Issuu on Google+

ISBN: 978-960-93-4928-4


Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΟΠΑΙΧΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ

Α Π Ο ΤΑ Κ Α Β Α Σ Ι Λ Α Η Λ Ε Ι Α Σ


© Θωμάς Αθ. Αγραφιώτης Άρης Μηλιώνης ISBN: 978-960-93-4928-4 Εκτύπωσις: Γραφικές Τέχνες «Μέλισσα» 570 21 Ασπροβάλτα Θεσσαλονίκης Τηλ.: 23970 23313, Fax: 23970 21754 e-mail: melissa@melissaprint.com


Άρης Μηλιώνης Θωμάς Αθ. Αγραφιώτης

Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΟΠΑΙΧΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ

Α Π Ο ΤΑ Κ Α Β Α Σ Ι Λ Α Η Λ Ε Ι Α Σ

Πάτρα 2013


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

του Θωμά Αθ. Αγραφιώτη Τον Ιούνιο του έτους 2007, τοποθετήθηκα με οργανική θέση ως δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Καβάσιλα (ή Καβασίλων) του νομού Ηλείας. Σε μια από τις πολλές συναντήσεις μου, εκείνη την περίοδο, με τον καραγκιοζοπαίχτη Γιάνναρο Μουρελάτο (1931-2012) στο στέκι του στην οδό Ηλείας 49, κοντά στην πλατεία Ομονοίας στην Πάτρα, όταν του μίλησα για την οριστική μου τοποθέτηση στο χωριό του Καβάσιλα, το πρώτο πράγμα που μου τόνισε, ήταν το εξής: «Πολύ ωραία! Εκεί, στα Καβάσιλα, θα είσαι μαζί με τον Γιάννη τον Πρωτοψάλτη». Έχοντας όμως ήδη κάνει την οργανική μου στο Πρώτο Δημοτικό Σχολείο Γαστούνης, από την ακαδημαϊκή χρονιά 2006-2007, τελικά επέστρεψα από την Κοζάνη στη γη της Ηλείας το φθινόπωρο του 2011. Έχοντας πλέον ξεσπάσει και η οικονομική κρίση, τα «διαπλεκό5


μενα συμφέροντα» της ελληνικής εκπαίδευσης βρήκαν την ευκαιρία να χτυπήσουν τους πιο αδύναμους κρίκους της, με αποτέλεσμα να γυρίσω στα Καβάσιλα και, περνώντας ο καιρός, να επισκεφτώ το σπίτι του Γιάννη Πρωτοψάλτη, με πρωτοβουλία του Γιάνναρου. Η πρώτη αυτή συνάντηση ήταν ο σπόρος για τη σφυρηλάτηση μιας μακράς, στενής συνεργασίας και φιλικής σχέσης. Βρεθήκαμε μαζί με τον Γιάννη Πρωτοψάλτη, κατόπιν, στο τριετές μνημόσυνο της Σοφούλας Θεοδωροπούλου (1945-2009) στην Πάτρα, κανονίσαμε να παρουσιάσει το έργο «Ο Καραγκιόζης στο Φεγγάρι» στο Δημοτικό Σχολείο του Καβάσιλα για την Παγκόσμια Μέρα Θεάτρου Σκιών, στις 28 Μαρτίου 2012, και τον βραβεύσαμε για την πολυετή προσφορά του στην τέχνη του Καραγκιόζη, παρόντος του Σχολικού Συμβούλου της περιφέρειας Λεχαινών, κ. Ανδρέα Καρατζά, και σε εκδήλωση του σχολείου, κατά την οποία ο τιμώμενος καλλιτέχνης παρουσίασε στα παιδιά, με πρωτοφανή επιτυχία, δείγματα από την τέχνη του ταχυδακτυλουργού. Η συνέχεια δόθηκε στις 3 Οκτωβρίου, όταν με τον ερευνητή της τέχνης του Καραγκιόζη και Καθηγητή στο Τ.Ε.Ι. Μεσολογγίου, 6


κ. Άρη Μηλιώνη, επισκεφτήκαμε τον Γιάννη Πρωτοψάλτη στα πλαίσια μιας ερευνητικήςεπιστημονικής εργασίας, μέσα από την οποία παρήχθη το ακόλουθο αυτοβιογραφικό κείμενο για τη ζωή και την τέχνη αυτού του καλλιτέχνη. Το εν λόγω κείμενο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο 63ο τεύχος της μηνιαίας διαδικτυακής εφημερίδας «Ο Καραγκιόζης μας» του Πανελλήνιου Σωματείου Θεάτρου Σκιών (Νοέμβριος 2012) και προσφέρεται τώρα και στο ευρύτερο κοινό που δεν έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο. Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω ολόψυχα το διευθυντή του Δημοτικού Σχολείου Καβάσιλα Ηλείας, κ. Ιωάννη Γαργαλιάνο, τους συναδέλφους εκπαιδευτικούς της σχολικής μονάδας, τους γονείς και πάνω από όλα τους μαθητές και τις μαθήτριες του σχολείου, για την αγάπη με την οποία περιέβαλαν την όλη προσπάθεια. Πάτρα, 8 Φεβρουαρίου 2013

7


ΕΙΣΑΓΩΓΗ: «ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΟΛΑΒΟΥΜΕ ΤΟ ΧΡΟΝΟ…» του Άρη Μηλιώνη

Η λαϊκή τέχνη του Καραγκιόζη, όπως διαμορφώθηκε από τον Μίμαρο και ξεκίνησε από την Πάτρα, στα 1890, συνεχίστηκε, εμπλουτίστηκε και διαδόθηκε από σημαντικούς λαϊκούς καλλιτέχνες που είχαν μεράκι και δημιουργικό ταλέντο. Πολλοί από αυτούς ήξεραν λίγα ή και καθόλου γράμματα, διέθεταν όμως φαντασία και θαυμαστό αυτοσχεδιασμό. Θεατές τους ήταν οι απλοί άνθρωποι της καθημερινότητας. Με αυτά τα δεδομένα, στα πρώτα βήματα αυτής της τέχνης, δεν ασχολήθηκε συστηματικά μαζί της η μεσοαστική και μεγαλοαστική τάξη, η οποία διέθετε πένες, κονδυλοφόρους και εφημερίδες. Αυτό ήτανε καλό και κακό στην υπόθεση του Καραγκιόζη. Το καλό ήταν ότι ο καραγκιοζοπαίχτης απευθυνόταν μόνο στο κοινό (ανεπηρέαστος από κριτικές και σχόλια του τύπου) και δημιουργούσε ελεύθερος και 9


ανεπηρέαστος στον μπερντέ του. Το αρνητικό ήταν ότι ελλείψει γραπτών κειμένων χάθηκαν πολύτιμα στοιχεία της τέχνης του Θεάτρου Σκιών, που πέρασαν στη λήθη, όταν οι πρώτοι μάστορες έφευγαν από τη ζωή και τα έπαιρναν μαζί τους. Έτσι λοιπόν, παρατηρούμε ανάμεσα στα άλλα και το εξής παράδοξο: για τον Μίμαρο που πιθανόν πριν από εκατό χρόνια να ήταν στη ζωή, να μην υπάρχουν τα ανάλογα ιστορικά στοιχεία και οι ερευνητές-μελετητές να προσπαθούν να βρουν στοιχεία για το μεγάλο αυτό δημιουργό από την παράδοση και το θρύλο, σαν να ήταν προϊστορικό πρόσωπο. Υπάρχει όμως και μια άλλη παράμετρος: το ότι ο καραγκιοζοπαίχτης, ως λαϊκός άνθρωπος, δεν φανταζόταν ότι η καθημερινότητά του έγραφε ιστορία στη σκηνή, το ίδιο και οι γύρω του. Για παράδειγμα, δεν δώσαμε τη σημασία που έπρεπε, όταν είχαμε ανάμεσά μας στην Πάτρα τον καλοσυνάτο μπάρμπα-Ντίνο Μουρελάτο, πατέρα του Γιάνναρου, όταν έκοβε εισιτήρια στις παραστάσεις του γιου του στο θρυλικό θεατράκι «Ρεκόρ». Και όμως, ο Ντίνος Μουρελάτος ήταν σύγχρονος σχεδόν του Μίμαρου και ήξερε τόσα πολλά. Τα απλά 10


πράγματα του παρόντος λίγοι εκτιμούν ότι θα είναι τόσο σημαντικά για το μέλλον... Όταν εκτιμήθηκε αργότερα η σημασία της τέχνης του Θεάτρου Σκιών και άρχισε η συγγραφική ταξινόμηση προσώπων και γεγονότων γύρω από τον Καραγκιόζη, γράφτηκαν βιβλία, μελέτες, άρθρα σημαντικά, αλλά όλα αυτά δεν καλύπτουν επαρκώς το κενό των πρώτων χρόνων. Το τρένο του χρόνου χάθηκε ανεπιστρεπτί. Αλλά μας άφησε το δίδαγμα ότι τίποτα γύρω από μια λαϊκή τέχνη, όσο επουσιώδες και αν φαίνεται στην αρχή, δεν πρέπει να το αφήσουμε να ξεχαστεί. Έτσι λοιπόν, για να προλάβουμε αυτή τη φορά το χρόνο, σας παραθέτουμε αυτοβιογραφικά στοιχεία του Γιάννη Πρωτοψάλτη, λαϊκού καραγκιοζοπαίχτη που ζει στα Καβάσιλα Ηλείας και δίνει ακόμα παραστάσεις. Συνέχεια και συμπλήρωμα του βιβλίου: «Σκιές στο φως των κεριών» (εκδ. Περί Τεχνών). Γιατί το θέμα «Καραγκιόζης» είναι πολύ σοβαρό και τον έχουμε ανάγκη τον καμπούρη, διότι ο… πονηρός ξέρει να ελίσσεται και να γίνεται φρέσκος και σύγχρονος και να μας καθοδηγεί με τη σάτιρα και τα μηνύματά του στους δύσκολους καιρούς που περνάμε… Οκτώβριος 2012 11


Δ ­ ύσκολα­παιδικά­χρόνια Ονομάζομαι Ιωάννης Πρωτοψάλτης. Γεννήθηκα στα Καβάσιλα Ηλείας, την πρώτη Ιουλίου του 1936, από Κερκυραίους γονείς. Το πραγματικό επίθετο του πατέρα μου ήταν Εγγλέζος. Ο πατέρας μου ήταν πρωτοψάλτης στην εκκλησία. Τον φωνάζανε: «Πρωτοψάλτη! Πρωτοψάλτη!» και όταν γεννήθηκα εγώ, δεν τον ρωτήσανε πώς λέγεται το παιδί και με βγάλανε κατευθείαν «Πρωτοψάλτη». Για τη ζωή, τότε το 1936, λέγανε ότι τρώγανε με χρυσά κουτάλια με την κυβέρνηση του Μεταξά. Έτσι λέγανε, αλλά δεν ήταν έτσι. Μετά άρχισε η Κατοχή. Υπήρχε πείνα τότε. Παιδί εγώ. Εδώ στο χωριό, όταν γεννήθηκα, πείναγα. Πήγα ψυχοπαίδι, έκανα το διακονιάρη, έκανα το λιγούρη, έκανα τον τσομπάνη. Μόλις φύγανε οι Γερμανοί, μετά την Κατοχή, την άλλη μέρα, με ένα λεωφορείο της γραμμής, που έγραφε στα πλευρά του «εβδομήντα», έφυγα με τη μάνα μου και πήγαμε στον Πύργο. Στον Πύργο, μικρό παιδί τότε, πήγα σε έναν πεταλωτή και έμαθα πεταλωτής, έμαθα και ιππασία. Έκανα τον κουλουρά, έκανα τον φιστικά, τον παπλωματά, το φερετροποιό, το νεκροθάφτη. Είμαι άνθρωπος της παλιάς εποχής. 13


Η­γνωριμία με­τον­Ντίνο­Θεοδωρόπουλο Στο σχολείο πήγαινα στον Πύργο. Πρώτη Δημοτικού έβγαλα. Πήγα και κανένα μήνα στη Δευτέρα. Μετά μου τα χαρίσανε. Αλλά γράμματα ξέρω πολλά. Και, για να είμαι ειλικρινής, αυτά τα έμαθα από τον Θεοδωρόπουλο, που κάθε πρωί έφτιαχνε τα προγράμματα. Χωρίς να ξέρω τι γράφει, ήξερα τι έλεγε. Έμπλεξα με τον Καραγκιόζη το 1949 στον Πύργο με τον Θεοδωρόπουλο, δεκατριών χρονών εγώ τότε, και μετά πήγαμε στην Καλαμάτα, στην Τρίπολη, στην Πάτρα, στο Αίγιο, στο Αγρίνιο. Τον Θεοδωρόπουλο, λοιπόν, τον γνώρισα στον Πύργο. Το βράδυ που πήγαινε ο κόσμος στην παράσταση, του λέω του Θεοδωρόπουλου: «Μπάρμπα, να έρθω μέσα να σε βοηθάω;» και μου λέει: «Ναι». Αυτή ήταν η γνωριμία μας. Ήταν και μια δουλειά αυτή, αλλά μου άρεσε και ο Καραγκιόζης. Τι δουλειά να κάνεις τότε; Εξακολουθήσαμε και παίζαμε μαζί πολλά χρόνια, μέχρι που απολύθηκα από στρατιώτης το 1960. Εκείνη τη χρονιά, φεύγω από τον Θεοδωρόπουλο και πάω στις οικοδομές. Γίνομαι οικοδόμος στην Αθήνα. Έπαιζα όμως και Καραγκιόζη πού και πού. Έπαιζα στον Άγιο Νικόλαο, στην Πετρούπολη και αλλού, 14


με χάρτινες φιγούρες, από τις οποίες έχω κάποιες ακόμα στο σπίτι. Ο Ντίνος Θεοδωρόπουλος ήταν καλός άνθρωπος, είχε και κάποιες ιδιοτροπίες όμως, όπως και όλοι οι τότε καραγκιοζοπαίχτες. Δεν είχε πολλά πάρε-δώσε, φιλικά ή επαγγελματικά, με τους άλλους καραγκιοζοπαίχτες. Κάτι που κράτησα και εγώ. Μόνο με τον Γιάνναρο έκανα παρέα στην Πάτρα. Έμαθα όλες τις παραστάσεις του Θεοδωρόπουλου, μία-μία, και ήξερα όλα τα έργα απέξω και λεπτομερώς, λέξη προς λέξη, σαν μαγνητική ταινία. Μου άρεσε πολύ αυτή η δουλειά. Τις φωνές τις έκανε όλες ο Θεοδωρόπουλος. Είχε και την κόρη του, την Σοφία, μαζί του συνέχεια μέσα στη σκηνή από μωρό παιδί και εγώ μαζί ως βοηθός. Η Σοφία ήταν εννιά χρόνια μικρότερή μου. Με την Σοφία γίναμε και κουμπάροι μετά. Έχω βαφτίσει το γιο της, τον Τάσο. Παίζαμε μαζί τα καλοκαίρια αλλά και τους χειμώνες. Στην Αχαγιά, στον Αλισσό, στην Πάτρα, στον Άγιο Ανδρέα, πιο πολύ στην Αγιά-Σοφία, στον Άγιο Διονύσιο, στα Ψηλαλώνια, στου Μαρούδα. Εκεί παίζαμε με τον Θεοδωρόπουλο. Το χειμώνα, όμως, γύριζα και πίσω. Ο κόσμος ερχόταν τότε στον Καραγκιόζη, έτρεχε στον Καραγκιόζη, του άρεσε ο Καραγκιόζης γενικά αλλά και εδώ στα Καβάσιλα.

15


Το­βάπτισμα­του­πυρός­ στον­μπερντέ­του­Θεοδωρόπουλου Ήμουν έξω από το θέατρο του Θεοδωρόπουλου και έγραφα τα προγράμματα. Χωρίς να ξέρω τι λέω. Αλλά ήξερα τι έγραφα. Πώς; Γιατί κοίταγα τα γράμματα του Θεοδωρόπουλου και έγραφα. Ήμουνα καλλιτέχνης στο γράψιμο. Ας μην ήξερα ούτε να γράφω, ούτε να διαβάζω. Κοίταζα και έγραφα. Δηλαδή ζωγράφιζα τα γράμματα του Θεοδωρόπουλου. Και εκεί γύριζε μια γυναίκα και πούλαγε σύκα το πρωί. Και βγήκε έξω η Αθανασία, η γυναίκα του Θεοδωρόπουλου, και της λέει η γυναίκα: «Είπα στο παιδί σου, αν θέλετε σύκα». «Ποιο παιδί μου;», λέει η Αθανασία. «Δεν είναι παιδί μου! Είναι ψυχογιός μου». Αντέδρασα εγώ και σταμάτησε. Ακούω τότε την Σοφία, την κόρη του Θεοδωρόπουλου, να λέει: «Να δώσουμε και του Γιάννη κανένα σύκο». Και κάνει η Αθανασία: «Άντε που θα δώσουμε του Γιάννη σύκα». Τα φάγανε αυτοί μόνοι τους. Φεύγει μετά ο Θεοδωρόπουλος και πάει στο θεατρώνη. Είχε ραφείο ο θεατρώνης στην Τρίπολη. Αρρωσταίνει η Σοφία. Μου λέει η Αθανασία: «Τρέχα να φωνάξεις τον Ντίνο». Μέχρι να βγω από το θέατρο, βλέπω που αρρωσταίνει και η Αθανασία. Πήγα στο ραφείο, 16


βρήκα τον Θεοδωρόπουλο και του λέω να έρθει στο θέατρο, γιατί αρρώστησε η Σοφία, αρρώστησε και η Αθανασία. Κάνει αυτός: «Ποιος ξέρει τι φάγανε αυτές οι δύο. Άντε γύρευε τι φάγανε». Δεν προλαβαίνει ο Θεοδωρόπουλος να μπει μέσα στο θέατρο, έγινε εκείνο που δεν έγινε. Έλιωσε και ο Θεοδωρόπουλος. Αρρώστησε από τα σύκα και αυτός. Τώρα ποιος θα έπαιζε; Είχαμε να παίξουμε το έργο «Ο Καραγκιόζης Πλοίαρχος». Εγώ δεν το ήθελα και λέω: «Κύριε Ντίνο, θέλω να παίξω ένα έργο που θέλω εγώ. Το “Βασιλέα των Ορέων” με τον καπετάνιο του Ολύμπου». «Άντε», μου λέει, «παίξε». Μου έδωσε όμως και μια ένταση ο ίδιος. Γιατί θα κατάπινα τη γλώσσα μου. Δεν θα μπορούσα να μιλήσω. Και όπως ξεκινάω, μου κάνει: «Άντε ντε! Μίλα»! Είχα καταπιεί τη φωνή μου: «Άντε! Μίλησε ντε!», μου ξανακάνει και πήρα αμπάριζα. Και μίλησα και πήρα μπροστά! Λέω τότε: «Ο κύριος Θεοδωρόπουλος αρρώστησε από δηλητηρίαση και δεν θα παίξει. Θα παίξω εγώ, ο κύριος βοηθός του». Ήταν η πρώτη μου παράσταση. Ο κόσμος το ήξερε. Ήταν και κάπως δύσκολο έργο αυτό. Έπαιξα με την Σοφία βοηθό, η οποία με καμάρωνε την ώρα που μίλαγα και με σκούπιζε που ίδρωνα. Ο Θεοδωρόπουλος και η γυναίκα του στην αρχή δεν ήθελαν να με παραδεχτούν. Και μετά από 17


μέρες, μου λέει ο Θεοδωρόπουλος: «Λες και σε έχω φτύσει μέσα στο στόμα, βρε Γιάννη». Του έφτιαχνα όμως και εγώ διάφορα. Δεν βαριέσαι! Σαν παιδί κι εγώ, δεν τον άκουγα πάντα. Και μια δόση, τρώγαμε. Εγώ, ο Θεοδωρόπουλος, η γυναίκα του και η κόρη του. Μου κάνει τότε πάνω στο φαγητό, χωρίς να έχει προηγηθεί κάτι: «Εσύ δεν έχεις καμία αξία να κάθεσαι στο τραπέζι του βασιλιά να τρως». Και πετάω το πιάτο και του κάνω: «Άντε στο καλό, κι εσύ και η βασιλεία σου και το τραπέζι σου». Γιατί να μην του το πω; Την είχα μάθει καλά τη δουλειά. Δεν είχα καμία ανάγκη. Όταν πέθανε, ήρθα από την Αθήνα και πήγαμε στην κηδεία του. Άλλο θέμα το ένα και άλλο το άλλο. Ο Θεοδωρόπουλος με αγάπαγε πολύ και μένα και τη γυναίκα μου, ιδίως όταν του βάφτισα και το εγγονάκι του. Θεός σχωρέστον! Ήταν πολύ καλός! Με τον Θεοδωρόπουλο σταμάτησα το 1957 με 1958, όταν πήγα φαντάρος. Έχω και φωτογραφίες από παραστάσεις του στην Τρίπολη από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, συγκεκριμένα από το 1952 με 1953, όταν τον βοήθαγα μαζί με την κόρη του, την Σοφία. Φωτογραφίες από παλιές παραστάσεις του Θεοδωρόπουλου με τη σκηνή και τους θεατές. Με ένα έργο που βγαίνει ο Νιόνιος με τους δύο κανταδόρους και από κάτω η ρεκλάμα του Διάκου στη σούβλα για το πρόγραμμα και για 18


19


το τι θα παιχτεί την άλλη μέρα. Είναι πολύ ωραίες αυτές οι φωτογραφίες! (σελ. 19)

Καλλιτεχνική­δραστηριότητα, υπό­αντίξοες­συνθήκες,­ σε­ολόκληρη­την­Ελλάδα­ Μετά, έδινα παραστάσεις μόνος μου. Μια από αυτές ήταν και ο «Αθανάσιος Διάκος». Στο έργο αυτό, η σκηνή σηκώνεται, όταν ο Αθανάσιος Διάκος είναι στη σούβλα και ψήνεται. Ακούγονται και τα σχετικά: «Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου να αλλάξεις;». Μετά, αφού ψηθεί και φανεί ο σκελετός του, κατεβαίνει ένα πανί και παρουσιάζει τον Αθανάσιο Διάκο στον παράδεισο. Βγαίνει τότε η Ελλάδα που λέει: «Να και η Ελλάς η σημερινή, μαυροντυμένη ξεπροβάλλει, στον ήρωα το σημερινό στεφάνι για να βάλει. Κοιμήσου, ένδοξο τέκνο μου, και η Ελλάς θα σε θυμάται και πάντα θα σε ευγνωμονεί για τη μεγάλη σου δόξα και τιμή». Πέφτει η σημαία και εκεί τελειώνει. Αυτή την Αποθέωση την έπαιζε και ο Θεοδωρόπουλος. Οι ανοιχτές εκδηλώσεις, όμως, είχαν αρχίσει πια να εγκαταλείπονται για πολλούς καραγκιοζοπαίχτες. Για παράδειγμα, ο Σταμάτης ο Αλεξαν20


δρόπουλος από τον Πύργο, Θεός σχωρέστον, μου είχε πει γύρω στα 1954-55: «Γιάννη, πηγαίναμε και δεν προλαβαίναμε πού να πρωτοπάμε. Τώρα δεν έχουμε πού να πάμε. Τώρα, παιδί μου, που είναι νωρίς, παραιτήσου από αυτή τη δουλειά». Αλλά εγώ ήμουν μεθυσμένος, είχα πιει άφθονο κρασί, την είχα αγαπήσει τη δουλειά και δεν έκανα πίσω. Και ο Θεοδωρόπουλος, όταν απολύθηκα από το στρατό και έγινα οικοδόμος, ήρθε στο σπίτι μου στην Αθήνα και μου είπε: «Γιάννη, καλύτερα που παραιτήθηκες από αυτήν τη δουλειά». Έπαιζα και στο στρατό, στο στρατόπεδο «Δουκίσσης Πλακεντίας», κοντά στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», δυο-τρεις φορές την εβδομάδα. Ερχόσαντε οι φαντάροι αλλά και οι αξιωματικοί, η στρατιωτική σχολή Ευελπίδων, ακόμα και αξιωματικοί από την Θεσσαλονίκη. Εκεί στο στρατό, έπαιρνα για βοηθούς τους στρατιώτες που ήθελαν να αποφύγουν τη φασαρία, τις σκοπιές και την αγγαρεία. Και τους έπαιρνα, γιατί είχα και εγώ κέρδος. Μου δίνανε κανένα πακέτο τσιγάρα. Μου λέγανε: «Γιάννη, να έρθω μέσα σαν βοηθός να γλιτώσω τη σκοπιά;». Και του έλεγα: «Να μου δώσεις κανένα πακέτο τσιγάρα». «Ναι», μου έλεγε. Και έτσι τη φέρναμε βόλτα όλοι. Τον Οκτώβριο με Νοέμβριο του 1960, απολύθηκα από το στρατό και δούλεψα σαν οικοδόμος 21


στην Αθήνα για πολλά χρόνια. Πήρα και σύνταξη από αυτή τη δουλειά, το 1995. Έφτιαξα και ένα σπίτι στην Αθήνα. Με τον Καραγκιόζη ασχολήθηκα ξανά, όταν ήμουνα στο χωριό, με δικό μου μπερντέ, δικές μου φιγούρες, δικές μου ρεκλάμες και τα έργα που ήξερα από τον Θεοδωρόπουλο από παλιά. Ρεκλάμες δεν μου έχουν μείνει και δεν φτιάχνω πια, γιατί δεν μου χρειάζονται. Για μουσική, χρησιμοποιώ δίσκους για τους αμανέδες και για τα άλλα τραγούδια. Ζωντανή ορχήστρα δεν είχα. Ούτε ο Θεοδωρόπουλος είχε ζωντανή ορχήστρα, αν και στην Τρίπολη έπαιρνε συχνά κάποιους τοπικούς για το διάλειμμα μόνο και όχι για το τραγούδι της φιγούρας. Είχε φέρει όμως πρώτος το γραμμόφωνο και μετά ήρθε το κασετόφωνο, το οποίο χρησιμοποιώ και εγώ σήμερα, όπως και όλοι. Εγώ δεν τραγουδάω. Πολλά τα ανέκδοτα, τα αστεία και τα στιχάκια: «Επήγες, παιδί μου, σήμερα στο σχολείο σου; Επήγα και βρήκα το σοφό Σωκράτη. Και μου έδωκε συγχαρητήρια. Και του λέω μπράβο, κύριε σοφέ Σωκράτη, που είχες τρανή σοφία και δίδασκες στους μαθητές και τη στενογραφία». Με την αστυνομία παλιά είχαμε προβλήματα, όταν ζητούσανε άδειες. Εκείνα τα χρόνια, σε ένα μέρος θέλανε να με σταματήσουνε, εδώ παραπάνω, σε ένα χωριό, στου Μπουχιώτη αλλά και 22


στου Σώστη. «Για φέρε», μου λένε, «το βιβλίο σου που παίζεις το έργο». Και απαντάω: «Τα ξέρω απέξω». Ζητούσαν το κείμενο δηλαδή. Έπαιζα στα Καβάσιλα και σε όλη την περιοχή γύρω-γύρω. Και στην Πάτρα, σε φεστιβάλ και σε κάποια σχολεία. Έπαιζα όμως και στα κοντινά νησιά (Ζάκυνθο, Κεφαλονιά, Κέρκυρα), στη βόρεια Ελλάδα που τη γυρνούσα με το τρένο μέχρι και την Ορεστιάδα και μετά κατέβαινα μέχρι και την Θεσσαλονίκη. Έπαιξα και στην Γερμανία και στην Τουρκία και γενικά έδωσα πολλές παραστάσεις στο εξωτερικό. Πάντα πήγαινα πολύ ωραία, αν και πέρσι (2011) λόγω ανέχειας, για πρώτη φορά, φάγαμε τα μούτρα μας. Ήσαντε εκατό παιδάκια και μου λέει η δασκάλα: «Κυρ- Γιάννη, μόνο τριάντα παιδάκια φέρανε. Θα παίξεις;». Οπότε τι να κάνω; Να τα έχανα; Τριάντα παιδάκια επί πέντε. Έστω μόνο το ξενοδοχείο και το φαγητό. Στα παλιότερα χρόνια, κατά τη δεκαετία του 1950 και 1960, ο Καραγκιόζης είχε ακόμα πολύ κόσμο στο θέατρο του Θεοδωρόπουλου. Έπαιξα στα Καβάσιλα ένα έργο και, αν δεις τις φωτογραφίες, θα πεις: «Ρε Γιάννη, τι είναι εδώ; Αυτός ο παλιός, ο μεγάλος αξιωματικός του στρατού που έγινε πρωθυπουργός, ο Παπάγος, θα πεις ο Παπάγος βγάζει λόγο, ή εσύ παίζεις Καραγκιόζη; Για τέτοιο λαό σου μιλάω». Αυτό έγινε εδώ στα Καβάσιλα, 23


στην εκκλησία, εδώ στο νεκροταφείο. Είχα πολύ κόσμο. Είχα δυο χιλιάδες άτομα μέσα. Και είχα και κάτι ηχεία που προκαλούσαν σεισμική δόνηση. Με Δήμο, όμως, δεν συνεργάζομαι, σε Δήμο δεν πάω και δεν με ξέρει, γιατί στην πληρωμή πρέπει να τρέχω κανένα μήνα, γιατί οι Δήμοι λένε: «Έλα μετά το μήνα που θα πάρουμε λεφτά» ή «Δεν μας ήρθαν τα λεφτά ακόμα… Έλα μετά από εκείνο», ενώ εγώ αν τελειώσω και βγω έξω, θέλω τα λεφτά, δηλαδή ό,τι έχω συμφωνήσει.

Εξετάσεις Εκείνη την εποχή, ήσαντε όλοι εκπαιδευμένοι οι καραγκιοζοπαίχτες. Δεν ήταν όπως είναι σήμερα. Τότε έπρεπε να γονατίσεις για να μάθεις τη δουλειά. Έπρεπε να περάσεις από το Σωματείο και να δώσεις εξετάσεις. Και κινδύνευες να έρθεις στη δύσκολη θέση να σε κόψουνε ακόμα και από αντιζηλία. Ο κακός καραγκιο��οπαίχτης δεν έπιανε τότε. Έδωσα εξετάσεις, στα 1957, στο Σωματείο των καραγκιοζοπαιχτών για την άδεια και την επαγγελματική ταυτότητα καραγκιοζοπαίχτη που έχω ακόμα. (σελ. 25)

24


25


Οι κριτές ήσαντε καραγκιοζοπαίχτες. Ήταν και ο Θεοδωρόπουλος στους εξεταστές. Τα τρία αδέρφια Καράμπαλη… Ο Βάγγος... Ένας ακόμα που δεν ήξερε πού πάνε τα κολοκύθια με τις μελιτζάνες… Μου λέει αυτός: «Γιάννη, έχεις παρακολουθήσει μαστόρους;». Του λέω: «Τι είναι αυτοί οι μαστόροι να τους αποκαθηλώσω στο σκαμνί;». Ακόμα και τα μεγάλα ονόματα ήταν κατώτεροί μου, αλλά έκανα το κορόιδο. Ήταν δύσκολες οι εξετάσεις. Άμα σε πιάνανε κάπου: «Δεν μου αρέσει η φωνή του Μορφονιού, κόβεσαι!», ενώ έδωσα και πλήρη παράσταση, ακόμα και όταν είχα ξεχαστεί από το Σωματείο, μετά τα χρόνια της οικοδομής. Έπαιξα το «Γάμο του Μπαρμπαγιώργου». Στις επιτροπές ήσαντε και ηθοποιοί και ταχυδακτυλουργοί, αλλά και μια γραμματέας από το Υπουργείο που έδινε τις άδειες του Υπουργείου Παιδείας και εξέταζε το πώς μιλάς. Αυτό τους ενδιέφερε στο Υπουργείο Παιδείας. Ήταν και ένας που τον έτρεμαν στη συνοδεία. Παίξανε οι πρώτοι. Όταν ήρθε η σειρά μου, δεν ξέρω τι σειρά είχα εγώ, όπως το συνηθίζω και τώρα και σήμερα, βγάζω τα παιδιά: «Εν, δυο, λόχος, απ, ωπ, απ! Για πες μου, παιδί μου, τι θα παρουσιάσουμε! Αξιοσέβαστο κοινό, αγαπητά μου παιδιά, σας εύχομαι καλή πρόοδο στα μαθήματά σας και να είστε καλοί μαθητές». Και ακούω αυτόν από το Υπουργείο που τον έτρεμαν, να μου λέει: 26


«Ορίστε! Να! Άκουσες; Το είπε αυτός! Να! Ποιος άλλος το είπε αυτό από όσους παίξανε;». Το ακούω αυτό και με σταματήσανε. Αυτό ήθελαν από το Υπουργείο Παιδείας για την άδεια. Μου το είπε αυτός και μου δώσανε αμέσως την άδεια. Αυτό έγινε μετά το 1980 και κοντά στο πεδίο του Άρεως.

Με­τον­Καραγκιόζη­στα­σχολεία Παίζω σε σχολεία, νηπιαγωγεία και παιδικούς σταθμούς. Έχω και άδεια να παίζω στα σχολεία. Έκανα και τη δουλειά του ταχυδακτυλουργού, του θαυματοποιού. Άλλη δουλειά αυτή. Δεν έχει σχέση με αυτή του Καραγκιόζη. Κουκλοθέατρο δεν έπαιζα. Έλεγα να κάνω, αλλά δεν το θέλω. Παίζω γενικά σε παιδικές εκδηλώσεις, ακόμα και σε παιδικά πάρτυ γενεθλίων. Ξέρω όλα τα έργα και τα ηρωικά, όλα τα κλασικά έργα, αλλά στα παιδιά δεν τα παίζω τέτοια έργα. Κάποια έργα, όπως αυτά με το σατανά, δεν τα παίζω στα παιδιά. Αυτά ξέχασέ τα. Στα παιδιά παίζω μόνο κωμικά, όπως: «Ο Καραγκιόζης στο Φεγγάρι». Για να μην λέω ψέματα και παινεύομαι που δεν μου αρέσει, δικά μου έργα δεν έγραψα. Προτιμώ μόνο τα κλασικά έργα, χωρίς να τα αλλάζω. 27


Δεν έχω εξαίρεση για τις φιγούρες. Όλες τις αγαπάω, γιατί εγώ τις έχω φτιάξει. Αν δεν τον αγάπαγα τον Μορφονιό, δεν θα τον έφτιαχνα. Μου ταιριάζουνε όλοι οι ήρωες παντού. Ο Καραγκιόζης είναι ένα θέαμα πολύ απολαυστικό, πολύ δροσιστικό, αρκεί να το καταλαβαίνει ο άλλος. Εγώ μπορώ να παίξω ένα έργο, αλλά να μην καταλάβουν τα παιδιά του Δημοτικού τι λέω. Όπως έπαιξα σε ένα Γυμνάσιο στην Ξάνθη ή όπως έπαιξα στο Γυμνάσιο, εδώ στα Λεχαινά. Έπαιξα το «Βασιλέα των Ορέων», τον καπετάνιο του Ολύμπου. Τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν, αλλά καταλαβαίνουν οι μεγάλοι, οι καθηγητάδες, που με χαιρετήσανε και μου λένε: «Μωρέ! Τι ήσουνα εσύ; Τι ήσουνα εσύ;». Ή που παίζω τον Κολοκοτρώνη που έρχεται από την Ζάκυνθο και πάει απάνω στον Μοριά και βάζω το λόγο εκεί και μιλάνε. Και λέει ο Δράμαλης: «Με τα φουσάτα μου θα σε παρασύρω και θα μπω στην Τριπολιτσά». Του λέει ο Κολοκοτρώνης: «Όχι μόνο δεν θα με παρασύρεις, αλλά εγώ θα σου σπάσω τα πλευρά. Ούτε στην Τριπολιτσά θα μπεις, ούτε από μακριά δεν θα σε αφήσω, γιατί στα Δερβενάκια θα σου φτιάξω τον τάφο». Ο Καραγκιόζης προσφέρει στον κόσμο, αρκεί να τον ξέρουνε και να του δώσουν σημασία. Πάω μια φορά σε ένα σχολείο και λέει ένας δάσκαλος υποτιμητικά: «Ξέρεις ποιος είναι έξω, κύριε διευ28


θυντά; Ένας καραγκιοζοπαίχτης». Μπαίνω τότε μέσα και του λέω: «Κύριε διευθυντά, συγνώμη! Μπορώ να μορφώσω λίγο τον κύριο από εδώ; Αν μου το επιτρέψει, να τον μορφώσω εγώ ο αμόρφωτος; Αγαπητέ μου κύριε, άκουσα ότι είπες έτσι. Εγώ δεν είμαι καραγκιοζοπαίχτης. Δεν λέγομαι καραγκιοζοπαίχτης, ούτε παίζω Καραγκιόζη. Εγώ λέγομαι θιασάρχης, ο κύριος θιασάρχης σκιών και παίζω Θέατρο Σκιών. Εσύ για να γίνεις δάσκαλος, έκανες τρία με τέσσερα χρόνια. Εγώ για να βγω καραγκιοζοπαίχτης, έκανα δεκαεφτά χρόνια. Ορίστε, η ταυτότητά μου». Τον έκανα άγαλμα! Τότε, τα παίζαμε όλα τα έργα. Για παράδειγμα, παίζαμε τότε τη «Μάγισσα του Νεκροταφείου». Σήμερα αυτό το έργο δεν το παίζεις πια. Από τα έργα που έπαιζα, δεν κάνω εξαίρεση, όλα μου αρέσουν. Είχα κλήση όμως στο «Βασιλιά των Ορέων». Το «Φεγγάρι» επίσης το παρουσιάζω συχνά. Είναι έργο του Θεοδωρόπουλου. Είναι εντυπωσιακό! Είναι το έργο που πάει ο Καραγκιόζης στο φεγγάρι. Όπως φεύγει με το κανόνι, γίνεται εκπυρσοκρότηση, κάνει το κανόνι πίσω και φεύγει η σφαίρα και πάει στο φεγγάρι. Κατόπιν, μετά και από το διάλειμμα, γίνονται κόκκινα τα φώτα και εμφανίζεται το φεγγάρι και, όπως βγαίνει, πάει η σφαίρα μέσα του, ο δορυφόρος, ο πύραυλος δηλαδή, και μόλις μπει μέσα, φεύγει το φεγγάρι, ανά29


βουν τα κανονικά φώτα και συνεχίζεται το έργο. Αυτό το έργο το έπαιξα σε πολλά σχολεία. Για παράδειγμα, το έπαιξα στις σχολές «Μωραΐτη» στην Αθήνα με 800 παιδιά. Και λέγανε οι δάσκαλοι εκεί ότι το έργο ήταν φαντασμαγορικό! Έπαιζα μια δόση στην Κυλλήνη. Είχα εκεί τα προγράμματα και τις αφίσες. Ήρθαν τότε ο αστυνόμος με το δάσκαλο. Κοιτάγανε τις αφίσες. Λέει ο δάσκαλος στον αστυνόμο: «Φαίνεται να είναι πολύ δυνατός καραγκιοζοπαίχτης». «Πώς το κατάλαβες αυτό;», ρώτησε ο αστυνόμος. Και απάντησε ο δάσκαλος: «Το κατάλαβα από το έργο του». Αυτό έγινε μάλιστα, πριν ακόμα πάω φαντάρος. Ήξερα πολλά κλασικά και δύσκολα έργα απέξω. Τώρα, βέβαια, για τα σχολεία τα έργα είναι λίγα. Να παίξεις τη «Μάγισσα του Νεκροταφείου» με το σατανά, δεν γίνεται. Έξω από τα σχολεία, παίζω πιο πολλά έργα. Παλιότερα, όμως, ήταν αλλιώς. Παίζαμε όλα τα έργα και είχαμε και πολύ κόσμο. Κάνω καλά νούμερα και σαν ταχυδακτυλουργός. Όταν με βλέπουν τα παιδιά, σκύβουν το κεφάλι και κάνουν χάζι. Με πλησιάζει ένας σέρτικος και μου λέει: «Έλα εδώ να τα πούμε οι δυο μας». «Τι είναι;», του λέω. Εκεί στο σχολείο του χωριού μου. Πάει στη Δευτέρα ή στην Πρώτη. Λέει: «Άστα αυτά! Μάθε το σε μένα εκείνο το κόλπο με το δάχτυλο και άσε τους άλλους». Του κάνω: «Σήκωσε 30


την πορθήκα σου». «Τι είναι η πορθήκα;», μου λέει. «Σήκωσε την πορθήκα σου. Σήκωσε το παντελόνι σου». Έτσι λένε στην Κέρκυρα το παντελόνι. Το λένε «πορθήκα». Και όχι σήκωσε: «Άστα! Άστα την πορθήκα σου».

Ένας­απολογισμός

Ποτέ δεν μετάνιωσα που ασχολήθηκα με τον Καραγκιόζη. Τότε, βεβαίως, τράβαγε η δουλειά. Σαν να ήσουν σήμερα καθηγητής. Δεν ήταν όμως μόνο η δουλειά μου. Τον αγάπησα πολύ τον Καραγκιόζη σαν καραγκιοζοπαίχτης. Ήταν τα εργαλεία μου και το ψωμί μου, αλλά ήταν και το παιδί μου. Δύο παιδιά έχω. Ένα το γιο που έχω και ένα τον Καραγκιόζη. Βγήκε παλιά στα Καβάσιλα και ένα βιβλίο που έλεγε: «Ο δικός μας άνθρωπος, ο Καβασιλαίος Γιάννης Πρωτοψάλτης, Κερκυραίος, κατέχει άριστα την τέχνη του Καραγκιόζη και είναι ένας πραγματικός καλλιτέχνης».

31



Ο Καραγκιοζοπαίχτης Γιάννης Πρωτοψάλτης