Issuu on Google+

n.130/09 ΠΕΜΠΤΗ 12 NOEMBΡΙΟΥ 2009 Η ΤΕΧΝΗ / ΟΙ ΤΑΣΕΙΣ / ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ / Η ΖΩΗ... ΣΤΟΝ ΑΦΡΟ

art

ΠΟΝΤΙΚΙ

SUGAHSPANK! 50ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Η Μπιγιονσέ, η Ακρόπολη και οι γκλαμουρόβλαχοι Με τρία αυγά δεν ξυπνάς τις μάζες Gilbert & George με νέα δουλειά στην Αθήνα Μια «θηλιά» για τον Χουβαρδά


2/26

TA ΠΡΟΣ ΩΠΑ ΤΟΥΣ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΟΥΝ ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ ΤΟΥΣ ΕΝΩΝΕΙ Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Έχει και ο βασιλιάς πουλί!

Την είχε κάνει και παλαιότερα την «αμαρτία», όταν ερμήνευσε στην τηλεόραση τη Βίρνα Δράκου, στην ανεκδιήγητη «Λάμψη» του Νίκου Φώσκολου. Τότε είχε υπερασπιστεί την επιλογή της δηλώνοντας ότι αγαπάει την τηλεόραση όπως αγαπάει και τα λεφτά της – τα οποία χρησιμοποιούσε (και) για να χρηματοδοτήσει τα θεατρικά της όνειρα. Η αλήθεια είναι ότι τηλεοπτικώς γράφει Κάτια Δανδουλάκη καλά η Κάτια Δανδουλάκη. Για τα λεφτά τα κάνει όλα; Μόνο που όσο και αν τη θέλει το γυαλί, γυαλί είναι και σπάει, κατακερματίζοντας την εικόνα των σταρ… Είναι, με λίγα λόγια, αμαρτία να βάζει την υπογραφή της στις χειρότερες μπακατέλες από καταβολής της ελληνικής τηλεόρασης. Πρώτα η «Λάμψη», τώρα «Η ζωή της άλλης». Και αν τότε η ιδιωτική τηλεόραση έκανε τα πρώτα βήματά της και τα παραστρατήματα συγχωρούνταν εύκολα, σήμερα πώς δικαιολογεί την παρουσία της στο πιο ανόητο και κακοπαιγμένο σίριαλ που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια; Για τα λεφτά τα κάνει όλα, είναι ηλίου φαεινότερο. Από τη μια δεν μπορείς να μην την επαινέσεις που κάνει με τόσο επαγγελματισμό και συνέπεια τη δουλειά της. Από την άλλη απορείς για την ευκολία με την οποία ξεπουλάει το όνομά της. Ειδικά όταν το κάνει για τη ζωή μιας άλλης…

Ας μη γελιόμαστε. Το θέμα δεν είναι «Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα», αλλά το βασιλικό πουλί. Εκεί εστιάζει για άλλη μια φορά το καλλιτεχνικό ενδιαφέρον του ο χορογράφος (και της Πέγκυς Ζήνα) Κωνσταντίνος Ρήγος. Πιστός σε μια παράδοση που θέλει το γυμνό, και δη το ανδρικό, να πρωταγωνιστεί σε κάθε παράστασή του, επιστρέφει αυτή τη φορά για να γδύσει τον βασιλιά του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Αν όμως το φιλοθεάμον κοινό απολαμβάνει τα εκτεθειμένα ελέη του μονάρχη, η ερώτηση ίπταται πάνω από την αίθουσα όπου παρουσιάζεται το στριπτίζ – έστω, η παράσταση: Μήπως τελικά, μετά από τόσο γδύσιμο επί σκηνής, η θεατρική πρωτοπορία βρίσκεται στις παραστάσεις όπου οι ηθοποιοί παραμένουν ντυμένοι; Αν το ζητούμενο ήταν ο αιφνιδιασμός του κοινού, το μόνο που είχε να κάνει ο Ρήγος ήταν να κρατήσει τον βασιλιά του ντυμένο από την αρχή ως το τέλος. Και ας άφηνε τους θεατές να ονειρεύονται καθένας ό,τι είδους (και μεγέθους) πουλί θέλει…

Κωνσταντίνος Ρήγος

Γεράσιμος Γεννατάς

Τάκης Ζαχαράτος

Μίλα μου αληθινά

Viva Ρένα! Η καταγωγή ενός μύθου παίζει τεράστια σημασία μέσα στα χρόνια. Στη λαϊκότερη εκδοχή του ο κανόνας αυτός έχει επαληθευθεί μέσω των ελληνικών ταινιών της δεκαετίας του ’60. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι η νέα γενιά μεγαλώνει με Βουγιουκλάκη και Παπαμιχαήλ, όπως και η κάποτε νέα γενιά των 70s ή των 80s, αλλά και η επιθυμία του κοινού να βλέπει τα ίδια έργα –αυτά της τηλεόρασης του Σαββατοκύριακου– στα θέατρα της πόλης. Πάμπολλες πλέον ελληνικές ταινίες έχουν μεταφερθεί στο θέατρο. Και ο κόσμος συρρέει να ακούσει τις ίδιες ατάκες, που γνωρίζει απ’ έξω και ανακατωτά. Ξαναζεσταίνει ο ίδιος το φαΐ του. Όταν όμως ο Πέτρος Φιλιππίδης παίζει τον «Ζήκο», τουλάχιστον το στοίχημά του είναι να μη γίνει απομίμηση του Χατζηχρήστου. Όταν η Άννα Παναγιωτοπούλου παίζει τη «Θεία απ’ το Σικάγο» πρώτο μέλημά της είναι να μη φορέσει τη Γεωργία Βασιλειάδου στα ρούχα της. Μίμηση έργου, ναι. Απομίμηση του ήρωα, όχι. Τη βασική αυτή αρχή ανατρέπει εφέτος ο Ζαχαράτος ανεβάζοντας την κωμωδία του Δημήτρη Ψαθά «Η Χαρτοπαίκτρα». Στη σκηνή, η Ρένα Βλαχοπούλου. Ίδια ρούχα, ίδιος τρόπος ομιλίας, ίδιες κινήσεις. Ο Ζαχαράτος μίμος είναι, τη δουλειά του κάνει. Για πρώτη φορά όμως στα θεατρικά χρονικά μας στήνεται ένα ολόκληρο θεατρικό πανηγύρι γύρω από την απομίμηση και όχι την παράσταση ενός έργου. Η μόνη διαφορά μεταξύ της «Αλέκας» της Βλαχοπούλου και εκείνης του Ζαχαράτου είναι ότι η πρώτη υπήρξε ασπρόμαυρη και η δεύτερη είναι έγχρωμη. Η πιο άχρωμη έγχρωμη αναπαράσταση που έγινε ποτέ.

art

ΠΟΝΤΙΚΙ

ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΞΙΑ ΑΝΝΑ ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ

Το σίριαλ δεν είναι σπουδαίο. Παρά την τεράστια προδιαφήμισή του, το «Μίλα μου βρώμικα» ούτε νέα γλώσσα διαθέτει ούτε δυναμική στο τηλεοπτικό κοινό. Μόνο στιγμές. Και η πιο μεγάλη από τις στιγμές του είναι η παρουσία του Γεράσιμου Γεννατά. Έχει δρέψει τις δικές του δάφνες στο θέατρο. Έχει ξεχωρίσει και στην τηλεόραση, αφού είχε την τύχη να παίξει στο «Είσαι το ταίρι μου», ένα από τα πλέον αναγνωρισμένα σίριαλ της ιδιωτικής TV. Εκεί όμως είχε την «ατυχία» να πέσει πάνω σε πιο αβανταδόρικους ρόλους. Ο Αλέξης Γεωργούλης (νέος τότε ζεν πρεμιέ), ο Άρης Σερβετάλης ή η Δάφνη Λαμπρόγιαννη ήταν μοιραίο –εκ της κατασκευής των ηρώων τους– να βγουν μπροστά. Την καταξίωση που δεν κέρδισε τότε την κερδίζει τώρα, με ένα σίριαλ πολύ κατώτερο. Ο Γεράσιμος Γεννατάς παίρνει πάνω του όλη την υπόθεση. Μετατρέπει, με τις παύσεις και τους χαμηλούς τόνους, ένα μονόπλευρο σενάριο σε πολυεπίπεδο, ανατρέπει ένα lifestyle δομημένο πλαίσιο προς όφελος της συγκίνησης και κάνει το «Μίλα μου βρώμικα» «Μίλα μου αληθινά». Ο Γεράσιμος Γεννατάς είναι ο ποδοσφαιριστής που παίρνει πάνω του μία ομάδα που «σέρνεται». Τα γκολ όλα δικά του.

DESIGN ART DIRECTOR Κυριάκος Κουτσογιαννόπουλος

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ Μαρία Βασιλάκη

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ: Γιώργος Ι. Αλλαμανής Λεωνίδας Αντωνόπουλος Xαρά Αργυρίου

«Το τρίτο στεφάνι» έγινε ως φαίνεται θηλιά στον λαιμό του. Η παράσταση στην οποία τόσα είχε επενδύσει ο Γιάννης Χουβαρδάς από όνειρο μετατράπηκε σε εφιάλτη. Μύριες οι αναποδιές κατά τη διάρκεια των δοκιμών. Τεράστια η αγωνία για το αν θα ήταν όλα έτοιμα για την προκαθορισμένη πρεμιέρα – που δεν ήταν. Αγωνιώδεις οι προσπάθειες ώστε η πρεμιέρα να μην πάρει και νέα αναβολή. Η Γιάννης Χουβαρδάς αλήθεια είναι ότι οι συγκυΜια «θηλιά» για τον Χουβαρδά ρίες συνωμότησαν, ως φαίνεται, για να του σπάσουν τα νεύρα. Τίποτε δεν δούλεψε όπως έπρεπε, τα εμπόδια ήταν το ένα χειρότερο από το άλλο. Όμως, οι διευθυντικές θέσεις θέλουν και επιδέξιους διευθυντές. Επίσης, ο καλός ο διευθυντής στην φουρτούνα φαίνεται. Και οι αντιδράσεις του κυρίου Χουβαρδά δείχνουν ότι τη φουρτούνα δεν τολμά να την αντιμετωπίσει. Η απόφασή του να μην παρίστανται δημοσιογράφοι στην πρεμιέρα του «Τρίτου στεφανιού» είναι επιεικώς γελοία. Εκτός αν δεν είναι δική του. Όπως και αν έχει, δικοί του ήταν οι άνθρωποι που διαμήνυαν στους εκπροσώπους του Τύπου: «Να μην έρθετε ακόμη, είναι διαταγή!». Διαταγή τίνος; Του πολυχρονεμένου τσάρου, που όπως θέλει συμπεριφέρεται στους κολίγους του; Παρεμπιπτόντως, η παράσταση δεν ήταν έτοιμη για να τη δουν οι δημοσιογράφοι, αλλά ήταν έτοιμη για να τη δει το κοινό; Σε μεγάλη υπόληψη τους έχουν τους απλούς θεατές εκεί στο Εθνικό του Χουβαρδά!

Δημήτρης Κανελλόπουλος Τατιάνα Καποδίστρια Γιώργος Ν. Κορωναίος Γιάννης Κουκουλάς

Μάκης Μηλάτος Ελίνα Μπέη Αγγελική Μπιλλίνη Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Χρυσούλα Παπαϊωάννου Δημήτρης Ρηγόπουλος Όλγα Σελλά Ναταλί Χατζηαντωνίου


4/28

Τ ΣΟΥΝΑΜ Ι

Τ

ι είναι η Ακρόπολη; Ο πέτρινος λόφος με την τραπεζοειδή κορυφή όπου κτίσθηκαν τα περίτεχνα ιερά των αρχαίων Αθηναίων, σύμβολο του πνεύματος της κλασικής αρχαιότητας, της δημοκρατίας και της άνθησης γραμμάτων και τεχνών, θα απαντήσετε. Για τους κανονικούς ανθρώπους είναι ακριβώς αυτό. Είναι ακριβώς ο λόγος που την κάνει φημισμένο τουριστικό προορισμό, εμπόρευμα της μεγάλης σύγχρονης ψυχαγωγικής βιομηχανίας. Για όσους από τους σύγχρονους Έλληνες προτιμούν να ζουν με μύθους, όμως, είναι επιπλέον η απόδειξη της μεγαλοσύνης του έθνους: με τα κόλλυβα των αρχαίων οι νεότεροι χτίζουν τη συλλογική τους φαντασίωση μεγαλείου. Ελλείψει σύγχρονων λόγων μεγαλοσύνης καλή είναι και η επίκληση της αρχαιότητας. Την ίδια στιγμή, όμως, που η υπερηφάνεια για το πανάρχαιο μεγαλείο τρέχει από τα μπατζάκια πολλών Νεοελλήνων, η επιδίωξη να ανήκουν και σε σύγχρονα σύμβολα προόδου τους οδηγεί σε αστείες επιλογές. Μη φανταστείτε ότι τα σύμβολα αυτά που θέλγουν την πλειονότητα είναι τα μεγάλα πανεπιστήμια του εξωτερικού, οι σημαντικές προσωπικότητες της επιστήμης και της τέχνης, οι σύγχρονοι σπουδαίοι πολιΤο μίγμα ήταν εκρηκτικό. τισμοί, τα μεγάλα οικονομιΗ υπερηφάνεια για τους κά επιτεύγματα ορισμένων αρχαίους συνάντησε κοινωνιών, αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς, μεθόδου την γκλαμουροβλαχιά. και επιμονής. Όχι. Οι περισΤο τι ηλιθιότητα διακινήθησότεροι Έλληνες, μετά από κε λοιπόν στα μπλογκ την Ακρόπολη, θαυμάζουν δεν λέγεται ό,τι λάμπει στο στερέωμα. Τα αστέρια της ποπ κουλτούρας, κυρίως – όχι για ό,τι έχουν καταφέρει αλλά για τις δυνατότητες που τους έχουν δώσει τα όσα έχουν καταφέρει. Βλέπετε, το κυρίαρχο ρεύμα στη χώρα είναι η γκλαμουροβλαχιά. Οι βασικοί εκπρόσωποι αυτού του ρεύματος, οι γκλαμουρόβλαχοι, είναι Έλληνες. Οι γκλαμουρόβλαχοι, λοιπόν, που τον τελευταίο καιρό ανακάλυψαν τα μπλογκ, τη δύ- πάντα και τα αντίθετά τους. Να καρατομηθεί ο τεναμη δηλαδή που αποκτά ακόμα και η μεγαλύτερη μπέλης φύλακας που δεν επέτρεψε στη σταρ και ηλιθιότητα αρκεί να βρει ακροατήριο, επέλεξαν να στην κουστωδία από αυλικούς και δημοσιογράφους ξεσπαθώσουν εν χορώ, την περασμένη Δευτέρα, να μπει στον ιερό χώρο. Μέχρι και να παραιτηθεί ο επειδή λέει η Μπιγιονσέ, η σταρ του τραγουδιού υπουργός Πολιτισμού που άφησε στην ψύχρα ένα που την προηγουμένη είχε έρθει στην Αθήνα για τόσο ωραίο κορίτσι και υπονόμευσε το μεγάλο κεμια πολύ ωραία συναυλία, «έφαγε πόρτα» από ένα φάλαιο του τουρισμού μας ζητήθηκε. Το χειρότερο φύλακα της Ακρόπολης. Το μίγμα ήταν εκρηκτικό. είναι, βέβαια, ότι όλη αυτή η κριτική στηρίχθηκε Η υπερηφάνεια για τους αρχαίους συνάντησε την σε μια λάθος πληροφορία. Η Μπιγιονσέ θα έφταγκλαμουροβλαχιά. Το τι ηλιθιότητα διακινήθηκε νε, αν πήγαινε, στην Ακρόπολη λίγα λεπτά πριν λοιπόν στα μπλογκ δεν λέγεται. Ζητήθηκαν τα κλείσει. Πήγαν κάποιοι προπομποί, ρώτησαν αν

αχινοί... Η εβδομάδα με τις «ταινίες της ομίχλης», τις ταινίες των «απείθαρχων» στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κινηματογραφιστών που έγινε στον κινηματογράφο Έλλη της Αθήνας, απέδειξε ότι, στις τέχνες, όταν περνούν το κλίμα της εξέγερσης και τα ωραία λόγια, εκείνο που μένει είναι οι ταινίες. Και εδώ, όχι στο πεδίο των διακηρύξεων αλλά στο πεδίο των έργων, αποδεικνύεται ότι τα προβλήματα των κινηματογραφιστών με το κράτος μπορούν και να λυθούν, ο κινηματογράφος όμως δεν θα είναι καλύτερος αν οι κινηματογραφιστές δεν λύσουν τους λογαριασμούς με τους εαυτούς τους. Ημιμάθεια, ναρκισσισμός, άγνοια κινδύνου, αμετροέπεια, που καθρεφτίζονται στην οθόνη, είναι μερικές μόνο διαπιστώσεις για την ελληνική κινηματογραφική κοινότητα, είτε δρουν στην ομίχλη είτε μακριά της.

Η Μπιγιονσέ,

η Ακρόπολη και οι γκλαμουρόβλαχοι

Ω ΡΑ ΓΙΑ Εντάξει, βρε Βάσω,

Η

κρίση στη ΝΔ και το εσωκομματικό μακελειό κάποιους τους έκανε νοικοκυραίους, Βάσω. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα δελτία ειδήσεων και στις ενημερωτικές εκπομπές που βρήκαν μαλλί να ξάνουνε, μέρες που ζούμε. Εδώ μπήκαν με τις μπάντες στο ίδιο θέμα ακόμη και τα ταπεινά μεσημεριανάδικα του Alter και ξιπάστηκαν κι αυτά ότι πλάι στα αποκλειστικά για τη Μενεγάκη και τη Ζαρίφη τους παίρνει άνετα να σφηνώσουν και κανένα αφιέρωμα μαμούθ στα παιδικά χρόνια της Ντόρας Μπακογιάννη, μπρρρ.

προλαβαίνουν, εισέπραξαν αρνητική απάντηση – και η τραγουδίστρια προτίμησε να μην ανεβεί στην Ακρόπολη. Δεν ζήτησε καν να εισέλθει στον χώρο μετά τη λήξη του ωραρίου. Αλλά τότε γιατί χάλασε ο κόσμος στο Ίντερνετ; Επειδή η γκλαμουροβλαχιά ανακήρυξε εαυτήν πράκτορα και του αρχαίου πνεύματος αθανάτου και των συμφερόντων του έθνους. Αισθάνθηκε δύναμη, επιρροή, κύρος. Και έπεσε πάνω στην πραγματικότητα κραδαίνοντας ένα ψέμα. Σύστημα Ψωροκώσταινας – ακόμα και στο Ίντερνετ. Κακόμοιροι…

Ευτυχώς που, τουλάχιστον μια ταινία, η «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα, ξεχώρισε από τη μέτρια, σε γενικές γραμμές, σοδειά των ελληνικών ταινιών που προβλήθηκαν στην Έλλη. Μια ταινία με ρυθμό, αδρά περιγεγραμμένους χαρακτήρες, συγκρούσεις γεμάτες πειστικότητα, ρεαλισμό, αλλά και μυθολογία, φολκλόρ (αλλά όχι φολκλορισμό), πάθος και καλλιτεχνικό αίτημα, θα διεκδικήσει μετά από πολύ καιρό τις καρδιές των θεατών. Και θα διδάξει ότι η συνδικαλιστική έκφραση της ελευθερίας δεν προϋποθέτει αναγκαστικά την αναγέννηση του ελληνικού σινεμά. Σε όποια συλλογικότητα κι αν συμμετέχουν, όσο δίκιο ή όσο άδικο και αν έχουν, την ώρα της δουλειάς οι καλλιτέχνες είναι μόνοι τους. Με την έμπνευσή τους, τα πιστεύω τους, τη μέθοδό τους, το σύστημά τους και, προκειμένου για ομαδικές τέχνες, τους συνεργάτες τους. Η ωριμότητα του Πάνου Κούτρα αποδεικνύει ότι πάνω κι από τις συνδικαλιστικές κινήσεις, εκείνος που στο τέλος κερδίζει είναι αυτός που θα πάρει την αγάπη και τη συγκίνηση του κόσμου. Όλα τα άλλα είναι θόρυβος. Δίκαιος μερικές φορές, αλλά θόρυβος. Λία Παραλία

ZAPPI N G

Ν

α μου το θυμηθείς, Βάσω, ότι αυτό το αλισβερίσι θα της γυρίσει μπούμερανγκ της ψηλής, αφού ως γνωστόν οι ψηφοφόροι και των δυο μεγάλων κομμάτων έχουν μανία καταδίωξης όσον αφορά τα μίντια και καχυποψία μεγάλη για τους προτεζέ των καναλιών. Να, πάρε παράδειγμα το μεγάλο πουσάρισμα του Βαγγέλη Βενιζέλου από το Mega και τη θλιβερή του κατάληξη στην εσωκομματική κάλπη. Γι’ αυτό σου λέω, μικρή μου Ντόρα εξερευνήτρια, μην αφήνεις ξέφραγο αμπέλι τα οικογενειακά φωτογραφικά άλμπουμ με ειδυλλιακές στιγμές από τότε που ήσουν παιδούλα στα Χανιά, γιατί στο τέλος μπορεί να μας καθίσει πρόεδρος ο Καλαματιανός με το σορτσάκι του τένις.

Α

χ, τένις είπα και θυμήθηκα τη μισοτελειωμένη παρτίδα του Γιούρι Γκέλερ και του «X Factor» από την αναπάντεχη έξαρση των φαρσέρ. Μα βόμβα στο πλατό με τον Σάκη; Βρε παιδιά, μη μας κάνετε τέτοιες λαχτάρες απάνω στο καλύτερο. Απάνω δηλαδή που η Κατερίνα Γκαγκάκη ξεχνάει το star quality στο οποίο με τόση επιμέλεια μαθητεύει από πέρυσι, τα παίρνει στο κρανίο, σηκώνει το φρύδι και φρουμάζει κατά φίλων και εχθρών.

Ν

α σ’ έβλεπα και σένα τόσο μαχητική και τι στον κόσμο, βρε Βάσω. Πώς να σου το πω για να γίνω αντιληπτή; Να βγάλεις, βρε παιδί μου, από μέσα σου την «αφέντρα» που κρύβεις και να γίνεις

ίδια και χειρότερη από την Καγιά που εκπαιδεύει μια ντουζίνα μπεμπέκες για το πώς θα γίνουν μια μέρα τα απόλυτα βούρλα. Από κοντά και ο εκπαιδευτής Κοτέντος, που κριτικάρει τις πόζες σαν να κριτικάρει την καινούργια παρτίδα από Φάντομ και Γιουροφάιτερ. Ε, δεν είμαστε λαός, πάει και τελείωσε...

Η ποντικίνα των καναλιών


ΜΠ Α ; ΕΙΝΑΙ Κ ΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΛ ΙΤΙΣ Μ Ό Σ ; Του Γιώργου Ι. Αλλαμανή [gallamanis@gmail.com]

Με τρία αυγά δεν ξυπνάς τις μάζες Οι «αναρχομπάτσοι» δεν ορίζουν το ποιος και πού θα έχει λόγο. Κι ας παίζει με τα νεύρα μας η Σώτη Τριανταφύλλου

Α

ς ανοίξουμε τα χαρτιά μας από την αρχή. Ανήκω σε αυτούς που ξίνισαν τα μούτρα τους όταν, τον περασμένο Μάρτιο, η Σώτη Τριανταφύλλου νομιμοποίησε με συνοπτικές συγγραφικές διαδικασίες τις απολύσεις υπαλλήλων του εργοδότη της, δηλαδή εργαζομένων στον εκδοτικό οίκο που εκδίδει τα έργα της. Και σχεδόν μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι όταν διάβασα πρόσφατα στην «Athens Voice» το –πες μια παλιομοδίτικη λέξη– χρονογράφημά της, όπου συντάσσεται με το τρίπτυχο «ησυχία - τάξη - ασφάλεια» της μικροαστικής μήτρας στην οποία οι περισσότεροι μεγαλώσαμε. Επίσης, αν και έχω ταξιδέψει με κάποια μυθιστορήματά της, η υπόγεια αντίληψη η οποία βρίσκω ότι τα διαπερνά, δηλαδή ότι η καθ’ ημάς Ανατολή, οθωμανική και βυζαντινή, σε δολοφονικό συνδυασμό με την ημιμάθεια και την καπατσοσύνη σκότωσαν οτιδήποτε αυθεντικό στους Νεοέλληνες, συνεπώς όλα τα «λαμπερά» επιτεύγματα λάμπουν μόνον από την Αδριατική μέχρι το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη, μου μοιάζει σχηματική και απλοϊκή. Όμως η επίθεση των «αναρχομπάτσων» που έριξαν αυγά εναντίον της στο Φλοράλ της πλατείας Εξαρχείων, εκεί όπου οι ένστολοι συνάδελφοί τους μπούκαραν μαζεύοντας όποιον… έπινε υπόπτως το ποτό του, πάλι σε εκδήλωση για παρουσίαση βιβλίου, ήταν αχρεία, ακαλαίσθητη και επιεικώς φασίζουσα. Κι επειδή βλέπω οράματα, στην ιδανική κοινωνία των θερμοκέφαλων, όλοι εμείς οι ομοιόμορφα ντυμένοι (σ.σ.: φοράω μόνον μαύρα ρούχα από τα 15) θα περνάμε κάθε 1η και 15η του μηνός από το «αναρχοτμήμα» της γειτονιάς μας. Γιατί; Για μια σφραγίδα στο χέρι, για ένα πάσο στη Ναυαρίνου, για μια κνίτικου ήθους κουβεντούλαεπιμόρφωση. Βέβαια, θα μου πεις, άλλο τα αυγά, άλλο οι σφαίρες. Σύμφωνοι. Σε ποια ιδεολογικά σύνορα όμως θα σταματήσει η οργή; Σε ποιο τείχος θα προσκρούσει και θα διαλυθεί η ιστορικά αδιέξοδη λογική των καλάσνικοφ τα οποία κυκλοφορούν αδέσποτα; Ένα αυγό σήμερα, μια σφαλιάρα αύριο. Ίσως μια ριπή μεθαύριο. Από όσους ξέρουν πριν από μας για μας. Είναι οι ίδιοι, είμαι σίγουρος, που έμειναν να κοιτάνε σαν δυσκίνητες αγελάδες, αποσβολωμένοι, στην οθόνη το ανθρωπιστικό κήρυγμα της ηρωικής Κωνσταντίνας Κούνεβα ενάντια στο μίσος και υπέρ του συνδικαλιστικού αγώνα, στην εκπομπή του Σταύρου Θεοδωράκη την περασμένη Κυριακή. Εν

κατακλείδι φοβάμαι ότι δεν μιλάμε για το πιο σοβαρό ζήτημα: τη διαχείριση του δημόσιου χώρου στο κέντρο της πιο άσχημης πρωτεύουσας της Ευρώπης. Την πολιτισμική ανάσα όλων ημών των εκατομμυρίων επιγόνων της άθλιας καραμανλικής αντιπαροχής. Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης (οι Βρετανοί του έδωσαν στο πιάτο το 2002 τη μερική εξάρθρωση της «17 Νοέμβρη») δήλωσε με έπαρση ότι μετά από τριάντα χρόνια το επίσημο κράτος επιβάλλει την τάξη σε μια περιοχή που είναι «ορμητήριο της ανομίας και της καταστροφής περιουσιών, της απώλειας θέσεων εργασίας, της ζημιάς που γίνεται στην οικονομία, της διατάραξης της κοινωνικής ειρήνης». Και η κυρία Τριανταφύλλου ουσιαστικά συμφώνησε. Οι ιδιώτες καλλιτέχνες διστάζουν να ανθίσουν στα Εξάρχεια την ώρα που ο επίσημος πολιτισμός εξοβελίζεται. Τα σχέδια του Υπουργείου Πολιτισμού ή του Δήμου Αθηναίων συνειδητά σνομπάρουν την περιοχή. Ποντάρουν τα ρέστα τους στον κερδοφόρο άξονα Σύνταγμα - Θησείο - Κεραμεικός. Ποιος θα έχει τον τελευταίο λόγο; Ας τον δώσουμε, νοερώς, στον Δημήτρη Παπαχρήστο, τον εκφωνητή του ραδιοσταθμού των φοιτητών εκείνη τη φοβερή Παρασκευή 17 Νοεμβρίου του 1973, άνθρωπο που δεν εξαργύρωσε το ότι στα είκοσί του είπε «απόψε μπορεί και να πεθάνω», όπως έκαναν χιλιάδες άλλοι της ξεφούσκωτης σήμερα «γενιάς του Πολυτεχνείου». Ζει στα Εξάρχεια από το 1968. Θα μιλήσει για την αστυνομοκρατία. Και δεν ξεχνά ποτέ ότι μπάτσοι υπάρχουν και γύρω μας και μέσα μας. «Ως παιδιόθεν θυμωμένος δεν υπάρχει περίπτωση να αποδεχτώ την πολιτική που επιχειρούν (σ.σ.: όσοι έχουν εγκαταστήσει μονίμως τα ΜΑΤ στο κέντρο). Είναι προτιμότερο να αγωνίζεται κανείς μάταια παρά να ζει μάταια» λέει ο Παπαχρήστος. Και καταλήγει: «Είμαι αντίθετος και στις τρομοκρατικές ενέργειες. Αυτό που είχε γίνει πέρυσι με τον Επαναστατικό Αγώνα στα Εξάρχεια κάνει αναστροφή στη συνοικία, χτυπάει το κίνημα των νέων, μπαίνει στη διαδικασία του ασύλου. Η υπέρτατη βία είναι να γίνουμε πολλοί στο μαζικό κίνημα. Δεν χρειάζεται καμία σκανδάλη». Ούτε καμία στραβοχυμένη ιδεολογική ομελέτα.


6/30

cove r story

«»

Η SugahSpank! είναι η Γεωργία Καλαφάτη. Μία τραγουδίστρια 28 χρονών, που γεννήθηκε και ζει στον Πειραιά αλλά μοιάζει σαν να μεγάλωσε στο Χάρλεμ. Γιατί; Διότι ερμηνεύει τόσο καλά ό,τι τραγούδι έχει σχέση με τον μαύρο ήχο, είτε πρόκειται για r’n’b είτε για φανκ, σόουλ και χιπχοπ, που στο τέλος αναρωτιέσαι ποια είναι πράγματι η καταγωγή αυτού του κοριτσιού; Βάφεται και περίεργα, έχει κι εκείνα τα πλούσια μαύρα μαλλιά να πέφτουν μπροστά στα μάτια της, είναι και το περίεργο ντύσιμό της επίσης. Μπερδεύεσαι. Τόσο όταν ακούς το άλμπουμ της –έχει κυκλοφορήσει ήδη το εξαιρετικό «The Incredible, The Invisible»– όσο και όταν τη βλέπεις live κάθε Τρίτη στον Σταυρό του Νότου. Δυναμική, με ενέργεια και πάθος. Από κοντά όμως είναι ένα εύθραυστο παιδί. Το βλέμμα της, η χροιά της φωνής της, ο τρόπος που μιλάει, αλλά και οι κινήσεις της. «Αντιμετωπίζω μεγάλο πρόβλημα» μου λέει. «Είμαι 1,78 ύψος, αρκετά ψηλή δηλαδή, αλλά φοράω παπούτσι Νο 36 μόνο. Δεν μπορώ να ισορροπήσω με τίποτα και τρώω συνεχώς τούμπες».

SugahSpank! «Το χρήμα δεν χρειάζεται»

Συνέντευξη Στoν Δημήτρη Κανελλόπουλο Φωτ. Τάσος Βρεττός

art

Το ραντεβού μας ήταν προγραμματισμένο για το απόγευμα της προηγούμενης Παρασκευής. Συναντηθήκαμε σε ένα από τα μπαράκια της Πανόρμου, εκεί που είναι όλα μαζί και έχεις την ψευδαίσθηση ότι βρίσκεσαι σε νησί.

Το άλμπουμ σου ήταν αποτέλεσμα πολύμηνης παραμονής στο σπίτι; S.: Έπαθα υπερκόπωση από την πολλή δουλειά. Παλιότερα εργαζόμουν και πρωί, μέχρι τις 5 το απόγευμα, οπότε μετά ακολουθούσαν πρόβες, ηχογραφήσεις ή live. Κάποια στιγμή κατέρρευσα. Κάπως έτσι βγήκε ο δίσκος μου. Δηλαδή; S.: Έμεινα πολλούς μήνες στο κρεβάτι. Ερχόταν τακτικά και ο Blend (σ.σ.: Ο Γιώργος Μαντάς, ο παραγωγός του δίσκου) στο σπίτι. Δεν είχα τι να κάνω και έγραφα τραγούδια. Σκεφτόμουν πολύ και μετέτρεπα τη σκέψη σε μουσική. Και βγάλατε το άλμπουμ μόνοι σας, η ομάδα της Cast a Blast εννοώ, στην οποία συμμετέχεις κι εσύ. Ούτε μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες, ούτε τίποτα. S.: Είναι περιττές πλέον οι δισκογραφικές. Ειδικά τώρα με το Ίντερνετ, που μπορούμε όλα να τα βρούμε δωρεάν. Το τζάμπα δεν σε ενοχλεί εσένα; Όταν κατεβάζουν δωρεάν τα τραγούδια σου; S.: Από το να βγάζουν γαμώ τα λεφτά οι δισκογραφικές εταιρείες και εγώ να μην παίρνω τίποτα, καλύτερα να τα κατεβάζει τζάμπα ο κόσμος. Οι εταιρείες δίνουν στους καλλιτέχνες ποσοστά από 2 έως 14% το μάξιμουμ, αν είσαι οι Metallica. Εκτός από τις αντεργκράουντ εταιρείες βέβαια, που τους πας το cd σου έτοιμο και μετά παίρνεις από τις πωλήσεις τα μισά. Δεν θέλω τους νταβατζήδες στη δουλειά μας. Μία μεγάλη δισκογραφική εταιρεία εκτός του ότι θα σου κρατήσει τα χρήματά σου, θα σου πει πώς να φέρεσαι, θα σε αναγκάσει να πας μέχρι και στη Μενεγάκη. Ενώ εμείς στην Cast a Blast νιώθουμε απόλυτη ελευθερία. Και πώς θα ζήσεις αν δίνεις δωρεάν τη μουσική σου; S.: Από τα live. Από τους σπόνσορες. Κάνεις πιο πολλά live κι έτσι γίνεσαι και περισσότερο γνωστός.

«Από το να βγάζουν γαμώ τα λεφτά οι δισκογραφικές εταιρείες και εγώ να μην παίρνω τίποτα, καλύτερα να τα κατεβάζει τζάμπα ο κόσμος από το ίντερνετ. Οι εταιρείες δίνουν στους καλλιτέχνες ποσοστά από 2 έως 14% το μάξιμουμ, αν είσαι οι Metallica. Δεν θέλω τους νταβατζήδες στη δουλειά μας. Μία μεγάλη δισκογραφική εκτός του ότι θα σου κρατήσει τα χρήματά σου, θα σου πει πώς να φέρεσαι, θα σε αναγκάσει να πας μέχρι και στη Μενεγάκη».

Το έχω σκεφτεί πολύ, το έχω φιλοσοφήσει. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υπάρχει το χρήμα. Πρέπει να φτάσουμε σε μία κατάσταση που θα μπορούμε να καταναλώνουμε όσα παράγουμε, χωρίς να απαιτείται χρήμα. Ο καθένας εννοείται θα παράγει και κάτι διαφορετικό. Δεν είναι ουτοπική κατάσταση. Ενώ τώρα στήνονται μεγάλα corporations που ελέγχουν την οικονομία και θέλουν να κρατούν τον κόσμο στη σημερινή κατάσταση της φτώχειας. Χρειαζόμαστε άλλο σύστημα. Θα μπορούσαν η μία χώρα να βοηθάει την άλλη, ειδικά τις πιο φτωχές. Να ρίξουν χρήμα, ας πούμε, ώστε τα κράτη να καλλιεργούν μεγάλες εκτάσεις και να μην υπάρχουν πια πεινασμένοι σε κανένα μέρος της Γης. Θα μπορούσε να συμβεί αυτό, δεν είναι λόγια του αέρα, έχω διαβάσει έρευνες. Ξέρεις πόσα εκατομμύρια τρόφιμα πετιούνται καθημερινά στην Αμερική; Εσύ κάνεις ανακύκλωση; S.: Όχι. Αλλά τι σχέση έχει αυτό; Ε, δεν έχει σημασία τι κάνει ο καθένας μας για να αλλάξουν τα πράγματα; Μήπως φταίμε κι εμείς εννοώ; S. Και βέβαια φταίμε, αφού τόσα χρόνια μας δουλεύουν όλοι ψιλό γαζί χωρίς να αντιδρούμε. Αυτό που ξεκίνησε πέρυσι τον Δεκέμβρη μου αρέσει πολύ. Απλώς πρέπει να γίνει πιο μαζικά και πιο οργανωμένα. Χωρίς καταστροφές εννοείται. Αν και είμαι σίγουρη πως στην Ελλάδα δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ τίποτα. Όμως, μη νομίζεις, μου αρέσει η χώρα μας και δεν πιστεύω πως έχουμε περισσότερα αρνητικά απ’ ό,τι οι άλλοι λαοί. Και φυσικά στην επαρχία είναι καλύτερα από την Αθήνα. Στο εξωτερικό, παραδείγματος χάριν, υπάρχει μεγαλύτερη αδιαφορία, εδώ είναι πιο ανθρώπινα τα πράγματα. Με ενοχλούν όμως η αγένεια, ο εγωιστικός τρόπος ζωής. Ζούμε σε μία κοινωνία με πολλά παρατεταμένα εγώ. Μας κάνουν επίτηδες, με όλα αυτά τα iΡod ή τα εξελιγμένα κινητά που βγάζουν στην αγορά να νομίζουμε πως είμαστε το επίκεντρο του κόσμου. Φτάνουμε σε επίπεδα ναρκισσισμού.

Θα έφευγες από την Αθήνα; S.: Κάποια στιγμή θα φύγω σίγουρα. Σε δυο-τρία χρόνια θα πάω στο Κρυονέρι. Έχουμε ένα οικογενειακό οικόπεδο, οπότε προγραμματίζω να φτιάξω ένα προσωπικό στούντιο και να τη βγάζω εκεί. Με Ίντερνετ, φωτοβολταϊκά κύτταρα και απομονωμένη. Αν και μικρή ακόμα, για να σε ρωτάω κάτι τέτοιο, είσαι μοναχικός άνθρωπος; S.: Όχι πολύ. Απλώς θέλω να φύγω για καλύτερη ποιότητα ζωής. Δεν θα μου άρεσε να μεγαλώσουν τα παιδιά μου στην Αθήνα. Οι δικοί σου γονείς τι λένε; Θα χαίρονται, υποθέτω, με την εξέλιξή σου. S.: Μέχρι και πέρυσι ήταν πολύ αρνητικοί. Δεν ήθελαν ν’ αφήσω τη δουλειά που έκανα πιο πριν. Καλή περίπτωση, σε μια διαφημιστική εταιρεία, δουλειά που σιχαινόμουν όμως. Φοβούνταν βασικά τι θα πει ο κόσμος που η κόρη τους έγινε τραγουδίστρια. Άλλαξαν γνώμη μόλις με είδαν στο Παλλάς που έπαιξα, πριν από την Τζος Στόουν. Τους άρεσε και ο χώρος, οπότε ησύχασαν. Ε, μετά τους έπαιρναν και οι συγγενείς τηλέφωνο και τους έλεγαν καλά λόγια. Αυτό έτρεμαν, τι θα πει το σόι μας. Οπότε εγκατέλειψες και την πρωινή δουλειά. S.: Ξυπνάω πολύ αργά πλέον και δεν βγαίνω σχεδόν καθόλου τα βράδια. Μου αρέσει να μένω σπίτι και να ασχολούμαι με τη μουσική μου. Τηλεόραση δεν βλέπω, μόνο ταινίες που κατεβάζω από το Ίντερνετ. Και αμερικανικές σειρές. Παπακαλιάτη; S.: Θα τον δω μόνο όταν δίπλα έχω ανοιχτό το Ίντερνετ, στη σελίδα των inner visuals. Εκεί, σε real time με την προβολή του επεισοδίου, ο κόσμος γράφει comments γι’ αυτό που βλέπει και πέφτει πολύ γέλιο. Δεν μπορείς να φανταστείς τι κράξιμο του ρίχνουν. Σινεμά πας; S.: Μου άρεσε πολύ το «Moon». Από τις ελληνικές ταινίες θέλω να δω τον «Κυνόδοντα». Τον Βούλγαρη τον είδες; S.: Δεν μ’ ενδιαφέρει καν. Να υποθέσω πως δεν θα διαβάζεις και εφημερίδες; S.: Καθόλου. Ούτε ασχολούμαι με τα πολιτικά. Ψήφισα όμως, αν και δεν ήθελα. Ενημερώνομαι αποκλειστικά από το Ίντερνετ και μου αρέσουν τα ντοκιμαντέρ για τη διεθνή πολιτική. Είδα πρόσφατα ένα για τον Ομπάμα. Τα δικά μας πολιτικά είναι που δεν με ενδιαφέρουν. Ούτε αν είναι ο Καραμανλής ή ο Παπανδρέου στην κυβέρνηση; S.: Δεν νομίζω πως με επηρεάζει σε κάτι. Ποιοι είναι πάνω και γιατί. Δεν αλλάζει τίποτε. Άλλωστε, όλες οι αποφάσεις παίρνονται στο εξωτερικό.

Δηλαδή οι δικοί μας δεν μπορούν να κάνουν τίποτε; Τόσο βλάκες είναι; S.: Όχι, δεν λέω πως είναι βλάκες. Ή μάλλον ναι, είναι βλάκες. Δεν μπορούν να ελέγξουν το παραμικρό. Οι όροι Αριστερά ή Δεξιά σου λένε κάτι; S.: Παλιά μπορεί να σήμαιναν κάτι, εμένα όμως προσωπικά δεν μου λένε τίποτα. Fuck knows, fuck cares. Η αστυνομία σε ενοχλεί; (Εκείνη την ώρα πέρασε μία αστυνομική περίπολος, με πέντεέξι μοτοσικλετιστές). S.: Τρελά. Τους μισώ. Δεν με ενοχλεί η εικόνα, με ενοχλεί το στυλ και το ύφος. Εικοσάχρονα παιδάκια που φορούν στολή και νομίζουν πως είναι κάτι παραπάνω από μας. Με τσιγάρο, μαγκιά και σκούρα γυαλιά ηλίου. Σε έχουν ενοχλήσει εσένα; S.: Άπειρες φορές. Με έχουν σταματήσει για ηλίθιους λόγους, μόνο και μόνο για να πιάσουν την πάρλα σε ένα γκομενάκι. Είναι κι αυτή η μαγκιά των αστυνομικών εσχάτως στα Εξάρχεια… S.: Έχουμε ακούσει απίστευτα πράγματα για τους αστυνομικούς. Όλοι ξέρουν τι συνέβη τον Δεκέμβριο που έβλεπαν να βγαίνουν μέσα από τις κλούβες μπάτσοι με κουκούλες, οι οποίοι ανακατεύονταν στο πλήθος. Έχουμε και την πορεία του Πολυτεχνείου σε λίγες μέρες. S.: Χαίρομαι όταν γίνονται αναταραχές. Όχι φυσικά με τα σπασίματα και τις φωτιές, αλλά γενικά με την εξέγερση. Θα πάω στην πορεία. Κι έχω παίξει πολλές φορές σε καταλήψεις, με μεγάλη χαρά. Πού αλλού παίζεις; S.: Μου έκαναν πρόταση να δώσω συναυλία τώρα που ήρθε ο Πρόεδρος του Καναδά, για την αφή της ολυμπιακής φλόγας. Διοργάνωσαν εκδηλώσεις που στοίχισαν πολλά λεφτά. Χώρια πόσο κοστίζουν οι ίδιοι οι Ολυμπιακοί Αγώνες. «Πόσα χρήματα θα πληρωθώ;» τους ρώτησα, «α, όχι», μου λένε, «δωρεάν να έρθεις να παίξεις». Αν είναι δυνατόν! Συμβαίνει και με πολλά μαγαζιά αυτό. Σε καλούν να παίξεις, και ενώ τους πληρώνουν όλους, από τα γκαρσόνια μέχρι τους πορτιέρηδες, προσπαθούν να κόψουν χρήματα από τους καλλιτέχνες. Περίεργη νοοτροπία. Γενικότερα η κατάσταση έχει ξεφύγει. Είναι και οι τιμές εξωφρενικές στα νυχτερινά μαγαζιά. Ωραία είναι πάντως τα live σου στον Σταυρό. S.: Μου αρέσει και μένα ο χώρος. Είναι διαφορετικά από τις άλλες μου συναυλίες, γιατί πρέπει να σκεφτώ πολλές διασκευές που παρουσιάζω. Είναι ξεχωριστή εμπειρία νομίζω και ο κόσμος είναι αλλιώτικος. Και το Σάββατο εμφανιζόσουν στη Θεσσαλονίκη;


ΠΟΝΤΙΚΙart 12-18.11.09

31/7

S.: Είναι πιο ωραία στα μαγαζιά της επαρχίας. Καταρχάς, για να σε καλούν σημαίνει πως σε γουστάρουν. Ένα αυτό. Δεύτερον, οι μαγαζάτορες στην επαρχία δεν είναι άνθρωποι νυχτόβιοι. Είναι οικογενειάρχες, που θα σε προσκαλέσουν την άλλη μέρα να φας σπίτι τους, με τα παιδιά τους και τη γυναίκα τους. Συνήθως υπάρχει κι ένας τοπικός σταθμός που θα παίζει το cd σου όλη μέρα, οπότε ο κόσμος θα γνωρίζει τα τραγούδια όταν έρθει στη συναυλία σου, ενώ μία εβδομάδα πριν αγνοούσε και την ύπαρξή σου. Γίνονται λιγότερες συναυλίες στην επαρχία και το κοινό γουστάρει περισσότερο. Χορεύει κιόλας. Είναι μακράν καλύτερη η επαρχία. Τι μουσικές ακούς; Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο τώρα; S.: Το καινούργιο μου άλμπουμ θα στηρίζεται στην exotica της δεκαετίας του ’60, αλλά προσαρμοσμένο στο χιπ-χοπ του σήμερα. Απαιτείται πολύ ψάξιμο, γιατί θα παντρέψω διαφορετικούς ήχους και χρειάζεται προσοχή. Δεν θέλω να αντιγράψω τίποτε. Να μην ακολουθεί το ρεύμα της εποχής, τις μόδες. Αρμονίες εξωτικές, με φυσικά όργανα, καλίμπα, χαβανέζικη κιθάρα, άρπα, βιολιά, σχεδόν καθόλου λούπες. Από μικρή έψαχνα τα ασυνήθιστα μουσικά είδη. Μου αρέσουν κάποια καινούργια εγχώρια ονόματα, τα οποία παίρνουν ελληνικά παραδοσιακά και φτιάχνουν τον δικό τους ήχο. Όπως ο Γιάννης Χαρούλης και οι Palirria. Οι Iman Baildi; S.: Όχι, αυτοί απλώς παίρνουν παλιά κομμάτια και βάζουν samples. Ενώ ο Χαρούλης τα σπάει, χρησιμοποιεί την κρητική λύρα και φτιάχνει κάτι πολύ καινούργιο, ανακατεύοντας κρητικά με τζαζ. Τι σημαίνει SugahSpank!; S.: Είναι από το «sugah» που προέρχεται από το γκρουπ μου Sugahgalore και από το «spank». Όπου spank είναι λέξη δικής μου έμπνευσης, η οποία περιγράφει τον ήχο. Βλέπω δίνεις μεγάλη σημασία στον ήχο. Στην εικόνα; S.: Σημαντικό είναι και το ίματζ σε έναν καλλιτέχνη. Γενικότερα. Μου αρέσει να ψωνίζω ρούχα και να αλλάζω ντυσίματα, αν και δεν ασχολούμαι πολύ με τον εαυτό μου. Έχω να πάω κομμωτήριο οκτώ χρόνια. Με τα ρούχα είναι όμως διαφορετικά, γιατί μπορείς να τα συνδυάσεις και με το κινητικό στυλ της συναυλίας. Να παίξεις ρόλους πάνω στη σκηνή. Και με ενδιαφέρει βασικά το δημιουργικό μέρος, όχι το αν θα δείχνω όμορφη. Πολλά από τα ρούχα μου τα ράβω στο χέρι. Πήρα και μία ραπτομηχανή και φτιάχνω ρούχα για μένα και τις φίλες μου. Και η Μπιγιονσέ φοράει εντυπωσιακά ρούχα και αλλάζει συνεχώς φορέματα. Θα πας στη συναυλία; S.: Θέλω να πάω, αλλά δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω. Μου αρέσει όμως πάρα πολύ. Έχει τρομερή φωνή, γράφει καλά τραγούδια, είναι γενικά πολύ αξιοπρεπής καλλιτέχνις. Από τις παλιές τραγουδίστριες έχω τρελό κόλλημα με τη Minnie Ripperton και από τις καινούργιες μου αρέσει η Santogold. Κυρίως όμως ακούω ανδρικές φωνές. Αν και για να είμαι ειλικρινής δεν με ενδιαφέρουν τα φωνητικά. Μουσική να ’ναι κι ό,τι να ’ναι.


8/32

ΤΑ Γ ΕΓΟΝΟΤΑ

>>

> Gilbert & George με νέα δουλειά στην Αθήνα Δεν χρειάζεται να είσαι φιλότεχνος για να ξέρεις τους Gilbert & George. Η αναγνωρίσιμη εικονογραφία τους με πρωταγωνιστές το εκκεντρικό αυτό καλλιτεχνικό δίδυμο από τη Μεγάλη Βρετανία έκανε τεράστια αίσθηση τη δεκαετία του ‘70, χάρη στις απρόσωπες εκφράσεις τους ή τον τόσο τυπικά αγγλοσαξονικό τους ενδυματολογικό κώδικα. Και όχι μόνο. Από πολύ νωρίς ανέτρεψαν την καλλιτεχνική διαδικασία κατασκευής γλυπτών και άρχισαν να παρουσιάζουν τους εαυτούς τους σαν «Ζωντανά γλυπτά» (Living Sculptures), γεγονός που τους έκανε διεθνώς γνωστούς. Δεν είναι πια αυτοί που δίνουν μορφή, αλλά αυτοί που παίρνουν μορφή. Καλλιτέχνες και δημιούργημα είναι ταυτόσημα. Τους πρωτογνωρίσαμε

το 2001 με τη μεγάλη αναδρομική τους έκθεση στο «Εργοστάσιο» της Σχολής Καλών Τεχνών στην Πειραιώς. Έκτοτε καλλιεργήθηκαν στενές σχέσεις με την γκαλερί «Bernier/Eliades» που έρχεται αυτές τις ημέρες να παρουσιάσει ένα τμήμα από την καινούργια τους δουλειά με τίτλο «Jack Freak Pictures», τη μεγαλύτερη σειρά έργων που έχουν παρουσιάσει ποτέ. Στα καινούργια τους έργα οι Gilbert & George θίγουν τον σημερινό τρόπο ζωής και τις βασικές αξίες της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από ένα σύνολο σχεδίων, σκηνών, κειμένων, λέξεων, συμπεριφορών και ετερόκλητων στοιχείων, όπως μετάλλια, σημαίες, χάρτες, δέντρα, πινακίδες και γκράφιτι του Ανατολικού Λονδίνου, όπου οι ίδιοι οι καλλιτέχνες ζουν

κι εργάζονται πάνω από σαράντα χρόνια. Χαρακτηριστικό μοτίβο είναι το κόκκινο, λευκό και μπλε σχέδιο του Union Jack, όπως ονομάζεται η βρετανική σημαία. Αυτό το παγκόσμιο σύμβολο, μέσα από όλες του τις αποχρώσεις –άλλοτε σύμβολο της εθνικής περηφάνιας και ισχύος, άλλοτε της ποπ κουλτούρας και της κοινωνικής ανυπακοής– μεταδίδει την ηχηρότητά του σε αναρίθμητες κοινωνικές και πολιτιστικές συχνότητες. Η ιστορική και συμβολική του παρουσία αποτελεί τον πυρήνα των «Jack Freak Pictures», όντας ταυτόχρονα στομφώδες, αμφιλεγόμενο, εικονικό και παράλογο. Από 19 Νοεμβρίου.

| Δημήτρης Ρηγόπουλος

> Ένας λόρδος στο φεγγάρι

Νόρμαν Φόστερ

Τα τελευταία χρόνια φρόντισε ώστε οι πόλεις της Γης να γεμίσουν με θόλους, πύργους και «τέντες». Τώρα αποφάσισε να επεκτείνει το αρχιτεκτονικό του όραμα και στο φεγγάρι. Ο λόγος για τον λόρδο Νόρμαν Φόστερ, η εταιρεία του οποίου σκοπεύει να δραστηριοποιηθεί στο Διάστημα. Ο δημιουργός συμβολικών έργων της εποχής μας –ανάμεσά τους το Γερμανικό Κοινοβούλιο στο Βερολίνο, ο πύργος στο Caja Madrid και η Millennium Bridge στο Λονδίνο– θα συνεργαστεί με το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα για την Εξερεύνηση του Διαστήματος Aurora. Για το έργο η ομάδα του λόρδου Φόστερ θα επεξεργαστεί υλικά κατάλληλα για... διαστημικές κατασκευές, τα οποία έχουν συλλέξει κατά καιρούς επιστήμονες. Οι κατασκευές θα είναι μόνιμες, αν και δεν έχουν παρουσιαστεί λεπτομέρειες σχετικά με τη μορφή τους. Η σχέση του αρχιτέκτονα με το Διάστημα πάντως φαίνεται να είναι ιδιαίτερα καλή, καθώς η Foster and Partners είναι η εταιρεία που έχει σχεδιάσει και την πρώτη διαστημική βάση για τουρίστες στο Νέο Μεξικό. Το οικολογικό πρότζεκτ, που ξεπερνά τα 10.000 τ.μ., είναι η πρώτη ιδιωτική διαστημική βάση και έγινε για την Virgin Galactic του Ρίτσαρντ Μπράνσον, η οποία αναμένεται να λειτουργήσει το 2011.

| Ελίνα Μπέη


>>

ΠΟΝΤΙΚΙart 12-18.11.09

33/9

> Μύθοι της Τρανσυλβανίας Είναι σπάνιο στις μέρες της παγκοσμιοποίησης και του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού της Δύσης που διανύουμε ένας καλλιτέχνης να χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη για τα έργα του την ιστορία, τους μύθους και θρύλους, τις παραδόσεις και τις δοξασίες της ιδιαίτερης πατρίδας του. Ίσως μόνο στην Ελλάδα να συμβαίνει ακόμα σε μεγάλο βαθμό, κι αυτό λόγω της πλούσιας ιστορίας μας αλλά και των εμμονών μας με το παρελθόν – ελλείψει παρόντος πιθανώς. Δυο αδέρφια όμως από τη Ρουμανία, δυο εικαστικοί της νέας γενιάς, με διαρκώς αυξανόμενη φήμη στο καλλιτεχνικό στερέωμα, που θα παρουσιάσουν το έργο τους στην Αθήνα (Γκαλερί The Breeder, 19 Νοεμβρίου - 24 Δεκεμβρίου), επιμένουν να αναφέρονται στη γενέτειρά τους Τρανσυλβανία, τόπο πανέμορφο στους πρόποδες των Καρπαθίων, αλλά και τόπο ποτισμένο από ιστορία και μυθολογία, από φολκλόρ και παραμύθια, από το αίμα των Βαλκανίων και των θυμάτων τού… Κόμη Δράκουλα. Οι Gert και Uwe Tobias, δίδυμοι αδερφοί, γεννημένοι στο Brasov της Τρανσυλβανίας το 1973, μετανάστες στη Γερμανία από το 1985, δημιουργούν, παράγουν και παρουσιάζουν τα έργα τους σαν ένας. Η δουλειά τους, αυτοβιογραφική και εν μέρει βιωματική, συνθέτει στοιχεία κυβιστικά και εξπρεσιονιστικά με φόρμες της σύγχρονης γραφιστικής και της διαφήμισης. Το χιούμορ είναι συχνά παρόν και τα έντονα χρώματα κυριαρχούν θυμίζοντας αφηρημένες συνθέσεις του Ματίς και του Μιρό, ενώ επαναλαμβάνονται σουρεαλιστικές συνθέσεις σκοτεινής αισθητικής δημιουργώντας μια ιδιαίτερα πλούσια οπτική γλώσσα. Η κύρια τεχνική των αδερφών Tobias είναι η ξυλογραφία αλλά και η ζωγραφική, τα κεραμικά γλυπτά και τα κολάζ, συνήθως με τυπωμένες σε γραφομηχανή επεμβάσεις. Οι δυο καλλιτέχνες τα τελευταία χρόνια έχουν παρουσιάσει τη δουλειά τους σε πλήθος εκθέσεων στη Νέα Υόρκη, τη Βιέννη, το Μπέργκεν, τη Βόννη, το Λος Άντζελες κ.α., ενώ μετά την Αθήνα θα επισκεφθούν τη Μούρθια της Ισπανίας και τη Ρέτζιο Εμίλια της Ιταλίας. | Γιάννης Κουκουλάς

> Νέος Γκάμπριελ με παλιά συνταγή Αυτό το άλμπουμ αναμφίβολα πολλοί το περιμένουν εναγωνίως: ο Πίτερ Γκάμπριελ θα επιστρέψει στη δισκογραφία έπειτα από επτά χρόνια. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια «ανταλλαγή τραγουδιών», όπως το χαρακτήρισε και ο συνθέτης Τζον Μέτκαλφ, ανάμεσα σε διάσημα και θρυλικά ονόματα. Το πρότζεκτ με τίτλο «Scratch My Back» πρωτοπαρουσιάστηκε στο φεστιβάλ Womad, όταν ο Γκάμπριελ μαζί με μια ορχήστρα εγχόρδων έπαιξαν το «Boy In The Bubble» του Πολ Σάιμον. Ο δίσκος βρίσκεται στο στάδιο όπου επεξεργάζονται τις διασκευές των κομματιών. Ο Μέτκαλφ αποκαλύπτει στην επίσημη ιστοσελίδα του Γκάμπριελ ότι το άλμπουμ θα είναι ορχηστικό. Τη μουσική, που θα περιλαμβάνει διασκευές από παλιότερες δεκαετίες αλλά και πιο σύγχρονες, θα ερμηνεύουν πολυάριθμες ορχήστρες. Ο Γκάμπριελ θα καταπιαστεί με τραγούδια όπως το «Heroes» του Ντέιβιντ Μπάουι, το «Street Spirit» των Radiohead, το «Listening Wind» των Talking Heads. Το «Power of the Heart» του Λου Ριντ και το «Philadelphia» του Νιλ Γιανγκ. Την παραγωγή θα κάνει ο επίσης θρυλικός Καναδός Μπομπ Έζριν, ο οποίος έχει στο ενεργητικό του άλμπουμ όπως το «The Wall » των Pink Floyd. Το νέο άλμπουμ θα είναι κάτι διαφορετικό από το έθνικ στυλ που τελευταία χαρακτηρίζει τον Γκάμπριελ. Αναμένεται να κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2010. | Ελίνα Μπέη

Γύρω γύρω πόλη... Της Άννας Βλαβιανού

12 Νοεμβρίου. Στα Εξάρχεια πετάνε αυγά στη Σώτη Τριανταφύλλου, στην Ακρόπολη δεν επιτρέπουν την είσοδο στην Μπιγιονσέ και στο «X Factor» τρέχουν να προλάβουν πριν σκάσει η βόμβα... Ωραία εβδομάδα! Σουρεαλιστική. Έχεις κι αυτή τη διαφήμιση στην τηλεόραση να σε αγχώνει: 48 μέρες πριν από τα Χριστούγεννα..., 47 μέρες..., 43 μέρες... Θα φύγω, θα πάω αλλού! Μέχρι τότε όμως προλαβαίνω να ακούσω τα καινούργια τραγούδια της Χαρούλας. Αποσπάσματα μιας ζωής που δεν ψεύδεται. Της δικής της. Το ίδιο προτείνω να κάνετε κι εσείς. Αν έχετε κάπου κρυμμένη μια τρυφερή ανάμνηση που ώρες ώρες σκάει κεφάλι πολύ θα τα ευχαριστηθείτε. Θα μπορούσε να είναι απειλή ο τίτλος του δίσκου της «Η αγάπη θα σε βρει όπου και να ’σαι», αν δεν ήταν ένας ευγενής πόθος για όσους περιμένουν υπομονετικά να συμβεί το «μοιραίο». Αν πάλι το σνομπάρετε το συναίσθημα, ακούστε κανένα μπιτάτο των Onirama. Εκτός αν προτιμάτε τις εικόνες περισσότερο από τα λόγια. Εικόνες που αφηγούνται ιστορίες. Τότε, για την περίπτωσή σας υπάρχει η έκθεση φωτογραφίας του Τάσου Βρεττού, του «δικού» μας, στο Μουσείο Μπενάκη, με τίτλο «Αθήνα και κινηματογράφος». Καθημερινές σκηνές της πόλης και αίθουσες με ιστορία. Ο Τζόνι Ντεπ, τεράστιος και χάρτινος, στη Σταδίου, ανενόχλητος απ’ τις κεραίες του τρόλεϊ που περνά, και η Κέιτ Γουίνσλετ, όμορφη και έκπληκτη, στο υπόγειο στο Άστυ, να «χαζεύει» την ουρά στο ταμείο. Μια έκθεση για το σινεμά των μύθων, κατά σύμπτωση, την ίδια περίοδο που θριαμβεύει το εγχώριο, άτα-

κτο, στον κινηματογράφο Έλλη. Ουρές και ενθουσιασμός στην Ακαδημίας. Μπορεί ο εισπρακτικός θρίαμβος να ήταν αναμενόμενος, αυτό που έδωσε τον τόνο όμως στην εβδομάδα των «Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη», το Fog Films που διοργάνωσαν, ήταν η αίσθηση πως κάτι είναι διαφορετικό στο τοπίο του ελληνικού σινεμά. Συνεννόηση αντί για γκρίνια, συντροφικότητα αντί για αντιπαλότητες, φιλικές κουβέντες αντί για καβγάδες. Ποιος είπε ότι από κάτι κακό (ένα ανύπαρκτο νομοθετικό πλαίσιο, ένα σαθρό σύστημα βραβείων) δεν μπορεί να γεννηθεί κάτι θετικό! Υπάρχουν πολλές φυλές που «τιμούν» τη νεοελληνική ιστορία. Μία εξ αυτών είναι οι ψευτοσελέμπριτι. Πολλοί, και διαρκώς πολλαπλασιάζονται. Έκαναν ομαδική έξοδο στη συναυλία της Μπιγιονσέ και έδωσαν χαρά μεγάλη σε εκστασιασμένους τηλεοπτικούς, αγράμματους, ρεπόρτερ που περίμεναν στην είσοδο πότε θα σκάσουν μύτη. Η χαρά του κολάν με γόβα... Μη ρωτάτε πόσα τραγούδια της σταρ ήξεραν οι εν λόγω παρουσίες. Σημασία έχει να είναι εκεί, στο κέντρο της προσοχής των media. Μπορεί η ουσία των ανθρώπων σπανίως να συναντιέται, τα lifestyle τους όμως... Κι αφού ξέρανε τα πάντα για τις χορευτικές της φιγούρες, τους γοφούς της, τον άνδρα της και τα φουστάνια της... Πήγαν να μετατρέψουν μια συναυλία σε πανηγύρι. Τα κατάφεραν. Είναι γονιδιακό θέμα το πανηγύρι. Και η προσαρμογή των δεδομένων στα μέτρα μας. Πότε είπατε έρχεται ο επόμενος αστέρας; Έχω κάτι καινούργιες μπότες που πρέπει να φορέσω.


10/34

ΤΑ Γ ΕΓΟΝΟΤΑ

> Από την Αμελί μέχρι τη ροκ και τη Μεσόγειο Στην Ελλάδα τον μάθαμε μέσα από την εμπορικότερη παραγωγή του γαλλικού σινεμά τα τελευταία 20 χρόνια, την «Αμελί». Από τότε κύλησε μπόλικο νερό στο αυλάκι και ο Τίρσεν έχει γίνει τακτικός επισκέπτης της χώρας μας. Ήρθε το 2001 για πρώτη φορά, μας επισκέφθηκε ξανά το 2004 και το 2006 και να τος πάλι στο Fuzz Club της Αθήνας, στις 14 Νοεμβρίου και στο Principal Club Theatre της Θεσ/νίκης στις 16 Νοεμβρίου. Πρέπει να μας έρχονται κουτί οι λυρικές του μελωδίες, αυτό το γλυκό μπέρδεμα που φέρνει στο μυαλό το αιώνιο ροκ, αλλά και την ακόμα πιο δική μας Μεσόγειο. Λίγο Νίνο Ρότα, αλλά πιο Γάλλος και πιο φασαριόζος, ο Γιαν Τίρσεν έρχεται για να παρουσιάσει την τελευταία του δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Retrouvailles». Οι επιρροές από το γαλλικό chanson, τη μουσική του δρόμου, τα βαλς, την κλασική, τους μεσογειακούς ήχους και τους μινιμαλιστές έρχονται και δένουν με συνεργασίες που αποδεικνύουν την καλλιτεχνική ευφυΐα και τον πλουραλισμό του Τίρσεν: με την Ελίζαμπεθ Φρέιζερ των Cocteau Twins, την Τζέιν Μπίρκιν, τον Στιούαρτ Σταπλς των Tindersticks, τους συμπατριώτες του Ντομινίκ A και Κριστόφ Μιοσέκ.

>> > Ο «Ξένος» του Γούντι Άλεν Δεν συνηθίζει να αποκαλύπτει και πολλά για τις ταινίες του ο Γούντι Άλεν και την ίδια τακτική ακολουθεί και για το νέο του δράμα με τίτλο «Θα συναντήσεις έναν ψηλό μελαχρινό ξένο». Αν μαντέψουμε από το καστ πάντως, τον ρόλο του τίτλου θα υποδυθεί ο Αντόνιο Μπαντέρας. Την «dream team» του Άλεν συμπληρώνουν οι Τζος Μπρόλιν, Άντονι Χόπκινς και Ναόμι Γουότς, πλαισιωμένοι από τους Τζέμα Τζόουνς, Λούσι Παντς και Φρίντα Πίντο. Η υπόθεση, σύμφωνα με τη σχετική και καθόλου διαφωτιστική ανακοίνωση, «εξελίσσεται γύρω από μια οικογένεια, την ερωτική ζωή των μελών της και τις προσπάθειές τους να λύσουν τα προβλήματά τους». Όταν μιλάμε για τον Γούντι Άλεν βέβαια δεν μας απασχολεί και τόσο η υπόθεση όσο ο τρόπος που την παρουσιάζει ο δαιμόνιος δημιουργός. Παρεμπιπτόντως, ο Άλεν «προδίδει» για μια ακόμη φορά την αγαπημένη του Νέα Υόρκη όπου γύρισε την τελευταία του ταινία «Whatever Works» για το Λονδίνο, όπου θα γίνουν τα γυρίσματα της νέας ταινίας. Η παραγωγή θα είναι δική του σε συνεργασία με την ισπανική Mediapro, με την οποία έχει να κάνει ακόμα δύο ταινίες (μετά και το «Βίκυ, Κριστίνα, Μπαρτσελόνα»). Στις αίθουσες αναμένεται το επόμενο φθινόπωρο. | Ελίνα Μπέη

Γούντι Άλεν

«Για μια φούχτα μπάμιες»

Γιαν Τίρσεν Στο «Retrouvailles» ο 39χρονος Τίρσεν από τη Βρετάνη μοιάζει να εμπιστεύεται κάθε μουσικό όργανο που έχει στη διάθεσή του σε μια απελευθερωτική διαδικασία προς τα εμπρός. Πιο ροκ και με νέες αναγνώσεις των αγαπημένων του μελωδιών θα τον δούμε, τραγουδώντας και παίζοντας κιθάρα και βιολί, ενώ η μπάντα που τον συνοδεύει αποτελείται από έναν μπασίστα, έναν ντράμερ και έναν κιθαρίστα. Την ορχήστρα συμπληρώνει το «Martenot’s wave», ένα όργανο προάγγελος του συνθεσάιζερ, το οποίο χρησιμοποιείται σπάνια.

| Δημήτρης Ρηγόπουλος

Αντόνιο Μπαντέρας

> Ντύστε τα καλά και γραμμή στο θέατρο Είναι αλήθεια πως η φετινή σεζόν δεν ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς για τις παιδικές θεατρικές σκηνές, λόγω γρίπης. Ο ιός Η1Ν1, λοιπόν, μπορεί να χτύπησε τους παιδικούς θιάσους –φέτος μετράμε λιγότερες παραγωγές σε σχέση με άλλες χρονιές–, αλλά είναι αρκετοί εκείνοι που επιμένουν, παρά τις απαγορεύσεις, ανεβάζοντας παραστάσεις άξιες προσοχής, τρεις εκ των οποίων κάνουν πρεμιέρα την Κυριακή σε Βοτανικό, Γκάζι και Νέο Κόσμο. Έτσι, στις 15 Νοεμβρίου έρχονται στην Αθηναΐδα τα επτά μουσικά παραμύθια του Σταμάτη Κραουνάκη και της Λίνας Νικολακοπούλου με τίτλο «Ένα σπίτι παραμύθια». Με κεντρική ιδέα τίποτα να μη γίνεται κρυφά απ’ τα παιδιά, οι δύο καλλιτέχνες βάζουν τέσσερεις νέους ηθοποιούς-τραγουδιστές της ομάδας Σπείρα Σπείρα να ζωντανέψουν στη σκηνή, συνοδεία δύο μουσικών, τη «Συναυλία των ζώων», την «Πεντάμορφη και το Τέρας», τον «Τζακ και τη Φασολιά» κ.ά. Λίγο πιο κάτω, στο Γκάζι και συγκεκριμένα στην Πειραιώς 131, η θεατρική εταιρεία Σκαραβαίοι παρουσιάζει το καινούργιο, οικολογικού περιεχομένου, έργο του Ευγένιου Τριβιζά «Για μια φούχτα μπάμιες» σε σκηνοθεσία Κώστα Φαρμασώνη. Επικεντρωμένος στη σύγχρονη καταστροφή της πανίδας του δάσους, ο συγγραφέας-παραμυθάς ανατρέπει το παραδοσιακό στόρι της Κοκκινοσκουφίτσας και του Λύκου, μετατρέποντας τους θύτες σε θύματα. Το έργο του Βασίλη Μαυρογεωργίου «Τι γλώσσα μιλάμε Άλμπερτ;» μπορεί να γράφτηκε με σκοπό την παρουσίασή του σε διαδρόμους ή δωμάτια νοσοκομείων, σε φυλακές, προσφυγικούς καταυλισμούς και ειδικά σχολεία, αλλά κάθε Κυριακή, αρχής γενομένης από αυτήν, κάνει μία στάση Αντισθένους και Θαρύπου γωνία για να διηγηθεί κι εκεί τις περιπέτειες του μικρού Άλμπερτ, ενός αγοριού που ταξιδεύοντας ανακαλύπτει τη ζωή και την αγάπη. | Αγγελική Μπιλλίνη


>>

ΠΟΝΤΙΚΙart 12-18.11.09

35/11

> Οι Kokolo στο Gazarte: New York Ρolaroid Οι Kokolo (πρώην Kokolo Afrobeat Orchestra) έρχονται από το ημίφως των κλαμπ της Νέας Υόρκης και προσγειώνονται στο κατάφωτο Γκάζι, για δύο βραδιές που μπορούν να βάλουν φωτιά στο Gazarte, Παρασκευή 13 και Σάββατο 14 Νοεμβρίου. Και μπροστά στα ανοικτά σας αυτιά έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν σε ένα φιλοσοφικό ερώτημα της σύγχρονης μουσικής σκηνής: Πώς φτιάχνεται ένας νέος ήχος; Η προσέγγιση του Ρέι Λούγκο και της παρέας του είναι πάνω-κάτω η εξής: Μία προσεγμένη δοσολογία από τα υβρίδια που ξεπήδησαν από τη σύγχρονη παγκόσμια μουσική σκηνή μετά την αποκαλυπτική δεκαετία του ’60 και άνοιξαν

τον δρόμο για τη world music και το σημερινό global fusion. Επιπλέον, επιμονή ζηλωτή στη δυναμική που έχει ένας ήχος να σε ξεσηκώνει και ταυτόχρονα να σε υπνωτίζει. Ας κάνουμε τώρα την αντικατάσταση στην περίπτωση των Kokolo. Άφθονο afrobeat α λα Φέλα Κούτι – μίγμα άφρο και τζαζ, άκρως υπνωτικό και έντονα ρυθμικό. Μπόλικο λάτιν, στο ύφος του latin jazz fusion, που δημιούργησε τη σάλσα των θρυλικών Fania All Stars, στη Νέα Υόρκη του ’70. Ολοένα αυξανόμενες δόσεις φανκ, στο ύφος του αξεπέραστου Τζέιμς Μπράουν, με τις καθαρές τζαζ αναφορές και το αλάνθαστο beat. Και πανκ ένταση, στο ύφος των «σκεπτόμενων

εξεγερμένων» Clash και Μανού Τσάο – άλλωστε, ο Ρέι Λούγκο από το πανκ προέρχεται. Οι Kokolo ξεκίνησαν το 2001 περισσότερο ως punky-afrobeat συγκρότημα, στον αντίποδα των πολιτικοποιημένων συμπολιτών τους Antibalas Afrobeat Orchestra, που ήταν περισσότερο τζαζ, και φτάνουν στο Gazarte με ένα άλμπουμ αποκλειστικά με διασκευές κομματιών του Τζέιμς Μπράουν. Περιττό να το πω ότι τα σπάνε! Και επειδή τέτοια συγκροτήματα έχουν κύκλο ζωής μιας νυχτοπεταλούδας, είναι σαν τις Ρolaroid∙ αποτυπώνουν άπαξ το σήμερα, αξίζει να τους δει κανείς τώρα. Αύριο μπορεί και να θεωρούνται παρωχημένοι.

| Λεωνίδας Αντωνόπουλος

Άννα Κοκκίνου

Βερτσέλι, Ιταλία

> Δεύτερη χρονιά για το «Λα Πουπέ»

> Πάμε πλατεία;

Η παράσταση που εντυπωσίασε για τον εξαιρετικό συνδυασμό ερμηνείας, κειμένου και εικαστικότητας, η «Λα Πουπέ», ανεβαίνει και φέτος, για δεύτερη χρονιά, στο Θέατρο Σφενδόνη, με την Άννα Κοκκίνου σε ρόλο σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή (μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου). Προσαρμοσμένος στα δεδομένα της νέας διάταξης του θεάτρου ο μονόλογος του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, σφραγίζεται από την εξωτερική εμφάνιση της Ρίκας, η οποία εμφανίζεται στη σκηνή σαν πορσελάνινη κούκλα, σαν μια αφράτη πενηντάρα με παράξενο ντύσιμο, κουκλίστικο φουστάνι και περίτεχνο χτένισμα. Η Κοκκίνου σε ένα ρεσιτάλ ηθοποιίας, με βασικό άξονα τις ερμηνευτικές μεταπτώσεις, βγαίνει απ’ το κουτί της, αφηγείται κάποια στιγμή μέχρι και τραγουδιστά σκέψεις και συναισθήματα και μεταμορφώνεται από αθώα και καλοκάγαθη μοδίστρα φορεμάτων κούκλας σε «εγκληματία». Το κείμενο, καλογραμμένο και άρτια δομημένο, είναι σίγουρα απρόβλεπτο, καθώς αποκαλύπτει σιγά σιγά με λεπτές και αδρές γραμμές τις διαφορετικές πτυχές της ψυχοσύνθεσης της ηρωίδας, μιας καλοσυνάτης ύπαρξης που τελικά δεν είναι τίποτα άλλο από μία ψυχικά διαταραγμένη και σατανική γυναίκα, η οποία μπορεί να φτάσει μέχρι και στον φόνο. Πάντως, ο συγγραφέας του έργου Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης είναι απαισιόδοξος για το μέλλον της, ομολογώντας πως για εκείνον η Ρίκα «είναι μια ψυχή που έχει εκτροχιαστεί και μια τέτοια ψυχή είναι πιθανό, εξαιτίας ακριβώς αυτού του εκτροχιασμού, να βρεθεί άξαφνα σε καλύτερη πορεία από τις άλλες ψυχές – όσες βαδίζουν ήσυχες ήσυχες πάνω στις ράγες. Αλλά αυτή την εκδοχή θα μπορούσε να τη σκεφτεί κάποιος άλλος, όχι εγώ». | Αγγελική Μπιλλίνη

Αν ξεφυλλίσετε τον κατάλογο της έκθεσης «Πλατείες της Ευρώπης, Πλατείες για την Ευρώπη» που «τρέχει» στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς μέχρι 6 Δεκεμβρίου, κινδυνεύετε από μελαγχολία. Ανάμεσα στις ελληνικές πλατείες και τις πλατείες της υπόλοιπης Ευρώπης υπάρχει ένα ευδιάκριτο όριο που έχει να κάνει με τις ευλογίες και τις κατάρες της Ιστορίας. Όχι, δεν θέλουμε να πέσουμε στην παγίδα της «αυτοκρατορικής» Ευρώπης και της «βαλκανικής» Ελλάδας. Σίγουρα η έλλειψη αστικού βάθους αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο μεταφέρθηκε στην Ελλάδα το φαινόμενο της αστικής πλατείας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι ελληνικές πλατείες που παρουσιάζονται στην πανευρωπαϊκή αυτή έκθεση υπολείπονται σε ενδιαφέρον ή ακόμα και σε ομορφιά. Ίσως η μνημειακή πλατεία Αριστοτέλους στη Θεσσαλονίκη (η θεωρητικά μεγαλοπρεπέστερη ελληνική πλατεία) να μη μοιάζει πολύ ελληνική και η πλατεία Πλατάνου στο Πήλιο να δείχνει τιμιότερη επιλογή, αλλά ας μην το παρακάνουμε. Η έκθεση είναι προϊόν του τριετούς ερευνητικού προγράμματος Culture 2000, σε συνεργασία πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων Γαλλίας, Ελλάδας, Ιταλίας, Ισπανίας, Πολωνίας, υπό τον συντονισμό του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με επικεφαλής τη Μαίρη Ανανιάδου-Τζημοπούλου και επιστημονικό υπεύθυνο τον Φράνκο Μανκούζο. Συγκροτημένες ομάδες ερευνητών, αρχιτεκτόνων, πολεοδόμων, αρχιτεκτόνων τοπίου, κοινωνιολόγων, ιστορικών, μαζί με ειδικούς αντίστοιχα από τις συμμετέχουσες πόλεις μελέτησαν υπό την κοινή αυτή οπτική, αντιμετώπισαν το θέμα και αντάλλαξαν εμπειρίες σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Στόχος ήταν η προώθηση της γνώσης και κριτικής σκέψης ως προς τις ακολουθούμενες πρακτικές στις περιπτώσεις ιστορικών πλατειών, αλλά και τον τρόπο σύγχρονης αντιμετώπισης παλιών και νέων πλατειών σε χώρους επικοινωνίας. Ωραίες ή λιγότερο ωραίες, οι ελληνικές πλατείες εξακολουθούν να είναι ζωντανές χοάνες της κοινωνικής μας ζωής. Ακόμα κι αν εντοπίζουμε προβλήματα, να είμαστε ευχαριστημένοι που εξακολουθούμε να τις έχουμε ανάγκη. | Δημήτρης Ρηγόπουλος


12/36

Θ έατρο

Της Χαράς Αργυρίου

Το κόστος της ωραιοποίησης Βασισμένο στην «Πτώση» του Καμί, το ομότιτλο έργο που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Μιχάλης Κωνσταντάτος ανεβαίνει στο Bios

Μ

ια νέα θεατρική ομάδα, η ομάδα Blind Spot, με ωραίες και φρέσκιες ιδέες και με διάθεση να δώσει το δικό της θεατρικό στίγμα, μας συστήνεται με την «Πτώση» (βασισμένη στο έργο του Αλμπέρ Καμί), σε κείμενο και σκηνοθεσία Μιχάλη Κωνσταντάτου. Με βάση το θέατρο και μέσα από τον συνδυασμό του με πολλές και διαφορετικές μορφές τέχνης (πρωτίστως του κινηματογράφου, της μουσικής αλλά και των εικαστικών), η ομάδα επιθυμεί να παρουσιάσει έργα που αναφέρονται στη σύγχρονη πραγματικότητα και αναπτύσσουν, μέσω της αναπαράστασης, μια βιωΓιώτα Αργυροπούλου, ματική σχέση με τον θεατή. Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Για την πρώτη παραγωγή της Μαρία Πανουργιά ομάδας ο Μιχάλης Κωνσταντάτος διάλεξε ένα κείμενο που δεν είναι θεατρικό. «Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανόνας για το τι προσφέρεται για το θέατρο ή όχι», σχολιάζει πριν αιτιολογήσει την επιλογή του, που έγινε γιατί, όπως λέει, «αγαπάω πολύ το συγκεκριμένο κείμενο. Βρίσκω ότι είναι ένα από αυτά τα “πάντα επίκαιρα έργα”. Όταν, για πολλοστή φορά, το διάβασα μου ήρθαν αυτόματα οι εικόνες για το πώς μπορεί να αναπαρασταθεί σε μια σκηνή και μάλιστα φέρνοντάς το πιο κοντά στην εποχή μας». Αυτό που τον αγγίζει ιδιαίτερα στην «Πτώση» είναι ότι «μιλάει για πράγματα που μπορούν να απασχολήσουν έναν άνθρωπο ανά πάσα στιγμή στη ζωή του. Και όπως και εμείς, που για να τα καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε την καθημερινότητά μας εφευρίσκουμε διάφορα τεχνάσματα, έτσι και ο ήρωας του έργου κατασκευάζει και διακηρύττει, με όποιο κόστος, τον τρόπο που έχει επινοήσει ο ίδιος για να υπάρχει. Έχω την αγωνία και την περιέργεια να δω αν ο κόσμος σήμερα θα ανταποκριθεί σε αυτόν τον εσωτερικό

Δυσκολία επιλογής

Η

διάλογο που τον καλεί το έργο να ξεκινήσει». Ωστόσο, διευκρινίζει ότι «πέρα από τη μεγάλη αγάπη που έχω γενικότερα για τα κείμενα του Καμί, ένας ακόμα λόγος που ήθελα να ανεβάσω αυτό το έργο είναι η πολύ έξυπνη γραφή του πρωτότυπου κειμένου και ο αριστοτεχνικός τρόπος που μιλάει και εκφράζει τον άνθρωπο σε όποια εποχή και αν ζει». Αναφέρεται στις «ανάγκες και τις αγωνίες του ανθρώπου ανεξαρτήτως εποχής. Την κοινωνική στάση, τον έρωτα, τον θάνατο, τη φιλία, την κραιπάλη, την ελευθερία και γενικότερα όλα τα πράγματα που συνθέτουν τη ζωή μας. Πρόκειται για άλλο ένα από τα κείμενα του Καμί με βαθύ στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση, την ανθρώπινη φύση, την “καλή εικόνα” που προσπαθεί με αγωνία να κατασκευάσει και πώς μπορεί κάποιος να “πνιγεί” μέσα σε αυτήν». Η παράσταση μεταφέρει το κείμενο στο σήμερα, επειδή το θεωρεί σύγχρονο ούτως ή άλλως. «Το βιβλίο ουσιαστικά μιλάει για συμπεριφορές ανθρώπων και αισθήματα τα οποία, δυστυχώς ή ευτυχώς, είναι σχεδόν κοινά σε όλες τις εποχές και μέσα σε διάφορες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες». Η χρήση των τριών ηθοποιών εξυπηρετεί τις διαφορετικές εκφάνσεις αυτού του χαρακτήρα (Ζαν Μπατίστ Κλαμάνς). Ανάλογα με την περίπτωση και τη στιγμή της ζωής του Κλαμάνς, ένας από τους ηθοποιούς αναλαμβάνει να τον ενσαρκώσει και οι υπόλοιποι εξυπηρετούν τη δράση, ενσαρκώνοντας τους υπόλοιπους χαρακτήρες που ο ήρωας συναναστρέφεται. «Ο Κλαμάνς στο βιβλίο του Καμί είναι άντρας. Όμως, κατά τη γνώμη μου αντιπροσωπεύει κάτι περισσότερο από ένα συγκεκριμένο φύλο, συνοψίζει μία ανθρώπινη συμπεριφορά.

Τελικά δεν είναι ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, είναι ο καθένας από εμάς, με μικρές διαφοροποιήσεις που εξαρτώνται από το ιδιαίτερο του χαρακτήρα του». Κινηματογραφική σκέψη και εργαλεία έχουν επιστρατευτεί από τον σκηνοθέτη για το στήσιμο της παράστασης. «Δεν θεωρώ ότι το θέατρο συναντάει τον κινηματογράφο μόνο και μόνο επειδή στις παραστάσεις γενικότερα παίζει ένα βίντεο κάπου μέσα στη δράση, αλλά όταν χρησιμοποιούνται περισσότερα κινηματογραφικά στοιχεία για το στήσιμο μιας παράστασης, π.χ. η χρήση του χρόνου και του χώρου, η δομή της ιστορίας κ.ά.». Έγραψε το κείμενο έχοντας στο μυαλό του τη δομή μιας ταινίας, άλλωστε από τον χώρο του κινηματογράφου προέρχεται, και κατ’ επέκταση σκηνοθέτησε την παράσταση κάνοντας ουσιαστικά ένα ντεκουπάζ του κειμένου που είχε. «Έκοψα στο μυαλό μου το κείμενο σε σκηνές και πλάνα, στη συνέχεια τα μόνταρα, έβαλα ήχο, εφέ και το τελικό αποτέλεσμα αντί μιας τελειωμένης ταινίας ήταν ένα κείμενο (με όλα αυτά τα συστατικά καταγεγραμμένα), που το παράθεσα στους ηθοποιούς και τους υπόλοιπους πολύτιμους συνεργάτες μου, προκειμένου και με τη δική τους έμπνευση να το αναπαραστήσουμε». Ο τρόπος που εργάστηκε με τους ηθοποιούς ήταν για τον καθένα ξεχωριστός. Δεν ήρθαν σε επαφή μεταξύ τους στο μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς που έγινε και ο ένας δεν γνώριζε τι συμβαίνει στην πρόβα του άλλου. Πέρα από την κοινή βάση, σε κάθε έναν από αυτούς δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση σε ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του Κλαμάνς. Όταν θα βρεθούν τελικά όλοι μαζί, θα έρθει ο καθένας αντιμέτωπος με διαφορετικές αποχρώσεις του ίδιου χαρακτήρα. «Κάτι που μπορούμε να δούμε να συμβαίνει και σε μας τους ίδιους. Πολλές φορές μιλάμε και φερόμαστε με τρόπο που δεν συνειδητοποιούμε πλήρως, νομίζουμε ότι είναι κάποιος άλλος που λέει ή κάνει διάφορα πράγματα. Έχει ενδιαφέρον όμως όταν στεκόμαστε από απόσταση και παρατηρούμε τον εαυτό μας, πόσους διαφορετικούς ανθρώπους βλέπουμε μέσα σε αυτόν». «Η πτώση», βασισμένη στο ομότιτλο έργο του Αλμπέρ Καμί, από την Ομάδα Blind Spot. Κείμενο - σκηνοθεσία: Μιχάλης Κωνσταντάτος. Σκηνικά - κοστούμια: Μαργαρίτα Χατζηιωάννου. Μουσική: Γιώργης Σακελλαρίου. Παίζουν: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Γιώτα Αργυροπούλου, Μαρία Πανουργιά. Βίντεο: Μιχάλης Κωνσταντάτος, Μηνάς Ν. Μηλιαράς. Bios Main. Από 13 Νοεμβρίου έως 17 Ιανουαρίου 2010. Διάρκεια: 80 λεπτά.

i

Ένας μονόλογος που αναπτύσσει θέματα σύγχρονα, τα οποία απαιτούν λύσεις, είναι το έργο του Άρνολτ Γουέσκερ «Γράμμα στην κόρη μου» που ερμηνεύει η Μάνια Παπαδημητρίου

Μέλανι είναι αναγνωρισμένη και πετυχημένη τραγουδίστρια, με ένα πιστό κοινό που την ακολουθεί παντού. Σε όλη τη διάρκεια του έργου γράφει στην κόρη της μια επιστολή, συμβουλευτική, ευφάνταστη, ανατρεπτική, αιρετική, αυτοκριτική, αποκαλυπτική. Συγχρόνως, το ίδιο το γράμμα μετατρέπεται κάποιες στιγμές σε ένα εξομολογητικό παραλήρημα, που περιγράφει τις ενοχές που αισθάνεται η ίδια ως ανεπαρκής μητέρα. Στο μοναδικό πρόσωπο του έργου του Άρνολτ Γουέσκερ «Γράμμα στην κόρη μου» (1990), που παρουσιάζεται στη Β΄ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, έχουμε μια «θεματογραφία με θέματα του σήμερα που μας καίνε», υποστηρίζει ο σκηνοθέτης της παράστασης Βασίλης Κυρίτσης. «Ο συγγραφέας όσον αφορά το θέμα γυναίκα - εργαζόμενη, γυναίκα καριέρας, γυναίκα - μητέρα, επιλέγει μία κατεξοχήν γυναίκα που κάνει καριέρα, μια επαγγελματία τραγουδίστρια, οπότε μπορεί να διαπραγματευτεί πολλές και διαφορετικές πτυχές της ζωής της».

Η ηρωίδα, την οποία υποδύεται η Μάνια Παπαδημητρίου, ισορροπεί ανάμεσα σ’ αυτά που την απασχολούν και συνυπάρχουν στη ζωή της. «Το ένα εξουδετερώνει το άλλο και κάποια στιγμή, σε μια κρίσιμη ηλικία, προβάλλεται το θέμα της οικογένειας. Μένει να αποφασίσει ποια πλευρά θα την κερδίσει (καριέρα ή μητρότητα), αφού έχει ενοχές κι αισθάνεται δυσάρεστα κάθε φορά που θυμάται μια κόρη που έκανε, που σκοπεύει να κάνει, που θέλει να κάνει». Η κόρη μπορεί και να μην υπάρχει; «Ενδεχομένως. Δεν είναι σίγουρο. Μπορεί να υπάρχει, αλλά δεν είναι τόσο βέβαιο όσο νομίζουμε. Μπορεί και να είναι μια βαθύτατη επιθυμία… Μέσα στη διαδρομή της εξέλιξης του έργου φανερώνονται πολλές εκδοχές αυτού του προβληματισμού, η δυσκολία της επιλογής, οι ενοχές. Τελικά υπερισχύει η καριέρα»!

i

Προγραμματισμένη πρεμιέρα: 12 Νοεμβρίου

Μάνια Παπαδημητρίου


50 ό Φεστιβάλ Κιν ηματογράφου Θεσσαλονίκης

ΠΟΝΤΙΚΙart 12-18.11.09

37/13

Του Γιώργου Ν. Κορωναίου

Κεράκια γενεθλίων και άλλα καυτά ζητήματα… «Why Cinema Now?» είναι το κεντρικό σύνθημα του φετινού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που από τις 13 έως 22 του μήνα θα προσπαθήσει να προσεγγίσει, με καινούργια ματιά και ανανεωτική σκέψη, την κινηματογραφική πραγματικότητα του σήμερα και την αναγκαιότητα της τέχνης του σινεμά. Τους μόνους που δεν κατόρθωσε να προσεγγίσει είναι οι «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη», οι οποίοι απέχουν πανηγυρικά από το Φεστιβάλ και τα Κρατικά Βραβεία αφήνοντάς το κουτσό, σε μια χρονιά που παραμένει επετειακή αλλά που το εορταστικό κλίμα μοιάζει μάλλον στραπατσαρισμένο.

Γ

ια να βγάλουμε τον ελέφαντα από το δωμάτιο, το τι φταίει για τη μη εύρεση μιας λύσης που θα επέτρεπε στις ελληνικές ταινίες της φετινής παραγωγής να ανέβουν στη Θεσσαλονίκη είναι κάτι που το ξέρουν μόνο οι υπεύθυνοι του Φεστιβάλ και οι άνθρωποι της «Ομίχλης», όμως το γεγονός παραμένει: Οι ελληνικές ταινίες που θα είχε ενδιαφέρον να δούμε στο Φεστιβάλ είναι απούσες. Έτσι, στη θέση της «Χρυσόσκονης» της Μαργαρίτας Μαντά και του «Μαύρου λιβαδιού» του Βαρδή Μαρινάκη, που όπως όλοι ψιθυρίζουν θα ήταν οι δυο ελληνικές ταινίες που θα συμμετείχαν στο διαγωνιστικό, έχουμε τις «Μικρές εξεγέρσεις» του Κυριάκου Κατζουράκη και το «Χορεύοντας στον πάγο» του Σταύρου Ιωάννου, δυο ταινίες που αποτελούν μάλλον λύση ανάγκης. Βεβαίως η Θεσσαλονίκη μπορεί να πληρώνει τη νύφη για το γεγονός ότι το Φεστιβάλ σερνόταν τόσα χρόνια, θέλοντας και μη, στο άρμα των κρατικών βραβείων, τα οποία οι «ομιχλιστές» σαμποτάρουν ζητώντας νέο νόμο για το σινεμά, όμως πιθανότατα μια θαρραλέα απόφαση από τη διοίκησή του θα μπορούσε να είχε πείσει τους «Σκηνοθέτες στην Ομίχλη» να ανέβουν στη Θεσσαλονίκη και η επέτειός του να είχε φέτος εντελώς άλλο κλίμα. Το γεγονός ότι το Φεστιβάλ σε μια κίνηση εντυπωσιασμού (;) ή ίσως συμφιλίωσης με το παρελθόν του, χρίζει φέτος πρόεδρο της κριτικής επιτροπής τον Θόδωρο Αγγελόπουλο (τον πρώην πρόεδρό του, ο οποίος απομακρύνθηκε μαζί με τον Μισέλ Δημόπουλο, τον άνθρωπο που έδωσε στο Φεστιβάλ τον διεθνή χαρακτήρα του), δεν αλλάζει επί της ουσίας την κατάσταση. Τα πράγματα έχουν όπως έχουν, όμως κι ευτυχώς, πέρα από το ελληνικό τμήμα, που αριθμεί επτά μόνο ταινίες συν τις ψηφιακές του Digital Wave, υπάρχει κι ένα διεθνές κομμάτι που όπως πάντα έχει και πάλι ενδιαφέρον. Το κεντρικό αφιέρωμα φέτος δεν είναι άλλο από αυτό στον Βέρνερ Χέρτσογκ, έναν κινηματογραφιστή που εδώ και τέσσερις δεκαετίες φλερτάρει με την εμμονή, την αλήθεια και το ψέμα, τη μυθοπλασία και το ντοκιμαντέρ. Ιδιαίτερη προσωπικότητα, δημιουργός ταινιών που έχουν γίνει κλασικές –τόσο για το περιεχόμενο όσο και για το παρασκήνιό τους– κι ένας σκηνοθέτης που ακόμη κι όταν οι ταινίες του απογοητεύουν (όπως τα φετινά «Διαφθορά στη Νέα Ορλεάνη» και «My Son, My Son, What Have Ye Done») ποτέ δεν στερούνται ενδιαφέροντος. Το άλλο τιμώμενο πρόσωπο της φετινής διοργάνωσης είναι ο Γκόραν Πασκάλιεβιτς, ένας από τους πιο σημαντικούς βαλκάνιους δημιουργούς των ημερών μας, ο οποίος, όπως και ο Χέρτσογκ, θα είναι παρών στη Θεσσαλονίκη. Παρόντες θα είναι ακόμη ο παραγωγός Τζέρεμι Τόμας, ο δύο φορές υποψήφιος για

Αγριόχορτα / Soul Kitchen

Όσκαρ συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής Αλεξάντερ Ντεπλά, ο σεναριογράφος Τόνι Γκρισόνι, καθώς και ο πρόεδρος της 20th Century Fox Τζιμ Γιαννόπουλος, που προφανώς πέρασε καλά στην περσινή του επίσκεψη. Το διεθνές διαγωνιστικό περιλαμβάνει φέτος μία διεθνή πρεμιέρα, οκτώ ευρωπαϊκές και δύο παγκόσμιες και σύμφωνα με τους προγραμματιστές του επικεντρώνεται, ανάμεσα σε άλλα, σε θεματικές που αφορούν τη σύγχρονη πόλη και τις ιστορίες παιδιών. Το παράλληλο τμήμα τού Μέρες Ανεξαρτησίας, εκτός από τη σταθερή του επιλογή από ταινίες της φετινής χρονιάς, οργανώνει ένα μεγάλο αφιέρωμα στον σύγχρονο φιλιππινέζικο κινηματογράφο, τον οποίο προωθεί με υπερβολικό ζήλο τα τελευταία χρόνια. Αναμφίβολα πρόκειται για μια κινηματογραφία με ενδιαφέρον, μακράν όμως απέχει από το να αλλάξει την κινηματογραφική κατάσταση των πραγμάτων. Ο ρόλος των φεστιβάλ όμως είναι, εκτός των άλλων, να προβλέπουν ή να δημιουργούν τάσεις και προφανώς οι Φιλιππίνες είναι η επόμενη χώρα μετά το Ιράν, τη Ρουμανία κ.λπ. που τραβάει το ενδιαφέρον τους. Κι αν το αφιέρωμα στο φιλιππινέζικο σινεμά πέφτει θύμα του ίδιου του hype, αυτό στην Pink Eiga, ένα κίνημα softcore ερωτισμού που φλέρταρε με την avant garde και βοήθησε το ανανεωτικό καλλιτεχνικό σινεμά της Ιαπωνίας να ανδρωθεί, μοιάζει πολύ πιο ενδιαφέρον. Το τμήμα Focus, η θεματική ενότητα του Φεστιβάλ, έχει φέτος ως θέμα της τον νεολογισμό post romance, επικεντρώνοντας σε θεματικές που αφορούν τις σχέσεις και τον νέο «ρομαντισμό» και η επιλογή των ταινιών του συνθέτει ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της φετινής διοργάνωσης. Οι Ματιές στα Βαλκάνια προβάλλουν για μια ακόμη φορά ταινίες από την ευρύτερη γεωγραφική μας περιοχή, ενώ η έναρξη θα γίνει με το «Soul Kitchen» του Φατίχ Ακίν και η λήξη με την τελευταία ταινία του Αλεν Ρενέ «Αγριόχορτα». Τέλος, στο πλαίσιο των μάλλον χλιαρών εορτασμών για τα 50 χρόνια του Φεστιβάλ θα προβληθεί το «Ποτάμι» του Νίκου Κούνδουρου, η ταινία που πήρε το βραβείο στην πρώτη διοργάνωση, θα εκδοθεί ένα βιβλίο με την ιστορία του Φεστιβάλ, μια έκθεση φοιτητών σχολών καλών τεχνών θα προσπαθήσει να απαντήσει με εικαστικό τρόπο στο «Why Cinema Now?» και ομάδες της πόλης θα διοργανώσουν δρώμενα εκτός των αιθουσών, λίγο, πριν και κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ.


14/38

Ν έες εκδόσεις

Του Ξενοφώντα Μπρουντζάκη [xenofob@gmail.com]

Παρασκευάς Ακαμάτης Σαμπάνια ��ε γύρο

Maria Αngels Αnglada Το βιολί του Άουσβιτς

James Burnham Οι Μακιαβελιστές

Εκδόσεις Ωκεανίδα Σελ. 181

Μετάφραση: Κλαίτη Σωτηριάδου Εκδόσεις Κονιδάρη Σελ. 188

Υπέρμαχοι της ελευθερίας Μετάφραση: Μαρία-Αριάδνη Αλαβάνου Εκδόσεις Κέδρος Σελ. 300

Το πρώτο πράγμα που θα αναρωτηθεί κανείς διαβάζοντας αυτό το βιβλίο είναι αν το επίθετο του συγγραφέα είναι κι αυτό μια πλάκα, ένα ψέμα, μια φάρσα τέλος πάντων ή μια πηγή έμπνευσης για το ίδιο το βιβλίο. Ό,τι και να ισχύει πάντως, ο Ακαμάτης μάς διηγείται μιαν εξαρχειώτικη ιστορία. Ένας φρικαρισμένος νεαρός, ο Παρασκευάς, τα βγάζει πέρα με τα ελάχιστα χρήματα που εξοικονομεί, πακετάροντας γλυκά σ’ έναν φούρνο από τα μαύρα χαράματα. Ζει στο λεγόμενο όριο της φτώχειας, αλλά και στο όριο της κοινωνικότητας. Ξαφνικά, και εντελώς παράλογα, το ελληνικό Δημόσιο, μέσω της Eφορίας, ανοίγει μαζί του ένα απίστευτο πάρε-δώσε. Εντύπωση δημιουργεί η ιδέα της σύγκρουσης, που διαπερνά αυτό το ενδιαφέρον ανάγνωσμα, ανάμεσα στον συλλογικό παραλογισμό που εκπροσωπείται από το κράτος με τις υπηρεσίες του και στον ατομικό που προσωποποιείται επάξια από τον τρελαμένο Παρασκευά. Το Δημόσιο απαιτεί συγκεκριμένα μια οφειλή που δεν υφίσταται και ο Παρασκευάς, εντελώς ακατανόητα, αποφασίζει να την ξεπληρώσει, τη στιγμή που δεν είναι συνεπής απέναντι σε καμία άλλη οικονομική υποχρέωσή του. Δηλαδή, εκεί που έπρεπε να μη δεχτεί την οφειλή επιθυμεί διακαώς να πληρώσει, ενώ εκεί που ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει, όπως για παράδειγμα τα νοίκια του, δεν το κάνει. Έτσι αναδεικνύεται ένα ενδιαφέρον αδιέξοδο, το οποίο στέκεται ειρωνικά απέναντι στον κυνικό ορθολογισμό της πραγματικότητας. Ευχάριστη διήγηση, παρά το γεγονός ότι η γραφή ακολουθεί τυφλά ξεπερασμένα κλισέ και βασίζεται περισσότερο στις εύκολες λύσεις απ’ ό,τι στην ουσία, την οποία το ανάγνωσμα διαθέτει. Πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη προσπάθεια, με σπάνια χαρίσματα –γι’ αυτό και είμαστε περισσότερο απαιτητικοί– αρκεί να μην σπαταλούνται ανάμεσα σε ευκολίες και φτηνούς εντυπωσιασμούς.

Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ Γιατί το Βυζάντιο Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα Σελ. 288

Δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε, υποθέτω, η τελευταία φορά που η ανθρώπινη βαρβαρότητα έρχεται, μέσω της λογοτεχνίας, σε αντιδιαστολή με την τέχνη. Η συγγραφέας, καταλανικής καταγωγής, μεταφράζεται για πρώτη φορά στη χώρα μας. Πρόκειται για μια ιστορία που διαδραματίζεται στο κολαστήριο του Άουσβιτς, με πρωταγωνιστή έναν πολωνοεβραίο κατασκευαστή εγχόρδων και τον διοικητή του στρατοπέδου συγκέντρωσης. Μέσα σ’ αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, όπου οι ανθρώπινες ψυχές περιφέρονται σαν εφιαλτικά φαντάσματα, άνθρωποι αναλώσιμοι στη διεστραμμένη ιδέα της φυλετικής ανωτερότητας, με τη φοβερή απειλή του επικείμενου θανάτου τους να τους σκιάζει, δέχονται ταπεινώσεις και αφάνταστη σκληρότητα. Ανάμεσά τους και ο Ντάνιελ, ένας κατασκευαστής μουσικών οργάνων, που καταφέρνει να κρατηθεί στη ζωή από την επιδεξιότητά του ως ξυλουργού. Ζώντας ανάμεσα σε μελλοθάνατους, όπως είναι κι ο ίδιος, επιμηκύνει τον θλιβερό αλλά πάντα ακριβό βίο του, επειδή κατέχει μια τέχνη που είναι χρήσιμη στους δημίους του. Ο διοικητής του στρατοπέδου, όπως πολλοί συμπατριώτες του, είναι προσκολλημένος –πέραν της βαρβαρότητας– στην κλασική μουσική. Όταν πέφτει στην αντίληψή του η περίπτωση του Ντάνιελ, του αναθέτει μια παραγγελία-πρόκληση, να φτιάξει ένα βιολί που να έχει παρόμοιο ήχο με ένα αυθεντικό Στραντιβάριους. Αλλά η ανάθεση έχει κι έναν βασανιστικό όρο, τον χρόνο. Όμως, ο χρόνος μεταφράζεται σε θάνατο, έτσι κι αλλιώς, για τον κρατούμενο, ωστόσο η επινόηση αυτή του διοικητή διπλασιάζει την αγωνία του θανάτου. Λες και ο κρατούμενος καλείται να υπερασπιστεί δυο ζωές μαζί. Με την υπερβατική παρουσία της τέχνης, ακόμα και οι πιο σκοτεινές πτυχές της ζωής κρατούν μια δέσμη φωτός ως έσχατη ελπίδα ζωής. Μια ιστορία που συνδυάζει την ιστορική πραγματικότητα με τη μυθοπλασία.

Η ιστορία μιας χιλιόχρονης αυτοκρατορίας είναι φυσικό να προκαλεί την προσοχή των ιστορικών και να θέτει μια σειρά πολύπλοκων ανοικτών ιστορικών ερωτημάτων προς διερεύνηση. Η βυζαντινή περίοδος είναι ένα ανοιχτό πολυδιάστατο ιστορικό ζήτημα, αφού οι τεράστιες εδαφικές κατακτήσεις της ένωσαν, «παγκοσμιοποίησαν» μια σειρά ετερόκλητων εθνοτήτων, με διαφορετικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Η αδιαμφισβήτητη ηγεμονία του Βυζαντίου για αιώνες έθεσε την αυτοκρατορία στο επίκεντρο ενός παγκόσμιου πολιτισμού, μέσα στον οποίο οι ζυμώσεις μεταξύ των παλαιών και νέων

Είναι αλήθεια ότι οι καταβολές της πολιτικής σκέψης αλλά και των πολιτικών ιδεολογιών, όπως αυτές δοκιμάστηκαν και συγκροτήθηκαν μέσα από το πέρασμα των εποχών, έχουν τη δική τους ιστορία. Μια ιστορία σκέψης που περνά από γενιά σε γενιά, από γλώσσα σε γλώσσα, από πολιτισμό σε πολιτισμό και διαμορφώνεται μέσα από πολλές και ακραίες συγκρούσεις. Ένα βασικό κεφάλαιο στην ιστορία των πολιτικών ιδεών είναι το δίχως άλλο ο Μακιαβέλι, διπλωμάτης, πολιτικός στοχαστής και συγγραφέας, φτωχός απόγονος ευγενούς οικογένειας, μια προσωπικότητα που είδε το φως στη Φλωρεντία το 1469 και έζησε ως το 1527. Την επίδραση των πολιτικών θεωριών του διαπρεπούς αυτού φλωρεντινού στοχαστή στους νεότερους χρόνους –έτσι ώστε να μπορούμε να μιλάμε για επιγόνους του– εξετάζει ο αμερικανός συγγραφέας James Burnham. Αν και το βιβλίο ξεκινά από το «Περί Μοναρχίας» του Δάντη Αλιγκιέρι, το ενδιαφέρον γρήγορα επικεντρώνεται στην πολιτική σκέψη του Μακιαβέλι και στην επίδραση που αυτή άσκησε στους μετέπειτα χρόνους, έτσι που το έργο του να θεωρείται κλασικό. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε και κυκλοφόρησε στις αρχές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και αποτελεί μια τολμηρή προσέγγιση της μακιαβελικής πολιτικής σκέψης, που στα χρόνια μας έχει ταυτιστεί με την πολιτική ανηθικότητα. Ταυτόχρονα, εξετάζει την επίδρασή της στην πολιτική σκέψη των κοινωνικών φιλοσόφων που ο συγγραφέας θεωρεί ως βασικούς επίγονους του Μακιαβέλι, όπως ο Γκατεάνο Μόσκα, ο Βιλφρέντο Παρέτο και ο Ρομπέρτο Μίχελς, που επέκριναν δριμύτατα την κοινοβουλευτική Δημοκρατία και χρησιμοποιήθηκαν από τον Φασισμό. Ακόμα, παρουσιάζονται και οι ιδέες ενός κοινωνικού επαναστάτη, του Ζορζ Σορέλ, ο οποίος συνδέθηκε με αυτό το ρεύμα σκέψης.

εθνοτήτων, που ζητούσαν πιεστικά και επίμονα ρόλο στην ιστορική πραγματικότητα, δημιούργησαν μια πολύπλευρη και πολυσήμαντη ιστορική οντότητα, μπροστά στην οποία η επιστήμη της Ιστορίας θα έχει ένα ενδιαφέρον μέτωπο ανοιχτό προς μελέτη. Είναι φυσικό οι ερμηνείες να περισσεύουν, ωστόσο για μας τους Έλληνες η βυζαντινή περίοδος αναδείχθηκε σε μείζονος σημασίας ζήτημα, γιατί μέσα από αυτήν επιβεβαιώνουμε την ιστορική μας συνέχεια, αλλά και βοηθούμαστε στο να διαμορφώσουμε τη σημερινή μας ταυτότητα. Χωνευτήρι πολιτισμών, αλλά και γεωγραφικό σύνορο που ενώνει τη Δύση

με την Ανατολή, η Ελλάδα έχει κληθεί πολλές φορές να αντιμετωπίσει το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού της. Το βιβλίο αυτό της γνωστής ιστορικού στοχεύει προς αυτή την κατεύθυνση, καθώς φωτίζει και αναδεικνύει όλα εκείνα τα ελληνικά χαρακτηριστικά της αυτοκρατορίας, τα οποία την καθιστούν την πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία, δίνοντας έμφαση στα πολιτισμικά επιτεύγματα, τα οποία, όπως σημειώνει, δεν έχουν εκτιμηθεί σωστά, καθώς και το γεγονός της ασυνήθιστης μακροβιότητάς της.

Τζόναθαν Σάφραν Φόερ Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά Μετάφραση: Ελένη Ηλιοπούλου Εκδόσεις Μελάνι Σελ. 376 Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης ήταν περιττός, θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί και η ανθρωπότητα θα γλίτωνε τόση θλίψη, τόσο τρόμο, τόσα ερείπια. Κι ο Όσκαρ θα είχε κερδίσει μιαν άλλη ζωή και θα είχε αποφύγει μια νέα τραγωδία, αυτή της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, που κι αυτή θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, πράγμα που δεν έγινε, και τη σκυτάλη αυτής της «ιστορικής» θλίψης παίρνει στα χέρια του ο εγγονός του Όσκαρ της Δρέσδης. Ετούτος ο μικρός Όσκαρ χάνει στους Δίδυμους Πύργους τον πατέρα του, τον γιο του παππού Όσκαρ δηλαδή, τον οποίον ο πατέρας του –της Δρέσδης– δεν είχε γνωρίσει ποτέ! Στο βιβλίο παρακολουθούμε τη θλιμμένη περιπέτεια ενός μικρού εννέα ετών, μέσα από έναν εκρηκτικό συνδυασμό αθωότητας και εξυπνάδας. Ο εννιάχρονος είναι ένα από τα θύματα του κτυπήματος της 11ης Σεπτεμβρίου, ένα παιδί που δεν γνωρίζει ιστορία, ούτε είναι σε θέση να κάνει πολιτικές αναγωγές. Είναι ένα παιδί που απλά έχασε τον πατέρα του από μια ενέργεια που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί και αγωνίζεται απέναντι σ’ αυτό το τεράστιο κενό που έχει να αντιμετωπίσει, εξαιτίας αυτής της βίαιης απώλειας. Ένα κλειδί όλο κι όλο είναι ό,τι του έχει απομείνει από τον πατέρα του, και ο μικρός, με τη βοήθεια της φοβερής φαντασίας του, προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα της δικής του λύτρωσης. Ο εννιάχρονος είναι λόγω ηλικίας απαλλαγμένος από παρελθόν, δηλαδή από κάθε ενοχή με την οποία θα μπορούσε να ανοίξει μια πόρτα προκειμένου να κατανοήσει τη θλίψη. Το παρελθόν που δεν διαθέτει ο εγγονός Όσκαρ το διαθέτει ο παππούς. Παράλληλα, μέσα από μια σειρά ανεπίδοτων επιστολών, παρακολουθούμε την ιστορία του παππού, μια ιστορία σκληρής απώλειας και απουσίας.


CINE Π Ο ΝΤΙ ΚΙ

Του Γιώργου Ν. Κορωναίου

ΠΟΝΤΙΚΙart 12-18.11.09

Νέα Υόρκη σ’ αγαπώ

Τι απέγινε η Έλι Μια ομάδα παλιών φίλων α��ό το πανεπιστήμιο, μέλη της ανώτερης κοινωνικής τάξης στο σημερινό Ιράν, κάποιοι παντρεμένοι, άλλοι όχι, αποφασίζουν να περάσουν ένα Σαββατοκύριακο στα παράλια της Κασπίας μαζί με τα παιδιά τους για να γιορτάσουν την επιστροφή ενός άλλου φίλου τους από τη Γερμανία. Μαζί τους θα πάρουν, μετά από την έντονη επιμονή της Σεπιντέ, μιας από τις συζύγους, την Έλι, τη νεαρή δασκάλα των παιδιών της, την οποία η Σεπιντέ σκοπεύει να γνωρίσει στον νεοφερμένο Αχμάντ ο οποίος έχει μόλις χωρίσει τη γερμανίδα γυναίκα του και αναζητά νύφη από το Ιράν. Ξεκινώντας από το ταξίδι τους και την άφιξή τους στο θέρετρο (που η γκρίζα ατμόσφαιρά του ελάχιστα το κάνει να δείχνει καλοκαιρινό) η ταινία θα τους παρακολουθήσει στις συνηθισμένες ασήμαντες λεπτομέρειες ενός σχεδόν τυπικού Σαββατοκύριακου, χτίζοντας με προσοχή τη δυναμική των σχέσεων ανάμεσα στην ομάδα και προετοιμάζοντάς μας για μια συνέχεια που θα μεταμορφώσει το Σαββατοκύριακό τους και το φιλμ σε αληθινό θρίλερ. Δίχως να υποκύπτει στις συμβάσεις του είδους που φαίνονται δεδομένες στο δυτικό σινεμά, το φιλμ του Ασγκάρ Φαραντί θα ανεβάσει την ένταση αλλά δεν θα γίνει ένα τυπικό whodunnit ή έστω «whathappened». Δεν είναι τόσο η αναζήτηση του τι και πώς συνέβη που τον ενδιαφέρει όσο η σκιαγράφηση της ψυχολογίας και της κοινωνικής συμπεριφοράς των ηρώων του που θα αποκαλύψει όλα όσα βρίσκονται κρυμμένα πίσω από τα ευγενικά χαμόγελα, τις τυπικές συμπεριφορές, τα παντρεμένα ζευγάρια, την υπερβολικά συντηρητική δομή μιας κοινωνίας σαν το Ιράν. Την ίδια στιγμή ο Φαραντί κατορθώνει να αποφύγει όλα τα κλισέ που έκαναν το σινεμά της χώρας του ευπώλητο προς τη Δύση, τα εύκολα ηθικά διδάγματα, τον λυρισμό εκ του προχείρου, τις θεματικές με χαριτωμένα παιδάκια που δεν έχουν βιβλία να πάνε σχολείο, το φολκλόρ και τις ευκολίες. Το «Τι απέγινε η Έλι» ασφαλώς και στηρίζεται πάνω στην ιρανική νοοτροπία (μια τέτοια ιστορία αν και θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε δύσκολα θα λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο αλλού), όμως δεν χρησιμοποιεί τις ιδιαιτερότητές της με ύφος «τουριστικού οδηγού», αλλά στηρίζει πάνω τους ένα θρίλερ που την ίδια στιγμή αποτελεί ένα διαπεραστικό πορτρέτο της ιρανικής κοινωνίας και της ίδιας της χώρας του. Σκηνοθεσία: Ασγκάρ Φαραντί. Πρωταγωνιστούν: Ταρανέ Αλιντουστρί, Γκολσιφτέ Φαραχαμί, Μάνι Χαγκχικί, Σαχάμπ Χοσεϊνί. Χώρα: Ιράν. Διάρκεια 119΄

Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης που ξεκινά αύριο (σε κάπως παράξενο κλίμα μετά την εξαιρετικά πετυχημένη εβδομάδα των «Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη», στον κινηματογράφο Έλλη) δίνει τον τόνο στην κινηματογραφική εβδομάδα, που, ανάμεσα σε άλλα, προοιωνίζεται το (βαρετό) τέλος του κόσμου με το «2012» του Ρόλαντ Έμεριχ

H δεύτερη ταινία στο γαλλικό franchise που ξεκίνησε με το «Παρίσι σ’ αγαπώ» μπορεί να είναι και η τελευταία, καθώς παίρνει μια ενδιαφέρουσα ιδέα και δεν ξέρει τι ακριβώς να την κάνει. Έντεκα ερωτικές ιστορίες τοποθετημένες στο «Μεγάλο Μήλο», σκηνοθετημένη η καθεμιά από έναν άλλο σκηνοθέτη και με μια χαλαρή (αχρείαστη) ιδέα να τις ενώνει, το φιλμ περιέχει μερικές χαριτωμένες στιγμές, κάποιες άλλες σχεδόν συγκινητικές, αλλά τίποτα που να το κάνει ξεχωριστό ή αληθινά ενδιαφέρον. Το ίδιο πρόβλημα είχε εν πολλοίς και η ταινία για το Παρίσι, μόνο που εκεί οι σκηνοθέτες κατόρθωναν τουλάχιστον να συλλάβουν κάτι από την «ψυχή» της πόλης και να εκμεταλλευτούν την πρωτοτυπία της ιδέας. Εδώ το φαγητό είναι ξαναζεσταμένο και η πόλη έχει ελάχιστη από τη γοητεία, τη μαγεία, την πολυπολιτισμικότητα, που μεταμορφώνουν την Νέα Υόρκη σε μια από τις πιο ξεχωριστές, ελκυστικές και πλέον κινηματογραφημένες πόλεις στον κόσμο. Σκηνοθεσία: Φατίχ Ακίν, Ιβάν Ατάλ, Άλεν Χιουζ, Σούνζι Ιβάι, Γιεν Ζιανγκ, Σεκάρ Καπούρ, Τζόσουα Μάρστον, Μίρα Ναΐρ, Νάταλι Πόρτμαν, Μπρετ Ράτνερ, Ράνταλ Μπολσμέγιερ. Πρωταγωνιστούν: Μπράντλεϊ Κούπερ, Σάια Λα Μπεφ, Νάταλι Πόρτμαν, Μπλέικ Λάιβλι, Ορλάντο Μπλουμ, Κριστίνα Ρίτσι. Χώρα: ΗΠΑ, Γαλλία. Διάρκεια: 103΄

Tetro Ανοίγοντας από σήμερα σε περισσότερες αίθουσες μετά την ξαφνική έξοδό του σε έναν αθηναϊκό κινηματογράφο την περασμένη εβδομάδα, το «Τetro» του Φράνσις Φορντ Κόπολα μπορεί να ωφελήθηκε από την πρόσφατη επίσκεψη του σκηνοθέτη του στην Αθήνα, όμως ακόμη και η «τιμή» που μας έκανε δεν μπορεί να κρύψει το γεγονός ότι το φιλμ έστω κι αν θέλει να επιστρέψει στις ανεξάρτητες ρίζες του δημιουργού του δεν είναι τίποτα παρά μια παταγώδης αποτυχία. Η ιστορία ενός νεαρού που αναζητά στο Μπουένος Άιρες τον αδελφό του, που έχει καταφύγει εκεί θέλοντας να ξεφύγει από την καταπιεστική σκιά του ιδιοφυούς πατέρα του, μπορεί να κερδίζει πόντους στην ατμόσφαιρα και την εντυπωσιακή ασπρόμαυρη φωτογραφία, αλλά χάνει κάθε ενδιαφέρον από ένα γεμάτο κλισέ, ελάχιστα δουλεμένο σενάριο που γρήγορα γλιστρά στην ανοησία. Σκηνοθεσία: Φράνσις Φορντ Κόπολα. Πρωταγωνιστούν: Βίνσεντ Γκάλο, Μάριμπελ Βερντού, Κλάους Μαρία Μπραντάουερ, Κάρμεν Μάουρα. Χώρα: ΗΠΑ, Αργεντινή. Διάρκεια: 127΄

«Τι απέγινε η Έλι» / «Tetro»

2012 Ξεκινώντας από μια πρόβλεψη των Μάγιας που λέει ότι το 2012 ο κόσμος θα τελειώσει, ο γνωστός εφετζής καταστροφολόγος Ρόλαντ Έμεριχ αποφασίζει να χτίσει μια απολύτως αναληθοφανή και εξοργιστικά προβλέψιμη ιστορία, γιορτάζοντας με ένα πανηγύρι ειδικών εφέ και μια παρέλαση τρομολαγνείας το τέλος μας. Στην καινούργια του, κενή από κάθε περιεχόμενο, περιπέτεια, το τέλος θα έρθει από μέσα, καθώς τα μέχρι τώρα άκακα νετρίνο (υποατομικά σωματίδια που διαπερνούν την ύλη και που για αιώνες φτάνουν από τον ήλιο στη Γη), θα αρχίζουν ξαφνικά να βράζουν τον πυρήνα της. Με τον πλανήτη μας στον φούρνο μικροκυμάτων, ο εξωτερικός φλοιός θα αρχίσει να μετατοπίζεται, κολοσσιαίοι σεισμοί καταστρέφουν τα πάντα κι ένα παλιρροϊκό κύμα που φτάνει ως

39/15

Πάπισσα Ιωάννα το Έβερεστ κινδυνεύει να βυθίσει κυριολεκτικά τον κόσμο. Το φιλμ του Έμεριχ είναι από εκείνα που λατρεύουν να απεικονίζουν το τέλος με κάθε λεπτομέρεια, που μοιάζουν να ξεχειλίζουν εφηβικό ενθουσιασμό στήνοντας σκηνές Αρμαγεδδώνα, καθώς δεν ενδιαφέρονται για τίποτα άλλο από το πόσο καλά είναι τα ψηφιακά εφέ τους όσο στο παρασκήνιο της ιστορίας του εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν σε κάθε πλάνο. Φυσικά δεν είναι μια ταινία που σου ζητά να την πάρεις στα σοβαρά, αλλά από την άλλη, ακόμη κι αν τη δεις με κάθε καλή διάθεση απέναντι στην ανοησία της, είναι δύσκολο να αποδεχθείς ότι ένα αυτοκίνητο μπορεί να τρέξει πιο γρήγορα από έναν σεισμό που γκρεμίζει όλο το Λος Άντζελες δημιουργώντας ένα ρήγμα στο μέγεθος της πόλης. Όμως το «2012» είναι από εκείνες τις ταινίες που δεν «φυλακίζονται» στη λογική

και που θυσιάζουν τα πάντα για το θέαμα, αλλά και που δυστυχώς πέφτουν θύματα της ίδιας της αλαζονείας τους. Οι κεντρικοί του ήρωες δεν έχουν τίποτα που να τους κάνει άξιους να επιβιώσουν, οι σαχλοί συμβολισμοί του σεναρίου απευθύνονται σε γυμνασιόπαιδες και η συνεχής κακοφωνία από ειδικά εφέ και DTS θόρυβο καταντούν γρήγορα απολύτως κουραστικά. Τελικά, ο μεγαλύτερος εχθρός στο φιλμ του Έμεριχ δεν είναι το τέλος του κόσμου, αλλά ο βαρετός κι εντελώς ανέμπνευστος τρόπος με τον οποίο επέρχεται. Σκηνοθεσία: Ρόλαντ Έμεριχ. Πρωταγωνιστούν: Τζον Κιούζακ, Αμάντα Πιτ, Θάντι Νιούτον, Γούντι Χάρελσον κ.ά. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 158΄

Το 853 μ.Χ., έχοντας γίνει πλέον ένας φημισμένος θεραπευτής και δάσκαλος, ο Τζοβάνι Ανγκλίκο ανέλαβε το αξίωμα του Πάπα της Καθολικής Εκκλησίας. Μόλις δύο χρόνια μετά λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου για ένα μυστικό που θα γινόταν θρύλος. Ο Ανγκλίκο ήταν στην πραγματικότητα γυναίκα, η μοναδική γυναίκα που έχει χειροτονηθεί Πάπας, ο μοναδικός Πάπας που ήταν σε... ενδιαφέρουσα. Σκηνοθεσία: Σόνκε Βόρτμαν. Πρωταγωνιστούν: Γιοχάνα Βόκαλεκ, Ντέιβιντ Γουέναμ, Τζον Γκούντμαν, Ίαν Γκλεν κ.ά. Χώρα: Γερμανία. Διάρκεια: 149΄


16/40

ΣΥΝ ΠΛΗΝ

+

Εντυπωσιακή η συναυλία της Μπιγιονσέ έστω και αν απουσίαζε εντελώς ο αυθορμητισμός. Όλο το live, από το πρώτο μέχρι και το τελευταίο του λεπτό, έμοιαζε σαν να είναι προγραμματισμένο στο κομπιούτερ. Αλλά έτσι είναι οι μεγάλες παραγωγές. Παρουσιάζουν, ωστόσο, χορταστικό θέαμα. Δεν πάνε χαμένα τα λεφτά σου. Όσο για την ίδια την Μπιγιονσέ, εξαιρετική. Καλή φωνή, ωραία κίνηση, άλωσε τη σκηνή για ένα ολόκληρο δίωρο. Αξίζει ως καλλιτέχνις, δεν το συζητάμε…

+

Στον Γιώργο Μιχαλακόπουλο για την απολαυστική ερμηνεία του στη «Φθινοπωρινή ιστορία» του Αλεξέι Αρμπούζοφ. Μέσα από ένα έργο σχεδόν αδιάφορο και πεπαλαιωμένο, αποδεικνύει, για μια ακόμη φορά, πόσο σπουδαίος ηθοποιός είναι. Με μοναδική ζωντάνια και σκηνική χάρη, σκιτσάρει τον μελαγχολικό γιατρό Ροντιόν, του δίνει σάρκα και οστά, ανάσα και υπόσταση, με υποκριτική συνέπεια και θεατρική φινέτσα.

+

Στον Μανώλη Μαυροματάκη για την ερμηνεία του σαν Ζορμπάς στην παράσταση «Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία». Εμφανισιακά παρέπεμπε στον (κινηματογραφικό) ήρωα, ερμηνευτικά υποστήριξε με σθένος τον ρόλο, όπως τον είχε συλλάβει ο συγγραφέας και σκηνοθέτης Τσεζάρις Γκραουζίνις. Αλλά και οι υπόλοιποι ηθοποιοί ήταν αξιοπρεπέστατοι σε ό,τι τους δόθηκε να ερμηνεύσουν, με τη φιγούρα της Εύας Κεχαγιά να ξεχωρίζει.

+

Στον Λιθουανό Τσεζάρις Γκραουζίνις για το σημείωμά του στο πρόγραμμα της παράστασης, «Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία». Αντιγράφουμε: «Ακόμα και αν δεν ευχαριστηθείτε την πα��άσταση, σας εύχομαι ειρήνη στο σπίτι σας, μακροζωία, περισσότερους χαρούμενους ανθρώπους γύρω σας, που θα μοιράζεστε τα χαμόγελά σας, και να μην ξεχνάτε να κοιτάτε ψηλά στον ουρανό… οποιαδήποτε ώρα μέσα στη μέρα ή τη νύχτα». Σας αντιγυρίζουμε τις ευχές σας, κύριε σκηνοθέτη. Μόνο που ξεχάσατε το «Καλή καρδιά. Κι αγάπη». Γιατί τα χρειάζονται οι θεατές βγαίνοντας από την παράσταση!

+

Στον Σταύρο Θεοδωράκη και στην ομάδα της εκπομπής «Πρωταγωνιστές» γιατί πήραν ίσως την πιο συγκλονιστική συνέντευξη της χρονιάς. Μέσα από τον «Ευαγγελισμό» η συνδικαλίστρια Κωνσταντίνα Κούνεβα από τη Βουλγαρία

μίλησε για πρώτη φορά δημοσίως μετά την άνανδρη δολοφονική επίθεση που δέχθηκε. Έδειξε έλεος και σοφία. Δυνατή, σπάνια γυναίκα. Δυνατή, σπάνια τηλεόραση.

+

Πιένες γνώρισε το Gagarin το τριήμερο από Παρασκευή μέχρι και Κυριακή. Sonics τα δύο πρώτα βράδια, Πίτερ Μέρφι την Κυριακή. Κατάμεστο το κλαμπ και με πολύ φαν. Όχι τόσο βέβαια με τον Μέρφι που είναι περισσότερο εγκεφαλικός καλλιτέχνης, όσο κυρίως με τους Sonics που τους έκαναν όλους, μέχρι πίσω πίσω, να χορεύουν ασταμάτητα. Και μιλάμε για θεατές με μέσο όρο ηλικίας άνω των σαράντα. Προφανώς θυμήθηκαν τα νεανικά τους χρόνια οι περισσότεροι, ταξίδεψαν με όχημα τη μουσική στο παρελθόν…

+

Στον Διονύση Φωτόπουλο, γιατί υπενθυμίζει ότι το χρήμα δεν είναι πάντα απαραίτητο για την υψηλή τέχνη: «Θυμάμαι την εποχή των ’70-’80, παραστάσεις που έβλεπα στην Τσεχία, την Πολωνία και σε χώρες που περνούσαν δύσκολα, συγκλονιστικές. Πειραματικά πατάρια που μένουν αξέχαστα ακόμα στη μνήμη και που οι προτάσεις τους άλλαξαν τη ροή του θεάτρου στον αιώνα μας. Νομίζω ότι πρέπει να γίνουμε πιο συγκροτημένοι, με πιο σαφείς επιλογές, πιο λίγα πράγματα τα οποία να σημαίνουν κάτι κι όχι μονίμως να διαμαρτυρόμαστε για έλλειψη χρημάτων όταν δίπλα μας ακούγονται μισθοί 500 ευρώ».

+

Στον θεσσαλονικιό κριτικό κινηματογράφου Νίκο Γουλιά, γιατί η εκπομπή του «Cinemania» «χτυπάει» 7, 8 ή και 9% στη ζόρικη μάχη της τηλεθέασης, με μόνο όπλο την αγάπη για τις ταινίες, τη φαντασία και την εργατικότητα. Και μάλιστα στη γερασμένη ΕΤ3, έχοντας δημιουργήσει μια νησίδα νεανικού κοινού σε έναν ωκεανό μακρόσυρτων εκπομπών για την «περιφέρεια», κατά κανόνα κολλημένων στην ξεπερασμένη τηλεοπτική γλώσσα της δεκαετίας του ’80.

+

Στον dj και τηλεπερσόνα Νίκο Μουρατίδη, λόγω ειλικρίνειας που σκοτώνει. Δύο είναι οι λόγοι, λέει, που υποδύεται τον «κριτικό επίτροπο» στα τάλεντ σόου της τηλεόρασης. «Ο πρώτος είναι ότι θέλω από τότε που το ξεκίνησα να είμαι ο αιρετικός». Συνεπώς, ακόμη και στην απέραντη σαχλαμάρα υπάρχουν οι «αιρετικοί». Ο δεύτερος; «Αν σας πω τι λεφτά μάς δίνουν θα το κάνατε κι εσείς, θα το έκαναν όλοι». Εμ, πες το, ρε παιδάκι μου, κι είχαμε την απορία.

Το κοινό της Μπιγιονσέ πάντως, ένα μάλλον απαίδευτο συναυλιακά κοινό, ενθουσιάστηκε τα μάλα. Αρκούσε ένα περίεργο γραφικό στις οθόνες, ένα από τα χιλιάδες που γίνονται σε όλες τις συναυλίες του κόσμου χρόνια τώρα, για να ξεσπάει σε ζητωκραυγές. Και είχα και μία κυρία δίπλα μου που δεν σταμάτησε ούτε λεπτό να μαγνητοσκοπεί με την κάμερά της. Δεν τράβαγε όμως τη σκηνή, την ίδια την τραγουδίστρια δηλαδή που ήταν - δεν ήταν δέκα μέτρα δίπλα της, αλλά αποκλειστικά όσα έδειχνε το video wall! Αν έχεις μάθει στον καναπέ και την τηλεόραση πώς να αλλάξεις μέσα σε μια νύχτα;

Γιατί το να φωτογραφηθεί η Μπιγιονσέ με τις μπουτάρες στις κολώνες αποτελεί διεθνή διαφήμιση της χώρας, λόγω της οποίας θα έπρεπε να ανοίξει η Ακρόπολη σαν «after» μαγαζί;

Στον Λιθουανό Τσεζάρις Γκραουζίνις για το συνολικό αποτέλεσμα της παράστασης «Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία». Το κείμενο, το οποίο υπογράφει μαζί με τη σκηνοθεσία, βασισμένο στο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», ήταν φλύαρο, επαναληπτικό, με μεγαλόσχημα και ενίοτε τετριμμένα λόγια. Η παράσταση με αυτοσχεδιασμούς, γκροτέσκα στοιχεία, διέθετε κάποιες ωραίες ιδέες αλλά τις ξεχείλωνε. Αν ήταν σε μικρότερη συσκευασία, ίσως να μιλούσαμε για μια ενδιαφέρουσα πρόταση. Τώρα, για τη σχέση του έργου με τον Ζορμπά, ψάξτε στα ψιλά γράμματα!

Ξεκίνησε υποστηρίζοντας την κίνηση της «Ομίχλης». Συνέχισε καλώντας τους αντιρρησίες να ανέβουν στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης και τώρα ο Θόδωρος Αγγελόπουλος τελεί πρόεδρος του διαγωνιστικού τμήματος του Φεστιβάλ. Και καλά κάνει, αν έτσι κρίνει. Έτσι κι αλλιώς ο θυμός όσο δίκαιος κι αν είναι κάποτε σβήνει – κι αυτό συνέβη προφανώς με τον θυμό του κ. Αγγελόπουλου προς τη σημερινή διευθύντρια του Φεστιβάλ Δέσποινα Μουζάκη, την οποία, δικαίως ή αδίκως, θεωρούσε υπεύθυνη για την εκδίωξή του από τη θέση του προέδρου και του Μισέλ Δημόπουλου από αυτήν του διευθυντή του.

Την ίδια «μεγαλοψυχία» όμως δεν δείχνει και ο Μισέλ Δημόπουλος, που σε πρόσφατη συνέντευξή του στο περιοδικό «Κοντέινερ» δηλώνει ευθαρσώς: «Αλίμονο αν με κάθε κυβερνητική αλλαγή

απολύονται οι διοικήσεις πολιτιστικών φορέων! Θα έπρεπε δηλαδή το ΠΑΣΟΚ να απομακρύνει τον Λούκο από το Φεστιβάλ Αθηνών επειδή διορίστηκε από τη ΝΔ; Εξωφρενικό δεν είναι; Στην περίπτωσή μου όμως, στόχος της φατρίας Τατούλη Ζαχόπουλου ήταν, κυρίως, να πλασάρουν την κυρία Μουζάκη που είχε προετοιμαστεί για το ρόλο αρκετούς μήνες πριν και που, παρασκηνιακά, καραδοκούσε…». Ποια από τις δύο είναι η σωστή στάση; Ας κρίνει ο καθένας για τον εαυτό του.

Γιατί στοιχίζει τόσο ακριβά στον Έλληνα η εκπομπή «Στην υγειά μας» του Σπύρου Παπαδόπουλου; Διότι τιμολογεί τον πολιτισμό μας όπως του αρμόζει (ή όπως κατήντησε). Κερνάει νταλγκαδιάρικα άσματα, ρίχνει γυροβολιές και παριστάνει την εκπομπή αρχείου. Ακριβώς όπως κερνάει ρετσίνα σε κρασοπότηρα και τη χρεώνει σαν σαμπάνια σε κρυστάλλινα κολονάτα.

Σε νυχτερινό κέντρο στη Λεωφόρο Ειρήνης στην Πεύκη (έφτασε να) τραγουδά η Άντζελα Δημητρίου. Αν πάρει όλο ευθεία τον δρόμο βγάζει στο μέλλον της. Στην Εθνική Οδό.

Η Ελεονώρα Ζουγανέλη του «Έλα» με τον Δήμο Αναστασιάδη του «Εσύ» τραγουδούν μαζί στη μία σκηνή. Ο Μύρωνας Στρατής του «Πάνω απ’ όλα» με τους Professional Sinnerz του «Όταν σ’ είχα πρωτοδεί» στην άλλη. Μικρά ονόματα με μεγάλο ραδιοφωνικό χιτ συγκεντρώνονται ανά δυάδες για να έρθει το κοινό. Λες και οι παραστάσεις είναι ραδιοφωνικό airplay.

Στα νυχτερινά κέντρα οι θαμώνες συνεχίζουν να καπνίζουν ανενόχλητοι. Άλλωστε, στην Ελλάδα δεν απαγορεύτηκε το κάπνισμα. Τα τασάκια απαγορεύτηκαν...

Η μαέστρος χωρίς ορχήστρα και «λάτρης» της κλασικής μουσικής Ευγενία Μανωλίδου κάνει ραδιοφωνική εκπομπή μιλώντας ανάμεσα σε Ρέμο, Πλούταρχο και Σφακιανάκη. Ο Μπαχ χωράει; Μπα.

Στον Φάνη Μουρατίδη, για την άνεση με την οποία εξηγεί πώς πέρασε από το πάλαι ποτέ Θέατρο Αμόρε στον κατεξοχήν κόσμο της μετριότητας του εμπορικού θεάτρου και των «λαϊκών» σίριαλ. Κάτι η «ανάγκη για το επόμενο βήμα», κάτι ο βιοπορισμός, κάτι η ανασφάλεια του ανθρώπου που φοβόταν την αναγνωρισιμότητα. Αλλά πάνω απ’ όλα «έχ[ει] μια ιδιαίτερη σχέση με το Θεό»! Μάλιστα. Θα συναντήθηκαν στο όρος Σινά και ο Παντοδύναμος του έδωσε την 11η εντολή : «Μη φοβού τη χαμηλή ποιότητα!».

art

ΠΟΝΤΙΚΙ


Pontiki Art 130