Issuu on Google+

n.123/09 ΠΕΜΠΤΗ 24 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2009 Η ΤΕΧΝΗ / ΟΙ ΤΑΣΕΙΣ / ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ / Η ΖΩΗ... ΣΤΟΝ ΑΦΡΟ

art

ΠΟΝΤΙΚΙ

ΜΥΡΤΩ ΑΛΙΚΑΚΗ Ελληνικός κινηματογράφος στην ομίχλη Λυρική, στον αστερισμό της κρίσης Οι λέξεις του Νταλί Ακούραστες σκηνές Μπομπ Ντίλαν, όπως λέμε Ματίς


2/30

TA ΠΡΟΣ ΩΠΑ ΤΟΥΣ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΟΥΝ ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ ΤΟΥΣ ΕΝΩΝΕΙ Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Το τηλεοπτικό δράμα μιας γιαγιάς

Ήταν 1992. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κυβερνούσε την Ελλάδα, ο Νίκος Μαστοράκης κυριαρχούσε στον ΑΝΤ1 και στα καλλιστεία ερχόταν πρώτη μία κοπέλα που έμελλε λίγους μήνες μετά να κατακτήσει τον τίτλο της Μις Ευρώπη. Έτσι καταγράφηκε η Μαρίνα Τσιντικίδου στην ελληνική πραγματικότητα. Ως εκπρόσωπος μίας άλλης «μπλε» εποχής, η οποία έληξε άδοξα ένα χρόνο μετά, με τις εκλογές του 1993. Άδοξα έληξε και η καριέρα της. Μαρίνα Τσιντικίδου Από το «Candid Camera» μέχρι κάποιες απόπειρες τηλεΑπό μπλε μέχρι μαύρο οπτικής αξιοποίησής της, η πρώην Μις Ευρώπη δεν κατάφερε να πείσει ούτε ως τηλεπαρουσιάστρια ούτε ως ηθοποιός. Όταν ένα πρώην μοντέλο αποτύχει σε αυτές τις δύο εναλλακτικές, ένας δρόμος του μένει: η πολιτική. Έτσι, η Τσιντικίδου πολιτεύεται σε αυτές τις εκλογές, στα γνωστά της χρώματα: από μπλε μέχρι μαύρο. Αφού, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, συνομίλησε με το ΛΑ.Ο.Σ, κατέληξε τελικά στη Νέα Δημοκρατία, με την οποία κατεβαίνει υποψήφια στον νομό Πιερίας. Το θέμα της καθόδου της στις εκλογές το χειρίστηκε όπως θα διαπραγματευόταν ένα μοντέλο το με ποια εταιρεία θα συνεργαστεί. Σαν να μην υπάρχει ιδεολογία, σαν να μην πρόκειται για πολιτική. Η Τσιντικίδου έτσι έχει μάθει, δεν ευθύνεται λοιπόν εκείνη πρωτίστως αλλά αυτοί που τη δέχτηκαν στα ψηφοδέλτιά τους. Τώρα, στις φωτογραφίες που δημοσιεύονται στον τοπικό Τύπο της Πιερίας, η υποψήφια βουλευτής εικονίζεται πλάι σε πολίτες, σε μπακάλικα και εμπορικά καταστήματα της Κατερίνης, να χαμογελά κορδωμένη, όπως έπραττε κάποτε στην πασαρέλα. Μια φωτογραφία αξίζει μεν όσο χίλιες λέξεις, αλλά δεν μπορεί να μας διαφωτίσει για το τι λέει η Τσιντικίδου στους μέλλοντες ψηφοφόρους της. Προφανώς, τους μεταφέρει πειστικά το μήνυμα του προέδρου του κόμματός της για την ανάγκη δύο χρόνων σκληρής λιτότητας...

Τους παρατηρώ εδώ και χρόνια και έχω βγάλει τα συμπεράσματά μου για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους, όσοι από εκείνους ψιλοέχουν. Οι οικογένειες των επωνύμων είναι φάμπρικες, βιομηχανίες που δουλεύουν νυχθημερόν για τη δημοσιότητα και το χρήμα. Στον ρευστό κόσμο τους η ανιδιοτελής αγάπη που συνδέει τα μέλη των κανονικών οικογενειών είναι απλώς άγνωστη. Όλα είναι θέμα μόστρας. Όλα είναι μπίζνες. Όλα αποβλέπουν στη δημοσιότητα. Ακόμη και το ξεκατίνιασμα μπροστά στις κάμερες είναι ιδανικός τρόπος για να θυμίζουν κατά καιρούς την παρουσία τους. Με την Καίτη Γκρέι, τη γιαγιά του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, να το αποδεικνύει περίτρανα: Αφού εδώ και χρόνια μας έχει φάει τ’ αυτιά με την τεράστια αγάπη προς την εγγόνα της, αοιδό των μπουζουκλερί Αγγελική Ηλιάδη, κατηγορώντας τους γονείς της κοπέλας για τις διαφωνίες που είχαν εκφράσει σχετικά με τη ζωή της, τώρα δηλώνει: «Την ψάχνω και δεν σηκώνει το τηλέφωνο. Είναι ένα άπονο παιδί, τελείως άπονο παιδί. Της στάθηκα και μου ’χει πάρει τα λεφτά μου, με έχει αφήσει χωρίς λεφτά. Ήμουν στο νοσοκομείο γιατί έπεσα και έσπασα τα πλευρά μου. Ήρθε μόνο μια φορά και με είδε. Το μυαλό της Αγγελικής έχει αλλάξει». Ενώ το μυαλό και η καρδιά της Γκρέι, σταθερότατα!

Καίτη Γκρέι

Μαρινέλλα Η γενναιόδωρη

Θανάσης Πάτρας Εφιάλτης στην κουζίνα Πενία τέχνας κατεργάζεται. Τι να σου κάνει και ο άμοιρος ο Θανάσης Πάτρας; Αφού είδε κι απόειδε ότι στην τηλεόραση δουλειά από εκείνες που ήξερε δεν θα έβρισκε –παρουσιαστής σε μαγκαζίνο ποικίλης ύλης, που σημαίνει δυο-τρεις ώρες χωρίς πρόγραμμα– το έριξε στη μαγειρική. ΄Η μάλλον παρακολουθεί τη σεφ Ντίνα Νικολάου να μαγειρεύει και εκείνος σχολιάζει το ψήσιμο της μαρέγκας ή το στρώσιμο του μουσακά με τα πιο κρύα και σαχλά αστεία που έχουν ακουστεί στην τηλεόραση από την εποχή του Νίκου Μαστοράκη. Στην εκπομπή του Star «Νηστικοί πράκτορες» ο Πάτρας δίνει ρεσιτάλ μαγειρικής ασχετοσύνης και επιβεβαιώνει ότι η ελληνίδα μάνα είναι… μανούλα στο να εφοδιάζει την κοινωνία με ανεπίδεκτα μαθήσεως αρσενικά. Το διαπιστώνεις διαρκώς. Η δική του μαμά δεν του έμαθε όχι πώς να βράζει ένα αυγό, αλλά ούτε καν πώς να το καθαρίζει για να το φάει. Και προσπαθεί τώρα να του το μάθει η άμοιρη η Νικολάου. Αν και δεν τη βλέπω να μαγειρεύει για πολύ με τον Θανασάκη της. Μετρημένα τα ψωμιά του στο είδος της τηλεμαγειρικής.

art

ΠΟΝΤΙΚΙ

ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΞΙΑ ΑΝΝΑ ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ

Ομολογώ, και αν θέλετε λιθοβολήστε με στο Σύνταγμα, ότι τον Καζαντζίδη δεν τον άντεχα και δεν τον αντέχω. Ούτε τα τραγούδια του. Κοντολογίς, θεωρώ ότι η σημαντικότερη προσφορά του στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού είναι η «εκπαίδευση» της Μαρινέλλας και στη συνέχεια η απεμπλοκή της, με την ευγενική συνδρομή του, από το ντουέτο τους (εκείνος πρώτη φωνή, εκείνη σεγόντο), γεγονός που της επέτρεψε να κάνει τη δική της καριέρα και να λάμψει ως η σημαντικότερη τραγουδίστρια της Ελλάδας – κατά τη γνώμη μου πάντα. Αυτή τη Μαρινέλλα ξανασυνάντησα στο αφιέρωμα στον Καζαντζίδη στο Καλλιμάρμαρο. Τη φωνή την απόλυτη, τη διαχρονική, τη θηριώδη τεχνική, την ψυχή τη ζεστή, τη γενναιόδωρη, τη γνήσια. Να την ευχαριστήσω θέλω και να της ευχηθώ να είναι για πολλά ακόμη χρόνια μαζί μας. Εκείνη πάνω στη σκηνή και εμείς από κάτω, να ονειρευόμαστε τυλιγμένοι στη ζεστασιά της.

DESIGN ART DIRECTOR Κυριάκος Κουτσογιαννόπουλος

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ Μαρία Βασιλάκη

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ: Γιώργος Ι. Αλλαμανής Λεωνίδας Αντωνόπουλος Xαρά Αργυρίου

Μεγάλο καλάμι η τηλεόραση. Το καβαλάς και φεύγεις ταξίδι στα απροσμέτρητα ύψη του υπερεγώ, στα νέφη της απόλυτης έπαρσης. Στα πυκνά νέφη που δεν σου επιτρέπουν να διακρίνεις τι γίνεται όχι γύρω σου, ούτε καν πέρα από τη μύτη σου. Ίπτασαι εντός τους μόνος, τυφλός, κουφός, ανάπηρος. ΄Η μήπως δεν είναι ένα είδος αναπηρίας η αδυναμία να έχεις επικοινωνία με το περιβάλλον σου; Είτε αυτό σε επαινεί είτε σε κατακρίνει; Γιώργος Καπουτζίδης Είτε σε χαϊδολογάει είτε σε Ο «ιπτάμενος» μπατσίζει; «Δεν αναπαράγω τις κακές κριτικές που έχω λάβει, γιατί με τους επικριτές μου έχω μια πάρα πολύ καλή σχέση αλληλογραφίας, εκείνοι μου γράφουν και εγώ τους γράφω», δήλωσε με το γνωστό του νάζι ο τηλεστάρ-σεναριογράφοςηθοποιός Γιώργος Καπουτζίδης. Αποδεικνύοντας ότι στην ελληνική αγορά εκτός από τα απλά κυκλοφορούν και καλάμια τούρμπο. Σε ένα τέτοιο έχει επιβιβαστεί ο υπερφιλόδοξος νέος και ταξιδεύει με ταχύτητα φωτός στο σύμπαν της προσωπικής του αποθέωσης και δόξας. Αγνοώντας ότι εκείνος που πορεύεται με νορμάλ ταχύτητες είναι ο κερδισμένος του ταξιδιού, καθώς έχει τον χρόνο να παρατηρεί το τοπίο, να το μελετήσει, να μάθει, να διδαχτεί. Και ότι οι περισσότεροι (και καλλιτεχνικοί) θάνατοι οφείλονται στην κατάχρηση του γκαζιού. Φρένο, νέε μου, έστω «Στο παρά πέντε».

Δημήτρης Κανελλόπουλος Τατιάνα Καποδίστρια Γιώργος Ν. Κορωναίος Γιάννης Κουκουλάς

Μάκης Μηλάτος Ελίνα Μπέη Αγγελική Μπιλλίνη Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Χρυσούλα Παπαϊωάννου Δημήτρης Ρηγόπουλος Όλγα Σελλά Ναταλί Χατζηαντωνίου


4/32

Τ ΣΟΥΝΑΜ Ι

Τ

ην περασμένη Δευτέρα το μεσημέρι, στο βιβλιοπωλείο Ιανός, στο «ντιμπέιτ» των κομματικών εκπροσώπων για το μέλλον της ελληνικής κινηματογραφίας που οργάνωσε το περιοδικό «Σινεμά», η ατμόσφαιρα θερμάνθηκε ασυνήθιστα για την εποχή. Ο πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου Γιώργος Παπαλιός (που είχε μόλις υποστεί δεινή ήττα στη γενική συνέλευση του Κέντρου) λογομάχησε έντονα

νηματογράφο, στηριγμένο στο νομοσχέδιο της επιτροπής Κώστα Γαβρά που μούλιασε καιρό πολύ στα λιμνάζοντα νερά της απραξίας του Υπουργείου Πολιτισμού. Όλοι συμφωνούν ότι πρέπει να αντικατασταθεί ο εν ισχύι νόμος Βαγγέλη Βενιζέλου, ο οποίος μάλλον δημιούργησε προβλήματα παρά έλυσε – κυριότερο εκ των οποίων η αναξιοπιστία των κρατικών βραβείων. Οι «Κινηματογραφιστές στην ομίχλη» χρησιμοποίησαν ως μοχλό πίεσης

Νόμος, αλλά ποιος νόμος; Ελληνικός κινηματογράφος στην ομίχλη με τον πρόεδρο της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών Χάρη Παπαδόπουλο. Ο πρώτος υπερασπιζόταν τις πολιτικές του στην παραγωγή, οι οποίες, καθώς έλεγε, οδηγούν το σινεμά στην εξωστρέφεια. Ο δεύτερος τον κατηγορούσε ότι υποκινεί την αναταραχή στο σινεμά. Λίγο πριν, όμως, καμιά εξηνταπενταριά κινηματογραφιστές κατηγόρησαν δημόσια τον Παπαδόπουλο ότι νοιάζεται περισσότερο να βρίσκεται ο ίδιος στο σύστημα εξουσίας παρά για τα προβλήματα του κλάδου – και όσοι απ’ αυτούς ήσαν μέλη του σωματείου ανακοίνωσαν ότι παραιτούνται. Οι διαμαρτυρόμενοι, υπό την επωνυμία «Κινηματογραφιστές στην ομίχλη», δραστηριοποιούνται διεκδικητικά εδώ και μήνες. Διεκδικούν από τη Βουλή νέο νόμο για τον κι-

Το πρόσωπο αυτό είναι όχι μόνο τοποτηρητής των πολιτικών συμφερόντων του υπουργού (π.χ., διορισμούς, ρουσφέτια κατά βούλησιν), αλλά χρίζεται και υπερδιευθυντής. Ο διευθυντής του Φεστιβάλ, στην ουσία μετατρέπεται σε καλλιτεχνικό διευθυντή, που για να υλοποιήσει το όραμά του πρέπει να πάρει άδεια στην καλύτερη περίπτωση από έναν τεχνοκράτη, στη χειρότερη από ένα κομματόσκυλο. Ας προσέξουν λοιπόν όσοι φωνάζουν απα��-

Προβλέπεται θέση οικονομικού διευθυντή στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Δηλαδή, όχι μόνο ενός τοποτηρητή των πολιτικών συμφερόντων του υπουργού (θα κάνει, π.χ., διορισμούς και ρουσφέτια κατά βούλησιν), αλλά στην ουσία ενός υπερδιευθυντή

το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το οποίο αποφάσισαν να μποϊκοτάρουν, αρνούμενοι να προβάλουν τις ταινίες τους σ’ αυτό. Η απειλή φαίνεται ότι είχε αποτέλεσμα. Έστω και με τραγελαφικές συνθήκες, ένα σχέδιο νόμου δόθηκε στη δημόσια διαβούλευση. Λίγο πριν υπάρξουν εξελίξεις, όμως, προκηρύχθηκαν οι εκλογές – και, ως γνωστόν, όταν έχουμε εκλογές κλείνει η Βουλή και δεν υπάρχει νομοθετικό έργο. Υπάρχει ωστόσο το σχέδιο νόμου που διοχετεύεται από το Υπουργείο Πολιτισμού. Το διάβασε άραγε κανείς; Αν το έκανε θα διαπίστωνε, ανάμεσα σε άλλες προσθαφαιρέσεις, και μια τερατώδη προσθήκη. Την προσθήκη οικονομικού διευθυντή στο Φεστιβάλ, μάνατζερ υποτίθεται, ο οποίος διορίζεται από τον υπουργό.

τώντας νόμο εδώ και τώρα. Και ας δουν τα πράγματα στην ουσία τους, έστω και αν αυτό σημαίνει λίγη καθυστέρηση ακόμα. Χρειάζεται νόμος, αλλά ποιος νόμος; Χρειάζονται, δηλαδή, προτάσεις, στόχοι και επαφή με την πραγματικότητα για να μην αποδειχθεί πως ό,τι αρχίζει μαχητικά εύκολα μπορεί να εκφυλιστεί σε γραφική αντίδραση αν χαθεί ο στόχος. Σε εποχή αναμονής νέου Κοινοβουλίου, επιμένοντας στην αποχή και στο μποϊκοτάζ του Φεστιβάλ, οι «Κινηματογραφιστές στην ομίχλη», παρά το δίκιο της διεκδίκησής τους αρχίζουν να μοιάζουν με τον απατημένο σύζυγο που για να τιμωρήσει τη μοιχαλίδα ευνουχίστηκε. Κι άντε μετά να βρει καλούς γιατρούς (και μπάτζετ) για την επανασυγκόλληση μορίου…

με το γινάτι αυτού του Τσιτουρίδη. Αντί να κάνει τον σταυρό του που γλίτωσε από το μαύρισμα, πήγε να ξυστεί στην στραβωμένη μαγκούρα του Ζαγορίτη. Πουρκουά;

στα οικογενειακά κουλουβάχατα της φαμίλιας Λαζαρίδη. Πότε πιάνει μικρόφωνο η Μαλιωτάκη, πότε η άλλη, πότε η πεθερά, πότε η κουνιάδα και πότε οι λοιποί φίλοι και συγγενείς. Μα γιατί δεν τον αφήνουν να ησυχάσει παρά συνεχώς τον παρενοχλούν τον αδικοχαμένο μακαρίτη; Η τηλεθέαση, όπως κακώς δεν γνωρίζεις, Βάσω, είναι ο χειρότερος τυμβωρύχος. Πιάσε το λοιπόν κι εσύ ένα φτυάρι κι έλα να ανασκολοπίσουμε ό,τι περπατάει, ό,τι πετάει κι ό,τι κολυμπάει. Μέχρι και τα ψάρια θα μου την πληρώσουν, με τα νεύρα που έχω.

αχινοί... Ποια ταινία έχετε δει τον τελευταίο καιρό; Την ερώτηση αυτή απηύθυνε δημοσιογράφος του «ντιμπέιτ για τον ελληνικό κινηματογράφο» στους εκπροσώπους των κομμάτων. Με εξαίρεση τη Μαρία Δαμανάκη και τον εκπρόσωπο των Οικολόγων, οι υπόλοιποι είχαν πάει τελευταία φορά σινεμά στον «Μπεν Χουρ». Χρυσό βατόμουρο, ωστόσο, απονέμεται στον γ.γ. του Υπουργείου Πολιτισμού Θ. Δραβίλλα, ο οποίος έλεγε ότι κάτι έχει δει, αλλά δεν θυμάται ποια, δεν θυμάται ποιου. Α, ήταν η τελευταία του Αγγελόπουλου, την είδε στο Μέγαρο. Πώς λεγόταν; Τόσο που τον ενδιέφερε, πού να θυμάται; Οίκτο στους καημένους τους γραφειοκράτες, τη δουλίτσα τους κάνουν κι αυτοί.

Είναι παιδί του διάσημου μπαμπά του. Έχει κάνει μια ταινία, ένα ντοκιμαντέρ, άρα είναι σκηνοθέτης. Δραστηριοποιείται στην κίνηση των «Κινηματογραφιστών στην ομίχλη», είναι συνεχώς οργισμένος και μαξιμαλιστής. Καλοί είναι όσοι χρίζει αυτός καλούς, κακοί όσοι χρίζει αυτός κακούς. Φωνάζει πολύ. Κι είναι από εκείνους που υπερθεματίζουν την αδιαλλαξία, ενώ οι καιροί επιτάσσουν διαπραγμάτευση και συνεχή ενημέρωση. Δεν έμαθε άραγε (από τα γεγονότα του Δεκέμβρη ή την κατάληψη της Λυρικής) ότι δεν φτάνει να είσαι μαχητικός, πρέπει να ξέρεις και γιατί μάχεσαι, ποιους μάχεσαι και με ποιους στόχους μάχεσαι; Έχει σκεφτεί ότι οι κινηματογραφιστές είναι επαγγελματίες, επενδύουν τα χρήματά τους και τη δουλειά τους σε κινηματογραφικά προϊόντα και όχι στην κουλτούρα των Εξαρχείων; Και του μηδενισμού... Λία Παραλία

Ω ΡΑ ΓΙΑ Z APPI NG

Εντάξει, βρε Βάσω,

Α Μ Μ

χός βαρύς ακούεται, πολλά ντουφέκια πέφτουν. ήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι; Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι.

α τι το ’θελες, ρε Βάσω, το ντιμπέιτ αφού δεν μπορείς να συμπληρώσεις ούτε το ψηφοδέλτιο της Άνω Λεστινίτσας; Πού τον παλιό καλό καιρό, τότε που συνωστίζονταν έξωθεν της Ρηγίλλης μιλιούνια οι εθελοντές. Απορώ μάλιστα

Μ

α αφελής είσαι, βρε συ Βάσω; Για να διακόψουν τα κανάλια το δελτίο καιρού και να κάνουν τετ α κε κατευθείαν έξω από τα γραφεία της ΝΔ. Και ιδού ο κομμένος Σάββας με κομμένα λόγια γιασεμάκια μου παραπονιάρικα μου λέει. Θα βγάλει πολύ μελό αυτή η τηλεοπτική περίοδος, να μου το θυμηθείς.

Σ

τα οικογενειακά σίριαλ των ημερών να μην ξεχάσω να συμπεριλάβω την εμμονή της πολύγλωσσης και πολυπτυχιούχου Ελεονώρας Μελέτη

Ν

εύρα είπα και θυμήθηκα πόσο με φουντώνουν και πόσο με βγάζουν από τα ρούχα μου τα επιτόπια ρεπορτάζ των μεσημεριανάδικων για την εθελούσια έξοδο γνωστής ηθοποιού από τα εγκό-

σμια. Ούτε να καλογερέψει δεν μπορεί πια κανείς αν δεν έχει τη σύμφωνη γνώμη της Κατερίνας Καραβάτου. Κατά τ’ άλλα, το γλέντι συνεχίζεται με αμείωτο κέφι: Ο Καρατζαφέρης προβοκάρει όπου τον παίρνει, το ΚΚΕ συναγωνίζεται σε εσχατολογικές προβλέψεις τους Ιεχωβάδες, και στον ΣΥΡΙΖΑ στο τέλος τον ξυρίζουν τον γαμπρό.

Π

ιάσε εσύ, Βάσω μου, το πινέλο, ανακάτευε και τη σαπουνάδα να φουσκώσει και δώσε σε μένα τις λεπίδες και τα ξυραφάκια. Κόντρα ξύρισμα είπατε ή να σας ξεκινήσω πρώτα με ένα γερό λούσιμο;

Η ποντικίνα

των καναλιών


6/34

cove r story

«»

Η μητρότητα είναι ο ρόλος που προϋποθέτει η ζωή της. Όσο για τον 17χρονο Σεμπάστιαν Μπόσε, είναι ο ρόλος που θα υποδύεται από τις 16 Οκτωβρίου στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία Δήμητρας Αράπογλου. Πρόκειται για έναν μονόλογο βασισμένο σε αληθινά περιστατικά: Τον Νοέμβριο του 2006, ο νεαρός Νορβηγός εισέβαλε στο σχολείο του, οπλισμένος με κοντόκανες καραμπίνες και χειροβομβίδες καπνού. Πυροβολώντας αδιακρίτως τραυμάτισε οκτώ άτομα και ύστερα κατέφυγε σε μια σχολική αίθουσα, όπου αυτοκτόνησε με μια σφαίρα στο κεφάλι. Είχε προηγουμένως αφήσει ένα βιντεοσκοπημένο μήνυμα στο Ίντερνετ. Ο συγγραφέας Λαρς Νόρεν χρησιμοποίησε το υλικό για να γράψει τον θεατρικό μονόλογο «20 Νοεμβρίου». Στο έργο του το μίσος, η εξέγερση κι η απελπισία του Σεμπάστιαν είναι η καταγγελία εναντίον μιας κοινωνίας που συντρίβει τους αδύναμους και τους απελπισμένους. Η Αλικάκη βάζει στοίχημα πως ακόμα και οι προκατειλημμένοι θεατές θα δείξουν τελικά επιείκεια για αυτό το δυστυχισμένο παιδί. Κυρίως όμως βάζει ένα δύσκολο στοίχημα με τον εαυτό της.

Μυρτώ Αλικάκη «Η εναλλαγή ΠΑΣΟΚ και ΝΔ στην εξουσία μου φαίνεται γελοία»

Συνέντευξη

Στη Ναταλί Χατζηαντωνίου Φωτ. Τάσος Βρεττός

art

Η Μυρτώ Αλικάκη, αέρινη, δροσερή και άνετη, εξακολουθεί να μοιάζει με έφηβη. Είναι δύσκολο να πιστέψεις ότι είναι μια 37χρονη μητέρα δύο αγοριών, 6 και 4,5 ετών. Δυσκολότερο να τη φανταστείς σαν έναν ψυχικά διαταραγμένο έφηβο.

Δεν αναλαμβάνετε απλά και μόνο ένα μονόλογο, κάτι εκ των πραγμάτων δύσκολο, αλλά επιπλέον αυτόν ενός 17χρονου αγοριού που αντιμετωπίζει ψυχικά προβλήματα. Μ.Α.: Είναι ό,τι πιο δύσκολο έχει χρειαστεί να κάνω. Τόλμησα, όμως, να αναλάβω τον ρόλο με τη λογική ότι δεν είναι ρεαλιστικός, αλλά αρκετά αφηρημένος και γι’ αυτό πιο οικουμενικός. Είναι ένας άνθρωπος που εξομολογείται πώς νιώθει. Δεν έχει σημασία το φύλο του. Διαφορετικά, υπήρχαν ένα σωρό εξαιρετικοί άνδρες ηθοποιοί που θα μπορούσαν να τον ερμηνεύσουν. Προσεγγίζοντας αυτό το πρόσωπο φτάσατε στο σημείο να το καταλάβετε; Μ.Α.: Καταρχήν νομίζω πως το 95% όσων θεατών δουν την παράσταση ίσως και να συμφωνήσουν με ό,τι λέει ο Σεμπάστιαν. Διαφωνώντας βέβαια που φτάνει στο σημείο να πραγματοποιήσει την απειλή του. Είναι προφανές ότι πρόκειται για ένα παιδί ψυχικά άρρωστο. Αλλά εμάς δεν μας ενδιαφέρει να δείξουμε μια κλινική περίπτωση με την οποία δεν μπορούμε να ταυτιστούμε, αλλά μια διαταραχή που απέχει μια κλωστή από το φυσιολογικό. Ο Σεμπάστιαν συνεπώς εκπροσωπεί την ιδέα ότι κάτω από συνθήκες τρομακτικής πίεσης, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής, μπορεί τελικά ένας άνθρωπος να οδηγηθεί σε μια ακραία πράξη. Οι Γάλλοι έχουν ένα ρητό που λέει: «Όταν καταλαβαίνεις τα πάντα, συγχωρείς τα πάντα». Μ.Α.: Θέλει πολύ μεγάλη καρδιά για να συγχωρείς ό,τι καταλαβαίνεις, αλλά στην περίπτωση των πολύ νέων ανθρώπων όλοι μπορούμε να έχουμε μία άλλου είδους επιείκεια. Εδώ μιλάμε για ένα παιδί στην εφηβεία. Η τέχνη μπορεί να σε κάνει επιεική ή συμπονετικό απέναντι σε ψυχρούς εγκληματίες. Π.χ. το «Εν ψυχρώ» του Καπότε... Μ.Α.: Κι εμείς στην πρόβα καταφεύγουμε σε παραδείγματα από τον χώρο της τέχνης, όπως είναι λ.χ. το «Funny Games» του Χάνεκε, αν και σ’ αυτό

«Σήμερα είναι πολύ δυσκολότερο να δεσμευτείς, να κάνεις μια υγιή σχέση. Γιατί οι γυναίκες είναι ανεξάρτητες και συνεπώς δεν είναι υποχρεωμένες να βρίσκονται κάτω από τις φτερούγες ενός άνδρα. Γιατί το να είσαι χωρισμένος δεν αποτελεί πλέον στίγμα, οπότε έχεις την ελευθερία να ζήσεις έτσι τη ζωή σου. Εμένα όλα αυτά με απασχολούσαν από μικρή. Νομίζω ότι η προσπάθεια και η δέσμευση έχουν κάποιο νόημα. Είναι μέρος του ταξιδιού της ωρίμανσης».

εγώ δεν αισθάνθηκα καμία συμπόνια για εκείνους τους τύπους. Αντίθετα, θύμωσα πάρα πολύ με την ταινία – θα ευχόμουν να μην την είχα δει. Δεν αντέχω τις ταινίες που η βία είναι για τη βία. Ο Σεμπάστιαν όμως είναι μια διαφορετική περίπτωση. Καταρχήν απέτυχε στο έγκλημά του. Δεν σκότωσε κανέναν, παρότι τραυμάτισε αρκετούς συμμαθητές του. Όχι πως αυτό τον κάνει λιγότερο απεχθή, αλλά τουλάχιστον δείχνει ότι η οργάνωση της σκέψης του και του εγκλήματος δεν ήταν τόσο ακριβείς ώστε να πετύχει τον στόχο του. Άρα, ίσως υπήρξαν κάποιες ρωγμές μέσα του. Κι ύστερα, ενώ ο λόγος του διακρίνεται από τρομακτικό μίσος απέναντι στον κόσμο, ενεργεί παρορμητικά. Μοιάζει περισσότερο με κάποιον που εξοργισμένος βγαίνει στον δρόμο και τα σπάει παρά με έναν εγκληματία. Τα παιδιά που βγήκαν και τα έσπασαν τον περασμένο Δεκέμβριο τα καταλάβατε; Μ.Α.: Κανείς δεν επικροτεί τις ακρότητες. Από την άλλη, η εξέγερση και η οργή τις περιλαμβάνει. Προφανώς δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Εγώ, μάλιστα, σκεφτόμουν ότι όλη αυτή η ιστορία κόπασε γρήγορα. Περίμενα ότι κάτι μπορεί να γίνει, κάτι να αλλάξει πραγματικά. Θα μου πεις, εσύ το λες που δεν βγήκες καν στον δρόμο να διαμαρτυρηθείς; Πάντως, ναι! Και σ’ εμένα, που δεν κατέβηκα στον δρόμο, δημιουργήθηκε μια αίσθηση ελπίδας, παρ’ όλο που δεν υπάρχει μέσα μου ίχνος χουλιγκανισμού. Η νέα γενιά είναι σε απόγνωση; Μ.Α.: Η αλήθεια είναι ότι τους περιμένουν πολύ πιο δύσκολες καταστάσεις απ’ ό,τι εμάς. Λόγου χάρη, αν ζοριζόμαστε εμείς που υποτίθεται ότι έχουμε κάποια χρόνια σε αυτό το επάγγελμα, σκεφτείτε πόσο ζορίζεται κάποιος που ξεκινάει τώρα. Γενικά, ένα νέο παιδί σήμερα είναι λογικό να αισθάνεται πολύ μεγάλη ανασφάλεια. Εξακολουθεί, παρ’ όλα αυτά, να υπάρχει μια μομφή για τη νέα γενιά, ότι είναι απολιτίκ.

Μ.Α.: Η αλήθεια είναι ότι δεν συναναστρέφομαι τους εικοσάρηδες τόσο ώστε να γνωρίζω ακριβώς πώς σκέφτονται. Δεν βγήκαν όμως στον δρόμο; Ίσως εμείς να θέλουμε να πιστεύουμε ότι είναι απολιτίκ. Ή ίσως φταίει πως δεν υπάρχουν πια σαφείς ιδεολογίες. Βλέπετε να υπάρχει κάποιο κόμμα που να τους εκφράζει; Μ.Α.: Νομίζω ότι το βασικό πρόβλημα είναι ότι σε ένα πολιτικό τοπίο όπου πολλοί άνθρωποι είναι θυμωμένοι και αγανακτισμένοι, οι νέοι περισσότερο απ’ όλους αισθάνονται πως δεν έχουν σε τι να πιστέψουν και τι να περιμένουν. Έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στους πολιτικούς. Προφανώς η Αριστερά θα ’πρεπε να είναι πιο κοντά τους, αλλά κι εκεί επικρατεί σύγχυση. Και η δική σας, η δική μας δηλαδή, γενιά των αναποφάσιστων και των μεταβατικών τι προβλέπετε ότι θα ψηφίσει; Μ.Α.: Από συζητήσεις με φίλους και γνωστούς συνομηλίκους μου διαπιστώνω ότι κανείς δεν αισθάνεται με την καρδιά του ότι υπάρχει κάποιος που να θέλει πραγματικά να τον ψηφίσει. Γι’ αυτό ολοένα και μεγαλώνει το ποσοστό αποχής. Μπορεί μάλιστα το εκλογικό σύστημα να μην οχυρώνει την απουσία και την αποχή, αλλά αυτή είναι πολιτική πράξη και θα έπρεπε να μετράει. Εμείς είμαστε κατεξοχήν η γενιά που δεν ξέρει προς τα πού να πάει. Προλάβαμε να γαλουχηθούμε με ιδεολογίες που τις είδαμε μετά να καταρρέουν. Είμαστε μια γενιά σε σύγχυση, η οποία δεν βρίσκει τρόπο να εκφραστεί. Νομίζω ότι το μόνο που θα μπορούσε να φέρει αλλαγή θα ήταν να δώσουμε ένα ηχηρό μήνυμα ότι κανένας από όλους δεν είναι ικανός. Η εναλλαγή ΠΑΣΟΚ και ΝΔ στην εξουσία μου φαίνεται γελοία. Μα δεν ήταν οι ίδιοι για τους οποίους μέχρι πριν λίγο λέγαμε ότι είναι ανίκανοι να κυβερνήσουν; Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα; Μ.Α.: Η διαφθορά. Όλες οι χώρες έχουν πρόβλημα, εδώ όμως τα πράγματα έχουν ξεφύγει τελείως. Γι’ αυτό έχει απαξιωθεί η πολιτική από πολλούς; Μ.Α.: Γι’ αυτό, κι επειδή δεν μπορείς να πάρεις κανέναν στα σοβαρά. Το ΠΑΣΟΚ το ξέρουμε, στον ΣΥΡΙΖΑ βρίζονται μεταξύ τους... Εγώ, για άλλη μια φορά, βρίσκομαι στο σημείο να ξέρω ποιον δεν θα ψηφίσω κι όχι ποιον θα ψηφίσω. Κι έχω την εντύπωση ότι δεν είμαι η μόνη. Μια διαφορετική όψη της νέας γενιάς, πιο τηλεοπτική, πιο ανάλαφρη, αλλά όχι απαραίτητα και λιγότερο σκληρή στον πυρήνα της, ήταν τα τηλεοπτικά «Υπέροχα πλάσματα». Ένα από αυτά υποδυόσασταν κι εσείς... Μ.Α.: Ξέρω ανθρώπους που ζουν τη ζωή τους όπως οι ήρωες στα «Υπέροχα πλάσματα». Ωστόσο, εγώ δεν ζω έτσι, είμαι παντρεμένη, έχω δυο παιδιά. Θεωρώ ότι τα τρία υπέροχα πλάσματα της τηλεοπτικής σειράς έπασχαν από μια ασθένεια της εποχής μας: Οι άνθρωποι πια δυσκολεύονται πολύ

να μεγαλώσουν και να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Γιατί; Μ.Α.: Ίσως έχει να κάνει με το ότι είμαστε γενιές στις οποίες προσφέρθηκαν απλόχερα πάρα πολλά. Οι γονείς μας δεν μπορούσαν να έχουν όσα παιχνίδια είχαμε εμείς κι εμείς δεν είχαμε τόσα όσα έχουν τα παιδιά μας. Αποκτήσαμε μια ψευδαίσθηση ευημερίας, άνεσης και χρόνου. Το αντίτιμο ήταν μια θλίψη. Και μοναξιά, δυσκολία στις προσωπικές σχέσεις και στη δέσμευση; Μ.Α.: Ναι, γιατί σήμερα είναι, για πολλούς λόγους, πολύ δυσκολότερο να δεσμευτείς, να κάνεις μια υγιή σχέση. Γιατί οι γυναίκες είναι ανεξάρτητες και συνεπώς δεν είναι υποχρεωμένες να βρίσκονται κάτω από τις φτερούγες ενός άνδρα. Γιατί το να είσαι χωρισμένος δεν αποτελεί πλέον στίγμα, οπότε έχεις την ελευθερία να ζήσεις έτσι τη ζωή σου. Εμένα όλα αυτά με απασχολούσαν από μικρή. Αλλά ήδη από τότε δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου μόνο του. Νομίζω ότι η προσπάθεια και η δέσμευση έχουν κάποιο νόημα. Είναι μέρος του ταξιδιού της ωρίμανσης. Είστε όμως και μητέρα. Παρότι τα παιδιά σας είναι ακόμα πολύ μικρά, αισθάνεστε ανασφάλεια για το μέλλον τους; Μ.Α.: Προσπαθώ να σκέφτομαι θετικά και να τους περνάω μια θετική διάθεση. Αντιλαμβάνομαι τη μαυρίλα που υπάρχει. Πιστεύω όμως ότι καθένας μπορεί να βρει τον δρόμο του, ακόμα και μέσα στο χάος. Και σίγουρα δεν πιστεύω ότι οποιοσδήποτε θα έπαιρνε ένα όπλο και θα πήγαινε σ’ ένα σχολείο να καθαρίσει τους συμμαθητές του. Ξέρω ότι τα παιδιά μου μεγαλώνουν σε έναν κόσμο πιο επικίνδυνο, αλλά σκέφτομαι ότι και οι γονείς μου ανησυχούσαν εξίσου όταν μεγάλωνα εγώ. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε την τάση να εξιδανικεύουμε το παρελθόν και να φοβόμαστε το μέλλον. Μια δική σας τάση ήταν να κάνετε τις σιωπηρές σας ρήξεις. Π.χ. γίνατε πολύ γνωστή με την «Αναστασία», αλλά, εν αντιθέσει με αρκετούς συνομηλίκους σας, δεν εγκλωβιστήκατε στην τηλεοπτική σας επιτυχία. Μ.Α.: Μάλλον με οδήγησε κάποιου είδους ένστικτο, κάποια βαθιά επιθυμία, που εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα απολύτως να συνειδητοποιήσω. Εννοείται ότι δεν μετανιώνω. Φυσικά υπάρχουν πολλά καλά από μια τέτοια επιτυχία. Και πρώτα πρώτα το ότι βγαίνεις από την ανωνυμία και ότι σου ανοίγουν οι πόρτες του επαγγέλματος. Αρκεί να μπορείς να διαλέξεις τις δικές σου. Ήταν η «Αναστασία» δίκοπο μαχαίρι; Μ.Α.: Κάθε επιτυχία είναι δίκοπο μαχαίρι, γιατί μπορείς να επαναπαυτείς στις δάφνες σου. Θέλω να πιστεύω ότι ποτέ δεν χαρακτηριζόμουν από ελαφρότητα ή αλαζονεία. Από αυτή την επιτυχία και μετά προσπάθησα να κατακτήσω όλα όσα χρειάζονταν για να νιώθω καλά, που με αναγνωρίζουν και που μου εμπιστεύονται ρόλους.


ΠΟΝΤΙΚΙart 24-30.9.09

35/7

Στο θέατρο ξεκινήσατε προλαβαίνοντας μόλις την εποχή της παντοδυναμίας 4-5 σημαντικών θεσμικών σκηνών. Λίγο αργότερα αυτό διαχύθηκε σε πολύ περισσότερες σκηνές, προσπάθειες, οργανισμούς και ανθρώπους. Μ.Α.: Το ίδιο έγινε και με πολλά άλλα πράγματα που ακολούθησαν τους νόμους της ελεύθερης αγοράς. Παρ’ όλο που έχουμε πια πολύ περισσότερα θέατρα απ’ ό,τι χρειαζόμαστε και παρότι απορεί κανείς πώς επιβιώνουν τόσοι θίασοι, εγώ νομίζω ότι μέσα στην υπερπροσφορά έχουν τη δυνατότητα να εκφραστούν περισσότεροι άνθρωποι. Άρα, έχουμε και μεγαλύτερες πιθανότητες κάποιοι από αυτούς να εξελιχθούν σε κάτι σημαντικό. Π.χ. σήμερα μπορείς πια να βρεις ευκολότερα δουλειά σε ένα θέατρο, ακόμα κι αν αυτό δεν έχει να σε πληρώσει. Ή τρεις φίλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε να ανεβάσουμε το τάδε έργο ή να γράψουμε ένα έργο που να μιλάει για ό,τι μας καίει και να βρούμε χώρο να το παίξουμε. Δεν είναι σημαντικό; Εγώ είμαι υπέρ αυτής της πολυφωνίας. Στο θέατρο δεν φοβηθήκατε τη μικρή κλίμακα, το οφ-Μπρόντγουεϊ, δεν πήγατε με την πεπατημένη; Μ.Α.: Την πεπατημένη τη βαριέμαι. Συχνά βέβαια η πεπατημένη είναι πολύ ανακουφιστική. Κι αυτό το νιώθω κυρίως τα τελευταία χρόνια που έχω τα παιδιά, κουράζομαι περισσότερο και αισθάνομαι μερικές φορές την ανάγκη να ασχοληθώ με πράγματα που δεν είναι και τόσο δύσκολα. Ελπίζω αυτό να μη σημαίνει ότι συμβιβάζομαι φρικτά. Από την άλλη, έχω ανάγκη από δημιουργικές προκλήσεις στη ζωή μου. Και μου αρέσει να συμμετέχω σε ό,τι θα μου άρεσε να το βλέπω και ως θεατής. Ομολογώ ότι υπάρχουν φορές που κάνω επιλογές με κριτήριο πιο πρακτικό, πιο βιοποριστικό. Δεν μπορώ δηλαδή να πω ότι οι επιλογές μου ήταν πάντα συνεπείς με ό,τι ονειρεύτηκα. Αλλά στο θέατρο, που δεν πληρώνει, προσπαθώ οι απολαβές μου να είναι τουλάχιστον ψυχικές. Και το σινεμά; Μ.Α.: Είναι για μένα ένα είδος ευφορικού ναρκωτικού, μια πολύ μεγάλη μου αγάπη, ίσως μεγαλύτερη κι από το θέατρο. Γιατί εγώ ως θεατής, κυρίως με το σινεμά έχω μεγαλώσει. Εντάξει. Ζούμε σε μία χώρα που δεν γίνονται πάρα πολλά πράγματα στον κινηματογράφο. Αλλά δεν είναι κι ότι δεν γίνεται τίποτα. Παρά τις μεγάλες σας καλλιτεχνικές αγάπες, κάτι άλλο που δεν φοβηθήκατε ήταν να κάνετε οικογένεια και παιδιά και για χάρη τους να απουσιάσετε ένα διάστημα από τη σκηνή. Αντίθετα, πολλές γυναίκες αγωνιούν μήπως με την εγκυμοσύνη αλλάξει το σώμα τους, μήπως όσο λείψουν χάσουν την ευκαιρία να κάνουν καριέρα. Μ.Α.: Δεν θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς παιδιά. Δεν νομίζω, άλλωστε, ότι στήριξα ποτέ τη ζωή μου στην εικόνα μου. Φυσικά και θέλω να είμαι νέα και ωραία, αλλά δεν θα πουλήσω και την ψυχή μου στον διάβολο. Οπότε για μένα δεν τέθηκε καν ζήτημα. Έμεινα έγκυος και είπα «αυτό το παιδί το θέλω» και ύστερα ήθελα κι άλλο ένα. Ομολογώ όμως ότι δεν έζησα το ενδεχόμενο, επιστρέφοντας να μην μπορώ να βρω δουλειά. Είχα χτίσει και κάτι πριν κάνω τα παιδιά. Κι αν στο κάτω κάτω αυτό το επάγγελμα δεν με ήθελε πια, θα μπορούσα να βρω να κάνω κάτι άλλο δημιουργικό. Θεωρώ ότι τα πράγματα στη ζωή μας πρέπει να μας κάνουν ευτυχείς. Αλλιώς γιατί να τα κυνηγάμε;


8/36

ΤΑ Γ ΕΓΟΝΟΤΑ

>> > Όλος ο Ρίτσος σε μια έκθεση

Γύρω γύρω πόλη... Της Άννας Βλαβιανού

24 Σεπτεμβρίου. Φθινόπωρο στην πόλη. Άσχημη πόλη. Από παντού ξεπηδάνε 48φυλλες αφίσες που προσβάλλουν την αισθητική σου. Δεν μας έφτανε ο Καρατζαφέρης από τοίχο σε τοίχο, έχουμε και τις πολύχρωμες των σκυλάδικων. Τόσες πλαστικές «κούκλες» μαζί, τόσα παλικάρια με ζελέ! Θεέ μου, δώσε μου μεγαλοψυχία να τα αντέξω και Προσέξτε τι να μην… τρακάρω. χάσαμε: Τη Χάρι Αλεξίου να τραγουδά μαζί με τον Γιώργο Νταλάρα το «Αισθηματίες», τη Μαρινέλλα με τον Πασχάλη Τερζή στο «Η πρώτη αγάπη σου», τον Δημήτρη Μητροπάνο με τη Χαρούλα στο «Φεύγω με πίκρα στα ξένα», τη Γλυκερία με τον Νταλάρα στο «Άσπρο πουκάμισο» και φυσικά τα ομαδικά «Υπάρχω», «Δυο πόρτες έχει η ζωή» και «Συννεφιασμένη Κυριακή». Παρ’ όλα αυτά, η συναυλία-αφιέρωμα στον Στέλιο Καζαντζίδη ήταν ένα δώρο στους θεατές που χάρηκαν ερμηνείες και Γεμάτο το Καλλιμάρμαρο. βροχή. Εξήντα χιλιάδες θεατές δεν υπολόγισαν βροχή και ταλαιπωρία. Όταν οι ουρανοί άνοιξαν στην εμφάνιση του Μητροπάνου οι πρώτες ομπρέλες βγήκαν από τις τσάντες. Η διάθεση όμως δεν χάλασε σε κανέναν. Ήταν και αρχή, όλοι θεώρησαν πως ο καιρός θα φτιάξει. Κι όμως. Η Χάρις Αλεξίου και η Μαρινέλλα ανέβηκαν στη σκηνή κρατώντας ομπρέλες, η Γλυκερία φορώντας αδιάβροχο, αλλά οι άνδρες, ως παλικάρια, εμφανίστηΣτις καν μόνο με το θάρρος τους. θέσεις των VIP, μπροστά στη σκηνή, ακόμα και οι καρέκλες σηκώθηκαν στα χέρια για προστασία. Οι αιθέριες ξανθές μπορεί να έφυγαν «με την πρώτη σταγόνα της βροχής», όμως και ο Καζαντζίδης αν ζούσε θα έδειχνε κατανόηση. Άλλωστε, κατά λάθος βρέθηκαν εκεί. Κάποιο μπράτσο δεν ήθελαν ν’ αφήσουν μόνο του και Απορία: Αφού και στην ήρθαν. πρόβα, το μεσημέρι, έγιναν μούσκεμα οι τραγουδιστές, δεν μπορούσε η

παραγωγή να βάλει μια τέντα πάνω απ’ τη σκηνή; Διότι αν δεν βρέχονταν τα όργανα και τα καλώδια, ο κόσμος Καιρό είχαακόμα εκεί θα ήταν. με να δούμε τέτοιο παλμό από τους θεατές. Σύμπνοια και πάθος για τα τραγούδια του Στέλιου που έτυχαν εξαιρετικών ερμηνειών. Η συναυλία ήταν επίσης καλή διότι δεν έπασχε από την ασθένεια αντίστοιχων διοργανώσεων, όπου όταν εμφανίζονται πολλοί μαζί δεν επικοινωνούν παρά μόνο για τα απαραίτητα. Εδώ οι έξι «πρωτοκλασάτοι» του πενταγράμμου ήθελαν και ήταν εκεί. Μοιράστηκαν ντουέτα και διάθεση υπέρ του κοινού. Αν μάλιστα δεν είχε διακοπεί η συναυλία μία ώρα πριν το προγραμματισμένο τέλος της, η ευχαρίστηση θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη εκατέ-

Προς το τέλος του βαδίζει σιγά σιγά το Έτος Ρίτσου, πρωτοβουλία του Υπουργείου Πολιτισμού με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση του ποιητή, και τι καλύτερος επίλογος από μια μεγάλη έκθεση-αφιέρωμα στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Μια από τις βασικές δεξαμενές της έκθεσης τα χειρόγραφα: κυρίως ρήσεις ή αποσπάσματα πολύστιχων ποιημάτων με θέματα εμπνευσμένα από το παρελθόν της Ελλάδας, μυθολογικό ή ιστορικό, για το οποίο το ενδιαφέρον του υπήρξε εξαρχής ιδιαίτερα ζωηρό. Το αφιέρωμα στον Ρίτσο συνοδεύεται από φωτογραφίες από τα νεανικά του χρόνια, τα χρόνια της περισυλλογής και της απομόνωσης, τα χρόνια της αναγνώρισης, ενώ μια άλλη ενότητα αναδεικνύει την εικαστική δημιουργία του ποιητή. Πράγματι, όπως δηλώνουν κάποιοι από τους μελετητές του, ο Ρίτσος ανταποκρίθηκε στη ζωή με τη ματιά του ζωγράφου. Η ζωγραφική λοιπόν προσέγγιση στο έργο του διαπιστώνεται από την προτίμηση του ποιητή στη φυσική αναγλυφή κάποιων υλικών, όπως οι ρίζες, τα κόκαλα και κυρίως οι πέτρες, τα βότσαλα και τα χαλίκια, άφθονα στα ξερονήσια, ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε σε ώρες απομόνωσης, ίσως από τη «γενική ανάγκη της έκφρασης που αντιμάχεται τη φθορά και τη μοναξιά». Στις πέτρες λοιπόν του Γιάννη Ρίτσου, που παρουσιάζονται στην έκθεση, βλέπει κανείς να παρελαύνουν μορφές μοναχικές ή πολυάνθρωπες, μετωπικές ή συνομιλούσες, άλλοτε ερωτικά συνταιριασμένες, μορφές αρχαϊκές που αντέχουν στον χρόνο. Έχει κανείς την εντύπωση ότι οι μορφές ξεπηδούν από τα ίδια τα ποιήματα του ποιητή για να συναντήσουν ονόματα από τον μύθο, τον Τρωικό πόλεμο, τις τραγωδίες. Όλα τα εκθέματα του αφιερώματος προέρχονται από τις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη. Από 26 Σεπτεμβρίου έως 30 Οκτωβρίου.

| Δημήτρης Ρηγόπουλος Γιάννης Ρίτσος

Πάντως ο Σεπτέμβριος, ρωθεν. μήνας των ελληνικών συναυλιών κατά παράδοση, καθόλου δεν συΈτσι, στα εν νεργάστηκε φέτος. κλειστώ θεάματα όλα κύλησαν ως όφειλαν, χωρίς περιπλοκές. Πρεμιέρα για τους «Κανίβαλους» της Αγγελικής Στελλάτου στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, την περασμένη Πέμπτη. Συμπέρασμα απ’ αυτή την παράσταση; Η γοητεία του ελάχιστου. Ο χορός απέκτησε ομορφιά με ελάχιστες κινήσεις, έμφαση στη λεπτομέρεια και χιούμορ, σπάνιο γι’ αυτό το είδος τέχνης. Ίσως το πιο αδύναμο σημείο της παράστασης ήταν το κομμάτι της Κι ενώ εμείς, ως έντυπο, πρόζας. ξεκινήσαμε τη σεζόν στην πρώτη μας φθινοπωρινή έξοδο στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, η Αννίτα Πάνια ξεκίνησε την εκπομπή της με καλεσμένο τον Γιάννη Φλωρινιώτη, μη τυχόν και μπερδέψουμε τους στόχους της. Και τι τραγούδησε ο άρχοντας με το κόκκινο κουστούμι; Χιπ-χοπ! Για να δείτε τι δουλειά έκαναν οι Goin’ Through και το Θηρίο. Έπεισαν όλη την παραμεθόριο για το πόσο εύκολο είδος μουσικής είναι και να τώρα τα αποτελέσματα!

> Θέα από ψηλά Όταν κοιτάς από ψηλά βλέπεις καλύτερα τι συμβαίνει εκεί κάτω. Όταν όμως απομακρυνθείς πολύ δεν βλέπεις πια. Και κινδυνεύεις να πέσεις. Ο Ίκαρος, νέος και «άμυαλος», έκαψε τα φτερά του πασχίζοντας να φτάσει όσο ψηλότερα γίνεται. Αλλά αν δεν το είχε επιχειρήσει πώς θα γνώριζε; Την αγωνία της πτήσης, τις νέες προοπτικές που ανοίγονταν στους ανεξερεύνητους αιθέρες ζωγράφισαν δεκάδες πρωτοπόροι, ο Ματίς, ο Ερνστ, ο Πικαμπιά, ο Μαγκρίτ, ο Τάτλιν, ο Μαρινέτι, όπως κατέγραψε και η σημαντικότατη έκθεση «Η κατάκτηση του αέρα» του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης πριν λίγα χρόνια. O Birdy του Alan Parker, εγκλωβισμένος στην απελευθερωτική σχιζοφρένεια των (εγκεφαλικών μόνο;) πτήσεών του, αρνήθηκε να προσγειωθεί. Και ο Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί, πιλότος της γαλλικής πολιτικής αλλά και της πολεμικής αεροπορίας στην αυγή του 20ού αιώνα, στις απαρχές των πτήσεων, πέντε χρόνια πριν από τον «Μικρό Πρίγκιπα» συνέγραφε τη «Γη των Ανθρώπων», μια αυτοβιογραφική κατάθεση για τη Γη και τους ανθρώπους της, γραμμένη από ψηλά! Με αφορμή αυτό το βιβλίο του Εξιπερί, που έχασε τη ζωή του μέσα στο αεροπλάνο που αγάπησε σε μια αναγνωριστική πτήση του 1944, ο Γιάννης Αδαμάκης δημιουργεί μια σειρά έργων υπό το γενικό τίτλο «Terre des Hommes» (Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Πλ. Κολωνακίου 20, 24 Σεπτεμβρίου - 24 Οκτωβρίου). Δεν πρόκειται όμως για μια απλή εικονογράφηση της Γης των Ανθρώπων, αλλά για έναν διάλογο-ενεργοποίηση των προσωπικών ειδώλων του ζωγράφου, για το δικό του ταξίδι στον κόσμο, με θέα από ψηλά. Η σχέση του αεροπλάνου με τον πιλότο, η τεχνική αλλά και η αισθητική του εξέλιξη, η αφ’ υψηλού ματιά των πραγμάτων, οι μνήμες, οι ιστορίες των ανθρώπων αλλά και της Γης αποτελούν τις συνισταμένες αυτού του ταξιδιού. | Γιάννης Κουκουλάς


>>

ΠΟΝΤΙΚΙart 24-30.9.09

>Αναπαραστάσεις θλιβερών υποκριτών «Ιδού τα αιχμηρά μου βέλη για να χαιρετήσω τους χαράκτες μας. Χαρακτική, τέχνη του σκαλίσματος, μετουσιωμένη από μυστήριο, πικάντικη τέχνη αλχημείας και απόσταξης, τέχνη διαβολική που μοσχοβολά θειάφι και υδράργυρο…. ». Έτσι περιγράφει ο βέλγος ζωγράφος και χαράκτης Τζέιμς Ένσορ (1860-1949) τις αρχές της χαρακτικής. Κατά πολλούς, προάγγελος του φλαμανδικού εξπρεσιονισμού, σε παράλληλους βίους με τον Έντβαρντ Μουνκ και με θητεία στο ιμπρεσιονιστικό ρεύμα του τέλους του 19ου αιώνα, επιτέθηκε με σφοδρότητα στον αστικό καθωσπρεπισμό, διερεύνησε τα βάθη του ασυνείδητου, υπερέβη και απέρριψε τη θετικιστική αισιοδοξία για να προβάλει την αποσύνθεση και την παρακμή του «νέου και μοντέρνου τρόπου ζωής». Αντλώντας περισσότερο από τη σκοτεινή παράδοση του Μπος και του Μπρέγκελ παρά από το φως των συγχρόνων του, μεταμόρφωσε με οργή και πικρό χιούμορ τα συμβατικά ήθη των «ευτυχισμένων ανθρώπων» της εποχής του σε γκροτέσκες αναπαραστάσεις θλιβερών υποκριτών: σκελετοί, κάμπιες, τέρατα, καταστροφή, ασχήμια, παραμορφωμένα σώματα, πτώματα, θάνατος. Ο χαρακτη-

> Τριάντα χρόνια μετά Ήταν 4 Σεπτεμβρίου του 1979 όταν τα διάσημα αμερικανικά μπαλέτα Alvin Ailey American Dance Theater έδιναν την παρθενική τους παράσταση στο Ηρώδειο. Στα μισά της μέχρι τώρα καλλιτεχνικής του διαδρομής, το χορευτικό σύνολο που ίδρυσε το 1958 ο Αφροαμερικανός Άλβιν Έιλι, συνέπαιρνε τα θέατρα όλου του κόσμου με τους νεοτερισμούς που εισήγαγε. Και δεν υπήρχε μεγαλύτερη καινοτομία στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70 από το να παρακολουθείς έγχρωμους χορευτές επί σκηνής. Έχο��ν περάσει πολλά χρόνια από τότε και τα Άλβιν Έιλι παραμένουν βαθιά στην καρδιά του ελληνικού κοινού. Το αποδεικνύει η μεγάλη ζήτηση για τις τρεις αρχικά παραστάσεις στο Μέγαρο Μουσικής, που τελικά έγιναν πέντε στο διάστημα 24 έως 27 Σεπτεμβρίου ύστερα από τη μεγάλη ζήτηση κατά τη διάρκεια της προπώλησης. Όμως, δεν γιορτάζουμε φέτος μόνο τα 30 χρόνια από την πρώτη αθηναϊκή εμφάνιση του συγκροτήματος. Η Τζούντιθ Τζέιμσον συμπληρώνει το 2009 είκοσι χρόνια στην καλλιτεχνική ηγεσία του. Τον Δεκέμβριο του 1989, ο ίδιος ο Άλβιν Έιλι, λίγο πριν το θάνατό του, έχρισε την Τζούντιθ καλλιτεχνική διευθύντρια των μπαλέτων. Ακολουθώντας την παράδοση του Έιλι, η Τζέιμσον είναι αφιερωμένη στη διακήρυξη της σημαντικότητας των τεχνών στον πολιτισμό, στη διάδοση των πρωτοβουλιών για την ενσωμάτωση του χορού στο κοινωνικό σύνολο και προγραμμάτων για την εισαγωγή των παιδιών στις τέχνες. Ακόμα κι αν δύσκολα σήμερα θα ισχυριζόταν κανείς ότι τα Άλβιν Έιλι βρίσκονται στην πρωτοπορία του παγκόσμιου χορού, υπάρχει πάντα ένας σημαντικός λόγος για να τα δεις από κοντά: η παρουσία τους αφηγείται μια από τις πιο σημαντικές ιστορίες του χορού στον 20ό αιώνα. Σε ένδειξη σεβασμού στη μεγάλη παράδοση των Άλβιν Έιλι, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Μπαράκ Ομπάμα παρακολούθησε πριν λίγους μήνες μαζί με την οικογένειά του την παράστασή τους στο Κέντρo Παραστατικών Τεχνών Τζον Φ. Κένεντι, στο πλαίσιο της περιοδείας των μπαλέτων στην Ουάσινγκτον. | Δημήτρης Ρηγόπουλος

«Τα Παράξενα έντομα» ρισμός του έργου του από τον Τζούλιο Αργκάν ως «κοινωνικός δαιμονισμός» ίσως συμβαδίζει με αυτό που ο Μοντριάν αποκαλούσε «μοντέρνο μπαρόκ», δηλαδή το τέλος της αυταπάτης της αισιοδοξίας. Το σύνολο του χαρακτικού του έργου και συγκεκριμένα 113 οξυγραφίες, χαλκογραφίες μαλακού βερνικιού και βελονογραφίες, καθώς επίσης και δύο άλμπουμ με λιθογραφίες από τη γνωστή σειρά «Σκηνές από τη ζωή του Χριστού» (31 έργα) και «La Gamme d’Amour» (21 έργα) θα παρουσιαστεί στο Μουσείο Μπενάκη (Πειραιώς 138, 28 Σεπτεμβρίου – 29 Νοεμβρίου), σε επιμέλεια των Xavier Tricot και Μάρθας Χαλικιά.

| Γιάννης Κουκουλάς

37/9

>Τζούλια σκέτο Μόλις μπαίνεις δεξιά βρίσκεται το screening room του μπαρ Nixon, όπου κάνει πρεμιέρα σήμερα η «πειραγμένη» (εντός πολλών εισαγωγικών) «Τζούλια» του Στρίντμπεργκ. Η επιλογή του χώρου δεν είναι τυχαία, είναι εύπλαστος και καθόλου «καμένος» από θεατρικές παραστάσεις του παρελθόντος, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη της παράστασης Δημήτρη Φοινίτση, ο οποίος υπογράφει και τη διασκευή-απόδοση του κειμένου. Το κλασικό έργο του σουηδού δραματουργού, το οποίο γράφτηκε το 1888 για την πάλη των δύο φύλων και την κοινωνική ανισότητα, λειτουργεί εδώ με σύγχρονους όρους, μετατοπίζοντας τη δράση στην Αθήνα του σήμερα. «Δεν με ενδιέφερε να ανεβάσω το συγκεκριμένο έργο σε μία παραδοσιακή εκδοχή. Κάποια στοιχεία του κειμένου απλά δεν λειτουργούν στο σήμερα» αναφέρει ο Φοινίτσης, εξηγώντας τους λόγους που επικαιροποιεί το κείμενο, θίγοντας το πρόβλημα της μετανάστευσης. Η Δεσποινίς Τζούλια του Στρίντμπεργκ, γίνεται λοιπόν σκέτο Τζούλια (Ελευθερία Γεροφωκά), χωρίς το «δεσποινίς», κόρη πάμπλουτου επιχειρηματία από τα βόρεια προάστια και ο υπηρέτης της Ζαν είναι ο Γιάννης (Κρις Ραντάνοφ), ένας οικονομικός μετανάστης που εκτελεί χρέη σοφέρ. Η γιορτή που αναφέρεται στο κείμενο του Στρίντμπεργκ, στην κατά Φοινίτση εκδοχή, μετατρέπεται σε ένα μεγάλο πάρτι με καλεσμένους το υπηρετικό προσωπικό, ένα πάρτι που εξελίσσεται με τη βοήθεια βιντεοπροβολών στην κουζίνα του σπιτιού. «Είναι μία συνομιλία οθόνης και σκηνής», αναφέρει ο σκηνοθέτης. «Διατηρώ την προβολή σε όλη την παράσταση, με την κουζίνα να βρίσκεται πάντα στην οθόνη. Αυτή είναι το σκηνικό». Στη διάρκεια της συγκέντρωσης η μουσική και ο χορός χαλαρώνουν τα σώματα, και το αλκοόλ τα ήθη. Η τελειότητα του lifestyle της Τζούλιας, μιας βλαχομπαρόκ εικόνας, που σύμφωνα με τον σκηνοθέτη μας έχει επιβληθεί τα τελευταία χρόνια, καταρρέει. Ο μοναδικός που παραμένει νηφάλιος και ταυτόχρονα πιστός στο αρχικό του σχέδιο να ανέλθει ταξικά είναι ο Γιάννης, αυτός ο φιλόδοξος νέος, ο επιβήτορας του σπιτιού. Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, «ο Γιάννης δεν έχει άλλο τρόπο να προχωρήσει. Είναι αποφασισμένος να κάνει τα πάντα και διαθέτει μία και μόνο ευκαιρία».

Αlvin Αiley Αmerican Dance Theater

| Αγγελική Μπιλλίνη

>«Βίαιες εντυπώσεις» σε μιαν αβίαστα μεγάλη Ποίηση Σπάνια έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε έναν ποιητικό τόπο όπου η απουσία του θεού και της θείας του πνοής να αποτελεί πηγή έμπνευσης και μεγαλείου. Όχι ότι η ποίηση του Δημήτρη Αρμάου, που μόλις κυκλοφόρησε σε ένα τόμο 416 σελίδων, έπειτα από μιαν 35ετή περιπλάνηση σε έντυπα του κέντρου και της περιφέρειας, περιφρονεί την προσήλωση στο Υψηλό. Αντίθετα, κάθε δομικό και πνευματικό υλικό της ποίησής του προσβλέπει μόνο στο Υψηλό, όπως αυτό ενυπάρχει στον εν εξελίξει στίλβοντα βίο. Ο πανταχού παρών Θεός απουσιάζει από τη φύση και τους ανθρώπους, εκεί δηλαδή που υπάρχει η ομορφιά: το αιχμηρό εφήμερο όπου νυχθημερόν ματώνεται και ιαίνεται η ανθρωπότητα και η απουσία του Θεού αυξάνει την παρουσία του Ανθρώπου. Εκεί, στις ρωγμές της ζωής όπου ο άνθρωπος στα όρια του χρόνου σκαρώνει τη δική του τραγωδία, τις μικρές και μεγάλες του στιγμές, ο Αρμάος αντικαθιστά τη θεϊκή απουσία με την παρουσία της γλώσσας. Κι εκεί διαπρέπει δημιουργώντας έναν αξεπέραστο ποιητικό λόγο, αυτάρκη και διάφανο, με τις οφειλές και τις καταβολές του ξεκάθαρες, διεκδικώντας ωστόσο τα δικά του δίκαια αριστεία. Πρόκειται για μια ποίηση που χαρίζει στο ασήμαντο μεγαλείο και στο σημαντικό λάμψη, ταυτίζοντας τη γλώσσα με την πατρίδα και την ελπίδα της. Ποιήματα πολλαπλών αναγνώσεων, με ιδιοφυή οξύτητα, που ανακαλεί τον βιτριολικό Καβάφη, όσο κι αν αυτό δεν γίνεται εύκολα φανερό, και ας μου επιτραπεί, εμπνεόμενα από μια αρρενωπή δύναμη. Γι’ αυτή τη σπάνια ποιητική συλλογή των εκδόσεων Ύψιλον («Βίαιες εντυπώσεις / Των ετών 1975-2007», εικονογράφηση: Αλέξης Ταμπουράς) θα επανέλθουμε σύντομα εκ νέου. | Ξενοφών Μπρουντζάκης

Σκίτσο από τη συλλογή «Βίαιες εντυπώσεις / Των ετών 1975-2007»


10/38

ΤΑ Γ ΕΓΟΝΟΤΑ

>>

>Ροκ αισθηματίες Λονδρέζοι από τη... Νέα Ζηλανδία οι Veils, παίζουν αύριο στο Gagarin 205. Μας τη χρωστούν αυτήν την επίσκεψη. Η συναυλία τους είχε προγραμματιστεί για τα τέλη Ιουνίου, αλλά διάφοροι «απρόβλεπτοι» παράγοντες δεν το επέτρεψαν. Κάλλιο αργά... Σημειώνω, για να το διευκρινίσουμε, πως η καταγωγή τους είναι από τη Νέα Ζηλανδία, αλλά κατοικούν εδώ και πολλά χρόνια στο Λονδίνο. Τι λένε τα διάφορα μουσικά έντυπα του εξωτερικού για τον ήχο τους; Ό,τι διαθέτουν επιρροές από Joy Division και Τζεφ Μπάκλεϊ. Μέχρι για Νικ Κέιβ λένε, για Birthday Party και Triffids. Εντάξει, μην το παρακάνουμε. Αν τα είχαν όλα αυτά θα αναφερόμασταν στο γκρουπ φαινόμενο των τελευταίων χρόνων στη μουσική. Όχι πως δεν υπάρχουν διάφορα ψήγματα στα τραγούδια τους, δείγματα σπουδαίων γονιδίων. Ο ηγέτης τους Φιν, άλλωστε, είναι ο γιος του Μπάρι Άντριους, του παλιού κιμπορντίστα των XTC. Το καλό είναι που τους βλέπουμε live τώρα τους Veils, λίγο μετά την κυκλοφορία του ολοκαίνουργιου άλμπουμ τους. Του εξαιρετικού «Sun Gangs» και μάλλον του πιο ώριμου της καριέρας τους. Είναι ο τρίτος τους δίσκος, μετά τo «Nux Vomica» και το ντεμπούτο τους «The Runaway Found», το οποίο κυκλοφόρησε στη θρυλική Rough Trade, σε παραγωγή του Μπέρναρντ Μπάτλερ, πρώην κιθαρίστα των Suede. Και κάτι ακόμα δελεαστικό για την αυριανή τους συναυλία, πέραν φυσικά της καλής τους σκηνικής παρουσίας. Θα δείτε από κοντά και την αισθαντική μπασίστρια Σοφία Μπερν.

| Δημήτρης Κανελλόπουλος

{

Αστεροσκοπείο

>Pause στον χρόνο Ζει και εργάζεται στο Θησείο, συγκεκριμένα στην Πνύκα. Από εκεί εμπνέεται τα θέματα των έργων της. Η Κλαίρη ΤσαλουχίδηΧατζημηνά, μαθήτρια των Γιώργου Ρόρρη και Βασίλη Χάρου, στήνει το καβαλέτο της στο ατελιέ στην ταράτσα του σπιτιού της και μεταφέρει στον καμβά εικόνες-στιγμές από τη γύρω περιοχή. Στην έκθεση με τίτλο «Απέναντι από την Ακρόπολη», η οποία παρουσιάζεται από σήμερα και μέχρι τις 14 Οκτωβρίου στην γκαλερί Αργώ (Νεοφύτου Δούκα 5, Κολωνάκι), παρουσιάζει εκατό μικρές ζωγραφιές παστέλ, από τις οποίες μέρος των εσόδων θα διατεθεί στο μη Κερδοσκοπικό Σωματείο «Αντιμετώπιση Παιδικού Τραύματος». Με χρώματα ήρεμα και ζεστά η καλλιτέχνις αναπαράγει τοπία τής γύρω περιοχής που αντιστέκονται στον χρόνο: Ακρόπολη, Λυκαβηττός, Στοά του Αττάλου, Αστεροσκοπείο, Αγία Μαρίνα, Λόφος του Φιλοπάππου, Υμηττός, αλλά και σπίτια της Αθήνας όπως ήταν παλιά, με τα ρούχα απλωμένα στην ταράτσα και τα γεράνια στα μπαλκόνια. Σύμφωνα με την ίδια, «μόνο οι εποχές αλλάζουν. Το τοπίο, σε πείσμα των καιρών, παραμένει αναλλοίωτο, απέναντι σ’ έναν κόσμο που αλλάζει με απίστευτη ταχύτητα».

The Veils

| Μαρία Κούβελα

> Λυρική, στον αστερισμό της κρίσης Ήταν Οκτώβριος του 2006 και οι στάσεις των λεωφορείων στους δρόμους της Αθήνας ήταν γεμάτες με τις «προχωρημένης» αισθητικής διαφημίσεις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για τις πρώτες δύο παραγωγές που έφεραν την υπογραφή του νέου, τότε, καλλιτεχνικού διευθυντή Στέφανου Λαζαρίδη. Ανέτελλε μια νέα εποχή για την κουρασμένη μας όπερα, αυτό ήταν σίγουρο, ακόμα κι αν φαινομενικά τίποτα δεν είχε αλλάξει. Οι αβανγκάρντ επιλογές του κ. Λαζαρίδη ανέβαιναν στο επαρχιακό Ολύμπια της οδού Ακαδημίας, ενώ οι συγκρούσεις με τους συνδικαλιστές και τα σωματεία ήταν στην ημερήσια διάταξη. Όλα είχαν ζωντανέψει ξαφνικά και η Λυρική έγινε λίγο «μόδα». Ένα χρόνο μετά, ο κ. Λαζαρίδης ιδιώτευε, εξαναγκασμένος σε παραίτηση ύστερα από διαφωνίες με το Δ.Σ. Τον αντικατέστησε

Έργα του Μπομπ Ντίλαν

ο Ιταλός με ελληνικές ρίζες Τζιοβάνι Πάκορ, ενώ το έστω μακρινό ορόσημο της κατασκευής του νέου κτιρίου στο Δέλτα Φαλήρου κρατούσε τη φλόγα ζωντανή. Μέχρι που φτάσαμε στην επιστολή παραίτησης του Προέδρου του Δ.Σ. Οδυσσέα Κυριακόπουλου πριν δύο εβδομάδες. Εκεί έκανε ανοιχτά λόγο για χρέη της Λυρικής προς τράπεζες, προμηθευτές, ΙΚΑ, αμοιβές εργαζομένων και τρίτους, που ξεπερνούν τα 10 εκατ. ευρώ αντί για 7 στην αρχή του χρόνου και για τις κυρώσεις με αγωγές εξώσεως και ποινικές συνέπειες για τον πρόεδρο του Δ.Σ. Το τελευταίο επεισόδιο της κρίσης παίχτηκε με την αναβολή της προγραμματισμένης για τις 7 Οκτωβρίου πρεμιέρας της όπερας «Ριγκολέτος», που μετατέθηκε στις 30 Οκτωβρίου, «λόγω των επικείμενων εκλογών και των δυσλειτουργιών που προκαλού-

νται εξαιτίας απαγόρευσης προσλήψεων». Αναβλήθηκαν επίσης οι πρεμιέρες της ελληνικής οπερέτας («Το μικρόβιο του έρωτα») και της παιδικής σκηνής («Η νυχτερίδα») για τις 12 και 25 Δεκεμβρίου 2009, αντίστοιχα. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, ύστερα από κοινή συνεννόηση του καλλιτεχνικού διευθυντή της ΕΛΣ κ. Πάκορ και του Διοικητικού Συμβουλίου περικόπτεται το προϋπολογισμένο κόστος των παραγωγών της καλλιτεχνικής περιόδου 2009-2010 κατά 1.100.000 ευρώ. Το Υπουργείο Πολιτισμού υποσχέθηκε αμέσως μετά την παραίτηση Κυριακόπουλου την απελευθέρωση πόρων της τάξεως του ενός εκατομμυρίου. Αυτό όμως που έχει απελπισμένα ανάγκη σήμερα η Λυρική δεν είναι μόνο τα χρήματα. Λείπει το όραμα και η ελπίδα για το μέλλον.

| Δημήτρης Ρηγόπουλος

> Μπομπ Ντίλαν, όπως λέμε Ματίς Είναι ευρέως γνωστό ότι στη μουσική του αναζητούσε ανέκαθεν νέες φόρμες έκφρασης. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό είναι ότι έκανε το ίδιο και στη ζωγραφική του. Ο λόγος για τον Μπομπ Ντίλαν, ο οποίος τον Σεπτέμβριο του 2010 θα παρουσιάσει 100 έργα του στην Εθνική Πινακοθήκη της Δανίας, στην Κοπεγχάγη. Μόλις δύο χρόνια πέρασαν από την πρώτη ατομική του έκθεση και το γεγονός ότι ο επιμελητής του μουσείου Κάσπερ Μόνραντ τον παρομοιάζει με τον Ματίς δεν είναι καθόλου τυχαίο. «Η εικαστική προσέγγιση του Ντίλαν έχει μελετηθεί ελάχιστα και αυτή είναι μια καλή ευκαιρία ερμηνείας του έργου του» σχολιάζει. Η έκθεση θα περιλαμβάνει πολλούς πίνακες από την περίφημη σειρά «The Drawn Blank», η οποία παρουσιάστηκε πρόσφατα στο Λονδίνο με ιδιαίτερη επιτυχία. Αυτό όμως που αναμένεται εναγωνίως είναι τα 30 νέα έργα μεγάλων διαστάσεων της σειράς «Brazil», τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά. Ο ίδιος ο Ντίλαν διατείνεται πως ζωγραφίζει ό,τι τον εμπνέει. «Μπορεί να μετατρέψω ένα μπολ με φρούτα σε καθημερινό δράμα. Οι γυναίκες είναι δυναμικές και γι’ αυτό τις απεικονίζω με αυτόν τον τρόπο» σχολιάζει. Όσο για την ξαφνική έξαρση της δημιουργικότητάς του, υποστηρίζει ότι μέχρι σήμερα κανείς δεν ενδιαφερόταν για τη ζωγραφική του και τώρα ξαφνικά τρέχει για να ανταποκριθεί στη ζήτηση. | Ελίνα Μπέη


ΜΠ Α ; ΕΙΝ ΑΙ Κ ΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΛ ΙΤΙΣ Μ Ό Σ ; Του Γιώργου Ι. Αλλαμανή [gallamanis@gmail.com]

Ελληνοτουρκικά μαγειρέματα στην κουζίνα της ψυχής Ο Φατίχ και ο Αδάμ υπογράφουν το δικό τους σύμφωνο συνύπαρξης και φιλίας, στη χωρίς σύνορα πατρίδα του σινεμά

Θ

υμάμαι τον τουρκικής καταγωγής σκηνοθέτη από τη Γερμανία Φατίχ Ακίν πριν από λίγα χρόνια, τέτοια εποχή, σε μια εκπομπή της ΕΤ3. Ήταν μια ανταπόκριση για το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μικρόσωμος και νευρώδης, τριγυρνούσε στις εγκαταστάσεις του λιμανιού και μιλούσε ακατάπαυστα κοιτώντας την κάμερα. Στα λόγια του έπλεκαν ένα απλό αλλά πολύχρωμο κιλίμι η Ανατολή, η Ευρώπη, ο Ορθός Λόγος, το συναίσθημα –ιδίως η οργή και η στοργή–, η πολιτική των απλών ανθρώπων και η πολιτική των επαγγελματιών πολιτικάντηδων. Κάπου στο βάθος, μια καταγωγή σαν του Ομήρου, του Βιργίλιου, των παππούδων παραμυθάδων – κι ας είναι σήμερα ο Ακίν μόλις 35 ετών. Στο παζλ «έπαιζε» ακόμη και μια προγιαγιά του που ήταν Ρωμιά, ελληνίδα χριστιανή. Αυτός ο τυπάκος μιλάει δραματικά και πειστικά για τη «δική του» Τουρκία στο «Μαζί ποτέ» του 2004, στην εξαιρετική ταινία «Στην άκρη του ουρανού» του 2007, ακόμη και στο φευγάτο μουσικό ντοκιμαντέρ «Στην άκρη της Πόλης», ένα πανόραμα για τη σύγχρονη μουσική σκηνή της Κωνσταντινούπολης. Φέτος πέρασε από την περίσκεψη στο γέλιο. Και στα ελληνοτουρκικά μαγειρέματα στην κουζίνα της ψυχής. Κέρδισε τις εντυπώσεις και το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στο φετινό Φεστιβάλ Βενετίας για το «Soul Κitchen», μια πικρή κωμωδία. Πρωταγωνιστεί ο (αληθινός) συμμαθητής και παιδικός του φίλος από το Αμβούργο, ένας ερασιτέχνης ομογενής ηθοποιός, ο Αδάμ Μπουσδούκος, πρώην ιδιοκτήτης εστιατορίου. Ο Μπουσδούκος παίζει περίπου τον εαυτό του και έχει γράψει και το σενάριο. Ο Φατίχ και ο Αδάμ υπογράφουν το δικό τους σύμφωνο συνύπαρξης και φιλίας, στη χωρίς σύνορα πατρίδα του σινεμά. Βέβαια, σαν καλοί Ανατολίτες στην καρδιά, ήθελαν από την πρώτη στιγμή τα πάντα και πίστευαν ότι μπορούσαν να τα αποκτήσουν μ’ ένα-δυο τηλεφωνήματα. Ταξίδεψαν στην Αμερική, φιλοδοξώντας, οι αθεόφοβοι, να γυρίσουν εκεί μία ταινία… γουέστερν, όπως τη χαρακτήριζαν, με αφορμή τη γενοκτονία των Αρμενίων από τους Οθωμανούς – θέμα ταμπού στη σημερινή Τουρκία. «Όταν συνειδητοποίησα πως θα χρειαστούμε καμιά εικοσαριά εκατομμύρια δολάρια, γύρισα

και είπα στον Αδάμ: “Αν ήσουν ο Μπραντ Πιτ ή ο Τζόνι Ντεπ θα βρίσκαμε λεφτά. Τώρα, με το όνομα Αδάμ Μπουσδούκος θα μας δώσουν μόνο ποπ-κορν. Και ούτε”», λέει ο Ακίν. Επειδή όμως πάντα υπάρχει ένα «στοκ» από μεγαλεπήβολα σχέδια, τράβηξαν από το συρτάρι το επόμενο. Ο Μπουσδούκος έκανε σενάριο τις περιπέτειες από τη «Σωτηρία», την ταβέρνα του στο Αμβούργο, ένα στέκι καλλιτεχνών, φευγάτων τύπων και, απαραιτήτως, ωραίων γυναικών. Και τα στερεότυπα της ελληνοτουρκικής κόντρας; Ο «πόλεμος των πολιτισμών»; Οι μισαλλόδοξοι Καρατζαφέρηδες και οι απλοϊκές ρατσιστικές χοντράδες; «Οι μεγάλοι μάς τροφοδοτούσαν με μίσος, αλλά εμείς δεν καταλαβαίναμε τίποτα. Όλα αυτά είναι μαλακίες και γίνονται για να πουλάνε όπλα οι Αμερικανοί. Ελπίζω έπειτα από είκοσι χρόνια Ελλάδα - Τουρκία να είναι ένα κράτος, ένας λαός ειρηνικός» είπε ο Φατίχ Ακίν στον Δημήτρη Δανίκα, στα «Νέα», πριν από λίγες μέρες. Όραμα λοιπόν. Αλλά και πράξη. Εν προκειμένω κινηματογραφική, σε άλλες περιπτώσεις μουσική, εικαστική, λογοτεχνική, θεατρική. Το μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα των προκαταλήψεων και του εθνικισμού δεν έχει τελειώσει. Αλλά εκείνο το φως στην άκρη του δρόμου μπορεί να είναι η «taverne» του Ζήνου, του ήρωα του «Soul Kitchen», ο οποίος παλεύει με τα θηρία στη Γερμανία, στην αδηφάγο ζούγκλα της οικονομικής «ατμομηχανής» της Δυτικής Ευρώπης. Αρκεί όμως ένα φιλμ για να σώσει την κατάσταση, για να αλλάξει τη χυδαία καχυποψία που καλλιεργείται συστηματικά στις δύο όχθες του Αιγαίου, από μηχανισμούς πνευματικής επιβολής οι οποίοι απλώνουν τα πλοκάμια τους από τα σχολικά εγχειρίδια έως τα κεντρικά δελτία ειδήσεων; Ασφαλώς όχι. Ωστόσο μπορεί να ρίξει τη σπορά της αμφιβολίας για τις γελοίες, επικίνδυνες, δήθεν γρανιτένιες βεβαιότητες των εθνικισμών. Δεν είναι μικρό πράγμα.


12/40

Θ έατρο

Της Χαράς Αργυρίου

Ακούραστες σκηνές Διαβάζοντας το ρεπερτόριο των εναλλασσόμενων θιάσων σταθήκαμε στις παραγωγές που θεωρούμε ότι θα έχουν ενδιαφέρον και ξεχωρίσαμε μερικές από αυτές

Τ

ζάκι Ωνάση και Μαρκήσιος Ντε Σαντ, Αντώνης Σαμαράκης και Ιονέσκο, Όργουελ και Καμί, Μπίλι Χόλιντεϊ και Λαμπίς, Μπέκετ και Καπουτζίδης. «Αταίριαστα» ζευγάρια που μοιράζονται την ίδια θεατρική σκηνή μέσα στη σεζόν μαζί με κάποιους άλλους. Παρουσιάζονται σε σκηνές που η ταυτότητά τους γράφει «εναλλασσόμενο ρεπερτόριο». Και το τηρούν ευλαβικά. Μόδα ή ανάγκη, άποψη ή στυλ, καλλιτεχνική ανησυχία, δημιουργική έκφραση ή μαξιμαλιστικός πλουραλισμός, τα θέατρα με άνω της μιας παραγωγής και με περισσότερες από μια σκηνές, τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν αυξηθεί θεαματικά. Όλα ξεκίνησαν σε «επίσημη» βάση από το καθοριστικό για τα θεατρικά μας δρώμενα Θέατρο του Νότου - Αμόρε του Γιάννη Χουβαρδά (ιδρύθηκε την άνοιξη του 1991 και ολοκλήρωσε τον κύκλο του την άνοιξη του 2008 με 130 έργα στο ενεργητικό του). Έκτοτε το «εναλλασσόμενο» έγινε της μόδας και εξαπλώθηκε με γοργούς ρυθμούς. Οι εναλλασσόμενες σκηνές ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια. Κάθε θέατρο ή θεατράκι, μεγάλη σκηνή ή μικρότερη καμάρωνε ότι ανεβάζει δύο και τρία έργα τη σεζόν. Φυσικά ελάχιστοι είχαν την οργάνωση, τον προγραμματισμό, τις προτάσεις, την άποψη και κατ’ επέκταση τη διάρκεια του Αμόρε, γι’ αυτό πολλά θέατρα ναι μεν προσπάθησαν να μεταμορφωθούν σε εναλλασσόμενα αλλά γρήγορα ξεφούσκωσαν σαν μπαλόνια. Υπήρξαν κάποια, λίγα, με σωστή κατεύθυνση, σχεδιασμό και όραμα που άντεξαν κι αντέχουν στον χρόνο (π.χ. το Θέατρο του Νέου Κόσμου που είναι ό,τι πιο σημαντικό και με διάρκεια έχει συμβεί την τελευταία δεκαετία), άλλα που σιγά σιγά εδραιώνονται (η πρωτοπόρα ματιά του Bios, οι ιδιαίτερες προσεγγίσεις του Επί Κολωνώ) κι άλλα που τώρα ξεμυτούν (π.χ. αυτό που συμβαίνει στο Από Μηχανής Θέατρο υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Συν-Επί +,Χ ή το νέο πρόσωπο του Χώρα), τα οποία υπόσχονται ενδιαφέρουσα πορεία, τουλάχιστον με το ρεπερτόριο και τις συνεργασίες που προτείνουν. Ο χρόνος και το κοινό, οι δύο αμείλικτοι κριτές, είναι αυτοί που θα ορίσουν την τύχη τους. Πώς όμως διαχειρίζονται την επιτυχία μιας παραγωγής τα θέατρα με εναλλασσόμενο ρεπερτόριο; Ο προγραμματισμός πάνω απ’ όλα – εντάξει. Κι αν μια παράσταση σκίζει; Υπάρχουν ουρές,

«Ρωμαίος και Ιουλιέτα»

λίστες αναμονής, κοινό που θέλει να τη δει, αλλά δεν προλαβαίνει γιατί το θέατρο είναι sold out (το Αμόρε τηρούσε τη σκληροπυρηνική αρχή και δεν έδινε παράταση). Όσο κι αν αυτό μοιάζει άδικο για μια παράσταση που ανθεί, άλλο τόσο άδικο είναι να στερήσεις ημέρες από μια άλλη που περιμένει τη σειρά της να δοκιμαστεί. Κι ύστερα, αν τραβάς από δω, κόβεις από κει, ποια η χρησιμότητα του προγραμματισμού; Η γνώμη μας θα ήταν –αλλά αυτό πώς να συμβεί σε μια χώρα που οι επιχορηγήσεις της σεζόν καθυστερούν έναν με ενάμιση χρόνο – να υπάρχουν έργα ρεπερτορίου τα οποία να μπορούν να επαναληφθούν, τουλάχιστον με το άνοιγμα της επόμενης σεζόν. Αξίζει να δούμε Επειδή όλα αυτά όμως μοιάζουν με ασκήσεις επί χάρτου ενώ το θέατρο είναι πράξη, επιλέξαμε κάτι πιο «χειροπιαστό». Κάναμε ένα flash… forward στις παραστάσεις των θεάτρων με εναλλασσόμενο ρεπερτόριο. Σταθήκαμε στις παραγωγές που θεωρούμε ότι θα έχουν ενδιαφέρον και ξεχωρίσαμε μερικές από αυτές. Η Λυδία Κονιόρδου συνεργάζεται για πρώτη φορά με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο. Ερμηνεύει την Εκάβη –έναν ρόλο για τον οποίο είναι νέα κι αυτό προσθέτει δυσκολία στην πρόκληση– στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, οι οποίες παρουσιάζονται σε κλειστό χώρο (Θέατρο του Νέου Κόσμου). Η Άντζελα Μπρούσκου με ερμηνεύτρια τη Σοφία Σεϊρλή ανεβάζει το «Τζάκι» της Ελφρίντε Γέλινεκ (Από Μηχανής Θέατρο). Η Ρούλα Πατεράκη καταπιάνεται με τους «Εξόριστους» του Τζέιμς Τζόις και ο Έκτορας Λυγίζος με τα «Εγκλήματα του έρωτα» του Μαρκήσιου Ντε Σαντ (Από Μηχανής Θέατρο). Η Μάρθα Φριντζήλα σκηνοθετεί την «Υπόθεση της οδού Λουρσίν» του Λαμπίς (Πορεία). Η Μαρία Κατσανδρή υποδύεται τη Ρόζα Λούξεμπουργκ στο έργο «Ρόζα Λούξεμπουργκ - Γράμματα από τη φυλακή», σε μια παράσταση που ακολουθεί από φυλακή σε φυλακή τη γυναίκα, τη ζωή, τις ιδέες, τις μύχιες σκέψεις και το έργο της, κατά τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής της, από το 1917 έως το 1919 (Αγγέλων Βήμα). Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη συνεργάζεται με την Ελένη Σκότη στο έργο του Μάριο Βάργκας Λιόσα «Λα τσούνγα», που σημαίνει «δύσκολη γυναίκα»

«Πτώση»

(Επί Κολωνώ). Ο Άγγελος Αντωνόπουλος μεταφέρει στη σκηνή το δημοφιλές «Σήμα κινδύνου» του Αντώνη Σαμαράκη, ενώ η Μάνια Παπαδημητρίου επιβεβαιώνει ότι «Ο βασιλιάς πεθαίνει» (Θέατρο Τέχνης). Το δίδυμο της «Κατσαρίδας», ο Βασίλης Μαυρογεωργίου με τον Κώστα Γάκη, ελευθερώνει «Λιοντάρια» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Ο Γιώργος Καπουτζίδης, μακριά από την τηλεοπτική του περσόνα, αποδίδει το κείμενο στο ροκ μιούζικαλ «Rent», το οποίο παρουσιάζεται από νεανικό θίασο, ενώ ο Γιώργος Νανούρης, μετά το επιτυχημένο «Εδώ», σκηνοθετεί την «Πέτρα της υπομονής» του Ατίκ Ραχίμι. Και τα δύο θα ανέβουν στο Χώρα, το οποίο θα μας συστήσει το «The New Electric Ballroom», άλλο ένα έργο του Έντα Γουόλς μετά το «Chatroom». Η Φένια Παπαδόδημα και ο Ντέιβιντ Λιντς μας μεταφέρουν στη Νέα Υόρκη, με αφορμή τη μουσική παράσταση «Μια γάτα που την έλεγαν Μπίλι Χόλιντεϊ» (Πορεία). Στις νέες δυνάμεις ο νεαρότατος Μίλτος Σωτηριάδης αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία του σαιξπηρικού και δημοφιλέστατου «Ρωμαίου και Ιουλιέτας». Ο Παντελής Δεντάκης εμπνέεται από τον Μαρκ Τουέιν για το «Αδάμ και Εύα, η επιστροφή», ο Δημήτρης Παπανικολάου και η Μαρία Κίτσου συνσκηνοθετούν και πρωταγωνιστούν στο «Κουαρτέτο» του Μίλερ (όλα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου). Τέλος, ο Αλέξανδρος Βούλγαρης προσεγγίζει το «1984» του Όργουελ ακριβώς αντίθετα με αυτά που πρεσβεύει το ολοκληρωτικό καθεστώς που περιγράφεται στο βιβλίο. Ο καλλιτέχνης εξιδανικεύει το παρελθόν που δεν έζησε και αντιμετωπίζει με βία το παρόν (Bios). Στον ίδιο χώρο ο Μιχάλης Κωνσταντάτος, επίσης εκ του κινηματογράφου ορμώμενος, σκηνοθετεί την «Πτώση», βασισμένη στο ομότιτλο έργο του Αλμπέρ Καμί. Στην πρώτη παράσταση της ομάδας Blind Spot η ιστορία του βασικού προσώπου του κειμένου του Καμί, του ΖανΜπαπτίστ Κλαμάνς, και οι διαφορετικές εκφάνσεις του χαρακτήρα του ξεδιπλώνονται μέσα από τα τρία πρόσωπα των ηθοποιών. Κάθε ηθοποιός μεταμορφώνεται σε Κλαμάνς και στα πρόσωπα που τον περιβάλλουν. Το υποσυνείδητο του ήρωα κινεί τα νήματα και οι σκηνές της ζωής του εναλλάσσονται με αυτές της προσωπικής του εξομολόγησης.


εικαστικά

ΠΟΝΤΙΚΙart 24-30.9.09

Του Γιάννη Κουκουλά

41/13

Οι λέξεις του Νταλί Μια έκθεση με τα βιβλία που έγραψε, εικονογράφησε, διάβασε… Από τα 4.337 βιβλία της πλούσιας προσωπικής βιβλιοθήκης του ισπανού καλλιτέχνη, στα 228 από αυτά βρέθηκαν σημειώσεις, σχόλια, γραπτές σκέψεις και σχέδια

«Τ

α γραπτά μένουν» συνηθίζουμε να λέμε. Γι’ αυτό «πρέπει να προσέχεις πού βάζεις την υπογραφή σου». Από την άλλη, η κοινωνία του θεάματος έχει επιβάλει ως απόλυτο δόγμα τη φράση-κλισέ «Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις». Ο Σαλβαντόρ Νταλί έμεινε στην ιστορία ως δημιουργός εικόνων. Χιλιάδων εικόνων. Που δύσκολα μεταφράζονται σε λέξεις, λόγω του ιδιότυπου σουρεαλιστικού του «λεξικού». Περισσότερο ανακαλούν και διεγείρουν συναισθήματα και παρορμήσεις. Καταγράφονται στο υποσυνείδητο ή απλώς τονίζουν τη δεξιοτεχνία, την αχαλίνωτη φαντασία, τον παραισθητικό κόσμο και τον άκρατο ναρκισσισμό του δημιουργού τους. Έγραψε όμως και λέξεις. Πάρα πολλές. Και διάβασε ακόμα περισσότερες. Ο ίδιος θα προτιμούσε, όπως φέρεται να έχει δηλώσει, να περάσει στην αιωνιότητα ως συγγραφέας. Γι’ αυτό έβαζε την υπογραφή του αφειδώς σε διάφορα μέρη, χωρίς να χρειάζεται να προσέχει και πολύ. Αυτή την όχι και τόσο γνωστή διάσταση της πολυσχιδούς, πληθωρικής και αντιφατικής προσωπικότητας του Σαλβαντόρ Νταλί, τη σχέση του με τις λέξεις και ειδικότερα με τα βιβλία, τα γραπτά του που έμειναν αλλά και τα γραπτά άλλων που τον ενέπνευσαν φιλοδοξεί να εξετάσει και να παρουσιάσει η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έκθεση «Ο Νταλί και τα βιβλία», η οποία εγκαινιάζεται την ερχόμενη Κυριακή στη Θεσσαλονίκη (Βίλα Μπιάνκα, Β. Όλγας 180 και Θ. Σοφούλη, 27 Σεπτεμβρίου έως 12 Νοεμβρίου) και θα μεταφερθεί στη συνέχεια στην Αθήνα, στο νέο κτίριο του Ινστιτούτου Θερβάντες (Μητροπόλεως 23, 13 Νοεμβρίου έως 30 Ιανουαρίου). Η έκθεση με τον επιτυχημένο τίτλο-λογοπαίγνιο «Dalibros» οργανώθηκε από το Ίδρυμα Gala - Salvador Dali και το Κέντρο Μελετών για τον Νταλί και πραγματοποιήθηκε πρώτη φορά το 2004, εκατοστή επέτειο από τη γέννηση του καλλιτέχνη, στο Κάστρο Πούμπολ. Για τη μεταφορά της και την πραγματοποίησή της στην Ελλάδα έχουν συνεργαστεί το Ινστιτούτο Θερβάντες, το Ινστι-

τούτο Ραμόν Λιούλ, η Ισπανική Πρεσβεία, ο Δήμος Θεσσαλονίκης, το Ελληνοϊσπανικό Κέντρο Πολιτισμού «Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα», το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης και το Τελλόγλειο Ίδρυμα. Τα 4.337 βιβλία της πλούσιας προσωπικής βιβλιοθήκης του ισπανού καλλιτέχνη από την κατοικία του στο Πορτλιγκάτ της Καδακές, μετά τον θάνατό του το 1989, πέρασαν στη συλλογή του Ιδρύματος Dali και περιλαμβάνουν λεξικά, εγκυκλοπαίδειες και πληθώρα θεμάτων όπως οι τέχνες, η λογοτεχνία, η φιλοσοφία, η πολιτική, η ιστορία, η ιατρική, τα μαθηματικά, η φυσική, η αλχημεία, η βιολογία. Σε 228 από αυτά βρέθηκαν σημειώσεις, σχόλια, γραπτές σκέψεις και σχέδιά του, μεγάλο μέρος των οποίων αποτελεί τμήμα της έκθεσης, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στο κοινό να κατανοήσει πολλές από τις αφορμές και τις πηγές έμπνευσής του. Άλλωστε, ο Νταλί, θαυμαστής της αναγεννησιακής αντίληψης για τις τέχνες, θεωρούσε πάντα πως ζωγραφική και λογοτεχνία είναι συνώνυμες, ακολουθώντας τη ρήση του Οράτιου: «Η ποίηση είναι σαν τη ζωγραφική». Βέβαια, η δική του γραφή, επηρεασμένη σαφώς από το κίνημα του Νταντά και τον σουρεαλισμό, είναι καθαρά προσωπική και απαλλαγμένη από συμβάσεις, αναπτύσσεται σε πολλές γλώσσες ταυτόχρονα (ισπανικά, καταλανικά, αγγλικά, γαλλικά) και αγνοεί επιδεικτικά και συνειδητά τους ορθογραφικούς και συντακτικούς κανόνες. Δεν ήταν, όμως, μόνο φανατικός αναγνώστης, αλλά και δημιουργός βιβλίων. Ως εικονογράφος έβαλε τη σφραγίδα του σε δεκάδες τίτλους της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας, κυρίως στα αναγνώσματα που τον επηρέασαν από τα εφηβικά του χρόνια. Ο «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες, ο «Φάουστ» του Γκαίτε, η «Θεία κωμωδία» του Δάντη, το «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου, ο «Χαμένος Παράδεισος» του Μίλτον, έχουν αποκτήσει το εικονογραφικό τους μέρος και την εικαστική τους διάσταση δια χειρός Νταλί. Ως συγγραφέας, επίσης, μοιράστηκε τις σκέψεις του, πολλές φορές συνοδεία των εικόνων του, σε μια

σειρά βιβλίων. Σε νεαρή ηλικία συνέγραψε το «Ένα ημερολόγιο: 1919-1920. Οι ενδόμυχες εντυπώσεις και αναμνήσεις μου», με αναφορές σε συγγραφείς όπως ο Τολστόι και ο Καντ. Στην τολμηρή αυτοβιογραφία του με τίτλο «Σαλβαντόρ Νταλί, η απόκρυφη ζωή μου» διηγείται και περιγράφει τα συναισθήματα και τις σκέψεις που του δημιουργούν ο Ρεμπό, ο Νίτσε, ο Σπινόζα, ο Καρτέσιος, ο Βολταίρος, ο Ηράκλειτος, ο Σταντάλ, ο Λόρκα, ο Μπαλζάκ, ο Πόε, ο Φρόιντ και περισσότερο απ’ όλους ο Πολ Ελιάρ. Στο «50 μυστικά μαγικής επιδεξιότητας» ξεδιπλώνει με έναν παραληρηματικό τρόπο τη θεωρία του περί τέχνης, αισθητικής και πρακτικής, ενώ στο αυτοβιογραφικό «Ημερολόγιο μιας ιδιοφυΐας», ο άνθρωπος που συνεργάστηκε με τον Μπουνιουέλ, τον Ντίσνεϊ και την… Αμάντα Λιρ και συνήθιζε να μιλά για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο, αφήνει στην άκρη κάθε μετριοφροσύνη και μιλά για τη ζωή και το έργο του. Σε διάφορους καταλόγους εκθέσεών του, μάλιστα, επιλέγει και προτιμά να χρησιμοποιεί δικά του κείμενα και να προλογίζει ο ίδιος τον εαυτό του, όπως στο σημείωμά του με τίτλο «Το τελευταίο σκάνδαλο του Σαλβαντόρ Νταλί», για την περιβόητη έκθεσή στη Νέα Υόρκη το 1941. Το μόνο του μυθιστόρημα με τίτλο «Κρυμμένα πρόσωπα» γράφτηκε εξ ολοκλήρου κατά τη διαμονή του στις ΗΠΑ το 1945 και αφορά την παρακμή της γαλλικής και κατ’ επέκταση ευρωπαϊκής αριστοκρατίας στις παρυφές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σημαντικό μέρος της έκθεσης, τέλος, καταλαμβάνει το φωτογραφικό υλικό από τις βιβλιοθήκες του Νταλί, αλλά και οι φωτογραφίες του ίδιου του καλλιτέχνη και της μούσας του Γκαλά σε σημαντικές στιγμές της ζωής τους, όπως αυτές στο ατελιέ της Κοκό Σανέλ. Σε μια αναδρομή, τόσο χρονολογική όσο και θεματική, φωτίζεται ο ιδιωτικός κόσμος του ζεύγους, οι τίτλοι των βιβλίων που κοσμούν το σπίτι τους, ο χώρος δημιουργίας και έμπνευσης του Νταλί, πάντα ανάμεσα στα αγαπημένα του βιβλία.


14/42

Ν έες εκδόσεις

Brian Leiter Νίτσε και Ηθική Ένας οδηγός ανάγνωσης Μετάφραση: Γιώργος Λαμπράκος Εκδόσεις Οκτώ Σελ. 335

Του Ξενοφώντα Μπρουντζάκη [xenofob@gmail.com]

Κουέντιν Ταραντίνο Inglourious Basterds

Maurice Dacobra Η Μαντόνα των βαγκόν-λι

Jim Steinmeyer Κρύβοντας τον ελέφαντα

Μετάφραση: Σίνθια Μίκκελσεν Εκδόσεις Τόπος Σελ. 225

Μετάφραση: Ευγενία Αμαξίδου Εκδόσεις Πάπυρος Σελ. 300

Μετάφραση: Βασίλης Αθανασιάδης Εκδόσεις Κέδρος Σελ. 464

Μια νεαρή Εβραιοπούλα αποφασίζει να πάρει τη σκληρή της εκδίκηση απέναντι στους Ναζί, οι οποίοι ξεκλήρισαν την οικογένειά της. Καλό θέμα, αν σκεφτεί κανείς ότι ο σεναριογράφος είναι ο Ταραντίνο, ένας ιδιότυπος «ιστορικός» και θαυμαστής της βίας. Ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά βιβλία της καλτ σειράς των Εκδόσεων Τόπος, που την παρακολουθώ πάντα με ενδιαφέρον. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε ο πιο αιματηρός πόλεμος της Ιστορίας, ο οποίος στιγματίστηκε επιπλέον από αυτή την απίθανη και φρικιαστική μανία εναντίον των απανταχού Εβραίων. Στο σενάριο, που σίγουρα συνιστά μια διαφορετική ανάγνωση, ο Ταραντίνο πετυχαίνει να μεταγράψει την πραγματικότητα σε κόμικς. Χρησιμοποιεί την τεχνική του κόμικς όπως ο συγγραφέας τη μεταφορά. Η πραγματικότητα μπροστά στην οποία βρίσκεται ξεπερνά κατά πολύ τον εθισμό του στη βία. Εδώ, στον τελευταίο Μεγάλο Πόλεμο, έχουμε απίστευτες ποσότητες βίας, με εξαιρετικές και πολυποίκιλες αποχρώσεις. Διαβάζοντας κανείς το σενάριο, το οποίο εκτυλίσσεται στη Γαλλία, λίγους μήνες πριν την πτώση του Γ΄ Ράιχ, έχει την εντύπωση πως ο σεναριογράφος μέσα σ’ αυτή την αποθέωση των βιαιοτήτων βρίσκει μιαν έλλειψη, μια ρωγμή ή ένα πεδίο ανεκμετάλλευτο. Αυτό της εν θερμώ εβραϊκής απάντησης στη βία, την οποία υπέστησαν ατομικά και συλλογικά οι Εβραίοι. Μια ομάδα Εβραίων παίρνει τα σκαλπ των Ναζιστών. Εδώ ο Ταραντίνο μοιάζει να παρεμβαίνει στην ιστορία και οι Εβραίοι να απαντούν σ’ αυτή την εξωφρενική βία που υπέστησαν συστηματικά και μεθοδικά τα τελευταία 65 χρόνια. Το σενάριο διαβάζεται με ενδιαφέρον και δημιουργεί μια σειρά εικόνων στο κεφάλι του αναγνώστη, που δεν είναι κατ’ ανάγκην ίδιες με αυτές που θα αντικρίσει στην κινηματογραφική οθόνη.

Πρόκειται για ένα προκλητικό ανάγνωσμα, το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1925 στη Γαλλία και δεν άργησε να γίνει το μπεστ σέλερ του Μεσοπολέμου, τρομοκρατώντας τις καλές αστικές οικογένειες με τα λεπτεπίλεπτά τους ήθη. Το μυθιστόρημα παρακολουθεί τα καμώματα μιας ξεπεσμένης αριστοκράτισσας, η οποία προκειμένου να διατηρήσει την ευμάρειά της και την καλή ζωή δεν ορρωδεί προ ουδενός. «Η Μαντόνα των βαγκόν-λι» ή κατά κόσμον Λαίδη Γουάινχαμ, είναι μια γυναίκα η οποία στέκεται προκλητικά απέναντι στα χρηστά ήθη της εποχής της. Είναι μόνη, ταξιδεύει συνέχεια με τρένα, είναι φιλήδονη και γλεντοκόπος και συνοδεύεται πάντα από τον έμπιστο γραμματέα της, πρίγκιπα Σελιμάν. Ταξιδεύει χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, μιας και το βασικό της μέλημα είναι η καλοπέραση, χάριν της οποίας ωστόσο ζει επικινδύνως. Φαίνεται λοιπόν πως τα μεγαλεία πολλές φορές απαιτούν θυσίες, γι’ αυτό και η ξεσκολισμένη αριστοκράτισσά μας δεν φοβάται ούτε τους ζόρικους Μπολσεβίκους – οι οποίοι φαίνεται να έχουν διαφορετική άποψη περί ατομικής ιδιοκτησίας απ’ ό,τι η Λαίδη. Το ενδιαφέρον του αναγνώσματος είναι ότι αναβιώνει την άκρως αισιόδοξη και γοητευτική εποχή του Μεσοπολέμου μέσα από διάφορα περιστατικά. Διαπνέεται από έναν κοσμοπολίτικο αέρα, μια αυθάδεια προς τις καθωσπρέπει αντιλήψεις και διατηρεί στοιχεία περιπέτειας και κατασκοπίας, φέρνοντας στον νου μας μυθιστορήματα παλαιάς κοπής, όπου η ατμόσφαιρα είχε πιο βαρύνουσα σημασία από την υπόθεση. Μια φιλήδονη ύπαρξη, βεβαρημένη με στοιχεία ασωτίας, μέσα σε ένα εν κινήσει τρένο του Μεσοπολέμου, δεν μπορεί παρά να εμπνεύσει ένα αξιολάτρευτο ανάγνωσμα.

Μαγεία, μια λέξη που δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο στο άκουσμά της. Μια τέχνη αμφιλεγόμενη, γι’ αυτό και ενδιαφέρουσα όσο και δημοφιλής. Μια τέχνη που ακροβατεί κυριολεκτικά ανάμεσα στην επιστήμη και τις προκαταλήψεις. Αντιφατική, λαμπερή, σίγουρα θεατρική, με επιδόσεις στη δεξιοτεχνία, πειραματική, που απαιτεί αφοσίωση και αποκλειστικότητα, η μαγεία αποτελεί το γοητευτικό θέμα αυτού του βιβλίου, το οποίο βυθίζεται στα μυστήρια για να αναδυθεί εντυπωσιακά στην επιφάνεια και στο φως. Ο συγγραφέας καταγράφει την ιστορική διαδρομή της μαγείας και μέσα από αυτή και την προσωπική των μάγων. Άνθρωποι με αδιαμφισβήτητες ικανότητες, οι μάγοι πρωταγωνιστούν σε αυτό το ενδιαφέρον ανάγνωσμα, από το οποίο δεν λείπουν οι πρωτοποριακές εφευρέσεις, η κατασκοπία, ο σκληρός ανταγωνισμός που φτάνει ως την κλοπή κόλπων, προγραμμάτων, εφευρέσεων. Ένας λαμπερός κόσμος, με εντυπωσιακές σκηνικές παρουσίες και έντονες παρασκηνιακές ίντριγκες. Εκτός από τα τεχνάσματα και τα μυστικά τους που έγραψαν ιστορία, το βιβλίο μάς αποκαλύπτει και τις μεγάλες διαμάχες που κρύβονται πίσω από αυτά. Παρουσιάζοντας την ιστορία της μαγείας, αυτόν τον γοητευτικό κόσμο της ψευδαίσθησης, της εξαπάτησης, της φανταχτερής εντύπωσης και, τέλος, του θαύματος, ο συγγραφέας μας συστήνει τους σημαντικότερους μάγους και τα επιτεύγματά τους, όπως αυτά έγιναν γνωστά στην ιστορία. Ποιος δεν έχει ακούσει για τον περίφημο μάγο Χάρι Χουντίνι (1874-1926) που εξαφάνισε έναν ολοζώντανο ελέφαντα, την ιστορία με την ασώματη κεφαλή που παρουσίασε ο συνταγματάρχης Τζόζεφ Στόνερ (1832-1866) καταπλήσσοντας τα πλήθη ή τον πρωτοπόρο Χένρι Πέπερ (1821-1900), ο οποίος παρουσίασε την ψευδαίσθηση ενός φαντάσματος πάνω στη σκηνή; Παίζοντας με τη φαντασία των θεατών, οι μάγοι κερδίζουν τις εντυπώσεις.

Ο Νίτσε είναι ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές που ανέδειξε η ιστορία της φιλοσοφίας και ταυτόχρονα κι ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους εκπροσώπους της, ενώ το έργο του δεν έπαψε ποτέ να κερδίζει το διαχρονικό ενδιαφέρον των μελετητών. Έχοντας καταβαραθρώσει τις θεμελιώδεις αρχές των ηθικών παραδοχών του νεότερου κόσμου, κατάφερε να καταστήσει τη φιλοσοφία του ένα από τα πολυτιμότερα αντικείμενα του πόθου της σύγχρονης σκέψης. Είναι τέτοια η επιρροή που άσκησε το δύσκολο και απαιτητικό του έργο ώστε

να διαβάζεται από το ευρύτερο κοινό κάθε εποχής. Αυτό δεν είναι δύσκολο να ερμηνευτεί, μιας και η σκέψη του Νίτσε υπήρξε ρηξικέλευθη και καινοτόμος, κυρίως στον τομέα της Ηθικής, στη εξέλιξη της οποίας ο φιλόσοφος έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Ένα από τα σημαντικότερα έργα του, η «Γενεαλογία της Ηθικής», εξετάζεται σ’ αυτόν τον τόμο μέσα από μια εμπεριστατωμένη κριτική εισαγωγή. Πρόκειται για ένα έργο όπου εμφανίζονται έννοιες στις οποίες ο Νίτσε χάρισε μια νέα διάσταση, ώστε να τις καταστήσει κατανοητές από ένα ανειδίκευτο στις Ιδέες κοινό,

όπως η έννοια της μνησικακίας, η εξέγερση των δούλων, η θέληση για δύναμη, το ασκητικό ιδεώδες κ.ά. Το βιβλίο επικεντρώνει το στοχαστικό του ενδιαφέρον στην ηθική φιλοσοφία του Νίτσε και γι’ αυτό δεν μένει μόνο στη «Γενεαλογία της Ηθικής», αλλά επεκτείνεται στο σύνολο της σκέψης του. Ταυτόχρονα, εστιάζει και στο ιστορικό πλαίσιο που έζησε και έδρασε ο διανοητής, αλλά και στα βασικά κείμενα που αφορούν την αξιολόγηση του έργου του.

Μπιορν Φόρσεν Βασίλης Καρδάσης Αγαπητή, μισητή μου Αθήνα! Εκδόσεις Εστία Σελ. 172 Πάντα η εικόνα των άλλων για μας έχει το δικό της ενδιαφέρον, το οποίο μεγεθύνεται αν δεν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι υστεροβουλίας. Γιατί μόνο για υστεροβουλία δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ύποπτος ο νεαρός φινλανδός υπήκοος, ο οποίος στα μέσα του 19ου αιώνα αποφάσισε να επισκεφθεί τη νεοσύστατη πατρίδα μας. Η κοινή μοίρα των δυο μικρών κρατών, της Φινλανδίας και της Ελλάδας, αφορούσε κυρίως τη σχέση τους με τη Ρωσία, ως τα χρόνια της Οχτωβριανής Επανάστασης. Αυτό που μας κεντρίζει την προσοχή σ’ αυτό το βιβλίο είναι η προσωπική μαρτυρία ενός νεαρού Φινλανδού, ο οποίος καταγράφει σε επιστολές προς τους οικείους του τις εντυπώσεις που αποκομίζει από την εν Αθήναις παραμονή του. Η πρώτη επιστολή, την οποία απευθύνει στη μητέρα του ο Βίλχελμ Λάγκους, είναι μια ειδυλλιακή περιγραφή της αγνώριστης –σε σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα– πόλης των Αθηνών. Από τα κείμενα του Λάγκους συλλέγουμε διάφορες πολύτιμες πληροφορίες για την εποχή, αλλά και το πώς μας έβλεπαν οι «έξω». Βέβαια, προκύπτει ότι η οπτική του δεν είναι ανεπηρέαστη από τη ρωσική άποψη για την Ελλάδα, μια άποψη που θέλει τη χώρα να είναι δέσμια των ανατολίτικων χαρακτηριστικών της. Ως προς αυτό, η εντύπωση που σχηματίζει ο φινλανδός επισκέπτης είναι μάλλον αρνητική για τη χώρα και αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι είναι άδικη ή μεροληπτική. Χαρακτηριστική ωστόσο των αισθημάτων του είναι μια επιστολή που στάλθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1852, στην οποία περιγράφεται μια δυνατή νεροποντή που έπληξε μεταξύ άλλων και τον Ναό του Ολυμπίου Διός. Εκεί περιγράφει συναισθηματικά τα γεγονότα, αλλά και την ευγενική του θλίψη για την καταστροφή του μνημείου.


CIN E Π Ο ΝΤΙ ΚΙ

Του Γιώργου Ν. Κορωναίου

ΠΟΝΤΙΚΙart 24-30.9.09

Coco Chanel & Igor Stravinsky Ο τίτλος της ταινίας του Γιαν Κουνέν δεν θα μπορούσε να περιγράφει με μεγαλύτερη ακρίβεια το εύρος της ιστορίας του, η οποία εξερευνά τη σχέση ανάμεσα στον ρώσο συνθέτη και τη γαλλίδα σχεδιάστρια μόδας και σχεδόν τίποτα άλλο. Κι αν το φιλμ ξεκινά με μια αληθινά εντυπωσιακή σεκάνς που περιγράφει το πρώτο ανέβασμα της «Ιεροτελεστίας της άνοιξης» στο Παρίσι, οι τόνοι θα πέσουν γρήγορα στη συνέχεια, καθώς έχει επιλεγεί ο δρόμος ενός τυπικά βιογραφικού φιλμ που περιορίζει την οπτική του σε ένα τόσο στενό καδράρισμα των δυο πρωταγωνιστών του που δεν επιτρέπει σχεδόν σε τίποτα άλλο να εισχωρήσει στην ιστορία τους. Η Σανέλ, θαυμάστρια της μουσικής του Στραβίνσκι, θα παραχωρήσει σε εκείνον και την οικογένειά του το εξοχικό της στα προάστια της πόλης και σύντομα με έναν τρόπο καθόλου απρόβλεπτο οι δυο τους θα γίνουν εραστές. Μόνο που παρά την ύπαρξη μιας οικογένειας και μιας άρρωστης συζύγου, το δράμα δεν θα γίνει ποτέ πειστικό ή ενδιαφέρον στο φιλμ του Κουνέν, που νοιάζεται περισσότερο για τα κοστούμια και τα σκηνικά, για την πόζα των πρωταγωνιστών του και τη γυαλάδα της εικόνας, παρά για τα συναισθήματα, τους χαρακτήρες ή τη βαθύτερη ιστορία πίσω από τα γεγονότα. Κι αν ο τίτλος επικεντρώνεται στους δύο βασικούς πρωταγωνιστές, στην πραγματικότητα οι εικόνες του φιλμ ελάχιστα αποκαλύπτουν για την προσωπικότητά τους, τη φύση τους, σπάνια πείθουν για το βάθος της σχέσης τους ή τη δύναμή της. Και όταν η ταινία θα φτάσει στο τέλος της διαπιστώνεις πως πέρασες δυο ώρες χαζεύοντας στυλάτες εικόνες και γοητευτικούς πρωταγωνιστές, αλλά ότι δεν έχεις επενδύσει απολύτως τίποτα στην ερωτική ιστορία, τους δαίμονες ή τις στιγμές της έκστασής τους, ακριβώς επειδή αυτό το όμορφο αλλά κενό φιλμ δεν σου δίνει κανένα λόγο για να το κάνεις. Σκηνοθεσία: Γιαν Κουνέν. Πρωταγωνιστούν: Άννα Μουγκλαλίς, Μαντς Μίκελσεν, Έλενα Μορόζοβα, Νάτσα Λίντιγκερ κ.ά. Χώρα: Γαλλία. Διάρκεια: 180΄

Δίχως ούτε μια αληθινά σπουδαία ταινία ξεκινά αυτή η κινηματογραφική εβδομάδα, δίνοντάς μας την ευκαιρία, τουλάχιστον στους Αθηναίους, να συνεχίσουμε χωρίς ενοχές να εξερευνούμε το πρόγραμμα στις Νύχτες Πρεμιέρας, που μέχρι την Κυριακή συνεχίζουν να προσφέρουν σοβαρούς λόγους για να μας οδηγήσουν στις αίθουσες

«Coco Chanel & Igor Stravinsky» «Καμπέι, η μητέρα μας»

και κινηματογραφικό όραμα και μοιάζει ανίκανη να συναρπάσει. Σκηνοθεσία: Γιόζι Γιαμάντα. Πρωταγωνιστούν: Σαγιούρι Γιοσινάγκα, Ταντανόμπου Ασάνο, Ρέι Νταν, Μίκου Σάτο κ.ά. Χώρα: Ιαπωνία. Διάρκεια: 133΄

Και μόνο την αλήθεια Καλοφτιαγμένο και με την καρδιά του στη σωστή θέση, το φιλμ του Ροντ Λιούρι τοποθετεί την ηρωίδα του σε μια δύσκολη θέση και καλεί τον θεατή να διαλέξει πλευρά, έστω κι αν η τοποθέτησή του φαίνεται ξεκάθαρη και σαφής από την αρχή. Ξεκινώντας με μια απόπειρα δολοφονίας του προέδρου των ΗΠΑ, το φιλμ θα στήσει γρήγορα το πολιτικό υπόβαθρο της ιστορίας του πριν μας γνωρίσει την ηρωίδα του, μια δημοσιογράφο που ετοιμάζεται να αποκαλύψει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή της υπόθεσης. Συγκεκριμένα την ύπαρξη μιας πράκτορα της CIA, που στάλθηκε στη Βενεζουέλα για να ανακαλύψει αν η κυβέρνηση της χώρας ήταν όντως υπεύθυνη για την απόπειρα και παρά την αρνητική έκθεση της οποίας ο αμερικανός πρόεδρος διέταξε την επίθεση. Όταν το άρθρο της θα δημοσιευτεί, η ίδια θα βρεθεί κάτω από σκληρή πίεση να αποκαλύψει τις πηγές της ιστορίας της κι όταν θα αρνηθεί να το κάνει θα βρεθεί στη φυλακή. Η ελευθερία του Τύπου απέναντι στην εθνική ασφάλεια και μια νεαρή δημοσιογράφος και μητέρα απέναντι στο σύστημα, συνθέτουν ένα τουλάχιστον ενδιαφέρον δράμα με στοιχεία θρίλερ, τα οποία ο Ροντ Λιούρι χρησιμοποιεί με σωστό, αλλά όχι αληθινά εμπνευσμένο τρόπο, για να φτιάξει ένα ορθά δομημένο αλλά ποτέ ηλεκτρισμένο φιλμ. Σκηνοθεσία: Ροντ Λιούρι. Πρωταγωνιστούν: Κέιτ Μπέκινσεϊλ, Βέρα Φαρμίγκα, Ματ Ντίλον, κ.ά. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 108΄

Orphan

Μια μέρα του καλοκαιριού Η δυναμική των σχέσεων μιας μάλλον δυσλειτουργικής οικογένειας στη διάρκεια 24 ωρών, αποτελεί τον κορμό της χαμηλότονης αλλά και συναρπαστικής ταινίας του ιάπωνα σκηνοθέτη που μερικά χρόνια νωρίτερα είχε κάνει αίσθηση και στη χώρα μας με το «Nobody Knows». Όπως κι εκείνο, έτσι και το «Μια μέρα καλοκαιριού» διαδραματίζεται στο μεγαλύτερο μέρος του στο εσωτερικό ενός σπιτιού, όμως τίποτα στο σενάριο, την κινηματογράφηση ή στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων δεν υποφέρει από οποιαδήποτε θεατρικότητα. Η οικογένεια των Γιοκοχάμα ετοιμάζεται για την καθιερωμένη ετήσια συνάντησή της στο σπίτι των ηλικιωμένων γονιών. Η κόρη τους, ο αδιάφορος σύζυγός της και τα δυο θορυβώδη παιδιά τους είναι ήδη εκεί, ενώ καθ’ οδόν βρίσκεται ο νεότερος γιος τους, παντρεμένος με μια χήρα που έχει ήδη ένα παιδί από τον πρώτο της γάμο. Για εκείνη είναι η πρώτη συνάντηση με τους γονείς του άντρα της, αυτός όμως δείχνει πολύ περισσότερο αγχωμένος για κάποιο λόγο που αρχικά αγνοούμε, αλλά που σύντομα θα ρίξει τη σκιά του σε ολόκληρη την ημέρα. Βλέπετε η οικογενειακή συνάντηση γίνεται με αφορμή την επέτειο του θανάτου του μεγαλύτερου γιου της οικογένειας, ο οποίος πνίγηκε προσπαθώντας να σώσει ένα νεαρό αγόρι αρκετά χρόνια πριν. Αν και νεκρός δεν παύει να αποτελεί τον αγαπημένο γιο και το μέτρο σύγκρισης, με το οποίο ο νεότερος αδελφός του θα πρέπει πάντα να αναμετράται. Στη διάρκεια της ημέρας η οικογένεια θα βρεθεί γύρω από το τραπέζι, θα μιλήσει και πάλι για γνώριμα

43/15

θέματα, θα επισκεφθεί τον τάφο του εκλιπόντα και θα δεχθεί την επίσκεψη του παιδιού που έσωσε. Μέσα από αυτές τις μικρές στιγμές, μέσα από κουβέντες που σχεδόν κρυφακούμε, το φιλμ του Κορεέντα θα καταγράψει ένα απόλυτα αληθοφανές πορτρέτο μιας οικογένειας, ένα πορτρέτο που δεν ωραιοποιεί ούτε υπερβάλλει. Μια συναισθηματική φωτογραφία που αφήνει τόσο τις τρυφερές όσο και τις σκληρότερες φωτοσκιάσεις της να φανερωθούν. Οι προθέσεις του μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα φιλόδοξες, όμως η αποτελεσματικότητά του, η αλήθεια του, ο τρόπος που μπολιάζει τη συγκίνηση με το χιούμορ και αποφεύγει κάθε ευκολία και περιττό μελοδραματισμό μεταμορφώνουν αυτό το φιλμ σε ένα μικρό διαμάντι. Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κορεέντα. Πρωταγωνιστούν: Χιρόσι Άμπε, Γιούι Νατσουκάουα, Γιου, Καζούγια Τακαχάσι, Σοέι Τανάκα. Χώρα: Ιαπωνία. Διάρκεια: 114΄

Καμπέι, η μητέρα μας Ογδοηκοστή ταινία ενός αξιοσέβαστου ιάπωνα δημιουργού, που όμως δεν κατάφερε ποτέ να μεταμορφωθεί σε «sensei», αληθινό master του

σινεμά, το «Καμπέι» είναι μια ακόμη αξιοπρεπής, καλοδουλεμένη και άρτια ιστορία, χωρίς όμως να κατορθώσει να διανύσει την απόσταση που τη χωρίζει από ένα αληθινά σημαντικό φιλμ. Τοποθετημένη χρονικά στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η ταινία του Γιόζι Γιαμάντα εξιστορεί το πώς η ειλικρίνεια και η ελευθερία της άποψης ενός συγγραφέα τον οδηγούν στη φυλακή, όμως η δική του ιστορία οπισθοχωρεί για να έρθει σε πρώτο πλάνο αυτή της οικογένειάς του και ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά και κυρίως η γυναίκα του αντιμετωπίζουν την κατάσταση. Η μητέρα είναι εδώ το κεντρικό πρόσωπο, ακριβώς όπως προϊδεάζει ο τίτλος, και ο τρόπος με τον οποίο κρατά την οικογένειά της ενωμένη, περιμένοντας την επιστροφή του συζύγου της από τη φυλακή. Όμως, παρά την «καλλιγραφική σκηνοθεσία», την υποβόσκουσα πολιτική κριτική για την Ιαπωνία της περιόδου και τη μετρημένη δόση συναισθηματικής φόρτισης, το «Καμπέι» δεν απογειώνεται σε κάτι περισσότερο από μια καλοφτιαγμένη αλλά καθόλου συναρπαστική κινηματογραφική εμπειρία. Φτιαγμένη πιθανώς με το γιαπωνέζικο κοινό στο μυαλό της (το φιλμ υπήρξε μεγάλη επιτυχία στη χώρα του), η ταινία του Γιαμάντα υπολείπεται σε συναίσθημα

Η τραγική απώλεια του αγέννητου παιδιού τους έχει καταρρακώσει την Κέιτ και τον Τζον, φθείροντας τόσο τον γάμο τους όσο και την εύθραυστη ψυχική ισορροπία της Κέιτ. Προσπαθώντας απεγνωσμένα να επαναφέρει τη ζωή του σε κανονικούς ρυθμούς, το ζευγάρι αποφασίζει να υιοθετήσει ένα παιδί. Στο τοπικό ορφανοτροφείο, τόσο ο Τζον όσο και η Κέιτ έλκονται ανεξήγητα από ένα νεαρό κορίτσι, την Έσθερ. Από τη στιγμή όμως που θα καλωσορίσουν την Έσθερ στην οικογένειά τους, αρχίζουν να συμβαίνουν μια σειρά ανησυχητικά γεγονότα. Σκηνοθεσία: Ζομ Κολέ-Σερά. Πρωταγωνιστούν: Βέρα Φαρ��ίγκα, Πίτερ Σάρσγκαρντ, Ιζαμπέλ Φούρμαν. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 123΄

Summer Book Η ταινία ακολουθεί τη ζωή του Μουσταφά, της γυναίκας του Γκιουλέρ, των δυο γιων του και του νεότερου αδελφού του Χασάν που ζει στη Σιλίφκε, μια νότια πόλη της Τουρκίας. Σκηνοθεσία: Σεϊφίλ Τεομάν. Πρωταγωνιστούν: Τανέρ Μπιρσέλ, Ταϊφούν Γκιουνάι, Χαρούν Οζουάγκ. Χώρα: Τουρκία. Διάρκεια: 92΄

Sir! No Sir! Ντοκιμαντέρ παραγωγής του 2005 για την αντίδραση των Αμερικανών στον συνεχιζόμενο πόλεμο του Βιετνάμ, το «Sir! No sir!» αφηγείται τις ιστορίες των στρατιωτικών, ανδρών και γυναικών, που άσκησαν πιέσεις για ν’ αναγκαστεί η κυβέρνηση των ΗΠΑ να θέσει ένα τέλος στον πόλεμο. Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Ζάιγκερ. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 84΄


16/44

+

ΣΥΝΠΛΗΝ

Η δυναμική του καινούργιου ελληνικού σινεμά πέρασε την πρώτη της δοκιμασία μπροστά στο κοινό. Η προβολή της «Στρέλλας» του Πάνου Χ. Κούτρα δεν ήταν απλά η πιο αναμενόμενη ταινία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας ή αυτή που γέμισε πιο ασφυκτικά την αίθουσα του Αττικόν, αλλά κι εκείνη που ξεσήκωσε το πιο θερμό χειροκρότημα. Το ίδιο πρωί που οι έλληνες σκηνοθέτες ύψωναν το ανάστημά τους απέναντι σε αρτηριοσκληρωτικά σωματεία στο περίφημο debate του φεστιβάλ, το νέο ελληνικό σινεμά έκλεινε τα στόματα ή καλύτερα τα άνοιγε σε αυθόρμητα επιφωνήματα θαυμασμού και ηχηρά μπράβο. Καλή συνέχεια.

+

Στην ελληνοαμερικανίδα πορνοστάρ Μαρίνα Χατζή, η οποία κάνει μεγάλη (!) καριέρα στο Λος Άντζελες, με το ψευδώνυμο Σάσα Γκρέι, έχοντας πρωταγωνιστήσει σε πάνω από 170 «ρεαλιστικές» ταινίες και έχοντας βραβευθεί σε… τσοντο-φεστιβάλ. Γιατί το θετικό πρόσημο; Διότι έγινε για λίγο κανονική ηθοποιός, παίζοντας υποδειγματικά ένα κολ γκερλ, χωρίς καμία ερωτική σκηνή, στη νέα ταινία του βραβευμένου με Όσκαρ Στίβεν Σόντερμπεργκ. Αλλά δεν πήραν τα μυαλά της αέρα. Παρά τα εγκώμια των κριτικών, η πατριώτισσα δήλωσε: «Επιστρέφω στο πορνό, που για μένα είναι μια υψηλή μορφή τέχνης».

+

Crippled Black Phoenix στο Κύτταρο το προηγούμενο Σάββατο και πέραν της καλής συναυλίας του συγκροτήματος από το Μπρίστολ, με τις κιθάρες στην πρώτη γραμμή και τη νέα ψυχεδέλεια να Στο ΕΚΕΘΕΧ για τα γρήγορα ανταναχρωματίζει το σάουντρακ της βραδιάς, κλαστικά του. Το οποίο, στο σχόλιό να σημειώσουμε πως το Κύτταρο ίσως μας σχετικά με τον «παράτυπο» διορισμό είναι ο πρώτος συναυλιακός χώρος μη του καλλιτεχνικού διευθυντή στο ΔΗΠΕΘΕ καπνιστών. Καθαρός ήχος και καθαρή Καβάλας, έσπευσε να μας ενημερώσει ατμόσφαιρα με άλλα λόγια. Την ίδια ώρα ότι ουδέποτε αδράνησε επί του θέμαστο Gagarin ο Αυστριακός Πάροβ Στέλαρ τος. Αντίθετα, οι ιθύνοντες του ΔΗΠΕΘΕ έδωσε ένα ακόμα καλό live στη χώρα μας έγραψαν στα παλιά τους υποδήματα τις αποδεικνύοντας πως έχει αποκτήσει πια αποφάσεις του ΕΚΕΘΕΧ, όπως φαίνεται το δικό του πιστό κοινό. από την επιστολή που έχουμε στα χέρια Στην κορυφαία χορεύτρια και χορομας. Σε αυτήν εξηγείται αναλυτικά το πώς γράφο, εσχάτως και σκηνοθέτιδα, έγιναν τα πράγματα. Δηλαδή, το ΕΚΕΘΕΧ Αγγελική Στελλάτου, για τη μεγαλοθυμία προχώρησε στην «κατάρτιση πίνακα με τους επικρατέστερους κατά σειρά αξιολό- της. Από τη μια δικαίως πικραίνεται όταν κάποιος τη συνδέει μόνο με τον Δημήτρη γησης υποψήφιους», όπου ο κ. Χρήστος Παπαϊωάννου και την πάλαι ποτέ Ομάδα Ευθυμίου, τον οποίο επέλεξε το Δ.Σ. για τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή, δεν Εδάφους, από την άλλη λέει για τον περιλαμβάνεται στη λίστα αξιολόγησης πρώην συνοδοιπόρο της: «Έχει μείνει ό,τι που έστειλε το ΕΚΕΘΕΧ στο ΔΗΠΕΘΕ φτιάξαμε και ζήσαμε μαζί, έχει χαθεί η Καβάλας. Επομένως, με την επιλογή του αναγκαιότητα της παρουσίας του ενός κ. Ευθυμίου προκύπτει σαφώς ότι δεν στη ζωή του άλλου – συνεχίζει να υπάρχει ακολουθήθηκε η διαδικασία που ορίζεται εκτίμηση και αγάπη». από την προγραμματική σύμβαση. Η αλληλογραφία μεταξύ του ΕΚΕΘΕΧ και του Περνά τα σύνορα η επιτυχία του ΔΗΠΕΘΕ δεν έφερε αποτέλεσμα ακόμη, «Logicomix» του Απόστολου Δοξιάδη καθώς το Δ.Σ. του θεάτρου αγρόν αγοράπου πρόσφατα κυκλοφόρησε στη Μεγάλη ζει. Ίσως περιμένει τις εκλογές… Βρετανία, ενώ αυτές τις μέρες θα εκδοθεί και στην Αμερική. Τα σχόλια του ξένου ΤύΣτον Δημήτρη Τάρλοου γιατί αφιπου είναι εξαιρετικά, ενώ οι προπωλήσεις ερώνει την παράσταση του έργου σε ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία, όπως το του Ρίτσαρντ Καλινόσκι «Το κτήνος στο «Αmazon», το συγκαταλέγουν στους hot φεγγάρι» στον ηθοποιό Γιάννη Κυριακίδη τίτλους. Θυμίζουμε ότι το ελληνικό graphic που χάθηκε πρόωρα. Ο Τάρλοου και ο novel (ή κόμικς αν προτιμάτε) έχει ξεπεράΚυριακίδης είχαν συναντηθεί πριν από σει τις 30.000 πωλήσεις στη χώρα μας. δέκα χρόνια στο πρώτο ανέβασμα του «Κτήνους», στην αρχή της πορείας του Στο Εθνικό Θέατρο που συνεχίζει για Τάρλοου και του Θεάτρου Πορεία, συτρίτη χρονιά τον θεσμό των συνδρομηνεργάστηκαν ιδανικά και συνδέθηκαν με τικών καρτών. Τα προνόμια στους θεατές στενή φιλία. Να λοιπόν που σε κάποιους είναι πάντα απαραίτητα και μάλιστα σε η μνήμη δεν είναι ασθενής. περιόδους οικονομικής κρίσης.

+

+

+

+

+

Στη Ρούλα Πατεράκη, την οποία ναι μεν σεβόμαστε και εκτιμούμε πάντα, αλλά δεν μπορούμε να μη σχολιάσουμε το γεγονός ότι αλληθωρίζει σε κάτι συνεργασίες καθόλου αντάξιες της ιστορίας και της διαδρομής της. Αναφερόμαστε στην «Παλίρροια του Σεπτέμβρη» της Δάφνης Ντι Μοριέ με πρωταγωνιστές τους Ελένη Ερήμου και Αλέκο Συσσοβίτη. Ευτυχώς για εκείνην ισορροπεί την κατάσταση με τη σκηνοθεσία της στους «Εξόριστους» του Τζέιμς Τζόις.

Ευγενέστατος ο άγγλος σκηνοθέτης Άντριου Κουίκ ανακοίνωσε στο κοινό ότι αυτό που πρόκειται να δουν είναι μία work in progress που η προετοιμασία της δεν ξεπέρασε τις δύο εβδομάδες προβών. Και ζήτησε την κατανόησή του. Δεν καταλάβαμε γιατί οι θεατές έπρεπε να υποστούν το αποτέλεσμα της ανησυχίας του. Γιατί work in progress δεν σημαίνει ούτε ελάχιστες πρόβες ούτε μια πρωτόλεια μαθητική δουλειά. Οι «Ιστορίες από το μπαρ των χαμένων ψυχών», μια συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου και τη βρετανική ομάδα Imitating the Dog, διέθετε μεν μια συμπαθητική ιδεούλα και μια αρχικά ενδιαφέρουσα ατμόσφαιρα (καθώς όλη η δράση τοποθετήθηκε πίσω από ένα παράθυρο), αλλά από κει και πέρα βούλιαξε στην προχειρότητα, σε μια άσκοπη επαναληπτικότητα και σε ένα άνευ ουσίας κείμενο που έφερε την υπογραφή του ίδιου του σκηνοθέτη σε συνεργασία με τον Σάιμον Γουεϊνράιτ. Όσο για τους νέους ηθοποιούς, οι ρόλοι τους περιορίστηκαν σε μια ζαλιστική κινησιολογία που δεν οδηγούσε πουθενά. Κρίμα, γιατί πολλές δουλειές της βρετανικής ομάδας έχουν επαινεθεί από τη λονδρέζικη κριτική.

Αυτόν τον Καροτόνε, που τον βλέπω πάλι στο πρόγραμμα του Half Note, μήπως να τον αποκαλούμε... Μαϊντανόνε; Πού τον χάνεις, πού τον βρίσκεις, κάθε τόσο στην Ελλάδα έρχεται. Κι επειδή καλλιτεχνικώς δεν έχει ούτε πολλά ούτε καινούργια να μας πει –μεταξύ μας, ο Ψαριανός τον έκανε φίρμα από τον Best, και μαγκιά του– δύο τινά συμβαίνουν: Είτε ηράσθη σφόδρα είτε τα κάνει όλα και συμφέρει (οικονομικώς). Ας μεταφέρει και τα εκλογικά του δικαιώματα να ησυχάσει ο άνθρωπος.

Το πρώτο αγγλόφωνο τραγούδι του Μιχάλη Χατζηγιάννη από το international album του ακούγεται ήδη στα ελληνικά ραδιόφωνα. Άλλος ένας

τραγουδιστής που μάλλον θα κάνει διεθνή καριέρα στην Τρίπολη και την Καρδίτσα...

Στις 7 Οκτωβρίου στην Τεχνόπολη «η νέα γενιά της μουσικής πατάει Γκάζι», όπως τιτλοφορείται η κοινή συναυλία τριών τραγουδιστριών που η ηλικία τους είναι κάτω των τριάντα. Οι δύο από αυτές (Ελεονώρα Ζουγανέλη, Νατάσα Μποφίλιου) αποτελούν όντως ό,τι καλύτερο έχει να μας δώσει η νέα γενιά. Η τρίτη (Ρίτα Αντωνοπούλου) είναι ό,τι πιο παλαιικό έχει να μας προσφέρει η ίδια γενιά, αποδεικνύοντας ότι ο αναχρονισμός δεν έχει ηλικία.

Δεν είναι εντάξει ο Nivo - ο Νίκος Βουρλιώτης των Goin’ Through για όσους τυγχάνει να μην το(ν) γνωρίζετε. Δεν είναι ok που λέτε. Κρατάει για πάρτη του τις συνεργασίες με τα πρωτοκλασάτα στελέχη της πίστας όπως είναι η Δέσποινα Βανδή, αφήνοντας στους συνοδοιπόρους του ράπερ, σαν το Θηρίο, κακή ώρα, τα δεύτερα λαϊκο-σκυλο-πόπ ονόματα που διαπρέπουν στα μαγαζιά που βρίσκονται στο πάνω μέρος της Συγγρού. Χάθηκε το πνεύμα της συνεργασίας, χάθηκε και η συναδελφική (καλλιτεχνική πάντως δεν τη λες) αλληλεγγύη.

Τόσες αντιφάσεις μέσα σε μία μόνο αφίσα. Πρώτη αντίφαση: Γιώργος Λεμπέσης live. Ο Λεμπέσης και να κάνει live το βλέπουμε κομματάκι δύσκολο. Να έλεγαν πως κάνει... χοροεσπερίδα με τη φιάλη ουίσκι 180 ευρώ και τα πανεράκια λουλούδια μόνο 10, να το καταλάβω. Αλλά live; Ποιος είναι; Ο Μικ Τζάγκερ; Το (τέλος πάντων) live έλαβε χώρα στο Πολιτιστικό Κέντρο Κηφισιάς. Δεύτερη αντίφαση: Πολιτισμός και Λεμπέσης, λοιπόν, είναι δύσκολο να πηγαίνουν μαζί...

Στον Αλέξανδρο Αντωνόπουλο για την ευκολία με την οποία χρίστηκε σκηνοθέτης. Σκηνοθετεί την παράσταση των Θανάση Παπαθανασίου - Μιχάλη Ρέππα «Φούστα - μπλούζα» για την περιφέρεια, παραγωγή στην οποία πρωταγωνιστούσε ενόσω παιζόταν στην Αθήνα. Τόσο απλά, τόσο εύκολα. Αχ, αυτοί του εμπορικού!

Στον ηθοποιό Γιάννη Βούρο, υποψήφιο βουλευτή του ΠΑΣΟΚ στη Β΄ Αθηνών, ο οποίος «έχει πρόταση» ενόψει του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας. Του έκαναν την απολύτως συγκεκριμένη ερώτηση: «Ανάφερέ μου ένα μέτρο που έχεις σκεφτεί στον τομέα του πολιτισμού». Και εκείνος απάντησε: «Είναι πολλά. Το θέατρο πρέπει να αναβαθμιστεί, να μπούμε σε μία άλλη φιλοσοφία επιχορηγήσεων». Α… Τόοοσο «συγκεκριμένο» μέτρο!

art

ΠΟΝΤΙΚΙ


Ποντίκι Art 123