Issuu on Google+

n.135/09 ΠΕΜΠΤΗ 17 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2009 Η ΤΕΧΝΗ / ΟΙ ΤΑΣΕΙΣ / ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ / Η ΖΩΗ... ΣΤΟΝ ΑΦΡΟ

art

ΠΟΝΤΙΚΙ

ΜΠΕΤΥ ΑΡΒΑΝΙΤΗ Sixties in Greece Κάν’ το όπως η Μελίνα Χ. Παπακαλιάτης: Φώσκολος την εποχή του ντιζάιν Εορταστικές πρεμιέρες Η «νέα γρίπη» του έντεχνου


2/26

TA ΠΡΟΣ ΩΠΑ ΤΟΥΣ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΟΥΝ ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ ΤΟΥΣ ΕΝΩΝΕΙ Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Για όλα φταίει ο οφειλέτης

Από την εποχή του Νίκου Ξανθόπουλου και της Μάρθας Βούρτση είχαμε να ζήσουμε τέτοιο δράμα. Με «καταραμένους» έρωτες, με οικογενειακά μαλλιοτραβήγματα, με εκτός γάμου παιδιά, ακόμη και με δολοφονίες! Η μπουζουκοστάρ Αγγελική Ηλιάδη τους τελευταίους μήνες αναβιώνει επιτυχώς τη δοξασμένη εποχή των μελό. Πουλώντας εκτός από τη λουσμένη στο μισομαραμένο γαρίφαλο εικόνα της και την εικόνα μιας νέας, κατατρεγμένης Αγγελική Ηλιάδη απ’ όλους, αλλά εκθαμβωτιΑκόμη λίγο κλάψε κά αθώας και τίμιας Μπλανς Επιφανί. Η οποία, παρότι πέπου σου πάει… ρασε δια πυρός και… μαφίας, επιστρέφει (πάντα με το δάκρυ σκαλωμένο στην άκρη της μάσκαρας) για να κερδίσει τίμια το ψωμί του ανήλικου τέκνου της, αλλά και να προτάξει το πλούσιο ντεκολτέ της στην οικογένειά της, τη μητέρα της, τον πατέρα της και τη γιαγιά της (Καίτη Γκρέι), οι οποίοι έχουν γεννηθεί για να την αδικούν. Ίσως τη δεκαετία του ’60 να κλαίγαμε. Σήμερα βαριόμαστε. Ενίοτε δε έχουμε και τάση για εμετό.

Αν και ο ίδιος χαρακτηρίζει την εκπομπή του σαν «real life documentary», στην πραγματικότητα η εκπομπή «Για λογαριασμό σας» του Alpha δεν είναι παρά ένα σκληρό ριάλιτι. Ίσως μάλιστα να είναι το πιο σκληρό που έχει παρουσιαστεί μέχρι σήμερα στην ελληνική τηλεόραση, γιατί δεν ασχολείται με τη σωματική καταπόνηση ή τους έρωτες των παικτών, αλλά με κάτι πολύ πιο θλιβερό: την ανέχειά τους. Οικογένειες που έπεσαν έξω, άνθρωποι που πήραν το ένα δάνειο μετά το άλλο και έμειναν με μία θηλιά γύρω από τον λαιμό, καταφεύγουν στον «σωτήρα» Νίκο Σαμοΐλη για να ανακάμψουν οικονομικά. Σε μία περίοδο διεθνούς οικονομικής κρίσης, με την ανεργία να απειλεί όλο και περισσότερους, ο Νίκος Σαμοΐλης παίζει με το κοινό αίσθημα, μετατρέποντας σε εκπομπή το κοινό πρόβλημα. Πόσοι άνθρωποι δεν έχουν να πληρώσουν τις κάρτες τους; Πόσοι πολίτες δεν παίρνουν ένα δάνειο για να αποπληρώσουν ένα προηγούμενο; Πόσοι δεν προσπαθούν με το «πλαστικό» χρήμα να αντισταθμίσουν την απουσία του πραγματικού; Ο παρουσιαστής γίνεται οικονομικός σύμβουλος των οικογενειών που τον καλούν. Κι ακολουθεί πάντα την ίδια τακτική. Να βγάλει το πρόβλημα στη φόρα. Να αποκαλύψει τους λανθασμένους χειρισμούς. Να δείξει πόσο κακοί διαχειριστές των οικονομικών τους είναι οι πολίτες. Όχι, οι τράπεζες δεν φταίνε ποτέ. Κι ας έδιναν τόσα χρόνια δάνεια επί δανείων χωρίς να ελέγχουν την πιστοληπτική ικανότητα των δανειοληπτών. Οι ισχυροί δεν φταίνε για τον Νίκο Σαμοΐλη. Μόνο οι αδύναμοι. Οι ίδιοι, θύματα και θύτες. Και σε κάθε εκπομπή, ίδια η λύση: «Να πουλήσετε το σπίτι / την επιχείρησή σας να σωθείτε». Λες και αυτό δεν ήξεραν να το κάνουν από μόνοι τους και χρειάζονταν οικονομικό σύμβουλο με κάμερα για να τους το υποδείξει.

Νίκος Σαμοΐλης

Νατάσσα Μποφίλιου Η «νέα γρίπη» του έντεχνου Στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα το έντεχνο ελληνικό τραγούδι, είναι πολύ εύκολο να πουλήσεις φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Αυτό ακριβώς κάνει η Νατάσσα Μποφίλιου. Κατάφερε να πείσει ότι διαθέτει κοινό, επιστρατεύοντας ένα οργανωμένο σύστημα οπαδών, από τους φίλους και κολλητούς της που πηγαίνουν στις παραστάσεις της και της φωνάζουν «θεά» σαν να βλέπουν μπροστά τους την Εντίθ Πιαφ, μέχρι έντεχνο ραδιοφωνικό σταθμό που, σε σύγχυση ευρισκόμενος, καλεί την... ιέρεια Μποφίλιου στα στούντιό του πιο συχνά και απ’ ό,τι τους σημαντικότερους έλληνες τραγουδιστές. Αν ρωτήσει κανείς το πραγματικό κοινό «ποια είναι η Νατάσσα Μποφίλιου;» πιθανότατα θα εισπράξει την απάντηση «δεν ξέρω». Κι αν κάποιοι την έχουν κάπου ακουστά, δύσκολα θα μπορέσουν να θυμηθούν έστω και έναν τίτλο από τραγούδι της. Η Νατάσσα Μποφίλιου είναι ένα σύμπτωμα από αυτά που παρουσιάζονται σε κάθε είδος τραγουδιού όταν διέρχεται κρίση. Ο Λευτέρης Πανταζής ήταν η ασθένεια του λαϊκού τραγουδιού στα χρόνια της παρακμής του. Ο Μάριος Φραγκούλης ήταν η ίωση του λυρικού τραγουδιού σε μία χώρα που δεν έχει οπερατική παράδοση. Η Μποφίλιου είναι η «νέα γρίπη» του έντεχνου. Επενδύει σε ένα κοινό που μεγάλωσε με Κραουνάκη και Νικολακοπούλου και αναπολεί τις μνήμες του ’80. Έτσι, βάζει τους συνεργάτες της να της γράφουν τραγούδια α λα Κραουνάκη - Νικολακοπούλου, ντύνεται και η ίδια πότε Τάνια, πότε Άλκηστις και πότε Δήμητρα και τραγουδάει με την πόζα της Μαρίας Κάλλας. Κινήσεις μιμητικές. Συγκίνηση επιφανειακή. Η Νατάσσα Μποφίλιου δεν είναι σώμα, είναι ρούχο. Ρούχο αδειανό.

art

ΠΟΝΤΙΚΙ

ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΞΙΑ ΑΝΝΑ ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ

Μάρθα Φριντζήλα «Project» για ψαγμένους Περίπτωση ιδιαίτερη, φωνή που –σου αρέσει δεν σου αρέσει– ψάχνεται και προτείνει άλλους τρόπους έκφρασης, η Μάρθα Φριντζήλα έχει πάντα ενδιαφέροντα πράγματα να πει. Γιατί δεν επιλέγει τον εύκολο δρόμο. Γιατί, για εκείνην, η μουσική δεν είναι το όχημα προς τη δημοσιότητα, αλλά μία εσωτερική διεργασία αγάπης και δημιουργίας. Το αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας έρχεται και πάλι να μας προσφέρει η σκηνοθέτις και τραγουδίστρια, με ένα διπλό live cd, καθώς και με εμφανίσεις στη μουσική σκηνή Μετρό. Μαζί της οι Kubara Project. Τίτλος του εγχειρήματος «The Kubara Project II». Πρόκειται για μία μουσική παράσταση που αφού παρουσιάστηκε με επιτυχία σε περιοδείες στην Ελλάδα και το εξωτερικό καταφθάνει και στην Αθήνα, για να διηγηθεί ιστορίες αγάπης και φιλίας, για να ξυπνήσει τον έρωτα, για να παρηγορήσει τη μοναξιά. Θα είμαστε εκεί.

DESIGN ART DIRECTOR Κυριάκος Κουτσογιαννόπουλος

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ Μαρία Βασιλάκη

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ: Γιώργος Ι. Αλλαμανής Λεωνίδας Αντωνόπουλος Xαρά Αργυρίου

Αφού έκανε τα πρώτα βήματά του στο (απελπιστικά) εμπορικό θέατρο, με κωμικοτραγωδίες αβάστακτης ελαφρότητας και προχειρότητας, είδε και προς επιθεώρηση μεριά. Για να επιβεβαιώσει –και δεν είναι ο μόνος– ότι το είδος, ακόμη κι αν φαίνεται light, εκδικείται εκείνους που το αντιμετωπίζουν σαν ξεπέτα. Το «Θέλει η Ελλάδα να κρυφτεί» του ΘοΘοδωρής Αθερίδης δωρή Αθερίδη, θέλει δεν θέΗ εκδίκηση της επιθεώρησης λει, κατεβαίνει ελλείψει θεατών. Και με όσους πρόλαβαν μέχρι στιγμής να το δουν να απορούν για το πώς είναι δυνατόν εν έτει 2009 να παρουσιάζονται τέτοιες μπακατέλες. Συγγραφέας (μαζί με άλλους) της επιθεώρησης αλλά και σκηνοθέτης της, ο Αθερίδης πάτησε ξυπόλυτος στα καυτά κάρβουνα της σκηνής του Θεάτρου Αλίκη και τσουρουφλίστηκε. Καλή ανάρρωση. Όσο για το ερώτημα που τίθεται κατά καιρούς σχετικά με το αν η επιθεώρηση ζει, ας το πάρουμε απόφαση: Πέθανε! Και ας την αφήσουμε να αναπαυθεί.

Δημήτρης Κανελλόπουλος Τατιάνα Καποδίστρια Γιώργος Ν. Κορωναίος Γιάννης Κουκουλάς

Μάκης Μηλάτος Ελίνα Μπέη Αγγελική Μπιλλίνη Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Χρυσούλα Παπαϊωάννου Δημήτρης Ρηγόπουλος Όλγα Σελλά Ναταλί Χατζηαντωνίου


4/28

Τ ΣΟΥΝΑΜ Ι

Τ

ι είναι ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης, το νέο σίριαλ του οποίου, «Τέσσερα», κάνει επιτυχία; Ένας άνθρωπος που ξέρει τη συνταγή της επιτυχίας, θα πείτε. Σεναριογράφος και σκηνοθέτης και ηθοποιός, που στήνει σύγχρονες ιστορίες σε γυαλιστερά ολοφώτεινα περιβάλλοντα, ιστορίες τα δραματικά στοιχεία των οποίων περνούν σε δεύτερη μοίρα – και αυτό που κυριαρχεί είναι ο εντυπωσιασμός και, καμιά φορά, η επιτηδευμένη πρόκληση. Σύμφωνοι. Και, όσο

Ο Φώσκολος εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο το μεγάλο λαϊκό θέαμα, όπως διαμορφώθηκε μετά τη δεκαετία του 1960. Τα τελευταία χρόνια, μετά την απόσυρσή του, όλοι είχαν καταλάβει ότι είχαν πλέον αλλάξει και οι τρόποι με τους οποίους προσεγγίζεται το θέαμα. Ο κόσμος του Φώσκολου, οι συντηρητικές μετααγροτικές ελληνικές κοινωνίες, άρχισαν να μετασχηματίζονται ραγδαία. Όταν ξεκίναγε εκείνος δέσποζε το κοντογούνι, σήμερα είναι τρεντ η Βαλενσιάγκα. Το 1960, ο Αθη-

Τα έργα του Φώσκολου δέσποζαν ανάμεσα στους θεατές που δεν είχαν ειδικές απαιτήσεις από το θέαμα, τους αρκούσε ένα θέαμα παιγμένο με υπερβολές για να ταυτιστούν. Οι άλλοι, οι λίγοι, λακάγανε – προτιμούσαν Φασμπίντερ, Μπέργκμαν, Χίτσκοκ, Αγγελόπουλο… Το ίδιο συμβαίνει και με τον Παπακαλιάτη. Κι οι δικοί του θεατές ψάχνουν τον εντυπωσιασμό και την ταύτιση. Η διαφορά είναι πολιτισμική, αλλά στην ουσία αισθητική, αφού το πεδίο της ακαλλιέργητης πλειονότη-

Χριστόφορος Παπακαλιάτης Ο Φώσκολος την εποχή του ντιζάιν Η διαφορά είναι πολιτισμική, αλλά στην ουσία αισθητική, αφού το πεδίο της ακαλλιέργητης πλειονότητας του ελληνικού κοινού διαφέρει πια μόνο στο πεδίο της αισθητικής. Με άλλα λόγια, ο Φώσκολος εκφράζει τη γενιά του σκρίνιου, ο Παπακαλιάτης τη γενιά του IKEΑ

κι αν σας φανεί παράξενο, στην πραγματικότητα ο κληρονόμος του Φώσκολου. Ποια ήταν η μεγάλη ικανότητα του Νίκου Φώσκολου στο σινεμά και, αργότερα, στην τηλεόραση; Η μεγάλη ευκολία να επινοεί απίθανες καταστάσεις, υπερβολές, τερατώδεις αυθαιρεσίες και, παρά τα λογικά αφηγηματικά χάσματα, τις ανακολουθίες, τους αναχρονισμούς, να καταφέρνει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του μεγάλου κοινού. Τμήμα του σταρ σίστεμ, ο Φώσκολος ήξερε τη δοσολογία: τόσο μελόδραμα, τόσο πομπώδης μπαρουφολογία, τόσο κλάμα, τόσο γέλιο, τόσο αστέρες του θεάματος.

Ω ΡΑ ΓΙΑ

ναίος ήταν φρεσκοφερμένος κι είχε το χωριό τιμή του και καμάρι του, σήμερα το χωριό είναι για τις γιορτές και τα καλοκαίρια, αλλά ο λίγο πιο περπατημένος ονειρεύεται να ζήσει στο μεγάλο παγκόσμιο χωριό – Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη… Αυτό το σήμερα βρέθηκε να το εκφράσει ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης, και η αλήθεια είναι ότι τα καταφέρνει με την ίδια ευκολία που τα κατάφερνε και ο Φώσκολος. Φαινομενικά, τα δυο πρόσωπα και τα δυο αφηγηματικά ύφη έχουν βαθιές διαφορές. Υπάρχει, όμως, ένα ενοποιό χαρακτηριστικό που φέρνει πολύ πιο κοντά τους δυο ανθρώπους του θεάματος. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι η κενότητα του περιεχομένου τόσο του κόσμου του Φώσκολου όσο και εκείνου του Παπακαλιάτη.

τας του ελληνικού κοινού διαφέρει πια μόνο στο πεδίο της αισθητικής. Με άλλα λόγια, ο Φώσκολος εκφράζει τη γενιά του σκρίνιου, ο Παπακαλιάτης τη γενιά του IKEA. Ο Φώσκολος είχε πιο ατμοσφαιρικούς φωτισμούς, στα σκοτάδια κρύβονταν οι ενοχές και τα κλάματα. Ο Παπακαλιάτης έχει φλατ φωτισμούς, οι ενοχές σήμερα κρύβονται στο ατσαλάκωτο πρόσωπο αυτών που ποζάρουν την επιτυχία τους στη ζωή, στη μάσκα που κρύβει απολύτως το συναίσθημα. Διότι στο σύστημα αξιών που δοξάζει ο Παπακαλιάτης μετράει πιο πολύ η πόζα.

αχινοί... «Ποθώ να είμαι εγώ / στάμπα από φως και ουρανό / απάνω στο κορμί σου / ό,τι κρυφό και φανερό / τραγούδι στη ζωή σου». Αυτό είναι το ρεφρέν της μεγάλης αγάπης του Τόλη Βοσκόπουλου προς την Άντζελα Γκερέκου, διά χειρός Ιωάννου Τζουανόπουλου, ο οποίος εστιχούργησεν το άσμα «Ποθώ». Μελίρρυτος και ποιητικός, με μια εσάνς ρομαντισμού, ο Τόλης επιστρέφει στη δισκογραφία, κι αυτή τη φορά ο ύμνος του έχει απήχηση στο πιο θεσμικό πεδίο του πολιτισμού. Οι τολισταί πανηγυρίζουν, όχι μόνο επειδή ο Τόλης μένει πιστός στο αισθητικό ιδανικό τους, αλλά και επειδή ο τίτλος του νέου δίσκου του γεμίζει ρίγη τους σινεφίλ εξ αυτών. Ε, ναι, λοιπόν! Ο νέος δίσκος του Τόλη έχει τον ίδιο τίτλο με την ωραιότερη ασπρόμαυρη ταινία του Βιμ Βέντερς «Το πέρασμα του χρόνου».

Φυσικά ποθώ τα πράγματα να ακολουθήσουν τη φυσική φορά τους, η ζωή στη χώρα να εξελιχθεί ομαλά, το ίδιο να συμβεί και στην ελληνική κουλτούρα. Ίσως τότε, μια ωραία ημέρα, να αναγνωρισθεί ένας άλλος θεσμός του αθάνατου ελληνικού πολιτισμού, η Άννα Βίσση. Προσδοκώ την πολιτική συγκυρία που ένας άλλος βάρδος θα αποτίει σπονδές στους θεσμούς που έρχονται. Το γκροτέσκο στην Ελλάδα δεν τελειώνει ποτέ. Λία Παραλία

ZAPPI N G

Εντάξει, βρε Βάσω,

Κ

ακώς, πολύ κακώς είχα ξεφωνίσει τότε την Τρέμη. Η ζωή δεν παύει να με εκπλήσσει δυσάρεστα, και ιδού. Ο Ευαγγελάτος φεύγει η Χάιντι, η μικρούλα των Άλπεων έρχεται.

Δ

εν έπρεπε να μας το κάνει αυτό ο Θέμος. Να μας παρουσιάσει νυχτιάτικα την Έλλη Στάη μεταμορφωμένη σε παιδούλα του Εξορκιστή. Να σου πω τη μαύρη αλήθεια, πιο πολύ σκιάχτηκα παρά ζήλεψα – και να σου εξηγήσω τι εννοώ, βρε Βάσω. Μα καλά, τι σκατά γονίδια έχουμε και οι δυο μας που στραβογερνάμε ανηλεώς, ενώ εκείνη, που την βλέπαμε μαθήτριες ακόμη να λέει τις ειδήσεις από τη μαυρόασπρη, όσο πάει και

φουσκώνει και αναστηλώνεται; Παιδικό πάχος, σου λέει ο άλλος, θα το ρίξει μπόι...

θα τους αφήσω στην πλάνη τους και θα γυρίσω πίσω, στα δικά μας τα πεζά και τετριμμένα.

Ν

Σ

Κ

Θ

α πας να τα κάνεις ΕΣΥ αυτά που μου λες, Βάσω, γιατί εγώ βλέπω γάζες και λιποθυμάω. Κρέμα ημέρας και πολύ σου λέω. Τα υπόλοιπα του Θεού και του διαβόλου και της κληρονομικότητας βεβαίως βεβαίως.

ληρονομικότητα είπα και (ξανά) θυμήθηκα τις χαρές και τα πανηγύρια που κάνουν οι νεοδημοκράτες γιατί ξεμπέρδεψαν, λέει, με το κληρονομικό δικαίωμα μερικών μερικών στην ιεραρχία του κόμματος, αχαχούχα. Χρονιάρες μέρες που ζούμε,

τα πεζά των ημερών να μην ξεχάσω να συμπεριλάβω τον Άγιο Χρυσοχοΐδη τον καβαλάρη που βγήκε έφιππος στην εκπομπή του Πρετεντέρη να μας κόψει το βήχα άπαξ δια παντός.

α πειθαρχήσω – σάμπως με παίρνει να κάνω και τίποτα άλλο, βρε Βάσω; Άντε, φέρε τώρα το πορτοφόλι και την πιστωτική σου κάρτα να πάμε να ενισχύσουμε τους μαγαζάτορες του κέντρου. Το ξέρω ότι αυτές οι γιορτές είναι κυρίως για τα παιδιά, αλλά, ο Θεός να με συγχωρέσει, βρε

Βάσω, όσο βλέπω το παιδομάνι στο πρωινό του Mega τόσο πιο πολύ ξυπνάει μέσα μου ο Ηρώδης ο θηριώδης. Δεν με νοιάζει τόσο που η μια ξανθιά ψευδίζει περήφανα, η άλλη μπουρδολογεί αγέρωχα και η τρίτη «απουσιάζει» παταγωδώς, όσο που ο Παπαδάκης παλιμπαιδίζει και ο Ουγγαρέζος μικρομεγαλίζει. Μα καλά, γιατί κανείς δεν αποδέχεται τον εαυτό του έτσι όπως είναι; Μέσα και η Έλλη...

Η ποντικίνα των καναλιών


Μ Π Α ; ΕΙΝΑΙ Κ ΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΛ ΙΤΙΣ Μ Ό Σ ; Του Γιώργου Ι. Αλλαμανή [gallamanis@gmail.com]

Κάν’ το όπως η Μελίνα Απλώνεται στον πλανήτη η πυρκαγιά που άναψε το αίτημα για την επιστροφή των λεηλατημένων πολιτιστικών θησαυρών στους τόπους όπου γεννήθηκαν

Ο

αλήστου μνήμης Αδόλφος Χίτλερ έβαζε τους υποτακτικούς του να του συγκεντρώνουν σε μεγάλα αριθμημένα ντοσιέ γκραβούρες και φωτογραφίες από αριστουργήματα της παγκόσμιας τέχνης. Είχε τον ευγενή στόχο κάποτε να τα… αρπάξει και να τα βάλει σε ένα ναζιστικό μουσείο «Αρίου» πολιτισμού στο Βερολίνο. Ο Κόκκινος Στρατός πρόλαβε και μπήκε θριαμβικά στο μπούνκερ τού ήδη αυτόχειρα Φύρερ τον Μάιο του 1945, ματαιώνοντας και αυτό το σχέδιο. Άλλο ένα τέτοιο ντοσιέ εντοπίσθηκε πρόσφατα. Βέβαια, το ότι οι «πολιτισμένοι» δυτικοί λεηλατούν την κληρονομιά λαμπρών αρχαίων πολιτισμών από τους δήθεν «απολίτιστους» κληρονόμους –Έλληνες, Αιγύπτιους, Ιρακινούς, Κινέζους, Καμποτζιανούς, Ινδούς, Ιάπωνες– δεν είναι ναζιστικό φαινόμενο. Ούτε περιορίζεται στα «μεγάλα», περνάει και στα «μικρά»: Η ταπεινή οικογενειακή μας παράδοση λέει ότι οι γερμανοί αξιωματικοί που στην Κατοχή κατέλαβαν στο Ηράκλειο της Κρήτης το σπίτι του εκ μητρός παππού μου, δικηγόρου Εμμανουήλ Σπινθουράκη, τη μια στιγμή τραγουδούσαν συγκινημένοι αποσπάσματα από κλασικά λίντερ και την άλλη πλιατσικολογούσαν ξεδιάντροπα τα κοσμήματα, τα γραμματόσημα, τα σερβίτσια και ό,τι άλλο τους γυάλιζε στο «καλλιεργημένο» τους μάτι. Τώρα πια η ανοχή απέναντι σε αυτές τις πρακτικές καταλήστευσης είναι θεωρητικώς μηδενική. Λέω θεωρητικώς, γιατί δεν απέχει και πολύ το 2003, τότε που το Αρχαιολογικό Μουσείο της Βαγδάτης, όπως επίσης το μουσείο και η βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου της Μοσούλης στο Ιράκ, λεηλατήθηκαν (και μάλιστα, όπως όλα δείχνουν, «κατά παραγγελίαν») από αρχαιοκάπηλους, οι οποίοι χάρηκαν στην αναμπουμπούλα που προκάλεσε η αμερικανική εισβολή για την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν. Μόλις την περασμένη εβδομάδα ταξίδεψε στο Λονδίνο ο Ζάχι Χαουάς, επικεφαλής του Ανωτάτου Συμβουλίου Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου, και έκανε μεγάλη φασαρία απαιτώντας από το Βρετανικό Μουσείο να επιστρέψει την περίφημη Στήλη της Ροζέτας, μνημείο-κλειδί, με βάση το οποίο αποκρυπτογραφήθηκαν τα ιερογλυφικά. «Δεν δέχομαι καμία άρνηση. Πρόκειται για μια εικόνα της αιγυπτιακής ταυτότητας!», είπε οργισμένος ο διάσημος αιγύπτιος αρχαιολόγος. Ο ίδιος, μόλις τον περασμένο Οκτώβριο «χάλασε» –και πολύ καλά έκανε– τα εγκαίνια του ανακαινισμένου Neues Museum του Βερολίνου, αποκαλύπτοντας ότι οι Γερμανοί κρύβουν ακόμη και σήμερα έγγραφο ντοκουμέντο το οποίο αποδεικνύει ότι η περίφημη προτομή της Νεφερτίτης, το κορυφαίο έκθεμα του Νέου Μουσείου, βγήκε

από την Αίγυπτο το 1913 με δόλια τεχνάσματα γερμανών αρχαιολόγων. Κάν’ το όπως η Μελίνα. Στον χορό που άνοιξε η γλυκιά και πεισματάρα ηθοποιός και πολιτικός έχουν πλέον μπει για τα καλά Αφρικανοί και Ασιάτες, Αμερικανοί και Αυστραλοί. Γι’ αυτό ήταν σημαντική, έστω σε επίπεδο συμβολικό, «ψυχολογικό» και ασφαλώς ηθικό, η υιοθέτηση του Σχεδίου Ψηφίσματος που υπέβαλε προ ημερών η Ελλάδα στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, με το οποίο προκρίνει «την επιστροφή και αποκατάσταση πολιτιστικών αγαθών στις χώρες προέλευσής τους». Το αποδέχτηκαν 85 κράτη-μέλη και υιοθετήθηκε συναινετικά, χωρίς ψηφοφορία. «Στον Παρθενώνα αρκετοί πολιτισμοί, αν όχι ο κόσμος στο σύνολό του, αναγνωρίζουν ένα σύμβολο ανθρωπισμού», τόνισε μιλώντας στη Νέα Υόρκη ο υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού Παύλος Γερουλάνος. Και έκανε ένα βήμα μπροστά, κατέστησε σαφές πως η Ελλάδα διατίθεται να συνεργαστεί «με άλλα μουσεία, ώστε να βρούμε τρόπους για την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα, τα οποία θα εμπλουτίσουν αντί να καταστήσουν φτωχότερες τις εξαιρετικές τους συλλογές». Να το πούμε αλλιώς; Αν μας τα στείλουν, θα τους στείλουμε κι εμείς άλλα. Οι διαδικασίες θα βρεθούν: προσωρινή ανταλλαγή, δανεισμός, ίδρυση παραρτημάτων ελληνικών μουσείων στο εξωτερικό ή ξένων μουσείων στην Ελλάδα, μόνιμες και περιοδικές εκθέσεις κ.λπ. Ρεαλιστική αντίληψη σε μια εποχή που μουσεία-κολοσσοί, όπως το Λούβρο και το Γκούγκενχαϊμ, ετοιμάζονται να ανοίξουν «υποκαταστήματα» στο Αμπού Ντάμπι και αλλού, κάνοντας πράξη μία επιθετική και οικονομικά προσοδοφόρο πολιτιστική πολιτική. Και μάλιστα με «ξένα κόλλυβα», δηλαδή με θησαυρούς απαλλοτριωμένους από εποχές αποικιοκρατίας και πολέμων. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο: ακριβώς στην ίδια μοίρα που βρισκόμασταν εμείς κάποτε βρίσκονται σήμερα ανυπεράσπιστοι κληρονόμοι λαμπρών πολιτισμών. Αν για τις αιγυπτιακές, ελληνικές, ελληνιστικές και ρωμαϊκές αρχαιότητες υπάρχουν πλέον κατάλογοι και νομικό καθεστώς που δυσκολεύει τους κλεπταποδόχους (όπως η διαβόητη Μάριον Τρου, πρώην έφορος του μουσείου Γκετί στο Λος Άντζελες) να κινηθούν, στη Λατινική Αμερική, στην υποσαχάρια Αφρική, στη Μέση και στην Άπω Ανατολή διεξάγεται, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, ένα χυδαιότατο «πάρτι αρχαιοκαπηλίας», εις βάρος της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.


6/30

cove r story

«»

Από την κεντρική αίθουσα του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας ακούγεται ακόμα ο ήχος των τσεκουριών που ισοπεδώνουν τον «Βυσσινόκηπο». Όσο ο θόρυβος προοιωνίζεται τις μεγάλες αλλαγές, όχι μόνο για την πατρική περιουσία της Λιούμπα Ρανιέφσκι αλλά και για την ίδια τη Ρωσία, ακούγεται κι ένα εκπληκτικό μουσικό θέμα του Θοδωρή Αμπαζή. Ο Στάθης Λιβαθηνός που σκηνοθετεί, όπως κι όλος ο θίασος, βγαίνουν ένας ένας, σιγά σιγά, κάπως μουδιασμένοι. Είναι λόγω της κορύφωσης μιας από τις συγκλονιστικότερες σκηνές της εργογραφίας του Τσέχοφ; Ίσως και λόγω της κούρασης, ενόψει της πρεμιέρας... Η Μπέτυ Αρβανίτη έρχεται με τις δαντέλες και το ύφος της Λιούμπα. Τα δάκρυα που έχουν μουντζουρώσει το ρίμελ είναι πάντως σίγουρα δικά της. Ίσως αυτό θα πει θεατρική εμπειρία για μια πολύ καλή ηθοποιό: Όσο κι αν ξέρεις τι συμβαίνει, όσο προετοιμασμένη κι αν είσαι γι’ αυτό, να μπορείς να κλάψεις αληθινά. Χαμογελαστή και ήρεμη λίγο αργότερα, διευκρινίζει πως μέχρι σήμερα η θητεία της στον Τσέχοφ έχει καταμετρήσει την Ελένα στον «Θείο Βάνια», τη Μάσα στις «Τρεις αδελφές», την Αρκάντινα στον «Γλάρο». «Μου ’μενε η Λιούμπα και, επιτέλους, φέτος ήρθε κι αυτή» λέει.

Μπέτυ Αρβανίτη «Ευτυχώς που μερικά “ψώνια” στην Ελλάδα συντηρούν κάποιες δονκιχωτικές προσπάθειες»

Συνέντευξη Στη Ναταλί Χατζηαντωνίου Φωτ. Τάσος Βρεττός

art

Η Μπέτυ Αρβανίτη βγαίνει βιαστική από την πρόβα της τελευταίας πράξης. Κλαίει...

Η Λιούμπα είναι ένας δύσκολος ρόλος; Μ.Α.: Αχ, Παναγία μου! Φρικτά δύσκολος και εξαιρετικά πολύπλοκος. Γι’ αυτό αγωνιώ. Ο ήχος από τα τσεκούρια που ισοπεδώνουν τον «Βυσσινόκηπο» σας έκανε να κλάψετε... Μ.Α.: Μα είναι η στιγμή που τελειώνουν τα ψέματα. Κι αυτή η προσγείωση είναι ξεριζωμός ζωής, σπλάχνων, ονείρων... Αρκετοί μελετητές του Τσέχοφ έχουν γράψει ότι ο Βυσσινόκηπος είναι ένας κανονικός θεατρικός ήρωας. Μ.Α.: Σαφώς είναι ήρωας του Τσέχοφ ο Βυσσινόκηπος. Είναι η παιδική ηλικία, η αγνότητα, οι ελπίδες, οι ψευδαισθήσεις. Είναι το τελευταίο έργο του Τσέχοφ και το σπουδαιότερο, κατά τη γνώμη μου. Το έγραψε λίγο πριν πεθάνει και μοιάζει σαν να το έγραφε ξέροντας τι θα του συμβεί. Κάτι περίεργο συμβαίνει μ’ αυτό το έργο. Έχει και μια άλλη, σχεδόν μεταφυσική διάσταση.

«Δεν έχω τόσο εξοργιστεί από το δήθεν κάποιων παραστάσεων όσο από το δήθεν του κοινού: Ένα κομμάτι του είναι τόσο απαίδευτο που δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Έχω δει ανθρώπους να περιμένουν ν’ ακούσουν τι θα πει ο τάδε για να αποφασίσουν τελικά αν κάτι τους άρεσε ή όχι. Είναι τόσο ανελεύθερη συμπεριφορά! Και στις δικές μας παραστάσεις έχω δει ανθρώπους που παραληρούν από ενθουσιασμό, ενώ αντιλαμβάνομαι ότι δεν κατάλαβαν τι είδαν. Μου ’ρχεται να πω σε ορισμένους: “Αφού έβλεπα ότι κοιμόσουν, γιατί δεν μου λες την αλήθεια;”».

Μ.Α.: Ναι. Σε άλλο χώρο, εκτός θεάτρου, μου έχει συμβεί ένας πολύ βίαιος «ξεριζωμός». Ήθελε σοβαρή αντιμετώπιση κι αυτό έκανα. Κατά τα άλλα, κάποιοι μου λένε τώρα ότι μου πάει ο ρόλος. Ίσως γιατί έχω κι εγώ κάτι πολύ παρορμητικό. Έχοντας παίξει τόσους ρόλους στο θέατρο, ποιον αγαπήσατε περισσότερο; Μ.Α.: Μα οι ρόλοι είναι σαν τους εραστές και τις ερωτικές ιστορίες. Κάθε φορά νομίζεις ότι η τελευταία σχέση είναι η καλύτερη. Ξέρεις, όμως, κατά βάθος πως οι σχέσεις που σε προχωράνε είναι οι πιο δύσκολες.

Ο ρόλος σας, η Λιούμπα, ποια είναι; Μ.Α.: Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου που ζει εντελώς παρορμητικά. Μπορεί να τη θεωρήσεις εξαιρετικά επιπόλαιη και εξαιρετικά ανόητη. Δεν είναι. Ξαφνικά λέει μικρά σοφά πράγματα που προκύπτουν από τον ποιητικό χώρο που έχει μέσα της.

Αυτή η νιρβάνα της οικογένειας της Λιούμπα στο τεράστιο κύμα αλλαγής που έρχεται έχει αντιστοιχίες στο σήμερα; Μ.Α.: Σαφέστατα. Δεν το βλέπουμε καθημερινά; Συμβαίνουν κοσμογονικές αλλαγές, αλλά κανείς μας δεν τις παίρνει είδηση και όλοι συνεχίζουμε να ζούμε «σαν να...». Όλος αυτός ο καταναλωτισμός, η τάχα μου δήθεν ευτυχία δεν έχει καμία σχέση με ό,τι συμβαίνει σήμερα. Πιστεύω ότι οι μεγάλοι ευαίσθητοι της τέχνης δεν είναι μόνο μπροστά από την εποχή τους, είναι εντός της κάθε εποχής. Απλά οι άνθρωποι εξακολουθούμε να ζούμε στο παρελθόν και όχι στο παρόν. Δεν αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει τώρα. Κι αυτό δείχνει ανάγλυφα αλλά και με τρυφερότητα ο Τσέχοφ.

Η Λιούμπα είναι ένας ρόλος απολύτως αντιθετικός με τον περσινό σας, την Κλερ του Ντίρενματ; Και οι δυο επιστρέφουν στα πατρικά τους, αλλά με εκ διαμέτρου αντίθετες προθέσεις. Μ.Α.: Είναι δυο ηρωίδες απολύτως άσπρο-μαύρο. Ομολογώ ότι δεν το είχα σκεφτεί. Αλλά... ναι, είναι καταπληκτικό πως μερικά πράγματα συμβαίνουν, χωρίς να τα ’χεις σκεφτεί ή προγραμματίσει.

Άρα «Βυσσινόκηπος» είναι και η σημερινή Ελλάδα; Μ.Α.: Ούτε καν αυτό, γιατί δεν έχει πια αυτή την ομορφιά. Βεβαίως, αν σκεφτεί κανείς πως η πρόταση για τη σωτηρία μας είναι να κόψουμε αγροτεμάχια, να πουλήσουμε θέρετρα και να γκρεμίσουμε ό,τι υπάρχει, τότε, ναι, είναι «Βυσσινόκηπος» κι η Ελλάδα. Ή τουλάχιστον ήταν κάποτε.

Αναρωτιόμουν αν έχετε βρεθεί στη θέση της Λιούμπα. Αναγκαστήκατε να αποχαιρετήσετε κάτι δικό σας που το χάσατε με έναν βίαιο τρόπο;

Ο θόρυβος απ’ τα «τσεκούρια» ακούγεται όμως ακόμα... Μ.Α.: Πολύ έντονα. Κι όλη αυτή η καταστροφή της φύσης υπέρ του κέρδους, όλη η κακογουστιά,

τι άλλο είναι; Κι από την άλλη μεριά, αυτό το παρελθόν... Εγώ δεν έχω καμία αρχαιολαγνεία, αλλά αντιλαμβάνομαι πως αν κάτι έπρεπε να σεβαστούμε είναι αυτός ο πολιτισμός που υπήρχε κάποτε. Δεν εννοώ να καθίσουμε επάνω του, αμετακίνητοι. Αλλά, βρε αδελφέ, να φερθούμε με λίγο περισσότερη στοργή. Μένουμε, όμως, πολύ στην ομορφιά αυτού που υπήρξε ο ελληνικός μας «Βυσσινόκηπος», χωρίς να βλέπουμε πώς έχει καταντήσει σήμερα. Μ.Α.: Και τα τσεκούρια ακούγονται. Τέλος πάντων, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν καλύτερο να ακούγονταν υπέρ μιας καινούργιας ομορφιάς κι όχι υπέρ μερικών ακόμα αυθαιρέτων. Στη σημερινή εποχή τι σας εξοργίζει; Μ.Α.: Πάρα πολλά. Π.χ. δεν είναι εξοργιστικό, ούτως ή άλλως, το ποσοστό του προϋπολογισμού που αντιστοιχεί στον πολιτισμό; Είναι ένδειξη τριτοκοσμικής αντίληψης. Το γεγονός ότι έχετε χρόνια αυτό το θέατρο που έχει δώσει το στίγμα του, αλλά εξακολουθείτε να πασχίζετε για την επιβίωσή του, τι σας κάνει να σκέφτεστε; Μ.Α.: Ότι τα πάντα στην Ελλάδα γίνονται μέσα από την ιδιωτική πρωτοβουλία και κυρίως απ’ ό,τι λέμε «ψώνιο» – και δεν ξέρω αν αυτό είναι με την καλή ή την κακή έννοια. Ευτυχώς, όμως, μερικά «ψώνια» στην Ελλάδα συντηρούν κάποιες δονκιχωτικές προσπάθειες. Εμείς έχουμε τον Βασίλη Πουλαντζά να μας στηρίζει. Τα άλλα θέατρα που δεν έχουν τέτοια δυνατότητα, τι κάνουν άραγε; Γιατί η κρατική αντιμετώπιση είναι εντελώς αστεία. Λόγου χάρη, τώρα μας χρωστούν τις επιχορηγήσεις από πρόπερσι. Αυτό ξεπερνά τη λογική. Ειδικά μάλιστα όταν συμβαίνει στην τέχνη, που το «τόσο μπορούμε τόσο κάνουμε» αναιρεί την ίδια τη φύση της. Ωστόσο, συχνά ο πολιτισμός είναι η καραμέλα των ιθυνόντων. Μ.Α.: Έτσι γίνεται πάντα. Αλλά για να δούμε τώρα... Πάλι έχουμε ελπίδες. Δηλαδή αυτό είναι... εντελώς «Βυσσινόκηπος». Είναι ψευδαισθήσεις. Κι όμως, πάλι ελπίζουμε. Και μετά «δεν» και «δεν» και πάλι, μέχρι να πεθάνουμε. Αυτές οι μέρες είναι αναταραχής, μέρες που κάποιοι ονόμασαν «Δεκεμβριανά» του 21ου αιώνα. Πώς το βλέπετε αυτό; Μ.Α.: Κατανοώ πολύ καλά την αντίδραση των νέων. Από κει και πέρα τα πράγματα, όπως σε όλες τις περιπτώσεις, ξεφεύγουν από την ουσία. Αυτή δεν είναι ευκαιρία να τα σπάσουμε. Είναι ευκαιρία να ταρακουνηθούν κάποια πράγματα. Από την άλλη, καταλαβαίνω την πρωτογενή ανάγκη της νέας γενιάς να αντιδράσει. Εδώ που τα λέμε, τα νέα παιδιά δεν έχουν κανάλι να διοχετεύσουν την επιθυμία για καινούργιο, για μάχη και επανάσταση. Αλλά κι όταν αυτό γίνεται χουλιγκανισμός δεν οδηγεί πουθενά. Πέρυσι, στο πλαίσιο αυτής της αντίδρασης,

διακόπτονταν κάποιες θεατρικές παραστάσεις από νέους ανθρώπους οι οποίοι ήθελαν να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους. Μ.Α.: Δυστυχώς δεν τα πιστεύω αυτά κι ας τα καταλαβαίνω. Μακάρι να μπορούσε κανείς με ένα χάπενινγκ ν’ αλλάξει τον κόσμο. Ο ρόλος της τέχνης επαναπροσδιορίζεται σε τέτοιες συνθήκες; Μ.Α.: Δεν πιστεύω ότι η τέχνη φέρνει την επανάσταση. Διότι η τέχνη είναι εκ των πραγμάτων πιο μπροστά – και από τον μέσο όρο και από την επανάσταση. Ή τουλάχιστον οφείλει να είναι. Στην Ελλάδα είναι πιο μπροστά; Μ.Α.: Γενικώς, όχι. Υπάρχουν, όμως, κάποιες στιγμές που βλέπεις κάτι να λάμπει και να δείχνει προς μια κατεύθυνση. Συμβαίνουν πολλά καλά πράγματα στην Ελλάδα, αλλά δυστυχώς είναι όλα αποσπασματικά. Έρχονται σαν πυροτεχνήματα, χωρίς να βρίσκουν έδαφος να καλλιεργηθούν και να ανθίσουν. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν εκατοντάδες θεατρικές προτάσεις από παλαιότερους ή νεότερους «αλεξιπτωτιστές», «Δον Κιχώτες», αναγνωρισμένους, τα πάντα... Μ.Α.: Καλό είναι αυτό. Εφόσον υπάρχει διάθεση κι επιθυμία, γιατί όχι; Άραγε, σήμερα υπάρχουν πρόσωπα όπως π.χ. ο Βολανάκης, με τον οποίο εσείς γαλουχηθήκατε θεατρικά; Μ.Α.: Ελπίζω να υπάρχουν. Και σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται και ψάχνουν. Ο Βολανάκης είχε βέβαια μια σφαιρικότητα. Ήταν τόσο πολύ αναγεννησιακός που δεν μπορώ να πω ότι έχω εντοπίσει κάτι ανάλογο σε κάποιον σήμερα. Αλλά αυτό είχε πιθανότατα να κάνει και μ’ εμένα, που τότε ήμουν πολύ μικρότερη. Επομένως, πιθανόν να υπάρχουν τέτοιοι καλλιτέχνες που θα εξελιχθούν. Π.χ. ένας άνθρωπος που εκτιμώ βαθύτατα είναι ο Λιβαθηνός. Είναι πολύ αφιερωμένος, ψάχνει πολύ, νοιάζεται πολύ και δεν είναι δήθεν. Πέρα από το θέμα της κρατικής στήριξης, δεν εντοπίζετε άλλο πρόβλημα στο ελληνικό θέατρο; Μ.Α.: Υπάρχει τον τελευταίο καιρό ένα μπέρδεμα μεταξύ σύγχρονης αντίληψης των θεατρικών πραγμάτων και μοντερνιάς. Εγώ τη μοντερνιά τη σιχαίνομαι. Το σύγχρονο, όμως, με αφορά. Δηλαδή; Έχετε δει παραστάσεις που σας έχουν εξοργίσει από το δήθεν; Μ.Α.: Δεν έχω τόσο εξοργιστεί από το δήθεν κάποιων παραστάσεων, όσο από το δήθεν της αντιμετώπισης του κοινού: Ένα κομμάτι του είναι τόσο πολύ απαίδευτο που δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Έχω δει ανθρώπους να περιμένουν ν’ ακούσουν αγωνιώντας τι θα πει ο τάδε για να αποφασίσουν τελικά αν κάτι τους άρεσε ή όχι. Είναι τόσο ανελεύθερη συμπεριφορά! Και στις δικές μας παραστάσεις έχω δει ανθρώπους που παραληρούν από ενθουσιασμό, ενώ αντιλαμβάνομαι ότι δεν κατάλαβαν τι είδαν. Μου ’ρχεται να πω


ΠΟΝΤΙΚΙart 17-22.12.09

31/7

σε ορισμένους: «Αφού έβλεπα ότι κοιμόσουν, γιατί δεν μου λες την αλήθεια;». Είναι τραγική αυτή η ανασφάλεια και η αμάθεια. Πού οφείλεται αυτή η στάση; Μ.Α.: Στην έλλειψη παιδείας και σε μια επιθυμία να ανήκω κάπου, είτε αυτό λέγεται κουλτούρα την οποία δεν ξέρω είτε λέγεται glamour. Έτσι δημιουργούνται διάφορες κάστες, χύμα. Προς Θεού, δεν εννοώ ότι όλοι είναι έτσι. Αν δεν υπήρχαν οι συνειδητοποιημένοι, δεν θα υπήρχαμε κι εμείς. Έτσι αντιμετωπίζουμε και το ξένο θέατρο; Μ.Α.: Έχω δει ανθρώπους να παραληρούν π.χ. για κάποια ακραία πράγματα του γερμανικού θεάτρου που είδαν στο Φεστιβάλ Αθηνών. Μα δεν έχουν πάρει πρέφα. Κι οι ίδιοι μπορεί να δουν ένα αριστούργημα και να περάσει έτσι. Έχετε ασχοληθεί πολύ με ό,τι ονομάζουμε, γενικά, κλασικό θέατρο. Τι λέτε για την τάση αποδόμησής του; Μ.Α.: Αποδομείς κάτι για να οικοδομήσεις κάτι άλλο. Αν αυτό δεν συμβαίνει, τότε δεν καταλαβαίνω την αποδόμηση. Έχω δει πολύ θέατρο, κι εδώ και στο εξωτερικό. Έχω δει εξαιρετικά πράγματα που δεν χρειάζεται να «συστηθούν». Αρκεί να αφήσεις τον εαυτό σου ελεύθερο και να μη σκέφτεσαι εξαρχής τι θα πρέπει να πεις όταν θα βγαίνεις από την αίθουσα. Υπάρχουν και στο ελληνικό θέατρο υπερεκτιμημένες περιπτώσεις; Μ.Α.: Εμ, δεν υπάρχουν; Αλλά δεν πειράζει. Εγώ προσωπικά δεν αισθάνομαι να απειλούμαι από κάτι. Απλώς απορώ. Είστε μια ηθοποιός που έγινε μια εποχή δημοφιλής μέσω του ελληνικού σινεμά, χωρίς αυτό να συντρίψει τη θεατρική σας πλευρά. Μ.Α.: Ίσως γιατί το σινεμά δεν το πήρα ποτέ στα σοβαρά. Τότε ήταν κάτι πολύ ευχάριστο. Μια διασκεδαστική κατάσταση για εκείνη την ηλικία κι εκείνη την εποχή. Ποτέ όμως δεν αισθάνθηκα σταρ, παρ’ όλο που έκανα κι εγώ τα εξώφυλλά μου. Κι από τη στιγμή που βγήκα στο θέατρο είδα τη διαφορά. Αισθανόμουν ότι εκεί είναι το σπουδαίο κι όχι στο ελληνικό σινεμά. Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος είναι άλλωστε υπερεκτιμημένος. Εκτός από μερικές περιπτώσεις, το μόνο καταπληκτικό που είχε ήταν οι εξαιρετικοί κωμικοί. Κατά τα άλλα, τρίχες! Το νέο ελληνικό σινεμά πώς σας φαίνεται; Μ.Α.: Έχω αρχίσει να πιστεύω πολύ σ’ αυτό. Υπάρχουν παιδιά που μπορούν να τα πάνε εξαιρετικά καλά. Μου άρεσε πάρα πολύ, λ.χ., η τελευταία ταινία του Λάνθιμου. Επίσης, μου αρέσει πολύ ο Οικονομίδης. Παλαιότερα μου άρεσε πολύ κι ο Γιάνναρης. Βέβαια, δεν ξέρω όλους τους νέους κινηματογραφιστές, άρα κάποιους αδικώ. Είμαι όμως σίγουρη ότι το νέο σινεμά έχει μέλλον. Για τη φωτογράφηση αυτής της συνέντευξης δεν διστάσατε να παίξετε ακραία με την εικόνα σας. Με τα χρόνια εμείς έχουμε, ωστόσο, μια σταθερή εικόνα σας. Αυτή μιας πολύ καλής ηθοποιού του θεάτρου και μιας σκεπτόμενης αστής. Μ.Α.: Οι ρίζες μου είναι πράγματι αστικές. Αλλά αυτό τι σημαίνει; Με ενδιαφέρει κι εμένα, όπως και κάθε ηθοποιό, να παίζω με την εικόνα μου. Εμένα ίσως ακόμα περισσότερο, γιατί αλλιώς βαριέμαι. Θέλω να δοκιμάζω πράγματα και να στήνω παγίδες στον εαυτό μου. Πιστεύω άλλωστε ότι κανείς μας δεν είναι μόνον αυτό που δείχνει. Υπάρχει πάντα και κάτι άλλο να ανακαλύψεις. Και κάτι ακόμα που δεν τελειώνει σχεδόν ποτέ.


8/32

ΤΑ Γ ΕΓΟΝΟΤΑ

>Ο σκηνογράφος που αγαπούσε τη ζωγραφική O Nίκος Στεφάνου είναι ένας από τους πιο γνωστούς σκηνογράφους μας, αλλά η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς (εγκαίνια: 23/12) εστιάζει εξίσου και στο ζωγραφικό του έργο που εξελισσόταν παράλληλα με τις σκηνογραφικές του δουλειές σε Ελλάδα και εξωτερικό. Η σκηνογραφία ήταν η πρώτη αγάπη του Νίκου Στεφάνου. Το 1960 ήρθε η υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης για σπουδές θεάτρου στο Παρίσι και λίγο αργότερα οι πρώτες δουλειές στα ατελιέ γνωστών θεάτρων της γαλλικής πρωτεύουσας, στη Βιέννη, το Μόναχο και το Λονδίνο. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα αρχίζει

>> > Ντελίριο χορευτικού λυρισμού Πώς αντιλαμβανόμαστε στην εποχή μας τον λυρισμό; Υπάρχει; Κι αν ναι, πώς μπορούμε να τον ορίσουμε; Υπάρχει χορός που να τολμάει τη λυρική έκφραση; Ταυτίζεται ο λυρισμός με το μπαλέτο; Με άξονα το χορό, τη μουσική που δημιουργήθηκε ειδικά για το έργο, καθώς και επιλογές τραγουδιών και αφηγήσεων, η Ομάδα Χορού του Κώστα Τσιούκα συνθέτει ένα θέαμα γύρω από το θέμα αυτό, με τίτλο «A Delirium of Lyricism». Μέσα από εικόνες που ταξιδεύουν τον θεατή και τον φέρνουν αντιμέτωπο με στερεότυπα και με ένα σκηνικό περιβάλλον που αλλάζει διαρκώς, η ομάδα που δημιουργήθηκε το 2006 παρουσιάζει την παράσταση από τις 17 ως τις 21 Δεκεμβρίου στο Θέατρο Δίπυλο. Η σύλληψη και η χορογραφία είναι του Κώστα Τσιούκα, η δραματουργία της Νατάσας Χασιώτη και η μουσική σύνθεση του Απόλλωνα Ρέτσου. Η μουσική ερμηνεία είναι των Απόλλωνα Ρέτσου και Μαίρης Τσώνη, ενώ χορεύουν οι Λένα Μοσχά, Γεωργία Τέγου, Βαγγέλης Τελώνης, Κώστας Τσιούκας, Μαρία Φουντούλη, Τάνια Λαταρζέτ. | Ελίνα Μπέη

«Α Delirium of Lyricism»

Έργο του Ν. Στεφάνου τη συνεργασία του με τις ελληνικές κρατικές σκηνές αλλά και θιάσους του ελεύθερου θεάτρου, ενώ βάζει μπροστά την πρωτοβουλία του να ιδρύσει έναν καλλιτεχνικό πυρήνα μαζί με τον Αλέκο Φασιανό και τον Βασίλη Σπεράντζα, το Ατελιέ της Καλλιθέας. Τα εργοστάσια, με τις καμινάδες και τους καπνούς τους, εμπνευσμένα από τις παιδικές του μνήμες και συγκινήσεις, καθώς και τα τοπία που αποκαλύπτονται στο θεατή πίσω από ένα ανοιχτό παράθυρο, προβάλλουν το βασικό γνώρισμα της ζωγραφικής του δημιουργού που δεν είναι άλλο από το συγκερασμό της πραγματικότητας και του ονείρου, διαμορφώνοντας συχνά μια μεταφυσική ατμόσφαιρα. Στην έκθεση θα περιλαμβάνονται έργα από όλες τις φάσεις της καλλιτεχνικής πορείας του εικαστικού μέχρι σήμερα, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στις ζωγραφικές και σκηνογραφικές του δημιουργίες. Επίσης, στην έκθεση θα παρουσιαστούν έργα γλυπτικής και κεραμικής που έχει φιλοτεχνήσει ο καλλιτέχνης. Τα πρώτα του έργα, με τα εργοστάσια, τις καμινάδες και τους καπνούς τους, ήταν προϊόν της βιωματικής του σχέσης με τις παλιές εγκαταστάσεις του φωταερίου στο Γκάζι όπου εργαζόταν ο πατέρας του. Στα έργα του κυριαρχούν τα τοπία, συνήθως πίσω από ένα ανοικτό παράθυρο. Όπως σημειώνει η ιστορικός τέχνης Ευγενία Αλεξάκη στο Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών της Μέλισσας, «η ζωγραφική του είναι αναπαραστατική, χωρίς να υπαγορεύεται από την ανάγκη πιστής καταγραφής της πραγματικότητας. Συχνά περιορίζεται η περιγραφικότητα του χρώματος και γίνεται αυθαίρετα η χρήση του, οι μορφές αποδίδονται με σχηματική απλοποίηση ή και με αφαιρετικά στοιχεία, η αίσθηση του βάθους δεν υπακούει αυστηρά στους προοπτικούς κανόνες, και ετερόκλητα στοιχεία συνυπάρχουν στην ίδια σύνθεση με σουρεαλιστική διάθεση. Κύριος γνώμονας των θεματικών και μορφοπλαστικών του επιλογών είναι ο συγκερασμός της πραγματικότητας και του ονείρου, η ποιητική μετάπλαση χώρων και καταστάσεων οικείων». Η έκθεση θα συνοδεύεται από πλούσια εικονογραφημένο κατάλογο.

> Αfter Party με πολύ (σύγχρονο) χορό Χριστούγεννα έρχονται και μέρες που είναι σκεφθείτε ένα ξέφρενο πάρτι όπου όλα επιτρέπονται. Τα όρια διογκώνονται τόσο πολύ ώστε να εξαφανίζονται. Η ομάδα χορού της Πέρσας Σταματοπούλου μας καλεί από τις 19 μέχρι τις 21 Δεκεμβρίου στο δικό της πάρτι, στο «After Party», στο στούντιο της ομάδας χορού Griffon (Απόλλωνος 23, 1ος όροφος). Μέσα σ’ ένα δωμάτιο, όπου φαινομενικά επικρατεί η χαρά και η διασκέδαση, στο τέλος του πάρτι κάποιοι άνθρωποι θα συναντηθούν, θα χορέψουν, θα εισβάλλουν ο ένας μέσα στον άλλον, θα φτάσουν στα άκρα, θα καούν, θα επαναπροσδιοριστούν. Το ερώτημα που βάζει η παράσταση έχει ταλαιπωρήσει πολλούς από εμάς, συνειδητά ή ασυνείδητα: αν υπάρχει μια ορισμένη και συγκεκριμένη συνθήκη που ορίζει τον προσωπικό μας χάρτη, πόσο είμαστε έτοιμοι και διατεθειμένοι κάθε φορά να λεηλατηθούμε; Σας λέει κάτι αυτό; Η Πέρσα Σταματοπούλου είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές του σύγχρονου χορού στην Ελλάδα και η ομάδα της συμπληρώνει φέτος 20 χρόνια ζωής. Δύο χρόνια μετά το τρίτο Βραβείο στο Διαγωνισμό Νέων Χορογράφων (1989) κέρδισε το δεύτερο Βραβείο στον ίδιο διαγωνισμό με την παράσταση «Χθες... ίσως ήταν σήμερα». Έξι παραγωγές και έξι χρόνια μετά η ομάδα συμμετείχε στο 3ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας με το σόλο από την «Αναμονή της Πηνελόπης» (1997). Ακολούθησαν παραγωγές που παρουσιάστηκαν στο Ανοιχτό Θέατρο («Μικρές Αναταράξεις» - 2000, «Ιστορίες Κήπου» - 2001), τη Μονή Λαζαριστών («Γκανιάν» - 2001), το Θέατρο Κ. Δανδουλάκη («15 Λεπτά» - 2002), το Θέατρο Τόπος Αλλού («Δείξε μου το δρόμο» - 2003) και το Θέατρο Ροές («Ακριβώς δίπλα μου» - 2004, «Κράτα με αν μπορείς» - 2005). Πέρυσι, η ομάδα παρουσίασε στο νέο κτίριο του Μουσείου Μπενάκη το σόλο της Πέρσας Σταματοπούλου «Χωρίς». | Δημήτρης Ρηγόπουλος

> Σε 90 λεπτά ο βασιλιάς πεθαίνει

| Δημήτρης Ρηγόπουλος

Γ. Γεννατάς

«Ο σκηνοθέτης θα πρέπει να γνωρίζει πώς λειτουργεί ένας ηθοποιός, όπως και ο ψυχαναλυτής θα πρέπει να έχει κάνει ψυχανάλυση. Μετά από είκοσι χρόνια στο θέατρο νομίζω πως κάτι έχω αρχίσει να καταλαβαίνω», έχει δηλώσει η Μάνια Παπαδημητρίου για τη σχέση της με το ρόλο του σκηνοθέτη στον οποίο δοκιμάζεται ξανά με το έργο του Ευγένιου Ιονέσκο «Ο βασιλιάς πεθαίνει». Στο 14 της Φρυνίχου (Θέατρο Τέχνης) αναβιώνει από τις 20 Δεκεμβρίου η ιστορία του βασιλιά Μπερανζέ (Γεράσιμος Γεννατάς), ο οποίος μαθαίνει πως θα πεθάνει μέσα σε μιάμιση ώρα. Στο έργο που γράφτηκε το 1962 ο γαλλο-ρουμάνος θεατρικός συγγραφέας στην ουσία επαναλαμβάνει τη συνήθειά του να διακωμωδεί τις πιο κοινότοπες καταστάσεις, απεικονίζοντας τη μοναξιά του ανθρώπου και την ασημαντότητα της ύπαρξής του. Εδώ, αφηγούμενος στην ουσία το προκαθορισμένο τελετουργικό της πτώσης και του τέλους, επιχειρεί μια αλληγορική καταγραφή της εμμονής και του φόβου του θανάτου, τον οποίο μάταια προσπαθούμε να αποβάλουμε. Ο βασιλιάς πεθαίνει στο τέλος της παράστασης –αυτό είναι το μόνο σίγουρο–, αλλά το θέμα είναι η πορεία του μέχρι τη φθορά και η κορύφωση της αδυναμίας του όταν αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί πια να επιβληθεί ούτε στον φύλακα, ούτε στον τελευταίο εναπομείναντα στρατιώτη, ούτε στην παραμάνα, αλλά ούτε και στις δυο του γυναίκες. Η μετάφραση είναι του Ερρίκου Μπελιέ, ενώ στην παράσταση συμμετέχουν οι: Σοφιάννα Θεοφάνους, Λένα Παπαληγούρα, Ανδρέας Μαυραγάνης, Μαρία Κόμη-Παπαγιαννάκη, Θοδωρής Αντωνιάδης. | Αγγελική Μπιλλίνη


>>

ΠΟΝΤΙΚΙart 17-22.12.09

33/9

Γύρω γύρω πόλη... Της Άννας Βλαβιανού

Έργο του Π. Τέτση

> Η δημοκρατικότητα των μορφών Σε μια ομαδική εικαστική έκθεση, όταν οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες είναι μερικές δεκάδες συνηθίζουμε να βάζουμε το επίθετο «μεγάλη». Όταν σπάνια είναι εκατοντάδες, το επίθετο γίνεται «πολύ μεγάλη». Τώρα που φτάνουν τους 1.200 και προέρχονται από όλες τις γενιές και τάσεις της ελληνικής καλλιτεχνικής παραγωγής των τελευταίων δεκαετιών, πολλοί μάλιστα είναι ακαδημαϊκοί και καθηγητές της ΑΣΚΤ, τι πρέπει να γράψουμε; Το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος διοργανώνει λοιπόν μια από τις μεγαλύτερες, σε πλήθος συμμετεχόντων καλλιτεχνών, εκθέσεις Ζωγραφικής, Χαρακτικής, Γλυπτικής και Διακοσμητικής που έχουν ποτέ πραγματοποιηθεί στη χώρα μας, στην οποία θα παρουσιαστούν περισσότερα από 2.000 έργα, με κεντρικό θέμα την «Ανθρώπινη μορφή στην τέχνη» (Τεχνόπολις Δήμου Αθηναίων, Γκάζι, 21 Δεκεμβρίου - 24 Ιανουαρίου). Αφορμή για τη γιγάντια αυτή διοργάνωση είναι η συμπλήρωση, το ερχόμενο έτος, των 65 ετών από την ίδρυση του ΕΕΤΕ και στόχος «η ανάδειξη της ιστορικής και διαχρονικής διαδρομής του Επιμελητηρίου, η οποία είναι ταυτισμένη με την ιστορία της τέχνης στη νεότερη Ελλάδα», όπως αναφέρουν οι διοργανωτές. Παράλληλα, η έκθεση αποτελεί προσπάθεια του ΕΕΤΕ για αναβίωση του θεσμού της Πανελλήνιας Έκθεσης, η οποία λάμβανε χώρα ανά διετία μέχρι το 1987, οπότε και διεκόπη. Στα ονόματα που υπογράφουν τα έργα συναντά κανείς σχεδόν όλους τους σημαντικούς μεταπολεμικούς έλληνες δημιουργούς: Τέτσης, Μυταράς, Μπότσογλου, Κεσσανλής, Σκλάβος, Καπράλος, Μπουζιάνης, Παρθένης, Ιακωβίδης, Γουναρόπουλος, Γαίτης, Κοκκινίδης, Κατράκη, Τάσσος κ.ά., ενώ την έκθεση συνοδεύει κατάλογος-λεύκωμα 640 σελίδων, με ευθύνη του Ιδρύματος Παναγιώτη και Έφης Μιχελή. Ταυτόχρονα θα εκτεθεί σπουδαίο αρχειακό υλικό με ιδιόγραφα βιογραφικά, αιτήσεις και υπογραφές των Παρθένη, Βικάτου, Σώχου και άλλων ιδρυτικών μελών του ΕΕΤΕ το 1945. Διατηρώντας τις αμφιβολίες μας για το αισθητικό αποτέλεσμα που μπορούν να έχουν τόσο μεγάλες, τεράστιες, πελώριες εκθέσεις, περιμένουμε να τη δούμε και να την κρίνουμε. Η «Ανθρώπινη μορφή στην τέχνη», όμως, έχει ένα σπουδαιότατο ιστορικό περιεχόμενο και μια αξιοσημείωτη «δημοκρατικότητα» στις συμμετοχές που την κάνουν, αναμφίβολα, ελκυστική! | Γιάννης Κουκουλάς

> Δύο μονόλογοι, μία παράσταση Μητέρα και γιος σε συσκευασία ενός; Αυτό αναμφισβήτητα αποτελεί πρόκληση για κάθε ηθοποιό. Ο Χρήστος Βαλαβανίδης επιστρέφει στη σκηνή και καλείται να αντιμετωπίσει αυτή την πρόκληση, ερμηνεύοντας και τους δύο ρόλους στο έργο «Είσαι η μητέρα μου» του Γιόοπ Άντμιρααλ. Πρόκειται για έναν σπαρακτικό μονόλογο του ολλανδού ηθοποιού γύρω από μια τυπική κυριακάτικη επίσκεψη που κάνει στην ανοϊκή μητέρα του, στο γηροκομείο του Ντελφτ. Η σκηνοθεσία είναι της Ασπασίας Κράλλη. Το έργο ανεβαίνει στο Από Μηχανής Θέατρο από 23 Δεκεμβρίου, μαζί Χ. Βαλαβανίδης με έναν ακόμα μονόλογο, τη «Γυναίκα της Πάτρας» του Γιώργου Χρονά. Η Ελένη Κοκκίδου ερμηνεύει την Πανωραία, μια παλιά πόρνη που ζει στην Πάτρα και αφηγείται τη ζωή της, εστιάζοντας στις σκοτεινές και τραγικές πλευρές της. Είναι ένας μονόλογος ο οποίος προέκυψε από μια αληθινή ιστορία, έτσι όπως την κατέγραψε ο ποιητής, συγγραφέας και δημοσιογράφος Γιώργος Χρονάς, μέσα από συνεντεύξεις της. Η σκηνοθεσία είναι της Λένας Κιτσοπούλου. | Ελίνα Μπέη

17 Δεκεμβρίου. Κι ενώ η Αθήνα, με αναμμένα όλα τα φώτα, οδεύει αισιόδοξα προς τα Χριστούγεννα χωρίς προφανώς να έχει συνειδητοποιήσει τη δεινή οικονομική της θέση, στο Παρίσι λίγα θυμίζουν την παλιά χλιδή, αλλά όλα πιστοποιούν την αιώνια ομορφιά αυτής της πόλης που ακόμα και με λιγότερους… φωτοστολισμούς εξακολουθεί να έχει τα πρωτεία της πιο glamour πόλης στην Ευρώπη. Ένα ταξίδι-αποστολή για τα διεθνή Βραβεία Ωνάση (αναλυτικά την ερχόμενη Πέμπτη) μου έδωσε την ευκαιρία να περπατήσω, ξανά, αυτούς τους δρόμους και μου έδειξε, ξανά, τις διαφορές της καθημερινής μας ζωής. Εδώ, λοιπόν, ακόμα οι άνθρωποι αγαπούν τα ζώα και έχουν μαζί τα σκυλιά τους σε καφέ, μαγαζιά, εστιατόρια… Εδώ, τα πιτσιρίκια δεν τσιρίζουν στα εστιατόρια και οι μαμάδες δεν τα κυνηγούν στους δρόμους. Εδώ, οι άνθρωποι καπνίζουν όλοι έξω απ’ τα μαγαζιά και σβήνουν τα τσιγάρα τους στα τασάκια που έχουν καρφωθεί δίπλα απ’ τις πόρτες. Εδώ, τα εστιατόρια είναι γεμάτα κάθε βράδυ (και τηρούν ευλαβικά τη συνήθεια των ρεζερβέ), αλλά όχι και τα εμπορικά μαγαζιά, εκτός αν είναι των φτηνών αλυσίδων ρούχων. Εδώ, εξακολουθούν να μην κάνουν καλό εσπρέσο. Εδώ, σε αντίθεση με τη δική μας γνώμη, θεωρούν το μποζολέ κρασί β΄ διαλογής. Εδώ, τα ραδιόφωνα παίζουν γαλλικό χιπ-χοπ των παιδιών των μεταναστών και η τηλεόραση «παίζει», κυριολεκτικά και μεταφορικά, με το νέο ριάλιτι το οποίο βάζει κορίτσια (όχι πάντα καλλίγραμμα) να χορεύουν σ’ έναν μεταλλικό στύλο επιβραβεύοντας τα καλύτερα λικνίσματα. Εδώ, η μόδα στους δρόμους φοράει το νεορομαντικό στυλ. Εδώ, κάνει πολύ κρύο αλλά κανείς δεν το σκέφτεται και είναι όλοι μες στην καλή χαρά μέσα στα εντυπωσιακά

τους καπέλα. Εδώ, στα υπόγεια (ζεστά) πάρκιν του κέντρου ακούγεται κλασική μουσική. Εδώ, για πρώτη φορά στήθηκε παζάρι στα Ηλύσια Πεδία, την «πιο όμορφη λεωφόρο του κόσμου», με 177 καλαίσθητα λευκά περίπτερα που πουλάνε από τυριά μέχρι κάλτσες και φτηνοκοσμήματα. Περιττό να πω πως γίνεται το αδιαχώρητο μέχρι πολύ αργά το βράδυ παρ’ όλους τους μηδέν βαθμούς. Εδώ, κάνει πάλι σόου ο Πύργος του Άιφελ που φέτος γιορτάζει τα 120 χρόνια του και θα βαφτεί για 19η φορά, από ελληνική εταιρεία αυτή τη φορά, σε τρεις αποχρώσεις του «μπρονζέ», ξεκινώντας από το πιο σκούρο στα πρώτα 56 μέτρα της βάσης, με το πιο ανοιχτό στην κορυφή. Πάντα κάτι βρίσκουν οι Γάλλοι να γιορτάζουν προκειμένου να προσελκύουν τουρίστες. Ανεβαίνουν, λοιπόν, όλοι στο Τροκαντερό για να δουν από ψηλά τα φώτα ν’ αλλάζουν και να παίζουν πάνω στις σιδεριές ή παρκάρουν τα αυτοκίνητα γύρω γύρω απ’ τον πύργο και περιμένουν την ακέραιη ώρα για να αρχίσει το σόου που διαρκεί 20 λεπτά. Τα φλας ανάβουν και τα κινητά υψώνονται… Εδώ, οι στολισμοί των δρόμων είναι πάντα λευκοί (ούτε χρυσοί, ούτε κόκκινοι, ούτε πράσινοι) και εξαιρετικά καλαίσθητοι. Γιρλάντες της πλάκας, Αη Βασίληδες made in China και άλλα κιτς αριστουργήματα πουθενά, ούτε στις γειτονιές του Παρισιού. Και φυσικά τα μπαλκόνια των σπιτιών στην… ησυχία τους. Πώς λέμε Αθήνα και γύρω Δήμοι; Καμία σχέση! Εδώ, τις βιτρίνες της γκαλερί Λαφαγιέτ τις επιμελήθηκε εφέτος ο διάσημος Αμερικανός σκηνοθέτης Ντέιβιντ Λιντς, δημιουργώντας 11 διαφορετικές εικαστικές σκηνές. Αν στόλιζε το Attica, π.χ. ο Γιάνναρης, φίδι που τον έφαγε…


10/34

ΤΑ Γ ΕΓΟΝΟΤΑ

>>

> Οι χειρώνακτες της Ακρόπολης Τι σχέση έχει ένας μηχανικός αεροσκαφών με τη φωτογραφία; Φαινομενικά, ερασιτεχνική, αλλά στην περίπτωση του Βασίλη Βρεττού τα πράγματα αλλάζουν, αφού τα τελευταία 15 χρόνια ασχολείται επαγγελματικά με την 8η τέχνη. Πρόσφατα μάλιστα ο Βρεττός κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα το μικρό σε μέγεθος λεύκωμα περίπου 130 ασπρόμαυρων φωτογραφιών με τίτλο «Οι μαρμαροτεχνίτες της Ακρόπολης», το οποίο ο ίδιος αφιερώνει σε όλους τους μαρμαρογλύπτες του ιερού βράχου. Όσοι ξεφυλλίσετε το 156 σελίδων βιβλίο αναπόφευκτα θα βιώσετε μία νοητή περιήγηση στον Βράχο, από τα Προπύλαια, στον Ναό της Απτέρου Νίκης και τελικά στον Παρθενώνα, αλλά ταυτόχρονα θα κατανοήσετε τον χρόνο και τον κόπο που κατανάλωσαν, και συνεχίζουν να καταναλώνουν, οι χειρώνακτες της Ακροπόλεως. Ο φακός ζουμάρει πάνω στα πρόσωπα, την προσήλωση, τη δεξιότητα, την ακρίβεια στην εργασία αυτών των ανθρώπων, αγνοώντας το χρώμα και το φως του ήλιου. Όπως λέει και η Μαρία Ιωαννίδου, διευθύντρια της Υπηρεσίας Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης, «οι

φωτογραφίες του Β. Βρεττού αποτυπώνουν με ζωντανό και γλαφυρό τρόπο στιγμές που απεικονίζουν τον ανθρώπινο μόχθο και την εντατική προσπάθεια της δουλειάς». Μπροστά από κάθε μνημείο στέκεται η ανθρώπινη παρουσία, οι μαρμαρογλύπτες –στην πλειονότητά τους απόφοιτοι της Σχολής Καλών Τεχνών της Τήνου– που για χρόνια αφοσιώθηκαν στο «λίφτινγκ» της Ακρόπολης. «Αυτός ο δημιουργός πρέπει να βγαίνει κάποτε μπροστά από το έργο, γιατί έτσι μπορούμε να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα του όποιου αποτελέσματος. Αυτό ήταν και το ερέθισμα για μένα να επικεντρώσω τη φωτογράφηση αυτή στην ανθρώπινη εργασία και όχι στο ίδιο το μνημείο, να αποδώσω το μεγαλείο της δημιουργίας και την αθέατη πλευρά της, που διαρκεί έναν συγκεκριμένο χρόνο για ένα έργο αιώνων», γράφει ο Βρεττός στο εισαγωγικό σημείωμα, και ένα ξεφύλλισμα αρκεί για να επιβεβαιώσει τα λόγια του. | Αγγελική Μπιλλίνη

Rodrigo y Gabriela

Μίνα Χειμώνα, Β. Ευταξόπουλος

>Αμαρτίες γονέων «Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει»

>Παιδικό θέατρο με σύγχρονη άποψη Η πρώτη απόπειρα έγινε την περασμένη σεζόν με τον «Τροβατόρε» και στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Έτσι, η εταιρεία μουσικού θεάτρου «Οι Όπερες των Ζητιάνων», η οποία εξειδικεύεται στις μουσικές παραστάσεις χαμηλού κόστους και σύγχρονης αισθητικής σε χώρους έξω από τους συνηθισμένους, επιστρέφει στο Bios με μια νέα πρόταση. Αυτή τη φορά αφορά το παιδικό μουσικό θέατρο και το έργο «Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει», σε μουσική Νίκου Κυπουργού και λιμπρέτο Θωμά Μοσχόπουλου. Με τη συνεργασία του συνθέτη, γράφτηκε κατά παραγγελία του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, όπου και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1994 μόλις για δύο παραστάσεις. Το έργο είναι βασισμένο στο παραμύθι «Τα καινούργια ρούχα του βασιλιά», έχει μπολιαστεί όμως με πολλά μουσικά στοιχεία και με τη σατιρική διάθεση των δημιουργών για την ελληνική μουσική πραγματικότητα της εποχής. Είναι μια χαριτωμένη εισαγωγή στον κόσμο της μουσικής για παιδιά κάθε ηλικίας, αλλά και μια φρέσκια πλατφόρμα για να ξεδιπλωθεί το ταλέντο μιας νέας γενιάς τραγουδιστών-ηθοποιών. Και για να συμπληρωθεί το μοντέρνο κόνσεπτ της παράστασης, να σημειωθεί ότι θα γίνει εκτενής χρήση ηλεκτρονικών μέσων (βίντεο και ήχου), ενώ η μουσική θα εκτελείται ζωντανά από το ARTéfacts Ensemble. Η ενορχήστρωση είναι του Χαράλαμπου Γωγιού, η σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη και η πρεμιέρα θα γίνει στις 20 Δεκεμβρίου στο Bios Main. | Ελίνα Μπέη

> Γκαζωμένες κιθάρες Προς τι όλη η φασαρία λοιπόν για τους Rodrigo y Gabriela; Ποιοι είναι αυτοί οι Μεξικανοί πρώην χεβιμεταλάδες που με δύο ακουστικές κιθάρες πέταξαν ολόκληρους Arctic Monkeys από το Νο1 των ιρλανδικών τσαρτς; Και τι δουλειά είχαν τέλος πάντων στην Ιρλανδία; Ορισμένες από τις απαντήσεις θα τις πάρουμε στο Gazarte την Παρασκευή 18 και το Σάββατο 19 Δεκεμβρίου, ζωντανά και αυτοπροσώπως από τον Ροδρίγο Σάντσες και τη Γκαμπριέλα Κουιντέρο, το ζευγάρι που εγκατέλειψε το Μέξικο Σίτι, το thrash metal, αλλά και τις γλυκανάλατες μποσανόβες σε μεξικάνικα ξενοδοχεία, για την Ευρώπη. Ένας φίλος στο Δουβλίνο, ένα σπίτι για να φιλοξενηθούν και βλέπουμε... Μόνο που όλα ήταν μία παρεξήγηση και ούτε φίλος, ούτε σπίτι, μόνο το μετρό, το οποίο όμως έκρυβε μία εντυπωσιακή ευκαιρία για τους δύο ταλαντούχους κιθαρίστες: τη γνωριμία με τον ιρλανδό τραγουδοποιό Ντάμιεν Ράις, ο οποίος εντυπωσιασμένος από το στυλ τους και το φλαμένκο feeling που έβαζαν σε αγαπημένα ροκ και μέταλ τραγούδια τούς πήρε μαζί του για περιοδεία. Σύντομα έγιναν γνωστοί, έβγαλαν και πέντε δίσκους (οι δύο live), όμως η δύναμη από τις κιθάρες του Ροδρίγο και της Γκαμπριέλα απελευθερώνεται καλύτερα στη σκηνή, κάτι που έμαθαν να κάνουν καλά στα χρόνια που έπαιζαν στον δρόμο. Εκεί δημιούργησαν το εντυπωσιακό τους στυλ, το οποίο αποκαλύπτουν στο τελευταίο τους άλμπουμ «11:11» με έντεκα πρωτότυπες συνθέσεις, η καθεμιά αφιερωμένη σε μουσικούς, όχι όλοι κιθαρίστες, που τους ενέπνευσαν, από τον Τζίμι Χέντριξ έως τον Άστορ Πιατσόλα. Παίζουν με ένταση, με πάθος, με ταχύτητα, και το πιο εύκολο στην πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα είναι να μας εντυπωσιάσουν. Το δύσκολο είναι η συνέχεια, αλλά η παγκόσμια επιτυχία του «11:11» δείχνει ότι το ντουέτο ξέρει πού βαδίζει. | Λεωνίδας Αντωνόπουλος

Ολοκλήρωσαν τις εμφανίσεις τους στο Θέατρο της Παλιάς Ηλεκτρικής στον Βόλο και κατεβαίνουν στην Αθήνα. Οι «Βρικόλακες» του Ερρίκου Ίψεν παρουσιάζονται από το ΔΗΠΕΘΕ Βόλου στο Θέατρο Altera Pars από 19 Δεκεμβρίου μέχρι 10 Ιανουαρίου 2010. Με τον Νικηφόρο Νανέρη στην καρέκλα του σκηνοθέτη, το έργο που γράφτηκε το 1881 απολαμβάνει ενός κλασικού ανεβάσματος και μοιάζει με ύμνο στον νορβηγό συγγραφέα, όπου τον πρωταγωνιστικό ρόλο κατέχει το ίδιο το κείμενο. Μέσα από τη δραματική περιγραφή της οικογένειας των Άλβινγκ, ο Ίψεν χτυπά την κοινωνική υποκρισία, τους «βρικόλακες» που κληρονομούνται από τους αυστηρούς θεσμούς, το «νόμο» και την «τάξη» που υποβάλλουν αταίριαστες με την ανθρώπινη ψυχή συμπεριφορές, τους συμβιβασμούς και την ασφυκτική πίεση που ασκούν στον άνθρωπο οι κοινωνικοί κανόνες. Η επιστροφή, μετά από πολύχρονη απουσία, του γιου της οικογένειας Όσβαλντ πυροδοτεί μία σειρά αλυσιδωτών εκρήξεων, με την κ. Άλβινγκ να σχεδιάζει καινούργια ζωή με επίκεντρο το γιο της και τον πάστορα Μάντερς να διαφωνεί με τα σχέδια μητέρας-γιου επεμβαίνοντας δυναμικά. Η απόφαση του ίδιου του Όσβαλντ να παντρευτεί τελικά τη Ρεγγίνα, την υπηρέτρια της κ. Άλβινγκ, βάζει την οικογένεια στη δίνη τρομερών αποκαλύψεων που υπόκεινται στους νόμους της κληρονομικότητας – απλές «αμαρτίες γονέων» που στοιχειώνουν το μέλλον του Όσβαλντ. Πρωταγωνιστούν: Μίνα Χειμώνα, Βασίλης Ευταξόπουλος, Κωνσταντίνος Φάμης, Γιώργος Χαλεπλής, Νιόβη Κωστοπούλου. | Αγγελική Μπιλλίνη


>>

ΠΟΝΤΙΚΙart 17-22.12.09

35/11

>Η ΑΣΚΤ σε νέο δρόμο;

Γ. Χαρβαλιάς

Νέος πρύτανης, διαδεχόμενος τον Τριαντάφυλλο Πατρασκίδη, στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας εξελέγη πριν λίγες μέρες ο Γιώργος Χαρβαλιάς, με αντιπρυτάνεις τον Πάνο Χαραλάμπους και τον Μανώλη Μπαμπούση. Οι εκλογές αυτή τη φορά διεξήχθησαν σε καλό κλίμα, συγκριτικά τουλάχιστον με την προ τριετίας ταραγμένη περίοδο που είχε ακολουθήσει την παραίτηση του τότε πρύτανη Χρόνη Μπότσογλου. Ο Γιώργος Χαρβαλιάς το 2006 είχε εκλεγεί στη θέση του αντιπρύτανη της ΑΣΚΤ, αλλά ένα χρόνο αργότερα παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του, μετά από διαφωνίες με τον Πατρασκίδη, ο οποίος είχε υποστηρίξει γι’ αυτήν τη θέση τον Γιώργο Λάππα. Αναπληρωτής Καθηγητής στην ΑΣΚΤ από το 2002 και διευθυντής του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών για τις Ψηφιακές Μορφές Τέχνης, ο Χαρβαλιάς θεωρείται ένας από τους πλέον μάχιμους σύγχρονους εικαστικούς. Γεννημένος το 1956, αποφοίτησε από το εργαστήριο του Δ. Κοκκινίδη στην ΑΣΚΤ και έχει παρουσιάσει τη δου-

λειά του σε δεκάδες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, με πιο πρόσφατη την έκθεση ο «Ορίζοντας των γεγονότων», η οποία ολοκληρώθηκε πριν λίγες μέρες, μια συγκλονιστική βιντεοεγκατάσταση με σαφές πολιτικό περιεχόμενο, που παραλληλίζει τη συνεχή ροή χρηματιστηριακών τιμών μετοχών με τον πόλεμο στο Ιράκ και τις συνέπειες των άυλων και απρόσωπων οικονομικών δεικτών στην καθημερινή ζωή. Στην ΑΣΚΤ, που τα προβλήματα είναι πολλά και μεγάλα, ο Χαρβαλιάς χωρίς μεγαλόστομες υποσχέσεις δείχνει αποφασισμένος να αλλάξει πολλά πράγματα. Το κτιριακό χάος και ο εκσυγχρονισμός των χώρων της σχολής, η βελτίωση λειτουργίας του νεοσύστατου τμήματος Ιστορίας και Θεωρίας της Τέχνης και η περαιτέρω στελέχωσή του, η αποπεράτωση της Βιβλιοθήκης και η δημιουργία νέων θέσεων διδασκόντων είναι λίγα από τα ζητήματα που έχει θέσει ως πρώτες προτεραιότητες. | Γιάννης Κουκουλάς

>Νίκος Χουλιάρας, πιο προσωπικός από ποτέ Πώς να ερμηνεύσει κανείς τον τίτλο της νέας έκθεσης του Νίκου Χουλιάρα που εγκαινιάζεται απόψε στην αίθουσα Τέχνης «Καπλανών 5» (Μασσαλίας και Καπλανών 5) και παρουσιάζει σχέδια και ζωγραφικά έργα των τριών τελευταίων ετών; «Στη φυλακή της εικόνας» ο τίτλος και μια ερμηνεία θα μπορούσε να έχει να κάνει με τις προθέσεις της έκθεσης, αφού διαβάζουμε στο δελτίο Τύπου ότι η νέα παραγωγή δεν επιχειρεί να κινηθεί στα γνωστά πλαίσια, εξαίροντας ή αναλύοντας το σύνολο και τα επιμέρους κομμάτια της δουλειάς του. Η έκθεση «Στη Φυλακή της Εικόνας» είναι περισσότερο μια προσωπική υπόθεση, όσο προσωπικά και βιωματικά είναι και τα έργα του Νίκου Χουλιαρά. Όπως σημειώνει ο γλύπτης Γιώργος Χουλιαράς, αδερφός του Νίκου, στο κείμενο με τίτλο «Για το Νίκο» που προλογίζει τον κατάλογο της έκθεσης: «Αν κάτι τον χαρακτηρίζει σαν άνθρωπο και καλλιτέχνη, είναι η ίδια η δουλειά

του. Για όσους τον ξέρουν ή μάλλον για όσους δεν τον ξέρουν, είναι ένας σπουδαγμένος αυτοδίδακτος. Είναι τόσο προσωπική η δουλειά του, που δεν μπορεί να ταξινομηθεί, είτε φορμαλιστικά, είτε ιστορικά. Ποτέ δεν επεδίωξε να είναι της μόδας, γι’ αυτό και οι πάσης φύσεως τεχνοκριτικοί ένιωθαν αμηχανία μπρος στο έργο του. Πάντα όμως με εξέπληττε η εκτίμηση των συναδέλφων στο έργο του και ειδικά των νέων. Λογικό, γιατί αυτό που τον ενδιέφερε, ήταν να παρατηρεί τη ζωή, τον άνθρωπο στις μεγάλες και στις μικρές στιγμές του. Να παλεύει με τις φοβίες του –τα έργα του κυριαρχούνται από σκιές–, να περιγράφει τις σκοτεινές σχέσεις που κυριαρχούν τους ανθρώπους και να τραγουδά τη νύχτα και τη μελαγχολική ομορφιά της». | Δημήτρης Ρηγόπουλος


12/36

Θ έατρο

Της Χαράς Αργυρίου

Εορταστικές πρεμιέρες Στο παρά πέντε της νέας χρονιάς, ενδιαφέρουσες παραστάσεις ανεβάζουν αυλαία στην Αθήνα

Ν

α λοιπόν που η γιορτινή ατμόσφαιρα μας αγκαλιάζει. Το πνεύμα των Χριστουγέννων, αν και ανάλαφρο σαν καλοκαιρινό αεράκι, παρουσιάζεται μπροστά μας με διάφορες μορφές: μια χριστουγεννιάτικη μελωδία, ένα φωτισμένο δέντρο στον κήπο, κάποιος Αη Βασίλης που γελάει κάτω απ’ τα μουστάκια του, μια πυραμίδα μελομακάρονα. Μέσα στα χρώματα και τη λάμψη των ημερών, το θέατρο διεκδικεί τη δική του θέση. Μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις της χρονιάς κράτησαν την αναπνοή τους και βγαίνουν στη θεατρική επιφάνεια με την εκπνοή του χρόνου. Ο Τσέχοφ, ο Ίψεν, ο Άλμπι είναι εδώ με κλασικά κι αγαπημένα έργα τους, τον τόσο ποιητικό, τρυφερό και ανθρώπινο «Θείο Βάνια», την επαναστατική για την εποχή της «Έντα Γκάμπλερ», το καταγγελτικό και βαθιά ανατομικό της ανθρώπινης ψυχής «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ». Ο Έρικ Φέστφαλ στο «Εσύ και τα σύννεφά σου» ψηλαφεί την ανθρώπινη ψυχή με τρόπο βαθύ και ταυτόχρονα ανάλαφρο, σαν ένα ευφυές παιχνίδι. Ενώ η Ξένια Καλογεροπούλου προτείνει ένα παιχνίδι θεάτρου και ψυχής με το «Grimm & Grimm», λίγο πολύ γνωστά παραμύθια των αδελφών Γκριμ, γιατί είναι ιδιαίτερα αγαπητά και έχουν διασκευαστεί σε διάφορες εκδοχές. Οι σκηνοθέτες των παραστάσεων Γιάννης Χουβαρδάς, Αντώνης Αντύπας, Σπύρος Ευαγγελάτος, Κοραής Δαμάτης και Λίλο Μπάουρ περιμένουν να χτυπήσει το τρίτο κουδούνι.

«Έντα Γκάμπλερ», στο Αμφι-Θέατρο Έντα Γκάμπλερ ετών… 29 ζητάει ο Ίψεν και ο Σπύρος Ευαγγελάτος παρουσιάζει το έργο με πρωταγωνίστρια τη Μαρίνα Ασλάνογου, η οποία είναι ανάλογης ηλικίας. Η ηλικία της ηρωίδας σχετίζεται με την εκρηκτική φάση του χαρακτήρα της, σ’ αυτήν την περίοδο της ζωής της. Η Έντα Γκάμπλερ διαθέτει δαιμονική δύναμη, αυτοκαταστροφική και ετεροκαταστροφική. Τον χαρακτήρα της σφραγίζουν η απελπισία, η πλήξη για τα πάντα, το σαρκαστικό χιούμορ. «Επιπόλαια ιδωμένος ο χαρακτήρας της θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι είναι ένα άτομο “κακό”. Ωστόσο, το μέγεθος της ιψενικής σύλληψης υψώνει τον χαρακτήρα αυτό σ’ ένα είδος συμβόλου πολλών αδυναμιών που κρύβουμε όλοι μέσα μας», λέει ο Σπύρος Ευαγγελάτος. «Η “κακία” της ανήκει σε ανώτερες σφαίρες, που εκεί ανιχνεύεται η άβυσσος του ανθρώπινου υποσυνειδήτου» (Αμφι-Θέατρο, Αίθουσα «Λήδα Τασοπούλου», πρεμιέρα 19/12). «Θείος Βάνιας»

Η κυρία Αντιγόνη Βαλάκου επιστρέφει στη σκηνή, με ένα έργο σκληρό, το «Εσύ και τα σύννεφά σου» του Έρικ Φέστφαλ, σε σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη. Είναι η ιστορία δύο ώριμων γυναικών, αδερφών, που ζουν χρόνια μόνες στο σπίτι που τους άφησε ο πατέρας τους, σχεδόν έγκλειστες. Η μεγαλύτερη μεγαλώνει επί δεκαετίες τη μικρότερη και ψυχικά ευάλωτη αδελφή της, σ’ ένα σπίτι αποκομμένο, από το οποίο βγαίνει μόνο η ίδια για τα απολύτως απαραίτητα. Η μικρότερη ζει πάντα στο σπίτι. Όλες της οι ανάγκες και όλα της τα καπρίτσια ικανοποιούνται από τη μεγαλύτερη αδελφή και από τον βοηθό του ζωολόγου πατέρα τους. Τα πράγματα κυλούν φαινομενικά ήσυχα, μέχρι τις φορές –και δεν είναι λίγες– που η μικρότερη και ευάλωτη αδελφή τυλίγεται από «τα σύννεφά της». Ο καταλύτης της ιστορίας είναι ένας ανυποψίαστος εμπορικός αντιπρόσωπος, ένας περιοδεύων πλασιέ, που χτυπάει την πόρτα του αποκομμένου σπιτιού και το μόνο που πασχίζει είναι να πουλήσει τις βούρτσες του σε μια υποψήφια πελάτισσα που είναι ήδη χαμένη στα σύννεφά της (Αγγέλων Βήμα, πρεμιέρα 19/12).

«Θείος Βάνιας», στο Εθνικό Ο Γιάννης Χουβαρδάς σκηνοθετεί τον δεύτερο Τσέχοφ της καριέρας του (μετά τις «Τρεις αδελφές» του 1994 στο Αμόρε), εστιάζοντας στην υπαρξιακή κρίση, το αδιέξοδο, τα χαμένα όνειρα, τους ανεκπλήρωτους πόθους, τον μηδενισμό των ηρώων, οι οποίοι σε αυτή την παράσταση, πέραν του ότι ασφυκτιούν και μαραίνονται, τραγουδούν και γαλλικά τραγούδια! Τοποθετημένοι στο σήμερα, οι ήρωες του «Θείου Βάνια» είναι εγκλωβισμένοι σε ένα χώρο χωρίς καμία διαφυγή. Παγιδευμένοι στη φθορά της καθημερινότητας, τη μοναξιά, την πλήξη και την ανία, αναζητούν τον τρόπο να δώσουν νόημα στη ζωή τους, ενώ γύρω τους ο κόσμος, η φύση, τα ανθρώπινα συναισθήματα αλλάζουν και σταδιακά εκφυλίζονται. Βλέπουν τον κόσμο γύρω τους να αλλάζει αναπόφευκτα χωρίς οι ίδιοι να μπορούν να κάνουν κάτι. Στην απόγνωσή τους επιστρατεύουν χορό, μουσική, τραγούδι, τσάι, αλλά και βότκα, χωρίς να ξεχνούν ακόμα και τον σαρκασμό ή την αυτογελοιοποίηση, όμως όλα αποδεικνύονται μάταια μπροστά στην ιστορική λαίλαπα που εισχωρεί από τις χαραμάδες της μεγάλης τζαμαρίας και τυλίγει τα πάντα σε μια γλυκιά παρακμή (Εθνικό Θέατρο, Κεντρική Σκηνή, πρεμιέρα 18/12).

«Grimm & Grimm», στη Μικρή Πόρτα

«Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ», στο Απλό Ο Δημήτρης Καταλειφός και η Ράνια Οικονομίδου υποτάσσονται ακόμη μία φορά στη σκηνοθετική μπαγκέτα του Αντώνη Αντύπα, για τις ανάγκες του «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Έντουαρντ Άλμπι. Το έργο καταγγέλλει την υποκρισία της αμερικανικής κοινωνίας, τη βία, τις καταστροφικές ψευδαισθήσεις και το αδιέξοδο των ανθρώπινων σχέσεων. Μετά από 47 χρόνια διατηρεί την «καταγγελτική του δύναμη και μαζί την οξυδερκή ματιά μέσα στην ανθρώπινη ψυχή», σύμφωνα με τον σκηνοθέτη. «Η καταγγελία της χρεοκοπίας όχι μόνο της αμερικανικής κοινωνίας αλλά και κάθε κοινωνίας του καιρού μας πιο επίκαιρη από ποτέ, κάνει το έργο του Άλμπι προφητικό και εξαγγελτικό της διαφθοράς, του συμβιβασμού και της κατάλυσης κάθε έννοιας ηθικής». Ωστόσο, μέσα από «εξουθενωτικά ψέματα και ψευδαισθήσεις, ελλοχεύει η έκρηξη της καλά κρυμμένης ωρολογιακής βόμβας που έχει στήσει ο συγγραφέας. Αυτή η έκρηξη θα φέρει στο φως την αλήθεια, την κάθαρση και ίσως τη λύτρωση» (Απλό Θέατρο, Κεντρική Σκηνή, πρεμιέρα 18/12).

«Εσύ και τα σύννεφά σου», στο Αγγέλων Βήμα

«Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ»

«Εσύ και τα σύννεφά σου»

Πόσο παιδιά είστε ή μπορείτε να γίνετε; Η Ξένια Καλογεροπούλου θέτει σε δοκιμασία την παιδική σας διάθεση και διαθεσιμότητα και υπόσχεται να την ξετρυπώσει, όπου κι αν βρίσκεται κρυμμένη! Το «Grimm & Grimm», σε κείμενο δικό της και σκηνοθεσία Λίλο Μπάουρ, απευθύνεται σε θεατές κάθε ηλικίας και βασίζεται σε τέσσερα κλασικά παραμύθια, επιλεγμένα από την πλούσια συλλογή των διάσημων δανών παραμυθάδων, των αδελφών Γκριμ. Οι αυτοσχεδιασμοί, η δημιουργική κίνηση, ο χορός, το τραγούδι και η μουσική που χρησιμοποιούνται στο ανέβασμα της παράστασης δημιουργούν μια ατμόσφαιρα ανάλαφρη και παιχνιδιάρικη. Τόσο τα παιδιά όσο και οι μεγάλοι χαίρονται τα στοιχεία του παιχνιδιού, της φαντασίας και του χιούμορ που απελευθερώνονται μέσα από αυτόν τον τρόπο ανεβάσματος. Δυο από τα παραμύθια («Το μαγικό τραπέζι, ο γάιδαρος και η μαγκούρα» και «Οι μουσικοί της Βρέμης») χαρακτηρίζονται από το έντονο κωμικό στοιχείο. Τα άλλα δυο («Οι τρεις χρυσές τρίχες του διαβόλου» και «Έξι κύκνοι») έχουν έναν γερό δραματικό μύθο, όπου ο τίμιος και γενναίος ήρωας κερδίζει τη μάχη του απέναντι στους δόλιους εχθρούς του (Μικρή Πόρτα, πρεμιέρα 19/12).


εκδ ηλώσεις

Sixties in Greece Υπήρξε Νέο Κύμα, βαλκανικό ροκ, ποιητής, σχολιαστής της επικαιρότητας, υπέρμαχος αισθητικών αξιών και πολλά ακόμα... O Διονύσης Σαββόπουλος εχρίσθη ο τελετάρχης σειράς εκδηλώσεων που αναβιώνουν τη «χρυσή» δεκαετία

Φ

ΠΟΝΤΙΚΙart 17-22.12.09

Του Γιώργου Ι. Αλλαμανή

έτος τις γιορτές, όλη η Αθήνα επιστρέφει στη δεκαετία του ’60. Όλη; Η Αθήνα των ξεχασμένων μπροστά στην τηλεόραση γερόντων, των οπαδών της καριέρας εν μέσω κρίσης, των κακοποιημένων γυναικών, των άνεργων νέων των δυτικών συνοικιών, της χρυσής νεολαίας του Κολωνακίου και των παράνομων μεταναστών θα παραμείνει, όπως όλα δείχνουν, στη θέση της. Όμως στο κέντρο της πρωτεύουσας κάτι μπορεί να αλλάξει. Ο… χρόνος, θα πείτε ευλόγως. Σύμφωνοι, αλλά δεν θα μετακινηθεί μόνο προς το μέλλον, προς το έτος 2010, αλλά και προς το παρελθόν, προς τη δεκαετία του 1960, εποχή φωτεινή και λυτρωτική (και) στην Ελλάδα, τουλάχιστον μέχρι που ξημέρωσε εκείνη η αποφράδα 21η Απριλίου 1967 και οι χειρότεροι μετεμφυλιακοί εφιάλτες πήραν σάρκα και οστά. Τελετάρχης των σχετικών εκδηλώσεων εχρίσθη ο Διονύσης Σαββόπουλος, διάγων πλέον τα μέσα της δικής του (ηλικιακής) δεκαετίας των εξήντα. Διότι περί τελετουργικού πρόκειται και μάλιστα άκρως φιλόδοξου: από τα μέσα Δεκεμβρίου (μόλις ήρθανε…) έως τα μέσα Ιανουαρίου μία σειρά από συναυλίες, εκθέσεις, προβολές, ομιλίες, παραστάσεις για παιδιά και happenings θα επιχειρήσουν να «αναβιώσουν» κάτι από το πνεύμα των sixties in Greece. Την «αιγίδα» προσφέρει ο Δήμος Αθηναίων. Καλό αυτό, ας κάνει και κάτι άλλο ο Νικήτας Κακλαμάνης από το να

κόβει αιωνόβια δέντρα σε παρκάκια και να στηρίζει τον λάθος υποψήφιο για την προεδρία της Νέας Δημοκρατίας. Ακολουθούν οι φορείς που «σέρνουν το κάρο»: το Μουσείο Μπενάκη και το ΕΛΙΑ - ΜΙΕΤ, δηλαδή το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο και το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας, τα οποία συγχωνεύτηκαν «δύο σε ένα» μόλις τον περασμένο Οκτώβριο. Στην παρέλαση όσων κινούν τις εκδηλώσεις με γενικό τίτλο «Σαββόπουλος και φίλοι – Το περιβόλι του τρελού» προστίθεται μια στρατιά από διανοητές και δημιουργούς. Άραγε, θα τους ακολουθήσει το κοινό; Πιθανότατα ναι. Πρώτον, γιατί το πρόγραμμα μοιάζει με χρωματικά ισορροπημένη βεντάλια. Και, δεύτερον, γιατί το ζόρικο παρόν σπρώχνει πολλούς στο καταφύγιο της νοσταλγίας, ακόμη και νεότερους που απλώς αγόρασαν το μύθο χωρίς να τον ζήσουν. Δικαίως ο κ. Σαββόπουλος –το «Νιόνιος» πέθανε με τον αλήστου μνήμης δίσκο «Κούρεμα», το 1989– ηγείται της εορταστικής πομπής των Αθηνών. Από τα είκοσί του χρόνια εκπέμπει σε μία συχνότητα τόσο προσωπική που αποκαλύπτει και μας αφορά όλους, επιβεβαιώνοντας αυτό το μέγα παράδοξο της τέχνης. Υπήρξε Νέο Κύμα, βαλκανικό ροκ, ποιητής, σχολιαστής της επικαιρότητας, υπέρμαχος αισθητικών αξιών, απολογητής μιας κακοχωνεμένης νεοορθοδοξίας, υποστηρικτής του Μητσοτάκη τότε, του Γιώργου Παπανδρέου σήμερα. Και λοιπόν; Ως άνθρωπος ο δημιουργός είναι πάντοτε υποδεέστερος του έργου του. Και το έργο του Διονύση Σαββόπουλου είναι μοναδικό, φυλαχτό για κάθε ακροατή. Ή, μάλλον, ήταν. «Ο συνθέτης πέθανε μέσα μου», έχει δηλώσει με παρρησία εδώ και μερικά χρόνια. Τώρα, αν «καθάρισε» με τα μέσα του ένας Θεός το ξέρει. Δεν «καθάρισε» όμως με το κοινό, με τους Συνέλληνες, με τον καθένα από «εμάς» ξεχωριστά. Τα πιο πολύτιμα πετράδια της διαδρομής του τα μάζεψε τότε, στη δεκαετία του ’60 και τα κατεργάζεται ακόμα. Δίκοπο μαχαίρι η αναβίωση. Φέρνει δίπλα δίπλα τα δάκρυα της αληθινής συγκίνησης με τους μορφασμούς που προκαλεί η επικίνδυνη γραφικότητα, το déjà vu μιας αναπαράστασης χωρίς προοπτική. Όμως εδώ μιλάμε για το ένα από τα δύο μεγάλα κεφαλόβρυσα του περασμένου αιώνα. Τόσο τα sixties, όσο και η εξίσου επιδραστική και (αν δεν είναι… ποινικώς κολάσιμη η έκφραση) ελευθεριακή για την τέχνη και τον δυτικό πολιτισμό δεκαετία του 1910, ξεδίψασαν γενεές επί γενεών. Σήμερα το ότι οι αστροναύτες της NASA πάτησαν το φεγγάρι δεν λέει και πολλά πράγματα. Η εναλλακτικότητα, η λοξή ματιά, η καλλιτεχνική δράση, το πάθος, η ατομική διαδρομή, οι συλλογικότητες, πρώτα περνούν από τις ατραπούς του Διαδικτύου και κατόπιν οδηγούν, αν οδηγήσουν ποτέ, στη συνάντηση των αληθινών βλεμμάτων. Δεν είναι κακό. Είναι διαφορετικό. Μέχρι αυτό το διαφορετικό να χτίσει το δικό του λεξιλόγιο, να κατανοήσει το δικό του συντακτικό, η δεκαετία του ’60 παραμένει η τελευταία κορυφή που κατέκτησε μεταπολεμικά η ανθρωπότητα στον σισύφειο αγώνα της προς την ειρηνική συνύπαρξη, τη διαπολιτισμικότητα (να μια λέξη που δεν υπήρχε τότε), τη διάχυ-

37/13

ση του ενός μέσα στον «άλλο». Με τη μισαλλοδοξία να καραδοκεί. Τα sixties «ήταν μια δεκαετία που είχες τη βεβαιότητα ότι τα πάντα είναι δυνατά κι ότι τα πάντα μπορούν να ειπωθούν», επισημαίνει ο Διονύσης Σαββόπουλος σε πρόσφατη συνέντευξή του στη φίλη μου τη Ναταλί, στην «Ελευθεροτυπία». Και εξηγεί την αφορμή των εκδηλώσεων της Αθήνας καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο: «Ήταν μια μαγική δεκαετία απ' την αυλαία της οποίας, το 1969, συμπληρώνεται φέτος μια 40ετία. Για έναν περίεργο λόγο, που αξίζει κάποτε να τον διερευνήσει κανείς, οι ζωντανές συζητήσεις πάνω σε μεγάλα κοινωνικά και ιστορικά θέματα κρατούν 40 χρόνια. Μετά η υπόθεση μπαίνει στο αρχείο και αφορά μόνο ειδικούς. Τελευταία στιγμή, ό,τι προλάβουμε, θελήσαμε με συνεργάτες και φίλους να καταθέσουμε και τη δική μας άποψη γι' αυτή τη δεκαετία». Εύγε λοιπόν, εν τέλει. Επί του πρακτέου, πόδια μου βοηθάτε με. Αφήστε τα αυτοκίνητα, πάρτε από το χέρι φίλους και πιτσιρίκια, μπείτε στο μετρό και βγείτε στον κόσμο των «Εκδρομέων του ’60».

Ο ι εκ δ η λ ώ σεις • Στο Παλλάς από τις 18 Δεκεμβρίου ξεκινούν συναυλίες του Διονύση Σαββόπουλου. Στο Μικρό Παλλάς ιστορίες για παιδιά και Καραγκιόζης με τον κορυφαίο νεότερο καραγκιοζοπαίκτη, τον Άθω Δανέλλη. • Καθώς πλησιάζουν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά θα διοργανωθούν πέντε υπαίθριες συναυλίες με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, της Δήμητρας Γαλάνη, του Λουκιανού Κηλαηδόνη, του Γιώργου Μαργαρίτη, του Ορφέα Περίδη, της Αρλέτας, του Πάνου Μουζουράκη κ.ά. • Στην Παλιά Βουλή, με ελεύθερη είσοδο, έως τις 13 Ιανουαρίου, διοργανώνονται ομιλίες με αφορμή το σινεμά, τη λογοτεχνία, τα εικαστικά, την τεχνολογία, την αρχιτεκτονική και άλλες πλευρές των επιτευγμάτων της εποχής. Συμμετέχουν (ενδεικτικά) οι: Παύλος Τσίμας, Κωνσταντίνος Τζούμας, Πέτρος Μάρκαρης, Πλάτων Ριβέλλης, Βασίλης Παπαβασιλείου, Γιώργος Χρονάς, Σώτη Τριανταφύλλου, Κώστας Τσόκλης, Παντελής Βούλγαρης, Λάμπρος Λιάβας, Γιώργος Κοντογιάννης, Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης και άλλοι. • Επίσης, στο σινεμά Τριανόν, από τις 17 έως τις 23 Δεκεμβρίου θα γίνουν προβολές κλασικών ταινιών των Τριφό, Μπέργκμαν, Τατί, Αλέξη Δαμιανού και άλλων. • Τέλος, θα στηθούν δύο εκθέσεις: μία μεγάλη με τίτλο «Του ’60 οι εκδρομείς» στο Μουσείο Μπενάκη (επιμελητής: Τάσος Σακελλαρόπουλος) και μία μικρότερη με τίτλο «Κομμάτια κι αποσπάσματα», για τον νεανικό Τύπο των sixties στο Εκθεσιακό Κέντρο της Βουλής των Ελλήνων (επιστημονικός υπεύθυνος: Ηλίας Νικολακόπουλος, επιμέλεια: Ευρυδίκη Αμπατζή – εγκαίνια 19 Δεκεμβρίου).


14/38

Ν έες εκδόσεις

Του Ξενοφώντα Μπρουντζάκη [xenofob@gmail.com]

François Pétis De la Croix Χίλιες και μια ημέρες

J. G. Ballard Θαύματα της ζωής

Jean Baudrillard Περί σαγήνης

Η άγνωστη Χαλιμά Μετάφραση: Βασιλική Β. Γρηγοροπούλου Εκδόσεις Κέδρος Σελ. 382

Μετάφραση: Ηρακλής Ρενιέρης Εκδόσεις Οξύ Σελ. 216

Μετάφραση: Ευγενία Γραμματικοπούλου Εκδόσεις Εξάντας - Νήματα Σελ. 254

Συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, ο Τζέιμς Μπάλαρντ έζησε μια πολυτάραχη κι ενδιαφέρουσα ζωή, σαν ένας μυθιστορηματικός ήρωας που θα μπορούσε να εμπνεύσει πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους ιστορίες. Γεννήθηκε στη Σαγκάη και έζησε στην κοινότητα των εκπατρισμένων, προτού εγκλειστεί μαζί με την οικογένειά του το 1943 στο στρατόπεδο Λονγκ Χουά, που το χρησιμοποιούσαν οι Ιάπωνες για να φυλάσσουν εκεί τους αιχμαλώτους πολέμου. Ο πατέρας του στη Σαγκάη είχε αναλάβει τη διεύθυνση μιας κλωστοϋφαντουργίας και ο μικρός Μπάλαρντ μεγάλωνε σ’ ένα τεράστιο σπίτι με όλες τις ανέσεις. Ωστόσο, όταν άνοιγε την πόρτα η έξω πραγματικότητα ξεπερνούσε σε αθλιότητα κάθε περιγραφή. Στις δύσκολες εκείνες εποχές που μεγάλωνε ο συγγραφέας η καθημερινότητα έκρυβε αλλεπάλληλες και δυσάρεστες εκπλήξεις. Η ιαπωνική εισβολή (1937) στη Σαγκάη σήμανε και το τέλος της ανάπτυξης της πόλης. Ακολούθησε το Περλ Χάρμπορ και η οικογένεια βρέθηκε στη χειρότερη στιγμή της. Αυτή η περίοδος της εξαθλίωσης στο στρατόπεδο θα συνοδεύει τον Μπάλαρντ στην υπόλοιπη ζωή του και θα γίνει υλικό για το μεγαλύτερο κομμάτι του έργου του. Την πατρίδα του την Αγγλία την αντίκρισε για πρώτη φορά όταν πια ήταν δεκαέξι ετών. Στην ενδιαφέρουσα αυτοβιογραφία του ζωντανεύει η ζωή στην προπολεμική Σαγκάη. Τα χρόνια του στρατοπέδου είναι συγκλονιστικά, καθώς ο νεαρός Μπάλαρντ από τα πλούτη που ήταν μαθημένος βρέθηκε να ζητιανεύει στους βρώμικους δρόμους, βιώνοντας την έσχατη εξαθλίωση παρέα με άλλα παιδιά του στρατοπέδου. Η συνέχεια στη μεταπολεμική Βρετανία είναι γεμάτη από τα επαναστατικά κινήματα της εποχής, σε συνδυασμό με τις πρώτες συγγραφικές του απόπειρες, αλλά και την οικογενειακή ζωή στη νοτιοανατολική Αγγλία.

Η σαγήνη και μόνο ως λέξη δημιουργεί μιαν αναστάτωση που οφείλεται κυρίως στα αμφιλεγόμενα αισθήματα που μας προκαλεί. Ταυτισμένη με το κακό, αλλά και την απαγορευμένη ελκυστικότητα των ηδονών, ό,τι κι αν σημαίνει παραμένει ποθητή παρά το βαρύ ηθικό της κόστος. Στις μέρες μας, που το σεξ και οι διαστροφές φιγουράρουν στη λίστα των βασικών ασχολιών της ημέρας έχοντας γίνει καθημερινή ρουτίνα, η σαγήνη εξελίσσεται σε μιαν έννοια υπό εξαφάνιση. Το υπέροχο αυτό θέμα θέτει επί τάπητος ένας σημαντικός γερμανοθρεμμένος γάλλος διανοητής, ο Ζαν Μποντριγιάρ. Η έννοια έζησε ημέρες δόξης στους αριστοκρατικούς κύκλους του 18ου αιώνα, που δεν είχαν λόγους να μην εντρυφήσουν στα θέλγητρά της. Αντίθετα, η αστική Επανάσταση δεν είχε χώρο για τη σαγήνη, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν ήταν συμβατή με τα ιδανικά των αστών, που τους συνάρπαζαν η ανάπτυξη, η κερδοσκοπία, το εμπόριο. Η σαγήνη απαιτούσε μια τελετουργική διαδικασία και αυτός είναι ο βασικός λόγος αποκλεισμού της από τα συστήματα παραγωγής. Το «Περί σαγήνης» είναι ένα από τα προκλητικότερα βιβλία του συγγραφέα και η αφορμή για μια μετάβαση από τον κοινωνιολογικό τρόπο σκέψης στον φιλοσοφικό. Το βιβλίο καταπιάνεται με την ανάλυση των επιθυμιών. «Το σεξ βρίσκεται παντού, εκτός από τη σεξουαλικότητα», είχε πρώτος επισημάνει ο Ρολάν Μπαρτ. Και στη σημερινή εποχή, η επιθυμία, μέσα από τον πολλαπλασιασμό των μορφών της, γίνεται μια ομιχλώδης αβεβαιότητα. Η σαγήνη, ανανεώνοντας τα θέλγητρα, λυτρώνεται από τα ασφυκτικά όρια του νόμου, βρίσκοντας πάντα τη μυστική εκείνη διέξοδο που την οδηγεί στην αυθαιρεσία.

Ακριβώς αντίθετη τύχη από τις.. περιλάλητες νύχτες επεφύλαξε η τύχη στις «Χίλιες και μια ημέρες». Και τα δυο βιβλία ανακαλύφθηκαν από Γάλλους, περίπου την ίδια εποχή, ωστόσο δεν είχαν την ίδια απήχηση. Τις «Χίλιες και μια νύχτες» τις είχε ανακαλύψει ο Αντουάν Γκαλάν, ένας ανατολιστής ο οποίος ήταν καθηγητής στο κολέγιο του Μαζαρέν. Λίγα χρόνια μετά την ανακάλυψη του συριακού χειρογράφου, το 1704, άρχισε να το μεταφράζει στα γαλλικά και έγινε πασίγνωστο σε όλο τον κόσμο. Εκείνη την εποχή, ο ακαδημαϊκός Φρανσουά Πετί ντε λα Κρουά –ήταν μάλιστα και συνεργάτης του Γκαλάν– μετέφραζε από το περσικό πρωτότυπο το «Χίλιες και μια ημέρες». Η ιστορία του βιβλίου ξεκινά από την επίσκεψη του Πετί ντε λα Κρουά, ως απεσταλμένου του Λουδοβίκου ΙΔ΄ στην μυστηριακή Ανατολή. Εκεί, ο αρχηγός των Σούφηδων στο Ισπαχάν δερβίσης Μοκλές έμαθε την αραβική στον γάλλο απεσταλμένο στον οποίο δώρισε και το χειρόγραφο κατά την αναχώρησή του. Στο βιβλίο κυρίαρχο στοιχείο είναι οι ανατολίτικες ιστορίες αγάπης. Αντίστοιχη της Σεχραζάντ εδώ είναι η Φαρουκνάζ, η οποία ωστόσο είναι ανδροφοβική και αρνείται να παντρευτεί, γιατί νιώθει αποστροφή για τους άντρες. Η παραμάνα της λοιπόν, η υπομονετική και πεισματάρα Σουλτουμεμέ, αρχίζει να της διηγείται κάθε μέρα (χίλιες και μία ημέρες), στη διάρκεια του πρωινού της μπάνιου, μια σειρά ιστοριών όπου πρωταγωνιστούν πιστοί και χαρισματικοί εραστές. Όπως γίνεται φανερό, όλα αυτά συμβαίνουν ώστε να αλλάξει την αρνητική της γνώμη για το αντρικό φύλο η καλή μας πριγκίπισσα. Οι ιστορίες διαδραματίζονται τον 8ο αιώνα στο Χαλιφάτο των Αββασιδών, και συγκεκριμένα στη Βαγδάτη.

Λεωνίδας Κύρκος Εκ βαθέων Επιμέλεια: Πέτρος Παπασαραντόπουλος Εκδόσεις Επίκεντρο Σελ. 438

Ο Λεωνίδας Κύρκος είναι μια πολιτική προσωπικότητα που κυριάρχησε στη ζωή του τόπου, κυρίως από τα χρόνια της μεταπολίτευσης και μετά. Η πολιτική του διαδρομή κορυφώθηκε σ’ αυτή την κρίσιμη περίοδο που η χώρα δοκίμαζε την αντοχή της στους δημοκρατικούς θεσμούς. Στον παρόντα τόμο που επιμελείται ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος δεν λείπουν ούτε οι καλές προθέσεις, ούτε η συμπάθεια προς το πρόσωπο του σημαντικού αυτού αριστερού πολιτικού, του οποίου η αγωνιστικότητα και οι παρεμβάσεις διαμόρφωσαν, στο βαθμό που του αναλογεί, τη νέα πολιτική κατάσταση του τόπου, σαφώς καλύτερη από την παρελθούσα, αλλά και λιγότερο ικανο-

ποιητική από αυτήν που πιθανόν μας άξιζε. Στον τόμο αυτό που παρακολουθεί τη μεταπολίτευση, από το σημαδιακό (και αξέχαστο για πολλούς, κομβικό 1989), έχει τεράστιο ενδιαφέρον η άποψη του κατά γενική ομολογία μετριοπαθούς αριστερού πολιτικού για τα πρόσωπα και τα γεγονότα που κυριάρχησαν σ’ αυτό το διάστημα, διαμορφώνοντας το πολιτικό σκηνικό της τελευταίας εικοσαετίας. Ο λόγος του Κύρκου είναι πάντα ευπρόσδεκτος για την ελληνική πολιτική πραγματικότητα, πόσο μάλιστα όταν οι σημερινές πολιτικές φωνές δεν πείθουν. Βασικό χαρακτηριστικό αυτών των πολιτικών συνομιλιών είναι η τόλμη που δεν έλειψε ποτέ από τον Κύρκο,

έναν αριστερό πολιτικό σε μια χώρα όπου η Αριστερά δεν έχει μόνο ήρωες αλλά και το μερίδιο της ευθύνης που της αναλογεί, για τις στρατηγικές επιλογές και τις τοποθετήσεις της στο παρελθόν. Με δυο λόγια, ο αριστερός πολιτικός λόγος θέλει μεγάλη ανανέωση, σύνθεση και επαφή με την πραγματικότητα. Η πρόταση του Λεωνίδα Κύρκου για συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα και γι’ αυτό χρειάζονται όχι νέα μυαλά, αλλά ανοιχτά και δίχως αγκυλώσεις. Γιατί αυτός ο μονότονος καταγγελτικός και εν πολλοίς κουραστικός λόγος της Αριστεράς (ανανεωτικής και μη) μας έχει απελπίσει. Ένα βιβλίο που είναι χρήσιμο να διαβαστεί.

Αndrew Hussey Παρίσι Η μυστική ιστορία Εκδόσεις Πάπυρος Σελ. 574 Πόσο μυστική μπορεί να είναι η ιστορία μιας πόλης σαν το Παρίσι είναι το πρώτο που θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης καχύποπτα. Κι όμως, ο υπότιτλος κυριολεκτεί. Πρόκειται για μια «βιογραφία»-ποταμό του Παρισιού όπου οι λεπτομέρειες της πόλης αποκαλύπτουν ένα άγνωστο Παρίσι, εξίσου γοητευτικό με αυτό που γνωρίζουμε, ωστόσο ακόμα πιο ενδιαφέρον. Το εντυπωσιακό σ’ αυτό το βιβλίο είναι ότι την ιστορία του Παρισιού την υπογράφει ένας… Άγγλος γεννημένος στο Λίβερπουλ! Σπάνια ασχολείται κανείς όχι μόνο με μια ξένη πόλη αλλά και με τη δική του, πέρα από τις προβεβλημένες της πλευρές, με τα μυστικά σοκάκια, τις σκοτεινές όψεις της, με όλα όσα συνθέτουν το ολοκληρωμένο βιογραφικό της πόλης. Και αυτό το απίστευτο εγχείρημα επιχειρεί ο συγγραφέας σε μια πόλη σαν το Παρίσι. Και μόνο για την προσπάθειά του τού αξίζει ο έπαινος. Παρίσι, μια πόλη-σταθμός στην ιστορία των πόλεων, μια πόλη παγκόσμια που και μόνο το όνομά της προκαλεί απίστευτους συνειρμούς και ξεσηκώνει απίθανες ονειροπολήσεις. Μια πόλη που ταυτίστηκε με την ιδανική πολιτεία. Άνθρωποι, ιδέες, κινήματα, επαναστάσεις, εξεγέρσεις, που έπαιξαν βαρύνοντα ρόλο στη διαμόρφωση του κόσμου, χάρισαν στο Παρίσι μια μοναδική αίγλη που δύσκολα συναγωνίζεται κάποια άλλη πόλη. Το ταξίδι αυτό ξεκινά από τους πρώτους κατοίκους, τους Παρισίους, όπως τους ονόμασε ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουλιανός, που φοβούνταν «μην πέσει ο ουρανός στα κεφάλια τους», έως τον Μάη του ’68 και τις εξεγέρσεις των προαστίων, το 2005. Κι όπως η ιστορία γράφεται στους δρόμους, έτσι κι ετούτη περιπλανιέται διαμέσου των εποχών στους δαιδαλώδεις δρόμους της πόλης, εκεί που η Ιστορία είναι σφύζουσα ζωή.


CINE Π Ο ΝΤΙ ΚΙ

Του Γιώργου Ν. Κορωναίου

ΠΟΝΤΙΚΙart 17-22.12.09

Στρέλλα Ο Γιάννης βγαίνει από τη φυλακή. Ψάχνει τον γιο του. Αναζητά συγχώρεση από ένα παρελθόν σκοτεινό, βαρύ. Το πρώτο του βράδυ στο φτηνό ξενοδοχείο της ελευθερίας του γνωρίζει μια τρανσέξουαλ πόρνη. Τη λένε Στρέλλα – από το Στέλλα, αλλά με μια δόση τρέλας. Ψάχνοντας ο καθένας τη δική του ελευθερία, θέλοντας να ξεφύγουν από την προσωπική τους φυλακή, θα ερωτευτούν. Στην αρχή με την ανάγκη που έχει ένας άνθρωπος που πνίγεται να πιαστεί από κάτι, από ένα φιλί, μια ελπίδα. Στη συνέχεια θα αγαπηθούν βαθιά, με κάθε τρόπο που ένα σώμα μπορεί να αγαπήσει ένα άλλο, με κάθε δεσμό που μπορεί να ενώσει δυο υπάρξεις. Όμως, μια τέτοια αγάπη που σπάει ταμπού και νόρμες, που πρέπει να εφεύρει τους κανόνες της απ’ την αρχή, πώς μπορεί να υπάρξει σε έναν κόσμο που είναι φτιαγμένος για να μας τσακίζει; Πώς θα κερδίσει ένα «happy end», όταν το παρελθόν είναι γεμάτο μυστικά, σκοτάδι, πόνο; Δεν υπάρχει αμφιβολία, η «Στρέλλα» είναι φτιαγμένη από το υλικό μιας αρχαίας τραγωδίας, μόνο που ο Πάνος Χ. Κούτρας είναι υπερβολικά τολμηρός, θαρραλέος, τρελός (πείτε τον όπως θέλετε) για να επαναπαυθεί στη βολική σύμβαση του δράματος που θα οριοθετούσε στα χέρια κάποιου άλλου το σπουδαίο αυτό σενάριο. Η «Στρέλλα» δεν είναι μια τραγωδία, όχι μόνο γιατί οι ήρωές της δεν είναι σχήματα ενός κινηματογραφικού είδους μα άνθρωποι με σώματα και πάθη, αλλά γιατί το φιλμ δεν είναι μια συμβατική ιστορία, ένα δράμα, μια ηθογραφία. Η «Στρέλλα» είναι ένας εκρηκτικός μηχανισμός. Εκπυρσοκροτεί από το πάθος, από τη δύναμη μιας πρωτόγνωρης αγάπης που αλλάζει τους ήρωες, από τα σημάδια μιας καινούργιας εποχής που αλλάζει την ίδια μας την κοινωνία. Οι ήρωες του Κούτρα δεν είναι καταραμένοι, δεν είναι άγιοι, είναι σαν εσάς κι εμένα και είναι εδώ για να μείνουν. Η ιστορία τους είναι συνταρακτική. Είναι μαζί αληθινή. Είναι μια ιστορία από αυτές που θες να διηγηθείς σαν αξιοπερίεργο, αλλά που στην πορεία η εξωτική της πλευρά μένει γρήγορα στην άκρη. Η σπουδαία δουλειά του Κούτρα, οι σπαρακτικά αληθινές ερμηνείες των πρωταγωνιστών του, το εξαιρετικό σενάριο, σε κάνουν να ξεχνάς γρήγορα το αξιοπερίεργο και να επικεντρώνεσαι στο θαυμαστό. Στη συνταρακτική ένταση της αγάπης, στην περιφρόνηση της ταινίας για κάθε κλισέ, στη μαγική μίξη του σκοταδιού με το φως, του γέλιου με τα δάκρυα, στην τρυφερή ματιά σε έναν κόσμο που δεν έχει συνηθίσει να τον κοιτάζουμε έτσι. Συγκινητική και μεγαλόψυχη, ανατρεπτική και μαζί συμπονετική, τολμηρή αλλά γεμάτη αγάπη, η «Στρέλλα» πρεσβεύει μια θεώρηση για το σινεμά ενός σκληρού ρεαλισμού που αφήνει χώρο στο παραμύθι, αλλά και μια θεώρηση της ίδιας κοινωνίας, στην οποία κάθε παλιά ιδέα, κάθε στενόμυαλη σκέψη απλά δεν έχει θέση. Η «Στρέλλα» είναι φτιαγμένη για να ενοχλήσει μόνο τις γερασμένες, νεκρές καρδιές, τους ανθρώπους που τρέφονται από τη μιζέρια. Οι υπόλοιποι μπορούμε να γιορτάσουμε την άφιξη μιας ταινίας αληθινά σημαντικής. Σκηνοθεσία: Πάνος Χ. Κούτρας. Πρωταγωνιστούν: Μίνα Ορφανού, Γιάννης Κοκκιασμένος, Μπέτυ Βακαλίδου, Μίνως Θεοχάρης. Χώρα: Ελλάδα. Διάρκεια: 111΄

Το «Αvatar» του Τζέιμς Κάμερον φιλοδοξεί ν’ αλλάξει τον τρόπο που θα βλέπουμε σινεμά στο μέλλον, αλλά η «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα αποδεικνύει πως δεν υπάρχει τίποτα στραβό στον τρόπο που το κάνουμε μέχρι σήμερα. Η τρίτη ταινία του έλληνα δημιουργού φλερτάρει με το μεγαλείο και είναι μια ακόμη απόδειξη ότι υπάρχει κι ένα ελληνικό σινεμά που ευτυχώς υγιαίνει…

39/15

νες που λίγο-πολύ εγγυάται το «Avatar», χρειάζεται και μια ισχυρή μυθοπλασία που το σενάριο του φιλμ δεν είμαι σίγουρος ότι διαθέτει. Η ιστορία ενός γήινου που παίρνει μέσω της τεχνολογίας το σώμα ενός κατοίκου του πλανήτη Πανδώρα, για να ��ους πείσει να επιτρέψουν την εξόρυξη ενός πολύτιμου ορυκτού, αλλά καταλήγει αγωνιστής για την ελευθερία της φυλής τους, μοιάζει μάλλον σχηματική και εύκολη, ενώ οι μπλε εξωγήινοι με τις ουρές δεν κάθονται εκ πρώτης όψεως πολύ καλά στο μάτι. Αλλά ο Κάμερον έχει αποδείξει και στο παρελθόν τόσο τις τεχνολογικές όσο και τις αφηγηματικές του ικανότητες, γι’ αυτό μέχρι να δούμε την ταινία ας κρατήσουμε στάση αναμονής. Σκηνοθεσία: Τζέιμς Κάμερον. Πρωταγωνιστούν: Σαμ Ουόρθινγκτον, Σιγκούρνι Γουίβερ, Ζόε Σαλντάνα κ.ά. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 163΄

Κουζίνα με ψυχή Ο Φατίχ Ακίν, του «Μαζί ποτέ» και της «Άκρης του ουρανού», κάνει μια κωμωδία για έναν έλληνα εστιάτορα στο Αμβούργο που όλα δείχνουν να του πηγαίνουν στραβά. Η κοπέλα του φεύγει στην Κίνα, ο αδελφός του βγαίνει από τη φυλακή προξενώντας μπελάδες, οι πελάτες του εστιατορίου αντιδρούν στις συνταγές του νέου σεφ, ένας μεγαλομεσίτης θέλει να πάρει το οικόπεδο στο οποίο βρίσκεται το εστιατόριο, και η μέση του τον πονά όλο και πιο πολύ. Όλα δείχνουν να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, συνταγή που στο σινεμά αποτελεί συχνά αφορμή για γέλιο και την οποία ο Ακίν εκμεταλλεύεται στο έπακρο. Μπορεί η ιστορία να είναι λίγο επιφανειακή, αλλά κυλά με ρυθμό και κέφι, οι ηθοποιοί δείχνουν να το διασκεδάζουν στο έπακρο, οι μουσικές έχουν όπως πάντα στις ταινίες του Ακίν τον δικό τους ρόλο, ενώ η πόλη του Αμβούργου βρίσκει μέσα από τον φακό του το πιο φωτογενές προφίλ της. Απολαυστικό από την αρχή ως το τέλος, το φιλμ μιλά για τα όνειρα και τον έρωτα, για τη μουσική και τη γεύση, και δίχως να φιλοδοξεί να κάνει βαθυστόχαστες παρατηρήσεις ή κάποια σημαντική κινηματογραφική δήλωση καταλήγει να γιορτάζει εξίσου το φαγητό, το σινεμά και τη ζωή. Δεν ξέρω πώς λένε «feel good» στα γερμανικά, όμως αυτή η ταινία είναι η πεμπτουσία του. Σκηνοθεσία: Φατίχ Ακίν. Πρωταγωνιστούν: Αντάμ Μπουσδούκος, Μόριτζ Μπλάιμπτροϊ, Μπίρολ Ουνέλ. Χώρα: Γερμανία. Διάρκεια: 99΄

«Αvatar» / «Στρέλλα»

ακομ η

Αvatar Η προηγούμενη ταινία του Τζέιμς Κάμερον «Τιτανικός» υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα στην ιστορία του σινεμά και μαζί μια από τις σημαντικότερες εισπρακτικές επιτυχίες του. Συνεχίζοντας την εμμονή του να παίζει με τη φωτιά, να βάζει στον εαυτό του δύσκολα αλλά και να σπρώχνει το σινεμά μπροστά (ή τουλάχιστον την τεχνική πλευρά του), ο Κάμερον παρουσιάζει τώρα την πιο φιλόδοξη 3D ταινία που γυρίστηκε ποτέ και που φιλοδοξεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο θα βλέπουμε σινεμά στο μέλλον. Μπορεί η καθυστερημένη δημοσιογραφική προβολή της ταινίας να μη μας επιτρέπει να επιβεβαιώσουμε ή να διαψεύσουμε ακόμη τις φιλοδοξίες της, όμως το σίγουρο είναι ότι το «Avatar» αποτελεί ένα γεγονός μείζο-

νος σημασίας για τον κινηματογραφικό κόσμο. Όχι μόνο λόγω του αστρονομικού μπάτζετ του ή των νέων τεχνολογιών που εφηύρε στην πορεία, όχι γιατί χρειάστηκε σχεδόν δεκαπέντε χρόνια για να γίνει πραγματικότητα, αλλά κυρίως διότι στοχεύει να κάνει την τρισδιάστατη εικόνα κάτι περισσότερο από απλό «κόλπο» στα χέρια των σκηνοθετών, να τη μεταμορφώσει σε καινούργιο μέσον έκφρασης. Το όραμα του Κάμερον μοιάζει να είναι ένα σινεμά που να χωρίζεται σε πριν και μετά το 3D, με τον ίδιο τρόπο που χωρίζεται σε πριν και μετά την έλευση του ήχου ή του χρώματος. Ωστόσο, για να γίνει κάτι τέτοιο, πέρα από τις εντυπωσιακές εικό-

New in Town, του Τζόνας Έλμερ Η Ρενέ Ζελβέγκερ φτάνει σε μια μικρή πόλη προκειμένου να κλείσει το εργοστάσιο τροφίμων που διατηρεί η εταιρεία της εκεί, αλλά στην πορεία αγαπά τους κατοίκους της κι ερωτεύεται έναν από αυτούς, σε μια γεμάτη κλισέ ρομαντική κωμωδία. Change of Plans, της Ντανιέλ Τόμπσον Μια παρέα συναντιέται γύρω από ένα τραπέζι και οι μπερδεμένες σχέσεις τους αποκαλύπτονται κι εξηγούνται, τόσο το ίδιο βράδυ όσο κι έναν χρόνο μετά. Κομεντί για τη ζωή και τον έρωτα α λα γαλλικά. Θεατρικής δομής και τηλεοπτικού ύφους.


16/40

ΣΥΝ ΠΛΗΝ

+

Το όνομά της είναι Μίνα Ορφανού, αν κι όχι στην ταυτότητά της, μια που δεν έχει αλλάξει ακόμη το φύλο της. Το επάγγελμά της είναι κομμώτρια, αντίθετα από το κλισέ που θέλει κάθε τρανσέξουαλ να είναι απαραίτητα πόρνη. Δεν βλέπει πολύ σινεμά, δεν είχε φιλοδοξίες να γίνει ηθοποιός κι όμως στην «Στρέλλα» του Πάνου Χ. Κούτρα δίνει τη γυναικεία ερμηνεία της χρονιάς. Αν υπάρχει έστω και ελάχιστη δικαιοσύνη, η Μίνα αξίζει να γίνει σταρ ή τουλάχιστον να κερδίσει ένα κρατικό βραβείο όταν κι όποτε αυτά δοθούν. Μέχρι τότε αξίζει τον θαυμασμό μας για το ταλέντο και το θάρρος της.

+

Χαοτικοί οι A Place To Bury Strangers στις δύο συναυλίες τους στο Rodeo την προηγούμενη εβδομάδα. Ροκ δυνατό, κιθάρες φαζαριστές, πήραμε γεύση από την ατμόσφαιρα που επικρατεί στα αντεργκράουντ κλαμπ της Νέας Υόρκης αυτή τη στιγμή.

+

Στη Δώρα Μασκλαβάνου η οποία σκηνοθέτησε το επεισόδιο της εκπομπής «Παρασκήνιο» που ήταν αφιερωμένο στη Μαρίκα Νίνου. Όλοι οι συντελεστές έδειξαν ότι υπάρχει τρόπος να δώσεις τηλεοπτικά, χωρίς προχειρότητες και «αγιογραφίες», γνωστά και άγνωστα στοιχεία από τη ζωή και το έργο εμβληματικών καλλιτεχνών όπως η αρμενικής καταγωγής κορυφαία τραγουδίστρια του ρεμπέτικου.

+

«Λόγω του μεγάλου αριθμού εκδηλώσεων που διοργανώνονται κάθε μήνα, το Μουσείο Μπενάκη σκοπεύει να περιορίσει σημαντικά την αποστολή έντυπων προσκλήσεων, προκειμένου να μειωθούν τα έξοδα παραγωγής και αποστολής τους, καθώς και η υπερβολική κατανάλωση χαρτιού». Με αυτή τη λιτή ανακοίνωση το Μουσείο Μπενάκη αποδεικνύει την προσαρμοστικότητά του στα σημεία των καιρών, αποκτώντας ως φαίνεται οικολογική συνείδηση και αντιδρώντας με γρήγορα αντανακλαστικά στην οικονομική κρίση της εποχής.

+

Στους περίπου 150 εικαστικούς καλλιτέχνες και στους διοργανωτές της έκθεσης «Πέραμα Κλειστόν», που πραγματοποιήθηκε στον πολυχώρο «Μάνος Λοΐζος». Τόσο γιατί είναι σπουδαία η πρωτοβουλία για μια έκθεση συμπαράστασης προς τους εργαζόμενους και άνεργους της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης, όσο και γιατί ήταν σπουδαία τα έργα.

Χλιαρά έως άσχημα κινήθηκε στις αίθουσες το αμερικανικό ντεμπούτο του Sakis «Στα άκρα». Οι δικαιολογίες πολλές, όπως «τα κορίτσια δεν θέλουν να βλέπουν τον Σάκη ψυχοπαθή, έφταιγαν τα επεισόδια στην Αθήνα, βγήκαν πολλές ταινίες στις αίθουσες», αλλά η αλήθεια μία. Τα φύκια παραμένουν φύκια, όπως κι αν τα παρουσιάσει το marketing και οι «ιθαγενείς» δεν αγοράζουν πλέον χάντρες, ακόμη κι αν τις πουλάνε για χρυσάφι, άγνωστο για ποιο λόγο και με ποιο κίνητρο, «σοβαροί» κριτικοί και γραφιάδες.

Ο Μιχάλης Χατζηγιάννης «φρεσκάρει» αγαπημένα τραγούδια των Σπανού, Κραουνάκη, Πλέσσα κι άλλων στον καινούργιο του δίσκο «Κολάζ». Ο Βασιλικός των Raining Pleasure στον πρώτο του προσωπικό δίσκο «Vintage» καταπιάνεται με τραγούδια των Beatles, του Λέοναρντ Κοέν, του Φρανκ Σινάτρα, του Νατ Κινγκ Κόουλ. Δεν θα σταθώ στο αν το κάνουν καλά ή όχι, αλλά στο πόσο κουρασμένη ιδέα είναι σήμερα ένας ακόμη δίσκος με διασκευές. Και πόσο εύκολος. Κρίμα.

Στον Νίκο Μαστοράκη γιατί η νέα εκδοχή της παράστασης «Σε στενό οικογενειακό κύκλο» στο Θέατρο Βασιλάκου δεν είναι αντίστοιχη της πρώτης. Δεν διαθέτει τη φινέτσα της, το δαντελένιο σκηνικό χιούμορ της και φυσικά τους έξοχους πρωταγωνιστές εκείνης της παλιάς, αν και έχει δουλέψει πολύ με τον θίασο του τωρινού ανεβάσματος. Συμπέρασμα; Και ξαναζεσταμένο φαγητό και σε άλλη κουζίνα «δεν λέει».

Καλοί οι A Place To Bury Strangers στο Rodeo την προηγούμενη εβδομάδα, δεν λέω, να τους βλέπαμε όμως κιόλας τι καλά που θα ήταν. Ούτε οι πιο ψηλοί από εμάς δεν είχαν ορατότητα προς τη σκηνή έτσι όπως είναι η χωροταξία του κλαμπ. Είπαμε, καλό είναι το αντεργκράουντ, αλλά να πληρούνται τουλάχιστον οι στοιχειώδεις συνθήκες.

Η συμμετοχή των Imam Baildi στο πρόγραμμα των Γαλάνη - Τσαλιγοπούλου στο VOX, όπου μιξάρουν λαϊκά τραγούδια του χθες με βαλκανικούς ήχους και... Μανού Τσάο! Αυτό δεν είναι διασκευές, είναι κολάζ με ήχους.

Η Γιασμίν Λεβί είναι μάλλον καλύτερη στα άλμπουμ της απ’ ό,τι στα live της. Όχι πως δεν μας άρεσε στο Gazarte στις δύο εμφανίσεις της την προηγούμενη εβδομάδα. Kαι αισθαντική ήταν, και καλή φωνή διαθέτει, και απίστευτα όμορφη έδειχνε. Δεν μας συνεπήρε όμως με τα τραγούδια της. Ίσως να περιμέναμε και περισσότερα. Ίσως να παρουσιάστηκε πιο εσωστρεφής απ’ ό,τι νομίζαμε. Ωστόσο επιβεβαίωσε πως είναι μία εξαιρετική ερμηνεύτρια.

Στη μισοξεχασμένη πρώην μηχανή παραγωγής σουξέ Καίτη Γαρμπή η οποία επιχειρεί «στροφή» επί το ποιοτικότερον. Αφήνει, λέει, τις πίστες (αφού πρώτα την άφησαν εκείνες) και ξεκινάει εμφανίσεις σε «μουσική σκηνή». Και πόσο… μεγάλη είναι αυτή η στροφή; «Θα τραγουδήσει από Στέλιο Kαζαντζίδη και Bίκυ Mοσχολιού μέχρι Άλκηστη Πρωτοψάλτη και Πασχάλη Tερζή» λένε όσοι «στρίβουν» μαζί της. Α, τό-ο-οσο απότομη στροφή! Κρατηθείτε…

του αποτελεί ένα άλλο θέμα συζήτησης και σχολίων.

Στον τηλεπαρουσιαστή Χρήστο Φερεντίνο, γιατί «κρατιέται» να εκφράσει την ολοφάνερη αηδία του για το σαχλό «μαγικό» σόου που παρουσιάζει φέτος. «Δυο-τρεις φορές και με απόλυτη ειλικρίνεια εξέφρασα την αμηχανία αλλά και την αντίρρησή μου. Ως εκεί. Δεν μπορούσα να παραιτηθώ για δύο-τρία μεμονωμένα περιστατικά. Από εκεί και πέρα κάνω τη δουλειά μου με όρεξη και κέφι», λέει. Το γιατί διευκρινίσθηκε σχεδόν αμέσως: «Πάντα μου άρεσαν οι υψηλές απολαβές». Φτώχεια επιχειρημάτων…

Στον τραγουδοποιό Νίκο Πορτοκάλογλου, τον Έλληνα που αισιοδοξεί μέχρι…τελικής πτώσεως. Αν και διαπιστώνει ότι ως κράτος «κρεμόμαστε ήδη στον γκρεμό», βλέπει στους νέους κυβερνώντες «όρεξη για δουλειά, φρέσκα και άφθαρτα πρόσωπα, καλές ιδέες, προς τις σωστές κατευθύνσεις. Κρατάω μικρό καλάθι, βέβαια, γιατί δεν ξέρω πόσο Πριν από λίγες μέρες, οι Χρυσές θα κρατήσει αυτή η όρεξη». Ε, μέχρι να Σφαίρες ανακοίνωσαν τις ξενόγλωσσες σκάσει στα μούτρα όλων μας η δημόσια ταινίες που είναι υποψήφιες για μια θέση οικονομία. Να πούμε Μάρτιο του 2010; Να στην πεντάδα που θα διεκδικήσει βραπούμε Σεπτέμβριο; βείο. Ο αριθμός τους για φέτος μεγαλύτεΣτην Τζένη Ρουσσέα, η οποία θυμάται ρος από ποτέ: 69! Ανάμεσά τους φιλμ από ξαφνικά τις δασικές πυρκαγιές μες στο την Κροατία και τις Φιλιππίνες, τη Χιλή και τη Σλοβακία. «Ελληνική;», σας ακούω χειμώνα και βγάζει ωμή ξενοφοβία και ρατσισμό. Στο ερώτημα «ποιος βάζει τις να ρωτάτε. Όχι, φυσικά. Θα μου πείτε, τι φωτιές» απαντάει «Πάντως όχι Έλληνας, σημασία έχει μια που οι Χρυσές Σφαίρες ψάξτε ξένους δάκτυλους!». Και συμπληδεν είναι ούτε Όσκαρ, δεν έχουν την ίδια ρώνει μόνη της, χωρίς να ερωτηθεί: «οι βαρύτητα, ούτε κάθε χώρα προτείνει μια μετανάστες να έρχονται στην Ελλάδα, από τις ταινίες της. Όμως ακόμη κι έτσι, μια υποψηφιότητα βοηθά κάθε εθνικό σι- αλλά όχι με τους σκοπούς που έρχονται!». νεμά να αποκτήσει ένα πιο αξιοπρόσεκτο Αυτά κατάλαβε μετά από πενήντα χρόνια προφίλ και να στρέψει τους προβολείς του στο θέατρο; διεθνούς ενδιαφέροντος πάνω του. Μόνο που για να βρεθεί μια ταινία ανάμεσα στις Στην Άννα Παναγιωτοπούλου, η οποία 69 χρειάζεται ένα μίνιμουμ προσπάθειας, μόλις ανακάλυψε την καθημερινή ζωή. που απ’ ό,τι φαίνεται κανείς θεσμικός ή Έμεινε για πρώτη φορά ενάμιση χρόνο μη υπεύθυνος δεν έκανε φέτος. στην Τήνο και εκεί κατάλαβε, λέει, τι σημαίνει «ζω εκτός θεάτρου». Τι σημαίνει; Μια κι ο λόγος για βραβεία, δίχως να «Από το να στρώνω το πρωί το κρεβάτι θέλουμε να γίνουμε Κασσάνδρες, ούτε μου και να κάνω το πρωινό μου και να στα Όσκαρ βλέπω να έχουμε καλύτερη τρώω, μέχρι να καθαρίζω το μπάνιο μου τύχη. Αν ο «Ελ Γκρέκο» πέρσι δεν κατόργια να κάνω μπάνιο, να πηγαίνω να ψωνίθωσε να συγκινήσει τους ακαδημαϊκούς ζω και να μαγειρεύω για να φάω. Έμαθα του Χόλιγουντ, δύσκολο να το πράξουν τι σημαίνει πληρώνω λογαριασμούς, για να μη μου κόψουν το φως και το νερό». οι εξίσου παλιομοδίτικοι, άνευροι και Καλά, από ποιες εμπειρίες αληθινής ζωής κουραστικοί «Σκλάβοι στα δεσμά τους». αντλούσε για να παίζει τόσα χρόνια; Από Οι οποίοι παρεμπιπτόντως βρέθηκαν ως επίσημη πρόταση της χώρας μας, διότι το τα ραντεβού με το υπηρετικό προσωπικό; «Whithout» του Αλέξανδρου Αβρανά, που κέρδισε το Κρατικό Βραβείο καλύτερης ταινίας πέρσι, δεν κατόρθωσε να βγει ποτέ στις αίθουσες, κάτι που από μόνο

art

ΠΟΝΤΙΚΙ


Pontiki Art 135