Issuu on Google+

n.141/10 ΠΕΜΠΤΗ 28 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2010 Η ΤΕΧΝΗ / ΟΙ ΤΑΣΕΙΣ / ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ / Η ΖΩΗ... ΣΤΟΝ ΑΦΡΟ

art

ΠΟΝΤΙΚΙ

ΠΑΤΡIΤΣΙΑ ΚAΑΣ Δ. Σαββόπουλος: Ο βάρδος με τα χίλια πρόσωπα Ο Απόλλωνας ήταν κομματάρχης του Σαμαρά Γ. Αγγελάκας: Οι καταβολές του ήχου του Τα μελαγχολικά γενέθλια του Φιξ Σλάλομ στο χρόνο


2/26

TA ΠΡΟΣ ΩΠΑ ΤΟΥΣ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΟΥΝ ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ ΤΟΥΣ ΕΝΩΝΕΙ Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Στηβ Κακέτσης

Στο ένα «παράθυρο» ο Ιορδάνης Χασαπόπουλος. Στο άλλο η Λιάνα Κανέλλη. Θέμα της συζήτησης –αν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε έτσι τη χάβρα που επικράτησε– οι κινητοποιήσεις των αγροτών. Με τον Ιορδάνη να προσπαθεί να ακουστεί. Με τη Λιάνα να σκεπάζει με τις φωνές της ακόμη και τον θόρυβο των τρακτέρ. Ήταν για άλλη μια φορά one Liana show. Και μου είχαν τελειώσει οι ασπιρίνες στο σπίτι. Και είχε κολλήσει το τηλεκοντρόλ και δεν άλλαζε κανάλι. Και η Λιάνα φώΛιάνα Κανέλλη ναζε «πάρ’ το πίσω! Πάρ’ το πίσω τώρα! Πάρ’ το πίσω γιαΛιάνα στο κόκκινο! τί φεύγω». Δυστυχώς, όμως, δεν έφευγε. Ούτε ο Χασαπόπουλος το έπαιρνε πίσω εκείνο που είχε πει. Και όσο δεν το έπαιρνε πίσω τόσο κοκκίνιζε η «κόκκινη» Λιάνα. Όχι ότι έλεγε λάθος πράγματα, απλώς, με τον… πολεμικό τρόπο με τον οποίο εξέθετε την πραμάτεια του ΚΚΕ σε έκανε να επιθυμείς την οριστική ισοπέδωση του Περισσού. Δεν είναι μόνο τι λες, είναι και πώς το λες. Και η φίλτατη Λιάνα στο «πώς» το χάνει το παιχνίδι.

Έρως ανίκατε μάχαν… «Με στενοχωρεί να μιλάω και με προβληματίζει να σκέφτομαι, γιατί ήταν μία σχέση που δεν περίμενα να έχει τέτοιο τέλος». Τόσα χρόνια μετά και ακόμη να το πάρει απόφαση; Και όμως, ο Στηβ Κακέτσης πάλι εξομολογήθηκε για το πώς εγκατέλειψε την Κατιάνα Μπαλανίκα (για τα μάτια της Άντζελας Δημητρίου). Αποδεικνύοντας ότι αν πάντα υπάρχουν κάτι αγόρια που δεν γίνονται άντρες, την ίδια στιγμή οι μεγάλες αγάπες δεν πεθαίνουν ποτέ. Μόνο κινδυνεύουν να εξευτελιστούν αν τις περιφέρεις ξανά και ξανά στα κανάλια. Και αν τόσα χρόνια μετά αισθάνεσαι ότι οφείλεις «πολλές συγγνώμες στην πρώην γυναίκα μου, γιατί παντρεύτηκε για να κάνει οικογένεια, δεν έδωσε ποτέ δικαιώματα και εγώ φέρθηκα σαν αέρας στον δρόμο της», έχει ομολογουμένως κάτι συγκινητικό η εξομολόγησή σου. Μόνο που στην επανάληψή της κινδυνεύει να γίνει γραφική. Και η πολυπαινεμένη (από τον Στηβ της) Κατιάνα δεν αξίζει κάτι τέτοιο.

Πίτσα Παπαδοπούλου Τίποτα δεν πάει χαμένο

Σάσα Μπάστα Οξυζεναρισμένο είδωλο Φεύγει, όπως ανακοίνωσε, τον Ιούλιο για Μιλάνο, μαζί με τον νέο αγαπημένο της, τον ποδοσφαιριστή Παναγιώτη Ταχτσίδη. Επίσης ανακοίνωσε και ότι δέχτηκε πρόταση να δουλέψει σε ιταλικό κανάλι. Δεν πρόλαβε να φτιάξει τις βαλίτσες της η Σάσα Μπάστα κι έπεσαν πάνω της οι RAI. Για να μη χάσουν το οξυζεναρισμένο κελεπούρι. Αν και, ό,τι και να λέμε, η νεαρά σταδιοδρομεί. Πού; Σταδιοδρομεί γενικώς και αορίστως… στη ζωή της. Στα ρεπορτάζ των κουτσομπολίστικων εκπομπών, οι οποίες έλκονται από τα UFO που εμφανίζονται στον νεφελώδη ουρανό της νεοελληνικής διασκέδασης. Στις σελίδες του κίτρινου Τύπου, οι οποίες δένουν τέλεια με την απόχρωση της κόμης της. Στα φτηνά ερωτικά όνειρα των αναξιοπαθούντων. Από τα οποία τους ξυπνάει η ίδια βάρβαρα, πιάνοντας το μικρόφωνο και παίζοντας την τραγουδίστρια. Όμως, ως φαίνεται, ούτε η κακοφωνία είναι αρκετή για να τραυματίσει το είδωλο. Η Σάσα βασιλεύει στη θλιβερή μικροαστική μιζέρια μας, μέσα από τηλεοράσεις και περιοδικά. Άλλη μια απόδειξη του πόσο χαμηλά έχει πέσει η αισθητική μας;

art

ΠΟΝΤΙΚΙ

ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΞΙΑ ΑΝΝΑ ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ

Υπάρχουν τραγουδιστές που δεν φτάνουν ποτέ εκεί που μπορεί η φωνή τους. Η Πίτσα Παπαδοπούλου είναι μία τέτοια περίπτωση. Έκανε μεμονωμένες δισκογραφικές επιτυχίες μέσα στα χρόνια, έκανε πολλές «δεύτερες φωνές» σε τραγουδιστές ισάξιούς της, έγινε αγαπημένη συνοδευτική φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη στην τελευταία του περίοδο. Είχε ό,τι είχαν οι μεγάλες φωνές της γενιάς της (προσωπικότητα, έκταση, λαϊκά γυρίσματα), ποτέ όμως δεν τις έφτασε σε αυτό που λέγεται «καριέρα». Ίσως να μην είχε την αντοχή να γίνει μία εμπορική μηχανή, ίσως να μην είχε την τύχη. Τίποτα όμως δεν πάει χαμένο. Όταν σταθείς σήμερα στις φωνές που μπορούν να συνοδέψουν επάξια έναν μεγάλο τραγουδιστή βρίσκεις μόνο δύοτρεις περιπτώσεις και μετά το χάος. Μια τέτοια σπάνια συνοδός είναι η Πίτσα Παπαδοπούλου και το επιβεβαιώνει εφέτος, επανερχόμενη στο προσκήνιο ύστερα από την απόφαση του Γιώργου Νταλάρα να την έχει στο πλευρό του στις εμφανίσεις του στο Polis. Ο Γ. Νταλάρας είναι άνθρωπος που ψάχνει τα πράγματα. Αναζητώντας μια καθαρόαιμα λαϊκή παρτενέρ για να δομήσει ένα γνήσια λαϊκό πρόγραμμα ήταν αναπόφευκτο να φτάσει στο όνομά της και να την επιλέξει. Στις διαφημιστικές αφίσες του προγράμματος αναφέρεται ότι συμμετέχει «η κυρία Πίτσα Παπαδοπούλου». Το «κυρία» είναι ένα εύσημο που αποδίδεται στο λαϊκό τραγούδι με άλλα προαπαιτούμενα από εκείνα της κοινωνικής ζωής. Στην καθημερινότητα, αρκεί να είσαι ενήλικη γυναίκα για να σε πουν «κυρία». Στο τραγούδι, αρκεί να ακούσεις την Πίτσα Παπαδοπούλου να τραγουδάει Καζαντζίδη για να της αποδώσεις την προσφώνηση.

DESIGN ART DIRECTOR Κυριάκος Κουτσογιαννόπουλος

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ Μαρία Βασιλάκη

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ: Γιώργος Ι. Αλλαμανής Λεωνίδας Αντωνόπουλος Xαρά Αργυρίου

Δεν λέω κάτι καινούργιο: Είναι θλιβερό να κάνεις καριέρα ενώ δεν έχεις ταλέντο – εκατοντάδες τα παραδείγματα γύρω μας. Είναι ακόμη πιο θλιβερό ενώ έχεις ταλέντο να κάνεις καριέρα πουλώντας την προσωπική ζωή σου και δη τη μιζέρια σου. Ξαναβγήκε λοιπόν η Τζούλι Μασίνο, όχι για να τραγουδήσει με τη φωνάρα της και να διεκδικήσει έτσι τη δόξα που δεν έχει καταφέρει ακόμα να αποκτήσει, αλλά για να κλάψει που ύστερα από ένα ατύχημα στην πίστα (πτώση) παραλίγο να μην ξαναπερπατήσει – ως γνωστόν, όποιος νύχτα περπαΤζούλι Μασίνο τεί λάσπες και (γλιστερά) γαρίφαλα πατεί. Όπως παλαιΑκόμα λίγο κλάψε ότερα έκλαιγε για κάποιους που σου πάει… κάλους στις φωνητικές χορδές της, που δεν της επέτρεψαν να γίνει η νούμερο ένα παρά την κατάντησαν την νούμερο ένα από το τέλος. Το δημόσιο κλάμα τής πάει πολύ, ως φαίνεται. Και αν δηλώνει «με το να λυπηθείς κάποιον του κάνεις κακό. Το να αφεθείς εσύ στην αυτολύπηση είναι ολέθριο», η ίδια τι άλλο κάνει παρά να εκλιπαρεί τα δάκρυα του κοινού περιφέροντας τα ρετάλια της αξιοπρέπειάς της; (Παρεμπιπτόντως, εκατό χρόνια στην Ελλάδα, θα μάθει επιτέλους να ξεχωρίζει τα γένη;).

Δημήτρης Κανελλόπουλος Τατιάνα Καποδίστρια Γιώργος Ν. Κορωναίος Γιάννης Κουκουλάς

Μάκης Μηλάτος Ελίνα Μπέη Αγγελική Μπιλλίνη Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Χρυσούλα Παπαϊωάννου Δημήτρης Ρηγόπουλος Όλγα Σελλά Ναταλί Χατζηαντωνίου


4/28

Τ ΣΟΥΝΑΜ Ι

Η

συζήτηση με το κοινό είχε ανάψει. Βράδυ στην Παλιά Βουλή, όλοι χειρονομούσαν εντόνως, αδύναμοι να τιθασεύσουν τα συναισθήματά τους. Η Σώτη Τριανταφύλλου που συντόνιζε ήταν κομμάτι εκείνου του κόσμου ο οποίος εκφραζόταν με κύριο υλικό τις εξιδανικευμένες αναμνήσεις του. Έδωσε το λόγο σε έναν από το κοινό, ο οποίος, θεωρώντας ότι ο Σαββόπουλος σήμερα θα έπρεπε να συνεχίζει να γράφει τραγούδια, όπως και ο Μπομπ Ντίλαν, απεφάνθη: «Ο Σαββόπουλος είναι νεκρός». Η Σώτη Τριανταφύλλου εξανέστη. Και επειδή ο Σαββόπουλος ζει αφαίρεσε το λόγο από τον βλάσφημο. Η Σώτη Τριανταφύλλου μόνο ως προς τη μεθόδευση δεν έχει δίκιο – συγγενεύοντας με την εξωπραγματική αριστερά δύσκολα μαθαίνεις, ακόμα κι όταν το αποφασίσεις, τη δημοκρατία. Κατά τ’ άλλα, ναι, ο Διονύσης Σαββόπουλος ζει και συνεχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο. Κι αν, κοντά 50 χρόνια από την πρώτη του εμφάνιση, 40 από το «Περιβόλι του τρελού» (που τα γιόρτασε με πλήθος εκδηλώσεων), δεν είναι πια στο επίκεντρο της μουσικής παραγωγής, κανείς δεν μπορεί να πει ότι για δεκαετίες δεν δέσποσε. Αντισυμβατικός και ανατρεπτικός, στο διάστημα αυτό διεκδικήθηκε από πολλούς. Όλοι σχεδόν οι Έλληνες και όλες οι Ελληνίδες έχουν ταυτιστεί μαζί του και, αργότερα, τον έχουν αποκηρύξει. Ο άνθρωπος που από την αρχή καλούσε το κοινό του να αμφισβητήσει τα είδωλα, υπήρξε και συνεχίζει να είναι ίσως το διαρκέστερο είδωλο της νεότερης Ελλάδας. Και η ελληνική γλώσσα τού χρωστάει πλήθος από τα σύγχρονα τσιτάτα της, ίσως και μερικούς ιδιωματισμούς της. Συνεχώς γεφύρωνε χάσματα. Τη δεκαετία του 1960, άμα τη εμφανίσει του πρώτου δίσκου του, («Φορτηγό»), ήταν σαν η μελό εκδοχή του νέου κύματος να άνοιγε κουβέντα με τους μπίτνικ. Στη δικτατορία, ήταν σαν οι μπίτνικ να πολιτικοποιήθηκαν κι άρχισαν να περιτριγυρίζουν, ανένταχτοι, ένα κόμμα της αριστεράς, προετοιμαζόμενοι για το μεταδικτατορικό πάρτι. Ο Ασλάνογλου συναντούσε τη γενιά του ’30, ο Μπομπ Ντίλαν μιλούσε ελληνικά, η Μπέλλου ξαναέβγαινε στο πάλκο για να τραγουδήσει σύγχρονους ήχους, ο Αριστοφάνης σιχτίριζε τους κομματικούς εγκάθετους, η αριστερά καταλάβαινε μέσω του Κοεμτζή τους ποινικούς… Εντάξει, πολλές από τις καλλιτεχνικές ακροβασίες του ήταν προσπάθειες εντυπωσιασμού, η δημοσιότητα είναι μέρος της δουλειάς ενός καλλιτέχνη: κουρεύτηκε και ξανάφησε γένια και

Ω ΡΑ ΓΙΑ

αχινοί... Όποιος ισχυρίζεται ότι ο Αντώνης Σαμαράς (μεταξύ άλλων και εγγονός της Πηνελόπης Δέλτα, συγγραφέα βιβλίων όπως «Τρελαντώνης» και «Τα μυστικά του βάλτου») πέρασε από το Υπουργείο Πολιτισμού χωρίς να αφήσει πίσω του τίποτα κάνει ολωσδιόλου λάθος. Απόδειξη; Το πέρασμα του ναο�� του Επικούρειου Απόλλωνος από την Ηλεία στην (εκλογική περιφέρεια του τότε υπουργού) Μεσσηνία ίσως δεν ήταν μεγάλη μεταρρύθμιση, αλλά, έστω κι έτσι, τα ίχνη της είναι ορατά. Η σημερινή κυβέρνηση επέστρεψε το ναό στη δικαιοδοσία των Αρχών της Ηλείας, οι Μεσσήνιοι ωστόσο είναι στα πρόθυρα του ξεσηκωμού. Ένας καινούργιος εμφύλιος, ένας νέος μεσσηνιακός πόλεμος προετοιμάζεται και, ήδη, άρχισαν οι πρώτες εχθροπραξίες. Για να αποδειχθεί ότι ο Αντώνης Σαμαράς εμπέδωσε και με το παραπάνω και τα παιδικά και τα πολεμικά αναγνώσματα της γιαγιάς του.

Διονύσης Σαββόπουλος Ο βάρδος με τα χίλια πρόσωπα Κατάφερε να είναι τμήμα των αναμνήσεων του πιο δυναμικού κομματιού της σύγχρονης Ελλάδας. Προσωπικός μύθος του καθενός. Ίσως γι’ αυτό προσφέρεται εύκολα ως υλικό για απομυθοποίηση μαλλιά, έκανε φτηνή πλάκα με το «Μητσοτάκ», τσίμπησε τις εύκολες δοξασίες της ελληνορθοδοξίας... Κανείς δεν είναι τέλειος. Ο Σαββόπουλος, όμως, ήταν ο τελειότερος απ’ όλους στο ελληνικό τραγούδι. Κατάφερε να είναι τμήμα των αναμνήσεων του πιο δυναμικού κομματιού της σύγχρονης Ελλάδας. Προσωπικός μύθος του καθενός. Ίσως γι’ αυτό προσφέρεται εύκολα ως υλικό για απομυθοποίηση. Από την άλλη, πάλι, είναι ίσως ο

μόνος έλληνας καλλιτέχνης που, ενώ η τέχνη του έχει μια εύκολα αναγνωρίσιμη ενότητα, ο ίδιος κατά καιρούς ταυτίστηκε με διαφορετική εικόνα. Διαλέγετε και παίρνετε. Τι σας ταιριάζει; Ο ιδιόρρυθμος φρικάκος του 1960, ο ψιλορόκ σταρ του 1970 που ανεβοκατέβαινε Αθήνα-Θεσσαλονίκη με το τρένο, ο βάρδος της εξωκοινοβουλευτικής διανόησης του 1980, ο εθνικός γκουρού του 1990; Προσαρμόστε τις αναμνήσεις σας.

Μερικές φορές αξίζει να αφουγκραζόμαστε τις νέες ηθοποιούς, ιδίως εκείνες που δεν προέρχονται από τον υπέροχο κόσμο της κουλτούρας. Ξεχωριστή ανάμεσά τους, η Εύα Λάσκαρη, που στο παρελθόν διέπρεψε στα τοπικά καλλιστεία Σταρ Πελοπόννησος και τώρα εμφανίζεται γυμνή στο «Χαμάμ γυναικών» στο Μπροντγουαίη (όχι αυτό που μελετάνε όλοι, εκείνο της Αγίου Μελετίου). Σταρ πια, αποθεώνει σε πρόσφατη συνέντευξή της τα... υποκριτικά της προσόντα: «Είμαι τυχερή για τα γονίδιά μου. Την υπεροχή των οπισθίων μου την οφείλω στις κουβανέζικες ρίζες της οικογένειάς μου. Εκτιμώ τα δώρα του θεού και τα προσέχω». Κι οι άντρες, φίλοι μου. Λία Παραλία

ZAPPI N G

Εντάξει, βρε Βάσω,

Γ Κ

ιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά, πατέρα;

ρύβε λόγια, κατέβασε διακόπτες, σφίξε βρύσες, κλείσε πόρτες, βάλε και σακιά στα παράθυρα. Μετά από αυτό που είδα για την οικονομική κατάσταση της Ιρλανδίας από την εξαιρετική εκπομπή του Παύλου Τσίμα «Έρευνα» στο Mega, πάει, το πήρα απόφαση. Το πουλάω το σπίτι ή μάλλον το κλείνω και πετάω και το μπρελόκ με τα κλειδιά στον υπόνομο. Κι αν θέλεις να ξέρεις, με εκνευρίζει αφόρητα αυτή η γαϊδουριά και η μοιρολατρία σου, βρε Βάσω. Εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ κοιτάς τι κάνει ο Καρβέλας με τη Μανωλίδου και ποια τελικά θα παρουσιάσει το «Greek Idol»,

ουαί κι αλίμονό μας. Των οικιών ημών εμπιπραμένων υμείς άδετε...

Ά

σματα είπα και θυμήθηκα το συνεχές στονάρισμα με το οποίο η παλαίμαχος του AΝΤ1, η Τατιάνα Στεφανίδου με τ’ όνομα, προσπαθεί να παρατείνει την παρουσία της στην τηλεόραση. Και πού να αρχίσουν να τρέχουν και τα νέα όρια στη συνταξιοδότηση των γυναικών...

Ό

πως σε βλέπω και με βλέπεις, μαζί θα στραβογεράσουμε, κυρά Βάσω, εσύ, εγώ και κάνα δυο τρεις άλλες στις οποίες διστάζω να αναφερθώ αριθμητικώς και ολογράφως για να μην αλληλοπικραθούμε.

Σ

την πρακτική αριθμητική των ημερών να μην ξεχάσω να βάλω στην τελική σούμα και το μάλε-βράσε που γίνεται αυτό το διάστημα στα «Μυστικά της Εδέμ», με τους γάμους και τα ανεμογκάστρια, καθώς και την αυθαίρετη δόμηση που επικρατεί στα ριάλιτι νέου τύπου που αναγγέλλονται σωρηδόν. Προσωπικά, απ’ όλα όσα διεκδικούν την προσοχή μου, προτιμώ μακράν εκείνο που κάνουν μερεμέτια σε σπίτια και μια Κρουέλα με κότσο και γκαμπαρντίνα η οποία επιστατεί τα έργα και κατσαδιάζει τη μαστοράντζα όποτε της καπνίσει. Πουρκουά;

Κ

αι σ’ το ’χω πει χίλιες φορές, βρε Βάσω, μην ξεσπάς τα νεύρα σου πάνω σε μεροκαματιά-

ρηδες και μη δείχνεις τον χειρότερό σου εαυτό εκεί που σε παίρνει. Στα δύσκολα, εκεί σε θέλω, κάβουρα, πώς τα πηδάς τα κάρβουνα. Κι όταν λέω «δύσκολα» εννοώ την Ευρωπαϊκή Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Α

χ! τι ωραία που περνάγαμε τότε που στο λεξιλόγιό μας δεν υπήρχαν αυτοί οι τρομαχτικοί όροι, παρά κάναμε τη δουλειά μας ο ένας στην καμπούρα τ’ αλλουνού…

Η ποντικίνα των καναλιών


Μ Π Α ; ΕΙΝΑΙ Κ ΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΛ ΙΤΙΣ Μ Ό Σ ; Του Γιώργου Ι. Αλλαμανή [gallamanis@gmail.com]

Ο Απόλλωνας ήταν κομματάρχης του Σαμαρά Στην Ηλεία και όχι στη Μεσσηνία ανήκει «οριστικά» ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνα. Ωραία. Ας μιλήσουμε τώρα για την αποκατάστασή του, πριν αρχίσει να σωριάζεται

Έ

ναν… θεϊκό «κομματάρχη» διέθετε στην Καλαμάτα ο νυν αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας Αντώνης Σαμαράς: τον Επικούρειο Απόλλωνα, αυτοπροσώπως. Μόνον η θεϊκή παρέμβαση μπορεί να εξηγήσει το «θαύμα» της μετακίνησης, έστω για λίγους μήνες, του μνημείου, ενός αριστουργήματος του αρχιτέκτονα Ικτίνου, από την Ηλεία στη Μεσσηνία. Τον Σεπτέμβριο του 2009, μεσούσης της προεκλογικής περιόδου, ο τότε υπουργός Πολιτισμού αποφάσισε να κάνει άλλο ένα χατίρι στους λατρεμένους ψηφοφόρους του. Με συνοπτικές διαδικασίες «πέρασε» μια υπουργική απόφαση δια της οποίας ο ναός του 5ου π.Χ. αιώνα «αφαιρείται» από την Εφορία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων της Ηλείας και υπάγεται στην αντίστοιχη της Μεσσηνίας. Η καλαματιανή Εφορία αποσχίσθηκε από εκείνη του Πύργου το 2006 και έκτοτε πιέζει και διεκδικεί την ευθύνη για το ναό. Προ ημερών ο νυν υπουργός Πολιτισμού Παύλος Γερουλάνος ανακοίνωσε στη Βουλή ότι ζήτησε τη γνώμη (ή μήπως τον… χρησμό;) του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για την υπόθεση. Η γνώμη ήταν σαφής και δεν θύμιζε καθόλου τα ακαταλαβίστικα της Πυθίας: το μνημείο ανήκει στην Ηλεία. Επί της ουσίας: το θέμα δεν είναι η φαιδρότητα του τοπικισμού (δηλαδή αν θα διορίσουν από τον Πύργο ή από την Καλαμάτα κανέναν συμβασιούχο) όσο η σωτηρία του εγκαταλελειμμένου στην τύχη του μνημείου. Οι εργασίες αποκατάστασης σέρνονται επί δεκαετίες, ο ναός έχει καλυφθεί ολόκληρος με ένα «προσωρινό» υφασμάτινο κάλυπτρο το οποίο παραμένει προσωρινό επί... 23 χρόνια, οι ειδικοί διαφωνούν για το τι ακριβώς πρέπει να γίνει, κονδύλια δίνονται με το σταγονόμετρο και η υπόλοιπη Ελλάδα παρακολουθεί έναν μικρό και εντελώς αδιάφορο μίνι «πελοποννησιακό πόλεμο» ανάμεσα σε υπερήφανους δημάρχους, νομάρχες, βουλευτές και ιδιοκτήτες τοπικών μέσων ενημέρωσης. Μιλάμε για ένα αριστούργημα που σαπίζει. Χτισμένος σε υψόμετρο 1.130 μέτρων πάνω στα βουνά, ανάμεσα στην Ηλεία, την Αρκαδία και τη Μεσσηνία, ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνα, χαρακτηρισμένο μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς από την UNESCO, είναι φτιαγμένος από εύθραυστο τοπικό ασβεστόλιθο,

βρίσκεται στο έλεος των καιρικών φαινομένων εκεί ψηλά, των σεισμών (ο τελευταίος που τον έπληξε σοβαρά έγινε το 1965), του σαθρού εδάφους επί του οποίου έχει ανεγερθεί και της… γραφειοκρατίας. Οι αρχαιολόγοι γνωρίζουν μια χαρά το πόσο σημαντικός είναι, ιδίως για τις κατασκευαστικές και χωροταξικές καινοτομίες του. Μοιάζει κάπως σαν «παιχνίδι» του μεγάλου αρχιτέκτονα που σχεδίασε και τον Παρθενώνα την ίδια εποχή. Για παράδειγμα, σήμερα ίσως θα αποκαλούσαμε «μεταμοντέρνα» την επιλογή του Ικτίνου να χτίσει μια «εκκλησία» με κατεύθυνση Βορρά - Νότου (ο κανόνας ήταν Ανατολή - Δύση), να τοποθετήσει ζωφόρο στο εσωτερικό του σηκού (ο κανόνας την ήθελε στην εξωτερική όψη) ή να ανοίξει μια μικρή πόρτα στο άκρο του ανατολικού τοίχου (για να εισχωρεί το φως του ήλιου-Απόλλωνα κάθε πρωί). Ψιλά γράμματα. «Τουρίστες να έρχονται να βλέπουν το μνημείο», ψιθυρίζουν οι τοπικοί άρχοντες. Και πού θα μείνουν, στα άγρια βουνά; Ή μήπως τους ικανοποιεί το τεράστιο τεντόπανο που το καλύπτει, σκεπάζοντας και την κυβερνητική αδράνεια δεκαετιών; Καμία σημασία δεν έχει σε ποια Εφορία υπάγεται ο Απόλλωνας. Ας βάλει το χεράκι του, δικαιώνοντας και το λατρευτικό προσωνύμιο Επικούρειος («ο Θεός βοηθός» που λέμε) για να ξαναγυρίσει το σκουριασμένο μαγγανοπήγαδο των εργασιών αποκατάστασης. Και κάτι τελευταίο, αλλά σημαντικό. Σε αυτά τα κακοτράχαλα μοραΐτικα βουνά ανέβηκαν το μακρινό 1812 βρετανοί «αρχαιολάτρες» –άθλιοι αρχαιοκάπηλοι!– οι οποίοι άρπαξαν τις πλάκες της ζωφόρου και το παλαιότερο σωζόμενο κορινθιακό κιονόκρανο. Δωροδόκησαν τον Βελή πασά της Πελοποννήσου, τα μετέφεραν στη Ζάκυνθο κι από εκεί, το 1815 πια, στο Λονδίνο. Σήμερα βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Μήπως πρέπει να βάλουμε κι αυτά τα γλυπτά στον ίδιο κατάλογο με εκείνα του Παρθενώνα, τα οποία ορθώς απαιτούμε να επιστραφούν στον τόπο τους;


6/30

cove r story

«»

Η γαλλίδα καλλονή με την ωραία, ιδιαίτερη φωνή, την οποία ανακάλυψε πρώτα το ζεύγος Ντεπαρντιέ τη δεκαετία του ’80, κινείται μεταξύ της ελιτίστικης παράδοσης του γαλλικού τραγουδιού και των κανόνων του διεθνούς μάρκετινγκ. Αλλά αυτό το ξέρουν πια ακόμα κι όσοι τη γνώρισαν μόλις πέρυσι, χάρη στη συμμετοχή της στη Γιουροβίζιον, όπου πήρε την 8η θέση. Η Πατρίτσια Κάας δεν είναι όμως τέκνο της τηλεόρασης. Στα σαράντα τρία της έχει εννέα δίσκους στο ενεργητικό της κι ένα best-of, πολλά βραβεία, πολλές διεθνείς συμμετοχές και ��υνεργασίες. Κι ένα βιογραφικό φτιαγμένο από δηλώσεις όπως: «Είχα περισσότερους εραστές απ’ ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί. Είναι ωραίο να κάνεις έρωτα. Κι εγώ δεν το κάνω για να το κάνω, αλλά επειδή είμαι περίεργη. Λατρεύω το παιχνίδι της αποπλάνησης και της γοητείας». Το σκηνικό παιχνίδι της γοητείας της θα το δούμε στις 6/2, όταν θα βρίσκεται στο Badminton, για μια παράσταση η οποία, βασισμένη στο υλικό του δίσκου που κυκλοφόρησε το 2008, κάνει το «Cabaret» να ακούγεται ως «Kabaret»: Το «K» είναι «δάνειο» από το όνομα εκείνης, που λέει ότι ζηλεύει τις δυναμικές γυναίκες της δεκαετίας του ’30 και των καμπαρέ.

Πατρίτσια Κάας «Χρειάζομαι πάντα ένα κίνητρο»

Συνέντευξη Στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

art

Η ανδρική φωνή που απαντάει στο τηλεφώνημα είναι όσο πρέπει αβρή κι άλλο τόσο επαγγελματική: «Θα μιλήσετε με την Πατρίτσια Κάας 20 λεπτά. Ακριβώς!», λέει.

Είναι η πρώτη φορά που έρχεστε στην Ελλάδα; Π.Κ.: Έχω ξανάρθει δύο φορές στο παρελθόν, για την προώθηση της δισκογραφικής μου δουλειάς. Μια φορά πριν από δεκαπέντε χρόνια και η επόμενη πριν από επτά. Αυτή όμως είναι η πρώτη φορά που θα τραγουδήσω. Είναι λοιπόν για μένα η μεγάλη αθηναϊκή μου πρεμιέρα. Θα παρουσιάσετε το «Καμπαρέ». Είναι παράσταση βασισμένη στον πιο πρόσφατο ομώνυμο δίσκο σας; Π.Κ.: Και ναι και όχι. Είναι αλήθεια ότι η παράσταση συμπίπτει με τον δίσκο ως προς το ότι πρόκειται για ένα αφιέρωμα στις γυναίκες της δεκαετίας του ’30. Επειδή ήθελα όμως να είναι περισσότερο θέαμα απ’ ό,τι συναυλία –παρ’ όλο που συμπεριέλαβα κι άλλα τραγούδια απ’ όλη την καριέρα μου– σκεφτήκαμε μια κεντρική ιδέα. Να συνδυάσουμε τη γαλλική μουσική με τον σύγχρονο χορό. Συμμετέχει λοιπόν και μία χορεύτρια. Κι όχι μόνον αυτό. Στη διάρκεια της παράστασης προβάλλονται κάποια αποσπάσματα ταινιών ή, αλλού, διαβάζω κάποια λογοτεχνικά αποσπάσματα. Με δυο λόγια, πρόκειται για ένα μικτό θέαμα κι όχι μια τυπική συναυλία. Εσείς χορεύετε; Π.Κ.: Κατά κάποιον τρόπο λαμβάνω μέρος στη χορογραφία. Ειδικά γι’ αυτό έκανα πάνω από 150 ώρες μαθήματα χορού. Δεν ήταν καθόλου εύκολο, αντίθετα ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Αλλά μέχρι τώρα δεν το αποφάσιζα, ενώ ήξερα ότι ο χορός ούτως ή άλλως είναι καλός για να κρατάς το σώμα σου σε καλή φόρμα. Χρειαζόμουν ένα τέτοιο κίνητρο για να το αποφασίσω. Κι ο δίσκος; Πώς αποφασίσατε να ηχογραφήσετε το 2008 ένα δίσκο που παραπέμπει στην ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’30; Π.Κ.: Είχα καιρό να κάνω δίσκο και δύο χρόνια δεν εμφανιζόμουν. Έψαχνα υλικό κι ένα από τα πρώτα τραγούδια που επέλεξα ήταν στα γερμανικά, το οποίο αποδώσαμε ως «La chance jamais ne

«Η συμμετοχή μου στη Γιουροβίζιον λειτούργησε θετικά, περισσότερο ο σεβασμός και το κουράγιο μιας γυναίκας που είχε ήδη καριέρα αλλά θέλησε να συμμετάσχει. Για μένα ήταν πρόκληση. Και τόλμη. Κι επειδή χρόνια τώρα ταξιδεύω με τη μουσική μου σ’ όλο τον κόσμο, δεν έκανα τίποτε περισσότερο απ’ ό,τι κάνω έτσι κι αλλιώς. Ανέβηκα για μια ακόμα φορά στη σκηνή ενός μεγάλου θεάτρου και είπα ένα τραγούδι. Είχαν βέβαια προηγηθεί δέκα μέρες μιας απόλυτης τρέλας. Παρ’ όλα αυτά ήταν πολύ ωραία. Γνώρισα δεκάδες ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο».

dure» («Η τύχη ποτέ δεν διαρκεί»). Όταν βρήκα δυο-τρία άλλα τραγούδια σε ανάλογο πνεύμα συνειδητοποίησα πως αυτός ο δίσκος με οδηγεί κατευθείαν στην ατμόσφαιρα των προπολεμικών βερολινέζικων καμπαρέ. Στην πορεία έμαθα όμως ότι εκείνη την εποχή ανθούσαν και τα τζαζ κλαμπ στο Σαν Ζερμέν ή οι «τανγκερίες» στο Μπουένος Άιρες. Αυτό μου επέτρεψε να συνδυάσω κι άλλες ατμόσφαιρες της εποχής. Το «Καμπαρέ» είναι αφιερωμένο και στις δυναμικές γυναίκες των περασμένων δεκαετιών. Ξεχωρίζετε κάποια; Π.Κ.: Τη Μάρλεν Ντίτριχ. Το «Λιλί Μαρλέν» είναι ένα από τα πρώτα τραγούδια που τραγούδησα. Το λάτρευε η μάνα μου, εξαιτίας του και όλες τις ταινίες της Ντίτριχ. Στον δίσκο υπάρχει όμως κι ένα τραγούδι, το «Addict aux heroines», που αναφέρεται σε όλες τις γυναικείες προσωπικότητες της εποχής. Femmes fatales με αρσενικά χαρακτηριστικά, ανεξάρτητες, αγωνίστριες, που δεν φοβόντουσαν να πουν όχι, που δεν έκρυβαν τον ερωτισμό τους. Γυναίκες που τόλμησαν να φορέσουν παντελόνια. Αυτή η ισχυρή γυναίκα είναι παρούσα και στο θέαμα που θα δούμε; Π.Κ.: Στη σκηνή μεταμορφώνομαι σε μία από αυτές τις αισθησιακές και δυναμικές γυναίκες του ’30. Μην πάει όμως το μυαλό σας σε παγέτες. Τα κοστούμια και το σκηνικό είναι εντελώς λιτά. Είστε υπέρ του γαλλικού τραγουδιού, αλλά δεν διστάσατε να ερμηνεύσετε κατά καιρούς τραγούδια στα αγγλικά, τα γερμανικά, ακόμα και στα ρωσικά. Αυτή η παγκόσμια τάση υπέρ της world music σας εκφράζει; Π.Κ.: Ναι, γιατί είμαι περίεργη για οτιδήποτε μπορεί να αφορά τη μουσική. Θέλω να γνωρίσω κι άλλα πράγματα. Αγαπώ το γαλλικό τραγούδι, γιατί ζω στη Γαλλία και είναι αυτό που πρωτοτραγούδησα. Αλλά επίσης αγαπώ το τραγούδι απλά. Γεννηθήκατε στη Λορένη. Ήσασταν το μικρό-

τερο κορίτσι μιας πολυμελούς οικογένειας. Τολμούσατε τότε έστω και να ονειρευτείτε ότι θα κάνατε την καριέρα που κάνατε; Π.Κ.: Δεν τολμούσα καν να φανταστώ τι θα μπορούσε να είναι η ζωή μου. Ονειρευόμουν βέβαια να μπορέσω κάποτε να είμαι σε μια σκηνή και να τραγουδώ τα Σαββατόβραδα, συμμετέχοντας στην τέχνη. Γιατί πάνω απ’ όλα αυτό μου αρέσει στη σκηνή, η έννοια της συμμετοχής. Όσο για το όνειρο να μπορέσω να γίνω τραγουδίστρια, ήξερα κατά βάθος ότι δεν διέφερε από αυτό που κάνουν πολλά κοριτσάκια αυτής της ηλικίας. Δεν φανταζόμουν ότι θα τα καταφέρω και ότι τελικά αυτό θα γίνει το επάγγελμά μου. Πώς σας συνάντησε τότε ο ήχος και η μελωδία; Π.Κ.: Μου έκαναν δώρο ένα ραδιόφωνο και λίγα χρόνια αργότερα ένα πικάπ. Άκουγα τη μουσική από το ραδιόφωνο ή τους δίσκους, στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη και έκανα ότι τραγουδώ στο μικρόφωνο, αντιγράφοντας ακόμα και τις κινήσεις των τραγουδιστών. Λίγο μεγαλύτερη προσπαθούσα όποτε υπήρχε κάποιος διαγωνισμός τραγουδιού να λαμβάνω μέρος. Οι γονείς σας τι στάση κράτησαν; Π.Κ.: Είχα την τύχη να έχω γονείς που δεν είχαν καμία αντίρρηση να γίνω τραγουδίστρια. Δεν με καταπίεζαν. Ο πατέρας μου ήθελε η κόρη του να είναι ευτυχισμένη. Ήταν ανθρακωρύχος, με μία καθημερινή δουλειά που ήταν πολύ δύσκολη. Ήταν φυσικό να θέλει τα παιδιά του να κάνουν κάτι καλύτερο και κυρίως να κάνουν αυτό για το οποίο τα προόριζε η ζωή, ώστε να είναι ευτυχισμένα. Η μητέρα μου, πάλι, ήταν ο πρώτος άνθρωπος που πίστεψε σ’ εμένα. Με συνόδευε ακόμα και στους διαγωνισμούς τραγουδιού. Σ’ εκείνη πρωτοείπαν κάποιοι ότι έχω μια φωνή λίγο ροκ, με αρκετές δυνατότητες. Ποιοι άλλοι ήταν οι άνθρωποι-κλειδιά στη ζωή σας; Ο Ζεράζ Ντεπαρντιέ και η γυναίκα του ήταν, λ.χ., τέτοιες περιπτώσεις; Π.Κ.: Φυσικά. Η γυναίκα του Ντεπαρντιέ, η Ελιζαμπέτ, ήταν άλλωστε εκείνη που έγραψε τους στίχους στο «Jalouse», το πρώτο μου τραγούδι, που κυκλοφόρησε ως σινγκλ το 1985, με παραγωγό και χρηματοδότη τον ίδιο τον Ντεπαρντιέ. Το τραγούδι δεν γνώρισε μεγάλη επιτυχία, αλλά ήταν κάτι πολύ σημαντικό για μια πρωτοεμφανιζόμενη. Πώς γνωρίσατε το ζεύγος Ντεπαρντιέ; Π.Κ.: Είχα περάσει από ακρόαση σε μια δισκογραφική εταιρεία και ο άνθρωπος που με άκουσε ήταν στενός φίλος τους. Αυτός ήταν που είπε «Ζεράρ, άκου αυτή τη μικρή. Τραγουδάει πολύ ωραία». Ο ίδιος τον συμβούλευσε να χρηματοδοτήσει το πρώτο μου 45άρι. Όλα αυτά σας συνέβησαν τη δεκαετία του ’80. Οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 αντιπροσώπευσαν μια χρυσή περίοδο για το γαλλικό τραγούδι. Όταν ξεκινήσατε υπήρχε ακόμα ο απόηχος αυτού του θριάμβου;

Π.Κ.: Είναι αλήθεια ότι το ’80 ή και μέχρι τις αρχές του ’90 η Γαλλία, έχοντας περάσει την περίοδο της ποπ και ίσως λιγότερο της ντίσκο, αναζητούσε ξανά μελωδίες και ωραίες φωνές. Εγώ είχα την τύχη να φτάσω ακριβώς εκείνη τη στιγμή. Το θέμα πάντα αφορά και τις μόδες κάθε περιόδου. Και σήμερα; Π.Κ.: Σήμερα αναζητούμε ξανά την παράδοσή μας στο τραγούδι. Το ζητούμενο όμως είναι λιγότερο η καλή φωνή και περισσότερο η προσωπική ερμηνεία. Εγώ είμαι υπερήφανη κυρίως γιατί εδώ και είκοσι χρόνια είμαι παρούσα στη γαλλική σκηνή κι έχω ένα πιστό κοινό. Το «Καμπαρέ» έπαιξε αναμφισβήτητα ρόλο σ’ αυτό. Γιατί όταν έχουμε μπροστά μας καινούργιες γενιές πρέπει να βρίσκουμε και καινούργιους τρόπους να τις εκπλήσσουμε, έστω κι αν αυτοί οι τρόποι «κοιτούν» στο παρελθόν. Αυτό το είδος αφηγηματικού τραγουδιού των τροβαδούρων, που έκανε διάσημη τη Γαλλία, επιβιώνει; Π.Κ.: Επιβιώνει, αλλά φυσικά διαφορετικό, διότι οι άνθρωποι ζουν στην εποχή τους. Όμως, ναι, υπάρχουν καλλιτέχνες όπως ο Benabar ή ο Biolet που δημιουργούν ένα τέτοιο είδος. Εσείς έχετε κάνει ακόμα και το «Piano Bar», ένα δίσκο με πασίγνωστα γαλλικά τραγούδια του Ιβ Μοντάν, της Πιαφ, του Αζναβούρ, διατηρώντας τη γαλλική μελωδία και το πνεύμα, αλλά τραγουδώντας τους στίχους σε αγγλική απόδοση. Γιατί; Π.Κ.: Τέτοιες μελωδίες είναι πλέον πολύ «παραδοσιακές», αναμφίβολα δηλαδή μέρος της πολιτιστικής μας παράδοσης. Κι όμως, ίσως να είναι δύσκολο να μεταφερθούν έτσι ακριβώς και να γίνουν κατανοητές από τους αγγλόφωνους, κυρίως τους Αμερικανούς. Κατά τα άλλα, το γαλλικό πνεύμα είναι πάντα της μόδας. Τι σκέφτεστε αλήθεια για την Κάρλα Μπρούνι ως τραγουδοποιό; Π.Κ.: Βρίσκω ότι είναι πολύ καλή. Κυρίως έχει ενδιαφέροντες στίχους. Δεν έχει βέβαια μεγάλο φωνητικό εύρος, αλλά έχει αυτές τις μικρές «ρωγμές» στη φωνή, που εμένα μου αρέσουν πολύ. Είναι λίγο στο πνεύμα της Μπαρμπαρά, αλλά με μία ακόμα πιο γλυκιά φωνή. Και για τον σύζυγό της τι σκέφτεστε; Π.Κ.: Προτιμώ να μένω μακριά από την πολιτική. Διαλέγω την τέχνη που είναι διαχρονική και παγκόσμιας εμβέλειας. Η συμμετοχή σας στη Γιουροβίζιον έπαιξε κάποιο μεγαλύτερο ρόλο στην ήδη υπάρχουσα διεθνή φήμη σας; Π.Κ.: Δεν πιστεύω ότι κάτι άλλαξε δραματικά. Θετικά λειτούργησε, περισσότερο ο σεβασμός και το κουράγιο μιας γυναίκας που είχε ήδη καριέρα αλλά θέλησε να συμμετάσχει. Για μένα ήταν πρόκληση. Και τόλμη. Κι επειδή χρόνια τώρα ταξιδεύω με τη μουσική μου σ’ όλο τον κόσμο, δεν έκανα


ΠΟΝΤΙΚΙart 28.1-3.2.10

31/7

τίποτε περισσότερο απ’ ό,τι κάνω έτσι κι αλλιώς. Ανέβηκα για μια ακόμα φορά στη σκηνή ενός μεγάλου θεάτρου και είπα ένα τραγούδι. Είχαν βέβαια προηγηθεί δέκα μέρες μιας απόλυτης τρέλας. Παρ’ όλα αυτά ήταν πολύ ωραία. Γνώρισα δεκάδες ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο. Εισέπραξα σεβασμό από όλους. Κι αν μου έλεγαν να το ξανακάνω, το ίδιο τραγούδι θα διάλεγα και θα έκανα ακριβώς τα ίδια. Αλλά εσείς, ήδη καταξιωμένη, μείνατε στην 8η θέση... Π.Κ.: Φυσικά στη Γιουροβίζιον πάμε όλοι για να νικήσουμε. Γι’ αυτό, την πρώτη εβδομάδα μετά τη διοργάνωση, ήμουν στενοχωρημένη. Αργότερα σκέφτηκα ότι δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τους υποψηφίους. Λ.χ. ο δικός σας υποψήφιος (σ.σ.: ο Σάκης Ρουβάς) ήταν εντελώς διαφορετικός από μένα. Οι άνθρωποι επιλέγουν ό,τι τους αρέσει από διαφορετικές εκδοχές. Γι’ αυτό δεν μετανιώνω που πήγα. Ήσασταν από τους θιασώτες του θεσμού και πριν πάτε; Π.Κ.: Έβλεπα τον διαγωνισμό στα πρώτα του βήματα, τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και μετά σταμάτησα. Άρχισα να παρακολουθώ ξανά τη Γιουροβίζιον τα τελευταία 4-5 χρόνια, όταν πληροφορήθηκα πως ανάμεσα στους υποψηφίους άρχισαν να εμφανίζονται μερικές πολύ ενδιαφέρουσες φωνές. Στην Ελλάδα υπάρχουν όμως αρκετοί που θεωρούν ότι η Γιουροβίζιον δεν είναι παρά ένα εμπορικό-τηλεοπτικό προϊόν, με το οποίο δεν αξίζει να ασχολούμαστε. Εισπράξατε μια ανάλογη πολεμική; Π.Κ.: Τόσα χρόνια είχα την εντύπωση ότι η Γαλλία στέκεται τουλάχιστον επιφυλακτικά απέναντι στη Γιουροβίζιον, θεωρώντας πως είναι ένας θεσμός χαμηλού επιπέδου. Κι όμως, αυτή η στάση μάλλον άλλαξε. Ίσως και να έπαιξε ρόλο ότι έλαβε μέρος μια καλλιτέχνις σαν κι εμένα. Το σίγουρο είναι πάντως πως φέτος, μετά τη δική μου συμμετοχή, πολλοί γνωστοί γάλλοι καλλιτέχνες εκδήλωσαν ενδιαφέρον να λάβουν μέρος. Το γεγονός ότι είστε όμορφη ήταν ένα επιπλέον προσόν στο κόσμο του θεάματος ή ήταν κι ένα εμπόδιο; Π.Κ.: Αυτό που εγώ ήθελα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ήταν να προβάλλω τη φωνή μου. Δεν με απασχολούσε το παρουσιαστικό μου. Κι άλλωστε, από μικρή είχα πολύ χαμηλή αυτοπεποίθηση. Αργότερα, με την ηλικία, άρχισα να αναρωτιέμαι και να αναθεωρώ κάπως αυτή τη στάση, τουλάχιστον ως προς κάποια χαρακτηριστικά μου. Όπως για τα μάτια μου, για τα οποία άκουγα να μιλούν συχνά εκθειαστικά. Υπάρχει ωστόσο αυτό το στερεότυπο, ότι μια ωραία γυναίκα δεν μπορεί να είναι καταρχήν τίποτε άλλο εκτός από ωραία γυναίκα. Π.Κ.: Προτιμώ να ’χω μια μακρά και επιτυχή καριέρα για τη φωνή μου, παρά για το παρουσιαστικό μου. Κι αυτό που λέω, το εννοώ.


8/32

ΤΑ Γ ΕΓΟΝΟΤΑ

>> >Όταν η Τάνια ροκάρει Αρκούντως ηλεκτρική εφέτος η Τάνια Τσανακλίδου στις εμφανίσεις της στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, που ξεκινούν την 1η Φεβρουαρίου, 9.30 μ.μ. «Θα ροκάρουμε» μας λέει ενθουσιασμένη, που μετά από πολλά χρόνια θα παίξει ξανά με μεγάλη ορχήστρα (επτά άτομα) και σ’ έναν καινούργιο γι’ αυτή χώρο. «Είχα ανάγκη ν’ αλλάξω χώρο. Μ’ αρέσει να φεύγω... και να ξανάρχομαι» θα πει, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να ξαναβρεθεί στη σκηνή του Μετρό, όπου έζησε εξαιρετικές δόξες τα τελευταία χρόνια. Η βάση για το καινούργιο της πρόγραμμα είναι ένα παραμύθι που την ιντριγκάρει, η «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων». Κρατάει τα ψυχαναλυτικά στοιχεία της ιστορίας και αφηγείται «γελοία» περιστατικά από την παιδική της ηλικία. Περιστατικά για γέλια και για κλάματα. Ανάμεσά τους τραγούδια-«γροθιές», μόνο τρία τα λαϊκά εφέτος σε απρόβλεπτες διασκευές και χωρίς μπουζούκι, που θα την οδηγήσουν στην επικοινωνία της με τον κόσμο. Μαζί της, σε πολλά ντουέτα αλλά και σε σόλο φυσικά, ο Μπλέιν Ρέινεντζερ (των Tuxedomoon). Ωραία συνύπαρξη. Η Τάνια Τσανακλίδου, κάθε Δευτέρα και Τρίτη λοιπόν, με διάθεση εξομολογητική, όπως άλλωστε το επισημαίνει και ο τίτλος της παράστασης «Απ’ το άλφα ν’ αρχίσω». | Χαρά Αργυρίου

>Κενή ιστορία Αν και οι Βρετανοί Forced Entertainment γιόρτασαν πέρυσι τα 25 τους χρόνια, δεν έχουν χάσει τίποτα από το νεανικό τους πάθος. Από τη στιγμή που τα έξι βασικά μέλη της ομάδας αποφοίτησαν από το Πανεπιστήμιο του Έξετερ, διατήρησαν συνεχώς την καλλιτεχνική τους συνεργασία, επιβεβαιώνοντας τη θέση τους ως καινοτόμοι του σύγχρονου θεάτρου. Με επικεφαλής τον καλλιτεχνικό διευθυντή και σκηνοθέτη Τιμ Έτσελς, οι Ρόμπιν Άρθουρ, Ρίτσαρντ Λόουντον, Κλερ Μάρσαλ, Κάθι Νέιντεν και Τέρι Ο’Κόνορ συνεχίζουν να υπηρετούν αυτό που αποκαλείται θέατρο της επινόησης, χρησιμοποιώντας αυτοσχεδιασμούς και πειραματισμούς που τους έχουν δώσει επάξια μια θέση στη σύγχρονη αβανγκάρντ. Το «Void Story» ακολουθεί ένα ζευγάρι πρωταγωνιστών σε ένα δύσκολο ταξίδι, ανάμεσα στα συντρίμμια της σύγχρονης κοινωνίας και κουλτούρας. Το ζευγάρι περνά

από το ένα φρικιαστικό αστικό τοπίο στο επόμενο, πέφτουν θύματα κλοπής, πυροβολισμών και επίθεσης εντόμων, τους κυνηγούν μέσα σε υπόγεια τούνελ, κρύβονται σε μεταφορικά ψυγεία και στοιχειωμένα ξενοδοχεία, χάνονται σε σοκάκια και σε ακατανόητα λούνα παρκ... Η διαδρομή τους μέσα σε μια νύχτα είναι τόσο έντονη που μοιάζει να μην υπάρχει πουθενά φως. Οι Forced Entertainment παρουσιάζουν τη σκοτεινή αλλά και κωμική ιστορία του «Void Story» σαν να πρόκειται για ένα ραδιοφωνικό έργο, καθισμένοι σε τραπέζια και γυρνώντας τις σελίδες του έργου, αναπαράγοντας τις φωνές του ζευγαριού και μιμούμενοι τους ήχους. Ταυτόχρονα, η σκηνή γεμίζει από μια σειρά προβεβλημένων εικόνων μιας μη υπαρκτής ταινίας, η οποία αντιστοιχεί στο κείμενο του Έτσελς. Η παράσταση ανεβαίνει στο Bios Main, 28, 29 και 30 Ιανουαρίου.

| Ελίνα Μπέη

Σκηνή από την ταινία «Kebab Connection»

«Void Story»

>Χιούμορ στα σημεία Δεν απέχει και πολύ το τραγικό απ’ το αστείο, αλλά πόσο εύκολα μπορεί να κάνει κανείς πλάκα με ένα θέμα όπως η μετανάστευση; Εύκολα, αν θυμηθούμε την ταινία του Κώστα Γαβρά «Παράδεισος στη Δύση», που προβλήθηκε πέρυσι και διάνθισε με χιούμορ, σαρκασμό και φαντασία την καταθλιπτική κατά τα άλλα ιστορία του πρωταγωνιστή Ηλία. Την ίδια σαρκαστική διάθεση μοιάζει να έχει και το κινηματογραφικό πρόγραμμα «Από την πολυπολιτισμική Ευρώπη με εύθυμη διάθεση» του Ινστιτούτου Γκαίτε (Ομήρου 14-16), προβάλλοντας, από την 1η έως και τις 24 Φεβρουαρίου, πέντε ταινίες μικρού και επτά μεγάλου μήκους, όλες μυθοπλασίας από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, που δοκιμάζουν την τεχνική της αφύπνισης και μοιάζουν να ρίχνουν ένα γλυκόπικρο χαμόγελο στη μετανάστευση, τη μοναξιά, τη διαφορετικότητα, τη σύγχυση, τις κωμικοτραγικές

καταστάσεις που προκαλεί η συνάντηση διαφορετικών παραδόσεων και πολιτισμών. Εκμεταλλευτείτε την ελεύθερη είσοδο και παρακολουθήστε ταινίες όπως το «Just Get Married» του Hussam Chadat, για έναν Σύριο στη Γερμανία που χρειάζεται για την άδεια παραμονής του στη χώρα οπωσδήποτε γερμανίδα νύφη, το «Die Sprachschule» του Andi Bausch, όπου εκδιδόμενες του Ανατολικού Μπλοκ στο Λουξεμβούργο μαθαίνουν τη γλώσσα της χώρας για να μπορούν να ψαρεύουν και «γλωσσικά καθώς πρέπει» δημοσίους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πελάτες, το «Parlez-moi d’ amour» του Φίλιππου Τσίτου, για έναν Ρώσο κι έναν Έλληνα στο Βερολίνο που μιλούν μεταξύ τους ο καθένας στη γλώσσα του, για τον έρωτα κ.ά. Όλο το πρόγραμμα των προβολών υπάρχει αναλυτικά στη διεύθυνση www.goethe.de/athen.

| Αγγελική Μπιλλίνη


>>

ΠΟΝΤΙΚΙart 28.1-3.2.10

33/9

>Η Αλίκη στη χώρα του Διαδικτύου Αμέτρητες γενιές δημιουργών έχουν εμπνευστεί από τα έργα του Λιούις Κάρολ η «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» και «Μέσα από τον καθρέφτη». Αυτή τη φορά, στο «Wonderland», η Άντζελα Μπρούσκου σκηνοθετεί την Όλια Λαζαρίδου σε μια Αλίκη που «μπλέκει» στο Ίντερνετ. Η σύγχρονη εκδοχή της λαγότρυπας θέλει την ηρωίδα ενήλικη, να σερφάρει, να μπαίνει μέσα σε μία τεράστια οθόνη υπολογιστή και να παγιδεύεται μέσα στα σκοτεινά δωμάτια του Διαδικτύου. Εκεί αναζητά συγκεκριμένα πρόσωπα και μέρη που έχει ξαναζήσει και αρχίζει να συνειδητοποιεί πόσο παράλογος είναι ο κόσμος των ενήλικων. Οι χαρακτήρες του παραμυθιού εμφανίζονται μέσα από απόηχους μνήμης και μεταμφιέζονται συνεχώς, αποκαλύπτοντας πίσω από τις μάσκες τους τον αυταρχικό κόσμο που νουθετεί την Αλίκη. Το ταξίδι

της στη Χώρα των Θαυμάτων είναι στην πραγματικότητα η ανάγκη της για αυτογνωσία, μέσα από εικόνες που άλλοτε γίνονται εφιαλτικές και άλλοτε ξεχειλίζουν από σουρεαλιστικό χιούμορ. Στη σύγχρονη δραματουργική επεξεργασία της Μπρούσκου ο συνδετικός κρίκος που προκύπτει είναι ο ρόλος του ίδιου του συγγραφέα και φωτογράφου (τον υποδύεται ο Μάξιμος Μουμούρης), ο οποίος την ακολουθεί κατά πόδας σε όλες τις ενήλικες περιπέτειές της. Το έργο ανεβαίνει την 3η Φεβρουαρίου και για δέκα παραστάσεις στο Παλλάς. Η μουσική θα είναι ζωντανή, από τον νέο συνθέτη Απόλλωνα Ρέτσο, ο οποίος έχει γράψει πρωτότυπες συνθέσεις αλλά και διασκευές γνωστών τραγουδιών, ειδικά για το έργο. Παίζουν επίσης: Σταύρος Γιαγκούλης, Μανώλης Καρυωτάκης, Χαρά Κότσαλη, Αθηνά Κουτσιανούλη κ.ά.

| Ελίνα Μπέη Όλια Λαζαρίδου

>Πικάσο στην οδό Μέρλιν Τα φθινοπωρινά εγκαίνια του αθηναϊκού παραρτήματος της περίφημης Γκαλερί Gagosian δημιούργησαν δικαιολογημένο ενθουσιασμό στους κύκλους των φιλότεχνων. Για να ποντάρει ο κύριος Γκαγκόζιαν στην Αθήνα γνωρίζει κάτι που δεν ξέρουμε εμείς. Η πρώτη έκθεση της νέας χρονιάς έρχεται να επιβεβαιώσει τις προσδοκίες με μία έκθεση Πικάσο. Εντάξει, δεν είναι ζωγραφική, αλλά ο Πικάσο είναι (ήταν) Πικάσο, με ό,τι κι αν καταπιανόταν. Στην έκθεση που εγκαινιάζεται στις 28 Ιανουαρίου μας περιμένει μια σειρά με χαρακτικά σε λινόλαιο, που φιλοτέχνησε ο εμβληματικός καλλιτέχνης του 20ού αιώνα από το 1959 έως το 1963. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 o Πάμπλο Πικάσο κατοικούσε το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου στη νότια Γαλλία. Η μεγάλη απόσταση από το Παρίσι όπου βρίσκονταν οι τυπογράφοι με τους οποίους συνεργαζόταν δυσκόλευε πολύ την παραγωγή των έργων του. Άρχισε έτσι να πειραματίζεται με τη χαρακτική σε λινόλαιο, Faunes et Chevre έναν πολύ πιο άμεσο τρόπο δουλειάς, κατά τον οποίο χάραζε ένα σχέδιο πάνω σε μία επιφάνεια από λινόλαιο χρησιμοποιώντας μαχαίρι, σμίλη ή σκαρπέλο. Το πρώτο του χαρακτικό σε λινόλαιο, το «Toros en Vallauris» (1954), ήταν μία απλή ασπρόμαυρη εκτύπωση, αλλά το 1959 είχε αρχίσει πλέον να εκφράζεται εξαιρετικά μέσω αυτής της τεχνικής και τον είχε απορροφήσει εντελώς η διαδικασία της. Επειδή όμως βρήκε χρονοβόρα τη διαδικασία

της παραδοσιακής τεχνικής, αποφάσισε να εφεύρει έναν πιο απλό τρόπο: αντί να χρησιμοποιεί μία ξεχωριστή επιφάνεια από λινόλαιο για κάθε χρώμα, άρχισε να ξαναχαράζει την ίδια επιφάνεια. Χάραζε και ξανατύπωνε ανάλογα με τον αριθμό των χρωμάτων που ήθελε να χρησιμοποιήσει σε κάθε έργο. Από το 1959 έως το 1962 ο Πικάσο έφτιαξε περίπου εκατό χαρακτικά, χρησιμοποιώντας τη νέα μέθοδο που είχε αναπτύξει. Το 1963 πειραματίστηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα με μία ακόμη πρωτότυπη τεχνική για χαρακτική σε λινόλαιο, χαρακτηριστικό παράδειγμα της οποίας αποτελεί το έργο «L’Etreinte 1» (Embrace), που απεικονίζει έναν άντρα και μία γυναίκα σε έναν δυναμικό εναγκαλισμό. Εκτύπωνε το χαρακτικό με μελάνι σε κρεμ απόχρωση πάνω σε λευκό χαρτί και μετά ζωγράφιζε πάνω στο ίδιο το χαρτί με σινική μελάνη. Στη συνέχεια ξέπλενε το χαρτί με νερό, διαδικασία που ο Πικάσο απολάμβανε ιδιαίτερα. Οι περιοχές που δεν είχαν επάνω κανένα τύπωμα απορροφούσαν το μαύρο μελάνι, αλλά όπου υπήρχε το λιπαρό κρεμ μελάνι, η σινική μελάνη ξεγλιστρούσε. Η τεχνική αυτή δημιουργούσε μία εικόνα που έμοιαζε σαν να είναι και ζωγραφισμένη αλλά και τυπωμένη. Η έκθεση στον αριθμό 3 της οδού Μέρλιν θα διαρκέσει έως τις 10 Απριλίου. Η γκαλερί θα είναι ανοικτή από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, 11π.μ. με 6 μ.μ. και το Σάββατο μόνο με ραντεβού.

| Δημήτρης Ρηγόπουλος

Γύρω γύρω πόλη... Της Άννας Βλαβιανού

28 Ιανουαρίου. Κρύο και τρακτέρ στους δρόμους. Μόνο ο Μαζωνάκης δεν κρυώνει και βγήκε στους δρόμους γυμνός. Εκπτώσεις και προσφορές, γενικώς. Ό,τι πάρεις – σου δίνω κι ένα επιπλέον. Τι αξία έχει πια ένα πράγμα μόνο του; Μια εφημερίδα χωρίς το DVD της! Ένα περιοδικό χωρίς την τσάντα του! Ένα απορρυπαντικό χωρίς το μαλακτικό του! Πάνε οι εποχές του «Εγώ με την αξία μου…». Καλή η αξία σου, φίλε, αλλά χωρίς extra bonus ποιος θα σε πάρει; Εποχές προσφορών. Εποχές αμπαλάζ! Το περιεχόμενο μόνο του δεν αρκεί. Βάλε κάτι παραπάνω… Είδα τη Χαρούλα Αλεξίου στο Παλλάς και κατάλαβα πόσο δύσκολο είναι να χωρέσει σε ένα πρόγραμμα μια καριέρα 40 χρόνων. Τι να πρωτοτραγουδήσει και ποιους να πρωτοευχαριστήσει. Πάντα κάτι θα μένει απ’ έξω. Σ’ αυτές τις συναυλίες έκανε μια προσπάθεια να θυμηθεί τραγούδια του ρεπερτορίου της που είχε πολλά χρόνια να πει. Όπως το «Φεύγω και μη με περιμένεις», τη «Ρόζα» του Μαρκόπουλου, το «Είσαι η νύχτα με τα αινίγματα», το «Έλα μαζί μου»… Η Αλεξίου έχει πολύ μεγάλο ρεπερτόριο και πολλά τραγούδια-επιτυχίες. Ο κόσμος που πάει να την ακούσει θέλει πάντα τα γνωστά, αγαπημένα κομμάτια. Αυτά που έχει συνδέσει με στιγμές προσωπικές. Όσο πιο δημοφιλής είναι ένας καλλιτέχνης τόσο πιο «δεμένος» είναι στην εικόνα του και το υλικό του. Η Αλεξίου ανθίσταται στη σύμβαση γι’ αυτό και ερμηνεύει πάντα τραγούδια άλλων. Κι εδώ το έκανε, αλλά δεν μπορεί να το κάνει πολύ. Δεν της το επι-

τρέπουν, και να θέλει. Είδα τη Χαρούλα στο Παλλάς και μπορώ να πω με σιγουριά πως τόσο λαμπερά πρόσωπα δεν υπάρχουν στο τραγούδι. Την εικόνα της πάνω στη σκηνή χαίρεσαι να τη βλέπεις. Οικεία μεν, αληθινή ντίβα δε. Μια γυναίκα δυναμική που μαγνητίζει. Της πάει πολύ ο κλειστός χώρος. Όπου δεν σουλατσάρει ο κόσμος, δεν αποσπάται. Είχε τουλάχιστον πέντε χρόνια να κλείσει το ρεπερτόριό της σε έναν εσωτερικό χώρο, σε μια σκηνή θεάτρου, με θεατρικούς όρους, και το αποτέλεσμα είναι μαγικό. Αυτός είναι ο φυσικός της χώρος. Εδώ κάνει περίπατο. Εδώ ανοίγει την καρδιά της. Έμαθα για τις καινούργιες συναυλίες που έρχονται και δεν τις βρήκα πολύ σπουδαίες. Πάλι η Έμα Σάπλιν. Πάλι η Ούτε Λέμπερ. Πάλι η Μίσια. Προφανώς τις θεωρούν σίγουρα «χαρτιά». Ποιος παίρνει ρίσκα σε τέτοιους καιρούς! «Γεμίσαμε με Πακιστανούς» είπαν οι δύο Αλβανοί δίπλα μου στο Μετρό με φανερή αγανάκτηση. Χαμογέλασα. Με είδαν. Λες να νιώθουν ήδη Έλληνες; Είδα, πάλι, ένα σωρό πολιτικούς στις επίσημες πρεμιέρες των ημερών. Μεγάλη προσέλευση, τελευταία. Καλοντυμένοι, χαμογελαστοί, οικογενειάρχες. Βέβαια, στα big θεάματα πάντα. Εκεί που παίζεται τώρα το «παιχνίδι» της τέχνης, κανένας. Προφανώς γιατί σ’ αυτά τα μέρη δεν υπάρχουν και φωτογράφοι. Ούτε και μπουφεδάκι, μετά.


10/34

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

>>

«Μια ζωή σε ροζ και μαύρο»

>Θεατές σε μια ζωή-παραμύθι «Θέλω να κάνω τους ανθρώπους να κλαίνε, ακόμα κι όταν δεν καταλαβαίνουν τα λόγια μου», συνήθιζε να λέει η Εντίθ Πιαφ, εκφράζοντας η ίδια την πεμπτουσία της τέχνης της. Θρυλική μορφή αλλά και προσιτή, μικροκαμωμένη αλλά αφάνταστα επιβλητική, έκανε όλο τον κόσμο να μιλά για αυτήν. Το «Μια ζωή σε ροζ και μαύρο» είναι μια θεατροποιημένη μουσική βιογραφία που προσπαθεί να συμπυκνώσει τη ζωή της. Τρεις πρωταγωνιστές έρχονται να αποτίσουν φόρο τιμής στον «μύθο», να «μιλήσουν» για το πώς γεννήθηκαν τραγούδια όπως το «La vie en rose», το «L’hymne à l’amour», το «Milord» ή το «Non, je ne regrette rien». Ο Ζακ Πεσίς, δημοσιογράφος, συγγραφέας και ιστορικός της μουσικής, μας ξαναθυμίζει την καριέρα της Πιαφ, σταματώντας στις ημερομηνίες-κλειδιά της ζωής της. Και η Ναταλί Λερμίτ διανθίζει τη διήγηση με τα αθάνατα τραγούδια της μεγάλης καλλιτέχνιδας, συνοδευόμενη από τον Ορελιάν Νοέλ στο ακορντεόν. Η σκηνοθεσία της Ρουμπιά Ματινιόν υπογραμμίζει την αλληλεπίδραση του αφηγητή, της τραγουδίστριας-ηθοποιού και του μουσικού και προκαλεί τη συμμετοχή του κοινού. Στο επίκεντρο όλων βρίσκεται φυσικά η Εντίθ Γκασιόν, ένα κορίτσι που μεγάλωσε σε μια φτωχογειτονιά του Παρισιού και στα μπαρ της Πιγκάλ, έγινε το «μικρό σπουργίτι» και στη συνέχεια η αγαπημένη «Εντίθ». Από τη ζωή της παρελαύνουν εξίσου θρυλικές προσωπικότητες: Ο Μαρσέλ Σερντάν, με τον οποίο έζησε έναν τραγικό έρωτα, ο Ιβ Μοντάν, ο Σαρλ Αζναβούρ, ο Ζορζ Μουστακί και ο Ζαν Κοκτό, ένας καλός της φίλος με τον οποίο πέθαναν την ίδια ημέρα. Η παράσταση ανεβαίνει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Φίλων της Μουσικής), σε επιμέλεια Αλέν Ντελόν, Ζακ Πεσίς και Τιερί Μαρτίν. Για την Κυριακή 31 Ιανουαρίου τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν εν ριπή οφθαλμού. Οι διοργανωτές κανόνισαν μία έξτρα παράσταση, τα εισιτήρια της οποίας αποτελούν επίσης παρελθόν. Όσοι πιστοί... προλάβετε για την άλλη έξτρα απογευματινή παράσταση (την Κυριακή 31 Ιανουαρίου, στις 17.00), εισιτήρια για την οποία ως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές τουλάχιστον διατίθενται. | Ελίνα Μπέη

>Απαραίτητη η γονική συναίνεση Τι μπορεί να πάθει ένα ποιμενικό μυθιστόρημα του Λόγγου όπως το «Δάφνις και Χλόη» όταν πέσει στα χέρια του Κωνσταντίνου Ρήγου (Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, 29-31/1, 2-3/2); Να μεταμορφωθεί από ρομαντική ιστορία αγάπης μεταξύ εφήβων σε «hardcore» ξύπνημα της σεξουαλικότητας, σε παράσταση ακατάλληλη για νέους κάτω των 15 ετών. Να μετακομίσει από τα eco-friendly λιβάδια που συνήθως διαδραματίζεται, σε έναν χώρο που θυμίζει αίθουσα μουσείου ή δωμάτιο αναγεννησιακής έπαυλης. Να ταυτίσει τη φύση με μια σύγχρονη παρακμιακή εικόνα της, τοποθετώντας το ζευγάρι-σύμβολο του απόλυτου έρωτα σε ένα τοπίο απορριμμάτων. «Δάφνις και Χλόη» Βέβαια, ο Κωνσταντίνος Ρήγος με το χοροθέατρό του Οκτάνα δεν αναμετράται για πρώτη φορά με το βουκολικό στόρι, το «άγγιξε» και το 1995, αποσπώντας το Κρατικό Βραβείο Χορού, τοποθετώντας τότε οκτώ χορευτές σε ένα νεορομαντικό περιβάλλον και διαιρώντας τον ρόλο της Χλόης σε τρεις γυναικείες μορφές. Εν έτει όμως 2010, στις παραστάσεις της Θεσσαλονίκης, που θα μετακομίσουν στις αρχές Μαρτίου στο Παλλάς (1-4 και 8/3), ο Ρήγος κρατά τις νότες του Μορίς Ραβέλ, το λιμπρέτο του Μισέλ Φοκίν, αλλά τώρα οι οκτώ –και πάλι– χορευτές του υποδύονται σύγχρονες φιγούρες που διεκδικούν τον έρωτα, απαιτούν την απόλαυση της σάρκας με κάθε τρόπο, ακόμα και με τη βία. Σύμφωνα με την Ξένια Αηδονοπούλου, υπεύθυνη για τη δραματουργική επεξεργασία του έργου, ο Ρήγος «συνδιαλέγεται με τον εγγενή λυρισμό του “Δάφνις και Χλόη”, άλλοτε υπονομεύοντάς τον και άλλοτε υπερβαίνοντάς τον, για να οδηγήσει τη σκηνική δράση σε καταστάσεις που συντείνουν στη δημιουργία μιας επικίνδυνης και κάποτε ανεξέλεγκτης ατμόσφαιρας. Το γυμνό σώμα, που αποτελεί για τον Ρήγο βασικό θέμα στις δημιουργίες του, απαντάται εδώ στην κορυφαία στιγμή του, όταν η φθορά και ο θάνατος φαντάζουν συμβάντα πολύ μακρινά».

| Αγγελική Μπιλλίνη

«Άτιτλο»

>Με αφορμή τον Μπέκετ Ο Σάμιουελ Μπέκετ ή Σαμ για τους φίλους του ήταν μινιμαλιστής, βαθιά απαισιόδοξος, μοναχικός, ριζοσπαστικός, ένας πεσιμιστής με εξαιρετική ζωντάνια που έγραψε για το παράλογο της ανθρώπινης φύσης. Για την εικαστικό Ευσταθία Μπίρμπα όμως, που αυτές τις μέρες ολοκληρώνει μία σπουδή πάνω στον ιρλανδό δραματουργό, όλα τα παραπάνω επίθετα δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Αφενός επειδή η ίδια αποφεύγει να ακολουθήσει τις ετικέτες που του βάζουν και αφετέρου επειδή το έργο του είναι τόσο οικείο και κατανοητό για κείνη που δεν χωρά αυστηρές περιχαρακωμένες κατηγοριοποιήσεις. Σύμφωνα με την ίδια η περφόρμανς της «Άτιτλο - Μια σπουδή στον Σάμιουελ Μπέκετ», που κάνει πρεμιέρα στις 4 Φεβρουαρίου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, με πρωταγωνιστή τον Άρη Σερβετάλη

και η οποία χρησιμοποιεί ως βάση το κείμενο «Embers» («Στάχτες», 1957), δεν έχει σκοπό να εγείρει συζητήσεις γύρω από το έργο του Μπέκετ• μόνος της στόχος είναι η σιωπή και η περισυλλογή. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας, βίντεο και ηχητική εγκατάσταση, η Μπίρμπα δημιουργεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο κατοικεί μια ανθρώπινη φιγούρα, μια μορφή, εγκλωβισμένη σε έναν προδιαγεγραμμένο κύκλο επανάληψης, που βρίσκει τη λύτρωση μέσα από την εξόντωση του σώματος και του λόγου. Και αν για τον Σερβετάλη το «Άτιτλο» είναι ένα δύσκολο εγχείρημα διάρκειας 40 λεπτών, όπου ο ίδιος καλείται να διαχειριστεί τον χώρο της σκηνής με μόνο εκφραστικό εργαλείο το σώμα του, για την Μπίρμπα αυτή η περφόρμανς ισοδυναμεί με μία απόλυτα πραγματική στιγμή αλήθειας.

| Αγγελική Μπιλλίνη


>>

ΠΟΝΤΙΚΙart 28.1-3.2.10

35/11

> Τα μελαγχολικά γενέθλια του Φιξ Το 2010 θα έπρεπε να είναι κανονικά ένας εορταστικός χρόνος για το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Συμπληρώνει δέκα χρόνια ζωής και από τις 10 Ιανουαρίου θα έπρεπε να είναι στο «σπίτι» του, δηλαδή στο ανακαινισμένο Φιξ της λεωφόρου Συγγρού. Επιπλέον, σήμερα εγκαινιάζεται η μεγάλη αναδρομική έκθεση του Χρόνη Μπότσογλου. Αλλά δεν υπάρχουν πραγματικά πολλοί λόγοι για να ανοίξουν σαμπάνιες απόψε στις αίθουσες του Ωδείου Αθηνών. Το παλιό εργοστάσιο εξακολουθεί να είναι ένα ερείπιο που ευτυχώς δεν το πολυβλέπουμε, είτε γιατί το συνηθίσαμε τόσα χρόνια πια είτε γιατί έχει καλυφθεί από λινάτσες γιγαντιαίων διαστάσεων, όπως συμβαίνει με τα γιαπιά. Και η παράταση της παραμονής του άστεγου μουσείου μας στο Ωδείο Αθηνών έγινε δυνατή ύστερα από παρέμβαση του υπουργού Πολιτισμού. Το ΕΜΣΤ δεν έχει χρήματα για ενοίκια και η διοίκηση του Ωδείου υποχρεώθηκε σιωπηλώς να αποσύρει τις

οικονομικές της απαιτήσεις. Το τι μας περιμένει σ’ αυτό το μελαγχολικό σίριαλ είναι ακόμα άγνωστο. Οι εργασίες στο Φιξ σταμάτησαν οριστικά (αφού σερνόντουσαν για έναν περίπου χρόνο, συν το πρόβλημα που προέκυψε από την ανάγκη απομάκρυνσης του αμιάντου), όταν το πρώην Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΜΣΤ ξεκίνησε τις διαδικασίες έκπτωσης του εργολάβου (ΒΙΟΤΕΡ ΑΕ). Η εταιρεία ισχυρίζεται ότι οι μελέτες δεν ήταν ικανοποιητικές, με αποτέλεσμα να αναθεωρείται ο προϋπολογισμός και να εγείρει οικονομικές απαιτήσεις. Το μουσείο απαντάει ότι ο εργολάβος ήταν υποχρεωμένος να ελέγξει τις μελέτες πριν υπογράψει τη σύμβαση. Μην τα ψάχνετε, κουβάρι. Που έχει κληθεί να ξεμπερδέψει το δικαστήριο, ύστερα από την κατάθεση ασφαλιστικών μέτρων εκ μέρους της ΒΙΟΤΕΡ. Η έκδοση της απόφασης μπορεί να πάρει κάποιους μήνες (όχι πάνω από τρεις, ελπίζουμε) και το ΕΜΣΤ δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει. Οι

νομικοί του σύμβουλοι θεωρούν ότι θα μπορούσε να κινήσει τις διαδικασίες αναζήτησης νέου εργολάβου χωρίς να έχει την απόφαση στα χέρια του. Θεωρητικά θα ακολουθηθεί το μοντέλο του Μουσείου της Ακρόπολης. Θα επιστρέψουν στον μειοδοτικό διαγωνισμό που είχε αναδείξει νικήτρια τη ΒΙΟΤΕΡ και θα πάνε στους επόμενους. Στον δεύτερο, κι αν δεν επιθυμεί να αναλάβει το έργο, στον τρίτο κ.ο.κ. Με αυτό το σενάριο τα έργα στο Φιξ θα μπορούσαν να ξαναρχίσουν μέσα στην άνοιξη. Σύμφωνα με την καλλιτεχνική διευθύντρια του ΕΜΣΤ Άννα Καφέτση χρειάζονται είκοσι μήνες δουλειάς για να δούμε το καινούργιο Φιξ. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ένα έργο που αγωνιούσαμε αν θα ήταν έτοιμο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 πάει ολοταχώς για το 2012. Στην καλύτερη περίπτωση!

| Δημήτρης Ρηγόπουλος

> Υπερασπίζοντας τα αυτονόητα

Έργο της Μανταλίνας Ψωμά

Το Athens Pride Festival, μια πολύχρωμη γιορτή - δήλωση υπερηφάνειας για όλους τους συμμετέχοντες, ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικών προτιμήσεων, διοργανώθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 2005, με σκοπό την προβολή της θετικής εικόνας και την αποδοχή των γκέι, λεσβιών, αμφί και τρανσεξουαλικών ατόμων (LGBT), την καταπολέμηση των διακρίσεων εναντίον τους και την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Φέτος, οι εκδηλώσεις του 6ου Φεστιβάλ θα κορυφωθούν στις 5 Ιουνίου, με τη μεγάλη παρέλαση στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας. Στις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου, τα Pride Festivals είναι ετήσιος θεσμός κάθε Ιούνιο εδώ και δεκαετίες και πραγματοποιούνται ως υπόμνηση των γεγονότων στο μπαρ Stonewall Inn, στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης, στις 28 Ιουνίου 1969, όταν για πρώτη φορά, σε μαζικό επίπεδο, γκέι, λεσβίες και τραβεστί αντιστάθηκαν και αντεπιτέθηκαν στις προσπάθειες καταστολής της έκφρασης της ομοερωτικής επιθυμίας. Από πέρυσι, οι διοργανωτές πρόσθεσαν στις αθηναϊκές εκδηλώσεις και την έκθεση εικαστικών έργων σύγχρονης τέχνης με τίτλο Artists for Athens Pride. Έτσι, φέτος η έκθεση Artists for Athens Pride II, σε επιμέλεια της Andrea Gilbert, θα διεξαχθεί για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά στη Γκαλερί The Breeder (Ιάσονος 45, 2-13 Φεβρουαρίου) και θα συνοδευτεί από δημοπρασία των έργων, το Σάββατο 6 Φεβρουαρίου, τα έσοδα της οποίας θα διατεθούν εξ ολοκλήρου για την υποστήριξη του φεστιβάλ. Στην έκθεση έχουν παραχωρήσει αφιλοκερδώς έργα τους που καλύπτουν κάθε σύγχρονη εικαστική μορφή (ζωγραφική, γλυπτική, φωτογραφία, σχέδιο, βίντεο-animation, κολάζ, μεταξοτυπία, ψηφιακές τεχνικές), είκοσι δυο καλλιτέχνες, Έλληνες και ξένοι (Στηβ Γιαννάκος, Zoe Charlton, Κωνσταντίνος Κακανιάς, Τέο Μιχαήλ, Άγγελος Παπαδημητρίου, Λήδα Παπακωνσταντίνου, Poka-Yio, Νίκος Χαραλαμπίδης κ.ά.). Τα σπουδαία, ούτως ή άλλως, έργα θα διατίθενται σε εξαιρετικά προσιτές τιμές, ενώ η σημαντική συμβολή του Athens Pride Festival στην υπεράσπιση, κατά τα άλλα αυτονόητων αλλά ακόμη εκκρεμών και υπό διεκδίκηση, δικαιωμάτων τα καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικά. | Γιάννης Κουκουλάς

>Αναζητήστε την αθωότητα «Δεν βλέπεις καθαρά αν δεν βλέπεις με την καρδιά. Το ουσιώδες είναι αόρατο στα μάτια». Η φράση αυτή που λέει η αλεπού στον «Μικρό πρίγκιπα», στο ομώνυμο παραμύθι του γάλλου συγγραφέα Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί, είναι από τις διασημότερες της παιδικής λογοτεχνίας. Κι όμως. Η ιστορία του δεν έκλεψε ποτέ μόνο τις παιδικές καρδιές. Άνθρωποι κάθε ηλικίας συγκινήθηκαν από το ταξίδι του λιλιπούτειου ήρωα, σε ένα διαπλανητικό σύμπαν που μας παρασέρνει με τις περιπέτειές του σε ιδεαλιστικά ζητήματα για τη ζωή και την ανθρώπινη φύση. Και το αγοράκι με το κατάξανθο μαλλί, το κίτρινο τυλιχτό κασκόλ και το πράσινο

παντελονάκι, καθισμένο πάνω στον αστεροειδή Β 612, έγινε σύμβολο της παιδικής αθωότητας, που ακόμα και σήμερα κάπου έχουμε κρυμμένη μέσα μας. Θα έχουμε μια σπάνια ευκαιρία να την ανακαλύψουμε εκ νέου, από τις 3 Φεβρουαρίου, όπου ο «Μικρός πρίγκιπας» θα ζωντανέψει στον Θόλο του Νέου Ψηφιακού Πλανηταρίου του Ιδρύματος Ευγενίδου (Λεωφ. Συγγρού 387, Π. Φάληρο). Η ψηφιακή παράσταση αποτελεί μια παραγωγή της ιαπωνικής εταιρείας GΟΤΟ. Η χώρα μας μάλιστα είναι η πρώτη που θα τη φιλοξενήσει. Τους ήρωες θα ζωντανέψουν φωνές ηθοποιών, όπως των: Ντορίνας Θεοχαρίδου (Μικρός πρίγκιπας), Σπύρου

Παπαδόπουλου (στον ρόλο του πιλότου - alter ego του συγγραφέα), Ξένιας Καλογεροπούλου (αλεπού που εξημερώνεται από τον Μικρό πρίγκιπα), Ζέτας Μακρυπούλια (τριαντάφυλλο), Βασίλη Χαραλαμπόπουλου (φίδι), Βασίλη Καΐλα (γεωγράφος). Τη σκηνοθεσία της μεταγλώττισης υπογράφει ο Αργύρης Παυλίδης. Το βιντεοκλίπ του τραγουδιού ο «Μικρός πρίγκιπας» είναι συνεργασία των Μάριου Φραγκούλη, Παρασκευά Καρασούλου (στίχοι), Παναγιώτη Σιμόπουλου (σκηνοθεσία). Είναι ίσως περιττό, αλλά θα το πούμε: δεν υπάρχει όριο ηλικίας. Η παράσταση απευθύνεται σε θεατές από 5 έως… 105 ετών!

| Χρυσούλα Παπαϊωάννου


12/36

Θ έατρο

Της Χαράς Αργυρίου

Γυναικείες εξομολογήσεις

Ο Γιώργος Νανούρης μεταφέρει στο θέατρο το βραβευμένο βιβλίο του Ατίκ Ραχίμι «Πέτρα της υπομονής», στο οποίο κάθε γυναίκα αναγνωρίζει κάτι απ’ τον δικό της στενάχωρο βίο

Ο

Γιώργος Νανούρης είναι ιδιαίτερη περίπτωση καλλιτέχνη. Νέος και ταλαντούχος ηθοποιός, χωρίς να είναι επαγγελματίας σκηνοθέτης, κατάφερε με την παράσταση «Εδώ» να μας ταρακουνήσει. Συνεχίζοντας τη σκηνοθετική του διαδρομή παρουσιάζει τώρα την «Πέτρα της υπομονής», ένα έργο με θέμα τη θέση της γυναίκας στο Αφγανιστάν σήμερα, και όχι μόνο. Η παράσταση είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Ατίκ Ραχίμι, που χαρακτηρίστηκε ως ένα μικρό αριστούργημα (το 2008 κέρδισε το βραβείο Γκονκούρ, το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Γαλλίας). Με τη σκηνοθεσία διατηρεί σχέση αγάπης: «Δεν είναι τακτική, δεν προκύπτει βάσει προγράμματος. Δεν ξέρω αν θα συνεχίσει και πώς», λέει ο Γιώργος Νανούρης. Πάντως, «τις φορές που σκηνοθετώ κάτι συμβαίνει». Ο λόγος που τον ωθεί κάθε φορά στην περιπέτεια έχει να κάνει με το εκάστοτε κείμενο. Γιατί εν αρχήν ην ο λόγος. «Δεν λέω “θέλω να σκηνοθετήσω”, γενικώς και αορίστως, αλλά συγκεκριμένα». Εν προκειμένω «μου άρεσε πολύ το κείμενο. Μου το σύστησε η Όλια Λαζαρίδου. Ελπίζω να το κάνω καλά. Έχω αυτή την αγωνία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι συνεργάζομαι με μια εξαιρετική ηθοποιό (σ.σ.: Νεκταρία Γιαννουδάκη)». Και αυτή τη φορά, όπως και στο «Εδώ», επέλεξε να σκηνοθετήσει ένα μη θεατρικό έργο. «Επειδή δεν είμαι επαγγελματίας σκηνοθέτης σκηνοθετώ εκείνο που θέλω να επικοινωνήσω και σε άλλους ανθρώπους. Έχει για μένα περισσότερο ενδιαφέρον να δουλέψω σε κάτι που δεν είναι αμιγώς θεατρικό και να ψάξω το πώς μπορώ να το μεταφέρω στο θέατρο. Κρύβει μια άλλη πρόκληση». Εδώ τον εξιτάρει πιο πολύ το γεγονός ότι πρόκειται για μυθιστόρημα. «Γιατί μπορεί να κρύβει παραπάνω δυσκολίες, από την άλλη όμως σου δίνει την ελευθερία να το χειριστείς όπως θέλεις». Στο έργο μια νεαρή αφγανή γυναίκα μιλά στον άντρα της που είναι σε κώμα, για τη σχέση τους, τα όνειρά της, τη ζωή της, τις επιθυμίες της, για τον πόλεμο, τη βία, τη θρησκεία, το φόβο, τον έρωτα... Του εξομολογείται για πρώτη φορά αλήθειες που ίσως κάθε γυναίκα σ’ αυτό τον κόσμο θέλει να πει στο σύντροφό της αλλά δεν το τολμά... Και μάλλον κρύβει μέσα της αλήθειες γυναικών από κάθε γωνιά της Γης. Σε αυτό το παραλήρημα αποφασίζει να του φανερώσει και το μεγάλο

Μουσική

Γιώργος Νανούρης, Νεκταρία Γιαννουδάκη, Δρόσος Σκώτης της μυστικό. Και ο άντρας της γίνεται γι’ αυτήν η πέτρα της υπομονής… «Σύμφωνα με την περσική μυθολογία, υπάρχει μια μαγική πέτρα που τη βάζεις μπροστά σου και της λες όλα σου τα βάσανα, τους πόνους, όλα σου τα μυστικά. Μέχρι που μια μέρα η πέτρα σκάει, εκρήγνυται. Κι εκείνη ακριβώς τη μέρα λυτρώνεσαι» εξηγεί ο σκηνοθέτης. Μόνο οι γυναίκες θα ταυτιστούν μαζί της; «Πολλά πράγματα από αυτά που λέει η γυναίκα στον άντρα της αφορούν ίσως μόνο τις γυναίκες του Αφγανιστάν, αλλά κάποια άλλα αφορούν πολλές γυναίκες σε κάθε μέρος της Γης. Γιατί αρχίζει να του μιλάει σχεδόν για τα πάντα που έχουν να κάνουν με μια ανθρώπινη σχέση, τη σχέση ενός ζευγαριού, τη συμπεριφορά του άντρα προς τη γυναίκα, το σεξ, τα αισθήματα,

όλα... Νομίζω ότι αυτά τα κομμάτια της παράστασης αφορούν κι άλλες γυναίκες. Οπότε κάθε γυναίκα ίσως να βρει ένα στοιχείο που την αφορά». Μπορεί να πει κάτι και στους άντρες; «Οι γυναίκες θα βρουν στοιχεία του εαυτού τους και οι άντρες θα καταλάβουν πράγματα για τις γυναίκες που ίσως δεν τα έχουν σκεφτεί καν. Έτσι, από αυτή την άποψη, αφορά και τους δύο». «Η πέτρα της υπομονής» του Ατίκ Ραχίμι. Σκηνοθεσία: Γιώργος Νανούρης. Παίζουν: Νεκταρία Γιαννουδάκη, Δρόσος Σκώτης. Θέατρο Χώρα (Μικρή Χώρα). Προγραμματισμένη πρεμιέρα: 31 Ιανουαρίου.

i

Του Μάκη Μηλάτου [makismilatos@in.gr]

Γιάννης Αγγελάκας Οι καταβολές του ήχου του


ΠΟΝΤΙΚΙart 28.1-3.2.10

37/13

Σλάλομ στο χρόνο Θωμάς Μοσχόπουλος

Χρήστος Λούλης

Ιωάννα Παππά

Αργύρης Ξάφης

Περισσότερα ενώνουν παρά χωρίζουν τη «Δωδέκατη νύχτα» του 16ου αιώνα από το «Τι είδε ο μπάτλερ» των sixties υποστηρίζει ο Θωμάς Μοσχόπουλος, που ενώνει στη σκηνή του Θεάτρου Αλίκη τα δύο θεατρικά κείμενα σε μια παράσταση

Ο

Σαίξπηρ συνδιαλέγεται με τον Όρτον κι η ελισαβετιανή κωμωδία συναντά μία φάρσα των 60s στο τολμηρό εγχείρημα του Θωμά Μοσχόπουλου με τον γενικό τίτλο «Ό,τι προτιμάτε». Ένας ενιαίος θίασος δεκαεπτά προσώπων, εναλλάξ κάθε βράδυ (και σε μια μακράς διαρκείας παράσταση την Κυριακή), καλείται όχι μόνο να ζωντανέψει την αινιγματική Ιλλυρία της «Δωδέκατης νύχτας» και την ψυχιατρική κλινική του Δρ. Πρέντις στο «Τι είδε ο μπάτλερ», αλλά και να επιτρέψει το κρυφοκοίταγμα της μίας δραματουργίας (και της κάθε παράστασης!) στην άλλη. Δεν θα δούμε ωστόσο τα δυο έργα ανακατεμένα. «Κάθε παράσταση λειτουργεί αυτόνομα», εξηγεί ο Θωμάς Μοσχόπουλος. «Όποιος θα βλέπει, όμως, μαζί και τις δυο, συνεχόμενα, θα διαπιστώνει ότι από πίσω κρύβεται ένα ενιαίο σκεπτικό. Ούτως ή άλλως, παρά το χάσμα αιώνων που χωρίζει την κλασική, πολυπαιγμένη “Δωδέκατη νύχτα” του 16ου αιώνα από το “Τι είδε ο μπάτλερ” των τρελών sixties, υπάρχουν πάρα πολλές συγγένειες που παραδόξως συνδέουν τα κείμενα». Κοινοί τους άξονες, η τρέλα, που αφηγείται την αλήθεια, ενώ συνδιαλέγεται με την εξαπάτηση και τον αποκλεισμό· η παρενδυσία, που αποκαλύπτει περισσότερα κρυμμένα πάθη από όσες ταυτότητες καλύπτει· η προσπάθεια επιβολής της τάξης σε έναν άτακτο κόσμο, που γεννά μεγαλύτερη ανισορροπία· η υπερβολή, η φαντασίωση, το όνειρο και ο πανταχού παρών έρωτας, στις πολλαπλές, ιδανικές μορφές του, που μεταστρέφεται σε σεξουαλική ανάγκη, εξίσου ισχυρή και κινητήρια απίθανων κωμικών καταστάσεων. Ταυτόχρονα, η

Λίγο πριν τις δύο εμφανίσεις του στην Αθήνα μας ξεναγεί στον δικό του μουσικό κόσμο, παρουσιάζοντας δέκα δίσκους που επέδρασαν καταλυτικά στη ζωή του

παρουσία της μουσικής, ικανής να λειτουργήσει ως ταχυδακτυλουργικό πέρασμα σε έναν άχρονο, παράλληλο κόσμο επιθυμιών και πόθων· έναν κόσμο που, σε αντιστοιχία με αυτόν που ζούμε, μοιάζει σαν ένα αστείο αλλά σκοτεινό τσίρκο. Η κάθε παράσταση δεν λειτουργεί μόνο ως ο παραμορφωτικός καθρέφτης της άλλης· κλείνει και το μάτι στον θεατή, μέσα από το χιούμορ ή τη χοντροκομμένη πλάκα, πως ό,τι προτιμάμε έχει και μια άλλη όψη. Από τη μίξη των δυο θεατρικών κειμένων προκύπτει ένας καμβάς όπου αναμιγνύονται τα στυλ και οι εποχές: από την ελισαβετιανή και τη δεκαετία του ’60, η σκηνική δράση θα εκτινάσσεται έως το παρόν. Το ίδιο και στο μουσικό σκέλος. Τραγούδια των Beatles θα μιξάρονται με ελισαβετιανά μουσικά μοτίβα της εποχής του βρετανού βάρδου, αλλά και πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις. Μάλιστα στο «Τι είδε ο μπάτλερ» τα θρυλικά σκαθάρια θα παίζουν... ζωντανά τις επιτυχίες τους – τους ενσαρκώνουν οι ηθοποιοί της «Δωδέκατης νύχτας». Στη παράσταση, μια κοπέλα, η Βιόλα, μεταμφιεσμένη σε αγόρι για να επιβιώσει, μπαίνει στην υπηρεσία του Ορσίνο, ερωτευμένου με την Ολίβια, και γίνεται το αντικείμενο του έρωτα της τελευταίας, ενώ η ίδια ερωτεύεται τον κύριό της· απέναντί τους μια κοπέλα και ένα αγόρι, που μεταμφιέζονται σε γκρουμ ξενοδοχείου και υποψήφια γραμματέα του ψυχιάτρου Δρ. Πρέντις αντίστοιχα, προκειμένου να τον βοηθήσουν να αποκρύψει μια εξωσυζυγική του περιπέτεια. Ένας τρελός που αποκαλύπτει το παράλογο του κόσμου, ο Φέστε, παράλληλα με έναν μανιώδη εξιχνιαστή ψυχασθενικών περιπτώσεων,

Μ

τον Δρ. Ρανς. Ένας δίδυμος αδερφός, ο Σεμπάστιαν, που η απροσδόκητη εμφάνισή του δίνει τη λύση, δίπλα δίπλα με μια απίστευτη οικογενειακή επανένωση. Μια παράδοξη χώρα και ένα ψυχιατρικό άσυλο… Το σκηνικό που φιλοξενεί τις δύο παραστάσεις ξεδιπλώνεται «φύλλο-φύλλο», καθώς σιγά σιγά ανοίγει και αποκαλύπτεται ολοένα και μεγαλύτερο βάθος. Η δράση πάντως στη «Δωδέκατη νύχτα» θα περιστρέφεται ή θα «βουτά» στη μακρόστενη πισίνα με νερό στο μέσο της σκηνής, ενώ στο «Τι είδε ο μπάτλερ» δίνεται έμφαση στο διαρκές ανοιγοκλείσιμο μιας πόρτας. «Ό,τι προτιμάτε» («Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ, «Τι είδε ο μπάτλερ» του Όρτον). Μετάφραση «Δωδέκατης νύχτας»: Νίκος Χατζόπουλος. Μετάφραση του «Τι είδε ο μπάτλερ»: Θωμάς Μοσχόπουλος. Σκηνικά: Κωνσταντίνος Κυπριωτάκης. Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ. Παίζουν («Δωδέκατη νύχτα»): Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Ηλιάννα Γαϊτάνη, Νίκος Καραθάνος, Χρήστος Λούλης, Αργύρης Ξάφης, Ηλίας Παναγιωτακόπουλος, Ιωάννα Παππά, Σωκράτης Πατσίκας, Μιχάλης Σαράντης, Θάνος Τοκάκης, Μαρίσα Τριανταφυλλίδη. Στο «Τι είδε ο μπάτλερ»: Αλέξανδρος Αλπίδης, Γιώργος Γλάστρας, Άννα Καλαϊτζίδου, Κώστας Μπερικόπουλος, Όμηρος Πουλάκης, Λυδία Φωτοπούλου. Θέατρο Αλίκη, προγραμματισμένη πρεμιέρα 31 Ιανουαρίου.

i

ια μεγάλη παρέα καταφθάνει απ' τη Θεσσαλονίκη για να μας τα πει από κοντά. Έχουμε καιρό να τους δούμε και τους επιθυμήσαμε γι' αυτό σημειώστε δύο ημερομηνίες: στις 29 και 30 Ιανουαρίου στο Fuzz, ο Γιάννης Αγγελάκας και οι (πολυπληθείς) Επισκέπτες πιάνουν τα όργανα και μας ξεναγούν στο πολυπολιτισμικό μουσικό τους σύμπαν, ενώ μαζί τους στη σκηνή θα βρεθεί και το πολυφωνικό γυναικείο σύνολο Διώνη με το οποίο ο Αγγελάκας συναντήθηκε και στο σάουντρακ της πρόσφατης ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά».

DΑVID BOWIE - The Rise and Fall of Ziggy Stardust and the Spiders from Mars «Λίγο αργότερα, όταν ήμουν 16-17. Το πρωτοάκουσα αργά το βράδυ με ακουστικά, ανάμεσα σε διαβάσματα εξετάσεων κι ενώ οι γονείς καραδοκούσαν... Όταν τελείωσε κι έβγαλα τα ακουστικά κάτι καινούργιο έτρεχε μέσα στο κεφάλι μου».

THE BEΑTLES - The Beatles 1967-1970 «Από τα πρώτα μου ακούσματα, λίγο πριν - λίγο μετά την μεταπολίτευση... εκεί γύρω στα 13-14. Ήταν η πρώτη γεύση που έπαιρνα από διαπλανητική ποπ ψυχεδέλεια».

SEX PISTOLS - Never Mind the Bollocks «Η έκρηξη του πανκ που τα αλλάζει όλα. Ξαφνικά συνειδητοποιούμε πως για να παίξεις μουσική δεν χρειάζεται να έχεις πάει στο ωδείο ούτε να είσαι βιρτουόζος. Αρκεί να θέλεις και να έχεις κάτι να πεις».

PINK FLOYD - The Dark Side of the Moon «Είχα την τύχη να κάνω παρέα με μεγαλύτερα παιδιά και μου συστήσανε αυτό το άλμπουμ, εκεί στην ίδια προεφηβική ηλικία. Η πρώτη φορά που το άκουσα ήταν η στιγμή: για πάντα... Όποτε θέλω την ανακαλώ αυτή την πρώτη φορά, είναι ακόμη τόσο ζωντανή. Ήταν εμπειρία ζωής».

THE JIMI HENDRIX EXPERIENCE - Αxis: Bold Αs Love «Βασικά για τον Jimi Hendrix και κυρίως για το "Little Wing", αν και ολόκληρο το άλμπουμ είναι δισκάρα και μοναδική εμπειρία».

THE CLΑSH - London Calling «Απ' την ίδια εποχή του πανκ κι από ένα σπουδαίο γκρουπ. Ολόκληρο το άλμπουμ είναι δυνατό, αλλά κυρίως γι' αυτό το απίστευτο dub-rock κομμάτι, το "The Guns of Brixton", που ακόμη και σήμερα το ακούω και ενθουσιάζομαι».

THE CURE - Seventeen Seconds «Μπαίνουμε πια στα 80s και είναι ένας πολύ καλός δίσκος που ταιριάζει θαυμάσια με το κάπως καταθλιπτικό ύφος της εποχής. Ποιητική μελαγχολία». ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ - Το χαμόγελο της Τζοκόντας «Υπεράνω κριτικής, μόδας ή εποχής. Το άκουσα όταν άκουγα κι όλα αυτά τα πανκ και τα υπόλοιπα και μου άνοιξε ένα διαφορετικό παράθυρο». ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ - Το βρώμικο ψωμί «Τραγούδια όπως τα "Σαν βγω απ' αυτή τη φυλακή", "Αεροπλάνα και βαπόρια" και "Μακρύ ζεϊμπέκικο" μας κρατάγανε ζωντανούς τότε και αντέχαμε». ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ - Φλου «Ο δίσκος που μας επιβεβαίωσε με τον καλύτερο τρόπο τη δυνατότητα να παίξουμε ροκ με ελληνικό στίχο και να έχει νόημα. Να είναι ωραίο... Μας άνοιξε την πόρτα». Γιάννης Αγγελάκας & Επισκέπτες, 29 και 30 Ιανουαρίου στο Fuzz (Π. Ιωακείμ 1 - Ταύρος, στον κόμβο Πειραιώς και Χαμοστέρνας). Τιμή: 20 €.

i


14/38

Ν έες εκδόσεις

Του Ξενοφώντα Μπρουντζάκη [xenofob@gmail.com]

Μιμή Φιλιππίδη - Θεοχάρη Ήρεμα νερά

Bonanate Luigi Διεθνής τρομοκρατία

Eduardo Galeano Μνήμη της φωτιάς

Εκδόσεις Ωκεανίδα Σελ. 356

Μετάφραση: Ντίνα Σιδέρη Επιστημονική επιμέλεια: Θανάσης Βασιλείου Εκδόσεις Κέδρος Σελ. 232

Ι. Η Αρχή Μετάφραση: Ισμήνη Κανσή Εκδόσεις Πάπυρος Σελ. 450

Η συγγραφέας και σ’ αυτό το βιβλίο της, όπως και στο προηγούμενο που είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Το Ποντίκι», αποδεικνύει περίτρανα ότι μια ιστορία μυστηρίου μπορεί να αναπτυχθεί και στα πιο απρόσμενα μέρη. Στην περίπτωσή μας, όταν δεν υπάρχουν τα υγρά και ομιχλώδη τοπία των απρόσωπων πόλεων με τις φοβερά οργανωμένες μητροπολιτικές αστυνομίες και οι προφανείς αντικειμενικές συνθήκες για να στηθούν πειστικά πολύπλοκα και μυστηριώδη φονικά, χρειάζεται μια ιδιαίτερη πλοκή για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα προκειμένου να φέρεις σε πέρας μια ιστορία μέσα σε περιορισμένους χώρους και συνθήκες. Η Θεοχάρη χρησιμοποιεί και στο νέο της βιβλίο τα ίδια υλικά: το χωριό Γρανίτης, κάπου στο Νομό Δράμας, και έναν αμερικανό κοινωνικό ανθρωπολόγο με την ελληνίδα σύζυγό του, καθώς κι έναν απίθανο αστυνομικό που δεν έχει αντιμετωπίσει παρόμοιο μυστήριο στην ταπεινή περιφέρεια που υπηρετεί. Με αυτή την έννοια τα «Ήρεμα νερά» είναι σαν παραλλαγή πάνω στο ίδιο θέμα, σε σχέση με το πρώτο της βιβλίο. Η αφηγηματική άνεση σε συνδυασμό με τους πολύ πειστικούς διαλόγους δίνει έναν αέρα στην «επαρχιακή» ιστορία που θα τον ζήλευε και το πιο οργανωμένο περιβάλλον αστυνομικής πλοκής. Η Θεοχάρη αλλοιώνει επίσης κατά πολύ την κλασική φιγούρα του αστυνόμου που αναλαμβάνει «υποθέσεις φόνου». Το μυθιστόρημα με προϊδεάζει ότι την επόμενη φορά θα στηθεί μια ιστορία μυστηρίου όπου η συμμετοχή του αστυνόμου-ντεντέκτιβ με τα κλασικά χαρακτηριστικά θα είναι απούσα. Πρόκειται για ένα γοητευτικό ανάγνωσμα, το οποίο πείθει μέσα από τον ρυθμό μιας απλής ιστορίας που «ξέρει καλά να διηγηθεί τα γεγονότα της».

Τόμας Πίντσον Ενάντια στη μέρα Μετάφραση: Γιώργος Κυριαζής Εκδόσεις Καστανιώτη Σελ. 1.234

Ένα θέμα δραματικά επίκαιρο είναι αυτό της τρομοκρατίας αλλά και της προβληματικής που αυτή έχει δημιουργήσει. Το βιβλίο του ιταλού καθηγητή Bonanate Luigi, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέδρος, ερευνά το φαινόμενο της τρομοκρατίας. Η θέση που παίρνουμε απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα, η οποία δεν αποτελεί σύγχρονο φαινόμενο, είναι καθοριστική για την αντιμετώπισή της. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και στα πιο αποτρόπαια τρομοκρατικά κτυπήματα υπήρχε πάντα μια επιχειρηματολογία που πρόβαλε μια ηθική αιτιολογία. Ακόμα και ο πιο αποτρόπαιος δολοφόνος, καθώς και η πιο ακραία οργάνωση, αισθάνονται την ανάγκη να προβάλλουν ένα –κατά τη γνώμη τους– δίκαιο. Ωστόσο, τα ερωτήματα που γεννιούνται είναι πολλά και περίπλοκα, όπως ακριβώς είναι και οι τρομοκρατικές επιθέσεις. Στο εγχειρίδιο γίνεται λόγος και για τρομοκρατικές υποθέσεις με ελληνικό ενδιαφέρον, όπως στην περίπτωση του Μακεδονικού Ζητήματος στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και για την Κύπρο, όπου η προσέγγιση είναι μονομερής, καθώς αναφέρεται στη δράση του Μακάριου και του Γρίβα, μιας και η Κύπρος στη δεκαετία του 1950 στον αντιαποικιακό της αγώνα προσέφευγε ειρηνικά στους διεθνείς οργανισμούς και στον ΟΗΕ, οι οποίοι την αγνοούσαν επιδεικτικά. Πρόκειται για ένα εγχειρίδιο στο οποίο καταγράφεται ιστορικά η τρομοκρατία, από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης. Από τον Χέγκελ ως τον Μαρξ και από τον ορισμό που δίνουν τα αμερικανικά στρατιωτικά εγχειρίδια, η τρομοκρατία αποτελεί εκτός από ένα απεχθές σύμπτωμα της εξουσίας –και όχι των αδυνάτων, όπως εσφαλμένα λογαριάζεται σε πολλές περιπτώσεις– και ένα δυσερμήνευτο στην πολυπλοκότητά του πολιτικό πρόβλημα.

Μπροστά σ’ ένα βιβλίο που έχει το μέγεθος τεσσάρων μεγάλων μυθιστορημάτων ο αναγνώστης αισθάνεται αμηχανία. Σε μιαν εποχή που οι ταχύτητες ξεπερνούν… τον ίδιο τον χρόνο, οι 1.234 πυκνοτυπωμένες σελίδες σε βάζουν μπροστά σε μια πρόκληση. Ή το προσπερνώ και κάνω πως δεν κατάλαβα ή ξεχειμωνιάζω με τον Πίντσον. Όποιος διαλέξει τη δεύτερη περίπτωση δεν θα βγει χαμένος, υπό έναν όρο, ότι το «Ενάντια στη μέρα» δεν είναι βιβλίο κατάλληλο για να ξεκινήσει κανείς να διαβάζει το έργο του συγγραφέα. Είναι για «προχωρημένους», με την έννοια ότι αυτοί θα βοηθηθούν να κατανοήσουν πολύ κα-

Αν ρωτούσε κανείς έναν σύγχρονο και ενημερωμένο δυτικό πολίτη τι γνωρίζει για την ιστορία της Λατινικής Αμερικής η απάντηση θα περιείχε μια στρατιά γελοίων φανταχτερών, τις περισσότερες φορές εγκάθετων, δικτατορίσκων που βασανίζουν τους γηγενείς «εξωτικούς» πληθυσμούς. Αυτή η μάλλον τραγελαφική εικόνα θα συμπληρωνόταν με τις μελανές σελίδες της ανακάλυψης της ηπείρου από τους πρωτοπόρους θαλασσοπόρους και τις εκεί «εξερευνητικές» και «εκπολιτιστικές» επιχειρήσεις τους… Αμέτρητος ανθρώπινος πόνος, απύθμενη εκμετάλλευση ανθρώπων, ατιμωτικές σελίδες για την ιστορία του ανθρώπινου γένους. Η πρόθεση του Γκαλεάνο ωστόσο δεν είναι η ιστορική αποτίμηση μέσα από την καταγραφή του παρελθόντος. Πρόκειται για μια λογοτεχνική καταβύθιση στο ιστορικό παρελθόν, όπου αναδεικνύεται η μνήμη, το αίσθημα του τόπου και μια σειρά δευτερευόντων χαρακτηριστικών, τα οποία δεν είναι χρήσιμα στην Ιστορία, όσο είναι απαραίτητα για τη λογοτεχνική ανάδειξη ενός θέματος. Και το θέμα του Γκαλεάνο είναι η ίδια η Λατινική Αμερική. Το εγχείρημα αυτό απλώνεται σε τρεις τόμους, εκ των οποίων ο πρώτος με τίτλο «Η Αρχή» ξεκινά από τις προκολομβιανές μέρες και καταλήγει στις αρχές του 18ου αιώνα. Με το ταξίδι του Κολόμβου η Λατινική Αμερική υπέστη έναν βάναυσο αποικισμό, με πρωταγωνιστές τους εκτελεστές της Ιεράς Εξέτασης, τους Πορτογάλους, τους Ισπανούς, τους Άγγλους , τους Ολλανδούς, όλους άπληστους κυνηγούς του πλούτου, που βασάνισαν και κατακρεούργησαν τους ιθαγενείς πληθυσμούς. Ένα βιβλίο που χαρίζει στη δραματικά πραγματική Ιστορία φαντασία και ανθρωπιά.

λύτερα τόσο το ίδιο το βιβλίο όσο και τον υπόλοιπο κόσμο του Πίντσον. Μέσα από δεκάδες πληροφορίες και λεπτομέρειες, οι οποίες θα έφερναν σε δύσκολη θέση και τον πιο επαρκή αναγνώστη, ο συγγραφέας που δεν φωτογραφήθηκε ποτέ, ξεκινά την περιπλάνησή του το 1893 με την Παγκόσμια Έκθεση εκείνης της χρονιάς που έγινε στο Σικάγο. Μέσα από ένα απίθανο ταξίδι στο χρόνο, το δαιδαλώδες αυτό μυθιστόρημα κινείται γεωγραφικά σ’ ένα παγκόσμιο επίπεδο, μέσα από γεγονότα που έλαβαν χώρα στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του επόμενου. Πρόκειται για ένα διάστημα που δεν είναι τυχαία επιλεγ-

μένο, μιας και τότε συνέβησαν γεγονότα τα οποία κυοφόρησαν κοσμοϊστορικές ανατροπές. Γεγονότα που σημάδεψαν τις εξελίξεις, μέσα από επαναστάσεις που επέφεραν πρωτοφανείς κοινωνικές αλλαγές και συνοδεύτηκαν από απίθανες επιστημονικές ανακαλύψεις και καλλιτεχνικές πρωτοπορίες, δίνοντας νέα τροπή στην πορεία της ανθρωπότητας. Σ’ αυτόν τον ιστορικό κόσμο, ο Πίντσον κινείται άνετα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, διευρύνοντάς τον μερικές φορές με τη φαντασία του! Στο χειμαρρώδες αυτό ανάγνωσμα, ο συγγραφέας αναμετριέται με τις κινητήριες δυνάμεις της Ιστορίας.

Ουίλιαμ Σαίξπηρ Η τραγική ιστορία του Άμλετ πρίγκιπα της Δανιμαρκίας Μετάφραση: Παύλος Μάτεσις Εκδόσεις Τόπος Σελ 136 Τα μεγάλα έργα θέτουν και μεγάλα διλήμματα, τέτοια που η κάθε εποχή επιχειρεί να δώσει τις δικές της απαντήσεις. Στην ουσία είναι θέματα που δεν ολοκληρώνονται και θέτουν τον άνθρωπο διαχρονικά απέναντι στον εαυτό του και τις δυνάμεις του. Ένα παρόμοιο έργο αποτελεί για το πολιτισμό μας ο «Άμλετ» του Σαίξπηρ, το πασίγνωστο αυτό θεατρικό έργο, στο οποίο ο δημοφιλής πλέον πρωταγωνιστής του έρχεται διαχρονικά αντιμέτωπος με το μέγα ηθικό δίλημμα της απόδοσης της δικαιοσύνης και το πώς είναι σωστό να εφαρμόζεται ο νόμος. Ο Άμλετ διχάζεται ανάμεσα στο δίκαιο και στην εκδίκηση. Το δίλημμα αυτό έχει τεθεί στα περισσότερα μεγάλα έργα της ανθρωπότητας. Απέναντι στην πανίσχυρη συγγένεια του αίματος στέκεται ο νόμος που δεν αναγνωρίζει συγγένεια, αισθήματα, δεσμούς, πάθη και πράξεις παράκρουσης. Είναι ψυχρός σαν το μέταλλο, για να μη λυγίσει απέναντι στα φλογερά συναισθήματα. Έτσι, μέσα από αυτή την ηθική σύγκρουση που πηγάζει από πραγματικά γεγονότα –τη δολοφονία του πατέρα του και την υποχρέωση της εκδίκησης– θα αναρωτηθεί αν αξίζει να ζει κανείς ή να μη ζει σ’ έναν κόσμο διαφθοράς, που την εξουσία τη διαχειρίζονται στο όνομα μιας υπέρτατης αξίας, π.χ. του λαού, διάφοροι σφετεριστές της. Οι παραλληλισμοί με τη σύγχρονη εποχή είναι προφανείς, το αίτημα της δικαιοσύνης διαχρονικό, και ο Άμλετ πάντα επίκαιρος και ανεξάντλητος. Το νέο σε αυτή την έκδοση είναι η τολμηρή μεταφραστική προσέγγιση του Μάτεσι.


CINE Π Ο ΝΤΙ ΚΙ

Του Γιώργου Ν. Κορωναίου

H πόλη της ζωής και του θανάτου Η πτώση της πρωτεύουσας της Κίνας Ναντζίνγκ στα χέρια των Ιαπώνων το 1937 και η σφαγή που ακολούθησε αποτελούν μια από τις πιο μελανές σελίδες στην ιστορία των δύο χωρών και ένα σημείο το οποίο η ιστορική αλήθεια δεν έχει ακόμη φωτίσει πλήρως. Η κινεζική πλευρά μιλά για τριακόσιες χιλιάδες θύματα ως αποτέλεσμα της εισβολής, ενώ οι Ιάπωνες, οι οποίοι εξακολουθούν να μην έχουν απολογηθεί δημοσίως, κατεβάζουν τον αριθμό των θυμάτων στο μισό. Η σφαγή της Ναντζίνγκ έχει ασφαλώς αποτελέσει το θέμα δεκάδων κινηματογραφικών και τηλεοπτικών παραγωγών στην Κίνα, όμως αυτή η ταινία του Λου Τσουάν αποτελεί ίσως την πιο φιλόδοξη και ενδιαφέρουσα εκδοχή της μέχρι σήμερα. Κινηματογραφημένη σε ασπρόμαυρο, ισορροπεί ανάμεσα στο πολεμικό έπος και τις ιστορίες των ανθρώπων που βρέθηκαν παγιδευμένοι σε μια τραγική ιστορική στιγμή, δίχως να επιδίδεται σε εύκολες πατριωτικές κορώνες, αλλά και χωρίς να σπρώχνει το δράμα στα άκρα μέσα από σκηνοθετικά τεχνάσματα. Πετυχαίνει να είναι ταυτόχρονα θεαματική και εσωτερική, μετρημένη και σπαρακτική. Το σενάριό της ακολουθεί τις ιστορίες μιας σειράς χαρακτήρων, υπαρκτών ή κατασκευασμένων, και μέσα από αυτούς αποδίδει όλες τις πτυχές τόσο της φρίκης που έζησε η πόλη και οι άνθρωποί της όσο και της παράνοιας και της απάνθρωπης πλευράς του πολέμου. Οι ιάπωνες στρατιώτες που προελαύνουν, οι διασκορπισμένοι κινέζοι αντάρτες που μάχονται ακόμη, οι πολίτες που περιμένουν μοιρολατρικά την τύχη τους, ο γερμανός επιχειρηματίας Τζον Ράμπε που βοήθησε χιλιάδες ανθρώπους να γλιτώσουν τον θάνατο, όλοι βρίσκουν τη θέση τους στο σενάριο του φιλμ, που δημιουργεί ένα αληθοφανές πορτρέτο της πραγματικότητας ενώ μας βυθίζει αποτελεσματικά και στην ψυχολογία των ηρώων. Μέσα από μια αφήγηση και μια σκηνοθεσία που εναλλάσσει το χαμηλότονο με το συνταρακτικό, που δεν διστάζει να απεικονίσει την πιο απάνθρωπη φύση του πολέμου, το φιλμ κατορθώνει να βρει τον δρόμο του ανάμεσα στο επώδυνο και το ποιητικό και να δημιουργήσει εικόνες, στιγμές και ήρωες που απλά στοιχειώνουν τη μνήμη. Σκηνοθεσία: Λου Τσουάν. Πρωταγωνιστούν: Λιου Γιε, Γκάο Γιουανγιοουάν, Χιντέο Νακαϊζούμι, Φαν Γουέι. Χώρα: Κίνα, Χονγκ Κονγκ. Διάρκεια: 133΄

ΠΟΝΤΙΚΙart 28.1-3.2.10

Αgora Μια κινεζική ταινία με διακρίσεις σε πολλά φεστιβάλ και το καινούργιο φιλμ του Κλιντ Ίστγουντ αποτελούν τις πιο αξιοπρόσεκτες επιλογές, σε μια κινηματογραφική περίοδο που φαίνεται πως περιμένει τις υποψηφιότητες των Όσκαρ για να ζεσταθεί για τα καλά

Η ζωή της φιλοσόφου και αστρονόμου Υπατίας στην Αλεξάνδρεια του 4ου μ.Χ. αιώνα, μιας κοινωνίας που αποτελούσε σταυροδρόμι πολιτισμών, θρησκειών, ανθρώπων και γνώσης, δίνει την ευκαιρία στον σκηνοθέτη των «Άλλων» και του «Η θάλασσα μέσα μου» να στήσει μια εντυπωσιακή υπερπαραγωγή, την πιο ακριβή ισπανική ταινία στην ιστορία, που φιλοδοξεί να σταθεί ως ίση απέναντι στο χολιγουντιανό θέαμα. Στο επίπεδο του θεάματος αναμφίβολα τα καταφέρνει. Η αναβίωση της Αλεξάνδρειας και της εποχής, τα σκηνικά και τα κοστούμια και οι εντυπωσιακές εικόνες κερδίζουν δίχως δυσκολία αυτό το στοίχημα. Δυστυχώς όμως, μια ταινία είναι κάτι πιο ουσιαστικό από τη μορφή της κι εκεί είναι που το «Agora» χωλαίνει και παραπατά. Διότι αν η ηρωίδα της και η εποχή της αποτελούν ενδιαφέρουσα αφορμή για να αγγίξει το φιλμ μια σειρά από θεματικές, όπως η σύγκρουση της επιστήμης με τη θρησκεία, του φονταμενταλισμού με τον ορθολογισμό, θεματικές που έχουν απήχηση στην πραγματικότητα γύρω μας, το σχηματικό, γεμάτο ευκολίες και χαρακτήρες που δεν πείθουν ή δεν ενδιαφέρουν σενάριό της καταλήγει να στερεί το νεύρο, τη δύναμη, την αλήθεια και τον αντίκτυπο από την ταινία. Σκηνοθεσία: Αλεχάντρο Αμεναμπάρ. Πρωταγωνιστούν: Ρέιτσελ Βάις, Μαξ Μινγκέλα, Όσκαρ Άιζακ, Ασράφ Μπαρόμ, Ρούπερτ Έβανς. Χώρα: Ισπανία. Διάρκεια: 141΄

«Ανίκητος» / «H πόλη της ζωής και του θανάτου»

ΑΚΟΜΗ Επαφή τέταρτου τύπου του Ολατούντε Οσουνσάνμι. Αν βρήκατε τρομακτική ή έξυπνη τη «Μεταφυσική δραστηριότητα», ίσως ανακαλύψετε ίχνη ενδιαφέροντος και σε αυτή την ταινία που χρησιμοποιεί λίγο-πολύ το ίδιο εύρημα και ανάλογες βιντεοσκοπημένες μαρτυρίες για να αφηγηθεί την υποτίθεται αληθινή ιστορία μιας πόλης στην Αλάσκα, της οποίας οι κάτοικοι δέχονται επισκέψεις εξωγήινων μορφών ζωής. Μέσα από δραματοποιημένες σκηνές και δήθεν αληθινές μαρτυρίες, το φιλμ είναι απελπιστικά αργό και γνώριμο, μη κατορθώνοντας να γίνει ποτέ αληθινά τρομακτικό ή πρωτότυπο.

Ανίκητος Όχι μια τυπική βιογραφία του νοτιοαφρικανού ηγέτη Νέλσον Μαντέλα, αλλά μια ενδιαφέρουσα ιστορία από τις μέρες που ανέλαβε την εξουσία της χώρας μετά από 27 χρόνια φυλακής και του τρόπου που χρησιμοποίησε το ράγκμπι για να εκτονώσει την ένταση ανάμεσα στους λευκούς και τους μαύρους κατοίκους της χώρας, ενώνοντάς τους σε έναν κοινό σκοπό. Ο Μόργκαν Φρίμαν, ο οποίος για χρόνια ήθελε να υποδυθεί τον Μαντέλα στην οθόνη, βρίσκει εδώ έναν εξαιρετικό σκηνοθέτη στο πρόσωπο του Κλιντ Ίστγουντ, που ξέρει πώς να αναδείξει τις πιο λεπτές αποχρώσεις μιας ιστορίας που ακόμη κι αν φαίνεται να έχει σαν κεντρικό της θέμα το ράγκμπι, στην ουσία μιλά για την πολιτική. Το δημοφιλές σπορ αποτελεί στην

39/15

πραγματικότητα την καλύτερη παραβολή για τις διαφορές ανάμεσα στις δυο αντίπαλες δυνάμεις της Νότιας Αφρικής, ένα παιχνίδι για λευκούς, σε αντίθεση με το ποδόσφαιρο που παίζεται από μαύρους. Ο Μαντέλα αντιλαμβάνεται πως η αθλητική αρένα, ένας χώρος όπου τα συναισθήματα και η έξαψη έχουν τον πρώτο λόγο, αποτελεί το καταλληλότερο χωνευτήρι για να μείνουν έστω για λίγο οι διαφορές ενός λαού, αποφασίζει να στηρίξει τη σχεδόν αποκλειστικά λευκή ομάδα του ράγκμπι και να εμπνεύσει στον αρχηγό της το όραμα της νίκης στο επερχόμενο παγκόσμιο πρωτάθλημα. Αν η ιστορία δεν ήταν αληθινή θα έδειχνε υπερβολικά κατασκευασμένη, γλυκερή, όμως τόσο η πραγματικότητα όσο και η προσεκτική σκηνοθεσία του Ίστγουντ κάνουν την ταινία να πλέει μακριά από αυτόν τον σκόπελο. Μπορεί το πορτρέτο του Μαντέλα να μην έχει σχεδόν ούτε μία γρατζουνιά, με τους δαίμονες και τα λάθη ενός ηγέτη, που υπήρξε

πρώτα απ’ όλα ανθρώπινος, να υπονοούνται μάλλον επιδερμικά, όμως τόσο ο Φρίμαν όσο και ο Ματ Ντέιμον, ο οποίος υποδύεται τον αρχηγό της ομάδας, δίνουν στους ρόλους τους την αλήθεια και την ουσία που απαιτούν, ενώ το σενάριο σκιαγραφεί διακριτικά αλλά με σαφήνεια την κατάσταση μιας χώρας σε μια στιγμή κάθε άλλο παρά ιδανική. Στιβαρό και καλογυρισμένο, αλλά και ως ένα σημείο προβλέψιμο και «τυπικά» χολιγουντιανό, το φιλμ του Ίστγουντ μπορεί να μην απογοητεύει, ωστόσο αποτελεί μάλλον μια άνω τελεία στην κινηματογραφική πορεία του δημιουργού του, δίχως αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι απολαυστικό. Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ. Πρωταγωνιστούν: Μόργκαν Φρίμαν, Ματ Ντέιμον, Τόνι Κγκορόγκε, Τζούλιαν Λιούις Τζόουνς, Ατζόα Άντο. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια:134΄

Βρέχει κεφτέδες των Φιλ Λορντ, Κρίστοφερ Μίλερ. Ένας νεαρός με επιστημονικές φιλοδοξίες φτιάχνει μια μηχανή που μεταμορφώνει τη βροχή σε φαγητό, δίνοντας διέξοδο στους κατοίκους του μικρού νησιού όπου ζει, οι οποίοι για χρόνια τρώνε μόνο σαρδέλες. Μια νεαρή μετεωρολόγος θα έρθει να ερευνήσει το φαινόμενο, μόνο που γρήγορα αυτό που μοιάζει ως μάννα εξ ουρανού θα μεταμορφωθεί σε εφιάλτη, σε αυτή την υπερβολικά παιδική ταινία που θα αρέσει στους μικρότερους θεατές. Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι του Όλιβερ Πάρκερ. Σε αυτή τη καινούργια μεταφορά του βιβλίου του Όσκαρ Ουάιλντ το ύφος που επιλέγει ο Όλιβερ Πάρκερ θυμίζει παλιομοδίτικη ταινία τρόμου, περασμένη από το φίλτρο μιας camp αισθητικής. Θα μπορούσε να βγάζει γέλιο αλλά ακροβατεί ανάμεσα στο σαχλό και το υπερβολικό, παραμένοντας εν τούτοις διασκεδαστική, με μια κάθε άλλο παρά σεβάσμια διάθεση απέναντι στο πρωτότυπο έργο.


16/40

ΣΥΝ ΠΛΗΝ

+

Στην Ελένη Κοκκίδου γιατί σαν «Γυναίκα της Πάτρας» καταθέτει μία από τις μακράν καλύτερες ερμηνείες της σεζόν. Ο λόγος της αθυρόστομος, χειμαρρώδης, με μια πρωτόγνωρη τόλμη. Εστιάζει στις σκοτεινές τραγικές πλευρές της, ξεγυμνωμένη από κάθε συστολή και λύπη, με τρόπο άμεσο και φυσικό.

+

Στις «Τρωάδες» δια χειρός Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου για την καθαρότητα της σκηνοθετικής άποψης. Το νόημα του έργου δεν χάθηκε, ως συνήθως, μέσα σε κλάματα και οδυρμούς.

+

Στη Λυδία Κονιόρδου που ενώ την έχουμε συνηθίσει στα μεγάλα θέατρα και την απλωσιά προσαρμόστηκε χωρίς να χάσει το μέγεθος του τραγικού σ’ ένα χώρο μικρό και κλειστό. Το συναίσθημά της, ως φαίνεται, είναι πολύ ισχυρό για να επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες.

+

Όπως έχουμε ήδη γράψει, το «Μέσα στο Δάσος» του Άγγελου Φραντζή προβάλλεται στο τμήμα Spectrum του Φεστιβάλ του Ρότερνταμ που πραγματοποιείται αυτές τις ημέρες, όμως δεν είναι η μόνη ελληνική ταινία που συμμετέχει στο φεστιβάλ. Η δεύτερη μικρού μήκους «Δύση» του Γρηγόρη Ρέντη, τελειόφοιτου σπουδαστή του California Institute of the Arts, γυρισμένη το περασμένο καλοκαίρι στη Ρόδο, προβάλλεται επίσης στο ίδιο τμήμα.

βάλλοντας τη μανιέρα του, δίνοντας προβάδισμα στο συναίσθημα και στην έντονη ψυχική πάλη του πρωταγωνιστή.

+

Μπορεί το Υπουργείο Πολιτισμού να ανακοίνωσε ότι τον Φεβρουάριο θα έχει έτοιμο το νομοσχέδιο για τον κινηματογράφο, όμως οι Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη δήλωσαν ότι τα μέλη τους θα απόσχουν κι από το φεστιβάλ κινηματογράφου ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης. Το γεγονός ακούγεται διπλά καλό, όχι μόνο γιατί οι άνθρωποι της Ομίχλης συνεχίζουν το ίδιο μαχητικά, αλλά και διότι αν πρέπει να είμαστε απολύτως ειλικρινείς: πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις οι ελληνικές ταινίες στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ δεν αποτελούσαν ποτέ το δυνατότερο σημείο του, αντίθετα συχνά γέμιζαν το πρόγραμμα με τηλεοπτικής λογικής (και χρηματοδότησης) παραγωγές.

+

Στη Μύγα, τον νέο πολυχώρο που άνοιξε πρόσφατα στου Ψυρρή. Πολλά νέα καταστήματα αυτοδιαφημίζονται σαν εναλλακτικά, σε βαθμό που ο όρος έχει χάσει τη σημασία του. Στη Μύγα την ξαναβρίσκει, καθώς είναι μέρος που δεν πας μόνο για να σε δουν οι υπόλοιποι θαμώνες και να δεις εσύ αυτούς. Πας για να δεις αυτά που συμβαίνουν: θέατρο, σινεμά, συναυλίες, εκδηλώσεις, συζητήσεις, εκθέσεις.

+

Στον Στάθη Δρογώση, διότι τα έβαλε με το Τζουράσικ Παρκ του σιναφιού του, έστω κάνοντας μία ευχή: «Να αποσυρθούν από την ελληνική μουσική και το τραγούδι όλοι οι “έντεχνοι” δεινόσαυροι. Υπάρχει ένα κύκλωμα στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο που παίζει όλο τα ίδια και τα ίδια. Στον Αιμίλιο Χειλάκη για την τόλμη του Και το λέω εγώ που είμαι και ευνοημένος να σκηνοθετήσει τον μολιερικό «Δον από αυτό το σύστημα». Ζουάν», σε μια παράσταση μοντέρνα στην όψη, που λέει την ιστορία μέσα από αδρές Στον Στέφανο Κατσέλη, σκηνογράφο γραμμές. Ο Γιάννης Μπέζος στον ομώνυμο ταινίας στην οποία η Κάτια Ζυγούλη ρόλο απέδωσε τον ήρωα με αμεσότητα, ο υποδύεται ένα μοντέλο της Ανωτάτης Χειλάκης επωμίστηκε τον Σγκαναρέλ ως Σχολής Καλών Τεχνών, διότι του αξίζει ένα ο κορυφαίος του «χορού» της κοινωνίας. Όσκαρ ειλικρίνειας. Σκάρωσε 30 διαφορεΑτυχής επιλογή η Αθηνά Μαξίμου στον τικούς πίνακες με την celebrity πρωταγωνίρόλο της Ελβίρας. στρια, για τις ανάγκες του σεναρίου. «Από κάποιο σημείο και μετά, κυριολεκτικά βαΣτον Άγγελο Μέντη για τα σκηνικά ρέθηκα να ζωγραφίζω την Κάτια Ζυγούλη», και τα κοστούμια της παράστασης του ομολόγησε ο άνθρωπος. «Δον Ζουάν» στο Εθνικό. Παιχνιδιάρικα, πολύχρωμα, πρωτότυπα, δυναμικά. Χωρίς Στον λογοτέχνη Γιάννη Μακριδάκη, αυτά η πλήξη θα ήταν δυσβάσταχτη. γιατί εξήγησε απλά για ποιο λόγο ζει και γράφει στη Χίο, τριγυρνώντας σε κάθε Στον Γρηγόρη Βαλτινό γιατί σκηνοθέτη- χωριό και σε κάθε γωνιά του νησιού του: σε το «Ψηλά από τη γέφυρα» με αίσθη- «Η φύση, οι απλοί άνθρωποι – αυτοί είναι μα και μέτρο, καταφέρνοντας να μεταφέρει οι λογοτέχνες. Η λογοτεχνία μιλιέται. Μας στον θεατή καθαρές τις σχέσεις των ηρώπεριτριγυρίζουν άπειροι λογοτέχνες που ων, τους χαρακτήρες και τις συγκρούσεις. δεν έχουν γράψει ποτέ τίποτα και άπειροι Ο ίδιος υποδύθηκε τον Έντι Καρμπόνε απο- συγγραφείς που δεν ξέρουν ν’ ακούνε».

+

+

+

+

+

Στον Αιμίλιο Χειλάκη γιατί σκηνοθέτησε τον «Δον Ζουάν» με μια εξωστρέφεια, αφαιρώντας από τον ήρωα τη σκοτεινή πλευρά του, τον φόβο του για τον θάνατο και τη συνδιαλλαγή με την άγνωστη πλευρά του εαυτού του. Εύστοχη η επιλογή του ποιήματος του Κώστα Ουράνη «Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι» στη διασκευή και μελοποίησή του από τα Διάφανα Κρίνα.

«Ένα μοναδικό σόου που ανατρέπει για άλλη μια φορά τα δεδομένα». Έτσι διαφημίζεται το come back της Άννας Βίσση στο Αθηνών Αρένα. Και πραγματικά έπεσε... μέσα. Γιατί το συγκεκριμένο σόου φέρνει τούμπα τα δεδομένα της μίνιμουμ αισθητικής και του καλού γούστου. Τουλάχιστον στο ημίωρο που συνυπάρχουν στη σκηνή η Βίσση με τη Μαριώ. Το κιτς σε όλο του το μεγαλείο. Η Μαριώ με το κομπολόι-φετίχ της και η Βίσση ντυμένη disco girl τραγουδούν ντουέτο «Είμαστε αλάνια», καθισμένες σε καρέκλες τύπου ρεμπετάδικου... Το «Είμαστε άλιεν» μήπως θα ταίριαζε καλύτερα;

Τη σκηνοθεσία και την καλλιτεχνική επιμέλεια του σόου της Βίσση υπογράφει η Κριστίν Κρόκος. Ναι, αυτή που είχε σκηνοθετήσει πριν από δύο χρόνια την κωμωδία «Γαμήλιο πάρτι». Αν δεν με απατάει η μνήμη μου, η ελληνοαμερικανίδα σκηνοθέτις είχε έρθει να δουλέψει εδώ με χολιγουντιανά εύσημα. Αυτή κι αν είναι δυσμενής μετάθεση!

Τελικά ούτε φέτος θα κάνει οικονομικό απολογισμό το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου; Όλοι οι εποπτευόμενοι από το κράτος οργανισμοί δεν υποχρεούνται σε έλεγχο; Σε λίγο, λογικά μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου, θα πρέπει να έχουμε την ανακοίνωση για το καινούργιο πρόγραμμα κι ακόμα δεν ξέρουμε τι έγινε τελικά με το περυσινό! Κερδίσαμε; Χάσαμε; Τι; Μήπως χάλασε το κομπιουτεράκι;

Το χειρότερο κοινό για μια συναυλία: Δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και σελέμπριτι πάσης χρήσεως. Η επίσημη πρεμιέρα της Χαρούλας Αλεξίου τη Δευτέρα στο Παλλάς ήταν «παγωμένη». Πάλευε η τραγουδίστρια, αλλά με τέτοιο κοινό από κάτω... Άχαρη η αποστολή της. Θα πάω σε μια... κανονική συναυλία, με... κανονικό κόσμο από κάτω, για να την ευχαριστηθώ.

Στη γενικευμένη πλέον μόδα των «ελληνοπρεπέστατων» ονομάτων σε άπταιστη αγγλική στις μαρκίζες και τις διαφημίσεις των τραγουδιστών μας: Sakis, Notis, AR + (Αντώνης Ρέμος) και πάει λέγοντας. Sygxaritiria!

Ξαναγυρίζει και ο Ανδρέας Μικρούτσικος στα ερτζιανά – κάθε Σαββατοκύριακο στο ραδιόφωνο του ΑΝΤ1 97,2. Όσοι έμειναν άνεργοι από το σκουπιδοντενεκέ της τηλεόρασης βρίσκουν καταφύγιο στο ραδιόφωνο.

Στη βετεράνο ελληνοαμερικανίδα ηθοποιό Ολυμπία Δουκάκη, η οποία, κοτζάμ γυναίκα με παιδιά κι εγγόνια, αποκάλυψε: «Θέλω να μάθω τα πάντα για την Ελλάδα!». Ποιο ήταν το τελευταίο που έμαθε; Ότι «στην Ελλάδα η δημοκρατία έχει ζωή μόνον 36 ετών… Δεν το ’ξερα…». Αθάνατη ομογένεια! Τσολιάδες στις εθνικές εορτές και πέρα βρέχει.

Στη βετεράνο ελληνίδα ηθοποιό Μιμή Ντενίση, η οποία έφερε στην Ελλάδα, για να διδάξει, λέει, νέους και νέες που σπουδάζουν θέατρο, τη βετεράνο ελληνοαμερικανίδα ηθοποιό Ολυμπία Δουκάκη. Την άλλη φορά θα καλέσει το πνεύμα του Τέλη Σαββάλα με «τραπεζάκι».

Στη βουλευτή Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ Μάγια Τσόκλη, διότι ακάθεκτη ταξιδεύει και κάνει εκπομπές, εις βάρος των βουλευτικών της καθηκόντων. Μα γιατί δέχτηκε να πολιτευτεί; «Ενδεχομένως να είναι χρήσιμο για μια Βουλή να συμμετέχει σε αυτήν και ένας άνθρωπος που έχει επισκεφθεί και έχει ζήσει σε όλον τον κόσμο, όπως εγώ», λέει η ίδια. Α, τώρα μάλιστα. Ενδεχομένως!

Οι Scorpions αποφάσισαν να διαλυθούν. Μικρό το κακό για τη μουσική εν γένει∙ έτσι κι αλλιώς είχαν πολλά χρόνια να βγάλουν ένα αξιοπρεπές τραγούδι. Μεγάλο το κακό για το ελληνικό κοινό, το οποίο ήταν το μοναδικό στη Γη που γέμιζε τις συναυλίες τους. Αλλά ας μην ανησυχεί, μέχρι την οριστική διάλυσή τους μπορεί να περάσουν και δύο φορές από τα μέρη μας…

Πίκρα και θλίψη. Τα νυχτερινά κέντρα περνούν δύσκολες μέρες ή, μάλλον, νύχτες. Βραδιές ακυρώνονται επειδή... αρρώστησαν καλλιτέχνες (και όχι επειδή ήταν λίγες οι κρατήσεις;), βραδιές Παρασκευής λαμβάνουν χώρα με μόνο τα μπροστινά τραπέζια γεμάτα. Και τα δύσκολα, πιθανότατα, δεν τα έχουμε δει ακόμα..

art

ΠΟΝΤΙΚΙ


Pontiki Art 141