Issuu on Google+

n.134/09 ΠΕΜΠΤΗ 10 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2009 Η ΤΕΧΝΗ / ΟΙ ΤΑΣΕΙΣ / ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ / Η ΖΩΗ... ΣΤΟΝ ΑΦΡΟ

art

ΠΟΝΤΙΚΙ

ΠΕΜΗ ΖΟΥΝΗ Περισσότερος Τσαρούχης από ποτέ Τα παιδιά δολοφόνησαν τη θεία Λένα Φραντσέσκο Βιτάλι: Vanity fair Τα Χριστούγεννα του Τζέρεμι Άιρονς Σεξ α λα παλαιά


2/26

TA ΠΡΟΣ ΩΠΑ ΤΟΥΣ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΟΥΝ ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ ΤΟΥΣ ΕΝΩΝΕΙ Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Χόρχε Μπουκάι

Τελικά ως τι σταδιοδρομεί η κυρία, εκτός από (πρώην) γυμνό σαλόνι σε περιοδικά ποικίλης ύλης; Η ίδια η Μαρία Κορινθίου δηλώνει ηθοποιός. Τι παίζει; ΄Η, μάλλον, με τι παίζει; Με τα νεύρα μας. Περιφέροντας την εικόνα της σέξι μητέρας και συντρόφου στα κανάλια. Αυτό τη βλέπουμε να κάνει ξανά και ξανά τους τελευταίους μήνες. Αυτό έκανε και Μαρία Κορινθίου στο «Έχεις πακέτο». Δεν είναι, βεβαίως, ούτε η Επάγγελμα… Κορινθίου πρώτη ούτε η τελευταία φορά που κάποια σταδιοδρομεί πουλώντας στα ΜΜΕ τη ζωή της. Εν προκειμένω όμως, η Μαρία μας είναι μία από πιο τις τρανταχτές περιπτώσεις εγχωρίων VIP που υπάρχουν χωρίς να κάνουν τίποτε, απλώς ζευγαρώνοντας και γεννώντας. Αν και εφέτος κάνει και κάτι σαν θέατρο: Πρωταγωνίστρια (!) στην κωμωδία «Φόνος μετά μουσικής» (στο πλευρό του ηθοποιού πλέον –κάτι πρέπει να κάνει κι αυτός για να ζήσει– Λάμπη Λιβιεράτου) επιβεβαιώνει ότι μερικές ηθοποιοί είναι γεννημένες… για να γίνουν μητέρες. Το θέατρο όμως γιατί το παιδεύουν;

Σήμερα στο Σύνταγμα Κάνει τέχνη την επιστήμη. Ο Χόρχε Μπουκάι, γιατρός και ψυχοθεραπευτής της σχολής Γκεστάλτ, ειδικευμένος στη θεραπεία των νοητικών ασθενειών, επιφυλάσσει στον σύγχρονο αναγνώστη «Πολλές ιστορίες για να σκεφτεί», τον συντροφεύει στον «Δρόμο της αυτοεξάρτησης» και τον προτρέπει «Βασίσου πάνω μου», για να χρησιμοποιήσουμε μερικούς από τους τίτλους των βιβλίων του που έχουν κυκλοφορήσει και στα ελληνικά. Ο πολυδιαβασμένος Αργεντινός χρησιμοποιεί τις ιατρικές γνώσεις του για να γοητεύσει (αλλά και να συνδράμει στη δύσκολη καθημερινότητά του) εκείνον που ζητάει κάτι περισσότερο από ένα εύπεπτο ανάγνωσμα. Ιδού και η ευκαιρία να διαπιστώσουμε με τα ίδια μας τα μάτια αν ο Μπουκάι εκτός από επιδέξιος γραφιάς παραμένει και επιδέξιος ομιλητής: Σήμερα, στις 19.00, ο συγγραφέας παρουσιάζει στο Public το τελευταίο βιβλίο του με τίτλο «Να βλέπεις στον έρωτα». Θα είμαστε εκεί.

Μύρωνας Στρατής Τα όμορφα charts όμορφα καίγονται

Ναταλία Δραγούμη Στην αγκαλιά του Ρούλη Μια φορά και έναν καιρό είχε ένα Αμόρε. Εκείνη την εποχή τη γνωρίσαμε και τη χειροκροτήσαμε σε παραστάσεις που είχαν συζητηθεί, που σύμφωνα με πολλούς άλλαξαν το θεατρικό τοπίο της πόλης. Κάποια όμως στιγμή ακόμη και τα πιο δυνατά αμόρε τελειώνουν. Η αλήθεια είναι ότι η Ναταλία Δραγούμη είχε κατέβει από το πλοίο πολύ πριν εκείνο ναυαγήσει. Όμως, το Αμόρε της οδού Πριγκιποννήσων, το θέατρο που είχε ιδρύσει ο Γιάννης Χουβαρδάς, υπήρξε ο χώρος όπου η ηθοποιός παρουσίασε τις πιο σημαντικές μέχρι σήμερα δουλειές της. Έκτοτε; Έπεσε (πολύ χαμηλά) στην αγκαλιά του «Δόκτορος Ρούλη» –κατά κόσμον Χάρη Ρώμα– πρωταγωνιστώντας στο ανεκδιήγητο σίριαλ που δεν πρόλαβε να ξεκινήσει και κόπηκε. Απομένει να δούμε αν η Ναταλία με το αγαλμάτινο σώμα θα ξανασηκωθεί. Για να αποδείξει ότι αν τα λάθη είναι για τους ανθρώπους (εκτός αν δεν θεωρείται λάθος επιλογή η συμμετοχή στην «πατάτα» του Ρώμα), στη σκηνή, κάτω από τα φώτα, όλα διορθώνονται, η τσαλακωμένη εικόνα ρετουσάρεται, η θεατρική μαγεία μπαλώνει τις ρωγμές. Ταλέντο να υπάρχει…

art

ΠΟΝΤΙΚΙ

ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΞΙΑ ΑΝΝΑ ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ

Ο νεαρός τραγουδοποιός είναι συμπαθής. Και εξαιρετικά μετρημένος, αφού στις συνεντεύξεις του επαναλαμβάνει συνεχώς: «Δεν είμαι τραγουδιστής. Προσπαθώ να τραγουδάω τα τραγούδια μου όσο καλύτερα μπορώ». Στη δισκογραφία όμως του μετρίου και στο θαμπό ραδιοφωνικό τοπίο των ασήμαντων σουξέ, ένας τραγουδιστής που δεν τραγουδάει καλά έγινε υπερήρωας. Δύο τραγούδια του Μύρωνα Στρατή βρίσκονται στο Top20 των ελληνικών ραδιοφώνων. Ποιος Νταλάρας; Ποια Πρωτοψάλτη και ποια Αρβανιτάκη; Ακόμα, αν περάσουμε σε τραγουδιστές που διαθέτουν φωνή αλλά ανήκουν στην «άλλη όχθη», ποιος Τερζής και ποιος Πλούταρχος; Όλοι αυτοί βρίσκονται εκτός των charts και ο Μύρωνας Στρατής εντός και μάλιστα «διπλός». Ο τραγουδοποιός δεν φταίει. Αυτός ένα cd κυκλοφόρησε και το δικαιούται 100%. Τα μίντια όμως τον ανήγαγαν με το πρώτο κιόλας σουξέ σε «νέο βασιλιά», τον βάφτισαν εμπορικά ισοδύναμο του Χατζηγιάννη και των Onirama. Τον αποθέωσαν για να τον «κάψουν». Το αποτέλεσμα είναι να φτάσουν να τον βάλουν οι μάνατζερ και οι παρατρεχάμενοι πρώτο όνομα σε μαγαζί της νύχτας. Αρχικά εμφανιζόταν Παρασκευές και Σάββατα. Μετά έκοψε τις Παρασκευές και κράτησε τα Σάββατα. Πριν καλά καλά συμπληρωθεί μήνας εμφανίσεων, έκοψε και τα Σάββατα. Με δύο σουξέ στο Top20, η ελληνική κοινωνία δεν πήγε να δει το «it boy» που κατασκεύασε η μιντιακή κοινωνία.

DESIGN ART DIRECTOR Κυριάκος Κουτσογιαννόπουλος

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ Μαρία Βασιλάκη

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ: Γιώργος Ι. Αλλαμανής Λεωνίδας Αντωνόπουλος Xαρά Αργυρίου

Δημήτρης Κανελλόπουλος Τατιάνα Καποδίστρια Γιώργος Ν. Κορωναίος Γιάννης Κουκουλάς

Μάκης Μηλάτος Ελίνα Μπέη Αγγελική Μπιλλίνη Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Χρυσούλα Παπαϊωάννου Δημήτρης Ρηγόπουλος Όλγα Σελλά Ναταλί Χατζηαντωνίου


4/28

Τ ΣΟΥΝΑΜ Ι

Ό

σοι ασχολούνται με τα καλλιτεχνικά (ή έστω τα καλλιτεχνικά όπως τα αντιλαμβάνονται οι ειδήσεις του Star Channel) πιθανότατα θα θυμούνται τον Φραγκίσκο Βιτάλη από την πρώιμη συναναστροφή του στα 90s με τον κόσμο των «διασήμων», ως δημοσιογράφο, αυλικό, μάνατζερ ή φίλο τους. Όσοι αρέσκονται σε ακόμη πιο αμφίβολου γούστου θεάματα ίσως φέρνουν στο μυαλό (ή θέλουν να ξεχάσουν) το σύντομο πέρασμά του από τον μύλο της trash

τικές από την ανεκδιήγητη παράσταση του Άμλετ που ανέβασε για ελάχιστες μόνο μέρες σε ένα θέατρο 85 θέσεων στο Λος Άντζελες, και την οποία διαφήμισε με γιγαντοαφίσες κόστους των 30 και πλέον χιλιάδων δολαρίων η κάθε μία. Το μέγεθος της αποτυχίας, η παράνοια και η μεγαλομανία (περιγράφονται με ξεκαρδιστικές λεπτομέρειες σε ένα μνημειώδες άρθρο του «LA Weekly») ήταν τέτοια που η (σχεδόν reality) τηλεοπτική σειρά «Unscripted» χρησιμοποίησε την παράσταση ως

ενός φεστιβάλ για νέους κινηματογραφιστές, που απαιτεί να γυρίσουν μια ταινία μέσα σε δυο μέρες και που ήδη λαμβάνει χώρα σε 80 πόλεις του πλανήτη. Το πώς παραμένει μυστήριο, αφού από την πρώτη κιόλας χρονιά οι πάντες γκρίνιαζαν για τεράστια προβλήματα και για το ακόμη πιο μεγάλο «εγώ» του επικεφαλής της διοργάνωσης. Πέρυσι οι «Νύχτες Πρεμιέρας» που ανέλαβαν να στηρίζουν το φεστιβάλ αποχώρησαν διακριτικά (αν και η αντίδραση του Βιτάλη δεν ήταν το ίδιο διακρι-

Φραντσέσκο Βιτάλι

Vanity fair Είναι ο υπεύθυνος στην Ελλάδα για το 24 Hours Film Project, ένα διεθνές φεστιβάλ που στα χέρια του βουλιάζει από τα προβλήματα και τις γκρίνιες. Δηλώνει φίλος των διασήμων και ερμηνευτής του Άμλετ. Στο Λος Άντζελες. Δεν λέει ψέματα. Απλώς, ακόμη και η αλήθεια έχει πολλές οπτικές γωνίες…

TV σαν Μαντάμ Εστέτ, μια drag περσόνα που δεν είχε ούτε χιούμορ ούτε επιτυχία. Καθώς όμως το πεδίο δόξης δεν υπήρξε λαμπρό και το μέγεθος του ταλέντου του δεν έμοιαζε να αναγνωρίζεται στην Αθήνα, ο Φραγκίσκος την εγκαταλείπει για τη Νέα Υόρκη, όπου, σύμφωνα με δικές του δηλώσεις, σπουδάζει ηθοποιία σε στούντιο όπως αυτά της Στέλα Άντλερ και του Λι Στράσμπεργκ και συμμετέχει σε πλείστες όσες θεατρικές παραστάσεις. Τουλάχιστον έτσι ισχυρίζεται το βιογραφικό του, η αλήθεια του οποίου μένει να αποδειχθεί, εν τούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν μαρτυρίες για τη θεατρική του καριέρα στην Αμερική. Αξίζει να αναζητήσετε κρι-

μέρος ενός επεισοδίου της, στο οποίο μια από τις ηθοποιούς του παίρνει έναν ρόλο στον Άμλετ του Βιτάλη. Έτσι εξηγούνται οι φωτογραφίες με τον παραγωγό της σειράς και σκηνοθέτη του επεισοδίου Τζορτζ Κλούνεϊ, που ο Francesco, όπως είναι πλέον το χολιγουντιανό όνομά του, χρησιμοποιεί ως σήμερα σαν απόδειξη ποιότητας. Από τότε, το μόνο άλλο κατόρθωμα που έχει να επιδείξει είναι φωτογραφίες του με την Ιβάνα Τραμπ –της οποίας δηλώνει «best friend»– και ατάκες όπως «με κατηγορούν ως σνομπ και επηρμένο κι έχουν δίκιο. Μα τι περιμένουν; Κατάγομαι από την Ελλάδα, τη χώρα όπου γεννήθηκε ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Σοφοκλής ή ο Σωκράτης». Και στην οποία δυστυχώς έμελλε να επιστρέψει αναλαμβάνοντας την ελληνική εκδοχή του 48 Hours Film Project,

τική), όπως άλλωστε και ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής Κωνσταντίνος Γιάνναρης. Φέτος μπορεί το θέμα του φεστιβάλ να είναι «πράσινο» αλλά οι εξελίξεις προβλέπονται μάλλον μαύρες, μια που ήδη ο Γιάννης Σμαραγδής αποχώρησε από την επιτροπή με τη δικαιολογία «ανειλημμένων υποχρεώσεων». Αυτό που παραμένει όμως είναι το ερώτημα του πώς κανείς πείθεται να συμμετάσχει σε μια εκδήλωση που βάλλεται από παντού και πώς ένας άνθρωπος τόσο επικεντρωμένος στην προώθηση του εαυτού του εκπροσωπεί στη χώρα μας (μάλλον δυσφημίζοντάς το) ένα φεστιβάλ που θα μπορούσε εν δυνάμει να είναι κάτι αληθινά σημαντικό.

αχινοί... Το Φεστιβάλ Αθηνών, το έχουμε γράψει χιλιάδες φορές, είναι η ευρωπαϊκή όαση μέσα σε ένα εθνοκεντρικό καμίνι. Το χρειαζόμαστε, γιατί συνεχίζει να μας κρατά στην παγκόσμια κοινότητα της τέχνης όπου δημιουργείται η σύγχρονη πρωτοπορία. Για να μπορέσει το Φεστιβάλ να λειτουργήσει περισσότερο απρόσκοπτα, περισσότερο αυτόνομα, έχει μερικές ανάγκες. Ουσιαστικότερη ανάμεσά τους, η ανάγκη της έδρας. Έχει συχνά επισημανθεί ότι ο χώρος Πειραιώς 260, εκτός από την καλλιτεχνική δραστηριότητα, μπορεί να φιλοξενήσει τη διοικητική δομή του Φεστιβάλ. Έτσι θα εξοικονομηθεί και το υπέρογκο ενοίκιο των σημερινών γραφείων του. Πώς λύνεται αυτό το πρόβλημα; Μόνο αν αγοραστεί ο χώρος και εκχωρηθεί στο Φεστιβάλ, υπόσχεση που εκκρεμεί 5 χρόνια. Μήπως ήρθε η ώρα να τελειώσει η εκκρεμότητα;

Η Εθνική Πινακοθήκη, αντιθέτως, έχει πολλές και καλές υποδομές, αλλά έχει πολλά χρόνια να κάνει μια πετυχημένη έκθεση – από την εποχή της μεγάλης έκθεσης που ήταν αφιερωμένη στον Γκρέκο. Κρίμα, διότι το ίδιο διάστημα που εδώ περνάνε οι περίοδοι χωρίς πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα εκθεσιακή δραστηριότητα, στα ανάλογα ιδρύματα των μεγαλουπόλεων της Ευρώπης γίνεται κοσμογονία. Σίγουρα κάτι πρέπει να αλλάξει. Διότι δεν αρκεί να έχουμε Εθνική Πινακοθήκη. Πρέπει και να το δείχνουμε. Λία Παραλία

Ω ΡΑ ΓΙΑ

ZAPPI N G

Εντάξει, βρε Βάσω,

Τ

ελικά δεν είναι να σε πετύχει επέτειος στο κέντρο της Αθήνας, ειδικά όταν δεν υπάρχει κάδος ανακύκλωσης για φιάλες, στουπιά και αλκοολούχα διαλύματα κατά της γρίπης. Εσύ να τα βλέπεις, Βάσω, που πήγες ντάουν τάουν ν’ αγοράσεις γόβες την ημέρα που έκανε υπερωρίες ο Χρυσοχοΐδης.

Μ

α πιο πολύ κι από τους μαγαζάτορες λυπήθηκα τα δελτία ειδήσεων και τις ειδικευμένες σε επεισόδια και πλάνα καταστροφής εκπομπές που ξέμειναν άνευ αντικειμένου. Στον ορυμαγδό των ημερών μέσα ξεχάστηκε εντελώς και η περηφανής νίκη του εγγονού της

Πηνελόπης Δέλτα, του Τρελαντώνη με τ’ όνομα, ο οποίος αποτραβήχτηκε διακριτικά για να αφήσει την κατεβασιά ολόκληρη στον γενναίο του Βορρά Πανίκα Ψωμιάδη.

Σ

το σαβουάρ βιβρ των ημερών να μην ξεχάσω να συμπεριλάβω και το τακτ με το οποίο συμπεριφέρθηκε ο επίσημος AΝΤ1 στον Νίκο Ευαγγελάτο και ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός σ’ αυτό το γατόνι των τηλεοπτικών πάνελ, τον Μάκη Βορίδη. Οπότε, ξέρεις κι εσύ τι πρέπει να κάνεις, Βάσω. Άσε τις φήμες να τρέχουν ότι και καλά αίρεις την εμπιστοσύνη σου στο πρόσωπό μου και μη μου ανησυχείς. Η ζωή θα δώσει τη λύση από μόνη της.

Ζ

ωή είπα και θυμήθηκα το γκανιάν σίριαλ του Mega «Η ζωή της άλλης», όπου εκτός από την Κάτια Δανδουλάκη στο ρόλο της τριανταπεντάχρονης γιαγιάς διαπρέπει και μια κακίστρω πιτσιρίκα με καστανή περούκα, της οποίας το όνομα επίτηδες κάνω πως ξεχνώ. Ε, δεν είμαστε εδώ, Βάσω μου, για να επιβραβεύουμε παλιοχαρακτήρες, ούτε βέβαια «ελληνικά» σίριαλ που παίζονται σαν να είναι μεταγλωττισμένα από τα βραζιλιάνικα.

Α

πό το πρόσφατο κύμα του τηλεοπτικού bad acting με περισσή χαρά εξαιρώ τη Μελίτα (κατά κόσμον Χρύσα Παπά), που με το παίξιμό της δίνει καλλιτεχνικό άλλοθι στα «Μυστικά της Εδέμ»

και δείχνει ότι ο σοβαρός ηθοποιός κάνει σοβαρά τη δουλειά του όπου και να τον φυτέψεις.

Τ

ο διάλειμμα τελείωσε, τα κεφάλια μέσα. Μέχρι να ξεκαθαρίσει ο τόπος και από το τελευταίο ίχνος τού «Αγρότης μόνος ψάχνει» και να επιβεβαιωθούν οι φήμες ότι ο μικρός Μικρούτσικος επιστρέφει στα παλιά του λημέρια κάνω μόκο, Βάσω μου, και σου συστήνω να κάνεις και συ το ίδιο.

Η ποντικίνα των καναλιών


Μ Π Α ; ΕΙΝΑΙ Κ ΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΛ ΙΤΙΣ Μ Ό Σ ; Του Γιώργου Ι. Αλλαμανή [gallamanis@gmail.com]

Τα παιδιά της Λιλιπούπολης δολοφόνησαν τη θεία Λένα Πάει, πέρασε η εποχή της αθωότητας. Παιδάκια, ο κόσμος είναι μάλλον κακός. Κι αυτό, ευτυχώς, δεν σας το κρύβει πλέον κανείς

Ε

μείς, του ’60 και του ’70 οι μπόμπιρες και οι τσούπρες, πρώτα περιμέναμε να «ζεσταθούν» και να ανάψουν οι τεράστιες λυχνίες στο ξύλινο ραδιόφωνο-έπιπλο στο μικροαστικό σαλόνι και μετά στρωνόμασταν στο χαλί για να ακούσουμε τη «θεία Λένα». «Κα-λημέρα σας παιδιά / τρα-λαλά / τρα-λαλά…». Ακολουθούσε η περιδιάβαση, χεράκι χεράκι, σε έναν κόσμο προστατευμένο και προστατευτικό, με γιρλάντες και αισθήματα αγάπης μόνον. Ο κακός ήταν καταδικασμένος να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Ο καλός ήταν το πρότυπό μας. Ο μεσολαβητής ήταν η φωνή της «θείας Λένας» - Αντιγόνης Μεταξά (1905-1971) και της κόρης της Λήδας Κροντηρά (1933-2005), αμφότερες ανθεκτικότατες, ανεξαρτήτως ιστορικών θεομηνιών, από το Μεσοπόλεμο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο, μέχρι τη χουντική ΥΕΝΕΔ και την καραμανλική ΕΡΤ. Όταν την παρηγοριά μας άρχισε να αναλαμβάνει η τηλεόραση, μαμά και κόρη απέκτησαν κάτι ραδιοφωνικά αδύνατο: πρόσωπο. Κι άρχισαν σιγά σιγά να καταρρέουν μέσα μας. Έχω την εντύπωση ότι αυτό έγινε γύρω στο 1973, στην ιστορική παράσταση του «Μορμόλη», που ανέβασε η Παιδική Σκηνή της Ξένιας Καλογεροπούλου. Τότε τα παιδιά αποκτήσαμε φωνή! Ο Μορμόλης, ένα ξύλινο παλιο-κουτί, φώναζε κατάμουτρα στους μεγάλους όσα θέλαμε να τους πούμε και εκείνοι δεν καταδέχονταν να ακούσουν. Είδα την παράσταση μάλλον στη σωστή ηλικία – πήγαινα στο Δημοτικό. Ποτέ δεν ξεχνάω ότι μία ψεύτικη τηλεόραση σε κάποια σκηνή έδειχνε πάντα «διακοπή», προάγγελος της καχυποψίας απέναντι στα τηλεοπτικά τσουνάμι που θα ακολουθούσαν. Πάει, πέρασε η εποχή της αθωότητας για τα παιδικά ακροάματα, θεάματα και αναγνώσματα. Ο κόσμος είναι μάλλον κακός. Κι αυτό, ευτυχώς, δεν το κρύβει πλέον κανείς από τα παιδιά. Όχι για να «σταλάξει δηλητήριο στις αθώες παιδικές ψυχούλες» και άλλα μελό, αλλά για να διδάξει και να παραδειγματίσει σε επαφή με την πραγματικότητα, χωρίς τις ροζ και γαλάζιες φασκιές. Κι αυτό έγινε έργο καλλιτεχνικό υψηλής ποιότητας, εκεί γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’70, με την πασίγνωστη «Λιλιπούπολη» του Τρίτου Προγράμματος. Ο Μάνος Χατζιδάκις μοίρασε καλάσνικοφ στα παιδιά της Λιλιπούπολης, τα οποία δολοφόνησαν τη θεία Λένα. Λυτρωτική μητροκτονία. Έκτοτε, η ανατροπή και το αναπάντεχο εισέβαλαν στο κόσμο της τέχνης για παιδιά, ξαναφέρνοντας κάτι από την παλιά ισότιμη αντίληψη των παραμυθάδων στα

χωριά, όσων αφηγούνταν ιστορίες μπροστά στο τζάκι το χειμώνα και στην αυλή το καλοκαίρι, χωρίς να χωρίζουν τους ακροατές σε μικρούς και μεγάλους – άκουγαν όλοι. Έκαναν γερή δουλειά και ντόπιοι μάστορες του λόγου, όπως ο Ευγένιος Τριβιζάς, μεταφραστές, εικονογράφοι, τυπογράφοι, εκδοτικοί οίκοι, σκηνοθέτες, σκηνογράφοι, ενδυματολόγοι, ηθοποιοί, μουσικοί, εκπαιδευτικοί, γονείς. Τα λέω όλα αυτά με δύο αφορμές από την επικαιρότητα. Η μία είναι ένας ολοκαίνουργιος δίσκος, η «Επιστροφή του τεμπέλη δράκου», του δικηγόρου και δεινού ερασιτέχνη τραγουδοποιού Γιώργου Χατζηπιερή. Η άλλη είναι το ανέβασμα του καλτ παραμυθιού «Ο γαργαληστής», του Δημήτρη Μπασλάμ, για λίγες παραστάσεις στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, από αύριο Παρασκευή, έως την προσεχή Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου. Ο αντίλογος στα σαχλά «Ζουζούνια», στα γιαλαντζί νεοπλουτίστικα «σπίτια της Μπάρμπι», στα ευτελή κινέζικα παιχνίδια περιπτέρου και στα γιαπωνέζικα τηλε-τερατάκια της πλάκας (γιατί υπάρχουν και καταπληκτικά γιαπωνέζικα παιδικά κόμικς, μην τα τσουβαλιάζουμε όλα όπως έκανε προϊστορικά το ΚΚΕ με τα «αμερικανικά υποπροϊόντα») υπάρχει. Και –έκπληξη– είναι made in Greece! Γιορτές έρχονται. Γονείς, δάσκαλοι, συγγενείς, νονοί και φίλοι μπορούν να κάνουν τη δύσκολη επιλογή. Για να αναποδογυρίσει η μιζέρια, η μοναξιά και η… «κακομαθημενιά» (συγγνώμη για το αδόκιμο του όρου), που συχνά μαστίζουν και εμάς και τα παιδιά μας, πρέπει πρώτα να βρεθεί ένας τρόπος να τη φωτίσουμε. Αυτός ο ενοχλητικός προβολέας είναι η τέχνη. Παράδειγμα ο «Τεμπέλης δράκος», ο προηγούμενος δίσκος του Χατζηπιερή, που ήταν εξίσου καλός. Όμως τούτος εδώ αξιώνεται να «πιάσει» ακόμη και ένα πρωτοφανές για «παιδικό τραγούδι» θέμα: τις ψυχο-φοβίες, ας τις πούμε έτσι, στο «Αόρατες σκιές», με την υποδειγματικά «φοβική» ερμηνεία του Δώρου Δημοσθένους. Και πολύ καλά κάνει. Κι άσε την εικόνα της θείας Λένας να τρεμοπαίζει στην ασπρόμαυρη οθόνη της Υπηρεσίας Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων. Τα τρία γουρουνάκια βγάζουν άραγε καλό μπέικον;


6/30

cove r story

«»

Η καθημερινή της ατζέντα θα ήταν αγχογόνος παράγοντας για πολλούς. Αρκεί και μόνον ο συνδυασμός της ιδιότητας της βουλευτού του ΠΑΣΟΚ με αυτήν της –όσο το δυνατόν– πιο παρούσας μητέρας μιας κόρης που πάει στην Α΄ Λυκείου. Αλλά δεν σταμάτησε σ’ αυτά η Πέμη Ζούνη. Διότι οι καλλιτεχνικές της ανησυχίες την έκαναν φέτος να σκηνοθετήσει την «Ερωτική αναρχία» του Άλμπερτ Γκέρνι και βέβαια την οδήγησαν, με συνοδοιπόρο ξανά την Ελένη Πέτα, στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο για την παράσταση «Cargo». Βουλευτής τα πρωινά, τραγουδίστρια και χορεύτρια τα βράδια (Κυριακής και Δευτέρας), σκηνοθέτρια περιοδικά. Μήπως το παρακάνει; Η ίδια επιμένει ότι έτσι ζούσε πάντα. Το βιογραφικό της το επιβεβαιώνει. Με σπουδές στη Φιλοσοφική Αθηνών και στο Τμήμα Lettres Modernes του Πανεπιστημίου της Ναντέρ, ασχολήθηκε παράλληλα με τη μουσική, με το θέατρο, με το χορό. Και δεν υπήρχε περίπτωση προτού ολοκληρώσει μια σπουδή να μην έχει βρει τον επόμενο στόχο. Αυτόν που την έφερε και στην πολιτική. «Από μικρή –εξηγεί– ήθελα να ταξιδεύω. Κι επειδή δεν είχα τα οικονομικά μέσα να το κάνω πραγματικά, το έκανα νοερά». Εξ ου και τα κατά καιρούς λιμάνια, του ΠΑΣΟΚ ή και του «Cargo».

Πέμη Ζούνη «Η κριτική δεν είναι προνόμιο μόνο των νέων ανθρώπων»

Συνέντευξη Στη Ναταλί Χατζηαντωνίου Φωτ. Τάσος Βρεττός Make-up: Αχιλλέας Χαρίτος

art

Τεντώνεται λίγο στην ανατομική πολυθρόνα του βουλευτικού της γραφείου. Αυτό κι ένα μεσημεριανό ποτήρι μπύρα είναι προφανώς από τις σπάνιες στιγμές χαλάρωσης της Πέμης Ζούνη.

«Ο πραγματικός ηθοποιός πληρώνεται για να μην καταδεχτεί το ψέμα και για να δώσει όσο περισσότερη βιωματική αλήθεια της στιγμής έχει. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι εγώ δεν μπορώ να πω ψέματα, υποτιμώντας τη νοημοσύνη του συνομιλητή μου. Μάλιστα αυτό με κάνει να εκτιμώ ακόμα κι έναν ελάσσονα πολιτικό όταν δεν το εφαρμόζει. Διότι η στάση του σωστού πολιτικού είναι αυτή του καλού ηθοποιού. Κανείς τους δεν καταδέχεται το ψέμα».

Το «Cargo» είναι μια παράσταση-ταξίδι σε γλώσσες, αισθήματα, χορό, διαφορετικά λιμάνια του κόσμου. ΄Η τι άλλο; Π.Ζ.: Μια «βόλτα» που προέκυψε χαλαρά και συμπτωματικά. Πώς έχεις καιρό να δεις ένα φίλο και κάθεσαι και τα λες μαζί του, χωρίς να σε υποχρεώνει τίποτα να μιλήσεις για το ένα ή το άλλο; Αισθανθήκαμε πολύ δημιουργικές. Κι εγώ αισθάνθηκα ελεύθερη να ξαναδοκιμάσω όσα κάνει ένας ηθοποιός, ο οποίος είναι έτοιμος για το μιούζικαλ κι όχι για να κάνει καριέρα στο τραγούδι.

μαζικό κι αυθεντικό. Κι είναι η τοιχογραφία των αποχρώσεων της σχέσης άνδρα-γυναίκας.

Διάβαζα πως φέτος αποφασίσατε με την Πέτα πως οι δύο ρόλοι σας είναι δύο όψεις της ίδιας γυναίκας... Π.Ζ.: Η ίδια γυναίκα σ’ έναν εσωτερικό μονόλογο αντίδρασης. Αυτό μας το φώτισε ο Δημήτρης Κουρούμπαλης που γράφει φέτος τα κείμενα. Με την Ελένη εκμεταλλευτήκαμε και τις διαφορές του χαρακτήρα μας, ως προς την εξωτερίκευση των πραγμάτων. Ενώ μέσα μας είμαστε ίδιες, εγώ λόγω δουλειάς είμαι πιο εξωστρεφής, ενώ εκείνη λίγο πιο «κρατημένη». Αν εγώ είμαι η γαλαρία, εκείνη είναι η επαναφορά στο θέμα.

Εσείς στον έρωτα έχετε ζήσει σχέσεις απόλυτου πάθους; Σχέσεις τάνγκο; Π.Ζ.: Πρόσφατα ανακάλυψα ότι δραματοποιώ τα πάντα. Μάλλον έχω τη διάθεση να γευτώ τα άκρα, άσχετα αν ο άλλος μου δίνει το περιθώριο ή όχι. Λίγο-πολύ νομίζω, όμως, ότι όλοι το ’χουμε αυτό.

Το τάνγκο είναι βασικό κομμάτι της παράστασής σας. Δεν είναι απρόβλεπτο για την Πέτα που έχει... TANGarto παρελθόν. Για εσάς; Π.Ζ.: Αυτή η αγάπη υπήρχε μέσα μου από πολύ παλιά. Από έφηβη έψαχνα το τάνγκο. Έγινε λατρεία κι εμμονή. Προφανώς κάτι ξεκλειδώνει μέσα μου. Κι όσο το μελετάω κι έρχομαι σε επαφή με φορείς της κουλτούρας του και μαθαίνω, πέρα από τα βήματα, τη «φόδρα» του πράγματος, τόσο πιστεύω ότι όλα είναι... τάνγκο. Δηλαδή; Το τάνγκο είναι... Π.Ζ.: Σαν την ελεύθερη βούληση που έχει ο έρωτας που μπορεί να κρατήσει τέσσερα λεπτά ή όσο διαρκεί ένα τραγούδι. Τάνγκο μπορεί να είναι οποιουδήποτε είδους διαμαρτυρία, αφού το τάνγκο γεννήθηκε και μένει στο λαό. Το τάνγκο είναι

Έχει όμως και την επιθετικότητα της επικράτησης. Π.Ζ.: Όταν η διαφορά γίνεται χορός, τότε γίνεται και έκφραση τέχνης και «αθωώνεται». Από την άλλη μεριά, όταν μπεις στη φιλοσοφία του βλέπεις ότι δεν είναι επικράτηση. Είναι δεδομένο ότι ο άνδρας οδηγεί τη γυναίκα, αλλά κι ότι εμπνέεται από αυτήν.

έπαιξαν την Μπλανς έμπαιναν σε νευρολογικές κλινικές: Ο ρόλος προϋποθέτει έντεκα ανακοπτόμενες νευρολογικές διαταραχές σε κάθε παράσταση κι αυτές σημαίνουν ένα επικίνδυνο παιχνίδι με το νευρικό σου σύστημα. Ένα βράδυ ένιωσα επί σκηνής να χάνω τον έλεγχο. Τότε κατάλαβα ότι έπρεπε να φύγω για λίγο. Ούτως ή άλλως, έχετε ασχοληθεί με πράγματα που το καθένα εκπροσωπεί μια ολόκληρη ζωή. Π.Ζ.: Κατά κάποιο τρόπο αλληλοσυμπληρώνονται. Η φιλοσοφία σού δίνει τον τρόπο της σκέψης και το εύρος του μυαλού για να αντιμετωπίσεις θεωρητικά το θέατρο, τους ανθρώπους και την ψυχολογία. Το θέατρο είναι επικοινωνία που σε οδηγεί να είσαι ανοιχτός, να ακούς και να αφουγκράζεσαι, άρα σε οδηγεί πιο ειλικρινά στην πολιτική. Αν είσαι καλός ηθοποιός δεν καταδέχεσαι το δήθεν. Αυτό δεν πρέπει να κάνει κι ο πολιτικός; Όλα αυτά ήταν κι ένα ξόρκι στο θάνατο; Π.Ζ.: Μα η μοναδική μου αγωνία αυτή είναι. Προσπαθώ να ξορκίσω το αναπόφευκτο. Πώς να συμφιλιωθείς μ’ αυτό; Δεν μπορείς. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι οι προσπάθειές μου να ξορκίσω το θάνατο μέσα από όλα αυτά ήταν μάταιες. Αισθάνθηκα όμως να τον ξορκίζω όταν γέννησα την κόρη μου. Και τότε βέβαια δεν σταμάτησα τη δραστηριότητά μου, αλλά σαφώς την επαναπροσδιόρισα. Αισθανθήκατε παρ’ όλα αυτά διασπασμένη σε περιόδους στις οποίες, λόγου χάρη, είχατε μια υπερπλήρη ατζέντα; Π.Ζ.: Έχω ένα ζωώδες ένστικτο που με βοηθά να εστιάζω κάθε στιγμή σε ό,τι κάνω: Αν εκεί που είμαι σκεφτώ τι άλλο έχω να κάνω μέσα στη μέρα, θα τρελαθώ. Δεν το κάνω, κι αυτό με βοηθά να επιζώ.

Και συνεχίζετε... Π.Ζ.: Μετά από 27 χρόνια στο θέατρο αισθάνθηκα να λαχταράω να γίνω πάλι μαθήτρια. Άρχισα πάλι να διαβάζω, μπαίνοντας στο χώρο των κοινωνικών δομών. Καλή ή κακή, αυτή είναι η φύση μου.

Πολιτική, φιλοσοφία, θέατρο, χορός. Δεν είπατε όμως όχι και στο τηλεοπτικό σίριαλ του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Π.Ζ.: Την τηλεόραση την κοιτούσα πάντα με αγάπη και μίσος. Αλλά δεν το έπαιξα ποτέ εκτός συστήματος, ούτε είπα ότι θα δίνω παραστάσεις μόνο στα βουνά – αυτό το σέβομαι, αλλά δεν μπορώ να το κάνω. Θέλω να είμαι μέσα στον κόσμο. Μέσα στους κώδικες της τηλεόρασης λοιπόν, οι όροι παραγωγής του Παπακαλιάτη με κάλυπταν απόλυτα. Ήταν ένα κάστινγκ αμιγώς ανθρώπων του θεάτρου, μια παραγωγή που επέτρεπε μεταξύ γυρισμάτων να μεσολαβούν 10-15 μέρες και μ’ έναν άνθρωπο που δεν είναι δήθεν. Για τον Παπακαλιάτη ξέρεις ότι αγαπάει να εμπνέεται από τις ταινίες που αγαπήσαμε κι εμείς στο σινεμά. Ξέρετε, δεν είναι πάντα η τηλεόραση κακή και το σινεμά καλό. Όπως δεν είναι απαραιτήτως καλό οτιδήποτε κάνει κάποιος εγγεγραμμένος στα μητρώα μας ως κουλτουριάρης.

Γιατί θελήσατε αυτό το είδος «αγρανάπαυσης» από το θέατρο; Π.Ζ.: Γιατί μετά την «Μπλανς Ντιμπουά» ένιωσα το νευρικό μου σύστημα σε άσχημη κατάσταση και για πρώτη φορά τρόμαξα. Κατάλαβα γιατί όσες

Στο προεκλογικό σας φυλλάδιο γράφατε: «Ξέρω πού τελειώνει το θέατρο και πού αρχίζει η πολιτική». Κι όμως, όλο και περισσότεροι συμπολίτες μας θεωρούν πια ότι θέατρο και πολιτική ταυτίζονται.

Έχετε ένα αξιοθαύμαστο βιογραφικό. Σκεφτόμουν, όμως, ότι μόλις ολοκληρώνατε κάτι φεύγατε αμέσως για το επόμενο. Π.χ. ξεκινήσατε σπουδάζοντας φιλοσοφία και μπήκατε στον κόσμο των γραμμάτων, αλλά δεν μείνατε εκεί. Π.Ζ.: Κι όμως, φλέρταρα για λίγο με την ιδέα της ακαδημαϊκής καριέρας. Μου άρεσε να νιώθω το μυαλό μου τόσο ζωντανό. Όμως, αν με ρωτήσετε «αν έπρεπε να διαλέξεις ένα πράγμα στη ζωή σου, ποιο είναι αυτό;», θα απαντήσω πως ήθελα πάντα να ταξιδεύω. Κι αυτό έκανα, ταξίδευα σε διαφορετικά πράγματα.

Π.Ζ.: Είναι λογικό, γιατί πολλοί θεατές αντιμετωπίζουν το θέατρο ως απόδειξη ότι υποδύεσαι καλά ένα ψέμα. Κι όμως ο πραγματικός ηθοποιός πληρώνεται για να μην καταδεχτεί το ψέμα και για να δώσει όσο περισσότερη βιωματική αλήθεια της στιγμής έχει. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι εγώ δεν μπορώ να πω ψέματα, υποτιμώντας τη νοημοσύνη του συνομιλητή μου. Μάλιστα αυτό με κάνει να εκτιμώ ακόμα κι έναν ελάσσονα πολιτικό όταν δεν το εφαρμόζει. Διότι η στάση του σωστού πολιτικού είναι αυτή του καλού ηθοποιού. Κανείς τους δεν καταδέχεται το ψέμα. Κι όμως, τα τελευταία χρόνια η πολιτική απαξιώθηκε, κυρίως από τους νέους. Π.Ζ.: Πάρα πολύ. Κι όχι τυχαία. Έχετε μια έφηβη κόρη. Ανήκει λοιπόν στη γενιά που κατεξοχήν δεν αναζητά λύσεις στην πολιτική. Π.Ζ.: Να σας πω ποια είναι η στάση της; Όταν έμαθε ότι θα μπω στην περιπέτεια της πολιτικής, φοβήθηκε. «Μη γίνεις σαν τους πολιτικούς που βλέπουμε στην τηλεόραση» μου είπε. «Μην ανησυχείς. Είμαι αρκετά μεγάλη για να αλλάξω» της απάντησα. Η ματιά της με αναγκάζει να μην κάνω το λάθος να πω, για οποιοδήποτε λόγο, ψέματα μπροστά της. Ίσως αν όλοι οι πολιτικοί λαμβάναμε υπόψη μας τη ματιά των παιδιών μας, να καταδεχόμασταν λιγότερα ψέματα. Άλλωστε είναι σωστό αυτό που λέγεται, ότι μια φορά ανά 50ετία εμφανίζεται μια μεγάλη μορφή εμπνευσμένου πολιτικού που σου ξαναθυμίζει την ωραία πλευρά της πολιτικής. Τέτοιος είναι ο Γιώργος Παπανδρέου; Π.Ζ.: Αν δεν πίστευα ότι είναι στην κατηγορία του ανθρώπου που εννοεί αυτά που λέει, δεν θα έμπαινα σ’ αυτό το παιχνίδι. Δεν το λέω για να γλείψω. Θεωρώ ότι ο Παπανδρέου και αρκετοί από όσους επέλεξε είναι άνθρωποι που δεν θα με κάνουν να ντραπώ. Είστε απολύτως σίγουρη; Π.Ζ.: Ναι. Θα τα ξαναπούμε όμως σε ένα χρόνο και θα ξανακάνω την κριτική μου. Δεν είμαι ο άνθρωπος που θα λέει πάντα «το ΠΑΣΟΚ είναι υπέροχο». Ούτε λέω αυτό. Είναι όμως οι άνθρωποι που κάνουν τις ιδεολογίες πράξη. Αναφέρθηκα προηγουμένως στην κόρη σας γιατί ανήκει σε μια γενιά που προσπαθεί να λύσει τα τεράστια προβλήματά της χωρίς να αναζητεί κομματική στέγη. Π.Ζ.: Ευτυχώς παρατηρώ ότι είναι συγχρόνως και μια γενιά κοινωνικά ανήσυχη. Ψάχνεται, συμμετέχει σε διεθνή συμβούλια νέων. Αυτό μου αρέσει. Γιατί, παρότι οι νέοι απαξιώνουν κάποιους, θέλουν κατά βάθος να λύσουν προβλήματα. Μα όλοι δεν ευελπιστούμε ότι θα πιστέψουμε και θα πούμε ότι «δεν είναι όλα για τα μπάζα»; Η κριτική δεν είναι προνόμιο μόνο των πολύ νέων ανθρώπων. Είναι μάλιστα κάτι που εξακολουθεί να ζητείται από τον Γιώργο Παπανδρέου. Είναι μεγάλη χαρά να βλέπεις ότι αυτός που έχει την ευθύνη επιλογών οι οποίες


ΠΟΝΤΙΚΙart 10-16.12.09

31/7

θα επηρεάσουν την τύχη της Ελλάδας έχει ανάγκη ν’ ακούει. Οι καλλιτέχνες στην πολιτική θεωρούνται το διακοσμητικό στοιχείο ενός ψηφοδελτίου. Έχουμε δει πολλές υπερβολές... Π.Ζ.: Κάθε κόμμα, ανάλογα με την αισθητική και τη νοοτροπία του, κινείται σε διαφορετικό επίπεδο καλλιτεχνών. Αν θεωρήσουμε, παρ’ όλα αυτά, ότι κάθε κόμμα ψάχνει να ακουμπήσει σε ανθρώπους που είναι γνωστοί και σοβαροί, το πρόβλημα είναι ότι ειδικά οι άνθρωποι της τέχνης αποφεύγουν να χρωματίζονται πολιτικά. Ο καλλιτέχνης θέλει να διατηρεί την ελευθερία της κριτικής του προς πάσα κατεύθυνση και καλά κάνει. Εσείς; Π.Ζ.: Εγώ εάν έχω ένα κίνητρο για να ξεπεράσω αυτή την ανάγκη ελευθερίας είναι γιατί συμφωνώ ιδεολογικά με αυτόν το χώρο, αλλά και γιατί σκέφτομαι πως αν μείνουμε όλοι απ’ έξω διεκδικώντας αυτή την ελευθερία δεν θα προσφέρουμε τίποτα. Κάποια στιγμή έρχεται η ηλικία της ευθύνης. Κι εγώ θέλω λοιπόν να προσφέρω σ’ έναν τομέα που νομίζω ότι ξέρω καλά. Αισθανθήκατε ότι συνυποψήφιοί σας ή και συνάδελφοί σας βουλευτές σας αντιμετώπισαν με καχυποψία ή ανταγωνισμό του τύπου «αυτή είναι η γνωστή ηθοποιός που ήρθε για να μας ανταγωνιστεί αθέμιτα»; Π.Ζ.: Το έχω αισθανθεί πολύ έντονα. Δεν βιάζομαι όμως να απαντήσω. Πάντα διατηρούσα την προσοχή μου στο τι θα κάνω κι άφηνα το χρόνο να δείξει. Μ’ ενδιαφέρει τι λέει ο άλλος, αλλά μέχρις ενός σημείου. Κι έτσι πορεύομαι, ξέροντας ότι κάποια στιγμή θα δώσω το πραγματικό μου στίγμα. Ισχύει κάτι ανάλογο στον καλλιτεχνικό χώρο; Αποδόθηκε ό,τι κάνατε στις «συγγενικές» σας σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ; Π.Ζ.: Κι αυτό το ’χω ακούσει, ενώ ποτέ δεν βοηθήθηκα από το Δημόσιο. Ήθελα να είμαι στα πόδια μου, ανεξάρτητη. Κι είναι γνωστό ότι η όποια καριέρα μου ήταν στον ελεύθερο χώρο και σε σκληρές συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά το άκουσα κι αυτό. Όταν π.χ. νοίκιασα με τις οικονομίες μιας ζωής το Θέατρο Άνεσις, κάποιοι είπαν ότι βοηθήθηκα από το ΠΑΣΟΚ. Τώρα πια ξέρω ότι έτσι λειτουργούν μερικοί. Γιατί παλιά νόμιζα ότι όλοι με αγαπούν επειδή είμαι καλός άνθρωπος. Όταν είχε πρωτοσυζητηθεί το θέμα της υποψηφιότητάς σας, είχατε σχολιάσει: «Η παράταξη μου πρότεινε να κατέβω ως βουλευτής. Τέθηκε το θέμα του ασυμβίβαστου κι όσο κι αν είμαι πολιτικά ανήσυχη, δεν μπορώ να πω ότι είμαι έτοιμη να εγκαταλείψω το θέατρο». Τι είναι αυτό που σας άλλαξε γνώμη; Π.Ζ.: Δεν άλλαξα γνώμη. Καταργήθηκε το ασυμβίβαστο. Άρα, τώρα εάν θέλω μπορώ να παίξω στο θέατρο. Και τουλάχιστον είμαι ελεύθερη να αποφασίσω αν θέλω να το κάνω. Είστε μια ωραία γυναίκα. Έχετε πολλή σχέση όμως και με τη δημόσια έκθεση. Ο χρόνος σας απασχολεί; Π.Ζ.: Πάρα πολύ. Αλλά πέρα από το να προσπαθώ να τον καλοπιάσω, με ό,τι εσωτερικό διαθέτω για να μου φερθεί καλά, ούτε σ’ αυτή την περίπτωση μπορώ να καταδεχτώ το δήθεν. Δεν μπορώ να μπω στην περιπέτεια των πλαστικών επεμβάσεων. Θέλω κι εύχομαι να γερνάω αξιοπρεπώς. Βέβαια, δεν νομίζω ότι θα ’χω την τύχη να γεράσω σαν την Κάθριν Χέπμπορν, η οποία παρέμεινε ως τα ογδόντα της κουκλάρα. Τουλάχιστον προσπαθώ να είμαι γενναία.


8/32

ΤΑ Γ ΕΓΟΝΟΤΑ

>>

Γύρω γύρω πόλη... Της Άννας Βλαβιανού

10 Δεκεμβρίου. Το απόλυτο κιτς παραφυλάει από παντού. Ένας Αη Βασίλης made in China ανεβαίνει μια φωτεινή σκάλα στο διπλανό σπίτι. Μια γιρλάντα φωτάκια πολύχρωμα έχει σκαρφαλώσει στο λουλούδι του μπαλκονιού. Μια κίτρινη καμπάνα ισορροπεί σ’ ένα καρφί στον τοίχο, δίπλα στο κουδούνι. Οι γειτονιές της Αθήνας στολίστηκαν ήδη. Άτσαλα. Κακόγουστα. Υπερβολικά. Γιατί μας αρέσει να δίνουμε στις λαμπερές γιορτές πανηγυριώτικο χαρακτήρα; Και πού είναι η οικολογική μας συνείδηση; Αντί να καταναλώσουμε λιγότερη ενέργεια ανάψαμε όλα τα… λάθος φώτα! Φωτίσαμε μπαλκόνια, ταράτσες, πόρτες, παράθυρα, γκαράζ, αυλές... Κι ενώ βρέχει, κι αυτά είναι κινέζικα, άρα προβληματικά, δεν σβήνουν. Δεν καίγονται. Επιμένουν. Τελικά, μόνο τα λαμπάκια είναι ανθεκτικά στη φτήνια! Τι μας φταίει ο γείτονας να βλέπει την κακογουστιά μας; Μα γιορτάζουμε, κυρία μου! Έτσι γιορτάζετε, μέσα σε αισθητική αναρχία; Τα Χριστούγεννα υπερπαραγωγές στα φώτα, το Πάσχα υπερπαραγωγές στα σκυλάδικα. Ποιος έχασε το μίνιμαλ για να το βρούμε εμείς; Και ως πολίτες και ως Δήμοι, χάλια. Πόσα χρόνια οι καμπανούλες και τα κεριά με την κόκκινη φλόγα στις κολώνες της ΔΕΗ! Πόσα χρόνια οι φουσκωτοί Αη Βασίληδες στις πόρτες των καταστημάτων! Η Αθήνα μέσα στα σκουπίδια κι από πάνω οι γιρλάντες! Πόσο σουρεαλισμό ν’ αντέξουμε, οι κάτοικοι! Όσο πλησιάζουμε τις γιορτές, τόσο γεμίζουν και τα μαγαζιά με θαμώνες. Άντε, γιατί κλαίει κόσμος με την κρίση... Ρώταγα τραγουδιστή της νύχτας να μου πει την ανθρωπογεωγραφία του κοινού και καταλήξαμε στο ίδιο γνωστό συμπέρασμα: το πιο καραγκιόζικο κοινό είναι του Σαββάτου. Άν-

θρωποι που κινούνται με θόρυβο. Που ντύνονται λίγο απ’ όλα. Που δεν σέβονται αυτούς που πληρώνουν για να τους ακούσουν να τραγουδούν. Που πίνουν πολύ και σβήνουν τα τσιγάρα στο πάτωμα. Που εκτονώνουν άγαρμπα την καταπίεση μιας ολόκληρης εβδομάδας. Και ποιο είναι το αξιοπρεπές κοινό; Της Κυριακής και της Παρασκευής. Χωρίς τάσεις επιδειξιμανίας και με σεβασμό στην... πλάτη του άλλου. Να δείτε την παράσταση του «Αμπιγιέρ», στο Θέατρο Κάππα, που σκηνοθέτησε ο Νίκος Μαστοράκης. Ο Χρήστος Στέργιογλου ψιθυρίζει, κλαίει, υποτάσσεται, θαυμάζει, νευριάζει, απογοητεύεται, προστατεύει, παραμυθιάζεται και παραμυθιάζει, με το δόσιμο και την αλήθεια του ηθοποιού που σε κάνει να ξεχνάς πως υποδύεται ένα ρόλο. Η κίνηση, ο λόγος, οι παύσεις του, οι εκφράσεις, όλα φυσικά. Ολόκληρη η παράσταση είναι εξαιρετική. Φωτισμοί και ήχοι εντείνουν την ατμόσφαιρα παρασκηνίων θεάτρου. Νιώθεις πως πρέπει να πατήσεις στα δάκτυλα για να μην ενοχλήσεις. Την ατμόσφαιρα που θα έπρεπε και δεν συναντάς στους «Επισκέπτες» της Κάτιας Δανδουλάκη τη βρίσκεις στον «Αμπιγιέρ». Καθόλου εύκολο σκηνοθετικό επίτευγμα. Και μια που μπήκε στην κουβέντα μας το θέμα της ατμόσφαιρας, να σας πω και για μια άφιξη που θα χαροποιήσει πολλούς. Τυλιγμένη στην ατμόσφαιρα Καμπαρέ θα έρθει στα μέρη μας, για πρώτη φορά, η Patricia Kaas. Μια παράσταση που μεταφέρει στη σκηνή όλη τη μαγεία της εποχής του Μεσοπολέμου και την αισθητική της μουσικής του Κουρτ Βάιλ. Στις 6 Φεβρουαρίου, για όσους ενδιαφέρονται. Μέχρι τότε υπάρχει η Άννα Βίσση που νομίζει πως κάνει σόου…

Gogol Bordello

>Ο βαλκανικός ήχος της… Νέας Υόρκης Θέλω να είμαι απολύτως ειλικρινής μαζί σας. Οι Gogol Bordello δεν μου αρέσουν και πολύ, δηλαδή διόλου. Τους είδα πέρυσι που είχαν έρθει ξανά για συναυλία στην Ελλάδα και σχεδόν βαρέθηκα, ίσως και να εκνευρίστηκα κιόλας. Ωστόσο, πρέπει να είμαι ο μοναδικός στην Ελλάδα με την άποψη αυτή, αν κρίνω από τις αντιδράσεις του κοινού που ήταν υπέρ το δέον ενθουσιώδες. Είναι αυτό το βαλκανικό μίγμα της μουσικής του πολυφυλετικού σχήματος από τη Νέα Υόρκη που ηχεί γοητευτικό στα αυτιά των, ντόπιων και μη, ακροατών. Είναι κεφάτο, έχει πλούσιες ενορχηστρώσεις, είναι και η σκηνική παρουσία τους που ξεσηκώνει τα πλήθη. Τι άλλο χρειάζεται για να είναι πετυχημένη δηλαδή μία συναυλία; Λέτε να έχω πάρει εντελώς λάθος ρότα στο θέμα των Gogol; Μπορεί και ναι, κρίνοντας από όλα αυτά που ισχυρίζονται μεγάλα ονόματα της μουσικής σκηνής, όπως ο Μανού Τσάο και η Μαντόνα. Αυτή μάλιστα τους κάλεσε και σε περιοδεία. Οι Gogol Bordello έλκουν την καταγωγή τους από την Ανατολική Ευρώπη και ανακατεύουν στοιχεία της τσιγγάνικης μουσικής με το πανκ. Ακορντεόν και βιολί, χιούμορ και τρελά κοστούμια. Σήμα κατατεθέν του γκρουπ ο τρελαμένος frontman τους, ο Eugene. «Στόχος μας είναι να προκαλέσουμε το κοινό και να το οδηγήσουμε σε νέες πηγές αυθεντικής ενέργειας» εξηγούν. Λέτε; Σκέφτομαι να ξαναπάω να τους δω live. Άνθρωποι είμαστε, βρε αδελφέ, μπορεί να κάνουμε και κανένα λάθος... Εμφανίζονται σε Θεσσαλονίκη (16/12, Principal) και Αθήνα (17/12, Fuzz Club). | Δημήτρης Κανελλόπουλος

>Ληστής γέλιου στο Μέγαρο Ένα τέτοιο αστυνομικό δελτίο θα θέλαμε να ακούμε κάθε μέρα: ένας παράξενος ληστής έκανε την εμφάνισή του στο κέντρο της Αθήνας. Δεν κλέβει χρήματα ή τιμαλφή, αλλά αυτό που θεωρεί το πιο σπουδαίο πράγμα σε όλο τον κόσμο: το παιδικό γέλιο. Και δεν το κλέβει με κακό σκοπό, αλλά μόνο για να το δώσει σε παιδιά που δεν έχουν καθόλου. Ο «Γαργαληστής» είναι ένας σύγχρονος Ρομπέν των Δασών, που γέννησε η φαντασία του μουσικού και παραμυθά Δημήτρη «Γαργαληστής» Μπασλάμ. Μια πολυπρόσωπη μουσικοθεατρική παράσταση που παρουσιάζεται στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη»), στις 11, 12, 13, 14, 15 και 16 Δεκεμβρίου για δέκα παραστάσεις. Η σκηνοθεσία και η αφήγηση είναι του Αντώνη Καφετζόπουλου. Στο πλευρό του «Γαργαληστή» εμφανίζεται και μια παρέα τραγουδιστών: ο Αργύρης Μπακιρτζής, ο Δημήτρης Μπασλάμ που υπογράφει επίσης τους στίχους και την ενορχήστρωση και ο Φώτης Σιώτας, αλλά και μουσικών που τους συνοδεύουν. Η χορογραφία είναι των Δημήτρη Σωτηρίου, Camilo Bentancor Gallardo και Μανώλη Καρυωτάκη. Το παραμύθι παρουσιάζεται εν μέρει εικονοποιημένο, από κινούμενα σχέδια της ομάδας Chickenworks. | Ελίνα Μπέη


>>

ΠΟΝΤΙΚΙart 10-16.12.09

33/9

>Ροκ στιγμιότυπα Μέσα σε δύο μόνο βραδιές, αύριο και μεθαύριο, μπορεί κάποιος να διατρέξει την ιστορία του ροκ. Όχι ολόκληρη βέβαια, αλλά παίρνοντας δύο αντιπροσωπευτικά δείγματα για το ροκ του τότε και το ροκ του σήμερα. Εκπρόσωποι του παρελθόντος οι Blue Οyster Cult, το θρυλικό χαρντ ροκ συγκρότημα από τη Νέα Υόρκη που ιδρύθηκε το 1967, δηλαδή 42 χρόνια πριν. Και εκπρόσωποι του σύγχρονου ήχου, οι Mando Diao, η μπάντα που ακούγεται παντού και κατά κόρον με το κομμάτι της «Dance With Somebody». Εμφανίζονται και οι δύο στο Gagarin και το Principal, οι Mando Diao την Παρασκευή και το Σάββατο αντίστοιχα, οι Blue Οyster Cult μία μέρα αργότερα, το Σάββατο και την Κυριακή. Για τους βετεράνους Blue Οyster Cult δεν χρειάζεται να πούμε και πολλά. Θα αρκούσε αυτό που έγραψε το «Rolling Stone», ότι δηλαδή αποτελούν «απαραίτητη live εμπειρία». Τους έχουμε δει κι άλλες φορές στα μέρη μας και ξέρουμε πως αυτό είναι αλήθεια. Με κομμάτια όπως το «(Don’t Fear) The Reaper», το «Godzilla» και το «Burning For You». Φυσικά μην περιμένετε να δείτε όλα τα μέλη της αρχικής σύνθεσης του γκρουπ στη σκηνή. Όμως, οι χαρακτηριστικές περσόνες των Έρικ Μπλουμ και Μπακ Ντάρμα θα δεσπόζουν. Οι Mando Diao κατάγονται από τη Σουηδία και φέτος βρίσκονται στο peak της καριέρας τους, με το άλμπουμ «Give Me Fire» που γρήγορα έγινε χρυσό σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Ξεκίνησαν το 2002 και έως τώρα έχουν βγάλει τέσσερα συνολικά άλμπουμ, ενώ έχουν κερδίσει και κάποια βραβεία, κάτι «Rock Act Of The Year» και άλλα παρόμοια. Ένα είναι το ζητούμενο όμως με το συγκρότημα και σκέφτομαι πως είναι κάτι που θα απασχολεί τα μάλα τους διοργανωτές. Το «Dance With Somebody», τη μεγάλη τους επιτυχία εννοώ, την έχουν ακούσει όλοι. Θα την ξέρετε κι εσείς σίγουρα μια και παίζεται σε όλα τα ραδιόφωνα. Αν σας την έβαζα τώρα στο cd player είμαι σίγουρος πως θα αναφωνούσατε «ααα, αυτό είναι». Το θέμα όμως είναι ποιοι συνδέουν το τραγούδι με το συγκρότημα. Και, κατόπιν, ποιοι συνδέουν το συγκρότημα με το live... | Δημήτρης Κανελλόπουλος

Mando Diao

>Δυο φωνές κι ένα πιάνο Για δύο παραστάσεις (14 και 15 Δεκεμβρίου) έρχονται η Στέλλα Φυρογένη και ο Γιώργος Χριστοδουλίδης της Πειραματικής Σκηνής του ΘΟΚ στη Μουσική Θεατρική Σκηνή «Αθηναΐς», προσκεκλημένοι του Σταμάτη Κραουνάκη για να παρουσιάσουν ένα «μιούζικαλ τσέπης», όπως οι ίδιοι το ονομάζουν, το «Ινκόγκνιτο». Οι δυο περφόρμερ με τη συνοδεία ενός πιάνου περιπλανιούνται στη σκηνή εξομολογούμενοι μικρές ιστορίες, για ένα κλεμμένο παιδί, μια απατημένη σύζυγο, ένα θεό χωρίς όνομα, μια σταρ του σινεμά. Όσοι επιλέξετε να τους ακολουθήσετε στον Κεραμεικό θα δείτε μία πολύ προσωπική παράσταση, η οποία, σύμφωνα με τον Γιώργο Χριστοδουλίδη, προορίζεται για ένα πιάνο και δυο γυμνές φωνές: «Είναι ένα ταξίδι ινκόγκνιτο μέσα από λόγια, μελωδίες, κείμενα, τραγούδια σπουδαίων συνθετών, θεατρικά και μη, με βάση τα κοινά μουσικά μας βιώματα, τις δικές μας συγκινησιακές στιγμές». Ενώ για τη Στέλλα Φυρογένη, αυτό το ανέβασμα ήταν μια ευκαιρία «να δείξουμε τον εαυτό μας γυμνό πάνω στη σκηνή, μέσα στη μοναξιά, και την ξεγνοιασιά της». «Ινκόγκνιτο»

>Τα Χριστούγεννα του Τζέρεμι Άιρονς Λαμπρή γιορτή τα Χριστούγεννα αναμφιβόλως, αλλά η έλευση του Τζέρεμι Άιρονς σίγουρα θα προσθέσει κάτι σε αυτό. Ο διάσημος ηθοποιός έρχεται στην Αθήνα για να παρουσιάσει τη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Καρόλου Ντίκενς, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Φίλων της Μουσικής, Τρίτη 15 και Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου, ώρα 20.30). Είναι η πρώτη φορά που ο σπουδαίος ηθοποιός εμφανίζεται στη χώρα μας, για μια πρόκληση που θα τον φέρει αντιμέτωπο με ένα πολυαγαπημένο αλλά δύσκολο βιβλίο. Μόνος του επί σκηνής, με τη συνοδεία μόνο κάποιων σολιστών της μουσικής, θα μεταφέρει στο κοινό το γοητευτικό παραμύθι και σύμβολο των Χριστουγέννων. Μέσα από τον θρυλικό τσιγκούνη Σκρουτζ, ο Άιρονς καλείται να ξεδιπλώσει όλη την ερμηνευτική του δεινότητα, για να μας ταξιδέψει στο εφιαλτικό μέλλον ενός μισάνθρωπου, που στο τέλος βέβαια βρίσκει τον δρόμο του και λυτρώνεται. Καλείται όμως να αποκαλύψει και την έφεσή του στη μουσική –νεαρός έπαιζε ντραμς και φυσαρμόνικα και τραγουδούσε Ντίλαν στα πεζοδρόμια του Λονδίνου– καθώς αναμιγνύεται ενεργά στην επιλογή των μουσικών κομματιών που θα πλαισιώσουν την αφήγηση. Τη μουσική επιμέλεια θα έχει ο Αλέξανδρος Μυράτ και την εκτέλεση μουσικοί της Καμεράτας - Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής, μαζί με εκείνους του δραστήριου συγκροτήματος χάλκινων πνευστών Μelos Βrass. Ο Άιρονς εξάλλου υπήρξε μεγάλος θαυμαστής του ανάλογου εγχειρήματος που είχε κάνει ο δάσκαλός του στην υποκριτική Λόρενς Ολίβιε, αλλά και του Όρσον Γουέλς, ο οποίος είχε αφηγηθεί την ιστορία και ραδιοφωνικά. Η παράσταση θα ανέβει με ταυτόχρονη μετάφραση μέσω υπέρτιτλων. | Ελίνα Μπέη

| Αγγελική Μπιλλίνη


10/34

ΤΑ Γ ΕΓΟΝΟΤΑ

>>

Δανιήλ Σίμκιν

> Αlice Russell: Ξανθή, αγαπημένη... με μαγκιά Η καλύτερη διαφήμιση γίνεται από στόμα σε στόμα και στον τομέα αυτόν η Άλις Ράσελ τα έχει καταφέρει περίφημα. Οι δύο προηγούμενες εμφανίσεις της στο Gazarte το 2008 και το τελευταίο της άλμπουμ «Pot Of Gold», μαζί με τα καθιερωμένα remix που ακολούθησαν, μας έπεισαν ότι η περίπτωση της αγγλίδας τραγουδίστριας με το ατίθασο σόουλ ταμπεραμέντο και τα ηλεκτροφόρα φωνητικά ξεσπάσματα αξίζει κάθε λεπτό της προσοχής μας. Μαζί με το έμπειρο σε καταστάσεις πάρτι 8μελές συγκρότημά της επιστρέφει στον ίδιο χώρο την Παρασκευή και το Σάββατο 11 και 12 Δεκεμβρίου, με την ίδια συνταγή: σόουλ, φανκ, τζαζ, ρέγκε, γκόσπελ, μπλουζ, φολκ, χιπ-χοπ, downbeat, dub, breakbeat, trip hop, drum n’ bass… Και πάλι λίγα είναι για να περιγράψουν το μίγμα του ήχου που έφτιαξε με vintage αγάπη η λεγόμενη σκηνή του Μπράιτον και η ανεξάρτητη εταιρεία Tru Thoughts. Ό,τι κάνει όμως τον δημοσιογράφο να πονοκεφαλιάζει είναι η χαρά του γνήσιου μουσικόφιλου που δεν περιμένει από τους σημερινούς μουσικούς να στοιχίζονται πίσω από τα γνωστά μουσικά ρεύματα, αλλά να ελίσσονται περνώντας από μέσα τους και να τσιμπολογούν επιλεκτικά και με άποψη. Έμφαση στις συνθέσεις, τις ενορχηστρώσεις, την αίσθηση. Ένας νέος ήχος με παλιά υλικά, όπου συναντιούνται η σόουλ και το φανκ με την τζαζ και την electronica. Η φωνή –και τα τραγούδια– της Άλις Ράσελ και της παρέας της είναι σαν να πήρες από το σεντούκι τα ρούχα της γιαγιάς, να κράτησες τα ακριβά υφάσματα και τα χειροποίητα σχέδια και να έραψες καινούργια ρούχα, που –ναι!– σου θυμίζουν κάτι, αλλά όχι, δεν μοιάζουν σε τίποτα.

| Λεωνίδας Αντωνόπουλος

> Αναδρομή στην Έφη Μιχελή Εμφανίστηκε στον καλλιτεχνικό χώρο το 1952 και σύντομα χαρακτηρίστηκε από τους ειδικούς ως ναΐφ ζωγράφος, ενώ από την παλέτα της έχουμε να θυμόμαστε μόνο απαλά, φωτεινά, ηλιόλουστα χρώματα, τοπία που θυμίζουν καλοκαιρινές διακοπές. Στην Έφη Μιχελή (1906-1984) είναι αφιερωμένη η αναδρομική έκθεση που διοργανώνεται από το Ίδρυμα Παναγιώτη και Έφης Μιχελή (έως 30 Ιουνίου 2010), το οποίο σημειωτέον ιδρύθηκε από την ίδια το 1979 με σκοπό τη μελέτη, προαγωγή και διάδοση της αισθητικής και της φιλοσοφίας της τέχνης. Είναι χαρακτηριστικά όσα αναφέρει ο Στέλιος Λυδάκης (Καθηγητής, Ιστορικός της Τέχνης) στο βιβλίο του «Οι Έλληνες ναΐφ ζωγράφοι»: «Στο πρόσωπό της συνδυάζονται η έντονη κοινωνική δραστηριότητα και η εκλεπτυσμένη παιδεία με ένα ανόθευτο, γνήσιο ναΐφ αίσθημα, που εκδηλώνεται αποκλειστικά και μόνο στη ζωγραφική της», ενώ σύμφωνα με τον γιουγκοσλάβο τεχνοκριτικό Oto Bihalji-Merin η προσφορά της τοποθετείται μεταξύ μιας παιδικότητας που έχει κρατήσει και μιας συνειδητά αποκτημένης τεχνοτροπίας ναΐφ: «Πνεύμα με λεπτή καλλιέργεια, αποδίδει με απαλούς τόνους και απλή αμεσότητα τα βιώματα του κοντινού της κόσμου. Η ικανότητα να βλέπει και να δίνει μορφές σε χωριά και τοπία της Ελλάδας με μάτια ανεπηρέαστα από συμβατικότητες, δίνει κάποτε στις εικόνες της τη μαγεία της παιδικής ζωγραφικής. Η Έφη Μιχελή έχει συλλάβει στους πίνακές της το φως της Μεσογείου». | Αγγελική Μπιλλίνη

>Χορευτική «Ένταση» και πάθος Θα ήθελε να έχει το χάρισμα του Νουρέγιεφ και την τεχνική του Μπαρίσνικοφ, αν και ο ίδιος θεωρείται ήδη ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους χορευτές κλασικού χορού. Ο Δανιήλ Σίμκιν επισκέπτεται τη χώρα μας για ένα γκαλά χορού με τίτλο «Intensio», στο Παλλάς, την Παρασκευή 11, το Σάββατο 12 και την Κυριακή 13 Δεκεμβρίου. Ο 22χρονος ρώσος χορευτής, που μεγάλωσε στη Γερμανία και είναι σολίστ του American Ballet Theatre, θα μας δείξει τι σημαίνει χορευτική «Ένταση», όπως μεταφράζεται ο τίτλος, παρέα με μια ομάδα εξίσου σημαντικών φίλων του. Πρόκειται για 12 πρώτους χορευτές διεθνούς φήμης, ανάμεσά τους οι Αλίνα Κοτζοκάρου, Ντάρια Κλιμέντοβα, Ιρίνα Κολεσνίκοβα κ.ά., που θα ανέβουν μαζί του στη σκηνή. Η παράσταση συνδυάζει το χορό με το βίντεο «σε μια προσπάθεια να φέρουμε το γκαλά στις νέες γενιές», όπως δηλώνει ο ίδιος ο Σίμκιν, ενώ θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε πολύ διαφορετικά μεταξύ τους έργα, με σκοπό «να δείξ[ει] τις ποικίλες πτυχές του κλασικού μπαλέτου και του χορού γενικότερα». Την καλλιτεχνική διεύθυνση έχει ο πατέρας του και πρώην χορευτής Ντμίτρι Σίμκιν.

| Ελίνα Μπέη

> Χορός επί δύο

«[Πράξη] V»

Ο σύγχρονος ελληνικός χορός κάνει στάση στου Ψυρρή και στο Μεταξουργείο, αφού αυτή την εβδομάδα έχουμε «λαμβάνειν» δύο παραστάσεις από τις ομάδες Πρόσχημα και Κινητήρας. Για τρεις μέρες, 12-14 Δεκεμβρίου, οι Πρόσχημα θα παρουσιάσουν στο Δίπυλο, κατά παραγγελία του New Europe Festival 2008, την «[Πράξη] V» – τη συνέχεια των «[Πράξη] 3» και «[Πράξη] 1.3», έργων που απέσπασαν το Διεθνές Βραβείο Χορογραφίας «Jarmila Jerabkova» στην Πράγα το 2008. Η χορογράφος Μαρία Κολιοπούλου ανεβαίνει στη σκηνή μαζί με τη Νικολέτα Καρμίρη και πλάθει ένα ντουέτο για τη διαφορά, την ανταλλαγή, τον ανταγωνισμό και τη συνύπαρξη, υποστηρίζοντας πως: «Η πράξη μπορεί να είναι απρόβλεπτη και αμετάκλητη. Ενάντια σε αυτά τα δύο προβλήματα, όμως, ο άνθρωπος έχει ανακαλύψει την υπόσχεση και τη συγχώρεση». Και αν η Μαρία Κολιοπούλου κινείται σε δυαδικά χορογραφικά σχήματα, η Αμάλια Μπένετ ασχολείται με τη φθορά παρουσιάζοντας σε συνεργασία με την ομάδα Κινητήρας την καινούργια της δημιουργία με τίτλο «Kicking And Screaming, a Divine Comedy» (Συνεργείο, από 14 Δεκεμβρίου). Εδώ η Μπένετ, αξιοποιώντας τους ορόφους του κτιρίου, καλεί το κοινό σε μία εγκατάσταση-περφόρμανς-ηχητικό τοπίο με έμπνευση από καθημερινές εικόνες καταστροφής, δημιουργώντας μαζί με τον εικαστικό Πάνο Φαμέλη μια παράσταση που παίρνει σαφείς αποστάσεις από τη δομή του κλασικού χορού. | Αγγελική Μπιλλίνη


>> >Γούντι Άλεν στο Up Stage Gialino Είναι το πρώτο θεατρικό έργο του Γούντι Άλεν που ανέβηκε σε δική του σκηνοθεσία με τον ίδιο στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το «Play Ιt Again, Sam» έκανε πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ το 1969, έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη του κλασικού γουντιαλενικού κωμικού νευρωτικού αντιήρωα των μετέπειτα κινηματογραφικών έργων του και παρουσιάζεται αυτές τις μέρες στο Up Stage Gialino. Η ομάδα Πείρα(γ) μα, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες της Αγγελικής Κασόλα, πειραματίζεται με την κωμωδία του Άλεν μεταμορφώνοντάς την σε μουσική θεατρική παράσταση αφιερωμένη αποκλειστικά σε όλους τους «νευρικούς» εραστές του 21ου αιώνα. Συνδυάζοντας τον ερωτισμό του καμπαρέ και το φιλμ νουάρ, τη Νέα Υόρκη της ποταπαγόρευσης και το καυστικό χιούμορ του συγγραφέα η Κασόλα στήνει μια παράσταση που περιλαμβάνει από θέατρο και καμπαρέ μέχρι ζωντανή swing jazz μουσική από τους swingAzoo. Όλα ξεκινούν όταν ο Άλαν Φέλιξ, ένας μανιώδης κινηματογραφόφιλος, έρχεται αντιμέτωπος με την μετά τον γάμο ζωή του και οι φίλοι του, Ντικ και Λίντα, αποφασίζουν να τον βοηθήσουν να βρει καινούργια γυναίκα κλείνοντάς του ραντεβού με διάφορους τύπους θηλυκών υπάρξεων, από τη φαμ φατάλ έως την πόρνη της διπλανής πόρτας και την καταθλιπτική διανοούμενη. Σε ποια θα πέσει η μπίλια; Η τελική επιλογή του Άλαν θα είναι μια έκπληξη για όλους! | Αγγελική Μπιλλίνη

ΠΟΝΤΙΚΙart 10-16.12.09

> Το σεξ α λα παλαιά Ένα μοναδικά συναρπαστικό ταξίδι στην ιστορία και την απεικόνιση του έρωτα, με τον εύγλωττο τίτλο «Έρως - Από τη Θεογονία του Ησίοδου στην Ύστερη Αρχαιότητα», διοργανώνει το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης (Νεοφύτου Δούκα 4 - Β. Σοφίας και Ηροδότου 1, 10 Δεκεμβρίου - 5 Απριλίου). Διαχρονική και παγκόσμια σταθερά, ο έρωτας «είναι» απλώς αυτό που δεν ξέρεις και δεν μπορείς να καταλάβεις τι είναι, μέχρι να το νιώσεις. Και όταν πλέον το νιώσεις, δεν μπορείς να το περιγράψεις, να το ορίσεις και να το εξορθολογίσεις. Ούτε να το καταστείλεις. Δεν έχει νόημα άλλωστε. Στην ιστορία της ανθρωπότητας και του πολιτισμού, στα βάθη των αιώνων, ο έρωτας πρέπει να είναι, ίσως μαζί με το φόβο, τα μόνα καθολικά και παντοτινά συναισθήματα. Αυτά που κάπως, κάπου, κάποτε, κάθε άνθρωπος θα αισθανθεί και δεν θα μπορέσει να δαμάσει. Πολλές φορές με μοιραία αποτελέσματα. Και άλλες με, υπό προθεσμία, ευτυχή. Αναμφίβολα, μια από τις πιο «ερωτικές» εποχές της ανθρωπότητας, με την έννοια της ποσοτικής (και ποιοτικής;) πραγματοποίησης της σεξουαλικής επιθυμίας ήταν η κλασική αρχαιότητα. Με κάθε είδους παρτενέρ, έναν ή περισσότερους. Ακόμα και κατά μόνας. Άλλες οι κοινωνικές δομές, άλλα τα ταμπού και τα πρότυπα, μα ο έρωτας πολύς και ανεξάντλητος. Σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού της Ελλάδας, το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου, το Υπουργείο Πολιτισμού της Ιταλίας, την Περιφέρεια της Σικελίας και το Μουσείο του Λούβρου θα παρουσιαστούν συνολικά περίπου 280 λίθινα, πήλινα και μεταλλικά (χρυσά και χάλκινα) εκθέματα, όπως γλυπτά, ανάγλυφα, αγγεία, ειδώλια, λυχνάρια και κοσμήματα, τα οποία προέρχονται από 50 αρχαιολογικά μουσεία της Ελλάδας, της Κύπρου, της Ιταλίας και της Γαλλίας. Στις εννέα θεματικές ενότητες της έκθεσης καλύπτεται κάθε πτυχή του έρωτα στους δώδεκα αιώνες που μεσολάβησαν από τα Ησιόδεια κείμενα μέχρι την επικράτηση του Χριστιανισμού, ενώ παράλληλα με την έκθεση θα πραγματοποιηθούν κύκλοι διαλέξεων από τους Στέλιο Ράμφο, Δημήτρη Πλάντζο και Κατερίνα Ζαχαροπούλου. Στην ασεξουαλική, αγοραία και κυνική μας εποχή, ίσως το «πώς το κάνανε οι παλιοί» να είναι ένα καλό μάθημα.

| Γιάννης Κουκουλάς

«Play Ιt Αgain, Sam»

Μαρμάρινο σύμπλεγμα Έρωτα και Ψυχής


12/36

Θ έατρο

Της Χαράς Αργυρίου

Π

ώς ένα έργο που ιστορεί την καταστροφή μιας οικογένειας ο βυσσινόκηπος. Οι σχεδόν αδιάφοροι μικροαστοί ιδιοκτήτες του, βυσσινόκηπου. Ο συγγραφέας μπορεί να περιγελά τους αδύναμους μπορεί να είναι κωμωδία; Οι απόψεις και οι αναγνώσεις διίπου βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και της κατάρρευσης, κι αναποφάσιστους ήρωές του, παρουσιάζει όμως τα ελαττώματά στανται, η παράδοση που επικράτησε στα ανεβάσματα παραδεν κάνουν τίποτα για να τον σώσουν από την πώληση. Χάνουν το τους με πολλή αγάπη. Ειρωνεύεται το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που τα μέρισε τις προθέσεις του δημιουργού, ωστόσο ο Άντον Τσέχoφ χαρααγαπημένο τους πατρικό σπίτι και το μόνο που μπορούν να κάνουν πρόσωπά του ήταν και σ’ αυτό που είναι τώρα, ανάμεσα σε αυτό που κτήρισε κωμωδία το κορυφαίο δημιούργημά του, τον «Βυσσινόκηπο». είναι να το κοιτούν. Να αναβιώνουν τις παιδικές τους αναμνήσεις, να φαντάζονται πως είναι και σ’ αυτό που πραγματικά είναι, ανάμεσα σε Τραγωδία τον θεώρησαν οι συνιδρυτές του Θεάτρου Τέχνης της Μόνοσταλγούν τις παλιές ευχάριστες στιγμές, να χορεύουν, να γελούν, να αυτό που ποθούν και σ’ αυτό που μπορούν. Η ειρωνεία του, ωστόσο, σχας, Στανισλάβσκι και Νεμιρόβιτς-Ντάντσενκο. Κι έτσι τον ανέβασαν φλερτάρουν. Τίποτα δεν τους κάνει να μετανιώνουν για την απόφασή δεν γίνεται ποτέ σαρκασμός. Όχι μόνο δεν επικρίνει τους ήρωές του, κι έτσι παίχτηκε από τους περισσότερους σκηνοθέτες και ηθοποιούς τους, ακόμα και όταν ακούν τα τσεκούρια να χτυπούν δυνατά και να αλλά αυτός ο «αντικειμενικός και αμερόληπτος μάρτυρας» τους που τους διαδέχθηκαν σε σκιαγραφεί με αγάπη, καταολόκληρο τον κόσμο, έναν νόηση και συμπόνια για τις αιώνα τώρα. Ο Στάθης Λιαυταπάτες και τις φαντασιβαθινός, στην πρώτη του ώσεις τους. Η παραγωγή της σκηνοθεσία πάνω στον Τσέθεατρικής εταιρείας Πράξη, χοφ, προσεγγίζει το κύκνειο σε νέα μετάφραση ειδικά για άσμα του συγγραφέα και το την παράσταση, φέρνει την πιο ώριμό του σε ποιητικό Μπέττυ Αρβανίτη αντιμέτωπη ρεαλισμό μέσα από τη δική με τη Λιουμπόφ Αντρέγιεβνα του οπτική. ΡωσοσπουδαγΡανιέφσκαγια, τον τέταρτο μένος, με εμπειρία πάνω μεγάλο της ρόλο στον ΤσέΟ Στάθης Λιβαθινός, στην πρώτη στα κείμενα της ρωσικής χοφ – έχουν προηγηθεί η παράδοσης, μας δίνει έναν Μάσα στις «Τρεις αδελφές», του σκηνοθεσία πάνω στον Τσέχoφ, «Βυσσινόκηπο» που δραμαη Ελένα στον «Θείο Βάνια» δραματοποιεί μια κοσμοϊστορική τοποιεί μια κοσμοϊστορική και η Αρκάντινα στον «Γλάκοινωνική κρίση και σκιαρο». Η Λιουμπόφ μπορεί να κοινωνική κρίση και σκιαγραφεί γραφεί ανθρώπους θλιβερά μην καταλαβαίνει τις σειναυαγισμένους. Ο Τσέχοφ, σμικές αλλαγές της εποχής, ανθρώπους θλιβερά ναυαγισμένους κοντά στο φυσικό του τέλος μπορεί να είναι ευάλωτη, στον «Βυσσινόκηπο» (η πρεμιέρα δόθηκε την μπορεί να σκορπάει τα λεφτά Γιάννης Φέρτης, Μπέττυ Αρβανίτη άνοιξη του 1904, ενώ ο ίδιος που δεν έχει, μπορεί να αιωπέθανε το ίδιο καλοκαίρι), ρείται ανάμεσα στη λατρεία μέσα από το έργο απεικονίτης για τον «Βυσσινόκηπό» ζει τη διαρκή φθορά της καθημερινής ζωής στη Ρωσία του 20ού αιώκόβουν τις αγαπημένες τους βυσσινιές. Η Λιουμπόφ Ρανιέφσκαγια της και στον έρωτά της για τον ανάξιο εραστή που άφησε στο Παρίσι να, δίνοντας όμως μια νότα ελπίδας για το μέλλον και κάνοντας μια και ο αδελφός της Λεονίντ Γκάγεφ, ονειροπόλοι, αναπολούν το πα–ξένη στην πατρίδα της, ξένη στην ξενιτιά–, αλλά είναι αστείρευτη ακριβή πρόβλεψη της επανάστασης που ακολούθησε. Ατμόσφαιρα ρελθόν τους σ’ αυτό το εξοχικό σπίτι, τα παιδικά τους δωμάτια και τις πηγή αγάπης, τρυφερότητας και καλοσύνης, γενναιοδωρίας και οικογενειακής οικειότητας αναδίδει ο «Βυσσινόκηπος», ενώ γίνεται ανθισμένες βυσσινιές. Είναι όμως πλάσματα επιπόλαια, ανίκανα να κατανόησης για τα πάθη και τα αισθήματα των ανθρώπων και για τα ένα λυρικό ιλαρόδραμα της ανθρώπινης αδυναμίας και μοίρας. Η κάνουν οτιδήποτε για να διατηρήσουν αυτόν τον τόπο που τους είναι παθήματα όπου αυτά οδηγούν, αρχίζοντας από την ίδια… συγκίνηση που υποβάλλει γεννιέται από την αντίθεση ανάμεσα στην τόσο αγαπητός. Είναι και οι δύο αναποφάσιστοι και αναβάλλουν πάΟ «Βυσσινόκηπος» του Τσέχοφ. Μετάφραση: Χρύσα Προυπόκωφη τραγικότητα του θέματος και την ελαφριά κωμικότητα των ντα για την επομένη τις ενοχλητικές υποχρεώσεις, ελπίζοντας πως με κοπάκη. Σκηνοθεσία: Σ. Λιβαθινός. Σκηνικά - κοστούμια: προσώπων. Η απουσία δράσης είναι αυτή που δημιουργεί τη δραματιτην τύχη θα ξεφύγουν. Η πρώτη δεν μπαίνει καν στον κόπο να επισκεΕλένη Μανωλοπούλου. Μουσική: Θ. Αμπαζής. Παίζουν: Μπέττυ κή ένταση. Οι θεατές παρασυρμένοι από τη μαγεία του καθημερινού, φθεί μια πλούσια θεία, η οποία θα μπορούσε με την επέμβασή της Αρβανίτη, Γ. Φέρτης, Κ. Γαλανάκης, Στ. Ιακωβίδης, Δ. Παπαδόυπαινικτικού, αδιάφορου διαλόγου δεν προσδοκούν καμία έξαρση. να αποτρέψει την πώληση του κτήματος, ενώ ο Γκάγεφ περιμένοντας πουλος κ.ά. Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας (Α΄ Σκηνή), προγραμμαΦτάνουν μάλιστα σε σημείο να φοβούνται μήπως κάποιο συμβάν την καταστροφή παίζει μπιλιάρδο! Αλλά και μερικοί από τους υπότισμένη πρεμιέρα 16 Δεκεμβρίου. ταράξει την ήρεμη ροή της επαρχιακής ζωής. Αρκεί να μην πουληθεί λοιπους ήρωες αντιμετωπίζουν με ελαφριά καρδιά την απώλεια του

Αναποφάσι��τοι ήρωες

i

Φωνή λαού...

Ο

Λάκης Λαζόπουλος και αυτόν τον χειμώνα ανεβαίνει πάνω στη στέγη, ακολουθώντας ακριβώς την πορεία των νεύρων του μέσου Έλληνα. Ένα σπίτι βουλιάζει, το ποτάμι ξεχείλισε, δεν θα μείνει κανείς. Το ποτάμι τα παρασύρει όλα! Πάνω στη στέγη, ο Λαζόπουλος σαν σύγχρονος Οδυσσέας βουλιάζει όπως βουλιάζει και η ζωή μας στο σήμερα. Το παρελθόν αρχίζει να χτυπά επιτακτικά την πόρτα και ζητάει να πάρει θέση. Η ιστορία του Νεοέλληνα από το 1960 έως το σήμερα, η διάλυση του εμείς, η άνοδος του εγώ, η κάθοδος των συναισθημάτων, το πέρασμα στη διαφθορά, η γελοιοποίηση του Έλληνα στην ιστορία, όλα φιλτράρονται μέσα από το χιούμορ και την ευαισθησία του καλλιτέχνη στον «Βιοπαλαιστή στη στέγη» (Θέατρον, Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος», από 11 Δεκεμβρίου). Ο Οδυσσέας είναι ο σύγχρονος Έλληνας που βγαίνει από τα ρούχα του, βγαίνει από το σπίτι του, του βγαίνει η ψυχή καθημερινά… Είναι τα βιώματά του, η ζωή που του αρνούνται, η ζωή που τον προσπερνά, η ζωή που του έμαθαν να ζει. Όλα τα θέματα που τον πνίγουν, που έκαναν την πραγματικότητά του οδυνηρή, το βίο του αβίωτο, τα όνειρά του

Ο «Βιοπαλαιστής στη στέγη» ξεκινάει αύριο την καινούργια του πορεία και ο Λάκης Λαζόπουλος ξετυλίγει την ιστορία του Νεοέλληνα από το 1960 ως σήμερα

ουτοπικά, ξετυλίγονται μέσα από μια ιστορία καθημερινή, ρεαλιστική, άκρως χιουμοριστική, βαθιά καυστική. Η αφετηρία για τον Λαζόπουλο ήταν ένα ταξίδι στο παρελθόν του Έλληνα αφενός και αφετέρου στους ανθρώπους της ζωής αυτού του ήρωα: την πεθερά του, το γιο του, την «Ελληνίδα μάνα», τον προσωπικό του άγγελο και φυσικά τη γυναίκα του (που υποδύεται η Χρύσα Ρώπα), μια μοντέρνα Πηνελόπη η οποία στέκεται δίπλα στον άντρα της, σε μια καθημερινότητα διαβρωμένη από τη διαφθορά. Προσπαθεί να κρατήσει το σπίτι, το παιδί, τη ζωή που χάνεται. Όμως, ο έρωτας και η αγάπη συνθλίβονται στα χρόνια της απιστίας και της απληστίας. Έχοντας αφουγκραστεί τα σημεία των καιρών και τηρώντας την υπόσχεση που από πέρυσι είχε δώσει με τους φίλους του, ο Λαζόπουλος μειώνει την τιμή του εισιτηρίου για τη φετινή σεζόν της παράστασης. Με γενική είσοδο στα 35 € και 22 € στις θέσεις εξώστη, ίσως τη χαμηλότερη τιμή για τη μεγαλύτερη ελληνική θεατρική παραγωγή, ο «Βιοπαλαιστής στη στέγη» θα δώσει τη δυνατότητα σε περισσότερους θεατές να βρεθούν κοντά του και να μοιραστούν τις αγωνίες του, να γελάσουν με τα πάθη του, να προβληματιστούν με τα λάθη του, να συνειδητοποιήσουν την αλήθεια του. Επίσης, ο Λαζόπουλος τοποθετεί την τιμή του φοιτητικού εισιτηρίου στα 15 €, μια τιμή που δεν έχει αλλάξει τα τελευταία οκτώ χρόνια, ενώ οι συνταξιούχοι άνω των 65 ετών, κάθε Πέμπτη, θα μπορούν να παρακολουθήσουν την παράσταση με γενική είσοδο στα 15 €! Το κείμενο και η σκηνοθεσία της παράστασης είναι του Λάκη Λαζόπουλου. Τα σκηνικά του Γιώργου Γαβαλά, τα κοστούμια της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου και η κινησιολογική επιμέλεια του Κωνσταντίνου Ρήγου. Πρωταγωνιστούν: Λάκης Λαζόπουλος, Χρύσα Ρώπα.

Λάκης Λαζόπουλος


Έκθεση

ΠΟΝΤΙΚΙart 10-16.12.09

Του Δημήτρη Ρηγόπουλου

37/13

Περισσότερος Τσαρούχης από ποτέ Στην πρώτη αναδρομική έκθεση του μεγάλου ζωγράφου, που εστιάζει στις δύο σημαντικότερες προσφορές του, στην ελληνική ζωγραφική του 20ού αιώνα και στην καθοριστική του συμβολή στο νεοελληνικό θέατρο, θα εκτεθούν 670 έργα, εκ των οποίων τα 420 είναι ζωγραφικά

Σ

την αρχή δεν το πιστεύεις. Έχουν περάσει 20 χρόνια από τον θάνατο του Γιάννη Τσαρούχη και μέχρι σήμερα δεν είχε διοργανωθεί ποτέ αναδρομική έκθεση του μεγάλου αυτού Έλληνα. Η προ εννέα ετών παραγωγή στο Φιξ δεν είχε αναδρομικό χαρακτήρα, κάτι που θα συμβεί στη μεγάλη έκθεση που εγκαινιάζεται στις 19 Δεκεμβρίου στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς, σε συνεργασία με το Ίδρυμα Τσαρούχη και το Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου. Προετοιμαστείτε για την πρώτη ολοκληρωμένη παρουσίαση του έργου του Γιάννη Τσαρούχη, που θα περιλαμβάνει 670 περίπου έργα, εκ των οποίων τα 420 ζωγραφικά. Την έκθεση συμπληρώνει ένας μεγάλος αριθμός από σκηνογραφικές μακέτες από τις συνεργασίες του σε παραστάσεις, κυρίως αρχαίου δράματος, με τον Κάρολο Κουν, τον Μάνο Χατζιδάκι στη μουσική και τη Ζουζού Νικολούδη, τη Δώρα Στράτου ή τη Ραλλού Μάνου στη χορογραφία. Ως εκ τούτου η έκθεση θα εστιάσει στις δύο σημαντικότερες προσφορές του Γιάννη Τσαρούχη, στην ελληνική ζωγραφική του 20ού αιώνα και στην καθοριστική του συμβολή στο νεοελληνικό θέατρο. Για να πάρετε μια ιδέα της έκτασης της έκθεσης, τα έργα θα καταλάβουν, ούτε λίγο ούτε πολύ, 1.800 τετραγωνικά μέτρα, τους δύο ορόφους του Μουσείου – στο ισόγειο η ζωγραφική και στον πρώτο όροφο η θεατρική καλλιτεχνική δημιουργία, μέσα από μακέτες σκηνικών και κοστούμια (σχεδιασμός έκθεσης: Λίλη Πεζανού). Το όνομα του Γιάννη Τσαρούχη διαπέρασε τον 20ό μας αιώνα, αφήνοντας πίσω του τα αναγνωρίσιμα ίχνη μιας στοχαστικής ελληνικότητας, φιλτραρισμένης από έναν αβίαστο κοσμοπολιτισμό. Το γράφει πολύ ωραία η ιστορικός τέχνης Ειρήνη Φλώρου στο Λεξικό Εικαστικών Καλλιτεχνών της Μέλισσας: «Το διπλό νήμα κοσμοπολιτισμού και παράδοσης διαπερνά και χαρακτηρίζει ολόκληρο το έργο

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ Στη Στοά του Βιβλίου, το Σάββατο, στις 12/12, στις 12 η ώρα

του, που διαμορφώνεται από μια εκλεκτική σύνθεση στοιχείων ελληνικών και ευρωπαϊκών, παραδοσιακών και μοντέρνων, υφασμένων γύρω από μιαν αντρική, κυρίως, λαϊκή ανθρωπότητα, η οποία διασχίζει το ζωγραφικό χώρο και τον ιστορικό χρόνο μέσα από διάφορους τρόπους αναπαράστασης». Και πιο κάτω: «Ενώ θαυμάζει και θέλει να ζωγραφίσει σαν τον G. Courbet και τον T. Gericault –τους μεγάλους του 19ου αιώνα, όπως τους αποκαλεί–, υπακούοντας στο κέλευσμα της εποχής “το μοντέρνο μέσα από την παράδοση”, στρέφεται προς τον Ματίς, ιδωμένο μέσα από την τέχνη του Καραγκιόζη. Και αυτό, γιατί Ματίς και Καραγκιόζης έχουν ως κοινές ανατολίτικες ρίζες –κυρίως περσικές– την αραβουργηματική γραμμή που περικλείει φιγούρες με καθαρά και λαμπερά χρώματα, την τρισδιάστατη ερμηνεία του χώρου και την έλλειψη όγκου στις φιγούρες». Ο ίδιος έλεγε: «Δύο είναι οι βασικές αναζητήσεις μου, παρ' όλες τις χίλιες διαφορές που παρουσιάζουν τα έργα μου μεταξύ τους. Η μία αναζήτηση είναι ούτως ειπείν νεοκλασική και αφομοίωσε το αρχαίο κλασικό ιδεώδες, όπως το εξέφρασε για όλο τον κόσμο στα νεότερα χρόνια η Αναγέννηση και το Μπαρόκ. Η άλλη μου τάση είναι να εκφράσω όλες τις αντιρρήσεις μου για το ίδιο το ιδανικό μου, βοηθούμενος από μεγάλους αντιρρησίες της εποχής μας, αλλά και από πρότυπα παλιά ελληνικά, που είναι συχνά μαρτυρίες και στηρίγματα των αντιρρήσεων. Σύμφωνα με αυτό το διαχωρισμό μπορούμε να ορίσουμε τις διαδοχές χρονολογικά των δύο τάσεων». Κι αυτό που για κάποιον άλλο καλλιτέχνη θα μπορούσε να είναι πηγή προβλημάτων, σύγχυσης ή αποπροσανατολισμού, για τον Γιάννη Τσαρούχη ήταν δύναμη και ωριμότητα. Ο εγγενής κοσμοπολιτισμός του πήγαινε χέρι χέρι με μια τόσο προσωπική πρόσληψη της ελληνικότητας, η παράδοση με το μοντέρνο και ο ρεαλισμός με τον ιδεαλισμό.

ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Με ποιητές που θα παρουσιάσουν το ποίημά τους, όπως δημοσιεύεται στον τόμο «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ 2008» επιμέλεια Γιώργου Μαρκόπουλου και Κώστα Γ. Παπαγεωργίου των εκδόσεων Κοινωνία των (δε)κάτων.

Το Μουσείο Τσαρούχη Στους συνδιοργανωτές της έκθεσης περιλαμβάνεται και το Ίδρυμα Τσαρούχη, ένας αθόρυβος θεματοφύλακας του έργου και των αξιών που πρέσβευε ο μεγάλος δάσκαλος. Το Ίδρυμα διαχειρίζεται το Μουσείο Τσαρούχη που στεγάζεται στην οδό Πλουτάρχου στο Μαρούσι, στο σπίτι στο οποίο δούλεψε κι έζησε ο έλληνας ζωγράφος. Ψυχή του Μουσείου είναι η ανιψιά του ζωγράφου Ανδρονίκη ΓρυπάρηΤσαρούχη, η οποία επιμελήθηκε την έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη και είναι η πρόεδρος του Ιδρύματος Τσαρούχη. Με σπουδές γραφικών τεχνών και λιθογραφίας, η κ. Γρυπάρη υπήρξε για χρόνια βοηθός του θείου της. Το Μουσείο δημιουργήθηκε το 1982 από τον ίδιο τον ζωγράφο και στεγάζει πίνακες και σκηνογραφικά έργα του. Ανάμεσά τους, το πρώτο έργο του Τσαρούχη, «Τα καράβια στο ηλιοβασίλεμα», φιλοτεχνημένο στην ηλικία των 8 ετών, αλλά και η «Στέλλα Βιολάντη», έργο που ζωγράφισε το 1989 λίγο πριν πεθάνει. Στη συλλογή του Μουσείου έχουν καταγραφεί 4.000 έργα που δεν είναι όλα του Τσαρούχη (αλλά διαφορετικών καλλιτεχνών που συνδέθηκαν στενά μαζί του ή με το έργο του, της Λίλα ντε Νόμπιλι, της Καραβία, του Μαυροΐδη, του Ξενάκη, του Καλιγιάννη, του Θεόφιλου, αφίσες του Σωτήρη Σπαθάρη, του Δεδούσαρου) και τα οποία φυσικά δεν είναι δυνατόν να παρουσιαστούν στους περιορισμένους χώρους του μικρού αυτού Μουσείου. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο κάθε χρόνο αλλάζει η δομή της έκθεσης, έτσι ώστε να βλέπουν οι επισκέπτες όσο το δυνατόν περισσότερα έργα. Αυτές τις ημέρες, που η μεγάλη έκθεση του Μουσείου Μπενάκη φέρνει το όνομα του Τσαρούχη στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας, είναι ίσως μια καλή ευκαιρία να βάλουμε στο πρόγραμμά μας αυτόν τον καλά κρυμμένο θησαυρό της Αθήνας.

Τηλεφωνείστε στο 210 3623792 ή γράψτε στο info@dekata.gr αν σκοπεύετε να έλθετε. Παράλληλα θα γίνει και η παρουσίαση του 2ου τεύχους του περιοδικού Poetix.


14/38

Ν έες εκδόσεις

Του Ξενοφώντα Μπρουντζάκη [xenofob@gmail.com]

Γκύντερ Γκρας Ιστορίες σκοτεινού θαλάμου Μετάφραση: Τούλα Σιετή Εκδόσεις Οδυσσέας Σελ. 222 Γιορτάζοντας τα ογδοηκοστά του γενέθ��ια, ο σπουδαίος γερμανός συγγραφέας Γκύντερ Γκρας κάλεσε τα οκτώ του παιδιά –ένα παιδί για κάθε δεκαετία!– να καθίσουν γύρω από ένα τραπέζι, με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό. Οκτώ παιδιά γύρω από τον πατέρα ξετυλίγουν ένα ένα τις ζωές τους, αποκαλύπτοντας εκτός των άλλων σκληρά παιδικά μυστικά που ο χρόνος έχει πλέον αφοπλίσει το περιεχόμενό τους, ώστε να ηχούν σαν ευχάριστα πυροτεχνήματα. Μαζί τους, εκτός από τις αναμνήσεις, έχουν και τις οικογενειακές φωτογραφίες. Στιγμές που έχουν παγώσει στο χρόνο ξαναπαίρνουν κίνηση, μέσα από κοινές αναμνήσεις. Η απόσταση γλυκαίνει τα παράπονα, αφαιρεί από τον παρελθόντα χρόνο το βάρος των πράξεων και όλα μοιάζουν ανάλαφρα και παραδόξως συγκινητικά. Γύρω από το οικογενειακό τραπέζι ξεδιπλώνονται πολλές ζωές μέσα από τις αφηγήσεις κάθε παιδιού, ζωές που έχουν ως κεντρικό συνδετικό τους κρίκο τον πατέρα. Οκτώ ανθρώπινες ζωές σε σχέση με αυτήν του πατέρα, που κάθεται και ακούει όσα δεν πρόλαβε, καθώς παρασυρμένος από τη δική του ζωή δεν είχε χρόνο να ακούσει, να καταλάβει, να προσπαθήσει. Όλα έχουν σαν αφορμή τους τη μαρτυρία ενός φωτογραφικού στιγμιότυπου. Αυτό το πολύχρωμο παζλ από ζωές, όπως ξετυλίγεται μέσα από τη γοητευτική αφήγηση του Γκρας, αναδεικνύει την αλλόκοτη όσο και μαγική επιρροή που έχει ασκήσει σε όλους η φίλη της οικογένειας, φωτογράφος Μαρία Ράμα. Το έργο έχει έναν στενά αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, που μας φωτίζει το πρόσωπο του συγγραφέα – όχι τη γνώριμη εικόνα του αλλά μιαν εξαιρετικά ιδιαίτερη προσωπική του περιπέτεια, αυτήν του πολυάσχολου και ανήσυχου πατέρα, που στη δύση του βίου του ακούει τα κατασταλαγμένα παράπονα των ενήλικων παιδιών του.

Παναγιώτης Μητσομπόνος Μετά τα μεσάνυχτα και άλλες ιστορίες Εκδόσεις ΚΨΜ Σελ. 80

Αλέξης Πάρνης Η Οδύσσεια των Διδύμων Εκδόσεις Καστανιώτης Σελ. 934 Πάντα, σε παρόμοιες ιστορίες, είτε μέσα από τη λογοτεχνία είτε μέσα από την πολιτική, συμβαίνει πολλές φορές να βάζει κανείς τη συνείδησή του σε περιπέτειες. Άλλο είναι να κρίνεις ένα πολιτικό σύστημα κι άλλο ένα πρόσωπο με συγκεκριμένες προθέσεις, που έχει πληρώσει τις αποφάσεις του σκληρά. Πώς μπορείς να σταθείς ασυγκίνητος μπροστά σ’ ένα πρόσωπο που γίνεται έρμαιο απίθανων συγκυριών της ιστορίας και η ζωή του εξανεμίζεται ή παίρνει υπόσταση μέσα από διώξεις, βασανισμούς, απίστευτες ταλαιπωρίες; Έχοντας υποστεί και υπερβεί μια σειρά μαρτυρίων, οι άνθρωποι της Αριστεράς φόρεσαν ένα φωτοστέφανο που, όσο κι αν ακούγεται περίεργα, τους ξεκόβει απ’ το λαϊκό κίνημα και τους κατατάσσει στη μεγάλη εκκλησία του κόμματος. Το πολυσέλιδο βιβλίο του Πάρνη ξεχωρίζει πριν απ’ όλα γιατί είναι καμωμένο από τη μεριά της λογοτεχνίας και δεν λειτουργεί σαν προπαγανδιστικό έντυπο μιας πολιτικής την οποία πλήρωσε η ανθρωπότητα με βαρύτατο τίμημα. Χειρίζεται την ιστορία, το προσωπικό βίωμα και τη μαρτυρία διαμέσου της μυθοπλασίας, δίχως να προδίδει κανένα συντελεστή αυτού του εγχειρήματος. Ο Γιάννης Καστρινός, ένας Ελασίτης μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού, αναβιώνει με την απίστευτη περιπέτεια της ζωής του, όπως αυτή καθορίστηκε από τις ιστορικές συγκυρίες λόγω της ιδεολογίας του, την τραγική του μοίρα, φιλοτεχνημένη αριστοτεχνικά από τα ίδια τα γεγονότα. Από τον Γράμμο στην Τασκένδη, τη Μόσχα, την περιπέτεια του υπαρκτού σοσιαλισμού, τη γνωριμία του με την πιο αμφισβητούμενη ιστορική μορφή του νεότερου ελληνισμού, τον Νίκο Ζαχαριάδη, τα περίφημα γκουλάγκ. Ο συγγραφέας ακούραστα και με λεπτομέρειες αναπλάθει τη σοσιαλιστική περιπέτεια των ανθρώπων της ελληνικής Αριστεράς, οι οποίοι εγκαταλείφθηκαν απ’ όλους, κρατώντας μόνο τη συνείδησή τους. Κι όπως ισχυρίζεται ο ήρωας του βιβλίου, η συνείδηση αρκεί για να πετάξει κανείς!

Σε μια χώρα με άπλετο ζηλευτό φως που ταυτίστηκε με τον μεγαλύτερο οικουμενικό πολιτισμό, ακόμα και οι νύχτες λάμπουν. Η νύχτα είναι η καταφυγή των καταραμένων, όλων εκείνων που ξεβράζει το ολόλαμπρο ημερήσιο φως, σπρώχνοντάς τους στο περιθώριο, στις μελαγχολικές σκιές της ζωής. Η νύχτα διατηρεί την παραβατική της αίγλη κι όλα εκείνα τα πολύτιμα μυστικά, τους ανολοκλήρωτους πόθους, την απελπισία, τους έρωτες, τα συναισθήματα, τις ονειροπολήσεις, τη μέθη για ζωή. Παρ’ όλα αυτά, η ανθρωπότητα έζησε τα μεγαλύτερα εγκλήματά της μέρα μεσημέρι. Τη νύχτα είχε όλο το χρόνο να βυθιστεί στις τύψεις της, στην απελπισία της, στην αγριότη-

Ντόρα Μηναΐδη Μαρία Φακίδη Παζάρια, μυρωδιές και χρώματα Κείμενα: Νότα Παντελεάκη Εκδόσεις Μίλητος Σελ. 456 Όταν μιλάμε στην εποχή μας για την αγορά, ουδόλως έρχεται στο μυαλό μας η δημοκρατία, ούτε βέβαια τα ιστορικά παζάρια του εμπορίου, όπως αυτά της Ανατολής που μας είναι περισσότερο γνωστά, γιατί παζάρια υπάρχουν σ’ όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, διαλαλώντας τις πραμάτειες τους. Τα παζάρια, πέρα από ένα οικονομικό αλισβερίσι, αποτελούσαν και αποτελούν –όπου επιβιώνουν σαν είδος αγοράς– ένα αισθητικό φαινόμενο που διακρίνεται για την πολυχρωμία του και τον ευφάνταστο τρόπο της λειτουργίας του. Ένα βασικό τους στοιχείο είναι η ζωντάνια τους, η βουή τους, όπως και τα χέρια, όπου θαρρείς ανταλλάσσεται η ζωή αλλά και λογαριάζεται η επιτυχία ή η αποτυχία της αγοράς. Τα παζάρια μοιάζουν με τόπους θαυμάτων, εκεί που όλα μπορούν να υπάρξουν, μέσα σε μια παραμυθένια ατμόσφαιρα. Κυρίως μας ανακαλούν την αίσθηση ενός κόσμου μακρινού, του παρελθόντος κόσμου, που διατηρείται θαρρείς ζωντανός όσο διαρκεί το παζάρι. Πρόκειται για ένα μοναδικό φωτογραφικό λεύκωμα, σαν οδοιπορικό, στους φανταστικούς αυτούς τόπους όπου οι εποχές βρίσκονται εκτός χρόνου. Το λεύκωμα μας ταξιδεύει στη φαντασία όλων εκείνων των πολιτισμών που χρωμάτισαν τη ζωή με τα ήθη τους, τις συνήθειές τους και κυρίως με την αυθορμησία των συναλλαγών που άφηναν περισσότερα περιθώρια ευτυχίας στη ζωή. Η δουλειά των δύο αυτών κυριών είναι εξαιρετική, διεισδυτική και οξυδερκής. Μας χαρίζουν ένα αναπάντεχο ταξίδι από σελίδα σε σελίδα, το ψυχανέμισμα της ατμόσφαιρας των ανά τον κόσμο παζαριών, εκεί που το πάρε-δώσε της ζωής παραμένει ελεύθερο και η ζωή κρατά αυθεντικά τη χαρά και τη λύπη της.

τα της μοναξιάς και των πράξεών της. Αυτά τα κόμικς, όπου η απουσία του φωτός επιβάλλει την παρουσία του ταλέντου, που λάμπει φωτίζοντας σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης, χαρακτήρες ατίθασους και σκληρούς και ταυτόχρονα φοβισμένους και τρυφερούς, καθιστούν τον Μητσομπόνο ποιητή των σκιών. Όλες οι ζωές που περιγράφονται ζουν υπό σκιάν πράξεων και συναισθημάτων νυχτερινών. Είναι όλες εκείνες οι υπάρξεις που τρέφονται από τα σκοτάδια, την ώρα που αρχίζουν οι φοβικές ιστορίες από τα πιο φοβισμένα πλάσματα της μέρας. Οι ιστορίες που συγκινούν τον Μητσομπόνο είναι αυτές που ξεφεύγουν, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, από τον στενό

κορσέ της κοινωνίας. Αυτή η επιμονή του στους σκοτεινούς ήρωες και τις περιπέτειές τους τον συνδέει με μια παιδική αθωότητα, που επιμένει να διατηρείται ακμαία και στα χρόνια της ωριμότητας. Στην ουσία είναι μια έντονη κοινωνική διαμαρτυρία απέναντι στις άγριες εκφάνσεις του βίου. Γι’ αυτό κι όλοι οι ήρωες, καλοί και κακοί, απολαμβάνουν ίσων αποστάσεων από το γραφιστικό πενάκι του Μητσομπόνου. Έτσι κι αλλιώς, η επιλογή των νυχτερινών τόπων διαλαλεί το πάθος του δημιουργού στη σκοτεινή γεωγραφία. Μετά τον εξαιρετικό «Φιλ Ποτ», η περιπέτεια συνεχίζεται «Μετά τα μεσάνυχτα», γι’ αυτό μην τη χάσετε με τίποτα!

Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ Τζάνκι Μετάφραση: Γιώργος Μπέτσος Εκδόσεις Τόπος Σελ. 348 Πρόκειται για την οριστική έκδοση ενός βιβλίου-θρύλου, ενός βιβλίου που πραγματεύεται μια εφιαλτική πραγματικότητα, η οποία καθώς φαίνεται χειρίζεται σταθερά τις ανθρώπινες αδυναμίες και τις σκοτεινές πλευρές της ζωής. Κατά καιρούς έχουν αναπτυχθεί διάφορες γοητευτικές θεωρίες για το μοναδικό ταξίδι που προσφέρουν τα ναρκωτικά. Προφανώς ζητήματα όπως η εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες δεν αποτελούν εύκολη υπόθεση και κυρίως δεν αντιμετωπίζονται μέσα από ηθικές παραινέσεις. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι μικρός ακόμα ο Μπάροουζ, όπως γράφει στον πρόλογό του, άκουσε τη διήγηση μιας υπηρέτριας σχετικά με το κάπνισμα. Η διήγηση του εντυπώθηκε τόσο που σκέφτηκε «Θα καπνίσω και εγώ όπιο όταν μεγαλώσω». Μέσα από αυτό το μοναδικό για τα ναρκωτικά βιβλίο καταγράφεται και η ιστορία τους, μαζί με αυτή των συμπεριφορών που παρατήρησε ο συγγραφέας από τη σαραντάχρονη μάχη που έδωσε μαζί τους. Έχοντας το θλιβερό προνόμιο της πολύχρονης εμπειρίας στη χρήση των ναρκωτικών, ο Μπάροουζ όταν μιλά γι’ αυτά, μιλά για κάτι δικό του, κάτι που βγαίνει από τα έγκατα της δικής του ζωής, κάτι που ταυτίζεται με την ύπαρξή του. Βιβλίο που μιλά για δηλητήρια και φαρμακωμένους, το μόνο που φαίνεται ότι δεν έχει ανάγκη είναι οι σχετικές νομοθεσίες που συνεταιρίζονται τις αυστηρές επιστημονικές επισημάνσεις της ιατρικής, όπως και την πνευματική τρομοκρατία της ηθικής. Η παρούσα έκδοση πραγματοποιείται με αφορμή τα πενήντα χρόνια από την έκδοση του βιβλίου και βασίστηκε στα πρωτότυπα χειρόγραφα αλλά και τη σύγχρονη βιβλιογραφία, αποκαθιστώντας έτσι τις κατά καιρούς αλλοιώσεις των διάφορων εκδόσεων του έργου.


CINE Π Ο ΝΤΙ ΚΙ

ΠΟΝΤΙΚΙart 10-16.12.09

Του Γιώργου Ν. Κορωναίου

Μπορεί το ντοκιμαντέρ του Μάικλ Μουρ να μη βρίσκε��αι στη λίστα των υποψήφιων για την πεντάδα των Όσκαρ ντοκιμαντέρ, το φιλμ της Λόνε Σέρφινγκ όμως και ειδικά η πρωταγωνίστριά του φιλοδοξούν να «χρυσωθούν». Κάτι που θα άξιζε, αν υπήρχε δικαιοσύνη, και στην εξαιρετική βρετανική σάτιρα «Πόλεμος εκτός προγράμματος» Καπιταλισμός: Ιστορία ενός έρωτα Συνεχίζοντας τον δικό του δρόμο και τρόπο με τον οποίο ορίζει το κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ, ο Μάικλ Μουρ, σκηνοθέτης του «Φαρενάιτ 9/11» και του «Sicko», στρέφει αυτή τη φορά τα βέλη του εναντίον του αμερικανικού οικονομικού συστήματος, των τραπεζών και του χρηματιστηρίου, του ίδιου του καπιταλισμού. Τοποθετώντας και πάλι τον εαυτό του στο κέντρο της ταινίας, αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα που γεννώνται στον μέσο Αμερικανό και προσπαθεί στη διάρκεια των δύο ωρών της ταινίας του να βρει τις απαντήσεις. Στην πραγματικότητα αυτό που αναζητά είναι πώς ένα σύστημα επιτρέπει σε χιλιάδες φτωχούς πολίτες να χάνουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους και αφήνει μια ολιγαρχική ομάδα να πλουτίζει με αισχρό τρόπο εις βάρος τους. Όπως κάθε φορά, έτσι κι εδώ μπορείς να κατηγορήσεις τον Μάικλ Μουρ για πολλά, ξεκινώντας από την προσωποκεντρική φύση των ταινιών του και καταλήγοντας πιο ουσιαστικά στη λαϊκίστικη υφή τους, όμως δεν μπορείς να αγνοήσεις πως είναι αποτελεσματικές, τόσο σαν κάλεσμα προς αφύπνιση όσο και σαν πετυχημένο σινεμά. Ο Μουρ μπλέκει κι εδώ σε σωστές δόσεις την καταγγελία με τη συγκίνηση, την έρευνα με το χιούμορ, το δράμα με την κωμωδία. Μπορεί τα συμπεράσματά του για την κατάσταση της Αμερικής σήμερα να είναι λιγάκι εύκολα κι αυταπόδεικτα, τα στοιχεία που παρουσιάζει όμως όχι μόνο αρκούν για να δικαιολογήσουν την ύπαρξη της ταινίας του, αλλά κατορθώνουν να πείθουν και να προβληματίζουν, πέρα από το κοινό των «καλλιτεχνικών αιθουσών» της Ευρώπης, τους θεατές που για χρόνια ζούσαν με το αμερικανικό όνειρο και που τώρα βγαίνουν κλονισμένοι από τις αίθουσες των multiplex, έχοντας μόλις ανακαλύψει ότι αυτή η ιστορία αγάπης δεν έχει αίσιο τέλος. Σκηνοθεσία: Μάικλ Μουρ. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 117΄

Πόλεμος εκτός προγράμματος Στις παραμονές ενός πολέμου που δεν κατονομάζεται, αλλά που είναι απολύτως σαφές ότι δεν είναι άλλος από την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, ένας βρετανός υπουργός θα κάνει μια ραδιοφωνική δήλωση που θα προκαλέσει αναταραχές σε διεθνές επίπεδο. Μπορεί τα όσα θα πει και οι λέξεις που θα χρησιμοποιήσει να μη σημαίνουν απολύτως τίποτα, όμως ακόμη και η δημόσια αναγνώριση της πιθανότητας ενός πολέμου θα τον μεταμορφώσουν σε μήλο της έριδος –ανάμεσα στις αντικρουόμενες

39/15

της από καρκίνο, μπλέκεται με την ιστορία μιας γυναίκας που θρηνεί τον θάνατο των παιδιών της στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και που ερωτεύεται έναν νεαρό αγνοώντας ότι είναι άρρωστη. Η ταινία του Βάιντα κεντρίζει το ενδιαφέρον περισσότερο σαν πείραμα παρά σαν ολοκληρωμένη ταινία, ειδικά υπό το φως της γνώσης του θανάτου του συζύγου της πρωταγωνίστριας και συνεργάτη του Βάιντα στη διάρκεια των γυρισμάτων.

«Πόλεμος εκτός προγράμματος»

φατρίες των αμερικανών συναδέλφων του που θέλουν ή δεν θέλουν τον πόλεμο– και σε επικίνδυνο παίκτη στις τάξεις της βρετανικής κυβέρνησης, η οποία μοιάζει ανίκανη να αποφασίσει ποια στάση θα τηρήσει. Κι αν ένα φιλμ για τις διπλωματικές κινήσεις και τα παρασκήνια των πολιτικών αποφάσεων πιθανότατα δεν μοιάζει σαν το καταλληλότερο υλικό για κινηματογραφική διασκέδαση, στους περισσότερους το φιλμ του Αρμάντο Ιανούτσι είναι με διαφορά η καλύτερη πολιτική σάτιρα που είδαμε στη μεγάλη οθόνη εδώ και πολλά χρόνια. Απόλυτα «ενημερωμένη» για τα όσα συμβαίνουν πίσω από τις κλειστές πόρτες των κυβερνητικών γραφείων, δηλητηριώδης στο χιούμορ της και άψογη στο κωμικό της timing, κάνει μέσα από τον φακό της σάτιρας μια από τις πιο αιχμηρές δηλώσεις πάνω στην πολιτική πραγματικότητα των ημερών μας. Σκηνοθεσία: Αρμάντο Ιανούτσι. Πρωταγωνιστούν: Πίτερ Καπάλντι, Τομ Χολάντερ, Τζίνα ΜακΚι, Τζέιμς Γκαντολφίνι κ.ά. Χώρα: Μ. Βρετανία. Διάρκεια: 105΄

Μια κάποια εκπαίδευση Στην πραγματικότητα περισσότερες από μια «εκπαιδεύσεις» περιμένουν τη νεαρή ηρωίδα της Λόνε Σέρφιγκ στη διάρκεια της ταινίας. Η Κάρεϊ Μάλιγκαν, μια νεαρή βρετανίδα ηθοποιός σε έναν ρόλο που θα την κάνει σταρ και που σύμφωνα με τις προβλέψεις θα τη φέρει στην πεντάδα των Όσκαρ, υποδύεται ακαταμάχητα ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, το οποίο δεν μπορεί να περιμένει μέχρι τη στιγμή που θα γευτεί την αληθινή ζωή. Μπορεί να ονειρεύεται την Οξφόρδη σαν το εισιτήριο που θα την πάρει μακριά από τη μικροαστική στενοκεφαλιά του πατρικού σπιτιού της, όμως η ώρα της θα έρθει γρηγορότερα απ’ ό,τι περίμενε, όταν θα γνωρίσει και θα ερωτευθεί έναν άντρα που έχει τα διπλάσια χρόνια της και ο οποίος θα της δείξει την όμορφη, λαμπερή πλευρά της ζωής. Όμως, όπως συνήθως γίνεται σε κάθε παραμύθι, η σκοτεινή πλευρά του ονείρου δεν θα αργήσει να κάνει την εμφάνισή της και, ακριβώς όπως γίνεται στην αληθινή ζωή, το τέλος δεν θα είναι απαραίτητα ευτυχές για όλους. Ωστόσο, σε αυτή την ανεπιτήδευτα γοητευτική ιστορία ενηλικίωσης, τα μαθήματα που παίρνει τόσο η ηρωίδα όσο και οι θεατές είναι πρωτίστως πνευματικής και ηθικής φύσης. Όλα δείχνουν φυσικά κι απροσποίητα σε αυτή την αληθινή ιστορία μιας ζωής, που μεταφέρει με λεπτότητα και λεπτομέρεια στην οθόνη το σενάριο του Νικ Χόρνμπι και η εξαιρετική σκηνοθεσία της Σέρφιγκ και μεταμορφώνουν σε λεπτή απόλαυση το θαυμάσιο καστ και η εντυπωσιακά αληθοφανής αναπαράσταση μιας

εποχής, που έμοιαζε μόνο επιφανειακά πιο αθώα ή έστω διαφορετική από τη δική μας. Σκηνοθεσία: Λόνε Σέρφιγκ. Πρωταγωνιστούν: Πίτερ Σάρσγκααρντ, Κάρεϊ Μάλιγκαν, Άλφρεντ Μολίνα, Έμα Τόμσον κ.ά. Χώρα Μ. Βρετανία. Διάρκεια: 100΄

Ακόμη Γλυκεία έξαψη, του Αντρέι Βάιντα Ο μονόλογος μιας ηθοποιού που χάνει τον άντρα

Τα όρια του ελέγχου, του Τζιμ Τζάρμους Ένας δολοφόνος διασχίζει την Ισπανία σε μια αποστολή και συναντά μια σειρά από χαρακτήρες στην πορεία. Με ένα σχηματικό σενάριο που απέχει ελάχιστα από το να καταντήσει γελοίο το φιλμ, διασώζεται μόνο από την ατμοσφαιρική σκηνοθεσία του Τζάρμους, την εξαιρετική μουσική και τη δουλειά στα σκηνικά, αλλά αποτελεί μια από τις πιο ανούσιες και βαρετές ταινίες που θα δείτε όλο το χρόνο. Η κληρονόμος, του Παναγιώτη Φαφούτη Η χήρα ενός προέδρου μιας ποδοσφαιρικής ομάδας ανακαλύπτει ότι θα πρέπει να κρατήσει την ομάδα στην Α΄ κατηγορία, προκειμένου να κρατήσει και την περιουσία της. Αδιάφορη κωμωδία, που θυμίζει κατά στιγμές κακοσκηνοθετημένη βιντεοταινία. Μαραντόνα, του Εμίρ Κουστουρίτσα Ντοκιμαντέρ για τον Μαραντόνα (αλλά και τον Κουστουρίτσα) από τον σερβοβόσνιο σκηνοθέτη, μόνο για όσους ενδιαφέρει ο μύθος του ενός ή ο «μύθος» του άλλου.


16/40

ΣΥΝ ΠΛΗΝ

+

Στον Νίκο Μαστοράκη για τη ματιά του πάνω στον «Αμπιγιέρ» του Ρόναλντ Χάργουντ. Σκηνοθέτησε το έργο κρατώντας τις ισορροπίες, αναδεικνύοντας τους χαρακτήρες, εστιάζοντας στο πρωταγωνιστικό δίδυμο, παραδίδοντας μια παράσταση ατμοσφαιρική, με υπόγειο συναίσθημα, με γέλιο και συγκίνηση, με φως αλλά και σκοτάδι, μοναξιά, φόβο, αδιέξοδα.

+

Στον Γιώργο Κωνσταντίνου για την ερμηνεία του στο ρόλο του Σερ στον «Αμπιγιέρ». Αν νομίζετε ότι θα σας θυμίσει εποχές Περοκέ, εύκολα θεάματα και τριτοκλασάτες επιθεωρήσεις κάνετε λάθος. Εδώ δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Απεκδύεται τον μανδύα του ευτελούς και ενδύεται αυτόν του σαιξπηρικού ηθοποιού που πεθαίνει στο σανίδι. Πέρα από την ερμηνεία του, αυτό είναι και το πιο γοητευτικό στοιχείο. Το πώς «εξαγνίζει» το παρελθόν του. Στο πλευρό του ο Χρήστος Στέργιογλου στο ρόλο του Αμπιγιέρ, σε μια ερμηνεία ευαίσθητης ισορροπίας, τρυφερής αφοσίωσης κι αγάπης.

+

Το cd «Sonia Theodoridou Sings Jacques Brel». Η ελληνίδα σοπράνο είναι μία από τις λίγες λυρικές φωνές που μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις (άλλη τοποθέτηση, άλλο αίσθημα) του μη κλασικού ρεπερτορίου. Ερμηνεύοντας τις μπαλάντες του μεγάλου βέλγου τραγουδοποιού το πιστοποιεί.

+

Στον Πάνο Μουζουράκη, την Άντα Λιβιτσάνου, την Αντιγόνη Ψυχράμη, αλλά και σε όλους τους ηθοποιούς που υποστηρίζουν την παράσταση «Rent». Τραγουδούν ωραία, παίζουν και χορεύουν, σε μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια για να ανέβει ένα ροκ μιούζικαλ στη χώρα μας. Ο Αργύρης Αγγέλου επαρκέστατος σε ένα ρόλο που απαιτεί υποκριτικές, αλλά κυρίως φωνητικές και χορευτικές ικανότητες. Ο Μίνως Θεοχάρης εντυπωσιακός –όχι μόνο εμφανισιακά– σαν Έιτζελ.

+

Με τις αέρινες κινήσεις τους και την απόλυτη συμμετρία, οι Momix εντυπωσίασαν και πάλι το κοινό της Αθήνας. Με την ανθρώπινη φύση να φτάνει στα άκρα, η ομάδα του Μόουζες Πέντλετον μας ταξίδεψε εκεί που μόνο η φαντασία του απλού ανθρώπου μπορεί να φτάσει. Εύγε!

+

Δείχνοντας για μια ακόμη φορά ότι αν μη τι άλλο ο υπουργός Πολιτισμού είναι άνθρωπος των ημερών του, μπορεί να

προανήγγειλε μέτρα εναντίον της πειρατείας στο Διαδίκτυο, δεν μπόρεσε όμως να μην παρατηρήσει το προφανές, πως δηλαδή οι έλληνες καλλιτέχνες και οι εταιρείες διανομής του καλλιτεχνικού έργου τους έχουν αργήσει απελπιστικά να ανέβουν στο τρένο της τεχνολογίας, αφήνοντας τη διαδικτυακή αγορά ελεύθερο πεδίο στη δράση των «πειρατών». «Έχω την αίσθηση ότι το μεγαλύτερο μέρος των πολιτιστικών έργων του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού δεν είναι διαθέσιμο σε όποιον θέλει να έχει νόμιμη πρόσβαση», δήλωσε ο κ. Γερουλάνος, υπογραμμίζοντας το αυτονόητο, πως μερικές φορές δηλαδή δεν φταίει μόνο ο φονιάς.

+

Στην εξαιρετική έκθεση έργων του Γιάννη Μόραλη και των καθηγητών της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών που τίμησαν το δάσκαλό τους. Η αναγνώριση του Μόραλη και του σπουδαίου έργου του από τους συναδέλφους του και τους φοιτητές της ΑΣΚΤ αποδείχθηκε και από το μεγάλο πλήθος που τον υποδέχθηκε στα εγκαίνια, αλλά και από τους πολλούς επισκέπτες στην Πειραιώς 256.

+

Στον δημοσιογράφο Ανδρέα Ζούλα, βετεράνο του πολιτικού ρεπορτάζ, ο οποίος εκμεταλλεύθηκε κατά τον πλέον αρμόζοντα τρόπο τη συνταξιοδότησή του από το αχάριστο επάγγελμά μας. Μεταφράζει ανελλιπώς κλασικά έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Μάλιστα τα αποδίδει σε «ισοσυλλαβία», δηλαδή μία δική του ποιητική τεχνική, μία μεταφραστική καινοτομία. Μόλις εκδόθηκε το τελευταίο πόνημά του, έξι έργα της Αττικής κωμωδίας.

+

Στους υπεύθυνους των ιστορικών εκδόσεων Μαμούθ Κόμικς Πάνο Κουτρουλάρη και Γιώργο Τσίτσιβιτς, διότι επιβιώνουν επί 30 ολόκληρα χρόνια μέσα σε ένα εχθρικό για τα κόμικς περιβάλλον. Δικαίως τους έδωσε το λόγο το «Κ» της «Καθημερινής», για να πουν όχι μόνον πόσο συναρπαστική είναι η ζωή με τον Λούκι Λουκ, αλλά και πόσο «τρελαίνονται» οι γάλλοι εκδότες όταν ακούν π.χ. ότι στην Ελλάδα «η εφορία θέλει τα τιμολόγια μεταφρασμένα και μάλιστα με συγκεκριμένο τρόπο».

+

Στον Κωνσταντίνο Βήτα, γιατί όσο μεγαλώνει τόσο πιο ανεκτικός γίνεται μέσα από αυστηρά προσωπικές επιλογές. Αντιφατικό; Καθόλου. «Είναι η στιγμή που αρχίζεις να διακρίνεις τη διαχωριστική γραμμή που έχεις φτιάξει γύρω σου και ανακαλύπτεις πως όλα και όλοι είναι κομμάτια σου. Είναι η αγάπη που φοβόμαστε να δούμε», λέει.

Στον Πέτρο Ζούλια (1) για τη διασκευή και το κείμενο της παράστασης οι «Επισκέπτες». Κάτι ήθελε να πει περί του αν μας δινόταν δεύτερη ευκαιρία στη ζωή και χρησιμοποίησε ως όχημα τη νουβέλα του Χένρι Τζέιμς «Το στρίψιμο της βίδας». Τι δογματικός χριστιανισμός, τι μετεμψύχωση, τι κοινότοπα τσιτάτα, όλα αλεσμένα στον μύλο του κειμένου και παρουσιασμένα στη σκηνή. Καλά, κι εμείς έχουμε διαβάσει στη ζωή μας. Δεν λέμε όμως ότι είμαστε ο Προυστ. Και κυρίως δεν προσπαθούμε να πείσουμε και τους άλλους.

Στο Πέτρο Ζούλια (2) για το συνολικό εγχείρημά του πάνω στο «Στρίψιμο της βίδας», που το μετονόμασε σε «Επισκέπτες». Δεν είναι μόνο ότι έμπαζε το κείμενο, όλη η παράσταση μπάταρε. Ούτε ατμόσφαιρα, ούτε απειλή, ούτε τρόμο, ούτε ψυχολογικό θρίλερ, αλλά μια απορία του τύπου «τι άλλο θα μας πουν», «τι άλλο θα μπλέξουν» φιλοσοφικώς και νοηματικώς. Μόνο η φιγούρα της Κάτιας Δανδουλάκη σαν γκουβερνάντα και οι σκηνογραφικές λύσεις του Γιώργου Γαβαλά σε ένα ανάλαφρο, όλο κουρτινένια παραβάν σκηνικό, μας κέρδισαν. Βεβαίως, όποιος είχε δει την εξαιρετική παράσταση του Θωμά Μοσχόπουλου, σχεδόν προ δεκαετίας, στον Εξώστη του Θεάτρου Αμόρε, γελούσε με αυτό που έβλεπε τώρα επί σκηνής.

Στη Θέμιδα Μαρσέλλου για τη σκηνοθεσία της στο «Rent». Τόσο στατική, τόσο ανέμπνευστη, τόσο λίγη, σαν μια χωροταξία κι αυτή «στενάχωρη». Αλλά και οι φωτισμοί (Τάσος Ζαφειρόπουλος) ανύπαρκτοι. Κι αν δεχτούμε ότι το σκηνικό, που επίσης απουσίαζε (Γιάννης Σκουρλέτης), ήταν θέμα άποψης, αλλά και ανάγκη για να μειωθεί το μπάτζετ της παραγωγής, με τους φωτισμούς τι συνέβαινε;

Η δεκαετία του ’60 υπήρξε σπουδαία. Επαναστατική. Γόνιμη. Από τότε μέχρι σήμερα, όμως, όλες αυτές οι αρετές της δείχνουν να έχουν μεταμορφωθεί σε ένα κινούμενο κλισέ, σε ένα ασφαλές μαξιλάρι μιας γενιάς, που όπως πολύ σωστά είχε τραγουδήσει ο Νίκος Πορτοκάλογλου κάποτε «πίσω απ τα μουστάκια τους γελάνε οι παλιοί / έχουν βλέπεις πίσω τους τη λάμψη του ’60 / καθάρισαν αυτοί». Τι σημαίνει η δεκαετία του ’60 σήμερα σε έναν 18άρη και γιατί να γιορτάζουμε ένα εν πολλοίς διαψευσμένο παρελθόν, όταν το παρόν μας παρασέρνει σαρωτικά προς μια

καινούργια πραγματικότητα; Λίγη τροφή προς σκέψη, με αφορμή τους εορτασμούς που οργανώνει ο Διονύσης Σαββόπουλος αφιερωμένους στο ’60 τις επόμενες εβδομάδες, εορτασμούς που δεν δοξάζουν στην ουσία τίποτα περισσότερο από την αδυναμία μιας γενιάς να αποκοπεί από το παρελθόν της, να ξεπεράσει τις εμμονές της και να κοιτάξει με θάρρος μπροστά.

Τραγούδια των Doors και των Queen παίζουν μεταξύ των άλλων οι «1550», στον Διογένη. Όπου «1550», το συγκρότημα που ανοίγει το πρόγραμμα του Αντώνη Ρέμου. Όπου Doors και Queen τα συγκροτήματα που θα προτιμούσαν να μη γράψουν κανένα τραγούδι αν ήξεραν πως κάποιο από αυτά θα ακουγότανε στον Διογένη…

Ο Δήμος Αναστασιάδης στον Σταυρό του Νότου. Πλάι στην καλλίφωνη Ελεονώρα Ζουγανέλη, η ανεπάρκεια της φωνής του εντυπωσιάζει. Ίσως να είναι ο χειρότερος τραγουδιστής που εμφανίζεται αυτή τη στιγμή σε αθηναϊκή σκηνή – των σκυλάδικων συμπεριλαμβανομένων.

Στις ερμηνείες των ηθοποιών στο «Τρίτο στεφάνι». Εξαιρείται η Εκάβη της Νένας Μεντή, η Νίνα της Φιλαρέτης Κομνηνού και ο Αντώνης του Γιάννη Νταλιάνη. Όλοι οι υπόλοιποι, είτε γιατί έπρεπε να αποδώσουν περισσότερο από έναν ρόλους είτε γιατί δεν ξέφυγαν από τις μανιέρες τους, δεν μπόρεσαν να υποστηρίξουν τους χαρακτήρες που υποδύθηκαν.

Στον Παύλο Χαϊκάλη, ο οποίος έβαλε χειμωνιάτικα το μαγιό του και κολυμπάει στα ρηχά της «άποψης». «Δεν μου αρέσει ο Λαζόπουλος. Είναι εύκολο να ζεις από το… ανόητο των άλλων», δήλωσε αφοριστικά. Μάλλον ξέχασε τη συμμετοχή του στους «Μήτσους» και έμεινε στα βιντεάκια του κάθε τηλεψώνιου τα οποία σχολιάζει ο Λάκης. Την καραμπινάτα πολιτική και μάλιστα εκλαϊκευτική διάσταση του «Τσαντιριού» μάλλον κάνει ότι δεν τη βλέπει ο κ. Χαϊκάλης.

Στην Ρένια Λουιζίδου, η οποία φαίνεται να έχει εμπεδώσει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην καριέρα και τις προφανώς περιορισμένες δυνατότητές της. Στην ερώτηση-παρατήρηση: «Σας βλέπουμε φέτος (σε σίριαλ) για μία ακόμα φορά μαμά…», απαντά με καταπληκτική ειλικρίνεια: «Ε, σε αυτές τις ηλικίες τι άλλο να παίξουμε;».

art

ΠΟΝΤΙΚΙ


Pontiki Art 134