ότι η παραμονή μας εδώ θα ήταν μεγαλύτερη, ξανατηλεφώνησα και μίλησα με τη δασκάλα τους. Τόσο εγώ όσο και η γιαγιά τούς διαβάζουμε κάθε μέρα. Ήδη ήξεραν να μετρούν καλύτερα από τα υπόλοιπα παιδιά στην τάξη τους, έχουν μάθει ακόμα και μερικές απλές πράξεις αριθμητικής». Τον κοίταξε στα ίσια. «Κάποιο άλλο θέμα;» Η έκφρασή του εξακολουθούσε να είναι βλοσυρή. «Δε μου αρέσει αυτό, Άμπι. Δε μου αρέσει καθόλου». «Ναι, αυτό το κατάλαβα. Εκείνο που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί. Κάνεις συχνά να τις δεις δυο βδομάδες, ακόμα και περισσότερο, όταν λείπεις σε επαγγελματικό ταξίδι ή διακοπές. Γιατί είναι τόσο φοβερό που τώρα βρίσκονται εδώ μαζί μου;» «Τουλάχιστον εγώ δεν τους επιδεικνύω τις σχέσεις μου», της είπε ξινισμένα. Η Άμπι παραλίγο να βάλει τα γέλια, αλλά είδε ότι ο Γουές μιλούσε σοβαρά. «Δεν έχω καμιά σχέση με τον Τρέις», του είπε με έμφαση. «Δεν ξέρω με πόσους διαφορετικούς τρόπους θέλεις να σου το πω». «Μην μπεις στον κόπο, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να σε πιστέψω. Κάτι υπάρχει ανάμεσα σας». Ο Γουές την κοίταξε μισοκλείνοντας τα μάτια του. «Υποθέτω πως πάντα υπήρχε. Από την αρχή, αυτός ήταν ο άλλος άντρας, έτσι δεν είναι, Άμπι; Πάντα ήξερα ότι υπήρχε κάποιος που δεν τον είχες ξεπεράσει». «Γίνεσαι γελοίος», του πέταξε. Την κοίταξε στα ίσια. «Αλήθεια;» Στο σημείο αυτό η Άμπι κλονίστηκε. Αναρωτήθηκε μήπως πράγματι είχε αρνηθεί ένα κομμάτι του εαυτού της στον Γουές. Ήταν δυνατόν να μην είχε ξεπεράσει ποτέ τον Τρέις; Ή μήπως ήταν μια ακόμα προσπάθεια του Γουές να την κάνει να νιώσει ανεπαρκής, λες και για μια ακόμα φορά το λάθος ήταν δικό της;


«Άκου, ο Τρέις κι εγώ ήμασταν πολύ νέοι όταν βγαίναμε μαζί», του είπε με ειλικρίνεια. «Η σχέση μας είχε τελειώσει όταν γνωριστήκαμε εμείς οι δυο. Είχα να τον δω χρόνια, μέχρι που επιστρέψαμε και οι δύο εδώ πριν μερικές βδομάδες». «Περιμένεις να το πιστέψω; Ζει στη Νέα Υόρκη, Άμπι. Θέλεις να μου πεις ότι δεν τον είδες ούτε μια φορά εκεί;» «Αυτό ακριβώς σου λέω, επειδή είναι η αλήθεια. Δεν ήξερα καν ότι έμενε εκεί, τις προάλλες το έμαθα. Τόσο πολύ είχαμε χάσει την επαφή». Κούνησε το κεφάλι της. «Αλλά γιατί κάνουμε αυτή τη συζήτηση; Δε σε αφορά με ποιον βγαίνω. Έχουμε πάρει διαζύγιο. Και μέχρι τώρα νόμιζα ότι το χειριζόμασταν πολύ καλά για χάρη των παιδιών». Τον κοίταξε κατάματα. «Μην επιχειρήσεις να ξεθάψεις βρομιές τώρα, Γουές. Εγώ δε μίλησα ποτέ για τις γυναίκες που είχες στη ζωή σου μετά το διαζύγιο, αλλά γνωρίζω πολύ καλά την ύπαρξή τους, επειδή οι κόρες μας έχουν αναφέρει μια ολόκληρη λίστα από φίλες του μπαμπά. Μη μου λες λοιπόν ότι εσύ δεν επιδεικνύεις τις σχέσεις σου μπροστά τους, γιατί ξέρω πως δεν είναι έτσι». Ο Γουές χλόμιασε. «Το λες σαν να μπάζω και να βγάζω μια στρατιά γυναίκες στη ζωή τους. Δε συμβαίνει κάτι τέτοιο, ιδιαίτερα τελευταία. Για την ακρίβεια, υπάρχει μόνο μια γυναίκα στη ζωή μου». «Αλήθεια; Η σχέση σας είναι σοβαρή;» Η Άμπι περίμενε να νιώσει έστω και ένα αμυδρό τσίμπημα ζήλιας, αλλά δεν ένιωσε τίποτα. Ο Γουές έγνεψε καταφατικά και ύστερα είπε: «Ίσως θα έπρεπε να μάθεις ότι είναι η Γκάμπριελ». Η Άμπι κατάλαβε αμέσως ποια εννοούσε. «Η Γκάμπριελ Μίτσελ; Από το τμήμα ομολόγων στην εταιρεία μου;» Πάνε και οι υποτιθέμενες αντιρρήσεις του Γουές για τις πολλές ώρες που δούλευε η Άμπι. Η Γκάμπριελ είχε μια εξίσου απαιτητική καριέρα. Όχι, σίγουρα ο Γουές εξέφραζε αυτές τις αντιρρήσεις για να το παίξει αδικημένος σύζυγος.


Ο Γουές κούνησε καταφατικά το κεφάλι του κι ένα ένοχο κοκκίνισμα έβαψε τα μάγουλά του. «Της ζήτησα να με παντρευτεί». Η Άμπι θα μπορούσε να τον στριμώξει, να απαιτήσει να μάθει πόσο καιρό είχε σχέση μαζί της κάτω από τη μύτη της, αλλά αποφάσισε να το παίξει υπεράνω. «Συγχαρητήρια! Τα πηγαίνει καλά με την Κάρι και την Κέιτλιν;» «Τις λατρεύει», της απάντησε με ένα φωτεινό χαμόγελο. «Πρέπει να τη δεις μαζί τους. Τους φέρεται σαν να είναι δικά της παιδιά». Αυτό έκανε την Άμπι να συνοφρυωθεί. «Αρκεί να θυμάται ότι είμαι εγώ η μητέρα τους», τον προειδοποίησε ήρεμα. «Ασφαλώς. Η Γκάμπριελ δε θα παραβίαζε ποτέ αυτή τη διαχωριστική γραμμή. Αυτό που εννοώ είναι ότι δε χρειάζεται να ανησυχείς μήπως βάλω καμιά κακιά μητριά στη ζωή τους». «Χαίρομαι που το ακούω», του δήλωσε ξερά. «Και για να είσαι κι εσύ ενήμερος, ούτε ο Τρέις θα είναι κακός πατριός. Όχι ότι θα έχει κάποιο μόνιμο ρόλο στη ζωή τους». «Εντάξει, τότε», είπε ο Γουές. «Υποθέτω ότι καταλαβαινόμαστε». «Το ελπίζω». «Και θα τις φέρεις σε δυο βδομάδες;» «Είπα ότι θα τις φέρω». Την κοίταξε ικανοποιημένος. «Όλα καλά τότε. Θα πάω μέσα να κλείσω τις βαλίτσες μου. Μόλις γυρίσουν από τη βόλτα τους, θα τις αποχαιρετήσω και θα φύγω για το αεροδρόμιο να προλάβω την πτήση μου για τη Νέα Υόρκη». Ο Γουές είχε φτάσει σχεδόν στην είσοδο, όταν γύρισε πίσω. «Μια τελευταία συμβουλή, Άμπι. Μην αφήσεις την Τζες να σε παρασύρει στο δράμα της, όποιο κι αν είναι αυτή τη φορά. Το ξέρω πως στο τέλος θα σου γυρίσει μπούμερανγκ». «Δεν έχεις ιδέα για τι πράγμα μιλάς», του απάντησε σφιγμένα. «Και βέβαια έχω. Έχω παρακολουθήσει την αδερφή σου να σε εκμεταλλεύεται επανειλημμένα. Κάποια στιγμή θα πρέπει να σταματήσεις να προσπαθείς να καλύψεις το κενό που άφησε η


Μέγκαν φεύγοντας. Η μητέρα σου πρέπει να επανορθώσει γι’ αυτό, όχι εσύ». Η Άμπι ήξερε ότι υπήρχε αλήθεια στα λόγια του, αλλά την πόνεσε που την άκουσε από το στόμα του. Η φροντίδα της Τζες ήταν μια υποχρέωση που είχε αναλάβει από την πρώτη στιγμή που είχε φύγει η μητέρα τους. Η Μπρι ήταν και η ίδια ακόμα παιδί για να φροντίσει την πληγωμένη μικρότερη αδερφή της και ο Κόνορ με τον Κέβιν ήταν εντελώς απορροφημένοι στα δικά τους προβλήματα της εφηβείας. Κανείς από τους δύο δεν είχε προσέξει ότι η Τζες σπάραζε. Ο Μικ ήταν φευγάτος, έτσι είχαν μείνει η Άμπι και η γιαγιά της για να αντιμετωπίσουν όλες τις δυσκολίες της Τζες στο σχολείο αλλά και τον πόνο της από την εγκατάλειψη της μητέρας της. «Μου έχεις πει τη γνώμη σου πολλές φορές», είπε στον Γουές. «Η έλλειψη κατανόησης και συμπόνιας δε σε κολακεύει, γι’ αυτό ίσως θα ήταν καλύτερα να κρατάς τη γνώμη σου για τον εαυτό σου από δω και πέρα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά εμένα και την οικογένειά μου». Ο Γουές φάνηκε να θέλει να προσθέσει κάτι, αλλά τελικά κούνησε το κεφάλι του και μπήκε μέσα. Μόνο όταν έφυγε συνειδητοποίησε η Άμπι ότι κρατούσε την ανάσα της. Την άφησε να βγει αργά. Ο Γουές είχε δίκιο σε ένα πράγμα· ήταν πλέον καιρός η μητέρα της και η Τζες να κάνουν ειρήνη. Μπορεί να μην έρχονταν ποτέ κοντά, αλλά αν η Τζες καταλάβαινε το λόγο που τους είχε εγκαταλείψει η Μέγκαν, ίσως θα μπορούσε να τη συγχωρήσει και να προχωρήσει στη ζωή της. Τα εγκαίνια του πανδοχείου ίσως ήταν η τέλεια ευκαιρία, αποφάσισε η Άμπι. Θα είχαν τόσα πολλά να κάνουν, ώστε η Τζες δε θα είχε το χρόνο να γίνει έξαλλη με την παρουσία της μητέρας της εδώ. Και με την έμπρακτη συμπαράσταση της Μέγκαν μπορεί να άρχιζε η διαδικασία της επούλωσης. Η Άμπι ορκίστηκε να κάνει το τηλεφώνημα στη Νέα Υόρκη αργότερα το ίδιο απόγευμα.


Βέβαια, υπήρχε πάντα το ισχυρό ενδεχόμενο, να γινόταν ο Μικ έξαλλος μαζί της που θα καλούσε τη Μέγκαν σε μια οικογενειακή συνάθροιση, αλλά ο πατέρας της θα έπρεπε να το ξεπεράσει. Στην πραγματικότητα, ήταν καιρός να αρχίσουν και αυτοί οι δυο να επικοινωνούν πάλι μεταξύ τους. Διάβολε, είχε κι εκείνη το δικαίωμα να ονειρεύεται ότι οι γονείς της θα ξαναέσμιγαν. Βαθιά στην καρδιά της, η Άμπι ήξερε ότι κανείς από τους δυο γονείς της δεν ήθελε πραγματικά το διαζύγιο. Ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να αντιληφθεί τι είχε συμβεί στην πραγματικότητα. Η μητέρα της είχε εκφράσει τη δυσαρέσκειά της για τις μεγάλες απουσίες του Μικ. Ο πατέρας της είχε αρπαχτεί και είχε κατηγορήσει τη Μέγκαν ότι δεν εκτιμούσε τη σοβαρότητα της δουλειάς του. Το επόμενο βήμα ήταν να τηλεφωνήσει η Μέγκαν στο δικηγόρο της. Και από τη στιγμή που είχαν μπει μπροστά τα γρανάζια του διαζυγίου, κανείς δεν είχε θελήσει να τα σταματήσει. Αυτή ήταν η χειρότερη απόδειξη της περηφάνιας των Ο’Μπράιεν. Και τώρα αυτή ήθελε να μπλέξει με όλα αυτά, σκέφτηκε ειρωνικά. Ίσως τελικά να ήταν μαζοχίστρια, όπως την είχε κατηγορήσει ο Γουές. Όταν ο Τρέις πήγε την Κυριακή το βράδυ στο σπίτι των γονιών του για το δείπνο, η αδερφή του ήταν ήδη εκεί, αλλά δεν έδειχνε ιδιαίτερα ευχαριστημένη για το γεγονός. Της έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα καθώς πήγαινε στο μπαρ να πάρει μια μπίρα. «Πήρα διαταγή να παραστώ», γκρίνιαξε η Λέιλα. «Της μαμάς τής καρφώθηκε ξαφνικά πως δεν έχουμε βρεθεί αρκετά σαν οικογένεια από τη μέρα που γύρισες. Έχει την εντύπωση πως, αν σου δείξουμε ότι σε αγαπάμε και μας λείπεις, θα μείνεις». «Τώρα μάλιστα», απάντησε ο Τρέις. «Δε μου λες, τι θα κάνουμε για να πείσουμε τον μπαμπά ότι η δουλειά στην τράπεζα είναι για σένα και όχι για μένα;» «Δε θα κάνουμε τίποτα», απάντησε η Λέιλα. «Εγώ έχω το δικό μου λογιστικό γραφείο και βγάζω αρκετά λεφτά ώστε να ζω άνετα. Δεν έχω καμιά ανάγκη να δουλέψω για την τράπεζα, και ειλικρινά


δεν έχω καμιά ανάγκη να δουλέψω για κάποιον ο οποίος δεν πιστεύει ότι έχω τα προσόντα να το κάνω». Ο Τρέις την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Ποτέ δεν ήταν τα προσόντα σου το πρόβλημα, Λέιλα». Εκείνη του χαμογέλασε. «Α, σωστά. Το πρόβλημα είναι το φύλο μου». Η μητέρα τους μπήκε εκείνη τη στιγμή στο δωμάτιο και άκουσε την παρατήρηση της Λέιλα, αλλά όχι τα συμφραζόμενα. «Δεσποινίς μου, αυτό δεν είναι κατάλληλο θέμα συζήτησης για Κυριακή απόγευμα. Άλλωστε, τι πρόβλημα έχει το φύλο σου;» «Ρώτα τον μπαμπά», της απάντησε η Λέιλα. «Όχι πάλι τα ίδια», είπε ανυπόμονα η Μπέατρις Ράιλι. «Ο πατέρας σου σου πρόσφερε μια θέση στην τράπεζα». «Κάπου πέντε βαθμίδες κατώτερη από αυτή που πρόσφερε στον Τρέις», της θύμισε η Λέιλα. «Δε βαριέσαι. Αυτή είναι παλιά ιστορία. Βρισκόμαστε εδώ για να γιορτάσουμε την επιστροφή του άσωτου υιού, ας το κάνουμε λοιπόν». Σήκωσε κοροϊδευτικά το ποτήρι με το κρασί της. «Λέιλα, αρκετά», τη μάλωσε η μητέρα της. «Πάω να ρίξω μια ματιά στο φαγητό. Ελπίζω η συμπεριφορά σου να έχει βελτιωθεί όταν γυρίσω». Ο Τρέις κάθισε δίπλα στην αδερφή του και της ψιθύρισε στο αυτί: «Δε με διευκολύνεις να αλλάξω τα πράγματα ώστε να αποκτήσεις αυτό που θέλεις». Εκείνη του χάρισε ένα βεβιασμένο χαμόγελο. «Δεν άκουσες τι σου είπα νωρίτερα; Έχω όλα όσα θέλω». «Τότε γιατί φέρεσαι σαν να είσαι έτοιμη να εκραγείς;» «Πέρασα άσχημη νύχτα, αν θέλεις να μάθεις». Ο Τρέις την κοίταξε καλύτερα και διέκρινε τη θλίψη στα λαμπερά μάτια της. «Τι συνέβη; Τσακώθηκες με τον Ντέιβ;» Η Λέιλα έβγαινε με τον ίδιο άντρα από το κολέγιο. Ο Ντέιβ Φίσερ ήταν ένας αρκετά συμπαθητικός άνθρωπος, αλλά όχι από αυτούς που μπορούσαν να ξυπνήσουν δυνατά πάθη, κατά τη γνώμη του Τρέις. Βέβαια, ήταν περίεργο να τον προβληματίζει κάτι


τέτοιο, τη στιγμή που ο Ντέιβ έβγαινε με την αδερφή του, αλλά πίστευε ότι η Λέιλα άξιζε να έχει δίπλα της έναν άντρα ενθουσιώδη. Αντίθετα, ο Ντέιβ ήταν σταθερός, καλός και ανούσιος όπως το κουάκερ που έτρωγε κάθε μέρα για πρωινό. Η μόνη φορά που τον είχε δει ο Τρέις να εξάπτεται ήταν όταν του είχαν κάνει τρία σεντς λάθος στο λογαριασμό του στην τράπεζα. «Με τον Ντέιβ δεν τσακωνόμαστε», του απάντησε μοιρολατρικά η Λέιλα. «Ο άνθρωπος αυτός θα με στείλει μια ώρα γρηγορότερα στον τάφο από την πλήξη». Ωραία! σκέφτηκε ο Τρέις. «Τότε βάλε ένα τέλος», της είπε. «Βρες κάποιον άλλο». «Στο Τσέσαπικ Σορς; Γνωρίζω όλους τους άντρες αυτής της πόλης από τότε που ήμασταν πιτσιρίκια. Δεν πρόκειται να ξυπνήσω ξαφνικά ένα πρωί, να δω κάποιον με άλλο μάτι και να αναφωνήσω: "Ω Θεέ μου, αυτός είναι ο άντρας των ονείρων μου!"» «Δεν πρόκειται να το μάθεις αν δε διακόψεις πρώτα από τον Ντέιβ. Δεν ξέρεις ποιος άλλος μπορεί να υπάρχει εκεί έξω για σένα. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι ετούτο το μέρος γεμίζει κόσμο τα Σαββατοκύριακα και το καλοκαίρι, και ανάμεσα σ’ αυτό τον κόσμο υπάρχουν επιχειρηματίες από την Ουάσινγκτον και τη Βαλτιμόρη. Αλλά δεν πρόκειται να γνωρίσεις κανέναν από αυτούς, αν κάθεσαι στον καναπέ σου στο σπίτι και παρακολουθείς το History Channel με τον Ντέιβ». Η Λέιλα αναστέναξε βαριά. «Υποθέτω πως έχεις κάποιο δίκιο, αλλά είναι δύσκολο να βάλεις τέλος όταν έχεις περάσει τόσα χρόνια με κάποιον. Ο Ντέιβ ήταν το δίχτυ ασφαλείας μου. Είναι καλός άνθρωπος. Πραγματικά». Ο Τρέις είχε ακούσει τα ίδια και για έναν άλλο άντρα πρόσφατα. Και καμιά από τις δύο φορές δεν τα είχε χωνέψει. «Χώρισε, Λέιλα. Σου χρειάζεται μια καινούρια αρχή. Δε θα είσαι ποτέ ευτυχισμένη αν συνεχίσεις να σέρνεσαι σ’ αυτή την αδιέξοδη σχέση». «Δεν είναι αδιέξοδη», του απάντησε. Ο Τρέις ανοιγόκλεισε έκπληκτος τα μάτια του. «Δεν είναι;»


«Μου ζήτησε να τον παντρευτώ. Χτες το βράδυ, για την ακρίβεια. Είχε καταγράψει όλα τα επιχειρήματά του σ’ ένα χαρτί για να μου εξηγήσει πόσο λογικό και πρακτικό θα ήταν. Η λίστα ήταν πολύ εκτενής». Ο Τρέις βόγκηξε. «Αυτή κι αν είναι η πρόταση που ονειρεύεται κάθε κοπέλα. Είμαι σίγουρος ότι σου κόπηκε η ανάσα». Η Λέιλα χαμογέλασε. «Η αλήθεια είναι πως ήταν πολύ αστείο. Ή θα ήταν, αν δεν είχα νιώσει τέτοια φρίκη. Καθόμουν εκεί και τον άκουγα, και το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν ότι αυτή θα ήταν η ζωή μου μέχρι να πεθάνω, μια λίστα με τα υπέρ και τα κατά». Ο Τρέις την κοίταξε θορυβημένος. «Δεν το σκέφτεσαι στ’ αλήθεια, έτσι; Σου δίνω το λόγο μου πως, αν το σκέφτεσαι, μπορείς να ξεχάσεις τη θέση στην τράπεζα. Αντίθετα, θα πω στον μπαμπά να σε κλείσει σε ψυχιατρείο». «Όχι, δεν το σκέφτομαι», του απάντησε η αδερφή του. «Είπα στον Ντέιβ όχι. Στην πραγματικότητα, χώρισα μαζί του». Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Τα σκούπισε ανυπόμονα. «Τον πλήγωσα, Τρέις. Τα έχασε εντελώς. Ένιωσα σαν να κλοτσούσα ένα κουτάβι που μου είχε εμπιστοσύνη. Ένιωσα απαίσια». «Καλύτερα να νιώσεις απαίσια για λίγες ώρες, ακόμα και για λίγες βδομάδες, παρά να είσαι δυστυχισμένη σε όλη σου τη ζωή», της είπε ο Τρέις. «Ο Ντέιβ θα το ξεπεράσει. Σου εγγυώμαι ότι θα βρει αντικαταστάτρια στο πι και φι, κάποια που θα του ταιριάζει πολύ καλύτερα από σένα». «Ίσως θα μπορούσα να του βρω εγώ μία», παρατήρησε σκεφτική η Λέιλα. Ο Τρέις την κοίταξε εμβρόντητος. «Είσαι τρελή; Έχεις φίλη που να την αντιπαθείς τόσο πολύ;» «Σταμάτα! Είναι υπέροχος άνθρωπος. Απλώς δεν ήταν κατάλληλος για μένα». «Εντάξει, σταματάω, αλλά πίστεψέ με, δε θα το εκτιμήσει αν προσπαθήσεις να του βρεις εσύ αντικαταστάτρια». «Γιατί όχι;»


«Επειδή είναι άντρας. Εμείς οι άντρες δεν αποδεχόμαστε εύκολα την απόρριψη, και σίγουρα δε θέλουμε να εμφανιστεί ύστερα από λίγες μέρες η γυναίκα που μας απέρριψε και να μας προσφέρει μια άλλη σαν πρόβατο επί σφαγή. Αν η Άμπι μου είχε στείλει μια φίλη της να με παρηγορήσει όταν εκείνη έφυγε, θα είχα γίνει έξαλλος». Η Λέιλα τον κοίταξε σκεφτική. «Μπορεί να ήταν καλύτερα αν το είχε κάνει». «Γιατί το λες αυτό;» «Επειδή τότε θα σου είχε αποδείξει ότι σε είχε ξεπεράσει. Και ίσως είχες καταφέρει κι εσύ να προχωρήσεις, αντί να χαραμίσεις δέκα χρόνια λιώνοντας για εκείνη». Του Τρέις δεν του άρεσε ο τρόπος που είχε συνοψίσει η αδερφή του τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. «Δεν τα χαράμισα. Δημιούργησα μια πολύ πετυχημένη καριέρα». Η Λέιλα στριφογύρισε το δάχτυλο της στον αέρα. «Γιούπι!» Ο Τρέις συνοφρυώθηκε με την αντίδρασή της. «Και βγήκα με πολλές γυναίκες». «Πες μου δύο με τις οποίες βγήκες πάνω από δυο φορές», τον προκάλεσε η αδερφή του. «Α, περίμενε, είχες τη Ρενέ. Αυτή κράτησε μερικούς μήνες, μέχρι που ανακάλυψες ότι μπορεί εξωτερικά να ήταν φτυστή η Άμπι, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι της έμοιαζε και σε κάτι άλλο. Υπήρξε άλλη;» Προς μεγάλη του λύπη, ο Τρέις δεν είχε τι να της απαντήσει. «Εντάξει, δε δημιούργησα άλλη μακροχρόνια σχέση, αλλά όχι επειδή δεν προσπάθησα. Και η Ρενέ δεν έμοιαζε καθόλου με την Άμπι». «Πυρρόξανθα μαλλιά, γαλανά μάτια, λυγερή κορμοστασιά», απαρίθμησε η αδερφή του. «Σου ακούγονται γνωστά όλα αυτά;» «Δε με παρατάς», της είπε ο Τρέις, θέλοντας να βάλει τέλος σ’ αυτή τη συζήτηση. Η Λέιλα, ωστόσο, είχε και άλλα να πει. «Εξάλλου, αγαπητέ μου αδερφούλη, το περιστασιακό σεξ δεν είναι το ίδιο με μια σοβαρή σχέση», του δήλωσε τη στιγμή που επέστρεφε η μητέρα τους.


«Μην προσπαθήσετε να με πείσετε ότι και αυτή η συζήτηση έχει σχέση με τις διαφορές των δύο φύλων», είπε η Μπέατρις κοιτάζοντας αποδοκιμαστικά και τους δύο. «Το δείπνο είναι έτοιμο και δε θέλω ν’ ακούσω ούτε μία λέξη για σεξ στο τραπέζι». «Ναι, μαμά», είπε ο Τρέις, συγκρατώντας με δυσκολία το χαμόγελο του. «Δεν πρόκειται ν’ ακούσεις αυτή τη λέξη να βγαίνει από το στόμα μου. Βέβαια, δεν μπορώ να μιλήσω και για λογαριασμό της Λέιλα. Για κάποιο λόγο, της έχει γίνει εμμονή σήμερα». «Θα σε σκοτώσω», γρύλισε η Λέιλα καθώς τους προσπερνούσε πηγαίνοντας προς την τραπεζαρία. Η μητέρα τους κοντοστάθηκε και κοίταξε συνοφρυωμένη τον Τρέις. «Δεν καταλαβαίνω τι πάθατε εσείς οι δυο. Δεν είστε λίγο μεγάλοι για να τσακώνεστε;» Ο Τρέις αγκάλιασε τους σφιγμένους ώμους της. «Τι άλλο θέλεις να κάνουμε;» την πείραξε. «Μας απαγόρευσες το μόνο θέμα που βρίσκουμε και οι δύο ενδιαφέρον». Εκείνη σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό και μετά τον κοίταξε σοβαρά. «Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια με τη Λέιλα; Έχει περίεργη διάθεση από την ώρα που ήρθε». «Ρώτησέ την», της πρότεινε ο Τρέις. «Το νέο δεν είναι δικό μου για να το ανακοινώσω». Η μητέρα του συνοφρυώθηκε αμέσως, ανήσυχη. «Δεν πιστεύω να παντρεύεται με τον Ντέιβ, έτσι;» Ο Τρέις ανακουφίστηκε που δεν ήταν ο μόνος που έβρισκε τον Ντέιβ ακατάλληλο για την αδερφή του. Και ένιωσε πως μπορούσε να καθησυχάσει τη μητέρα του. «Όχι». «Δόξα τω Θεώ!» «Ίσως δε θα έπρεπε να δείξεις τόσο χαρούμενη όταν σου το ανακοινώσει», της είπε επιφυλακτικά. Εκείνη συνοφρυώθηκε. «Ξέρω να φέρομαι διπλωματικά όταν χρειάζεται». «Μια και μίλησες για διπλωματία, μητέρα, πώς θα καταφέρουμε να της εξασφαλίσουμε τη δουλειά που τόσο θέλει


στην τράπεζα;» τη ρώτησε. «Το ξέρεις ότι εκείνη θα έπρεπε να εργάζεται εκεί πέρα, όχι εγώ, αλλά είναι το ίδιο ξεροκέφαλη με τον μπαμπά». «Αυτό το ξέρω πολύ καλά. Δε ζω με τον πατέρα σου κοντά σαράντα χρόνια; Και πήρα μια απόφαση εδώ και πάρα πολύ καιρό να μην ανακατεύομαι με τις υποθέσεις της τράπεζας».. Η μητέρα του ήταν έτοιμη να περάσει στην τραπεζαρία όταν ο Τρέις τη σταμάτησε. «Ούτε όταν πρόκειται για την ευτυχία της κόρης σου;» Εκείνη τον κοίταξε. «Νόμιζα πως τα πάει καλά με το λογιστικό γραφείο που έχει ανοίξει». «Τα πάει. Δεν είναι αυτό το θέμα». «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι είναι τόσο σημαντικό για εκείνη να δουλέψει για τον πατέρα σας;» «Είμαι σίγουρος», της απάντησε. «Το έχει ανάγκη να ξέρει ότι πιστεύει σ’ αυτή, ότι την εμπιστεύεται». Η μητέρα του κούνησε αποφασιστικά το κεφάλι της. «Τότε είμαι σίγουρη ότι, αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας, θα βρούμε μια λύση. Θα το σκεφτώ». «Σ’ ευχαριστώ». Τον κοίταξε λυπημένη. «Θέλω απλά να μου υποσχεθείς ότι δε θα ξαναμείνεις τόσο καιρό μακριά όταν θα επιστρέψεις στη Νέα Υόρκη». «Δε θα ξαναμείνω τόσο καιρό μακριά», της είπε. «Το γεγονός ότι επέστρεψα ύστερα από τόσα χρόνια με έκανε να δω το Τσέσαπικ Σορς με άλλο μάτι». «Είμαι σίγουρη ότι αυτό έχει να κάνει και με την παρουσία της Άμπι εδώ», είπε η μητέρα του, κοιτάζοντάς τον έντονα καθώς περίμενε την απάντησή του. «Έχει». Η μητέρα του δίστασε. «Νομίζεις ότι νιώθει κι εκείνη το ίδιο; Για την πόλη, εννοώ». «Αν ρωτάς αν θα μπορούσαμε να κατασταλάξουμε εδώ κάποια στιγμή, δεν έχω ιδέα. Πρώτα θα πρέπει να μάθω αν εκείνη θα


σκεφτόταν να ξαναρχίσει μια σχέση μαζί μου. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στη συνέχεια». Η μητέρα του χαμογέλασε. «Αυτό μου δίνει πάντως ένα λόγο να ελπίζω. Τίποτε δε θα με ευχαριστήσει περισσότερο από το να δω και πάλι μαζί εσάς τους δυο και να ζείτε εδώ». Τα μάτια της γέμισαν ενθουσιασμό. «Αχ, Τρέις, ξέρω το τέλειο σπίτι για σένα». Εκείνος φρόντισε αμέσως να βάλει φρένο στον ενθουσιασμό της. «Κάθε πράγμα με τη σειρά του, μητέρα». Δυστυχώς, εκείνη έδειχνε να έχει πάρει φόρα. Αγνόησε την προειδοποίηση του. «Ίσως θα έπρεπε να πεταχτώ αύριο μέχρι το πανδοχείο και να την προσκαλέσω σε γεύμα», είπε, δείχνοντας ευχαριστημένη με τον εαυτό της. «Ναι, αυτό ακριβώς θα κάνω». «Δε θέλω να φλερτάρεις την Άμπι για λογαριασμό μου», διαμαρτυρήθηκε ο Τρέις. Του έριξε ένα δύσπιστο βλέμμα που έλεγε άλλα. «Στο παρελθόν την έχασες, έτσι δεν είναι; Επομένως χρειάζεσαι κάθε δυνατή βοήθεια». Ο Τρέις γέλασε. «Έχεις δίκιο. Μπορεί και να τη χρειάζομαι». Η μητέρα του ήταν γνωστή στην πόλη για την πειθώ της. Αν μπορούσε να πείσει τους πάντες να ανοίξουν τα πορτοφόλια τους για τις αγαθοεργίες της, σίγουρα θα μπορούσε να πείσει την Άμπι να είναι λιγότερο συγκρατημένη σε ό,τι τον αφορούσε. Και εκείνος δε χρειαζόταν κάτι περισσότερο. Ήταν σίγουρος πως στη συνέχεια θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα μόνος του.


Κεφάλαιο 14 Η Άμπι αποφάσισε να επιστρατεύσει το βαρύ πυροβολικό για να πείσει τη μητέρα της ότι ήταν απαραίτητο να επισκεφθεί το Τσέσαπικ Σορς για τα εγκαίνια του πανδοχείου της Τζες. «Κάρι, Κέιτλιν, ελάτε εδώ. Θα τηλεφωνήσουμε στη γιαγιά Μέγκαν». Οι δίδυμες ήρθαν τρέχοντας. Λάτρευαν τη μητέρα της, γιατί τις πήγαινε βόλτες σε γκαλερί, στο θέατρο και στο Ζωολογικό Κήπο του Μπρονξ. Η Άμπι αμφέβαλλε αν ήταν σε θέση να καταλάβουν σ’ αυτή την ηλικία κάτι από τέχνη, αλλά και μόνο η επαφή τους μ’ αυτή καλό τους έκανε. Και τους άρεσε να πηγαίνουν στη συνέχεια για τσάι. Λάτρευαν τα μικροσκοπικά σάντουιτς και τα κεκάκια. Ύστερα, όταν γύριζαν σπίτι, διοργάνωναν και αυτές τσάγια με τις κούκλες τους τουλάχιστον για μια βδομάδα. Αναπόφευκτα, η Άμπι ευχόταν να είχε και η Τζες τέτοιες αναμνήσεις από τη μητέρα τους. Κοίταξε σοβαρά τις κόρες της και είπε: «Τώρα, προτού τηλεφωνήσω, θέλω να ξέρετε ότι θα προσπαθήσω να πείσω τη γιαγιά Μέγκαν ότι πρέπει να έρθει για τα εγκαίνια του πανδοχείου της θείας Τζες. Θα χρειαστεί να με βοηθήσετε κι εσείς να τα καταφέρω. Θέλω να της πείτε ότι σας λείπει, εντάξει;» τους ζήτησε, χωρίς να ντρέπεται που τις χειραγωγούσε. Στο κάτω κάτω, το έκανε για καλό σκοπό. «Μα μας λείπει. Πάρα πολύ», είπε η Κέιτλιν, ενώ η Κάρι συμφωνούσε κουνώντας το κεφάλι της. Ικανοποιημένη, η Άμπι σχημάτισε τον αριθμό της Μέγκαν. Όταν η μητέρα της απάντησε, έδωσε το τηλέφωνο στην Κάρι. «Γεια σου, γιαγιά Μέγκαν, εγώ είμαι, η Κάρι. Είναι εδώ και η Κέιτλιν».


Η Άμπι πάτησε το κουμπί της ανοιχτής ακρόασης. «Είμαι κι εγώ εδώ, μαμά». «Αχ, Θεέ μου, και είχα αρχίσει ν’ αναρωτιέμαι τι είχαν απογίνει τα αγαπημένα μου κορίτσια», είπε ζεστά η Μέγκαν. «Πάει πολύς καιρός που έχω να σας ακούσω». «Είμαστε στην παραλία», της είπε ενθουσιασμένη η Κάρι. «Με τη γιαγιά και τη θεία Τζες. Ήταν εδώ και ο παππούς Μικ». «Κατάλαβα», είπε η Μέγκαν, και η φωνή της έχασε ένα μέρος από τη ζεστασιά και τον ενθουσιασμό της. Η Άμπι πήρε το λόγο. «Αυτός είναι στην ουσία ο λόγος που σου τηλεφωνούμε, μαμά. Ελπίζουμε να έρθεις κι εσύ να μας βρεις». «Αποκλείεται», απάντησε με έμφαση εκείνη, χωρίς να αφήσει κανένα περιθώριο για συζήτηση. Ευτυχώς τα κορίτσια δεν έδωσαν σημασία στον τελεσίδικο τόνο της. «Μα, γιαγιά Μέγκαν, μας λείπεις πάρα πολύ και θα γίνει ένα μεγάλο πάρτι, άρα θα πρέπει να είσαι κι εσύ εδώ», της είπε η Κάρι. «Σε παρακαλώ, γιαγιά Μέγκαν», παρακάλεσε η Κέιτλιν. «Θα είναι ένα πάρα πολύ μεγάλο πάρτι. Θα αγοράσουμε μάλιστα καινούρια φορέματα και παπούτσια. Η μαμά λέει ότι μπορούμε να τα διαλέξουμε μόνες μας όταν έρθουμε στη Νέα Υόρκη να δούμε τον μπαμπά. Ίσως θα μπορούσες να μας βοηθήσεις κι εσύ». Ο δισταγμός της μητέρας της έκανε την Άμπι να καταλάβει ότι το κόλπο της είχε πιάσει. Η Μέγκαν δεν μπορούσε να αρνηθεί τίποτε στις μικρές, πόσω μάλλον μια εξόρμηση στα μαγαζιά. Οι ντουλάπες τους ξεχείλιζαν από φορέματα και αξεσουάρ των μεγαλύτερων σχεδιαστών παιδικής μόδας. Οι μικρές είχαν περισσότερα παπούτσια από την Άμπι, τα περισσότερα δώρα της γιαγιάς τους, που δεν τους χάλαγε χατίρι. «Εντάξει. Για πείτε μου, λοιπόν, γιατί γίνεται αυτό το μεγάλο πάρτι;» ρώτησε η Μέγκαν επιφυλακτικά, χωρίς να προδίδει τις προθέσεις της. Είχε ανοίξει ένα μικρό παραθυράκι και η Άμπι το εκμεταλλεύτηκε. «Η Τζες αγόρασε το παλιό πανδοχείο. Γι’ αυτό


ήρθα εδώ, για να τη βοηθήσω να το ανακαινίσει». Δε θεώρησε σκόπιμο να αναφέρει τις οικονομικές δυσκολίες της αδερφής της ή το ρόλο που είχαν παίξει στη δική της παρατεταμένη παρουσία εκεί. «Το πάρτι θα γίνει στις τριάντα Ιουνίου, μια μέρα πριν ανοίξει επίσημα τις πόρτες του το πανδοχείο. Θα είναι ένα καθαρά οικογενειακό γεγονός, μαμά. Σε παρακαλώ, κάν’ το για την Τζες». «Θα είναι και ο πατέρας σου εκεί;» «Υποσχέθηκε να γυρίσει από την Καλιφόρνια γι’ αυτόν το λόγο». «Τότε ξέρεις ότι δεν είναι καλή ιδέα, Άμπι. Μετά το διαζύγιο, εμείς οι δυο είναι αδύνατο να βρεθούμε στο ίδιο δωμάτιο χωρίς να τσακωθούμε. Θυμάσαι την αφόρητη ένταση κάθε φορά που ερχόμουν να δω εσάς, τα παιδιά μου. Και δεν πιστεύω ότι ο πατέρας σου γλύκανε ξαφνικά. Αν έχω δίκιο, με τη στάση του θα χαλάσει το κέφι της Τζες και όλων των άλλων. Θα βρεθούμε εμείς οι δυο στο επίκεντρο, ενώ η προσοχή όλων θα πρέπει να είναι στραμμένη στην Τζες». «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα τσακωθείς οπωσδήποτε με τον μπαμπά; Η τελευταία φορά που ειδωθήκατε εσείς οι δυο ήταν στο γάμο μου». Η Άμπι μόρφασε όταν θυμήθηκε πόσο αμήχανη ήταν τότε η ατμόσφαιρα, με τους γονείς της να κάνουν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να αποφύγουν ο ένας τον άλλο. Πάντως, σίγουρα ο χρόνος θα πρέπει να είχε μειώσει την ένταση. «Δε νομίζεις ότι θα μπορούσατε να φερθείτε πολιτισμένα για χάρη της Τζες; Της το χρωστάς αυτό, μαμά. Σκέψου πόσες άλλες μεγάλες στιγμές της ζωής της έχεις χάσει». «Μόνο επειδή μου έδειξε καθαρά ότι δε με ήθελε εκεί», απάντησε κουρασμένα η Μέγκαν. Η Άμπι όφειλε να παραδεχτεί ότι η Τζες είχε δυσκολέψει τη μητέρα τους να συνεχίσει να παίζει κάποιο ρόλο στη ζωή της περισσότερο απ’ όλους τους. Είχε αρνηθεί πεισματικά να την επισκέπτεται στη Νέα Υόρκη, και ο Μικ δεν είχε επιμείνει ποτέ να κάνει η μικρή κόρη του αυτό το ταξίδι. Κι όταν ερχόταν η Μέγκαν στο Τσέσαπικ Σορς να τους δει, η Τζες είχε φοβερά ξεσπάσματα όσο


ήταν μικρή και στη συνέχεια φρόντιζε να εξαφανίζεται. Η Άμπι ήξερε ότι η αδερφή της τα έκανε όλα αυτά επειδή ήταν πληγωμένη και ότι η Μέγκαν θα έπρεπε να είχε προσπαθήσει περισσότερο να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσά τους, αλλά δεν ήταν πολύ αργά να αρχίσει να το κάνει τώρα. «Λοιπόν, σε θέλω εγώ εδώ τώρα», της είπε αποφασιστικά η Άμπι. «Και η Τζες σε χρειάζεται εδώ, είτε το παραδέχεται είτε όχι». «Σε παρακαλώ, γιαγιά Μέγκαν», την καλόπιασε η Κέιτλιν. «Θα το σκεφτώ», απάντησε στο τέλος η Μέγκαν. «Θα το σκεφτείς πραγματικά;» την πίεσε η Άμπι. «Ή θα το ξεχάσεις μόλις κλείσουμε το τηλέφωνο;» «Θα το σκεφτώ πραγματικά», τη βεβαίωσε η Μέγκαν. «Η Μπρι και τα αδέρφια σας θα έρθουν;» Υπήρχε μια λαχτάρα στη φωνή της καθώς ρωτούσε. «Δεν έχω μιλήσει ακόμα μαζί τους. Αμφιβάλλω αν ο Κέβιν θα έχει γυρίσει από το Ιράκ. Κάθε αποστολή του εκεί κρατάει αρκετούς μήνες. Υποθέτω, πάντως, πως η Μπρι και ο Κόνορ θα προσπαθήσουν να έρθουν. Θα είναι μια πραγματική μάζωξη των Ο’Μπράιεν, μαμά, και δε θα είναι το ίδιο αν δεν είσαι κι εσύ εδώ». «Θα το σκεφτώ λιγάκι και θα σου απαντήσω σε μια δυο μέρες», της υποσχέθηκε η Μέγκαν. «Αν δε συμφωνήσεις, εγώ και οι κόρες μου θα σου γίνουμε τσιμπούρι όταν θα έρθουμε στη Νέα Υόρκη. Καλύτερα να υποχωρήσεις από τώρα». «Είπα ότι θα το σκεφτώ. Είναι το περισσότερο που μπορώ να σου υποσχεθώ». «Καλά τότε», είπε η Άμπι, υποχωρώντας για την ώρα. «Σας αγαπώ, κορίτσια», είπε η μητέρα της. «Σ’ αγαπάμε», φώναξαν οι μικρές και έφυγαν τρέχοντας από το δωμάτιο για να βγουν στον κήπο. «Κι εγώ σ’ αγαπώ», είπε η Άμπι. «Και θα σου τηλεφωνήσω για να κανονίσουμε την εξόρμηση στα μαγαζιά με τα κορίτσια. Γεια σου, μαμά».


Έκλεισε το τηλέφωνο, και όταν γύρισε είδε τη γιαγιά της να την κοιτάζει με φρίκη. «Τι έκανες;» τη ρώτησε η γιαγιά. «Κάλεσα τη μαμά στο πάρτι εγκαινίων του πανδοχείου», της απάντησε κάπως προκλητικά. Η γιαγιά της την κοίταξε ανήσυχη. «Αχ, Άμπι, γιατί το έκανες αυτό; Το ξέρεις ότι θα έχει άσχημη κατάληξη». «Δεν το ξέρω», επέμεινε εκείνη. «Αυτή είναι η μεγάλη βραδιά της Τζες. Τη ρώτησες τι θέλει;» «Όχι, γιατί θα μου έλεγε να μην την καλέσω, αν και ξέρω ότι θα είναι πολύ σημαντικό για κείνη να έχει τη μαμά δίπλα της. Είναι πολύ θυμωμένη και φοβάται μήπως η μαμά την απορρίψει, γι’ αυτό την κάλεσα εγώ για λογαριασμό της». «Και ο πατέρας σου; Πώς νομίζεις ότι θα νιώσει ο Μικ; Αν το μάθει, θα προτιμήσει να μείνει εκεί που βρίσκεται, στην άλλη άκρη της χώρας, παρά να ξαναδεί τη Μέγκαν κάτω από τούτη τη στέγη. Ήταν αρκετά σκληρό για εκείνον τότε που ήταν αναγκασμένος να τη δέχεται εδώ για να βλέπει εσάς τα παιδιά». «Νομίζω ότι κάνεις λάθος», είπε η Άμπι, αν και με λιγότερη σιγουριά από αυτή που ένιωθε μερικά λεπτά νωρίτερα. Η γιαγιά ήξερε τον Μικ καλύτερα από τον καθένα. «Μπορεί τελικά να καταφέρουν και εκείνοι να παραμερίσουν τα εμπόδια ή τουλάχιστον να βρουν έναν τρόπο να φέρονται πολιτισμένα, ώστε να μπορεί η οικογένεια να γιορτάζει όλες τις σημαντικές περιστάσεις ενωμένη». Η γιαγιά κούνησε το κεφάλι της. «Εσύ ήσουν πάντα αισιόδοξη. Όπως και να έχει το πράγμα, δε ζήτησες εκ των προτέρων τη γνώμη μου, οπότε η ευθύνη είναι δική σου. Ελπίζω μόνο να μην το μετανιώσεις». Η Άμπι αναστέναξε με τον απειλητικό τόνο της. Και προσευχήθηκε να μην είχε δίκιο η γιαγιά της, και να μην της γύριζε όλη αυτή η υπόθεση μπούμερανγκ. Για να προετοιμάσει το έδαφος στην περίπτωση που χρειαζόταν ενισχύσεις, τηλεφώνησε στην Μπρι. Η αδερφή της είχε κερδίσει μια υποτροφία και βρισκόταν


στο Σικάγο όπου έγραφε το σενάριο ενός θεατρικού έργου. Η Άμπι δεν τη βρήκε σπίτι της, έτσι της άφησε μήνυμα στον τηλεφωνητή. Μετά δοκίμασε να βρει τον Κόνορ στο διαμέρισμά του στη Βαλτιμόρη, αλλά κατέληξε να αφήσει και σ’ εκείνον μήνυμα. Αν και είχε πολύ διάβασμα ως τελειόφοιτος της νομικής, η Άμπι ήταν σίγουρη ότι ο αδερφός τους θα έβρισκε χρόνο για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Τώρα το μόνο που είχε μείνει ήταν να ενημερώσει την Τζες για τις κινήσεις της. Και ήταν σίγουρη ότι ήταν προτιμότερο να το κάνει αφού έπαιρνε απάντηση από όλους. Έτσι θα είχε τουλάχιστον μερικές μέρες περιθώριο να καταστρώσει μια στρατηγική ώστε να μην την κατηγορήσει ξανά η Τζες ότι προσπαθούσε να της κατευθύνει -αν όχι να της καταστρέψει- τη ζωή. Τον Απρίλιο η Τζες είχε αφιερώσει κάμποσες μέρες για να πάρει συνεντεύξεις ώστε να βρει τον κατάλληλο σεφ για το πανδοχείο, και τελικά τα είχε καταφέρει. Η Γκέιλ Τσέιμπερς, αν και δεν είχε κλείσει ακόμα τα τριάντα, είχε πολύ καλές συστάσεις. Είχε δουλέψει ως βοηθός σεφ σε πολλά καλά εστιατόρια στην Ανατολική Ακτή του Μέριλαντ, αλλά ανυπομονούσε να αναλάβει την αποκλειστική ευθύνη μιας κουζίνας. Επίσης, είχε παντρευτεί πρόσφατα έναν άντρα που είχε δυο παιδιά και ήθελαν να εγκατασταθούν σε μια μικρή, κλειστή κοινότητά όπου τα παιδιά θα μπορούσαν να αποκτήσουν καλή μόρφωση, αλλά και η οποία να βρίσκεται σε σχετικά μικρή απόσταση από τη δουλειά του συζύγου της στην Αννάπολη. Το Τσέσαπικ Σορς και το πανδοχείο ταίριαζαν τέλεια στις ανάγκες τους. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι η κουζίνα του πανδοχείου δεν ήταν σύγχρονη. Η Τζες είχε υποσχεθεί να την αναβαθμίσει με την επαγγελματική στόφα που βρισκόταν στην κορυφή της λίστας των επιθυμιών της Γκέιλ. Τώρα, μετά την ένεση των μετρητών της Άμπι, η Τζες αποφάσισε ότι θα μπορούσε να τηρήσει την υπόσχεσή της.


«Έχω μια συνάντηση με την καινούρια σεφ», είπε στην αδερφή της τη Δευτέρα, φεύγοντας από το πανδοχείο στη μέση του πρωινού. Η Άμπι μόλις που σήκωσε το βλέμμα της από το χαρτοβασίλειο όπου έδειχνε να είναι μονίμως βουτηγμένη. «Καλή διασκέδαση», μουρμούρισε και ξαναγύρισε στη δουλειά της. Για μια φορά, η Τζες χάρηκε που η Άμπι δεν της είχε δώσει όλη την προσοχή της. Περίμενε πως θα της έκανε καβγά γι’ αυτή την αγορά. Εκείνη πίστευε πως τώρα πλέον είχε κάθε λόγο να προχωρήσει στην αγορά του συγκεκριμένου εξοπλισμού, αλλά κάτι της έλεγε πως η αδερφή της θα διαφωνούσε. Μια ώρα αργότερα, η Τζες και η Γκέιλ χάζευαν συσκευές και σκεύη που θα έκαναν τον οποιονδήποτε σεφ να κλάψει από ζήλια. Αλλά και η ίδια η Τζες κόντεψε να βάλει τα κλάματα όταν είδε τις τιμές τους στα καρτελάκια. Δεν είχε ιδέα ότι τα επαγγελματικά μαγειρικά σκεύη θα μπορούσαν να είναι τόσο ακριβά. Είχε ρίξει όμως μια ματιά στο λογαριασμό τους στην τράπεζα και ήξερε ότι υπήρχαν χρήματα για να κάνει αυτή την επένδυση για το μέλλον του πανδοχείου. Καταπίνοντας την αγωνία της για την αντίδραση της Άμπι, στράφηκε στην Γκέιλ. «Εντάξει, εδώ θα πρέπει να δείξουμε σύνεση. Αν ήταν να διαλέξεις ένα μόνο πράγμα, ποιο θα διάλεγες; Μια καινούρια στόφα; Ένα μεγαλύτερο ψυγείο; Κάτι άλλο;» Η Γκέιλ πήγε κατευθείαν στην πελώρια στόφα Βίκινγκ που λειτουργούσε με ηλεκτρικό και με γκάζι. Είχε φούρνο με αέρα, πολλαπλές εστίες και ειδική σχάρα για τα ψητά. Η Τζες μόρφασε όταν είδε την τιμή. «Θα κρατήσει για πάντα», είπε η Γκέιλ νιώθοντας το δισταγμό της. «Είναι μια επένδυση για την οποία δε θα μετανιώσεις ποτέ. Αν αγοράσεις κάτι φτηνό, όποια οικονομία κάνεις τώρα θα την πληρώσεις μακροπρόθεσμα σε επισκευές». «Υποθέτω πως έχεις δίκιο», απάντησε η Τζες, αναγνωρίζοντας αμέσως ότι το επιχείρημα της Γκέιλ ήταν λογικό. Σίγουρα, όσο ρεαλίστρια κι αν ήταν η Άμπι, θα συμφωνούσε κι εκείνη. Παρ’ όλα


αυτά, η Τζες μπορούσε να φανταστεί την αντίδραση της. «Μήπως υπάρχει άλλο μοντέλο, κάτι πιο μικρό που θα δούλευε εξίσου καλά; Θέλω να πω, πιθανότατα δε θα χρειάζεται να μαγειρεύουμε πολύ συχνά για πολύ κόσμο». «Ναι, αλλά όταν θα το κάνουμε, θα χρειάζεται να έχουμε μια στόφα αυτού του μεγέθους. Διαφορετικά δε θα μπορείς να αναλάβεις κάποιες εκδηλώσεις. Κάτι είπες, ότι θέλεις να διοργανώνεις γάμους στο πανδοχείο. Ακόμα και για μια δεξίωση πενήντα ατόμων, θα χρειαστείς τις δυνατότητες που σου προσφέρει μια τέτοια στόφα». Η Γκέιλ είχε χρησιμοποιήσει το πιο πειστικό χαρτί. Η Τζες είχε μεγάλα όνειρα, ήθελε να αναπτύξει τις ιδιωτικές εκδηλώσεις στο πανδοχείο. Σίγουρα δε θα ήταν σε θέση να αναλάβουν συνέδρια, αλλά θα μπορούσαν να οργανώνουν μικρούς, στυλάτους γάμους και οικογενειακές συναθροίσεις. Και η σεφ της θα χρειαζόταν τον κατάλληλο εξοπλισμό αν αναλάμβαναν τέτοιου είδους εκδηλώσεις. «Εντάξει, θα την αγοράσουμε», είπε αποφασιστικά. «Έλα να βρούμε τον πωλητή να το κανονίσουμε». Προσευχήθηκε να ήταν μόνη της στο πανδοχείο όταν θα έρχονταν να την παραδώσουν. Όταν πια θα ήταν εγκατεστημένη στη θέση της, θα ήταν πολύ πιο δύσκολο για την Άμπι να επιμείνει να την επιστρέψουν. Στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι η αδερφή της έμπαινε σπάνια στην κουζίνα, εκτός από τις φορές που ήθελε να πάρει κάποιο αναψυκτικό από το ψυγείο ή να σερβίρει καφέ από την καφετιέρα, μπορεί να μην πρόσεχε καν την καινούρια συσκευή. Η Τζες κοίταξε τη γιγαντιαία στόφα και αναστέναξε. Μάλλον απίθανο, σκέφτηκε. Το πιθανότερο ήταν να κάνουν καβγά τρικούβερτο μόλις την έβλεπε η Άμπι. Η Τζες ατσάλωσε τα νεύρα της για τον καβγά που θα ακολουθούσε. Για μια φορά θα έπρεπε να πατήσει πόδι. Δικό της ήταν το πανδοχείο. Δική της και η απόφαση. Τα λεφτά όμως είναι της Άμπι, την τσίγκλησε μια φωνή μέσα της.


Όχι, σκέφτηκε η Τζες προκλητικά. Τώρα τα λεφτά ήταν του πανδοχείου. Η Άμπι είχε κάνει μια επένδυση. Κανείς δεν της είχε δώσει τον έλεγχο εκτός από τον Τρέις, αλλά στα χαρτιά, τουλάχιστον, το πανδοχείο ανήκε αποκλειστικά στην Τζες. Εξακολουθούσε να έχει κάθε δικαίωμα να γράφει επιταγές. Ω, ποιον κορόιδευε; Από τότε που ο Τρέις είχε βάλει την Άμπι υπεύθυνη των οικονομικών, η Τζες γύρευε αφορμή να τσακωθεί με την αδερφή της για το ποιος έκανε κουμάντο. Θα μπορούσε μια χαρά να τσακωθεί για μια εκπληκτική μαγειρική συσκευή, αντί για τα ψιλοπράγματα που διαπληκτίζονταν μέχρι τώρα. «Είσαι λίγο χλομή», παρατήρησε η Γκέιλ. «Είσαι σίγουρη ότι πρέπει να την αγοράσεις; Είναι η συσκευή των ονείρων μου, αλλά δε θέλω να τινάξεις τον προϋπολογισμό σου στον αέρα για να την πάρεις. Σε λίγες βδομάδες θα θέλω να αγοράζω τρόφιμα ποιότητας για τα πιάτα μου, όχι να τσιγκουνεύομαι τα υλικά». «Δεν υπάρχει πρόβλημα», της απάντησε η Τζες αποφασιστικά και παίρνοντας την απόδειξη της πιστωτικής κάρτας της την υπέγραψε. Στη συνέχεια κατάφερε να περιορίσει το χρονικό περιθώριο της παράδοσης στις δύο βδομάδες και σημείωσε προσεκτικά την ημερομηνία και την ώρα. Κάτι της είχε πει η Άμπι νωρίτερα ότι θα πήγαινε για λίγες μέρες στη Νέα Υόρκη, άρα ο συγχρονισμός θα πρέπει να ήταν τέλειος. Όλα θα πήγαιναν καλά, καθησύχασε τον εαυτό της. Βέβαια, αν ήταν σίγουρη γι’ αυτό, γιατί πάσχιζε τόσο σκληρά να γίνει η παράδοση όταν θα έλειπε η Άμπι; Αντί να κάτσει να το σκεφτεί, γύρισε και είπε στην Γκέιλ: «Έχεις ώρα να πάμε για φαγητό; Θα πρέπει να αρχίσουμε να κουβεντιάζουμε τα μενού». Τα μάτια της σεφ άστραψαν. «Θαύμα. Έχω ήδη πάρα πολλές ιδέες». Τις επόμενες δύο ώρες έμειναν καθισμένες σε ένα φαστφουντά- δικο κρατώντας σημειώσεις για κυρίως πιάτα, ορεκτικά, πρωινά και, φυσικά, για τα αμαρτωλά επιδόρπια που θεωρούσαν και οι δυο τους απαραίτητα. Η Τζες χρησιμοποίησε


κάθε χαρτάκι που είχε στην τσάντα της, ακόμα και αυτό με τις πληροφορίες για την παράδοση. Αλλά καν το σημειωματάριο της Γκέιλ τελείωσε. Τη στιγμή που έφευγαν από το εστιατόριο, η Τζες έδωσε όλες τις σημειώσεις στην Γκέιλ. «Θα επικοινωνήσω σε μια δυο μέρες μαζί σου για τα μενού της ημέρας, αλλά και με ιδέες για τα ορεκτικά του πάρτι των εγκαινίων», της υποσχέθηκε η Γκέιλ προτού χωρίσουν. Η Τζες την αγκάλιασε, νιώθοντας ευχαριστημένη για τον ενθουσιασμό και την προφανή εμπειρία της. «Νομίζω πως θα συνεργαστούμε πάρα πολύ καλά οι δυο μας». «Κι εγώ το ίδιο». Η Τζες επέστρεψε σπίτι πετώντας. Ένιωθε σχεδόν τον ίδιο ενθουσιασμό με τη μέρα που είχε υπογράψει τα χαρτιά της αγοράς του πανδοχείου. Όλα εξελίσσονταν όπως τα είχε φανταστεί. Το πανδοχείο θα άνοιγε σε λίγες βδομάδες και από κει και πέρα όλα θα κυλούσαν ομαλά. Σκέφτηκε να πάει κατευθείαν στο πανδοχείο να μοιραστεί τον ενθουσιασμό της με την Άμπι όπως είχε σχεδιάσει, αλλά τελικά αποφάσισε να το πει στη γιαγιά. Κατά βάθος φοβόταν ότι η αδερφή της θα έβρισκε κάποιο τρόπο να καταστρέψει τον ενθουσιασμό της. Και σήμερα ήθελε να χαρεί για το κατόρθωμά της, όχι να ακούσει μια ακόμα διάλεξη για τα λάθη της. Θα υπήρχε χρόνος γι’ αυτό, όταν η Άμπι ανακάλυπτε το λογαριασμό για την καινούρια στόφα. Μέχρι το μεσημέρι, η Άμπι είχε τελειώσει με τους λογαριασμούς του πανδοχείου και είχε αφοσιωθεί στη δουλειά που πλήρωνε τους δικούς της λογαριασμούς. Κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι της και είδε τον Τρέις να την κοιτάζει. «Δείχνεις χαριτωμένη με τα φρύδια σμιγμένα», της είπε χαμογελώντας. Η Άμπι έγειρε πίσω στην καρέκλα της. «Έχεις περίεργη άποψη του χαριτωμένου». «Όχι. Αυτό το παθαίνω μόνο μαζί σου. Σε βρίσκω πάντα χαριτωμένη».


Εκείνη τον αγριοκοίταξε σμίγοντας ακόμα περισσότερο τα φρύδια της. «Ό,τι ακριβώς ελπίζει να ακούσει κάθε γυναίκα». Εκείνος γέλασε με την αγανάκτησή της. «Πόσες φορές σου έχω πει ότι είσαι όμορφη; Δεν το έχεις χωνέψει ακόμα; Και σέξι. Σου έχω πει πόσο σέξι είσαι;» Η Άμπι συγκράτησε το χαμόγελο της. «Δε νομίζω ότι μου το έχεις πει. Τουλάχιστον ότι είμαι σέξι». «Υποθέτω ότι σκέφτηκα πως εξυπακούεται, αφού αρπάζω και την παραμικρή ευκαιρία για να σε φιλήσω». Δεν τους είχαν δοθεί και τόσες πολλές ευκαιρίες, σκέφτηκε η Άμπι, αλλά οι λίγες που τους δόθηκαν ήταν αξέχαστες. Σίγουρα, όμως, εκείνος δε χρειαζόταν να το μάθει. Ο εγωισμός του ήταν αρκετά υπερτροφικός. «Αλήθεια, τι γυρεύεις εδώ;» «Είχαμε ραντεβού. Δεν το θυμάσαι;» «Ραντεβού;» επανέλαβε εκείνη έκπληκτη. «Παγωτό με τις δίδυμες. Σκέφτηκα να προσθέσω και γεύμα». «Θέλεις ειλικρινά να περάσεις τόση πολλή ώρα με τις κόρες μου;» Ο Τρέις συνοφρυώθηκε με την ερώτησή της. «Γιατί να μη θέλω; Είναι καταπληκτικά παιδιά». «Θα μπορούσα να σε κάνω να αλλάξεις γνώμη, αφήνοντάς σε να τις πας μόνος σου στην πόλη. Πιστεύω ότι μετά θα έχεις εντελώς διαφορετική γνώμη». Ο Τρέις τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα της. «Άμπι Γουίντερς, κακολογείς τις δύο αξιολάτρευτες κορούλες σου; Με σοκάρεις». «Απλώς είμαι ρεαλίστρια». Κοίταξε το κοστούμι υψηλής ραπτικής, το κολλαριστό λευκό πουκάμισο και τη μεταξωτή γραβάτα του. Καταπληκτικό ντύσιμο για τραπεζίτη, αλλά όχι για κάποιον που θα γευμάτιζε με τις κόρες της. «Πού ακριβώς σκέφτεσαι να γευματίσουμε; Το ντύσιμο σου είναι για το ναυτικό όμιλο». «Σκεφτόμουν να πάρουμε χοτ ντογκ από τον πλανόδιο στο τέλος της Μέιν Στρητ», της απάντησε αμέσως. «Τα κορίτσια


μπορούν να τρέξουν με την ψυχή τους στην παραλία και να κάψουν κάμποσες θερμίδες, ενώ εμείς θα καθίσουμε να κουβεντιάσουμε σαν μεγάλοι». Η Άμπι κούνησε το κεφάλι της. «Είσαι πραγματικά ονειροπόλος. Κι αν είναι αυτό το σχέδιο σου, προτείνω να κάνεις μια στάση στο διαμέρισμά σου και να αλλάξεις, εκτός αν θέλεις να γεμίσουν τα ρούχα σου με κέτσαπ, μουστάρδα και παγωτό». «Προσέχω πολύ όταν τρώω». «Η Κάρι και η Κέιτλιν δεν προσέχουν». «Α, κατάλαβα. Εντάξει, θα αφήσω το σακάκι και τη γραβάτα μου στο αυτοκίνητο». Την κοίταξε με μια πονηρή λάμψη στα μάτια του. «Ή μήπως ήλπιζες να ρίξεις μια κλεφτή ματιά στο διαμέρισμά μου και να με τσακώσεις με τα εσώρουχα;» «Με τις δυο πεντάχρονες κόρες μου μπροστά; Δε νομίζω». «Εντάξει, λοιπόν, πάμε να τις πάρουμε και φύγαμε». Η Άμπι σηκώθηκε, αλλά προτού προλάβει να πάρει την τσάντα της και το πουλόβερ που είχε ρίξει στους ώμους της το πρωί που είχε έρθει με τα πόδια στο πανδοχείο, ο Τρέις την άρπαξε από τον καρπό. «Λέω να απολαύσω πρώτα το επιδόρπιο», της είπε και της έδωσε ένα αργό, παθιασμένο φιλί που έβαλε φωτιά στο δωμάτιο. «Ναι, σέξι. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό». Η Άμπι τον κοίταξε τρέμοντας, με μάτια θολά. «Αυτό δεν περιλαμβάνεται στο μενού». «Αλήθεια;» τη ρώτησε αθώα εκείνος. «Εγώ θα ορκιζόμουν ότι ήταν η σπεσιαλιτέ της ημέρας». Η Άμπι τον κοίταξε αυτάρεσκα. «Ε, λοιπόν, αφού σε ικανοποίησε τόσο, δεν έχει παγωτό για σένα μετά. Ούτε άλλα κλεμμένα φιλιά». Δε θ’ άντεχαν άλλο τα νεύρα της. Όσο περνούσε ο καιρός, ήταν όλο και πιο δύσκολο να πείσει τον εαυτό της ότι με τον Τρέις δεν ήταν τίποτε περισσότερο από δυο παλιοί φίλοι, γιατί είχε αρχίσει να θυμάται με συγκλονιστική καθαρότητα πόσο περισσότερα είχαν υπάρξει.


«Κύριε Ράιλι, μπορούμε να φάμε άλλο ένα παγωτό χωνάκι;» παρακάλεσε η Κάρι, πασαλειμμένη με σοκολάτα από την κορυφή μέχρι τα νύχια από το προηγούμενο. Βέβαια, ένα μεγάλο μέρος του είχε καταλήξει στο χώμα καθώς έπαιζε κυνηγητό με την αδερφή της. Η Κέιτλιν ήταν πασαλειμμένη με παγωτό φράουλα και δεν είχε τελειώσει ακόμα το πρώτο χωνάκι, αλλά άρχισε να χοροπηδάει δίπλα στην αδερφή της. «Ναι, σας παρακαλούμε», είπε ακουμπώντας το πασαλειμμένο χεράκι της στο μηρό του, με αποτέλεσμα να αφήσει ένα ροζ λεκέ στο παντελόνι του. Ο Τρέις κοίταξε την Άμπι, που είχε γυρίσει αλλού το κεφάλι της, προσπαθώντας να μη γελάσει. Μέχρι στιγμής, είχε ένα λεκέ από μουστάρδα στο μανίκι του, κέτσαπ στο πουκάμισο του μπροστά και τώρα παγωτό φράουλα στο παντελόνι του. Σίγουρα θα είχε και σοκολάτα στο πρόσωπο του, γιατί η Κάρι είχε συρθεί νωρίτερα στο παγκάκι και τον είχε χτυπήσει χαϊδευτικά στο μάγουλο για να τον ευχαριστήσει για το πρώτο χωνάκι. Είχε γείρει τόσο πολύ το παγωτό της, που ο Τρέις είχε φοβηθεί ότι θα το άδειαζε όλο στα γόνατά του. Τώρα, κοιτάζοντας τα δυο ικετευτικά προσωπάκια, προσπάθησε να βρει μια απάντηση. Η λογική τού έλεγε πως δεν ήταν δυνατόν να πεινούσαν ακόμα, μετά από ενάμισι χοτ ντογκ η καθεμία, τηγανητές πατάτες και ένα διπλό παγωτό χωνάκι. Από την άλλη, τους είχε υποσχεθεί να φάνε όσο ήθελαν. Ξανακοίταξε την Άμπι, περιμένοντας κάποια καθοδήγηση εκ μέρους της, αλλά εκείνη προσποιήθηκε πάλι ότι ρέμβαζε τον κόλπο, αφήνοντάς τον να τα βγάλει πέρα μόνος του. «Εντάξει», είπε στο τέλος ο Τρέις. «Αλλά μόνο μια μπάλα, και αυτή τη φορά θα την πάρουμε σε μπολ. Ύστερα θα καθίσετε κάτω από εκείνο το δέντρο και θα τη φάτε με το κουτάλι». «Εντάξει», συμφώνησε η Κέιτλιν χαρούμενη. «Αυτή τη φορά θέλω βανίλια». «Κι εγώ», είπε η Κάρι. «Εσύ, Άμπι; Θέλεις άλλο παγωτό;»


«Νομίζω ότι ένα παγωτό βανίλια με ζεστή σάλτσα σοκολάτας που μάλιστα μ’ έβαλες να το φάω με το ζόρι- αρκεί». Ο Τρέις χαμογέλασε. «Απ’ ό,τι πρόσεξα, έφαγες και την τελευταία κουταλιά». «Και βέβαια! Δε γίνεται ν’ αφήσεις ένα τέτοιο παγωτό να πάει χαμένο. Θα ήταν έγκλημα». «Εντάξει, λοιπόν, δυο μπάλες παγωτό βανίλια σε μπολάκια», είπε ο Τρέις. «Σε ένα λεπτό θα είμαι πίσω». Δεν είχε προλάβει να κάνει δυο βήματα όταν δυο μικρά πασαλειμμένα χεράκια έπιασαν τα δικά του δεξιά και αριστερά. «Θα βοηθήσουμε», του δήλωσε η Κάρι. Ο Τρέις αισθάνθηκε ένα σκίρτημα μέσα του όταν ένιωσε αυτά τα δυο χεράκια στα δικά του. Ήταν τόσο γλυκά, τόσο γεμάτα εμπιστοσύνη. Ένιωσε μια απρόσμενη, πανίσχυρη επιθυμία να τους προσφέρει πατρική προστασία. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μην τα πληγώσει ποτέ κανένας και τίποτα. Λίγα λεπτά αργότερα, αφού άφησε τα κορίτσια κάτω από το δέντρο με το μπολάκι το παγωτό βανίλια που μετατρεπόταν ταχύτατα σε σούπα, γύρισε κοντά στην Άμπι. «Ξέρεις, είναι πραγματικά υπέροχες. Είναι φανερό πως είσαι φανταστική μαμά». Προς μεγάλη του έκπληξη, την άκουσε να αναστενάζει. «Δε νιώθω πάντα ότι είμαι», του εξομολογήθηκε. «Στη Νέα Υόρκη δουλεύω πάρα πολύ. Είναι μέρες που μετά βίας προλαβαίνω να περάσω μια ώρα μαζί τους προτού πέσουν για ύπνο. Αναρωτιέμαι μήπως έρθει μια μέρα που θα μου κακιώσουν γι’ αυτό, όπως η Τζες είναι κακιωμένη με τον Μικ». «Δε μετράει η ποσότητα αλλά η ποιότητα του χρόνου που περνάς μαζί τους. Είναι φανερό πως σε λατρεύουν». «Μπορεί να το θεωρήσεις τρελό, αλλά είναι φορές που τις παρατηρώ, βλέπω τη σχέση που έχουν με την νταντά τους, και ζηλεύω. Νομίζω ότι εκείνη τις γνωρίζει καλύτερα από μένα. Εκείνη


ήταν δίπλα τους την πρώτη φορά που έκαναν πάρα πολλά πράγματα, ενώ εγώ όχι». «Έλα τώρα, μην τα βάζεις με τον εαυτό σου γι’ αυτό. Έθεσες τις προτεραιότητές σου, και το έκανες έχοντας στο μυαλό σου ποιο θα ήταν το καλύτερο και για εκείνες». «Έτσι είναι; Ή μήπως με έσπρωξε η δική μου φιλοδοξία;» Ο Τρέις συνοφρυώθηκε με την ερώτησή της. «Τώρα ακούω τον Γουές να μιλάει. Πόσες φορές σου έχει πει κάτι παρόμοιο;» «Πάρα πολλές», παραδέχτηκε η Άμπι. «Αλλά επειδή μου το είπε εκείνος, δε σημαίνει ότι είναι λάθος». «Είναι, αν σε κάνει να αμφισβητείς την ικανότητά σου ως μητέρας. Έχω δει προβληματικές μητέρες και, πίστεψέ με, εσύ δε βρίσκεσαι ούτε καν στην τελευταία γραμμή της λίστας. Θυμάσαι την Ντιλάιλα Μπένετ; Αυτή, μάλιστα, ήταν κακή μητέρα». Όπως το ήλπιζε ο Τρέις, η Άμπι χαμογέλασε. «Επειδή το σπίτι της ήταν η έδρα ενός ολόκληρου κυκλώματος πορνείας και ναρκωτικών;» «Ακριβώς. Βλέπεις τι εννοώ; Εσύ δεν μπορείς καν να την πλησιάσεις». «Ελπίζω όχι». «Και η Μίτσι Γκέιλορντ, τη θυμάσαι; Πήγαινε στους αγώνες ποδοσφαίρου των γιων της φορώντας καυτά σορτσάκια και σέξι τοπάκια». «Εντάξει, αυτό μπορεί να αναστάτωνε τον αντρικό πληθυσμό της πόλης, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι την καθιστούσε κακή μητέρα», του απάντησε η Άμπι, αλλά χαμογελούσε. Ο Τρέις σοβάρεψε. «Κοίτα, κακή μαμά είναι αυτή που εγκαταλείπει το σπίτι της όταν τα παιδιά της είναι πολύ μικρά για να καταλάβουν το λόγο. Κακή μαμά είναι αυτή που αφήνει τη δεκαεφτάχρονη κόρη της να πάρει το ρόλο της και να πασχίσει να διορθώσει τα πράγματα. Το έζησες αυτό με τη Μέγκαν. Ξέρεις από πρώτο χέρι τι σημαίνει να έχεις μια μητέρα στην οποία δεν μπορείς να στηριχτείς. Εσύ δε θα επιτρέψεις ποτέ να νιώσουν οι κόρες σου


αυτό τον πόνο». Την έπιασε από το πιγούνι. «Να μη σε ξανακούσω ποτέ να αμφισβητείς τις ικανότητές σου ως μητέρας». Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα από την ένταση που έκρυβαν τα λόγια του. «Η μαμά μου...» Η φωνή της έσβησε. Ήταν φανερό πως της ήταν αδύνατο να βρει μια ικανοποιητική εξήγηση για να δικαιολογήσει αυτό που της είχε κάνει η Μέγκαν, αυτό που είχε κάνει σε όλους τους. «Είχε ελαττώματα», είπε ο Τρέις πιο μαλακά. «Αυτό δε σημαίνει ότι είναι κακή γυναίκα, είναι απλώς ανθρώπινη. Αυτό που έκανε σ’ εσένα, στην Τζες και στα υπόλοιπα αδέρφια σας ήταν το χειρότερο λάθος. Πίστεψέ με, αυτά είναι τα λάθη που μπορούν να καταστρέψουν ένα παιδί, όχι το να δουλεύεις σκληρά για να εξασφαλίσεις τα χρήματα για να το μεγαλώσεις». Το κάτω χείλος της έτρεμε καθώς ψέλλιζε: «Είσαι απίθανος. Ξέρεις πάντα τι πρέπει να μου πεις, ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια. Το ίδιο συνέβαινε και όταν ήμασταν παιδιά. Δεν ξέρω αν θα είχα καταφέρει να τα βγάλω πέρα τότε, αν δε σε είχα δίπλα μου να μου λες αυτό που ήθελα ν’ ακούσω. Όταν η μαμά δε γύρισε να μας πάρει...» «Ήμουν εκεί, Άμπι. Είδα πόσο πονούσες. Και ό,τι σου είπα τότε σίγουρα θα ήταν ρηχό και επιπόλαιο, αλλά ήθελα απεγνωσμένα να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα». «Το θέμα είναι ότι προσπάθησες. Ο Μικ ήταν πολύ χαμένος στη δική του δυστυχία για να ασχοληθεί μ’ αυτά που περνούσαμε εμείς. Και η γιαγιά ήταν εντελώς πνιγμένη. Όσο για τα τελευταία χρόνια, ο Γουές δεν έκανε ποτέ τον κόπο να πει κάτι για να με υποστηρίξει». «Ε, καλά, ο Γουές είναι ο Γουές», είπε ο Τρέις. Η Άμπι σούφρωσε τα χείλια της. «Αυτό τα συνοψίζει όλα, σωστά;» Έριξε μια ματιά προς τη σκιά, όπου οι κόρες της είχαν ξαπλώσει στο γρασίδι και κοιμούνταν του καλού καιρού, έχοντας ξεχάσει τα μπολ με το λιωμένο παγωτό. «Νομίζω πως είναι ώρα να πηγαίνουμε».


«Εντάξει», είπε ο Τρέις. «Άφησέ με μόνο να σου πω κάτι ακόμα προτού φύγουμε. Από δω και πέρα, ανεξάρτητα με την εξέλιξη της δικής μας σχέσης, μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου. Κατάλαβες;» Η Άμπι τον κοίταξε για λίγο στα μάτια κι ύστερα έγνεψε καταφατικά με ένα αμυδρό χαμόγελο στα χείλη της. «Κατάλαβα». Στη φωνή της υπήρχε απόλυτη σιγουριά, και για πρώτη φορά από τότε που είχαν ξαναβρεθεί, πριν μερικές βδομάδες, ο Τρέις άρχισε να πιστεύει ότι μπορεί να υπήρχε πραγματική ελπίδα για το μέλλον τους. Και αυτή τη φορά θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να σιγουρευτεί ότι η Άμπι δε θα του έφευγε.


Κεφάλαιο 15 Στη διαδρομή με το ταξί προς την πόλη, η Άμπι δεν ένιωσε ίχνος από τον ενθουσιασμό που ένιωθε συνήθως όταν γύριζε στο Μανχάταν. Ένιωσε το άγχος της να αυξάνεται καθώς διέσχιζαν τη Γέφυρα Τράιμπορο και στη συνέχεια τον Αυτοκινητόδρομο Ρούσβελτ, αν και ο ουρανός ήταν καταγάλανος και ο ήλιος έλαμπε ανάμεσα στους ουρανοξύστες. Ήταν η αρχή του καλοκαιριού και η μέρα ήταν τέλεια. Σε μερικές βδομάδες η ζέστη θα γινόταν αποπνικτική καθώς ο ήλιος θα πύρωνε τα πεζοδρόμια. Άσχετα με τη δική της διάθεση, οι κόρες της έδειχναν ενθουσιασμένες που θα περνούσαν λίγες μέρες με τον πατέρα τους και θα πήγαιναν για ψώνια με τη γιαγιά τους. Είχαν συμφωνήσει με τη Μέγκαν να συναντηθούν εκείνο το πρωί για ψώνια και φαγητό. Ύστερα θα γύριζαν στο διαμέρισμά τους, απ’ όπου ο Γουές θα έπαιρνε τις μικρές για να μείνουν στο σπίτι του μέχρι τη Δευτέρα το απόγευμα. Ή Άμπι πάσχιζε να διώξει την ανησυχία της γι’ αυτό το σχέδιο. Ένα κομμάτι του εαυτού της εξακολουθούσε να φοβάται ότι, όταν ερχόταν η ώρα να ξαναφύγει με την Κάρι και την Κέιτλιν για το Τσέσαπικ Σορς, ο Γουές θα έβρισκε κάποιο κόλπο για να τις κρατήσει κοντά του. Προσπάθησε να διώξει αυτή την έννοια από το μυαλό της, αλλά αυτή συνέχισε να την τριβελίζει. Τη στιγμή που έφταναν στο διαμέρισμά τους στο Άπερ Ιστ Σάιντ, είδε τη μητέρα της να κατεβαίνει το δρόμο. Στα πενήντα τέσσερα, η Μέγκαν εξακολουθούσε να είναι μια γοητευτική, γεμάτη ζωντάνια γυναίκα, με μακριά πόδια και άνετο, γρήγορο βάδισμα. Τα κοντά μαλλιά της είχαν τώρα μια μελιά απόχρωση που τόνιζε τα μεγάλα, σκούρα μπλε μάτια της. Το πρόσωπο της ήταν σχεδόν αρυτίδωτο και η σιλουέτα της κομψή χάρη στις


καθημερινές επισκέψεις της στο γυμναστήριο όπου σύχναζαν αρκετές διασημότητες. Το γούστο της στα ρούχα ήταν αψεγάδιαστο, πράγμα που σήμαινε ότι μπορούσε να αναδείξει ένα ρούχο από εκπτωτικό πολυκατάστημα μέχρι τα ρούχα υψηλής ραπτικής που γέμιζαν την ντουλάπα της. Όταν η Μέγκαν είδε την κόρη της και τις εγγονές της να βγαίνουν από το ταξί, το πρόσωπο της φωτίστηκε από αναμφισβήτητη χαρά. Καθώς οι μικρές έτρεχαν κατευθείαν προς το μέρος της, η Άμπι πλήρωσε το ταξί, ακούμπησε τις αποσκευές τους στο πεζοδρόμιο και πλησίασε πιο αργά. Δεν ήταν ακόμα σίγουρη τι θα έλεγε για να πείσει τη μητέρα της να παρευρεθεί στα εγκαίνια του πανδοχείου. Μέχρι στιγμής, η Μέγκαν είχε αποφύγει συστηματικά να θίξει το θέμα και ο δισταγμός της ήταν ξεκάθαρος κάθε φορά που η Άμπι επιχειρούσε να το συζητήσει. «Τέλειος συγχρονισμός», είπε η Άμπι αγκαλιάζοντάς τη για μια στιγμή. «Πάμε πάνω να αφήσω τις τσάντες μας και φύγαμε». Στο ασανσέρ, η Άμπι παρατήρησε πιο προσεκτικά τη μητέρα της και διέκρινε μια υποψία κούρασης στα μάτια της. «Μαμά, όλα καλά;» «Απλώς έχω πολλά στο μυαλό μου τελευταία. Τίποτε ανησυχητικό όμως». Η Μέγκαν πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει. «Χαίρομαι πάρα πολύ που ξαναγυρίσατε σπίτι, έστω και για λίγες μέρες. Νιώθω κάπως χαμένη όταν λείπετε». Η Άμπι ένιωσε ένα τσίμπημα ενοχής, αλλά βιάστηκε να το διώξει. «Μαμά, έχεις αμέτρητους φίλους στη Νέα Υόρκη. Έχεις μια υπέροχη δουλειά που τη λατρεύεις. Έχεις φτιάξει μια καλή ζωή για τον εαυτό σου». «Αυτό είναι αλήθεια, αλλά εσείς είστε οι μόνοι συγγενείς που έχω εδώ, οι μόνοι που κρατάτε μια επαφή μαζί μου». Ακούγοντας τον τόνο νοσταλγίας στη φωνή της, η Άμπι συνειδητοποίησε τι συνέβαινε. «Μαμά, τι σε απασχολεί; Η πρόσκλησή μου στο Τσέσαπικ Σορς; Ξύπνησε παλιές αναμνήσεις;»


Η Μέγκαν έγνεψε καταφατικά. «Εν μέρει. Τώρα που εσείς τα παιδιά μεγαλώσατε και φύγατε από εκεί, εκτός από την Τζες, δεν έχω λόγο να πηγαίνω. Η τελευταία φορά ήταν στο γάμο σου». «Δε σε απασχολεί όμως μόνο αυτό, σωστά;» Η μητέρα της έριξε μια εύγλωττη ματιά προς τις μικρές. «Γιατί να μην το κουβεντιάσουμε αργότερα; Μας περιμένει μια μεγάλη μέρα». Η Άμπι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, αλλά δε σκόπευε να αναβάλει αυτή τη συζήτηση τόσο πολύ όσο έδειχνε να ελπίζει η μητέρα της. Μόλις μπήκαν στο διαμέρισμα, έστειλε την Κάρι και την Κέιτλιν στο δωμάτιο τους να διαλέξουν ό,τι ήθελαν να πάρουν μαζί τους στο σπίτι του πατέρα τους. «Έχουμε καιρό για ένα φλιτζάνι τσάι», είπε στη μητέρα της και πήγε στην κουζίνα χωρίς να περιμένει απάντηση. Εκεί υιοθέτησε την εύκολη λύση, που θα έκανε τη γιαγιά της να φρίξει, και έβαλε δυο κούπες με νερό στο φούρνο μικροκυμάτων με τα φακελάκια το τσάι μέσα. Δυο λεπτά αργότερα, ακούμπησε τις κούπες με το τσάι έτοιμο στο τραπέζι και έδειξε μια καρέκλα. «Κάθισε, μαμά. Μπορούμε να ξεκινήσουμε τη μεγάλη μέρα μας λίγα λεπτά αργότερα και να τα πούμε λιγάκι». Η μητέρα της παρέμεινε όρθια και κοιτούσε τον Ιστ Ρίβερ με την πλάτη γυρισμένη στην Άμπι. Όταν γύρισε προς το μέρος της, η έκφρασή της ήταν ψυχρή. «Πραγματικά πρέπει να πηγαίνουμε. Δεν έχουμε αρκετή ώρα για πρόβες και φαγητό πριν έρθει ο Γουές να τις πάρει». «Θα τα καταφέρουμε», της είπε η Άμπι. «Μίλησέ μου». Η Μέγκαν κάθισε τελικά αναστενάζοντας. «Εντάξει, αφού θέλεις να μάθεις, το συζήτησα με τον πατέρα σου τις προάλλες», παραδέχτηκε. Η Άμπι την κοίταξε έκπληκτη. «Μίλησες με τον μπαμπά; Εκείνος σου τηλεφώνησε;» Η Μέγκαν κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι. Ήθελα να βολιδοσκοπήσω την κατάσταση, να δω πώς θα ένιωθε αν ερχόμουν στο πάρτι της Τζες».


Η Άμπι ένιωσε τον τρόμο να της σφίγγει το στομάχι. «Και;» «Μου είπε να κάνω ό,τι θέλω», της απάντησε κουρασμένα η μητέρα της. Η Άμπι δεν έβλεπε κάποιο πρόβλημα, αλλά προφανώς υπήρχε. «Αυτό είναι καλό, σωστά; Σημαίνει ότι δεν έχει αντίρρηση να έρθεις. Άφησε την πόρτα ανοιχτή». Η μητέρα της την κοίταξε θλιμμένα. «Μιλάμε για τον πατέρα σου. Πρέπει να ξέρεις ότι δε θα σταματούσε εκεί. Πρόσθεσε πως έτσι κι αλλιώς αυτό θα έκανα. Με άλλα λόγια, με κατηγόρησε ότι είμαι εγωίστρια». «Πώς γίνεται να είσαι εγωίστρια κάνοντας κάτι που θα σήμαινε τόσα πολλά για την Τζες;» «Επειδή αυτό θα πλήγωνε τον Μικ. Αν έρθω εγώ, δε θα έρθει εκείνος». Η Άμπι δεν ήθελε να πιστέψει ότι ο πατέρας της θα φερόταν τόσο πεισματικά, αλλά τον είχε ικανό να μουλαρώσει, ιδιαίτερα σε ό,τι είχε σχέση με τη Μέγκαν. Άλλωστε, αυτός ήταν ουσιαστικά ο λόγος που είχαν καταλήξει στο διαζύγιο. Και η αλήθεια ήταν πως είχε παιχτεί κάτι παρόμοιο και στο γάμο της Άμπι, μέχρι που είχε πατήσει πόδι η γιαγιά. Η Άμπι ήξερε από τη συζήτηση που είχε μαζί της ότι η γιαγιά της δε σκόπευε να ανακατευτεί αυτή τη φορά. «Σου το είπε στα ίσια αυτό;» ρώτησε. «Όχι μ’ αυτά τα λόγια. Αλλά πήρα το μήνυμα. Μπορούσα πάντα να τον καταλάβω, ακόμα και όταν έμενε στωικά αμίλητος». «Μαμά, σε παρακαλώ, μη μείνεις μακριά γι’ αυτόν το λόγο», την παρακάλεσε η Άμπι. «Αυτή είναι η τέλεια ευκαιρία να κάνεις μια προσπάθεια να πλησιάσεις την Τζες. Το πανδοχείο σημαίνει πάρα πολλά γι’ αυτή, κι ακόμα κι αν δεν το παραδεχτεί, η υποστήριξή σου θα είναι το παν για εκείνη. Αν ο μπαμπάς δεν μπορεί να αντέξει την παρουσία σου εκεί, τότε το πρόβλημα είναι δικό του». «Αχ, γλυκιά μου, ξεχνάς ότι εκεί είναι το σπίτι του. Εγώ είμαι αυτή που έφυγε. Δεν μπορώ να εμφανιστώ έτσι απλά σαν να μη συνέβη τίποτε. Έχει δίκιο. Είναι εγωιστικό. Δε θα πληγώσω μόνο


τον Μικ. Οι αδερφές και οι αδερφοί σου έχουν επίσης πρόβλημα μαζί μου. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η εκδήλωση να καταλήξει σε ένα μεγάλο δράμα, αντί να είναι χαρούμενη γιορτή όπως αξίζει στην Τζες». Η Άμπι πάσχισε να βρει έναν πειστικό τρόπο να της αλλάξει γνώμη. «Και αν καταφέρω να πείσω τον μπαμπά να δώσει την έγκρισή του; Ή αν σου κλείσω δωμάτιο στο πανδοχείο και δε χρειαστεί να μείνεις στο σπίτι; Τότε θα έρθεις; Ίσως στην αρχή τα πράγματα να είναι λίγο αμήχανα, αλλά μπορεί να είναι μια ευκαιρία να κάνουμε μια νέα αρχή σαν οικογένεια». Η Μέγκαν της έριξε ένα περίεργο βλέμμα. «Γιατί αυτό είναι τόσο σημαντικό για σένα;» «Επειδή πρέπει να είμαστε όλοι μαζί αυτή τη σημαντική μέρα της Τζες». Η μητέρα της πήρε το χέρι της και το έσφιξε. «Πάντα ήσουν πιο καλή μάνα από μένα. Παλεύεις πολύ σκληρά για να είναι όλοι ευτυχισμένοι, να φερόμαστε σαν οικογένεια ακόμα και όταν καταρρέουν τα πάντα. Αλλά αυτό δεν είναι δική σου δουλειά, Άμπι. Ο Μικ και εγώ φτιάξαμε αυτή την οικογένεια και στη συνέχεια τα κάναμε μούσκεμα. Εμείς πρέπει να επανορθώσουμε». «Θα το κάνεις λοιπόν; Θα επανορθώσεις, ώστε να μπορέσεις να είσαι εκεί για χάρη της κόρης σου; Για όλους μας; Ξανατηλεφώνησε στον μπαμπά. Και για μια φορά μίλησέ του πραγματικά, πες του πόσο σημαντικό είναι». Η Μέγκαν μόρφασε. «Αυτό το προσπάθησα. Και σου είπα πόσο καλά πήγε». Άλλαξε θέμα και ρώτησε: «Είχες νέα από την Μπρι; Θα έρθει;» Η Άμπι δεν είχε μιλήσει με την αδερφή της, αλλά είχε πάρει ένα e-mail της στο οποίο της έγραφε ότι σχεδίαζε να πάει. «Έτσι λέει». «Και ο Κόνορ;» «Μπορεί να έρθει μόνο για μια μέρα, αλλά θα είναι εκεί. Ο μόνος που θα λείπει θα είναι ο Κέβιν. Και εσύ, εκτός αν αλλάξεις γνώμη».


«Απλώς δε θέλω να κάνω τον πατέρα σου περισσότερο δυστυχισμένο απ’ ό,τι τον έχω κάνει ήδη. Και το ίδιο ισχύει και για την Τζες. Μπορεί να ένιωθα διαφορετικά αν μου το είχε ζητήσει η ίδια. Δε μου λες, το ξέρει ότι το κουβεντιάζουμε;» «Όχι ακριβώς», παραδέχτηκε η Άμπι. «Ήθελα να βεβαιωθώ ότι θα έρθεις προτού πω κάτι. Δεν ήθελα να της δώσω ελπίδες και στη συνέχεια να την απογοητεύσω». Η Μέγκαν της έριξε ένα επιφυλακτικό βλέμμα. «Είσαι σίγουρη ότι θα απογοητευόταν; Για πολύ καιρό αφότου έφυγα, δεν ήθελε να μου μιλήσει καν στο τηλέφωνο. Κάθε φορά που ερχόμουν να σας δω, έβρισκε κάποιο τρόπο να με τιμωρήσει που είχα φύγει. Ό,τι και να δοκίμασα, δεν έπιασε μαζί της». Είδε την Άμπι έτοιμη να μιλήσει και σήκωσε ψηλά το χέρι της. «Όχι ότι δε μου άξιζε, αλλά κανείς σας δεν ξέρει όλη την ιστορία». «Ποια ιστορία;» ρώτησε η Άμπι ξαφνιασμένη. Η Μέγκαν δίστασε. «Ας μην το κουβεντιάσουμε τώρα. Το θέμα είναι ότι η Τζες δεν πρόκειται να χαρεί αν έρθω». «Μαμά, αυτό δεν το ξέρεις», διαμαρτυρήθηκε πάλι η Άμπι. «Το ξέρω», επέμεινε η Μέγκαν. «Μπορεί εσύ να μη μου το έχεις πει, αλλά ξέρω ότι εκείνη αρνείται να με δει κάθε φορά που έρχεται να σε επισκεφθεί. Ω, έχεις βρει ένα σωρό ευφάνταστες δικαιολογίες, αλλά ξέρω ότι η Τζες ήταν αυτή που απέρριπτε τις προσκλήσεις μου κάθε φορά που πρότεινα να πάμε για ψώνια, για ποτό ή για φαγητό οι τρεις μας». Η Άμπι δεν μπορούσε να το αρνηθεί. «Αυτό δε σημαίνει ότι εσύ θα πρέπει να σταματήσεις τις προσπάθειες». «Δεν τις σταμάτησα ούτε θα τις σταματήσω, αλλά δεν τρέφω και πολλές ελπίδες ότι θα αλλάξει γνώμη για μένα», της απάντησε η Μέγκαν κουρασμένα. «Ακόμα και τον πρώτο καιρό μετά την αναχώρηση μου, αρνιόταν κατηγορηματικά να έρθει στη Νέα Υόρκη για επίσκεψη. Το ξέρω ότι θα μπορούσα να την αναγκάσω να το κάνει, αλλά ήξερα ότι σας είχα απογοητεύσει φοβερά όλους. Υποθέτω πως ήλπιζα ότι με τον καιρό θα κατάφερνα να ξεκαθαρίσω την κατάσταση με τον καθένα σας χωριστά. Εμείς οι


δυο το κάναμε. Νομίζω ότι αυτό έγινε επειδή ήσουν η μεγαλύτερη και ίσως καταλάβαινες εν μέρει γιατί έπρεπε να φύγω. Αλλά οι άλλοι εξακολουθούν να είναι πολύ θυμωμένοι μαζί μου, και έχουν κάθε δικαίωμα να νιώθουν έτσι. Οι τακτικές επισκέψεις μου για να τους δω δεν αναπλήρωναν την ανάγκη τους να έχουν τη μητέρα τους συνέχεια δίπλα τους». Η Άμπι είχε μια ερώτηση στην άκρη της γλώσσας της, μια ερώτηση που δεν είχε τολμήσει ποτέ μέχρι τώρα να κάνει. Τα τελευταία χρόνια, εκείνη και η μητέρα της είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν μια καινούρια σχέση, αλλά η Άμπι υποπτευόταν ότι αυτό είχε γίνει επειδή δεν της είχε θέσει ποτέ δύσκολες ερωτήσεις. Είχε αφήσει τη Μέγκαν να ξεγλιστρήσει, αποδεχόμενη μια επιφανειακή σχέση επειδή ήταν καλύτερη από το τίποτα. Τώρα όμως είχε έρθει η ώρα να σκάψει κάτω από την επιφάνεια. Έπρεπε να μάθει γιατί η Μέγκαν δεν είχε γυρίσει να πάρει τα παιδιά της, όπως της είχε υποσχεθεί βγαίνοντας από την πόρτα. «Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;» «Ασφαλώς». «Τη μέρα που έφυγες μου υποσχέθηκες πως θα γύριζες να μας πάρεις. Γιατί δε γύρισες; Γιατί δεν πάλεψες να πάρεις την κηδεμονία μας, ιδιαίτερα της Τζες; Ήταν πολύ μικρή, μόλις εφτά χρονών, και πίστεψε ότι έφυγες επειδή ήταν πολύ μεγάλος μπελάς». Η Μέγκαν αντέδρασε με φρίκη ακούγοντας αυτή τη δήλωση. «Όχι! Πώς μπόρεσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο;» «Έλα τώρα, μαμά», είπε ανυπόμονα η Άμπι. «Δεν είσαι τόσο αφελής. Τα παιδιά πάντα πιστεύουν ότι αυτά φταίνε για το διαζύγιο. Με την Τζες τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα εξαιτίας της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής. Ήταν μπελάς. Κοντέψαμε να τρελαθούμε όλοι όσο προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι έτρεχε μαζί της. Είχε ανάγκη τη μητέρα της. Αντί γι’ αυτό, εσύ την εγκατέλειψες». Τα μάτια της Μέγκαν γέμισαν δάκρυα. «Το ξέρω. Και σου ορκίζομαι ότι σκόπευα πάντα να κρατήσω το λόγο μου και να


γυρίσω να σας πάρω όλους. Βρήκα μάλιστα και ειδικό σχολείο που θα ήταν τέλειο για τις μαθησιακές δυσκολίες της Τζες. Ήθελα απλώς λίγο χρόνο για να τακτοποιηθώ, να νοικιάσω ένα σπίτι για όλους μας, να βρω μια δουλειά ώστε να έχω τα δικά μου χρήματα και να μη βασίζομαι στη στήριξη του Μικ». Κοίταξε την Άμπι με σοβαρή έκφραση. «Ειλικρινά, είχα κάνει ένα πρόγραμμα. Στην αρχή έπεσα έξω στο χρόνο. Και εσείς ήσασταν όλοι πολύ πληγωμένοι και θυμωμένοι. Κάθε φορά που επέστρεφα σπίτι για να σας δω, το χάσμα ανάμεσα μας γινόταν μεγαλύτερο. Λες και με είχατε βγάλει από τη ζωή σας». Όταν η Άμπι άρχισε να διαμαρτύρεται και να της λέει πως αυτή η συμπεριφορά ήταν ο προστατευτικός τους μηχανισμός, η Μέγκαν τη σταμάτησε. «Καταλαβαίνω γιατί το κάνατε», της είπε. «Ήσασταν πληγωμένοι. Κανείς σας δε μου είχε εμπιστοσύνη. Στο τέλος είπα κι εγώ στον εαυτό μου ότι ήσασταν καλύτερα με τον Μικ, ότι ήσασταν ευτυχισμένοι στο σπίτι που μένατε πάντα, ότι σας είχε ανάγκη και εκείνος». Μόλις τελείωσε τη φράση της, απέρριψε με ένα κούνημα του χεριού τις εξηγήσεις της. «Δεν είναι δικαιολογία αυτή. Θα έπρεπε να είχα προσπαθήσει να βρω μια λύση μαζί του, αλλά όταν επιχείρησα να το κάνω, μου τόνισε αυτό που είχα διαπιστώσει και μόνη μου, ότι είχατε καταφέρει τελικά να ορθοποδήσετε και ότι θα ήταν άλλη μια εγωιστική πράξη εκ μέρους μου αν αναστάτωνα πάλι τη ζωή σας. Ήξερα ότι θα ήσασταν καλά. Ήξερα ότι ο Μικ ήταν καλός πατέρας. Άφησα τον εαυτό μου να πιστέψει ότι αυτό θα ήταν αρκετό για σας. Συμβιβάστηκα να μείνω στο περιθώριο της ζωής σας στέλνοντας δώρα και κάνοντας εκείνες τις όλο και πιο αμήχανες επισκέψεις». «Κάρτες; Δώρα; Επισκέψεις;» είπε η Άμπι κατάπληκτη. «Τι σημασία είχαν όλα αυτά, τη στιγμή που εσύ και ο μπαμπάς είχατε φύγει!»


Η Μέγκαν χλόμιασε, φανερά σοκαρισμένη από το έντονο ύφος της. «Τότε δεν ήξερα ότι ο Μικ είχε αρχίσει να αναλαμβάνει ακόμα περισσότερες δουλειές μακριά από την πόλη». «Θα είχες κάνει κάτι διαφορετικό αν το ήξερες;» Η Μέγκαν κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, αν και δεν κοίταξε την Άμπι στα μάτια. «Θέλω να πιστεύω ότι θα είχα παλέψει πιο σκληρά για την κηδεμονία, όπως σκόπευα να κάνω αρχικά». Όταν η κόρη της την κοίταξε με δυσπιστία, πρόσθεσε: «Μπορώ να σου δείξω τα ενημερωτικά φυλλάδια των ιδιωτικών σχολείων που μελετούσα με τις ώρες. Γιατί νομίζεις ότι ήταν τόσο μεγάλο το πρώτο μου διαμέρισμα; Δε χρειαζόμουν τόσα δωμάτια μόνο για τον εαυτό μου. Το πλήρωνε ο Μικ για να είμαστε όλοι άνετα». Η Άμπι ξαφνιάστηκε όταν συνειδητοποίησε ότι την πρώτη φορά που είχε πάει να επισκεφθεί τη μητέρα της στη Νέα Υόρκη, το διαμέρισμά της είχε πράγματι τέσσερα υπνοδωμάτια. Ο Μικ θα πρέπει να είχε πληρώσει μια περιουσία για ένα τόσο μεγάλο διαμέρισμα. Χρόνια αργότερα, όταν η Άμπι είχε εγκατασταθεί πια στη Νέα Υόρκη για να δουλέψει και ο Κέβιν, η Μπρι και ο Κόνορ πήγαιναν στο λύκειο ή στο κολέγιο, η Μέγκαν είχε μετακομίσει σ’ ένα μικρότερο διαμέρισμα με ένα μόνο ξενώνα. Κατά τα φαινόμενα, όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε παραιτηθεί από το αρχικό της σχέδιο να πάρει τα παιδιά της κοντά της. «Λυπάμαι, μαμά, Υποθέτω ότι ήταν εύκολο να παρεξηγήσουμε τις προθέσεις σου». «Και βέβαια ήταν εύκολο. Και το λάθος ήταν αποκλειστικά δικό μου. Δεν έφτανε να σας ζητήσω απλώς να έρθετε στη Νέα Υόρκη, να έχω την απαίτηση να κάνετε άνω κάτω τις ζωές σας επειδή εγώ δεν μπορούσα να ζήσω πια με τον πατέρα σας. Θα έπρεπε να είχα παλέψει για να το πετύχω, κι αν δεν τα κατάφερνα, να ξαναγύριζα ακόμα και στο Τσέσαπικ Σορς». «Να ξαναγύριζες στον μπαμπά, εννοείς;» «Όχι. Αυτό θα ήταν αδύνατον. Τίποτε δεν είχε αλλάξει». «Πίστευες ότι θα άλλαζε;» τη ρώτησε η Άμπι. «Ο μπαμπάς; Είναι ο πιο ξεροκέφαλος άνθρωπος που ξέρω».


Η Μέγκαν γέλασε με τα λόγια της. «Υποθέτω πως, με έναν εντελώς παράλογο τρόπο, πίστεψα πως η αναχώρησή μου θα τον ανάγκαζε να μείνει σπίτι και θα είχατε τον μπαμπά σας κοντά σας. Και ήξερα ότι η γιαγιά σας θα αναπλήρωνε το όποιο κενό άφησα πίσω μου. Σας λάτρευε και τους πέντε. Δε θα μπορούσατε να ζητήσετε καλύτερη μητέρα». «Ναι, αλλά εσύ είσαι η μητέρα μας», της θύμισε η Άμπι με πάθος. «Η γιαγιά δε θα έπρεπε να υποχρεωθεί να αναλάβει τις δικές σου ευθύνες». «Όχι, δε θα έπρεπε», παραδέχτηκε η Μέγκαν. «Το ότι έφυγα και άφησα εσένα και τα αδέρφια σου... θα το μετανιώνω μέχρι να πεθάνω. Πίστεψέ με, καταλαβαίνω πόσο πολλά έχω χάσει με τον τρόπο που χειρίστηκα το θέμα. Όσο συχνά και να σας επισκεπτόμουν, έχασα πολλές σημαντικές στιγμές της ζωής σας». «Έχεις μετανιώσει πραγματικά;» τη ρώτησε επιφυλακτικά η Άμπι. «Και για τον μπαμπά; Μετανιώνεις που τον άφησες;» Σιωπή υποδέχτηκε την ερώτησή της, αλλά οι δυο κόκκινες βούλες που έβαψαν τα μάγουλα της μητέρας της ήταν αρκετή απάντηση. Η Άμπι άπλωσε τα χέρια της και έπιασε τα χέρια της Μέγκαν. Ήταν παγωμένα. «Μαμά, τον αγαπάς ακόμα;» Προς μεγάλη της έκπληξη, η μητέρα της έπνιξε ένα καινούριο κύμα δακρύων. «Ποτέ δεν έπαψα να τον αγαπώ. Απλώς δεν μπορούσα να ζήσω άλλο μαζί του -ή χωρίς ουσιαστικά να είμαι μαζί του, για να είμαι πιο ακριβής». Η Άμπι ένιωσε την καρδιά της να πονά για εκείνη, και για τους δυο τους. Γιατί ήξερε, πάντα το ήξερε, ότι ο πατέρας της εξακολουθούσε να είναι απελπισμένα ερωτευμένος με τη μητέρα της. Μόνο η περηφάνια και η ξεροκεφαλιά του τον είχαν εμποδίσει να τρέξει πίσω της χρόνια πριν. Αυτή η σκέψη τής θύμισε τις αντιστοιχίες των πράξεων των γονιών της με όσα είχαν συμβεί ανάμεσα σ’ εκείνη και τον Τρέις. Η σχέση τους μπορεί να είχε λήξει πριν από χρόνια, αλλά τα συναισθήματα ποτέ δεν είχαν πεθάνει εντελώς. Και ίσως, αν και


στη δική τους περίπτωση δεν είχε υπερισχύσει η περηφάνια του Τρέις, να είχαν ξανασμίξει προτού μπλέξει εκείνη με τον Γουές. Βέβαια, αυτό σήμαινε ότι δε θα είχε τώρα την Κάρι και την Κέιτλιν, και δε θα μετάνιωνε ποτέ που είχε τα δυο υπέροχα κοριτσάκια της. Ίσως στη ζωή τα πάντα να γίνονταν όταν ήταν γραφτό να γίνουν. «Μαμά, αν έρθεις στο Τσέσαπικ Σορς, μπορεί να καταφέρεις να πετύχεις αυτό που θέλεις. Ούτε και ο μπαμπάς σταμάτησε ποτέ να σε αγαπά». «Αχ, γλυκιά μου, είσαι πολύ ρομαντική. Η αγάπη δε νικάει πάντοτε τα πάντα. Ο Μικ είναι πάντα ο Μικ. Η δουλειά του έχει πάντα προτεραιότητα, κι αυτό σημαίνει ότι θα καταλήξω για μια ακόμα φορά δυστυχισμένη και μόνη». «Όχι απαραίτητα», επέμεινε η Άμπι. «Έχουμε μεγαλώσει πια όλοι. Δε θα υπάρχει κάτι που να σε εμποδίζει να ταξιδεύεις μαζί του. Και, ειλικρινά, πιστεύω ότι δεν είναι πια τόσο παθιασμένος με τη δουλειά όσο παλιά. Νομίζω ότι μένει τόσο πολύ μακριά επειδή το σπίτι τού φαίνεται άδειο χωρίς εσένα. Έλα, μαμά, τι έχεις να χάσεις; Έλα για το πάρτι. Θα μιλήσω εγώ στον μπαμπά και θα σιγουρευτώ ότι θα έρθει κι εκείνος». Η Μέγκαν την κοίταξε λυπημένη. «Χρειάστηκε να παίξεις πολλούς ρόλους σ’ αυτή την οικογένεια, Άμπι. Δε θέλω να παίζεις και την προξενήτρα, ιδιαίτερα ανάμεσα στον Μικ και σ’ εμένα». «Εντάξει. Θα φροντίσω μόνο να βρεθείτε και οι δυο στην ίδια πόλη. Δε θα μπλεχτώ σε τίποτε άλλο. Αν θέλετε να μιλήσετε, θα μιλήσετε. Αν θέλετε να τα βρείτε, θα τα βρείτε. Από εσάς εξαρτάται». Η μητέρα της την κοίταξε με αμφιβολία. «Μπορείς να το κάνεις στ’ αλήθεια αυτό; Εσύ είσαι από τη φύση σου μαμά κλώσα. Σ’ αυτό μοιάζεις στη γιαγιά σου». «Ακόμα και η γιαγιά ξέρει πότε δεν πρέπει να ανακατεύεται. Το ίδιο κι εγώ». «Και θα μου κλείσεις δωμάτιο στο πανδοχείο, δε θα επιμείνεις να μείνω στο σπίτι;»


«Βεβαίως». Η Μέγκαν πήρε μια βαθιά ανάσα. «Εντάξει, θα το κάνω», είπε αποφασιστικά. «Ο τολμών νικά. Έτσι δε σας έλεγε η γιαγιά σας;» Η Άμπι χαμογέλασε. «Εγώ αλλιώς το θυμάμαι: Ποτέ δεν μπορείς να πεις ότι απέτυχες αν δεν προσπαθήσεις». «Τότε εγώ και θα τολμήσω και θα προσπαθήσω», δήλωσε η Μέγκαν κοιτάζοντας ανήσυχη την Άμπι. «Αλλά σε παρακαλώ, γλυκιά μου, μην τρέφεις πολλές ελπίδες. Η κατάσταση ανάμεσα στον Μικ και σ’ εμένα είναι μπερδεμένη. Δεν πρόκειται να διορθωθεί μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο. Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση μου με τις αδερφές σου και τον Κόνορ». «Αν, όμως, μείνεις μακριά, δεν υπάρχει περίπτωση να διορθωθεί κάτι». Η Άμπι σηκώθηκε, έσκυψε και αγκάλιασε τη μαμά της. «Τώρα, έλα να πάρουμε την Κάρι και την Κέιτλιν και να ορμήσουμε στο Μπλούμινγκντεϊλ’ς. Οι γυναίκες αυτής της οικογένειας πρέπει να βρουν φορέματα που θα κάνουν πάταγο». Η μητέρα της ύψωσε τα φρύδια της. «Μιλάς και για τον εαυτό σου; Ποιανού την προσοχή ελπίζεις να τραβήξεις;» «Κανενός συγκεκριμένα», είπε ψέματα η Άμπι. Η Μέγκαν την κοίταξε επίμονα, με το μητρικό ένστικτο της σε επιφυλακή. «Το κοκκίνισμα στα μάγουλά σου άλλα λέει. Μήπως διασταυρώθηκε ξανά ο δρόμος σου με του Τρέις;» Η Άμπι συνοφρυώθηκε. «Πώς σου ήρθε να μου κάνεις αυτή την ερώτηση; Έχω να τον δω χρόνια». «Επειδή προτού φύγω εσείς οι δυο ήσασταν αχώριστοι, και το πρόσωπο σου είχε την ίδια έκφραση που έχει και τώρα. Είναι ακόμα στο Τσέσαπικ Σορς;» «Ναι», παραδέχτηκε η Άμπι. «Τουλάχιστον για την ώρα». «Θεέ μου, αυτό το ταξίδι θα αποδειχτεί ακόμα πιο ενδιαφέρον απ’ ό,τι περίμενα». «Θα σου πω αυτό που μου είπες και εσύ: όχι προξενιά. Εντάξει;»


«Αν θυμάμαι καλά, παλιά δε χρειαζόσουν τη δική μου καθοδήγηση». Το πρόσωπο της Μέγκαν σοβάρεψε. «Μην τον αφήσεις να σου φύγει πάλι, Άμπι». Η Άμπι την κοίταξε κατάματα. «Θα μπορούσα να σου πω ακριβώς το ίδιο». Απ’ ό,τι είχαν αρχίσει να δείχνουν τα πράγματα, η νύχτα των εγκαινίων του πανδοχείου της Τζες θα έμενε αξέχαστη από πολλές απόψεις. Ή θα ήταν το έναυσμα για έναν καινούριο οικογενειακό πόλεμο. Η Άμπι είχε προσπαθήσει να έρθει σε επαφή με τον Μικ αρκετές φορές όσο βρισκόταν στη Νέα Υόρκη, αλλά ο πατέρας της ή είχε κλειστό το κινητό του ή απέφευγε να της μιλήσει. Μάλλον το δεύτερο, απ’ όσο τον ήξερε. Ο Μικ δε σκόπευε να κουβεντιάσει για τη Μέγκαν μαζί της, και πιθανότατα ήξερε ότι αυτός ήταν ο λόγος που του τηλεφωνούσε. Εκείνο το απόγευμα, όταν τηλεφώνησε στη γιαγιά για να την ενημερώσει ότι θα επέστρεφε με τις κόρες της στο Τσέσαπικ Σορς την Τρίτη το πρωί, της είπε: «Όταν μιλήσεις με τον μπαμπά, πες του, σε παρακαλώ, ότι δεν μπορεί να αποφεύγει τα τηλεφωνήματά μου για πάντα. Στην πραγματικότητα, αν χρειαστεί, θα μπω σ’ ένα αεροπλάνο και θα πάω να τον βρω στο Σαν Φρανσίσκο». Η γιαγιά γέλασε με τον έντονο τόνο της. «Θα το έκανες στ’ αλήθεια, έτσι;» «Ώσπου να πεις κύμινο». «Αυτό ακριβώς του είπα χτες το βράδυ». «Παραδέχτηκε ότι αγνοούσε σκόπιμα τα τηλεφωνήματά μου;» «Δεν παραδέχτηκε το παραμικρό. Μου είπε ότι δεν μπόρεσε να απαντήσει σε κάποια τηλεφωνήματά σου. Τα υπόλοιπα τα μάντεψα μόνη σου. Σου το είπα ότι δε θα χαιρόταν που κάλεσες εδώ τη Μέγκαν».


«Ε, λοιπόν, η Μέγκαν θα έρθει, και την επόμενη φορά που θα σε πάρει ο μπαμπάς, πες του ότι καλά θα κάνει να μου τηλεφωνήσει αμέσως. Φέρεται σαν κακομαθημένο παλιόπαιδο». «Πρόσεχε τα λόγια σου, νεαρή μου. Η μητέρα σου τον πλήγωσε άσχημα». «Αυτό το ξέρω», της απάντησε η Άμπι. «Το ίδιο κι εκείνη». «Τότε γιατί στην ευχή θα έρθει εδώ; Το μόνο που θα πετύχει θα είναι να αναστατώσει τους πάντες. Εντάξει, ερχόταν όταν τα αδέρφια σου ήταν μικρότερα, αυτό το καταλαβαίνω, αλλά τώρα γιατί; Αν θέλεις τη γνώμη μου, είναι πολύ αργά πια για να γυρίσει να παίξει το ρόλο της μητέρας». «Θέλει να επανορθώσει για τα λάθη που έκανε». «Σίγουρα δεν μπορεί να το κάνει αυτό μέσα σ’ ένα Σαββατοκύριακο», είπε νευριασμένη η γιαγιά της. «Αλλά είναι στο χαρακτήρα της να θέλει να γίνει το επίκεντρο της προσοχής σε μια εκδήλωση που θα έπρεπε να είναι η πιο σημαντική στιγμή της Τζες». Όλα αυτά τα χρόνια, η γιαγιά δεν είχε πει κουβέντα για τη Μέγκαν. Η Άμπι το είχε προσέξει, αλλά είχε υποθέσει ότι αυτό συνέβαινε επειδή είχε καταλάβει πως έφταιγαν και οι δύο γι’ αυτό το διαζύγιο. Τώρα το σχόλιο της έδειχνε πως είχε κρατήσει το στόμα της κλειστό για να μην πληγώσει τα εγγόνια της και τα συναισθήματά τους. «Πάντα νόμιζα ότι αγαπούσες τη μαμά», είπε. «Την αγαπούσα. Ακόμα την αγαπώ. Όταν έφυγε, ήταν σαν να έχασα την κόρη μου, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι εγκρίνω αυτό που έκανε. Οι μητέρες δεν εγκαταλείπουν τα παιδιά τους. Για κανένα λόγο. Δε με νοιάζει ποιες ήταν οι περιστάσεις. Το να εγκαταλείψει τον πατέρα σας το καταλαβαίνω. Εκείνος πιο πολύ έλειπε παρά ήταν στο σπίτι. Ειλικρινά, ανέκαθεν πίστευα πως το έκανε σε μια απελπισμένη προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή του. Δεν υπολόγισε ότι θα αντιδρούσε έτσι εξαιτίας της περηφάνιας του. Ύστερα τα πράγματα ξέφυγαν από κάθε έλεγχο και καταλήξαμε στο μπάχαλο που ζούμε τώρα».


«Νομίζω ότι έχεις δίκιο ως προς αυτό», είπε η Άμπι. «Πάντως, όπως και να είχαν τα πράγματα, για κανένα λόγο δεν έπρεπε να εγκαταλείψει εσένα, την Μπρι, την Τζες και τα αγόρια. Το ξέρω ότι ο Μικ την έπεισε να του παραχωρήσει την κηδεμονία και εκείνη να αρκεστεί στις επισκέψεις. Ο γιος μου πρόβαλε ισχυρά επιχειρήματα, επιμένοντας ότι θα έπρεπε να μείνετε στο σπίτι σας, κοντά στους συγγενείς και τους φίλους σας, αντί να μεγαλώσετε σε μια άγνωστη πόλη. Φταίει κι εκείνος για ό,τι συνέβη, αλλά η μητέρα σας θα έπρεπε να είχε παλέψει με νύχια και με δόντια για να εξασφαλίσει περισσότερο χρόνο στη ζωή σας». «Το μεγάλωμά μας θα πρέπει να ήταν ένα βαρύ και άδικο φορτίο για σένα», είπε η Άμπι. «Σαχλαμάρες! Είστε η μεγαλύτερη χαρά της ζωής μου. Εξάλλου, εσύ και τα αγόρια ήσασταν ήδη σχεδόν ενήλικοι, έτσι δε με προβληματίσατε ποτέ. Η Μπρι ήταν πάντα ήσυχη και μελετηρή, καθόταν πάνω και έγραφε στο ημερολόγιο της. Ξέρω ότι πήρε κατάκαρδα τη φυγή της μητέρας σας, αλλά δεν την τσάκισε όσο την Τζες». Η Άμπι αναστέναξε. «Πάντα καταλήγουμε στην Τζες, έτσι; Αυτή την πλήρωσε πιο άσχημα απ’ όλους». «Κι όμως, πασχίζει σκληρά ν’ αφήσει όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια πίσω της και να φτιάξει τη ζωή της. Και τώρα έρχεσαι εσύ και ανασκαλεύεις άσχημες αναμνήσεις». Η μομφή ήταν τσουχτερή. «Δεν ήταν αυτός ο σκοπός μου», είπε η Άμπι. «Όλοι χρειαζόμαστε τη μαμά ξανά στη ζωή μας, ακόμα και η Τζες. Στην πραγματικότητα, κυρίως η Τζες». «Ελπίζω να έχεις δίκιο». «Εσύ φρόντισε απλώς να βεβαιωθείς ότι θα μου τηλεφωνήσει ο μπαμπάς, εντάξει;» «Θα κάνω ό,τι μπορώ». «Τα κορίτσια κι εγώ θα είμαστε αύριο κοντά σου». «Αυτό μάλιστα. Δε βλέπω την ώρα να σας δω», είπε η γιαγιά με χαρούμενη φωνή. «Καλό ταξίδι». «Σ’ αγαπώ».


Η Άμπι έκλεισε το τηλέφωνο και κατέβηκε να πάρει ταξί για το γραφείο της. Αν και είχε καταφέρει να ξεπετάξει αρκετές από τις αναφορές που είχαν στοιβαχτεί στο γραφείο της το μήνα που έλειπε, είχε ακόμα πάρα πολλή δουλειά να τελειώσει μέχρι το βράδυ που θα έφερνε ο Γουές τις κόρες τους. Προς μεγάλη της έκπληξη, και μολονότι την ευχαριστούσε η ευκαιρία να ασχοληθεί με κάτι άλλο, δεν ένιωθε τη συνηθισμένη της ανυπομονησία να πέσει με τα μούτρα στον ξέφρενο ρυθμό των χρηματιστηριακών αγορών. Στην πραγματικότητα, σοκαρίστηκε όταν διαπίστωσε ότι την ενθουσίαζε πολύ περισσότερο η προοπτική να γυρίσει στο Τσέσαπικ Σορς -και στον Τρέις- το πρωί. Το χρυσό, περίτεχνο ρολόι στο ράφι του τζακιού -ένα κραυγαλέο δώρο μιας εκκεντρικής, πλούσιας θείας του Γουέςχτύπησε δέκα. Η Άμπι προσπάθησε απεγνωσμένα να μην τρομοκρατηθεί όταν σχημάτισε για μια ακόμα φορά το τηλέφωνο του Γουές και της απάντησε ο τηλεφωνητής. Θα έπρεπε να είχε φέρει την Κάρι και την Κέιτλιν εδώ και ώρες. Είχαν περάσει ήδη δυο ώρες από την ώρα που έπεφταν συνήθως για ύπνο, και ο Γουές το ήξερε. Ήξερε επίσης πως εκείνη θα βρισκόταν τώρα σε κατάσταση πανικού. Αυτή ήταν μια εσκεμμένη προσπάθεια να την τρομοκρατήσει. Δεν της είχε περάσει στιγμή από το μυαλό ότι τους είχε συμβεί κάτι. Δεν τις φανταζόταν σε κάποιο νοσοκομείο ή να διασχίζουν τους δρόμους με ένα ταξί που τις είχε απαγάγει. Αντίθετα, τις φανταζόταν βολεμένες με την άνεσή τους στο διαμέρισμα του Γουές, ενώ εκείνος προσπαθούσε να αποφασίσει πόση ώρα ακόμα θα την άφηνε να τρέμει από την αγωνία. Το ηλίθιο ρολόι, που είχε ένα γκονγκ που θα μπορούσε να αναστήσει και πεθαμένο, σήμανε τον τελευταίο από τους δέκα χτύπους, τεντώνοντας ακόμα περισσότερο τα ήδη τσιτωμένα νεύρα της. Το άρπαξε και το πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου, ευχόμενη να είχε μπροστά της τον Γουές για να του το φέρει στο


κεφάλι. Ένιωσε απίστευτη ικανοποίηση όταν το είδε να γίνεται θρύψαλα στο πάτωμα. Σχημάτισε πάλι τον αριθμό του σπιτιού του Γουές και μετά του κινητού του. Και στα δύο της απάντησε ο τηλεφωνητής. «Ως εδώ», γρύλισε και αρπάζοντας την τσάντα της πήγε στην πόρτα. Θα πήγαινε στο διαμέρισμά του και θα έπαιρνε τις κόρες της. Και πρωί πρωί την επόμενη μέρα θα τηλεφωνούσε στη δικηγόρο της να κάνει... κάτι. Θα έπρεπε να σκεφτεί τι. Μπορεί η Στέλλα Λέιβερι, που πίστευε ότι η Άμπι είχε φανεί πολύ ανεκτική απέναντι στον Γουές σε ό,τι αφορούσε τους όρους του διαζυγίου, να είχε κάποια ιδέα. Στην πραγματικότητα, μάλλον θα ενθουσιαζόταν που θα της επέτρεπε επιτέλους να εφαρμόσει την περίφημη τακτική της. Όταν η Άμπι βγήκε από το ασανσέρ στο ισόγειο, είδε τον Γουές να διασχίζει την είσοδο, με τις κόρες τους να χοροπηδάνε δίπλα του σέρνοντας τις βαλιτσούλες τους. «Μαμά!» φώναξαν χαρούμενες και ξεφεύγοντας από τον πατέρα τους έτρεξαν προς το μέρος της, παρατώντας τις βαλίτσες τους. «Πήγαμε σινεμά». «Αλήθεια; Τέτοια ώρα;» Η Άμπι έριξε ένα σκληρό βλέμμα στον πρώην της. «Έχεις ιδέα τι ώρα είναι;» Ο Γουές την κοίταξε ανέκφραστος. «Το ξέρω ότι είναι αργά, αλλά δεν έχουν να ξυπνήσουν νωρίς αύριο», της απάντησε όλο αθωότητα. «Δε σκέφτηκα ότι θα υπήρχε πρόβλημα». «Η αλήθεια είναι πως πρέπει να ξυπνήσουν νωρίς αύριο. Η πτήση μας φεύγει στις εννιά το πρωί, κι αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να φύγουμε στις εφτά για το αεροδρόμιο. Το ήξερες αυτό, Γουές. Και μην προσπαθήσεις να το αρνηθείς». Η Κάρι και η Κέιτλιν είχαν κοκαλώσει ανάμεσά τους και έδειχναν φοβισμένες. Η Άμπι και ο Γουές προσπαθούσαν να μην τσακώνονται ποτέ μπροστά τους, αλλά εκείνη τη στιγμή η Άμπι ήταν τόσο θυμωμένη, που δεν είχε καταφέρει να συγκρατήσει την οργή της. Πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει για χάρη τους.


«Ελάτε, κουκλίτσες μου», είπε πιο χαρούμενα. «Πάμε πάνω να πέσετε για ύπνο. Έχουμε μεγάλη μέρα μπροστά μας αύριο». «Μα έχουμε πολλά να σου πούμε», διαμαρτυρήθηκε η Κάρι. «Περάσαμε πάρα πολύ ωραία με τον μπαμπά και την Γκάμπριελ». «Χαίρομαι, αλλά μπορείτε να μου τα πείτε όλα το πρωί», απάντησε αποφασιστικά η Άμπι. Ύστερα γύρισε και έριξε άλλο ένα βλέμμα στον Γουές. «Θα σε πάρω μόλις γυρίσουμε στο Τσέσαπικ Σορς να κουβεντιάσουμε το θέμα. Φρόντισε να έχεις ανοιχτό το κινητό σου». «Γεια σου, μπαμπά», φώναξε η Κάρι πάνω από τον ώμο της, προχωρώντας ήδη προς το ασανσέρ. Η Κέιτλιν, που έπιανε αμέσως την ένταση στον αέρα και την έπαιρνε κατάκαρδα, έπιασε τη μητέρα της από το χέρι. «Γεια σου, μπαμπά», είπε θλιμμένη, σαν να φοβόταν πως μπορεί να μην τον ξανάβλεπε. Η βλοσυρή έκφραση του Γουές έσβησε στη στιγμή. Αν και το χαμόγελο δεν έφτασε στα μάτια του, έκανε μια προσπάθεια. «Θα σε ξαναδώ σύντομα, αγγελάκι μου». Το κάτω χειλάκι της Κέιτλιν τρεμούλιασε. «Μου το υπόσχεσαι;» «Πάντα», της απάντησε εκείνος και μετά έριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα στην Άμπι. «Αύριο», του είπε εκείνη κοφτά, και έφυγε. Μέσα στο ασανσέρ, η Κέιτλιν τράβηξε τη μητέρα της από το χέρι. «Μαμά, είσαι θυμωμένη με τον μπαμπά;» «Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς», την καθησύχασε εκείνη. «Μερικές φορές η μαμά και ο μπαμπάς έχουν να συζητήσουν κάποια θέματα που αφορούν τους μεγάλους». «Ο μπαμπάς λέει πως μπορεί να πάμε να μείνουμε συνέχεια μαζί του», αποκάλυψε η Κέιτλιν. «Κέιτλιν, πολυλογού, πάψε!» της φώναξε η Κάρι. «Υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να πούμε τίποτε, το ξέχασες; Έτσι είπε η Γκάμπριελ».


Η Άμπι ένιωσε σαν να της ρούφηξαν όλο τον αέρα από μέσα της. Όταν το ασανσέρ άνοιξε στον όροφό της, έτρεμε τόσο πολύ Λου με δυσκολία έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά. Μόλις μπήκαν μέσα, ετοίμασε σαν αυτόματο τις κόρες της για ύπνο, τις έβαλε στα κρεβάτια τους και τις φίλησε για καληνύχτα. Γύρισε στο σαλόνι, σέρβιρε λίγο μπράντι για να ηρεμήσει τα νεύρα της, ήπιε το μισό και μετά τηλεφώνησε στον Τρέις. «Γεια σου», της είπε εκείνος. «Ήλπιζα ότι θα τηλεφωνούσες. Όλα κανονισμένα για αύριο;» Η Άμπι δεν έχασε ώρα με ευγένειες. «Τρέις, μήπως έκανες εκείνη την έρευνα που έλεγες;» «Εννοείς την έρευνα για τον Γουές, για να μάθω τι τρέχει στη ζωή του;» «Ναι». Ο τόνος του σοβάρεψε αμέσως. «Γιατί; Τι έγινε;» «Η Κέιτλιν άφησε να της ξεφύγει κάτι απόψε. Είπε ότι θα μπορούσαν να πάνε να μείνουν μόνιμα μαζί του. Η Κάρι την έκανε να σωπάσει αμέσως, λέγοντας ότι η Γκάμπριελ -η φιλενάδα του Γουές- τους είπε να μην πουν τίποτα». «Δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο», της είπε έντονα ο Τρέις. «Θα καθίσω απόψε κιόλας στον υπολογιστή και θα δω τι μπορώ να ανακαλύψω. Αν δε βρω κάτι, θα προσλάβουμε κάποιον να ψάξει. Στο μεταξύ, κάλεσε το πρωί τη δικηγόρο σου και φρόντισε να προστατέψεις τα δικαιώματά σου. Μην ανησυχείς, Άμπι. Δεν υπάρχει ούτε μια περίπτωση στο εκατομμύριο να μπορέσει να πάρει ο πρώην σου την πλήρη κηδεμονία των κοριτσιών. Δεν έχεις κάνει τίποτε απολύτως που θα δικαιολογούσε κάτι τέτοιο». Η σιγουριά στη φωνή του την έκανε να αναστενάξει ανακουφισμένη. Αν και πίστευε κι εκείνη το ίδιο, είχε ανάγκη τη διαβεβαίωσή του. «Θεέ μου, μακάρι να ήσουν εδώ. Φοβάμαι πολύ, Τρέις. Και είμαι έξαλλη, αλλά υπερισχύει ο φόβος». «Μόλις γυρίσεις εδώ αύριο, αυτό θα αλλάξει», της υποσχέθηκε ο Τρέις. «Φρόντισε να θρέψεις το θυμό σου, γλυκιά μου. Θα σε βοηθήσει να παραμείνεις δυνατή».


«Όχι, απόψε εσύ είσαι ο μόνος που με βοηθάει να παραμείνω δυνατή. Σ’ ευχαριστώ. Και μόνο που άκουσα τη φωνή σου νιώθω καλύτερα». «Όλα θα πάνε καλά, Άμπι. Θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να γίνει αυτό. Κι αν εγώ δεν είμαι αρκετά φοβερός, περίμενε μέχρι να μάθουν τα καθέκαστα ο πατέρας σου και η υπόλοιπη οικογένειά σου. Οι Ο’Μπράιεν είναι πολύ υπολογίσιμη δύναμη όταν ενώνονται». Η Άμπι χαμογέλασε. «Ναι, είναι». Και ευτυχώς, σε δυο βδομάδες οι περισσότεροι θα βρίσκονταν μαζεμένοι στο Τσέσαπικ Σορς. Η σκέψη αυτή, σε συνδυασμό με τη σκέψη του Τρέις, θα τη βοηθούσε να βγάλει τη νύχτα. Και πρωί πρωί θα τηλεφωνούσε στη Στέλλα. Αν ο Γουές είχε σκεφτεί έστω και για μια στιγμή ότι θα μπορούσε να της πάρει τις κόρες της, θα βρισκόταν αντιμέτωπος με τη μάχη της ζωής του.


Κεφάλαιο 16 Ο πανικός και η νότα ηττοπάθειας που είχε διακρίνει ο Τρέις στη φωνή της Άμπι την προηγούμενη νύχτα τον είχαν διαλύσει. Αν δεν ήξερε ότι εκείνη θα έπαιρνε την πρώτη πρωινή πτήση για να γυρίσει στο Τσέσαπικ Σορς, θα είχε πάει ο ίδιος αεροπορικώς το προηγούμενο βράδυ στη Νέα Υόρκη, έστω και μόνο για να την αγκαλιάσει και να την ηρεμήσει. Αντί γι’ αυτό, είχε περάσει τη νύχτα του κάνοντας κάτι πολύ πιο εποικοδομητικό. Είχε σκαλίσει τα οικονομικά του Γουές Γουίντερς. Με την πρώτη ματιά, είχε διαπιστώσει ότι ήταν σε κακό χάλι, πράγμα που θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί ήθελε να πάρει τις κόρες του μαζί του. Όχι μόνο δε θα χρειαζόταν να συνεχίσει να πληρώνει τα έξοδά τους, αλλά θα είχε πολλές πιθανότητες να επιδικάσει το δικαστήριο να πληρώνει η Άμπι εκείνον. Το βρομερό κάθαρμα! σκέφτηκε ο Τρέις όταν άρχισε να ξεκαθαρίζει η εικόνα. Όλα αυτά δεν τα έκανε επειδή αγαπούσε πάρα πολύ τις κόρες του. Τα έκανε για τα χρήματα. Μπορούσε να στοιχηματίσει ό,τι είχε και δεν είχε σ’ αυτό. Όταν τέλειωσε με την έρευνα των οικονομικών του Γουές, έβαλε το όνομά του στη μηχανή αναζήτησης για να δει τι άλλο θα μπορούσε να ξετρυπώσει. Η αναζήτηση τον οδήγησε σε πολλές φωτογραφίες από τις κοινωνικές σελίδες των εφημερίδων της Νέας Υόρκης και του Λονγκ Άιλαντ που συνέδεαν τον Γουές με την Γκάμπριελ Μίτσελ, μια γυναίκα που απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα δούλευε στην ίδια εταιρεία με την Άμπι. Ο Τρέις αναρωτήθηκε πότε και πώς είχε συμβεί αυτό, και μάλιστα κάτω από τη μύτη της Άμπι. Άλλη μια αχρεία πράξη του Γουές, απ’ όσο μπορούσε να καταλάβει ο Τρέις.


Όταν στη συνέχεια έκανε μια καινούρια αναζήτηση στο όνομα της Γκάμπριελ, βρήκε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο στις οικονομικές σελίδες της Γουόλ Στρητ Τζέρναλ. Κατά τα φαινόμενα, η καινούρια αγαπημένη του Γουές είχε κατηγορηθεί πρόσφατα για κάποιες ύποπτες συναλλαγές στη χρηματιστηριακή εταιρεία. Το άρθρο ήταν της προηγούμενης βδομάδας, τότε που η Άμπι βρισκόταν στο Μέριλαντ, άρα δεν ήταν απαραίτητο να είχε ακούσει τις φήμες που κυκλοφορούσαν στο γραφείο για το συμβάν. Το άρθρο ήταν μικρό και δεν είχε πολλές λεπτομέρειες, αλλά η Γκάμπριελ ήταν ένα από τα έξι άτομα που είχαν κληθεί σε απολογία. Πολύ ενδιαφέρον, σκέφτηκε ο Τρέις. Μήπως η κυρία Μίτσελ το είχε ρίξει στις τρέλες με τα λεφτά των επενδυτών; Και μήπως ο Γουές πάσχιζε να μαζέψει μετρητά για να την ξελασπώσει; Ή μήπως εκείνη είχε καταφύγει σ’ αυτές τις ύποπτες συναλλαγές για να ξελασπώσει εκείνον, Του ήταν δύσκολο να καταλήξει, αλλά κάτι ύποπτο συνέβαινε εδώ. Ο Τρέις δεν πίστευε στις συμπτώσεις. Όταν υπολόγισε ότι η Άμπι και οι κόρες της θα πρέπει να είχαν προσγειωθεί στη Βαλτιμόρη, την κάλεσε στο κινητό της. Το είχε γυρισμένο ακόμα στον τηλεφωνητή, έτσι της άφησε μήνυμα να τον πάρει μόλις έφτανε σπίτι ή να περάσει από την τράπεζα. Θα μπορούσε να συνεχίσει το ψάξιμο, αλλά κάτι του έλεγε πως τα κομμάτια που έλειπαν θα μπορούσε να τα συμπληρώσει η Άμπι. Σίγουρα γνώριζε όλους τους παίκτες ή θα μπορούσε να τηλεφωνήσει σε ανθρώπους στην εταιρεία της που πιθανόν είχαν απαντήσεις που δεν είχαν διαρρεύσει στον Τύπο. Η μέρα είχε προχωρήσει για τα καλά όταν ο Τρέις μπήκε στην τράπεζα και η Μαράια τον υποδέχτηκε συνοφρυωμένη. «Το ξέρω», της είπε για να την καλοπιάσει. «Θα έπρεπε να είχα τηλεφωνήσει». «Ναι, θα έπρεπε», του απάντησε. «Θα ειδοποιήσω τον πατέρα σου ότι εδέησες να μας τιμήσεις με την παρουσία σου. Σε ψάχνει». Λίγα λεπτά αργότερα, καθώς ο Τρέις πηγαινοερχόταν ανυπόμονα στο γραφείο του περιμένοντας το τηλεφώνημα της Άμπι, μπήκε βλοσυρός ο πατέρας του.


«Απουσίασες από την πρωινή σύσκεψη της επιτροπής δανείων», γκρίνιαξε ο πατέρας του. «Ουσιαστικά δεν απουσίαζα», απάντησε ο Τρέις. «Έστειλα τη Λέιλα στη θέση μου. Ήρθε, δεν ήρθε;» Ο πατέρας του συνοφρυώθηκε. «Ναι, αλλά δεν μπορείς να μου τη φέρνεις έτσι πισώπλατα, Τρέις. Με το να βάζεις τη Λέιλα να κάνει τη δουλειά σου, δεν πρόκειται να με πείσεις να τη δώσω σ’ εκείνη». «Είχε έτοιμες τις εκθέσεις;» «Και βέβαια». «Ήταν καλές;» «Για να είμαι ειλικρινής, το μάτι της κόβει», παραδέχτηκε με το ζόρι ο πατέρας του. «Οι αναλύσεις της είχαν εξαιρετική λογική». Ο Τρέις κοίταξε τον πατέρα του στα μάτια, που εξακολουθούσαν να αστράφτουν φουρκισμένα. «Τότε δε βλέπω το πρόβλημα. Ήρθε στην ώρα της. Οι επισημάνσεις της ήταν εξαιρετικές. Τι παραπάνω θέλεις;» «Να κάνει τη δουλειά αυτή ο άνθρωπος τον οποίο πληρώνω για να την κάνει», τον αντέκρουσε εκείνος θυμωμένα. «Στην πραγματικότητα δε με πληρώνεις. Δεν έχω εξαργυρώσει καμιά από τις επιταγές που έχει αφήσει ο Ρέιμοντ στο γραφείο μου. Καλά, δε φροντίζεις να ενημερώνεσαι γι’ αυτά τα θέματα;» Ο πατέρας του έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα, αλλά προτού προλάβει να μιλήσει, ο Τρέις πρόσθεσε: «Περίμενε, αυτό δεν είναι απόλυτα ακριβές. Θα οπισθογράψω την επιταγή αυτής της βδομάδας και θα τη δώσω στη Λέιλα, αφού έκανε εκείνη τη δουλειά». Ο Λόρενς Ράιλι σωριάστηκε σε μια καρέκλα μπροστά στο γραφείο του γιου του. «Πληρώνεις την αδερφή σου για να κάνει τη δουλειά σου;» «Ναι. Εγώ είμαι η βιτρίνα, αφού νιώθεις πιο άνετα να έχεις έναν άντρα σ’ αυτή τη θέση. Στο τέλος, όταν αποφασίσεις να λογικευτείς, θα μετακομίσω αμέσως». «Πότε καθίσατε και μαγειρέψατε αυτό το παράλογο σχέδιο;»


«Δεν το μαγειρέψαμε μαζί», απάντησε ο Τρέις. «Μόνος μου το έκανα. Η Λέιλα δε γνωρίζει τις προθέσεις μου. Της ζήτησα απλώς να με βοηθήσει αυτή τη βδομάδα. Της είπα ότι πιέζομαι να παραδώσω μια από τις δουλειές μου και την παρακάλεσα να αναλάβει εκείνη». «Και πότε ακριβώς το έκανες αυτό;» «Χτες, εδώ που τα λέμε. Μόλις την τελευταία στιγμή». Παρά την κατάπληξη και την ενόχλησή του, ο Λόρενς Ράιλι φάνηκε εντυπωσιασμένος. «Έκανε τόση δουλειά μέσα σ’ ένα βράδυ;» «Μάλιστα», είπε ο Τρέις. «Είναι καλή, δε συμφωνείς;» Ο πατέρας του, αντί να του απαντήσει στα ίσια, άρχισε την γκρίνια. «Αυτό δεν ήταν ποτέ το πρόβλημα. Και βέβαια είναι καλή. Οι Ράιλι είναι σαΐνια στα μαθηματικά». «Η Λέιλα σίγουρα είναι», του επισήμανε ο Τρέις. Ο πατέρας του αναστέναξε βαριά. «Απεχθάνεσαι στ’ αλήθεια αυτή τη δουλειά;» «Δεν την απεχθάνομαι. Απλώς έχω μια άλλη καριέρα που τη λατρεύω». Ο Τρέις κοίταξε τον πατέρα του στα μάτια. «Αλλά σου υποσχέθηκα να δουλέψω δοκιμαστικά έξι μήνες και θα το κάνω». Ο Λόρενς Ράιλι ύψωσε τα φρύδια του. «Εννοείς ότι θα την κάνει η αδερφή σου μ’ εσένα βιτρίνα;» Ο Τρέις χαμογέλασε. «Αν τα καταφέρω χωρίς να ανακαλύψει τι σκαρώνω, ναι». Ο πατέρας του δεν έδειχνε να έχει πειστεί ακόμα. «Τι θα έλεγες να προτείνω κάτι άλλο; Θα προσφέρω στην αδερφή σου την ίδια θέση που πρόσφερα σ’ εσένα, θα δουλέψετε και οι δυο στην τράπεζα τους επόμενους μήνες, και θα δούμε πώς θα πάει. Θα δώσω και σ’ εκείνη την ευκαιρία να αποδείξει την αξία της». «Αυτό αποκλείεται». Ο Τρέις κούνησε αρνητικά το κεφάλι του μπροστά στην παράλογη αυτή πρόταση. «Μπαμπά, δεν μπορείς να τα μασάς στη Λέιλα. Είναι προσβλητικό. Ή θα της προσφέρεις την πλήρη στήριξή σου τώρα ή θα πρέπει να αποδεχτείς το γεγονός ότι κανείς από τους δυο μας δε θα αναλάβει την τράπεζα».


«Πότε έγινες τόσο ύπουλος και δολοπλόκος;» Ο Τρέις γέλασε. «Το μήλο κάτω από τη μηλιά πέφτει». Ο πατέρας του χαμογέλασε για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχε μπει στο δωμάτιο. «Αυτό ναι. Εντάξει, θα το ξανασκεφτώ. Η Λέιλα έκανε εκπληκτική δουλειά σήμερα, και μάλιστα μέσα σε τόσο στενά χρονικά περιθώρια. Ακόμα και ο Ρέιμοντ εντυπωσιάστηκε, που δε θεωρεί κανέναν αντάξιο του σ’ αυτό το κτίριο, ούτε καν εμένα. Και πιθανότατα έχει δίκιο». Ο Λόρενς Ράιλι σηκώθηκε να φύγει, αλλά κοντοστάθηκε και τον κοίταξε επίμονα. «Έχεις και κάτι άλλο στο μυαλό σου;» «Ανησυχώ για την Άμπι. Φαίνεται πως ο πρώην της ετοιμάζεται να της κάνει τη ζωή δύσκολη». «Μπορώ να κάνω κάτι;» Ο Τρέις σκέφτηκε το οικονομικό μπλέξιμο που μπορεί να κρυβόταν πίσω από όσα συνέβαιναν. Πιθανότατα η Άμπι είχε την εμπειρία να βγάλει άκρη, αλλά ένα ακόμα κοφτερό μυαλό δε θα έβλάπτε. «Ίσως», του απάντησε. «Θα σου πω αφού μιλήσω πρώτα με την Άμπι». Ευχήθηκε σιωπηρά να ερχόταν γρήγορα σε επαφή μαζί του. Η αναμονή είχε αρχίσει να του δίνει στα νεύρα. Η Άμπι άκουσε το μήνυμα του Τρέις μόλις μπήκε με τις κόρες της στο νοικιασμένο αμάξι στο αεροδρόμιο της Βαλτιμόρης. Ανυπομονούσε πολύ να του μιλήσει, αλλά προτίμησε να περιμένει μέχρι να γυρίσει στο Τσέσαπικ Σορς και να του τα πει από κοντά. Εκτός αυτού, δεν ήθελε να την ακούσουν οι κόρες της να μιλάει για τον πατέρα τους. Επιπλέον, αν ήθελε να είναι απόλυτα ειλικρινής, ήθελε πολύ περισσότερα από τον ήχο της φωνής του Τρέις. Είχε ανάγκη να νιώσει τα μπράτσα του γύρω της. Δεν ήξερε από πότε ακριβώς είχε αρχίσει να γίνεται πάλι τόσο σημαντικός στη ζωή της, αλλά έτσι ήταν. Δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Ήταν ο πρώτος που της είχε έρθει στο μυαλό το προηγούμενο βράδυ στη Νέα Υόρκη όταν η κρίση είχε κορυφωθεί. Δεν είχε σκεφτεί τον Μικ ή τη γιαγιά ή


κάποιον άλλο από την οικογένειά της. Είχε σκεφτεί μόνο τον Τρέις. Και τώρα, στρίβοντας στην αλέα του σπιτιού της, το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να τακτοποιήσει τις κόρες της και να τρέξει να τον βρει. Πριν προλάβει καλά καλά να σταματήσει, είδε τη γιαγιά να βγαίνει από το σπίτι κρατώντας το ασύρματο τηλέφωνο. «Είναι ο πατέρας σου», της φώναξε., Η Άμπι διέσχισε την πελούζα χωρίς να χάσει τις κόρες της από τα μάτια της, γιατί φοβήθηκε μην τρέξουν κατευθείαν στην παραλία. Εκείνες όμως έτρεξαν στη γιαγιά. «Ξαφνιάστηκες που μας είδες; Ήξερες πως θα ερχόμασταν;» τη ρώτησε η Κάρι χοροπηδώντας ενθουσιασμένη. Η γιαγιά γέλασε. «Η αλήθεια είναι πως το ήξερα». «Έψησες κουλουράκια;» ρώτησε η Κέιτλιν. «Χρειάζεται να το ρωτάς;» της απάντησε η γιαγιά κλείνοντας το μάτι στην Άμπι και τις πήρε μέσα. «Γεια σου, μπαμπά», είπε η Άμπι όταν έφυγαν. «Η γιαγιά σου λέει ότι έχεις κάτι να μου πεις», της απάντησε εκείνος σε τόνο απόμακρο και ενοχλημένο. «Ήθελα να σου μιλήσω για τη μαμά», του είπε, προσπαθώντας να βρει το δρόμο της μέσα στο ναρκοπέδιο. Δεν ήθελε να τον θυμώσει περισσότερο. Απλώς ήθελε να τον φέρει στο σπίτι. «Δεν πρόκειται να κουβεντιάσω για τη μητέρα σου μαζί σου», της είπε κοφτά εκείνος. «Αν δεν έχεις να μου πεις κάτι άλλο, πρέπει να φύγω». «Μην τολμήσεις να μου κλείσεις το τηλέφωνο», του είπε, ξεχνώντας την απόφασή της να παραμείνει ψύχραιμη και ήρεμη. «Η μαμά θα έρθει για τα εγκαίνια του πανδοχείου. Και πρέπει να είσαι κι εσύ εδώ. Το θέμα μας δεν είστε εσείς οι δυο, είναι η Τζες. Μπορεί εσύ να έφευγες κάθε φορά που ερχόταν η μαμά να μας επισκεφθεί όταν ήμασταν παιδιά, αλλά αυτό είναι διαφορετικό. Είμαστε μια οικογένεια. Είστε και οι δυο γονείς μας και, είτε σας αρέσει είτε όχι, αποτελείτε μέρος της ζωής μας. Είμαι σίγουρη ότι μπορείτε να ανεχτείτε ο ένας τον άλλο για δυο μέρες. Καταφέρατε


να φερθείτε πολιτισμένα στο γάμο μου. Τα εγκαίνια του πανδοχείου είναι το ίδιο σημαντικά για την Τζες όσο ήταν εκείνη η μέρα για μένα». «Άλλο ο γάμος σου. Τότε εκείνη έμεινε στο πανδοχείο. Καταφέραμε να μείνουμε μακριά ο ένας από τον άλλο. Τώρα, όμως, θέλεις να μου πεις ότι θα πρέπει να καλοδεχτώ στο σπίτι μου τη γυναίκα που με παράτησε;» τη ρώτησε κατάπληκτος. «Θα πρέπει να παγώσει πρώτα η κόλαση για να το κάνω αυτό». «Θα μείνει και πάλι στο πανδοχείο», είπε η Άμπι για να τον ηρεμήσει. «Κάποιο άλλο πρόβλημα;» «Δε θέλω να πλησιάσει στην πόλη μου», γρύλισε ο Μικ. «Εγώ έχτισα αυτή την πόλη». Η Άμπι κόντεψε να γελάσει με τον κτητικό τόνο του. «Όσο μικρό και να είναι το Τσέσαπικ Σορς, είναι αρκετά μεγάλο για να σας χωρέσει και τους δυο. Όχι, μπαμπά, το θέμα είναι ότι δεν τη θέλεις κοντά σου. Φοβάσαι πως αν τη δεις μπορεί να αναγκαστείς να κάνεις μια συζήτηση η οποία δεν ξέρεις πού θα μπορούσε να οδηγήσει. Φέρεσαι σαν δειλός, μπαμπά, και αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που περίμενα από σένα». «Έχεις πολύ μεγάλο θράσος για να με αποκαλείς έτσι, κοριτσάκι μου». «Απλώς λέω αυτό που βλέπω», του είπε και σκέφτηκε ένα σίγουρο τρόπο να τον φέρει σπίτι χωρίς άλλες αντιρρήσεις. «Υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να μάθεις, ένας ακόμα λόγος που πρέπει να βρίσκεσαι εδώ». «Δηλαδή;» ρώτησε καχύποπτα εκείνος. «Χτες το βράδυ, προτού φύγουμε από τη Νέα Υόρκη, ξέφυγε κάτι της Κέιτλιν. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο Γουές σκέφτεται να ζητήσει από το δικαστήριο την πλήρη κηδεμονία των κοριτσιών». Τον άκουσε να παίρνει μια βαθιά ανάσα. «Μόνο πάνω από το πτώμα μου. Πώς διάβολο του κατέβηκε αυτό;» «Μίλησα ήδη το πρωί με τη Στέλλα. Μπορεί να μην είναι κάτι σοβαρό, αλλά είναι έτοιμη να το παλέψει στο δικαστήριο αν τελικά επιχειρήσει κάτι ο Γουές. Ο Τρέις ερευνά ήδη τα οικονομικά του,


για να δει αν υπάρχει κάποια εξήγηση για το ξαφνικό ενδιαφέρον του να το παίξει μπαμπάς πλήρους απασχόλησης. Αλλά, μπαμπά, σε χρειάζομαι εδώ για την περίπτωση που συμβεί κάτι. Θα πρέπει να παρουσιάσουμε ένα ενιαίο μέτωπο». «Μην ανησυχείς, θα είμαι εκεί», της απάντησε βλοσυρός. «Θα τον ξεσκίσω με τα ίδια μου τα χέρια, αν χρειαστεί». Η Άμπι ήξερε ότι δεν ήταν σχήμα λόγου, το εννοούσε. «Ελπίζω να μη φτάσουμε ως εκεί». «Με χρειάζεσαι εκεί τώρα;» «Όχι, νομίζω ότι εγώ και ο Τρέις μπορούμε να χειριστούμε το θέμα από δω και η Στέλλα επιτόπου στη Νέα Υόρκη. Έτσι κι αλλιώς, μπορεί η Κέιτλιν να κατάλαβε λάθος», παρατήρησε, χωρίς να αναφέρει ότι στην ουσία η Κάρι είχε επιβεβαιώσει τα λεγόμενα της αδερφής της. «Προσπαθώ απλώς να είμαι προετοιμασμένη». «Οι κόρες σου είναι πανέξυπνες για να κάνουν τέτοιο λάθος», της είπε ο πατέρας της, επιβεβαιώνοντας την άποψή της. «Ή τους είπε ο ίδιος τι σκοπεύει να κάνει ή τους το είπε κάποιος άλλος». Έκανε μια παύση και μετά πρόσθεσε: «Θα είμαι στο σπίτι στο τέλος της ερχόμενης βδομάδας, για την περίπτωση που θα με χρειαστείς. Αν συμβεί κάτι και θελήσεις να έρθω νωρίτερα, τηλεφώνησέ μου, εντάξει; Αυτό έχει προτεραιότητα, ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε διαφορά μου με τη μητέρα σας. Πράγμα που ήξερες, φυσικά, προτού μου το πεις», κατέληξε πικρόχολα. «Μπορεί», του απάντησε χαμογελώντας η Άμπι. «Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά. Θα σου τηλεφωνήσω αν σε χρειαστώ νωρίτερα από την ερχόμενη βδομάδα». «Είσαι σίγουρη ότι ο Τρέις είναι σε θέση να κάνει την έρευνα που θέλεις; Θα μπορούσα να προσλάβω κάποιον στη Νέα Υόρκη». «Θα σε ειδοποιήσω αν χρειαστεί», τον διαβεβαίωσε. «Και μόνο που ξέρω ότι θα βρίσκεσαι εδώ σύντομα μου φτάνει». Η Άμπι χάρηκε που ο πατέρας της είχε θεωρήσει την Κέιτλιν και την Κάρι πρώτη του προτεραιότητα. Θυμήθηκε μια εποχή στο παρελθόν που η δουλειά του ερχόταν πάντα πρώτη, όποια κρίση και να υπήρχε στο σπίτι, ακόμα και τότε που διαλυόταν ο γάμος


του. Εφόσον εκείνη καταλάβαινε ότι ο πατέρας της είχε αρχίσει να αλλάζει, ίσως τελικά άρχιζε να το πιστεύει και η μητέρα της. Η Τζες είχε φύγει νωρίς το πρωί της Τρίτης για να αγοράσει χαλιά. Η Άμπι της είχε δηλώσει ρητά ότι τα οικονομικά τους δεν τους επέτρεπαν να αλλάξουν μοκέτες, αυτό όμως δε σήμαινε ότι δεν μπορούσαν να σκορπίσουν μερικά χαλιά εδώ κι εκεί ώστε να ζωντανέψει ο χώρος. Είχε δει μια διαφήμιση στην εφημερίδα του Σαββατοκύριακου και είχε αρχίσει ήδη να φαντάζεται πόσο όμορφος θα έδειχνε ο χώρος με ένα ζωηρόχρωμο πλεκτό χαλί κάτω από το τραπέζι στο χώρο υποδοχής. Υπήρχαν άλλα πέντ’ έξι σημεία όπου τα καινούρια χαλιά θα πρόσθεταν χρώμα στη μουντή μοκέτα. Μετά το σαπούνισμα, η όψη της είχε διορθωθεί αισθητά, αλλά τίποτε δεν μπορούσε να αλλάξει το άτονο μπεζ χρώμα της. Αν είχε χρόνο, θα την είχε βγάλει εντελώς και θα είχε λουστράρει το ξύλινο πάτωμα που είχε ανακαλύψει από κάτω. Πέρασε όλο το πρωινό διαλέγοντας την κατάλληλη απόχρωση χαλιού για το κάθε δωμάτιο και στη συνέχεια κανόνισε να της τα παραδώσουν στο τέλος της βδομάδας. Όταν συνειδητοποίησε τι ώρα είχε πάει, γύρισε τρέχοντας στο Τσέσαπικ Σορς, ελπίζοντας να φτάσει στο πανδοχείο πριν την επιστροφή της Άμπι από το ταξίδι της. Έστριβε για να μπει στην πόλη, όταν θυμήθηκε ξαφνικά ότι εκείνο το πρωί θα έρχονταν να της παραδώσουν την καινούρια στόφα. Χτύπησε αγανακτισμένη το τιμόνι. Μα τι συνέβαινε, τέλος πάντων, μ’ αυτή; Είχε κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι της ώστε να έχει τοποθετηθεί η στόφα πριν επιστρέψει η Άμπι, και τώρα τα είχε τινάξει όλα στον αέρα. Μα πώς το είχε ξεχάσει; Έφταιγαν τα χαλιά. Από τη στιγμή που της είχε καρφωθεί η ιδέα να τα αγοράσει, είχε παραμερίσει κάθε άλλη σκέψη από το μυαλό της. Πάρκαρε πίσω από το πανδοχείο καν προσευχήθηκε να μην είχε φτάσει πολύ αργά. Μπορεί να είχαν καθυστερήσει την παράδοση.


«Αχ, Θεούλη μου, κάνε να έχουν καθυστερήσει», μουρμούρισε καθώς διέσχιζε την πελούζα. Αλλά προτού φτάσει στην πόρτα, είδε την κίτρινη καρτελίτσα που της είχαν κρεμάσει στο πόμολο. Αναθεμάτισε χίλιες φορές τον εαυτό της που δεν είχε ελέγξει το ημερολόγιο της προτού φύγει, και στη συνέχεια συνειδητοποίησε ότι δεν είχε κάνει τον κόπο να το σημειώσει καν εκεί. Είχε σημειώσει την ώρα και την ημερομηνία παράδοσης σε ένα από τα χαρτιά που είχε δώσει στην Γκέιλ μαζί με τις διάφορες ιδέες για τα μενού. Στη συνέχεια το είχε ξεχάσει εντελώς, όπως και τόσα άλλα ζωτικά πράγματα όλα αυτά τα χρόνια. Εξαιτίας της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής, είχε μάθει ένα σωρό τεχνικές για να μην ξεχνιέται, και τις περισσότερες φορές τα κατάφερνε. Αλλά έτσι πνιγμένη και στρεσαρισμένη που ήταν τελευταία, προφανώς δεν τις είχε εφαρμόσει όπως θα έπρεπε. Προσπάθησε να μην αρχίσει να βρίζει, αλλά κάθε φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο ένιωθε περιφρόνηση για τον εαυτό της. Ήταν πραγματικά αποτυχημένη. Πώς είχε πιστέψει ότι θα μπορούσε να διαχειριστεί κάτι τόσο πολύπλοκο όσο το πανδοχείο; Η Τζες σωριάστηκε στο σκαλί της βεράντας και κάρφωσε το βλέμμα της στον κόλπο. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η παράδοση της αναθεματισμένης της στόφας. Θα μπορούσε να κλείσει κάποια άλλη ημερομηνία. Το πρόβλημα ήταν το γεγονός πως, για μια ακόμη φορά, είχε μπλέξει άσχημα. Κάτι τέτοιες στιγμές μετάνιωνε που είχε καν προσπαθήσει να φέρει εις πέρας μια τόσο μεγάλη δουλειά. Θα έπρεπε να είχε συνεχίσει να δουλεύει στο Έθελ’ς Εμπόριουμ, ακόμα και αν πέθαινε από τη βαρεμάρα. Τουλάχιστον τότε δε θα έπαιζε κορόνα γράμματα όχι μόνο τη δική της περιουσία αλλά και της Άμπι. Ύστερα σήκωσε το κεφάλι της και αντίκρισε όλες τις αλλαγές και τις βελτιώσεις που είχε κάνει στο πανδοχείο. Αν και το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς είχε γίνει στο εσωτερικό, υπήρχαν αποδείξεις των προσπαθειών της και εδώ έξω. Όλο το κτίριο έδειχνε ανανεωμένο. Είχε κάνει μια δουλειά για την οποία μπορούσε να είναι περήφανη. Ακόμα και ο Μικ το είχε παραδεχτεί,


και δεν ήταν από αυτούς που σκόρπαγαν με ευκολία τους επαίνους. «Έλα, σύνελθε», μουρμούρισε στον εαυτό της. «Όλα θα πάνε καλά. Αυτό ήταν πάντα το όνειρο σου, και κανείς δεν πρόκειται να σου το στερήσει. Ούτε ο Τρέις, ούτε η τράπεζα, ούτε η Άμπι. Δε θα τα παρατήσεις με τίποτα». Το καλόπιασμα που έκανε στον εαυτό της ήταν αρκετό για να στηθεί πάλι στα πόδια της. Όταν μπήκε μέσα, τηλεφώνησε στο μαγαζί για να κανονίσει να της φέρουν τη στόφα μια άλλη μέρα και κάθισε στον υπολογιστή να ελέγξει τις κρατήσεις. Υπήρχαν τέσσερις καινούριες. Βλέπεις; είπε στον εαυτό της. Το πανδοχείο θα έχει τεράστια επιτυχία. Απλώς έπρεπε να σταματήσει να θεωρεί κάθε παραστράτημα έναν κακό οιωνό και να περιμένει την καταστροφή. Για μια φορά στη ζωή της θα φρόντιζε να αδράξει το όνειρο της και να κρατηθεί από αυτό μέχρι θανάτου. Ο Τρέις βαρέθηκε στο τέλος να κάθεται στο γραφείο του και να περιμένει το τηλεφώνημα της Άμπι. Η αναμονή τον τρέλαινε, έτσι πήγε μέχρι το Σάλι’ς και παρήγγειλε ένα χάμπουργκερ και τηγανητές πατάτες. Στις δύο το μεσημέρι, το μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο, έτσι η Σάλι του έφερε το ποτό του και κάθισε στον πάγκο απέναντι του, αν και χώρεσε στριμωχτά με τους πελώριους γοφούς και το στήθος της. «Δείχνεις πολύ προβληματισμένος», του είπε. «Θέλεις να το κουβεντιάσεις;» «Το γεγονός ότι συνήθιζα να σου εξομολογούμαι όλα τα προβλήματά μου στα δεκαπέντε δε σημαίνει ότι σκοπεύω να το κάνω και τώρα», της απάντησε ενοχλημένος. «Στα δεκαπέντε, στα δεκαοχτώ, στα είκοσι ένα, δεν έχει σημασία. Το θέμα είναι ότι σου έδινα καλές συμβουλές τότε, έτσι δεν είναι;» «Εδώ που τα λέμε, ναι», συμφώνησε ο Τρέις, φέρνοντας συγκεκριμένα στο μυαλό του εκείνη τη μέρα που η Σάλι του είχε πει


στα ίσια να τρέξει να βρει την Άμπι στη Νέα Υόρκη. Κρίμα που δεν είχε ακολουθήσει τη συμβουλή της αμέσως. «Άρα δεν είναι και πολύ λογικό να αρχίσεις να μου κρατάς μυστικά τώρα», του είπε. «Πρόκειται για τη δουλειά στην τράπεζα του πατέρα σου;» «Όχι, νομίζω ότι κοντεύουμε να τα βρούμε σ’ αυτό το θέμα». Η Σάλι κούνησε ικανοποιημένη το κεφάλι της. «Καλό αυτό. Πότε σκοπεύει να προσλάβει τη Λέιλα;» Ο Τρέις χαμογέλασε βλέποντας πως η Σάλι γνώριζε πώς είχαν τα πράγματα. «Θα φροντίσω να είσαι η πρώτη που θα το μάθει». Η Σάλι γέλασε. «Δε χρειάζεται. Η αδερφή σου δεν είναι τόσο φειδωλή στα λόγια όσο εσύ». Ο Τρέις κούνησε το κεφάλι του, συμφωνώντας μαζί της. «Επομένως, αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα είναι η Άμπι», κατέληξε η Σάλι. «Όταν ήρθατε εδώ τις προάλλες, μου φάνηκε ότι είχατε ξαναδεθεί οι δυο σας». «Το παλεύουμε», της απάντησε. «Δεν ανησυχώ για την Άμπι κι εμένα. Ο πρώην της με προβληματίζει». «Εκείνος ο στρυφνός που είχε έρθει κι αυτός εδώ τις προάλλες με τις κόρες της», είπε η Σάλι. «Μου την έδωσε στα νεύρα από την πρώτη στιγμή. Αν δεν ήξερα πως οι μικρές που είχε μαζί του ήταν οι κόρες της Άμπι, θα τον είχα στολίσει κατάλληλα για την υπεροψία του». «Θα είχε ενδιαφέρον η αντίδρασή του», της απάντησε ο Τρέις. «Στον κύκλο του, αμφιβάλλω αν τον έχει βάλει κανείς στη θέση του τόσα χρόνια». «Δεν ήθελα να αναστατώσω εκείνα τα γλυκά κοριτσάκια», δήλωσε η Σάλι και μετά κοίταξε πίσω του. Ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπο της. «Νομίζω πως η λύση στο πρόβλημά σου μόλις μπήκε από την πόρτα. Θα γυρίσω αμέσως με το χάμπουργκερ και τις τηγανητές πατάτες σου. Θα βάλω μάλιστα διπλή μερίδα πατάτες». Ο Τρέις γύρισε και είδε την Άμπι να προχωράει προς το μέρος του με την ανησυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της. Σηκώθηκε


και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Ένιωσε τόσο όμορφα που την αγκάλιαζε πάλι, που χρειάστηκε ένα δευτερόλεπτο για να συνειδητοποιήσει ότι εκείνη έτρεμε. Την κοίταξε και είδε δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά της. «Συνέβη κάτι; Τι έκανε ο Γουές;» τη ρώτησε. Στα χείλια της σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο. «Ηρέμησε. Απλώς ένιωσα τέτοια ανακούφιση που αντίκρισα ένα φιλικό πρόσωπο, που ξέσπασα. Έπρεπε να τα πνίξω όλα μέσα μου μπροστά στη γιαγιά. Δεν ήθελα να την ανησυχήσω, τουλάχιστον μέχρι να βεβαιωθούμε ότι υπάρχει λόγος ανησυχίας». «Κάθισε. Η Σάλι θα φέρει τώρα το φαγητό μου. Πεινάς;» Η Άμπι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Δε θέλεις ούτε μια μηλόπιτα; Σήμερα είναι στο μενού». Μια σύντομη λάμψη ενδιαφέροντος φώτισε τα μάτια της. «Σίγουρα. Θέλω μια μηλόπιτα. Και ένα παγωμένο τσάι». «Πάω να το πω στη Σάλι». Όταν ο Τρέις γύρισε, την κοίταξε επίμονα. Έδειχνε πιο ήρεμη τώρα. «Τι ανακάλυψες;» τον ρώτησε. «Υπάρχει κάτι, έτσι δεν είναι;» Της μετέφερε όσα είχε ανακαλύψει για τα οικονομικά προβλήματα του Γουές. «Θέλω να δω αυτά τα στοιχεία», είπε εκείνη αμέσως. «Η οικογένειά του είναι πάμπλουτη. Πώς γίνεται να έχει ο Γουές οικονομικά προβλήματα;» «Δεν έχω ιδέα», της απάντησε ο Τρέις. «Αλλά το γεγονός ότι οι γονείς του έχουν χρήματα δε σημαίνει ότι εκείνος δεν μπορεί να σπατάλησε τα δικά του. Το φαντάστηκα ότι θα ήθελες να δεις μόνη σου τα στοιχεία και έχω τυπώσει όσα βρήκα στην έρευνά μου. Είναι σ’ ένα ντοσιέ στο γραφείο μου». Ο Τρέις πήρε μια ανάσα και διάλεξε προσεκτικά τα επόμενα λόγια του. «Υπάρχουν κι άλλα. Αφορούν τη φιλενάδα του». «Την αρραβωνιαστικιά του», τον διόρθωσε η Άμπι.


«Ένας λόγος παραπάνω», της απάντησε και της μίλησε για το άρθρο που είχε διαβάσει. «Πήρε κάτι το αυτί σου γι’ αυτή την έρευνα όσο βρισκόσουν στο γραφείο σου;» Η Άμπι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Πήγα εκεί το Σαββατοκύριακο που έλειπαν όλοι και ξαναπέρασα για μερικές ώρες τη Δευτέρα. Είχα να συζητήσω πολλά επαγγελματικά θέματα με τα αφεντικά μου, έτσι δεν είχα πολύ χρόνο να κουβεντιάσω τα νέα με κάποιον άλλο». Το ύφος της έγινε σκεφτικό. «Τώρα που το αναφέρεις, πρόσεξα μερικά περίεργα βλέμματα. Και μια δυο συζητήσεις σταμάτησαν μαχαίρι μόλις πλησίασα, αλλά δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Φαντάστηκα πως οι συνάδελφοι μου αναρωτιούνταν αν θα έβρισκα τον μπελά μου που είχα λείψει τόσο καιρό από το γραφείο». «Υποπτεύομαι πως συνέβαινε κάτι περισσότερο», είπε ο Τρέις βλοσυρά. «Μάλλον αναρωτιούνταν πόσα ξέρεις για όσα συμβαίνουν ανάμεσα στον Γουές και την Γκάμπριελ ή την Γκάμπριελ και την εταιρεία. Υπάρχει κάποιος που μπορείς να ρωτήσεις;» «Υπάρχουν ένα δυο άτομα», του απάντησε αμέσως. «Ανάμεσα σ’ αυτά είναι και ο προϊστάμενος μου. Αν ξέρει κάτι, θα μου το πει, ιδιαίτερα αν μάθει ότι ο Γουές μπορεί να σκαρώνει κάτι με την κηδεμονία. Στάθηκε πραγματικός βράχος δίπλα μου σε όλο το διαζύγιο. Αυτός με βοήθησε να βρω τη δικηγόρο μου». «Τηλεφώνησέ του», είπε ο Τρέις. «Τώρα». Η Άμπι ανοιγόκλεισε τα μάτια της. «Νομίζεις ότι είναι τόσο επείγον;» Ο Τρέις έγνεψε καταφατικά. «Νομίζω ότι πρέπει να μάθουμε όσο περισσότερα μπορούμε προτού ο Γουές προχωρήσει σε κάποια νομική κίνηση για να πάρει την κηδεμονία των κοριτσιών. Και για να χρησιμοποιήσω την ορολογία των σπορ, η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση. Αν αποδειχτούν σωστά όσα άκουσαν η Κέιτλιν και η Κάρι, θα είμαστε προετοιμασμένοι».


Η Άμπι έγνεψε καταφατικά. «Θα τηλεφωνήσω αμέσως. Αλλά καλύτερα να πάω έξω. Εδώ δεν έχω καλό σήμα. Εσύ φάε το φαγητό σου. Θα είμαι πίσω σε λίγα λεπτά». «Θα πω στη Σάλι να ζεστάνει τη μηλόπιτά σου και να βάλει από πάνω μια μπάλα παγωτό», της υποσχέθηκε ο Τρέις. Την παρακολούθησε με το βλέμμα καθώς έφευγε με τους ώμους στητούς και το κεφάλι ψηλά. Αυτό τον έκανε να χαμογελάσει. Ήταν φανερό ότι είχε ξαναβρεί τη μαχητικότητά της. Και δυστυχώς, κάτι του έλεγε ότι θα τη χρειαζόταν. Ο Γουές Γουίντερς του είχε δώσει αμέσως την εντύπωση απελπισμένου ανθρώπου, και οι άνθρωποι που βρίσκονται σ’ αυτή τη θέση δεν παίζουν τίμια. Παίζουν για να κερδίσουν.


Κεφάλαιο 17 Όταν η Άμπι είπε στη γραμματέα του Τζακ ότι ήταν επείγον να του μιλήσει, εκείνη τη συνέδεσε αμέσως με τον προϊστάμενο της. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε αμέσως εκείνος. Ήταν άνθρωπος που δεν του άρεσε καθόλου να τον διακόπτουν, αλλά τώρα η φωνή του πρόδιδε ειλικρινή ανησυχία. «Έγινε κάτι στο ταξίδι σας για το Μέριλαντ; Πάθατε κάποιο ατύχημα;» «Όχι, δε συμβαίνει τίποτε τέτοιο. Οι κόρες μου κι εγώ είμαστε μια χαρά». Η Άμπι πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν της άρεσε ποτέ να μπλέκει τα προσωπικά της προβλήματα με τη δουλειά, έτσι τώρα που το έκανε ένιωθε αμήχανα. «Κάτι τρέχει με τον Γουές», είπε στο τέλος. «Κι εσύ μπορεί να έχεις τις απαντήσεις που χρειάζομαι». «Ω;» έκανε επιφυλακτικά εκείνος. «Κοίτα, λυπάμαι πραγματικά που σε μπλέκω σ’ αυτή την υπόθεση, αλλά αυτό που συμβαίνει με τον Γουές μπορεί να συνδέεται και με τη σχέση του με την Γκάμπριελ Μίτσελ. Τι μπορείς να μου πεις για την έρευνα που γίνεται εις βάρος της;» Ο Τζακ έβρισε μέσα από τα δόντια του. «Λυπάμαι, Άμπι. Ήλπιζα ότι δεν είχες μάθει γι’ αυτούς τους δυο, αν και δεν μπαίνουν πια στον κόπο να το κρύψουν εδώ πέρα. Πώς έμαθες ότι είναι μαζί;» «Μου το είπε ο ίδιος ο Γουές πριν δυο βδομάδες. Δεν έχω ιδέα πόσο καιρό είναι μαζί». «Πάρα πολύ», της απάντησε ο Τζακ με φανερή έμφαση. Η απάντησή του την έκανε να κοντοσταθεί. «Πριν το διαζύγιο, εννοείς;» «Ναι», παραδέχτηκε ο Τζακ. «Γιατί δε μου το είπες; Μπορεί να είχα χειριστεί διαφορετικά το διαζύγιο και το θέμα της κηδεμονίας».


Ο Τζακ δίστασε. «Ίσως έχεις δίκιο. Αλλά, αν θυμάσαι, επέμενες να βγει όσο γινόταν πιο φιλικά το διαζύγιο, ώστε να έχει το μικρότερο δυνατό αντίκτυπο στις δίδυμες. Όταν μου είπες ότι παίρνατε διαζύγιο, χάρηκα που είχες καταλήξει σ’ αυτή την απόφαση. Δεν είδα το λόγο να σου αποκαλύψω κάτι που απλά θα σε τάραζε. Δε σου άξιζε τέτοια ύπουλη και ποταπή μεταχείριση από τον άντρα σου και από μια από τις συναδέλφους σου. Αν η Γκάμπριελ ήταν στη δική μου διεύθυνση, θα την είχα καθίσει κάτω και θα της είχα πει μερικές σκληρές αλήθειες για το παιχνίδι που έπαιζε». «Ίσως μου άξιζε που με αντιμετώπισαν σαν ηλίθια, αφού ήμουν τόσο τυφλή ώστε δεν πήρα χαμπάρι τι γινόταν κάτω από τη μύτη μου», είπε η Άμπι. «Κατά τα φαινόμενα ήμουν εντελώς ηλίθια σε πολλά πράγματα σε ό,τι αφορούσε τον Γουές. Τώρα, όμως, το μόνο που με απασχολεί είναι ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να διεκδικήσει την πλήρη κηδεμονία της Κέιτλιν και της Κάρι». Αυτή τη φορά η βρισιά του Τζακ ήταν πιο έντονη και απευθυνόταν στον Γουές. «Ενημέρωσες τη Στέλλα γι’ αυτό;» τη ρώτησε. «Πρέπει να της το πεις, Άμπι. Θα πρέπει να πνίξει αυτή την τρελή ιδέα εν τη γενέσει της. Σίγουρα και ο δικός του δικηγόρος θα του έχει πει ότι δεν έχει την παραμικρή ελπίδα». «Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω αν έχει φτάσει τόσο μακριά. Ξέρω μόνο αυτά που μου είπαν οι κόρες μου, και στα πέντε τους δεν είναι ιδιαίτερα αξιόπιστες πηγές. Παρ’ όλα αυτά, δε σκοπεύω να το διακινδυνεύσω. Μίλησα με τη Στέλλα το πρωί», τον καθησύχασε. «Όπως και να έχει το πράγμα, καταλαβαίνεις γιατί είναι τόσο σημαντικό να μάθω αν αυτό το ξαφνικό ενδιαφέρον του για την πλήρη κηδεμονία των κοριτσιών έχει κάποια σχέση με όσα συμβαίνουν στην εταιρεία. Τι ακριβώς έκανε η Γκάμπριελ; Είναι κάτι που μπορούν να το αποδείξουν; Κάτι που μπορεί να έχει σχέση με τον Γουές;» Ο Τζακ άργησε τόσο πολύ να της απαντήσει, ώστε η Άμπι κατάλαβε ότι έβαζε σε δοκιμασία τους φιλικούς δεσμούς τους και


την πίστη του προς την εταιρεία. Στο τέλος εκείνος αποφάσισε ότι είχε προτεραιότητα η προστασία των παιδιών της. «Να πώς έχουν τα πράγματα με λίγα λόγια», της είπε. «Έφτασε στ’ αυτιά μας η πληροφορία ότι σε κάποια από τα χαρτοφυλάκια που διαχειρίζεται η Γκάμπριελ είχαν γίνει κάποιες αγοραπωλησίες που δεν είχαν εγκριθεί από τους πελάτες. Εκείνη ισχυρίζεται ότι την είχαν εξουσιοδοτήσει να αποφασίζει για λογαριασμό τους, αλλά δεν υπάρχουν τα απαραίτητα έγγραφα στο φάκελο τους. Οι τίτλοι που αγόρασε πήραν την κατηφόρα, διαφορετικά μπορεί να μην το μαθαίναμε ποτέ. Οι πελάτες συνήθως δεν αμφισβητούν αυτές τις αγοραπωλησίες αν είναι προς όφελος τους, αλλά γίνονται πραγματικά εριστικοί όταν τα χρήματά τους κάνουν φτερά. Και μιλάμε για πολλά χρήματα, Άμπι». «Πόσο πολλά;» τον ρώτησε βλοσυρά εκείνη. «Δύο εκατομμύρια, μπορεί και περισσότερα. Ελέγχουμε ακόμα τα αρχεία όλων των συναλλαγών που έκανε η Γκάμπριελ τα τελευταία δύο χρόνια». Η αγοραπωλησία χωρίς εξουσιοδότηση ήταν ένα θέμα. Αν η αγοραπωλησία ήταν της τάξης των εκατομμυρίων, μόνο οι προμήθειες ήταν πραγματικός πειρασμός. Αλλά η Άμπι διαισθανόταν ότι συνέβαινε κάτι πολύ πιο σοβαρό. «Τι έβγαλε εκείνη απ’ όλα αυτά; Εντάξει οι προμήθειες, αλλά τι άλλο;» «Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεχίζει την έρευνα, το ίδιο και οι δικοί μας εσωτερικοί ελεγκτές. Για την ώρα, κατά τα φαινόμενα λαδωνόταν για να οδηγεί τους πελάτες σ’ αυτές τις επενδύσεις υψηλού κινδύνου». Η Άμπι είχε ξαφνικά μια ιδέα. «Ήταν και ο Γουές ένας από τους επενδυτές που έχασαν χρήματα;» Ο Τζακ δίστασε. «Ειλικρινά, δε θα έπρεπε να συζητώ τέτοιες λεπτομέρειες μαζί σου, αλλά ναι. Η Στέλλα θα μπορούσε πολύ εύκολα να βγάλει μια δικαστική εντολή και να πάρει στα χέρια της αυτά τα στοιχεία. Αν δεν μπορέσει...»


«Όχι», τον έκοψε αμέσως η Άμπι. «Δε θα σου ζητήσω να παραβιάσεις την πολιτική της εταιρείας και να μου τα δώσεις εσύ. Με βοηθάς ήδη πολύ. Η Γκάμπριελ έχει απολυθεί;» «Όχι ακόμα. Πρέπει να ολοκληρωθεί η έρευνα, αλλά αυτή τη στιγμή δεν έχει πρόσβαση σε κανένα χαρτοφυλάκιο. Το μέλλον της εδώ είναι πολύ αβέβαιο, Άμπι». Κι όμως, ο Γουές εξακολουθούσε να είναι μαζί της και, απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα, ετοιμαζόταν να της προσφέρει μια μόνιμη θέση στη ζωή του και στη ζωή των παιδιών του. Αν τα είχε παίξει όλα για όλα σ’ αυτές τις παρακινδυνευμένες επενδύσεις, τότε ο Τρέις μπορεί να είχε δίκιο ότι η πρόθεσή του να ζητήσει την πλήρη κηδεμονία οφειλόταν εν μέρει στην ανάγκη του να πάψει να πληρώνει τα τεράστια ποσά για τα έξοδα των παιδιών. Και φαινόταν επίσης όλο και πιο πιθανό να επιχειρήσει να αποσπάσει χρήματα από την Άμπι, ειδικά αν κινδύνευε και η Γκάμπριελ να χάσει τη δουλειά της. Ο Γουές δε θα στρεφόταν ποτέ στους γονείς του ούτε θα ομολογούσε τι είχε κάνει και είχε χάσει την περιουσία του, αλλά η Άμπι ήταν πρόθυμη με το παραπάνω να τους ενημερώσει εκείνη, προκειμένου να τους πάρει με το μέρος της στο θέμα της κηδεμονίας. «Σ’ ευχαριστώ, Τζακ. Με βοήθησες πολύ». «Αν χρειαστεί να χρησιμοποιήσεις κάτι απ’ όλα αυτά για να σταματήσεις τον Γουές, κάν’ το», της είπε εκείνος με έμφαση. «Στην εταιρεία μπορεί να μη χαρούν με την πιο εξονυχιστική έρευνα και τη δημοσιότητα, αλλά η Κάρι και η Κέιτλιν είναι πιο σημαντικές». «Δεν ξέρεις τι σημαίνει για μένα να σε ακούω να το λες αυτό, αλλά σου υπόσχομαι να μη σε μπλέξω. Θα χρησιμοποιήσω τα επίσημα δημοσιεύματα και θα στρέψω τη Στέλλα στη σωστή κατεύθυνση για τα υπόλοιπα». «Δε χρειάζεται. Θα χαρώ να καταφέρω ένα δυο καλά χτυπήματα στον πρώην σου». Η Άμπι γέλασε με το δηλητήριο που έκρυβε η φωνή του. «Το λες αυτό τώρα, αλλά δεν υπάρχει λόγος να μπλεχτείς κι εσύ σε όλα


αυτά. Υποθέτω πως η εταιρεία θα δυσαρεστηθεί αρκετά μαζί μου, αν με αναγκάσει ο Γουές να τα δημοσιοποιήσω όλα αυτά». «Κάνε αυτό που πρέπει να κάνεις. Θα σε καλύψω εγώ», της υποσχέθηκε ο Τζακ. Η Άμπι δίστασε, τρομαγμένη από κάτι άλλο, κάτι που το είχε προκαλέσει ο σοβαρός τόνος με τον οποίο της υποσχέθηκε να την καλύψει. «Τζακ, αν τα πράγματα πάρουν άσχημη τροπή, υπάρχει περίπτωση να με απολύσουν επειδή θα έχω φέρει κακή δημοσιότητα στην εταιρεία;» «Μην ανησυχείς γι’ αυτό. Σου είπα, θα σε καλύψω εγώ. Μου είσαι πολύτιμη για να σε αφήσω να φύγεις χωρίς να δώσω μάχη». «Παρ’ όλο που έχω να πατήσω εκεί τόσες βδομάδες;» «Δεν παραμέλησες στο ελάχιστο τη δουλειά σου. Δεν έμεινε τίποτα πίσω όσο έλειπες. Δεν έχουν κανένα λόγο να σε απολύσουν. Πίστεψέ με, δε θα φτάσουμε ποτέ ως εκεί. Θα το φροντίσω εγώ». Η Άμπι αναστέναξε ανακουφισμένη. «Θα τα ξαναπούμε αργότερα τότε. Και, Τζακ, σου είμαι πραγματικά ευγνώμων». «Κάνε μια αγκαλιά τις κόρες σου από μένα. Λυπάμαι που δεν τις είδα όσο ήσασταν εδώ. Πόσο σύντομα πιστεύεις ότι θα ξαναγυρίσεις κανονικά στο γραφείο;» «Σε μερικές βδομάδες. Στο μεταξύ μπορείς να με βρεις εδώ ό,τι ώρα θέλεις». «Φρόντισε τον εαυτό σου, Άμπι. Το εννοώ». «Το ξέρω και το εκτιμώ». Η Άμπι έκλεισε το τηλέφωνο και γύρισε αργά το κεφάλι της. Ο Τρέις την παρακολουθούσε ανήσυχος από το αγαπημένο τους τραπέζι. Του κούνησε ζωηρά το χέρι της και μετά μπήκε μέσα και κάθισε μαζί του. «Λοιπόν;» τη ρώτησε εκείνος. «Τα πράγματα είναι τόσο άσχημα όσο νομίζαμε», του απάντησε και επανέλαβε συνοπτικά όσα της είχε πει ο Τζακ. «Τουλάχιστον έχεις τον Γουές στο χέρι. Πρέπει να ενημερώσεις τη δικηγόρο σου για όλα αυτά». «Θα της τηλεφωνήσω μόλις γυρίσω σπίτι. Θα πετάξει από τη χαρά της». Η Άμπι έφαγε μια κουταλιά από τη μηλόπιτα με παγωτό


που της είχε παραγγείλει ο Τρέις. Της είχε ανοίξει ξαφνικά η όρεξη. Είχε πλέον καλύτερη ιδέα του τι είχε να αντιμετωπίσει, και ένιωθε έτοιμη για τη μάχη, αν έφταναν ως εκεί. «Αισθάνεσαι καλύτερα;» τη ρώτησε ο Τρέις, παρακολουθώντας τη χαμογελαστός. Του χαμογέλασε κι εκείνη. «Δεν έχεις ιδέα πόσο καλύτερα», του απάντησε, καθαρίζοντας και το τελευταίο ψίχουλο από το πιάτο της. «Αλλά πρέπει να γυρίσω σπίτι. Οι μικρές είχαν πέσει για το μεσημεριανό υπνάκο τους χωρίς τις συνηθισμένες τους αντιρρήσεις όταν έφυγα. Ο Γουές τις κράτησε ξύπνιες ως αργά χτες και εγώ τις ξύπνησα νωρίς σήμερα για να πάμε στο αεροδρόμιο, έτσι για πρώτη φορά έπεσαν για ύπνο χωρίς να χρειαστεί μάχη. Θέλω να περάσω επίσης από το πανδοχείο να δω πώς πάνε τα πράγματα». Ο Τρέις την κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια του. «Όλα καλά ανάμεσα στην Τζες και σ’ εσένα;» Η Άμπι ύψωσε τους ώμους της. «Εξακολουθούμε να τσακωνόμαστε πότε πότε για τα έξοδα, αλλά δε δείχνει τόσο κακιωμένη μαζί μου όσο στην αρχή. Τώρα που πλησιάζουν τα εγκαίνια, νομίζω ότι κατά βάθος χαίρεται που έχει κάποιον να τη βοηθήσει, και προσπαθώ να μην τη ζορίζω παρά μόνο όταν είναι απαραίτητο για να μην ξεφύγουν τα έξοδα». «Χαίρομαι». Ο Τρέις πήρε μια χαρτοπετσέτα και άρχισε να τη σκίζει, μια χειρονομία που πάντα πρόδιδε τη νευρικότητά του. Η Άμπι τον κοίταξε και ρώτησε: «Τρέις, σε απασχολεί κάτι; Εκτός από το μπέρδεμα με τον Γουές, εννοώ». Εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Ποια είναι τα σχέδιά σου, Άμπι; Θα επιστρέψεις στη Νέα Υόρκη μόλις γίνουν τα εγκαίνια του πανδοχείου και βρεις κάποιον έμπιστο να του αναθέσεις τη διαχείριση των οικονομικών;» «Φυσικά», του απάντησε εκείνη αμέσως. Για κάποιο λόγο, η απάντησή της φάνηκε να τον κλόνισε. Τσιτώθηκε και κούνησε πάλι το κεφάλι του. «Το φαντάστηκα ότι μάλλον αυτή θα ήταν η απάντησή σου».


«Τότε γιατί δείχνεις τόσο ξαφνιασμένος;» τον ρώτησε, και αμέσως παραμέρισε την ερώτησή της μ’ ένα κούνημα του χεριού. «Όχι, δεν είναι έκπληξη αυτό που βλέπω, σωστά; Δε χάρηκες με την απάντησή μου». «Γιατί να μη χαρώ που θέλεις να γυρίσεις τρέχοντας στη Νέα Υόρκη; Εκεί ζω κι εγώ, ή μάλλον θα ζω όταν λήξει η δοκιμαστική περίοδος των έξι μηνών στην τράπεζα». «Αυτό θα σε ρωτούσα κι εγώ», του είπε η Άμπι. Τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Κάτι άλλαξε αυτές τις τελευταίες βδομάδες, έτσι δεν είναι; Στην πραγματικότητα, είσαι ευχαριστημένος που ξαναγύρισες εδώ». Ο Τρέις ύψωσε τους ώμους του. «Ναι, είμαι. Μπορώ να δουλέψω οπουδήποτε. Γιατί όχι εδώ;» τη ρώτησε κάπως επιθετικά. «Γιατί να πληρώνω ένα εξωφρενικό νοίκι για το ρετιρέ στη Νέα Υόρκη, όταν μπορώ να εργαστώ το ίδιο καλά σ’ ένα μέρος με καθαρό αέρα, όπου μπορώ να κάνω βόλτα στην παραλία και να βγαίνω βαρκάδα τα Σαββατοκύριακα αν μου κάνει κέφι;» Υπήρχε μια πρόκληση στην ερώτησή του, μια πρόκληση που η Άμπι δεν είχε τη δύναμη να αντιμετωπίσει εκείνη τη στιγμή. Είχε ήδη αρκετά προβλήματα στη ζωή της. «Αν θέλεις να μείνεις στο Τσέσαπικ Σορς, κάν’ το», του είπε, αλλά δεν υπήρχε ενθουσιασμός στη φωνή της. Αντίθετα, ένιωσε ξαφνικά εντελώς άδεια. Ήταν λες και, εκεί που δεν το περίμενε, εκείνος της είχε κλέψει ένα όνειρο που δεν είχε συνειδητοποιήσει καν ότι έκανε. Στο όνειρο αυτό έβλεπε τους δυο τους στη Νέα Υόρκη, να βγαίνουν με τις κόρες της, με τη μητέρα της. Ακόμα και να γίνονται μια οικογένεια. Μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο, με την ανέμελη δήλωσή του ότι ήταν ευχαριστημένος που είχε ξαναγυρίσει εδώ, της είχε κλέψει αυτό το μέλλον. Ακριβώς όπως και δέκα χρόνια πριν. Ο Τρέις άφησε την Άμπι και ξέσπασε την αγανάκτησή του στους χωματόδρομους του Τσέσαπικ Σορς. Συνήθως όταν έτρεχε με τη Χάρλεϊ ηρεμούσε, αλλά εκείνη τη μέρα η διάθεσή του


χειροτέρευε συνέχεια. Όταν τελικά γύρισε στην τράπεζα, προσπέρασε τη Μαράια χωρίς να τη χαιρετήσει, μπήκε στο γραφείο του και πέταξε το κράνος του στην άλλη άκρη του δωματίου, σπάζοντας ένα απαίσιο πορσελάνινο μπιμπελό, έναν ψαραετό που είχε φιλοτεχνήσει κάποιος που δεν πρέπει να εκτιμούσε καθόλου την ομορφιά του συγκεκριμένου πουλιού. Στη συνέχεια βρόντηξε με όλη του τη δύναμη την πόρτα του γραφείου πίσω του. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν τον έκανε να νιώσει καλύτερα. Ωστόσο, έφεραν τη Λέιλα τρέχοντας στο γραφείο του. «Φύγε», γρύλισε ο Τρέις. «Και κλείσε την πόρτα πίσω σου». Αγνοώντας τον, η αδερφή του μάζεψε τα κομμάτια του σπασμένου πουλιού και τα πέταξε στο καλάθι χωρίς κανένα σχόλιο. Ύστερα κάθισε και περίμενε. Ο Τρέις την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Γιατί είσαι ακόμα εδώ;» «Επειδή είναι φανερό ότι σε απασχολεί κάτι. Θέλεις να το κουβεντιάσεις ή σκοπεύεις να σπάσεις ό,τι μπορείς να πιάσεις στα χέρια σου;» «Δεν έχω αποφασίσει ακόμα», της απάντησε ξινισμένα. «Τουλάχιστον για το αν θα σπάσω κάτι ακόμα. Το σίγουρο είναι ότι δε θέλω να το κουβεντιάσω». «Τότε θα το κουβεντιάσω εγώ», του είπε πρόσχαρα εκείνη. «Ξέρω τι σκαρώνεις, μεγάλε μου αδερφέ. Και πιστεύω ότι τώρα πια το έχει καταλάβει και ο μπαμπάς. Πόσο έξαλλος έγινε μαζί σου που με έβαλες να κάνω εγώ την αναφορά σήμερα;» «Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάς», ισχυρίστηκε ο Τρέις. «Ω, κάνε μου τη χάρη, δεν είσαι δα και τόσο έξυπνος. Μπορώ να ξεχωρίσω ένα παιχνίδι όταν παίζεται μπροστά στα μάτια μου». «Αφού σου είναι τόσο εύκολο να με καταλάβεις, γιατί δε μου έβαλες τις φωνές όταν σου έδωσα όλους εκείνους τους φακέλους χτες το βράδυ;» «Επειδή βαριόμουν. Και σκέφτηκα πως θα είχε πλάκα να βάλω τρικλοποδιά στον μπαμπά σήμερα το πρωί. Έπρεπε να δεις την έκφρασή του όταν συνειδητοποίησε ότι δε θα ερχόσουν στη


σύσκεψη. Αλλά και ο Ρέιμοντ έδειξε έτοιμος να ξεράσει όταν με είδε να κάθομαι στη θέση σου». Ο Τρέις την κοίταξε ανέκφραστος. «Γιατί η παρουσία σου θα εκνεύριζε τον Ρέιμοντ;» Η Λέιλα ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό. «Δεν μπορεί να είσαι τόσο ηλίθιος. Ο Ρέιμοντ είναι το δεξί χέρι του μπαμπά από την πρώτη μέρα που άνοιξε η τράπεζα. Ξέρω ότι πίστευε πως εσύ στο τέλος θα έκανες πίσω και πως ο μπαμπάς δε θα έδινε ποτέ σ’ εμένα την ευκαιρία να δοκιμάσω, όποτε θα ήταν αυτός ο φυσικός διάδοχος». Ο Τρέις την κοίταξε κατάπληκτος. «Ο Ρέιμοντ πίστευε πως θα ήταν ο επόμενος πρόεδρος της τράπεζας;» «Φυσικά». «Μα ο μπαμπάς δεν έκρυψε ποτέ την πρόθεσή του να τοποθετήσει έναν από εμάς σ’ αυτή τη θέση». «Όχι, ο μπαμπάς δεν έκρυψε ποτέ το πείσμα του να βάλει εσένα σ’ αυτή τη θέση. Εμένα δε με έβλεπε ποτέ παρά μόνο σαν λακέ». «Ε, λοιπόν, αυτό αλλάζει», της είπε ο Τρέις. «Ο μπαμπάς εντυπωσιάστηκε πραγματικά με τη δουλειά που έκανες σήμερα το πρωί, Λέιλα. Και μου είπε πως εντυπωσιάστηκε και ο Ρέιμοντ». «Ω, τι καλά. Μπορεί τότε να μου προτείνει να γίνω βοηθός του Ρέιμοντ, αφού αρνήθηκα τη θέση της απλής υπαλλήλου». Ο Τρέις πρόσεξε το αηδιασμένο βλέμμα της. «Νομίζω ότι θα εκπλαγείς από την απόφαση του μπαμπά». «Τίποτε απ’ όσα κάνει δε με εκπλήσσει πια», ισχυρίστηκε η αδερφή του. «Αρκετά όμως κουβεντιάσαμε για μένα. Για τι πράγμα τσακωθήκατε με την Άμπι;» «Δεν τσακωθήκαμε», της απάντησε ο Τρέις και η διάθεσή του πήρε πάλι τον κατήφορο μόλις θυμήθηκε τη συζήτησή τους. «Πάντως σίγουρα κάτι έγινε». «Δεν πρόκειται να κουβεντιάσω για την Άμπι μαζί σου». Η Λέιλα σηκώθηκε. «Πολύ καλά. Θα πάω να ρωτήσω εκείνη».


«Μην ανακατεύεσαι, Λέιλα. Συμβαίνουν πολλά πράγματα στη ζωή της αυτή τη στιγμή για να μπει στον κόπο να ικανοποιήσει τη δική σου περιέργεια». Η Λέιλα συνοφρυώθηκε. «Πες μου μόνο ένα πράγμα. Δεν είσαι έτοιμος να κάνεις πάλι κάτι για να καταστρέψεις τη σχέση σας, έτσι;» Ο Τρέις την κοίταξε τσαντισμένος. «Δεν την κατέστρεψα εγώ την τελευταία φορά». «Ω, έλα τώρα. Καθόσουν εδώ και μας το έπαιζες ξεροκέφαλος και πληγωμένος, ενώ θα έπρεπε να είχες τρέξει στη Νέα Υόρκη να παλέψεις για τη γυναίκα που αγαπούσες». «Πήγα στη Νέα Υόρκη», την αντέκρουσε. «Πάρα πολύ αργά». Ο Τρέις το ήξερε πολύ καλά αυτό. Δε χρειαζόταν τη Λέιλα να του θυμίζει πόσο θάλασσα τα είχε κάνει τότε. «Φύγε», τη διέταξε. «Έχω πολλά να κάνω». «Δεν πρέπει να είναι δουλειά της τράπεζας». «Γιατί όχι;» «Επειδή θα προσπαθούσες να τη φορτώσεις σ’ εμένα. Και έτσι για να το ξέρεις, δε δέχτηκα την επιταγή που άφησες οπισθογραφημένη στη Μαράια για μένα». «Γιατί όχι; Τα κέρδισες αυτά τα λεφτά». «Επειδή αυτή ήταν η πληρωμή μιας ολόκληρης βδομάδας και εγώ δούλεψα μόνο μερικές ώρες, που ειλικρινά ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσες από τον τρόπο που περνούσα τα βράδια μου τους τελευταίους μήνες με τον Ντέιβ». «Πράγμα που δείχνει πόσο τυχερή είσαι που χώρισες μαζί του», της είπε ο Τρέις. «Έχεις δίκιο», του απάντησε χαμογελαστά, αλλά υπήρχε μια υποψία θλίψης στα μάτια της. Ο Τρέις παραμέρισε τη δική του κακοκεφιά και περιεργάστηκε την αδερφή του. «Έχεις συμφιλιωθεί μ’ αυτόν το χωρισμό, έτσι δεν είναι;»


«Φυσικά. Δική μου ιδέα ήταν. Απλώς θα μου πάρει λίγο χρόνο να συνηθίσω». Ο Τρέις αναστέναξε. Αυτό μπορούσε να το καταλάβει. Δέκα χρόνια και δεν είχε καταφέρει να μάθει πώς να ζει χωρίς την Άμπι. Και απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα, μπορεί να χρειαζόταν να το ξανακάνει. *** Πήγαιναν χρόνια που είχε να βγει ο Τρέις για τρέξιμο. Εκείνο το απόγευμα, όταν έφυγε από το γραφείο σε κατάσταση πανικού, πήγε σπίτι, φόρεσε τα αθλητικά του και βγήκε στον παραλιακό δρόμο. Το γεγονός ότι πήρε την κατεύθυνση προς το σπίτι της Άμπι ήταν καθαρή σύμπτωση. Δεν υπήρχε περίπτωση να διασταυρωθούν οι δρόμοι τους. Το σπίτι της απείχε καμιά τετρακοσαριά μέτρα και ήταν πιο κοντά στον κόλπο παρά στο δρόμο. Ο δρόμος έστριβε ανατολικά και άρχιζε να εκτείνεται κατά μήκος της ακτής και της πόλης μόνο αφού προσπερνούσε το σπίτι που είχε χτίσει ο Μικ Ο’Μπράιεν για την οικογένειά του. Ο Τρέις έτρεχε γρήγορα, τα πόδια του χτυπούσαν δυνατά το πεζοδρόμιο και είχε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα προτού φτάσει καν στη στροφή του δρόμου. Περίμενε πως η άσκηση θα τον βοηθούσε να διώξει την Άμπι από το μυαλό του, αλλά δυστυχώς οι σκοτεινές σκέψεις επέμεναν να τον καταδιώκουν. Είχε τρέξει κάπου ενάμισι χιλιόμετρο, πλησίαζε προς το σπίτι, όταν είδε δυο κοριτσάκια να προχωράνε προς το μέρος του σέρνοντας πίσω τους δυο ροζ βαλιτσούλες. Ακόμα και από μακριά, μπορούσε να διακρίνει τα σημάδια από τα δάκρυα στα μάγουλά τους. Ο Τρέις σταμάτησε να τρέχει όταν πλησίασε και κοντοκάθισε για να μπορέσει να τις κοιτάξει στα μάτια. «Δε μου λέτε, για πού το βάλατε, πιτσιρίκες;» ρώτησε. «Το σκάσαμε από το σπίτι», του απάντησε η Κέιτλιν λυπημένη. «Πήραμε και τα πράγματά μας», πρόσθεσε η Κάρι κάπως επιθετικά. «Και φαγητό». «Το ξέρει η μαμά σας ότι φύγατε από το σπίτι;»


Η Κέιτλιν ανοιγόκλεισε τα μάτια της. «Δε θα το είχαμε σκάσει αν της το λέγαμε». Ενώ προσπαθούσε να υπολογίσει πριν πόση ώρα μπορεί να είχαν φύγει από το σπίτι -πέντε λεπτά, όχι πάνω από δέκα, σίγουρα-, παράλληλα πάσχιζε να βρει ένα σίγουρο τρόπο να τις πάει ξανά στο σπίτι χωρίς να πληγώσει την περηφάνια τους. Αποφάσισε να παίξει το χαρτί της ενοχής, που έπιανε πάντα όταν οι γονείς του το έπαιζαν σ’ εκείνον και στη Λέιλα. «Η μαμά σας θα πρέπει να είναι πάρα πολύ στενοχωρημένη και φοβισμένη», τους είπε. «Όχι, δεν είναι», του απάντησε η Κάρι. «Τι σε κάνει να το πιστεύεις αυτό;» «Επειδή είναι θυμωμένη μαζί μας», είπε αυτή τη φορά η Κέιτλιν. «Και δε μας αγαπάει πια», πρόσθεσε η Κάρι. «Γι’ αυτό, πολύ αμφιβάλλω», τους είπε ο Τρέις. «Μπορεί να θύμωσε με κάτι που κάνατε, αλλά η μαμά σας σας αγαπάει περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο». Η Κάρι τον κοίταξε σκεφτική. «Κι εσείς πώς το ξέρετε;» «Από τον τρόπο που μου μιλάει συνέχεια για σας. Είστε ό,τι καλύτερο υπάρχει στη ζωή της». Ο Τρέις ήθελε να τους πει πόσο σκληρά αγωνιζόταν η Άμπι για να κρατήσει κοντά της τις κόρες της, αλλά δεν ήξερε πόσα γνώριζαν οι μικρές για τη διαμάχη της κηδεμονίας και δεν ήταν δική του δουλειά να τις ενημερώσει. Κοίταξε πρώτα τη μία και μετά την άλλη κατάματα. «Ξέρετε κάτι; Όταν ήμουν λίγο μεγαλύτερος από εσάς, το έσκασα κι εγώ από το σπίτι μου». Η Κέιτλιν γούρλωσε τα ματάκια της. «Αλήθεια;» «Ναι». «Και φοβηθήκατε;» τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε, προδίδοντας πόσο πολύ φοβόταν εκείνη. «Όχι μέχρι να σκοτεινιάσει», της απάντησε ο Τρέις. «Τότε φοβήθηκα». Ανατρίχιασε έντονα. «Υπήρχαν πάρα πολλές σκιές όπου θα μπορούσαν να κρύβονται τέρατα».


«Και τι κάνατε;» ρώτησε η Κάρι. «Αποφάσισα πως ίσως θα ήταν καλύτερα να περιμένω μέχρι το πρωί για να το σκάσω, έτσι γύρισα σπίτι. Το σωστό είναι να γυρίζεις πάντα εκεί που ξέρεις ότι θα είσαι ασφαλής. Καμιά φορά, αυτό είναι το πιο έξυπνο και το πιο γενναίο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε». «Υποθέτω», είπε η Κάρι επιφυλακτικά. «Είναι αλήθεια», τη διαβεβαίωσε ο Τρέις. «Και ξέρετε τι ανακάλυψα όταν γύρισα σπίτι;» «Τι;» τον ρώτησε η Κέιτλιν πλησιάζοντας πιο κοντά του, λες και οι σκιές της νύχτας την τρόμαζαν ήδη. «Η μαμά μου έκλαιγε. Ήταν σίγουρη ότι είχα πάθει κάτι κακό. Ότι μπορεί να είχα πέσει στον κόλπο». «Μα δεν επιτρέπετε να πλησιάζουμε στον κόλπο μόνες μας», του είπε η Κέιτλιν σοβαρά. «Αυτός είναι ο κανόνας». Ό Τρέις έπνιξε ένα χαμόγελο. «Πολύ σωστός κανόνας». Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό του και κατάλαβε από ένστικτο ότι θα ήταν η Άμπι. Το έβγαλε και το έδειξε στις μικρές. «Είναι η μαμά σας. Βάζω στοίχημα ότι μου τηλεφωνεί για να μου πει ότι σας έχει χάσει. Μπορώ να της πω ότι είσαστε μαζί μου και γυρίζουμε σπίτι;» Οι μικρές αντάλλαξαν ένα μακρύ, καρτερικό βλέμμα και κούνησαν αργά τα κεφαλάκια τους. «Καλή απόφαση», τις επαίνεσε ο Τρέις και απάντησε στο τηλέφωνο. «Γεια». Η Άμπι άρχισε να του μιλάει αμέσως, αλλά τα λόγια της ήταν ασυνάρτητα και μπερδεύονταν με τους λυγμούς της. «Ηρέμησε, αγάπη μου, είναι μαζί μου. Είναι μια χαρά. Γυρίζουμε σπίτι. Θα σου εξηγήσω όταν φτάσουμε. Δε θα κάνουμε πάνω από δυο λεπτά». «Είσαι σίγουρος ότι είναι καλά;» τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε. «Ορίστε, θα σου τις δώσω να τις ρωτήσεις μόνη σου», είπε ο Τρέις και έδωσε το τηλέφωνο στην Κάρι.


«Γεια σου, μαμά», είπε σιγανά η μικρή. Άκουσε προσεκτικά και ύστερα είπε: «Το ξέρω. Ναι. Το ξέρω. Ο κύριος Ράιλι μας φέρνει πίσω». Έδωσε το τηλέφωνο στην Κέιτλιν. «Γεια», είπε η Κέιτλιν. «Μην κλαις, μαμά. Συγνώμη». «Νιώθεις καλύτερα τώρα που άκουσες τις φωνές τους;» ρώτησε ο Τρέις την Άμπι, όταν η μικρή του ξανάδωσε το τηλέφωνο. «Θέλω να τις δω». «Σε δυο λεπτά», της υποσχέθηκε. «Μόλις που είχαν βγει από την αλέα στο δρόμο». «Περπατούσαν στο δρόμο;» ρώτησε έντρομη η Άμπι. «Είναι μια χαρά. Αυτό μόνο να σκέφτεσαι», της είπε ο Τρέις. «Γυρνάμε. Θα σε δούμε από λεπτό σε λεπτό». Ο Τρέις ήξερε ότι η Άμπι δε θα τους περίμενε σπίτι. Δεν είχαν προλάβει να μπουν στη μεγάλη αλέα, όταν την είδαν να τρέχει προς το μέρος τους. Η Κάρι και η Κέιτλιν παράτησαν τις μικρές ροζ βαλιτσούλες τους και χώθηκαν στην αγκαλιά της. Ο Τρέις ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό του. Μπορούσε να φανταστεί πώς είχε νιώσει η Άμπι εκείνα τα λίγα λεπτά που νόμιζε ότι οι κόρες της το είχαν σκάσει από το σπίτι. Θα πρέπει να είχε τρομοκρατηθεί. Εδώ ένιωθε εκείνος τις παλάμες του να ιδρώνουν όταν σκεφτόταν την κατάληξη που θα μπορούσε να είχε αυτή η περιπέτεια σε άλλη περίπτωση. Επειδή δεν ήθελε να πει ή να κάνει κάτι που θα αποκάλυπτε πόσο σημαντικά ήταν πια γι’ αυτόν εκείνα τα δυο κοριτσάκια με τις κόκκινες μπουκλίτσες, χρωμάτισε με μια πρόσχαρη νότα τη φωνή του. «Υποθέτω πως η δουλειά μου εδώ τελείωσε», είπε. «Καλύτερα να συνεχίσω το τρέξιμο μου». Είχε κάνει μεταβολή να φύγει, όταν η Άμπι είπε: «Σε παρακαλώ, μη φύγεις». Ο Τρέις γύρισε και την κοίταξε ερωτηματικά. «Οι κόρες μου κι εγώ θέλουμε να σ’ ευχαριστήσουμε, έτσι δεν είναι;» είπε κοιτάζοντας τις μικρές. «Ευχαριστούμε, κύριε Ράιλι», είπε υπάκουα η Κέιτλιν.


«Θα μπορούσαμε να βρούμε και μόνες μας το δρόμο να γυρίσουμε σπίτι αν νιώθαμε φόβο», επέμεινε η Κάρι, αλλά το βλέμμα που της έριξε η μητέρα της την έκανε να σηκώσει το κεφαλάκι της και να τον κοιτάξει. «Ευχαριστούμε». «Παρακαλώ». «Αν έχεις ώρα να περιμένεις, θα ήθελα να σου μιλήσω», του είπε η Άμπι. «Για ποιο πράγμα;» Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια. «Μείνε, σε παρακαλώ». Ο Τρέις δεν είχε τη δύναμη να αρνηθεί. «Κοίτα. Είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα από το τρέξιμο. Θα πάω να κάνω ένα ντους και να αλλάξω, μέχρι να τακτοποιήσεις εσύ τις μικρές. Τι θα έλεγες να γυρίσω σε μία ώρα;» Η Άμπι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Μία ώρα είναι ό,τι πρέπει». Ο Τρέις δεν πίστευε ότι του έφτανε μια ώρα για να κάνει αυτό που χρειαζόταν. Ω, θα προλάβαινε να πλυθεί, να φορέσει καθαρό παντελόνι και πουκάμισο, ακόμα και να ξυριστεί. Αλλά αυτό που χρειαζόταν πραγματικά να κάνει -να ατσαλώσει την καρδιά του ενάντια στην επίδραση που είχε πάνω του αυτή η γυναίκα, αυτή η οικογένεια- δεν μπορούσε να γίνει ούτε σε μια μέρα ούτε σε μια βδομάδα, πόσω μάλλον σε εξήντα λεπτά.


Κεφάλαιο 18 Η Άμπι δεν είχε ξανανιώσει τέτοιο τρόμο στη ζωή της, όσο όταν ανέβηκε για να διαβάσει ένα παραμύθι στις κόρες της και διαπίστωσε ότι έλειπαν. Οι βαλίτσες τους, που βρίσκονταν στα κατωπόδαρα των κρεβατιών νωρίτερα, έλειπαν και εκείνες. Κατέβηκε κάτω τρέχοντας, φωνάζοντας τα ονόματά τους, και έκανε τη γιαγιά της να πεταχτεί από την κουζίνα με την πετσέτα των πιάτων στα χέρια. «Για όνομα του Θεού, τι συμβαίνει;» τη ρώτησε η γιαγιά της. «Τα κορίτσια έφυγαν». «Έφυγαν; Τι εννοείς, "έφυγαν";» ρώτησε η γιαγιά με μια έκφραση απορίας στο πρόσωπο της. «Δεν πάνε ούτε δυο λεπτά που τις έστειλες πάνω, άρα δεν μπορεί να πήγαν μακριά. Μπορεί να βγήκαν έξω να κυνηγήσουν πυγολαμπίδες. Το ξέρεις ότι δεν τους αρέσει να πηγαίνουν για ύπνο. Φοβούνται ότι μπορεί να γίνει κάτι ενδιαφέρον και να το χάσουν». Η Άμπι ήταν σίγουρη ότι το θέμα δεν ήταν τόσο απλό, υποπτευόταν ότι την είχαν ακούσει νωρίτερα να μιλάει με τη Στέλλα. Μπορεί να ήταν πολύ μικρές για να ξέρουν τι ακριβώς συζητούσε με τη δικηγόρο της, αλλά ήταν σίγουρη πως είχαν καταλάβει ότι είχε σχέση με τον πατέρα τους. Όταν έψαξε έξω από το σπίτι, δεν τις είδε πουθενά. Δεν τις βρήκε να κυνηγάνε πυγολαμπίδες ούτε στην κούνια που τους είχε βάλει ο Μικ στην αυλή. Ευτυχώς, προτού τρελαθεί από τον πανικό της, κάτι την είχε σπρώξει να τηλεφωνήσει στον Τρέις. Και μόνο που είχε ακούσει τη φωνή του είχε νιώσει καλύτερα, προτού ακόμα της πει ότι οι κόρες της ήταν ασφαλείς μαζί του.


Το τρομακτικό αυτό περιστατικό δεν είχε διαρκέσει πάνω από είκοσι λεπτά, μπορεί και λιγότερο, αλλά σίγουρα της είχε κόψει τουλάχιστον πέντε χρόνια από τη ζωή της. Τώρα, καθώς ανέβαινε πάνω με τις κόρες της για να κάνουν μπάνιο και να βουρτσίσουν τα δόντια τους, προσπάθησε να βρει έναν τρόπο να κουβεντιάσει το περιστατικό μαζί τους. Ήταν τόσο αφύσικα ήσυχες, που ήξερε ότι εξακολουθούσαν να είναι αναστατωμένες εξαιτίας αυτού που τις είχε κάνει να το σκάσουν νωρίτερα. Αφού έπεσαν στα κρεβάτια τους, η Άμπι κάθισε στο πάτωμα ανάμεσά τους. «Θα μας διαβάσεις;» τη ρώτησε η Κέιτλιν γεμάτη ελπίδα. Η Άμπι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι απόψε. Πρέπει να μιλήσουμε». «Επειδή είσαι θυμωμένη μαζί μας, έτσι;» είπε η Κάρι. «Δεν είμαι θυμωμένη», τους απάντησε. «Αλλά θέλω να μου πείτε γιατί αποφασίσατε να το σκάσετε. Το ξέρετε ότι μπορείτε να μου λέτε τα πάντα, έτσι δεν είναι;» Οι κόρες της αντάλλαξαν ένα εύγλωττο βλέμμα. Η Άμπι κατάλαβε πως μπορεί να είχαν ανταλλάξει και έναν όρκο σιωπής. Ακόμα και στα πέντε τους, ήταν πιο ξεροκέφαλες απ’ όλους τους Ο’Μπράιεν μαζί. «Μήπως έχει κάποια σχέση με τον πατέρα σας;» τις ρώτησε. Άλλο ένα φευγαλέο βλέμμα σφράγισε τη σιωπή τους. Η Άμπι συνέχισε, αποφασισμένη να πει αυτά που ήθελε να πει και ελπίζοντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα τις καθησύχαζε. «Το ξέρετε ότι το να το σκάει κάποιος από το σπίτι του δεν είναι απάντηση σε τίποτε, έτσι δεν είναι; Δε λύνει κανένα πρόβλημα και, το πιο σημαντικό, μπορεί να αποδειχτεί πολύ επικίνδυνο. Θα μπορούσατε να είχατε χτυπήσει απόψε, αν δε σας είχε βρει ο κύριος Ράιλι. Θα μπορούσατε να είχατε χαθεί. Πού νομίζατε ότι θα πηγαίνατε;» «Να δούμε τον μπαμπά», είπε η Κέιτλιν. «Κέιτλιν!» διαμαρτυρήθηκε η Κάρι.


Η Άμπι έκλεισε τα μάτια της για να συγκρατήσει τη φρίκη που ένιωσε. «Επειδή σας λείπει;» ρώτησε, διαλέγοντας προσεκτικά τα λόγια της. Ήξερε ότι δεν ήταν τόσο απλό το θέμα. Είχαν δει τον Γουές πρόσφατα και ποτέ μέχρι τώρα δεν είχαν νιώσει νοσταλγία όταν τον αποχωρίζονταν. Η Κάρι παρέμεινε πεισματικά σιωπηλή, αλλά η Κέιτλιν κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Τότε γιατί;» ρώτησε η Άμπι κοιτάζοντας την Κέιτλιν. «Επειδή...» άρχισε να λέει η Κέιτλιν, αλλά η Κάρι την έκοψε, κατηγορώντας την ότι ήταν φλύαρη. Αυτό ήταν το κυριότερο πρόβλημα όταν είχες δίδυμα παιδιά. Συνήθως σχημάτιζαν ενιαίο μέτωπο. Δεν υπήρχε περίπτωση να πάρει μια ξεκάθαρη απάντηση απόψε, εκτός αν τις χώριζε και έπαιρνε την Κέιτλιν κάπου παράμερα. Ψαρεύοντας στα τυφλά, είπε: «Εντάξει, ακούστε τι πιστεύω εγώ. Πιστεύω ότι μπορεί να με ακούσατε να μιλάω σήμερα στο τηλέφωνο για κάποια προβλήματα που έχω με τον πατέρα σας. Πιστεύω ότι μπορεί να φοβηθήκατε ότι δε θα σας άφηνα να τον βλέπετε πια, έτσι αποφασίσατε να το σκάσετε για να πάτε κοντά του». Από την έκφραση έκπληξης στο πρόσωπο της Κάρι και ανακούφισης στο πρόσωπο της Κέιτλιν, κατάλαβε ότι είχε μαντέψει σωστά. Άπλωσε τα χέρια της και έσφιξε από ένα μικρό χεράκι σε κάθε παλάμη της. «Ακούστε με», τους είπε μαλακά. «Ό,τι κι αν συμβεί ανάμεσα σ’ εμένα και τον μπαμπά σας, εσείς θα περνάτε κάποιο χρόνο μαζί του όπως πάντα. Θα μένετε μαζί μου, αλλά θα μπορείτε να τον βλέπετε όποτε θέλετε». «Αλήθεια;» ρώτησε η Κέιτλιν με ολοφάνερη ανακούφιση. «Μας το υπόσχεσαι;» «Σας το υπόσχομαι». «Σου το είπα», ψιθύρισε η Κέιτλιν στην Κάρι. «Σου είπα ότι θα μπορούμε να βλέπουμε τον μπαμπά».


«Ναι, αλλά ο μπαμπάς θέλει να πάμε να ζήσουμε μαζί του», είπε προκλητικά η Κάρι. «Κι εσύ είπες στο τηλέφωνο ότι θα πρέπει να ζούμε συνέχεια μαζί σου». «Θα το κανονίσουμε αυτό με τον μπαμπά σας», την καθησύχασε η Άμπι. «Γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί του, όπως μας είπαν εκείνος και η Γκάμπριελ;» ρώτησε η Κάρι. Η ερώτηση καρφώθηκε στην καρδιά της Άμπι σαν μαχαίρι, αλλά δεν μπορούσε να τις αφήσει να καταλάβουν πόσο την είχε ταράξει. Οι κόρες της ήταν δυο μικρά κοριτσάκια που λάτρευαν τον μπαμπά τους και φοβούνταν πως κάτι θα άλλαζε στη σχέση τους μαζί του. Επίσης ήξερε ότι ο Γουές τις κακομάθαινε όποτε τις είχε μαζί του, ενώ εκείνη ήταν πιο αυστηρή και απαιτούσε πειθαρχία. Στα παιδικά μάτια τους, η διαμονή μαζί του έμοιαζε με ατέλειωτη διασκέδαση. Η Άμπι τις κοίταξε σοβαρά. «Θα πρέπει να μου έχετε εμπιστοσύνη όταν σας λέω ότι ο πατέρας σας κι εγώ θα κάνουμε πάντα ό,τι είναι καλύτερο για σας», τους είπε. Με λίγη αμερόληπτη βοήθεια από το δικαστήριο. «Θα μας τιμωρήσεις που το σκάσαμε;» ρώτησε η Κέιτλιν, εμφανώς ικανοποιημένη για την ώρα από τις υποσχέσεις της Άμπι. «Ναι», της απάντησε η μητέρα της αμέσως. «Και τι είναι αυτό που θα σας κάνει να μην ξεχάσετε ποτέ πως είναι κακό να το σκάμε από το σπίτι;» «Να μείνουμε κλεισμένες στο δωμάτιο μας;» ρώτησε γεμάτη ελπίδα η Κέιτλιν. «Κάρι, εσύ ποια νομίζεις ότι θα ήταν η δίκαιη τιμωρία;» ρώτησε η Άμπι. «Να μη φάμε γλυκό και μπισκότα για μια βδομάδα», πρότεινε εκείνη δυστυχισμένα. Η Άμπι σκέφτηκε τις προτάσεις τους. Δε θα ωφελούσε σε τίποτα να τις κλείσει στο δωμάτιο τους. Ακόμα και να τις έκλεινε χώρια -κάτι που μισούσαν-, πάλι θα έβρισκαν τρόπο να περάσουν


διασκεδαστικά την ώρα τους. Τα γλυκά, όμως, θα ήταν πραγματική θυσία. «Κάρι, ωραία πρόταση. Δε θα φάτε γλυκό ούτε μπισκότα ούτε κάποιου άλλου είδους επιδόρπιο για μια βδομάδα». Τις κοίταξε αυστηρά. «Και μην προσπαθήσετε να πείσετε τη γιαγιά ή τη θεία Τζες να παραβούν τον κανόνα ή να τρυπώσετε κρυφά στην κουζίνα όταν δε θα σας βλέπει κανείς». «Εντάξει, μαμά», είπε η Κέιτλιν. Η Κάρι φάνηκε απογοητευμένη με τις επιμέρους επισημάνσεις της Άμπι. Αν και είχε προτείνει εκείνη την τέλεια τιμωρία, ήταν φανερό πως σκόπευε να την παρακάμψει ως τη στιγμή που η μητέρα της έθεσε αυτούς τους όρους. «Εντάξει, ώρα για ύπνο τώρα», είπε η Άμπι. «Θα μιλήσουμε περισσότερο το πρωί». Έσκυψε και τις φίλησε. «Σας αγαπώ, γλυκές μου, όσο κανέναν άλλο. Σας παρακαλώ, μην το ξεχάσετε ποτέ αυτό». Η Κέιτλιν αναστέναξε. «Αυτό μας είπε και ο κύριος Ράιλι». Η Άμπι χαμογέλασε. «Ε, λοιπόν, μερικές φορές ο κύριος Ράιλι είναι πολύ έξυπνος άνθρωπος». Και απόψε ήταν επίσης ο ήρωάς της, επειδή είχε βρεθεί στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή. Με τις κόρες της ασφαλείς στα κρεβάτια τους, η Άμπι σέρβιρε δυο ποτήρια κρασί και πήγε στη βεράντα να περιμένει τον Τρέις. Πρέπει να είχε περάσει περισσότερη ώρα μέσα απ’ όση νόμιζε, γιατί τον βρήκε να την περιμένει, καθισμένο στην κουνιστή πολυθρόνα που έτριζε πάνω στις σανίδες της βεράντας. Κοίταζε προς τη μεριά του κόλπου, που ο ήχος του ακουγόταν, αλλά δεν ήταν ορατός μέσα στο βαθύ σκοτάδι του νυχτερινού ουρανού. Κάθε τόσο φαινόταν η λάμψη μιας πυγολαμπίδας. Όταν τις έβλεπε, η Άμπι γυρνούσε πάντα στα παιδικά της χρόνια, τότε που εκείνη, ο Κόνορ και ο Κέβιν, και αργότερα η Μπρι και η Τζες, έπιαναν όσο περισσότερες μπορούσαν και τις έβαζαν μέσα σε


γυάλες που είχαν κάνει τρύπες στα καπάκια τους, κι ύστερα τις άφηναν ελεύθερες προτού πάνε για ύπνο. «Είναι καλά οι μικρές;» τη ρώτησε ο Τρέις όταν τον πλησίασε. «Δεν ταράχτηκαν καθόλου από την περιπέτειά τους», του είπε δίνοντάς του το ένα ποτήρι. «Εγώ πάντως εξακολουθώ να τρέμω». Τον κοίταξε. «Δόξα τω Θεώ που τις βρήκες έγκαιρα». «Νομίζω πως θα είχαν γυρίσει σύντομα και από μόνες τους. Σε λίγα λεπτά θα σκοτείνιαζε, και η Κέιτλιν είχε αρχίσει ήδη να φοβάται». Η Άμπι χαμογέλασε. «Ναι, αλλά δεν παίρνεις υπόψη σου το πείσμα της Κάρι, που φτάνει και για τις δύο. Εκείνη δεν παραδίνεται με τίποτα στο φόβο». «Τρομακτικό», είπε ο Τρέις. «Θα πρέπει να το συνηθίσεις». Γύρισε καθώς μιλούσε και είδε ότι ο Τρέις την κοιτούσε έντονα. «Τι συμβαίνει;» «Ενδιαφέρουσα σκέψη», της απάντησε αβίαστα εκείνος. «Να ζω δίπλα στην ατρόμητη Κάρι. Αυτό θα σήμαινε ότι εσύ κι εγώ θα ήμασταν μαζί». Αν και ο σφυγμός της χτύπησε τρελά με την ένταση του βλέμματος του και την ανέμελη αναφορά κάποιου κοινού μέλλοντος, δεν ήθελε να το συζητήσει. Όχι ύστερα από εκείνο το απόγευμα, όταν είχε συντρίψει για μια ακόμα φορά τις ελπίδες της λέγοντας πως ήθελε να μείνει εδώ, στο Τσέσαπικ Σορς. «Δεν μπορούμε, Τρέις. Εσύ κι εγώ». Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί». Ο Τρέις συνοφρυώθηκε. «Είχα μια υποψία ότι θα το έλεγες αυτό. Η αντίδρασή σου νωρίτερα, όταν σου είπα ότι μου αρέσει εδώ, ήταν πολύ φανερή». «Νιώθω σαν να κάναμε αυτή την ίδια συζήτηση δέκα χρόνια πριν», του είπε κουρασμένα. «Όχι, Άμπι», της είπε με περίεργη σφοδρότητα και αρκετή πικρία. «Δεν έγινε έτσι. Πριν δέκα χρόνια δεν κάναμε καμιά συζήτηση. Εσύ κατέληξες σε κάποια συμπεράσματα, πήρες μια


απόφαση που σε βόλευε και έφυγες. Εγώ δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να πω τη γνώμη μου». «Το γεγονός ότι δεν έτρεξες πίσω μου λέει τα πάντα», αμύνθηκε εκείνη. «Εντάξει, ναι, έχεις δίκιο. Την έχουμε κάνει αυτή τη συζήτηση. Περίμενα πάρα πολύ. Λάθος μου. Έχασα». Την κοίταξε στα μάτια. «Στο τέλος, χάσαμε και οι δύο». «Ναι, υποθέτω πως χάσαμε», παραδέχτηκε η Άμπι. «Αλλά δεν μπορώ να μετανιώσω που απέκτησα την Κέιτλιν και την Κάρι». «Δεν περίμενα να μετανιώσεις». Ο Τρέις έγειρε μπροστά και γύρισε την πολυθρόνα μέχρι που βρέθηκε απέναντι της. «Μπορούμε να κάνουμε μια ειλικρινή, ντόμπρα συζήτηση τώρα;» Η Άμπι ένιωσε να τρέμει κάτω από το πυρωμένο βλέμμα του. «Εντάξει». «Κάτι συμβαίνει πάλι ανάμεσά μας, Άμπι. Όλα εκείνα τα παλιά αισθήματα εξακολουθούν να υπάρχουν, τουλάχιστον για μένα. Δε θέλω να προσποιηθώ το αντίθετο. Θέλω να καταλάβω πού μπορούν να μας οδηγήσουν». Η Άμπι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της προτού προλάβει εκείνος να τελειώσει τα λόγια του. «Δε νομίζω ότι μπορώ να χειριστώ και άλλες περιπλοκές στη ζωή μου αυτή τη στιγμή», ψιθύρισε. «Όλα είναι πολύ μπερδεμένα». «Τουλάχιστον άφησέ με να σταθώ δίπλα σου. Γείρε πάνω μου. Μη μου κλείνεις την πόρτα». «Και μετά τι θα γίνει; Θα γυρίσω στη Νέα Υόρκη και θα σου ραγίσω για μια ακόμα φορά την καρδιά;» «Πολύ πιθανό». Πήρε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του. «Ή μπορεί να το κουβεντιάσουμε σαν ενήλικοι που είμαστε πλέον και να βρούμε κάποιο τρόπο να τα καταφέρουμε. Δεν είμαστε ανώριμα παιδιά πια. Σίγουρα μπορούμε να βρούμε μια λύση που θα προσφέρει και στους δυο μας αυτό που θέλουμε». Ακούγοντάς τον, η Άμπι συνειδητοποίησε πόσο απελπισμένα ήθελε να εξελιχτούν έτσι τα πράγματα. Απλά δεν πίστευε ότι


μπορούσε να γίνει. Στη μέχρι τώρα ζωή της, ο έρωτας δεν είχε ποτέ ευτυχή κατάληξη. «Τρέις, μακάρι να μπορούσα να πιστέψω ότι δε θα έχει άσχημη κατάληξη», είπε. «Κοίτα εκεί», τη διέταξε. «Πες μου, τι βλέπεις;» «Πού;» «Στον ουρανό». Η Άμπι κοίταξε τον ουρανό που ήταν γεμάτος αστέρια. «Αστέρια», είπε, απαντώντας κυριολεκτικά στην ερώτηση του, αλλά σκέφτηκε ότι εκείνος εννοούσε πολύ περισσότερα. «Ακριβώς», της δήλωσε, σαν να είχε περάσει μόλις ένα σημαντικό τεστ. «Έχεις δει ποτέ σου τόσα πολλά αστέρια στη Νέα Υόρκη;» Η Άμπι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Υπάρχουν πάρα πολλά φώτα». «Πράγμα που σημαίνει ότι αυτό το μέρος πρέπει να έχει κάτι ιδιαίτερο, αφού μπορούμε να δούμε τόσα πολλά», της είπε. «Έχε λίγη πίστη, αγάπη μου. Μερικές φορές τα αστέρια εκεί πάνω έρχονται στη σωστή συζυγία, και όταν γίνεται αυτό, όλα μπορούν να συμβούν». Εκείνη τη στιγμή, με το χέρι της μέσα στο δικό του και τα κύματα να κυλούν απαλά στην παραλία, η Άμπι θα μπορούσε να αφήσει τον εαυτό της να πιστέψει στο έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ο Μικ βγήκε από τη σύσκεψη που είχε με τους μηχανικούς και τους πολεοδόμους του Σαν Φρανσίσκο και στράφηκε στους συνεργάτες του. «Αυτό ήταν», τους είπε. «Αποσύρομαι». Ο Χάιμε Άλβαρες, ο προσωπικός βοηθός του και ταλαντούχος αρχιτέκτονας που είχε συνεργαστεί μήνες μαζί του για τη δημιουργία αυτού του νέου οικισμού, τον κοίταξε σοκαρισμένος. «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό». Ο Μικ γέλασε, περίεργα ανακουφισμένος που είχε πάρει αυτή την απόφαση. Δε θα την είχε πάρει ποτέ πριν δεκαπέντε χρόνια, ή


ακόμα και πριν ένα χρόνο, εκείνη τη στιγμή όμως του είχε φανεί απόλυτα σωστή. «Το έκανα», είπε στο προσωπικό του. «Γυρίζω σπίτι μου». Οι άλλοι δυο άντρες που ήταν μαζί τους είχαν μείνει άφωνοι από την κατάπληξη. Γύρισαν και κοίταξαν τον Χάιμε σαν να του ζητούσαν διευκρινίσεις. «Δε θα χτίσουμε τον οικισμό;» ρώτησε ο Τζο Γουίλσον, ο υπεύθυνος για το συντονισμό των υπεργολάβων. «Ύστερα από τόση δουλειά που έχουμε κάνει;» «Ήσουν στη σύσκεψη», του είπε ο Μικ. «Θα μας παίζουν σαν μαριονέτες, θα μας πετούν υποσχέσεις και θα το πηγαίνουν από καθυστέρηση σε καθυστέρηση. Στο τέλος, υποπτεύομαι ότι κάποιες άδειες δε θα μας τις εγκρίνουν ποτέ. Είναι καιρός να περιορίσουμε τη χασούρα μας, να πουλήσουμε την έκταση και να προχωρήσουμε αλλού». «Και οι υπεργολάβοι;» ρώτησε ο Τζο, δείχνοντας κλονισμένος. «Μ’ αυτούς τι θα γίνει;» «Είναι όλοι τους γνωστοί επαγγελματίες της περιοχής και υπάρχουν άφθονες δουλειές εδώ γι’ αυτούς. Ήδη έχουμε κρατήσει κάποιους απ’ αυτούς πάρα πολύ καιρό σε αναμονή. Όλα τα συμβόλαια έχουν ρήτρες. Θα τις επικαλεστούμε, εν ανάγκη θα πληρώσουμε και κάτι. Έτσι κι αλλιώς, κανένας από αυτούς δεν πρόκειται να εκπλαγεί. Μάλλον ήξεραν από την αρχή καλύτερα από εμάς ότι ήταν απίθανο να εγκριθεί το σχέδιο μας». Στράφηκε στον Χάιμε. «Εσύ θα ήθελα να πας στο Πόρτλαντ και να αναλάβεις την επίβλεψη του έργου μας εκεί μέχρι το τέλος του, αν δεν έχεις αντίρρηση. Στο κάτω κάτω, αυτό το έργο ήταν από την αρχή το δικό σου μωρό». Ο Χάιμε τον κοίταξε με λαχτάρα. «Θα έχω εγώ τη γενική ευθύνη;» «Εκτός αν προτιμάς να μ’ έχεις πάνω από το κεφάλι σου και μέσα στα πόδια σου». Ο Μικ είχε πάρει αυτή την απόφαση το προηγούμενο βράδυ επειδή το περίμενε πως η σημερινή σύσκεψη δε θα τους έβγαζε πουθενά.


Το πρόσωπο του νεαρού αρχιτέκτονα έλαμψε. «Όχι, μπορώ να τα καταφέρω». «Και θα απέχω μόνο ένα τηλεφώνημα, αν έχεις κάποια απορία», του είπε ο Μικ. «Τζο, εσύ τι θα ήθελες να κάνεις; Σε ενδιαφέρει να πας με τον Χάιμε στο Πόρτλαντ ή προτιμάς να γυρίσεις στο Μέριλαντ; Κι εσύ, Ντέιβ;» «Άσε με να το σκεφτώ», του απάντησε ο Ντέιβ. «Βρισκόμαστε αρκετό καιρό σ’ αυτή την περιοχή και μου αρέσει. Μπορεί να μείνω εδώ να ψάξω για καμιά άλλη δουλειά». Ο Μικ έγνεψε καταφατικά. «Το ξέρεις ότι θα λυπηθώ αν σε χάσω, αλλά αν χρειαστείς συστατική επιστολή, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι θα σου δώσω την καλύτερη. Κι αν αποφασίσεις να επιστρέψεις στο Μέριλαντ, θα σου εξασφαλίσω δουλειά εκεί. Η απόφαση είναι δική σου». «Ευχαριστώ», είπε ο Ντέιβ. Ο Τζο κοίταξε με κάποια ζήλια τους δύο άλλους άντρες. «Όσο και αν θέλω να πάω στο Πόρτλαντ», είπε, «η γυναίκα μου θα με σκοτώσει έτσι και μάθει πως είχα την ευκαιρία να γυρίσω σπίτι και δεν την άρπαξα». «Τότε μπορείς να επιστρέψεις το πρωί αεροπορικώς μαζί μου», του είπε ο Μικ. Ο Χάιμε τον κοίταξε επίμονα. «Περίμενα να σε δω πιο εκνευρισμένο μ’ αυτή την κατάληξη. Έριξες πολλή δουλειά για να σχεδιάσεις το συγκεκριμένο έργο». «Δε θα πάει χαμένη», του απάντησε ο Μικ. «Με λίγες μετατροπές, θα ταιριάξει σε άλλη περιοχή». «Αυτή είναι η πρώτη φορά στα πέντε χρόνια που δουλεύω μαζί σου που σε βλέπω να ανυπομονείς να γυρίσεις σπίτι», είπε ο Χάιμε. Ο Μικ έμεινε για λίγο σκεφτικός. «Έχεις δίκιο. Ανυπομονώ να γυρίσω. Έχει έρθει η κόρη μου με τις εγγονές μου να μείνουν για κάποιο διάστημα μαζί μας. Δε βλέπω την ώρα να περάσω λίγο χρόνο μαζί τους. Έχουν κάποια προβλήματα στη ζωή τους αυτή τη στιγμή και θα νιώθω καλύτερα αν είμαι κοντά τους».


«Και σύντομα θα γίνουν τα εγκαίνια του πανδοχείου της Τζες, σωστά;» είπε ο Τζο. «Σε δυο βδομάδες», επιβεβαίωσε ο Μικ. «Είμαι πραγματικά περήφανος γι’ αυτή. Δούλεψε σκληρά για να το πετύχει». Βέβαια, τα εγκαίνια του πανδοχείου θα έφερναν και τη Μέγκαν στην πόλη. Ο Μικ προσπαθούσε ακόμα να καταλάβει πώς ένιωθε μ’ αυτή την εξέλιξη. Εξακολουθούσε να είναι φοβερά θυμωμένος που η Άμπι είχε καλέσει την πρώην σύζυγο του, και της το είχε πει, αλλά είχαν ξυπνήσει και άλλα συναισθήματα μέσα του. Απροσδόκητα συναισθήματα. Η Μέγκαν είχε φύγει από τη ζωή του εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Είχαν περάσει οχτώ χρόνια από την τελευταία φορά που την είχε δει, στο γάμο της Άμπι. Και, μα το Θεό, εκείνος είχε αλλάξει πολύ σ’ αυτό το διάστημα. Αναρωτήθηκε αν είχε αλλάξει κι εκείνη. Ή αν θα εξακολουθούσε να κάνει την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή και μόνο που θα έμπαινε σε ένα δωμάτιο. Να πάρει η οργή, ήλπιζε όχι. Κάποτε την είχε ερωτευτεί τρελά. Στα πενήντα έξι του ήταν πια πολύ αργά για να του ξανασυμβεί. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε να μη σκέφτεται τι μπορεί να επιφύλασσαν οι αμέσως επόμενες βδομάδες. Και αν θα κατάφερνε να τα βγάλει πέρα χωρίς να προσθέσει και άλλες τύψεις στο σωρό που είχε στοιβάξει πριν δεκαπέντε χρόνια. Ο ουρανός έξω είχε αρχίσει να φωτίζεται από τις πρώτες πορτοκαλιές αχτίδες της αυγής όταν η Άμπι μπήκε στην κουζίνα. Ίσα που είχε προλάβει να σερβίρει ένα φλιτζάνι καφέ όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Φοβήθηκε ότι μπορεί να ξυπνούσε τη γιαγιά της και βιάστηκε να το αρπάξει. «Τι στο διάβολο σκαρώνεις;» ούρλιαξε ο Γουές στο αυτί της. «Συγνώμη;» «Εκείνο το μπαρακούντα η δικηγόρος σου με έχει τρελάνει από χτες απειλώντας με και ζητώντας έγγραφα που δεν έχει κανένα δικαίωμα να πάρει».


«Δεν έχει δικαίωμα ή δε θέλεις εσύ να της τα δώσεις;» τον ρώτησε μαλακά η Άμπι, αρνούμενη να ξεκινήσει καβγά. Η Στέλλα την είχε προειδοποιήσει να μείνει παγερή και ήρεμη αν της τηλεφωνούσε ο Γουές και σκόπευε να ακολουθήσει τη συμβουλή της, όσο και αν ήθελε να του ανταποδώσει τις φωνές. «Τα κανονίσαμε όλα αυτά στο δικαστήριο», της είπε ο Γουές. «Και στη συνέχεια εσύ ή η Γκάμπριελ είπατε στις κόρες μας ότι θα έρθουν να ζήσουν μαζί σου», είπε η Άμπι. «Προφανώς αποφάσισες ότι αυτά που συμφωνήσαμε δε σε συμφέρουν πλέον, έτσι δεν είχα άλλη επιλογή από το να προστατεύσω τα συμφέροντά μου». Ο Γουές πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήταν σαφές πως δεν περίμενε ότι εκείνη θα ανακάλυπτε τα σχέδιά του. «Οι κόρες μας παρανόησαν», της είπε επιφυλακτικά. «Αλήθεια; Είναι πολύ έξυπνες», του θύμισε η Άμπι. «Ας πούμε όμως ότι παρανόησαν. Γιατί θα τους έλεγε η Γκάμπριελ να το κρατήσουν μυστικό;» Η Άμπι μπορούσε να ακούσει σχεδόν τα γρανάζια του μυαλού του να δουλεύουν καθώς προσπαθούσε να βρει μια εξήγηση που θα την έπειθε. Αποφάσισε να τον βγάλει από τον κόπο. «Δεν έχει σημασία. Δεν υπάρχει τρόπος να με πείσεις ότι η Γκάμπριελ δεν τους είπε ακριβώς αυτό ή ότι δεν τους έβαλες εσύ αυτή την ιδέα». «Πολύ καλά», της απάντησε εκνευρισμένα. «Θέλω να περνάω περισσότερο χρόνο μαζί τους. Έτσι όπως τις πήρες και έφυγες για το Μέριλαντ, σκέφτηκα πως έπρεπε να διεκδικήσω τα δικαιώματά μου». «Για τα δικαιώματά σου ανησυχείς ή για το πορτοφόλι σου;» Η Άμπι δεν κατάφερε να αντισταθεί στον πειρασμό να του κάνει αυτή την ερώτηση. «Αν μείνουν μαζί σου, δε θα χρειάζεται να τους πληρώνεις πια διατροφή. Η διατροφή τους θα πρέπει να σου είναι πλέον βάρος, τώρα που έχασες ένα σωρό χρήματα σε κακές επενδύσεις. Μήπως ήλπιζες ότι το δικαστήριο θα με ανάγκαζε να σου πληρώνω διατροφή ώστε να ξελασπώσει η φιλενάδα σου από το οικονομικό της μπάχαλο;»


Η σιωπή από την άλλη άκρη της γραμμής ήταν εκκωφαντική. «Δεν έχεις τίποτε να πεις;» τον τσίγκλησε. «Καταλαβαίνω. Αυτό που έκανε η Γκάμπριελ είναι εγκληματικό. Για την ακρίβεια, αν ήμουν στη θέση σου, θα ξεχνούσα τα σχέδιά μου για γάμο, γιατί προβλέπω κάμποσα χρονάκια φυλακής στο μέλλον της. Κι αν είσαι μαζί της, μπορείς να ξεχάσεις εντελώς την κηδεμονία των κοριτσιών. Θα είναι αδύνατον να πείσεις το δικαστήριο ότι μπορείς να τους προσφέρεις ένα καλύτερο σπίτι, τη στιγμή που θα είσαι απασχολημένος με τη νομική υπεράσπιση της συζύγου σου». «Δεν μπορείς να κρατήσεις τις κόρες μας μακριά μου», διαμαρτυρήθηκε ο Γουές. «Δεν έχω τέτοια πρόθεση», τον διαβεβαίωσε. «Μπορείς να τις βλέπεις όποτε θέλεις. Αλλά ξέχνα την οποιαδήποτε αλλαγή στο θέμα της κηδεμονίας. Ειλικρινά, πιστεύω ότι θα έχεις αρκετά τραβήγματα με την υπεράσπιση της Γκάμπριελ για να θέλεις να μπλεχτείς και σε άλλες δικαστικές διαμάχες». «Δεν πρόκειται να της απαγγείλουν κατηγορίες», είπε με σιγουριά ο Γουές. «Ξέρεις πώς τα κουκουλώνουν αυτά τα θέματα. Συμβαίνει συνέχεια». «Όχι όταν υπάρχει κάποιος πρόθυμος να σηκώσει το χαλί και να δείξει στον Τύπο τις βρομιές που κρύβονται από κάτω», τον αντέκρουσε ήρεμα. «Δε μου αρέσει να καταφεύγω σε απειλές, Γουές, αλλά δε μου άφησες άλλη επιλογή. Πρέπει να προστατεύσω την Κάρι και την Κέιτλιν». «Από πότε έγινες τόσο εκδικητική;» «Από τη στιγμή που αποφάσισες να κινηθείς πίσω από την πλάτη μου και να διεκδικήσεις την πλήρη κηδεμονία των κοριτσιών», του απάντησε απότομα και αναστέναξε. «Λυπάμαι πραγματικά που φτάσαμε ως εδώ. Δεν υπάρχει κανένας λόγος. Δέχτηκα την ευθύνη που μου αναλογεί για το διαζύγιο μας και μέχρι στιγμής κάναμε και οι δύο ό,τι περνούσε από το χέρι μας για να μην υποφέρουν οι κόρες μας. Και τα είχαμε καταφέρει. Τα πάντα κυλούσαν πολιτισμένα, και ξαφνικά αποφάσισες να μου τη φέρεις πισώπλατα. Μπορεί πίσω απ’ όλα αυτά να κρύβεται η


Γκάμπριελ ή η οικονομική καταστροφή που προκάλεσε. Ειλικρινά, μου είναι αδιάφορο». «Ας ξεχάσουμε ό,τι έγινε. Ξέχνα πως είπαμε οτιδήποτε στις μικρές, εντάξει; Δεν ξέρεις πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα αυτή τη στιγμή, Άμπι», της είπε σε τόνο ικετευτικό. «Η Γκάμπριελ είναι ένα ράκος. Η καριέρα της θα γίνει στάχτες, εκτός αν βρει χρήματα να καλύψει τη χασούρα. Μπορεί έτσι κι αλλιώς η υπόθεση να είναι χαμένη. Δεν μπορείς να κάνεις τα πράγματα χειρότερα απ’ ό,τι είναι, Άμπι. Αν δημοσιοποιήσεις αυτά που ξέρεις -ή αυτά που νομίζεις ότι ξέρεις-, σκέψου τις επιπτώσεις στις κόρες μας». «Οι κόρες μας είναι πέντε χρονών. Δε διαβάζουν εφημερίδες ούτε παρακολουθούν χρηματιστηριακές εκπομπές». Η Άμπι με δυσκολία συγκράτησε την αηδία της. «Και είναι ντροπή σου να τις χρησιμοποιείς για να με αναγκάσεις να κάνω πίσω». «Τι θέλεις για να κάνεις πίσω;» Η Άμπι δεν περίμενε ότι θα παραδινόταν τόσο εύκολα, αλλά ήταν έτοιμη. «Ξέχνα τα σχέδιά σου για αλλαγές στο θέμα της κηδεμονίας», του απάντησε αμέσως. «Και το θέλω γραπτώς. Θέλω να υπογράψεις ότι παραιτείσαι από κάθε δικαίωμα να ζητήσεις την πλήρη κηδεμονία στο μέλλον και ότι ποτέ πια δε θα κουβεντιάσεις εσύ ή Γκάμπριελ αυτό το θέμα με τις δίδυμες». «Κι αν σου δώσω αυτά που ζητάς, δε θα επιχειρήσεις να κάνεις ακόμα πιο δύσκολη την κατάσταση για την Γκάμπριελ;» «Γουές, δεν το καταλαβαίνεις; Το πουλάκι πέταξε πια και θα χρειαστεί ένα θαύμα για να το ξανακλείσεις στο κλουβί. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει πέσει με τα μούτρα στην υπόθεση. Οι εσωτερικοί ελεγκτές της εταιρείας ερευνούν και την παραμικρή δοσοληψία που χειρίστηκε η Γκάμπριελ. Ο Τύπος το έχει πάρει ήδη μυρωδιά. Μπορεί μέχρι στιγμής να είχαν στοιχεία μόνο για ένα μικρό άρθρο, αλλά πίστεψέ με, το κυνηγάνε. Θα βγουν όλα στο φως, είτε με τη δική μου ανάμειξη είτε όχι». «Αν όμως εσύ τους προσφέρεις και μια άλλη, πιο προσωπική πτυχή, τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα», της είπε ο Γουές. «Σε παρακαλώ, σε ικετεύω, μην προκαλέσεις κι άλλη δημοσιότητα».


Η Άμπι τα έχασε ακούγοντας τη γνήσια ανησυχία στη φωνή του. «Την αγαπάς πραγματικά, έτσι; Δεν είναι απλώς ένα ξεμυάλισμα που σου στοίχισε μια περιουσία στην πορεία». «Και βέβαια την αγαπώ. Γιατί νομίζεις ότι προσπαθώ τόσο απελπισμένα να τη βοηθήσω να ξεμπλέξει; Δεν το κάνω για τα χρήματα που έχασα. Αυτό το αντέχω. Μπορώ να βγάλω όποτε θέλω περισσότερα. Αλλά δεν αντέχω να βλέπω να διασύρουν έτσι την Γκάμπριελ. Έκανε ένα ηλίθιο λάθος, και το έχει μετανιώσει». «Και τι θα γίνει με όλους τους άλλους που πήρε στο λαιμό της; Αυτούς που έχασαν τις οικονομίες μιας ζωής και, σε αντίθεση μ’ εσένα, δεν έχουν το χρόνο ή τα μέσα να βγάλουν άλλα χρήματα;» «Θα τους αποζημιώσουμε όλους. Εργάζομαι ήδη πάνω σ’ αυτό». Η Άμπι εντυπωσιάστηκε με την προθυμία του να αγωνιστεί τόσο σκληρά για την αρραβωνιαστικιά του. Η Γκάμπριελ του έδινε την ευκαιρία να το παίξει ιππότης με αστραφτερή πανοπλία, κάτι που η Άμπι δεν είχε χρειαστεί ποτέ από εκείνον. «Καλή τύχη στην προσπάθεια», του είπε με ειλικρίνεια. «Ελπίζω να τα καταφέρεις». «Κοίτα, θα συναντηθώ με τη Στέλλα σήμερα. Θα της εξηγήσω ότι έγινε μια παρεξήγηση και θα υπογράψω ό,τι χαρτιά θέλεις». «Θα την ενημερώσω για όλα όσα συζητήσαμε», του απάντησε η Άμπι. «Πότε...» Η Άμπι κατάλαβε τι ήθελε να τη ρωτήσει. Θα μπορούσε να τον αφήσει να βράσει στο ζουμί του, αλλά τι νόημα είχε; Δεν είχε κερδίσει μόνο τη μάχη αλλά και τον πόλεμο. «Θα γυρίσω με τις μικρές στη Νέα Υόρκη αμέσως μετά τη γιορτή της Τετάρτης Ιουλίου. Μπορείς να τις δεις τότε. Αν όμως δε θέλεις να περιμένεις άλλες τρεις βδομάδες, είσαι ευπρόσδεκτος να έρθεις εδώ. Αυτή τη στιγμή δεν έχω χρόνο να σου τις φέρω εγώ». «Θα περιμένω. Πες τους ότι θα τους τηλεφωνώ κάθε δυο μέρες να μαθαίνω τι κάνουν».


«Θα το χαρούν», του απάντησε. «Τους λείπεις όσο σου λείπουν κι εσένα». «Γεια σου, Άμπι». «Γεια σου, Γουές». Η Άμπι πηγαινοερχόταν στην κουζίνα όσο μιλούσαν, αλλά τώρα σωριάστηκε σε μια καρέκλα τρέμοντας. Είχε τελειώσει στ’ αλήθεια αυτό το θέμα; Ο Γουές δεν αποτελούσε πια απειλή; Δάκρυα ανακούφισης κυλούσαν στα μάγουλά της όταν μπήκε στην κουζίνα η γιαγιά της. «Τι στην ευχή;» μουρμούρισε παίρνοντας την Άμπι στην αγκαλιά της. «Τι συνέβη; Άσχημα νέα;» Η Άμπι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και χαμογέλασε τρεμουλιαστά. «Στην πραγματικότητα τα νέα είναι καλά. Κέρδισα». Η γιαγιά την κοίταξε σαστισμένη. «Τι κέρδισες;» «Είναι μεγάλη ιστορία, αλλά η ουσία είναι πως σήκωσα κεφάλι στον Γουές και κέρδισα». «Ε, λοιπόν, μπράβο σου. Ήταν καιρός να σταματήσεις να αφήνεις αυτό τον άντρα να σε τρομοκρατεί». Η Άμπι κοίταξε έκπληκτη τη γιαγιά της. «Πιστεύεις ότι ο Γουές με τρομοκρατούσε;» «Αυτό σίγουρα. Ω, το έκανε με γοητεία και με πολύ κομψό τρόπο, αλλά κάμποσες φορές μπήκα στον πειρασμό να τον καθίσω κάτω και να του τα πω ένα χεράκι για τον τρόπο που πρέπει να φέρεται ένας πραγματικός άντρας στη γυναίκα που αγαπάει». Η Άμπι χαμογέλασε στη σκέψη μιας τέτοιας αντιπαράθεσης. «Με ξαφνιάζει που δεν το έκανες, και με λυπεί λιγάκι». «Το να μπερδεύεσαι στο γάμο κάποιου άλλου δεν έχει ποτέ καλή κατάληξη», της απάντησε η γιαγιά και την κοίταξε με νόημα. «Κι αυτό καλά θα κάνεις να το θυμάσαι όταν θα έρθουν εδώ ο πατέρας σου και η Μέγκαν». «Η μαμά θα έρθει σε δυο βδομάδες. Είχες κανένα νέο από τον μπαμπά; Εκείνος πότε θα έρθει;» «Αργότερα σήμερα. Παράτησε το σχέδιο στο Σαν Φρανσίσκο, και απ’ ό,τι φαίνεται θα είναι ελεύθερος για ένα διάστημα».


«Το παράτησε;» επανέλαβε εμβρόντητη η Άμπι. «Μήπως ξέρεις γιατί;» «Δε μου είπε, αλλά είμαι σίγουρη ότι θα χαρεί να ικανοποιήσει την περιέργειά σου όταν έρθει». «Λες να σχετίζεται με τον ερχομό της μαμάς εδώ;» «Δεν πρόκειται ν’ αρχίσω τις εικασίες για το θέμα και δεν πάνε ούτε δυο λεπτά που σε συμβούλευσα να μην ανακατευτείς στη σχέση τους». Η Άμπι της χαμογέλασε πονηρά. «Πάντως δεν μπορείς να με κατηγορήσεις που αναρωτιέμαι». Η γιαγιά γέλασε. «Όχι, υποθέτω ότι δεν μπορώ. Αλλά ας κουβεντιάσουμε για τη δική σου ερωτική ζωή. Πώς τα πάτε με τον Τρέις;» «Τώρα ποιος ανακατεύεται;» την πείραξε η Άμπι. «Μια αθώα ερώτηση έκανα», επέμεινε η γιαγιά. «Έμεινε μέχρι αργά χτες βράδυ. Σας άκουγα που κουβεντιάζατε στη βεράντα πολλή ώρα αφότου πήγα εγώ για ύπνο». «Έχουμε πολλά να ξεκαθαρίσουμε», της είπε η Άμπι. «Ελπίζω να το κάνετε μαζί αυτή τη φορά». Η Άμπι αναστέναξε. «Το ίδιο είπε και ο Τρέις». Η γιαγιά κούνησε ικανοποιημένη το κεφάλι της. «Ωραία. Αυτό μου δίνει ελπίδα». «Ελπίδα για ποιο πράγμα;» «Για το μέλλον. Και αυτό είναι το μόνο που έχω να πω». Η Άμπι γέλασε. «Για σήμερα», την πείραξε. «Όχι. Δεν ξαναμιλάω. Τα υπόλοιπα εξαρτώνται από εσάς τους δυο». Της έκλεισε το μάτι. «Βλέπεις, αυτό σημαίνει δεν ανακατεύομαι. Πάρε ένα μάθημα». «Θα προσπαθήσω», της υποσχέθηκε η Άμπι. «Και τώρα θα πάω στο πανδοχείο να δω τι έκανε η Τζες όσο έλειπα. Ήμουν τόσο απασχολημένη με τα δικά μου προβλήματα χτες, που δεν κατάφερα να περάσω από εκεί. Θα σε πείραζε να ξυπνήσεις εσύ τις κόρες μου και να τις έχεις στο νου σου σήμερα;»


«Όχι βέβαια. Λέω να τις διδάξω λίγη κηπουρική. Αν μη τι άλλο, δείχνουν να τους αρέσει να παίζουν με τα χώματα. Με εξαίρεση την Μπρι, κανείς από εσάς τους υπόλοιπους δεν έδειξε ποτέ το παραμικρό ενδιαφέρον». Χαμογέλασε θλιμμένα. «Βέβαια, και της Μπρι της άρεσε πολύ περισσότερο να κόβει τα λουλούδια παρά να τα φυτεύει». «Το θυμάμαι», είπε η Άμπι και χαμογέλασε με την ανάμνηση. «Τα ξερίζωνε από το χώμα, τα έφερνε μέσα και τα έβαζε σε ένα ποτήρι μαζί με τις ρίζες». «Ελπίζω η αδερφή σου να έχει ξεπεράσει αυτό το στάδιο. Διαφορετικά, σου αναθέτω να την κρατήσεις μακριά από τον κήπο μου όταν θα έρθει εδώ για τα εγκαίνια του πανδοχείου». «Δε βλέπω την ώρα να τη δω και να μάθω όλες τις λεπτομέρειες για τις επιτυχίες της στο Σικάγο». Η γιαγιά σοβάρεψε. «Δεν είμαι σίγουρη ότι το τελευταίο έργο της είχε μεγάλη επιτυχία». Η Άμπι συνοφρυώθηκε. «Γιατί το λες αυτό; Εκείνη ήταν ενθουσιασμένη με το εγχείρημα». «Συνήθως μου στέλνει τις κριτικές, αλλά αυτή τη φορά δεν το έκανε. Και δε μου ανέφερε λέξη όταν μιλήσαμε. Αυτά δεν είναι καλά σημάδια». «Πάντως, είναι καλό σημάδι ότι έρχεται σπίτι». «Αυτό ναι», συμφώνησε η γιαγιά. «Μακάρι να γύριζε και ο Κέβιν από το Ιράκ ώστε να μαζευόμασταν όλοι μαζί». Η Άμπι την αγκάλιασε. «Θα γυρίσει σύντομα, γιαγιά. Το ξέρω». Η γιαγιά της ακούμπησε τα δάχτυλά της στα χείλη της. «Από το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί». Αμήν, σκέφτηκε η Άμπι.


Κεφάλαιο 19 Ήταν Τετάρτη, κάπου στη μέση του πρωινού, και η Άμπι πλήρωνε λογαριασμούς αυτή την πρώτη μέρα της επιστροφής της στο πανδοχείο, όταν άκουσε ένα βαρύ φορτηγό στην αλέα. Πηγαίνοντας στο παράθυρο, είδε πως ήταν το βαν παραδόσεων μιας πανάκριβης εταιρείας ηλεκτρικών συσκευών. Αμέσως ο σφυγμός της χτύπησε άτακτα. Τι είχε κάνει πάλι η Τζες; Δεν πρέπει να ήταν καλό, τη στιγμή που εμπλεκόταν το συγκεκριμένο μαγαζί. Πήγε στην πόρτα, φωνάζοντας καθώς προχωρούσε προς τη σκάλα: «Τζες, κατέβα εδώ κάτω, τώρα!» Είχε διασχίσει την αυλή και είχε σταθεί πίσω από την πόρτα εκφόρτωσης του βαν τη στιγμή που έβγαινε ο οδηγός. «Μπορώ να ρίξω μια ματιά στις οδηγίες παράδοσης προτού βγάλετε οτιδήποτε από το αυτοκίνητο;» ρώτησε προσπαθώντας να διατηρήσει τον τόνο της φωνής της ήρεμο. Στο κάτω κάτω, ο οδηγός και ο βοηθός του έκαναν απλώς τη δουλειά τους. Ο οδηγός τής έδωσε το ντοσιέ του και εκείνη έριξε μια ματιά στα χαρτιά. Μόλις είδε ότι είχαν έρθει να τους παραδώσουν μια ηλεκτρική στόφα τελευταίας τεχνολογίας και αντίκρισε την τιμή, της ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. «Λυπάμαι», είπε ξερά. «Θα πρέπει να έγινε κάποιο λάθος. Δεν έδωσα εγώ αυτή την παραγγελία». Η Τζες βγήκε τρέχοντας από το πανδοχείο εκείνη ακριβώς τη στιγμή. «Εγώ την έδωσα, Άμπι. Είναι όλα εντάξει». Η Άμπι γύρισε, την άρπαξε από το μπράτσο και την τράβηξε αρκετά μέτρα μακριά για να μην τις ακούσουν οι δύο άντρες. «Δεν είναι καθόλου εντάξει», της είπε σφιγμένα. «Η στόφα θα επιστραφεί. Δεν υπάρχει έγκριση γι’ αυτή την αγορά».


Η Τζες την κοίταξε άγρια με τα χέρια στη μέση. «Την ενέκρινα εγώ. Η στόφα θα μείνει». Ο οδηγός, που δεν είχε δυσκολευτεί να πιάσει την ένταση, κοίταξε την Τζες και μετά την Άμπι. «Κοιτάξτε, κυρίες μου, θα την κρατήσετε τη συσκευή ή όχι; Δε θα μείνουμε εδώ όλη τη μέρα μέχρι να λύσετε τις διαφορές σας. Και αυτή είναι η δεύτερη φορά που ερχόμαστε να την παραδώσουμε. Η επόμενη θα σας στοιχίσει». «Τι εννοείτε, "η δεύτερη φορά";» ρώτησε η Άμπι. «Δεν ήταν κανείς εδώ όταν ήρθαμε τη Δευτέρα». Ώστε έτσι, σκέφτηκε βράζοντας. Η Τζες είχε κανονίσει να της παραδώσουν αυτή την πανάκριβη συσκευή και να την τοποθετήσουν στη θέση της όσο εκείνη έλειπε, ώστε να είναι πιο δύσκολο να την επιστρέψουν. Προφανώς, όμως, της είχε αποσπάσει κάτι άλλο την προσοχή και είχε ξεχάσει την παράδοση. Για μια φορά, η Άμπι χάρηκε για την έλλειψη προσοχής της αδερφής της στη λεπτομέρεια. Στην προκειμένη περίπτωση, τις είχε σώσει από ένα έξοδο που δεν άντεχε ο προϋπολογισμός τους. Έριξε στην Τζες ένα βλέμμα που έλεγε ότι είχε μαντέψει ακριβώς τι σκάρωνε. Η έκφραση αποφασιστικότητας της Τζες παρέμεινε ακλόνητη. Δεν έδειξε το παραμικρό ίχνος ενοχής ή μεταμέλειας. «Η στόφα θα μείνει», είπε πεισματικά η Τζες. «Πάρτε την», είπε το ίδιο αποφασιστικά και η Άμπι. «Τζες, δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να σηκώσουν τα οικονομικά του πανδοχείου μια τέτοια στόφα, τουλάχιστον όχι τώρα. Οι συσκευές που έχουμε στην κουζίνα δουλεύουν όλες μια χαρά. Έφερα και τις έλεγξαν». «Ναι, αλλά όταν τις είδαμε με την Γκέιλ για να αποφασίσουμε αν καλύπτουν τις ανάγκες μας για το είδος των εκδηλώσεων που θέλω να διοργανώνω εδώ, εκείνη μου υπέδειξε αυτή τη στόφα», διαμαρτυρήθηκε η Τζες. «Ήρθε μαζί μου όταν την αγόρασα. Εκείνη είναι η επαγγελματίας. Και ξέρει τι λέει».


«Δεν αμφιβάλλω, αλλά δεν ξόδευες τα δικά της χρήματα. Κρίμα που δε με κάλεσες κι εμένα να έρθω μαζί σας. Θα σου είχα πει όχι επιτόπου και θα είχαμε γλιτώσει τους κυρίους από το ταξίδι». «Έλα τώρα, Άμπι. Ακόμα κι εσύ μπορείς να καταλάβεις ότι είναι μια έξυπνη, μακρόπνοη επένδυση». «Σίγουρα. Και είναι το όνειρο κάθε σεφ, δεν αμφιβάλλω. Δυστυχώς, δεν την αντέχουν τα οικονομικά μας. Τελεία και παύλα». Η Άμπι στράφηκε στον οδηγό. «Πάρτε τη, σας παρακαλώ». Η Τζες στάθηκε ανάμεσα σ’ εκείνη και στο βαν. Τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα, αν και ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς αν ήταν από οργή ή από ντροπή. «Αν τη στείλεις πίσω, δεν πρόκειται να σου ξαναμιλήσω», σφύριξε μέσα από τα δόντια της. «Το εννοώ, Άμπι. Τελειώσαμε. Κράτησα το στόμα μου κλειστό όταν ανέλαβες τα ηνία εδώ πέρα, κι ας είναι δική μου η επιχείρηση. Αλλά ως εδώ. Το ξέρω ότι στο λογαριασμό υπάρχουν αρκετά χρήματα γι’ αυτή την αγορά. Το έλεγξα προτού την παραγγείλω». «Και μόλις συμπληρώσουμε την επιταγή μ’ αυτό το υπέρογκο ποσό, με τι λεφτά θα πληρώσεις το προσωπικό σου;» τη ρώτησε ήρεμα η Άμπι. Είχε καταφέρει να συγκρατηθεί και να μιλήσει λογικά, αν και πολύ θα ήθελε να ταρακουνήσει την αδερφή της. «Και η τελευταία δεκάρα αυτών των χρημάτων προορίζεται για το άμεσο μέλλον, εκτός αν σκοπεύεις να αναλάβεις όλη τη δουλειά εδώ μόνη σου και μάλιστα χωρίς να πληρώνεσαι, και αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αναλάβεις και τα καθήκοντα της καινούριας σου σεφ, γιατί δε θα είσαι πια σε θέση να την πληρώνεις». Η Τζες τα έχασε για μια στιγμή, αλλά δεν έκανε πίσω. «Σε λίγες βδομάδες θα αρχίσουν να μπαίνουν στο ταμείο μας μετρητά». «Όχι αρκετά», της απάντησε κοφτά η Άμπι. «Και εγώ δεν πρόκειται να ρίξω ούτε δεκάρα παραπάνω σε τούτη την επιχείρηση, εκτός αν μου δείξεις ότι έχεις αποκτήσει κάποια υπευθυνότητα στα οικονομικά. Μέχρι εδώ ήταν. Κατάλαβες; Και αν αποσυρθώ εγώ, το πιθανότερο είναι να αποσύρει και η τράπεζα τη στήριξή της».


Η Τζες γούρλωσε τα μάτια της, αλλά η μαχητικότητά της δε μειώθηκε. «Δε θα μου το έκανες αυτό». «Μην είσαι τόσο σίγουρη», είπε η Άμπι, αρνούμενη να υποχωρήσει. Αυτή ήταν η τελευταία σταγόνα. Για μια φορά σκόπευε να μείνει ανυποχώρητη, όσο κι αν θύμωνε μαζί της η Τζες. Δε θα περνούσε το δικό της αυτή τη φορά. Αν γινόταν αυτό, η Τζες δε θα μάθαινε ποτέ ότι υπάρχουν συνέπειες όταν ενεργείς απερίσκεπτα. Η Τζες κατάπιε τα δάκρυά της, ύψωσε το πιγούνι της και γύρισε στον οδηγό. «Πάρτε την», είπε ήρεμα. Ύστερα στράφηκε στην Άμπι. «Και εσένα από δω κι εμπρός δε θέλω να σε ξαναδώ μπροστά μου. Ό,τι δουλειά πρέπει να κάνεις που σχετίζεται με το πανδοχείο μπορείς να την κάνεις στο σπίτι της γιαγιάς. Δε με νοιάζει πόσα χρήματα επένδυσες. Το πανδοχείο εξακολουθεί να είναι δικό μου και δε θέλω να το πλησιάσεις όταν βρίσκομαι εδώ. Και δεδομένου ότι μένω εδώ, αυτό σημαίνει πως δε θα πατήσεις το πόδι σου στην περιοχή ποτέ ξανά. Αν το κάνεις, ορκίζομαι ότι θα βάλω να σε συλλάβουν για καταπάτηση ξένης ιδιοκτησίας». Αφού ξεστόμισε την κενή απειλή της, η Τζες διέσχισε την πελούζα, μπήκε στο αμάξι της και έφυγε σαν αστραπή από το πανδοχείο, πετώντας χαλίκια πίσω της. Η Άμπι την παρακολούθησε αναστενάζοντας, κι ύστερα στράφηκε στους σαστισμένους άντρες. «Συγνώμη». «Δεν υπάρχει πρόβλημα», της απάντησε ο οδηγός. «Μου φαίνεται πως θα έχετε μεγάλες φουρτούνες. Αν αλλάξετε γνώμη, τηλεφωνήστε στο νούμερο που υπάρχει στο τιμολόγιο και θα σας ξαναφέρουμε τη συσκευή». «Δε θα αλλάξω γνώμη». Δυστυχώς, ήξερε με απόλυτη βεβαιότητα πως ούτε η Τζες θα άλλαζε. Οι δυο βδομάδες μέχρι τα εγκαίνια του πανδοχείου θα ήταν γεμάτες ένταση. Μετά, ποιος ήξερε; Η Τζες έτρεχε σαν τρελή στον παραλιακό δρόμο όταν χτύπησε το κινητό της: Το αγνόησε. Δεν μπορούσε να μιλήσει σε κανέναν


στην κατάσταση που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή. Για πρώτη φορά στη ζωή της μισούσε πραγματικά την αδερφή της. Τη μισούσε που την είχε ταπεινώσει μ’ αυτό τον τρόπο μπροστά στους οδηγούς. Τη μισούσε που την είχε φέρει σ’ αυτή τη θέση και θα αναγκαζόταν τώρα να εξηγήσει στην Γκέιλ ότι δε θα είχαν την καινούρια στόφα. Και τη μισούσε πάνω απ’ όλα επειδή είχε δίκιο. Για μια ακόμα φορά, δεν είχε καθίσει να σκεφτεί διεξοδικά τα πράγματα. Είχε παρασυρθεί από τη στιγμή, από το όνειρο, και είχε αγνοήσει εντελώς την πραγματικότητα. Θα έπρεπε να είχε συνειδητοποιήσει ότι τα χρήματα εκείνα προορίζονταν για τους μισθούς. Θα έπρεπε να είχε δώσει περισσότερη προσοχή όταν η Άμπι είχε προσπαθήσει να της εξηγήσει τον προϋπολογισμό, αλλά, ειλικρινά, όλες αυτές οι συζητήσεις για τα νούμερα της προκαλούσαν φοβερή πλήξη. Γι’ αυτό ακριβώς χρειαζόταν ένα συνεταίρο, παραδέχτηκε με έναν αναστεναγμό. Δε θα μπορούσε όμως αυτός ο συνεταίρος να είναι η Άμπι, όχι για μεγάλο διάστημα τουλάχιστον. Η Τζες δεν ήθελε να τσακώνεται με το μόνο άνθρωπο που ήταν πάντα δίπλα της, τον άνθρωπο που πίστευε σ’ εκείνη ακόμα κι όταν τα έκανε θάλασσα. Και παρά τη σημερινή απειλή της Άμπι ότι θα παρατούσε και την Τζες και το πανδοχείο, η Τζες ήξερε ότι η αδερφή της δε θα την εγκατέλειπε ποτέ. Υπήρχε όμως και ένα μειονέκτημα σε όλη αυτή την αφοσίωση. Η Τζες δεν είχε σημειώσει ποτέ μια επιτυχία που θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ήταν πραγματικά δική της. Η Άμπι ή κάποιο από τα άλλα αδέρφια της ήταν πάντα πρόθυμοι να σπεύσουν να τη βοηθήσουν. Έδιναν εκείνοι τις μάχες της, την προετοίμαζαν για τα τεστ. Όλοι πίστευαν ότι της έκαναν χάρη, την έσωζαν από την ταπείνωση, αλλά ταυτόχρονα της στερούσαν τη δυνατότητα να πετύχει κάτι μόνη της. Τους αγαπούσε που τη νοιάζονταν τόσο πολύ, αλλά μισούσε το συναίσθημα που έμενε τελικά μέσα της, ότι καμιά επιτυχία δεν ήταν πραγματικά δική της. Και να που συνέβαινε ξανά, σκέφτηκε αναστενάζοντας.


Με την κουκούλα του αμαξιού της κατεβασμένη και τον αέρα να ανεμίζει τα μαλλιά της, ήταν πιο ήρεμη τώρα. Όταν πια έφτασε στην πόλη, ήταν σε θέση να καταλάβει την άποψη της Άμπι, όσο και να την τσάντιζε. Όχι πως σκόπευε να το πει αυτό στην αδερφή της. Έπρεπε να καταλάβει κι εκείνη κάτι, ότι δεν μπορούσε να αναιρεί έτσι απλά κάθε απόφαση της Τζες. Θα έπρεπε να το κουβεντιάζουν. Βέβαια, με το που έκανε αυτή τη σκέψη, συνειδητοποίησε ότι εκείνη είχε αποφύγει επιμελώς να κάνει οποιαδήποτε κουβέντα για τη στόφα, επειδή ακριβώς περίμενε τη συγκεκριμένη εξέλιξη. Και το χειρότερο, σκέφτηκε μορφάζοντας, σε λίγο θα έρχονταν και τα καινούρια χαλιά. Τουλάχιστον αυτά δεν είχαν στοιχίσει μια περιουσία, αλλά μάλλον περισσότερα απ’ όσα άντεχε ο προϋπολογισμός τους. «Ίσως θα πρέπει να τους τηλεφωνήσω και να ακυρώσω την παραγγελία», μονολόγησε. Έτσι θα απέφευγε άλλη μια αντιπαράθεση με την Άμπι. Από την άλλη, όμως, τα ήθελε αυτά τα χαλιά, και έπρεπε να περάσει και το δικό της σε κάτι. Θα έπρεπε να το σκεφτεί λιγάκι. Πάρκαρε σε μια κενή θέση στη Μέιν Στρητ και αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στην παραλία. Μπορεί να καθόταν κάπου να τσιμπήσει κάτι, δίνοντας χρόνο στον εαυτό της -και στην Άμπι- να ηρεμήσει προτού επιστρέψει στο πανδοχείο. Γιατί μολονότι είχε πει στην αδερφή της να ξεκουμπιστεί από εκεί, κάτι της έλεγε ότι εκείνη θα την περίμενε να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Σε αντίθεση μ’ εκείνη, η Άμπι δεν το έβαζε στα πόδια μπροστά στις συγκρούσεις. Μ’ αυτές τις σκέψεις στο μυαλό της, βγήκε από το αμάξι της και έπεσε πάνω -σε ποιον, παρακαλώ;- στον πατέρα της. Το συνοφρύωμα στο πρόσωπο του Μικ την έκανε να κοντοσταθεί. «Μπαμπά, δεν είχα ιδέα ότι είχες γυρίσει». Του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο, αλλά εκείνος συνοφρυώθηκε ακόμα περισσότερο.


«Τι στην ευχή σ’ έπιασε και έτρεχες έτσι στη Σορ Ρόουντ;» τη ρώτησε. «Πήρες είδηση ότι υπήρχε και άλλο αμάξι στο δρόμο;» «Δε σε χτύπησα, σωστά;» τον αντέκρουσε παίρνοντας αμυντική στάση. «Φυσικά και πρόσεχα την κίνηση. Ξέρεις να έχω πάρει ποτέ κλήση για επικίνδυνη οδήγηση;» «Μια φορά είναι αρκετή για να πάθεις ατύχημα και να σκοτωθείς εσύ ή κάποιος άλλος». Ο Μικ έβγαλε τα γυαλιά ηλίου και την περιεργάστηκε. «Έκλαιγες;» «Όχι. Κάτι μπήκε στο μάτι μου», του είπε ψέματα. «Ξέρεις πώς είναι όταν οδηγείς κονβέρτιμπλ». «Καλή προσπάθεια, αλλά τότε μόνο το ένα μάτι σου θα ήταν κόκκινο και πρησμένο. Εσένα είναι και τα δύο». Ο Μικ την έπιασε αγκαζέ και την έστρεψε προς το Σάλι’ς. «Θα φάμε μαζί και θα μου πεις τι είναι αυτό που σε απασχολεί». Μια και δεν έδειχνε διατεθειμένος να την παρατήσει στην ησυχία της, τον άφησε να την οδηγήσει στο Σάλι’ς. Κάθισε στον πάγκο και σταύρωσε πεισματικά τα χέρια στο στήθος της, μέχρι που το μειδίαμα του Μικ την έκανε να καταλάβει ότι θα πρέπει να έμοιαζε με ξεροκέφαλο παιδί. Προσπάθησε να χαλαρώσει και να πιει λίγο από το αναψυκτικό λάιτ που της είχε φέρει η Σάλι μαζί με τον καφέ του Μικ μόλις είχαν καθίσει. Θεός φυλάξοι, αν ένας τακτικός πελάτης αποφάσιζε να παραγγείλει κάτι διαφορετικό. «Τι να σας φέρω;» ρώτησε η Σάλι. «Το ρολό είναι πραγματικά νόστιμο σήμερα, όχι για να το παινευτώ. Το γαρνίρουμε με πουρέ και πράσινα φασολάκια». «Εγώ θα το πάρω», είπε ο Μικ, χωρίς να τραβήξει στιγμή το βλέμμα του από το πρόσωπο της Τζες. «Εγώ δε θέλω τίποτα», είπε εκείνη. Ο Μικ μόρφασε αγανακτισμένος. «Θα πάρει ένα σάντουιτς με ψωμί ολικής άλεσης, μπέικον, μαρούλι και ντομάτα. Και τηγανητές πατάτες, όχι τσιπς». Τώρα ήταν η σειρά της Τζες να συνοφρυωθεί. «Δε χρειάζεται να παραγγέλνεις για μένα σαν να είμαι πέντε χρονών». «Χρειάζεται, αφού φέρεσαι σαν να είσαι πέντε χρονών».


Η Σάλι γέλασε. «Χαίρομαι που ορισμένα πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ. Εσείς οι δυο τρώγεστε από τότε που η Τζες ήταν μωρό. Θα φέρω την παραγγελία σας σ’ ένα λεπτό». Κοίταξε την Τζες. «Εκτός αν εσύ θέλεις να αλλάξεις κάτι στη δική σου». «Όχι, το σάντουιτς είναι μια χαρά». Ο Μικ ήπιε αργά μια γουλιά καφέ κοιτάζοντάς την πάνω από το φλιτζάνι του και περίμενε. Αυτό ήταν το μυστικό του. Αν και ήταν ανυπόμονος με τα περισσότερα πράγματα, είχε την ικανότητα να περιμένει ακόμα και το πιο ξεροκέφαλο παιδί του. Στα δώδεκα αυτό σου προκαλούσε αμηχανία. Τώρα ήταν ενοχλητικό. Στο τέλος η Τζες το διακινδύνευσε να αντιμετωπίσει το βλέμμα του. «Τι γυρεύεις τόσο γρήγορα σπίτι;» «Παράτησα το σχέδιο στο Σαν Φρανσίσκο και αποφάσισα να μείνω για λίγο καιρό στα μέρη μας». «Αλήθεια;» Η Τζες ένιωσε ένα σκίρτημα ενθουσιασμού. «Επειδή είναι τα εγκαίνια του πανδοχείου;» Ο Μικ έγνεψε καταφατικά. «Για τα εγκαίνια και για τα όσα συμβαίνουν ανάμεσα στην Άμπι και τον Γουές». Η Τζες συνοφρυώθηκε. «Τι συμβαίνει ανάμεσά τους;» Ο πατέρας της της έριξε ένα περίεργο βλέμμα, φανερά ξαφνιασμένος που εκείνη δεν ήξερε τι συνέβαινε στη ζωή της αδερφής της. «Ο Γουές θέλει την πλήρη κηδεμονία των κοριτσιών», της απάντησε. «Βέβαια, θα πρέπει να παγώσει η κόλαση για να το πετύχει. Δε σου είπε τίποτε η Άμπι όταν γύρισε από τη Νέα Υόρκη;» Η Τζες έκανε ένα μορφασμό. Δεν της είχε δώσει την ευκαιρία. Το πρωί, όταν είχε πάει η Άμπι στο πανδοχείο, εκείνη είχε κρυφτεί πάνω, και στη συνέχεια είχε ξεσπάσει ο καβγάς για τη στόφα. Δεν ήταν να απορεί κανείς που η Άμπι είχε τέτοια απαίσια διάθεση σήμερα. Όχι, βιάστηκε να διορθώσει τον εαυτό της, η επιστροφή της στόφας δεν είχε καμιά σχέση με τα προβλήματα της Άμπι με τον Γουές. Γνώριζε αρκετά καλά την αδερφή της ώστε να το ξέρει αυτό. «Δεν είχαμε πολλή ώρα να κουβεντιάσουμε σήμερα», απάντησε στον πατέρα της.


«Πάντως σας έφτασε για να τσακωθείτε, υποθέτω», της είπε εκείνος. «Γι’ αυτό έτρεχες σαν τρελή με το αμάξι σου; Τσακώθηκες με την Άμπι για κάποιο θέμα του πανδοχείου;» Η Τζες κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Εκείνη είχε δίκιο. Εγώ άδικο». Ο Μικ φάνηκε να μην έχει καμιά αμφιβολία ως προς αυτό. «Της το είπες;» Η Τζες κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι βέβαια. Με έκανε έξαλλη με την υπεροπτική συμπεριφορά της. Πώς μπορούσα να παραδεχτώ ότι είχε δίκιο;» «Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να το κάνεις». «Το ξέρω». Ο πατέρας της φάνηκε αμήχανος. «Κοίτα, Τζες, το ξέρω ότι υπήρξαν φορές στο παρελθόν, μάλλον πολλές, υποπτεύομαι, που νόμισες ότι υποστήριζα την Άμπι και όχι εσένα». «Το ξέρω ότι μ’ αγαπάς, μπαμπά», του απάντησε εκείνη, και το εννοούσε. Το ήξερε ότι ο πατέρας της την αγαπούσε με το δικό του, αφηρημένο τρόπο. «Αλλά δεν είναι το ίδιο με το να ξέρεις ότι σε στηρίζω, ότι πιστεύω σ’ εσένα, σωστά;» Η Τζες αναστέναξε. «Όχι στ’ αλήθεια». «Ε, λοιπόν, για την περίπτωση που δε σου το έδωσα να το καταλάβεις καθαρά την προηγούμενη φορά που ήμουν εδώ, στηρίζω τη δουλειά σου στο πανδοχείο και πιστεύω ότι θα τα καταφέρεις. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν πιστεύω ταυτόχρονα ότι πρέπει να ακούς πότε πότε και τη γνώμη κάποιου τρίτου, είτε αυτός είναι η Άμπι είτε κάποιος άλλος. Το εγχείρημα αυτό είναι καινούριο για σένα. Κι όπως όλοι όταν ξεκινάμε κάτι για πρώτη φορά, δεν μπορεί να τα ξέρεις όλα από την αρχή. Του σίγουρο είναι πως εγώ δεν τα ήξερα όταν πρωτοξεκίνησα την εταιρεία μου. Έβλεπα όποιον αρχιτέκτονα δεχόταν να με δει, προσπάθησα να δουλέψω με έμπειρους κατασκευαστές για να δω πώς χειρίζονταν τα πράγματα. Δε βγήκα από το κολέγιο, έβαλα μια αστραφτερή


ταμπέλα έξω από το γραφείο μου και την επόμενη μέρα ήμουν επιτυχημένος». «Έπιασα το νόημα», του είπε η Τζες, αλλά δεν μπόρεσε να μην προσθέσει: «Ούτε η Άμπι έχει διευθύνει ποτέ πανδοχείο». Ο Μικ χαμογέλασε. «Όχι, αλλά διαθέτει πείρα στα οικονομικά που δεν τη διαθέτουμε ούτε εσύ ούτε εγώ. Γι’ αυτό κι εγώ της έδωσα να διαχειριστεί κάποιες επενδύσεις μου. Θα έπρεπε να της ήσουν ευγνώμων που φυλάει τα νώτα σου στα οικονομικά θέματα». «Της είμαι. Εγώ την παρακάλεσα να έρθει, το ξέχασες;» «Στη συνέχεια, όμως, όταν σου δίνει μια συμβουλή που δε σου αρέσει, γίνεσαι έξαλλη, έχω δίκιο;» «Ναι. Εντάξει, μπαμπά, κατάλαβα τι λες». «Και θα συμφιλιωθείς μαζί της;» Η Τζες κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Τα μάτια του άστραψαν με την έλλειψη ενθουσιασμού εκ μέρους της. «Σήμερα;» «Εντάξει, ναι, σήμερα», του απάντησε ανυπόμονα. «Αν είναι ακόμα στο πανδοχείο όταν γυρίσω, θα της μιλήσω και θα της ζητήσω συγνώμη». Ο πατέρας της κατάλαβε αμέσως ότι άφηνε ένα περιθώριο στον εαυτό της να ξεφύγει. «Κι αν έχει γυρίσει στο σπίτι μας, θα έρθεις εκεί», της είπε, και αυτή τη φορά ήταν δήλωση, όχι ερώτηση. «Είσαι χειρότερο τσιμπούρι από εκείνη», γκρίνιαξε η Τζες. «Είναι οικογενειακό μας», της απάντησε απτόητος εκείνος. «Και μην πιστέψεις ούτε στιγμή ότι δεν έχεις κι εσύ τα ίδια γονίδια». Η Τζες γέλασε με τα λόγια του. «Ένοχη», παραδέχτηκε τη στιγμή που η Σάλι ακουμπούσε το πιάτο με το φαγητό μπροστά της. Πήρε το σάντουιτς και δάγκωσε μια γερή μπουκιά. Ήταν η πρώτη καλοκαιρινή ντομάτα που έτρωγε και η γεύση της γέμισε το στόμα της. Της θύμισε τα αμέτρητα πικνίκ που έκαναν στην παραλία με την Άμπι, την Μπρι, τους αδερφούς της και τη γιαγιά. Ωραίες,


ξένοιαστες μέρες μ’ αυτούς που αγαπούσε πάνω απ’ όλα στη ζωή της. Σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τον πατέρα της, και κατάλαβε πως εκείνος ήξερε πολύ καλά τι έκανε όταν έδωσε τη συγκεκριμένη παραγγελία. «Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά». «Πάντα στη διάθεσή σου, πιτσιρίκα. Είναι φορές που όλοι χρειαζόμαστε να μας θυμίζουν τα πράγματα που μας έχουν κάνει αυτό που είμαστε». «Εντάξει, ένα νόστιμο σάντουιτς με μπέικον, ντομάτα και μαρούλι αρκεί για να ξυπνήσει τις δικές μου αναμνήσεις. Τις δικές σου;» τον ρώτησε περίεργη. «Το άρωμα από τις πασχαλιές στην κοιλάδα», της απάντησε αμέσως. «Αυτό ήταν το άρωμα που φορούσε πάντα η μητέρα σας. Είναι φορές που όταν βγαίνω την άνοιξη και είναι ανθισμένες, φαντάζομαι τη Μέγκαν εκεί, δίπλα μου». Η Τζες κατάπιε τα δάκρυα που ανέβηκαν ξαφνικά στα μάτια της από τη νοσταλγία που διέκρινε στη φωνή του. «Εξακολουθεί να σου λείπει, έτσι;» «Μην το πεις σε κανέναν», της είπε εκείνος γέρνοντας πιο κοντά της, «αλλά μου λείπει κάθε μέρα της ζωής μου». Η Τζες άπλωσε το χέρι της και ο Μικ το πήρε μέσα στο δικό του, που ήταν ζεστό και ροζιασμένο. «Κι εμένα το ίδιο», του ψιθύρισε. Στην πραγματικότητα, δεν ήξερε αν θα έφτανε ποτέ η μέρα που θα έπαυε να είναι εκείνο το φοβισμένο κοριτσάκι που κρατούσε η Άμπι από το χέρι μπροστά στο παράθυρο, καθώς κοιτούσαν τη μητέρα τους να φεύγει από τη ζωή τους. Αν και η γιαγιά ήθελε να φάνε εκείνο το βράδυ όλοι μαζί για να γιορτάσουν την επιστροφή του Μικ, η Άμπι προτίμησε να απέχει. Δεν ήταν έτοιμη για άλλη μια σύγκρουση με την Τζες. Ο Μικ την κοίταξε επίμονα όταν άκουσε τα σχέδιά της. «Μίλησες καθόλου με την αδερφή σου το απόγευμα;» «Όχι, γιατί;» Ο πατέρας της έβρισε μέσα από τα δόντια του. «Μου υποσχέθηκε να σε δει και να ξεκαθαρίσει τα πράγματα».


Η Άμπι τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Ξέρεις για τον καβγά μας;» «Την είδα να τρέχει στη Σορ Ρόουντ σαν δαιμονισμένη. Έκανα επιτόπου στροφή και την ακολούθησα. Την πήγα στο Σάλι’ς και κάναμε μια εκ βαθέων συζήτηση οι δυο μας». «Και σε άκουσε πραγματικά;» τον ρώτησε έκπληκτη η Άμπι. «Έτσι νόμιζα». «Ε, κατά τα φαινόμενα θα άλλαξε γνώμη», του απάντησε κουρασμένα η Άμπι. «Και δεν έχω όρεξη να κάνω πάλι την ίδια συζήτηση, να της εξηγήσω γιατί δεν μπορεί να πάρει την εξωφρενικά ακριβή στόφα που θέλει. Εγώ θα πάω στην πόλη, για να μπορέσετε οι υπόλοιποι να απολαύσετε το φαγητό σας. Θα πάρω και τις μικρές μαζί μου». Ο πατέρας της έδειξε να θέλει να της αλλάξει γνώμη, αλλά τελικά αναστέναξε. «Πήγαινε, αν θέλεις, αλλά άφησε τις μικρές εδώ. Θα φροντίσω να πέσουν στην ώρα τους για ύπνο». Η ιδέα να βγει ένα βράδυ έξω μόνη της ήταν τόσο ελκυστική, που δεν μπόρεσε να αρνηθεί την προσφορά του. «Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά». «Καλή διασκέδαση. Ίσως θα έπρεπε να τηλεφωνήσεις στον Τρέις και να του ζητήσεις να βγείτε παρέα. Δε νομίζω ότι είχατε την ευκαιρία να περάσετε πολλή ώρα μόνοι σας». «Ίσως είναι καλύτερα έτσι», παρατήρησε η Άμπι. Ο πατέρας της την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Γιατί αυτό;» «Έχουμε μια σοβαρή διάσταση απόψεων για το μέλλον», του απάντησε συνοπτικά. «Θέλεις να μου το εξηγήσεις αυτό;» Η Άμπι ύψωσε τους ώμους της. «Για να είμαι ειλικρινής, όχι». «Η άποψη ενός άλλου άντρα μπορεί να βοηθήσει». Η Άμπι χαμογέλασε στη σκέψη ότι ο πατέρας της θα της έδινε συμβουλές για τις ερωτικές της σχέσεις. «Νομίζω πως εσύ θα έπρεπε να κάτσεις να σκεφτείς πώς θα αντιμετωπίσεις τη μαμά τώρα που θα γυρίσει στην πόλη». Ο Μικ συνοφρυώθηκε αμέσως. «Μην αρχίζεις αυτή τη συζήτηση».


«Δεν την αρχίζω», του απάντησε η Άμπι, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. «Δεν ανακατεύομαι». Για να το αποδείξει, έσκυψε και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. «Καληνύχτα, μπαμπά. Σ’ ευχαριστώ και πάλι που θα κρατήσεις τις μικρές και που έκανες μια προσπάθεια να μιλήσεις στην Τζες». «Καληνύχτα, άγγελε μου. Καλή διασκέδαση». Τα μάτια της βούρκωσαν με το γλυκόλογο. Ο Μικ είχε χρόνια να τη φωνάξει έτσι. Είχε για όλα του τα παιδιά ξεχωριστά υποκοριστικά, αλλά είχαν περάσει στην αχρηστία όταν μεγάλωσαν. Τώρα που τον ξανάκουσε να χρησιμοποιεί το δικό της, θυμήθηκε πόσο συνδεδεμένοι ήταν κάποτε οι δυο τους, πώς έτρεχε να χωθεί στην αγκαλιά του όταν εκείνος επέστρεφε το βράδυ στο σπίτι. Ξαναγύρισε κοντά του και τον αγκάλιασε σφιχτά. «Σ’ αγαπώ», του είπε τρεμουλιαστά. «Κι εγώ σ’ αγαπώ», της απάντησε ο Μικ με βραχνή φωνή. Καθώς έφευγε από το σπίτι, η Άμπι θύμισε στον εαυτό της πως, σε αντίθεση με τον Γουές, υπήρχαν πάντα στη ζωή της μια φούχτα άντρες που την είχαν αγαπήσει ανεπιφύλακτα. Ο πατέρας της ήταν ένας από αυτούς. Και τα αδέρφια της. Καθώς οδηγούσε, πήρε το κινητό της και τηλεφώνησε στον τέταρτο. Ο Τρέις της απάντησε στο δεύτερο χτύπημα. «Γεια σου. Δεν περίμενα να σε ακούσω απόψε. Έμαθα ότι γύρισε ο Μικ και φαντάστηκα πως θα οργανώνατε ένα μεγάλο οικογενειακό δείπνο όλοι οι Ο’Μπράιεν παρέα». «Όλοι οι άλλοι είναι σπίτι», του απάντησε η Άμπι. «Αλλά εγώ είμαι μόνη και ψάχνω παρέα. Είσαι διαθέσιμος;» «Μπορώ να γίνω. Μόλις τελείωνα μια μακέτα. Μπορώ να κάνω ένα ντους, να ξυριστώ και να είμαι έτοιμος σε μισή ώρα. Θέλεις να συναντηθούμε κάπου;» Η Άμπι το σκέφτηκε για λίγο. Ύστερα σκέφτηκε τις σπίθες που χόρευαν ανάμεσά τους από τότε που είχε γυρίσει στο Τσέσαπικ Σορς. Μπορεί να ήταν ηλίθιο να θέλει να δει πού θα τους οδηγούσαν, τη στιγμή που γνώριζε τις προθέσεις του για το μέλλον,


αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και είπε: «Γιατί να μην περάσω εγώ από το σπίτι σου; Θα ήθελα να δω τι δουλεύεις». Ο Τρέις δίστασε, σαν να είχε μαντέψει ότι δεν την ενδιέφεραν μόνο τα σκίτσα του. «Είσαι σίγουρη; Το να βρεθούμε εμείς οι δυο μόνοι μπορεί να αποδειχτεί επικίνδυνο». «Κι εγώ έχω ριψοκίνδυνη διάθεση απόψε», του απάντησε. «Τέλειωνε γρήγορα με το ντους. Θα είμαι εκεί σε δέκα λεπτά». Ο Τρέις γέλασε. «Χρειάζεται να μπω στον κόπο να ντυθώ;» «Ασφαλώς», του είπε σε τόνο που έδειχνε ότι τη διασκέδαζε η λαχτάρα του. «Ας διατηρήσουμε τουλάχιστον την ψευδαίσθηση ότι η επίσκεψή μου είναι αθώα». «Άμπι, Άμπι», μουρμούρισε εκείνος. «Τι σ’ έπιασε απόψε;» «Νομίζω ότι η γιαγιά θα έλεγε ότι μπήκε ο διάβολος μέσα μου, αλλά εγώ προτιμώ να πιστεύω ότι για μια φορά εδώ και πολλά χρόνια αποφάσισα να κυνηγήσω αυτό που θέλω». «Κι αυτό που θέλεις είμαι εγώ;» «Απόψε, ναι», του είπε και ο τόνος της σοβάρεψε. «Μπορείς να το δεχτείς αυτό;» «Μπορώ, αρκεί να μου ορκιστείς ότι δε θα το μετανιώσεις». Η Άμπι το σκέφτηκε, σκέφτηκε πώς ήταν πριν από χρόνια να είναι μαζί του. Όσο δύσκολο και λυπηρό κι αν ήταν να φύγει μακριά του αφού είχε ανακαλύψει πώς ήταν να κάνει έρωτα με τον Τρέις, δεν είχε μετανιώσει ποτέ που είχε μοιραστεί αυτή την εμπειρία μαζί του. «Δε θα το μετανιώσω», του υποσχέθηκε. «Μπορείς να πεις κι εσύ το ίδιο;» «Και να το μετανιώσω, θα βρω έναν τρόπο να το ξεπεράσω», της είπε. «Σε θέλω, Άμπι Ο’Μπράιεν Γουίντερς. Πάντα σε ήθελα. Και πάντα θα σε θέλω». Η Άμπι χαμογέλασε. Αυτό ήταν το μόνο που χρειαζόταν ν’ ακούσει.


Κεφάλαιο 20 Ο Τρέις άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος του φορώντας ένα τζιν ξεκούμπωτο στη μέση και τίποτε άλλο. Ούτε πουκάμισο. Ούτε παπούτσια. Τα μαλλιά του ήταν ακόμα υγρά και μπερδεμένα και το δέρμα του μύριζε σαπούνι και δροσερό αφτερσέιβ. Η Άμπι ξεροκατάπιε βλέποντάς τον και χρειάστηκε να συγκρατηθεί για να μην ορμήσει στην αγκαλιά του προτού κλείσει η πόρτα. «Είσαι όμορφος», μουρμούρισε καρφώνοντας το βλέμμα της στο στέρνο του και στους σμιλεμένους κοιλιακούς του. Πώς κατάφερνε ένας άντρας που δούλευε στο σχεδιαστήριο και στον υπολογιστή -ή σε τράπεζα- όλη μέρα να διατηρείται σε τόσο καλή φόρμα; Όπως και να το έκανε, θα έπρεπε να τον πληρώσουν μια περιουσία για να διαφημίσει τη δίαιτά του. Ήταν σίγουρη ότι θα απέφερε πολλά κέρδη σε κάποια από τις εταιρείες υγιεινής διατροφής. Με μάτια φλογισμένα, ο Τρέις έκλεισε την πόρτα και την κόλλησε πάνω του. «Κι εσύ είσαι πολύ εντυπωσιακή», της ψιθύρισε, παραμερίζοντας τα μαλλιά της για να τη φιλήσει στο λαιμό. «Και μυρίζεις πολύ όμορφα». Η γλώσσα του άγγιξε ανάλαφρα την επιδερμίδα της, ανεβάζοντας τόσο πολύ τη θερμοκρασία της, που ήταν περίεργο που δεν τον τσουρούφλισε. «Και είσαι πολύ νόστιμη», συνέχισε, στέλνοντας ρίγη στο κορμί της. Η Άμπι στεκόταν με δυσκολία. Ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του, αλλά βιάστηκε να τα τραβήξει. Το δέρμα του, ζεστό και απαλό, ήταν σκέτος πειρασμός. Τα πάντα γίνονταν πολύ γρήγορα... αλλά όχι αρκετά γρήγορα. Μετά τη μέρα που είχε περάσει, μια μέρα κατά την οποία την είχαν κατηγορήσει ότι ήταν μονοκόμματη


και φαντασμένη, το μόνο που ήθελε ήταν να αφεθεί να την παρασύρει το αλόγιστο πάθος. Διέκρινε αμέσως το γέλιο στα μάτια του Τρέις και τραβήχτηκε. Βέβαια, με την πόρτα στην πλάτη της, δεν είχε πολύ χώρο να κινηθεί. Χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από το δικό της, εκείνος πήρε το ένα χέρι της και το ακούμπησε πάλι στον ώμο του, ενώ το δεύτερο το ακούμπησε στο στήθος του. «Άφησέ τα εκεί», της ψιθύρισε. «Μου αρέσει να με αγγίζεις. Μου ξυπνάς ένα σωρό ανήθικες σκέψεις». Η Άμπι συνοφρυώθηκε. «Πετάμε την όλη ιδέα της αθώας επίσκεψης από το παράθυρο, έτσι;» Ο Τρέις έμεινε εντελώς ακίνητος, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από το δικό της. «Αυτό εξαρτάται από σένα». Έτσι όπως την περιέβαλλαν η θέρμη και το απαλό, αρρενωπό άρωμά του, η Άμπι ήξερε ότι δε θα μπορούσε να φύγει μακριά του, ότι δεν είχε νόημα να προσποιηθεί καν. Όταν ήταν νεαρή κοπέλα μπορεί να ένιωθε αμήχανη και αναποφάσιστη μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, αλλά τώρα ήταν γυναίκα, μια γυναίκα που ήξερε τι ήθελε, τουλάχιστον στην προκειμένη περίπτωση. Τουλάχιστον γι’ απόψε. Αντί να του απαντήσει, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και κόλλησε το στόμα της στο δικό του. Τύλιξε τα μπράτσα της στο λαιμό του και σφίχτηκε πάνω του. Μπορούσε να νιώσει κάθε σκληρή επιφάνεια, κάθε σπασμό των μυών του και, πάνω απ’ όλα, την αδιάψευστη απόδειξη της διέγερσής του. Όταν το φιλί τους πήρε κάποια στιγμή τέλος, ήταν και οι δυο ξέπνοοι και τα μάτια τους γυάλιζαν από τον πόθο. Τουλάχιστον γυάλιζαν τα δικά του, και ήταν σίγουρη ότι και τα δικά της δεν πήγαιναν πίσω. «Πού είναι η κρεβατοκάμαρα σ’ αυτό το σπίτι;» ρώτησε τολμηρά. «Ή μήπως έχεις κανένα βίτσιο και θέλεις να το παίξεις σκληρό αντράκι ξεσκίζοντας τα ρούχα μας εδώ στο χολ;» Ο Τρέις χαμογέλασε. «Ενδιαφέρουσα σκέψη, αλλά νομίζω πως η περίσταση απαιτεί λίγο ρομαντισμό και φινέτσα. Κρασί;»


Η Άμπι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της κοιτάζοντάς τον κατάματα. «Κάτι να φας;» Εκείνη αρνήθηκε πάλι. «Κεριά;» της πρότεινε. «Μόνο εσένα», του απάντησε, δίνοντάς του μια ελαφριά σπρωξιά. «Ε, πάντως δεν μπορεί να έχεις αντίρρηση και γι’ αυτό», της είπε και τη σήκωσε στα χέρια του, σφίγγοντάς τη στο στήθος του. Η Άμπι κούρνιασε αμέσως στην αγκαλιά του, απολαμβάνοντας τη θέρμη και τη δύναμή του, σίγουρη πως αυτή η δύναμη θα την προστάτευε πάντα. Στην κρεβατοκάμαρά του, που δεν έλεγε και πολλά από διακόσμηση, το πελώριο κρεβάτι ήταν μια αισθησιακή πρόκληση. Ο Τρέις την ακούμπησε εκεί και ξάπλωσε αμέσως δίπλα της. Για μια αιωνιότητα, όπως της φάνηκε, έμειναν ξαπλωμένοι εκεί να κοιτάζονται στα μάτια, απολαμβάνοντας τη στιγμή, που ήταν αναπόφευκτη, αλλά είχε αργήσει πολύ να έρθει -δέκα ατέλειωτα χρόνια, για την ακρίβεια. Τελικά ήταν ο Τρέις εκείνος που έσπασε τη μαγεία της στιγμής. «Μου έλειψες, Άμπι. Όλα αυτά τα χρόνια ένιωθα σαν να μου έλειπε ένα κομμάτι του εαυτού μου». Εκείνη έκανε να μιλήσει, αλλά ο Τρέις την πρόλαβε ακουμπώντας το δάχτυλο του στα χείλη της. «Μη», της είπε. «Το ξέρω ότι εσύ έζησες μια άλλη ζωή σ’ αυτό το διάστημα. Δεν περιμένω να νιώθεις κι εσύ το ίδιο». «Μα το νιώθω», διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Δε νομίζω ότι είχα συνειδητοποιήσει πόσο μου είχε λείψει αυτό, εμείς, μέχρι αυτή τη στιγμή. Τώρα μου είναι αδύνατον να φανταστώ πώς κατάφερα να ζήσω τόσο καιρό χωρίς εσένα». Ένα αργό χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στα χείλη του Τρέις. «Για να δούμε αν θυμάμαι τι σου αρέσει», μουρμούρισε. Το στόμα του βρήκε το λακκάκι στη βάση του λαιμού της, αναγκάζοντάς τη να ρίξει πίσω το κεφάλι της. Παραμερίζοντας την


μπλούζα της και ξεκουμπώνοντας το σουτιέν της, χάιδεψε με τη μύτη του ένα ένα τα στήθη της, ενώ η γλώσσα του χόρευε πάνω στις θηλές της μέχρι που σκλήρυναν. Με σίγουρες, ερεθιστικές κινήσεις, χάιδεψε το στομάχι της και τα δάχτυλά του σύρθηκαν χαμηλά, μέχρι που βρήκαν το υγρό, καυτό κέντρο της ύπαρξής της. Η Άμπι έκανε να κινηθεί για να βγάλει το παντελόνι της, αλλά ο Τρέις την κράτησε στη θέση της, βασανίζοντάς τη με χάδια που της έκοβαν την ανάσα και την έκαναν να λαχταράει την κορύφωση που εκείνος προσεκτικά, σκόπιμα της αρνιόταν. «Είσαι μεγάλο πειραχτήρι», τον κατηγόρησε όταν κατάφερε να βρει την ανάσα της και να μιλήσει. Εκείνος της χαμογέλασε. «Και σου αρέσει». «Θα μπορούσα να σου ανταποδώσω τα ίσα, ξέρεις», του είπε. «Έμαθα μερικά κόλπα με τα χρόνια». Ο Τρέις κοκάλωσε ακούγοντας τα λόγια της και για μια στιγμή η Άμπι φοβήθηκε ότι είχε κάνει μεγάλο λάθος, φέρνοντας και τον Γουές στο κρεβάτι τους χωρίς να προφέρει καν το όνομά του. Ύστερα ο Τρέις την κοίταξε με ενδιαφέρον και ξάπλωσε ανάσκελα. «Δείξε μου τι έμαθες», την προκάλεσε. Ό,τι και να είχε νιώσει πριν, δεν ήταν έκδηλο τώρα. Ανταποκρινόμενη στην πειρακτική του διάθεση, σηκώθηκε γονατιστή και άρχισε να ραίνει με φιλιά το πρόσωπο, το στέρνο, την κοιλιά του, κατεβάζοντας ταυτόχρονα αργά το φερμουάρ του τζιν του. Όταν έχωσε το χέρι της μέσα και άκουσε την κοφτή εισπνοή του, κατάλαβε ότι δεν το περίμενε, δεν ήταν προετοιμασμένος γι’ αυτό το τολμηρό άγγιγμα και τον επιδέξιο, πονηρό τρόπο που χάιδευαν τα δάχτυλά της τη σκληρή στύση του. Τα μάτια του γυάλιζαν από το γέλιο και τον πόθο όταν την ξάπλωσε ανάσκελα και άρχισε να τη γδύνει. Τα χάδια του, έμπειρα και επιδέξια, την οδήγησαν στα όρια της κορύφωσης, αλλά δεν την άφησαν να φτάσει στην ολοκλήρωση. «Όχι χωρίς εμένα», της είπε σιγανά, κοιτάζοντάς τη στα μάτια καθώς γονάτιζε από πάνω της. Μπήκε αργά μέσα της, χωρίς να τραβήξει στιγμή το βλέμμα του από το δικό της, σαν να ήθελε να


βεβαιωθεί ότι ήξερε πως ήταν μαζί του, ότι βίωνε μαζί του αυτή τη στιγμή. Όχι, συνειδητοποίησε η Άμπι, ήταν κάτι περισσότερο. Ήταν σαν να ήθελε, σαν να ήταν αποφασισμένος να δει την καρδιά της. Τα κορμιά τους κινήθηκαν σε ένα φυσικό ρυθμό. Όπως τα κύματα στην ακτή, τα συναισθήματά τους φούσκωναν, γιγαντώνονταν, σάρωναν τα πάντα στο διάβα τους. Το πάθος κορυφώθηκε με μια έκρηξη πυροτεχνημάτων που ξεπερνούσαν σε λαμπρότητα όσα είχε δει η Άμπι μέσα στα δέκα προηγούμενα χρόνια στους θεαματικούς εορτασμούς της Τετάρτης Ιουλίου στη Νέα Υόρκη. Καθώς οι σπίθες έσβηναν και τα χρώματα ξεθώριαζαν, κούρνιασε στην αγκαλιά του Τρέις. Στο σπίτι της. Ξανά. Όταν ξύπνησε ο Τρέις, το φως του φεγγαριού έμπαινε από το παράθυρο και από μακριά ακούγονταν βροντές. Τα κύματα χτυπούσαν με ορμή την παραλία καθώς πλησίαζε μια καλοκαιρινή καταιγίδα. Του άρεσε αυτή η αγριότητα της φύσης, μια αγριότητα, ωστόσο, που ωχριούσε μπροστά στην ικανοποίηση να έχει και πάλι την Άμπι στο κρεβάτι του. Ξαφνικά συνειδητοποίησε έκπληκτος ότι αυτή ήταν ουσιαστικά η πρώτη φορά που την είχε στο κρεβάτι του και όχι οπουδήποτε κατάφερναν να βρεθούν για μερικές ώρες μόνοι, τις περισσότερες φορές σε μια κουβέρτα στην παραλία. Γύρισε προς το μέρος της και διαπίστωσε ότι είχε φύγει. Για μια στιγμή ένιωσε αφάνταστη απογοήτευση, αλλά ύστερα την άκουσε να περιφέρεται στην κουζίνα. Φόρεσε πάλι το τζιν του και πήγε να βρει τη γυναίκα που δε θα αρνιόταν ποτέ πια ότι αγαπούσε. Τη βρήκε να στρώνει το τραπέζι του με τα παράταιρα σερβίτσια από τη σοφίτα της κυρίας Φιντς. Είχε ανάψει και δυο κεριά, ίσως για να δημιουργήσει ατμόσφαιρα, ίσως για το ενδεχόμενο να γίνει διακοπή ρεύματος αν δυνάμωνε η καταιγίδα. Φορούσε ένα από τα μπλουζάκια του που της έφτανε μέχρι τη μέση


των μηρών και τόνιζε προκλητικά το στήθος και τους γοφούς της, αν και δε φαινόταν να το συνειδητοποιεί. Προς στιγμήν δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του, έτσι κι εκείνος στάθηκε εντελώς ακίνητος και την παρακολούθησε να δουλεύει. Έκοβε λαχανικά με εκπληκτικά σίγουρες κινήσεις, δεδομένου ότι το μαχαίρι πρέπει να είχε να δει ακόνισμα καμιά δεκαπενταετία. Είχε φτιάξει ένα λοφάκι με κομμένα κρεμμύδια και ένα με πράσινες πιπεριές πάνω στην επιφάνεια κοπής. Όταν τέλειωσε, πρόσθεσε μερικές ντομάτες. Έριξε μια κουταλιά βούτυρο σε ένα μεγάλο τηγάνι, κι όταν άρχισε να τσιτσιρίζει έριξε τα λαχανικά. Τα άφησε να σοταριστούν και μετά έριξε τα αβγά που είχε χτυπήσει σε ένα μπολ. Με κάθε της κίνηση, το μπλουζάκι ανασηκωνόταν λίγο, προσφέροντάς του μια σύντομη, ερεθιστική θέα του γυμνού πισινού της. Αν και πέθαινε από την πείνα, δεν μπορούσε να αποφασίσει αν λαχταρούσε περισσότερο το φαγητό που ετοίμαζε η Άμπι ή εκείνη την ίδια. Προς μεγάλη του χαρά, συνειδητοποίησε ότι θα μπορούσε να απολαύσει και τα δύο. Την πλησίασε, σήκωσε τα μαλλιά της και τη φίλησε στον αυχένα. «Ενοχλείς τη μαγείρισσα», του είπε εκείνη, αν και ακούστηκε μάλλον χαρούμενη παρά ενοχλημένη. «Θα μου άρεσε να την ενοχλήσω πολύ περισσότερο, αν ενδιαφέρεται». Η Άμπι γύρισε χαμογελαστή προς το μέρος του. «Πριν το φαγητό;» τον ρώτησε έκπληκτη. Ο Τρέις ρούφηξε τη γαργαλιστική μυρωδιά της ομελέτας που ετοίμαζε. «Ίσως μετά». «Είναι καλό να ξέρω τις προτεραιότητες σου», παρατήρησε η Άμπι, πασπαλίζοντας με τριμμένο τσένταρ τη δημιουργία της πριν τη βάλει στο φούρνο για να λιώσει το τυρί. «Τι ώρα είναι;» τη ρώτησε, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί στη διαδικασία, μια και η θέα της Άμπι τον είχε ερεθίσει ξανά.


«Ούτε δέκα», του απάντησε. «Έρχεται καταιγίδα. Αυτή σε ξύπνησε;» Ο Τρέις κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Νομίζω ότι ξύπνησα επειδή ένιωσα από ένστικτο ότι είχες φύγει από το κρεβάτι μου». Η Άμπι τύλιξε το μπράτσο της γύρω του και έχωσε το χέρι της στο κενό που άφηνε το τζιν στη μέση του. Η ευχάριστη αίσθηση αυτού του αγγίγματος τον έκανε ξαφνικά να σκεφτεί ότι θα μπορούσε να απολαμβάνει τέτοιες βραδιές για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Αυτό ήθελε. Και ήταν σχεδόν σίγουρος ότι το ήθελε κι εκείνη. Και ο ερχομός της εδώ απόψε ήταν ένα είδος παραδοχής. Δε θα είχε έρθει, αν δεν ήταν έτοιμη ως ένα σημείο να μοιραστεί το μέλλον της μαζί του. Πόσο θα της έπαιρνε, όμως, να το παραδεχτεί στον εαυτό της; Και όταν θα έφτανε εκείνη η ώρα, θα κατάφερναν να καταλήξουν σ’ ένα συμβιβασμό για το μέρος όπου θα ζούσαν; Λίγα λεπτά αργότερα ήταν καθισμένοι στο τραπέζι, μπροστά από την μπαλκονόπορτα, όπου μπορούσαν να απολαμβάνουν το δροσερό αεράκι καθώς η καταιγίδα πλησίαζε. Στην αρχή έφαγαν και οι δυο σαν ξελιγωμένοι, αλλά στη συνέχεια ο Τρέις έγειρε πίσω στην καρέκλα του και την περιεργάστηκε. Παρά την αισθησιακά ατημέλητη εμφάνιση της, τα ελαφρά πρησμένα χείλη και τα ρόδινα μαγουλά της, υπήρχε μια αλάνθαστη υποψία θλίψης στα μάτια της. «Εμπρός, πες το», της είπε. «Τι να πω;» «Το ξέρω πως ήρθες εδώ απόψε για το κορμί μου», άρχισε, εισπράττοντας ένα ενοχλημένο βλέμμα της. «Αλλά τι ήταν αυτό που σε οδήγησε στο κατώφλι μου τη στιγμή που όλοι οι άλλοι Ο’Μπράιεν είναι μαζεμένοι σπίτι σου; Συνήθως σου αρέσουν οι οικογενειακές συγκεντρώσεις». «Όχι απόψε. Δεν ήθελα να περάσω τη βραδιά μου μαζί τους», του απάντησε σφιγμένα. Ο Τρέις την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Τσακώθηκες με τη γιαγιά σου;» «Μη λες σαχλαμάρες». «Με τον Μικ;»


«Είμαστε μια χαρά με τον Μικ». «Τότε, εκτός αν οι κορούλες σου βρήκαν πάλι κάποιο τρόπο να σε φουρκίσουν, το πρόβλημα πρέπει να είναι η Τζες». Την είδε να συνοφρυώνεται και κατάλαβε πως είχε εντοπίσει το πρόβλημα. «Τι έκανε αυτή τη φορά;» «Θέλεις στ’ αλήθεια να χαλάσουμε αυτή τη βραδιά κουβεντιάζοντας για την αδερφή μου;» «Δε θέλω να χαλάσω τίποτα και δε με νοιάζει καθόλου για την Τζες. Με νοιάζει όμως οτιδήποτε σε αναστατώνει». Η Άμπι άφησε απότομα το ποτήρι της και τα μάτια της πέταξαν φλόγες. «Είχαμε μια διαφωνία», του απάντησε σφιγμένα. «Και παραφερθήκαμε και οι δυο. Τώρα άσε αυτή τη συζήτηση, εντάξει;» Ο Τρέις επέμεινε. «Για το πανδοχείο, υποθέτω», είπε, και τον έπνιξαν πάλι οι ενοχές. «Να πάρει η οργή, δεν έπρεπε να είχα χρησιμοποιήσει τη θέση μου στην τράπεζα και να σε φέρω σ’ αυτό το σημείο. Μα τι σκεφτόμουν;» «Σκεφτόσουν πως κάποιος θα έπρεπε να προσγειώσει την Τζες στην πραγματικότητα», τον αντέκρουσε και πρόσθεσε καρτερικά: «Γιατί όχι εγώ;» «Όχι», της απάντησε με πάθος εκείνος. «Δε θα έπρεπε να το κάνεις εσύ. Εσύ είσαι αδερφή της και εγώ δημιούργησα ένα χάσμα ανάμεσά σας. Είναι τρελό. Αύριο θα μιλήσω στη Λέιλα και θα της ζητήσω να αναλάβει εκείνη. Εσύ θα είσαι ελεύθερη να γυρίσεις στη Νέα Υόρκη, αν θέλεις». Η Άμπι τον κοίταξε εμβρόντητη. «Θέλεις να γυρίσω σπίτι μου τώρα; Μετά από αυτό;» ρώτησε κάνοντας μια αόριστη κίνηση με το χέρι της που ο Τρέις υπέθεσε ότι περιλάμβανε εκείνον και ό,τι είχε προηγηθεί ανάμεσά τους. «Ποτέ δεν είπα ότι θέλω να φύγεις. Είπα ότι θα είσαι ελεύθερη να φύγεις, αν το θέλεις». «Όχι», του απάντησε αμέσως η Άμπι, προτείνοντας προκλητικά το πιγούνι της. «Θα τελειώσω αυτό που ανέλαβα». Παρά την προθυμία του να την αφήσει να φύγει, η άρνησή της τον γέμισε ανακούφιση. Το μόνο που μπορούσε να ελπίζει ήταν ότι


η απόφασή της να μείνει δεν αφορούσε μόνο την Τζες, αλλά και εκείνον και το κοινό τους μέλλον. Η Άμπι γύρισε σπίτι της λίγο προτού ξημερώσει, αφού είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας στο κρεβάτι του Τρέις. Γλίστρησε αθόρυβα μέσα προσπαθώντας να μην ξυπνήσει κανέναν, αλλά κυριεύτηκε από πανικό όταν συνάντησε τον Μικ στις σκάλες. Ήταν ντυμένος και έτοιμος να ξεκινήσει τη μέρα του. Την κοίταξε με μια έκφραση που δεν μπόρεσε να ερμηνεύσει απόλυτα. Ήταν κάτι ανάμεσα σε πατρική προστατευτικότητα, ανησυχία και έκπληξη. «Μακριά νύχτα», παρατήρησε. «Θα πρέπει να βρήκες έναν καλό τρόπο να περάσεις τη βραδιά σου». Η Άμπι του έριξε ένα προκλητικό βλέμμα. «Δε θα κουβεντιάσω τη βραδιά μου μαζί σου». Ο Μικ σήκωσε τα χέρια ψηλά. «Πίστεψέ με, δε θέλω ν’ ακούσω τις λεπτομέρειες». Το βλέμμα του όμως έγινε επίμονο, ερευνητικό. «Ξέρεις τι κάνεις;» Η Άμπι αναστέναξε ακούγοντας αυτό το σχόλιο και σκέφτηκε όλες τις επιπλοκές που θα μπορούσαν να προκύψουν. «Το ελπίζω». Θέλοντας να αλλάξει θέμα, ρώτησε: «Οι κόρες μου είναι καλά;» «Κοιμούνται του καλού καιρού. Μόλις τώρα πήγα και τις είδα». «Εντάξει τότε. Θα πάω να κάνω ένα γρήγορο ντους, να ετοιμαστώ και να πάω να δουλέψω». Ο Μικ συνοφρυώθηκε. «Έλα μαζί μου», την πρόσταξε. «Μπορείς να διαθέσεις λίγη ώρα για ένα φλιτζάνι καφέ προτού κάνεις το ντους σου». Η Άμπι τον ακολούθησε απρόθυμα. Τον ήξερε αυτό τον τόνο. Αν αγνοούσε την εντολή του, το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να αναβάλει αυτό που είχε να της πει. Όταν πήγαν στην κουζίνα, ο Μικ γέμισε την καφετιέρα, την έβαλε στην πρίζα και μετά κάθισε στο τραπέζι απέναντι της. «Μήπως έχασα κάτι; Σου ζήτησε συγνώμη η Τζες;» «Όχι».


«Δε σου έδωσε ρητή εντολή να μην ξαναπατήσεις στην ιδιοκτησία της;» Η Άμπι τον κοίταξε εμβρόντητη. «Πιστεύεις πραγματικά ότι θα της έδινα σημασία; Έχω μια δουλειά να κάνω εκεί, είτε της αρέσει είτε όχι». «Και γιατί πρέπει να την κάνεις εσύ; Το ξέρεις ότι η τράπεζα θα μπορούσε να αναθέσει σε κάποιον άλλο την επίβλεψη των οικονομικών». «Ο Τρέις προσφέρθηκε ήδη να το κάνει αυτό», παραδέχτηκε η Άμπι. «Και αρνήθηκα». Ο Μικ την κοίταξε κατάπληκτος. «Πώς σου ήρθε να κάνεις τέτοια ανοησία; Θέλεις να καταστρέψεις τη σχέση σου με την Τζες για πάντα;» «Δεν πρόκειται να καταστρέψω τίποτα», του απάντησε η Άμπι και σηκώθηκε από το τραπέζι για να σερβίρει τον καφέ. Έδωσε στον Μικ την αγαπημένη του κούπα με την επιγραφή «Ο Καλύτερος Μπαμπάς του Κόσμου» που του είχε χαρίσει ο Κόνορ πριν χρόνια. Ύστερα κάθισε πάλι στη θέση της και προσπάθησε να του εξηγήσει την άποψή της. «Μπαμπά, αν αναλάβει κάποιος άλλος, δε θα δείξει ούτε τη μισή κατανόηση από αυτή που δείχνω εγώ για τα προβλήματα της Τζες». Ακόμα και καθώς το έλεγε, ήξερε ότι δεν ήταν απόλυτα αλήθεια. Η Λέιλα θα έδειχνε κατανόηση. Βρισκόταν συνεχώς στο σπίτι των Ο’Μπράιεν όλα εκείνα τα δύσκολα χρόνια μετά την αναχώρηση της Μέγκαν. Ήξερε ότι η Τζες είχε πρόβλημα να εστιάσει την προσοχή της. Θα την αντιμετώπιζε με επιείκεια. Αλλά όχι όσο η Άμπι. Και σίγουρα δε θα επέμενε, όπως σκόπευε να κάνει η Άμπι, να βρει η Τζες έναν εφικτό τρόπο να οργανώνει τις δουλειές της και να τον ακολουθεί πιστά. Μέχρι στιγμής, καμιά από τις τεχνικές που είχε διδαχτεί ώστε να μένει προσηλωμένη στο στόχο της δε φαινόταν να αποδίδει. Ο Μικ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του, διαφωνώντας ολοφάνερα. «Δεν μπορεί να περάσεις όλη σου τη ζωή


ξελασπώνοντας την αδερφή σου. Κάποια στιγμή πρέπει να μεγαλώσει». «Θα μεγαλώσει, μπαμπά. Έχει πετύχει πάρα πολλά. Θα βρούμε τον καλύτερο δυνατό τρόπο ώστε να είμαστε σίγουροι ότι θα μπορέσει να διαχειριστεί τη συνέχεια. Αλλά πρώτα πρέπει να ανοίξει το πανδοχείο». «Πώς πάει; Ξέρω όσα μου είπε η Τζες, αλλά θέλω τη δική σου εκτίμηση». «Η αλήθεια είναι πως βρισκόμαστε σε πολύ καλό δρόμο. Η ανακαίνιση και η διακόσμηση έχουν τελειώσει. Η Τζες προσέλαβε σεφ», κατέληξε, κάνοντας μια γκριμάτσα. «Αυτή που ήθελε την πανάκριβη στόφα;» τη ρώτησε ο Μικ. Η Άμπι έγνεψε καταφατικά. «Αν και, ειλικρινά, δεν πιστεύω ότι το έκανε θέμα. Νομίζω ότι αυτό που συνέβη ήταν ότι της Τζες της καρφώθηκε η ιδέα ότι έπρεπε να την αγοράσουμε οπωσδήποτε». «Είσαι σίγουρη ότι δεν είναι απαραίτητη; Γιατί αν είναι, θα μπορούσε...» «Όχι, δεν είναι καθόλου απαραίτητη», τον έκοψε η Άμπι. «Οι συσκευές που έχουμε λειτουργούν μια χαρά για την ώρα. Κι αν πας εσύ και την αγοράσεις, θα υπονομεύσεις το μάθημα που προσπαθώ να της δώσω για την υπεύθυνη διαχείριση των οικονομικών θεμάτων». Ο Μικ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Φυσικά, έχεις δίκιο. Απλώς σκέφτηκα ότι θα μπορούσα, να συνεισφέρω κι εγώ σε κάτι, ένα δώρο για το ξεκίνημα της επιχείρησης». Η Άμπι κατάλαβε ότι ο πατέρας της ήθελε πραγματικά να κάνει κάτι για να δείξει τη συμπαράστασή του στην Τζες. «Μπαμπά, η στόφα είναι πάρα πολύ ακριβή. Δε θα αρκούσε ένα ωραίο μπουκέτο λουλούδια;» Εκείνος γέλασε. «Δεν είναι αυτό το στυλ μου. Η μαμά σας είναι η μόνη γυναίκα που έχει πάρει λουλούδια από μένα, και αυτό αφού ανακάλυψα τον τρόπο που θα με αντάμειβε για την ευγένειά μου».


Η Άμπι σήκωσε ψηλά το χέρι της. «Δε θέλω ν’ ακούσω τις λεπτομέρειες», του είπε, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε. «Θα μπορούσες να στείλεις λουλούδια στη μαμά για το δωμάτιο της στο πανδοχείο, ξέρεις. Θα ήταν ένας όμορφος τρόπος να την καλωσορίσεις». Ο Μικ συνοφρυώθηκε. «Μη σου μπαίνουν ιδέες για τη μητέρα σου κι εμένα. Αυτό το πλοίο έχει σαλπάρει προ πολλού». Η Άμπι σκέφτηκε πως ίσως ήταν καιρός να ξαναγυρίσει στο λιμάνι του, αλλά κράτησε τη γνώμη της για τον εαυτό της. «Μπαμπά, θέλεις στ’ αλήθεια να κάνεις δώρο τη στόφα στην Τζες; Θα ήταν μια φανταστική χειρονομία, και δε θα είμαι εγώ αυτή που θα σε εμποδίσει να την κάνεις». «Θα ήθελα να της την αγοράσω», επιβεβαίωσε ο Μικ. «Για την Τζες; Όχι επειδή πιστεύεις ότι έτσι θα κλείσεις ειρήνη ανάμεσα σ’ εκείνη και σ’ εμένα;» «Για την αδερφή σου, για να ξέρει ότι έχει τη συμπαράστασή μου. Αν διευκολύνει και τα πράγματα μεταξύ σας, τόσο το καλύτερο». Η Άμπι τον κοίταξε και είδε ότι λαχταρούσε πραγματικά να κάνει αυτή την ευγενική χειρονομία. Πώς μπορούσε να τον εμποδίσει να πλησιάσει την Τζες; Σηκώθηκε και τον αγκάλιασε. «Κάν’ το, μπαμπά. Θα σου φέρω αργότερα τα χαρτιά από το πανδοχείο και μπορείς να τηλεφωνήσεις στο μαγαζί και να το κανονίσεις». Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Πες πως έγινε». «Τότε πάω πάνω να κάνω εκείνο το ντους». Του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. «Είσαι σπουδαίος άνθρωπος, το ξέρεις, έτσι δεν είναι;» Ο Μικ ύψωσε τους ώμους του. «Μπορεί να είμαι σπουδαίος άνθρωπος, αλλά δεν ήμουν πάντα ο καλύτερος πατέρας. Και θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να το διορθώσω αυτό προτού να είναι πολύ αργά». Η Άμπι διέκρινε την αποφασιστικότητα στη φωνή του, είδε την υπόσχεση στα μάτια του. Αυτός ο Μικ δε θύμιζε σε τίποτε τον


άντρα που κυκλοφορούσε θλιμμένος και νικημένος επί μήνες και χρόνια μετά τη φυγή της Μέγκαν. «Αν ξέρω κάτι για σένα, μπαμπά, είναι πως, όταν βάλεις κάτι στο μυαλό σου, μπορείς να το πετύχεις. Εδώ σχεδίασες και έχτισες ολόκληρη πόλη. Οτιδήποτε άλλο αποφασίσεις να κάνεις θα πρέπει να είναι παιχνιδάκι». Ο Μικ κούνησε το κεφάλι του. «Εντάξει, ξέρω από τούβλα και σοβάδες και υποδομές, ίσως και πώς να μετατρέψω μια σειρά σπίτια σε πραγματική κοινότητα», της είπε. «Αλλά εσείς, τα παιδιά μου... είστε εντελώς διαφορετική ιστορία». «Είμαι σίγουρη ότι θα βρεις την άκρη», του απάντησε. Και προς μεγάλη της έκπληξη, δεν του έλεγε τα λόγια που ήθελε -ή είχε ανάγκη- εκείνος να ακούσει. Εννοούσε την κάθε λέξη. Ο μπαμπάς της, ο άντρας που θαύμαζε όταν ήταν μικρό κοριτσάκι, προσπαθούσε ν