Page 1


ISSN 1108-4332 © 2010 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V. / S.a.r.l. ΜΙΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ Τίτλος πρωτοτύπου: For Adults Only © Charlotte Lamb, 1984. All rights reserved. Μετάφραση: Κωνσταντίνα Σιδερή Η ΝΟΥΒΕΛΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ Τίτλος πρωτοτύπου: Force of Feeling © 1988 by Penny Jordan. All rights reserved Μετάφραση: Βάσω Γιαννακοπούλου Επιμέλεια: Στέλλα Δαπέργολα Διόρθωση: Ρήγας Καραλής Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοση του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΑ ΑΡΛΕΚΙΝ - ΤΕΥΧΟΣ 10 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.


Μια Ανεξάρτητη Γυναίκα CHARLOTTE LAMB Μετάφραση: Κωνσταντίνα Σιδερή


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Κάποια βρομόμυγα θα πρέπει να είχε τρυπώσει στο δωμάτιο, παρ' όλο που τα παράθυρα ήταν ερμητικά κλεισμένα και τώρα βούιζε κοντά στο αυτί της Σουζάνας σαν ελικόπτερο που έψαχνε χώρο για να προσγειωθεί. Κούνησε το χέρι της για να τη διώξει, αλλά το παλιόπραγμα ήταν επίμονο. Το βούισμα δεν έλεγε να σταματήσει κι η Σουζάνα διαπίστωσε ξαφνικά πως δεν επρόκειτο για έντομο... αλλά για το κουδούνι της εξώπορτας. Ψαχούλεψε το ξυπνητήρι στο κομοδίνο της και το κοίταξε μισοκοιμισμένη. Εννιά! Ήταν εννιά η ώρα! Αυτή τη φορά ξύπνησε για τα καλά. «Ω, όχι! Με πήρε ο ύπνος!» μουρμούρισε και πετάχτηκε πανικόβλητη από το κρεβάτι. Άρπαξε μια ροζ μεταξωτή ρόμπα, τη φόρεσε βιαστικά κι έδεσε όπως όπως τη φαρδιά ζώνη. Στο μεταξύ, το κουδούνι συνέχιζε να χτυπάει. «Εντάξει, έρχομαι!» φώναξε ανοίγοντας την πόρτα που έβγαζε στο διάδρομο. Ποιος στην ευχή θα μπορούσε να είναι τέτοια ώρα; Πριν βγει από το δωμάτιο στάθηκε μπροστά στην τουαλέτα κι έριξε μια ματιά στον καθρέφτη κάνοντας μια γκριμάτσα. Δεν ήταν δυνατόν να ήρθε ο Τζόνι τόσο νωρίς! «Για δες μούτρα!» μουρμούρισε περνώντας βιαστικά τη χτένα στα ανακατεμένα της μαλλιά. Το πρόσωπο της έδειχνε αγουροξυπνημένο και τα βλέφαρά της βαριά, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για την ώρα, αφού αυτό το καταραμένο κουδούνι δεν έλεγε να σταματήσει.


Άνοιξε την πόρτα και βρέθηκε μπροστά σ' ένα βλοσυρό πανύψηλο άντρα που έσκυβε απειλητικά από πάνω της. Θα πρέπει να ξεπερνούσε το ένα κι ογδόντα πέντε κι η Σουζά- να, που δεν ήταν περισσότερο από ένα κι εξήντα πέντε, ένιωσε αμέσως τη διαφορά. «Η Σουζάνα Χάουαρντ;» «Ναι, και παρακαλώ πάρτε το δάχτυλο σας από το κουδούνι μου. Μ' έπιασε πονοκέφαλος». Ο άντρας τράβηξε το δείκτη του αργά. Η Σουζάνα ήταν σίγουρη πως δεν είχε ξαναδεί ποτέ της τον συγκεκριμένο τύπο, αλλά ήξερε κιόλας γι' αυτόν τρία πράγματα: ήταν πολύ ψηλός, ήταν πολύ θυμωμένος και δεν της άρεσε καθόλου. Είχε ένα πρόσωπο απ' αυτά που σε απειλούν χωρίς να σαλεύει ούτε ένας μυς τους. «Τι θέλετε;» τον ρώτησε σφίγγοντας σπασμωδικά το γιακά της ρόμπας της. Ο άγνωστος την παρατηρούσε με τα γκρίζα του μάτια και δε φαινόταν ενθουσιασμένος απ' αυτό που έβλεπε. Η Σουζάνα δεν ενοχλήθηκε και πολύ όταν ύψωσε το ένα του φρύδι -θυμόταν καλά την όψη της στον καθρέφτη και δεν μπορούσε να τον αδικήσει-, όταν όμως είδε την περιφρονητική γκριμάτσα των χειλιών του έγινε έξαλλη. «Είμαι ο Νιλ Άρντρεϊ», της συστήθηκε κι εκείνη τον κοίταξε απαθής. Το όνομά του δεν της έλεγε τίποτα. «Και μην προσποιείστε πως δε μ' έχετε ακουστά». «Δεν προσποιούμαι. Απλά δε σας ξέρω. Τι μπορώ να κάνω για σας, κύριε Άρ...» Της υπαγόρευσε το όνομά του καθαρά λες και απευθυνόταν σε άτομο διανοητικά καθυστερημένο, ενώ η Σουζάνα συλλογιζόταν πως όχι μόνον άνοιξε την πόρτα σαν ηλίθια, αλλά τράβηξε και την προστατευτική αλυσίδα. Πού να το φανταστεί όμως πως ένα τόσο ήσυχο κυριακάτικο πρωινό


θα της χτυπούσε την πόρτα ένας τύπος που έμοιαζε με... αρχιληστή; «Ήρθα για την αδερφή μου», της ανακοίνωσε και η Σουζάνα συνειδητοποίησε ξαφνικά πως δεν απευθυνόταν σ' εκείνη, αλλά σε κάποιον αόρατο που υποτίθεται πως βρισκόταν στο σπίτι της. «Ξέρω πως είναι εδώ και δεν πρόκειται να φύγω αν δεν την πάρω μαζί μου». «Δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάτε!» Η Σουζάνα άρχισε ν' αναρωτιέται τι θα έκανε αν ο τύπος ήταν πράγματι τόσο επικίνδυνος όσο έδειχνε. Να μπήξει τις φωνές ή να το βάλει στα πόδια; «Αφήστε τ' αστεία, δεσποινίς Χάουαρντ!» έκανε ο άντρας ανυπόμονα, ζαρώνοντας τα πυκνά μαύρα φρύδια του. «Δεν έχω καμιά διάθεση γι' αστεία», τον διαβεβαίωσε ξερά η Σουζάνα. «Είστε σίγουρος πως σας έδωσαν σωστό όνομα και διεύθυνση; Πώς λέγεται η αδερφή σας;» «Σιάν. Σιάν Άρντρεϊ. Ακούστε, δεν έχω καιρό για όλ' αυτά. Ξέρω πως είναι εδώ, ας βγει, λοιπόν, απ' όπου κι αν κρύβεται, γιατί σκοπεύω να ψάξω να τη βρω». «Ύψιστε Θεέ! Δεν πρόκειται να ψάξετε το σπίτι μου!» Η Σουζάνα, βλέποντας πως είχε πράγματι την πρόθεση να μπει μέσα, προσπάθησε να του φράξει το δρόμο. «Τι σημαίνει αυτή η ιστορία; Δεν τη γνωρίζω την αδερφή σας, δεν ξέρω ούτε το όνομά της». «Φυσικά και δεν το ξέρετε», την ειρωνεύτηκε. «Παίζετε πολύ πετυχημένα το ρόλο σας, δεσποινίς Χάουαρντ, αλλά σ' εμένα δεν πιάνουν αυτά. Έπαψα να πιστεύω στα παραμύθια από τότε που ήμουν πέντε χρονών». «Δεν αμφιβάλλω πως είχατε σε όλα... πρόωρη ανάπτυξη», σάρκασε η Σουζάνα, «αλλά σας βεβαιώνω πως δεν παίζω θέατρο. Κάνετε λάθος και σας συμβουλεύω να ψάξετε την αδερφή σας κάπου αλλού. Δε θα τη βρείτε εδώ και δεν ξέρω


πώς σας δημιουργήθηκε η εντύπωση πως είναι μαζί μου, αλλά...» «Μου το είπε ο συγκάτοικος του αδερφού σας». Η έκφραση της Σουζάνας άλλαξε μεμιάς. «Ο Γιαν;» ρώτησε επιφυλακτικά. «Ναι, βλέπω πως αρχίσατε να με παίρνετε στα σοβαρά επιτέλους. Δεν ήθελε κι εκείνος να μου πει, άρχισε τα παραμύθια. Τελικά όμως τον έπεισα να μου πει την αλήθεια». «Τον πείσατε;» Η Σουζάνα παρατήρησε από την κορφή ως τα νύχια ετούτο το φοβερό άντρα που στεκόταν μπροστά της κι αναρωτήθηκε πώς στην ευχή βρέθηκε ο αδερφός της μπλεγμένος μαζί του. Ο τύπος κούνησε το κεφάλι του κι από τα σκληρά γκρίζα μάτια του μπορούσε κανείς εύκολα να καταλάβει τι είδους... πειστικό τρόπο είχε χρησιμοποιήσει. «Ο καημένος ο Γιαν... Σε ποιο νοσοκομείο βρίσκεται;» «Πολύ πνευματώδες!» σχολίασε ο ξένος χωρίς να διασκεδάζει καθόλου. «Τώρα θα μ' αφήσετε να μπω να μιλήσω με τη Σιάν ή θα πρέπει να το κάνω με το ζόρι;» «Σας είπα, δεν τη γνωρίζω την αδερφή σας. Είμαι μόνη μου εδώ». Η Σουζάνα σταμάτησε απότομα. Ίσως δεν ήταν πολύ έξυπνο να του ομολογήσει πως ήταν μόνη της. Δεν της άρεσε το βλέμμα του, τη φόβισε. Πήγε να κλείσει την πόρτα, εκείνος όμως έγειρε πάνω της και την άνοιξε με βία. Η Σουζάνα βρέθηκε κολλημένη στον τοίχο και μέχρι να συνέλθει από το σοκ, είδε την πλάτη του να χάνεται στο διάδρομο. «Τι κάνετε εκεί; Βγείτε αμέσως από το σπίτι μου! Πώς τολμάτε! »Έτρεξε πίσω του ανάστατη, ανήμπορη να πιστέψει πως συνέβαιναν σ' εκείνη τέτοια πράγματα. Ώσπου να τον προλάβει όμως, εκείνος είχε χωθεί κιόλας στην κρεβατοκάμαρα με το ξέστρωτο κρεβάτι. Αγνοώντας τις διαμαρτυρίες της, άνοιξε την ντουλάπα, παραμέρισε τις


κρεμάστρες με τα ρούχα και κοίταξε στο βάθος. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έσκυψε και έψαξε και κάτω από το κρεβάτι. Η Σουζάνα τον παρακολουθούσε άναυδη. «Θα... τηλεφωνήσω στην αστυνομία αν δε βγείτε αμέσως έξω από το διαμέρισμα μου», τραύλισε όταν ξαναβρήκε τη φωνή της. Ο Νιλ Άρντρεϊ γύρισε και βγήκε από το δωμάτιο της, αλλά δεν έφυγε. Χώθηκε στο μπάνιο κι η Σουζάνα τον άκουσε να τραβάει τις κουρτίνες του ντους. Έτρεξε στο καθιστικό κι άρπαξε το τηλέφωνο· είχε κιόλας σχηματίσει το νούμερο με δάχτυλα που έτρεμαν, όταν το χέρι του έπεσε βαρύ στον ώμο της. Εκείνος άρπαξε το ακουστικό και το έβαλε στη θέση του. «Πού είναι;» τη ρώτησε. «Σας είπα, δε γνωρίζω την αδερφή σας. Δεν έχω ακουστά τ' όνομά της... ούτε το δικό σας και δε χάρηκα καθόλου που το έμαθα. Δεν έχω ιδέα τι σημαίνουν όλ' αυτά, αλλά δεν έχετε το δικαίωμα να ορμάτε έτσι στο σπίτι μου και να ψάχνετε». Η φωνή της δεν ήταν και πολύ σταθερή, αλλά το κεφάλι της ήταν ανασηκωμένο πεισματικά και τα καστανά της μάτια έψαχναν στο δωμάτιο. Έπρεπε να βρει κάποιο όπλο ν' αμυνθεί. Υπήρχε ένα μπρούντζινο κηροπήγιο πάνω στο τζάκι. Θα πρέπει να ήταν βαρύ. Αν έστριβε με τρόπο, θα μπορούσε να το αρπάξει πριν πάρει, εκείνος είδηση τις προθέσεις της. Όμως το σκληρό του βλέμμα ακολούθησε το δικό της. «Ω, όχι, αυτό βγάλ' το από το νου σου!» μουρμούρισε άγρια και την άρπαξε από τη μέση. Η Σουζάνα άφησε ένα πνιχτό ξεφωνητό. Την είχε σηκώσει σαν πούπουλο, τα πόδια της δεν πατούσαν στο έδαφος! Κλότσησε απεγνωσμένα, τον χτύπησε με τα δυο της χέρια, εκείνος όμως αγνόησε τα χτυπήματά της, την κουβάλησε στον καναπέ και την πέταξε πάνω. Ύστερα στάθηκε μπροστά της, σκύβοντας προς το μέρος της απειλητικά με τα πόδια μισάνοιχτα.


Η Σουζάνα τον κοίταζε, συνειδητοποιώντας έντρομη πως ήταν μόνοι μέσα στο διαμέρισμα και πως εκείνη φορούσε μια ρόμπα κι ένα διάφανο νυχτικό. Έσφιξε τα πέτα της ρόμπας πάνω στο στήθος της και στριμώχτηκε στον καναπέ, περιμένοντας μια ευκαιρία για να του ξεφύγει. «Δεσποινίς Χάουαρντ», άρχισε εκείνος με φωνή ψυχρή και συγκρατημένη. «Η αδερφή μου είναι δεκαεφτά χρονών, τέλειωσε το σχολείο πριν από ένα μήνα και το φθινόπωρο θα πάει στο πανεπιστήμιο. Δε θα επιτρέψω -ούτε σε εκείνη ούτε σε κανέναν άλλο- να καταστρέψει το μέλλον της. Δεν πρόκειται να παντρευτεί τον αδερφό σας...» «Να παντρευτεί;» τον διέκοψε η Σουζάνα μη πιστεύοντας στ' αυτιά της. «Σοβαρά; Δε σας το είπε;» «Τον Άλεξ; Η αδερφή σας θέλει να παντρευτεί τον Άλεξ;» Τα μαύρα φρύδια ξανάσμιξαν. «Το πήρατε στραβά. Ο αδερφός σας σκοπεύει να το σκάσει με την αδερφή μου και να την παντρευτεί. Είναι ένας πολύ φιλόδοξος και διορατικός νεαρός, αλλά δεν πρόκειται να τα καταφέρει. Τα σχέδια που έχω για εκείνη δεν περιλαμβάνουν έναν καταστροφικό γάμο με κάποιον σαν κι αυτόν». Τα ζεστά καστανά μάτια της Σουζάνας άστραψαν από θυμό. «Τον γνωρίζετε τον αδερφό μου;» «Τα ξέρω όλα. Πέρασα όλη την ημέρα μου χτες μ' αυτή τη δουλειά. Έβαλα έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ και ξεσκάλισε τις λεπτομέρειες της ζωής του, που δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικές. Δεν έχει χρήματα κι άλλαξε τρεις δουλειές τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ σύντομα θα ψάχνει και γι' άλλη. Δε σκοπεύω να τον κρατήσω στη δουλειά μου». «Στη δουλειά σας! Μα τι είναι αυτά που λέτε; Ο Άλεξ δεν εργάζεται για εσάς. Έχω γνωρίσει τον προϊστάμενο του. Λέγεται Χάουτον και δε σας μοιάζει καθόλου». Η Σούζαν


άρχισε να πιστεύει πως βρισκόταν σε τρελοκομείο. Δεν έβγαζε νόημα απ' όσα της έλεγε αυτός ο άνθρωπος. «Ξέρω πολύ καλά πού δουλεύει. Στους Χάουτον, Ελκς και Γουίλμερ», την έκοψε ανυπόμονα αφήνοντάς την άναυδη γι' άλλη μια φορά. Είχε χαρεί πολύ όταν προσέλαβαν τον Άλεξ στο γνωστό διαφημιστικό γραφείο, στο μεγάλο κτίριο της Μποντ Στρητ. Ο Άλεξ πήγαινε από τη μια δουλειά στην άλλη από τότε που τέλειωσε το σχολείο. Δεν τον απέλυσαν ποτέ, έφευγε μόνος του κι ήταν αλήθεια πως δε δυσκολευόταν να βρει κάτι καινούριο. Η Σουζάνα όμως ανησυχούσε. Με τόση ανεργία στη χώρα, δεν μπορούσε να είναι σίγουρη πως αυτό θα συνεχιζόταν επ' άπειρον, ως τώρα όμως στάθηκε τυχερός. Ήταν έξυπνος, δραστήριος και συμπαθητικός. Αλλά η επαγγελματική του αστάθεια δεν ήταν καλό στοιχείο στο βιογραφικό του. Ο Άλεξ όμως φαινόταν ενθουσιασμένος με τη δουλειά του στη διαφήμιση. Χαιρόταν αυτό που έκανε, έδειχνε ενδιαφέρον και συμπαθούσε το αφεντικό, έτσι κι η Σουζάνα ένιωσε λες και της έφυγε ένα βάρος από πάνω της. Δεν την ένοιαζε που του δάνειζε χρήματα στα σύντομα διαστήματα που έμενε άνεργος. Κι ο Γιαν, ο συγκάτοικος του, παλιός συμμαθητής του με μόνιμη και καλή δουλειά, πλήρωνε πρόθυμα το νοίκι μέχρι να ξαναβολευτεί ο Άλεξ. Είναι αλήθεια, βέβαια, πως πλήρωνε πάντα τα χρέη του. Δεν ήταν σπάταλος και δεν του άρεσε να χρωστάει. Εκείνο που προβλημάτιζε ωστόσο τη Σουζάνα ήταν πως δεν τον έβλεπε ικανοποιημένο πουθενά. «Μα τότε εργάζεστε στην εταιρεία; Τι κάνετε;» ρώτησε τον Νιλ Άρντρεϊ. Εκείνος χαμογέλασε σαρκαστικά και ύψωσε πάλι τα δασιά του φρύδια. «Α, ναι, βέβαια, δεν ξέρετε ποιος είμαι». Ήταν φανερό πως δεν την πίστευε. Η Σουζάνα έγινε έξαλλη.


«Βαρέθηκα να επαναλαμβάνω πως δεν έχω ακουστά το όνομά σας!» «Κι εγώ βαρέθηκα να κάνω πως σας πιστεύω! Αφού όμως επιμένετε σ' αυτή την ηλίθια κωμωδία... Ε, λοιπόν, δε δουλεύω για τους Χάουτον, Ελκς και Γουίλμερ. Δεν έχω καιρό να εξηγώ τι συμβαίνει σε όλους τους τομείς των επιχειρήσεών μου, αλλά έχω τον έλεγχο της εταιρείας που διευθύνουν οι Χάουτον, Ελκς και Γουίλμερ». Μιλούσε αργά και σαρκαστικά, με την πρόθεση να την προσβάλει. «Φυσικά δεν ξέρετε πως η αδερφή μου είναι μια πολύφερνη κληρονόμος που θα γίνει μια μέρα πολύ πλούσια». Μόνο εκείνη τη στιγμή πρόσεξε η Σουζάνα το ακριβό γκρι ριγέ κοστούμι του. Το σακάκι του ήταν ανοιχτό κι από κάτω φαινόταν το εφαρμοστό γιλέκο, το φίνο λινό πουκάμισο κι η μεταξωτή γραβάτα. Δεν μπορούσες να τον πεις λεπτό, ήταν πολύ γερός και μυώδης, αλλά σίγουρα μπορούσες να τον χαρακτηρίσεις κομψό. Τρομαγμένη και σαστισμένη από την απειλητική του παρουσία, η Σουζάνα δεν είχε προσέξει τίποτε άλλο. Τώρα όμως που τον μελετούσε, διαπίστωνε πως πρέπει να ήταν πολύ πλούσιος. Το κοστούμι του μπορεί να κόστιζε πιο πολλά απ' όσα ξόδευε εκείνη για τα ρούχα της χρονιάς. «Δε γνωρίζετε τον αδερφό μου γιατί, αν τον γνωρίζατε, θα ξέρατε πως τα χρήματα δε σημαίνουν τίποτα γι' αυτόν. Ο Άλεξ δεν είναι προικοθήρας». «Δεν είναι, ε; Μην προσπαθείτε να με τυλίξετε, δεσποινίς Χάουαρντ. Το επιχείρησαν κι άλλες πιο πριν... και πιο ικανές από εσάς και δεν το πέτυχαν. Δε σκοπεύω ν' αρχίσω τους καβγάδες μαζί σας, θέλω απλώς την αδερφή μου πίσω -και άθικτη...» «Άθικτη;» επανέλαβε η Σουζάνα κατάχλομη. «Τι εννοείτε;» «Είμαστε κι οι δυο ενήλικοι. Ξέρετε πολύ καλά τι εννοώ. Η Σιάν πέρασε τα τελευταία οχτώ χρόνια της ζωής της


εσωτερική σ' ένα πολύ αυστηρό σχολείο. Η μόνη της επαφή με τα αγόρια ήταν στους μηνιαίους σχολικούς χορούς, όπου τα κορίτσια επιτηρούνταν αυστηρά και τα αγόρια, οι μαθητές του γειτονικού σχολείου. Δεν έμεινε ποτέ μόνη της με κανέναν. Είναι ολότελα άβγαλτη». Τα υπονοούμενά του έκαναν τη Σουζάνα έξω φρενών. «Αν είναι τόσο αθώα όσο υποστηρίζετε, δεν πρόκειται να πάθει κακό από τον αδερφό μου. Ο Άλεξ είναι καλό παιδί. Δεν είχε ποτέ πολλά πάρε δώσε με κορίτσια. Δεν είναι, λοιπόν, κανένας έμπειρος γόης που κυνηγάει ευκαιρίες. Εσείς βέβαια αυτό πιστεύετε, έτσι δεν είναι; Πως κυνηγάει την αδερφή σας για τα λεφτά της, ε;» «Τι περιμένατε να πιστέψω; Το 'σκασαν μαζί. Η Σιάν μου έγραψε πως έφυγε για να τον παντρευτεί. Υπολόγιζαν, φαίνεται, πως το γράμμα θα έκανε μέρες για να φτάσει στα χέρια μου κι ως τότε θα ήταν πια αργά για να κάνω οτιδήποτε. Ευτυχώς όμως, γύρισα χτες στο Λονδίνο τελείως απροσδόκητα κι αντί να μου το στείλουν στη Νέα Υόρκη, το πρόλαβα εδώ. Πήγα στο διαμέρισμα όπου έμενε η Σιάν και το βρήκα άδειο. Ανακάλυψα πως η οικογένεια στην οποία την είχα εμπιστευτεί έλειψε για λίγες μέρες και την άφησε μόνη. Όταν κατάφερα να επικοινωνήσω μαζί τους στο Λέιν Ντίστρικτ, δεν ήξεραν να μου πουν πού πήγε. Νόμιζαν πως βρισκόταν στο διαμέρισμα στο Λονδίνο. Τους την εμπιστεύτηκα να τη φροντίζουν και δε φαντάστηκα ποτέ πως θα έφευγαν και θα την άφηναν μόνη». Το πρόσωπο του είχε σκοτεινιάσει τόσο, που η Σουζάνα λυπήθηκε τους άγνωστους εκείνους ανθρώπους. Ήταν σίγουρη πως η σύντομη συνομιλία τους με τον Νιλ Άρντρεϊ, θα τους χάλασε τις διακοπές. «Είστε σίγουρος πως έφυγε με τον Άλεξ; Πού τον γνώρισε;»


«Στο διαφημιστικό γραφείο, απ' ό,τι φαίνεται», της εξήγησε ανυπόμονα. «Η Σιάν ήθελε να δουλέψει τις καλοκαιρινές διακοπές κι ενέκρινα την ιδέα της». Κάτι στο βλέμμα της τον έκανε να σταματήσει. «Γιατί με κοιτάτε έτσι;» τη ρώτησε σμίγοντας πάλι τα φρύδια του. «Ω, τίποτα... ξαφνιάστηκα που άκουσα πως εγκρίνετε επιτέλους κάτι...» «Δε σας βρίσκω καθόλου διασκεδαστική, δεσποινίς Χάουαρντ!» την πληροφόρησε και συνέχισε: «Βρήκα στη Σιάν μια δουλειά για μισή μέρα στο διαφημιστικό γραφείο και ανέθεσα σε μια συγγενική οικογένεια να τη φροντίζει... έχουν μια κόρη συνομήλικη και σκέφτηκα πως θα της έκανε καλό η συντροφιά με μια συνομήλική της. Ύστερα απ' αυτό, έφυγα για τη Νέα Υόρκη για επείγουσες υποθέσεις. Έλειψα μόνον τρεις βδομάδες. Ο αδερφός σας θα πρέπει να είναι πολύ γρήγορος!» «Ο αδερφός μου ή η αδερφή σας», συμπλήρωσε η Σουζάνα. «Η Σιάν είναι παιδί ακόμα». «Και τι νομίζετε πως είναι ο Άλεξ; Είναι είκοσι δύο χρονών, κύριε Άρντρεϊ. Τον ξέρω καλύτερα από τον καθένα. Δεν είναι ανάγκη να ανησυχείτε αν η αδερφή σας βρίσκεται μαζί του, πράγμα για το οποίο όμως δε με πείσατε ακόμα... Μπορώ να δω το γράμμα που άφησε;» «Όχι, δεν μπορείτε», της απάντησε κοφτά και το πρόσωπο του κοκκίνισε ανεπαίσθητα. «Είναι προσωπικό, αλλά σας διαβεβαιώνω πως γράφει ολοκάθαρα ότι φεύγει με τον αδερφό σας κι ότι πρόκειται να παντρευτούν». «Είναι το πρώτο της αγόρι;... Ναι, βέβαια, έτσι θα είναι, σύμφωνα με ό,τι είπατε. Σας φαίνεται περίεργο που έφυγε με το πρώτο αγόρι που γνώρισε και μιλάει για γάμο ύστερα από γνωριμία λίγων εβδομάδων, έτσι δεν είναι; Γιατί δε σας


σύστησε τον Άλεξ; Γιατί δε βγήκε πρώτα μαζί του να τον γνωρίσει καλύτερα; Γιατί όλη αυτή η μελοδραματική μυστικότητα;» «Θ' άκουσε σίγουρα τη συμβουλή του αδερφού σας», την αντέκρουσε ο Νιλ Άρντρεϊ. «Ο συγκάτοικος του ομολόγησε πως ήταν μαζί. Είπε πως θα έρχονταν σ' εσάς κι έτσι καταλήξαμε εδώ», πρόσθεσε σκύβοντας πάνω της απειλητικά. «Λοιπόν, πείτε πού είναι, γιατί, αν δεν τη βρω μέχρι το βράδυ, θα πάω στην αστυνομία. Είναι ανήλικη. Θα κλείσει τα δεκαοχτώ σε λίγους μήνες. Πρέπει να έχει τη συγκατάθεσή μου για να παντρευτεί». «Δεν ξέρω πού είναι», επέμεινε η Σουζάνα. Εκείνος την κοίταξε αμίλητος για λίγο κι ύστερα έφυγε από κοντά της. «Όπως αγαπάτε, αλλά, αν είστε λογική, θα μεταφέρετε στον αδερφό σας το μήνυμά μου: ή γυρίζει η Σιάν απόψε στο σπίτι ή πάω στην αστυνομία. Και υπάρχει και μια λεπτομέρεια που ίσως δεν την ξέρει: η Σιάν θα πάρει τα χρήματα που της ανήκουν στα είκοσι πέντε της. Σύμφωνα με τη διαθήκη του παππού της, υπάρχουν τρεις διαχειριστές. Ο ένας είμαι εγώ. Οι άλλοι δύο θα υπακούσουν σε ό,τι αποφασίσω εγώ. Μπορώ να κανονίσω το εισόδημά της κατά την κρίση μου. Ας μάθει, λοιπόν, ο αδερφός σας πως δέ θα πάρει δεκάρα αν την παντρευτεί. Θα πρέπει να κάνει υπομονή εφτά χρόνια». Χωρίς να περιμένει απάντηση, γύρισε και βγήκε από το διαμέρισμα, αφήνοντας τη Σουζάνα στον καναπέ να τρέμει από οργή. Όταν άκουσε την εξώπορτα να βροντάει, σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Έκανε ντους, φόρεσε ένα τζιν κι ένα κίτρινο πουκάμισο κι έφτιαξε καφέ που τον συνόδευσε με φρυγανιές. Όταν τέλειωσε το πρωινό της, σήκωσε το τηλέφωνο. Είχαν σχεδιάσει με τον Τζόνι, το μόνιμο συνοδό της τον τελευταίο


καιρό, να πάνε μια βόλτα στην εξοχή και να φάνε το μεσημέρι κάπου ήσυχα. Η φωνή του Τζόνι ακούστηκε εύθυμη από την άλλη άκρη της γραμμής. «Μη μου πεις! Ξέχασες πως θα πηγαίναμε βόλτα και κοιμήθηκες αν και χτύπησε το ξυπνητήρι, ε; Το 'ξερα πως θα γινόταν έτσι». «Όχι, δεν είναι αυτό, Τζόνι». Η Σουζάνα ηρέμησε ακούγοντας την εύθυμη φωνή του. Αυτή την επίδραση ασκούσε πάντα πάνω της ο Τζόνι. Ήταν ένας ζωντανός, ζεστός και καλόκαρδος άντρας, που δεν έπαιρνε τίποτα στα σοβαρά και δε ζητούσε να τον πάρουν στα σοβαρά κι οι άλλοι. Οι φίλοι της Σουζάνας την προειδοποίησαν όταν έμαθαν ότι έβγαινε μαζί του. «Δεν μπορείς να βασιστείς πάνω του, δεν είναι σοβαρός, μην μπλέκεσαι, γιατί μπορεί να πληγωθείς», της έλεγαν διαρκώς. Εκείνη όμως αδιαφορούσε για τις συμβουλές τους. Δεν αναζητούσε σύζυγο, ήταν απασχολημένη με τη δουλειά της. Ήθελε ένα φίλο, ένα σύντροφο κι ο Τζόνι ήταν ιδανικός γι' αυτόν το ρόλο. «Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω να έρθω σήμερα. Πρέπει να πάω στο σπιτάκι να βρω τον Άλεξ και δεν μπορώ ούτε να περάσω να σε δω, είμαι βιαστική. Λυπάμαι, Τζόνι, θα πάμε κάπου την άλλη Κυριακή, εντάξει;» «Για στάσου, γιατί πας στο σπιτάκι να βρεις τον Άλεξ; Συμβαίνει κάτι;» «Δεν ξέρω, γι' αυτό πάω να δω». «Πολύ μυστηριώδης είσαι σήμερα. Έχει τίποτα μπλεξίματα ο Άλεξ;» «Ελπίζω πως όχι». «Δεν μπορώ να έρθω κι εγώ ή θα είμαι παρείσακτος;» Η Σουζάνα δάγκωσε τα χείλη της. «Θα προτιμούσα να μην έρθεις», του απάντησε ύστερα από σύντομη σκέψη. «Είναι οικογενειακή υπόθεση κι ο Άλεξ θα θέλει να είμαστε μόνοι».


«Ωχ, ο καημένος ο Άλεξ! Κατάλαβα, θ' ακούσει εξάψαλμο». «Μη λες ανοησίες. Λοιπόν, κοίτα να περάσεις καλά, λυπάμαι που χάνω τον περίπατο». Η Σουζάνα έκλεισε το τηλέφωνο και μπήκε στο λουτρό να χτενιστεί και να βαφτεί Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη, αλλά με λίγη φροντίδα μπορούσε να γίνει αρκετά ελκυστική, ώστε να τραβήξει το ενδιαφέρον των αντρών. Είχε πλούσια καστανά μαλλιά με κοκκινωπές ανταύγειες και τα μάτια της ήταν μεγάλα και φωτεινά. Ένας ρομαντικός νεαρός της είπε κάποτε πως τα μάτια της θύμιζαν ελαφίνα και φάνηκε πληγωμένος όταν εκείνη έβαλε τα γέλια. Η Σουζάνα δεν ήταν ρομαντική. Ήταν πρακτική, προσγειωμένη, ζωντανή κι εύθυμη. Το χιούμορ της δεν την άφηνε να πάρει τη ζωή στα σοβαρά κι ίσως γι' αυτό τα πήγαινε τόσο καλά με τον Τζόνι. Διασκέδαζαν οι δυο τους, αλλά δεν ήταν ερωτευμένοι. Η Σουζάνα δεν ήξερε τι εννοούσαν οι άλλοι όταν έλεγαν πως ερωτεύονταν. Δεν είχε ερωτευτεί ποτέ της. Είχε περάσει ιλαρά, μαγουλάδες, είχε σπάσει το χέρι της πέφτοντας από ένα δέντρο μικρή, είχε κάνει συλλογή από φωτογραφίες του αγαπημένου της ηθοποιού, αλλά δεν είχε νιώσει ποτέ την καρδιά της να σπαρταράει μέσα στο στήθος της και δεν πίστευε πως οι καρδιές πάθαιναν κάτι τέτοιο. Δεν έμεινε ποτέ άγρυπνη τις νύχτες για να σκέφτεται κάποιο από τα αγόρια που έβγαινε έξω μαζί τους, παρ' όλο που της άρεσε να τη φιλούν και χαιρόταν όταν κάποιος σφύριζε στο δρόμο καθώς περνούσε. Καταλάβαινε τη σημασία του σεξ κι ήθελε να παντρευτεί μια μέρα. Κι όταν θα έβρισκε τον κατάλληλο άντρα, ήταν σίγουρη πως θα ζούσε ευτυχισμένη μαζί του. Δεν περίμενε όμως να βλέπει αστράκια κάθε φορά που θα της χαμογελούσε κάποιος ή θα της έπιανε το χέρι.


Είχε ανακαλύψει από καιρό πως δεν έπρεπε να περιπαίζει κανείς το αντίθετο φύλο. Ένα αψυχολόγητο σχόλιο ή ένα αδιάφορο, αστείο χαμόγελο μπορούσε να χαλάσει την πιο ρομαντική διάθεση. Όσο και αν το δικό της χιούμορ ήταν ιδιαίτερο, δεν έπαυε να βρίσκει τον έρωτα κάπως παράλογο. Εκείνο που την ανησυχούσε ήταν ότι ο Άλεξ δε συμμεριζόταν τις απόψεις της. Ήταν πάντα ευαίσθητος, ιδεαλιστής, γεμάτος όνειρα. Αν είχε ερωτευτεί πράγματι την αδερφή του Νιλ Άρντρεϊ, τα πράγματα θα ήταν δύσκολα. Βγήκε από το διαμέρισμα ρίχνοντας στην πλάτη της μια λεπτή μάλλινη ζακέτα. Το αυτοκίνητο της βρισκόταν στο υπόγειο γκαράζ του κτιρίου που, εκτός από διαμερίσματα, στέγαζε και καταστήματα και γραφεία στο ισόγειο και τον πρώτο όροφο. Η Σουζάνα κέρδιζε αρκετά από τη δουλειά της. Από τότε που τέλειωσε τη Σχολή Καλών Τεχνών δεν είχε μείνει ποτέ χωρίς απασχόληση. Έκανε εικονογραφήσεις για εξώφυλλα περιοδικών τέχνης και βιβλίων. Το νοίκι του διαμέρισματός της ήταν τσουχτερό, αλλά βρισκόταν στο κέντρο της πόλης και τη βόλευε στις μετακινήσεις. Όσο για αυτοκίνητο, είχε ένα μικρό γαλάζιο Φορντ, αγορασμένο πριν τρία χρόνια. Στο δρόμο για το Σάσεξ, οι σκέψεις τη βασάνιζαν. Πού αλλού μπορούσε να είχε πάει ο Άλεξ τη Σιάν εκτός από το εξοχικό τους; Αυτό θα εννοούσε ο Γιαν όταν είπε στον Νιλ Άρντρεϊ πως θα πήγαινε στης αδερφής του. Το σπίτι τής ανήκε, αλλά η Σουζάνα το θεωρούσε πάντα ότι ανήκε και στους δυο. Εκεί γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Όταν πέθανε η μητέρα τους, το άφησε αυτό στη Σουζάνα και όσα χρήματα διέθετε στον Άλεξ. Όταν έκανε τη διαθήκη της, λίγο μετά το θάνατο του πατέρα της, ο Άλεξ ήταν μόλις δεκαπέντε χρονών. Του


είχε αφήσει, λοιπόν, χρήματα σε μετοχές και χρεόγραφα που θα περιέρχονταν στην κυριότητα του Άλεξ όταν θα παντρευόταν. Φυσικά, η κληρονομιά του δε συγκρινόταν με της Σιάν. Θα πρέπει να είχε ανέλθει στο ποσό των πέντε χιλιάδων λιρών τώρα, ένα ποσό καλό για τα πρώτα έξοδα ενός νοικοκυριού. Όταν ο οικογενειακός δικηγόρος τούς διάβασε τη διαθήκη, η Σουζάνα έμεινε άναυδη. «Γιατί άφησε το σπίτι σ' εμένα και όχι στον Άλεξ; Ή γιατί όχι και στους δυο; Είναι άδικο. Το σπίτι θα πρέπει ν' αξίζει τουλάχιστον τριάντα χιλιάδες». «Είκοσι πέντε το περισσότερο», την πληροφόρησε ο δικηγόρος κι η Σουζάνα ανασήκωσε τους ώμους της. «Όπως και να 'ναι, θα το πουλήσω και θα μοιραστούμε τα λεφτά, Άλεξ, είναι το πιο δίκαιο». «Δε θέλω να το πουλήσεις», διαφώνησε εκείνος κι ο δικηγόρος πήρε το μέρος του. «Η μητέρα σας δεν ήθελε να πουληθεί το σπίτι, ήθελε να μείνει στην οικογένεια όσο γίνεται περισσότερο. Σκεφτόταν πως ίσως κάποιος από τους δυο ερχόταν να εγκατασταθεί μόνιμα εδώ, όταν θα παντρευόταν. Η μητέρα σας είχε μια δόση ρομαντισμού», κατέληξε ο δικηγόρος μ' ένα πατρικό χαμόγελο, κουνώντας το λευκό κεφάλι του. «Συμφωνώ με τη μητέρα», δήλωσε κι ο Άλεξ κατηγορηματικά. «Δε μ' αρέσει η ιδέα πως θα πατήσουν ξένοι το σπίτι και θα είναι υπέροχο να μπορούμε να ερχόμαστε τα Σαββατοκύριακα, τα Χριστούγεννα, στις διακοπές. Βέβαια, δουλεύουμε κι οι δυο στο Λονδίνο, αλλά πού ξέρεις τι γίνεται καμιά φορά; Εγώ λέω να το κρατήσεις». Κι η Σουζάνα δέχτηκε, μετά κι από μια συζήτηση που είχε ιδιαιτέρως με το δικηγόρο. Εκείνος της εξομολογήθηκε πως η μητέρα τους ανησυχούσε για τον Άλεξ και φοβόταν πως, αν


του έπεφτε ένα γέρο ποσό στα χέρια, θα το σπαταλούσε χωρίς να κάνει τίποτα ουσιαστικό. «Αν μείνει το σπίτι, θα έχει τουλάχιστον ένα καταφύγιο», πρόσθεσε ο δικηγόρος. «Γι’ αυτό το άφησε σ' εσένα κι όχι σε εκείνον. Της πρότεινα πολλές φορές ν' αλλάξει τη διαθήκη, αλλά αρνήθηκε. Διαισθανόταν πως ο Άλεξ δεν έχει σταθερό χαρακτήρα κι ήταν σίγουρη πως εσύ θα τον είχες πάντα έγνοια». Η Σουζάνα έγνεψε συλλογισμένη. «Είχε τους λόγους της... Εντάξει, θα το κρατήσω για την ώρα κι αργότερα βλέπουμε. Μπορεί να χρειαστεί χρήματα ο Άλεξ κάποτε». Είχαν περάσει κοντά δυο χρόνια από το θάνατο της μητέρας τους κι από τότε επισκέπτονταν τακτικά το σπιτάκι, πότε μαζί, πότε ο καθένας μόνος του ή με φίλους. Περιστασιακά το νοίκιαζαν σε φίλους κι η Σουζάνα επέμενε να μοιράζονται το ενοίκιο. Ο Άλεξ όμως αρνιόταν. «Πλήρωσε τους φόρους, τους λογαριασμούς και τη γυναίκα που το καθαρίζει. Δε θέλω χρήματα», της έλεγε. Ο ίδιος δανειζόταν χρήματα από την αδερφή του, αλλά τα επέστρεφε πάντα. Μπορεί να δεχόταν ένα ζευγάρι γάντια ή ένα φουλάρι, αν όμως πήγαιναν στον κινηματογράφο πλήρωνε πάντα το εισιτήριο του κι όταν δειπνούσαν έξω πλήρωνε το μερίδιο του, αν δεν μπορούσε να της κάνει το τραπέζι. Τον ενοχλούσε που αναγκαζόταν να της ζητάει χρήματα όταν βρισκόταν σε ανάγκη, κι όμως σ' εκείνη πάντα έτρεχε. Κι η Σουζάνα τον βοηθούσε ξέροντας πως ο αδερφός της θα ήθελε πολύ να είναι εκείνος που δίνει κι όχι εκείνος που δέχεται. Η σχέση τους ήταν ζεστή και τρυφερή, αλλά δεν έλειπαν και τα αγκάθια. Ήταν φορές που η Σουζάνα αναρωτιόταν αν ο Άλεξ θα ήταν διαφορετικός αν είχε γεννηθεί πρώτος. Υποπτευόταν πως τον ενοχλούσε που αυτή


ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερή του. Δεν του άρεσε που ήταν ο μικρός αδερφός, αλλά τώρα δε γινόταν πια τίποτα. Κόντευε μεσημέρι όταν πήρε το μικρό εξοχικό δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι. Οι φράχτες ήταν καταπράσινοι κι ο τόπος γύρω γεμάτος αγριολούλουδα. Το σπιτάκι ήταν κρυμμένο πίσω από έναν ψηλό φράχτη από αγριομυρτιές, που μέσα τους φώλιαζαν τσίχλες και το καλοκαίρι σκεπαζόταν από κάτασπρα λουλούδια με διαπεραστική ευωδιά. Η Σουζάνα δε χόρταινε ν' απολαμβάνει την ομορφιά και το δροσερό αέρα, κάτι όμως της χαλούσε την απόλαυση. Ένα αυτοκίνητο την ακολουθούσε, όχι από πολύ κοντά βέβαια, αλλά σταθερά. Το είχε προσέξει εδώ κι αρκετή ώρα, όταν έστριψε από τον αυτοκινητόδρομο στο Μπράιτον. Και δε θα το είχε πάρει είδηση αν ο οδηγός δε φρενάριζε απότομα για να στρίψει και να την ακολουθήσει. Ο θόρυβος των φρένων και τα κορναρίσματα του αυτοκινήτου που ακολουθούσε την έκαναν να γυρίσει. Ήταν ένα μπεζ σεντάν. Από τότε δεν έφυγε ούτε στιγμή από το καθρεφτάκι της. Την ακολουθούσε σε όλη τη διαδρομή ανάμεσα στα χωριουδάκια. Μπορεί να ήταν απλή σύμπτωση, αλλά η Σουζάνα κοίταζε διαρκώς πίσω της ανήσυχη. Ήταν σίγουρη πως την ακολουθούσε κι αυτό σήμαινε πως ο οδηγός ήλπιζε ότι θα τον οδηγούσε κάπου. Στον Άλεξ και τη Σιάν! Άρα, θα πρέπει να βρισκόταν ο Νιλ Άρντρεϊ σ' αυτό το αυτοκίνητο. Τι θα έκανε τώρα; Έκοψε ταχύτητα, ενώ το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς. Υπήρχε ακόμα μια στροφή. Την πήρε και, μόλις έχασε από τα μάτια της το αυτοκίνητο που την ακολουθούσε, φρενάρισε απότομα και σταμάτησε. Την άλλη στιγμή, το μπεζ σεντάν έστριψε. Ο οδηγός είδε το γαλάζιο Φορντ παρκαρισμένο στην άκρη του δρόμου, αλλά δεν πρόφτασε να σταματήσει. Η Σουζάνα παρακολουθούσε με ικανοποίηση τον οδηγό να στρίβει απότομα το τιμόνι και


να προσπερνάει. Γύρισε το κεφάλι του οργισμένος κι η Σουζάνα κοκάλωσε.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Είχε αφήσει τη φαντασία της να καλπάσει. Ο άνθρωπος με το σεντάν δεν ήταν ο Νιλ Άρντρεϊ. Ήταν ένας μεσόκοπος γκριζομάλλης με ένα τουίντ σακάκι κι είχε γίνει έξαλλος. Κατέβασε το τζάμι του παραθύρου και ξέσπασε. Η Σουζάνα δεν άκουσε όλα όσα της είπε, τα περισσότερα τα μάντεψε. Κοκκίνισε κι έκανε μια κίνηση σαν να ζητούσε συγνώμη, νιώθοντας ολότελα γελοία. «Λίγο ακόμα και θα με σκότωνες, κοπέλα μου! Γυναίκες οδηγοί σου λένε! Πώς σας δίνουν διπλώματα; Αν ήσουν κόρη μου...» Της κούνησε απειλητικά το δάχτυλο και ξεκίνησε, αφήνοντάς τη να τα βάζει με τον εαυτό για την καχυποψία της. Το εξοχικό σπιτάκι βρισκόταν στην άκρη του δρόμου, κοντά στη διασταύρωση. Η Σουζάνα πάρκαρε κοντά στο φράχτη. Βγαίνοντας από το αυτοκίνητο, διαπίστωσε πως δεν είχε πέσει έξω στις προβλέψεις της. Ο Άλεξ βρισκόταν εδώ και όχι μόνος. Δεν τον έβλεπε, αλλά τον άκουγε κι εκείνον και τη σύντροφο του να μιλούν και να γελούν πίσω από το φράχτη, ξένοιαστοι και χαρούμενοι. Η Σουζάνα κοντοστάθηκε λίγο. Δεν της έκανε καρδιά να μπει στον κήπο και να τους χαλάσει την ησυχία. Κατά βάθος τους ζήλευε λιγάκι. Από τις φωνές και τα γέλια τους κατάλαβε πως έπαιζαν κρυφτό και διασκέδαζαν λες κι όλα πήγαιναν καλά. Πώς, λοιπόν, να περάσει την αυλόπορτα και να τους χαλάσει την ημέρα; Για μια στιγμή σκέφτηκε να μπει πάλι στο αυτοκίνητο και να φύγει. Στο κάτω κάτω δεν ήταν δική της υπόθεση. Ο


αδερφός της ήταν είκοσι δύο χρονών κι αφού δεν της είχε πει τίποτα για τη Σιάν Άρντρεϊ σήμαινε πως δεν ήθελε να την ανακατέψει σ' αυτή την ιστορία. Κατά κάποιον τρόπο, αυτό την πλήγωσε. Ο Άλεξ κι εκείνη ήταν πάντα πολύ συνδεμένοι, δεν είχαν μυστικά ο ένας από τον άλλο ως τώρα. Από την άλλη όμως, ο Άλεξ είχε δικαίωμα να ζει την προσωπική του ζωή όπως ήθελε κι εκείνη δεν είχε το δικαίωμα ν' ανακατεύεται. Ωστόσο, θυμήθηκε τον Νιλ Άρντρεϊ και το τελεσίγραφο του. Αν πήγαινε στην αστυνομία; Αν απέλυε τον Άλεξ; Από το λίγο που τον γνώρισε η Σουζάνα κατάλαβε πως δεν ήταν από τους ανθρώπους που λένε λόγια στον αέρα. Πριν αποφασίσει τι θα κάνει, η πόρτα του κήπου άνοιξε κι ακούστηκε τρεχαλητό. Κάποιος όρμησε έξω: ένα κορίτσι με άσπρο παντελόνι και ροζ πουκάμισο. Τα μακριά μαύρα μαλλιά ανέμιζαν καθώς έτρεχε και τα τσουλούφια έπεφταν στα μάτια της. Δεν είδε τη Σουζάνα. Κοίταζε πίσω από την πλάτη της και γελούσε. Την επόμενη στιγμή ο Άλεξ ξεπρόβαλε από την πόρτα, είδε τη Σουζάνα και στάθηκε απότομα. «Γεια σου, Άλεξ», του είπε εκείνη όσο πιο ήρεμα γινόταν κι είδε με λύπη να σβήνει το χαμόγελο από τα χείλη του. «Τι ζητάς εδώ; Νόμιζα πως θα βγαίνατε με τον Τζόνι σήμερα. Είναι μαζί σου;» Τα σκούρα μάτια του έψαξαν το αυτοκίνητο. «Όχι, είμαι μόνη». Η Σουζάνα έριξε μια ματιά στο κορίτσι που στεκόταν σαν άγαλμα κι άκουγε. Φαινόταν πολύ νέα, αν δεν της το είχε πει ο Νιλ Άρντρεϊ δε θα το πίστευε πως κόντευε τα δεκαοχτώ. Έμοιαζε με παιδί, ένα δειλό κι αβέβαιο παιδί, που χαμήλωνε τα μάτια κι έδειχνε έτοιμο να το βάλει στα πόδια.


Ο Άλεξ πλησίασε την κοπέλα και πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της προστατευτικά. «Αυτή είναι η Σιάν», δήλωσε επιθετικά σχεδόν. «Σιάν, η αδερφή μου η Σουζάνα». Η μικρή την κοίταξε δειλά κι η Σουζάνα της χαμογέλασε. «Γεια σου, Σιάν». Της άπλωσε το χέρι κι εκείνη το έσφιξε ύστερα από κάποιο δισταγμό. Τα δάχτυλά της ήταν λεπτά, κρύα κι έτρεμαν. «Φάγατε; Πεθαίνω της πείνας. Λέω να βγάλω κάτι από την κατάψυξη... Την άφησα γεμάτη την τελευταία φορά», είπε η Σουζάνα. «Φέραμε κοτόπουλο και σαλάτα. Υπάρχει αρκετό και για σένα αν θέλεις». Ο Άλεξ προχώρησε προς τον κήπο τραβώντας τη Σιάν μαζί του. Η Σουζάνα τους ακολούθησε παρατηρώντας με συμπάθεια το αγκαλιασμένο ζευγάρι. Η μικρή, λες και ένιωσε τη ματιά της, σφίχτηκε πάνω στο συνοδό της, που την κρατούσε γερά από τη μέση. Ο κήπος ήταν στις ομορφιές του. Ο Άλεξ είχε κουρέψει τις πρασιές που μύριζαν φρεσκοκομμένο χορτάρι και της θύμιζαν τα καλοκαίρια των παιδικών της χρόνων. Οι τριανταφυλλιές ήταν ολάνθιστες κι ευωδίαζαν. Το σπιτάκι ήταν μικρό, με στέγη από κεραμίδια, βαμμένο άσπρο και πράσινο, μισοσκεπασμένο από μια αναρριχώμενη τριανταφυλλιά που έραινε με ροδοπέταλα το κατώφλι και τα περβάζια των παραθύρων. Η Σουζάνα πρόσεξε πως η μπογιά είχε σκάσει σε αρκετές μεριές και πως έλειπαν μερικά κεραμίδια από την κόκκινη σκεπή. Θα ξεκόλλησαν με τις χειμωνιάτικες καταιγίδες, σκέφτηκε και για εκατοστή φορά θύμισε στον εαυτό της πως έπρεπε να κάνει επισκευές. «Μπορούμε να φάμε τώρα», είπε ο Άλεξ σπρώχνοντας την εξώπορτα. «Λάδωσα τους μεντεσέδες γιατί έτριζαν απαίσια. Υπάρχει μια τρύπα στη σοφίτα και μυρμήγκια στην κουζίνα. Φέραμε σκόνη και ρίξαμε παντού. Ήταν γεμάτος ο τόπος, τα


ντουλάπια, το πάτωμα, οι τοίχοι. Νομίζω πως η φωλιά τους είναι κάτω από το σπίτι». Η Σουζάνα μπήκε στην κουζίνα και κοίταξε ολόγυρα. Ήταν συγυρισμένη, όλα στη θέση τους όπως και τότε που ζούσε η μητέρα τους, με την άσπρη εμαγιέ στόφα και το ξύλινο τραπέζι. Τα ντουλάπια ήταν παλιά, αλλά η μητέρα τα είχε βάψει μ' ένα φωτεινό κίτρινο χρώμα που έκαναν χαρούμενο το χώρο, ιδίως τα σκοτεινά χειμωνιάτικα πρωινά. «Πριν φάμε πρέπει να σας μιλήσω», τους είπε. Σιχαινόταν αυτό που έκανε, αλλά δε γινόταν διαφορετικά. Απέφευγε και να τους κοιτάζει στα μάτια. Είχε στυλώσει το βλέμμα της έξω από το παράθυρο στην πασχαλιά που φύτρωνε κοντά στον τοίχο. «Για ποιο πράγμα;» ρώτησε ο Άλεξ ζαρώνοντας τα φρύδια του. «Είχα έναν επισκέπτη σήμερα το πρωί. Τον Νιλ Άρντρεϊ». Τους πέταξε τη βόμβα χωρίς περιστροφές, λες και βιαζόταν να την ξεφορτωθεί. Η Σιάν έγινε άσπρη σαν το πανί κι ο Άλεξ κοκκίνισε ως τις ρίζες των μαλλιών του. «Δε... δεν μπορεί», τραύλισε. «Είναι στη Νέα Υόρκη. Θα γυρίσει σε μερικές εβδομάδες». «Φαίνεται πως γύρισε απρόοπτα». Κοίταξε τη Σιάν που στεκόταν άκαμπτη σαν μπαστούνι. Εκτός από τα χρώματα, δεν έμοιαζε και πολύ του αδερφού της. Δεν ήταν ούτε ψηλή ούτε γεροδεμένη. Είχε ένα λεπτό πρόσωπο με διάφανο δέρμα και σκούρα μπλε μάτια, βιολετιά σχεδόν, με πυκνές σκούρες βλεφαρίδες. «Πήρε το γράμμα σου χτες». Τα χείλια της Σιάν σχημάτισαν ένα «ω» χωρίς ν' ακουστεί ήχος.


«Σου τα είπε όλα, λοιπόν...» ψέλλισε ο Άλεξ λες και σκεφτόταν μεγαλόφωνα. Το χρώμα χάθηκε από το πρόσωπο του. «Ναι. Φυσικά έπεσα από τα σύννεφα. Δεν είχα ιδέα για τι μου μιλούσε. Πώς μπορούσα άλλωστε; Δεν είχα ακούσει ποτέ για τη Σιάν ή για τον Νιλ Άρντρεϊ». Κοίταξε τον αδερφό της κατάματα με ειλικρίνεια. «Μήπως μπορώ να μάθω τώρα κάτι;» Ο Άλεξ φάνηκε αμήχανος. «Δεν μπορούσα να σου πω. Λυπάμαι, Σουζάνα, αλλά για μερικά πράγματα δεν μπορούμε να μιλήσουμε». «Ο Γιαν ήξερε». «Πολύ λίγα. Είδε τη Σιάν στο διαμέρισμα κι ήξερε πως θα ερχόμαστε εδώ για το Σαββατοκύριακο. Δεν του είπα βέβαια πως σκοπεύουμε να παντρευτούμε. Ο Άρντρεϊ όμως πώς έμαθε για σένα; Από τον Γιαν;» Η Σουζάνα έγνεψε καταφατικά. «Μην τον κατηγορείς, βάζω στοίχημα πως ο Άρντρεϊ τον πίεσε πολύ για να πει το όνομά μου. Είναι από τους τύπους που δε θα δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν βία για να πετύχουν αυτό που θέλουν». «Αυτό ξαναπές το. Είναι μια ψυχρή υπολογιστική μηχανή. Μόνο για τα χρήματα νοιάζεται, δε δίνει πεντάρα για τη Σιάν. Την είχε κλεισμένη σ' ένα απαίσιο σχολείο για χρόνια και τις διακοπές της τις περνούσε με τη γιαγιά της. Την έβλεπε σπάνια κι όμως πιστεύει πως μπορεί να της υπαγορεύσει τι θα κάνει και πού θα πάει». «Είναι πολύ νέα, Άλεξ», παρατήρησε η Σουζάνα ήπια. «Καν η έχει να κάνει αυτό; Μερικοί άνθρωποι ωριμάζουν στα δεκαπέντε κι άλλοι στα εξήντα. Δεν μπορείς να βάζεις όλους τους ανθρώπους στο ίδιο τσουβάλι, να τραβάς μια γραμμή και να λες: τώρα είσαι ενήλικος». «Ο νόμος όμως μπορεί, Άλεξ».


«Ο νόμος είναι ηλίθιος όπως κι αυτοί που τον φτιάχνουν». «Ίσως, αλλά αμφιβάλλω αν αυτό το επιχείρημα θα εντυπωσιάσει την αστυνομία... κι ο Νιλ Άρντρεϊ λέει πως, αν η Σιάν δε γυρίσει σπίτι της απόψε, θα πάει στην αστυνομία». «Στην αστυνομία! Ω Άλεξ!» βόγκηξε η μικρή και του έσφιξε το μπράτσο. «Μην τον αφήνεις να σε τρομάζει! Τι μπορεί να σου κάνει η αστυνομία; Σε λίγο θα είσαι δεκαοχτώ χρονών, θα έχεις τη νόμιμη ηλικία». «Άλεξ!» τον διέκοψε η Σουζάνα κουρασμένα. «Τι είναι;» Την κοίταξε προκλητικά σπρώχνοντας τα μαλλιά πίσω από το μέτωπο του, ενώ με το άλλο έσφιγγε το χέρι της Σιάν. Έμοιαζε πιο μεγάλος, πιο ώριμος μέσα στο θυμό του και ταυτόχρονα τόσο νέος κι ανήσυχος, που η Σουζάνα ένιωσε την καρδιά της να σπαράζει. «Ακόμα κι αν είναι αλήθεια πως η αστυνομία δεν μπορεί ν' αναβάλει το γάμο σας μέχρι να ενηλικιωθεί η Σιάν, ξεγελάς τον εαυτό σου αν νομίζεις πως μόνον αυτό έχει σημασία. Όποια γνώμη κι αν έχουμε οι δυο μας για τον Νιλ Άρντρεϊ, το γεγονός παραμένει: είναι αδερφός της Σιάν. Δεν μπορείς να τον αγνοήσεις ούτε να τον κατακρίνεις επειδή ανησύχησε όταν έμαθε πως η αδερφή του θα παντρευτεί κάποιον χωρίς χρήματα, που δε στεριώνει για πολύ σε μια δουλειά. Ο Νιλ Άρντρεϊ έκανε τις έρευνές του. Ξέρει πως άλλαξες κάμποσες θέσεις από τότε που τέλειωσες το σχολείο. Στη θέση του κι εγώ θ' ανησυχούσα». Ο Άλεξ είχε γίνει κατακόκκινος κι όταν τέλειωσε η Σουζάνα, ξέσπασε: «Το ξέρω πως άλλαξα πολλές δουλειές, αλλά τώρα βρήκα αυτό που ήθελα. Μου αρέσει η διαφήμιση, είμαι καλός στη δουλειά μου και πιστεύω πως θα κάνω μια πετυχημένη καριέρα. Στην αρχή δεν ήξερα τι θέλω, τώρα


όμως ξέρω. Δεν κερδίζω καμιά περιουσία, αλλά θα δουλέψει κι η Σιάν και θα μας φτάνουν να ζήσουμε». «Και με τις σπουδές της στο πανεπιστήμιο;» τον ρώτησε κατάπληκτη. «Δε θέλει να πάει στο πανεπιστήμιο, ήταν ιδέα του αδερφού της. Ήταν καλή στα μαθήματά της γιατί την έβαζαν να δουλεύει σκληρά σε εκείνο το σχολείο, αλλά δεν αντέχει κι άλλα χρόνια διάβασμα κι εξετάσεις». Η Σουζάνα έστρεψε το κεφάλι της στη Σιάν, που τώρα είχε κρεμαστεί από το μπράτσο του Άλεξ τρέμοντας. «Πες της», την παρότρυνε εκείνος, τρίβοντας το μάγουλο του στα μεταξένια της μαλλιά. «Είναι αλήθεια», μουρμούρισε, «δε θέλω να πάω στο πανεπιστήμιο. Το είπα στον Νιλ, αλλά δεν ήθελε ν' ακούσει κουβέντα. Λέει πως είμαι ανόητη. Θέλει να πάρω ένα πτυχίο, νομίζει πως είναι το παν...» Σταμάτησε απότομα, τραβήχτηκε από τον Άλεξ και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Άκουσαν πρώτα τους λυγμούς της καθώς ανέβαινε τις σκάλες κι ύστερα μια πόρτα να κλείνει με θόρυβο. Ο Άλεξ γύρισε στην αδερφή του νευριασμένος. «Τη στενοχώρησες. Γιατί ήρθες;» «Έπρεπε! Μην είσαι ανόητος, Άλεξ. Πώς νομίζεις ότι ένιωσα όταν όρμησε ο Νιλ Άρντρεϊ στο διαμέρισμά μου και μου ξεφούρνισε αυτή την ιστορία; Είδα κι έπαθα να τον πείσω πως δεν έκρυβα τη Σιάν κάτω από το κρεβάτι μου. Έψαξε όλο το σπίτι». «Έψαξε το σπίτι;» Ο Άλεξ έγινε έξω φρενών. «Δεν έπρεπε να τον αφήσεις». «Ναι, λες και με ρώτησε! Άρχισε να ψάχνει πριν πάρω είδηση τι μου γίνεται». «Μα ποιος νομίζει πως είναι;» μουρμούρισε ο Άλεξ βηματίζοντας πάνω κάτω με τα χέρια πίσω απ’ τη μέση.


«Ξέρεις πολύ καλά ποιος είναι: ο μεγάλος αδερφός της Σιάν και πολύ πλούσιος απ' ό,τι φαίνεται. Το ήξερες πως η εταιρεία που δουλεύεις είναι δική του;» «Ναι», της απάντησε αόριστα, συνεχίζοντας το πήγαιν' έλα. Ο Άλεξ ήταν πάντα ανήσυχος κι υπερκινητικός από παιδί. Έτρεχε αντί να περπατάει και δεν καθόταν σε καρέκλα να διαβάσει. Βρισκόταν σε κίνηση από το πρωί ως το βράδυ κι η μητέρα τους ησύχαζε μόνον όταν έπεφτε στο κρεβάτι. Έτσι ανήσυχο ήταν και το μυαλό του. Οι νέοι ορίζοντες και οι καινούριες ιδέες τον γέμιζαν έξαψη. «Δε σου πέρασε από το νου πως μπορεί να βάλει τον προϊστάμενο σου να σε απολύσει, αν παντρευτείς την αδερφή του χωρίς την έγκρισή του;» Ο Άλεξ σταμάτησε το περπάτημα απότομα. «Είπε κάτι τέτοιο;» Η Σουζάνα κούνησε το κεφάλι καταφατικά. «Φυσικά, έπρεπε να το περιμένω. Είχα σκεφτεί κι αυτή την πιθανότητα. Θα βρω άλλη δουλειά. Τώρα ξέρω τι θέλω και τι μπορώ να κάνω, θα βρω, λοιπόν, δουλειά σε κάποιο άλλο διαφημιστικό γραφείο». «Δεν είσαι καθόλου πρακτικός, Άλεξ. Πώς θα ζήσετε δυο άνθρωποι;» «Θα πάρω τα χρήματα της μητέρας, όταν παντρευτώ... Ίσως φτάσουν ν’ αγοράσουμε ένα διαμέρισμα... και, στη χειρότερη περίπτωση, θα μπορούσαμε να μείνουμε εδώ. Εσύ δεν το χρησιμοποιείς το σπίτι μόνιμα...» «Και βέβαια θα μπορούσες να μείνεις, αλλά σκέψου πόσες ώρες θα χρειάζονταν για να πηγαινοέρχεσαι στο Λονδίνο κάθε μέρα! Θα φτάνεις πτώμα». «Θα τα καταφέρω». Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας αποθαρρημένος. «Την αγαπάω, Σούζι, δεν μπορώ να σκεφτώ πως θα την αποχωριστώ. Είναι ο μόνος άνθρωπος που νιώθω


πως θα μπορούσα να ζήσω μαζί του μια ολόκληρη ζωή. Δεν την ξέρεις, είναι τρυφερή κι ευαίσθητη. Πληγώνεται εύκολα, με χρειάζεται να τη φροντίζω. Ο Άρντρεϊ δεν την αγαπάει, κανένας δεν την αγαπάει εκτός από μένα, είμαστε ευτυχισμένοι μαζί». Η Σουζάνα τον πλησίασε και του χάιδεψε τα μαλλιά κι εκείνος έγειρε πίσω το κεφάλι του και την κοίταξε παρακλητικά. «Θα κάνω το παν για να την κρατήσω. Θα δουλέψω σε αγρόκτημα, θα σκάβω στους δρόμους, δε με νοιάζει τίποτα, αρκεί να είναι μαζί μου η Σιάν. Κι εκείνη έτσι νιώθει». Η Σουζάνα αναστέναξε. «Δεν ξέρω τι κάνεις εσύ, αλλά εμένα όλες αυτές οι συγκινήσεις μού άνοιξαν την όρεξη. Θα ετοιμάσω το φαγητό. Πήγαινε να φέρεις τη Σιάν, μην αργήσετε πάνω από δέκα λεπτά». Ο Άλεξ σηκώθηκε, αλλά δε βγήκε αμέσως από το δωμάτιο. «Σούζι, είπες στον Άρντρεϊ πως μπορεί να είμαστε εδώ;» τη ρώτησε διστακτικά. «Όχι, δεν είχα καμιά όρεξη να πω τίποτα στον κύριο Άρντρεϊ», τον καθησύχασε χαμογελώντας. Εκείνος την αγκάλιασε και βγήκε από το δωμάτιο, ενώ η Σουζάνα τον παρακολουθούσε συλλογισμένη καθώς ανέβαινε τις σκάλες. Κρατούσε πάνω του πολλά ακόμα από την εφηβεία. Ίσως το σοκ από το θάνατο της μητέρας τους να ήταν πιο δυνατό απ' ό,τι είχε φανεί τότε. Ή μήπως έφταιγε ο χαμός του πατέρα τους; Δε θα πρέπει να ήταν εύκολο για ένα ανήσυχο κι ενεργητικό αγόρι να μεγαλώνει χωρίς πατέρα κι η μητέρα τους τον χάλασε. Είχε πάντα αδυναμία στο γιο της, μια αδυναμία που έφτανε στην υπερβολή. Η αγάπη μπορεί να είναι βασανιστική σε ορισμένες περιπτώσεις.


Και να που τώρα ο Άλεξ ήθελε να παντρευτεί ένα κορίτσι, ένα παιδί σχεδόν, που θα εξαρτιόταν από εκείνον όπως ακριβώς κι η μητέρα τους. Η Σουζάνα αναστέναξε και βάλθηκε να ετοιμάζει τη σαλάτα. Οι άνθρωποι είναι παράξενοι, δεν ξέρεις ποτέ γιατί κάνουν κάτι και πολύ συχνά δεν το γνωρίζουν κι οι ίδιοι. Τους άκουσε να κατεβαίνουν τις σκάλες, μόλις τέλειωνε κι εκείνη την ετοιμασία του φαγητού. Ετοιμάστηκε να τους υποδεχτεί με χαμόγελο, ελπίζοντας να τους φτιάξει κάπως το κέφι. Πάντως ένα πράγμα ήταν φανερό: κανένας από τους δυο δεν είχε σκεφτεί στα σοβαρά τα μελλοντικά τους σχέδια κι ήταν καιρός να το κάνουν. «Α, ήρθατε!» τους καλοδέχτηκε εύθυμα. «Όλα είναι έτοιμα. Έστρωσα εδώ το τραπέζι για να γλιτώσουμε κόπο. Σε πειράζει που θα φάμε στην κουζίνα, Σιάν;» «Όχι, καθόλου». Κάθισε απέναντι της με τον Άλεξ δίπλα της. Ήταν φανερό πως είχε κλάψει, η μύτη της ήταν κοκκινισμένη και τα βλέφαρά της πρησμένα, αλλά η Σουζάνα έκανε πως δεν το πρόσεξε. Της έδωσε την πιατέλα με το κοτόπουλο, ατάραχη. Εκείνη πήρε ένα μικρό κομμάτι κι έδωσε την πιατέλα στον αγαπημένο της. Η Σουζάνα γέμισε το πιάτο της σαλάτα. «Ο καιρός σήμερα είναι απίθανος. Είδα πως κούρεψες το γρασίδι, Άλεξ. Φαντάζομαι πως θα είχε μεγαλώσει πολύ». «Ναι», της απάντησε εκείνος κακόκεφος παίρνοντας το μπολ με τη σαλάτα. «Σιάν, ελπίζω να σου αρέσει το σκόρδο. Το έβαλα χωρίς να σκεφτώ». Η μικρή έγνεψε χωρίς να την κοιτάζει. «Μ' αρέσει, δεν υπάρχει πρόβλημα».


«Γι' αυτό το πήραμε μαζί με τα άλλα σαλατικά», της εξήγησε ο Άλεξ. «Από πότε μένετε εδώ;» «Από χτες». Ακολούθησε μια σύντομη σιωπή γεμάτη αμηχανία. Η Σουζάνα πρόσεξε πως η Σιάν κοκκίνισε και ο Άλεξ κουνήθηκε νευρικά στο κάθισμά του. «Δε μένουμε στο ίδιο δωμάτιο, αν αυτό έχεις στο νου σου», μουρμούρισε θυμωμένα. «Δε μου πέρασε τέτοια σκέψη». Ξεφούρνισε το ψέμα της χωρίς δισταγμό. Δεν υπήρχε λόγος να τον ερεθίζει. Ήταν κιόλας αρκετά αναστατωμένος και, αν ήθελε να τους κάνει να μιλήσουν για τα σχέδιά τους, έπρεπε πρώτα να τους ηρεμήσει. «Πρέπει να βάψω το σπίτι πριν πιάσει ο χειμώνας. Τα κουφώματα έχουν τα χάλια τους», παρατήρησε κι ο Άλεξ συμφώνησε. Στη διάρκεια του φαγητού, η Σουζάνα κατάφερε να κρατήσει τη συζήτηση σε γενικότητες. Η Σιάν δε μιλούσε καθόλου. Απαντούσε βέβαια στις ερωτήσεις της, αλλά πάντα σύντομα, ψιθυριστά, με μονοσύλλαβα σχεδόν. «Θα με βοηθήσεις να πλύνω τα πιάτα, Σιάν;» τη ρώτησε αργότερα, όταν τέλειωσαν και τον καφέ τους. «Άλεξ, πήγαινέ τα στο νεροχύτη, σε παρακαλώ», πρόσθεσε φορτώνοντας το δίσκο με τα άπλυτα σερβίτσια στον αδερφό της, που υπάκουσε μουτρωμένος. «Υπάρχουν άλλες διαταγές για μένα;» τη ρώτησε επιθετικά, καθώς η Σουζάνα γέμιζε με νερό μια πλαστική λεκάνη. «Όχι, μπορείς να κάνεις ηλιοθεραπεία στον κήπο αν θέλεις».


Ο Άλεξ κρέμασε τα μούτρα του. «Θα πάω μια βόλτα ως την πλατεία. Δεν έχω όρεξη για ηλιοθεραπεία, κάνει πολλή ζέστη». Η Σουζάνα γέλασε. «Δε θα ζεσταθείς περισσότερο περπατώντας;» Εκείνος όμως είχε βγει κιόλας από την μπροστινή πόρτα. Η Σιάν πήρε ένα πανί που έβγαλε η Σουζάνα από το συρτάρι. «Είναι πολύ στενοχωρημένος», είπε επιθετικά. «Το ξέρω». Της έδωσε ένα πιάτο. «Πόσο καιρό τον γνωρίζεις, Σιάν;» Εκείνη κοκκίνισε. «Ω, κοντεύουν δυο μήνες... Αρκετός καιρός για να είναι κανείς βέβαιος», πρόσθεσε βλέποντας το ύφος της Σουζάνας. «Βγαίνω έξω με κάποιον πολύ περισσότερο καιρό και δε μου πέρασε η ιδέα για γάμο, αν δεν τον γνωρίσω καλύτερα». Η ίδια δεν επρόκειτο να παντρευτεί τον Τζόνι έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν ο τύπος του άντρα που θα 'θελε να περάσει τη ζωή της μαζί του, αλλά αυτό δεν το είπε. «Καμιά φορά, αυτά τα πράγματα συμβαίνουν με το πρώτο», μουρμούρισε η Σιάν. «Αυτό το πιάτο το σκουπίζεις πέντε λεπτά. Αν συνεχίσεις, θα του βγάλεις το σχέδιο», την πείραξε τότε η Σουζάνα χαμογελώντας. «Ω, συγνώμη!» Το πιάτο παραλίγο να της πέσει από τα χέρια. Το ακούμπησε στο τραπέζι και πήρε ένα άλλο. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να ξαναμιλήσει. «Ήταν πολύ θυμωμένος ο Νιλ;» «Πολύ». Η Σιάν πρέπει να ήξερε τι είδους άνθρωπος ήταν ο αδερφός της. Τι περίμενε λοιπόν; «Γιατί του έγραψες εκείνο το γράμμα;» «Ε... σκέφτηκα πως θα έπρεπε να του το πω», μουρμούρισε νευρικά, μ' ένα δειλό χαμόγελο.


«Τότε πώς περίμενες ν' αντιδράσει; Τι σκοπεύετε να κάνετε εσύ κι ο Άλεξ; Να εξαφανιστείτε μέχρι να κλείσεις τα δεκαοχτώ;» «Ω, όχι, ήρθαμε εδώ μόνο για το Σαββατοκύριακο. Ο Άλεξ θα πρέπει να βρίσκεται στο γραφείο αύριο το πρωί». «Σωστά κι εσύ τι θα κάνεις;» Δάγκωσε το χείλι της. «Ε... εγώ... ο Άλεξ σκέφτηκε πως θα μπορούσα να μείνω εδώ για λίγο, αλλά δεν το αποφασίσαμε ακόμα. Δε... δεν ήξερα πως το σπιτάκι είναι δικό σου. Νόμιζα πως το είχατε μαζί με τον Άλεξ. Συγνώμη». «Μη λες ανοησίες, όσο είναι δικό μου είναι και του Άλεξ. Έχει κάθε δικαίωμα να φέρνει εδώ τους φίλους του. Μην το σκέφτεσαι αυτό». Την παρατηρούσε νιώθοντας πολύ άβολα. Έμοιαζε τόσο νέα. Μήπως μ' αυτό το γράμμα επιζητούσε να τραβήξει επιτέλους την προσοχή του αδερφού της; Μήπως ήταν μια προσπάθεια για να του δείξει πως δεν ήταν πια παιδί; Απ' όσα της είπε ο Άλεξ, ο Νιλ Άρντρεϊ διέθετε ελάχιστο χρόνο για την αδερφή του. Την είχε παραδώσει σε ξένα χέρια και δεν προσπάθησε να δημιουργήσει ένα σπιτικό γι' αυτή. Ενώ ο αδερφός της φαινόταν χορτάτος από στοργή κι αγάπη, εκείνη έμοιαζε να την έχει στερηθεί τελείως. «Τον συμπαθείς τον αδερφό σου;» τη ρώτησε τελειώνοντας το πλύσιμο των πιάτων. «Να τον συμπαθώ;» Η Σιάν επανέλαβε τη φράση λες και την παραξένευε η ερώτηση. Η Σουζάνα γέλασε. «Είναι άξεστος, οι τρόποι του θυμίζουν τον Αττίλα, αλλά είναι αδερφός σου. Τον συμπαθείς, λοιπόν;» Η Σιάν έστρεψε το βλέμμα της αλλού, λες και δεν ήθελε να πει αυτό που σκεφτόταν. Και ξαφνικά άφησε μια πνιχτή φωνή και το μπολ που σκούπιζε έπεσε κι έγινε χίλια κομμάτια. Πέταξε το πανί στο τραπέζι κι όρμησε στις σκάλες, ενώ την ίδια στιγμή η Σουζάνα άκουσε την εξώπορτα να τρίζει.


Μάντεψε ποιος ήταν ο επισκέπτης, πριν φανεί στο κατώφλι της κουζίνας. «Κατάλαβα πως ήσαστε εσείς, όταν είδα την έκφραση της Σιάν. Λες κι αντίκρισε κόμπρα», παρατήρησε η Σουζάνα ειρωνικά. Ο Νιλ Άρντρεϊ μπήκε στην κουζίνα σκύβοντας για να μη χτυπήσει στο πλαίσιο της πόρτας. «Δεν μπορώ να πω πως κολακεύτηκα από τους χαρακτηρισμούς, αλλά θα 'θελα ν' ακούσω την απάντηση της Σιάν. Κρίμα που με είδε». «Πώς ακούσατε τι λέγαμε;» Το βλέμμα του στράφηκε στο παράθυρο της κουζίνας. Η Σουζάνα έκανε ένα μορφασμό. «Κατάλαβα. Στήσατε αυτί! Μην περιμένετε, λοιπόν, να ζητήσω συγνώμη». «Ω, όχι, δεν περιμένω κάτι τέτοιο». «Πώς ήρθατε εδώ; Με παρακολουθήσατε;» «Ο ντετέκτιβ που έχω προσλάβει. Μου τηλεφώνησε μόλις σιγουρεύτηκε για τη διεύθυνση κι ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα». «Το κατάλαβα πως κάποιος με παρακολουθούσε. Εκείνος ο γκριζομάλλης με το τουίντ σακάκι. Κρίμα που δεν τον έριξα στο χαντάκι!» Άνοιξε ένα ντουλάπι, έβγαλε μια μικρή σκούπα και γονάτισε να μαζέψει τα σπασμένα κομμάτια του μπολ. Ένα μικρό κομματάκι πορσελάνης χώθηκε στο δάχτυλο της και το αίμα ξεπήδησε από τη μικρή πληγή. Σηκώθηκε, πιπιλώντας τον αντίχειρά της. «Βλέπεις τι έπαθες;» είπε ο Νιλ Άρντρεϊ κοφτά κι έκανε να την πλησιάσει, εκείνη όμως τον αγνόησε. Άδειασε τα σπασμένα κομμάτια στο σκουπιδοτενεκέ, άνοιξε τη βρύση στο νεροχύτη κι έβαλε το δάχτυλο της από κάτω. Το αίμα όμως δε σταμάτησε.


«Άσε με να δω». Της άρπαξε τον καρπό και της σήκωσε την παλάμη. «Μπορεί να έμεινε μέσα κανένα κομμάτι, έχεις μεγεθυντικό φακό να το δούμε;» «Δεν είναι τίποτα!» Η Σουζάνα τράβηξε το χέρι της απότομα, γιατί την ενοχλούσε το επιτακτικό του ύφος και το σφίξιμο του δυνατού χεριού του. Σκούπισε τον αντίχειρά της προσεχτικά, έβγαλε από ένα ντουλάπι ένα χανζαπλάστ και τύλιξε την πληγή. Ένιωθε πως την παρακολουθούσε και την ενοχλούσε αυτό. Ήταν πολύ μεγαλόσωμος και γέμιζε το μικρό δωμάτιο με τη δύναμη και την επιβλητική του παρουσία. «Πού είναι ο αδερφός σου;» «Πήγε έναν περίπατο, θα γυρίσει όπου να 'ναι». Η Σουζάνα ανησυχούσε. Σκεφτόταν την αναμέτρηση των δύο αντρών, όταν θα γύριζε ο Άλεξ. Μπορεί ο αδερφός της να έχανε την ψυχραιμία του, ετούτος ο σκληροτράχηλος άντρας όμως θα έμενε απαθής. Ο Νιλ Άρντρεϊ ήταν τραχύς κι ασυγκίνητος. Πώς θα τα 'βγάζε πέρα μαζί του ο Άλεξ; «Η Σιάν θα πρόλαβε να ηρεμήσει πια», είπε ο απρόσκλητος επισκέπτης κοιτάζοντας το ρολόι του. Η Σουζάνα πρόσεξε τις άψογες μανσέτες του πουκαμίσου του κάτω από τα μανίκια του γκρίζου σακακιού. Τα χρυσά μανικέτια άστραψαν. Ήταν μια απλή πλάκα με χαραγμένα πάνω τ' αρχικά του. Αυτό όμως δεν ήταν το μόνο που πρόσεξε, είδε ακόμα και μια λεπτή φλέβα που χτυπούσε κάτω από το μπρασελέ του ρολογιού. Ήταν μια λεπτομέρεια που πρόδιδε πως ήταν άνθρωπος, πως δεν ήταν πλασμένος από γρανίτη, αλλά από σάρκα και οστά. Κι όμως! Τι είδους άνθρωπος ήταν αυτός που μεταχειριζόταν τη δεκαεφτάχρονη αδερφή του μ' αυτό τον τρόπο; Αν όσα έλεγε η Σιάν ήταν αλήθεια, ο Νιλ θα πρέπει να την αντιμετώπιζε όπως τις μετοχές και τα χρεόγραφά του.


«Πάω πάνω να της μιλήσω», πρόσθεσε εκείνος και γύρισε προς την πόρτα. Η Σουζάνα έκανε να τον εμποδίσει. «Άφησέ την, είναι πολύ ταραγμένη...» «Είναι η αδερφή μου, δεσποινίς Χάουαρντ. Ήρθα εδώ για να της μιλήσω κι αυτό θα κάνω», της δήλωσε κοιτάζοντάς την παγερά. «Κι εδώ είναι το σπίτι μου και δε σε κάλεσε κανείς. Αν έχεις, λοιπόν, την ευγένεια, φύγε αμέσως». Εκείνος γέλασε. Η Σουζάνα τον κοίταξε κατάπληκτη λες και δεν πίστευε στα μάτια της και τότε εκείνος της χαμογέλασε πάλι, πειραχτικά αυτή τη φορά. «Διώξε με», την προκάλεσε ακουμπώντας με άνεση στον τοίχο κοντά στην πόρτα. Η Σουζάνα τον κοίταξε περιφρονητικά. «Α, ναι, εσύ μόνο αυτά καταλαβαίνεις: απειλές, βία, δύναμη. Το δίκαιο του ισχυρότερου. Οι αδύνατοι ακολουθούν. Ρώτησα τη Σιάν αν σε συμπαθεί, αλλά δεν πρόφτασε να μου απαντήσει. Μου φαίνεται πως η ερώτηση ήταν περιττή. Δε νομίζω πως σ' αγαπάει κανείς, κύριε Άρντρεϊ. Δεν είσαι και πολύ συμπαθητικός άνθρωπος». Η έκφρασή του άλλαξε μεμιάς, τα χαρακτηριστικά του συσπάστηκαν και τα μάτια του γέμισαν οργή. «Τέλειωσες;» τη ρώτησε άγρια. «Όχι ακόμα. Δε νομίζεις πως είναι καιρός να δεις ότι η Σιάν δεν είναι πια παιδί; Την έκλεισες εσωτερική σ' ένα σχολείο για χρόνια, για να μη σ' απασχολεί η ευθύνη της και τώρα που την έχεις πάλι στα χέρια σου, αποφάσισες να την ξαποστείλεις στο πανεπιστήμιο. Ξέρεις πως δε θέλει να πάει. Σου το είπε, αλλά εσύ το έγραψες στα παλιά σου τα παπούτσια. Η Σιάν δεν έχει το δικαίωμα της γνώμης της. Δεν είναι ανθρώπινο πλάσμα για σένα, είναι οικογενειακό


περιουσιακό στοιχείο και δε θέλεις να πέσει σε χέρια που δεν εγκρίνεις. Δεν την αγαπάς και δεν πιστεύεις πως μπορεί να την αγαπάει κάποιος άλλος. Κρίνεις τον αδερφό μου με τα δικά σου χρήματα, πιστεύεις πως αυτό είναι και το κίνητρο του Άλεξ. Πέφτεις έξω όμως. Ο Άλεξ την αγαπάει. Είναι ερωτευμένος μαζί της και δε θέλω να πληγωθεί, ιδίως από κάποιον σαν εσένα. Εσύ είσαι ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής...» «Σε ποιον νομίζεις πως μιλάς, που να πάρ' η οργή;» μούγκρισε ο Νιλ Άρντρεϊ και, κάνοντας ένα βήμα μπρος, την άρπαξε από τους ώμους και την τράνταξε σαν πάνινη κούκλα. Τα πλούσια καστανά μαλλιά της ξέφυγαν από το κλιπ και ξεχύθηκαν πάνω στα χέρια του. Όταν κάποτε έπαψε να την τραντάζει, η Σουζάνα απέμεινε άναυδη να τον κοιτάζει. Δεν την ξάφνιαζε τόσο η βία που είχε χρησιμοποιήσει όσο η οργή που ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. Τα γκρίζα μάτια του γυάλιζαν όπως τα ψυχρά μεταλλικά φώτα. «Δεν ξέρεις τίποτα για μένα... ούτε για τη Σιάν». Τα δάχτυλά του χώνονταν στη σάρκα της και την πονούσαν. «Κύριε Άρντρεϊ, αν δε με αφήσεις...» «Μιλάς πολύ, που να πάρ' η ευχή», μουρμούρισε απειλητικά και το βλέμμα του στάθηκε στο ανασηκωμένο πρόσωπο της, στα καστανά μάτια με τις πυκνές μαύρες βλεφαρίδες, τη μικρή ίσια μύτη, το στόμα με τα γεμάτα χείλια. «Υπάρχει μόνο ένας σίγουρος τρόπος να κάνεις μια γυναίκα να σωπάσει», πρόσθεσε ξαφνικά με αλλαγμένη φωνή. Το κορμί της Σουζάνας έμεινε άκαμπτο. «Όχι!» φώναξε άγρια, αλλά, πριν προλάβει καλά καλά να πει λέξη, το στόμα του σφράγισε το δικό της. Έκανε να τραβήξει πίσω το κεφάλι της, αλλά το ένα χέρι του γλίστρησε στην πλάτη της τραβώντας την πάνω στο δυνατό κορμί του. Η Σουζάνα δεν


έτρεφε αυταπάτες, το φιλί ήταν επίδειξη αντρίκειας δύναμης. Έκλεισε τα μάτια της χτυπώντας τον με τις γροθιές της και κλοτσώντας τον στα πόδια. Όταν την άφησε, τινάχτηκε προς τα πίσω τρέμοντας. Έβγαλε από την τσέπη της ένα καθαρό χαρτομάντιλο, σκούπισε το στόμα της και το πέταξε στο σκουπιδοτενεκέ. Ο Νιλ Άρντρεϊ την παρακολουθούσε σιωπηλός, ύστερα γύρισε και βγήκε από το δωμάτιο. Η Σουζάνα κάθισε σε μια καρέκλα προσπαθώντας να συνέλθει. Χρειάστηκε κάμποση ώρα. Η οργή την είχε αναστατώσει. Το σώμα της πότε φούντωνε και πότε πάγωνε και τα πόδια της δεν την κρατούσαν. Από πάνω δεν ακουγόταν ο παραμικρός θόρυβος. Η Σιάν κι ο αδερφός της θα πρέπει να μιλούσαν πολύ ήσυχα. Κοίταξε το ρολόι της. Πού στην ευχή ήταν ο Άλεξ; Τι έκανε τόση ώρα; Όταν ηρέμησε κάπως, σηκώθηκε κι έφτιαξε ένα φλιτζάνι τσάι. Το ήπιε στο καθιστικό, όρθια μπροστά στο παράθυρο, παρατηρώντας τους κύκλους που σχημάτιζαν τα πουλιά στον ουρανό. Το καλαθάκι με τα ραφτικά της μητέρας της βρισκόταν πάντα δίπλα στην πολυθρόνα όπου καθόταν. Η Σουζάνα το κοίταξε κι αναστέναξε. Κάποτε θα 'πρεπε ν' αδειάσει το σπιτάκι από τα πράγματα της μητέρας της. Ως τώρα δεν της έκανε καρδιά να τ' αποχωριστεί, μα έπρεπε πια. Όταν ξανακοίταξε το ρολόι της, είδε πως ο Άλεξ έλειπε μια ώρα περίπου. Έπρεπε να είναι εδώ, δίπλα στη Σιάν, να την προστατέψει απ' αυτό τον άξεστο αδερφό της. Ακούμπησε το φλιτζάνι της στο τραπέζι και βγήκε στον κήπο. Σκέφτηκε να πεταχτεί ως την πλατεία να τον βρει. Δεν ήταν μακριά. Τον βρήκε καθισμένο σ' ένα παγκάκι, στην άλλη άκρη, να κουβεντιάζει μ' έναν παλιό συμμαθητή του που έμενε στο χωριό. Χάζευαν κι οι δυο ένα μπλε σπορ αυτοκίνητο. Του φώναξε, αλλά δεν την άκουσε. Η Σουζάνα έτρεξε, μα


σκόνταψε στη ρίζα ενός θάμνου και σωριάστηκε φαρδιά πλατιά στο χορτάρι. Ο Άλεξ την άκουσε επιτέλους κι έτρεξε. «Χτύπησες;» τη ρώτησε γελώντας. «Ήσουν πολύ αστεία έτσι καθώς έκανες βουτιά μπροστά». Τη βοήθησε να σηκωθεί και τίναξε τα χορτάρια που είχαν κολλήσει στο παντελόνι της. «Ο Νιλ Άρντρεϊ είναι στο σπίτι», του πέταξε η Σουζάνα λαχανιασμένη. «Τι είπες;» Χλόμιασε. «Έβαλε έναν ντετέκτιβ και με παρακολούθησε», συνέχισε, αλλά εκείνος είχε πάρει κιόλας δρόμο. Έσκυψε κι έτριψε το γόνατο της που την πονούσε. Γύρισε στο σπιτάκι κουτσαίνοντας και μόλις έστριψε στη γωνία, είδε μια μεγάλη άσπρη Τζάγκουαρ να ξεμακραίνει. Δεν μπόρεσε να διακρίνει ποιος ήταν μέσα, αλλά δε δυσκολεύτηκε να μαντέψει πως ο οδηγός ήταν ο Νιλ Άρντρεϊ. Ο Άλεξ στεκόταν στην αυλόθυρα με το πρόσωπο σταχτί. «Έφυγε... πήγε μαζί του», ψέλλισε άτονα. Έμοιαζε σαν άρρωστος. Τα σκούρα μάτια του θαρρείς κι είχαν βουλιάξει στο κατάχλομο πρόσωπο του. Η Σουζάνα τον έπιασε από το μπράτσο πασχίζοντας να κρύψει την ανησυχία της. «Δεν είπε τίποτα; Τι θα γίνει τώρα;» «Αν είπε; Ναι, είπε κάτι. Είπε πως λυπάται, πως ήταν λάθος, πως τώρα συνειδητοποίησε πως είναι πολύ μικρή για γάμο». Άρχισε να γελάει. Ήταν ένα γέλιο τρελό, γεμάτο πόνο, που έκανε την καρδιά της Σουζάνας να σπαράξει. «Είπε και κάτι άλλο: πως ελπίζει να μη με πλήγωσε πολύ και πως μια μέρα θα καταλάβω ότι είχε δίκιο». Η φωνή του έτρεμε τώρα από θυμό. Κι εκείνη δεν είπε λέξη. Ο Νιλ Άρντρεϊ είχε κερδίσει. Πώς κατάφερε σε τόσο λίγη ώρα να κάνει την αδερφή του ν' αλλάξει γνώμη; Αλλά τι σημασία είχε αυτό τώρα; Τώρα


έπρεπε να παρηγόρησε ι με κάθε τρόπο τον αδερφό της. Τον αγκάλιασε από τους ώμους ψάχνοντας να βρει τα κατάλληλα λόγια. Εκείνος όμως την έσπρωξε κι έτρεξε στο αυτοκίνητο του. Την επόμενη στιγμή, το μικρό αμάξι ξεκίνησε με θόρυβο σηκώνοντας πίσω του ένα σύννεφο σκόνης. Η Σουζάνα το είδε να χάνεται από τα μάτια της και την έπνιξε η ανησυχία. Τι γίνεται τώρα; Τι θα κάνει ο Άλεξ;


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Η Σουζάνα ξεκίνησε για το Λονδίνο μια ώρα αργότερα, αφού πρώτα τακτοποίησε το σπίτι. Είχε καθυστερήσει επίτηδες, ελπίζοντας πως θα γύριζε ο Άλεξ, εκείνος όμως δε φάνηκε κι έτσι αποφάσισε να επιστρέψει στην πόλη. Θα του τηλεφωνούσε μόλις θα έφτανε στο διαμέρισμά της. Ήταν πολύ αναστατωμένος και μπορεί να έκανε κάποια άστοχη κίνηση. Η Σουζάνα βιαζόταν να του μιλήσει. Τι σκόπευε άραγε να κάνει; Θα συνέχιζε να εργάζεται στο διαφημιστικό γραφείο ή ο Νιλ Άρντρεϊ θα είχε κιόλας μιλήσει στον προϊστάμενο του και θα τον απέλυαν; Φούντωσε από οργή, μόλις θυμήθηκε το φιλί που της έδωσε. Ήταν η πιο δυσάρεστη εμπειρία της ζωής της αυτό το άγριο φιλί. Κάτι τέτοιοι τύποι χρησιμοποιούν το σεξ σαν όπλο εναντίον της γυναίκας. Αν καβγάδιζε με κάποιον άντρα, θα του έκλεινε το στόμα φιλώντας τον; Η σκέψη της γύρισε και πάλι στον Άλεξ. Θα ξεπερνούσε την απογοήτευση φυσικά, αλλά, αν του το έλεγε αυτή τη στιγμή, δε θα το πίστευε. Η Σουζάνα δεν αμφέβαλλε για την ειλικρίνειά του. Ήταν πεισμένος πως χρειαζόταν τη Σιάν και κρεμόταν από πάνω της με την παθολογική επιμονή που είχε κρεμαστεί κάποτε από πάνω του κι η μητέρα τους. Μα γιατί διάλεξε ένα κορίτσι όπως η Σιάν Άρντρεϊ, που να πάρ' η οργή; Η Σουζάνα υποπτευόταν πως κι η Σιάν δεν ήταν λιγότερο μπερδεμένη συναισθηματικά. Γιατί έγραψε εκείνο το γράμμα στον αδερφό της πριν φύγει; Ήθελε να τον ταράξει, να τραβήξει για μια φορά την προσοχή και το


ενδιαφέρον του και το πέτυχε. Η Σουζάνα αναρωτιόταν αν η Σιάν είχε νιώσει πράγματι κάτι δυνατό για τον Άλεξ. Αλλά κι ο αδερφός της θα 'πρεπε να ερωτευτεί ένα καλό, προσγειωμένο κορίτσι, που θα του έδινε τη συναισθηματική σιγουριά που είχε ανάγκη. Η Σουζάνα χαμογέλασε σ' αυτήν τη σκέψη. Είναι εύκολο να λες κάτι τέτοιο. Οι άνθρωποι όμως δεν είναι τόσο πρακτικοί στις ερωτικές τους υποθέσεις. Όπως και να 'ναι, η Σιάν είχε τα δικά της προβλήματα που ο Άλεξ δεν ήταν σε θέση να τα λύσει. Δεν μπορούσε να λύσει ούτε τα δικά του. Ήταν πολύ θολωμένος για την ώρα και δεν μπορούσε να δει τον εαυτό του καθαρά. Υπάρχουν άνθρωποι που δε βλέπουν ποτέ τον εαυτό τους καθαρά. Ζουν σ' έναν κόσμο αυταπάτης και φαντασίας, ιδίως όταν είναι νέοι. Ήταν πια έξι όταν έφτασε στο γκαράζ του κτιρίου όπου βρισκόταν το σπίτι της. Ένιωθε κουρασμένη από όλα τούτα τα απανωτά γεγονότα που συνέβησαν σε μια μέρα. Όταν μπήκε στο διαμέρισμα, πέταξε τη ζακέτα της και πήγε στην κουζίνα ν' ανάψει το βραστήρα. Είχε ανάγκη ένα φλιτζάνι τσάι, γιατί ένιωθε το στόμα της στεγνό. Ώσπου να βράσει το νερό, μπήκε στο μπάνιο. Έπλυνε τα χέρια της κι έριξε κρύο νερό στο πρόσωπο της. Είχε ζεσταθεί πολύ μέσα στο αυτοκίνητο οδηγώντας τόση ώρα κάτω από τον απογευματινό ήλιο. Σκουπίστηκε βιαστικά και γύρισε στην κουζίνα να ετοιμάσει το τσάι της. Πριν το πιει, σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στον Άλεξ, αλλά το τηλέφωνο δεν το σήκωσε εκείνος. Απάντησε ο Γιαν, που της φάνηκε μισοκοιμισμένος. «Γιαν, είναι ο Άλεξ εκεί; Εδώ Σουζάνα». «Ω, γεια σου... όχι, δεν είναι εδώ. Τι τον θέλεις; Είναι κάτι επείγον; Δηλαδή, θα μπορούσα...»


«Πρέπει να του μιλήσω. Πες του, σε παρακαλώ, να μου τηλεφωνήσει όταν έρθει». «Ε... άκου... νομίζω πως ξέρω πού είναι», άρχισε ο Γιαν συγκρατημένα. «Είχα πάει στο σπιτάκι και τον βρήκα». «Εντάξει τότε». «Δυστυχώς, δεν ήμουν ο μόνος επισκέπτης. Ο Νιλ Άρντρεϊ με ακολούθησε», πρόσθεσε. «Α, αυτός ο άνθρωπος! Τι βάρβαρος! Παραλίγο να με στραγγαλίσει. Φοβάμαι πως τα έκανα θάλασσα, αλλά δε φαινόταν διατεθειμένος να φύγει χωρίς κάποια απάντηση. Κι έτσι αναγκάστηκα να του δώσω το όνομά σου. Νόμιζα πως θα έλειπες σήμερα και δε θα σ' έβρισκε στο σπίτι. Λυπάμαι ειλικρινά, Σουζάνα. Τι έγινε στο σπιτάκι;» Η Σουζάνα δίστασε. Δεν της άρεσε να συζητάει την ιδιωτική ζωή του αδερφού της πίσω από την πλάτη του, αλλά, αν ο Γιαν δεν ήξερε τι είχε συμβεί, μπορεί να έκανε καμιά αδιακρισία. Αναγκάστηκε, λοιπόν, να του πει σύντομα τα γεγονότα. Ο Γιαν σφύριξε σιγανά από την άλλη άκρη της γραμμής. «Πολύ άσχημα νέα, ο καημένος ο Άλεξ θα το πήρε βαριά». «Μάλλον. Ανησυχώ πολύ. Έφυγε σαν μανιακός και δεν έχω ιδέα πού πήγε». «Είναι πολύ τσιμπημένος μαζί της, ξέρεις. Εγώ βέβαια δεν καταλαβαίνω το γιατί... εντάξει, καλό κορίτσι είναι και χαριτωμένο, πάντως εμένα δεν είναι ο τύπος μου... Πολύ αδύνατη, βρε παιδάκι μου... Τέλος πάντων, αν φανεί, θα του πω να σου τηλεφωνήσει». Η Σουζάνα κατέβασε το ακουστικό χαμογελώντας και κάθισε στον καναπέ να πιει το τσάι της. Πέντε λεπτά αργότερα, το τηλέφωνο χτύπησε. Πετάχτηκε και το άρπαξε. «Άλεξ;»


«Όχι, γλύκα μου, εγώ είμαι», της απάντησε μια φωνή. «Ω Τζόνι, γεια σου». «Προσπαθώ μια ώρα να σε πετύχω. Τι έγινε η οικογενειακή σου υπόθεση; Την τακτοποίησες;» «Μμ... νομίζω πως τακτοποιήθηκε κατά κάποιο τρόπο...» «Δε σ' ακούω πολύ κεφάτη». «Δεν είμαι, αλλά δεν πειράζει. Γιατί τηλεφωνείς;» «Για να σου ζητήσω να φάμε έξω. Και μη μου πεις πως δεν μπορείς. Πέρασα όλη μέρα από καρέκλα σε καρέκλα ξεκοκαλίζοντας όλες τις κυριακάτικες εφημερίδες. Έχω πλήξει φοβερά· λυπήσου με!» «Δεν μπορώ να βγω, Τζόνι... Περιμένω τηλεφώνημα του Άλεξ». Ακολούθησε μια σύντομη σιωπή κι ύστερα ο Τζόνι ρώτησε παίρνοντας το σοβαρό του ύφος. «Μήπως προσπαθείς να με ξεφορτωθείς με τρόπο, γλύκα μου;» «Και βέβαια όχι, μην είσαι ανόητος!» «Τότε γιατί να μην έρθω εκεί; Θα πάρω από το κινέζικο εστιατόριο γαρίδες και πάπια». «Μη με βάζεις σε πειρασμό. Πεινάω και τρελαίνομαι για το κινέζικο φαγητό, αλλά ανησυχώ πολύ για τον Άλεξ, Τζόνι. Δεν έχω τα κέφια μου απόψε». «Θέλεις παρέα ή προτιμάς να μείνεις μόνη;» Η Σουζάνα δίστασε πριν απαντήσει. «Νομίζω πως θα είναι καλύτερα να μείνω μόνη. Πάντως σ' ευχαριστώ για την πρόσκληση και το ενδιαφέρον σου». «Εντάξει, γλύκα μου. Ξέρεις πού θα με βρεις αν με χρειαστείς». Όταν έκλεισε το τηλέφωνο η Σουζάνα πήγε και στάθηκε μπροστά στο παράθυρο. Το Λονδίνο βυθιζόταν αργά στη μενεξεδένια αχλή του δειλινού, ο ήλιος που έγερνε, θαρρείς


κι έβαφε με αίμα τις στέγες και το καμπαναριό της εκκλησίας. Η Σουζάνα ανατρίχιασε άθελά της. «Καημένε μου Άλεξ!» μουρμούρισε μεγαλόφωνα. Ποιος ξέρει πώς ένιωθε και πού να ήταν. Τραβήχτηκε από το παράθυρο κακόκεφη και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Έπρεπε ν' αλλάξει, να βγάλει από πάνω της αυτό το λεκιασμένο από τα χορτάρια παντελόνι. Φόρεσε ένα πουκάμισο στα χρώματα του λεμονιού, μια ανοιχτή καφέ φούστα με πιέτες, βούρτσισε τα μαλλιά της κι έβαλε λίγο κραγιόν. Έδειχνε πιο ήρεμη τώρα και πεινούσε. Η ώρα κόντευε εφτά. Κανονικά θα έπρεπε να ετοιμάσει κάτι για φαγητό, αλλά δεν της έκανε κέφι. Στάθηκε πάνω από το γραφείο της, που βρισκόταν στην πιο φωτεινή γωνιά του καθιστικού, κι έριξε μια ματιά στη δουλειά της. Ήταν οι εικόνες για ένα παιδικό βιβλίο με παραμύθια: τερατάκια με μυτερά αυτιά και πονηρά μουσούδια που ξεπρόβαλλαν μέσα από θάμνους και κορμούς δέντρων, μισοί ξύλο μισοί άνθρωποι, με τους ρόζους για μάτια και τα κλαδιά για χέρια κι από κάτω, παιδιά που έτρεχαν τρομαγμένα. Εικόνες γεμάτες χιούμορ, φαντασία και λεπτομέρεια. Η Σουζάνα τη χαιρόταν πολύ την εικονογράφηση αυτού του βιβλίου. Ήταν τόσο διαφορετική από την προηγούμενη δουλειά της, τις εικόνες για ένα βιβλίο σχετικά με ένα αγρόκτημα της Ουαλίας. Είχε περάσει ένα ευχάριστο δεκαπενθήμερο εκεί, προσπαθώντας να μπει στο πνεύμα του περιβάλλοντος. Το πιο δύσκολο μέρος της δουλειάς ήταν το... πορτραίτο μιας ασπρόμαυρης αγελάδας. Έπρεπε να τη ζωγραφίσει με κάθε λεπτομέρεια. Η αγελάδα όμως δεν τα πήγαινε καλά με τις πόζες. Μουγκάνιζε παραπονιάρικα, έξυνε με το πόδι της το χώμα, βίτσιζε τον αέρα με την ουρά της, τίναζε το κεφάλι της και κοίταζε να βρει τρόπο να ξεφύγει.


Το κουδούνι της εξώπορτας την έκανε ν' αναπηδήσει. Ο Άλεξ! Θα πρέπει να είναι εκείνος, σκέφτηκε κι όρμησε στο διάδρομο. Μέσα στη βιασύνη της ν' ανοίξει έσπασε το νύχι της, όταν όμως αντίκρισε τον αδερφό της στο κατώφλι, αναστέναξε με ανακούφιση. «Άλεξ, πού ήσουν; Ανησυχούσα. Γιατί έφυγες έτσι;» ξέσπασε παρ' όλο που δεν ήθελε να τον αποπάρει: «Έπρεπε να μείνω μόνος», της απάντησε κατσουφιασμένος και προχώρησε στο διάδρομο. «Έτρεχα με το αυτοκίνητο και σκεφτόμουν». Οι ώμοι του ήταν πεσμένοι και το πρόσωπο του χλομό. Η Σουζάνα όμως πρόσεξε πως ο θυμός είχε πάρει τη θέση του πόνου στο βλέμμα του κι αυτό κατά κάποιον τρόπο ήταν ένα καλό σημάδι. Ο Άλεξ είχε κάθε λόγο να είναι θυμωμένος. Μπορεί η Σιάν να φέρθηκε φρόνιμα που γύρισε στο σπίτι της, αλλά δε φρόντισε να μετριάσει το χτύπημα που του έδωσε. Θα μπορούσε να του το πει με τρόπο. «Έφαγες; Να ετοιμάσω κάτι; Είμαι κι εγώ νηστική. Ό,τι σκεφτόμουν να μαγειρέψω...» «Δεν πεινάω...» της είπε απότομα και βάζοντας το χέρι του στην τσέπη του σακακιού του έβγαλε από μέσα κάτι που γυάλιζε. «Το βρήκα στο αυτοκίνητο, είναι της Σιάν. Θα της έπεσε χωρίς να το πάρει είδηση. Θα της το πας;» Η Σουζάνα πήρε το αντικείμενο στο χέρι της και το κοίταξε. Ήταν μια χρυσή τετράγωνη πουδριέρα με λεπτό σκάλισμα και τα αρχικά Σ. Α. σχηματισμένα με μικρά ζαφείρια. «Φαίνεται πολύ ακριβή», παρατήρησε. «Είναι αξίας, δεν μπορώ να τη στείλω ταχυδρομικά. Πρέπει να την παραδώσω στα χέρια της. Δεν αντέχω όμως να την ξαναδώ. Θα της την πας εσύ; Σούζι;» την παρακάλεσε. «Εντάξει, θα της την επιστρέψω αύριο. Δώσε μου τη διεύθυνση της».


«Όχι αύριο. Πρέπει να της την πας απόψε. Δεν το θέλω στα χέρια μου. Αυτό το κτήνος, ο Νιλ Άρντρεϊ, μπορεί να ισχυριστεί πως την έκλεψα. Είναι ικανός». Δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Ο Νιλ Άρντρεϊ ήταν ικανός για όλα. «Εντάξει», συμφώνησε αναστενάζοντας. «Θα την πάω απόψε. Ποια είναι η διεύθυνσή της;» «Υποθέτω πως δε θα γύρισε στην οικογένεια όπου έμενε. Θα πρέπει να είναι στο σπίτι του αδερφού της». Ο Άλεξ της έδωσε ένα τσαλακωμένο χαρτί με μια διεύθυνση. «Τη βρήκα στον τηλεφωνικό κατάλογο. Εκείνος δεν είναι συχνά εκεί, τον περισσότερο καιρό λείπει στο εξωτερικό, μα, αν δεν πήγε τη Σιάν στη γιαγιά της στην εξοχή, θα πρέπει να είναι εκεί απόψε». «Πάω να πάρω τη ζακέτα μου». Μπήκε στο δωμάτιο της κι όταν γύρισε στο σαλόνι βρήκε τον Άλεξ να στέκεται στην ίδια θέση όπου τον άφησε. Φαινόταν καταπτοημένος. Τώρα του χρειάζεται ένα καλό φαΐ κι ένα δυο ουίσκι, σκέφτηκε ανήσυχη. Πρέπει να κοιμηθεί απόψε. «Περίμενέ με εδώ, μη φύγεις», τον παρακάλεσε. «Όταν θα γυρίσω, θα μαγειρέψω να φάμε και θα κουβεντιάσουμε. Μην τριγυρίζεις στους δρόμους με το αμάξι, Άλεξ. Δεν είσαι καλά». «Είμαι μια χαρά, φρόντισε να δώσεις την πουδριέρα στα χέρια της Σιάν». «Θα περιμένεις, ε;» «Εντάξει, αφού το θέλεις». «Να πω κάτι στη Σιάν;» Ο Άλεξ την κοίταξε αγριεμένος. «Όχι». Η Σουζάνα βγήκε κλείνοντας πίσω της αθόρυβα την πόρτα. Τι μπορείς να κάνεις για κάποιον που υποφέρει και νιώθει δυστυχισμένος εκτός από το να τον ταΐσεις και να τον ψευτοπαρηγορήσεις για να ξεχάσει για λίγο; συλλογίστηκε.


Καθώς οδηγούσε προς το Μέιφερ, τη συνοικία όπου έμενε ο Νιλ Άρντρεϊ, η Σουζάνα αναρωτιόταν αν ο Άλεξ ήταν πράγματι ερωτευμένος με τη Σιάν. Ο Γιαν είχε πει πως δεν καταλάβαινε τι της έβρισκε. Εκείνος ήταν ένας άντρας ισορροπημένος, με ολοκληρωμένη προσωπικότητα και οι σχέσεις του με το αντίθετο φύλο πολύ προσγειωμένες. Ο Άλεξ όμως ήταν διαφορετικός. Η Σιάν ήταν ένα ελκυστικό κορίτσι κι αν ο αδερφός της έλεγε την αλήθεια, η σχέση τους δεν ήταν σεξουαλική. Θα πρέπει να ένιωθαν πως είχαν πολλά κοινά κι αυτός ήταν ο βασικός λόγος της αμοιβαίας έλξης. Ήταν κι οι δυο δυστυχισμένοι, για διαφορετικούς λόγους, και η κοινή δυστυχία μπορεί να εξελιχτεί σε συμπάθεια κι από κει σε μια μορφή έρωτα που δεν είναι πάντα αληθινός. Το στόμα της Σουζάνας σφίχτηκε μόλις αντίκρισε το δρόμο όπου έμενε ο Νιλ Άρντρεϊ. Έπρεπε να το φανταστεί! Τα σπίτια ήταν όλα παλιά και καλοδιατηρημένα, με διακοσμήσεις από γύψο και όμορφες εισόδους, κάτω από στέγαστρα με κομψές κολόνες. Ένας Θεός ξέρει πόσο κοστίζει ένα τέτοιο σπίτι και πόσα θέλει κάθε χρόνο για συντήρηση, σκέφτηκε κόβοντας ταχύτητα για να δει τα νούμερα. Σταμάτησε το αυτοκίνητο έξω από τον αριθμό που έψαχνε, αλλά δε βγήκε αμέσως. Κοίταξε το λευκό σπίτι. Ήταν στ' αλήθεια όμορφο. Κάτω από άλλες συνθήκες, θα την ενθουσίαζε η ιδέα πως θα έβλεπε και το εσωτερικό του, τώρα όμως αρνιόταν να εντυπωσιαστεί απ' οτιδήποτε ανήκε στον Νιλ Άρντρεϊ. Δεν είχε καμιά διάθεση να ξαναδεί ούτε εκείνον ούτε την αδερφή του, αλλά ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει. Μάζεψε, λοιπόν, το κουράγιο της και βγήκε από το αυτοκίνητο, ανέβηκε τα σκαλοπάτια της εισόδου και χτύπησε το κουδούνι.


Η πόρτα άνοιξε ύστερα από λίγο και φάνηκε μια γυναίκα με γκρίζα μαλλιά και σκούρο φόρεμα, που την κοίταξε ερωτηματικά. «Μάλιστα;» «Θα ήθελα να δω τη δεσποινίδα Άρντρεϊ, παρακαλώ». «Τη δεσποινίδα Άρντρεϊ;» Ζάρωσε τα φρύδια της και κοίταξε πίσω από τον ώμο της. Το βλέμμα της Σουζάνας ακολούθησε την ίδια κατεύθυνση κι αντίκρισε ένα μεγάλο χολ με άσπρο μαρμάρινο δάπεδο σκεπασμένο με ανατολίτικα χαλιά. Στο βάθος στεκόταν ο ψηλός μελαχρινός άντρας που για κακή της τύχη τον συναντούσε για τρίτη φορά εκείνη τη μέρα. «Εντάξει, κυρία Γουέστ», είπε ο Νιλ Άρντρεϊ, προχωρώντας προς την πόρτα κι η γυναίκα έγνεψε κι απομακρύνθηκε. Η Σουζάνα στάθηκε στο κατώφλι με τα χέρια στις τσέπες της ζακέτας της. Ένιωθε τα δάχτυλα της παγωμένα. «Πέρασε μέσα», της είπε αγέλαστος, εκείνη όμως έγνεψε αρνητικά. «Έφερα αυτό στη Σιάν. Το άφησε στο αυτοκίνητο του αδερφού μου». Έβγαλε το ένα χέρι από την τσέπη της και του έδωσε την πουδριέρα. Εκείνος την πήρε και τη στριφογύρισε για λίγο στα μακριά, λεπτά δάχτυλά του. «Δεν μπορείς να δεις τη Σιάν, πήγε για ύπνο». «Μήπως την κλείδωσες στο δωμάτιο της;» «Μη γίνεσαι παιδαριώδης, δεσποινίς Χάουαρντ!» Η Σουζάνα όμως ήταν τόσο θυμωμένη, που δεν μπόρεσε να κρατηθεί. «Λοιπόν, τι σκοπεύεις να κάνεις; Θ' απολύσεις τον αδερφό μου;» Το πρόσωπο του σκοτείνιασε. «Δε συζητώ τις προσωπικές μου υποθέσεις στην εξώπορτα. Πέρασε μέσα». Την άρπαξε από το χέρι και την τράβηξε μέσα. Μέχρι να καταφέρει να


ελευθερώσει το χέρι της, η εξώπορτα είχε βροντήσει πίσω από την πλάτη της κι ο θόρυβος αντιλάλησε στο απέραντο χολ. «Θα πάψεις να με κακομεταχειρίζεσαι καμιά φορά;» του είπε έξαλλη. «Εγώ δεν είμαι μέλος της οικογένειάς σου. Ξέρω πως μ' αυτούς περνάει πάντα το δικό σου, αλλά εγώ είμαι διαφορετική περίπτωση». Την κοίταξε υψώνοντας τα φρύδια του σαρκαστικά. «Ναι, πραγματικά είσαι!» Παραμέρισε κάνοντας μια κίνηση με το χέρι του, λες και της έδειχνε το δρόμο. «Δεν περνάμε στο γραφείο μου, δεσποινίς Χάουαρντ; Μπορούμε να μιλήσουμε με την ησυχία μας εκεί», της πρότεινε με κωμική επισημότητα. Η Σουζάνα ετοιμάστηκε ν' αρνηθεί, όταν το μάτι της έπιασε κάποια κίνηση στην κορφή της σκάλας. Ήταν η Σιάν μ' ένα. μακρύ νυχτικό, χλομή σαν φάντασμα. Στάθηκε για ένα δευτερόλεπτο στο πλατύσκαλο κι ύστερα χάθηκε. Η Σουζάνα αναθεώρησε την απόφασή της κι ακολούθησε τον Νιλ Άρντρεϊ στο γραφείο του. Η μικρή τής φάνηκε ανήσυχη και δυστυχισμένη. Πώς την έπεισε ο αδερφός της να τον ακολουθήσει; Με ποιες απειλές; «Μπορώ να σου προσφέρω ένα ποτό;» τη ρώτησε. «Θα ήθελα λίγο καφέ». «Έχω ένα θαυμάσιο μπράντι». «Ευχαριστώ, αλλά δεν πίνω οινοπνευματώδη». «Τότε θα πω στην κυρία Γουέστ να ετοιμάσει καφέ», είπε εκείνος συμβιβαστικά και βγήκε από το δωμάτιο. Η Σουζάνα στάθηκε στο κατώφλι κοιτάζοντας τις σκάλες. Ο Νιλ Άρντρεϊ εξαφανίστηκε πίσω από μια καπιτονέ πόρτα και την επόμενη στιγμή η Σιάν ξεπρόβαλε στο πλατύσκαλο κι έσκυψε πάνω από την κουπαστή. Μόλις αντίκρισε τη Σουζάνα πανικοβλήθηκε κι έκανε να εξαφανιστεί, εκείνη όμως


πλησίασε τη σκάλα και της είπε ήρεμα: «Γεια σου, Σιάν, είσαι καλά;» Η κοπέλα κοίταξε ολόγυρα τρομαγμένη. «Ο αδερφός σου πήγε να βρει την κυρία Γουέστ, μη φοβάσαι», της εξήγησε η Σουζάνα. Η Σιάν αναστέναξε. «Είναι πολύ θυμωμένος ο Άλεξ;» ρώτησε ψιθυριστά. «Είναι στενοχωρημένος, τι περίμενες;» «Πες του... ω... δεν ξέρω τι να πω. Έπρεπε να φύγω... δεν είχε νόημα... ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου... Δεν ήθελα...» Την κοίταξε ζαρώνοντας τα φρύδια της. «Τότε γιατί έφυγες;» «Ο Νιλ είχε δίκιο... θα κατέστρεφα τη ζωή του Άλεξ». «Κουταμάρες. Αυτό σου είπε;» «Μα έχει δίκιο. Είμαι πολύ νέα... δεν έπρεπε να φτάσω ως εκεί. Ήμουν τόσο δυστυχισμένη κι ο Άλεξ υπέροχος... αλλά ήταν ένα όνειρο. Κατά βάθος δεν το πίστεψα ποτέ. Άλλο είναι να μιλάς για γάμο κι άλλο να παντρεύεσαι. Θα τον έκανα δυστυχισμένο. Τον αγαπώ, αλλά δεν είμαι έτοιμη για τέτοιες ευθύνες... Δεν είχα σκεφτεί το μέλλον. Ο Άλεξ μου ζήτησε να τον παντρευτώ κι εγώ κολακεύτηκα τόσο... Βλέπεις, κανένας δε με ήθελε ως τώρα...» Η καπιτονέ πόρτα άνοιξε κι η Σιάν έριξε στη Σουζάνα ένα παρακλητικό βλέμμα κι εξαφανίστηκε. Ο Νιλ Άρντρεϊ στάθηκε στη μέση του χολ, κοίταξε τη Σουζάνα κι ύστερα ύψωσε το βλέμμα του στη σκάλα. Δεν υπήρχε τίποτε εκεί, αλλά αυτός δεν ξεγελάστηκε. Χαμογέλασε πονηρά, θαρρείς και μάντεψε τι είχε γίνει. Η Σουζάνα τον ακολούθησε στο γραφείο και κάθισε σε μια μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα. Ήταν βαθιά κι αναπαυτική κι αντίκρυ από ένα μεγάλο πορτραίτο που κρεμόταν πάνω από το τζάκι. Άρχισε να το μελετάει προσεχτικά.


«Η γιαγιά μου», της εξήγησε ο Νιλ Άρντρεϊ πίσω από την πλάτη της. «Είναι πολύ όμορφη. Μου θυμίζει τη Σιάν». Η γυναίκα του πίνακα είχε την ίδια κατατομή του προσώπου και τα ίδια σκούρα μπλε μάτια. Αλλά είχε και κάτι άλλο: ένα γλυκό χαμόγελο, θλιμμένο και πονηρό μαζί κι ένα στρογγυλό, πεισματάρικο κι αποφασιστικό πιγούνι. Ήταν ένα πρόσωπο πολύ πιο δυνατό και χαρούμενο από της Σιάν, παρ' όλο που η ομοιότητα ήταν χτυπητή. Η κυρία Γουέστ μπήκε στο δωμάτιο κουβαλώντας σ' έναν ασημένιο δίσκο όλα τα απαραίτητα για τον καφέ. Τον ακούμπησε στο τραπέζι και κοίταξε τον Νιλ Άρντρεϊ ερωτηματικά. «Να σερβίρω, κύριε;» «Ναι, κυρία Γουέστ, αν θέλετε». Η ηλικιωμένη γυναίκα χαμογέλασε ευγενικά στη Σουζάνα. «Σκέτο ή με γάλα, δεσποινίς;» «Σκέτο και χωρίς ζάχαρη, παρακαλώ». Σέρβιρε και βγήκε από το δωμάτιο. Θα πρέπει να ήταν η οικονόμος του σπιτιού. Ο Άλεξ της είχε πει πως ο Νιλ Άρντρεϊ έλειπε συχνά στο εξωτερικό, αλλά η ατμόσφαιρα του σπιτιού έδειχνε πως κατοικούνταν μόνιμα. Το χαλί στο πάτωμα ήταν πολύ παλιό, φθαρμένο κάπως στις άκρες και ot κόκκινες βελούδινες κουρτίνες έμοιαζαν να κρέμονται χρόνια στα παράθυρα. Ήταν ένα άνετο, καλοβαλμένο δωμάτιο, με απαλό φωτισμό από παλιές όμορφες λάμπες, σκορπισμένες σε διάφορα τραπεζάκια και πάνω στο γραφείο. Η Σουζάνα αντιστάθηκε στον πειρασμό να κοιτάξει τον Νιλ Άρντρεϊ όσο έπινε τον καφέ της. Περιεργαζόταν τα αντικείμενα που τον τριγύριζαν, λες και μπορούσαν να της δώσουν μια ιδέα για τον ίδιο.


Ο Νιλ Άρντρεϊ ακούμπησε το φλιτζάνι του στο τραπέζι. «Ο αδερφός σου δε χρειάζεται ν' ανησυχεί για τη δουλειά του», της είπε ψυχρά. «Ήμουν θυμωμένος όταν το είπα». «Και τώρα που νίκησες, μπορείς να φανείς μεγαλόψυχος, έτσι δεν είναι;» Τα γκρίζα μάτια του άστραψαν απειλητικά. «Έχεις το ίδιο πρόβλημα με όλα τα θηλυκά, δεσποινίς Χάουαρντ. Δεν ξέρεις πότε πρέπει να κρατήσεις το στόμα σου κλειστό». «Αυτό είναι άλλο ένα είδος απειλής ή μάλλον εκβιασμού. Τι εννοείς δηλαδή; Πως, αν δεν προσέχω τα λόγια μου, θα την πληρώσει ο αδερφός μου; Κρατάς τα ατού στα χέρια σου. Ο Άλεξ έχει ανάγκη τη δουλειά κι εσύ μπορείς να του τη στερήσεις. Υποθέτω πως σε ικανοποιεί αφάνταστα το ότι έχεις τέτοια δύναμη. Η δύναμη είναι υποκατάστατο του σεξ». «Μα, επιτέλους, δε σταματάει ποτέ η γλώσσα σου;» μούγκρισε εκείνος σκύβοντας απειλητικά προς το μέρος της. «Άκου υποκατάστατο του σεξ! Πιστεύεις στ' αλήθεια πως μου χρειάζονται υποκατάστατα;» Η Σουζάνα κατάλαβε πως ήταν λάθος αυτό που ξεστόμισε. Ο Νιλ Άρντρεϊ ήταν μια ξεχωριστή παρουσία. Το πανύψηλο, δυνατό κορμί του, που ξεχείλιζε από ζωτικότητα, θα έπρεπε να κρύβει έντονο σεξουαλισμό. Η ερωτική γοητεία είναι κάτι που δεν μπορείς να την προσδιορίσεις. Το αδρό πρόσωπο, τα γκρίζα μάτια, η σιγουριά του, ο σαρκαστικός του τόνος, το σκληρό του στόμα, έκαναν έναν εκρηκτικό συνδυασμό. Η Σουζάνα όμως αρνιόταν να παραδεχτεί τον έντονο ανδρισμό του. Δε θ' άφηνε τον εαυτό της ευάλωτο απέναντι σ' έναν άντρα όπως ο Νιλ Άρντρεϊ. Εκτιμούσε πολύ την ανεξαρτησία, ενώ ένας τέτοιος άντρας, όσα κι αν της πρόσφερε, θα της στερούσε την ελευθερία της. Όχι, η Σουζάνα δε σκόπευε να υποδουλωθεί σε κανέναν άντρα αυτού του τύπου.


«Δεν ενδιαφέρομαι για τη σεξουαλική σου ζωή, κύριε Άρντρεϊ, και τώρα που με διαβεβαίωσες πως δεν κινδυνεύει η δουλειά του αδερφού μου, νομίζω πως είναι ώρα να πηγαίνω». Εκείνος όμως δε φάνηκε να συμφωνεί. Πριν προλάβει να σηκωθεί καλά καλά από τη θέση της, της έκλεισε το δρόμο. «Εμένα όμως μ' ενδιαφέρει η δική σου», της είπε κοροϊδευτικά. «Αλήθεια, έχεις; Τι είδους άντρες είναι του γούστου σου; Αυτοί που μπορείς να τους έχεις του χεριού σου; Που τους υπαγορεύεις τους όρους σου κι εκείνοι κάνουν ό,τι τους πεις;» «Φαίνεται πως βλέπεις τις ερωτικές σου υποθέσεις σαν μάχες, κύριε Άρντρεϊ. Έτσι όμως μπορεί να είναι οι δικές σου, όχι οι δικές μου». «Είχες πολλές; Ερωτικές υποθέσεις εννοώ». «Θέλεις όλο τον κατάλογο;» Χαμογέλασε ειρωνικά και ξαφνικά διαπίστωσε πως όλη αυτή την ώρα τον κοίταζε κατάματα. Είχαν γίνει σχεδόν ασημιά αυτά τα μάτια κι οι μαύρες κόρες τους θαρρείς και την υπνώτιζαν. Το στόμα της στέγνωσε απότομα, καθώς τον είδε να χαμογελάει προκλητικά. «Είναι μεγάλος;» Η Σουζάνα ανασήκωσε τους ώμους της και δεν του απάντησε. «Αυτή η συζήτηση είναι χωρίς νόημα. Πρέπει να φύγω. Ήρθα να φέρω την πουδριέρα της Σιάν. Ο αδερφός μου φοβήθηκε μήπως τον κατηγορήσεις πως την έκλεψε κι ήθελε να την επιστρέψει αμέσως». Φάνηκε να θύμωσε με την παρατήρησή της. «Κατάλαβα. Μόνο γι' αυτό ήρθες;» Τον κοίταξε κατάπληκτη. «Ασφαλώς. Τι νόμισες...» Σταμάτησε απότομα, κατακόκκινη. Τι νόμιζε στ' αλήθεια; Πως άρπαξε την ευκαιρία να τον ξαναδεί; Μα, ναι, αυτό πίστευε,


το πρόδιδε το κοροϊδευτικό του χαμόγελο. Είχε γνωρίσει κι άλλοτε άντρες με έπαρση, αλλά σαν αυτόν... «Μην ξεγελιέσαι, κύριε Άρντρεϊ, δε θα 'μπαινα στον κόπο να κάνω τόσο δρόμο για να σε συναντήσω. Αντίθετα, θα έκανα χιλιόμετρα για να σε αποφύγω. Αν δεν ήσουν τόσο φαντασμένος, θα είχες πάρει είδηση πως δεν είμαι θαυμάστριά σου». «Παίρνεις εύκολα φωτιά», παρατήρησε εκείνος, λες και το κατέγραψε για να το έχει υπόψη του για το μέλλον. «Καλά θα έκανες να το πιστέψεις», του είπε με φωνή που έμοιαζε με σφύριγμα. «Και λες πολλά», πρόσθεσε εκείνος απτόητος. «Σαχλαμάρες!» «Και δεν είσαι καν όμορφη», συνέχισε, δείχνοντας να διασκεδάζει με το αναψοκοκκίνισμά της και τις φονικές ματιές της. «Ευχαριστώ. Τίποτ' άλλο; Καλύτερα να το πεις πριν φύγω». «Πάντως έχεις κάτι, τα μάτια σου είναι πολύ εύγλωττα. Ακόμα κι όταν δε μιλάς, μπορώ να διαβάσω μέσα τους τι σκέφτεσαι». «Ακόμα και τώρα;» τον προκάλεσε η Σουζάνα. «Ακόμα και τώρα... Ναι, μιλάνε και πολύ καθαρά μάλιστα. Εκτός από τα μάτια σου όμως, είναι κι αυτό το στόμα...» Η Σουζάνα άρχισε να αισθάνεται άσχημα. Δεν της άρεσε ο επίμονος τρόπος που την κοίταζε. Της θύμιζε εκείνο το φιλί στην κουζίνα του σπιτιού το πρωί κι ένιωθε θυμό κι έξαψη μαζί να την κυριεύουν. Χρησιμοποιεί τη σεξουαλική του γοητεία για όπλο, σκέφτηκε έξαλλη. Θα ήταν τρελή να το ξεχάσει αυτό. Την πλησίασε τόσο πολύ, που νόμισε πως την άγγιξε η ζεστασιά του κορμιού του κι ο σφυγμός της έχασε τον κανονικό του ρυθμό. «Έχεις περισσότερη ενεργητικότητα από


όλες τις γυναίκες που γνώρισα ως τώρα. Είναι σαν να καίει μια φωτιά μέσα σου», συνέχισε χωρίς να τραβάει τα μάτια του από το στόμα της. «Είμαι σίγουρος πως αυτό το νιώθει κάθε άντρας που σε βλέπει. Και ξέρεις τι σκέφτεται; Πως είσαι σκέτη φλόγα στο κρεβάτι». Το στόμα του σταμάτησε ελάχιστα εκατοστά πάνω από το δικό της, αλλά η Σουζάνα κινήθηκε πρώτη. Το χαστούκι της τον βρήκε απροετοίμαστο. Έχασε σχεδόν την ισορροπία του κι η Σουζάνα βρήκε την ευκαιρία κι όρμησε στην πόρτα. Έτρεμε σύγκορμη από τη λύσσα που δεν ξεθύμαινε ούτε με αυτή την τολμηρή κίνηση. Διέσχιζε τρέχοντας το χολ, όταν άκουσε τα βήματά του πίσω της. Δεν ήταν ανάγκη να τον δει για να καταλάβει πως ήταν έξαλλος όσο κι εκείνη. Το ένιωθε από την καυτή του ανάσα. Τα χέρια του έπεσαν πάνω στους ώμους της σαν σιδερένιες λαβές, καθώς εκείνη πάλευε ν' ανοίξει την εξώπορτα. «Βρομοθήλυκο...» Την τράβηξε πάνω του, ενώ αγωνιζόταν να του ξεφύγει, όταν το κουδούνι της εξώπορτας αντήχησε δυνατά πάνω από τα κεφάλια τους. Τινάχτηκαν κι οι δυο ξαφνιασμένοι. Ο Νιλ την άφησε κι εκείνη έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Την άλλη στιγμή, η κυρία Γουέστ ξεπρόβαλε από μια κλειστή πόρτα. Η Σουζάνα δεν τόλμησε να την κοιτάξει, έτρεμε ακόμα κι ένιωθε τα μαγουλά της φουντωμένα. «Θ' ανοίξω εγώ, κυρία Γουέστ», είπε ο Νιλ με φωνή όχι και τόσο σταθερή. Άνοιξε την εξώπορτα κι η Σουζάνα τον είδε να χαμογελάει ευγενικά στους επισκέπτες που στέκονταν απέξω. «Γεια σου, Όλιβερ. Εσμέ, είσαι μια χαρά. Τι ωραίο σύνολο! Τζιλ, είσαι απίθανη! Περάστε». «Τι ωραία βραδιά απόψε, Νιλ», είπε η μεγαλύτερη γυναίκα. «Να σκεφτείς πως δε χρειάστηκα την εσάρπα μου».


Ήταν μεσόκοπη, με καλοχτενισμένα γκρίζα μαλλιά. Φορούσε ένα βραδινό σύνολο αρκετά τολμηρό για την ηλικία της, με εφαρμοστό και αποκαλυπτικό κορσάζ κι από κάτω ασορτί φαρδύ παντελόνι στην απόχρωση του μελιού. Το σύνολο ήταν πολύ φανταχτερό κι αταίριαστο με τη βαριά σιλουέτα της. Κι ο λαιμός και το ντεκολτέ της γεμάτα ρυτίδες. Ο άντρας δίπλα της είχε ροδαλό πρόσωπο και ήταν άψογα ντυμένος μ' ένα συντηρητικό μαύρο κοστούμι. Τα αραιά γκρίζα μαλλιά του έδιναν μια αριστοκρατική νότα στην όψη του. Το βλέμμα του στάθηκε στη Σουζάνα, που περίμενε την ευκαιρία να ξεγλιστρήσει και της χαμογέλασε, κάνοντας μια κλίση του κεφαλιού. Εκείνη αναγκάστηκε να του ανταποδώσει το χαμόγελο. «Πώς είναι η Σιάν;» ρώτησε η τρίτη επισκέπτρια. «Αισθάνεται καλύτερα απόψε; Αυτά τα καλοκαιρινά κρυολογήματα είναι τα χειρότερα. Όταν με πιάνουν εμένα, μένω μέρες στο κρεβάτι, έτσι δεν είναι, μπαμπά;» «Ω, ναι. Τα καλοκαιρινά κρυολογήματα είναι φοβερά», συμφώνησε εκείνος. «Τζιλ, χρυσό μου, δώσε στην κυρία Γουέστ την εσάρπα σου», πρότεινε η μεσόκοπη γυναίκα κι η κοπέλα χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο στον Νιλ. «Με βοηθός, Νιλ;» του είπε γυρνώντας του την πλάτη. Εκείνος άπλωσε τα χέρια του και τράβηξε την άσπρη γούνα από τους ώμους της. Η Σουζάνα βρήκε την ευκαιρία που περίμενε. Ξεγλίστρησε από την ανοιχτή πόρτα και κατέβηκε τα σκαλιά. Είχε βάλει κιόλας μπρος το αυτοκίνητο της, όταν ο Νιλ Άρντρεϊ φάνηκε στην εξώπορτα του σπιτιού. Η Σουζάνα ξεκίνησε κάνοντας πως δεν τον είδε.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 «Μα τι στην ευχή συμβαίνει με τον Άλεξ τον τελευταίο καιρό;» ρώτησε ο Τζόνι, ανοίγοντας το πρόγραμμα, μόλις κάθισαν στις θέσεις τους. Το θέατρο ήταν γεμάτο σχεδόν κι η αυλαία θα σηκωνόταν από στιγμή σε στιγμή. Είχαν καθυστερήσει, γιατί ο Τζόνι δεν έβρισκε χώρο να παρκάρει κι έκανε αρκετές φορές το γύρο του Γουέστ Εντ μέχρι ν' ανακαλύψει μια θέση. Καθώς δεν έπαιρνε απάντηση, ύψωσε το βλέμμα του και την κοίταξε. «Είναι πολύ κακόκεφος. Τις προάλλες που τον είδα στο σπίτι σου ούτε που μου μίλησε καλά καλά. Μήπως έκανα τίποτα που τον έθιξε ή είναι πράγματι τόσο στενοχωρημένος όσο δείχνει;» «Είναι στενοχωρημένος», παραδέχτηκε η Σουζάνα απρόθυμα. Είχαν περάσει δυο βδομάδες από τότε που ο Νιλ Άρντρεϊ έπεσε σαν σίφουνας στο σπιτάκι και γκρέμισε τα όνειρά του. Ο Άλεξ γύρισε στη δουλειά του κι η Σουζάνα δεν τον έβλεπε συχνά, αλλά και τις λίγες φορές που συναντήθηκαν της μίλησε ελάχιστα, λες και δεν είχε τίποτα να της πει. Εκείνη πέρασε ένα απόγευμα από το διαμέρισμά του και κουβέντιασε με τον Γιαν για το θέμα του. Κι εκείνος της είπε πως έκανε ό,τι μπορούσε για να του φτιάξει το κέφι: καλούσε φίλους στο σπίτι, τον έβγαζε έξω με το ζόρι σχεδόν, αλλά οι προσπάθειες του δεν είχαν φέρει αποτέλεσμα ως τώρα. Ο Άλεξ έμενε κλεισμένος στον εαυτό του, αρνιόταν να μιλήσει για τη Σιάν ή να ανταποκριθεί στις προσπάθειες του φίλου του να τον ευθυμήσει. «Είναι λοιπόν σοβαρά τα πράγματα;» ρώτησε ο Τζόνι μ' αληθινό ενδιαφέρον.


«Μια άτυχη ερωτική ιστορία», του απάντησε αόριστα. «Α, μάλιστα. Ξέρω πολύ καλά πώς νιώθει, θα του περάσει βέβαια αργά ή γρήγορα, αλλά για την ώρα θα πρέπει να αισθάνεται φριχτά». Η Σουζάνα τον λοξοκοίταξε και γέλασε. «Δε φανταζόμουν πως παίρνεις τον έρωτα στα σοβαρά, Τζόνι». «Όχι τώρα πια. Είμαι καμένος κι εγώ... Πάνε χρόνια από τότε βέβαια. Ήμουν πιο μικρός από τον Άλεξ κι εκείνη ήταν πιο μεγάλη κι από την πρωτόπλαστη Εύα, και δυο φορές πιο επικίνδυνη. Μου έδωσε το μήλο, έφαγα κι αρρώστησα για πολύ καιρό. Από τότε αποφεύγω τους μεγάλους έρωτες». Η Σουζάνα τον παρακολουθούσε κι αναρωτιόταν τι κρυβόταν πίσω από τα επιπόλαια, κοροϊδευτικά λόγια του. «Τι ωραία που τα λες... Αν δεν ήξερα πως είσαι συγγραφέας, θα το μάντευα από τον τρόπο που μιλάς», τον πείραξε. «Σοβαρά; Είσαι πολύ έξυπνη. Πάντως κάνεις λάθος, να το ξέρεις. Υπάρχουν συγγραφείς διάφορων ειδών και ποιοτήτων. Οι περισσότεροι δεν ανοίγουν το στόμα τους μπροστά σε κόσμο. Φυλάνε όλη την ευγλωττία τους για τα γραφτά τους». Τα φώτα άρχισαν να χαμηλώνουν. Ο Τζόνι βολεύτηκε στο κάθισμά του κι αναστέναξε ευχαριστημένος. «Αυτή η στιγμή της προσμονής είναι η καλύτερη μου στο θέατρο. Κάθε φορά που σηκώνεται η αυλαία, νιώθω την ίδια συγκίνηση κι ιδίως όταν πρόκειται να δω κάτι του Μπερνάρ Σω. Έχει ένα μοναδικό τρόπο να σε συναρπάζει». Η παράσταση Η Ταγματάρχης Μπάρμπαρα ήταν συναρπαστική. Η Σουζάνα ξέχασε πού ήταν και ποιος καθόταν δίπλα της κι έτσι, όταν άναψαν τα φώτα για το διάλειμμα, ξαφνιάστηκε σχεδόν βλέποντας τον Τζόνι να της χαμογελάει με κατανόηση. «Καλό δεν ήταν; Σε είδα να σκύβεις μπροστά συνεπαρμένη».


Η Σουζάνα γέλασε. «Είναι υπέροχο. Είχα ξεχάσει πόσο συναρπαστικό είναι αυτό το έργο. Δεν παίζεται συχνά...» «Τι συγγραφέας, πράγματι!» αναφώνησε εκείνος ενθουσιασμένος. Έσπρωξε πίσω ένα κατάξανθο τσουλούφι απ' τα μαλλιά του που έπεφτε μόνιμα στο μέτωπο του. «Δεν πάμε στο μπαρ; Κάνει ζέστη και διψάω». Οι περισσότερες σειρές είχαν αδειάσει κι οι θεατές κατευθύνονταν στο μπαρ. «Πολύς συνωστισμός», μουρμούρισε κοιτάζοντας γύρω του κι η Σουζάνα ακολούθησε το βλέμμα του αδιάφορα. Ο Τζόνι την έπιασε από το μπράτσο. «Κράτησέ με, γιατί θα χαθούμε μέσα στον κόσμο», της είπε μόλις έφτασαν στο γεμάτο μπαρ. «Δε θα προφτάσουμε να σερβιριστούμε, θα χτυπήσει το κουδούνι», σχολίασε απογοητευμένη, αλλά εκείνος της χαμογέλασε. «Παρήγγειλα τα ποτά μας πριν μπούμε, όταν έπαιρνα το πρόγραμμα. Μας περιμένουν στο ράφι, εκεί πάνω, εκτός κι αν μας τα πάρει κανένας άλλος, άξεστος... Σου παρήγγειλα λεμονάδα με πάγο, εντάξει;» «Είσαι υπέροχος», του είπε ενθουσιασμένη κι εκείνος γέλασε και την τράβηξε σ' ένα μικρό πέρασμα ανάμεσα από δυο παρέες. Φαίνεται πως η Σουζάνα κάποιον έσπρωξε περνώντας κι εκείνος γύρισε και την κοίταξε. Και τότε βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Νιλ Άρντρεϊ! Φάνηκε έκπληκτος όσο κι εκείνη. Μισόκλεισε τα γκρίζα μάτια του κι ύψωσε τα φρύδια σ' ένα σιωπηλό σχόλιο. Θα τον είχε αναγνωρίσει ακόμα κι από πίσω. Το ύψος, οι επιβλητικοί ώμοι του, τα πυκνά μαύρα μαλλιά δεν μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα. Δεν είχε το χρόνο ν' αποφασίσει αν έπρεπε να δείξει πως τον γνώριζε ή όχι. Ο Τζόνι προχωρούσε και την τραβούσε μαζί


του. Έφτασε αναψοκοκκινισμένη στην άκρη του μπαρ κι ο συνοδός της της έβαλε το ποτήρι με το χυμό στο χέρι και ρούφηξε κι εκείνος μια γουλιά από την μπίρα του. «Μμμ... την είχα ανάγκη», είπε αναστενάζοντας με απόλαυση. «Το στόμα μου είναι στεγνό. Πιες, Σουζάνα, το κουδούνι δε θ' αργήσει να χτυπήσει». Εκείνη ήπιε μια γερή γουλιά λεμονάδα. Ήταν δροσιστική, παρ' όλο που ο πάγος είχε αρχίσει κιόλας να λιώνει από τη ζέστη. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα. Τι στο διάβολο μου συμβαίνει; απόρησε ανήσυχη. Ένιωθε φουντωμένη. Παράξενο, συλλογίστηκε. Ο θυμός έχει αλλόκοτες επιπτώσεις στον οργανισμό μου. Δεν το είχα προσέξει ποτέ ως τώρα. Μόλις αντίκρισε τον Νιλ Άρντρεϊ πριν από λίγο, ένιωσε όλο της το κορμί να τραντάζεται. Το αίμα άρχισε να κυλάει μέσα στις φλέβες της πιο γρήγορα, το πρόσωπο της φούντωσε κι ανατρίχιασε ολόκληρη. Ο θυμός κι ο φόβος είναι στενά συνδεμένα μεταξύ τους κι ο Νιλ Άρντρεϊ ήταν μια απειλή για εκείνη από τη στιγμή που παραβίασε το άδυτο του σπιτιού της. Ο Τζόνι μιλούσε για το έργο. Η Σουζάνα μισάκουγε όσα της έλεγε, προσπαθώντας να ηρεμήσει. Ήταν γελοίο ν' αφήνει κάποιον όπως ο Νιλ Άρντρεϊ να την τρομάζει, θα μπορούσε να της χαλάσει τη βραδιά. Περνούσε τόσο ευχάριστα μέχρι τη στιγμή που τον είδε... «Είσαι πολύ ήσυχη», παρατήρησε ο συνοδός της ζαρώνοντας τα φρύδια. Είχε πρόσωπο με συμμετρικά χαρακτηριστικά, συμπαθητικό κι ευχάριστο, χωρίς να είναι ιδιαίτερα όμορφο. «Με συγχωρείς», του είπε χαμογελώντας. «Κάνει τόση ζέστη εδώ μέσα και μ' όλο αυτόν το θόρυβο μου είναι δύσκολο να συγκεντρωθώ. Σιχαίνομαι την πολυκοσμία.


Υπάρχει κάτι στο πλήθος που με φοβίζει. Ακόμα κι όταν είναι κεφάτο, δεν ξέρεις πώς μπορεί να φερθεί όταν χάσει τον έλεγχο του». «Είδα μια φορά ένα πλήθος στις Ινδίες να τρέχει σαν τρελό», είπε ο Τζόνι κι άρχισε ένα μεγάλο ανέκδοτο, που η Σουζάνα αναγκάστηκε να το ακούσει όλο, όσο έπινε το αναψυκτικό της. Το κουδούνι χτύπησε πάνω που ακούμπησε το ποτήρι της στον πάγκο κι ο κόσμος άρχισε ν' αραιώνει στο μπαρ. Καθώς γύριζαν στις θέσεις τους, ο Τζόνι της είπε: «Έχω την εντύπωση πως ανησυχείς πολύ για τον Άλεξ. Ξοδεύεις πολύ χρόνο για να του κάνεις εύκολη τη ζωή. Δεν είναι πια παιδί, Σουζάνα. Άφησέ τον να τα βγάλει πέρα μόνος του, χωρίς τη βοήθειά σου, για μια φορά, δε θα πάθει τίποτα. Από τότε που σε ξέρω του δανείζεις χρήματα, του μαγειρεύεις, του συγυρίζεις, παίζεις το ρόλο της μαμάς γενικά. Όσο του στρώνεις το πουπουλένιο στρώμα, εκείνος θα επαναπαύεται. Καταλαβαίνω πως θέλεις να τον προστατέψεις, αλλά, αν δεν είναι βέβαιος πως θα βρίσκεσαι πάντα κοντά του, θα φερθεί σίγουρα πιο λογικά». Η Σουζάνα κρατούσε το βλέμμα της χαμηλωμένο. Προσπαθούσε ν’ αποφύγει τη ματιά του Νιλ Άρντρεϊ. Δεν είχε ιδέα πού καθόταν, αλλά δεν ένιωσε σιγουριά παρά μόνον τη στιγμή που κάθισε στη θέση της. Και τότε έστρεψε την προσοχή της στο συνοδό της. Εκείνος αναστέναξε. «Εντάξει, τέλος η διδασκαλία. Η ζωή είναι δική σου. Θα κρατήσω το στόμα μου κλειστό. Ξέχασε τι σου είπα». Βούλιαξε στο κάθισμά της μ' ένα αίσθημα ανακούφισης κι ύστερα, κοιτάζοντας δίπλα της, συνειδητοποίησε τι της είχε πει ο Τζόνι και λυπήθηκε που δεν του απάντησε. «Έχεις δίκιο,


χρυσέ μου», του είπε μ' ένα ζεστό χαμόγελο, «αλλά είναι αδερφός μου, βλέπεις». Ο Τζόνι της χάιδεψε το χέρι. «Το ξέρω. Το αίμα νερό δε γίνεται... έχω κι εγώ δυο αδερφές. Δεν τις βλέπω συχνά. Είναι απίστευτα... προστατευτικές κι έχουν μια έμμονη ιδέα». «Τι ιδέα;» ρώτησε η Σουζάνα γελώντας, γιατί μάντευε. «Να με παντρέψουν. Γίνονται έξω φρενών βλέποντας πόσο ευτυχισμένος είμαι μόνος μου. Μου προξενεύουν όλες τις πληκτικές ασχημομούρες που μπορείς να φανταστείς». «Καημένε μου Τζόνι!» Τα φώτα χαμήλωσαν κι εκείνος βολεύτηκε στη θέση του για ν' απολαύσει τη δεύτερη πράξη. Η Σουζάνα μελετούσε το πρόγραμμα με την άκρη του ματιού της. Η ομολογία του Τζόνι, πως είχε μια άτυχη ερωτική περιπέτεια όταν ήταν νέος, την είχε κάνει να δει κι άλλες πλευρές του χαρακτήρα του. Διαισθανόταν πως δε θα έδινε ποτέ πια ολόκληρο τον εαυτό του σε καμιά άλλη. Είχε μάθει από πολύ νωρίς να δυσπιστεί και το μάθημα είχε τυπωθεί ανεξίτηλα μέσα του. Η δική της πείρα ήταν διαφορετική. Δεν είχε περάσει μέσα από τραυματικές εμπειρίες, είχε μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία κι είχε μεγαλώσει ξέροντας τι ακριβώς ήθελε να κάνει στη ζωή της. Είχε πετύχει επαγγελματικά κι η καριέρα της δεν έδειχνε σημάδια κάμψης. Μπορούσε να δουλεύει όσο ήθελε και να κερδίζει αρκετά χρήματα, περισσότερα από όσα απαιτούσαν οι περιορισμένες της ανάγκες. Δεν είχε γνωρίσει κανέναν που να τη συγκλονίσει, να την κάνει να νιώσει πως θα μπορούσε να περάσει μαζί του την υπόλοιπη ζωή της. Ήταν αλήθεια πως ως τώρα δεν ένιωσε να της λείπει ένας άντρας. Ήταν ευχαριστημένη με την κατάστασή της. Είχε πάντα άντρες φίλους, της άρεσε η συντροφιά τους όταν δε δούλευε, αλλά δεν ήθελε ν' αλλάξει τον τρόπο της ζωής της... βολεύοντας μέσα στον κόσμο της κι ένα σύζυγο.


Ήξερε τι σήμαινε αυτό: εγκατάλειψη δουλειάς και καριέρας, μωρά, νοικοκυριό. Αυτά δεν ήταν για εκείνη. Της άρεσαν τα παιδιά, αλλά δεν είχε νιώσει την ανάγκη ν' αποκτήσει δικά της -για την ώρα τουλάχιστον. Κάποτε θα ερχόταν κι αυτό, στο απώτερο μέλλον, αλλά και πάλι δε θα εγκατέλειπε τη δουλειά της. Ήταν ένα ζωτικό μέρος του εαυτού της. Όταν εργαζόταν, ένιωθε ζωντανή. Φυσικά, έκανε και όλες τις δουλειές του σπιτιού, γιατί κάποιος έπρεπε να τις κάνει. Της άρεσε η μαγειρική και η κηπουρική. Η ιδέα όμως να βουτηχτεί στη ρουτίνα του οικογενειακού νοικοκυριού δεν την ενθουσίαζε καθόλου. Θα πάθαινε ασφυξία, σκεφτόταν κοιτάζοντας αφηρημένα την αυλαία που άνοιγε. Κι ύστερα τη συνεπήρε η παράσταση και το πνεύμα του συγγραφέα. Όταν σχόλασε το θέατρο, οι δρόμοι γέμισαν κόσμο κι αυτοκίνητα. Πέρασαν βιαστικά μέσα από μια ατέλειωτη ουρά για να πάνε στο εστιατόριο όπου θα δειπνούσαν. «Έχετε κλείσει τραπέζι, κύριε;» τους ρώτησε ο μαιτρ, καθώς περίμεναν στο μπαρ. «Ναι, στο όνομα Χέντριξ». «Χέντριξ... μάλιστα. Θέλετε να μου δώσετε τα παλτά σας;» Τα πήρε, τα έδωσε στην υπάλληλο της γκαρνταρόμπας και τους έφερε ένα νούμερο, ενώ τους έδειχνε ένα μικρό τραπέζι, σε μια γωνιά της μικρής αίθουσας. «Ίσως να θέλετε να πάρετε ένα ποτό μέχρι να κοιτάξετε τον κατάλογο...» Κάθισαν στο μπαρ μ' έναν κατάλογο ο καθένας μπροστά του. «Πεινάς;» τη ρώτησε ο Τζόνι κι εκείνη έγνεψε αρνητικά. «Θα φάω κάτι ελαφρύ, γιατί διαφορετικά δε θα μπορέσω να κοιμηθώ απόψε». Διάλεξε πεπόνι με προσούτο Πάρμας και μια σκέτη ομελέτα και σαλάτα για δεύτερο. Ο Τζόνι έκανε μια γκριμάτσα.


«Εγώ δε θα κοιμηθώ πριν από τις πρωινές ώρες κι έτσι δε με νοιάζει αν φάω». Έκανε μποέμικη ζωή χωρίς τακτικά ωράρια κι όμως ήταν φοβερά παραγωγικός. Η Σουζάνα αναρωτιόταν πότε την έβγαζε τόση δουλειά. Και ήταν πάντα έτοιμος να τα παρατήσει όλα για ένα πάρτι ή μια εκδρομή. Έλεγε πως ήταν «δεδηλωμένος ξενύχτης» κι έκανε την περισσότερη δουλειά όταν οι άλλοι κοιμούνταν. Ο μαιτρ γύρισε και πήρε πρώτα την παραγγελία της Σουζάνας. «Εγώ θα είμαι λίγο πιο τολμηρός», του είπε ο Τζόνι όταν ήρθε η σειρά του. «Θ' αρχίσω μ' εκείνες τις ωραίες γαρίδες που φτιάχνετε με τη σκορδάτη σάλτσα κι ύστερα θα πάρω σκαλοπίνια Μαρσάλα και ρύζι με κάρι. Μου δίνετε τον κατάλογο των κρασιών; Έχετε κανένα καλό Κιάντι; Α, ευχαριστώ. Μια μπουκάλα, παρακαλώ». Όταν έφυγε ο μαιτρ, η Σουζάνα είπε πειραχτικά: «Μου φαίνεται πως απόψε θα πιω κι εγώ, γιατί, αν σ' αφήσω να πιεις μόνος όλη την μπουκάλα, πώς θα οδηγήσεις; Ήπιες κι ένα δυο ποτά πριν ξεκινήσουμε για το θέατρο». «Με κατασκοπεύεις, ε; Τώρα μιλάς σαν σύζυγος. Για πρόσεξε!» «Με συγχωρείς, θα πρέπει να επηρεάστηκα από το έργο». «Δε μ' έχεις δει ποτέ μεθυσμένο», συνέχισε ο Τζόνι επιθετικά. «Το ξέρω. Είπα, με συγχωρείς». «Μεθούσα κάποτε, στα είκοσι. Νόμιζα πως ήταν ένας τρόπος για να δείξω πως είμαι άντρας. Το πρωί βέβαια ξυπνούσα σε κακή κατάσταση και σιχαινόμουν τον εαυτό μου. Τώρα ξέρω πόσο πρέπει να πιω και δεν ξεπερνάω ποτέ τα όριά μου. Μ’ αρέσει να πίνω, αλλά όχι και να μεθάω...» Σταμάτησε απότομα μ' ένα έκπληκτο ύφος. «Ω Θεέ μου, άρχισα πάλι...» «Τι πράγμα;»


«Το μάθημα. Είναι η δεύτερη φορά απόψε. Φαίνεται πως μάλλον γερνάω... ή είμαι επηρεασμένος απ' αυτό το σίριαλ που γράφω για την τηλεόραση». «Είδα το χτεσινό επεισόδιο. Ήταν απίθανο, με καθήλωσε», του είπε η Σουζάνα. Ο Τζόνι άρχισε να της εξηγεί κάτι για το έργο του, εκείνη όμως δεν τον άκουγε. Ο Νιλ Άρντρεϊ είχε μπει μόλις στο μπαρ, συνοδεύοντας την κοπέλα που είχε δει εκείνο το βράδυ στο σπίτι του. Ήταν εκθαμβωτική. Φορούσε μια μαύρη μεταξωτή κάπα με βολάν στο στρίφωμα, σε στυλ του 1920. Ο μαιτρ τους πλησίασε αμέσως και τους χαιρέτησε. Πήρε με μεγάλη προσοχή την κάπα και την έδωσε στο βοηθό του. Ο Νιλ φορούσε μαύρο κοστούμι που του πήγαινε θαυμάσια. Πρωτύτερα στο θέατρο δεν είχε προσέξει το ντύσιμο του μέσα στην ταραχή της. Τώρα έβλεπε πως με τα μαύρα έδειχνε ακόμα πιο ψηλός και το άσπρο πουκάμισο τόνιζε ακόμα πιο πολύ το ηλιοκαμένο του δέρμα. «...Και πάλι, οι ηθοποιοί δεν είναι το πραγματικό πρόβλημα», συνέχιζε ο Τζόνι, που ευτυχώς δεν είχε πάρει είδηση πως δεν τον πρόσεχε. Πώς τη λένε; Η Σουζάνα προσπαθούσε να θυμηθεί. Είχε ακούσει το όνομά της εκείνο το βράδυ, αλλά... «Αν δεν ήμαστε οργανωμένοι θα μας έκαναν τη δουλειά μας αγνώριστη από το κόψιμο», συνέχισε ο Τζόνι. Η Σουζάνα χαμογελούσε κουνώντας το κεφάλι της. Τα είχε ξανακούσει αυτά, ήταν το αγαπημένο θέμα του συνοδού της, ένα θέμα που στο τέλος γινόταν μονόλογος. Παρακολουθούσε διακριτικά τον Νιλ και την ντάμα του, που κάθισαν σ' ένα τραπέζι στην άλλη άκρη της αίθουσας. Εκείνη φορούσε ένα κατακόκκινο φόρεμα από ταφτά, που της έφτανε ως τα γόνατα. Πολύ εντυπωσιακό, με μυτερό, αποκαλυπτικό ντεκολτέ που άφηνε ακάλυπτο το λαιμό ως το


χώρισμα του στήθους και πάνω στη λευκή εσάρπα άστραφτε ένα διαμαντένιο παντατίφ. Το φόρεμα ταίριαζε με το οβάλ πρόσωπο και τα μαύρα στιλπνά μαλλιά της. Την έκανε να μοιάζει με Ισπανίδα, πράγμα που επιδίωκε άλλωστε. «Το τραπέζι σας είναι έτοιμο, κύριε», ανήγγειλε ο μαιτρ. Σηκώθηκαν κι ο Τζόνι την οδήγησε στην τραπεζαρία, κρατώντας την από την πλάτη ενώ συνέχιζε το μονόλογο του. Μόλις κάθισαν, ο σερβιτόρος έφερε το πρώτο πιάτο και σέρβιρε το κρασί. Ο Τζόνι κοίταξε άπληστα τις γαρίδες του. «Θα έπρεπε να τις δοκιμάσεις, είναι υπέροχες». «Μου αρέσει το πεπόνι, το καλοκαίρι ιδίως». «Ύψιστε Θεέ! Μιλάει!» αναφώνησε ο Τζόνι με κωμική έκπληξη. «Άρχισα να πιστεύω πως βουβάθηκες ξαφνικά. Ξέχνα τον Άλεξ και διασκέδασε». «Με συγχωρείς, ο νους μου ήταν μίλια μακριά», του δικαιολογήθηκε. Φυσικά δεν ήταν αλήθεια. Ήξερε καλά πως ο νους της τριγύριζε κάπου πολύ κοντά. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πως ο Τζόνι πρόσεξε την αφηρημάδα της και δεν μπορούσε να τον αδικήσει που του κακοφάνηκε. «Το λάθος είναι δικό μου. Μιλάω ακατάπαυστα», παραδέχτηκε εκείνος με ειλικρίνεια. «Λέω κάθε φορά στον εαυτό μου πως δεν πρέπει να το κάνω, αλλά...» «Ξέρω. Ό,τι σκέφτεσαι φτάνει αμέσως στα χείλη σου», αποτέλειωσε η Σουζάνα γελώντας. «Ακριβώς!» Έφαγαν μιλώντας για βιβλία και ταινίες, καθώς και για διάφορα άλλα θέματα. Η Σουζάνα δεν άφηνε το βλέμμα της να πλανηθεί γύρω. Δεν ήθελε να ξέρει πού καθόταν ο Νιλ Άρντρεϊ κι η κοπέλα του. Όταν τους σέρβιραν τον καφέ, ο Τζόνι σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα. Η Σουζάνα έφερε το φλιτζάνι στα χείλη της,


κοιτάζοντας ασυναίσθητα γύρω. Το βλέμμα της έπεσε τυχαία... στον Νιλ Άρντρεϊ. Καθόταν δυο τραπέζια πιο πέρα, αντίκρυ της. Δεν έβλεπε προς το μέρος της εκείνη τη στιγμή, αλλά την επομένη, καθώς έφερνε το ποτήρι με το κρασί στο στόμα του, οι ματιές τους έσμιξαν. Ο ανταγωνισμός ξεπήδησε μεμιάς ανάμεσά τους σαν καλοκαιριάτικη αστραπή. Η Σουζάνα έστρεψε αμέσως αλλού την προσοχή της, αλλά ακόμα και σ' αυτό το κλάσμα του δευτερολέπτου, πρόφτασε να δει την επιθετικότητα στο κοφτερό γκρίζο βλέμμα του. Αυτός ο άντρας θαρρείς και πετούσε σπίθες αισθησιασμού ακόμα κι από μακριά. Τραβούσε σαν μαγνήτης το βλέμμα, όσο κι αν πάλευες να μην τον κοιτάξεις. Εκείνο όμως που τρόμαζε τη Σουζάνα ήταν η παράξενη υπερένταση που ένιωθε κάθε φορά που τον αντίκριζε. Ήταν μια αλλόκοτη αίσθηση αδυναμίας και ταραχής, που τη θύμωνε και την ενοχλούσε. Τα 'βαζε με τον εαυτό της κι όμως, ακόμα και τώρα που κοίταζε το κενό, έβλεπε μπροστά της τα γκρίζα μάτια με τις ασημιές ανταύγειες κι αυτό το αναθεματισμένο στόμα, που το είχε δοκιμάσει κιόλας μια φορά. «Ταξιδεύεις πάλι;» τη ρώτησε ο Τζόνι γυρνώντας στη θέση του. Προσγειώθηκε απότομα, κοκκινίζοντας. «Με συγχωρείς. Μπορούμε να φύγουμε, Τζόνι; Δεν είμαι καλή παρέα απόψε. Νιώθω κουρασμένη, δούλεψα πολύ σήμερα». «Άσε με να τελειώσω τον καφέ μου και θα πω να μας φέρουν το λογαριασμό», συμφώνησε καλόβολα εκείνος, όπως πάντα. Η Σουζάνα του χαμογέλασε μ' ευγνωμοσύνη. Ήταν δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερος της κι όμως δεν του φαινόταν. Θα πρέπει να ήταν ο ίδιος και στα τριάντα του και σίγουρα θα έμενε ίδιος και στα πενήντα. Ανήκε στους τύπους που δε δείχνουν τα χρόνια τους και γερνούν όμορφα.


Μόλις τέλειωσε τον καφέ του, έγνεψε στο γκαρσόνι να φέρει το λογαριασμό, πλήρωσε και σηκώθηκαν. Η Σουζάνα απέφυγε να κοιτάξει προς το τραπέζι του Νιλ Άρντρεϊ, παρ' όλο που ένιωθε ότι εκείνος την παρακολουθούσε. Η συνοδός του μιλούσε με μια χαδιάρικη και διαπεραστική φωνή που ακουγόταν καθαρά, παρ' όλο που το εστιατόριο ήταν γεμάτο κόσμο. «Ο μπαμπάς είπε πως δεν ήταν καλό και έπρεπε να επιστρέψουν όλο το ποσό. Στο κάτω κάτω, όταν ξοδεύεις τόσα χρήματα έχεις την απαίτηση να γίνει σωστά η δουλειά σου, έτσι δεν είναι;» Η Σουζάνα δεν άκουσε την απάντηση του Νιλ. Ο μαιτρ έφερε το λινό παλτό της, της το έβαλε στην πλάτη κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση κι εκείνη προχώρησε προς την έξοδο χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Τη νύχτα η Σουζάνα δεν κοιμήθηκε καλά· κάτι εντελώς ασυνήθιστο γι' αυτή. Το μυαλό της δούλευε αδιάκοπα, ένιωθε εκνευρισμένη και ζεσταινόταν. Της έφταιγε ακόμα και το φεγγαρόφωτο που γλιστρούσε από τα μισάνοιχτα ρολά στο δωμάτιο της. Σηκώθηκε αργά το επόμενο πρωί με πρησμένα μάτια, κακόκεφη και χωρίς διάθεση για δουλειά. Είχε κι έναν ελαφρύ πονοκέφαλο που δεν της πέρασε ούτε με ασπιρίνες. Πριν από το μεσημέρι, σταμάτησε τα σκίτσα κι ετοίμασε λίγο καφέ. Τον έπινε στην κουζίνα με τα μάτια κλειστά, κάνοντας τη σκέψη πως έπρεπε να ξαπλώσει, όταν χτύπησε το κουδούνι. Αναπήδησε ξαφνιασμένη πιτσιλίζοντας με καφέ το παντελόνι της. Έτρεξε ν’ ανοίξει σκουπίζοντας νευριασμένη το σκούρο λεκέ με μια χαρτοπετσέτα.


Ήταν ο Άλεξ. Η Σουζάνα τον κοίταξε έκπληκτη. «Γεια σου. Τι ζητάς εδώ; Πώς και δεν είσαι στη δουλειά σου;» «Έχω ημικρανία», της απάντησε μπαίνοντας μέσα, πολύ εύθυμος και κεφάτος. «Ημικρανία; Δεν ήξερα πως υποφέρεις από τέτοιο πράγμα». Τον παρατηρούσε δύσπιστη. Φορούσε το καλό του κοστούμι και το αγαπημένο του γαλάζιο πουκάμισο με το άσπρο κολάρο. «Δε βρήκα άλλη δικαιολογία. Ήθελα να φύγω, γιατί είχα μια επαγγελματική.... συνέντευξη», της εξήγησε, ξαπλώνοντας στον καναπέ με τα χέρια πίσω στο κεφάλι. «Αυτό είναι ανήθικο. Και τι ήταν αυτή η περίφημη συνέντευξη;» «Για δουλειά φυσικά», δήλωσε εκείνος απλώνοντας τα πόδια του στο τραπεζάκι. Η Σουζάνα κάθισε δίπλα του έκπληκτη. Είχε βδομάδες να τον δει τόσο χαρούμενο. «Και την πήρες;» Η ερώτηση ήταν περιττή. Το πρόσωπο του άστραφτε. «Και βέβαια την πήρα κι έτσι μπορώ να παραιτηθώ και να πάψω να δουλεύω γι' αυτό το γουρούνι, τον Άρντρεϊ. Δεν άντεχα στη σκέψη πως κέρδιζα απ' αυτόν τα λεφτά μου. Ό,τι έτρωγα μού στεκόταν στο λαιμό ετούτες τις τελευταίες βδομάδες. Στην καινούρια μου θέση θα έχω καλύτερο μισθό και περισσότερες υπευθυνότητες. Δεν είναι υπέροχο;» «Είναι και χαίρομαι πολύ για σένα». Η Σουζάνα ξέχασε μονομιάς τον πονοκέφαλο και την κακοκεφιά της. «Πάμε να το γιορτάσουμε κάπου. Κερνάω σαμπάνια. Περίμενε μόνο ν' αλλάξω. Δε θ' αργήσω». Έκανε να βγει από το σαλόνι, αλλά κοντοστάθηκε. «Και κατέβασε τα βρομοπόδαρά σου από το τραπέζι!»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Το πρόγραμμα της Σουζάνας για τον επόμενο μήνα άλλαξε αναγκαστικά, γιατί ο συγγραφέας του βιβλίου δεν είχε τελειώσει τα κείμενα. Βρισκόταν, όπως είπε οργισμένος ο εκδότης, στη μέση σχεδόν κι αν δεν έβλεπαν ολόκληρο το χειρόγραφο, δεν μπορούσαν ν' αποφασίσουν για την εικονογράφηση. «Μα έχω κλείσει δωμάτια σε διάφορα ξενοδοχεία του Ντόρσετ», διαμαρτυρήθηκε η Σουζάνα. «Πρέπει να τα ακυρώσω και να τα ξανακλείσω αργότερα. Τι ανωμαλία! Άσε πια το χάσιμο χρόνου». «Στείλε μας ένα σημείωμα με τα έξοδά σου», της πρότεινε ο εκδότης απρόθυμα, στριφογυρίζοντας νευρικά στο κάθισμά του. «Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω αργότερα να κάνω τη δουλειά, έχω κι άλλες υποχρεώσεις και μερικές απ' αυτές δεν μπορώ να τις αναβάλω. Ίσως θα ήταν προτιμότερο να βρείτε κάποιον άλλο, όταν παραδώσει ο συγγραφέας το κείμενο». Η Σουζάνα σηκώθηκε περιμένοντας την απάντησή του που δεν άργησε να 'ρθει. «Όχι, όχι, δεν το θέλουμε αυτό, Σουζάνα. Έχουμε τη δουλειά σου σε μεγάλη εκτίμηση και το ξέρεις». «Εντάξει, Ρόμπιν. Δεν είναι ότι δε θέλω να φτιάξω το βιβλίο, αλλά είναι μεγάλη αναστάτωση ν' αναβάλω τη δουλειά πάνω που ήμουν έτοιμη ν' αρχίσω». «Φυσικά, το καταλαβαίνω... Θα τα διαβιβάσω όλα όσα είπες στο συγγραφέα. Πολύ βαρετός άνθρωπος, δεν απαντάει στα γράμματα, δε σηκώνει το τηλέφωνο...»


«Εμένα μου φαίνεται πολύ φυσικό», του αποκρίθηκε, καθώς τη συνόδευε ως την πόρτα. «Ο πονοκέφαλος των εκδοτών είναι οι συγγραφείς. Αλλά, βλέπεις, χωρίς αυτούς δεν μπορούμε να κάνουμε. Λοιπόν, μόλις πάρω το κείμενο θα σε ειδοποιήσω». Η Σουζάνα διέσχισε τον προθάλαμο, χαιρέτησε τη γραμματέα και βγήκε από το κτίριο. Το καλοκαίρι είχε φτάσει για τα καλά. Ο αέρας ήταν ευχάριστος κι ο ουρανός καταγάλανος. Η μέρα δεν ήταν για δουλειά, αλλά για να ξαπλώσεις σε μια ακρογιαλιά ή σ' έναν κήπο, να κάνεις ηλιοθεραπεία και να χαλαρώσεις. Αυτό θα έκανε ο Άλεξ ετούτη την ώρα. Είχε πάρει την άδειά του κι έφυγε για την Ισπανία μ' ένα οργανωμένο γκρουπ, γιατί έτσι δεν κόστιζε πολύ το ταξίδι. Είχε παραιτηθεί από τη διαφημιστική εταιρεία του Νιλ Άρντρεϊ και, όταν θα γύριζε από τις διακοπές, θ' άρχιζε την καινούρια του δουλειά. Η Σουζάνα τον είχε πάει στο αεροδρόμιο πριν από τέσσερις μέρες και του υποσχέθηκε πως θα ξαναπήγαινε να τον πάρει όταν θα επέστρεφε. Κι αυτή βρισκόταν προσωρινά χωρίς απασχόληση, αφού είχε τελειώσει το τελευταίο βιβλίο κι η αναχώρησή της για το Ντόρσετ είχε αναβληθεί. Δεν την ανησυχούσε το οικονομικό θέμα, είχε αρκετά χρήματα στην τράπεζα, που θα της έφταναν να περάσει δυο μήνες. Άλλωστε, μπορούσε ν' αποσύρει και το μέρισμα από τις μετοχές που είχε σε μια οικοδομική εταιρεία. Σκεφτόταν τον Άλεξ, καθώς γύριζε στο σπίτι της. Τις είχε ανάγκη τούτες τις διακοπές. Ο ήλιος και η αλλαγή θα του έφτιαχναν τη διάθεση. Ήταν αλήθεια πως κι εκείνη λαχταρούσε λίγη ξεκούραση, αλλά δεν της έκανε κέφι να πάει στο εξωτερικό. Και δεν πάω στο σπιτάκι, σκέφτηκε ζαρώνοντας τα φρύδια της. Δεν ήταν άσχημη ιδέα και θα είχε το χρόνο να το βάψει,


να αλλάξει λίγο τη διακόσμηση. Ήταν απαραίτητη αυτή η επισκευή και, αν δεν την έκανε μόνη της, θα έπρεπε να την αναθέσει σε κάποιον ειδικό, που θα ζητούσε ένα σωρό χρήματα. Έτσι όμως θα είχε διπλό κέρδος. Η Σουζάνα με τον προσγειωμένο χαρακτήρα της βρήκε την ιδέα εξαιρετική. Θα έβαφε και θ' άλλαζε ταπετσαρία το πρωί με τη δροσιά και το απομεσήμερο θα ξάπλωνε στον κήπο να μαυρίσει. Ένιωθε πιο ήρεμη και χαλαρωμένη τώρα που ο Άλεξ άρχισε να ξεπερνάει την ερωτική του απογοήτευση. Θα του χρειαζόταν βέβαια χρόνος να την ξεχάσει ολότελα, αλλά είχε πάψει να είναι κατσούφης κι αμίλητος. Εκείνο το βράδυ έφαγε μ' ένα φιλικό της ζευγάρι. Η 'Ιζαμπέλ ήταν παλιά της συμμαθήτρια και βλέπονταν κάπου κάπου. Είχε παντρευτεί τον Τζορτζ, το πρώτο φλερτ της Σουζάνας, πράγμα που δεν είχε επηρεάσει καθόλου τις σχέσεις τους. Οι δυο κοπέλες γνωρίζονταν από πολύ μικρές κι η Σουζάνα δε λυπόταν καθόλου που άφησε τον Τζορτζ να της ξεγλιστρήσει μέσα από τα χέρια. Μεγαλώνοντας είχε γίνει πολύ πληκτικός... Ο πραγματικός λόγος που η Σουζάνα επισκεπτόταν συχνά τους φίλους της ήταν η κόρη τους, η τρίχρονη Έμιλι, η μοναδική της βαφτισιμιά. Ένα χαριτωμένο πολυλογούδι- κο πλασματάκι, που η Σουζάνα το λάτρευε. «Ώστε, λοιπόν, ο Άλεξ άλλαξε πάλι δουλειά, ε;» παρατήρησε ο Τζορτζ με κάποια αποδοκιμασία γεμίζοντας με κρασί το ποτήρι της Σουζάνας, την ώρα που έτρωγαν. «Μα τι τον έπιασε; Η Χάουτον, Ελκς και Γουίλμερ είναι μεγάλη εταιρεία. Θ' ανέβαινε ψηλά αν έμενε εκεί». Ο Τζορτζ ήταν χρηματιστής. Είχε πρακτικό μυαλό και μια συμμετρικά οργανωμένη ζωή. «Μου φαίνεται πως είναι μια από τις επιχειρήσεις του Άρντρεϊ, ε; Έξυπνος τύπος αυτός ο Άρντρεϊ. Οι μετοχές του


ανέβηκαν πολύ τελευταία. Αναρωτιέμαι αν είναι αλήθεια αυτό που λένε πως πρόκειται να παντρευτεί την κόρη του Όλιβερ Χάρτγουικ... να δεις πώς τη λένε... Τζιν;... Όχι, Τζιλ... Ιζαμπέλ», είπε στη γυναίκα του, «άλλη φορά να παίρνεις φιλέτα ψαριού. Είναι καλύτερα». «Εντάξει, Τζορτζ», απάντησε εκείνη χαμογελώντας αμήχανα, λες και ζητούσε συγνώμη. «Κυκλοφορούν πολύ οι δυο τους τελευταία», συνέχισε ο Τζορτζ, «αλλά δεν είναι η πρώτη που τον έχει βάλει στο μάτι. Εκείνος κατάφερε ως τώρα να ξεφεύγει από τη... θηλιά. Γνωρίζω κάπως τους γονείς της. Ο πατέρας της είναι ένας χαζός κι η μάνα της, τώρα στα γεράματα, γυρίζει ντυμένη σαν δεκαοχτάρα. Γελάνε όλοι πίσω από την πλάτη της. Πολλά λεφτά βέβαια, αλλά θα 'λεγα πως δεν είναι αρκετά για να εντυπωσιάσουν τον Άρντρεϊ. Όσο για την κοπέλα, ελκυστική και πεισματάρα. Μπορεί να μην ξεφύγει ο φίλος αυτή τη φορά... ναι... ναι, μπορεί να μην ξεφύγει», επανέλαβε λες και του άρεσε η ιδέα. Λίγο αργότερα, καθώς η Σουζάνα βοηθούσε την'Ιζαμπελ στο πλύσιμο των πιάτων, εκείνη τη ρώτησε: «Δεν πλήττεις που ζεις έτσι μόνη στο Λονδίνο; Εγώ δε θα το άντεχα. Θα φοβόμουν ολομόναχη τη νύχτα σ' ένα διαμέρισμα». «Και τι σε κάνει να πιστεύεις πως είμαι μόνη;» της απάντησε η Σουζάνα πονηρά και βγήκε από την κουζίνα, αφήνοντας τη φίλη της να την κοιτάζει έκπληκτη, τρομαγμένη αλλά και γοητευμένη. Όπως και άλλες φίλες τους που είχαν βιαστεί να παντρευτούν κι αυτή δεν ήταν πολύ ευχαριστημένη από το γάμο της. Λίγες μέρες αργότερα, καθώς κατευθυνόταν προς το Σάσεξ, με το αυτοκίνητο φορτωμένο μπογιές, βούρτσες, ρολά, ταπετσαρίες κι όλα τα σύνεργα που χρειαζόταν για την


επισκευή του σπιτιού, σκεφτόταν αυτά που είχε πει ο Τζορτζ για τον Νιλ Άρντρεϊ. Βέβαια δεν της καιγόταν καρφί ποια θα παντρευόταν ο κύριος Άρντρεϊ, ήλπιζε όμως να τον τυλίξει η Τζιλ· του άξιζε. Θα ήθελε πολύ να τον δει νικημένο. Το φθινόπωρο πλησίαζε. Τα δέντρα είχαν αρχίσει να χάνουν το ζωηρό πράσινο χρώμα τους και οι πρώτες αποχρώσεις του μπρούντζου και της σκουριάς φάνηκαν κιόλας στις φυλλωσιές. Η Σουζάνα ρουφούσε με το βλέμμα της τα χρώματα, τα σχήματα, τις γραμμές. Είχε μάθει από καιρό να κοιτάζει πίσω από την επιφάνεια όσων έβλεπε για να διακρίνει τη δομή τους ως το βάθος κι αυτό το πείραμα δεν το περιόριζε μόνο στα αντικείμενα, το επέκτεινε και στους ανθρώπους που την τριγύριζαν. Η ανατομία ήταν ένα από τα αγαπημένα της θέματα όταν φοιτούσε στη Σχολή Καλών Τεχνών. Έβρισκε βαθιά ικανοποίηση στη μελέτη του ανθρώπινου κορμιού. Ένιωθε πως δε θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει την κίνηση ενός ζωντανού δημιουργήματος αν δεν είχε μελετήσει το σκελετό του. Όταν πρωτογνώρισε τον Νιλ Άρντρεϊ έμεινε έκπληκτη από το ύψος του, τους φαρδιούς ώμους του, τα μακριά του πόδια. Ο σκελετός του θα πρέπει να ήταν υπέροχος κι οι αναλογίες του τέλειες, σκέφτηκε χαμογελώντας. Οι γοφοί του ήταν στενοί, το στέρνο του πλατύ. Ήταν ένας γερός και δυνατός άντρας, τέλειος εκπρόσωπος του φύλου του και κάτι της έλεγε πως διέθετε κι ένα γερό μυαλό. Μα τν γίνεται; συλλογίστηκε ζαρώνοντας ξαφνικά τα φρύδια της. Γιατί τον σκέφτομαι πάλι αυτό τον άνθρωπο; Κάθε φορά που ξεχνιόταν, ο Νιλ Άρντρεϊ τρύπωνε στη σκέψη της, απρόσκλητα κι επίμονα. Την άλλη μέρα η Σουζάνα την πέρασε ξύνοντας τις επιφάνειες που σκόπευε να βάψει, βγάζοντας την παλιά ταπετσαρία και πλένοντας το ταβάνι. Άρχισε νωρίς το πρωί


και δε σταμάτησε παρά μόνον αφού σκοτείνιασε. Είχε κάνει μόνο ένα σύντομο διάλειμμα το μεσημέρι για να φάει λίγο και να πιει μια κούπα καφέ. Πριν ετοιμάσει το βραδινό της φαγητό, κράτησε τη μέση της, που είχε πιαστεί, και μ' έναν ελαφρό πονοκέφαλο ανέβηκε να κάνει ένα μπάνιο. Ήταν πραγματική απόλαυση το ζεστό μυρωδάτο νερό. Βοηθούσε τους μυς να χαλαρώσουν και το μυαλό να καθαρίσει. Ξάπλωσε, λοιπόν, στην μπανιέρα με μισόκλειστα μάτια, απόλυτα ικανοποιημένη από τη δουλειά της ημέρας. Ήταν συνηθισμένη να δουλεύει πολύ, αλλά όχι χειρωνακτικά. Κι η παλιά ταπετσαρία δεν έλεγε να ξεκολλήσει· ίσως γι' αυτό τώρα κι η ικανοποίηση της Σουζάνας ήταν μεγαλύτερη. Ένιωθε λες και είχε κερδίσει μια δύσκολη μάχη κι είχε ξεχάσει την παράξενη ένταση που τη βασάνιζε τελευταία. Όταν το νερό άρχισε να κρυώνει, βγήκε από την μπανιέρα, σκουπίστηκε και φόρεσε ένα φαρδύ καφτάνι που το είχε αγοράσει από την Κωνσταντινούπολη εδώ κι αρκετά χρόνια. Ήταν από μαλακό βελούδο με ασημένια κεντήματα στο στρίφωμα, στο λαιμό και τα μανίκια. Βούρτσισε τα υγρά μαλλιά της, τα τράβηξε πίσω από το πρόσωπο της και κατέβηκε στο ισόγειο, νιώθοντας ξαφνικά πολύ πεινασμένη. Είχε φέρει μερικές κονσέρβες μαζί της κι ο καταψύκτης στην κουζίνα ήταν γεμάτος, αλλά ήταν πολύ κουρασμένη για να ετοιμάσει κάτι περίπλοκο. Συμβιβάστηκε λοιπόν με λίγη ντοματόσουπα και μερικές φρυγανιές. Είχε μόλις τελειώσει το φαγητό της, όταν άκουσε ένα θόρυβο έξω στο δρομάκι. Της φάνηκε σαν σούρσιμο τροχών πάνω στα χαλίκια. Έστησε το αυτί της κι αφουγκράστηκε. Μήπως το είχε φανταστεί;


Ένα λεπτό αργότερα, κάποιος χτύπησε την πόρτα. Η Σουζάνα κοίταξε το ρολόι της. Κόντευε εννιά! Ποιος στην ευχή μπορεί να ήταν τέτοια ώρα; Ίσως κάποιος από το χωριό είδε τα φώτα κι είχε έρθει να ρίξει μια ματιά. Το σπιτάκι ήταν κλειστό τον περισσότερο καιρό κι οι συγχωριανοί, που ήξεραν πως τα δυο αδέρφια έμεναν μόνιμα στο Λονδίνο, είχαν πάντα το νου τους. Άνοιξε την πόρτα προσεχτικά, έτοιμη να την κλείσει αν δεν της άρεσε η φάτσα του επισκέπτη. Για μια στιγμή, λίγο έλειψε να τη βροντήσει όταν αντίκρισε τον Νιλ Άρντρεϊ. Έπαθε τέτοιο σοκ, που άρχισε να τραυλίζει. «Τι... τι ζητάς εδώ;» «Με συγχωρείς, σε τρόμαξα;» Της φάνηκε ύποπτα ευγενικός. Η Σουζάνα τον κοίταξε κρατώντας μισάνοιχτη την πόρτα. Δεν ήθελε να τη δει με το παλιό καφτάνι. Πώς τα κατάφερνε πάντα να τη βρίσκει άνω κάτω; «Ξέρεις τι ώρα είναι;» Εκείνος κοίταξε το ρολόι του. «Εννιά παρά δέκα. Μη μου πεις πως πέφτεις για ύπνο τόσο νωρίς!» «Δεν περίμενα επισκέψεις. Τι θέλεις;» «Μπορώ να σου μιλήσω;» τη ρώτησε υψώνοντας τα φρύδια του. «Πώς ήξερες ότι ήμουν εδώ;» «Πέρασα από το διαμέρισμά σου το απόγευμα καν μια γειτόνισσά σου μου είπε πως έφυγες για την εξοχή». Η Σουζάνα αναστέναξε καρτερικά. «Τίποτα δεν μπορεί να κρατήσει κανείς μυστικό, ακόμα και σε μια μεγάλη πόλη όπως το Λονδίνο! Ποια γειτόνισσα ήταν;» «Εκείνη με την ομπρέλα με την ατσάλινη λαβή», της εξήγησε ο Νιλ. «Την κρατούσε στραμμένη πάνω μου όση ώρα


μου μιλούσε, λες κι ήταν έτοιμη να προστατέψει την τιμή της σε περίπτωση επίθεσης». Η Σουζάνα γέλασε. «Ω, η δεσποινίς Έρβιν... ζει πάντα με την ελπίδα...» «Είσαι γερό καρφί όταν θέλεις... Λοιπόν, επιμένεις να συνεχίσουμε τη συζήτηση εδώ έξω; Μήπως δεν είσαι κατάλληλα ντυμένη;» τη ρώτησε αλλάζοντας στάση για να τη δει καλύτερα. Η πρώτη σκέψη της Σουζάνας ήταν να τραβηχτεί, αλλά το μετάνιωσε. Γιατί θα έπρεπε να κρύβεται; Τι την ένοιαζε στο κάτω κάτω της γραφής; Καμάρωνε πάντα για την ανεπιτήδευτη στάση της απέναντι στο αντίθετο φύλο. Μόνον ο Νιλ Άρντρεϊ φαινόταν ικανός να επηρεάζει τις αντιδράσεις της. «Πολύ... ανατολίτικο», σχολίασε εκείνος επιδοκιμαστικά παρατηρώντας το καφτάνι, ενώ το βλέμμα του σερνόταν νωχελικά σε όλο το κορμί της, κάνοντάς τη να νιώσει λες και ήταν γυμνή. «Που τ' αγόρασες; Από το Λονδίνο; » «Όχι από την Κωνσταντινούπολη. Είχα πάει μια κρουαζιέρα και σταματήσαμε εκεί για τρεις μέρες». «Σου άρεσε; Έχω πάει κι εγώ δυο τρεις φορές. Υπέροχο μέρος». Έδειχνε να διασκεδάζει με την κουβέντα. Μα τι στην ευχή γύρευε εδώ τέτοια ώρα; «Ήμουν σίγουρη πως θα σου άρεσε. Οι άντρες εκεί είναι του τύπου σου», του πέταξε η Σουζάνα. «Πάντως τα τζαμιά είναι ωραία, ιδίως το Μπλε Τζαμί. Αυτό το γαλάζιο φως που είναι διάχυτο μέσα είναι μοναδικό, δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο, θαρρείς κι αντικρίζεις το φως μιας χειμωνιάτικης χαραυγής». Σταμάτησε κατακόκκινη. Έπιασε τον εαυτό της να του μιλάει όπως μιλούσε στον Τζόνι ή σε κάποιο φίλο της. Ο Νιλ Άρντρεϊ όμως δεν ανήκε στο δικό τους κόσμο, δεν ασχολιόταν


με τις ιδέες και την ομορφιά. Ήταν απ' αυτούς που ασχολούνται μόνο με τα χρήματα και προφανώς μια συζήτηση για τέχνη θα του προκαλούσε γέλια. Κι όμως, εκείνος δε φάνηκε να έχει τέτοια διάθεση. Την κοίταξε επίμονα, λες και τον έσπρωχνε κάποια ανεξήγητη περιέργεια, λες και ήθελε να μάθει περισσότερα για εκείνη. «Μου αρέσει το ασημένιο κέντημα», είπε κι απλώνοντας το χέρι του χάιδεψε με το δάχτυλο του το γαρνίρισμα στη μανσέτα του μανικιού. Η Σουζάνα τραβήχτηκε ξαφνιασμένη κι εκείνος βρήκε την ευκαιρία να μπει στο σπίτι. Την άλλη στιγμή, έκλεισε την πόρτα πίσω του. Πώς είχε γίνει αυτό; «Είναι εδώ ο αδερφός σου;» τη ρώτησε, πριν προλάβει να του ζητήσει να φύγει. «Όχι, δεν είναι», του απάντησε επιθετικά. «Λείπει στην Ισπανία για διακοπές πριν αρχίσει την καινούρια δουλειά του. Έφυγε από την εταιρεία σου, το ξέρεις, υποθέτω. Παραιτήθηκε. Δεν περίμενε να τον πετάξεις έξω και δε δυσκολεύτηκε να βρει κάτι άλλο. Ο Άλεξ είναι ικανός και μια μέρα θα πετύχει». Εκείνος χαμογέλασε. Αν η Σουζάνα το έβλεπε σε κάποιον άλλο άντρα, θα μπορούσε να πει πως αυτό το χαμόγελο ήταν ζεστό, ακόμα και τρυφερό. Από τον Νιλ Άρντρεϊ όμως περίμενε μόνο σαρκασμό. «Είσαι πολύ αφοσιωμένη αδερφή. Ελπίζω να σου το αναγνωρίζει», παρατήρησε και χωρίς να περιμένει απάντηση προχώρησε στην κουζίνα. Στο τραπέζι βρίσκονταν ακόμα τα υπολείμματα του δείπνου της και το βιβλίο που διάβαζε όσο έτρωγε. Ο Νιλ έσκυψε, το πήρε και ξεφύλλισε βιαστικά τις σελίδες του. «Τόμας Χάρντι! Σου αρέσει;»


«Ναι, γιατί;» του απάντησε κοφτά. Ο Νιλ την κοίταξε δείχνοντας να διασκεδάζει με το ύφος της. «Γιατί παίρνεις την κάθε μου ερώτηση ως προσωπική επίθεση;» «Μαζί σου έτσι είναι συνήθως. Τέλος πάντων, θα μου πεις τι ζητάς εδώ, κύριε Άρντρεϊ;» «Νιλ», τη διόρθωσε. «Κι εμένα μου αρέσει ο Χάρντι, Σουζάνα, και ιδίως αυτό το βιβλίο. Είδες και την ταινία; Τη βρήκα λίγο αργή στην αρχή, αλλά η φωτογραφία ήταν υπέροχη». Η Σουζάνα μάζεψε το μπολ και το κουτάλι από το τραπέζι και τα έβαλε στο νεροχύτη. «Είμαι πολύ κουρασμένη, κύριε Άρντρεϊ. Έβαφα όλη τη μέρα κι είμαι πεθαμένη, δε στέκομαι στα πόδια μου. Μπορούμε να έρθουμε στο θέμα;» Άφησε το βιβλίο και την κοίταξε μ' ένα αινιγματικό χαμόγελο. «Δε φαίνεται να σε απασχολούν οι συμβατικότητες, έτσι δεν είναι;» «Τι σημαίνει αυτό;» τον ρώτησε. Τα λόγια του της φάνηκαν ύποπτα και διφορούμενα σαν καλυμμένη ερωτική πρόταση και τα νεύρα της τεντώθηκαν. «Εννοώ πως δε ζορίζεσαι να φανείς ευγενική», της απάντησε και το βλέμμα του ήταν κοροϊδευτικό. «Τώρα αναρωτιέμαι τι να φαντάστηκες». Τα μάγουλά της φλογίστηκαν. Χαμήλωσε το βλέμμα της, γιατί δεν ήθελε ν' αφήσει αυτά τα διαπεραστικά μάτια να διαβάσουν τις σκέψεις που πάσχιζε να βγάλει από το νου της. Δεν ήθελε να συμπαθήσει αυτό τον άνθρωπο ούτε ν' αφήσει τη γοητεία του να την επηρεάσει. Δεν ήθελε να προσέξει πως το μαύρο τζιν που φορούσε ήταν «σινιέ» και του πήγαινε υπέροχα. Δεν ήθελε να προσέξει πως το άσπρο πουκάμισο και το κασμίρ πουλόβερ τόνιζαν το φαρδύ του στέρνο και τους λεπτούς γοφούς. Δεν άφηνε τα μάτια της να τον


περιεργαστούν... κι όμως είχε πιάσει κιόλας και την τελευταία λεπτομέρεια της εμφάνισής του. Ήταν ενοχλητικό και γελοίο να την επηρεάζει έτσι αυτός ο άντρας. «Επισκευάζεις το σπίτι;» τη ρώτησε κι αφού έριξε μια ματιά στην κουζίνα στάθηκε στην πόρτα του καθιστικού που αντιλάλησε παράξενα τον ήχο της φωνής του όταν μίλησε. Ήταν άδειο και καθαρό, οι τοίχοι γυμνοί και τα παράθυρα χωρίς κουρτίνες κι έδειχνε αφιλόξενο κι απειλητικό μέσα στη νύχτα. «Πότε άρχισες; Όλα αυτά εσύ τα έκανες;» «Ναι», του απάντησε πίσω από την πλάτη του ανυπόμονα. Ήθελε να φύγει, κάθε δευτερόλεπτο που έμενε της φαινόταν πως κάτι την απειλούσε, τον φοβόταν. Δεν ήθελε παρτίδες μ' αυτό τον άντρα που μπορούσε να την πληγώσει. «Σουζάνα;» Η φωνή του την ξάφνιασε κι αναπήδησε σχεδόν όταν τον άκουσε να λέει το όνομά της. «Δε με προσέχεις», την κατηγόρησε κι ήταν τόσο κοντά της, που τα μάτια της ορθάνοιξαν. «Τα μαλλιά σου έχουν το πιο ασυνήθιστο χρώμα που έχω δει. Ούτε καστανά ούτε κόκκινα», μουρμούρισε αγγίζοντας ένα σγουρό τσουλούφι πλάι στο αυτί της. «Είναι γεμάτα ηλεκτρισμό λες και βλέπω τις σπίθες. Τον νιώθω να μου γαργαλάει το δέρμα», πρόσθεσε χαϊδεύοντας με την παλάμη του τα μαλλιά της από την κορφή του κεφαλιού ως τους ώμους. Η Σουζάνα ξεροκατάπιε. Ο λαιμός της είχε στεγνώσει και την έτσουζε λες και είχε αρπάξει κρυολόγημα. «Δε μου είπες ακόμα γιατί ήρθες», του θύμισε με ξερή φωνή. «Με τι τα λούζεις; Με σαμπουάν από λεμονανθούς; Έτσι μου φαίνεται πως μυρίζουν». Έσκυψε κι η Σουζάνα τον ένιωσε κατάπληκτη ν' αγγίζει τα μαλλιά της με το μάγουλο του. «Είναι σαν μετάξι», της είπε κι η φωνή του πνίγηκε μέσα


στα πυκνά φρεσκολουσμένα μαλλιά της. «Η γιαγιά μου θέλει να σε γνωρίσει. Φαίνεται πως η Σιάν δεν έπαψε να μιλάει για σένα. Μια και δεν μπορεί να μιλήσει για τον Άλεξ, μιλάει για σένα. Η γιαγιά, λοιπόν, θα ήθελε να φάτε μαζί ένα μεσημέρι». «Λυπάμαι», απάντησε η Σουζάνα βραχνά και τραβήχτηκε από κοντά του προχωρώντας προς την κουζίνα. «Όπως βλέπεις είμαι πολύ απασχολημένη και δε θα γυρίσω στο Λονδίνο σύντομα. Θα μείνω εδώ για μερικές βδομάδες. Φοβάμαι, λοιπόν, πως δε θα μπορέσω να δεχτώ την πρόσκλησή της». «Μα δε μένει στο Λονδίνο. Μένει στο Μπράιτον, που δεν είναι μακριά από δω. Είσαι σίγουρη πως δεν μπορείς να εξοικονομήσεις δυο τρεις ώρες; Η Σιάν δεν έχει και πολλές συντροφιές, είναι μοναχικό κορίτσι». «Εγώ δεν είμαι συνομήλικη της», διαμαρτυρήθηκε. «Θα πρέπει να έχει φίλες της δικής της ηλικίας. Ή μήπως δεν της το επέτρεψες;» Ο Νιλ έσπρωξε πίσω τα μαύρα μαλλιά του με μια νευρική κίνηση. «Για όνομα του Θεού και γι' αυτό ακόμα με κατηγορείς; Δεν εμπόδισα εγώ τη Σιάν να δημιουργήσει φιλίες. Ήμουν αναγκασμένος να τη βάλω εσωτερική, γιατί ήταν μόλις οχτώ χρονών όταν πέθανε η μητέρα μας. Ποιος θα την πρόσεχε; Εγώ έλειπα όλη μέρα και κάθε τόσο ταξίδευα. Δεν ήταν νοικοκυρεμένη ζωή αυτή για ένα μικρό κορίτσι κι η γιαγιά έπαθε καρδιακή προσβολή μετά το θάνατο της μητέρας. Νόμιζα πως θα πεθάνει κι εκείνη. Δεν μπορούσα, λοιπόν, να αφήσω μαζί της τη Σιάν, όταν βγήκε από το νοσοκομείο. Θα ήταν μεγάλος κόπος για εκείνη. Έτσι δεν υπήρχε άλλη λύση. Η Σιάν έπρεπε να μπει εσωτερική σ' ένα σχολείο, αλλά περνούσε πάντα τις διακοπές της στο Μπράιτον ή στο παλιό σπίτι της μητέρας μου στην εξοχή».


«Όχι όμως μαζί σου», παρατήρησε η Σουζάνα ζαρώνοντας τα φρύδια της. «Μα σου είπα...» «Το ξέρω, ήσουν πολύ απασχολημένος για να βρεις καιρό για την αδερφή σου. Καταλαβαίνω πολύ καλά, κύριε Άρντρεϊ». Του χαμογέλασε ψυχρά, πράγμα που τον έκανε έξω φρενών. «Δεν είναι έτσι όπως τα λες. Και βέβαια βρισκόμουν με τη Σιάν κατά καιρούς. Μια χρονιά την πήρα μαζί μου στην Ελλάδα για τρεις βδομάδες. Μια άλλη φορά την πήρα στη Σκοτία και πάντα περνούσα τα Χριστούγεννα μ' εκείνη και τη γιαγιά. Δεν έλειψα ούτε μια χρονιά. Πήγαινα και την έβλεπα στο σχολείο τα Σαββατοκύριακα. Δεν ξέρω τι εντύπωση σου έδωσε, αλλά δεν είμαι κανένα τέρας!» «Το λες αυτό σαν να της κρατάς κακία», τον κορόιδεψε η Σουζάνα κι είδε το πρόσωπο του να κοκκινίζει από θυμό. Με μια απότομη κίνηση τότε εκείνος πήρε το πρόσωπο της μέσα στις χούφτες του κι η Σουζάνα τον κοίταξε άναυδη, ανίκανη ν' αντιδράσει. Τη μελετούσε επίμονα, λες κι ήθελε ν' αποτυπώσει κάθε λεπτομέρεια του προσώπου της. Κι αυτό το επίμονο βλέμμα έκανε την καρδιά της να χτυπάει ακανόνιστα. «Είναι απαραίτητο να γίνεται μάχη κάθε φορά που θα συναντιόμαστε;» τη ρώτησε άγρια. Άνοιξε το στόμα της ν' απαντήσει, αλλά εκείνος μουρμούρισε: «Όχι, μην πεις τίποτα. Άσε με μόνο να σε φιλήσω». Έσκυψε και το στόμα του άγγιξε το δικό της. Η Σουζάνα στεκόταν σαν μαρμαρωμένη από την έκπληξη, ενώ εκείνος έσκυβε πάνω της με τα δάχτυλα του χωμένα στα μαλλιά της. Ξαφνικά, ένιωσε έτοιμη να λιποθυμήσει. Γαντζώθηκε από πάνω του, ομολογώντας στον εαυτό της πως την είχε ανάγκη αυτή την πεινασμένη επαφή με το στόμα του, με το σκληρό


κορμί του. Ήταν μια αίσθηση πρωτόγνωρη και δυνατή, που το μυαλό της την απέρριπτε, αλλά τα βαθύτερα ένστικτά της την καλοδέχονταν. Ο πόθος την πλημμύρισε, σαρώνοντας κάθε σκέψη. Ετούτη τη στιγμή δεν έμοιαζε να μετράει τίποτ' άλλο από την ικανοποίηση αυτής της πείνας που της έφερνε πόνο. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς άγγιζαν τους φαρδιούς ώμους και γλιστρούσαν στην απαλή σάρκα του λαιμού. Ένιωσε μια φλέβα να χτυπάει δυνατά στη βάση του κι ο Νιλ άφησε ένα πνιχτό βογκητό, καθώς τα δάχτυλά της τον ψαχούλευαν. Τα δικά του χέρια άρχισαν να κινούνται πάνω στο κορμί της και να το ψηλαφούν -τα στήθη, τη μέση, την καμπύλη των γοφών της. Το κορμί της ήταν κρυμμένο κάτω από το βελούδινο ύφασμα κι όμως τα χέρια του την έγδυναν. Ένας βαθύς στεναγμός ξέφυγε από το στόμα της. Ο Νιλ είχε χώσει το πρόσωπο του στο λαιμό της πιέζοντας τα καυτά του χείλια στην τρυφερή σάρκα κι αναγκάζοντάς τη να γείρει πίσω το κεφάλι της. «Σε θέλω!» της ψιθύρισε και η Σουζάνα τα 'χασε. Ήταν έτοιμη να του παραδοθεί χωρίς αντίσταση. Τα χείλια της πήγαιναν να πουν «ναι», αλλά πίεσε τον εαυτό της ν' αποτινάξει τη ζάλη της αδυναμίας. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες και τραβήχτηκε ανοίγοντας με κόπο τα μάτια της. Χρειάστηκε να σπρώξει τον Νιλ για να τον κάνει να την αφήσει κι εκείνος την κοίταξε λαχανιασμένος, με μάτια που έλαμπαν σαν άστρα. «Όχι!» του είπε. Η φωνή της έμοιαζε περισσότερο μ' ένα τραχύ βογκητό. Ήταν μια πικρή νίκη, με τη γεύση της ήττας. Δεν ήταν αυτό που ήθελε, αλλ' αυτό που έπρεπε να πει. Το είχε πει αρκετές φορές σε άλλους άντρες, αλλά ποτέ δεν την έκανε να πονέσει. Ήταν η πρώτη φορά που έλεγε «όχι» κι εννοούσε το αντίθετο.


Στα χείλια του Νιλ φάνηκε ένα παράξενο χαμόγελο. «Το ξέρω πως είναι τρέλα. Νομίζεις πως δεν το είπα κι εγώ στον εαυτό μου χίλιες φορές; Είσαι ένα ατίθασο πλάσμα. Οι συναντήσεις μας κάθε φορά καταλήγουν σε καβγά, πότε μου 'ρχεται να σε πνίξω και πότε θέλω να κάνω κάτι πολύ διαφορετικό», συνέχισε βραχνά, κοιτάζοντάς την κατάματα κι η Σουζάνα νόμισε πως η καρδιά της θα έσπαζε μέσα στο στήθος της. Δεν είναι δυνατόν, είπε μέσα της, δεν είναι δυνατόν! Μα τι μου συμβαίνει; Έχω όλα τα συμπτώματα μιας αρρώστιας που δεν την πίστευα. Δεν πίστευε πως οι άνθρωποι ερωτεύονται. Είχε περάσει ώρες μελετώντας το ζευγάρωμα των πουλιών και των ζώων. Για να τα ζωγραφίσει, έπρεπε να τα γνωρίσει, να τα καταλάβει. Έχοντας πάντα στη μνήμη της την αυτοθυσία της μητέρας της απέναντι στο φιλάσθενο άντρα της κι ύστερα στον Άλεξ, η Σουζάνα ένιωθε πως δε θα μπορούσε να κάνει το ίδιο για κανέναν άντρα. Τα ίδια χνάρια ακολουθούσαν κι όλες οι παντρεμένες φίλες της. Έδιναν όλο τον εαυτό τους στο νοικοκυριό και την ανατροφή των παιδιών. Ο έρωτας ζητάει πολλά. Δεν ικανοποιείται με λίγα. Τα ζητάει όλα. Κάπου θα πρέπει να υπάρχει ένας άντρας λιγότερο απαιτητικός, που να μη θέλει να σε καταβροχθίσει, σκεφτόταν η Σουζάνα, αλλά η λογική τής έλεγε πως αυτός δεν ήταν σίγουρα ο Νιλ Άρντρεϊ. Αρκούσε μια ματιά σ' αυτό το δυνατό κορμί, στα επίμονα γκρίζα μάτια για να καταλάβει πως ήταν απ’ αυτούς που παίρνουν μόνο. Θα τα ήθελε όλα, δε θα συμβιβαζόταν με... ημίμετρα. «Δεν έχεις τι να πεις;» τη ρώτησε ύστερα από μια παρατεταμένη σιωπή, χωρίς να την αφήνει στιγμή από τα μάτια του. «Αυτό είναι κάτι καινούριο για σένα. Συνήθως


έχεις πολλά να πεις! Γιατί, λοιπόν, βουβάθηκες τώρα;» Η φωνή του ήταν πιο ήρεμη, πιο συγκρατημένη. Η Σουζάνα ανατρίχιασε λες και κρύωσε ξαφνικά τώρα που της έλειψε η ζεστασιά του κορμιού του. «Δεν υπάρχουν και πολλά να πω. Δε θα βγει τίποτα και το ξέρουμε κι οι δυο. Δε θέλω να μπλεχτώ σε κάτι που θα έχει άσχημη... κατάληξη. Καλύτερα να φύγεις όσο είμαστε κι οι δυο ψύχραιμοι». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Νομίζω πως έχεις δίκιο. Το σεξ είναι ένα εκρηκτικό παιχνίδι, ακόμα κι όταν οι παίχτες ξέρουν τι κάνουν κι εγώ σίγουρα δεν ξέρω τι κάνω αυτή τη στιγμή. Ήρθα εδώ χωρίς τέτοια πρόθεση, αλλά όλα έγιναν γιατί με ερεθίζεις. Με τρελαίνεις όταν με κοιτάς μ' αυτό το βλέμμα που μοιάζει να λέει, 'πήγαινε στο διάβολο'. Μου 'ρχεται να... Τέλος πάντων, ξέρεις τι μου 'ρχεται να κάνω. Είμαι αρσενικό και τα ένστικτά μου δεν υπακούουν πάντα στη λογική». «Τα ένστικτα των αρσενικών υπακούουν σπάνια στη λογική», τον ειρωνεύτηκε η Σουζάνα. «Καληνύχτα, κύριε Άρντρεϊ». Προχώρησε προς την εξώπορτα κι εκείνος την ακολούθησε αργά. «Κύριε Άρντρεϊ! Αυτό είναι γελοίο ύστερα από ένα τέτοιο φιλί...» «Είσαι πιο ασφαλής όταν φέρεσαι τυπικά», τον αντέκρουσε ανοίγοντάς του την πόρτα. Ο Νιλ έκανε μια κοροϊδευτική υπόκλιση. «Πολύ καλά, δεσποινίς Χάουαρντ. Δε μου είπες ακόμα αν θα δεχτείς την πρόσκληση της γιαγιάς μου και, για να μη σε βάλω σε κόπο να ρωτήσεις, εγώ δε θα είμαι εκεί. Μπορείς να δεις τη Σιάν με την ησυχία σου».


Η Σουζάνα δίστασε για λίγο, ύστερα όμως ανασήκωσε τους ώμους της. «Πολύ καλά, λοιπόν. Ποια είναι η διεύθυνση και τι ώρα πρέπει να είμαι εκεί;» Τι θα έβλαπτε να την ξαναδεί κι ας ήταν θυμωμένη μαζί της που πλήγωσε τον Άλεξ.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Στις δωδεκάμισι ακριβώς την άλλη μέρα, η Σουζάνα βρισκόταν στη διεύθυνση που της έδωσε ο Νιλ. Της άρεσε να είναι ακριβής. Ήταν συνήθεια μιας ζωής, όπως και τόσες άλλες καλές συνήθειες που είχε αποκτήσει στην προσπάθειά της να βασίζεται πάντα αποκλειστικά στον εαυτό της. Όταν ήταν παιδί, η μητέρα της, πολυάσχολη πάντα, δεν την πρόσεχε ιδιαίτερα κι έτσι φρόντιζε μόνη της τον εαυτό της. Στο σπίτι τους βασίλευε η αντίληψη πως οι άντρες χρειάζονται φροντίδα κι εξυπηρέτηση από το πρωί ως το βράδυ, ενώ οι γυναίκες κάθε ηλικίας είναι ανθεκτικές σε όλα. Η Σουζάνα λοιπόν, θέλοντας και μη, έμαθε να καλύπτει μόνη τις ανάγκες της. Θυμόταν πως, παιδί ακόμα, σχεδόν ντρεπόταν για την καλή της υγεία, τη ζωτικότητα και την ενεργητικότητα της κι έρχονταν φορές που λαχταρούσε να ήταν λεπτεπίλεπτη και φιλάσθενη για να την προσέχουν! Είχε μάθει όμως να φροντίζει τον εαυτό της. Στο σχολείο δούλευε σκληρά όπως κι αργότερα στο κολέγιο. Ήταν τακτική, προσεχτική, συγκρατημένη κι αυτάρκης. Ωστόσο, δεν έπαυε ν' αναρωτιέται μήπως αυτή η αυτάρκεια είχε και τις αρνητικές της πλευρές. Δε θα ήταν άσχημο να στηρίζεται και σε κάποιον άλλο πότε πότε για αλλαγή, συλλογιζόταν, αλλά αυτή η σκέψη κρατούσε ελάχιστα. Η Σουζάνα έπιανε τη ζωή από τα μαλλιά ως ρεαλίστρια και συνέχιζε να ζει έτσι όπως είχε μάθει από παιδί. Πριν βγει από το αυτοκίνητο, έριξε μια ματιά στο σπίτι κι έμεινε κυριολεκτικά με το στόμα ανοιχτό. Σωστό


κουκλόσπιτο. Στις κυκλικές τζαμαρίες του κρέμονταν άσπρες και ροζ ριγέ κουρτίνες, η στέγη ήταν από κοκκινωπά κεραμίδια κι η ξύλινη εξώπορτα άσπρη μ' ένα αστραφτερό μπρούντζινο κεφάλι αγγέλου για ρόπτρο. Βγήκε από το αυτοκίνητο, ανέβηκε τα τρία σκαλοπάτια της εισόδου και ανασήκωσε με προσοχή το κεφάλι του μικρού αγγέλου. «Με συγχωρείς που ταράζω τις προσευχές σου», ψέλλισε χτυπώντας δυο φορές. «Είναι μεγάλη απρέπεια να μεταχειρίζεται κανείς έτσι ένα χερουβείμ που προσεύχεται». «Ω, μη σε ξεγελάει, δεν προσεύχεται. Έχει το ένα μάτι ανοιχτό και παραμονεύει όσους μπαινοβγαίνουν. Είναι πολύ ξιπασμένο αγγελούδι. Του αρέσει να το θαυμάζουν». Η Σουζάνα χαμογέλασε στην ηλικιωμένη κυρία που της άνοιξε την πόρτα. Ήταν μικροσκοπική και χαριτωμένη, με ασημένια μαλλιά, φωτεινά μάτια και μια μύτη μικρή κι ελαφρά γυριστή στην άκρη που της έδινε ένα γοητευτικά αυθάδικο ύφος. Φορούσε ένα βαμβακερό φόρεμα στο χρώμα της λεβάντας που τόνιζε τα ξέθωρα γαλανά της μάτια. Στα νιάτα της θα ήταν βιολετιά όπως της Σιάν, σκέφτηκε η Σουζάνα. «Είναι τρισχαριτωμένο, όλο το σπίτι είναι υπέροχο. Δε συνηθίζω να πιάνω κουβέντα με τα ρόπτρα στις εξώπορτες. Σας το λέω αυτό για να μη νομίζετε πως παραμιλάω», της εξήγησε η Σουζάνα γελώντας. «Ω, εγώ όμως παραμιλάω. Μερικές φορές είναι πιο εύκολο να μιλάς μόνος παρά σε άλλους. Σου απαντούν, διακόπτουν το συλλογισμό σου, διαφωνούν... κι ο Νιλ είναι ο χειρότερος απ' όλους. Έχει μόνιμες αντιρρήσεις κι αυτό είναι κουραστικό. Είμαι η Λίντια Άρντρεϊ», πρόσθεσε απλώνοντας το χέρι της, «κι εσύ σίγουρα η Σουζάνα. Τι όμορφο όνομα και πόσο σου


ταιριάζει. Σ' ευχαριστώ που ήρθες να με δεις, ελπίζω να σου αρέσει το τυρί». Η Σουζάνα την κοίταξε σαστισμένη. «Ναι, μου αρέσει». «Έφτιαξα ένα σουφλέ με τυρί. Μόλις μπήκε στο φούρνο. Έχεις, λοιπόν, καιρό για ένα απεριτίφ πριν από το φαγητό. Πέρασε μέσα, Σουζάνα». Το μικροσκοπικό χολ ήταν ντυμένο με ταπετσαρία σε ροζ και πράσινο χρώμα. Κάτι απίθανα όμορφα μπουμπούκια μηλιάς ξεπρόβαλλαν μέσα από πράσινα κλαράκια κι έδιναν μια νότα ανοιξιάτικης δροσιάς στο μικρό χώρο. Ένας οβάλ καθρέφτης με άσπρη σκαλιστή κορνίζα κρεμόταν σ' έναν τοίχο κι από κάτω σε μια κονσόλα ήταν ακουμπισμένο ένα βάζο με ανοιχτά ροζ τριαντάφυλλα που είχαν αρχίσει κιόλας να μαδούν. Η Σουζάνα ένιωσε λες και έμπαινε πραγματικά σε κουκλόσπιτο. Το ταβάνι ήταν χαμηλό κι όλα μικροσκοπικά! «Πέρασε στο σαλόνι, Σουζάνα». Η ηλικιωμένη κυρία προηγήθηκε κι η Σουζάνα την ακολούθησε. Μπήκαν σ' ένα δωμάτιο που οι μπαλκονόπορτές του έβγαζαν στον κήπο. Ήταν επιπλωμένο με παλιά κομμάτια, κονσόλες, πολυθρόνες με ψηλή ράχη. Η Σιάν καθόταν σ' έναν καναπέ καλυμμένο με ξεθωριασμένο ροζ βελούδο. Σηκώθηκε μόλις μπήκε μέσα η Σουζάνα και μουρμούρισε ένα δειλό «γεια σου». Στάθηκε αμήχανη λες και δεν ήξερε πού να βάλει τα χέρια της και τα λεπτά, μακριά πόδια της. «Θα πιεις ένα ποτήρι σέρι, Σουζάνα; Ξερό ή γλυκό; Τι προτιμάς;» Η Λίντια κάθισε σαν βασίλισσα σε μια πολυθρόνα κι ακούμπησε τα χέρια της στα σκαλιστά μπράτσα. Ήταν χλομή με λεπτό ρυτιδιασμένο δέρμα. Κι εκείνη κάθισε στον καναπέ απέναντι της. «Θα ήθελα γλυκό σέρι, αν δε σας κάνει κόπο». «Κι εγώ το ίδιο. Σερβίρισέ μας, χρυσό μου», είπε η ηλικιωμένη κυρία γυρνώντας στην εγγονή της.


Η Σουζάνα περιεργάστηκε στα γρήγορα το δωμάτιο. Το μάτι της έπεσε σ' ένα πολύ παλιό χαλί και μερικές σπάνιες πορσελάνες. «Ώστε, λοιπόν, είσαι η αδερφή του Άλεξ», είπε η Λίντια. «Του μοιάζεις; Δεν τον έχω δει ποτέ. Η Σιάν δεν το θεώρησε σκόπιμο να μου τον φέρει να τον γνωρίσω». Η μικρή παραλίγο να πετάξει το ποτήρι με το κρασί που έφερνε στη Σουζάνα. Τα δάχτυλά της έτρεμαν τόσο, που τη λυπήθηκε. Πήρε το ποτήρι από τα χέρια της και της χαμογέλασε με συμπάθεια. «Δεν ήξερα... δεν το φαντάστηκα...» άρχισε, αλλά η γιαγιά της την έκοψε. «Δεν πρέπει να βγάζεις αυθαίρετα συμπεράσματα. Αυτό το κοινό έχεις με τον αδερφό σου, Σιάν. Σχηματίζετε γνώμη χωρίς να καλοσκεφτείτε, έτσι παρορμητικός ήταν από τα δεκαοχτώ του χρόνια κι ο Νιλ. Στεκόμουν πάντα στο ένα πόδι, δεν ήξερα ποια θα ήταν η επόμενη κίνησή του. Κι ήταν τόσο ευέξαπτος...» «Λάθος χρόνο χρησιμοποιήσατε. Δεν ήταν, είναι ακόμα», σχολίασε η Σουζάνα. Η κυρία Άρντρεϊ την κοίταξε με το διαπεραστικό της βλέμμα. «Πολύ πιθανόν, αν και δεν έχω δει δείγματα τελευταία», παρατήρησε πίνοντας μια γουλιά από το κρασί που της έδωσε η εγγονή της. «Επιτρέπω στον εαυτό μου ένα ποτήρι σέρι την ημέρα. Είναι μια μικρή απόλαυση που την περιμένω ανυπόμονα. Λοιπόν, για πες μου. Βρίσκεις πως η Σιάν έχει αρκετό ταλέντο για να κάνει καριέρα στη ζωγραφική, αν φυσικά ακολουθήσει τις κατάλληλες σπουδές;» Η Σουζάνα αιφνιδιάστηκε απ' αυτή την απότομη αλλαγή θέματος. «Δε... δεν ξέρω. Δεν έχω δει τη δουλειά της».


Η μικρή έγινε κατακόκκινη. «Ω γιαγιά, σου είπα... δεν έχουν καμιά σχέση όλα αυτά με τη Σουζάνα. Ήταν δική μου ιδέα. Μίλησα στον Νιλ, αλλά δε μ' άκουσε...» «Φυσικά και δε σ' άκουσε», της πέταξε η Σουζάνα πικρόχολα. «Λυπάμαι που σου προκάλεσα κι άλλα προβλήματα, δε φαντάστηκα πως ο Νιλ θα σ' ενοχλούσε και γι' αυτό». Η Σιάν της έριξε μια παρακλητική ματιά σαν να της ζητούσε συγνώμη. Φορούσε ένα ριγέ ασπρόμαυρο φόρεμα που την έδειχνε ακόμα πιο λεπτή. «Ο Νιλ με ειρωνεύτηκε», συνέχισε. «Μου είπε: Εντάξει, αν δε θες να πας στο πανεπιστήμιο, τότε τι θέλεις να κάνεις;' Εγώ είπα πως θέλω να σπουδάσω ζωγραφική κι αυτό τον ξάφνιασε, στην πραγματικότητα όμως δεν ήθελα ούτε κι αυτό. Το μόνο που επιθυμώ είναι να με αφήσει ήσυχη!» Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και μια ηλικιωμένη γυναίκα έχωσε το κεφάλι της στο άνοιγμα. «Το φαγητό είναι έτοιμο», ανήγγειλε. Η Λίντια Άρντρεϊ σηκώθηκε με κόπο κι από την κίνησή της η Σουζάνα μάντεψε πως υπέφερε από αρθριτικά. «Έλα κοντά μου να πιαστώ, Σιάν», είπε στην εγγονή της, απλώνοντας το ρυτιδωμένο χέρι της με τις μελανές κλειδώσεις. Η μικρή τη βοήθησε να προχωρήσει προς την πόρτα κι έτσι όπως βάδιζαν πλάι πλάι, η Σουζάνα διέκρινε καθαρά την ομοιότητα. Είχαν κι οι δυο την ίδια κατατομή, τα ίδια χρώματα και κρίνοντας από το πορτραίτο στο σπίτι του Νιλ, η Λίντια Άρντρεϊ θα πρέπει να ήταν όμορφη στα νιάτα της. Έφαγαν σε μια τραπεζαρία μικρότερη από το σαλόνι, με σκούρα ξύλινη επένδυση στους τοίχους κι ένα μικρό οβάλ τραπέζι στρωμένο με μεγάλη φροντίδα: λινό τραπεζομάντιλο, φίνα κρυστάλλινα ποτήρια, παλιά καλογυαλισμένα ασημικά.


Στο κέντρο βρισκόταν ένα ασημένιο μπολ με φρούτα κι η ηλικιωμένη γυναίκα τους σέρβιρε γκρέιπ-φρουτ κομμένα στη μέση, πασπαλισμένα με καφετιά ζάχαρη και σταφίδες, ψημένα τόσο που να σχηματιστεί μια νόστιμη κρούστα στην επιφάνεια. «Είναι υπέροχο», παρατήρησε η Σουζάνα κι η Λίντια λοξοκοίταξε τη Σιάν που κοκκίνισε. «Συνταγή της Σιάν», εξήγησε. «Συγχαρητήρια. Δική σου ανακάλυψη;» Η μικρή κούνησε το κεφάλι της. «Όχι, την ξεσήκωσα από ένα βιβλίο μαγειρικής. Περίμενε όμως να δοκιμάσεις το σουφλέ της γιαγιάς, είναι απίθανο». Και ήταν πραγματικά. Τέλεια ψημένο και προκλητικά ροδοψημένο, με θαυμάσια γεύση. Όσο έτρωγαν, η Λίντια Άρντρεϊ έκανε αμέτρητες ερωτήσεις στη Σουζάνα -πολύ διακριτικά βέβαια-, για τον εαυτό της, τις σπουδές της, την οικογένειά της, την καριέρα, τα προσωπικά της γούστα. Εκείνη απαντούσε συγκρατημένα προσπαθώντας να φανερώσει όσο λιγότερα μπορούσε για τον εαυτό της, χωρίς να φανεί αγενής. Δεν ήταν εύκολο. Τα γαλανά μάτια της Λίντια έμοιαζαν με ακτίνες λέιζερ, που τη διαπερνούσαν κι αποκάλυπταν τις σκέψεις. Όσο πιο λίγα έλεγε, τόσο πιο πολλά φαινόταν να μαντεύει η Λίντια. Εκείνο που φοβόταν όμως ήταν ένα συγκεκριμένο θέμα κι έτσι, κάθε φορά που η ηλικιωμένη ανέφερε το όνομα του Νιλ, η Σουζάνα κοίταζε αλλού. Κάποια στιγμή ωστόσο, την έπιασε να την κοιτάζει με τόσο πονηρό βλέμμα, που έγινε κόκκινη σαν παπαρούνα. «Είναι φορές που μισώ τον Νιλ», ομολόγησε η Σιάν, που δεν είχε πάρει είδηση τι γινόταν. «Σοβαρά;» Η γιαγιά της κοίταξε τη Σουζάνα που βιάστηκε να δαγκώσει το μήλο που έτρωγε. «Καφέ, Σουζάνα; Σκέτο ή με γάλα;»


«Σκέτο και χωρίς ζάχαρη. Ευχαριστώ». Η φωνή της ακούστηκε ήσυχη κι ευγενική. «Είναι σκληρός», συνέχισε η Σιάν, «κι εγώ τους σιχαίνομαι τους σκληρούς ανθρώπους. Είναι απαίσιοι, περιμένουν πάντα το χειρότερο, βλέπουν πάντα μαύρα σύννεφα και ποτέ ουράνιο τόξο». «Ο σκληρός είναι ένας απογοητευμένος ρομαντικός, συμφωνείς, Σουζάνα;» ρώτησε η Λίντια χαμογελώντας, αλλά της απάντησε η Σιάν. «Κι αυτούς τους ορισμούς τούς σιχαίνομαι! Μου θυμίζουν το σχολείο. Ο Νιλ πιστεύει πως ο καθένας είναι ένοχος μέχρι ν' αποδειχτεί αθώος. Αυτό εννοώ όταν λέω πως είναι σκληρός». Μιλούσε πικρόχολα, αλλά η Σουζάνα θυμήθηκε τη δική της εφηβεία. Σ' αυτή την ηλικία, η πικρία πάει χέρι χέρι με τον έρωτα. «Δεν ακούσαμε όμως και τον ορισμό της Σουζάνας», πέταξε η Λίντια. «Εγώ δεν έχω φτιάξει κανέναν ορισμό, άλλωστε γνωρίζω ελάχιστα τον Νιλ», απάντησε εκείνη αόριστα. «Όταν τον γνωρίσεις καλύτερα θα σε ξαναρωτήσω», επέμεινε η Λίντια μ' αυτή την πονηριά που σε ξετρέλαινε στα γελαστά της μάτια. «Δε θέλω να τον γνωρίσω καλύτερα», φώναξε εκείνη, χάνοντας ξαφνικά την ψυχραιμία της. Πάνω στην ώρα άνοιξε η πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο ο Νιλ με την κοπέλα του, που κοίταζε γύρω με αποδοκιμασία, λες και βρέθηκε ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν ξέρουν να φερθούν. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Νιλ κοιτάζοντας τις τρεις γυναίκες με υψωμένα φρύδια. «Γιατί αυτές οι θυμωμένες φωνές;»


«Μεγάλη φαντασία έχεις, Νιλ», του πέταξε η Λίντια. «Άκου θυμωμένες φωνές! Θεέ και Κύριε! Κάτι συζητούσαμε». «Τι;» ρώτησε εκείνος κοιτάζοντας τη Σουζάνα. «Τίποτα σπουδαίο», τον διαβεβαίωσε προκλητικά. «Τίποτα που ν' αξίζει να το μεταφέρουμε», πρόσθεσε στον ίδιο τόνο. Ο Νιλ έχωσε τα χέρια του στις τσέπες, δείχνοντας πως συγκρατούσε με το ζόρι την οργή του. «Πώς πάει η συζήτηση για το μέλλον της Σιάν; Νομίζετε πως έχει κάποιο ταλέντο, δεσποινίς Χάουαρντ;» Τι ευγένεια, σκέφτηκε. «Είμαι σίγουρη πως έχει, κύριε Άρντρεϊ, αλλά το θέμα είναι τι θέλει να γίνει πράγματι». «Κατάλαβα, δεν ξεφύγατε απ' αυτούς τους μπερδεμένους κύκλους», μουρμούρισε κακόκεφα εκείνος. «Δεν καταλαβαίνω γιατί δε στέλνεις τη Σιάν σ' ένα απ' αυτά τα υπέροχα ειδικά σχολεία στην Ελβετία», του πρότεινε η συνοδός του. «Θα περάσει υπέροχα». «Δεν πρόκειται να ξαναπάω σχολείο!» δήλωσε η Σιάν κόκκινη σαν παντζάρι, αγριοκοιτάζοντας την Τζιλ. «Μη μιλάτε για μένα λες και είμαι κανένα νήπιο!» πρόσθεσε και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο, σπρώχνοντας την Τζιλ επίτηδες στο πέρασμά της. «Σιάν, έλα εδώ», φώναξε ο Νιλ. «Ασ’ την, είναι αναστατωμένη», ψέλλισε ήρεμα η Λίντια. «Οι τρόποι της χειροτερεύουν κάθε μέρα. Γιατί την ενθαρρύνεις; Νομίζει πως μπορεί να κάνει του κεφαλιού της τώρα που τέλειωσε το σχολείο». Το πρόσωπο του είχε σκοτεινιάσει από την οργή, τα μάτια του ήταν σαν δυο κομμάτια πάγο και το στόμα του σφιγμένο. Η Σουζάνα τον κοίταζε με φανερή απέχθεια κι εκείνος έπιασε το βλέμμα της και γύρισε προς το μέρος της επιθετικά. «Τι με κοιτάζετε έτσι;» τη ρώτησε.


«Σπουδαίος άντρας», σχολίασε η Σουζάνα περιφρονητικά εξαγριώνοντάς τον περισσότερο. Έδειχνε λες και δεν ήξερε τι να κάνει, να την αρπάξει από τα μαλλιά ή να την αγνοήσει. «Έπρεπε να το καταλάβω πως θα τα χειροτέρευες τα πράγματα», μούγκρισε στο τέλος. «Έπρεπε», συμφώνησε η Σουζάνα και η Τζιλ τους κοίταξε μισοκλείνοντας τα μάτια της. «Δε νομίζω πως γνωριζόμαστε, έτσι δεν είναι;» ρώτησε απλώνοντας το χέρι της. «Είμαι η Τζιλ Χάρτγουικ». Χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελο δε φώτισε τα μάτια της, που περιεργάζονταν τη Σουζάνα πόντο πόντο. Υπολόγιζε πόσο θα στοίχιζε το απλό πράσινο λινό της φόρεμα, τα χαμηλοτάκουνα κρεμ παπούτσια της κι έκρινε πως τα καστανά μαλλιά της ήταν ασήμαντα σε σύγκριση με τα στιλπνά, κατάμαυρα δικά της και το δέρμα της που θύμιζε μανόλια. «Είμαι η Σουζάνα Χάουαρντ», της απάντησε διασκεδάζοντας με την... εξονυχιστική επιθεώρηση, χωρίς να χαμογελάσει. Στο μεταξύ όμως, είχε προσέξει πως η άσπρη μεταξωτή μπλούζα με τη σταυρωτή φούστα που φορούσε η Τζιλ στοίχιζαν όσα κέρδιζε αυτή σε μια βδομάδα. Η μπλούζα είχε το μονόγραμμα ενός μεγάλου σχεδιαστή μόδας στο τσεπάκι κι ήταν υπέρκομψη μέσα στην απλότητά της. «Πάω να μιλήσω στη Σιάν», είπε η Λίντια πιάνοντας τα μπράτσα της πολυθρόνας της για να σηκωθεί. Η Σουζάνα την παρατηρούσε συλλογισμένη. Θα πρέπει να πονούσε κάθε φορά που έκανε απότομες κινήσεις κι ήταν μεγαλύτερη απ' ό,τι έδειχνε. Το πρόσωπο της δεν είχε πολλές ρυτίδες και διατηρούσε μια νεανική γλυκύτητα, αλλά η πρώτη εντύπωση σε ξεγελούσε. Πόσο να είναι; Θα κοντεύει τα ογδόντα, σκέφτηκε.


Ο Νιλ της πρόσφερε το μπράτσο του, αλλά η Λίντια έκανε μια κίνηση ανυπομονησίας. «Όχι, ευχαριστώ, τα καταφέρνω. Δεν είμαι ανάπηρη! » «Θέλω να μιλήσω κι εγώ στη Σιάν», είπε ο Νιλ και την ακολούθησε έξω από το δωμάτιο. Η Τζιλ λοξοκοίταξε τη Σουζάνα, καθώς έσκυψε να πάρει ένα αχλάδι από την ασημένια φρουτιέρα. «Ο Νιλ περνάει δυσκολίες με τη Σιάν τώρα τελευταία. Πήγε και μπλέχτηκε με κάποιον ασυνείδητο προικοθήρα», της εξήγησε, καθαρίζοντας το φρούτο μ' ένα από τ' ασημένια μαχαιράκια του τραπεζιού. Η Σουζάνα ένιωσε όλους τους μυς της να σφίγγονται. Κοίταξε καχύποπτα την Τζιλ, που έκοψε ένα κομματάκι αχλάδι και το δάγκωσε. «Είναι στυφό», μουρμούρισε και πέταξε το υπόλοιπο μέσα στο πιάτο. Ύστερα πήρε μια χαρτοπετσέτα, σκούπισε τα δάχτυλά της και συνέχισε: «Εδώ που τα λέμε, δεν μπορώ να καταλάβω πώς ξεγελιούνται μερικές κοπέλες από τέτοιους τύπους. Φαίνονται από μακριά. Αλλά η καημένη η Σιάν είναι τόσο άβγαλτη. Κι αυτός ο τύπος θα πρέπει να τα κατάφερνε καλά μετά λόγια. Ευτυχώς όμως ο Νιλ τον ξεφορτώθηκε. Είναι πολύ ξύπνιος για να τον τουμπάρει ένας προικοθήρας». Η Τζιλ πέταξε τη χαρτοπετσέτα στο πιάτο κι έσυρε την παλάμη της στο λεπτό γοφό της. «Στην πραγματικότητα, δεν πρέπει να τρώω ούτε ψίχουλο. Για δες με, πρέπει να χάσω κιλά». Η Σουζάνα δεν έκανε κανένα σχόλιο. Ήταν σίγουρη πως η Τζιλ δεν πίστευε λέξη απ' όσα έλεγε, ήταν πολύ λεπτή και το ήξερε. Ψάρευε κομπλιμέντα, αλλά δε θ' άκουγε ούτε ένα από τη Σουζάνα, που έβραζε μέσα της ύστερα από τα πρόστυχα σχόλια που είχε κάνει για τον Άλεξ. Άκου εκεί ασυνείδητος προικοθήρας! Ο Άλεξ δεν είχε τον κατάλληλο χαρακτήρα για προικοθήρας. Δεν ήταν ούτε πρακτικός ούτε ρεαλιστής. Ήταν


ευαίσθητος κι ασταθής. Οι προικοθήρες είναι φτιαγμένοι από σκληρή στόφα. Η Σουζάνα ήξερε πως όσα είπε η Τζιλ ήταν ψέματα, αυτό όμως δε σήμαινε πως την άφηναν αδιάφορη, ιδίως όταν μάντευε ποια ήταν η πηγή των προσβλητικών σχολίων. Ο μόνος που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια γνώμη για τον Άλεξ ήταν ο Νιλ και η σκέψη πως μίλησε τόσο άσχημα για τον αδερφό της τη γέμιζε οργή και πικρία. «Κάπου σ' έχω ξαναδεί, έτσι δεν είναι;» ρώτησε η Τζιλ σμίγοντας τα φρύδια της. «Ναι;» Η Σουζάνα έκανε πως ξαφνιάστηκε. «Δεν έχουμε συναντηθεί; Είσαι φίλη της Λίντια; Μένεις στο Μπράιτον; Ή ήσουν με τη Σιάν στο σχολείο;» Προσπαθούσε να τοποθετήσει τη Σουζάνα κάπου για ν' ανακαλύψει γιατί βρισκόταν σ' αυτό το σπίτι. «Μήπως δουλεύεις για τον Νιλ;» τη ρώτησε στο τέλος και το ύφος της πρόδινε πως δεν της άρεσε η ιδέα. «Όχι. Τίποτε απ' αυτά», της απάντησε ήρεμα, γιατί άρχισε να διασκεδάζει με τον εκνευρισμό της συνομιλήτριάς της. «Τότε τι κάνεις εδώ; Θα πρέπει να έχεις κάποια δουλειά». Η Τζιλ κοίταξε τα χέρια της κι η απογοήτευση ζωγραφίστηκε φανερά στα μάτια της όταν είδε πως δεν υπήρχε βέρα. «Γιατί πρέπει να έχω δουλειά; Είναι υποχρεωτικό; » την προκάλεσε. «Μπορεί να έχω άλλο πράγμα ή μπορεί να είμαι ερωμένη του Νιλ...» Σταμάτησε απότομα, γιατί ο Νιλ έμπαινε εκείνη τη στιγμή στο δωμάτιο. Στάθηκε απότομα και τα γκρίζα μάτια του καρφώθηκαν πάνω της με έκπληξη και δυσπιστία. Η Τζιλ ψευτογέλασε για να κρύψει το θυμό της. «Πολύ αλλόκοτο χιούμορ!» Σηκώθηκε και πέρασε το χέρι της στο μπράτσο του Νιλ. «Μπορούμε να φύγουμε, χρυσέ μου; Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι πριν τις τέσσερις, να βοηθήσω τη


μαμά. Έχουμε καλεσμένους απόψε και πνίγεται στη δουλειά». «Ναι, βέβαια». Ο Νιλ έριξε μια βιαστική ματιά στη Σουζάνα. «Η Σιάν θέλει να σου μιλήσει. Θ' ανέβεις να τη δεις;» Χωρίς να περιμένει απάντηση, βγήκε από το δωμάτιο με την Τζιλ και σε λίγο ακούστηκε η εξώπορτα να ανοιγοκλείνει. Η Σουζάνα είχε μείνει ξέπνοη και κατακόκκινη. Την είχε ακούσει ο Νιλ; Μα και βέβαια την είχε ακούσει. Ήταν σίγουρη, το είδε στο βλέμμα του. Τι θα σκεφτόταν άραγε; Ε, λοιπόν κι αυτό το ήξερε. Θα νόμιζε πως είπε στην Τζιλ ότι ήταν ερωμένη του! Ανέβηκε τις σκάλες σκουντουφλώντας σχεδόν. Γιατί παρασύρθηκε από το θυμό της, που να πάρ' η οργή; Γιατί θέλησε να κάνει χιούμορ; Δεν έφτανε που ο Νιλ πίστευε πως ο αδερφός της ήταν προικοθήρας; Τώρα θα νόμιζε ότι κι εκείνη τον είχε βάλει στο μάτι. «Δε δάγκωνες τη γλώσσα σου!» μουρμούρισε φωναχτά κι άκουσε κάποιον να γελάει. Ανασήκωσε το κεφάλι της κι αντίκρισε τη Λίντια να την περιμένει στο κεφαλόσκαλο. «Γιατί το είπες αυτό;» τη ρώτησε κι η Σουζάνα κοκκίνισε ακόμα πιο πολύ. «Ω,τίποτα, έτσι...» μουρμούρισε. «Ο Νιλ είπε πως η Σιάν θέλει να μου μιλήσει». «Ναι, είναι στο δωμάτιο της, εκεί δεξιά. Σουζάνα, θα σε ρωτήσω κάτι. Θα μου απαντήσεις με ειλικρίνεια;» Η Λίντια πήρε το σοβαρό της ύφος. Δίστασε. «Αν μπορώ, ναι, αλλά τις φοβάμαι αυτές τις εισαγωγές. Σημαίνουν συνήθως πως η ερώτηση είναι απ' αυτές στις οποίες δε θέλω ν' απαντήσω». Η Λίντια χαμογέλασε. «Είσαι παράξενο κορίτσι. Έχεις αυτό που στον καιρό μας το λέγαμε 'ακεραιότητα'. Τώρα νομίζω πως το λένε ισχυρογνωμοσύνη».


«Ο Νιλ έτσι το λέει», είπε η Σουζάνα αυθόρμητα, αλλά το μετάνιωσε αμέσως, γιατί η ηλικιωμένη γυναίκα την κοίταζε μ' εκείνο το ξύπνιο, διαπεραστικό βλέμμα που τη φόβιζε. «Είσαι πραγματική μάγισσα», την κατηγόρησε κι η Λίντια έβαλε τα γέλια. «Ω Σουζάνα, σ' ευχαριστώ. Με κολακεύεις», της είπε χωρίς να τη ρωτήσει καν τι ακριβώς εννοούσε. «Λοιπόν, ποια είναι η ερώτηση;» «Πιστεύεις πως η Σιάν είναι ειλικρινά ερωτευμένη με τον αδερφό σου;» Η Σουζάνα αναστέναξε. «Το 'ξερα πως θα ήταν δύσκολη η ερώτηση. Δεν ξέρω, Λίντια, αυτή είναι η αλήθεια. Δεν έχω ιδέα και, πριν με ρωτήσεις, θα σου πω πως δεν ξέρω αν την αγαπάει κι ο Άλεξ. Σίγουρα πίστευε πως την αγαπάει, αλλά είναι κι οι δυο ανώριμοι και συναισθηματικοί. Μου φαίνεται πως δεν ξέρουν τι αισθάνονται. Υποθέτω πως κι οι δυο έψαχναν για κάτι που θα τους έκανε ευτυχισμένους και νόμισαν πως, με το να ερωτευτούν ο ένας τον άλλο, θα το πετύχαιναν. Από δω όμως ξεκινάει ένα άλλο ερώτημα: αν αποφασίσεις συνειδητά να ερωτευτείς, ο έρωτάς σου είναι λιγότερο αληθινός; Εμένα μου φαίνεται πως είτε πηδήξεις στον γκρεμό είτε σε σπρώξουν, το πράγμα δεν αλλάζει». Η Λίντια την άκουγε ζαρώνοντας το μέτωπο της, χαμογελαστή αλλά και πολύ σοβαρή συγχρόνως. «Νομίζω πως καταλαβαίνω τι εννοείς», είπε αργά. «Εννοείς πως αν θεωρούν την αγάπη τους αληθινή, τότε είναι αληθινή». «Ίσως εγώ να είμαι η πιο ακατάλληλη να δώσω απάντηση σ' αυτό», είπε η Σουζάνα. «Γιατί;» «Ε... να, επειδή ποτέ...» Σταμάτησε απότομα μη θέλοντας να ομολογήσει πως δεν αγάπησε ποτέ, η Λίντια όμως δεν την άφησε.


«Ναι;» την παρότρυνε, καρφώνοντάς τη μετά έξυπνα γαλανά της μάτια. «Ω, τίποτα, πάω να μιλήσω στη Σιάν». «Θ' αφήσεις τη φράση ατέλειωτη; Αυτό είναι φοβερό, θα με φάει η περιέργεια. Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που δεν έκανες ποτέ». Έδειχνε σαν να το ήξερε. Τα μάτια της χαμογελούσαν κοροϊδευτικά και τρυφερά συνάμα. «Ω, πολλά πράγματα». Η Σουζάνα επιχείρησε να την παραπλανήσει. «Αυτά που δεν έχω κάνει στη ζωή μου θα μπορούσαν να γεμίσουν ένα βιβλίο. Δεν έχω κάνει το γύρο του κόσμου, δεν έχω φάει χελιδονόσουπα, δεν έχω σκαρφαλώσει στο Έβερεστ, δεν έχω ανέβει σε λευκό ελέφαντα... τώρα που το σκέφτομαι, δεν έχω κάνει τίποτα σχεδόν που ν' αξίζει». Η Λίντια γέλασε. «Είσαι πάρα πολύ καλή σ' αυτό». «Σε ποιο;» «Στο να κρύβεσαι. Πήγαινε, λοιπόν, να μιλήσεις στη Σιάν». Αναψοκοκκινισμένη ακόμα, η Σουζάνα μπήκε στο δωμάτιο που της έδειξε και βρήκε τη Σιάν καθισμένη σε μια πολυθρόνα με τα πόδια σταυρωμένα στη στάση του λωτού, τα χέρια πάνω στα γόνατα και τα μάτια κλειστά. Έμοιαζε με κατσουφιασμένο νεαρό Βούδα. «Διαλογίζεσαι;» Η Σουζάνα την παρατηρούσε καθώς άνοιγε τα μάτια της. «Σουζάνα, ο Νιλ μου είπε πριν από λίγο πως ο Άλεξ έφυγε από τη δουλειά. Είπε πως δεν τον απέλυσε αλλά πως παραιτήθηκε. Είναι αλήθεια;» Φαινόταν θυμωμένη και στενοχωρημένη. Τα πελώρια μπλε μάτια της ήταν θαμπωμένα από τα δάκρυα. «Ναι, είναι αλήθεια. Ο Άλεξ βρήκε μια θέση σ' ένα άλλο διαφημιστικό γραφείο. Τώρα έφυγε για διακοπές στην Ισπανία, πριν αρχίσει την καινούρια του δουλειά. Δε θέλει να


εργάζεται πια στον αδερφό σου, φαντάζομαι πως καταλαβαίνεις το γιατί». Σταμάτησε βλέποντας δάκρυα να κυλούν στα μάγουλα του κοριτσιού. «Τι στην ευχή συμβαίνει, Σιάν; Γιατί κλαις; Σώπα!» τη μάλωσε τρυφερά και παίρνοντας ένα χαρτομάντιλο από το κομοδίνο τής σκούπισε το πρόσωπο. «Ο... Άλεξ», τραύλισε η Σιάν σπρώχνοντας το χέρι της. «Δεν πρέπει ν' ανησυχείς για τον Άλεξ, έχει καλύτερη δουλειά τώρα, πιο ενδιαφέρουσα και κερδίζει περισσότερα». «Μα δεν καταλαβαίνεις; Τον άφησα επειδή με απείλησε ο Νιλ πως θα τον απολύσει. Σκέφτηκα πως μπορεί να μην έβρισκε άλλη δουλειά και θα πληγωνόταν η περηφάνια του κι ο Νιλ δε θα μου έδινε τίποτα από τα χρήματά μου. Ορκίστηκε πως δε θα μου έδινε πεντάρα πριν τα είκοσι πέντε μου, αν έμενα μαζί του. Είπε πως θα έπρεπε να ζήσουμε μ' αυτά που κέρδιζε εκείνος κι αν δεν έβρισκε άλλη δουλειά, τι θα κάναμε; Ο Άλεξ θ' άρχιζε να με μισεί, θα ήμαστε δυστυχισμένοι. Και πού θα μέναμε; Μπορεί να ήξερα να μαγειρεύω, αλλά δεν είχα ιδέα πώς κουμαντάρουν ένα σπίτι. Ο Νιλ είπε πως θα τα έκανα θάλασσα μέχρι να μάθω και θα έβαζα τον Άλεξ σε μεγάλο μπελά. Κι είχε δίκιο, γι' αυτό τον μισώ». Η Σιάν έκρυψε το πρόσωπο της στις χούφτες της και ξέσπασε σ' ένα υστερικό κλάμα που έκανε όλο το κορμί της να τραντάζεται. Η Σουζάνα την άκουσε προσεχτικά. Ώστε έτσι την έπεισε ο Νιλ να εγκαταλείψει τον Άλεξ; Τράβηξε αποφασιστικά τα χέρια της Σιάν από το πρόσωπο της, της σκούπισε τα δάκρυα κι έχωσε το μαντίλι στη χούφτα της. «Φύσηξε τη μύτη σου, πάψε τα κλάματα κι άκουσέ με. Κατηγορείς τον αδερφό σου, γιατί πήρε μια λάθος απόφαση, έτσι;»


«Ε, ναι, ο Άλεξ έφυγε έτσι κι αλλιώς από το γραφείο, βρήκε άλλη δουλειά κι όλα θα ήταν εντάξει, αν δεν άφηνα τον Νιλ να με πείσει», ξέσπασε. Η Σουζάνα κούνησε το κεφάλι της με δυσπιστία. «Προσωπικά πιστεύω πως αυτό θα ήταν σκέτη καταστροφή». «Ώστε έτσι; Ώστε συμφωνείς κι εσύ με τον Νιλ, είσαι με το μέρος του! Πώς μπορείς;» «Δεν είμαι με το μέρος κανενός... ή ίσως είμαι με του Άλεξ. Τον πλήγωσες πολύ φεύγοντας έτσι, χωρίς καμιά εξήγηση. Δεν του έδωσες την ευκαιρία να σου πει τι σκέφτεται για τις απειλές του αδερφού σου. Δεν περίμενες να δεις αν φοβάται, αν ανησυχεί. Τον παράτησες κι έφυγες έτσι απλά. Λυπάμαι, Σιάν, αλλά πρέπει να το πω: δεν είσαι αρκετά ώριμη για να παντρευτείς κανέναν. Ο Άλεξ δε σε χρειάζεται και δε θέλω να τον πληγώσεις ξανά. Μείνε, λοιπόν, μακριά του». Η Σιάν έσφιξε το χαρτομάντιλο στο χέρι της και τα μάτια της σκοτείνιασαν. Η Σουζάνα τη λυπήθηκε, αλλά φοβόταν πως μπορεί να επιχειρούσε να ξαναδεί τον Άλεξ και να ξαναρχίσει πάλι αυτή η ανόητη ιστορία. Έπρεπε να της δώσει να καταλάβει πως δε θα έβγαινε τίποτα. «Λυπάμαι, αλλά έτσι το βλέπω εγώ», της είπε προχωρώντας προς την πόρτα. Πριν βγει, έριξε μια ματιά πίσω της και πρόσθεσε πιο ήπια: «Αν ήμουν στη θέση σου, θ' άρχιζα να σκέφτομαι τι θα κάνω. Είσαι αρκετά μεγάλη, πρέπει λοιπόν να έχεις και την ανάλογη λογική. Για την ώρα σπαταλάς τη ζωή σου. Υπάρχουν χίλια πράγματα που μπορείς να κάνεις. Γιατί δεν ασχολείσαι με τη μαγειρική ή τη ζωγραφική ή οτιδήποτε άλλο διαλέξεις; Μπορεί να σου αρέσει. Μη σε απασχολεί τι θέλει ο αδερφός σου. Εκείνος δεν είναι εσύ. Δεν μπορεί να ζήσει τη ζωή για λογαριασμό σου... ούτε εσύ τη δική του. Είναι τρέλα να πιστεύει κανείς κάτι τέτοιο».


Η Σιάν την κοίταζε αμίλητη κι η Σουζάνα ένιωσε κάτι σαν ανυπομονησία ανάμεικτη με συμπάθεια. Ήταν λεπτεπίλεπτη. Έμοιαζε με λουλούδι που μπορεί να σπάσει το λεπτό του μίσχο ο πρώτος άνεμος. «Μεγάλωσε πια, Σιάν», της είπε κατσούφικα και βγήκε από το δωμάτιο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Η Σουζάνα πέρασε τις υπόλοιπες μέρες δουλεύοντας σκληρά. Σηκωνόταν λίγο μετά το χάραμα κι έπεφτε στο κρεβάτι πριν από τις δέκα το βράδυ. Το πονεμένο της κορμί είχε ανάγκη από πολύωρο ύπνο. Ακόμα και το ζεστό μπάνιο που έκανε κάθε βράδυ δεν την ανακούφιζε εντελώς. Πονούσε ολόκληρη. Της φαινόταν πως ανακάλυψε στο κορμί της μυς που ως τώρα τους αγνοούσε και κάθε φορά που τεντωνόταν και βογκούσε έλεγε μέσα της πως, όταν θα γύριζε στο Λονδίνο, θ' άρχιζε γυμναστική συστηματικά, για να μη... σκουριάσει ολότελα. Ένα πρωί ανοίγοντας το παράθυρο της, ανακάλυψε πως είχε φτάσει κιόλας το φθινόπωρο. Ο αέρας ήταν ψυχρός και παντού υπήρχε μυρωδιά μήλων και μαραμένων φύλλων. Μια αράχνη έπλεκε τον ιστό της στα γυμνά κλαδιά της πασχαλιάς έξω από το παράθυρο της κουζίνας και το πολύπλοκο ντελικάτο δίχτυ γυάλιζε στις πρωινές αχτίδες του ήλιου. Η Σουζάνα έπινε τον καφέ της παρατηρώντας το ζουζούνι να δουλεύει, γοητευμένη από την ταχύτητα και την επιδεξιότητά του. Ασυναίσθητα σχεδόν έφτιαξε ένα σκίτσο στο πίσω μέρος ενός φακέλου: μια μεγάλη μαύρη αράχνη στη μέση ενός τέλειου καλοτεντωμένου ιστού. Της είχε έρθει η έμπνευση, η φθινοπωρινή καλλιτεχνική της διάθεση, ωστόσο έπρεπε να βιαστεί, είχε ακόμα να τελειώσει το μικρό υπνοδωμάτιο. Έπρεπε να προλάβει να γυρίσει στο Λονδίνο για να πάρει τον Άλεξ από το αεροδρόμιο. Στο σπιτάκι δεν υπήρχε τηλέφωνο κι αν ο Άλεξ έστελνε καμιά κάρτα, θα είχε πάει στο διαμέρισμα, στην πόλη. Δεν


είχε νέα του από τότε που έφυγε από το Λονδίνο, φανταζόταν όμως πως ίσχυε η συνεννόηση που είχαν κάνει. Μπορεί να έβρισκε και κανένα μήνυμα από τον εκδότη. Ίσως να είχαν τελειώσει τα κείμενα που περίμεναν και θα μπορούσε ν' αρχίσει την εικονογράφηση. Ένα μαύρο πουλί σκαρφάλωσε στην πασχαλιά λίγο πιο πάνω από τον ιστό της αράχνης. Ύψωσε το πορτοκαλί του ράμφος στον ουρανό, μάζεψε τα μαύρα φτερά του που έπαιρναν σκούρες μπλε ανταύγειες στο φως του φθινοπωρινού ήλιου κι άρχισε το πρωινό του τραγούδι. Η Σουζάνα το άκουγε και δεν της έκανε κέφι να πάει να πιάσει δουλειά. Το χέρι της έτρεχε πάνω στον παλιό φάκελο και ξαφνιάστηκε βλέποντας πως, ασυναίσθητα, είχε φτιάξει το σκίτσο του Νιλ. Ήταν λίγες γραμμές, αρκετές όμως για να φτιάξουν ένα πρόσωπο που νόμιζες πως θα σου μιλήσει. Ήταν εκεί ολοζώντανος, με τα πυκνά μαύρα μαλλιά και τα σμιχτά του φρύδια. «Να πάρ' η οργή!» μουρμούρισε η Σουζάνα και κάνοντας το φάκελο ένα μπαλάκι τον πέταξε στο καλάθι των αχρήστων. Καθόταν εκεί κι ονειρευόταν με τα μάτια ανοιχτά, ενώ την περίμενε τόση δουλειά. Σηκώθηκε, μάζεψε από το τραπέζι τα υπολείμματα του πρωινού της κι ανέβηκε στον πάνω όροφο. Φορούσε το πιο παλιό τζιν της, ένα γαλάζιο πουκάμισο, πάνινα παπούτσια κι είχε μαζέψει τα μαλλιά της κάτω από ένα βαμβακερό μαντίλι. Δεν περίμενε κανέναν. Όλη ετούτη τη βδομάδα δούλεψε τόσο σκληρά, που δεν είχε το κουράγιο να τελειώσει ούτε τα δυο βιβλία του Χάρντι που είχε φέρει μαζί της. Δεν πρόφτασε ούτε να σκεφτεί ορισμένα πράγματα και χαιρόταν γι' αυτό. Όσες φορές σκεφτόταν, οι σκέψεις της την τάραζαν και την ανησυχούσαν, όπως και τώρα που έπιασε τον εαυτό της να φτιάχνει το σκίτσο του Νιλ Άρντρεϊ. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ταμπού, ένα απαγορευμένο θέμα κι όμως


ερχόταν απρόσκλητα στο μυαλό της τις πιο παράξενες ώρες της μέρας και της νύχτας. Βρισκόταν σκαρφαλωμένη σε μια σκάλα, βάφοντας προσεχτικά το ταβάνι του μικρού υπνοδωματίου, όταν άκουσε την εξώπορτα ν' ανοίγει και να κλείνει. Σταμάτησε με το πινέλο μετέωρο κι αφουγκράστηκε. «Έι, Σουζάνα;» Η βαθιά φωνή τής ήταν γνωστή! Σχεδόν δεν ξαφνιάστηκε που την άκουσε! Κατέβηκε από τη σκάλα, έβαλε τη βούρτσα στο δίσκο δίπλα στις άλλες, σκούπισε τα χέρια της σ' ένα κουρέλι και βγήκε στο πλατύσκαλο. Ο Νιλ στεκόταν στη βάση της σκάλας και κοίταζε προς τα πάνω. «Δε χτυπάς ποτέ;» τον ρώτησε, εκείνος όμως δε φάνηκε να θυμώνει. «Χτύπησα, αλλά δε μου απάντησες», της είπε χαμογελώντας. «Τότε έπρεπε να φύγεις κι όχι να μπεις απρόσκλητος. Είμαι πολύ απασχολημένη, πρέπει να τελειώσω πριν από την Τετάρτη κι έχω ακόμα ένα ολόκληρο δωμάτιο». Του μιλούσε κοφτά, αλλά τα μάτια της ρουφούσαν την κάθε λεπτομέρεια της εμφάνισής του. Φορούσε ένα βαμβακερό παντελόνι κι ένα μαύρο πουκάμισο ανοιχτό στο λαιμό, απ' όπου φαινόταν ένα τρίγωνο από ηλιοκαμένο δέρμα και σγουρό σκούρο τρίχωμα. Ο λαιμός της σφίχτηκε και ξεροκατάπιε, θυμωμένη με τον εαυτό της. Ένας άντρας ήταν στο κάτω κάτω της γραφής, γιατί την επηρέαζε τόσο; Τις τελευταίες μέρες, οι αισθήσεις της λειτουργούσαν ανεξάρτητα, θαρρείς, από τη θέλησή της. Η αρρενωπότητα του Νιλ την απασχολούσε πολύ, χωρίς να το θέλει κι όταν πια τον έβλεπε, ε, τότε αποτρελαινόταν! Αυτό έπρεπε να σταματήσει.


«Ν' ανέβω εγώ πάνω ή θα κατέβεις εσύ κάτω;» τη ρώτησε πατώντας κιόλας στο πρώτο σκαλοπάτι. Την έπιασε πανικός. Η φαντασία της έφτιαξε κιόλας ένα σενάριο που έκανε τα μάγουλά της να φουντώσουν. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας ήταν ανοιχτή και το βλέμμα της έπεσε στο κρεβάτι. Πριν προλάβει να συγκρατηθεί, όλο της το κορμί πλημμύρισε από έναν πρωτόγνωρο αισθησιασμό. Αποφασισμένη να τον καταπολεμήσει, βιάστηκε να κατέβει τη σκάλα χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ο Νιλ χαμογέλασε λες και μάντεψε γιατί κατέβηκε. «Λοιπόν, τι θέλεις;» τον ρώτησε μόλις στάθηκε μπροστά του. «Κάνεις τον κόπο να το επαναλάβεις αυτό;» την πείραξε, υψώνοντας πονηρά το φρύδι του. «Μην παίζεις με τα λόγια, κύριε Άρντρεϊ, εσύ μπορεί να έχεις το χρόνο για κουβέντες, εγώ όμως όχι. Γι' αυτό, πες ό,τι θέλεις να πεις, για να ξαναγυρίσω κι εγώ στη δουλειά μου». Το χαμόγελο του έσβησε απότομα. «Δε σ' ενδιαφέρει ποτέ να φερθείς χαριτωμένα». «Όχι· ειδικά μ' εσένα. Δε θα το ήθελα άλλωστε». «Δε συμπαθείς τους άντρες;» τη ρώτησε κι εκείνη του έριξε μια άγρια ματιά, ενώ ταυτόχρονα ευχόταν να μην ήταν τόσο ατημέλητη, με τα παλιά ρούχα, άβαφη και τα μαλλιά χωμένα μέσα σ' ένα μαντίλι. «Έχουν κάποια χρησιμότητα, τ' ομολογώ, αλλά για την ώρα δε μου χρειάζεται κανείς κι αν μου χρειαζόταν δε θα διάλεγα εσένα. Φαίνεται πως δεν έχεις καλή μνήμη. Αγαπώ πολύ τον αδερφό μου και δε μου αρέσει ο τρόπος που εκφράζεσαι για εκείνον». «Μπορεί να εκπλαγείς, αλλά κι εγώ αγαπώ τη Σιάν», την αντέκρουσε. Η Σουζάνα γέλασε ειρωνικά κι είδε τα μάτια του να σκοτεινιάζουν.


«Ενήργησα όπως πίστευα πως ήταν το συμφέρον της», της πέταξε νευριασμένος. «Είναι πολύ νέα κι αθώα και θέλω να είναι ευτυχισμένη. Δέχομαι πως ο αδερφός σου ήταν ειλικρινής, ίσως κι ερωτευμένος μαζί της. Μπορεί να μην έκανα σωστή εκτίμηση για το άτομό του. Δεν είμαι κι αλάνθαστος!» Η Σουζάνα στράβωσε τα χείλια της. «Δε μοιάζεις να το πιστεύεις και πολύ αυτό». «Μα, επιτέλους, δεν μπορείς να δεις τα πράγματα από τη δική μου άποψη;» τη ρώτησε με το συνηθισμένο επιθετικό του ύφος. «Ίσως έβγαλα βιαστικά συμπεράσματα για τον αδερφό σου, αλλά έλα στη θέση μου. Γύρισα και βρήκα εκείνο το σημείωμα. Η Σιάν έλειπε... πώς ήθελες να μου φανεί; Λυπάμαι αν πληγώθηκε ο αδερφός σου. Το μόνο που ήθελα ήταν να εμποδίσω τη Σιάν να κάνει την γκάφα της ζωής της και σκέφτηκα πως έπρεπε να ενεργήσω ακαριαία πριν είναι πολύ αργά». «Αυτός δεν είναι λόγος να γυρίζεις και να λες στον κόσμο ότι ο Άλεξ είναι ένας αδίστακτος προικοθήρας», τον κατηγόρησε. «Τι είναι αυτά που λες; Σε ποιον κόσμο; Εγώ δεν είπα λέξη σε κανένα, δεν ήταν θέμα για συζήτηση. Αυτό έλειπε, να δημιουργήσω σκάνδαλο για την αδερφή μου. Για ηλίθιο με πέρασες;» «Κι όμως, το ήξερε η κοπέλα σου». Η Σουζάνα δεν τον πίστεψε, παρ' όλο που φαινόταν λογικό αυτό που έλεγε. «Η κοπέλα μου;» Την κοίταξε διαπεραστικά μισοκλείνοντας τα μάτια. «Η Τζιλ Χάρτγουικ εννοείς; Σου είπε εσένα κάτι τέτοιο;» Φάνηκε τόσο έκπληκτος, που η Σουζάνα γέλασε θυμωμένα. «Ναι, και μάλιστα έδειξε ενθουσιασμένη με το κατόρθωμα σου, καυχιόταν για λογαριασμό σου».


«Ήξερε πως είσαι η αδερφή του Άλεξ;» «Δεν έχω ιδέα, αλλά από τον τρόπο που μιλούσε φαίνεται πως δεν το ήξερε... εκτός κι αν το έκανε επίτηδες». Ο Νιλ γύρισε και πήγε προς την κουζίνα κι η Σουζάνα, ύστερα από μια στιγμή δισταγμού, τον ακολούθησε. Τον βρήκε να στέκεται μπροστά στο παράθυρο και να κοιτάζει τον κήπο. Παρατηρούσε τον ιστό που τώρα τον είχε τρυπήσει ο άνεμος. Όταν την ένιωσε πίσω του, γύρισε και την κοίταξε. «Δε θα το πιστέψεις, αλλά δεν είπα τίποτα στην Τζιλ για όσα έγιναν. Αν ξέρει, θα της τα είπε κάποιος άλλος. Εγώ υποπτεύομαι πως της τα είπε η Σιάν. Πέρασε λίγες μέρες μαζί της πριν από δυο βδομάδες. Η Λίντια δεν αισθανόταν πολύ καλά και σκέφτηκα πως θα ήταν προτιμότερο να λείπει η Σιάν. Βλέπεις, η γιαγιά θα κλείσει τα ογδόντα φέτος και δεν είναι τόσο ανθεκτική όσο θέλει να δείχνει». «Είναι υπέροχη γυναίκα», είπε η Σουζάνα αυθόρμητα κι εκείνος χαμογέλασε. «Ναι, είναι. Γνώρισε πολλές λύπες στη ζωή της κι όμως δεν το βάζει κάτω. Ο παππούς μου πέθανε πριν από σαράντα χρόνια, αλλά εκείνη δεν ξαναπαντρεύτηκε κι ας είχε πολλές προτάσεις. Μερικοί θαυμαστές της την τριγυρίζουν ακόμα και σήμερα! Ο ένας μάλιστα είναι νεότερος της, εβδομηντάρης. Αυτή όμως έχει μείνει πιστή στον παππού...» Τα γκρίζα μάτια του Νιλ ήταν γεμάτα στοργή και το πρόσωπο του είχε γλυκάνει όσο μιλούσε για τη γιαγιά του. Η Σουζάνα συγκινήθηκε. «Αυτό είναι υπέροχο. Πώς τα πήγαινε με τον παππού σου;» «Είχαν δυο παιδιά, τον πατέρα μου και μια κόρη, την Άλις. Η Άλις πέθανε δέκα χρονών. Πνίγηκε στη λίμνη. Ο πατέρας μου βρισκόταν στη βάρκα μαζί της όταν αναποδογύρισε, αλλά δεν μπόρεσε να τη σώσει. Η Λίντια λέει πως είχε για


χρόνια εφιάλτες. Έκλαιγε τις νύχτες κι εκείνη έμενε ξάγρυπνη για να τρέξει κοντά του αμέσως. Ήταν ή δη χήρα τότε, ο άντρας της είχε πεθάνει πριν από ένα χρόνο. Το χτύπημα θα πρέπει να ήταν τρομερό. Δυο θάνατοι σε τόσο λίγο διάστημα! Το δωμάτιο της είναι ακόμα γεμάτο φωτογραφίες τους». Η Σουζάνα τον άκουγε εμβρόντητη, θυμόταν τη γαλήνη που είχε δει στο πρόσωπο της Λίντια κι απορούσε. Πώς τα κατάφερε κι άντεξε σε τέτοια χτυπήματα και χαμογελούσε ακόμα λες κι η ζωή τής φέρθηκε με καλοσύνη; «Ο πατέρας μου ήταν ένας κλειστός άνθρωπος που τον κυνηγούσαν οι τύψεις σε όλη του τη ζωή. Όταν ήμουν μικρός, δεν τον καταλάβαινα, τον φοβόμουν. Δεν ήταν απ' αυτούς που δείχνουν τα αισθήματά τους, δεν ήξερε πώς να...» «Θα πρέπει να φοβόταν ν' αγαπήσει κάποιον». Η Σουζάνα είπε τη σκέψη της δυνατά κι ο Νιλ γύρισε και την κοίταξε. «Ναι, βέβαια. Το κατάλαβα αυτό αργότερα, όταν η Λίντια μου μίλησε για την Άλις. Ήμουν τότε είκοσι χρονών κι ο πατέρας μου είχε πια πεθάνει. Η Λίντια μου τα είπε όλα αυτά την επομένη της κηδείας του. Ο θάνατος του με σοκάρισε, αλλά δεν ένιωσα θλίψη. Δεν τον γνώριζα. Ένιωθα ενοχή γι' αυτό και φαίνεται πως το έδειχνα. Η Λίντια τα αρπάζει γρήγορα κάτι τέτοια. Έχει μια απίθανη διαίσθηση σε ό,τι αφορά τα συναισθήματα». Η Σουζάνα χαμήλωσε τα μάτια της αμήχανη. Θυμόταν καλά τα διαπεραστικά βλέμματα της Λίντια κάθε φορά που αναφερόταν το όνομα του Νιλ. Πόσα είχε μαντέψει άραγε; Είχαν κουβεντιάσει οι δυο τους στο σαλόνι όταν κατέβηκε από το δωμάτιο της Σιάν. Η ηλικιωμένη της είπε να μην ανησυχεί, πως η Σιάν θα μεγάλωνε με τον καιρό. «Δεν τη βλάπτει ωστόσο ν' ακούει μερικές αλήθειες. Μπορεί να την τραντάξουν αρκετά, ώστε να την αναγκάσουν να δει τον εαυτό της. Είναι πολύ φυσικό να νιώθεις μνησικακία απέναντι


της για τον τρόπο που φέρθηκε στον αδερφό σον θα ήθελα να τον γνωρίσω». Η Σουζάνα ένιωσε ευγνωμοσύνη για τα καλά λόγια και την ειλικρίνεια της Λίντια, αλλά δεν ήθελε να γνωρίσει ο Άλεξ κανένα μέλος από την οικογένεια του Νιλ Άρντρεϊ κι η Λίντια το δέχτηκε αυτό. «Όταν ήμουν νέος, σχεδόν αντιπαθούσα τον πατέρα μου», συνέχισε τώρα ο Νιλ, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. «Οι γονείς μου δεν υπήρξαν ευτυχισμένοι μαζί, στο σπίτι γίνονταν συνέχεια καβγάδες. Τους άκουγα που καβγάδιζαν τις νύχτες στο δωμάτιο τους κι έχωνα το κεφάλι μου κάτω από το μαξιλάρι για να μη με φτάνουν οι φωνές τους». Η Σουζάνα δεν τολμούσε να κουνηθεί, κρατούσε ακόμα και την ανάσα της, καθώς παρατηρούσε το σφιγμένο του προφίλ, που πρόδιδε καινούρια συναισθήματα, συμπάθεια, αγωνία, μεταμέλεια... «Φυσικά, εγώ κατέκρινα τον πατέρα μου. Ήταν τόσο ψυχρός μαζί μου, που δεν τον πλησίασα ποτέ. Όλα τα αισθήματά μου τα στήριξα στη μητέρα μου και πήρα το μέρος της από ένστικτο. Έτσι συμβαίνει πάντα με τα παιδιά, υποθέτω. Η μητέρα είναι κοντά τους όλη μέρα... »Τότε, βλέπεις, δεν καταλάβαινα... Η μητέρα μου ήταν πολύ όμορφη. Πίστευα ό,τι έβλεπα και μου φαινόταν τέλεια. Κρατούσε τα προσχήματα και φυσικά κανένας δεν έκανε υπαινιγμό γι' αυτό που κρυβόταν πίσω από την πρόσοψη... Βγήκαν όλα στο φως όταν πέθανε ο πατέρας μου κι εκείνη έφυγε για την Ιταλία μ' έναν από τους εραστές της. Η Λίντια αναγκάστηκε να μου πει την αλήθεια, αλλά ακόμα και τότε δε μου είπε πολλά. Όλη την ιστορία την έστησα μόνος μου κομμάτι κομμάτι, τα επόμενα χρόνια. Θα πρέπει ν' άρχισε αμέσως μετά το γάμο των γονιών μου. Ένας Θεός ξέρει τι πέρασε ο πατέρας μου... Η Λίντια πάσχιζε να με πείσει πως η μητέρα μου ήταν άρρωστη, πως έπασχε από κάποια νεύρωση


που χειροτέρευε με τα χρόνια, γιατί την τρόμαζε η ιδέα πως θα γερνούσε και θα έχανε την ομορφιά της. Έτσι είχε κάθε δυο τρεις μήνες έναν άλλο άντρα κοντά της κι ένιωθε πιο ασφαλής. Την έπειθε πως δεν ήταν σαν τις άλλες γυναίκες, πως δε θα έμπαινε στο περιθώριο, δε θα τη νικούσε ο χρόνος. Δεν είμαι ψυχίατρος, ίσως αυτή θα είναι μια εξήγηση. Δεν ξέρω κι ειλικρινά δε μ' ενδιαφέρει, το μόνο που ξέρω είναι πως ο πατέρας μου έζησε μια κόλαση κι όλο αυτό τον καιρό εγώ τον αντιπαθούσα κι έπαιρνα το μέρος της μητέρας μου». Γύρισε προς εκείνη και η Σουζάνα, όταν αντίκρισε το βλέμμα του, ένιωσε κάτι να λυγίζει μέσα της. «Ξέρεις γιατί σ' τα λέω αυτά;» τη ρώτησε τραχιά. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της κι ο Νιλ χαμογέλασε μ' ένα χαμόγελο που έμοιαζε με γκριμάτσα. «Ούτε κι εγώ. Δεν τα έχω συζητήσει ποτέ με κανέναν. Μου ήταν αδύνατον ν' ανοίξω την ψυχή μου και να την αφήσω εκτεθειμένη και χαιρόμουν που η μητέρα μου ήταν τόσο υποκρίτρια και δεν είχε μάθει κανείς τίποτα, έξω από την οικογένεια τουλάχιστον. Ακόμα κι η Λίντια δεν τα ήξερε όλα. Μερικές ιστορίες τις έμαθα από τη θεία μου, την αδερφή της μητέρας μου, αλλά τα περισσότερα από το ημερολόγιο της. Κρατούσε λεπτομερείς αναφορές. Τα διάβασα όλα κι ύστερα το έκαψα. Είχε τη Σιάν μαζί της στην Ιταλία κι αναγκάστηκα να πάω να την πάρω, όταν εκείνη πέθανε. Ο τύπος που ήταν μαζί της είχε φύγει, παίρνοντας τα μισά έπιπλα κι όλα της τα χρήματα. Η Σιάν είχε απομείνει μ' ένα κορίτσι που δούλευε στο σπίτι. Ήταν ένα ήσυχο πλασματάκι· την πήρα και την έφερα στη Λίντια». Η Σουζάνα όση ώρα της μιλούσε σκεφτόταν, κοιτάζοντάς τον επίμονα. «Είναι η Σιάν... παιδί του πατέρα σου;» τον ρώτησε σιγανά.


«Αναρωτιόμουν κι εγώ πολύ καιρό. Ομολογώ πως αυτός ήταν ένας από τους λόγους που δεν την πλησίασα. Δεν μπορούσα, ύστερα απ' όσα διάβασα στο ημερολόγιο. Κάθε φορά που την έβλεπα, θυμόμουν...» Η καημένη η Σιάν! σκέφτηκε η Σουζάνα με λύπη. Καταλάβαινε πώς θα είχε νιώσει τότε ο Νιλ, αλλά κι εκείνη ήταν παιδί. Δεν έφταιγε που η μητέρα της ήταν άπιστη στον άντρα της. «Όσο μεγάλωνε όμως έμοιαζε της Λίντια», συνέχισε ο Νιλ. «Η ομοιότητα είναι αναμφισβήτητη, τη βλέπουν όλοι. Είναι παιδί του πατέρα μου κι όταν το συνειδητοποίησα, ένιωσα ενοχή και για κάτι άλλο: δεν έπρεπε να την κρατήσω σε απόσταση όπως ο πατέρας μου εμένα. Τότε επιχείρησα να την πλησιάσω. Την αγαπώ πολύ τώρα, αλλά δεν παύω ν' αναρωτιέμαι μήπως αρχίσει να φέρεται όπως η μητέρα μου». «Ω, όχι! Η Σιάν; Πώς μπορείς να σκέφτεσαι κάτι τέτοιο; Δεν είναι στο χαρακτήρα της», φώναξε η Σουζάνα σκανδαλισμένη. «Δεν ήξερες τη μητέρα! Ήταν τόσο γλυκιά επιφανειακά, τίποτα δεν πρόδιδε πως ήταν μια...» Έκοψε απότομα τη φράση, κάνοντας ένα μορφασμό. «Να γιατί έγινα έξαλλος όταν η Σιάν το 'σκάσε με τον αδερφό σου. Το περίμενα κάπως, ότι θα το έκανε μόλις θα μεγάλωνε, γι' αυτό επέμενα τόσο να πάει στο πανεπιστήμιο. Νόμιζα πως θα της έδινε ένα γερό υπόβαθρο, πως θα την έβαζε σ' ένα δρόμο. Όταν έφυγε με τον αδερφό σου, είδα την ιστορία να επαναλαμβάνεται και δεν είχα πρόθεση να παραμερίσω και ν' αφήσω τα πράγματα να εξελιχτούν μόνα τους». «Αν θες να βρεις ένα πρότυπο για τη Σιάν, κοίταξε τη γιαγιά σου κι όχι τη μητέρα σου», του είπε ήπια κι εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Μάλλον έχεις δίκιο, αλλά την ημέρα που γύρισα από τη Νέα Υόρκη και βρήκα εκείνο το γράμμα δε σκέφτηκα και πολύ


καθαρά. Ήμουν θυμωμένος και τόσο φοβισμένος, που μου ερχόταν να τα σπάσω όλα». «Το θυμάμαι καλά», μουρμούρισε κουνώντας το κεφάλι της. Ο Νιλ μισογέλασε. «Ήσουν τυχερή εκείνη την ημέρα. Με τα νεύρα που είχα, μου ερχόταν να σου τσακίσω το λαιμό, όταν επέμενες ότι η Σιάν δεν ήταν στο διαμέρισμά σου. Μόλις που κράτησα την ψυχραιμία μου». «Δεν την κράτησες... την έχασες και πολύ μάλιστα!» Το χαμόγελο του Νιλ φώτισε τώρα όλο του το πρόσωπο και γλύκανε τα σφιγμένα χαρακτηριστικά του. «Δε στολίζεις καθόλου τα πράγματα• τα λες όπως τα βλέπεις, ε;» μουρμούρισε κοιτάζοντάς την παράξενα. «Δε θα μπορούσε να πει κανείς ότι τον ξεγελάς. Δεν κρύβεις τίποτα». Είναι αλήθεια αυτό; συλλογίστηκε ανήσυχη η Σουζάνα. Ελπίζω όχι. Δε θέλω να μαντέψει τίποτα για μένα κι υπάρχουν πολλά που πρέπει να κρύψω. Τώρα που ο Νιλ της αποκάλυψε τόσα για την οικογένειά του, τον καταλάβαινε καλύτερα και δικαιολογούσε την επιθετικότητά του. Μπορεί ακόμα και να του συγχωρούσε τον τρόπο που φέρθηκε στον Άλεξ, αλλά αυτό δεν άλλαζε την κατάσταση. Δεν ήθελε να δημιουργήσει κανενός είδους σχέση με τον Νιλ Άρντρεϊ. Ο αδερφός της δε θα της το συγχωρούσε ποτέ, αν μάθαινε πως μπλέχτηκε μαζί του. Ο Νιλ την κοίταζε τώρα με μια εύθυμη λάμψη στα μάτια. «Πήγαινε ν' αλλάξεις, θα σου κάνω το τραπέζι. Θέλω τη συμβουλή σου για τη Σιάν κι αυτή τη φορά θα σ' ακούσω. Φαίνεται πως δεν είναι ικανή ν' αποφασίσει τι θέλει να κάνει. Δέχτηκα το ότι δε θα πάει στο πανεπιστήμιο, αλλά κάτι πρέπει να κάνει». Η Σουζάνα τράβηξε το μαντίλι από το κεφάλι της και τα μαλλιά της ξεχύθηκαν στους ώμους της αναστατωμένα. «Δε


θα 'πρεπε να σταματήσω τη δουλειά μου, αλλιώς δε θα προφτάσω να τελειώσω το δωμάτιο μέχρι να φύγω για το Λονδίνο», του είπε αβέβαια. Ήξερε πως ήθελε να βγει μαζί του έξω για φαγητό, αλλά ήξερε πως δεν ήταν και φρόνιμο. «Σε παρακαλώ», την καλόπιασε. Η Σουζάνα έμεινε κατάπληκτη από τη διαφορά στον τόνο της φωνής του, στο χαμόγελο του. Χωρίς να το καλοκαταλάβει, του χαμογέλασε κι εκείνη κι έριξε μια ματιά στο ρολόι της. «Αν γυρίσω κατά τις τρεις, θα προλάβω να κάνω λίγη δουλειά ακόμα πριν σκοτεινιάσει, αλλά έχω τα χάλια μου. Τα μαλλιά μου είναι σε κακή κατάσταση κι οι μπογιές έχουν χωθεί κάτω απ' τα νύχια μου. Θα μου πάρει μισή ώρα για να ετοιμαστώ». «Θα περιμένω, αλλά μη σκοτίζεσαι και πολύ για την εμφάνιση σου. Κι εγώ τζιν φοράω. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να πάμε κάπου... επίσημα. Μου είπαν πως υπάρχει μια καλή παμπ στο γειτονικό χωριό». «Του Σταγκ; Ναι, είναι πολύ καλή και γνωστή στην περιοχή». Η καρδιά της πήγε να σπάσει. Στην παμπ του Σταγκ δεν υπήρχε περίπτωση να ξεμοναχιαστούν σε καμιά ήσυχη γωνιά. Ήταν πάντα γεμάτη κόσμο, γιατί ο ιδιοκτήτης κι η γυναίκα του μαγείρευαν θαυμάσια φαγητά. Υπήρχαν πελάτες που έρχονταν από χιλιόμετρα μακριά κι ιδίως τα βράδια. Η Σουζάνα κι ο Άλεξ πήγαιναν συχνά εκεί και γνωρίζονταν με τους μαγαζάτορες. «Εντάξει, τότε δε θ' αργήσω», του είπε κι ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες. Έκανε ένα βιαστικό ντους τρίβοντας με μανία τα νύχια της με τη βούρτσα για να βγάλει τις μπογιές, ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν όσα της είχε πει ο Νιλ. Ήταν φανερό πως η Σιάν δεν ήξερε τίποτα, αλλά θα πρέπει να υπήρχαν εντυπώσεις θαμμένες στο υποσυνείδητο της, μια κι είχε ζήσει με τη μητέρα της ως τα οχτώ της χρόνια. Τα παιδιά


προσέχουν και καταλαβαίνουν πολλά και ιδίως αυτά που οι μεγάλοι δε θέλουν. Η Σιάν θα πρέπει να πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια, γι' αυτό κι έδειχνε τόσο φοβισμένη κι αβέβαιη. Έλεγε πως ο Νιλ δεν τη συμπαθούσε, είχε νιώσει πως δεν την ήθελε κοντά του. Οι κατηγορίες της για την ψυχρότητα του και την έλλειψη ενδιαφέροντος δεν ήταν αβάσιμες. Ο ίδιος ο Νιλ είχε παραδεχτεί πως ήταν αλήθεια. Όλοι έχουν ανάγκη από αγάπη, ιδίως στην παιδική ηλικία κι η Σιάν δεν είχε γνωρίσει αυτή την αγάπη. Μπορεί να πίστευε πως εκείνη έφταιγε που δεν την αγαπούσε ο αδερφός της, έτσι εξηγούνταν ίσως και η συμπεριφορά της με τον Άλεξ. Ως μοναχικό παιδί που λαχταρούσε τη στοργή, που είχε ανάγκη κάποιον να της τονώσει την αυτοπεποίθηση, γαντζώθηκε απ' την πρώτη αναλαμπή μιας αγάπης που προσδοκούσε από χρόνια, χωρίς να πιστεύει πως θα την αποκτούσε κάποτε. Ο Νιλ είπε πως ένιωθε ένοχος απέναντι της. Κι έπρεπε. Κι όμως, της φέρθηκε σύμφωνα με όσα του υπαγόρευσε η δική του παιδική ηλικία, η πικρία του απέναντι στη μητέρα του κι η ενοχή ότι δεν αγάπησε τον πατέρα του όσο ζούσε. Ο τρόπος που φέρονται οι άνθρωποι δεν είναι πάντα συνειδητός. Στηρίζεται σε όσα τους συνέβησαν στο παρελθόν και τόσο ο Νιλ όσο κι η Σιάν είχαν πολύ ταραγμένο οικογενειακό παρελθόν. Μόλις τέλειωσε το ντους της, τυλίχτηκε σ' ένα μπουρνούζι και πήγε ξυπόλυτη στο δωμάτιο της να ντυθεί. Κάτι της έλεγε πως δεν ήταν φρόνιμο που δέχτηκε να βγει μαζί του για φαγητό, όμως ένιωθε άσχημα που μίλησε τόσο ωμά στη Σιάν την τελευταία φορά αν και ήθελε ειλικρινά να τη βοηθήσει. Τώρα που είχε μάθει τόσα για την οικογένειά της, την καταλάβαινε και τη συμπαθούσε περισσότερο.


Φόρεσε στα γρήγορα μια απλή φούστα με πιέτες και μια κρεμ μπλούζα, βούρτσισε τα μαλλιά της και βάφτηκε διακριτικά. Καθώς έριχνε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη τής πέρασε μια σκέψη από το μυαλό. Γιατί της τα είπε ο Νιλ όλ' αυτά; Είχε ομολογήσει πως δε μίλησε ποτέ σε κανένα για τα οικογενειακά του. Γιατί, λοιπόν, της είπε όλη αυτή την ιστορία; Από μια παρόρμηση της στιγμής, επειδή ήθελε να βγάλει όσα είχε κλείσει τόσα χρόνια μέσα του ή γιατί ένιωθε τύψεις για τη συμπεριφορά του απέναντι στη Σιάν κι ήθελε να εξηγήσει γιατί της είχε φερθεί έτσι; Ήθελε να δικαιολογήσει τον εαυτό του; Αλλά γιατί; Τι νόημα είχαν όλ' αυτά; Κατέβηκε τις σκάλες βαθιά συλλογισμένη. Βρήκε τον Νιλ κοντά στο παράθυρο να διαβάζει το βιβλίο που είχε αφήσει εκείνη πάνω στο τραπέζι. Τον κοίταξε για λίγο πριν την πάρει είδηση. Το βλέμμα της δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το άνοιγμα του πουκαμίσου του, απ' όπου φαινόταν το σκούρο σγουρό τρίχωμα του στήθους του. Τον ήθελε αυτό τον άντρα, αλλά φοβόταν τις συνέπειες μιας σοβαρής σχέσης. Ο Νιλ σήκωσε ξαφνικά τα μάτια του και την είδε, της χαμογέλασε κι η Σουζάνα νόμισε πως η καρδιά της θα σταματούσε. «Πολύ τακτική και νοικοκυρεμένη», της είπε χαμογελώντας. «Μοιάζεις σαν μαθητριούλα που βγαίνει βόλτα με τον μπαμπά της!» «Ω, όχι, δεν είσαι τόσο μεγάλος! Ή μήπως είσαι;» τον ρώτησε κοροϊδευτικά υψώνοντας τα φρύδια της. Ο Νιλ παράτησε το βιβλίο και την πλησίασε με μια απειλητική λάμψη στα μάτια. «Με προκαλείς;» τη ρώτησε σιγανά. Σκέφτηκε πως θα ήταν προτιμότερο ν' αποφύγει την παγίδα. «Πάω να πάρω μια ζακέτα. Κάνει ψύχρα έξω». Βγήκε από το δωμάτιο πριν προλάβει να την πιάσει, άκουσε όμως το


γέλιο του πίσω από την πλάτη της και τα μάγουλά της φούντωσαν. Πήρε τη ζακέτα της κι όταν γύρισε φρόντισε να κρατήσει μια απόσταση ασφαλείας. «Έτοιμος;» τον ρώτησε. «Είμαι έτοιμος από καιρό», της απάντησε μ' ένα διφορούμενο ύφος που την μπέρδεψε. «Τότε πάμε», του πρότεινε χαμογελώντας ευγενικά.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Η παμπ του Σταγκ ήταν σχεδόν άδεια ακόμα, γιατί μόλις είχε ανοίξει. Η Σουζάνα κάθισε σ' ένα γωνιακό τραπεζάκι κι ο Νιλ πήγε να παραγγείλει φαγητό και να φέρει ποτά. Γύρισε μ' ένα ποτήρι κρασί για τη Σουζάνα και μια μπίρα για τον εαυτό του και κάθισε δίπλα της. «Είχες δίκιο, το μενού έχει κρασάτο κοτόπουλο. Παρήγγειλα, λοιπόν και για τους δυο». «Είναι μια από τις σπεσιαλιτέ του καταστήματος». Η Σουζάνα ήπιε μια γουλιά κρασί παρατηρώντας ένα νεαρό που καθόταν στο μπαρ. «Είναι γνωστός;» τη ρώτησε ο Νιλ ακολουθώντας τη ματιά της. «Ένας φίλος του αδερφού μου, πήγαιναν μαζί στο σχολείο». «Έζησες πολλά χρόνια εδώ;» «Όλη μου τη ζωή, μέχρι που πήγα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Αλλά και από τότε έρχομαι συχνά, παρ' όλο που κανονικά θα 'πρεπε να πουλήσω το σπίτι. Η μητέρα μου όμως αρνήθηκε, ήθελε να το κρατήσω, κι έτσι...» «Γιατί ήθελε να το κρατήσεις;» τη ρώτησε μ' ενδιαφέρον κι εκείνη άρχισε να του μιλάει για την ανησυχία της μητέρας της και την επιθυμία της να έχει ο Άλεξ ένα σπιτικό, σε περίπτωση που θα του χρειαζόταν. «Ο Άλεξ όμως βολεύτηκε καλά κι έτσι όταν γυρίσει από την Ισπανία θα τον ρωτήσω αν συμφωνεί για την πώληση του σπιτιού. Είχα πάντα την πεποίθηση πως η μητέρα μου θα 'θελε να το μοιραζόμαστε, κι έτσι, όταν θα πουληθεί, θα


πάρει εκείνος τα μισά. Ξέρω πως θα διαφωνήσει, είναι πολύ περήφανος, αλλά αυτό είναι δίκαιο». «Τον αγαπάς πολύ», παρατήρησε ο Νιλ ήσυχα. «Φυσικά, αδερφός μου είναι», του απάντησε μάλλον θιγμένη. «Οι οικογενειακές σχέσεις δε λειτουργούν πάντα καλά», παρατήρησε εκείνος κάνοντας μια γκριμάτσα κι η Σουζάνα κατάλαβε πως εννοούσε τη δική του οικογένεια. «Κι εσύ αγαπάς τη Λίντια, έτσι δεν είναι;» του θύμισε κι εκείνος την κοίταξε αρκετά πριν γνέψει «ναι» με το κεφάλι. «Πώς ήταν η μητέρα σου;» τη ρώτησε. «Στην εμφάνιση;» «Οχι, στο χαρακτήρα. Σου έμοιαζε;» «Ανησυχούσε πολύ. Ο πατέρας μου ήταν φιλάσθενος, άρπαζε εύκολα κρυολογήματα που τον βασάνιζαν βδομάδες. Η μητέρα μου έτρεμε μήπως κληρονομήσει ο Άλεξ την ευπάθειά του κι όλο τον φρόντιζε και προσπαθούσε να τον κρατήσει μέσα στο σπίτι το χειμώνα. Ο καημένος καταπιεζόταν, αλλά ήταν πολύ υπομονετικός μαζί της. Νομίζω πως εγώ δε θα το άντεχα, αλλά εκείνη δεν πίεζε εμένα, ήξερε πως ήμουν πιο γερή, πιο δυνατή». «Ήσουν από τότε σκληραγωγημένη;» τη ρώτησε δείχνοντας να διασκεδάζει. Η ιδιοκτήτρια της παμπ πλησίασε μ' ένα δίσκο και χαμογέλασε εγκάρδια στη Σουζάνα. «Γεια σου, Σούζι, έχω καιρό να σε δω. Τι κάνει ο Άλεξ;» «Είμαστε κι οι δυο καλά. Τι κάνει ο Πίτερ;» «Απασχολημένος όπως πάντα... ευτυχώς. Λοιπόν, καλή όρεξη. Ελπίζω να σας αρέσει το κοτόπουλο». Όταν έφυγε, ο Νιλ κοίταξε τη Σουζάνα χαμογελώντας. «Σούζι, ε; Ώστε έτσι σε λένε;»


«Όχι, το σιχαίνομαι. Ο Άλεξ με λέει έτσι για να με νευριάζει». «Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ προτιμώ το Σουζάνα, σου ταιριάζει». Σώπασε για λίγο, έριξε μια ματιά γύρω κι ύστερα της ομολόγησε: «Δεν έχω φάει ποτέ σε παμπ». «Δε με ξαφνιάζει... δεν είναι περιβάλλον που σου ταιριάζει». Ο Νιλ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και την κοίταξε μ' ενδιαφέρον. «Και ποιο είναι το περιβάλλον που μου ταιριάζει;» Η Σουζάνα ανασήκωσε τους ώμους της. «Τα ακριβά εστιατόρια στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη... έτσι υποθέτω, δεν κάθισα να το σκεφτώ», του απάντησε αδιάφορα, προσπαθώντας να του δείξει πως δεν την απασχολούσε και πολύ το άτομό του. Εκείνος όμως δε φάνηκε ν' αποθαρρύνεται. Συνέχισε να την κοιτάζει χαμογελώντας. «Τι σε έσπρωξε ν' ασχοληθείς με τη ζωγραφική;» τη ρώτησε ξαφνικά. «Ύψιστε Θεέ! Τι ερώτηση. Είμαι καλή στο σχέδιο, αυτό ήθελα να κάνω πάντα κι η δουλειά μου μ' ευχαριστεί περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο». «Περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο;» Η Σουζάνα μαζεύτηκε στο καβούκι της, γιατί ένιωσε να κινδυνεύει. Αυτά τα γκρίζα μάτια ήταν πολύ έξυπνα και διαπεραστικά. Τι ήθελαν να μάθουν; Τι σκεφτόταν τώρα ετούτος ο επικίνδυνος άντρας; Χαμήλωσε το βλέμμα της και ξέφυγε διπλωματικά. «Η δουλειά μου μετράει πολύ, αλλά δεν ήρθαμε να κουβεντιάσουμε για μένα, έτσι δεν είναι; Επρόκειτο να μιλήσουμε για τη Σιάν, έτσι είπες». Μ' αυτή τη δικαιολογία την κάλεσε σε γεύμα, αλλά μήπως ήταν πρόσχημα; Ως τώρα δεν είχε αναφέρει καν το όνομα της Σιάν.


«Καλύτερα να φάμε πριν παγώσει το φαγητό», της απάντησε αόριστα και για αρκετή ώρα έτρωγαν αμίλητοι. «Πολύ καλό», σχολίασε ο Νιλ στο τέλος,, σπρώχνοντας το άδειο πιάτο του. «Θα πάρουμε καφέ; Σερβίρουν εδώ;» Η Σουζάνα έκανε νόημα στην ιδιοκτήτρια κι εκείνη της χαμογέλασε κουνώντας το κεφάλι της. «Θα τον φέρει αμέσως», είπε στον Νιλ. «Σε πειράζει να καπνίσω;» «Καθόλου». Ο Νιλ άναψε ένα λεπτό πούρο, τράβηξε δυο ρουφηξιές κι άφησε δυο δαχτυλίδια γαλάζιο καπνό που ανέβηκαν πάνω από το κεφάλι του. «Λοιπόν, τι θα κάνω με τη Σιάν; Δε μου μιλάει και πολύ τώρα τελευταία. Δεν μπορώ ν' ανακαλύψω τι θέλει, γιατί όταν ανακινώ το θέμα σωπαίνει κι η Λίντια δε βοηθάει και πολύ. Ήταν δική της ιδέα να σου μιλήσω. Σε συμπάθησε πολύ από την πρώτη στιγμή. Νομίζω πως κι εσύ τη συμπαθείς, έτσι δεν είναι;» «Πολύ. Όσο για τη Σιάν... δε σου είπε πως θέλει να μάθει μαγειρική;» «Να μάθει τι;» φώναξε ο Νιλ κατάπληκτος, υψώνοντας τον τόνο της φωνής του τόσο, που γύρισαν από τα διπλανά τραπέζια και τους κοίταξαν. «Μην εξάπτεσαι. Υπάρχουν ένα σωρό σχολές στο Λονδίνο. Η Σιάν θα μπορούσε να πάρει εκεί μια επαγγελματική εκπαίδευση και να βρει μια καλή δουλειά. Μαγειρική δε σημαίνει μόνο το να είσαι ικανός να ετοιμάζεις ένα μενού. Ξέρω πως είπε ότι ήθελε να σπουδάσει καλές τέχνες, αλλά μιλούσε στον αέρα όταν το είπε, δεν το πίστευε. Για να είμαι ειλικρινής, νομίζω πως δεν έχει ξεκαθαρίσει τι θέλει. Πάντως, μια σχολή υψηλής μαγειρικής τέχνης δε θα την έβλαπτε». Ο Νιλ φαινόταν να έχει χάσει τη μιλιά του. Έπινε τον καφέ που τους σέρβιρε η ιδιοκτήτρια και κάπνιζε βαθιά


συλλογισμένος. Η Σουζάνα έπινε κι αυτή τον καφέ της και περίμενε. Κάποτε ο Νιλ έσβησε το πούρο στο μεταλλικό τασάκι. «Θα σε γυρίσω πίσω, εκτός κι αν θέλεις να πιεις κάτι ακόμα», της πρότεινε. «Όχι, ευχαριστώ. Πρέπει να γυρίσω στις μπογιές μου», του απάντησε και σηκώθηκε. Δε μίλησαν καθόλου σε όλη τη διαδρομή. Ο Νιλ οδηγούσε σταθερά, αλλά το σκυθρωπό πρόσωπο του έδειχνε πως ο νους του ήταν αλλού. Σταμάτησε έξω από το σπιτάκι και γύρισε προς το μέρος της με τα χέρια του ακουμπισμένα στο τιμόνι. «Μόλις που σε γνωρίζω», της είπε απότομα κι η Σουζάνα έμεινε άναυδη. Ήταν φανερό, ποιος ο λόγος να της το πει; «Ναι». «Έχω όμως την αίσθηση πως σε ξέρω χρόνια. Δεν είναι τρέλα;» «Ναι», ξαναείπε η Σουζάνα με μια δόση κοροϊδίας. Εκείνος χαμογέλασε. Σήκωσε το χέρι του και χάιδεψε το μάγουλο της. «Νομίζω πως είσαι ειλικρινής και μαχητική», συνέχισε και τα δάχτυλά του γλίστρησαν στο πιγούνι της. «Ευχαριστώ», είπε η Σουζάνα. Τον έβλεπε να καρφώνει το βλέμμα του στο στόμα της κι ένιωθε το πρόσωπο της να φουντώνει. Όχι γι' αυτά που της έλεγε, αλλά για τον τρόπο που την κοίταζε. «Είσαι κι αφοσιωμένη. Έχω την εντύπωση πως ό,τι κι αν κάνει ο αδερφός σου θα σπεύσεις να τον υπερασπιστείς». Το δάχτυλο άγγιξε απαλά το στόμα της κι εκείνη τράβηξε πίσω το κεφάλι της. «Τι σημαίνουν αυτά;» τον ρώτησε. «Δε σου ζήτησα αναφορά για το χαρακτήρα μου. Πρέπει να φύγω. Εσύ μπορεί να μην έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις, εγώ όμως έχω».


«Σουζάνα», μουρμούρισε και το στόμα της στέγνωσε, το κορμί της άρχισε να τρέμει. Πάλεψε με την αδυναμία που της έκοβε τα μέλη και την κρατούσε στη θέση της, τη στιγμή που η λογική της την προειδοποιούσε να φύγει πριν κάνει το μοιραίο λάθος. Αλλά δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια της απ' αυτό το στόμα που ψιθύριζε βραχνά το όνομά της. «Πρέπει να φύγω», μουρμούρισε περισσότερο στον εαυτό της. «Όχι!» της απάντησε άγρια και το χέρι του γραπώθηκε από τα μαλλιά της. Έσκυψε πάνω της και το στόμα του έκλεισε το δικό της με τέτοια ορμή, που τα χείλη της την πόνεσαν κι ο πόθος φούντωσε μέσα της. Στο τέλος υπέκυψε. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του κι ανταπέδωσε με την ίδια θέρμη το φιλί του. Ο Νιλ άφησε ένα πνιχτό βογκητό. Τα χέρια του γλίστρησαν κάτω από την μπλούζα της, ψαχούλεψαν τη ζεστή σάρκα, μέχρι που έκλεισαν εξουσιαστικά στις χούφτες του τα σφιχτά της στήθη, παραμερίζοντας το λεπτό δαντελένιο σουτιέν. Ένας βαθύς στεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της Σουζάνας. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά κι όλη της η σάρκα έμοιαζε να έχει πάρει φωτιά. Οι θηλές της, σκληρές κι ορθωμένες, σπαρταρούσαν κάτω από το απαλό του άγγιγμα. Το κεφάλι της είχε γείρει πίσω στη ράχη του καθίσματος έτσι καθώς τη φιλούσε και τα μαλλιά της ξεχύνονταν ανάστατα πάνω στο σκούρο δέρμα του. Ένιωσε την ανάγκη να τον χαϊδέψει κι αυτή. Τα δάχτυλά της ψαχούλεψαν το λαιμό του, ύστερα κατέβηκαν πιο χαμηλά, τρύπωσαν στο μισάνοιχτο πουκάμισο, εκεί που η σφιχτή σάρκα σκεπαζόταν με σγουρό σκούρο τρίχωμα. Ό Νιλ πήρε μια βαθιά ανάσα και σήκωσε μια στιγμή το κεφάλι του, πριν σκύψει ξανά να τη φιλήσει στο λαιμό. Η Σουζάνα πάσχιζε να σκεφτεί, πάλευε απελπισμένα με τούτη την πλη μμυρίδα που την παρέσερνε. Δεν ήθελε τέτοιο


έρωτα. Ήταν πολύ δυνατός, γεμάτος πόθο κι ανάγκη, εξουσιαστικός. Απειλούσε το είναι της... ως εκεί που είχε μείνει απαραβίαστη κι ελεύθερη μέχρι τώρα. Γι' αυτό φοβόταν τον έρωτα, γιατί σήμαινε υποταγή μιας ολόκληρης ζωής, υποταγή της καρδιάς, της σκέψης, της θέλησης. Δεν ήθελε να γίνει σαν τη μητέρα της, να ζει για τον άντρα και τα παιδιά της, να υπάρχει μέσα από τη ζωή τους, να περιστρέφεται γύρω τους και ν' απορρίπτει όλα τα άλλα. Ήθελε να είναι ο εαυτός της, να ζει σαν ένα ολοκληρωμένο ανεξάρτητο άτομο κι όχι απλά σαν γυναίκα που η αγάπη είναι όλη η ζωή της. Δεν ήθελε να δώσει τόσα πολλά από τον εαυτό της, προτιμούσε τα ρηχά νερά ενός ανώδυνου, απλού έρωτα. Αυτό βέβαια σήμαινε πως δε θα γνώριζε ποτέ όλο το βάθος της αγάπης και τον άγριο πόθο, αλλά τουλάχιστον έτσι δε θα κινδύνευε να σαρωθεί, να καταποντιστεί. Μερικοί άντρες αρκούνται να ζουν με τη γυναίκα σε παράλληλες ευθείες. Μοιράζονται τη ζωή τους μαζί της χωρίς να τα απαιτούν όλα· αλλά ο Νιλ δεν ήταν απ' αυτούς. Η Σουζάνα είχε καταλάβει πως θα ήθελε όλο της το είναι. Κι αυτό που την τρόμαζε περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο ήταν που καταλάβαινε πως θα του έδινε ό,τι της ζητούσε, δε θα κρατούσε τίποτα για τον εαυτό της. Ο Νιλ ήταν σαν ναρκωτικό, αν έπαιρνες μια δόση, θα σου γινόταν έξη. Αν τον άφηνε λίγο ακόμα να τη φιλήσει, να τη χαϊδέψει, δε θα ήταν πια σε θέση να κατανικήσει τον πόθο της. Ενώ παράδερνε σ' αυτές τις σκέψεις, ένιωσε τα χέρια του να σπρώχνουν τη φούστα της ψηλά στους μηρούς. Ορθάνοιξε τα μάτια της κι έσπρωξε τα χέρια που έκαναν τις τολμηρές εξερευνήσεις, κουνώντας το κεφάλι της. «Όχι... όχι... δε θέλω...» Ο Νιλ την κοίταξε με μάτια σκοτεινιασμένα από τον πόθο. Η ανάσα έβγαινε λαχανιαστή από το μισάνοιχτο στόμα του,


το πρόσωπο του ήταν σκούρο κόκκινο, το στήθος του ανεβοκατέβαινε γρήγορα. «Δε θα με κάνεις δική σου σ' ένα κάθισμα αυτοκινήτου», μουρμούρισε η Σουζάνα. Την κοίταξε έκπληκτος για ένα δευτερόλεπτο κι ύστερα το βλέμμα του καθάρισε, οι γραμμές του προσώπου του γλύκαναν. «Όχι... με συγχωρείς, παραφέρθηκα. Δεν το είχα στο νου μου να γίνει έτσι βιαστικά, τα πράγματα ξέφυγαν από τον έλεγχο μου», συμφώνησε. «Και τα χέρια σου ξέφυγαν», πρόσθεσε η Σουζάνα τακτοποιώντας τα ρούχα της τρέμοντας. Κατέβασε τη φούστα της, άνοιξε την πόρτα και έβγαλε έξω τα πόδια της, ελπίζοντας πως θα κατάφερνε να βαδίσει σταθερά. Ο Νιλ έσκυψε προς το μέρος της. «Ας φάμε μαζί απόψε. Έχουμε να μιλήσουμε». «Αυτό κάναμε μόλις τώρα. Είμαι πολύ απασχολημένη, δεν μπορώ να βγω με κανένα για φαγητό... Κύριε Αρντρεϊ, μου φαίνεται πως ήρθε η ώρα να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους. Δε θέλω να σε ξαναδώ, δε θέλω καμιά ερωτική περιπέτεια μαζί σου, θα μου δυσκολέψεις τη ζωή και δε θέλω τέτοια μπερδέματα. Σε παρακαλώ, μείνε μακριά μου και πες πως δε γνωριστήκαμε ποτέ». «Εσύ μπορείς να το πεις αυτό;» «Πολύ εύκολα μάλιστα. Δεν πέρασες στιγμή από τη σκέψη μου». Ο Νιλ έκανε ένα μορφασμό, έχωσε τα χέρια στην τσέπη του κι έβγαλε ένα ζαρωμένο κομμάτι χαρτί. Η Σουζάνα το αναγνώρισε αμέσως και το αίμα χάθηκε από το πρόσωπο της. Ήταν ο φάκελος με τα σκίτσα που είχε πετάξει στο καλάθι των αχρήστων.


Ό Νιλ την κοίταξε χαμογελώντας κοροϊδευτικά. «Δεν πέρασα ούτε στιγμή από το νου σου, ε; Έτσι δεν είπες; Στ' αλήθεια, έτσι κατσούφης φαίνομαι;» Η Σουζάνα κοκκίνισε. «Σχεδίαζα ασυναίσθητα». «Ασυναίσθητα; Δηλαδή με σκεφτόσουν. Για πες μου», πρόσθεσε δείχνοντας το σκίτσο της αράχνης, «έτσι με βλέπεις;» Η Σουζάνα τον κοίταξε κατάπληκτη. Γι' αυτή δεν υπήρχε καμιά σχέση ανάμεσα στην αράχνη και στο δικό του σκίτσο. Δεν έκανε κανέναν παραλληλισμό, αυτός όμως έπιασε αμέσως τούτη την ασυνείδητη συσχέτιση. «Δεν είχες δικαίωμα να ψαχουλεύεις μέσα στο σπίτι μου. Δώσ' το μου!»Έκανε να του το αρπάξει, εκείνος όμως το έχωσε πάλι στην τσέπη του. «Α, είναι πολύ αποκαλυπτικό. Δείχνει πώς λειτουργεί το μυαλουδάκι σου κάτω απ' αυτή την ήρεμη... επιφάνεια. Δεν πρόκειται να το αποχωριστώ. Εσύ το πέταξες, αυτό σημαίνει πως δεν το ήθελες». Η Σουζάνα γύρισε κι έφυγε χωρίς άλλη λέξη. Δε θα καθόταν να καβγαδίζει τώρα για έναν παλιοφάκελο! Βέβαια δεν ήθελε να ξέρει ο Νιλ πως απασχολούσε τη σκέψη της, αλλά πού να φανταστεί πως θα ερχόταν να ψάξει μέσα στο καλάθι της κουζίνας της. Εκείνο πάντως που την ενοχλούσε περισσότερο ήταν ότι η σκέψη της λειτουργούσε ανεξάρτητα από τη θέλησή της. Άνοιξε την καγκελόπορτα και προχώρησε προς το σπίτι. Έξω, πάνω στην ψάθα της, βρισκόταν ένας φάκελος. Τον πήρε αφηρημένα και μπήκε στην κουζίνα και τότε πρόσεξε πως ήταν τηλεγράφημα. Το άνοιξε βιαστικά κι όταν το διάβασε έγινε κατάχλομη. Σωριάστηκε σε μια καρέκλα και το ξαναδιάβασε, ελπίζοντας πως είχε κάνει λάθος την πρώτη φορά.


«Τι συμβαίνει; Τι είναι;» ακούστηκε ανήσυχη η φωνή του Νιλ. Δεν είχε κλείσει την πόρτα μπαίνοντας και προφανώς εκείνος την ακολούθησε. «Ο Άλεξ... είναι στο νοσοκομείο... νομίζουν πως είναι τύφος...» τραύλισε ξεχνώντας μεμιάς το θυμό της. Εκείνος έσκυψε και πήρε το τηλεγράφημα από το χέρι της. «Δε θα πρέπει να είναι τόσο άσχημα, αφού μπόρεσε να τους πει πού να το στείλουν, όταν δεν απαντούσες στο τηλέφωνο», παρατήρησε. «Αχ, γιατί να μην έχω τηλέφωνο εδώ! Θα το είχα μάθει από ώρες. Θα μπορούσα να βρίσκομαι στην Ισπανία τώρα». Πετάχτηκε από την καρέκλα συνεχίζοντας φωναχτά τις σκέψεις της. «Πρέπει να φύγω αμέσως για το Λονδίνο, να πάρω το διαβατήριο μου και να προλάβω την πρώτη πτήση. Στο μεταξύ όμως θα έχει νυχτώσει κι ίσως αναγκαστώ να περιμένω ως το πρωί. Ω Θεέ μου! Ο τύφος είναι επικίνδυνος; Υπάρχει φόβος; Δεν ξέρω τίποτα...» «Είναι κάτι σοβαρό, αλλά ο Άλεξ είναι νέος και γερός, θα παλέψει. Εξάλλου σήμερα υπάρχουν ισχυρά φάρμακα. Άλλοτε ήταν μοιραίος, πριν ανακαλυφτούν τα αντιβιοτικά». Ο Νιλ κοίταξε το ρολόι του. «Το αμάξι μου είναι πιο γρήγορο από το δικό σου. Θα σε πάω στο Λονδίνο. Πάρε τα πράγματά σου». «Δε χρειάζομαι τίποτα. Μόνο το διαβατήριο μου από το διαμέρισμα στο Λονδίνο». «Αν είμαστε τυχεροί και δε βρούμε κίνηση, θα φτάσουμε στο Λονδίνο σε μιάμιση ώρα», της είπε πιάνοντάς την από το μπράτσο. Βρίσκονταν κιόλας στα μισά της πρασιάς, όταν η Σουζάνα συνειδητοποίησε πως τον άφησε να πάρει την πρωτοβουλία χωρίς συζήτηση. «Μπορώ να πάω και μόνη μου... δε


χρειάζεται να κάνεις όλη αυτή τη διαδρομή. Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σου...» «Είσαι ταραγμένη, δεν μπορείς να οδηγήσεις σ' αυτή την κατάσταση», της είπε εκείνος τραβώντας την προς το αυτοκίνητο του και σε λίγο ξεκινούσε, τινάζοντας τα χαλίκια του δρόμου πίσω από τα λάστιχα. Η Σουζάνα καθόταν με τα χέρια σφιγμένα στα γόνατά της και το βλέμμα στο κενό. «Δεν είναι γερός», είπε ξαφνικά και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Δεν είναι... πήρε, βλέπεις, από τον πατέρα μου. Δε θα τα βγάλει πέρα αν είναι μόνος. Πρέπει να πάω κοντά του, αλλιώς θα πεθάνει». Ο Νιλ άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το δικό της που γάντζωνε σπασμωδικά τη φούστα της. «Θα πάμε γρήγορα, θα προλάβεις. Η εταιρεία μου διαθέτει ένα ιδιωτικό τζετ, πρέπει να είναι εύκαιρο. Θα επικοινωνήσω με τον πιλότο μέχρι να πάρεις το διαβατήριο σου και να ετοιμάσεις τη βαλίτσα σου. Θα του ζητήσω να σε πάει στην Ισπανία». «Σ' ευχαριστώ», μουρμούρισε και τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα χλομά της μάγουλα. «Πάψε να κλαις, δεν είναι του χαρακτήρα σου. Ο Άλεξ θα γίνει καλά. Θα βρίσκεσαι κοντά του όσο γίνεται πιο γρήγορα. Δεν πρέπει να περιμένεις το χειρότερο, Σουζάνα. Μην αφήνεις τη φαντασία σου να σε παρασύρει. Στο νοσοκομείο βρίσκεται, θα τον φροντίσουν». Πήρε μια βαθιά ανάσα, έβγαλε ένα μαντίλι από την τσάντα της και σκούπισε τα δάκρυά της. «Με συγχωρείς», μουρμούρισε και βγάζοντας την πουδριέρα της έκρυψε με λίγη πούδρα τις κοκκινίλες από το κλάμα. «Έτσι μπράβο, τώρα δείχνεις καλύτερα», την ενθάρρυνε ο Νιλ, ρίχνοντάς της μια λοξή ματιά.


«Σ' ευχαριστώ, αλλά δεν υπάρχει λόγος να μου κάνεις κομπλιμέντα. Δεν είχα πάρει είδηση τόση ώρα πως είχα τέτοια χάλια». Ο Νιλ γέλασε. «Αυτό είναι το κορίτσι μου! Τώρα ξέρω πως είσαι στη φυσιολογική σου κατάσταση». «Δεν είμαι το κορίτσι σου», του είπε η Σουζάνα πετώντας την πουδριέρα μέσα στην τσάντα. «Αυτό θα το συζητήσουμε αργότερα. Για την ώρα, πρέπει να σε πάω γρήγορα στο Λονδίνο, άσε με λοιπόν να συγκεντρωθώ στην οδήγηση. Άντε μπράβο, κορίτσι μου». «Δεν είμαι κορίτσι, είμαι γυναίκα και πάψε να μου κάνεις τον μπαμπά!» «Καλά καλά, αν νιώθεις καλύτερα με το να καβγαδίζεις μαζί μου, συνέχισε. Εσύ θα καβγαδίζεις, αγάπη μου, κι εγώ θα οδηγώ». Η Σουζάνα τον κοίταξε κατάπληκτη. Πώς τολμούσε; Ποιος του έδωσε το δικαίωμα να την αποκαλέσει αγάπη μου; Όλα αυτά έκαναν το νου της να ξεστρατίσει προσωρινά από τον Άλεξ και την αρρώστια του. Όσο για τον Νιλ, οδηγούσε χωρίς να τραβάει ούτε στιγμή το πόδι του από το γκάζι κι εκείνη καθόταν δίπλα του σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 Κόντευε έντεκα το βράδυ όταν κατάφερε να δει τον Άλεξ κι αυτό για λίγο. Εκείνος δεν τη γνώρισε. Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι με το πρόσωπο συσπασμένο, ψηνόταν στον πυρετό, παραμιλούσε και τα χέρια του πότε γαντζώνονταν στα σεντόνια και πότε έμεναν ακίνητα σαν νεκρά. «Είναι ναρκωμένος;» ρώτησε η Σουζάνα τη νοσοκόμα που στεκόταν πλάι της. «Ε, φυσικά, του έδωσαν φάρμακα. Πρέπει να του ρίξουμε τον πυρετό, είναι πολύ υψηλός κι αυτός είναι ο σπουδαιότερος κίνδυνος του τύφου. Αλλά δεν πρέπει ν' ανησυχείτε. Η περίπτωση του αδερφού σας δεν τρόμαξε ιδιαίτερα το γιατρό. Προλάβαμε την αρρώστια στην αρχή». «Μα πού την κόλλησε; Στο ξενοδοχείο; Μήπως υπάρχει επιδημία;» Η νοσοκόμα έφερε το χέρι της στο στόμα της. «Σσσ... θα τον ενοχλήσουμε. Σας παρακαλώ, περάστε έξω... όχι, όχι, μην τον φιλάτε!» Η Σουζάνα έριξε μια τελευταία ανήσυχη ματιά στον Άλεξ πριν βγει στο διάδρομο. Φαινόταν τόσο άρρωστος, που δεν την καθησύχασαν τα λόγια της νοσοκόμας. Το νοσοκομείο το διεύθυναν καλόγριες κι ήταν πεντακάθαρο κι αυστηρό σαν μοναστήρι. Σ' ένα κοίλωμα του τοίχου, στο διάδρομο, στεκόταν μια Παναγιά με σταυρωμένα χέρια και ήρεμο πρόσωπο. Η Σουζάνα έκανε μια σύντομη προσευχή από μέσα της. «Δεν υπάρχει επιδημία στην πόλη», της εξήγησε η αδελφή καθώς προχωρούσαν στο διάδρομο. «Ωστόσο, πριν μερικές


μέρες παρουσιάστηκαν μερικά κρούσματα σ' ένα ορεινό χωριό. Ο αδερφός σας το επισκέφθηκε την επομένη της αφίξεώς του και φαίνεται πως ήπιε νερό ή έφαγε κάτι που το είχε ετοιμάσει κάποιος που είχε ήδη προσβληθεί από τη νόσο. Σε μερικές μακρινές περιοχές, οι εγκαταστάσεις του νερού δεν είναι καλές κι οι τουρίστες προειδοποιούνται να μην πίνουν το νερό αν προκύψει κίνδυνος. Δεν μπορούμε όμως να τους προφυλάξουμε από κάποιον που είναι φορέας του μικροβίου. Μερικοί δεν έχουν εξωτερικά συμπτώματα κι όμως μπορούν να το μεταδώσουν στους άλλους». «Σε πόσες μέρες θα ξέρουμε αν θα γίνει καλά;» «Είναι αδύνατο να πούμε με ακρίβεια. Σε λίγες ημέρες ίσως. Σας παρακαλώ, δεσποινίς Χάουαρντ, μη φοβάστε, η κατάσταση του αδερφού σας παρουσίασε ήδη μερικά θετικά σημάδια και μόλις πέσει ο πυρετός θα είμαστε πια στο δρόμο της ανάρρωσης». «Μπορώ να τον δω αύριο;» «Φυσικά, μπορείτε να τον επισκεφθείτε στις τρεις το απόγευμα. Βρήκατε μέρος να κοιμηθείτε; Αν όχι, θα μπορούσαμε ίσως...» «Μου έκλεισαν δωμάτιο σ' ένα ξενοδοχείο, στο Αλάμπρα», της είπε η Σουζάνα κι η αδελφή έγνεψε χαμογελώντας. «Το καλύτερο ξενοδοχείο μας. Θα είστε πολύ άνετα εκεί. Ξέρω πως ανησυχείτε, αλλά προσπαθήστε να κοιμηθείτε απόψε. Να σας δώσω κανένα χαπάκι; Θα είστε κουρασμένη, κάνατε τόσο ταξίδι...» «Όχι. Δε μ' αρέσει να παίρνω χάπια για τον ύπνο... Σας ευχαριστώ πάντως, είστε πολύ καλή». «Έχετε το τοπικό νόμισμα, για το ταξί;» «Με περιμένει ένα αυτοκίνητο έξω και πάλι σας ευχαριστώ. Καληνύχτα, αδελφή». «Ο Θεός μαζί σας».


Η Σουζάνα βγήκε από την κεντρική είσοδο και στάθηκε στο πεζοδρόμιο κοιτάζοντας προς το πάρκινγκ. Στη στιγμή, το αυτοκίνητο που την είχε φέρει στο νοσοκομείο ήρθε και σταμάτησε μπροστά της. Ο οδηγός βγήκε και της άνοιξε την πόρτα. Πριν ξεκινήσουν, η Σουζάνα είπε το όνομα του ξενοδοχείου. Τα αγγλικά του οδηγού ήταν περιορισμένα, αλλά όταν του επανέλαβε το όνομα για δεύτερη φορά, έγνεψε καταφατικά και ξεκίνησε με τέτοια φόρα, που την ανάγκασε να γαντζωθεί από το κάθισμα. Ο Νιλ τα είχε φροντίσει όλα για την αναχώρησή της. Ένιωθε βαθιά ευγνωμοσύνη και... βαθιά ανησυχία. Δεν της άρεσε να είναι τόσο υποχρεωμένη κι όμως, αν δεν ήταν αυτός, θα βρισκόταν ακόμα στην Αγγλία. Την είχε πάει στο διαμέρισμά της κι ώσπου να φτιάξει τη βαλίτσα της, εκείνος τα κανόνισε όλα από το τηλέφωνο. Έδωσε εντολή να την πάει το τζετ της εταιρείας στην Ισπανία, της έκλεισε δωμάτιο στο καλύτερο ξενοδοχείο της πόλης όπου νοσηλευόταν ο Άλεξ και τηλεφώνησε σ' ένα τοπικό γραφείο αγοραίων αυτοκινήτων να την περιμένει ένα αυτοκίνητο με σοφέρ στο αεροδρόμιο, που απείχε κάμποσα χιλιόμετρα από την πόλη. Όλες αυτές τις πρακτικές λεπτομέρειες η Σουζάνα δεν τις σκέφτηκε ούτε στιγμή. Είχε τόσο ανησυχήσει για τον Άλεξ, που το μόνο που την ένοιαζε ήταν να φτάσει γρήγορα κοντά του. Γι' αυτό έμεινε άναυδη όταν της εξήγησε με λίγα λόγια τι είχε κάνει. «Θα ερχόμουν μαζί σου, αλλά έχω ένα σοβαρό ραντεβού αύριο το πρωί και δεν μπορώ να λείψω», της είπε. «Μα δεν περίμενα κάτι τέτοιο... έκανες πάρα πολλά. Σου είμαι υποχρεωμένη. Από δω κι εμπρός όμως, θα τα καταφέρω μόνη μου». «Αν χρειαστείς τίποτα, τηλεφώνησε στο γραφείο μου στο Λονδίνο. Αν λείπω θα σ' εξυπηρετήσει η γραμματέας μου». Κι


ο Νιλ της έβαλε στο χέρι την κάρτα με το προσωπικό του τηλέφωνο. «Πρόσεξε να μην τη χάσεις και μη διστάσεις να τηλεφωνήσεις». «Ω, στ' αλήθεια δεν υπάρχει...» «Υποσχέσου μου!» επέμεινε ο Νιλ κι εκείνη υποσχέθηκε για ν' αποφύγει τις συζητήσεις. Δεν είχε όμως την πρόθεση να του ζητήσει άλλη βοήθεια. Τη συνόδεψε ως τη σκάλα του τζετ κι ενώ εκείνη τον ευχαρίστησε για άλλη μια φορά κι ετοιμάστηκε να φύγει, εκείνος την άρπαξε από το χέρι και σκύβοντας της έδωσε ένα άγριο και σύντομο φιλί στα χείλη. Η Σουζάνα σε όλο το ταξίδι τα είχε χαμένα. Είχαν συμβεί τόσα πολλά σε τόσο λίγο χρόνο, που δεν μπορούσε να πιστέψει πως ήταν αλήθεια. Δεν ήταν άλλωστε σε θέση να καταλάβει για ποιο λόγο ο Νιλ Άρντρεϊ είχε αναλάβει τόσες ευθύνες για χάρη της. Όλη η διαδρομή ήταν ένας εφιάλτης. Βρισκόταν σε διαρκή εκνευρισμό. Δεν έβλεπε την ώρα να φτάσει στο νοσοκομείο και φανταζόταν πως δε θα πρόφταινε τον Άλεξ ζωντανό. Ένιωσε μεγάλη ανακούφιση όταν επιτέλους στάθηκε πάνω από το κρεβάτι και τον είδε. Ήταν βέβαια πολύ άρρωστος, αλλά η πραγματικότητα ήταν λιγότερο τρομαχτική απ' αυτό που περίμενε. Ανακουφισμένη κάπως, έγειρε πίσω στο κάθισμα της και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο οδηγός είχε μόλις στρίψει στον παραλιακό δρόμο. Αριστερά απλωνόταν η θάλασσα που ασήμιζε κάτω από το φεγγαρόφωτο, ενώ δεξιά ήταν αραδιασμένα μερικά μοντέρνα ξενοδοχεία. Ο κόσμος κυκλοφορούσε ακόμα στους φωτισμένους δρόμους, παρ' όλο που πλησίαζαν μεσάνυχτα. Η ατμόσφαιρα της μικρής πόλης ήταν χαρούμενη, θύμιζε διακοπές και δεν ταίριαζε καθόλου με την ψυχική διάθεση της Σουζάνας.


Το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά από το Αλάμπρα, έναν ουρανοξύστη από μπετόν και γυαλί. Η Σουζάνα βρήκε στη ρεσεψιόν έναν αδύνατο μελαψό υπάλληλο που μιλούσε αρκετά καλά τα αγγλικά. Υπέγραψε την κάρτα που της έδωσε, αφού του έδειξε πρώτα το διαβατήριο της κι εκείνος της έδωσε το κλειδί του δωματίου της. Ένας γκρουμ μετέφερε τη βαλίτσα της και τη συνόδεψε ως το δωμάτιο της. Μόλις έμεινε μόνη, η Σουζάνα έπεσε στο κρεβάτι κι έριξε μια ματιά γύρω της. Το δωμάτιο ήταν μοντέρνο, άνετο κι όμορφα επιπλωμένο. Σίγουρα θα ήταν και πιο ακριβό απ' ό,τι θα το ήθελε. Ο Νιλ της είχε κλείσει ένα δωμάτιο σε ξενοδοχείο πολυτελείας. Ο λογαριασμός θα πρέπει να ήταν αστρονομικός. Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους του, αλλά αυτή θα προτιμούσε κάτι πιο φτηνό. Αν επρόκειτο να μείνει μέρες, θα έπρεπε να βρει μια μικρή πανσιόν. Σηκώθηκε απρόθυμα νιώθοντας όλα τα μέλη της μουδιασμένα. Άδειασε τη βαλίτσα της, γδύθηκε κι έκανε ένα ζεστό μπάνιο. Μισή ώρα αργότερα, βρισκόταν στο κρεβάτι μισοναρκωμένη και κατάκοπη, ανίκανη να σκεφτεί οτιδήποτε. Το τηλέφωνο που κουδούνισε πάνω στο κομοδίνο την έκανε να παγώσει από φόβο. Ο Άλεξ; Ήταν χειρότερα; Της τηλεφωνούσαν από το νοσοκομείο; «Εμπρός;» Η φωνή της έτρεμε. «Σουζάνα; Πώς είσαι;» Αναγνώρισε αμέσως τη φωνή του Νιλ και ξύπνησε ολότελα. Ο ήλιος έλουζε το δωμάτιο, θα έπρεπε να είχε κοιμηθεί ώρες. «Τι ώρα είναι;» τον ρώτησε ανόητα, πιάνοντας το ρολόι της για να δει την ώρα. «Κοντεύει εννιά. Σ' ακούω αγουροξυπνημένη. Κοιμήθηκες καλά; Μίλησα με το νοσοκομείο πριν από λίγο. Μου είπαν πως ο Άλεξ πέρασε ανήσυχη νύχτα, αλλά τώρα είναι


καλύτερα. Φαίνονταν ικανοποιημένοι. Μου είπαν ακόμα πως τον είδες, αλλά δε σε γνώρισε». «Φαινόταν πολύ άρρωστος, αλλά μου είπαν πως θα γίνει καλά», του απάντησε τρίβοντας τα μάτια της. «Ωραία. Η Σιάν στενοχωρήθηκε πολύ. Ήθελε να έρθει στην Ισπανία, αλλά της είπα να περιμένει μερικές μέρες». Η Σουζάνα τράβηξε το ακουστικό από το αυτί της και το κοίταξε κατάπληκτη. «Δεν μπορεί να έρθει, θα τον ταράξει. Δεν το καταλαβαίνεις;...» φώναξε θυμωμένα. «Μην εξάπτεσαι. Δε θα έρθει. Όταν συνέλθει ο Άλεξ, μπορείς να τον ρωτήσεις αν θέλει να τον επισκεφθεί». «Δεν πιστεύω στ' αυτιά μου... εσύ το λες αυτό;... Μιλάς σαν να...» τραύλισε σαστισμένη. «Δε σε ακούω καλά, έφαγες τίποτα από τότε που έφυγες από το Λονδίνο; Είναι άνετο το ξενοδοχείο; Παράγγειλε ένα καλό πρόγευμα». «Όλα είναι πολύ καλά, σ' ευχαριστώ που μπήκες σε τόσο κόπο, αλλά...» «Φρόντιζε τον εαυτό σου. Εγώ πρέπει να κλείσω τώρα, με περιμένει μια φοβερή μέρα. Αν χρειαστείς τίποτα, «Τηλεφώνησέ μου. Κανόνισα να έχεις το αυτοκίνητο στη διάθεσή σου όποτε το χρειαστείς. Έχεις το νούμερο του πρακτορείου, έτσι δεν είναι;» «Αυτό είναι κάτι που θέλω να το κουβεντιάσουμε. Ο σοφέρ είπε πως ο λογαριασμός είναι πληρωμένος. Αυτό δεν μπορώ να το δεχτώ...» «Γεια σου, Σουζάνα». Της φάνηκε σαν να γελούσε κι άκουσε καθαρά τον ήχο ενός σκαστού φιλιού. «Νιλ!» φώναξε θυμωμένα, αλλά η γραμμή ήταν κιόλας νεκρή. Κατέβασε το ακουστικό μουτρωμένη. Δεν είχε σκοπό να χρησιμοποιήσει το νοικιασμένο αυτοκίνητο που σίγουρα θα ήταν πολύ ακριβό. Αν χρειαζόταν, θα έπαιρνε ταξί. Δεν


ήθελε να χρωστάει στον Νιλ. Φυσικά, θα του πλήρωνε και την τελευταία δεκάρα, της φέρθηκε πολύ ευγενικά κι εξυπηρετικά, αλλά η περηφάνια της θιγόταν στη σκέψη πως εκείνος πλήρωνε τους λογαριασμούς της. Η γενναιοδωρία του της δημιουργούσε προβλήματα. Την μπέρδευε συναισθηματικά, δεν ήξερε πώς ν’ αντιδράσει και ιδίως τώρα που δεν ήταν σίγουρη για τα κίνητρά του. Όταν πήγε στο νοσοκομείο εκείνο το απόγευμα, ο Άλεξ είχε συνέλθει εντελώς. Η όψη του ήταν πολύ καλύτερη και της χαμογέλασε σαν την είδε να μπαίνει στο δωμάτιο. «Γεια σου, Σούζι. Από πότε είσαι εδώ; Μου είπαν πως ήρθες χτες βράδυ αλλά δε σε πήρα είδηση. Χτες ήταν η χειρότερη μέρα μου». «Είχες φριχτή όψη». Η Σουζάνα κάθισε πλάι του και τον περιεργάστηκε με μεγάλη ανακούφιση. «Σήμερα δείχνεις καλύτερα». «Είμαι καλύτερα. Το πρωί μου έπεσε ο πυρετός. Δοκίμασαν ένα καινούριο φάρμακο, γιατί το πρώτο που μου έδωσαν δεν έκανε τίποτα». «Από πότε είσαι άρρωστος; Πότε εκδηλώθηκε η ασθένεια;» «Πριν από δυο μέρες. Ευτυχώς, εντόπισαν γρήγορα τι μου συμβαίνει. Ο γιατρός με έγδυσε στα εξωτερικά ιατρεία και κοίταξε πρώτα την κοιλιά μου. Εγώ τον πέρασα για τρελό. Ισπανοί γιατροί! σκέφτηκα. Κι όμως, είδε εκεί μερικά κόκκινα σημαδάκια κι είπε: Έχεις τύφο... Μου φάνηκε σαν καταδίκη σε θάνατο. Μ' έβαλαν μέσα κι όταν ήρθε ο επιμελητής και με είδε, είπε πως ήμουν τυχερός που ο βοηθός έκανε τόσο γρήγορα τη διάγνωση. Τα συμπτώματα μπορεί να μη σημαίνουν τίποτα, αλλά αν προλάβεις την αρρώστια στην αρχή, μπορείς να γίνεις καλά μέσα σε λίγες μέρες».


«Νομίζουν πως το μικρόβιο το άρπαξες σε κάποιο ορεινό χωριό. Υπήρχαν μερικά κρούσματα εκεί πριν από δεκαπέντε μέρες». «Ώστε εκεί ήταν; Το θυμάμαι το χωριό! Έκανε φριχτή ζέστη κι έτρωγα παγωτά όλη μέρα». «Παγωτά; Ε, τότε από κει την άρπαξες». «Έτσι λέω κι εγώ. Δε θα ξαναφάω ποτέ παγωτά... Εσύ όμως πώς ήρθες τόσο γρήγορα; Είπα να σου στείλουν ένα τηλεγράφημα, αλλά δεν περίμενα να έρθεις αμέσως! Λυπάμαι που σ' έβαλα σε τέτοιο μπελά. Νόμισες πως θα πεθάνω;» τη ρώτησε χαμογελώντας κοροϊδευτικά. Η Σουζάνα τον κεραυνοβόλησε. «Ανησύχησα φοβερά, σου φαίνεται παράξενο;» «Με συγχωρείς, Σουζάνα, δεν ήθελα να σε ταλαιπωρήσω... πού να φανταστώ πως θα μου τύχαινε κάτι τέτοιο...» «Δεν πειράζει... θα κοιτάξω να επωφεληθώ, θα κάνω ηλιοθεραπεία τις ώρες που δε θα έρχομαι στο νοσοκομείο», του είπε εύθυμα για να του φτιάξει το κέφι. «Πού μένεις;» τη ρώτησε κι έδειξε την έκπληξή του όταν του το είπε. «Εκεί; Μα θα πρέπει να είναι πανάκριβο. Δε βρήκες πουθενά αλλού;» «Ω... μπορεί να μετακομίσω σε καμιά μικρή πανσιόν όταν βρω το χρόνο να ψάξω», του απάντησε αόριστα. Ήταν πολύ νωρίς ακόμα για να του μιλήσει για τον Νιλ Άρντρεϊ. Η αδελφή τής είχε πει να μην τον ταράξει και να μη μείνει πολύ. «Θα έρθω αύριο πάλι, τι θέλεις να σου φέρω;» «Τίποτα. Έτσι κι αλλιώς δε μου επιτρέπουν να φάω για μερικές μέρες». Όταν έφυγε από το νοσοκομείο η Σουζάνα πήρε ένα ταξί και κατέβηκε στην παραλία. Τριγύρισε κάμποση ώρα στην ακροθαλασσιά χαζεύοντας τα παιδιά που πλατσούριζαν στα νερά και τους μεγάλους που έκαναν ηλιοθεραπεία


ξαπλωμένοι στην άμμο με τα κορμιά να γυαλίζουν από τα αντηλιακά. Τους ζήλευε. Δε σκέφτηκε μέσα στην ταραχή της να πάρει κι ένα μαγιό μαζί της. Στο ξενοδοχείο υπήρχε μια μπουτίκ, αλλά οι τιμές θα πρέπει να ήταν απρόσιτες. Καθώς προχωρούσε, είδε ένα δρομάκι που έβγαζε σε μια μικρή πλατεία γεμάτη κιόσκια με πολύχρωμες τέντες. Μια υπαίθρια αγορά! Μπορεί να 'βρίσκε κανένα φτηνό μαγιό ανάμεσα στα φρούτα και τα ζαρζαβατικά! Πέρασε μισή ώρα χαζεύοντας το γραφικό παζάρι με τα ποικίλα προϊόντα, τα ρούχα, τα φαγώσιμα, τα τοπικά γλυκά, τα πορτοκάλια, τους ανανάδες κι όλων των λογιών τα φρούτα, ακόμα και ψάρια. Κατάφερε ν' αγοράσει ένα μαγιό σε οικονομική τιμή κι ευχαριστημένη πήρε το δρόμο για το Αλάμπρα. Την επομένη θα έψαχνε για κάτι πιο φτηνό, απόψε όμως θ' απολάμβανε ένα πλουσιοπάροχο δείπνο στην πολυτελή τραπεζαρία. Πεινούσε, δεν είχε φάει για μεσημέρι και το πρόγευμά της ήταν όπως πάντα λιτό. Τώρα που ήξερε πως ο Άλεξ θα γινόταν καλά, ένιωθε κάπως ανόητη για τον τρόπο που αντέδρασε όταν έμαθε για την αρρώστια του. Είχε φερθεί σαν υστερική και διαπίστωνε με δυσαρέσκεια πως όταν παρουσιαζόταν μια κρίση, αντιδρούσε όπως ακριβώς κι η μητέρα τους. Φαίνεται πως όταν αγαπάς δεν μπορείς να επιβάλεις τη λογική στα συναισθήματά σου. Η αγάπη κι ο φόβος πρέπει να έχουν στενή σχέση συλλογιζόταν καθώς γύριζε στο ξενοδοχείο κι η ιδέα δεν ήταν ούτε παρήγορη ούτε ενθαρρυντική. Στο δωμάτιο της φόρεσε το καινούριο μαγιό, ύστερα κατέβηκε στην πισίνα και κολύμπησε μια ώρα. Όταν άρχισε να πέφτει κάπως η ζέστη της ημέρας, η Σουζάνα βγήκε από το νερό, τυλίχτηκε σ' ένα λευκό μπουρνούζι που είχε βρει κρεμασμένο πίσω από την πόρτα του λουτρού και γύρισε στο δωμάτιο της. Έκανε ένα ντους, λούστηκε, στέγνωσε τα μαλλιά


της και ξάπλωσε να διαβάσει ένα βιβλίο που είχε αγοράσει από ένα κιόσκι. Αλλά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, ήταν πολύ κουρασμένη. Το βιβλίο ξέφυγε από τα χέρια της κι αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα. Πετάχτηκε μισοκοιμισμένη κι άνοιξε νομίζοντας πως θα ήταν κάποια καμαριέρα, αλλά ήταν ο Νιλ. Η Σουζάνα μόνο που δε λιποθύμησε. Τον κοίταξε και δεν πίστευε στα μάτια της. «Τι συμβαίνει; Είσαι άρρωστη;» Ο Νιλ έκανε ένα βήμα μπρος και την άρπαξε, ενώ εκείνη τρέκλιζε. Από τη ζάλη τα αυτιά της βούιζαν. Τη σήκωσε και την κουβάλησε στο κρεβάτι, κάθισε δίπλα της κι άρχισε να της τρίβει τα χέρια. «Δε... δεν είναι τίποτα», του είπε χαμογελώντας. «Κοιμόμουν όταν χτύπησες, φαίνεται πως πετάχτηκα απότομα και μου ήρθε ζάλη». «Έχεις φάει τίποτα όλη μέρα;» Τα δάχτυλά του ψαχούλευαν το σφυγμό στον καρπό της, το βλέμμα του όμως την περιεργαζόταν από την κορφή ως τα νύχια. Η Σουζάνα θυμήθηκε ξαφνικά πως δε φορούσε τίποτα κάτω από το κοντό μπουρνούζι και πως η ζώνη του ήταν τόσο χαμηλά δεμένη, που θα έχασκε μπροστά στο στήθος. Κοκκίνισε. Μάζεψε νευρικά τα πέτα της ρόμπας με τα χέρια της κι ο Νιλ σήκωσε τα φρύδια του κοροϊδευτικά. «Η καρδιά σου χτυπάει ακανόνιστα. Πριν από μια στιγμή χτυπούσε αργά, τώρα πολύ γρήγορα». «Είναι από το σοκ. Άνοιξα την πόρτα και σε είδα έτσι μπροστά... Δε σε περίμενα... Τι ζητάς εδώ;» του είπε γρήγορα, μπερδεύοντας τα λόγια της. «Έφαγες για μεσημέρι;» τη ρώτησε πάλι ο Νιλ κι εκείνη κούνησε το κεφάλι της ανυπόμονα.


«Δεν πεινούσα. Μα τι ζητάς εδώ; Νόμιζα πως είχες μια σοβαρή συνάντηση το πρωί». «Κατάφερα να τελειώσω μέχρι το μεσημέρι. Τουλάχιστον έφαγες καλά το πρωί;» «Μα γιατί τόση επιμονή για το φαγητό μου; Ήπια μια πορτοκαλάδα, έναν καφέ κι έφαγα ένα κρουασάν. Δε μου είπες ακόμα γιατί ήρθες». «Πώς είναι ο Άλεξ;» «Πολύ καλύτερα. Ο οργανισμός του αντέδρασε καλά στο καινούριο φάρμακο που του έδωσαν». Ο Νιλ άπλωσε το χέρι του κι έσπρωξε ένα τσουλούφι από το μάγουλο της. «Σ' άρπαξε ο ήλιος», μουρμούρισε αφήνοντας τα δάχτυλά του να γλιστρήσουν στο μάγουλο της. Η Σουζάνα στύλωσε το βλέμμα της στο ανοιχτό παράθυρο απ' όπου έμπαινε το φως του σούρουπου, κοντανασαίνοντας σαν τρομαγμένο ζώο. «Σκοτείνιασε, καλύτερα ν' ανάψουμε το φως», μουρμούρισε, αλλά ο Νιλ δεν κουνήθηκε. Τα δάχτυλά του χάιδευαν το λαιμό της. «Γιατί ήρθες;» ξέσπασε πάλι η Σουζάνα. «Μη μου πεις πως ανησύχησες για τον Άλεξ! Δεν τον συμπαθείς κι εξάλλου δεν είναι δική σου έγνοια». «Ό,τι είναι δική σου έγνοια είναι και δική μου», της είπε κι αυτή η δήλωση της έκοψε την ανάσα. «Ας μην προσποιούμαστε πια, Σουζάνα», μουρμούρισε περνώντας το χέρι του γύρω της, για να την εμποδίσει να φύγει. «Είμαι ερωτευμένος μαζί σου και το έχεις καταλάβει». Τα καστανά μάτια της Σουζάνας έγιναν πελώρια, οι κόρες έλαμπαν σαν δυο λίμνες μέσα στο μισοσκόταδο, τα χείλη της έτρεμαν. Δε μίλησε, γιατί ο λαιμός της είχε κλείσει και το στόμα της ήταν στεγνό.


«Δεν ξαφνιάστηκες που με είδες», συνέχισε ο Νιλ. «Ξέρεις πώς αισθάνομαι, το έδειξα καθαρά. Δεν πρόκειται να τα παρατήσω, λοιπόν, και να φύγω». «Δε θέλω μια ερωτική περιπέτεια μαζί σου», μουρμούρισε η Σουζάνα χαμηλώνοντας τα μάτια της. «Κατάλαβα: ή γάμος ή τίποτα», είπε γελώντας ο Νιλ. «Δεν περίμενα να είσαι τόσο συντηρητική». «Δεν είμαι συντηρητική, ούτε να σε παντρευτώ θέλω. Δε σε θέλω στη ζωή μου με οποιαδήποτε ιδιότητα. Δεν ψάχνω ούτε για σύζυγο, ούτε για εραστή. Προτιμώ να είμαι μόνη κι ανεξάρτητη, είμαι ευτυχισμένη έτσι όπως ζω. Δε θέλω να μπλεχτώ μαζί σου». «Είναι πια πολύ αργά, Σουζάνα. Είσαι κιόλας μπλεγμένη μαζί μου. Λέω ψέματα;» τη ρώτησε κοιτάζοντάς την αγέλαστος. Εκείνη κούνησε αόριστα το κεφάλι της. «Δεν είσαι ερωτευμένη μαζί μου;» την ξαναρώτησε. Η Σουζάνα ξεροκατάπιε και κοίταξε αλλού. «Αυτή η συζήτηση είναι γελοία. Με ανακρίνεις λες και είμαι μάρτυρας σε δικαστήριο», του απάντησε ενοχλημένη. «Κοίταξέ με και πες μου πως δεν είσαι ερωτευμένη μαζί μου», την προκάλεσε. «Δεν μπορείς, έτσι δεν είναι, Σουζάνα; Τα ψέματα σου στέκονται στο λαιμό. Ήξερα πάντα τι ένιωθες από τα μάτια σου, ακόμα κι όταν δεν απαντούσες. Είσαι ωμά ειλικρινής κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που σ' αγαπώ. Μ' αρέσει η ευθύτητά σου κι η τιμιότητά σου». Η Σουζάνα αναστέναξε βαθιά. «Νιλ, άκουσέ με. Δεν είμαι κανένα κατοικίδιο ζώο. Μου αρέσει να είμαι μόνη τις περισσότερες ώρες. Δε θέλω να καταλήξω σαν τη μητέρα μου, να ζω για την οικογένειά μου, να μην έχω δική μου ζωή. Είμαι εγωίστρια, αγαπώ τη δουλειά μου και με απορροφάει τόσο, που δεν ενδιαφέρομαι για το νοικοκυριό. Μερικές γυναίκες το θεωρούν ευτυχία να μαγειρεύουν, να πλένουν τα


πουκάμισα των αντρών τους και να μεγαλώνουν παιδιά. Εγώ όμως όχι». «Έχω οικονόμο, δε σου ζητώ να πάρεις τη θέση της κι ούτε μου πέρασε από το νου να σου προτείνω ν' αφήσεις τη δουλειά σου. Εγώ είμαι όλη μέρα στο γραφείο μου, όταν δε λείπω στο εξωτερικό. Τι στην ευχή λοιπόν νομίζεις πως ζητάω; Να σε κλείσω σε γυναικωνίτη; Έχεις πολύ άσχημη ιδέα για τον έρωτα. Δεν είχες ποτέ καμιά ερωτική ιστορία;» Η Σουζάνα απέφυγε και πάλι το βλέμμα του κι εκείνος σφύριξε σιγανά. «Δεν είχες!» μάντεψε συλλογισμένος. «Τσ, τσ, ποιος θα το πίστευε ύστερα από τόση... χειραφέτηση!» «Είχα πολλούς άντρες φίλους», του δήλωσε επιθετικά. «Απλώς δεν πιστεύω σ' αυτό που λένε έρωτα. Είναι ένας μύθος, ένα ωραίο παραμύθι, αλλά δεν αποτελεί λογική βάση για να στήσεις μια ζωή». Όταν αποτόλμησε να τον κοιτάξει, είδε στα μάτια του μια λάμψη που δεν της άρεσε καθόλου. «Χρησιμοποιείς λάθος χρόνο, χρυσή μου», την κορόιδεψε. «Έτσι μπορεί να ένιωθες στο παρελθόν, τώρα νιώθεις διαφορετικά και το ξέρεις». «Δεν άλλαξα γνώμη», επέμεινε η Σουζάνα. «Δεν είναι εύκολο ν' αλλάξεις μια έμμονη ιδέα, ε; Αυτό το ξέρω. Είχα κι εγώ μια έμμονη ιδέα για τις γυναίκες. Νόμιζα πως είναι όλες σαν τη μητέρα μου, πολλές απ' αυτές που γνώρισα είχαν πολλά κοινά με εκείνη. Προφανώς υπάρχουν γυναίκες σαν κι εσένα, αλλά εγώ δεν τις γνώρισα ή δεν τις πρόσεξα. Μου χρειάστηκε λίγος χρόνος να συνειδητοποιήσω πως είσαι διαφορετική, πως η Σιάν δεν είναι μόνο το παιδί της μητέρας της. Είναι και του πατέρα μου κι έχει πάρει πάρα πολλά από τη Λίντια». «Χαίρομαι που το κατάλαβες. Συμπαθώ τη Σιάν, παρ' όλο που έκανε τον αδερφό μου να πονέσει».


«Κι εκείνη σε συμπαθεί και λυπάμαι πολύ που πληγώθηκε ο Άλεξ. Δεν είναι αυτός που νόμισα. Και σ' αυτό έκανα λάθος. Είμαι έτοιμος να παραδεχτώ τα λάθη μου και να διδαχτώ απ' αυτά. Αυτό άλλωστε δεν κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τα άλλα πλάσματα; Μπορούμε να σκεφτούμε λογικά, ν' αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας... να προοδεύσουμε. Έτσι ξεφύγαμε από τις σπηλιές που ζούσαμε στην αρχή! Αν ο άνθρωπος δεν μπορούσε ν' αλλάξει ιδέες, θα χρησιμοποιούσε ακόμα πέτρινα εργαλεία και θα φορούσε προβιές ζώων». «Πολύ ενδιαφέρον που μπορείς να δεις τον εαυτό σου σαν άνθρωπο των σπηλαίων. Γιατί εγώ πάντα έτσι σ' έβλεπα. Όταν όρμησες στο διαμέρισμά μου εκείνη την Κυριακή το πρωί, ξαφνιάστηκα που δεν κρατούσες ρόπαλο στο χέρι! Εσύ μπορεί ν' άλλαξες γνώμη για τον Άλεξ, εκείνος όμως δε θ' άλλαξε σίγουρα τη δική του για σένα και θα γίνει έξω φρενών όταν μάθει πως σε βλέπω». «Δεν του το είπες;» «Είναι πολύ άρρωστος ακόμα, θα του το πω όταν δυναμώσει λίγο». «Μα είσαι παράλογη, το ξέρεις; Λες πως σιχαίνεσαι να ζεις για τους άλλους και τώρα ομολογείς πως δεν μπορείς να με βλέπεις, γιατί αυτό δε θ' αρέσει στον Άλεξ. Αποφάσισε τι θέλεις επιτέλους!» «Αυτό είναι διαφορετικό. Δεν μπορώ ν' αρνηθώ πως ο Άλεξ είναι αδερφός μου και καταλαβαίνω γιατί σε μισεί». «Είπα στη Σιάν πως μπορεί να δει τον Άλεξ αν θέλει». «Α, επιτέλους! Της είπες πως μπορεί ν' αποφασίζει για τη ζωή της; Πολύ μεγαλόψυχο εκ μέρους σου! Κι αν αργότερα αλλάξεις γνώμη;» «Μα τι ξεροκέφαλη αγριόγατα είσαι! Προσπαθώ να χτίσω γέφυρες, δεν το βλέπεις; Θα τσακωνόμαστε λοιπόν όλη τη


νύχτα;» Την κοίταξε ανυπόμονα και τα μάτια του άστραψαν. «Πήρες λάθος δρόμο, έτσι δεν είναι; Νιώθεις όπως κι εγώ, το ξέρω, δεν μπορεί να ξεγελιέμαι σ' αυτό, αλλά είσαι πολύ πεισματάρα για να το παραδεχτείς. Κι είσαι έτοιμη να πετάξεις κάτι ξεχωριστό για κάποιες αμετακίνητες ιδέες, τις οποίες δεν τις έχεις ούτε εσύ η ίδια ξεκαθαρίσει. Έδωσες μια συμβουλή στη Σιάν, της είπες: 'Μεγάλωσε!' Γιατί δεν την ακολουθείς κι εσύ; Δεν είσαι αρκετά ώριμη για ν' αγαπήσεις κάποιον, ε; Πρέπει να κολλήσουν μια ταμπέλα στον έρωτα: Για ενήλικους μόνο. Είναι πολύ εκρηκτικός για να τον χειρίζονται οι συναισθηματικά ανήλικοι». Η Σουζάνα τον άκουγε κι η οργή φούντωνε μέσα της. Το πρόσωπο της έκαιγε. «Αγαπώ την ανεξαρτησία μου, αυτό είναι όλο. Γιατί δε με παίρνεις στα σοβαρά; Θα ήταν κι αυτό μια αλλαγή». «Πολύ ευχαρίστως», μουρμούρισε εκείνος απειλητικά και πριν προλάβει η Σουζάνα να καταλάβει τι κάνει, το χέρι του τράβηξε τη ζώνη της και την έλυσε. Εκείνη πάγωσε βλέποντάς τον να καρφώνει το βλέμμα του στο γυμνό κορμί της. Τον άκουσε ν' ανασαίνει άγρια λες και είχε τρέξει κι ύστερα το χέρι του κάλυψε το στήθος της. Η Σουζάνα πήρε μια βαθιά αναπνοή, έσπρωξε τα δάχτυλά του και προσπάθησε να κλείσει τη ρόμπα της. Ο Νιλ όμως έγειρε πάνω της και την ακινητοποίησε πάνω στο κρεβάτι, κρατώντας την από τα μπράτσα. Έσκυψε και το στόμα του αναζήτησε το δικό της. Εκείνη κράτησε τα χείλια της σφιχτά, στριφογυρίζοντας κάτω από το κορμί του, ο Νιλ όμως την έπιασε από τα μαλλιά και τη φίλησε πάλι με τόση ορμή, που στο τέλος παραδόθηκε. Έκλεισε τα μάτια της κι έδεσε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του, εκεί που τα πυκνά μαύρα μαλλιά ακουμπούσαν στο κολάρο του.


Το ελεύθερο χέρι του συνέχιζε την ερωτική εξερεύνηση του κορμιού της, κάνοντας τη σάρκα της να φλογίζεται. Το αριστερό της χέρι ψαχούλευε τώρα τα κουμπιά του πουκαμίσου του, τα άνοιξε για να μπορεί ν' αγγίξει το γυμνό δέρμα. Εκείνος έβγαλε το σακάκι του και το πέταξε, χωρίς ν' αφήσει το στόμα της. Ύστερα τράβηξε το πουκάμισο από το παντελόνι, το έβγαλε κι αυτό και το πέταξε πλάι στο σακάκι. Είχε πια σκοτεινιάσει για τα καλά. Το φεγγαρόφωτο έπεφτε πάνω στο γυμνό κορμί του, στους φαρδιούς ώμους, στο δασύ στέρνο, στο ίσιο στομάχι. Δε μιλούσε κανένας τους, άφηναν τα χέρια τους να μιλούν. Η Σουζάνα ανέπνεε με κόπο, το στόμα της ήταν στεγνό και το δέρμα της ριγούσε από τον αισθησιακό ερεθισμό. Ο Νιλ έχωσε το ξαναμμένο του πρόσωπο στο στήθος της. «Αυτό είναι, Σουζάνα», βόγκησε. «Δε χρειαζόμαστε τα λόγια, όταν έχουμε αυτό. Μπορούμε να κάνουμε κύκλους με τα λόγια, να διαφωνούμε... αλλά δεν αλλάζει τίποτα. Σ' αγαπώ, είσαι η γυναίκα μου, η μόνη που θέλω ν' αποκαλώ δική μου. Με κάνεις να γελάω, να θυμώνω, να σκέφτομαι. Δεν είμαι ο ίδιος από τότε που σε γνώρισα, έσκασες σαν βόμβα στη ζωή μου και τα ξανάχτισες όλα γύρω μου. Δεν πρόκειται λοιπόν να σε χάσω, γιατί σε χρειάζομαι και νομίζω πως κι εσύ μ' έχεις ανάγκη. Ό,τι κι αν λες, τα μάτια σου σε προδίδουν. Δεν είμαι τέλειος, το ξέρω, αλλά θα προσπαθήσω να στήσω κάθε γέφυρα που θα με φέρει κοντά σου, γιατί εκεί που είσαι εσύ θέλω να είμαι κι εγώ». «Το σεξ δεν είναι βάση για μια ζωή», του απάντησε ήσυχα η Σουζάνα. «Εγώ θα έλεγα πως όλα συμβαίνουν μέσα στο κεφάλι μας», της απάντησε σέρνοντας το στόμα του στη σκληρή θηλή του στήθους της. «Νομίζω πως μέσα μου είχα την εικόνα της μόνης γυναίκας που θα ήθελα να ζήσω μαζί της κι αυτή ήσουν


εσύ' το αντίθετο ακριβώς από τη μητέρα μου. Το ένιωσα τη στιγμή που σε είδα. Ήσουν τόσο μικροσκοπική, που θα μπορούσα να σε χώσω στην τσέπη μου κι όμως με πολέμησες. Η μητέρα μου δεν μπορούσε ν' αντικρίσει άντρα και να μην τον φλερτάρει. Εσύ με χαστούκισες κι ενθουσιάστηκα». «Ώστε αυτό ήταν το λάθος μου! Έπρεπε να σε φλερτάρω για να σε ξεφορτωθώ. Τι κρίμα που δεν το ήξερα!» Ο Νιλ γέλασε βραχνά. «Βλέπεις; Με κάνεις να γελάω. Το σεξ είναι μόνο το γλάσο στην τούρτα, Σουζάνα. Υπέροχο και προκλητικό, άλλα όχι το μοναδικό μέρος του έρωτα. Έχουμε πολλά κοινά εκτός από το σεξ εμείς οι δυο». Το κεφάλι του γλίστρησε από το στήθος της, κατέβηκε πιο χαμηλά κι η Σουζάνα νόμισε πως η καρδιά της θα σπάσει. «Πες μου μόνο ένα», τον προκάλεσε, πασχίζοντας να του αποσπάσει την προσοχή. Είχε βγάλει πια και τα υπόλοιπα ρούχα του και το δυνατό κορμί του φάνταζε σαν μπρούντζινο άγαλμα στο φεγγαρόφωτο. Κι η Σουζάνα φοβόταν, φοβόταν πως δε θα μπορούσε ν' αντισταθεί άλλο στην ηδονή που της υποσχόταν ετούτο το τέλειο κορμί. «Σου είπα μόλις... το χιούμορ». «Το ξέρω πως εγώ έχω, αλλά πού είναι το δικό σου;» τον ρώτησε αρπάζοντάς τον από τα μαλλιά για να σταματήσει το στόμα του που τη βασάνιζε, την άναβε, την ξετρέλαινε. Ο Νιλ ανασηκώθηκε και γονάτισε πάνω της καθηλώνοντάς τη με τα γόνατά του στο κρεβάτι. Το φως του φεγγαριού έπεφτε στο αναστατωμένο πρόσωπο, το μισάνοιχτο στόμα, στα ασημένια μάτια... Η Σουζάνα ένιωσε πως η καρδιά της θα γινόταν χίλια κομμάτια. «Σ' αγαπώ», της είπε άγρια. «Πες μου πως δε μ' αγαπάς και θα φύγω».


«Αυτό δεν είναι δίκαιο!» του φώναξε θυμωμένα, έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Πες μου! Δεν έχεις παρά να μου πεις την αλήθεια». «Δεν είναι τόσο απλό όσο το λες εσύ, είναι πολύπλοκο και μπερδεμένο. Πώς ξέρω αν θα πάει μπρος αυτός ο έρωτας, αν θ' αντέξει, αν είναι αληθινός;» «Αυτό είναι αληθινό». Ο Νιλ έπιασε το χέρι της και το ακούμπησε στο κορμί του. Για μια στιγμή, τα δάχτυλά της έμειναν ακίνητα κι ύστερα ασυναίσθητα γλίστρησαν στους γοφούς, στην κοιλιά, στο μηρό του, χώθηκαν στο σγουρό, δασύ τρίχωμα. Ένα πνιχτό βογκητό ηδονής ξέφυγε από τα χείλη του. «Σ' αγαπώ», της είπε κι η Σουζάνα αφέθηκε στον πόθο που την πλημμύρισε. Σήκωσε το κεφάλι της να φτάσει το στόμα του, τέντωσε το κορμί της ν' αγγίξει το δικό του. «Σ' αγαπώ!» του ψιθύρισε τότε κι εκείνος το άκουσε και της σφράγισε τα χείλη μ' ένα φιλί. Τα μπράτσα του τυλίχτηκαν γύρω της. Τη σήκωσε, την έσφιξε σαν να φοβόταν μην του φύγει, σαν να 'θελε να μην την αφήσει ποτέ από την αγκαλιά του...


Η Νουβέλα της Αγάπης PENNY JORDAN Μετάφραση: Βάσω Γιαννακοπούλου


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Μόλις η Κάμπιον βρέθηκε στον πολυσύχναστο λονδρέζικο δρόμο, έκανε νόημα σ' ένα ταξί κι έριξε μια ανήσυχη ματιά στο ρολόι της. Είχε αργήσει στο ραντεβού της, αλλά ήξερε πως η Λούσι θα την περίμενε. Τελικά πρέπει να είναι βολικό να είσαι η αγαπημένη σύζυγος ενός πλούσιου επιχειρηματία και να έχεις άφθονο ελεύθερο χρόνο, με μοναδικό σου πρόβλημα πώς να δείχνεις όμορφη και να δίνεις επιτυχημένα πάρτι. Στη συνέχεια μάλωσε τον εαυτό της, που γινόταν άδικη. Η Λούσι δεν ήταν μόνο μια όμορφη γυναίκα, ήταν ταυτόχρονα και έξυπνη. Αυτό που την έκανε να αισθάνεται έτσι ήταν που έπρεπε να συνεργαστεί με τον Γκάι Φρεντς. Ποτέ της δεν είχε συμπαθήσει αυτό τον άντρα. Κι όταν η πράκτοράς της τον έκανε συνεταίρο της, η Κάμπιον την είχε προειδοποιήσει πως δεν ήθελε να έχει καμία σχέση μαζί του. Η Έλενα είχε μείνει κατάπληκτη. «Μα, γλυκιά μου Κάμπιον», της είχε πει, «οι συμφωνίες που κάνει για τους συγγραφείς του...» «Δεν είναι ο τύπος μου, Έλενα. Δε μου αρέσει ούτε ο ίδιος ούτε ο τρόπος που κάνει τις δουλειές του». Ούτε βέβαια η ηθική του, θέλησε να προσθέσει, αλλά προτίμησε να το καταπιεί. Και τώρα, μετά τη σύγκρουσή τους, καταλάβαινε πως είχε απόλυτο δίκιο. Σίγουρα δεν της άρεσε. Ούτε βέβαια της είχαν αρέσει αυτά που της είχε πει για το καινούριο της βιβλίο. Κατσούφιασε θυμωμένα, και ο ταξιτζής, που την έβλεπε από το καθρεφτάκι, έκανε μια ελαφριά γκριμάτσα. Θα


μπορούσε να είναι πολύ ελκυστική· είχε ωραίο σώμα, ήταν ψηλή, με μακριά πόδια -τα είχε προσέξει καθώς εκείνη έμπαινε στο αμάξι του- και γεμάτα στήθη. Εκείνο όμως το μπεζ μάλλινο ύφασμα στο οποίο ήταν τυλιγμένη δεν πρόσθετε τίποτα στο χλομό εγγλέζικο δέρμα της ούτε στα ξανθά μαλλιά της. Ο οδηγός σταμάτησε έξω από ένα κομψό εστιατόριο του Κένσινγκτον. Αναρωτιόταν τι στο καλό ήθελε αυτή η αμακιγιάριστη, κουρασμένη γυναίκα σ' ένα τόσο σικ μέρος. Καθώς τον πλήρωνε για τη διαδρομή -του έδωσε κι ένα γερό φιλοδώρημα- εκείνος πρόσεξε πόσο ωραία χέρια είχε, με μακριά και λεπτά δάχτυλα, όμως τα νύχια της ήταν κοντοκομμένα και χωρίς βερνίκι. Αλλά, παράξενο πράγμα, παρατήρησε ο οδηγός καθώς η κοπέλα απομακρυνόταν από κοντά του, φοράει άρωμα. Η πείρα του του έλεγε πως οι περισσότερες γυναίκες φορούν άρωμα όταν πρόκειται να συναντήσουν έναν άντρα. Η Κάμπιον μπήκε θυμωμένη στο εστιατόριο. Το άρωμα με το οποίο την είχε περιλούσει η πωλήτρια στο Χάρβεϊ Νίκολς, νωρίς το πρωί, ήταν σαν να είχε κολλήσει στο δέρμα της. Κανονικά δεν της άρεσαν τα αρώματα, αυτό εδώ όμως ήταν ευχάριστο και θύμιζε καλοκαιριάτικο κήπο γεμάτο από την ευωδιά των τριαντάφυλλων. Πρόσεξε τα ειρωνικά βλέμματα που συγκέντρωνε πάνω της, καθώς προχωρούσε ανάμεσα από τα γεμάτα κόσμο τραπέζια. Οι γυναίκες ήταν μακιγιαρισμένες, ντυμένες κομψά κι η προσοχή τους ήταν στραμμένη περισσότερο στο συνοδό τους παρά στις μικρές μερίδες φαγητού μπροστά τους. Εξάλλου αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος που πήγαιναν εκεί: να δουν και να τις δουν.


Τελικά η Κάμπιον εντόπισε τη Λούσι. Καθόταν σ' ένα τραπέζι για δύο που πρέπει να ήταν ένα από τα καλύτερα του μαγαζιού. Ήταν ντυμένη στα μπλε και το χρώμα αυτό έδενε τέλεια με το λευκό δέρμα της και τα σκούρα μαλλιά της. Η Κάμπιον ένιωσε για μια ακόμα φορά εντυπωσιασμένη από την ομορφιά της φίλης της. Ήταν συμμαθήτριες στο σχολείο και μετά συμφοιτήτριες στο πανεπιστήμιο. Κανείς δεν είχε εκπλαγεί όταν η Λούσι παντρεύτηκε μόλις τέλειωσε τις σπουδές της. Ο άντρας τον οποίο είχε παντρευτεί ήταν κάποτε το αφεντικό της. «Συγνώμη που άργησα», είπε η Κάμπιον. Κάθισε και πήρε τον κατάλογο που της έδωσε ο σερβιτόρος. «Προβλήματα;» τη ρώτησε η Λούσι. Η Κάμπιον έκανε μια γκριμάτσα. «Φαίνεται; Η Έλενα δεν είναι καλά. Θέλει να συνεργαστώ με τον Γκάι Φρεντς». «Και;» «Και αυτός αμφισβητεί αρκετά σημεία του καινούριου βιβλίου μου. Πρέπει να το παραδώσω σε συγκεκριμένη ημερομηνία και...» Η Λούσι ήξερε τα πάντα γι' αυτό το βιβλίο. Εδώ και τρία χρόνια η Κάμπιον ήταν μια επιτυχημένη συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων. Πριν λίγο καιρό όμως, με την ενθάρρυνση της Έλενας και την υποστήριξη ενός μεγάλου εκδοτικού οίκου, είχε συμφωνήσει να δοκιμάσει να γράψει κάτι πιο εμπορικό από τα γνωστά, καλογραμμένα βιβλία της που απεικόνιζαν πιστά τα ιστορικά γεγονότα. Στην αρχή είχε ενθουσιαστεί με την ιδέα. Θα ασχολιόταν με κάτι διαφορετικό απ' ό,τι ήταν τα συνηθισμένα βιβλία της. Αυτά όμως πριν συνειδητοποιήσει τι ακριβώς της ζητούσαν οι εκδότες της. Έτσι βρέθηκε δεμένη μ' ένα συμβόλαιο που


απαιτούσε να τελειώσει το βιβλίο της γρήγορα. Από την άλλη, ο Γκάι Φρεντς ήθελε αλλαγές... Ό,τι κι αν πίστευε εκείνος, αυτή δεν ήταν τόσο αφελής. Είχε καταλάβει πολύ καλά πως της ζητούσαν να εμπλουτίσει το βιβλίο με κάποια ερωτικά κομμάτια. Στα προηγούμενα βιβλία της ασχολιόταν περισσότερο με την ιστορική και λιγότερο με την ατομική πλευρά της ζωής των χαρακτήρων της. Αυτή τη φορά όμως... Αυτή τη φορά η ηρωίδα της, η λαίδη Λίνζι ντε Φρερς, μια πολύ πλούσια κυρία της αυλής και ένα πολύτιμο πιόνι στα χέρια του Ερρίκου του Όγδοου, θα έπρεπε, για να ικανοποιηθούν οι αναγνώστες, να κάνει πολύ περισσότερα πράγματα από την αποδοχή του γάμου που της κανόνισε ο Ερρίκος. Το πρόβλημα ήταν πως κατά βάθος ήξερε ότι ο Γκάι είχε δίκιο. Ζητούσε από εκείνη να γίνει πιο σαφής στις περιγραφές της ηθικής εκείνων των χρόνων. Της είχε ακόμα τονίσει πως οι εκδότες είχαν ήδη απορρίψει το πρώτο της χειρόγραφο, επειδή βρήκαν πως η ηρωίδα ήταν πολύ σαχλή και ψεύτικη για να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Αν επιχειρούσε να ακυρώσει το συμβόλαιο, οι εκδότες της θα είχαν κάθε νομικό δικαίωμα να την πάνε στα δικαστήρια κι αυτό θα έκανε κακό στη φήμη της. Μα πώς χάλασαν όλα; Ήταν ενθουσιασμένη με την αρχική εικόνα και τώρα... «Τι σου προτείνει να κάνεις ο Γκάι;» την πίεσε η Λούσι. «Θέλει να πάρω μια γραμματέα». Κατσούφιασε και πάλι, όπως είχε κάνει και στο ταξί. «Και λοιπόν, είναι κακό αυτό;» τη ρώτησε η Λούσι τελείως ανίκανη να καταλάβει την απροθυμία της. «Εδώ και λίγο καιρό σκέφτομαι πως πρέπει να σου χρειάζεται μια γραμματέας. Δακτυλογραφείς τα κείμενά σου μόνη σου και πρέπει να σου τρώει πολλή ώρα...»


Αυτό ήταν αλήθεια, αλλά εκείνη το προτιμούσε. Το γράψιμο για την Κάμπιον ήταν κάτι το πολύ προσωπικό, τόσο προσωπικό, που πολλές φορές ένιωθε πως αυτή η ίδια ήταν η ηρωίδα του βιβλίου. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, δεν ήθελε να καταγράφει τις αντιδράσεις της. Αυτό θα την έκανε να νιώσει τόσο ευάλωτη, τόσο... Ένα ρίγος τη διαπέρασε και τα μάτια της, χωρίς να το ξέρει, φανέρωναν το φόβο της. Έχει όμορφα μάτια, σκέφτηκε η Λούσι καθώς την παρατηρούσε. Ούτε πράσινα ούτε γαλάζια, αλλά κάτι ενδιάμεσο. Με λίγη φροντίδα και προσοχή θα μπορούσε να γίνει πολύ όμορφη. Είχαν την ίδια ηλικία -είκοσι έξι χρονώνκι όμως κάποιος θα μπορούσε πολύ εύκολα να περάσει την Κάμπιον μέχρι και δέκα χρόνια μεγαλύτερη. Η Λούσι θα ήθελε πολύ να την αναλάβει -να τη βάλει να πετάξει τα φριχτά φαρδιά ρούχα, να μακιγιάρει το πρόσωπο της και να την αναγκάσει να φροντίσει τα μαλλιά της. Ο σύζυγος της, ένας πανέξυπνος άντρας, της είχε πει όταν του σύστησε την Κάμπιον: «Μα τι της συνέβη; Μοιάζει με φυτό που το ξέρανε η παγωνιά». «Ένας άντρας», τον είχε πληροφορήσει η Λούσι λακωνικά. Ήξερε καλά πόσο η φίλη της απεχθανόταν να γίνεται λόγος για τον Γκρεγκ. «Δε θέλω γραμματέα!» ξέσπασε η Κάμπιον. «Το μόνο που θέλω είναι να με αφήσουν ήσυχη να δουλέψω». «Λοιπόν, πες το στον Γκάι», της πρότεινε η Λούσι. «Του το λέω, αλλά εκείνος δε θέλει ν' ακούσει. Επιμένει πως πρέπει να έχω κάποιον να δουλεύει για μένα. Κάνει σαν να πιστεύει πως χρειάζομαι κάποιο μπαμπούλα για να με βάζει να δουλεύω. Και μετά είναι και αυτή η τουρνέ», πρόσθεσε θυμωμένα. «Τουρνέ;»


«Α, πρέπει να θυμάσαι. Σου μίλησα γι' αυτή. Μια μικρή διαφημιστική τουρνέ για κείνο το βιβλίο που έγραψα για την Κορνουάλη. Ο Γκάι φαίνεται να πιστεύει πως, αν αποκτήσω γραμματέα, θα μπορώ να της υπαγορεύω άπειρες σελίδες του καινούριου μου βιβλίου και μετά εκείνη θα τις δακτυλογραφεί, ενώ εγώ θα υπογράφω τα συμβόλαια». Η Λούσι αναστέναξε και έπιασε το χέρι της φίλης της. «Κάμπιον, ειλικρινά τώρα, αν αυτό το είχε προτείνει η Έλενα, θα αντιδρούσες τόσο πολύ;» Η Κάμπιον σκυθρώπιασε και παραδέχτηκε βραχνά: «Δεν ξέρω. Είναι κάτι πάνω του που με ενοχλεί. Κάθε φορά που με πλησιάζει νιώθω τόσο εκνευρισμένη...» Έτριψε κουρασμένα τα μάτια της. «Δε μου αρέσει», πρόσθεσε πεισμωμένα, «αλλά δεν ξέρω γιατί αντιδρώ τόσο βίαια». Εγώ ξέρω, σκέφτηκε με πόνο η Λούσι. Είναι το ξύπνημα των αισθήσεων. Ήξερε όμως πως δεν έπρεπε να το αναφέρει στην Κάμπιον. Έτσι, λοιπόν, πρόσθεσε προσεκτικά: «Τι σκοπεύεις να κάνεις;» «Τι μπορώ να κάνω;» τη ρώτησε πικρά η Κάμπιον. «Πρέπει να κάνω αυτό που μου λέει ο Γκάι. Δεν έχω άλλη επιλογή. Ξέρεις τι μου είπε;» Πήρε βαθιά αναπνοή προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της, ενώ τα μάτια της άστραψαν αγριεμένα. «Ούτε λίγο ούτε πολύ παραδέχτηκε πως εκείνος συμβούλεψε τους εκδότες μου να απορρίψουν το προσχέδιο του βιβλίου μου. Είχε το απερίγραπτο θράσος να μου πει ότι σκέφτηκε πως δεν ήταν αντάξιο μου και ότι είχε δει περισσότερο συναίσθημα σε γραπτά εφτάχρονου παιδιού! Μου είπε πως το βιβλίο μου ήταν άχρωμο και βαρετό και πως οι χαρακτήρες μου, ιδιαίτερα η Λίνζι, ήταν τόσο πραγματικοί όσο οι φωτογραφίες των παραμυθιών!» Ξαφνικά τα μάτια της θόλωσαν. «Και το χειρότερο είναι πως ξέρω ότι είχε δίκιο. Ω Λούσι, γιατί στο καλό ανέλαβα αυτή τη δουλειά;»


«Γιατί σου δίνει την ευκαιρία να κάνεις κάτι διαφορετικό», της θύμισε η Λούσι ευγενικά. «Εσύ θέλησες να το κάνεις, Κάμπιον», της τόνισε. Εκείνη βόγκηξε. «Μη μου το θυμίζεις. Πρέπει να ήμουν τρελή! Δεν μπορώ να το κάνω, Λούσι. Ξέρω πως δεν μπορώ». «Το είπες αυτό στον Γκάι;» Αυτόματα τα μάτια της σκοτείνιασαν από το θυμό. «Και να είμαι στο έλεός του; Ποτέ!» «Τότε τι σκοπεύεις να κάνεις;» «Θα ξαναρχίσω τη δουλειά. Όχι εδώ, στο Λονδίνο. Η Έλενα έχει ένα μικρό αγροτόσπιτο που το δανείζει στους συγγραφείς της. Θα πάω εκεί. Έτσι ο Γκάι δε θα μπορεί να μ' αναγκάσει να προσλάβω γραμματέα», πρόσθεσε πεισμωμένα. «Θα φύγω απόψε. Το σπίτι βρίσκεται στο Πέμπροκ». «Στην Ουαλία! Τέτοια εποχή;» Η Λούσι ανατρίχιασε σύγκορμη. «Έχουμε κιόλας μπει στο Νοέμβρη. Με την ευκαιρία, έχεις κάνει σχέδια για τα Χριστούγεννα; Ο Χάουαρντ κι εγώ θα πάμε στο Ντόρσετ, όπως πάντα και φυσικά θα θέλαμε πολύ να έρθεις κι εσύ». Η Λούσι είχε κληρονομήσει από τον παππού της ένα υπέροχο εξοχικό στο Ντόρσετ και αυτή και ο Χάουαρντ περνούσαν όλα τα Χριστούγεννα εκεί, όπως επίσης και όσο καιρό μπορούσαν τον υπόλοιπο χρόνο. «Σε παρακαλώ», την καλόπιασε η Λούσι. «Θα χρειαστώ τη βοήθειά σου φέτος. Νομίζω πως είμαι έγκυος». Αμέσως μετά το γάμο τους η Λούσι είχε πληγωθεί τρομερά όταν απέβαλε και από τότε ο Χάουαρντ αρνιόταν ακόμη και να το συζητήσει για ένα άλλο παιδί. Τώρα όμως φαινόταν πως είχε υποχωρήσει.


«Ο γιατρός Χάρισον έπεισε τελικά τον Χάουαρντ πως δε θα ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Και σε προειδοποιώ πως θα σου ζητήσω να είσαι εσύ η νονά», πρόσθεσε η Λούσι. Λίγο μετά τις τρεις έφυγαν από το εστιατόριο. Η Λούσι πήγε για ψώνια και η Κάμπιον γύρισε στο διαμέρισμά της για να ετοιμάσει τα πράγματά της για το ταξίδι στην Ουαλία. Είχε βρεθεί στο αγροτόσπιτο της Έλενας πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά ποτέ για δουλειά, μόνο σαν επισκέπτρια. Ποτέ πριν δεν είχε χρειαστεί την απομόνωση που της πρόσφερε. Το γράψιμο ήταν πάντα πολύ εύκολο γι' αυτή και εξακολουθούσε να είναι. Αυτό που τη δυσκόλευε ήταν τα αισθήματα των ηρώων της. Ετοίμασε προσεκτικά τα πράγματά της. Μεταξύ των άλλων πήρε ένα παντελόνι τζιν που είχε πολύ καιρό να το φορέσει, αλλά που ακόμα της έκανε, μερικά φαρδιά πουλόβερ και μερικά ζεστά εσώρουχα. Πήρε και τη φορητή γραφομηχανή της για την περίπτωση που χαλούσε η γεννήτρια και η ηλεκτρική γραφομηχανή που η Έλενα είχε εγκαταστήσει στο αγρόκτημα δεν μπορούσε να δουλέψει. Θα χρειαζόταν και πλαστικές μπότες, θύμισε στον εαυτό της. Θα έπρεπε να αγοράσει ένα ζευγάρι πριν να φύγει. Και φυσικά τρόφιμα, που σήμαινε μια επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς της. Φυσικά άφθονο χαρτί για γράψιμο και τις σημειώσεις της. Ο κατάλογος ήταν ατέλειωτος. Όση ώρα ετοιμαζόταν, η κουβέντα της με τον Γκάι Φρεντς ερχόταν ξανά και ξανά στο μυαλό της. Ήταν γνωστός για την τσουχτερή του γλώσσα, αλλά ποτέ δεν της είχε μιλήσει άσχημα. Και όμως, σήμερα το πρωί της είχε κομματιάσει την καρδιά με τα λόγια του. Η φωνή του ήταν ήρεμη, επίπεδη, λογική σαν να πίστευε πως οι παρατηρήσεις του ήταν αδιαφιλονίκητα αληθινές. Και το


χειρότερο, μάλλον ήταν. Πράγματι η ηρωίδα της δεν είχε συναισθηματικό βάθος. Η Κάμπιον κάθισε. Ένιωθε πολύ κουρασμένη για να κρύβεται πίσω από το δάχτυλο της. Δεν είχε ιδέα τι θα έκανε με τη Λίνζι. Όταν προσπάθησε να ξεγελάσει τον Γκάι λέγοντάς του πως η ηρωίδα της ήταν μόνο ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, εκείνος την αντέκρουσε ήρεμα λέγοντάς της πως σ' αυτή την ηλικία πολλά κορίτσια γίνονταν σύζυγοι και μητέρες. Της είπε ακόμα πως, αφού αυτή η ίδια είχε περιγράψει τη Λίνζι ως μια γυναίκα γεμάτη σπιρτάδα και πάθος, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν ταίριαζε στο χαρακτήρα της να αποδεχτεί ήρεμα τη διαταγή του βασιλιά Ερρίκου και να παντρευτεί κάποιον που δεν είχε συναντήσει ποτέ πριν; Μια άλλη παρατήρηση του Γκάι ήταν ότι υπήρχαν ενδείξεις πως η Λίνζι ήταν ερωτευμένη με τον εξάδερφό της. «Δε θα δοκίμαζε τουλάχιστον να δει τον Φράνσις; Για σκέψου το: ένα όμορφο δεκαεξάχρονο κορίτσι, πλούσιο και ξεροκέφαλο, καταδικασμένο από την απόφαση του βασιλιά να παντρευτεί κάποιον που έχει τη φήμη πως προμηθεύει στο βασιλιά γυναίκες με τις οποίες διασκεδάζει πίσω από την πλάτης της γυναίκας του. Δε θα ήταν έξω φρενών και αηδιασμένη; Δε θα ήταν αρκετά απελπισμένη για να δοκιμάσει να τον σταματήσει;» Όλα αυτά ήταν λογικά, αλλά για κάποιο λόγο η Κάμπιον δεν μπορούσε να κάνει την ηρωίδα της περισσότερο αληθινή. Αναγκάστηκε να του το πει και πρόσθεσε προκλητικά πως, αν ήθελαν, οι εκδότες της μπορούσαν να της κάνουν μήνυση, αλλά εκείνη δε σκόπευε ν' αλλάξει ούτε μια λέξη από το χειρόγραφο της. Εκείνος την είχε καρφώσει με τα γκρίζα μάτια του που είχαν σκοτεινιάσει.


Για μια στιγμή περίμενε πως θα σηκωνόταν από το γραφείο του, θα την άρπαζε στα χέρια του και θα την τράνταζε. Και δε θα ήταν ανώδυνο από κάποιον με το δικό του ύψος και το γεροδεμένο σώμα του. Τελικά όμως συγκρατήθηκε και της πέταξε ψυχρά: «Τα παρατάς, Κάμπιον; Με εκπλήσσεις. Τι σε κάνει να φοβάσαι;» «Τίποτα. Δε φοβάμαι τίποτα», αντέδρασε εκείνη και τελικά, πριν καλά καλά το καταλάβει, την είχε καταφέρει να του υποσχεθεί πως θα έκανε τις αλλαγές. Και τώρα ήταν υποχρεωμένη να τις κάνει. Θα τις έκανε όμως με το δικό της τρόπο -και χωρίς γραμματέα. Αυτή η σημερινή ένταση την είχε κουράσει. Κοίταξε το ρολόι της. Θα της έκανε καλό να κοιμηθεί για καμιά ωρίτσα. Πολύ συχνά δυσκολευόταν να κοιμηθεί τα βράδια και χρειαζόταν να συμπληρώσει τον ύπνο της όποτε μπορούσε. Πήγε στην κρεβατοκάμαρά της και τράβηξε τις κουρτίνες. Το διαμέρισμά της ήταν, όπως και τα ρούχα της, στις αποχρώσεις του μπεζ και του καφέ, χρώματα χωρίς ζωή. Ξεντύθηκε, τυλίχτηκε σε μια μπουρνουζένια ρόμπα και ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Ήταν εξουθενωμένη, αλλά ο ύπνος αργούσε να έρθει. Το μυαλό της είχε πλημμυρίσει από εικόνες που διαδέχονταν η μια την άλλη. Ο Γκάι Φρεντς ήταν ψηλός και μελαχρινός. Η Κάμπιον είχε ακούσει άλλες γυναίκες να τον περιγράφουν με θαυμασμό σαν σεξουαλικά ακατανίκητο. Ίσως. Όχι όμως γι' αυτή. Ποτέ γι' αυτή... Το μυαλό της γύρισε στη Λούσι. Πόσο καιρό γνώριζαν )} μια την άλλη; Είχαν πρωτογνωριστεί στο οικοτροφείο. Ήταν δυο κοριτσάκια με αλογοουρά και ατσαλάκωτες στολές που και οι δυο τους ήθελαν να βάλουν τα κλάματα, αλλά ήξεραν πως δεν έπρεπε.


Ήταν φίλες εδώ και πολλά χρόνια. Οι φίλες της Λούσι, αυτές που είχε γνωρίσει μέσω του Χάουαρντ, έβλεπαν με μισό μάτι την Κάμπιον και αναρωτιόνταν τι κοινό είχε με την πεντάμορφη, σαγηνευτική Λούσι. Πόσο τυχερή ήταν η Λούσι με το γάμο της! Πόσο σοφό ήταν που περίμενε για λίγο και δεν επέτρεψε στον εαυτό της να παρασυρθεί από το πρώτο ξύπνημα της επιθυμίας μέσα της, όπως είχε κάνει η ίδια... Όπως είχε κάνει η ίδια... Πόσο απίθανο της φαινόταν τώρα! Δεν μπορούσε να φανταστεί πως η παγωμένη καρδιά της θα έλιωνε ξανά, όπως δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα πήγαινε στο φεγγάρι. Και τα δυο ήταν αδύνατα. Κάποτε, πολύ καιρό πριν, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αυτή ήταν διαφορετική. Κάποτε είχε νιώσει πώς είναι να πλημμυρίζει το κορμί της από χαρά στο άγγιγμα ενός άντρα, ακόμα και στο άκουσμα της φωνής του. Αλλά όλα αυτά ήταν παρελθόν... Ανάσανε βαθιά και άνοιξε τα μάτια της. Ήταν αδύνατο να την πάρει ο ύπνος και η Κάμπιον ήξερε πολύ καλά το λόγο. Ήταν εκείνη η έκφραση στο βλέμμα του Γκάι καθώς τη ρωτούσε με την επίπεδη, ήρεμη φωνή του αν ήξερε στ' αλήθεια τι είναι πάθος. Ένιωσε να της ξεσκίζεται η ψυχή, αλλά διατήρησε την επιφανειακή ηρεμία και ψυχρότητά της. Ας σκεφτόταν ό,τι του άρεσε, αρκεί να μη μάντευε ποτέ την αλήθεια. Την αλήθεια! Στράβωσε το στόμα της πικραμένη. Πόσο μελοδραματικό ακουγόταν τώρα! Αλλά τι ήταν στ' αλήθεια; Έκλεισε τα μάτια της ξανά και προσπάθησε να συγκεντρώσει τις σκέψεις της στο βιβλίο, στη Λίνζι, ήταν όμως αδύνατο. To μελαχρινό πρόσωπο του Γκάι επισκίαζε όλα τα άλλα. Μετά εμφανίστηκε ένα άλλο αντρικό πρόσωπο, το ίδιο


μελαχρινό, το ίδιο καλοφτιαγμένο, αλλά πιο νέο, πιο ρηχό... πιο αδύναμο. Όταν συνάντησε τον Γκρεγκ, η Κάμπιον ήταν δεκαεννιά χρονών και αρκετά αφελής για την ηλικία της. Το οικοτροφείο θηλέων την είχε κρατήσει μακριά από τους κινδύνους. Ήταν μοναχοπαίδι, με πλούσιους γονείς που περνούσαν τον περισσότερο καιρό τους στο εξωτερικό, και έτσι η Κάμπιον έζησε πολύ λίγο μαζί τους, μέχρι που αποφοίτησε από το σχολείο της. Εκείνο το ατέλειωτο, ζεστό καλοκαίρι πριν αρχίσει τα μαθήματα στην Οξφόρδη, ένιωθε άβολα μαζί τους, ξένη και μόνη. Ευχόταν να είχε υποχωρήσει στα παρακάλια της Λούσι και να δεχόταν την πρόσκληση των γονιών της φίλης της να περάσει το καλοκαίρι μαζί τους στη Νότια Γαλλία. Έτσι βρέθηκε να τριγυρνά άσκοπα στο σπίτι, νιώθοντας την ανικανότητα των γονιών της να την καταλάβουν, ανεπιθύμητη από τους συνομήλικούς της με τα διαφορετικά ενδιαφέροντα. Και τότε συνάντησε τον Γκρεγκ. Είχε έρθει σπίτι της για να δει τον πατέρα της για κάτι. Οι γονείς της έλειπαν κι εκείνη έκανε ηλιοθεραπεία στον κήπο. Ένιωσε κολακευμένη από το γεμάτο θαυμασμό βλέμμα του και του πρόσφερε ένα ποτό. Το ένα ποτό έγινε δεύτερο και τελικά πέρασε όλο το απόγευμα μαζί της στον κήπο. Ακόμα και τότε είχε διακρίνει κάποια ανησυχία επάνω του, μια λαχτάρα, σχεδόν απόγνωση, αλλά τα απέδωσε στην ακεφιά που αισθανόταν και η ίδια. Ήταν πολύ αφελής για να μπορέσει να διακρίνει τις βασικές διαφορές τους. Της είχε ζητήσει να βγουν, να πάνε στο χορό κάποιου τοπικού ομίλου τένις. Στην αρχή οι γονείς της έδειξαν ευχαριστημένοι που είχε συντροφιά, αλλά στη συνέχεια ο πατέρας της την προειδοποίησε να προσέχει.


Είχε ήδη μάθει για τη ζωή του Γκρεγκ, για το μέθυσο πατέρα του και για τη μητέρα του που αγωνιζόταν να μεγαλώσει τα πέντε παιδιά της. Ήξερε και για την πικρία του Γκρεγκ που δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί την υποτροφία που είχε κερδίσει. Ο πατέρας της την πληροφόρησε χωρίς περιστροφές πως ο Γκρεγκ παρεξηγιόταν εύκολα, αλλά εκείνη αρνήθηκε να τον ακούσει. Ήταν ήδη ερωτευμένη μαζί του. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Το καλοκαίρι προχωρούσε, το ίδιο και η ιστορία τους. Έκαναν έρωτα για πρώτη φορά σ' ένα παραδεισένιο μέρος, σ' ένα προφυλαγμένο ξέφωτο στο κοντινό δάσος. Φαινομενικά είχαν πάει για πικνίκ. Ο Γκρεγκ είχε φέρει μια μαλακή ολοκαίνουρια καρό κουβέρτα. Πού είχε βρει τα χρήματα να την αγοράσει; Σίγουρα όχι από τη δουλειά που της είπε πως είχε ως βοηθός λογιστή. Της είχε κάνει έρωτα με τρυφερότητα και πάθος ή έτσι τουλάχιστον πίστευε η ίδια. Δεν ένιωσε όμως την έκσταση που πίστευε πως θα υπήρχε τη στιγμή της ένωσής τους και την ενόχλησε το βαρύ κορμί του που έμεινε ακίνητο πάνω της στο τέλος. Γύρισε στο σπίτι της ελαφρά απογοητευμένη, μέχρι που θυμήθηκε πως τα κορίτσια στο σχολείο έλεγαν πως την πρώτη φορά δεν είναι πάντα ωραία. Ο Γκρεγκ ήταν εκείνος που έθιξε πρώτος το θέμα του γάμου. Και τι πείραζε αν έμενε έγκυος; την είχε ρωτήσει. Μπορεί να συνέβαινε. Και εκείνη, επειδή ήταν τόσο φοβισμένη, επειδή μέσα στην αθωότητά της πίστευε πως αφού ήταν εραστές έπρεπε να αγαπούν ο ένας τον άλλο και επειδή ένιωθε απελπιστικά μόνη, τον άκουγε. Όχι, είχε κάνει κάτι περισσότερο από το να τον ακούει. Τον είχε παντρευτεί! Ήσυχα και μυστικά, ένα μόλις μήνα από τότε που της έκανε έρωτα για πρώτη φορά. Εκείνη την εποχή οι γονείς της έλειπαν και πάλι.


Όταν γύρισαν, τους περίμεναν οι νιόπαντροι. Η Κάμπιον μάζεψε όλο το κουράγιο της για να ανασηκωθεί και να καθίσει στο κρεβάτι. Ένιωθε το λαιμό, της ξεραμένο από την υπερένταση. Ποτέ της δε θα ξεχνούσε τη σκηνή που ακολούθησε, ούτε την οργή του Γκρεγκ όταν ανακάλυψε πως ο πατέρας της δεν είχε καμιά διάθεση να τους βοηθήσει οικονομικά. Ήταν αβάσταχτο γι' αυτή να τον βλέπει ν' αλλάζει μπροστά στα μάτια της από τον άντρα που νόμιζε πως την αγαπούσε σε κάποιον που την παντρεύτηκε μόνο και μόνο για να ωφεληθεί οικονομικά. Προσπάθησε να τον καλοπιάσει, να του θυμίσει πως είχαν ο ένας τον άλλο. Τότε εκείνος στράφηκε προς το μέρος της με το πρόσωπο του μελανιασμένο από την οργή. «Για όνομα του Θεού!» της είπε. «Νομίζεις πως θα σε παντρευόμουν αν δεν ήσουν αυτή που είσαι;» «Μου... μου είπες πως μ' αγαπάς», τραύλισε εκείνη, ανίκανη να εξηγήσει την απότομη αλλαγή του. «Κι εσύ το έχαψες! Έτσι δεν είναι, ηλίθια μικρή βρόμα!» γρύλισε εκείνος. «Σαν να δίνουν ένα γλειφιτζούρι σ' ένα μωρό. Μόνο που ο μπαμπάκας σου φαίνεται πως δε θέλει να συνεχίσουμε να παίζουμε. Νομίζω πως θα πρέπει να κερδίσω κάτι απ' όλα αυτά, διαφορετικά όλη η περιοχή θα μάθει πόσο εύκολα έριξα στο κρεβάτι την ψευτοπαναγιά την κορούλα σου, κύριε Ρόμπερτς», προκάλεσε τον πατέρα της. Εκείνη είχε αρχίσει να κλαίει, αλλά ο Γκρεγκ στράφηκε προς το μέρος της με πρόσωπο γεμάτο κακία, σίγουρα καθόλου γοητευτικός πια. «Έπρεπε να βεβαιωθώ πως σ' άφησα έγκυο». Και συνέχισε να κάνει εξευτελιστικές παρατηρήσεις για τον ερωτισμό της.


Ο γάμος τους ακυρώθηκε -ο πατέρας της φρόντισε γι' αυτό-, αλλά η Κάμπιον ένιωσε σαν να την είχαν κλείσει σε μια παγοκολόνα. Είχε πάει στην Οξφόρδη, όμως ήταν πια άλλος άνθρωπος. Η Λούσι το πρόσεξε και τη ρώτησε τι συνέβαινε. Τελικά η Κάμπιον κατέρρευσε και τα εκμυστηρεύτηκε όλα στη φίλη της. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που έκλαψε. Σιγά σιγά η πληγή έκλεισε, αλλά η ταπείνωση παρέμενε. Κάθε φορά που κάποιος άντρας την πλησίαζε, του φερόταν ψυχρά και σιγά σιγά απέκτησε τη φήμη κλειστής και σεξουαλικά ψυχρής γυναίκας. Δεν την ένοιαζε όμως. Δε θα ξαναεπέτρεπε σε κανένα να την πλησιάσει συναισθηματικά ή ερωτικά. Κάθε φορά που θυμόταν πόσο αθώα και αυθόρμητα είχε αφεθεί στα χέρια του Γκρεγκ, ανατριχίλες διαπερνούσαν το κορμί της. Σιγά σιγά κλεινόταν όλο και πιο πολύ στον εαυτό της. Μετά οι γονείς της σκοτώθηκαν σ' ένα επεισόδιο στη Βηρυτό, όπου είχαν βρεθεί για δουλειές. Πούλησε το πατρικό της και αγόρασε το μικρό της διαμέρισμα. Τα υπόλοιπα χρήματα τα είχε κάνει δωρεές. Κανένας άντρας δε θα ξαναείχε την ευκαιρία να της κάνει έρωτα μόνο και μόνο για να κερδίσει το εισιτήριο για την πλούσια ζωή. Όλα αυτά τα χρόνια η Λούσι προσπάθησε να την καταφέρει ν' αλλάξει, να ντύνεται πιο θηλυκά, να γνωρίσει άντρες, αλλά εκείνη αρνιόταν επίμονα. Για ποιο λόγο; Δεν ήθελε κανέναν άντρα στη ζωή της, με οποιαδήποτε ιδιότητα. Άλλωστε ποιος άντρας θα την ήθελε; Όπως της είχε πει ο Γκρεγκ, το μόνο προσόν της ήταν τα πλούτη του πατέρα της. Γιατί άραγε δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις αναμνήσεις της από τον Γκρεγκ για να πλάσει το χαρακτήρα της Λίνζι; Ήξερε την απάντηση. Ήταν γιατί γνώριζε πόσο ψεύτικη, πόσο επικίνδυνα απατηλή ήταν η σχέση τους. Όσο για τη


σωματική απόλαυση που της πρόσφερε ο Γκρεγκ... Μαζεύτηκε στην ανάμνηση του έρωτά του, ξέροντας πως κι εδώ αυτή ήταν η χαμένη. Ρίγησε και πάλι όταν θυμήθηκε τα τελευταία λόγια που της είχε πει ο Γκάι Φρεντς. «Ίσως να ήταν καλύτερα αν έκανες την ηρωίδα σου καλόγρια, Κάμπιον», σχολίασε κοροϊδευτικά. «Γιατί φαίνεται πως έτσι τη θέλεις να ζήσει». Έφυγε από το γραφείο όσο μπορούσε ακόμα να κρατήσει την ψυχραιμία της. Είχε μπει στον πειρασμό να σκίσει το χειρόγραφο της μπροστά του. Τώρα που το σκεφτόταν απορούσε με τη βίαιη παρόρμησή της. Αποφάσισε να σηκωθεί. Δεν επρόκειτο να κοιμηθεί, έτσι λοιπόν δεν υπήρχε λόγος να μένει εκεί και να σκέφτεται πράγματα που δεν μπορούσαν ν' αλλάξουν. Ήταν σχεδόν έξι η ώρα και είχε να πάει στο σούπερ μάρκετ. Το ταξίδι της για το Πέμπροκ θα ήταν μακρύ και κουραστικό. Σκέφτηκε να καθυστερήσει την αναχώρησή της μέχρι το επόμενο πρωί, αλλά αν το έκανε θα της τηλεφωνούσε ο Γκάι Φρεντς για να της πει ότι της είχε βρει κάποια γραμματέα. Όχι, έπρεπε να φύγει απόψε, όσο είχε ακόμα καιρό. Όσο είχε ακόμα καιρό... Θύμωσε με τον εαυτό της. Φερόταν σαν να τον φοβόταν. Σαν να ένιωθε να απειλείται. Παραμέρισε κάθε σκέψη. Ο Γκάι Φρεντς ήταν ένας τυραννικός άντρας. Ποτέ της δεν τον είχε συμπαθήσει και ούτε σκόπευε να τον συμπαθήσει στο μέλλον. Αντιπροσώπευε ό,τι ακριβώς απεχθανόταν σ' έναν άντρα: ομορφιά, γοητεία κι εκείνη την τρομακτικά έκδηλη σεξουαλικότητα, που ενώ οι άλλες γυναίκες θεωρούσαν ακατανίκητη, η ίδια την έβρισκε απωθητική.


Χωρίς αμφιβολία ένας τέτοιος άντρας θα τη θεωρούσε αστεία. Θα ήταν γι' αυτόν μια σωματικά απωθητική γυναίκα, με την οποία ήταν αναγκασμένος να συνεργαστεί εξαιτίας της δουλειάς του. Δεν ήταν σαν τη Λούσι -όμορφη και με αυτοπεποίθηση. Ο Γκρεγκ της είχε καταστρέψει κάθε εντύπωση που είχε κάποτε η ίδια για τη θηλυκότητά της. Άσχημη και ανέραστη την είχε χαρακτηρίσει μ' εκείνη τη γεμάτη σκληρότητα και κακία φωνή του. Έτσι ακριβώς έβλεπε τώρα και η ίδια τον εαυτό της και έτσι πίστευε πως την έβλεπαν κι οι άλλοι. Βέβαια, εκτός από την αγάπη, υπήρχαν και άλλα πράγματα στη ζωή που πρόσφεραν ευχαρίστηση. Εκείνη είχε βρει ευχαρίστηση στη δουλειά της. Την είχε βρει... Μέχρι που ο Γκάι Φρεντς άρχισε να κουρελιάζει το βιβλίο της και μαζί του την αυτοπεποίθηση της. Κακόκεφα κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το διαμέρισμά της ήταν ένα από τα πολλά μιας μικρής, συνηθισμένης πολυκατοικίας. Κάποτε, όταν ήταν μικρές αυτή και η Λούσι, κουβέντιαζαν για τη ζωή που θα έκαναν σαν ενήλικες, για το σπίτι όπου θα έμεναν. Θυμόταν που έλεγε στη Λούσι ότι θα γέμιζε το δικό της σπίτι με φρεσκοκομμένα λουλούδια, γεμάτα χρώματα και άρωμα. Φρεσκοκομμένα λουλούδια! Είχαν περάσει αιώνες από τότε που είχε αγοράσει για τελευταία φορά... για το στεφάνι στην κηδεία των γονιών της. Εκνευρισμένη με τον εαυτό της, η Κάμπιον φόρεσε το παλτό της, πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και ξεκίνησε για το σούπερ μάρκετ.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Πρέπει να είμαι θεότρελη που αποφάσισα να ταξιδέψω τόσο αργά, σκέφτηκε πικραμένα η Κάμπιον καθώς κοίταζε το σκοτάδι. Της φαινόταν ότι εκεί, στην καρδιά της Ουαλίας, το σκοτάδι ήταν πιο πυκνό απ' όσο στο Λονδίνο. Ανατρίχιασε παρ' όλη τη ζέστη μέσα στο αυτοκίνητο και αναρωτήθηκε γιατί ένιωθε τόσο έντονα πως ήταν τέλη Νοέμβρη και ο καιρός πολύ κρύος, υγρός και αφιλόξενος. Όταν ξεκίνησε δεν είχε την ίδια αίσθηση. Ίσως επειδή τότε σκεφτόταν τον Γκάι Φρεντς και το θυμό του, όταν θα ανακάλυπτε πως του το είχε σκάσει. Ώστε λοιπόν πίστευε πως θα την ανάγκαζε να προσλάβει γραμματέα για να τελειώσει το βιβλίο. Χαμογέλασε με κακία. Ε, πολύ σύντομα θα καταλάβαινε το λάθος του! Έφτασε σε κάποιο σταυροδρόμι και αναστέναξε όταν ανακάλυψε ότι κι αυτή η επιγραφή, όπως και τόσες άλλες που είχε περάσει, είχε ουαλικές ονομασίες. Ευτυχώς είχε την προνοητικότητα να αγοράσει ένα χάρτη που είχε και τα ουαλικά και τα αγγλικά ονόματα των χωριών γύρω από το Πέμπροκ. Το αγροτόσπτιτο της Έλενας ήταν απομακρυσμένο, αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το κοντινότερο χωριό, στο τέλος ενός χωματόδρομου γεμάτου λακκούβες. Οι Ουαλοί έλεγαν περιφρονητικά πως το Πέμπροκ ήταν πιο αγγλικό από την Αγγλία, γιατί οι διάφοροι Άγγλοι ηγεμόνες έδειχναν τη γενναιοδωρία τους σε φίλους και εχθρούς παραχωρώντας τους αυτή την κάποτε πλούσια ουαλική γη.


Ο σερ Φίλιπ Σίδνεϊ, ο πασίγνωστος ελισαβετιανός ποιητής και στρατιωτικός, υπήρξε κόμης του Πέμπροκ. Υπήρχαν και πολλοί άλλοι. Κάποιους τους είχαν στείλει εκεί για ανταμοιβή, κάποιους άλλους για τιμωρία. Ξαφνικά η φαντασία της άρχισε να δουλεύει πυρετωδώς. Άρχισε να αναρωτιέται πώς θα ήταν να σε στείλουν σ' αυτό το απομακρυσμένο μέρος και ειδικότερα για μια νεαρή γυναίκα που ήταν συνηθισμένη στην πολυτέλεια της αυλικής ζωής. Μια νέα γυναίκα σαν τη Λίνζι για παράδειγμα. Πήρε στα χέρια της το μικρό μαγνητόφωνο που κουβαλούσε πάντα μαζί της και οι λέξεις έβγαιναν χείμαρρος από το στόμα της, καθώς οι σκέψεις μέσα στο μυαλό της διαδέχονταν η μια την άλλη. Έριξε μια ματιά στο ρολόι του ταμπλό. Ήταν μία μετά τα μεσάνυχτα, αλλά εκείνη δεν ένιωθε κουρασμένη. Τουλάχιστον όχι το μυαλό της που ήταν σε υπερδιέγερση. Ανυπομονούσε να καθίσει μπροστά στη γραφομηχανή της και να δουλέψει. Γεμάτη θυμό απόδιωξε την ξαφνική ανάμνηση του Γκάι που της έλεγε πως το χειρόγραφο της δεν είχε κάτι πολύ βασικό. Μα τι προσπαθούσε να κάνει; Να του αποδείξει πως μπορούσε να κάνει το βιβλίο της τέλειο, χωρίς τα ερωτικά στοιχεία που εκείνος θεωρούσε απαραίτητα; Ναι, αυτό θα έκανε, μονολόγησε πεισμωμένη. Αλλά στα κατάβαθα της ψυχής της ήξερε πως δεν ήταν η έλλειψη ερωτισμού της ηρωίδας της που έκανε το βιβλίο ανούσιο, αλλά η έλλειψη συναισθηματικής ανταπόκρισης από τους άντρες γύρω της. Με άλλα λόγια, στο βιβλίο της καθρεφτιζόταν ό,τι εκείνη αισθανόταν. Άθελά της είχε μεταφέρει στις σελίδες του κειμένου της την εικόνα που η ίδια είχε πλάσει για τον κόσμο, επηρεασμένη από τη σύντομη και οδυνηρή εμπειρία της με τον Γκρεγκ.


Ήταν τόσο πολύ απορροφημένη από τις σκέψεις της, που σχεδόν προσπέρασε τη στροφή για το αγροτόσπιτο. Πάτησε απότομα το φρένο και μπήκε στο χωματόδρομο. Η Έλενα έλειπε στην Ελλάδα για να αναρρώσει από μια σοβαρή πλευρίτιδα, αλλά η οικονόμος της, όταν η Κάμπιον. την επισκέφτηκε στο σπίτι της στο Λονδίνο, έδωσε με χαρά τα κλειδιά του σπιτιού. Η Κάμπιον γνώριζε τη Μέιμπελ πολύ καλά. Η μικροκαμωμένη αυστηρή Σκοτσέζα την προειδοποίησε ότι το αγροτόσπιτο δεν ήταν καλά εξοπλισμένο για το χειμώνα. Η Κάμπιον δεν είχε αποθαρρυνθεί, γιατί δε σκόπευε να μείνει εκεί για πολύ. Θα γύριζε στο Λονδίνο σε έναν περίπου μήνα για τη διαφημιστική τουρνέ, μια περίπου βδομάδα πριν τα Χριστούγεννα. Μετά θα πήγαινε να περάσει τις γιορτές με τη Λούσι και τον Χάουαρντ. Οι προβολείς του αυτοκινήτου εντόπισαν το χαμηλό αγροτόσπιτο και με ανακούφιση χαλάρωσε το πάτημα στο γκάζι. Τώρα ένιωθε πραγματικά κουρασμένη. Θα ήταν απόλαυση να χωθεί στο καυτό νερό πριν πέσει στο κρεβάτι της, αλλά υποπτευόταν πως η πολυτέλεια του μπάνιου θα έπρεπε να περιμένει για αύριο. Αν θυμόταν καλά, το σπίτι διέθετε θερμοσίφωνο, αλλά θα χρειαζόταν ώρες για να ζεστάνει το νερό. Τεντώθηκε πίσω από το τιμόνι για να ξεμουδιάσει, πήρε την τσάντα της και ένα πάκο χαρτί δακτυλογράφησης, κλείδωσε το αυτοκίνητο και προχώρησε προς το αγροτόσπιτο. Ήταν πολύ παλιό και κάποτε τμήμα μιας τεράστιας ιδιοκτησίας εκεί γύρω. Οι πρόγονοι της Έλενας είχαν ζήσει εκεί όλη τη ζωή τους και η Έλενα το είχε κληρονομήσει από μια ηλικιωμένη θεία της.


Η κουζίνα είχε πέτρινο πάτωμα και ήταν κρύα. Καθώς προχώρησε μέσα και έψαξε για το διακόπτη ένιωσε ν' ανατριχιάζει. Τότε θυμήθηκε πως ο διακόπτης ήταν στην άλλη άκρη της κουζίνας. Άρχισε να προχωρά προς τα εκεί, όταν ξαφνικά άνοιξαν τα φώτα. Ένιωσε να παγώνει από τον τρόμο. «Γιατί καθυστέρησες τόσο πολύ;» ακούστηκε μια ψυχρή αντρική φωνή. «Νόμιζα πως θα έφτανες πριν από ώρες». Η Κάμπιον ανοιγόκλεισε τα μάτια και κάρφωσε το βλέμμα της στον άντρα που στεκόταν ακουμπισμένος στον τοίχο απέναντι της. Ο Γκάι Φρεντς εδώ; Αδύνατο! Πρέπει να ήταν παιχνίδι της φαντασίας της. Αλλά όχι, γιατί σήμερα το πρωί φορούσε κοστούμι -ένα σκούρο μάλλινο κοστούμι- κατάλευκο ατσαλάκωτο πουκάμισο και καλόγουστη ριγωτή γραβάτα, ενώ τώρα φορούσε φθαρμένο τζιν, χοντρό πουλόβερ πάνω από μάλλινο καρό πουκάμισο και γαλότσες. Έξω φρενών η Κάμπιον διαπίστωσε πως είχε το θράσος να της γελάει κατάμουτρα. Πώς τολμούσε; Και τι γύρευε εδώ πέρα; Τον κοίταξε παγωμένα και του είπε όσο κοφτά μπορούσε: «Μπορεί να σου φαίνεται αστείο, Γκάι, όμως εγώ δε νομίζω πως είναι αστείο. Δεν καταλαβαίνω τι κάνεις εδώ, αλλά είμαι βέβαιη πως θα με καταλάβεις αν σου πω ότι φεύγω». «Μη βιάζεσαι». Δεν περίμενε να είναι τόσο γρήγορος ούτε τόσο δυνατός. Της έκλεισε το δρόμο για την πόρτα με το κορμί του και την έπιασε σφιχτά από τα μπράτσα. «Άφησέ με!» Τραβήχτηκε απότομα πίσω σαν να την είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. Τα χείλη της σχημάτισαν ένα αξιολύπητο χαμόγελο και τα μάτια της άστραψαν αγριεμένα. Εκείνος την κοίταξε σαν να ήθελε να της πει κάτι και η Κάμπιον ετοιμάστηκε για μια σαρκαστική απάντηση. Για


μεγάλη της έκπληξη όμως σεβάστηκε την επιθυμία της και την άφησε ελεύθερη. «Δεν πρόκειται γι' αστείο», της είπε ήρεμα. «Καθόλου μάλιστα. Εννοούσα κάθε λέξη από αυτά που είπα για το χειρόγραφο σου, Κάμπιον. Πρέπει να τελειώσει και ξέρεις πως χρειάζεσαι βοήθεια για να είναι έτοιμο στην ώρα του. Δε βοηθάει σε τίποτα η απόδραση σου». «Δεν απέδρασα». Πώς τολμούσε να της μιλάει έτσι; Λαχταρούσε να του πει πως, αν δεν ήταν αυτός και η τρομοκρατία του, εκείνη δε θα βρισκόταν αυτή τη στιγμή εκεί. «Τότε τι κάνεις εδώ;» την προκάλεσε. «Αν θέλεις να μάθεις, ήρθα για να δουλέψω». «Αλήθεια; Τότε πρέπει να το αποφάσισες ξαφνικά, αφού δε βρήκες καιρό να με ενημερώσεις». «Ίσως να υπήρχε κάποιος λόγος», του πέταξε με αυθάδεια η Κάμπιον και πρόσθεσε δηκτικά: «Κι εσένα τι σε νοιάζει, αν εγώ θέλω να δουλέψω, Γκάι;» «Μια και είμαι ο πράκτοράς σου, θα έλεγα πως με νοιάζει πολύ», της απάντησε μαλακά. «Δε σε βοηθάει σε τίποτα η απόδρασή σου, ξέρεις». Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που την κατηγορούσε. Με σφιγμένα τα δόντια η Κάμπιον του απάντησε κοφτά: «Δε δραπέτευσα. Ήρθα εδώ για να δουλέψω». Κούνησε μπροστά του το χαρτί δακτυλογράφησης. «Βλέπεις; Καθώς ερχόμουν μάλιστα έκανα και λίγη υπαγόρευση. Και τώρα, αν δε σε πειράζει, θα ήθελα να τα δακτυλογραφήσω». «Υπαγόρευση... Ελπίζω πάνω σ' αυτά που κουβεντιάσαμε...» Η Κάμπιον αρνήθηκε να του απαντήσει. Μια παράξενη ανατριχίλα διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της. «Γιατί ήρθες εδώ,


Γκάι;» τον ρώτησε αργά. «Και πώς ήξερες ότι αποφάσισα να έρθω εδώ;» «Πολύ εύκολα -μου το είπε η Μέιμπελ». «Η Μέιμπελ;» Η Κάμπιον τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. «Ναι. Πήγα το απόγευμα για να πάρω την αλληλογραφία της Έλενας για να απαντήσω στα επείγοντα. Η Μέιμπελ μου είπε πως είχες περάσει για τα κλειδιά της αγροικίας. Ευτυχώς είχε και άλλα κλειδιά». «Και αποφάσισες να έρθεις εδώ. Μα γιατί;» «Θυμάσαι τίποτα απ' όσα σου είπα σήμερα το πρωί;» τη ρώτησε κοφτά. Αν θυμόταν; Μα πώς μπορούσε να ξεχάσει; «Ναι». Η απότομη απάντησή της τον έκανε να της χαμογελάσει. Για μια στιγμή ήταν έτοιμη να του ανταποδώσει το χαμόγελο. «Τότε θα πρέπει να θυμάσαι που σου είπα πως έδωσα το λόγο μου στους εκδότες ότι το χειρόγραφο σου θα βρίσκεται στο γραφείο τους στην ώρα του». «Ναι», συμφώνησε μαζί του ανέκφραστα και θυμήθηκε ακόμα πως του είχε πει ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Και τότε ήταν που άρχισαν να μαλώνουν για τη γραμματέα. «Σου πρόσφερα τις υπηρεσίες μιας γραμματέως», πρόσθεσε εκείνος ευγενικά. Ένιωσε αγανάκτηση και θυμό να την πλημμυρίζουν. «Δε θέλω γραμματέα!» του σφύριξε μέσα από τα δόντια της. «Εγώ δε δουλεύω έτσι! Δε χρειάζομαι βοήθεια για το βιβλίο, Γκάι!» «Κι όμως χρειάζεσαι», επέμεινε εκείνος. «Αλλά έχεις δίκιο, πράγματι δε χρειάζεσαι γραμματέα. Θέλω να πω, όχι αυτό ακριβώς που είχα στο μυαλό μου».


Την κοίταξε με τέτοιο τρόπο, που σήματα κινδύνου άρχισαν να φτάνουν στον εγκέφαλο της. Ένιωσε ένα τσίμπημα μέσα της. Ενστικτωδώς έκανε ένα βήμα πίσω. Εκείνος, μόλις είδε την κίνηση της αυτή, χαμογέλασε. «Πες μου κάτι», την προέτρεψε μαλακά. «Οι ηρωίδες σου, Κάμπιον, είναι κομμάτι του εαυτού σου; Θα γίνω πιο σαφής. Όταν γράφεις, φαντάζεσαι πως είσαι εσύ στη θέση τους;» Το πρόσωπο της βάφτηκε κόκκινο. «Όχι», του απάντησε κατηγορηματικά. «Όχι. Γιατί ρωτάς;» «Θα σου πω όταν πρέπει». Κοίταξε το ρολόι του. «Πλησιάζει δύο η ώρα και εγώ, τουλάχιστον, είμαι κουρασμένος. Νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να τα συζητήσουμε το πρωί. Θα πάρω το μικρότερο υπνοδωμάτιο. Ξέρω πως εσείς οι γυναίκες χρειάζεστε περισσότερο χώρο». Το μικρότερο υπνοδωμάτιο; Η Κάμπιον τον κοίταξε μ' ανοιχτό το στόμα. «Θα... θα μείνεις εδώ;» Ανασήκωσε τα φρύδια του. «Μα και βέβαια! Πού αλλού να μείνω;» «Μα... δεν μπορείς». «Δεν μπορώ;» είπε και της χαμογέλασε. «Εντάξει, μείνε λοιπόν», αποφάσισε η Κάμπιον, «εγώ όμως δεν πρόκειται να μείνω μαζί σου». Κατευθύνθηκε προς την πόρτα, αποφασισμένη να περάσει πάνω του αν χρειαζόταν. Εκείνος όμως την έπιασε, τη σήκωσε στον αέρα και την απέθεσε πάλι κάτω με τέτοια βιαιότητα, που τα δόντια της άρχισαν να χτυπούν από το φόβο. «Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους», της είπε άγρια, χωρίς ίχνος από την προηγούμενη ηρεμία του. «Έδωσα το λόγο μου πως το βιβλίο θα είναι έτοιμο στην ώρα του. Έχω εκτεθεί για χάρη σου και για χάρη του παλιοβιβλίου σου,


Κάμπιον, και ό,τι και να γίνει εσύ θα το έχεις έτοιμο στην ώρα του!» Ό,τι και να γίνει! Η Κάμπιον έμεινε απολιθωμένη, ανίκανη ν' ανοίξει το στόμα της. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να τον κοιτάξει κατάπληκτη. «Η σημερινή μέρα ήταν απαίσια και έγινε ακόμα χειρότερη από το αδικαιολόγητο ξέσπασμά σου και τη μελοδραματική φυγή σου. Εντάξει και οι δυο μας το ξέρουμε πως έχεις προβλήματα με το βιβλίο σου...» Ξαφνικά η Κάμπιον ένιωσε να συνέρχεται. Μάζεψε όλες τις δυνάμεις της και με το μέτωπο ψηλά του πέταξε θυμωμένα: «Δεν πρόκειται να καθίσω εδώ για ν' ακούσω περισσότερα!» «Κι όμως θα καθίσεις. Θα καθίσεις εδώ μέχρι να τελειώσεις αυτό το διαολοβιβλίο και μάλιστα όπως ακριβώς θέλω εγώ. Θα μείνουμε και οι δυο εδώ μέχρι να τελειώσει!» «Δε... δεν μπορείς να μ' αναγκάσεις να το κάνω». «Όχι. Όχι, δεν μπορώ, αλλά αν φύγεις από εδώ, Κάμπιον, αυτό θα είναι το τέλος. Μπορείς, αν θέλεις, να πετάξεις το χειρόγραφο στη φωτιά. Αυτό προτιμάς; Να τα παρατήσεις; Να παραδεχτείς πως σου λείπει αυτό που χρειάζεται για...» Έγινε κάτασπρη και ένιωσε να πονά σ' όλο της το κορμί. Τα λόγια του έμοιαζαν τόσο πολύ με τις προσβολές που της είχε πετάξει κατάμουτρα κάποτε ο Γκρεγκ! Όταν καταλάγιασε ο πόνος, κατάλαβε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει. Έπρεπε να μείνει εκεί και να τελειώσει το βιβλίο της. Ξαφνικά ένιωσε την ανάγκη να του αποδείξει πως έκανε λάθος. Θα τέλειωνε το βιβλίο της και θα ήταν τόσο αληθινό, τόσο γλαφυρό που... που... Ζαλισμένη έπιασε το κεφάλι της. Μα τι της συνέβαινε; Ένιωθε τόσο αδύναμη, τόσο εξαντλημένη!.. . «Είσαι κουρασμένη. Γιατί δεν πας να κοιμηθείς; Μπορείς να μαλώσεις μαζί μου αύριο, αν θέλεις».


Γιατί αυτές οι λίγες λέξεις του της έδιναν την εντύπωση οίκτου; Χάρισε στον Γκάι μια ματιά γεμάτη κακία, πήρε την τσάντα της και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες. «Πρέπει να παραδεχτείς, Κάμπιον, ότι ο ερχομός σου εδώ ήταν σαν να το έβαζες στα πόδια. Ή, αν προτιμάς, μια κραυγή για βοήθεια». Τα ήρεμα αυτά λόγια την έκαναν να σταματήσει. Στράφηκε προς το μέρος του σαν αγριεμένη τίγρη και όλη η ψυχρότητα που φρόντιζε να δείχνει σε όλους είχε για πρώτη φορά χαθεί. «Αν ήθελα να αποφύγω κάτι, αυτό ήσουν εσύ!» του φώναξε έξαλλη. «Εσύ και το μπέρδεμά σου στη ζωή μου». Σταμάτησε απότομα, καθώς την άγγιξε μια παράξενη ένταση στο δωμάτιο. Ξαφνικά ένιωθε έντονη την αντρική παρουσία στο χώρο και το κορμί της σφίχτηκε. «Είσαι ο τελευταίος άνθρωπος στον οποίο θα στρεφόμουν για βοήθεια, Γκάι», του πέταξε χωρίς να το σκεφτεί. «Σίγουρα ο τελευταίος». «Κατάλαβα. Πολύ καλά λοιπόν. Πρέπει να κάνεις αυτό που σου αρέσει, Κάμπιον. Να θυμάσαι όμως πως, αν φύγεις...» «Θα είναι σαν να παραδέχομαι πως έχεις δίκιο και πως δεν μπορώ να τελειώσω το βιβλίο», τον πρόλαβε εκείνη. «Ω, δε θα φύγω, Γκάι. Θα μείνω και σκοπεύω μάλιστα να σε αναγκάσω να ανακαλέσεις κάθε προσβολή που ξεστόμισες για τη δουλειά μου. Περίμενε και θα δεις». Μια παράξενη έκφραση απλώθηκε στο πρόσωπο του, ένας συνδυασμός κούρασης και θριάμβου που της έδωσε την εντύπωση πως είχε πέσει σε μια καλοστημένη παγίδα. Μα πώς ήταν δυνατό; Ο Γκάι δε θα μπορούσε να μείνει στο εξοχικό πολλές μέρες, βεβαίωσε τον εαυτό της καθώς κατευθυνόταν προς το μεγαλύτερο από τα δυο υπνοδωμάτια. Έφτασε θυμωμένη στο δωμάτιο της και ευχήθηκε για εκατοστή φορά να μην είχε συνεταιριστεί η Έλενα μ' αυτό τον εκνευριστικό άντρα.


Η γνώμη της Κάμπιον ήταν αντίθετη με όλων των άλλων που πίστευαν ότι η Έλενα ήταν πολύ τυχερή που είχε για συνέταιρο της έναν άντρα με τέτοια φήμη στο λογοτεχνικό κόσμο, μ' έναν άνθρωπο για τον οποίο οι συγγραφείς σκοτώνονταν να τους αντιπροσωπεύσει. Ε, λοιπόν, αυτή δε θα σκοτωνόταν για τις υπηρεσίες του, σκέφτηκε θυμωμένα η Κάμπιον. Ήταν μεγάλη ατυχία που η Μέιμπελ τον είχε πληροφορήσει για τα σχέδιά της. Έσφιξε τα δόντια καθώς θυμήθηκε την κατηγορία του ότι εκείνη το είχε βάλει στα πόδια. Από αυτόν και την απειλή της γραμματέως, ναι- από τη δουλειά της, όμως, όχι. Λάτρευε τη δουλειά της. Πάγωσε όταν άκουσε βήματα στις σκάλες και στη συνέχεια ένα σύντομο χτύπημα στην πόρτα. Ο Γκάι την άνοιξε χωρίς να περιμένει την απάντησή της κι έχωσε το κεφάλι του στο άνοιγμα. «Μήπως χρειάζεσαι κάτι από το αυτοκίνητο; Φαντάζομαι πως αυτός ο μικρός σάκος δεν είναι όλα τα πράγματά σου. Και με την ευκαιρία, υπάρχει ζεστό νερό, αν θέλεις να κάνεις μπάνιο». Μα στ' αλήθεια πίστευε πως ήταν ανίκανη να κουβαλήσει τη βαλίτσα της, αν τη χρειαζόταν; To ψεύτικο ενδιαφέρον του την εξαγρίωνε. Τη θεωρούσε τόσο ανόητη ώστε να πιστεύει ότι εκείνος ενδιαφερόταν έστω και λίγο για την άνεσή της; Το μόνο που επιθυμούσε απ* αυτή ήταν ένα επιτυχημένο βιβλίο. «Αν ήθελα τη βαλίτσα μου, θα πήγαινα να την πάρω», τον πληροφόρησε άγρια. «Και δε θέλω να κάνω- μπάνιο. Αυτό που θέλω είναι να κοιμηθώ», πρόσθεσε δηκτικά. Τον είδε να υψώνει τα φρύδια του, αλλά στο βλέμμα του δεν υπήρχε καθόλου κοροϊδία. Αυτό που σκοτείνιαζε τα μάτια του ήταν κάτι που έμοιαζε με κούραση ανάμεικτη με οίκτο.


Οίκτος. Καθώς της έκλεινε την πόρτα, η Κάμπιον ένιωσε το λαιμό της στεγνό και την καρδιά της να κλοτσάει στο στήθος της. Πώς τολμούσε να τη λυπάται; Πώς τολμούσε... Ξεντύθηκε με γρήγορες κινήσεις και πήγε στο μπάνιο. Πλύθηκε βιαστικά, βούρτσισε τα δόντια της και επέστρεψε στο δωμάτιο της. Οι αντρικές πιτζάμες που είχε φέρει ειδικά για το εξοχικό ήταν ζεστές, αλλά εκείνη δεν μπορούσε να νιώσει άνετα. Για όλα έφταιγε ο Γκάι, κατέληξε πικραμένα, καθώς το σώμα της αρνιόταν να αφεθεί στον ύπνο. Μακάρι να μην αρρώσταινε η Έλενα... ή, ακόμα καλύτερα, μακάρι να μην αποφάσιζε να συνεταιριστεί μαζί του. Κάποια φωνούλα μέσα της της φώναζε πως το βιβλίο της είχε πράγματι προβλήματα και πως δε γινόταν να ρίχνει όλο το φταίξιμο στον Γκάι. Τι θα έκανε; Πώς θα κατάφερνε να ζωντανέψει την ηρωίδα της; Τελικά αποκοιμήθηκε, αλλά ο ύπνος της ήταν ταραγμένος, γεμάτος όνειρα. Σε κάποιο από αυτά η ηρωίδα της συγκρουόταν με τον Ερρίκο και του έλεγε πως δε θα παντρευόταν τον άντρα που της διάλεξε. Την είδε να τρέχει στους διαδρόμους του παλατιού ενώ ο καρδινάλιος Γούλσι την κοίταζε αποδοκιμαστικά και οι υπόλοιποι αυλικοί προσποιούνταν τους αδιάφορους. Είδε τη Λίνζι να τρέχει μέσα στους κήπους και να φωνάζει το όνομα του ξαδέρφου της που καθόταν με μια παρέα νέων. Και τότε ένας μελαχρινός άντρας, που εμφανίστηκε ξαφνικά, της έκλεισε το δρόμο πριν πέσει πάνω του. Καθώς τη βοηθούσε να σταθεί στα πόδια της, οι ακτίνες του ήλιου φώτισαν το πρόσωπο του. Η Κάμπιον ούρλιαξε έντρομη και ξύπνησε τρέμοντας ολόκληρη. Κρύωνε και η αναπνοή της ήταν γρήγορη λες και είχε τρέξει. Κοιτάχτηκε και είδε έκπληκτη πως φορούσε τις βαμβακερές πιτζάμες της αντί για τα μεταξένια, στολισμένα με ακριβή δαντέλα ρούχα της Λίνζι.


Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. Στο όνειρο αυτό ήταν η Λίνζι και ο άντρας που τη βοήθησε να μην πέσει ήταν ο Γκάι Φρεντς. Μα τι της συνέβαινε; Κι άλλες φορές είχε ταυτιστεί με τις ηρωίδες της, ποτέ όμως σε τέτοιο βαθμό. Όσο για τον Γκάι Φρεντς... Αυτή ήταν μάλλον η αντίδρασή της στο θυμό και την πίκρα που την έκανε να νιώσει. Γιατί όμως είχε αυτό το σφίξιμο στο στομάχι; Γιατί ένιωθε τόσο ευάλωτη; Τέτοια συναισθήματα ταίριαζαν σε μικρή κοπελίτσα και όχι σε μια ώριμη γυναίκα είκοσι έξι χρονών. Και ακόμα δεν της άρεσε ο Γκάι -το αντίθετο μάλιστα. Αν της άρεσε; Μα πώς της πέρασε αυτή η σκέψη. Τρεμούλιασε σύγκορμη προσπαθώντας να συγκρατήσει την ανησυχία που την κυρίευε. Πρέπει να είμαι άρρωστη, είπε στον εαυτό της. Δεν ήταν συνηθισμένη να νιώθει ευάλωτη ούτε να κάνει τέτοιες σκέψεις. Πρέπει να έφταιγε η ανησυχία της για το βιβλίο της. Ναι, αυτή ήταν η απάντηση. Ανησυχούσε για το βιβλίο της και ο Γκάι Φρεντς επιδείνωνε την κατάσταση. Μακάρι να μην είχε αποφασίσει κι αυτός να έρθει στο εξοχικό. Δεν τον ήθελε εδώ. Της προκαλούσε νευρικότητα και ανησυχία. Ήθελε να φύγει και να την αφήσει ήσυχη. Και κυρίως να πάψει να την κοιτάζει μ' εκείνο το εκνευριστικό βλέμμα του το γεμάτο οίκτο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Ήταν αναπόφευκτο, μετά από μια ταραγμένη νύχτα, να παρακοιμηθεί προς το πρωί. Την ξύπνησε ο ήχος της δυνατής βροχής που μαστίγωνε τα παράθυρα. Το δωμάτιο της ήταν ευχάριστα ζεστό και η Κάμπιον τεντώθηκε γεμάτη ευχαρίστηση πριν βολευτεί μέσα στα σκεπάσματά της και ξανακλείσει τα μάτια. «Νόμιζα πως ήρθες να δουλέψεις». Η αργόσυρτη αντρική φωνή κατέστρεψε την ευχαρίστησή της και την έκανε ν' ανακαθίσει στο κρεβάτι μουτρωμένη. Ο Γκάι στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι της μ' ένα δίσκο στα χέρια. Η γαργαλιστική μυρωδιά του φρέσκου καφέ την έβαζε σε πειρασμό. Υπήρχαν ακόμη και μερικά τραγανά, βουτυρωμένα τοστ. «Ελπίζω να έχεις φέρει τα κατάλληλα ρούχα μαζί σου», παρατήρησε ο Γκάι καθώς άφηνε το δίσκο στο κομοδίνο, δίπλα της. «Η Έλενα δε συνηθίζει να ζει εδώ παρά μόνο το καλοκαίρι και μόνο για μικρά διαστήματα». «Γιατί το λες αυτό;» τον ρώτησε. «Το σπίτι έχει κεντρική θέρμανση. Έχει ωραία ζέστη εδώ. Αν σου φαίνεται άβολο, δεν έχεις παρά να πας στο Λονδίνο». «Αποκλείεται. Κι αν θέλεις να μάθεις, αυτό το σπίτι έχει θέρμανση μόνο και μόνο γιατί πήγα στο κοντινό χωριό σήμερα το πρωί και τους παρακάλεσα να μου δανείσουν μερικά μπιντόνια πετρέλαιο. Κατάφερα ακόμα να βρω ένα βυτίο που θα μας φέρει λίγα ακόμα καύσιμα το απόγευμα». Έκανε μια γκριμάτσα απέχθειας. «Μόνο μια γυναίκα θα


μπορούσε να έχει εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης και θα ξεχνούσε να εφοδιαστεί με καύσιμα». Η Κάμπιον δάγκωσε τα χείλη της και το βλέμμα της πήγε αθέλητα έξω από το παράθυρο. Η βροχή χτυπούσε ανελέητα τα τζάμια. Δεν μπόρεσε όμως να κρατηθεί και να μην του πετάξει: «Κανείς δε σου ζήτησε να έρθεις εδώ». Ακολούθησε μια μακριά, άβολη σιωπή. Ο Γκάι την κοίταξε για αρκετή ώρα πριν της πει άχρωμα: «Αλήθεια; Εγώ νόμισα πως άκουσα μια κραυγή βοήθειας». Το πρόσωπο της βάφτηκε κόκκινο. Το προηγούμενο βράδυ τής είχε πει ακριβώς τα ίδια λόγια. «Δεν ήταν δική μου», αντέδρασε θυμωμένα. «Κι αν θέλεις να μάθεις, ήρθα εδώ για να ξεφύγω από σένα». «Αλήθεια;» Πόσο επικίνδυνος ακουγόταν! «Παράξενο. Είχα την εντύπωση πως ήρθες για να δουλέψεις...» «Για να δουλέψω και να ξεφύγω από τις επεμβάσεις σου», του απάντησε θυμωμένα. «Και αν δεν έχεις αντίρρηση, θα ήθελα να σηκωθώ και να αρχίσω να εργάζομαι». «Κάνε δουλειά σου», συμφώνησε εκείνος και αφού πήρε ένα τοστ από το πιάτο ακούμπησε στον τοίχο αγνοώντας την. Η Κάμπιον αποφάσισε πεισμωμένα πως δε θα έβγαινε από τα σκεπάσματά της όσο αυτός ήταν εκεί. Κούνησε το κεφάλι της θυμωμένα και με την άκρη του ματιού της πρόσεχε τον Γκάι. Για μεγάλη της έκπληξη εκείνος είπε ξαφνικά: «Καλύτερα να πάω να ελέγξω τον καυστήρα». Ένα παράξενο συναίσθημα την κυρίεψε. Μια αίσθηση απώλειας σε συνδυασμό με το γνώριμο συναίσθημα της απέχθειας για τον εαυτό της. Κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα το κορμί της άρχισε να τρέμει. Ήξερε πολύ καλά γιατί ο Γκάι βιάστηκε να βγει από το δωμάτιο. Την είχε παρατηρήσει και τον είχε απωθήσει, όπως


είχε συμβεί και με τον Γκρεγκ, όπως συνέβαινε με κάθε άντρα που συναντούσε, κατέληξε μελαγχολικά. Τι ωφελούσε να πληγώνεται; Μέχρι τώρα έπρεπε να είχε συνηθίσει στην πραγματικότητα. Ο Γκρεγκ της το είχε ξεκαθαρίσει χρόνια πριν. Ο μόνος τρόπος που μπορούσε κάποιος άντρας να της κάνει έρωτα ήταν να φαντάζεται πως ήταν κάποια άλλη και πάλι... Και πάλι μόνο η σκέψη των χρημάτων των γονιών της του έδωσε δύναμη να τα καταφέρει. Ακόμα και τώρα τα λόγια του εκείνα είχαν τη δύναμη να την πληγώνουν, να καίνε την ψυχή της και να καταστρέφουν την αυτοπεποίθησή της. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν μπορούσε να δώσει στην ηρωίδα την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν για να φύγει και να διαλέξει μόνη της τον αγαπημένο της, που δεν μπορούσε να αποδώσει την αισθησιακή σωματική πλευρά της Λίνζι; Έτσι ήταν, κατέληξε. Κατάπιε με δυσκολία. Είχε παραδεχτεί πως ο Γκάι είχε δίκιο και πως δεν μπορούσε να συνεχίσει το βιβλίο. Ένιωσε πανικόβλητη. Δεν ήταν αλήθεια. Θα το τελείωνε... Κάποιος τρόπος θα υπήρχε κι έπρεπε να τον βρει. Ξαφνικά θυμήθηκε το όνειρο της. Στο όνειρο της είχε νιώσει τα συναισθήματα της Λίνζι, το θυμό, την απελπισία, τη δυσφορία της για τον άντρα που την είχε εμποδίσει να φτάσει στον ξάδερφο της. Αν τα έγραφε... Ξαφνικά οι αμφιβολίες της διαλύθηκαν και το μυαλό της άρχισε να δουλεύει ασταμάτητα προσπαθώντας να βρει πώς θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί καλύτερα τη δίοδο που της άνοιγε το όνειρο της. Πλύθηκε και άνοιξε βιαστικά το σάκο της. Δεν υπήρχε σουτιέν... Πρέπει να το είχε ξεχάσει στο σπίτι της. Και τα υπόλοιπα εσώρουχά της ήταν στη βαλίτσα που είχε αφήσει


στο αυτοκίνητο. Κοίταξε αυτό που φορούσε την προηγούμενη μέρα με απέχθεια. Επάνω στο κρεβάτι υπήρχαν το τζιν, το πουλόβερ και το πουκάμισο της. Το πουκάμισο ήταν μάλλινο και το πουλόβερ μάλλινο κι αυτό και φαρδύ. Υπήρχε περίπτωση το χωρίς σουτιέν, αλλά καλά καλυμμένο με το φαρδύ πουλόβερ κορμί της να ανάψει μέσα του τον πόθο; Όχι. Και βέβαια όχι. Ήταν απίθανο να φανεί πως δε φορούσε σουτιέν, αλλά ακόμα κι αν συνέβαινε... Ακόμα κι αν συνέβαινε δε θα του περνούσε ποτέ από το μυαλό πως μια γυναίκα σαν κι αυτή θα τολμούσε να φανταστεί ότι θα μπορούσε να τον ελκύσει ερωτικά. Παίρνοντας κουράγιο από τις σκέψεις της, ντύθηκε βιαστικά και μάζεψε τα μαλλιά της σ' ένα σινιόν. Μόλις μπήκε στην κουζίνα την υποδέχτηκε η μυρωδιά του καλοψημένου μπέικον. Ο Γκάι στεκόταν μπροστά στην ηλεκτρική κουζίνα απασχολημένος με διάφορα τηγάνια. Γύρισε και της χαμογέλασε. «Πάνω στην ώρα. Πώς προτιμάς τα αβγά σου;» «Δε θέλω», του απάντησε γρήγορα. Ύψωσε τα φρύδια του με το γνώριμο τρόπο. «Ανοησίες! Πρέπει να φας ένα καλό πρωινό εφόσον πρόκειται να δουλέψεις». Τα μάτια του στένεψαν ελαφρά και η Κάμπιον κατάλαβε πως κοίταζε τα μαλλιά της. «Τι τις έκανες τις μπούκλες σου;» τη ρώτησε μαλακά. Τον αγνόησε και πήγε στην πόρτα που οδηγούσε στο καθιστικό. Μετά από αυτό ήταν το μικρό γραφείο που ήταν κάποτε αποθηκούλα και η Έλενα το είχε μετατρέψει σε πολύ βολικό γραφείο. «Πού πας;» «Να δουλέψω. Γι' αυτό είμαι εδώ, το ξέχασες;» τον ρώτησε προκλητικά.


«Όχι πριν φας κάτι». Η Κάμπιον έσφιξε τα δόντια της. Μπήκε στον πειρασμό να του πετάξει κάποια παιδαριώδη απάντηση του στυλ: Μόνο με το ζόρι, αλλά είχε την υποψία πως θα του ήταν ευχάριστο να την υποχρεώσει, γι' αυτό και γύρισε πίσω και κάθισε απρόθυμα στο τραπέζι. «Έτσι μπράβο. Και ο εγκέφαλος χρειάζεται τροφή. Και κίνητρα», πρόσθεσε μαλακά. Η Κάμπιον τον κοίταξε με κομμένη την ανάσα. Μέσα της κυριαρχούσε μια παράξενη αίσθηση, ένα μείγμα αδυναμίας και έξαψης. Τράβηξε το βλέμμα της από πάνω του και η αίσθηση υποχώρησε. «Για κάποιον που δεν ήθελε καθόλου πρωινό, κατάφερες να καταβροχθίσεις αρκετό φαγητό», σχολίασε ο Γκάι όταν η Κάμπιον τέλειωσε το φαγητό της. Έπρεπε να περιμένει μια τέτοια παρατήρηση. Και η ίδια ένιωσε έκπληξη με την όρεξή της. «Έχω κανονική όρεξη», τον πληροφόρησε ψυχρά. «Δεν έχω ψύχωση με το βάρος μου, όπως οι γυναίκες που συνοδεύεις», πρόσθεσε εχθρικά. Από αυτά που είχε ακούσει, υπέθετε πως οι σαγηνευτικές γυναίκες που συνήθως συνόδευε δε συνήθιζαν να κάθονται μπροστά σε ένα πλούσιο πρωινό. Μάλλον τους ταίριαζε ένας φυσικός χυμός και ένα ποτήρι Περιέ. «Όχι, δε φαίνεσαι να αγχώνεσαι με το βάρος σου», συμφώνησε ο Γκάι, αλλά η έκφρασή του την έκανε να αισθάνεται άβολα. Ξεροκατάπιε νευρικά και αναρωτήθηκε γιατί αντιδρούσε τόσο ανόητα. Προσφέρθηκε να πλύνει αυτή τα πιάτα, μόνο και μόνο για να ξεφύγει από το βλέμμα του,


«Θα τα πλύνω εγώ. Εσύ φέρε καλύτερα τα πράγματά σου από το αυτοκίνητο». Δεν ήξερε γιατί, αλλά τα λόγια του την ενόχλησαν. «Θα τα φέρω αργότερα», του είπε αδιάφορα, «τώρα θέλω ν' αρχίσω δουλειά». Του γύρισε την πλάτη και άνοιξε την πόρτα. Το μικρό γραφείο είχε ένα σώμα καλοριφέρ και ήταν ευχάριστα ζεστό. Ήταν έτοιμη ν' αρχίσει να δουλεύει όταν ο Γκάι εμφανίστηκε ξαφνικά και έβγαλε την ηλεκτρική γραφομηχανή από την πρίζα. Η Κάμπιον κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του γεμάτη θυμό. «Τι στο διάολο κάνεις; Θέλω ν' αρχίσω να δουλεύω». «Όχι ακόμη», της είπε ήρεμα. «Πρώτα πρώτα πρέπει να αναλύσουμε προσεκτικά ποια είναι τα λάθη σου». Για μια στιγμή έμεινε άφωνη. Πήρε βαθιά ανάσα και, κρατώντας με δυσκολία την ψυχραιμία της, του είπε με σφιγμένα δόντια: «Νόμιζα πως το είχες ήδη κάνει». «Ναι, αλλά δε φαίνεσαι να συμφωνείς. Γι' αυτό, πριν προσθέσεις οτιδήποτε στο χειρόγραφο σου, νομίζω ότι θα 'πρεπε να διευκρινίσουμε τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν». Η Κάμπιον ένιωσε έτοιμη να εκραγεί. Είχε όμως συνηθίσει να ελέγχει τα συναισθήματά της και να τα κρύβει από τους άλλους. Έτσι λοιπόν το μόνο που έκανε ήταν να σφίξει τις γροθιές της κρυφά. «Θα ήθελες ένα φλιτζάνι καφέ πριν αρχίσουμε;» «Όχι, ευχαριστώ», του απάντησε παγερά. «Εντάξει. Αν μπορείς να περιμένεις λίγο, θα ετοιμάσω ένα για μένα και μετά μπορούμε να αρχίσουμε δουλειά». Ήταν ακόμη εξαγριωμένη όταν εκείνος γύρισε με μια κούπα αχνιστό καφέ στο χέρι.


«Νόμιζα πως είχες πει ότι χρειάζομαι μια γραμματέα κι όχι κάποιον που να ελέγχει και την παραμικρή λέξη που γράφω», του πέταξε άγρια. Το γραφείο ήταν πολύ μικρό και δεν της άρεσε καθόλου που τον ένιωθε τόσο κοντά της. «Σου πρότεινα να πάρεις μια γραμματέα για να σε απαλλάξω από τη δακτυλογράφηση. Πρέπει να παραδεχτώ πως είχα την εντύπωση ότι θα μου έδειχνες τις διορθώσεις σου, όπως συνηθίζεται. Όταν έμαθα από τη Μέιμπελ ότι αποφάσισες να εξαφανιστείς, κατάλαβα πως έπρεπε να λάβω πιο δραστικά μέτρα». «Δεν αποφάσισα να εξαφανιστώ», αντέδρασε η Κάμπιον. «Σου έχω ήδη πει ότι ήρθα εδώ για να δουλέψω και μπορώ να κάνω πολύ καλύτερη δουλειά χωρίς εσένα από πάνω μου. Θα τελειώσω τις αλλαγές πολύ πιο γρήγορα, αν με αφήσεις ήσυχη και γυρίσεις στο Λονδίνο». «Αλήθεια;» έκανε και σήκωσε τα φρύδια του. «Ας δούμε». Άνοιξε το χαρτοφύλακα που είχε πάνω στο γραφείο και έβγαλε ένα αντίγραφο του χειρογράφου της. «Ωραία... Κεφάλαιο τέσσερα, εκεί που η Λίνζι καταλαβαίνει για πρώτη φορά πως τα αισθήματά της για τον ξάδερφο της είναι αισθήματα μιας ερωτευμένης γυναίκας και όχι ενός παιδιού. Λες πως τον αγαπάει, αλλά ο αναγνώστης δεν μπορεί να νιώσει το ξύπνημα του ερωτικού στοιχείου μέσα της. Για να καταλάβεις, είναι σαν ένα ρομπότ που μιλάει μόλις πατήσεις το κουμπάκι. Τι σκοπεύεις να κάνεις για να δείξεις στον αναγνώστη την αλλαγή της Λίνζι σε γυναίκα;» Πανικόβλητη η Κάμπιον προσπάθησε να ξεχάσει τον Γκάι και τα συναισθήματα που της προκαλούσε και να φανταστεί πως ήταν η ηρωίδα της, ένα πεισματάρικο, κακομαθημένο δεκαεξάχρονο κορίτσι που μόλις είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται τη δύναμη της θηλυκότητάς της. Αλλά όσο


σκληρά κι αν προσπάθησε να συγκεντρωθεί,-δεν μπορούσε να αισθανθεί σαν τη Λίνζι. Ήταν σαν να προσπαθούσε να φανταστεί τα αισθήματα κάποιου εξωγήινου! Γεμάτη εκνευρισμό προσπάθησε να γυρίσει στο παρελθόν, να θυμηθεί πώς ένιωθε η ίδια σ' αυτή την ηλικία, αλλά θυμήθηκε ότι ήταν ντροπαλή και διαφορετική. «Έλα τώρα, Κάμπιον, το κορίτσι είναι ερωτευμένο. Έτσι τουλάχιστον πιστεύει. Έχει δει πώς της φέρεται ο ξάδερφος της... τι πρέπει να κάνει;» «Γιατί πρέπει να κάνει κάτι;» διαμαρτυρήθηκε η Κάμπιον βραχνά. «Είναι μόλις δεκάξι χρονών... Θα περιμένει να κάνει ο Φράνσις το πρώτο βήμα». «Όχι, δεν είναι τέτοιος τύπος. Ο Φράνσις είναι άτολμος. Έτσι γράφεις στη συνέχεια. Σκέψου, Κάμπιον, αυτή ήταν ανέκαθεν καλομαθημένη. Είναι ακόμα γεμάτη αυτοπεποίθηση, άφοβη και κυρίως περίεργη... Εγώ νομίζω πως θα προσπαθούσε να κανονίσει μια συνάντηση με τον Φράνσις για να μείνουν μόνοι και να δοκιμάσει την καινούρια της δύναμη». «Όχι!» Η παθιασμένη άρνησή της έκανε και την ίδια να ξαφνιαστεί. Απέφυγε το βλέμμα του. «Όχι; Μα γιατί όχι;» τη ρώτησε σιγανά. Ενώ προσπαθούσε να βρει κάποια απάντηση, τον άκουσε να της λέει μαλακά: «Κάμπιον, τις τελευταίες εβδομάδες διάβασα όλα τα βιβλία σου. Το ξέρεις πως υπάρχει έλλειψη του ερωτικού στοιχείου σε όλα; Είναι παράξενο». Το κορμί της σφίχτηκε, νιώθοντας τον κίνδυνο. Ύψωσε το κεφάλι της προκλητικά προσπαθώντας να μη λυγίσει κάτω από το βλέμμα του. «Γιατί θα 'πρεπε να θεωρείται παράξενο που δεν πασπαλίζω τα γραφτά μου με φανταχτερά ψευτοπορνό αποσπάσματα;»


Τα φρύδια του υψώθηκαν. «Έτσι βλέπεις εσύ το σεξ; Σαν πορνογραφία; Με εκπλήσσεις. Ο γραπτός λόγος μπορεί να είναι πορνογραφία μερικές φορές, αλλά μπορεί να είναι και πολύ πολύ αισθησιακός». «Δεν είναι δουλειά μου να γράφω τέτοια πράγματα», αντέδρασε κοφτά. «Όχι, αλλά δουλειά σου είναι να αποδώσεις σωστά το χαρακτήρα μιας νέας γυναίκας. Αντί γι' αυτό, εσύ τη βάζεις να συμπεριφέρεται μ' έναν τρόπο που δεν έχει καμιά σχέση με την προσωπικότητα που της έδωσες. Κινδυνεύεις έτσι να την παρουσιάσεις τελείως ψεύτικη στον αναγνώστη». «Μπορώ ν' αλλάξω το χαρακτήρα της». Η Κάμπιον δεν είχε καταλάβει την απελπισία που φανέρωναν η φωνή και τα μάτια της. Το μόνο που πρόσεξε ήταν ένα ανεξήγητο μαλάκωμα στο βλέμμα του, που όμως γρήγορα εξαφανίστηκε και τη θέση του πήραν μικρές φλογίτσες, σαν να ήταν πολύ θυμωμένος. «Πες μου, Κάμπιον, γιατί σου είναι τόσο δύσκολο ν' ασχοληθείς με τη σεξουαλική πλευρά των χαρακτήρων σου; Ας πάρουμε τους ήρωές σου. Πρόσεξα ότι αποφεύγεις εντελώς την ανθρώπινη πλευρά τους. Γιατί;» Τώρα πια ήταν τρομοκρατημένη. Της είχε θίξει σημεία που την πονούσαν, πράγματα που τα θεωρούσε μυστικά της, μόνο για τον εαυτό της. Η Έλενα δεν της είχε μιλήσει ποτέ έτσι. Ξαφνικά ο θυμός την εγκατέλειψε και τη θέση του πήρε η παγωμένη πνοή του φόβου. Γιατί τα έκανε όλα αυτά ο Γκάι; Γιατί προσπαθούσε να την κάνει να παραδεχτεί πως δεν ήταν πραγματική γυναίκα; Ο πανικός μεγάλωσε μέσα της. Ένιωσε παγιδευμένη, περικυκλωμένη. Κοίταξε απελπισμένα τον τοίχο σαν να ευχόταν να υπήρχε κάποιο άνοιγμα για να το σκάσει μέσα απ' αυτό. Τελικά γύρισε να τον αντιμετωπίσει και το


βλέμμα της σκοτείνιασε όταν τον είδε να περιμένει ατάραχος, γαλήνιος. «Μα τι είναι όλα αυτά; Η Ιερά Εξέταση;» Για μεγάλη της ανακούφιση δεν την ειρωνεύτηκε. Αντίθετα της απάντησε σοβαρά: «Έτσι με βλέπεις, Κάμπιον; Σαν ιεροεξεταστή; Κάποιο δηλαδή ικανό να ασκήσει βία; Έναν άντρα που απολαμβάνει τον πόνο των άλλων; Κάποιον που είναι τόσο κολλημένος στις ιδέες του ώστε είναι έτοιμος να φτάσει στην υπερβολή για να είναι βέβαιος πως αυτές του οι ιδέες δεν κινδυνεύουν;» Και βέβαια δεν πίστευε κάτι τέτοιο. Και ήταν ανόητο εκ μέρους της που είχε διαλέξει αυτόν το χαρακτηρισμό. «Το μόνο που θέλω είναι να σε βοηθήσω», τη διαβεβαίωσε. «Δε χρειάζομαι τη βοήθειά σου...» «Νομίζω πως τη χρειάζεσαι», επέμεινε εκείνος ήρεμα. «Θέλεις να σου πω τι βλέπω όταν σε κοιτάζω, Κάμπιον;» Και τότε, χωρίς εκείνη να το περιμένει, την πλησίασε και την άγγιξε στο πρόσωπο. Το δέρμα της πονούσε στα σημεία όπου ακουμπούσαν τα ακροδάχτυλά του. Η κοπέλα άρχισε να τρέμει σαν να καιγόταν από πυρετό. Άνοιξε το στόμα της να του φωνάξει να του πει να την αφήσει, αλλά δε βγήκε κανένας ήχος. «Το δέρμα σου είναι απαλό σαν μετάξι». Της χαμογέλασε και μικρές ρυτίδες σχηματίστηκαν γύρω από τα γκρίζα μάτια του. Πώς μπορούσε να της φέρεται έτσι; «Σταμάτα! Σταμάτα! Μη με αγγίζεις!» Τελικά είχε βρει τη φωνή της. Τραβήχτηκε απότομα και τα μάτια της ήταν τόσο αγριεμένα, που ο Γκάι την άφησε αμέσως. «Δε χρειάζεται να χάνεις τον καιρό σου για να μου κάνεις κομπλιμέντα, Γκάι», του είπε απότομα. «Ξέρω πώς ακριβώς είμαι».


«Νομίζεις;» Η φωνή του δεν ήταν πια ήρεμη. Δεν μπορούσε να μείνει άλλο εκεί. Η ατμόσφαιρα στο μικρό γραφείο ήταν αποπνικτική. Σηκώθηκε όρθια και σχεδόν κόλλησε στον τοίχο για να μην τον ακουμπήσει. «Θα πάω βόλτα». «Θα γίνεις μούσκεμα». «Δε με νοιάζει». Για μεγάλη της ανακούφιση εκείνος παραμέρισε για να την αφήσει να περάσει. Το παλτό και οι λαστιχένιες μπότες της ήταν στο αμάξι. Τα βρήκε και τα φόρεσε αγνοώντας τη βροχή που τη μαστίγωνε. Εδώ έξω μπορούσε να ανασάνει, να χαλαρώσει και, το κυριότερο, να ξεχάσει πώς ένιωσε όταν την άγγιξε ο Γκάι Φρεντς. Το εξοχικό απείχε κάνα δυο χιλιόμετρα από την ακτή. Θα ήταν όμως τρέλα να δοκιμάσει να πάει μέχρι εκεί. Ο αέρας είχε γίνει ακόμη πιο δυνατός από τη στιγμή που η Κάμπιον βγήκε από το σπίτι, τα χέρια της ήταν παγωμένα και οι μπότες της πρέπει να έπαιρναν νερά. Αλλά ακόμα κι έτσι προτιμούσε να βρίσκεται έξω, παρά μέσα στο σπίτι με τον Γκάι. Συνέχισε να βαδίζει. Τι προσπαθούσε να της κάνει; Γιατί την είχε αγγίξει; Γιατί είχε κάνει εκείνο το ηλίθιο σχόλιο για το δέρμα της; Η αίσθηση του χεριού του πάνω της ήταν τόσο έντονη, που ακόμη έτρεμε στη θύμησή της. Όλο της το σώμα καλωσόρισε το άγγιγμά του και για μια τρομερή στιγμή η κοπέλα αναρωτήθηκε πώς θα ήταν να νιώσει το χάδι του στο γυμνό κορμί της. Δεν είχε νιώσει έτσι ποτέ πριν. Σίγουρα όχι με τον Γκρεγκ. Πρέπει να χάνω τα λογικά μου, μονολόγησε. Αυτό το καταραμένο βιβλίο έφταιγε. Δεν έπρεπε να είχε δεχτεί να το


γράψει. Όμως είχε δεχτεί και η περηφάνια της δεν της επέτρεπε να τα παρατήσει. Έπρεπε να το τελειώσει... Ξαφνικά ένιωσε έντονα την ανάγκη να γυρίσει στη δουλειά της. Έκανε μεταβολή και άρχισε να προχωρά γρήγορα προς το σπίτι. Ξαφνικά μια δυνατή πνοή ανέμου τη χτύπησε. Έχασε την ισορροπία της και βρέθηκε ξαπλωμένη στο μουσκεμένο έδαφος. Σηκώθηκε και είδε με απόγνωση πως ήταν γεμάτη λάσπες και μουσκεμένη. Μέχρι να φτάσει στο σπίτι, τα δόντια της είχαν αρχίσει να κροταλίζουν και τα χέρια της είχαν μελανιάσει από το κρύο. Όταν μπήκε στην κουζίνα τρεκλίζοντας βρήκε τον Γκάι να ανακατεύει μια κατσαρόλα. Η νόστιμη μυρωδιά της σούπας είχε πλημμυρίσει το χώρο. Ούτε μια μικρή βόλτα δεν μπορούσε να κάνει χωρίς να γίνει χάλια, σκέφτηκε πικρόχολα καθώς προσπαθούσε να βγάλει τις μπότες της. «Άσε εμένα...» Το κορμί της σφίχτηκε όταν εκείνος έσκυψε να τη βοηθήσει. Ένιωθε σαν ναρκωμένη, ανίκανη να κινηθεί. Το δέρμα της ένιωσε τη ζεστασιά των χεριών του και την κυρίεψε μια παράξενη ευχαρίστηση. «Είσαι καλά;» «Έπεσα», του απάντησε μονολεκτικά. «Το μονοπάτι ήταν λασπωμένο». «Γιατί δεν πας να κάνεις ένα καυτό ντους πριν φάμε;» Της πήρε πολύ περισσότερη ώρα απ' όσο περίμενε για να βγάλει το υγρό τζιν της. Όταν τελικά τα κατάφερε, το δέρμα της ήταν κοκκινισμένο και παγωμένο από την επαφή με το σκληρό και υγρό ύφασμα. Έπρεπε να λούσει και τα μαλλιά της.


Μόνο όταν βρέθηκε στο μπάνιο κατάλαβε πως είχε ξεχάσει να πάρει το σαμπουάν της. Αναγκάστηκε έτσι να χρησιμοποιήσει το σαμπουάν του Γκάι. Μόλις τέλειωσε το ντους ανακάλυψε πως είχε ξεχάσει τα καθαρά εσώρουχα στο κρεβάτι της. Μα τι της συνέβαινε; Συνήθως ήταν πολύ οργανωμένη. Τυλιγμένη με την πετσέτα και με το μαλλιά της να σχηματίζουν υγρές μπούκλες που έπεφταν στους ώμους της, βγήκε βιαστικά από το μπάνιο για να πέσει επάνω στον Γκάι. Την άρπαξε από τα γυμνά μπράτσα για να τη στηρίξει. «Είσαι καλά;» «Και βέβαια είμαι». «Έκανες πολλή ώρα και φοβήθηκα μήπως είχες χτυπήσει περισσότερο απ' όσο μου είπες». «Σου είπα ότι είμαι μια χαρά. Αν δε σε πειράζει, θα ήθελα να πάω να ντυθώ». Ο Γκάι δεν την άφησε αμέσως κι εκείνη τραβήχτηκε μακριά του, με αποτέλεσμα η πετσέτα να γλιστρήσει από το κορμί της. Η Κάμπιον πέταξε αμέσως τα μουσκεμένα ρούχα που κρατούσε και το τσαντάκι με τα καλλυντικά της για να μπορέσει να ελευθερώσει τα χέρια της και να συγκρατήσει την πετσέτα πάνω της, αλλά ο Γκάι ήταν πολύ πιο γρήγορος και πρόλαβε την πετσέτα ακριβώς τη στιγμή που είχε αρχίσει να φανερώνει τις πλούσιες καμπύλες του στήθους της. Έπιασε προσεκτικά τις άκρες και τις έδεσε σφιχτά. Η αναπνοή της έγινε βαριά και το μυαλό της σταμάτησε να δουλεύει τη στιγμή ακριβώς που τα δάχτυλά του άγγιξαν φευγαλέα το χώρισμα του στήθους της. Ένιωσε άρρωστη όταν ανακάλυψε την αλήθεια: τη στιγμή που την άγγιζε ο Γκάι, ένιωσε τον πόθο να ξυπνάει μέσα της.


Ω Θεέ μου, τι μου συμβαίνει; Πρέπει να ήταν άρρωστη. Πώς μπορούσε να είναι τόσο ανόητη ώστε να ποθεί έναν άντρα ο οποίος ποτέ δε θα την ήθελε; Σαν σε όνειρο είδε τον Γκάι να μαζεύει τα πράγματά της από κάτω και να της τα δίνει. Εκείνη απέμεινε να τον κοιτάζει με μάτια σκοτεινιασμένα από τον πόνο και την έκπληξη. «Είσαι σίγουρα καλά;» Ο ήχος της φωνής του την επανέφερε στην πραγματικότητα. Δεν έπρεπε να τον αφήσει να καταλάβει τίποτα. Έπρεπε να πολεμήσει αυτή την τρέλα μέσα της. Έπρεπε να πάψει να αισθάνεται έτσι. Αχ και να γινόταν να φύγει και να την αφήσει ήσυχη... Εκείνη δεν μπορούσε να φύγει. Θα ήταν η δεύτερη φορά. Ένιωσε το στόμα της στεγνό και χρειάστηκε να καταπιεί για να ανακουφίσει τον πονεμένο της λαιμό. Άραγε αυτός ήταν ο λόγος που είχε έρθει εδώ; Εξαιτίας του Γκάι Φρεντς; Επειδή ήξερε υποσυνείδητα πως την τραβούσε ερωτικά; «Δε θέλω να φάω», του είπε απότομα, «θέλω να δουλέψω. Είχα... είχα μια ιδέα όσο ήμουν έξω». Αυτό δεν ήταν αλήθεια. Είχε όμως πράγματι κάποια ιδέα που σχετιζόταν με το όνειρο της προηγούμενης νύχτας και θα την αξιοποιούσε.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Η Κάμπιον φόρεσε βιαστικά τα πρώτα ρούχα που βρήκε μπροστά της -ένα πουλόβερ και μια παλιά πλισέ φούστα. Δε θέλησε να χασομερήσει για να φτιάξει τα μαλλιά της, που έπεφταν ακόμη υγρά γύρω από το πρόσωπο της. Όταν κατέβηκε είδε τον Γκάι να την κοιτάζει προσεκτικά, χωρίς όμως να κάνει καμιά κίνηση να την εμποδίσει να πάει στο γραφείο. Στο καθιστικό, πάνω από το τζάκι, υπήρχε ένας καθρέφτης. Η Κάμπιον αναψοκοκκίνισε ταπεινωμένη όταν κοίταξε το είδωλο της και πρόσεξε τις θηλές της να διαγράφονται σκληρές κάτω από το πουλόβερ της. Δουλειά. Αυτή είναι η απάντηση, σκέφτηκε. Τράβηξε το βλέμμα της από τον καθρέφτη και χώθηκε στο γραφείο. Βρήκε τις σελίδες για τις οποίες είχαν μιλήσει προηγουμένως και τις διάβασε στα γρήγορα. Έκλεισε τα βλέφαρα και έγειρε πίσω στην καρέκλα. Με τα μάτια της φαντασίας της είδε τη Λίνζι να επιθεωρεί το κορμί της μπροστά στον καθρέφτη του δωματίου της, να θαυμάζει τις καμπύλες της, ν' αγγίζει τα γεμάτα στήθη της και ν' αναρωτιέται πώς θα ήταν αν ο Φράνσις... Στην αυλή του βασιλιά Ερρίκου τα ήθη ήταν χαλαρά. Ένα κορίτσι που μεγάλωνε μέσα σ' εκείνο το περιβάλλον δε θα μπορούσε να έχει άγνοια για την ερωτική ένωση. Η Κάμπιον ανατρίχιασε. Το κορμί της ήταν τόσο σφιγμένο, που σχεδόν πονούσε. Αυτό που πριν της φαινόταν αδύνατο να περιγράψει, έμοιαζε τώρα απλό. Οι λέξεις ξεπηδούσαν από μέσα της τόσο γρήγορα ώστε δεν προλάβαινε να τις


γράψει. Συνέχισε να δακτυλογραφεί μέχρι που ένιωσε τους καρπούς των χεριών της να μουδιάζουν και τότε πρόσεξε έκπληκτη πόσες πολλές σελίδες είχε γράψει. Σαν να περίμενε ν' ακούσει τη γραφομηχανή να σιωπά, ο Γκάι μπήκε στο γραφείο. Άπλωσε το χέρι του στις δακτυλογραφημένες σελίδες, αλλά εκείνη τον σταμάτησε. «Όχι! Δεν τις διάβασα ακόμα», του είπε έντονα. Δεν ήθελε να τα διαβάσει εκείνος πριν βεβαιωθεί η ίδια πως δεν είχε γράψει κάτι που θα την πρόδιδε... «Τι έκανες; Στεκόσουν έξω από την πόρτα περιμένοντας να τελειώσω;» τον ρώτησε σε μια απελπισμένη προσπάθεια ν' αλλάξει κουβέντα. «Όχι. Απλώς έτυχε να σταματήσεις τη στιγμή που έμπαινα για να σε ρωτήσω τι θα επιθυμούσες για βραδινό. Αν θέλεις, μπορούμε να πάμε κάπου έξω». «Όχι. Δηλαδή... κοίτα, γιατί δε βγαίνεις εσύ; Εγώ θα φάω κάτι πρόχειρο αργότερα. Δεν πεινάω ακόμα». «Ακόμα προσπαθείς να με ξεφορτωθείς;» Έγινε κατακόκκινη και μια από τις σελίδες που κρατούσε γλίστρησε από το χέρι της. Ο Γκάι έσκυψε και τη μάζεψε. «Μικρά, γεμάτα στήθη... Μμμ... Χαίρομαι που τα παρομοιάζεις με άγουρα μήλα. Κι εγώ προτιμώ το γυναικείο κορμί να είναι τέλεια σχηματισμένο και ώριμο». Για μια στιγμή το βλέμμα του γλίστρησε χαμηλά και καθυστέρησε για λίγο στις καμπύλες του δικού της στήθους. Ένιωσε το κορμί της ν' ανταποκρίνεται στο βλέμμα του και γύρισε από την άλλη μεριά ταραγμένη. «Η Λίνζι είναι δεκάξι χρονών», του θύμισε καυστικά. «Μ' άλλα λόγια, όχι και τόσο ώριμη». Χωρίς να τον κοιτάζει ήξερε πως της χαμογελούσε. «Είναι πολύ αληθινή για σένα, έτσι δεν είναι; Ξέρεις, αυτό ακριβώς είναι που με γοητεύει στους συγγραφείς -τους καλούς συγγραφείς εννοώ. Ζουν έντονα τους χαρακτήρες


τους, βάζουν μεγάλο κομμάτι του εαυτού τους στους ήρωές τους. Πόσο μέρος του εαυτού σου είναι η Λίνζι, Κάμπιον;» «Πολύ μικρό», του απάντησε ψυχρά. «Πώς ήταν δυνατό να υπάρχει κάποιο μέρος του εαυτού μου στη Λίνζι; Όπως κι εσύ τόνισες, είναι μια όμορφη, γεμάτη αυτοπεποίθηση νέα γυναίκα». «Μήπως θέλεις να μου πεις ότι πιστεύεις πως σου λείπει η αυτοπεποίθηση;» Δεν μπορούσε να πιστέψει στη σκληρότητα αυτών των λέξεων. Πώς τολμούσε να την ειρωνεύεται; Πώς τολμούσε να της μιλάει μ' αυτή τη μαλακή, σχεδόν πειραχτική φωνή εννοώντας... εννοώντας τι; «Είμαι κουρασμένη, Γκάι». «Πρέπει να φας κάτι. Σε λίγο θα αισθάνεσαι καλύτερα. Έχει μείνει λίγη σούπα». Γιατί στο καλό δεν την άφηνε ήσυχη; Τίναξε το κεφάλι της και τα μαλλιά της χάιδεψαν απαλά το πρόσωπο της. «Σου πάνε έτσι». Η Κάμπιον πάγωσε. Πώς τολμούσε να τη βασανίζει έτσι, να προσποιείται πως την έβρισκε ελκυστική, τη στιγμή που ήξεραν και οι δυο τους ότι κανένας άντρας, πόσο μάλλον εκείνος, δε θα μπορούσε να γοητευτεί απ' αυτή; «Εγώ...» Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Το στήθος της πονούσε από το σφίξιμο. Είδε τον Γκάι να την πλησιάζει και τραβήχτηκε για να μην την αγγίξει. «Μα τι συμβαίνει; Κάθε φορά που σου κάνω ένα κομπλιμέντο είναι σαν να σ' έχω προσβάλει». Ο πόνος μέσα της έγινε τόσο δυνατός, που στο τέλος η Κάμπιον ούρλιαξε: «Και τι ήθελες να κάνω; Να πέσω στα πόδια σου μ' ευγνωμοσύνη;» Προσπαθούσε να περάσει από μπροστά του και να φύγει, εκείνος όμως την άρπαξε από τους καρπούς και την τράβηξε προς το μέρος του.


Από τα βάθη των ματιών του ξεπηδούσαν μικρές φλόγες και το στήθος του ανεβοκατέβαινε γρήγορα. «Δεν ήθελα κάτι τόσο δραματικό, ένα απλό χαμόγελο θα ήταν αρκετό. Η αντίδραση οποιασδήποτε...» «Οποιασδήποτε φυσιολογικής γυναίκας;» τον πρόλαβε η Κάμπιον. «Αυτό δε θα έλεγες;» «Όχι, δε θα έλεγα κάτι τέτοιο. Τι σου συμβαίνει, Κάμπιον; Γιατί κάνεις ό,τι μπορείς για να αρνηθείς τη σεξουαλικότητά σου; Θέλεις να σου πω τι έχω προσέξει;» Δε χρειαζόταν. Η Κάμπιον το ήξερε ήδη. Το έβλεπε στον καθρέφτη κάθε πρωί. Άλλωστε οι προσβολές του Γκρεγκ ήταν ακόμη βαθιά χαραγμένες στην ψυχή της και δεν της επέτρεπαν να ξεχάσει. «Βλέπω μια γυναίκα που προσπαθεί απεγνωσμένα να κρύψει τη σεξουαλικότητά της και που δεν καταλαβαίνει ότι προδίδει μόνη της τον εαυτό της φτάνοντας σε τέτοιες ακρότητες. Η κρυφή επιθυμία σου να είσαι επιθυμητή σε κάνει να ξεχωρίζεις, το ξέρεις αυτό;» «Δεν είναι αλήθεια!» «Κι όμως είναι». Τα δάχτυλα του άρχισαν να χαϊδεύουν ανάλαφρα το εσωτερικό των καρπών της. Το αίμα άρχισε να κυλάει ορμητικά στις φλέβες της. «Είσαι τόσο όμορφη γυναίκα κι όμως συμπεριφέρεσαι...» «Σταμάτα! Σταμάτα...» Κατάφερε να ελευθερωθεί από το πιάσιμο του κι έτρεξε αναστατωμένη στο δωμάτιο της. Γιατί της φερόταν έτσι; Τι ήθελε να κερδίσει; Όμορφη γυναίκα! Μήπως την περνούσε για τυφλή; Περίμενε με αγωνία ότι από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν να της χτυπήσει την πόρτα, αλλά η ώρα περνούσε χωρίς να συμβεί τίποτα. Σε λίγο άκουσε την πόρτα της κουζίνας να κλείνει με πάταγο. Έτρεξε στο παράθυρο και είδε τον Γκάι να μπαίνει στο αυτοκίνητο του.


Έφευγε. Δόξα τω Θεώ! Κι όμως δεν ένιωσε ανακουφισμένη, ούτε καν χαλαρωμένη. Αντίθετα ένιωθε ανήσυχη, άδεια, γεμάτη πόνο. Κατέβηκε στο ισόγειο, αλλά δεν μπορούσε να δουλέψει. Σε λίγο το σούρουπο έδωσε τη θέση του στο ζοφερό σκοτάδι. Ετοίμασε λίγο καφέ και τριγύρισε στο σπίτι. Πόσο άδειο φαινόταν χωρίς τον Γκάι! Το κορμί της τρεμούλιασε κι ένιωσε το δέρμα της να καίγεται. Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω της σαν να ήθελε να προστατευτεί από τα ίδια της τα αισθήματα. Σίγουρα ο Γκάι Φρεντς δεν ενδιαφερόταν γι' αυτή παρά μόνο σαν συγγραφέα. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί προσποιούνταν πως την έβρισκε γοητευτική. Αφού δεν μπορούσε να φάει ούτε να δουλέψει, ας πήγαινε τουλάχιστον να κοιμηθεί και να συμπληρώσει το χτεσινοβραδινό λιγοστό ύπνο. Κοιμήθηκε δύο ώρες και μετά ξύπνησε απότομα, παγωμένη και πεινασμένη. Δεν υπήρχε λόγος να ντυθεί, έτσι κατέβηκε όπως ήταν με τις πιτζάμες. Και στην κουζίνα ήταν παγωνιά. Τότε συμπέρανε πως είχε τελειώσει το πετρέλαιο του καυστήρα. Καταπιάστηκε να τον γεμίσει κι όταν τέλειωσε μ' αυτή τη δουλειά είχε γίνει χάλια. Αποφάσισε να κάνει μπάνιο κι όχι ντους. Ήταν έτοιμη να βγει από την μπανιέρα, όταν κόπηκε το ηλεκτρικό. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη. Στο Λονδίνο δε θυμόταν να είχε κοπεί ποτέ το ρεύμα. Πρώτη μέρα στο εξοχικό και το ρεύμα κόπηκε. Κι είχε διαλέξει την ώρα! Βγήκε από την μπανιέρα και προχώρησε στα τυφλά προς την πετσέτα. Έξω ακουγόταν ο άνεμος να λυσσομανάει. Υπήρχε μια γεννήτρια στο σπίτι, αλλά η κοπέλα δεν είχε την παραμικρή ιδέα πώς να τη βάλει σε λειτουργία. Είχε φέρει μαζί της φακό,


όμως ήταν στο αυτοκίνητο. Είχε φέρει ακόμα και μερικά κεριά. Μήπως τα είχε φέρει μέσα ο Γκάι μαζί με όλα τα πράγματά της; Και αν ήταν έτσι, πού τα είχε βάλει; Σιγά σιγά κατέβηκε στο ισόγειο ντυμένη μόνο με τα εσώρουχά της, το επάνω μέρος της πιτζάμας και κάτι ροζ καλτσάκια, ό,τι δηλαδή είχε κατορθώσει να βρει στο σκοτάδι του μπάνιου. Στην κουζίνα διαπίστωσε ότι με τη διακοπή του ηλεκτρικού είχε σταματήσει και η λειτουργία του καυστήρα. Δεν κατάφερε να βρει τα κεριά κι αυτό σήμαινε πως έπρεπε να βγει από το σπίτι και να πάρει το φακό από το αυτοκίνητο. Πού ήταν άραγε οι μπότες της; Θυμήθηκε πως έβαζαν νερά και ανατρίχιασε στη σκέψη πως θα έπρεπε να τις φορέσει. Τα παπούτσια της όμως ήταν στο δωμάτιο της και δεν ήταν καθόλου σίγουρη πως θα τα έβρισκε μέσα στο σκοτάδι. Έπρεπε λοιπόν να φορέσει τις μπότες. Άνοιξε την πίσω πόρτα και άφησε μια κραυγή φρίκης όταν κάτι μαστίγωσε άγρια το πρόσωπο της. Πανικός την πλημμύρισε. Τα γαμψά νύχια όμως που είχαν χτυπήσει το πρόσωπο της δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα σπασμένο κλαδί δέντρου, παρασυρμένου από τον αέρα. Όταν η καρδιά της επανήλθε στον κανονικό ρυθμό της, άρχισε να προχωρεί προσεκτικά προς το αυτοκίνητο. Το κρύο ήταν τσουχτερό και παγωμένες σταγόνες βροχής ράπιζαν το πρόσωπο της. Μα αυτό δεν ήταν βροχή, ήταν χαλάζι. Έφτασε στο αμάξι και προσπάθησε ν' ανοίξει την πόρτα. Χαμένος κόπος· την είχε κλειδώσει ο Γκάι όταν μετέφερε μέσα τα πράγματά της. Μόνο ένας άντρας θα έκανε κάτι τέτοιο. Πού ήταν τώρα τα κλειδιά της; Της ήρθε να βάλει τα κλάματα από την απελπισία. Πώς θα τα έβρισκε μέσα στο σκοτάδι;


Το μόνο που της έμενε να κάνει ήταν να γυρίσει πίσω στο σπίτι και να περιμένει να επανέλθει το ηλεκτρικό. Καθώς έμπαινε παραπατώντας στο σπίτι σκεφτόταν πόσο ενοχλητικό και εκνευριστικό ήταν να βρίσκεται στο έλεος των καταστάσεων. Και τότε άρχισε να σκέφτεται ότι και η Λίνζι κάπως έτσι θα ένιωθε. Ήταν κι εκείνη στο έλεος του βασιλιά. Ο Γκάι είχε δίκιο. Η μικρή Λίνζι θα είχε επαναστατήσει, θα είχε προσπαθήσει να πάρει στα χέρια της τη ζωή της. Μήπως με το να προσπαθήσει να πείσει τον ξάδερφο της να της αποπλανήσει; Μια εικόνα εμφανίστηκε μπροστά της: ένας ψηλός άντρας που έμπαινε στο δρόμο της Λίνζι. Ένιωσε να ενθουσιάζεται. Ο Γκάι είχε φέρει τη φορητή γραφομηχανή της από το αυτοκίνητο και την είχε αφήσει στο γραφείο. Αν την έβρισκε, θα τη μετέφερε στην κουζίνα. Εκεί ήταν πιο ζεστά. Ευτυχώς τη βρήκε. Την κουβάλησε μέχρι το τραπέζι της κουζίνας, έφερε και χαρτί κι άρχισε να γράφει. Την έπιασε πυρετός δουλειάς. Δε χρειαζόταν φως για να δακτυλογραφήσει και σίγουρα δε χρειαζόταν ηλεκτρικό για να σκεφτεί. Μισή ώρα αργότερα είχε βυθιστεί στο κείμενο, ενώ το ηλεκτρικό συνέχιζε να είναι κομμένο. Έχασε την αίσθηση του χρόνου και οι λέξεις σχηματίζονταν αβίαστα πάνω στα πλήκτρα της μηχανής. Τελικά η Λίνζι ανακάλυψε πως ο άντρας που στάθηκε ανάμεσα σ' αυτή και τον Φράνσις δεν ήταν άλλος από τον κόμη του Ντάρτινγκτον, τον άντρα που της προόριζε ο Ερρίκος. Τελείως εξαντλημένη, η Κάμπιον σηκώθηκε. Έπρεπε να πάει στο δωμάτιο της. Ήταν τόσο κουρασμένη, που θα μπορούσε να κοιμηθεί για μία εβδομάδα. Δεν είχε όμως το κουράγιο να ανεβεί επάνω. Κουλουριάστηκε στην


πολυθρόνα, δίπλα στο σβησμένο τζάκι της κουζίνας και σχεδόν αμέσως αποκοιμήθηκε. Κοιμόταν τόσο βαθιά, που δεν κατάλαβε ότι το ηλεκτρικό είχε επανασυνδεθεί ούτε άκουσε το αυτοκίνητο που σταμάτησε έξω από το σπίτι ούτε βέβαια την πόρτα της κουζίνας που άνοιξε. Ο Γκάι τίναξε το χιονόνερο από το κεφάλι του και χαμογέλασε κουρασμένα. Ίσως έπρεπε να είχε γυρίσει στο Λονδίνο, αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Προχώρησε στην κουζίνα και έσμιξε τα φρύδια του όταν είδε τη γραφομηχανή πάνω στο τραπέζι. Πλησίασε, πήρε τις δακτυλογραφημένες σελίδες και άρχισε να διαβάζει, αργά στην αρχή και στη συνέχεια πιο γρήγορα. Τράβηξε μια καρέκλα και συνέχισε να διαβάζει ακόμα πιο προσεκτικά. Ένας μικρός θόρυβος πίσω του τράβηξε την προσοχή του. Στράφηκε και είδε με έκπληξη την Κάμπιον. Ήταν κουλουριασμένη σαν μικρό κοριτσάκι και κοιμόταν. Μόνο που δεν είναι κοριτσάκι, θύμισε στον εαυτό του. Η κοπέλα κινήθηκε μέσα στον ύπνο της και το ύφασμα της πιτζάμας τεντώθηκε πάνω από το στήθος της. Το αίμα άρχισε να τρέχει καυτό στις φλέβες του Γκάι. Έβρισε μέσα από τα δόντια του. Τι στο διάολο του συνέβαινε; Σκυθρώπιασε και πήγε να γυρίσει την πλάτη του, αλλά τότε η Κάμπιον κινήθηκε και πάλι μέσα στον ύπνο της σαν να αισθανόταν άβολα. Καθώς τεντώθηκε, η ζακέτα της πιτζάμας τραβήχτηκε προς τα πάνω και αποκάλυψε ακόμα πιο πολύ τα λεπτά, μακριά πόδια της κοπέλας. Αρκετά! αποφάσισε ο Γκάι. Πλησίασε την πολυθρόνα και σήκωσε την Κάμπιον στην αγκαλιά του.


Εκείνη άνοιξε τα βλέφαρα και τον κοίταξε για μια στιγμή πριν του πει νυσταγμένα: «Ντίκον, τι θέλεις εδώ;» Κατόπιν έκλεισε και πάλι τα μάτια της και ακούμπησε στον ώμο του. Την πήγε στο κρεβάτι της και τη σκέπασε. Μια μπούκλα από τα μαλλιά της είχε μπερδευτεί γύρω από ένα κουμπί του μπουφάν του. Ο Γκάι έβρισε σιγανά ενώ προσπαθούσε να την ξεμπερδέψει. Τα δάχτυλά του έτρεμαν και χρειάστηκε να σφίξει τα δόντια για να συγκεντρωθεί σ' αυτό που έκανε. Τελικά τα κατάφερε. Πίσω στην κουζίνα συνέχισε να διαβάζει τις υπόλοιπες σελίδες. Τον είχε αποκαλέσει Ντίκον. Σίγουρα θα ήταν ο κακός του βιβλίου. Συνέχισε να διαβάζει και ξαφνικά σταμάτησε ενώ ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. «Έτσι λοιπόν θα εξελιχτεί η υπόθεση; Μμμ... Πολύ έξυπνο!» Όταν τέλειωσε το διάβασμα, μάζεψε τα χαρτιά και πήρε μια λευκή κόλλα κι ένα στυλό. Θαυμάσιο! Μου αρέσει! έγραψε βιαστικά κι έβαλε το σημείωμα πάνω στις δακτυλογραφημένες σελίδες. Ανέβηκε δυο δυο τα σκαλοπάτια σφυρίζοντας ευχαριστημένος. Ίσως να μην είχε πάρει τελικά λάθος απόφαση. Ίσως... Αναρωτήθηκε αν η Κάμπιον θα θυμόταν το επόμενο πρωί πώς τον είχε αποκαλέσει. Αμφέβαλλε όμως. Χαμογέλασε ξανά και άνοιξε την πόρτα του δωματίου του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Πώς είχε έρθει στο κρεβάτι της; απόρησε η Κάμπιον μόλις άνοιξε τα μάτια της. Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν πως είχε κουλουριαστεί στην πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι. Και τότε θυμήθηκε ότι ο Γκάι είχε φύγει. Το στομάχι της σφίχτηκε, ενώ την πλημμύριζε μια αίσθηση κενού ανάμεικτη με άγριο θυμό. Μα τι της συνέβαινε; Έπρεπε να είναι χαρούμενη που έφυγε. Δεν ήταν όμως. Τρεμούλιασε κάτω από τα σκεπάσματα κι έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να πολεμήσει τον πανικό που την κυρίευε. Δεν ήθελε να αισθάνεται έτσι. Δεν υπήρχε χώρος στη ζωή της γι' αυτό το γελοίο εφηβικό συναίσθημα. Τι είχε γίνει η δύναμη του χαρακτήρα της που όλα αυτά τα χρόνια τα είχε καταφέρει να εμποδίζει να γεννηθεί μέσα της η ερωτική επιθυμία; Τι πήγαινε να κάνει η ίδια στον εαυτό της; Ο Γκάι Φρεντς δεν την ήθελε. Εντάξει, της είχε πετάξει μερικά κομπλιμέντα. Και λοιπόν; Κι όμως οι σκέψεις αυτές δεν μπορούσαν να αναστείλουν τις αντιδράσεις του κορμιού της. Και μόνο που τον συλλογιζόταν, το σώμα της ξυπνούσε, τα στήθη της πονούσαν και το αίμα κυλούσε καυτό στις φλέβες της. Τρέμοντας, πέταξε από πάνω της τα σκεπάσματα και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Η κουζίνα είχε μια γλυκιά ζεστασιά. Φαίνεται πως ο λέβητας είχε αρχίσει να λειτουργεί όταν ήρθε το ρεύμα. Πώς όμως είχε έρθει αυτό το μπιτόνι με πετρέλαιο; Γέμισε με νερό την τσαγιέρα. Έξω ο αέρας είχε κοπάσει και η βροχή είχε σταματήσει. Τελικά έμεινε μόνη της, όπως


ακριβώς επιθυμούσε, αλλά αντί να αισθάνεται θριαμβευτικά που είχε καταφέρει να διώξει τον Γκάι, ένιωθε ανυπόφορη μοναξιά. Καθώς περίμενε το νερό να βράσει, το μυαλό της άρχισε να της παίζει παράξενα παιχνίδια. Όταν ήταν μικρή λαχταρούσε να αποκτήσει ένα σύζυγο και μια δική της οικογένεια. Έτσι θα μπορούσε να νιώσει την αγάπη και τη ζεστασιά που δεν είχε αισθανθεί με τους γονείς της. Ευτυχώς ήταν αρκετά τυχερή για να ανακαλύψει από πολύ νωρίς πόσο κενός και χωρίς νόημα μπορούσε να είναι ο γάμος. Τυχερή; Που τόσο σκληρά της κατέστρεψαν τα όνειρα, τις ελπίδες της και μαζί το ξύπνημα της γυναίκας μέσα της; Σταμάτα! Σταμάτα! προειδοποίησε τον εαυτό της. Δεν ωφελούσε να γυρνάει ξανά και ξανά στο παρελθόν. Το νερό ήταν έτοιμο. Κατέβασε την τσαγιέρα από τη φωτιά. Τελικά είχε συμβιβαστεί μ' αυτά που συνέβησαν χρόνια πριν. Έτσι ήταν; Τότε γιατί ήθελε να ουρλιάξει, να ακούσει να της λένε πως το λάθος ήταν του Γκρεγκ, πως ήταν επιθυμητή; Γιατί ένιωθε τη ζωή της αδειανή; Γιατί πονούσε για... για τον Γκάι Φρεντς; Ένα ρίγος τη συγκλόνισε. Μα τι στο καλό σκεφτόταν τώρα; Ο Γκάι ποτέ δε θα ήθελε... «Ωραία. Ζέστανες νερό. Θα ήθελα πολύ να πιω κάτι». Η Κάμπιον απέμεινε να τον κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια, σαν να μην τον είχε ξαναδεί ποτέ, ενώ το πρόσωπο της χλόμιασε ξαφνικά. «Κάμπιον, είσαι καλά;» «Γύρισες».


«Ναι, δε θυμάσαι; Γύρισα αργά χτες το βράδυ, αφού πέρασα πολλές ώρες οδηγώντας άσκοπα, προσπαθώντας να σκεφτώ». Χτες το βράδυ. Είχε γυρίσει χτες το βράδυ. «Με πεθύμησες, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε φιλικά. Της χαμογελούσε κι η Κάμπιον προσπάθησε να συγκρατηθεί, να μην προδοθούν τα αισθήματά της. «Ήμουν τόσο απασχολημένη με τη δουλειά μου, που δεν πρόλαβα να σε πεθυμήσω», του απάντησε παγωμένα. «Ναι, το πρόσεξα. Διάβασα τα γραφτά σου. Δεν είδες το σημείωμά μου;» Διάβασε τη δουλειά της πριν να την ελέγξει η ίδια; «Τα πας πολύ καλά», συνέχισε ο Γκάι, χωρίς να προσέχει το σφίξιμο της. «Τελικά θα τον πάρει;» «Ποιος θα πάρει ποιον;» τον ρώτησε μπερδεμένη. «Η Λίνζι. Θα πάρει τον Ντίκον, αυτόν που της διάλεξε ο βασιλιάς;» Η Κάμπιον είχε την εντύπωση ότι πίσω από την απλή αυτή ερώτηση κρυβόταν κάτι άλλο. «Δεν ξέρω. Δεν έχω αποφασίσει ακόμα». Το βλέμμα του Γκάι ήταν παράξενο, ένα μείγμα απόγνωσης και τρυφερότητας. Τρυφερότητας; Τράβηξε τα μάτια της από πάνω του. Δεν έπρεπε ν' αφήνει τη φαντασία της ελεύθερη. «Ο Ντίκον σου έχει πολύ δυνατή προσωπικότητα», σχολίασε εκείνος. «Ίσως να μην αφήσει πολλά περιθώρια στη Λίνζι. Αντίθετα από μένα, φαίνεται να έχει ιδιαίτερη αδυναμία στα μικρά, σφιχτά στήθη...» Αναφερόταν στο κομμάτι που είχε γράψει για το πώς έβλεπε ο Ντίκον την ηρωίδα της, αλλά καθώς τα έλεγε αυτά ο Γκάι κοίταζε εκείνη... το δικό της κορμί. Την κοίταζε σαν να μην επιθυμούσε τίποτ' άλλο στον κόσμο από το να


ελευθερώσει το κορμί της από τα ρούχα για να πάρει τα στήθη της μέσα στις χούφτες του και να... Ήξερε πολύ καλά πως δεν υπήρχε πιθανότητα να την κοιτάζει με τέτοιο πάθος. Αλλά κι αν συνέβαινε θα το 'κανε μόνο και μόνο για να τη βασανίσει... να τη γελοιοποιήσει. Σε μια προσπάθεια να προστατέψει τον εαυτό της, του πέταξε αγριεμένα: «Ναι, νομίζω πως όλοι ξέρουν τις προτιμήσεις σου». Το πρόσωπο του έγινε κατακόκκινο και ξαφνικά της χαμογέλασε κοροϊδευτικά και με κακία. «Αλήθεια; Και ποιες είναι αυτές;» Αντί για απάντηση, σήκωσε τους ώμους της και γύρισε προς την τσαγιέρα. «Αν ετοιμάσεις πρωινό», της είπε, «εγώ θέλω αβγά με μπέικον και μερικές φρυγανιές. Πρώτα όμως θα κάνω ένα ντους. Είχα πάει έξω να ελέγξω τη γεννήτρια. Αν ξανακοπεί το ρεύμα, όπως χτες το βράδυ, θα τη χρειαστούμε». Ώστε λοιπόν θα έμενε. Η ανακούφιση που την πλημμύρισε την έκανε να νιώσει ταπεινωμένη. Του γύρισε την πλάτη για να μη διαβάσει τα μάτια της. Μπήκε στον πειρασμό να του πει να ετοιμάσει μόνος του το πρωινό του, αλλά θυμήθηκε πως την προηγούμενη μέρα εκείνος είχε ετοιμάσει το δικό της. Ο Γκάι κατέβηκε κάτω τη στιγμή που η Κάμπιον κοίταζε περίλυπη τα σφιχτά αβγά που είχε τηγανίσει. Δεν τον είχε ακούσει να μπαίνει και το χέρι του που ακούμπησε στον ώμο της την έκανε να τιναχτεί. Γύρισε προς το μέρος του και τον είδε να σμίγει τα φρύδια καθώς ψαχούλευε τα κόκαλά της. «Δεν προσέχεις τον εαυτό σου», τη μάλωσε. «Είσαι πολύ αδύνατη».


«Δεν είμαι αδύνατη, είμαι λεπτή», αρπάχτηκε εκείνη. «Δεν αρέσουν σ' όλους τους άντρες οι πλούσιες καμπύλες όπως... όπως της Μέριλιν Μονρό». Καθώς του μιλούσε, η Κάμπιον είχε μπροστά της την ολοζώντανη εικόνα μιας νέας γυναίκας που τον περίμενε στην είσοδο των γραφείων του, την τελευταία φορά που τον επισκέφτηκε. Ήταν μια εκρηκτική κοκκινομάλλα που το κορμί της διαγραφόταν κάτω από το εφαρμοστό ζέρσεϊ φόρεμα. «Τι προσπαθείς να μου πεις, Κάμπιον;» τη ρώτησε επιθετικά. «Ότι δεν έχω την εξυπνάδα να εκτιμήσω μια γυναίκα για το χαρακτήρα της; Πραγματικά πιστεύεις πως είμαι από τους άντρες που το μόνο που τους ενδιαφέρει σε μια γυναίκα είναι να έχει τις αναλογίες της Μπάρμπι; Αν θέλεις να μάθεις, μου αρέσουν οι γυναίκες όλων των ειδών. Αυτό όμως που με τραβάει και με γοητεύει περισσότερο είναι η προσωπικότητά τους». Της έλεγε ψέματα. Είχε δει τι είδους κοπέλες συνόδευε. Εκείνος είχε πάψει να την κοιτάζει και είχε την προσοχή του στραμμένη στο τηγάνι. «Και να έχεις υπόψη σου», πρόσθεσε μ' ένα χαμόγελο, «είναι προτέρημα για τις γυναίκες να ξέρουν να μαγειρεύουν. Τι είναι αυτό;» Τρύπησε τα πετρωμένα αβγά με το πιρούνι, ενώ εκείνη τον αγριοκοίταζε. «Μ... είναι κάπως κολλημένα, δε νομίζεις;» Όχι μόνο κάποια τσουχτερή απάντηση δεν της ερχόταν στο μυαλό, αλλά ένιωσε με τρόμο τα μάτια της γεμάτα δάκρυα. Είχαν περάσει χρόνια από τότε που είχε κλάψει για τελευταία φορά. Πάντοτε ήταν συγκρατημένη κι όμως να που ήταν έτοιμη να αρχίσει τα κλάματα, μόνο και μόνο γιατί κάποιος άντρας σχολίασε άσχημα τη μαγειρική της. Πίσω από τα δάκρυά της είδε τον Γκάι να απομακρύνεται. Σίγουρα θα είχε ενοχληθεί. Θυμήθηκε πως μετά την ιστορία της με τον Γκρεγκ, η μητέρα της της έλεγε να προσέχει να μην


κλαίει μπροστά στον πατέρα της. Οι άντρες δεν μπορούσαν να υποφέρουν τα δάκρυα. «Έλα, δεν πειράζει. Κάθισε». Όταν ένιωσε τα χέρια του Γκάι στους ώμους της να τη σπρώχνουν μαλακά να καθίσει σε μια καρέκλα, ένιωσε να παγώνει. «Έλα, μόλις ξεσπάσεις θα αισθανθείς καλύτερα». Της πήρε αρκετή ώρα μέχρι η Κάμπιον να ελέγξει τον εαυτό της. «Ποτέ δεν κλαίω». Πώς στο καλό τής ξέφυγε αυτό; «Κι όμως θα έπρεπε. Οι γυναίκες που δεν κλαίνε εκσφενδονίζουν αντικείμενα». Άφησε το μαντίλι που της είχε δώσει πριν λίγο και κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του. «Είναι ένας τρόπος να ξεσπάσεις», του είπε. Ο Γκάι είχε καθίσει στην άκρη του τραπεζιού και την κοίταζε. Το βλέμμα του ήταν τόσο τρυφερό, που της ήταν δύσκολο να το πιστέψει. «Γιατί φοβάσαι να δείξεις τα αισθήματά σου, Κάμπιον; Περνάς μια δύσκολη εποχή. Δε χρειάζεται να ντρέπεσαι που...» «Που δεν ξέρω να τηγανίζω αβγά;» τον διέκοψε άγρια. Εκείνος γέλασε κι αυτό την εξαγρίωσε ακόμα πιο πολύ. «Α, καλά, αυτό είναι άλλη ιστορία. Πρέπει να ξέρεις το μυστικό... Θέλεις να σου δείξω;» Δεν ήθελε να της δείξει τίποτα. Το μόνο που ήθελε ήταν να την αφήσει ήσυχη, ελεύθερη από την επικίνδυνη επιρροή του. Της φερόταν με έναν άγνωστο γι' αυτή τρόπο. Μου φέρεται όπως θα φερόταν σε γυναίκα, σκέφτηκε ταραγμένη. «Ποιος σου έδειξε εσένα;» τον ρώτησε ψυχρά. «Κάποια από τις φιλενάδες σου;»


Σίγουρα αυτό δεν του άρεσε. Η τρυφερότητα εξαφανίστηκε από το βλέμμα του και τη θέση της πήρε μια ψυχρή αυστηρότητα που την έκανε να ριγήσει. «Όχι, η μητέρα μου», πρόφερε μαλακά. «Η μητέρα σου;» «Ναι. Ήμουν ο μεγαλύτερος γιος. Ο πατέρας μου σκοτώθηκε όταν ήμουν δώδεκα χρονών και η μαμά έπρεπε να δουλεύει. Μου έμαθε να μαγειρεύω για να μπορώ να ετοιμάζω το φαγητό των άλλων όταν γυρίζαμε από το σχολείο». «Των άλλων;» Της χαμογέλασε και το χαμόγελο του ήταν γεμάτο αγάπη και υπομονή. Η καρδιά της κόπηκε στα δυο. Τον αγαπούσε... Αγαπούσε αυτό τον έξυπνο όμορφο άντρα που οι γυναίκες σκοτώνονταν να τραβήξουν την προσοχή του. Τον αγαπούσε και αυτό την έκανε να νιώθει ανόητη και ευάλωτη. Δεν είχε συμβεί ξαφνικά. Είχε αρχίσει εδώ και αρκετό καιρό, αλλά τώρα που είχαν βρεθεί μόνοι τους μπόρεσε να καταλάβει τι της συνέβαινε: τον αγαπούσε. «Έχω δυο αδερφές και έναν αδερφό», την πληροφόρησε. Η Κάμπιον γύρισε στο πλάι για να μη φανερωθεί η ζήλια της. Ήταν μοναχοπαίδι και πάντα λαχταρούσε την αίσθηση της οικογένειας. Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που είχε στραφεί στον Γκρεγκ. «Έχεις δυο αδερφές κι έναν αδερφό;» «Και βέβαια. Η Άλισον και η Μεγκ είναι δίδυμες και τρία χρόνια μικρότερές μου. Ο Ίαν είναι το μωρό της οικογένειας. Μόλις είχε αρχίσει να πηγαίνει στο σχολείο, όταν πέθανε ο μπαμπάς. Η μητέρα μου αναγκάστηκε να αφήσει τον μικρό για να δουλέψει. Από το σοκ έχασε και το παιδί που περίμενε». «Τι... τι του συνέβη;» ρώτησε η Κάμπιον ψιθυριστά.


«Τον σκότωσε κάποιος ασυνείδητος οδηγός προπαραμονή Χριστουγέννων». Η Κάμπιον γύρισε κατάχλομη προς το μέρος του. «Τα Χριστούγεννα! Φοβερό!» «Καταλαβαίνω τι σκέφτεσαι. Η μαμά όμως πάντοτε φρόντιζε να γιορτάζουμε κι εμείς τα Χριστούγεννα κι ας ήταν η επέτειος του θανάτου του μπαμπά. Τα θεωρούσε δυο ανεξάρτητα γεγονότα. Και εξακολουθεί να κάνει το ίδιο». «Πού... πού ζει;» «Στο Ντόρσετ, κοντά στα κορίτσια. Είναι και οι δυο τους παντρεμένες τώρα. Ο Ίαν δουλεύει στον Καναδά. Εσύ;» τη ρώτησε αμέσως. «Εγώ;» «Ναι, εσύ. Έχεις μεγάλη οικογένεια; Αδερφούς; Αδερφές;» «Όχι». Η φωνή της ακούστηκε βραχνή. Πήρε βαθιά αναπνοή και συνέχισε πιο μαλακά: «Όχι, ήμουν μοναχοπαίδι. Οι γονείς μου έχουν πεθάνει». «Μοναχοπαίδι... Πρέπει να ένιωθες πολλή μοναξιά». Θέλησε να τ' αρνηθεί, αλλά οι λέξεις κόλλησαν στο λαιμό της. «Έλα», της είπε με ένα χαμόγελο. «Θα σου δώσω ένα μάθημα μαγειρικής». Γελώντας, η Κάμπιον τον άφησε να την πάει στην ηλεκτρική κουζίνα και παρακολούθησε σιωπηλή τις άνετες κινήσεις του καθώς άκουγε τις συμβουλές του. «Η μαμά μας μας έμαθε να είμαστε αυτάρκεις. Έτσι έπρεπε. Ο πατέρας μου μας άφησε μια ασφάλεια, αλλά έφτασε μόνο για το σπίτι». Αυτή τη φορά τα αβγά ήταν υπέροχα, όμως η Κάμπιον δεν μπορούσε να βάλει μπουκιά στο στόμα της.


Μέσα σε λίγα λεπτά όλος ο κόσμος της είχε αναστατωθεί. Πώς τόλμησε να ερωτευτεί τον Γκάι; Πώς μπορούσε να είναι τόσο ανόητη; Ο Γκάι, καθώς ετοίμαζε τον καφέ, την παρακολουθούσε που στεκόταν ακίνητη, με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό. «Κάτι συμβαίνει», της είπε ήρεμα. «Θέλεις να το συζητήσουμε;» Να το συζητήσουν; Τι στο καλό θα του έλεγε; Μόλις ανακάλυψα ότι σ' αγαπώ; «Δεν είναι τίποτα. Σκεφτόμουν το βιβλίο», του είπε ψέματα. Είδε το πρόσωπο του να σκοτεινιάζει και για δευτερόλεπτα φάνηκε προσβλημένος, σχεδόν πληγωμένος. «Καλύτερα να πάω να δουλέψω», πρόσθεσε καθώς σηκωνόταν. Δεν την ακολούθησε. Αν και θα 'πρεπε να αισθάνεται καλύτερα με την απουσία του, εντούτοις δεν αισθανόταν. Κάθισε, με το βλέμμα καρφωμένο στη γραφομηχανή της, χωρίς να βλέπει στην πραγματικότητα τίποτα. «Δεν μπορείς να αρχίσεις;» Δεν τον είχε ακούσει να μπαίνει. «Εγώ...» Ο Γκάι σήκωσε τις δακτυλογραφημένες σελίδες. «Σου μοιάζει πολύ, έτσι; Αποτραβηγμένη... μόνη...» «Μου μοιάζει;» Η Κάμπιον κούνησε αρνητικά το κεφάλι της καθώς έλεγε πικραμένα: «Όχι, δε μου μοιάζει καθόλου. Πρώτα πρώτα αυτή είναι όμορφη, ενώ εγώ...» «Ενώ εσύ κάνεις ό,τι είναι δυνατό για να κρύψεις πως είσαι γυναίκα», επενέβη ήρεμα ο Γκάι. «Κι όμως είσαι γυναίκα, Κάμπιον. Ω, ξέρω πολύ καλά, πως κάνεις ό,τι μπορείς για να κρύψεις τη θηλυκότητά σου. Μαζεύεις πίσω τα μαλλιά σου, κρύβεις το κορμί σου...» «Και τι θέλεις να κάνω;» τον ρώτησε, ανίκανη να συγκρατηθεί. «Να φορτωθώ μεϊκάπ και προκλητικά ρούχα, με


την ελπίδα να βρω κάποιον που να νομίσει πως είμαι επιθυμητή; Δε βρίσκεις ότι είμαι αρκετά αξιοπρεπής για να...» «Τι στο διάολο θέλεις να πεις;» τη διέκοψε. «Είσαι επιθυμητή». «Όχι. Όχι, δεν είμαι». Είδε τον τρόπο που την κοίταξε και γέλασε σκληρά. «Νομίζεις ότι δε θα ήθελα να είμαι; Ξέρω την αλήθεια, Γκάι. Μου την έδειξαν καθαρά όταν ήμουν δεκαεννιά χρονών». «Πώς;» Κοίταξε γύρω της στο μικρό δωμάτιο προσπαθώντας να βρει τρόπο να ξεφύγει. «Μου λες ότι δεν είσαι επιθυμητή. Ε, λοιπόν, εγώ σου λέω ότι είσαι. Θα ήθελες να σου δείξω πόσο πολύ σε θέλω, Κάμπιον; Όταν σε μετέφερα στο κρεβάτι σου, χτες το βράδυ, ήθελα να μείνω μαζί σου. Σε κοιτάζω και ποθώ να σ' αγγίξω, να σου κάνω έρωτα». «Όχι! Όχι, δε θέλω ν' ακούσω. Μου λες ψέματα. Ο Γκρεγκ...» «Ο Γκρεγκ;» επανέλαβε εκείνος χωρίς να πάρει ούτε στιγμή το βλέμμα του από πάνω της. «Ποιος είναι ο Γκρεγκ;» Έτρεμε σύγκορμη από την έκπληξη και τον πόνο, αλλά ο Γκάι δεν έκανε καμιά προσπάθεια να την αγγίξει, να την ησυχάσει. «Ο... ο πρώην σύζυγος μου...» Τον είδε έκπληκτο. Η έκπληξη φαινόταν στο πρόσωπο του, στον τρόπο που άξαφνα έμεινε ακίνητος, στο βλέμμα του που σκλήρυνε. «Ήσουν παντρεμένη...» «Και τι νόμιζες; Πως ήμουν ακόμα παρθένα και άπειρη;» τον ρώτησε πικρόχολα. «Στην ηλικία μου; Ναι, ήμουν παντρεμένη. Παντρεύτηκα στα δεκαεννιά μου». «Και πότε χώρισες;»


Της ήρθε να του πει ψέματα, άλλαξε όμως γνώμη και απάντησε κουρασμένα. «Μια εβδομάδα μετά το γάμο. Δεν ήθελε εμένα, ήθελε μόνο τα χρήματα των γονιών μου. Μόλις κατάλαβε πως δε θα τα αποκτούσε, δεν έβλεπε την ώρα να με ξεφορτωθεί». «Ήσαστε εραστές...» «Πριν παντρευτούμε; Ναι, κάναμε, μου έκανε έρωτα. Μου είπε πως μπορεί να έμενα έγκυος. Τον πίστεψα κι έτσι παντρευτήκαμε κρυφά». Σήκωσε τους ώμους της. «Ήμουν πολύ νέα... πολύ αφελής». «Και εξαιτίας αυτού... αυτού του άντρα πιστεύεις ότι δεν είσαι επιθυμητή; Επειδή κάποιος άντρας...» άρχισε χωρίς να μπορεί να το πιστέψει. «Αδύνατο να πιστέψω ότι τα άκουσα όλα αυτά!» «Όχι, ο Γκρεγκ μ' έκανε να δω την αλήθεια, αυτό είναι όλο. Δεν είμαι από τις γυναίκες που ης ποθούν οι άντρες». Δε σκόπευε να επαναλάβει τις προσβολές και την περιφρόνηση που της είχε πετάξει κατάμουτρα ο Γκρεγκ, λέξεις που δε θα ξεχνούσε ποτέ της, πληγές που δε θα έκλειναν ποτέ. «Δε θέλω να μιλήσω άλλο γι' αυτό. Πρέπει να δουλέψω». «Εξαιτίας ενός άντρα θα αποκλείσεις όλους τους άλλους από τη ζωή σου; Επειδή φοβάσαι...» Η Κάμπιον σηκώθηκε απότομα. Έπρεπε να φύγει. Έπρεπε να μείνει μόνη. Το μυαλό και η καρδιά της ήταν αναστατωμένα. Εκείνος την πρόλαβε στην κουζίνα. «Θα πάω βόλτα. Θέλω να μείνω μόνη μου». Κάτι στο ύφος της τον προειδοποίησε να μην επιμείνει. «Εντάξει, αφού το θέλεις. Πρέπει όμως να ξέρεις, Κάμπιον, ότι έχεις άδικο. Κι εκείνος είχε άδικο...» Καθώς φορούσε τις μπότες της στράφηκε προς το μέρος του με ύφος άγριο και ταυτόχρονα αξιοπρεπές: «Δεν είμαι


αφελής, Γκάι. Όχι πια. Οι άντρες με θεωρούν σωματικά αποκρουστική. Το ξέρω αυτό και, όσο και να προσποιηθείς, δεν πρόκειται ν’ αλλάξει η πραγματικότητα». Τώρα φαινόταν θυμωμένος, πραγματικά θυμωμένος. Την πλησίασε και την έπιασε από το μπράτσο. Η λαβή του έγινε πιο δυνατή καθώς την κοίταξε στα μάτια. «Ξέρεις τι πιστεύω;» της είπε μαλακά. «Πιστεύω ότι είσαι δειλή, Κάμπιον. Νομίζω ότι φοβάσαι. Φοβάσαι να ζήσεις, φοβάσαι ν' αγαπήσεις, φοβάσαι να... Γι' αυτό και έχτισες γύρω σου ένα τοίχο περηφάνιας και πίκρας. Έκανες κάποτε ένα λάθος. Διάλεξες λάθος. Δε νομίζεις πως όλοι μας κάνουμε λάθη κάποια στιγμή; Αλλά οι περισσότεροι έχουμε τα κότσια να συνεχίσουμε να ζούμε. Δε σου λείπει η γοητεία», πρόσθεσε αγανακτισμένα, «αλλά τα κότσια». «Ώστε έτσι!» Το χαμόγελο της ήταν σαν μάσκα. «Δεν ξέχασες κάτι;» Τον είδε να συνοφρυώνεται. «Δε μου είπες ακόμα ότι είμαι ψυχρή», πρόσθεσε πικρόχολα. «Αυτό θα έλεγες, έτσι δεν είναι;» Πριν προλάβει να της απαντήσει, η Κάμπιον τραβήχτηκε από το πιάσιμο του και άνοιξε την πόρτα. Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που έτρεχε μακριά του. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει στο στήθος της. Ενστικτωδώς ακολούθησε το μονοπάτι που έβγαζε στην ακτή. Κάθισε στο υγρό γρασίδι και χάζεψε τη θάλασσα. Γιατί της είχε πει ότι την ποθούσε; Μάλλον ήθελε να την παρηγορήσει. Έπρεπε να γυρίσει πίσω, να συμφιλιωθεί μαζί του, αλλά δεν μπορούσε. Σηκώθηκε τρέμοντας ολόκληρη από το νυχτερινό κρύο. Ένα πουλί έκρωξε κοροϊδευτικά από πάνω της. Σήκωσε το κεφάλι για να το δει και νόμισε πως βουτούσε προς το μέρος


της. Υποχώρησε και άφησε μια κραυγή καθώς ένιωσε να γλιστράει. Έπεσε, αλλά αντί να νιώσει στέρεο έδαφος από κάτω της, αισθάνθηκε τη γη να κινείται, να υποχωρεί, να την παρασέρνει μαζί της. Ούρλιαξε, όμως η φωνή της χάθηκε στον ανοιχτό χώρο και μέσα στα κρωξίματα των πουλιών που τρόμαξαν από την κατολίσθηση. Είχε υποχωρήσει ένα μεγάλο μέρος του εδάφους. Από κάτω της μπορούσε να δει τα αφρισμένα κύματα· από πάνω της την αρχή του γκρεμού. Βρισκόταν σε μια προεξοχή του εδάφους, δυο μέτρα κάτω από το χείλος του γκρεμού. Είχε αρχίσει να βρέχει και πάλι και ο άνεμος είχε γίνει δυνατός. Δεν τολμούσε να κοιτάξει κάτω, δεν τολμούσε ούτε να κινηθεί. Και τότε άκουσε τη φωνή του Γκάι. Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα πριν μπορέσει να του φωνάξει και ακόμα περισσότερο πριν ακούσει τη φωνή του και πάλι. «Εδώ είμαι, Γκάι. Υποχώρησε το έδαφος. Ο γκρεμός...» Σταμάτησε όταν τον είδε να την κοιτάζει. «Πρόσεχε!» Το πρόσωπο του ήταν σφιγμένο. «Νομίζω ότι πρέπει να πας στο χωριό για να φέρεις βοήθεια». Αμέσως εκείνος εξαφανίστηκε. Η Κάμπιον, αν και ήξερε πως έπρεπε να την αφήσει για να φέρει βοήθεια, ένιωσε εγκαταλειμμένη και μάλιστα πολύ περισσότερο από τότε που πέθαναν οι γονείς της, πολύ πιο μόνη απ' ό,τι σ' όλη της τη ζωή. Ο αστράγαλος της είχε αρχίσει να την πονάει. Φαίνεται ότι είχε χτυπήσει με το πέσιμο και τώρα που το πονεμένο μέρος κρύωνε, την πονούσε. Σφίχτηκε ολόκληρη όταν ένιωσε το έδαφος να γέρνει περισσότερο. Για μια στιγμή στράφηκε και είδε τα άγρια βράχια κάτω και τη θάλασσα που


λυσσομανούσε γύρω τους. Τρεμούλιασε και δάγκωσε δυνατά το κάτω χείλι της. Τι ωφελούσε να κλάψει τώρα; Η δική της ανοησία την έφερε σ' αυτή την κατάσταση. «Κάμπιον!» Κοίταξε προς τα πάνω. Τελικά δεν την είχε αφήσει. Έσκυβε πάνω από την άκρη του βράχου. Πρέπει να είχε ξαπλώσει στο έδαφος. «Θα σου ρίξω το παντελόνι μου. Θέλω να πιαστείς απ' αυτό όσο πιο γερά μπορείς. Θα σε τραβήξω μ' αυτό». Ένιωσε το στόμα της να στεγνώνει. Ήθελε να αρνηθεί. Αυτό που της πρότεινε ήταν καθαρή τρέλα! Μπορεί να κατέληγαν και οι δυο στους κοφτερούς βράχους. «Σήκω όρθια, αργά και προσεκτικά». Υπάκουσε στα λόγια του. Ήταν παράξενο, αλλά κάτω από το φόβο της ένιωθε ηρεμία, εμπιστοσύνη. «Τώρα πιάσου από το παντελόνι μου. Κράτησε το ύφασμα γερά, τύλιξε το γύρω από τους καρπούς σου. Ναι, έτσι». Ο πανικός φτερούγισε μέσα της, αλλά τον παραμέρισε. «Τώρα θέλω να ακουμπήσεις τα πόδια σου πάνω στο βράχο». Δεν μπορούσε να το κάνει, θα έπεφτε. «Πρέπει να το κάνεις, Κάμπιον!» Υπήρχε απελπισία στη φωνή του. Τον κοίταξε και τότε βόγκηξε καθώς ένιωσε το έδαφος να γέρνει περισσότερο κάτω από τα πόδια της. «Τώρα! Πρέπει να το κάνεις τώρα!» Ξαφνικά βρέθηκε να κάνει ό,τι ακριβώς της είχε πει, ενώ ο Γκάι την τραβούσε σιγά σιγά. Σε λίγο, χωρίς να μπορεί να το πιστέψει, βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού. «Κρατήσου», τη συμβούλεψε.


Ένιωσε το κρύο, υγρό γρασίδι στο δέρμα της καθώς εκείνος την τραβούσε. Τελικά την άρπαξε στην αγκαλιά του και την απομάκρυνε από τον απειλητικό γκρεμό. «Μου έσωσες τη ζωή!» Θέλησε να τον αγκαλιάσει, να του πει ότι είχε δίκιο, ότι πράγματι ήταν δειλή, αλλά καθώς είδε το πρόσωπο του από κοντά, ένιωσε να παγώνει. Τελικά αυτή είχε δίκιο. Της είχε πει ψέματα. Δεν την ποθούσε και ήταν ανόητη που είχε πιστέψει, έστω και για μια στιγμή, κάτι τέτοιο. Ένιωσε το κορμί της να πονά, αλλά ήταν αρκετά περήφανη για να του δείξει τα αισθήματά της. «Έλα, ας γυρίσουμε στο σπίτι. Σε λίγο θ' αρχίσει να βρέχει», της είπε. Θα πρέπει να φαίνονταν αστείοι —μια γυναίκα γεμάτη λάσπες και ένας άντρας που φορούσε χοντρό πουλόβερ, το σλιπάκι και τις κάλτσες του. Δεν την ένοιαζε πώς φαίνονταν. Ο Γκάι της είχε σώσει τη ζωή, αλλά από... Άρχισε να τρέμει... Κοίταξε προς το μέρος του Γκάι, εκείνος όμως έστρεψε το πρόσωπο του από την άλλη μεριά.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 «Χρειαζόμαστε ένα καλό μπάνιο», πρότεινε ο Γκάι μόλις βρέθηκαν στην ασφάλεια της κουζίνας. Δεν της είχε πει λέξη σ' όλη τη διαδρομή προς το σπίτι. «Κάνε εσύ πρώτος», του είπε. «Εγώ θα βολευτώ εδώ πέρα» Πάλι αυτός ο σκληρός τόνος. Το κορμί της σφίχτηκε όταν κατάλαβε ότι απέφευγε να την κοιτάξει. Γιατί; Έφταιγε η τελευταία συζήτηση τους ή μήπως ο τρόπος που τον πλησίασε πριν; «Πήγαινε, Κάμπιον. Εκτός βέβαια, αν τρελαίνεσαι για το αντρικό στριπτίζ». Δεν μπόρεσε ν' αποφύγει να κοιτάξει το κορμί του. Το αίμα άρχισε να ρέει καυτό κάτω από το δέρμα της όταν τον είδε να της γυρίζει την πλάτη και να ξεντύνεται. Το στόμα της ξεράθηκε. Λαχταρούσε να τον αγγίξει, να δει αν η σάρκα του ήταν τόσο ζεστή όσο τη φανταζόταν. Και τότε ο Γκάι γύρισε προς το μέρος της. Με μια μικρή κραυγή, η Κάμπιον το 'βαλε στα πόδια. Έκανε μπάνιο, έλουσε τα μαλλιά της και τα στέγνωσε όσο μπορούσε με την πετσέτα. Στη συνέχεια φόρεσε τη ρόμπα της, μάζεψε τα λερωμένα ρούχα της και βγήκε από το μπάνιο. Όταν μπήκε στο δωμάτιο της βρήκε τον Γκάι να στέκεται μπροστά στο παράθυρο με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος της. Φορούσε κι αυτός μια μπουρνουζένια ρόμπα. Στράφηκε προς το μέρος της και η Κάμπιον έσφιξε τη ρόμπα στη μέση της. «Πρέπει να μιλήσουμε», της είπε.


Βέβαια. Έπρεπε να το περιμένει. «Δε χρειάζεται, Γκάι», του είπε κουρασμένα. «Μην ανησυχείς. Δεν πήρα τα λόγια σου στα σοβαρά». Ένας μυς τρεμόπαιξε στο σαγόνι του. «Κάθε άλλο! Τα πήρες τόσο σοβαρά, που το 'βαλες στα πόδια και κόντεψες να σκοτωθείς». Να σκοτωθεί; Στ' αλήθεια νόμιζε;... «Ήταν ατύχημα. Μπορεί να έφυγα εκνευρισμένη, αλλά δεν πρέπει να νομίζεις πως...» Ο Γκάι έχωσε τα δάχτυλα στα μαλλιά του. Φαινόταν κουρασμένος. «Όχι, όχι... και βέβαια όχι. Πρέπει όμως να καταλάβεις ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι. Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα αν έφευγα...» Ω Θεέ μου! Έπρεπε να το περιμένω, συλλογίστηκε η κοπέλα. Αλλά για να κρατήσει την αξιοπρέπειά της όφειλε να μην τον αφήσει να καταλάβει τα αισθήματά της. Άνοιξε το στόμα της για να του δώσει μια ψυχρή απάντηση κι όμως άκουσε τον εαυτό της να του φωνάζει πικραμένα: «Νομίζεις ότι είμαι τόσο ηλίθια ώστε να σε πιστέψω, Γκάι; Ειλικρινά πιστεύεις πως είχα την εντύπωση ότι με ήθελες; Πρέπει να ξέρεις ότι δεν κινδυνεύεις. Δε σκοπεύω να σου ζητήσω να μου αποδείξεις ότι δεν έλεγες ψέματα». «Τι...» Την κοίταξε παράξενα και το στομάχι της σφίχτηκε. «Τι στο διάολο λες τώρα; Μπορεί να μην είσαι ηλίθια, σίγουρα όμως έχεις τη μικρότερη αυτογνωσία από όλες τις γυναίκες που έχω συναντήσει». Ο μαλακός τόνος της φωνής του την έκανε να χαλαρώσει. Στράφηκε προς το μέρος της και την παρατηρούσε κάνοντάς την έτσι να αισθανθεί παγιδευμένη και ανυπεράσπιστη. «Δε νομίζω πως φανερώνει έλλειψη αυτογνωσίας το ότι καταλαβαίνω πως ένας ελκυστικός, αρρενωπός άντρας δεν


πρόκειται να λιώσει από πόθο για μένα», του απάντησε περήφανα, αποφασισμένη να μην τον αφήσει να δει πόσο την πλήγωνε αυτή η παραδοχή της πραγματικότητας. «Τότε τι είναι;» επέμεινε ο Γκάι, χωρίς να παίρνει τα μάτια του από πάνω της. «Η αλήθεια», του είπε σταθερά. «Είπες ότι θα έφευγες...» Του γύρισε την πλάτη και ένιωσε έκπληκτη να την πιάνει από τα μπράτσα και να τη γυρίζει προς το μέρος του. Βαριανάσαινε σαν να είχε τρέξει και φαινόταν θυμωμένος, πολύ θυμωμένος. Η καρδιά της αναπήδησε στο στήθος της. «Αυτό ίσχυε πριν», της απάντησε. «Για το Θεό, Κάμπιον, δεν έχω γνωρίσει άλλη γυναίκα σαν εσένα. Στ' αλήθεια δεν έχεις ιδέα τι είσαι, τι επίδραση έχεις πάνω μου; Όλο αυτό το διάστημα... Στην αρχή νόμισα...» Κούνησε το κεφάλι του και συνέχισε μετά από λίγο: «Πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος να σε πλησιάσω». Πριν προλάβει να διαμαρτυρηθεί, η Κάμπιον βρέθηκε μπροστά σ' έναν τεράστιο βικτοριανό καθρέφτη που αντανακλούσε τα είδωλά τους. «Κοιτάξου!» τη διέταξε βραχνά και τράβηξε τη ρόμπα από το κορμί της. Πριν εκείνη προλάβει να διαμαρτυρηθεί, τον είδε να βγάζει και τη δική του ρόμπα. «Κοίταξε και τους δυο μας», την προέτρεψε μαλακά. «Και κοίτα τι επίπτωση έχεις επάνω μου». Στεκόταν πλάι της χωρίς να την αγγίζει και παρατηρούσε το χρώμα να ανεβαίνει στα μάγουλά της. Έπειτα από λίγες στιγμές η Κάμπιον τράβηξε το βλέμμα της από το ολοφάνερο ξύπνημα του κορμιού του. «Αυτή είναι η πραγματικότητα», της είπε. «Έτσι με κάνεις να αισθάνομαι, να αντιδρώ. Λες ότι δεν είσαι επιθυμητή. Για ποιον; Για έναν άντρα χωρίς γοητεία, εξυπνάδα, κάποιον που σε πλήγωσε πολύ; Δεν καταλαβαίνεις ότι με προσβάλλεις που


με βάζεις στην ίδια μοίρα μ' αυτόν; Δεν καταλαβαίνεις πόσο με θυμώνεις όταν λες ότι δεν είσαι επιθυμητή; Πεθαίνω από τη λαχτάρα να σε κρατήσω στην αγκαλιά μου και να σου δείξω πόσο λάθος έχεις. Σε θέλω, Κάμπιον, και νομίζω ότι με θέλεις κι εσύ». Γύρισε προς το μέρος της. «Όχι! Όχι, εγώ...» «Ναι». Ένιωσε το στόμα του ν' αγγίζει το δέρμα της, όχι παιχνιδιάρικα ή απαλά όπως το περίμενε, αλλά πεινασμένα, άγρια, σαν να είχε χάσει τον έλεγχο του. Ένιωθε το βίαιο χτύπο της καρδιάς του. Και η δική της καρδιά άρχισε να βροντά στον ίδιο ρυθμό. Τον είχε φανταστεί συγκρατημένο, απόμακρο, αλλά ο τρόπος που την άγγιζε ήταν τελείως διαφορετικός. Τον ένιωσε να τρέμει και τον άκουσε να μουρμουρίζει το όνομά της. Χωρίς να το καταλάβει, τύλιξε τα χέρια της γύρω του. Τα στήθη της πιέζονταν από την υπέροχη αίσθηση. Τα χέρια του γλίστρησαν πάνω της, ψηλάφισαν το κορμί της κάνοντας τη να λαχταρά να τον αγγίξει κι αυτή. Τα χείλη του τώρα χάιδευαν το σαγόνι της. Τα μάτια της είχαν σκοτεινιάσει από τον πόθο. «Φίλησέ με... Φίλησέ με, Γκάι...» Δε συνειδητοποιούσε τι του έλεγε, παρά μόνο την πυρετώδη ανάγκη που φούντωσε μέσα της. «Ω Θεέ μου! Ναι! Έτσι ήθελα να σε δω! Έτσι ήθελα να σε κάνω να νιώσεις!» Τα χείλη του την άγγιζαν για μια ακόμα φορά και η κοπέλα τρεμούλιασε. Άνοιξε τα μάτια της και τον είδε να την κοιτάζει. «Άνοιξε τα χείλη σου για να σε φιλήσω...» της ζήτησε. Σαν σε όνειρο, υπάκουσε. Το φιλί του δεν είχε· καμιά σχέση με τα φιλιά του Γκρεγκ. Έπρεπε να παραδεχτεί ότι ποτέ δεν την είχαν συγκινήσει. Με τον Γκάι ήταν διαφορετικά. Όλο


το κορμί της έδειχνε να λιώνει κάτω από το καυτό άγγιγμά του. Τον είδε να τη σηκώνει και θαύμασε τη δύναμή του. Αισθάνθηκε τα κρύα σεντόνια κάτω από τη γυμνή πλάτη της και τη ζεστασιά του κορμιού του που βρέθηκε πάνω της. Τη φίλησε και πάλι, αυτή τη φορά αργά, σαν να ήθελε να τη γευτεί σιγά σιγά, κι εκείνη ανταποκρίθηκε με πάθος, αχόρταγα, χαϊδεύοντας σαν σε όνειρο τη σπονδυλική του στήλη μέχρι που τον άκουσε να βογκάει. «Θέλω να σου κάνω έρωτα αργά, όμως δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτ' άλλο παρά μόνο το πόσο πολύ σε θέλω». Η Κάμπιον ρίγησε. Ήταν σαν να ζούσε σ' ένα όνειρο. «Είσαι όμορφη, πολύ πιο όμορφη απ' όσο φανταζόμουν». Φυλάκισε το στήθος της στη χούφτα του και η Κάμπιον για μία στιγμή απέμεινε να κοιτάζει το μελαχρινό χέρι του πάνω στη λευκορόδινη σάρκα της. «Όμορφη», επανέλαβε εκείνος βραχνά και η Κάμπιον βόγκηξε από ηδονή όταν έσκυψε το κεφάλι του και πήρε τη μια θηλή της στο στόμα του. Ποτέ της δεν είχε νιώσει έτσι. Όλο της το κορμί υπάκουσε σε ένα κύμα πάθους τόσο δυνατό, που την τρόμαζε. Υπακούοντας στο ερωτικό ένστικτο χάιδεψε την επίπεδη κοιλιά του και τα δάχτυλά της κατέβηκαν έπειτα πιο χαμηλά. Μπερδεύτηκαν στις σγουρές, πυκνές τρίχες του και συνέχισαν την εξερεύνησή τους. Και τότε, συνειδητοποιώντας τι έκανε, σταμάτησε. «Θεέ μου! Τι μου κάνεις;» Ένιωσε αμήχανη. Ήταν γελοίο, για κάποια της ηλικίας της, να γνωρίζει τόσα λίγα για το αντρικό κορμί. Ο Γκρεγκ ποτέ δεν την είχε ενθαρρύνει να τον αγγίξει. «Δε... δεν ήθελα να σε πονέσω...» Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα.


«Να με πονέσεις;» Μουρμούρισε κάτι μέσα απ' τα δόντια του και ξαφνικά χαλάρωσε και πάλι και άρχισε να τη χαϊδεύει, να τη φιλάει, να την παίρνει μαζί του σ' άλλους κόσμους όπου κυριαρχούσαν οι αισθήσεις. Ήταν αβάσταχτο μαρτύριο το χάδι του στο εσωτερικό των μηρών της, κι όμως η Κάμπιον το λαχταρούσε όσο τίποτ' άλλο. Βόγκηξε όταν τα χείλη του ακολούθησαν το περίγραμμα του ώμου της, αλλά ήθελε ακόμα περισσότερα. Ήθελε... Το κορμί της άρχισε να τραντάζεται. Προσπάθησε να του δείξει τι ήταν αυτό που ήθελε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Και τότε, ξαφνικά, την άφησε. Στηρίχτηκε με τα χέρια του στο κρεβάτι και της είπε ήρεμα: «Δε με πονούσες, Κάμπιον. Αυτό που μου έκανες ήταν αυτό που σου έκανα μόλις τώρα». Τον κοίταξε χωρίς να ξέρει τι να πει. Ένιωθε ταπεινωμένη. Τι είδους γυναίκα ήταν που δεν ήξερε, που έπρεπε να της δείξουν... Άφησε μια μικρή κραυγή αηδίας και προσπάθησε να φύγει, αλλά ο Γκάι δεν την άφησε. Την ξαναπήρε στην αγκαλιά του και χάιδεψε το απαλό δέρμα της μέχρι που την άκουσε να τον παρακαλάει βραχνά να δώσει τέλος στο μαρτύριο της. Σφίχτηκε καθώς εκείνος έμπαινε μέσα της, αλλά δεν πόνεσε. Αντίθετα αισθάνθηκε μια καταπληκτική αίσθηση ανακούφισης, μια απερίγραπτη χαρά. Τον άκουσε να φωνάζει το όνομά της καθώς έλιωνε μέσα της κι έπειτα ένιωσε το σώμα του να χαλαρώνει πάνω στο δικό της. Η Κάμπιον απόλαυσε για πρώτη φορά την πρωτόγονη αίσθηση της δύναμής της. Είδε τον Γκάι να ανασηκώνεται και πάγωσε από το φόβο μήπως της δήλωνε τη δυσαρέσκειά του, αλλά εκείνος τράβηξε τα σκεπάσματα επάνω τους και την ξαναπήρε στη ζεστασιά και στην ασφάλεια της αγκαλιάς του. Η Κάμπιον αποκοιμήθηκε βαθιά.


Όταν ξύπνησε, είχε σκοτεινιάσει. Για μια στιγμή δεν ήξερε πού βρισκόταν. Ο Γκάι κοιμόταν ξαπλωμένος δίπλα της. Έγειρε το κεφάλι της για να τον κοιτάξει και ο πόθος άρχισε να ξυπνά και πάλι μέσα της. Το ίδιο θα αισθανόταν και η Λίνζι. Ή μήπως θα ήταν θυμωμένη με τον εαυτό της που της επέτρεψε να αισθανθεί έτσι για τον άντρα που μισούσε; Δε θα περίμενε να νιώσει τέτοια ηδονή στο νυφικό κρεβάτι τους και σίγουρα θα αγανακτούσε που ο Ντίκον είχε τέτοια επιρροή πάνω της. Η Κάμπιον σηκώθηκε από το κρεβάτι αθόρυβα και φόρεσε τη ρόμπα της. Δέκα λεπτά αργότερα βρισκόταν στο ισόγειο και δακτυλογραφούσε μ' όλη της την ταχύτητα. Ήταν τόσο απορροφημένη, που δεν άκουσε τον Γκάι να κατεβαίνει τις σκάλες. Μισή ώρα αργότερα τη ρώτησε μελαγχολικά: «Μπορώ να σε διακόψω;» Εκείνη αναπήδησε τρομαγμένη. «Αν αυτό είναι αποτέλεσμα του έρωτά μας, νομίζω πως θα πρέπει να το κάνουμε συχνότερα». Το ήξερε ότι την πείραζε και του ήταν ευγνώμων που έκανε ανάλαφρη αυτή την τόσο δύσκολη στιγμή. «Γιατί έφυγες κρυφά από το κρεβάτι;» «Νόμισα ότι κοιμόσουν. Δεν ήθελα να σε ενοχλήσω». Ο τρόπος που την κοίταξε της έκοψε την αναπνοή. «Μπαίνω στον πειρασμό να σε κλέψω από τη γραφομηχανή σου για να σου δείξω πόσο πολύ με ενοχλείς». Για μια στιγμή ήταν έτοιμη να σηκωθεί. Τι στο καλό της είχε κάνει; «Πρέπει... πρέπει να το τελειώσω», του είπε. «Ναι, το ξέρω». Έσκυψε και χάιδεψε τη βάση του λαιμού της με τα χείλη του. Μια φλεβίτσα τρεμόπαιζε δίπλα στο στόμα του. «Νο... νομίζω πως πρέπει να φάμε κάτι».


«Αυτή τη στιγμή θα ήθελα να φάω εσένα». Η καυτή ανάσα του χάιδευε το δέρμα της και της προκαλούσε σκέψεις που την έκαναν να νιώθει αδύναμη και μπερδεμένη. «Με κατατρόμαξες σήμερα το απόγευμα. Το ξέρεις; Αν σ' έχανα...» Ο πόνος στη φωνή του την ξάφνιασε. «Άκου λοιπόν: θα ετοιμάσω το βραδινό, αλλά πρέπει να με δωροδοκήσεις». «Με τι; Να υποσχεθώ ότι θα πλύνω τα πιάτα;» «Δεν είχα στο μυαλό μου κάτι τέτοιο». Καθώς έσκυβε να τη φιλήσει, το χέρι του γλίστρησε στο άνοιγμα της ρόμπας της. Χάιδεψε το στήθος της και μετά έτριψε μαλακά τη θηλή της κάνοντάς τη να βογκάει από ηδονή. Αμέσως το άγγιγμά του έγινε πιο έντονο, πιο απαιτητικό και η Κάμπιον ανταποκρίθηκε με θέρμη. Ήθελε να κολλήσει πάνω του. Άνοιξε απρόθυμα τα μάτια της όταν εκείνος την άφησε. «Έτσι δεν πρόκειται να μαγειρευτεί το βραδινό», της είπε. «Με κάνεις να χάνω τον αυτοέλεγχο μου. Είσαι πολύ επικίνδυνη γυναίκα». Επικίνδυνη γυναίκα. Όταν εκείνος έφυγε, η Κάμπιον χαμογέλασε στον εαυτό της. Αν αυτή ήταν επικίνδυνη, τότε τι ήταν εκείνος; Ο Γκάι είχε καταφέρει να βρει κάτι απλά λευκά κεριά, που όμως έδιναν μια ατμόσφαιρα πολυτελούς εστιατορίου. Η Κάμπιον καθόταν στην καρέκλα της και θαύμαζε τις ικανότητες αυτού του άντρα. Είχε μαγειρέψει κοτόπουλο κατσαρόλας, αλλά αυτό που έκανε την Κάμπιον να σηκώσει τα φρύδια της ερωτηματικά ήταν ένα μπουκάλι κρασί πάνω στο τραπέζι.


«Χρειάστηκε να πεταχτώ στο χωριό. Η σαμπάνια θα ήταν το κατάλληλο ποτό για την περίσταση, αλλά το μαγαζί του χωριού δεν είχε». Της χαμογέλασε κι εκείνη του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Νομίζω πως θα έπρεπε να ντυθώ κάπως καλύτερα». Η Κάμπιον άγγιξε αδέξια τα μαλλιά της. «Μου αρέσεις έτσι όπως είσαι». Ήταν παράξενο, αλλά σχεδόν τον πίστεψε και της ξέφυγε ένα γελάκι. Κάποτε, πολύ πολύ καιρό πριν, είχε προσπαθήσει να αρέσει σε κάποιον άντρα. Το πρόσωπο της συννέφιασε. «Μην τον σκέφτεσαι», της είπε απότομα ο Γκάι. «Εκείνος κι εγώ είμαστε δυο τελείως διαφορετικοί άντρες, Κάμπιον, και δε μου αρέσει να με συγκρίνεις μαζί του». «Δεν το έκανα». «Δεν υπήρξε κανένας άλλος από τότε, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε, αλλά μ' έναν τρόπο σαν να ήξερε κιόλας την απάντηση. «Όχι». Απέφυγε το βλέμμα του. «Σίγουρα θα με βρήκες πολύ αφελή, πολύ άπειρη». Έκανε μια γκριμάτσα. Δάγκωσε τα χείλη της και πήγε να τραβηχτεί, αλλά εκείνος την άρπαξε απότομα. «Θα σταματήσεις επιτέλους;» Τον κοίταξε πληγωμένη από το θυμωμένο τόνο της φωνής του. «Να σταματήσω τι;» «Να μιλάς άσχημα για τον εαυτό σου», της απάντησε απότομα. «Δεν ήξερα ούτε πώς... πώς να σ' αγγίξω». Το πρόσωπο της φλογίστηκε καθώς τόλμησε να τον κοιτάξει. «Αυτό ακριβώς έλειπε από το βιβλίο μου, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε. «Η γνώση... η εμπειρία...»


«Περίπου. Κυρίως εννοούσα το συναισθηματικό μέρος της ερωτικής συμπεριφοράς των ηρώων, όχι το σωματικό». Το χέρι του χάιδεψε το πρόσωπο της και αυτόματα η Κάμπιον τρεμούλιασε, έτοιμη ν' ανταποκριθεί. «Συνέχισε να με κοιτάζεις έτσι και να είσαι σίγουρη ότι θα φάμε το κοτόπουλο για πρωινό», την απείλησε. Αυτό διέλυσε την ένταση. Γέλασε και παρακολούθησε με αγάπη το χαμόγελο που φώτιζε και το δικό του πρόσωπο. «Έλα, ας φάμε». Την έβαλε να καθίσει, σέρβιρε το φαγητό και τέλος γέμισε τα ποτήρια τους με κρασί. Κατά τη διάρκεια του φαγητού κουβέντιασαν για διάφορα θέματα. Η Κάμπιον ανακάλυψε ότι ήταν ένας πολύ καλός συζητητής και ταυτόχρονα ένας πολύ καλός ακροατής. Χαλαρωμένη από το κρασί, του μίλησε για τα μοναχικά παιδικά της χρόνια και για τη φριχτή συμπεριφορά του Γκρεγκ. «Σε ζηλεύω που είχες μια τόσο μεγάλη οικογένεια», του ομολόγησε. «Τους βλέπεις συχνά;» «Όχι τόσο συχνά όσο θα ήθελα. Συνήθως περνώ τα Χριστούγεννα με τη μαμά, φέτος όμως θα πάει στον Καναδά. Ο Ίαν αρραβωνιάστηκε πρόσφατα και, φυσικά, θα θέλει να τα περάσει με τη μνηστή του και την οικογένεια της». «Δηλαδή είσαι ο μόνος ανύπαντρος;» Το πρόσωπο της αναψοκοκκίνισε όταν κατάλαβε τι του έλεγε. «Ήταν τυχαίο, δεν το επιδίωξα». Το βλέμμα του ήταν ευθύ και σταθερό. «Είχα αρραβωνιαστεί όταν ήμουν είκοσι δύο χρονών, αλλά εκείνη άλλαξε γνώμη όταν συνειδητοποίησε πόσος καιρός θα περνούσε μέχρι να παντρευόμαστε. Δεν μπορούσα ν' αφήσω τη μαμά να τα βγάλει πέρα μόνη της. Ο Ίαν πήγαινε ακόμη στο σχολείο και τα κορίτσια μόλις άρχιζαν το πανεπιστήμιο. Μη με κοιτάζεις έτσι, καλύτερα που πήρε


αυτόν το δρόμο η υπόθεση του αρραβώνα μου, γιατί δεν ταιριάζαμε». Ήταν σπουδαίος άντρας και της ήταν δύσκολο να πιστέψει ότι την ήθελε πραγματικά, «Δυστυχώς δεν έχουμε πουτίγκα». «Δε θα μπορούσα να φάω ούτε μπουκιά παραπάνω», του είπε με ειλικρίνεια. Το μόνο που ήθελε τώρα ήταν να βρεθεί στην αγκαλιά του, να νιώσει τη σάρκα του πάνω στη δική της. «Καφέ;» «Ναι, θα πιω». Έπρεπε να συγκρατηθεί. Μπορεί ο Γκάι να μην ήθελε να της ξανακάνει έρωτα τόσο γρήγορα. «Σκέφτηκα να ρίξουμε μια ματιά σ' αυτά που έγραψα σήμερα το απόγευμα...» Η φωνή της έτρεμε ελαφρά κι αναρωτήθηκε αν εκείνος μπορούσε να καταλάβει τα αισθήματά της. «Ωραία. Τότε θα πιούμε τον καφέ μας στο καθιστικό». «Θα τον ετοιμάσω εγώ· εσύ ετοίμασες το βραδινό». «Καλύτερα να ετοιμάσεις το πρωινό». Η καρδιά της κλότσησε στο στήθος της. Απέφυγε να τον κοιτάξει. Πρωινό. Άραγε θα περνούσε τη νύχτα μαζί της; Το κορμί της φλογίστηκε τόσο πολύ από πόθο, ώστε η ένταση των αισθημάτων της την τρόμαξε. Όταν ο Γκάι επέστρεψε με τον καφέ, η Κάμπιον ήταν σκυμμένη πάνω στα γραφτά της, χωρίς όμως να τα διαβάζει. Του τα έδωσε κι εκείνος κάθισε και άρχισε να τα διαβάζει γρήγορα, αλλά προσεκτικά. Κάπου κάπου σταματούσε για να ξαναδιαβάσει κάποια πρόταση. Η αγωνία την πλημμύρισε. Κι αν δεν του άρεσαν; «Είναι καλό», της είπε ήρεμα όταν τέλειωσε. «Τώρα μπορώ να νιώσω ότι η Λίνζι είναι ζωντανή. Μου αρέσει ο τρόπος που αντιδρά στον Ντίκον, ο τρόπος που αντιστέκεται στη σαρκική επιθυμία της γι' αυτόν. Υπάρχει ενδιαφέρουσα


πλοκή σ' αυτό το σημείο. Τους ζεις τους ήρωές σου, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε μαλακά. Χωρίς να υπάρχει λόγος, ένιωσε το λαιμό της στεγνό. «Ε, λοιπόν, ναι. Έτσι νομίζω. Αλλά γιατί το λες;» «Χτες το βράδυ, που αποκοιμήθηκες στην καρέκλα, όταν σε σήκωσα για να σε πάω στο δωμάτιο σου με είπες Ντίκον». Αμέσως θυμήθηκε και το πρόσωπο της έγινε κόκκινο σαν παπαρούνα. «Μην αισθάνεσαι άσχημα. Μου αρέσει που ο έρωτάς μου σου έδωσε έμπνευση. Στην πραγματικότητα το βρίσκω πολύ ερεθιστικό να ξέρω πως σου έδωσα τόση ευχαρίστηση. Σου πρόσφερα ευχαρίστηση, έτσι δεν είναι, Κάμπιον;» μουρμούρισε. «Εσύ σίγουρα μου πρόσφερες ευχαρίστηση. Τόση που θα ήθελα να τη δοκιμάσω και πάλι». «Τώρα;» Η Κάμπιον τρεμούλιασε, ανίκανη να πιστέψει πως αυτή η σιγανή, βραχνή φωνή έβγαινε από το λαιμό της. Δεν κατάλαβε πότε σηκώθηκε, αν περπάτησε, αλλά σίγουρα βρισκόταν στην αγκαλιά του και τα χέρια του χώνονταν κάτω από το πουλόβερ της για να βρουν τα στήθη της. Βόγκηξε στο άγγιγμά του και οι θηλές της ορθώθηκαν σκληρές. Την έγδυσε γρήγορα και πέταξε αμέσως τα ρούχα του από πάνω του. Έκαναν έρωτα μπροστά στο τζάκι. Τα χείλη του Γκάι άγγιξαν κάθε σημείο της σάρκας της, ανακαλύπτοντας κάθε κρυφό μέρος του κορμιού της, μέχρι που η κοπέλα δεν άντεχε άλλο και ήθελε επιτακτικά να τον νιώσει μέσα της. Άπλωσε το χέρι της να τον αγγίξει, αλλά εκείνος τη σταμάτησε ευγενικά. Όταν τον είδε να απομακρύνεται για λίγο από κοντά της κατάλαβε. Ο Γκάι είδε την έκφραση της και είπε καθησυχαστικά: «Για ασφάλεια. Ήξερα πως δε θα ήσουν... δε θα έπαιρνες κανένα μέτρο προφύλαξης».


«Όχι. Όχι, δεν παίρνω». Έπρεπε να νιώθει ανακουφισμένη, ευχαριστημένη, όμως το γεγονός ότι εκείνος δεν ήθελε να διακινδυνεύσει να γεννήσει εκείνη το παιδί του σήμαινε πως δεν επιθυμούσε να γίνει μόνιμη η σχέση τους. Μετά τον έρωτά τους η Κάμπιον έμεινε ξύπνια και προσευχήθηκε να έβρισκε τη δύναμη, όταν θα ερχόταν η ώρα, να τον αφήσει με αξιοπρέπεια, να μην τον φέρει σε δύσκολη θέση, να καταφέρει να μην ταπεινωθεί δείχνοντάς του πόσο πολύ τον αγαπούσε.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Η Κάμπιον ξύπνησε για μια στιγμή καθώς ο Γκάι τη μετέφερε στο κρεβάτι. «Θέλεις να μείνω μαζί σου ή προτιμάς να κοιμηθείς μόνη;» «Μείνε». Μίλησε νυσταγμένα και χαμογέλασε όταν ένιωσε τα χείλη του να τρίβονται στο δέρμα της. Της άρεσε να αισθάνεται το ζεστό κορμί του δίπλα της, το μπράτσο του περασμένο γύρω από το κορμί της, το χέρι του πάνω στο στήθος της, τα πόδια του μπλεγμένα με τα δικά της. Αυτό όμως δε θα κρατούσε για πάντα, θύμισε στον εαυτό της. Ξύπνησε νωρίς το πρωί και αισθανόταν υπέροχα. Ο Γκάι συνέχιζε να κοιμάται. Σύρθηκε έξω από το κρεβάτι και κατέβηκε στο γραφείο. Ήταν έξι η ώρα και δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Εκείνη όμως είχε την έντονη επιθυμία να δουλέψει και ούτε το παγωμένο γραφείο κατάφερε να τη σταματήσει. Οι φράσεις κυλούσαν αβίαστα. Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχε τέτοια διάθεση για δουλειά, από τότε που είχε νιώσει τη σιγουριά πως οι ήρωες και οι ηρωίδες της ήταν αληθινοί και γεμάτοι ζωή. Σταμάτησε μόνο όταν άρχισαν να πονούν τα δάχτυλά της και με έκπληξη συνειδητοποίησε ότι είχε πάει οχτώ η ώρα. Αυτό το πρωί θα ετοίμαζε εκείνη το πρωινό και σίγουρα δε θα χαλούσε τα αβγά. Πρώτα όμως... Όταν ανέβηκε στο δωμάτιο, ο Γκάι δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. Έσκυψε και τον φίλησε στην άκρη της μύτης. Απορροφημένη στις σκέψεις της δεν είδε τα βλέφαρά του να


ανοίγουν μέχρι που εκείνος μουρμούρισε: «Μμμ... ωραία!» Της πήρε το χέρι και δάγκωσε παιχνιδιάρικα τα δάχτυλά της και μετά το τρυφερό δέρμα της παλάμης της. Η Κάμπιον άρχισε να τρέμει και έκλεισε τα μάτια της καθώς εκείνος άρχισε να γλείφει αργά τα δάχτυλά της. Κύματα ευχαρίστησης την πλημμύρισαν και άφησε μια μικρή κραυγή ηδονής. Αυτή την ανάγκη, αυτό το πάθος, αυτή την ακατανίκητη δύναμη της σάρκας γιατί δεν τα είχε νιώσει πριν; Διότι δεν είχες γνωρίσει τον Γκάι, έδωσε μόνη της την απάντηση. Σιγά σιγά ο Γκάι έσβηνε τα χρόνια της μοναξιάς και της δυσπιστίας, έδιωχνε τις αμφιβολίες και τους φόβους που είχε σπείρει μέσα της ο Γκρεγκ. «Γκάι, άφησέ με», διαμαρτυρήθηκε βραχνά. «Θα πήγαινα να ετοιμάσω το πρωινό». «Δε θέλω πρωινό. Θέλω εσένα», της είπε τεμπέλικα και άρχισε να πιπιλάει αργά τα δάχτυλά της. Η αντίστασή της εξαφανίστηκε μπροστά στην ερωτική επιθυμία που γιγαντώθηκε μέσα της. «Γιατί επιμένεις να φοράς τόσα πολλά ρούχα;» Η αναπνοή του έκαψε το λαιμό της. Στα μάτια του ζωγραφίστηκε ο ίδιος πόθος που πλημμύριζε κι εκείνη. Έκαναν έρωτα βιαστικά και άγρια, σαν να τους κυνηγούσε ο χρόνος. Όταν τέλειωσαν, ξαπλωμένη στην αγκαλιά του, η Κάμπιον τόλμησε να τον ρωτήσει δειλά: «Έτσι είσαι πάντα;» Ο Γκάι στράφηκε και την κοίταξε στο πρόσωπο. «Μόνο μαζί σου». Της έλεγε ψέματα. Την κολάκευε γιατί ήταν στη φύση του να μην πληγώνει τους άλλους. Θα μπορούσε να τον έχει αγαπήσει και μόνο γι' αυτό το χάρισμά του, παραδέχτηκε.


Κι όμως τον είχε αγαπήσει πριν να τον ζήσει, τότε που δεν περίμενε απ' αυτόν τίποτε άλλο από περιφρόνηση και αδιαφορία. Και τώρα; Τώρα η αγάπη της είχε ριζώσει. Αλλά δεν ήταν αφελής. Δεν ήταν η πρώτη γυναίκα στη ζωή του και δεν επρόκειτο να είναι η τελευταία. Έπρεπε να καταλάβει ότι αυτό που μοιράζονταν ήταν προσωρινό. Όμως δεν έπρεπε ν' αφήνει να σκιάζεται το παρόν από τους φόβους του μέλλοντος -του μέλλοντος χωρίς τον Γκάι. Τα ίδια σκεφτόταν η Κάμπιον και αργότερα, καθώς έπαιρναν το πρωινό τους. «Τι συμβαίνει;» Ο Γκάι άφησε απότομα το φλιτζάνι του καφέ και άγγιξε το χλομό πρόσωπο της. «Σκεφτόμουν... σκεφτόμουν το βιβλίο μου». Έγλειψε τα ξεραμένα χείλη της, ενώ εκείνος συνέχισε να την κοιτάζει εξεταστικά. Μετά το πρωινό η Κάμπιον συνέχισε τη δουλειά της. Ο Γκάι την άφησε να δουλέψει ανενόχλητη μέχρι την ώρα του μεσημεριανού. Τότε εκείνος επέμεινε να εγκαταλείψει τη γραφομηχανή της, παρ' όλες τις διαμαρτυρίες της. «Αρκετά έγραψες. Αν δεν ξεκουράζεσαι, θα πάθεις υπερκόπωση». Εκνευρισμένη που την υποχρέωνε να σταματήσει τη δουλειά της, του πέταξε: «Τι συμβαίνει; Δε μ' εμπιστεύεσαι; Δε θέλεις να ελέγξεις αυτά που έγραψα για να βεβαιωθείς ότι είναι αρκετά αισθησιακά;» Ήξερε πως του φερόταν άδικα, αλλά εκείνος, αντί να αρπαχτεί, της απάντησε ήρεμα: «Θα το συζητήσουμε μετά το μεσημεριανό».


Την ώρα του φαγητού, χαλαρωμένη και ξεκούραστη, μετάνιωσε για το προηγούμενο ξέσπασμά της και του το είπε ελαφρά ντροπιασμένη. «Μη ζητάς συγνώμη. Και μόνο που σε βλέπω τόσο απορροφημένη στο βιβλίο σου είμαι ήσυχος. Ξέρεις τι ήταν αυτό που με ανησυχούσε στην αρχή;» Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και ξαναγέμισε τα φλιτζάνια τους με καφέ. «Το γεγονός πως αδιαφορούσες για τους ήρωές σου και ιδιαίτερα για τη Λίνζι. Ήταν σαν να ένιωθες... δεν ξέρω... απέχθεια γι' αυτή». Απέχθεια. Η Κάμπιον έσμιξε τα φρύδια και προσπάθησε να κρίνει το αρχικό κείμενο. Όχι απέχθεια, αλλά αντιπάθεια, ίσως... δυσφορία επειδή είχε περιγράψει τη Λίνζι σαν μια γυναίκα που δε θα μπορούσε ποτέ να της μοιάσει. «Η περιγραφή των ιστορικών γεγονότων ήταν άψογη. Σκέφτηκα λοιπόν ότι πρέπει να υπήρχε κάποιος τρόπος για να δώσεις πνοή στους ήρωές σου και υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως θα τα κατάφερνα». Αργότερα αυτά τα λόγια θα την καταδίωκαν, τώρα όμως η Κάμπιον δεν τους έδωσε σημασία. «Πώς νομίζεις ότι θα γίνεις μια επιτυχημένη, εμπορική συγγραφέας;» «Επιτυχημένη έμπορος εννοείς;» τον πείραξε. «Ακριβώς». «Δεν είμαι σίγουρη...» «Λοιπόν, αν ήμουν στη θέση σου, θα άρχιζα να το σκέφτομαι από τώρα, γιατί, απ' όσο διάβασα, αυτό το βιβλίο σου θα γίνει εμπορική επιτυχία». Ο Γκάι είχε αναφερθεί στο μέλλον, αλλά πολύ γενικά. Δεν είχε αφήσει να εννοηθεί πως αυτό το μέλλον θα το μοιράζονταν μαζί. Θα έμεναν εκεί για άλλες δύο εβδομάδες


και μετά η Κάμπιον θα έπρεπε να αρχίσει την περιοδεία της. Και μετά την περιοδεία ήταν τα Χριστούγεννα. Χριστούγεννα... «Τι θα έλεγες για μια βόλτα σήμερα το απόγευμα;» πρότεινε ο Γκάι. «Το Πέμπροκ είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορική περιοχή...» Μπορεί η περιοχή να ήταν ενδιαφέρουσα, αλλά ήταν ένα υγρό, κρύο απόγευμα του Νοέμβρη. Η ομίχλη κρεμόταν λίγο ψηλότερα από το έδαφος και η βροχή μούσκευε τα γυμνά κλαδιά των δέντρων που φύτρωναν στις παρυφές των κάποτε πανίσχυρων κάστρων που ο Γκάι επέμενε να επισκεφτούν. Έκαναν μια στάση στο Χαβερφόντγουεστ για να αγοράσουν φαγητό και ο Γκάι την οδήγησε στο τοπικό βιβλιοπωλείο, όπου ανακάλυψαν δύο αντίγραφα του τελευταίου βιβλίου της. Αγόρασαν μερικά μυθιστορήματα και περιοδικά και μετά από επιμονή του Γκάι ένα τεράστιο και πολύπλοκο παζλ. «Πάντοτε αγοράζαμε παζλ για τα Χριστούγεννα», της εξήγησε όταν εκείνη άρχισε να τον πειράζει στο αυτοκίνητο. «Η μαμά πίστευε πως ήταν μια καλή απασχόληση για τις σχολικές διακοπές μας. Συνήθως διάλεγε τοπία γεμάτα δέντρα και νερά... Τα δίδυμα έχαναν την υπομονή τους μ.' αυτά τα παζλ». Η Κάμπιον τον κοίταξε και είδε την έκφρασή του γα μαλακώνει. «Κι εσύ;» «Πολλές φορές ήθελα να τα παρατήσω, αλλά κάτι μ' έσπρωχνε να τα τελειώσω. Μάλλον η περηφάνια μου. Ποτέ δε μου άρεσε η ήττα». Γιατί είχε την εντύπωση πως ήταν σαν να την προειδοποιεί; Ήταν εραστές και τον ευγνωμονούσε που της


είχε γκρεμίσει την ανασφάλεια και της είχε δείξει πόσο γυναίκα ήταν. Όση ώρα εκείνος διάλεγε τα κρασιά, η Κάμπιον πρόσεξε ένα μικροσκοπικό μαγαζί απέναντι. Χωρίς να το σκεφτεί, χώθηκε εκεί μέσα. Έκρυψε τα πράγματα που αγόρασε κάτω από τα βιβλία που κρατούσε. Δεν ήταν σίγουρη τι την είχε σπρώξει να τ' αγοράσει και ποια θα ήταν η αντίδραση του Γκάι. «Απόψε θα το γιορτάσουμε», της είπε. «Και αυτή τη φορά, αγόρασα σαμπάνια!» Είχαν ακόμη αγοράσει σολομό και άλλες λιχουδιές. Ο Γκάι υποσχέθηκε να της αποκαλύψει μυστικά της μαγειρικής. Όταν γύρισαν πίσω είχε ήδη σκοτεινιάσει και το φωτισμένο σπίτι τούς καλωσόριζε. Καθώς έβγαινε από το αυτοκίνητο, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Ένιωσε πως επέστρεφε στο σπίτι της, πως ζούσε με κάποιον υπέροχο άνθρωπο. Ένιωθε ασφαλής μαζί του. Ασφαλής, περιτριγυρισμένη από ζεστασιά, τρυφερότητα και ενδιαφέρον. Τελικά κάποια ένστικτα είναι άφθαρτα από το χρόνο, σκέφτηκε καθώς έμπαινε στην κουζίνα. Η εξάρτηση της γυναίκας από τον άντρα ξεκινούσε από την εποχή των σπηλαίων, όταν η γυναίκα, προικισμένη από τη φύση να γεννάει παιδιά, δεν ήταν σε θέση να κυνηγάει και να τρέφει τον εαυτό της μόνη της. Ήταν τόσο πολύ βυθισμένη στις σκέψεις της, που ο Γκάι χρειάστηκε να της επαναλάβει την ερώτησή του. «Πάλι το βιβλίο;» τη ρώτησε. «Μάλλον...» Πράγματι οι σκέψεις της την είχαν οδηγήσει στη Λίνζι. Αναρωτήθηκε πώς θα αντιδρούσε η ηρωίδα της σ' αυτό το πρωτόγονο ένστικτο που εξακολουθούσε ακόμα να κυριαρχεί στις γυναικείες ψυχές.


«Κατάλαβα. Ώστε λοιπόν θα με εγκαταλείψεις και πάλι;» Ήταν ένα μικρό πείραγμα, αλλά η Κάμπιον αντέδρασε αμυντικά. «Γι' αυτόν το λόγο ήρθα εδώ -για να δουλέψω. Και θυμάμαι πως εσύ ήσουν εκείνος που...» Ο Γκάι άφησε τα δέματα που κρατούσε, την πλησίασε και πήρε τα χέρια της μέσα στα δικά του. «Ε, μια στιγμή, αστειευόμουν! Φυσικά και θα δουλέψεις, αφού το θέλεις. Με την ευκαιρία, θα τελειώσω κάποιες δουλειές μου». Πήρε το πακέτο με τα μυθιστορήματα που είχε αγοράσει και έβγαλε μερικά. Η Κάμπιον πρόσεξε ότι όλα ήταν του ίδιου συγγραφέα. «Αυτός εδώ ο συνάδελφος σου σκέφτεται να αλλάξει πράκτορα και μπορεί να έρθει σ' εμάς. Το στυλ του δεν είναι ανάλογο των απαιτήσεών μας, αλλά αυτό μπορεί να οφείλεται σε σφάλματα των τωρινών εκδοτών του. Θα πρέπει να το ελέγξουμε». Έπειτα την κοίταξε στα μάτια. «Δε θέλω να σε εμποδίζω από τη δουλειά σου, Κάμπιον, θέλω απλώς να βεβαιώνομαι ότι δεν το παρακάνεις. Υπερβάλλεις μερικές φορές. Όταν δουλεύεις δεν τρως, δεν ξεκουράζεσαι...» Υπερβολική. Έτσι την έβλεπε; Ανατρίχιασε ελαφρά. Ή μήπως προσπαθούσε πλάγια να την προειδοποιήσει να μην: υπερβάλλει στη σχέση τους; Αν ήταν έτσι, δε χρειαζόταν, ήξερε την πραγματικότητα. Εξάλλου δεν της έδωσε υποσχέσεις, όρκους, λόγια αγάπης ακόμα και στις πιο παράφορες στιγμές τους... Έβαλε τα βιβλία στη σακούλα και τότε έσμιξε τα φρύδια του. «Τι είναι αυτό;» τη ρώτησε και της έδειξε ένα άλλο, μικρότερο πακέτο που βρήκε εκεί μέσα. «Δεν είναι τίποτα», του είπε βιαστικά. «Κάτι που αγόρασα».


Ο Γκάι την κοίταξε για μια στιγμή και μετά της το έδωσε. Εκείνη το πήρε, αλλά από την ταραχή της γλίστρησε μέσα από τα δάχτυλά της. Καθώς έπεφτε, ο Γκάι πρόλαβε και το έπιασε. Σκίστηκε όμως το περιτύλιγμα και αποκαλύφτηκε το περιεχόμενο. Η Κάμπιον στάθηκε ανίκανη να κινηθεί, ανίκανη να τραβήξει το βλέμμα της από τα φίνα μεταξωτά εσώρουχα. Το πρόσωπο της ήταν κατακόκκινο από την ταπείνωση. «Έλα μαζί μου», της είπε σιγανά. Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο δωμάτιο που μοιράζονταν. Όπως είχε κάνει και άλλη μια φορά, την πήγε μπροστά στον καθρέφτη. Και ενώ εκείνη προσπάθησε να μην τρέμει, της ξεκούμπωσε αργά τα κουμπιά της μπλούζας της. Ακολούθησε η φούστα. Μετά της έβγαλε τα εσώρουχα και την άφησε τελείως γυμνή. «Αυτά...» Τα χέρια του άγγιξαν απαλά τα στήθη της και μετά γλίστρησαν σ' όλο το κορμί της. «Είσαι τόσο όμορφη! Είσαι τέλεια! Δε χρειάζεσαι στολίδια για να είσαι όμορφη. Σαν άντρας δεν μπορώ να μην κολακευτώ, βέβαια, που για χάρη μου θέλησες να γίνεις ακόμη πιο όμορφη. Τίποτα δεν είναι τόσο τέλειο όσο το μεταξένιο δέρμα σου και τίποτα δεν είναι τόσο αισθησιακό όσο ο τρόπος που ανταποκρίνεται το κορμί σου στο άγγιγμά μου». Τη γύρισε προς το μέρος του και της χαμογέλασε θλιμμένα. «Τι νόμισες πως θα έλεγα;» «Εγώ... ε... νόμισα πως θα με κορόιδευες». Τον είχε θυμώσει. Το κατάλαβε από τη σιωπή του. «Κάμπιον... Κάμπιον, δε μ' εμπιστεύεσαι. Έτσι δεν είναι;» της είπε βίαια. «Ένα μέρος του εαυτού σου εξακολουθεί να πιστεύει ότι θα μεταβληθώ σε έναν άλλο Γκρεγκ». Τι μπορούσε να του πει; Δεν ήταν ότι δεν τον εμπιστευόταν. Πιο πολύ δεν εμπιστευόταν τον ίδιο τον εαυτό της.


«Πρέπει να έχεις καταλάβει πως εγώ θέλω εσένα. Εσένα», της τόνισε αγριεμένα. «Εσένα είτε φοράς βαμβακερά είτε φοράς μεταξωτά ή δαντελένια». «Ναι, αλλά προτιμάς τα μαλλιά μου ξέμπλεκα», του θύμισε. «Για καθαρά εγωιστικούς λόγους. Μου αρέσει να τ' αγγίζω. Όταν τα έχεις μαζεμένα δεν μπορώ να το κάνω. Έχε μου εμπιστοσύνη, Κάμπιον», την παρότρυνε. «Πίστεψε πως δε θα γίνω σαν τον Γκρεγκ. Δεν μπορώ να εξαλείψω το παρελθόν, αλλά εγώ δεν ανήκω σ' αυτό. Ζούμε όμως στο παρόν». Την άφησε ελεύθερη. «Αυτή τη στιγμή δε θέλω τίποτε άλλο παρά να σε πάρω στο κρεβάτι και να σου δείξω πώς νιώθω για σένα. Δεν πρέπει όμως να γίνει έτσι, δεν είναι αυτός ο σωστός τρόπος. Θέλω να μου δώσεις την εμπιστοσύνη σου ελεύθερα... με καθαρό μυαλό. Θα πάω κάτω να ετοιμάσω το βραδινό». Η Κάμπιον ντύθηκε με μηχανικές κινήσεις και μόνο όταν έφτασε στο ισόγειο κατάλαβε ότι είχε φορέσει τα καινούρια της εσώρουχα. Καθώς περπατούσε, το μετάξι χάιδευε το δέρμα της. Ήταν μια ευχάριστη αίσθηση, αλλά όχι... όχι σαν το χάδι του Γκάι, σκέφτηκε. Οι μέρες περνούσαν, το βιβλίο τέλειωνε. Η βοήθεια του Γκάι ήταν πολύτιμη. Διάβαζαν μαζί, κουβέντιαζαν, της υποδείκνυε κάποιες αλλαγές. Κάθε φορά που η Κάμπιον κοιταζόταν στον καθρέφτη έβλεπε μια διαφορετική Κάμπιον, μια Κάμπιον που το πρόσωπο της αντανακλούσε τα αισθήματά της. Την τελευταία βραδιά τους στο εξοχικό πήγαν σ' ένα μικρό εστιατόριο έξω από το Χαβερφόντγουεστ.. Η ίδια θα προτιμούσε να έμεναν στο σπίτι, αλλά υπέθεσε πως ο Γκάι φοβόταν μήπως την έπιανε συγκίνηση. Το δείπνο


έξω από το σπίτι ήταν σίγουρος τρόπος για να μη συμβεί κάτι τέτοιο. Είχε αγοράσει καινούριο φόρεμα από μια μικρή, αλλά ακριβή μπουτίκ του Χαβερφόντγουεστ. Ήταν από μεταξωτό ζέρσεϊ και αγκάλιαζε το κορμί της διακριτικά. Φόρεσε ακόμη ψηλοτάκουνα παπούτσια και μεταξωτές κάλτσες. Κάθισαν για λίγο στο μπαρ, μέχρι να άδειαζε κάποιο τραπέζι και ο Γκάι παρήγγειλε κοκτέιλ σαμπάνιας. Η Κάμπιον μόλις που το άγγιξε. Ευχόταν μ' όλη της την καρδιά να ήταν μόνοι τους. Δεν ήθελε να περάσουν έτσι την τελευταία νύχτα τους. Ο Γκάι, καθώς της μιλούσε, την κοίταζε με τέτοιο τρόπο που την έκανε να τρέμει. Τους διέκοψε ο σερβιτόρος που ήρθε να τους πληροφορήσει ότι το τραπέζι τους ήταν έτοιμο. Καθώς πήγαιναν στην αίθουσα του εστιατορίου, η Κάμπιον είδε με έκπληξη πως συγκέντρωνε επάνω της πολλά αντρικά βλέμματα θαυμασμού. Οι άντρες την κοίταζαν. Κοίταζαν αυτή. Όταν κάθισαν, είδε τον Γκάι να συνοφρυώνεται. Φαινόταν θυμωμένος για κάτι και η Κάμπιον ένιωσε την καρδιά της να φτερουγίζει. Άπλωσε το χέρι της και έπιασε το δικό του. Τα μάτια της ήταν γεμάτα ανησυχία και ενδιαφέρον. «Τι συμβαίνει, Γκάι;» Εκείνος πέταξε την πετσέτα του και είπε απότομα: «Πάμε να φύγουμε». Πριν προλάβει να διαμαρτυρηθεί η Κάμπιον είχαν φτάσει στο αυτοκίνητο τους και ο Γκάι την έσπρωχνε μέσα. Κανείς από τους δύο δε μίλησε σ' όλη τη διαδρομή. Πρώτη μίλησε η Κάμπιον μόλις μπήκαν στην κουζίνα του εξοχικού. «Μου φαίνεται πως πρέπει να ετοιμάσω κάτι να φάμε», πρότεινε και σκέφτηκε το περιεχόμενο του ψυγείου. Είχαν πετάξει τα πάντα, εφόσον θα έφευγαν την επομένη, εκτός


από το μπέικον, τα αβγά καν το ψωμί, ό,τι δηλαδή είχαν κρατήσει για πρωινό. «Δεν πεινάω», απάντησε ο Γκάι. Η συμπεριφορά του ήταν αφύσικη. Ήταν ένας από τους πιο ήρεμους ανθρώπους που είχε γνωρίσει ποτέ της. Σίγουρα μπορούσε να θυμώσει, αλλά είχε την ικανότητα να ελέγχει το θυμό του, να προσπαθεί να είναι δίκαιος με τους άλλους. Άπλωσε αυθόρμητα το χέρι της για να τον αγγίξει και τον ρώτησε όπως είχε κάνει και στο εστιατόριο: «Τι συμβαίνει, Γκάι; Τι...» «Τι συμβαίνει; Αυτό συμβαίνει, π' ανάθεμά σε!» της είπε βίαια και την τράβηξε στην αγκαλιά του για να σφραγίσει τα χείλη της με τα δικά του. Πρέπει να της ξέφυγε κάποια κραυγή διαμαρτυρίας, γιατί ξαφνικά την άφησε από την αγκαλιά του, έπιασε το πρόσωπο της ανάμεσα στα χέρια του και ακούμπησε το φλογισμένο μέτωπο του στο δικό της. «Με συγχωρείς...» της είπε μετανιωμένος. Μόλις που ακούστηκε αυτός ο ψίθυρος συγνώμης. «Ήθελα να βγούμε... να τελειώσει...» Κούνησε το κεφάλι του. Όταν ξαναμίλησε, η φωνή του βγήκε άγρια και βραχνή: «Αλλά το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πως ήθελα να σου κάνω έρωτα». Η Κάμπιον ρίγησε. Τα λόγια του ήταν τόσο κοντά στα αισθήματά της! «Ζήλευα σαν τρελός. Όλοι εκείνοι οι άντρες που σε κοίταζαν... Χριστέ μου! Με κάνεις να αντιδρώ σαν συντηρητικός». Ο Γκάι ζηλιάρης; Η καρδιά της έλιωσε από τρυφερότητα και αγάπη. Έσκυψε και τον φίλησε στο σαγόνι και στη συνέχεια άρχισε να χαϊδεύει το λαιμό του με την άκρη της γλώσσας της, ενώ εκείνος έσφιγγε τα χέρια του γύρω της. Ξεκούμπωσε τα κουμπιά από το πουκάμισο του και έσυρε τα χείλια της πάνω στο δυνατό του στέρνο, νιώθοντας την


καρδιά του να χτυπάει τρελά και την αναπνοή του να γίνεται γρήγορη. Έκαναν έρωτα για μια ακόμη φορά μπροστά στο τζάκι του καθιστικού. Όταν ανέβηκαν στο δωμάτιο τους ήταν αργά. Δεν ήθελε κανείς από τους δύο να χάσουν έστω κι ένα δευτερόλεπτο από την ώρα που τους έμενε. Αλλά ο Γκάι δεν είχε πει ακόμη πως ήθελε να τη βλέπει στο Λονδίνο, πως την ήθελε στη ζωή του, πως την αγαπούσε. Ξύπνησε πρώτη, γεμάτη αγωνία και πόνο από ένα όνειρο. Είχε ονειρευτεί ότι ο Γκάι έφευγε μακριά της. Άπλωσε το χέρι της να τον αγγίξει, να τον νιώσει κοντά της. Εκείνος ξύπνησε και μουρμούρισε ευχαριστημένος από το άγγιγμά της. Το χέρι του ανέβηκε στο στήθος της και χάιδεψε την ήδη ορθωμένη θηλή της. Το στόμα του ταξίδεψε στο κορμί της. Όταν τα χείλια του προχώρησαν κάτω από την κοιλιά της, το σώμα της τρεμούλιασε από ηδονή, σπαρτάρισε από την ανάγκη του γι' αυτόν. Ο σκληρός ανδρισμός του, που πιεζόταν πάνω στη σάρκα της, μεγάλωνε την ανάγκη της και κινήθηκε προς το μέρος του γεμάτη πόθο. Εκείνος όμως τη σταμάτησε. «Όχι. Όχι, δεν μπορούμε...» της είπε βραχνά. «Δε θα είσαι ασφαλής. Μπορεί να σε αφήσω έγκυο». Να την αφήσει έγκυο... Το παιδί του Γκάι... Ένιωσε αγαλλίαση μ' αυτή την προοπτική. Τρέλα! είπε μια φωνή μέσα της. Αυτό που σκέφτεσαι είναι καθαρή τρέλα! Επιπολαιότητα! Τον άγγιξε ξανά και ένιωσε το σώμα του να τρέμει από την προσπάθεια να συγκρατηθεί. Όταν ο Γκάι κινήθηκε προς το μέρος της κινήθηκε κι αυτή μαζί του σπρωγμένη από μια γήινη, θηλυκή δύναμη που παραμέρισε το δισταγμό του και τον ανάγκασε να μπει μέσα


της με μια κραυγή. Αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα μοιραζόταν μαζί του τέτοιες ιδιαίτερες στιγμές. Τέλειωσαν γρήγορα κι απέμειναν αποκαμωμένοι και οι δύο. Ο Γκάι ξάπλωσε δίπλα της χωρίς να κάνει καμιά κίνηση για να την αγγίξει ξανά.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Η Κορνουάλη το Δεκέμβρη. Σίγουρα δεν είναι η καλύτερη εποχή του χρόνου για ένα ταξίδι σ' αυτό το μέρος, σκέφτηκε η Κάμπιον καθώς χάζευε έξω από το παράθυρο του ξενοδοχείου. Είχε περάσει μια βδομάδα από τότε που έφυγαν από την Ουαλία και ο Γκάι δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Αλλά τι περίμενε; Ότι θα ανακάλυπτε ξαφνικά ο Γκάι πως δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτή; Απίθανο. Τελικά ο μόνος άνθρωπος που έδειχνε να ενδιαφέρεται γι' αυτή ήταν η Λούσι, η οποία είχε φροντίσει, πριν ακόμα αρχίσει η περιοδεία της Κάμπιον, να συνεννοηθεί μαζί της για τα Χριστούγεννα. Η Κάμπιον της είχε υποσχεθεί να πάει νωρίς για να τη βοηθήσει στις ετοιμασίες για το χριστουγεννιάτικο πάρτι. Η Λούσι είχε καταλάβει την αλλαγή της αμέσως. «Πρόκειται για άντρα», της είχε πει. «Τον ξέρω;» «Όχι», της είπε ψέματα η Κάμπιον. «Θα τον γνωρίσω;» τη ρώτησε η Λούσι με πιο μαλακή φωνή. Η Κάμπιον κατάλαβε τι εννοούσε η φίλη της. Χαμογέλασε θλιμμένα, με την ελπίδα πως έκρυβε ικανοποιητικά τον πόνο που της ξέσκιζε την καρδιά. «Φοβάμαι πως όχι», είπε όσο πιο ανάλαφρα μπορούσε. «Δεν ήταν τέτοιου είδους σχέση». «Παντρεμένος;» επέμεινε η Λούσι. «Όχι». Η Κάμπιον πήρε βαθιά αναπνοή. «Αποφάσισα πως αρκετά μου είχε καταστρέψει τη ζωή ο Γκρεγκ. Ο... ο άντρας


που γνώρισα με έκανε να καταλάβω πως είχα μείνει μόνη μου για πολύ καιρό. Αυτό είναι όλο». Η Λούσι χαμογέλασε και σχολίασε ανάλαφρα: «Λοιπόν, όποιος και να είναι, σε έχει μεταμορφώσει. Θα πρέπει να προσέχω τον Χάουαρντ όσο καιρό μείνεις μαζί μας». Ναι, ο Γκάι την είχε μεταμορφώσει και εσωτερικά και εξωτερικά. Η Κάμπιον τραβήχτηκε από το παράθυρο. Αυτή η περιοδεία τής έδινε αρκετό ελεύθερο χρόνο για να σκέφτεται, να θυμάται. Ξαφνικά η ανάμνηση του Γκρεγκ άρχισε να τη βασανίζει. Ο Γκρεγκ προερχόταν από φτωχή οικογένεια, όπως και ο Γκάι. Ήταν γοητευτικός, περιποιητικός, γεμάτος ενδιαφέρον... όπως ακριβώς ο Γκάι. Ο Γκρεγκ δεν την είχε δει ποτέ του σαν άτομο, μόνο σαν μέσο για να φτάσει στο σκοπό του. Αν δεν είχε θελήσει κάτι από την Κάμπιον, ποτέ δε θα την πλησίαζε. Ο Γκρεγκ δεν είχε πάρει αυτό που ζητούσε, είχε αρχίσει όμως να φαίνεται πως ο Γκάι το είχε καταφέρει. Έπρεπε να αρχίσει δουλειά, σκέφτηκε με θυμό, να διοχετεύσει τη φαντασία της σε κάποιο βιβλίο. Ο Γκάι της είχε υποσχεθεί να την ενημερώσει για τη γνώμη των εκδοτών για το αλλαγμένο βιβλίο της, αλλά μέχρι τώρα δεν είχε γίνει τίποτα. Το μόνο που της έμενε να κάνει ήταν να ζει με την ελπίδα πως ο πόνος της θα απάλυνε με τον καιρό. Απόψε θα έβγαινε έξω με τον ιδιοκτήτη ενός τοπικού βιβλιοπωλείου. Αύριο είχε μια συνέντευξη στο ραδιόφωνο. Κάποτε η δημοσιότητα την τρόμαζε, τώρα ήταν ένας τρόπος για να γεμίζει τη ζωή της μέχρι να μάθει νέα από τον Γκάι Φρεντς. Κοίταξε το φόρεμα που θα έβαζε. Ήταν εκείνο που είχε αγοράσει για τον Γκάι, το φόρεμα που είχε φορέσει το τελευταίο βράδυ τους.


Της έκανε τρομερή εντύπωση που, ενώ ένιωθε τόσο δυστυχισμένη, το δέρμα της λαμποκοπούσε, τα μαλλιά της γυάλιζαν και συνέχισε να συγκεντρώνει βλέμματα θαυμασμού από τους άντρες γύρω της. Αυτό το όφειλε στον Γκάι. Έπαψε πια να μαζεύει τα μαλλιά της πίσω. Τα έκοψε μάλιστα στις άκρες για να τονίσει τις πυκνές της μπούκλες. Άρχισε ακόμα να φοράει λίγο μεϊκάπ. Αυτό ακριβώς έκανε τώρα καθώς αναρωτιόταν τι ήθελε να συζητήσει μαζί της ο Άντονι Πόλρουν, ο βιβλιοπώλης. Ήταν ένας λεπτός μελαχρινός άντρας γύρω στα τριάντα πέντε, μυώδης και πραγματικός Κορνουαλός. Θα έτρωγαν στο ξενοδοχείο. Η Κάμπιον κατέβηκε λίγο καθυστερημένα και τον βρήκε να την περιμένει. Το βλέμμα θαυμασμού που της έριξε την πληροφόρησε πως του είχε αρέσει το ντύσιμο της. Προσπάθησε απεγνωσμένα να μη θυμηθεί το βλέμμα κάποιου άλλου άντρα, εκείνου που της είχε βγάλει αυτό το ίδιο φόρεμα και τη χάιδευε μέχρι που... Κατάλαβε πως ο Άντονι την παρατηρούσε περίεργα. «Με συγχωρείς. Αυτή η περιοδεία ήταν λίγο κουραστική κι έχω αρχίσει να το αισθάνομαι. Τι μου έλεγες;» «Τίποτα σημαντικό. Είπα ότι είσαι μια πολύ όμορφη γυναίκα», της απάντησε. Μια πολύ όμορφη γυναίκα. Δυο άντρες της είχαν πει τα ίδια λόγια. Ήταν αστείο πόσο ασήμαντα ακούστηκαν τα λόγια του. Εκείνη δεν ήθελε κομπλιμέντα, κολακείες, προσοχή. Ήθελε τον Γκάι. Είχε ανάγκη από την παρουσία του δίπλα της, από το χαμόγελο του, από τη ζεστασιά του στο κρεβάτι, από την αγάπη του. «Πάμε να φάμε;» πρότεινε ο Άντονι.


Η συντροφιά του ήταν πολύ ευχάριστη και κάτω από άλλες συνθήκες η Κάμπιον θα απολάμβανε το βράδυ τους. Έτσι όπως ήταν τα πράγματα όμως... Έτσι όπως ήταν τα πράγματα, ο πόνος για την απουσία του Γκάι είχε γίνει τόσο έντονος μέσα της, που όταν έφτασε στο δεύτερο πιάτο αναγκάστηκε να ζητήσει συγνώμη για να τρέξει στην τουαλέτα. Όταν γύρισε πίσω κατάχλομη, ο Άντονι σηκώθηκε ανήσυχος. «Λυπάμαι. Θα με συγχωρέσεις; Πρέπει να πήρα κάποιο ιό. Φοβάμαι ότι πρέπει να φύγω». «Θα σε συνοδέψω μέχρι το δωμάτιο σου». Η Κάμπιον αρνήθηκε, αλλά ο Άντονι επέμενε να τη συνοδέψει. Μέσα στο ασανσέρ η ναυτία της έγινε πιο έντονη κι έγειρε στον ώμο του Άντονι. Δεν είχε λιποθυμήσει ποτέ, αλλά πολύ φοβόταν ότι τώρα θα ήταν η πρώτη φορά. Το δωμάτιο της δεν ήταν μακριά από το ασανσέρ. Όταν τη ρώτησε ο Άντονι αν είχε το κλειδί της, κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Είναι στην τσάντα μου», του είπε και του την έδωσε. Ενώ εκείνος την άνοιγε για να πάρει το κλειδί, η Κάμπιον ακούμπησε στον τοίχο. Ένιωθε απαίσια, πολύ χειρότερα από πέρυσι που είχε γρίπη. Άκουσε την πόρτα του ασανσέρ να κλείνει και ένιωσε τον ήχο δεκαπλάσιο μέσα στο κεφάλι της. Ο Άντονι άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και την κράτησε ανοιχτή με το πόδι του, ενώ ταυτόχρονα στήριζε το μισολιπόθυμο κορίτσι με τα χέρια του. Άφησαν την πόρτα ανοιχτή και προχώρησαν στο εσωτερικό του δωματίου. «Θέλεις να φωνάξω γιατρό;». ' Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, ανίκανη να μιλήσει.


Μερικά μέτρα μακριά τους οι πόρτες του ασανσέρ ξανάνοιγαν. «Θα είμαι καλά σε λίγα λεπτά...» Το μόνο που ήθελε ήταν να μείνει μόνη. Το μόνο που έφταιγε ήταν ότι της έλειπε ο Γκάι. Της έλειπε', Σχεδόν γέλασε. Χωρίς αυτόν η ζωή της ήταν μια άδεια έρημος, μια ερημιά. «Έλα τώρα. Πρέπει να ξαπλώσεις». Καθώς ο Άντονι τη βοηθούσε, σαν να της φάνηκε πως κάποιος ήταν έξω, στο διάδρομο. «Παράξενο», σχολίασε ο Άντονι μόλις έκλεισε την εξώπορτα. «Πρέπει να έκανε λάθος στο δωμάτιο. Έφτασε μέχρι την πόρτα σου και γύρισε πάλι πίσω. Φαινόταν αγριεμένος». Το κεφάλι της Κάμπιον πήγαινε να σπάσει και το μόνο που δεν την ενδιέφερε ήταν οι άλλοι πελάτες του ξενοδοχείου. «Είσαι σίγουρη πως είσαι καλά;» την πίεσε ο Άντονι. «Εσύ...» «Είμαι μια χαρά. Με συγχωρείς που σου χάλασα το βράδυ». «Θα σου τηλεφωνήσω το πρωί». Το πρωί θα ταξίδευε για το Φάλμουθ, αλλά δεν είχε το κουράγιο να του το πει. Άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω του και έπεσε στο κρεβάτι με τα ρούχα της. Ξύπνησε νωρίς το πρωί κρυωμένη και πιασμένη, με όλο της το κορμί να πονά. Ξεντύθηκε και έκανε ένα καυτό ντους πριν συρθεί και πάλι στο κρεβάτι της. Δεν μπορούσε να θυμηθεί αν είχε νιώσει ποτέ πριν τόσο εξαντλημένη. Το στομάχι της ήταν άδειο και την πονούσε. Προσπάθησε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που έφαγε κανονικά. Ανακάλυψε με φρίκη ότι το τελευταίο κανονικό γεύμα της ήταν το πρωινό που είχε μοιραστεί με τον Γκάι. Από τότε


μέχρι τώρα τσιμπολογούσε πότε πότε. Γι' αυτό αισθανόταν άρρωστη. Την ξύπνησαν από το ξενοδοχείο, όπως τους είχε ζητήσει το προηγούμενο βράδυ και σηκώθηκε ζαλισμένη και αδύναμη. Παρήγγειλε πρωινό, αλλά όταν της το έφεραν το στομάχι της αντέδρασε και μόνο στη θέα του φαγητού. Ετοίμασε τη βαλίτσα της και κατέβηκε να συναντήσει την απεσταλμένη των εκδοτών της που τη συνόδευε στην περιοδεία. Η Κάιλα Χάρις ήταν μια στρουμπουλή, πανέξυπνη κοπέλα με ένα σύννεφο από μαύρες μπούκλες και ζεστό χαμόγελο. «Είσαι καλά;» ρώτησε όταν είδε το χλομό πρόσωπο της Κάμπιον. «Νομίζω ότι πήρα κάποιο ιό». «Χριστέ μου! Και πλησιάζουν Χριστούγεννα!» «Καλά που το θυμήθηκα», της είπε η Κάιλα όταν οι βαλίτσες τους είχαν ήδη μπει στο πορτ μπαγκάζ. «Κάποιος σε ζήτησε χτες το βράδυ. Σε βρήκε;» «Κάποιος;» Η Κάμπιον ένιωσε την καρδιά της να αναπηδάει. «Ποιος;» Η Κάιλα σήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω. Ένα από τα κορίτσια της ρεσεψιόν μου είπε πως ήρθε κάποιος και σε ζήτησε. Του έδωσε τον αριθμό του δωματίου σου. Κάποιος δημοσιογράφος ίσως...» «Μα βέβαια», συμφώνησε με αχνή φωνή η Κάμπιον. «Σίγουρα κάποιος δημοσιογράφος». Για μια στιγμή, ανόητα, πέρασε από το νου της η σκέψη ότι ο επισκέπτης ήταν ο Γκάι. Αν ο Γκάι είχε θελήσει να της μιλήσει, δε χρειαζόταν να τρέξει στην Κορνουάλη. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να σηκώσει το τηλέφωνο.


Στο Φάλμουθ έδωσε συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό και μετά υπέγραψε μερικά βιβλία της. Στις πέντε το απόγευμα ήταν εξουθενωμένη. Μια μέρα ακόμα και θα γύριζε στο σπίτι. Και είχε να κάνει και τα χριστουγεννιάτικα ψώνια της. Η Λούσι και ο Χάουαρντ συνήθιζαν να της κάνουν πλούσια δώρα και ήθελε να τους ανταποδώσει τη γενναιοδωρία τους με κάποια άλλα, προσεκτικά διαλεγμένα. Το μάτι της έπεσε σε μια βιτρίνα, καθώς πήγαινε μαζί με την Κάιλα στο αυτοκίνητο τους, και σταμάτησε να ρίξει μια ματιά. Είδε μια παλιομοδίτικη γυαλιστερή φάτνη και μερικά χειροποίητα καπιτονέ παπλώματα με τα μαξιλάρια τους, κάποια από αυτά με ζωηρά χρώματα και κάποια άλλα με απαλές αποχρώσεις. Ένα από αυτά της έκλεψε την καρδιά. Ήξερε ότι η Λούσι θα ενθουσιαζόταν. Θα το αγόραζε και θα το κρατούσε μέχρι να γεννηθεί το μωρό της φίλης της. Ζήτησε από την Κάιλα να περιμένει και μπήκε στο κατάστημα. Όταν έφτασαν στο ξενοδοχείο της, ζήτησε συγνώμη από την Κάιλα και τη ρώτησε αν θα την πείραζε που προτιμούσε να φάει στο δωμάτιο της. «Όχι, κάνε ό,τι σου αρέσει. Φαίνεσαι εξαντλημένη. Είσαι σίγουρη πως θέλεις να συνεχίσουμε;» «Έμεινε μόνο μια μέρα», της θύμισε η Κάμπιον. Μια ακόμα μέρα και θα συμπληρωνόταν εβδομάδα από τότε που είχε μιλήσει για τελευταία φορά με τον Γκάι. Μια εβδομάδα. Ανατρίχιασε και έσφιξε το παλτό γύρω της. Η περιοδεία τέλειωσε με επιτυχία -έτσι τουλάχιστον είπε η Κάιλα. Η Κάμπιον είχε καταφέρει να χαμογελάει, να κουβεντιάζει, να δίνει συνεντεύξεις, να εμφανίζεται σε


εκπομπές, να υπογράφει βιβλία, να απαντάει σε ερωτήσεις. Τώρα, επιτέλους, όλα αυτά είχαν τελειώσει. Όπως και η σχέση μου με τον Γκάι, σκέφτηκε καθώς η Κάιλα την έβαζε στο τρένο για το Λονδίνο. Το ταξίδι τής φάνηκε ατέλειωτο. Το Λονδίνο ήταν κρύο και υγρό. Όταν έφτασε στο διαμέρισμά της το μόνο που είχε διάθεση να κάνει ήταν να πέσει στο κρεβάτι. Την ξύπνησε το τηλέφωνο. Για μια στιγμή σκέφτηκε πως θα ήταν ο Γκάι. Σήκωσε το ακουστικό με τρεμάμενο χέρι. «Κάμπιον, είσαι καλά;» Η γνώριμη φωνή της Έλενας έκανε την καρδιά της να βουλιάξει. «Έλενα! Είμαι μια χαρά», της είπε ψέματα. «Εσύ τι κάνεις;» «Ω, μου έδωσαν την άδεια να γυρίσω στη δουλειά μου. Είμαι πίσω. Γι' αυτό σου τηλεφωνώ. Πώς πήγε η περιοδεία σου;» «Πολύ καλά». Ακολούθησε μια σύντομη σιωπή, σαν να είχε καταλάβει κάτι η άλλη γυναίκα από την άχρωμη φωνή της Κάμπιον. «Λοιπόν, έχω καλά νέα. Οι εκδότες ξετρελάθηκαν με το χειρόγραφο σου. Ο Γκάι μου άφησε ένα σημείωμα που λέει ότι θέλουν να το τυπώσουν όσο πιο γρήγορα γίνεται. Κάμπιον, είσαι εκεί;» Έσφιγγε το ακουστικό τόσο δυνατά, που τα δάχτυλά της άρχισαν να πονούν. «Ναι... ναι... είμαι. Ο Γκάι έφυγε;» Χριστέ μου, τι κάνω τώρα; είπε μέσα της. Αν εκείνος ήθελε να με πληροφορήσει για τις κινήσεις του, θα το έκανε. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της αγάπης λοιπόν; Σ' έκανε να παρακαλάς για μερικές πληροφορίες, να θυσιάζεις όλη την περηφάνια σου;


«Ναι. Δεν είχε ξεκουραστεί καθόλου φέτος και ξαφνικά αποφάσισε ότι ήθελε να φύγει. Μάλλον θα πήγε να επισκεφτεί την αδερφή του. Κοίτα, πότε θα συναντηθούμε; Οι εκδότες θέλουν πάρα πολύ να ετοιμάσεις και κάτι άλλο γι' αυτούς. Ένα οικογενειακό μυθιστόρημα ίσως -ιστορικό φυσικά». Αδίκησα τον Γκάι, σκέφτηκε η Κάμπιον μουδιασμένα. Η απουσία του δεν είχε τίποτα το προσωπικό, καμιά σχέση με τη χαιρέκακη εκδίκηση του Γκρεγκ. Απλώς την είχε βάλει στη σωστή της θέση. Η περίπτωσή της δεν ήταν παρά ένα πολύ μικρό κομμάτι της ζωής ενός πετυχημένου άντρα, μια επαγγελματική πρόκληση που είχε κάποια σπουδαιότητα όσο διαρκούσε η δουλειά. Τώρα εκείνη είχε γίνει ένα ακόμα όνομα στον κατάλογο των πελατών του, μια ακόμα συγγραφέας που εκείνος ενδιαφερόταν να πουλήσει τη δουλειά της. Δουλειά... η μόνη γιατρειά. Η Κάμπιον έκλεισε τα μάτια της. «Μου φαίνεται ότι πήρα κάποιον ιό, Έλενα. Δε γίνεται να το αφήσουμε για μετά τα Χριστούγεννα;» Μπορούσε να καταλάβει από τη μικρή σιωπή που ακολούθησε ότι η Έλενα είχε μείνει έκπληκτη -και με το δίκιο της. Κάποτε δεν επέτρεπε σε τίποτα και σε κανένα να παρεμβάλλεται στη δουλειά της. «Ναι, βέβαια. Θα περάσεις τα Χριστούγεννά σου με τη Λούσι και τον Χάουαρντ, όπως συνήθως;» «Ναι». «Χμ, ήλπιζα να σε παρασύρω σε ένα γιορταστικό δείπνο...» Ένα γιορταστικό δείπνο. Η Κάμπιον ένιωσε ένοχη για την αδιαφορία της. «Θα το ήθελα πολύ», είπε ψέματα, «αλλά αυτή η περιοδεία με έκανε να αφήσω πολλές δουλειές πίσω. Θα


σκεφτώ για το επόμενο βιβλίο κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων και θα σου τηλεφωνήσω μετά την πρωτοχρονιά», πρόσθεσε σαν χειρονομία καλής θέλησης. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, κάθισε και τύλιξε τα μπράτσα γύρω της, λες κι ήθελε μ' αυτό τον τρόπο να περιορίσει τον άγριο πόνο που την κατέτρωγε. Δε γινόταν να της πει τα καλά νέα ο ίδιος ο Γκάι; Ή μήπως ήθελε να της τονίσει ότι η σχέση τους είχε τελειώσει, ότι ανήκε πια στο παρελθόν του και ότι αυτή ήταν η θέση της τώρα; Κι όμως ο Γκάι δεν ήταν ένας άκαρδος άντρας, το αντίθετο μάλιστα. Μην το σκέφτεσαι. Μη μελαγχολείς, πίεσε τον εαυτό της. Το μόνο που είχε διάθεση να κάνει ήταν να χωθεί στα σκεπάσματα, να τυλιχτεί γερά, να μείνει έτσι ξαπλωμένη και να θρηνεί. Δεν μπορούσε όμως να κάνει κάτι τέτοιο. Έπρεπε να βρει τρόπο να συνεχίσει τη ζωή της χωρίς αυτόν, να βρει ένα σκοπό, ένα λόγο να συνεχίσει να υπάρχει. Στο μεταξύ είχε υποσχεθεί να βοηθήσει τη Λούσι και είχε, ουσιαστικά, υποσχεθεί στην Έλενα ένα καινούριο βιβλίο. Σχημάτισε τον αριθμό της Λούσι στο τηλέφωνο. Της απάντησε η οικονόμος της φίλης της και μετά τη σύνδεσε με τη Λούσι. «Αυτό είναι γελοίο! Ούτε η κυρία Τίμινς ούτε ο Χάουαρντ με αφήνουν να κουνήσω έστω και το δαχτυλάκι μου! Τους λέω συνέχεια ότι η εγκυμοσύνη είναι μια τελείως φυσιολογική κατάσταση. Πώς πήγε η περιοδεία σου;» «Μια χαρά. Εξακολουθείς να χρειάζεσαι τη βοήθειά μου για τις χριστουγεννιάτικες ετοιμασίες σου;» «Ναι, σε παρακαλώ. Έχω μια καταπληκτική ιδέα. Φέτος θα το γιορτάσουμε παραδοσιακά. Γκι σ' όλο το σπίτι, τεράστιο δέντρο, βικτοριανά διακοσμητικά...» . Η Κάμπιον έβαλε τα δυνατά της να δείξει ενθουσιασμένη.


Η Λούσι της είπε ότι ήθελε να φύγει για το Ντόρσετ την Τρίτη και μέχρι τότε είχε άπειρα πράγματα να ψωνίσει. «Ο Χάουαρντ επιμένει να παίρνω τον Πολ και τη Ρολς Ρόις όπου κι αν πηγαίνω. Δεν είναι γελοίο; Δε θα με αφήσει να κουβαλήσω ούτε ένα πακέτο», παραπονέθηκε η φίλη της. Συμφώνησαν να συναντηθούν το μεσημέρι. «Και πού να με δεις! Είμαι χοντρή... τεράστια... και είμαι μόνο τεσσάρων μηνών...» Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, η Κάμπιον ανακάλυψε ότι τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα. Η Λούσι ήταν τόσο τυχερή! Είχε έναν άντρα που την αγαπούσε, περίμενε το παιδί του... «Σταμάτα να λυπάσαι τον εαυτό σου», μονολόγησε. Σε σύγκριση με άλλες γυναίκες, ήταν κι αυτή τυχερή. Ίσως, αλλά δεν ένιωθε έτσι. Η Λούσι είχε προγραμματίσει εκατοντάδες ψώνια. Ή μήπως έφταιγε που η ίδια δεν είχε μπει στο πνεύμα των Χριστουγέννων και τα έβλεπε όλα κουραστικά; αναρωτήθηκε η Κάμπιον όταν αργά το απόγευμα ο Πολ την πήγαινε στο σπίτι της. «Χριστέ μου!» είχε αναφωνήσει με ενδιαφέρον η Λούσι όταν τελικά εγκατέλειπαν το Χάροντς. «Φαίνεσαι έτοιμη να σωριαστείς και, Κάμπιον, έχεις χάσει πολλά κιλά. Είσαι βέβαιη ότι είσαι καλά;» Καλά; Σωματικά δεν τα πήγαινε και τόσο άσχημα, αλλά συναισθηματικά... αυτό ήταν άλλη ιστορία. Τελικά τα είχε καταφέρει να κάνει και τα δικά της ψώνια. Είχε δει το δωμάτιο που ετοίμαζε η φίλη της για το μωρό και είχε ακούσει τα πάντα για το δωμάτιο που ετοιμαζόταν στο Ντόρσετ. Άκουγε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε, αλλά στην πραγματικότητα το μόνο που την ένοιαζε ήταν ν' ακούσει τη φωνή που ήξερε πως δε θα άκουγε ποτέ ξανά.


Έπρεπε να το δεχτεί. Ο Γκάι δε σκόπευε να έρθει σε επαφή μαζί της. Όλα είχαν τελειώσει. Τελεία και παύλα. Δεν μπορούσε όμως να πάψει να τον σκέφτεται, ν' αναρωτιέται πού ήταν, αν ποτέ τη σκεφτόταν. Αλλά γιατί να τη σκεφτεί; Ο στόχος του ήταν να βεβαιωθεί πως το βιβλίο της θα ήταν έτοιμο στην ώρα του και ο στόχος αυτός είχε πραγματοποιηθεί. Αν ποτέ τη σκεφτόταν, θα ήταν για να συγχαρεί τον εαυτό του που τα είχε καταφέρει, σκέφτηκε πικρόχολα. Χωρίς αμφιβολία αυτή τη στιγμή θα είχε αφιερώσει όλο το χρόνο και την προσοχή του στα προβλήματα κάποιου άλλου συγγραφέα. Θυμήθηκε ότι, όταν τον είχε πρωτοδεί, αυτόματα τον είχε φανταστεί να κινείται σε πανάκριβα μέρη, να γευματίζει με παντοδύναμους εκδότες και να προσπαθεί να κλείσει τις καλύτερες συμφωνίες για τους πελάτες του. Της είχε φανεί άψογος και εκλεπτυσμένος, το είδος δηλαδή του άντρα που δε θα μπορούσε να εμπιστευτεί ποτέ της. Τον είχε φανταστεί ρηχό, με επιφανειακή γοητεία, να κρύβει τον πραγματικό εαυτό του που ήταν αρπακτικός κι επικίνδυνος. Με δυο λόγια, τον είχε δει σαν καρχαρία, σαν έναν επαγγελματία που το ενδιαφέρον του για τους συγγραφείς έφτανε μέχρι το τελευταίο επιτυχημένο βιβλίο τους. Τελικά, όμως, όπως ο ίδιος της είχε αποδείξει, έκανε λάθος. Στο μόνο που δεν είχε κάνει λάθος ήταν η έλλειψη διάθεσής του να συνεχίσει τη σχέση τους. Ξανά και ξανά σκεφτόταν κάθε λέξη του, κάθε κίνηση του. Ποτέ του δεν της είχε αναφέρει ότι θα ήθελε να συνεχιστεί η σχέση τους. Ίσως ήταν αφέλειά της να πιστεύει ότι θα ήθελε να έρθει σε επαφή μαζί της. Πρέπει να το χωνέψεις, είπε σκληρά στον εαυτό της, δεν είσαι η πρώτη γυναίκα που της έκανε έρωτα. Κι όμως


υπήρχαν στιγμές που ήταν σίγουρη ότι κι εκείνος ένιωθε τα ίδια πρωτόγνωρα συναισθήματα με τα δικά της. Έφταιγε η υπερβολική επιθυμία της, είπε δηκτικά στον εαυτό της. Ανόητες ονειροφαντασίες που δεν είχαν καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Η Τρίτη ξημέρωσε παγωμένη. Ο ουρανός ήταν γεμάτος γκρίζα σύννεφα. «Η μετεωρολογική υπηρεσία έχει προβλέψει χιόνι», της είπε ενθουσιασμένη η Λούσι όταν τη συνάντησε στο αυτοκίνητο. Η Κάμπιον ένιωθε άτονη, ανίκανη να κάνει οτιδήποτε άλλο από το να υπάρχει. Ένιωθε σαν τα ζώα που βιάζονται να πέσουν σε χειμέρια νάρκη. Ένιωθε... ένιωθε σαν να μην υπήρχε νόημα, σκοπός στη ζωή της. «Πες μου για το καινούριο βιβλίο», της ζήτησε η Λούσι όταν ο Πολ είχε τελειώσει το φόρτωμα των αποσκευών στο πορτ μπαγκάζ της Ρολς Ρόις. «Πριν λίγες μέρες συνάντησα την Έλενα. Ήταν ενθουσιασμένη. Λέει ότι είναι το καλύτερο έργο σου. Και απ' ό,τι κατάλαβα, σε βοήθησε και ο Γκάι Φρεντς». Η Κάμπιον ένιωσε το στόμα της να ξεραίνεται. Ήξερε ότι η παρατεταμένη σιωπή της έκανε τη Λούσι να την κοιτάζει σκεφτική, αλλά δεν ήταν έτοιμη να κουβεντιάσει για τον Γκάι ακόμα, ούτε καν στην καλύτερη φίλη της. Γύρισε το κεφάλι της από την άλλη μεριά. «Ω Κάμπιον! Είναι ο Γκάι, έτσι; Είσαι ερωτευμένη μαζί του. Με συγχωρείς». Η Λούσι πήρε το χέρι της φίλης της μέσα στο δικό της. «Δεν ήθελα να ανακατευτώ». Πόσο εύκολα είχε προδοθεί! Τόσο εύκολα, που σίγουρα θα είχε καταλάβει και ο Γκάι τα αισθήματά της γι' αυτόν. Ίσως αυτή η γνώση να είχε συμβάλει στην απόφασή του να μην την ξαναδεί.


Σταμάτα να τον σκέφτεσαι! μάλωσε τον εαυτό της. Δεν ωφελεί. «Ένιωσα το μωρό να κινείται σήμερα το πρωί. Ήταν η πιο υπέροχη αίσθηση. Ο Χάουαρντ κάνει σαν τρελός από τη χαρά του!» «Όλα καλά, λοιπόν;» ρώτησε με κόπο η Κάμπιον. «Ναι, δόξα τω Θεώ. Δε θα άντεχα να χάσω αυτό το παιδί. Ο γιατρός λέει ότι είμαι ασφαλής, τώρα, αλλά δεν πρέπει να το παρακάνω». Γέλασε με ένα γάργαρο, ευτυχισμένο γέλιο που έκανε την Κάμπιον να νιώσει ζήλια -κάτι που μέχρι τότε δεν της συνέβαινε όταν τύχαινε να ακούσει παρόμοια πράγματα. «Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει περίπτωση για το αντίθετο. Ο Χάουαρντ και η κυρία Τίμινς με προσέχουν σαν τα μάτια τους». Η οικονόμος της Λούσι είχε ξεκινήσει πριν από αυτές. Όταν το αυτοκίνητο έστριψε στην αυλή, είδαν τις καπνοδόχους του σπιτιού να βγάζουν καπνό και τα παράθυρα να είναι φωτισμένα. «Μμμ... το ξέρεις τι θα 'θελα τώρα; Μερικά κομμάτια από το κέικ της κυρίας Τίμινς με άφθονο βούτυρο...» έκανε η Λούσι. Ο παππούς της Λούσι είχε καταργήσει όλα τα τζάκια του σπιτιού και είχε βάλει κεντρική θέρμανση. Ο Χάουαρντ όμως είχε ανακαλύψει παλιά αυθεντικά αρχιτεκτονικά κομμάτια και τα τοποθετούσε κατά περιόδους. Η Κάμπιον αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι άξιζε τον κόπο. Όλοι οι ξενώνες είχαν τα δικά τους τζάκια. Η Λούσι ήταν τυχερή που είχε τόσο αφοσιωμένο προσωπικό για να τα φροντίζουν. Ήταν μια από τις χαρές των Χριστουγέννων για τον Χάουαρντ και τη Λούσι να ανεβαίνουν στο δωμάτιο τους και


να κάθονται μπροστά στην πολυτέλεια μιας αληθινής φωτιάς. Ήταν πραγματικά πολυτέλεια, αν σκεφτεί κανείς ότι το σπίτι διέθετε και κεντρική θέρμανση. Το κτήμα ήταν κάποτε μεγάλο. Με το πέρασμα του χρόνου η γη είχε πουληθεί, αλλά ο Χάουαρντ είχε ξαναγο- ράσει μερικά χωράφια γύρω από το σπίτι. Ο Χάουαρντ λάτρευε τις παραδόσεις. Μια από τις παραδόσεις που είχε ξαναζωντανέψει και που η Κάμπιον πίστευε ότι τον ευχαριστούσε ιδιαίτερα ήταν να παριστάνει τον Αϊ-Βασίλη στα παιδιά του χωριού την τελευταία Κυριακή πριν τα Χριστούγεννα. Όταν η κυρία Τίμινς τους άνοιξε την πόρτα, η Κάμπιον είδε ότι ένα τεράστιο έλατο ήταν ήδη στημένο στο χολ του σπιτιού. Η κυρία Τίμινς τις οδήγησε βιαστικά στο καθιστικό. Αυτό το καθιστικό ήταν δημιουργία της Λούσι. Τα χρώματα που κυριαρχούσαν ήταν διάφορες αποχρώσεις του ροδάκινου, σε συνδυασμό με λιγοστό γαλάζιο. Η Κάμπιον παραδεχόταν ότι η φίλη της είχε ταλέντο στη διακόσμηση. Το επιβεβαίωναν οι προσεκτικά διαλεγμένες αντίκες και οι διάφορες γλάστρες που έκαναν την ατμόσφαιρα ανάλαφρη και θηλυκή. Αυτό το σπίτι, παρ' όλη την κομψότητά του, ήταν ένα ζεστό σπιτικό και ήταν εύκολο να φανταστεί κάποιος το δωμάτιο γεμάτο παιδιά. «Ο Τζορτζ λέει ότι θα χιονίσει απόψε», τις προειδοποίησε η κυρία Τίμινς. Ο Τζορτζ ζούσε στο χωριό και φρόντιζε τον κήπο. Ήταν ακόμα διάσημος για τις μετεωρολογικές προβλέψεις του. «Το ξέρω, δεν είναι υπέροχο;» Η κυρία Τίμινς χαμογέλασε γλυκά στη Λούσι, αλλά κατσούφιασε ελαφρά καθώς έπαιρνε το παλτό της Κάμπιον.


«Μα εσείς, δεσποινίς, έχετε χάσει βάρος», αναφώνησε αποδοκιμαστικά. «Τι σας συνέβη;» Η κυρία Τίμινς, μια στρουμπουλή γυναίκα που πλησίαζε τα εξήντα, είχε τις δικές της απόψεις για τις δίαιτες και τα παχυντικά φαγητά. «Σε προειδοποιώ πως θα κάνει ό,τι μπορεί για να σε παχύνει, όσο μείνεις εδώ», πρόβλεψε η Λούσι όταν η γυναίκα έφυγε από το δωμάτιο. «Η αλήθεια είναι πως έχει δίκιο, Κάμπιον. Είσαι πολύ αδύνατη». Το βλέμμα που συνόδεψε τα λόγια της φίλης της έδειχνε ολοκάθαρα ότι είχε μαντέψει το λόγο της απώλειας βάρους. «Φαίνεσαι κουρασμένη. Θα ήθελες να πας στο δωμάτιο σου; Ο Χάουαρντ δε θα προλάβει να έρθει για το βραδινό. Όσο για τη διακόσμηση, θα προτιμούσα να την αφήσουμε για αύριο. Αυτό σημαίνει ότι θα ξυπνήσουμε νωρίς». «Στ' αλήθεια είμαι κουρασμένη», παραδέχτηκε η Κάμπιον. «Στην πραγματικότητα αισθάνομαι κουρασμένη συνεχώς». «Ε, λοιπόν, σε καταλαβαίνω. Έτσι ακριβώς αισθανόμουν τις πρώτες εβδομάδες της εγκυμοσύνης μου. Νομίζω πως ο Χάουαρντ φοβήθηκε ότι είχα την αρρώστια του ύπνου!» Έγκυος. Η Κάμπιον πετάχτηκε όρθια. Ω Θεέ μου! Όχι! Δεν ήταν δυνατό! Ο Γκάι ήταν προσεκτικός. Εκτός από την πρώτη και την τελευταία φορά. «Κάμπιον, είσαι καλά;» «Θαυμάσια. Αν δε σε πειράζει, θα πάω να ξαπλώσω». Έγκυος. Και βέβαια δεν ήταν. Η Κάμπιον ξάπλωσε στο κρεβάτι και κάρφωσε το βλέμμα της στο μεταξωτό ουρανό του κρεβατιού. Θα το είχε καταλάβει, έτσι δεν είναι; Υπήρχαν αλάνθαστες ενδείξεις. Όπως η αδιαθεσία και η ατονία, της ψιθύρισε μια φωνούλα μέσα της.


Όχι, την έπιανε πανικός χωρίς λόγο. Η αλήθεια ήταν πως ο κύκλος της ήταν κανονικός, υπήρξαν όμως φορές που η περίοδος της καθυστερούσε. Αυτή τη φορά θα οφειλόταν στο γεγονός πως ήταν τόσο πολύ ταραγμένη. Μια περίοδος που δεν ερχόταν, λίγη ναυτία, παράξενη ατονία. Ποιο θα ήταν τελικά το αποτέλεσμα; Το παιδί του Γκάι. Έκλεισε τα μάτια της και ξεροκατάπιε. Η επιθυμία να γεννήσει το παιδί του ήταν μια τρέλα της στιγμής. Δεν ήταν από τις γυναίκες που μπορούν να μεγαλώσουν και να αναθρέψουν ένα παιδί μόνες τους. Οικονομικά, ναι, ήταν σε θέση, αλλά υπήρχαν κατά τη γνώμη της και άλλα πράγματα που έπρεπε να σκεφτεί. Αυτή και το μωρό της θα ήταν μόνοι. Δεν είχε οικογένεια, ούτε συγγενείς για να διδάξει στο παιδί της την οικογενειακή ζωή, τη ζωή που ήθελε να του προσφέρει. Και επιπλέον δεν είχε τη δύναμη μέσα της να είναι ταυτόχρονα πατέρας και μητέρα. Μην πανικοβάλλεσαι. Μπορεί να κάνεις λάθος. Μπορεί; Έπρεπε να προσευχηθεί να είναι έτσι. Ήταν άσκοπο να ανησυχεί προς το παρόν. Θα περίμενε να περάσουν τα Χριστούγεννα. Θα γύριζε στο Λονδίνο και θα έκανε εξετάσεις. Το παιδί του Γκάι. Όταν πήγε να τη βρει η Λούσι, μισή ώρα αργότερα, τη βρήκε να κοιμάται βαθιά. Φορούσε ακόμα τα ρούχα της κι ένα μικρό χαμόγελο στόλιζε τα χείλη της. Η Λούσι αναστέναξε και δεν την ξύπνησε, αλλά σκέφτηκε ένοχα το τηλεφώνημα που μόλις είχε κάνει. Το ρητό του Χάουαρντ ήταν: Ποτέ μην ανακατεύεσαι στις υποθέσεις των άλλων. Η Λούσι ήλπιζε ότι σ' αυτή την περίπτωση ο άντρας της δεν είχε δίκιο.


«Αν γινόταν να βάλεις το αστέρι λίγο πιο αριστερά, Πολ. Ωραία. Πώς σου φαίνεται;» Η Λούσι είχε ρωτήσει την Κάμπιον, που στεκόταν δίπλα της. «Υπέροχο», είπε η Κάμπιον και ήταν η αλήθεια. Η σκούρα γυαλιστερή πρασινάδα, τα μεγάλα κόκκινα κεριά και η λάμψη των κρυστάλλινων βάσεών τους αντανακλούσαν στο βενετσιάνικο καθρέφτη πάνω από το τζάκι. Οι κόκκινοι σατινένιοι φιόγκοι -η Κάμπιον και η Λούσι ξόδεψαν σχεδόν όλο το απόγευμα για να τους φτιάξουνέρχονταν σε αντίθεση με το πράσινο των κλαδιών. Στολίδια ζωγραφισμένα με βικτοριανά σχέδια κρέμονταν από κόκκινους κρίκους και τα φώτα του δέντρου ήταν μικρά άσπρα βελάκια που φώτιζαν όλο το μέρος. «Λοιπόν, μόλις που προλαβαίνουμε να ετοιμάσουμε το παιδικό πάρτι και μετά είναι παραμονή Χριστουγέννων και θα έρθουν οι καλεσμένοι μας». Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν η Κάμπιον ήταν ένα θορυβώδες πάρτι, αλλά τι άλλο να έκανε; Να περνούσε τα Χριστούγεννα μόνη της και να στενοχωρήσει τη Λούσι που την ήθελε μαζί της; Πώς θα ήταν τα Χριστούγεννα στο αγροτόσπιτο; Το χιόνι θα έφτανε μέχρι τα παράθυρα κι η φωτιά θα έκαιγε στο καθιστικό. Βέβαια δε θα είχαν ένα τέτοιο δέντρο, αλλά θα μπορούσαν να έχουν ένα μικρότερο, στολισμένο με παλιομοδίτικα κεριά για την περίπτωση που κοβόταν το ηλεκτρικό. Θα κρεμούσαν κάλτσες από το γείσο του τζακιού και θα μαγείρευαν τη γαλοπούλα στο φούρνο. Μόνο όταν τα μάτια της έτσουξαν από τα δάκρυα που ήταν έτοιμα να κυλήσουν, μόνο τότε γύρισε στηνπραγματικότητα. Μα τι έκανε; Ο Γκάι ποτέ δεν είχε αφήσει να εννοηθεί ότι θα περνούσαν τα Χριστούγεννα μαζί. Ούτε η Κάμπιον είχε τέτοια απαίτηση. Ήταν σίγουρη πως θα πήγαινε


στην οικογένειά του. Αλλά, πάλι, θα μπορούσαν να πάνε μαζί, να περάσουν μια μέρα μαζί τους... Σταμάτα! προειδοποίησε άγρια τον εαυτό της. Η μόνη φορά που είχαν μιλήσει για τα Χριστούγεννα ήταν όταν του είπε ότι θα τα περνούσε με τη Λούσι, όπως ακριβώς και τα προηγούμενα χρόνια, και του είχε εξηγήσει πόσο παλιά ήταν η φιλία τους. Όμως, αν της είχε δείξει πως ήθελε να τη δει, ήξερε ότι η Λούσι θα την ενθάρρυνε να πάει με τον άντρα που αγαπούσε. Αυτό όμως ήταν μόνο φαντασία. Ο Γκάι δεν την ήθελε. «Χάουαρντ, ποια είναι η γνώμη σου;» ρώτησε η Λούσι τον άντρα της, που μόλις είχε μπει στο δωμάτιο. Καθώς τους έβλεπε μαζί, η Κάμπιον ένιωσε ακόμα πιο έντονο τον πόνο και τη μοναξιά της. «Θαυμάσιο», απάντησε ο Χάουαρντ, όμως κοίταζε τη Λούσι κι όχι το δέντρο. Έσκυψε το κεφάλι του για να τη φιλήσει, αλλά η Λούσι τον έσπρωξε παιχνιδιάρικα. «Όχι μπροστά στην Κάμπιον! Τη φέρνουμε σε δύσκολη θέση». «Τι ώρα θα έρθουν τα παιδιά;» ρώτησε ο Χάουαρντ και την άφησε απρόθυμα. «Γύρω στις τρεις. Η Κάμπιον κι εγώ τυλίξαμε όλα τα δώρα και γράψαμε τα ονόματα επάνω. Η στολή του Αϊ-Βασίλη σε περιμένει στο επάνω πάτωμα. Έχουμε μερικά παραπάνω φέτος. Παιδιά γειτόνων», πρόσθεσε αδιάφορα, αλλά η Κάμπιον είχε την εντύπωση ότι η φίλη της ήταν νευρική. «Ώρα να πάμε να ετοιμαστούμε», πρόσθεσε και χαμογέλασε στην Κάμπιον. «Ελπίζω να έχεις φέρει καμιά πανοπλία μαζί σου». Η εμπειρία των προηγούμενων χριστουγεννιάτικων πάρτι την είχε διδάξει και έτσι η Κάμπιον φόρεσε το σκοτσέζικο φόρεμά της με τον άσπρο γιακά και το μεταξωτό φιόγκο. Στο τέλος του πάρτι τα ρούχα της θα ήταν γεμάτα μουντζούρες και δαχτυλιές, όπως και τα προηγούμενα χρόνια.


Το δελτίο καιρού αποδείχτηκε σωστό. Χιόνιζε ελαφρώς και όλα έδειχναν ότι θα συνέχιζε να χιονίζει. Τα πρώτα παιδιά έφτασαν τυλιγμένα με τα κασκόλ τους και με τα μάγουλα κατακόκκινα. Ήταν κανόνας να μη μοιράζουν τα δώρα πριν έρθουν όλα τα παιδιά και, για να τα κρατήσουν απασχολημένα μέχρι να μοιραστούν τα δώρα, ανέθεσαν στον Πολ να οργανώσει παιχνίδια. Το κουδούνι της πόρτας χτυπούσε για χιλιοστή φορά, όταν κάποιο μικρό αγόρι έπεσε και άρχισε να κλαίει. «Ω Χριστέ μου!» Κάποιος έπρεπε ν' ανοίξει την πόρτα, γιατί η κυρία Τίμινς σέρβιρε το τσάι. Η Λούσι κοίταξε αναποφάσιστη μια την Κάμπιον και μια το πεσμένο αγοράκι στο πάτωμα. «Θα αναλάβω εγώ τα δάκρυα· εσύ ανέλαβε την πόρτα», πρότεινε η Κάμπιον. Δεν είχε εμπειρία από μικρά παιδιά, αλλά παρ' όλα αυτά η Κάμπιον τα κατάφερνε περίφημα μαζί τους. Πήρε στην αγκαλιά της το μικρό αγόρι και το πήγε στο καθιστικό της Λούσι. Εκεί σιγά σιγά οι λυγμοί του μαλάκωσαν και σε λίγο έπαψαν. Της είπε ότι έκλαιγε, γιατί κάποιο άλλο παιδί του είχε πάρει το αυτοκίνητο του. Η Κάμπιον υποσχέθηκε να του το δώσει πίσω, του σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια και το ρώτησε τι ήθελε να του φέρει ο Αϊ-Βασίλης.. Τα δώρα που με ενθουσιασμό απαρίθμησε ο μικρός ήταν απογοητευτικά. Τι είχαν απογίνει τα τρενάκια και τα πατίνια, αναρωτήθηκε η Κάμπιον και ένιωσε συμπόνια για τους γονείς που τα παιδιά τους τους ζητούσαν αυτά τα χιλιάδες πράγματα. «Δεν πάμε να δούμε τι κάνουν οι άλλοι;» του πρότεινε τώρα που τα δάκρυα είχαν σταματήσει.


Της ζήτησε να τον πάρει στην αγκαλιά της και εκείνη δέχτηκε πρόθυμα. Όταν άνοιξε η πόρτα, πάγωσε στη θέση της. Στο βάθος του χολ, με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος της, στεκόταν ο Γκάι και κουβέντιαζε με τη Λούσι. Η καρδιά της Κάμπιον αναπήδησε στο στήθος της και τα χέρια της σφίχτηκαν γύρω από το κορμάκι του παιδιού. Ω Θεέ μου! Τι ζητάει ο Γκάι εδώ; Ήξερε ότι ήταν κι αυτή εκεί; Υποψιαζόταν πως όχι. Ω, πώς μπόρεσε να της το κάνει αυτό η Λούσι; Άφησε το μικρό παιδί κάτω, με σκοπό να το σκάσει πριν τη δει ο Γκάι. Η φίλη της είχε μηχανευτεί αυτή τη συνάντηση, χωρίς να ξέρει ότι εκείνη ήταν το τελευταίο πρόσωπο που ο Γκάι θα ήθελε να συναντήσει. Έτρεξε στην κουζίνα και από κει στο επάνω πάτωμα χρησιμοποιώντας τις σκάλες που ήταν αποκλειστικά για το προσωπικό. Στην κορυφή της σκάλας συνάντησε δυο γυναίκες. Η μια από αυτές κάτι της θύμισε, ενώ η άλλη ήταν κομψή και περιποιημένη, με μια παράξενη προφορά. «Ο καημένος ο Γκάι! Δεν ήθελε να έρθει, έτσι δεν είναι; Αναρωτιέμαι γιατί». Η Κάμπιον έμεινε απολιθωμένη. Καμιά από τις δυο γυναίκες δεν πρόσεξε ότι εκείνη στεκόταν-κοντά τους. Η φωνή της μελαχρινής γυναίκας ήταν κάπως συγκρατημένη καθώς απαντούσε ήρεμα: «Νομίζω ότι είναι απλώς κουρασμένος. Είχε πολλή δουλειά τελευταία». «Ω, ναι, τα ξέρω όλα!» Η γλώσσα της ξανθιάς έσταζε φαρμάκι. «Οι Χαρτ έμειναν κατάπληκτοι με τις αλλαγές που κατάφερε να πείσει εκείνη τη Ρόμπερτς να κάνει στο βιβλίο της. Το αρχικό χειρόγραφο ήταν πολύ σεμνότυφο, καμιά σχέση δεν είχε με αυτό που ήθελε ο Άνταμ Χαρτ. Άκουσα ότι


ήταν έτοιμος να σπάσει το συμβόλαιο, αλλά ο Γκάι του υποσχέθηκε ότι θα έβρισκε τον τρόπο να την πείσει. Φημολογείται πως πέρασε τρεις εβδομάδες μαζί της σε κάποιο μέρος για να τη βοηθήσει στις αλλαγές». Η Κάμπιον ένιωσε αηδιασμένη. Η κακία και η σιγουριά με την οποία μιλούσε η ξανθιά για την ίδια και για το διάστημα που είχε ζήσει με τον Γκάι την έκαναν να αισθάνεται ότι τη χρησιμοποίησαν. «Αυτά είναι κουτσομπολιά, Σάντρα», την έκοψε η μελαχρινή, «και αν ήμουν στη θέση σου, δε θα τολμούσα να τα επαναλάβω μπροστά στον Γκάι». «Ο καημένος ο Γκάι! Δε νομίζω ότι θα του άρεσε να γίνει γνωστό ότι αναγκάστηκε να κοιμηθεί μαζί της για να την πείσει ν' αλλάξει το χειρόγραφο της. Πώς είναι; Την έχεις συναντήσει;» ρώτησε με συρτή φωνή. «Όχι. Νομίζω ότι πρέπει να κατεβούμε κάτω τώρα». Η φωνή της μελαχρινής ακούστηκε λίγο εχθρική. Άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες και η ξανθιά την ακολούθησε. Η Κάμπιον ήταν τώρα κατάχλομη και έτρεμε ολόκληρη. Αυτά που είχε ακούσει επιβεβαίωναν κάθε φόβο της, ακόμα κι εκείνους που η ίδια είχε θεωρήσει υπερβολικούς. Ο Γκάι της είχε κάνει έρωτα όχι γιατί την ποθούσε, αλλά εξαιτίας του βιβλίου της. Ω Θεέ, γιατί δεν είχε εμπιστευτεί το ένστικτο της; Είχε καταλάβει ότι ένας άντρας σαν τον Γκάι Φρεντς ποτέ δε θα την έβρισκε ελκυστική, αλλά προτίμησε να το αγνοήσει. Ήταν δική της επιλογή που γελοιοποιήθηκε. Έσκυψε το φλογισμένο πρόσωπο της στις παλάμες της. Αυτά που μόλις είχε ακούσει να λένε της ανακάτευαν το στομάχι. Με κόπο σύρθηκε στο δωμάτιο της. Όταν η Λούσι της χτύπησε την πόρτα και μπήκε γεμάτη ενδιαφέρον, η Κάμπιον διόρθωνε το μακιγιάζ της.


«Ώστε εδώ ήσουν». «Ναι. Δεν ένιωθα πολύ καλά. Λούσι, θα σε πείραζε να μην κατεβώ; Εγώ...» Για μεγάλη της στενοχώρια, τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα. «Κάμπιον, τι συμβαίνει;» Αμέσως η Λούσι βρέθηκε δίπλα της και την αγκάλιασε με αγάπη. «Δεν ξέρω. Απλώς δε νιώθω καλά. Ίσως θα ήταν καλύτερα να γυρίσω στο Λονδίνο... Δε θέλω να σας χαλάσω τα Χριστούγεννα». «Δε θα πας πουθενά, ιδιαίτερα αν δεν αισθάνεσαι καλά. Αύριο το πρωί θα ζητήσω από το γιατρό Τζέιμσον να έρθει να σε εξετάσει». «Όχι, όχι, δε χρειάζεται. Μάλλον θα κατεβώ κάτω». «Δεν έπρεπε να καλέσω τον Γκάι, έτσι δεν είναι;» είπε ήσυχα η Λούσι, μαντεύοντας τι συνέβαινε. «Η αδερφή του, η Μεγκ, είναι γειτόνισσά μας. Είναι παντρεμένη με τον Τέιτ Ντράμοντ. Σκέφτηκα ότι θα ήταν καλή ιδέα να βρεθείτε μαζί...» Η αδερφή του Γκάι... Η μελαχρινή που της φάνηκε γνωστή! «Δεν έπρεπε να ανακατευτώ». Η Λούσι φαινόταν αναστατωμένη. «Είχες καλές προθέσεις. Έφυγε τώρα;» «Ναι. Κοίτα, αφού δεν αισθάνεσαι καλά γιατί δεν πηγαίνεις να καθίσεις στη βιβλιοθήκη μέχρι να φύγουν τα παιδιά; Θα πω στην κυρία Τίμινς να σου φέρει κάτι να φας». Η Κάμπιον την κοίταξε θλιμμένα. Η βιβλιοθήκη ήταν το αγαπημένο της δωμάτιο σ' αυτό το σπίτι. Ήταν ένα θαυμάσιο ησυχαστήριο, με χιλιάδες βιβλία. «Εντάξει. Θα κατεβώ μετά από σένα». Η Κάμπιον ήταν στα μισά του χολ όταν τον άκουσε να τη φωνάζει. Τελικά η Λούσι της είχε πει ψέματα.


Ήθελε να το βάλει στα πόδια, αλλά πώς μπορούσε με τόσα παιδιά να τρέχουν γύρω της και τις μητέρες τους να κοιτάζουν γεμάτες ενδιαφέρον; Την έπιασε από το μπράτσο κι ένιωσε το δέρμα της να φλογίζεται. Δεν άντεχε να τον κοιτάξει. Πού ήταν η ξανθιά; Πού ήταν η αδερφή του; «Ώστε, λοιπόν, είσαι εδώ». «Η Λούσι είναι φίλη μου», του είπε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της. «Πάντα περνάω τα Χριστούγεννα μου μαζί τους. Δε θυμάσαι; Σου το έχω πει». «Ναι, ναι, μου το είπες. Δε φαίνεσαι καλά», πρόσθεσε απότομα. «Είμαι λίγο κουρασμένη. Με συγχωρείς τώρα. Εγώ...» Έκανε να απομακρυνθεί και άφησε μια κραυγή πόνου καθώς εκείνος της έσφιξε το μπράτσο. «Θεέ μου! Αυτό μόνο έχεις να μου πεις; Κάμπιον, εγώ...» Πώς μπορούσε να της φέρεται έτσι; Ήταν έτοιμη να αρχίσει να ουρλιάζει. Γιατί συνέχιζε να υποκρίνεται πως ενδιαφερόταν; Πως νοιαζόταν; Ίσως όμως να σκεφτόταν το επόμενο βιβλίο της. Τινάχτηκε απότομα γεμάτη οργή και πόνο για τη διπλοπροσωπία του. «Σε παρακαλώ, άφησέ με, Γκάι», είπε όσο πιο ήρεμα μπόρεσε. «Θέλω να σου μιλήσω». Ήταν πραγματικά καλός ηθοποιός. Ακουγόταν αναστατωμένος. Και η έκφραση των ματιών του... Αν δεν ήξερε, θα μπορούσε να πιστέψει ότι υπέφερε κι εκείνος όσο και η ίδια. «Για ποιο πράγμα;» τον ρώτησε ευγενικά, όπως θα μιλούσε σε κάποιον ξένο. «Πρέπει να φύγω, Γκάι. Υποσχέθηκα να βοηθήσω τη Λούσι». «Δεν είσαι μόνη σου εδώ;»


Δεν ήταν μόνη της; Υπήρχε μια παράξενη λάμψη στα μάτια του και τα χείλη του ήταν σφιγμένα. «Ακριβώς. Δεν είμαι», του είπε ψέματα. Τον μισούσε και μισούσε τον εαυτό της που είχε αφεθεί να τη χρησιμοποιήσουν. Έπρεπε να του πει αυτό που περίμενε να ακούσει. Έπρεπε να του δείξει ότι δεν την είχε πληγώσει ούτε την είχε εγκαταλείψει, ότι τα είχε καταφέρει να τον αντικαταστήσει γρήγορα και εύκολα, όπως ακριβώς είχε κάνει κι εκείνος. Έπρεπε να τον απαλλάξει από κάθε ενοχή και τύψη. Εκείνος χαλάρωσε το σφίξιμο και η Κάμπιον έτρεξε μακριά του. Δεν μπορούσε να αντέξει να τον δει να φεύγει με την ξανθιά που είχε δει με την άκρη του ματιού της ότι ερχόταν να τον διεκδικήσει. Κι όμως τους είδε να φεύγουν. Η μελαχρινή συνόδευε τρία μικρά αγοράκια. Η ξανθιά ήταν κρεμασμένη από το μπράτσο του Γκάι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 «Φοβάμαι πως θα υπάρξουν μερικές επιπλοκές». Η Κάμπιον κοίταξε το γιατρό χωρίς να καταλαβαίνει. «Τι είδους επιπλοκές;» τον ρώτησε βραχνά, ενώ το στομάχι της ανακατευόταν. Αυτή η κατάσταση συνεχιζόταν από τα Χριστούγεννα και τώρα, μια μελαγχολική και παγωμένη μέρα του Γενάρη, είχε μόλις πάρει την επιβεβαίωση ότι ήταν έγκυος. «Μια αβιταμίνωση -τίποτα που δεν μπορεί να διορθωθείαλλά φοβάμαι ότι η εγκυμοσύνη σας δε θα είναι εύκολη. Βέβαια», κοίταξε το πεντακάθαρο γραφείο του και μετά την ίδια, «μπορείτε, αν θέλετε, να σταματήσετε την εγκυμοσύνη σας». Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα, μέχρι να καταλάβει τι της έλεγε, αλλά όταν το κατάλαβε ένιωσε φρίκη. Να σκοτώσει το παιδί του Γκάι; Ποτέ! «Όχι! Όχι, δε θέλω να κάνω κάτι τέτοιο». «Το βλέπω. Λοιπόν, αν είστε λογική...» Σταμάτησε και την κοίταξε σοβαρά. «Αν τρώτε και ξεκουράζεστε κανονικά... Βέβαια θα παρακολουθούμε την εξέλιξη της εγκυμοσύνης. Το παιδί θα γεννηθεί τον Αύγουστο. Τώρα είμαστε στο Γενάρη. Πρέπει να προσέξετε πολύ τις επόμενες έξι εβδομάδες». Δεν της το είπε, αλλά άφησε να εννοηθεί ότι υπήρχε κίνδυνος αποβολής. Η Κάμπιον άκουγε αυτά που της έλεγε για τις εξετάσεις και τις βιταμίνες, αλλά το μυαλό της δεν ήταν απόλυτα συγκεντρωμένο.


Ήξερε από πριν ότι ήταν έγκυος, αλλά δεν είχε καταλάβει μέχρι τώρα πόσο πολύ ήθελε αυτό το παιδί. Θα έκανε οτιδήποτε, οτιδήποτε για να το φέρει στον κόσμο. «Είστε συγγραφέας. Οι συγγραφείς ξεχνούν να φάνε, απορροφούνται στη δουλειά τους. Θα ήταν καλή ιδέα να σταματούσατε την εργασία σας για τις επόμενες έξι εβδομάδες, Ζείτε μόνη σας;» Η Κάμπιον κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Χμ... Έχετε συγγενείς; Κάποια φίλη να μείνετε μαζί της;» Δεν την εμπιστευόταν να φροντίσει μόνη της τον εαυτό της. «Κανένα συγγενή. Μερικούς φίλους, αλλά...» Από διακριτικότητα δεν της είπε τίποτα για τον πατέρα του μωρού, παρά μόνο τη ρώτησε μερικές ιατρικές λεπτομέρειες που εκείνη όμως δεν ήταν σε θέση να του δώσει. «Θα είμαι μια χαρά μόνη μου», του είπε ζωηρά και ετοιμάστηκε να φύγει. Θα ήταν όμως; Το διαμέρισμά της τη μελαγχολούσε. Ένα διαμέρισμα στο Λονδίνο δεν ήταν το κατάλληλο μέρος για να μεγαλώσεις ένα παιδί. Ένα παιδί χρειάζεται ένα σπιτικό. Ένα πραγματικό σπιτικό. Έτσι... θα μπορούσε να συνεχίσει τη δουλειά της κι έξω από το Λονδίνο. Θα έβρισκε ένα μικρό σπιτάκι κάπου. Ο γιατρός τής είχε δώσει να διαβάσει αρκετά ενημερωτικά φυλλάδια. Ετοίμασε ένα φλιτζάνι καφέ -χωρίς καφεΐνη, για το καλό του παιδιού-, και κάθισε να τα διαβάσει. Το κουδούνι της εξώπορτας την ξάφνιασε. Δεν περίμενε επισκέπτες. Πήγε ν' ανοίξει και είδε έκπληκτη τη Λούσι. Η φίλη της, που η εγκυμοσύνη της είχε προχωρήσει, ήταν υπέροχη. Η Κάμπιον, αντίθετα, ένιωθε στεγνή, άτονη. «Ήρθα στο Λονδίνο για μερικά ψώνια. Δεν έχω μάθει νέα σου εδώ και πολύ καιρό κι έτσι αποφάσισα να...» Σταμάτησε


απότομα και απέμεινε να κοιτάζει τα φυλλάδια. «Κάμπιον, τι στο καλό είναι αυτά τα χαρτιά; Θεέ μου! Είσαι έγκυος, έτσι δεν είναι;» Η κοινή λογική τής έλεγε να αρνηθεί, αλλά το μυαλό της δε δούλευε κανονικά εκείνες τις μέρες. Η Λούσι κάθισε και την κοίταξε προσεχτικά. «Είναι το παιδί του Γκάι, σωστά; Έχεις μέσα σου το παιδί του. Ω Κάμπιον, γιατί δε μου το είπες;» Η Κάμπιον άρχισε να κλαίει. Έκλαιγε πολύ τελευταία ορμονικό πρόβλημα ίσως. «Το ξέρει; Του το είπες; Θα του το πεις;» «Όχι, όχι και πάλι όχι», είπε μέσα στ' αναφιλητά της. «Ήταν ατύχημα, εγώ ευθύνομαι γι' αυτό κι όχι ο Γκάι». Κοκκίνισε όταν είδε τον τρόπο που την κοίταζε η Λούσι. «Το θέλω αυτό το παιδί, Λούσι», πρόσθεσε σιγανά, χωρίς να ξέρει τι ήταν εκείνο που την έκανε να ξεστομίσει αυτές τις λέξεις. Η Λούσι δεν την άκουγε. Είχε πάρει ένα από τα φυλλάδια και το διάβαζε συνοφρυωμένη. «Κάτι συμβαίνει, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε. «Δεν είσαι καλά...» Η Κάμπιον μέτρησε τις πιθανότητες να την ξεγελάσει και αποφάσισε πως ήταν ανύπαρκτες. «Αβιταμίνωση. Ο γιατρός λέει ότι θα γίνω καλά, αλλά πρέπει να μη δουλέψω για έξι εβδομάδες... Τι στο καλό κάνεις;» φώναξε όταν είδε τη Λούσι να πηγαίνει στο υπνοδωμάτιο της. Την ακολούθησε και την είδε να ανοίγει την ντουλάπα και τα συρτάρια της. «Λούσι!» διαμαρτυρήθηκε. «Θα έρθεις σπίτι μαζί μου, τώρα. Όχι, δε θέλω αντιρρήσεις! Δε θα σε αφήσω εδώ μόνη σου». Γύρισε προς το μέρος της αγριεμένη. «Έχασα ένα παιδί, Κάμπιον. Δε θα ήθελα κανένας να περάσει αυτή τη δοκιμασία, πολύ


περισσότερο εσύ. Έλα σπίτι μαζί μου. Θα κρατάμε συντροφιά η μια στην άλλη». «Δε... δεν μπορώ! Τι θα πει ο Χάουαρντ;» «Θα ενθουσιαστεί. Πρέπει να πάει για λίγο καιρό στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα είναι πιο ήσυχος αν ξέρει ότι θα μου κάνεις συντροφιά και θα μπορούμε να κουβεντιάζουμε για μωρά όποτε μας αρέσει. Η κυρία Τίμινς θα είναι πανευτυχής που θα έχει να προσέχει και τις δυο μας!» Δεν έπρεπε να υποχωρήσει τόσο εύκολα, αλλά ο πειρασμός ήταν μεγάλος για να του αντισταθεί. «Γιατί δε θα το πεις στον Γκάι;» τη ρώτησε η Λούσι μόλις βρέθηκαν μέσα στη Ρολς Ρόις. Ο Πολ δεν έδειξε να εκπλήσσεται που θα πήγαινε και η Κάμπιον μαζί τους. «Δε θα 'θελα να το μάθει». «Ω Θεέ μου, αυτή η ανασφάλειά σου! Σε ήθελε, Κάμπιον. Σου έκανε έρωτα». «Όχι, δε με ήθελε», της είπε η Κάμπιον σιγανά και της επανέλαβε ό,τι είχε ακούσει εκείνη την ημέρα. «Δεν το πιστεύω», είπε η Λούσι κατηγορηματικά. «Ο Γκάι δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο». «Κι όμως το έκανε», επέμεινε η Κάμπιον ευγενικά. «Δε θέλω να το συζητήσω. Τέλειωσαν όλα, έχει λήξει...»Έγειρε πίσω στο δερμάτινο κάθισμα και έκλεισε τα μάτια της. Η Λούσι, που έβλεπε την κατάσταση της φίλης της, έμεινε σιωπηλή. Τώρα δεν ήταν η κατάλληλη ώρα να την πιέσει, η Κάμπιον δεν είχε την ψυχική δύναμη να αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα. Η Κάμπιον είχε πει στην Έλενα ότι θα ξεκουραζόταν για λίγο και ότι θα ερχόταν σε επαφή μαζί της αργότερα. Της είπε


ακόμα ότι είχε αποφασίσει να μην ξαναδεχτεί να δουλέψει για τον Άνταμ Χαρτ. Υπήρχαν κι άλλοι εκδότες. Εξάλλου είχε αρκετά χρήματα για να φροντίσει τον εαυτό της και το παιδί της για κάποιο διάστημα. Το Μάρτη έκανε ένα τσεκάπ. Ο γιατρός ήταν ευχαριστημένος με την πρόοδο της και σχεδόν βέβαιος ότι ο κίνδυνος είχε περάσει. Στο τέλος του μήνα, όταν ένας κρύος και δυνατός άνεμος καθάρισε τον ουρανό από τα σύννεφα και τα λουλούδια άρχισαν να ανθίζουν δειλά δειλά, ο Χάουαρντ ήρθε στο σπίτι για λίγες μέρες. Τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά με τις επιχειρήσεις του στην Αμερική. Είχε συνεταιριστεί με δυο Αμερικανούς και σκεφτόταν να διακόψει τη συνεργασία του μαζί τους. Το Σάββατο η Κάμπιον πήγε μια βόλτα για να τους αφήσει μόνους. Δεν περίμενε με ανυπομονησία την επιστροφή της στο Λονδίνο και σκεφτόταν πολύ σοβαρά να αγοράσει ένα μικρό σπίτι σ' αυτή την περιοχή. Η Λούσι είχε την τύχη να ζει σ' ένα πολύ ευχάριστο μέρος που δεν είχε μολυνθεί ακόμα από το σύγχρονο άγχος. Κάποιος, πολύ καιρό πριν, είχε φυτέψει στο πάρκο που περιτριγύριζε το σπίτι χιλιάδες βολβούς και η Κάμπιον σταμάτησε για να θαυμάσει το θέαμα των ανθισμένων λουλουδιών πριν συνεχίσει προς την πύλη. Ο προορισμός της ήταν το χωριό, λίγο περισσότερο από ένα χιλιόμετρο μακριά. Με την ευκαιρία θα περνούσε από το τοπικό κτηματομεσιτικό γραφείο. Ο δρόμος από το σπίτι για το χωριό δεν είχε πολλή κίνηση. Κάποια στιγμή την προσπέρασε ένα αυτοκίνητο που φάνηκε να κόβει ταχύτητα. Η Κάμπιον πρόλαβε και είδε μια μελαχρινή γυναίκα και αρκετά παιδιά στοιβαγμένα στο πίσω μέρος ενός μεγάλου αυτοκινήτου.


Όταν έφτασε στο χωριό ένιωθε κουρασμένη. Δεν είχε φανταστεί ότι θα ήταν τόσο δύσκολο να περπατάει αντίθετα στον άνεμο. Κάθισε σε ένα ξύλινο παγκάκι για να ξεκουραστεί. Έξω από το πρακτορείο των εφημερίδων υπήρχε μια παρέα νεαρών με τα ποδήλατά τους. Φλυαρούσαν κι έκαναν θόρυβο. Ξαφνικά εμφανίστηκε μια γυναίκα που έσερνε μαζί της τρία παιδιά. Η Κάμπιον ένιωσε να σφίγγεται όταν την αναγνώρισε. Ήταν η αδερφή του Γκάι... η Μεγκ Ντράμοντ. Αυτή ήταν μια συνάντηση που δεν μπορούσε να την αποδώσει στη Λούσι. Έσκυψε το κεφάλι της, αν και, απ' όσο ήξερε, η άλλη γυναίκα δεν είχε ιδέα ποια ήταν. Όταν όμως σήκωσε το κεφάλι της για να κοιτάξει, σίγουρη ότι η γυναίκα θα είχε ήδη απομακρυνθεί, ανακάλυψε με τρόμο πως εκείνη προχωρούσε αποφασιστικά προς το μέρος της. «Πρέπει να σου μιλήσω», της ανακοίνωσε χωρίς να μπει στον κόπο να συστηθεί. «Ξέρω ποια είσαι. Ο Γκάι σε έδειξε στο παιδικό πάρτι, τα Χριστούγεννα. Δεν μπορώ...» Η φωνή της κόπηκε όταν η Κάμπιον σηκώθηκε βιαστικά όρθια και ο αέρας, που εξακολουθούσε να φυσάει δυνατά, άνοιξε το παλτό της αποκαλύπτοντας τη στρογγυλεμένη κοιλιά της. «Ο Γκάι είχε δίκιο!» Τραβήχτηκε μακριά από την Κάμπιον σαν να κινδύνευε να μολυνθεί. «Δεν πίστευα ότι είχε δίκιο». Φαινόταν να τα έχει χαμένα. «Εγώ.... εκείνος... μου είπε να μην ανακατευτώ. Μου είπε ότι είχες σχέσεις με κάποιον άλλο». Κοίταξε τη φουσκωμένη κοιλιά της Κάμπιον και αμέσως τράβηξε το βλέμμα της. «Ξέρεις τι του έχεις κάνει;» τη ρώτησε αγριεμένα. Η Κάμπιον την κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. «Τι του έχω κάνει;»


«Ναι», επέμενε η άλλη γυναίκα πικρόχολα. «Εμείς συνήθως τον πειράζαμε και του λέγαμε ότι δε θα ερωτευτεί ποτέ, ότι ήταν πολύ ανεξάρτητος, πολύ αυτάρκης. Ω Θεέ μου, εύχομαι με όλη την ψυχή μου να είχαμε δίκιο!» Τίποτα από όσα άκουγε η Κάμπιον δεν τη βοηθούσε να καταλάβει. Έκανε να απομακρυνθεί από την αλλόκοτη αυτή γυναίκα, όταν ένας οξύς πόνος την έκανε να βγάλει μια κραυγή. Είχε πάθει κράμπα και της ήταν αδύνατο να κινηθεί. Ένιωσε τον πανικό και το φόβο να φτερουγίζουν μέσα της και της φάνηκε ότι ο ουρανός ερχόταν καταπάνω της. Έπαιξε τα βλέφαρά της νευρικά και σαν σε όνειρο άκουσε μια γυναικεία φωνή να φωνάζει τρομαγμένη: «Τομ! Γρήγορα! Τρέξε να φωνάξεις τον πατέρα σου!» Και τότε ο κόσμος σκοτείνιασε γύρω της και η ίδια βυθίστηκε στο σκοτάδι. Όταν συνήλθε ήταν καθισμένη στο παγκάκι. Ένας άντρας την κρατούσε από τον καρπό και μετρούσε το σφυγμό της. Η Μεγκ Ντράμοντ καθόταν δίπλα της και την παρατηρούσε με τα μάτια γεμάτα αγωνία και ενοχή ενώ άλλα τρία, ολόιδια, ζευγάρια γκρίζα μάτια ήταν καρφωμένα επάνω της γεμάτα περιέργεια. «Βλέπεις; Δεν είναι νεκρή. Εγώ σας το είπα ότι δε θα πέθαινε», είπε το ψηλότερο από αυτά περιφρονητικά στα άλλα δυο. «Τομ, σε παρακαλώ!» το μάλωσε η μητέρα του. Έπειτα στράφηκε στην Κάμπιον. «Με συγχωρείς... εγώ δε...» «Αυτό που προσπαθεί να σου πει η γυναίκα μου», τη διέκοψε η ευχάριστη φωνή του άντρα, «είναι πως θέλει να σου ζητήσει συγνώμη για το ασυλλόγιστο ξέσπασμά της. Πώς αισθάνεσαι τώρα;» «Μια χαρά, είμαι μια χαρά», είπε ψέματα η Κάμπιον χωρίς να το σκεφτεί. Ήθελε να φύγουν όλοι τους. Ήθελε να την αφήσουν μόνη στην ησυχία της. Δεν άντεχε να έχει


μαζεμένους γύρω της τους συγγενείς του Γκάι. Πόσο πολύ του έμοιαζαν οι ανιψιοί του!... Ή μήπως το μικρότερο ήταν κορίτσι; Ήταν δύσκολο να καταλάβει, με αυτά τα κοντά μαλλιά και τα τζιν. Αισθανόταν ζαλισμένη και αδύναμη. Η σκέψη πως έπρεπε να κάνει όλο εκείνο το δρόμο για το σπίτι με τα πόδια την έκανε να ανατριχιάσει. «Χμ...» Η συμπεριφορά του άντρα ήταν απρόσωπη, όπως ενός επαγγελματία. Πρέπει να ήταν γιατρός. «Πόσο προχωρημένη είναι η εγκυμοσύνη σου;» «Είμαι τεσσάρων μηνών», του απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη. «Τεσσάρων μηνών;» Η αδερφή του Γκάι την κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. «Μα...» Σταμάτησε απότομα και είπε βιαστικά στον άντρα της: «Τέιτ, νομίζω ότι πρέπει να την πάμε στο σπίτι με το αυτοκίνητο μας. Δεν είναι σε θέση να γυρίσει με τα πόδια». «Ναι, συμφωνώ κι εγώ». Άφησε τον καρπό της Κάμπιον και της χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Η γυναίκα μου θα μείνει μαζί σου μέχρι να φέρω το αυτοκίνητο. Ελάτε, παιδιά». Οι γοητευμένοι θεατές της ήταν ολοφάνερα απρόθυμοι να φύγουν από κοντά της. Καθώς υπάκουαν στον πατέρα τους, η Κάμπιον άκουσε το μεγαλύτερο από τα τρία να εξηγεί στα άλλα με ύφος ειδικού: «Θα γίνει πολύ πιο χοντρή από ό,τι είναι τώρα πριν γεννήσει το μωρό της. Έπρεπε να δείτε πώς ήταν η μαμά όταν ετοιμαζόταν να σας γεννήσει...» Έτσι είχε μείνει μόνη με την αδερφή του Γκάι. Πώς στο καλό είχε συμβεί αυτό; Το μόνο που ήθελε ήταν να κάνει μια ήσυχη βόλτα και κατέληξε να... «Το μωρό είναι του Γκάι, δεν έχω δίκιο;» «Νομίζω ότι αυτό το είχαμε ξεκαθαρίσει, δε συμφωνείς;» της απάντησε κοφτά η Κάμπιον.


Η άλλη γυναίκα έσμιξε τα φρύδια και τελικά τη ρώτησε: «Γιατί δεν του το είπες;» Η Κάμπιον την κοίταξε απορημένα. «Σύμφωνα με αυτά που μου είπες, πρέπει να το ξέρει ήδη. Είπες ότι ο Γκάι είχε δίκιο», της θύμισε. «Δίκιο;» Η Μεγκ φάνηκε μπερδεμένη, αλλά σε λίγο άνοιξε το στόμα της έκπληκτη και είπε: «Όχι, με παρεξήγησες. Ο Γκάι δεν ξέρει ότι είσαι έγκυος. Νομίζει... νομίζει ότι έχεις σχέσεις με κάποιον άλλο. Έτσι νόμιζα κι εγώ μέχρι που σε άκουσα να λες ότι είσαι τεσσάρων μηνών έγκυος». «Με κάποιον άλλο;» Η Κάμπιον προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ξανάπεσε βαριά στο παγκάκι. Ήταν πολύ αδύναμη ακόμα για να τα καταφέρει να στηριχτεί μόνη της. «Πώς μπόρεσε να πιστέψει κάτι τέτοιο;» άρχισε, αλλά ένιωσε να γίνεται κατακόκκινη όταν θυμήθηκε τη σύντομη κουβέντα τους εκείνη την ημέρα στο παιδικό πάρτι. «Ο Τέιτ έφερε το αυτοκίνητο. Θα συνεχίσουμε την κουβέντα μας αργότερα. Δε σου έχω συστηθεί· με λένε Μάργκαρετ και είμαι αδερφή του Γκάι». «Ναι, το ξέρω. Μια από τις δίδυμες». «Ναι». Η Κάμπιον δεν κατάλαβε πώς, αλλά κατάφεραν να της κάνουν χώρο στο αμάξι. Άρχισε να ζαλίζεται ξανά και με ανακούφιση ακούμπησε πίσω και έκλεισε τα μάτια της. Δεν ήταν μεγάλη η απόσταση μέχρι το σπίτι και με λίγη τύχη θα τα κατάφερνε να βρεθεί στο δωμάτιο της χωρίς ούτε η κυρία Τίμινς ούτε η Λούσι να καταλάβουν τι της είχε συμβεί. Άνοιξε τα μάτια της ξανά. Της φάνηκε ότι οδηγούσαν πολύ περισσότερη ώρα από ό,τι χρειαζόταν συνήθως. Όταν κοίταξε έξω από το αυτοκίνητο ένιωσε το αίμα της να παγώνει. Η


περιοχή τής ήταν εντελώς άγνωστη. Αρπάχτηκε από την μπροστινή θέση. Η Μάργκαρετ γύρισε προς το μέρος της. «Θα σε πάρουμε στο σπίτι μας», της εξήγησε ήρεμα. «Είναι καλύτερα να...» Καλύτερα; Για ποιον; Δεν ήθελε να πάει στο σπίτι τους. «Σας παρακαλώ, θα προτιμούσα...» Η Μάργκαρετ δυνάμωσε την ένταση του ραδιοφώνου σαν να μην είχε ακούσει ή, ακόμα χειρότερα, σαν να μην την ενδιέφεραν οι διαμαρτυρίες της. Αυτό ήταν απαγωγή, είπε η Κάμπιον στον εαυτό της. Θα τους έκανε μήνυση... Το στομάχι της διαμαρτυρήθηκε έντονα καθώς το αυτοκίνητο έπεφτε σε μια λακκούβα. Ο Τέιτ, που παρατήρησε την έκφραση του προσώπου της, μέσα από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου, αύξησε ελαφρά την ταχύτητα. Το αυτοκίνητο έστριψε σ' ένα στενότερο δρόμο που κατέληγε σε ένα μοντέρνο, καλοχτισμένο σπίτι. Εκεί σταμάτησε. «Ας την πάμε κατευθείαν επάνω, Μεγκ» άκουσε η Κάμπιον τον Τέιτ να λέει ήρεμα στη γυναίκα του καθώς τη βοηθούσε να βγει από το αυτοκίνητο. Η Κάμπιον είδε το πρόσωπο της άλλης γυναίκας να σκιάζεται από μια έκφραση πανικού ανάμεικτη με ενοχή και στη συνέχεια είδε τον άντρα να κουνάει αρνητικά το κεφάλι του. Ένιωσε να παραλύει από φόβο. Το μωρό της... θα έχανε το μωρό της! Πρέπει να μίλησε δυνατά, γιατί ο Τέιτ της είπε καθησυχαστικά: «Δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο! Δεν είναι εύκολο να χάσεις ένα έμβρυο τεσσάρων μηνών και αφού έχει το αίμα των Φρεντς στις φλέβες του...» Παρ' όλα αυτά, μόλις την ανέβασαν στο επάνω πάτωμα άρχισε να την εξετάζει. Γεμάτη ανησυχία για την τύχη του


αγέννητου παιδιού της, η Κάμπιον του είπε τα πάντα για τους φόβους του γιατρού της. «Μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά. Θα τηλεφωνήσω στους φίλους σου για να τους ενημερώσω...» «Ότι με έχετε απαγάγει;» τον ρώτησε πικρόχολα. «Ναι. Λυπάμαι πολύ γι' αυτό, αλλά βλέπεις...» Η Κάμπιον όμως δεν τον άκουγε. Είχε αποκοιμηθεί, αποκαμωμένη από τα γεγονότα του απογεύματος. Λίγο αργότερα, στο ισόγειο, η Μεγκ ρωτούσε τον άντρα της ανήσυχα: «Θα γίνει καλά; Αν της συμβεί τίποτα, ποτέ δε θα συγχωρήσω τον εαυτό μου». «Δεν έπρεπε να αναμειχθείς, Μεγκ, αλλά, ναι, νομίζω ότι θα συνέλθει γρήγορα κι όλα θα πάνε καλά», της είπε, πιο μαλακά τώρα, γιατί είδε το στενοχωρημένο της πρόσωπο. «Όταν σκέφτομαι πόσο θυμωμένη ήμουν! Βλέπεις, νόμισα ότι είχε ξεχάσει τον Γκάι και ότι το μωρό...» «Ο Γκάι είναι ένας ώριμος άντρας, Μεγκ. Δεν μπορείς να κατευθύνεις εσύ τη ζωή του. Δε θα του αρέσει που επενέβης. Το ξέρεις πολύ καλά αυτό». «Μα είναι ολοφάνερο ότι τον αγαπάει, ενώ εκείνος νομίζει... νομίζει ότι έχει σχέσεις με κάποιον άλλο!» Και ο Τέιτ είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα, αλλά αντίθετα από τη συναισθηματική γυναίκα του πίστευε πως δεν έπρεπε να ανακατεύεται στη ζωή των άλλων. «Πρέπει να κάνουμε κάτι. Πρέπει να το καταλάβεις αυτό», επέμενε η Μεγκ. «Όχι, Μεγκ», της είπε κατηγορηματικά ο Τέιτ και πρόσθεσε: «Αυτό που καταλαβαίνω εγώ είναι ότι έχουμε στο επάνω πάτωμα μια νέα γυναίκα που είναι στον τέταρτο μήνα της εγκυμοσύνης της και που δεν είναι καθόλου καλά στην υγεία της. Πρέπει να αποφύγει οποιαδήποτε συγκίνηση». Την είδε να χάνει το χρώμα της και συνέχισε πιο μαλακά: «Ξέρω


ότι οι προθέσεις σου είναι καλές, Μεγκ, αλλά για σκέψου λιγάκι. Μπορεί ο Γκάι να μην τρελαθεί από τη χαρά του όταν μάθει ότι πρόκειται να γίνει πατέρας». Η Κάμπιον, που στεκόταν στο διάδρομο, δεν έχασε ούτε λέξη. Ήταν παράξενο που υπέφερε τόσο πολύ, τη στιγμή που αυτά που άκουσε επιβεβαίωναν απλώς όλα όσα η ίδια είχε σκεφτεί. «Δηλαδή θέλεις να πεις ότι δεν πρέπει να του το πω;» τον ρώτησε η Μεγκ. «Δε νομίζω ότι θα ήταν πολύ σοφό και πολύ δίκαιο, δε συμφωνείς; Αν, όπως μου είπες, έχει φύγει για τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα μείνει εκεί για δυο περίπου μήνες». «Ναι, αλλά πρέπει να το μάθει», διαμαρτυρήθηκε εκείνη πεισμωμένα. «Μεγκ...» Πήρε τα χέρια της μέσα στα δικά του. «Δε νομίζεις ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να σταματήσει τον Γκάι να έρθει σε επαφή με την Κάμπιον, αν το θέλει πραγματικά;» «Νομίζει ότι η Κάμπιον έχει σχέσεις με κάποιον άλλο». Ακολούθησε μια μικρή σιωπή και η Κάμπιον ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. «Ξέρω τι προσπαθείς να μου πεις, Τέιτ», άκουσε τη Μεγκ να λέει τελικά, «αλλά έχεις άδικο. Το ξέρω πως έχεις άδικο. Για όλα φταίει η Σάντρα... Ποτέ μου δεν τη συμπάθησα». «Νόμιζα ότι είναι η καλύτερη φίλη σου», σχολίασε ξερά ο Τέιτ. «Αυτό συνέβαινε κάποτε! Τέιτ, τι θα κάνουμε με την Κάμπιον;» «Τίποτα. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», της είπε κατηγορηματικά. «Και αυτή και ο Γκάι είναι ενήλικες, Μεγκ. Δεν μπορούμε να επέμβουμε».


Πολύ ήσυχα η Κάμπιον επέστρεψε στο δωμάτιο της. Τώρα ήξερε. Όπως αυτή, έτσι και ο γαμπρός του Γκάι πίστευε ότι ο Γκάι είχε χαρεί που είχε τελειώσει η σχέση τους. Συνεπώς δε θα καλοδεχόταν τα νέα ότι είχε στα σπλάχνα της το παιδί του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 Πέρασαν δύο μέρες μέχρι να αφήσουν την Κάμπιον να γυρίσει στο σπίτι της Λούσι. Στις δύο αυτές μέρες η Μεγκ δεν έλειψε ούτε στιγμή από το δωμάτιο της Κάμπιον και της μιλούσε με τις ώρες για τα παιδικά της χρόνια, τη φροντίδα και την αφοσίωση του Γκάι. Της διηγήθηκε πως εκείνος είχε θυσιάσει τη μόρφωσή του, πως άφησε το σχολείο και άρχισε να δουλεύει στα δεκαοχτώ. Της είπε ακόμα ότι ήταν ο πιο τέλειος μεγάλος αδερφός που είχε υπάρξει. Της έφερε ακόμη και τη δίδυμη αδερφή της για να τη γνωρίσει. Η Λλισον ήταν μια άλλη έκδοση της Μεγκ, λιγότερο συναισθηματική από εκείνη, αλλά σίγουρα το ίδιο αφοσιωμένη στον Γκάι. Καμιά από τις δυο τους δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η Κάμπιον δεν εννοούσε να πιστέψει ότι ο Γκάι θα τρελαινόταν από τη χαρά του όταν μάθαινε ότι επρόκειτο να γίνει πατέρας. «Ανέκαθεν λάτρευε τα παιδιά. Δε συμφωνείς, Άλι;» ρώτησε η Μεγκ τη δίδυμη αδερφή της. «Ανέκαθεν», συμφώνησε αμέσως η Άλισον. Μόνο όταν ήρθε το απόγευμα της αναχώρησης της Κάμπιον έθιξε η Μεγκ το θέμα του χριστουγεννιάτικου πάρτι. «Η φίλη σου η Λούσι μου είπε αυτά που άκουσες κατά τύχη», της είπε με δυσκολία. «Καταλαβαίνω ότι πρέπει να ένιωσες τρομερά άσχημα, αλλά δεν πρέπει να παίρνεις στα σοβαρά τη Σάντρα. Κυνηγάει τον Γκάι εδώ και χρόνια. Σε ζηλεύει σαν τρελή. Κατά πάσα πιθανότητα τα έβγαλε από το μυαλό της».


«Δε νομίζω», μουρμούρισε η Κάμπιον και η έκφραση των ματιών της έκανε τη Μεγκ να δαγκώσει τα χείλη της και να καρφώσει τα μάτια στο πάτωμα. Για πρώτη φορά στη ζωή της έβριζε από μέσα της το λατρεμένο μεγαλύτερο αδερφό της. Ο Απρίλης ήταν κρύος και υγρός. Η Κάμπιον βρήκε και νοίκιασε ένα μικρό σπιτάκι, όχι μακριά από τη Λούσι. Ήταν ένα παλιό όμορφο σπίτι με δύο δωμάτια και κουζίνα στο ισόγειο και δύο υπνοδωμάτια στον πρώτο όροφο. Είχε υπέροχο κήπο γεμάτο δέντρα. Ήδη η Κάμπιον φανταζόταν ένα παιδικό καροτσάκι κάτω από τις μηλιές και τον εαυτό της να δακτυλογραφεί δίπλα του. Η κυρία Τίμινς επέμενε να το ταχτοποιήσει λιγουλάκι πριν εγκατασταθεί κανονικά η Κάμπιον. Ο εσωτερικός διακοσμητής που η Λούσι συμβουλευόταν συχνά ειδοποιήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, παρά τις αντιρρήσεις της Κάμπιον για τα μεγάλα έξοδα. Τώρα είχε να σκεφτεί το παιδί της και το μέλλον του και ήθελε το μωρό της να ζήσει μέσα σε συναισθηματική και οικονομική ασφάλεια. «Είμαι βέβαιη ότι θέλεις να προσφέρεις ένα τέλειο δωμάτιο στο παιδί σου, έτσι δεν είναι;» επέμεινε η Λούσι και η Κάμπιον αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Ο υπολογιστής της είχε εγκατασταθεί και άρχισε αμέσως να δουλεύει τη συνέχεια του μυθιστορήματος της για τη Λίνζι. Η ανησυχία της για την ασφάλεια του παιδιού της της έδινε κουράγιο. Το ευχάριστο ήταν ότι δεν το αντιμετώπιζε σαν αγγαρεία, αλλά απολάμβανε τη δουλειά της. Η προετοιμασία που είχε κάνει για τα ιστορικά στοιχεία του πρώτου της βιβλίου τής παρείχε όλες τις δυνατές πληροφορίες για να αρχίσει το γράψιμο χωρίς καθυστέρηση. Καθώς περνούσαν οι μέρες ανακάλυπτε ότι η ατμόσφαιρα που δημιουργούσε για


τη Λίνζι και τα παιδιά της ήταν ειδυλλιακή, γεμάτη ζεστασιά και αγάπη, ό,τι ακριβώς δηλαδή λαχταρούσε να είναι σε θέση να προσφέρει στο δικό της παιδί. Υπήρχε όμως μια σημαντική διαφορά. Ο ερχομός του πρώτου παιδιού της Λίνζι ήταν κάτι που το περίμεναν με χαρά και οι δύο γονείς του. Ο Γκάι ήταν ακόμα στην Αμερική -έτσι τουλάχιστον της είχε πει η Μεγκ σε μια από τις συχνές επισκέψεις της. Η Κάμπιον είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι η Μεγκ την είχε αναλάβει υπό την προστασία της. Δεν περνούσε βδομάδα που να μην της τηλεφωνήσει ή να μην περάσει να την επισκεφτεί η ίδια. Το παράξενο ήταν ότι η Κάμπιον ανακάλυψε πως δεν ενοχλούνταν από το ενδιαφέρον της νέας γυναίκας. Αντίθετα της έδινε μια αίσθηση ζεστασιάς... Την έκανε να αισθάνεται κι αυτή μέλος της οικογένειας του Γκάι. Πάλευε μ' όλες τις δυνάμεις της να αποδιώξει αυτή την αίσθηση και προειδοποιούσε τον εαυτό της ότι η λογική τη συμβούλευε να πει στη Μεγκ ότι δεν ήθελε καμιά σχέση μαζί τους. Αλλά πώς θα το άντεχε, τη στιγμή που η Μεγκ ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να της λέει τα νέα του Γκάι; Και η αλήθεια ήταν ότι η Κάμπιον ρουφούσε αχόρταγα κάθε νέο του Γκάι και ευχόταν να της έλεγε η Μεγκ πολύ περισσότερα από τις σκόρπιες κουβέντες κατά τη διάρκεια των συζητήσεών τους. Ήξερε ότι το μόνο που έκανε ήταν να βασανίζει τον εαυτό της. Τι θα γινόταν όταν τελικά γεννιόταν το μωρό της; Δεν έπρεπε να συνεχίσει τις σχέσεις της μαζί τους. Ο Μάης ήταν ζεστός, τα μπουμπούκια ξεδιπλώνονταν στις μηλιές και η Κάμπιον ζούσε σε μια ασυνήθιστη αίσθηση ευδαιμονίας, μέχρι που πήγε στο Λονδίνο για το συνηθισμένο τσεκάπ της. «Μμμ...» έκανε με αμφιβολία ο γιατρός της και μετά πάλι: «Μμμ...»


«Συμβαίνει τίποτα;» τον ρώτησε πανικόβλητη η Κάμπιον μόλις ντύθηκε. Ήταν όσο πιο προσεκτική μπορούσε, ένιωθε περήφανη που είχε ακολουθήσει κατά γράμμα τις συμβουλές του. Αν έχανε το μωρό του Γκάι τώρα... «Όχι ακριβώς. Θα πρέπει όμως να κάνουμε μερικές ακόμη εξετάσεις για να βεβαιωθούμε». «Μα τι είναι; Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε η Κάμπιον γεμάτη αγωνία. «Τίποτα κακό», τη βεβαίωσε εκείνος. «Απλώς ακούω δύο καρδιές». «Δύο;» Η Κάμπιον τον κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια. «Εννοείτε...» «Νομίζω ότι θα αποκτήσετε δίδυμα». «Δίδυμα!» ούρλιαξε η Λούσι όταν της το ανακοίνωσε η φίλη της. «Χριστέ μου! Σίγουρα δε σου αρέσει να κάνεις μισές δουλειές. Βέβαια το έχει και η οικογένεια, έτσι δεν είναι; Η Μεγκ και η αδερφή της η Άλισον...» Σταμάτησε μετανιωμένη όταν είδε την έκφραση που απλώθηκε στο πρόσωπο της Κάμπιον. Κάποια στιγμή, αργότερα, η Κάμπιον αποφάσισε ότι θα ήταν καλύτερα αν η Λούσι το ανακοίνωνε στη Μεγκ Ντράμοντ. Δεν ήξερε ότι η αδερφή του Γκάι το είχε ήδη πληροφορηθεί. Η Μεγκ, που εξακολουθούσε να επισκέπτεται κανονικά την Κάμπιον, δεν μπορούσε να τη βλέπει να συνεχίζει να μένει μακριά από τον Γκάι. Κι όμως τον αγαπούσε, η Μεγκ ήταν σίγουρη γι' αυτό. Η Κάμπιον δεν μπορούσε να αντισταθεί στην επιθυμία να μιλάει γι' αυτόν. Άλλωστε είχε διαλέξει να μείνει κοντά στο σπίτι μιας Ντράμοντ, τη στιγμή που θα ήταν πιο λογικό να προσπαθήσει να μην έχει καμιά σχέση με τους συγγενείς του Γκάι. Αν όμως τον μισούσε... Ε, λοιπόν, από αυτά που είχε ακούσει η Μεγκ, της φαινόταν ότι θα είχε κάθε


δικαίωμα να αισθάνεται έτσι η Κάμπιον. Τι στο καλό είχε πάθει ο Γκάι και άφησε το κορίτσι μόνο του, χωρίς να κάνει καμιά προσπάθεια να το κερδίσει; Αλλά όταν θυμόταν την έκφραση στα μάτια του αδερφού της την τελευταία φορά που τον είδε, δεν μπορούσε να μείνει σ' αυτή τη σκέψη. Ο Γκάι δεν είχε τέτοια έκφραση για πολλά χρόνια τώρα. Αλλά για πόσο ακόμα θα έμενε μακριά; Ο Γκάι δε συνήθιζε να γράφει γράμματα. Κατά τη διάρκεια των τηλεφωνικών συνομιλιών που είχαν, μετά την αναχώρησή του για την Αμερική, ήταν πάντα κοφτός και απότομος -κάτι που δεν το συνήθιζε. Γιατί συνέβαινε αυτό; Μήπως το σεμινάριο δεν πήγαινε καλά; Ή μήπως του έλειπε η Κάμπιον; Η Μεγκ ήξερε ότι ο αδερφός της, μαζί με το συγγραφέα που αντιπροσώπευε, είχαν νοικιάσει ένα σπίτι κάπου έξω από το Χόλιγουντ. Ήξερε όμως τον αδερφό της καλά και πολύ αμφέβαλλε πως θα τον απορροφούσε η μαγευτική ζωή της Καλιφόρνιας. Το πιο πιθανό ήταν ότι θα είχε πέσει με τα μούτρα στη δουλειά για να απαλύνει τον πόνο που ένιωθε. Ό,τι ακριβώς είχε κάνει και η Κάμπιον, που εδώ και καιρό δούλευε το καινούριο της βιβλίο και κρυβόταν πίσω από τους ήρωές της κάθε φορά που η ζωή γινόταν ανυπόφορη. Οι τελευταίες πληροφορίες, που έλεγαν ότι ο Γκάι θα αργούσε κι άλλο να επιστρέψει στο σπίτι, έκαναν τη Μεγκ να ανησυχήσει. Δεν μπορούσε όμως να τα κάνει όλα μόνη της. Χρειαζόταν τη βοήθεια κάποιου. Στην αρχή σκέφτηκε να ζητήσει τη βοήθεια του άντρα της, του Τέιτ, αλλά πολύ γρήγορα απέρριψε την ιδέα. Όταν τα πράγματα γίνονται δύσκολα, οι άντρες παύουν να έχουν φαντασία. Βλέπουν τα πράγματα απλά, λογικά και μονόπλευρα. Οι γυναίκες όμως είναι διαφορετικές.


Ο Γκάι πήρε το τηλεγράφημα στο τέλος μιας ατέλειωτης ζεστής μέρας του Χόλιγουντ που είχε περάσει με συνεχείς καβγάδες με το σκηνοθέτη της ταινίας και ατέλειωτες προσπάθειες για να ηρεμήσει τον Τζούλιεν Φορμπς, το συγγραφέα του βιβλίου στο οποίο βασιζόταν η ταινία. Ο Τζούλιεν αντιδρούσε σε διάφορες αλλαγές που ήθελε να κάνει ο σκηνοθέτης και ενώ ο Γκάι ήταν με το μέρος του είχε αρχίσει να εύχεται να μην είχε συμφωνήσει να βοηθήσει. Οι πράκτορες, όπως αυτός, ήταν ανεπιθύμητα πρόσωπα στα γυρίσματα των ταινιών. Ο λόγος για τον οποίο είχε δεχτεί να βοηθήσει ήταν γιατί ήθελε πάση θυσία να φύγει από την Αγγλία κι όχι γιατί τον είχε θερμοπαρακαλέσει ο Τζούλιεν να του συμπαρασταθεί στο ταξίδι του στην Αμερική. Ήξερε πολύ καλά τι ήταν αυτό που τον παίδευε. Ήταν μια γυναίκα που η εικόνα της δεν εννοούσε να φύγει από το μυαλό του, που λαχταρούσε να νιώθει το κορμί της δίπλα του στο κρεβάτι, που του έλειπε αφάνταστα η κουβέντα της: η Κάμπιον. Τι να έκανε άραγε; Με ποιον να ήταν; Με τον ίδιο άντρα που μοιραζόταν το δωμάτιο εκείνου του ξενοδοχείου στην Κορνουάλη; Όταν έφτασε το τηλεγράφημα, σκέφτηκε για μια στιγμή ότι εκείνη του το είχε στείλει. Είχε αποφασίσει ότι η ελευθερία της είχε πολύ μικρότερη αξία από αυτά που είχαν ζήσει μαζί και του ζητούσε να τρέξει κοντά της. Άνοιξε το τηλεγράφημα και διάβασε το σύντομο μήνυμα: Έλα στο σπίτι αμέσως. Σε χρειαζόμαστε. Το υπέγραφαν οι δίδυμες αδερφές του - η Μεγκ και η Άλισον. Μόλις το διάβασε έτρεξε κατευθείαν στο τηλέφωνο. Όταν άκουσαν το κουδούνι της πόρτας να χτυπάει οι δύο αδερφές τινάχτηκαν σαν ελατήρια. Η Μεγκ είχε γίνει κάτασπρη από το φόβο.


Τότε ο Τέιτ σηκώθηκε και είπε ήρεμα: «Μείνετε εδώ. Θα ανοίξω εγώ». Δεν ήταν καθόλου ήρεμος όταν πέντε λεπτά αργότερα επέστρεψε στην τραπεζαρία με έναν κατάκοπο, αξύριστο Γκάι στο πλευρό του. Όταν η Μεγκ αντίκρισε τον αδερφό της ένιωσε να την πλημμυρίζουν οι τύψεις. Είχε φοβερή όψη. Ήταν χλομός, κουρασμένος, γεμάτος ανησυχία. Μόλις είχαν τελειώσει το φαγητό τους και ο Τέιτ, αφού έριξε μια μάτια στο ένοχο πρόσωπο της γυναίκας του, είπε λακωνικά στα μικρά: «Εντάξει, παιδιά, φύγετε τώρα». Περίμενε μέχρι να κλείσει η πόρτα πίσω τους πριν στραφεί στη γυναίκα του: «Μεγκ, μπορείς να μου πεις τι συμβαίνει;» Η Μεγκ στράφηκε τρομαγμένη στην Άλισον, αλλά το μόνο που μπόρεσε να κάνει η δίδυμη αδερφή της ήταν να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι της. Είχε γίνει το ίδιο χλομή με τον αδερφό τους. Μόλις η Μεγκ είδε το τσακισμένο πρόσωπο της, κατάλαβε ότι υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο τους και αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν άλλος από την ίδια. Έβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της και ανακάλυψε έντρομη ότι η έκφραση στα μάτια του Γκάι την έκανε να νιώθει πέντε χρονών. Υπήρχε μόνον ένας τρόπος για να τα καταφέρει και σίγουρα δεν είχε καιρό για ευγένεια και διπλωματία. «Μεγκ, έκανες τον Γκάι να σηκωθεί και να έρθει εδώ από την άλλη άκρη της γης, με την εντύπωση ότι η οικογένειά του ζούσε κάποια τραγωδία. Νομίζω πως του οφείλεις μια εξήγηση, δε συμφωνείς;» είπε αυστηρά και ήρεμα ο άντρας της. Η Μεγκ αισθάνθηκε για πρώτη φορά στη ζωή της πραγματικό φόβο απέναντι στον αδερφό της. Μπροστά της


δεν υπήρχε ο συνηθισμένος ανεκτικός τρυφερός Γκάι, αλλά ένας σκληρός, άκαμπτος, θυμωμένος άντρας. «Γκάι, πρόκειται για την Κάμπιον... Την Κάμπιον Ρόμπερτς». Ξεροκατάπιε νευρικά η αδερφή του. «Περιμένει παιδί». Για μια στιγμή είδε τα μάτια του γεμάτα αγωνία και πόνο, αλλά πολύ γρήγορα ξανάγιναν ψυχρά και ανέκφραστα. «Και μ' έφερες από ένας Θεός ξέρει πόσες χιλιάδες χιλιόμετρα για να μου πεις ότι μια γυναίκα που έχω μήνες να τη δω είναι έγκυος; Μα, για όνομα του Θεού, γιατί;» Δεν το ήξερε! Στ' αλήθεια δεν το ήξερε! Αν δεν είχε δει την έκφραση που είχαν πάρει τα μάτια του λίγο πριν, ίσως να μην κατάφερνε να συνεχίσει. Έψαξε κάτω από το τραπέζι για το χέρι της Άλισον και το κράτησε σφιχτά ενώ συνέχιζε βραχνά: «Το μωρό... δηλαδή τα μωρά... είναι δικά σου». Ακολούθησε μια ηλεκτρισμένη, βαριά σιωπή που τη διέκοψε ο Τέιτ λέγοντας ζαλισμένος: «Μεγκ...» αλλά κανένας δεν τον άκουγε. Ο Γκάι πετάχτηκε όρθιος, άρπαξε το χέρι της Μεγκ και το έσφιξε δυνατά χωρίς να καταλαβαίνει τι κάνει. Το πρόσωπο του, αξύριστο και αδυνατισμένο από την αγωνία των δύο τελευταίων ημερών, είχε γίνει κατάχλομο. «Επανάλαβε αυτό που είπες», τη διέταξε. Η Μεγκ σήκωσε το κεφάλι της και βύθισε τα μάτια της στα δικά του. Η καρδιά της ξαναγύρισε στο φυσιολογικό της ρυθμό. Όλα θα ταχτοποιούνταν... Ναι, είχε δίκιο. Σίγουρα τον ενδιέφερε η Κάμπιον. «Η Κάμπιον έχει στα σπλάχνα της το παιδί σου... θέλω να πω, τα παιδιά σου», επανέλαβε εκείνη και του χαμογέλασε. «Θα γεννήσει δίδυμα». Άπλωσε το χέρι της και έπιασε το δικό του ενώ το βλέμμα της ήταν γεμάτο αγάπη και ικεσία.


«Γκάι, σ' αγαπάει τόσο πολύ! Τι συνέβη ανάμεσά σας; Κάθε φορά που τη βλέπω με ρωτάει για σένα, αν και καταλαβαίνω ότι καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να το αποφεύγει. Και αυτά τα καημενούλικα τα μωρά... οι ανιψιές μας!» πρόσθεσε με λαχτάρα. «Έπρεπε να σε αναγκάσουμε να γυρίσεις, πρέπει να το καταλάβεις αυτό», επέμεινε όταν εκείνος εξακολουθούσε να μένει αμίλητος. Στην πραγματικότητα φαινόταν να μην την προσέχει καθόλου. Τα μάτια του φωτίζονταν από μια έκφραση που δεν της ήταν καθόλου δύσκολο να την ερμηνεύσει. «Καλά και δεν μπόρεσες να βρεις κάποιον λιγότερο τρομαχτικό τρόπο;» τη ρώτησε ξερά, αλλά δε φαινόταν πια θυμωμένος. Το κορμί και το πρόσωπο του είχαν χαλαρώσει και μάλιστα είχε αρχίσει να της χαμογελάει. «Δηλαδή πώς;» τον ρώτησε πειραχτικά η αδερφή του. «Να σου έγραφα: Έλα σπίτι, η Κάμπιον είναι έγκυος;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά και κρεμάστηκε από το μπράτσο του παρακλητικά. «Ω Γκάι, την αγαπάς, έτσι δεν είναι; Ήμουν σίγουρη γι' αυτό και ήθελα τόσο πολύ να της το πω! Φαινόταν τόσο απελπισμένη, τόσο... δυστυχισμένη, αλλά δεν τολμούσα. Φοβόμουν πως μπορεί να είχα κάνει λάθος. Και τότε, μετά το πέσιμο της...» είπε χωρίς να το σκεφτεί, χωρίς να προσέξει την προειδοποιητική ματιά του άντρα της. «Το πέσιμο! Ποιο πέσιμο;» τη ρώτησε ο Γκάι. «Είναι καλά τώρα; Είναι...» «Γκάι, είναι μια χαρά», του είπε ήρεμα ο Τέιτ. «Πέρασε κάποιος καιρός από τότε που λιποθύμησε. Τότε ήταν κάπως άσχημα ομολογώ, αλλά τώρα είναι μια χαρά. Τουλάχιστον σωματικά». «Της λείπεις τρομερά», επενέβη η Μεγκ.


«Αρκετά, Μεγκ», της είπε ο Τέιτ ψυχρά. «Δε νομίζω ότι η Κάμπιον θα χαιρόταν πολύ να μάθει ότι προδίδεις τα μυστικά της...» Χωρίς να απαντήσει στον άντρα της στράφηκε προς το μέρος του αδερφού της. «Γκάι, τι σκοπεύεις να κάνεις;» «Αυτό, αγαπητή μου γυναίκα, δεν είναι δική σου δουλειά», της είπε αποφασιστικά ο Τέιτ. Η Κάμπιον είχε πολύ καιρό να δει μια τόσο υπέροχη μέρα. Ο ήλιος έλαμπε, ο αέρας ήταν ευωδιαστός, οι μέλισσες βούιζαν γύρω της, τα πόδια της βυθίζονταν στο παχύ γρασίδι που βαριόταν να κουρέψει. Αυτό ήταν το σπίτι της και παρ' όλες τις διαμαρτυρίες της τελικά ξετρελάθηκε με τη δουλειά του διακοσμητή, τους τοίχους τους βαμμένους με απαλά χρώματα και τα μαλακά υφάσματα των επιπλώσεων. Και βέβαια το δωμάτιο των παιδιών. Χαμογέλασε και χάιδεψε τη μεγάλη κοιλιά της. Ακόμη δυόμισι μήνες, που θα τους περνούσε σ’ αυτό εδώ το μέρος, κάτω από τα δέντρα, τεμπελιάζοντας στον ήλιο. Η φύση τής είχε δώσει ένα απρόσμενο δώρο, ένα δώρο μαζί με τα δύο αγέννητα παιδιά της: της είχε δώσει ηρεμία. Με απαλυμένο τον πόνο της μπορούσε να συγκεντρώσει όλες τις σκέψεις της στις δύο ζωές που κουβαλούσε μέσα της. Από πάνω της, ψηλά στον ουρανό, περνούσε ένα αεροπλάνο. Έκλεισε τα μάτια της νανουρισμένη από τον ήχο του. Κοιμόταν πολύ τώρα τελευταία. Σημάδι μελαγχολίας, της φώναξε μια μικρή φωνούλα μέσα της, αλλά εκείνη αρνήθηκε να την ακούσει. Τέντωσε τα πόδια της κάτω από την κουβέρτα και αναστέναξε σιγανά. Την ξύπνησε κάτι που μπήκε ανάμεσα σ' αυτή και τη ζεστασιά του ήλιου. Σήκωσε το κεφάλι της και είδε μια


αντρική φιγούρα. Ο ήλιος την εμπόδιζε να δει καθαρά και προσπάθησε αδέξια να ανακαθίσει. «Γκάι...» «Γιατί, για όνομα του Θεού, δε μου το είπες;» Δεν μπήκε στον κόπο να κάνει κάποια εισαγωγή. Να μπει σιγά σιγά στο θέμα, παρά της πέταξε αυτή την αγριεμένη, θυμωμένη φράση. Τη βρήκε απροετοίμαστη. Δεν μπορούσε να προσποιηθεί ότι δεν ήξερε για ποιο πράγμα της μιλούσε. Ήταν ντυμένος με κοστούμι και φαινόταν ξαναμμένος και ανήσυχος. Το δέρμα του ήταν ηλιοκαμένο -αποτέλεσμα της παραμονής του στις Ηνωμένες Πολιτείες; Καθώς την κοίταζε, χαλάρωσε τον κόμπο της γραβάτας του και ξεκούμπωσε τα πάνω κουμπιά από το πουκάμισο του. Μια πολύ γνωστή αίσθηση διέτρεξε το κορμί της. Απελπισμένη τράβηξε το βλέμμα της από πάνω του. Δεν ήθελε να αισθάνεται έτσι, να τον θέλει, να τον αγαπάει... «Πώς το έμαθες;» «Από τη Μεγκ», της απάντησε σφιγμένα ενώ ανάσαινε βαριά. Έπειτα ξέσπασε: «Για το Θεό, μπορείς να φανταστείς πώς ένιωσα όταν έμαθα ότι έχεις μέσα σου τα... παιδιά μου ενώ εγώ νόμιζα...» «Πρέπει να ήταν δύσκολο για σένα», συμφώνησε ψυχρά η Κάμπιον. Αισθανόταν ελαφρά ζαλισμένη, ίσως επειδή είχε καθίσει στον ήλιο πολλή ώρα. Προσπάθησε να σηκωθεί και της ξέφυγε μια κραυγή πόνου καθώς ένιωθε χιλιάδες βελόνες να τρυπούν τον αστράγαλο της. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε ανήσυχος ο Γκάι και γονάτισε στο έδαφος δίπλα της. Το ένα του χέρι βρέθηκε στον ώμο της και το άλλο στον αστράγαλο της. Η Κάμπιον μπορούσε να μυρίσει την αντρική κολόνια του. Ένιωσε να της κόβεται η


αναπνοή. Άρχισε να χάνεται μέσα στις αναμνήσεις απ' τον καιρό που μπορούσε να τον αγγίζει, να τον χαϊδεύει... «Κάμπιον!» Η φωνή του ήταν γεμάτη αγωνία και την έκανε να τον κοιτάξει στα μάτια. Ήταν σκοτεινιασμένα και γεμάτα ένταση. «Γιατί... γιατί δε μου είπες κάτι;» Το χέρι του πήγε από το πόδι της στο στομάχι της και χάιδεψε τη φουσκωμένη κοιλιά της. Ήταν ντυμένη με ένα λεπτό βαμβακερό φόρεμα και η ζεστασιά του χεριού του περνούσε στο δέρμα της σαν να μη φορούσε τίποτα. Ένιωσε τα δίδυμα να κινούνται μέσα της. Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, θα είχε σκάσει στα γέλια από την έκφραση που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του όταν κάποιο από τα δύο κλότσησε δυνατά κάτω από την παλάμη του. Τα μάγουλά του βάφτηκαν κόκκινα. Τράβηξε το χέρι του απότομα και η Κάμπιον προσπάθησε να διώξει την αίσθηση της απογοήτευσης που την πλημμύρισε. «Τι ήθελες να πω;» τον ρώτησε με τη σειρά της, χωρίς να απαντήσει στην ερώτησή του. «Μου το ξεκαθάρισες ότι η σχέση μας είχε τελειώσει». «Εγώ... εγώ... τι; Τι στο διάολο θέλεις να πεις; Εγώ σε αγαπούσα. Νομίζω ότι το είχα δείξει καθαρά». Κούνησε το κεφάλι του σαν να του ήταν αδύνατο να καταλάβει αυτά που του έλεγε. «Σ' αγαπούσα, αλλά δεν ήθελα να σε παγιδέψω με μια υπόσχεση που θα έβγαινε από τη ζάλη της ερωτικής έκστασης». Τον είδε που έκανε μια γκριμάτσα. «Ήθελα να σου δώσω χρόνο... χρόνο να πειραματιστείς λίγο, να ανακαλύψεις τον εαυτό σου, να εξερευνήσεις τον ερωτισμό σου. Είπα στον εαυτό μου ότι, αν με αγαπούσες πραγματικά, δεν είχα τίποτα να χάσω και ότι, αν δε με αγαπούσες, δε θα έβγαινε τίποτα αν προσπαθούσα να σε κρατήσω με το ζόρι. Δεν ήθελα να σου φερθώ με τον τρόπο που σου φέρθηκε ο Γκρεγκ».


«Με αγαπούσες;» η Κάμπιον δεν μπορούσε να το πιστέψει. «Λες ψέματα! Με πήρες στο κρεβάτι σου μόνο και μόνο για να κάνεις σωστά τη δουλειά σου, σαν πράκτοράς μου». «Για να ξαναγράψεις το βιβλίο σου; Πώς τολμάς να πιστεύεις κάτι τέτοιο, μετά από όσα ζήσαμε μαζί; Πώς μπόρεσες να πιστέψεις αυτές τις ασύλληπτες ανοησίες που δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με την πραγματικότητα;» Την είχε πιάσει με τα δυο του χέρια και σχεδόν την τράνταζε. Η Κάμπιον τον ένιωθε εξαγριωμένο. «Όταν γυρίσαμε από την Ουαλία έφυγες χωρίς να μου πεις λέξη», τον προκάλεσε με πίκρα. «Όλη εκείνη τη βδομάδα που έλειπα, ήλπιζα ότι θα μου τηλεφωνήσεις». «Έκανα κάτι πολύ καλύτερο. Ήρθα να σε δω. Είχα οδηγήσει όλο το βράδυ για να έρθω κοντά σου. Ω Θεέ μου, πόσο πολύ μου είχες λείψει! Δεν μπορούσα να μείνω άλλο μακριά σου. Έπρεπε να σου πω τι αισθανόμουν, άσχετα αν ήσουν έτοιμη να με ακούσεις ή όχι. Πήγα στη ρεσεψιόν και ζήτησα τον αριθμό του δωματίου σου». Σταμάτησε λίγο κι έπειτα πρόσθεσε: «Μάλλον φέρθηκα υπεροπτικά. Ήμουν βέβαιος ότι θα με περίμενες με ανοιχτές αγκάλες. Ήμουν τόσο σίγουρος, ώστε δε σου είπα τίποτα για τα σχέδιά μου να σ' επισκεφτώ στην περιοδεία σου. Ήρθα απροειδοποίητα γιατί ήθελα να σου κάνω έκπληξη... ήθελα να δω την ευχαρίστηση να ζωγραφίζεται στα μάτια σου όταν θα μ' έβλεπες ξαφνικά μπροστά σου. Μόνο που δεν ήρθαν έτσι τα πράγματα, έτσι δεν είναι;» Τον κοίταξε αποσβολωμένη από την πίκρα της φωνής του. «Ανέβηκα επάνω.... Εσύ μόλις έμπαινες στο δωμάτιο σου. Ήταν κι ένας άντρας μαζί σου...» «Ένας άντρας;» Ξαφνικά θυμήθηκε. «Ώστε εσύ ήσουν», του είπε βραχνά. «Ο άντρας που νομίσαμε ότι είχε έρθει σε


λάθος δωμάτιο. Δεν αισθανόμουν καλά... και ο Άντονι με βοηθούσε να πάω στο δωμάτιο μου. Καλά καλά δεν τον ήξερα!» Το σαγόνι του σφίχτηκε. «Και τα Χριστούγεννα, όταν προσπάθησα να σου μιλήσω, μου είπες ότι υπήρχε κάποιος άλλος». «Σου είπα ψέματα. Μόλις είχα ακούσει...» «Ναι, ξέρω τι είχες ακούσει», τη διέκοψε. «Μου τα είπαν όλα η Μεγκ και η Άλισον. Χριστέ μου, θα μπορούσα να σε τραντάζω μέχρι ν' ακούσω τα δόντια σου να χτυπούν! Πώς μπόρεσες να σκεφτείς;...» Κούνησε το κεφάλι του και ξαφνικά στο πρόσωπο του απλώθηκε μια έκφραση κούρασης και απελπισίας. Η Κάμπιον τον έπιασε από το χέρι. «Ήμουν τόσο ανασφαλής, Γκάι! Αυτό που μου συνέβαινε ήταν καινούριο, πολύτιμο, αλλά μου έφερνε και πανικό. Δεν μπορούσα...» «Να με εμπιστευτείς;» τη ρώτησε πικρόχολα. «Όχι. Να εμπιστευτώ τον εαυτό μου, την κρίση μου. Είχα κάνει λάθος μια φορά...» «Ναι, αλλά τότε ήσουν δεκαεννιά χρονών... δηλαδή παιδί». Πήρε το πρόσωπο της στα χέρια του και ένας μυς τρεμόπαιξε στο πιγούνι του καθώς βύθιζε τα μάτια του στα δικά της. «Σ' ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Εκείνο που δεν κατάλαβα όμως ήταν πόσο αυτή η αγάπη θα δυσκόλευε τη ζωή μου. Νόμισα ότι μπορούσα να προσποιηθώ ότι η δουλειά μου εξακολουθούσε να με ενδιαφέρει όπως πρώτα. Πίστεψα ότι είχα τη δύναμη να φύγω μακριά σου και να μείνω μακριά σου, όταν κατάλαβα ότι δε με ήθελες. Νόμισα ότι είχα τη δύναμη να σε αφήσω να κάνεις τις επιλογές σου, αντί να σε πιέσω, αλλά να με τώρα... έτοιμος να πέσω στα πόδια σου.


»Πέρασα μέρες και μέρες στο Χόλιγουντ, με μόνη σκέψη να μπω στο επόμενο αεροπλάνο, να τρέξω κοντά σου και να σε πάρω στην αγκαλιά μου. Μπορείς να φανταστείς τι έχω περάσει τους τελευταίους μήνες και πώς ένιωσα όταν μου ξεφούρνισε η αδερφή μου ότι έχεις μέσα σου το παιδί... θέλω να πω τα παιδιά μου;» τη ρώτησε βραχνά. «Γιατί δε μου το είπες;» «Γιατί ήμουν τρομοκρατημένη», του είπε απλά. «Δεν καταλάβαινα πώς μπορούσε κάποιος σαν εσένα να θέλει εμένα και φοβόμουν να μην ξαναπληγωθώ». Δεν της μίλησε, αλλά η έκφραση των ματιών του της έλεγε όσα σκεφτόταν. «Ο Τέιτ λέει ότι δεν ήσουν καλά». Καθώς της μιλούσε την παρατηρούσε προσεκτικά. «Μου είπε ότι λιποθύμησες». «Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο», τον καθησύχασε. «Είμαι μια χαρά τώρα». «Πόσο μια χαρά; Μια χαρά για να παντρευτούμε;» «Να παντρευτούμε;» Ένιωσε το σφυγμό της να γίνεται γρήγορος κάτω από τα δάχτυλά του, που της κρατούσαν τον καρπό. «Στην οικογένειά μας είμαστε λίγο παλιομοδίτες σ' αυτά τα πράγματα», της είπε στεγνά. «Η Μεγκ μου λέει πως δεν πρόκειται να μου ξαναμιλήσει ποτέ αν τη χωρίσω από τις ανιψιές της». «Ανιψιές;» Η Κάμπιον ύψωσε τα φρύδια της. «Α, ναι, η Μεγκ έχει μανία με τα κορίτσια. Έχει πειστεί ότι αυτή και ο Τέιτ δεν πρόκειται να κάνουν ποτέ κορίτσι. Επίσης είναι σίγουρη ότι εσύ θα γεννήσεις κορίτσια, τουλάχιστον αυτή τη φορά...» «Και αυτός είναι ο λόγος που θέλεις να με παντρευτείς; Επειδή η Μεγκ δε θέλει να στερηθεί τις ανιψιές της;»


«Και βέβαια όχι», της είπε μαλακά. «Επειδή δε θέλω εγώ να στερηθώ τη γυναίκα που αγαπώ και τα παιδιά που θα μου χαρίσει», πρόσθεσε εκείνος και ακούμπησε το χέρι στην κοιλιά της. Η ευχαρίστηση απλώθηκε μέσα της. Τον άκουσε να μουρμουρίζει βραχνά: «Κάμπιον! Ω Θεέ μου, πόσο πολύ μου έχεις λείψει!» Και τότε άρχισε να τη φιλάει άγρια, πεινασμένα, δείχνοντάς της πόσο μεγάλο λάθος είχε κάνει και πόσο, μα πόσο πολύ την είχε ανάγκη. Πέρασε πολλή ώρα πριν να την αφήσει από την αγκαλιά του. «Ήρθα κατευθείαν από το αεροδρόμιο», της είπε καθώς έμπαιναν στο σπίτι. «Δε νομίζεις ότι θα έπρεπε να μου προσφέρεις ένα μέρος να κοιμηθώ απόψε;» «Υπάρχει μόνο το κρεβάτι μου...» Σταμάτησαν να προχωρούν και η Κάμπιον άρχισε να τρέμει καθώς εκείνος την τραβούσε στην αγκαλιά του. «Και δεν είναι πολύ μεγάλο», άρχισε να του εξηγεί, αλλά εκείνος της έκλεισε το στόμα με το δικό του. Έτσι κι αλλιώς δεν τον ενδιέφερε πόσο μεγάλο ή πόσο μικρό ήταν το κρεβάτι της, αρκεί να μπορούσε να το μοιραστεί μαζί του. «Μήπως δεν έπρεπε;» τη ρώτησε ο Γκάι αρκετές ώρες αργότερα, με φωνή βραχνή από την ικανοποίηση. Ο απογευματινός ήλιος ξεχυνόταν μέσα από τα παράθυρα κι έπεφτε πάνω στα ιδρωμένα κορμιά τους -στο δικό του μελαχρινό και λεπτό και στο δικό της το χλομό και φουσκωμένο από τις δυο καινούριες ζωές που κουβαλούσε μέσα της. «Δε βλέπω κανένα λόγο». Η Κάμπιον κουλουριάστηκε δίπλα του και η αναπνοή της έγινε πιο γρήγορη καθώς το χέρι


του κινήθηκε τεμπέλικα πάνω στα στήθη της, που τώρα που βρισκόταν στους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης της είχαν γίνει πιο ευαίσθητα. Στην αρχή είχε αισθανθεί άβολα με την εγκυμοσύνη της και το σχήμα του κορμιού της, αλλά γρήγορα ο Γκάι την έκανε να το ξεχάσει λέγοντάς της πόσο αισθησιακό του φαινόταν το αλλαγμένο σώμα της. Τα χείλη του αντικαταστάθηκαν από τα δάχτυλά του και η Κάμπιον αναστέναξε μαγεμένη καθώς εκείνος έπαιζε προσεκτικά με τις θηλές της. Το χέρι του πήγε στην κοιλιά της και έμεινε εκεί. Όταν σήκωσε απότομα το κεφάλι του, τον κοίταξε ξαφνιασμένη μέχρι που εκείνος την έκανε να σκάσει στα γέλια όταν της είπε με δέος: «Χριστέ μου, έχουμε θεατές! Κάποιο από τα δυο τους μόλις με κλότσησε!» «Καλά σου έκανε, αφού καταπάτησες τα χωράφια τους», τον πείραξε η Κάμπιον. Παντρεύτηκαν στο τέλος του μήνα και η μητέρα του Γκάι ήταν ακόμη έκπληκτη που ο μεγάλος γιος της θα την έκανε πολύ γρήγορα γιαγιά. Σχεδίαζαν να ψάξουν για κάποιο σπίτι στο Ντόρσετ, αλλά προτίμησαν να το αφήσουν για μετά τη γέννηση των παιδιών. Μέχρι τότε θα ζούσαν στο μικρό σπίτι της Κάμπιον. «Ξέρω για ποιο λόγο δε θέλεις να μετακομίσουμε», του είπε πειραχτικά η Κάμπιον, όταν τέλειωσε η τελετή του γάμου και βρέθηκαν μόνοι τους. Είχαν αποφασίσει να μη φύγουν για μήνα του μέλιτος. Γιατί να έφευγαν; Εδώ, στο μικρό αυτό σπιτάκι, δε θα τους ενοχλούσε κανείς. «Μου φαίνεται ότι άρχισε να σου αρέσει αυτό το κρεβάτι».


«Μμμ... και μέρα με τη μέρα γίνεται όλο και πιο μικρό», παραπονέθηκε ο Γκάι. «Αυτό δεν έχει σχεδιαστεί για δύο άτομα, πόσο μάλλον τέσσερα...» Τα δίδυμα γεννήθηκαν στο τέλος του Αυγούστου. Ο Γκάι έμεινε δίπλα της όλη την ώρα. «Καλύτερα να πάω να τηλεφωνήσω στη Μεγκ», της είπε κουρασμένα και το βλέμμα του πήγε στα δυο μικρά πλασματάκια που ήταν ζαρωμένα στην αγκαλιά της γυναίκας του. Ο κουνιάδος του απάντησε στο τηλέφωνο. «Δύο κοριτσάκια, το ήξερα!» φώναξε η Μεγκ όταν ο Τέιτ ακούμπησε το ακουστικό στη θέση του. «Δύο υπέροχα κοριτσάκια! Τα βλέπω κιόλας μπροστά μου ντυμένα στα ροζ!» «Ε... όχι... όχι κορίτσια». «Όχι κορίτσια;» Η Μεγκ τον κοίταξε αυστηρά. «Εννοείς ότι...» «Αγόρια», της είπε ο άντρας της σοβαρά. «Δύο αγόρια. Μη στενοχωριέσαι όμως. Ο Γκάι μου είπε ότι θα βάλει τα δυνατά του να είναι κορίτσια την επόμενη φορά», είπε και χαμογέλασε στη γυναίκα του. «Ξέρεις τι σκέφτομαι;» «Όχι και ούτε θέλω να μάθω», του απάντησε η Μεγκ θυμωμένα. «Μμμ... κρίμα. Η θεία μου η Τζόιν είχε τρία αγόρια, το ξέρεις αυτό, και στην τέταρτη προσπάθεια... μπίνγκο!» «Κορίτσι;» έκανε η Μεγκ με χαρά. «Και μάλιστα τρίδυμα», συμπλήρωσε ο Τέιτ σοβαρά και έσκυψε να αποφύγει το μαξιλάρι που του πετούσε η Μεγκ. «Λοιπόν, ποτέ δεν ξέρεις... Μπορεί να πιάσει. Αξίζει να προσπαθήσουμε...» «Τέιτ Ντράμοντ», τον προειδοποίησε απειλητικά, «αν κάνουμε κι άλλο αγόρι...»


Στο νοσοκομείο η Κάμπιον περίμενε τον άντρα της να γυρίσει. «Είπες στη Μεγκ τα άσχημα νέα;» τον ρώτησε με ένα χαμόγελο. «Όχι στη Μεγκ. Δεν είμαι τόσο γενναίος. Μίλησα με τον Τέιτ». Πήρε το χέρι της μέσα στα δικά του. «Είσαι ευτυχισμένη;» «Όσο δε γίνεται», τον βεβαίωσε η Κάμπιον. «Περισσότερο απ' όσο μπορούσα να φανταστώ». Ξαφνικά έσμιξε τα φρύδια και είπε σκεφτική: «Γκάι... σαν πράκτοράς μου, τι θα έλεγες να έγραφα μια συνέχεια του προηγούμενου βιβλίου μου, να διηγηθώ δηλαδή την ιστορία των παιδιών του Ντίκον και της Λίνζι;» «Νομίζω πως είναι μια πολύ καλή ιδέα... αλλά σαν σύζυγος σου δε δίνω δεκάρα. Σ' αγαπώ, κυρία Φρεντς», μουρμούρισε πάνω στα χείλη της. «Σου το είπα;» «Ναι, αλλά μπορείς να μου το ξαναπείς. Ποτέ δε θα βαρεθώ να σ' ακούω να το λες», του ψιθύρισε η Κάμπιον γεμάτη ευτυχία.


Profile for Τζένη Διαμαντοπούλου

Μια ανεξάρτητη Γυναίκα/Η Νουβέλα της Αγάπης (ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΟ)  

Μια ανεξάρτητη Γυναίκα/Η Νουβέλα της Αγάπης (ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΟ)  

Advertisement