Issuu on Google+


Κείμενα - σκηνοθεσία: Τρόικα (Ελισσαίος Βλάχος, Μαρίνος Μουζάκης, Κωνσταντίνος Πουλής) Μουσική: Νίκος Γιούσεφ  Κοστούμια: Μαρία Μαρκοπούλου Χορογραφίες: Σύλβια Κατσαρού Εικαστικά: Διονύσης Ματαράγκας Αρχισυντάκτης: Παντελής Παντελόγλου Γραφιστική επιμέλεια: Δημήτρης Μητσόπουλος Κατασκευή σκηνικού: Γκάυ Στεφάνου Οργάνωση παραγωγής: Ηρώ Κατσιφλώρου Κατασκευή σκηνικών αντικειμένων: Εύη Χατζησάββα Video – animation: Tsiri tv Παραγωγή: Τσιριτσάντσουλες 2011

3


ΚΟΜΠΕΡ Κωνσταντίνος Πουλής

ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ, Κωνσταντίνου Πουλή (βασισμένο σε ένα ιταλικό παραμύθι) Τρελός: Μαρίνος Μουζάκης Δήμαρχος: Ελισσαίος Βλάχος Κάτοικοι: Ντίνα Μαυρίδου, Νίκος Γιούσεφ, Κωνσταντίνος Πουλής, Παντελής Παντελόγλου, Χρήστος Συρμακέζης, Σόνια Περλέγκα, Χριστίνα Χριστοδούλου

ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΤΡΕΛΑΘΗΚΕ, Κωνσταντίνου Πουλή Παρουσιάστριες: Χριστίνα Χριστοδούλου, Σόνια Περλέγκα Λαμόγιο: Χρήστος Συρμακέζης Γερμανός: Παντελής Παντελόγλου Κινέζος: Μαρίνος Μουζάκης Άραβας: Νίκος Γιούσεφ

ΑΜΛΕΤ, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ-Κωνσταντίνου Πουλή Ερμηνεύει η Ντίνα Μαυρίδου

Ο ΠΑΠΑΣ, Μαρίνου Μουζάκη Παπάς: Μαρίνος Μουζάκης Υπηρέτης: Νίκος Γιούσεφ Εύπιστος: Ελισσαίος Βλάχος

ΔΕΛΤΙΟ ΑΝΤΙΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ, Παντελή Παντελόγλου Τέρης Τεντέρης: Παντελής Παντελόγλου Πάτυ Απάτη: Χριστίνα Χριστοδούλου

ΕΝΑ ΤΣΙΓΑΡΟ ΤΡΟΜΟΣ, Ελισσαίου Βλάχου Βρασίδας ο αποθηκάριος: Μαρίνος Μουζάκης Οράτιος ο μαρκετίστας: Ελισσαίος Βλάχος *** (Το κείμενο του Δελτίου Αντιπληροφόρησης και της σειράς « Ένα τσιγάρο τρόμος» ανανεώνεται κάθε βδομάδα. Μπορείτε να τα παρακολουθήσετε στην ιστοσελίδα μας www.tsiritsantsoules.gr) 4


ΤΟΥΣ ΨΗΦΙΣΑ, Ελισσαίου Βλάχου Παντελής Παντελόγλου Χρήστος Συρμακέζης Ντίνα Μαυρίδου Σόνια Περλέγκα

ΤΟ ΝΟΜΙΜΟΝ, Κωνσταντίνου Πουλή Πρόεδρος: Χριστίνα Χριστοδούλου Δικαστές: Ελισσαίος Βλάχος, Παντελής Παντελόγλου Λαμόγιο: Χρήστος Συρμακέζης

Ο ΑΘΛΙΟΣ ΧΑΣΑΝ ΑΧΑΣΑΝ, Μαρίνου Μουζάκη Μπάτσος 1: Σόνια Περλέγκα, Μπάτσος 2: Μαρίνος Μουζάκης Χασάν Αχασάν: Νίκος Γιούσεφ Διερμηνέας: Κωνσταντίνος Πουλής

ΝΕΡΩΝ, Κωνσταντίνου Πουλή Νέρων: Ελισσαίος Βλάχος Υπηρέτης: Νίκος Γιούσεφ Υπασπιστής: Κωνσταντίνος Πουλής Έπαρχοι: Χρήστος Συρμακέζης, Παντελής Παντελόγλου Παλλακίδες: Χριστίνα Χριστοδούλου, Σόνια Περλέγκα Ευνούχος: Μαρίνος Μουζάκης

ΠΑΙΔΑΚΙΑ, Μαρίνου Μουζάκη Ντίνα Μαυρίδου, Σόνια Περλέγκα, Χρήστος Συρμακέζης

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β΄, Μαρίνου Μουζάκη Μαργαρίτα: Χριστίνα Χριστοδούλου Κορυφαίος: Ελισσαίος Βλάχος Γεώργιος: Κωνσταντίνος Πουλής Χορός: Νίκος Γιούσεφ, Ντίνα Μαυρίδου, Μαρίνος Μουζάκης, Παντελής Παντελόγλου, Σόνια Περλέγκα, Χρήστος Συρμακέζης, Χριστίνα Χριστοδούλου 5


“Να τραβήξουμε κουπί. Εντάξει. Μα μήπως πρέπει πρώτα να πετάξουμε κάποιους στη θάλασσα;” Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος Η εξαφάνιση μισθών και δικαιωμάτων είναι τόσο ραγδαία στις μέρες μας, που μας φάνηκε ότι η ενασχόληση με ένα θέατρο που δεν ανταποκρίνεται στο αίτημα των καιρών είναι αδιανόητη. Αυτό που εμφανίζεται ως μονόδρομος είναι μάχη, λοιπόν στην παρέα μας, τους Τσιριτσάντσουλες, νιώσαμε πως πρέπει να συμμετέχουμε κι εμείς με το μόνο όπλο που διαθέτουμε, τη σάτιρα. Καθίσαμε και γράψαμε επιθεωρησιακά νούμερα για το ξεπούλημα της χώρας, τη βίαιη μοίρα των μεταναστών, για άκαρδους παπάδες και αμετανόητους ψηφοφόρους μεγάλων κομμάτων, για τη νερώνεια απόλαυση της εξουσίας, την τραγική φάρσα των πολιτικών που όλο τουπέ και αέρα ξεπουλάνε το μέλλον μας, προσπαθώντας να τηρήσουμε πάντα μια λεπτή ισορροπία: ότι οι διαπιστώσεις μας στρέφονται εναντίον του ανθρωπάκου που στήριξε και στηρίζει την τρέχουσα αδικία, αλλά πρώτα και κύρια στρέφονται εναντίον των ισχυρών. Κουβεντιάζαμε στις πρόβες την επικαιρότητα και παρακολουθούσαμε τα γεγονότα άλλοτε να ξεπερνούν τη φαντασία μας, άλλοτε να επιβεβαιώνουν τις υπερβολές μας. Την ώρα που γραβατωμένοι εγκληματίες με λαμπερά πτυχία πασχίζουν να μας πείσουν ότι δεν υπάρχουν επιλογές, ότι τις αποφάσεις τις παίρνουν οι απρόσωποι αριθμοί, σε μια άλλη γειτονιά της γης ένας νεαρός αυτοπυρπολείται στην Τυνησία και ρίχνει τρεις δικτατορίες δεκαετιών, και μετράμε ακόμα πόσο μακριά θα φτάσουν οι συνέπειες. Με άλλα λόγια, κανείς, ποτέ δεν ξέρει πού θα οδηγηθούν τα πράγματα. Εμείς οι γελωτοποιοί θα γελάμε πικρά με τους αφέντες μας κρατώντας ζωντανή τη φλέβα της λαϊκής κωμωδίας, που ξέρει πως όταν ο Καραγκιόζης προσφωνεί τον πασά «πολυσιχαμένο» αντί για «πολυχρονεμένο», πριονίζει λίγο την καρέκλα του για την κρίσιμη ώρα. Καλή διασκέδαση! Τσιριτσάντσουλες Η τρόικα (Ελισσαίος Βλάχος, Μαρίνος Μουζάκης, Κωνσταντίνος Πουλής)

6


ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ Η περίοδος της μεγάλης ακμής της επιθεώρησης στην Ελλάδα είναι τα χρόνια 1907 με 1921. Το είδος μεταφέρθηκε, βέβαια, στον τόπο μας από την ευρωπαϊκή σκηνή στα 1894, αλλά η χρυσή του εποχή δεν αρχίζει παρά μόνο μετά την εμφάνιση του «Εδώ κι εκεί» στα 1905 ή, ακριβέστερα, μετά την εμφάνιση των ετήσιων επιθεωρήσεων «Παναθήναια» και «Κινηματογράφος» στα 1907 και 1908 αντίστοιχα. […] Τα δύο συγκροτήματα που άφησαν εποχή με τον ανελέητο ανταγωνισμό τους ήταν οι θίασοι της Μαρίκας Κοτοπούλη και της Κυβέλης.[…] Η Επιθεώρηση θα γινόταν το κυρίαρχο θεατρικό είδος στα χρόνια ανάμεσα στην Επανάσταση στο Γουδί και στη Μικρασιατική Καταστροφή και, όταν θα παράκμαζε και θα υποχωρούσε αργότερα, θα άφηνε το ελληνικό θέατρο από πολλές απόψεις σε διαφορετική κατάσταση απ’ ό,τι το παρέλαβε. Δεν πρέπει να μας παραξενεύει ότι ο Ξενόπουλος πέρασε ολόκληρη αυτή την περίοδο της ζωής του αρθρογραφώντας με πάθος κατά της Επιθεώρησης, ούτε ότι έβρισκε πρόθυμη επικουρία ανάμεσα στου υπόλοιπους «σοβαρούς» θεατρικούς συγγραφείς της εποχής. Κανένα, αλήθεια, θεατρικό είδος δεν πολεμήθηκε στην εποχή του μεσουρανήματός του με το μένος που πολεμήθηκε στη δεκαπενταετία πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή η Επιθεώρηση. Στον κατάλογο των κατηγόρων της συμπεριλαβαίνονται μερικά από τα πιο γνωστά ονόματα στον χώρο του θέατρου και της μουσικής: του Φώτου Πολίτη, του Παύλου Νιρβάνα, του Σπύρου Μελά, του Θεόδωρου Συναδινού, του Παντελή Χορν, του Μανώλη Καλομοίρη. Από μια μεριά, οι κατηγορίες και το πάθος της πολεμικής τους αποτελούν τις πιο απτές μαρτυρίες για την κολοσσιαία επιτυχία της Επιθεώρησης: φανερώνουν πως πραγματικά είχε καταφέρει να εκτοπίσει από την αθηναϊκή σκηνή, για ένα διάστημα, κάθε άλλο θεατρικό είδος. […] Ουσία της Επιθεώρησης αναγνωρίστηκε από την πρώτη στιγμή η επικαιρότητα. «Η επιθεώρησις είναι επίκαιρος, εν είδος εφημερίδος καθημερινής», είχε πει στα 1915 ο Γεώργιος Τσοκόπουλος. […] Στο 19ο αιώνα, βέβαια, καθώς επίσης και στην πρώτη δεκαετία του 20ου, ο ημεροδείκτης μετρούσε το χρόνο με ένα ρυθμό γενικά βραδύ. Επικαιρότητα λογαριαζόταν ό,τι είχε συμβεί μέσα στους τελευταίους δώδεκα μήνες και οι επιθεωρήσεις είχαν τη μορφή μιας σατιρικής ανακεφαλαίωσης των γεγονότων της δημόσιας ζωής ενός ολοκλήρου ημερολογιακού έτους. […] Από το 1908 και μετά, η λέξη «επικαιρότητα» αρχίζει να αποκτά κάπως διαφορετική έννοια για τους Αθηναίους, και η επιθεώρηση αναγκάζεται να προσαρμοστεί σ’ ένα ταχύτερο ρυθμό ζωής. Εισάγεται στην τυποποιημένη της φόρμα ένα νέο τμήμα, τα τετράστιχα ή δίστιχα, που έχει στόχο του ακριβώς τη στενότερη παρακολούθηση της 7


επικαιρότητας. Τα τετράστιχα είναι σατιρικές στροφές, που σχολιάζουν στη σειρά όλα τα τελευταία γεγονότα της δημόσιας ζωής και ανανεώνονται κατά πυκνά διαστήματα. Απαγγέλλονται μετωπικά προς το κοινό (ή τραγουδιούνται σε μια σταθερή για κάθε ετήσια επιθεώρηση μελωδία) από τον Κομπέρ ή από κάποιον ήρωα που έχει σχέση με τις ειδήσεις –από κάποιον εφημεριδοπώλη, ας πούμε, ή από κάποιον ρεπόρτερ. Από όλα τα επίκαιρα θέματα της ελληνικής δημόσιας ζωής, τα πολιτικά ήταν πάντα τα πιο ελκυστικά και ταυτόχρονα τα εκρηκτικότερα. […] Τα πολιτικά ζητήματα ήταν από τη φύση τους θέματα, πάνω στα οποία διχάζονταν οι γνώμες του κοινού. Τα ισχυρά αισθήματα που εμπνέανε στους οπαδούς των αντιμαχόμενων παρατάξεων έκαναν τη χρήση τους στη σκηνή έναν σίγουρο μαγνήτη για τις μάζες. Από την άλλη μεριά, όμως, την έκαναν και μια επικίνδυνη παγίδα για τους συγγραφείς και τους θιασάρχες που έβλεπαν πως, όπως κι αν χειρίζονταν το ζήτημα, ήταν σχεδόν αδύνατο να μην κακοκαρδίσουν τελικά τους μισούς από τους πελάτες τους. [...] Στις 22 Αυγούστου του 1931, κατά τη διάρκεια παράστασης της επιθεώρησης «Κατεργάρα» στο θέατρο «Περοκέ», οπαδοί του Βενιζέλου τράβηξαν περίστροφα και άρχισαν να πυροβολούν τον Βασίλη Αυλωνίτη που εκτελούσε εκείνη τη στιγμή το νούμερο «Κοσμογονία». Αποτέλεσμα των πυροβολισμών ήταν ο θάνατος του μηχανικού σκηνής Παναγιώτη Μωραΐτη. “Η αθηναϊκή επιθεώρηση”, εισαγωγή Θόδωρος Χατζηπανταζής, επ. Θ. Χατζηπανταζής, Λ. Μαράκα, εκδ. Εστία 2003.

8


ΚΟΜΠΕΡ 1 Λοιπόν, να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Εγώ κομπέρ στην παράσταση δεν κάνω. Επαναλαμβάνω, γιατί τουλάχιστον οι μισοί είστε ηλίθιοι, κομπέρ στην παράσταση δεν κάνω, να γίνω εγώ η Ρούλα Κορομηλά των Τσιριτσάντσουλων. Να σας πω γιατί σας κάλεσα: Έχω ένα πρόβλημα, ψυχιατρικής φύσεως. Δεν πάω τ’ άντερά μου. Δε μ’ αρέσει τίποτα. Κοιτάζω γύρω μου και, με μια γρήγορη ματιά, με ενοχλούν το κράτος και οι συμπολίτες μου, ο συνδικαλισμός και η αδιαφορία, οι φαρμακοβιομηχανίες και η ομοιοπαθητική, ο Σοπέν και ο Κότσιρας, είμαι αυτό που λένε μισάνθρωπος. Η κα��άστασή μου χειροτερεύει μέρα τη μέρα, γι’ αυτό η μόνη μου ελπίδα να αποφύγω την τρέλα είναι, σύμφωνα με τον ψυχολόγο μου και τη σύζυγό μου, να μαζεύω έναν ικανό αριθμό ακροατών κάθε βδομάδα και να τους βρίζω. Και επειδή οι άνθρωποι σήμερα είναι τόσο ηλίθιοι, με συγχωρείτε, είστε τόσο ηλίθιοι, που άμα ζητάς κάτι λένε όχι, γιατί σε περνάνε για ζητιάνο, ενώ άμα τους βάλεις να πληρώσουν λένε κι ευχαριστώ, είπα να βάλω εισιτήριο. Τι με κοιτάτε έτσι; Ανοίξτε τα πορτοφόλια σας, δώστε μου κάτι κι εμένα. Τα ψιλά; Ούτε ψιλά; Εσείς; Ε, βέβαια, όταν σου ζητάνε ψιλά στο δρόμο είσαι όλο τουπέ, λες κι είσαι η μεγάλη Αικατερίνη, κι όταν σε γδύνουν οι πολιτικοί λες κι ευχαριστώ και τους ξαναψηφίζεις. Καταλάβατε τώρα γιατί σας λέω ηλίθιους; Και δε μου λέτε; Εδώ πώς στο διάολο μου κουβαληθήκατε; Μια ζωή τις ίδιες φάτσες βλέπω, τη μάνα μου, τις θειάδες μου. Αλλά αφήστε, μη μου πείτε, σήμερα είπαμε ήθελα να βρίσω. Όχι να μιλήσουμε, ξέρετε, αυτά τα γλυκανάλατα, που μιλάει ο ένας και μετά μιλάει και ο άλλος, και περιμένεις να τελειώσει την παπάρα του για να μιλήσεις (μην ξεράσω τώρα), όχι, ήρθα να βρίσω. Στην επιθεώρηση δεν ήρθατε; Μήπως γράφει Ίψεν απέξω και δεν το πρόσεξα; Ο λάκκος με τα σκατά δε λέει; Λοιπόν έχετε δει που γελάει ο κόσμος με τις βρισιές; Γιατί; Γιατί το μπινελίκι είναι απελευθερωτικό. Άντε και γαμήσου! Καριόλα! Στηρίζεις όλα τα λαμόγια να σε κυβερνάνε και μετά σου φταίνε οι μετανάστες, ζώο! Ξέρεις πόσο καλύτερα νιώθω τώρα; 9


Να, μια φορά έπαιζα Ρουτζάντε στο θέατρο (Ποιος είναι ο Ρουτζάντε; Αυτός στον οποίον αφιέρωσε το Νόμπελ ο Ντάριο Φο, βρε καθιστέ βούβαλε! Ποιος είναι ο Ντάριο Φο δεν εξηγώ, όποιος το ξέρει.) και έλεγα: Γαμώ τη μάνα που τονε γέννησε ρε, τον Εβραίο, τον κωλόγερο, τον πούστη, τον γκαντέμη, το βρωμιάρη! Ξέρετε πώς γέλαγε ο κόσμος; Γέλαγε, γέλαγε, μούχαχα… τι; Καταπίεση, ε; Ξέρετε τι χρησιμεύει η ευπρέπεια; Για να αντικαθιστά την καλοσύνη! Γιατί άμα ο άλλος δεν είναι αρχίδι, του συγχωρείς την αγένεια. Εγώ παίζω δεκαπέντε χρόνια θέατρο με έναν συνεργάτη που κλάνει. Μπρόκολο τρώει, κλάνει, κρέας τρώει, κλάνει, τίποτα δεν τρώει, κλάνει. Γιατί τον ανεχόμαι, νομίζετε; Γιατί δεν είναι αρχίδι. Αντιθέτως ο υπουργός δεν μπορεί ποτέ να κλάσει ηχηρώς, με το ζόρι βγάζει τη γραβάτα. Γιατί; Διότι εκεί που υπάρχει αδικία, ο άλλος κρατιέται από την ευπρέπεια. Τον βρίζεις μέσα σου αλλά λες «καλημέρα κύριε υπουργέ, καλημέρα κύριε διευθυντά, καλημέρα κύριε γενικέ», κακή ψυχρή κι ανάποδη, ρε, τον καρκίνο να βγάλουν! Ξέρεις γιατί πέφτει τόση καλημέρα; Γιατί προστατεύεστε κι οι δύο, γιατί μία στιγμή αν ξαναγίνεις άνθρωπος, όχι ήρωας, άνθρωπος, θα τον δεις και θα πεις: Γαμώ τη μάνα που σε γέννησε ρε, κωλόγερε, πούστη, γκαντέμη, βρωμιάρη! Να σας πω κάτι; Πήγαμε πέρσι και παίξαμε θέατρο στις φύλακες ανηλίκων, συγγνώμη στο «Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα». Είδαμε ανήλικα παιδιά στη φυλακή γιατί πουλούσαν πειρατικά σιντί. Να το επαναλάβω, γιατί τουλάχιστον οι μισοί εδώ είστε ηλίθιοι: ανήλικα παιδιά στη φυλακή γιατί πουλούσαν πειρατικά σιντί! Την ίδια ώρα, μετά τις τεράστιες τυμπανοκρουσίες του Ειδικού Δικαστηρίου το 1989, που για πρώτη φορά συνεργάστηκε η αριστερά με τη δεξιά, προκειμένου να μην υπάρξει παραγραφή, και να οι τήβεννοι, και να τα γουνάκια, θυμάστε τι συνέβη; Οι κατηγορούμενοι απηλλάγησαν με απόφαση της Βουλής, τέσσερα χρόνια μετά. Αυτό δεν είναι βρισιά; Είπε ο άλλος ο τρόμπας ότι οι πρωθυπουργοί πάνε σπίτι τους, δεν πάνε φυλακή! Μπα; Αυτό δεν είναι βρισιά; Εφαρμόζεται στην πράξη για όλους τους πολιτικούς. Το χειρότερο που μπορεί να τους συμβεί είναι να αποκλειστούν για λίγο από το φαγοπότι. Α! Να προλάβω μία παρεξήγηση. Μη φανταστείτε ότι έχουμε έρθει όλοι εδώ για να βρίσουμε ενωμένοι τους υπουργούς! Όχι. Δεν είμαστε ενωμένοι. Δεν έχουμε τα ίδια συμφέροντα, δεν έχουμε τις ίδιες αξίες. Θυμάσαι που ζητωκραύγαζες για την Ολυμπιάδα του 2004; Που ένιωθες εθνική συγκίνηση επειδή διάφοροι Βαλκάνιοι (που κανονικά ο Έλλην περιφρονεί), τίγκα στα αναβολικά, βογκάγαν σηκώνοντας βάρη, την ώρα που σωριάζονταν τα πτώματα στα εργοτάξια; Εσύ δε ζητωκραύγαζες; Δε συγκινήθηκες; Δεν ένιωσες υπερήφανος; Δεν απαγορευόταν τότε να πούμε κακή κουβέντα για τον Παπαϊωάννου, τον Μακρυγιάννη της νεώτερης Ελλάδας; Εγώ δεν 10


ήμουνα μαλάκας και γκρινιάρης, ασυνάρεστος, που δε με χώραγε ο τόπος; Στραβόξυλο, ανευχαρίστητος; Φάε σκατά τώρα! Διότι τη ντόπα που σε τάισαν τότε, την πληρώνουμε μαζί. Ούτε που τολμάνε να πουν πόσο μπήκαμε μέσα: η τρύπα ξεπερνά επισήμως τα 10δις, μπορεί να πλησιάζει και τα 20, για να συγκινείσαι εσύ την ώρα που οι άλλοι πλούτιζαν με τη μαλακία σου. Μία ερώτηση να σου κάνω; Πόσο κορόιδο είσαι; Πόσο; Πώς νομίζεις ότι βουλιάξαμε; Δύσκολα και αγωνιώντας; Όχι. Βουλιάξαμε χαμογελώντας σαν ηλίθιοι. (Μουσική: «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», που καταλήγει trance πάνω πάντα στο γνωστό εμβατήριο με ένα καμπαρέ χορευτικό, μέχρι που μεταφερόμαστε στο πάρτυ της Βουλιαγμένης) ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ (Πάρτυ) ΤΡΕΛΟΣ: Σταματήστε! Κλείστε τη μουσική, σταματήστε, πρέπει να σας μιλήσω! ΝΤΙΝΑ:Τι; Ποιος είναι αυτός; ΤΡΕΛΟΣ: Η πόλη βουλιάζει! Δεν το βλέπετε ότι γέρνουμε; Είμαστε στο χείλος της αβύσσου! ΝΙΚΟΣ: Ποιας; Για κάντε ησυχία, λίγο. (σταματάνε τα όργανα) Τι θες πάλι; ΤΡΕΛΟΣ: Δεν το βλέπετε ότι γέρνουμε όλοι; ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Μα δε γέρνουμε. Έτσι περπατάμε εμείς. Πάλι τα ίδια. Κάποιος τον έστειλε να μας βρίσει! Σταματήστε πια τον πόλεμο! Παλιοζηλιάρηδες! ΤΡΕΛΟΣ: Μα γέρνουμε! (τράνταγμα) δεν το βλέπετε ότι γέρνουμε; Περιμένετε! (βγάζει αλφάδι από την τσάντα του) Ορίστε! Γέρνουμε! ΝΤΙΝΑ: Σώπα μωρέ, που ξέρεις εσύ! ΤΡΕΛΟΣ: Πήγαινα το πρωί στη δουλειά και συνάντησα ξαφνικά μια μάγισσα, με μακριά άσπρα μαλλιά και μαύρα ρούχα και, το χειρότερο, στην αρχή μού φάνηκε ότι έγερνε. Περίεργο, λέω, μια γριά που γέρνει! Ποιος ξέρει; Φαινόταν ανήσυχη, τη ρώτησα αν θέλει κάτι και μου είπε ότι δε θέλει τίποτα, αλλά πρέπει να μεταφέρω σε όλους το μήνυμα ότι η πόλη βουλιάζει και όλοι γέρνουμε. Και τότε μου έδωσε το χέρι της και με τράβηξε. Έτσι, 20εκ., και ξαφνικά θαύμα! Η μέση μου, το κεφάλι μου, σαν να ήρθαν πρώτη φορά στη θέση τους, σαν ό,τι είχα κάνει μέχρι τότε να ήταν λάθος. Τώρα πια έχω μια αποστολή! Πρέπει να πω στον κόσμο ότι… γέρνουμε. Δεν είναι φυσιολογικό αυτό! Ακούστε με! ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Εμένα με πονάει η μέση μου, είναι η αλήθεια. 11


ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Σκάσε, να πάρεις μεσουλίντ, προδότη, μίζερε! ΧΡΗΣΤΟΣ: Θέλει να μας κάνει να εγκαταλείψουμε την πόλη μας, είναι κατάσκοπος! ΣΟΝΙΑ: Κατάσκοπος! ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Θάνατος στις Κασσάνδρες! ΟΛΟΙ: Θάνατος! ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Όχι στην γκρίνια και τη μιζέρια! Εμπρός για τη νέα Βουλιαγμένη του αύριο. Να σωπάσουν οι Κασσάνδρες! ΣΟΝΙΑ: Κάτω οι Κασσάνδρες! ΟΛΟΙ: Κάτω! ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Φιμώστε τον! (Τράνταγμα πάλι, η πόλη πέφτει, φωνές. Είναι όλοι μέσα στο νερό. Κινούνται αργά. Η ζωή συνεχίζεται, δίπλα σε ψάρια, αστερίες και σκυλόψαρα.) ΝΙΚΟΣ: Τελικά είχε δίκιο ο δήμαρχος. Δεν έγινε τίποτα! ΝΤΙΝΑ: Η πόλη μας είναι τόσο ωραία που τώρα πετάνε και ψάρια στον αέρα. Ήρθαν για τον καθαρό αέρα! ΤΡΕΛΟΣ: Πνιγόμαστε, πνιγόμαστε, σε λίγο δε θα μπορούμε να ανασάνουμε! ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Δέστε τον! Φιμώστε τον! ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Μα κοίτα κίνηση! Χορός! Επιτέλους αφήνουμε πίσω μας το άχαρο περπάτημα. Περπατάμε απλώς λίγο πιο χαριτωμένα! Είναι η ευκαιρία μας! Ένα νέο ξεκίνημα. Η ουρά στην εφορία θα είναι σαν την κορυφή ενός κυπαρισσιού, που λικνίζεται στον αέρα! Ένας ηλικιωμένος κύριος που σηκώνει το χέρι να σταματήσει το λεωφορείο θα είναι σαν αετός, που ανοίγει τα φτερά του. Μια νέα αρχή! Γυρίζουμε σελίδα! Είναι η ώρα για τις μεγάλες αλλαγές! (Ξεκινάει πάλι το πάρτυ με το τραγούδι «πλατσούριζα».) ΤΡΑΓΟΥΔΙ: «Πλατσούριζα» ΤΡΕΛΟΣ: Πνιγόμαστε! Πλατσούριζα μες στα νερά Στα βράχια έκανα τσουλήθρες Και το κεφάλι βούταγα βαθιά Να κάνω μπουρμπουλήθρες Μα σαν επέρασε ο καιρός Ωχ! Δεν πρόσεξα ο φτωχός Πως τα νερά ήταν στάσιμα Και λασπωμένος ο βυθός Ζητάω βοήθεια απ’ τη στεριά Μήπως μου ρίξουνε σχοινιά, σανίδες 12


Μα ούτε φωνή ούτε λαλιά Ήτανε όλοι στα νερά και μην τους είδες Τώρα βουλιάζω για καλά Αχ! Σε λάσπες και σκατά Και τα γουρούνια σκέφτομαι Να βρω παρηγοριά (Ποίηση Ελ. Βλάχου) ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΤΡΕΛΑΘΗΚΕ Παρουσιάζουν ένας άνδρας και δύο γυναίκες. ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Aγαπητοί μας φίλοι, καλώς ήρθατε, βιλκόμεν, σαλαμαλέκουμ, φουνγινγκ! ΣΟΝΙΑ: Σας καλωσορίζουμε στη μεγαλύτερη έκθεση αρχαιοτήτων που έχει διοργανωθεί ποτέ στη χώρα μας. Διαλέξτε και ψωνίστε μέσα από όλη τη γκάμα της μακραίωνης πορείας του ελληνικού πολιτισμού από τα βάθη της αρχαιότητας ως σήμερα. ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Αγοράστε την ερωτική σας φωλίτσα εκεί όπου η Αφροδίτη κούναγε την ουρά της στον πονηρούλη Δία. ΣΟΝΙΑ: Χτίστε σε οικόπεδο με θέα που δεν θα εμποδίσει κανείς. (εικόνα Δελφών) ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Κάντε γνωριμίες με Έλληνες και Ελληνίδες που θα σας μείνουν αξέχαστοι. ΣΟΝΙΑ: Κάντε καινούργιους φίλους σε όλη την Ελλάδα! (Περνούν εικόνες από μουστακαλήδες Κρητικούς με στρινγκ και επιγραφές κωλάδικων: ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ.) ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Για ανοίξτε όλοι τώρα τα ντοσιέ σας στη σελίδα 1. Μαντείο των Δελφών! Ο ομφαλός της Γης, το μέρος όπου συναντήθηκαν οι δύο αετοί που ο Δίας έστειλε να βρουν το κέντρο της Γης. Εκεί που οι σοφοί αρχαίοι προσέτρεχαν για να μάθουν το μέλλον. ΛΑΜΟΓΙΟ: Θα σ’ το πω εγώ το μέλλον. Όποιος δεν βουτήξει να το πάρει αυτό το κομμάτι, το ‘χασε, του χρόνου εγώ θα σ’ το χω κάνει μηχανή που κόβει δολάρια! (Photoshop, μαντείο χτισμένο) Γιατί Ελλάδα, καλοί μου φίλοι, θα πει πολιτισμός. Ξέρεις τι θα πει να περπατάς εκεί που κατούραγε ο Αισχύλος; Οι Γερμανοί το πολύ να φτιάξετε κανά πανεπιστήμιο να τα μελετάτε αυτά, εμάς κυλάνε στο αίμα μας, εμείς είμαστε ο πολιτισμός. Πλάτων, Αριστοτέλης, Θουκυδίδης, Πλούταρχος, Φοίβος… ΓΕΡΜΑΝΟΣ: Φοίβος; ΚΙΝΕΖΟΣ: (τραγουδάει Φοίβο, που έχει σουξέ στην Κίνα) 13


ΛΑΜΟΓΙΟ: Α γεια σου! Εγώ για να καταλάβεις μεγάλωσα στην οδό Αριστοτέλους. Τώρα έχει γεμίσει αλβανοπακιστανούς εκεί, εδώ φίλε μου ανακαλύψαμε τη δημοκρατία! Ακούω, ποιος το θέλει το κομμάτι; Το αφεντικό τρελάθηκε! Όποιος το πάρει τώρα, αύριο φεύγω! ΑΡΑΒΑΣ: Παρακαλώ, πόσο απέχει η θάλασσα; Η παραλία; ΛΑΜΟΓΙΟ: Φέτος απέχει 45km. ΓΕΡΜΑΝΟΣ: Και με τους νόμους; Αυτά είναι εμπόδια. Μπορεί κάποιος να τα θυμηθεί σε μια δύσκολη στιγμή, την ώρα που θα έχουμε κάνει την επένδυση για να χτίσουμε. Θυμάστε τι χρωστάει το ελληνικό δημόσιο στη Ζίμενς; Τι θα κάνετε με όλα αυτά; Εμείς κάνουμε καθαρές δουλειές, δε μας αρέσουν οι αβεβαιότητες. Εσείς, λέει, έχετε Σύνταγμα, δημοκρατία, εργατική νομοθεσία. ΛΑΜΟΓΙΟ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ-ΣΟΝΙΑ: Τι; (γέλια διάχυτα) Σύνταγμα; Δημοκρατία; Νομοθεσία; Μπα σε καλό σου, τι διάβαζες; Καθημερινή; ΛΑΜΟΓΙΟ: Εντάξει, αυτά είναι αστεία. Μη μου στενοχωριέσαι εσύ! Έχεις μείνει πίσω. Εργατική νομοθεσία δεν έχουμε πια. Το ρυθμίσαμε. Θα διαπραγματεύεστε ελεύθερα με τους εργαζόμενους. Θα τους λέτε: «μωρή λουλού, τα θες τα 360 ή να σε στείλω στο διάολο και να πάρω άλλον;». Αυτό λέγεται «συμφωνία των κοινωνικών εταίρων»! ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Να περάσουμε στην επόμενη σελίδα: το κτίριο της Βουλής. (εικόνα Βουλής) Α, λοιπόν, το κτίριο της Βουλής είναι ανεκμετάλλευτο, επειδή τώρα τις υπογραφές τις βάζει ο υπουργός Οικονομικών, στη Βουλή δεν πατάει πια κανένας. Αφού έτσι κι αλλιώς τους βουλευτές δεν τους ρωτάνε, τα νομοσχέδια τούς τα φέρνουν έτοιμα να τα ψηφίσουν για λόγους «κομματικής πειθαρχίας», οπότε βαρέθηκαν κι αυτοί, λένε πού να τρέχω τώρα… Η τρόικα μάς λέει τι να κάνουμε, ο υπουργός Οικονομικών υπογράφει και ο πρωθυπουργός βγαίνει και διαβεβαιώνει ότι όλα πάνε καλά. ΛΑΜΟΓΙΟ: Τρεις και δύο πέντε. Πιο ευέλικτο σχήμα δεν είχαμε ποτέ! Ο κόσμος έχει βαρεθεί, λέει «αυτοί δεν κάνουν τίποτα, αποφάσεις δεν παίρνουνε, δεν πατάνε, τσεπώνουν 40 εκατομμύρια το χρόνο, κι άλλα τόσα οι συνταξιούχοι βουλευτές, τι τους πληρώνουμε;». Τρεις εκπομπές στο Σκάι θέλω και το ’χω κλείσει το μαγαζάκι, το βγάζουμε στο σφυρί, εγώ ξέρω τον πρόεδρο, κανονίζουμε και το αγοράζεις εσύ και σου κάνω δώρο και τους τσολιάδες απ’ έξω. Ξέρεις τι θα πει αυτό; Ελλάδα, η χώρα της δημοκρατίας. ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Στήνεις μια έκθεση με θέμα «Ελλάδα, 2.500 χρόνια δημοκρατίας»… ΛΑΜΟΓΙΟ: Και θα χεστούμε στο τάληρο, στο γιουάν. Θα φωτογραφίζονται οι τουρίστες και θα δίνουμε και ένα αρχαίο δώρο! Γιατί Ελλάδα θα πει πολιτισμός, ξέρει ο Τούρκος από πολιτισμό; Εδώ μιλάμε για παράδοση με αρχίδια! Θα βγάζουμε τους τουρίστες για ξενάγηση στον Άρειο Πάγο και θα 14


τους φεύγει το σκατό στην κάλτσα! ΞΕΝΟΙ, ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Καταπληκτικό! (σε γκράμελοτ, στις γλώσσες τους) ΓΕΡΜΑΝΟΣ: Και δεν θα υπάρχουν εμπόδια; Έχουμε ακούσει ότι οι Έλληνες είναι δύστροποι, δε συνεργάζονται, κλείνουν τους δρόμους, βρίζουν το Κοινοβούλιο, την Αστυνομία. ΛΑΜΟΓΙΟ: Όχι, ρε παιδιά, μην ακούτε, αυτά τα λένε οι αναρχικοί, για να διώξουν τις επενδύσεις. Εμάς ο κόσμος μάς ψηφίζει. Λένε, λένε, λένε, αλλά την κρίσιμη ώρα τσακ!, μας το ρίχνουν το ψηφαλάκι, μη μου σκάτε! Εδώ είναι παράδεισος. ΣΟΝΙΑ: Paradise! ΛΑΜΟΓΙΟ: Να, αυτή η κοπελίτσα σου αρέσει; Σόνια! Έλα εδώ μωρή! ΣΟΝΙΑ: Εσύ θα κάνεις επενδύσεις; Αχ, τι γλυκό αγόρι είναι αυτό, και με τι μεγάλο πορτοφόλι! Πού θα επενδύσει το μωρό μου; Τι θέλει; Να του δώσουμε ένα νησάκι; Να του δώσουμε ένα αεροδρόμιο; Συγκοινωνίες; Υγεία; Τι θέλει το μωρό μου; ΚΙΝΕΖΟΣ: Σαμπάνια. Δε θα φέρετε λίγη σαμπάνια; ΣΟΝΙΑ: Σαμπάνια στο μωρό μου! ΑΡΑΒΑΣ: Πολύ μιλήσαμε για δουλειές. Μουσίκα! Δεν έχει μουσίκα; ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Μουσική! Η Ελλάδα που ξέραμε μέχρι χθες ήταν η Ελλάδα του Καραϊσκάκη, του Κανάρη, του Μιαούλη, που ήξερε να βάζει φωτιά με το μπουρλότο και να βροντοφωνάζει «να πώς με λένε εμένανε!». Η σημερινή Ελλάδα συνδυάζει τη λιονταρίσια καρδιά του Έλληνα, με τη λεπτή χάρη του Ευρωπαίου. Θα δείτε πώς το παραδοσιακό τσαρούχι βαράει με την ελαφράδα των μουσικών ελίτ της Ευρώπης, πώς παίρνει το παλιό και αφομοιώνει το καινούργιο. (Χορος Τσαμικόφσκι) ΑΜΛΕΤ Μόνος, έμεινα μόνος. Μα τι ρεμάλι είμαι, είμαι δούλος … Δεν είναι τρομερό, αυτός εδώ ο ηθοποιός για ένα παραμύθι, ένα όνειρο, την κονόμα, καταφέρνει να κάνει το πρόσωπό του ελκυστικό, να ιδρώνει και να πείθει πραγματικά για την ανάγκη να ξεπουληθεί όλος ο δημόσιος πλούτος, να σαγηνεύει έτσι εύκολα τους επενδυτές; Δηλαδή, αν είχε πάθει αυτά που έπαθα εγώ, θα έπνιγε τη σκηνή στο δάκρυ, θα τρύπαγε τ’ αυτιά μας με τρομερά λόγια, θα τρέλαινε τους ενόχους, με μια του λέξη ο βασιλιάς θα κοκκίνιζε, θα έβγαζε το στέμμα και θα το πέταγε από το παράθυρο του παλατιού του, ο αντιβασιλέας θα κλεινόταν σε μοναστήρι. Κι εγώ, ένας νωχελικός βλάκας, χάσκω τριγύρω σαν ονειροπαρμένος. Είμαι δειλός; Ή δεν είμαι; Ποιος είναι αυτός που μου χτυπάει 15


το κεφάλι, μου τραβάει τις τρίχες απ’ τα γένια μου, και τις φυσάει στα μούτρα μου, μου τραβάει τη μύτη, με λέει ψεύτη, κατουράει στο ποτήρι μου, φτύνει στο μάτι μου, στρίβει τη ρώγα της γιαγιάς μου και βάζει μέλι στις παντόφλες της ξαδέρφης μου και μύγες στο φαΐ μου, ποιος τα κάνει όλα αυτά; Κι όμως, φαίνεται ότι μου αξίζει. Προδότη, αχρείε, άκαρδε, μιαρέ, κτήνος, αχρείε! Μα τι γομάρι είμαι… κοίτα εδώ ανδρεία… Παιδί μιας κατασυκοφαντημένης οικογένειας, με άδειο πορτοφόλι, άνεργος, να με κοροϊδεύουν στα μούτρα μου, να μου τρώνε το ψωμί τόσα χρόνια, χτίζοντας βίλες με τον ιδρώτα μου, και μετά να μου λένε ότι φταίω εγώ και ότι τα φάγαμε παρέα, να φτιάχνουν επιτροπές για να δικάσουν τους διεφθαρμένους και να αθωώνει ο ένας απατεώνας τον άλλον, κανείς συμπολίτης μου να μη νοιάζεται τον διπλανό του, ηλίθιοι να γλείφουν την εξουσία και να βρίσκονται μονίμως στον δρόμο μου, ο νόμος να κυνηγάει μόνο τον αδύνατο, να σκοτώνονται και να βασανίζονται άνθρωποι και να μην ιδρώνει το αυτί κανενός, Ουρανός και Άδης να με σπρώχνουν στην εκδίκηση, κι εγώ να ξεθυμαίνω με λόγια, σαν το πορνίδιο. Να ζει κανείς ή να μη ζει; Αυτή είναι η ερώτηση. ΦΩΝΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ: Κι άλλες πολλές (Ξεκινάει μουσική μιούζικαλ με ατμόσφαιρα παρωδίας θρίλερ.) ΤΡΑΓΟΥΔΙ: «Διλήμματα» Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα; Αλλάζουμε ή βουλιάζουμε; Πα.σο.κ. ή χρεοκοπία; Δημοκρατική ή αριστερά Σταθερότητα ή εκλογές; Κόκα ή πέπσι; Παναθηναϊκός ή Ολυμπιακός; Έντεχνο ή σκυλοπόπ; Ακριβά βιολογικά ή φτηνιάρικα μεταλλαγμένα; Ελευθερία ή θάνατος; Πρέζα ή τηλεόραση; Οικολόγοι ή πράσινοι; Μητσοτάκη ή Μπακογιάννη; Παθητική αντίσταση ή ένοπλη εξέγερση; ΑΜΛΕΤ: Να ζει κανείς ή να μη ζει; (Ποίηση: Μαρίνου Μουζάκη) (Ο Άμλετ βγάζει το ξίφος του και αυτοκτονεί) 16


Ακούγονται καμπάνες και πενθώντας μπαίνει ο θίασος. Με μια ψαλμωδία και θρήνο τον παίρνουν και με πομπή τον θάβουν. Μπαίνει ο Παπάς και ενώ οι άλλοι φεύγουν, φωνάζοντας «αθάνατος» κατασυγκινημένοι, μένει με τον υπηρέτη και αρχίζει το επόμενο νούμερο. Ο ΠΑΠΑΣ ΠΑΠΑΣ: (Ψάλλει) Τον Κύριον υμνείτε και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας. Τι ωραία που ψέλνω ο πούστης. (στον υπηρέτη) Που είσαι εσύ ρε κοπρίτη; Φέρε μου το εγκόλπιο. Και το άλλο. Όχι αυτό ρε άχρηστε σε δεξίωση πάω, όχι σε όργιο ηγουμένων. Το καλό. Ωραία, τον εγκόλπιο σταυρό τώρα. Παναγία παρθένα τι βάρος τραβάω κι εγώ με όλο αυτό το χρυσάφι πάνω μου. Καλύτερα στο Γολγοθά με τον ξύλινο σταυρό παρά με όλο αυτό το βάρος στο λαιμό. Χα, χα, χα… λέω και νοστιμιές η κουφάλα. Άντε τι κάθεσαι σαν το χάνο. Τα δακτυλίδια. Τη μίτρα. Δε σου έχω πει ότι με αυτή τη μίτρα με πιάνει φαγούρα; Την άλλη, την ολόχρυση. Το επιρριπτάριο τώρα. Όχι αυτό, με ζεσταίνει. Θες να ιδρώσω και να πάθω καμιά ψύξη; Γαϊδούρι. Το άλλο με τους χρυσοκέντητους σταυρούς. Και πιο ελαφρύ είναι και πιο σικ. Φέρε και τη ράβδο τώρα. Ρε γαμώ τη μάνα σου την αραπίνα, αυτή είναι για να σε βαράω. Την άλλη θέλω τη ποιμαντορική. Έχω κάτι πρόβατα να σαλαγήσω. Χα, χα, χα… ρέντα έχω απόψε ο καριόλης. Άντε να κουνηθείς τώρα με όλο αυτό το βάρος. Α, ρε Ιησού τι τραβάω για να σε υπηρετώ. Πήγαινε τώρα να φέρεις τη λιμουζίνα. Αν αργήσω στη δεξίωση που κάνει η Σπίθα του Μίκη και χάσω τη μάσα θα μου το πληρώσεις ακριβά γαμώ το μουν… ωχ, πελάτης. Περίμενε κάτω γιατί έχω μια εξομολόγηση να κάνω. (Ο υπηρέτης κάνει σκαμνάκι να κάτσει ο παπάς, μπαίνει ο εύπιστος πολίτης) ΕΥΠΙΣΤΟΣ: Αμάρτησα πάτερ. ΠΑΠΑΣ: Τι συμβαίνει τέκνον μου; Πες μου να ελαφρύνεις την ψυχή σου. ΕΥΠΙΣΤΟΣ: Δεν έκανα όσα μπορούσα για την πατρίδα μου. ΠΑΠΑΣ: Τι εννοείς; Δεν έδωσες τους μισθούς σου; ΕΥΠΙΣΤΟΣ: Όχι, προς Θεού. Και τους μισθούς μου τους έδωσα, και τη δουλειά μου την έχασα, και στο λογαριασμό για το χρέος κατέθεσα, και δενδροφυτεύσεις κάνω με τον Σκάϊ, και την αστυνομία αγαπώ και είμαι έτοιμος να καταδώσω όποιον κι αν θεωρήσω ύποπτο. ΠΑΠΑΣ: Ε, λοιπόν; ΕΥΠΙΣΤΟΣ: Να… δηλαδή… πώς να το πω… ΠΑΠΑΣ: Πες το όμως τέκνον μου, έχουμε και δουλειές. 17


ΕΥΠΙΣΤΟΣ: Μου μπήκανε ιδέες, πάτερ. ΠΑΠΑΣ: Τι ιδέες, παιδί μου; ΕΥΠΙΣΤΟΣ: Να, μερικές φορές σκέφτομαι πως είναι άδικο εγώ να πεινάω και οι τράπεζες να θησαυρίζουνε. Εγώ να κινδυνεύω να χάσω το σπίτι από τα δάνεια και οι μεγάλες εταιρείες να βγάζουνε 15δις κέρδος την προηγούμενη χρονιά, αφορολόγητο. Μέχρι και για την εκκλησία έκανα κάποιες κακές σκέψεις. ΠΑΠΑΣ: Αυτό είναι σοβαρό. ΕΥΠΙΣΤΟΣ: Ναι, πάτερ, το ξέρω, γι’ αυτό ήρθα να εξομολογηθώ. Πέρασε από το μυαλό μου πως θα ήταν πιο εύκολο να ξεπεράσουμε τη δύσκολη αυτή στιγμή αν το κράτος σταμάταγε να πληρώνει τους ιερωμένους, να χρυσοπληρώνει τις «φιλανθρωπίες» της εκκλησίας και η εκκλησία έδινε στον κόσμο όλον αυτό τον πλούτο που κατέχει. ΠΑΠΑΣ: Αυτές οι σκέψεις είναι σατανικές και θα πρέπει αμέσως να μετανοήσεις. Τι είναι παιδί μου, γιατί σφίγγεσαι; Έχει κι άλλο; ΕΥΠΙΣΤΟΣ: Δυστυχώς, πάτερ. Αισθάνομαι άσχημα που βλέπω χριστιανούς με σταυρούς κι ελληνικές σημαίες να ξυλοκοπούν και να κακομεταχειρίζονται μετανάστες επειδή είναι αλλόθρησκοι. Ο Θεός άλλωστε δεν είπε «αγάπα τον πλησίον σου»; Ο χριστιανισμός δεν είναι η θρησκεία της αγάπης; ΠΑΠΑΣ: Εσύ, παιδί μου, αν συνεχίσεις έτσι, πας γραμμή για την κόλαση. Αυτοί οι μουσουλμάνοι και οι μαύροι δεν ήταν πλησίον μας. Γίνανε με το έτσι θέλω. Δεν τους φώναξε κανείς να τους πει: «ε, εσείς, ελάτε να γίνουμε πλησίον, ελάτε να μας φάτε τις δουλειές, να μας τινάξετε την οικονομία στον αέρα, να μας μαγαρίσετε τις κόρες!». Αυτοί είναι εχθροί της θρησκείας και του έθνους μας. Πρέπει να τους πολεμήσουμε μέχρις εσχάτων. Ο χριστιανισμός τέκνον μου είναι η θρησκεία της αγάπης για τον πλησίον όπως είπες. Δηλαδή για τον Έλληνα, τον ορθόδοξο. Τους άλλους του γαμ… εεέ, πρέπει να τους εξαφανίσουμε, τέλος πάντων. ΕΥΠΙΣΤΟΣ: Και οι Έλληνες που δεν είναι χριστιανοί; ΠΑΠΑΣ: Εσύ θα με σκάσεις. Κάτι τέτοιοι σαν κι εσένα μας έφεραν σε αυτήν την κατάσταση. Που βάλανε μέσα στη χώρα μας τους βάρβαρους και που θέλουνε να φτιάξουν και τζαμί στο κέντρο της Αθήνας. Ρε άντε και… εεέ, α, να χαθείς θέλω να πω, που αντί να κοιτάτε την κατάντια της δημοκρατίας σας, θέλετε να πληρώσει και η εκκλησία. ΕΥΠΙΣΤΟΣ: Όχι, πάτερ. Εγώ είμαι ένας φιλήσυχος πολίτης, χριστιανός ορθόδοξος και πατριώτης. Τα λόγια σου μου έδειξαν το φως, γιατί μπορώ και πάλι να δω την αλήθεια. Σ’ ευχαριστώ άγιε πατέρα. Ο εξαποδώ με παρέσυρε. Τι να κάνω, πάτερ, για να εξιλεωθώ; ΠΑΠΑΣ: Σαράντα μετάνοιες τη μέρα και νηστεία για τρεις μήνες. Να μη 18


χάσεις ούτε ένα από τα κηρύγματά μου από δω και πέρα και να μισείς τους μετανάστες τους αναρχικούς και τους άθεους. Για σιγουριά μπορείς να πας εθελοντής σε κανά πατριωτικό εθνικιστικό τάγμα εφόδου και φυσικά να αγαπάς τη σημαία, το στρατό, την αστυνομία και τον Μίκη Θεοδωράκη που, σαν αριστερο-δεξιός που είναι, ενώνει όλους τους Έλληνες. Ίσως τότε να συχωρεθείς. ΕΥΠΙΣΤΟΣ: Ευχαριστώ, πάτερ, θα ακολουθήσω τις συμβουλές σου. Ο Θεός να σε έχει καλά. ΔΕΛΤΙΟ ΑΝΤΙΠΛΗΡΟΦΗΣΗΣ ΕΝΑ ΤΣΙΓΑΡΟ ΤΡΟΜΟΣ

*** (Το κείμενο του Δελτίου Αντιπληροφόρησης και της σειράς « Ένα τσιγάρο τρόμος» ανανεώνεται κάθε βδομάδα. Μπορείτε να τα παρακολουθήσετε στην ιστοσελίδα μας www.tsiritsantsoules.gr)

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ - ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΚΟΜΠΕΡ 2 Περπάταγα μια φορά στο πεδίο του Άρεως, την ώρα που είχε προεκλογική συγκέντρωση το ΠΑΣΟΚ. Δεν έφταιγα, εκεί μένω. Κοίταζα γύρω μου τις φάτσες και ήθελα να αρχίσω τα χαστούκια. Όλο κάτι καθημερινοί άνθρωποι, κλασικοί αθώοι: Πουκαμισάκι, γυαλάκια, προφίλ ουδέτερου πολίτη, δηλαδή ο λάκκος με τα σκατά. Διότι καθώς τους κοίταζα όλους αυτούς είχα μια αποκαλυπτική εμπειρία. Βρίσκονται εκεί όχι γιατί κάτι θέλουν να κάνουν, από ενθουσιασμό ή συγκίνηση, τόση αφέλεια δεν υπάρχει πια, αλλά διότι με την κομματική τους ταυτότητα, με την κομματική σας ταυτότητα, θα ανταλλάξετε μια αδικία που θα γίνει εις βάρος μου. Ψάχνω εγώ για δουλειά, ψάχνεις κι εσύ, και τη δουλειά την παίρνεις εσύ γιατί βάσταγες το σημαιάκι. Δεν είμαστε εχθροί; Ορκισμένοι! Παριστάνεις τον Πασόκο για να μου τρως το ψωμί. Ξέρετε ποιο είναι το πρόβλημα με την κρίση; Ότι ξαφνικά έγινε τόσο της μόδας να μας κατηγορούν οι κλέφτες που δεν τους δείραμε, ώστε δεν μπορώ να σας βρίζω με την καρδιά μου. Γιατί έρχεται ο άλλος και σου λέει «φταίμε όλοι». Κι εγώ που έτρωγα, κι εσείς που με θαυμάζατε. Δε με θαυμάζατε; Ε... Ορίστε! Μα δεν τα φάγαμε μαζί… Ναι αλλά δεν είπες τίποτε; Είπες; Δεν τα φάγαμε μαζί! Ας ξεκαθαρίσουμε λίγο τους λογαριασμούς μας. Όταν εγώ σε ψηφίζω και εσύ αναλαμβάνεις ένα αξίωμα, η καρέκλα όπου απιθώνεις την κωλάρα σου συνεπάγεται ιερή ευθύνη. Αυτό σημαίνει ότι δεν 19


είσαι πέντε χρονών, να πετάς το μπαλάκι απέναντι. Αφού παραδέχεσαι ότι συμμετείχες στη διαφθορά, πρώτα πας φυλακή και μετά συζητάμε. Λοιπόν, δεν τα φάγαμε μαζί! Δεύτερον: Αν ισχυρίζεσαι ότι ο ψηφοφόρος σε εκβιάζει γιατί αλλιώς δε σε ψηφίζει, την ώρα που εσύ τον εκβιάζεις για να βρει μια δουλειά, προφανώς οι δύο πόλοι είναι άνισοι, διότι για τον ψηφοφόρο, από το διεφθαρμένο σύστημα εξαρτάται το ψωμί του, ενώ για σένα η καρέκλα. Λοιπόν να σ’ το πω καθαρά να το καταλάβεις: να μην επανεκλεγείς, βρε μπουνταλά! Είναι δυνατόν τριάντα χρόνια να μη λύνεις κανένα πρόβλημα, ούτε το ασφαλιστικό, ούτε τις προβληματικές, ούτε τη διαφθορά στην υγεία, επειδή φοβάσαι ότι δε θα επανεκλεγείς; Έχεις μούτρα να το λες αυτό, ότι δεν έκανες τίποτα από φόβο ότι δε θα επανεκλεγείς; Να! (δείχνει τους όρχεις του με τη χαρακτηριστική χειρονομία) Δανειζόσουνα και μας έλεγες ψέματα για το έλλειμμα; Εγώ κατάρτιζα προϋπολογισμό και κορόιδευα, ρε; Εγώ έλεγα ψέματα για το έλλειμμα, για να κάνω ρουσφέτια με τα δανεικά; Εσύ έλεγες! Άρα δεν τα φάγαμε μαζί! Και τρίτον: μη συγχέεις, κτήνος, το σύνολο των Ελλήνων με την κομματική σου πελατεία. Εγώ όχι μόνο δεν ήμουν αργόμισθος, απ’ αυτούς που τσιμπάνε τα 70 χιλιάρικα τον χρόνο για να ξύνουν τα παπάρια τους με την τσουγγράνα. Εμένα μια ζωή με πολεμήσανε τα κομματόσκυλά σου στη δουλειά γιατί δεν ήμουν στην Κλαδική. Δηλαδή όχι μόνο δεν τα φάγαμε μαζί, έχεζες στο πιάτο μου επειδή δεν ήμουν στη συμμορία σας, αλλά δεν ήμουνα ρε (ξεφεύγει), δεν τα φάγαμε μαζί, δεν τα φάγαμε μαζί, δεν τα φάγαμε μαζί! Κωλόγερε, πούστη, γκαντέμη, βρωμιάρη! (τον ηρεμούν) Εντάξει, εντάξει. Ελπίζω όλοι αυτοί να πάνε φυλακή. Να σας πω όμως γιατί δεν θα πάνε; Γιατί είστε ηλίθιοι. Γιατί τους λατρεύετε, τους αγαπάτε, τους παρακαλάτε, τους σέβεστε, τους γλείφετε, και γενικώς σας αξίζουν.

20


ΤΟΥΣ ΨΗΦΙΣΑ ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Άνοιξε ρε την τηλεόραση. Γρήγορα, σε λίγο θα βγούνε τα exitpoll. ΧΡΗΣΤΟΣ: Τώρα, μωρέ! Τι βιάζεσαι; ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Θέλω να δω την πανωλεθρία τους. Να τους δω στα πάνελ με κατεβασμένα μούτρα. ΝΤΙΝΑ: Ναι, πλάκα θα ’χε, δεν λέω. ΣΟΝΙΑ: Αλλά μην είσαι και σίγουρος πάντως. ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Τι λέτε, ρε παιδιά; Πλάκα κάνετε; Πώς να μην είμαι σίγουρος; ΝΤΙΝΑ: Ε, υπήρχαν και πολλοί αναποφάσιστοι. ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Ρε! Κόφτε το ρε! Υπό το μηδέν θα είναι. Πατατράκ στο Μπερναμπέου. ΧΡΗΣΤΟΣ: Ποτέ δεν είσαι σίγουρος. ΝΤΙΝΑ: Δεν θυμάσαι το 2000; ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Ώπα, ρε παιδιά! Ώπα! Πάρτε παράδειγμα εμάς. Είμαστε ένας μέσος όρος της ελληνικής κοινωνίας; ΣΟΝΙΑ: Ναι. ΝΤΙΝΑ: Είμαστε. Δεν είμαστε; ΧΡΗΣΤΟΣ: Είμαστε, είμαστε. ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Ωραία. Εμείς που τους έχουμε στηρίξει κατ’ επανάληψη, δεν αποφασίσαμε να τους μαυρίσουμε; Σε κάθε κουβέντα, με φίλους, με γνωστούς, δεν καταλήγαμε όλοι στο ίδιο συμπέρασμα; Μαύρο. Δεν είπαμε ότι δεν θα τους ξαναψηφίσουμε; ΧΡΗΣΤΟΣ: Το είπαμε. ΝΤΙΝΑ: Ναι. ΣΟΝΙΑ: Ναι. ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Τους ψηφίσαμε; ΣΟΝΙΑ: Τους ψηφίσαμε. ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Ωραία! Τι; Τι λες τώρα μωρέ; Έλα μη μου κόβεις τώρα τον ειρμό μου. Κάτσε, σοβαρά μιλάς; Τους ψήφισες; ΣΟΝΙΑ: Τους ψήφισα. ΧΡΗΣΤΟΣ: Τους ψήφισε. ΝΤΙΝΑ: Έτσι φαίνεται. ΣΟΝΙΑ: Ναι, ρε! Μην με κοιτάς έτσι. Τους ψήφισα. Έγκλημα έκανα; Δημοκρατία δεν έχουμε; ΝΤΙΝΑ: Ναι, σίγουρα. ΧΡΗΣΤΟΣ: Ο καθένας αποφασίζει ελεύθερα. ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Τι λέτε ρε; Δημοκρατία είναι να βγαίνουν συνέχεια οι ίδιοι; Γιατί 21


ρε; Πως; ΣΟΝΙΑ: Τι πως; Δεν έβγαινε κάτι άλλο. Δεν υπάρχει κάτι της προκοπής. Αν δεν βγουν αυτοί θα βγουν οι άλλοι. Κι από τους άλλους προτιμώ αυτούς. ΧΡΗΣΤΟΣ: Κι εγώ τους προτιμώ. ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Έστω, αλλά δεν τους ψήφισες. ΧΡΗΣΤΟΣ: Τους ψήφισα. ΝΤΙΝΑ: Κι αυτός τους ψήφισε. ΣΟΝΙΑ: Βλέπεις; Τους ψήφισε. ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Θα τρελαθώ, τον αντίθεό μου, εδώ μέσα! Τι λέτε ρε; Τι κάνετε; Την Πέμπτη δεν τα συζητάγαμε; ΧΡΗΣΤΟΣ: Την Πέμπτη. Πριν τέσσερις μέρες. ΝΤΙΝΑ: Τρεις. ΣΟΝΙΑ: Το ξανασκέφτηκα. ΧΡΗΣΤΟΣ: Κι εγώ το ξανασκέφτηκα. Είπα, δεν μπορεί να είναι τόσο ξεπουλημένοι. ΣΟΝΙΑ: Δεν μπορεί σε ένα ολόκληρο ιστορικό κόμμα να μην υπάρχουν έντιμοι άνθρωποι. ΧΡΗΣΤΟΣ: Δεν μπορεί όλα τα μέσα ενημέρωσης να τους κάνουνε απλώς πλάτες. ΣΟΝΙΑ: Δεν μπορεί να γίνονται τόσο δυσάρεστοι στο λαό, άμα έχουν άλλη επιλογή. ΧΡΗΣΤΟΣ: Άμα υπήρχε άλλη επιλογή, κάποιος θα την έλεγε. ΣΟΝΙΑ: Αλλά κανείς δεν προτείνει μια σαφή λύση. ΧΡΗΣΤΟΣ: Όλο μισόλογα. ΣΟΝΙΑ: Όλο αοριστίες. ΝΤΙΝΑ: Βρε παιδιά, κι εγώ τα ίδια είπα! ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Πες μου τώρα ότι και τους ψήφισες και συ. ΝΤΙΝΑ: Τους ψήφισα. ΣΟΝΙΑ: Τους ψήφισε. ΧΡΗΣΤΟΣ: Και δεν ήμασταν συνεννοημένοι. ΣΟΝΙΑ: Και καταλήξαμε στο ίδιο. ΝΤΙΝΑ: Αυθορμήτως. ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Τι λέτε ρε; Ρε, αν με δουλεύετε, κόφτε το, ρε. Δεν είναι πλάκα αυτή. ΧΡΗΣΤΟΣ: Δεν σου κάνουμε πλάκα. ΝΤΙΝΑ: Όχι πλάκα. ΣΟΝΙΑ: Ήταν η λιγότερο κακή επιλογή. ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Δεν λέγαμε ρε, να μας κοπεί το χέρι, αν άλλη φορά… ΣΟΝΙΑ: Την Πέμπτη. 22


ΧΡΗΣΤΟΣ: Πριν τέσσερις μέρες. ΝΤΙΝΑ: Τρεις. ΣΟΝΙΑ: Αφού είχαμε αδειάσει δέκα καραφάκια τσίπουρο. ΧΡΗΣΤΟΣ: Στην ταβέρνα. ΝΤΙΝΑ: Στον κυρ Μάνθο. ΧΡΗΣΤΟΣ: Άλλο η ταβέρνα. ΝΤΙΝΑ: Ο κυρ Μάνθος. ΣΟΝΙΑ: Κι άλλο το παραβάν. ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Τι να πω ρε; Είστε οι φίλοι μου εσείς; ΧΡΗΣΤΟΣ: Οι φίλοι σου είμαστε. ΣΟΝΙΑ: Είμαστε. ΝΤΙΝΑ: Ισχύς εν τη ενώσει. ΣΟΝΙΑ: Κι ότι είπαμε, μεταξύ μας. ΣΟΝΙΑ: Κανείς δεν θα μάθει πως δεν τους ψήφισες. ΧΡΗΣΤΟΣ: Φίλοι. ΝΤΙΝΑ: Όλοι για έναν και ένας για όλους. ΣΟΝΙΑ: Άντε θα την ανοίξουμε; ΧΡΗΣΤΟΣ: Ναι, ναι. Τώρα θα έχουν ανακοινωθεί. ΝΤΙΝΑ: Πάω να ανοίξω και τα παράθυρα, να ακούμε τις κόρνες. ΧΡΗΣΤΟΣ: Ώπα! Μήνυμα από τον Πέτρο. ΣΟΝΙΑ: Τι λέει; ΝΤΙΝΑ: Ο Πέτρος θα ξέρει. ΧΡΗΣΤΟΣ: Πρώτοι! Πρώτοι και με διαφορά! ΤΡΑΓΟΥΔΙ: «Kakomoira Adriana» Ήρθε πρώτο. Ήρθε πρώτο το κόμμα που αγαπάμε. Είναι κούκλος, είναι γάτος Πολιτικός γαμάτος. Φίλησέ του το χεράκι Στήσε και κωλαράκι Πρόσεχε μη βγουν οι άλλοι τους ίδιους ψήφισε πάλι (Ποίηση Κωνσταντίνου Πουλή)

23


ΤΟ ΝΟΜΙΜΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αξιότιμα μέλη της εξεταστικής επιτροπής, η αρχαία Θέμις μιλάει με το στόμα μας, σκέφτεται με το μυαλό μας, υπογράφει με το χέρι μας. Σε μας έλαχε το βαρύ χρέος να περισώσουμε την τιμή της δικαιοσύνης. Ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αλλά αγαπάει και τον νοικοκύρη. ΛΑΜΟΓΙΟ: (μπαίνει στην αίθουσα) Καλημέρα σε όλους, ρε ψυχή, τι, έτσι κάνουν οι φίλοι; ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Η Θέμις, κρατεί τον ζυγό αλλά και τον πέλεκυ της δικαιοσύνης, αλάνθαστο μέτρο της ευθυδικίας. Να προσέλθει ο κατηγορούμενος. ΛΑΜΟΓΙΟ: Προσήλθε, προσήλθε, ήρθα λίγο νωρίτερα, γιατί έχω να προλάβω αεροπλάνο και βιάζομαι. ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αρχίζουν οι εργασίες της επιτροπής. Κύριοι συνάδελφοι; ΔΙΚΑΣΤΗΣ Α΄: Ένα πράγμα θέλω να ρωτήσω εγώ. ΛΑΜΟΓΙΟ: Ρώτα ντε, γιατί είμαι εγώ εδώ; ΔΙΚΑΣΤΗΣ Α΄: Αυτό με τις ανταλλαγές. ΛΑΜΟΓΙΟ: Μάλιστα. ΔΙΚΑΣΤΗΣ Α΄: Πώς το σκέφτηκες; Μιλάμε για… πώς το σκέφτηκες; ΛΑΜΟΓΙΟ: Όχι, όχι εγώ. Ο γιος μου. Έχει λίγα χρόνια που κρατάει το μαγαζί, αλλά το παιδί έχει ταλέντο. ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ο γιος σας εμπνεύστηκε την απάτη με τις ανταλλαγές; ΛΑΜΟΓΙΟ: Φοβερό; 24 χρονών! Αυτό το παιδί έχει μέλλον, όχι μαλακίες. ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Παρακαλώ, σεβασμό στον θεσμό. Σας ακούμε. Απαντήστε. ΔΙΚΑΣΤΗΣ Β΄: Και δε μου λες: τα συμβόλαια; ΛΑΜΟΓΙΟ: Η γυναίκα μου. ΔΙΚΑΣΤΗΣ Α΄: Η γυναίκα του! Μα είναι φοβερός! ΔΙΚΑΣΤΗΣ Β΄: Και κονόμαγες κι από κει, ρε θηρίο! ΛΑΜΟΓΙΟ: Ναι, δεν είναι απίστευτο; ΔΙΚΑΣΤΗΣ Β΄: Απίστευτο και, πάνω απ’ όλα, νόμιμο. Μα τι είσαι; Τι είσαι εσύ; ΛΑΜΟΓΙΟ: Τι; ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Να απαντήσει στην ερώτηση ο κατηγορούμενος. Το δικαστήριο δε θα αφήσει καμία σκιά. ΔΙΚΑΣΤΗΣ Α΄: Και με το δικαστήριο; ΛΑΜΟΓΙΟ: Α, εκεί χρειάστηκε να παρέμβουμε για να παραιτηθεί το δημόσιο από τις αξιώσεις του. να σας πω κάτι; Ήταν η μόνη φάση που ίδρωσα. Προς στιγμήν πήγαν να καταστραφούν όλα. ΔΙΚΑΣΤΗΣ Α΄: Και; Πώς το έλυσες αυτό; ΛΑΜΟΓΙΟ: Ένα τηλεφώνημα. Υποχώρησε το δημόσιο. ΔΙΚΑΣΤΗΣ Α΄: Μα είναι φοβερός! 24


ΔΙΚΑΣΤΗΣ Β΄: Ρε τον κερατά! ΔΙΚΑΣΤΗΣ Α΄: Είναι ιδιοφυία! ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Λοιπόν, αν δεν έχει κάτι άλλο να συμπληρώσει ο κατηγορούμενος, να αποσυρθούμε προκειμένου να αποφασίσουμε. Θα ήθελα να σας θυμίσω ότι ο ελληνικός λαός περιμένει από μας να διασώσουμε το τρωθέν κύρος της δικαιοσύνης. Να αποδείξουμε έστω και τώρα ότι υπάρχει νόμος, όχι μόνο για τον αδύνατο αλλά και για τον ισχυρό. Ότι αυτοί που ορκίστηκαν ότι θα τον υπηρετούν διαχειρίζονται τα χρήματα που ο εργαζόμενος παράγει με τον ιδρώτα του προσώπου του με σεβασμό, με φειδώ, να δει για μία φορά πως δεν είμαστε άνθρωποι που δεν δούλεψαν ποτέ, που κουνάμε το δάχτυλο διδακτικά σε αυτούς που μας τρέφουν με τον κόπο τους. Να δει πως υπάρχει τσίπα, πως κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου. ΔΙΚΑΣΤΗΣ Α΄: Α, κύριε πρόεδρε μη χολοσκάτε γι’ αυτό. Έχει παραγραφεί το αδίκημα. ΔΙΚΑΣΤΗΣ Β΄: Ναι, και έτσι κι αλλιώς δημόσιο το ένα, παπάδες το άλλο, σε δικά μας χέρια πήγαν τα λεφτά, δε μπορεί να πει κανείς ότι φαγώθηκαν. ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Γιατί, όταν πηγαίνουν σε δικούς μας δεν τρώγονται; ΔΙΚΑΣΤΗΣ Α΄: Όχι, απίθανο, ε; ΔΙΚΑΣΤΗΣ Β΄: Ιδιοφυές! ΔΙΚΑΣΤΗΣ Α΄: Ρωτήσαμε όλους τους νομικούς μας. Δεν υπάρχει, λέει, ζημιά. Αφού από μας σε μας πήγαν. Σαν να τα παίρνεις από τη μία τσέπη και τα βάζεις στην άλλη. ΔΙΚΑΣΤΗΣ Β΄: Α, και δε διαπιστώθηκε και η ροή του μαύρου χρήματος. Δεν ξέρουμε πού είναι τα λεφτά, δεν ανοίξαμε λογαριασμούς. Θεωρήθηκε αδιακρισία… ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μα δεν ψάξαμε. ΔΙΚΑΣΤΗΣ Α΄: (παύση) Ναι, δεν ψάξαμε. Λοιπόν, να μην τον καθυστερούμε τον άνθρωπο, τόσες δουλειές έχει. ΛΑΜΟΓΙΟ: Να είστε καλά, καλές δουλειές! Προεδράρα μου, φεύγω, να ’σαι καλά! (Σιγά σιγά φεύγουν και αφήνουν μόνη την πρόεδρο)

25


ΚΟΜΠΕΡ 3 Είπαμε, εμένα με εκνευρίζουν τα πάντα. Αλλά ξέρετε ποιο είναι το χειρότερό μου; Οι αισιόδοξοι. Οι εραστές της Ελλάδας. Κατ’ αρχήν, για να σου αρέσει η Ελλάδα, ή υπουργός πρέπει να είσαι ή μαλάκας. Στην Ελλάδα, λέει, άμα πέσεις κάτω σε σηκώνουν, έξω δε γυρνάνε να σε κοιτάξουν. Μιλάμε σοβαρά τώρα; Για την ίδια χώρα λέμε; Η Ελλάδα είναι η χώρα που κανείς δε νοιάζεται. Γιατί ο γιατρός θέλει φακελάκι; Γιατί αλλιώς δε νοιάζεται! Γιατί πρέπει να τον πάρει τηλέφωνο ο ξάδερφός του για να πει να σε προσέξουν; Γιατί αλλιώς δε νοιάζεται! Καταλαβαίνεις τώρα τι επιτρέπεις; Μη μου λες ότι δεν είσαι γιατρός! Θα σας πω μια ιστορία: Στο χωριό του πατέρα μου μεγάλωσε ένας καθηγητής της Ιατρικής, χειρουργός, ή καλύτερα χειρούργος, πώς λέμε «κακούργος», «πανούργος», «ραδιούργος»; Πριν να χειρουργήσει μια γριούλα, την έβαλε να του γράψει ένα οικόπεδο. Γύρισε στο χωριό και του πέταξαν αβγά. Δεν ξαναπάτησε στο χωριό. Ξέρεις γιατί αυτό δε γίνεται σήμερα; Γιατί σήμερα αυτός, με το οικόπεδο της γριούλας αγοράζει ποσοστά από το νοσοκομείο, με τα ποσοστά αγοράζει τζετ, με το τζετ αγοράζει διασημότητα, κι εσύ τον θαυμάζεις και τον φθονείς, διότι κατά βάθος η μόνη αξία που καταλαβαίνεις είναι η κονόμα και η επιτυχία. Έτσι, τα κτήνη που πλουτίζουν από τον ανθρώπινο πόνο τα αντιμετωπίζεις με σεβασμό και δέος. Ξέρεις γιατί; Γιατί είστε όλοι ηλίθιοι. Τις προάλλες συνάντησα τον φίλο μου τον Τάκη. Λέω «ωπ, τι γίνεσαι ρε Τάκη; Τι κάνεις;» είχα χρόνια να τον δω. Αυτός προχώρησε στη ζωή του, σπούδασε στο πανεπιστήμιο, Κοινωνιολογία στην Πάντειο! Πώς πάει, τον ρωτάω, από δουλίτσα; Άσε, μου λέει, τα έχουνε πάρει όλα. Πες το ψέματα, λέω εγώ. Δεν έχουν αφήσει τίποτα όρθιο. Έχεις δίκιο, του λέω. Έχει γεμίσει η Ελλάδα Πακιστανούς, που να βρεις δουλειά, μου λέει. Πακιστανούς κοινωνιολόγους; Ναι! Αγκωνιές παίζουμε για να βρούμε μια δουλίτσα! Δεν είπα τίποτα, σάματις ξέρω εγώ, Κοινωνιολογία έχει σπουδάσει ο άνθρωπος. Και δεν είναι μόνο αυτό, αυτοί είναι απολίτιστοι. Μάλιστα. Πολιτισμό δεν έχουνε, μιλάνε σπαστά Ελληνικά (εγώ σκεφτόμουν ότι οι πρώτοι που μιλάνε σπαστά Ελληνικά είναι οι Κοινωνιολόγοι σ’ αυτή τη χώρα, αλλά δεν το είπα, ντράπηκα) και κάνουν και εγκλήματα. Εγκλήματα; Ναι, εγκλήματα. Η εγκληματικότητα έχει εκτιναχθεί στα ύψη. Έχεις πάει στις φυλακές να δεις τι γίνεται; Έχω πάει, ναι, κλείνουν μέσα αυτούς που πουλάνε παράνομα σι-ντι. Αυτοί ρε είναι τίγκα στο μικρόβιο. Ε, να στείλουμε γιατρούς. Γιατί, να πληρώνω εγώ να ωφελούνται οι ξένοι; Ρε Τάκη, τόσοι ξένοι ωφελούνται όταν πληρώνεις, ας ωφεληθεί και κανένας που έχει ανάγκη. Και, να σου πω κάτι; Άμα ο γείτονας πεθαίνει από πείνα και εσύ από παχυσαρκία, κάτι δεν έχουμε κάνει καλά, δεν θα τον κρατήσεις 26


με τον φράχτη. Εδώ, μου λέει, δεν κάνουμε διαγωνισμό ανθρωπιάς. Ας προσέχανε! Τι να προσέχανε; Μερικούς από δαύτους εμείς τους πολεμάμε στη χώρα τους! Κοίτα, μου λέει, η χώρα δεν αντέχει άλλο. Εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά… Τάκη, δε σ’ το ’πανε; Δεν έχει «αλλά»! Άμα δεν είσαι, δεν είσαι! Και έφυγα. Και αναρωτιόμουν: από τόσο κόσμο που σου ρουφάει το μεδούλι, πώς μισείς κάποιον που είναι ταλαίπωρος, φοβισμένος και πεινασμένος; Την απάντηση την ξέρω, είναι το γνωστό μότο: γλύφε προς τα πάνω, φτύνε προς τα κάτω, γλύφε προς τα πάνω, φτύνε προς τα κάτω. Γιατί κάποιος ακούει σκατό από το αφεντικό του και μετά βρίζει τον Πακιστανό στα φανάρια; Γλύφε προς τα πάνω, φτύνε προς τα κάτω. Γιατί οι μετανάστες περνάνε τόσα μαρτύρια στα χέρια του κράτους; Γλύφε προς τα πάνω, φτύνε προς τα κάτω. Γλύφε προς τα πάνω, φτύνε προς τα κάτω. Ο ΑΘΛΙΟΣ ΧΑΣΑΝ ΑΧΑΣΑΝ ΜΠΑΤΣΟΣ 1: Μίλα ρε σκουλήκι. Θα ομολογήσεις επιτέλους ή θα σε στείλω από κει που ’ρθες να σκύβεις να μαζεύεις παπαρούνες και να σε γαμάνε οι Ταλιμπάν; Μίλα ρε αλήτη, τρομοκράτη, θα σε γαμήσω ρε. ΜΠΑΤΣΟΣ 2: Έλα παιδί μου συνεργάσου. Δεν θα μπορέσω να τον συγκρατήσω για πολύ. Μίλα για το καλό σου. Πώς σε λένε; ΧΑΣΑΝ ΑΧΑΣΑΝ: Χασάν Αχασάν. ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ: Χασάν Αχασάν. ΜΠΑΤΣΟΣ 1: Μίλα ρε πουσταρά. Θα σε κλείσω στα κάτεργα και θα σε περνάνε ένα χέρι όλοι οι βαρυποινίτες ρε. Ακούς; Μολόγα. Μίλα λέω ρε κάθαρμα. ΧΑΣΑΝ ΑΧΑΣΑΝ: Ντεν μιλάει. ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ: Δεν μιλάω. ΜΠΑΤΣΟΣ 1: Τα θέλει ο κώλος σου, ε; Πάρε αυτήν, πάρε και την άλλη (τον βαράει). ΜΠΑΤΣΟΣ 2: Σταμάτα, συνάδελφε. Μην τον χτυπάς άλλο. Εσύ γιατί δεν μιλάς, ακόμα κι εγώ που έχω το ρόλο του καλού σ’ αυτή την ανάκριση, κοντεύω να χάσω την υπομονή μου. ΧΑΣΑΝ ΑΧΑΣΑΝ: Ντεν μιλάει ελληνικός. ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ: Δεν ξέρω Ελληνικά. ΜΠΑΤΣΟΣ 2: Όταν μια χώρα σε φιλοξενεί και σου δίνει δουλειά πρέπει να την τιμάς. Πρέπει να μαθαίνεις τη γλώσσα της, και όχι να κλέβεις. ΧΑΣΑΝ ΑΧΑΣΑΝ: Εγκώ όκι κλέφτη. ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ: Δεν κλέβω. ΜΠΑΤΣΟΣ 1: Και τι είναι αυτό ρε; (του δείχνει ένα καρβέλι μέσα σε πλαστικό 27


σακουλάκι πειστηρίου). ΧΑΣΑΝ ΑΧΑΣΑΝ: Εγκώ πεινάει. Έκει μάνα, αντέρφοι, όκι ντουλειά. Πεινάει. Πεινάει. Πεινάει. ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ: Η πείνα και η απελπισία με σπρώξανε. Έχω μάνα άρρωστη και πέντε αδελφάκια να θρέψω και είμαι άνεργος. Τι να κάνω; Η πείνα φταίει. ΜΠΑΤΣΟΣ 2: Κι εγώ έχω μάνα, και στην αστυνομία παίρνουμε ψίχουλα. Δεν πήγα να κλέψω. ΜΠΑΤΣΟΣ 1: Ήρθατε κοπρίτες να μας κλέψετε το ψωμί μας. ΜΠΑΤΣΟΣ 2: Αν ομολογήσεις το έγκλημα, με δύο τρία χρόνια θα καθαρίσεις. Αν συνεχίσεις να μας προκαλείς όμως αλίμονό σου. ΜΠΑΤΣΟΣ 1: Στα κάτεργα ρε θα σε πάμε. Θα βγεις γέρος από κει μέσα, άθλιε. ΧΑΣΑΝ ΑΧΑΣΑΝ: Ντεν καταλαβαίνει. ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ: Δεν σας καταλαβαίνω. Μιλάτε πολύ γρήγορα. ΜΠΑΤΣΟΣ 1: Αν δεν καταλαβαίνεις ρε να φύγεις, να πας αλλού. ΧΑΣΑΝ ΑΧΑΣΑΝ: Εγκώ φύγκει; ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ: Να φύγω; ΜΠΑΤΣΟΣ 1: Ναι ρε, να φύγεις. ΧΑΣΑΝ ΑΧΑΣΑΝ: Ντεν μπορεί. Καρτιά όχι εσύ ντόσεις. ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ: Μακάρι να μπορούσα. Αλλά έχω μπλέξει με τη γραφειοκρατία και δεν μπορώ να βγάλω χαρτιά, αφού τα ξέρεις. ΜΠΑΤΣΟΣ 1: Τι λες ρε που θέλεις και χαρτιά; Λαθρομετανάστη, που θα σε κάνουμε και άνθρωπο. ΧΑΣΑΝ ΑΧΑΣΑΝ: Εσύ με κριάζεται. Εγκώ νέο, ντυνατό. Μπορεί ντουλέψει πληρώσει ψωμί. Έλληνος γκέρος λαός. Ντεν πάει χωράφι. Εγκώ πάει. Έλληνος χοντρό κοιλιά ντεν κουβαλάει, εγκώ ναι. Έλληνος μικρό πουλί ντεν γκαμάει, εγκώ κάνω παιντιά πολοίς. ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ: Μα, σου είμαι χρήσιμος. Είμαι νέος και δυνατός. Κι άμα βρω δουλειά, θα το πληρώνω το ψωμί. Ο πληθυσμός της Ελλάδας παρουσιάζει γήρανση, τα χωράφια σας τα έχετε παρατημένα. Μπορώ να δουλέψω εγώ τα χωράφια και να τρώμε όλοι μας. Ο αστικός τρόπος ζωής έχει τραβήξει τους έλληνες από τον πρωτογενή τομέα παραγωγής, εγώ βάζω τα χέρια μου. Έχετε πρόβλημα υπογεννητικότητας, εμείς στην πατρίδα μου κάνουμε πολλά και γερά παιδιά. Μπορούμε να βοηθήσουμε. ΜΠΑΤΣΟΣ 2: Τι λες ρε άθλιε; Αυτό παραπάει. Πάρ’ το πίσω. ΧΑΣΑΝ ΑΧΑΣΑΝ: Εγκώ αγκαπάς Ελλάντος. Ντώσει εμένα αντέρφι, σου κάνω εγκώ ανήψια. ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ: Εγώ αγαπάω τη χώρα σας. Θα μπορούσα να παντρευτώ με κάποια από την οικογένειά σου μια μέρα και να συμπεθεριάσουμε. ΜΠΑΤΣΟΣ 1: Αλήτη. (τον χτυπάνε και οι δύο). 28


ΜΠΑΤΣΟΣ 2: Αυτό ήταν, πάρ’ τον στα κάτεργα. Είκοσι χρονάκια καταναγκαστικής εργασίας θα του βάλουνε μυαλό. Γιατί σ’ αυτήν εδώ τη χώρα έγκλημα δεν είναι η κλοπή. Έγκλημα είναι η πείνα. Άθλιε Χασάν Αχασάν. ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ: Και τώρα θα παρακολουθήσετε μια χορογραφία σύγχρονου χορού με την υπογραφή της διάσημης γερμανίδας χορογράφου Άνγκελα Μέρκελ με τίτλο: «Πείνα Μπάουχ». Μετάφραση στα ελληνικά: «Πεινασμένος και δαρμένος». Απολαύστε το. (Ακολουθεί η χορογραφία) ΝΕΡΩΝ Στο παλάτι του Νέρωνα. Τον τρίβει ένας δούλος. ΝΕΡΩΝ: Εκεί, ναι, εκεί, εκεί, αυτό είναι. (μπαίνει ο υπασπιστής) ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ: Καίσαρα, οι φωτιές συνεχίζονται. ΝΕΡΩΝ: Ποιος είναι πάλι; ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ: Γάιος Πύρκαλος, ο υπασπιστής σας. Οι φωτιές έχουν εξαπλωθεί. ΝΕΡΩΝ: Το ξέρω, εγώ τις έβαλα. (γελάκι, τραγουδάει) Καίγεται η Ρώμη, καίγεται η Ρώμη! ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ: Ναι, μήπως να σταματήσετε; ΝΕΡΩΝ: Τι λέει; Μου αντιμιλάει; Έγινε πραξικόπημα και δε μου είπαν τίποτα; Γιατί μου αντιμιλάει; ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ: Όχι, Καίσαρα, αλλά η κατάσταση είναι εκρηκτική. Καίγεται όλη η Ρώμη. Χθες είχαμε καινούργιες φωτιές. ΝΕΡΩΝ: Το ξέρω, δεν τα ’παμε; τα ‘παμε. Θα κατηγορήσω τους Χριστιανούς. ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ: Μα υπάρχουν νεκροί. ΝΕΡΩΝ: Ναι, γιατί άμα δεν υπάρχουν νεκροί, δεν πιάνουν οι κατηγορίες. Με δύο τρία πτωματάκια όλα αλλάζουν! Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ: Μα γιατί; ΝΕΡΩΝ: Πρώτον: Η Ρώμη είναι χάλια. Η φωτιά είναι η μόνη μας ελπίδα. Θα γίνει στάχτη και μετά θα τη χτίσω ξανά. Πιο… αεράτη! Τη θέλω πιο αεράτη. Πιο φαρδιούς δρόμους, περισσότερα ωδεία. Τώρα πρέπει να γίνει ίσωμα, και μετά όλα θα φτιάξουν, μην είσαι βιαστικούλης. Και δεύτερον, θα την πληρώσουν και οι χριστιανοί, θα τους κατηγορήσω για τρομοκρατία και δεν τους σώζει τίποτα. Καλό; Εκεί, ναι, εκεί, πιο πάνω, ναι, ναι, ναι! ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ: Καίσαρα, έχουν ζητήσει να σας δουν δύο έπαρχοι. Να περάσουν; ΝΕΡΩΝ: Όχι. 29


ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ: Να φύγουν; ΝΕΡΩΝ: Ναι, ναι, εκεί, αυτό είναι! ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ: Έχουν έρθει για να μιλήσετε. ΝΕΡΩΝ: Ναι, αλλά δεν μπορεί να συνεχίζεται αυτή η ταλαιπωρία. Και χθες τα ίδια. Να μιλήσουμε... Έχω να τραγουδήσω αύριο. Δεν μπορώ να κουράζω τις φωνητικές χορδές μου κάθε φορά που κάποιος έπαρχος έχει όρεξη για κουβέντα. 1ος ΕΠΑΡΧΟΣ: Κινδυνεύουν δύο επαρχίες μας. ΝΕΡΩΝ: Θα φορέσω αυτό το βυσσινί το χλαμυδάκι, που κολακεύει και τη μέση μου. 1ος ΕΠΑΡΧΟΣ: Έχουν σφάξει 400 ρωμαίους πολίτες. ΝΕΡΩΝ: Ναι, ναι, αυτό είναι. Αυτό είναι! 1ος ΕΠΑΡΧΟΣ: Ποιο; ΝΕΡΩΝ: Άκου να δεις, εσύ δεν ήσουν υπεύθυνος για την τάξη και την ασφάλεια στη Ρώμη; 2ος ΕΠΑΡΧΟΣ: Μάλιστα. ΝΕΡΩΝ: Κοίτα τι πρόβλημα έχουμε. Είναι ένας κιθαριστής που λέει ότι είμαι φάλτσος. Λέγεται Ομβέρτιος και πρέπει να πεθάνει. Προτείνω τηγάνισμα, σε σιγανή φωτιά. Από τα ουρλιαχτά θα καταστραφούν οι φωνητικές του χορδές πριν να πεθάνει (γελάει). Α, και το άγαλμά του να το σύρετε με γάντζους και να το πετάξετε στον υπόνομο. 2ος ΕΠΑΡΧΟΣ: Μεγαλειότατε, πρέπει να με ακούσετε: οι φλόγες πλησιάζουν, ο λαός πεινάει. Όταν είδαν ότι φέρατε άμμο από την Αλεξάνδρεια για την αυτοκρατορική παλαίστρα, έγιναν ταραχές. Έσφαξαν τον καπετάνιο και έριξαν όλη την άμμο στη θάλασσα. ΝΕΡΩΝ: Έριξαν την άμμο στη θάλασσα; 2ος ΕΠΑΡΧΟΣ: Μάλιστα. ΝΕΡΩΝ: Είναι τρελοί; Θέλουν να αρχίσω πάλι τις μαστιγώσεις; 1ος ΕΠΑΡΧΟΣ: Μεγαλειότατε, στη Λιβιτίνη έχουμε τριάντα χιλιάδες νεκρούς από λοιμό, έχουν λεηλατηθεί δύο πόλεις μας στη Βρετανία και στην Αρμενία έχουν σφαγιασθεί λεγεώνες μας, στην Τυνησία αυτοπυρπολήθηκε ένας τρομοκράτης και έγιναν ταραχές, ο Μπεν Αλί αναγκάστηκε να φύγει· στην Αίγυπτο έπεσε ο σύντροφος Μουμπάρακ· στη Λιβύη ο Καντάφι. Μπορεί σε λίγες μέρες να χαθεί και η Υεμένη. 2ος ΕΠΑΡΧΟΣ: Έχουν τρεις εβδομάδες τώρα που έχουν αδειάσει όλες τις αποθήκες, ο κόσμος πεινάει. Τα παιδιά λιποθυμούν στα σχολεία, έχουμε καθημερινά ληστείες από πεινασμένους που χιμάνε και χτυπούν τους χορτάτους, αδιακρίτως, υπάρχει φόβος ότι τα κρούσματα μπορεί να εξαπλωθούν. 30


1ος ΕΠΑΡΧΟΣ: Οι πολιτικοί που εμφανίζονται στον δρόμο δέχονται επιθέσεις, δυσκολευόμαστε για πρώτη φορά να βρούμε χειροκροτητές για τα δημόσια θεάματα. Πρέπει οπωσδήποτε να… ΝΕΡΩΝ: Δε μ’ αγαπάει κανείς; Κανείς δε με νοιάζεται; Αυτός είναι ο λαός που υπηρετώ τόσα χρόνια; Είναι όλοι τους έτοιμοι να με προδώσουν; Σαν να μην περάσαμε τίποτα μαζί; Σαν να ήμουν η πόρνη τους; Εγώ που ήθελα να είμαι μάνα και πατέρας του λαού μου; Ξέρετε κάτι; 1ος ΕΠΑΡΧΟΣ: Όχι. ΝΕΡΩΝ: Έχουμε καιρό να παίξουμε το παιχνίδι μας. 1ος ΕΠΑΡΧΟΣ: Καίσαρα, αλήθεια πιστεύετε ότι είναι η ώρα; ΝΕΡΩΝ: Είναι και παραείναι. Έχω βαρεθεί με την πολιτική. Όλο παράπονα, παράπονα, ο λαός είναι μια αγέλη γουρουνιών. Τον αγαπώ, αλλά δεν αντέχω τη μυρωδιά του. Φτάνει με τον λαό. Καράβι! Καράβι! 1ος ΕΠΑΡΧΟΣ: Πάλι, Καίσαρα; ΝΕΡΩΝ: Πάλι, καράβι! (Τραγουδάει, μαστιγώνοντας τους έπαρχους, που μεταμορφώνονται σε κωπηλάτες.) Πιο γρήγορα! Κουπί! Κουπί! ΤΡΑΓΟΥΔΙ: «Κάπταιν Υπέροχος» Άγρια η θάλασσα λυσσομανά Μα πλέω αγέρωχος Γιατί τιμόνι κρατάει γερά Κάπταιν υπέροχος Σχίζει πελάγη κι ωκεανούς Καινούργιες θάλασσες Σκοτώνει τέρατα, νικάει θεούς Άδοντας άριες Με λεν κάπταιν υπέροχο Όλους τους κυβερνώ Εμπρός θνητοί, κι άλλο κουπί Όποιος δεν υπακούει Τον καίω ζωντανό (Ποίηση Ελ. Βλάχου)

31


ΠΑΙΔΑΚΙΑ Τέρμα πια! Δεν πλουταίνουνε πια οι ισχυροί ρουφώντας το μεδούλι μας. Ζούμε σε κοινότητες αυτόνομες, ελεύθερες! Δεν υπάρχουν πια πλούσιοι, μπάτσοι και άνθρωποι λαθραίοι. Τα παιδιά μας μεγαλώνουν με ελπίδα… ΝΤΙΝΑ: Να παίτσουμε τους πολιτικούς; ΟΛΑ ΜΑΖΙ: ναι, ναι… Ανδρέας Παπανδρέου Άκης Τσοχατζόπουλος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης Κώστας Σημίτης Θόδωρος Τσουκάτος Κώστας Καραμανλής Θόδωρος Ρουσόπουλος Ντόρα Μπακογιάννη Θόδωρος Πάγκαλος ΣΟΝΙΑ: Αχ… φτάνει θα λιποθυμήσω από τα γέλια… ΧΡΗΣΤΟΣ: Και τώρα; Τι θα κάνουμε; Βαριέμαι. ΣΟΝΙΑ: Γιατί βαριέσαι; Μπορείς να κάνεις τόσα πράγματα. ΧΡΗΣΤΟΣ: Σαν τι; ΝΤΙΝΑ: Να παίτσουμε μπάλα; ΧΡΗΣΤΟΣ: Γιατί, για να σε σκίσω πάλι; Να σε σκίσω; Βαριέμαι. ΣΟΝΙΑ: Μπορείς να διαβάσεις ένα βιβλίο, αν βαριέσαι μαζί μας. ΧΡΗΣΤΟΣ: Αφού στο σχολείο μαθαίνουμε τόσα πράγματα, τι να διαβάσω; ΝΤΙΝΑ: Να παίτσουμε κλέφτες κι αστυνόμους; ΧΡΗΣΤΟΣ: Αφού δεν υπάρχουν αστυνόμοι πια. Τι να κάνουνε μόνο οι κλέφτες; Αυτό το παιχνίδι πάλιωσε μετά την επανάσταση. ΣΟΝΙΑ: Πάμε στην πλατεία να δούμε τους κλόουν; ΧΡΗΣΤΟΣ: Τι, που παίζουνε τα μπαλάκια και κάνουνε πατίνι στο σχοινί και λένε όλο βλακείες για να γελάνε τα παιδάκια; Βαριέμαι. ΝΤΙΝΑ: Να παίτσουμε μπάλα; ΣΟΝΙΑ: Μπορούμε να πάμε βόλτα να κλέψουμε αμύγδαλα από τον μπαρμπαΦώτη. ΧΡΗΣΤΟΣ: Τι να κλέψεις άμα τα δίνει τσάμπα; Βαριέμαι. ΝΤΙΝΑ: Να παίτσουμε μπάλα. ΧΡΗΣΤΟΣ: Δε το καταλαβαίνετε πως δεν έχει ενδιαφέρον αυτή η ζωή που ζούμε; Στο σχολείο δεν έχουμε διάβασμα, παίζουμε ό,τι παιχνίδι θέλουμε, πάμε ταξίδια, κάνουμε θέατρο ή μουσική ή ό,τι άλλο θέλουμε. Είναι όλα πάρα πολύ όμορφα, κι έτσι λείπει η ζαβολιά. Γι’ αυτό βαριέμαι. 32


ΣΟΝΙΑ: Μα, είσαι με τα καλά σου; Και τι θέλεις; ΧΡΗΣΤΟΣ: Ούτε καν ταινίες βίας δεν γυρίζονται πια. «Δεν έχουν ζήτηση» λένε. ΝΤΙΝΑ: Εμένα δε μ’ αρέσει η βία. ΧΡΗΣΤΟΣ: Εσύ σκάσε, είσαι ένα χρόνο μικρότερη, δεν ξέρεις. ΣΟΝΙΑ: Και τι θες; ΧΡΗΣΤΟΣ: Θέλω να πάρω μια κούρσα με τούρμπο και να πετάξω πιο γρήγορα από τον ήλιο και να γυρίσω τον καιρό εκείνο του Πάγκαλου και του Χατζηδάκη. (Τα άλλα δύο παιδάκια γελάνε) ΣΟΝΙΑ: Αχ, σταμάτα, θα πεθάνω. Δεν είπαμε να παίξουμε άλλο παιχνίδι; ΝΤΙΝΑ: Να παίτσουμε μπάλα; ΧΡΗΣΤΟΣ: Όχι ρε, δεν σας παίζω άλλο. Δε θα μοιραστώ άλλο τα παιχνίδια μου μαζί σας. Φλώροι. Εγώ θα παίζω μόνος μου και κάποτε θα γίνω αφέντης, αρχηγός, έμπορος, δοσίλογος, ρουφιάνος και μιζαδόρος. Κομματόσκυλο, κομπιναδόρος, σωματέμπορος, εργολάβος, μισθοφόρος και ό,τι άλλο χάθηκε στην επανάσταση και που ήτανε το αλάτι και το πιπέρι. της ζωής. ΣΟΝΙΑ: Πάμε να παίξουμε με τα άλλα τα παιδάκια. Τρελάθηκε αυτός. ΝΤΙΝΑ: Να παίτσουμε μπάλα; ΤΡΑΓΟΥΔΙ: «Ελληναράκι» Θέλω θέλω θέλω θέλω θέλω θέλω Θέλω να γίνω εγώ αφέντης Θέλω να γίνω τρέντης, αρχηγός και μιζαδόρος Θέλω να γίνω εγώ λεβέντης, εργολάβος, νταβατζής κομπιναδόρος Θέλω να γίνω βουλγαροκτόνος, real estate νεοφασίστας Θέλω να γίνω ένας ρατσίστας και άμα λάχει atenistas Θέλω να γίνω και ρουφιάνος, θέλω να πιάσω όλες τις θέσεις Θέλω να γίνω της απάτης βετεράνος Θέλω να γίνω γερμανοτσολιάς, να με ζηλεύει ο Μιχαλολιάκος Θέλω να γίνω κομματόσκυλο, δοσίλογος, μπινές, ρεμουλαδόρος τσανακογλείφτης και σφουγκοκωλάριος στο χάιλ Χίτλερ πρωτοπόρος, στο χάιλ Χίτλερ πρωτοπόρος... (Ποίηση Χρ. Συρμακέζη)

33


ΚΟΜΠΕΡ 4 (Τον πυροβολεί ο Κομπέρ) Είναι αυτό που λένε: «Αυτά πρέπει να τα σκοτώνεις από μικρά». Αν και αυτόν με το μουστάκι τον είχα άχτι από πριν, που έλεγε: «δεν υπάρχει άλλη λύση, αν υπήρχε άλλη λύση, κάποιος θα την έλεγε». Θα σ’ την πω εγώ τη λύση, ρε! Θα μου πεις: Τόσοι οικονομολόγοι δεν τη βρήκαν, τη βρήκες εσύ; Πρώτον, δεν είμαι τυχαίος. Και πολιτική οικονομία έχω κάνει στο λυκειο, και έχω πάρει 16 στον έλεγχο, σε εποχή που δεν μπαίναν έτσι εύκολα οι βαθμοί, σε όλο το Γ2 μόνο εγώ είχα 16, και ενημερώνομαι διαρκώς με βιντεάκια στο γιουτιούμπ από ξένους καθηγητές. Λοιπόν ακούστε τώρα: υπάρχει ένας καθηγητής οικονομικών στην Αμερική, στη Μασατσούτσετς, δεν είναι κανά παλιάρχιδο (ήταν καθηγητής του Γιωργάκη, αλλά αυτό δε λέει τίποτα, πρέπει να τα παίρνει και ο μαθητής τα γράμματα, δεν είναι όλα ευθύνη του δασκάλου) που έχει γράψει και για την Ελλάδα και λέει ότι κάθε κυβέρνηση αντιμετωπίζει ένα δίλημμα. Οι πλούσιοι δε θέλουν φορολόγηση, δεν τους αρέσει, και εκβιάζουν με το χρήμα, το χρήμα με το οποίο πληρώνεται η προπαγάνδα και οι πολυτελείς συνήθειες και τα ακίνητα των πολιτικών. Οι φτωχοί δε θέλουν ούτε αυτοί φορολογία, και εκβιάζουν με την ψήφο, γιατί κάθε τέσσερα χρόνια γίνονται κυρίαρχοι και πρέπει να τους ακούει η κυβέρνηση. Τι κάνει το κράτος; Δε φορολογεί κανέναν! Κάνει ελλειμματικό προϋπολογισμό και δανείζεται. Παρένθεση: δανείζεται από πλούσιους, οι οποίοι έτσι επωφελούνται και μπιζνάρουν και με τον δανεισμό και με τα ελλείμματα και με τις κρίσεις, και πλουτίζουν ακόμη περισσότερο. Η λύση; Απλό: στην Αμερική το 1% του πληθυσμού κατέχει 12,7 τρις σε μετοχές. Το έλλειμμα είναι 1,3 τρις. Δηλαδή φορολογώντας το 10% των μετοχών τους μηδενίζεται το έλλειμμα, χωρίς να αλλάξουν σε τίποτα η ζωή, οι συνήθειες και οι απολαύσεις τους! Το ξαναλέω, γιατί είστε ηλίθιοι: μόνο ο φτωχός πρέπει να αλλάξει συνήθειες και να κόψει έξοδα όταν φορολογείται ή όταν του κόβεις τον μισθό ή τη σύνταξη, οι Έλληνες απατεώνες που έχουν βγάλει 600δις στην Ελβετία δεν θα χρειαστεί να στερηθούν τίποτα από τα κότερα, γιώτ, σαλέ, μαλέ ή ό,τι άλλο κάνουν για να ξεχνάνε την πλήξη τους. Συμπέρασμα: φορολογήστε και καναν άλλον ρε παιδιά! 66% από τους έμμεσους φόρους ρε παιδιά; Οι εκδρομές του ΚΑΠΗ φταίνε ρε παιδιά; Το ξέρετε το ανέκδοτο με τις τρεις λέξεις; Φορολόγηση εφοπλιστικού κεφαλαίου. Γίνεται ρε παιδιά να φτωχαίνει ο λαός για να σώζει τις τράπεζες; Η Ιρλανδία να δίνει το μισό ΑΕΠ της για να αγοράζει τραπεζικά χρέη; Δηλαδή να πληρώνει η γιαγιά μου το σκι του γκόλντεν μπόι, ρε παιδιά; Λογικό είναι αυτό; Δεν ήταν και τόσο δύσκολο, ε; Έχετε ακούσει που λένε ότι στη δημοκρατία 34


δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Στην αληθινή δημοκρατία δεν υπάρχουν μονόδρομοι! Ο κώλος σου ρε είναι μονόδρομος, όχι ο δικός μου! Δεν ήταν και τόσο δύσκολο, ήταν; Όχι, αν δεν είσαι ηλίθιος! Βεβαίως, ξέρεις γιατί γίνονται αυτά. Είναι η ζήλεια που νιώθουν οι ξένοι για την αρχαία Ελλάδα, γι’ αυτό προσπαθούν να μας χτυπήσουν! Ξυπνάτε ρε! Δίκαιη περηφάνια νιώθεις κάθε φορά που φτιάχνεις κάτι με τα χεράκια σου. Ας είναι να καρφώσεις ένα ξύλινο σκαμνί. Μόνο μην ακούω για αρχαία Ελλάδα! Το καλό που σας θέλω, μην ακούω άλλο για αρχαία Ελλάδα! ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο Β΄ (Μπαίνει ο χορός που τραγουδάει «Κατολοφύρομαι». Ακολουθεί η Μαργαρίτα) ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Ωιμέ... και πώς να γιατρευτεί ο πόνος μιας μάνας όταν θωρεί τον γιο της τον πρωτότοκο να λιώνει απ’ το μαράζι; Στεγνώσανε τα δάκρυα και γίνανε πέτρα και μου ξεσκίζουν την καρδιά. ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ: Μη ματοστηθοδέρνεσαι Μαργαρίτα βασιλομήτωρ, κι ο γιος σου ο Γεώργιος χρειάζεται κάποιον δυνατό να του σταθεί σε τούτες τις μαύρες ώρες που περνά. Μα βλέπω το βασιλιά και γιο σου να έρχεται. Μοιάζει περίλυπος και μαύρος, χτυπημένος από τη μοίρα που του έλαχε. Είναι χρεία να σωπάσουμε, να αφουγκραστούμε τι έχει να μας πει. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β΄: Λαέ τιμημένε της Ελλάδος. Πολίτες του βασιλείου τούτου, που γνώρισε στο παρελθόν τιμές και δόξες και που τώρα βιώνει αυτές τις μαύρες μέρες της υποτέλειας σε ξένες και βάρβαρες δυνάμεις. Θέλω να ξέρετε ότι εσείς πονάτε μία φορά, ο καθένας για τον εαυτό του, ενώ η δική μου η ψυχή υποφέρει και για μένα και για σένα και για την πόλη ολόκληρη, και για το παιδί μου, που είναι ο λαός μου! Έλληνες πολίτες, που περνάτε αυτές τις μέρες της άγριας λιτότητας, πώς να σας εκφράσω τον πόνο που μου τρώει τα σωθικά; Δεν βρίσκω τα λόγια... ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ: Μη χάνεις τα λόγια σου, Γεώργιε βασιλιά μας. Άξιε συνεχιστή της γενιάς των Παπατριδών, εγγονέ του ένδοξου Γεωργίου του πρώτου και πρωτότοκο τέκνο του θρυλικού Ανδρέα του Μέγα. Εμείς θα σου σταθούμε όπως πάντα, γιατί σε αυτές τις δύσκολες ώρες για το έθνος μας χρειαζόμαστε τον ηγέτη μας δυνατό και αποφασισμένο, όπως τον αγαπήσαμε και τον στηρίξαμε. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β΄: Γνωρίζω την αγάπη σας και σας τιμώ γενναίοι πολίτες του βασιλείου μου. Ό,τι και να σας έκανα, εσείς το υπομείνατε με θάρρος. Σας έκοψα τους μισθούς, σας έκοψα τις συμβάσεις, κατακρεούργησα τα εργασιακά σας δικαιώματα, σας τάραξα στους φόρους, σας οδηγώ με σταθερά βήματα στη χρεοκοπία, σας γέμισα φρουρούς με μηχανές και όπλα, 35


κατέστειλα όλες τις κινητοποιήσεις σας και εξόπλισα τις παρακρατικές συμμορίες και τα φασιστικά τάγματα εφόδου. Και όλες τις άλλες συμφορές που σας φόρτωσα τις ανεχτήκατε χωρίς να εξεγερθείτε και να μου πάρετε το κεφάλι να το κρεμάσετε στην Πλατεία Συντάγματος. Κι αυτό με θλίβει περισσότερο, και η θλίψη αυτή με συντρίβει μέρα με τη μέρα. ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ: Τα πάντα θα κάνουμε για την πατρίδα, Γεώργιε. Γι’ αυτό το λόγο μίλα, βασιλιά μας. ΧΟΡΟΣ: Ό,τι και να μας κάνεις, θα το υπομείνουμε. Δε θα σε αφήσουμε να πεθάνεις από τη στεναχώρια. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β΄: Έλληνες πολίτες, δεν είμαι εγώ αυτός που θα πεθάνει. ΧΟΡΟΣ: Και ποιος θα χαθεί βασιλιά μου; Μένω άναυδος με αυτές τις εξελίξεις. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β΄: Αυτή τη φορά θα χάσω εσάς, τους αγαπημένους υπηκόους μου. Με αναγκάζουν οι βάρβαροι κατακτητές να σας εξοντώσω σιγά σιγά για να ανεβάσω τους δείκτες και να περιορίσω τις δαπάνες. Δεν αντέχω στη σκέψη ότι τα μάτια που με κοίταζαν περήφανα, που κοίταζαν αγέρωχα την τιμημένη ελληνική γη, θα κοιτούν με ταπείνωση τον Γερμανό κατακτητή αργοσβήνοντας! Ότι δακρυσμένα και αλλήθωρα θα σέρνονται να κοιτάζουν τα τραπέζια των ξενοδοχειακών εστιατορίων, εκεί που θα τρώνε οι βάρβαροι κατακτητές τουρίστες τα καλοκαίρια. Έμεινα ξάγρυπνος μέρες και νύχτες, ζητώντας να με προστρέξει ο σοφός Απόλλων, ζητώντας να μου βρει μια λύση. Έκανα θυσίες και ζητούσα από το μαντείο να μου βρει έναν τρόπο να μη δω ποτέ τα μάτια του λαού μου χαμηλωμένα. Ανέβαινε η κνίσα από τα ψητά στον ουρανό, μα οι θεοί σιωπούσαν, μέχρι που ο θεός φανερώθηκε μπροστά μου και μου είπε τη λύση. Και για πρώτη φορά ελάφρωσε η καρδιά μου και νιώθω ότι θα μπορώ να σας ξανακοιτάξω στα μάτια: δεν θα πεθάνετε με χαμηλωμένο το βλέμμα σας μπροστά στον κατακτητή, διότι θα σας τυφλώσω! ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ: Αν είναι ανάγκη βασιλιά μου να πεθάνουμε, θα το κάνουμε για σένα. Και είναι προς όφελος της κοινωνίας να αργοπεθαίνει τυφλή, παρά να βλέπει τα χάλια της. ΧΟΡΟΣ: Σ’ ευχαριστούμε Γεώργιε για όσα έκανες για το παιδί σου, το λαό. Δε θα σε βάλουμε σε κόπο. Από μόνοι μας θα τυφλωθούμε. Αντίο, είναι η τελευταία φορά που σε θωρώ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β΄: Αντίο, αγαπημένε μου λαέ! (Ο χορός βγάζει τα μάτια του και τυφλός πια αποχωρεί από τη σκηνή) ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β΄: Ωιμένα μάνα μου. Πως κατάντησα έτσι, από σοσιαλιστής, ένα φερέφωνο των βάρβαρων καπιταλιστών; ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Μην κατηγορείς τον εαυτό σου, ήλιε μου. Σοσιαλισμός 36


είναι ακριβώς αυτό που έκανες στο τέλος της τραγωδίας τούτης της μεταπολίτευσης. Αντί να τυφλωθείς ή να χαθείς εσύ και να γίνεις ένας αθάνατος τραγικός ήρωας, έδωσες αυτή την τιμή στον Χορό σου. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β΄: Α, ναι; Είμαι λοιπόν σοσιαλιστής, μαμά; ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Ο πιο σπουδαίος απ’ όλους. Έλα, σκούπισε τα δάκρυά σου και πάμε να παίξουμε γκολφ. Αγαπητοί φίλοι, οι Τσιριτσάντσουλες είναι θίασος κωμωδίας, και οι κωμωδίες όπως ξέρετε τελειώνουν με γάμο και τραγούδια, όπως οι τραγωδίες τελειώνουν με θάνατο. Τελειώνουν με γάμο διότι (μην κοιτάς που οι μισοί παίρνουν διαζύγιο) η γέννηση είναι πάντοτε πηγή ελπίδας, σαν την πρωτοχρονιά. Επειδή όμως η εποχή μας δεν είναι εποχή ελπίδας αλλά αγωνίας, τα πράγματα, το ξέρετε ήδη, δεν θα πάνε καλύτερα. Θα πάνε κατά π��σα πιθανότητα κατά διαόλου. Εκτός αν… Αυτή τη φορά λοιπόν θα σας καληνυχτίσουμε χωρίς τραγούδι, με μια προτροπή: να τραβήξουμε κουπί, αλλά μήπως πρέπει πρώτα να πετάξουμε κάποιους στη θάλασσα; Καληνύχτα.

37


ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ Ευχαριστούμε τους: Ομάδα Πείρα(γ)μα και Στούντιο 20/21, Μυρτώ και Ελισσαίο Μπαλή, Κώστα Κοντοβά, Δημήτρη Γιαννόπουλο, Νίκο Κολλάρο, Μανώλη Βιτσαξάκη, Καμίλο Μπετανκούρ, Ντίνα Καφτεράνη, Άλκηστη Τριανταφυλλίδου, Μήτσο Πεχλιβανίδη και Ομάδα Τσούκου Τσούκου, Κώστα Εφήμερο (Bits’n’ Bytes), Αντώνη Ιορδάνου

www.tsiritsantsoules.gr Στο ανανεωμένο μας website, θα βρείτε μεταξύ άλλων αρχειακό υλικό της ομάδας, tsiri WEBTV με πρόγραμμα ταινιών, ειδήσεων (Δελτίο Αντιπληροφόρησης), και ενημέρωση για τις επόμενες δραστηριότητές μας.

38



Randevouistoria