Page 1

Στασίδια – Θυμιάματα του Γιάννη Βλαχογιάννη, από τις Επιφυλλίδες της εφημ. “Πρωΐα” (φ. 2300, 29-5-1932)

Εμπλουτισμένο με σχόλια και αναφορές από διάφορες πηγές, σχετικές με τα ζητήματα που πραγματεύεται ο συγγραφέας.

~ toufas.blogspot.com ~

“Μούσα, τραγούδα τον πόλεμο των Στασιδιών, που έσχισε σε δυό στρατόπεδα του χωριού το ψυχομέτρι, κ' έβαλε τους πρωτόγερούς του, ανθρώπους σοβαρούς, να γίνουνε μαλλιάκουβάρια, μα λίγο έλειψε να μπλέξη στον αγώνα και της πατερίτσες της παπαδικές. Μούσα ιεροψαλτική, που ψέλνεις με τη μύτη και με φωνή γκρινιάρικη, ψάλε μας τον καυγά τον ηρωϊκό, ή καλύτερα ιερο-κωμικό, σε ήχο βαρύ και πλάγιο, καυγά που στήσαν τα στασίδια και το πλήρωμά τους το ευλαβητικό, και βάλανε στη μέση έπαθλο ακριβό, στεφάνι που ο νικητής θα τόκανε δικό του, και θάπαιρνε όχι τη Χρυσηΐδα του Αχιλλέα, ούτε την Ελένη του Μενελάου, αλλά την πρώτη θυμιατισιά την περιμάχητη, που θα τιμούσε και θα δόξαζε το μούτσουνο του πειό δυνατού απ' όλους τους κατοίκους”. Έτσι κάπως θάπρεπε ν' αρχίση ο ποιητής, ο ασεβέστατος, που θα καταπιανότανε το θέμα αυτό, ποίημα για να το κάμη σε τροπάρια αμέτρητα, κατά το παράδειγμα του “Κήπου Χαρίτων” του άξιου στιχοπλόκου, ψάλτη και σατυριστή Καισάριου Δαπόντε. Το θέμα όμως, που σε λόγο πεζό ξετυλιγμένο θα δήτε παρακάτου, [1]


αν και θα μπορούσε να εμπνεύση ποιητή, δίνει αφορμή και σε περίεργη ηθολογική περιγραφή των χρόνων της σκλαβιάς. [...] Ο Έλληνας, καθώς ξέρετε, είνε πολύ αξιοπρεπής άνθρωπος. Στην κοινωνική ζωή πρώτο μέρος παίζει η εμφάνισή του η αξιόπρεπη, και δεύτερο η τιμή του. Γι' αυτό και περισσότερο νοιάζεται την υπόληψη παρά την τιμή. Στον αγώνα το βιοτικό του, ενώ με τόνα πόδι ψάχνει να βρη του πλουτισμού το δρόμο, με τ' άλλο γυρεύει να πατήση το παραπάνου σκαλοπάτι της κοινωνικής του προκοπής. Αν καταφέρη και τα δυό, τότε η πρώτη αναγνώριση της επιτυχίας, ας πούμε της οικονομικής του αξιοπρεπείας, θα πληρωθή με την εκλογή του ως επιτρόπου της εκκλησιάς, και το στάσιμό του πίσω από το παγκάρι θα είνε ο θρίαμβός του. Ύστερα θ' ακολουθήση το αξίωμα του κοτζάμπαση -παρέδρου-δημοτικού συμβούλου, και πάει λέγοντας. Μια από της τιμές που θα του αποδώση το χωριό θα είνε το στασίδι, το πρώτο δεξιά από το δεσποτικό. Και η πρώτη θυμιατισιά θα είνε των τιμών η τελευταία και καλύτερη. Για το κοινωνικό τυπικό είτε πρωτόκολλο της ζωής του χωριού -οι απλοϊκοί λαοί είνε πολύ αυστηρότεροι σ' αυτό το ζήτημα από τους λαούς τους προκομμένους στον πολιτισμό- δε φθάνει μοναχά το μεσοχώρι, όπου πηγαινοέρχεται η αξιόπρεπη παρουσία των κατοίκων, δε φτάνει το προαύλιο της εκλλησιάς ή ο νάρθηκάς της, όπου συνάζεται ο λαός κι αποφασίζει τα γενικά συμφέροντα. Σημείο του blog: Εδώ αξίζει να σταθούμε λίγο και να αναλύσουμε ότι όντως, οι ιεροί ναοί ήταν το κέντρο όχι μόνο των θρησκευτικών αλλά και των πολιτικών και άλλων δραστηριοτήτων των διαφόρων κοινοτητών, είτε επρόκειτο για χωριά είτε για πόλεις. Αυτή τη θέση τη διατήρησαν για αρκετά χρόνια ακόμα μετά την απελευθέρωση, μιας και στους ιερούς ναούς (μέσα ή στο προαύλιο) διεξάγονταν εκλογές ή συνελεύσεις πολιτών, όπως φαίνεται και στα παρακάτω ενδεικτικά επιλεγμένα δημοσιεύματα. 1. Μαθητικές εξετάσεις […] Δυνάμει του άρθρου 25 του περί κανονισμού των Ελληνικών Σχολείων και Γυμνασίων Υ.Β. Διατάγματος. [2]


Και κατά συνέπειαν των υπ’ αριθ. 1459 και 1603 διαταγών της Β. ταύτης Διοικήσεως προσκληθείσα η υποφαινομένη εξεταστική Επιτροπή μη υπαρχούσης ήδη συστημένης εφορίας δια την γενικήν εξέτασιν όλου του έτους των διδαχθέντων μαθημάτων, ως επίσης προσκληθέντες δια της υπ’ αριθμ. 510 δημοσίου δηλοποιήσεως οι γονείς και επίτροποι των μαθητών ως και όλαι αι αρχαί και φιλόμουσοι δημόται, ενεφανίσθησαν την εικοστήν του ενεστώτος Απριλίου εις τον ναόν της εκκλησίας Φανερωμένης εντός της πόλεως Αιγίου, και επί παρουσία του διδασκάλου κ. Νεοφύτου Δότου ήρχισεν η εξέτασις, προ της οποίας εξεφώνησεν ο διδάσκαλος λογύδριον περί του τρόπου της διδασκαλίας, περί των παραδοθέντων μαθημάτων, και των προόδων των μαθητών του δι όλον τοέτος. Μετά ταύτα εξεφώνησαν και οι της ά τάξεως μαθηταί κ. Ανδρέας Αντωνόπουλος και Οδυσσεύς Ι. Χαραλάμπους μικρά λογίδρια, ευχόμενοι υπέρ της μακροημερεύσεως της Α. Μεγαλειότητος, και ούτως εξετάσθησαν οι μαθηταί, προσκαλούμενοι δια κλήρου. […] 1 2. Εκλογές και εκλογικά έκτροπα: […] Ο [υποψήφιος πληρεξούσιος Αιγίου, σ.τ.b.] Αναστάσιος Λόντος ήλθε την εικοστήν τετάρτην Σεπτεμβρίου και την εικοστήν έκτην ο αυθόρμητος ο λαός συνηθροίσθη έξωθεν της οικιας του και ήλθεν ομού με αυτόν εις την εκκλησίαν ζητωκραυγάζοντες τον Συνταγματικόν Θρόνον. Την ιδίαν στιγμήν ήρχετο και ούτος [ενν. ο Δημήτριος Μελετόπουλος, σ.τ.b] από την οικίαν του με τους αδελφούς του, με τους κλητήρας και με είκοσι εισέτι οπαδούς του. Και ενώ ο κατάλογος ήγκιζε να τελειώσει, όταν το πλήθος ευρίσκετο εν τω ναώ ησυχάζον ομού και ο Αναστάσιος Λόντος, ο δήμαρχος, ο ιερεύς Χρύσανθος, ιδώντες την αδυναμίαν των δια νεύματός του εις αυτούς, προς διάλυσιν της ψηφοφορίας, εδόθησαν εις φυγήν, λέγοντες κηρύττομεν συνέλευσιν διαλελυμένην. […] Αλλά μόλις ήρχισεν η εκλογή ότε ο Συνταγματάρχης με τους 1

Εφημερίδα «Αθηνά», φ. 617, 20/05/1839. [3]


αδελφούς του και λοιπούς οπαδούς του έφθασεν και άλλοι έρριπτον πέτρας εντός της εκκλησίας και εκτύπησαν πολλούς, άλλοι με τζεκούρια εκτυπούσαν τας θύρας δια να τας συντρίψωσιν ως φαίνονται τα σημεία των λέγοντες «κτυπάτε τους κερατάδες!». Τότε λοιπόν και πολλά αργά ήνοιξαν τας θύρας και απεδίωξαν τον Συνταγματάρχην με όλους τους οπαδούς του λέγοντες «να μας φονεύσωσιν οι άθεοι ηθέλησαν εντός της εκκλησίας;» […] 2 […] Εις ένα δήμον της Μεσσηνίας συνέβη αστείον τι. Οι λεγόμενοι «Εθνικοί» αποτυχόντες παρεγέμισαν μίαν κάλπην με ψηφοδέλτια ιδικά των, και δια να εισάξωσι λαθραίως εις την Εκκλησίαν, συνεννοηθέντες με τον ιερέα επροσποιήθησαν, ότι η κάλπη είναι νεκροκράββατον, φέρον νεκρόν, και την εισήξαν τοιουτοτρόπως εις τον ναόν. […] 3 Επιστρέφουμε στα λόγια του Γιάννη Βλαχογιάννη, για την κοινωνική σημασία που είχε η κύρια αποστολή των ιερών ναών, αυτή του εκκλησιασμού του φιλοχρήστου ποιμνίου. Δε φθάνουν τόσες άλλες αφορμές, που κανονίζουν την πολυποίκιλη βαθμολογία της χωριάτικης επισημότητας, και που κάθε επίσημος, ή κάθε ασήμαντος που θέλει να περνάη επίσημο τον εαυτό του, και καθένας τέλος γενναία φιλονικάει τη θέση του και σπρώχνεται και σπρώχνει ως που να περάση στο παραμπροστινό σκαλί. Η εκκλησία είνε η πρώτη επίσημη αίθουσα υποδοχής, όπου οι Χριστιανοί κάνουν επίδειξη της γιορτινής τους φορεσιάς μαζί με την κοινωνική τους αξιοπρέπεια και τάξη. Όμως τον αύξοντα αριθμό του “τ' είσαι συ και τ' είμαι γω” τονέ δίνουν τα στασίδια. Ο λαός στην εκκλησιά σε κάθε ιεροπραξία που γίνεται, ενώ παραστέκει ως θεατής αμίλητος, “παίζει” και του χορού το μέρος στο αρχαίο δράμα. Οι ψάλτες είνε οι “κορυφαίοι” αυτού του χορού. Από τα πρώτα χρόνια φαίνεται η έννοια και η φροντίδα που λαβαίνεται για του λαού την άνεση στην εκκλησιά. Και για ποιόν άλλο λόγο γίνεται η σύναξη η εκκλησιαστική παρά για το φωτισμό 2 3

Εφημερίδα «Αθηνά», φ. 1062, 30/10/1843. Εφημερίδα «Ελπίς», φ. 180, 21/10/1844. [4]


του χριστιανικού “πληρώματος”; Γι' αυτό και φαίνονται από της ανασκαφές πολύ αρχαία σημάδια στασιδιών, είδος πεζούλια, είδος θρόνοι μονοκόμματοι ή χτιστοί στου ναού το πέτρινο πάτωμα. Όσο πάλι πλήθαινε το κοινό, η ανάγκη έβανε κάποια τάξη στο ζήτημα των στασιδιών. Έπρεπε πρώτα οι επίσημοι, κληρικοί ή λαϊκοί, να κάθωνται σε ξεχωριστά στασίδια. Έτσι διαμορφώθηκε ο θρόνος ο δεσποτικός, του βασιλιά ο θρόνος και παρακάτου. Όμως η αρχιτεκτονική του στασιδιού, δεμένη με την ιστορία του πρώτου Χριστιανικού ναού, είνε αλλουνού παπά βαγγέλιο, ενώ εδωπέρα ο λόγος είνε για το στασίδι ως αφορμή κοινωνικής παρατήρησης. Σημείο του blog: Στο σημείο αυτό ας μας επιτραπεί να κάνουμε την εξής παρατήρηση: Μόνο σχετικά πρόσφατα το εσωτερικό των εκκλησιών “γέμισε” και με καρέκλες, έτσι ώστε να κάθονται ανετότερα περισσότεροι πιστοί. Τα χρόνια εκείνα που πραγματεύεται η συγκεκριμένη διήγηση, καθώς και τα χρόνια της Επανάστασης, στις λειτουργίες και στις άλλες πολιτικές διεργασίες που λάμβαναν χώρα στο εσωτερικό των ιερών ναών, κάθονταν μόνο αυτοί που διέθεταν -ή προλάβαιναν- στασίδι. Όλοι οι υπόλοιποι, δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία του λαού, στέκονταν όρθιοι καθ' όλο το διάστημα της λειτουργίας. Ενδεικτικά για το πώς ήταν το εσωτερικό των ιερών ναών ακόμα και σε σημαντικές πολιτικές διαδικασίες είναι τα παρακάτω –αρκετά διασκεδαστικά- αποσπάσματα από την δίκη του Στρατηγού Γεώργιου Καραϊσκάκη στο Μεσολόγγι, έτσι όπως τα κατέγραψε ο Γραμματέας εκείνου του Δικαστηρίου, Νικόλαος Κασομούλης: Εις τας __ Μαρτίου (1) εδιορίσθη η δικάσιμος ημέρα, και προσεκλήθη ο Καραϊσκάκης να απολογηθή. Άρχισαν οι διαφιλονικήσεις αν πρέπει να το δεχθή ή όχι. Κοινώς όλα τα στρατεύματα επιθυμούσαν να κριθή, οι μεν ευχαριστημένοι από αυτόν ελπίζοντες την αθώωσιν, οι δε ενάντιοι την καταδίκην και καταδρομήν του. Δεν εδυνήθη να αποφύγη το κριτήριον. Τέλος εσυνεδρίασαν οι ειρημένοι εις την εκκλησίαν (2).

[5]


Ο Μητροπολίτης εστάθη εις τον θρόνον του. Οι άλλοι κριταί εκάθισαν εις τα στασίδια και εις το έδαφος. Τραγική σκηνή. Εμπόδισαν την είσοδον όλων, και εστέκοντο φύλακες εις τας θύρας. Ο Καραϊσκάκης, υποπτεύων δολοφονίαν τινά, έπεμψεν πρωτύτερα κάμποσους εδικούς του, και ευρίσκοντο μέσα, άλλοι δε τον συνώδευσαν έως εις την εκκλησίαν. Εμβήκεν ο Καραϊσκάκης, επροσευχήθη προς τας αγίας εικόνας, και με όλον το θάρρος εζήτησεν την ευχήν του Δεσπότου. Εν τοσούτω φορούσεν τα πιστόλια του εις το σελιάχι, και εις το σελιάχι, γιομάτο, αραδιασμένα φουσέκια. Αγκαλά είχεν δίκαιον, διότι όλοι οπλοφορούσαμεν. Και πώς ήτον δυνατόν να μην οπλοφορή κανένας; Τον αντευχήθη ο Δεσπότης. -Ειπέτε μοι, λέγει, ορθός θα σταθώ, ή θα καθίσω; -Κάθισε, του είπεν ο Δεσπότης, διότι είσαι ασθενής. Του έφεραν και έν προσκέφαλον, διότι το έδαφος ήτον πλάκαις μάρμαρα να μη βλαφθή από το ψύχος. […] Γαλάνης Μεγαπάνου: Βρε, ηξεύρομεν, Καραϊσκάκη, οπού λέγεις όλο λόγια, μα διατί να τα λέγης έτζι; Καραϊσκάκης: Το έχω χούι, κύριε Πάνο. Μεγαπάνος: Μα, γιατί να το έχης αυτό το χούι, ενώ είσαι 50 χρονών; Καραϊσκάκης: Αμ, δεν ημπορώ να το κόψω τώρα, Κυρ Πάνο. Κ’ εσύ, Κυρ Πάνο, είσαι ογδόντα χρονών, μα το χούι δεν τ’ αφήνεις, να γαμής. Και δεν με ακούς… Τούτο λέγοντας ο Καραϊσκάκης, εκτύπησαν τα γέλοια όλοι, και κριταί και ο λαός, και πήγαν πολλοί να λιποθυμήσουν, καθώς κ’ εγώ ο ίδιος.

[6]


«Αφήσατέ το σήμερον», λέγει ο Στορνάρης, «Το καταντήσαμεν Τζιορτζίνα (δηλαδή μίαν σκηνήν γελοιώδη) το κριτήριον. (1) Αφού στις 30 του Μαρτ. 1824 συστήθηκε το δικαστήριο και στις 2 του Απριλ. βγήκε η αποκήρυξη, η δίκη πρέπει να έγινε την πρώτη του Απρίλη 1824. (2) Η φυγοδικία του Καρ. θα ήταν ομολογία της ενοχής του. Το δικαστήριο συνεδρίασε στην εκκλησία της Παναγίας. 4 Και συνεχίζει ο Γιάννης Βλαχογιάννης, όσον αφορά τώρα το θυμιατό: Άλλο σημάδι που δείχνει από τα πιο παλιά χρόνια τη φροντίδα της εκκλησίας για την άνεση του κοινού, είνε κ' αυτό: επειδή το διάβασμα των Ψαλμών “συναπτά”, δηλ. μονοκόμματα, κούραζε το λαό και τον ανάγκαζε να βγαίνη από την εκκλησιά, κανονίστηκε να γίνεται το διάβασμα σε “καθίσματα”, δηλ. κομμάτια ανάμεσα στη σειρά της λειτουργίας. Ο λαός τότε καθότανε, και βέβαια στα στασίδια του. Τα καθίσματα των Ψαλμών χωριζόντανε σε στάσεις, α΄ στάση, β΄ στάση κλπ, που σημαίνει διακοπή, ανάπαψη. Από τη λέξη αυτή βγήκε το στασίδι. Κοντά στο τυπωμένο αυστηρότατο τυπικό της εκκλησίας, που κανονίζει μαζί με τόσα άλλα, και το θυμιάτισμα του ναού, υπάρχει κι' άλλο άγραφο τυπικό, που ορίζει το τιμητικό μοίρασμα του θυμιατίσματος στο παριστάμενο κοσμικό κοινό. Λοιπόν, μετά το θυμιάτισμα των Δεσποτικών εικόνων και αγίων Θυρών, την πρώτη θυμιατισιά θα την πάρη ο Δεσποτικός θρόνος, άδειος ή γεμάτος. Τη δεύτερη ο επίσημος λαϊκός που κάθεται στο πρώτο στασίδι δεξιά από το Δεσπότη. Εδώ αφήνω την περίπλοκη βυζαντινή τάξη που κανόνιζε της τιμές του θυμιάματος των επισήμων στα στασίδια τους. Έρχομαι στα χρόνια της σκλαβιάς. Από τα λόγια του Νικοδήμου Αγιορείτη στην περίφημη

Νικολάου Κ. Κασομούλη Αγωνιστού του Εικοσιένα, Μακεδόνος «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833», Αθήνα, 1939 – 1941, Τόμος 1, σελ. 380-381 4

[7]


“Χρηστοήθειά” του, καταλαβαίνουμε πως δε φυλαγότανε μεγάλη τάξη από τους Χριστιανούς στην εκκλησιά. Σημείο του blog: Εδώ ας μας επιτραπεί να παραθέσουμε αντί για το πρωτότυπο κείμενο, αυτούσια εκτενέστερα αποσπάσματα από τα όσα εξωφρενικά κηρύττει ο Νικόδημος στη Χρηστοήθειά του, μιας και ο Γιάννης Βλαχογιάννης -άραγε για λόγους οικονομίας χώρου;- χαρίζεται υπερβολικά στον πωρωμένο μοναχό όταν προσπερνάει γρήγορα γρήγορα τις κατάρες του για όσους δεν στέκονται “καθώς πρέπει” στην Εκκλησία με ένα χαριτωμένο “ο κυρ Νικόδημος, αφού μαλακώνει τον θυμό του, δίνει και της συμβουλές του”. Από πουθενά στο βιβλίο αυτό δεν φαίνεται να μαλακώνει ο Νικόδημος. Ούτε όταν λέει ότι οι Χριστιανοί δεν πρέπει να καβαλικεύουν άλογα, να παίζουν μουσικά όργανα, να γελάνε, να χορεύουνε, να καλλωπίζονται, να δουλεύουν χωρίς να σηκώνουν κεφάλι, ούτε και σε αυτόν τον λόγο: Αχ! Αλλ' οι Χριστιανοί την σήμερον δεν στοχάζονται αυτήν την άφατον του Θεού συγκατάβασιν, ούτε αισθάνονται με τελειότητα αυτήν την υπερβολικήν ευεργεσίαν και χάριν, δια μέσου της οποίας οι θνητοί και γήϊνοι, αξιόνονται να συνομηλούν με τον αθάνατον και ουράνιον Βασιλέα, όσαις φοραίς θελήσουν να υπάγουν εις τον Άγιον Ναόν του. Αλλά, άλλος μεν, από την πραγματείαν και τέχνην του εμποδιζόμενος. Έτερος δε, από την φροντίδα και μέριμναν γυναικός, και παίδων, και οίκου. Ο ένας μίαν αιτίαν ευρίσκωντας, και ο άλλος, άλλην, όλοι ομού δεν επιμελούνται να πηγαίνουν πρωί και βράδυ εις την Αγίαν Εκκλησίαν, καθώς απαιτεί το Χριστιανικόν χρέος όπου έχουν. Αλλά μόλις και μετά βίας πηγαίνουν δύω ή τρεις φοραίς την εβδομάδα εις τον Ναόν του Κυρίου. Και τότε πάλιν δεν στέκονται εις αυτόν καθώς πρέπει μετά φόβου και ευλαβείας αλλά ή συνομιλούν ένας με τον άλλον, ή γελούν, ή με αμέλειαν και οκνηρίαν ακροάζονται τα θεία λόγια, αφίνοντες τον νουν τους να περιπλανάται εδώ και εκεί, και ουδέ μίαν προσοχήν έχοντες. [...] Και λοιπόν, επειδή και η Εκκλησία είναι επίγειος ουρανός, καθώς απεδείχθη, ακόλουθον είναι, ότι καθώς [8]


στέκουν οι Άγγελοι, και οι Άγιοι εις τον ουρανόν, έτσι πρέπει να στέκουν και οι Χριστιανοί εις την του Χριστού Εκκλησίαν. Με φόβον και τρόμον στέκουν οι Άγγελοι και οι Άγιοι εν τω ουρανώ. Με φόβον και τρόμον πρέπει να στέκουν και οι Χριστιανοί εν τη Εκκλησία. Δεν συλλογίζονται οι Άγγελοι και οι Άγιοι κανένα πράγμα γήινον και κοσμικόν εις τον ουρανόν. Έτσι και οι Χριστιανοί πρέπει να μη συλλογίζωνται κανένα γήινον και βιωτικόν, όταν ευρίσκονται εις την Εκκλησίαν. Ειρήνην μεγάλην έχουσιν οι Άγγελοι, και οι Άγιοι εν τω ουρανώ. Τοιαύτην ειρήνην και σώματος, και ψυχής, και αισθήσεων, και νοός, πρέπει να έχουν και οι Χριστιανοί όταν στέκωνται εις την Εκκλησίαν. Αγάπην και ομόνοιαν και συμφωνίαν έχουν οι Άγγελοι και οι Άγιοι προς αλλήλους εν τω ουρανώ ευρισκόμενοι. Αγάπην τοιαύτην και ομόνοιαν πρέπει να έχουν και οι Χριστιανοί ευρισκόμενοι εν τη Εκκλησία. Δεν συνομιλούν ένας με τον άλλον, ούτε γελούν, ούτε θεωρούν εδώ και εκεί, εις τον ουρανόν οι Άγγελοι, και οι Άγιοι, αλλά με μεγάλην προσοχήν και ευλάβειαν βλέπουσι μόνον εις τον παρόντα έμπροσθέν τους Θεόν. Τοιουτοτρόπως και οι Χριστιανοί εν τη Εκκλησία ευρισκόμενοι, δεν πρέπει να συνομιλούν ένας με τον άλλον, ούτε να γελούν, ή να βλέπουν εδώ και εκεί, αλλά μόνον και μόνον να βλέπουσιν έμπροσθέν τους, και να ακροάζωνται τα θεία λόγια μετά προσοχής, και ευλαβείας, στοχαζόμενοι πως παραστέκωνται έμπροσθεν του επουρανίου βασιλέως Θεού. [...] Πού είσθαι λοιπόν τώρα εσείς οι Χριστιανοί, οπού όταν ευρίσκεσθε εις την Εκκλησίαν, δεν στοχάζεσθε πως ευρίσκεσθε εις τον ουρανόν, αλλά νομίζετε πως ευρίσκεσθε εις το παζάρι, ή εις το θέατρον, ή εις το χάνι, και δια τούτο συνομιλείτε αναμεταξύ σας όλον τον καιρόν της ακολουθίας, διά κοσμικά και μάταια πράγματα; Πού είσθε εσείς, οπού εις την φρικτήν ώραν της θείας Ιερουργίας δεν στέκεσθε με φόβον και ευλάβειαν, και με ευταξίαν, αλλά προξενείτε σύγχυσιν, και ταραχήν, και κάμνετε αταξίας; Πού είσθε εσείς, οπού δεν κλίνετε κάτω τους οφθαλμούς σας, ουδέ περιμαζόνετε εις την καρδίαν τον νούν και τους διαλογισμούς σας όταν προσεύχεσθε εν τη Εκκλησία, αλλά [9]


χάσκοντες, βλέπετε εδώ και εκεί, επάνω και κάτω, και δεν έχετε τον νούν και τους λογισμούς σας σκορπισμένους εις τα κοσμικά και γήινα πράγματα; Πού είσθε εσείς, οπού όταν ιδήτε ή ακούσετε καμμίαν αταξίαν γινομένην εν τη Εκκλήσία, ευθύς γελάτε, και κάμνετε και τους άλλους να γελούν; Πού είσθε εσείς, οίτινες ευρισκόμενοι εν τη Εκκλησία, δεν έχετε αγάπην και συμφωνίαν αναμεταξύ σας, αλλά τρέφετε έχθρας και διχονίας εις την καρίδαν σας; Αχ! [...] Τι κάμνεις άνθρωπε; Ο Υιός του Θεού θυσιάζεται δια την εδικήν σου αγάπην, και συ γελάς άθλιε; Ο Παράκλητος Θεός και το Πνεύμα το Άγιον επιφοιτά εις την θείαν Ιερουργίαν δια να αγιάση τα τίμια δώρα και εσύ ανόητε κάμνεις αταξίας και ταραχήν; Ο άναρχος Πατήρ ευδοκεί άνωθεν εις το Μυστήριον της θείας ευχαριστίας, και εσύ χασμουρίζεσαι, και νυστάζεις, και στέκεις με τόσην αμέλειαν; Όλη η Αγία Τριάς συντρέχει εις την τελεσιουργίαν των εν τη Εκκλησία γινομένων φοβερών Μυστηρίων, και εσύ δεν φρίττεις, ουδέ τρομάζεις, αλλά στέκεις χωρίς ευλάβειαν; Εις τον ουρανόν στέκεις, και εσύ τα γήινα συλλογίζεσαι; Με τους Αγγέλους και Αρχαγγέλους δοξολογείς, και εσύ συνομιλείς περί των προσκαίρων; Με τον Θεόν λαλείς εν τω καιρώ της προσευχής, και εσύ άλλα λέγεις με το στόμα, και άλλα μελετάς με το πνεύμα; Με το σώμα είσαι εις την Εκκλησίαν, και με τον νουν εις το παζάρι, και εις τα έξω; Με το σώμα φαίνεσαι πως είσαι εις τον Ναόν του Θεού, και με τα ομμάτια και τον λογισμόν, περιεργάζεσαι τα κάλλη των γυναικών; Και δεν τρομάζεις να υβρίζης έτσι την του Χριστού Εκκλησίαν; Καθώς σε επιπλήττει ο θείος Χρυσόστομος λέγων: “Τι ποιείς άνθρωπε; Εν Εκκλησία εστώς, κάλλη γυναικών περιεργάζης και ού φρίττεις ούτως ενυβρίζων εις τον Ναόν του Θεού; Πορνείον σοι δοκεί είναι η Εκκλησία, και της αγοράς ατιμοτέρα;” Ω της αθεοφοβίας σου! Ω της αδιαντροπίας σου! Και ποίαν καταδίκην και κόλασιν δεν είσαι άξιος δια να λάβης; [...] Δια τούτο αδελφοί μου αγαπητοί, σας παρακαλώ εν Κυρίω να στέκεσθε εις την Εκκλησίαν του Χριστού με κάθε [10]


προσοχήν και ευταξίαν και ευλάβειαν, με κάθε ειρήνην και ησυχίαν, και με κάθε ταπείνωσιν σώματος και ψυχής, και ούτω να προσφέρετε τας δεήσεις και τας προσευχάς σας εις τον επουράνιον Θεόν, κλίνοντες κάτω τους οφθαλμούς, και έχοντες τον εαυτόν σας δια αμαρτωλόν. [...] Διατί γεννάται κατάνυξις και δάκρυα από τα εξωτερικά του σώματος σχήματα: ήγουν, όταν προσεύχεται τινάς ασκεπής την κεφαλήν, όταν έχη σχήμα καταδίκου, του περισταμένου έμπροσθεν του κριτού, όταν τύπτη το στήθος ως ο τελώνης, όταν έχη κάτω νεύοντας τους οφθαλμούς, και τους λογισμούς συμμαζομένους εις την καρδίαν του, όταν στέκεται όρθιος μέσα εις το στασίδι του, έχων συμμαζομένους ευτάκτως τους πόδας του, και τας χείρας κρατών υψωμένας επάνω των ξύλων του στασιδίου. Επειδή τα στασίδια δια τούτο επενοήθησαν, δια να επαίρουν τας χείρας των Χριστιανών και να κρατούν αυτούς εις σχήμα προσευχομένου εν όσω καιρώ στέκονται εις την Εκκλησίαν, το οποίον δεν ηδύνατο να φυλαχθή αν δεν ήτον τα στασίδια, με το να κουράζωνται αι χείρες των προσευχομένων, εις πολύ διάστημα καιρού επαιρόμενοι προς Θεοόν. [...] Εκ του εναντίου δε, πώς ο Θεός να επιβλέψη εις εκείνον, οπού στέκεται άτακτα και ανήσυχα εις την Εκκλησίαν; Πώς ο Θεός να ακούση την προσευχήν εκείνου οπού προσεύχεται εις την Εκκλησίαν υπερήφανα και Φαρισσαϊκά; Πώς να συγχωρήση τας αμαρτίας εκείνου του ανδρός, ή εκείνης της γυναικός, οπού έρχονται εις την Εκκλησίαν στολισμένοι με πολύτιμα φορέματα; Οπού βαστάζουν επάνω των μύρα, μόσχους και αρώματα; Οπού βάνουν φτιασίδια και καλλωπισμούς εις το πρόσωπον; Ή πώς δύνονται να λάβουν κατάνυξιν εις την καρδίαν εκείνοι, οπού στέκωνται μέσα εις τα στασίδια, ποτέ μεν έχοντες το ένα ποδάρι επάνω εις το άλλο, ποτέ δε καθήμενοι, πότε ξυόμενοι, πότε εξαπλόνοντες τους πόδας των ωσάν παραλύτους; Πώς δε ημπορούν να ευγάλουν δάκρυα εκείνοι, οπού δεν έχουν τους οφθαλμούς των κάτω βλέποντας, και προσέχοντας εις τα λεγόμενα, ή εις τας αγίας Εικόνας μετ' ευλαβείας προσέχοντας, αλλά στρέφουν τα όμματά τους εδώ [11]


και εκεί, και βλέπουν με περιέργειαν τα κάλλη και πρόσωπα των ανδρών, και των γυναικών; 5 Επιστρέφουμε στα στασίδια του Γιάννη Βλαχογιάννη και στο πόσο ευλαβικά τηρούνταν οι προτροπές του Αγιορείτη Μοναχού από τους ευσεβείς και πάνω απ' όλα Θεοφοβούμενους Χριστιανούς. Στην Πόλη το στασίδι έπαιξε ρόλο σημαντικό κατά τα χρόνια της σκλαβιάς, ανάλογο με της διάφορες κοινωνικές τάξεις, τα περίφημα σινάφια κλπ. Στην Πατριαρχική εκκλησία ήτανε χωριστά στασίδια για τους Φαναριώτες ηγεμόνες κλπ. Σε πολλές εκκλησίες, εκεί κι αλλού, τα στασίδια είχανε γραμμένο τ' όνομα της οικογενείας. Στα Ταταύλα βρίσκουμε, από τα 1726 και κάτου, τα στασίδια ν' αγοράζωνται και να πουλιώνται ακριβά, ή και να μεταβιβάζωνται. Κατά περίεργο έθιμο, άμα πέθαινε ο νοικοκύρης του στασιδιού, το στασίδι περνούσε από τη χήρα στην κόρη (δηλ. το γαμπρό, για να μη μαλώνουν τ' αγόρια, φαίνεται). Κατά τα 1726 τα στασίδια πουλιώνται ως 120 γρόσια το ένα. Στα 1798 τα 303 στασίδια της μητρόπολης των Ταταύλων είνε όλα ιδιωτικά. Στασίδια αγοράζονται κι από γυναίκες. Στα 1803 πουλήθηκε στασίδι γρόσια 300, στα 1816 γρ. 550, στα 1821 γρ. 650, στα 1834 γρ. 1600. Κατά τα 1913 αγορά στασιδιού κόστιζε 5-10 λίρες. Κοντά στην αγορά γινότανε και νοίκιασμα στασιδιών. Κατά τα 1798 72 στασίδια νοικιασθήκανε 40-165 ασλάνια το καθένα. Στην Υπάτη πάλι βρίσκουμε και δωρεά στασιδιού. Κατά τα 1820, Φεβρ. 18 ο Νέων Πατρών Δοσίθεος βεβαιώνει τη δωρεά. Μετά το θάνατο, το στασίδι θα γύριζε στην εκκλησία. Στην ίδια πόλη, 1 Αυγ. 1820, το στασίδιον του ποτέ Σταθάκη Κωνσταντίνου, κείμενον εις τον δεξιόν χορόν, κολλητά εις τον δεσποτικόν θρόνον, εδόθη κοινή γνώμη των κληρικών εις τον κυρ Νικόλαον Κορκόντζελον επί τω ίστασθαι εν πάσαις ταις ιερατικαίς τελεταίς και ακολουθίαις, εφ' όρου ζωής, μετά δε τον θάνατόν του να μένη πάλιν εις την “Χρηστοήθεια των Χριστιανών, φιλοπονηθείσα μεν παρά του εν μοναχοίς ελαχίστου Νικοδήμου Αγιορείτου, κατά πρώτον εις Ενετίαν εκδοθείσα τω 1803 έτη κλπ”, Σύρος, 1838. Λόγος ιβ, διαλαμβάνων, α΄ με ποίον τρόπον πρέπει οι Χριστιανοί να πηγαίνουν εις την Εκκλησίαν του Θεού, β΄. με ποίον τρόπον πρέπει να στέκωνται εις αυτήν, και γ΄. τι πρέπει να κάμνουν αφ' ού εύγουν από την Εκκλησίαν, σελ. 262 κ.ε. 5

[12]


εκκλησίαν... Ο δε αρχιερεύς με τους κληρικούς να το δίδουν εις εκείνον οπού ήθελεν ευρεθή εύλογον. Λοιπόν, “κολλητά” στο Δεσποτικό θρόνο... Αυτό είνε το στασίδι το περιμάχητο, που δίνεται στον επισημότερο του χωριού ή της χώρας, το στασίδι που καθιερώνει την πρωτοκαθεδρία ως προνόμιο, και που γι' αυτό τρωγόντανε με λύσσα οι χωριάτικες και οι χωριάτικες επισημότητες. Το στασίδι αυτό, ως προνόμιο αναφαίρετο, ενωμένο μαζί με το άλλο δικαίωμα της πρώτης θυμιατισιάς, έδωσαν αφορμή ν' ανάψη και να κορώση ο πόλεμος των τάξεων στα ορεινά Τρίκκαλα της Κόρινθος, πολύ πριν από τον πόλεμον του 1821, Κατά τα κοτζαμπασίδικα προνόμια, καθώς είπα και ποιό πάνου, ο κοτζάμπασης, σαν πρωτόθρονος του χωριού, στεκότανε στο πρώτο στασίδι δεξιά από το Δεσποτικό. Ο παπάς ή ο διάκος που έβγαινε να θυμιάση προ της “μεγάλης εισόδου”, αφού περνούσε της Δεσποτικές εικόνες του τέμπλου και το Δεσποτικό, έπρεπε να βαρέση την πρώτη του θυμιατισιά ίσα στη μούρη του κοτζάμπαση του προνομιούχου, κ' έπειτα στους άλλους ταπεινούς Χριστιανούς. Όταν ψελνότανε το “Κοινωνικό”, αν δεν υπήρχε χωριστό εικονοστάσι για τον ασπασμό, ο κυρ προεστός έπρεπε να κατέβη καμαρωτός, και πρώτος ν' ασπασθή της Δεσποτικές εικόνες, πρώτος να κοινωνήση, πρώτος να πάρη αντίδωρο απ' του παπά το χέρι ή του δεσπότη, πρώτος να βγή στο προαύλιο, κ' εκεί να δεχτή την καλημέρα των άλλων Χριστιανών με το χαιρετισμό του καιρού εκείνου, δηλ. τη δεξιά παλάμη στην καρδιά, και το φέσι βγαλμένο. Το τυπικό αυτό φυλαγόταν ακριβά σ' όλη την Ελλάδα, κι όποιος το χαλούσε ήταν αντάρτης. Ο πόλεμος για το Στασίδι και την πρώτη Θυμιατισιά έγινε στα Τρίκκαλα πριν από τα 1769, όμως δεν ξέρουμε τη σωστή χρονολογία. Ο Άγγλος περιηγητής Leake κατά τα 1805 βρήκε την επίσημη οικέγεια Νοταρά εγκατεστημένη στον πύργο της τον οικογενειακό, το χτισμένον από χρόνια αγνώριστα στο Μεσιανό μαχαλά. Γιατί τα Τρίκκαλα είνε χωρισμένα σ' Απάνου, Μεσιανό και Κάτου μαχαλά. Κατά την προφορική παράδοση, ο περίφημος Γεωργαντάς Νοταράς, ένας από τους αρχηγούς της επανάστασης του 1769 6, είνε ο ήρωας που έδωσε την αφορμή στην κοινωνική 6

Πρόκειται για τα «Ορλωφικά» (σ.τ.b) [13]


φαγούρα για το στασίδι. Μετά το τραγικό τέλος της επανάστασης αυτής, όλοι οι επίσημοι επαναστάτες ή φύγαν από το Μωριά, ή χαθήκανε πριν λάβουνε καιρό να φύγουν. Αμνηστεία δόθηκε πολύ αργότερα, όμως και πάλι, αν ζούσε ο άρχοντας Γεωργαντάς δεν είνε πιστευτό πως θα τολμούσε να γυρίση πίσω φανερά στον τόπο του. Λοιπόν το πιστευτότερο είνε πως το περιστατικό στασιδιού έγινε πριν από τα 1769. Και να η σύντομη ιστορία του: Ο Γεωργαντάς Νοταράς αποφάσισε να κατεβή, και κατέβηκε μαζί με τ' αρχοντόπουλά του στον Κάτου μαχαλά, κ' εκεί έκαμε το σπίτι του. Ως επίσημος άρχοντας όλου του Μωρηά, με το γυιό του Ντελή Σπύρο Μώρα-βεκίλη 7 κάποτε στην Πόλη και το γυιό του Αντρίκο Μωραγιάννη 8, ζήτησε αμέσως να πάρη τα προνόμια που είχε και στον παραπάνου μαχαλά. Όμως ο Σπήλιος Ξυλέρης, από την τάξη του λαού, κοτζάμπασης καινούριος, που τώρα σήκωνε κεφάλι, πρόβαλε ηρωϊκή αντίσταση στον παλιόν άρχοντα 9. Ο αγώνας φαίνεται πως βάσταξε πολύ, και η εκκλησιά Βεκίλης: Το ανώτερο αξίωμα στο οποίο μπορούσε να φτάσει κάποιος προεστός του Μοριά. Ήταν ουσιαστικά ο εκπρόσωπος των κοινοτήτων της Πελοποννήσου στην ίδια την αυλή του Σουλτάνου, την Υψηλή Πύλη. (βλ. Αθαν. Φωτόπουλου «Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία», σελ. 22) (σ.τ.b) 8 Μωραγιάννης: ανώτατο αξίωμα των προεστών του Μοριά. Εκλέγονταν δύο από την Πελοποννησιακή Γερουσία (το συμβούλιο των προεστών του Μοριά) και απάρτιζαν μαζί τον πασά του Μοριά, τον δραγουμάνο (διερμηνέα με αυξημένες αρμοδιότητες) και δύο Αγιάννηδες (εκπροσώπους των προεστών των τουρκικών κοινοτήτων της Πελοποννήσου) το συμβούλιο που είχε σαν κύριο καθήκον του τον καθορισμό των φόρων του πασαλικιού του Μοριά (βλ. Αθαν. Φωτόπουλου ο.π., σελ. 14) (Σ.τ.b.) 9 Στις εκλογές των συμβουλίων τοπικής αυτοδιοίκησης συμμετείχαν όσοι ενέπνεαν σεβασμό και εμπιστοσύνη τόσο στους συμπολίτες και εκλογείς τους, όσο και στην Τουρκική Διοίκηση. Ένα από τα προσόντα που έπρεπε να έχουν ήταν και η περιουσιακή ευμάρεια, για να εγγυώνται με αυτόν τον τρόπο την είσπραξη των φόρων. Στην πορεία του χρόνου είχε δημιουργηθεί η καστάσταση στις δημογέροντες να εκλέγονται οι γιοί των προηγούμενων δημογερόντων, ακόμα και αν ήσαν ανήλικοι. Πάντως, με αφορμή την αναφορά του Βλαχογιάννη στην ιστορία του Ξυλέρη, ο Φωτόπουλος οδηγείται στο παρακάτω συμπέρασμα: «Η βούληση του κοινοτικού σώματος ήταν το κυρίαρχο στοιχείο στην εκλογή για την ανάδειξη προεστών, όσο κι αν αυτή διαμορφωνόταν από τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες και τις ποικίλες παρεμβάσεις. Έτσι, στα Τρίκαλα της Κορινθίας βλέπουμε να εκλέγεται προεστός ο Σπήλιος Ξυλέρης, ένας λαϊκός άνθρωπος που προκαλούσε τους πανίσχυρους Νοταράδες. Ο λαός ήταν αυτός που περιέβαλλε με δύναμη και εξουσία τους προεστούς.» (Αθαν. Φωτόπουλου ο.π., σελ. 18) (Σ.τ.b) 7

[14]


του Άη-Δημήτρη φέρνει τα σημάδια του. Μας λείπουνε τα κατά μέρος περιστατικά, και ίσως να μην άναψε ντουφέκι, όμως πόρτα ξεχωριστή ανοίχθηκε στη δυτική πλευρά της εκκλησιάς για να μπαίνη από κει ο νεόφερτος άρχοντας, κ' όχι από την πόρτα της μεσημβρινής πλευράς πούμπαινε ο Ξυλέρης. Όσο για την κύρια είσοδο τη δυτική, αυτή ήτανε για τον “όχλο” 10. Το στασίδι όμως, τάχα το άρπαξε με τη βία ο Γεωργαντάς, κι ο Ξυλέρης υποχώρησε; Δεν ξέρουμε. Το ζήτημα από το μητροπολίτη της Κόρινθος αναφέρθηκε στον Πατριάρχη. Και έδωσε δίκιο -στον Ξυλέρη! Απόφαση σωστή και δημοκρατική μαζί, σύμφωνα με το πνεύμα της Ελληνικής Εκκλησίας. Δυσάρεστο, που δεν έχουμε το κείμενό της. Μαζεύτηκε σύσσωμος ο λαός στην εκκλησιά. Ο μητροπολίτης λείπει από το θρόνο του, ίσως όχι κατά τύχη. Βγαίνει ο παπάς στην Ωραία Πύλη, ξετυλίγει το χαρτί και διαβάζει επίσημα.... κ' ύστερα βάνει δυνατώτερη φωνή: - Δέξου την, κυρ Σπήλιο! (την πρώτη θυμιατισιά). Και τη δέχτηκε ο κυρ Σπήλιος μαζί με τη χαρά των Κατουμαχαλιώτων, γιατί νικήσανε τον παλιόν άρχοντα, που ήθελε να θρονιαστή καταχτητής στη συνοικία τους. Και η ανοιγμένη πόρτα χτίστηκε. Άλλο παράδειγμα κοινωνικού καυγά βρίσκουμε στο Ναύπλιο κατά τα 1847 (Αναστ. Μαυροκεφάλου διάλογος “Πείσανδρος ή περί στασιδίου”, Ναύπλιο, 1847). Το παλιό όμως έθιμο σιγά άρχισε να ξεπέφτη. Το πνεύμα το δημοκρατικό, που ο λογιωτατισμός ο ολέθριος του 1821 το κουβάλησε στην Ελλάδα, δανεισμένο από της Γαλλικής Επανάστασης τα φουσκωμένα διαβάσματα, και το φόρτωσε στον άμοιρο συντηρητικό λαό της Ελλάδας, δεν ανεχότανε ποιά της κοινωνικές διακρίσεις μέσα στην εκκλησία κι' απόξω. Ο δήμαρχος της Αθήνας με πανταχούσα του προς τα εκκλησιαστικά συμβούλια, 28 Μαρτ. 1860, χτύπησε της προνομιακές παραχωρήσεις στασιδιών. “... Γίνονται διακρίσεις εν τοις ιεροίς ναοίς και παραχωρούνται στασίδια και θέσεις είς τινας Αν είναι σωστά αυτά που αναφέρει ο Βλαχογιάννης και δεν έχει γίνει κάποιο τυπογραφικό λάθος, τότε καταλαβαίνουμε ότι ο ναός είχε τρεις εισόδους: Μία στη νότια (μεσημβρινή) πλευρά του για να μπαίνουν οι εκλεγμένοι προύχοντες και δύο στη δυτική πλευρά, απέναντι από το ιερό, μία για την πλέμπα και μία για να μπαίνει ο Νοταράς. (Σ.τ.b) 10

[15]


των εκκλησιαζομένων, και υποχρεούνται οι εν αυτοίς ιστάμενοι εις παραχώρησιν αυτών ετέροις ύστερον ερχομένοις...” Λοιπόν είχε αρχίσει να χαλάη από καιρό η παλιά τάξη, αφού βέβηλοι, φίλοι της ισότητας, καταπατούσαν τα παλιά δικαιώματα αλλουνών. Ο δήμαρχος παρακάτου καταργεί κάθε πρότίμηση και κάθε ιδιοκτησία στασιδιού: “Αλλ' έκαστος ή εκάστη να αφήνεται ελεύθερος να ίσταται όπου αν ερχόμενος ευρίσκη θέσιν...” Έτσι σιγά σιγά, η περίφημη ισότητα, που έκανε ρόιδο την Ελλάδα, βασίλεψε και στο ζήτημα των στασιδιών. ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ Σημ.- Οι Αθηναίοι επί Τουρκοκρατίας άμα πέθαινε ο κάτοχος του στασιδιού το αφήναν άδειο, από σεβασμό, για κάμποσο καιρό. Στα φτωχά χωριά, όπου δεν υπάρχουνε στασίδια, και τώρα ακόμα στήνονται πρόχειρα μακρουλά σκαμνιά κοντά στον τοίχο. Στα μοναστήρια είχανε κ' έχουνε μεγάλες πατερίτσες, σε σχήμα Τ για την ανάγκη, άμα δε χρειάζονται στασίδια. Οι Σουλιώτες, κατά παράδοση, δεν είχανε στασίδια, αλλά πατερίτσες, καθένας τη δική του. Ως τα τελευταία χρόνια, των στασιδιών οι επιγραφές που σημειώναν της οικογενείας το όνομα, υπήρχανε και στη Σμύρνη.

[16]


Στασίδια και Θυμιάματα  

του Γιάννη Βλαχογιάννη, από τις Επιφυλλίδες της εφημ. “Πρωΐα” (φ. 2300, 29-5-1932), εμπλουτισμένο με σχόλια και αναφορές από διάφορες πηγές,...

Advertisement
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you