Page 1

n.125/09 ΠΕΜΠΤΗ 8 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2009 Η ΤΕΧΝΗ / ΟΙ ΤΑΣΕΙΣ / ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ / Η ΖΩΗ... ΣΤΟΝ ΑΦΡΟ

art

ΠΟΝΤΙΚΙ

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΑΠΟΥΛΙΑ Κορώνα το Εθνικό, γράμματα η Λυρική «Πουθενά». Η φαντασία ελεύθερη Άντζελα Γκερέκου: Η άνοδος του ελαφρολαϊκού Τραγούδι: Αστάθεια στο βάδην Η Κική Δημουλά αλλιώς


2/26

TA ΠΡΟΣ ΩΠΑ ΤΟΥΣ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΟΥΝ ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ ΤΟΥΣ ΕΝΩΝΕΙ Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Γύρισε από την Κύπρο και μόλις προσγειώθηκε το αεροπλάνο του μία δημοσιογράφος (του Star φυσικά – ποιανού άλλου;) έβαλε μπροστά στο στόμα του ένα μικρόφωνο και τον ρώτησε πότε θα παντρευτεί την Ευρυδίκη. Το γεγονός ότι ο Δημήτρης Κοργιαλάς μίλησε άσχημα στη δημοσιογράφο –την έβρισε κατά το κοινώς λεγόμενο– θα μπορούσε να θεωρηθεί λογική αντίδραση, εάν ο ίδιος προηγουμένως είχε τηρήσει τη λογική στη δημοσιοποίηση της προσωπικής του ζωής. Για να σε σεβαστεί ο κίτρινος Τύπος πρέπει πρώτα να σέβεσαι εσύ τον εαυτό σου. Αντί για αυτό, ο Κοργιαλάς έχει βγει και έχει δηλώσει σε εκπομπές του κουτσομπολιού ότι θα Δημήτρης Κοργιαλάς παντρευτεί την αγαπημέΗ μαγκιά του eyeliner νη του αοιδό. Αφού βγάζει κοινό δίσκο μαζί της (κυκλοφορεί εντός του Οκτωβρίου), πιθανώς να είχε ανάγκη από μία προδιαφήμιση. Τα μίντια όμως δεν είναι εκεί μόνο όταν εσύ θες να τους πεις πότε θα παντρευτείς, αλλά και όταν εκείνα θέλουν να σε ρωτήσουν «πότε θα παντρευτείτε;». Αφού τους έδωσες μία φορά το δικαίωμα, θα το πάρουν ως δεδομένο. Πόσο μάλλον που ο Κοργιαλάς έχει κάνει και άλλες επιδεχόμενες κουτσομπολιού δηλώσεις στο παρελθόν, σχετικές με το Σκοπιανό. Γενικά, ο τραγουδιστής δεν συγκρατείται. Εμφανίζεται «πολλά βαρύς» όταν ερωτάται και... «πολλά ελαφρύς» όταν ο ίδιος επιζητεί τη δημοσιότητα.

Ύστερα από ένα χρόνο θρήνου, σιωπής, χηρείας η Αγγελική Ηλιάδη μίλησε. Με το δάκρυ που έχει σκαλώσει στην άκρη των καλοβαμμένων ματιών της από τη μέρα που δολοφόνησαν τον σύντροφό της Μπάμπη Λαζαρίδη σταθερό στη θέση του. Και με το γνωστό τρεμούλιασμα στα χείλη. Είχε έρθει η ώρα να πάρει κι εκείνη το μερίδιο που της αναλογούσε στην εξαργύρωση της τραγωδίας. Βγήκε λοιπόν για να θυμηθεί τη βραδιά του φονικού, για να περιγράψει τα τότε συναισθήματά της τώρα. Και για να αποκαλύψει εν αγνοία της, υποθέτω, την εσωτερική της ψυχρότητα. Την ψυΑγγελική Ηλιάδη χρότητα που πάντα διακρίναμε στα μάτια της, αλλά Η δική της νύχτα αυτή τη φορά επιβεβαιώσαμε από τον επαγγελματικό τρόπο με τον οποίο μίλησε – σαν να παπαγάλιζε ένα σενάριο που είχε αποστηθίσει στο σπίτι. Έχασε η θλιμμένη μαντόνα της σκυλοπόπ με αυτή την εμφάνισή της τη συμπάθεια που μπορεί να είχε κερδίσει από μερίδα του (αφελούς;) κοινού ύστερα από το κακό. Και εμείς καταλάβαμε ότι τελικά δεν ήταν τυχαία ζευγάρι με έναν από τους πλέον «διακεκριμένους» ανθρώπους της νύχτας. Την έχει μέσα της τη νύχτα η τραγουδιάρα. Δεν το πήρατε είδηση;

Τζούλια Αλεξανδράτου Η θυσία της Τζούλιας Το ρεζουμέ από την πρόσφατη «περιπέτεια» της Τζούλιας Αλεξανδράτου είναι ότι ο Σάκης Ρουβάς τη γλίτωσε φτηνά. Γιατί, αν δεν είχε απογαλακτισθεί από τον πρώην μάνατζέρ του Ηλία Ψινάκη, πιθανώς να βρισκόταν τώρα στο κρεβάτι του πλαστικού χειρουργού για λίφτινγκ προσώπου, βλεφαροπλαστική, λιποαναρρόφηση. Δεν μπορεί, όλο και κάτι θα χρειάζεται κι αυτός. Που κι αν δεν χρειαζόταν πάλι θα την έκανε την εγχείρηση. Είναι παράδοση: Οι «πελάτες» του Ψινάκη, που πρώτος έδωσε το παράδειγμα «πουλώντας» το λίφτινγκ του στα ΜΜΕ, υποκλίνονται στο νυστέρι του πλαστικού. Βρίσκοντας σε αυτό το τέλειο άλλοθι για να υπάρχουν. Έτσι, αν ο κύπριος παίκτης ριάλιτι Σταύρος Κωνσταντίνου διόρθωσε τη μύτη του, η μοντέλα και φιλόδοξη αοιδός-σόουγουμαν Τζούλια φούσκωσε το στήθος της. Κοινοποιώντας το κοσμοϊστορικό γεγονός σε τηλεοπτικά κανάλια και περιοδικά. Σε άλλη μια απέλπιδα προσπάθεια να την προσέξουμε. Άργησε όμως η νεαρά. Ίσως μερικά χρόνια πριν, τότε που είχε κάνει ο Ψινάκης το δικό του λίφτινγκ-σόου, να της είχαμε δώσει σημασία. Στα 2009, όπου πλαστική ίσον ρουτίνα, μόνο τη λυπόμαστε που υποβάλλει τον οργανισμό της σε τέτοια ταλαιπωρία –είναι εμφανές ότι το τελευταίο που χρειαζόταν ήταν εγχείρηση στο στήθος– μόνο και μόνο για να νιώσει κάποια. Παραμένοντας όμως «καμία (…) παλιορεζίλω, και ομάδα κουρελέ»…

Ευσταθία Από εναλλακτική, πανελίστρια Και ξαφνικά την περασμένη Πέμπτη το βράδυ συνέβη το πλέον απροσδόκητο της εφετινής προεκλογικής περιόδου. Δεν πρόκειται για κόμματα και πολιτικές, αλλά για την εμφάνιση της Ευσταθίας στην εκπομπή «Ζούγκλα» του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου. Με το γνώριμο εναλλακτικό της στυλ –κοντό μαλλί και γυαλί διανοούμενου–, η τραγουδοποιός στριμώχτηκε ανάμεσα σε κάθε λογής τηλεοπτικό ή πολιτικό φρούτο στο

art

ΠΟΝΤΙΚΙ

ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΞΙΑ ΑΝΝΑ ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ

πάνελ της εκπομπής του Τριανταφυλλόπουλου. Έκανε και νηπιακού επιπέδου ερωτήσεις προς τους υποψήφιους βουλευτές που πήγαν στην εκπομπή για να διαφημίσουν την υποψηφιότητά τους. Προέβη και σε βαρυσήμαντες πολιτικές δηλώσεις του στυλ: «Από το ’81 που βγήκε το ΠΑΣΟΚ δεν έγινε τίποτα». Είναι σίγουρο ότι ένας άνθρωπος χωρίς πολιτική σκέψη δεν έχει κανένα λόγο να μπλέκεται με τα τοκ σόου της πολιτικής, στην περίπτωση όμως της Ευσταθίας το πρόβλημα είναι πιο ουσιαστικό. Η τραγουδοποιός εκπροσωπεί –υποτίθεται– τον εναλλακτικό χώρο του σημερινού ελληνικού τραγουδιού. Όταν ένας εναλλακτικός καλλιτέχνης συμμετέχει σε ένα λαϊκιστικό talk show της TV, όταν κάθεται στο σκηνικό με τις μπανανιές της «Ζούγκλας» και συνομιλεί με τους τηλε-θαμώνες της, τότε δεν αναβαθμίζεται η «Ζούγκλα» αλλά υποβαθμίζεται ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Η τάση της Ευσταθίας προς τον άρτο και τα θεάματα δεν είναι καινούργια. Πριν από τέσσερα χρόνια έλαβε μέρος στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης ως πρωτοεμφανιζόμενη, παρότι ήδη είχε μπει στη δισκογραφία. Τουλάχιστον τότε υπήρχε η επίφαση του «Φεστιβάλ». Φέτος πήγε στο «Fame Story» της πολιτικής και έκανε τον εαυτό της κομμάτι του ριάλιτι σόου το οποίο καταδικάζουν τα τραγούδια της.

DESIGN ART DIRECTOR Κυριάκος Κουτσογιαννόπουλος

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ Μαρία Βασιλάκη

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ: Γιώργος Ι. Αλλαμανής Λεωνίδας Αντωνόπουλος Xαρά Αργυρίου

Για όσους αναθάρρησαν με την πολύμηνη απουσία της από την τηλεόραση, θεωρώντας ότι η Μαριλένα Παναγιωτοπούλου άλλαξε χώρα, ήπειρο, πλανήτη, ηλιακό σύστημα –όσο πιο μακριά τόσο πιο καλά– έχω άσχημα νέα, αν δεν τα πήραν ήδη είδηση. Η επαγγελματίας ξανθιά-κοσμική κατοικοεδρεύει και πάλι στα κανάλια. Βαφτίζοντας τον υιό της σε ζωντανή σύνδεση με τις ειδήσεις του Star, παρουσιάζοντάς μας την επομένη τα δώρα που έφεραν στο μωρό οι καλεσμένοι της, κάνοντας δηλώσεις του στυλ «θέλω το παιδί μου να γίνει ροκάς» και ποζάροντας ξελιγωμένη από την ηδονή της δημοσιότητας, φορώντας Μαριλένα τα επώνυμα μοντελάκια της – γιατί μία Μαριλένα Π. το ανώνυμο δεν το γνω- Παναγιωτοπούλου ρίζει, από άποψη. Απομένει να δούμε Επέστρεφε συχνά και… πρήζε με πόση Μαριλένα Π. θα αντέξει το ήδη καταταλαιπωρημένο από το πλήθος τηλεσκουπιδιών που καταναλώνει στομάχι των τηλεθεατών. Γιατί, αν εκείνη βγαίνοντας στα κανάλια κάνει την ψυχοθεραπεία της, εμείς με τις Μαριλένες Π. που έχουν μαζευτεί γύρω μας, οι οποίες προσπαθούν να δικαιολογήσουν τους ανούσιους τρόπους ζωής τους, έχουμε αρχίσει να κλατάρουμε.

Δημήτρης Κανελλόπουλος Τατιάνα Καποδίστρια Γιώργος Ν. Κορωναίος Γιάννης Κουκουλάς

Μάκης Μηλάτος Ελίνα Μπέη Αγγελική Μπιλλίνη Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Χρυσούλα Παπαϊωάννου Δημήτρης Ρηγόπουλος Όλγα Σελλά Ναταλί Χατζηαντωνίου


4/28

Τ ΣΟΥΝΑΜ Ι

Η

Άντζελα Γκερέκου είναι ωραία κοπέλα. Από μικρή είχε φιλοδοξίες. Σπούδασε αρχιτεκτονική, ήθελε να γίνει και ηθοποιός. Ως Κερκυραία είχε την τύχη να είναι πιο κοντά στη Δύση, σπούδασε δηλαδή στην Ιταλία. Ως ωραία, είχε την τύχη να την επιθυμούν οι άνδρες – γεγονός που ενισχύει την αυτοεκτίμηση και διευκολύνει τις κινήσεις τα δύσκολα χρόνια της νεότητας, όταν αρχίζει ο άνθρωπος να ψάχνει επαγγελματικές διεξόδους. Μέχρις ενός σημείου είχε την πορεία που έχουν οι φιλόδοξες, ωραίες κοπέλες, από σπίτι με κοινωνική επιφάνεια, που είχαν την τύχη να φύγουν για σπουδές στο εξωτερικό. Χρυσή μποεμία, σχέσεις, ένταξη Η ανάληψη θέσης σε κάποιον καλλιτεχνικό κύκλο (η ίδια ισχυρίζεται υφυπουργού στο ότι μαθήτευσε στην ομάδα Υπουργείο Πολιτισμού του Φελίνι, το πιθανότερο ήταν η τελική ανταμοιβή όμως είναι να ήταν στο της σε μια πορεία βαθιάς μπούγιο, τίποτα κομπαρσίπίστης στον νυν αρχηγό – τα, σε κάποια ταινία όπως το «Τζίντζερ και Φρεντ», μιας πίστης που, εν τέλει, εκεί γύρω στα 1985). Κατά μπορεί να εξηγεί και τη τα άλλα, τη συναντούμε βαθιά επί της ουσίας στην Ελλάδα να παίζει σε δημόσια αφωνία της ένα φολκλορίστικο φιλμάκι τουριστικού ρεαλισμού, «Το κορίτσι της Μάνης», που τηρουμένων των αναλογιών ήταν ένα χαμηλού μπάτζετ και αξιώσεων «Μάμα μία». Ήταν όμως το εισιτήριό της στο θέαμα, που συνέχισε να το υπηρετεί σποραδικά συμμετέχοντας σε φίξιον (τηλεοπτικά τα περισσότερα) που έχουν σκηνοθετήσει ο Μανούσος Μανουσάκης, ο Νίκος Μαστοράκης (ο παλιός, όχι ο θεατρικός), ο Βαγγέλης Φουρνιστάκης, ο Ερρίκος Ανδρέου... Αν συνέχιζε στο θέαμα θα είχε διαγράψει μια συστηματική πορεία στην τηλεόραση, στον ρόλο μιας όμορφης, που απλώς θα την παρακολουθούσαμε από σίριαλ σε σίριαλ να μεγαλώνει. Η Άντζελα Γκερέκου, όμως, βιαζόταν πριν μεγαλώσει πολύ να γίνει μεγάλη. Κι κή ανταμοιβή της σε μια πορεία βαθιάς πίστης στον άμα έχεις στόχους... Ο ευκολότερος τρόπος για να νυν αρχηγό – μιας πίστης που, εν τέλει, μπορεί να κατακτήσεις τη μεγαλοσύνη στην Ελλάδα (ιδίως αν εξηγεί και τη βαθιά επί της ουσίας δημόσια αφωνία είσαι μια νέα γυναίκα, αναγνωρίσιμη στα media) της. Δεν είχε σημασία που δεν είχαμε ακούσει τη είναι να ανακατευτείς με τα κοινά. Η πολιτική μπορεί φωνή της. Περισσότερη σημασία είχε ότι η φωνή να σε πάει ψηλά. Η Άντζελα Γκερέκου πόνταρε στο της, στο εσωτερικό του κόμματος, ήταν his master ΠΑΣΟΚ – και της έκατσε η μπίλια. Η ανάληψη θέσης voice. Α, μια και μιλάμε για φωνές, ξεχάσαμε ότι υφυπουργού στο Υπουργείο Πολιτισμού ήταν η τελι- η Άντζελα Γκερέκου είναι παντρεμένη με τον Τόλη

αχινοί... Ανάμεσα στις τεράστιες εκκρεμότητες σε υποδομές που άφησε η προηγούμενη κυβέρνηση, δύο δεν μπορούν να περιμένουν (διότι έχουν να κάνουν με το ευρωπαϊκό πρόσωπο της σύγχρονης εθνικής μας ταυτότητας). Και το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης και το Φεστιβάλ Αθηνών χρειάζονται χώρους, έδρα για τα γραφεία τους και για τις βασικές εκδηλώσεις τους. Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, στο παλιό Φιξ, που είχε αρχίσει να ανακατασκευάζεται, εγκαταλείφθηκε στη μέση. Και το Φεστιβάλ Αθηνών εισέπραξε μόνο διαβεβαιώσεις από όλους του υπουργούς Πολιτισμού της ΝΔ ότι θα του αποδοθεί ο χώρος της Πειραιώς 260, χωρίς βεβαίως να έχει τηρηθεί καμία υπόσχεση ως τώρα. Η νέα ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού ας ξέρει από πού πρέπει ν’ αρχίσει.

Άντζελα Γκερέκου

Η άνοδος του ελαφρολαϊκού

Ω ΡΑ ΓΙΑ Εντάξει, βρε Βάσω,

Τ

ι περιμένεις να σου πω τώρα, Βάσω; Ότι είμαι στον έβδομο ουρανό; Και να θέλω δεν μ’ αφήνει το φιλοσοφικό παράδοξο του Σκάι. Αυτά παθαίνει όμως όποιος συνειδητά διαλέγει τον απομονωτισμό και την ξεροκεφαλιά του.

Σ

τα άλλα κανάλια, αντίθετα, το πάρτι ξεκίνησε από νωρίς και το κέφι ήταν αμείωτο ακόμη και στο κατά παράδοση ξινό του Μέγκα. Ποιος είδε τον Πρετεντέρη και δεν αναφώνησε: «μιράκολο

Βοσκόπουλο, τη βαθιά λυγμική φωνή του ελαφρολαϊκού τραγουδιού. Η ανάρρησή της στο Υπουργείο Πολιτισμού είναι και έμμεση αναγνώριση από τον Γιώργο Παπανδρέου της γενικής παραδοχής ότι το ελαφρολαϊκό είναι στα πάνω του, ενώ το λεγόμενο έντεχνο παρουσιάζει πτώση. Γι' αυτό άλλωστε ο Γιώργος Παπανδρέου έκανε υφυπουργό την κυρία Βοσκοπούλου και όχι την κυρία Νταλάρα.

Η διατύπωση ήταν πληκτικά πανομοιότυπη, σε όλα σχεδόν τα ραδιόφωνα και τα τηλεοπτικά δίκτυα που αναφέρθηκαν στην εκδημία της Σπεράντζας Βρανά. «“ Έφυγε” (έτσι λένε, φοβούνται να πούνε ότι πέθανε) μια μεγάλη ηθοποιός». Η εκλιπούσα ήταν βεβαιότατα μια μεγάλη περσόνα αλλά επ’ ουδενί υπήρξε μεγάλη ηθοποιός. Απλώς σημαντική καρατερίστα ήταν σε ένα μόνο είδος λαϊκού θεάματος. Δημοσιογραφική υπερβολή, αμετροέπεια, ευκολία ή άγνοια; Κάτι χειρότερο. Αναζήτηση στην επικράτεια του θανάτου της βασικής έλλειψης στη σύγχρονη ζωή. Δεν έχουμε μεγάλες προσωπικότητες-πρότυπα που θα θαυμάσουμε και θα ακολουθήσουμε. Γι’ αυτό η νεκροφιλία είναι τμήμα της εθνικής ιδεολογίας. Λία Παραλία

ZAPPI N G - μιράκολο»; Αλλά και για της Τρέμη την κάμερα έχω να πω τα καλύτερα. Επιτέλους λίγος ρεαλισμός στην εικόνα δεν βλάπτει, ιδίως όταν το λαϊκό κίνημα παίρνει τ’ απάνω του και στέλνει τον Αχιλλέα Καραμανλή στα ΚΑΠΗ της Ιστορίας.

σης. Μην επιχαίρεις και μη ρέπεις προς τον ρεβανσισμό, Βάσω μου. Αυτό το καράβι δεν σώζεται με τίποτα, καθότι η ρότα του είναι κεντρικά προγραμματισμένη. Στης εξουσίας τα κελεύσματα όποιος δεν κώφευσε είδε καλό στη ζωή του.

Μ

Γ

έχρι πότε νομίζεις ότι θα αντέχουμε να δουλεύουμε, Βάσω; Πλάκα πλάκα ήρθε και για μας η ώρα μας να καθίσουμε στη γωνία μαζί με τον Αλογοσκούφη και τη Φάνη Πάλλη-Πετραλιά. Μμμμ, ωραία παρέα! Μπορώ μήπως να πάρω τον καναπέ μου και να πάω σε άλλο θάλαμο;

Θ

άλαμο είπα και θυμήθηκα τον θάλαμο αερίων που θύμιζε από κάποια ώρα και μετά το τσουρουφλισμένο πάνελ της δημόσιας τηλεόρα-

ια δες! Μέχρι κι ο Αβραμόπουλος ανατσουτσουρώνεται για αρχηγός χωρίς να υπολογίζει τους κοφτερούς κυνόδοντες της Ντόρας και του Σαμαρά την πολυκαιρισμένη πατριδοκαπηλία, αχαχούχα. Στου Γιωργάκη τον καιρό την εψώνισα κι εγώ. Κανονικά και από σβέρκο, Βασούλα μου. Όχι σαν κάτι άλλους που κόσμο ακούνε και κόσμο δεν βλέπουν.

Σ

τους αόμματους των ημερών να μην ξεχάσω να συμπεριλάβω τα στελέχια του ΚΚΕ που ερμήνευαν το εκλογικό αποτέλεσμα σαν να διάβαζαν το φλιτζάνι. Άλλα θέλω κι άλλα κάνω, που λέει κι ο Μάλαμας. Ναι, αλλά αυτός είναι τραγουδοποιός, ενώ η καρδιοφόρος Αλέκα είναι πολιτικός και ο Παφίλης είναι ο επί της Γης προφήτης της. Να μη σ’ τα πολυλογώ και να μη σε σκοτίζω, Βάσω μου. Το ρεζουμέ είναι ένα και, όπως λέει και ο Porky the Ρig –ο οποίος θα επιμεληθεί αυτοπροσώπως τα της διαδοχής του–, το πάρτι έλαβε οριστικά τέλος. That's all folks.

Η ποντικίνα

των καναλιών


6/30

cove r story

«»

Η ερμηνεία της σαν ένα από τα τρία παιδιά της οικογένειας του «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου (πρώτο βραβείο στο «Ένα κάποιο βλέμμα» του Φεστιβάλ των Καννών), χάρισε στην Αγγελική Παπούλια τη Χρυσή Καρδιά καλύτερης ηθοποιού, στο πρόσφατο Φεστιβάλ του Σεράγεβο. Την είχαμε ανακαλύψει βέβαια πολύ νωρίτερα, στις συνεργασίες με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό («Εθνικός Ύμνος», «Ρωμαίος και Ιουλιέτα») και τον Λευτέρη Βογιατζή («Σχολείο Γυναικών»). Από τις πιο ταλαντούχες ηθοποιούς της γενιάς της, δεν στέκεται στις ευκολίες και την ασφάλεια. Ούτε καν σε αυτή που προσφέρει μια κλασική θεατρική σκηνή. Το 2004 ίδρυσε με τους Χρήστο Πασσαλή και Γιώργο Βαλαή την εναλλακτική ομάδα Blitz. Έθεσαν ένα δύσκολο στοίχημα, να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους με τριπλή πλέον ιδιότητα, συγγραφέα-σκηνοθέτη-ηθοποιού. Και απέδειξαν ότι το ζωντανό θέατρο μπορεί να φιλοξενηθεί δημιουργικά σε εναλλακτικούς χώρους, όπως το Bios, κλείνοντας το μάτι ακόμα και στην ίδια την πόλη. Φέτος, ετοιμάζουν δύο παραστάσεις: «Guns! Guns! Guns!», σε παραγωγή του Εθνικού (Δεκέμβριο) και το «Cinemascope» που θα ανέβει στο Bios (Απρίλιο). Ο «Κυνόδοντας» βγαίνει στις αίθουσες 22 Οκτωβρίου.

Αγγελική Παπούλια «Σήμερα μας κυβερνούν με όρους εκβιασμού»

Συνέντευξη Στη Χρυσούλα Παπαϊωάννου Φωτ. Ορφέας Εμιρζάς

art

Μουντό, μελαγχολικό, σαββατιάτικο απόγευμα. Οι πρώτες ψιχάλες αρχίζουν να πέφτουν στην τζαμαρία του Bios, το δεύτερο σπίτι της ομάδας των Blitz. Τον οικείο της χώρο επέλεξε για την κουβέντα μας. Ετοιμόλογη και ακριβής. Κουρασμένη, χαλαρή, γαλήνια και φιλική. Κι ας υποστηρίζει η ίδια ότι δεν είναι τόσο κοινωνική.

Είστε από τους τυχερούς που περπατήσατε το περίφημο κόκκινο χαλί των Καννών. Πώς ήταν η εμπειρία; Α.Π.: Το πρώτο σοκ ήταν όταν φτάσαμε με τα αμάξια του Φεστιβάλ στην είσοδο, όπου μας άνοιξαν τις πόρτες για να κατεβούμε, όπως ακριβώς βλέπουμε στις ταινίες. Όταν αρχίσαμε να περπατάμε στο κόκκινο χαλί, άπειροι φωτογράφοι κάνανε σαν τρελοί για να σταθούμε και να μας φωτογραφήσουν. Ήταν τόσο πολλά τα φλας –ταυτόχρονα ανακοίνωναν τα ονόματά μας και μας έδειχναν και σε μια μεγάλη οθόνη– που δεν προλάβαινα να αισθανθώ τίποτα. Αναρωτιόμουν τι συμβαίνει. Περισσότερο απ’ όλα χάρηκα με τις αντιδράσεις των θεατών, γιατί καταλάβαινα πόσο τους άρεσε η ταινία. Είναι τόσο τυραννική η ελληνική οικογένεια όπως βλέπουμε στον «Κυνόδοντα»; Α.Π.: Η οικογένεια είναι αφόρητη, ειδικά η ελληνική. Μέσα στους κόλπους της δημιουργούνται ασφυκτικές σχέσεις. Μου φαίνεται ένα καταπιεστικό μοντέλο. Αμφιβάλλω αν μπορεί να έχει υγιείς επιδράσεις στα άτομα. Παρ’ όλο που οι εποχές προχωράνε, δεν καταφέραμε να απεγκλωβιστούμε από τη νοοτροπία της φοβερής εξάρτησης των παιδιών από τους γονείς, καταρχήν σε οικονομικό επίπεδο. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Βλέπουμε συχνά, για παράδειγμα, γονείς και παιδιά να μένουν στην ίδια πολυκατοικία. Υπάρχει μια τάση των γονιών να κρατήσουν τα κεκτημένα. Τα παιδιά από την πλευρά τους νιώθουν ασφάλεια μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο. Μου αρέσει κάτι που γράφει ο Τόμας Μπέρχαρτ: «Το γεγονός ότι ζω και εργάζομαι οφείλεται στο ότι κατόρθωσα να ξεφύγω από τους γονείς μου». Εσείς έχετε κόψει τον ομφάλιο λώρο με την οικογένειά σας; Α.Π.: Έβρισκα πάντοτε έναν τρόπο να διαφεύγω και να μπορώ να αναπνέω. Από μικρή είχα μια τρομερή τάση για ανεξαρτησία. Ούτε ήθελα να κάνω τα ίδια πράγματα με τους γονείς μου, ούτε

«Η Ελλάδα παραμένει μια συντηρητική και γεροντοκρατούμενη χώρα. Έχουμε μια νοοτροπία γεροντολαγνείας. Είναι παράλογο να θεωρείται νέος ένας καλλιτέχνης 45 χρονών. Είναι όμως και η εποχή μας μπερδεμένη και είμαστε σε μια αμηχανία, κυρίως επειδή δεν μπορούμε να πιστέψουμε σε μια ιδεολογία. Πολιτικά δεν μπορώ να κρατηθώ από κάποιο κόμμα. Ήμουν σε δίλημμα για το αν έπρεπε να πάω να ψηφίσω».

και να τους ακολουθώ γενικά. Ήθελα να φεύγω μακριά. Δεν είναι εύκολο να κόψεις τον ομφάλιο λώρο. Προσπαθώ. Ασυνείδητα όμως κουβαλάω πολλά πράγματα. Τι θεωρείτε ότι σας έχει στοιχειώσει; Α.Π.: Η συνθήκη της οικογένειας μου δημιουργούσε ανάγκη για απομόνωση. Νομίζω ότι την κουβαλάω πλέον στις υπόλοιπες σχέσεις. Δεν μου άρεσε η συμμετοχή στην οικογένεια. Έχω από τότε την ίδια τάση απομόνωσης από όλους, φίλους, συνεργάτες. Όταν κάναμε με τους Blitz την παράσταση «Σπίτι», συνειδητοποίησα ότι κουβαλούσα μια τάση φυγής. Ερχόταν ο κόσμος στο υποτιθέμενο σπίτι και εγώ ήθελα να κρύβομαι. Δεν είχα διάθεση να κάνω την οικοδέσποινα και πήγαινα στην κουζίνα. Στις ερωτικές σχέσεις ζούμε την ίδια καταπίεση; Α.Π.: Ναι, και αυτό είναι το πρόβλημα. Κάποια στιγμή ο ένας αρχίζει να ζητάει περισσότερα και αναπτύσσονται τα αισθήματα καταπίεσης. Πιστεύετε ότι το ελληνικό κοινό μπορεί να αγκαλιάσει μια ταινία σαν τον «Κυνόδοντα», η οποία κριτικάρει την οικογένεια και της γυρνάει τον καθρέφτη να δει ορισμένες όψεις της, έστω και στην υπερβολή τους; Α.Π.: Φυσικά μπορεί. Καταρχήν, είναι πολύ ωραία ταινία. Και δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην ελληνική οικογένεια. Το συγκεκριμένο μοντέλο θα μπορούσε να υπάρχει σε πολλές χώρες του δυτικού κόσμου. Αυτό είναι ένα από τα προτερήματα της ταινίας. Φαίνεται και από τις αντιδράσεις των θεατών στις Κάννες και στο Σαράγεβο. Έβλεπα πόσο τους αφορούσε. Επίσης, ο «Κυνόδοντας» έχει πολύ χιούμορ, δείχνει τη γελοιότητα και την τραγικότητα της κατάστασης ταυτόχρονα, κάτι που ισχύει σήμερα. Θα μπορούσαμε το μοντέλο καταπίεσης του «Κυνόδοντα» να το δούμε συμβολικά

σαν χρονικό ενός καθημερινού φασισμού. Εσείς θεωρείτε ότι ζείτε όσο ελεύθερα θα θέλατε; Α.Π.: Μπορεί να μη ζούμε σε δικτατορικό καθεστώς, αλλά δεν νομίζω ότι είμαστε ελεύθεροι. Παρ’ όλο που ως γυναίκα έχω σίγουρα περισσότερα δικαιώματα απ’ ό,τι οι γυναίκες του ’40, θεωρώ ότι ζούμε μια επίφαση ελευθεριών. Η Ελλάδα παραμένει μια συντηρητική και γεροντοκρατούμενη χώρα. Έχουμε μια νοοτροπία γεροντολαγνείας. Είναι παράλογο να θεωρείται νέος ένας καλλιτέχνης 45 χρονών. Εγώ και κάποιοι άλλοι το καταλάβαμε νωρίς και πήραμε την απόφαση να κάνουμε κάτι που αφορά τη δική μας γενιά και εκφράζει αυτό που θέλουμε εμείς να πούμε, όσο δειλό, ασχημάτιστο ή χαοτικό κι αν είναι. Είναι όμως και η εποχή μας μπερδεμένη και είμαστε σε μια αμηχανία, κυρίως επειδή δεν μπορούμε να πιστέψουμε σε μια ιδεολογία. Πολιτικά δεν μπορώ να κρατηθώ από κάποιο κόμμα. Ήμουν σε δίλημμα για το αν έπρεπε να πάω να ψηφίσω. Από την άλλη, πιστεύω ότι αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει. Το πρόβλημα της γενιάς μου όμως είναι ότι δεν ξέρει πώς μπορεί να το καταφέρει αυτό. Βλέπουμε τι συμβαίνει, αλλά δεν είμαστε σε θέση να αντιπροτείνουμε κάτι. Αυτό βέβαια δεν είναι απαραίτητα κακό. Καμιά φορά και το να λες «όχι» είναι αρκετό. Πολλοί υποστήριξαν ότι οι νέοι βγήκαν στους δρόμους πέρυσι τον Δεκέμβρη αγανακτισμένοι, αλλά χωρίς να προτείνουν κάτι. Δεν νομίζω όμως ότι είναι εύκολο να βρούμε άμεσα απαντήσεις στο τι μπορούμε να κάνουμε για να αλλάξει ο κόσμος. Αυτή η αμηχανία είναι που χρέωσε στη γενιά μας τη ρετσινιά «απολιτίκ». Α.Π.: Μεγαλώσαμε σε μια εποχή που έχουν καταρρεύσει οι ιδεολογίες. Οι γονείς μου ήταν αριστεροί. Την εποχή όμως που μεγάλωνα η ιδεολογία τους κατέρρεε. Και δεν έχουμε αναπτύξει άλλες θεωρίες για να ακουμπήσουμε. Δεν μπορώ να υποστηρίξω την ιδέα του καπιταλισμού. Σήμερα μας κυβερνούν με όρους εκβιασμού. Κάποτε το έκαναν με την επίφαση μιας ιδεολογίας. Ο μηδενισμός όμως δεν είναι ισοπεδωτική ιδεολογία; Η αποχή από τις εκλογές είναι πολιτική θέση; Α.Π.: Ναι, η αποχή είναι πολιτική θέση. Δεν με τρομάζει ο μηδενισμός. Μπορεί να χρειάζεται να περάσουμε από αυτό το στάδιο για να γεννηθεί κάτι άλλο. Ίσως είναι απαραίτητο να καταστραφούν τα πάντα. Ούτως ή άλλως τις βαρβαρότητες συνεχίζουμε. Έχω ψηφίσει στο παρελθόν αριστερό κόμμα. Δεν ξέρω όμως τι θα πρότεινε η Αριστερά αν έπαιρνε την εξουσία. Στη θεωρία είναι ωραίες οι ιδέες της, αλλά νομίζω βρίσκεται κι αυτή σε αδιέξοδο. Μπορείτε να φανταστείτε έναν ψηφοφόρο του ΛΑΟΣ στις παραστάσεις σας; Α.Π.: Δεν το έχω φανταστεί. Θα είχε ενδιαφέρον όμως.

Ποια θεωρείτε ότι είναι η μεγαλύτερη παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας; Α.Π.: Η αποβλάκωση. Έχει προχωρήσει τόσο πολύ, που δεν ξέρω αν υπάρχει επιστροφή. Δεν είμαι απαισιόδοξη, αλλά θεωρώ ότι μας συμπαρασύρει και δεχόμαστε τα πάντα χωρίς κρίση. Και του ελληνικού θεάτρου; Α.Π.: Δεν αφορά το σήμερα και δεν σχετίζεται με το θέατρο άλλων χωρών. Υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις. Γενικά όμως χαιρόμαστε που έχουμε πολλά θέατρα και γίνονται πολλές παραστάσεις, αλλά δεν αναρωτιέται κανείς αν το θέατρο που κάνουμε αφορά το κοινό της Γαλλίας ή της Γερμανίας. Μας ενδιαφέρει περισσότερο να ανέβει το φοβερό έργο του τάδε και να παίξουν οι τάδε καλοί ηθοποιοί. Αλλά δεν υπάρχει ματιά σε ένα έργο και κυρίως δεν ξέρουμε τι θέλουμε να υποστηρίξουμε με την επιλογή μας. Είναι λίγο βιομηχανικό όλο αυτό. Η απάντηση στην εσωστρέφεια είναι η συσπείρωση σε μικρές ανεξάρτητες θεατρικές ομάδες; Α.Π.: Αυτό πιστεύω, αλλιώς δεν θα κάναμε τους Blitz πριν πέντε χρόνια. Προσωπικά βαριέμαι να πηγαίνω από θέατρο σε θέατρο και από σχήμα σε σχήμα και να παίζω ρόλους. Είχα μεγάλη ανάγκη να δουλεύω με ανθρώπους που μπορώ να επικοινωνήσω και με τους οποίους να προσπαθούμε να κάνουμε κάτι που στηρίζεται στην ανταλλαγή και την ομαδικότητα. Ξεκινήσατε κοντά σε σκηνοθέτες με ισχυρή προσωπικότητα, όπως ο Μιχαήλ Μαρμαρινός και ο Λευτέρης Βογιατζής. Έπαιξε ρόλο στο να θελήσετε να απελευθερωθείτε από την αυθεντία του σκηνοθέτη; Α.Π.: Μάλλον. Στη δική μας ομάδα δεν υπάρχει ένας σκηνοθέτης. Όλοι μαζί γράφουμε και σκηνοθετούμε. Οι Blitz ξεκίνησαν από την ανάγκη απελευθέρωσης, αλλά και την επιθυμία να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Αντί να παραπονιόμαστε, προτιμήσαμε να πάρουμε πρωτοβουλίες που υπηρετούν το γούστο, την αισθητική και την άποψή μας για το θέατρο. Δεν φοβηθήκατε το ρίσκο τού να βρεθείτε εκτός του θεατρικού κατεστημένου; Α.Π.: Μου αρέσει να ρισκάρω. Ειδικά στην αρχή ήταν μεγάλο βήμα, γιατί δεν ξέραμε πού θα μας οδηγήσει όλο αυτό και ταυτόχρονα έπρεπε να καταφέρουμε να ζούμε από το θέατρο. Είναι λίγα τα πράγματα για τα οποία αισθάνομαι πραγματικά περήφανη. Αυτή η κίνηση σε μια αποφασιστική στιγμή της ζωής μου, στα 28 μου χρόνια, είναι ένα από αυτά. Η φιλοσοφία των Blitz αντιπροσωπεύει την κουλτούρα της πόλης. Ήταν εξαρχής στόχος σας να κατεβάσετε το θέατρο από τη σκηνή και να το φέρετε σε χώρους διασκέδασης, νεανικούς και εναλλακτικούς; Α.Π.: Θέλαμε να ψάξουμε τα όρια μεταξύ κοινού


ΠΟΝΤΙΚΙart 8-14.10.09

31/7

και ηθοποιών, αλλά και μεταξύ θεάτρου και πόλης. Την περίοδο που ψάχναμε χώρο για πρόβες άνοιξε το Bios. Καμιά φορά ξεκινάς κάτι και συμβαίνουν παράλληλα πράγματα που το υποστηρίζουν. Αυτό συνέβη και στη δική μας περίπτωση. Όταν πρωτοήρθαμε στο Bios και είδαμε την τεράστια τζαμαρία και την πόλη έξω, σκεφτήκαμε ότι το πρώτο μας έργο θα τελειώνει με εμάς να χανόμαστε μέσα στην πόλη. Τα όρια κοινού και ηθοποιών τα ερευνήσαμε με την παράσταση «Κατερίνη», όπου έμπαιναν οι θεατές σε ένα δωμάτιο με έναν από εμάς. Αυτή είναι μια ακραία συνθήκη. Θέλαμε να δούμε αν μπορεί να συμβεί μια συνάντηση ανθρώπων μέσα σε μια οριακή θεατρική συνθήκη. Ο διαδραστικός και επικοινωνιακός χαρακτήρας των Blitz δεν έρχεται σε σύγκρουση με την αντικοινωνικότητα που λέγατε πριν ότι σας χαρακτηρίζει; Α.Π.: Αυτές οι αντιφάσεις είναι η αλήθεια της ανθρώπινης κατάστασης. Ίσως, μέσα από τις παραστάσεις αυτές να πηγαίνω κόντρα στην τάση μου για απομόνωση. Και τελικά είναι κάτι που μου αρέσει. Η φιλοσοφία των Blitz έχει τα μάτια στραμμένα στην Ευρώπη. Υπάρχει όμως και ένα κομμάτι στη γενιά μας που είναι ποπ και λαϊκό. Τι σχέση έχει αυτό με εσάς και τις παραστάσεις σας; Α.Π.: Με το σκυλάδικο δεν είχα ποτέ επαφή, με την ποπ όμως είχα. Έβλεπα πολύ MTV. Ξέρω απ’ έξω όλα τα βιντεοκλίπ που έπαιζαν τότε. Μου άρεσαν ο Μάικλ Τζάκσον και η Μαντόνα. Όλα αυτά σίγουρα με επηρεάζουν και καλά κάνουν. Ταυτόχρονα όμως επηρεάζομαι από βιβλία που έχω διαβάσει ή ταινίες που έχω δει. Οι επιρροές είναι ένα συνονθύλευμα πολλών πραγμάτων. Ποιες είναι οι φοβίες σας; Α.Π.: Καμιά φορά βλέπω ότι ζω λιγότερο απ’ όσο θα ήθελα ή ότι περνάει η ζωή και νιώθω ότι μένω απ’ έξω ή πίσω. Η νούμερο ένα όμως φοβία μου είναι ότι ασφυκτιώ. Ακόμα και μέσα στον ίδιο μου τον εαυτό. Μπορεί να έχει σχέση με ένα περιστατικό που μου έχει διηγηθεί η μητέρα μου. Όταν ήμουν 20 ημερών με πήραν οι γονείς μου διακοπές στην Πάρο. Πήγαμε με πλοίο. Πριν φτάσει στο λιμάνι, η μητέρα μου είχε κατέβει στο ισόγειο του πλοίου, εκεί που περιμένουν όλοι, αυτοκίνητα και επιβάτες, για να βγούνε. Εγώ ήμουν μέσα σε ένα καλάθι. Η πόρτα αργούσε ν’ ανοίξει και η μητέρα μου είχε εγκλωβιστεί μέσα στον κόσμο. Τα αμάξια είχαν βάλει μπρος τις μηχανές και οι εξατμίσεις έβγαζαν καπνούς. Έκλαιγα τόσο πολύ που παραλίγο να σκάσω. Σε ποια πόλη θα θέλατε να ζείτε; Α.Π.: Στο Βερολίνο. Για πολλούς λόγους. Μπορείς να κυκλοφορήσεις με ποδήλατο, έχει πάρκα, ωραία λουκάνικα, φτηνές μπύρες και ποιότητα ζωής σαράντα φορές καλύτερη από αυτή της Αθήνας. Επίσης, μπορείς να δεις ενδιαφέροντα πράγματα στα μουσεία ή στα θέατρα. Ίσως βέβαια αν ζήσω εκεί καιρό να δω και τα αρνητικά της πόλης. Αλλά έχω σιχαθεί την Αθήνα. Πολλές φορές δεν βγαίνω γιατί δεν μου αρέσει η ίδια η πόλη.


8/32

ΤΑ Γ ΕΓΟΝΟΤΑ

>> > Για τη χαρά της στιγμής

Γύρω γύρω πόλη... Της Άννας Βλαβιανού

8 Οκτωβρίου. Κανένα λάθος

για τα καλά στον κύκλο της υπανά-

δεν αναγνωρίζεται μετά την απομά-

πτυξης, όπου άνθρωποι όπως ο Άλκης

κρυνση από την κάλπη. Το ξέρουμε.

Βαφειάς, ο παραγωγός και ιδιοκτήτης

Κι αφού το ξέρουμε, πώς εξηγείται

της Libra, κουράζονται, παραιτούνται,

άραγε η ροπή προς την ελαφρότητα;

αποχωρούν και κλείνουν πίσω τους

Πώς εξηγείται η εμπιστοσύνη στους

τη στρόφιγγα των νέων ιδεών και της

επώνυμους που κέρδισαν χωρίς κόπο

αγάπης για τη μουσική με υψηλές

αλλά με… τρόπο; Πώς εξηγείται το

προδιαγραφές παραγωγής. Κι όταν

γεγονός πως ενώ οι περισσότεροι

ξυπνήσουμε από το hangover του λα-

είχαν ένα λόγο ανίκανο να βγάλει

ϊκοπόπ και οι εφημερίδες δεν έχουν

νόημα, σκόρπιες Διονύσου λέξεις,

πια άλλα cd να μοιράσουν, θα μας

πολύ μπλα μπλα κι ιδέα… κέρδισαν

έχει μείνει αμανάτι η κριτική επιτρο-

την ψήφο και βρέθηκαν στη Βουλή;

πή του «X-Factor». Που θα «καθοδη-

Μη λέμε μετά: Κοίτα ποιοι μας κυ-

γεί» αρκουδιάρηδες πώς να μάθουν

βερνούν! Μη λέμε μετά: Τόσο πολλοί

την αρκούδα να παριστάνει την

άχρηστοι στη Βουλή! Μη λέμε τίποτα.

Τάμτα.

Δεν είναι όλοι Μελίνα Μερκούρη. Να

ξεδάκι που βγήκε πάλι από το Ίντερ-

συνεννοούμαστε. Και να πει κανείς

νετ και πέρασε χωρίς δυσκολία στα

πως δεν πέρασε έξω από το γυαλί

μουσικά ραδιόφωνα. Είναι του άρτι

της τηλεόρασης η ματαιοδοξία, πως

αφιχθέντος στη μουσική σκηνή Rous

δεν φάνηκε, πως δεν έσκασε φαρδιά

(κατά κόσμον Γιώργος Γεωργιάδης),

πλατιά στο σαλόνι μας; Αν είχε θέσει

τιτλοφορείται «Εξαιρέσεις» και λέει

υποψηφιότητα ο Ψινάκης να δείτε

μεταξύ άλλων: «Σ’ αυτό τον κόσμο

που θα έβγαινε – και η Βάνα Μπάρ-

που μόνος μου ζω / δεν υπάρχουν

μπα επίσης. Εμείς θα τους βγάζαμε.

κανόνες / μα μόνο εξαιρέσεις…». Ένα

Εμείς επιβεβαιώνουμε τις ματαιοδο-

αυθόρμητο τραγουδάκι, ρυθμικό,

ξίες των άλλων. Εμείς χάσαμε γενι-

που μένει στο αυτί. Στο Facebook

κώς το πλεονέκτημα της σωστής

κάνει μεγάλη βόλτα και αποδεικνύει

επιλογής. Ας μην αυτοχαϊδευόμαστε.

πως η έμπνευση δεν πέθανε, η δι-

Κάποτε οι αρχηγοί των μεγάλων

Να το τό καινούργιο σου-

σκογραφία μόνο.

Επιτέλους η

κομμάτων έκαναν ειδικές συγκε-

Αθήνα αποκτά μια Ταινιοθήκη που

ντρώσεις με ανθρώπους της τέχνης

της αξίζει. Οι εγκαταστάσεις στην

και των γραμμάτων για να τους

πρώην Λαΐδα της Ιεράς Οδού δίνουν

παρουσιάσουν το πρόγραμμά τους

τέλος σε μια περιπέτεια που ξεκίνησε

για τον πολιτισμό, ακόμα κι αν πρό-

πριν από χρόνια και, ευτυχώς, έστω

γραμμα δεν είχαν. Αυτή τη φορά δεν

κι αν κράτησε περισσότερο απ’ όσο

Ας περά-

θα έπρεπε, είχε αίσιο τέλος. Αρχείο,

Το

χώρος μελέτης, αλλά και δυο αίθου-

μπήκαν καν στον κόπο. σουμε σε άλλες ειδήσεις…

κλείσιμο μιας ανεξάρτητης εταιρείας

σες άριστα εξοπλισμένες (η μια δε

με καλλιτεχνική και αισθητική άποψη

εξαιρετικά όμορφη) συνθέτουν έναν

όπως της Libra Music, μετά από 17

σύγχρονο κινηματογραφικό προορι-

χρόνια λειτουργίας, δεν είναι απλώς

σμό που μεταμορφώνει την Ταινιοθή-

μία ακόμη παρενέργεια της κρίσης,

κη σε αληθινό χώρο εκπαίδευσης και

δισκογραφικής, οικονομικής κ.λπ.

πολιτισμού.

Είναι η επιβεβαίωση ότι έχουμε μπει

Εξέλιξη, πρόοδος, επιτυχία, ανάπτυξη, επέκταση. Λέξεις που λειτουργούν ως προεκλογικά συνθήματα, ως νουθεσίες στο υποσυνείδητο και προσταγές στο συνειδητό, ως αναπόφευκτες εντολές – τάχα προϋποθέσεις για μια «ευτυχισμένη ζωή». Λέξεις που ηχούν ευχάριστα και «αισιόδοξα» («η αισιοδοξία είναι το όπιο του λαού» έλεγε ο Κούντερα στο «Αστείο» παραφράζοντας τον Μαρξ) ως προοπτικές μέλλοντος, αλλά μετουσιώνονται σε προσωπικές –και κατ’ επέκταση κοινωνικές, εθνικές, ταξικές κ.λπ.– τραγωδίες όταν εφαρμόζονται, ή καλύτερα όταν δεν εφαρμόζονται, στην πράξη. Η «πρόοδος», όμως, δεν ήταν πάντοτε μονόδρομος. Από τις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας γενιές και γενιές ανθρώπων μεγάλωσαν, έζησαν και πέθαναν χωρίς να ελπίζουν στο «αύριο». Απλώς διδάχθηκαν από το εκάστοτε «χθες» τους. Λένε ότι η ζωή τον 18ο αιώνα είχε περισσότερες ομοιότητες με αυτήν της αρχαιότητας παρά με τη σύγχρονη. Αλλά οι άνθρωποι δεν ήταν λιγότερο ούτε περισσότερο ευτυχισμένοι! Το άνευ όρων κυνήγι της επιτυχίας, με το συνεπακόλουθο πάτημα επί πτωμάτων, αυτή η νεωτερική μεσσιανική φενάκη της διαρκούς εξέλιξης, η προδιαγεγραμμένη και νομοτελειακή πορεία προς την εγελιανή τελείωση συνήθως διακόπτεται βίαια για κάθε μεμονωμένη ζωή, από το φυσικό και βιολογικό τέλος. Και έρχονται οι επόμενοι. Και πάει λέγοντας… Με την έννοια της αποτυχίας, ως αντίθεση στην εμμονή για επιτυχία και λεφτά που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο κόσμο, καταπιάνεται ο Κωνταντίνος Κακανιάς, γνωστός τα τελευταία χρόνια από τη φοβερή και σαρκαστική περσόνα της «επιτυχημένης» Κυρίας Τεπενδρή, στη νέα σειρά έργων του με τίτλο «Δανιήλ» που παρουσιάζεται στην Αίθουσα Τέχνης Ρεβέκκα Καμχή (12 Οκτωβρίου - 28 Νοεμβρίου, Λεωνίδου 9, Μεταξουργείο). Όπως λέει και ο ίδιος, «η έννοια της επιτυχίας μάς επιβάλλεται βίαια από την παιδική ηλικία και ίσως είναι η αιτία για τη σημερινή κατάσταση της κοινωνίας». Γι’ αυτό και ως αντίπαλον δέος αντιπαραβάλλει μια σειρά από πίνακες, «δημιουργίες απλά για τη χαρά της ζωγραφικής και την αναζήτηση της εσωτερικής ομορφιάς». Αφιερώνει την έκθεση «στον Δανιήλ, έναν άνθρωπο γαλήνιο που γνώρισα πριν από 26 χρόνια και που δεν έκρινε ποτέ τους γύρω του». Και πέτυχε να ζει ευτυχισμένος. Γιατί η μεγαλύτερη επιτυχία είναι να μην κυνηγάς την επιτυχία. | Γιάννης Κουκουλάς

>Το φάντασμα των ρεκόρ Αυτό το φάντασμα έχει στοιχειώσει πραγματικά το θέατρο. Είναι ήδη η μακροβιότερη παράσταση του Μπρόντγουεϊ, πρόσφατα όμως σημείωσε ένα ακόμα ρεκόρ: έγινε το πρώτο έργο του Μπρόντγουεϊ που κατάφερε να φτάσει τις 9.000 παραστάσεις. Ο λόγος φυσικά για «Το Φάντασμα της Όπερας» του Άντριου Λόιντ Γουέμπερ. Με τη μουσική του δαιμόνιου συνθέτη, τη σκηνοθεσία του Χάρολντ Πρινς και την παραγωγή του επίσης δαιμόνιου Κάμερον Μάκιντος, το «Φάντασμα» διανύει την 22η χρονιά του στο Majestic Theatre της Νέας Υόρκης! Όλα άρχισαν τον Iανουάριο του 1988 και μέχρι την περασμένη εβδομάδα η πληρότητα των θέσεων έφτανε το 80%. Όσο για τα κέρδη; Μόνο στο Μπρόντγουεϊ έχει αποφέρει περισσότερα από 740 εκατομμύρια δολάρια, ενώ το έχουν παρακολουθήσει πάνω από 13 εκατομμύρια θεατές. Στα τέλη του χρόνου αναμένεται και η συνέχεια με τίτλο «Φάντασμα: η αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ», με μια πρεμιέρα ανάλογη της επιτυχίας. Τουτέστιν παράλληλη πρεμιέρα σε τρεις μεγάλες πόλεις, Νέα Υόρκη, Λονδίνο και Σαγκάη. Επειδή ο λόρδος Λόιντ Γουέμπερ δεν ξέρει μόνο να γράφει αλλά και να «εφορμά» στις νέες αγορές προτού το κάνουν οι άλλοι.

| Ελίνα Μπέη


>>

ΠΟΝΤΙΚΙart 8-14.10.09

>Γυναίκα σύμβολο

> H Μπε Μπε στα χρόνια της αθωότητας

Η Μαρία Κατσανδρή έχει 60 λεπτά στη διάθεσή της να μας διηγηθεί επί σκηνής την ιστορία της Ρόζας Λούξεμπουργκ, της Γερμανοεβραίας που έμεινε πιστή στις επαναστατικές μαρξιστικές αρχές της. Η παράσταση «Ρόζα Λούξεμπουργκ - Γράμματα από τη φυλακή» (Αγγέλων Βήμα, προγραμματισμένη πρεμιέρα: 13/10) ακολουθεί από φυλακή σε φυλακή τη γυναίκα, τη ζωή, τις ιδέες, τις μύχιες σκέψεις και το έργο της κατά τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής της, από το 1917 έως το 1919. Με τη βοήθεια της μουσικής του Θάνου Μικρούτσικου, της Μαργαρίτας Δαλαμάγκα-Καλογήρου η οποία υπογράφει τη μετάφραση, αλλά και της Σεσίλ Μικρούτσικου που κρατά τη σκηνοθετική-κινησιολογική μπαγκέτα, η Ρόζα μάς αποκαλύπτεται μέσα από τα γράμματά της, κυρίως προς τη νεαρή φίλη της Σόνια, σύζυγο του στενού συνεργάτη της Καρλ Λίμπκνεχτ, αλλά και προς τους συνεργάτες της στη Γερμανία και τη Ρωσία. Χαρακτηριστικές είναι οι τελευταίες γνωστές λέξεις της, γραμμένες το απόγευμα της δολοφονίας της: «Η ηγεσία απέτυχε. Ακόμα κι έτσι, η ηγεσία πρέπει να ξαναδημιουργηθεί από τις μάζες και μέσα από τις μάζες. Οι μάζες είναι το αποφασιστικό στοιχείο, είναι ο βράχος πάνω στον οποίο θα κτιστεί η τελική νίκη της επανάστασης. Ηλίθιοι δήμιοι! Η “τάξη” σας είναι χτισμένη στην άμμο. Αύριο κιόλας η επανάσταση θα “ανυψωθεί με μια βροντή” και με σαλπίσματα θα ανακοινώσει στον τρόμο σας: Ήμουν, Είμαι, Θα είμαι!». | Αγγελική Μπιλλίνη

Έκανε 48 ταινίες χωρίς ποτέ να διστάσει να επιδείξει τα κάλλη της, ηχογράφησε δεκάδες τραγούδια και άλλαζε τους εραστές με συχνότητα που στην εποχή της ούτε οι άντρες καλά καλά δεν τολμούσαν να το κάνουν. Όταν ο Θεός έπλασε την... Μπριζίτ Μπαρντό σίγουρα είχε κέφια. Το πάλαι ποτέ είδωλο έγινε 75 ετών. Μια αναδρομική έκθεση στη Βουλώνη Μπιγιανκούρ με τίτλο «Μπριζίτ Μπαρντό, τα χρόνια της ανεμελιάς» επιχειρεί να μας θυμίσει τον μύθο της. Η έκθεση ανοίγει με μια ταινία που δείχνει την Μπαρντό ντυμένη με ψηλές μαύρες μπότες και μια γαλλική σημαία να την περιβάλει. Αυτή είναι η πλέον αντιπροσωπευτική εικόνα για μια γυναίκα που ήταν τόσο ένα σεξ-σύμβολο όσο και ένας «εθνικός θησαυρός». Στη μεταπολεμική Γαλλία η Μπαρντό ήρθε για να ταράξει τον κομφορμισμό που ακολούθησε την ταραχή του πολέμου. Οι Γάλλοι δεν δίστασαν να της δώσουν το πρόσωπο της Μαριάν, της εθνικής τους ηρωίδας. Όταν αποσύρθηκε από τον κινηματογράφο, η Μπαρντό διακήρυξε περίτρανα ότι αφού χάρισε τη νιότη της στους άντρες θα χαρίσει την ωριμότητά της στα ζώα. Το 2003 η εικόνα της αμαυρώθηκε μετά την έκδοση του βιβλίου της «Κραυγή στη σιωπή», μια διατριβή στη σύγχρονη Γαλλία, για το οποίο κατηγορήθηκε για ρατσισμό ενάντια στους μουσουλμάνους. Πρόσφατη έρευνα, με αφορμή την επέτειο, έδειξε ότι το 68% των Γάλλων έχουν θετική γνώμη για αυτήν, γεγονός που αποδεικνύει και το ενδιαφέρον για την έκθεση. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ το είχε καταλάβει πολύ νωρίς, όταν το 1959 έγραφε στο δοκίμιο «Μπριζίτ Μπαρντό και το σύνδρομο της Λολίτας»: «Κάνει ό,τι της αρέσει και αυτό είναι που προκαλεί αναστάτωση». | Ελίνα Μπέη

Μαρία Κατσανδρή

33/9

>Ο Κόστνερ με κιθάρα Τι συμβαίνει όταν ένας ηθοποιός που αγαπά τη μουσική συναντά ένα μουσικό που ενδιαφέρεται για την υποκριτική; Εν προκειμένω νίκησε η μουσική και γεννήθηκε ένα συγκρότημα. Μόνο που ο ένας εκ των δύο «συνεργών» είναι και ένας από τους πλέον αγαπημένους ηθοποιούς της εποχής μας. Ο λόγος για τον Κέβιν Κόστνερ. Αν και δεν είναι ιδιαιτέρως γνωστό στη χώρα μας ότι ο «Σωματοφύλακας» τραγουδά, η ιστορία του συγκροτήματος Modern West άρχισε πριν από 20 χρόνια, όταν ο Κόστνερ συνάντησε στο Λος Άντζελες τον μουσικό Τζον Κόινμαν. Έγιναν φίλοι και άρχισαν να παίζουν και να γράφουν μουσική από κοινού, ενώ στην παρέα τους προστέθηκε και ο Μπλερ Φόργουορντ. Αυτή η συνεργασία δημιούργησε τους Roving Boy, ένα ροκ συγκρότημα με «νευρικό», δυτικό μουσικό στυλ, οι οποίοι με το σινγκλ τους «Simple Τruth» κατάφεραν να φτάσουν στην κορυφή των τσαρτς, όχι μόνο στη χώρα τους αλλά και να κάνουν ρεκόρ πωλήσεων στην Ιαπωνία. Καθώς όμως η υποκριτική άρχισε να κερδίζει τον Κόστνερ, η μπάντα συνέχισε να παίζει παρασκηνιακά και να ηχογραφεί μόνο όταν μπορούσαν να βρεθούν όλοι μαζί. Οι Κόινμαν και Φόργουορντ βρέθηκαν μαζί στο Τουσκόν της Αριζόνας, όπου συνάντησαν τον κιθαρίστα και παραγωγό Τέντι Μόργκαν και τον ντράμερ Λάρι Κομπ. Έτσι, το 2005, αποφάσισαν να ξεκινήσουν μια νέα μπάντα μαζί, τη Σύγχρονη Δύση. Η μουσική τους έχει επιρροές από την πρώτη περίοδο του συγκροτήματος και καλύπτει τραγούδια γραμμένα από κολοσσούς της μουσικής. Για να τα διαπιστώσετε όλα αυτά έχετε μια ευκαιρία, να πάτε στις 14 Οκτωβρίου στο Badminton. | Ελίνα Μπέη

> Η Κική Δημουλά αλλιώς Η δημοτικότητα της Κικής Δημουλά φέρνει σε άβολη θέση όσους επιμένουν να συνδέουν την ποίηση με ολιγάριθμα αφοσιωμένα ακροατήρια. Και άλλη μια απόδειξη για τη διείσδυση του έργου της Δημουλά είναι αυτή η παράσταση στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης - Καρόλου Κουν στις 12 και στις 13 Οκτωβρίου, με τίτλο «Χρονικό διάστημα». Η Μαρία Ξανθοπουλίδου, η οποία σκηνοθετεί, και ο Θάνος Σαμαράς, ο οποίος έχει την καλλιτεχνική διεύθυνση του εγχειρήματος, επιστρατεύουν μια σχοινοβάτη (την υποδύεται η Λουκία Μιχαλοπούλου) για να αφηγηθούν την ιστορία τους. Μια γυναίκα που παλεύει, μέσα από τα λόγια, τους στίχους της Δημουλά. Ένα πλάσμα που κινείται σ’ αυτή τη διαδρομή μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Μια ψυχική διαδρομή πάνω σε επικίνδυνες ισορροπίες, όπως δηλαδή κι αυτή η ίδια η ζωή μας. Η προσπάθεια να κρατηθεί όρθια σε τεντωμένα σχοινιά. Η απειλή του κενού. Η οργή

και ο φόβος για τη δυσκολία της διαδρομής. Ο περαστικός έρωτας. Η μνήμη που χάνεται ή μένει για να μας τυραννά. Η προσπάθεια να συμβιβαστεί με τη μοναξιά, με τον θάνατο, με το γήρας. Η ανόητη προσδοκία, η χαρούμενη αναμονή, η δυσβάσταχτη ανάμνηση. Μια γυναίκα παγιδευμένη στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τη φυσική μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης. Το αναπόφευκτο τέλος, και τότε ίσως ελευθερωθεί. Όλα θέματα της ποίησης της Κικής Δημουλά. Όλα θέματα δικά μας. Όπως είχε δηλώσει η ίδια: «Και καλό είναι να είμαστε και λίγο απαισιόδοξοι. Γιατί αν είμαστε πολύ αισιόδοξοι είμαστε και λίγο αδρανείς. Νομίζω ότι η χαρά είναι λίγο κοιμήσικο πράγμα, ενώ η απαισιοδοξία είναι πάθος για τη ζωή, κινητοποιεί κάποια πράγματα μέσα μας. Μας έχει σε μια ενέργεια, σε μια επαγρύπνηση. Είναι η άλλη όψη, η σκοτεινή, της αισιοδοξίας».

| Δημήτρης Ρηγόπουλος


10/34

ΤΑ Γ ΕΓΟΝΟΤΑ

>> > Στο σύμπαν του Δημήτρη Φατούρου Η πορεία του Δημήτρη Φατούρου είναι συνυφασμένη με τις περιπέτειες της μεταπολεμικής ελληνικής αρχιτεκτονικής. Κι ίσως αυτός να είναι ένας λόγος από μόνος του για να επισκεφθείτε τη μεγάλη έκθεση του Μουσείου Μπενάκη στην Πειραιώς. Σε μια από τις πιο καλοστημένες εκθέσεις αρχιτεκτονικής που έχουμε δει στην Ελλάδα ξεδιπλώνεται το πληθωρικό κουβάρι μιας διαδρομής εξήντα ετών, που μας πάει πολύ πέρα από την αρχιτεκτονική. Γιατί ο Δημήτρης Φατούρος υπήρξε και ζωγράφος (μαθητής του Χατζηκυριάκου-Γκίκα), ενώ από τη στιγμή που αφοσιώθηκε στην αρχιτεκτονική έκανε τόσο πολλά πράγματα ταυτόχρονα ώστε να του αποδίδεται σήμερα ο εύστοχος τίτλος του homme de lettres, ενός διανοούμενου ο οποίος έβαλε τις βάσεις για τη ριζοσπαστική Αρχιτεκτονική Σχολή της Θεσσαλονίκης, έγραψε και μίλησε πολύ∙ είχε αυτό που λέμε έντονη παρουσία στη δημόσια ζωή, με αποκορύφωμα την υπουργική θέση στην τρίτη πρωθυπουργική θητεία του Ανδρέα Παπανδρέου το 1993. Ήταν τόσο πολλά πράγματα μαζί: καθηγητής της αρχιτεκτονικής, αρχιτέκτων, θεωρητικός της αρχιτεκτονικής, κριτικός τέχνης, εικαστικός, ποιητής, ενεργός πολίτης. Πάνω απ’ όλα όμως υπήρξε αρχιτέκτονας. Και η αρχιτεκτονική πρωταγωνιστεί στην έκθεση που επιμελήθηκαν ο Λόης Παπαδόπουλος και η Σοφία Τσιτιρίδου. Στο Μουσείο Μπενάκη (Πειραιώς) θα δείτε πολλά από τα γνωστά κτίρια του Δημήτρη Φατούρου, μερικά εξ αυτών σε συνεργασία με άλλους συναδέλφους του: την Εθνική Πινακοθήκη Αλεξάνδρου Σούτσου, τα τρία Αρχαιολογικά Μουσεία (Καβάλας, Φιλίππων, Πολυγύρου), το κλειστό Κολυμβητήριο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων στον Πειραιά, το Γυμνάσιο-Λύκειο στον Λαγκαδά, τη Σχολή Δικαστών κ.ά. Η έκθεση με τίτλο «Οι νέες πραγματικότητες και η συνεχής αναζήτηση» θα διαρκέσει έως την 1η Νοεμβρίου. Κατοικία στην Αίγινα

| Δημήτρης Ρηγόπουλος

Μάουρο Τζόια, Μαρία ντε Μεντέιριος

Λορίν Μπακόλ

Μυρτώ Αλικάκη

>Ραντεβού με τον Νίνο Ρότα

>Μονόλογος ετών 18

Πέρασαν 30 χρόνια από τον θάνατο του Νίνο Ρότα και η Ευρώπη θυμάται τις καταπληκτικές του μουσικές χάρη σε μια επετειακή παράσταση που επινόησε ο Μάουρο Τζόια, ηθοποιός, τραγουδιστής και αφοσιωμένος λάτρης του μεγάλου συνθέτη. Τον Φεβρουάριο η Αθήνα πήρε το βάπτισμα του πυρός με μια και μοναδική συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής και τώρα είναι η σειρά της Θεσσαλονίκης. Το Σάββατο 10 Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο των φετινών Δημητρίων, θα βρίσκεται ο Μάουρο Τζόια, έχοντας στο πλευρό του δύο ερμηνεύτριες από την Ιβηρική Χερσόνησο, την Πορτογαλίδα Μαρία ντε Μεντέιριος και την Ισπανίδα Μαρτίριο, μας καλούν σε ένα αφιέρωμα γεμάτο διάσημες μελωδίες και όχι μόνο. Αναγνωρίσιμα μοτίβα, παρλάτες και ιστορικά ντουέτα, όπως του Μαστρογιάνι και της Έγκμπεργκ, συνθέτουν μια πρωτότυπη παράσταση με αιχμή όλες τις μεγάλες επιτυχίες του Ρότα. Τα έργα του Φεντερίκο Φελίνι έχουν τη μερίδα του λέοντος («Οι νύχτες της Καμπίρια», «Ντόλτσε Βίτα», «Ο Λευκός Σεΐχης», «Λα Στράντα», «Οκτώμισι» κ.ά.), αλλά ισχυρό παρών δίνουν και οι πασίγνωστες μελωδίες από τον «Νονό» του Φράνσις Φορντ Κόπολα, τον «Ρόκο και τα αδέλφια του» του Λουκίνο Βισκόντι, τον «Πόλεμο και Ειρήνη» του Κινγκ Βιντόρ ή την «Ιστορία έρωτα και αναρχίας» της Λίνας Βερτμίλερ. Ο Ρότα συνεργάστηκε με τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες του 20ού αιώνα, τον Λουκίνο Βισκόντι, τη Λίνα Βερτμίλερ, τον Φράνκο Τζεφιρέλι, τον Φράνσις Φορντ Κόπολα, τον Φράνκο Ρόσι, τον Μάουρο Μπολονίνι, τον Ακίρα Κουροσάβα, τον Λουί Μαλ, τον Βιτόριο ντε Σίκα, τον Ρενέ Κλεμάν, για να ταυτιστεί με τις ταινίες του Φεντερίκο Φελίνι. Η μουσική του, ένας βελούδινος συνδυασμός ευρωπαϊκής τζαζ και ατμοσφαιρικών μελωδιών, που τον καθιέρωσαν σαν μια από τις σπουδαιότερες καλλιτεχνικές μορφές του 20ού αιώνα. | Δημήτρης Ρηγόπουλος

«Το μόνο που έμαθα στο σχολείο είναι πως είμαι ένας αποτυχημένος. Μισώ τους ανθρώπους. Σας μισώ όλους και τον τρόπο με τον οποίο ζείτε. Πρέπει να πεθάνετε όλοι! Έχω ορκιστεί εκδίκηση. Κι αυτή η εκδίκηση θα είναι τόσο βίαιη που θα σας παγώσει το αίμα. Προτού φύγω θα σας δώσω ένα μάθημα, για να μη με ξεχάσετε ποτέ». Αυτό ήταν το σημείωμα που άφησε στο Ίντερνετ ο 18χρονος Γερμανός Σεμπάστιαν Μπος, λίγο πριν εισβάλει στις 20 Νοεμβρίου του 2006 και γύρω στις 9.30 το πρωί στο σχολείο του, στο Emsdetten, οπλισμένος με κοντόκανες καραμπίνες και χειροβομβίδες καπνού, τραυματίζοντας συμμαθητές του. Στη συνέχεια ο Σεμπάστιαν κρύφτηκε σε μια αίθουσα του σχολείου, όπου τον βρήκαν νεκρό μέσα σε ένα σύννεφο καπνού, με μια σφαίρα στο κεφάλι. Σε αυτό το εφηβικό μακελειό βασίστηκε ο Σουηδός Λαρς Νόρεν για να συνθέσει ένα μονόλογο, τον οποίο στην πρώτη παρουσίασή του στην Ελλάδα ερμηνεύει η Μυρτώ Αλικάκη. Η παράσταση «20 Νοεμβρίου», που ανεβαίνει από τις 11 Οκτωβρίου στο Δώμα του Θεάτρου Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Δήμητρας Αράπογλου, ακολουθεί πιστά το κείμενο του συγγραφέα. Πολύπλευρο και ψυχαναλυτικό, το έργο προσπερνά την απλή δημοσιογραφική καταγραφή των γεγονότων, ανακατεύει την έντονη ποιητική διάθεση του Νόρεν με την επίπονη, σχεδόν κλινική περιγραφή μιας προαναγγελθείσας αυτοκτονίας, χρησιμοποιώντας γλώσσα πλούσια, ζωντανή και συχνά βίαιη. Ο Νόρεν –ο κατά πολλούς θεατρικός απόγονος των Στρίντμπεργκ, Ίψεν και Τσέχοφ– μπορεί να διαφωνεί με τις πράξεις του Σεμπάστιαν, συμφωνεί όμως με όσα λέει, δείχνει επιείκεια σε αυτό το δυστυχισμένο παιδί, η περίπτωση του οποίου δεν είναι τίποτε άλλο από μία καταγγελία εναντίον μιας κοινωνίας που συντρίβει τους αδύναμους και τους απελπισμένους. | Αγγελική Μπιλλίνη

>Το χρωστούμενο Όσκαρ Δυναμική, σέξι, έξυπνη, μοιραία και όμως... ξανθιά, η Λορίν Μπακόλ ήταν το απόλυτο αντίβαρο στην εικόνα της χαζής ξανθιάς που επικράτησε στη χρυσή εποχή του Χόλιγουντ. Τον χαρακτήρα αυτόν φρόντισε να συντηρήσει, τόσο στη μεγάλη οθόνη όσο και στην προσωπική της ζωή. Τώρα η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου και Τεχνών αποφάσισε να της δώσει το Όσκαρ που της «χρωστά». Η Λορίν Μπακόλ έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο το 1944 στη «Σειρήνα της Μαρτινίκας», δίπλα στον αγαπημένο της Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Σύντομα απέκτησε τη φήμη της σκληρής διαπραγματεύτριας, που επέλεγε πολύ προσεκτικά τις ταινίες στις οποίες θα παίξει, ενώ οι περισσότερες εμφανίσεις της θεωρούνται πλέον εμβληματικές στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Το ίδιο ανεξίτηλα έχει αφήσει τα σημάδια της και η σχέση της με τον «Μπόγκι», εντός και εκτός οθόνης. Σήμερα, η δυναμική 85χρονη κυρία συνεχίζει να γυρίζει ταινίες επιλεκτικά, αλλά και να είναι εκπρόσωπος Τύπου μεγάλης εμπορικής αλυσίδας, ενώ παράλληλα ετοιμάζεται να λανσάρει μια νέα σειρά κοσμημάτων με την υπογραφή της. Το τιμητικό Όσκαρ θα το παραλάβει σε εκδήλωση που θα γίνει στο Χόλιγουντ στις 14 Νοεμβρίου, ενώ από ένα ίδιο αγαλματίδιο θα λάβουν ο παραγωγός και σκηνοθέτης Ρότζερ Κόρμαν και ο κινηματογραφιστής Γκόρντον Γουίλις. | Ελίνα Μπέη


ΜΠ Α ; ΕΙΝΑΙ Κ ΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΛ ΙΤΙΣ Μ Ό Σ ; Του Γιώργου Ι. Αλλαμανή [gallamanis@gmail.com]

Κορώνα το Εθνικό, γράμματα η Λυρική Οι πράσινοι θα την πατήσουν αν στρίψουν αμήχανα το νόμισμα που βρήκαν στο πάτωμα του Υπουργείου Πολιτισμού πεταμένο από τους γαλάζιους

Ο

λαός μίλησε. Φόρεσε τα χιλιομπαλωμένα καλά του ρούχα, τραβήχτηκε μέχρι το καζίνο των εκλογών (πρόωρων, ως συνήθως στην «κοιτίδα της δημοκρατίας») και έκανε πάλι αυτό που ξέρει: τζογάρισε τα ρέστα του σε έναν σωτήρα. Από τον Καραμανλή στον Παπανδρέου η απόσταση ήταν ένα κακό μνημονικό και μία διεθνής οικονομική κρίση. Το επικοινωνιακό παρόν τρέχει με wi fi σύνδεση στο Διαδίκτυο και χωράει μια χαρά στη μικρή οθόνη ενός κομψού notebook με οκταπύρηνο επεξεργαστή. Για το μέλλον, θα δούμε. Αν το μέλλον επιμένει, υπάρχει πάντα η κλασική μέθοδος: να στρίψεις ένα νόμισμα. Όπως έκαναν οι γαλάζιοι προηγούμενοι, ακολουθώντας τη λογική των πράσινων προηγούμενων. Ένα παράδειγμα; Ορίστε δύο: το Εθνικό Θέατρο και η Λυρική Σκηνή. «Κορώνα» ήρθε για το Εθνικό μετά από οκτώ χρόνια λουκέτου στο ιστορικό κτίριο του Τσίλερ επί της οδού Αγίου Κωνσταντίνου. Ξανανοίγει στις 14 Οκτωβρίου, με βαρύτιμους πολυελαίους, οροφογραφίες, ξυλόγλυπτα, ρόδακες, ερωτιδείς και μια σκηνή πενταπλή, που το ένα τμήμα της να μπαίνει μέσα στο άλλο σαν ταινία του Τζέιμς Μποντ. «Γράμματα» («Να ξαναρίξω;») ήρθαν για τη δύσμοιρη Λυρική Σκηνή. Η ίδια είναι η «Κακοφυλαγμένη κόρη», όπως, εντελώς ειρωνικά, λέγεται το μπαλέτο με το οποίο θα ξεκινήσει και φέτος τη βασανιστική της πορεία, στις 23 Οκτωβρίου. Χρεοκοπημένη, με ανελαστικά έξοδα 13,5 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο (!) και ετήσια επιχορήγηση 15 εκατομμύρια, με 700 υπαλλήλους, με προέδρους του Διοικητικού Συμβουλίου τη μια τον καταγγελθέντα σαν «δικτάτορα» Στέφανο Λαζαρίδη, την άλλη τον «φιλότεχνο» πλην απλώς φιλόδοξο Οδυσσέα Κυριακόπουλο, η Λυρική βουλιάζει. Κι όταν μετά από χρόνια (το 2015 – και αν…) μεταφερθεί στο φαληρικό Δέλτα, στα εκατοντάδες στρέμματα που παραχώρησε το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος για να τραγουδάμε άριες διαβάζοντας παράλληλα στα αναγνωστήρια του νέου κτιρίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης, βλέπουμε. Κορώνα - γράμματα είναι ο κανόνας για τον πολιτισμό στην Ελλάδα. «Κορώνα»; Έρχεται μια στις τόσες και σου προκύπτει ένας Γιώργος Λούκος. «Γράμματα»; Έρχεται κάθε μέρα και σου προκύπτει ένας Χρήστος Ζαχόπουλος. Τώρα που οι ελπίδες νεκραναστήθηκαν ξανά, ας χρησιμοποιήσουν οι νέοι κυβερνώντες ως γνώμονα των πράξεών τους το ουσιώδες εν ανεπαρκεία:

την κοινή λογική. Τι λέει αυτή; Ότι μπορούν να δώσουν σάρκα και οστά σε προτάσεις που κάνουν οι ίδιοι οι διαχειριστές του πολιτισμού – και εννοώ ασφαλώς τους καλλιτέχνες και όχι τους εμπόρους. Πρόσφατα στο «Επτά» της «Ελευθεροτυπίας» δέκα τέτοιοι διαχειριστές υπέβαλαν τις προτάσεις τους. Ιδού κατεξοχήν αρμόδιοι και τζάμπα σύμβουλοι! Να γλιτώσει και η νέα ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού τις επιπλέον αμοιβές διαφόρων παρασιτικών τύπων που αρέσκονται στις συσκέψεις και στα έξοδα παραστάσεως. «Να μπορεί το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου να συναντά τον υπουργό» ζήτησε η διευθύντριά του, Κατρίν Βελισσάρη. Προφανώς τον έβλεπε μόνο στα δελτία ειδήσεων. «Χρειαζόμαστε έναν εκθεσιακό χώρο στη Θεσσαλονίκη για τη Συλλογή Κωστάκη με έργα της ρωσικής πρωτοπορίας» είπε η Κατερίνα Κοσκινά, η πρόεδρος του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. «Δεν υπάρχει εργαζόμενος σε κάποιο πόστο λήψης αποφάσεων που να μη θεωρεί δικαίωμά του να χρηματίζεται» διαπίστωσε με θλίψη ο Γιώργος Κουρουπός, καλλιτεχνικός διευθυντής τής (επίσης πνιγμένης στα χρέη) Ορχήστρας των Χρωμάτων. «Να ξεκινήσει η επέκταση της Εθνικής Πινακοθήκης» ζητά η διευθύντριά της, Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα. «Να εφαρμοστεί επιτέλους ο νόμος που δίνει στο σινεμά το 1,5% του τηλεοπτικού τζίρου» εκλιπαρεί ο Γιώργος Παπαλιός, πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου. «Να προσλάβουμε ειδικευμένο προσωπικό γιατί θα βάλουμε λουκέτο» κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ο πρύτανης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, Τριαντάφυλλος Πατρασκίδης. «Να γίνει διαγωνισμός για μόνιμες θέσεις μουσικών», οι μεγάλες ορχήστρες ποτέ δεν δένουν με μουσικούς-τουρίστες, φωνάζει ο μαέστρος Βύρων Φιδετζής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Πριν οι πράσινοι στρίψουν αμήχανα το νόμισμα που βρήκαν στο πάτωμα του Υπουργείου Πολιτισμού πεταμένο από τους γαλάζιους, ας ακούσουν την αγωνία αυτών των ανθρώπων. Ώστε να δουν τι ακριβώς χρειάζεται να γίνει. Μετά θα έρθουν και τα πολύ δύσκολα. Θα επιστρέψουν στα ηλεκτρονικά κιτάπια τους για να απαντήσουν στο ερώτημα-αγκάθι των περασμένων εκλογών: «Πού θα βρείτε τα λεφτά;».


12/36

τραγούδι

Της Ναταλί Χατζηαντωνίου

Αστάθεια στο βάδην Η Αθήνα της νύχτας οργανώνεται για μια ακόμα, δύσκολη αυτή τη φορά, σεζόν. Κάποιοι επενδύουν στη σιγουριά του δοκιμασμένου και κάποιοι άλλοι αναζητούν ένα παράθυρο στο μέλλον. Όλοι όμως ρισκάρουν το ίδιο

Κ

οινό μυστικό είναι ότι η περσινή σεζόν ήταν για τον τομέα της μουσικής ψυχαγωγίας μία από τις χειρότερες που είχαν ζήσει μέχρι τότε καλλιτέχνες και χώροι. Κοινό μυστικό είναι επίσης ότι η φετινή σεζόν έρχεται με ακόμα πιο επίφοβα δεδομένα· η οικονομική κρίση, ο πανικός της γρίπης και η απαγόρευση του τσιγάρου σαφώς λειτουργούν ανασταλτικά. Μπροστά σε ένα δυσάρεστο ενδεχόμενο η προετοιμασία της διακρίνεται από δύο κυρίαρχες τάσεις. Η

(προβολές, ομιλίες, συναυλίες διαφόρων καλλιτεχνών με ελληνικά και ξένα τραγούδια της δεκαετίας του ’60) που θα διαχυθούν σε χώρους του City Link της Βουκουρεστίου, με τη συμβολή διακεκριμένων προσωπικοτήτων (Βασίλης Παπαβασιλείου, Γιώργος Χρονάς, Στέλιος Ελληνιάδης, Σώτη Τριανταφύλλου κ.ά.) που αναλαμβάνουν την οργάνωση ανά ενότητες: Το θέατρο το ’60, η ποίηση, το σινεμά, το τραγούδι, η αρχιτεκτονική, η πολιτική, η κοινωνία. Έτσι το παλιό υλικό του Σαβ-

και φέτος θα φιλοξενηθεί στο Κύτταρο. Ο Διονύσης Τσακνής ξεκινώντας τις εμφανίσεις του στο Δίπλα στο Ποτάμι κάνει μια προσωπική αναδρομή και, αναπολώντας το παλιό του υλικό και τους παλιούς του συνεργάτες, ξεκινά στις 16 Οκτωβρίου προτείνοντας για το πρώτο Παρασκευοσάββατο ένα δίδυμο old time classic, τον εαυτό του δηλαδή και τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα. Κι ο Κώστας Μακεδόνας όμως δεν ετοιμάζεται μόνο να εμφανιστεί στο Χάραμα με τη Γιώτα Νέγκα, αλλά και να κυκλοφορήσει και τον νέο του δίσκο με ρεπερτόριο του Νίκου Γούναρη. Ξέρετε, όλα αυτά τα υπέροχα: «Ένα βράδυ που ’βρεχε», «Σκαλί καλέ μου, σκαλί», «Αυτός ο άλλος» κ.λπ. Μη γελιόμαστε όμως. Και η Δήμητρα Γαλάνη που τα τελευταία χρόνια είπε και αρκετά τραγούδια πολύ κατώτερα της δυναμικής της, στο παλιό της υλικό ανέτρεξε για να αναπνεύσει («Χάρτινα, «Ζητώ», «Τα γαλάζια σου γράμματα»). Ο δίσκος «Πίξελ» βέβαια βασίστηκε σε μία έξυπνη ιδέα που συνδύασε το παλαιό με ό,τι πιο σύγχρονο. Μερικοί καλλιτέχνες από την πιο φρέσκια και ενδιαφέρουσα εκδοχή της ελληνικής μουσικής σκηνής (Παύλος Παυλίδης, Όλγα Κουκλάκη, Imam Baildi, Vassilikos) ανέλαβαν να «πειράξουν» τα παλιά της κομμάτια. Κι ο δίσκος με το ενδιαφέρον αποτέλεσμα κυκλοφόρησε βάσει μίας ακόμα καινοτομίας, που προέβλεπε τη διανομή του και σε βιβλιοπωλεία ή ακόμα και σε μεγάλα περίπτερα. …αλλά κι ο νέος είναι ωραίος

Διονύσης Σαββόπουλος / Σαβίνα Γιαννάτου μία κάνει ένα βήμα προς τα πίσω και με διάφορες αφορμές αναζητά τη λύση στο παρελθόν. Η άλλη επιχειρεί να κάνει ένα βήμα προς τα μπρος, αναβαπτίζοντας παραδοσιακές μουσικές σκηνές σε κλαμπ, με μουσικά προγράμματα ανάλογης λογικής, ελπίζοντας να γοητεύσει το νεανικότερο κομμάτι του κοινού. Ο παλιός είναι αλλιώς… Η λογική του ρετρό ήταν ούτως ή άλλως η λύση σε εποχές δημιουργικής ξηρασίας ή και κάθε είδους κρίσεων. Διότι το παλιό υλικό είναι και δοκιμασμένο και ανθεκτικό στη συνείδηση του κοινού. Αρκεί ένα ευφάνταστο καινούργιο «πακετάρισμα», μια θελκτική συνεκτική κεντρική ιδέα και ιδού: Στην περίπτωση του Διονύση Σαββόπουλου ουδείς αμφισβητεί και το ευφάνταστο των ιδεών του (μερικές φορές μάλιστα αυτή η πλεονάζουσα φαντασία ήταν που έκαιγε τελικώς το χαρτί του) και την ευφυή ικανότητά του να λειτουργεί συνεκτικά, προσαρμόζοντας το μουσικό του υλικό βάσει διαφορετικών κάθε φορά κεντρικών ιδεών, από την πιο light μέχρι την πιο στιβαρή. Αυτή τη φορά η ιδέα είναι κι ένα φιλόδοξο εγχείρημα: back to 60s. Επιστροφή στη δεκαετία του ’60, όχι όμως με τον παιγνιώδη και ευφορικό τρόπο που θα υπαγόρευαν άλλες εποχές, αλλά με μία σοβαρή κοινωνικοπολιτική διάσταση που επιβάλλει αυτή η εποχή της οικονομικής κρίσης, κάτω από την οποία ελλοχεύει και η κρίση των πολιτικών φιλοσοφιών. Το ρετρό παραμένει ωστόσο ο στυλοβάτης της πρότασής του, που περιλαμβάνει λίγες (15) δικές του μουσικές παραστάσεις στο Παλλάς τον Δεκέμβριο (πιθανότατα από τις 18), με έμφαση στον Σαββόπουλο του ’60, αυτόν των σπουδαίων δίσκων «Φορτηγό» και «Περιβόλι του τρελού», προ της πολιτικής του αμφιθυμίας, όταν ούτως ή άλλως τα κάθε είδους οράματα ήταν ακόμα συλλογικά και διακρίνονταν από βεβαιότητες. Ταυτόχρονα ο ίδιος ενορχηστρώνει σειρά εκδηλώσεων

βόπουλου, αν και δεν έχει πάψει να παίζεται, επανατοποθετείται και μάλιστα σε ένα πυρήνα που φέτος δεν είναι αυτός των ακροατών του αλλά αυτός μίας κοινωνικοπολιτικής αναδρομής. Στο Παλλάς θα κάνει μια και μοναδική συναυλία στις 20 Οκτωβρίου η Λένα Πλάτωνος. Αν και στην περίπτωση της συνθέτριας που υπήρξε εξαρχής πολύ πιο μπροστά από την εποχή της η επιστροφή στο δικό της παρελθόν δεν έχει προλάβει να γίνει ρετρό, δεν είναι ωστόσο τυχαίο ότι το υλικό που θα φέρει στη Βουκουρεστίου είναι αυτό του πρώτου πρώτου της δίσκου: «Σαμποτάζ» (1981) με τους υπερρεαλιστικούς στίχους της Μαριανίνας Κριεζή, με τις μελωδίες που εισήγαγαν τότε τον ήχο του σινθεσάιζερ στα ελληνικά αυτιά μας και με τις φωνές του Γιάννη Παλαμίδα και της Σαβίνας Γιαννάτου, όπως τότε... Σε άλλου είδους παλιό υλικό ανατρέχει και η Λίνα Νικολακοπούλου: Σε όλο το μουσικό υλικό των 40 χρόνων που έζησε το Zoom μέχρι σήμερα. Η αφορμή είναι τα γενέθλια της σκηνής στην Πλάκα. Η ιδέα επίσης ευφάνταστη: Μια σχεδόν πλήρης αναδρομή σε ό,τι κι όποιον πέρασε από εκεί. Το υλικό έτοιμο, ανθεκτικό και υψηλού επιπέδου, γιατί από εκεί πέρασαν οι καλύτεροι. Χρειαζόταν βέβαια ένα άλλο «πακετάρισμα» για να ξεσκονίσει ό,τι σε κάποιους ενδεχομένως θα φαινόταν ξεπερασμένο. Και να: Στη φετινή μεγάλη παρέα που ετοιμάζει η Νικολακοπούλου συμμετέχουν και πολύ νεότεροι καλλιτέχνες, αναλαμβάνοντας να διαχειριστούν με τον τρόπο τους το παλαιότερο υλικό. Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι π.χ. ο Γιάννης Χαρούλης θα είναι βασικός ερμηνευτής σε ένα από τα διήμερα που θα αφιερωθούν εξ ολοκλήρου στον Μάνο Λοΐζο. Ήδη από πέρυσι είχε ανατρέξει στο παλιό του υλικό ο Θάνος Μικρούτσικος: Μπίρμαν, Μπρεχτ και τα πολιτικά του τραγούδια αποδεικνύονται διαχρονικής αξίας σε μία εποχή που οι προκλήσεις για την επανατοποθέτηση της αριστερής σκέψης επανέρχονται. Κι εδώ το υλικό χρειαζόταν την πατίνα του καινούργιου που εν προκειμένω ανέλαβαν να εκπροσωπήσουν τα Υπόγεια Ρεύματα. Το συγκρότημα λειτούργησε με άγριες ροκ αλλά και πιο ήπιες new wave διαθέσεις, τολμώντας να αναπροσαρμόσει μουσικά ακόμα και φορτισμένους αριστερούς ύμνους μιας εποχής όπως τη «Δίκοπη ζωή» του Μάνου Ελευθερίου. Η παράσταση ήταν έτοιμη, έκανε ένα test-drive πέρυσι

Προφανώς ένα μέρος αυτού του υλικού θα ’χει μαζί της και στις ζωντανές εμφανίσεις που θα κάνει με την Ελένη Τσαλιγοπούλου και τους Imam Baildi στο Βοξ. Το τελευταίο ανταποκρίνεται στην έτερη τάση της σεζόν που κινείται στον αντίποδα του ρετρό: προσπαθώντας να προτείνει κάτι που θα δελεάσει το νεανικό κοινό μεταμορφώνεται και αρχιτεκτονικά. Αφήνοντας την παραδοσιακή λογική της διάταξηςπίστας αναζητά τη λύση στο κλαμπ, φτιάχνει μια στρογγυλή σκηνή και την τοποθετεί στο μέσον του χώρου και διαχέει τα καθίσματα γύρω γύρω. Ο Σταυρός του Νότου πάντα κράταγε το ένα πόδι στις νεανικότερες προτάσεις. Φέτος το κάνει ακόμα πιο αποφασιστικά. Διατηρεί βέβαια την Κεντρική του Σκηνή υπέρ του πιο mainstream εντέχνου, διαμορφώνει όμως το Απέναντι με τη λογική του κλαμπ που υποδέχεται κάθε μέρα κι έναν νέο δημιουργό ή τραγουδιστή, αρχής γενομένης από τον Κωστή Μαραβέγια που πέρυσι έκανε την έκπληξη. Την εβδομάδα συμπληρώνουν οι Στάθης Δρογώσης, Νατάσα Μποφίλιου, αλλά και μια μουσική παράσταση που δικαιολογεί τη σκηνοθεσία της Ελένης Γκασούκα και τη συνύπαρξη δύο τραγουδιστών (Ελεονώρα Ζουγανέλη και Δήμος Αναστασιάδης) κι ενός ηθοποιού (του εξαιρετικού σόουμαν Θανάση Αλευρά). Κι όχι μόνον αυτό. Στο πλαίσιο της μουσικής πολιτικής που κοιτά προς τις νέες τάσεις, παραδίδει τη σκηνή του τις Πέμπτες σε ελληνικά γκρουπ που διαπραγματεύονται με τον τρόπο τους το indy κι ακόμα ετοιμάζει χάπενινγκ που θα συνδυάζουν την παρουσία δυναμικών νέων dj’s με τις προτάσεις πολύ νέων σχεδιαστών μόδας. Με dj’s κάποιες μέρες την εβδομάδα και με τη λογική του κλαμπ σκέφτεται να ανταποκριθεί στις δυσκολίες της σεζόν και η Άνοδος Πειραιώς, που επέλεξε να αντικαταστήσει τα τραπέζια με μαύρους και χρυσούς καναπέδες αλλά και stools. Βέβαια, κανείς δεν κάθεται. Όλες αυτές οι απόπειρες δεν φαίνονται καθόλου περίεργες σε ένα τοπίο όπου ήδη τα περισσότερα μοιάζουν γνωστά: καλλιτεχνικοί συνδυασμοί, προτάσεις, ήχοι. Κι έτσι, καθώς ο χειμώνας του 2009-2010 έρχεται με άδειο πορτοφόλι, αντιπυρετικά και Ταμιφλού, θα φανεί αν είχαν δίκιο όσοι πόνταραν στο παρελθόν ή όσοι επένδυσαν στο μέλλον.


ΠΟΝΤΙΚΙart 8-14.10.09

Της Χαράς Αργυρίου

37/13

© marilena stafylidou

Θ έατρο

Η φαντασία, ελεύθερη Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου εγκαινιάζει την ανανεωμένη Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου με το «Πουθενά»

Ε

θνικός «τελετάρχης», έμπειρος περί των εγκαινίων, ιδανικός για… ποδαρικό. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου δεν αρνείται τίποτα από τα παραπάνω. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Και τώρα έρχεται άλλο ένα ως επιστέγασμα, τα εγκαίνια της Κεντρικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου. Ύστερα από οκτώ χρόνια σιωπής, ανανεωμένη, τεχνικά υπερσύγχρονη, γεμάτη μνήμες και θεατρικές προτάσεις, η Κεντρική Σκηνή της πρώτης κρατικής μας σκηνής υποδέχεται τους θεατές στο εκ βάθρων ανακαινισμένο κτίριο Τσίλερ, ένα εξαίρετο νεοκλασικό κτιριακό συγκρότημα, χτισμένο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, στην Αγίου Κωνσταντίνου, στο κέντρο της Αθήνας. Τα εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν στις 14 Οκτωβρίου, με το «Πουθενά» του Δημήτρη Παπαϊωάννου, ένα έργο που αξιοποιεί απογυμνωμένους τους καινούργιους μηχανισμούς της Κεντρικής Σκηνής (τα επίσημα εγκαίνια έχουν προγραμματιστεί για τις 23 Οκτωβρίου). Το «Πουθενά» (διάρκειας μισής ώρας, θα παρουσιάζεται δύο φορές την ημέρα), είναι ένα έργο για τον χώρο της θεατρικής σκηνής. Τον χώρο-μηχανή που μεταβάλλεται διαρκώς και καθορίζεται από την ανθρώπινη παρουσία, για να σημαίνει αμέτρητους τόπους, ενώ έχει σχεδιαστεί για να είναι μη τόπος. Αυτός ο χώρος, αυτό το «Πουθενά», δεν βρίσκεται απέναντι από τους ανθρώπους. Τους εμπεριέχει ή καλύτερα τον εμπεριέχουν. Γι’ αυτό δεν αισθάνονται να ασφυκτιούν, δεν αισθάνονται εγκλωβισμένοι σε αυτό το «Πουθενά». «Δεν είναι περισσότερο φυλακισμένοι απ’ όσο είμαστε φυλακισμένοι από τις προκαταλήψεις μας, τις επιθυμίες μας, απ’ όσο είμαστε στην εργασία μας. Δεν είναι περισσότερο ελεύθεροι να ονειρεύονται απ’ όσο εμείς και νομίζω ότι υπάρχει σαφέστατα η αίσθηση ότι θα μπορούσε να βγει κανείς από εκεί, αλλά όποια πόρτα και αν ανοίξει θα είναι πάλι μηχανή» εξηγεί ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, υπεύθυνος για τη σύλληψη και τη σκηνοθεσία. Είκοσι έξι ερμηνευτές μετρούν και αναμετριούνται με τις διαστάσεις και δυνατότητες του χώρου, σε μια ειδικά σχεδιασμένη παράσταση που δεν θα μπορεί να παρουσιαστεί πουθενά αλλού. Η παράσταση είναι μια «σκέψη, μια πρόταση για το πώς ένας χώρος “μηδέν” ανοίγει διαρκώς, φέροντας δυνατότητες για τα πάντα… Είναι η δική μας ποιητική απόπειρα πάνω σε αυτή τη θεματική» σχολιάζει ο ίδιος, για να προσθέσει πως «πρωτοπατώντας την ανακαινισμένη Κεντρική

Σκηνή» ελπίζει «να καταφέρουμε να ελευθερώσουμε τη φαντασία προς όσο το δυνατόν περισσότερες κατευθύνσεις, με όσο το δυνατόν λιγότερα υλικά». Το «Πουθενά» ακολούθησε τα χνάρια του «2», τουλάχιστον στην προετοιμασία του. Δηλαδή «γράφτηκε» στις δοκιμές. Με τη βοήθεια συνεργατών και ερμηνευτών ο σκηνοθέτης πρότεινε μια σειρά από αντιμετωπίσεις, από τις οποίες επέλεξε, συνέθεσε και έφτασε στο τελικό αποτέλεσμα: ένα έργο, το οποίο ανοίγει σε παράλληλα επίπεδα ανάγνωσης, με κεντρομόλο την ίδια τη θέση του κοινού απέναντι στην παράσταση, τη φύση του ορίου της αυλαίας και της πλατείας. Τα επίπεδα της ανάγνωσης είναι αρκετά αφηρημένα και άπτονται μάλλον μιας υπαρξιακής αναζήτησης. «Ξεκινήσαμε με όρους τη μέτρηση της σκηνής με τα ανθρώπινα σώματα και την αναμέτρηση των ανθρώπινων σωμάτων με τις δυνατότητες της μηχανής της σκηνής». Στη συνέχεια, σκηνοθέτης, συντελεστές και ερμηνευτές άρχισαν να παίζουν με την οπτική γωνία, αλλά και με τη σχέση θεατών και ερμηνευτών. Το αποτέλεσμα επί σκηνής. Μιας σκηνής ευέλικτης, λειτουργικής και μοντέρνας, που τίποτα δεν θυμίζει τον παλιό της εαυτό, τότε που λειτούργησε για τελευταία φορά, το 2001. Σχεδόν διπλασιάστηκε (πλάτος 17,60 μ., βάθος 21,40 μ., 25 μ. ύψος), εκσυγχρονίστηκε πλήρως, απέκτησε τελευταίας τεχνολογίας ηλεκτρονικό, μηχανολογικό, οπτικοακουστικό εξοπλισμό. Με περιστροφική σκηνή, με πλευρικό χώρο που απομονώνεται, με καταπακτές που ανεβάζουν και κατεβάζουν βαγόνια βάρους έως πέντε τόνων, με ράγες, αναβατόρια, δυνατότητα μεταφοράς και εναλλαγής σκηνικών ανάλογα με τις σκηνογραφικές απαιτήσεις κάθε παραγωγής, υποσκήνιο σε βάθος, το Εθνικό Θέατρο διαθέτει την Κεντρική Σκηνή που αξίζει σε ένα σημερινό θέατρο με κύρος. Η προσθήκη του υπερσύγχρονου πύργου σκηνής (εξωτερικά στα χνάρια του παλιού, εσωτερικά ένα πανύψηλο μεταλλικό… εργοστάσιο) αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική συνάντηση δύο κόσμων, με διαχωριστική γραμμή την αυλαία. Πίσω από την αυλαία, εκεί όπου το μάτι του θεατή δεν μπορεί να δει, υψώνονται το «εργοστάσιο» με τρεις (καθ’ ύψος) γαλαρίες και τροχαλιοστάσιο με τους μηχανισμούς ανάρτησης σκηνικών. Μπροστά από την αυλαία βρίσκεται η πλατεία των 650 θέσεων, με τα ξύλινα καθίσματα ντυμένα κόκκινο βελούδο, τους ημικυκλικούς εξώστες με τα χρυσά ξυλόγλυπτα, τον ρόδακα με τους ερωτιδείς στην οροφή

και τον εντυπωσιακό κρυστάλλινο πολυέλαιο. Ο γλυπτός φυτικός διάκοσμος πάνω από την μπούκα της σκηνής, έργο λεπτότητας και φινέτσας, αποκαλύφθηκε με την ανακαίνιση και συντηρήθηκε πλήρως. Άλλωστε όλα τα στοιχεία έχουν συντηρηθεί ή αποκατασταθεί πλήρως, με τη λογική ότι η αίθουσα ξαναβρίσκει την πολυτέλεια και την αίγλη της αλλά διατηρεί απόλυτα τη φυσιογνωμία της. Για την ιστορία αναφέρουμε ότι η ανέγερση του κτιρίου της Κεντρικής Σκηνής άρχισε το 1891 αλλά το 1895 οι εργασίες διακόπηκαν προσωρινά λόγω οικονομικών δυσχερειών, καθώς τα χρήματα που προορίζονταν για την ολοκλήρωση του θεάτρου (δωρεά του ομογενούς Στέφανου Ράλλη) απορροφήθηκαν για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896. Μετά την επανέναρξη των εργασιών ο αρχιτέκτονας Τσίλερ (που είχε σχεδιάσει το έργο), σε βάρος της ποιότητας της κατασκευής, δεν συνέχισε την επίβλεψη των εργασιών. Το κτίριο του θεάτρου ολοκληρώθηκε το φθινόπωρο του 1901 με δωρεές άλλων ομογενών και κρατική επιχορήγηση. Τα επίσημα εγκαίνια έγιναν στις 24 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Λειτούργησε ως επίσημο Βασιλικό Θέατρο με προσκλήσεις μέχρι το 1908, οπότε δόθηκε σε κοινή χρήση και μετονομάστηκε σε Εθνικό Θέατρο. Έναν αιώνα και πλέον άντεξε το νεοκλασικό της Αγίου Κωνσταντίνου, από τα πιο αξιόλογα μνημειακά σύνολα του 19ου αιώνα που οικοδομήθηκαν στο κέντρο της πόλης, αλλά μετά τον σεισμό του 1999 (οι ζημιές από τον σεισμό του 1981 αποκαταστάθηκαν τοπικά χωρίς να γίνει ολοκληρωμένη στατική αντιμετώπιση) υπέστη επιπλέον ρηγματώσεις σε περιμετρικούς και εσωτερικούς τοίχους και κρίθηκε αναγκαία η αναστολή λειτουργίας των χώρων της Κεντρικής Σκηνής. Ύστερα από οκτώ χρόνια η Κεντρική Σκηνή του Εθνικού είναι έτοιμη να υποδεχθεί ξανά το κοινό. «Πουθενά» του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Σύλληψη Σκηνοθεσία: Δημήτρης Παπαϊωάννου. Μουσική σύνθεση - ηχητικός σχεδιασμός: Coti K. Σκηνικός σχεδιασμός: Ζάφος Ξαγοράρης. Κοστούμια: Θάνος Παπαστεργίου. Ερμηνευτές: Νίκος Δραγώνας, Ευριπίδης Λασκαρίδης, Κωνσταντίνος Μαραβέλιας, Ευαγγελία Ράντου κ.ά. Εθνικό Θέατρο (Κεντρική Σκηνή). Προγραμματισμένη πρεμιέρα: 14 Οκτωβρίου.

i


14/38

Ν έες εκδόσεις

Του Ξενοφώντα Μπρουντζάκη [xenofob@gmail.com]

Βλάντισλαβ Μπάγιατς Ο Μέγας Αλέξανδρος στη γη των Κελτών Ο Δρυίδης από τη Σιγγιδώνα Μετάφραση: Μαρία Κεσίνη Εκδόσεις Κέδρος Σελ. 384 Ο συγγραφέας του ελληνικού ενδιαφέροντος αναγνώσματος προσπαθεί να ερμηνεύσει την πολύπλοκη φύση του Μεγάλου Αλεξάνδρου μέσω ενός Δρυίδη. Θα περίμενε κανείς αυτό το μυθιστορηματικό θέμα να απασχολούσε περισσότερο έναν γάλλο συγγραφέα παρά έναν βαλκάνιο Σέρβο. Η απόκτηση της φήμης την εποχή εκείνη δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Το κατόρθωμα πρέπει να ήταν τόσο μεγάλο που να έπαιρνε διαστάσεις μυθικές. Ο νεαρός Αλέξανδρος για να κατακτήσει τη φήμη του –πέρα από την Αυτοκρατορία– αναμετρήθηκε με τον μυθικό Αχιλλέα. Και ο καθένας μας μπορεί να φανταστεί το πόσο δύσκολο είναι να τα βάλεις με έναν μύθο. Η φήμη του Αλέξανδρου λοιπόν έτρεχε γρηγορότερα από τα στρατεύματά του, τα οποία προέλαυναν κατακτώντας τη μια πόλη μετά την άλλη. Στην κορυφή αυτού του ξέφρενου καλπασμού, που ξεπερνούσε πλέον τα όρια της φαντασίας, βρισκόταν ο νεαρός Αλέξανδρος, που το μόνο το οποίο του έμενε να αντιμετωπίσει, καθώς όλα έδειχναν, ήταν ο εαυτός του και η θνητή του φύση. Ο δάσκαλός του, ο σοφός Αριστοτέλης, τον είχε προειδοποιήσει όταν του έλεγε ότι τα άστρα ξοδεύονται από την υπερβολική τους χρήση. Ο Δρυίδης Γιόαν Μπέρκλιεν είναι ο πνευματικός ηγέτης μιας φυλής Κελτών, ο οποίος θα συνδεθεί φιλικά με τον νεαρό στρατηλάτη για να αναδειχθεί, ταυτόχρονα με την ανθρώπινη σχέση, μια σειρά φιλοσοφικών προβληματισμών σχετικά με την ύπαρξη, το θείο και τα όρια ανάμεσα στον πολιτισμό και τη βαρβαρότητα. Ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην προσωπικότητα του Αλέξανδρου για να αντιπαραθέσει την ιστορική αλήθεια με την ατομική.

Το χρώμα του χρόνου Λαύριο - Εικόνες βιομηχανικής μνήμης Φωτογραφίες: Γιάννης Ιακωβίδης Επιστημονική έρευνα κείμενα: Γιώργος Ν. Δερμάτης Εκδόσεις Τόπος Σελ. 192

Salim Bachi Σκοτώστε τους όλους

Ζίγκμουντ Μπάουμαν Ρευστοί καιροί

Μετάφραση: Κατερίνα Γούλα Εκδόσεις Νεφέλη Σελ. 140

Η ζωή στην εποχή της αβεβαιότητας Μετάφραση: Κωνσταντίνος Γεώρμας Εκδόσεις Μεταίχμιο Σελ. 192

Διαβάζοντας κανείς το μυθιστόρημα αυτό, γραμμένο από έναν Αλγερινό που ζει στη Γαλλία, έρχεται σε επαφή με μιαν άλλη λογική, έναν άλλο πολιτισμό, έναν εκ διαμέτρου αντίθετο κόσμο. Αυτό που συνέβη την 11η Σεπτεμβρίου 2001 είναι γνωστό ανά τον πλανήτη. Στο βιβλίο επιχειρείται μια ανάπλαση των τελευταίων στιγμών που ζει ο ένας από τους καμικάζι που κάρφωσε το αεροπλάνο πάνω στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου της Νέας Υόρκης. Είναι γνωστό ότι στην ιστορία το διαφορετικό γεννά συγκρούσεις και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πέρα από τα ζωτικά συμφέροντα συγκρούονται και δυο αντιλήψεις ζωής. Οι τελευταίες στιγμές του καμικάζι βασίζονται ακριβώς πάνω σ’ αυτή την ανάγκη να πεισθεί ο ίδιος για το δίκιο του. Ποιο Δίκαιο ωστόσο στέκει πάνω από την ίδια τη ζωή, δηλαδή καθορίζει την ύπαρξή της ή την ανυπαρξία; Αυτό του πολέμου. Μόνο με όρους πολεμικής σύγκρουσης γίνεται δεκτή μια τέτοια λογική. Η απορία ωστόσο που μπορεί να γεννηθεί είναι ότι με την προϋπόθεση ότι αίρονται όλες εκείνες οι αδικίες του Δυτικού κόσμου σε βάρος της Ανατολής, γιατί η Δύση πρέπει να δέχεται στην επικράτειά της την επιβολή πολιτισμικών συμπεριφορών οι οποίες παραβιάζουν κατάφωρα τις κατακτήσεις της και τις δικές της πολιτισμικές αντιλήψεις; Παρακολουθώντας τις τελευταίες σκέψεις του καμικάζι, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να προχωρήσει πέρα από τα συγκεκριμένα γεγονότα και να έρθει αντιμέτωπος με το αν και κατά πόσο μπορούν να συνυπάρξουν –κι αν αυτό το υπαγορεύει κάποιο Δίκαιο ή κάποια λογική κι όχι προκύπτουσες αναγκαιότητες– δυο τόσο διαφορετικοί πολιτισμοί; Ή, με άλλα λόγια, γιατί είναι δίκαιο να μην μπορεί να ανοίξει ένα αμέρικαν μπαρ στην Τεχεράνη, όπου τα ποτά να ρέουν σε αφθονία και ν’ αλωνίζουν οι ξανθιές και να είναι δίκαιο να επιβάλλει τη σαρία ένας μουσουλμάνος στη Νέα Υόρκη;

Η νοσταλγία μετρά πάντα ανάποδα, παγιδεύει τον χρόνο, δεν τον αφήνει ανεξέλεγκτο να τρέχει, παρασύροντάς μας στη φθορά… του μέλλοντος! Ο χρόνος της νοσταλγίας δεν γεννά τον φόβο, αντίθετα η ανάμνηση θαρρείς πως στρώνει ένα μελαγχολικό πέπλο στη μνήμη των ανθρώπων. Τα ίχνη του χρόνου μας συγκινούν σαν τη μέρα που μόλις πέρασε και τη νιώθουμε να φεύγει, ν’ απομακρύνεται. Σ’ αυτό το σημείο, η τέχνη της φωτογραφίας χρωστά πολλά στη γοητεία που ασκεί. Είναι που συλλαμβάνει το βύθισμα του παρόντος στον πίσω χρόνο. Ακινητοποιεί τη στιγμή, την καθιστά εσαεί παρούσα. Ένα απίστευ-

Ένα καταιγιστικό βιβλίο που μιλά για το παρόν ενός κόσμου που έχει κλειστεί έντρομος στον εαυτό του, καλλιεργώντας έναν θλιβερό στη μιζέρια του και συνάμα χυδαίο ατομικισμό, στα όρια της βαρβαρότητας. Πρόκειται για μια υπαναχώρηση του πολιτισμού, με τον τρόπο που εφαρμόστηκε η πιο αηδιαστική ιδέα της παγκοσμιοποίησης, η οποία σάρωσε τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη. Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας βάζει στο μικροσκόπιο τα επίχειρα της παγκοσμιοποίησης. Αυτής δηλαδή που ευθύνεται για τη δημιουργία ενός δίχως τύχη μεταναστευτικού κύματος, για τον κατακερματισμό των πόλεων προς όφελος της ιδιωτικής άπλας που επεκτείνεται σε βάρος των δημόσιων χώρων, για τη μετάλλαξη των πολιτών σε καταναλωτικές μηχανές, για τη θεοποίηση της αγοράς η οποία αναδείχθηκε σε υπέρτατη αξία, μια ανέγγιχτη θεότητα, για τη βάναυση υπονόμευση του εθνικού κράτους, για την απαξίωση του κοινωνικού κράτους προς χάριν ανάλγητων ιδιωτών, για τη θεοποίηση της «ατομικής ευθύνης». Πρόκειται για ένα ανάγνωσμα-καταπέλτη ενάντια στη συγκρότηση ατομικών ουτοπιών, ενάντια στη συνεχή καλλιέργεια της ανασφάλειας και του φόβου από μια σειρά πολιτικών και επιχειρηματιών, οι οποίοι ελέγχουν τα ΜΜΕ προβάλλοντας αποκλειστικά τα προσωπικά τους συμφέροντα σε βάρος του δημόσιου. Το βιβλίο έχει σαν στόχο να συνδράμει τον αποσβολωμένο από τα ΜΜΕ πολίτη, καθώς παραζαλισμένος από τον προπαγανδιστικό τυφώνα της «ιεράς» παγκοσμιοποίησης προσπαθεί να συγκροτήσει την πολιτική του ταυτότητα. Ο Μπάουμαν ωστόσο γίνεται μάλλον αντιφατικός και αμήχανος όταν προτείνει λύσεις και διεξόδους από τον λαβύρινθο της παγκοσμιοποίησης. «Πρέπει να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι δεν είναι κόλαση, μέσα στην κόλαση της παγκοσμιοποίησης!».

το παρελθόν ταυτισμένο με έναν τόπο, το Λαύριο, ξαναζωντανεύει στη μνήμη μας περασμένο με την πατίνα του χρόνου. Τόποι, αρχαίες πέτρες, μηχανές, πρόσωπα μέσα στην αιώνια σκόνη των μεταλλείων. Από εκείνα τα χώματα ξεσηκώθηκαν πόλεμοι αληθινοί, πάνω τους μάτωσαν ανθρώπινες ζωές του παρελθόντος, ανατράφηκαν πόλεις, έζησαν άνθρωποι, κινήθηκαν μηχανές, γεννήθηκαν ιδεολογίες. Οι φωτογραφίες του Γιάννη Ιακωβίδη αποτυπώνουν εκείνη την εντύπωση που αφήνει ο χρόνος στο πέρασμά του, ένα χρώμα μελαγχολικό, κουρασμένο, αμήχανο στο φως μα έντονα ζωντανό. Φωτογραφίζει έναν αρχαίο τόπο

της αττικής γης, έναν τόπο σταθερό που ποζάρει μέσα στα χρόνια, εστιάζοντας στα βιομηχανικά κτίρια και στα μηχανήματα που ωθούσαν τους ανθρώπους προς το μέλλον, απίθανες μαρτυρίες ενός κόσμου δημιουργικού που πάλευε με τη ζωή. Ο Ιακωβίδης μέσα από καθαρές φωτογραφίες αποκαλύπτει το παρελθόν με τα σημάδια της φθοράς, συγκινείται από τα χρώματά της και υπονοεί τη βαθύτητα μέσα από την ακμή και την παρακμή μιας εποχής, η οποία άνθισε και ξεπεράστηκε από τη δική της ορμή.

Ulrich Baer (Ανθολόγηση) Η σοφία του Ρίλκε Μετάφραση: Αλεξάνδρα Νικολακοπούλου Εκδόσεις Πατάκη Σελ. 416 Παλαιότερα ο κόσμος αλληλογραφούσε, ειδικότερα δε οι ποιητές, είτε μεταξύ τους είτε με ανθρώπους που υπολήπτονταν, κι έτσι ο επιστολιμιαίος τους λόγος κάθε άλλο παρά πρόχειρος ή ελαφρός ήταν. Η αλληλογραφία μάλιστα διαφέρει ριζικά από το κείμενο εκείνο που προορίζεται για δημοσίευση. Πρόκειται για μια πιο προσωπική και αποκαλυπτική μορφή γραφής, καθώς προορίζεται για αυστηρά προσωπική χρήση. Ο ανθολόγος του τόμου είχε την ιδέα να συλλέξει αποστάγματα της σοφίας του ποιητή μέσα από την αλληλογραφία του. Ο Ρίλκε, ο οποίος γεννήθηκε στην Πράγα το 1875, άφησε πίσω του ένα από τα σημαντικότερα ποιητικά έργα της σύγχρονης εποχής, ασκώντας μεγάλη επίδραση, όχι μόνο στη γερμανόφωνη ποίηση αλλά και στην παγκόσμια. Η αλληλογραφία στην εποχή του ποιητή ήταν ένα μέσο επικοινωνίας και ανταλλαγής απόψεων, ταυτόχρονα με μια καθημερινή σχεδόν άσκηση, τόσο στη σκέψη όσο και στη γλώσσα. Γράφει κάπου στη μακροσκελή του εισαγωγή ο ανθολόγος: «Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας περιέχει τα λόγια εκείνα που ο Ρίλκε ήθελε να χρησιμοποιηθούν στη ζωή και για τη ζωή». Ο Ρίλκε, άνθρωπος με αξεπέραστη βαθύτητα, αποκαλύπτεται μέσα από την αλληλογραφία του, της οποίας η ανάγνωση μας παραδίδει πολλαπλά μαθήματα: ότι μπορεί να είναι το ίδιο συγκλονιστικό το αίσθημά της όσο και αυτό του κέρδους που αποκομίζουμε απ’ αυτήν. Σύντομα κείμενα, χωρισμένα σε θεματικές ενότητες, συγκροτούν έναν οδηγό προσπέλασης στον ποιητή και στη ζωή του με τις πολλές της όψεις.


CINE Π Ο ΝΤΙ ΚΙ

ΠΟΝΤΙΚΙart 8-14.10.09

Του Γιώργου Ν. Κορωναίου

Ραγισμένες αγκαλιές Μπορεί να μην είναι η καλύτερη ταινία στη λαμπρή καριέρα του Πέδρο Αλμοδοβάρ, όμως οι «Ραγισμένες αγκαλιές» είναι πέρα από κάθε αμφιβολία μια από τις πιο σύνθετες, πολυεπίπεδες και «αυτοβιογραφικές». Με τον δημιουργό της, στα 59 του χρόνια, έτοιμο να κοιτάξει πίσω πριν προχωρήσει ξανά μπροστά, το φιλμ είναι τόσο μια ακόμη ιστορία αγάπης όσο κι ένα ερωτικό γράμμα στο ίδιο το σινεμά. Γεμάτη ανατροπές, μυστικά, φλας μπακ και εκπλήξεις, η ιστορία του φιλμ ξεκινά στο παρόν συστήνοντάς μας τον κεντρικό ήρωα, έναν τυφλό σεναριογράφο που ακούει στο όνομα Χάρι Κέιν, ψευδώνυμο που πήρε όταν έχασε την όρασή του σε ένα αυτοκινητιστικό και εγκατέλειψε την προηγούμενη καριέρα του ως σκηνοθέτης. Τα νέα του θανάτου του Ερνέστο Μαρτέλ, ενός αδίστακτου τραπεζίτη και κάποτε παραγωγού μιας από τις ταινίες του, αποτελούν την αφορμή για μια επιστροφή στο παρελθόν, εκεί όπου η τότε ερωμένη του Μαρτέλ κερδίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία του Χάρι Κέιν και μεταξύ τους αναπτύσσεται γρήγορα μια ερωτική σχέση. Το πάθος, η ζήλια, η αληθινή ζωή και το σινεμά, οι διπλές ταυτότητες, το φως και το σκοτάδι, η αλήθεια και το ψέμα θα μπλεχτούν αξεδιάλυτα στην οθόνη, σε μια ιστορία που ακολουθεί μια απολαυστικά ξέφρενη πορεία μέχρι το φινάλε της. Κι όλα όσα λαμβάνουν χώρα στην οθόνη αφήνουν ελάχιστο χρόνο στα μάτια ή το μυαλό για να αδιαφορήσει ή να βαρεθεί. Αντίθετα από άλλες ταινίες του Πέδρο, οι απολαύσεις αποδεικνύονται περισσότερο εγκεφαλικές και πολύ λιγότερο συναισθηματικές. Οι «Ραγισμένες αγκαλιές» είναι μια ταινία που παρακολουθείς με εγρήγορση και απολαμβάνεις αισθητικά (όπως πάντα κάθε πλάνο είναι άψογο), αλλά συγχρόνως κι ένα φιλμ που κάνει δύσκολο το να παθιαστείς μαζί του και να παρασυρθείς στη συναισθηματική δίνη των ηρώων του. Μια ταινία που μπορείς να εκτιμήσεις αλλά όχι να λατρέψεις, ένα φιλμ που μπορεί να αγαπήσεις αλλά όχι και να το ερωτευτείς. Σκηνοθεσία: Πέδρο Αλμοδοβάρ. Πρωταγωνιστούν: Πενέλοπε Κρουζ, Λουίς Χομάρ, Χοσέ Λουίς Γκόμεζ, Μπλάνκα Πορτίγιο κ.ά. Χώρα: Ισπανία. Διάρκεια: 128΄

Παραδόξως μετρημένη –μόνο έξι ταινίες στις αίθουσες– και αρκούντως ενδιαφέρουσα η παρούσα εβδομάδα προσφέρει δύο από τις καλύτερες ταινίες του περασμένου Φεστιβάλ των Καννών. Οι «Ραγισμένες αγκαλιές» του Πέδρο Αλμοδοβάρ κλέβουν την παράσταση, αλλά και ο «Χρόνος που απομένει» του Ελία Σουλεϊμάν αξίζει σαφέστατα την προσοχή σας.

τότητα της διακυβέρνησης σε περίπτωση θανάτου του βασιλιά Ουίλιαμ, ο οποίος δεν είχε άλλους κληρονόμους. Γρήγορα όμως το κέντρο βάρους της ιστορίας μετατοπίζεται στη σχέση της με τον νεαρό πρίγκιπα του Βελγίου, η οποία παραμένει ειλικρινής παρά τα πολιτικά παιχνίδια που μαίνονται γύρω και πάνω στους δυο νεαρούς ερωτευμένους. Το φιλμ δίνει χώρο στην ερωτική τους ιστορία, εκσυγχρονίζοντας όσο χρειάζεται τη σχέση τους, αλλά κοιτάζοντας και πίσω από τα παρασκήνια στις σχεδόν σκακιστικές κινήσεις του διψασμένου για εξουσία περιβάλλοντός τους. Καλοφτιαγμένο και με αξιοπρόσεκτες ερμηνείες από τους νεαρούς χαρισματικούς πρωταγωνιστές του, το φιλμ του Καναδού Ζαν-Μαρκ Βαλέ μπορεί να μην πηγαίνει πέρα από τους περιορισμούς του υλικού του και τις προθέσεις δημιουργίας μιας ευπρόσωπης ταινίας για ένα πλατύ κοινό, αλλά παραδίδει μια κομψή και ραφιναρισμένη ιστορία για τους ανθρώπους πίσω από την Ιστορία. Σκηνοθεσία: Ζαν-Μαρκ Βαλέ. Πρωταγωνιστούν: Έμιλι Μπλαντ, Ρούπερτ Φρεντ, Πολ Μπέτανι, Τζιμ Μπρόαντμπεντ κ.ά. Χώρα: Μεγάλη Βρετανία. Διάρκεια: 104΄

Η γυμνή αλήθεια

«Ραγισμένες αγκαλιές» / «Ο χρόνος που απομένει»

Ο χρόνος που απομένει Σχεδόν τίποτα δεν είναι όπως θα περιμένατε από μια ταινία για το Παλαιστινιακό, αλλά όλα μοιάζουν με όσα μας έχει συνηθίσει ο Ελία Σουλεϊμάν, ο οποίος στην καινούργια του ταινία μιλά και πάλι για τα άλυτα προβλήματα ανάμεσα στους Άραβες και τους Εβραίους, μέσα από την ιστορία της οικογένειάς του, από το 1948 μέχρι και σήμερα. Δίνοντας χώρο σε στιγμές προσωπικές και αφήνοντας την Ιστορία να πλανάται σαν μυρωδιά ή σκιά στο περιθώριο του φιλμ, ο Σουλεϊμάν διαποτίζει την ιστορία του με το γνώριμο α λα Ζακ Τατί κωμικό του ύφος και εξισορροπεί με μαεστρία το χιούμορ με τη συγκίνηση και τις σκληρές στιγμές με δόσεις σουρεαλισμού, υφαίνοντας με τρόπο σχεδόν θαυμαστό μια τοιχογραφία του προβλήματος μέσα από ανεπαίσθητες προσωπικές στιγμές. Το φιλμ, χωρισμένο σε βινιέτες, μικρές ιστορίες που η καθεμιά διαρκεί περίπου είκοσι λεπτά, ξεκινά με την εισβολή των Εβραίων στην Παλαιστίνη και τελειώνει με την επιστροφή του ήρωα στο πατρικό

39/15

Μια παραγωγός ενός βαρετού και όχι ακριβώς πετυχημένου τηλεοπτικού σόου αναγκάζεται να ανεχτεί την παρουσία ενός αθυρόστομου και χοντροκομμένου παρουσιαστή, του οποίου η ρουμπρίκα «Η γυμνή αλήθεια» ανεβάζει κατακόρυφα τις θεαματικότητες της εκπομπής της. Την ίδια στιγμή, οι δυο τους δείχνουν να αντιπαθούν τόσο πολύ ο ένας τον άλλο, σε αυτή τη ρομαντική κωμωδία που δεν θα μπορούσε να είναι πιο πιστή στη χολιγουντιανή συνταγή για το τι κάνει ένα τέτοιο φιλμ πετυχημένο. Ακόμη κι έτσι όμως, η ταινία του Ρόμπερτ Λούκετιτς έχει αρκετό χιούμορ ώστε να πετυχαίνει τις απόλυτα προβλέψιμες καταστάσεις της να λειτουργήσουν, ενώ η χημεία ανάμεσα στους δυο γοητευτικούς πρωταγωνιστές της δουλεύει από την πρώτη στιγμή. Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Λούκετιτς. Πρωταγωνιστούν: Κάθριν Χάιγκλ, Τζέραρντ Μπάτλερ, Έρικ Γουίντερ, Μάικλ Χίγκινς κ.ά. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 95΄

ΑΚΟΜΗ

του σπίτι. Κυλά με τρυφερότητα, χαμόγελα και δάκρυα και πετυχαίνει όλες τις σωστές νότες δίχως ούτε μια στιγμή να χρειαστεί να ανεβάσει τους τόνους ή να γίνει δραματική, ξεκάθαρα πολιτική ή διδακτική. Η Ιστορία, σαν να λέει ο Σουλεϊμάν, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια συλλογή μικρών προσωπικών στιγμών που ρίχνουν σκιά και που τις κάνει να δείχνουν μεγάλες, και η αλήθεια της σκέψης του γίνεται φανερή με τον πιο έξυπνο και διακριτικό τρόπο στη θαυμάσια αυτή ταινία του. Σκηνοθεσία: Ελία Σουλεϊμάν. Πρωταγωνιστούν: Ελία Σουλεϊμάν, Σαλέ Μπακρί, Λέιλα Μουαμάρ, Γιασμίν Χατζ. Χώρα: Γαλλία. Διάρκεια: 110΄

The Young Victoria Τα νεανικά χρόνια της Βασίλισσας Βικτωρίας και ο έρωτάς της για τον πρίγκιπα Άλμπερτ του Βελγίου κινηματογραφούνται με παλιομοδίτικη προσοχή στη λεπτομέρεια, αλλά και φρέσκια ματιά στην Ιστορία και τις πολιτικές προεκτάσεις. Το ζητούμενο εδώ όμως είναι πρώτα απ’ όλα μια βασιλική ερωτική ιστορία, με όλη τη λάμψη και την πολυπλοκότητα που αυτή συνεπάγεται. Το φιλμ ξεκινά στα 1837, πριν την ενηλικίωση της Βικτωρίας, σκιαγραφώντας τον χαρακτήρα της και αφήνοντας αιχμές για τη μετέπειτα εξέλιξή της μέσα από τη σθεναρή αντίστασή της να παραχωρήσει στη μητέρα της και τον αδίστακτο εραστή της τη δυνα-

Once in a Lifetime, της Νικόλ Αλεξανδροπούλου. Ντοκιμαντέρ για τον Γιάννη Πετρίδη, μυθική προσωπικότητα του ελληνικού ραδιοφώνου, που δυστυχώς δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το αν θέλει να είναι προσωπογραφία, ιστορία της ροκ ή της ελληνικής πραγματικότητας των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών. Ερασιτεχνικό στην τεχνική του πλευρά, δίχως κέντρο βάρους και ξεκάθαρη ματιά, χαραμίζει μια μοναδική ευκαιρία να αντλήσει όλα τα παραπάνω από έναν άνθρωπο που τα γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα. Αμήχανο απέναντι στον Πετρίδη και την ιστορία του, χαραμίζει χρόνο σε άσχετους σχολιαστές, των οποίων οι περισσότερες απόψεις θα έπρεπε να κοπούν στο μοντάζ, και σε ανόητες ερωτήσεις που δεν προσφέρουν έδαφος για αληθινά ενδιαφέρουσες απαντήσεις. Η νύχτα με τις μάσκες, του Ρομπ Ζόμπι. Σίκουελ στο ριμέικ της πρωτότυπης ταινίας του Τζον Κάρπεντερ. Μόνο για μανιασμένους φαν του τρόμου ή για μαθητές γυμνασίου σε κοπάνα.


16/40

ΣΥΝ ΠΛΗΝ

+

Ολοταχώς προχωρούν προς τη διοργάνωση μιας εβδομάδας ελληνικού κινηματογράφου οι «αντάρτες» των Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη, καθώς παραμένουν αποφασισμένοι να μην προβάλλουν τις ταινίες τους στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Αν η καινούργια κυβέρνηση δεν αλλάξει άμεσα κάτι στο παγιωμένο σκηνικό του ελληνικού σινεμά ψηφίζοντας γρήγορα τον νέο νόμο ή δεν δεσμευτεί να το κάνει, η Θεσσαλονίκη θα μείνει χωρίς ταινίες, προς μεγάλη χαρά των Αθηναίων θεατών που θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν πρώτοι τη νέα ελληνική παραγωγή τις πρώτες μέρες του ερχόμενου Νοεμβρίου.

+

Δεν ήταν μόνο οι Νύχτες Πρεμιέρας που ευνοήθηκαν από την απόφαση των ελλήνων σκηνοθετών να μην προβάλλουν τις ταινίες τους στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τώρα και το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου μπαίνει στον χορό των ελληνικών ταινιών προβάλλοντας τόσο το «Guilt» του Βασίλη Μαζωμένου, όσο και τη «Χρυσόσκονη» της Μαργαρίτας Μαντά. Δρυός πεσούσης…

+

Στη Νόνικα Γαληνέα γιατί ξέρει από πρεμιέρες. Αν βρεθήκατε στην πρεμιέρα της «Εκατομμυριούχου» του Μπέρναρντ Σο στο Μέγαρο Μουσικής ξέρετε τι εννοούμε: Κάμερες, φωτογράφοι, μικρόφωνα. Όλη η «καλή κοινωνία» έδωσε το παρών. Κοσμικοί πρώτης γραμμής. Άλφα άλφα. Όχι κάτι τηλεσούργελα που γεμίζουν άλλες επίσημες.

+

Στην καινούργια Ταινιοθήκη αποκτά μόνιμη στέγη και το Φεστιβάλ Πειραματικού Κινηματογράφου που διοργανώνεται για 6η χρονιά από 12 έως 20 Οκτωβρίου. Ενδιαφέρον και τολμηρό στις επιλογές του, και φέτος λιγότερο ερμητικό στην εμμονή του σε ένα «μη φιλικό προς τον θεατή» σινεμά, προβάλλει ως μια ενδιαφέρουσα εναλλακτική σε ένα κινηματογραφικό τοπίο μάλλον επίπεδο και βαρετό.

+

Στον συγγραφέα παιδικών βιβλίων και καθηγητή Εγκληματολογίας Ευγένιο Τριβιζά, ο οποίος επέλεξε τον πατριάρχη των ελλήνων τραγουδοποιών Διονύση Σαββόπουλο για να δανείσει τη φωνή του σε ένα καχεκτικό δέντρο που ζητά να το στολίσουν σαν Χριστουγεννιάτικο. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα της ταινίας «Ένα δέντρο μια φορά», που θα μεταδοθεί τον Δεκέμβριο από την ΕΡΤ. Δύο εμπειρότατοι «παραμυθάδες» συνεργάζονται σε μια πολλά υποσχόμενη ταινία κινουμένων σχεδίων.

Όγδοη η Πέμη Ζούνη στην Α΄ Αθήνας, εκλέγεται βουλευτής με το ΠΑΣΟΚ. Ένατη η Άννα Βαγενά, δεν εκλέγεται. Μεταξύ σοβαρού και ελαφρού θεάτρου, οι ψηφοφόροι επέλεξαν το δεύτερο.

Στη Νόνικα Γαληνέα. Όχι γιατί δεν διαθέτει λάμψη και φινέτσα επί σκηνής. Ούτε γιατί υστερεί σε κίνηση και παρουσία. Και λυγερόκορμη και στυλάτη ήταν ως «Εκατομμυριούχος». Αλλά γιατί οι τουαλέτες, τα καπέλα, οι γούνες και τα φτερά κάνουν τη Νόνικα. Ο ρόλος, η Επιφάνεια Σατράπη ντι Πάρεργα πού ήταν;

Στον Σωτήρη Χατζάκη γιατί ως σκηνοθέτης όφειλε να διαχειριστεί καλύτερα το υλικό του στην «Εκατομμυριούχο». Η μουσική και τα τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη υπερίσχυσαν της πρόζας, το κείμενο εξαφανίστηκε και όπου έλειπε η μουσική ο ρυθμός έμοιαζε να χάνεται και η παράσταση να «φρενάρει». Μια παράσταση σύντομη ωστόσο, που κύλησε δίχως κάτι το ιδιαίτερο, το γοητευτικό, το ελκυστικό. Εκτός από τις τουαλέτες της κυρίας Γαληνέα, οι οποίες υπερίσχυσαν του έργου, της σκηνοθεσίας και των ερμηνειών. Ποιος ο λόγος ύπαρξης εν τέλει αυτής της παραγωγής; Και γιατί να ανέβει ως μουσική κωμωδία; Αφού το φόρτε της κυρίας Γαληνέα σίγουρα δεν είναι το τραγούδι!

Δύο καινούργια τραγούδια του Γιάννη Πάριου έστειλε η δισκογραφική του εταιρεία στα μίντια ως δείγμα του νέου του δίσκου, ο οποίος κυκλοφορεί στα μέσα Οκτωβρίου. «Συμπέρασμα ένα» τιτλοφορείται το cd. Μηδέν είναι το συμπέρασμα των δύο πρώτων τραγουδιών.

Στην ακύρωση της επανάληψης του «Παραμυθ...issimo!» στη Μικρή Πόρτα, μιας παράστασης για «θεατές κάθε ηλικίας», γλυκιάς, τρυφερής, υπέροχης, την οποία ευχαρίστως την ξαναβλέπαμε. Δεν θα επαναληφθεί γιατί λόγω της νέας γρίπης τα σχολεία δεν θα επισκέπτονται παιδικά θέατρα. Οπότε, άνευ θεατών δεν υπάρχει θέαμα. Πλήγμα για τις παιδικές σκηνές τα εν λόγω μέτρα, σκηνές που προσπαθούσαν με τις πρωινές παραστάσεις των σχολείων να βγάλουν τα σπασμένα. Για να πούμε όμως το κρίμα μας, αν δεν πλήττονταν κάποιες σκηνές όπως η Μικρή Πόρτα, η νέα γρίπη καλό θα κάνει στην αισθητική των λιλιπούτειων θεατών: Θα αποφύγουν αρκετές προχειροστημένες

παραγωγές, που δεν σέβονται το παιδί και σκέφτονται μόνο το ταμείο. Ίσως με αυτόν τον τρόπο η βιομηχανία «παιδικό θέατρο» να βρει τον δρόμο της.

Το ελληνικό χιπ-χοπ. Δεν μας έφταναν οι Goin’ Through και οι Stavento, τώρα έχουμε και τους Professional Sinnerz με το ερωτικό σουξέ τους «Όταν σ’ είχα πρωτοδεί» να «ρυπαίνουν» ένα είδος που κάποτε ταυτιζόταν με το κοινωνικό τραγούδι.

Στην άλλοτε «35χρονη» Εύη Τσέκου, πρώην ερωμένη του αλήστου μνήμης πρώην Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού Χρήστου Ζαχόπουλου. Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του πρώτου της μυθιστορήματος αποκαλύπτει ότι υπήρξε παιδί θαύμα. «Ως τα 15 μου είχα διαβάσει όλη την κλασική λογοτεχνία, ελληνική και ξένη», ισχυρίζεται. Όλη; Μα όλη; Συναρπαστική διαδρομή: Από το ζενίθ της άγουρης σούπερ αναγνώστριας στο ναδίρ με το «ροζ» DVD του σεξο-εκβιασμού. Και τώρα, στο δύσβατο μονοπάτι για τη… λογοτεχνική κορυφή.

Η Μαριάντα Πιερίδη παράλληλα με την «καριέρα» της στο τραγούδι (λέμε τώρα) ξεκινάει και καριέρα στο ραδιόφωνο. Κάθε βράδυ, από τις 12 έως τις 2 μετά τα μεσάνυχτα, στη συχνότητα του Sfera 102,2 θα συνομιλεί on air με τους ακροατές. Τι να το κάνεις όμως; Ως γνωστόν η Μαριάντα ανήκει στην κατηγορία εκείνη των τραγουδιστριών που βασικά δεν τις ακούς αλλά τις βλέπεις – από φωνή... Και το ραδιόφωνο δεν βοηθάει στην περίπτωση αυτή.

Στον Κώστα Βουτσά, ο οποίος εκθείασε τη Μιμή Ντενίση ως καλλιτέχνιδα με το ακλόνητο επιχείρημα ότι η γνωστή θιασάρχης «δίνει κάθε χρόνο δουλειά σε εκατό οικογένειες». Είναι αξιοπερίεργο το ότι ο κ. Βουτσάς δεν είχε εκφράσει ποτέ στο παρελθόν την ίδια κρίση για την κυρία Ντενίση, μέχρι φέτος, που συνεργάζεται μαζί της στην παράσταση με το «μπροντγουεϊκό» έργο «Άνθος του κάκτου».

Θα μπορούσε να είναι αρπαχτή αλλά ήταν δωρεάν. Και μόνο με καλεσμένους. Οπότε άφεση αμαρτιών... Αν και από καλλιτεχνικής απόψεως τίθεται ένα ζήτημα. Διότι όσοι βρέθηκαν στο Barrouge για να ακούσουν τον Muggs των Madness να τραγουδάει έπεσαν πάνω σε event ενός εικοσάλεπτου, με τον τραγουδιστή να ερμηνεύει τρία-τέσσερα κομμάτια μόνο, πάνω σε ένα μάλλον προβληματικό, ηχητικά τουλάχιστον, play back. Αλλά, OK, είπαμε περισσότερο πάρτι ήταν και όχι συναυλία,

οπότε κανείς δεν έφυγε με παράπονο. Όχι πως δεν θα θέλαμε λίγο περισσότερη μουσική βέβαια...

Στους συντάκτες των δελτίων Τύπου που συνοδεύουν τα (δεκάδες;) ελληνοποιημένα σίριαλ από το εξωτερικό, τα οποία ετοιμάζονται για τη φετινή τηλεοπτική σεζόν. Απεγνωσμένα προσπαθούν να εξελληνίσουν το ξένο prêt-a porter κοστουμάκι. Παράδειγμα το σίριαλ «Parents», που θα μεταδώσει το Mega, έχει αυτόν τον «προσωρινό τίτλο από το γαλλοκαναδέζικο πρωτότυπο». Σε αυτό, λέει, «παρακολουθούμε τη ζωή μιας τυπικής ελληνικής οικογένειας!». Τυπικής οικογένειας του… Μόντρεαλ ή του Βανκούβερ;

Νέο μείζον θέμα αναλύεται στα «μεσημεριανάδικα»: Αν θα κάνει η αοιδός Βανέσσα Αδαμοπούλου πλαστική στο στήθος της, γιατί η ίδια δήλωσε ότι το σκέφτεται. Σε περίοδο μετεκλογική δεν υπάρχουν ειδήσεις από την «άλφα εθνική» του τραγουδιού γι’ αυτό το τηλεκουτσομπολιό ασχολείται με τη βήτα.

Στις εταιρείες διοργάνωσης πολιτιστικών εκδηλώσεων που επιλέγουν και φέτος να σπαταλούν τόνους χαρτί για να τυπώσουν τα προγράμματα των big θεαμάτων τους. Παντελής έλλειψη οικολογικής συνείδησης σε ιλουστρασιόν περιτύλιγμα.

Στον Λευτέρη Βογιατζή γιατί μας… αγχώνει! Αφού γκρέμισε και ξανάχτισε όλο το Θέατρο της Οδού Κυκλάδων και εδώ και δύο χρόνια προετοιμάζει το «Ύστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ, το οποίο θα κάνει πρεμιέρα σύντομα –Λευτέρη επιτρέποντος–, ανήγγειλε και δεύτερο έργο μέσα στη σεζόν, το «Θερμοκήπιο» του Πίντερ. Κι εκτός αυτού ακούγεται ότι συζητάει και για την Επίδαυρο το καλοκαίρι του 2010. Πώς θα τα προλάβει όλα αυτά μέσα σε ένα χρόνο; Έξι χρόνια χρειάζεται και πάλι λίγα είναι.

Στην ηθοποιό Άννα Παναγιωτοπούλου, η σχέση της οποίας με το ελληνικό σινεμά είναι μάλλον… παλαιολιθική, μάλλον δε έχει και ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον. Στην ερώτηση (του Γιάννη Ζουμπουλάκη, στο περιοδικό «Σινεμά»): «Πηγαίνετε κινηματογράφο;» απαντά: «Δεν πηγαίνω γιατί έχω κλειστοφοβία. Βλέπω τις ταινίες αργότερα σε DVD». Και στην ερώτηση: «Ποια είναι η τελευταία ελληνική ταινία που είδατε σε αίθουσα και σας άρεσε;» απαντά: «Το "Μόνον της ζωής του ταξείδιον" του Λάκη Παπαστάθη» – ταινία που βγήκε προ οκταετίας. Κάποια επαφή με το σήμερα; Κάτι πιο φρέσκο;

art

ΠΟΝΤΙΚΙ

Pontiki Art 125  

Pontiki Art 125