Page 1

Σπύρος Λαζαρίδης

ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) 2 Δεκεμβρίου 2008 – 14 Μαΐου 2014

ΝΙΚΟΣ, 18 ΤΖΩΝΝΥ, 21 ΞΑΝΘΟΣ, 51 ΘΑΝΑΣΗΣ, 50 ΤΖΕΝΗ, 18 ΣΙΑ, 20 ΛΙΝΑ, 17 ΠΟΥΛΙ, 28 ΜΑΝΑ, 68 ΓΙΟΥΛΗ, 40 ΜΑΧΗ, 50 ΕΙΡΗΝΗ, 17 ΦΕΒΡΩΝΙΑ, 51 ΤΑΤΙΑΝΑ, 51 ΠΕΡΣΑ, 22 ΜΑΡΚΟΣ, 22 ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ, 35 ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ, 40 ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ ΖΟΓΚΛΕΡ

1


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) (Μια πλατεία με μια καντίνα στο πίσω κεντρικό της μέρος. Αριστερά εφηβικό δωμάτιο, δεξιά μπαράκι. Δέντρα και διαφημιστικά ταμπλό δημιουργούν ένα διαχωριστικό ανάμεσα στο μπροστινό και στο πίσω μέρος της πλατείας). ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ Το τραγούδι ΣΚΗΝΗ 1 Ο Νίκος ηχογραφεί (Εφηβικό δωμάτιο, σούρουπο. Ο Νίκος κάθεται απέναντι στο laptop με μια κιθάρα αγκαλιά και προσπαθεί να ηχογραφήσει ένα τραγούδι. Ρίχνει κλεφτές ματιές στο κινητό του που είναι δίπλα του και αναβοσβήνει συνεχώς από τα μηνύματα που δέχεται. Σε κάποιο από αυτά απαντάει διακόπτοντας την ηχογράφηση, την οποία συνεχίζει πιο προσηλωμένος, αντιγράφει στο mp3 το κομμάτι, κατεβάζει την οθόνη του laptop στη αναμονή και φεύγει). ΝΙΚΟΣ: Περνάς σαν το αγρίμι, της Τσιμισκή ελάφι, του Κούδα το τσαλίμι, το γκολ απ’ το Σαράφη. Περνάς σαν το αγέρι, αύρα της Σαλαμίνας, του Φούντα το μαχαίρι, τα μάτια της Μελίνας. Περνάς σαν οπτασία, χνάρι ψηλά στα Κάστρα, είσαι θεά στην Κρήνη, νεράιδα στη Χαλάστρα, περνάς και ’γω που ξέρω, τι θέλεις και ποια είσαι, μία ευχή σου δίνω: «σαν τα τραγούδια, ζήσε». Περνάς πουλί χαμένο, στο Καλοχώρι κύκνος, βυζαντινών γραμμένο, και του Τσιτσάνη ύμνος. Περνάς σα μαύρη εικόνα, φλορέτα απ’ του Μαράτου, του Στέλιου η «ανεμώνα», ο «παλιατζής» του Στράτου.

2


Σπύρος Λαζαρίδης

ΣΚΗΝΗ 2 Ο Νίκος δείχνει στον Τζώννυ το τραγούδι του (Στο παγκάκι δίπλα στην καντίνα, ο Νίκος συναντάει τον Τζώννυ και του δίνει το mp3. Ο Τζώννυ φοράει φουτεράκι με κουκούλα, καλωδιώνεται, ακούει το τραγούδι και φουντώνει. Και οι δύο σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας τους δέχονται μηνύματα στα κινητά τους που βρίσκονται στην αθόρυβη λειτουργία και απαντούν σε μερικά. Στο τέλος του διαλόγου έχουν απορροφηθεί τελείως από την επικοινωνία με τα κινητά τηλέφωνα). ΤΖΩΝΝΥ: Καλά ρε βαρεμένο, σνιφάρεις; ΝΙΚΟΣ: Τι κάνω; ΤΖΩΝΝΥ: Ξέρω ’γω τι κάνεις; Εσύ θα μου πεις. Τι παίρνεις και δεν το μυρίστηκα μέχρι τώρα; ΝΙΚΟΣ: Τίποτα δεν παίρνω. Ούτε τσιγάρο δεν καπνίζω. Αυτό βρήκες να πεις; ΤΖΩΝΝΥ: Τι να πω ρε; Γκόμενα πάμε να ρίξουμε. Έτσι θα τη ρίξουμε; Τι είναι αυτά που έγραψες; ΝΙΚΟΣ: Τραγούδι, μήπως; ΤΖΩΝΝΥ: Μαστουροδιαολοκουλτουρομπερδέματα είναι! Τι Μαράτοι και Στέλιοι και Φούντες τσαμπουνάς! Είναι η ηλικία σου για τέτοια ρε; Αυτά δεν παίζουν στην τηλεόραση στις ασπρόμαυρες ταινίες; Γλίτωσε η μάνα μου από τα lexotanil με την κάθε πικραμένη που βαλαντώνει στο κλάμα και προσμένει τον καλό της. Τη Βουγιουκλάκη θα πάμε να ρίξουμε; Την Τζένη δεν χαλβαδιάζεις ρε και σου τρέχουνε τα σάλια; Στο Multiculti δεν την γνώρισες; Άκουσες βυζαντινά και Τσιτσάνηδες εκεί μέσα; Κάνα Γονίδη, κάνα Νότη, καμιά Θεοδωρίδου δεν έχει το ρεπερτόριο; Και τη Χαλάστρα τι την ανακάτεψες με την Κρήνη; Ίσα κι όμοια; ΝΙΚΟΣ: … ΤΖΩΝΝΥ: Δώστου ένα delete περιποιημένο να πάει στον αγύριστο κι άσε τους κύκνους και τα άλμπατρος για άλλους. Γράψε ρε κάνα μπιτάκι, να βγούμε στη σκηνή να θολώσουμε μυαλά κι άσε τα slow motion και τα feel my heart για τους κουνημένους! ΝΙΚΟΣ: Δεν καταλαβαίνεις Χριστό! Η μουσική είναι μία… ΤΖΩΝΝΥ: Είπα ’γω ότι είναι δύο; Μία είναι. Αυτή που γουστάρει ο καθένας. ΝΙΚΟΣ: Αν ήταν μία μουσική για τον καθένα, τότε δεν θα ήταν μουσική ρε άσχετε. Πιστωτική κάρτα θα ήταν. Θα έβαζες το pin σου και θα γούσταρες. ΤΖΩΝΝΥ: Αυτό δεν κάνω; ΝΙΚΟΣ: Το ότι έβαλες στο mp3 σου συγκεκριμένα κομμάτια δεν σημαίνει ότι μόνο αυτά γράφτηκαν. ΤΖΩΝΝΥ: Α γεια σου. Τι μας νοιάζει εμάς τι γράφτηκε; Τι θα βάλει η Τζενούλα για ringtone δεν μας νοιάζει; Μας κόφτει εμάς τι γράφει ο κάθε βαρεμένος; Τι ακούει η Τζενούλα, μάγκα μου! ΝΙΚΟΣ: Τι θέλω να πω εγώ στην Τζενούλα, ξερόλα μου! ΤΖΩΝΝΥ: Και θέλεις να της πεις για τα χνάρια στα κάστρα; Τι είναι ρε το κορίτσι για να ψάχνει χνάρια στα κάστρα; Αυτή δεν ξέρει καν αν έχει κάστρα η πόλη, τα χνάρια θα ψάξει; Ο Ράμπο είναι; Να ψάχνει μονοπάτια και να βάζει σημάδια; Αυτή γουστάρει να την ψάχνουν την ίδια! Δεν είδες πως τούρλωνε το βυζί όταν 3


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) έβλεπε ότι την κοίταζες; Έγραφε πουθενά εκεί πάνω «τρελαίνομαι για χνάρια στα κάστρα»; «Άσε τα χνάρια σου πάνω μου», ίσως! ΝΙΚΟΣ: Την ξεφτιλίζεις την κουβέντα. Εγώ την Τζένη δεν την είδα όπως την βλέπεις εσύ. Ούτε κολλημένος με τα παλιά είμαι. Όσο για το τραγούδι, τη μουσική μόνο έγραψα εγώ. Τα λόγια τα βρήκα στο internet και γούσταρα. Κακό είναι; Αν εγώ γούσταρα με τα λόγια κάποιου άγνωστου κι έβαλα τη μουσική γιατί κι αυτή να μη γουστάρει με το τραγούδι το δικό μου και να βάλει το συναίσθημα; ΤΖΩΝΝΥ: Στο συναίσθημα ποντάρουμε; ΝΙΚΟΣ: Αλλά; ΤΖΩΝΝΥ: Δοκάρι κι έξω, αγόρι μου. Στο κορμάκι της ποντάρουμε. Στο τσίτωμα του φερμουάρ, στο «σπάνε τα κουμπάκια στο πουκάμισο», στο βαθύ ντεκολτέ «φαράγγι η άβυσσος» και στην κοιλίτσα έξω. Συναισθήματα και «πάντα μαζί γλυκιά μου» μετά το στρατιωτικό κι αυτό μετά την αναβολή. Από τώρα συναισθήματα; Είσαι σοβαρός; Γράψε κάτι ξεσηκωτικό να σηκωθεί η γκόμενα αλαφιασμένη από την καρέκλα και να γεμίσει η πίστα κορμί κι άσε τα ψυχοπλακωτικά κατά μέρος. ΝΙΚΟΣ: Πολλά λες. Να σε στείλω τώρα; ΤΖΩΝΝΥ: Πόσο χειρότερο μπορεί να γίνει; ΝΙΚΟΣ: Της το ’στειλα! ΤΖΩΝΝΥ: Δεν είσαι τόσο μαλάκας! ΝΙΚΟΣ: Με mms, με την φάτσα μου μέσα κι ευχές για καλή ακρόαση! ΤΖΩΝΝΥ: Κι όμως είσαι! Ρεζίλι θα γίνουμε! ΣΚΗΝΗ 3 Φθινοπωρινός διάλογος (Ο Θανάσης, παντρεμένος κοντά στα πενήντα, πλησιάζει την καντίνα του Ξανθού, όπου ο καντινιέρης, μόλις τέλειωσε με τα κάρβουνα κι αρχίζει να βάζει κανένα κρεατικό στη σχάρα. Φαίνεται ότι γνωρίζονται καλά. Όσο διαρκεί η κουβέντα τους, ο Θανάσης ρίχνει ματιές στα δύο πιτσιρίκια που καβάλησαν το παγκάκι και μια πειράζονται μια ασχολούνται με τα κινητά τους, σκοτώνοντας την ώρα). ΞΑΝΘΟΣ: Καλώς τονα τον ένδοξο ψηφοφόρο. Πώς τα καταφέρνεις ρε παιδί μου και ψηφίζεις το κόμμα που θα κυβερνήσει; ΘΑΝΑΣΗΣ: Ένστικτο αλάνθαστο παλληκάρι μου. ΞΑΝΘΟΣ: Όχι μέση λάστιχο! Ένστικτο. Α ρε πουτάνα γλώσσα. Λες και ο Μπαμπινιώτης, άλλη δουλειά δεν είχε, γέμιζε τα λεξικά με επιχειρήματα να τσιμπολογούν οι «δεν γνωρίζω, δεν απαντώ». ΘΑΝΑΣΗΣ: Ψήσε δυο Σουφλιώτικα λουκάνικα κι άσε την προπαγάνδα, επαγγελματίας άνθρωπος. ΞΑΝΘΟΣ: Επειδή είμαι επαγγελματίας, αδερφέ, ψάχνω να καταλάβω. Πώς θα σου φαινόταν αν το Σουφλιώτικο μας έβγαινε «made in Taiwan» και η μουστάρδα ήταν από τη Μαδαγασκάρη; ΘΑΝΑΣΗΣ: Γιατί ρε ξερόλα, τώρα το Σουφλιώτικο είναι από το Σουφλί; ΞΑΝΘΟΣ: Σε παρακαλώ! Κεντρική πλατεία το κρεοπωλείο, πρώτη πλαγιά βγαίνοντας η στάνη. Πιο Σουφλιώτικο δεν γίνεται. ΘΑΝΑΣΗΣ Κι ο μπαμπάς κι η μαμά;

4


Σπύρος Λαζαρίδης ΞΑΝΘΟΣ: Καλά ευχαριστώ! Κάπου το πας εσύ! ΘΑΝΑΣΗΣ: Άλλος το πήγε κι όχι εγώ. Λέω ο μπαμπάς πρόβατος και η μαμά προβατίνα ομιλούσαν την Ελληνικήν ή εγεννήθησαν εν τņ αλλοδαπņ̇ ; Φόρτωσαν τα βαλκάνια σαΐνια το αλλοδαπό βλαστάρι στο τρένο και κατ’ ευθείαν στο ελληνικό μαντρί. ΞΑΝΘΟΣ: Κι ο καπετάν Κώττας δεν ομιλούσε την ελληνικήν αλλά το φρόνημα ελληνικότατον. Τι σημασία έχει πού γεννήθηκε; Κοίτα σε τι χώματα μεγάλωσε και τι νοστιμιά βγάζει! ΘΑΝΑΣΗΣ: Σ’ αυτό σου βγάζω το καπέλο. Μπορεί από πολιτική να είσαι στούρνος αλλά από κρέατα και κάρβουνα, έχω να το λέω. ΞΑΝΘΟΣ: Ο καθείς στο είδος του. Πού βρέξαμε το κορμί μας το καλοκαίρι και διατηρούμε το χρωματάκι φθινοπωριάτικα; ΘΑΝΑΣΗΣ: Δε βαριέσαι, κάπου στην Κατερίνη. Μια παραλία, φανταστική. ΞΑΝΘΟΣ: Μη μου πεις! ΘΑΝΑΣΗΣ: Φανταστική σου λέω. Μόνο με διαλογισμό καταλάβαινες πως είσαι στην παραλία κι από κάτω έχει άμμο. Τίγκα στην κυτταρίτιδα και στις πάνες βρακάκι. Πατείς με πατώ σε. Το τι αντηλιακό ανέπνευσα, έτσι που ήμασταν σώμα με σώμα, τι να σου πω. Κάτι από ελληνορωμαϊκή, ένα πράγμα. Η χαρά της ιδρωτίλας. ΞΑΝΘΟΣ: Και τα νερά; ΘΑΝΑΣΗΣ: Γυαλί. ΞΑΝΘΟΣ: Κάτι είναι κι αυτό. ΘΑΝΑΣΗΣ: Πώς δεν είναι! Όλη η 3Ε ήταν στον βυθό. Τι κόκα κόλες, τι φάντες, τι άμστελ, τι μπεμπελάκ. Κάθε μπουκαλιάς μπουκάλι. Αφού μια γριά γυρνούσε με τη φούστα μαζεμένη στο βρακί της και διάλεγε βάζα για τη σάλτσα της. Καπάκια δεν έβρισκε όπως τα ήθελε αλλά από βάζα έβγαζε καλό μεροκάματο. Τα στοίβαζε και στην άκρη σχήμα σχήμα κι έκανε πύργους. Οι πύργοι της σάλτσας. Σάλτσμπουργκ τον έκανε τον Μακρύγιαλο. ΞΑΝΘΟΣ: Μα πόσες ντοματιές είχε πια αυτή η γυναίκα; ΘΑΝΑΣΗΣ: Τι να σου πω; Μεγαλέμπορος η μπουκαλομαζώχτρα. ΞΑΝΘΟΣ: Τα παραλές μου φαίνεται. Μπας και το γύρισες στην αντιπολίτευση; Δυο χρόνια έχουμε μέχρι τις εκλογές. Κράτα χαρακτήρα μην εκδηλώνεσαι. ΘΑΝΑΣΗΣ: Ήθελα να ’ξερα εκείνη τη γαλάζια σημαία ποιος την κάρφωσε στην παραλία. Εκτός κι αν κάτι ήθελε να πει για τις μέδουσες. Γιατί κι από αυτές, τίγκα η θάλασσα. Μωβ συνωστισμός. ΞΑΝΘΟΣ: Δεν μπορεί να ήταν έτσι. Γέμισε η Βόρεια Ελλάδα ρωσσίδες και βαλκάνιες. Δεν είχε μόνο εντόπια κρέατα. Άσε πια το μπητς βόλεϊ. Χλίδα οι παραλίες στην τηλεόραση. ΘΑΝΑΣΗΣ: Στην τηλεόραση μπορεί. Εκεί που πήγα εγώ, δεν. ΞΑΝΘΟΣ: Έτοιμα τα λουκανικάκια. Μπυρίτσα; Παγωμένο το μπουκάλι, λέμε. Στις τρεις η μία δώρο. Κερνάει το κατάστημα. Έτσι για το καλώς όρισες. ΘΑΝΑΣΗΣ: Ώπα, προσφορές το κατάστημα! ΞΑΝΘΟΣ: Επιταγές των καιρών. ΘΑΝΑΣΗΣ: Όλοι επιταγές και πιστωτικές κάρτες. Μέχρι και ο καιρός. ΞΑΝΘΟΣ: Όπου θέλεις, το φιλοσοφείς το πράγμα. ΘΑΝΑΣΗΣ: Και να θέλεις ν’ αγιάσεις, δεν σ’ αφήνουν. Στα δύο απορρυπαντικά για το πλυντήριο ρούχων, ένα μαλακτικό δώρο˙ παίρνεις τέσσερα ηλεκτρικά είδη, 5


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) πληρώνεις τρία˙ έξι κουτάκια μεταλλικό νερό στην τιμή των πέντε. Γιατί ρε, γαμώ την αδικία μου, εγώ που κάνω 25 μεροκάματα το μήνα να μην παίρνω και μερικά δώρο; Ή έστω για κάθε πέντε ημέρες άδεια και μία δώρο; Και δύο δώρο να μη σου πω! ΞΑΝΘΟΣ: Δεν το φιλοσοφείς απλώς. Του δίνεις και καταλαβαίνει. ΘΑΝΑΣΗΣ: Κι αυτό καταλαβαίνει κι εγώ καταλαβαίνω αλλά χαΐρι δεν βλέπω… (Δείχνει τα παιδιά) Μπορείς να μου εξηγήσεις τι σκατά λένε με τα κινητά τόσην ώρα; ΞΑΝΘΟΣ: Δεν λένε. Γράφουνε. ΘΑΝΑΣΗΣ: Τους πατεράδες τους γράφουνε εκεί που δεν πιάνει μελάνι. ΞΑΝΘΟΣ: Μηνύματα γράφουνε και τα στέλνουνε το ένα στο άλλο. Αυτό σε πείραξε τώρα; ΘΑΝΑΣΗΣ: Δεν το καταλαβαίνω ρε συ. Τι τους απασχολεί τόσο έντονα; Κεφάλι δεν σήκωσαν από την ώρα που ήρθα. ΞΑΝΘΟΣ: Δεν θα σε είδαν φαίνεται. Αλλιώς, μια προσοχή θα την χτυπούσαν. Δεν θα την χτυπούσαν; ΘΑΝΑΣΗΣ: Είπα εγώ να χτυπήσουν προσοχή; Το κεφάλι τους μόνο μην χτυπάνε στον τοίχο, όταν θα το σηκώσουν και καταλάβουν πώς γέρασαν σκυμμένοι σ’ ένα κινητό. ΞΑΝΘΟΣ: Τα παραλές, πάντα υπερβολικός. Σιγά μην γεράσουν πάνω σ’ ένα κινητό. Την ζούνε ρε τη ζωούλα τους πιο έντονα απ’ ότι φαντάζεσαι. Ρώτα και μένα που νταραβερίζομαι κάθε μέρα με δαύτα. Είναι φορές που τα ζηλεύω. Πιο ξύπνια από εμάς, πιο δραστήρια. Εμείς φάγαμε τα νιάτα μας στα κόμματα και στα μεγάλα λόγια. Αυτά αρπάζουν τη ζωή από τα κέρατα, νωρίς νωρίς. ΘΑΝΑΣΗΣ: Φτιάξε μας τώρα. Πες μας και αποτυχημένους. Τι ζούνε μωρέ, μέσα στα μπαράκια και καβάλα στα παγκάκια, οι καουμπόηδες του πάρκου! ΞΑΝΘΟΣ: Αυτοί που βλέπεις έχουν συγκρότημα και παίζουν και δικά τους τραγούδια. Από τα δεκάξι τους παλεύουν με πρόβες και ζωντανές εμφανίσεις. Ο από δω, δουλεύει και delivery με το παπάκι. Αυτός είναι λίγο μεγαλύτερος. Και σε μένα δούλεψε ένα φεγγάρι, που ήθελε λεφτά για την ντραμς που λιγουρευότανε. Και να σου πω και το άλλο; Κι από πολιτική σκαμπάζουν. Ξέρω τι σου λέω. Μην τα βλέπεις έτσι. ΘΑΝΑΣΗΣ: Τι να πω; Δυσκολεύομαι να την χωνέψω αυτήν την εικόνα. Γέρασα πολύ, μάλλον. ΞΑΝΘΟΣ: Πες το ψέματα. Σού ’πεσε βαρύ και το λουκάνικο, μάλλον. Ώρα να το γυρίσεις στα μπιφτεκάκια. Με τα χεράκια μου τον πλάθω τον κιμά. Κι από μπαχάρια, δεν το συζητώ. Δεν το συζητώ. Η αποθέωση της γεύσης. Χάδι στον ουρανίσκο. ΘΑΝΑΣΗΣ: Φεύγω ρε, γιατί βάλθηκες να με κάνεις χούφταλο, πριν την ώρα μου. Κράτα τα κεφτεδάκια σου, για τους λιμοκοντόρους της υγιεινής διατροφής, κι άσε σε μας τα λουκάνικα και τη χοληστερίνη τους. Δεν γαμείς! Χόρτασα πείνα, μάγκα μου. Άσε με τώρα να ρεφάρω. Και το συσσίτιο το πρόλαβα στο χωριό μου στο Δημοτικό και πάστες κάποτε έτρωγα μόνο στη γιορτή του πατέρα μου τα Χριστούγεννα. Άσε με να χαρείς. Δεν καταλαβαίνουμε τα πιτσιρίκια, μας πέφτουν βαριά τα λουκάνικα, τι είσαι ρε, βαλτός είσαι; Άντε καληνύχτα. Καλό υπόλοιπο!

6


Σπύρος Λαζαρίδης Κι από πολιτική σκαμπάζουν. Τώρα μάλιστα, τα βρήκαμε τα λεφτά μας. Όσο θυμάμαι που κατεβαίναμε στις πορείες και ζητούσαμε ψήφο στα δεκαοχτώ, μού ’ρχεται σκοτοδίνη. Είναι αυτά για να ψηφίζουν; Τέλος πάντων. Το πιο πιθανό είναι να τα ξαναπούμε. Πάω! ΞΑΝΘΟΣ: Εδώ είμαι εγώ. Δεν φεύγω. ΣΚΗΝΗ 4 Αποδοχή αρχείου (Στο μπαράκι, κοριτσοπαρέα). ΛΙΝΑ: Καλέ ακούσατε τι έγινε; ΣΙΑ: Περιμένουμε να μας πεις. ΛΙΝΑ: Κάποιοι κλέψανε έναν παππούλη. ΣΙΑ: Σιγά μην κλέψανε και περίπτερο. Απήγαγαν εφοπλιστή, είναι το σωστό. Θα πας και θεωρητική, μη χέσω. ΛΙΝΑ: Αν με πάρουνε και μένα στο χαζοκάναλο που πήγες και τρούπωσες να λέω τις ειδήσεις, απαγωγή θα λέω κι εγώ. Τώρα λέω ότι θέλω. Έχεις πρόβλημα; ΤΖΕΝΗ: (Αλλού, τελείως). Έχω. ΛΙΝΑ, ΣΙΑ: (Ταυτόχρονα και απορημένες). Έεεεεε; ΤΖΕΝΗ: Θυμάται καμία σας να έδωσα εγώ το κινητό μου στο Νίκο; ΣΙΑ: Τι λέει καλέ αυτή; Για Νίκο μιλάμε; Για τον εφοπλιστή μιλάμε. Ποιος είναι ο Νίκος; ΤΖΕΝΗ: Ποιον εφοπλιστή; ΣΙΑ: Τον παππού της Λίνας. ΤΖΕΝΗ: Έχει η Λίνα παππού εφοπλιστή; ΣΙΑ: Α καλά, στον κόσμο σου εσύ. Δεν άκουσες τίποτα από ότι λέγαμε; ΤΖΕΝΗ: Τι λέγατε; ΛΙΝΑ: Που κλέψανε τον παππούλη. ΣΙΑ: Για την απαγωγή του εφοπλιστή. ΤΖΕΝΗ: Δεν καταλαβαίνω τίποτε. ΣΙΑ: Ποιος είναι ο Νίκος; ΤΖΕΝΗ: Ο κιθαρίστας των BADLY KISSED, αυτός που τραγουδάει κιόλας. ΛΙΝΑ: Αυτός ο γλύκας με τη φράντζα στο σαγόνι; ΤΖΕΝΗ: Αυτός. ΣΙΑ: Πού να ξέρω εγώ; Ασυγκράτητη ήσουν στο live. Τόσο ενθουσιασμό πια, ούτε τον Axl να είχες απέναντί σου. ΤΖΕΝΗ: Δεν είναι αυτό το θέμα μας. Του έδωσα το κινητό μου; ΛΙΝΑ: Γιατί, δύσκολο είναι να το βρει; Πρέπει να του το έδωσες εσύ; ΣΙΑ: Έχεις φίλους στο fb το μισό Multiculti, ολόκληρο το νυχτερινό του μορφονιού, ποζεράδες του 3ου Λυκείου, μηχανόβιους του Τεχνικού, σκυλάδες της πλατείας… Με το κατηχητικό δεν ξέρω τι παίζει, αλλά κάτι καμπάνες τις έχεις να βαράνε σε μερικές επαφές, απ’ ότι παίρνει τ’ αυτί μου. Δύσκολο λέω κι εγώ. Από τέταρτο επίπεδο και πάνω. ΤΖΕΝΗ: Δηλαδή, τι έκανε; Έπιανε όποιον έβρισκε και τον ρωτούσε αν είχε το κινητό μου;

7


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) ΣΙΑ: Είσαι και πολύ βούρλο. Δε μπαίνεις στο fb από το κινητό σου; Μπαίνεις. Δημόσιο αγαθό ο αριθμός, καλή μου. Είναι τόσο δύσκολο νομίζεις να βρει τον αριθμό σου, όταν βλέπει πόσα κονέ έχεις; Τι είναι; Άσχετος είναι; Και δε μου λες, τι κόλλημα είναι αυτό με το κινητό; Τι σού ’ρθε; ΤΖΕΝΗ: Μήνυμα μού ’ρθε! ΣΙΑ: Τι μήνυμα; ΤΖΕΝΗ: Mms. ΛΙΝΑ: Ώπα! Καμάκι; ΤΖΕΝΗ: Δεν ξέρω ρε συ. Ένα τραγούδι μου έστειλε, κι έβαλε και τη φωτογραφία του. Γιατί την έβαλε τη φωτογραφία του, φοβήθηκε να μην τον μπερδέψω με άλλον; ΛΙΝΑ: Δεν πρόλαβε να σου δώσει αυτόγραφο στο live και στο έστειλε με καθυστέρηση. Τι τραγούδι, ρε; ΤΖΕΝΗ: Άγνωστο. Να μη σου πω και ακαταλαβίστικο. Δεν το άκουσα πουθενά αλλού. Δικό του πρέπει να είναι. ΣΙΑ: Και; ΤΖΕΝΗ: Τι και; Μου έστειλε ένα τραγούδι, εγώ το άκουσα και…. το ξαναάκουσα! ΣΙΑ: Σου έστειλε και μια φωτογραφία του κι εσύ την κοίταξες και… την ξανακοίταξες! Τσίμπησες, δηλαδή; ΛΙΝΑ: Δώσε να το ακούσουμε ντε! Μπορεί να έχει υπονοούμενα και να μην τα κατάλαβες. Άσε να το ξεδιαλύνουμε το πράγμα! ΤΖΕΝΗ: Είναι προσωπικό. Δεν γίνεται. ΣΙΑ: Μπα; Θυμηθήκαμε τα προσωπικά τώρα; Μόλις σου την έπεσε κάποιος κι αμέσως να κλειστείς στο καβούκι σου; Εμείς μόνο για το φραπέ είμαστε; Ωραία είσαι! ΤΖΕΝΗ: Μην αρπάζεσαι ρε Σία. Δεν ξέρω πώς να το χειριστώ, αυτό είναι. ΣΙΑ: Μαζί θα το χειριστούμε. Τι σκατά δουλεύουμε στην Επικοινωνία και στην Πληροφόρηση. Άντε, ανοίγω το bluetooth. Στέλνε! ΣΚΗΝΗ 5 Ένα πουλί της πλατείας (Τα παιδιά δείχνουν πίσω από την καντίνα). ΝΙΚΟΣ: Ήρθε. Χώμα είναι, ρε. Να του πούμε τίποτα; ΤΖΩΝΝΥ: Τι να του πούμε; Χαζός είσαι; Δεν τον βλέπεις πώς είναι; Είναι τώρα αυτός για συμβουλές; ΝΙΚΟΣ: Δεν γίνεται ρε γαμώτο. Μια σηκώνεται, μια πέφτει. Πού θα πάει αυτό; Χαίρεται δηλαδή τώρα; ΤΖΩΝΝΥ: Αυτός δεν ξέρω αν χαίρεται αλλά οι γέροι του τραβάνε TO ζόρι. ΝΙΚΟΣ: Χθες τον τάιζε ο πατέρας του στο στόμα τηγανητές πατάτες, στο καφενείο. Τον είδα κι έπαθα. Ούτε να μασήσει δεν μπορούσε. Κρέμονταν οι πατάτες μαζί με σάλια από τα χείλη του, είχε στραβωμένο το κεφάλι κι ο μπαμπάς του τον περίμενε να κάνει μια κίνηση. Να καταπιεί για να του δώσει κι άλλη πατάτα. Σταμάτησα και τους κοίταζα σα χαμένος. Και να φανταστείς, το καλοκαίρι ήταν καλά. Χαιρόταν ο παππούλης. «Καθαρίσαμε», έλεγε. «Καθαρίσαμε, ο Θεός να βάλει το χέρι του».

8


Σπύρος Λαζαρίδης ΤΖΩΝΝΥ: Τους την πασάρουνε την πρέζα ώσπου να πεις κύμινο. Δεν τον βλέπεις τον άλλο με την πέτσινη την καπαρντίνα; Ούτε κρύβονται ρε πούστη μου. Δεν φοβούνται τίποτα. Σερβίρουν τα χάπια και τη σκόνη λες και είναι γκαρσόνια. Στήνουν τάχαμου και οι μπάτσοι το περιπολικό στην άκρη της πλατείας και όλα μέλι γάλα. Μόνο τα παπάκια ξέρουν να κυνηγάνε. Χθες μ’ έγραψαν για κράνος. Κι ο πιο φανατικός, αυτός ο γιος του κουρέα, πίσω από την πλατεία. Τάχα μπαίνουν με πανελλαδικές και εξετάσεις. Έγραψε αυτό το γομάρι καλά και πέρασε; Έγραψε αυτός έκθεση; Τι θέμα τους βάλανε ρε; Έχουνε κουκούτσι τα κάστανα; Και πού να το ξέρει αυτός; Μέχρι το αχλάδι, τέτοιες απορίες δεν έχει. Από μήλο και πάνω αρχίζει να μασάει, το βόδι. «Ξεχάσαμε το κράνος»; Ναι ρε το ξεχάσαμε, σιγά το έγκλημα. Τη στήσανε στα μηχανάκια και τα βαποράκια κάνανε παρέλαση, γύρω μας. Την πρέζα ξέρουν να την αφήνουν και να γαμάει τα μυαλά μας. ΝΙΚΟΣ: Δοκίμασες ποτέ; ΤΖΩΝΝΥ: Το ’χεις χάσει; Εκεί ποντάρουνε πρώτα πρώτα. Στην περιέργεια. Τα άλλα είναι εύκολα. ΝΙΚΟΣ: Καπνίζεις, όμως. ΤΖΩΝΝΥ: Τι σχέση έχει αυτό; Με είδες να κρέμομαι σαν θυμιατό στο παγκάκι; Δεν χρειάζεται να δοκιμάσω. Βλέπω. Δεν τη θέλω αυτήν την κωλοχαρά που νιώθει. Τρυπιέται στους θάμνους στο παρκάκι πίσω από την Εκκλησία μέσα στη σκόνη, στις ροχάλες των γέρων και τα σκατά των σκύλων και χαίρεται; Μπορεί αυτό που βλέπω να έχει σχέση με χαρά και γούστα; (Σταματούν τα πάντα στη σκηνή. Μουσική. Φωτίζεται το πίσω παγκάκι με τον τοξικομανή. Μια γυναίκα μπαίνει από την άλλη άκρη της σκηνής και με αργά βήματα πηγαίνει προς το μέρος του. Σβήνουν τα φώτα όταν τον φτάνει. Σταματάει η μουσική). ΣΚΗΝΗ 6 Η Τζένη μαθαίνει τον Φούντα (Στην καντίνα μπροστά. Η Τζένη είναι καλωδιωμένη και ακούει mp3). ΤΖΕΝΗ: Ένα με μπιφτέκι, με χωρίς κρεμμύδι και κυρίως με χωρίς μπούκοβο. ΞΑΝΘΟΣ: Δεν ξέρεις τι χάνεις. ΤΖΕΝΗ: Έεεεε… ΞΑΝΘΟΣ: Βγάλτο το ευλογημένο από το αυτί να συνεννοηθούμε. Το καλώδιο, λέω. Take it off. TZENH: Ακούω καλέ. Είπατε κάτι; ΞΑΝΘΟΣ: Για το μπούκοβο, λέω. Δεν ξέρεις τι χάνεις. Κρατάει ψηλά τη λίμπιντο, βοηθάει στην εκπομπή γοητρονίων και αναδίδει την αύρα ενός λανθάνοντος ερωτισμού. ΤΖΕΝΗ: Πειράζει που δεν καταλαβαίνω; Σε τι γλώσσα είναι αυτά κύριε Ξανθέ μου; ΞΑΝΘΟΣ: Σε μια γλώσσα, με το συμπάθιο κιόλας, που δεν λέει με χωρίς κρεμμύδι. Ή με ή χωρίς. Μην το πάρεις στραβά και νομίσεις πως θέλω να σε δασκαλέψω. Συντήρηση είναι πουλάκι μου. Φρεσκάρω τη μνήμη μου και το 9


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) λεξιλόγιό μου. Κάναμε κι εμείς νέοι, Τζενούλα… Πώς τα ρίχναμε τα κοριτσόπουλα; ΤΖΕΝΗ: Με τα γοητρόνια; ΞΑΝΘΟΣ: Μ’ αυτά και με την ακαταμάχητη γοητεία του πυκνού και σγουρού μαλλιού μου. ΤΖΕΝΗ: Του ποιου; ΞΑΝΘΟΣ: Μην κοιτάς τώρα που αραίωσαν. Τότε να μ’ έβλεπες. ΤΖΕΝΗ: Α. Αραίωσαν. Όπως του μαμπά μου. Δεν πέφτουνε, αραιώνουνε. Τα ίδια λέει κι αυτός κι ας γεμίζει η μπανιέρα τρίχα κάθε που λούζεται. Και μιλούσατε έτσι; Άκου γοητρόνια! Σιγά να μην είναι και ηλεκτρόνια. Πόσο χρονών τα λέγατε αυτά; Σε τι ηλικία; ΞΑΝΘΟΣ: Κάτι παραπάνω από τη δική σου. Μετά το γυμνάσιο. Γυμνάσιο ήταν τότε, εξατάξιο. Πριν τριάντα χρόνια, και βάλε! Αγέννητο ήσουν. ΤΖΕΝΗ: (κοιτάει την ώρα στο κινητό της). Κύριε Ξανθέ, δεν έχετε πολλή δουλειά τώρα, εεε; ΞΑΝΘΟΣ: Δεν θα το ’λεγε κανείς και δουλειά του σκοτωμού. Αραιά και πού κανένα σαντουιτσάκι, τώρα το σούρουπο. Εμείς δουλεύουμε με τα φαντάσματα. Μεσάνυχτα και βάλε. ΤΖΕΝΗ: Άρα μπορώ να ρωτήσω κάτι, να φρεσκάρετε κι εσείς τη μνήμη σας, έτι περαιτέρω; ΞΑΝΘΟΣ: From Canteen to Miss Tzeni from Greece twelve points! Χαρά μου να λύνω απορίες και ειδικά στην Τζενούλα την μερακλού. ΤΖΕΝΗ: Θεωρητική κατεύθυνση. Κάτι μαθαίνουμε κι εμείς. Γιατί μερακλού; ΞΑΝΘΟΣ: Επειδή ξέρεις να διαλέγεις τι τρως. Σε χαίρομαι. ΤΖΕΝΗ: Έχω κάτι απορίες και μάλλον έχουν σχέση με άλλες εποχές. Στο σπίτι δεν με παίρνει να ρωτήσω γιατί θα με πρήξουν στην ανάκριση. ΞΑΝΘΟΣ: Ρίχτα! ΤΖΕΝΗ: Τον Τσιτσάνη τον ξέρω. Μας είπε κάτι ο φιλόλογος για τη Συννεφιασμένη Κυριακή που είναι τραγούδι και μοιάζει με βυζαντινό ύμνο. Ο Στράτος και ο Στέλιος ποιοι είναι; ΞΑΝΘΟΣ: Ο Στράτος και ο Στέλιος που ξέρω εγώ; ΤΖΕΝΗ: Ξέρω ’γω; ΞΑΝΘΟΣ: Λαϊκοί τραγουδιστές. Φωνάρες και οι δύο. Πιο αστέρι ο Στέλιος. Στελάρας για τους φίλους του. Στέλιος Καζαντζίδης, Στράτος Διονυσίου. ΤΖΕΝΗ: Του Στέλιου η ανεμώνα, ο παλιατζής του Στράτου (το τραγουδάει). ΞΑΝΘΟΣ: Μ’ αφήνεις παξιμάδι. Ακούω καλά; Τζενούλα, ανεβαίνεις ιλιγγιωδώς στην εκτίμησή μου. Τα μάλλα μη σου πω. Δεν την ξέρω αυτήν την μελωδία. Καταλαβαίνω τα λόγια όμως. Τέτοια ακούς σ’ αυτό το διάολο; Γράφονται από τους νέους τέτοια τραγούδια; ΤΖΕΝΗ: Θέλετε να το ακούσετε όλο και να μου πείτε; ΞΑΝΘΟΣ: Είμαι όλος αυτιά. (Βάζει τα ακουστικά στ’ αυτιά και ακούει ενώ ετοιμάζει το σάντουιτς της Τζένης). Excellent. Αυτό το παλικάρι έχει μεγάλο ταλέντο και φαίνεται ψαγμένο. Πόσων χρονών να είναι; ΤΖΕΝΗ: Αυτό είναι που με μπερδεύει και μένα. Στην ηλικία μου είναι. Πάνω κάτω δηλαδή. Λίγο μεγαλύτερος. ΞΑΝΘΟΣ: Αυτά που λέει, είναι του καιρού μου. Πού τα ξέρει αυτός;

10


Σπύρος Λαζαρίδης ΤΖΕΝΗ: Πού τα ξέρει αυτός; Γιατί τα λέει σε μένα; Έλα μου ντε! Θα με βοηθήσετε να βγάλω άκρη; ΞΑΝΘΟΣ: Σ’ αγαπώ, σ’ εκτιμώ Τζενούλα, αλλά μην με μπλέκεις με τα αισθηματικά σου. Έχουμε και μια αλληλοεκτίμηση με τον μπαμπά σου. Μην χαλάσουμε τις καρδιές μας. ΤΖΕΝΗ: Δηλαδή, αυτό το τραγουδάκι κρύβει αίσθημα; ΞΑΝΘΟΣ: Σιγά να μην το κρύβει. Στη βιτρίνα το έβγαλε. ΤΖΕΝΗ: Από πού το καταλάβατε; Γιατί εγώ δεν το καταλαβαίνω; ΞΑΝΘΟΣ: Το ακούς συχνά; ΤΖΕΝΗ: Όλη την ώρα! ΞΑΝΘΟΣ: Φτερουγίζει κάτι στο στήθος σου; ΤΖΕΝΗ: Φτερουγίζει! ΞΑΝΘΟΣ: Κι εσύ το κατάλαβες! Πώς δεν το κατάλαβες; Δε μου λες; Της γειτονιάς; Σαν κάτι να μου θυμίζει η φωνή. Τον ξέρω; ΤΖΕΝΗ: Τι είναι ο Φούντας; ΞΑΝΘΟΣ: Έρωτας θανατηφόρος. Με μαχαίρι στη καρδιά της Στέλλας. ΤΖΕΝΗ: Κι η Μελίνα; ΞΑΝΘΟΣ: Η Στέλλα. Η επιτομή του έρωτα. ΤΖΕΝΗ: Θα μου εξηγούσατε, τάχα. Πάλι τα κινέζικα αρχίσατε. ΞΑΝΘΟΣ: Όλη τη δεκαετία του εξήντα και του εβδομήντα έβαλε στο τραγουδάκι του για να σου πει «σ’ αγαπώ» το ευλογημένο. Δικούς σας ήρωες δεν έχετε; Δεν βγαίνουν άλλο ταινίες και τραγούδια; Στα παλιά γυρνάτε; Ποιος είναι μωρέ; ΤΖΕΝΗ: Εσείς δεν είπατε να μην σας ανακατεύω; Φεύγω. Τρέλα το σαντουιτσάκι σας. Γεια στα χέρια σας. ΣΚΗΝΗ 7 Google ευλογημένο (Στο μπαράκι). ΛΙΝΑ: Δέχομαι συγχαρητήρια! ΣΙΑ: Βίζιτες να μη δέχεσαι κι από συγχαρητήρια όσα θες! ΛΙΝΑ: Τι λες μωρή τρελή; Θα σ’ ακούσει και κανένας και θα το πάρει στα σοβαρά. ΣΙΑ: Σκάσε μωρή. Έτσι το είπα. Ήθελα να δω πώς ακούγεται! ΛΙΝΑ: Να το λες στον καθρέφτη σου. Όχι να μου βγει εμένα το όνομα! ΣΙΑ: Ντάξει μωρέ, πώς κάνεις έτσι; Έχουμε πει και χειρότερα. Τώρα σε πείραξε; Τι έκανες, λοιπόν; ΛΙΝΑ: Γκούγκλαρα! ΣΙΑ: Ήμουνα σίγουρη. ΛΙΝΑ: Τώρα ρώτα με να σου λέω. ΣΙΑ: Τραβάτε με κι ας κλαίω. ΛΙΝΑ: Γιατί δεν σοβαρεύεσαι επιτέλους και να παραδεχτείς πως και κάποια άλλη από την παρέα τα καταφέρνει και βρίσκει λύσεις; ΣΙΑ: Τι λύσεις βρήκες; ΛΙΝΑ: Βρήκα ποιανού είναι το τραγούδι. ΣΙΑ: Του Νίκου είπαμε.

11


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) ΛΙΝΑ: Αμ δε! Ο Νίκος αν έβαλε κάτι, έβαλε τη μουσική. Τα λόγια είναι κάποιου βαρεμένου στο internet. Τώρα, πώς έγινε και έπεσε πάνω του ο Νίκος, δεν ξέρω. Εγώ πάντως με το που έριξα δυο τρεις λέξεις στο Google, πήρα το τραγούδι ολόκληρο στην οθόνη μου. Τώρα να ξέρεις, ο Νίκος ανεβαίνει και στη δική μου την εκτίμηση. Το βάρεμα θα ήταν να έγραφε αυτός τέτοια λόγια. Αυτό δεν το χωρούσε το μυαλό μου. ΣΙΑ: Και δέχεσαι γι’ αυτό συγχαρητήρια; ΛΙΝΑ: Λίγο είναι; Το περάσαμε για βλαμμένο το παιδί. ΣΙΑ: Και εσύ το αποκατέστησες. Η καλή Σαμαρείτισα. ΛΙΝΑ: Όλο πνεύμα αντιλογίας είσαι. Ναι ρε, τώρα τα πράγματα μπαίνουν σε μια σειρά. Ήθελε να της πει όμορφα λόγια, δεν του ’βγαιναν, τα βρήκε στο internet, τα έντυσε με τη μουσικούλα του και της τα έστειλε με mms. Όλα καλά τώρα, έχουμε κλασική περίπτωση ερωτικής πρότασης. ΣΙΑ: Κλασική περίπτωση μπάχαλου έχουμε. ΛΙΝΑ: Γιατί; ΣΙΑ: Επειδή όσο εσύ γκούγκλαρες, η Τζενούλα μας καντίναρε. ΛΙΝΑ: Τι έκανε; ΣΙΑ: Καλά, μόνο τις δικές σου λέξεις καταλαβαίνεις; Το γκούγκλαρε σου βγαίνει φυσιολογικό και το καντίναρε σε χαλάει; ΛΙΝΑ: Το γκουκλάρω το λέει όλη η Ελλάδα Σία, αυτό το καντίναρε ποιος το λέει; ΣΙΑ: Η Σία το λέει. Καντινάρω σημαίνει στήνομαι στην καντίνα του Ξανθού και πιάνω την πάρλα για ό,τι μου κατέβει στην γκλάβα. ΛΙΝΑ: Είπε στον Ξανθό για τον Νίκο; ΣΙΑ: Του έδωσε να ακούσει το τραγούδι. ΛΙΝΑ: Βούκινο θα γίνουμε. ΣΙΑ: Γίναμε. Πήγα για σάντουιτς νωρίτερα και με τρέλανε στο υπονοούμενο. ΛΙΝΑ: Ο Ξανθός. ΣΙΑ: Αυτός. Στην αρχή δεν καταλάβαινα. Ούτε αυτός τα έλεγε ξεκάθαρα. Και δώσ’ του Στέλιους και δώσ’ του Στράτους και δώσ’ του Φούντες. «Για μπάστα ρε Ξανθέ» του λέω «κοριούς βάζεις στα σάντουιτς και τα ξέρεις όλα αυτά»; Και ξέρεις τι μου απαντάει; «Να βοηθήσω θέλω, όλα μου τα είπε το Τζενάκι». Πόσα όλα, δηλαδή; Είμαστε ρε να μας βοηθάνε τα ΚΑΠΗ για να βγάλουμε γκόμενους; Εκεί καταντήσαμε; Και πώς θα πηγαίνω εγώ στο εξής να παίρνω σάντουιτς; Θα τον ρωτάω πρώτα «λέγε τι ξέρεις» κι ύστερα θα του λέω «βάλε μου ένα σουβλάκι με αλατορίγανη και τυροκαφτερή»; Χαίρεσαι και συ που δεν θα νομίζουμε για βλαμμένο αυτό που νομίζαμε βλαμμένο. Άλλο βλαμμένο μας προέκυψε. ΛΙΝΑ: Έλα μωρέ. Δεν τρέχει τίποτα. Τώρα που θα έρθει η Τζένη θα μας εξηγήσει τι έγινε κι όλα θα σιάξουν. Καλός τυπάς φαίνεται ο Ξανθός. Δεν είναι καμιά κουτσομπόλα! ΣΚΗΝΗ 8 Το κεμπάμπ του αποδημητικού (Μια κυρία, στα πενήντα πλησιάζει την καντίνα, με άνετες κινήσεις). ΓΙΟΥΛΗ: Καλησπέρα σας!

12


Σπύρος Λαζαρίδης ΞΑΝΘΟΣ: (Χαμηλόφωνα, αφού τεντώσει το κεφάλι του πλάγια και πάνω για να δει ουρανό). Μπορείς να το πεις κι έτσι. Κατά μία έννοια… ΓΙΟΥΛΗ: Ένα κεμπάμπ βαρύ, αρπαγμένο έξω, ζουμερό μέσα. Θα το φάω εδώ. Μην λυπηθείς το καφτερό! Μπουμπούνιξ’ το. ΞΑΝΘΟΣ: Ενημερωμένη σας βρίσκω μανδάμ! ΓΙΟΥΛΗ: Στην εποχή της επικοινωνίας ζούμε Ξανθέ! Εξ άλλου δεν κάθεσαι και συ ήσυχος! Μέχρι και ολοσέλιδη σε γκλαμουράτο περιοδικό για πιτσιρικοώριμους ψαγμένους και στιλάτους σε είδα. Στη μια σελίδα ο Brad Pitt και στην άλλη ο Ξανθός με τα σύνεργα στο χέρι. ΞΑΝΘΟΣ: Άρα η γνωριμία περιορίζεται στην ανάγνωση. Περί γεύσεως… πρωτάρα, συγγνώμη για την έκφραση. ΓΙΟΥΛΗ: Μπορείς να το πεις κι έτσι. Κατά μία έννοια… ΞΑΝΘΟΣ: (Δίνει το σάντουιτς). Μπαρδόν; ΓΙΟΥΛΗ: Το αυτί μου. Διαολεμένο όργανο, Ξανθέ. Υπερευαίσθητο. Μ’ έχει σώσει αυτό από κακοτοπιές… ΞΑΝΘΟΣ: Το πρόσεξα. Το υπερευαίσθητον. Περί κακοτοπιές, τι να πω; Απαιτείται αυξημένη προσοχή, την σήμερον ημέραν. ΓΙΟΥΛΗ: (Μετά την πρώτη μπουκιά). Έχω φάει κεμπάμπ απ’ τα χεράκια σου. Σε πακέτο βέβαια, με λίγο μουλιασμένο το ψωμάκι απ’ τις ντομάτες και τα κρεμμύδια. Να που ήρθε η ώρα να το γευτώ και τραγανό. Ποιος άλλος ζητάει κεμπάμπ βαρύ, αρπαγμένο έξω, ζουμερό μέσα; ΞΑΝΘΟΣ: Το κατάστημα φημίζεται, εκτός των άλλων, και για την εχεμύθεια του αφεντικού του. Καντινικόν απόρρητον. ΓΙΟΥΛΗ: Και όχι μόνον καντινικόν. Σεβαστόν. Το κεμπάμπ του καντινικού απόρρητου, λοιπόν, κατέληγε στην υποφαινόμενη. ΞΑΝΘΟΣ: Και γιατί από μη φαινόμενη αίφνης υποφαινόμενη; Υπάρχει λόγος που βγήκατε στο προσκήνιο, αν δεν είμαι αδιάκριτος; ΓΙΟΥΛΗ: Αδιάκριτος είσαι αλλά την πάσα στην έριξα εγώ. Επειδή φέρθηκε σκάρτα ο τύπος και η Γιούλη δεν είναι καμιά που ξεμπερδεύεις εύκολα μαζί της. ΞΑΝΘΟΣ: Γιούλη, η φαινόμενη να υποθέσω; ΓΙΟΥΛΗ: Εντάξει Ξανθέ, κόψε το παραμύθι, τα είπαμε τα προκαταρκτικά, να μπούμε στην ουσία. Ξέρω πως δεν πρόκειται να δεχτείς να μου πεις όσα θέλω να μάθω, μπορείς όμως να του πεις όσα θέλω να μάθει. Έχει αλλάξει γκόμενα και κινητό ο σκατόμαγκας αλλά χούγια και διατροφικά γούστα δύσκολα αλλάζει κανείς. Λοιπόν, στο επόμενο κεμπάμπ του μάγκα, ρίξ’ του και την πληροφορία, πως «η Γιούλη εθεάθη στην πλατεία και ψάχνει». Κι όποιος ψάχνει, βρίσκει Ξανθέ μου. (Κοιτάζει το κομμάτι του σάντουιτς που έμεινε στο χέρι της). Μπορούσες και καλύτερα πάντως. Προς τι η ταραχή; Σου είναι κάτι παραπάνω από πελάτης ο κουραδόμαγκας; Μη μου πεις; Με γνώρισες με το που με είδες; Σου ’δειξε φωτογραφίες ο τρύπιος; (Φεύγει). ΣΚΗΝΗ 9 Είμαστε κουκλάρες (Κοριτσίστικο δωμάτιο. Κορίτσια ετοιμάζονται για το χορό του λυκείου της Λίνας). 13


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) ΤΖΕΝΗ: Δώσε μου τη μάσκαρα. ΣΙΑ: Στην έδωσα εδώ και ώρα. Για να στην ξαναδώσω, έπρεπε να μου την επιστρέψεις. Μου την επέστρεψες; ΤΖΕΝΗ: Και πού την έβαλα; ΣΙΑ: Φιρί φιρί το πας για να το ακούσεις το γαλλικό. Εμένα ρωτάς πού την έβαλες; ΛΙΝΑ: Αμάν και συ πια! Όλα κάτω από τη γλώσσα σου τα έχεις. Δεν κρατιέσαι για να τα ξεφουρνίσεις. Άσε και κάτι να πέσει κάτω! Εγώ την πήρα. Έχουμε κι εμείς ματόκλαδα, τι στο καλό; ΤΖΕΝΗ: Δεν αποφάσισα ακόμη. Πώς να τα βάψω τα μάτια μου; ΛΙΝΑ: Τι μπλούζα θα βάλεις; ΣΙΑ: Σιγά μη βάλει και παλτό. Απόψε τρελαίνουμε κόσμο. Τιραντούλες και σατενάκια. Βάλε εκείνο που σου χάρισα στα γενέθλιά σου. Το φούξια με τις πέρλες. ΛΙΝΑ: Τέτοιο θα φοράει η τραγουδίστρια στο πάλκο. Να βάλεις τη μπλουζίτσα με το άνοιγμα πίσω. ΣΙΑ: Σιγά μη ρίξει τον γκόμενο με το άνοιγμα πίσω. Μπροστά παιδί μου. «Αβυσσαλέο ντεκολτέ κι όποιον πάρει ο χάρος» που λέει κι ο μόδιστρος στο κανάλι. ΤΖΕΝΗ. Θα βάλω το κίτρινο πουκαμισάκι. Αυτό φορούσα και στο live. ΣΙΑ: Τι φοβάσαι; Μη και δεν σε γνωρίσει με άλλο ρούχο; Στο live ήμασταν εμείς κι εμείς. Τώρα στο μπουζουξίδικο θα χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Ξέρεις τι θα πει Γονίδης; Θα πας με το κίτρινο; Σαν τη μουστάρδα του Ξανθού θα είσαι. Μαύρο καλτσόν, πουλάκι μου, γόβα στιλέτο, μίνι με έξτρα άνοιγμα στο πλάι και το φούξια με την πέρλα γύρω από το βυζί. Θάνατος! ΛΙΝΑ: Θα είναι όμως κι αυτοί οι ροκάδες; ΣΙΑ: Αλό!!! Ο μπαμπάς είναι άνθρωπος!!! Θα είναι εκεί η Τζενάρα μας και δεν θα είναι οι ροκάδες; Ρε θα φάνε Γονίδη και Πάολα στη μάπα που θα πούνε τον Μόρισον, Καρρά. ΤΖΕΝΗ: Μην μας δούνε με τα ξέκωλα και τρομάξουνε τα παιδιά! ΣΙΑ: Ακριβώς αυτό θα πάθουνε. Τρόμο. Φρίκη. Ρε είσαι καλά; Τι περιμένουνε να δούνε στο σκυλάδικο; Τον Φρέντυ Κρούγκερ στο δρόμο με τις λεύκες; Σε χορό λυκείου έρχονται, κουκλάρες θα πάρουν μάτι και θα τους φύγει το τσερβέλο. Μη χαλιέστε. Αυτό που θα τους δείξουμε, αυτό ακριβώς περιμένουν να δουν. Αλλιώς θα μένανε στο παγκάκι του Ξανθού και θα μετρούσανε τις γόπες στα πλακάκια της πλατείας. ΣΚΗΝΗ 10 Το πανόραμα της πλατείας (Στο ένα παγκάκι τα δύο αγόρια συζητάνε, ντυμένα στολισμένα. Από την άλλη πλευρά ολόκληρη η κοριτσοπαρέα το ίδιο. Η Γιούλη κάπου στο βάθος συζητάει με τον Θανάση. Στη μια πλευρά της καντίνας ο τοξικομανής κι η μάνα του στο παγκάκι. Στην καντίνα μπροστά η Μάχη και μέσα ο Ξανθός. Όλοι κάνουνε κινήσεις σαν να συνεχίζουν την προηγούμενη συζήτησή τους. Τα φώτα παίζουνε με τα πρόσωπα και ακούγεται μουσική. Τα αγόρια και τα κορίτσια φεύγουν προς

14


Σπύρος Λαζαρίδης το βάθος της πλατείας. Σβήνουν τα συγκεκριμένα φώτα, εκτός της καντίνας και μένει ένας γενικός φωτισμός που δείχνει ξημέρωμα, η πλατεία αδειάζει σχεδόν). ΣΚΗΝΗ 11 Αριθμοί (Στην καντίνα μπροστά, πολύ μετά τα μεσάνυχτα, κοντά στο πρωί. Μόνο τα φώτα της καντίνας, στη σκηνή. Η Μάχη με πατημένα τα πενήντα). ΜΑΧΗ: Βλέπω αριθμούς. Θα με ρουφήξουν οι άτιμοι. Έρχονται καταπάνω να με καταπιούν. Το πιστεύεις αυτό που σου λέω; Αριθμοί, δικοί μου και αλλωνών. Κάθε βράδυ μετά από δυο ώρες ύπνο. Τι δεν δοκίμασα. Τι χάπια, τι ζουμιά, τίποτα. Αυτοί εκεί. Με διαολίζουν βραδιάτικα. Πόσο θα το αντέξω, μου λες; Στην αρχή το πήρα αψήφιστα. Με τον παππού ξεκίνησε η ιστορία. Πενήντα χρονών τον φάγανε. Όσο είμαι εγώ τώρα. Τον στήσανε στο απόσπασμα και τον ξέκαναν. Ούτε εβδομάδα μετά το δικαστήριο κι ούτε μήνα από τη σύλληψη. Δεν τον ήξερα. Ούτε φωτογραφία του είχε πια η μάνα μου, ούτε τίποτα. Μου τον περιέγραφε και νόμιζα πως καταλάβαινα. Πέρναγα και δεν ακούμπαγα, όχι να καταλάβαινα. Ώσπου θυμήθηκε ημερομηνίες η κακομοίρα και πήρα την απόφαση. Έβαλα έναν ανιψιό μου που καταγίνεται με χαρτιά και γραψίματα, να ψάξει. Κι έψαξε το ευλογημένο κι από τότε έχασα τον ύπνο μου. Μού ’φερε κάτι φωτοτυπίες από εφημερίδες εκείνης της εποχής. Λες και πιάσανε το Γιαγκούλα οι ρουφιάνοι. Η μάνα μου πιτσιρίκα, η μάνα της κι ο πατέρας της και εικοσιπέντε άλλοι τρομεροί εγκληματίες, τάχα κομμουνιστές, πρωτοσέλιδο. Ξηλώθηκε το παράνομο δίκτυο των συμμοριτών, έγραφαν οι φυλλάδες. Την πρωτομαγιά του 1949 μπήκανε οι φωτογραφίες τους σε όλες τις εφημερίδες και στις 29 του μήνα βγήκε η απόφαση του στρατοδικείου. Παππούς, γιαγιά, δις εις θάνατον. Ούτε εβδομάδα μετά, στα έξι μέτρα ο παππούς. Εξήντα χρόνια είχε να δει το πρόσωπό του η μάνα μου. Και το είδε στην φωτοτυπία. Κι έχασε το χρώμα της. Κι εγώ έχασα τον ύπνο μου, επειδή κατάλαβα. Κατάλαβα, γιατί μού έλεγε να προσέχω τους φίλους μου, από μικρό παιδί. Κατάλαβα γιατί μου έλεγε να μην φωνάζω δυνατά και μας ακούσουν έξω από το σπίτι. Κατάλαβα γιατί έβλεπε στολή κι έφτυνε τον κόρφο της. Κατάλαβα… Και βλέπω κι άλλους. Το είκοσι οχτώ, που το νόμιζα τον τυχερό μου αριθμό. Τον βλέπεις κι εσύ κάθε μέρα, στο πίσω παγκάκι. Από δεκαοχτώ χρονών τρυπιέται. Δέκα χρόνια. Αυτό θα πάει άκλαυτο. Κι αυτός θάνατο έχει μέσα του. Ποιοι του τον βάλανε, δεν ξέρω. Ποιος μπορεί να του τον ξεριζώσει, δεν ξέρω. Τυραννιούνται οι δικοί του, τυραννιέται κι αυτό γιατί χαρούμενο δεν τον είδα ποτέ, τυραννιέμαι κι εγώ που μετράω τις μέρες που τον βλέπω να σέρνεται και λέω, «την έβγαλε και απόψε». Ως πότε θα την βγάζει; Τι ζωή είναι αυτή; Τι τέλος του ετοιμάζει; Γυρνάει και πουλάει λαχεία ο πατέρας του. Έκανε αυτός την καλή του, τη δίνει και σε άλλους. Από τύχη αυτός ο άνθρωπος, άλλο τίποτα. Η γυναίκα του με ψυχοφάρμακα κι ο γιος στην πρέζα. Θα μου πεις μπορεί να το βλέπουν κι έτσι

15


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) όσοι παίρνουν λαχεία από αυτόν: «Όλη την γκαντεμιά την κράτησε για πάρτη του. Άρα έχει ελπίδα για μας». Σ’ άλλους κάρφωσαν σφαίρα στη καρδιά και σ’ άλλους βελόνα στη φλέβα. Και τους υπόλοιπους τους έστησαν μπροστά στην τηλεόραση και τους βάζουν το μυαλό στο μπλέντερ και το χυλώνουν με σύστημα. Γεμίζουν με νούμερα οι στατιστικές τους και με νευρασθενείς οι κλινικές τους. Πώς να τα βγάλεις πέρα; Γκομενιλίκια και τσαμπουκάδες. Την είδε κι ο δικός μας ο γιαλατζί λιμοκοντόρος γκόμενος και σπίτωσε πίσω από την πλατεία την ξενομερίτισσα. Σαν κατάλαβε που λες ο κακομοίρης πως η κυρά του η Στέλλα δεν τρώει κουτόχορτο την παράτησε την γκόμενα, έλα όμως που έπεσε σε αγιάρικο περιστέρι. Μουλάρωσε η τρελοσαραντάρα, «εμένα ρε θα παρατήσεις;» και του τίναξε το σπίτι στον αέρα. Τρούπωσε και το τρία στον ύπνο μου. Τριάντα χρόνια παντρειάς (τρεις φορές το δέκα), τρία κορίτσια πάνω από είκοσι και γιος στα δεκαπέντε (πολλαπλάσιο του τρία κι αυτό), γυναίκα ζουμερή και ξηγημένη, του στείλανε ραπόρτο: «μάζεψε την τσούλα που μας κουβαλήθηκε στην πλατεία και μας ξεφτιλίζει και εξαφανίσου απ’ τα μάτια μας». Κι αυτός τώρα στοιχειώνει τον ύπνο μου. Νέα επεισόδια στο σήριαλ της αϋπνίας. Τον βλέπω να έχει το βλέμμα του στο άπειρο και να μην μπορεί να πιστέψει πώς του ’ρθανε τούμπα τα πράγματα. Τόσοι και τόσοι ξενοκοιμούνται και κρατάνε την οικογένειά τους μακριά από την γκαρσονιέρα και τις βρωμιές τους, κι αυτόνα πέσανε πάνω του διαόλοι και τριβόλοι να τον φάνε. Έτσι νιώθει. Αδικημένος κι αυτός μέσα στο χυλωμένο του μυαλό. Πιάνει την αιτία του κακού για να κατουρήσει και τον παίρνουνε τα κλάματα. «Γύρνα πίσω άτιμε χρόνε», μοιρολογάει μα αναπαμό δεν έχει. ΞΑΝΘΟΣ: (Απλώνει το χέρι πίσω του και κατεβάζει μια κορνίζα. Τη δείχνει στη Μάχη). Εννέα. Βαθμός πτυχίου. 1980. Τέσσερα χρόνια, ακριβώς. Εισαγωγικές το 1976 και με την πρώτη φοιτητής στο Αριστοτέλειο. Φιλοσοφική, η μεγάλη του Γένους Σχολή. Με το καλύτερο κυλικείο της Πανεπιστημιούπολης και τις πιο φευγάτες γκόμενες. Κι από τότε, στη μεγάλη χαβούζα. Την επετηρίδα. Μετά τα δεκατρία χρόνια σταμάτησα να μετράω. Δεκατρία χρόνια επισήμως αγνοούμενος. Η Δημοκρατία μας χαμπάρι δεν είχε για μένα. Πρόλαβα και την Δωρεάν Παιδεία, πρόλαβα και την Κατάργηση του Πιστοποιητικού Κοινωνικών Φρονημάτων κι έλεγα: «Θα σου κάνω το χατίρι, ρε πατέρα. Θα βγάζω λεφτά με τα γράμματα κι όχι με τα χωράφια και τα χώματα. Τέρμα ο Εμφύλιος. Μπήκα με εξετάσεις στο πανεπιστήμιο». Πού να ’ξερα κι εγώ; Μέχρι να το πάρω το πτυχίο, σε κάποια κιτάπια ήμουνα γραμμένος. Κάποιοι με ψάχνανε. Δεν περνούσα ένα μάθημα; Έβγαινε ανακοίνωση στο διάδρομο. «Τέσσερα! Σας περιμένουμε στην επόμενη εξεταστική! Με τις υγείες σας!» Από τότε που το πήρα το γαμημένο και ξεμπέρδεψα και με το στρατό, άνοιξε η γη και με κατάπιε. Άνεργος δεν είμαι επειδή δεν δούλεψα ποτέ για να με διώξει κανείς. Πτυχιούχος δεν είμαι γιατί κανένας δεν με φωνάζει να του δείξω τι έμαθα. Εργαζόμενος όμως μπορώ να είμαι, τι σκατά Δημοκρατία θα είχαμε αν δεν μπορούσα να είμαι, και μάλιστα με μεγάλη δυνατότητα επιλογών. Οικοδομές και καπνομάγαζα τα καλοκαίρια, κανένα ροδάκινο στη Βέροια, κανένα καφάσι ξεφόρτωμα στη Λαχαναγορά,

16


Σπύρος Λαζαρίδης πλασιέ για σεντόνια και εγκυκλοπαίδειες με δόσεις στα σπίτια των νοικοκυραίων, σερβιτόρος στην αγία Τριάδα και στο Μπαξέ Τσιφλίκι, δόξα τω Θεώ! Δεκατρία χρόνια ώσπου να πω δεν γαμιέται, έχασα τέσσερα χρόνια, να προλάβω τα υπόλοιπα τουλάχιστον. Είχα και τον θείο με το τρίκυκλο την ιδιοκατασκευή (τιμόνι-ψησταριά, ο αθεόφοβος) που πουλούσε σάντουιτς στις λαϊκές, πολύ θέλει; Η μισή ντροπή δική τους κι η άλλη μισή πάλι δική τους, είπα, γαμώ την επετηρίδα τους γαμώ. Και ξεκίνησα καριέρα γιατρού της πείνας. Καντινιέρης με πτυχίο άριστα. Να σου κάνω εγώ ψητό λουκάνικο με την τελευταία λέξη της διαλεκτικής, πασπαλισμένο με νεοελληνικό μπούκοβο και γαρνιρισμένο με τρία μέτρα ιαμβικό δωδεκασύλλαβο και μια δωδεκάδα ανώμαλα ρήματα, να γλύφεις τα δάχτυλά σου μέχρι να τα λειώσεις. Να μην ξέρεις από πού σου ’ρθε. Για να μην σου πω και για την κυρά Ανθούλα. Στο περί ού ο λόγος κυλικείο τη γνώρισα. Του αρχαιολογικού, αυτή. Τα κρέμασα κι εγώ τα πτυχία, πίσω μου και ξεμπέρδεψα. Πτυχία στέρεο. Αριστερά του Νεοελληνικού, δεξιά του Αρχαιολογικού. Ευτυχώς η κοράκλα μου έχει κλίση στην κομμωτική. Χαμηλό βαρομετρικό στον έλεγχο το πουλάκι μου, με άποψη. «Γιατί να με σπρώξουν αυτοί ρε πατέρα στην ανεργία; Έχεις δει καμία να σταμάτησε να χτενίζεται επειδή σφίγγουν τα πράγματα»; Θα κοτσάρω που λες κι έναν Αμάραντο ή μια Χρυσή Χτένα σ’ ένα μαγαζί στην πλατεία απέναντι από την καντίνα να δέσει το γλυκό. Κι εμένα αριθμοί με χτύπησαν, τι νόμισες; Στο δόξα πατρί με βρήκαν. Και μένα αριθμοί, αδερφούλα. Αριθμοί. (Ακούγεται σειρήνα περιπολικού, λάστιχα που στριγγλίζουν σ’ ένα απότομο φρενάρισμα, ήχος από παπάκι να γκαζώνει. Ακούγεται μια φωνή «στάσου ρε κωλόπαιδο, στάσου μη σου γαμήσω…» κι αμέσως μετά ένας πυροβολισμός. Ακούγονται στη συνέχεια: θόρυβος από σύγκρουση, τζάμια να σπάζουν και συναγερμός καταστήματος). ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ Ο θάνατος ΣΚΗΝΗ 1 Δακρυγόνα (Μαζεύεται κόσμος στην πλατεία. Υπάρχει ένταση). ΕΙΡΗΝΗ: Μα είναι δυνατόν, στα καλά καθούμενα; ΠΕΡΣΑ: Πισώπλατα τον πυροβόλησε. ΜΑΡΚΟΣ: Είχανε κόντρα μεταξύ τους… ΕΙΡΗΝΗ: Πώς δηλαδή είχανε κόντρα; Τριανταπεντάρης ο μπάτσος, εικοσιένα ο Τζώννυ. Από πού την είχανε; Ούτε σε μια παρέα ήτανε, ούτε συνομήλικοι. ΠΕΡΣΑ: Τον κυνηγούσε συστηματικά ο μπάτσος…

17


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) ΕΙΡΗΝΗ: Αυτό δεν καταλαβαίνω ρε Πέρσα. Γιατί τον κυνηγούσε, τι είχανε να χωρίσουνε; ΜΑΡΚΟΣ: Ούτε σε πορεία βρισκόντουσαν, ούτε σε κανένα γήπεδο να πω βριστήκανε, φόρτωσε, του την άναψε. Μες στην ερημιά του άδειου δρόμου έγινε. ΠΕΡΣΑ: Πάντως να ξέρετε, αυτό δεν θα περάσει έτσι. Ήδη ένα μήνυμα γυρνάει από κινητό σε κινητό. Δεν φεύγουμε. Έρχονται τα γυμνάσια και τα λύκεια. Θα γίνει πορεία. ΕΙΡΗΝΗ: Μαζί ήσασταν στο συγκρότημα. Κάτι θα πήρε το αυτί σας. ΜΑΡΚΟΣ: Στις πρόβες ήμασταν μαζί κι εκεί δεν έχει χρόνο για κουβέντες. Τρέχει το ταξίμετρο… ΠΕΡΣΑ: Ο Τζώννυ περνούσε πολλές ώρες με το Νίκο. Μαζί του θα έλεγε πιο πολλά. Πάντως σε σχέση με το παπί ξέρω πως υπάρχει ζήτημα. Όλο νεύρα ήτανε ο Τζώννυ στην τελευταία πρόβα. Αλλά για ένα κωλοπαπί ρε γαμώτο; Ο Μπίλης από το νυχτερινό που ήταν εκεί κι έδωσε και κατάθεση μας είπε πως ο μπάτσος στήθηκε και πυροβόλησε. Όπως κάνουν στα έργα. Με τα δύο χέρια κρατούσε το πιστόλι. ΕΙΡΗΝΗ: Δεν γίνονται αυτά… ΜΑΡΚΟΣ: Έλα όμως που έγιναν. Δεν βλέπεις πόσος κόσμος μαζεύεται; Θα έρχονταν όλοι αυτοί αν ήταν μόνο η τζαμαρία αιτία θανάτου όπως πρόλαβε να ανακοινώσει η αστυνομία; Όλη νύχτα τα κινητά και τα blogs μεταδίδουν την είδηση και μιλάνε για πυροβολισμό. Έρχονται επειδή το πιστεύουν πως έγινε. Σε τόση εκτίμηση την έχουν την αστυνομία. ΜΑΧΗ: Τον ήξερες καλά ρε Ξανθέ; ΞΑΝΘΟΣ: Πώς δεν τον ήξερα. Δούλεψε και στην καντίνα ένα διάστημα. Ξύπνιο παιδί, μάλλον ταλαιπωρημένο. ΜΑΧΗ: Δεν ήταν από τη γειτονιά. Λίγα χρόνια έχει που νοίκιασαν σπίτι πίσω από την Εκκλησία. Κάθε Κυριακή πρωί ορμούσε στην ντραμς το αφιλότιμο και ξεσήκωνε τον κόσμο. Από μια μεριά, καλά το σκέφτονταν. Σου λέει «όλοι οι καθώς πρέπει θα είναι στην εκκλησία, ποιον θα ενοχλώ; Ας το βροντήξω λοιπόν»! ΞΑΝΘΟΣ: Πού θα πάει αυτό το πράγμα, ρε Μάχη; Άσε τους δικούς μας. Κατοχή πέρασαν, εμφύλιο, εξορίες εντάξει. Ταραγμένες εποχές σε τρώγανε για ψύλλου πήδημα. Τώρα; Κοινοβουλευτική δημοκρατία. Με εισαγωγικές εξετάσεις μπαίνουνε στην Αστυνομία. Κάθε λίγο και λιγάκι θα βγάζει ένας νταβραντισμένος το κουμπούρι του και θα ρίχνει όπου βρει; (Έρχεται ταραγμένος ο Θανάσης). ΘΑΝΑΣΗΣ: Ξέρετε τι λέει η τηλεόραση; Στο ανακοινωθέν της Αστυνομίας λέει πως υπήρξε συμπλοκή. Το περιπολικό δέχτηκε επίθεση! Άκουσαν πυροβολισμούς οι αστυνομικοί. ΜΑΧΗ: Από ποιον δέχτηκε επίθεση ρε Θανάση; Από τον πιτσιρικά με το παπάκι; Τι πυροβολισμούς άκουσαν; Μεθυσμένοι ήταν; Καμιά άκαφτη θα έσκασε που λέει κι ο ανεψιός μου και βρόντηξε η εξάτμιση. Και είναι αυτός λόγος να βγούνε και να ρίξουν στο ψαχνό;

18


Σπύρος Λαζαρίδης ΘΑΝΑΣΗΣ: Δεν λένε κουβέντα για το τραύμα. Πού χτυπήθηκε το παιδί; Μυστήριο. Το μόνο που επαναλαμβάνουν στα δελτία είναι πως ο θάνατος μάλλον προέρχεται από τη τζαμαρία που τον κατάκοψε όταν έπεσε πάνω της. Ψιθυρίζουν κάτι για σφαίρα, αλλά για τα τζάμια το φωνάζουν και το ξαναφωνάζουν. ΜΑΧΗ: Να το εμπεδώσουμε. ΞΑΝΘΟΣ: Τι να πουν στα δελτία; Και πού ξέρουν αυτοί τι έγινε; Ούτε έξι ώρες δεν πέρασαν. Σκοτώθηκε ρε ένα παλικάρι είκοσι χρονών σε μπλόκο της αστυνομίας; Τέλος. Γεγονός. Και με μπαζούκας να όρμησε αυτός πάνω τους, έπρεπε να βρούνε τρόπο να του το πάρουνε. Το μπαζούκας, όχι την ψυχούλα του. ΘΑΝΑΣΗΣ: «Είχε ροκ συγκρότημα. Οι κακοφιλημένοι. Είναι αυτός τίτλος για μαθητικό συγκρότημα; Πότε πρόλαβαν και κακοφιλήθηκαν; Τι πάνε και ακούνε στα παλιομάγαζα»; ΜΑΧΗ: Αυτό σε πείραξε; ΘΑΝΑΣΗΣ: Εμένα πείραξε; Στην τηλεόραση το άκουσα. Μια γειτόνισσα έδινε συνέντευξη. Η εικόνα που βγάζουνε στον κόσμο είναι για ένα ψώνιο που βαρούσε την ντραμς Κυριακάτικα, αλώνιζε τον τόπο με το παπί και είχε συγκρότημα τους «Κακοφιλημένους». Άρα; ΞΑΝΘΟΣ: Άρα, το έφαγε μόνος του το κεφαλάκι του. Τέτοιος που ήταν! Δεν βοήθησε καθόλου η καφρίλα του μπάτσου και αυτά που τους λένε στη σχολή. Του μπάτσου το παρατσούκλι γιατί δεν το λένε; Τι έκανε και τον λέγανε Ράμπο τα φιλαράκια του; Λίγες φορές τους ακούσαμε να τον φωνάζουν έτσι; Στην πλατεία δεν άραζε το περιπολικό του; (Η πλατεία έχει γεμίσει κόσμο, ακούγονται συνθήματα, όλοι κινούνται νευρικά, ξαφνικά αντιλαμβάνονται πως κάποιοι τρέχουν). ΞΑΝΘΟΣ: Τι γίνεται ρε; Γιατί τρέχουν; (Ψάχνει με το κεφάλι του γύρω). Ρίχνουν δακρυγόνα ρε πούστη μου, δεν το πιστεύω! Γεμάτη με πιτσιρίκια είναι η πλατεία! Είναι καλά; Ειρηνούλα, Ειρηνούλα, κοντά μου. (Η πλατεία γεμίζει καπνό, ακούγονται βηξίματα και κλάματα). ΣΚΗΝΗ 2 Βαζελίνη (Περπατώντας προς στην κλειστή καντίνα). ΕΙΡΗΝΗ: Καλά ρε μπαμπά, έτσι πετάνε τα δακρυγόνα; Μέσα στον κόσμο; ΞΑΝΘΟΣ: Τον κόσμο θέλουνε να διαλύσουνε, πού θα τα πετάξουνε; ΕΙΡΗΝΗ: Και δεν είναι επικίνδυνο; ΞΑΝΘΟΣ: Καλά ρε Ειρηνάκι, εσύ τι κατάλαβες; Ότι τους νοιάζει; Με δακρυγόνο φάγανε τον Πέτρουλα, πριν σαράντα χρόνια. Κατευθείαν στο στήθος. Εδώ πάλι καλά, να λες. Από ψηλά μας έρχονταν οι ρουκέτες. Πρόοδος. ΕΙΡΗΝΗ: Τσούζουν τα μάτια μου. Πονάω! ΞΑΝΘΟΣ: Πρέπει κάτι να βάλεις. Κάτσε να ανοίξω την καντίνα να σου βάλω λίγο λάδι. Αν και λίγη βαζελίνη θα ήταν ότι πρέπει. 19


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) ΕΙΡΗΝΗ: Κάνει η βαζελίνη; Έχω ένα κουτάκι και βάζω στα χείλη μου όταν ξεραίνονται. Να βάλω; ΞΑΝΘΟΣ: Βάλε, θα σε ανακουφίσει. ΕΙΡΗΝΗ: Να σου δώσω και σένα; ΞΑΝΘΟΣ: Όχι. ΕΙΡΗΝΗ: Γιατί; Δεν τσούζεις εσύ; ΞΑΝΘΟΣ: Αν τσούζω λέει; Δεν θα βάλω όμως. Άσε με θέλω να θυμηθώ. ΕΙΡΗΝΗ: Με το τσούξιμο θα θυμηθείς; ΞΑΝΘΟΣ: Με το τσούξιμο βέβαια. Τόσα χρόνια με το μεροκάματο και την καλοπέραση δεν ήθελα να θυμάμαι πως υπάρχει και αυτή η πλευρά της ζωής, Ειρηνάκι. Που σε στήνει κάποιος απέναντι και σου πετάει δακρυγόνο, σου ρίχνει σφαίρα, σε πλακώνει στο ξύλο, σου τσακίζει κορμί και νου. ΕΙΡΗΝΗ: Του έριξε για να τον σκοτώσει τον Τζώννυ; ΞΑΝΘΟΣ: Το πιο πιθανό κορίτσι μου. Αλλιώς γιατί να ρίξει και μάλιστα πισώπλατα; (Χτυπάει το κινητό του). Έλα μην στεναχωριέσαι, μαζί μου είναι. Ερχόμαστε σπίτι. Μας ψάχνει η μαμά. Γίνονται επεισόδια στο κέντρο, τα βλέπει στην τηλεόραση και ανησυχεί. Άντε πάμε. ΕΙΡΗΝΗ: Χαμός γίνεται. Ωραία είναι. Με την πρώτη μου διαδήλωση έπεσα σε δακρυγόνα. Καλή φάση. ΞΑΝΘΟΣ: Μη χαίρεσαι, δεν είναι παιχνίδι. Πόλεμος είναι. Κι ο πόλεμος έχει θύματα. ΣΚΗΝΗ 3 Συνάντηση (Περπατώντας). ΝΙΚΟΣ: Μόνη σου έμεινες; ΤΖΕΝΗ: Χαθήκαμε με τα κορίτσια. Μόλις έπεσαν τα δακρυγόνα σκορπίσαμε. ΝΙΚΟΣ: Δεν έχεις καμία κρέμα να βάλεις στα μάτια σου; ΤΖΕΝΗ: Όχι. Δεν ήσουνα με τον Τζώννυ, το βράδυ; ΝΙΚΟΣ: Όχι όταν έγινε το επεισόδιο. Αυτός έφυγε από το κέντρο με το παπί, μόνος του. Εγώ περίμενα. ΤΖΕΝΗ: Τι περίμενες; ΝΙΚΟΣ: Περίμενα… Αλλά τώρα δεν είναι ώρα για τέτοιες κουβέντες. Πάει ο Τζώννυ! Δεν μπορώ να το πιστέψω! ΤΖΕΝΗ: Γιατί ήσασταν μόνοι σας στο χορό; ΝΙΚΟΣ: Μας κοιτούσες; ΤΖΕΝΗ: Εσύ δεν μας κοιτούσες; ΝΙΚΟΣ: Όλη τη νύχτα. ΤΖΕΝΗ: Γιατί δεν ήρθες στην παρέα μας; ΝΙΚΟΣ: Ήθελες; ΤΖΕΝΗ: Γιατί να μη θέλω; ΝΙΚΟΣ: Γι’ αυτό δεν ήρθα. Επειδή θα έκανες πως δεν καταλαβαίνεις. Όπως κάνεις τώρα.

20


Σπύρος Λαζαρίδης ΤΖΕΝΗ: Τι δεν καταλαβαίνω; ΝΙΚΟΣ: Ρε Τζένη, μην ανοίξουμε τέτοια κουβέντα. Δεν είναι η ώρα. Το απόγευμα θα γίνει η μεγάλη πορεία στο κέντρο της πόλης. Θα έρθεις; ΤΖΕΝΗ: Εγώ θέλω, αλλά δεν ξέρω αν με αφήσουνε. ΝΙΚΟΣ: Όλα τα σχολεία θα κατέβουνε. ΤΖΕΝΗ: Θα γίνουν φασαρίες; ΝΙΚΟΣ: Πού να το ξέρω; Μπορεί και να γίνουν. ΤΖΕΝΗ: Σίγουρα θα γίνουν. Εδώ γίνανε τώρα, στα καλά καθούμενα. Το απόγευμα που θα μαζευτεί πιο πολύ κόσμος, χαμός θα γίνει! ΝΙΚΟΣ: Εμείς δεν πάμε για τις φασαρίες, για τον Τζώννυ πάμε. Δεν είναι φυσιολογικά πράγματα αυτά. Έφαγε σφαίρα σε μπλόκο για μηχανάκια! Τι να λέμε. Καθαρίζουνε εν ψυχρώ όποιον δεν τους κάνει τα κέφια. ΤΖΕΝΗ: Είσαι πολύ σίγουρος για ό,τι λες. Πώς μπορείς και είσαι σίγουρος; ΝΙΚΟΣ: Τι λες ρε Τζένη; Έφταιγε ο Τζώννυ θες να πεις; Με σφαίρα στην πλάτη; Δεκαοχτώ χρονών; ΤΖΕΝΗ: Πώς έγιναν γνωστές οι λεπτομέρειες; ΝΙΚΟΣ: Ρε Τζένη μπας και πας για αστυνομικίνα και κάνεις προπόνηση από τώρα; Αφού κάνανε μπλόκο λέμε. Τέσσερα παπιά ήταν σταματημένα. Απλώς ο Τζώννυ δεν σταμάτησε. Δεν γούσταρε, δεύτερη φορά σε μια βδομάδα και την έκανε. Όλοι τον είδανε να φεύγει, ακούσανε τον μπάτσο που του φώναζε εξαγριωμένος, ακούσανε τον πυροβολισμό. Φιλαράκια μας είναι, ψέματα θα πούνε; Ακούς τι λέει η αστυνομία; Δεν το πιστεύω! Το πρώτο μήνυμα το πήρα δέκα λεπτά μετά από την ώρα που έφυγε το ασθενοφόρο. Ο Μπίλης του νυχτερινού μου το έστειλε. ΤΖΕΝΗ: Μην τα βάζεις μαζί μου. Όπως βλέπεις για τον Τζώννυ ήρθα και έφαγα στη μάπα τα δακρυγόνα. Δηλαδή πρέπει να χτυπηθώ με τους μπάτσους και να πετάξω πέτρες και μολότωφ για να δείξω πως πονάω για τον Τζώννυ; ΝΙΚΟΣ: Καλά ρε Τζένη, δεν είναι υποχρεωτικό. Αυτά τα λένε οι ξενέρωτοι ρε πούστη μου, τα λες και συ. Ο καθένας πονάει και το δείχνει με τον τρόπο του. Θα βάλουμε τροχονόμους και φανάρια στον κόσμο να του λένε ο πόνος των καλών περνάει και ο πόνος των κακών stop-απαγορεύεται; Θα μετράμε τι κουβαλάει ο καθένας στην ψυχή του ή στις τσέπες του; Δεν θα ρίξεις πέτρα άρα έλα και κλάψε σε ντο μείζονα κι άμα είναι να ρίξεις πέτρα μη σώσεις και τον κλάψεις; Για τον Τζώννυ που έφυγε από σφαίρα πισώπλατα θα πάμε! Είπα εγώ να την πέσουμε στους μπάτσους; Είπα εγώ για μολότωφ; Δεν έχω δικαίωμα να φωνάξω πως τον έφαγαν άδικα; Τι ήταν ρε τροχαίο ήταν; Έβαλε στο σημάδι την τζαμαρία και σφάχτηκε μοναχός του; Μικροί είμαστε, μαλάκες δεν είμαστε. (Φεύγει). ΣΚΗΝΗ 4 Η αυτού μεγαλειότης η Κοινή Γνώμη (Μπαλκόνι πολυκατοικίας, ένα τετράγωνο πίσω από την πλατεία) ΦΕΒΡΩΝΙΑ: (Προς την τζαμόπορτα) Μην βάλεις πολύ ζαχαρίνη. Ακούς; Στη μύτη. ΤΑΤΙΑΝΑ: (Έρχεται με τους καφέδες σε δίσκο) Αυτό το timing που έχεις βρε Φεβρωνία μου, τι να σου πω. Αλάνθαστο και σταθερό εδώ και δεκαετίες. ΦΕΒΡΩΝΙΑ: (Δοκιμάζει αμίλητη). Δύο λάθη ταυτόχρονα. Πρώτον έβαλες ζαχαρίνη χωρίς να ρωτήσεις. Υπάρχουν νέα δεδομένα χρυσή μου. Εξελίσσεται η κοινωνία. 21


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) Ξέραμε εμείς freddo caputsino προ δ…; (Κίνηση με το χέρι για τον παρελθόντα χρόνο, η οποία συμπληρώνει την λέξη που δεν τολμάει να ξεστομίσει). Την τύφλα μας ξέραμε. Θα μείνω εγώ στον βαρύγλυκο; Ούτε κατά διάννοια… Και δεύτερον η ορολογία. Χρησιμοποιούμε εμείς για τον εαυτό μας τον όρο δεκαετία και μάλιστα στον πληθυντικό; Δεν τα είπαμε, δεν τα συμφωνήσαμε; ΤΑΤΙΑΝΑ: Εμείς μια χαρά τα είπαμε και τα συμφωνήσαμε, ο χρόνος μουλάρωσε και κάνει τα δικά του. Αμείλικτος και ανελέητος. Ξέρεις τι άσπρη τρίχα έβγαλα χθες στο μπάνιο; ΦΕΒΡΩΝΙΑ: Μιλάει ο πολυεστέρας; Δεν μιλάει. Σύμμαχος έμπιστος, αφοσιωμένος και σ’ απ’ ευθείας σύνδεση με το θαυματουργό σιφώνι. Κι έπειτα; Μην τις είδατε, μην τις απαντήσατε. Πλακώνεσαι στις βαφές λοιπόν μόλις εντοπίσεις τον εχθρό και τέλος. Τώρα βγήκανε και οικολογικές χωρίς τοξικά και χημικά. ΤΑΤΙΑΝΑ: Είπες τοξικά. Δεν σου μυρίζει μια καπνίλα, ένα… παράξενο και… τσουχτερό… (κοιτάζει μακριά μπροστά). Δες και συ, τι είναι αυτή η θολούρα; ΦΕΒΡΩΝΙΑ: Θολώνεις τα νερά κι αλλάζεις κουβέντα. Τι ικανότητα είναι αυτή; Καλά το πήρα χαμπάρι πως υπαναχώρησες και ήρθα σήμερα. Κακομοίρα μου, μην βγεις στην πιάτσα κι αρχίσεις την εξομολόγηση σ’ έφαγα. Τριάντα ακατέβατα, συμμαθήτριες στο δημοτικό. Ξηγημένοι; ΤΑΤΙΑΝΑ: Το χαβά σου εσύ. Τριάντα με δεκαεφτάρα κόρη… Το ’χεις χάσει τελείως. Και δεν αλλάζω κουβέντα. Κάτι σα να γίνεται στην πλατεία. Από πού ήρθες; ΦΕΒΡΩΝΙΑ: Έκανα το γύρο. Δε λέει η τηλεόραση για κάτι παπούτσια που τα φοράς και κάνεις κοιλιακούς περπατώντας; Αυτά. Τα πήρα. Τα δοκίμασα σήμερα. Που λες… ΤΑΤΙΑΝΑ: Στο τηλέφωνο δε μου είπες για κάτι επεισόδια τα ξημερώματα; Μήπως έγινε κάτι; ΦΕΒΡΩΝΙΑ: Για τον νεαρό με το μηχανάκι; Ίσα ίσα που πήρε κάτι το αυτί μου, αλλά το γύρισα το κανάλι γιατί είχε telemarketing με κοσμήματα. Είδα ένα κολιέ… ΤΑΤΙΑΝΑ: Καλά λες μωρέ. Η ιδέα μου θα είναι; Είδες κάτι καλό; ΦΕΒΡΩΝΙΑ: Να τρελαθείς σου λέω. Από διακόσια σαράντα ευρώ κατεβήκανε στα εβδομήντα, ένα κολιέ μούρλια. Έχε χάρη που πήρα τα παπούτσια. Περιμένω και εκείνον τον καφέ που τρως και χάνεις κιλά. Κρατήθηκα. Μη βγάλω τον Επαμεινώντα στο κεφάλι μου. Όλο κρίση και κρίση, μ’ έπρηξε. Θα αφήσουμε τον εαυτό μας επειδή υπάρχει κρίση; Δεν είμαστε καλά; ΤΑΤΙΑΝΑ: Τι κρίση καλέ; Δεν βλέπεις τι γίνεται στις καφετέριες; Πατείς με πατώ σε. Πάμε μέσα; Αρχίζει η Τατιάνα, η συνονόματη. Αυτή πώς διατηρείται, μου λες; (Ακούγεται το σήμα μεσημεριανής εκπομπής, μπαίνουν μέσα από την τζαμόπορτα και η σκηνή γεμίζει δακρυγόνα). ΣΚΗΝΗ 5 Ανατροπές (Την επόμενη μέρα, κοριτσίστικο δωμάτιο). ΤΖΕΝΗ: Είμαι πολύ μαλάκας.

22


Σπύρος Λαζαρίδης ΣΙΑ: Από το στόμα μου το πήρες. ΛΙΝΑ: Αμάν πια αυτό το στόμα. Και τι δεν πέρασε από εκεί μέσα! Mediterranean Cosmos ένα πράγμα! Μόνο πρόσεχε. Κυκλοφορούν και διάφορα πραγματάκια ακατάλληλα για τη στοματική κοιλότητα. Άσε και κάτι εκτός στόματος. Νισάφι πια! ΣΙΑ: Μικρό, λες πάρα πολλά και σε ακατάλληλη στιγμή. Είναι τώρα η ώρα να κρατήσεις απουσιολόγιο για το τι πέρασε και δεν πέρασε από το στόμα μου; Εδώ το αστροπελέκι μας έκανε THN βλακεία κι εσύ μου κάνεις κριτική; ΛΙΝΑ: Συγγνώμη δηλαδή, με το να χαρακτηρίζεις αυτό που έκανε η Τζένη δεν κάνεις κριτική; Ή αυτή η κριτική περνάει επειδή είναι από σένα και η δική μου δεν περνάει επειδή είναι για σένα; ΤΖΕΝΗ: Ελάτε μωρέ μην τρώγεστε. Καλά λέει η Σία, ρε Λίνα. Το στόμα της Σίας είναι εκεί εδώ και είκοσι χρόνια. Τώρα θα το συζητήσουμε; Η ανοησία που έκανα, μου λες πώς διορθώνεται; ΣΙΑ: Άντε να σε δω στα δύσκολα. Ή μήπως χρειάζεται να γκουγκλάρεις πρώτα; Τα χαλάσανε πριν τα φτιάξουνε: enter! ΛΙΝΑ: Σιγά το πρόβλημα! Και δεν θα γκουγκλάρω για να στη σπάσω. Θα λινάρω. Από το Λίνα, αν δυσκολεύεσαι. Λίγες ώρες μετά το θάνατο του κολλητού του κι ενώ ολόκληρη η πόλη ξεσηκώθηκε λες και πήρε φωτιά είπανε και μερικές σαχλαμάρες παραπάνω. Ήταν η ώρα εκείνη για σοβαρή συζήτηση; Είναι τόσο ανώριμος να δώσει συνέχεια σ’ εκείνη την κουβέντα; Μόλις ηρεμήσουν τα πράγματα θα μετανιώσει σαν σκυλί, αν δεν το έκανε ήδη. Κάτι μου λέει πως ψάχνει για κανένα καινούριο τραγούδι να ξαναποκτήσει επαφή. ΣΙΑ: Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Κι αν δεν προσπαθεί να στείλει τραγούδι, μπορεί να περιμένει να δεχτεί. Σ’ έκοψε ρε Τζενάρα τι κουμάσι είσαι κι εσύ που πήγες και τα είπες χαρτί και καλαμάρι στον Ξανθό. Κρυφά, νόμιζες, θα έμεναν; Τώρα ξέρει πως τσίμπησες με το τραγούδι κι έχει βρει ένα δρόμο για να σε πλησιάζει. Μάλλον έτσι έχουν τα πράγματα. Όπως τα λέει το μικρό. Το θέμα τώρα, για πάρα πολλούς, είναι αυτά που γίνονται. Όλα μαζεμένα έπεσαν. Τα πιο πολλά παιδιά αυτή τη στιγμή δεν έχουν τίποτε άλλο στο μυαλό τους από τα γεγονότα και τις πορείες. Ιδίως ο Νίκος που αναγκάστηκε να δώσει και κατάθεση σ’ αυτούς που φάγανε τον φίλο του. Αυτό μη το ξεχνάς Τζενούλα. Κολλητοί ήτανε. Κι ο Νίκος τον εκτιμούσε πολύ τον Τζώννυ. Μπορεί αυτός να ήταν το ταλέντο των BADLY KISSED αλλά το μυαλό και η ψυχή ήτανε ο Τζώννυ. Εντάξει, είπες κάτι για μολότωφ κι επεισόδια. Στο κάτω κάτω δεν τον είπες και κουκουλοφόρο! Και μολότωφ έπεσαν χθες το απόγευμα και βιτρίνες κατέβηκαν και επεισόδια έγιναν (Τζένη-Νίκος, δίκιο η Τζένη) αλλά και πάρα πολύς άλλος κόσμος πήγε που δεν φορούσε κουκούλες και φώναζε μόνο συνθήματα για τον Τζώννυ και τους αστυνομικούς (Τζένη-Νίκος, δίκιο ο Νίκος). Ισοπαλία το ντέρμπυ. Να τελειώσουν κάπως όλα αυτά και θα έρθει και ο καιρός για τις γλύκες! ΤΖΕΝΗ: Δεν πιστεύω αυτά που ακούω. Σαν να ακούω τον Ξανθό ή τον μπαμπά μου. Ρε είστε καλά; Από πότε μπορείτε και σκέφτεστε έτσι; Μόνο εγώ είμαι ούφο; ΣΚΗΝΗ 6 Απόηχος

23


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) (Κάποιο μεσημέρι, λίγες ημέρες μετά το γεγονός. Οι BADLY KISSED κάθονται στο μπαράκι και περιμένουν το δημοσιογράφο. Αυτός έρχεται μαζί με έναν φωτογράφο. Σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας ο φωτογράφος τριγυρνάει, γονατίζει, ανεβαίνει σε καρέκλες και φωτογραφίζει ασύστολα, τα παιδιά, την πλατεία, το παγκάκι, την κλειστή καντίνα). ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Καλημέρα παιδιά. Είμαστε όλοι; ΝΙΚΟΣ: Όλοι ΔΕΝ μπορούμε να είμαστε! ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Συγγνώμη, συγγνώμη. Δεν εννοούσα αυτό. Η απουσία του Γιάννη… ΝΙΚΟΣ: Τζώννυ τον φωνάζαμε και το γούσταρε πολύ. Γιάννη τον λένε στις ειδήσεις και στις φυλλάδες. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Είναι κακό που τον λένε Γιάννη; ΠΕΡΣΑ: Κάνει ρίμα και με το αλάνι, με το χαρμάνη, με το τσογλάνι! ΜΑΡΚΟΣ: Αλλά και με το ρουφιάνοι, τσαρλατάνοι, το κόλπο σας δεν πιάνει! ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Για σταθείτε ρε παιδιά, με πήρατε από τα μούτρα. Μαζί σας είμαι. Την δική σας άποψη θέλω να καταγράψω. Δεν είμαι απέναντι! ΝΙΚΟΣ: Απέναντι μπορεί να μην είσαι. Αλλού είσαι. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Και είναι κακό αυτό; Πρέπει όλοι να βρισκόμαστε στο ίδιο μέρος; Εσείς όλοι κάνετε πάντοτε τα ίδια πράγματα; Δεν διαφωνείτε ποτέ; ΝΙΚΟΣ: Εμείς δεν πήραμε σβάρνα τα σχολεία να ρωτάμε κάθε πικραμένο αν γνώριζε τον Τζώννυ. Για μας δεν έχει σημασία ποιος τον γνώριζε, ποιος τον αγαπούσε, ποιος τον εκτιμούσε, ποιος τον λογάριαζε για φίλο ή για αντίπαλο. Ούτε αν έχασε χρονιά στην πρώτη λυκείου κι αν δεν παίρνει εικοσάρια στον έλεγχο. Εμείς χάσαμε τον φίλο μας από σφαίρα στην πλάτη και μας νοιάζει αυτό να ακουστεί και ψαχτεί. Από όπλο βγήκε η σφαίρα και από δάχτυλο πατήθηκε η σκανδάλη. Και αντί για αυτό ακούμε τα χίλια μύρια από εσάς και από όλους που επιμένουν να τον λένε Γιάννη, για νιάτα και οργή, για μολότωφ και βιτρίνες, για κουκούλες και κράνη. Ξέρουμε με κάθε λεπτομέρεια το πάχος του τζαμιού, το όνομα του τζαμτζή που το έβαλε στη θέση του, του Αλβανού που φούρνιζε τους μπακλαβάδες, ξέρουμε όλοι πως δεν σταμάτησε για έλεγχο με το παπί ο Τζώννυ και, μια εβδομάδα μετά, δεν μπορούμε να μάθουμε το δρομολόγιο της κωλοσφαίρας από την κάνη στην πλάτη, δεν μπορούμε να σταθούμε στο θάνατο του φίλου μας και να πάψουμε να ασχολούμαστε με τα τζάμια και τα κανταΐφια της βιτρίνας. Από τη στιγμή που άλλο είναι για εμάς το σοβαρό κι άλλο για εσένα και τους άλλους, ναι, είστε αλλού. Μακριά. Μακριά μας. Και δεν είπα ότι είναι κακό. Να ξέρουμε και τι λέμε. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: (Με βλέμμα αγωνίας στο κασετοφωνάκι αν έγραψε και στον φωτογράφο αν τράβηξε). Νομίζω πως αδικείς τον Τύπο ο οποίος από την πρώτη στιγμή κάλυψε το γεγονός κι έδωσε τόση δημοσιότητα ώστε να μην μπορέσει να μείνει τίποτε στο σκοτάδι. Δεν είμαι εδώ όμως ούτε για να υπερασπιστώ συναδέλφους ούτε, βέβαια, να τους θάψω… ΠΕΡΣΑ: Αυτοί, ευτυχώς, κινδυνεύουν μόνο από τέτοιο θάψιμο. Το άλλο, εκείνο με το χώμα και το φέρετρο, άλλοι το λούζονται. ΜΑΡΚΟΣ: Γιατί ρε φοβάστε να τον πείτε Τζώννυ; Πάλι καλά που δεν τον γράψατε και Ιωάννη. Και δεν είμαστε «Οι κακοφιλημένοι», είμαστε οι BADLY KISSED. Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να μας αλλάζετε τα ονόματα;

24


Σπύρος Λαζαρίδης ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δεν θα βγάλουμε άκρη έτσι ρε παιδιά. Το Τζώννυ δεν είναι αλλαγή από το Γιάννης; Μεταφράστηκε το όνομα του συγκροτήματος για να καταλάβει κι ο κόσμος… ΜΑΡΚΟΣ: Τι να καταλάβει ο κόσμος; Ήρθε κανείς από εσάς σε κανένα live μας; Έγραψε ποτέ κάτι η εφημερίδα σου για το demo που της στείλαμε; Τώρα σας έπιασε η πρεμούρα για το αν καταλαβαίνει ο κόσμος το όνομά μας; Μας έχει γραμμένους ο κόσμος που εννοείτε και τον έχουμε κι εμείς. ( Ο φωτογράφος, σε ανύποπτη στιγμή, εξαφανίζεται από τη σκηνή). ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Έχετε κάνει πολλές εμφανίσεις; ΠΕΡΣΑ: Το βιολί σου εσύ! Εμφανίσεις κάνουνε η Βανδή και η Παπαρίζου για να δείξουνε μπούτι και βυζί, εμείς κάνουμε live για να γουστάρουνε όσοι βρεθούνε μαζί μας. (Η συζήτηση συνεχίζεται με έντονο ύφος, χωρίς ήχο και με το φως της σκηνής να σβήνει σταδιακά και αργά). ΣΚΗΝΗ 7 Πολιτισμός (Στην καντίνα. Εβδομάδες μετά το γεγονός). ΘΑΝΑΣΗΣ: Κι όμως ρε παιδιά, είμαστε πολιτισμένη χώρα! Με όλα μας τα παράπονα. ΜΑΧΗ: Πάλι τηλεόραση έβλεπες; ΞΑΝΘΟΣ: Επειδή βάζουν τα λαμέ και πασχίζουν να μας πείσουν ότι τα δημόσια πρόσωπα είναι οι μόδιστροι και οι κομμωτές; Γίναμε πολιτισμένοι επειδή μας απασχολεί το λίφτιγκ και το πίλιγκ και το πίρσιγκ της Παρταόλας Κουνιστίδου, γαμώ την τύφλα μου μέσα; ΘΑΝΑΣΗΣ: Μέσα σε όλα τα άλλα που εννοώ εγώ, ναι ρε, κι αυτά. Έχουμε την πολυτέλεια να ασχολούμαστε και μ’ αυτά. Δεν βλέπετε τι γίνεται στην Αφρική; Έχετε δει τουμπανιασμένα παιδάκια στην Ελλάδα; ΞΑΝΘΟΣ: Τουμπανιασμένα, όχι. Εδώ έχουμε πυροβολημένα … ΘΑΝΑΣΗΣ: Που οδηγούσε παπί από τα δεκαπέντε του και μάζευε λεφτά για μοτοσυκλέτα και έπαιζε μουσική… ΜΑΧΗ: …και του είπανε: Τέρμα ρε κωλόπαιδο, αυτά ήταν τα ψωμιά σου, άντε στον αγύριστο! Και γαμώ τους πολιτισμούς, που λέει κι ο ανεψιός μου. Ακόμα και τον παπού μου που τον φάγανε γιατί έτσι γουστάρανε, ένα κωλοστρατοδικείο για τα μάτια του κόσμου το στήσανε. Αυτό το παιδάκι το φάγανε νύχτα. ΞΑΝΘΟΣ: Κοντεύει μήνας από το επεισόδιο κι ακόμα δεν ξέρουμε τι γύρευε η σφαίρα στην πλάτη του παιδιού αφού ο μπάτσος σημάδευε τον ουρανό. Όλες οι σφαίρες αστυνομικών που καρφώθηκαν σε σώματα πολιτών από εξοστρακισμό μας λένε καρφώθηκαν. Θα παρακαλάμε σε λίγο ρε να μας σημαδεύουν στα ίσια. Πιο λίγες πιθανότητες θα έχουν να μας βρουν. Μια αστοχία, όσο να ’ναι θα την δείξουν. Εδώ κάθε που πυροβολάνε τα σύννεφα, χάνουμε κι έναν δικό μας. ΘΑΝΑΣΗΣ: Μην πάτε να με βγάλετε αντιδραστικό και φασίστα. Εγώ δεν λέω ότι καλά έκανε και τον πυροβόλησε ο αστυνομικός. Εγώ λέω πως λειτουργούν οι

25


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) θεσμοί. Υπάρχει διαφάνεια. Ακούμε όλες τις γνώμες και σχηματίζουμε άποψη. Πότε γινόντουσαν αυτά; ΜΑΧΗ: Δηλαδή δεν φτάνει που μας ξεφτυλίζει το κράτος και η εφορία και τα χάλια νοσοκομεία και μας ξεζουμίζουνε οι τράπεζες, να πούμε κι ευχαριστώ που ακούμε πέντε βαλτούς καλογυαλισμένους που μπαίνουν απρόσκλητοι στο σαλόνι μας, να μας λένε πως είναι πολύ σημαντικό να ξέρουμε τους κώδικες και τους νομικούς όρους για να καταλάβουμε πως το θύμα είχε τάση προς την παραβατικότητα κι όχι πως ο θύτης είχε τάση προς την εγκληματικότητα. Μη χέσω και τον πολιτισμό μας και τη δημοκρατία μας, συγγνώμη κιόλας. Άμα ήταν όλα καλά εγώ γιατί να τυρανιέμαι με την αϋπνία τα βράδια, μου λες; ΘΑΝΑΣΗΣ: Δηλαδή και για την αϋπνία σου το σύστημα και η κυβέρνηση φταίνε; Μπορεί να φταίει η κακή διατροφή σου, ή να έχεις τύψεις για κάτι που σε βασανίζει και το ξέρεις μόνο εσύ! Μπορεί να ερωτεύτηκες στα γεράματα. Να μην σου έπεσε το λαχείο. Να μην σε βολεύει το στρώμα. Να ήταν μπόμπα το ουίσκυ που ήπιες. Να χάλασε το κλιματιστικό. Να είχες καθυστέρηση, ξέρω κι εγώ; Να σου βρω κι άλλες αιτίες; Σιγά μη φταίει ο υπουργός Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων επειδή δεν κοιμάται τα βράδια η Ανδρομάχη…Αϋπνίδου, … Ξαγρυπνίδου, …Υπνοβατίδου… Ρε μήπως κάνετε επίτηδες πως δεν καταλαβαίνετε; Όλα αυτά για τα οποία συζητάμε είναι οι παρεκτροπές και οι ατέλειες ενός συστήματος που αν τα διορθώσει θα αγγίξει το τέλειο. Διορθώνονται, λέμε. ΞΑΝΘΟΣ: Ό,τι θέλουμε λέμε. Διορθώνεται ο θάνατος; Ξέρεις πόσα παιδάκια, εδώ στη γειτονιά μας, τα ακούμπησε αυτό το γεγονός; Τι άφησε στην ψυχούλα τους, σκέφτηκες; Ήταν ανάγκη να πληρώσουν τέτοιο φόρο στον πολιτισμό μας; Σκατά τα κάναμε Θανασάκη! Παρακάτσαμε στ’ αυγά μας και τα αφήσαμε όλα στους αντιπροσώπους μας. Δεν τους βλέπεις; Που όποιος βγαίνει πάνω βάζει πάντοτε την ίδια κασέτα; Δεν χαλάει η ρουφιάνα; Δεν έχουμε δημοκρατία αδερφέ, αντιπροσωπεία έχουμε. Κι όσο για τις αϋπνίες της Μάχης… Άστα… Όσο και να μεγαλώνεις τη λίστα σου και να ψάχνεις εκεί τις αιτίες, είσαι σε άλλο μήκος κύματος… το πιο πιθανό είναι να μπεις εσύ στη δική της λίστα. (Πλησιάζει η Γιούλη, άνετη και χαμογελαστή. Μιλάει πριν ακόμα φτάσει μπροστά στην καντίνα). ΓΙΟΥΛΗ: Χαιρετώ την ομήγυρη. Ξανθέ, ένα κεμπάμπ βαρύ, αρπαγμένο έξω, ζουμερό μέσα. ΜΑΧΗ: Τα είχαμε χύμα, μας ήρθανε και τσουβαλάτα. ΞΑΝΘΟΣ: Με προσοχή Μαχούλα, ακούει διαολεμένα η τύπισσα. (Στην Γιούλη). Κι έλεγα πως δεν θα ξαναφανείς από τα μέρη μας. ΓΙΟΥΛΗ: Πιο διαολεμένα από ό,τι φαντάζεσαι. Και γιατί να μην ξαναφανώ; ΞΑΝΘΟΣ: Τι να σου πω ρε παιδάκι μου; Γίνανε πράγματα, δεν γίνανε; Ένα σπίτι τινάχτηκε στον αέρα, δεν είναι και λίγο! Φαντάστηκα πως τελείωσε η αποστολή σου στην πλατεία. ΘΑΝΑΣΗΣ: Καλώς τηνα την πέρδικα, που περπατά λεβέντικα. Ας είχε τρόπο να το κρατήσει όρθιο… το σπίτι εννοώ, τι φταίει η γυναίκα; ΓΙΟΥΛΗ: Ποτέ μην λες ποτέ, Ξανθέ. Τα έβαλα κάτω τα πράγματα και τα λογάριασα. Τρεις το λάδι, δυο το ξύδι, πέντε το λαδόξιδο (κλείνει το μάτι στη Μάχη), για να πω κι εγώ το λαογραφικό μου.

26


Σπύρος Λαζαρίδης Ο έρωτας είναι καλός στην ηλικία μας. Αναζωογονητικός. Ζωντανεύει τα νεκρά κύτταρα. Και τα κουρασμένα τα αναστατώνει. Έχει όμως μεγάλο ρίσκο. Αμφιλεγόμενη επένδυση στις μέρες μας. Αν ερωτευτείς ο ίδιος. Αν όμως αφήσεις σε άλλους την ευχαρίστηση, τότε μπορεί και να αποδώσει, να γίνει κερδοφόρος. Το κορμί είναι η σταθερή αξία. Δεν ξέρω αν με παρακολουθείτε! ΞΑΝΘΟΣ: Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης… προσέλθετε! Εκκλησιαστικόν αυτό και ουχί λαογραφικόν, έτσι για ποικιλία! ΓΙΟΥΛΗ: Πακέτο, Ξανθέ, θα το φάω στο σπίτι. Ξέχασα να σου πω! Την κράτησα την γκαρσονιέρα. Αν με εννοείς! (Παίρνει το σάντουιτς και φεύγει). ΞΑΝΘΟΣ: Ο πολιτισμός που λέγαμε. ΘΑΝΑΣΗΣ: Αυτά γινόντουσαν από τότε που περπάτησε στα δύο πόδια ο άνθρωπος. Κι αν θες να ξέρεις, ναι ρε, πολιτισμός είναι. Ξέρεις πόσοι στερημένοι κυκλοφορούν; Γιατί να μην δουν κι αυτοί χαρά στα σκέλια τους; ΜΑΧΗ: Την έκοψες για καμιά φτηνιάρα βιζιτού; Αυτή θα βάλει κι άλλες φωτιές σε σπίτια, να μου το θυμηθείτε! ΞΑΝΘΟΣ: Τι άλλο θέλουμε; Πρέζα στην πλατεία ελευθέρας βοσκής, σφαίρες των δυνάμεων καταστολής του εγκλήματος με άγνωστον πορείαν και γνωστήν κατάληξιν, ήρθε και η βιομηχανία του σεξ διά ανήσυχους κυρίους, δέσαμε! Όπως τα λέει η Μάχη είναι Θανάση. Πρόσεχε! Λίγα τα νταραβέρια μαζί της. Κέντρο επιχειρήσεων έστησε η κυρία κι όχι γιατάκι να ξεχειμωνιάσει. Πόλεμο θα έχουμε! Κι απ’ αυτήν την μπάντα, πόλεμο. Κράτα αποστάσεις, κυβερνητικός άνθρωπος! Μια χαρά είναι κι η τηλεόραση! Εξ αποστάσεως και με το γυαλί ανάμεσα! Όσο να ’ναι, είναι μια προφύλαξη, δεν μπορείς να πεις! Καλή κι η τηλεόραση. Πολιτισμός κι αυτή.

ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ Η ζωή (Ένας χρόνος μετά το θάνατο του Τζώννυ). ΣΚΗΝΗ 1 Ζογκλέρ (Πρωινό Κυριακής. Ακούγεται η λειτουργία από τα μεγάφωνα της εκκλησίας και, σποραδικά, η καμπάνα. Ο Ξανθός ανοίγει την καντίνα και διαμορφώνει τον χώρο μπροστά της. Στο παγκάκι που κάθονταν ο Τζώννυ με το Νίκο, βάζει ένα τεράστιο μαγνητόφωνο. Τον βοηθάνε ο Νίκος και η Ειρήνη. Πλησιάζει μια παρέα από φοιτητές και χρησιμοποιώντας την καντίνα για καμαρίνια, ετοιμάζονται κι αυτά. Συνεννοούνται για διάφορα πράγματα με τον Ξανθό. Σταματάνε τα μεγάφωνα της εκκλησίας, ο Νίκος ανοίγει το μαγνητόφωνο που παίζει ένα θέμα με κρουστά. Οι φοιτητές κάνουν διάφορα ζογκλερικά κόλπα με κορίνες, μπάλες και κορδέλες. Μαζεύεται όλος ο γνωστός κόσμος της πλατείας. Ένα παιδί κρατάει μπαγκέτες στα χέρια και μ’ αυτές πετάει στον αέρα μια βέργα και την πιάνει. Φοράνε όλα φουτεράκια με κουκούλες, όπως ο Τζώννυ και έχουν στην πλάτη μια στάμπα 27


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) στόχο με τρεις λευκές κουκίδες στον μαύρο κεντρικό κυκλικό δίσκο της. Μια κόκκινη σφραγίδα που τέμνει τον κυκλικό στόχο γράφει τις λέξεις: ΚΛΕΙΣΤΗ ΥΠΟΘΕΣΗ. Κάποια από τα παιδιά στήνουν μια παντομίμα με μια σφαίρα που φεύγει από μια κάννη, εξοστρακίζεται από εδώ και από εκεί και στο τέλος καταλήγουν στο μαγνητόφωνο, το οποίο σκεπάζουν με το σώμα τους. Χαμηλώνει και σβήνει ο ήχος. Τα παιδιά κάθονται οκλαδόν παντού στην πλατεία. Ο κόσμος αφήνει κάτι στο παγκάκι και φεύγει. Οι πιο πολλοί αφήνουν λουλούδια που τα παίρνουν από ένα τραπεζάκι δίπλα στην καντίνα. Ελάχιστοι έχουν δικά τους. Ο Νίκος και ο Ξανθός αρχίζουν να συνομιλούν και από ένα σημείο κι έπειτα συμμαζεύουν τα πράγματα). ΝΙΚΟΣ: Πέρασε ένας χρόνος. ΞΑΝΘΟΣ: Αυτό κάνει ο χρόνος. Περνάει. Αμείλικτα. ΝΙΚΟΣ: Δεν είναι άδικο; ΞΑΝΘΟΣ: Είναι σκληρό. Δεν είναι άδικο. Αν δεν συμβιβαστούμε με τον χρόνο, μόνο να τρελαθούμε μπορούμε. ΝΙΚΟΣ: Για τον Τζώννυ λέω. ΞΑΝΘΟΣ: Πολύ άδικο. ΝΙΚΟΣ: Δεν τιμωρήθηκε κανείς. Όλες οι έρευνες και οι μελέτες και οι ανακρίσεις αθωώνουν τον Ράμπο. Την κλείσανε την υπόθεση. Ο Τζώννυ τώρα είναι ένας σφραγισμένος φάκελος στο ράφι της αστυνομίας. ΞΑΝΘΟΣ: Οι υποθέσεις δεν τελειώνουν με τα ανακοινωθέντα της αστυνομίας, ούτε κλείνουν στα ράφια της, όσα βουλοκέρια και να βάλουν. Αυτό που έκαναν τα παιδιά από το Πανεπιστήμιο σήμερα… Δεν δείχνει πως κάποιοι θυμούνται; Πάντα έτσι γινόταν Νίκο. Έβγαζε φετφάδες η αστυνομία και αποφάσεις η δικαιοσύνη, αλλά ο κόσμος ήξερε και καταλάβαινε την αλήθεια. ΝΙΚΟΣ: Πόσα είναι τα παιδιά από τα Πανεπιστήμια; Η εκκλησία ήτανε πίτα στον κόσμο κι από εδώ πέρασαν δεν πέρασαν τριάντα άτομα. Οι γιαγιάδες με τα τσεμπέρια κατευθείαν στα σπίτια τους κι οι παππούδες γραμμή στα καφενεία. Μόνοι μας δεν είμαστε Ξανθέ; Τους πειράζει, λες, αυτό; Ενοχλείται κανείς αν εμείς κοιτάμε το παγκάκι και λέμε πως δεν πιστεύουμε αυτά που μας λένε; Εμείς δεν είμαστε οι χαμένοι; ΞΑΝΘΟΣ: Δεν είμαστε οι χαμένοι. Και δεν είμαστε μόνοι. Λίγοι μπορεί να είμαστε. Χαμένοι δεν είμαστε. ΝΙΚΟΣ: Είμαστε. Θυμάστε την ιστορία μ’ εκείνο το τραγούδι που σας έδειξε η Τζένη, πέρυσι; ΞΑΝΘΟΣ: Πώς δεν θυμάμαι. Και δεν ξέρεις πόσο χάρηκα όταν έμαθα πως είναι δικό σου. ΝΙΚΟΣ: Ξέρετε τι δήλωσε η Τζένη στο σχολείο της; ΞΑΝΘΟΣ: Όχι ρε παιδάκι μου. Τι δήλωσε; ΝΙΚΟΣ: Στρατιωτικές και αστυνομικές σχολές δήλωσε, λίγες ημέρες μετά το θάνατο του Τζώννυ. Δεύτερη χρονιά που θα δώσει εφέτος. ΞΑΝΘΟΣ: Και είναι κακό αυτό; ΝΙΚΟΣ: Δεν είναι; Μ’ αυτούς θα πάει. Τέτοιους φακέλους θα τακτοποιεί και θα κλείνει. Δεν ξέρω αν θα ρίχνει και σφαίρες. Την είδατε καθόλου σήμερα, πουθενά; Αυτή περνάει από την πλατεία πέντε φορές την ημέρα. Φάνηκε σήμερα;

28


Σπύρος Λαζαρίδης ΞΑΝΘΟΣ: Μπορεί να πέρασε νωρίτερα. Μπορεί να περάσει αργότερα. Δεν τιμούν τον Τζώννυ μόνοι όσοι είδαν την παράσταση των φοιτητών. Μην κρίνεις τόσο εύκολα τους ανθρώπους. Ειδικά την Τζενούλα. Την αδικείς. Σφαίρες η Τζενούλα; Ούτε με σφαίρες! …Και μια που το ανέφερες ρε Νίκο… Τι έγινε το τραγουδάκι; ΝΙΚΟΣ: Το τραγουδάκι τι έγινε ή με την Τζένη τι έγινε; ΞΑΝΘΟΣ: Α μπράβο! Με τη Τζένη τι έγινε… ΝΙΚΟΣ: Δεν ξέρετε… ΞΑΝΘΟΣ: Πού να ξέρω; ΝΙΚΟΣ: Όλα τα ξέρετε. Τίποτα δεν έγινε. Μεσολάβησε ο θάνατος του Τζώννυ και όλα άλλαξαν. Είπαμε και μερικές κουβέντες κάπως απότομα και χαθήκαμε. Αυτή τώρα έχει φροντιστήρια, αγωνίσματα… Έχει και όρια για να μπεις στην Αστυνομία. Δεν μπαίνει όποιος και όποιος… ΞΑΝΘΟΣ: Έναν ολόκληρο χρόνο και δεν βρήκατε την ευκαιρία να τα πείτε; ΝΙΚΟΣ: Τι να πούμε; ΞΑΝΘΟΣ: Την σκέφτεσαι; ΝΙΚΟΣ: Γιατί ρωτάτε; Θα μας τα φτιάξετε; ΞΑΝΘΟΣ: Μην ειρωνεύεσαι αγόρι μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο χαίρομαι που μου δείχνετε εμπιστοσύνη και μιλάτε μαζί μου. Εξάλλου μην νομίζεις πως δεν έχω και εγώ τους λόγους μου. Ξεπετάχτηκε η Ειρηνούλα. Να μην ξέρω πώς παίζεται το παιχνίδι την σήμερον ημέραν; ΝΙΚΟΣ: Σπασμένο τηλέφωνο. Μάθαινα από φίλες της κι αυτή μάθαινε από φίλους μου. ΞΑΝΘΟΣ: Άρα δεν τελείωσε… ΝΙΚΟΣ: Άρχισε και ποτέ; Ποτέ δεν άρχισε… ΞΑΝΘΟΣ: Ποτέ μη λες ποτέ, που λέει κι η Γιούλη… ΝΙΚΟΣ: Ποια; ΞΑΝΘΟΣ: Άσε καλύτερα. Ποτέ μη λες ποτέ. Ταινία του Μποντ. Του Τζέημς Μποντ. ΣΚΗΝΗ 2 Έλα πουλάκι μου (Σε μπροστινό παγκάκι, η μάνα με το πουλί της πλατείας. Του μιλάει με παύσεις επειδή περιμένει απαντήσεις που όμως δεν έρχονται. Το πουλί με βλέμμα σβησμένο, υπό την επήρεια του ναρκωτικού). ΜΑΝΑ: Έλα ρε πουλάκι μου, πάμε σπίτι να μιλήσουμε… Δεν μπορείς να την βγάζεις στο παγκάκι. Έχω να σου πω… Βρήκα άκρη για την Κοινότητα. Θα σε βοηθήσουν εκεί. Δεν είναι όπως στο Όρος που πήγες, στη Μονή Γρηγορίου. Εδώ είναι γιατροί, είναι ειδικοί, αλλιώς είναι… Δεν θέλεις να τα πούμε; Νομίζεις ήταν εύκολο; Δεν τελείωσε ακόμα, αλλά κι εδώ που έφτασα… δεν είναι λίγο… Να έβλεπες μόνο πώς με κοίταζαν… Και με το δίκιο τους… Σιγά το σόι που κουβαλάμε πίσω μας. Τρεις ψήφοι όλοι κι όλοι κι αυτοί όχι σίγουροι… Εγώ, εσύ κι ο πατέρας σου… η αδελφή σου… δεν ξέρω… βέβαια δεν είναι μόνη της… έχει και άντρα τώρα… Μικρή θα μου πεις… Καλύτερα, καλύτερα… Δεν φεύγει αλλού το μυαλό της… Το σπίτι της, το παιδί της, ο άνδρας της… Μας πονάει και μας σκέφτεται κι εμάς, δε λέω… Αλλά το μυαλό της αναπαύεται στους τέσσερις τοίχους του σπιτικού της… Δεν την τρώνε οι δρόμοι… 29


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) Έλα ρε πουλάκι μου… Δεν γίνεται να τα λέμε αυτά στα παγκάκια… Πρέπει να πάρουμε αποφάσεις… Μην μας πάρει από κάτω… Εδώ είσαι σπουργίτι στα γεράκια… Τι σου δώσανε, ποιος ξέρει; Ξέρεις τι βάζεις κάθε φορά μέσα σου; Έλα ρε πουλάκι μου, πάμε… Έχεις εμάς… Εγώ ποιον είχα; Ξέρω από μοναξιά… Μην την κυνηγάς τη ρουφιάνα… Μ’ έφαγε εμένα… Μέχρι να βρω τον πατέρα σου και να λυτρωθώ… Δύσκολα χρόνια, αγόρι μου… Ξέρεις τι θα πει γεννημένη το 1940; Περπάτησα σε αγκάθια και σε χιόνια ξυπόλητη πίσω από τη μάνα μου όταν τρέχαμε στα βουνά να κρυφτούμε… Ο πατέρας μου, χαμένος… Στα βουνά λέγανε κι αυτός… δεν ξέρω… Μια φιγούρα θολή έρχεται καμιά φορά μπροστά μου… Δεν τον γνώρισα… Κι αυτά ήταν τα εύκολα… Τα δύσκολα ήρθαν όταν την έχασα κι αυτήν… Πόσο να αντέξει η γυναίκα… Κυνηγητό, ξύλο, με άντρα στην παρανομία… Όχι… μην βάζεις κακό με το νου σου… Δεν είναι η Κοινότητα… Ίδρυμα… Θα σ’ έβαζα εγώ σε Ίδρυμα; Δεν το έζησα; Έζησα… Τρόπος του λέγειν… Δεν ήταν ζωή εκεί μέσα… Έλεγα δεν θα αγαπήσω άνθρωπο εγώ… Αυτό καταλάβαινα εκεί μέσα… Στραγγίζανε από μέσα μας την αγάπη… Όχι πουλάκι μου… Ούτε να το σκέφτεσαι αυτό… Ζει ο άνθρωπος χωρίς αγάπη; Όχι Ίδρυμα. Η Κοινότητα δεν είναι Ίδρυμα. Αυτή σώζει ζωές… δεν τσακίζει ψυχές… Όταν με κοίταξε, πολλά χρόνια μετά, ο πατέρας σου στα μάτια, κατάλαβα πως… κατάλαβα πως δεν μου τα πήρανε όλα… Εκεί που πίστεψα πως δεν δικαιούμαι χαρά εγώ… Είχαν περάσει και τα χρόνια, όσο να πεις… Κι όταν γεννήθηκες εσύ… Πρώτα εσύ γεννήθηκες, μετά βγήκε η αδερφή σου… Όταν είδα το κεφαλάκι σου, πλημύρισε το μέσα μου… Δεν με στραγγίξατε… είπα… Μέσα μου το είπα… Σαν απάντηση στο κλάμα σου… Δεν το άκουσα σαν κλάμα… Τραγούδι ήταν… Το αξιώθηκα, που λες… Αυτό το τραγούδι και τη χαρά που μου έδωσε… Γι’ αυτό σου λέω, ρε… Μην μας πάρει από κάτω… Είναι πιο εύκολα τώρα… Μην το πάρεις στραβά… Δεν λέω πως δεν θέλει να προσπαθήσεις… Εσύ κυρίως… Αλλά κι εγώ δίπλα σου, είμαι… Δεν είσαι μόνος… Ούτε στον Παράδεισο μόνος… Έλα ρε πουλάκι μου… Πάμε σπίτι να μιλήσουμε… ΣΚΗΝΗ 3 Σύνδεση με τα προηγούμενα (Στο μπαράκι). ΣΙΑ: Έχω ένα μυστικό μες της καρδιάς τα βάθη… ΛΙΝΑ: Των αλλωνών ξέρεις να τα βγάζεις στη φόρα. Τα δικά σου… μες της καρδιάς τα βάθη. ΣΙΑ: Μην μου μπαίνεις μικρό. ΛΙΝΑ: Μην με ξαναπείς μικρό. Στα είκοσί μου χάνεται η διαφορά μας. Μια ηλικία θα έχουμε. ΣΙΑ: Ο καθένας τη δική του. Τότε θα κρατάμε διπλά βιβλία. Με την μάνα μου, όπου να ’ναι θα γίνουμε συνομήλικες. Κόλλησε στα τριάντα. Ούτε η αφαίρεση την πτοεί, ούτε η λογική, ούτε τίποτε! Λέει η αριθμητική: «Τριάντα μείον

30


Σπύρος Λαζαρίδης δεκαεφτά ίσον δεκατρία»! Ρωτάω εγώ, από τα δεκαεφτά μου ακόμα: «Στα δεκατρία ρε μάνα με έκανες»; ΛΙΝΑ: Θα έχει μιαν απάντηση, δεν μπορεί… ΣΙΑ: Πώς δεν έχει! «Δεν είσαι δεκαεφτά», μου είπε αγέρωχη, «κερδίζεις χρόνο. Βγήκες και νωρίτερα από τους εννιά μήνες. Παντρεύτηκα και μικρή». Δε λέει πόσο μικρή. Αυτή τους αριθμούς τους έχει βγάλει από το μυαλό της. Να φανταστείς κι όταν με στέλνει για κρέας καμιά φορά δεν λέει, πόσα κιλά θέλει. «Πες του χασάπη ότι θέλω λίγο για κεφτεδάκια, ξέρει αυτός». Το ότι και τα τρία, κεφτεδάκια είναι και τα χίλια δεκατρία, πάλι κεφτεδάκια θα είναι δεν την απασχολεί διόλου. «Και πού ξέρει ο χασάπης, ρε μάνα» της είπα μια φορά, «αν δεν έχουμε μουσαφιραίους»; Και ξέρεις τι μου απάντησε; «Καλά τόσο άσχετος είναι; Θα είχαμε μουσαφιραίους και θα έκανα κεφτεδάκια»; …Λες και σώθηκε με κάτι μήνες. Εδώ μας λείπουν χρόνια κι αυτή λέει πως γέννησε νωρίτερα από το κανονικό και πως ο χασάπης καταλαβαίνει από το είδος του κρέατος πόσα άτομα θα φάνε. Απτόητη, σου λέω… Με παρέσυρες αλλού, όμως. Δεν ρωτάς, δεν ρωτάς… ΛΙΝΑ: Τι να ρωτήσω; ΣΙΑ: Να ρωτήσεις, να ρωτήσεις… αν βάφει τα μαλλιά του ο Γονίδης. ΛΙΝΑ: Έχει μαλλιά ο Γονίδης; ΣΙΑ: Όχι περουκίνι φοράει. ΛΙΝΑ: Δεν σου το είπα; Φαίνεται… ΣΙΑ: Φως φανάρι κορίτσι μου. Σε ξεγελάει κανείς εσένα; Αυτό είναι το θέμα μας; ΛΙΝΑ: Έχουμε θέμα; Από τα κεφτεδάκια της μαμάς σου πήγες στην περούκα του Γονίδη. ΣΙΑ: Εμείς δεν έχουμε θέμα; Και θέμα έχουμε και θέαμα θα γίνουμε αν συνεχίσεις. ΛΙΝΑ: Τσιτώνουμε, τσιτώνουμε; ΣΙΑ: Τόπος στην οργή. Το πάμε από την αρχή. ΛΙΝΑ: Πάμε. ΣΙΑ: Δεν ρωτάς όμως, δεν ρωτάς… ΛΙΝΑ: Τι να ρωτήσω; ΣΙΑ: Έχω ένα… ΛΙΝΑ: Μυστικό; ΣΙΑ: Ά να το χαρώ! Ε λοιπόν θα σου πω. ΛΙΝΑ: Δεν μιλώ… ΣΙΑ: Το ζαβό… ΛΙΝΑ: Το μην πω; ΣΙΑ: Αυτό… Με πλησίασε εχθές. ΛΙΝΑ: Πληροφορίες κακές; ΣΙΑ: Πληροφορίες καυτές. ΛΙΝΑ: Περί τίνος; ΣΙΑ: Η Πέρσα και εκείνος… ΛΙΝΑ: Μη μου πεις ο Νίκος; ΣΙΑ: Θα σου πω ο κιθαρίστας των BADLY KISSED. ΛΙΝΑ: Τι έκανε; ΣΙΑ: Ξαναχτύπησε. ΛΙΝΑ: Μια στιγμή να το βρω. Mms? 31


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) ΣΙΑ: Χέσε μες’. ΛΙΝΑ: Να το πάρουμε από την αρχή ρε Σία; ΣΙΑ: Έχω ένα μυστικό… ΛΙΝΑ: Κόφτο ρε συ. Σοβαρά τώρα, έστειλε πάλι mms στην Τζένη ο Νίκος; ΣΙΑ: Είπα εγώ τέτοιο πράγμα; ΛΙΝΑ: Άφησες να εννοηθεί. ΣΙΑ: Εγώ είπα πως με πλησίασε η Πέρσα, από το συγκρότημα των BADLY KISSED, και μου είπε, πως ο Νίκος της είπε να μου πει, όταν δω την Τζένη να της πω πως ο Νίκος θέλει να της πει. ΛΙΝΑ: Και γιατί δεν της το λέει ο ίδιος; ΣΙΑ: Έλα μου ντε! Σκέφτομαι εγώ τώρα πώς μπορεί να σκέφτηκε ο Νίκος. Πρόσεχε: «Έκανα την γκέλα και της την έπεσα, τότε μετά τα δακρυγόνα, λες και έφταιγε εκείνη που φοβότανε να κατέβει στην πορεία για να μην εκτεθεί μαζί με τους μπάχαλους με τις κουκούλες που τα σπάγανε. Ένα. Άφησα και τις μέρες να περνάνε για να κάνει αυτή την πρώτη κίνηση. Δύο. Κράτησε κι αυτή χαρακτήρα. Τρία. Πέσανε και τα μαθήματα και τα φροντιστήρια και οι εισαγωγικές. Τέσσερα. Φεύγουνε τα νιάτα μας. Πέντε. Ρίχνω τα μούτρα μου και ξαναπιάνω επαφή. Τέλος». ΛΙΝΑ: Δεν απαντάς όμως, δεν απαντάς… Γιατί μέσω Πέρσας και Σίας και όχι απ’ ευθείας; ΣΙΑ: Βολιδοσκόπηση, λέγεται. Για να μετρήσει αντιδράσεις. Για να δοθεί χρόνος για δεύτερες σκέψεις. Από το απ’ ευθείας κάηκε το παλικάρι. Ξανά, μανά; Τολμάει τώρα; ΛΙΝΑ: Κι η δικιά μας; ΣΙΑ: Η παρεξηγημένη ντίβα. Να αφήσει τις ιδιοτροπίες, να κατεβάσει τη μύτη της, να βάλει τα καλά της, το κίτρινο πουκαμισάκι εννοώ και να πάμε στο live των παιδιών το Σάββατο. Πρώτη φορά που θα παίξουν μετά το θάνατο του Τζώννυ. Όχι να ακούει στα κρυφά το τραγούδι του και να μας το παίζει υπεράνω. Αρκετά κράτησε το παραμύθι. Τι λες και συ; ΛΙΝΑ: Ό,τι λες και συ! ΣΚΗΝΗ 4 Το άγρυπνο μάτι του νόμου (Μπροστά στην καντίνα, περασμένα μεσάνυχτα). ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ: Καλησπέρα. Ένα σουβλάκι με όλα τα ωραία που βάζεις. Πολύ καλή η γειτονιά σας. ΞΑΝΘΟΣ: (Χαμηλόφωνα, αφού τεντώσει το κεφάλι του πλάγια και πάνω για να δει ουρανό). Μπορείς να το πεις κι έτσι, κατά μία έννοια. ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ: Αφού έχει τόσο όμορφη νύχτα, φαντάζομαι την ημέρα της! ΞΑΝΘΟΣ: Η γειτονιά μας έχει την όμορφη νύχτα; ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ: Ξέρεις εσύ πολλές άλλες γειτονιές με στέκι σαν και το δικό σου; ΞΑΝΘΟΣ: Και φτάνει το δικό μου το στέκι να ομορφύνει κοτζάμ γειτονιά, πήχτρα στην πολυκατοικία;

32


Σπύρος Λαζαρίδης ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ: Η φήμη σου ξαπλώθηκε σ’ ολόκληρη την πόλη, πράγμα που σημαίνει πως δουλεύεις καλά, θέλω να πω έχεις αρκετή πελατεία. Σωστά; ΞΑΝΘΟΣ: Του ΣΔΟΕ είμαστε κύριος…; ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ: Γεράσιμος. Καμία σχέση, σε διαβεβαιώνω. Από αυτήν την πλευρά μπορείς να κοιμάσαι ήσυχος. Να ολοκληρώσω το συλλογισμό μου… Έχεις καλό όνομα, μπόλικη πελατεία κι έχεις στημένη την καντίνα σου απέναντι σε μαγαζιά … υγειονομικού ενδιαφέροντος να το πω έτσι, αλλά κανείς από αυτούς δεν δείχνει να ενοχλείται. Αυτό μόνον καλοί άνθρωποι μπορούν να το κάνουν. ΞΑΝΘΟΣ: Οι άνθρωποι μια χαρά είναι. Ο συλλογισμός σου είναι για τ’ ανάθεμα. Είπα κι εγώ… Όμορφη η γειτονιά μας… Η μορφή του καταστήματος έχει να κάνει με την αισθητική και τα γούστα του ιδιοκτήτη της. Δεν είναι αυθαίρετο που λειτουργεί λαθραία επειδή έχει κάποιους προστάτες. Εγώ γουστάρω και ψήνω σε καντίνα. Αν ήθελα μαγαζί, σε πληροφορώ πως μπορούσα να έχω το καλύτερο. Είμαι εδώ πριν η πλατεία γίνει πλατεία και γεμίσει μαγαζιά …υγειονομικού ενδιαφέροντος. Αποφάσεις δημοτικού συμβουλίου, υγειονομικές επιτροπές, δήλωση στην εφορία, τα πάντα διαθέτει το κατάστημα. ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ: Καλά, ζητάω συγγνώμη. Μια καλή κουβέντα πήγα να πω και σε έθιξα. Ειλικρινά σου ζητάω συγγνώμη. ΞΑΝΘΟΣ: Ψωμί κι αλάτι. ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ: Ενδιαφέρομαι για ένα σπίτι εδώ κοντά. Τι λες, θα βρω; ΞΑΝΘΟΣ: Γιατί να μην βρεις; Τόσοι και τόσοι βρήκανε. ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ: Είναι ακριβές οι τιμές; ΞΑΝΘΟΣ: Τέτοιες κουβέντες με εργολάβους κύριε Γεράσιμε. Πού να ξέρω εγώ πώς πάνε οι τιμές των ακινήτων; Εδώ κοτζάμ άνθρωποι και σήμερα είναι αύριο δεν είναι. Οι τιμές των σπιτιών θα μείνουν σταθερές; ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ: Πολύ πίκρα διακρίνω… ΞΑΝΘΟΣ: Δεν θα πεις τίποτε. Έκλεισε χρόνος από τον θάνατο ενός εικοσάρη, της όμορφης γειτονιάς που λες, με σφαίρα καρφωμένη στην πλάτη και η υπόθεση είναι κιόλας κλεισμένη σαν τροχαίο, επειδή δεν σταμάτησε σε μπλόκο με το παπάκι του. Βαρύ Γεράσιμε, βαρύ. Και στο μνημόσυνο που του κάναμε, εμείς κι εμείς. Σαν να θέλει ο κόσμος να τον παραμυθιάζουνε, έτσι μου φαίνεται. Βολεύτηκαν όλοι με την εκδοχή της αστυνομίας κι όλα μέλι γάλα. ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ: Καταλαβαίνω. Θυμάμαι… Έγιναν πορείες και επεισόδια, τότε μέχρι την κηδεία του παιδιού. Γράφανε οι εφημερίδες. Έγιναν έρευνες, δεν έγιναν; ΞΑΝΘΟΣ: Έτσι τις είπαν. Έρευνες. Μάλλον πώς θα ξεμπερδέψουν ερευνούσαν. Την κλείσανε άρον άρον την υπόθεση, εγώ αυτό ξέρω. Και ο αστυνομικός που πυροβόλησε, άνετος και ωραίος στις περιπολίες του. Ξανά στο μεϊντάνι σαν να μην συνέβηκε τίποτε. Πάλι καλά κρατιέμαι και βλέπεις μόνο πίκρα. Οργή έπρεπε να βλέπεις. Όμορφη γειτονιά… Δεν πάμε καλά Γεράσιμε. Η αστυνομία δεν κάνει καλά την δουλειά της. Αλλά, τι φταις κι εσύ και σε ζαλίζω με τα δικά μου; Πάντως χαλάει η γειτονιά. Σκέψου το για το σπίτι. Κι άντε η ιστορία με το παλικάρι μπορεί να με άγγιξε παραπάνω γιατί το συμπαθούσα. Τα ναρκωτικά και τα κλεφτρόνια; Τα βαποράκια και οι έμποροι κάνουν παρέλαση. Για κάνε έναν γύρο την καντίνα ξυπόλητος. Θα μαζέψεις βελόνες κάθε διαμετρήματος. Αχινοί στη θάλασσα, βελόνες στην πλατεία. Φυσιολογικά πράγματα. Μέχρι και Γραφείον Διαλύσεως Τιμίων Οικογενειών διαθέτουμε, GIOULI’S CORPORATION. Αν τα ’χει το πορτοφολάκι σου κι αν σε τρώει το δοντάκι σου, εκεί, δίπλα στην Εκκλησία. Τι 33


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) να σου πω; Αν ψάχνεις για φολκλόρ και καντινιέρη κουλτουριάρη και πολυλογά με το καλύτερο κεμπάμπ της πιάτσας και λουκάνικο Σουφλιώτικο μερακλαντάν, είσαι στο σωστό μέρος. Για τα άλλα, σκέψου το δις και τρις. ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ: Μ’ έβαλες σε σκέψεις. Δεν θα βιαστώ να πάρω αποφάσεις. Σ’ ευχαριστώ πολύ. Καληνύχτα. (Φεύγοντας ο Γεράσιμος διασταυρώνεται με την Μάχη). ΜΑΧΗ: Τι ήθελε ο ασφαλίτης; ΞΑΝΘΟΣ: I beg your bardon? ΜΑΧΗ: Για πρόσεχε τη γλώσσα σου, πάρ’ τον…νυχτιάτικο… ΞΑΝΘΟΣ: Το Ειρηνάκι δίνει για Lower φέτος και βοηθάω κι εγώ, τι να κάνω; Bardon. Bardon. Άκουσα καλά; Είπες ασφαλίτης; ΜΑΧΗ: Μ’ αρέσει που το παίζεις και ξύπνιος. Τόσο κόσμο βλέπεις, τόσα χρόνια στο κουρμπέτι, προϋπηρεσία σε κόμματα και νεολαίες και δεν μπορείς να καταλάβεις έναν ασφαλίτη; Ήταν ώρα εδώ; ΞΑΝΘΟΣ: Ήταν. ΜΑΧΗ: Και τι έκανε; Έφαγε στα μουγκά κι έφυγε; ΞΑΝΘΟΣ: Μπα, στα μουγκά δεν έφαγε… Τώρα που το λες, ναι ρε… λες να με ψάρευε; Μ’ έκανε και ανοίχτηκα… Πολύ τεχνίτης όμως… Να φανταστείς στην αρχή τον πέρασα για εφοριακό και ζοχαδιάστηκα. Του μίλησα απότομα και ύστερα μετάνιωσα. Γι’ αυτό ανοίχτηκα. Για να εξιλεωθώ. Δεν κατάλαβα τίποτε… Επιστήμη το έχουν κάνει… ΜΑΧΗ: Τι περίμενες να δεις; Μαύρο γυαλί και καμπαρτίνα μέχρι τον αστράγαλο; ΞΑΝΘΟΣ: Κι εσύ ρε Μάχη, μη μου πεις ότι τον κατάλαβες από τη φάτσα; Θα τον ξέρεις, δεν μπορεί… ΜΑΧΗ: Από πού να τον ξέρω; Δεν τον ξέρω… ΞΑΝΘΟΣ: Και πού τον κατάλαβες; ΜΑΧΗ: …Τον ξαναείδα όμως, όπως τον ξαναείδες κι εσύ. ΞΑΝΘΟΣ: Πρώτη φορά ήρθε στην καντίνα. Δεν ξεχνάω πελάτη εγώ. ΜΑΧΗ: Δεν είπα ότι τον είδες στην καντίνα. ΞΑΝΘΟΣ: Ούτε πού τον είδες μας είπες όμως… ΜΑΧΗ: Κι εσύ ήσουν εκεί. ΞΑΝΘΟΣ: Τι θα γίνει τώρα ρε Ανδρομάχη; Θα το τραβήξουμε μακριά το κορδόνι; Θα ξημερώσουμε με αυτό απόψε; Πώς την είδες; ΜΑΧΗ: Μην αρπάζεσαι με μένα. Εμείς μαζί είμαστε. Στην ίδια όχθη. Αυτός είναι απέναντι. ΞΑΝΘΟΣ: Ποια όχθη ρε καταχθόνια; Σιγά μην με κάνεις σαν κι εσένα. Τώρα καταλαβαίνω… Όχι Μαχούλα, δεν θα πάρω… Τι εννοείς στην ίδια όχθη; Σαν πουλάκι κοιμάμαι εγώ. Τους δικούς μου αριθμούς, αλλιώς τους μετράω εγώ. Δεν βρικολακιάζω… ΜΑΧΗ: Γιατί εγώ βρικολακιάζω; Ωραία εικόνα έχεις για μένα… Σου ανοίγομαι κι εγώ. Νόμιζα πως καταλαβαίνεις… ΞΑΝΘΟΣ: (Συνειδητοποιεί ότι ξεφεύγει το πράγμα και το συμμαζεύει). Έτσι κι αλλιώς δεν γίνεται σύγκριση. Την ώρα που εσύ παλεύεις με τους εφιάλτες σου, εγώ ψήνω λουκάνικα. Άλλο όμως δεν ήταν το θέμα μας; ΜΑΧΗ: Συναισθηματική υπερφόρτωση, το λέω. Emotional overdose, σα να λέμε.

34


Σπύρος Λαζαρίδης ΞΑΝΘΟΣ: Ότι θα έβλεπα και τη Μάχη emo δεν το φανταζόμουνα. Είσαι emo ρε; Αυτό μου λες; ΜΑΧΗ: Τι είναι το emo? ΞΑΝΘΟΣ: Ήμουνα νιος και γέρασα. ΜΑΧΗ: Ξανθέ δεν ξηγιέσαι καλά. Δεν είναι παίξε γέλασε αυτά τα ζητήματα. Μιαν ανάσα από την τρέλα βρίσκομαι κι εσύ με δουλεύεις. ΞΑΝΘΟΣ: Με τάραξε το αγγλικό σου. Συγγνώμη ρε Μάχη. Έχω και το Ειρηνάκι και κάνω εντατικά στα πιτσιρικίστικα, κατάλαβέ με. Άσε τα emo στην ησυχία τους. Μουσικό ρεύμα ήτανε κι έγινε μόδα για πιτσιρίκια. Φράντζα ακατάσχετη και σιδερικά στα χείλια… homo pseudomelancholicus phrantzoplectus που λέει και η Φρικηπαίδεια. Μπαίνεις καθόλου στο internet? ΜΑΧΗ: Μην με φρικάρεις κι άλλο. Δεν μου φτάνουν όσα έχω; Πώς μπαίνεις σ’ αυτό το internet? ΞΑΝΘΟΣ: Εύκολα μπαίνεις. Πώς βγαίνεις, είναι το θέμα. Είπα θέμα και θυμήθηκα. Από αλλού δεν ξεκινήσαμε την κουβέντα; Ρε είχες δεν είχες την έκανες long play την συζήτηση. Θα μου πεις για τον ασφαλίτη; ΜΑΧΗ: Την Κυριακή με τα ζογκλερικά που έστησες για τον Τζώννυ τον είδα. Καθότανε παράμερα και κοιτούσε. Επιστήμη ξε-επιστήμη, μερικά χούγια οι χαφιέδες τα έχουνε έμφυτα. Αναντάν μπαμπατάμ. Είδα το βλέμμα του και δεν πρόκειται να το ξεχάσω. Τι σε ρώταγε; ΞΑΝΘΟΣ: Ούτε που φαινότανε ότι ρώταγε. Εγώ τι απάνταγα, ο αγαθιάρης. Λες και τον ήξερα χρόνια. Μ’ έπιασε μια λογοδιάρροια άνευ προηγουμένου και μέχρι τελικής πτώσεως. Πιάστηκα αφελής σε βαθμό κακουργήματος. Δεν μου αρέσει αυτό που έγινε Μάχη. Την επόμενη φορά που θα έρθει… ΜΑΧΗ: Από αυτό το πλευρό να κοιμάσαι. Σιγά μην έρθει. Την δουλειά του την έκανε. Θα κάνει και την αναφορά του και θα πάει γι’ άλλη αποστολή. Τι του είπες; ΞΑΝΘΟΣ: Και τι θα με κάνει; Διώκονται οι απόψεις; Πάει ο Εμφύλιος. Τελείωσε. Θα φοβόμαστε τους ασφαλίτες τώρα; Ό,τι θέλω λέω. ΜΑΧΗ: Κι ό,τι θέλεις κάνεις. ΞΑΝΘΟΣ: I beg... λάθος… συγγνώμη; ΜΑΧΗ: Ο Εμφύλιος τελείωσε Γεώργιε αλλά μιαν ανησυχία την έχουμε σε ετοιμότητα, κατάλαβα σωστά; ΞΑΝΘΟΣ: Ούτε η Ανθούλα δεν με φωνάζει πια Γεώργιε, που είναι και του Αρχαιολογικού. Την έχουμε ρε Ανδρομάχη, επειδής παιδί μεγαλώνουμε κι επειδής καμένοι είμαστε ως οικογένεια, χρόνια τώρα. Μέχρι την ηλικία της Ειρηνούλας μου, νόμιζα πως τα μόνα νησιά της Ελλάδας είναι η Μακρόνησος, ο Αι Στράτης και η Λέρος. Παντού συγγενείς είχαμε. Να μη σου πω διά το εξωτερικόν. Η πρώτη μου άγνωστη λέξη ήταν η Τασκένδη. …Και τι κάνω δηλαδή; ΜΑΧΗ: Τίποτε φοβερό και τρομερό. Παίρνεις την κόρη σου αγκαλιά και αναπνέετε καθαρά δακρυγόνα ενώ οι βιτρίνες καταρρέουν ένθεν κακείθεν, δεν πιστεύεις αυτά που λέει η Δικαιοσύνη της Ελληνικής Δημοκρατίας και η Αστυνομία της, διασύρεις έναν αθώο αστυνομικό, με δικαστική απόφαση παρακαλώ αθωωμένο, σαν φονιά και εκτελεστή, φουντώνεις τα μυαλά των πιτσιρικάδων με ανυπακοή και στήνεις χάπενιγκ διαμαρτυρίας λες και ξύπνησε η δεκαετία του ’60 με τα Βιετνάμ και τους γιεγιέδες, ανακατεύεσαι πολύ με τα μαθητούδια και χώνεσαι στα αισθηματικά τους με παιδί στην ηλικία τους, 35


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) βρωμιάρη, καλύπτεις, ουσιαστικά, εγκληματίες εμπόρους ναρκωτικών που στήνουν επιχείρηση μπροστά σου αφού δεν έκανες ούτε μια μήνυση ως νομιμόφρων πολίτης, ούτε μια επώνυμη καταγγελία για να μπορέσει κι η Αστυνομία να κάνει την δουλειά της, διαφημίζεις την τσατσά που έστησε επιχείρηση κονσομασιόν απέναντι από την Εκκλησία λες και επιτελεί θεάρεστον έργον, τι να σου πω, τίποτα δεν κάνεις… ΞΑΝΘΟΣ: Ήσουνα πίσω και άκουγες; Σχεδόν όλα αυτά του τα είπα. Χαρτί και καλαμάρι, όμως. Κοίτα πώς ακούγονται! Λες και είμαι ο χειρότερος ρουφιάνος… Εσύ βέβαια ξέρεις ότι δεν είμαι έτσι όπως τα είπες; Εεε; Έτσι θα τα πάρουν αυτοί. Δεν τα πιστεύουν αυτά όλοι, φαντάζομαι; Υπάρχουν άνθρωποι που θα τα πιστέψουν; Λες να υπάρχουν; ΜΑΧΗ: Τι να σου πω Γιωργάκη; Εγώ έχω το ακαταλόγιστο. Συναισθηματική υπερφόρτωση και μάρτυρας υπεράσπισης δεν είναι συμβατές έννοιες. Θα με περάσουν στο ντούκου εμένα. Άλλοι όμως; Δεν θα βρουν καλοθελητές; ΞΑΝΘΟΣ: Μ’ έφτιαξες ρε άτιμη… Πού με γύρισες; Πότε είπες φάγανε τον παππού σου; Εκεί με γύρισες κι ας μην είχα γεννηθεί ακόμα. ΣΚΗΝΗ 5 Παγκόσμια πρώτη (Αργά, πριν τα μεσάνυχτα, στο παγκάκι απέναντι από την καντίνα. Θα μπορούσε να είναι συνέχεια της προηγούμενης σκηνής). ΤΖΕΝΗ: Καλά, ήταν τέλειο; ΛΙΝΑ: Super, τι να λέμε τώρα! Κάτι τέτοια μόνο σε αμερικάνικες ταινίες γίνονται. ΣΙΑ: Να που έγιναν και στο Multiculti. ΤΖΕΝΗ: Όπως το είχατε προβλέψει. Πρέπει να ωριμάσω, γαμώτι μου, πρέπει να αρχίσω να σκέφτομαι πιο…, πιο… ΣΙΑ: Έλα το έχεις, το έχεις… ΤΖΕΝΗ: Πιο συστηματικά, με μέθοδο… ΣΙΑ: Άνευ διδασκάλου… Άειντε, άειντε! Τι είναι ρε η σκέψη; Ζωγραφική; Μάθετε να ζωγραφίζετε σε πέντε βήματα; ΛΙΝΑ: Πολύ ρομαντικό ήτανε! ΣΙΑ: Εγώ ένα δεν καταλαβαίνω. Γιατί το καθυστέρησε τόσο; Τέτοιο τραγούδι και το άφησε στο μπιζάρισμα; Μα τόση σιγουριά; Πού ήξερε πως θα μείνουμε μέχρι το τέλος; ΛΙΝΑ: Η τελευταία εντύπωση είναι αυτή που μένει. Άψογος από πλευράς στρατηγικής. Τυφλός είναι; Είδες εσύ κανέναν να φεύγει; Πολλή επιτυχία το live, πάντως. ΣΙΑ: Ακριβώς αυτό εξετάζουμε. Πόση επιτυχία είχε το live! ΛΙΝΑ: Φυσικά και το εξετάζουμε. Τώρα αποκτάει μεγαλύτερη σημασία η κίνησή του. Τι διάολο, όλα εγώ θα στα εξηγώ πια; Κατάλαβε και κάτι μόνη σου. Καταντάει κουραστικό στο τέλος. Πρέπει να πατήσεις κάποτε στα πόδια σου! ΣΙΑ: Are you talking to me, little foolish girl? ΛΙΝΑ: Δώσε βάση: Ένα χρόνο μετά το τελευταίο live και ένα χρόνο χωρίς τον Τζώννυ. Με το βάρος να πέφτει όλο στον Νίκο. Με το μαγαζί γεμάτο με σχετικούς και άσχετους που τους την έχουνε στημένη. Τι θα πούνε και πώς θα το

36


Σπύρος Λαζαρίδης πούνε; Θα είναι live ή μνημόσυνο; Θα έχει πολύ Τζώννυ ή καθόλου Τζώννυ; Θα μπορέσουν να κάνουν κάτι δικό τους ή δεν θα μπορέσουν; Και βγαίνει το αγόρι μας… ΣΙΑ: Ώπα και αγόρι μας… ΤΖΕΝΗ: Άστηνα καλέ να μιλήσει την κοπέλα… Μην διακόπτεις. ΣΙΑ: Πίσω μου σ’ έχω… ΛΙΝΑ: Δεν είναι η σωστή θέση αυτή, αλλά το προσπερνώ. Και βγαίνει, λέω, το αγόρι μας και παίρνει όλο το live πάνω του. Και λέει και για τον Τζώννυ όσα πρέπει να πει. Και τα δίνει όλα στις διασκευές και στα δικά τους. Και εκεί που όλοι λέγαμε -κι εμείς το λέγαμε· δεν το λέγαμε;- «μπράβο του που τα κατάφερε» και τους χειροκροτούσαμε και το χαρήκαμε και δεν τους αφήναμε να φύγουν, σκάει και το κρυμμένο του χαρτί: «Εγώ είμαι ο Νίκος και γράφω τραγούδια. Το τελευταίο έκανε καιρό να βγει και είναι για ένα κορίτσι. Πειράζει; Σας ευχαριστώ όλους που ήρθατε. Ακούστε λοιπόν τι έγραψα για ένα κορίτσι που αγαπάει να φοράει κίτρινο πουκαμισάκι». ΤΖΕΝΗ: Και τι δεν θέλω να σου πω, για πόσα πράγματα να σου μιλήσω… ΣΙΑ: Το έγραψες μωρή ονειροπαρμένη; ΤΖΕΝΗ: Όχι θα τ’ άφηνα! ΛΙΝΑ: Πάω να φέρω σάντουιτς. Σία πάρε το κινητό μου και γράψ’ το. Άντε Τζενάκι στείλ’ το να το εμπεδώσουμε. Δεν πάω σπίτι μου απόψε! (Όσο να πάει η Λίνα για τα σάντουιτς, να ολοκληρωθεί η διαδικασία του Bluetooth, και τα κορίτσια να τρώνε και να ακούνε με τα ακουστικά, ακούγεται από τα ηχεία το τραγούδι του Νίκου. Ο Ξανθός δεν κάνει καμιά προσπάθεια να πλησιάσει τα κορίτσια ή να αστειευτεί με τη Λίνα που πήγε κοντά του για την παραγγελία). Και τι δεν θέλω να σου πω, για πόσα πράγματα να σου μιλήσω, αλλά εσύ δεν είσαι εδώ κι ο χρόνος δε γυρίζει πίσω. Πέρασες άνεμος, βοριάς και πόσα πράγματα δε σκόρπισε η ορμή σου, χάθηκαν όλα μονομιάς, λάφυρο έμεινε η ψυχή μου στην ψυχή σου. Έτσι πως κύλησε η ζωή, γελάστηκε το φως με τα σκοτάδια, είμαι ημέρα σκοτεινή βελούδο που δεν χάρηκε τα χάδια.

37


ΚΑΝΤΙΝΑ / CANTEEN / CAN(TEEN) Και τι δεν θέλω να σου πω, για πόσα πράγματα να σου μιλήσω, μα έχεις φύγει από καιρό κι ίσως δεν θέλεις να γυρίσεις εκεί πίσω. Πέρασες δυνατή βροχή και πόσα πράγματα δεν έπνιξες στο ρέμα κι εγώ τη νοιώθω την ντροπή, να σε ζητώ και ν’ αγαπάω ένα βλέμμα. ΤΕΛΟΣ

38


Can(teen) 2008 2014  

Ένας εφηβικός έρωτας που δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται. Ένα θεατρικό έργο γραμμένο στις πύρινες ημέρες του Δεκέμβρη του 2008. Όλο το κείμ...

Advertisement
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you