Page 1

ΓΕΥΣΗ ΑΠΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

«Τι διάβολο εννοείς, δε θα υπογράψεις;» Ο Ραφαέλο ντι Βισέντι κοίταξε τη γυναίκα στο κρεβάτι του. Ήταν μια χυμώδης ξανθιά, με κυματιστές μπούκλες και παραδεισένια μπλε μάτια, και το καπιτονέ πάπλωμα σκέπαζε ελάχιστα το κορμί της. Η Αμάντα Μπόναμ γλίστρησε τον ένα γυμνό μηρό της πάνω στον άλλο και άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. «Είναι τόσο απαίσιο, αγάπη μου... να υπογράφει κανείς προγαμιαίο συμβόλαιο», του είπε ναζιάρικα. «Συμφώνησες με όλους τους όρους του προγαμιαίου συμβολαίου. Ο δικηγόρος σου το εξέτασε μαζί μου. Γιατί τώρα κάνεις πίσω;» Η Αμάντα κατσούφιασε. «Ραφ, αγάπη μου, δε χρειαζόμαστε προγαμιαίο συμβόλαιο! Δε σου άρεσε η χτεσινή βραδιά;» Η φωνή της είχε γίνει βραχνή και στα αισθησιακά της χείλη φάνηκε ένα χαμόγελο. «Μπορώ να σου κάνω τόσο όμορφα τα βράδια σου –όλα τα βράδια». «Έγειρε πίσω στα μαξιλάρια προκλητικά και σταύρωσε ξανά τα πόδια της, αφήνοντας το πάπλωμα να γλιστρήσει και να αποκαλύψει το ένα από τα θεσπέσια στήθη της. «Μπορώ να σε κάνω να περάσεις καλά και αυτή τη στιγμή», συνέχισε, καθώς το βλέμμα της γλιστρούσε στο κορμί του εραστή της και ήταν σαν να τον έγδυνε με τα μάτια. Ο Ραφαέλο έκανε μια ανυπόμονη χειρονομία. Δεν τον επηρέαζαν τα πλούσια θέλγητρα της Αμάντα –τα είχε χορτάσει όλο το βράδυ και όλα είχαν τα όριά τους. «Δεν έχω χρόνο για τέτοια, Αμάντα. Απλώς υπόγραψε το αναθεματισμένο έγγραφο όπως είχες υποσχεθεί...» Η ιταλική του προφορά έγινε έντονη τώρα που είχε εκνευριστεί. Το προκλητικό βλέμμα της έγινε ξαφνικά σκληρό σαν ατσάλι. «Όχι», του είπε σκεπάζοντας το στήθος της με το πάπλωμα με μια απότομη κίνηση. «Αν θέλεις να με παντρευτείς, κάν’ το χωρίς το γελοίο συμβόλαιο». Τα αισθησιακά της χείλη σφίχτηκαν πεισματάρικα. Ο Ραφαέλο έβρισε στα ιταλικά. «Αμάντα, κάρα», είπε υπομονετικά. «Σου το έχω ήδη εξηγήσει. Θέλω μόνο μια προσωρινή σύζυγο –ξέρεις την αλήθεια, δεν προσπάθησα να σ’ εξαπατήσω. Θέλω μια σύζυγο για έξι μήνες και έπειτα ένα ανώδυνο διαζύγιο. Σε αντάλλαγμα θα πληρώνω όλα σου τα έξοδα για μισό χρόνο, θα ακολουθήσει μια σύντομη... πολύ σύντομη επίσκεψη στην Ιταλία και έπειτα, με το τέλος του γάμου, θα σου μείνει μια γενναία αποζημίωση. Μια προσυμφωνημένη αποζημίωση. Καπίσε;» «Ω, ναι, καπίσκο!» Η φωνή της Αμάντα ήταν σκληρή. «Και τώρα είναι ώρα να καταλάβεις εσύ εμένα. Το μόνο συμβόλαιο που σκοπεύω να υπογράψω είναι αυτό που θα έχει τη διπλάσια αποζημίωση!» Ο Ραφαέλο έμεινε άναυδος. Ώστε πήγαινε για τα χοντρά λεφτά. Θα έπρεπε να το καταλάβει. Η Αμάντα Μπόναμ μπορεί να ήταν εντελώς χαζή, αλλά είχε τρομερό ένστικτο όσον αφορούσε τα χρήματα.


Αλλά κανένας, κανένας δε θα τον εκμεταλλευόταν –ούτε αυτό το φιλοχρήματο χαζογύναιο ούτε ο φριχτός πατέρας του. Κανείς. Το μελαχρινό του πρόσωπο έγινε ξαφνικά ψυχρό και ανέκφραστο. «Κρίμα». Η φωνή του φανέρωνε αδιαλλαξία. Όποιος τον ήξερε θα καταλάβαινε πως τώρα ήταν η στιγμή να υποχωρήσει, αν ήθελε να συνεργαστεί μαζί του. Η Αμάντα δεν ήταν τόσο έξυπνη. Τα μπλε της μάτια έλαμψαν. «Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν έχεις άλλη επιλογή, Ραφαέλο, κάρο», του είπε σαρκαστικά. «Χρειάζεσαι μια σύζυγο επειγόντως –κι εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα μ’ αυτό, αλλά δεν πρόκειται να με περιορίσεις με το χαζοσυμβόλαιό σου!» Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Δική σου επιλογή». Την κοίταξε. «Θα σου καλέσω ταξί». Πήγε στο τραπεζάκι και πήρε το κινητό του. Η Αμάντα σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Για στάσου μια στιγμή...» άρχισε. Ατάραχος, ο Ραφαέλο συνέχισε να πληκτρολογεί τα νούμερα. «Η συμφωνία ακυρώνεται, κάρα. Καλύτερα να ντυθείς». Η Αμάντα τον άρπαξε από το μανίκι. «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό. Με χρειάζεσαι». Εκείνος την απέδιωξε, σαν να ήταν καμιά ενοχλητική μύγα. «Κάνεις λάθος», της είπε ψυχρά. «Τζο;» Η φωνή του άλλαξε. «Κάλεσε ένα ταξί, εντάξει; Σε δέκα λεπτά να είναι εδώ». Κοίταξε ξανά την Αμάντα, που στεκόταν μπροστά του τρέμοντας από οργή. Έβαλε το κινητό στην τσέπη του με άνεση. «Μπορείς να ηρεμήσεις κάνοντας ένα ντους –αλλά κάν’ το γρήγορα». Στράφηκε προς την πόρτα. «Και τι νομίζεις ότι θα κάνεις με την πολύτιμη νύφη που χρειάζεσαι, μου λες;» Η φωνή της ακούστηκε σκληρή και κοροϊδευτική. Εκείνος δεν έκανε καν τον κόπο να γυρίσει να την κοιτάξει. «Θα παντρευτώ την πρώτη γυναίκα που θα βρω μπροστά μου», της είπε και έφυγε. * Η Μάγδα φόρεσε τα λαστιχένια γάντια της και άρχισε να καθαρίζει το πολυτελές, μαρμάρινο μπάνιο, ενώ ευχόταν να μην ένιωθε τόσο κουρασμένη. Ο Μπέντζι την κράτησε ξύπνια για δυο ώρες μες στη νύχτα –τα ωράρια του ύπνου του ήταν απελπιστικά–, ευτυχώς όμως τώρα πια κοιμόταν. Κατσούφιασε. Το ήξερε πως δε θα άντεχε για πολύ ακόμα έτσι. Όταν ο Μπέντζι ήταν μικρότερος, ήταν εύκολο να τον παίρνει μαζί της και να τον αφήνει στο καρεκλάκι του όσο εκείνη δούλευε, αλλά τώρα είχε αρχίσει να περπατάει και δεν του άρεσε πια να κάθεται σ’ αυτό τόσες ώρες. Ήθελε να κάνει τις... εξερευνήσεις του, αλλά σε διαμερίσματα σαν κι αυτό, όπου όλα, από τα χαλιά ως τις κατσαρόλες, ήταν πανάκριβα, κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Έριξε λίγο υγρό απορρυπαντικό στην μπανιέρα και αναστέναξε ξανά. Τι δουλειά θα μπορούσε να κάνει ώστε να παίρνει μαζί της και ένα παιδί που είχε αρχίσει να περπατάει; Το να τον αφήνει σε μπέιμπι σίτερ όσο εκείνη δούλευε ήταν αδύνατο –θα έπρεπε να δίνει γι’ αυτόν το σκοπό όλα τα χρήματα που κέρδιζε. Αν είχε ένα σπίτι της προκοπής, θα μπορούσε να προσέχει εκείνη παιδιά, να


κερδίζει τα ίδια χρήματα και συγχρόνως να φροντίζει και τον Μπέντζι, αλλά ποια μητέρα θα ήθελε ν’ αφήσει το παιδί της στο αχούρι της; Ακόμα κι εκείνη δεν ήθελε να βρίσκεται ο Μπέντζι στη μουντή, σκοτεινή γκαρσονιέρα, γι’ αυτό τον έβγαζε έξω όσο περισσότερο μπορούσε. Είχε πια γίνει εξπέρ στο να περνά το χρόνο της σε μέρη όπως βιβλιοθήκες, πάρκα και σούπερ μάρκετ – οπουδήποτε ήταν τζάμπα η είσοδος. Ένα χαμόγελο γλύκανε το κουρασμένο της πρόσωπο. Ο Μπέν-τζι, το φως της ζωής της, η χαρά της καρδιάς της. Ο πολυαγαπημένος της γιος... Άξιζε τα πάντα, ήταν τα πάντα για εκείνη, και ορκίστηκε πως θα έκανε οτιδήποτε για χάρη του. * Ο Ραφαέλο πήγε νευριασμένος προς τη σκάλα που οδηγούσε στον κάτω όροφο της μεζονέτας του. Ήταν νευριασμένος με την Αμάντα και με τον ανυπόφορο πατέρα του, που τον έφερε σε τόσο δύσκολη θέση. Γιατί ο πατέρας του δεν εννοούσε να καταλάβει πως δε θα παντρευόταν με κανέναν τρόπο την εξαδέλφη του τη Λουτσία; Εντάξει, ήταν όμορφη, ήταν όμως ματαιόδοξη και φιλοχρήματη και είχε τρομερά οξύθυμο χαρακτήρα –αν και το έκρυβε πολύ καλά από τον μεγαλύτερ άντρα, ο οποίος είχε πια πειστεί πως ήταν η τέλεια νύφη για τον ατίθασο γιο του. Όταν οι φωνές και τα παρακάλια δεν έφεραν αποτέλεσμα, ο πατέρας του του είχε δώσει τελεσίγραφο: θα πουλούσε τη Βισέντι. Τα τελευταία αυτά λόγια ηχούσαν ακόμα στ’ αυτιά του. «Ή θα παντρευτείς ή θα πουλήσω την εταιρεία. Και μη νομίζεις ότι μπλοφάρω. Αν όμως μου φέρεις νύφη πριν από την ημέρα που κλείνεις τα τριάντα, θα τη μεταφέρω στο όνομά σου». Ε, λοιπόν, σκέφτηκε αποφασιστικά ο Ραφαέλο, θα παρουσίαζε νύφη τη μέρα των γενεθλίων του. Όχι όμως εκείνη που φαντάζονταν οι γονείς του... Τον κυρίεψε ξανά οργή. Η Αμάντα Μπόναμ θα ήταν η τέλεια νύφη για τον πατέρα του –ταιριαστή τιμωρία που τον ανάγκασε να κάνει κάτι τέτοιο. Θα ανέβαζε την πίεσή του στα ύψη. Χαζοχαρούμενη, με μαλλιά πιο μακριά από τις φούστες της και μυαλό φουσκωμένο από ματαιοδοξία, μαζί με απόλυτη αφοσίωση στο ξόδεμα των χρημάτων των αναρίθμητων εραστών της. Και τώρα η Αμάντα τα είχε κάνει μούσκεμα κι εκείνος ήταν πάλι στο μηδέν. Έψαχνε για μια νύφη που θα έκανε έξαλλο τον πατέρα του και θα έσβηνε το ξιπασμένο χαμόγελο από το πρόσωπο της Λουτσία. Συνοφρυώθηκε. Πάλι καλά που κατάλαβε την μπλόφα της νωρίς, όμως θα ήταν δύσκολο να βρει μια νύφη για μερικούς μήνες –δύσκολο ακόμα και για εκείνον. * Η Μάγδα τελείωσε το σκούπισμα και πήγε να πάρει το καθοριστικό της τουαλέτας. Αν μη τι άλλο, στα πολυτελή διαμερίσματα χαιρόσουν να καθαρίζεις τα μπάνια. Τα πάντα ήταν καινούρια και αστραφτερά και φυσικά υψηλής ποιότητας. Από την άλλη, βέβαια, υπήρχαν πάρα πολλά μπάνια – ένα σε κάθε κρεβατοκάμαρα συν η τουαλέτα των επισκεπτών, όπως αυτή εδώ που βρισκόταν στην άκρη του τεράστιου χολ της εισόδου. Για μια στιγμή η Μάγδα αναρωτήθηκε πώς ήταν να ζει κανείς σ’ ένα τέτοιο διαμέρισμα. Πώς ήταν να διαθέτει τόσα χρήματα ώστε να έχει μια τεράστια μεζονέτα με θέα στον Τάμεση και βεράντα μεγάλη σαν κήπο. Οι πλούσιοι, σκέφτηκε η Μάγδα, ήταν στ’ αλήθεια διαφορετικοί.


Όχι βέβαια πως είχε συναντήσει ποτέ τους ενοίκους. Οι άνθρωποι που καθάριζαν επιτρεπόταν να μπαίνουν στα διαμερίσματα μόνο όταν έλειπαν οι ένοικοι. Άνοιξε το μπουκάλι με το απορρυπαντικό και ετοιμάστηκε να ρίξει λίγο σ’ ένα μπολ. «Τι κάνεις εκεί;» Η βαθιά, δυσαρεστημένη φωνή που ακούστηκε ξαφνικά πίσω της την τρόμαξε. Η απότομη κίνησή της την έκανε να πιέσει κατά λάθος το μπουκάλι και το απορρυπαντικό χύθηκε στο μαρμάρινο πάτωμα. Η Μάγδα γονάτισε αμέσως και άρχισε να το καθαρίζει με το σφουγγάρι της. «Σ’ εσένα μιλάω –απάντησέ μου!» Η φωνή πίσω της ακούστηκε ακόμα πιο ενοχλημένη. Η Μάγδα στράφηκε βιαστικά. Ένας άντρας στεκόταν στην πόρτα του μπάνιου και την κοίταζε. Τον κοίταξε κι εκείνη ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της με τρόμο. Το διαμέρισμα υποτίθεται πως ήταν άδειο. Όμως, να που κάποιος ήταν εδώ, κάποιος που σίγουρα δεν ανήκε στο προσωπικό καθαριότητας. Και ήταν προφανώς έξω φρένων. Ταραγμένη, συνέχισε να καθαρίζει το πάτωμα με το σφουγγάρι της. «Λυπάμαι πολύ, κύριε. Μου είπαν πως μπορούσα να καθαρίσω εδώ σήμερα το πρωί», κατάφερε να ψελλίσει. Το στόμα του άντρα σφίχτηκε. «Υπάρχει ένα μωρό στο χολ», της είπε. Σε κάποιο σημείο του μυαλού της, η Μάγδα σκεφτόταν πως ο άντρας δεν μπορεί να ήταν Άγγλος. Δεν ήταν μόνο το μελαχρινό του δέρμα, αλλά και η προφορά του. Ισπανός; Ιταλός; Ήταν αρκετά ανοιχτόχρωμος για να είναι από τη Μέση Ανατολή, οπότε σίγουρα ήταν από τη Μεσόγειο. «Λοιπόν;» τη ρώτησε εκείνος ξανά. Η Μάγδα σηκώθηκε αδέξια. Δεν μπορούσε να μείνει αιωνίως γονατιστή. «Είναι δικό μου», του ξεφούρνισε. Μια ενοχλημένη έκφραση φάνηκε στα σκοτεινά του μάτια. «Αυτό σκέφτηκα κι εγώ. Και τι κάνει εδώ; Δεν είναι μέρος για ένα μωρό!» Ένα παιδί αυτής της ηλικίας θα έπρεπε να βρίσκεται στο σπίτι κι όχι να το σέρνουν από δω κι από κει. Τι σόι μητέρα ήταν αυτό το κορίτσι; Προφανώς ανεύθυνη! «Λυπάμαι πολύ», του είπε ξανά εκείνη ξεροκαταπίνοντας, με την ελπίδα ότι, αν έδειχνε περισσότερη ταπεινοφροσύνη, θα μαλάκωνε κάπως τον εκνευρισμό του που τη βρήκε να καθαρίζει το σπίτι ενώ εκείνος ήταν παρών. Μάλλον ήταν έξαλλος που το άψογο διαμέρισμά του μπορεί να γινόταν χάλια λόγω του μωρού. Έσκυψε για να μαζέψει το κουτί με τα καθαριστικά της, έριξε μια κλεφτή ματιά στο μπάνιο για να σιγουρευτεί πως ήταν καθαρό και είπε όσο πιο πειθήνια μπορούσε: «Θα φύγω, κύριε. Λυπάμαι πολύ που σας ενόχλησα». Πήγε προς την πόρτα κι εκείνος έκανε στην άκρη για να την αφήσει να περάσει. Ήταν δύσκολο για τη Μάγδα, που αναγκάστηκε να βρεθεί τόσο κοντά του. Εκείνος ήταν τόσο προσεγμένα ντυμένος, φρεσκολουσμένος, ενώ η ίδια είχε περάσει αρκετές ώρες καθαρίζοντας. Ήταν λερωμένη και ιδρωμένη και είχε τη φριχτή υποψία πως μύριζε από τα απορρυπαντικά. Πήγε βιαστικά προς τον Μπέντζι, ο οποίος ευτυχώς κοιμόταν ακόμα, και σήκωσε το καρεκλάκι του. «Περίμενε!» Ο τόνος του ήταν αυταρχικός και η Μάγδα σταμάτησε ενστικτωδώς, με τον Μπέντζι να τη βαραίνει στο χέρι της. Στράφηκε διστακτικά.


Ο άντρας την κοίταζε έντονα. Η Μάγδα πάγωσε. Ωχ, βοήθεια, σκέφτηκε σιωπηλά. Και τώρα τι κάνω; * Ο Ραφαέλο κοίταξε την κοπέλα. Ήταν λεπτοκαμωμένη, εντελώς άχρωμη, με μαλλιά σ’ ένα μουντό καστανό χρώμα και εντελώς συνηθισμένο πρόσωπο. Επίσης –έκανε ένα μορφασμό αηδίας– μύριζε χλωρίνες. Στο μάγουλό της είχε μια μουντζούρα. Φαινόταν γύρω στα είκοσι. Κοίταξε τα χέρια της. Φορούσε κίτρινα πλαστικά γάντια. Ο Ραφαέλο συνοφρυώθηκε. Το βλέμμα του γύρισε ξανά στο πρόσωπό της. Εκείνη τον κοίταζε με αγωνία. «Δεν είναι ανάγκη να αναπηδάς σαν φοβισμένο κουνέλι», της είπε. Η φωνή του ήταν λιγότερο απότομη τώρα, αν και αυτό δεν άλλαξε την έκφραση στο πρόσωπο της κοπέλας. Στεκόταν ακόμη εκεί, έτοιμη να το βάλει στα πόδια, με το μωρό στο ένα χέρι και τα καθαριστικά της στο άλλο. Ο Ραφαέλο έκανε δυο βήματα προς το μέρος της. «Πες μου... Είσαι παντρεμένη;» Η φωνή του αντήχησε ξανά τραχιά. Δεν το ήθελε, αλλά έτσι έγινε. Και αυτό επειδή ένα μέρος του μυαλού του του φώναζε πως ήταν τρελός να σκέφτεται κάτι τέτοιο. Παρ’ όλα αυτά, όμως, το σκεφτόταν. Εκείνη τον κοίταζε σαν χαμένη, λες και την είχε ρωτήσει κάτι ακατάληπτο. «Λοιπόν;» είπε έντονα ο Ραφαέλο. Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, με το ίδιο χαμένο βλέμμα. Ο Ραφαέλο την κοίταξε ακόμη πιο προσεκτικά. Λοιπόν, δεν ήταν παντρεμένη –όπως το υπέθετε εξάλλου, παρ’ όλο που είχε το μωρό και παρ’ όλο επίσης που δεν έβλεπε το χέρι της για να δει αν φορούσε βέρα. Το βλέμμα του πέρασε στο μωρό. Δεν κατάφερνε να μαντέψει τις ηλικίες των μωρών, αλλά αυτό εδώ φαινόταν μεγαλούτσικο. Και μάλιστα, πολύ μεγάλο γι’ αυτό το καρεκλάκι. Είχε σκούρα μαλλιά και κοιμόταν βαθιά, με το κεφαλάκι του γερμένο μπροστά. Όμως ένα μωρό είναι καλό –άσχετα από το πόσο ανεύθυνη ήταν η μητέρα του! Ένα μωρό είναι πολύ καλό, συλλογίστηκε. Το ίδιο καλή ήταν κι εκείνη. Γι’ άλλη μια φορά το βλέμμα του πλανήθηκε στο άχρωμο πρόσωπό της και είχε την αίσθηση πως εκείνη δαγκώθηκε. «Κάποιος φίλος;» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και τον κοίταξε ακόμη πιο χαμένη. Με τον ίδιο νευρικό τρόπο, κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Έχω μια επαγγελματική πρόταση να σου κάνω». Πήγε προς την πόρτα που οδηγούσε στην κουζίνα και την άνοιξε. «Πέρασε εδώ». Η κοπέλα οπισθοχώρησε προς την εξώπορτα. «Πρέπει να φύγω!» Η φωνή της ακούστηκε τσιριχτή. «Λυπάμαι πολύ!» Ο Ραφαέλο συνοφρυώθηκε ξανά. Τότε κάποιος έκλεισε με πάταγο μια πόρτα στον πάνω όροφο. Την επόμενη στιγμή, η Αμάντα κατέβαινε όσο πιο γρήγορα μπορούσε με τα ψηλά τακούνια της και τη στενή, κοντή της φούστα. Μόλις τους αντίκρισε, στα χείλη της χαράχτηκε ένα μοχθηρό χαμόγελο. «Μπα, μπα, Ραφ, αγάπη μου», μουρμούρισε με κακία, «τι ταπεινωτικό για σένα. ‘‘Η πρώτη γυναίκα


που θα βρω μπροστά μου’’. Και κοίτα τι βρήκες. Τι ατυχία». Εκείνος της απάντησε με έντονη ιταλική προφορά και με έκφραση που έκανε τη Μάγδα ν’ ανατριχιάσει από φόβο. «Ναι, όντως, Αμάντα, κάρα, και είναι ό,τι πρέπει για μένα». «Αστειεύεσαι. Σίγουρα αστειεύεσαι». Αντί να της απαντήσει, ο Ραφαέλο ύψωσε το φρύδι του και την κοίταξε κοροϊδευτικά. «Το ταξί σου θα περιμένει, κάρα. Ώρα να φύγεις». Για μια στιγμή η Αμάντα έμεινε ακίνητη, τρέμοντας από οργή. Έπειτα, πήγε και άνοιξε την πόρτα σπρώχνοντας τη Μάγδα στην άκρη. «Περιμένετε!» φώναξε η Μάγδα και προσπάθησε να φύγει ξοπίσω της. Γιατί άραγε ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος ενδιαφερόταν να μάθει αν ήταν παντρεμένη ή αν είχε φίλο; Δεν μπορούσε να σκεφτεί ούτε έναν καλό λόγο, ενώ αντίθετα μπορούσε να σκεφτεί μερικούς πολύ άσχημους. Είχε ακούσει αρκετές ιστορίες από άλλες καθαρίστριες για άντρες που τους άρεσε να ρίχνονται σε αβοήθητες γυναίκες που έκαναν κατώτερες δουλειές. «Φύγε από μπροστά μου, αηδιαστικό πλάσμα», της πέταξε η Αμάντα και έφυγε βιαστικά. Η Μάγδα προσπάθησε απεγνωσμένα να φτάσει στην εξώπορτα πριν κλείσει, αλλά δεν τα κατάφερε. «Σου είπα πως έχω να σου κάνω μια επαγγελματική πρόταση. Έχε την ευγένεια να με ακούσεις». Η φωνή με την έντονη προφορά έγινε περιφρονητική. «Ίσως να είναι μια χρυσή οικονομική ευκαιρία για σένα». Η Μάγδα τον κοίταξε τρομοκρατημένη. Ω, Θεέ μου, είχε δίκιο. Ήταν έτοιμος να της κάνει κάποια ανήθικη πρόταση. «Όχι, σας ευχαριστώ, δεν κάνω τέτοια πράγματα». «Δεν ξέρεις τι θα σου προτείνω», της είπε εκείνος τραχιά. «Ό,τι και αν είναι, δεν το κάνω. Είμαι καθαρίστρια. Σας παρακαλώ, αφήστε με να φύγω... Σας παρακαλώ, εγώ κάνω απλώς το καθάρισμα. Αυτό είναι όλο». Η έκφραση του Ραφαέλο άλλαξε ξαφνικά, σαν να κατάλαβε επιτέλους πως η κοπέλα ήταν πανικόβλητη. «Με παρεξήγησες», της είπε παγερά. «Η επαγγελματική πρόταση που σκοπεύω να σου κάνω δεν έχει καμία σχέση με το σεξ». Η Μάγδα απέμεινε να τον κοιτάζει, συνειδητοποιώντας την υπέροχη, αρρενωπή του εμφάνιση. Αυτή η εικόνα τη συνέφερε. Φυσικά, ένας τέτοιος άντρας δε θα έκανε σεξουαλικές προτάσεις σε μια γυναίκα σαν κι εκείνη. Βλέποντας το περιφρονητικό ύφος του, ένιωσε λες και ήταν ένα τίποτα. Την κατέκλυσε ντροπή. Ξαφνικά ένιωσε το κουτί με τα καθαριστικά να της φεύγει από τα χέρια. «Έλα στην κουζίνα», της είπε εκείνος, «και θα σου εξηγήσω». * Η Μάγδα καθόταν εντελώς ακίνητη σ’ ένα σκαμπό στον πάγκο της κουζίνας. Ο Μπέντζι, ως εκ θαύματος, κοιμόταν ακόμη, κουρνιασμένος στο καρεκλάκι του, που ήταν ακουμπισμένο στο πάτωμα. «Μου... μου τα λέτε ξανά;» τον ρώτησε αδύναμα. «Θα σου δώσω εκατό χιλιάδες λίρες για να με παντρευτείς ‘‘νόμιμα’’ για έξι μήνες και μετά θα κάνουμε αίτηση για συναινετικό διαζύγιο. Θα χρειαστεί να με συνοδέψεις στην Ιταλία για...


νομικούς λόγους. Στη συνέχεια, εσύ θα επιστρέψεις εδώ και τα έξοδα διαβίωσής σου θα καλυφθούν από μένα. Με το διαζύγιό μας θα λάβεις τις εκατό χιλιάδες λίρες και τίποτα παραπάνω. Κατάλαβες;» Όχι, σκέφτηκε η Μάγδα. Δεν κατάλαβα. Το μόνο που καταλαβαίνω είναι πως είσαι τρελός για δέσιμο. Αλλά δε θα ήταν έξυπνο να του πει κάτι τέτοιο. Ένιωθε πολύ άβολα που βρισκόταν εκεί. Και όχι μόνο επειδή εκείνος της έκανε μια τόσο παράλογη πρόταση, αλλά και γιατί ήταν ο πιο εκπληκτικός άντρας που είχε δει ποτέ της –πιο εντυπωσιακός και από τα μοντέλα που βλέπει κανείς στα περιοδικά. Ήταν λεπτός αλλά μυώδης και θύμιζε έντονα Ιταλό. Ήταν σίγουρα ωραίος, αλλά η ομορφιά του ήταν αρρενωπή και τραχιά και οι μακριές του βλεφαρίδες σκίαζαν τα γοητευτικά, σκούρα μάτια του. «Δε με πιστεύεις, έτσι;» Ένα σφιγμένο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του. «Καταλαβαίνω πως η κατάσταση είναι... ασυνήθιστη. Όμως παρ’ όλα αυτά...» άπλωσε τα χέρια του πάνω στον πάγκο και η Μάγδα πρόσεξε πόσο όμορφα, μακριά και περιποιημένα ήταν τα δάχτυλά του «... έτσι όπως έχουν τα πράγματα, χρειάζομαι μια σύζυγο και μάλιστα αμέσως, για κάποιον πολύ συγκεκριμένο λόγο. Ίσως θα έπρεπε να σου τονίσω πως ο γάμος θα είναι λευκός. Πες μου, έχεις διαβατήριο;» Η Μάγδα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν πειράζει. Κάτι τέτοιο διορθώνεται σε μηδέν χρόνο», της είπε εκείνος. «Για πες μου τώρα, τι γίνεται με τον πατέρα του παιδιού; Υπάρχει ακόμη στο προσκήνιο;» Η Μάγδα προσπάθησε να βρει κάτι να πει, αλλά στάθηκε αδύνατο. «Το φαντάστηκα». Η περιφρόνησή του που το παιδί της δεν είχε πατέρα την έκανε να ντραπεί ακόμα περισσότερο. «Όμως αυτό είναι καλό. Έτσι, δεν πρόκειται να ανακατευτεί». Την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, λες και έπαιρνε την τελική του απόφαση. «Επομένως, δε βλέπω κανένα εμπόδιο σ’ αυτό που σου προτείνω –είναι φανερό πως είσαι κατάλληλη για το ρόλο». Η Μάγδα ένιωσε πανικό. Εκείνος σχεδίαζε χωρίς να την υπολογίζει, λες και δεν ήταν παρά ένα σκουπίδι, ένα εξάρτημα. Έπρεπε να το σταματήσει τώρα όλο αυτό. Ήταν παράλογο. «Σας παρακαλώ», τον διέκοψε, «νομίζω πως δεν είμαι καθόλου κατάλληλη. Και λυπάμαι, αλλά πρέπει να φύγω τώρα. Έχω κι άλλα διαμερίσματα να καθαρίσω και έχω αργήσει...» Δεν είχε να πάει αλλού, αλλά δεν ήταν ανάγκη να του το πει αυτό. Η φωνή του Ραφαέλο μαλάκωσε. «Αν δεχτείς την πρότασή μου, δεν πρόκειται να ξανακαθαρίσεις ποτέ διαμέρισμα στη ζωή σου. Για γυναίκα με το δικό σου υπόβαθρο, θα μπορείς να ζεις σε πολύ άνετες συνθήκες –αν διαχειριστείς σωστά τα χρήματά σου– για πολλά χρόνια και θα χρειαστεί να αφιερώσεις μόνο έξι μήνες από τη ζωή σου γι’ αυτό». Τα συναισθήματά της ήταν μπερδεμένα. Πάνω απ’ όλα ένιωθε οργή για τον τρόπο που εκείνος είπε «για γυναίκα με το δικό σου υπόβαθρο». Ένιωσε και κάτι άλλο όμως. Τον πειρασμό. Άνετες συνθήκες διαβίωσης... Η σκέψη την έκανε να συνέλθει. Τι είχε πει ο άνθρωπος, κάτι για εκατό χιλιάδες λίρες; Δεν μπορεί να ήταν αλήθεια. Το μυαλό της αδυνατούσε να χωρέσει ένα τέτοιο ποσό. Μ’ αυτά τα λεφτά θα μπορούσε να φύγει από το Λονδίνο, να αγοράσει ένα διαμέρισμα ή ακόμα και μια μικρή μονοκατοικία, να μην εξαρτάται πια από την Κοινωνική Πρόνοια, να σταματήσει να δουλεύει, να φροντίζει σωστά τον Μπέντζι... να κάνει σχέδια για το μέλλον. Για μια στιγμή, φαντάστηκε τον εαυτό της και τον Μπέντζι σ’ ένα όμορφο σπιτάκι, μ’ ένα μικρό


κήπο, σε έναν ωραίο δρόμο, με ωραίες οικογένειες τριγύρω. Τίποτα φανταχτερό, κάτι συνηθισμένο και... όμορφο. Κάπου που να μπορεί να τον μεγαλώσει με αξιοπρέπεια. Κάπου που να έχουν ένα αληθινό σπιτικό. Φαντάστηκε τον εαυτό της στην κουζίνα, να ψήνει κέικ, καθώς ο Μπέντζι θα έκανε βόλτα με το ποδηλατάκι του σε μια μικρή πλακόστρωτη βεράντα, με μια κουνιστή πολυθρόνα στο γρασίδι, μια γάτα να λιάζεται στο περβάζι του παραθύρου και την μπουγάδα να στεγνώνει στο σκοινί. Φαντάστηκε γειτόνισσες που είχαν παιδιά και άπλωναν κι εκείνες τις μπουγάδες τους και έψηναν κέικ. Που ζούσαν μια απλή, συνηθισμένη ζωή. Μια βαθιά λαχτάρα απλώθηκε μέσα της, τόσο έντονη που την έκανε να πονέσει. Ο Ραφαέλο μισόκλεισε τα μάτια του. Το έβλεπε καθαρά, είχε δαγκώσει το δόλωμα. Είχε δυσκολευτεί να τη φέρει σ’ αυτό το σημείο –και μάλιστα περισσότερο από όσο είχε υπολογίσει. Επιτέλους, όμως, ανταποκρινόταν. Και όσο περισσότερο χρόνο και προσπάθεια κατέβαλλε για να την πείσει, τόσο περισσότερο σιγουρευόταν πως ήταν τέλεια για τη δουλειά. Ντίο, ο πατέρας του θα πάθαινε αποπληξία! Να του φέρνει για νύφη μια κοπέλα που είχε παιδί χωρίς πατέρα και καθάριζε τουαλέτες για να ζήσει. Και τόσο άχαρη και άχρωμη... Αυτό θα του έδινε ένα μάθημα, για να μην προσπαθήσει άλλη φορά να... Η Μάγδα είδε τη λάμψη του θριάμβου στα σκοτεινά του μάτια και δείλιασε. Θα πρέπει να ήταν τρελή και μόνο που σκέφτηκε την πρότασή του! «Πρέπει στ’ αλήθεια να φύγω», του είπε βιαστικά και σηκώθηκε. Καθώς σηκωνόταν θα πρέπει να σκούντησε το καρεκλάκι του Μπέντζι, γιατί ξύπνησε τρομαγμένος. Αμέσως άρχισε να κλαίει. Η Μάγδα σταμάτησε και τον άγγιξε στο μαγουλάκι του. «Είναι εντάξει, Μπέντζι. Εδώ είναι η μαμά». Το κλάμα σταμάτησε και ο Μπέντζι άπλωσε το μικρό του χέρι και της χάιδεψε το πρόσωπο. Ύστερα άρχισε να παλεύει για να ελευθερωθεί από το καρεκλάκι του. «Ησύχασε, μωρό μου, τώρα θα φύγουμε». Τον σήκωσε με το ένα της χέρι, ενώ με το άλλο πήρε το κουτί με τα καθαριστικά. «Θα... θα βγω μόνη μου...» είπε αμήχανα στον άντρα που μόλις της είχε προτείνει να τον παντρευτεί και καθόταν ακόμη στον πάγκο της κουζίνας κοιτάζοντάς την εξεταστικά. «Εκατό χιλιάδες λίρες. Τέρμα πια το καθάρισμα. Ούτε θα είσαι αναγκασμένη να τραβολογάς έτσι το γιο σου από δω κι από κει. Δεν είναι ζωή αυτή για το μωρό». Τα λόγια του έπεσαν βαριά στη συνείδησή της. «Δεν είναι αλήθεια όλο αυτό», του είπε με σκληρή φωνή. «Δεν μπορεί. Όλα αυτά είναι τρελά!» To σφιγμένο χαμόγελο φάνηκε ξανά στο πρόσωπό του. «Αν σε παρηγορεί αυτό, το ίδιο νιώθω κι εγώ. Όμως, αν δεν εμφανιστώ τον επόμενο μήνα με μια σύζυγο, όλα όσα απέκτησα δουλεύοντας θα χαθούν. Και δεν πρόκειται να το επιτρέψω αυτό». Τα τελευταία του λόγια ήταν τόσο ψυχρά, που η Μάγδα ανατρίχιασε. Αλλά τι μπορούσε να πει; Τίποτα. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να φύγει. Ο Μπέντζι άρχισε να κλαψουρίζει ξανά. «Λυπάμαι», του είπε απελπισμένη και έφυγε σαν κυνηγημένη. * Η μουσική διαπερνούσε τους λεπτούς τοίχους της γκαρσονιέρας της και η Μάγδα ένιωθε το κεφάλι της να σφυροκοπάει. Είχε πονοκέφαλο από την ώρα που έφυγε από το διαμέρισμα εκείνου του


τρελού. Την τρέλαιναν όμως και όσα της είχε πει εκείνος. Το μυαλό της επαναλάμβανε: Εκατό χιλιάδες λίρες, εκατό χιλιάδες λίρες. Θα κατάφερνε ποτέ να αποκτήσει ένα αξιοπρεπές σπίτι; Η λίστα αναμονής στην Πρόνοια ήταν ατέλειωτη και στο μεταξύ εκείνη είχε κολλήσει εδώ, σ’ αυτή τη φριχτή γκαρσονιέρα. Όσο ο Μπέντζι ήταν μωρό, δεν ήταν τόσο άσχημα. Τώρα όμως που μεγάλωνε χρειαζόταν περισσότερο χώρο, ένα κανονικό σπιτικό. Αυτό δεν ήταν σπίτι, ούτε και θα γινόταν ποτέ, ήταν ίσα ίσα μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους. Όχι πως ήταν αχάριστη. Προς Θεού, οι ανύπαντρες μητέρες σε άλλα μέρη του κόσμου πέθαιναν στα χαντάκια του δρόμου μαζί με τα μωρά τους, χωρίς να ενδιαφερθεί κανείς. Τουλάχιστον εδώ το σύστημα πρόνοιας τους έδινε μια στέγη. Όχι βέβαια πως δεν την είχαν πιέσει να δώσει τον Μπέντζι για υιοθεσία. «Η ζωή για μια ανύπαντρη μητέρα είναι πολύ σκληρή, δεσποινίς Τζόουνς», της είχε πει η κοινωνική λειτουργός. «Ακόμα και με τη βοήθεια του κράτους. Θα έχεις πολύ καλύτερες πιθανότητες να καταφέρεις κάτι χωρίς αυτό το βάρος». Βάρος. Αυτή ήταν η λέξη που την έκανε να πεταχτεί όρθια, με το νεογέννητο μωρό στα χέρια της. «Ο Μπέντζι θα μείνει μαζί μου!» Βάρη. Τα ήξερε πολύ καλά αυτά. Και η ίδια βάρος ήταν. Τόσο μεγάλο μάλιστα, που η γυναίκα που την έφερε στον κόσμο την παράτησε να πεθάνει μέσα σ’ ένα στενοσόκακο. Κανείς, κανείς, ούτε Θεός ούτε άνθρωπος, δε θα της έπαιρνε τον Μπέντζι! Η μουσική ακουγόταν όλο και πιο δυνατά. Κανείς από τους ενοίκους δεν τολμούσε να παραπονεθεί. Ο τύπος που είχε τη μουσική στη διαπασών έπαιρνε ναρκωτικά, όλοι το ήξεραν αυτό, και γινόταν έξαλλος με το παραμικρό. Δεν ήταν ν’ απορεί γιατί ο Μπέντζι δεν κοιμόταν σταθερές ώρες. Ξέροντας πως δεν μπορούσε να τον βάλει για ύπνο, παρ’ όλο που είχε πάει οχτώ η ώρα, η Μάγδα άρχισε να παίζει μαζί του. Καθόταν δίπλα της στο σαραβαλιασμένο στρώμα και συναρμολογούσε όλο χαρά έναν πλαστικό πύργο. Ήταν ωραίο παιχνίδι και η Μάγδα το είχε βρει στα μεταχειρισμένα. Όλα τα παιχνίδια και τα ρούχα του Μπέντζι, όπως και τα δικά της ρούχα και όλα της τα υπάρχοντα, προέρχονταν από φιλανθρωπικά ιδρύματα και καλάθια. Καθώς έπαιζε μαζί του, προσπαθώντας να αγνοήσει την εκκωφαντική μουσική, σκεφτόταν ξανά και ξανά την πρόταση του άντρα. Είχε συμβεί στ’ αλήθεια; Αυτός ο εκατομμυριούχος, με την εμφάνιση του ονειρεμένου Λατίνου εραστή, της ζήτησε να τον παντρευτεί για έξι μήνες και μετά θα της έδινε εκατό χιλιάδες λίρες; Ο χτύπος στην πόρτα της την έκανε ν’ αναπηδήσει. Ο Μπέν-τζι κοίταξε γύρω του με περιέργεια. Ο χτύπος ακούστηκε ξανά. «Δεσποινίς Τζόουνς;» Η φωνή ήταν σιγανή, μόλις που την άκουγε. Ήταν ο σπιτονοικοκύρης; Ερχόταν πού και πού, για να ελέγξει την ιδιοκτησία του, από την οποία έβγαζε αρκετά νοικιάζοντάς τη σε όσους ζούσαν από την Πρόνοια. Η Μάγδα πήγε στην πόρτα. Είχε βάλει μόνη της μια αλυσίδα, αφού δεν ένιωθε καθόλου προστατευμένη με τέτοιους γείτονες. Άνοιξε μια χαραμάδα, έτοιμη να την κλείσει πάλι, αν χρειαζόταν. «Ναι;» «Είμαι ο Ραφαέλο ντι Βισέντι. Μιλήσαμε σήμερα το πρωί. Σε παρακαλώ, άφησέ με να περάσω».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Η έκπληξη την έκανε να υπακούσει. Καθώς του άνοιγε, ο Ραφαέλο δίστασε. Μα στ’ αλήθεια θα το έκανε; Να παντρευτεί αυτή την... την... πώς το έλεγαν στ’ αγγλικά; Παραδουλεύτρα; Ακόμα και για τους λόγους που είχε; Βλέποντάς την ξανά, θυμήθηκε πόσο χάλια ήταν. Φορούσε ξεχειλωμένο μπλουζάκι και κακοραμμένο παντελόνι, τα λεπτά μαλλιά της ήταν πιασμένα πίσω και το πρόσωπό της οστεώδες, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια. Ήταν το πιο αποκρουστικό θηλυκό που είχε δει ποτέ του. Αυτό όμως την έκανε τόσο τέλεια. Εντάξει, ήταν το αντίθετο της Αμάντα, της πρώτης του επιλογής, αλλά τώρα, αντί για τη σέξι κουφιοκέφαλη, θα πήγαινε σπίτι του αυτή την τόσο άχρωμη ανύπαντρη μητέρα! Θα τον βόλευε μια χαρά –αν όχι ακόμα περισσότερο. Άλλωστε –και αυτό το σκέφτηκε κάπως ενοχλημένος καθώς έριξε μια ματιά στο αχούρι της– σίγουρα χρειαζόταν τα χρήματα περισσότερο από την Αμάντα... «Τι... τι κάνετε εδώ; Πώς... πώς με βρήκατε;» Το κορίτσι τραύλιζε, προφανώς είχε πάθει σοκ. Ο Ραφαέλο πέρασε μέσα και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Εκείνη πισωπάτησε, μπαίνοντας ανάμεσα σ’ εκείνον και στο μωρό. Ο Ραφαέλο συνοφρυώθηκε. Ντίο, μήπως νόμιζε πως εκείνος θα έκανε κακό στο παιδί της; «Δεν υπάρχει λόγος να πανικοβάλλεσαι», της είπε ξερά. «Σε βρήκα, δεσποινίς Τζόουνς, από το συνεργείο καθαρισμού στο οποίο εργάζεσαι, αυτό είναι όλο. Και περίμενα όλη μέρα για να σου μιλήσω. Γύρισες πριν από λίγο. Πού στο καλό ήσουν;» «Έξω», του απάντησε η Μάγδα κάνοντας πίσω προς το κρεβάτι, ώστε να μπορέσει ν’ αρπάξει αμέσως τον Μπέντζι, αν χρειαζόταν. «Δεν περνώ πολύ χρόνο εδώ μέσα». «Το καταλαβαίνω αυτό. Από πού ακούγεται η μουσική;» «Από το δωμάτιο απέναντι. Του αρέσει να ακούει δυνατά». «Είναι ανυπόφορο!» Η Μάγδα μόλις που είχε καταφέρει να πείσει τον εαυτό της πως όλα όσα συνέβησαν το πρωί ήταν της φαντασίας της. Και τώρα, ο άντρας στεκόταν ξανά μπροστά της. Ραφαέλο ντι Βισέντι... Το όνομα της φάνηκε σαν χάδι. Του ταιριάζει απόλυτα, σκέφτηκε. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της, συνειδητοποιώντας πως τον κοίταζε σαν ηλίθια. Εκείνος πήγε στο τραπέζι και ακούμπησε έναν κομψό δερμάτινο χαρτοφύλακα, από τον οποίο έβγαλε ένα μάτσο χαρτιά. «Έφερα τα απαραίτητα έγγραφα», της είπε. «Σε παρακαλώ, διάβασέ τα πριν υπογράψεις». Η Μάγδα ξεροκατάπιε. «Ε... δεν πρόκειται να υπογράψω τίποτα, κύριε Βισέντι». «Ντι Βισέντι», της είπε εκείνος. «Κι εσύ θα είσαι η σινιόρα Ντι Βισέντι. Πρέπει να το μάθεις σωστά». Η Μάγδα σκούπισε στο παντελόνι της τις παλάμες της, που είχαν ιδρώσει ξαφνικά. «Εμ... κύριε Ντι Βισέντι, εγώ... δεν... εγώ δε νομίζω πως μπορώ να σας βοηθήσω. Ειλικρινά. Είναι όλα κάπως... πολύ... εεε... παράξενα για μένα...» Εκείνος ανασήκωσε το ένα φρύδι του. «Παράξενα;» επανέλαβε. «Ναι, είναι παράξενα, δεσποινίς


Τζόουνς. Όμως, όπως σου εξήγησα σήμερα το πρωί, δεν έχω άλλη επιλογή –αφορά τον έλεγχο της οικογενειακής επιχείρησης, της Βισέντι. Οι λεπτομέρειες δε σε αφορούν. Αλλά είναι πολύ σημαντικό για μένα να κάνω έναν προσωρινό γάμο, κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες, ώστε να εκπληρώσω ορισμένους... όρους... Τίποτα περισσότερο από μια τυπική νομιμότητα, που δυστυχώς απαιτεί να παντρευτώ, έστω και προσωρινά». «Αλλά γιατί εμένα; Ένας άντρας σαν κι εσάς μπορεί να διαλέξει όποια γυναίκα θέλει». Ο Ραφαέλο δέχτηκε το άδολο κομπλιμέντο της σαν κάτι απόλυτα φυσικό. «Σκέψου την πρότασή μου όχι σαν γάμο, αλλά σαν δουλειά, δεσποινίς Τζόουνς. Μια προσωρινή δουλειά». Η φωνή του ακούστηκε ξερή. «Αυτό ήταν κάτι που η προηγούμενη... υποψήφια... δεν μπόρεσε ν’ αποδεχτεί. Η γυναίκα που συνάντησες σήμερα το πρωί», της είπε. «Σκοπεύατε να παντρευτείτε εκείνη;» «Ναι. Δυστυχώς όμως έκανε πίσω την τελευταία στιγμή. Έτσι, είναι επείγουσα ανάγκη να βρω αντικαταστάτρια. Πρέπει να παντρευτώ το συντομότερο». «Μα γιατί εμένα;» επέμεινε η Μάγδα. Της φαινόταν ακόμη παράλογο. Πάντως, μαθαίνοντας ότι ήταν έτοιμος να παντρευτεί εκείνη τη μισόγυμνη αγελάδα που είχε φύγει τρέχοντας από το διαμέρισμά του το πρωί, η πρότασή του της φάνηκε λιγότερο απίστευτη. Και έτσι όμως, δεν μπορούσε να χωνέψει πως είχε διαλέξει εκείνη στη θέση της. Άλλωστε, ένας τέτοιος άντρας θα γνώριζε πολλές γυναίκες πιο κατάλληλες γι’ αυτόν το σκοπό. «Επειδή υπάρχει μια βασική διαφορά ανάμεσα σ’ εσένα... και σε γυναίκες σαν κι εκείνη. Η Αμάντα ήθελε τα χρήματα που θα της έδινα. Εσύ... χρειάζεσαι τα χρήματα. Και αυτό σε κάνει πιο... αξιόπιστη». Η Μάγδα έμεινε άναυδη. Εκείνος συνέχισε χωρίς οίκτο. «Πράγματι χρειάζεσαι τα χρήματα, δεσποινίς Τζόουνς. Τα χρειάζεσαι απελπισμένα. Τα χρειάζεσαι για να σωθείς –και να σωθεί και το παιδί σου. Δεν μπορείς να συνεχίσεις να ζεις εδώ, το ξέρεις. Πρέπει να φύγεις, και το ξέρεις κι αυτό. Τα χρήματά μου θα σου επιτρέψουν να το κάνεις. Είναι σανίδα σωτηρίας για σένα και για το γιο σου. Πάρ’ τα λοιπόν, πάρε τα χρήματα που σου προσφέρω». Εκείνη χλόμιασε. Ο Ραφαέλο παρακολουθούσε τα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα στο πρόσωπό της αδυσώπητα, λες και επρόκειτο για μια οποιαδήποτε επαγγελματική συμφωνία, και πίεσε την κατάσταση προς όφελός του. «Έχω το κλειδί μιας καινούριας ζωής για σένα. Ένα νέο μέλλον, με αντάλλαγμα τέσσερις εβδομάδες από το χρόνο σου. Αυτό σου ζητώ μόνο. Ένα μήνα μαζί μου κι έπειτα είσαι ελεύθερη. Ελεύθερη και με αρκετά χρήματα ώστε να φύγεις από δω μέσα μια και καλή...» Την κοίταζε στα μάτια. Η Μάγδα δεν μπορούσε να σκεφτεί. Δεν μπορούσε καν να αναπνεύσει. «Δε... δεν ξέρω ποιος είσαι... Θα μπορούσες να είσαι ο οποιοσδήποτε...» Εκείνος ύψωσε το πιγούνι του αλαζονικά. «Είμαι ο Ραφαέλο ντι Βισέντι. Οι Ντι Βισέντι είναι από τις πιο παλιές και σεβαστές οικογένειες. Είμαι ο γενικός διευθυντής της εταιρείας Βισέντι. Η αξία της ανέρχεται στα τετρακόσια εκατομμύρια ευρώ. Συνήθως δε χρειάζεται να παρουσιάζω τα διαπιστευτήριά μου». Η Μάγδα ξεροκατάπιε. «Εγώ όμως... δεν κινούμαι σε τέτοιους κύκλους». «Και η προσφορά που σου έκανα», συνέχισε εκείνος με την ίδια υπεροψία, «είναι αυτό ακριβώς που σου εξήγησα. Δεν υπάρχουν παγίδες ούτε κόλπα για να σε εξαπατήσουν. Μπορείς να μιλήσεις


με όποιον από τους δικηγόρους μου θέλεις. Αυτό που γράφουν τούτα τα έγγραφα είναι αυτό που θα πάρεις. Και τώρα, για πες μου, τι σ’ εμποδίζει να υπογράψεις;» Εσύ, ήθελε να του φωνάξει εκείνη. Τον κοίταζε άγρια. Δεν μπορούσε να παντρευτεί κάποιον με τη δική του εμφάνιση, το δικό του πλούτο, ούτε καν για λίγο διάστημα. Ήταν τρελό. Παράλογο. Ήταν... Ένα κλαψούρισμα τράβηξε την προσοχή της. Ο Μπέντζι είχε βαρεθεί το παιχνίδι του. Η Μάγδα κάθισε στο κρεβάτι και τον πήρε στην αγκαλιά της. Τα κλάματα σταμάτησαν αμέσως και ο Μπέντζι στριφογύρισε στην αγκαλιά της για να κοιτάξει τον άγνωστο που στεκόταν στη μέση του δωματίου. «Εκατό χιλιάδες λίρες», είπε μαλακά ο Ραφαέλο. «Σκέψου... σκέψου τι θα μπορούσες να κάνεις μ’ αυτά τα χρήματα...» Η Μάγδα άρχισε να νανουρίζει τον Μπέντζι... Φύγε μακριά, σκέφτηκε απελπισμένα. Φύγε μακριά. Πάρε το ακριβό σου σακάκι και το δερμάτινο χαρτοφύλακά σου και φύγε... Φύγε πριν λυγίσω, πριν με κολάσεις σαν τον ίδιο το Σατανά... «Δεν θα το κάνεις για τον εαυτό σου. Θα το κάνεις για το μωρό σου». Η Μάγδα έκλεισε τα μάτια της, προσπαθώντας να αγνοήσει τη φωνή του, που την ξελόγιαζε. «Αν φύγω τώρα και δεν ξαναγυρίσω ποτέ, πώς θα ζήσεις με τις τύψεις; Ξέροντας πως είχες την ευκαιρία να γλιτώσεις το μωρό σου από δω;» Εκείνη συνέχισε να αμφιταλαντεύεται, κρατώντας τόσο σφιχτά τον Μπέντζι, που εκείνος άρχισε να δυσανασχετεί. «Τέσσερις εβδομάδες, όχι περισσότερο, στο πατρικό μου σπίτι στην Ιταλία, το οποίο είναι απόλυτα αξιοσέβαστο, σε βεβαιώνω, δεσποινίς Τζόουνς, και έπειτα είσαι ελεύθερη». «Ο Μπέντζι θα έρθει μαζί μου». «Φυσικά και θα έρθει μαζί σου –αυτό είναι βασικό». Δεν ήταν ανάγκη να της εξηγήσει το γιατί. «Πρέπει μόνο να υπογράψεις τα χαρτιά, αυτό μόνο...» Έβγαλε ένα χρυσό στυλό από την τσέπη του και της το έδωσε. «Έλα...» Ο τόνος του είχε κάτι το αγέρωχο και η Μάγδα δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί. Αργά, σαν να υπνοβατούσε, άφησε τον Μπέντζι στο κρεβάτι αγνοώντας τη διαμαρτυρία του. Ύστερα σηκώθηκε. Δεν ήταν πραγματικότητα. Τίποτα απ’ αυτά δεν ήταν αληθινό. Σε λίγο θα ξυπνούσε και θα έβλεπε πως όλα ήταν όνειρο. Ο Ραφαέλο της έδωσε το στυλό. Εκείνη το πήρε μουδιασμένα. Μουδιασμένα, επίσης, κοίταξε στο τραπέζι, όπου εκείνος γύριζε τα έγγραφα στην τελευταία σελίδα και βάζοντας το δάχτυλό του της υποδείκνυε πού να υπογράψει. Υπέγραψε νευρικά. Στο φως του δειλινού το μελάνι φάνταζε κόκκινο σαν αίμα. Καθώς του έδινε πίσω το στυλό, ένιωσε να την κυριεύει αδυναμία. Τι έκανα; Ω, Θεέ μου, τι έκανα; Όμως, ό,τι κι αν είχε κάνει, τώρα ήταν αργά για να το πάρει πίσω. * Η Μάγδα ήταν καθισμένη και κοίταζε από το παράθυρο τον ηλιοφώτιστο ουρανό. Ο Μπέντζι κοιμόταν στην αγκαλιά της. Τον είχε αναστατώσει η απογείωση, αλλά τώρα, μετά από μισή ώρα γκρίνια, κοιμόταν. Κοίταξε τον Ραφαέλο. Εξέταζε ένα σωρό έγγραφα που είχε στο τραπέζι μπροστά του και έδειχνε


λες και ήταν ολομόναχος στο αεροπλάνο. Δεν υπήρχαν άλλοι επιβάτες εκτός από τους τρεις τους στο πολυτελέστατο ιδιωτικό τζετ. Για τη Μάγδα, που δεν είχε ξαναπετάξει στη ζωή της, ήταν μια εμπειρία που της φαινόταν απίστευτη. Από την άλλη, βέβαια, όλη της η ζωή φάνταζε απίστευτη από τη μέρα που υπέγραψε τα έγγραφα του Ραφαέλο. Ήξερε πως, αν το είχε σκεφτεί καλά, δε θα το έκανε. Έτσι, αφέθηκε να παρασυρθεί, να γίνει το παιχνιδάκι που χρειαζόταν εκείνος. Όχι βέβαια πως τον είχε συναντήσει ξανά από κείνο το απόγευμα μέχρι σήμερα. Η ειρωνεία ήταν πως αυτό που την καθησύχασε περισσότερο απ’ όλα ήταν η πλήρης αδιαφορία του απέναντί της από τη στιγμή που υπέγραψε. Άρα, για εκείνον ήταν σίγουρα μια επαγγελματική συμφωνία και η Μάγδα απλώς μια κατώτερη υπάλληλος. Είχε αναθέσει σε κάποιον άλλον υπάλληλό του να βγάλει τα έγγραφα για το γάμο και διαβατήρια για κείνη και τον Μπέντζι. Σήμερα το πρωί την πήραν από την γκαρσονιέρα της και την έφεραν στο δημαρχείο. Η τελετή του γάμου τους πέρασε σαν μέσα σε ομίχλη. Μάλλον κατόρθωσε να πει τα σωστά πράγματα στον κατάλληλο χρόνο, αλλά το μόνο που θυμόταν τώρα ήταν απλώς η παρουσία του στο πλάι της, μια φωνή με έντονη προφορά να ακολουθεί τη δική της και του υπαλλήλου, και αυτό ήταν όλο. Μόνο μια στιγμή ξεχώριζε, όταν της είχε πιάσει το χέρι και της φόρεσε τη βέρα. Ένιωσε να τη διαπερνάει κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Θα πρέπει να ήταν η ψυχρότητά του και τίποτ’ άλλο. Έπειτα έπρεπε να κάνει κι εκείνη το ίδιο και, προς μεγάλη της έκπληξη, διαπίστωσε πως δυσκολεύτηκε, γιατί το χέρι της έτρεμε. Πάντως τα κατάφερε. Μετά άκουσε τον Μπέντζι, που ήταν έξω από την αίθουσα με κάποιον άλλον υπάλληλο του Ραφαέλο, να κλαίει γοερά. Από κείνη τη στιγμή το μόνο που σκεφτόταν ήταν να γυρίσει κοντά του και δε θυμόταν τίποτε άλλο από την τελετή. Μόλις βρέθηκε ξανά κοντά στον γιο της, τον πήρε στην αγκαλιά της. Ο Ραφαέλο την πλησίασε και πιάνοντάς την από το μπράτσο τής είπε ήρεμα αλλά εντελώς απρόσωπα: «Αν είσαι έτοιμη, πρέπει να φύγουμε». Μπήκαν στη λιμουζίνα που τους περίμενε απέξω και πήγαν στο Χίθροου. Ο Ραφαέλο τη ρώτησε εξίσου απρόσωπα αν είχε βολευτεί, και αυτό ήταν όλο. Δεν είχε τίποτ’ άλλο να της πει. Σε όλη τη διάρκεια της τελετής έδειχνε αφηρημένος όπως και εκείνη. Η σύγχυση στο μυαλό της μεγάλωνε. Προσπάθησε να αφεθείς, είπε στον εαυτό της και χάιδεψε τα μεταξένια μαλλιά του Μπέντζι, κοιτάζοντας ξανά έξω από το παράθυρο. Παρ’ όλο που ήταν βαθιά σοκαρισμένη, στο βάθος ένιωθε ενθουσιασμό. Ταξίδευε για πρώτη φορά στο εξωτερικό. Ιταλία. Στ’ αλήθεια θα πήγαινε εκεί; Από τότε που παραδόθηκε στη θέληση του Ραφαέλο ντι Βισέντι, διάβασε όσα μπορούσε στις βιβλιοθήκες για τη χώρα του. Το διάβασμα ήταν πάντα η παρηγοριά της, από τότε που ανακάλυψε πως ήταν ένας τρόπος να ξεχνάει την πραγματικότητα και να ταξιδεύει σε μαγικούς τόπους, με υπέροχους ανθρώπους, σ’ έναν κόσμο μακριά από κακοποιημένα, δυστυχισμένα παιδιά κι από ενήλικες που ήταν αδύνατο να γίνουν υπεύθυνοι γονείς και ανάγκαζαν τα παιδιά τους να πληρώνουν τις δικές τους ελλείψεις. Καθώς κοίταζε το λαμπερό ουρανό, ήρθε στο μυαλό της η ανάμνηση της Καζ, της αγαπημένης της φίλης. Το πρόσωπό της συννέφιασε. Μπορεί η ίδια να είχε νιώσει τη μοναξιά ενός παιδιού που το εγκατέλειψαν οι γονείς του, αλλά σε σχέση με την Καζ ήταν τυχερή. Η Καζ είχε τις μελανιές, τα σπασμένα κόκαλα, τα τρομαγμένα μάτια. Έχοντας μεγαλώσει σε ιδρύματα για να γλιτώσει από ένα βάναυσο πατέρα και μια αλκοολική μητέρα, η Καζ ήταν φοβερά εσωστρεφής, όπως και η Μάγδα. Μάλλον ήταν φυσικό να έρθουν κοντά, για να φτιάξουν, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή τους, μια


αληθινή φιλία, ένα αληθινό συναισθηματικό δέσιμο. Κοίταξε τα σύννεφα λυπημένα. Είσαι κάπου εκεί, Καζ; αναρωτήθηκε. Ο Μπέντζι αναδεύτηκε στην αγκαλιά της. Η Μάγδα έσκυψε να φιλήσει τα όμορφα σκούρα του μαλλιά και η καρδιά της γέμισε αγάπη. Το ήξερε πως είχε κάνει το σωστό συμφωνώντας σ’ αυτό τον παράδοξο γάμο. Όσο παράξενο και αν ήταν, έκανε το σωστό για το σωστό λόγο. Τον Μπέντζι. Για πρώτη φορά από τότε που ο Ραφαέλο ντι Βισέντι είχε φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή της, η Μάγδα μπόρεσε να ηρεμήσει και ν’ αποδεχτεί αυτό που είχε κάνει. * Η ηρεμία κράτησε μέχρι που προσγειώθηκε το αεροπλάνο. Τότε, μέσα στο χάος του πολύβουου ιταλικού αεροδρομίου, με τον Μπέντζι να κλαίει στην αγκαλιά της, η Μάγδα ένιωσε ξανά σαν χαμένη. Ο Ραφαέλο ντι Βισέντι ακούμπησε απαλά αλλά σταθερά το χέρι του στην πλάτη της. «Από δω», της είπε. Μια λιμουζίνα τούς περίμενε δίπλα στο πεζοδρόμιο. Σε λίγες στιγμές είχαν επιβιβαστεί, τα πράγματά τους είχαν φορτωθεί και ο σοφέρ είχε ξεκινήσει. Το ταξίδι κράτησε πάνω από μία ώρα και το τελευταίο του κομμάτι, αφού άφησαν τον μεγάλο αυτοκινητόδρομο, ήταν το πιο μαγευτικό. Η Μάγδα κοίταζε το τοπίο της Τοσκάνης και, μιλώντας τρυφερά στον Μπέντζι, χαιρόταν τη διαδρομή. Επιγραφές στα ιταλικά, οδήγηση στη δεξιά πλευρά του δρόμου, σπίτια, αυτοκίνητα και κόσμος –όλα ιταλικά. Συνειδητοποίησε πως ανέβαιναν σταθερά προς τους λόφους. Τα κυπαρίσσια στέκονταν περήφανα κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο. Εκείνη κοίταζε μαγεμένη. Πέτρινα αγροτόσπιτα και γραφικά χωριά, ελαιώνες και αμπέλια, κατσίκες και πρόβατα που έβοσκαν στη λιακάδα και, όσο στένευε ο δρόμος, ηλικιωμένοι άνθρωποι με γαϊδουράκια και γυναίκες ντυμένες στα μαύρα από την κορυφή ως τα νύχια. Τελικά η λιμουζίνα έκοψε ταχύτητα, έστριψε και πέρασε μια μεγάλη σιδερένια πύλη. Ο Ραφαέλο έκλεισε το φορητό υπολογιστή του. «Φτάσαμε», της είπε. Εκείνη τον κοίταξε κλεφτά. Έδειχνε ανέκφραστος, αλλά της φάνηκε ταραγμένος. Αυτόματα, ένιωσε κι εκείνη ένταση. Το ταξίδι με το αεροπλάνο και η διαδρομή ως εδώ δεν ήταν παρά μια εισαγωγή. Τώρα, μπροστά στους άλλους, έπρεπε να παίξει το ρόλο της σινιόρα Ντι Βισέντι. Λες και εκείνος κατάλαβε τους φόβους της, της είπε ξαφνικά: «Μείνε ήρεμη. Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς για τίποτα. Για σένα είναι απλώς μια δουλειά. Σε παρακαλώ να το θυμάσαι αυτό». Της φάνηκε, ή η φωνή του είχε γίνει πιο σκληρή; Ενστικτωδώς, κατάλαβε πως η ψυχρότητά του δεν απευθυνόταν σ’ εκείνη, αλλά πως κάπου μέσα του έβραζε ο θυμός. Θυμός που είχε αναγκαστεί να κάνει αυτόν το γάμο. Ε, λοιπόν, σκέφτηκε αποφασιστικά, αυτό ήταν δικό του θέμα, όχι δικό της. Εκείνη έκανε απλώς αυτό για το οποίο την πλήρωνε. Είχε κάνει ένα γάμο, αλλά αυτό ήταν μόνο μια τυπική διαδικασία. Ήταν η σινιόρα Ντι Βισέντι, αλλά μόνο κατ’ όνομα. Και ποτέ δε θα γινόταν τίποτα περισσότερο. Για μια απειροελάχιστη στιγμή, ένιωσε μια λαχτάρα τόσο έντονη που σχεδόν την πόνεσε. Σκέφτηκε πως, αν τα παραμύθια ήταν αληθινά, θα μπορούσε τώρα να πήγαινε στο καινούριο της σπίτι, μ’ έναν υπέροχο σύζυγο πλάι της... Όμως τα παραμύθια δεν ήταν αληθινά. Ήταν μόνο... παραμύθια.


Και δεν είχαν καμία σχέση μ’ εκείνη. * Το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά σε μια βίλα που έμοιαζε με κάστρο και η Μάγδα έμεινε να κοιτάζει εκστατική. Ήταν πολύ παλιά και πανέμορφη. Προσεκτικά, πήρε τον Μπέντζι, που είχε αποκοιμηθεί από το κούνημα του αυτοκινήτου, και βγήκε. Η ζέστη του απογεύματος μετά τη δροσιά του κλιματιστικού τη χτύπησε καταπρόσωπο σαν ευλογία. Φορούσε ένα λεπτό βαμβακερό φόρεμα, με χαμηλή μέση. Ήταν το καλύτερο απ’ όσα είχε, παρ’ όλο που το είχε αγοράσει μόνο πέντε λίρες από τα μεταχειρισμένα και ήταν ένα νούμερο μεγαλύτερο από το κανονικό της. Το κόψιμό του, με τα κουμπάκια μπροστά, θα κολάκευε καμιά πενηντάρα οικονόμο, αλλά όχι εκείνη. Όμως τι σημασία είχε; Αν ο Ραφαέλο ντι Βισέντι είχε αντίρρηση για το φόρεμά της, τότε θα της είχε πάρει καινούριο με τα εκατομμύριά του. «Έλα...» Πέρασε το χέρι του κάτω από το μπράτσο της. Η Μάγδα ένιωσε την έντασή του, ενώ ο Μπέντζι άρχισε να γκρινιάζει. Ο Ραφαέλο έδειχνε απόμακρος. Κατάλαβε πως εκείνη και ο Μπέντζι ήταν τα τελευταία πράγματα που είχε στο μυαλό του. Καθώς πλησίαζαν την είσοδο, η πόρτα άνοιξε ξαφνικά και εμφανίστηκε ένας άντρας. Ήταν ηλικιωμένος, φορούσε πουκάμισο και γιλέκο και η Μάγδα κατάλαβε πως ήταν μάλλον ο μπάτλερ. Χαιρέτησε τον Ραφαέλο και, παρ’ όλο που εκείνη δεν καταλάβαινε λέξη από την κουβέντα τους, φάνηκε πως δεν περίμεναν την άφιξή του. Και φυσικά ούτε τη δική της. Ακολούθησαν κι άλλες κουβέντες στα ιταλικά και η Μάγδα ήταν πια σίγουρη για την αποδοκιμασία του άντρα, καθώς κοίταξε εκείνη και τον Μπέντζι. Ο Ραφαέλο μιλούσε λακωνικά, εμφανώς δυσαρεστημένος με κάτι που του είχε πει ο άντρας. Στη συνέχεια πέρασαν μέσα και ο Ραφαέλο στράφηκε σ’ εκείνη. «Εσύ και το παιδί θα είστε κουρασμένοι. Είμαι σίγουρος πως θέλετε να ξεκουραστείτε λιγάκι. Έλα». Ανέβηκαν μια μεγάλη σκάλα. Η Μάγδα κοίταζε έκθαμβη γύρω της. Το εσωτερικό του σπιτιού ήταν τόσο όμορφο όσο και το εξωτερικό, με λευκούς τοίχους διακοσμημένους με ταπισερί και ελαιογραφίες, και μια μαρμάρινη σκάλα με σκαλιστό, σιδερένιο κιγκλίδωμα. Όλα έμοιαζαν πολύ παλιά, πανάκριβα και εντελώς διαφορετικά από τα μοντέρνα διαμερίσματα που καθάριζε εκείνη. Μα στ’ αλήθεια θα ζούσε εδώ για τις επόμενες εβδομάδες; Αυτό ήταν σίγουρα σαν παραμύθι! Ο Ραφαέλο την πήγε σ’ ένα μεγάλο υπνοδωμάτιο στον πάνω όροφο. Και πάλι εκείνη κοίταζε γύρω της αποσβολωμένη. Ένα τεράστιο σκαλιστό ξύλινο κρεβάτι δέσποζε στο χώρο. Παρά τα ογκώδη έπιπλα ωστόσο, ο χώρος ήταν τόσο μεγάλος που δεν έδειχνε στριμωγμένος. Κάτω από τα πόδια της ένα υπέροχο περσικό χαλί εκτεινόταν στο δωμάτιο απ’ άκρη σ’ άκρη. Ένα τεράστιο πέτρινο τζάκι ήταν απέναντι από το κρεβάτι. «Το συνεχόμενο μπάνιο είναι από κει», της είπε ο Ραφαέλο δείχνοντάς της μια πόρτα. «Έχεις ό,τι χρειάζεσαι για σένα και το παιδί; Ο Τζουζέπε θα σου φέρει ό,τι θελήσεις». Εκείνη κατάφερε να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι της, αν και ένιωθε αμήχανα. Ο μπάτλερ – μάλλον αυτός ήταν ο Τζουζέπε– τους είχε ακολουθήσει πάνω, και τώρα μπήκε στο δωμάτιο κουβαλώντας τη βαλίτσα της. Ήταν τόσο παλιά και ξεχαρβαλωμένη και φαινόταν το ίδιο εκτός


τόπου όπως κι εκείνη. «Ωραία», είπε ο Ραφαέλο και κοίταξε το ρολόι του. «Ξεκουραστείτε. Θα ήθελες λίγο καφέ;» «Ναι, σ’ ευχαριστώ», του αποκρίθηκε. «Ωραία. Ο Τζουζέπε θα σε ξεναγήσει κάτω αργότερα, όταν θα έχετε ξεκουραστεί. Ω...» Σταμάτησε και την κοίταξε ξανά. «Δεν είναι ανάγκη ν’ αλλάξεις ρούχα». Και έπειτα έφυγε μαζί με τον μπάτλερ. Μόνη πια, η Μάγδα κοίταξε ξανά γύρω της. Ήταν σαν να την έβαζε στην άκρη μέχρι να τη χρειαστεί, αλλά δεν μπορούσε να παραπονεθεί. Το δωμάτιο ήταν υπέροχο. Το μόνο που την ανησυχούσε ήταν πως όλα γύρω της ήταν πανάκριβα. Όμως ο Μπέντζι ανυπομονούσε να κινηθεί. Τον άφησε στο πάτωμα πάνω στο χαλί κι εκείνος άρχισε να εξερευνά με ασταθή βήματα το καινούριο τους περιβάλλον. Τον είδε να πηγαίνει προς το μεγάλο κρεβάτι. Δεν ήταν ανάγκη να ζητήσει κούνια, αφού το κρεβάτι τούς χωρούσε άνετα και τους δυο. Και ο σύζυγός της; Έδιωξε αυτή τη σκέψη. Ο Ραφαέλο ντι Βισέντι ήταν σύζυγός της μόνο στα χαρτιά. Το πού θα κοιμόταν ήταν δική του δουλειά. * Ο Ραφαέλο κατέβηκε τη σκάλα με σφιγμένο πρόσωπο. Δεν ανυπομονούσε για την επικείμενη διαμάχη, αλλά ήταν αναπόφευκτη και αναγκαία. Έπρεπε να δείξει στον πατέρα του μια και καλή πως δεν ήταν ένα άβουλο πιόνι. Για τον πατέρα του, η Βισέντι, που είχε ιδρυθεί πριν από εκατό χρόνια για να δώσει τέλος στα πενιχρά οικονομικά της οικογένειας, ήταν απλώς μια επιχείρηση που τους επέτρεπε να ζουν πλουσιοπάροχα. Ο Ραφαέλο όμως δεν είχε την ίδια άποψη. Ο κόσμος είχε αλλάξει –παγκοσμιοποίηση ήταν η λέξηκλειδί. Η Βισέντι έπρεπε να προχωρήσει στον εικοστό πρώτο αιώνα και ο μόνος τρόπος για να το καταφέρει αυτό ήταν να υπερισχύσει στη διεθνή αγορά. Η Ευρώπη ήταν ανοιχτή και ο ανταγωνισμός μεγάλος. Οι μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις δε θα επιβίωναν. Μέχρι τώρα, πολεμούσε συνεχώς με τον πατέρα του για να επιβάλει τη στρατηγική του για την εξάπλωση της εταιρείας διεθνώς. Μπορεί να ήταν ο γενικός διευθυντής, αλλά ο πατέρας του ήταν ο πρόεδρος και είχε το μεγαλύτερο ποσοστό των μετοχών. Διαφωνούσε με όλες τις προτάσεις του Ραφαέλο για το άνοιγμα στην ευρωπαϊκή αγορά και, παρ’ όλο που τα κέρδη της εταιρείας αυξάνονταν, ο Ραφαέλο ήξερε πως ο μεγαλύτερος άντρας ευχόταν να είχε παραμείνει η Βισέντι μια μικρή επιχείρηση τοπικής εμβέλειας. Όμως ο Ραφαέλο είχε δουλέψει πολύ σκληρά για την ανάπτυξή της και δεν σκόπευε να δει τις προσπάθειές του να πηγαίνουν χαμένες, ούτε την οικογενειακή επιχείρηση σε χέρια ξένων. Για να το εμποδίσει αυτό θα έκανε τα πάντα –ό,τι και αν χρειαζόταν. Πράγμα που απέδειξε σήμερα το πρωί. Διέσχισε το μαρμάρινο χολ και πήγε προς τη βιβλιοθήκη που χρησιμοποιούσε ως γραφείο. Καθώς περνούσε μπροστά από το παράθυρο που έβλεπε στη διακοσμητική λιμνούλα με το σιντριβάνι, σταμάτησε για λίγο και έβαλε τα χέρια του στους γοφούς του. Τι πρωτότυπο, ο πατέρας του να λείπει κάθε φορά που τον χρειαζόταν. Ο Τζουζέπε του είχε πει μόλις έφτασαν πως τόσο ο πατέρας


του όσο και η εξαδέλφη του είχαν βγει έξω για φαγητό και θα επέστρεφαν αργά το απόγευμα. Και έπειτα άρχισε τις ερωτήσεις για να μάθει ποια ήταν η κοπέλα με το μωρό. Ο Ραφαέλο τον έκοψε. Η ταυτότητα της κοπέλας θα ήταν έκπληξη για όλους. Ω, ναι, σίγουρα θα ήταν έκπληξη. Χαμογέλασε σκληρά. Όπως το περίμενε, ήταν ιδανική για τη δουλειά που την ήθελε. Κοίταζε γύρω της μ’ ανοιχτό το στόμα όταν τη συνόδευε στον επάνω όροφο, λες και είχε προσγειωθεί σε άλλο πλανήτη, με το μωρό στην αγκαλιά, το φτηνό, άχαρο φόρεμά της να πλέει στο αδύνατο κορμί της, το πρόσωπο χλομό και τα μουντά της μαλλιά τραβηγμένα πίσω. Τα χείλη του σφίχτηκαν. Ο πατέρας του θα γινόταν πυρ και μανία –όχι μόνο επειδή του την είχε φέρει, αλλά και επειδή το όνομα των Ντι Βισέντι είχε ντροπιαστεί τόσο πολύ από το γιο του, που του παρουσίαζε μια τέτοια νύφη. Για λίγο συνοφρυώθηκε, αλλά μετά ηρέμησε. Η κοπέλα δεν μπορεί να είχε καταλάβει γιατί ήταν τόσο ιδανική γι’ αυτόν το ρόλο –άλλωστε η αμοιβή της ήταν εξαιρετικά γενναία και είχε συναινέσει με τη θέλησή της. Ως τώρα είχε κάνει αυτό που ήθελε εκείνος –δηλαδή, κυρίως έκανε αυτό που της ζητούσε, χωρίς ερωτήσεις, και δεν ενοχλούσε καθόλου. Απομακρύνθηκε από το παράθυρο και κάθισε στο γραφείο. Καλύτερα να έκανε και λίγη δουλειά όσο θα περίμενε. Μπορεί να ξεχνούσε για λίγο την επικείμενη διαμάχη. Γιατί να είναι έτσι τα πράγματα; αναρωτήθηκε κουρασμένα. Γιατί αυτή η άσκοπη διαμάχη με τον πατέρα του; Γιατί να μην μπορεί απλώς να του μιλήσει –να επικοινωνήσουν– αντί να έρχονται σε αντιπαράθεση; Αναστέναξε. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, περισσότερο επικοινωνούσε με τον Τζουζέπε και τη γυναίκα του, τη Μαρία, παρά με τον πατέρα του. Εκείνοι ήταν που τον είδαν να περνά από την εφηβεία στην ενηλικίωση. Ο Τζουζέπε ήταν που τον βοηθούσε να συνέλθει από τα βραδινά μεθύσια του πριν τον δει ο πατέρας του το πρωί και η Μαρία εκείνη που είχε αρνηθεί να του δώσει τα κλειδιά του πρώτου σπορ αυτοκινήτου του μια μέρα που ήταν πολύ θυμωμένος για να οδηγήσει, μετά από έναν ομηρικό καβγά με τον πατέρα του. Και επίσης ήταν ο Τζουζέπε αυτός που τον άκουγε να αναπτύσσει τα όνειρά του να κάνει τη Βισέντι παγκοσμίως γνωστή. Και η Μαρία ήταν εκείνη που τον συνέφερε και τον έκανε να σταματήσει να τρέχει με τα ξετρελαμένα κοριτσάκια και να στραφεί στις γυναίκες της καλής κοινωνίας. Ήξερε πως ο πατέρας του τον θεωρούσε άσωτο, γι’ αυτό και είχε φαγωθεί να τον παντρέψει. Το στόμα του σφίχτηκε. Αν υπήρχε κάποια αληθινή ελπίδα για επικοινωνία με τον πατέρα του, δε θα ήταν τώρα εδώ έχοντας κάνει ό,τι έκανε το πρωί. Μια σκιά πέρασε από τα μάτια του. Ήταν ο θάνατος της μητέρας του σε αυτοκινητικό δυστύχημα, όταν εκείνος ήταν δεκαπέντε χρόνων, που είχε φέρει τη ρήξη στις σχέσεις με τον πατέρα του. Είχαν πενθήσει κι οι δυο –αλλά όχι μαζί. Ο μεγαλύτερος άντρας, πενθώντας την αγαπημένη του σύζυγο, είχε κλειστεί στον εαυτό του, αποκόβοντας το γιο του. Και ο Ραφαέλο ήξερε, τώρα πια που ήταν στα τριάντα, πως η ατίθαση συμπεριφορά του ως εφήβου –τα γρήγορα αυτοκίνητα, τα πάρτι, τα κορίτσια– ήταν η κραυγή του για προσοχή, για βοήθεια... για αγάπη από έναν πατέρα που τον είχε αφήσει μόνο του τη στιγμή που τον χρειαζόταν πιο πολύ. Πλέον ήταν πολύ αργά. Τα εμπόδια που τους χώριζαν ήταν αξεπέραστα. Ο πατέρας του είχε σκληρύνει, το ίδιο κι εκείνος. Τώρα υπήρχε μόνο πρόκληση και σύγκρουση. Και ο τελευταίος γύρος θα άρχιζε από στιγμή σε στιγμή. Ο θόρυβος ενός αυτοκινήτου τράβηξε την προσοχή του. Κατάλαβε πως ήταν το σπορ αυτοκίνητο της εξαδέλφης του, της Λουτσία. Για τη Λουτσία ήταν σημαντικό να έχει το σωστό αυτοκίνητο, να


φοράει πανάκριβα ρούχα των πιο γνωστών σχεδιαστών και να συναναστρέφεται τους σωστούς ανθρώπους. Γι’ αυτό και καιγόταν να παντρευτεί έναν πλούσιο. Όταν άκουσε φωνές στο χολ βγήκε έξω, προσπαθώντας να δείχνει ήρεμος. «Ραφαέλο;» Ο πατέρας του έμεινε άναυδος. «Παπά». Ο Ραφαέλο πήγε προς το μέρος του. «Πότε ήρθες;» ρώτησε ο Ενρίκο ντι Βισέντι, προφανώς ξαφνιασμένος από την άφιξή του. «Σήμερα το απόγευμα», του απάντησε λακωνικά ο γιος του και πήγε προς την εξαδέλφη του, που στεκόταν άφωνη. «Λουτσία», τη χαιρέτησε ευγενικά και έσκυψε να τη φιλήσει στα μάγουλα. Το άρωμά της ήταν πάρα πολύ δυνατό και φορούσε υπερβολικό μακιγιάζ, όμως ήταν όμορφη έτσι κι αλλιώς, και το ήξερε. «Ραφαέλο», μουρμούρισε εκείνη. «Τι έκπληξη». Η φωνή της ήταν ουδέτερη και τα μάτια της τον κοίταζαν εξεταστικά. Ο Ραφαέλο της χάρισε ένα γλυκό βλέμμα. «Όπως βλέπεις, ο άσωτος υιός ξαναγύρισε», είπε λακωνικά. «Περάσατε όμορφα;» «Πολύ. Ο θείος Ενρίκο με συνόδεψε στο γεύμα εγκαινίων μιας έκθεσης ζωγραφικής στη Φλωρεντία. Είναι ένας νέος καλλιτέχνης που εκτιμώ πολύ». Ο Ραφαέλο χαμογέλασε ευγενικά. «Και σε εκτιμά κι εκείνος επίσης;» μουρμούρισε. Τα χαρακτηριστικά της Λουτσία σφίχτηκαν αμέσως. «Με προσβάλλεις, Ραφαέλο!» του είπε. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. Δεν έπρεπε να την τσιγκλάει, το ήξερε –αλλά ήξερε επίσης πως η Λουτσία Φοσέσκα διάλεγε τους εραστές της κυρίως από τους καλλιτεχνικούς κύκλους. Νεαροί που ήταν πρόθυμοι να την ανεχτούν επειδή μπορούσε να επηρεάσει θετικά την καριέρα τους. Ήταν ένας από τους πολλούς λόγους που ο Ραφαέλο αρνιόταν να γίνει αυτός ο γάμος, παρά την επιμονή του πατέρα του. Μπορεί να ήταν παλιομοδίτης –και η Λουτσία συχνά τον χαρακτήριζε έτσι, μ’ ένα σαρκαστικό χαμόγελο που δεν κατάφερνε να κρύψει απόλυτα την ενόχλησή της–, αλλά προτιμούσε η σύζυγός του να έχει λιγότερες εμπειρίες με το αντίθετο φύλο. Κοκάλωσε. Η λέξη «σύζυγος» τον κάρφωσε στη θέση του. Η σκέψη πως στον πάνω όροφο βρισκόταν ένα άχαρο, κοκαλιάρικο, αντιερωτικό κορίτσι είκοσι ενός ετών από την Αγγλία, με ένα μωρό στην αγκαλιά χωρίς όνομα και πατέρα, που στα μάτια του νόμου ήταν η σύζυγός του εδώ και λίγες ώρες τού φάνηκε εντελώς απίστευτη. Το είχε κάνει στ’ αλήθεια λοιπόν; Του φαινόταν ακόμη εξωπραγματικό. Τρελό. Έπειτα όμως βρήκε ξανά την αποφασιστικότητά του. Ναι, το είχε κάνει –είχε βάλει το όνομά του και το δικό της σ’ ένα πιστοποιητικό γάμου. Δεν είχε άλλη επιλογή. Αναγκάστηκε. Ο θυμός τον κατέκλυσε, αλλά κατάφερνε να τον καταπνίξει. Θα έπαιρνε την εκδίκησή του γι’ αυτό που τον είχε αναγκάσει να κάνει ο ξεροκέφαλος πατέρας του –και μάλιστα τώρα αμέσως. Ο πατέρας του του μιλούσε ξανά. «Και σε τι οφείλουμε αυτή την αναπάντεχη τιμή;» τον ρώτησε δηκτικά. Τα σκοτεινά μάτια του Ραφαέλο έλαμψαν. «Επειδή, παπά, αύριο κλείνω τα τριάντα. Μη μου πεις πως δεν ήξερες ότι θα ερχόμουν;» Ο Ενρίκο ντι Βισέντι μισόκλεισε τα μάτια του. «Το ήξερα;» Ο γιος του χαμογέλασε. «Και να με, συνεπής όπως πάντα. Έλα», συνέχισε, «ας πάμε στη βεράντα. Μου φαίνεται πως... θα έχουμε μια μικρή γιορτή». Καταλάβαινε πως η Λουτσία τον κοίταζε με βλέμμα διερευνητικό και ξαφνικά έστρεψε το βλέμμα


του σ’ εκείνη. Της χαμογέλασε ευγενικά και τα μάτια του έλαμψαν. «Λουτσία... θα μας κάνεις παρέα, φυσικά». Η φωνή του ήταν ευγενική, αλλά υπονοούσε πολλά. Την παρακολουθούσε καθώς στο όμορφο πρόσωπό της φάνηκε μια έκφραση ικανοποίησης. «Ωραία», είπε ο Ραφαέλο και χαμογέλασε ξανά. Όμως, κάτω από το χαμόγελο η καρδιά του ήταν σφιγμένη.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

«Λοιπόν;» ρώτησε ο Ενρίκο καθώς έπαιρνε τη θέση του στο σκαλιστό σιδερένιο τραπέζι στη σκιερή βεράντα. «Μήπως ήρθες επιτέλους στα συγκαλά σου;» Η φωνή του ήταν κοφτή. Ο Ραφαέλο ένιωσε το σφίξιμο στο στήθος του να μεγαλώνει. «Αμφέβαλλες γι’ αυτό, παπά;» του απάντησε ανέκφραστα. «Ξέρω πως είσαι ξεροκέφαλος και εγωιστής. Πάντα έτσι ήσουν!» «Ε, λοιπόν, για μια φορά θα γίνω υποδειγματικός γιος... Πρώτα όμως, παπά, θα ήθελα να επιβεβαιώσουμε πως, αν κάνω αυτό που θέλεις και έχω παντρευτεί ως τη στιγμή που θα κλείσω τα τριάντα, θα μου παραχωρήσεις τον έλεγχο της εταιρείας. Σωστά;» ρώτησε τον πατέρα του ευθέως, μιλώντας κοφτά και επαγγελματικά. «Χα! Το ξέρεις πολύ καλά πως είναι έτσι». «Και μου δίνεις το λόγο σου γι’ αυτό;» «Φυσικά». Ο Ενρίκο φάνηκε θιγμένος που τον ρώτησε κάτι τέτοιο. Ο Ραφαέλο χαμογέλασε. «Σ’ αυτή την περίπτωση, παπά, μπορείς να μου ευχηθείς και να τηρήσεις τη συμφωνία». Ο πατέρας του απέμεινε για λίγο άφωνος. Όχι όμως και η Λουτσία. «Ραφαέλο, είσαι απαίσιος», είπε μ’ ένα μικρό γέλιο. Η φωνή της ήταν ναζιάρικη. «Να μου κάνεις πρόταση γάμου με τέτοιο τρόπο». Γέλασε ξανά. «Όμως θα σε τιμωρήσω για την έλλειψη ιπποτισμού, να είσαι σίγουρος γι’ αυτό». Στράφηκε στο θείο της. «Για πες μου, Ενρίκο, πώς να τιμωρήσω αυτό τον άξεστο το γιο σου που μου στέρησε το φλερτ;» Γέλασε ξανά, κοκέτικα τώρα, και έστρεψε το βλέμμα της στον Ραφαέλο. Εκείνος ύψωσε το χέρι του. «Πριν συνεχίσουμε, νομίζω πως είναι ώρα για σαμπάνια, τι λέτε;» Αμέσως εμφανίστηκε ο Τζουζέπε, έφερε τη σαμπάνια και την ακούμπησε στο τραπέζι. Ο Ραφαέλο του ψιθύρισε κάτι. Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και απομακρύνθηκε. Ο Ραφαέλο άνοιξε το μπουκάλι και γέμισε τα ποτήρια τους. Η Λουτσία έδειξε ενοχλημένη. «Ο Τζουζέπε έφερε περισσότερα ποτήρια απ’ όσα χρειάζονται. Μου φαίνεται πως είναι ώρα να πάρει τη σύνταξή του!» είπε ψυχρά. «Όταν θα γίνεις εσύ κυρία εδώ, μπορείς να του το πεις», της απάντησε ανάλαφρα ο Ραφαέλο. Στο πρόσωπό της φάνηκε ένα μικρό χαμόγελο ικανοποίησης και λαχτάρας. Ο Ραφαέλο την παρακολουθούσε ανέκφραστος. Ο πατέρας του πήρε το ποτήρι του και σηκώθηκε. «Μια πρόποση». Ο τόνος του φανέρωνε την ικανοποίησή του. Χαιρόταν που επιτέλους ο γιος του είχε αποφασίσει να δει τα πράγματα λογικά, όπως τα έβλεπε και η ανιψιά του. «Μια πρόποση για την καινούρια σινιόρα Ντι Βισέντι...» Ο Ραφαέλο ύψωσε το ποτήρι του. «Πολύ ευγενικό», μουρμούρισε. Άκουσε ένα θόρυβο στην πόρτα του καθιστικού και έστρεψε το κεφάλι του προς τα κει. «Πάνω στην ώρα». Το κορίτσι στεκόταν εκεί και ο Τζουζέπε πίσω της. Ο Ραφαέλο ένιωσε να τον πλημμυρίζει μια άγρια ικανοποίηση. Η κοπέλα παρουσίαζε ακριβώς την εικόνα που περίμενε. Καθώς ο πατέρας του


και η Λουτσία στράφηκαν προς το μέρος της, εκείνη στεκόταν εκεί, ντυμένη απαίσια, με τα μαλλιά της μαζεμένα πίσω και –το καλύτερο απ’ όλα– με το μωρό στην αγκαλιά της. Τους κοίταζε ανέκφραστη. Ο Ραφαέλο σηκώθηκε και την έφερε κοντά τους. Εκείνη ήταν πολύ σφιγμένη και σχεδόν σκόνταφτε. Την έπιασε από το χέρι, φροντίζοντας να φαίνεται το δαχτυλίδι του γάμου τους. «Επιτρέψτε μου να σας παρουσιάσω τη σύζυγό μου. Η σινιόρα Ντι Βισέντι». * Για μια στιγμή, καθώς η Μάγδα στεκόταν ακίνητη και ευχόταν να άνοιγε η γη να την καταπιεί, ακολούθησε απόλυτη σιγή. Αμέσως μετά άρχισε η οχλοβοή. Η φωνή του ηλικιωμένου άντρα ήταν πιο δυνατή από τις άλλες. Ακουγόταν σαν λιοντάρι που βρυχάται. Εκείνη δεν καταλάβαινε λέξη, αλλά η οργή στον τόνο του ήταν σαν ανεμοστρόβιλος. Ο Ραφαέλο ντι Βισέντι την έσφιξε πιο δυνατά πλάι του. Η ανάσα της κόπηκε. Ο ηλικιωμένος άντρας –που προφανώς ήταν ο πατέρας του Ραφαέλο– φώναζε ακόμη. Ο μπάτλερ είχε μείνει άναυδος και η γυναίκα που στεκόταν δίπλα στον σινιόρε Ντι Βισέντι έμοιαζε να μην πιστεύει στα μάτια της. Τότε, εντελώς τρομοκρατημένος, ο Μπέντζι άρχισε να ουρλιάζει. Η Μάγδα τράβηξε απότομα το χέρι της, έσφιξε το γιο της στην αγκαλιά της και έτρεξε πίσω στο κομψό σαλόνι. Τι στο καλό γινόταν; Μια καινούρια φωνή είχε διακόψει τις άλλες, η φωνή του Ραφαέλο. Ήταν κοφτή, πολύ πιο δηκτική και φοβερά θυμωμένη. Απελπισμένη, η Μάγδα πήγε όσο πιο μακριά μπορούσε, σφίγγοντας πάνω της τον Μπέντζι, που εξακολουθούσε να κλαίει, και προσπαθώντας να τον παρηγορήσει, πράγμα δύσκολο μ’ όλο εκείνον το σαματά έξω στη βεράντα. Ξαφνικά κάποιος την άρπαξε από το μανίκι. Την έπνιξε ένα βαρύ άρωμα καθώς η Λουτσία άρχισε να της μιλάει στα ιταλικά με σφυριχτή φωνή. Η έκφρασή της έσταζε δηλητήριο, και η Μάγδα δαγκώθηκε. «Σας παρακαλώ...» της είπε νευρικά. «Δε... δεν καταλαβαίνω». Εκείνη σταμάτησε για να πάρει ανάσα. Την κοίταζε με μισόκλειστα μάτια. «Ινγκλέζε;» Την έπιασε ξανά από το μπράτσο. «Ποια είσαι; Γιατί παριστάνεις τη γυναίκα του Ραφαέλο;» Έκανε να πιάσει το δάχτυλό της, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί αν το δαχτυλίδι ήταν αληθινό, αλλά η Μάγδα το τράβηξε βιαστικά. Της γύρισε την πλάτη και πήγε προς την πόρτα. Παραπατώντας, με τον Μπέντζι να κλαίει ακόμη, διέσχισε το χολ και ανέβηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τη σκάλα για να κρυφτεί στο δωμάτιό της. Όταν μπήκε μέσα, σταμάτησε για να πάρει ανάσα. Η πρώτη της έγνοια ήταν ο γιος της. Ήταν φοβερά ταραγμένος και θα δυσκολευόταν να τον ηρεμήσει. Όμως τελικά, όταν κάθισε στο κρεβάτι και άρχισε να τον κουνάει μαλακά κρατώντας τον στην αγκαλιά της, σιγά σιγά ησύχασε. Η Μάγδα ήταν υπερβολικά ταραγμένη. Μπορεί να μην είχε καταλάβει τίποτα από τις οργισμένες κουβέντες, αλλά ο θυμός δεν κρυβόταν. Ω, Θεούλη μου, πού έχω μπλεχτεί; Σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ, ας ξυπνήσω και ας βρεθώ στο σπιτάκι μου... Όμως δεν ήταν ένα κακό όνειρο. Ήταν όντως εδώ, στη βίλα της Τοσκάνης, παντρεμένη με κάποιον του οποίου η οικογένεια κόντεψε να πάθει αποπληξία όταν τους ανακοίνωσε το γάμο του μαζί της.


* Η φασαρία μαινόταν ακόμα κάτω. Δε βρίσκονταν πια στη βεράντα, αλλά ο καβγάς εξακολουθούσε το ίδιο έντονα. Η Μάγδα μαζεύτηκε με τον Μπέντζι στην αγκαλιά της. Εκείνος, νιώθοντας την αγωνία της, άρχισε να κλαίει ξανά. Στο χολ ακούστηκαν γρήγορα βήματα και πόρτες που άνοιγαν και έκλειναν. Ο Ενρίκο ντι Βισέντι ακούστηκε να ωρύεται κι ύστερα άλλη μια πόρτα να κλείνει τόσο δυνατά, που αντήχησε σ’ όλο το σπίτι. Έπειτα όλα ησύχασαν. Ένα λεπτό αργότερα ακούστηκε η μηχανή ενός αυτοκινήτου που έφευγε με ταχύτητα. Ξανά σιωπή. Απόλυτη σιωπή. Ήταν τόσο εκνευριστική όσο και ο θόρυβος. Η Μάγδα καταλάβαινε πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να μείνει στο δωμάτιό της. Σιγά σιγά ο Μπέντζι βρήκε ξανά το κέφι του, αλλά σύντομα άρχισε να πεινάει. Εκείνη έψαξε στην τσάντα της και έβγαλε ένα μήλο και μερικές φρυγανιές. Ο Μπέντζι τα καταβρόχθισε, αλλά πεινούσε ακόμη. Για τα επόμενα σαράντα πέντε λεπτά η Μάγδα προσπάθησε να τον ηρεμήσει, αλλά μάταια. Ακόμα και ο χυμός δεν κατάφερε να τον χορτάσει. Χρειαζόταν κανονικό φαγητό και γάλα. Δεν είχε μαζί της. Έπρεπε να πάει να βρει. Με την ψυχή στο στόμα, άνοιξε την πόρτα. Είχε σκοτεινιάσει. Κατέβηκε προσεκτικά στο έρημο χολ. Ελπίζοντας ότι θα συναντούσε κάπου τον Τζουζέπε, άνοιξε μια πόρτα και βρέθηκε σ’ έναν πλακόστρωτο διάδρομο. Στο τέρμα του διαδρόμου μια πόρτα ήταν μισάνοιχτη, και μπήκε διστακτικά. Αν ήταν για τον εαυτό της, δε θα την πείραζε να πάει για ύπνο νηστική, αλλά δεν μπορούσε ν’ αφήσει τον Μπέντζι να πεινάει. Σίγουρα κάποιος θα τον λυπόταν. Μπήκε σε μια παλιομοδίτικη κουζίνα. Ένα χτιστό τζάκι στη γωνία και στον τοίχο κρεμασμένα τα κατσαρολικά. Ένα τεράστιο ξύλινο τραπέζι δέσποζε στο χώρο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα έτριβε μια τεράστια μπακιρένια κατσαρόλα στον πέτρινο νεροχύτη μπροστά στο παράθυρο. Καθώς η Μάγδα στεκόταν διατακτικά στο κατώφλι, η γυναίκα στράφηκε και την κοίταξε. «Σι;» της είπε εχθρικά. Η Μάγδα ξεροκατάπιε. «Μι ντισπιάτσε...» είπε, ελπίζοντας να το προφέρει σωστά, σύμφωνα με το ιταλικό γλωσσάρι που είχε αγοράσει. «Μα... ες ποσίμπιλε;...» «Μιλάω αγγλικά», της πέταξε η γυναίκα. «Τι θέλεις;» Η Μάγδα παραλίγο να το βάλει στα πόδια. Όμως ο Μπέντζι αναδεύτηκε στην αγκαλιά της, κι έτσι ξεροκατάπιε ξανά. «Με συγχωρείτε, αλλά μήπως θα ήταν δυνατόν, σας παρακαλώ... λίγο φαγητό και λίγο... γάλα... για το μωρό μου...» Η γυναίκα την κάρφωσε με τα έντονα μαύρα μάτια της. Η Μάγδα ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό της από την ένταση. Δεν μπορεί να της αρνιόταν φαγητό για ένα παιδάκι, όσο θυμωμένη κι αν ήταν –που σίγουρα ήταν– επειδή την ενόχλησε αυτή η ανεπιθύμητη ξένη που είχε κουβαλήσει μαζί του ο Ραφαέλο. Η γυναίκα συνέχισε να κοιτάζει εξεταστικά τα άχαρα ρούχα, το λεπτό κορμί, το μωρό που σφιγγόταν πάνω της και μετά ξανά το νευρικό πρόσωπο της Μάγδας. Ξαφνικά η έκφρασή της άλλαξε. Άνοιξε διάπλατα τα χέρια της, είπε κάτι στη μητρική της γλώσσα και ήρθε προς το μέρος τους. «Έλα... έλα...» είπε. «Κάθισε...» Την έπιασε από το χέρι και την έβαλε να καθίσει. «Πεινάς, ναι; Ανόητο κορίτσι... γιατί δε με κάλεσες από το δωμάτιό σου;» «Δε... δεν ήθελα να... σας ενοχλήσω...» τραύλισε η Μάγδα.


Η γυναίκα πλησίασε στον πάγκο. Άνοιξε μια κατσαρόλα και σέρβιρε μια γενναία μερίδα σπαγγέτι. Ύστερα πρόσθεσε μπόλικη σάλτσα ντομάτας. Έφερε το πιάτο στο τραπέζι και έπειτα έδεσε μια τεράστια πετσέτα γύρω από το λαιμό του Μπέντζι για να μη λερωθεί. Ο μικρός είχε ανοίξει ήδη το στοματάκι του και η Μάγδα ούτε που πρόλαβε να ελέγξει μήπως έκαιγε το φαγητό, γιατί την άρπαξε από το χέρι και έφερε το πιρούνι προς το μέρος του. Ο Μπέντζι έφαγε με την καρδιά του και, μόλις τέλειωσε, ένα δεύτερο πιάτο σπαγγέτι με σάλτσα ήρθε μπροστά της. «Φάε», της είπε η γυναίκα, παίρνοντας τον Μπέντζι από την αγκαλιά της. Κρατώντας τον με άνεση πάνω στο γοφό της, γέμισε μια κούπα με νερό και του έδωσε να πιει. Παραδόξως το παιδί φαινόταν πολύ χαρούμενο και άρχισε να γελάει. Η γυναίκα τού γέλασε πλατιά και άρχισε να του μιλάει στα ιταλικά, από τα οποία η Μάγδα έπιασε μόνο μια λέξη –μπαμπίνο. Πήρε μια ξύλινη κουτάλα και την έδωσε στον Μπέντζι, που την άρπαξε όλος χαρά, κι έπειτα κάθισε απέναντι από τη Μάγδα κρατώντας τον στην αγκαλιά της. «Φάε», της επανέλαβε καθώς εκείνη σταμάτησε. Το σπαγγέτι ήταν υπέροχο και η Μάγδα πεινούσε πολύ. «Ευχαριστώ», μουρμούρισε, αμήχανη ακόμη αλλά και ευγνώμων. Η γυναίκα την άφησε να τελειώσει, ενώ έπαιζε με τον μικρό, ο οποίος δεν έδειχνε να ταράζεται καθόλου από την ξένη γλώσσα. Η Μάγδα τους κοίταζε στα κλεφτά καθώς έτρωγε. Η γυναίκα ήταν σίγουρα πολύ πεπειραμένη με τα παιδιά και ήξερε τι ακριβώς διασκέδαζε τον Μπέντζι: να τον αφήνει να χτυπά με την ξύλινη κουτάλα δυνατά το τραπέζι, προσπαθώντας να ρίξει την αλατιέρα. Η Μάγδα τελείωσε το φαγητό της και αναστέναξε με ανακούφιση. Η γυναίκα την κοίταξε. «Λοιπόν», της είπε. «Τώρα θα μιλήσουμε». Ακούμπησε τον Μπέντζι στο άλλο της πόδι. «Πες μου», της είπε με βαριά προφορά. «Ο Ραφαέλο είναι ο πατέρας;» Η Μάγδα την κοίταξε εμβρόντητη και απέμεινε με το στόμα ανοιχτό. Η αντίδρασή της φάνηκε να ευχαριστεί τη γυναίκα. «Να και κάτι καλό», της είπε. Η φωνή της ήταν και πάλι κοφτή και η Μάγδα, κουρασμένη από τα γεγονότα της ημέρας, ένιωσε το λαιμό της να σφίγγεται. «Λοιπόν», συνέχισε η γυναίκα ακάθεκτη, «παντρεύτηκε μόνο και μόνο για να εξαγριώσει τον πατέρα του. Ιντιότα!» Η Μάγδα την κοίταζε απελπισμένη. Δεν ήξερε τι να πει. Δεν ήξερε τι μπορούσε να πει. Δεν ήξερε πως θα έμπλεκε σε μια τέτοια κατάσταση. Όμως η οικονόμος δεν έδειχνε έκπληκτη. «Είναι τρελός και έκανε κάτι τέτοιο στον πατέρα του; Πάντα τα ίδια... πάντα. Πάντα μαλώνουν σαν... σαν κριάρια... με τα κέρατά τους... έτσι!» Έσφιξε τις γροθιές της και τις χτύπησε τη μία με την άλλη παραστατικά. «Όμως αυτό... αυτό είναι χειρότερο». «Λυπάμαι...» είπε η Μάγδα. Δεν έβρισκε τίποτ’ άλλο να πει. Η γυναίκα είπε κάτι στα ιταλικά. «Τέλος πάντων», συνέχισε στ’ αγγλικά. «Τώρα έγινε. Και αν ο Ραφαέλο δεν είναι ο πατέρας του παιδιού σου, τότε γιατί τον παντρεύτηκες;» Η ωμή ερώτηση βρήκε τη Μάγδα απροετοίμαστη. «Ε... ο σινιόρε Ντι Βισέντι είπε πως έπρεπε να παντρευτεί για νομικούς λόγους μέχρι την ημέρα των γενεθλίων του. Εγώ... συμφώνησα επειδή...» Άφησε τη φράση της στη μέση. Ξαφνικά ένιωσε ντροπή να παραδεχτεί πως παντρεύτηκε έναν άγνωστο για τα χρήματα. Το βλέμμα της γυναίκας ήταν διερευνητικό.


«Σου πρόσφερε χρήματα, σωστά;» Η Μάγδα χλόμιασε και έσκυψε το κεφάλι. «Με... με τα χρήματα που μου υποσχέθηκε ο σινιόρε Ντι Βισέντι θα μπορώ να αγοράσω ένα σπίτι για το γιο μου». «Και ο πατέρας του μπαμπίνο σου; Όχι, όχι, μη μου πεις». Η φωνή της ακούστηκε κουρασμένη. «Έχει φύγει, ε; Πάντα η ίδια ιστορία –οι άντρες δε νοιάζονται και τα κορίτσια είναι ανόητα». Έδωσε τον Μπέντζι στη Μάγδα και άρχισε να μαζεύει τα πιάτα. «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό. Αλλά σου λέω, τώρα πια ο Ενρίκο ντι Βισέντι δε θα συγχωρήσει ποτέ τον Ραφαέλο». * Το φως του ήλιου που έπεσε στα μάτια του τον έκανε να βογκήξει. Άρχισε να ξυπνάει και να θυμάται σιγά σιγά, ενώ ευχήθηκε να μπορούσε να τα ξεχάσει όλα. Είχε φύγει χτες από τη βίλα με τις κατάρες του πατέρα του να αντηχούν στ’ αυτιά του. Διασχίζοντας την κοιλάδα με το γρήγορο σπορ αυτοκίνητό του, έφερνε στο μυαλό του όλες τις βαριές κουβέντες που είχαν ανταλλάξει. Την οργή του πατέρα του και το δικό του σαρκασμό καθώς του έλεγε πως, λόγω της επιμονής του να τον παντρέψει, τώρα είχε για νύφη μια κοπέλα μ’ ένα νόθο παιδί που καθάριζε τουαλέτες για να ζήσει. Για λίγο φοβήθηκε πως ο Ενρίκο θα πάθαινε καρδιακή προσβολή επιτόπου, αλλά τότε η οργή του ξέσπασε ξανά κι άρχισε να τον βρίζει που ντρόπιασε το όνομα της οικογένειας. Όσο για τη Λουτσία, η έκφρασή της του θύμισε τη Λουκρητία Βοργία στις κακές της –λες και έψαχνε να δηλητηριάσει κάποιον, και αυτός ο κάποιος δεν ήταν άλλος από τον Ραφαέλο. Είχε τελειώσει το βράδυ του με μια μπουκάλα γκράπα, ενώ καταριόταν όλο τον κόσμο. Ένα κρύο ντους τον συνέφερε λιγάκι. Κοίταξε το ρολόι του και διαπίστωσε πως είχε πάει μεσημέρι. Το μεσημέρι των γενεθλίων του. Δεν είχε καμιά διάθεση για γιορτές. Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω αποκαρδιωμένος. Η θέα των κήπων δεν του πρόσφερε καμιά παρηγοριά. Προσπάθησε να επικεντρωθεί στα σημαντικά θέματα. Έπρεπε να πάει στη Ρώμη και να συγκαλέσει γενική συνέλευση για να επικυρωθεί η θέση του ως καινούριου προέδρου, κι έπειτα ν’ αρχίσει να εργάζεται για την επέκταση της εταιρείας στην Αμερική και την Αυστραλία. Μια κίνηση στα δεξιά τράβηξε την προσοχή του. Το κορίτσι και το μικρό της αγόρι έκαναν το γύρο του σπιτιού. Εκείνη περπατούσε πολύ αργά και τον κρατούσε από το χέρι καθώς τα βηματάκια του ήταν ακόμα ασταθή. Ντίο, την είχε ξεχάσει εντελώς. Την είδε να σκύβει σβέλτα για να πιάσει τον μικρό που παραπάτησε. Τι διάβολο θα έκανε μαζί της; Εκείνη είχε κάνει αυτό που της ζήτησε –να γίνει η σύζυγος που απαιτούσε ο πατέρας του. Δεν τη χρειαζόταν άλλο, αλλά δεν τολμούσε να τη στείλει πίσω στην Αγγλία, για να μην υποψιαστεί ο κόσμος πως είχε κάνει έναν ψεύτικο γάμο. Ανασήκωσε τους ώμους του και αναστέναξε βαθιά. Θα έλεγε στη Μαρία να την κρατήσει μακριά του και εκείνη θα απολάμβανε δωρεάν διακοπές στη βίλα όσο αυτός θα βρισκόταν στη Ρώμη. Ήταν έτοιμος να φύγει, όταν είδε κάποιον να βγαίνει από το σπίτι. Η Λουτσία. Σίγουρα πήγαινε προς το κορίτσι, και μάλιστα γεμάτη οργή. * Έξω, στον κήπο, η Μάγδα σταμάτησε ξαφνικά. Εκείνη η γυναίκα που είχε γίνει έξαλλη όταν ο


Ραφαέλο ανακοίνωσε το γάμο του, όποια κι αν ήταν, ερχόταν προς το μέρος της. Την περίμενε με φόβο και αγωνία. Τα τακούνια της αντηχούσαν στο πέτρινο μονοπάτι. Σταμάτησε ακριβώς μπροστά της. Χτες η Μάγδα ήταν πολύ σοκαρισμένη και δεν την είχε προσέξει καλά. Τώρα έβλεπε πως ήταν καστανή, με τέλειο χτένισμα, λαμπερά μάτια και ένα πανάκριβο, εφαρμοστό κοστούμι. Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα και γεμάτα εχθρότητα. Η Μάγδα έσφιξε το χεράκι του Μπέντζι, που είχε σκύψει και έπαιζε με τα χαλίκια. Ό,τι και αν σκόπευε να της πει η γυναίκα, δεν πρόφτασε. Ακούστηκαν κι άλλα βήματα, πιο βαριά και γρήγορα, και εμφανίστηκε ο Ραφαέλο. Φορούσε ένα ελαφρύ κοστούμι σε ανοιχτό γκρι και έδειχνε εκθαμβωτικός. Απευθύνθηκε στη Λουτσία, μιλώντας γρήγορα στα ιταλικά. «Πρέπει να φύγεις, Λουτσία. Δεν υπάρχει τίποτα για σένα εδώ –ποτέ δεν υπήρξε. Έπρεπε να το ξέρεις πως δε σκόπευα να σε παντρευτώ ποτέ». Τα μάτια της ξαδέρφης του άστραφταν από θυμό και το πρόσωπό της είχε παραμορφωθεί. «Δηλαδή παντρεύτηκες αυτή την ελεεινή πόρνη αντί για μένα! Κοίτα την. Είναι σαν κοκαλιάρικο κοτόπουλο». Η περιφρόνηση στο βλέμμα της καθώς κοίταζε τη Μάγδα έκανε τον Ραφαέλο να σφίξει το σαγόνι του. «Μπάστα». Κοίταξε κι εκείνος βιαστικά προς το μέρος της. Είχε χλομιάσει ξαφνικά και ο Ραφαέλο ευχήθηκε να μην είχε καταλάβει πώς την είχε αποκαλέσει η Λουτσία. Σίγουρα όμως ξεχώριζε το μίσος στη φωνή της, ανεξάρτητα από τη γλώσσα που μιλούσε. Πήρε μια κοφτή ανάσα. «Νομίζω, Λουτσία, πως θα ήταν καλύτερα να επιστρέψεις στο διαμέρισμά σου στη Φλωρεντία. Δεν έκανες καλά που άφησες τον πατέρα μου να σε θεωρήσει πιθανή νύφη». Η Λουτσία τον κοίταξε με κακία. «Και νομίζεις πως του έκανες εσύ καλό με το να φέρεις στο σπίτι αυτό το... αυτό το κορίτσι; Ελπίζω να είσαι περήφανος γι’ αυτό που έκανες, Ραφαέλο». Τους γύρισε την πλάτη και έφυγε. Η Μάγδα ξεφύσηξε αργά, χωρίς να έχει καταλάβει πως τόση ώρα κρατούσε την ανάσα της. Ο Μπέντζι κρατιόταν από το χέρι της, τρομαγμένος μ’ όλη αυτή την ένταση γύρω του. «Είναι όλα εντάξει, καρδούλα μου», του ψιθύρισε τρυφερά και τον πήρε στην αγκαλιά της. Αλλά τίποτα δεν ήταν εντάξει. Όλα ήταν χάλια, παρ’ όλο που το μέρος ήταν υπέροχο. Ο λαιμός της σφίχτηκε. «Έπρεπε να μου το είχες πει». Δεν ήξερε πού βρήκε το κουράγιο και ξεστόμισε αυτά τα λόγια, αλλά τα είπε και τώρα τον κοίταζε. Σίγουρα όλα όσα είχαν γίνει δεν είχαν να κάνουν με τις νομικές υποθέσεις της Βισέντι! Ο θυμός και η οργή που είχαν ξεσπάσει με το που βγήκε χτες στη βεράντα του σπιτιού σίγουρα δεν είχαν να κάνουν με κάτι τόσο απρόσωπο όσο οι επιχειρήσεις. Αυτό ήταν οικογενειακό θέμα. Άσχημο, πικρό, συναισθηματικό θέμα της οικογένειας. «Να σου πω τι;» Ο Ραφαέλο μίλησε πιο κοφτά απ’ ό,τι σκόπευε. «Να μου πεις πως έμπαινα στο στόμα του λύκου», του απάντησε σφιγμένα η Μάγδα. «Όλοι είναι έξαλλοι που με παντρεύτηκες. Ο πατέρας σου, αυτή η γυναίκα –όποια κι αν είναι–, ακόμα και η οικονόμος και ο μπάτλερ. Δεν ήξερα πως όλοι εδώ θα θύμωναν μαζί μου». Η φωνή της έτρεμε και προσπαθούσε απεγνωσμένα να το κρύψει.


«Δεν είναι θυμωμένοι μαζί σου», της απάντησε άχρωμα ο Ρα-φαέλο. «Είναι θυμωμένοι μαζί μου. Κι εγώ είμαι θυμωμένος μόνο με τον πατέρα μου. Επίσης, μπορώ να σου πω ότι...» πήρε μια βαθιά ανάσα «... ήθελε να με παντρέψει με τη Λουτσία... η οποία είναι εξαδέλφη μου και πολύ θα ήθελε να γίνει σινιόρα Ντι Βισέντι, για να έχει περισσότερα χρήματα να ξοδεύει. Έκανε ό,τι μπορούσε για να τον πείσει πως ήταν η ιδανική νύφη... και η ιδανική μητέρα για τα εγγόνια που τόσο θέλει εκείνος να αποκτήσει. Για να με πιέσει να δεχτώ, με απείλησε πως θα πουλούσε τις μετοχές του στην εταιρεία. Αυτό δε θα το επιτρέψω –δούλεψα πολύ σκληρά τα δέκα τελευταία χρόνια και δε θα αφήσω τις προσπάθειές μου να πάνε χαμένες, ούτε σκοπεύω να παντρευτώ μια γυναίκα που δε θέλω. Έτσι, του την έφερα εγώ. Έφτασα μια μέρα πριν από τα γενέθλιά μου ήδη... ήδη παντρεμένος». «Με μια πόρνη». Η φωνή της ήταν ακόμη πιο κοφτή από τη δική του. Ο Ραφαέλο σφίχτηκε. Είχε καταλάβει, λοιπόν; «Μια πόρνη... Αυτό δεν είπε, κύριε Ντι Βισέντι;» παρατήρησε εκείνη λες και διάβαζε τις σκέψεις του. Έκανε να φύγει. Ήθελε μόνο να φύγει μακριά. Όλη αυτή η ασχήμια γύρω της την έπνιγε. Εκείνος την έπιασε από το μπράτσο. «Δεν πρέπει να δίνεις σημασία στη Λουτσία. Είναι καυστική και θυμωμένη. Ξέσπασε πάνω σου. Αυτό είναι όλο». «Σ’ ευχαριστώ... αλλά θα προτιμούσα να μην ξεσπάει κανείς πάνω μου. Εσύ και η εξαδέλφη σου δεν ξέρετε τίποτα για μένα ή για τις συνθήκες της ζωής μου... ή της ζωής του γιου μου». Το πρόσωπό του σκοτείνιασε με τα λόγια της. «Ξέρω πως έχεις ένα μωρό χωρίς πατέρα, πράγμα που σημαίνει πως, αν μη τι άλλο, δεν πρόσεξες αρκετά με ποιον επέλεξες να κοιμηθείς». Εκείνη σφίχτηκε. «Νομίζω πως ήμουν πολύ πιο απρόσεκτη, κύριε Ντι Βισέντι, σχετικά με το ποιον επέλεξα να παντρευτώ χτες το πρωί. Έπρεπε να έχω φροντίσει να μάθω πρώτα για τη γοητευτική σου οικογένεια». Τράβηξε το χέρι της και έφυγε γρήγορα από κοντά του. Πίσω της, ο Ραφαέλο πέταξε μια βρισιά. Έπειτα, τάχυνε το βήμα του και την έφτασε. «Λυπάμαι που έγινες μάρτυρας αυτής της σκηνής», της είπε σφιγμένα. «Όμως θα πρότεινα να θυμάσαι πως πληρώνεσαι μ’ ένα γενναίο ποσό γι’ αυτό που κάνεις». Εκείνη σταμάτησε, ντροπιασμένη από τα ωμά του λόγια. Είχε δίκιο και δεν έπρεπε να το ξεχνάει, άσχετα από το αν εκείνος δεν της είχε πει όλη την αλήθεια εξαρχής. «Έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα, κύριε Ντι Βισέντι», του απάντησε με αξιοπρέπεια. «Έκανα αυτό που ήθελες να κάνω, όταν το ήθελες. Όμως στ’ αλήθεια δεν κατάλαβα πως ένα από τα καθήκοντά μου θα ήταν να γίνω ο αποδιοπομπαίος τράγος για οποιονδήποτε από τους οικείους σου είναι δυσαρεστημένος από το γάμο σου». Ο Ραφαέλο γέλασε ειρωνικά. «Μου ζητάς περισσότερα χρήματα;» Εκείνη χλόμιασε. «Όχι, κύριε Ντι Βισέντι, δε σου ζητώ περισσότερα χρήματα. Ζητώ απλώς να μην ξεσπούν την οργή τους και τις προσβολές τους πάνω μου τα μέλη της οικογένειάς σου. Αν μη τι άλλο, αναστατώνουν τον Μπέντζι. Και τώρα, αν θέλεις και αν έχεις την ευγενή καλοσύνη, δώσε μου τις οδηγίες σου για σήμερα και θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Θέλεις να επιστρέψω στο δωμάτιό μου;» «Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις». Ένας ανεξήγητος θυμός τον κυρίεψε με την απάντησή της. «Το σπίτι και η γη είναι στη διά-θεσή σου. Δεν είμαι κανένας δράκος και ήδη σου ζήτησα συγνώμη για τη συμπεριφορά της εξαδέλφης μου. Θα φύγει σύντομα, όπως κι εγώ. Σε παρακαλώ, να νιώθεις σαν στο σπίτι σου».


Και απομακρύνθηκε, αφήνοντάς τη να βράζει από ανίσχυρο θυμό, που σιγά σιγά ξεθύμανε. Γιατί να κάνει τέτοια φασαρία; Οι πλούσιοι ήταν αδιάφοροι απέναντι στους άλλους –το ήξερε καλά αυτό. Για τον Ραφαέλο ντι Βισέντι ήταν απλώς ένα εργαλείο, που το είχε νοικιάσει έναντι γενναίας αμοιβής. Όταν δεν του ήταν χρήσιμη, έπρεπε να μένει ήσυχη και να μη δημιουργεί προβλήματα –ό,τι κι αν γινόταν γύρω της. Άφησε τον Μπέντζι ξανά κάτω και τον παρακολούθησε να παίζει με το χώμα όλο χαρά. Όταν βαρέθηκε, τον έπιασε από το χέρι. «Έλα, πάμε πάλι μέσα», του είπε. Έκανε το γύρο του σπιτιού και πήγε προς την πόρτα υπηρεσίας. Η οικονόμος –που, όπως ανακάλυψε την ώρα του πρωινού, λεγόταν Μαρία– τουλάχιστον έδειχνε ότι ήταν διατεθειμένη να ανεχτεί την παρουσία της. Ήταν αρκετά ευγενική μαζί της, μ’ έναν τραχύ τρόπο που η Μάγδα υποψιαζόταν πως ήταν η συνηθισμένη της συμπεριφορά, και έκρυβε μια χρυσή καρδιά. «Γάλα για το μπαμπίνο», είπε μόλις η Μάγδα με το παιδί μπήκαν στη μεγάλη κουζίνα. Ο Μπέντζι πήγε προς το μέρος της, δείχνοντάς της εμπιστοσύνη. Η Μαρία τον κάθισε στο τραπέζι και του έφερε μια κούπα με φρέσκο γάλα, μιλώντας του στα ιταλικά. «Λάτε», είπε, καθώς το παιδί κατέβαζε λαίμαργα το γάλα. «Λα», επανέλαβε ο Μπέντζι και της γέλασε όλο χαρά. «Κι ά...» «Εννοεί κι άλλο», είπε η Μάγδα διστακτικά. «Ε... πιου;» είπε στύβοντας το μυαλό της να θυμηθεί τις φράσεις των ιταλικών που είχε διαβάσει. «Ανκόρα», τη διόρθωσε η Μαρία, γεμίζοντας ξανά την κούπα του Μπέντζι. Κοίταξε τη Μάγδα. «Είναι καλό παιδί. Ακόμα και χωρίς πατέρα». Το βλέμμα της μαλάκωσε. «Όμως αγαπάς το μπαμπίνο σου, αυτό το βλέπω. Κι αυτό σε κάνει καλή μητέρα». Ανεξήγητα, η τρυφερότητα αυτής της τραχιάς γυναίκας έκανε τα μάτια της Μάγδας να γεμίσουν δάκρυα. Εκείνη έβαλε άλλη μια κούπα γάλα μπροστά της και γέμισε και την κούπα του μικρού. «Πιείτε», είπε και στους δυο τους. * Προς μεγάλη της έκπληξη, η Μάγδα τελικά απόλαυσε την υπόλοιπη μέρα. Η Μαρία την πήρε υπό την προστασία της, ενώ έβρισκε χρόνο για να παραχαϊδέψει τον Μπέντζι, πράγμα που τον ξετρέλαινε. Η Μάγδα έφερε τα παιχνίδια του από το δωμάτιό τους και βολεύτηκε στο μεγάλο τραπέζι της κουζίνας, ενώ η Μαρία άρχισε να σερβίρει το μεσημεριανό –προφανώς για τον πατέρα του Ραφαέλο. Η Λουτσία, σύμφωνα με τη λακωνική δήλωση του Τζουζέπε, που εμφανίστηκε για μια στιγμή στην κουζίνα, είχε φύγει. Από τον τρόπο με τον οποίο μιλούσαν για εκείνη, η Μάγδα κατάλαβε πως δεν ήταν και πολύ συμπαθής στο προσωπικό. Ο Ραφαέλο είχε φύγει επίσης, μαρσάροντας το αυτοκίνητό του, και η Μαρία είχε σφίξει τα χείλη της δυσαρεστημένη. Η Μάγδα πάντως ένιωσε ανακούφιση. Της ήταν πολύ πιο εύκολο να βρίσκεται με τους υπηρέτες. Άλλωστε, εκεί ανήκε. Μετά το γεύμα ακολούθησε κάτι εξαιρετικό. Η Μαρία πήγε εκείνη και τον Μπέντζι στην πισίνα, που ήταν στο απάνεμο μέρος του κήπου. Το νερό λαμπύριζε προκλητικά κάτω από το φως του ήλιου. Ο Μπέντζι προχώρησε ανυπόμονα προς τα κει. «Δε θα ενοχλήσουμε;» ρώτησε ντροπαλά η Μάγδα. Τα χείλη της Μαρίας σφίχτηκαν. «Είσαι η σινιόρα Ντι Βισέντι. Όχι, όχι, μη μου πεις πως είσαι μόνο


κατ’ όνομα. Είσαι η σύζυγός του. Αν θέλεις να κολυμπήσεις... κολύμπα». Η Μάγδα δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί. Αν και το νερό ήταν λιγάκι κρύο, ο Μπέντζι πλατσούριζε όλο χαρά και ενθουσιασμό. Κάτω από το ζεστό ήλιο, με την πισίνα στη διάθεσή τους, η ώρα πέρασε γρήγορα. Αργότερα, κουρασμένος απ’ τα παιχνίδια, ο Μπέντζι κοιμήθηκε σε μια πολυθρόνα στη σκιά της μεγάλης ομπρέλας που τους είχε ανοίξει ο Τζουζέπε. Δίπλα του, η Μάγδα απολάμβανε τη ζεστασιά του ήλιου. Όσο δύσκολα κι αν ήταν τα πράγματα, για ένα ήταν σίγουρη: δε θα είχε ποτέ ξανά στη ζωή της τη δυνατότητα να απολαύσει τέτοιο περιβάλλον. Αποφάσισε να εκμεταλλευτεί όσο μπορούσε την ευκαιρία που της δινόταν και να ξεχάσει όλα τ’ άλλα. Οι καβγάδες του Ραφαέλο ντι Βισέντι δεν είχαν σχέση μ’ εκείνη. Πέρασε ένα ήσυχο απόγευμα με τον Μπέντζι, κρατώντας παρέα στη Μαρία και τον Τζουζέπε στην κουζίνα. Κανείς δεν την αναζήτησε και ο Ραφαέλο δεν επέστρεψε στη βίλα. «Έχει πάει στη Ρώμη», της είπε η Μαρία. Δεν έδειχνε να το εγκρίνει, η Μάγδα όμως ένιωσε ανακούφιση. Αργότερα, με τον Μπέντζι να κοιμάται στο τεράστιο κρεβάτι, κάθισε πλάι του πίνοντας τον καφέ που της είχε φέρει η Μαρία και διάβασε για κάνα δυο ωρίτσες. Λίγο πριν ξαπλώσει, κάθισε μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και απόλαυσε την ιταλική νύχτα. Η δεύτερη νύχτα της στην Ιταλία. Της φαινόταν απίστευτο, όμως ήταν αλήθεια. Καθώς κοίταζε έξω στο βελούδινο σκοτάδι, ο θόρυβος και η φασαρία του Λονδίνου της φαίνονταν απίστευτα μακριά. Είμαι πιο τυχερή απ’ όσο μπορούσα να φανταστώ, είπε μέσα της. Και μόνο που ζω κάτι τέτοιο είναι απίστευτο. Ένα πρόσωπο ήρθε στο μυαλό της. Σκοτεινά μάτια, ηλιοκαμένη επιδερμίδα, ψηλά ζυγωματικά, σμιλεμένο στόμα... αρρενωπή ομορφιά. Ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει ακανόνιστα. Ω, ναι, ο Ραφαέλο ντι Βισέντι ήταν από τους άντρες που έκαναν τα γόνατα μιας γυναίκας να λύνονται. Όμως ήταν τόσο απόμακρος όσο και το πορτραίτο ενός ιππότη της Αναγέννησης που κρεμόταν σ’ έναν τοίχο της βίλας. Έσφιξε τα χείλη της και συνέχισε να κοιτάζει έξω, στη νύχτα της Τοσκάνης, όπου ο αέρας έσειε απαλά τα κυπαρίσσια και έστελνε παντού το μυρωμένο άρωμα των λουλουδιών. Αργά, σηκώθηκε και πήγε στο κρεβάτι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Ο Ραφαέλο σανίδωσε το σπορ αυτοκίνητό του και προσπέρασε ένα μικρό φορτηγάκι που κινιόταν απελπιστικά αργά στον αυτοκινητόδρομο από την Πίζα προς τη Φλωρεντία. Θα έπρεπε να έχει καλή διάθεση. Η Βισέντι ήταν πλέον δική του. Δεν ήθελε άλλη διαμάχη ούτε με τον πατέρα του ούτε με το κορίτσι που είχε παντρευτεί. Εκείνη τον έκανε να νιώθει αμήχανα. Δεν υπήρχε λόγος γι’ αυτό, έλεγε στον εαυτό του ανυπόμονα, γκαζώνοντας ξανά το αυτοκίνητό του. Θα την εξασφάλιζε οικονομικά για όλη της τη ζωή. Δεν είχε λόγο να του παραπονιέται. Εκτός του ότι βρέθηκε παρατημένη σε ένα άγνωστο μέρος, χωρίς να μιλάει τη γλώσσα, ενώ όλοι γύρω της ωρύονταν... Έσφιξε τα χείλη του και άλλαξε απότομα ταχύτητα. Κι εσύ την εγκατέλειψες να τα βγάλει πέρα μόνη της. Προσπέρασε άλλο ένα αυτοκίνητο. Μα δε θα τριγύριζε άσκοπα στη βίλα! Ο σκοπός όλης αυτής της φάρσας ήταν να ξεμπροστιάσει την μπλόφα του πατέρα του, να ξεφορτωθεί τη Λουτσία και να μη χάσει τόσα χρόνια κοπιαστικής δουλειάς στη Βισέντι. Δεν ήταν εκεί για να νταντεύει μια απόκληρη της ζωής επειδή έτυχε να την παντρευτεί την προηγούμενη μέρα. Στο κάτω κάτω, ήξερε τι έκανε και είχε υπογράψει τα χαρτιά. Όχι, δεν ήξερε... Η ενοχλητική φωνή στο μυαλό του τον επέπληξε ξανά, κάνοντάς τον να χτυπήσει με μανία το κλάξον του σ’ ένα αυτοκίνητο που είχε βγει έξω από τη λωρίδα του. Έτσι όπως σου το είπε –δεν ήξερε πως θα γινόταν η αιτία να σκάσει η βόμβα του οικογενειακού καβγά. Βρέθηκε μες στη μέση και δεν είχε ιδέα γι’ αυτό. Μπορεί να ήταν έτσι, αλλά εκείνος δεν είχε λόγο να νιώθει άσχημα. Εκείνη ήταν ένα ανόητο κορίτσι από το Λονδίνο, που πιθανόν είχε μείνει έγκυος για να μπορεί να ζει από την Κοινωνική Πρόνοια –και αποκλείεται να είχε καταλάβει λέξη απ’ όσα ειπώθηκαν χτες. Άλλωστε σήμερα θα απολάμβανε τζάμπα διακοπές στη βίλα ενός εκατομμυριούχου. Ο πατέρας του δε θα την πλησίαζε, το ήξερε αυτό· θα έμενε κλεισμένος στη βιβλιοθήκη και θα κάπνιζε. Η Λουτσία είχε φύγει, κι εκείνος είχε πει στον Τζουζέπε και τη Μαρία να προσέχουν την κοπέλα και το παιδί της. Αρνήθηκε να αναλύσει περαιτέρω το θέμα και πάτησε με δύναμη το γκάζι. Η ταχύτητα πάντα τον έκανε να ξεχνά τα προβλήματά του. * Όμως τα προβλήματα τον βρήκαν ξανά μόλις σταμάτησε μπροστά στη βίλα κάπου μισή ώρα αργότερα. Είδε ένα γνώριμο αυτοκίνητο. Υπέροχα, σκέφτηκε εκνευρισμένος. Έφτασαν οι ενισχύσεις. Έπρεπε να το περιμένει. Ο πατέρας του πάντα στρεφόταν στην αδερφή του, όταν ήθελε να κάνει παράπονα για το γιο του. Ε, λοιπόν, η τσία Ελισαβέτα μπορεί να έλεγε ό,τι ήθελε γι’ αυτό –και με


την κοφτερή της γλώσσα σίγουρα θα το έκανε... αλλά ήταν πια πολύ αργά για αλληλοκατηγορίες. Ο Τζουζέπε τον πρόλαβε με το που μπήκε στο χολ. Έδειχνε ανέκφραστος και ο Ραφαέλο κατάλαβε πως δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος. Με το που άνοιξε το στόμα του, ήξερε και με ποιον δεν ήταν ευχαριστημένος. Τον αποκαλούσε συνεχώς σινιόρε με τόσο ψυχρή προφορά, που ο Ραφαέλο κατάλαβε πως είχε πέσει στη δυσμένεια του Τζουζέπε και της υπέροχης Μαρίας. «Απ’ ό,τι βλέπω, είναι εδώ η θεία και ο θείος μου», του είπε, κάνοντας ό,τι μπορούσε για να αγνοήσει την ψυχρή συμπεριφορά του άντρα που τον ήξερε καλύτερα από τον ίδιο του τον πατέρα. «Σι, σινιόρε. Έφτασαν πριν από μία ώρα. Είναι με τον πατέρα σας». Τα λόγια του έκρυβαν κάποιο υπονοούμενο. Ο Ραφαέλο κούνησε το κεφάλι του. «Λοιπόν, καλύτερα να ξεμπερδεύω μ’ αυτό. Είναι στη βιβλιοθήκη;» Ο Τζουζέπε έγνεψε καταφατικά. «Εντάξει», είπε ο Ραφαέλο και προχώρησε προς τα κει. Ένα επιτιμητικό βήξιμο τον έκανε να στραφεί. «Η σινιόρα Ντι Βισέντι είναι στον κήπο με το αγοράκι της», του είπε ο Τζουζέπε. «Ίσως θα θέλατε να τη χαιρετήσετε πριν δείτε τους θείους σας...» Ο Ραφαέλο έμεινε ακίνητος. «Αργότερα», είπε και πήγε προς τη βιβλιοθήκη, νιώθοντας την έντονη αποδοκιμασία του Τζουζέπε πίσω του. Καθώς έμπαινε στο μεγάλο δωμάτιο, κατάλαβε μεμιάς πως ο πατέρας του απαριθμούσε τα εγκλήματα του γιου του και τα παραπτώματά του με γραφικές λεπτομέρειες. Η θεία του είχε πάρει το ύφος της μεγάλης αδερφής και ο θείος του τη γνωστή έκφραση που φανέρωνε πως το μυαλό του ήταν χιλιόμετρα μακριά από το οικογενειακό παραλήρημα. «Λοιπόν! Γύρισες επιτέλους», είπε ο πατέρας του μόλις τον είδε. «Πρώτα με καταστρέφεις κι έπειτα με εγκαταλείπεις. Αλλά τι καλύτερο να περιμένω από σένα, ε;» Ο Ραφαέλο ένιωσε τη γνώριμη ένταση να τον κατακλύζει. «Έπρεπε να πάω στη Ρώμη, παπά. Έπρεπε να συγκαλέσω διοικητικό συμβούλιο το συντομότερο δυνατόν για να επικυρωθεί η θέση μου ως νέου προέδρου». «Κιόλας. Με πετάς κιόλας. Όταν θα διαλύσεις την οικογενειακή επιχείρηση με τις ανόητες φιλοδοξίες σου, θυμήσου πως μου την πήρες με δόλο». «Μου έδωσες το λόγο σου, παπά, να μου αφήσεις την εταιρεία, αν παντρευόμουν πριν από τα γενέθλιά μου. Εκπλήρωσα τον όρο σου. Αυτό είναι όλο». Ο Ραφαέλο μιλούσε με σιδερένιο αυτοέλεγχο και έβλεπε τον πατέρα του να κοκκινίζει επικίνδυνα. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε, και μοιραία έχασε τον έλεγχό του. «Δεν είμαι πια σχολιαρόπαιδο. Πρόκειται για τη ζωή μου –δεν έχεις δικαίωμα να παίζεις μαζί μου». Η φωνή του είχε υψωθεί από τον εκνευρισμό του. Η θεία του προχώρησε υψώνοντας τα χέρια της ανάμεσά τους. «Ραφαέλο, αρκετά. Κι εσύ επίσης, Ενρίκο. Αν μη τι άλλο, δεν προσπαθείτε να δείξετε λίγη ευγένεια;» «Ευγένεια; Μου ζητάς ευγένεια, Ελισαβέτα; Μετά απ’ αυτό που έκανε;» Η Ελισαβέτα αναστέναξε βαριά. «Με εκπλήσσει, Ενρίκο, που μετά από τόσα χρόνια δεν κατάλαβες ακόμη πως ο Ραφαέλο είναι το ίδιο πεισματάρης μ’ εσένα. Από πού νομίζεις πως κληρονόμησε το πείσμα του, αν όχι από σένα; Προσπάθησες να του επιβάλεις τη θέλησή σου και σου το ανταπέδωσε. Τι περίμενες να κάνει, αφού το αίμα σου τρέχει στις φλέβες του; Σε προειδοποίησα να μη συνεχίσεις


το πείσμα σου. Αν ο Ραφαέλο ήθελε να παντρευτεί τη Λουτσία, θα το έκανε και χωρίς τη βοήθειά σου». Ο αδερφός της έκανε να διαμαρτυρηθεί, αλλά εκείνη δεν του έδωσε την ευκαιρία. Στράφηκε στον ανιψιό της. «Και ευτυχώς είχες αρκετό μυαλό να μην παντρευτείς τη Λουτσία. Μια μέρα ελπίζω να κάνεις ένα γάμο από έρωτα. Πρώτα όμως πρέπει να ξεμπερδέψεις απ’ αυτό τον αταίριαστο γάμο. Δεν εγκρίνω αυτό που έκανες, Ραφαέλο, σ’ το λέω ξεκάθαρα. Παρ’ όλα αυτά», συνέχισε υπεροπτικά, «ελπίζω να αποδείξεις πως διαθέτεις κάτι περισσότερο από επιχειρηματικό μυαλό και ωραία εμφάνιση». Η φωνή της έγινε κοφτή. «Ίσως να καταφέρεις να χαιρετήσεις τη θεία σου». Άνοιξε τα χέρια της και ο Ραφαέλο έσκυψε να της δώσει το καθιερωμένο φιλί στα μάγουλα. «Ναι, έτσι είναι καλύτερα», του είπε εκείνη. Τον κοίταξε για λίγο στα μάτια. Παρά την κοφτερή της γλώσσα, ο Ραφαέλο τα πήγαινε καλά μαζί της, γιατί του άρεσε η ντομπροσύνη της. «Εγώ κι εσύ, νεαρέ, έχουμε να κουβεντιάσουμε», συνέχισε. «Και θα τα καταφέρω, όχι για πρώτη και σίγουρα ούτε για τελευταία φορά, να λύσω το μπέρδεμα που έχεις δημιουργήσει». Τον άφησε και έκανε ένα βήμα πίσω. «Αλλά πρώτα θα πάω να φρεσκαριστώ. Το ταξίδι από την Μπολόνια ήταν κουραστικό. Ο θείος σου δουλεύει σκληρά... Η περιοδεία για τις διαλέξεις του ήταν επίπονη, και έχει δουλειά να κάνει. Δεν είναι ώρα τώρα για ξεσπάσματα. Πάμε, Μπερνάρντο». Έφυγε τραβώντας τον άντρα της κοντά της, ο οποίος ίσα που πρόλαβε να χαιρετήσει βιαστικά τον ανιψιό του. Για μια στιγμή ο Ραφαέλο στάθηκε αβέβαιος, κοιτώντας λοξά τον πατέρα του, που ακόμα φαινόταν σαν δυναμίτης έτοιμος να εκραγεί. Γιατί; σκέφτηκε πικρά. Γιατί να είναι πάντα, πάντα μια διαμάχη; Τον κυρίεψε θλίψη. Ο πατέρας του ήταν ένας ξένος. Ένας θυμωμένος ξένος. Μια λάμψη φάνηκε στα μάτια του Ενρίκο καθώς είδε το γιο του να τον κοιτάζει. «Κι εσύ... Φύγε κι εσύ. Χάσου από τα μάτια μου». Δεν ήταν ανάγκη να του το ξαναπεί. Ο Ραφαέλο στράφηκε και έφυγε. * Κολύμπι, σκέφτηκε ο Ραφαέλο. Αυτό χρειαζόταν. Ο καιρός ζέσταινε, και η άσκηση θα του έκανε καλό. Θα έδιωχνε ένα μέρος από το θυμό του. Φόρεσε το μαγιό του και κατευθύνθηκε προς την πισίνα, με την πετσέτα του στον ώμο, αλλά σταμάτησε απότομα. Κάποιος ήταν στην πισίνα. Ή μάλλον κάποιοι. Η γυναίκα του και ο γιος της. Τους κοίταξε για λίγο μισοκρυμμένος πίσω από την αναρριχώμενη τριανταφυλλιά. Η Μάγδα έπαιζε με το παιδί στα ρηχά. Το πετούσε ψηλά και το έπιανε ξανά στον αέρα, γελώντας χαρούμενα. Ο μικρός διασκέδαζε πάρα πολύ, γιατί ξεκαρδιζόταν στα γέλια κάθε φορά που τον πετούσε ψηλά. Ο Ραφαέλο πλησίασε και η Μάγδα σταμάτησε απότομα μόλις τον είδε. Πάγωσε, μη δίνοντας σημασία στο παιδί που διαμαρτυρόταν επειδή σταμάτησε το παιχνίδι. Τον κοίταζε έντρομη, ή τουλάχιστον αυτή την εντύπωση είχε ο Ραφαέλο. Εκνευρίστηκε αμέσως. Δεν ήταν ανάγκη να τον κοιτάζει λες και έβλεπε το Δράκουλα. Εκείνη όμως προσπαθούσε ήδη να βγει από το νερό όσο πιο γρήγορα μπορούσε, κρατώντας τον Μπέντζι στην αγκαλιά της σαν ασπίδα. Άρχισε να σκαρφαλώνει βιαστικά. «Λυπάμαι πολύ, δεν είχα καταλάβει πως δεν έπρεπε να κολυμπάω τώρα», του είπε απολογητικά και ο Ραφαέλο ένιωσε το θυμό του να φουντώνει. Ένιωθε σαν το τέρας του Φρανκενστάιν και το


Δράκουλα μαζί. «Δεν υπάρχει λόγος να βγεις», της είπε, ρίχνοντας την πετσέτα του σε μια πολυθρόνα. «Χωράμε και οι δυο. Συνέχισε το παιχνίδι σου με το παιδί». Εκείνη όμως, παρ’ όλα αυτά, βγήκε. «Όχι, όχι... έχουμε τελειώσει». Πάντως, το κλάμα του Μπέντζι έδειχνε καθαρά πως για εκείνον το παιχνίδι δεν είχε τελειώσει. «Μείνε στο νερό». Η φωνή του ακούστηκε πιο σκληρή απ’ ό,τι ήθελε. Απλά όμως δεν υπήρχε λόγος να τον κοιτάζει έτσι το κορίτσι. Σαν να ήταν αγριάνθρωπος. «Όχι, αλήθεια...» μουρμούρισε εκείνη. Είχε πάψει να τον κοιτάζει. Αντίθετα, τώρα έμοιαζε αμήχανη και πήγαινε προς την πολυθρόνα με τα πράγματά της, κρατώντας το παιδί που διαμαρτυρόταν στην αγκαλιά της. Ο μικρός κλοτσούσε δυνατά, ενώ το υγρό κορμάκι του άρχισε να γλιστράει από τα χέρια της. Για μια στιγμή ο Ραφαέλο φοβήθηκε πως θα της έπεφτε και όρμησε να τον πιάσει. Εκείνη την ώρα η Μάγδα έσκυψε και άφησε το παιδί στο δάπεδο. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν για μια ελάχιστη στιγμή, και ο Ραφαέλο κατάλαβε πως δεν είχαν ανάγκη τη βοήθειά του. Αυτό που είδε στην έκφρασή της τον άφησε άφωνο. Η Μάγδα έμοιαζε απολύτως τρομοκρατημένη. Ο Ραφαέλο ίσιωσε το κορμί του. «Φοβήθηκα πως θα έπεφτε», μουρμούρισε. «Το όνομά του είναι Μπέντζι», του είπε εκείνη, και ξαφνικά δεν ήταν πια τρομοκρατημένη. Ήταν έξαλλη. «Το γεγονός ότι δεν έχει πατέρα δε σημαίνει πως δεν έχει και όνομα». Τα χείλη του Ραφαέλο σφίχτηκαν. Είναι μικροσκοπική, σκέφτηκε. To μαγιό που φορούσε ήταν πολύ παλιό. Ήταν ένα νούμερο μεγαλύτερό της και επιπλέον είχε χάσει εντελώς την ελαστικότητά του. Ζάρωνε γύρω στους γοφούς και την κοιλιά της, καλύπτοντας το άχαρο στήθος της. Είχε επίσης μια απαίσια απόχρωση σε πορφυρό και πράσινο και καθόλου κολακευτικό κόψιμο. Καθώς την κοίταζε με περιφρόνηση, κατάλαβε πως η έκφρασή της είχε αλλάξει ξανά. Την ήξερε αυτή την έκφραση. Ήταν η ίδια που είχε την πρώτη φορά που την κοίταξε στο διαμέρισμά του και αποφάσισε πως ήταν ιδανική για το ρόλο που την ήθελε. Η έκφραση της ταπείνωσης. Και επίσης του ήταν γνωστή και η δική του αντίδραση σ’ αυτή την έκφραση –η ίδια αίσθηση δυσφορίας που ένιωθε καθώς επέστρεφε σήμερα από το αεροδρόμιο. Εντάξει, παραδέχτηκε, δεν έφταιγε εκείνη που ήταν τόσο άσχημη. Και σίγουρα δεν της περίσσευαν χρήματα για να αγοράσει καινούριο μαγιό, που ίσως να κολάκευε το κορμί της αντί να το κάνει να δείχνει χάλια. Το ίδιο ίσχυε και για όλη της την γκαρνταρόμπα. Ξαφνικά του ήρθε στο μυαλό η εικόνα της Λουτσία, με τα ακριβά της ρούχα, που τα φορούσε λίγες φορές μόνο και μετά τα πετούσε. Η σύγκριση δεν ήταν δίκαιη βέβαια. Η κοπέλα μπροστά του ήταν λες και είχε κατέβει από άλλον πλανήτη. Συνοφρυώθηκε. Άλλη μια σκηνή τού ήρθε στο μυαλό –όταν η Λουτσία την αποκάλεσε πόρνη. Ένιωσε και πάλι άσχημα. Τι δουλειά είχε η Λουτσία να την αποκαλέσει έτσι; Ήταν παράλογο. Περισσότερο από παράλογο. Ήταν προσβλητικό. Το βλέμμα του πήγε ξανά στο παιδί, που ήθελε να μπει πάλι στην πισίνα. Εντάξει, μπορεί να μην υπήρχε πατέρας, αλλά άλλο ήταν να την αποκαλέσει ανεύθυνη, που προφανώς ήταν, και άλλο πόρνη.


Δεν ξέρετε τίποτα για μένα ή για τις συνθήκες της ζωής μου... Τα λόγια της αντήχησαν στ’ αυτιά του. Είχε καταλάβει πώς την είχε χαρακτηρίσει η Λουτσία. Δε θα έπρεπε, αλλά το είχε καταλάβει. Ένιωσε ακόμη μεγαλύτερη δυσφορία. Η Μάγδα τράβηξε το παιδί προς την ξαπλώστρα και το τύλιξε με μια πετσέτα μιλώντας του αυστηρά, εκείνο όμως την πέταξε αμέσως κλαίγοντας πιο δυνατά. Η Μάγδα το τύλιξε ξανά και ύστερα τύλιξε την πετσέτα της γύρω από το κορμί της σαν σαρόνγκ και ανασηκώθηκε. Ίσως επειδή η πετσέτα έκρυβε το άσχημο μαγιό της ή ίσως επειδή ο ήλιος που έδυε έριχνε πορτοκαλιές ανταύγειες γύρω τους, ξαφνικά ο Ραφαέλο τη βρήκε αρκετά χαριτωμένη. Και κάπως έκπληκτος, παρατήρησε πως είχε μακριά μαλλιά, μαζεμένα σε αλογοουρά. Δεν το είχε προσέξει νωρίτερα –αφού εκείνη τα μάζευε πάντα πίσω με κάποιο κλάμερ, κάτι που δεν την κολάκευε καθόλου. Την παρακολουθούσε να σηκώνει το παιδί, που είχε σταματήσει πια να κλαίει. Ο μικρός τον κοίταζε τώρα, με τα μεγάλα, σκούρα μάτια του. Πώς είχε πει πως τον έλεγαν; Μπέντζι; Θα προσπαθούσε να το θυμάται την επόμενη φορά. Ίσως έτσι εκείνη να μην τον διόρθωνε ξανά με τον κοφτό της τρόπο. Η Μάγδα μάζεψε τα πράγματά της και έφυγε, ζητώντας βιαστικά συγνώμη. Το παιδί –ο Μπέντζι, θύμισε στον εαυτό του ο Ραφαέλο– κρατούσε το σωσίβιό του λες και ήταν θησαυρός. Ένα μείγμα οργής και αμηχανίας τον κατέκλυσε. Εκείνη προφανώς διασκέδαζε με το μωρό της –τον Μπέντζι, θύμισε ξανά στον εαυτό του– και τώρα έφευγαν σαν κυνηγημένοι. Δεν ήταν ανάγκη. Δε θα τον ενοχλούσαν αν έμεναν. Πάντως, ήταν πια πολύ αργά. Εκείνη είχε επιμείνει να φύγει. Δεν έφταιγε εκείνος, σκέφτηκε εκνευρισμένος. Στάθηκε στην άκρη της πισίνας, έκανε μια τέλεια βουτιά και άρχισε να κολυμπάει. Σαράντα λεπτά αργότερα, βγήκε από το νερό, κουρασμένος αλλά με αρκετά καλύτερη διάθεση. Ο ήλιος είχε χαθεί και άρχισε να σκοτεινιάζει, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν ακόμη ευχάριστα ζεστή. Πήρε την πετσέτα, σκούπισε τα μαλλιά του και μετά την τύλιξε γύρω από τη μέση του. Είχε αρχίσει να πεινάει. Έκανε ντους, άλλαξε ρούχα και πήρε ένα απεριτίφ. Όπου να ’ταν, η θεία του θα ερχόταν να του βάλει κατσάδα, το ήξερε, αλλά είχε αρκετά καλή διάθεση για να το αντέξει. Χαιρόταν που είχε έρθει. Πάντα κατάφερνε να καλμάρει τον πατέρα του –αυτό έκανε όλη της τη ζωή. Άλλωστε, η παρουσία της θα απάλυνε το μαρτύριο του δείπνου. Θα βοηθούσε να είναι πιο πολιτισμένη η ατμόσφαιρα. Θα κατάφερνε να κάνει τον Μπερνάρντο να αρχίσει να μιλάει για την τελευταία του έρευνα –ο θείος του γενικώς δε μιλούσε πολύ, εκτός και αν επρόκειτο για το αγαπημένο του θέμα. Τότε μπορούσε να μιλάει ασταμάτητα, αρκεί να έβρισκε κάποιον πρόθυμο ακροατή. Ο Ραφαέλο χαμογέλασε. Είχε πολύ χρόνο να διαθέσει για τον Μπερνάρντο. Εκείνος και η θεία του δεν είχαν αποκτήσει παιδιά και είχε όμορφες αναμνήσεις και από τους δυο τους. Τον παραχάιδευαν όταν ήταν μικρός, τότε που έρχονταν για τις γιορτινές οικογενειακές συγκεντρώσεις ή για διακοπές στους λόφους της Τοσκάνης. Είκοσι λεπτά αργότερα, καθώς έπινε την παγωμένη του μπίρα καθισμένος στη βεράντα, απολαμβάνοντας τη θέα των κήπων και των κυπαρισσιών που πλαισίωναν τη βίλα, άκουσε το γρήγορο βηματισμό της θείας του. Σηκώθηκε καθώς τον πλησίαζε και της τράβηξε την καρέκλα για να καθίσει.


«Λοιπόν», άρχισε εκείνη με ετοιμοπόλεμο ύφος, «τώρα θα συζητήσουμε». * Στον επάνω όροφο, η Μάγδα έκανε τον Μπέντζι μπάνιο, αν και δεν ήταν απαραίτητο. Ο μικρός ήταν πεντακάθαρος, όμως έτσι παρηγορήθηκε που τον πήρε από την πισίνα. Εκείνη πάντως δε στενοχωριόταν –είχαν ήδη κολυμπήσει δυο φορές και χτες είχαν περάσει επίσης όλη τη μέρα εκεί. Είχε κολυμπήσει, έπειτα έφαγε παρέα με τη Μαρία και τον Τζουζέπε, κολύμπησε ξανά, πήρε έναν υπνάκο μαζί με τον Μπέν-τζι και μετά εξερεύνησε τους όμορφους κήπους γύρω από τη βίλα. Τόλμησε μάλιστα να πάει μέχρι το όμορφο δάσος από καστανιές στο πίσω μέρος της βίλας. Όταν γύρισε, άκουσε από τη Μαρία πως είχαν έρθει ο θείος και η θεία του Ραφαέλο, κι έτσι κρύφτηκε στην πισίνα με τον Μπέντζι για μια τελευταία βουτιά. Δαγκώθηκε καθώς το θυμόταν. Γιατί δεν είχε φύγει δέκα λεπτά νωρίτερα, αντί να μείνει και να πέσει πάνω της ο Ραφαέλο; Αν η ντροπή ήταν θανατηφόρα, τότε εκείνη θα έπρεπε να είχε μείνει στον τόπο! Για εκατομμυριοστή φορά, η εικόνα του ήρθε στο μυαλό της –το τέλειο, μαυρισμένο, μυώδες, αρρενωπό κορμί του... Πάλι καλά που δεν είχε κοκκινίσει. Θα ήταν ο μέγιστος εξευτελισμός, αν εκείνος καταλάβαινε πως δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια της από πάνω του. Τώρα είχε νιώσει απλώς τη γνωστή ντροπή – αν και πιο έντονη αυτή τη φορά–, καθώς εκείνος την κοιτούσε λες και είχε μόλις βγει από το βούρκο. Κάθισε ανακούρκουδα, δίπλα στον Μπέντζι, που έπαιζε με τους αφρούς στην μπανιέρα και γελούσε. Καθώς μάζευε μια μπούκλα που είχε ξεφύγει από την αλογοουρά της, είδε την εικόνα της στον καθρέφτη του μπάνιου. Ω, Θεέ μου, είχε τα χάλια της. Το μπλουζάκι της ήταν ξεθωριασμένο και ξεχειλωμένο. Ό,τι και αν φορούσε βέβαια δε θα την κολάκευε, το ήξερε. Τα χαρακτηριστικά της ήταν εντελώς συνηθισμένα, τα μαλλιά της θαμπά και λεπτά, και επιπλέον είχαν μακρύνει πολύ. Ούτε που θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε πάει σε κομμωτήριο –άλλωστε τα μακριά μαλλιά ήταν πιο οικονομικά από τα κοντά. Ήταν ένα χάλι, κανείς άντρας δε θα την κοίταζε –πόσω μάλλον ένας κούκλος σαν τον Ραφαέλο ντι Βισέντι. Τον έφερε στο μυαλό της να την κοιτάζει αποδοκιμαστικά και ένιωσε μεγαλύτερη ντροπή. Ήξερε πως αυτό που ένιωθε ήταν παράλογο. Δεν ήταν δικό της φταίξιμο που ήταν τόσο συνηθισμένη, ούτε του Ραφαέλο που ήταν η προσωποποίηση της αρρενωπής ομορφιάς. Ούτε έφταιγε εκείνος που για να κοιτάξει μια γυναίκα θα έπρεπε να είναι εξαιρετικά όμορφη. Εκείνη τη στιγμή, ο Μπέντζι, που έπαιζε γελώντας, της πέταξε λίγο αφρό στο σαγόνι. Η Μάγδα προσπάθησε να διώξει μακριά όλες τις δυσάρεστες σκέψεις της. Τον Μπέντζι δεν τον ένοιαζε αν ήταν όμορφη ή άσχημη –ήθελε μόνο την αγάπη της. Και θα την είχε για πάντα. Αργότερα –αφού είχε φορέσει στον γιο της καθαρές πιτζάμες, δεύτερο χέρι όμως συνήθως– τον έβαλε στη μέση του κρεβατιού, στηριγμένο στα μαξιλάρια, με το φθαρμένο αλλά αγαπημένο του αρκουδάκι, και κάθισε να του διαβάσει το αγαπημένο του παραμύθι με ζωγραφιές. Ο μικρός ήταν κουρασμένος απόψε, το έβλεπε, και θα κοιμόταν γρήγορα. Μόλις θα κοιμόταν, εκείνη θα κατέβαινε κλεφτά στην κουζίνα και θα ζητούσε ένα σάντουιτς για βραδινό –με καλεσμένους στο σπίτι, δεν θα ήθελε να φορτωθεί περισσότερο στη Μαρία και τον Τζουζέπε. Και θα ένιωθε πολύ πιο ασφαλής κλεισμένη στο δωμάτιό της, μακριά από την οικογένεια του Ραφαέλο –και ειδικότερα μακριά από


τον ίδιο. Άλλωστε κι εκείνος το ίδιο θα ήθελε, το ήξερε. * Ο Ραφαέλο δεν περίμενε να του φανεί ευχάριστη η διάλεξη της θείας του και δεν έπεσε έξω. Τουλάχιστον όμως εκείνη –σε αντίθεση με τον πατέρα του– μπορούσε να δει τα πράγματα και από τη δική του σκοπιά, παρ’ όλο που του είπε πως πατέρας και γιος άξιζαν ο ένας τον άλλο. «Εσείς οι δυο είστε ανυπόφοροι!» κατέληξε. Έπειτα, αφού πήρε μια βαθιά ανάσα, συνέχισε: «Και τώρα που σ’ τα είπα, πήγαινε να φέρεις τη γυναίκα σου». Ο Ραφαέλο εκείνη την ώρα έφερνε το ποτήρι με την μπίρα στα χείλη του και έμεινε με το χέρι στον αέρα. «Είναι στο δωμάτιό της», της είπε σφιγμένα. «Πήγαινε να τη φέρεις. Δεν μπορεί να μείνει όλη τη νύχτα εκεί πάνω». Ο Ραφαέλο άφησε το ποτήρι του. «Φροντίζει το παιδί της», της είπε. «Μπορεί να προσέχει το μωρό κάποια από το προσωπικό. Καλύτερα να πας να δεις αν είναι έτοιμη να κατέβει για δείπνο. Το ξέρεις πως ο πατέρας σου δεν ανέχεται τις αργοπορίες». Ο Ραφαέλο έσφιξε το σαγόνι του. «Δεν καταλαβαίνεις, τσία...» άρχισε, αλλά η θεία του τον διέκοψε. «Αυτό που καταλαβαίνω, Ραφαέλο, είναι πως εγκατέλειψες το φτωχό κορίτσι με το που το έφερες εδώ. Έφυγες αμέσως για τη Ρώμη, επειδή έχεις κολλήσει με την αναθεματισμένη την εταιρεία σου. Όμως, όσο πιεστικές και αν είναι οι επαγγελματικές σου υποχρεώσεις –και όσο και αν ανυπομονείς να πάρεις τη διαχείριση από τον Ενρίκο–, δεν μπορείς να εγκαταλείπεις μια νεόνυμφη κοπέλα μέσα στο ίδιο σου το σπίτι. Είναι ανυπόφορο. Και δε με νοιάζει κατά πόσο είναι συμβατικός αυτός ο γάμος για σένα ή πόσο αταίριαστος. Υπάρχουν κάποιες αξίες που πρέπει να τηρηθούν, και τούτη εδώ είναι μία από αυτές. Όποιο και αν είναι αυτό το κορίτσι, όσο και αν δεν ταιριάζει για να γίνει σινιόρα Ντι Βισέντι, την παντρεύτηκες πάντως. Είναι η σύζυγός σου». Ο Ραφαέλο έσφιξε τα χείλη του. Αυτό δεν το περίμενε καθόλου! Σηκώθηκε όρθιος κοιτάζοντας τη θεία του. «Πολύ καλά», της είπε σαρκαστικά. «Όμως, θα πρέπει να σου ζητήσω να... να είσαι επιεικής μαζί της», πρόσθεσε αυθόρμητα. Τον κυρίεψε ένα άσχημο συναίσθημα. Η θεία του ήταν εκρηκτική γυναίκα –η κοφτερή της γλώσσα θα έκανε σκόνη αυτό το δύσμοιρο πλάσμα. Και η σκέψη αυτή τον ενοχλούσε, συνειδητοποίησε ξαφνικά. Όμως καθώς μιλούσε διαπίστωσε πως και η θεία του τον κοίταζε με μια παράξενη λάμψη στο βλέμμα της. Σαν να την είχε εκπλήξει. «Θα λάβω υπόψη μου τις... ατυχείς περιστάσεις της ζωής της», του απάντησε ξερά. «Παρ’ όλες τις υπερβολές του αδερφού μου σχετικά με την ηθική της και το παρελθόν της, απ’ ό,τι μου λέει η Μαρία –ναι, είχα μια πολύ διαφωτιστική κουβεντούλα μαζί της–, το κορίτσι δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια άτυχη ανύπαντρη μητέρα, κάτι πολύ συνηθισμένο στις μέρες μας. Φαίνεται πως έχει πείσει τη Μαρία γι’ αυτό, και κάτι τέτοιο είναι δύσκολο κατόρθωμα. Παραδέχομαι πως είμαι περίεργη να τη δω κι εγώ. Τελείωνε λοιπόν. Πήγαινε να φέρεις τη γυναίκα σου». Τη γυναίκα του. Καθώς απομακρυνόταν, τα λόγια της θείας του αντηχούσαν στ’ αυτιά του.


Υποτίθεται πως δεν έπρεπε να συμβεί κάτι τέτοιο. Δεν έπρεπε να εισβάλει έτσι στη ζωή του – αρκετός μπελάς τού ήταν που την παντρεύτηκε. Και τώρα να που η θεία του απαιτούσε να τη φέρει, λες και ήταν γυναίκα του στ’ αλήθεια. Μα είναι σύζυγός σου –την παντρεύτηκες. Δε σκόπευε βέβαια να μείνει μαζί της, σκέφτηκε καθώς ανέβαινε δυο δυο τα σκαλιά. Πήγε στην πόρτα της και χτύπησε. * Η Μάγδα τρόμαξε. Την είχε μισοπάρει ο ύπνος. Η πόρτα χτύπησε ξανά. Εκείνη κοίταξε ανήσυχα τον Μπέντζι και έπειτα σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε ν’ ανοίξει. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Ο Ραφαέλο στεκόταν στο κατώφλι, τρομερά γοητευτικός με το σκούρο γκρι παντελόνι και το μπλε πουκάμισό του. «Μπορώ να περάσω;» Μπήκε στο δωμάτιο και έριξε μια ματιά στο μωρό, που εξακολουθούσε να κοιμάται ήσυχα. «Σ’ ενοχλώ;» Ναι, είπε η Μάγδα μέσα της. Με τρομοκρατείς εντελώς. Μπαίνεις έτσι εδώ, ενώ είσαι η ζωντανή φαντασίωση κάθε γυναίκας, και με ρωτάς αν μ’ ενοχλείς. «Όχι», του απάντησε με πνιχτή φωνή. «Καθόλου». Ο Ραφαέλο κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Το χαμηλό φως από το πορτατίφ που είχε ακουμπήσει εκείνη στο πάτωμα φώτιζε τα μαλλιά του και απάλυνε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Η Μάγδα ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. «Σε λίγο θα σερβιριστεί το δείπνο. Μπορείς να ετοιμαστείς εγκαίρως;» Εκείνη τον κοίταζε σαν χαμένη. «Μια κοπέλα από το προσωπικό θα έρθει να καθίσει με το παι... με τον Μπέντζι. Θα σε φωνάξει, αν ξυπνήσει». «Συνήθως κοιμάται χωρίς διακοπή μέχρι μετά τα μεσάνυχτα», είπε ξεψυχισμένα η Μάγδα. «Τότε συνήθως ξυπνάει». Εκτός από χτες το βράδυ και από προχτές, που είχε κοιμηθεί ήσυχα όλη νύχτα – εξαντλημένος από τα παιχνίδια στην πισίνα και στους κήπους της βίλας. Ήταν η πρώτη φορά που κοιμόταν κι εκείνη μια ολόκληρη νύχτα από τότε που γεννήθηκε ο μικρός και ήξερε πως της έκανε καλό αυτό. Ένιωθε πιο ξεκούραστη απ’ ό,τι συνήθως. Ήταν φυσικό, αφού δε δούλευε. «Ωραία», της είπε ο Ραφαέλο. «Τότε, σ’ αφήνω ν’ αλλάξεις. Σε παρακαλώ, κάνε όσο πιο γρήγορα μπορείς». Κοίταξε περιφρονητικά το ξεχειλωμένο μπλουζάκι της και έφυγε. Βρήκε το θείο και τη θεία του στο σαλόνι και ο Τζουζέπε του ανακοίνωσε ανέκφραστα πως ο πατέρας του είχε πει ότι ήταν αδιάθετος και θα δειπνούσε στο δωμάτιό του. Το στόμα του Ραφαέλο σφίχτηκε, αλλά δε σχολίασε την προφανή άρνησή του να δειπνήσει με την ανεπιθύμητη νύφη του. Η θεία του ήταν λιγότερο ανεκτική. «Ανυπόφορος άνθρωπος!» φώναξε. «Ελπίζω η γυναίκα σου να έχει γερές αντοχές, Ραφαέλο». Εκείνος ένιωσε την ίδια ενόχληση. Γερές αντοχές; Τις χρειαζόταν από τότε που εκείνος την κοίταξε και αποφάσισε πως ήταν το τέλειο μέσο για την εκδίκησή του... Ο ήχος της πόρτας που άνοιγε τον έκανε να στραφεί ξαφνικά. Η Μάγδα στεκόταν εκεί, αβέβαιη στο


κατώφλι. Είχε τα χάλια της, σκέφτηκε εκείνος. Φορούσε το ίδιο φρικαλέο φόρεμα που φορούσε τη μέρα του γάμου τους, με το στρίφωμά του να κρέμεται στραβά στις γάμπες της, χωρίς μέση και ένα εντελώς άχαρο ντεκολτέ, ενώ τα μαλλιά της ήταν σφιχτά τραβηγμένα πίσω. Το μόνο καλό πάνω της ήταν πως έδειχνε πεντακάθαρη. «Καλησπέρα», τους είπε με πνιχτή φωνή. Για μια στιγμή όλοι έμειναν άφωνοι και έπειτα ο Ραφαέλο προχώρησε προς το μέρος της καθώς την είδε να χλομιάζει.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

«Έλα να γνωρίσεις τη θεία και το θείο μου». Την έπιασε από το μπράτσο. «Τσία Ελισαβέτα, από δω η Μάγδα. Μάγδα, η θεία μου η Ελισαβέτα Κάλβι. Και αυτός είναι ο θείος μου, ιλ προφεσόρε Μπερνάρντο Κάλβι». Η Μάγδα ένιωσε ταραχή. Πρώτη φορά την αποκαλούσε με το όνομά της και επίσης σήμερα είχε κάνει το ίδιο και με τον Μπέντζι! Της φαινόταν απίστευτο, όπως και το γεγονός ότι τη σύστηνε στους συγγενείς του. Όταν τους είδε, περίμενε άλλη μια έκρηξη οργής, όμως αυτή η κομψή γυναίκα, η θεία του, δηλαδή, την κοίταζε απλώς και ξαφνικά της χαμογέλασε. Δεν ήταν κανένα θερμό χαμόγελο, ήταν απλώς πολιτισμένο. Της χαμογέλασε επίσης και ο θείος του, ο καθηγητής, πιο θερμά εκείνος, αν και κάπως πιο αφηρημένα. «Δυστυχώς, ο πατέρας μου αισθάνεται κάπως αδιάθετος σήμερα. Ελπίζω να τον συγχωρήσεις». Η Μάγδα δάγκωσε το χείλι της. Ήταν φανερό πως ο πατέρας του την απέφευγε λες και είχε πανούκλα. Και, από τη σκοπιά του, έχει δίκιο, σκέφτηκε αδύναμα. Δεν είχε καμία σχέση με τη νύφη που θα επιθυμούσε. Ανασήκωσε το πιγούνι της. Αυτό αφορούσε τον Ραφαέλο και την οικογένειά του. Εκείνη δε νοιαζόταν αν καθάριζε τα σπίτια των πλουσίων για να ζήσει –ούτε που ο Μπέντζι δεν είχε πατέρα. Ο Μπέντζι ήταν για κείνη ολόκληρος ο κόσμος, το πιο πολύτιμο δώρο που της είχε κάνει ποτέ η ζωή. Ο Τζουζέπε ξερόβηξε και τους ενημέρωσε πως το δείπνο ήταν έτοιμο. Ο Ραφαέλο ήρθε πιο κοντά της και την έπιασε από το μπράτσο. Εκείνη σφίχτηκε ξανά, αλλά πίεσε τον εαυτό της να χαλαρώσει. Δεν της είχε διαφύγει η περιφρονητική ματιά του για την εμφάνισή της, όσο και αν προσπάθησε να την κρύψει. Πέρασαν στην τραπεζαρία, με τις μεταξωτές κουρτίνες και τα έπιπλα αντίκες. Ο Τζουζέπε μαζί με δυο υπηρέτριες άρχισαν να σερβίρουν το πρώτο πιάτο –φρέσκα αχλάδια με λεπτές φέτες χοιρομέρι Πάρμας–, που το συνόδευσαν μ’ ένα ελαφρά αρωματικό λευκό κρασί. Η Μάγδα περίμενε ν’ αρχίσουν οι άλλοι να τρώνε, για να δει ποια μαχαιροπίρουνα έπρεπε να χρησιμοποιήσει. Με την πρώτη μπουκιά, σταμάτησε για να απολαύσει την πλούσια, αλμυρή γεύση του χοιρινού, που συνδυαζόταν με τη φρεσκάδα των νωπών φρούτων. «Σου αρέσει;» τη ρώτησε η θεία του Ραφαέλο. Τα αγγλικά της, παρ’ όλο που μιλούσε με προφορά, ήταν το ίδιο άψογα με του ανιψιού της. «Είναι υπέροχο», απάντησε η Μάγδα. Η σινιόρα Κάλβι χαμογέλασε. «Τα αχλάδια είναι εισαγωγής –κάτι που βέβαια δε μου αρέσει. Εγώ, όπως και οι περισσότεροι Ιταλοί, προτιμώ να γεύομαι τα φρούτα στην εποχή τους, και είναι ακόμη πολύ νωρίς για αχλάδια. Όμως το χοιρινό είναι εξαιρετικό. Είναι από την Πάρμα –μια πόλη που ίσως στην Αγγλία είναι περισσότερο γνωστή για το τυρί της, την παρμεζάνα. Υπάρχουν όμως και πολλές σπεσιαλιτέ της Τοσκάνης που θα σου αρέσουν, είμαι σίγουρη. Η Τοσκάνη φημίζεται για την απλή της κουζίνα, για πιάτα όπως η μπιστέκα αλά φιορεντίνα, που είναι μπριζόλα ψημένη στα κάρβουνα,


καθώς επίσης για την πάπια και το χοιρινό της». Ο σύζυγός της ήπιε μια γουλιά κρασί. «Μην είσαι τόσο άδικη με την καημένη την Πάρμα, γλυκιά μου –άλλωστε έχει κάποια σχέση με την Τοσκάνη, έτσι δεν είναι;» Όπως και οι άλλοι, ο Μπερνάρντο Κάλβι μιλούσε άπταιστα αγγλικά. Η φωνή του ήταν κάπως ξερή, αλλά καλοσυνάτη. Τώρα την κοίταζε με προσδοκία, λες και ήταν μία από τις φοιτήτριές του. «Είναι η πρώτη επίσκεψη της Μάγδας στην Ιταλία, Μπερνάρντο, και αποκλείεται να ξέρει σε τι αναφέρεσαι», είπε ο Ραφαέλο. «Στη δούκισσα της Πάρμας», είπε σχεδόν ταυτόχρονα η Μάγδα, καθώς θυμήθηκε αυτό που διάβασε στο βιβλίο της. «Η Μαρί-Λουίζ, η δούκισσα της Πάρμας και χήρα του Ναπολέοντα, ήταν επίσης δούκισσα της Λούκα». «Πολύ καλά». Ο καθηγητής Κάλβι της χαμογέλασε επιδοκιμαστικά. «Πρέπει να επισκεφτείς τη Λούκα σύντομα... είναι το κόσμημα της Τοσκάνης». «Διάβασα λίγα πράγματα σ’ ένα βιβλίο που έφερα μαζί μου», απάντησε η Μάγδα. «Είναι γνωστή για τα τείχη της, σωστά;» «Ναι, πράγματι. Χτίστηκαν στα τέλη του δέκατου πέμπτου αιώνα για να αποκρούσουν τους Ισπανούς. Η Λούκα κατάφερε να διατηρήσει την ανεξαρτησία της και κάποια στιγμή ήταν η μόνη ελεύθερη πολιτεία στην Ιταλία εκτός από τη Βενετία –μέχρι που ο Ναπολέοντας παραχώρησε τη Λούκα στην αδερφή του Ελίζα, την οποία επίσης έκανε δούκισσα της Τοσκάνης». Η Μάγδα συνοφρυώθηκε αβέβαιη. «Ήταν η ίδια αδερφή που ήταν βασίλισσα της Νάπολης;» «Όχι, εκείνη ήταν η Καρολίνα, σύζυγος του στρατηγού του, του Μουράτ. Αυτοί, βεβαίως, αντικατέστησαν τους Βουρβώνους, εκθρονισμένους μονάρχες της Νάπολης, της οποίας η βασίλισσα, επίσης Καρολίνα, είχε μια μάλλον ρομαντική σύνδεση με την Αγγλία». Σταμάτησε ξανά, περιμένοντας προφανώς την απάντησή της. Η Μάγδα προσπαθούσε να θυμηθεί. «Ήταν φίλη της λαίδης Χάμιλτον!» είπε τελικά. «Η Έμμα Χάμιλτον γνώρισε το λόρδο Νέλσον εκεί, στη Νάπολη». «Πολύ καλά!» Της χαμογέλασε ξανά επιδοκιμαστικά. «Ο άντρας μου είναι ιστορικός, όπως ίσως κατάλαβες ήδη», είπε η γυναίκα του. «Μπερνάρντο, μη γίνεσαι βαρετός», πρόσθεσε γυρίζοντας στον άντρα της. Η Μάγδα χαμογέλασε διστακτικά. «Η ιστορία δεν είναι ποτέ βαρετή –ειδικά σε μια χώρα σαν την Ιταλία, που έχει τόσο πλούσια ιστορία». Για τον καθηγητή, προφανώς, ήταν η σωστή απάντηση. «Και εδώ, στην Τοσκάνη, έχουμε την πιο πλούσια ιστορία –ακόμα και το όνομα Τοσκάνη υποδηλώνει τον πρώιμο, μεγάλο πολιτισμό της Ιταλίας». «Τους Ετρούσκους;» ρώτησε διστακτικά η Μάγδα. «Τους Ετρούσκους», επιβεβαίωσε ο καθηγητής και άρχισε να μιλάει για το μυστηριώδη πολιτισμό που είχε βασιλεύσει στην περιοχή πριν γίνει υπερδύναμη η Ρώμη. Η Μάγδα μαγεύτηκε. Ήξερε βέβαια αρκετά πράγματα από τα βιβλία που είχε διαβάσει, εδώ όμως είχε μπροστά της έναν ντόπιο, και μάλιστα ειδικό. Καθόταν και τον άκουγε συνεπαρμένη, καθώς μιλούσε για τις παράξενες ετρουσκικές πόλεις, τη μυστηριώδη καταγωγή τους και την ακόμα πιο περίεργη γλώσσα τους, που ως τώρα δεν είχε ερμηνευτεί. «Πάντα επιδοκίμαζα τους Ετρούσκους», είπε κάποια στιγμή η Ελισαβέτα. «Οι γυναίκες τους ήταν εκπληκτικά απελευθερωμένες –έτρωγαν μαζί με τους άντρες, διέθεταν δική τους περιουσία και είχαν το θάρρος της γνώμης τους».


Η Μάγδα έκρυψε ένα χαμόγελο. Ήταν ξεκάθαρο γιατί η σινιόρα Κάλβι επιδοκίμαζε ένα τέτοιο είδος σχέσεων. Κοίταξε κλεφτά προς την κορυφή του τραπεζιού για να δει αν ο Ραφαέλο έβρισκε το ίδιο διασκεδαστικό το σχόλιο της θείας του, και έμεινε ακίνητη. Την κοίταζε έντονα, λες και έβλεπε κάτι αξιοπερίεργο. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της σαστισμένη. Μήπως είχε κάνει κάτι λάθος; Τράβηξε το βλέμμα της, ενώ η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Τι είχε κάνει; Μήπως δεν έπρεπε να συμμετέχει στη συζήτηση; Εκείνη τη στιγμή ο Μπερνάρντο Κάλβι είπε στον Ραφαέλο: «Η σύζυγός σου θα σε κρατήσει απασχολημένο για αρκετό καιρό, αγόρι μου –πρέπει να την ξεναγήσεις. Δεν έχει δει τίποτα». Εκείνη δάγκωσε τα χείλη της. Ο Ραφαέλο δε θα είχε καμιά διάθεση να την τρέχει να δει τα αξιοθέατα. «Ω, όχι», είπε βιαστικά, «αυτό δεν είναι δυνατό... Το μωρό μου...» «Είμαι σίγουρος πως ο γιος σου δε θα ’χει πρόβλημα αν τον φροντίζουμε η Μαρία κι εγώ», απάντησε η σινιόρα Κάλβι ήρεμα. «Ο καιρός είναι ό,τι πρέπει για τουρισμό». «Ω, όχι», είπε ξανά η Μάγδα. «Σας παρακαλώ... ειλικρινά... δε θα μπορούσα ν’ αφήσω τον Μπέντζι». «Θα του κάνει καλό να μπορεί να νιώθει χαρούμενος και χωρίς την παρουσία σου», της είπε η σινιόρα Κάλβι. «Δεν πρέπει να ανησυχείς που θα τον αφήσεις μαζί μας. Η Μαρία έχει μεγάλη πείρα με τα παιδιά και λέει πως ο μικρός είναι ένα καλοσυνάτο αγοράκι, ιδιαίτερα ανεπτυγμένο για την ηλικία του. Και αυτό χάρη σ’ εσένα, σύμφωνα με τα λεγόμενά της». Της χαμογέλασε και η Μάγδα κοκκίνισε. Χαμήλωσε το βλέμμα της στο πιάτο της. Ξαφνικά ένιωσε ένα ανάλαφρο άγγιγμα στο χέρι της. «Ήταν δύσκολο για σένα, έτσι δεν είναι;» είπε η θεία του Ραφαέλο. «Οι άνθρωποι συχνά κρίνουν σκληρά τους άλλους». Κοίταξε τον Ραφαέλο, που έσφιξε τα χείλη του. Έπειτα, άλλαξε θέμα. «Κάλεσε τον Τζουζέπε, Ραφαέλο. Μπορεί να σερβίρει το επόμενο πιάτο», είπε. Η υπόλοιπη ώρα μέχρι να τελειώσουν το φαγητό τους κύλησε ευχάριστα. Ο καθηγητής, έχοντας ανακαλύψει έναν πρόθυμο ακροατή στο πρόσωπο της Μάγδας, συνέχισε την κουβέντα του πάνω στην ιστορία της Τοσκάνης και της Ιταλίας εν γένει. Εκτός από μια μικρή ανησυχία για το αν ο Μπέντζι ήταν καλά –παρ’ όλο που ήξερε πως η γελαστή υπηρέτρια, η Τζίνα, θα τον πρόσεχε–, η Μάγδα ένιωθε όλο και λιγότερο άβολα. Βοήθησε και το γεγονός ότι ο Ραφαέλο δε μίλησε σχεδόν καθόλου και ο θείος και η θεία του δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να τον βάλουν στη συζήτηση. Όταν η σινιόρα Κάλβι είπε στον Τζουζέπε πως θα έπαιρναν τον καφέ τους στο σαλόνι, σηκώθηκαν από το τραπέζι και ο Ραφαέλο έκανε την ερώτηση που τον έτρωγε όλο το βράδυ. Καθώς περίμεναν να βγουν πρώτα ο θείος και η θεία του, έπιασε τη Μάγδα από το μπράτσο. «Μήπως θα μπορούσες να μου εξηγήσεις γιατί, ενώ είσαι εμφανώς μορφωμένη γυναίκα, δουλεύεις σαν καθαρίστρια;» της είπε με μια σκληρότητα στη φωνή του που την τρόμαξε. Η Μάγδα τον κοίταζε. Ήταν ξανά τόσο κοντά της, αλλά αυτή τη φορά δεν έφταιγε μόνο η παρουσία του για την ταραχή της. «Μορφωμένη;» είπε. «Αν μη τι άλλο, έχεις πολλές ιστορικές γνώσεις», της απάντησε ο Ραφαέλο. «Και προφανώς είσαι έξυπνη. Γιατί λοιπόν δουλεύεις ως καθαρίστρια;» «Δεν έχω τα προσόντα. Πάντα μου άρεσε το διάβασμα, αλλά αυτό είναι όλο. Το σχολείο ήταν... δύσκολο». Δεν ήταν ανάγκη να του πει πως το να είσαι παιδί θετών οικογενειών ήταν αρκετός λόγος


για να γίνεσαι αντικείμενο κοροϊδίας και πειραγμάτων από τους πιο προνομιούχους μαθητές. «Παρ’ όλο που κατάφερα να δώσω εξετάσεις, δεν μπόρεσα να σπουδάσω». Δεν ήθελε να του αποκαλύψει ποιος ήταν ο λόγος. «Όμως ένα από τα πράγματα που θα ήθελα να κάνω, και αυτό θα το χρωστάω σ’ εσένα, είναι κάποιες σπουδές όταν ο Μπέντζι θα αρχίσει να πηγαίνει στο σχολείο, ώστε να αποκτήσω περισσότερα εφόδια και έτσι να βρω καλύτερη δουλειά στο μέλλον. Φυσικά, δε θα εργάζομαι συνεχώς, μόνο τις ώρες που εκείνος θα είναι σχολείο, και έτσι θα είμαι συνεχώς κοντά του». «Ραφαέλο», είπε αυταρχικά η θεία του. «Άφησε το κακόμοιρο το παιδί να πιει τον καφέ του». Εκείνος την οδήγησε ευγενικά στο σαλόνι. «Έλα να καθίσεις πλάι μου», της είπε η Ελισαβέτα Κάλβι αφού έριξε ένα βλέμμα στον ανιψιό της. «Ραφαέλο, ο Μπερνάρντο θα ήθελε ένα πούρο, αλλά δε θα καπνίσει εδώ μέσα. Πηγαίνετε στη βεράντα, αν θέλεις». Η διακριτικότητα δεν είναι το φόρτε της, σκέφτηκε η Μάγδα και βρέθηκε να κοιτάζει ξανά τον Ραφαέλο. Αυτή τη φορά την κοίταξε κι εκείνος και στα μάτια του φάνηκε μια εύθυμη λάμψη. Αλλά και κάτι άλλο· απορία. Η θεία του το αντιλήφθηκε επίσης. «Η Μάγδα θα είναι μια χαρά. Δεν είναι υποχρεωμένη να μου πει κάτι που δε θέλει». Στη διάρκεια του καφέ, η σινιόρα Κάλβι τη ρώτησε για τη ζωή της, τη δουλειά της, το παιδί της και τους λόγους για τους οποίους παντρεύτηκε τον Ραφαέλο. Μόνο ένα δεν τη ρώτησε –προς μεγάλη έκπληξη της Μάγδας. Για τον πατέρα του Μπέντζι. «Αυτά συμβαίνουν», της είπε. «Πάντα συνέβαιναν και θα συνεχίσουν να συμβαίνουν. Όμως, ειλικρινά σου μιλάω, θαυμάζω το κουράγιο σου που αποφάσισες να κρατήσεις το παιδί –θα ήταν πολύ πιο εύκολο αν το είχες δώσει». Ποτέ! Και μόνο η σκέψη τη γέμιζε τρόμο. Και την κατέκλυσε ένα αίσθημα φρίκης καθώς σκέφτηκε πως η δική της μητέρα δεν έκανε καν τον κόπο να τη δώσει. Την άφησε απλώς να πεθάνει σε μια αλέα. Εκείνη όμως είχε επιζήσει, και με τον Μπέντζι θα συνέχιζε τη ζωή της. Από τα παράθυρα είδε τη σιλουέτα του άντρα που είχε παντρευτεί για εκατό χιλιάδες λίρες. Κάτι κλότσησε μέσα της, σκληρά και επώδυνα. Στράφηκε αλλού. Όχι. Ήταν άσκοπο. Ήταν ανώριμες φαντασιώσεις. Ο Ραφαέλο δεν ήταν για εκείνη. Ούτε στα όνειρά της. * Το επόμενο πρωί την ξύπνησε μια καμαριέρα, φέρνοντάς της τον καφέ της. «Μπουόν τζόρνο, σινιόρα», της είπε χαμογελαστά. Ο Μπέντζι κοιμόταν ακόμη κι η Μάγδα απόρησε γι’ αυτό καθώς έπινε τον μυρωδάτο καφέ της και κοίταζε έξω τη λιακάδα. Όλη μου τη ζωή θα θυμάμαι την ομορφιά αυτού του μέρους, σκέφτηκε. Ένιωσε ξαφνικά λύπη που θα έμενε τόσο λίγο, αλλά ύστερα είπε αποφασιστικά στον εαυτό της πως ήταν εξαιρετικά τυχερή που το είχε ζήσει αυτό. Θυμήθηκε τη χτεσινή βραδιά. Η Ελισαβέτα και ο Μπερνάρντο Κάλβι ήταν τόσο ευγενικοί μαζί της –και ο Ραφαέλο επίσης πολύ ευγενικός και πολιτισμένος! Η σινιόρα Κάλβι μάλιστα δεν έδειξε να ενοχλείται που η Μάγδα είχε παντρευτεί τον ανιψιό της για τα χρήματα. «Φυσικά είναι λάθος, αλλά είναι κατανοητό. Δεν κατηγορώ εσένα, παιδί μου», της είχε πει. Μήπως αυτό σήμαινε πως κατηγορούσε τον ανιψιό της; Ευτυχώς, πάνω στην ώρα ξύπνησε ο Μπέντζι και η προσοχή της αποσπάστηκε. Ο μικρός πάντα


ξυπνούσε όλο χαρά, κάτι που της έδινε κουράγιο ακόμα και τις μέρες που ήταν πεθαμένη στην κούραση, πόσω μάλλον τώρα, που οι μέρες της ήταν ξεκούραστες και οι νύχτες ήρεμες. Αργότερα, αφού είχαν ντυθεί και οι δύο, πήρε το δίσκο με τον καφέ προσεκτικά στο ένα της χέρι, έπιασε τον Μπέντζι με το άλλο και ετοιμάστηκε να κατέβει στην κουζίνα για πρωινό. Όμως, καθώς έκλεινε την πόρτα, άκουσε βήματα να πλησιάζουν. Ο πατέρας του Ραφαέλο ερχόταν προς το μέρος της. Μόλις την είδε σταμάτησε επιτόπου. Εκείνη πάγωσε. Το πρόσωπο του Ενρίκο σκλήρυνε. Η Μάγδα δεν ήξερε τι να κάνει. Να πει καλημέρα; Να μη μιλήσει καθόλου; Να μπει ξανά στο δωμάτιο; Ο Μπέντζι, νιώθοντας την ένταση, πιάστηκε από το πόδι της καθώς εκείνη στεκόταν εκεί με το δίσκο στο χέρι, μη ξέροντας πώς να αντιδράσει. «Λοιπόν», είπε ο Ενρίκο ντι Βισέντι με σκληρή φωνή, «είσαι ακόμη εδώ». Η Μάγδα δεν απάντησε. Δεν ήξερε τι να πει. «Μήπως φαντάζεσαι πως θα εγκατασταθείς εδώ;» συνέχισε εκείνος στον ίδιο τόνο. «Μήπως νομίζεις πως τώρα έγινες μεγάλη κυρία –εσύ και το μπαστάρντο σου;» Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της κοιτάζοντάς τη με οργή και περιφρόνηση. «Τότε, μάθε αυτό! Ο ηλίθιος ο γιος μου σε διάλεξε για να με προσβάλει. Μου πέταξε καταπρόσωπο πως αψηφά τόσο τις επιθυμίες μου, ώστε μου έφερε για νύφη μία που είναι η τελευταία των τελευταίων. Σε διάλεξε επειδή είσαι η χειρότερη σύζυγος που θα μπορούσε να βρει –ασήμαντη, αδαής, πρόστυχη και χωρίς αρχές. Από τις πιο άθλιες περιοχές του Λονδίνου, που καθαρίζει τουαλέτες για να ζήσει. Σε διάλεξε για να με αηδιάσει». Η Μάγδα κόντευε να λιποθυμήσει. Ένιωθε το αίμα να σφυροκοπάει στα μηνίγγια της. Ο Μπέντζι, πιασμένος στο πόδι της, έκρυψε το προσωπάκι του στο φθαρμένο της φόρεμα και άρχισε να κλαψουρίζει. Δεν καταλάβαινε τα λόγια –καταλάβαινε όμως την οργή, το απροκάλυπτο μίσος που εξέπεμπαν. Την περιφρόνηση. Το βλέμμα της θόλωσε. Ο πατέρας του Ραφαέλο την προσπέρασε και άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες. Ένιωσε το δίσκο να τρέμει στα χέρια της και κατάλαβε πως, αν δεν τον ακουμπούσε κάτω, θα της έπεφτε. Αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει το τρέμουλο των χεριών της. Τότε, ξαφνικά, κάποιος της πήρε το δίσκο. «Από δω...» Ένιωσε κάποιον να τη σπρώχνει ξανά πίσω στο υπνοδωμάτιο, να της παίρνουν τον Μπέντζι, εκείνος να διαμαρτύρεται, και έπειτα βρέθηκε καθισμένη στο κρεβάτι της, με τον Μπέντζι στην αγκαλιά της. Κάθισε εκεί, κρατώντας τον σφιχτά, χωρίς να βλέπει τίποτα, χωρίς να νιώθει τίποτα, απλώς είχε μαζευτεί, με τον Μπέντζι ανάμεσα στα μπράτσα της. Κάποιος στεκόταν μπροστά της. Κάποια ψηλή και σκοτεινή φιγούρα που έκρυβε το φως. Ήξερε ποιος ήταν. Ο Ραφαέλο ντι Βισέντι. Που την είχε διαλέξει όχι επειδή ήταν βολικό και εύκολο θύμα, αλλά επειδή θα προξενούσε αηδία στον πατέρα του. Ήταν η «τελευταία των τελευταίων» –τα λόγια του πατέρα του αντηχούσαν στο μυαλό της–, η τέλεια προσβολή. «Μάγδα...» Εκείνη συνέχισε να κρατάει σφιχτά τον Μπέντζι, με το βλέμμα της στυλωμένο στο χαλί, προσπαθώντας να μη σκέφτεται, να μην αισθάνεται... «Δεν πρέπει... δεν πρέπει να πιστέψεις αυτά που είπε ο πατέρας μου. Μ’ εμένα είναι θυμωμένος»,


της είπε τραχιά ο Ραφαέλο. Εκείνη χάιδεψε τα μεταξένια μαλλιά του Μπέντζι. Δεν μπορούσε να πει τίποτα. Τίποτα απολύτως. Ο Ραφαέλο είδε την κίνησή της. Ήθελε να βρει τα κατάλληλα λόγια, αλλά δεν μπορούσε. Δεν υπήρχαν λόγια να πει. Ο πατέρας του τα είχε πει όλα. Αλλά παρ’ όλα αυτά έπρεπε να προσπαθήσει. «Μάγδα, εγώ...» Εκείνη τον κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν εντελώς άδειο. «Δε χρειάζεται να πεις τίποτα. Δεν είναι απαραίτητο». Αν η φωνή της έσπασε, εκείνη το αγνόησε. Αρνήθηκε να το παραδεχτεί. Δε θα ένιωθε τίποτα, τίποτα. Σηκώθηκε κρατώντας τον Μπέντζι. «Σε παρακαλώ, πες μου πού θα πάω για πρωινό σήμερα –ή μήπως προτιμάς να μείνω στο δωμάτιό μου;» Ο Ραφαέλο έσφιξε τα χείλη του. «Το καλοκαίρι παίρνουμε πρωινό στη βεράντα. Έλα...» Της άπλωσε το χέρι, εκείνη όμως τον αγνόησε και πήγε προς την πόρτα. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να υποστεί το οικογενειακό πρωινό στη βεράντα, αλλά ένιωθε τόσο άδεια, που δεν την ένοιαζε. Όταν έφτασαν μαζί με τον Ραφαέλο, ο θείος και η θεία του, καθώς και ο πατέρας του, ήταν ήδη εκεί. Ο Μπερνάρντο Κάλβι σηκώθηκε και την καλημέρισε μόλις την είδε. Εκείνη κατάφερε να του γνέψει με το ζόρι. Ο Ενρίκο, εντελώς ανέκφραστος, σηκώθηκε και πήρε μαζί του τον καφέ του. «Θα είμαι στη βιβλιοθήκη. Έχω δουλειές να φροντίσω», είπε και έφυγε, δείχνοντας καθαρά πως δεν ήθελε να καθίσει στο τραπέζι μαζί της. Η τελευταία των τελευταίων. Τα λόγια του ήρθαν ξανά στο μυαλό της. Κάθισε, όχι στην καρέκλα που της είχε τραβήξει ο Ραφαέλο, αλλά στην πιο μακρινή πλευρά του τραπεζιού. Ήθελε να πεθάνει, να ανοίξει η γη και να την καταπιεί. «Λοιπόν», είπε κάπως πιο δυνατά από το κανονικό η σινιόρα Κάλβι, «αυτός είναι ο γιος σου. Και πώς είπες πως τον λένε;» «Μπέντζι», απάντησε ο Ραφαέλο, που είχε καθίσει απέναντι από τη Μάγδα. Ο Μπέντζι άρχισε να πίνει με λαχτάρα το γάλα του, κουρνιασμένος στην αγκαλιά της. Εκείνη δεν είχε όρεξη. Της φαινόταν λες και βρισκόταν χιλιόμετρα μακριά, λες και καθόταν πίσω από ένα γυάλινο τοίχο, χωριστά από όλους τους άλλους, παρ’ όλο που της μιλούσαν και εκείνη απαντούσε χαμηλόφωνα. Η σημερινή κουβέντα δεν είχε καμία σχέση με τη χτεσινοβραδινή. «Είσαι κουρασμένη», είπε η Ελισαβέτα. Η Μάγδα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της χωρίς να την κοιτάξει. Τους ένιωθε όλους πολύ μακριά της, και ειδικά τον Ραφαέλο. Όμως εκείνος την παρακολουθούσε, το έβλεπε. Η έκφρασή του ήταν ανεξιχνίαστη και το βλέμμα του σκοτεινό. Πιθανόν τώρα να σκέφτεται πόσο κατώτερη και άχαρη είμαι, και πώς του βρομίζω το πατρικό του σπίτι. Θα εύχεται να μπορούσε να με ξεφορτωθεί όπως τα σκουπίδια, συλλογίστηκε εκείνη. Με τη λογική της, καταλάβαινε πως δεν είχε να ντρέπεται για τίποτα. Κάποιος έπρεπε να καθαρίζει τις τουαλέτες –και όλα τ’ άλλα. Κάποιος έπρεπε να φροντίζει για την καθαριότητα και την καλοπέραση των πλουσίων και δεν ήταν ντροπή αυτό. Το να υποτιμάς κάποιον επειδή ήταν φτωχός, αυτό ήταν ντροπή. Παρ’ όλα αυτά, την πείραζε που ο Ραφαέλο την είχε διαλέξει για να πληγώσει τον πατέρα του. Το σύρσιμο μιας καρέκλας την έβγαλε από τις οδυνηρές σκέψεις της. Η σινιόρα Κάλβι της


μιλούσε. «Καλή μου, άφησε τον Μπέντζι να έρθει μαζί μου για λίγο. Η Μαρία μου λέει πως μία από τις ανιψιές της έφερε κάποια παιχνίδια από τα παιδιά της, που τώρα έχουν μεγαλώσει. Μου φαίνεται πως υπάρχει ένα ποδηλατάκι και μερικά παιχνιδάκια τα οποία σίγουρα ο μικρός θα λατρέψει. Όχι, μην ανησυχείς... θα έρθει μαζί μου με χαρά, είμαι σίγουρη». Πήρε τον Μπέντζι από την αγκαλιά της και τον άφησε να πατήσει στα πόδια του. «Βιένι». Χαμογέλασε στο παιδί. «Έλα να δεις μερικά καινούρια παιχνίδια». Η σινιόρα Κάλβι και ο άντρας της τον πήραν από το χεράκι και ο μικρός τούς ακολούθησε όλος χαρά. Η Μάγδα τους παρακολουθούσε μουδιασμένη να απομακρύνονται. Ο Ραφαέλο την κοίταζε. Του φαινόταν πολύ μικρή, πολύ νέα, πάρα πολύ νέα για να έχει την ευθύνη ενός παιδιού. Πάρα πολύ νέα για να αντέξει τις προσβολές του πατέρα του. Ντίο, είχε πληγωθεί, ήταν φανερό. Το βλέμμα της ήταν κενό και τον έκανε να νιώθει απαίσια. Η αμηχανία που ένιωθε συνήθως όταν ήταν κοντά της έγινε πιο έντονη. Έγινε ενοχή. Έπιασε τον εαυτό του να εύχεται με όλη του τη δύναμη να μπορούσε να αλλάξει την άσχημη σκηνή που είχε εκτυλιχθεί έξω από το υπνοδωμάτιό της, να μπορούσε να σταματήσει τον πατέρα του πριν της πετάξει όλες εκείνες τις απίστευτες προσβολές. Όμως ο Ραφαέλο κατηγορούσε και τον εαυτό του. Επίτηδες την είχε εμφανίσει έτσι την πρώτη μέρα που ήρθαν, για να μπορέσει να πει στον πατέρα του: Με ανάγκασες να παντρευτώ, οπότε ορίστε η νύφη που σου έφερα. Ω, δε σκόπευε ποτέ να αφήσει την κοπέλα να το μάθει –και αποκλείεται να καταλάβαινε τις κουβέντες που είχε φωνάξει εκείνος στον πατέρα του–, παρ’ όλα αυτά όμως την είχε χρησιμοποιήσει επίτηδες, χρησιμοποίησε την άχαρη εμφάνισή της και τις ατυχείς περιστάσεις της ζωής της για δικό του όφελος. Ένιωσε τις ενοχές να τον πνίγουν. Ήταν ένα σπάνιο και δυσάρεστο συναίσθημα. Και κάτι περισσότερο από ενοχές. Θυμός. Κάτι συνηθισμένο τους τελευταίους μήνες, που ο πατέρας του προσπαθούσε να τον αναγκάσει να παντρευτεί τη Λουτσία. Ζούσε με το θυμό κάθε μέρα, μέχρι που δεν τον ένοιαζε τίποτε άλλο εκτός από το να μην αφήσει τον πατέρα του να τον μεταχειριστεί σαν πιόνι. Ναι, ο θυμός ήταν οικείο συναίσθημα. Αλλά αυτή τη φορά ήταν κάπως διαφορετικό. Αυτή τη φορά ήταν θυμωμένος με τον εαυτό του. Σηκώθηκε. «Έλα», της είπε. Η Μάγδα στράφηκε και τον είδε να στέκει εκεί, ψηλός και επιβλητικός. «Σήμερα», της ανακοίνωσε εκείνος, «θα πάμε στη Λούκα». Η Μάγδα τον κοίταξε έκπληκτη και θυμήθηκε την κουβέντα του θείου του. «Δεν είναι ανάγκη», του απάντησε. Η φωνή της ήταν χαμηλή και άχρωμη. «Θα μου επιτρέψεις να το κρίνω εγώ αυτό». Η Μάγδα ένιωσε το θυμό του στον κοφτό του τόνο. Η θεία του θα τον είχε πιέσει να τη βγάλει έξω και ήταν φανερό πως εκείνος δε χαιρόταν και τόσο που θα έχανε τη μέρα του με μια γυναίκα που την είχε επιλέξει επειδή ήταν η τελευταία των τελευταίων... «Δεν μπορώ ν’ αφήσω τον Μπέντζι», του είπε. Συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να τον κοιτάξει


στα μάτια. Βιάστηκε ν’ αποτραβήξει το βλέμμα της και κοίταξε λίγο πιο χαμηλά, με αποτέλεσμα να αντικρίσει τους σκληρούς μυς που διαγράφονταν κάτω από την μπλούζα του. Τελικά ύψωσε το βλέμμα της πάνω από τους ώμους του και το έστρεψε σ’ ένα κυπαρίσσι πίσω στους κήπους. «Ο Μπέντζι θα είναι μια χαρά με τη θεία μου και τη Μαρία –έχουν ξετρελαθεί και οι δύο μαζί του». Έριξε μια ματιά στο ρολόι του. «Θα ήθελα να ξεκινήσουμε σε μισή ώρα περίπου. Σε παρακαλώ να είσαι έτοιμη», της είπε και έφυγε. Εκείνη αναστέναξε. Τι θα έκανε; Να αρνιόταν να τον ακολουθήσει; Και μόνο η σκέψη ότι θα περνούσε μερικές ώρες μαζί του της φαινόταν σαν κατάρα. Που να πάρει, γιατί το έκανε αυτό; Σίγουρα θα μπορούσε να βρει κάποια δικαιολογία στις πιέσεις της θείας του. Και ανεξάρτητα από το τι έλεγε εκείνος, η Μάγδα δεν ήθελε ν’ αφήσει τον Μπέντζι. Ποτέ μα ποτέ δεν είχε φύγει από κοντά του. Όμως, όταν πήγε να τον βρει, διαπίστωσε πως δεν του είχε λείψει καθόλου. Η Μαρία και η θεία του Ραφαέλο τον κακομάθαιναν κι εκείνος ασχολούνταν όλος ενθουσιασμό με το ποδηλατάκι του. Η Μαρία πήγε γρήγορα κοντά της. «Πήγαινε», της είπε. «Ο μικρός θα είναι μια χαρά μαζί μας. Ούτε που το κατάλαβε πως δεν ήσουν εδώ. Αν σε δει θα σε θέλει, γι’ αυτό φύγε τώρα. Ναι, ναι, αν αρχίσει να σε ζητάει, θα πάρω τον σινιόρε Ραφαέλο στο κινητό του και θα σε φέρει αμέσως, μου το υποσχέθηκε. Θα προσέχουμε τον μικρό σαν να είναι δικός μας. Έχω φροντίσει πολλά παιδιά. Φύγε, φύγε τώρα», της είπε και γύρισε βιαστικά στον Μπέντζι, που ξεφώνιζε από χαρά για το ποδηλατάκι του. Εκείνη στράφηκε κι έφυγε. Ήξερε πως ο μικρός έπρεπε να μπορεί να είναι ευτυχισμένος και μακριά της, γιατί, όταν θα γύριζαν στην Αγγλία και θ’ αγόραζε ένα κανονικό σπίτι, θα ήταν καιρός ν’ αρχίσει να πηγαίνει στον παιδικό σταθμό. Όμως, παρ’ όλα αυτά, της ερχόταν πολύ δύσκολο καθώς ανέβαινε στο δωμάτιό της για να αλλάξει ρούχα. Είχε μια βαμβακερή φούστα σε χακί χρώμα, η οποία, αν και έπεφτε άχαρα στους γοφούς της, ήταν τουλάχιστον σε σχετικά καλή κατάσταση. Τη συνδύασε μ’ ένα κοντομάνικο λευκό μπλουζάκι, έριξε ένα πράσινο πουλόβερ στη μεγάλη τσάντα της, που της φαινόταν παράξενα άδεια τώρα χωρίς τα πράγματα του Μπέντζι, και κατέβηκε στο ισόγειο. Ήθελε να πάει να δει ξανά τον Μπέντζι, αλλά ήξερε πως δεν έπρεπε. Στάθηκε στο χολ μη ξέροντας τι να κάνει, ενώ ήλπιζε να μη συναντήσει τον πατέρα του Ραφαέλο. Μάλλον όμως εκείνος βρισκόταν σ’ αυτό το δωμάτιο με τις διπλές κλειστές πόρτες, γιατί η Μάγδα άκουγε μουσική από εκεί. Όπερα. Και μάλλον επρόκειτο για Βέρντι. Εκείνη δεν είχε στερεοφωνικό, αλλά είχε καταφέρει να εξοικονομήσει λίγα χρήματα και να αγοράσει ένα μικρό φορητό ραδιοκασετόφωνο και συνήθως τα βραδάκια, όταν ο Μπέντζι κοιμόταν, εκείνη καθόταν και άκουγε τα μουσικά προγράμματα καθώς και την αγαπημένη της κλασική μουσική. Γρήγορα βήματα στις σκάλες την έκαναν να στραφεί. Εμφανίστηκε ο Ραφαέλο. Έμοιαζε με αρχαίο Ρωμαίο θεό. Κρατούσε στον ώμο του ένα μεταξωτό σακάκι και στο άλλο του χέρι ένα ζευγάρι γυαλιά. Εκείνη στεκόταν ακίνητη, κρατώντας σφιχτά μπροστά στο στήθος της τη φθαρμένη τσάντα της, και περίμενε τις διαταγές του, προσπαθώντας να μη σκέφτεται πως αντίκριζε το πιο όμορφο αρσενικό του σύμπαντος. «Είσαι έτοιμη; Ωραία», της είπε κοφτά και απρόσωπα εκείνος ενώ πήγαινε προς την εξώπορτα. Η Μάγδα τον ακολούθησε διστακτικά. Έκαναν το γύρο της βίλας και πήγαν στα γκαράζ. Ο Ραφαέλο της είπε να τον περιμένει και σε λίγο εμφανίστηκε μ’ ένα υπέροχο, πανάκριβο, κατακόκκινο σπορ αυτοκίνητο.


Σταμάτησε πλάι της, έσκυψε και της άνοιξε την πόρτα. «Μπες μέσα...» Εκείνη μπήκε ταραγμένη και, καθώς προσπαθούσε να ηρεμήσει, ο Ραφαέλο έγειρε πάνω της για να πιάσει τη ζώνη ασφαλείας της. Η Μάγδα πάγωσε. Ποτέ δεν είχε βρεθεί τόσο κοντά της, και την έκανε να παραλύσει. Βούλιαξε πίσω στο δερμάτινο κάθισμα και προσπάθησε να μη σκέφτεται πως σε λίγο τα στήθη της θα άγγιζαν το μπράτσο του. Όμως, το ίδιο σβέλτα, εκείνος είχε σηκωθεί ξανά και είχε βρεθεί στη θέση του. Φόρεσε τα σκούρα γυαλιά του, έβαλε ταχύτητα και ξεκίνησε. Η Μάγδα κρατήθηκε σφιχτά στο κάθισμά της, λες και βρισκόταν σε τρενάκι λούνα παρκ, καθώς διέσχιζαν με ταχύτητα τον αυτοκινητόδρομο κατά μήκος της κοιλάδας του ποταμού Άρνου. Κοίταξε το τοπίο της Τοσκάνης γύρω της, που φαινόταν θολό από την ταχύτητα. Κάποια στιγμή έριξε μια ματιά στα χέρια του Ραφαέλο στο τιμόνι. Το κρατούσε σφιχτά, και οδηγούσε με άνεση και σιγουριά. Η Μάγδα σκέφτηκε πως αυτός ήταν ο τρόπος του για να εκτονώνεται.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Τα τείχη που περιστοίχιζαν την αρχαία πόλη της Λούκα ήταν εντυπωσιακά, όπως έλεγε ο τουριστικός οδηγός που διάβαζε η Μάγδα. Όμως δεν ήταν αυτά ο προορισμός του Ραφαέλο, ούτε ο μεσαιωνικός καθεδρικός ναός του Σαν Μαρτίνο, ούτε κάποια από τις αμέτρητες εκκλησίες στο ιστορικό κέντρο της πόλης, ούτε το μουσείο τέχνης ή το Μουσείο Πουτσίνι. Αντίθετα, βρέθηκαν σ’ ένα κτίριο με όμορφη πρόσοψη σε κάποιο δρομάκι κάθετο στη Βία Φιλούνγκο. Η Μάγδα κοίταζε γύρω της μαγεμένη. Όπου και αν έστρεφε το βλέμμα της αντίκριζε τα θαύματα της αρχαίας πόλης της Τοσκάνης: τα παλάτσο και τις εκκλησίες, τα καφέ και τα εστιατόρια, και όλη την αρχιτεκτονική δόξα της Ιταλίας. «Έλα», της είπε ο Ραφαέλο και την έσπρωξε προς την πόρτα. Στον καλοφωτισμένο χώρο υποδοχής υπήρχε μια κομψά ντυμένη γυναίκα γύρω στα είκοσι. Σήκωσε το βλέμμα της από το βιβλίο με τα ραντεβού και το πρόσωπό της φωτίστηκε. «Ραφαέλο». Μιλώντας στα ιταλικά, βγήκε από το γραφείο της, ήρθε κοντά του, τον αγκάλιασε και τον φίλησε και στα δύο μάγουλα. Εκείνος της απάντησε κάτι γελώντας, χωρίς να αγχώνονται από την παρουσία της. Έπειτα άρχισαν να μιλάνε. Η Μάγδα στεκόταν αμήχανα λίγο πιο πέρα, καταλαβαίνοντας από τις ματιές που της έριχνε πού και πού η κοπέλα πως μιλούσαν για εκείνη. Έσφιξε νευρικά την τσάντα της και ένιωσε να κοκκινίζει. Ήταν έτοιμη να στρέψει την πλάτη της και να κοιτάξει έξω από το παράθυρο, όταν η γυναίκα γέλασε χαρωπά, χτύπησε τα χέρια της και στράφηκε στη Μάγδα. «Έλα, έλα», της είπε χαρούμενα στ’ αγγλικά. «Έχουμε τόσα να κάνουμε και τόσο λίγο χρόνο. Όμως το αποτέλεσμα θα είναι φαβολόζο!» Της έγνεψε χαμογελαστά. «Τον Ραφαέλο θα τον διώξουμε – δεν τον χρειαζόμαστε εδώ και δε μ’ ενδιαφέρει η γνώμη του». Τον κοίταξε εύθυμα. «Βάτενε! Βάτενε. Α πιου τάρντι», του είπε κάνοντάς του νόημα να φύγει. Η Μάγδα βρήκε επιτέλους τη φωνή της. «Μα... τι συμβαίνει;» Τα μάτια της γυναίκας έλαμψαν παιχνιδιάρικα. «Έκπληξη!» Η Μάγδα κοίταξε ανήσυχη τον Ραφαέλο. Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο, όμως ξαφνικά είπε κάτι στη γυναίκα, η οποία έγνεψε με κατανόηση και βγήκε από μια πόρτα στο πίσω μέρος του δωματίου. Εκείνος την κοίταξε. «Δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς. Αφέσου απλώς στα χέρια της Ολίβια και θα ’σαι μια χαρά». «Δεν καταλαβαίνω», του απάντησε σφιγμένα η Μάγδα. Ο Ραφαέλο την κοίταξε ξανά και έπειτα της είπε με δυσκολία: «Αν μπορούσα να πάρω πίσω τα όσα σου είπε ο πατέρας μου, θα το έκανα. Όμως δεν μπορώ. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τον διαψεύσω». Το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο σαν μάσκα. Μόνο το βλέμμα της φανέρωνε πόσο πληγωμένη ήταν. «Όμως δεν μπορείς να τα διαψεύσεις επειδή είναι η αλήθεια, σωστά; Τι είχε πει ο πατέρας σου; Ήμουν... είμαι... η τέλεια προσβολή για εκείνον. Το ακριβώς αντίθετο από τη νύφη που θα


επιθυμούσε η οικογένειά σου. Και γι’ αυτό παντρεύτηκες εμένα και όχι κάποια από τον κύκλο σου· για να τον προσβάλεις. Σου είπα πως δε με νοιάζει, και έτσι είναι. Με πληρώνεις εκατό χιλιάδες λίρες, και γι’ αυτό δεν πρόκειται να το κάνω θέμα». Ο Ραφαέλο ένιωσε κάτι σαν σουβλιά στα σωθικά του. «Λες πως είναι η αλήθεια, Μάγδα... όμως δεν είναι. Μου το έχεις ήδη αποδείξει –όπως και στο θείο και στη θεία μου, στη Μαρία και στον Τζουζέπε. Τώρα, θέλω απλώς να τελειώσω τη δουλειά». «Ποιο δεν είναι αλήθεια; Για πες μου; Πως ο Μπέντζι δεν έχει πατέρα; Πως ντύνομαι με αποφόρια; Πως καθαρίζω τουαλέτες για να ζήσω; Πως δεν έχω καμία σχέση με την ιδανική σύζυγο για σένα; Ποιο απ’ όλα είναι ψέμα;» Ένα νεύρο άρχισε να πάλλεται στο μάγουλό του. Η Μάγδα τον κοίταζε ανέκφραστα, εκείνος όμως ένιωθε τα συναισθήματα να θεριεύουν μέσα του. Το ένα ήταν θυμός, ο ίδιος θυμός που είχε νιώσει σήμερα το πρωί. Αλλά υπήρχε και κάτι ακόμα. Ενοχές που τον έκαιγαν. «Δεν είσαι η πρώτη γυναίκα που αποκτά παιδί χωρίς γάμο. Δεν είναι πια ντροπή όπως ήταν κάποτε –ούτε καν εδώ στην Ιταλία. Και έχουμε ήδη συζητήσει την κατάστασή σου– έχεις τη δυνατότητα να γίνεις κάτι περισσότερο και μια μέρα, όταν θα έχεις γλιτώσει από τη φτώχεια, θα γίνεις. Δε φταις εσύ για την καταγωγή σου, όπως δε φταίει και ο γιος σου. Όσο για την εμφάνισή σου –αυτό είναι κάτι που θα το φροντίσουμε». Έστρεψε το βλέμμα του αλλού –δεν ήθελε να τη βλέπει να τον κοιτάζει με ανέκφραστο πρόσωπο για να κρύψει τον πόνο της. «Ολίβια». Μίλησε στα ιταλικά και η γυναίκα εμφανίστηκε. «Εξηγήθηκαν όλα;» ρώτησε εκείνη στ’ αγγλικά. «Ωραία». Χαμογέλασε ξανά στη Μάγδα. «Τώρα ξεκινάμε». «Θα επιστρέψω αργότερα», είπε ο Ραφαέλο και έφυγε. Η Μάγδα ήθελε να τρέξει πίσω του και να του πει πως ήθελε να γυρίσει στο Λονδίνο και να μην τον ξαναδεί ποτέ, αλλά δεν μπορούσε να το κάνει. Είχε υπογράψει συμβόλαιο και ένα πιστοποιητικό γάμου και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα μέχρι να αποφασίσει εκείνος να τη στείλει πίσω χωρίς να φανεί ψεύτικος ο γάμος τους. «Έλα από δω», της είπε γελαστά η Ολίβια. Μουδιασμένη και παραιτημένη, η Μάγδα την ακολούθησε. * Ο Ραφαέλο καθόταν σ’ ένα καφέ και κοίταζε την πλατεία που πριν δύο χιλιάδες χρόνια ήταν ρωμαϊκό αμφιθέατρο. Εκτός από μια αγορά που έκανε, είχε περάσει τις δύο τελευταίες ώρες σεργιανώντας στην πόλη, μπαινοβγαίνοντας στις εκκλησίες και αγνοώντας, όπως έκανε όταν δεν ήταν στα κέφια του, τις συχνές ματιές που του έριχναν τόσο οι ντόπιες όσο και οι τουρίστριες. Ήταν μια παρόρμηση –παρόρμηση και ενοχές– που τον ώθησε να πάρει αυτό το κακόμοιρο πλάσμα από τη βίλα το πρωί και να το πάει στην Ολίβια για να το σουλουπώσει, όσο αυτό ήταν δυνατό. Ίσως όμως να μην ήταν καλό για την καημένη την κοπέλα που την πήγε εκεί. Ίσως η Ολίβια να μην κατάφερνε τίποτα! Ίσως το αποτέλεσμα να την έκανε να εξευτελιστεί ακόμα περισσότερο στα μάτια του... Δεν την είχε ήδη ταπεινώσει αρκετά; Έκανε νόημα να του φέρουν άλλο ένα φλιτζάνι καφέ και έπιασε ξανά την εφημερίδα του. Ίσως οι


δυστυχίες του κόσμου να τον αποσπούσαν από τις δικές του ενοχές. Κάπου σαράντα λεπτά αργότερα χτύπησε το κινητό του. «Πρόντο;» «Ραφαέλο;» Ήταν η Ολίβια. «Τελειώσαμε. Θα σε συναντήσουμε στο εστιατόριο. Τα λέμε εκεί». Τράβηξε για το εστιατόριο όπου είχε κλείσει τραπέζι. Μπαίνοντας, είδε αμέσως την Ολίβια, που του έκανε νόημα. Κατευθύνθηκε προς το μέρος της, ενώ αναρωτιόταν τι είχε καταφέρει με τη Μάγδα. Καθώς πλησίαζε, μια γυναίκα καθισμένη στο μπαρ με την πλάτη της γυρισμένη προς το μέρος του τράβηξε την προσοχή του. Το βλέμμα του πλανήθηκε πάνω της. Καθόταν ολόισια και ακίνητη. Φορούσε ένα αμάνικο μεταξωτό φόρεμα στο χρώμα της κανέλας. Ήταν πολύ λεπτή, με όμορφη, κομψή πλάτη. Τα μαλλιά της, σε μια ασυνήθιστη ανοιχτοκάστανη απόχρωση, με απαλές, κεχριμπαρένιες ανταύγειες, έπεφταν κυματιστά ως τους ώμους της. Ενδιαφέρουσα, σκέφτηκε. Κάτι διαφορετικό. Διεγερτικό. Ήθελε να στραφεί, για να δει αν ήταν τόσο όμορφη από μπροστά όσο και από πίσω. Τότε θυμήθηκε πως δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για να εκτιμήσει τις χάρες κάποιας άλλης γυναίκας, και έτσι στράφηκε ξανά στην Ολίβια. Εκείνη τον είδε να πλησιάζει, όπως και το ότι τράβηξε την προσοχή του η γυναίκα στο μπαρ. Ο Ραφαέλο πήγε κοντά της και τη φίλησε ως συνήθως και στα δύο μάγουλα. «Λοιπόν... πώς πήγε;» τη ρώτησε στα ιταλικά, ενώ προετοίμαζε τον εαυτό του για το χειρότερο. Έριξε μια ματιά γύρω του, αλλά δεν έβλεπε πουθενά τη Μάγδα. «Δες μόνος σου», απάντησε η Ολίβια με περίεργη φωνή. Αν δεν την ήξερε αρκετά καλά, θα έλεγε πως ήταν έτοιμη να ξεσπάσει σε γέλια. Κοίταξε ξανά γύρω του, αλλά δεν είδε πουθενά τη Μάγδα. Αγνόησε αποφασιστικά τη γυναίκα που καθόταν στο μπαρ –δεν έπρεπε να την κοιτάζει. Το πήρε απόφαση πως δεν ήταν τυχερό να τη γνωρίσει. Όμως, καθώς έψαχνε να βρει τη Μάγδα, δεν μπορούσε να μην την κοιτάζει λοξά, όταν εκείνη στράφηκε αργά. Δεν κατάφερε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό. Γύρισε προς το μέρος της. Για μια στιγμή απέμεινε να την κοιτάζει, χωρίς να μπορεί να το πιστέψει. Κάτι θα είχαν πάθει τα μάτια του. Η γυναίκα είχε το πρόσωπο της Μάγδας. Όμως δεν ήταν ακριβώς το πρόσωπό της –ήταν το πρόσωπο μιας εκθαμβωτικής γυναίκας που τραβούσε κι άλλα βλέμματα εκτός από το δικό του. «Ντίο μίο», είπε βαριανασαίνοντας. «Νον πόσο κρέντερτσι!» Η Ολίβια γέλασε, αλλά ο Ραφαέλο δεν της έδωσε σημασία. Κοίταζε ακόμη, χωρίς να μπορεί να το πιστέψει. Ήταν η Μάγδα, αλλά και δεν ήταν η Μάγδα. Τα άχρωμα χαρακτηριστικά της είχαν μεταμορφωθεί και το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό. Δεν ήταν μόνο το μακιγιάζ. Δε φαινόταν σαν ψεύτικη κούκλα, αντίθετα είχε μια διάφανη, υπέροχη λάμψη πάνω της. Τα μάτια της ήταν πιο βαθιά, πιο μεγάλα –πολύ όμορφα. Το πρόσωπο ήταν ντελικάτο, πλαισιωμένο από τα λαμπερά μαλλιά της, τα ζυγωματικά της φαίνονταν σμιλεμένα και τραβούσαν την προσοχή στα όμορφα μάτια της. Και το στόμα της... Ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Τα χείλη της του προκάλεσαν την επιθυμία να γλιστρήσει τα χέρια του στα λαμπερά της μαλλιά και να τα αγγίξει με το στόμα του... «Σου αρέσει;» Η πειρακτική φωνή της Ολίβια τον συνέφερε. Όμως μόνο για λίγο. Το βλέμμα του γύρισε στη γυναίκα που αναγνώριζε με το ζόρι και κοίταζε μια το πρόσωπό της και μια το κορμί της. Ήταν λεπτή, αλλά όχι κοκαλιάρα. Ντίο, πώς μπόρεσε να τη θεωρήσει κοκαλιάρα; Ήταν λυγερή σαν ιτιά,


γεμάτη χάρη. Η απλή γραμμή του φορέματός της αναδείκνυε τα στήθη της, που δεν ήταν μεγάλα, αλλά στητά και ολοστρόγγυλα... Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Η Μάγδα τον κοίταζε επίσης, το ίδιο έκπληκτη μ’ εκείνον. Ο Ραφαέλο αναρωτήθηκε γιατί. Σταμάτησε όμως ν’ αναρωτιέται και άρχισε να θαυμάζει ξανά το λυγερό κορμί της. Αφηρημένα, ένιωσε ένα φιλί στο μάγουλό του. «Τσάο, Ραφαέλο... καλά να περάσεις...» του είπε με ανάλαφρο τόνο η Ολίβια και τον προσπέρασε, αλλά εκείνος δεν έδωσε σημασία. «Μάγδα;» Η φωνή του ακούστηκε βραχνή. Εκείνη δάγκωσε το χείλι της και μ’ αυτή τη γνωστή κίνησή της ο Ραφαέλο δέχτηκε τελικά πως όντως αυτό ήταν το φτωχό πλάσμα το οποίο είχε χρησιμοποιήσει τόσο εγωιστικά για τους σκοπούς του –για να αναστατώσει δηλαδή τον πατέρα του. Ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται ξανά. Ήταν σαν να του είχε κρατήσει έναν καθρέφτη ο πατέρας του, και αυτό που είδε δεν ήταν καθόλου κολακευτικό. Θυμήθηκε τα λόγια του και συνειδητοποίησε με φρίκη για πρώτη φορά πόσο σκληρός είχε υπάρξει. Σκόπευε όμως να την αποζημιώσει. Να αποδείξει στον πατέρα του πως έκανε λάθος. Να βγάλει ακόμα και τον εαυτό του λάθος! Και, Ντίο, πόσο λάθος είχε κάνει! Τον κατέκλυζαν αντικρουόμενα συναισθήματα. Οι τύψεις ήταν πια οικείες, αλλά το δεύτερο ήταν εντελώς καινούριο –και τον έκανε να τα χάσει. Ήταν πόθος. * Η Μάγδα τα είχε χαμένα. Ένιωθε να την κατακλύζουν διάφορα συναισθήματα και δεν ήξερε τι της γινόταν. Αυτά που μπορούσε να ερμηνεύσει πιο εύκολα απ’ όλα ήταν το σοκ και η δυσπιστία, καθώς ο Ραφαέλο ντι Βισέντι –ο όμορφος, αλαζόνας, εντυπωσιακός Ραφαέλο ντι Βισέντι, που ήταν τόσο απόμακρος– την κοίταζε τώρα σαν... σαν γυναίκα. Ήταν λες και μόλις απέκτησε υπόσταση για εκείνον. Λες και πριν δεν υπήρχε ως γυναίκα. Κάθε φορά που την κοίταζε η περιφρόνησή του ήταν φανερή. Τώρα όμως... την κοίταζε από την κορυφή μέχρι τα νύχια και αυτό την έκανε να πάρει φωτιά ολόκληρη. Η στιγμή τής φάνηκε ατέλειωτη, ώσπου αντιλήφθηκε πως κάποιος στεκόταν πλάι τους με δύο μενού. Ο άντρας μουρμούρισε κάτι και ο Ραφαέλο αποτράβηξε το βλέμμα του από τη Μάγδα και τα πήρε αφηρημένος. «Θα ήθελες να φας;» Η φωνή του είχε μια βραχνάδα που η Μάγδα δεν είχε ξανακούσει ποτέ και την έκανε να ριγήσει. Και όχι μόνο επειδή ο Ραφαέλο την κοίταζε έτσι. Οι τρεις ώρες που είχε περάσει στα χέρια της Ολίβια ήταν η πιο παράξενη, τρομακτική και χαρούμενη φάση της ζωής της. Είχε υποχωρήσει στον ενθουσιασμό της και στάθηκε γυμνή μπροστά της, με τα μαλλιά της κάτω, ακούγοντας τα επιφωνήματα της δυσαρέσκειας πριν αρχίσει το παιχνίδι της μεταμόρφωσης. Όταν η Ολίβια τέλειωσε τη δουλειά της, η Μάγδα δεν πίστευε στην εικόνα που έβλεπε στον καθρέφτη. Απέμεινε να κοιτάζει, ενώ εκείνη της φόρεσε ένα υπέροχο μεταξωτό φόρεμα, της το


κούμπωσε και έκανε πίσω. «Τι σου έλεγα;» της είπε μαλακά. «Πως θα σ’ έκανα να δείχνεις φαβολόζα. Και το έκανα». Πράγματι το είχε κάνει και η Μάγδα ένιωθε σαν να μην πατούσε στη γη, αισθανόταν σαν τη Σταχτοπούτα όταν την ανέλαβε η νεραϊδονονά της. «Ευχαριστώ», ψέλλισε. «Ωραία... τώρα θα σε δείξουμε στον Ραφαέλο και θα τον δεις να μένει με το στόμα ανοιχτό», της είπε γελώντας εκείνη. Κι έτσι είχε γίνει. Βλέποντας τον Ραφαέλο εμβρόντητο, η Μάγδα σταμάτησε να φοβάται μήπως η Ολίβια έκανε λάθος... Ένιωσε να σφίγγεται. Εκείνος έσκυψε προς το μέρος της και οι ώμοι του σχεδόν άγγιξαν τους δικούς της καθώς ακουμπούσε το χέρι του στο μενού της. «Θέλεις να σου μεταφράσω;» τη ρώτησε. Εκείνη ξεροκατάπιε. «Θα... θα πάρω κάτι απλό, παρακαλώ», κατάφερε να πει με ψιθυριστή φωνή. Το βλέμμα του αντάμωσε το δικό της και ξαφνικά η Μάγδα είδε τις χρυσαφένιες λάμψεις στα μάτια του, ενώ την τύλιγε το άρωμα του άφτερσεϊβ του... αλλά και η δική του αρρενωπή μυρωδιά. Ένιωσε ξέπνοη, έτοιμη να λιποθυμήσει. Εκείνος αποτραβήχτηκε. «Πολύ καλά». Της χαμογέλασε, και εκείνη ένιωσε να ζαλίζεται ξανά. Τον είχε δει να χαμογελά στη θεία του χτες βράδυ, στην Ολίβια σήμερα το πρωί, όμως αυτή τη φορά... το χαμόγελό του ήταν για εκείνη. Ένιωσε αδύναμη. Δεν μπορεί να συνέβαινε αυτό. Ήταν σαν όνειρο... Αν ήταν όμως όνειρο, δεν ήθελε να ξυπνήσει. Ο Ραφαέλο την έπιασε από τον αγκώνα και το άγγιγμά του ήταν καυτό πάνω στο δέρμα της, κάνοντας το στομάχι της να σφιχτεί. Την οδήγησε στο πίσω μέρος του εστιατορίου, σε μια πλακόστρωτη αυλή γεμάτη με λουλούδια και σκιερά τραπέζια. Εκείνη κάθισε, φοβούμενη πως θα σκόνταφτε με τα καινούρια ψηλοτάκουνα παπούτσια της, που δεν τα είχε συνηθίσει, αλλά ευτυχώς δε συνέβη κάτι τέτοιο και βρέθηκε να κάθεται εκεί, κάτω από την τέντα, μη έχοντας μάτια για κανέναν άλλο, παρά μόνο για τον Ραφαέλο ντι Βισέντι. Για λίγο, καθώς εκείνος παρήγγειλε το φαγητό και το κρασί, είχε το χρόνο να τον χορτάσει με τα μάτια της, ενώ σκεφτόταν πως δεν ήταν παρά ένα όνειρο. Μόλις ο Ραφαέλο τελείωσε, στράφηκε προς το μέρος της. Κάτι στη ματιά του έκανε το στομάχι της να σφιχτεί ξανά. «Είσαι ινκρεντίμπιλε!» της είπε κοιτάζοντας το πρόσωπο, τα μαλλιά, το κορμί της. «Δεν ξέρω τι να πω». Η Μάγδα αναδεύτηκε αμήχανα. «Είναι το μεϊκάπ και όλα τ’ άλλα», του είπε σφιγμένα. «Όλα τ’ άλλα;» επανέλαβε εκείνος. «Ναι, όλα. Ήμουν τυφλός... εντελώς τυφλός». Η φωνή του είχε μια περίεργη χροιά και το βλέμμα του συνάντησε το δικό της. Είχε μια παράξενη έκφραση που την έκανε να νιώθει... να νιώθει τι; Δεν μπορούσε να το ξεδιαλύνει. «Τυφλός σε όλα», της είπε. «Και τώρα σου ζητώ... να με συγχωρήσεις και να δεχτείς την προσφορά ειρήνης». Έβαλε το χέρι του στην τσέπη του. Έβγαλε ένα μικρό κυλινδρικό πακέτο, τυλιγμένο σε ασημί χαρτί με χρυσή κορδέλα, και το ακούμπησε μπροστά της. «Άνοιξέ το», της είπε. Διστακτικά αλλά υπάκουα, εκείνη άρχισε να το ανοίγει. Καθώς η κορδέλα έπεφτε μαζί με το περιτύλιγμα, φάνηκε μια μπλε βελούδινη κοσμηματοθήκη. Με το στομάχι της σφιγμένο, το άνοιξε


τελικά. Μέσα υπήρχε ένα περιδέραιο κομψό και ντελικάτο, από λεπτοδουλεμένο χρυσό. Απέμεινε να το κοιτάζει ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της. «Θα το δεχτείς σαν δείγμα της μετάνοιάς μου για τον τρόπο που σου συμπεριφέρθηκα;» Η φωνή του ήταν χαμηλή και είχε ακόμα εκείνη την περίεργη νότα. Αλλά τώρα δεν ήταν σε θέση να την αναλύσει. Ο λαιμός της είχε σφιχτεί. «Δεν μπορώ να το δεχτώ. Σε παρακαλώ, δεν υπάρχει λόγος. Με πληρώνεις τόσο καλά που...» Ο Ραφαέλο άγγιξε το χέρι της με το δικό του και τη σταμάτησε. «Όχι», της είπε τόσο κοφτά που η Μάγδα τον κοίταξε σχεδόν τρομαγμένη. «Δε θα μιλήσουμε γι’ αυτό. Τώρα... αν σου αρέσει το κολιέ, φόρεσέ το. Νομίζω πως θα ταιριάζει με το φόρεμά σου». Ναι, σκέφτηκε απελπισμένα η Μάγδα, έτσι πρέπει να το δω... σαν τίποτα παραπάνω από ένα αξεσουάρ για το φόρεμα. Και το φόρεμα, μαζί με όσα άλλα της έκανε η Ολίβια, ήταν αυτό που επιθυμούσε ο Ραφαέλο. Είχε βαρεθεί να βλέπει την αντιαισθητική εικόνα της και αποφάσισε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Δεν έπρεπε να το θεωρήσει κάτι περισσότερο! Έτσι, πήρε υπάκουα το περιδέραιο, που ήταν ανάλαφρο σαν φτερό, στα δάχτυλά της, και το σήκωσε για να το φορέσει. Τα δάχτυλά της μπλέχτηκαν στον αυχένα της καθώς προσπαθούσε να το κουμπώσει. Αμέσως ο Ραφαέλο βρέθηκε πίσω της, τα χέρια του έσπρωξαν στο πλάι τα μαλλιά της και άγγιξε τα δάχτυλά της καθώς της το έπαιρνε στα δικά του. «Επίτρεψέ μου...» μουρμούρισε και το κούμπωσε προσεκτικά. Η Μάγδα ένιωσε να ζαλίζεται στο άγγιγμά του. Αν μπορούσε να παγώσει το χρόνο σ’ αυτή τη στιγμή, θα ήταν σαν να βρέθηκε στον παράδεισο, σκέφτηκε και, κλείνοντας τα μάτια της, παραδόθηκε σ’ αυτό το υπέροχο συναίσθημα. Κι έπειτα χάθηκε και ο Ραφαέλο βρέθηκε ξανά στη θέση του, κοιτάζοντας το αποτέλεσμα. Κι εκείνη. «Σήμερα», της είπε τρυφερά, «αρχίζουμε ξανά». * Η μέρα ήταν σαν όνειρο –και ο Ραφαέλο ήταν άλλος άνθρωπος, σκέφτηκε η Μάγδα. Λες και ποτέ δεν τη χρησιμοποίησε σαν μέσο για να εξαγριώσει τον πατέρα του. Εκείνος ο Ραφαέλο είχε εξαφανιστεί. Τώρα ήταν απλώς ένας άντρας –ο ομορφότερος του κόσμου– που καθόταν απέναντί της και της φερόταν σαν να ήταν πριγκίπισσα. Το συναίσθημα ήταν μεθυστικό και έπρεπε να προσπαθεί σκληρά για να μην ξεμυαλιστεί. Στη διάρκεια του φαγητού, της μίλησε για τη Λούκα, την Τοσκάνη και την Ιταλία γενικά, και η συζήτηση κινήθηκε από την αρχαία στη νεότερη ιστορία, καθώς την ενημέρωνε για τα ήθη και τα έθιμα των σύγχρονων Ιταλών. Παρ’ όλο που στην αρχή η Μάγδα ένιωθε παράξενα και απαντούσε με μικρές φράσεις, σταδιακά, καθώς το κρασί κυλούσε στο ποτήρι της, αφέθηκε στις ερωτήσεις του και άρχισε να μιλάει κανονικά. Απόλαυσε την κάθε στιγμή, κρατώντας τη σαν πολύτιμη ανάμνηση, σαν απίστευτο όνειρο. Και όση ώρα μιλούσαν, ένιωθε λες και τη διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα, κάτι που δυσκόλευε όλο και περισσότερο την προσπάθειά της να μείνει ασυγκίνητη στην αρρενωπή ομορφιά του Ραφαέλο ντι Βισέντι.


Όταν πια τελείωσαν το φαγητό τους, θυμήθηκε κάτι ακόμη: τον Μπέντζι. «Σε παρακαλώ, γίνεται... να τηλεφωνήσω στη Μαρία... για να δούμε αν είναι καλά ο Μπέντζι;» είπε γεμάτη τύψεις, καθώς ο Ραφαέλο έδινε την πιστωτική του κάρτα στο σερβιτόρο. «Φυσικά», της απάντησε χαμογελώντας. Έβγαλε το κινητό του, κάλεσε τον αριθμό, μίλησε στα γρήγορα και έπειτα το έκλεισε. «Ο Μπέντζι πέρασε ένα υπέροχο πρωινό, έφαγε με την ψυχή του και τώρα κοιμάται σαν πουλάκι», της ανακοίνωσε. «Παρ’ όλα αυτά, η Μαρία λέει πως θα ήταν καλό να είσαι εκεί όταν ξυπνήσει. Ίσως θα πρέπει να αφήσουμε για μια άλλη φορά την ξενάγηση στην πόλη και να κάνουμε μόνο μια σύντομη βόλτα στα τείχη. Θα είναι πολύ ευχάριστη». Για τη Μάγδα η βόλτα στα τείχη δεν ήταν απλώς ευχάριστη, ήταν ευδαιμονία. Μόνο που καθώς περπατούσε καταλάβαινε πως με τα ψηλοτάκουνα παπούτσια που φορούσε λικνίζονταν οι γοφοί της. Έβγαλε από την τσάντα τα γυαλιά που της είχε δώσει η Ολίβια και ανακάλυψε πως έτσι ήταν πολύ καλύτερα, γιατί μπορούσε να κοιτάζει χωρίς να τη βλέπουν. Όπως προχωρούσαν, με τον Ραφαέλο να την κρατάει ευγενικά από τον αγκώνα, πρόσεξε πως τραβούσαν την προσοχή. Στην αρχή πίστεψε πως ήταν μόνο οι γυναίκες που κοίταζαν τον Ραφαέλο, κάτι απόλυτα κατανοητό, αλλά έπειτα κατάλαβε πως τραβούσε κι εκείνη τα βλέμματα. Ήταν τόσο οφθαλμοφανές, που ένιωσε λες και ήταν χωρίς ρούχα και, χωρίς να το συνειδητοποιήσει, ήρθε πιο κοντά στον Ραφαέλο. Εκείνος την κοίταξε και στα χείλη του φάνηκε ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Στην Ιταλία δεν ντρεπόμαστε να θαυμάσουμε μια όμορφη γυναίκα. Μην ανησυχείς –μ’ εμένα πλάι σου δε θα κάνουν τίποτα περισσότερο από αυτό. Όμως... δε σε συμβουλεύω να τριγυρίζεις μόνη σου στην πόλη –θα είσαι πειρασμός για τους άντρες γύρω σου». Εκείνη κοκκίνισε ακούγοντας τα λόγια του. Με είπε όμορφη! Συνέχισε να περπατάει ζαλισμένη. Στα τείχη τα πράγματα ήταν πιο εύκολα. Υπήρχαν πολλοί τουρίστες και ένιωθε πως τραβούσε λιγότερο την προσοχή. Απομακρύνθηκε λιγάκι από τον Ραφαέλο κι εκείνος την άφησε να βαδίζει πλάι του, συγχρονίζοντας το βήμα του με το δικό της καθώς της έδειχνε τα αξιοθέατα τόσο στην πόλη όσο και στα τείχη. «Οι πάμπλουτοι Λουκέσι έχτισαν το δέκατο έκτο αιώνα τις θερινές τους βίλες στη γύρω περιοχή και αρκετές είναι ανοιχτές για το κοινό. Ίσως πάμε κάποια άλλη μέρα. Υπάρχουν τόσα να δεις που δε θα ξέρεις από πού ν’ αρχίσεις». «Σε παρακαλώ, δεν υπάρχει λόγος να με ξεναγείς. Είμαι απόλυτα ευχαριστημένη με το να μένω στη βίλα... Είμαι σίγουρη πως θα είσαι πολύ απασχολημένος με τη δουλειά σου και όλα τ’ άλλα». «Δεν υπάρχει τίποτα που χρειάζεται την άμεση προσοχή μου», της απάντησε εκείνος. Η συνέλευση που θα τον ανακήρυσσε πρόεδρο θα γινόταν την ερχόμενη εβδομάδα. Η καθυστέρηση δεν τον ανησυχούσε –ο πατέρας του δε θα μπορούσε να κάνει πίσω. Δεν ήθελε όμως να σκεφτεί τον πατέρα του τώρα. Πάρα πολύς θυμός σιγόκαιγε κάτω από την επιφάνεια. Χαμογέλασε πικρά. Όταν θα επέστρεφαν, θα τον ανάγκαζε να επανορθώσει... θα έσβηνε όλα τα πικρά λόγια που της είχε πετάξει. Κοίταξε τα μεταξένια μαλλιά της. Ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει τη μεταμόρφωσή της. «Μίλησέ μου για τον πατέρα του Μπέντζι», είπε ξαφνικά, χωρίς να το σκεφτεί. Η Μάγδα σταμάτησε απότομα και μετά άρχισε να περπατάει ξανά. Η φωνή του είχε μια


σκληρότητα που την εξέπληξε. Γιατί ήθελε να μάθει; «Δε... μου είναι και τόσο εύκολο», του απάντησε. «Βλέπεις, όταν ήμουν στο ορφανοτροφείο...» «Ορφανοτροφείο;» Ο Ραφαέλο συνοφρυώθηκε. Τι ήταν αυτό; Ήταν ορφανή; «Τι συνέβη στους γονείς σου;» «Δε... δεν ξέρω». «Κόμε;» Η Μάγδα τον κοίταξε κλεφτά. Ήταν κατσουφιασμένος. «Πώς είναι δυνατό να μη γνωρίζεις;» επέμεινε. «Δε... δεν ξέρω ποιοι ήταν οι γονείς μου. Ήμουν νεογέννητο όταν με βρήκαν. Η αστυνομία προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να εντοπίσει τη γυναίκα... ή μάλλον το κορίτσι, υποθέτω. Οι περισσότερες γυναίκες που εγκαταλείπουν τα παιδιά τους είναι πολύ νέες. Μάλλον ήταν έφηβη, είχε μείνει έγκυος κατά λάθος και ήταν τρομοκρατημένη, γι’ αυτό και... ήθελε να με ξεφορτωθεί». Ο τόνος της ήταν σφιγμένος. «Είναι κάτι κατανοητό». Η φωνή της έσβησε. Ο Ραφαέλο δε μίλησε. Εκείνη εξακολούθησε να περπατάει. «Οπότε», συνέχισε, «δεν ξέρω ποια είναι η μητέρα μου και δεν έχω ιδέα για τον πατέρα μου –ή μάλλον το αγόρι που έγινε ο πατέρας μου, επίσης κατά λάθος. Ίσως να μην ήξερε καν πως η μητέρα μου είχε μείνει έγκυος. Ή ίσως η μητέρα μου να μην ήξερε με ποιο αγόρι είχε μείνει έγκυος. Έτσι με έβαλαν στο ορφανοτροφείο και...» Ο Ραφαέλο ένιωσε ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά του. «Δεν ήξερα τίποτε απ’ όλα αυτά!» Η Μάγδα δαγκώθηκε. Η σκληρότητα είχε επιστρέφει στη φωνή του. Σταμάτησε απότομα. Η εύθραυστη ευγένεια που είχε δημιουργηθεί στη διάρκεια του γεύματος τώρα είχε χαθεί. Τον κοίταξε κλεφτά. Είχε σταματήσει κι εκείνος και την κοίταζε. Το βλέμμα του ήταν κρυμμένο πίσω από τα μαύρα γυαλιά του, αλλά τα χείλη του ήταν σφιγμένα. Ένιωσε την καρδιά της να βουλιάζει. Ήταν σαν να έπεσε σε χιονοθύελλα μετά από μια πανέμορφη ανοιξιάτικη μέρα. Ω, γιατί δεν έβρισκε μια δικαιολογία ώστε να μην του πει τίποτα για τον Μπέντζι... ή για τον εαυτό της; σκέφτηκε με αγωνία. Εκείνος είχε φρίξει, είχε συγκλονιστεί. Ένιωθε άρρωστη. «Νόμιζα... πως ήξερες», του είπε με τρεμάμενη φωνή. «Το γράφει το πιστοποιητικό γεννήσεώς μου. ‘‘Άγνωστοι γονείς’’. Και η ώρα γέννησής μου ήταν η κοντινότερη που μπόρεσαν να υπολογίσουν στο νοσοκομείο. Ήθελες το πιστοποιητικό μου για την άδεια γάμου». «Δεν το κοίταξα», της είπε εκείνος με απόμακρη φωνή. Η Μάγδα δάγκωσε το χείλι της. Φυσικά. Γιατί ν’ ασχοληθεί με κάτι τέτοιο ο Ραφαέλο ντι Βισέντι; «Μου έλεγες για τον πατέρα του Μπέντζι». Η φωνή του ήταν ακόμα απόμακρη. Με βαριά καρδιά, η Μάγδα αναγκάστηκε να συνεχίσει τη λυπητερή της ιστορία. «Είναι μια μπερδεμένη ιστορία...» Ξεροκατάπιε προσπαθώντας να βρει το κουράγιο να συνεχίσει, ξαναφέρνοντας στην επιφάνεια τις πικρές αναμνήσεις. «Είχα βγει από το ορφανοτροφείο. Συγκατοικούσα με τη φίλη μου... Ένιωθα έτοιμη να κατακτήσω τον κόσμο, να ερωτευτώ, να γνωρίσω την αληθινή ευτυχία... Πόσο λάθος έκανα!... Δυο χρόνια αργότερα, τα όνειρά μου γκρεμίστηκαν... Εξαιτίας του καρκίνου έχασα τον άνθρωπο που αγαπούσα περισσότερο στη ζωή... Ο Μπέντζι ήταν τώρα για μένα ό,τι πιο...» Δεν μπορούσε να συνεχίσει. Άρχισε να βαδίζει ξανά, αλλά δεν έβλεπε τίποτα μπροστά της. Ευτυχώς, είχε τα σκούρα γυαλιά, που έκρυβαν τα δάκρυά της. Τα βήματά της ήταν ασταθή. Ξαφνικά ένιωσε τα δάχτυλά του να την πιάνουν από το μπράτσο με μια σιδερένια λαβή. Προσπάθησε ν’ αποτραβηχτεί, αλλά δεν μπορούσε. Σήκωσε το χέρι της για να σκουπίσει τα δάκρυά


της. «Ντρέπομαι. Ντρέπομαι για όλα όσα σκέφτηκα ή είπα για σένα ποτέ», της είπε ο Ραφαέλο. Την έστρεψε προς το μέρος του κρατώντας την και με τα δυο του χέρια, ενώ εκείνη προσπαθούσε να σταματήσει τα δάκρυά της. Εκείνος άφησε το ένα της χέρι και της έβγαλε τα γυαλιά. «Όχι δάκρυα... Θα χαλάσουν το μακιγιάζ σου», είπε προσπαθώντας να ελαφρύνει κάπως την ατμόσφαιρα. Τον κοίταξε βουρκωμένη. Τον έβλεπε θολά. Με απίστευτη τρυφερότητα, εκείνος πρόλαβε τα δάκρυα που ήταν έτοιμα να τρέξουν στα μάγουλά της. Το άγγιγμά του της έκοψε την ανάσα. Τα πάντα σταμάτησαν. Το μόνο που υπήρχε ήταν ο Ραφαέλο, να την κοιτάζει με την πιο αινιγματική έκφραση και βλέμμα σκοτεινό. Της χάιδεψε τα μαλλιά. «Είναι τόσο όμορφα...» της είπε με ψιθυριστή φωνή. Έπειτα έγειρε προς το μέρος της, ενώ εκείνη έκλεισε τα μάτια της για να γευτεί το μεγαλύτερο θαύμα του κόσμου... Ο Ραφαέλο ντι Βισέντι τη φιλούσε. Τα χείλη του ήταν απαλά και ζεστά και άγγιζαν τα δικά της διερευνητικά. Της φάνηκε πως το φιλί κράτησε μια αιωνιότητα. Και όμως ήταν τόσο σύντομο... Καθώς εκείνος αποτραβήχτηκε, ένιωσε όλο της το κορμί να τον αποζητάει. Τον κοίταξε, ενώ τα συναισθήματά της καθρεφτίζονταν στο πρόσωπό της. Με την ίδια αινιγματική έκφραση, ο Ραφαέλο έβαλε το χέρι της κάτω από το δικό του και φόρεσε τα γυαλιά του. «Πρέπει να πάμε στο αυτοκίνητο», είπε. Εκείνη τον ακολούθησε εντελώς ζαλισμένη, χωρίς να μπορεί να σκεφτεί καθαρά. Στην επιστροφή ήταν κι οι δυο σιωπηλοί. Ο Ραφαέλο οδηγούσε με την ίδια προσοχή και προσήλωση όπως και το πρωί, αλλά τώρα δε φαινόταν οργισμένος. Και η Μάγδα τον κοίταζε με απορία. Πού και πού την κοίταζε κι εκείνος, μ’ ένα μικρό γέλιο να παιχνιδίζει στα χείλη του, λες και ήταν πολύ ευχαριστημένος για κάτι. Η Μάγδα δεν ήξερε τι ήταν αυτό, αλλά ήξερε πως, όταν της γελούσε έτσι, εκείνη αναστατωνόταν φοβερά. Ήθελε να μην τελειώσει ποτέ αυτό το ταξίδι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Ο Ραφαέλο ήταν σε καλή διάθεση. Σε πολύ καλή διάθεση. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε τόσο καλά εδώ και μήνες –από τότε που ο πατέρας του του είχε δώσει εκείνο το απίστευτο τελεσίγραφο: γάμος ή αποκλήρωση. Αυτό τον έκανε να συνειδητοποιήσει σε πόσο κακή διάθεση ήταν και για πόσο πολύ καιρό. Όμως όλα είχαν αλλάξει τώρα. Ο κόσμος τού χαμογελούσε ξανά και εκείνος χαμογελούσε επίσης. Ήταν ένα όμορφο, υπέροχο συναίσθημα. Λες και είχε φύγει ένα βάρος από τους ώμους του. Όταν έφτασαν στη βίλα, άκουσε με ανάμεικτα συναισθήματα τα νέα από τον ανέκφραστο Τζουζέπε, πως ο πατέρας του είχε αναχωρήσει για τη Ρώμη και δε θα επέστρεφε σύντομα. Με θλίψη του, συνειδητοποίησε πως ένιωσε ανακούφιση. Δεν είχε καμία όρεξη για καινούριους καβγάδες που θα του χαλούσαν την καλή του διάθεση και, αν ο πατέρας του είχε αποφασίσει να στρατοπεδεύσει στο διαμέρισμα της Ρώμης, αυτό ήταν δική του επιλογή. Ίσως έπρεπε να κάνει μερικά τηλεφωνήματα σε κάποια από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας για να βεβαιωθεί πως δεν κατέστρωνε τίποτα σχέδια για τη Βισέντι, αλλά ήταν αρκετά σίγουρος πως δε θα του έκανε κάτι τέτοιο. Στράφηκε στη Μάγδα ξαλαφρωμένος. «Ο Τζουζέπε μου λέει πως ο πατέρας μου πήγε να μείνει στη Ρώμη –έχουμε ένα διαμέρισμα εκεί. Και τώρα, γιατί δεν πας επάνω να δεις τον Μπέντζι;» Της χαμογέλασε κι εκείνη ένιωσε ξανά το στομάχι της να σφίγγεται. «Πρέπει να ελέγξω το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο και να κάνω μερικά τηλεφωνήματα, αλλά θα έρθω να σας βρω σε λίγο». Πήγε στη βιβλιοθήκη και η Μάγδα ανέβηκε πάνω, νιώθοντας ακόμα ζαλισμένη. Ήθελε πάρα πολύ να καθίσει και να ξανασκεφτεί όλα όσα είχαν συμβεί, αλλά ο Μπέντζι, που μόλις ξύπνησε από τον υπνάκο του, δεν της άφησε ώρα για ονειροπολήσεις. Η χαρά του που την είδε την έκανε να ξεχάσει όλα τ’ άλλα, τουλάχιστον για την ώρα, καθώς τον έπαιρνε σφιχτά στην αγκαλιά της. Ανανεωμένος από τον ύπνο, ο Μπέντζι ήταν έτοιμος για δράση και η Μάγδα κατέβηκε κάτω μαζί του. Η Μαρία την πρόλαβε στο χολ. Τα μάτια της έλαμψαν καθώς είδε την ανανεωμένη της εμφάνιση, αλλά δεν το σχολίασε. Της είπε μόνο: «Θα φέρω καφέ στη βεράντα –είναι εκεί ο σινιόρε και η σινιόρα Κάλβι». Και επίσης, όπως διαπίστωσε η Μάγδα, ήταν εκεί η χαρά και το καμάρι του Μπέντζι –το ποδηλατάκι του. Ο μικρός το δέχτηκε με φωνούλες χαράς και σε λιγάκι έτρεχε πάνω κάτω στη βεράντα. Όσο για τη θεία του Ραφαέλο, δεν έκρυψε τις σκέψεις της για την καινούρια εμφάνιση της Μάγδας. «Υπέροχα! Δείχνεις πολύ όμορφη, αγαπητή μου, και θα χαρείς να μάθεις πως έχει φτάσει και η υπόλοιπη γκαρνταρόμπα σου». Η Μάγδα την κοίταξε έκπληκτη. «Φυσικά», είπε η Ελισαβέτα χαμογελώντας της. «Δεν μπορείς να τη βγάλεις μ’ ένα μόνο συνολάκι.


Έριξα μια ματιά στα ρούχα και τα βρήκα όλα εξαίσια. Η Τζίνα τα έχει ήδη τακτοποιήσει στην ντουλάπα σου. Τώρα, έλα να πιεις έναν καφέ μαζί μας και να μας πεις πώς σου φάνηκε η Λούκα –κι εγώ θα σου πω όλα τα σημερινά κατορθώματα του γιου σου». Η Ελισαβέτα είχε προφανώς τα κέφια της και, όταν ο Ραφαέλο ήρθε στη βεράντα κάπου μισή ώρα αργότερα, τον υποδέχτηκε με την ίδια καλή διάθεση. Της Μάγδας όμως δεν της ξέφυγε η ερευνητική ματιά που έριξε και στους δυο τους καθώς εκείνος ήρθε να καθίσει πλάι της. Ένιωσε να κοκκινίζει ελαφρά, ενώ το στομάχι της σφίχτηκε ξανά από την παρουσία του, που την αισθανόταν τόσο έντονα δίπλα της. Και η αίσθηση αυτή έγινε ακόμα πιο έντονη, όταν λίγο αργότερα ο Ραφαέλο στράφηκε προς το μέρος της και της είπε: «Είναι ώρα να δροσιστούμε λιγάκι –και είμαι σίγουρος πως ο Μπέντζι θα θέλει να κολυμπήσει. Πάμε...» Ο Ραφαέλο ήξερε πως δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής. Ήταν αλήθεια πως ήθελε να δροσιστεί λιγάκι και σίγουρα η Μάγδα και το παιδί θα απολάμβαναν το κολύμπι, αλλά ήξερε επίσης πως εκείνος θα απολάμβανε πολύ περισσότερο την εικόνα της με το καινούριο της μαγιό. Θυμήθηκε το χτεσινό απόγευμα, όταν ανακάλυψε, προς μεγάλη του έκπληξη, πως παρά το απαίσιο μαγιό που φορούσε το κορμί της δεν ήταν άσχημο. Τώρα, μετά την ώρα που είχε περάσει η Μάγδα στα έμπειρα χέρια της Ολίβια και με το καινούριο, όμορφο μαγιό της, τα αποτελέσματα θα ήταν σίγουρα πολύ πιο θεαματικά... Οι προσδοκίες του επιβεβαιώθηκαν. Η Μάγδα όντως έδειχνε υπέροχη με το καινούριο της ροδακινί ολόσωμο μαγιό. Με ψηλό κόψιμο στα πόδια, τόνιζε τους καλλίγραμμους μηρούς και τους λεπτούς γοφούς της, καθώς και τη δαχτυλιδένια της μέση. Το πιο ελκυστικό απ’ όλα, όμως, ήταν το στήθος της. Το δέρμα της είχε αποκτήσει μια ελαφρά ηλιοκαμένη απόχρωση και, με τα όμορφα μαλλιά της να πέφτουν απαλά στους ώμους της, εκείνη εμφανίστηκε στην πισίνα κρατώντας τον Μπέντζι από το χέρι. Ο Ραφαέλο δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω της. Πώς γινόταν να κρύβει όλη αυτή την ομορφιά τόσο καιρό; Έβρισε τον εαυτό του που υπήρξε τόσο τυφλός. Τον είχαν παραπλανήσει τα μουντά της μαλλιά, που τα είχε τραβηγμένα πίσω, η εντελώς αφρόντιστη εμφάνισή της και τα απαίσια ρούχα της. Και τώρα... Όποιο και αν ήταν το ποσό που θα του χρέωνε η Ολίβια, θα πλήρωνε ευχαρίστως δέκα φορές περισσότερα για να έχει την ευχαρίστηση να βλέπει τη Μάγδα να τον πλησιάζει ντροπαλά αλλά με τόση χάρη... Πήγε κοντά της. Είχε φορέσει το μαγιό του και ήταν έτοιμος για κολύμπι. Ξαφνικά ένιωσε το αίμα να κυλά καυτό στις φλέβες του και κατάλαβε πως θα έπρεπε να μπει γρήγορα στο νερό, για να μην την κάνει να κοκκινίσει. Καταλάβαινε πως ήδη εκείνη δεν άντεχε να τον αντικρίζει σχεδόν γυμνό – και αν το βλέμμα της κατέβαινε χαμηλότερα στον κορμό του, τότε θα είχε πράγματι λόγο για να κοκκινίσει! Βούτηξε γρήγορα. Το κρύο νερό είχε το αποτέλεσμα που περίμενε –τουλάχιστον για την ώρα. Έκανε μερικές απλωτές και ύστερα αναδύθηκε και είδε τη Μάγδα να κάθεται αμήχανη στα σκαλιά της πισίνας, ενώ ο Μπέντζι ήταν ήδη μέσα πλατσουρίζοντας χαρούμενα στο νερό. Ο Ραφαέλο βγήκε και έπιασε τη φουσκωτή μπάλα του μικρού. «Πιάσε!» είπε και την πέταξε προς το μέρος του. Το παιδί πήγε ξεφωνίζοντας από χαρά προς τα εκεί, όσο πιο γρήγορα του επέτρεπαν τα παχουλά του ποδαράκια και το σωσίβιό του. Χτύπησε την μπάλα, που έφυγε ξανά μακριά, και ύστερα άρχισε


να την κυνηγάει. Η Μάγδα γέλασε, το ίδιο και ο Ραφαέλο. Έσκυψε στην πισίνα και άρχισε να παίζει με τον μικρό. Όπως ανακάλυψε, ήταν απίστευτα εύκολο να διασκεδάσεις ένα παιδί. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να φέρεσαι κι εσύ σαν παιδί και να έχεις όρεξη να πετάς την μπάλα ξανά και ξανά και ξανά... «Δεν πρόκειται να βαρεθεί πριν από σένα», τον προειδοποίησε η Μάγδα. Καθόταν ακόμα εκεί, στα ρηχά της πισίνας, νιώθοντας απερίγραπτα αμήχανη. Ο Ραφαέλο γέλασε κι εκείνη ένιωσε μια θέρμη να την κατακλύζει. Αισθανόταν ακόμα σαν μεθυσμένη. Μα ήταν στ’ αλήθεια αυτός ο Ραφαέλο ντι Βισέντι, που ούτε καν φώναζε τον Μπέντζι με το όνομά του, ενώ τώρα έπαιζε μαζί του όλος χαρά; Και ήταν αυτός ο ίδιος Ραφαέλο που μέχρι πριν από μερικές ώρες την κοίταζε με περιφρόνηση, ενώ τώρα την κοίταζε λες και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της; Αν ήταν όνειρο, δεν ήθελε να ξυπνήσει ποτέ της. * «Λοιπόν, πού θα ήθελες να πάμε σήμερα;» Η φωνή του Ραφαέλο ήταν ευχάριστη. Και γιατί όχι; Ήταν χαλαρός –πολύ πιο χαλαρός απ’ ό,τι υπήρξε εδώ και καιρό, από τότε που ο πατέρας του είχε αρχίσει να σκέφτεται να τον παντρέψει με τη Λουτσία. Συνειδητοποίησε πως ένιωθε ανέμελος, χωρίς να σκέφτεται τίποτα περισσότερο από το πώς θα περνούσε όμορφα. Ναι, το μέλλον της Βισέντι ήταν στα χέρια του και εν καιρώ θα αναλάμβανε τις ευθύνες του, όμως για την ώρα η επέκταση μπορούσε να περιμένει –για την ώρα επιδίωκε κάτι άλλο. Κάτι πολύ ευχάριστο. Έριξε μια ματιά στο αντικείμενο της προσοχής του. «Φλωρεντία; Πίζα; Σιέννα;» Η Μάγδα δάγκωσε το χείλι της. Ο Ραφαέλο προσπάθησε να μην καρφώσει εκεί το βλέμμα του. Θα είχε πολύ χρόνο στη διά-θεσή του γι’ αυτό που σχεδίαζε. Για την ώρα, είχαν ολόκληρη τη μέρα μπροστά τους. Ήθελε να δείξει στη Μάγδα την Τοσκάνη –ήθελε να την έχει ξανά κοντά του, χωρίς τα βλέμματα της θείας και του θείου του, αλλά και της Μαρίας και του Τζουζέπε, πάνω τους. «Δεν είναι ανάγκη να μου κάνεις ξενάγηση... αλήθεια». «Είναι ευχαρίστησή μου», της απάντησε εκείνος ανάλαφρα. «Εσύ διάλεξε απλώς προορισμό. Τι λες για τη Φλωρεντία; Το πιο εντυπωσιακό πετράδι στην κορόνα της Τοσκάνης –παρά τις ομορφιές της Λούκα». Εκείνη χαμογέλασε, αλλά έδειχνε ακόμα αβέβαιη. «Σε παρακαλώ, μη με θεωρήσεις αχάριστη, αλλά δεν μπορώ ν’ αφήσω ξανά τον Μπέντζι εδώ, δεν είναι δίκαιο ούτε για εκείνον ούτε για τη Μαρία και τη θεία σου». «Τότε θα τον πάρουμε μαζί μας». Δεν ήταν αυτό ακριβώς που ήθελε, αλλά καταλάβαινε την ανησυχία της. «Μια πόλη γεμάτη κίνηση δε νομίζω πως είναι το καλύτερο μέρος για το παιδί, πόσω μάλλον τα μουσεία και τα ιστορικά μνημεία», του απάντησε εκείνη. «Τότε η λύση είναι προφανής... θα πάμε στην παραλία». Λες και είχε πει τη μαγική λέξη, το πρόσωπο της Μάγδας φωτίστηκε. «Ω, μπορούμε στ’ αλήθεια; Ο Μπέντζι θα ξετρελαθεί. Δεν έχει πάει ποτέ σε παραλία... ούτε κι εγώ...»


Η φωνή της, γεμάτη καημό, έκανε τον Ραφαέλο να πονέσει. Η Μάγδα δεν είχε πάει ποτέ της στην παραλία. Είχε ζήσει τόσο στερημένη ζωή –όχι μόνο μες στη φτώχεια, αλλά και χωρίς οικογένεια. Ήταν ένα έκθετο, ένα παιδί που το είχε εγκαταλείψει η μητέρα του. Μα συνέβαιναν τέτοια πράγματα; Τον κυρίεψε θυμός. Δεν ήταν ν’ απορεί κανείς για ποιο λόγο είχε αγαπήσει τόσο βαθιά έναν άντρα αμέσως μόλις βγήκε από το ίδρυμα, γιατί είχε βρει παρηγοριά στην αγκαλιά του... στο κρεβάτι του. Μια σκιά πέρασε από τα μάτια του. Και αυτό ακόμα το είχε στερηθεί... «Τότε αποφασίστηκε», της απάντησε. «Θα πάμε στην παραλία». * Ήταν, σκεφτόταν το απόγευμα η Μάγδα, η καλύτερη μέρα της ζωής της! Ακόμα καλύτερη από τη χτεσινή –γιατί σήμερα είχε κοντά της και τον Μπέντζι, εκτός από τον Ραφαέλο. Και ο Ραφαέλο ήταν κούκλος όπως πάντα, τρυφερός και περιποιητικός όπως χτες και παιχνιδιάρης με το παιδί, όπως και στην πισίνα της βίλας. Και κάτι ακόμα. Δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό το κάτι, αλλά έκανε το αίμα να τρέχει καυτό στις φλέβες της κάθε φορά που την κοίταζε. Ήξερε πως ζούσε σ’ ένα όνειρο, έτσι όπως ήταν καθισμένη στην παραλία του Βιαρέτζο, με τον Μπέντζι να τριγυρίζει στα πόδια της και τον Ραφαέλο να ξαναφτιάχνει το κάστρο που ο μικρός σίγουρα θα χαλούσε πάλι, τον ήλιο να χρυσίζει το στέρνο του και να φωτίζει τα σκούρα μαλλιά του... Ήξερε πως το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κρατήσει την ανάμνηση τούτης της στιγμής. Και ήξερε επίσης πόσο επικίνδυνη ήταν η απίστευτη σκέψη που της ερχόταν ξανά και ξανά –η φαντασίωση πως μπορούσε να αλλάξει την πραγματικότητα και να βρεθεί καθισμένη εκεί, όχι με τον άντρα που την είχε παντρευτεί για να χαλάσει τα σχέδια του πατέρα του και να διαφυλάξει την κληρονομιά του, αλλά με τον αληθινό της σύζυγο, τον πατέρα του παιδιού της... Όμως δεν ήταν οικογένεια –δεν υπήρχε κάτι τέτοιο. Ο Ραφαέλο ήταν απλώς πιο ευγενικός μαζί της, αυτό ήταν όλο. Προσπαθούσε απλώς να βγάλει λάθος τα λόγια του πατέρα του. Ένιωσε άσχημα που ήθελε να κάνει κάτι τέτοιο. Την πονούσε που ήξερε πως ο Ραφαέλο την είχε διαλέξει επειδή ήταν τόσο ασήμαντη, κοινωνικά και εμφανισιακά, αλλά εκείνη δεν ντρεπόταν γι’ αυτό. Δεν ευθυνόταν για την καταγωγή της, και ο Μπέντζι ήταν ένα πολύτιμο δώρο, ένα πλάσμα που το λάτρευε περισσότερο και από την ίδια της τη ζωή και θα έκανε ό,τι μπορούσε ώστε να είναι ασφαλής και να μεγαλώσει σωστά –είτε να δουλεύει ως καθαρίστρια είτε να παντρευτεί έναν άγνωστο που την περιφρονούσε γι’ αυτό που έκανε... Το βλέμμα της έπεσε ξανά στον Ραφαέλο. Τώρα όμως δεν την περιφρονούσε! Έκανε ό,τι μπορούσε για να είναι ευγενικός μαζί της. Ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Εκείνος είδε το βλέμμα της και την κοίταξε έντονα στα μάτια, μέχρι που τα μάγουλά της βάφτηκαν κόκκινα. Της χαμογέλασε με νόημα κι εκείνη κοκκίνισε ακόμα πιο πολύ. Για μια ατέλειωτη στιγμή η ένταση της ματιάς του έκανε τα γόνατά της να παραλύσουν. Ο Μπέντζι, νιώθοντας πως τον παραμελούσαν, έγειρε μπροστά και έπεσε ολόκληρος πάνω στο κάστρο, διαλύοντάς το. «Ω, Μπέντζι, μικρό τερατάκι!» είπε η Μάγδα γελώντας, και τράβηξε το βλέμμα της από το πρόσωπο του Ραφαέλο, ανακουφισμένη από τη μία, αλλά νιώθοντας έντονη την αίσθηση της


απώλειας από την άλλη. Ο Ραφαέλο γελούσε επίσης. Σηκώθηκε και πήρε τον Μπέντζι στην αγκαλιά του. «Έλα, ώρα να σε βάλουμε στο νερό!» του είπε τάχα αυστηρά. Άπλωσε το χέρι του στη Μάγδα κι εκείνη το πήρε αμήχανα. Ο Ραφαέλο την τράβηξε για να σηκωθεί. «Κι εσένα το ίδιο!» Τους πήγε τρέχοντας μέχρι την άκρη της θάλασσας και ο Μπέντζι πιάστηκε από τα μαλλιά του ξεκαρδισμένος στα γέλια. Μπήκαν όλοι μαζί στο νερό και σε λίγο η Μάγδα ήταν ξέπνοη από τα γέλια, καθώς ο Ραφαέλο βουτούσε τον Μπέντζι στη θάλασσα και τον έβγαζε ξανά παίζοντας, ενώ ο μικρός το απολάμβανε με την καρδιά του ξεφωνίζοντας από χαρά. Η καρδιά της σφίχτηκε ξαφνικά καθώς τους παρακολουθούσε. Ο Ραφαέλο ήταν τόσο υπέροχος με τον Μπέντζι. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ένιωθε σχεδόν πόνο. Ξανά η ίδια σκέψη πέρασε από το μυαλό της –αν αυτό γινόταν πραγματικότητα; Αν ήταν αυτό που πίστευαν οι άλλοι άνθρωποι που τους έβλεπαν στην παραλία – μια οικογένεια; Έδιωξε μακριά τη σκέψη. Αυτή η υπέροχη, παραδεισένια μέρα... θα γινόταν απλώς μια ανάμνηση. Μια ανάμνηση στην οποία θα έπρεπε να αρκεστεί για μια ζωή. * Όταν τελικά πήραν το δρόμο του γυρισμού, ήταν γεμάτη χαρά και ικανοποίηση. Ήταν δίπλα στον Μπέντζι στο πίσω κάθισμα, χαμένη σε μια υπέροχη ευδαιμονία. Ο μικρός, εξαντλημένος και χορτασμένος από τζελάτι, είχε αποκοιμηθεί στο παιδικό κάθισμα. Καθώς πήγαιναν προς τους λόφους, η Μάγδα σκεφτόταν πόσο διαφορετικό ήταν αυτό το ταξίδι από εκείνο του ερχομού τους, μόλις πριν από τέσσερις μέρες. Ο Ραφαέλο ήταν εντελώς διαφορετικός τότε. Θυμήθηκε πως ήταν καθισμένος στην άκρη της λιμουζίνας, απορροφημένος στη δουλειά του, χωρίς να δίνει σημασία σ’ εκείνη και στον Μπέντζι. Τότε δεν υπήρχαμε γι’ αυτόν, σκέφτηκε. Ήταν απλώς αντικείμενα που θα τα χρησιμοποιούσε όπως ήθελε εκείνος... αφού τους πλήρωνε. Τα μάτια της συννέφιασαν. Αυτό το τελευταίο δεν είχε αλλάξει –ακόμη την πλήρωνε. Πώς συμβιβαζόταν λοιπόν αυτό με τον τρόπο που της φερόταν τώρα; Ήξερε πως ήταν ευγενικός μαζί της, αλλά σήμερα έδειχνε πως διασκέδαζε αληθινά με την παρέα τους. Αυτό ήταν απλή ευγένεια; Και πάλι, απέδιωξε τη σκέψη. Δεν υπήρχε λόγος ν’ αναρωτιέται. Δεν ήθελε να χαλάσει την ομορφιά της ημέρας. Θα καθόταν λοιπόν στη θέση της, καθώς το γρήγορο αυτοκίνητο συνέχιζε το δρόμο του, θα εξακολουθούσε να τον κοιτάζει που οδηγούσε και θα μάζευε αναμνήσεις. Μέχρι να φτάσουν στη βίλα, κόντεψε να την πάρει ο ύπνος. Ο ήλιος και η θάλασσα την είχαν κουράσει. Νυσταγμένη, σήκωσε τον Μπέντζι στην αγκαλιά της, ο οποίος, με ανανεωμένη διάθεση, απαιτούσε να περπατήσει. Τον άφησε να πατήσει στα πόδια του και εκείνος έτρεξε προς την πόρτα που άνοιξε ο Τζουζέπε, ο οποίος ήρθε να τους βοηθήσει και να πει κάτι στον Ραφαέλο. «Ο θείος και η θεία μου έφυγαν», της είπε ο Ραφαέλο καθώς έβγαζε τα πράγματά τους από το αυτοκίνητο. «Πήγαν να παρηγορήσουν τον πατέρα μου στη Ρώμη, απ’ ό,τι μου λέει ο Τζουζέπε. Έχουμε όλο το σπίτι στη διάθεσή μας». Της χαμογέλασε –μ’ εκείνο το ιδιαίτερο χαμόγελο που είχε και στην παραλία. Η Μάγδα ένιωσε ξαφνικά πανικό συνειδητοποιώντας πως δε θα ήταν πια ο θείος και η θεία του μαζί τους. Χτες βράδυ το γεγονός ότι ήταν εκεί είχε βοηθήσει να διαλυθεί η ένταση που ένιωθε λόγω του Ραφαέλο, ο


οποίος καθόταν στην κορυφή του τραπεζιού και κυριαρχούσε στο χώρο με την παρουσία του. Απόψε όμως δε θα τους είχε κοντά της για βοήθεια. Η σκέψη αυτή την τρόμαξε. «Μας έχουν καλέσει έξω απόψε –κάποιοι φίλοι θέλουν να μου ευχηθούν χρόνια πολλά!» είπε ανάλαφρα ο Ραφαέλο καθώς έμπαιναν μέσα. «Θα έχεις άφθονο χρόνο να ξεκουραστείς και να ετοιμαστείς, καθώς και να βάλεις τον Μπέντζι για ύπνο». Η Μάγδα ένιωσε ανακούφιση στην αρχή. Ύστερα όμως το σκέφτηκε καλύτερα. «Όχι, σε παρακαλώ... δε χρειάζεται να με πάρεις μαζί σου. Θα είμαι μια χαρά εδώ...» Ο Ραφαέλο σταμάτησε και την κοίταξε. «Επίσης, έχουν μεγάλη περιέργεια να σε γνωρίσουν», της είπε. Η Μάγδα δάγκωσε το χείλι της. «Ε... είναι σωστό; Θέλω να πω, δε θα τους κάνει να σκεφτούν... πως πρόκειται για αληθινό γάμο;» Δυσκολεύτηκε, αλλά το ξεστόμισε. Το βλέμμα του Ραφαέλο για λίγο έγινε ανεξιχνίαστο. Έπειτα καθάρισε ξανά. «Μα είναι πραγματικός γάμος, Μάγδα. Είναι νόμιμος και πρέπει να συμπεριφερόμαστε ανάλογα», της είπε με γλυκιά φωνή. «Άλλωστε, δεν ανυπομονείς να φορέσεις τα καινούρια σου βραδινά φορέματα;» πρόσθεσε πειρακτικά. Εκείνη δεν απάντησε, νιώθοντας αμήχανα, όμως ο Ραφαέλο συνέχισε ήρεμα: «Και τώρα, γιατί δεν πας να φρεσκαριστείς; Άφησε τον Μπέντζι στη Μαρία και πες της να του δώσει το βραδινό του. Αργότερα μπορείς να του κάνεις εσύ μπάνιο και να τον βάλεις για ύπνο και έπειτα να ετοιμαστείς για το βράδυ, τι λες; Ω...» Σταμάτησε μπροστά στη σκάλα. «Η Μαρία μου πρότεινε να κατεβάσει από τη σοφίτα το παιδικό μου κρεβατάκι και να το βάλει πλάι στο δικό σου. Φοβάται, λέει, μήπως πέσεις πάνω στον Μπέντζι καθώς κοιμάσαι. Δεν πιστεύω να σε πειράζει;» Η Μάγδα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Όχι, φυσικά όχι. Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους της». Το κρεβατάκι ήταν ήδη στο δωμάτιό της όταν ανέβηκε λίγο αργότερα με το παιδί της. Ήταν υπέροχο, αντάξιο ενός Ντι Βισέντι. Ευτυχώς, ο Μπέντζι ξάπλωσε λες και ήταν δικό του. Αυτό της έκανε τη ζωή πιο εύκολη. Ο μικρός ήταν ασφαλής στο κρεβατάκι, μπανιαρισμένος και έτοιμος για ύπνο, παίζοντας για λίγο με τα παιχνίδια του, κι εκείνη μπορούσε να ετοιμαστεί με μεγαλύτερη άνεση και, κυρίως, να φτιάξει τα μαλλιά της. Έπρεπε να λουστεί και ανησυχούσε πως δε θα κατάφερνε να πετύχει το χτένισμα που της είχε κάνει η Ολίβια. Παρ’ όλα αυτά, έβαλε λίγο αφρό χτενίσματος και τα στέγνωσε απαλά με το πιστολάκι που βρήκε στο κομοδίνο της. Το αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τα είδη για μακιγιάζ που της είχε στείλει η Ολίβια, ήταν πολύ καλύτερο απ’ ό,τι ήλπιζε. Καθώς κοίταζε τον εαυτό της, με τα μαλλιά της να πέφτουν απαλά στους ώμους της, τα μάτια της να δείχνουν τεράστια, τονισμένα με το μολύβι, και τα χείλη της λαχταριστά, δεν μπορούσε να πιστέψει πως ήταν δυνατή τέτοια μεταμόρφωση. Καθώς ο Μπέντζι είχε ήδη αποκοιμηθεί αγκαλιά με το αρκουδάκι του, η Μάγδα έβγαλε ένα μακρύ βραδινό φόρεμα από την ντουλάπα και το φόρεσε. Ήταν μαύρο, κομμένο λοξά, με λεπτές τιράντες, και έπεφτε ανάλαφρα στους γοφούς της, ενώ αγκάλιαζε απαλά τα στήθη της. Δε χρειάστηκε να φορέσει σουτιέν, αφού το κορσάζ είχε ενίσχυση. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και έμεινε να κοιτάζει άναυδη. Αγγιξε το λαιμό της. Είμαι στ’ αλήθεια εγώ; Της φαινόταν απίστευτο, αλλά η εικόνα της ήταν αληθινή. Ήταν μια λυγερή, χαριτωμένη γυναίκα, ντυμένη υπέροχα, με λαμπερά μάτια και τα μαλλιά της να πλαισιώνουν σαν σύννεφο το πρόσωπό


της. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα την έβγαλε από τις σκέψεις της. Ήταν η Τζίνα, που ερχόταν να αναλάβει τον Μπέντζι. «Ο σινιόρε Ντι Βισέντι είναι κάτω και σας περιμένει, σινιόρα», της είπε, κοιτάζοντας με θαυμασμό την καινούρια της εμφάνιση. Εκείνη πήρε μια μαύρη σατέν τσάντα, φόρεσε τα ψηλοτάκουνα πέδιλά της και βγήκε, αφού καληνύχτισε την Τζίνα. Καθώς κατέβαινε με χάρη τη φαρδιά σκάλα, αντιλήφθηκε πως ο Ραφαέλο την κοίταζε. Τον κοίταξε κι εκείνη και πιάστηκε η αναπνοή της. Αν θεωρούσε τον Ραφαέλο ωραίο με τα επαγγελματικά του κοστούμια αλλά και με το καθημερινό του ντύσιμο, με το σμόκιν ήταν εκθαμβωτικός. Το μαύρο σακάκι του πρόβαλλε το γεροδεμένο στέρνο του και έκανε αντίθεση με το κατάλευκο πουκάμισό του. Ήταν φρεσκοξυρισμένος, με τα μαλλιά του ακόμη υγρά από το μπάνιο. Τα ζυγωματικά του και τα χείλη του ήταν υπέροχα, σαν να τα είχε σμιλέψει ο Μιχαήλ Άγγελος... Συνέχισε να κατεβαίνει κοιτάζοντάς τον –και ένιωθε το δικό του βλέμμα εξίσου έντονο πάνω της. Ο Ραφαέλο ήρθε κοντά της και, πριν προλάβει να το συνειδητοποιήσει εκείνη, πήρε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του. Η Μάγδα παραλίγο να λιποθυμήσει. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του, αλλά συνέχισε να κρατάει το χέρι της. «Είσαι εξαίσια», της είπε, με την ιταλική προφορά του πιο έντονη από κάθε άλλη φορά, και, εκείνη το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να τον κοιτάζει με κομμένη την ανάσα. «Σου χρειάζεται μόνο ένα στολίδι... Αυτό». Έβαλε το αριστερό του χέρι στην τσέπη του σμόκιν του και έβγαλε ένα υπέροχο περιδέραιο δεμένο με διαμάντια. Ήταν απίστευτα όμορφο και η Μάγδα, χωρίς να το θέλει, έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Ο Ραφαέλο γέλασε και τη γύρισε με την πλάτη προς το μέρος του. Της το πέρασε στο λαιμό και το κούμπωσε παραμερίζοντας τα μαλλιά της. «Δεν μπορώ να το φορέσω», του είπε η Μάγδα νευρικά. «Θα το χάσω». Εκείνος γέλασε ξανά και την έστρεψε πάλι προς το μέρος του. Η Μάγδα το κρατούσε με το χέρι της σ’ όλη τη διαδρομή, ενώ ο Ραφαέλο οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα. «Δε θέλω να χαλάσουν τα μαλλιά σου από τον αέρα», της είπε χαμογελώντας και την κοίταξε για λίγο. «Το φυλάω αυτό γι’ αργότερα», της ψιθύρισε και έπειτα, καθώς ο δρόμος έκανε στροφή, έστρεψε την προσοχή του στην οδήγηση. Μα το είπε στ’ αλήθεια αυτό; αναρωτήθηκε η Μάγδα. Έπειτα της ήρθε άλλη μια σκέψη στο μυαλό. «Ραφαέλο...» Της ήταν ακόμα δύσκολο να τον φωνάζει με το όνομά του, παρ’ όλο που εκείνος της φερόταν τόσο όμορφα. «Τι θα πρέπει να ξέρω για την αποψινή βραδιά;» Εκείνος την κοίταξε ξανά, με το ένα του χέρι χαλαρά στο τιμόνι και το άλλο να αλλάζει με άνεση τις ταχύτητες. «Ο Πάολο και η Σίλβια είναι παντρεμένοι εδώ και δύο χρόνια –έχουν ένα αγοράκι και περιμένουν το δεύτερο μωρό τους. Ξέρω τον Πάολο μια ζωή. Θα είναι περίεργος να μάθει πώς βρεθήκαμε μαζί, αλλά μην ανησυχείς». Σταμάτησε για λίγο για να αλλάξει ταχύτητα. «Ξέρει το λόγο που παντρεύτηκα τόσο ξαφνικά. Ξέρει τους καβγάδες μου με τον πατέρα μου εδώ και χρόνια».


Η Μάγδα ξεροκατάπιε. «Δηλαδή γνωρίζει», του είπε αμήχανα. «Γνωρίζει γιατί με διάλεξες; Και για ποιους λόγους;» πρόσθεσε γενναία. «Δε θα το θεωρήσει... παράξενο που με παίρνεις μαζί σου απόψε;» «Όχι», της απάντησε εκείνος σφιγμένα. Μια δυσάρεστη σκέψη τής ήρθε στο μυαλό. «Δε... δεν με παίρνεις απόψε μαζί σου για... για να πεις σε όλους πού... πού με συνάντησες, έτσι δεν είναι; Σαν... μέρος της νίκης... ενάντια στον πατέρα σου;» Η φωνή της φανέρωνε καθαρά φόβο. Μήπως κάτι τέτοιο σκόπευε ο Ραφαέλο απόψε; Να την πάει σ’ ένα χώρο γεμάτο γνωστούς και φίλους του και να πει σε όλους πως παντρεύτηκε μια γυναίκα που καθάριζε τουαλέτες για να τα βγάλει πέρα; Ο Ραφαέλο έβρισε σιγανά. Έπειτα, έστριψε απότομα το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και γύρισε προς το μέρος της. Η Μάγδα τον κοίταζε τρομαγμένη, με μάτια ορθάνοιχτα και τα χέρια της σφιγμένα στην ποδιά της. Ο Ραφαέλο ενοχλήθηκε. Έτσι έμοιαζε όταν ο πατέρας του είχε χύσει το δηλητήριό του πάνω της, το δηλητήριο που εκείνος του είχε δώσει το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει. «Όχι!» της φώναξε και έπειτα συνέχισε πιο μαλακά: «Όχι... όχι. Αυτή τη φορά...» Η φωνή του είχε έναν πικρό τόνο σαν να έριχνε το φταίξιμο στον εαυτό του. «Αυτή τη φορά δεν έχω τέτοια πρόθεση. Αυτή τη φορά...» Η φωνή του άλλαξε, προκαλώντας ρίγη σ’ όλο της το κορμί. «Αυτή τη φορά σε παίρνω μαζί μου επειδή...» Έκανε μια παύση και ύστερα συνέχισε με πικρό χιούμορ: «Επειδή δε θα ήθελα να εμφανιστούν στη βίλα αύριο για να σε δουν. Σκέφτηκα πως θα ήταν πολύ πιο εύκολο να σε συναντήσουν σ’ ένα πάρτι, μαζί με άλλους ανθρώπους, και πως έτσι θα έχουμε την ευκαιρία να φύγουμε όποτε θέλουμε». Εκείνη τον κοίταζε ακόμη με μάτια τεράστια. «Μη φοβάσαι, κάρα. Δε θ’ αφήσω κανέναν να σε πειράξει», της είπε τρυφερά. Έπειτα, για να διώξει αυτή τη φοβισμένη έκφραση από το πρόσωπό της, αλλά και για να κάνει κάτι που ήθελε από τη στιγμή που την είδε να κατεβαίνει τις σκάλες, έσκυψε προς το μέρος της και τη φίλησε. Ήταν ένα τρυφερό φιλί, όχι παθιασμένο, αλλά γεμάτο υποσχέσεις. Υποσχέσεις σ’ εκείνη και στον εαυτό του. Τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της και η Μάγδα ένιωσε να λιώνει και έκλεισε τα μάτια της. Τότε εκείνος αποτραβήχτηκε. Η Μάγδα άνοιξε πάλι τα μάτια της και διαπίστωσε πως την κοίταζε. «Μη φοβάσαι, κάρα...» Έβαλε μπρος τη μηχανή και βγήκε ξανά στο δρόμο, με τα φώτα της Τοσκάνης να λαμπυρίζουν μες στη νύχτα. * Το πάρτι τελικά, όπως ανακάλυψε η Μάγδα, δεν ήταν καμιά δύσκολη δοκιμασία. Το αντίθετο. Βέβαια, η βίλα ήταν μέσα στη χλιδή και στο δρόμο υπήρχαν ένα σωρό πανάκριβα αυτοκίνητα. Η Μάγδα ένιωσε νευρικότητα. Δεν μπορούσε να μπει εκεί μέσα! Όλοι θα καταλάβαιναν πως δεν ήταν δική τους. Ο Ραφαέλο πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους της. «Είσαι εκθαμβωτική... κι εγώ θα είμαι πλάι σου να σε προσέχω», της είπε. Και το έκανε. Δεν την άφησε καθόλου από τα μάτια του όλο το βράδυ. Όχι ότι χρειαζόταν


προστασία, όπως ανακάλυψε εκείνη. Ο Πάολο και η Σίλβια ήταν ζεστοί και γοητευτικοί άνθρωποι, με μια αληθινή ευγένεια, παρά την εμφανή τους περιέργεια για τον ξαφνικό γάμο του φίλου τους. Όμως κανείς δεν είπε ούτε ρώτησε τίποτα παράξενο· όλοι έδειχναν να την αποδέχονται. Υπήρξε μόνο μια δύσκολη στιγμή. Στη μέση της βραδιάς, η Σίλβια ήρθε βιαστικά στον Ραφαέλο και του ψιθύρισε κάτι στα ιταλικά. Ο Ραφαέλο πάγωσε για ένα δευτερόλεπτο και έπειτα είπε κάτι, δείχνοντας πως δεν έδινε σημασία. Η Σίλβια τον χτύπησε επιδοκιμαστικά στο μπράτσο και χάθηκε ξανά. Ο Ραφαέλο στράφηκε στη Μάγδα. «Εμφανίστηκε η Λουτσία. Μην αγχώνεσαι. Δε θα έχει την ευκαιρία να σε προσβάλει». Όμως, απ’ ό,τι φάνηκε, δεν ήταν αυτή η πρόθεσή της. Αντίθετα, ήρθε προς το μέρος τους ντυμένη μ’ ένα πολύ στενό χρυσαφί φόρεμα και τα σκούρα μάτια της άνοιξαν διάπλατα βλέποντας την απίστευτη μεταμόρφωση της Μάγδας. «Φόρεμα της Σόνια Γκράσι και διαμάντια επίσης! Μπράβο». Η φωνή της ήταν γλυκιά, αλλά η Μάγδα παρέμεινε σφιγμένη. Η Λουτσία γέλασε ανάλαφρα. «Ω, μην είσαι έτσι. Ό,τι έγινε, έγινε. Και δεν κρατώ κακίες. Άλλωστε, δεν πρέπει να κερδίσεις εμένα, αλλά τον πατέρα του Ραφαέλο. Του είχε κολλήσει να με κάνει νύφη του». Η Μάγδα δεν μπορούσε να πει τίποτα γι’ αυτό και ο Ραφαέλο απλώς απάντησε με σφιγμένα χείλη: «Ο πατέρας μου καλά θα κάνει να μην παίζει με τη ζωή μου, Λουτσία. Και τώρα, να μας συγχωρείς, αλλά θα κάνουμε μια βόλτα τριγύρω». Πήρε μαζί του τη Μάγδα και τη σύστησε και σ’ άλλους φίλους του, οι οποίοι, όπως και όλοι οι άλλοι, δεν έδειχναν να βρίσκουν κάτι παράξενο πάνω της... μόνο το ότι είχε εμφανιστεί ξαφνικά. Μόνο ένας είχε την τόλμη να το σχολιάσει –όπως και την απογοήτευση της Λουτσία. Ο Ραφαέλο απλώς χαμογέλασε. «Όπως βλέπεις», είπε τραβώντας λίγο πιο κοντά του τη Μάγδα, «ήμουν απασχολημένος κάπου αλλού». Ο άλλος άντρας χαμογέλασε. «Γι’ αυτό λοιπόν είχες χαθεί τόσο καιρό στο Λονδίνο». Το χαμόγελο του Ραφαέλο έγινε πιο πλατύ. «Ποιος θα με αδικούσε;» μουρμούρισε. Η Μάγδα είχε ταραχτεί τόσο που ήταν κοντά του, ώστε δεν μπορούσε ν’ αρθρώσει λέξη. Καθώς προχωρούσαν ανάμεσα στον κόσμο, ο Ραφαέλο στράφηκε και την κοίταξε, κρατώντας την πάντα κοντά του. «Περνάς καλά;» τη ρώτησε. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της μουδιασμένα και έπειτα κατάφερε να πει: «Όλοι είναι πολύ ευγενικοί». «Σε θαυμάζουν όλοι», της είπε εκείνος. Η Μάγδα κοκκίνισε. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου να το λες αυτό». «Ευγενικό; Αυτό νομίζεις, κάρα; Βλέπω πως θα πρέπει να σε πείσω για το αντίθετο». Την κοίταξε και κάτι στο βλέμμα του έκανε την ανάσα της να κοπεί. Δεν έμειναν πολύ ακόμα. Η Μάγδα δεν είχε ιδέα τι ώρα ήταν, σύντομα όμως αποχαιρέτησαν τον Πάολο και τη Σίλβια και κατευθύνθηκαν προς το αυτοκίνητο. Και οι δύο τούς χαμογελούσαν με κατανόηση. «Ξέρουν πως είμαστε νιόπαντροι», της είπε ο Ραφαέλο. «Μας επιτρέπεται να φύγουμε νωρίς». «Ω», έκανε η Μάγδα καθώς έδενε τη ζώνη της. Ο δρόμος της επιστροφής τής φάνηκε πολύ σύντομος, ίσως όμως να έφταιγε η σαμπάνια που είχε πιει.


Όταν έφτασαν, ο Ραφαέλο τη βοήθησε να βγει από το αυτοκίνητο. Η Μάγδα παραπάτησε ελαφρά στα χαλίκια. Εκείνος την κράτησε πιάνοντάς την από τους ώμους. Μπήκαν στη βίλα. «Θέλεις να δεις τι κάνει ο Μπέντζι;» τη ρώτησε. «Πιστεύω πως η Τζίνα θα χαρεί να πάει να ξεκουραστεί». «Ω... ναι», του απάντησε η Μάγδα. Πήγε στο δωμάτιό της και είπε στην Τζίνα ότι δε χρειαζόταν να μείνει άλλο, αφού πρώτα την ευχαρίστησε. Ο Μπέντζι κοιμόταν βαθιά. Τον φίλησε απαλά στο μέτωπο κι ύστερα έβγαλε τα διαμάντια από το λαιμό της. Ένιωσε λύπη που είχε τελειώσει η βραδιά. Κάτι παραπάνω από λύπη, αλλά δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν. Τράβηξε τις βαριές κουρτίνες και άνοιξε το παράθυρο. Στηρίχτηκε στο περβάζι και κοίταζε έξω, αφήνοντας τη ζεστή, μυρωμένη νύχτα να την τυλίξει. Αναστέναξε. Ένα φως έπεφτε στον κήπο από κάποιο παράθυρο και η Μάγδα υπέθεσε πως ήταν από το δωμάτιο του Ραφαέλο. Οι ήχοι της νύχτας έρχονταν απαλοί στ’ αυτιά της. Αναστέναξε και πάλι. Το ήξερε πως δεν είχε να λυπάται για τίποτα. Η αποψινή νύχτα ήταν μαγική και θα τη θυμόταν για πάντα, μαζί με κάθε άλλη στιγμή που είχε περάσει με τον Ραφαέλο ντι Βισέντι. Τον ήθελε τόσο πολύ και ήξερε πως δε θα είχε ποτέ της περισσότερα απ’ όσα είχε απόψε. Εκείνος δεν ήταν γι’ αυτή, ούτε και η ίδια για εκείνον, όσο όμορφη και αν την έκανε να νιώθει... «Θα πρέπει να σ’ ενημερώσω, κάρα, πως βρίσκεσαι σε πολύ επικίνδυνη στάση».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Η βαθιά φωνή πίσω της ήταν αργόσυρτη και έκρυβε χιούμορ, αλλά και κάτι ακόμα. Η Μάγδα ανασηκώθηκε και στράφηκε προς το μέρος του. «Δε... δεν πρόκειται να πέσω», του είπε. Ο Ραφαέλο ήρθε αργά προς το μέρος της, με τα χέρια του στις τσέπες του παντελονιού του. Θα πρέπει να είχε βγει μόλις από το μπάνιο, από την πόρτα που συγκοινωνούσε με το δωμάτιό της και πριν ήταν κλειδωμένη. Φορούσε ακόμη το σακάκι του, αλλά είχε λύσει τη γραβάτα του. Η Μάγδα ένιωσε μια πρωτόγνωρη αναστάτωση. «Δεν αναφερόμουν σ’ αυτό τον κίνδυνο», της είπε εκείνος. «Αλλά σε τούτον». Την αγκάλιασε και το χέρι του γλίστρησε στην πλάτη της και άγγιξε φευγαλέα τους γοφούς της. «Είναι πολύ προκλητικοί», της ψιθύρισε. Η λάμψη στα μάτια του την τάραξε ακόμα περισσότερο. «Ραφαέλο...» του είπε με δυσκολία, προσπαθώντας να αποτραβηχτεί, όμως η κίνηση αυτή την έφερε ακόμη πιο κοντά του. Εκείνος την έσφιξε πάνω του, χαϊδεύοντας με το ένα του χέρι την πλάτη της και γλιστρώντας το άλλο στον αυχένα της, κάτω από τα μαλλιά της. Είχε μείνει ξέπνοη. Δεν μπορούσε να μιλήσει, να διαμαρτυρηθεί, ούτε καν ν’ ανασάνει. Ο Ραφαέλο της χαμογέλασε. «Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να τελειώσει μια βραδιά σαν την αποψινή», της είπε. Έσκυψε το κεφάλι του προς το μέρος της και αναζήτησε τα χείλη της. Έγινε τόσο ξαφνικά, που εκείνη δεν είχε την ευκαιρία να κάνει ή να πει τίποτα. Τη μια στιγμή κοίταζε έξω από το παράθυρο και την επόμενη ο Ραφαέλο την είχε κλείσει στην αγκαλιά του και άρχιζε να της κάνει έρωτα. Γιατί αυτό έκανε... έκανε έρωτα στα χείλη της, καθώς τη φιλούσε βαθιά, αισθησιακά, και απαιτούσε να ανοίξει το στόμα της για να τον δεχτεί. Εκείνη ήταν χαμένη, τόσο ολοκληρωτικά χαμένη που δεν πρόσεχε τίποτε άλλο. Με το ένα του χέρι της χάιδευε τα μαλλιά, ενώ το άλλο γλίστρησε στους γοφούς της. Η ευχαρίστηση πλημμύρισε το κορμί της σαν πυροτέχνημα. Το φιλί του βάθυνε και τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα τώρα. Η γλώσσα του ζευγάρωνε με τη δική της. Το αίμα κυλούσε καυτό στις φλέβες της, ενώ τα χέρια της, σαν να είχαν δική τους θέληση, τυλίχτηκαν γύρω από τη μυώδη πλάτη του και τον τράβηξαν κοντά της. Τα στήθη της τρίφτηκαν στο στέρνο του και ξαφνικά τα ένιωσε υπερβολικά ευαίσθητα. Εκείνος μουρμούρισε κάτι, αλλά η Μάγδα δεν το κατάλαβε. Δεν καταλάβαινε τίποτε άλλο εκτός από τα φιλιά του. Το ένα χέρι του βρέθηκε γύρω από τη μέση της και το άλλο στον ώμο της, ενώ τα χείλη του άφησαν τα δικά της καθώς την έσπρωχνε να προχωρήσει. «Στο δωμάτιό μου», της είπε βραχνά. Ξαφνικά η Μάγδα βρήκε τη φωνή της. «Ραφαέλο... σε παρακαλώ, εγώ... εγώ...»


«Σσς», της ψιθύρισε εκείνος με το στόμα του πάνω στο δικό της. «Σσς... θα είναι όμορφο... θα είναι το σωστό για μας, κάρα, πίστεψέ με. Σε θέλω τόσο πολύ...» Το φιλί του βάθυνε ξανά και παραλίγο η Μάγδα να αφεθεί ολοκληρωτικά σ’ αυτό που της πρόσφερε, σ’ αυτό που ονειρευόταν. Όμως, τα όνειρα δεν ήταν πραγματικά –και αυτό δεν ήταν πραγματικότητα. Δεν μπορούσε να είναι. Δεν έπρεπε να είναι. «Ραφαέλο... όχι. Σε παρακαλώ... σε παρακαλώ, άκουσέ με... δεν καταλαβαίνεις...» Εκείνος έπιασε την ικεσία στον τόνο της φωνής της και την άφησε να τραβηχτεί, αλλά όχι και να φύγει από την αγκαλιά του. Τα σκοτεινά του μάτια κοίταξαν τα δικά της στο μισοσκόταδο. «Μη φοβάσαι... δεν πρόκειται να σε πληγώσω. Το ξέρω πως πέρασε πολύς καιρός για σένα και πως ο χαμός του πατέρα του Μπέντζι ήταν αβάσταχτη τραγωδία. Όμως πρέπει να προχωρήσεις, να αγκαλιάσεις ξανά τη ζωή». Τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα καθώς προσπαθούσε να μιλήσει, αλλά δεν μπορούσε. «Είσαι μια όμορφη, ελκυστική γυναίκα –μια εντελώς καινούρια ζωή ανοίγεται μπροστά σου. Το παρελθόν έχει φύγει –να θυμάσαι πάντα τον άντρα που αγάπησες για το γιο που σου χάρισε, αλλά τώρα πρέπει ν’ αγκαλιάσεις ξανά τη ζωή». Η Μάγδα τον κοίταζε κατάπληκτη, αλλά κατάφερε να μιλήσει. «Όχι! Όχι... δεν κατάλαβες... Ο Μπέντζι... Δεν ξέρω ποιος είναι ο πατέρας του...» του είπε αδύναμα. Εκείνος έμεινε ακίνητος, σαν να τον είχε χτυπήσει καταπρόσωπο. «Τι πράγμα;» Συνοφρυώθηκε. Τι συνέβαινε; Η Μάγδα ένιωσε το αγκάλιασμά του να χαλαρώνει και αποτραβήχτηκε. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Τι είπες;» Εκείνη ξεροκατάπιε. «Δεν ξέρω ποιος είναι ο πατέρας του Μπέντζι. Βλέπεις...» Ο Ραφαέλο απομακρύνθηκε. Το κορμί του πρόδιδε την έντασή του. «Δεν ξέρεις ποιος είναι ο πατέρας του;» Το βλέμμα της φανέρωσε πόνο, αλλά εκείνος το αγνόησε. Μέσα του ένιωθε την οργή του να φουντώνει. «Έχεις πάει με τόσους άντρες που δεν ξέρεις με ποιον έμεινες έγκυος;» Η φωνή του αντήχησε σκληρή. «Δηλαδή αυτή η τραγική απώλεια που μου έλεγες ήταν απλώς μια λυπητερή ιστορία για να με συγκινήσεις;» Εκείνη έκανε άλλο ένα βήμα πίσω. «Δεν καταλαβαίνεις», ψιθύρισε. «Ω, καταλαβαίνω, καταλαβαίνω την αλήθεια τώρα. Ήθελα να σε υπερασπιστώ –να αποδείξω ότι έκανα λάθος που σε πρόσβαλα! Όμως, όσο άτυχη κι αν ήσουν στη ζωή σου, δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία –καμία– που να σε κάνει να πέσεις τόσο χαμηλά ώστε να μην ξέρεις ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού σου». Την κοίταξε με περιφρόνηση. «Δε σταμάτησες ποτέ ν’ αναλογιστείς το αποτέλεσμα της τεράστιας ανευθυνότητάς σου πάνω σ’ αυτό το αθώο παιδί; Κι εσύ η ίδια δεν είσαι η απόδειξη μιας τέτοιας ανευθυνότητας; Και όμως το έκανες ξανά, στον ίδιο σου το γιο». «Ο Μπέντζι έχει εμένα!» φώναξε με αγωνία εκείνη. «Δε θα τον αφήσω ποτέ, ποτέ!» Το πρόσωπό του πάγωσε. «Ένα αγόρι χρειάζεται τον πατέρα του». Ο τόνος του ήταν μελαγχολικός. «Ένα αγόρι χρειάζεται τον πατέρα του», είπε ξανά. «Κι εσύ στέρησες αυτό το δικαίωμα από το γιο σου –δε θα μάθει ποτέ ούτε καν ποιος ήταν ο πατέρας του! Ή μήπως θα πεις και σ’ εκείνον πως


πέθανε; Για να του κρύψεις την αλήθεια; Το τι ήταν η μητέρα του;» Η φωνή του ήταν περιφρονητική, καταδικαστική. Διέσχισε θυμωμένος το δωμάτιο, μπήκε στο μπάνιο και από κει πέρασε στο δικό του. Ένιωθε απαίσια, λες και κάτι υπέροχο και σπάνιο είχε μόλις μεταμορφωθεί σε κάτι σάπιο στα χέρια του. Η Μάγδα τον κοιτούσε και τα συναισθήματά της άλλαξαν σε λίγες στιγμές από το πάθος στην οργή. Ήξερε όμως πως έπρεπε να τρέξει πίσω του. Έφτασε στην πόρτα πάνω που εκείνος πήγαινε να την κλείσει και άπλωσε το χέρι της για να τον σταματήσει. «Ραφαέλο», του είπε με ασταθή φωνή. «Δεν ξέρω ποιος είναι ο πατέρας του Μπέντζι, είναι αλήθεια. Και ξέρω πως είναι φριχτό να στερείς από ένα παιδί τον πατέρα του, αλλά... αλλά... πρέπει να σου εξηγήσω!» Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Τι άλλο μένει να μου πεις;» Η Μάγδα ξεροκατάπιε. «Όλη την αλήθεια. Ο Μπέντζι δεν είναι δικό μου παιδί... Μητέρα του ήταν η Καζ, η αγαπημένη μου φίλη από το ορφανοτροφείο!» Εκείνος απέμεινε να την κοιτάζει αποσβολωμένος. «Η Καζ ήταν σαν αδερφή μου. Είχαμε μόνο η μία την άλλη στον κόσμο. Όταν... όταν έμαθε ότι έπασχε από καρκίνο, ήταν λες και... τρελάθηκε κάπως, νομίζω. Ήξερε πως θα πέθαινε πριν καν ξεκινήσει να ζει. Και μου είπε... μου είπε... πως, αν ήταν να μη ζήσει, αν ήταν να σβηστεί σαν να μην πέρασε ποτέ από αυτή τη ζωή, τότε... τότε ήθελε... ήθελε να αποδείξει πως είχε υπάρξει, πως, αν δεν μπορούσε να ζήσει εκείνη, ήθελε ν’ αφήσει ένα κομμάτι του εαυτού της πίσω της. Ήταν τόσο λάθος;» Η φωνή της ήταν τώρα ψιθυριστή. «Ήταν τόσο λάθος να συλλάβει ένα παιδί μ’ όποιον τρόπο μπορούσε για ν’ αφήσει πίσω κάτι από τον εαυτό της; Πώς μπορούσα εγώ να της πω να μην το κάνει; Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να της υποσχεθώ πως θα μεγάλωνα το παιδί της και θα γινόμουν η μητέρα που εκείνη δεν μπορούσε να γίνει. Ήξερε πως δε θα εγκατέλειπα ποτέ τον Μπέντζι –ποτέ–, γιατί εμένα με είχαν παρατήσει. Ήξερε πως μπορούσε να μ’ εμπιστευτεί. Έτσι, τον έδωσε σ’ εμένα, λίγο πριν... λίγο πριν πεθάνει». Τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά της χωρίς σταματημό, καθώς οι οδυνηρές αναμνήσεις γύριζαν ξανά. Στεκόταν εκεί, με το χέρι της στην πόρτα, και δεν μπορούσε να πει τίποτα περισσότερο. Τότε, ο Ραφαέλο την αγκάλιασε δυνατά και προστατευτικά και την τράβηξε κοντά του, ενώ τα δάκρυά της συνέχιζαν να τρέχουν. Τον άκουγε να μουρμουρίζει στα ιταλικά, αλλά καταλάβαινε μόνο την παρηγοριά στη φωνή του καθώς σφιγγόταν πάνω του. Της πήρε λίγη ώρα να σταματήσει να κλαίει. Τους πρώτους μήνες, όταν ακόμα ο χαμός της Καζ ήταν πρόσφατος και με τον Μπέντζι τόσο μικρό, έκλαιγε συχνά στη μοναξιά του δωματίου της τη νύχτα, είχε περάσει όμως πολύς καιρός από τότε –και ποτέ δεν υπήρχε κανείς για να την παρηγορήσει. Στο τέλος δεν είχε άλλα δάκρυα. Ο Ραφαέλο την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο δωμάτιό του. «Κάθισε», της είπε και η φωνή του είχε μια τρυφερότητα που δεν είχε ακούσει ξανά. Την κάθισε στην πολυθρόνα δίπλα στο σβηστό τζάκι και έσκυψε δίπλα της. Πήρε τα χέρια της στα δικά του. «Συγχώρησε το θυμό μου –μιλούσα χωρίς να ξέρω». Το στόμα του συσπάστηκε. «Όπως έκανα και πριν για σένα». Έκανε μια παύση. «Ένα μόνο έχω να πω... πως ο Μπέντζι είναι τυχερό παιδί που του προσφέρεις τόση αφοσίωση».


«Είναι ο γιος μου». Η κραυγή βγήκε από τα κατάβαθα της ψυχής της. Ο Ραφαέλο της έσφιξε τα χέρια. «Είναι ο γιος σου. Και η αγάπη σου γι’ αυτόν λάμπει σαν φάρος στο σκοτάδι. Τον έχεις βάλει στην καρδιά σου και θα τον έχεις εκεί για πάντα». Έφερε τα χέρια της στα χείλη του. Κάτι παλλόταν μέσα του –μια γλυκιά, ξεκάθαρη νότα. Σηκώθηκε, παίρνοντάς τη μαζί του, καθώς την κρατούσε ακόμα. Κι έπειτα, στο μισοσκόταδο, τη φίλησε. Ήταν ένα ανάλαφρο φιλί, απαλό σαν μετάξι, όμως όταν τη φίλησε ξανά, κρατώντας τα χέρια της πάνω στο στέρνο του για να νιώσει τη θέρμη του κορμιού του, το αγκάλιασμά του έγινε πιο σφιχτό. «Σε ποθώ πάρα πολύ», της είπε τρυφερά. «Θα μείνεις μαζί μου απόψε;» Το βλέμμα του ήταν βαθύ και σκοτεινό. «Ραφαέλο... υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθεις...» Εκείνος της χαμογέλασε. «Έχεις κι άλλα μυστικά; Πες μου τα όλα!» Η Μάγδα ένιωσε να κοκκινίζει ελαφρά. «Πριν λίγο με θεωρούσες πρόστυχη και ήσουν θυμωμένος μαζί μου...» Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Ο θυμός μου οφειλόταν στη σκέψη πως ήσουν ανεύθυνη και έμεινες έγκυος χωρίς να ξέρεις τον πατέρα του παιδιού σου. Όμως, όσον αφορά τις ερωτικές εμπειρίες... ε, ναι, έχω γνωρίσει πολλές γυναίκες στη ζωή μου, και ίσως να μην έπρεπε, αλλά», είπε κοιτώντας τη μετανιωμένος, «μου ήταν πολύ εύκολο. Μη με θεωρήσεις ματαιόδοξο, αλλά ένας πλούσιος άντρας τραβάει πάντα τις γυναίκες». «Ιδιαίτερα κάποιος με τη δική σου εμφάνιση», απάντησε η Μάγδα χαμογελώντας του με κόπο. «Αν συμφωνήσω, σίγουρα θα με θεωρήσεις φαντασμένο. Όμως, όποιος και αν ήταν ο λόγος, δεν είμαι σε θέση να σε κρίνω αν είσαι το ίδιο έμπειρη μ’ εμένα». «Ναι, αλλά το θέμα είναι», του είπε εκείνη αμήχανα, σκύβοντας το κεφάλι της για να μην τον κοιτάζει στα μάτια, «πως δεν έχω καθόλου πείρα». Σιωπή ακολούθησε τα λόγια της. Έπειτα, χωρίς λέξη, ο Ραφαέλο άφησε τα χέρια της και την απομάκρυνε ελαφρά. «Σίγουρα θα υπέθετες μέχρι τώρα πως είμαι αρκετά έμπειρη έχοντας κάνει ένα παιδί, αλλά η αλήθεια είναι πως... δεν έχω καθόλου πείρα. Καθόλου». Η φωνή της έσβησε και ευχήθηκε να άνοιγε η γη να την καταπιεί. «Είσαι παρθένα;» Η φωνή του είχε έναν παράξενο τόνο. Η Μάγδα δεν ήξερε τι ήταν, ήθελε μόνο να μπορούσε να εξαφανιστεί από προσώπου γης. Θα έπρεπε να θυμάται πως η Σταχτοπούτα ξαναβρέθηκε με τα κουρέλια της τα μεσάνυχτα. Έπρεπε να ξέρει πως δε θα ενδιέφερε έναν κοσμογυρισμένο, έμπειρο άντρα σαν τον Ραφαέλο ντι Βισέντι. «Λυπάμαι», του είπε χαμηλόφωνα. «Λυπάσαι;» Η παράξενη νότα αντήχησε ξανά στη φωνή του. Εκείνη κοίταζε κάτω, ενώ τα χέρια της έπαιζαν νευρικά με τη φούστα της. Τότε ξαφνικά εκείνος ήρθε ξανά κοντά της και έφερε το ένα του δάχτυλο κάτω απ’ το πιγούνι της για να την αναγκάσει να τον κοιτάξει. «Δεν ξέρεις», της είπε τρυφερά, «πως μόνο ένα πράγμα μπορεί να κάνει κανείς με μια παρθένα;» Εκείνη τον κοίταζε ξέπνοη. Ήταν τόσο τέλειος, με τα σκούρα, υπέροχα μάτια του, τα μεταξένια μαύρα του μαλλιά, το σμιλεμένο, αισθησιακό του στόμα... «Να την ξελογιάσεις...» της είπε βαριανασαίνοντας. «Να πάρεις το κορμί της...» Τα δάχτυλά του


γλίστρησαν στα μαλλιά της, αγγίζοντας ανάλαφρα τους λοβούς των αυτιών της. «Να πάρεις το κορμί της χαϊδεύοντάς την...» Τα χέρια του άγγιξαν το πιγούνι της, χάιδεψαν το λαιμό της τόσο ανάλαφρα, που εκείνη νόμισε πως θα έσβηνε. «Φιλώντας την...» Της μιλούσε ψιθυριστά, με τα χείλη του κοντά στα μάτια της, και από κει στη γωνιά των χειλιών της. «Μέχρι που να την παρασύρεις μαζί σου στο πιο όμορφο απ’ όλα τα ταξίδια...» Το στόμα του άγγιξε ανάλαφρα το δικό της, κι εκείνη μισάνοιξε τα χείλη της για να τον γευτεί. «Θα έρθεις μαζί μου, κάρα, σ’ αυτό το ταξίδι; Θα μ’ αφήσεις να σε πάω εκεί;» Καθώς της μιλούσε της έδινε μικρά, αισθησιακά φιλιά κι εκείνη ένιωθε πια σαν χιονονιφάδα που έλιωνε. Υπήρχαν μόνο δυο άνθρωποι σ’ ολόκληρο τον κόσμο –εκείνη και ο Ραφαέλο ντι Βισέντι, ο πιο όμορφος άντρας που είχε δει ποτέ της. Τα χέρια του χάιδευαν το πρόσωπό της, τα χείλη του άγγιζαν τα δικά της. Όμως κάτω από το ανάλαφρο άγγιγμά του κρυβόταν μια πείνα που μεγάλωνε. Η Μάγδα το ένιωθε στις φλέβες της, στο είναι της, καθώς αφηνόταν για να τον γευτεί όπως τη γευόταν κι εκείνος, κάνοντας όλο τον κόσμο γύρω της μια γλυκιά, μαγευτική αίσθηση. Ήθελε να μη σταματήσει ποτέ, όμως όλα αυτά δεν ήταν αρκετά –έκαναν μόνο την πείνα τους και την ανάγκη τους να μεγαλώνει. Το κορμί της ήταν κολλημένο σφιχτά πάνω στο δικό του κι ένιωθε τη σκληράδα του, ενώ οι παλάμες της ήταν παγιδευμένες ανάμεσα στα στήθη της και το στέρνο του. Αναστέναξε σιγανά, καθώς εκείνος τη φίλησε ακόμη πιο βαθιά, μέχρι που ένιωσε το σώμα της να παίρνει φωτιά. Τα στήθη της είχαν ερεθιστεί καθώς ακουμπούσαν πάνω του, και η αίσθηση ήταν πρωτόγνωρη και τρομερά ηδονική. Ο χρόνος είχε χαθεί. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο πέρα από το άγγιγμα των χεριών του στους ώμους της, που κατέβασαν απαλά τις τιράντες της τη μία μετά την άλλη, και έπειτα, πολύ τρυφερά, της έβγαλαν το φόρεμα. Τη φιλούσε συνέχεια, αλλά, καθώς το φόρεμα έπεσε στα πόδια της, αποτραβήχτηκε και την κοίταξε. Εκείνη στεκόταν μπροστά του, με το χαμηλό φως να ρίχνει χρυσές ανταύγειες στο κορμί της. Το ένστικτό της της έλεγε να καλύψει τα στήθη της, αλλά πάλευε με μια άλλη, πιο δυνατή παρόρμηση – να μείνει ακίνητη και ν’ αφήσει τον Ραφαέλο να την κοιτάζει, όπως ένας διψασμένος άντρας μια γάργαρη πηγή. Έτσι, έμεινε ακίνητη μπροστά του, αντικρίζοντάς τον με υγρά, ορθάνοιχτα μάτια καθώς του αποκαλυπτόταν. «Μπελίσιμα...» Η φωνή του ήταν χαμηλή και βραχνή. «Όμορφη, τόσο όμορφη...» Η καρδιά της χτύπησε πιο γρήγορα. Το να ακούει τέτοιες λέξεις από τα χείλη του ήταν μια τόσο γλυκιά απόλαυση, που την έκανε να λιώνει. «Είμαι;» Η φωνή της ήταν ένας αχνός ψίθυρος. «Αμφιβάλλεις;» Το χέρι του απλώθηκε αργά αργά, με μεγάλη προσοχή, και άγγιξε τρυφερά την πρησμένη θηλή του στήθους της. Εκείνη ένιωσε ρίγη ηδονής στο άγγιγμά του, ενώ τα δάχτυλά του προχωρούσαν και στο άλλο της στήθος. «Μπελίσιμα», είπε ξανά. Πήρε το χέρι της στα δικά του και την τράβηξε προς το κρεβάτι. Είναι ένα όνειρο, σκέφτηκε η Μάγδα –θα έπρεπε να είναι όνειρο. Δεν υπήρχε τόσο απίστευτη, μαγική πραγματικότητα. Και όμως, πώς μπορούσε να είναι όνειρο; Ένιωθε το άγγιγμά του στο σώμα της καθώς την ξάπλωνε στα σεντόνια. Ύστερα την άφησε για μια στιγμή και γδύθηκε βιαστικά. Η Μάγδα κοίταξε με θαυμασμό το υπέροχο, ηλιοκαμένο κορμί του κι έπειτα κατέβασε το βλέμμα της αμήχανα. Εκείνος ήρθε και μισοξάπλωσε πλάι της, σκύβοντας για να φιλήσει το στήθος της, που ποθούσε απελπισμένα τα χάδια του.


Η Μάγδα έκανε τόξο το δικό της κορμί για να φέρει τα στήθη της πιο κοντά στο στόμα του και τα χέρια της απλώθηκαν προς το μέρος του και χάιδεψαν τα στιλπνά, μαύρα μαλλιά του. Ένας αναστεναγμός ηδονής τής ξέφυγε καθώς εκείνος γευόταν τα στήθη της και τα χείλη του έπαιζαν με τις θηλές της, με τη μια μετά την άλλη, ξανά και ξανά, μέχρι που ένιωσε να λιώνει ολόκληρη. Όμως, παρ’ όλη την ηδονή, παρ’ όλη την ευχαρίστηση, εκείνη ποθούσε περισσότερα. Η ηδονή την έκανε να αποζητά περισσότερη ηδονή, ερεθίζοντάς την όλο και πιο πολύ, ενώ μια πρωτόγνωρη, οδυνηρή ανάγκη την πλημμύρισε, κάνοντάς τη να τεντωθεί προς το μέρος του. Τον κοίταξε για μια στιγμή. Τα μάτια του ήταν σαν σκοτεινές λίμνες. «Πρέπει να κάνεις αυτό το ταξίδι αργά, κάρα μία, την πρώτη φορά. Δε γίνεται βιαστικά αυτό το πρώτο άνθισμα του κορμιού σου. Και η αναμονή... είναι μέρος του ταξιδιού». Καθώς μιλούσε, τα χέρια του τη χάιδευαν από πάνω ως κάτω. Ύστερα τα δάχτυλά του γλίστρησαν στην ήβη της και η Μάγδα, για πρώτη φορά στη ζωή της, ένιωσε ένα ηδονικό σκίρτημα στο κέντρο της θηλυκότητάς της. Άραγε βόγκηξε; Δεν το ήξερε, δεν το κατάλαβε. Το μόνο που ήξερε ήταν πως τη χάιδευε αργά, σχεδόν βασανιστικά κάτω από το εσώρουχό της, και ο πόθος της μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο. Ο Ραφαέλο γλίστρησε το κορμί του πάνω στο δικό της, ενώ συνέχιζε το χάδι του στο εφήβαιό της, αφήνοντάς την ξέπνοη. Τη φίλησε παθιασμένα για μια ατέλειωτη στιγμή, με τη γλώσσα του να κυριεύει το στόμα της, κι εκείνη ανταποκρίθηκε με το ίδιο πάθος, ενώ ο πόθος την κατέκλυζε σαν καυτό παλιρροϊκό κύμα. Έπειτα, ξαφνικά, αποτραβήχτηκε από πάνω της. «Αχ, Μάγδα, κάρα μία». Η φωνή του ακούστηκε μετανιωμένη. «Πρόδωσα την υπόσχεσή μου και έγινα βιαστικός». Τα χείλη της αναζήτησαν τα δικά του. «Δε με νοιάζει», του είπε βραχνά και προσπάθησε να τον φιλήσει και να τον φέρει ξανά στην αγκαλιά της. Εκείνος όμως ανασηκώθηκε κι άλλο. «Όχι. Η πρώτη φορά είναι κάτι που πρέπει να το απολαύσει κανείς αργά αργά... κι έπειτα... έπειτα βλέπουμε», της είπε. Με μια βαθιά ανάσα που τον έκανε να ριγήσει ολόκληρος, ανασηκώθηκε σταθερά και η Μάγδα για πρώτη φορά κοίταξε εκείνο το σημείο του σώματός του που ακουμπούσε πάνω της και ήταν τόσο... μα τόσο αρρενωπό... Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα βλέποντάς το κι εκείνος, σαν να διάβασε τις σκέψεις της, χαμογέλασε θλιμμένα. «Πρέπει να είμαι τρυφερός μαζί σου, κάρα, και να σε γευτώ... πολύ αργά». Τα τελευταία λόγια του προκάλεσαν ηδονικά ρίγη σε όλο της το κορμί. Το χαμόγελό του έγινε αισθησιακό, ενώ τα μάτια του έλεγαν πολλά. «Υπάρχουν πολλές απολαύσεις, γλυκιά μου, στον έρωτα, και με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Όπως θα σου δείξω...» Καθώς μιλούσε, το χέρι του άρχισε να γλιστράει στο μηρό της. Όταν άγγιξε το δαντελένιο τελείωμα της κάλτσας της, συνοφρυώθηκε παιχνιδιάρικα. «Τι είναι αυτό;» τη ρώτησε τρυφερά. Δεν περίμενε όμως απάντηση. Αντί γι’ αυτό, άρχισε να της βγάζει τις κάλτσες, χαϊδεύοντας συγχρόνως τους μηρούς της. Την πλημμύρισε μια υπέροχη, γλυκιά αίσθηση και το μυαλό της χάθηκε στην ηδονή. Αισθάνθηκε το κορμί της να χαλαρώνει πάνω στα σεντόνια, να χάνεται η ένταση που ένιωθε πριν από λίγες στιγμές, όταν την είχε τρελάνει μια ανάγκη πέρα από κάθε φαντασία. Τώρα δε χρειαζόταν τίποτε άλλο, εκτός από το υπέροχο άγγιγμα του Ραφαέλο, που κατέβαζε αργά


αργά την κάλτσα της. Όταν την έβγαλε, έστρεψε την προσοχή του στην άλλη. Τα δάχτυλά του έπαιξαν με το δαντελένιο της τελείωμα. Η υπέροχη ηδονή επέστρεψε, κατακλύζοντάς την ολόκληρη. Η Μάγδα έγειρε χαλαρά στα απαλά σεντόνια και αφέθηκε να την απολαύσει. Έπειτα, καθώς της έβγαλε και τη δεύτερη κάλτσα, ένιωσε τα χέρια του να ξαναγυρίζουν στα πόδια της. Αυτή τη φορά, όμως, τα δάχτυλά του συνέχισαν πιο ψηλά, ως το σατινένιο της εσώρουχο. Η αίσθηση ήταν πρωτόγνωρη –και αν νόμιζε πως το άγγιγμά του στους μηρούς της ήταν υπέροχο, τότε δεν ήξερε τίποτα, απολύτως τίποτα! Ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της καθώς το χέρι του άγγιξε την τρυφερή καμπύλη κάτω από το εσώρουχό της. Τα δάχτυλά του άρχισαν να κινούνται απαλά, κυκλικά, και η Μάγδα ένιωσε ολόκληρο το κορμί της να πάλλεται στο χάδι του. Εκείνος έγειρε ξανά το κεφάλι του στα στήθη της. Η γλώσσα του έπαιξε απαλά με τη θηλή της, μέχρι που όλο το κορμί της έγινε μια υγρή, καυτή φλόγα. Τότε, έπιασε το εσώρουχό της και το τράβηξε αργά αργά προς τα κάτω, αφήνοντάς το δίπλα στις κάλτσες της. Κι ύστερα βρέθηκε εκεί που η Μάγδα ποθούσε να τον έχει. Ήταν ευτυχία πέρα από κάθε φαντασία. Το κορμί της έκαιγε κάτω από το χέρι του και η έξαψή της μεγάλωνε συνεχώς. «Ραφαέλο...» Η φωνή της ήταν αδύναμη από πόθο και λαχτάρα. Ήθελε... δεν ήξερε τι ήθελε. Το μόνο που ήξερε ήταν η λαχτάρα της, ο πόθος που τη συγκλόνιζε. Η ανάγκη της γι’ αυτόν... η επιθυμία της να γίνει ένα μαζί της, να την κυριέψει... «Ραφαέλο...» Ήταν μια ικεσία απελπισμένη και γεμάτη πόθο. Τα χέρια της είχαν ανακαλύψει το κορμί του και γλιστρούσαν στους ώμους του, στην πλάτη του, και καθώς τον άγγιζε, ήθελε να τον τραβήξει πάνω της, να τον πάρει μέσα της... «Ραφαέλο...» ψιθύρισε ξανά, και αυτή τη φορά τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της και άρχισε να τη φιλάει βαθιά, τόσο βαθιά, που εκείνη άφησε έναν ακόμη πνιχτό αναστεναγμό και ανταποκρίθηκε παθιασμένα. Ο Ραφαέλο στηρίχτηκε στον έναν αγκώνα του και άρχισε να κινείται πάνω της, ενώ συνέχιζε να χαϊδεύει αισθησιακά με το άλλο χέρι του το τρυφερό μπουμπούκι της, πυρπολώντας το κορμί της. Η υγρή, καυτή λάβα που διέτρεχε τα σωθικά της την άφησε ξέπνοη, μη μπορώντας να πιστέψει πως ήταν δυνατό να υπάρχει τέτοια ηδονή, τέτοια έκσταση. Ένιωσε το σώμα της ν’ ανοίγει και εκείνον να έρχεται μέσα της και να τη γεμίζει με τον πόθο του. Υπήρξε πόνος, αλλά ήταν στιγμιαίος και έδωσε γρήγορα τη θέση του στην έκσταση, κάνοντάς τη να βογκήξει από ηδονή. Το παρθενικό κορμί της σφίχτηκε γύρω του καθώς τα κύματα της ηδονής δυνάμωναν, και φώναξε ξανά και ξανά το όνομά του, με τα χείλη της κοντά στα δικά του. «Ναι», της ψιθύρισε εκείνος. «Ναι... ναι, όμορφο, γλυκό μου κορίτσι». Εκείνη δεν τον άκουσε, δεν μπορούσε να τον ακούσει. Μπορούσε μόνο να αισθανθεί. Όλο της το κορμί ήταν μόνο αίσθηση, υπέροχη, πρωτόγνωρη αίσθηση, η οποία συνέχιζε χωρίς τελειωμό. Ο Ραφαέλο την οδήγησε σε όλον το δρόμο, με τις επιδέξιες κινήσεις του, με τα φιλιά του και τα χάδια του. Και τέλος την άφησε εξαντλημένη, χορτασμένη, στο καταφύγιο της αγκαλιάς του. Παραμέρισε τρυφερά τα μαλλιά της από το πρόσωπό της, χαμογελώντας της, κι εκείνη ένιωσε την καρδιά της να λιώνει, όπως έλιωνε πριν από λίγο και το κορμί της. Μια γλύκα πρωτόγνωρη γέμισε την καρδιά και την ψυχή της.


«Ραφαέλο...» Η φωνή της κόμπιαζε, αλλά τα μάτια της έλαμπαν. «Κάρα;» της είπε εκείνος και τη φίλησε τρυφερά. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. «Σ’ ευχαριστώ», του είπε ξέπνοη. Εκείνος χαμογέλασε ξανά. «Η ευχαρίστηση ήταν δική μου», της είπε. «Και δική σου, νομίζω». Την κοίταξε. Ήξερε με ακρίβεια τι είχε νιώσει, τι είχε βιώσει. «Ω, ναι!» του απάντησε η Μάγδα εκστατική. «Ω, ναι...» «Για πες μου, ομορφιά μου, τώρα που δεν είσαι πια παρθένα, θα ήθελες να νιώσεις ξανά το ίδιο;» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη κι εκείνος γέλασε σιγανά. «Νόμιζες πως μια τέτοια απόλαυση τη νιώθει κανείς μόνο μία φορά; Για σένα... δεν υπάρχουν όρια. Αλλά για μένα...» της είπε με βραχνή φωνή. «Εγώ δεν μπορώ να περιμένω άλλο». Άρχισε να κινείται μέσα της και η Μάγδα, κοιτώντας τον με μάτια ορθάνοιχτα, συνειδητοποίησε με μεγάλη της έκπληξη πως ήταν ακόμη το ίδιο σκληρός και ερεθισμένος όπως και πριν. Ο Ραφαέλο είδε την αντίδρασή της και χαμογέλασε ξανά –αυτή τη φορά, όμως, το χαμόγελό του είχε κάτι το λάγνο. «Μην αγχώνεσαι, μπελίσιμα, θα τελειώσεις μαζί μου, να είσαι σίγουρη». Και κράτησε το λόγο του. Η Μάγδα ένιωσε ξανά την ηδονή να πλημμυρίζει το κορμί της. Η ανάσα της κόπηκε, και έμεινε έκπληκτη που το χορτασμένο της κορμί τον αποζητούσε ξανά τόσο γρήγορα. Εκείνος κινήθηκε μέσα της ακόμη πιο βαθιά και η Μάγδα σφίχτηκε περισσότερο πάνω του. Ο Ραφαέλο της χαμογέλασε ξανά λάγνα. «Θέλεις κι άλλο;» Η έκφραση των ματιών της του έδωσε την απάντηση που περίμενε και άρχισε να κινείται ξανά μέσα της. Εκείνη τον αγκάλιασε σφιχτά, νιώθοντας το δέρμα του ιδρωμένο καθώς της έκανε έρωτα όλο και πιο δυνατά. Τώρα εκείνος κινούνταν όλο και πιο γρήγορα κι εκείνη τον ακολουθούσε, ανυπομονώντας να φτάσουν κι οι δυο στην ολοκλήρωση. Τα κορμιά τους συντόνιζαν το ρυθμό τους, νιώθοντας πως με κάθε κίνηση έρχονταν πιο κοντά σε κάτι, κάτι... Κάτι που κορυφώθηκε σαν παλιρροϊκό κύμα που σκάει στην ακτή, σοκάροντάς τη με την έντασή του, παρασύροντάς τη σε μια δίνη παράφορου αισθησιασμού, καθώς οι δυο τους είχαν γίνει πια ένα αξεδιάλυτο σύμπλεγμα και η ηδονή κορυφωνόταν... Η Μάγδα απέμεινε ξαπλωμένη ανάσκελα κάτω από το στιβαρό κορμί του, ανίκανη να κινηθεί. Κι εκείνος είχε αφεθεί εντελώς επάνω της, απόλυτα εξαντλημένος. Για μια ατέλειωτη στιγμή, έμειναν έτσι, ένα οι δυο τους, προσπαθώντας να ξαναβρούν την ανάσα τους. Η Μάγδα ήταν κουρασμένη, απίστευτα κουρασμένη. Αργά, τα μπράτσα της έπεσαν από την πλάτη του πάνω στα σεντόνια. Τα βλέφαρά της έκλεισαν και την πήρε ο ύπνος καθώς ανέπνεε την αρρενωπή μυρωδιά του κορμιού του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Της φάνηκε πως ξύπνησε έναν αιώνα αργότερα. Καθώς συνερχόταν από τον ύπνο, οι πρώτες της σκέψεις ήταν μπερδεμένες. Πού βρισκόταν; Πού ήταν ο Μπέντζι; Γιατί δεν την είχε ξυπνήσει όπως πάντα; Πανικόβλητη, πετάχτηκε όρθια και ανοιγόκλεισε τα μάτια της ακόμη πιο μπερδεμένη, βλέποντας πως δε βρισκόταν στο δωμάτιό της. Και τότε, οι αναμνήσεις τής ήρθαν στο μυαλό, ενώ συγχρόνως ένιωσε έναν παράξενο πόνο ανάμεσα στα πόδια της. Όμως πιο επείγοντα θέματα είχαν το λόγο. «Μπέντζι!» φώναξε ταραγμένη και, σαν να το περίμενε, εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Ραφαέλο από το μπάνιο, φέρνοντας μαζί του και τον Μπέντζι. Της χαμογέλασαν και οι δυο και ο μικρός τής άπλωσε αμέσως τα χεράκια του. Ο Ραφαέλο, που φορούσε μονάχα το τζιν του, όπως πρόσεξε η Μάγδα, έσκυψε και της έδωσε το παιδί. «Η Μαρία τον τάισε, τον έπλυνε και τον έντυσε». Το βλέμμα του την αγκάλιασε. «Ήσουν κουρασμένη, κάρα, και σ’ άφησα να κοιμηθείς». Η Μάγδα έσκυψε το κεφάλι της, νιώθοντας να κοκκινίζει, και αγκάλιασε βιαστικά τον Μπέντζι. Εκείνος, όμως, έφυγε από την αγκαλιά της και γλίστρησε κάτω από τα σκεπάσματα. Η Μάγδα ευχήθηκε να μπορούσε να κάνει κι εκείνη το ίδιο. Αδυνατούσε ν’ αντικρίσει τον Ραφαέλο. «Ντρέπεσαι, κάρα;» τη ρώτησε τρυφερά εκείνος βρίσκοντας την αντίδρασή της μαγευτική. Προσπάθησε να θυμηθεί παρόμοια περιστατικά, αν καθώς τον αντίκριζαν οι παρτενέρ του το επόμενο πρωί κοκκίνιζαν και χαμήλωναν το βλέμμα τους. Μάταια. Όλες οι προηγούμενες γυναίκες του ήταν έμπειρες ερωτικά και ήξεραν πολύ καλά τις χάρες τους. Δεν μπορούσε να φανταστεί ούτε μία τους που να ντρεπόταν επειδή πήγε στο κρεβάτι μαζί του –ή με οποιονδήποτε άλλον. Η Μάγδα δεν είχε καμιά σχέση με τις γυναίκες που είχε γνωρίσει εκείνος μέχρι τώρα. Και όχι μόνο επειδή ήταν παρθένα. Ή ντροπαλή. Αν και δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που την έκανε διαφορετική. Αλλά θα το ανακάλυπτε. Έγειρε στο κρεβάτι, διασκεδάζοντας από μέσα του καθώς εκείνη έκρυψε βιαστικά τα πόδια της κάτω από τα σεντόνια. Φυλάκισε τους μηρούς της ανάμεσα στα χέρια του πάνω από τα σκεπάσματα. «Μπουόν τζόρνο», της είπε προκλητικά, με μάτια που έλαμπαν. Εκείνη δεν έδειχνε να καταλαβαίνει τι ήθελε, κι έτσι ο Ραφαέλο της έδειξε. Άγγιξε ανάλαφρα τα χείλη της και έπειτα αποτραβήχτηκε. Εκείνη κοκκίνισε ακόμα περισσότερο και κράτησε χαμηλωμένα τα μάτια της. «Δεν υπάρχει λόγος για ντροπές, κάρα. Είσαι γυναίκα τώρα». Ναι, σκέφτηκε, και την έκανα εγώ γυναίκα. Ένα εκπληκτικό συναίσθημα κυριάρχησε μέσα του καθώς το συνειδητοποιούσε. Ήταν ασυνήθιστο. Το φτωχό, κοκαλιάρικο, άχαρο πλάσμα που κανείς άντρας δε θα του έριχνε δεύτερη ματιά είχε μεταμορφωθεί σε κάτι... σε κάποια... που θα τραβούσε όλα τα βλέμματα όπου και αν πήγαινε. Δεν ήξερε τι ήταν η περίεργη αίσθηση που ένιωθε. Ήταν κάτι που δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά και του


έκανε εντύπωση. Την είδε να τον κοιτάζει ντροπαλά, αβέβαια –και την ίδια στιγμή με μια λαχτάρα στο βλέμμα που ο Ραφαέλο ήταν σίγουρος πως δεν τη συνειδητοποιούσε μέσα στην αμηχανία της. Έγειρε ξανά το κεφάλι του προς το μέρος της. Φαινόταν τόσο όμορφη, ξαπλωμένη στα μαξιλάρια του, ακόμα και με τα σεντόνια τραβηγμένα μέχρι το πιγούνι της. Άπλωσε το χέρι του για να τα τραβήξει ώστε να μπορέσει να θαυμάσει το υπέροχο, ντελικάτο κορμί της στο ζεστό φως του πρωινού. Και όχι μόνο να θαυμάσει... Ένα κεφαλάκι ξεπρόβαλε από τα σεντόνια και ένα μικροσκοπικό χεράκι ακούμπησε το δικό του, ενώ αντήχησε το γάργαρο παιδικό γέλιο καθώς ο Μπέντζι χαιρόταν με το κατόρθωμά του βγαίνοντας από την κρυψώνα του. Ο Ραφαέλο αποτραβήχτηκε καρτερικά. Δε θα έκαναν έρωτα σήμερα το πρωί. Έπειτα σκέφτηκε πόσο βολικό θα ήταν ν’ αφήσει τον Μπέντζι στη φροντίδα της Μαρίας, ώστε να έχει τη Μάγδα δική του ξανά. Όμως, όχι ακόμα, απ’ ο,τι φαινόταν. Ο Μπέντζι ήθελε να παίξει. Πήγε προς το μέρος του και βολεύτηκε στην αγκαλιά του γελώντας, για να παίξουν. «Θέλει να τον κουνήσεις στα πόδια σου», του είπε η Μάγδα, βρίσκοντας επιτέλους τη φωνή της. Τουλάχιστον της ήταν εύκολο να μιλάει για τον Μπέντζι, που ήταν ένα ασφαλές, ουδέτερο θέμα, γιατί με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε ν’ απαντήσει σ’ αυτά που της έλεγε πριν ο Ραφαέλο. «Έτσι;» τη ρώτησε εκείνος και κατέβασε τα πόδια του στο πάτωμα. «Ναι. Κράτησέ τον έτσι και άρχισε να τον κουνάς σαν να βρίσκεται σε αλογάκι», του εξήγησε η Μάγδα. Ο Ραφαέλο ακολούθησε τις οδηγίες της και ο Μπέντζι ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Γελούσε κι εκείνος όμως. Η Μάγδα τον παρακολουθούσε να επαναλαμβάνει το παιχνίδι για χάρη του Μπέντζι τουλάχιστον πέντε φορές και η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Ήταν τόσο ωραίος, με το μυώδες στέρνο του, τα δυνατά του χέρια που κρατούσαν τον Μπέντζι σταθερά, το πρόσωπό του με τις σμιλεμένες γωνίες, τα γελαστά χείλη και τα υπέροχα, σκούρα μάτια... Η καρδιά της συνέχισε να χτυπάει δυνατά... Ένιωθε τόσο ευτυχισμένη που νόμιζε πως θα πέθαινε. Όχι όμως και τόσο ξένοιαστη που να μη νιώθει ακόμη ντροπή για ό,τι είχε γίνει. Ευτυχώς που ήταν εδώ ο Μπέντζι! Στο τέλος, τον πήρε από την αγκαλιά του, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να μην αγγίξει τον άντρα που την είχε πάει στον παράδεισο χτες βράδυ, γιατί φοβόταν πως, αν τον άγγιζε, δε θα κατάφερνε να κρύψει τη λαχτάρα και τον πόθο της. «Αρκετά, μικρό τερατάκι». Έσφιξε με στοργή το παιδί στην αγκαλιά της. «Ώρα να σηκωθούμε». Ήταν έτοιμη να παραμερίσει τα σεντόνια και να σηκωθεί, όταν σκέφτηκε πως ήταν εντελώς γυμνή. Πάγωσε. Ο Ραφαέλο τη λυπήθηκε. Σηκώθηκε. «Θα πάρω τον Μπέντζι κάτω. Θα είμαστε στη βεράντα. Έλα να πάρουμε πρωινό μαζί». Τον πήρε από την αγκαλιά της και η Μάγδα ένιωσε το κορμί της να ριγεί καθώς τα δάχτυλά του άγγιξαν τα γυμνά της μπράτσα. Όταν έμεινε μόνη στο δωμάτιο, σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο. Σταμάτησε ξαφνικά καθώς είδε το είδωλό της στον καθρέφτη. Ήταν το κορμί της, και όμως δεν έμοιαζε όπως πριν. Κοίταξε τα στήθη της, που τώρα φάνταζαν γεμάτα. Ακόμα και οι γοφοί της φαίνονταν να έχουν πιο όμορφες καμπύλες, ενώ –και αυτό δεν ήταν της φαντασίας της!– υπήρχαν παντού σημάδια από τα φιλιά του. Σαν απάντηση στις σκέψεις της,


ένιωσε έναν ελαφρό πόνο ανάμεσα στους μηρούς της. Είχε συμβεί στ’ αλήθεια, σκέφτηκε, κοιτάζοντας το είδωλό της στον καθρέφτη. Ήταν απίστευτο! Είχε συμβεί... Την πλημμύρισε ξανά ευτυχία κι ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό της. Ό,τι και αν της συνέβαινε στην υπόλοιπη ζωή της, θα κρατούσε πάντα στη μνήμη της αυτή τη στιγμή, όταν ο πιο υπέροχος άντρας του κόσμου την είχε πάρει στο κρεβάτι του και την είχε κάνει γυναίκα. Παρά τον ελαφρό πόνο που ένιωθε, έκανε μπάνιο και ντύθηκε λες και είχε φτερά στα πόδια της, λαχταρώντας να βρεθεί ξανά κοντά του. Δεν ήξερε τι θα της έφερνε το αύριο. Ήξερε μονάχα πως τώρα ήθελε να είναι με τον Ραφαέλο, να νιώθει συνέχεια την παρουσία του δίπλα της. Εκείνος την περίμενε στη βεράντα. Καθώς τον πλησίαζε, την κοίταξε επιδοκιμαστικά και η Μάγδα κατάλαβε πως το ανοιχτογάλαζο καλοκαιρινό φόρεμα που είχε διαλέξει τόνιζε τα στήθη και τους γοφούς της. Κάθισε και έβαλε καφέ. Ο Μπέντζι την κοίταξε από το ποδηλατάκι του κι έπειτα άρχισε να τρέχει με φόρα στη βεράντα. Ο Ραφαέλο έσκυψε προς το μέρος της. Το γυμνό του στέρνο γυάλιζε στο πρωινό φως του ήλιου. «Λοιπόν, κάρα, τι θα ήθελες να κάνεις σήμερα;» Η έκφρασή του φανέρωνε ποια ήθελε να είναι η απάντησή της. Εκείνη ένιωσε το χρώμα να βάφει ξανά τα μάγουλά της. «Ε... ό,τι θέλεις», του απάντησε ταραγμένη. Ύστερα συνέχισε βιαστικά: «Όμως δεν πρέπει να πας στο γραφείο σου;» Ο Ραφαέλο κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν μπορώ να φανταστώ τίποτα πιο πληκτικό», της απάντησε. Και ήταν αλήθεια. Το να πάει στο γραφείο του και να ασχοληθεί με την επέκταση της Βισέντι του φαινόταν το πιο βαρετό πράγμα στον κόσμο. Όχι, το κέντρο του κόσμου του σήμερα ήταν εδώ –σ’ αυτή την απίθανη, μαγευτική γυναίκα. Ο Μπέντζι επέστρεψε με φόρα και ο Ραφαέλο απέμεινε ακίνητος καθώς τον κοίταζε. Η Μάγδα είχε πάρει το γιο μιας άλλης γυναίκας για να τον μεγαλώσει σαν δικό της. Μια ετοιμοθάνατη γυναίκα της είχε εμπιστευτεί το παιδί της... Ένιωσε κάτι μέσα του να σφίγγεται. Τι χρειαζόταν, αναλογίστηκε, για να κάνει κανείς κάτι τέτοιο; Ήταν μια επιλογή που της είχε κοστίσει πολλά. Για χάρη της ετοιμοθάνατης φίλης της είχε αναλάβει το νεογέννητο μωρό, χωρίς καμιά υποστήριξη εκτός από τη βοήθεια της πολιτείας –χωρίς οικογένεια και σχεδόν χωρίς χρήματα, ούτε καν δικό της σπίτι για να τον μεγαλώσει. Όμως τα είχε καταφέρει – είχε εργαστεί σαν είλωτας, ζούσε στη φτώχεια, και αυτό γιατί δεν μπορούσε να παρατήσει ένα μωρό που δεν είχε κανέναν άλλο να το φροντίσει. Ένα σωρό συναισθήματα τον πλημμύρισαν. Δόξα τω Θεώ που την είχε βρει! Την είχε πάρει μακριά από τη φτώχεια, την είχε φέρει εδώ και την είχε απελευθερώσει σαν πουλί από το κλουβί του. Ένιωσε υπέροχα γι’ αυτό, αλλά ήταν και κάτι περισσότερο... κάτι ακόμα... Ένα χέρι που ακούμπησε στο γόνατό του τράβηξε την προσοχή του. Ο Μπέντζι ήθελε να σκαρφαλώσει πάνω του. Έσκυψε και τον σήκωσε στην αγκαλιά του, έκπληκτος με την εμπιστοσύνη που του έδειχνε το μωρό. Ύστερα το παιδί έστρεψε την προσοχή του στα ψωμάκια που ήταν στο τραπέζι.


Ο Ραφαέλο άρχισε να τον ταΐζει γελώντας, ενώ η Μάγδα έπινε τον καφέ της. «Άλλη μια μέρα στην παραλία», είπε αποφασιστικά. «Αυτό χρειαζόμαστε όλοι». Ο Μπέντζι θα ήταν στον έβδομο ουρανό, η Μάγδα θα ήταν ευτυχισμένη κι εκείνος... εκείνος θα είχε την ευκαιρία να θαυμάσει ξανά το κορμί της με μαγιό... * «Κι άλλο καφέ;» Η Μάγδα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Θα ήθελε να πει ναι, γιατί έτσι θα έμενε περισσότερο χρόνο στο τραπέζι. Στο πάνω πάτωμα, ο Μπέντζι κοιμόταν βαθιά, εξαντλημένος από τη θάλασσα, και ο Ραφαέλο την είχε πείσει να εμπιστευτεί το ειδικό μηχάνημα που είχε αγοράσει, με το οποίο μπορούσε να ακούει την ανάσα του καθώς κοιμόταν. Ήταν ακόμη έξω στη βεράντα, γιατί ο καιρός είχε ζεστάνει και απολάμβανε τη μαγεία του νυχτερινού ουρανού. Ο Ραφαέλο τράβηξε την καρέκλα του και σηκώθηκε. Έκανε το γύρο του τραπεζιού και της άπλωσε το χέρι του. «Ώρα για ύπνο», της είπε απαλά. Η αναπνοή της κόπηκε. Ήξερε ακριβώς τι ήθελε ο Ραφαέλο –όπως ήξερε με όλη της την καρδιά και μ’ όλο της το κορμί πως ήθελε κι εκείνη το ίδιο. Ήθελε να νιώσει ξανά τα χέρια του πάνω της, τα χείλη του... τη γλώσσα του, να την οδηγούν ξανά, βήμα βήμα, στον υπέροχο παράδεισο που την είχε πάει χτες βράδυ. «Περίμενα όλη μέρα», συνέχισε εκείνος καθώς την κοίταζε με βλέμμα σκοτεινό και παθιασμένο. «Τόσες ώρες περίμενα αυτή τη στιγμή, κάρα, που θα έπιανα το χέρι σου και θα σε σήκωνα, έτσι...» την έπιασε τρυφερά από το χέρι και την τράβηξε να σηκωθεί «... και θα σ’ έπαιρνα στην αγκαλιά μου, έτσι... και θα ανασήκωνα το πρόσωπό σου για να φιλήσω ξανά τα γλυκά σου χείλη, το όμορφο στόμα σου... έτσι...» Έγειρε προς το μέρος της κι εκείνη του πρόσφερε τα χείλη της με έναν αναστεναγμό. Ήταν ευτυχία, ήταν παράδεισος καθώς τα χείλη του άγγιζαν τα δικά της, ανοίγοντάς τα σαν λουλούδι, για να γευτούν το νέκταρ τους. «Έλα», της είπε ξανά, «η νύχτα τώρα ξεκινάει...» Άραγε θα είναι τόσο όμορφα, όσο ήταν και το προηγούμενο βράδυ; αναρωτήθηκε η Μάγδα. Και, ναι, ήταν, και ακόμα περισσότερο. Καθώς την πήγαινε στην κρεβατοκάμαρά του, έκανε να σταματήσει για να ρίξει μια ματιά στον Μπέντζι, αλλά τη σταμάτησε. «Είναι μια χαρά, κάρα, άκουσέ τον, έχω φέρει το μηχάνημα μαζί μου... κοιμάται σαν αγγελούδι». Ο Ραφαέλο άρχισε να φιλά ξανά και ξανά τα χείλη της, και με κάθε φιλί, με κάθε άγγιγμα, άναβε φλόγες σ’ ολόκληρο το κορμί της, ενώ άρχισε να τη γδύνει αργά αργά μέχρι που έμεινε και πάλι γυμνή στην αγκαλιά του. Την ξάπλωσε τρυφερά στο κρεβάτι και έγειρε πάνω της, γυμνός κι εκείνος. «Ντίο, θα είμαι όσο πιο τρυφερός μπορώ, αλλά η αναμονή ήταν δύσκολη...» Το στόμα του λεηλατούσε το δικό της κι έπειτα χαμήλωσε για να βρει τα ερεθισμένα στήθη της, ενώ τα χέρια του χάιδευαν το κορμί της. Αναζήτησε πεινασμένα τον ερεθισμένο πυρήνα της θηλυκότητάς της, προετοιμάζοντάς τη για να τον δεχτεί. Με το που την άγγιξε, εκείνη βόγκηξε, καθώς ο πόθος τη συγκλόνιζε. «Σε θέλω τόσο πολύ... τώρα αμέσως...» Η Μάγδα ήταν μια ζωντανή φλόγα στην αγκαλιά του, έκαιγε ολόκληρη.


«Ραφαέλο...» «Ναι, πες το όνομά μου. Θέλω να το ακούσω... θέλω να σ’ ακούσω να το φωνάζεις δυνατά, τώρα, τώρα αμέσως...» Το κορμί της συντονίστηκε με το δικό του. Οι γοφοί της ανασηκώθηκαν ελαφρά και τον ένιωσε έτοιμο να την κατακτήσει. Εκείνος δε χρειαζόταν δεύτερη πρόσκληση, και μ’ ένα πνιχτό βογκητό μπήκε μέσα της. Τον καλωσόρισε και άρχισε να κινείται τραβώντας τον κοντά της. Εκείνος ανασήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε, βογκώντας ξανά. «Ντίο... τι μου κάνεις; Πώς να κρατηθώ; Κάρα, έλα μαζί μου... πρέπει να...» Επιτάχυνε το ρυθμό του, ανάβοντας φωτιές στο κορμί της. Μια κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της κι άλλη μια από τα δικά του, ενώ συνέχισε να κινείται μέσα της, ξανά και ξανά, ανασηκώνοντας τους γοφούς της προς το μέρος του, με όλους τους μυς του να σφίγγονται. Το κεφάλι της ήταν ριγμένο πίσω και τα μάτια της κλειστά, καθώς το κύμα του πόθου την κυρίευε. Σφίχτηκε πάνω του, ενώ τα χέρια της διέτρεχαν τους μυς της πλάτης του, τραβώντας τον όλο και πιο βαθιά στον καυτό πυρήνα της. «Ραφαέλο! Ραφαέλο...» Ήταν η τελική παράδοση, η απόδειξη του πόθου της για εκείνον –αλλά και η δική του γι’ αυτήν, κάτι που η Μάγδα δεν μπορούσε ακόμη να πιστέψει, κι όμως ήταν αλήθεια. Καθώς το κύμα της ηδονής ξεσπούσε βαθιά της, η Μάγδα ήξερε πως κι εκείνος ένιωθε το ίδιο. Την ήθελε, την ποθούσε όσο τον ήθελε και τον ποθούσε κι εκείνη. Για μια ατέλειωτη στιγμή, καθώς ήταν αγκαλιασμένοι, δεν μπορούσαν να προφέρουν ούτε λέξη. Εκείνη δεν ήθελε τίποτ’ άλλο στον κόσμο. Έπρεπε να κρατήσει αυτή τη στιγμή, να την κρατήσει για πάντα... αυτή την πρωτόγνωρη ευτυχία που την τύλιγε. Σ’ αγαπώ... Οι λέξεις σχηματίστηκαν στα χείλη της, βγαίνοντας από την ψυχή της, και ένιωσε όλη τη δύναμη και το μεγαλείο τους. Ήταν όμως λέξεις που δεν αρθρώθηκαν, παρά μόνο μέσα στην καρδιά της. Σ’ αγαπώ... Μια σιωπηλή υπόσχεση. Ένα μυστικό δώρο. * «Ραφαέλο! Όχι! Μπορεί να μας δει κανείς». «Ποιος; Δεν υπάρχει κανένας εδώ». «Βοσκοί... αγρότες... τουρίστες». Εκείνος της γέλασε πονηρά. «Δεν υπάρχει κανείς τριγύρω, κάρα, κανείς για να σε σώσει από μένα». Την έγειρε στο μικρό χαλί που ήταν στρωμένο κάτω από τις σκιερές καστανιές σ’ αυτή την απόμακρη πλαγιά. Αιχμαλώτισε τα χέρια της πάνω από το κεφάλι της και έγειρε πάνω της. «Κανείς δεν μπορεί να σε σώσει από μένα», επανέλαβε, ενώ το χαμόγελο και η έκφραση των ματιών του πρόδιδαν ένα μόνο πράγμα. «Δε θέλω να σωθώ», του είπε λαχανιασμένα η Μάγδα. «Μπένε... αυτό ακριβώς ήθελα ν’ ακούσω», της απάντησε εκείνος. Αργά, απίστευτα αργά, τη


φίλησε, κι εκείνη νόμιζε πως θα πέθαινε από ευτυχία. Είχαν περάσει όλο το πρωινό στο κρεβάτι. Όταν εκείνη ξύπνησε, ο Ραφαέλο είχε φροντίσει να αφήσει τον Μπέντζι στη Μαρία. Όμως, αντί να τον φέρει μαζί του όπως χτες, εμφανίστηκε μόνος του και της είπε πως η Μαρία τον είχε πάει να παίξει με τα ανιψάκια της και πως θα ήταν ευτυχισμένος και δε θα του έλειπε καθόλου η μητέρα του –κάτι τρομερά βολικό, γιατί αυτή τη στιγμή η Μάγδα δεν ήθελε να ασχοληθεί με κανέναν άλλο εκτός από εκείνον... Ο Ραφαέλο έκανε αυτό που ποθούσε να κάνει όλη την προηγούμενη μέρα... κράτησε τη Μάγδα μόνο για τον εαυτό του και τη γευόταν χωρίς να τη χορταίνει. Οι ώρες είχαν περάσει μέσα στην απίστευτη γλύκα της ηδονής κι εκείνη ένιωθε να λιώνει ξανά και ξανά, μέχρι που τελικά ο Ραφαέλο αποτραβήχτηκε και της είπε πως ήταν καιρός να σηκωθούν. Ωστόσο, παρά τις καλές προθέσεις του, έκανε το λάθος να προτείνει να κάνουν μπάνιο μαζί. Ήταν ένα πολύ αργό και απολαυστικό μπάνιο. Και τώρα, μετά από ένα χορταστικό πικνίκ στο πιο απομονωμένο σημείο που μπόρεσε να βρει εκείνος, η Μάγδα συνειδητοποίησε τι είχε στο μυαλό του. Να της κάνει έρωτα στην εξοχή, κάτω από τα δέντρα, με την απαλή αύρα να χαϊδεύει το γρασίδι, σαν τον Αδάμ και την Εύα στους κήπους του Παραδείσου. Καθώς ο φόβος της μήπως τους δει κανείς έσβηνε, αφέθηκε στη μεθυστική αίσθηση της ηδονής και του παραδόθηκε απόλυτα και ολοκληρωτικά, με όλο της το είναι. Τον αγαπούσε, το ήξερε. Είχε αντιληφθεί πως δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, πως ήταν ανίσχυρη μπροστά στη δύναμη της αγάπης. Και ενώ η ευχαρίστηση και η ευτυχία την κατέκλυζαν, κάπου βαθιά μέσα της ήξερε πως αυτός ο άντρας δεν ήταν για κείνη. Σήμερα και αύριο θα μπορούσε να τον έχει, να έχει δικό της τον πιο όμορφο άντρα, να τον έχει πλάι της, στην αγκαλιά της. Δεν ήξερε γιατί άλλαξε συμπεριφορά απέναντί της, ωστόσο γνώριζε πως δε θα κρατούσε πολύ –δε γινόταν να κρατήσει–, πως ήταν ένα όνειρο, μια σύντομη ευτυχία, που θα την έκαιγε στη φλόγα της πριν σβήσει. Αλλά δεν την ένοιαζε. Καθώς κοίταζε τα φύλλα της καστανιάς από πάνω τους, με το υπέροχο, ικανοποιημένο κορμί του στην αγκαλιά της, σκέφτηκε πως δεν την ένοιαζε που δε θα κρατούσε, που το τέλος θα ερχόταν σύντομα, που θα έφτανε ένα πρωί που θα γευόταν το τελευταίο του φιλί, το τελευταίο του άγγιγμα. Ένιωσε το βάρος του να μετατοπίζεται καθώς ανασηκώθηκε και ακούμπησε στον αγκώνα του. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο δικό του, μη μπορώντας να αντισταθεί στην αγάπη που ένιωθε. Ήλπιζε να μην το είχε αντιληφθεί εκείνος. Ήλπιζε να μην του το έδειχνε. Ο Ραφαέλο πήρε ένα χόρτο και χάιδεψε μ’ αυτό το μάγουλό της. Η γαργαλιστική αίσθηση την έκανε να χαμογελάσει. «Γιατί χαμογελάς;» τη ρώτησε εκείνος τρυφερά. «Επειδή είμαι ευτυχισμένη», του απάντησε η Μάγδα απλά. Το χαμόγελό του πλάτυνε. «Κι εγώ είμαι, κάρα μία, κι εγώ». Τη φίλησε ανάλαφρα στα χείλη. «Πολύ ευτυχισμένος». Για λίγο έμειναν να κοιτάζονται βαθιά στα μάτια. Μετά απ’ όλα όσα είχαν μοιραστεί –το απόλυτο σμίξιμο των κορμιών τους, το ταξίδι στη χώρα του πόθου και του πάθους–, η Μάγδα ήξερε πως ο δεσμός μεταξύ τους ήταν πολύ πιο δυνατός. Καθώς τον κοίταζε στα μάτια, το ένιωθε... ένα υπέροχο, ολοζώντανο δέσιμο... Τότε όμως το βλέμμα του τραβήχτηκε από το δικό της.


Η στιγμή χάθηκε, το ίδιο και το συναίσθημα. Ήταν η ελπίδα, και είχε φύγει μακριά. * Στο επόμενο πικνίκ τους πήραν και τον Μπέντζι μαζί, την επόμενη μέρα, και παρ’ όλο που ο Ραφαέλο έπρεπε να παραιτηθεί από τις απολαύσεις του έρωτα για να έχει τη χαρά να βλέπει τη Μάγδα και το γιο της να διασκεδάζουν, αποζημιώθηκε και με το παραπάνω με την επιστροφή τους στη βίλα το σούρουπο. Σχεδόν με απρεπή βιασύνη, παρέδωσε τον Μπέντζι στη Μαρία κι έπιασε τη Μάγδα από το χέρι. «Βιένι», της είπε απλά. Μη μπορώντας να κοιτάξει τη Μαρία στα μάτια, η Μάγδα χάιδεψε το κεφαλάκι του Μπέντζι και του είπε να είναι φρόνιμο παιδί. «Είναι πάντα καλός, σινιόρα», τη διαβεβαίωσε η Μαρία επιδοκιμαστικά και η Μάγδα ακολούθησε τον Ραφαέλο στον επάνω όροφο. Είχε την εντύπωση πως η επιδοκιμασία της Μαρίας δεν αφορούσε μόνο τη συμπεριφορά του Μπέντζι, αλλά και τη δική τους. Από τότε που ο Ραφαέλο την είχε μεταμορφώσει από ασχημόπαπο σε κύκνο, η οικονόμος τούς έδειχνε με κάθε τρόπο την επιδοκιμασία της. Φερόταν στον Ραφαέλο σαν παιδί που έχει τα γενέθλιά του και του σέρβιρε τεράστιες μερίδες στα γεύματα. Όσο για τη Μάγδα, η Μαρία της χαμογελούσε πλατιά κάθε φορά που την έβλεπε, χωρίς να λέει τίποτα, αν και τα μάτια της έλεγαν πολλά. Και η Μάγδα ήξερε το γιατί. Ήξερε πως η Μαρία πίστευε ότι συνέβαινε κάτι αληθινό. Πως αυτός ο παράξενος, προσωρινός γάμος άρχιζε να γίνεται αληθινός. Όμως δεν ήταν έτσι και η Μάγδα το ήξερε αυτό. Καθώς ο Ραφαέλο την πλησίαζε στην κρεβατοκάμαρα, ήξερε πως ήταν απλώς γοητευμένος που είχε συντελέσει στην αλλαγή της. Εκείνη όμως ένιωθε να πετάει με τα φτερά του πάθους καθώς άγγιζε το ηλιοκαμένο της κορμί και της μουρμούριζε τρυφερά λόγια στα ιταλικά, όπως την οδηγούσε στο κρεβάτι του φιλώντας τη γλυκά. Πολύ γρήγορα, ωστόσο, κάθε σκέψη σβήστηκε απ’ το νου της, καθώς αφέθηκαν και οι δύο στον πόθο που τους έκαιγε. Έπειτα, εκείνος την κράτησε κοντά του, με το μπράτσο του γύρω της, και η Μάγδα φώλιασε στην αγκαλιά του. Τα δάχτυλά του έπαιζαν αφηρημένα με τα μαλλιά της. Δεν έλεγαν τίποτα, αλλά σ’ αυτή τη σιωπή η Μάγδα έβρισκε μια γαλήνη που δεν είχε γνωρίσει ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή. Εκείνο το βράδυ την έβγαλε έξω για φαγητό, αφού είχαν βάλει τον Μπέντζι για ύπνο και έδωσαν τη συσκευή παρακολούθησης στη Μαρία. Δείπνησαν σ’ ένα κομψό εστιατόριο που είχε υπέροχη θέα στην κοιλάδα. Η Μάγδα ένιωθε σαν πριγκίπισσα με το μπλε μεταξωτό της φόρεμα και τα διαμάντια στο λαιμό της. Αλλά ήταν ο Ραφαέλο που την έκανε να νιώθει έτσι, όχι το ακριβό φόρεμα και τα διαμάντια... Ο Ραφαέλο. Ο άντρας που αγαπούσε. Ήξερε όμως πως οι πριγκίπισσες ζουν μόνο στα παραμύθια και πως, παρ’ όλο που εκείνη δεν ήταν πια το ασχημόπαπο, ήταν ακόμη η Σταχτοπούτα –και οι δείκτες του ρολογιού κόντευαν να δείξουν μεσάνυχτα. Δεν ήξερε πότε θα γινόταν αυτό. Ούτε για πόσο ο Ραφαέλο θα συνέχιζε να είναι γοητευμένος μαζί της, παρασυρμένος από το γεγονός ότι κατάφερε να μεταμορφώσει μια ασήμαντη παραδουλεύτρα σε μια γυναίκα που άξιζε να της χαρίσει την προσοχή του και να την πάρει στο κρεβάτι του. Ήξερε πως δε θα ήταν ποτέ σκληρός μαζί της, δε θα την ξεφορτωνόταν άσπλαχνα, αλλά γνώριζε επίσης, με


μια βαθιά, φριχτή βεβαιότητα, πως μια μέρα θα χτυπούσε το τηλέφωνο ή θα έφτανε ένα μήνυμα ή θα επέστρεφε ο πατέρας του ή απλώς εκείνος θα θυμόταν πως η πραγματική του ζωή δεν είχε καμία σχέση με μια γυναίκα που είχε πληρώσει για να την παντρευτεί. Και όταν θα συνέβαινε αυτό, εκείνη θα μάζευε τις βαλίτσες της, θα έπαιρνε τον Μπέντζι, θα κοίταζε για τελευταία φορά τον άντρα που κρατούσε την καρδιά της στα χέρια του –ένα δώρο που εκείνος δεν είχε ζητήσει και ούτε ήξερε πως το είχε– και θα επέστρεφε στην αληθινή της ζωή, έχοντας μόνο τις αναμνήσεις, που θα τις φύλαγε σαν ανεκτίμητο θησαυρό σ’ όλη της τη ζωή. «Τι συμβαίνει;» Η φωνή του ήταν χαμηλή. Εκείνη προσπάθησε να χαμογελάσει, υψώνοντας το ποτήρι της. «Τίποτα. Λυπάμαι τον κόσμο στη Βρετανία. Είδα τους τίτλους μιας αγγλικής εφημερίδας που έλεγαν πως ήταν ο πιο βροχερός Ιούνιος εδώ και χρόνια». Ο Ραφαέλο της χαμογέλασε. «Μη σκέφτεσαι καθόλου τα υγρά καλοκαίρια της Αγγλίας, μόνο τα υπέροχα καλοκαίρια της Τοσκάνης!» Εκείνη ακούμπησε το ποτήρι της στο τραπέζι. «Θα θυμάμαι αυτό το καλοκαίρι σε όλη μου τη ζωή... Σ’ ευχαριστώ, Ραφαέλο. Σ’ ευχαριστώ από τα βάθη της ψυχής μου». Τον κοίταξε, με όλη την ευγνωμοσύνη που ένιωθε να καθρεφτίζεται στο πρόσωπό της. Κάτι τρεμόπαιξε στο βλέμμα του. Η Μάγδα δεν ήξερε τι ήταν. Εκείνος έγειρε ελαφρά το κεφάλι του. «Η ευχαρίστηση ήταν όλη δική μου, κάρα. Και είναι ακόμη...» Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δικό της, κι έπειτα το έφερε στα χείλη του. Το φιλί του ήταν τρυφερό, αλλά το βλέμμα του ακόμη περισσότερο. «Αύριο», της είπε, «θα σου δείξω τη Φλωρεντία». * Η Φλωρεντία ήταν εκπληκτική. Η Ιταλική Αναγέννηση είχε αφήσει τη σφραγίδα της παντού. Ήταν γεμάτη αρχιτεκτονικούς θησαυρούς που έκαναν τη Μάγδα να τα χάσει. Και όμως, κάτι την έκανε να θλίβεται. Νοσταλγούσε εκείνη την υπέροχη μέρα στη Λούκα, όταν ο Ραφαέλο είχε κάνει τα μαγικά του και την είχε αλλάξει και για πρώτη φορά την αντίκρισε σαν γυναίκα... Έκανε ό,τι μπορούσε για να κρύψει τη θλίψη της. Όχι μόνο επειδή δεν ήθελε να τον κάνει να νιώσει άβολα –άλλωστε δεν της είχε ζητήσει εκείνος να τον ερωτευτεί–, αλλά και γιατί δεν ήθελε να χαλάσει μια υπέροχη μέρα κοντά του. Έτσι, χαμογελούσε, τον κοίταζε συνεχώς, απολάμβανε το κορμί του κοντά στο δικό της, την αίσθηση του μπράτσου του στους ώμους της, τον τρόπο που της κρατούσε το χέρι καθώς θαύμαζαν τις ομορφιές της πόλης. Και έκρυψε βαθιά μέσα της τη λύπη. Κάθισαν να πιουν έναν καφέ σε μία καφετέρια και η Μάγδα κοίταζε μια τον κόσμο που περνούσε και μια τα ηλιοκαμένα και μυώδη μπράτσα του Ραφαέλο που πρόβαλλαν από το κοντομάνικο πουκάμισό του, όταν κάποιος τους πλησίασε. «Ραφαέλο! Τσάο!» Ήταν η Λουτσία. Δίπλα της στεκόταν ένας νεαρός άντρας με κατσαρά μαλλιά και γεμάτα χείλη. Ο Ραφαέλο ανταπέδωσε ευγενικά το χαιρετισμό της και η Λουτσία έστρεψε την προσοχή της στη


Μάγδα. «Λοιπόν, απολαμβάνεις την Τοσκάνη;» Η φωνή της ήταν αρκετά ευχάριστη και η Μάγδα της απάντησε καταφατικά στον ίδιο τόνο. Η Λουτσία έγειρε ελαφρά το κεφάλι της προς την πλευρά του Ραφαέλο. «Και όσα έχει να σου προσφέρει η Τοσκάνη, απ’ ό,τι φαντάζομαι, έτσι δεν είναι;» είπε. Αυτή τη φορά τα λόγια της έκρυβαν κάποιο υπονοούμενο. Η Μάγδα τράβηξε το χέρι της από το χέρι του Ραφαέλο και κατάφερε να γελάσει λιγάκι, λες και δεν καταλάβαινε σε τι αναφερόταν η Λουτσία. Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της. «Λοιπόν, απολαύστε ό,τι μπορείτε και για όσο μπορείτε. Και τώρα, να μας συγχωρείτε –ο Κάρλο ανυπομονεί να μου δείξει το τελευταίο του αριστούργημα». Πήρε τον νεαρό από το μπράτσο και έφυγαν. Ο Ραφαέλο άφησε ένα περιφρονητικό επιφώνημα. «Ντίο, και να σκεφτείς πως πίστευε ότι θα την παντρευόμουν!» Κοίταξε υποτιμητικά τον άντρα στο πλευρό της. «Δε δείχνει να μαραζώνει για σένα», σχολίασε η Μάγδα. «Εσύ, κάρα, θα μαράζωνες για χάρη μου;» Η ερώτησή του ήταν εντελώς απρόσμενη. Η Μάγδα πάγωσε. Έσκυψε το κεφάλι της, μη μπορώντας να τον κοιτάξει στα μάτια. «Δε... δε νομίζω πως θα το ήθελες αυτό, σωστά;» Η φωνή της ήταν σιγανή, αλλά προσπάθησε να την κάνει να ακουστεί ανέκφραστη. Και πίεσε τον εαυτό της να τον κοιτάξει ξανά κρατώντας σταθερή την έκφρασή της. Εκείνος έμεινε για λίγο σιωπηλός και παρ’ όλο που την κοιτούσε κατάματα, η Μάγδα δεν μπορούσε να καταλάβει τι σκεφτόταν. Αποτράβηξε το βλέμμα της και το έστρεψε στη μεσαιωνική εκκλησία πίσω του. Πόση ευτυχία και πόση θλίψη θα πρέπει να έχουν αντικρίσει αυτές οι πέτρες... και η δική μου είναι άλλη μία... Η σκέψη θα έπρεπε να της φέρει παρηγοριά. Αλλά δεν της έφερε. * Το επόμενο πρωί, η Μάγδα κατάλαβε αμέσως πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Όταν ξύπνησε, ο Ραφαέλο στεκόταν μπροστά στο παράθυρο και κοίταζε τους κήπους. Της είχε γυρισμένη την πλάτη και φορούσε το ίδιο επαγγελματικό κοστούμι που φορούσε και τη μέρα που την παντρεύτηκε. Τον έκανε να δείχνει σκοτεινός και απόμακρος. Καθώς την άκουσε ν’ αναδεύεται, στράφηκε προς το μέρος της. «Μάγδα;» είπε και πλησίασε στο κρεβάτι. Έμοιαζε πιο ψηλός και πιο αυστηρός καθώς την κοίταζε. «Πρέπει να πάω στη Ρώμη. Σήμερα έχουμε συμβούλιο και πρέπει να είμαι εκεί». Η φωνή του ήταν κοφτή και ο τόνος του απρόσωπος. Ο Ραφαέλο που είχε ανακαλύψει και είχε αγαπήσει τόσο βαθιά έμοιαζε να είναι χιλιόμετρα μακριά. Τη θέση του είχε πάρει ο άντρας που την είχε πληρώσει για να τον παντρευτεί. Κάτι πάγωσε μέσα της. Ω, το ήξερε πως δεν ήταν πάντα αυτός ο άντρας· ήξερε πως ο Ραφαέλο που την είχε κάνει να νιώσει σαν την πριγκίπισσα του παραμυθιού


ήταν ακόμη εκεί –αλλά όχι σήμερα. Όχι αυτό το πρωί. Αυτός ο Ραφαέλο που έβλεπε τώρα είχε παραμερίσει τον άλλο –ήταν ώρα να επιστρέψει στην πραγματική του ζωή. «Ω, φυσικά», είπε ανέκφραστα και ανασηκώθηκε ακουμπώντας αδέξια στον αγκώνα της, με τα σεντόνια τραβηγμένα γύρω της. Εκείνος συνέχισε να την κοιτάζει. Φαινόταν τρομακτικός καθώς στεκόταν εκεί, ένας πλούσιος, παντοδύναμος επιχειρηματίας, τόσο απόμακρος όσο και την πρώτη μέρα που τον αντίκρισε. Ο Ραφαέλο συνοφρυώθηκε. Άρχισε να παίζει με το χρυσό του μανικετόκουμπο. «Όταν γυρίσω», της είπε τελικά, «θα πρέπει να μιλήσουμε. Το καταλαβαίνεις αυτό, κάρα;» Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, μ’ έναν κόμπο στο λαιμό. «Ναι...» Τα χείλη του σφίχτηκαν. «Αυτές τις μέρες ζούσαμε σ’ ένα όνειρο μαζί...» Ο κόμπος στο λαιμό της μεγάλωσε. «Ναι...» Προσπάθησε να κρύψει την έκφρασή της, να μην τον αφήσει να καταλάβει. Εκείνος συνέχισε να την κοιτάζει προβληματισμένος. Ύστερα το βλέμμα του μαλάκωσε ξαφνικά και για μια στιγμή ήταν ξανά ο παλιός Ραφαέλο, ο άντρας που την οδηγούσε στον παράδεισο όταν την κρατούσε στην αγκαλιά του. «Θα σε φροντίσω, κάρα... να είσαι σίγουρη γι’ αυτό». Έριξε μια ματιά στο ρολόι του με μια έκφραση δυσαρέσκειας. «Πρέπει να φύγω...» Έσκυψε και άφησε ένα τελευταίο, βιαστικό φιλί στα χείλη της. Κι έφυγε.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Η Μάγδα βρισκόταν στην πισίνα με τον Μπέντζι. Η καρδιά της ήταν βαριά. Ο Ραφαέλο δε θα μπορούσε να της δείξει πιο καθαρά πως οι υπέροχες, μαγικές στιγμές τους είχαν τελειώσει. Άκουγε τα λόγια του να ηχούν ξανά και ξανά στο μυαλό της: Όταν γυρίσω, θα πρέπει να μιλήσουμε. Σηματοδοτούσαν το τέλος της ευτυχίας της. Δε χρειαζόταν να έχει μαντικές ικανότητες για να καταλάβει για τι πράγμα ήθελε να της μιλήσει. Η πραγματική ζωή του απαιτούσε την επιστροφή του –η πραγματική ζωή που τον ήθελε αφοσιωμένο, δυναμικό επιχειρηματία, με πολύ πιο σημαντικά πράγματα να κάνει από το να ασχολείται με μια γυναίκα σαν εκείνη. Το ήξερε πως θα συνέβαινε κάποια στιγμή. Και όμως, παρ’ όλο που γνώριζε πόσο προσωρινή ήταν η ευτυχία της, αυτό δεν έκανε πιο εύκολη την απώλειά της. Η θλίψη της μεγάλωσε και ένιωσε να την πνίγει. Ο κοφτός ήχος των τακουνιών στο πλακόστρωτο μονοπάτι την έκανε να στραφεί. Το βλέμμα της πάγωσε καθώς είδε τη Λουτσία να στέκεται μπροστά της. Τι γύρευε εκεί; Το ένστικτό της της έλεγε πως η άφιξή της δεν ήταν για καλό. «Μάγδα... έχω άσχημα νέα». Η φωνή της ήταν κοφτή και η Μάγδα ανατρίχιασε. Όμως αμέσως μετά κατάλαβε πως η Λουτσία δεν ήταν εχθρική –το πρόσωπό της ήταν σφιγμένο. «Ο Ενρίκο έπαθε καρδιακή προσβολή!» Η Μάγδα πετάχτηκε όρθια, αφήνοντας τον Μπέντζι μπροστά της. «Τον έχουν πάει στο νοσοκομείο. Ο Ραφαέλο είναι μαζί του. Δεν ξέρουν αν θα τα καταφέρει...» Η φωνή της έσπασε από ένα λυγμό. Η Μάγδα στεκόταν εκεί, μη ξέροντας τι να πει. Ω, αγάπη μου, καλέ μου Ραφαέλο, σκέφτηκε. Τι αγωνία γι’ αυτόν! «Λυπάμαι», είπε με ψιθυριστή φωνή. Πήρε μια βαθιά αναπνοή, νιώθοντας ανήμπορη καθώς το ξεστόμιζε, αλλά παρ’ όλα αυτά ήξερε πως έπρεπε να το πει: «Υπάρχει κάτι... κάτι που θα μπορούσα να κάνω;» Η Λουτσία την κοίταξε. «Μου είναι δύσκολο να το πω». Έκανε μια παύση κι ύστερα συνέχισε: «Δεν το λέω με εχθρική διάθεση, να το ξέρεις αυτό, αλλά...» Ακολούθησε κι άλλη παύση. «Το καλύτερο που έχεις να κάνεις τώρα είναι να φύγεις». Για μια στιγμή η Μάγδα σκέφτηκε πως εννοούσε να πάει στη Ρώμη, στον Ραφαέλο, και έπειτα ένιωσε σαν να καρφωνόταν ένα μαχαίρι στην καρδιά της, καθώς κατάλαβε. Η Λουτσία φαινόταν προβληματισμένη και αμήχανη γι’ αυτό που της έλεγε. «Ο Ενρίκο χρειάζεται τον Ραφαέλο... και ο Ραφαέλο τον πατέρα του. Κάποτε νόμιζα... πως ο μόνος τρόπος για να τους φέρω κοντά ήταν να πείσω τον Ραφαέλο να με παντρευτεί. Έκανα λάθος. Ο Ραφαέλο πίστεψε πως ο πατέρας του προσπαθούσε να τον ελέγξει μ’ αυτό τον τρόπο, και δεν είναι από τους ανθρώπους που μπορείς να ελέγξεις. Εσύ ξέρεις καλύτερα απ’ όλους μέχρι πού έφτασε για να γλιτώσει από τον έλεγχο του πατέρα του. Όμως τώρα... ο Ενρίκο μπορεί και να πεθάνει. Πρέπει να κάνουν ειρήνη οι δυο τους». Κοίταξε τη Μάγδα κατάματα. «Δεν πρόκειται να τα βρουν αν


παραμείνεις εδώ. Πρέπει να το καταλαβαίνεις αυτό». Η Μάγδα ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται από τον πόνο. Όμως δεν μπορούσε να μην αναγνωρίσει ότι αυτά που της έλεγε η Λουτσία ήταν τόσο προφανή όσο και λογικά. «Θα πρέπει να μπορώ να πω στον Ενρίκο –αν ζει ακόμη– πως έχεις φύγει. Τότε θα μπορέσει να κάνει ειρήνη με το γιο του». Ο πόνος ήταν τόσο δυνατός, που η Μάγδα αναρωτιόταν πώς τον άντεχε. Λες και φαινόταν στο πρόσωπό της, η Λουτσία μίλησε ξανά. Ο τόνος της ήταν πιο ευγενικός αυτή τη φορά. «Το ξέρω πως θα είναι σκληρό για σένα. Έχεις ερωτευτεί τον εξάδελφό μου. Όχι, όχι, μην το αρνιέσαι... ήταν φανερό από την αρχή πως θα συνέβαινε. Πώς θα μπορούσε να μη συμβεί; Για σένα, ο Ραφαέλο είναι κάτι σαν τον πρίγκιπα του παραμυθιού. Όμως, αν και δε θα μ’ ευχαριστήσεις που θα σου το πω, δεν έπρεπε να σε ξυπνήσει με τα φιλιά του. Όσο ήσουν... όπως ήσουν όταν πρωτοήρθες εδώ... ήσουν ασφαλής από εκείνον. Όμως τώρα...» Αναστέναξε. «Γι’ αυτό και πίστευα πως ο γάμος ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εκείνον μπορεί να πήγαινε καλά... Τον ξέρω αρκετά ώστε να μην τον ερωτευτώ, έτσι δε θα μπορούσε ποτέ να με πληγώσει». Κοίταξε τη Μάγδα και τα σκούρα της μάτια έδειχναν συμπόνια. «Δεν πιστεύω να πίστεψες πως σήμαινε κάτι για εκείνον, έτσι δεν είναι; Δεν πίστεψες πως αυτή η μικρή σας περιπέτεια θα κρατούσε, σωστά;» Ο πόνος είχε κάνει το κορμί της να μουδιάσει. Προσπάθησε να τον πολεμήσει, θέλοντας να αρνηθεί αυτά που της έλεγε η Λουτσία. «Δεν μπορώ να φύγω έτσι... χωρίς να μου το πει ο Ραφαέλο. Μπορεί να μη θέλει να φύγω ακόμη...» Ακόμα και την ώρα που το έλεγε, όμως, ήξερε πως κορόιδευε τον εαυτό της. Ο Ραφαέλο δεν ενδιαφερόταν για κείνη τώρα· ενδιαφερόταν μόνο –και αυτό έπρεπε να κάνει– για τον πατέρα του. Η Λουτσία έβγαλε κάτι από την τσάντα της και το έδωσε στη Μάγδα. Ήταν μια επιταγή. Στο όνομά της –για δέκα χιλιάδες ευρώ. Η Μάγδα χλόμιασε καθώς την κοίταζε, γιατί είδε την υπογραφή του Ραφαέλο. Η Λουτσία μιλούσε και πάλι. Η Μάγδα πίεσε τον εαυτό της να την ακούσει, αν και μέσα της άκουγε μόνο την εκκωφαντική σιωπή. «Ο Ραφαέλο είπε...» Η Λουτσία δίστασε και πάλι, λες και καταλάβαινε τι περνούσε η Μάγδα. «Είπε πως θα επικοινωνήσει μαζί σου αργότερα, για να ξεκαθαριστούν όλα τα ζητήματα. Όμως τώρα η πρώτη του προτεραιότητα είναι ο πατέρας του. Ελπίζει πως θα καταλάβεις...» Η φωνή της έσβησε. «Λυπάμαι, καλή μου. Βλέπεις, δεν έχει καταλάβει πώς νιώθεις. Γι’ αυτόν ο γάμος σας ήταν πάντα μια... επαγγελματική συμφωνία». Η Μάγδα δεν μπορούσε να πει τίποτα, μόνο να συμφωνήσει βουβά. «Με συγχωρείς, δε θέλω να σε... αναστατώσω περισσότερο, αλλά σταμάτησα απλώς εδώ καθώς πήγαινα στο αεροδρόμιο. Θα πάρω την επόμενη πτήση για τη Ρώμη, ώστε να είμαι με το θείο Ενρίκο... αν ζει ακόμη. Αν δεν αργήσεις να μαζέψεις τα πράγματά σου, μπορώ να σε πάρω μαζί μου στο αεροδρόμιο. Ο Ραφαέλο μου ζήτησε να κανονίσω για το εισιτήριό σου και όλα τα υπόλοιπα». Κοίταξε με οίκτο τη Μάγδα, που στεκόταν ακόμη εκεί, με τον Μπέντζι δίπλα στα πόδια της. «Θα ήταν καλύτερα να μην αργοπορούμε». Η φωνή της είχε την ίδια συμπόνια με την έκφρασή της. Η Μάγδα μάζεψε τα πράγματά της και μπήκε στο σπίτι.


* Η βροχή μαστίγωνε τη στέγη και τα τζάμια του τροχόσπιτου. Ο Μπέντζι στριφογύριζε ανήσυχα στα γόνατα της Μάγδας. «Το ξέρω, μωρό μου, είναι φριχτά... όλη αυτή η βροχή. Ίσως αύριο να έχει λιακάδα». Μια δυνατή ριπή αέρα ταρακούνησε το τροχόσπιτο. Ήταν παλιό και φθαρμένο και κανένας στην παραλία δεν ήθελε να το νοικιάσει. Όμως γι’ αυτό ήταν φτηνό –αρκετά φτηνό για να μείνουν ένα μήνα κοντά στη θάλασσα. Αρκετά φτηνό για να το αγοράσει. Αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει την τρόμαζε, αλλά έβαλε στην άκρη τις αμφιβολίες της. Η νότια ακτή ήταν το καλύτερο μέρος για να μεγαλώσει τον Μπέντζι. Δεν υπήρχε τίποτα για εκείνη στο Λονδίνο –ούτε η γκαρσονιέρα της ούτε η δουλειά της. Δεν υπήρχε τίποτα για εκείνη πουθενά... Θυμωμένα, έδιωξε μακριά αυτή τη σκέψη. Δεν ήταν αλήθεια... είχε πάντα τον Μπέντζι. Του χάιδεψε τα μαλλιά και άνοιξε το κουτί με το παζλ. Αρνήθηκε ν’ αφήσει τις αναμνήσεις να ξαναγυρίσουν. Παρ’ όλα αυτά, εκείνες επέστρεψαν και ήταν αδύνατο να τις αποδιώξει. Ο Ραφαέλο. Τόσο απίστευτα όμορφος, αδύνατον να μην τον λατρέψει. Ο Ραφαέλο να την κρατάει στην αγκαλιά του, να της χαμογελά, να γελάει, να τη φιλάει. Να της κάνει έρωτα. Δεν ήταν έρωτας. Ήταν μια περιπέτεια για εκείνον. Ένα ερωτικό παιχνίδι. Η Μάγδα το ήξερε από την αρχή πως δε θα κρατούσε. Κι άλλες αναμνήσεις την κατέκλυσαν, παρ’ όλο που προσπαθούσε να τις διώξει. Εκείνες όμως συνέχιζαν να έρχονται και να την πληγώνουν. Της ήρθε μια τελευταία ανάμνηση. Η τελευταία φορά που τον είδε. Εκείνος στεκόταν και την κοίταζε με σοβαρή έκφραση. Θα σε φροντίσω... Ε, λοιπόν, το είχε κάνει. Την είχε φροντίσει. Είχε φροντίσει να φύγει μ’ αυτό για το οποίο είχε έρθει. Χρήματα. Αυτός ήταν ο λόγος που τον είχε παντρευτεί. Για τα χρήματα. Όχι για την αγάπη, αλλά για τα χρήματα. Χρήματα που θα έφτιαχναν ένα σπίτι για τον Μπέντζι. Δεν ήθελε να εξαργυρώσει την επιταγή του, είχε αντισταθεί για δύο εβδομάδες, στη διάρκεια των οποίων είχε επιβιώσει με τα χρήματα που είχε πάρει όταν αντάλλαξε το εισιτήριο πρώτης θέσης που της είχε δώσει η Λουτσία μ’ ένα φτηνότερο. Είχε προσγειωθεί στο Γκάτγουικ και όχι στο αεροδρόμιο του Χίθροου, και εντελώς παρορμητικά μπήκε στο τρένο για τη νότια ακτή, όπου βρήκε ένα κάμπινγκ με τροχόσπιτα που είχε ακόμη κενές θέσεις αυτό το βροχερό καλοκαίρι. Τώρα όμως έπρεπε να εξαργυρώσει την επιταγή του Ραφαέλο για να πληρώσει για το τροχόσπιτο – για να φτιάξει ένα σπίτι για τον Μπέντζι, έστω και ταπεινό– και να κρατήσει λίγα χρήματα για να επιβιώσει ένα διάστημα. Όσο για τα υπόλοιπα χρήματα που της είχε υποσχεθεί ο Ραφαέλο, ήξερε πως δε θα τα έπαιρνε, δε θα μπορούσε να τα πάρει. Όπως δεν είχε μπορέσει να πάρει τα ρούχα που της είχε αγοράσει, ούτε το χρυσό περιδέραιο που της είχε χαρίσει. Άλλωστε δεν ταίριαζαν με το στυλ της τωρινής της ζωής. Χαμογέλασε πικρά. Τουλάχιστον είχε τις αναμνήσεις της. Και θα έπρεπε να της φτάσουν για μια ζωή. *


Τα γκρίζα κύματα που έσκαγαν στην ακρογιαλιά παρέσερναν τα βότσαλα, μια τραβώντας τα προς τη θάλασσα και μια γυρίζοντάς τα ξανά στην ακτή. Ο Μπέντζι, καθισμένος στις φτέρνες του, έπαιζε με τα βότσαλα. Φορούσε μποτάκια και αδιάβροχο. Η βροχή που ερχόταν από τα δυτικά έπεφτε κρύα στο πρόσωπό της και θάμπωνε τα μάτια της. Η Μάγδα κοίταζε τη μουντή θάλασσα της Αγγλίας. Μακριά στο βάθος, ένα πετρελαιοφόρο κινούνταν αργά προς τα ανατολικά. Σήμερα δεν υπήρχαν ψαρόβαρκες ούτε παραθεριστές στην παραλία. Εκείνη είχε βγει έξω γιατί δεν μπορούσε να μένει άλλο κλεισμένη μέσα. Ο Μπέντζι είχε τις κακές του και δεν μπορούσε να τον διασκεδάσει με τίποτα. Όσο για την ίδια, ήταν γεμάτη ανησυχία και θλίψη. Μέρα με τη μέρα το συνειδητοποιούσε όλο και περισσότερο. Ο Ραφαέλο είχε φύγει από τη ζωή της οριστικά, το ίδιο ξαφνικά όπως είχε εμφανιστεί. Προσπάθησε να συνέλθει. Δεν είχε δικαίωμα να την πιάνει τέτοια απελπισία. Είχε τον Μπέντζι, την υγεία της, το κουράγιο της –και ένα δικό της σπίτι, που θα ήταν ένα καλό μέρος για να μεγαλώσει το παιδί. Καθαρός αέρας και η θάλασσα στα πόδια τους... Και εδώ, αν μη τι άλλο, μπορούσε να στέκεται στη βροχή και στον αέρα και να ατενίζει τον ορίζοντα προς την Ιταλία, με μια απελπισμένη λαχτάρα στην καρδιά της που δε θα ικανοποιούνταν ποτέ. Τα μάγουλά της ήταν υγρά. Όχι όμως από τη βροχή. Ο Μπέντζι πήρε μια πέτρα και την πέταξε με όλη του τη δύναμη στη θάλασσα. Έπειτα στράφηκε και έφυγε βαριεστημένος. Η Μάγδα τον ακολούθησε, σφίγγοντας γύρω της το αδιάβροχό της και ατενίζοντας την ατέλειωτη βροχή. Οι μπότες της βυθίζονταν στην άμμο, καθυστερώντας το βήμα της. Η βροχή έπεφτε στο πρόσωπό της. Καθώς τραβούσε πίσω τα ανακατεμένα μαλλιά της, προσπαθώντας να τα πιάσει ξανά με το τσιμπιδάκι, έμεινε ακίνητη. Κάποιος στεκόταν ακίνητος πέρα στο βάθος. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Δαγκώθηκε. Έπιασε στα τυφλά τον Μπέντζι από το χέρι και τον σταμάτησε. Συνέχισε να κοιτάζει μπροστά της. Η φιγούρα άρχισε να πλησιάζει προς το μέρος της. Ο άνεμος φύσηξε δυνατά κι εκείνη κράτησε τον Μπέντζι σταθερά, ενώ συνέχισε να κοιτάζει. Ο χρόνος επιβραδυνόταν σιγά σιγά. Η βροχή έμοιαζε να σταματάει κι αυτή. Ο άνεμος έπεσε. Η σιωπή αντήχησε μέσα της. Ένιωσε τα δάχτυλα του Μπέντζι να πιέζουν τα δικά της, καθώς προσπαθούσε να την τραβήξει μπροστά. Εκείνη όμως δεν ανταποκρίθηκε. Τα πόδια της δεν την ακολουθούσαν. Δεν μπορούσε ούτε ν’ αναπνεύσει. Είχε κοπεί η ανάσα της. Η φιγούρα συνέχισε να κινείται προς το μέρος τους. Το πρόσωπό του ξεκαθάρισε σιγά σιγά στα θολωμένα της μάτια. Δεν μπορούσε να κινηθεί. Δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει. Τότε, ξαφνικά, ο Μπέντζι τράβηξε το χέρι του από το δικό της. Τον είδε να τρέχει μπροστά, με τα χεράκια του ανοιχτά. «Ρα...» φώναξε. «Ρα... αγκαλιά!» Ο Ραφαέλο τον πήρε στην αγκαλιά του. «Γεια σου, Μπέντζι», του είπε. Έπειτα κοίταξε τη Μάγδα. Τα σκούρα μάτια του τη διαπέρασαν σαν μαχαίρια που στόχευαν


κατευθείαν την καρδιά της. «Έλα στο σπίτι», της είπε. Της άπλωσε το ελεύθερο χέρι του. «Έλα στο σπίτι, κάρα». Εκείνη δεν μπορούσε να κάνει βήμα. «Δεν καταλαβαίνω». Η φωνή της ήταν ένας ψίθυρος που χάθηκε στον άνεμο. «Ούτε κι εγώ καταλάβαινα. Ούτε όταν επέστρεψα από τη Ρώμη εκείνο το βράδυ και ανακάλυψα πως έλειπες. Ούτε όταν η Μαρία με κοίταξε και μου είπε πως είχες φύγει το ίδιο πρωί. Δεν έβγαζα νόημα. Και τότε μου είπε πως κάποιος σε μετέφερε –κάποιος πολύ εξυπηρετικός επισκέπτης». Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Και όταν μου είπε ποιος ήταν ο επισκέπτης, τότε κατάλαβα». Έκλεισε για λίγο τα μάτια του και έπειτα τα άνοιξε ξανά. «Ντίο! Όταν το άκουσα, κατάλαβα!» Η Μάγδα ταλαντευόταν με τον άνεμο που τη διαπερνούσε παγώνοντάς τη μέχρι το κόκαλο. «Πώς... πώς είναι ο πατέρας σου;» «Ο πατέρας μου; Α, ναι, ο πατέρας μου». Η φωνή του ήταν βαριά. «Θα χαρείς να μάθεις πως αναρρώνει μια χαρά... από την ανύπαρκτη καρδιακή του προσβολή». Εκείνη απέμεινε να τον κοιτάζει. «Ο πατέρας μου είναι γερός σαν ταύρος. Δεν καταλαβαίνεις; Η Λουτσία σου είπε ψέματα». «Γιατί;» τον ρώτησε η Μάγδα με αχνή φωνή. «Γιατί; Μα για να σε ξεφορτωθεί, φυσικά!» Η Μάγδα ξεροκατάπιε. Η φωνή της έβγαινε με κόπο. «Τότε θα μπορούσε να περιμένει άλλη μια μέρα. Θα γλίτωνε και το ταξίδι». Ο Ραφαέλο συνοφρυώθηκε. Προσεκτικά, άφησε τον Μπέντζι να πατήσει στα πόδια του. «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς». Η φωνή της ήταν πνιχτή, αλλά κατάφερε να του απαντήσει. «Με είχες ήδη προειδοποιήσει εκείνο το πρωινό πως... πως θα με έστελνες πίσω». Εκείνος την κοίταξε κατάπληκτος. «Τι είναι αυτά που λες;» Φαινόταν θυμωμένος. Η Μάγδα αναρωτήθηκε γιατί. «Είπες... είπες πως έπρεπε να μιλήσουμε. Εγώ... κατάλαβα τι εννοούσες». Το πρόσωπό του δε φανέρωνε τίποτε απολύτως. «Και τι ήταν αυτό που εννοούσα, κάρα; Πες μου». «Ραφαέλο, σε παρακαλώ. Το ξέρω... το ήξερα από την αρχή. Το ήξερα πως απλώς ήσουν καλός μαζί μου... πως όταν με άλλαξες... αποφάσισες να γίνεις καλός, να με αφήσεις να ζήσω το μικρό μου όνειρο. Το ήξερα πως μόνο αυτό ήταν... πως δε θα ήταν κάτι περισσότερο. Το καταλάβαινα. Αλήθεια το καταλάβαινα». Ξεροκατάπιε και μετά συνέχισε: «Με είχες προειδοποιήσει... εκείνη τη μέρα στη Φλωρεντία. Μου είχες πει πως δε θα ήθελες να υποφέρω για σένα. Τότε το κατάλαβα». Εκείνος την κοίταξε. Είχε μια παράξενη έκφραση στο πρόσωπό του. Η Μάγδα δεν μπορούσε να την ερμηνεύσει, αλλά το μόνο που ήθελε εκείνη την ώρα ήταν να τον χορτάσουν τα μάτια της. Γιατί αυτή η στιγμή ήταν ένα μικρό κομμάτι από τον παράδεισο, μια τελευταία ανάμνηση που έπρεπε να την κρατήσει σαν θησαυρό για όλες τις υπόλοιπες μέρες της ζωής της. Μια τελευταία ευτυχία. Τον κοίταζε αχόρταγα, σαν τον διψασμένο που βρίσκει νερό στην έρημο. Κοίταζε τα σκούρα, όμορφα μάτια του, τα υγρά μαλλιά του, τα υπέροχα ζυγωματικά του, τα καλογραμμένα χείλη του. «Το κατάλαβες;» Η φωνή του ήταν κοφτή. Ο Μπέντζι τον άγγιξε στο πόδι, προσφέροντάς του ένα κοχύλι. Εκείνος το πήρε αφηρημένα. Η Μάγδα τον παρακολούθησε να στριφογυρίζει το όστρακο στα χέρια του. Έπειτα την κοίταξε ξανά. «Το κατάλαβες;» της είπε και πάλι. Τότε, με μια άγρια κίνηση, πέταξε το κοχύλι στη θάλασσα. Ο


Μπέντζι τον κοίταξε έκθαμβος και προσπάθησε να κάνει κι εκείνος το ίδιο μ’ ένα βότσαλο. Όμως εκείνοι δεν τον κοίταζαν. Φιλιούνταν. Η Μάγδα βρέθηκε ξανά στον παράδεισο. Ο Ραφαέλο την έσφιγγε στην αγκαλιά του. «Τότε, κατάλαβε αυτό!» της είπε και σφράγισε ξανά τα χείλη της με τα δικά του. Τα μάτια της έκλεισαν. Δε στεκόταν στην υγρή αμμουδιά της Αγγλίας. Στεκόταν κάτω από τα αστέρια της Τοσκάνης, με την ευωδιά των λουλουδιών γύρω της και τη ζεστή νύχτα της Ιταλίας να την τυλίγει, ενώ ο Ραφαέλο... ο Ραφαέλο τη φιλούσε. Σφίχτηκε πάνω του με απελπισία, παραζαλισμένη, γιατί δεν μπορούσε να πιστέψει πως ήταν αληθινός και όχι δημιούργημα της φαντασίας της. Σίγουρα το ονειρευόταν. Γιατί εκείνος δεν είχε κανένα λόγο να τη φιλάει. Κανένα λόγο να τη σφίγγει τόσο πάνω του, να της ψιθυρίζει λόγια που δεν μπορούσε να τα πιστέψει –που δεν έπρεπε να τα πιστέψει. Την άφησε. «Τώρα καταλαβαίνεις;» «Όχι», του απάντησε αδύναμα εκείνη. «Περ Ντίο! Τότε έλα, έλα σπίτι μαζί μου και θα περάσω όλη μου τη ζωή προσπαθώντας να σε κάνω να καταλάβεις. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ». Η Μάγδα το άκουσε, αλλά δεν το πίστευε. Εκείνος το είδε στην έκφρασή της. «Η αμφιβολία σου με προσβάλλει», της είπε χαμηλόφωνα. «Νόμιζα πως σου το είχα δείξει τόσο καθαρά... κάθε νύχτα που ήμαστε μαζί. Όμως από την άλλη...» Η φωνή του χαμήλωσε ακόμα πιο πολύ, καθώς πήρε τα χέρια της στα δικά του. «Ούτε κι εγώ είχα συνειδητοποιήσει ποια ήταν τα αισθήματά μου για σένα. Με μπέρδευαν, με έκαναν ν’ αμφισβητώ τα πάντα. Όμως εκείνα μεγάλωναν και θέριευαν, μέχρι που συνειδητοποίησα επιτέλους τι ήταν και κατάλαβα πως έπρεπε να κάνω αυτό το όνειρο πραγματικότητα. Γι’ αυτό σου είπα πως δεν ήθελα να πονέσεις για μένα... επειδή δε θα υπήρχε ποτέ λόγος να συμβεί αυτό. Θα έκανα το όνειρο πραγματικότητα και για τους δυο μας. Γι’ αυτό ήμουν τόσο σοβαρός εκείνο το τελευταίο πρωινό... Ήξερα πως ο γάμος μας έπρεπε να γίνει αληθινός και πως θα χρειαζόταν να μιλήσω στον πατέρα μου γι’ αυτό. Να του πω πως, ακόμη κι αν δε μου ξαναμιλούσε ποτέ –έστω κι αν έκοβε κάθε επαφή ή αν πουλούσε την εταιρεία στον πρώτο τυχόντα–, εσύ θα ήσουν για πάντα η γυναίκα μου... επειδή σ’ έχω ερωτευτεί και δεν μπορώ να ζήσω ούτε μια μέρα μακριά σου». Η Μάγδα ένιωσε έτοιμη να λιποθυμήσει, αλλά αυτή τη φορά ήταν από ευτυχία, που την κατέκλυσε ολόκληρη. «Μα στ’ αλήθεια δεν το κατάλαβες;» τη ρώτησε δύσπιστα ο Ραφαέλο. «Πώς θα μπορούσα; Πώς να πίστευα ότι θα μου συνέβαινε ένα τέτοιο θαύμα;» «Εσύ είσαι το θαύμα μου, Μάγδα. Εσύ και ο Μπέντζι. Μπήκατε κι οι δυο στην καρδιά μου, μέρα με τη μέρα, και θα είστε εκεί για πάντα. Η αγάπη μου για σένα ήταν στο βλέμμα μου, στο άγγιγμά μου». Η έκφρασή του άλλαξε. «Η Λουτσία το αντιλήφθηκε αυτό όταν μας είδε στη Φλωρεντία. Κατάλαβε πως ήμαστε ερωτευμένοι και ήθελε να μ’ εκδικηθεί που την απέρριψα. Ήθελε να μας χωρίσει. Έτσι, ήρθε και σου σέρβιρε την ιστορία με την αρρώστια του πατέρα μου –ω, ναι, της απέσπασα την αλήθεια με το ζόρι. Όσα σου είπε ήταν όλα ψέματα». «Μα... η επιταγή; Μου έδωσε μια επιταγή από σένα...» «Μια πλαστή επιταγή! Είχε ψάξει στο γραφείο μου και βρήκε το μπλοκ των επιταγών μου πριν έρθει στη βίλα. Ήξερε πως αυτό θα σε έπειθε ότι ήθελα να φύγεις από την Ιταλία αμέσως». Το


πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Πώς μπόρεσες να πιστέψεις τα ψέματά της, κάρα;» «Έπαιξε με τους φόβους μου». Τα χείλη του σφίχτηκαν. «Όπως έπαιξε με την επιθυμία του πατέρα μου για εγγόνι και με τη δική μου εμμονή για την εταιρεία. Προσπάθησε να μας χειριστεί όλους. Αλλά αυτά τέλειωσαν τώρα. Την προειδοποίησα πως, αν προσπαθήσει να μας δημιουργήσει ποτέ ξανά προβλήματα, θα της κάνω μήνυση για πλαστογραφία. Όμως», πρόσθεσε με πιο τρυφερή φωνή, «αυτή η επιταγή έγινε το μέσον για να σε βρω». Η Μάγδα τον κοίταζε χωρίς να καταλαβαίνει. «Δήλωσα την επιταγή ως πλαστή, κάρα. Η τράπεζά μου με ενημέρωσε αμέσως μόλις παρουσιάστηκε, και επίσης σε ποια τράπεζα. Έτσι σε εντόπισα». Η φωνή του άλλαξε ξανά. «Δεν ξέρεις τι πέρασα... Κάθε μέρα ήταν μια αιωνιότητα μακριά σου». Της έσφιγγε τα χέρια με τόση δύναμη, που σχεδόν την πονούσε. Όμως η Μάγδα το μόνο που ένιωθε ήταν απέραντη ευτυχία. Στ’ αλήθεια, το παραμύθι είχε γίνει πραγματικότητα. Τον κοίταξε με βλέμμα γεμάτο αγάπη. Ο Ραφαέλο τη φίλησε ξανά κι εκείνη κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του. Καθώς τύλιγε τα χέρια του γύρω της, σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Μια τελευταία αμφιβολία βασάνιζε το μυαλό της. «Ραφαέλο;» Εκείνος της χάιδεψε τα μαλλιά. «Σι;» «Ο πατέρας σου...» «Είναι μια χαρά. Σου το είπα ήδη, η Λουτσία σε γέμισε ψέματα». «Όχι... εννοούσα... Δε θέλω να μπω ανάμεσά σας». Φιλώντας την τρυφερά στο μέτωπο, της είπε: «Μας έφερες ξανά κοντά τον έναν στον άλλον, μετά από τόσα χρόνια γεμάτα ανοησία και πείσμα». Τον κοίταξε με απορία. «Όταν είδε πόσο απελπισμένος ήμουν επειδή δε σ’ έβρισκα, πόσο θλιμμένος που σε είχα χάσει, κάτι συνέβη ανάμεσά μας. Λες και γκρεμίστηκε ξαφνικά ο τοίχος που μας χώριζε. Βλέπεις...» Η φωνή του ράγισε, αλλά συνέχισε να μιλά. «Του θύμισα τον εαυτό του, πριν από δεκαπέντε χρόνια, όταν πέθανε η μητέρα μου». Η Μάγδα σφίχτηκε πάνω του με αγωνία. «Δεν το ήξερα...» «Ο θάνατός της μας χώρισε. Δε θα έπρεπε, αλλά έτσι συνέβη. Ήμουν σαν αγρίμι... μόνο τώρα το καταλαβαίνω. Και ο πατέρας μου, απλά, κλείστηκε στον εαυτό του. Θρηνούσαμε και οι δύο, αλλά δεν μπορούσαμε να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο, σαν πατέρας και γιος, για να βρούμε παρηγοριά. Κι από τη στιγμή που υψώθηκε αυτός ο τοίχος ανάμεσά μας, κανείς μας δεν μπορούσε να τον ρίξει. Μέχρι τώρα. Χάρη σ’ εσένα, αγάπη μου, έχω ξανά κοντά μου τον πατέρα μου». Η Μάγδα όμως δεν ησύχαζε. «Μα δεν μπορεί να με θέλει...» «Σι!» Ο Ραφαέλο πήρε μια βαθιά ανάσα. «Του είπα τα πάντα για σένα, κάρα. Πώς ανέλαβες να φροντίζεις το μωρό μιας ετοιμοθάνατης γυναίκας, πώς η αφοσίωσή σου στη φίλη σου και η αγάπη σου γι’ αυτό το ορφανό παιδί σ’ έκαναν να θυσιάσεις τη δική σου ζωή, με οποιοδήποτε κόστος. Ο πατέρας μου αισθάνεται τύψεις, Μάγδα... Σε ικετεύει να τον συγχωρήσεις. Και σου ζητά, αν δεχτείς αυτό, να το φοράς κάθε μέρα, για εκείνον και για μένα». Έβγαλε από την τσέπη του ένα μικροσκοπικό κουτάκι, που έμοιαζε πολύ παλιό, και από μέσα ένα υπέροχο δαχτυλίδι διακοσμημένο με διαμάντια και ζαφείρια.


«Είναι το δαχτυλίδι που φορούσε η μητέρα μου, δώρο του πατέρα μου και σύμβολο της αιώνιας αγάπης του για κείνη. Και τώρα το δίνω εγώ σ’ εσένα...» η φωνή του ράγισε γι’ άλλη μια φορά «... σαν σύμβολο της δικής μου αιώνιας αγάπης για σένα». Της φόρεσε το δαχτυλίδι και τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα από τη συγκίνηση. «Ας είμαστε για πάντα ευτυχισμένοι», της είπε απαλά και τη φίλησε ήρεμα, τρυφερά, με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Ξάφνου ένιωσε κάτι να του τραβάει το πόδι. «Αγκαλιά!» ακούστηκε επιτακτικά μια φωνούλα. Ο Ραφαέλο έσκυψε, σήκωσε το μικρό αγόρι και το έβαλε ανάμεσά τους. Κι έμειναν και οι τρεις τους έτσι σφιχταγκαλιασμένοι, μέσα στη βροχή και το δυνατό αέρα, πλάι στην παγωμένη, σκοτεινή θάλασσα. Η οικογένειά μου, σκέφτηκε η Μάγδα, και η καρδιά της πλημμύρισε ευτυχία. Ο Ραφαέλο ανέβασε τον Μπέντζι στους ώμους του. Το αγοράκι γέλασε χαρούμενο και αρπάχτηκε από τα μαλλιά του για να κρατηθεί. «Άουτς!» αναφώνησε ο Ραφαέλο. «Μπέντζι, μην τραβάς τα μαλλιά του μπαμπά. Τώρα είσαι γιος μου και πρέπει να είσαι καλός μαζί μου». Ξεκίνησε να βαδίζει προς το δρόμο. «Έλα», φώναξε στη Μάγδα. «Πρέπει να προλάβουμε την πτή-ση. Ο πατέρας ανυπομονεί να σου δείξει και έμπρακτα τη μεταμέλειά του, η Μαρία και η θεία μου ανυπομονούν να ξαναδούν τον Μπέντζι, κι εγώ... κι εγώ ανυπομονώ να σ’ έχω όλη καταδική μου!» Η Μάγδα έτρεξε να τους προλάβει, τον άντρα της και το γιο της. Στην καρδιά της αντηχούσε ένα τραγούδι, ένα τραγούδι που δε θα τελείωνε ποτέ.

Περιεχόμενα Η ΠΙΟ ΓΛΥΚΙΑ ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16 ΓΕΥΣΗ ΑΠΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

τζουλια τζειμς γευση απο παραμυθι  

Εξοργισμένος με τον πατέρα του, που τον πίεζε να παντρευτεί, ο Ραφαέλο ντι Βισέντι έκανε πρόταση στην πρώτη γυναίκα που βρέθηκε μπροστά του...

τζουλια τζειμς γευση απο παραμυθι  

Εξοργισμένος με τον πατέρα του, που τον πίεζε να παντρευτεί, ο Ραφαέλο ντι Βισέντι έκανε πρόταση στην πρώτη γυναίκα που βρέθηκε μπροστά του...

Advertisement