Page 1

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

1


Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

2


Οι μικρές Φυσικές Λίμνες στην Ελλάδα ‘’ μικρών Λιμνών Εικόνες & Περιηγήσεις ’’

Περιεχόμενα Σελ.,

Πρόλογος

4

Εισαγωγή

4

1. Ήπειρος και Δυτική Ελλάδα…………………

5 - 65

2.

Μακεδονία, Θράκη και Θεσσαλία

……..…

66-141

3.

Στερεά Ελλάδα, Εύβοια και Πελοπόννησος...

143-268

4. Κρήτη και τα υπόλοιπα Νησιά………………....

275-460

5.

462-495

Θ. Σ., Κουσουρής

Ενδιαφέρουσες Υγροτοπικές Επισημάνσεις

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

3


Πρόλογος Μέσα από την πολύχρονη γνώση και εμπειρία, αναφορικά με τις Φυσικές Λίμνες στην Ελλάδα, διαπιστώθηκε ότι υπάρχει αρκετή ασάφεια ή και σχετική άγνοια ως προς την περιβαλλοντική λειτουργικότητα και αξία των ‘’μικρών Φυσικών Λιμνών’’, καθώς, ενώ αποτελούν στοιχείο του ελληνικού περιβάλλοντος, η σημαντικότητά τους -βιοποικιλότητα, δείκτες συνήθως αδιατάρακτου περιβάλλοντος, υδρολογικές λειτουργίες και αξίες, γεωμορφολογική εξέλιξη και προοπτική, στήριξη της ντόπιας ζωής με των καθημερινών ασχολιών, οικοτουριστική και άλλα- παραβλέπεται ή και θεωρείται αμελητέα, αν και αυτοί οι μικροί υγρότοποι αποτελούν αναπόσπαστο και αυτοί τμήμα του ελληνικού φυσικού περιβάλλοντος. Και σε αυτές τις μικρές λίμνες ανήκουν και θα μας απασχολήσουν στο ψηφιακό αυτό βιβλίο, μεταξύ των άλλων, και οι εκατοντάδες εποχικές Λιμνούλες της βροχής και του χιονιού στα βουνά, στους κάμπους και στις παράκτιες περιοχές, δηλαδή τα Μεσογειακά Εποχικά Τέλματα ή Λιμνία, οι γνωστές σε τοπικό επίπεδο ως Λάκκοι, Λούτσες, Κολύμπες, Αρόλιθοι, Ρουσσιές, Γούρνες, Γκιόλες, Λούμπες κ.ά.. Επίσης, στις μικρές λίμνες συγκαταλέγονται και οι Λιμνοδολίνες στις καρστικές περιοχές, οι Ορεινές λίμνες στην αλπική και υποαλπική ζώνη (π.χ., Δρακόλιμνες, Ορεινοί Βάλτοι, Λάκκοι, Λιμνοπηγές), οι χιλιάδες Κολυμπήθρες ή Φυσικές Πισίνες ή Λιμνούλες που σχηματίζονται μέσα σε βυθίσματα-κοιλώματα της κοίτης των ποταμών και των δέλτα τους, στα φαράγγια ή και σε πηγές, οι Βάθρες ή Βόθνες ή Λιμνούλες στη βάση των καταρρακτών, αλλά και οι Ημιφυσικές ή Τεχνητές μικρές λίμνες (π.χ., Λεπιδόλακκοι, Μπάρες, Λούμπες) σε ορυχεία, λατομεία και άλλες κοιλότητες του εδάφους που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν από τις δραστηριότητες του ανθρώπου (π.χ., από τη λήψη υλικών οδοποιίας, οικοδομικών και άλλων εργασιών). Σημειώνεται ότι στο βιβλίο αυτό δεν λήφθηκαν υπόψη οι τεχνητές λίμνες, οι λιμνοδεξαμενές, πολλά από τα έλη και τις λιμνοθάλασσες, και άλλοι υγρότοποι που απέχουν από το χαρακτηρισμό ‘’μικρές Φυσικές Λίμνες στην Ελλάδα’’. Υπενθυμίζεται ότι για τις μεγάλες ‘’Φυσικές Λίμνες στην Ελλάδα’’ μπορείτε να ενημερωθείτε από τη ψηφιακή έκδοση http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-greece/. Τα κείμενα αυτού του ψηφιακού βιβλίου, αντλήθηκαν μέσα από σχετικές ιστοσελίδες -περιηγητικές, οδοιπορικές και αναρριχητικές εξορμήσεις- διαφόρων επιστημονικών και φυσιολατρικών φορέων, το πρόγραμμα ‘’Οι προστατευόμενες Περιοχές Natura 2000 στην Ελλάδα’’ της Ελληνικής Εταιρίας Προστασίας της Φύσης, το έργο ‘’Δίκτυο Natura 2000’’ του ΥΠΕΧΩΔΕ, το πρόγραμμα Υγροσκόπιο Νήσων ‘’Προστασία των Νησιωτικών Υγρότοπων της Ελλάδας´´ του WWF Ελλάς (http://oikoskopio.gr), και από πολλούς ιστοχώρους οικολογικού, περιβαλλοντικού, τουριστικού, φυσιολατρικού χαρακτήρα κ.ά. (π.χ., http://www.naturagraeca.com, http://www.partetavouna.gr, http://www.adventure.com, http://www.skyrunners.com, http://www.go-mrp.com, http://www.routes.gr, http://www.web-Greece.gr, http://www.hellaspath.gr, http://ellas2.wordpress.com). Οι πηγές άντλησης των πληροφοριών, αλλά και οι φωτογραφίες που παρατίθενται στα επιμέρους κείμενα, έγιναν με γνώμονα τη σχετικά ενιαία αποτύπωσή τους με σταχυολόγηση ή και διασκευή των επιμέρους πρωτοτύπων κειμένων. Ως εκ τούτου στα σταχυολογημένα κείμενα υπάρχει σχετική ανομοιογένεια συντακτική και γραμματική. Ωστόσο, ευχαριστούμε ανώνυμους και επώνυμους κειμενογράφους, φωτογράφους, αλλά και φίλους με έγκυρες και εύστοχες παρατηρήσεις, καθώς χωρίς αυτούς δεν θα ήταν δυνατή αυτή η ψηφιακή έκδοση.

Εισαγωγή. Και μια που μιλάμε για μικρές σε μέγεθος φυσικές λίμνες, οι προοπτικές διατήρησης και προστασίας αυτών των οικοσυστημάτων και υδατοσυλλογών, λαμβάνει επείγοντα χαρακτήρα, καθώς οι κλιματικές αλλαγές, ιδιαίτερα στο Μεσογειακό χώρο, αποτελούν έναν επιπλέον παράγοντα υποβάθμισης ή και εξαφάνισης αυτών των υγροτοπικών ψηφίδων του ελληνικού περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι η νότια Ευρώπη και το σύνολο της λεκάνης της Μεσογείου συγκαταλέγονται στις πλέον ευάλωτες περιοχές στην κλιματική αλλαγή της Ευρώπης, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και των μειωμένων βροχοπτώσεων. Από τα υγροτοπικά συστήματα, πολλά εφήμερα αναμένεται να εξαφανιστούν και πολλά μόνιμα να συρρικνωθούν. Επίσης, η κλιματική αλλαγή ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά τα μεσογειακά λιμναία οικοσυστήματα, από άποψη διαθεσιμότητας και ποιότητας νερού. Ειδικότερα οι παράκτιοι υγρότοποι είναι ευπαθείς στην ανύψωση της στάθμης της θάλασσας, σε μεταβολές στη συχνότητα και την ένταση των καταιγίδων, καθώς και στη διάβρωση, στις κατολισθήσεις και τις πλημμύρες. Μέχρι σήμερα, οι περισσότεροι μεσογειακοί υγρότοποι φαίνεται ότι έχουν σχετικά προσαρμοστεί σε εποχιακές αλλαγές των κλιματικών συνθηκών που αντανακλούν κυρίως σε μεταβολές στην υδροπερίοδό τους. Ωστόσο, η κλιματική αλλαγή αναμένεται να τους επηρεάσει, αν και δεν φαίνεται να είναι ο μόνος παράγοντας μεταβολής τους. Επίσης, οι σύγχρονες κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές έχουν επιδράσει στους υγροτόπους και στο παρελθόν και αναμένεται να τους επηρεάσουν και κατά τον τρέχοντα αιώνα. Παλαιότερα, οι υγρότοποι κινδύνευαν από αποξηράνσεις και αλλαγή στις χρήσεις της γης. Σήμερα κινδυνεύουν και από την κλιματική αλλαγή και από τις καταπατήσεις και τη ρύπανση, ενώ η πίεση πάνω τους αναμένεται να δράσει σε συνέργια με τις πιο πάνω ανθρωπογενείς πιέσεις. __________

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

4


1. Ήπειρος και Δυτική Ελλάδα

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

5


1. Οι μικρές Λίμνες στην Ήπειρο και στη Δυτική Ελλάδα

Περιεχόμενα 1.1

Σελ.

Εισαγωγή Αλπικές και Υποαλπικές Λίμνες και Λιμνία στην Ήπειρο

7 8-22

(Οροπέδιο Λιμνών, Διαδρομές προς τα Εποχικά Λιμνία, Δρακόλιμνη Αετομηλίτσας, Δρακόλιμνη Τύμφης ή Γκαμήλας, Δρακόλιμνη Σμόλικα, Λίμνη Ζορίκα, Λίμνη Λάκκου ή Αρβανίτα)

1.2

Πεδινές και Ημιορεινές Λίμνες και Λιμνία στην Ήπειρο

22-33

(Λίμνη Βηρός ή Πηγών Λούρου, Λίμνη Ζαραβίνα, Λίμνη Ζηρός, Λίμνη Καλοδίκι, Μεσογειακά Εποχικά Λιμνία στη Θεσπρωτία, Λίμνη Ριαχόβου και Βοϊδόλιμνες, Λίμνη Τούμπα)

1.3

Λιμνοδολίνες στη Δυτική Ελλάδα (Αιτωλοακαρνανία)

33-37

(Λίμνες Ξηρόμερου, Λίμνες Βόνιτσας-Ακτίου)

1.4

Βάθρες ή Βόθνες, Φυσικές Πισίνες, Κολυμπήθρες στην Ήπειρο

38-43

(Βόθνες Κεραμίτσας, Βάθρες ‘’Μπαλντα ντι Στρίγκα’’, Οβίρες Ρογκόβου, Λίμνες ποταμού Αχέροντα) 1.5

Λίμνες στα Δέλτα των Ποταμών Αχελώου και Καλαμά (Λίμνες στο δέλτα του ποταμού Αχελώου, Λιμνοθάλασσες στο δέλτα του ποταμού Καλαμά)

1.6

Λίμνες

43-48 και

Ενδιαφέρουσες Περιγραφές, Αναμνήσεις, Μαρτυρίες

48-65

(Ο Αλπικός Τρίτωνας στην Ελλάδα, Η Βίδρα στην Ελλάδα, Μαρτυρίες:Οι λίμνες Ιωαννίνων και Λαψίστας, Άλλοτε, Μια Θάλασσα από Λίμνες: Αμβρακικός, Τα ιστορικά Πηγάδια στο Σούλι)

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

6


Εισαγωγή Η ΄Ηπειρος και η Δυτική Ελλάδα-Αιτωλοακαρνανία, περιφέρειες με σχετικά μικρές εκτάσεις (περίπου 9200 τ.χλμ., και 5450 τ.χλμ., αντίστοιχα, διαθέτουν και αντιπροσωπεύουν περίπου το 7% και το 4%, αντίστοιχα της συνολικής έκτασης της Ελλάδας), χαρακτηρίζονται ως οι πλέον υγροτοπικές και υγροφόρες περιοχές της χώρας μας, με πλειάδα από σχετικά μεγάλες σε έκταση φυσικές λίμνες (π.χ., Τριχωνίδα, Παμβώτιδα, Λυσιμαχεία, Αμβρακία, Οζερός, Βουλκαριά), από τεχνητές λίμνες (π.χ., Κρεμαστά, Καστράκι, Στράτος, Πουρνάρι Ι και ΙΙ, Πηγές Αώου, Ράγιο στον Καλαμά), ενώ τα παράλιά τους είναι γνωστά για την παρουσία μεγάλων και παραγωγικών λιμνοθαλασσών (π.χ., Μεσολόγγι, Αιτωλικό, Αμβρακικός, Σαγιάδας-Καλαμάς), ενώ την ενδοχώρα τους διαρρέουν μεγάλα και μικρά ποτάμια (π.χ., Αχελώος, Άραχθος, Εύηνος, Μόρνος, Λούρος, Καλαμάς, Αχέροντας, Αώος, Βοϊδομάτης), δέλτα ποταμών (π.χ., Αχελώος, Καλαμάς), επίπεδα λασποτόπια και υγρά λιβάδια, έλη, βάλτους, χείμαρρους και ρυάκια. Εξάλλου, αυτές οι γεωγραφικές περιοχές, φιλοξενούν και ένα πολύ σημαντικό αριθμό από μικρές σε έκταση υδατοσυλλογές και υγροτοπικά οικοσυστήματα, τα οποία συγκαταλέγονται στα πλέον ευαίσθητα και που συμπληρώνουν τη σημαντικότητα και μωσαϊκότητα του ελληνικού περιβάλλοντος για τη βιοποικιλότητα και την περιβαλλοντική κληρονομιά. Σε αυτά, μεταξύ των άλλων περιλαμβάνονται, μικρές φυσικές λίμνες, εποχικές λιμνούλες, και άλλες μικρές υγροτοπικές περιοχές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτών των μικρών φυσικών οικοσυστημάτων και υδάτινων σωμάτων στην Ήπειρο, είναι οι αλπικές και υποαλπικές λίμνες –εποχικές ή και μόνιμες στις ορεινές περιοχές (αριθμούν περισσότερα από 50 υδάτινα σώματα), οι λίμνες Ζαραβίνα, Ζηρός, Τούμπα Ιωαννίνων, Βυρός Τερόβου, η λίμνη και ο βάλτος Καλοδίκι, οι Μεσογειακές εποχικές λίμνες στη Θεσπρωτία, (μεταξύ Παραμυθιάς και Μαργαρίτι οι Λιμνοπούλα, Προντάνη, Κυρά Παναγιά, Μεσοβουνίου, Κανέτα, Παλαιόκαστρου, Βουλίτσα), οι μικρές λίμνες-έλη στη Λωρίδα της Σαγιάδας Θεσπρωτίας (Φτελιάς, Μαντήλα, Παγανιά, Παραλία Καλαμά, Κάτω Αετού, Νενούδα και άλλες μικρότερες και εποχικές), οι γνωστές φυσικές πισίνες-

κολυμπήθρες την ξηρή περίοδο στα ποτάμια με μειωμένη ή διαλείπουσα ροή, οι βάθρες-κοιλότητες στη βάση των καταρρακτών, οι λιμνοπηγές και άλλα. Στη Δυτική Ελλάδα, παρόμοια μικρά φυσικά υδάτινα σώματα και οικοσυστήματα είναι για παράδειγμα οι μικρές φυσικές λίμνες η Ρούστα, η Βάλιτσα στο δέλτα του Αχελώου ποταμού, το Μεγάλο και το Μικρό Λινοβρόχι (λίμνες Κομήτη και Σαλτίνη αντίστοιχα), το Λινοβρόχι Λιβαδάκου, το Λινοβρόχι Παλιαμπέλων, η Γαβού, η Αβιλαριά. και άλλα πολύ μικρά καρστικά βυθίσματα στην περιοχή του Ξηρόμερου Αιτωλοακαρνανίας. Σημειώνεται ότι, σε σχετικά πρόσφατη διδακτορική διατριβή (Γκολούμποβιτς-Δεληγιάννη, 2011- Διδακτ., Διατριβ.,, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθηνών, 315σελ., Καρστική γεωμορφολογική εξέλιξη στη δυτική, Η περίπτωση τηε περιοχής Ξηρομέρου), στην περιοχή Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας (δυτικά της λίμνης Αμβρακίας), υπάρχει σημαντικός αριθμός από φυσικές λιμνοδολίνες (αριθμούν περίπου 267, με περιοδική ή μόνιμη πλήρωση με νερό ), αλλά και ανθρωπογενείς ψευδο-δολίνες (385 τεχνητές υδροδεξαμενές στα κοκκινοχώματα ή σε ανασκαμμένα κοιλώματα ) που αντιπροσωπεύουν υδροδεξαμενές, οι οποίες αποτελούν σημαντικό στοιχείο για την επιβίωση και ανάπτυξη της περιοχής. Οι λιμνοδολίνες αυτές βρίσκονται σε υψόμετρα από 200-300 μέτρα (85%), αλλά και ψηλότερα (π.χ. σε 500-600 μέτρα υψόμετρο, βρίσκονται 24 τέτοιες λιμνοδολίνες ), ενώ το βάθος τους ποικίλει, όπως και η έκτασή τους. Οι περισσότερες φυσικές λίμνες στη δυτική και βορειοδυτική Ελλάδα έχουν κοινή προέλευση. Ανήκουν στη ζώνη των καρστικών λιμνών η οποία ξεκινά από τις νότιες Άλπεις, διασχίζει τις ανατολικές ακτές της Αδριατικής, την Αλβανία και διαμέσου της Ηπείρου, της δυτικής Μακεδονίας και της δυτικής Ελλάδας καταλήγει στην Πελοπόννησο. Δηλαδή, οι λίμνες αυτές σχηματίστηκαν, ως αποτέλεσμα ενδογενών κυρίως δυνάμεων του φλοιού της γης ( τεκτονικές κινήσεις), αλλά και εξωγενών συνθηκών, όπως είναι οι διαλυτικές διεργασίες του νερού (π.χ.,καρστικοποίηση,διάβρωση-αποσάθρωση), η δράση των πλημμυρών, η ιζηματοποίηση και άλλα..

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

7


1.1 Αλπικές και Υποαλπικές Λίμνες και Λιμνία στην ΄Ηπειρο Η γεωϊστορία της Ελλάδας μας ενημερώνει ότι πριν από περίπου 10-15 χιλιάδες χρόνια, την εποχή των τελευταίων παγετώνων που κάλυπταν τον ελλαδικό χώρο, εμφανίστηκαν πολλές φυσικές λίμνες. Κατά κανόνα περιοχές που έχουν πολλές λίμνες ήταν περιοχές που είχαν καλυφθεί από πάγους (οι περισσότερες στην Ευρώπη βρίσκονται στη Σουηδία, Φινλανδία, Νορβηγία και κάποιες στη Ρωσία ). Ανάμεσα στις ελληνικές μικρές σε μέγεθος φυσικές λίμνες ξεχωρίζουν οι ορεινές αλπικές ή και υποαλπικές λίμνες. Άλλες αποτελούν καρστικά βυθίσματα ή και συμβολή υδρογραφικών δικτύων αντίθετων κλίσεων και η πλειονότητάς τους το πιθανότερο αποτελούν κατάλοιπα των τελευταίων παγετώνων. Οι λίμνες αυτές διατηρούν σχεδόν όλο το χρόνο σχεδόν σταθερή στάθμη και αυτό αποδίδεται στην ύπαρξη είτε τοπικών αρτεσιανών φαινομένων, είτε υπόγειων πηγαδιών, είτε στο λιώσιμο του χιονιού που σε αρκετές περιοχές συμβαίνει ακόμη και τον Ιούλιο. Οι ορεινές αυτές λίμνες είναι μικρές σε μέγεθος, με λιγότερο πολύπλοκες τροφικές αλυσίδες από αυτές των πεδινών λιμνών, έχουν λιγοστά θρεπτικά συστατικά, ενώ η έντονη ηλιακή ακτινοβολία το καλοκαίρι, η έλλειψή της τον χειμώνα για αρκετούς μήνες, καθιστούν τις αλπικές και τις υποαλπικές λίμνες μοναδικά οικοσυστήματα. Όλα αυτά αποτελούν πολύτιμο υλικό για την κατανόηση και τη μέτρηση (δείκτες περιβάλλοντος) των οικολογικών διεργασιών, καθώς παρουσιάζουν μεγάλη ευαισθησία στις αλλαγές του περιβάλλοντος. Την εποχή στις υποχώρησης των τελευταίων παγετώνων από την Ευρώπη (πριν από περίπου 10-15 χιλιάδες έτη), εμφανίστηκαν ως κατάλοιπα-απομεινάρια οι αλπικές φυσικές λίμνες. Η Ελλάδα έχει περισσότερες από 60 τέτοιες λίμνες, από στις οποίες περίπου 30 είναι μεγαλύτερες σε έκταση από 1 τετραγωνικό χιλιόμετρο. Ανάμεσα σε αυτές ξεχωρίζουν οι ορεινές αλπικές λίμνες στα βουνά στις Τύμφης και του Σμόλικα, στο Γράμμο, γενικότερα στον ορεινό όγκο στις Πίνδου, στο Βελούχι, στο Καλλίδρομο, στη Γκιώνα, στα Βαρδούσια, στον Ελικώνα, στην Οίτη, στον Παρνασσό, στο Χελμό και στα Ζήρια, μέχρι και την Κρήτη στα Λευκά Όρη (Ομαλόςς Σαμαριάς) και στον Ψηλορείτη (Ομαλός Βιάννου). Οι αλπικές-ορεινές λίμνες είναι μικρές σε μέγεθος, ενώ οι περισσότερες είναι εποχικές. Συνήθως, βρίσκονται σε υψόμετρα από 1800 έως 2917 m., και το χιόνι σκεπάζει το έδαφος περίπου 6-8 μήνες. Ο συνδυασμός των αντίξοων συνθηκών (π.χ. χαμηλές θερμοκρασίες, ξηρότητα του αέρα, δυνατοί άνεμοι), καθιστούν την περίοδο βλάστησης μικρή σε χρονική διάρκεια, ενώ τα εκεί λιγοστά φυτά (ενδημούν πολλά σπάνια) έχουν αναπτύξει ειδικές προσαρμοστικές ικανότητες για να αντεπεξέλθουν στις αντίξοες συνθήκες. Η ενεργός υδρόβια ζωή διαρκεί περιορισμένο χρονικό διάστημα και έχουν απλές τροφικές αλυσίδες σε σύγκριση με αυτές των λιμνών σε χαμηλότερα υψόμετρα. Οι υψηλές διακυμάνσεις στις θερμοκρασίες των νερών στις, τα λιγοστά θρεπτικά συστατικά, η έντονη ηλιακή ακτινοβολία το καλοκαίρι και η έλλειψή στις για αρκετούς μήνες το χειμώνα, καθιστούν στις αλπικές λίμνες μοναδικά και ιδιαίτερα οικοσυστήματα. Ανάμεσα στις αλπικές και υποαλπικές λίμνες της Ηπείρου, οι πλέον γνωστές είναι οι ‘’Δρακόλιμνες’’ στη Β. Πίνδο, στον ορεινό όγκο της Τύμφης ή Γκαμήλας, στο Σμόλικα και λιγότερο γνωστές στις πλαγιές του Γράμμου, στην πλευρά των Ιωαννίνων, και προς τη πλευρά των Γρεβενών το όρος του Μαυροβουνίου (Φλέγκας) και του Λάκμου (Περιστερίου). Επίσης στην ίδια ορεινή περιοχή και ειδικότερα στον ορεινό όγκο της Τύμφης και σε υψόμετρα από 1500 μέχρι 2050 μέτρα συναντώνται 11 μικρές λίμνες εποχικού χαρακτήρα. Οι περισσότερες από αυτές τροφοδοτούνται με τα νερά της βροχής και από το λιώσιμο του χιονιού ή και από πηγές. Οι ‘’Δρακόλιμνες’’, αν και πολύ μικρές σε μέγεθος, είναι από τις πλέον γνωστές φυσικές ορεινές λίμνες. Οι λίμνες αυτές φορτωμένες με μύθους και δοξασίες από τους κτηνοτρόφους και άλλους κατοίκους των επί μέρους περιοχών, αποτελούν περιοχές υπερσυγκέντρωσης αιγοπροβάτων, αλλά και πόλο έλξης αρκετών επισκεπτών τα τελευταία χρόνια, με σοβαρά επακόλουθα για την ποιότητα του περιβάλλοντός τους. Σχεδόν σε όλα τα Ελληνικά βουνά, ακόμη και σε αυτά που βρίσκονται και σε νοτιότερες περιοχές, συναντά κανείς την άνοιξη υδάτινες συλλογές, μικρές λίμνες, οι περισσότερες των οποίων αργότερα, το καλοκαίρι ή το φθινόπωρο, σβήνουν αναμένοντας τις βροχές και τα χιόνια του χειμώνα. Αυτά τα στοιχεία, οι μικρές υδατοσυλλογές, οι οικότοποι προσδίδουν πρόσθετο ενδιαφέρον και ομορφιά στα Ελληνικά βουνά. Μεταξύ άλλων, εξέχουσα θέση κατέχουν οι εποχικού χαρακτήρα ορεινές λίμνες, που κοσμούν το πράσινο των αλπικών λιβαδιών και ημερεύουν το γκρίζο των βράχων στις απόκρημνες πλαγιές, αλλά και που συνήθως εξαφανίζονται είτε κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, είτε κάτω από το πάγο και το χιόνι, που τις καλύπτει τη χειμερινή περίοδο.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

8


Οι επισκέπτες των βουνών μας γνωρίζουν καλά ορισμένες από αυτές τις λίμνες και ιδιαίτερα εκείνες που κρατούν το νερό όλο τον χρόνο. Για τις άλλες, τις εποχιακές, πρέπει κανείς να τις επισκεφθεί έγκαιρα, την άνοιξη και στις αρχές του καλοκαιριού, για να τις συναντήσει και να θαυμάσει την ομορφιά τους. Ορεινές λίμνες στην χώρα μας υπάρχουν βέβαια και ως αποτέλεσμα δημιουργίας τεχνητών φραγμάτων σε ποτάμια (π.χ. φράγμα Ταυρωπού, Νέστου, Αώου, Μόρνου, Εύηνου κ.ά.). Άλλες λίμνες σε ορεινές περιοχές έχουν επίσης δημιουργηθεί από κατολισθήσεις (διακοπή-φραγή της ροής του ποταμού και δημιουργία φυσικής φραγμολίμνης) στα πρανή ορεινών ποταμών (π.χ. λίμνη Τσιβλού στην Αχαΐα, Στεφανιάδας στην Καρδίτσα, κ.ά.). ΤΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ ΤΩΝ ΛΙΜΝΩΝ, ΖΑΓΟΡΙ, ΤΥΜΦΗ, ΗΠΕΙΡΟΣ (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.zagori.gov.com, http://www.adventure.com, http://www.go-mrp.com, http://www.diafragma.gr, http://www.about-ioannina.gr).

http://www.skyrunners.com,

Tο ‘’Οροπέδιο των Λιμνών’’ στο Ζαγόρι, είναι μια σχετικά επίπεδη οροκοιλάδα, ένα υψίπεδο, μέσα σε ένα στενόμακρο μεγάλο φυσικό βύθισμα, ανάμεσα στις κορυφές της Τύμφης (υψηλότερη κορυφή η Γκαμήλα, +2497 μέτρα), Αστράκα (+2.436μ), Λάπατος (+2.251μ), Πλόσκο (+2377 μ.) και την κορυφογραμμή της Δρακόλιμνης. Εκεί στο τέλος της άνοιξης που λειώνουν τα χιόνια, σχηματίζοντα αναρίθμητες μικρές και μεγάλες λίμνες (το κατώτερο σημείο του οροπεδίου έχει υψόμετρο +1750 μέτρα). Γι αυτό το λόγο η περιοχή ονομάζεται από τους κατοίκους του Πάπιγκου ‘’Οροπέδιο των Λιμνών’’. Ειδικότερα, το οροπέδιο βρίσκεται περίπου 150 μέτρα χαμηλότερα (20 λεπτά της ώρας περπάτημα) από το Ορειβατικό Καταφύγιο της Αστράκας (στη θέση Ραδόβολη, πάνω από το οροπέδιο των λιμνών και σε υψόμετρο 1950 μ.). Η κοιλάδα των λιμνών είναι μακρόστενη, τη διασχίζει προς τα βόρεια η κοίτη ενός ρυακιού. Παράλληλα με το ρυάκι κινείται το μονοπάτι, που οδηγεί μετά από μερικές ώρες στην περίφημη από το παρελθόν- Μονή Στομίου στα ορεινά της Κόνιτσας, πάνω από το φαράγγι του ποταμού Αώου.

Στο οροπέδιο αυτό δεσπόζει η Ξερόλουτσα. ‘’Το λιβάδι που διασχίζουμε, αργά το καλοκαίρι, με ξεκούραστο πια μονοπάτι, είναι καλυμμένο με παχύ, καταπράσινο χορτάρι, φαινόμενο ασυνήθιστο για τα τέλη του Ιούλη. Οφείλεται, βέβαια, στις πολλές χιονοπτώσεις του φετινού χειμώνα, που παρέτειναν χρονικά την υγρασία του εδάφους και τη θαλερότητα του χορταριού’’. Όλες αυτές οι λίμνες στο ‘’Οροπέδιο των Λιμνών’’ ξηραίνονται το καλοκαίρι, εκτός από τη λίμνη Ριζίνα (υψόμετρο στα +1806 μέτρα). Η Ριζίνα είναι μια ρηχή λίμνη με πλούσια υδρόβια βλάστηση, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο για μια περιοχή που βρίσκεται σε τόσο μεγάλο υψόμετρο. Όπως μας ενημερώνει στο βιβλίο του ο Χαρητάκης .Ι. Παπαιωάννου (2004), ‘’Το Πάπιγκο και τα βουνά του’’ . «…… Στην πραγματικότητα η Ριζίνα δεν είναι λίμνη αλλά βάλτος με πλούσια υδρόβια βλάστηση, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο για μια περιοχή που βρίσκεται σε τόσο μεγάλο υψόμετρο. Από επιστημονικές έρευνες που έγιναν στη λάσπη αυτού του βάλτου και που περιλαμβάνουν τη μελέτη των γυρεόκοκκων, που είχαν εναποτεθεί στο πέρασμα του χρόνου, βρέθηκε πως η περιοχή αποτέλεσε ένα από τα ελάχιστα φυσικά καταφύγια, Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

9


όπου διασώθηκαν είδη δέντρων της εύκρατης ζώνης κατά την διάρκεια του τελευταίου μεγάλου παγετώνα. Ειδικότερα στο τέλος της τελευταίας παγετώδους περιόδου, η περιοχή σκεπαζόταν από πυκνά δάση με μεγάλη ποικιλότητα στον αριθμό των δασικών ειδών (16 είδη) που κατά περιόδους αυξομείωναν την έκταση και τον αριθμό τους. Στα είδη αυτά περιλαμβάνονται η οξυά, το έλατο, το πεύκο, οι φράξοι, οι λεπτοκαρυές η φλαμουριά, οι γάροι η όστρυα και άλλα. Από το 2.000 π.χ. και έπειτα συστηματικές αποξηλώσεις της δενδρώδους βλάστησης που έγιναν από τον άνθρωπο οδήγησαν στο 1.000 μΧ περίπου στην οριστική διαμόρφωση του σημερινού, γυμνού από δεντρώδη βλάστηση, τοπίου στο οροπέδιο των λιμνών. Το οροπέδιο των λιμνών με τις λίμνες και τον βάλτο του είναι μοναδικά στην Ελλάδα.

Όπως έχουμε αναφέρει σε άλλη ανάρτηση της ομάδας μας, στον ορεινό όγκο της Τύμφης και σε υψόμετρο μεταξύ +1500 έως τα +2050 μέτρα., υπάρχουν 11 μικρές ορεινές, αλπικές ή υποαλπικές λίμνες, που η διάμετρός τους δεν ξεπερνά τα 100-200 μέτρα>>. Η ευκολότερη πρόσβαση για το ’’Οροπέδιο των Λιμνών’’ και τη ‘’ Δρακολίμνη της Γκαμήλας’’, ξεκινά από το χωριό Μικρό Πάπιγκο, στα Ζαγοροχώρια. ‘’Το μονοπάτι οδηγεί στο ορειβατικό καταφύγιο –περνώντας από 4 πηγές – μετά από 3 ώρες πορεία. Από το καταφύγιο κατηφορίζουμε με αριστερή κατεύθυνση προς την λάκκα όπου σχηματίζεται μια εποχιακή και ρηχή λίμνη η ‘’Ξερόλουτσα’’ ή ‘’Λάκκα του Τσουμάνη’’ σε υψόμετρο περίπου 1750 μέτρων. Σε αυτό το κοίλωμα της περιοχής υπάρχουν πολλές πηγές και άλλες μικρότερες εποχικές λίμνες. Κατόπιν διασχίζουμε ένα ομαλό λιβάδι, συναντάμε ένα μικρό ρέμα και ανηφορίζουμε με ευδιάκριτο μονοπάτι μέχρι την κύρια Δρακόλιμνη της Τύμφης. Μία ώρα και 15 λεπτά μετά την αναχώρησή μας, από το Ορειβατικό Καταφύγιο της Αστράκας, φτάνουμε στο αλπικό λιβάδι της Τύμφης, στα 2.050 μέτρα, σε ένα υψίπεδο. Εκεί είναι η πλέον γνωστή ’’η Δρακολίμνη της Τύμφης’’ ή Γκαμήλας, στα ριζά της κορυφής Πλόσκος (2.377μ.) και δίπλα στο γκρεμό που βλέπει προς τον Αώο ποταμό. Έχει επιφάνεια περίπου 5-8 στρέμματα, σχήμα ελλειψοειδές, περίμετρο περίπου 120 μ. και βάθος που δεν ξεπερνά τα 3 μέτρα’’ (photo by D. Golidopoulos/Panoramio, diafragma.gr, Takis Fere/facebook2015).

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

10


ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΠΟΧΙΚΑ Ή ΚΑΙ ΜΟΝΙΜΑ ΛΙΜΝΙΑ-ΛΟΥΤΣΕΣ, ΣΤΑ ΖΑΓΟΡΟΧΩΡΙΑ. (Πηγές: σταχυολόγηση απο Http://www.zagori.gov.gr, http://www.hotelsline.gr, http://www.routes.gr, http://www.webGreece.gr/zagorochoria, http://www.hellaspath.gr).Στα Ζαγοροχώρια υπάρχουν αρκετές λίμνες, με εποχική

ή και με μόνιμη παρουσία νερού. Άλλες είναι μικροσκοπικές και άλλες μεγαλύτερες, που θα μας εντυπωσιάσουν όμως με το άγριο επιβλητικό τους φυσικό τοπίο που τις περιβάλλει. Οι περιοχές όπου βρίσκονται αυτές οι λιμνούλες είναι σημαντικοί βιότοποι για την εικόνα της χλωρίδας και της πανίδας της περιοχής, καθώς συνθέτουν δάση, θαμνώνες, λιβάδια, βοσκοτόπια, μαζί με τα αρπακτικά πτηνά, τα μικρά θηλαστικά, τα αγριοκάτσικα και τα άλλα ζώα της περιοχής. Οι περισσότερες από αυτές τις λιμνούλες δέχονται νερά από το λιώσιμο του χιονιού, τα νερά της βροχής, αλλά και τα νερά από τις εκεί πηγές-βρύσες. Στις πεζοπορικές διαδρομές συναντούμε αυτές τις λιμνούλες με τις τοπικές ονομασίες ως Λούτσες, Ξερόλουτσες, Λιμνοπηγές, Αλπικές και Υποαλπικές Λιμνούλες, Δρακόλιμνες, Λάκκες. Οι καλύτερες εποχές για να επισκεφθούμε αυτές τις λιμνούλες είναι η άνοιξη και το φθινόπωρο. Για τις περισσότερες από αυτές λιμνούλες έχουν υπάρξει σχετικές αναρτήσεις φυσιολατρών και πεζοπόρων. Ωστόσο, αξίζουν ιδιαίτερης μνείας οι ακόλουθες πεζοπορίες. Για τη Δρακόλιμνη της Τύμφης ή Γκαμήλας: Η Δρακόλιμνη της Γκαμήλας βρίσκεται στην Τύμφη σε υψόμετρο περίπου 2050 μέτρων. Βρίσκεται μέσα σ’ ένα μοναδικό φυσικό τοπίο και αποτελεί δημοφιλή ορειβατικό προορισμό. Η αλπική αυτή λίμνη έχει μόνιμο νερό και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της είναι οι Αλπικοί Τρίτωνες. Στην λίμνη μπορείτε να φτάσετε μετά από 4 περίπου ώρες πεζοπορίας από το Μικρό Πάπιγκο, ενώ απέχει 1 ώρα από το οργανωμένο καταφύγιο στο διάσελο της Αστράκας. Για τη Λίμνη Ξερόλουτσα: Η λίμνη Ξερόλουτσα βρίσκεται σε υψόμετρο 1750 μέτρων και είναι η ένωση δυο λιμνών που σχηματίζονται από τα νερά των πηγών της κοιλάδας Λάκα Τσουμάνη. Δεν έχει μόνιμο νερό καθώς τα νερά της συνήθως στερεύουν το καλοκαίρι λόγω του μικρού βάθους, αλλά όταν υπάρχει νερό αξίζει να θαυμάσετε το πανέμορφο τοπίο. H Δρακόλιμνη Λάκκα Τσουμάνη στις Τύμφης ή έλος Τσουμάνη, με έκταση περίπου 18 στρέμματα, βρίσκεται 1.8 Km βόρειο-βορειοανατολικά από την κορυφή Αστράκα. Τροφοδοτείται από το λιώσιμο του χιονιού, πηγές και κατακρημνίσματα. Κατά τη διάρκεια ερευνών για την υδρόβια χλωρίδα σε αυτή τη Δρακόλιμνης (Ιούλιος, 1992) είχαν μετρηθεί, θερμοκρασίες νερού 13-22οC, αγωγιμότητες 98176μmhos και τιμές pH 6.9-7.5. Από την υδρόβια ή υδροχαρή βλάστηση βρέθηκαν 20 taxa, από τα οποία επικρατούν τα είδη Carex rostrata, C. acuta. Επίσης, είχαν βρεθεί μεταξύ των άλλων το πτεριδόφυτο Equisetum palustre και τα αγγειόσπερμα Callitriche palustris, Cerastium fontanum triviale, Silene roemeri, Hippuris vulgaris, Polygonum arenastrum, Ranunculus trichophyllus trichophyllus, Veronica beccabunga, Carex acuta, C. caryophyllea, C. echinataC. Rostrata, Eleocharis palustris palustris, Poa compressa, Juncus articulates, Luzura sudetica, Potamogeton trichoides. Για τη Λίμνη με τα Νούφαρα: Η λίμνη με τα νούφαρα βρίσκεται στο ανατολικό Ζαγόρι, μόλις 4 χλμ. από το χωριό Γρεβενίτι. Είναι μια μικρή λίμνη που βρίσκεται μέσα σε πυκνό δάσος και τα νερά της είναι καλυμμένα με νούφαρα ( Για περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε παρακάτω). Να κα μερικές ορειβατικές διαδρομές όπου θα συναντήσουμε αυτές και πολλές άλλες Λιμνούλες, Λούτσες και Λάκκες. Προς Ορειβατικό καταφύγιο - Δρακόλιμνη (2050 μ.): Η διαδρομή για το καταφύγιο και στη συνέχεια για τη Δρακόλιμνη αρχίζει από το Μικρό Πάπιγκο (υψ. +980 μ.). Έχει ανατολική κατεύθυνση και με πορεία σ' ένα καλοσχηματισμένο μονοπάτι περνά από τη βρύση Αβραγόνια, τη βρύση Αντάλκη, τη βρύση Τράφο και τη βρύση Κρούνα. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

11


Η Ξερόλουτσα (photo:Takis Fere-2015)

Η Ξερόλουτσα το καλοκαίρι (photo:Takis Fere-2015)

Η Αρβανίτα (photo:Takis Fere-2015)

Η πιο σύντομη και ξεκούραστη διαδρομή για το καταφύγιο είναι η διαδρομή με τα πιο πολλά νερά. Στο καταφύγιο φτάνετε σε 3 ώρες περίπου και από 'κει κατηφορίζετε στη Λάκκα με τις στάνες Τσουμάνη και τη Ξερόλουτσα (ανάλογα με την εποχή θα τη βρούμε, είτε σαν επίπεδη χορταριασμένη λάκα το καλοκαίρι, είτε σαν εποχιακή λίμνη την άνοιξη, είτε σαν κανονικό παγοδρόμιο τον χειμώνα). Διασχίζουμε τη Ξερόλουτσα, περνάμε από πηγή και ανηφορίζοντας ΒΑ σε ομαλή κόψη φτάνουμε στη Δρακόλιμνη που βρίσκεται στο διάσελο ανάμεσα στον Πλόσκο και την ομώνυμη κορυφή. Αφήνουμε αριστερά τη Λιμνούλα Ριζίνα (+1806 μέτρα υψόμετρο) και με ανηφορική κατεύθυνση καταλήγετε στη Δρακόλιμνη σε 1 ώρα και 15 λεπτά πορείας. Η διαδρομή έως το καταφύγιο είναι σηματοδοτημένη με λευκή πινακίδα, που φέρει στο εσωτερικό της κόκκινο ρόμβο με τον κωδικό 03: Προς Καταφύγιο - Γκαμήλα (+2497 μ.): Η διαδρομή αυτή στο πρώτο τμήμα της ακολουθεί τη διαδρομή που οδηγεί στο καταφύγιο. Από το καταφύγιο κατηφορίζετε αριστερά στην Ξερόλουτσα, περνάτε Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

12


τη λίμνη Ρωμιόβρυση σε 30 λεπτά περίπου, όπου βρίσκετε το τελευταίο νερό για την κορυφή μέχρι λίγο πριν τη λούτσα Ρομπόζη όπου στρίβετε αριστερά εγκαταλείποντας το 03 και ακολουθείτε ανηφορική κατεύθυνση με πρόχειρα κόκκινα σημάδια και μικρές κολόνες από στοιβαγμένες πέτρες. Η πορεία συνεχίζεται στα ριζά του Πλόσκου και από 'κει σε 2,5 ώρες από το καταφύγιο καταλήγετε στην κορυφή. Καλές συνθήκες για τις χειμερινές διαδρομές της Γκαμήλας είναι από αρχές Φεβρουαρίου μέχρι τέλη Απριλίου. Προς Καταφύγιο Αστράκας: Η διαδρομή ξεκινά από την πλατεία έξω από το Μικρό Πάπιγκο, διασχίζει το χωριό και ανηφορίζει προς το καταφύγιο της Αστράκας περνώντας σταδιακά από τις τέσσερις πηγές. Την Αβραγόνιο λίγο έξω από το χωριό, την Αντάλκη που το νερό της λέει ο τοπικός θρύλος ότι έρχεται από το βάραθρο της Προβατίνας, την Τράφο λίγο πριν τη διασταύρωση για Αστράκα και τέλος την Κρούνα λίγο πριν την τελική ανηφόρα για το ανακαινισμένο καταφύγιο, στο διάσελο της Αστράκας. Το μονοπάτι για το καταφύγιο της Αστράκας ξεκινά από το Μικρό Πάπιγκο και είναι σηματοδοτημένο. Κινείται με ανατολική κατεύθυνση και οδηγεί σε 3 ώρες στο καταφύγιο της Αστράκας περνώντας από τέσσερις πηγές. Το καταφύγιο βρίσκεται πολύ κοντά στο διάσελο της Αστράκας, σε υψόμετρο +1950 μέτρα περίπου, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για εξορμήσεις στις γύρω κορυφές. Βορειοανατολικά του καταφυγίου σχηματίζεται ένα οροπέδιο σε υψόμετρο περίπου +1750 μέτρα, που έχει ονομαστεί Λάκκα Τσουμάνη, αφού εκεί βρίσκεται η στάνη της οικογένειας Τσουμάνη. Σ' αυτήν φτάνει κανείς από το καταφύγιο σε 20 λεπτά. Εκεί σχηματίζονται μικρές λίμνες, που αργά το καλοκαίρι ξεραίνονται. Η μεγαλύτερη είναι η Ξερόλουτσα. Διασχίζοντας το οροπέδιο με βορειοανατολική κατεύθυνση και περνώντας από μια πηγή, μετά από 1 ώρα και σε υψόμετρο +2050μ περίπου, υπάρχει η διάσημη Δρακόλιμνη, στα νερά της οποίας ζουν οι Αλπικοί τρίτωνες (Ichthyosaura alpestris) που επιβιώνουν το χειμώνα πέφτοντας σε χειμερία νάρκη. Για την κορυφή της Γκαμήλας I, απαιτείται 2 ώρες πεζοπορία από το καταφύγιο. Το μονοπάτι περνά από τη Λάκα Τσουμάνη και στη βάση της Αστράκας συναντά μια πηγή, τη Ρωμιόβρυση, που εποχικά δημιουργεί μια μικρού λίμνη απο τα νερά της. Μετά συνεχίζει προς τα ανατολικά για να περάσει από το διάσελο ανάμεσα στην Αστράκα και τον Πλόσκο στα +1950 μέτρα και τελικά κινείται βορειοανατολικά για να καταλήξει στην κορυφή. Καλές και σταθερές συνθήκες για τις χειμερινές διαδρομές της Αστράκας είναι από αρχές Μαρτίου μέχρι τέλη Απριλίου. Σκαμνέλι-Στάνη Κάτσανου-Βρυσοχώρι: Ξεκινάμε από το Σκαμνέλι και βγαίνοντας από το χωριό κινούμαστε πάνω σε ομαλή ανηφορική ράχη. Διασχίζουμε μερικές φορές χωματόδρομο. Σε υψόμετρο περίπου +1700 μέτρα, όταν η ράχη καταλήγει σε βράχια, την εγκαταλείπουμε ακολουθώντας χωματόδρομο που κινείται αριστερά της. Συνεχίζουμε την ομαλή ανηφορική πορεία στην Λάκκα αριστερά από την ράχη. Καταλήγουμε στην πηγή Γκούρα, σε υψόμετρο +2000 μ., κάτω από την ΝΔ πλευρά της κορυφογραμμής Γκούρα-Τσούκα Ρόσσα, που είναι μεν βραχώδης και απότομη, αλλά με τίποτα δεν σε προετοιμάζει για τις επιβλητικές βορειανατολικές ορθοπλαγιές των ίδιων κορυφών. Από την πηγή Γκούρα κατευθυνόμαστε στο πέταλο που σχηματίζεται από τη Γκούρα και τα Μεγάλα Λιθάρια και ανηφορίζουμε στο διάσελο ανάμεσα στις δύο κορφές λίγο κάτω από τα +2300 μέτρα. Εδώ τελειώνει ο ανήφορος. Κατηφορίζουμε στις Λάκκες που απλώνονται κάτω μας, και ακολουθούμε σταθερή ΒΔ πορεία προς τη δασωμένη ράχη "Λημέρια των Κλεφτών". Στη ρίζα αυτής της ράχης, περίπου στα +1700 μέτρα, βρίσκεται η ‘’Στάνη του Κάτσανου’’ με τη διαμορφωμένη ‘’Λούτσα του Κάτσανου’’ για τη συγκέντρωση νερού. Κατηφορίζουμε στη ρεματιά κάτω από τη στάνη. Το αραιά σηματοδοτημένο μονοπάτι κινείται στο αριστερό μέρος της ρεματιάς, και χρειάζεται μεγάλη προσοχή για να μη προσπεράσουμε το σημείο όπου στρίβουμε δεξιά, διασχίζουμε τη ρεματιά, και αρχίζουμε να τραβερσάρουμε μέσα στο δάσος κάτω από τις ορθοπλαγιές της Τσούκα Ρόσσα. Το μονοπάτι κινείται μέσα στο δάσος, περνά από την Νεραϊδόβρυση και καταλήγει σε δασικό δρόμο. Τον ακολουθούμε για λιγότερο από 2 χλμ μέχρι να δούμε σηματοδότηση που μας βάζει ξανά σε μονοπάτι αριστερά. Ακολουθούμε το μονοπάτι αυτό για να φτάσουμε σε λιγότερο από μία ώρα στο όμορφο Βρυσοχώρι με την καταπληκτική θέα στην ορθοπλαγιά της Τσούκα Ρόσσα. Προς τη Τσούκα Ρόσσα: Η πρόσβαση στην Τσούκα Ρόσσα γίνεται από το δρόμο Γιάννενα - Κ. Ζαγόρι, μέχρι το Βρυσοχώρι που βρίσκεται κάτω από τη Τσούκα Ρόσσα. Στο Βρυσοχώρι μπορούμε Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

13


να έρθουμε και από Γρεβενά - Βασιλίτσα - Παλαιοσέλι - Γέφυρα Αώου ή Κόνιτσα - Παλαιοσέλι Γέφυρα Αώου. Δυο χιλιόμετρα πριν το χωριό μπαίνουμε σε χωματόδρομο αριστερά και κατόπιν πιάνουμε χωματόδρομο δεξιά. Περνάμε ρέμα και κάνουμε αμέσως αριστερά. Ανηφορίζουμε, κάνουμε δεξιά φουρκέτα και μετά από 1 χιλιόμετρο φτάνουμε σε ξέφωτα ανάμεσα στις οξιές όπου κατασκηνώνουμε. Λίγο πιο κάτω σε 200 μέτρα υπάρχει πηγή στ' αριστερά μας. Το σημαδεμένο μονοπάτι ξεκινά λίγο πριν τη πηγή, στην αρχή από τρακτερόδρομο και μας βγάζει ακριβώς στη βάση της ορθοπλαγιάς. Κατάλληλη εποχή για βράχο είναι από τα τέλη Μαΐου έως τα τέλη Οκτωβρίου. Αν το ¨Μεγάλο Ζωνάρι ¨ κρατά χιόνι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στις λιθοπτώσεις. ‘’ Για την επιστροφή υπάρχουν δυο επιλογές:α) Από την κορυφή φεύγουμε ανατολικά ως το διάσελο της Γκούρας στα +2300 μέτρα. Από εκεί φεύγουμε δεξιά κάτω προς Λούτσα Κατσάνου - Νεραϊδόβρυση κατασκήνωση (2 - 2,5 ώρες).β) Από το διάζωμα υποχωρούμε από τ' αριστερά του με ραπέλ από δέντρο. Το κοντινότερο χωριό είναι το Βρυσοχώρι.’’ Βραδετό, Λούτσα Ρομπόζη, Γκαμήλα: Ξεκινάμε μέσα από το Βραδέτο (+1340 μ.) κατευθυνόμενοι ΒΑ προς το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία. Αφήνουμε αμέσως το δρόμο που φτάνει στο ξωκλήσι και συνεχίζουμε ΒΑ. Περνάμε από δύο στάνες που φτάνει δρόμος και διασχίζουμε το ρέμα στη τοποθεσία Αυγερινός. Συνεχίζουμε προς τα ανατολικά και διασχίζουμε το χωματόδρομο που πάει στον Αυγερινό. Μετά τη διασταύρωση με το δρόμο στρεφόμαστε ΒΑ και καταλήγουμε στα +1750 μέτρα, σε λούτσα-δεξαμενή που βρίσκεται στο τέλος του προηγούμενου δρόμου. Μπροστά μας βρίσκεται το ύψωμα Καζάρμα ή Φυλάκιο, στη κορυφή του πέταλου που ξεκινάει από το Τσεπέλοβο. Έχουμε δύο επιλογές. Να περάσουμε τη Καζάρμα από δεξιά (Α) ή από αριστερά (Δ). Αν επιλέξουμε τη διαδρομή από δεξιά (Α), περνάμε από τη Λούτσα Τζάνοβα (στάνη Μυριούνη), κατηφορίζουμε το Μέγα Λάκκο, τον οποίο έχουμε πάντα αριστερά μας, και φτάνουμε στη βρύση Κρούνα. Από τη Κρούνα συνεχίζουμε παράλληλα με το Μέγα Λάκκο και το διασχίζουμε εκεί που είναι πια ομαλός. Ανηφορίζουμε ΒΔ, και λίγο κάτω από τα +1800 μ. συναντάμε τη Γκαϊλότρυπα (βάραθρο βάθους 158 μ.). Απο τη Γκαϊλότρυπα συνεχίζουμε ΒΔ περνώντας τη πηγή και τη στάνη Αρβανίτη και τελικά φτάνουμε στη Λούτσα Ρομπόζη. H Δρακόλιμνη Λούτσα Ρομπόζη στις Τύμφης, βρίσκεται 1,5 χλμ., νότιο-ανατολικά της κορυφής Αστράκας, σε υψόμετρο +1900 μέτρα και έχει έκταση περίπου 16 στρέμματα. Τροφοδοτείται από το λιώσιμο του χιονιού και από κατακρημνίσματα. Κατά τη διάρκεια ερευνών για την υδρόβια χλωρίδα σε αυτή τη Δρακόλιμνη (Ιούλιος, 1992 και Αύγουστος, 1994) είχαν μετρηθεί, θερμοκρασίες νερού 8-18οC, αγωγιμότητες 20-65μmhos, pH 5.8-7.4, και είχαν περιγραφεί 15taxa, με κυρίαρχα τα Sparganium aqngustifolium και Eleocharis palustris. Επίσης, είχαν βρεθεί μεταξύ των άλλων το βρυόφυτο Leptodictyum riparium και τα αγγειόσπερμα; Callitriche brutia, Silene pusilla tymphaea, Achillea abrotanoides, Doronicum columnae, Elatine alsinastrum, Epilobium collinum, Plantago atrata, Saxifraga taygeta, Limosella aquatic, Koeleria splendens, Poa annua, Potamogeton sp.Συνεχίζοντας ευθεία (ΒΔ) μέσα στις λάκκες καταλήγουμε στη Ξερόλουτσα ή Λάκκα Τσουμάνη. Από τη λούτσα Ρομπόζη συνεχίζουμε δεξιά (ΒΑ), και όλο ανηφορικά κατευθυνόμαστε προς την κορυφή. Εφοδιαζόμαστε με νερό από τη πηγή που βρίσκεται πριν του Ρομπόζη, γιατί δεν υπάρχει άλλη πηγή έως την κορυφή. Η καταγραμμένη διαδρομή για τη κορυφή ακολουθεί το αριστερό μονοπάτι, κάτω από τον Πλόσκο. Και είναι μοναδικές όλες οι διαδρομές, όπου συναντάμε εκτός των άλλων και τις πολυάριθμες λιμνούλες, τις Λούτσες των ντόπιων (photo: http://www.panoramio.com by D. Golidopoulos, S. Saltani, Δ. Μακρουλάκης, Takis Fere/facebook και άλλοι ).

ΥΠΟΑΛΠΙΚΕΣ ΔΡΑΚΟΛΙΜΝΕΣ ΤΗΣ ΑΕΤΟΜΗΛΙΤΣΑΣ, ΚΟΝΙΤΣΑ, ΗΠΕΙΡΟΣ. (Πήγες:σταχυολόγηση από http://www.konitsa.gr, http://www.aetomilitsa.com, http://ellas2.wordpress.com/…/αλπικέςλίμνες-ηπείρου-και-δ…/, http://askioperierga.blogspot.com, http://thesecretlealthuth.blogspot.com ).

Στις αλπικές πλαγιές του όρους Γράμμος, στις την πλευρά του νομού Ιωαννίνων, υπάρχουν δυο Δρακόλιμνες στην Αετομηλίτσα (παλιά Δέντσικο ή Ντένισκο). Η μία είναι αρκετά κοντά στο χωριό και είναι πολύ μικρή, είναι το «Δάκρυ του Δράκου», ενώ η άλλη είναι αρκετά πιο μακριά και είναι μεγαλύτερη. Αυτή τη μεγαλύτερη Δρακόλιμνη, που οι ντόπιοι τη θεωρούν άπατη, την αντικρύζεις πολύ πριν φθάσεις στο διάσελο, ανάμεσα από στις κορυφές Κιάφα και Περήφανο. ‘’Αφήνουμε το δρόμο και κατηφορίζουμε για 10 περίπου λεπτά στη χορταριασμένη απότομη πλαγιά, για να απαθανατίσουμε την ομορφιά της και να περιηγηθούμε τις όχθες της. Τα υδροχαρή φυτά ψαθιά. (Typha Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

14


sp) κυριαρχούν. Οι γυρίνοι (ατελή στάδια βατράχων) αφθονούν, αλλά δεν παρατηρούμε ίχνος από Τρίτωνες που είδαμε σε όλες τις άλλες ορεινές λίμνες. Αυτό ίσως και να οφείλεται στο γεγονός ότι, μερικά χρόνια πριν, είχαν εμπλουτίσει με γόνο πέστροφας την Δρακόλιμνη αυτή. Τώρα, ούτε Τρίτωνες αλλά ούτε και πέστροφες υπάρχουν εκεί. Υπολείμματα από καβούρια που βρέθηκαν υποδεικνύουν την ύπαρξη των οστρακόδερμων αυτών στη λίμνη. Επίσης, παρατηρήθηκαν να αφθονούν από τα έντομα τα οδοντόγναθα (Odonata) που είναι βιοδείκτες καθαρού υδάτινου περιβάλλοντος.’’

‘’Και ο μύθος θέλει την ύπαρξη ενός δράκου στο χωριό της Αετομηλίτσας ο οποίος παρά τη φοβερή του όψη ήταν καλόκαρδος και μόνο καλό έκανε στους κατοίκους. Παρόλα αυτά όμως, αυτοί αποφάσισαν να τον διώξουν. Έτσι λοιπόν, με ξύλα και πέτρες κατόρθωσαν να τον οδηγήσουν μακριά από το χωριό, ψηλά προς τις κορυφές του Γράμμου. Ο δράκος πικραμένος, διωγμένος βάναυσα από τους ανθρώπους που τόσο αγαπούσε, παρακάλεσε λίγο να ξεκουραστεί και εκεί πάνω από το αγαπημένο του χωριό έβγαλε ένα δάκρυ που αποτέλεσε την πρώτη μικρή δρακόλιμνη. Οι άνθρωποι όμως, δεν συγκινήθηκαν καθόλου και συνέχισαν να τον διώχνουν έως ότου πολύ πιο πάνω, εκεί απ’ όπου ο δράκος δεν θα μπορούσε πλέον να αντικρίσει ποτέ πια το χωριό. Έτσι, ο δράκος παρακάλεσε να σταματήσει για λίγο και εκεί είναι που έβγαλε αυτή τη φορά, ένα μεγαλύτερο δάκρυ, το οποίο σχημάτισε την μεγαλύτερη δρακόλιμνη πολύ πάνω από το χωριό.’’ Η περιοχή που βρίσκεται το χωριό Αετομηλίτσα (στην θέση Μηλιά, κοντά σε μια λίμνη-βάλτο) είναι γεωμορφολογικά προβληματική από πολύ παλιά. Το έδαφος στις πλαγιές υποχωρεί, σπάει και είναι επιρρεπές σε κατολισθήσεις. Στα βλάχικα η Δρακόλιμνη λέγεται «γκρτσά» που σημαίνει σαθρό, κάτι που σπάει, υποχωρεί. Σύμφωνα με άλλη παράδοση που ακούσαμε στην Αετομηλίτσα, ‘ ’’. Είναι χαρακτηριστικό ότι και οι δυο παραδόσεις αναφέρονται σε καλό και όχι σε κακό στοιχείο. Το άδολο, ανόθευτο πνεύμα των κατοίκων της περιοχής προσπαθούσε να συνδέσει και να εξηγήσει με υπερφυσικές δυνάμεις και φανταστικές ιστορίες τα καθαρά φυσικά αίτια των κατολισθήσεων που συνδέονται με την ποιότητα των εδαφών, την διαδρομή των υδάτων, την έλλειψη φυτικής-δασικής κάλυψης λόγω υπέρμετρης βοσκήσεως κ.ά. στην περιοχή (Fotos by sotpapad from Panoramio and http://www.eosartas.gr).

Η ΔΡΑΚΟΛΙΜΝΗ ΤΗΣ ΤΥΜΦΗΣ Ή ΓΚΑΜΗΛΑΣ, ΗΠΕΙΡΟΣ (πηγές: σταχυολόγηση απο http://www.hydronaftes.gr, http://www.apeirosgaia.wordpress.com, http://www.eosartas.gr, http://canyoning-caving.blogspot.com, http://www.enallaxnews.gr/…/autes-einai-oi-pio-omorfes-lim…/).

Δρακόλιμνες ονομάζονται οι αλπικές λίμνες, κυρίως της Ηπείρου, όπου διαβιεί το αμφίβιο Τρίτωνας (κν., Δράκος, επιστ., Ichthyosaura alpestris, syn., Triturus alpestris veluchiensis). Ανάμεσα στις πλέον γνωστές Δρακόλιμνες είναι εκείνες της Γκαμήλα, του Σμόλικα, της Γκιστόβας στο Γράμμο, οι λίμνες του Φλέγκα στο Μαυροβούνι, και η λίμνη Βερλίγκα στο όρος Περιστέρι. Στον ορεινό όγκο στις Τύμφης, και σε υψόμετρα μεταξύ +1500 και +2050 μέτρων υπάρχουν έντεκα μικρές ορεινές λίμνες, των οποίων η διάμετρος δεν ξεπερνά τα 100 με 200 μέτρα. Η μεγαλύτερη και γνωστότερη από αυτές είναι η Δρακόλιμνη της Τύμφης ή Γκαμήλα, ανάμεσα στις κορυφές Λάπατος και Πλόσκος. Αποτελεί πολυσύχναστο ορειβατικό προορισμό και είναι γνωστή για τους αλπικούς Τρίτωνες που φιλοξενεί στα νερά της, ενώ στη διαδρομή προς αυτή μπορεί κανείς να συναντήσει Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

15


χρυσαετούς, όρνια, γυπαετούς, αγριόγιδα και άλλα ζώα. Η πεζοπορία ως εκεί διαρκεί περίπου 4-5 περίπου ώρες, με αφετηρία το Μικρό Πάπιγκο (2 χλμ BA), στα Ζαγοροχώρια. Αυτή η Δρακόλιμνη βρίσκεται σε αλπικό λιβάδι της Τύμφης, σε υψόμετρο περίπου +2050 μέτρα, το σχήμα της είναι ελλειψοειδές με περίμετρο γύρω στα 400 βήματα, η έκτασή της περίπου 8-10 στρέμματα. Για το βάθος της λίμνης έχουν ακουστεί πολλές εικασίες και μύθοι, μεταξύ των οποίων πως ‘’ένας Μπέης επί Τουρκοκρατίας έβαλε ένα πρωτοκολυμβητή από την Πρέβεζα να καταδυθεί και να μετρήσει το βάθος της. Αυτός χάθηκε στο εσωτερικό της λίμνης για 10 λεπτά και αφού κατάφερε να βγει ζωντανός, κατατρομαγμένος άφησε εντολή να μην επιχειρήσει κανείς το ίδιο εγχείρημά’’. Σύγχρονες μετρήσεις έδειξαν πως το μεγαλύτερο βάθος της λίμνης δεν ξεπερνάει τα 3-5 μέτρα, ανάλογα με την εποχή και τον πλημμυρισμό της λίμνης.

Η λίμνη αυτή στη ροή του χρόνου θεωρείται πως είναι δημιούργημα της τελευταίας παγετώδους γεωλογικής περιόδου, στο φυσικό περιβάλλον του ορεινού όγκου της Τύμφης. Τοπογραφικά η Δρακόλιμνη της Τύμφης οριοθετείται στα ΒΔ της κορυφής Πλόσκος (+2377 μ.), στα ΒΑ της κορυφής Αστράκας (+2436 μ.), στα Ν της μονής Στομίου από την οποία απέχει 3,5 ώρες και ΔΒΔ της κορυφής Γκαμήλα (+2497 μ.), η οποία είναι και η υψηλότερη κορυφή της Τύμφης. ‘’Η Δρακόλιμνη της Τύμφης απέχει 1 ώρα πεζοπορίας από το οργανωμένο καταφύγιο στο διάσελο της Αστράκας και 4-5 ώρες πεζοπορίας από το Μικρό Πάπιγκο. Η πρόσβαση είναι δυνατή μόνο με τα πόδια. H διαδρομή σε ένα καλοδιατηρημένο μονοπάτι περνά απο 4 βρύσες (Αβραγόνια, Αντάλκη, Τράφος, Κρούνα) μέχρι το ορειβατικό καταφύγιο της Αστράκας. Μετά το καταφύγιο, κατηφορίζουμε στη ‘’Λάκκα Τσουμάνη’’ με τις πέτρινες στάνες και τη ‘’Ξερόλουτσα’’ (εποχική λιμνούλα), αφήνουμε αριστερά τη λιμνούλα ‘’Ριζίνα’’ και με ανηφορική κατεύθυνση φτάνουμε στη Δρακόλιμνη. Αξιοσημείωτες εποχικές κυρίως λιμνούλες στην περιοχή εκτός απο τη Ξερόλουτσα και τη Ριζίνα, είναι και η λίμνη Ρωμιόβρυση, το Ρομπόζι, του Αϊ-Λιά και άλλες μικρότερες’’. Η λαϊκή παράδοση ήθελε τη λίμνη να επικοινωνεί με τον Αώο ποταμό, υψομετρική διαφορά μεγαλύτερη των 1300 μέτρων, την ύπαρξη υπόγειων περασμάτων, καθώς και άλλες εικασίες, όπως συνοδεύουν όλες σχεδόν τις λίμνες στον ελλαδικό χώρο. Στη λίμνη έχει επιχειρηθεί κατάδυση το 1996. Τα αποτελέσματα της εξερεύνησης δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ‘’Experimental–Γιαόραμα’’, όπου αναφέρθηκε χαρακτηριστικά πως ‘’το μεγαλύτερο μέρος του βυθού καλύπτεται από πυκνά, καταπράσινα και μεταξένια στην αφή υδρόβια φυτά, αμέτρητοι αλπικοί τρίτωνες και το μέγιστο βάθος ήταν μόλις 5 μέτρα’’ (Περιγραφή από Πέτρο Νικολαΐδη). Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

16


Παρατηρώντας τα ρηχά νερά στις όχθες της λίμνης εύκολα εντοπίζουμε τους Αλπικούς Τρίτωνες που είναι αμφίβια με ουρά. Τα ζώα αυτά έχουν μήκος γύρω στα 10-12 εκ., κολυμπούν με εξαιρετική ευκολία και μπορούν να βαδίζουν και εκτός νερού. Ανήκουν στο είδος Ichthyosaura alpestris syn., Triturus alpestris veluchiensis (Wolterstorff), που, όπως φαίνεται, υπάρχει μόνο στην Ελλάδα (ενδημικό), δεδομένου ότι στην υπόλοιπη χερσόνησο του Αίμου (Βαλκάνια) και την Ευρώπη υπάρχει Triturus alpestris alpestris (Laurenti). Και στην εμφάνισή του εύκολα παρατηρεί το εντυπωσιακό πορτοκαλέρυθρο χρώμα του κάτω μέρους του σώματός του, και την δρακόμορφη όψη τους, ιδιαίτερα όταν, στην προσπάθειά τους να διαφύγουν, ανοίγουν τις σιαγόνες τους. Τα ζώα αυτά τρέφονται κυρίως με μικρά ασπόνδυλα μέσα και έξω από το νερό. δράκος που, πετούσε βράχια σε εκείνον το δράκο της αντίστοιχης Δρακόλιμνης του Σμόλικα. Οι άσπρες πέτρες γύρω από την Δρακόλιμνη του Σμόλικα, σε αντίθεση με τους πρασινόλιθους που επικρατούν στο βουνό της Τύμφης, είναι λένε η απόδειξη για την αλήθεια του μύθου. Ο δράκος του Σμόλικα αναφέρουν ότι πετούσε πεύκα και ρόμπολα, γι' αυτό και η βορεινή πλευρά της Γκαμήλας είναι πολύ δασωμένη. Από τους κορμούς που έπεσαν στην λίμνη βγήκαν μαύρα (λάϊα) πρόβατα, ενώ από τις πέτρες που έπεσαν στην Δρακόλιμνη του Σμόλικα βγήκαν άσπρα κριάρια, τα οποία μόλις συνάντησαν στη βοσκή τα ‘’λάϊα’’ πρόβατα ζευγαρώθηκαν μαζί τους. Τα αρνιά που γεννήθηκαν πνίγηκαν στην λίμνη και έτσι νίκησε ο δράκος της Γκαμήλας’’.

Σύμφωνα με την παράδοση των χωριών της περιοχής, ‘’στα βάθη της Δρακόλιμνης ζούσε ένας Σύμφωνα με το θρύλο, οι δράκοι δεν επιτρέπουν στις λίμνες τους να αναμειχθεί κανένας άλλος, και ρίχνουν άγριο χαλάζι σε όποιον επιχειρήσει να το κάνει. Οι κάτοικοι στα Ζαγόρια διηγούνται πως ‘’ο Αλή Πασάς, τον Ιούλιο του 1814, θέλησε να ανεβάσει πάνω στη Δρακόλιμνη της Γκαμήλας δύο βάρκες από τα Γιάννενα. Κατόρθωσε να φέρει τις βάρκες του ως την κορυφή των Ζαγορίων, αγγαρεύοντας άντρες και γυναίκες της περιοχής. Η μία βάρκα όμως καταστράφηκε και διαλύθηκε επί τόπου και από τότε η κορυφή εκείνη ονομάζεται Μονόξυλο. Την άλλη την ανέβασαν ως το χωριό Ροδόβολη. Ξαφνικά ξέσπασε απροσδόκητα τρομερή καταιγίδα με βροχή, κεραυνούς και χοντρό χαλάζι, που αναποδογύρισε τις τέντες του Πασά και κατέστρεψε τη βάρκα. Ο Αλή Πασάς τρομοκρατήθηκε τόσο πολύ από τη φοβερή θύελλα, ώστε καβάλησε αμέσως το άλογό του μέσα από στενά μονοπάτια κατρακύλησε ως το Σκαμνέλι. Μόλις εγκατέλειψε το βουνό αμέσως η καταιγίδα σταμάτησε και ο ουρανός καθάρισε. Εκείνος όμως δεν τόλμησε να ξαναγυρίσει. Λίγο διάστημα αργότερα, κάποιος Φάλαρης προσπάθησε κι’ αυτός ν’ ανεβάσει βάρκα στη μία Δρακόλιμνη, προκειμένου να απολαύσει μια βόλτα στα μυστήρια νερά της. Και αυτός δέχθηκε επίθεση σφοδρότατης χαλαζοθύελλας και ματαίωσε το εγχείρημά του’’. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

17


Η Δρακόλιμνη στις Τύμφης, διατηρεί σταθερή στάθμη, σχεδόν όλο το χρόνο και αυτό αποδίδεται στην ύπαρξη είτε αρτεσιανισμού, είτε υπόγειων αναβλύσεων, είτε στο αργό λιώσιμο του χιονιού που σε μερικά σημεία γίνεται ακόμη και τον Ιούλιο. Κατά τη διάρκεια ερευνών για την υδρόβια χλωρίδα στη Δρακόλιμνης (Ιούλιος, 1992 και 1994) είχαν μετρηθεί, θερμοκρασίες νερού 18-21οC, αγωγιμότητες 3070μmhos, και τιμές pH 7.9-8.7. Η βλάστηση είναι σχετικά άφθονη, κατά μήκος στις ακτογραμμής στις λίμνης. Η μακροφυτική βλάστηση στις Δρακόλιμνης στις Τύμφης αποτελείται από 11 taxa (είδη, υποείδη, ποικιλίες, μορφές) με κυρίαρχα τα είδη Sparganium angustifolium, Eleocharis palustris subsp. Palustris, Sagittaria sagittaria, αλλά υπάρχουν και τα είδη Potamogeton sp., Alopecorus aequalis, Ranunculus trichophyllus subsp. Trichophyllus, Callitriche palustris, Rorippa sylvestris, Plantago lanceolata, Εδώ ζει και ο αλπικός τρίτωνας (Ichthyosaura alpestris syn., Triturus alpestris veluchιensis, ενδημικό υποείδος στην Ελλάδα), και άλλα αμφίβια, όπως είναι η μπομπίνα και ο πρασινόφρυνος. Ο αλπικός τρίτωνας, είναι αμφίβιο μήκους 8-12 εκατοστόμετρων, ζει στα νερά των αλπικών λιμνών ή στα αργής ροής ρυάκια στις αλπικής ζώνης των βουνών. Βρίσκεται πάντοτε μέσα στο νερό ή σε υγρές θέσεις κοντά σε αυτό. Τρέφεται με διάφορα υδρόβια ασπόνδυλα και ξεχειμωνιάζει μέσα στο νερό ή κρυμμένος κάτω από πέτρες, ρίζες, κ.λ.π. Στην Ελλάδα υπάρχουν 3 είδη τριτώνων, ενώ στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη υπάρχει άλλο υποείδος, το Triturus alpestris alpestris. Ο αλπικός τρίτωνας θεωρείται σπάνιο είδος και είναι ένα από τα είδη άγριας ζωής που προστατεύονται από την ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία. Γενικά οι Δρακόλιμνες, που είναι υποαλπικές υδατοσυλλογές, βρίσκονται σε σχεδόν απρόσιτες βουνοκορφές, αλλά η υπερβολική συγκέντρωση αιγοπροβάτων εποχικά, γύρω από αυτές, μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα ρύπανσης στη διαβίωση της εκεί υδρόβιας ζωής, με αποτέλεσμα να συμβαίνει συχνά μαζικός θάνατος των αλπικών τριτώνων που ενδημούν εκεί (φωτογραφίες: Κ. Ζίσης, Π. Παπαμικρόπουλοs, I. Strachinis, Takis Fere/facebook-2015). Η ΔΡΑΚΟΛΙΜΝΗ ΤΟΥ ΣΜΟΛΙΚΑ, ΗΠΕΙΡΟΣ (πηγές: σταχυολόγηση απο http://www.eosartas.gr, http://www.kerasovo.gr, http://www.konpades.gr, http://www.zagoroxoria.gr, http://apeirosgaia.wordpress.com, Παπαδακη, 2010 -Μεταπτ., Διατρ., ΕΜΠ, 117σελ., Εκτίμηση στις οικολογικής κατάστασης λιμνών στις Ηπείρου, Παμβώτιδα και Δρακόλιμνες), Σαρίκα-Χατζηνικολάου, 1999 -Διδακτ., Διατρ., 497σελ., ΕΚΠΑ., Αθηνών, για χλωριδική και φυτοκοινωνιολογική έρευνα στις Δρακόλιμνες Ηπείρου, Λίμνη Ζαραβίνα και Παμβώτιδα κλπ, -Sarika-Hatzinikolaou et al., 1997 -Phyton, 37, 1, 19-30, for macrophytes in alpine aquatic ecosystem of Pindos).

Η δεύτερη σε μέγεθος μετά τη Δρακόλιμνη της Γκαμήλα, αλλά ισάξιας ομορφιάς, είναι η Δρακόλιμνη του Σμόλικα (στα βλάχικα λέγεται Ντιβιρλίγκα), παγετώδους και τεκτονικής προέλευσης. Βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου +2200 μέτρων, κάτω από τον κώνο που σχηματίζει η κορυφή του Σμόλικα (+2637 μέτρα) σε ένα πλάτωμα. Έχει έκταση 3 με 4 στρέμματα, περίμετρο περίπου 375 -380 ανθρώπινα βήματα (περίπου 110 μέτρα), έχει σχετικά μεγάλο βάθος και τα νερά της όταν υπερχειλίζουν ρέουν προς την κοιλάδα του Κεράσοβου. Έχει σχήμα καρδιάς και ο πυθμένας στις παρυφές της κοκκινίζει, ενώ στα νερά της κολυμπούν τρίτωνες. Η λίμνη έχει γενικά γαλάζιο χρώμα και γιαυτό στα βλάχικα αποκαλείται ‘’Λάκου-Βίνιτου‘’. Η περιοχή είναι πανέμορφη με βιόλες, ορχιδέες, αγριομενεξέδες, σαξιφραγκιές και κρίνους στις παραλίμνιες περιοχές. Παρατηρώντας τα ρηχά νερά στις όχθες της λίμνης εύκολα εντοπίζουμε τους Αλπικούς Τρίτωνες, ενδιαφέροντα ουροδελή αμφίβια που απαντούν κυρίως σε αλπικές και υποαλπικές υδατοσυλλογές (π.χ., λιμνούλες, βρύσες, πηγές).

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

18


Κατά τη διάρκεια ερευνών για την υδρόβια χλωρίδα σε αυτή τη Δρακόλιμνη ( Αύγουστος, 1991) είχαν μετρηθεί, θερμοκρασίες νερού 15-18οC, αγωγιμότητα 30-60μmhos, pH 6.7-7.8. Επίσης, σε αυτή τη Δρακόλιμνη βρέθηκαν 17 taxa φυτών με κυρίαρχο το Eleocharis palustris, αλλά υπάρχουν και τα Juncus alpinus alpestris, J. Inflexus, Luzula multiflora congesta, Cerastrium cerastoides, Blysmus compressus, Carex nigra, Carex ovalis, Carex paniculataEleocharis quinqueflora, Anthoxanthum alpinum, Deschampsia cespitosa Nardus stricta, phleum alpinum, Trisetum flavescens, Potamogeton sp.. Εξάλλου, στις παραλίμνιες περιοχές της φυτρώνουν βιόλες, ορχιδέες, αγριομενεξέδες, σαξιφραγκιές και κρίνοι.

Η λίμνη μπορεί να προσεγγιστεί κι από το χωριό Πάδες (είναι το πιο σύντομο μονοπάτι) ή από το χωριό Παλιοσέλι (όπου και το παλιό και το νέο ορειβατικό καταφύγιο-πιθανότατα η πιο δημοφιλής διαδρομή). Και τα δύο χωριά βρίσκονται στο δρόμο που ενώνει την Κόνιτσα με το Δίστρατο και τη Βασιλίτσα. Επίσης, για την προσέγγισή της μεταξύ άλλων η πεζοπορία αρχίζει, και από το χωριό Αγία Παρασκευή (παλιά Κεράσοβο) που απέχει περίπου 27 χλμ. από την Κόνιτσα. Το μονοπάτι με νότια κατεύθυνση, περνώντας από πανέμορφα δάση μαύρης πεύκης, μακεδονίτικου ελάτου, οξιάς και ρόμπολου και αρκετά ξέφωτα πλημμυρισμένα με κάθε λογής ανθισμένη ποώδη βλάστηση, μας οδήγησε μετά από 4 ώρες περίπου σε άδενδρη περιοχή. Ο σερπεντίνης, που ως πέτρωμα κυριαρχεί εδώ, δίνει με τις πρασινόφαιες αποχρώσεις του ένα ιδιαίτερο χρώμα στο τοπίο. Συνεχίζοντας την επίπονη ανάβαση φθάνουμε σε πλάτωμα και αντικρίζουμε ξαφνικά την Δρακόλιμνη, που φαντάζει πανέμορφη στην πράσινη χλοασμένη επιφάνεια που την περιβάλλει. Ο θρύλος συνδέει την ύπαρξη ενός δράκου με τη λίμνη αυτή, ο οποίος είχε αντίπαλο ένα άλλο δράκο, της Γκαμήλας, του βουνού δηλαδή που βρίσκεται στα νότια, απέναντι από τον Σμόλικα. Εδώ λένε ότι νικητής βγήκε ο δράκος του Σμόλικα, ενώ το αντίθετο υποστηρίζουν στην περιοχή της Γκαμήλας. Ο δράκος του Σμόλικα νίκησε με τέχνασμα, διότι δεν πετούσε βράχια όπως εκείνος της Γκαμήλας αλλά μεγάλους σβώλους από αλάτι, τους οποίους κατάπινε ο αντίπαλός του και έτσι, φοβερά διψασμένος, ήπιε τόσο πολύ νερό που πέθανε. Κατά άλλη παράδοση της περιοχής, ‘’στην Δρακόλιμνη κατοικεί από πολύ παλιά ένα κακό πνεύμα που πρώτα ήταν τσομπάνος, ο οποίος μετά από ένα άτυχο έρωτα πνίγηκε μαζί με το κοπάδι του στην λίμνη’’. Άλλος μύθος αναφέρεται ‘’σε ένα χρυσό κριάρι που έβγαινε από τα νερά της λίμνης και ζευγάρωνε κρυφά με τις προβατίνες των γειτονικών κοπαδιών. Οι νεαροί τσομπάνηδες της περιοχής στην προσπάθειά τους να το πιάσουν έπεσαν και πνίγηκαν στην λίμνη’’. Οι παλιές αυτές δεισιδαιμονίες με τίποτα δεν μπορούν να επηρεάσουν την ομορφιά που αναδύεται από την λίμνη και να μας τρομάξουν, αποτρέποντάς μας από ένα σύντομο μπάνιο στα κρυστάλλινα, αλλά κυριολεκτικά παγωμένα νερά της. (Σημείωση: ο φίλος Ν.Νέζης/fb μας πληροφορεί τα εξής ‘’ Η ονομασία Λύγκα(ς) για το Σμόλικα είναι λανθασμένη, όπως και το Λύγκος. ΛΥΓΚΟΣ : Λανθασμένη ονομασία που αναγράφεται στους χάρτες της Γ.Υ.Σ. για την περιοχή της Βόρειας Πίνδου που εκτείνεται νότια του ορεινού συγκροτήματος του Βόϊου, ανατολικά του Αώου ποταμού και βόρεια των πηγών του (σήμερα τεχνητή λίμνη), δηλ. περιλαμβάνει τα συγκροτήματα Πέρδικα (Σκούρτζα) - Βασιλίτσα - Όρλιακας - Λιάγκουνα - Αυγό - Μαυροβούνι - Πυροστιά - Κακοπλεύρι. Σύμφωνα με τους ιστορικούς και διάφορους μελετητές και εγκυκλοπαίδειες Λύγκος ήταν η πρωτεύουσα της αρχαίας Λυγκηστίδος (χώρα των Λυγκηστών) στη ΒΔ Μακεδονία, που εκτεινόταν μεταξύ του Βαρνούντα και της λίμνης Βεγορίτιδας και μεταξύ της Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

19


Φλώρινας και του Μοναστηρίου (Bitola) και όχι εκεί που τοποθετεί το τοπωνύμιο η Γ.Υ.Σ. Η ονομασία Λύγκος είναι αρχαία (Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Στράβων κ.ά.). Ο Livius την αναφέρει Lingon και ο Πλούταρχος Λύκος. Παλαιά γεωγραφικά και γεωλογικά άρθρα και χάρτες του 18ου και 19ου αιώνα, ανέφεραν λανθασμένα ως Λύγκος είτε τον Σμόλικα, είτε την Τύμφη (από το βιβλίο μου "Τα ελληνικά βουνά" – 2010’’).

ΛΙΜΝΗ ΖΟΡΙΚΑ Ή ΛΙΜΝΗ ΜΕ ΤΑ ΝΟΥΦΑΡΑ, ΖΑΓΟΡΙ, ΗΠΕΙΡΟΣ (Πηγή:http://romiarizou.blogspot.com, http://www.naturagreaca.com).

Η λίμνη Ζορίκα είναι μια μικρή, φυσική και τελείως παραμυθένια λίμνη που βρίσκεται στο ανατολικό Ζαγόρι, στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Φλαμπουράρι και Γρεβενίτι, ακριβώς πάνω στον επαρχιακό δρόμο που έρχεται από τη λίμνη των Πηγών του. Οι περισσότεροι τη γνωρίζουν ως ‘’η Λίμνη με τα Νούφαρα’’ ή ‘’η Λίμνη του Καπετάνου’’.

Την ονομασία Ζορίκα την πήρε από το ομώνυμο ρέμα που κυλάει λίγο πιο κάτω. Η όχθες της από τη μεριά του δρόμου είναι ήρεμες και έτσι μπορεί κανείς με ευκολία να παρατηρήσει βατράχια και τρίτωνες, ενώ από τη μεριά του δάσους υψώνεται ήρεμα ένας πυκνόφυτος λόφος. Η λίμνη αγκαλιάζεται από ένα δάσος που αποτελείται από μαύρα πεύκα, ενώ λίγο πιο πάνω υπάρχουν οξιές. Μεγάλο μέρος της επιφάνειας της καλύπτεται από νούφαρα, τα οποία όταν ανθίζουν, στις αρχές του καλοκαιριού και δίνουν μια ονειρική εικόνα στο τοπίο. Εξάλλου, υπάρχουν πολλά υδρόφιλα φυτά, ενώ κάτω από τα δέντρα και δίπλα από το δρόμο λίγο πριν και λίγο μετά τη λίμνη, συναντώνται πολλά σπάνια φυτά. Σημαντικά φυτά της περιοχής είναι οι ορχιδέες Anacamptis morio, Neottia ovata, Cephalanthera rubra, C. longifolia, Platanthera chlorantha, Limodorum abortivum, Serapias orientalis και Ophrys epirotica, η ίριδα Iris sintenisii, το όνοσμα Onosma pygmaeum, η Orlaya daucorlaya, ο Stachys plumosa, το κολχικό Colchicum autumnale, το κυκλάμινο Cyclamen hederifolium, η αγριοφράουλα Fragaria vesca, η Scabiosa tenuis, ο κρόκος Crocus robertianus, η ενδημική Alkanna pindicola, το γεράνι Geranium versicolor και η σιληνή Silene fabarioides. Η ορνιθοπανίδα περιλαμβάνει πολλά είδη του δάσους. Στην περιοχή ζούνε μπούφοι και σπάνιοι μαύροι δρυοκολάπτες. Άλλα είδη είναι ο λευκονώτης δρυοκολάπτης, ο σταχτοδρυοκολάπτης, ο πευκοδρυοκολάπτης, ο σφηκιάρης, ο χουχουριστής, η σταχτοσουσουράδα, το γιδοβύζι, διάφορες τσίχλες (γερακότσιχλες, κοκκινότσιχλες, κότσυφες και κοινές τσίχλες) και πολλά μικροπούλια (τρυποφράχτες, θαμνοψάλτες, φυλλοσκόποι, θαμνοτσιροβάκοι, κοκκινολαίμηδες, καλόγεροι, γαλαζοπαπαδίτσες, σπίνοι, κ.ά. ). Μέσα και γύρω από τη λίμνη ζούνε αλπικοί τρίτωνες, σαλαμάνδρες, κιτρινομπομπίνες, βαλκανοβάτραχοι, γραικοβάτραχοι, φρύνοι, τρανόσαυρες, νερόφιδα, σαΐτες, δεντρογαλιές, σπιτόφιδα, και οχιές. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

20


Στην περιοχή αυτή πολύ συχνή είναι η παρουσία της αρκούδας, ενώ απαντώνται και άλλα θηλαστικά στην περιοχή, όπως είναι οι αγριόγατες, τα ζαρκάδια, οι αλεπούδες, οι ασβοί, τα κουνάβια, οι λαγοί, οι σκίουροι και οι δεντρομυωξοί. Το ιδιαίτερο με τη λίμνη Ζορίκα, πέρα από τη μαγευτική ομορφιά της, είναι ότι αποτελεί ένα σπάνιο οικότοπο, μια μικρή φυσική λίμνη στη μέση του δάσους, σημαντικό βιότοπο για διάφορα είδη της δασικής πανίδας και χλωρίδας (photos: by B.Kokkalis, G.Ignatiadis, kmylon – Panoramio, Takis Fere). ΥΠΟΑΛΠΙΚΕΣ ΛΙΜΝΕΣ ΛΑΚΚΟΥ ´Η ΑΡΒΑΝΙΤΑ ΣΤΗ ΤΥΜΦΗ, ΗΠΕΙΡΟΣ (πηγές: σταχυολόγηση απο http://www.orivatikos.gr, http://apeirosgaia.wordpress.com, http://ellas2.wordpress.com, http://partetavouna.blogspot.com, http://www.hydronaftes.gr ).

Στην ανατολική πλευρά στις Τύμφης και σε υψόμετρα περίπου +1450 μέχρι +1650 μέτρα βρίσκονται οι Δρακόλιμνες Λάκκου ή Αρβανίτα. Οι λίμνες αυτές που είναι εποχικές, αρχίζουν να δέχονται τα νερά της βροχής από το φθινόπωρο, παγώνουν εξ ολοκλήρου το χειμώνα και βρίσκονται στην πιο ολοκληρωμένη μορφή στις στα τέλη στις άνοιξης. Το μέγιστο βάθος τους δεν ξεπερνά το 1.5-2 μέτρα, αλλά τους καλοκαιρινούς μήνες και λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και στις έλλειψης βροχόπτωσης, οι λίμνες ξεραίνονται. Ο επισκέπτης μπορεί να προσεγγίσει στις λίμνες από δασικό δρόμο, 500 μέτρα πριν από τη διασταύρωση Ηλιοχωρίου–Λάϊστας, στο κεντρικό Ζαγόρι. Στις γύρω πλαγιές, από αυτές στις λίμνες, υπάρχουν ζωντανά ρόμπολα, αλλά και κεραυνο-καμένοι κορμοί. Οι λίμνες Λάκκου ή Αρβανίτα βρίσκονται στην ανατολική πλευρά του ορεινού όγκου της Τύμφης και σε υψόμετρο +1450 μέτρων, κάτω από το επιβλητικό βλέμμα της Γκούρας, δεύτερης ψηλότερη κορυφής της Τύμφης (+2463μ). Αποτελούν εποχιακές λίμνες, οι οποίες τροφοδοτούνται από το λιώσιμο του χιονιού και των πάγων τους ανοιξιάτικους μήνες. Οι λίμνες αρχίζουν να δέχονται τα νερά της βροχής από το φθινόπωρο, παγώνουν εξ ολοκλήρου τον χειμώνα και βρίσκονται στην πιο ολοκληρωμένη μορφή τους στα τέλη της άνοιξης. Το μέγιστο βάθος δεν ξεπερνάει το 1.5-2 μέτρα και λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και της έλλειψης βροχόπτωσης τους καλοκαιρινούς μήνες οι λίμνες ξεραίνονται. Ο επισκέπτης μπορεί να προσεγγίσει τις λίμνες από δασικό δρόμο, 500 μέτρα πριν τη διασταύρωση Ηλιοχωρίου – Λάιστας, στο κεντρικό Ζαγόρι. Να και μια μαρτυρία οδοιπορικού από τον Ορειβατικό Σύλλογο Ιωαννίνων: ‘’.... Η πορεία μας ξεκίνησε από τον χωματόδρομο που αρχίζει λίγο πριν τη διασταύρωση του επαρχιακού δρόμου Ιωαννίνων – Ηλιοχωρίου με τη παράκαμψη προς τη Λάιστα. Η πορεία προς τις λίμνες ξεκίνησε γύρω στις 9 το πρωί και σε λιγότερο από 1 ώρα οι πρώτοι ορειβάτες φτάσαμε στη πρώτη λίμνη. Ο δρόμος ήταν σε σχετικά καλή κατάσταση και λίγο πριν φτάσουμε στη κάτω λίμνη, συναντήσαμε τα πρώτα χιόνια. Το τοπίο πανέμορφο. Η θερμοκρασία στην ως τώρα παγωμένη περιοχή σταδιακά ανεβαίνει και η παγωμένη λίμνη αρχίζει σιγά-σιγά να υγροποιείται. Ήδη ένα μεγάλο μέρος της ήταν καλυμμένο από το νερό. Πλησιάζοντας με έκπληξη είδαμε τους Αλπικούς Τρίτωνες να κάνουν την εμφάνιση τους. Περπατώντας πάνω από τα χιόνια και περνώντας ανάμεσα μας άρχισαν να κατευθύνονται προς τα παγωμένα νερά της λίμνης. Μετά από ένα μικρό διάλυμα στη λίμνη, συνεχίσαμε τη πορεία μας προς την επόμενη λίμνη που Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

21


βρίσκεται εκεί κοντά. Διασχίσαμε το χιονισμένο τοπίο και ανεβήκαμε τη μικρή πλαγιά που χωρίζει τους δυο υδρότοπους. Εκεί η κατάσταση ήταν διαφορετική. Η λίμνη αυτή ήταν εντελώς παγωμένη και μόνο σε μια πλευρά της ο πάγος είχε αρχίζει κάπως να λιώνει. Από πάνω μας το βουνό ήταν φυσικά κάτασπρο με το τελευταίο χιόνι να είναι πολύ πρόσφατο. Η μεγάλη ηλιοφάνεια της μέρας έκανε το χιόνι στις πλαγιές του να λιώνει και σταδιακά όλο και περισσότερα κομμάτια αποκοβόταν και άρχισαν να πέφτουν. Μικρές και μεγάλες χιονοστιβάδες έκαναν την εμφάνιση τους μαζί με τον ανάλογο εντυπωσιακό θόρυβο. Ακόμη πιο θεαματικά ήταν τα σημεία που το χιόνι που κυλούσε, έπεφτε ξαφνικά από μεγάλο ύψος, δημιουργώντας έτσι απίθανους καταρράκτες χιονιού’’. (photo:Panoramio, Νίκος Νέζης,2009).

__________

1.2 Πεδινές και Ημιορεινές Λίμνες και Λιμνία στην Ηπειρο ΛΙΜΝΗ ΒΗΡΟΣ Ή ΠΗΓΩΝ ΛΟΥΡΟΥ, ΤΕΡΟΒΟ, ΗΠΕΙΡΟΣ (πηγές: σταχυολόγηση http://www.maresei.gr).

από

http://www.hydronaftes.gr,

http://www.dodoni.gr,

http://romiarizou.blogspot.com,

O Βηρός ή Βυρός ή Βίρος ή Βουλιάστρα ή λίμνη Πηγών Λούρου, είναι μικρή λίμνη, λιμνοδολίνη, από όπου τα αναβλύζοντα νερά δημιουργούν τις κύριες πηγές του ποταμού Λούρου, στο Τέροβο Ιωαννίνων (30ο χλμ Ιωαννίνων-Άρτας). Βρίσκεται σε υψόμετρο +296 μέτρα, έχει σχήμα κυκλικό με Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

22


μεγαλύτερη διάμετρο περίπου τα 93 μέτρα, περίμετρο γύρω στα 300 μέτρα, και μέγιστο βάθος 10.2 μέτρα. Η λίμνη δέχεται νερά από υπόγειους καρστικοιύς αγωγούς, και αφήνει επιφανειακά άνοιγμα μόνο στα ανατολικά μέσα από το οποίο τα νερά της τροφοδοτούν τον ποταμό Λούρο. Η θερμοκρασία του νερού παραμένει σχεδόν σταθερή καθόλη τη διάρκεια του χρόνου ανάμεσα στους 10.5-12οC, ενώ σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων τα φερτά υλικά και οι λασπορροές θολώνουν τα νερά της για λίγες ημέρες.

Στη λίμνη συναντώνται πλούσια υδρόβια χλωρίδα, αλλά και ψάρια, βατράχια, καρκινοειδή, έντομα και άλλα υδρόβια ζώα. Όπως μας ενημερώνουν οι δύτες της κατάδυσης στη λίμνη ( www.hydronaftes.gr), '' o βυθός είναι λασπώδης με διάφορα στρώματα ελαφριάς κρούστας στο μεγαλύτερο μέρος της λίμνης. Παρουσιάζει ανά εποχή ελαφρά συμπτώματα ευτροφισμού. Μπορούν επίσης να παρατηρηθούν όλο τον χρόνο τα αέρια που αναβλύζουν μέσα από τη λίμνη, πιθανώς περάσματα νερού εμπλουτισμένα με αέρα''. ΛΙΜΝΗ ΖΑΡΑΒΙΝΑ Ή ΝΕΖΕΡΟΣ, ΔΕΛΒΙΝΑΚΙ, ΗΠΕΙΡΟΣ (πηγή: Θ. Κουσουρής, τεχνικές εκθέσεις και γνωματεύσεις, 1993 και 2001).

Η λίμνη Ζαραβίνα ή Νεζερός ή Νιζερός ή λίμνη του Δελβινακίου, βρίσκεται στο άκρο του αντίστοιχου λεκανοπεδίου στην επαρχία Πωγωνίου, Ιωαννίνων. Είναι ανοικτού τύπου καρστική λίμνη, τροφοδοτείται με νερό από επιφανειακές και από υπολίμνιες πηγές, αλλά και με το νερό της βροχής και του χιονιού, από μια τεράστια υδρολογική λεκάνη. Ειδικότερα, η λίμνη Ζαραβίνα, είναι μια φυσική υδατοσυλλογή, καλύπτεται και κατακλύζεται μόνιμα από νερά εδώ και εκατομύρια χρόνια, έχει πολύ μεγάλο βάθος (φτάνει και τα 31,5μέτρα), η επιφανειακή της έκταση καλύπτει 300.505 τετραγωνικά μέτρα, η επιφανειακή λεκάνη απορροής της (υδρολογική λεκάνη) καλύπτει έκταση 12.271.986 τετραγωνικών μέτρων, ενώ ο όγκος της λίμνης ανέρχεται περίπου στα 6.281.300 κυβικά μέτρα (στο υψόμετρο +458 μέτρα της επιφάνειας της λίμνης Ζαραβίνας ) ( Ρηγίδης & Γόντικας, 1959, 1960, Νικολάου & Σαχπάζης, 1999).

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

23


Η περιοχή της Ζαραβίνας, γενικά χαρακτηρίζεται ως πλούσια σε επιφανειακά νερά με κυριότερα υδάτινα σώματα τη λίμνη Ζαραβίνα (όγκος νερού 6.281.300 κυβικά μέτρα), τις επιφανειακές πηγές που βρίσκονται πέρα από τους καλαμιώνες της λίμνης και μέσα στις περιοχές οι οποίες χαρακτηρίζονται οικολογικά, ως υγρά λιβάδια και οι οποίες τροφοδοτούν τη λίμνη και κατ’επέκταση τον ποταμό Νεζερό, ο οποίος παραλαμβάνει και απάγει τα πλεονάζοντα νερά της λίμνης Ζαραβίνας με τη βοήθεια του Νεζεραύλακα.

Για να αξιοποιηθούν τα πλεονάζοντα νερά της λίμνης Ζαραβίνας, κατασκευάστηκε το σημερινό τσιμέντινο θυρόφραγμα - στο νότιο-νοτιοανατολικό τμήμα της- από το οποίο αρδεύονται 3.400 στρέμματα γεωργικής γης στον κάμπο της Σιταριάς, της Κοινότητας Λίμνης και του Κρυονερίου. Στην ίδια θέση υπήρχε και παλαιότερο λιθόκτιστο θυρόφραγμα το οποίο ανοιγόκλεινε με ξύλα. Εξάλλου, σύμφωνα με τις κατασκευαστικές προδιαγραφές του προταθέντος φράγματος της μελέτης του Υπουργείου Γεωργίας (Ρηγίδης & Γόντικας, 1960), αυτό θα ήταν ικανό να έχει αποθηκευτική ικανότητα νερού, επιπλέον του όγκου της λίμνης Ζαραβίνας (6.281.300 κυβικά μέτρα) για πρόσθετα 875.000 κυβικά μέτρα (με τη βοήθεια του εκεί προταθέντος θυροφράγματος μεγίστου ύψους αποθηκευτικής ικανότητας 2,5 μέτρα πάνω από τη μέση στάθμη της επιφάνειας λίμνης ). Το υπάρχον αρδευτικό θυρόφραγμα βρίσκεται στη φυσική έξοδο της λίμνης Ζαραβίνας, ακολουθεί με δύο κλάδους ο Νιζεραύλακας και μετά ο ποταμό Νιζερός ή Νεζερός ή Μπαξέδια, μέσω του οποίου ενώνεται με τον ποταμό Καλαμά. Επομένως, η λίμνη Ζαραβίνα, ο Νεζεραύλακας ή ποταμός Νεζερός ή Νιζερός, ο ποταμός Λιμπούσδα, ο ποταμός Γορμός ανήκουν στην ίδια υδρολογική ενότητα, στο ίδιο ποτάμιο σύστημα δηλαδή του ποταμού Καλαμά και είναι παραπόταμοί του. Εξάλλου, στην ευρύτερη περιοχή της Ζαραβίνας, εκτός της λίμνης Ζαραβίνας, των υγρών λιβαδιών, των επιφανειακών πηγών, στα κατάντη τους υπάρχουν και βαλτοτόπια –ο Βάλτος με έκταση 130 στρέμματα και οι Κόπρες με έκταση 110 στρέμματα. Η λίμνη Ζαραβίνα, που είναι μια σχετικά μεγάλη φυσική υδατοσυλλογή, έχει πολύ μεγάλο βάθος και κατατάσσεται ως πέμπτη στη σειρά των βαθύτερων φυσικών ελληνικών λιμνών μετά την Τριχωνίδα, το Ζηρό, τη Βεγορίτιδα και την Αμβρακία. Το κλίμα στην περιοχή είναι ηπειρωτικό με πολύ ψυχρό χειμώνα, πολλά χιόνια και παγετούς και σχετικά θερμό καλοκαίρι. Το 76% των βροχοπτώσεων πέφτουν στην περιοχή από το φθινόπωρο μέχρι το χειμώνα, και κατά 24% κατά την περίοδο της άνοιξης (Καρράς, 1973). Η ξηρά περίοδος για την περιοχή διαρκεί συνήθως 5 μήνες (Μάιο μέχρι Σεπτέμβριο) και έτσι υπάρχει έντονο το πρόβλημα της ανάγκης του νερού, του αρδευτικού νερού για το οποίο έχει κατασκευαστεί στο σημείο της φυσικής ροής της λίμνης Ζαραβίνας το εκεί φράγμα (Ριγίδης & Γόντικας 1959,1960,1960α, Νικολάου & Σαχπάζης, 1999 ). Εξάλλου, είναι γνωστό ότι κάθε λιμναία λεκάνη ή λίμνη έχει πάντοτε κυμαινόμενη έκταση στην επιφάνειά της, η οποία εξαρτάται κυρίως από τη φυσική μεταβλητότητα των κλιματικών συνθηκών (βροχή, χιόνι, πλημμύρες, ανομβρία, ξηρασία, θερμοκρασία, εξάτμιση, υγρασία κ.ά ) της ευρύτερης περιοχής της. Επομένως, εάν η Ζαραβίνα δεν είχε το θυρόφραγμα, που σήμερα την περιορίζει, θα μπορούσε να επεκταθεί και πολύ μακρύτερα από τα σημερινά της όρια καταλαμβάνουσα πολλαπλάσια έκταση από τη σημερινή. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

24


Από γεωλογική άποψη (Παπανικολάου 1986, ΙΓΜΕ 1963, ΓΥΣ,1986, Ψαριανός 1992, Νικολάου & Σαχπάζης 1999 ), η περιοχή αποτελείται από ασβεστόλιθους οι οποίοι σε ορισμένα τμήματα καλύπτονται από φλύσχη, ο οποίος αποτελείται από σχιστολίθους, κερατολίθους, και γενικά αργιλλικά στρώματα. Ετσι, η ασβεστολιθική σύσταση του μεγαλυτέρου μέρους της λεκάνης απορροής της λίμνης Ζαραβίνας είναι υδατοπερατή, ενώ η καρστική δομή (σύμπλοκα συστήματα με ρωγμές, ρήγματα, σπηλαιοειδή ανοίγματα, δαιδαλώδη έγκοιλα κ.ά) του υποστρώματος και η πλούσια φυτοκάλυψη-δασοκάλυψη της περιοχής ελαττώνουν την επιφανειακή απορροή των νερών της βροχής.

Από περιβαλλοντική άποψη, στη λίμνη Ζαραβίνα, διαβιούν αρκετά ψάρια του γλυκού νερού (περισσότερα από έντεκα), μερικά από τα οποία είναι ενδημικά είδη της ευρύτερης περιοχής ή και της δυτικής Ελλάδας. Η λίμνη Ζαραβίνα, όπως και οι περισσότερες λίμνες στη δυτική και βορειοδυτική Ελλάδα έχουν κοινή προέλευση. Ανήκουν στη ζώνη των καρστικών λιμνών η οποία ξεκινά από τις νότιες Άλπεις, διασχίζει τις ανατολικές ακτές της Αδριατικής και διαμέσου της Ηπείρου και της δυτικής Ελλάδας καταλήγει στην Πελοπόννησο (Bogli, 1978). Σχηματίστηκαν δηλαδή οι λίμνες αυτές, ως αποτέλεσμα ενδογενών κυρίως δυνάμεων του φλοιού της γης (τεκτονικές κινήσεις), αλλά και εξωγενών συνθηκών, όπως είναι οι διαλυτικές διεργασίες του νερού, η δράση των πλημμυρών και η ιζηματοποίηση (Λεοντάρης, 1967, Ψαριανός, 1992). Εξάλλου, την τεκτονική προέλευση της λίμνης Ζαραβίνας φανερώνει η σχέση ανάμεσα στην έκτασή της προς την έκταση της εδαφικής της λεκάνης (λεκάνη απορροής) και που είναι 300.505 τετραγωνικά μέτρα προς 12.271.986 τετραγωνικά μέτρα=0,0245, ενώ η φύση της αποτυπώνεται μέσα από τη σχέση του μέσου προς το μέγιστο βάθος της και που είναι 25 μέτρα προς 31,5 μέτρα=0.79 ( Wetzel, 1983, Κουσουρής, 1993 & 2001). Σημειώνεται, ότι την ίδια τεκτονική προέλευση έχει και η λίμνη Τριχωνίδα στην Αιτωλοακαρνανία, όπου η σχέση ανάμεσα στην έκτασή της προς την έκταση της εδαφικής της λεκάνης (λεκάνη απορροής) είναι 98,6 τ.χλμ/ 250τ.χλμ.=0,39, ενώ η φύση της ( σχέση του μέσου προς το μέγιστο βάθος της, είναι 29,08μ./57,0μ .) είναι 0,51 (Κουσουρής, 1993). Ωστόσο, στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου και της δυτικής Ελλάδας, οι σημερινές λίμνες ή ομάδες λιμνών και πεδιάδων ή ομάδες λιμνών, πεδιάδων και ποταμοκοιλάδων ή ποταμών ( για παράδειγμα, α.Παμβώτιδα και Λαψίστα, β-.Ζαραβίνα, Σιταριά, Κρυονέρι και Παρακάλαμος, γ-. Τριχωνίδα, Λυσιμαχεία, Οζερός και Αμβρακία κ.ο.κ) αντιπροσωπεύουν τα τελευταία υπολείμματα και τα βαθύτερα σημεία τεράστιων

λεκανών, των κοιλαδολιμνών, που κάλυπταν ευρύτερες περιοχές κατά την πλειόκαινη γεωλογική περίοδο (Fels, 1952, Bogli, 1978, Λεοντάρης, 1967, Κουσουρής, 2001). Τέλος, η λίμνη Ζαραβίνα μαζί με τις γειτονικές περιοχές της κοιλάδας του Γόρμου ποταμού, το δάσος της Μερόπης και το Ωραιόκαστρο - συνολικής έκτασης 219,17 τετραγωνικά χιλιόμετρα -, έχει ενταχθεί στο ευρωπαϊκό δίκτυο προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος NATURA-2000, με υψηλή μάλιστα προτεραιότητα προστασίας και με κωδικό GR2130010 (NATURA-2000) (φωτογραφίες by Dimitris Kilymis from Flickr.com, Β. Λάππας και απο http://www.520greeks.com/wp-content/uploads/2013/11/6.jpg). ΛΙΜΝΗ ΖΗΡΟΣ, ΦΙΛΙΠΠΙΑΔΑ, ΗΠΕΙΡΟΣ (Πηγές: σταχυολόγηση από Manolaki et al., 2011 -Fres., Envir., Bul., 20,861-874, Aquatic and riparian flora in Ziros lake and the rivers Louros, Acheron, Vareli et al., 2009 -Harmfull Algae, 8, 3, 447-453, Planktothrix rubescens bloom in lake Ziros, Κουσουρής, 2003 -Προσωπικό ερευνητικό αρχείο για ποιότητα νερού και βυθομέτρηση της λίμνης Ζηρός). Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

25


Η λίμνη Ζηρός, μια κλειστή λίμνη σε ελλειψοειδές σχήμα (έκτασης γύρω στα 600 στρέμματα), βρίσκεται σε υψόμετρο + 56 μέτρα και τοπογραφικά στο ύψος της Παντάνασσας Φιλιππιάδας Άρτας, 2 χλμ., δυτικά της εθνικής οδούς. Είναι ιδιαίτερα βαθιά λίμνη της οποίας το βάθος της σύμφωνα με κάποιες μελέτες είναι 56 μ. (ΙΓΜΕ) και σύμφωνα με κάποιες άλλες φτάνει τα 60 μ. (μελέτη ΕΤΑΝΑΜ). Η δημιουργία της είναι αποτέλεσμα τεκτονο-καρστικών διεργασιών. Γεωλογικά η λίμνη δημιουργήθηκε στην τεκτονική επαφή των ασβεστόλιθων της Ιόνιας ζώνης (Παντοκράτορας) και Πλειοτεταρτογενών σχηματισμών, κατά μήκος της ρηξιγενούς δομής Ζηρού–Στεφάνης–Ζαλόγγου, που αποτελεί και την κύρια αιτία βύθισης του Αμβρακικού κόλπου. Ήταν ένα μεγάλο λιμναίο σπήλαιο του οποίου η οροφή κατέρρευσε πριν από 10.000 χρόνια περίπου. Η λίμνη Ζηρός αποτελεί την αποκάλυψη του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα στο μέτωπο της ρηξιγενούς επιφάνειας. Ο μηχανισμός δημιουργίας της οφείλεται σε υπόγεια διάβρωση κατά μήκος του ρήγματος και κατακρήμνιση της οροφής. Δηλαδή, η λίμνη Ζηρός, είναι δολινολίμνη, που δημιουργήθηκε από την τεκτονο-καρστική δραστηριότητα της περιοχής.

Υδρογεωλογικές μελέτες αναφέρουν ότι ο υδροφόρος ορίζοντας της λίμνης είναι ο ίδιος με αυτόν του ποταμού Λούρου, συνεπώς τα δύο υδάτινα συστήματα φαίνεται να επικοινωνούν. Οι διαστάσεις της λίμνης είναι περίπου 900Χ600 μέτρα. και το μεγαλύτερο βάθος της φτάνει τα 53 μέτρα, σύμφωνα με προσωπική βυθομέτρηση (πηγή: Αρχείο ΕΛΚΕΘΕ, 2003), ενώ το μέσο βάθος της λίμνης είναι περίπου τα 20 μέτρα. Κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου αναπτύσσεται θερμική στρωμάτωση στη λίμνη και κάτω από τα 10 μέτρα βάθος υπάρχει έντονη ανάπτυξη θερμοκλινούς. Η θερμοκρασία του νερού κυμαίνεται ετησίως από 22 μέχρι 9 βαθμούς Κελσίου στα βαθύτερα σημεία της λίμνης. Η λίμνη δεν τροφοδοτείται από επιφανειακά νερά, ποτάμια ή χείμαρρους, αλλά από υπόγειες πηγές νερού, στη βόρεια πλευρά και σε βάθος 12-15 μέτρων. Επίσης, η λίμνη δεν παρατηρήθηκε να έχει επιφανειακή εκροή υδάτων. Σχετικά με τη ζωή στα νερά της λίμνης, μέχρι στα πρώτα 10 μέτρα συναντώνται καβούρια, όστρακα, μικρά ψάρια γλυκού νερού και υδροχαρή φυτά. Η λίμνη φιλοξενεί επίσης νερόφιδα, λιμνόφιδα και νεροχελώνες ενώ υπάρχουν αναφορές και για την ύπαρξη της βίδρας. Την άνοιξη του 2010 το νερό της λίμνης κοκκίνισε, κάτι που οφειλόταν, όπως έδειξε έρευνα του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, στην εμφάνιση του τοξικού κυανοβακτηριδίου Planktothrix rubescens. Κατά άλλη εκδοχή, ο εποχικός χρωματισμός των νερών της λίμνης αποδίδεται, μετά από έντονες βροχοπτώσεις και σε υλικά ερυθράς γης (Ερυθρογή, Redsoil, Terra rossa) που προέρχονται από τον παραπλήσιο ‘’Κοκκινόπηλο’’ της ευρύτερης περιοχής (ομάδα λόφων γεωλογικού Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

26


ενδιαφέροντος που αποτελούν προϊστορικό καρστικό βύθισμα που πληρώθηκε από ερυθρές αργίλους σε ένα περιβάλλον παροδικών λιμνών με έντονες εναλλαγές υγρών και ξηρών περιόδων ). Εξάλλου, κατά τη διάρκεια καταδύσεων

στη λίμνη, διαπιστώθηκε κάτω από το βάθος των 36 μέτρων η παρουσία υδρόθειου, η οποία πιθανότητα να οφείλεται στην αναγωγή των πλούσιων σε θειικά άλατα νερών της λίμνης, αλλά και στην αποσυνθεμένη οργανική ύλη (κυρίως τα φύλλα των γύρω από τη λίμνη δέντρων και θάμνων που συσσωρεύονται στον πυθμένα της λίμνης ). Εξαιτίας, αυτής της κατάστασης, έχει διαπιστωθεί από προσωπική έρευνα ότι η υπάρχουσα ιχθυοπανίδα της λίμνης, βρίσκεται σε βάθη νερού όχι μεγαλύτερα των 12 μέτρων, γεγονός το οποίο μπορεί να οφείλεται είτε στην έλλειψη οξυγόνου (ανοξικά ύδατα), είτε και στην παρουσία υδρόθειου. Από τα πλέον χαρακτηριστικά της λίμνη Ζηρός είναι ότι έχει ιδιαίτερο φυσικό κάλλος, καθώς διατηρεί σε πολύ καλή κατάσταση παραλίμνιο δάσος από Νερόφραξο (Fraxinus angustifolia oxycarpa), πυκνή και δενδρώδη ανάπτυξη με λυγαριές (Vitex agnus castus), πλατάνια (Platanus orientalis), βελανιδιές, πεύκα και άλλη βλάστηση που δεν αφήνει κανένα κενό (παραλίμνιο δάσος με στοές). Σε σχετικά πρόσφατη βοτανική μελέτη στην περιοχή διαπιστώθηκε η παρουσία 21 taxa (είδη, υποείδη, ποικιλίες, μορφές). Από αυτά 2 είδη τα Batrachospermum sp. και Chara vulgaris f. longibracteata καταγράφονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ενώ 3 είδη της λίμνης τα Chara gymnophylla, Plagiomnium cuspidatum, και Najas minor, αναφέρονται ως σπάνια είδη για την Ελλάδα. Στη λίμνη διαβιούν λιγοστοί ιχθυοπληθυσμοί που προσελκύουν όμως το ενδιαφέρον των γύρω ερασιτεχνών αλιέων. Απαντώνται τρία ενδημικά είδη ψαριών: το Μουστακάτο ή Στροσίδι (Luciobarbus albanicus), ο Ποταμοκέφαλος Πελοποννήσου (Squalius peloponnensis) και η Λιάρα (Telestes pleurobipuntatus). Επίσης, έχει αναφερθεί και η ύπαρξη ενός ξενικού είδους, του χορτοφάγου κυπρίνου (Ctenopharyngondon idella) που είχε εισαχθεί στη λίμνη πριν από δεκαετίες, αλλά σήμερα η παρουσία του δεν είναι επιβεβαιωμένη. Εξάλλου, στο ζωοπλαγκτόν της λίμνης διαβιεί το καρκινοειδές Atyaephyra desmarestii, το οποίο στην Ελλάδα έχει πολλούς οικοφαινότυπους και όχι υποείδη, όπως διαπιστώθηκε πρόσφατα. ΛΙΜΝΗ Ή ΕΛΟΣ ΚΑΛΟΔΙΚΗ Ή ΛΙΜΝΗ ΜΕ ΤΑ ΝΟΥΦΑΡΑ, ΠΑΡΓΑ, ΗΠΕΙΡΟΣ (πηγές:σταχυολόγηση από ‘’Οι Λίμνες http://www.prevezamuseum.spaces.live.com)

στην

Ελλάδα’’

και

από

http://www.parganews.com,

Η λίμνη Καλοδίκη, η λίμνη με τα Νούφαρα, όπως αλλιώς αποκαλείται, είναι ένας υγρότοπος περίπου 3.5 τ.χλμ., μεταξύ της Πάργας και Μαργαριτίου, δίπλα στον εθνικό δρόμο Ηγουμενίτσας-Πρέβεζας. Γεωμορφολογικά το έλος Καλοδικίου είναι ένα καρστικό βύθισμα, δολίνη, γεμισμένο με αργιλικά υλικά, στο οποίο έχει αναπτυχθεί πλούσιος βιότοπος. Το βάθος της λίμνης κυμαίνεται από 0.5 έως 5 μέτρα, ανάλογα με την εποχή, όπως και η έκταση του υγρότοπου και η φυσιογνωμία της βλάστησης. Η λίμνη ή έλος Καλοδίκη είναι ένας από τους σημαντικούς και ιδιαίτερους υγροτόπους στην Ελλάδα. Αποτελεί μοναδικό σχηματισμό τυρφώδους–γαιώδους περιοχής με μεγάλη οικολογική και ιδιαίτερη αισθητική αξία. O υγρότοπος αυτός αποτελείται από μια μεγάλη και μία μικρή λίμνη που βρίσκονται μέσα σε μια μικρή λεκάνη, τεκτογενούς προέλευσης και όπου είναι ενεργή η τυρφογένεση. Δηλαδή, οι δύο αυτοί γειτονικοί τυρφώνες καταλαμβάνουν έκταση 1.95 τ.χλμ., και περιβάλλονται από λόφους μέγιστου υψομέτρου 550 μέτρα. Το σύνολο του υγρότοπου ως ‘’Τόπος Κοινοτικής Σημασίας’’, είναι ένα σχετικά ετερογενής υγρότοπος γλυκού νερού με μικρής κλίμακας διακυμάνσεις και καλύπτει μια έκταση περίπου 8.45 τ.χλμ. Υποστηρίζεται, παλαιογεωγραφικά, ότι κατά τη διάρκεια της τελευταίας παγετώδους περιόδου στην περιοχή υπήρχε μια μεγαλύτερη λίμνη γλυκού νερού με εκτεταμένη βλάστηση, ενώ από την έναρξη της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου, άρχισε να δημιουργείται και να συσσωρεύεται βαθμιαία η τύρφη. Ο σχηματισμός της τύρφης, τη δεκαετία του 1990 εκτιμήθηκε ότι ήταν πάχους 3.5 μέτρων και 0.5 μέτρων αντίστοιχα στο μεγαλύτερο και στο μικρότερο τέλμα της περιοχής. Τότε, η στάθμη του νερού στη λίμνη, είχε εποχική διακύμανση από 0 μέχρι 5 μέτρα. Εξάλλου, από το φθινόπωρο του 1992 που η λίμνη ξεράθηκε εντελώς, ο υδροφόρος ορίζοντας της περιοχής υποχώρησε κατά 1.5-2.5 μέτρα από την επιφάνεια του εδάφους. Τα επόμενα χρόνια, μετά τον πλημμυρισμό της περιοχής, η λίμνη είχε διαυγές νερό, χαμηλή αλκαλικότητα (144-205 mg/l CaCO3), και τα νερά της ήταν πλούσια σε φώσφορο, άζωτο και σίδηρο.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

27


Από την άποψη της χλωρίδας έχουν καταγραφεί 76 taxa (είδη, υποείδη, ποικιλίες), από τα οποία 42 είναι υγρόφυτα, 18 υγρόφιλα και 16 ξηρόφιλα. Από τα υδρόβια μακρόφυτα τα πλέον χαρακτηριστικά είναι τα Nymphaea alba, Phragmites australis, Typha angustifolia, Scirpus lacustris, S.maritimus και πολλά άλλα. Η οικολογική κατάσταση του υγρότοπου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό σε ένα μικρό φράγμα, που προστατεύει τον υγρότοπο από τις απορροές των γειτονικών γεωργικών καλλιεργειών. Όμως το φράγμα είναι πλημμελώς συντηρημένο και διαρροές του είναι σύνηθες φαινόμενο.

Η σημαντικότητα του υγροτόπου, βασίζεται τόσο στην ορνιθοπανίδα που φιλοξενεί, λόγω της γεωγραφικής του θέσης (βρίσκεται στη δυτική μεταναστευτική οδό και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του δικτύου μεταναστευτικών σταθμών των πουλιών στην Δυτική Ελλάδα), όσο και στα φυσικά του χαρακτηριστικά (έλος γλυκού νερού, πλούσια βλάστηση με νούφαρα, κλπ.). Αποικίες από κρυπτοτσικνιάδες, νυχτοκόρακες, μαυροπελεκάνους, χρυσαετούς, όρνια, νανοβουτηχτάρια, χουλιαρόπαπιες, τρυγόνια, κοτσύφια, καρακάξες και ψαρόνια, δίνουν ζωή στο έλος με τη μόνιμη παρουσία τους και την αναπαραγωγική τους δραστηριότητα. Στον Καλοδίκη έχει διαπιστωθεί σε εξειδικευμένες μελέτες ότι, όταν τα επίπεδα του νερού υπερβαίνει τα 4 μέτρα, πολλές κοινότητες βλάστησης εξαφανίζονται ή και υποχωρούν σημαντικά, ενώ άλλες κοινότητες εξαφανίζονται από τη λίμνη, όταν η στάθμη του νερού-υδροφόρου πέσει κάτω από η επιφάνεια του εδάφους. Έτσι, για την προστασία και διατήρηση του υγρότοπου και των οικοτόπων του, έχει προταθεί (Γεωργιάδης, 1994) να αυξηθεί η στάθμη του νερού της λεκάνης στο υψόμετρο +109.5 μέτρα, πάνω από το επίπεδο της θάλασσας, αλλά και η αποκατάσταση της πλήρους στεγανότητας του φράγματος. Αυτές οι δράσεις θα οδηγήσουν, σε περίπου μέσο επίπεδο νερού ετησίως τα 2 μέτρα, στη μέση του βάλτου, επιτρέποντας τη διατήρηση των περισσότερων από τις υπάρχουσες κοινότητες των φυτών. Ωστόσο, εξαφάνιση των αναδυόμενων φυτών και των κοινοτήτων τους, λόγω των υπερβολικά υψηλών επιπέδων του νερού, θα επηρεάσει είδη πουλιών από την απουσία χώρων αναπαραγωγής. Η στάθμη του νερού θα πρέπει πάντα να διατηρείται, πάνω από το επίπεδο του εδάφους, προκειμένου να αποφευχθεί η οξείδωση στο στρώμα της τύρφης του βάλτου. Έτσι, ο οικολογικός ρόλος του βάλτου θα αναβαθμιστεί και ταυτόχρονα το νερό του βάλτου θα μπορούσε και να χρησιμοποιηθεί για την άρδευση των καλλιεργούμενων κάμπο του Μαργαριτίου, αλλά και για την προμήθεια πόσιμου νερού, με αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις. Στις αρχές του καλοκαιριού το έλος Καλοδίκη αλλάζει όψη. Μεταμορφώνεται σε έναν πολύχρωμο καμβά, αφού τότε βρίσκονται στην πλήρη ανθοφορία τους τα νούφαρα και συγκεκριμένα η κατηγορία Nymphea alba. Γι αυτό άλλωστε είναι γνωστή ως “η Λίμνη με τα Νούφαρα”. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

28


Τα τελευταία χρόνια, στην περιοχή του υγρότοπου παρατηρείται έντονος ευτροφισμός που προκαλείται από τη διάβρωση των εδαφών, τις γεωργικές δραστηριότητες και τη ρύπανση. Επίσης, το οικοσύστημα του υγροτόπου διαταράσσεται συχνά από παράνομες δραστηριότητες, όπως είναι το κυνήγι, η εναπόθεση σκουπιδιών και μπάζων, καθώς και οι παράνομες καλλιέργειες εντός του υγροτόπου, όταν αυτός υποχωρεί (photos by Harry Gouvas/prevezamuseum.spaces.live.com).

ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΕΣ ΕΠΟΧΙΚΕΣ ΛΙΜΝΕΣ ΣΤΗΝ ΗΜΙΟΡΕΙΝΗ ΗΠΕΙΡΟ (πηγές:σταχυολόγηση από http://www.paramythia-online.gr, http://romiazirou.blogspot.gr, http://www.520greeks.com/sights/paramythia/, http://www.tixik.com/top-10-lakes-in-greece-3748275.htm).

Αυτές οι μεσογειακές εποχικές λίμνες βρίσκονται ανάμεσα στην Παραμυθιά και στο Μαργαρίτι Θεσπρωτίας. Με μεγαλύτερη τη λίμνη του Καλοδικίου υπάρχουν πολλές μικρές λίμνες, όπως είναι η Λιμνοπούλα , η Προντάνη ή Βροντάνη, η Γκρίκα, η Μόρφη και η Κανέτα, αλλά και άλλες πολύ μικρότερες σε έκταση. Οι περισσότερες από αυτές χάνουν (π.χ., με καταβόθρες,με άντληση για άρδευση) το μεγαλύτερο όγκο των νερών τους ή και ξηραίνονται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ενώ από το παρελθόν ακόμη και σήμερα γίνονται έργα αποξήρανσή τους. Δηλαδή, η πλειονότητα αυτών των Μεσογειακών εποχικών λιμνών στη Θεσπρωτία έχουν εποχικό χαρακτήρα, ορισμένες μπορεί να διατηρήσουν νερό καθόλη τη διάρκεια του έτους, εφόσον το επιτρέψουν οι κλιματικές και υδρολογικές τους συνθήκες, διαθέτουν πλούσια ορνιθοπανίδα, ενώ δεν έχουν ψάρια,. α) Οι Λίμνες Λιμνοπούλα, Προντάνη ή Βροντάνη, Κυρά Παναγιά, Μεσοβουνίου. Οι 4 αυτές λίμνες βρίσκονται κοντά στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας (Ζώνη ειδικής προστασίας κατά Natura2000, –SPA, ’’Έλη Καλοδίκη, Μαργαρίτι, Καρτέρι, Λίμνη Προντάνη -GR2120006)’’. (photo:N. Lamprousis/Panoramio, Κ.Κούρτης/Panoramio, skaikairos). Η Λίμνη Λιμνοπούλα ( Natura2000, GR2120003), βρίσκεται κοντά στο χωριό Κρυσταλοπηγή και Κεφαλόβρυσο, σε υψόμετρο + 506 μέτρα, είναι εποχική λίμνη και έχει μέγιστη έκταση μέχρι 579 Km2. Το 1988 κατασκευάστηκε στραγγιστική τάφρος σε μια πλευρά της λίμνης, αλλά η διαδικασία αποστράγγισης δεν έχει συμπληρωθεί ακόμη και η λίμνη κατακλύζεται το χειμώνα από νερά, φθάνοντας στο μέγιστο βάθος των 10 μέτρων. Οι αρχικές ελοφυτικές κοινότητες έχουν υποβαθμισθεί έντονα εξαιτίας της βόσκησης και δεν είναι πλέον αμιγείς. Η γρήγορη μετατροπή του οικοσυστήματος από λίμνη σε ξηρά έχει ως συνέπεια την είσοδο χερσαίων ξηρόφιλων φυτών. Στη νότια πλευρά της λίμνης η λυγαριά (Vitex agnus-castus) σχηματίζει μια περιφερειακή ζώνη από καλά αναπτυγμένους θάμνους. Κοντά στις καταβόθρες υπάρχει, κατά τη θερινή περίοδο, αποξηραμένη Chara sp., πάνω στο έδαφος και στις πέτρες. Από τα υπάρχοντα ζώα έχουν καταγραφεί τα Testudo hermanni, Testudo marginata, Emys orbicularis, Mauremys caspica, Phoxinellus spp. Το ιδιαίτερο οικοσύστημα της Λιμνοπούλας είναι ένας χαρακτηριστικός υγρότοπος ο οποίος προμηθεύει με νερό τη γύρω περιοχή και παρέχει υγρά λιβάδια για βόσκηση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Η υγρόφιλη βλάστησή του προσφέρει ενδιαιτήματα σε αξιόλογη πανίδα, όπως είναι η παρουσία ενδημικών ψαριών και μεγάλων πληθυσμών αμφιβίων και βαλτοχελωνών, ενώ υπάρχει επίσης αξιοσημείωτη ορνιθοπανίδα. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

29


Η περιοχή είναι Τόπος Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) «Λιμνοπούλα Παραμυθιάς», σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΚ, με κωδικό GR2120003 και έχει ενταχθεί στο ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών NATURA 2000. Το ιδιαίτερο οικοσύστημα της Λιμνοπούλας είναι ένας χαρακτηριστικός υγρότοπος, ο οποίος προμηθεύει με νερό τη γύρω περιοχή και παρέχει υγρά λιβάδια για βόσκηση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Στον συγκεκριμένο υγρότοπο φιλοξενούνται το χειμώνα παπιά σε μία από τις μεγαλύτερες πυκνότητες σε όλη την Ελλάδα, αναλογικά με την έκταση. Υπάρχουν επίσης αρπακτικά, όπως κραυγαετοί, ενώ αξιοσημείωτοι είναι οι πληθυσμοί των λευκοπελαργών που τρέφονται εκεί και φωλιάζουν στην γύρω περιοχή. Μεταξύ των σημαντικών ‘’κατοίκων’’ και ‘’επισκεπτών’’ της περιοχής, και που χρήζουν άμεσης προστασίας περιλαμβάνονται είδη ενδημικών ψαριών, μεγάλοι πληθυσμοί αμφιβίων και βαλτοχελώνων, καθώς και ένα σπάνιο είδος ακρίδας. Λίμνη Προντάνης ή Βροντάνη. Βρίσκεται κοντά στο χωριό Αμπελιά, σε υψόμετρο +450 μέτρα και έχει μέγιστη έκταση μέχρι τα 335 στρέμματα, μέγιστο μήκος 1400 μέτρα, μέγιστο πλάτος περίπου 400 μέτρα και περιφέρεια λίμνης 4 χιλιόμετρα. Κοντά στο ίδιο χωριό και στο Μεσοβούνι, βρίσκεται η ομώνυμη μικρή εποχική λίμνη, η Λίμνη του Μεσοβουνίου, με έκταση που φτάνει μέχρι και τα 65 στρέμματα. Στο χωριό Κυρά Παναγιά βρίσκεται η ομώνυμη εποχική λίμνη, Λίμνη Κυρά Παναγιά, σε υψόμετρο + 80 μέτρα και που έχει μέγιστη έκταση που φτάνει μέχρι και τα 167 στρέμματα περίπου. β) Οι Λίμνες Παλαιοκάστρου, Καλοσυκιές, Κανέτα. Η λίμνη Παλαιοκάστρου, βρίσκεται στο χωριό Μαργαρίτι, στην Ηγουμενίτσα, σε υψόμετρο +110 μέτρα. Έχει έκταση που φτάνει μέχρι τα 1000 στρέμματα είναι αβαθής και ξηραίνεται εποχικά.

Λίμνη Γκρίκα και Λίμνη Ψάκας (φωτο:Κώστας Κούρτης/Panoramio)

Λίμνη Προντάνη Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

Λιμνοπούλα ή Χότχοβα (skaikairos.gr)

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

30


Η Λίμνη Καλοσυκιές με μέγιστη έκταση μέχρι 400 στρέμματα, βρίσκεται κοντά στο χωριό Σπαθαραίοι, σε υψόμετρο + 20 μέτρα και είναι εποχική λίμνη. Η Λίμνη Κανέτα με μέγιστη έκταση που φτάνει και τα 87 στρέμματα, βρίσκεται σε υψόμετρο + 130 μέτρα και είναι εποχική λίμνη. Η ΛΙΜΝΗ ΡΙΑΧΟΒΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΒΟΪΔΟΛΙΜΝΕΣ, ΠΩΓΩΝΙ, ΙΩΑΝΝΙΝΑ, ΗΠΕΙΡΟΣ. (πηγές: σταχυολόγηση απο http://www.laroutes.eu, http://www.epirus.org, http://www.pogoni.gr).

Η Λίμνη Ριαχόβου ή Ντοβρίτσι, για τους ντόπιους Σιούριζ, σε υψόμετρο περίπου τα +400 μέτρα, βρίσκεται λίγο πριν το χωριό Ριάχοβο, στο Πωγώνι Ιωαννίνων. Η λίμνη ενώνεται με τον ποταμό Καλαμά και περικλείεται μέσα σε ένα μοναδικό δρυοδάσος, στη θέση Ντοβρίτσι, που πήρε το όνομα της από την εκεί ομώνυμη πηγή. Η έκταση της λίμνης είναι γύρω στα 45 στρέμματα και το σχήμα της είναι περίπου τετράγωνο. Η λίμνη φιλοξενεί καλαμιώνες, άλλη ελόβια και υδρόβια βλάστηση, αλλά και μια μικρή παραλία, ενώ στολίδι της είναι το μικρό νησάκι στο κέντρο της, που αποτελεί καταφύγιο για πολλά και σημαντικά είδη παρυδάτιων πουλιών (π.χ., κυρίως Ερωδιούς). Επίσης, πιο κάτω από τη λίμνη υπάρχει ένας σημαντικός υγρότοπος γεμάτος καλαμώνες που αποτελεί και αυτός το μεγαλύτερο καταφύγιο παρυδάτιων πουλιών της περιοχής. Επάνω και δίπλα στη μικρή λίμνη του Ριάχοβου (κάτω από το δρόμο που οδηγεί στο χωριό Καταρράκτης, Πωγωνίου) σχηματίζονται 2 μικρές λιμνούλες, οι Βοϊδόλιμνες, που είναι γεμάτες με νούφαρα, και που αποτελούν συνέχεια του υδροφόρου συστήματος της περιοχής. Αυτές οι δύο λιμνούλες βρίσκονται μέσα στο δάσος με βελανιδιές. Στην ευρύτερη περιοχή και κοντά στον ποταμό Καλαμά, και στα χαμηλά υψίπεδα των λόφων, ο τύπος του κλίματος και ο ανθρώπινος παράγοντας καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό τη βλάστηση της ευρύτερης περιοχής. Μια ομοιογενής ζώνη βλάστησης έχει διαμορφωθεί στο χώρο, που ξεκινά από την κοίτη των ποταμών και τους χείμαρρους και φτάνει μέχρι τις κορυφές των βουνών. Η ζώνη αυτή περιλαμβάνει τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις, τα παραποτάμια δάση με λεύκες, σκλήθρα, φτελιές και ιτιές, τους πουρναρότοπους, τις θαμνώδεις εκτάσεις, τα εκτεταμένα δάση δρυών, τις κουμαριές, τις αγριελιές, τον κέδρο, την κρανιά, την κουτσουπιά, το ρείκι, κ.ά.

Αρκετά είδη χλωρίδας συναντώνται στην περιοχή. Ξεχωρίζουν οι καμπανούλες (Campanula ramosissima, Campanula spathulata), τα γεράνια (Geranium nolle, Geranium robertium), οι βερόνικες (Veronica anagallis, Veronica beccabunga), οι κενταύριες (Centaurea calicitropa, Centaurea solstitialis), οι ορχιδέες (Orchis guadripunctata, Orchis simian, Ophrys fusca, Ophrys mammosa, Ophrys apifera), κ.ά. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

31


Η πανίδα της περιοχής παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον, καθώς φιλοξενεί αρκετά είδη μεγάλων θηλαστικών, όπως το αγριογούρουνο (Suss crofa), την αλεπού (Vulpes vulpes), τον λύκο (Canis lupus), τον λαγό (Lepus europaeus), το κουνάβι (Martes foina), τη νυφίτσα (Mustela nivalis), τον σκίουρο (Sciurus vulgaris), τον σκαντζόχοιρο (Erinaceus concolor) και περιστασιακά το ζαρκάδι (Capreolus capreolus). Πλούσια είναι και η ορνιθοπανίδα της περιοχής, με την παρουσία αρκετών σπάνιων και απειλούμενων ειδών, όπως ο σφηκιάρης (Pernis apivorus), ο ασπροπάρης (Neophron percnopterus), το σαΐνι (Accipiter brevipes), ο φιδαετός (Circaetus gallicus), η πετροπέρδικα (Alectoris graeca), κ.ά. Στα νερά των γύρω ρυακιών και ποταμών απαντώνται η καραβίδα (Astacus epiroticus), η πέστροφα (Salmo truta) και άλλα επτά (7) είδη ψαριών.

Κατά την επίσκεψη στην περιοχή αξίζει η περιήγηση γύρω από τη λίμνη και τους μικρούς υγρότοπους που δημιουργούνται γύρω της, οι οποίοι προσφέρονται για πεζοπορία, ποδήλατο βουνού και διαδρομές με άλογα (φωτογραφίες από Κώστα Βασιλείου και Μανώλη Μανούση). ΛΙΜΝΗ ΤΟΥΜΠΑ, ΙΩΑΝΝΙΝΑ, ΗΠΕΙΡΟΣ (πηγές: Sarika-Hatzinikolaou et al., 2003 -Phytocoenol., 33, 1, 93-151,The macrophytic vegetation in seven aquatic ecosystems in Epirus, NW Greece, Σαρίκα-Χατζηνικολάου, 1999 -Διδακτ., Διατρ., 497σελ., ΕΚΠΑ., Αθηνών, Χλωριδική και φυτοκοινωνιολογική έρευνα στις Δρακόλιμνες Ηπείρου, Λίμνη Ζαραβίνα και Παμβώτιδα κλπ), Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

32


Η μικρή αυτή λίμνη βρίσκεται στην πεδιάδα της Λαψίστας, σε υψόμετρο +470 μέτρα, ανάμεσα στον οικισμό Άνω Λαψίστας και Περίβλεπτος, και είναι το τελευταίο κατάλοιπο της παλαιάς λίμνη της Λαψίστας (αρχικά κάλυπτε ολόκληρη τη λεκάνη των Ιωαννίνων και πολύ αργότερα η στάθμη της ήταν χαμηλότερη από εκείνη της Παμβώτιδας, οπότε αποτελούσαν ένα σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων ). Η λίμνη Τούμπα έχει έκταση περίπου 50 στρέμματα και σχηματίζεται από τα νερά της ομώνυμης πηγής που τροφοδοτεί και τη λίμνη Παμβώτιδα και από αυτή την πηγή υδρεύεται μέρος της πόλης και Ιωαννίνων. Από την άποψη της χλωρίδας στη λίμνη Τούμπα έχουν καταγραφεί 69 taxa (είδη, υποείδη, ποικιλίες), από τα οποία 42 είναι υδρόβια αγγειόσπερμα (π.χ.Typha domingensis, Veronica anagallis aquatic, Stachys palustris, Spirodella polyrhiza, Sparganium erectum, S.erectum neglectum, Scrophularia umbrosa, Scirpus lacustris, Rorippa amphibian, R.trichophyllus, R.sceleratus, Potamogeton pusillus, P.lucens, P.crispus, Phalaris arundinacea arundinacea, Persicaria amphibian, P.lapathifoilia pallida, Paspalum distichum, Ceratophyllum demersum demersum, Cyperus longus, Iris pseudacorus, Juncus articulates, Lemna minor, L.trisulca, Myriophyllum spicatum, M.verticillatum, Nasturtium officinale, Nuphar lutea, Nymphaea alba), 26 αγγειόσπερμα μονοκότυλα υγρόφιλα και 1 υδρόβιο πτεριδόφυτο (Azolla filiculoides).

Επίσης, σε αυτή τη λίμνη έχει βρεθεί μεταξύ των άλλων μαλακίων και το σπάνιο γαστερόποδο Radomaniola curta (syn., Orientalina curta) . __________

1.3

Λιμνοδολίνες στη Δυτική Ελλάδα

ΛΙΜΝΟΔΟΛΙΝΕΣ ΣΤΟ ΞΗΡΟΜΕΡΟ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ (πηγές: Μ. Γκολουμποβιτς-Δεληγιάννη, 2011. Καταστολή γεωμορφολογική εξέλιξη στη δυτική Ελλαδα. Η περίπτωση της περιοχής Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας. Διδακτ., διατρ., Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, σελ., 315, Βλάμη, Ζογκαρης, Δημοπουλος, 2003. Βελανιδόδασος Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας. οικοτουριστικές οδηγός. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ΥΠΕΧΩΔΕ, σελ., 75 ).

Στην περιοχή Ξηρόμερο, Αιτωλοακαρνανίας, μια κατεξοχήν άνυδρη περιοχή με καρστικό ανάγλυφο, υπάρχει ένας εντυπωσιακός αριθμός απο ΛιμνοΔολίνες, Δολίνες και Πόλγες (γεωμορφολογικός δομές σε καρστικό περιβάλλον), αλλά και Ψευτοδολίνες (ανθρωπογενείς κατασκευές με εκσκαφές). Όλα αυτά μαζί με τις υδροδεξαμενές αντιπροσωπεύουν μικρά υγροτοπικά συστήματά (οι Λούτσες των ντόπιων), που συμβάλλουν από πολύ παλιά στην επιβίωση και στη γεωργοκτηνοτροφική ανάπτυξη του Ξηρόμερου. Ο συνολικός αριθμός αυτών των υδροδεξαμενών φτάνει τις 385 σε αριθμό. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

33


Οι ΛιμνοΔολίνες, 12 σε αριθμό, βρίσκονται πάνω στα κοκκινοχώματα της περιοχής, διατηρούν νερό όλο το χρόνο οι περισσότερες, έχουν χωνοειδή, δισκοειδή ή αστεροειδή μορφή, και είναι κυρίως δολίνες ´´διάλυσης´´ και σπάνια ´´εγκατακρημνισογενείς´´.

Στη ροή του χρόνου οι ντόπιοι, προκειμένου να εξασφαλίσουν κάποια ποσότητα νερού, στο άνυδρο Ξηρόμερο, για την άρδευση , κυρίως των καλλιεργειών τους, έχουν πολλές φορές διευρύνει τις φυσικές λιμνοδολίνες ή και έχουν τεχνητά διαμορφώσει, μιμούμενοι το φυσικό ανάγλυφο και τις γεωμορφολογικός δομές των φυσικών δολινών της περιοχής, κατασκευές με εκσκαφές κοιλοτήτων στο έδαφος (τεχνητές υδροδεξαμενές). (Σημείωση για ´´Το Καρστικό Ανάγλυφο και την Εξέλιξή του´´Το καρστικό ανάφλυφο δημιουργείται συνήθως στους ανθρακικούς σχηματισμούς (ασβεστόλιθους, δολομίτες) και στους εβαπορίτες (γύψους, ανυδρίτες). Αντιπροσωπεύεται από ένα σύμπλεγμα διαφορετικών επιφανειακών και υπόγειων καρστικών μορφών που εμφανίζουν ιδιαίτερα υδρογεωλογικά χαρακτηριστικά. Το κύριο χαρακτηριστικό, αυτών των πετρωμάτων, είναι η μεγάλη ικανότητα της χημικής διάβρωσης και αποσάθρωσης (χημικής και μηχανικής) καθώς και της δευτερογενούς περατότητας της μάζας τους σε σχέση με τα άλλα πετρώματα. Αποτέλεσμα αυτών των διαδικασιών είναι το φαινόμενο της καρστικοποίησης. Η καρστική εξέλιξη, δηλαδή η εξέλιξη του καρστικού αναγλύφου, είναι αργή και συνεχόμενη που διαρκεί εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια , εξελισσόμενη σε μεγάλες επιφανειακές και υπόγειες εκτάσεις πολλών τετραγωνικών χιλιομέτρων. Στην ανάπτυξη των επιφανειακών και υπόγειων μορφών του καρστικού αναγλύφου εκτός από τη χημική διάλυση, την αποσάθρωση και την απογύμνωση, δεν μπορούμε να παραλείψουμε και τον ρόλο της λιθολογίας, της γεωλογικής δομής και των τεκτονικών μετακινήσεων, όπως επίσης και της υδρογεωλογίας, του κλίματος και της βλάστησης. Ο Huntoon (1995) καθόρισε το καρστ ως εξής : '´Το σύστημα καρστ, είναι ένα ενσωματωμένο σύστημα της μάζας των διαλυτών πετρωμάτων, που με Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

34


την επίδραση του νερού που κυκλοφορεί στα ίδια τα ορυκτά, και με την διαλυτότητα και την περατότητα τους, διαμορφώνονται καρστικές μορφές των κατακλάσεων, ρηγματώσεων, αγωγών που διευκολύνουν την κυκλοφορία του νερού. ” Στο καρστικό περιβάλλον η διάβρωση των πλαγιών ή και η απογύμνωση είναι ελάχιστη λόγω της σημαντικής διαπερατότητας του επιφανειακού νερού προς το βάθος. Στις πλαγιές των καρστικών κοιλάδων , στις οποίες έχουμε επιφανειακές ροές, έχει παρατηρηθεί κολλοβιακή εξέλιξη και σημαντική κατολίσθηση, καθίζηση και γκρέμισμα.

Η Μεγάλη Λούτσα στη Δεργοβίτσα (φωτό Σπ. Μπαράκου) Αυτά τα φαινόμενα έχουν ως αποτέλεσμα τον επικλινή σχηματισμό των πλαγιών των καρστικών κοιλάδων και το καρστικό εγκάρσιο προφίλ των σπάνιων ποτάμιων κοιλάδων του τύπου ´´κλεισούρας´´ και ´´φαραγγιού´´. Επίσης, το ίδιο φαινόμενο έχουμε και στα υπόγεια κανάλια και υπόγειες αίθουσες σπηλαίων αλλά, με μικρότερο μέγεθος αυτών των σχηματισμών. Με την υπόσκαψη των υπόγειων καναλιών έχουμε την κατολίσθηση τους, με συνέπεια τα τοιχώματα τους (των υπόγειων καναλιών) να σχηματίζουν οριζόντια κλίση. Επίσης, υπογείως έχουμε και τις καταπτώσεις των οροφών σε υπόγειες αίθουσες σπηλαίων. Αν αυτές οι αίθουσες υπάρχουν κοντά στην επιφάνεια του εδάφους , έχουμε γκρέμισμα των άνω στρωμάτων ή και καθίζηση του άνω εδάφους και άνοιγμα αυτών των υπόγειων αιθουσών προς τον επιφανειακό ορίζοντα, την επιφάνεια).

ΛΙΜΝΟΔΟΛΙΝΕΣ ΒΟΝΙΤΣΑΣ-ΑΚΤΙΟΥ, ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ (πηγές:σταχυολόγηση από Τσαμαρδά, 2006 -Μεταπτ., Διατρ., Χαροκόπειο Πανεπ., 184σελ., Τυπολογία των λιμνοθαλασσών Αμβρακικού κόλπου, http://imbriw.hcmr.gr/wp-content/uploads/2013/11/PENED.pdf Υπουργείο Ανάπτυξης, 1996 -ΕΜΠ, ΙΓΜΕ, ΚΕΠΕ, 335σελ., +4 Παραρτ., Σχέδιο προγραμ., Διαχειρ., Υδατ., Πόρων, http://www.akarnania.net, http://www.epoxi.gr, http://www.scubadive.gr).

Νότια και δυτικά της Βόνιτσας, υπάρχουν τρεις μικρές λίμνες με κοινό χαρακτηριστικό την κυκλική μορφή και τα αρκετά ψηλά τοιχώματα (γεωλογικό βύθισμα), πάνω από τη στάθμη του νερού τους. Επίσης, στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Παλιάμπελα και Μοναστηράκι υπάρχει η μικρή λίμνη της Αβυλαριάς. Η πρώτη λίμνη, η Κομήτη ή Λινοβρόχι, βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 7 μέτρων, 2 χλμ Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

35


βορειοδυτικά και λίγο έξω από τη Βόνιτσα, στα αριστερά του δρόμου Βόνιτσας-Λευκάδας. Ονομάζεται από τους ντόπιους και ‘’Λιμνοβρόχι’’ παραφθορά της λέξης ‘’λινοβρόχι’’, ονομασία που προέρχεται από την χρήση των νερών της λίμνης για την επεξεργασία λιναριού ή ότι δέχεται αυτή η μικρή λίμνη, πολύ μικρή ποσότητα νερών από τη βροχή. Η δεύτερη λίμνη, η Σαλτίνη ή Λιμνοθάλασσα του Ακτίου, είναι ουσιαστικά αβαθές παράκτιο έλος και βρίσκεται σχεδόν στο ίδιο χιλιόμετρο του ιδίου πιο πάνω δρόμου, αλλά στα δεξιά της κατεύθυνσης προς την Λευκάδα. Την τρίτη λίμνη, τη Λειβαδάκια, θα την συναντήσουμε στα αριστερά μας, καθώς πηγαίνουμε στον δρόμο Βόνιτσα - Άκτιο, στην ομώνυμη θέση Λειβαδάκια. Οι δύο πρώτες λίμνες έχουν υφάλμυρο νερό, λόγω επικοινωνίας τους με τη γειτονική θάλασσα, ενώ η τρίτη λίμνη στα Λειβαδάκια έχει κανονικό πόσιμο νερό.

Η μορφή των λιμνών, το σχήμα τους, τα ‘’φρύδια’’ γύρω από αυτές, το βάθος τους, η ποιότητα των νερών, αλλά και οι άλλες παρόμοιες υπόγειες λίμνες που υπάρχουν στην περιοχή, οδηγούν άμεσα στο συμπέρασμα ότι η προέλευσή τους δεν μπορεί να ανήκει σε γεγονός πτώσης μετεωρίτη (αναφορές ντόπιων), αλλά είναι λίμνες τεκτονικών καταβυθίσεων, σπήλαια που πριν εκατομμύρια χρόνια έπεσαν οι οροφές των πέτρινων θόλων τους που υπήρχαν πάνω από μεγάλα σπηλαία της περιοχής ( πηγή: Τσαμαρδά, 2006, Ντίνος Στυλιανός - εφημερίδα Παναιτωλικά, http://www.epoxi.gr ) (Σημείωση: Η Δολίνη είναι γεωμορφολογικός σχηματισμός που συνίσταται από μία κλειστή λεκάνη, με κυκλικό ή ελλειπτικό σχήμα και πλάτος μεγαλύτερο από το βάθος (χοάνη). Οι δολίνες συναντώνται κυρίως σε ασβεστολιθικά ή δολομιτικά πετρώματα και οφείλονται είτε στην κατάρρευση της οροφής υπογείων σπηλαίων (εγκατακρημνισιγενείς), είτε στη χημική διάλυση των ασβεστόλιθων από τα νερά της βροχής (χοανοειδείς). Εμφανίζονται μεμονωμένες ή σε ομάδες και οι διαστάσεις τους ποικίλλουν, συνήθως όμως το βάθος τους είναι 5-15 μ. και η διάμετρός τους 20-25 μ. Στην Ελλάδα οι δολίνες είναι συνηθισμένο φαινόμενο, εξαιτίας της αφθονίας των ασβεστολιθικών πετρωμάτων, και είναι συνήθως εγκατακρημνισιγενείς. Γνωστές είναι οι δολίνες στις οροσειρές της Γκιώνας, του Παρνασσού, των Βαρδουσίων, στην Αιτωλοακαρνανία, στην Κρήτη, στη Χίο κ.α.).

Η λίμνη Κομήτη με έκταση 0.01 τ.χλμ, έχει βάθος που ξεπερνάει τα 10 μέτρα, το νερό της είναι γλυκό έως ελαφρά υφάλμυρο, ενώ εντυπωσιακή είναι η ανάπτυξη Χαρόφυτων (υδρόβια ανώτερα φυτά), αλλά και η ύπαρξη ψαριών, καβουριών, υδρόβιων χελωνών και πτηνών. Σύμφωνα με μια καταδυτική αφήγηση, μέσα στο βάθος της λίμνης υπάρχει ασθενές ρεύμα με κατεύθυνση ανατολική προς δυτική, Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

36


δηλαδή προς τη γειτονική μικρότερη λιμνούλα με την οποία εικάζεται ότι υπάρχει υπολίμνια επικοινωνία. Εξάλλου, από τη φυσικοχημική σύσταση των νερών της εικάζεται ότι υπάρχει υπόγεια επικοινωνία με τη γειτονική πηγή του Βλυχού.

Χαρόφυτα και Κάβουρας στη λίμνη Κομήτη (photo: http://www.scubadive.gr

Η λίμνη Σαλτίνη ή Λιμνοθάλασσα ή Έλος του Ακτίου με έκταση γύρω στα 2,75 τ.χλμ, βρίσκεται 4 km νότια της Πρέβεζας (στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου Στέρνας, νότια από το αεροδρόμιο του Ακτίου) και αποτελείται από δύο τμήματα που xωρίζoνται από το δρόμο του Ακτίου και χρησιμοποιείται ως ιχθυοτροφείο. Περιμετρικά της υδάτινης περιοχής υπάρχει στενή ζώνη καλαμώνων, ενώ η βλάστηση της γύρω περιοχής είναι κυρίως αλοφυτική (π.χ.,Salicornia spp., Puccinelia spp.,) και με θαμνώνες κυρίως από αλμυρίκια. Το ανατολικό τμήμα (Μικρή Σαλτίνη) είναι μικρότερο και έχει ελάχιστο νερό, ενώ το δυτικό τμήμα είναι μια ρηχή λιμνοθάλασσα με αλμυρό και υφάλμυρο νερό και το έδαφός της είναι αμμοαργιλώδες. Στη νότια πλευρά της υπάρχει ένα τεχνητό κανάλι που συνδέει τη λίμνη με το Ιόνιο πέλαγος και έτσι μέσω αυτού του καναλιού εισέρχονται ψάρια από τη θάλασσα στη λίμνη, όπου και αλιεύονται.

Η γύρω περιοχή της Σαλτίνης είναι επίπεδη, με εκτεταμένες καλλιέργειες και χορτολίβαδα. Ανατολικά της λίμνης, κάτω από τον λόφο Στούπα παρατηρούνται εκτεταμένοι ελαιώνες και χορτολίβαδα. Στην περιοχή Άνω Πούντα, στα ανατολικά και νοτιοανατολικά της λίμνης απαντούν ελαιώνες, θερμοκήπια, αλλά και χορτολίβαδα. Στα δυτικά και νοτιανατολικά τμήματα της λίμνης, η δενδρώδης παραποτάμια βλάστηση αντιπροσωπεύεται από όχι ιδιαίτερα σημαντικές διάσπαρτες συστάδες δέντρων. Οι εκτεταμένες πολύ ρηχές και λασπώδεις επίπεδες περιοχές, την κάνουν ένα πολύ σημαντικό σταθμό ανάπαυσης για τα μεταναστευτικά πουλιά. __________

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

37


1.4 Βάθρες ή Βόθνες, Φυσικές Πισίνες-Κολυμπήθρες στην Ήπειρο Η οροσειρά της Πίνδου χαρακτηρίζεται μεταξύ των άλλων και από άφθονα νερά, ρυάκια, χειμάρρους, καταρράκτες και στη βάση τους τις μικρές λίμνες, τις γνωστές Βάθρες ή Φυσικές πισίνες ή Κολυμπήθρες ή μικρές Οβίρες. (Ουσιαστικά αυτές οι κοιλότητες στη βάση των καταρρακτών δεν λογίζονται ως λίμνες, καθότι τα νερά τους είναι τρεχούμενα. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις, αυτοί οι καταρράκτες να μην έχουν νερό αργά το καλοκαίρι, οπότε τα νερά στις βάθρες είναι στεκούμενα και τότε μπορεί να υπολογιστούν ως εποχικές-περιστασιακές μικρές λίμνες). Ειδικότερα, στην περιοχή της βόρειας Πίνδου, μεταξύ άλλων βρίσκονται και οι

καταρράκτες στο χωρίο Ηλιοχώρι, στα Ζαγοροχώρια Ιωαννίνων. Τρεις καταρράκτες ´´Μπαλτά Ντι Στρίγγα´´ στο σύνολο, σχηματίζουν 2 μεγάλες καταπράσινες βάθρες, κυριολεκτικά μέσα σε παρθένο δάσος. Επίσης, ανάμεσα στο Μικρό και στο Μεγάλο Πάπιγκο, υπάρχει ένα μικρό φαράγγι που διασχίζει το ρέμα Ποτίστρες σχηματίζοντας λιμνούλες, τις "Κολυμπήθρες", όπου την καλοκαιρινή περίοδο πολλοί είναι εκείνοι που κολυμπούν εκεί. Εξάλλου, ξεκινώντας από την Βωβούσα και κατά μήκος του ποταμού Αώου και του Αρκουδορέματος φτάνουμε στον πυρήνα του εθνικού δρυμού της ´´Βάλια Κάλντά´´ όπου συναντάμε τις Βάθρες του Αρκουδορέματος. (Σημείωση για του Kαταρράκτες στην Ελλάδα -πηγές: σταχυολόγηση από http://atraposroute.blogspot.com, http:// www.wondergreece.gr, http://athensvoice.gr, http://www.pinterest.com, http://touristikos-odigos.blogspot.com, http://www.epirus.org, http://www.thetravelbook.gr, http:// romiarizou.blogspot.com - H Ελλάδα είναι μαζί με την Αυστρία, η ορεινότερη χώρα της Ευρώπης. Τα εδάφη της, ημιορεινά και ορεινά, ξεπερνούν το 70% της συνολικής της έκτασης. Σ’ αυτή την έκταση αναπτύσσεται ο απίστευτος αριθμός των 860 (!) αυτοτελών και ανεξάρτητων βουνών. 448 από αυτά είναι χαμηλά, το υψόμετρό τους δεν ξεπερνάει τα +1.000 μέτρα. Τα 359 έχουν μέσο ύψος, από +1000 έως +2000 μέτρα. Τα υψηλότερα ορεινά συγκροτήματα στην Ελλάδα είναι 53, με τις κορυφές τους να ξεπερνούν τα 2.000 μέτρα. Στο πολύπλοκο ανάγλυφο και στις χαραδρώσεις τόσων εκατοντάδων ορεινών όγκων, η προαιώνια δράση και διάβρωση του νερού έχουν δημιουργήσει ένα μεγάλο αριθμό καταρρακτών, που ξεπερνούν κατά πολύ τους 100! Αυτά τα μικρά θαύματα της φύσης είναι για τον φυσιολάτρη, τον πεζοπόρο και, κυρίως, το φωτογράφο μία από τις συναρπαστικότερες εμπειρίες στο φυσικό περιβάλλον της Ελλάδας. Ανάλογα με τη χρονική διάρκεια της ροής τους οι καταρράκτες διακρίνονται σε μόνιμους, η ροή των οποίων δεν διακόπτεται –παρά μόνον σε ακραίες περιπτώσεις– κατά τη διάρκεια του έτους και σε εποχικούς οι οποίοι, κατά τη θερινή περίοδο και τους πρώτους μήνες του φθινοπώρου, στερεύουν. Μεγάλο ενδιαφέρον, οπτικό και αισθητικό, παρουσιάζει η κατηγοριοποίηση ανάλογα με τη μορφή ή τον τρόπο πτώσης του όγκου του νερού. Εδώ, η βασική διάκριση των καταρρακτών είναι σε κάθετους και κεκλιμένους. Στους κάθετους η πτώση του νερού μπορεί να είναι ελεύθερη ή σε επαφή με το πέτρωμα της κάθετης πλαγιάς. Στους κεκλιμένους η ροή του νερού μπορεί να είναι είτε ομοιόμορφη, είτε ασυνεχής. Στην πρώτη περίπτωση το πέτρωμα είναι λείο και ομοιογενές από τη διάβρωση του νερού. Βλέπουμε, λοιπόν, τον καταρράκτη να κυλάει μέσα στο μακρόστενο λούκι του απόλυτα πειθαρχημένος από την αρχή του σχηματισμού του ως το σημείο της συνάντησής του με το έδαφος, τη λιμνούλα, συνήθως, που σχηματίζει. Υπάρχει όμως και μια άλλη κατηγορία κεκλιμένων, πιο σπάνιων αλλά και πιο θεαματικών καταρρακτών, των λεγόμενων κλιμακωτών ή βαθμιδωτών. Ποιοι ονομάζονται έτσι; Είναι οι κεκλιμένοι μεν αλλά «απείθαρχοι» ή «απρόβλεπτοι» καταρράκτες. Που η μορφή τους μεταβάλλεται, σε μεγάλο βαθμό, από την εκάστοτε ποσότητα του νερού. Εδώ δεν έχουμε ομοιογενές λούκι στο πέτρωμα, διαμορφωμένο από τη μακρόχρονη διάβρωση του νερού,αλλά μια ασυνέχεια του πετρώματος, που εμφανίζει μια μορφή βαθμίδων ή, θα λέγαμε, σκαλοπατιών. Πέφτοντας με ορμή σ’ αυτά τα διαδοχικά επίπεδα ο καταρράκτης, δημιουργεί μια ατίθαση όψη, μια συνολική πτώση που κατακερματίζεται σε ισάριθμες μικροπτώσεις, ανάλογα με τον αριθμό των σκαλοπατιών. Πολλοί ενδιάμεσοι αφροί και άπειρα σταγονίδια δημιουργούν μια εικόνα που μεταβάλλεται συνεχώς και είναι τόσο πιο θεαματική όσο μεγαλύτερος είναι ο όγκος του νερού).

ΒΟΘΝΕΣ ΚΕΡΑΜΙΤΣΑΣ, ΚΑΛΑΜΑΣ, ΗΠΕΙΡΟΣ (πηγές: σταχυολόγηση από http://neafiliaton.com, http://keramitsa.pblogs.gr, post_3731.html,

http://labastia.blogspot.gr/2010/08/blog-

Η Κεραμίτσα ήταν ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της Μουργκάνας, στη Θεσπρωτία, σε υψόμετρο +580 μέτρων στις πλαγιές της ομώνυμης κορυφής και σε απόσταση 20 περίπου χιλιόμετρα από τις Φιλιάτες. Για να συναντήσουμε αυτές τις βάθνες-βάθρες ξεκινάμε από το παλαιό ‘’Καλντερίμι’’ του ποταμού Λάγγαρη (παραπόταμος Καλαμά) που κατασκευάστηκε την περίοδο της τουρκοκρατίας και αποτελεί τμήμα του τότε δρόμου που ένωνε τα Γιάννενα με το λιμάνι της Σαγιάδας. Έτσι, από το Ιππικό πάρκο της Λεπτοκαρυάς της Θεσπρωτίας, για να φτάσουμε στις βάθνες (τοπική ονομασία για τις βάθρες) Κεραμίτσας πεζοπορούμε, αφού πρώτα διασχίσουμε το ομώνυμο φαράγγι. (φωτογραφίες Horse Park Leptokaria Thesprotia)

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

38


ΦΥΣΙΚΕΣ ΠΙΣΙΝΕΣ-ΒΑΘΡΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗ ‘’ΜΠΑΛΝΤΑ ΝΤΙ ΣΤΡΙΓΚΑ‘’, ΗΛΙΟΧΩΡΙ, ΖΑΓΟΡΙ, ΗΠΕΙΡΟΣ (πηγή: σταχυολόγηση απο http://www.zagori.gov.gr, http://romiarizou.blogspot.com, http://photoioannina.blogspot.gr, http://www.iefimerida.gr).

Λίγο έξω από το χωριό Ηλιοχώρι, βρίσκονται οι εντυπωσιακοί καταρράκτες ‘’Μπάλτα ντι Στρίγκα’’, σε υψόμετρο περίπου +900 μέτρων. Πρόκειται για τρεις συνεχόμενους καταρράκτες (ο μεγαλύτερος ύψους 25 μέτρων), που σχηματίζουν φυσικές πισίνες-βόθνες-βάθρες στη βάση τους με ψυχρά έως παγωμένα νερά. Oι καταρράκτες στη θέση ‘’Μπάλτα Ντι Στρίγκα’’ είναι ένα τοπίο φυσικού κάλους και μαζί με τον αιωνόβιο απλοκλώναρο πλάτανο στο Μεσοχώρι αποτελούν τα σπουδαιότερα αξιοθέατα του χωριού. Ωστόσο, ακολουθώντας από τους καταρράκτες τις πινακίδες στο σηματοδοτημένο μονοπάτι φτάνεις σε 25 λεπτά στην πλατεία του χωριού. Στη διάρκεια της καταπράσινης διαδρομής συναντάς το πέτρινο γεφύρι του Πέτσου (photo: M.Vakaros).

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

39


ΟΒΙΡΕΣ - ΚΟΛΥΜΠΗΘΡΕΣ - ΒΑΘΡΕΣ ΡΟΓΚΟΒΟΥ-ΠΑΠΙΓΚΟΥ, ΖΑΓΟΡΟΧΩΡΙΑ, ΗΠΕΙΡΟΣ. (Πηγές: σταχυολόγηση από http://www.naturagraeca.com, http://romiarizou.blogspot.com, http://www.iefimerida.gr).

Ανάμεσα στο Μεγάλο και Μικρό Πάπιγκο, στο Ρέμα Ρογκοβού ακολουθώντας ένα μονοπάτι, θα φτάσετε σε αυτές τις φυσικές Κολυμπήθρες ή Οβίρες -τα στρογγυλά κοιλώματα στη ροή του νερού, σαν μικρές φυσικές πισίνες- που λάξευσε το νερό στην πέτρα- σε μια στενή χαράδρα με τεράστιες, λείες σχεδόν οριζόντιες στρώσεις ασβεστολιθικών πλακών. Πρόκειται για ένα «στένεμα» του ρέματος, που το μετατρέπει σε μικρό φαράγγι, δημιουργώντας με το νερό μικρές φυσικές πισίνες. Στο χαμηλότερο μέρος της ρεματιάς έχει κτισθεί και ένα μικρό φράγμα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια μεγάλη φυσική πισίνα στην οποία μπορούν να κάνουν μπάνιο οι πιο ανθεκτικοί στο κρύο. Ιδανικό μέρος για βουτιές το καλοκαίρι ή για μπάνιο σε μία από τις ατομικές κολυμπήθρες, αποτελούν μεν κοινό μυστικό πλέον, αλλά αξίζει η εμπειρία. Οι Κολυμπήθρες είναι ένα σχετικά σπάνιο φυσικό φαινόμενο, που, σύμφωνα με ιστορικές πηγές, κέρδισε το ενδιαφέρον μέχρι και του Αλή Πασά, ο οποίος απολάμβανε το μπάνιο του εκεί τους καλοκαιρινούς μήνες. Το θέαμα και η αίσθηση είναι μαγευτικά. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

40


ΒΑΘΡΕΣ ΣΤΟ ΑΡΚΟΥΔΟΡΕΜΑ, ΖΑΓΟΡΟΧΩΡΙΑ, ΗΠΕΙΡΟΣ. (πηγές: σταχυολόγηση από http://romiarizou.blogspot.com, http://www.hellaspath.gr,http://www.pindosnationalpark.gr, http://www.zagoroxoria.gr).

Ο πυρήνας της Βάλια Κάλντα στον ποταμό Αώο είναι το Αρκουδόρεμα. Για να φτάσουμε εκεί η πεζοπορία ξεκινά απο τη Βωβούσα, το πιο απομακρυσμένο χωριό του Ζαγορίου. Μεταξύ άλλων σημαντικών γεωμορφών για την περιοχή είναι και η περίφημη Κολυμπήθρα, το σημείο όπου μεγάλα βράχια σχηματίζουν μια φυσική πισίνα - στέρνα με νερά γάργαρα και ορμητικά και παγωμένα. ‘’Μόλις συναντήσουμε το Αρκουδόρεμα, μπαίνουμε στο μονοπάτι Ε6, που ξεκινάει από τη δεξιά πλευρά του ρέματος. Μετά από μια μικρή ολιγόλεπτη πορεία φτάνουμε σε ένα καλοφτιαγμένο ξύλινο γεφυράκι και περνάμε στην απέναντι πλευρά της όχθης. Το μονοπάτι μας σύντομα διακλαδώνεται και εμείς ακολουθούμε τη δεξιά διαδρομή με προορισμό τη Βωβούσα και τους «καταρράκτες του Αρκουδορέματος», αφήνοντας αριστερά μας το μονοπάτι που οδηγεί στις λίμνες Φλέγκα. Συνεχίζουμε τη πορεία μας και σε λίγο συναντάμε μια μικρή πηγή, τη μοναδική που υπάρχει κατά μήκος της διαδρομής μας. Μετά από λίγα λεπτά περνάμε στην απέναντι όχθη του ποταμού. Για λιγότερα από 100 μέτρα ακολουθούμε το μονοπάτι που βρίσκεται στη δεξιά όχθη του ρέματος και σύντομα αναγκαζόμαστε να περάσουμε ξανά μέσα από τα νερά για να επιστρέψουμε στην αριστερή του όχθη. Κατά μήκος της πορείας μας συναντάμε και τους «καταρράκτες» του Αρκουδορέματος, όπου τα ορμητικά νερά του σμίλεψαν τους βράχους και δημιούργησαν μικρές Οβίρες’’.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

41


ΛΙΜΝΟΥΛΕΣ ΣΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ ΑΧΕΡΟΝΤΑ, ΗΠΕΙΡΟΣ. (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.acherontas.netne.net, http://motorideclub.com, http://www.iefimerida.gr).

Ο ποταμός Αχέροντας, ρέει ανάμεσα στους ορεινούς όγκους της δυτικής Ηπείρου, από ένα στενό φαράγγι που δημιουργούν τα βουνά της Παραμυθιάς και του Σουλίου - γνωστό και ως ΄΄Στενά του Αχέροντα’’. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

42


Ο ποταμός Αχέροντας είναι ένας από τους πλέον καθαρούς της Ευρώπης, ενώ η ροή του ποικίλλει, σε πολλά σημεία. Όπου η ροή του νερού είναι ομαλή, σχηματίζονται μικρές λίμνες και νερόλακκοι κατάλληλοι για κολύμπι, παρέα με βίδρες και αχερωνογοβιούς (είδος ψαριού ενδημικού του Αχέροντα).

__________

1.5 Λίμνες στα Δέλτα των ποταμών Αχελώο και Καλαμά (πηγή: σταχυολόγηση από http://thesis.ekt.gr/thesisBookreader/-Διατριβή Αγγελ., Βίτσου Λαμπράκη, 2008, Πανεπιστήμιο Πατρών, σελ., 222). Το δέλτα του ποταμού Αχελώου σχηματίζεται στην έξοδο του ποταμού από την

κοιλάδα Παλαιομάνινων-Σταμνών, αποτελεί ιδιαίτερη μορφή δέλτα καθώς κατακλύζει μια καρστική περιοχή με πολλούς λόφους και έχει αναπτυχθεί από τα μεταφερόμενα υλικά του ποταμού, τα οποία αποθέτει στις εκβολές του, ενώ επηρεάζεται από τη θάλασσα. Το δέλτα του Αχελώου, είναι μια σύνθετη μορφή δέλτα, λοβοειδή εσωτερικά και τοξοειδή εξωτερικά. Υπάρχει επίσης μια εκτεταμένη Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

43


ζώνη αμμωδών φραγμών-λουρονησίδων (περίπου 24 χλμ.) η οποία παγιδεύει πίσω της τη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου και εγκλωβίζει εσωτερικά το ‘’ευξείνιο’’ βύθισμα του Αιτωλικού (κακώς ονομάζεται λιμνοθάλασσα). Στο δελταϊκό τμήμα στην περιοχή Κατοχής-Εκβολών, ο ποταμός σχηματίζει μια μαιανδρική κοίτη ροής μέσα στις προσχώσεις του. Από τον Πεντάλοφο μέχρι την Κατοχή, η κοίτη ροής αρχίζει τις μεγάλες μαιανδρικές κάμψεις της, εγκιβωτισμένη σε πλευρικές όχθες και αναχώματα, ενώ η κοίτη ροής στο τμήμα Κατοχής-Εκβολές είναι μια τεχνητά διαμορφωμένη φυσική κοίτη ροής ενός υπερχειλίζοντα ποταμού, παρότι διατηρεί τις αμμώδεις νησίδες στα κεντρικά και πλευρικά τμήματα των κάμψεων. Ωστόσο, εκτεταμένα φραγματικά παράκτια συστήματα με παράλληλες βαθμίδες αποσάθρωσης συνδέονται με τις χαμηλότερες περιοχές των κύριων μαινδρικών κοιτών. Έτσι, η περιοχή του δέλτα, πίσω από τους παραλιακούς φραγμούς και προς το εσωτερικό έχει και σχηματίζει μικρές λίμνες γλυκού ή υφάλμυρου νερού (π.χ., Λίμνες Ρούστα και Βάλιτσα). Σημειώνεται ότι η έκταση αυτού του συστήματος των μικρών λιμνών αυξάνει προς τα ανατολικά από την περιοχή Άκρα Σκρόφα προς τη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, δείχνοντας έτσι μια αυξανόμενη ηλικία των παραποτάμιων συστημάτων. Επίσης, στο εσωτερικό της δελταϊκής πεδιάδας παρατηρούνται εντελώς απομονωμένες–ξεκομμένες κοίτες που παραμένουν με μορφή ημισεληνοειδών λιμνών ή και μπορεί να σχηματίζουν λίμνες σε πλημμυρικές συνθήκες, απομεινάρια μαιάνδρων γεμάτα με καλαμώνες και που παγιδεύουν ιλυούχους πηλούς συχνά πλούσιους σε οργανικό υλικό (photo: xtsamis, anavasi, panoramio).

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

44


ΛΙΜΝΕΣ ΚΑΙ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΕΣ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΚΑΛΑΜΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΑΓΙΑΔΑ, ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ (πηγές: σταχυολόγηση κυρίως απο http://nemertes.lis.upatras.gr -μεταπτ., Χ.Μαρκου, 2011., http://www.kalamasacherontas.gr, http://labastia.blogspot.gr/, www.kalamas-acherontas.gr, http://educandus.forumotion.com/t2335-topic, http://www.ornithologiki.gr, http://www.minagri.gr, http://repository.biodiversity-info.gr). Ο ποταμός Καλαμάς ή Θύαμις διασχίζει το βόρειο τμήμα της Θεσπρωτίας (έκταση λεκάνης απορροής 1894 τ.χλμ.), πηγάζοντας από τα βουνά της Πίνδου (Δούσκος, Μιτσικέλι, Κασιδιάρης) και χύνεται στο Ιόνιο

πέλαγος. Η εκβολή του ποταμού Καλαμά προχωρεί προς τη θάλασσα με γρήγορο ρυθμό και σήμερα έχει δημιουργηθεί αξιόλογο Δέλτα με επιμήκη μορφή. Το μήκος του είναι περί τα 2,5 χλμ από την παλαιά ακτογραμμή και η έκτασή του περί τα 13,5 τ.χλμ. Στον παράκτιο χώρο σχηματίζει εκτεταμένο δέλτα. Το δέλτα του Καλαμά περιλαμβάνει την παλαιά και τη νέα κοίτη του, αρδευόμενες με συλλογικά αρδευτικά δίκτυα γεωργικές εκτάσεις και παράκτιες προσχωσιγενείς ελώδεις εκτάσεις που κατακλύζονται περιοδικά από τη θάλασσα ή και το ποτάμι κατά την περίοδο πλημμυρικών ροών. Εκεί στις παλιές εκβολές του ποταμού καλαμά απαντώνται οι μικρές λίμνες του Φτελιά, Μαντήλας, Παγανιάς, Παραλίας Καλαμά, Κάτω Αετού, Νενούδας και η λιμνοθάλασσα Σκάλα Σαγιάδας. Η μορφή του Δέλτα είναι πέλματος πτηνού, πράγμα που σημαίνει έντονη τροφοδοσία σε υλικό από τα ανάντη. Η μορφή του, η εξάπλωσή του μέσα στη θάλασσα και η έκτασή του, εκτός από το μέγεθος προσφοράς σε στερεό υλικό, εξαρτάται και από την παρουσία, τη φορά κίνησης και την ταχύτητα των θαλάσσιων ρευμάτων της περιοχής. Σύμφωνα με στοιχεία της Δ.Ε.Η, η μέση υπερετήσια παροχή του ποταμού Καλαμά κοντά στην εκβολή του φθάνει τα 57 κμ/δευτ, ενώ οι αποθέσεις φερτών υλών στην περιοχή Κιοτέκι (κοντά στις εκβολές) ανέρχονται σε 1,442x106τόννοι/έτος, τα οποία προέρχονται από τη διάβρωση της μεσαίας ζώνης της λεκάνης απορροής του Καλαμά, που δομείται από φλυσχικά πετρώματα. Η διάβρωση αυτή ήταν ιδιαίτερα έντονη κατά τα περασμένα χρόνια, ενώ κατά τα τελευταία 30 χρόνια φαίνεται να έχει μειωθεί σημαντικά, λόγω του περιορισμού της καλλιέργειας ορεινών επικλινών εδαφών, του περιορισμού της βοσκής των αιγοπροβάτων και της καλύτερης φύλαξης και εκμετάλλευσης των δασών. Η περιοχή του Δέλτα μαζί με τις εκει λίμνες και λιμνοθάλασσες καταλαμβάνουν έκταση περίπου τα 15000 στρέμματα και η ευρύτερη περιοχή περιέχει μία μεγάλη ποικιλία οικοτύπων σημαντικών για τη χλωρίδα και την ορνιθοπανίδα. Κατά μήκος της ακτογραμμής που εκτείνεται από τη Σαγιάδα μέχρι την Ηγουμενίτσα οι οικότοποι περιλαμβάνουν λιμνοθάλασσες, μικρές λίμνες, γλυκά και αλμυρά έλη, υγρά λιβάδια, συστάδες καλαμώνων και τις δύο εκβολές της παλιάς και νέας κοίτης του ποταμού. Προς το εσωτερικό απαντώνται λόφοι με φρύγανα και μακκία βλάστηση, συστάδες με αρμυρίκια και υπολείμματα παραποτάμιων δασών. Ο υγρότοπος των εκβολών του Καλαμά και το Δέλτα του αποτελούν ένα πλούσιο μωσαϊκό βλάστησης και ένα ιδιαίτερο τοπίο. Ποικίλες φυτοκοινότητες συγκροτούν 14 τύπους οικοτόπων, από τους οποίους ο οικότοπος "Λιμνοθάλασσες" είναι τύπος προτεραιότητας. Η φυσικότητα και η τυπικότητα ορισμένων από αυτές αναδεικνύουν την αξία της περιοχής, ενώ ο χλωριδικός κατάλογος αποτελείται από 497 φυτικά είδη. Το Δέλτα του Καλαμά περιλαμβάνει την νέα κοίτη του ποταμού (2.5 χλμ νότια της κοινότητας Σαγιάδας), την παλαιά κοίτη (0.5 χλμ ανατολικά της κοινότητας Κεστρίνης), αρδευτικά και αποστραγγιστικά κανάλια καθώς και περιοχές που κατακλύζονται συχνά από το νερό της θάλασσας. Η σημερινή έξοδος του ποταμού αποτελεί τεχνικό έργο που πραγματοποιήθηκε τη δεκαετία του 1960 για γεωργικούς σκοπούς. Η έντονη ετήσια τροφοδοσία σε φερτές ύλες δημιούργησε το δέλτα, του οποίου η έκταση είναι περίπου 3 τ.χλμ. Σημαντικό είναι πως παρουσιάζει ικανή έκταση σχετικά αδιατάρακτης ενιαίας φυσικής ζώνης. Λιμνοθάλασσες: Βρίσκονται στην περιοχή της παλαιάς κοίτης και χαρακτηρίζονται από την παρουσία περιοχών με αλοφυτική βλάστηση. Ο οικότοπος αυτός περιλαμβάνεται στους τύπους οικοτόπων της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και αποτελεί τύπο προτεραιότητας (Natura 2000: 1150) λόγω της επιτακτικής ανάγκης διατήρησης ή και αποκατάστασής του σε ικανοποιητικό επίπεδο. Τα κυρίαρχα φυτικά είδη που παρατηρούνται είναι τα: Potamogeton pectinatus, Ruppia maritima, Arthrocnemum macrostachyum και Sarcocornia perennis. Σημαντική είναι η συνεισφορά του Δέλτα στην προστασία και διατήρηση 170 ειδών ορνιθοπανίδας. Στο συγκεκριμένο τύπο οικοτόπου συναντούμε τον Αργυροπελεκάνο στη νέα εκβολή του ποταμού, το Νανογλάρονο και το Ποταμογλάρονο που αναπαράγονται στην περιοχή καθώς και τη Χουλιαρομύτα που εμφανίζεται κατά τη μετανάστευση και πιθανόν να αναπαράγεται. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

45


Αλμυρά και Υφάλμυρα Έλη: Αυτός ο τύπος είτε σχηματίζει νησίδες σε μικρή απόσταση από την ακτή είτε απαντάται σε παράκτιες περιοχές. Χαρακτηριστικό φυτικό είδος του συγκεκριμένου οικότοπου είναι η Αρμυρίθρα. Πρόκειται για σαρκώδες φυτό που φυτρώνει σε παράκτιες περιοχές και υγροτόπους που δέχονται την επίδραση του αλμυρού νερού, ενώ η γεύση του θυμίζει αλμυρό σπαράγγι. Οι σπόροι του φυτού αποτελούν πολύτιμη τροφή για παρυδάτια και μικροπούλια. Επίσης στην περιοχή παρατηρούνται το Limonium narbonense και διάφορα αγρωστώδη όπως το Puccinellia festuciformis. Σε ζώνες κοντά σε αρδευτικές διώρυγες αναπτύσσονται βούρλα. Στα βόρεια της νέας κοίτης του ποταμού υπάρχουν υφάλμυρα έλη, τα οποία δημιουργήθηκαν από την είσοδο γλυκού νερού σε περιοχές που παλαιότερα ήταν αλίπεδα (αλμυρά λιβάδια).

Οι τύποι της βλάστησης που παρουσιάζονται είναι : α) Κοινότητα με Scirpus maritimus και Juncus subulatus β) Καλαμώνες με Phragmites australis (αγριοκάλαμο) ή / και Typha domingensis (Ψαθί) γ) Δασύλλια με είδη Tamarix (αρμυρίκια). Είναι σημαντικός τύπος βλάστησης γιατί στη νέα εκβολή του Καλαμά στις συστάδες με είδη Tamarix βόσκουν άλογα (Equus caballus). Πρόκειται για μια από τις λιγοστές περιοχές της χώρας όπου υπάρχουν ακόμη ελεύθερα άλογα σε άγρια κατάσταση. Εξάλλου, οι καλαμώνες της περιοχής αποτελούν ιδανικό τόπο διατροφής και φωλιάσματος για αρκετά είδη Anatidae (πάπιες). Κατά την μετανάστευση πιθανολογείται η παρουσία ενός παγκοσμίως απειλούμενου είδους, της Λεπτομύτας (Numenius tenuirostris). Πρόκειται για ένα μεσαίου μεγέθους παρυδάτιο που οι πληθυσμοί του μειώνονται δραματικά τα τελευταία 20 χρόνια και σήμερα αποτελεί το σπανιότερο τουρλί του κόσμου. Υγρά Λιβάδια: Στην περιοχή του Καλαμά ο οικότοπος των υγρών λιβαδιών έχει υποστεί μεγάλη υποβάθμιση και σε μεγάλο ποσοστό έχει καταστραφεί. Χαρακτηριστικά φυτικά και ζωϊκά είδη που απαντώνται είναι τα Lolium multiflorum (πολύ ανθηήρα) και Rumex conglomeratus. η Αβοκέτα (Recurvirostra avosetta), ο Καλαμοκανάς (Himantopus himantopus), η Πετροτριλίδα (Burhinus oedicnemus) και το Νεροχελίδονο (Glareola pratincola) τα οποία αναφέρονται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλόζωων της Ελλάδας ως Τρωτά είδη. Ενδεικτική είναι και η παρουσία της Μικρογαλιάντρας (Calandrella brachydactyla), ανήκει στα Στρουθιόμορφα και προτιμά να φωλιάζει στο έδαφος. Στα υγρά λιβάδια απαντάται και ο ηπειρωτικός λιμνοβάτραχος (Rana epeirotica), πρόκειται για ενδημικό είδος των βαλκανίων.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

46


Παραποτάμια Δάση: Στο Δέλτα, εξαιτίας της επέκτασης των καλλιεργειών υπάρχουν υπολείμματα παραποτάμιων δασών περιορισμένα σε στενές ζώνες. Σε αυτή την περιοχή αλλά και στα Στενά του ποταμού συναντούμε είδη όπως: ο πλάτανος, το κλήθρο ή σκλήθρο και η ασημοϊτιά. Ανάμεσα στις καλλιέργειες και τους λόφους παρατηρούνται δάση με Φτελιά, σε μορφή φυτοφραχτών αποδίδοντας ιδιαιτερότητα στο τοπίο. Σε αυτά τα δάση βρίσκουν καταφύγιο καρδερίνες, λούγαρα όπου τρέφονται με τους καρπούς των πλατανιών και των κλήθρων και σπίνοι. Η παραποτάμια βλάστηση, σε συνδυασμό με τις καλλιέργειες, τα κανάλια νερού και τις διάφορες συστάδες δέντρων προσελκύουν και έναν σημαντικό αριθμό ειδών πανίδας. Το νερόφιδο, το κυβόφιδο και η ποταμοχελώνα είναι χαρακτηριστικά είδη ερπετοπανίδας. Ο ασβός, η αλεπού, το κουνάβι και ο σκαντζόχοιρος είναι κάποια από τα θηλαστικά που έχουν παρατηρηθεί. Τα παραποτάμια δάση αποτελούν σημαντικό βιότοπο για τον μυοκάστορα και τη βίδρα ή αλλιώς ποταμόσκυλο. Σύμφωνα με την Διεθνή Ένωση Διατήρησης της Φύσης (IUCN) η βίδρα θεωρείται "τρωτό" είδος λόγω της σπανιότητας και της μείωσης των πληθυσμών της. Το νομικό καθεστώς προστασίας της στην Ελλάδα την κατατάσσει στα "αυστηρά προστατευόμενα είδη". Η ‘’Λουρίδα της Σαγιάδας’’ (έτσι έχει επικρατήσει να λέγεται παρότι δεν ανήκει στην περιοχή της Σαγιάδας) είναι αυτό ακριβώς που δηλώνει το όνομά της. Μια στενή λουρίδα γης ανάμεσα στη θάλασσα και στη γειτονική μας χώρα, την Αλβανία. Αποτελεί τη βόρεια και δυτική παραθαλάσσια γη της Θεσπρωτίας, αμέσως μετά τη Σαγιάδα και απέναντι κυριολεκτικά από την πόλη της Κέρκυρας. Στη ‘’Λωρίδα’’ της Σαγιάδας φημισμένα είναι τα αλιεύματά της, ενώ ιδιαίτερη ανάπτυξη παρουσιάζει η ιχθυοκαλλιέργεια (λειτουργούν περίπου 30 παράκτιες μονάδες σε ιχθυοκλωβούς) κυρίως για την τσιπούρα και το λαυράκι. Οι λιμνοθάλασσες (Δημόσια ιχθυοτροφεία) εκμισθώνονται για χρήση, με απόφαση του Περιφερειάρχη, στους Αλιευτικούς Συνεταιρισμούς (Σαγιάδας, Ηγουμενίτσας και Κεστρίνης) και κατανέμονται στα παράλια του Ν. Θεσπρωτίας ως εξής: α) Λιμνοθάλασσα Βόντας με έκταση περίπου 5.000 στρέμματα και Μπαστιά- Αλυκές με έκταση περίπου 3.000 στρέμματα, οι οποίες είναι εκμισθωμένες στον Αλιευτικό Συνεταιρισμό Σαγιάδας. β) Λούτσα-Παπαδιά με έκταση περίπου 3.000 στρέμματα και η Παλαιά Κοίτη Ποταμού Καλαμά με έκταση περίπου 500 στρέμματα. Η ουσιαστική αλιευτική εκμετάλλευση γίνεται σε μήκος 4-5 χλμ. από τις εκβολές και είναι εκμισθωμένες στον Αλιευτικό Συνεταιρισμό Κεστρίνης. γ) Λιμνοθάλασσα Καλάγκα με έκταση περίπου 700 στρέμματα και οι λιμνοθάλασσες Ρηχό και Βατάτσα οι οποίες βρίσκονται στη Βόρεια παραλία του όρμου της Ηγουμενίτσας. Το Ρηχό έχει επιφάνεια 970 στρέμματα και η Βατάτσα 830 στρέμματα, οι οποίες είναι εκμισθωμένες στον Αλιευτικό Συνεταιρισμό Ηγουμενίτσας. Στην περιοχή της Κεστρίνης χρησιμοποιούνται ακόμη παραδοσιακοί τρόποι αλιείας (Διβάρια, πεζόβολος). Τα κυριότερα προϊόντα των λιμνοθαλασσών είναι ο κέφαλος, τα χέλια, η τσιπούρα και το λαβράκι. Ενώ τα κυριότερα βενθοπελλαγικά προϊόντα: κουτσομούρες, μπακαλιάροι, γλώσσες, χταπόδια και σουπιές. Τα παραγόμενα προϊόντα, συνολικής ετήσιας παραγωγής περίπου 400 τόνων, διατίθενται κυρίως χονδρικά στα κατά τόπους ιχθυοπωλεία, ενώ ελάχιστο ποσοστό διατίθεται λιανικά σε καταναλωτές ή εστιατόρια.(πηγή: Ν.Α. Θεσπρωτίας: Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης - Τμήμα Αλιείας, 2010). Παρά την οικολογική σημασία του δέλτα του Καλαμά, η περιοχή δεν υπάγεται στον κατάλογο των Υγροτόπων διεθνούς σημασίας της Σύμβασης Ραμσάρ και κανένα μέτρο διατήρησης και προστασίας Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

47


δεν έχει ληφθεί για την περιοχή. Αναφέρεται μόνο στον κατάλογο των " Σημαντικών για την Ορνιθοπανίδα Περιοχών" της ICBP και σε προτάσεις οριοθέτησης "ευρύτερης" περιοχής ZOE. Αντίθετα, μεγάλα τμήματα της ευρύτερης δελταϊκής πεδιάδας του Καλαμά έχουν υποστεί στράγγιση και έχουν μετατραπεί σε αγροτική γη. Έχουν κατασκευαστεί, επίσης, συστήματα αρδευτικών διωρύγων και στραγγιστικών τάφρων.

Παραδοσιακά Υδροτριβεία (δριστέλλες ή ντριστέλλες, ή νεροτριβές) για το πλύσιμο χοντρών μάλλινων υφασμάτων

__________

1.6

Ενδιαφέρουσες Περιγραφές, Αναμνήσεις, Μαρτυρίες

Ο ΑΛΠΙΚΟΣ ΤΡΙΤΩΝΑΣ Ichthyosaura alpestris ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (πηγή: σταχυολόγηση απο http://www.herpetofauna.gr, http://www.wwf.gr, http://www.ypeka.gr/LinkClick.aspx…).

‘’Ο Αλπικός Τρίτωνας ή Βουνοτρίτωνας, είναι ένα από τα πιο όμορφα αμφίβια που μπορεί να συναντήσει κανείς κυρίως στα βουνά της Ελλάδας. Μοιάζει με μικρό δράκο, και έχει μήκος 8 - 12 εκατοστόμετρα, με μεγαλύτερα τα θηλυκά άτομα. Τα θηλυκά γεννούν 250 με 300 αυγά μέχρι το πέρας της αναπαραγωγικής περιόδου. Το χρώμα αυτού του Τρίτωνα είναι καστανογκρί με κοκκινωπή κοιλιά. Μπορούμε να το βρούμε στην κεντρική Ελλάδα (οροσειρά Πίνδου) απο τα σύνορα με την Αλβανία μέχρι και τα βουνά της βόρειας Πελοποννήσου, καθώς και σε μικρό τμήμα της οροσειράς της Ροδόπης. Η έκταση της περιοχής παρουσίας του στην Ελλάδα εκτιμάται σε 8 .500 τ.χλμ., από τα οποία 500 τ.χλμ στην Πελοπόννησο. Το είδος με την επιστημονική ονομασία Ichthyosaura alpestris, μέχρι πρόσφατα ήταν γνωστό ως Triturus alpestris. Οι ελληνικοί πληθυσμοί ανήκουν στο υποείδος Ichthyosaura alpestris, syn., Mesotriton alpestris veluchiensis. Οι πληθυσμοί στην Ελλάδα εμφανίζουν μεγάλο βαθμό γεωγραφικής απομόνωσης, υψηλή γενετική διαφοροποίηση και φαινόμενα ενδογαμίας. Πρόσφατες γενετικές μελέτες δείχνουν πως οι πληθυσμοί της Πελοποννήσου διαφέρουν σημαντικά τόσο σε επίπεδο mtDNA , όσο και

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

48


στις συχνότητες αλλοενζύμων από τους πληθυσμούς της ηπειρωτικής χώρας και συγκροτούν διακριτή διαχειριστική μονάδα. Όσο αφορά την αναπαραγωγή (η ωρίμανση επιτυγχάνεται σε 2-3 έτη) αυτή διαφέρει ανάλογα με το υψόμετρο και το γεωγραφικό πλάτος. Στα βόρεια και μεγάλα υψόμετρα αναπαράγονται την άνοιξη και το καλοκαίρι. Στα νότια η αναπαραγωγική περίοδος είναι νωρίς την άνοιξη, ενώ έχει παρατηρηθεί δεύτερη περίοδος το φθινόπωρο. Τα θηλυκά γεννούν 100-200 αυγά, τα οποία εκκολάπτονται σε υδρόβιες προνύμφες. Η μεταμόρφωση συμβαίνει κατά το τέλος φθινοπώρου. Σε κάποιες περιπτώσεις η μεταμόρφωση καθυστερεί και γίνεται την επόμενη χρονιά. Τουλάχιστον 2 πληθυσμοί (π.χ., Τύμφη, Σμόλικας) εμφανίζουν παιδομόρφωση.

Οι τρίτωνες ζουν σε υψόμετρα από +700 έως +2400 μέτρα, συνήθως όμως προτιμούν υψόμετρα απο +1200 έως +2200 μέτρα, σε μόνιμους ή εποχικούς υγρότοπους, όπως σε μικρές λίμνες (π.χ., Δρακόλιμνες), ρυάκια με κρύο και διαυγές νερό που βρίσκονται σε δάση και δασικά ξέφωτα, σε αλπικά λιβάδια, ενίοτε σε πετρώδεις και άγονες περιοχές, αλλά και σε ποτίστρες ζώων και πηγές. Σε μεγάλα υψόμετρα διαχειμάζουν (χειμερινή νάρκη) κατά τους χειμερινούς μήνες, ενώ αντίθετα στις νοτιότερες περιοχές και στα χαμηλότερα υψόμετρα διαθερίζουν (θερινή νάρκη) κατά τους θερμούς θερινούς μήνες. Σε εποχικούς υγρότοπους, και μετά τη ξήρανσή τους, κατά τους θερινούς μήνες οι αλπικοί τρίτωνες ζουν στη χέρσο. Είναι δραστήριοι την ημέρα στα βαθύτερα τμήματα των υδάτινων όγκων και μετακινούνται στα ρηχότερα τη νύχτα. Τα ενήλικα τρέφονται στον πυθμένα, ενώ οι προνύμφες Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

49


τους σε όλη τη στήλη του νερού. Έχει παρατηρηθεί ωοφαγία και κανιβαλισμός σε συνθήκες αυξημένης πληθυσμιακής πυκνότητας. Ο Aλπικός Τρίτωνας προστατεύεται από την οδηγία 92/43/ΕΟΚ (ως ζωικό είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος του οποίου η διατήρηση επιβάλει τον καθορισμό ειδικών ζωνών διατήρησης), από τη σύμβαση της Βέρνης, ως είδος πανίδας υπό αυστηρή προστασία και από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981, ως προστατευτέο είδος. Παράλληλα απαντάται στο Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου και σε περιοχές του δικτύου Natura 2000. Κίνδυνοι μείωσης αντιμετωπίζουν οι πληθυσμοί της Πελοποννήσου και της Ανατολικής Στερεάς, ενώ το είδος έχει εξαφανιστεί από το Παναχαϊκό όρος. Ευαίσθητοι είναι και οι πληθυσμοί στις Δρακολίμνες του Σμόλικα και της Τύμφης. Ο αλπικός τρίτωνας περιλαμβάνεται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας.

Στην Ελλάδα οι τοπικοί πληθυσμοί του Αλπικού Τρίτωνα, και ιδιαιτέρως της Πελοποννήσου και της ανατολικής Στερεάς, αντιμετωπίζουν κινδύνους δραστικής μείωσης ή και εξαφάνισης, ως αποτέλεσμα της εντεινόμενης υποβάθμισης και καταστροφής των ενδιαιτημάτων τους λόγω κλιματικών αλλαγών (π.χ., υψηλών θερμοκρασιών, ξηρασίας), ανθρωπίνων δραστηριοτήτων (υπεράντλησης υδάτων, ρύπανσης, χειμερινού τουρισμού, μηχανοκίνητων σπορ και φυσικών καταστροφών, π.χ. πυρκαγιών). Άλλες απειλές είναι η συλλογή τους για επιστημονικές και ερευνητικές δραστηριότητες, οι μεγάλες τοπικές απομονώσεις και η ενδογαμία των τοπικών πληθυσμών. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ο Αλπικός Τρίτωνας εξαπλώνεται στο μεγαλύτερο τμήμα της κεντρικής και νότιας Ευρώπης. Από τη βόρειο-ανατολική Γαλλία έως την Πολωνία, Ρουμανία και Ουκρανία, και από τη νότια Δανία έως τη βόρεια Ιταλία, και στα Βαλκάνια. Επιπλέον συναντάται σε δύο απομονωμένες περιοχές στη βόρεια και κεντρική Ισπανία και σε μια απομονωμένη περιοχή της κεντρικής Ιταλίας, ενώ το είδος έχει εισαχθεί στη Βρετανία. Οι Τρίτωνες στην Ελλάδα, πριν από μερικά χρόνια, κατατάσσονταν σε τρία γένη και τέσσερα είδη με χαρακτηριστικότερο το Ichthyosaura alpestris syn., Mesotriton alpestris. Έτσι, εκτός απο το γνωστό Αλπικό Τρίτωνα (Ichthyosaura alpestris) απαντούν τα υποείδη Τελματοτρίτωνας ή Τρίτων ο κοινός, Lissotriton vulgaris vulgaris (Linnaeus, 1758) και ο Lissotriton vulgaris graecus (Wolterstorff, 1905) , o Ανατολικός Λοφιοφόρος Τρίτωνας ή Λοφιοφόρος Τρίτων ή Μεγάλος Τρίτωνας, Triturus ivanbureschi , ο Δυτικός Λοφιοφόρος Τρίτωνας ή Τρίτωνας ο Μακεδονικός, Triturus macedonicus syn., T. cristatus που πρόσφατα ανάχθηκε σε είδος, αφού μέχρι πρότινος ταξινομούνταν σε υποείδος του είδους Triturus carnifex (Laurenti, 1768). Ειδικότερα:

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

50


-Ο Τελματοτρίτωνας ή Τρίτωνα ο κοινός, επιστημονικά Lissotriton vulgaris vulgaris και ο Lissotriton vulgaris graecus, φτάνουνι το μέγιστο μήκος τα 11cm για το υποείδος L.v.vulgaris και τα 7.5cm για το υποείδος L.v.graecus. Ο φυλετικός διμορφισμός είναι έντονος. Τα αρσενικά είναι ελαφρώς μεγαλύτερα από τα θηλυκά, με μεγαλύτερες κηλίδες και έντονα χρώματα, αναπτύσσουν νηκτική μεμβράνη στα πίσω πόδια και λοφίο. Τα θηλυκά γεννούν 60-300 αυγά τα οποία τυλίγουν με φύλλα υδρόβιων φυτών. Ζευγαρώνουν αμέσως μετά την χειμερία νάρκη σε στάσιμα ή ελαφρώς ρέοντα νερά. Η εξάπλωσή τους στην Ελλάδα περιλαμβάνει την Ηπειρωτική Ελλάδα, την Πελοπόννησο και τα Ιόνια νησιά. -Ο Δυτικός Λοφιοφόρος Τρίτωνας ή Δυτικός Χτενοτρίτωνας, επιστημονικά Triturus macedonicus, έχει περιοχή εξάπλωσης τη Μακεδονία, Θεσσαλία, Ήπειρος, δυτική Στερεά Ελλάδα και Κέρκυρα. Πρόσφατα ανάχθηκε σε είδος αφού μέχρι πρότινος ταξινομούνταν σε υποείδος του είδους Triturus carnifex (Laurenti, 1768). Τελικό μέγεθος θηλυκών 18cm και αρσενικών 15cm. Κυρίως νυκτόβιο είδος. Παραμένει στο νερό περίπου το 1/3 του χρόνου κατά την περίοδο της άνοιξης, όπου και αναπαράγεται. Μέχρι το πέρας της αναπαραγωγικής περιόδου, τα θηλυκά γεννούν έως και 250 αυγά από τα οποία, λόγω μιας χρωμοσωμικής ανωμαλίας, μόνο τα μισά αναπτύσσονται τελικά. Το χειμώνα βγαίνουν στην ξηρά, κρύβονται κάτω από πέτρες ή κούτσουρα και συχνά πέφτουν σε χειμέρια νάρκη. Όσο τα διαθέσιμα στάσιμα νερά μειώνονται ή αυξάνονται οι ρύποι, τόσο το είδος αυτό τείνει να εξαφανισθεί. -Ο Ανατολικός Λοφιοφόρος Τρίτωνας ή Λοφιοφόρος Τρίτων ή Μεγάλος Τρίτωνας, επιστημονικά Triturus ivanbureschi, έχει περιοχή εξάπλωσης του περιλαμβάνει τη Θράκη και το ανατολικό τμήμα της κεντρικής Μακεδονίας. Σχετικά πρόσφατες μελέτες ανήγαγαν το ως τότε υποείδος Triturus karelinii arntzeni (Litvinchuk, Borkin, Dzukic & Kalezic, 1999) σε ξεχωριστό είδος. Αργότερα, αποδείχθηκε ότι ο ολότυπος του T. arntzeni ουσιαστικά ανήκε στο είδος T. macedonicus, έτσι το είδος περιγράφηκε εκ νέου με νέο ολότυπο ως T. ivanbureschi το 2013. Η ονομασία δόθηκε ως φόρος τιμής στο Βούλγαρο ερπετολόγο Ivan Buresh. Μέγιστο μήκος 18cm. Προτιμά κυρίως ορεινά δάση. Κυρίως νυκτόβιο είδος. Ζευγαρώνει στο νερό κατά την περίοδο της άνοιξης σε μικρές λίμνες, στάσιμα ή ελαφρώς ρέοντα νερά. Η μεταμόρφωση των προνυμφών συνήθως διαρκεί 3 με 4 μήνες. Η ενηλικίωση αρχίζει στο 3ο με 5ο έτος της ζωής του, ενώ η διάρκεια ζωής του υπολογίζεται στα 8-15 χρόνια με τα θηλυκά να ζουν περισσότερο από τα αρσενικά. Πέφτει σε χειμερία νάρκη το Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο ανάλογα με τη θερμοκρασία (photos by Ilias Strachinis and Marie Stille )’’. Η ΒΙΔΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.arcturus.gr, http://www.bluedot.gr, http://www.lifemag.gr, http://www.dasarxeio.gr, http://www.biodiversity-info.gr).

‘’ Η ευρασιατική βίδρα (Lutra lutra) ή ενυδρίδα ή ποταμόσκυλο, είναι ένα νυχτόβιο μικρόσωμο ζώο, ζει περίπου 20 έτη, και είναι μάλλον μοναχικό ζώο. Διαβιεί στις όχθες των ορεινών ποταμών και των λιμνών, σε έλη με ανεπτυγμένη παρόχθια βλάστηση, καθώς και σε παράκτιες περιοχές που διαθέτουν, όμως, πρόσβαση σε γλυκό νερό, το οποίο της είναι απαραίτητο για να καθαρίζει τη γούνα της. Η βίδρα έχει μακρύ, ελαστικό και μυώδες κορμί, παχύ και αδιάβροχο, γκριζοκάστανο τρίχωμα που απολήγει σε δυνατή, σαρκώδη ουρά, κοντά αυτιά και ρύγχος με παχιά μουστάκια. Τα πόδια της, κοντά, με νηκτικές μεμβράνες ανάμεσα στα δάχτυλα και το αεροδυναμικό σχήμα της, την καθιστούν δεινή κολυμβήτρια. Κολυμπά γρήγορα, κουνώντας την ουρά και το σώμα της και χρησιμοποιώντας σαν κουπιά τα πίσω πόδια της. Στη στεριά περπατά με δυσκολία και κοντοστέκεται όρθια, χρησιμοποιώντας ως στήριγμα την Θεωρείται από τα σπανιότερα και πιο απειλούμενα θηλαστικά της ηπείρου. Η βίδρα αποτελεί σημαντικό δείκτη υγείας των ορεινών υδάτων και γι’ αυτό προστατεύεται αυστηρά σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. Τρέφεται με ψάρια σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80%, αμφίβια, ερπετά (νερόφιδα), ασπόνδυλα (κυρίως καβούρια), πουλιά και μικρά θηλαστικά. Σημειώνεται ότι οι βίδρες που ζουν στις λίμνες Ζάζαρη και Χειμαδίτιδα τρώνε κυρίως πουλιά. Στην Ελλάδα θεωρείται ότι υπάρχει ένας από τους πυκνότερους και με μεγάλη εξάπλωση πληθυσμούς. Στην κεντρική Ελλάδα εμφανίζεται μία μικρή διάσπαση των πληθυσμών, ενώ μερικοί απομονωμένοι πληθυσμοί βρίσκονται στην Κέρκυρα, στη δυτική Πελοπόννησο και στη νότια Εύβοια. Για την αναζήτησή της τροφής της βγαίνει τη νύχτα, ενώ αρκετά συχνά περνάει την μέρα στη φωλιά Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

51


της, που πολλές φορές έχει είσοδο μόνο κάτω από το νερό. Αυτά κάνουν την παρατήρησή της κάπως δύσκολη. Στο παρελθόν την κυνηγούσαν για την γούνα της ή για ψυχαγωγία, αλλά τώρα γενικώς προστατεύεται (Π.Δ. 67/81).

Η βίδρα απαντά σε μια μεγάλη ποικιλία υδάτινων ενδιαιτημάτων και δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση σε πολύ καθαρά νερά. Για την ανάπαυση και την αναπαραγωγή της επιλέγει ήσυχες τοποθεσίες, ανάμεσα σε βράχια με πυκνή παρυδάτια δενδρώδη και θαμνώδη βλάστηση ή καλαμώνες, ή κοιλότητες τις οποίες σκάβει κάτω από το έδαφος. Οριοθετεί με σαφήνεια τον ζωτικό της χώρο, η έκταση του οποίου κυμαίνεται ανάλογα με τη διαθέσιμη τροφή. Στους ποταμούς, ο ζωτικός της χώρος είναι γραμμικός και κυμαίνεται από 5 έως 40 χιλιόμετρα, ενώ στις λίμνες και τα έλη έχει πολυγωνική δομή. Σε ακτές με πλούσιες τροφικές πηγές, ο ζωτικός της χώρος μπορεί να φθάσει έως και το 1 χιλιόμετρο. Με ιδιαίτερα ανεπτυγμένες όλες τις αισθήσεις της, είναι εξαίρετη «κυνηγός» και συγκαταλέγεται μεταξύ των ανώτερων θηρευτών των υδάτινων οικοσυστημάτων. Η ευρασιατική βίδρα που αποτελεί το ευρύτερα απαντώμενο είδος βίδρας, είναι ένα από τα 13 είδη βίδρας που υπάρχουν στον κόσμο. Από αυτά πέντε είδη, μεταξύ των οποίων και η ευρασιατική, απειλούνται. Για τη βίδρα έχουν περιγραφεί 10 διαφορετικά υποείδη. Το όνομα ευρασιατική δεν ανταποκρίνεται στην ακτίνα της εξάπλωσής της, καθώς, εκτός από την Ευρώπη και την Ασία εξαπλώνεται και σε τμήματα της Αφρικής. Στο Λιχτενστάιν, στην Ολλανδία και στην Ελβετία θεωρείται είδος που έχει εξαφανισθεί. Οι πυκνότεροι πληθυσμοί της απαντούν στις ακτές της Νορβηγίας. Η Ελλάδα, σύμφωνα με παλιότερες καταγραφές για το είδος, θεωρείται ότι φιλοξενεί έναν από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς βίδρας στην Ευρώπη. Στην Κεντρική Ελλάδα εμφανίζεται διάσπαση των πληθυσμών, ενώ οι ανθρώπινες δραστηριότητες έχουν εκτοπίσει τη βίδρα από πολλές περιοχές της Δυτικής Ελλάδας. Γεννούν, συνήθως την άνοιξη, 2-3 μικρά το έτος, τα οποία τον πρώτο χρόνο εξαρτώνται από τη μητέρα τους. Χρησιμοποιεί πολλά καταφύγια για ανάπαυση και αναπαραγωγή τα οποία είναι είτε ανοικτά, σε ήσυχες τοποθεσίες ανάμεσα σε βράχια με πυκνή παρυδάτια δενδρώδη και θαμνώδη βλάστηση ή καλαμιώνες, είτε σε κοιλότητες που σκάβει κάτω από το έδαφος. Η βίδρα θεωρείται απειλούμενο είδος και προστατεύεται από την εθνική, ευρωπαϊκή και διεθνή νομοθεσία. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνεται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλόζωων της Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

52


Ελλάδας, στο Κόκκινο Βιβλίο Απειλούμενων Ειδών της Παγκόσμιας Ένωσης για την Προστασία της Φύσης (ΙUCN) καθώς και στα Παραρτήματα ΙΙ και IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Επίσης, προστατεύεται σύμφωνα με το Π.Δ. 67/81, τη Σύμβαση της Βέρνης για τη διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης (1979) και τη Σύμβαση της Ουάσιγκτον για το διεθνές εμπόριο των απειλούμενων ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας (CITES, 1973). Τέλος, περιλαμβάνεται στον Κόκκινο Κατάλογο των Παγκοσμίως Απειλούμενων Ζώων και Φυτών των Ηνωμένων Εθνών.

Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι για την επιβίωση της βίδρας προέρχονται από τον άνθρωπο και είναι η ρύπανση των ποταμών και των λιμνών, η αποξήρανση των υγροτόπων και τα υδροηλεκτρικά φράγματα. Η καταστροφή της παρόχθιας βλάστησης σε λίμνες και ποτάμια λόγω της επέκτασης των αγρών, της κατασκευής δρόμων, της ευθυγράμμισης της κοίτης στα ποτάμια και η οικιστική ανάπτυξη. Η κατάκλιση των βιοτόπων από τεχνητούς ταμιευτήρες στα ποτάμια (Οι τεχνητοί ταμιευτήρες, συνήθως, δεν δημιουργούν κατάλληλους βιότοπους για το είδος λόγω έντονης αυξομείωσης της στάθμης και την απουσία παρόχθιας βλάστησης). Για τη διατήρηση του είδους πρέπει να εξασφαλισθούν η επικοινωνία μεταξύ γειτονικών υποπληθυσμών, η προστασία της φυσικής βλάστησης στις όχθες, η ποιότητα και η στάθμη του νερού, η διατήρηση των πληθυσμών των ψαριών και να αντιμετωπιστούν οι περιπτώσεις της άμεσης θανάτωσης και των τυχαίων ατυχημάτων (photo from http://www.dasarxeio.gr)’’. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ: ΟΙ ΛΙΜΝΕΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΚΑΙ ΛΑΨΙΣΤΑΣ, ΑΛΛΟΤΕ (πηγές: σταχυολόγηση από κείμενα Γ. e.gr/Giannena/Giannena_Limni_Papaioannou-G.aspx , και post_12.html ).

Κ. Παπαιωάννου http://www.giannenaΣτ., Κωλέττα -http://zitsagate.blogspot.gr/2013/11/blog-

«Χίλια καντάρια ζάχαρη να ρίξουμε στη λίμνη, για να γλυκάνει το νερό να πιει η κυρά Φροσύνη»(σημείωση: λέγεται ότι από τότε άρχισε ο ευτροφισμός της λίμνης) . ‘’Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’50 στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων παρέμενε αναλλοίωτο ένα οργανωμένο οικοσύστημα-υγροβιότοπος, επί αιώνες, όπως η ίδια η φύση απλόχερα και με σοφία είχε δημιουργήσει και μας το είχε παραδώσει. Αυτό το σύστημα αποτελούσαν: α) η λίμνη των Ιωαννίνων, η οποία εφάπτεται στη βορειοανατολική της πλευρά με τα ριζά του Μιτσικελιού από το άκρο του χωριού Λογγάδες (η παλιά Αρδομίστα) μέχρι το άκρο του χωριού Αμφιθέα (παλιά ονομασία Στρούνι) και β) η λίμνηυγροβιότοπος της Λαψίστας, η στάθμη της οποίας ήταν χαμηλότερη από τη λίμνη των Ιωαννίνων. Όταν η λίμνη ήταν καθαρή, είχε βατράχια και καραβίδες και τα παιδιά έπιαναν καραβίδες και νερόφιδα στην τότε αμμουδιά της πλατείας Μαβίλη, στην κυρά-Φροσύνη και στον Λασπότοπο. Τότε, ήταν άγνωστη η λέξη ευτροφισμός της λίμνης, που χρησιμοποιείται στις μέρες μας για να δηλώσει τον ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό του φυτοπλαγκτού, των καλαμιών και άλλων φυτών, με την ταυτόχρονη κατάληψη του υδάτινου χώρου της. Ας σημειωθεί ότι τα καλάμια δεν αναπτύσσονται στο νησί από την πλευρά της Ντραμπάτοβας, επειδή εκεί έχει μεγάλο βάθος η λίμνη. Αντίθετα από την πλευρά της Παναγίας Ελεούσας (με θέα το Κάστρο και τα Γιάννινα) το βάθος της λίμνης είναι μικρότερο και οι καλαμιώνες αναπτύσσονται περισσότερο. Παλιά οι νησιώτες και αρκετοί γιαννιώτες χρησιμοποιούσαν τα καλάμια και τα άλλα υδρόβια φυτά, για να φτιάξουν ένα σωρό χρήσιμα πράγματα. Από πράσινο φύλλο Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

53


ρεζίνας ή από καφεκίτρινο φύλλο ρογκόζιου και με παραγεμισμένο το εσωτερικό τους από πλατσοπάθι έφτιαχναν ψαθωτές καρέκλες. Από ρεζίνα κατασκεύαζαν ειδικό χορτόσχοινο, που το χρησιμοποιούσαν σαν στημόνι στον αργαλειό, για να υφάνουν τις ψάθες. Από παπύρι κατασκεύαζαν ψάθες και τσοπανοκαλύβες. Επειδή το παπύρι δεν σαπίζει, οι νησιώτες το χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν σημαδούρες (τους χιλιμπούκους), όπου έδεναν τα δίχτυα. Με ρογκόζιο έφτιαχναν καλλίτερης ποιότητας ψάθες και ψαθιά. Για κανίστρες και καλάθια οι νησιώτες χρησιμοποιούσαν χοντρόφυλλο ρογκόζιο ή καλάμι. Τα καλάμια τα χρησιμοποιούσαν οι αγρότες για αντιστηρίγματα των φυτών στους κήπους και στα χωράφια, καθώς και για το φράξιμο των χωραφιών. Με χορτόσχοινα από άλλα φυτά της λίμνης πλέκονταν τα καλάμια και φτιάχνονταν οι καλαμωτές. Από καλάμι γίνονταν και τα ψάθινα καπέλα. Εξάλλου, οι αγελάδες από το Πέραμα έτρωγαν το καλοκαίρι τις ρίζες των καλαμιών και λιάνιζαν στην κυριολεξία το πράσινο φύλλωμά τους.

Ένας ολόκληρος κόσμος ζούσε από τη λίμνη και τα προϊόντα της. Ειδικότερα οι νησιώτες σαν βαρκάρηδες με τα καΐκια και τις βενζίνες τους και σαν ψαράδες που έπιαναν τα λιμνίσια ψάρια και τάιζαν γενιές γιαννιωτών. Τα δε δύσκολα χρόνια της κατοχής τα παραλίμνια μποστάνια της πόλης, καθώς και τα γλίνια και τα κυπρίνια της λίμνης-που θείο χέρι φρόντισε να υπάρχουν σε αφθονία-έσωσαν στην κυριολεξία από την πείνα τους γιαννιώτες. Η λίμνη των Γιαννίνων κάθε χρόνο πρασίνιζε γύρω στα τέλη Μαΐου και οι νησιώτες έλεγαν ότι «η λίμνη έχει θέρμη». Θέρμη ήταν η πρασινίλα (το πλαγκτόν) που έβγαζε η λίμνη με τη ζέστη από τον πυθμένα της και η οποία υποχωρούσε με τους αέρηδες και έφευγε οριστικά τον χειμώνα (Νοέμβριο-Δεκέμβριο) με τους βοριάδες. Η θέρμη της λίμνης θεωρούνταν υγεία, γιατί ανανεωνόταν τα νερά του πυθμένα. Ήταν μια κατάσταση απαραίτητη και φυσιολογική στον βιολογικό κύκλο ανανέωσης της λίμνης. Οι νησιώτισσες είχαν την έγνοια να προλάβουν να πλύνουν τα ρούχα τους στη λίμνη μέχρι τον Μάιο μήνα-πριν από το Πάσχα-προτού κάνει την εμφάνισή της η πρασινίλα του πλαγκτόν, γι’ αυτό και συμβούλευαν τις νέες νοικοκυρές: «Πλύντε τα ρούχα σας στη λίμνη μέχρι τον Μάιο. Προτού πιάσει θέρμη τη λίμνη». Ο Μάτσικας ήταν ακρωτήρι της λίμνης. Το ίδιο και η θέση όπου βρίσκεται ο άγιος Νικόλαος Κοπάνων. Σε αυτές τις θέσεις Μάτσικα και αγίου Νικολάου Κοπάνων (περιοχή Λιμνοπούλας) καθώς και στον Λασπότοπο χτυπούσαν τα κύματα της λίμνης και γινόταν ο καθαρισμός των νερών (φιλτράρισμα). Γι’ αυτό από παλιά οι γυναίκες πήγαιναν να πλύνουν τα ρούχα τους και τα κοπάνιζαν για να γίνουν πιο καθαρά, στα βράχια στο Μάτσικα και στον άγιο Νικόλαο Κοπάνων (εξ ου και το όνομά του). Γλιστρούσαν οι πλακαριές εκεί πέρα. Ήταν κατάλληλη η τοποθεσία και για να τα απλώσουν. Όταν μπαζώθηκε πριν από Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

54


το τέλος του 19ου αιώνα η περιμετρική τάφρος του κάστρου και σταμάτησαν κατ’ ανάγκη οι κάτοικοι της περιοχής Λειβαδιώτη (σημερινή Λεωφόρος Καραμανλή) να αδειάζουν σ’ αυτή τα υγρά λύματα των σπιτιών τους, τότε καθάρισαν και τα νερά στην περιοχή της κυρά-Φροσύνης. Τότε άρχισαν οι γυναίκες να πλένουν τα μάλλινα ρούχα των σπιτιών τους και στην περιοχή κοντά στη Σκάλα.

Οι παλιότεροι αναφέρουν ότι τον χειμώνα, που ανέβαινε η στάθμη της λίμνης, το νερό έμπαινε-διείσδυε στο Μιτσικέλι, φιλτράρονταν και έβγαινε καθαρό την άνοιξη και το καλοκαίρι, που υποχωρούσε η στάθμη της (προηγούμενη αναφορά στα καρστικά πετρώματα). Έτσι τα ριζά του Μιτσικελιού τροφοδοτούσαν σε συνεχή βάση τη λίμνη των Ιωαννίνων με καθαρό νερό. Από τη θέση-παλιά πηγή Μπλιτς στην Αμφιθέα=Στρούνι και πιο πέρα στην πηγή-εστεβέλα της Ντραμπάτοβας και μέχρι την πηγή Μπουρνό πριν από τη μονή Ντουραχάνης υπήρχαν ένα σωρό μικρότερες και μεγαλύτερες πηγές, οι οποίες ανανέωναν τα νερά της λίμνης. Πριν από τη μονή Ντουραχάνης βρίσκεται η πηγή Μπουρνό, η οποία έχει μπαζωθεί (βουλώσει) από το υπόστρωμα του παραλίμνιου δρόμου που κατασκευάστηκε γι’ αυτό και υποχωρεί (καθιζάνει) σε μόνιμη βάση ο ασφαλτοτάπητας από τα πηγαία νερά που βγαίνουν. Η λιμνούλα που σχηματίζεται δίπλα στον δρόμο στην περιοχή Ντουραχάνης παλιά είχε ανοικτή πρόσβαση με την υπόγεια λεκάνη του Μιτσικελιού και οι ψαράδες πήγαιναν και έριχναν τα δίχτυα τους, για να πιάσουν ψάρια-μαρίτσια, που έβγαιναν από το Μιτσικέλι. Η πηγή της Ντραμπάτοβας, που μέχρι πρόσφατα είχε σταματήσει να λειτουργεί, επικοινωνούσε μέσω Μιτσικελιού με την πηγή Μπουρνό. Έτσι και από τις δύο πλευρές-και από Ντραμπάτοβα και από Μπουρνό-έβγαιναν ψάρια-μαρίτσια, τα οποία θέλουν τρεχούμενο και όχι στάσιμο νερό, για να επιβιώσουν. Πηγές είχε και το νησάκι της λίμνης. Στην περιοχή Σεράι (στον δρόμο προς Παναγία Ελεούσα), καθώς και στο εκκλησάκι του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου (μετά το μουσείο Αλή-Πασά) υπήρχαν πηγές, οι οποίες έκλεισαν (μπαζώθηκαν) με την κατασκευή του περιφερειακού δρόμου του νησιού στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η λίμνη έχει και υπόγειες πηγές (όχι καταβόθρες), γιατί ποτέ οι ψαράδες δεν έχασαν τα δίχτυα τους (δεν τους τα ρούφηξαν οι καταβόθρες). Άπλωναν τα δίχτυα τους για να πιάσουν ψάρια και πάντοτε τα μάζευαν. Όταν στη διάρκεια της κατοχής ήρθαν οι γερμανοί στα Γιάννινα, εγκαταστάθηκαν κάποιοι από αυτούς στο σπίτι του Λάπα στο νησί. Έκαναν μετρήσεις στη λίμνη και βρήκαν ότι έχει 165 υπόγειες πηγές. Και είπαν χαρακτηριστικά ότι «αν ήξεραν οι γιαννιώτες το υπόγειο σπήλαιο που υπάρχει σε βάθος, θα έφευγαν αυθημερόν από τα Γιάννινα». Από αυτά προκύπτει ότι είναι πηγαίο το νερό της λίμνης και την εμπλουτίζει από διάφορα σημεία υπέργεια ή υπόγεια, από τα οποία και οδηγείται κατ’ ευθείαν σε αυτήν. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

55


Μέχρι την περίοδο του μεσοπολέμου (ειδικότερα μέχρι το ’37-’38) από το μεσόλιμνο (δηλαδή από το μέσο της λίμνης και στη γιαννιώτικη διάλεκτο μ’σόλιμνο ) έβγαζαν πηγαίο και καθαρό νερό οι νερουλάδες και το πουλούσαν στα γιαννιώτικα σπίτια. Ακόμη όσοι γιαννιώτες είχαν την οικονομική δυνατότητα να συντηρούν δική τους βάρκα, έφταναν οι ίδιοι στο μ’σόλιμνο κι έπαιρναν νερό για τα σπίτια τους.

1929 –-Βόλτα πάνω στα παγωμένα νερά της λίμνης (allnews-epirus.blogspot.gr)

Στα ρηχά νερά ανάμεσα στα χαμηλά υδρόβια φυτά στην περιοχή από άγιο Νικόλαο Κοπάνων-ΜάτσικαΛασπότοπο (νότια-νοτιοδυτική πλευρά της λίμνης) πήγαιναν πιο παλιά τον Μάιο μήνα τα ψάρια (όπως οι κυπρίνοι) και χτυπιότανε στο νερό, για να βγάλουν και να εναποθέσουν τα αυγά τους. Σε αυτή την περιοχή ήταν η θερμοκρασία κατάλληλη, για να επωαστούν τα αυγά σε αντίθεση με την περιοχή προς Μιτσικέλι (βορειοανατολική πλευρά), όπου τα νερά ήταν κρύα. Σήμερα και με την αλλαγή του κλίματος που έχει συντελεστεί, τα ψάρια τινάζονται για να αφήσουν τα αυγά τους στην περιοχή Ντουραχάνης, στα ριζά δηλαδή του Μιτσικελιού. Τον χειμώνα που ήταν κρύα τα νερά της λίμνης, τα ψάρια ακολουθούσαν τους υπόγειους διαύλους και πήγαιναν στις σπηλιές του Μιτσικελιού να ξεχειμωνιάσουν, γιατί υπήρχε αυτή η επικοινωνία μέσω των πηγών. Και οι ψαράδες, όταν ψάρευαν τον χειμώνα, έριχναν τα δίχτυα τους με κατεύθυνση το Μιτσικέλι, για να πιάσουν ψάρια. Ίσως και το όνομα Παμβώτις, που αποδίδεται στη λίμνη των Ιωαννίνων από τον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης τον 12ο μ.Χ αιώνα να αιτιολογείται από τη δυνατότητα των ευλογημένων νερών του λεκανοπεδίου να διατρέφουν τους πάντες. Πράγματι η λέξη Παμβώτις προέρχεται ετυμολογικά από το παν+βώτωρ ή βούτης, όπου βώτωρ σημαίνει βοσκός και βούτης ο γελαδάρης, ο βουκόλος (από το βους). Παμβώτωρ είναι ο συντηρών, ο διατρέφων τους πάντες, οπότε Παμβώτις είναι αυτή που συντηρεί και διατρέφει τους πάντες’’. «Ως θηλυκού γένους η Παμβώτις (παν+βώτις) έχει περιεκτική σημασία και υποδηλώνει την τρέφουσα τα πάντα, από πλευράς κτηνών (αγελάδων, προβάτων, χοίρων κλπ.) και κατ’ επέκταση και τους ανθρώπους. Και αυτή η απόδοση της σημασίας προσιδιάζει καλλίτερα στην περιοχή αυτή, διότι λόγω των πολλών λειμώνων και χωραφιών δίπλα και πέριξ της λίμνης, έτρεφε παλιότερα όλα τα κτηνοτροφικά ζώα, μεγάλα και μικρά. Πρόβατα στους γύρω λόφους από τις παραλίμνιες εκτάσεις, βόδια μέσα στους πλούσιους λειμώνες, αλλά και στους χώρους μέσα στα έλη και στα τέλματα. Ως κατεξοχήν Παμβώτις θα πρέπει να θεωρηθεί όλη η άλλοτε κατακλυζόμενη περιοχή της λεκάνης Λαψίστας, η οποία, λόγω της υποχώρησης των νερών κατά τη θερινή περίοδο, προσφερόταν ιδιαιτέρως για τέτοιες δραστηριότητες, καθώς και η περιοχή Περάματος-Στρουνίου, όπου μέχρι σήμερα τρέφονται αγελάδες. Έτσι η ονομασία Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

56


Παμβώτις δεν αποκλείεται να προσδιόριζε την αφθονία ολόκληρου του λεκανοπεδίου Ιωαννίνων, περιλαμβανομένων και των δύο λιμνών και όχι αποκλειστικά τη λίμνη των Ιωαννίνων, οπότε στην περίπτωση του Ευσταθίου θα πρέπει να θεωρηθεί σαν επιθετικός και όχι σαν ονοματικός της Λίμνης προσδιορισμός».

Ψαράδες, πίνακας του Κενάν Μεσαρέ (1889-1965) (enplosimioseis.blogspot.gr)

Ο Στέφανος Κωλέττας στο βιβλίο του «Οι λίμνες Ιωαννίνων και Λαψίστας» αναφέρει ‘’Η λίμνη της Λαψίστας κάλυπτε τη λεκάνη, όπου δεσπόζει το χωριό Λαψίστα, στο οποίο οφείλει και το όνομά της. Η στάθμη της ήταν σε χαμηλότερο υψόμετρο από τη στάθμη της λίμνης των Ιωαννίνων. Η επιφάνειά της αυξομειώνονταν με την εναλλαγή των εποχών. Κατά την περίοδο του χειμώνα με τις έντονες βροχοπτώσεις ανέβαινε η στάθμη της λίμνης των Ιωαννίνων (οι παλιότεροι έλεγαν ότι «φούσκωνε η λίμνη» ή ότι «είχε φουσκονεριά») και τα νερά της ξεχείλιζαν από την πλευρά του Περάματος, όπου είναι και το χαμηλότερο σημείο της. Εκεί υπήρχαν εννέα περάσματα-νερομάνες από το κτήμα Τζουριάδη (στον άγιο Νικόλαο Κοπάνων) μέχρι την πηγή Σεντενίκο (κοντά στη διακλάδωση της εθνικής οδού Ιωαννίνων-Θεσσαλονίκης με στρατόπεδο Περάματος και Αμφιθέα ), από όπου τα νερά της λίμνης των Ιωαννίνων περνούσαν-οδηγούνταν μέσω Περάματος στη λίμνη της Λαψίστας. Με τις παρατεινόμενες βροχοπτώσεις η μόνιμη υπερχείλιση της λίμνης των Ιωαννίνων τον χειμώνα είχε σαν αποτέλεσμα να πλημμυρίζει όλος ο κάμπος του περάσματος προς τη Λαψίστα-το οποίο πέρασμα πήρε με την πάροδο του χρόνου το όνομα Πέραμα-μέχρι το πέρασμα του Λυκοστόμου με την ομώνυμη γέφυρα, όπου ήταν η απαρχή των ορίων της λίμνης Λαψίστας. Στη θέση Λυκόστομο ήταν το μικρότερο άνοιγμα-δίοδος της περιοχής Λαψίστας από ξηρά σε ξηρά, με συνέπεια να είναι το μοναδικό πέρασμα των λύκων από το Μιτσικέλι (που σημαίνει Αρκουδοβούνι) στην απέναντι πλευρά του λεκανοπεδίου∙ γι’ αυτό και πήρε το όνομα Λυκόστομο (το πέρασμα ήταν στο στόμα του λύκου). Οι συνεχείς ποσότητες νερού που δεχόταν τον χειμώνα η λεκάνη της Λαψίστας είχαν ως συνέπεια την άνοδο της στάθμης της λίμνης της σε υψηλότερες περιοχές προς Νεοχώρι-Ασφάκα-Πετσάλι. Κατά την έκφραση των παλαιότερων «τον χειμώνα πνιγόταν στα νερά όλη η περιοχή γύρω από τη Λαψίστα». Η λίμνη της Λαψίστας ήταν μικρότερη σε έκταση και είχε μικρότερο βάθος από τη λίμνη των Ιωαννίνων. Η ίδια η φύση είχε στο πέρασμα των αιώνων με σοφία δημιουργήσει στο ευρύτερο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων ένα σπάνιο οικοσύστημα από δύο λίμνες: τη Μεγάλη λίμνη των Ιωαννίνων και τη Μικρή αδελφή της, εκείνη της Λαψίστας, οι οποίες αποτελούσαν ένα δίδυμο σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων, όπου η ύπαρξη της μιας συνδεόταν άμεσα από την καλή λειτουργία και ύπαρξη της άλλης. Οι Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

57


σύγχρονοι ερευνητές συμφωνούν ότι οι λίμνες Ιωαννίνων και Λαψίστας σχηματίστηκαν πριν από εκατομμύρια χρόνια.

Η λίμνη της Λαψίστας είχε βασική κύρια υπόγεια πηγή της εκείνη της Τούμπας, από την οποία υδρεύονται σήμερα με πόσιμο νερό οι δήμοι και κοινότητες του λεκανοπεδίου Ιωαννίνων μέσω του ΣΥΔΚΛΙ (Σύνδεσμος Υδρεύσεως Δήμων και Κοινοτήτων Λεκανοπεδίου Ιωαννίνων ). Επίσης την πηγή του Κρυονερίου σε απόσταση 500 μέτρων περίπου από την Κάτω Λαψίστα, καθώς και από τις ανάβρες-τις θέσεις εκείνες όπου ανάβρυζε το νερό, χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη πηγή. Όταν τον χειμώνα η χωρητικότητα της λεκάνης της λίμνης Λαψίστας έφτανε σε οριακό σημείο, τα πλεονάζοντα νερά της έβρισκαν διέξοδο στις χωνεύτρες των Μύλων Μπριάτουκας και στις ψηλότερες χωνεύτρες του Ραϊδιού. Από εκεί οδηγούνταν υπόγεια στους μύλους της Βελτσίστας (δηλαδή της Κληματιάς) και στη συνέχεια στον ποταμό Καλαμά. Την άνοιξη και μέχρι το καλοκαίρι υποχωρούσε διαδοχικά η στάθμη των νερών της λίμνης Λαψίστας και περιορίζονταν η επιφάνειά της. «Ξεπλένονταν η περιοχή» κατά τα λεγόμενα των κατοίκων της. Έτσι τα χωράφια στην περιοχή Νεοχωρίου-που είχαν μεγαλύτερο υψόμετρο και καλύπτονταν από λίγο νερό«ξαστέρωναν πιο γρήγορα» και σπέρνονταν με καλαμπόκι και ρύζι. Η λάσπη αυτών των εκτάσεων είχε υποστεί φυσική λίπανση και δημιουργούσε εύφορο έδαφος κατάλληλο για αποδοτικές μονοκαλλιέργειες, όπως συνέβαινε με τις πλημμύρες των παρακείμενων εκτάσεων στο Νείλο ποταμό. Η στάθμη της λίμνης στην περιοχή της κοινότητας Λαψίστας είχε μέτριο βάθος. Το καλοκαίρι που έπεφτε η στάθμη της έμεναν εκεί βούρκος και παπύρια. Τον χειμώνα η στάθμη της λίμνης άγγιζε τη θέση, όπου σήμερα βρίσκεται το φυτώριο της Λαψίστας. Η περιοχή ‘’Πνιγμένη’’ (ο λόφος όπου σήμερα είναι εγκατεστημένα τα πτηνοσφαγεία ‘’Πίνδος’’ ) τον χειμώνα περιβαλλόταν από νερά. Για τον έλεγχο της στάθμης των νερών και την καλλίτερη κατανομή τους την περίοδο άνοιξης-καλοκαιριού στις αποκαλυπτόμενες εκτάσεις της Λαψίστας είχε δημιουργηθεί ένα σύστημα λειτουργίας ιδιοκτησίας Ντούμα-Αθανασιάδη. Τα νερά από τις πηγές Τούμπας διέσχιζαν μέσω ενός αυλακιού, που αποκαλείται «παλιαύλακο», την κτηματική περιοχή της Λαψίστας (σε απόσταση περίπου 100 μέτρων από τη Λαψίστα ) μέχρι να καταλήξουν στα χωνέματα των Μύλων Ροδοτοπίου-Λαψίστας. Ο εν λόγω παλιαύλακας διατηρείται μέχρι σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος του και λειτουργεί σαν αποστραγγιστικός, όταν η περιοχή πλημμυρίζει με νερά οδηγώντας τα στα χωνέματα. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

58


Την περίοδο του καλοκαιριού όλα τα ψάρια μαζευόταν στην περιοχή Τούμπας, όπου τα νερά ήταν κρύα. Απομακρύνονταν τον Μάιο μήνα και γεννούσαν στα ρηχά, για να γυρίσουν αμέσως μετά στην Τούμπα. Το φθινόπωρο μόλις άρχιζαν τα πρώτα μπουμπουνητά και έπεφταν οι πρώτες βροχές, τα χέλια (είχαν πια μεγαλώσει) έφευγαν για τη θάλασσα από τις χωνεύτρες γύρω στον Οκτώβριο με Νοέμβριο μήνα. Τότε ήταν η στιγμή που περίμεναν οι ντόπιοι για να φτιάσουν ιβάρια με ξύλα στις χωνεύτρες και μάζευαν κάθε πρωί οκάδες τα χέλια. Την άνοιξη τα χέλια (νεογέννητα μικρά) από το Γιβραλτάρ ακολουθούσαν από ένστικτο την ίδια μεγάλη διαδρομή και επέστρεφαν μέσα από τις χωνεύτρες στη λίμνη της Λαψίστας. Τον χειμώνα που κατακλύζονταν από νερά η περιοχή του Περάματος και οι δύο λίμνες γινόταν ένας υδάτινος όγκος μαρίτσια-καραβίδες-χέλια-βατράχια από τη λίμνη της Λαψίστας (που έχει χαμηλότερη στάθμη σε σχέση με τη λίμνη των Ιωαννίνων) έφθαναν και πλημμύριζαν στην κυριολεξία τη λίμνη των Ιωαννίνων και χόρταιναν τους γιαννιώτες με φρέσκο, εκλεκτό και νόστιμο ψάρι.

Παλιά η περιοχή των πηγών της Τούμπας ήταν μόνιμος βούρκος. Λασπώνει ακόμα και σήμερα, μετά την αποξήρανση που έχει συντελεστεί στη λίμνη της Λαψίστας. Η Τούμπα είναι υπόγειο πηγαίο νερό. Στην περιοχή υπάρχει υπόγεια λεκάνη, η οποία επικοινωνεί άμεσα με την παρακείμενη υπόγεια λεκάνησπήλαιο του Μιτσικελιού. Όμως τα πετρώματα του σημερινού πλέον κάμπου της Λαψίστας είναι αδιαπέραστα σε βάθος (έχουν δηλαδή μεγάλο βαθμό συμπύκνωσης). Σε ορισμένα μάλιστα σημεία-όπως στην περιοχή του Λυκοστόμου-το υπέδαφος έχει και κάρβουνο. Αυτό γίνεται φανερό, επειδή λόγω της συμπύκνωσης δεν απορροφάται σε βάθος επιφανειακό νερό μολυσμένο από τα χημικά λιπάσματα, που Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

59


χρησιμοποιούνται για το πότισμα των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Αν συνέβαινε τα μολυσμένα επιφανειακά νερά να απορροφούνται και να οδηγούνται στην υπάρχουσα υπόγεια λεκάνη της Λαψίστας, τότε θα είχε μολυνθεί τόσο ο υδροφόρος ορίζοντας των πηγών Τούμπας, όσο και το γειτνιάζον νερό των σπηλαιώσεων του Μιτσικελιού. Στις αποξηραμένες πια εκτάσεις του σημερινού κάμπου της Λαψίστας γίνονται σήμερα γεωτρήσεις για την ανεύρεση νερού. Έτσι στα ριζά του κάμπου (στις άκρες του) βρίσκεται νερό σε βάθος 15 με 17 μέτρα. Μπορεί ανάλογα με τη σύσταση του πετρώματος να χτυπήσεις νερό και στα 5 μέτρα. Στο εσωτερικό του κάμπου της Λαψίστας (βαθιά, εκεί όπου η στάθμη του εδάφους είναι χαμηλή) γίνονται γεωτρήσεις σε βάθος μέχρι 80 μέτρα, προκειμένου να βρεθεί νερό της υπάρχουσας υπόγειας λεκάνης και όχι επιφανειακό. Ένας απέραντος υγροβιότοπος ήταν το σύστημα των δύο λιμνών του ευρύτερου λεκανοπεδίου Ιωαννίνων. Εδώ μεγάλωναν και πολλαπλασιαζόταν ψάρια μικρά και μεγάλα σε άφθονες ποσότητες∙ από τσίμες, δρομίτσες, γλίνια, κυπρίνια και μαρίτσια, μέχρι καραβίδες, χέλια και βατράχια. Εδώ εύρισκαν τον φυσικό τους χώρο τα υδρόβια πουλιά, για να ζήσουν και να πολλαπλασιαστούν. Εδώ ήταν τα απέραντα χλοερά λιβάδια, για να βοσκήσουν χωρίς πρόβλημα οι αγελάδες. Εδώ μπορούσαν με το άφθονο νερό να καλλιεργήσουν τα παρακείμενα χωράφια τους οι κάτοικοι του λεκανοπεδίου. Από εδώ μπορούσαν οι άνθρωποί του να πιούνε άφοβα πηγαίο και καθαρό νερό, φιλτραρισμένο από τα καρστικά πετρώματα του Μιτσικελιού. Εδώ στις δύο λίμνες του-τη μεγάλη και τη μικρή-γινόταν τα οργανωμένα κυνήγια με τα γνωστά «κλείσματα»-δηλαδή τα κλεισίματα των περασμάτων των πουλιών από τους γιαννιώτες-που τόσο παραστατικά περιγράφει ο Δ. Σαλαμάγκας. Εδώ μέσα-στις δύο λίμνες, στο νησί και περιμετρικά τους γίνονταν οι οργανωμένες βαρκάδες, τα παραλίμνια πανηγύρια των μοναστηριών και των εξωκλησιών, καθώς και τα υπέροχα γλέντια από μερακλήδες γιαννιώτες, που έχουν αφήσει εποχή.

Αγώνες αλιείας κυπρίνου στην Παμβώτιδα (photo: M.Vakarow/photoioannina.blogspot.gr)

Το όνομα της λίμνης Λαψίστας οφείλεται στο ομώνυμο χωριό Λαψίστα, το οποίο κατείχε κεντρική θέση στη νοτιοανατολική ακτή της, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η λίμνη προϋπήρχε αυτού. O Pouqeville θεωρεί το όνομα ελληνικής προέλευσης και το ετυμολογεί από τη λέξη Λάσπη, στην οποία προστέθηκε η σλαβικής προέλευσης κατάληξη –ιστα και η αρχική ονομασία ήταν Λασπίστα και με αντιμετάθεση του-σπ σε –πς έγινε Λαψίστα. Ο Στέφανος Μπέτης θεωρεί το όνομα σλαβικό κι αυτό αποτελείται από τη ρίζα λαψ, που σημαίνει καλάμι και την παραγωγική κατάληξη –ιστα, που σημαίνει τον τόπο, όπου βρίσκεται το πράγμα που αναφέρεται στο θέμα και συγκεκριμένα εδώ το καλάμι ή τα καλάμια. Πράγματι το χωριό Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

60


είχε πλήθος τέτοιων φυτών σε αυτοφυή κατάσταση. Λαψίστα λοιπόν θα τη μεταφράζαμε ακριβώς Καλαμοχώρι ή Καλαμιώνας. Αλλού όμως γράφει ότι το Laps (σλαβικό) σημαίνει έλος και με την τοπωνυμική κατάληξη –ιστα σημαίνει εγκατάσταση ή συνοικισμό παραλίμνιο ή παράβαλτο. Η λίμνη της Λαψίστας, που κάποτε κάλυπτε χιλιάδες στρέμματα στα βορειοδυτικά των Ιωαννίνων, δεν υπάρχει πια. Η χαριστική βολή στο οικοσύστημά της δόθηκε το 1954, όταν η λίμνη αποξηράνθηκε τελείως για να παραδοθεί ο άδειος πυθμένας της στην καλλιέργεια, για να γίνουν τα νερά και οι καλαμιώνες της χωράφια. Ο εκλεκτός εκπαιδευτικός και συγγραφέας Στέφανος Κωλέττας δεν ξέχασε όμως. Και σε ένα συγκλονιστικό βιβλίο του -Οι Λίμνες Ιωαννίνων και Λαψίστας- περιγράφει με ευαισθησία, ακρίβεια και φωτογραφικά ντοκουμέντα, έναν ολόκληρο κόσμο που χάθηκε. «...Η λίμνη της Λαψίστας ήταν ένας απέραντος και πλουσιότατος υγρότοπος, μέσα στον οποίο, εκτός των άλλων, εύρισκε φυσικό καταφύγιο ένα αναρίθμητο πλήθος πουλιών... Ήταν λοιπόν πολύ φυσικό να προσελκύει όλους τους κυνηγούς της περιοχής, οι οποίοι γύριζαν στο σπίτι τους πάντα φορτωμένοι με πλούσια κυνήγια.

(photo: kostasgr)

Υπήρχαν όμως και πολλοί ντόπιοι κυνηγοί, οι οποίοι σχεδόν ζούσαν από το κυνήγι και γενικότερα από την ενασχόλησή τους με τη λίμνη. Κυνηγούσαν καθημερινά δεκάδες παπιά, φαλαρίδες, χήνες, παλάζια και διάφορα άλλα, χωρίς να κινδυνεύει ποτέ η διατάραξη της βιολογικής ισορροπίας και χωρίς να απειλείται η μείωση ή η εξαφάνιση κάποιου είδους. Τις παγερές μέρες του χειμώνα κατέφθαναν κατά σμήνη οι μεγάλες και νόστιμες αγριόχηνες, πετώντας πάνω από τη λίμνη. Αυτές αποτελούσαν ένα από τα πιο πλούσια και ακριβά κυνήγια των κατ' επάγγελμα κυνηγών. Και δεν ήσαν βέβαια μόνο οι κάτοικοι της Λαψίστας και των περιχώρων αυτοί που ασχολούνταν με το κυνήγι (φωτογραφίες-αρχείο: Ναπολέοντα Ροντογιάννη, Άγγελου Καλογερίδη, Ιφιγένειας Χριστιάς Μπάη, Γ.Κίτσιου’’.)

ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ ΑΠΟ ΛΙΜΝΕΣ: ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ (πηγή:σταχυολόγηση απο http://www.thetravelbook.com, κείμενο Ο.Χαραμή, φωτο Η.Μήλας).

‘’Τσουκαλιό, Ροδιά, Λογαρού, Τσοπέλι, Βαθύ, Πωγωνίτσα, Μάζωμα, Κόφτρα, Παλαιομπούκα.........70 τ. χλμ υδάτινου ....οργασμού. Χωρισμένα σε ζώνες προστασίας ανάλογα το οικοσύστημα - λουρονησίδες, υφάλμυροι βάλτοι, Δέλτα, υγρολίβαδα, παραλίμνια δάση, καλαμιώνες. Τι είναι θάλασσα, τι λίμνη, τι ποταμός; Τι είναι γη και τι τρέσα από όστρακα και λάσπη; Η στάθμη είναι σε μόνιμη αυξομείωση, τα όρια ασαφή, τα βήματα διστακτικά, δοκιμάζουν πριν τολμήσουν το πάτημα. Και τα βλέμματα αφημένα στο ατέλειωτο μπλε-πράσινο, μα πάντα στα απέναντι βουνά της Ακαρνανίας σκαλωμένα. καλάθια φορτωμένα λαχταριστή κουτσομούρα. Να προλάβεις την ώρα του ούζου για να μάθεις πώς τηγανίζεται σωστά η γαρίδα Αμβρακικού, πώς παστώνεται ο κέφαλος πριν ψηθεί και γίνει «πετάλι», πώς φτιάχνονται οι γωβιοί μπουρδέτο. Να βρεις τις γυναίκες της Κορωνησίας που μαθαίνουν από κοριτσάκια να ράβουν τα δίχτυα αντί για τις κάλτσες και να πετύχεις σίγουρα τους ψαράδες της λιμνοθάλασσας στα διβάρια τους. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

61


Έχουν να σου πουν τόσα για τα μυστικά του ψαρέματος, που γίνεται με τον ίδιο τρόπο εδώ και αιώνες. Πώς καμακώνουν το χέλι της ασέληνες φθινοπωρινές νύχτες, τις χελονύχτες. Πώς κάνουν «βόλο» με τα δίχτυα στο ομαδικό ψάρεμα. Πότε τσιμπάει στα καλαμίδια ο γωβιός και πότε παγιδεύεται στο νταούλι...Πώς ποντίζουν το γαμπαρόδιχτο και το κουτσομουρόδιχτο στη θάλασσα... Γιατί κάθε ψάρι έχει το δίχτυ του. Γιατί τσακώνονται διαρκώς με την όφια, τον κορκοράνο... Τι είναι οι βολκοί που παγιδεύουν τα χέλια, τι ο γκάγκαμος για τα όστρακα και τι το θεαματικό νταλιάνι... Πραγματική επιστήμη, όχι αστεία!

Ξυπνάς πρωί. Να στήσεις καρτέρι στα πουλιά και στους ψαράδες της θάλασσας, που βγαίνουν με τα Κάθε λουρονησίδα είναι ένας πρωτόγνωρος περίπατος. Ετούτη οδηγεί στην Κόπραινα, στις εκβολές του Βωβού. Η Κόπραινα ήταν λιμάνι της Αρτας μετά την απελευθέρωση και μέχρι τη δεκαετία του '40. Είχε τελωνείο, ξενοδοχείο, καφενείο... Γεμάτες οι αποθήκες εμπορεύματα που μεταφέρονταν με βαγονέτα στις μαούνες κι από εκεί στα βαπόρια. Ο φάρος του 1907 αναστηλώθηκε κι έγινε το «Σπίτι του Φαροφύλακα». Οι αποθήκες και το τελωνείο το ίδιο, στεγάζουν το περιβαλλοντικό κέντρο Αράχθου, το μουσείο Αλιείας και τρεις εκπαιδευτικούς που περιμένουν να ξεναγήσουν τους μαθητές. Ευτυχώς όχι άδικα! Στις εκβολές του ΄Αραχθου τα πράγματα περιπλέκονται. Ο ποταμός κρύβει καλά τα μυστικά του από τους μη πλέοντες. Προσπαθείς από το μαρτυρικό χωριό Κομμένο, μα χάνεσαι στον υγρότοπο του Πλαματερού. Επιχειρείς από το Νεοχώρι - εδώ τουλάχιστον τον βλέπεις. Πορτοκάλια κι ακτινίδια κρέμονται γύρω σου... να κόψω αναρωτιέσαι ή θα με κυνηγήσουν; Κοντά στο Δέλτα, ανάμεσα στα κόκκινα ποώδη αρμυρίκια, η πορεία είναι αβέβαιη. Αφήνεις χνάρια στο λασπώδες έδαφος, δίπλα σε εκείνα του γλάρου. Ενα, δύο, τρία... μπρος στον βάλτο εκείνος πετά. Πάλι πίσω εσύ! Παχυκάλαμος, Ψαθοτόπι, Ανέζα. Χωριά, όλα ψαράδικα κι όλα αγροκτηνοτροφικά. Κι όλες οι κολόνες της ΔΕΗ και τα καμπαναριά στολισμένα με φωλιές πελαργών. Νότια κι άλλες λιμνοθάλασσες, Κόφτρα και Παλιομπούκα. Νιώθεις στο δέρμα σου το νερό, μα δεν το βλέπεις. Η σωτηρία έρχεται μαζί με τον κεντρικό δρόμο που κατεβαίνει από Αρτα. Η τεράστια ευθεία σε καταπίνει. Οι καλαμιώνες θεριεύουν, ζαλίζουν τον νου κι η μυρωδιά από τα στάσιμα νερά το ίδιο. Ο Αμβρακικός κόλπος είναι ο μεγαλύτερος υδροβιότοπος της Ελλάδας, ένας από τους σημαντικότερους της Μεσογείου. 450 τ.χλμ. θαύματος, που δέχεται τα αλμυρά νερά και ψάρια του Ιονίου (Τα ψάρια περνούν από το Ιόνιο στον Αμβρακικό και στις λιμνοθάλασσες την άνοιξη για να αναπαραχθούν στα ζεστά του νερά. Τα ανοίγματα των λουρονησίδων φράζονται από τα ιβάρια - τα μεγάλα ψάρια πιάνονται και ο γόνος συγκρατείται. ), από ένα άνοιγμα 600 μ., την μπούκα, το Στενό της

Πρέβεζας.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

62


Τρία ποτάμια στα βόρεια. Λούρος, Άραχθος κι ο μικρός Βωβός. Υπερδραστήριοι εδώ και αιώνες, παρασύρουν τις φερτές ύλες, κοντράρονται με τους αιώνιους νοτιάδες, φτιάχνουν λουρονησίδες κι εκείνες υφάλμυρες λίμνες, σπίτια για ζώα και πουλιά. Είκοσι λιμνοθάλασσες. Φυσικά ιχθυοτροφεία που θρέφουν γενιές και γενιές αρτινών και πρεβεζάνων. Και 290 ειδών πουλιών.Αργυροπελεκάνοι που επιπλέουν νωχελικά, τσικνιάδες που ισορροπούν σε ποντισμένους πασσάλους, κορμοράνοι και γλάροι σε μακροβούτια διαρκείας. Αβγοτάραχα που στεγνώνουν στον ήλιο, κοφίνια που ξεχειλίζουν τσιπούρες και λαβράκια κι άλλα τίγκα στην κουτσομούρα και τη σαρδέλα. Ρινοδέλφινα στ' ανοιχτά, χέλια στα... κλειστά, πριάρια παντού - πότε με τέρμα τις μηχανές, πότε προωθούμενα από τις φουρκάτες, τα ιδιότυπα ντόπια «κουπιά» μα πάντα δίχως καρίνα. Νεροβούβαλοι στα λασπόνερα, γελάδια στους δρόμους, κουνούπια σε διαρκή περιπολία. Λουρονησίδες που «τρέχουν» στα νερά, ιβάρια ( Ιβάρια, διβάρια, γιβάρια, από το λατινικό vivarium. Πλεκτή καλαμωτή και ξύλινοι πάσσαλοι αντικαθίστανται σταδιακά από ένα μείγμα αλουμινίου και πολυεστερικού υλικού και τσιμεντοκολόνες, ο τρόπος ψαρέματος όμως παραμένει ίδιος ), που αλλάζουν την πλεκτή

καλαμωτή με αλουμινένια κι αντανακλάσεις μέσα στην απόλυτη σιωπή.

Το νερό σε κυκλώνει από παντού. Δεξιά το Τσουκαλιό, αριστερά η Λογαρού, οι δύο μεγαλύτερες λιμνοθάλασσες του Κόλπου, μπροστά ο Αμβρακικός και το λιμάνι της Σαλαώρας. Λιμάνι δεν υπάρχει. Υπήρχε στα χρόνια του Αλή. ΄Ενα φυσικό αλιευτικό καταφύγιο μόνο έχει μείνει, το παλιό τελωνείο που έγινε κέντρο έρευνας και πληροφόρησης, μα δεν λειτουργεί, κι ένας μόλος που στήνονται οι ερασιτέχνες ψαράδες και ρίχνουν τα σκάφη οι εκδρομείς. Ο δρόμος που οδηγεί στην Κορωνησία δεν είναι δρόμος, είναι θρύλος. ΄Ενα κορδόνι, 7 χλμ., λες και τρέχεις πάνω στη θάλασσα. Ή λιμνοθάλασσα; 100 οικογένειες σε υποδέχονται στην Κορωνησία που κάποτε ήταν νησί, ένα από τα 7 Κορακονήσια του Αμβρακικού. 100 οικογένειες, 80 ψαράδες – μέλη του αλιευτικού συνεταιρισμού ο οποίος εκμεταλλεύεται τη Λογαρού, αρκετοί ελεύθεροι ψαράδες που ρίχνονται στη θάλασσα και μια Παναγιά, η Κορωνησιώτισσα, 10 αιώνων πιθανώς και φημισμένο κάποτε μοναστήρι, που αναστηλώνεται. Και ψαροταβέρνες μπόλικες. Κι όλες καλές με τέτοιο ψάρι! Πίσω στη Σαλαώρα το «ράμμα», η στέρεη λουρονησίδα, σε τραβά στα δυτικά. Ιβάρια, ψαράδες, κολυμβητές που βρίσκουν κάτι σε ετούτα τα νερά - αυτούς δεν τους ζηλεύεις, τα πουλιά μόνο. Ακόμα πιο πίσω, στην Παλαιοσκαμιά, συνεχίζεις δυτικότερα. Κάθε χωματόδρομος κάπου καλά θα σε βγάλει. Μέσα στην απόλυτη σιωπή, ανάμεσα στις λιμνοθάλασσες Ροδιάς και Τσουκαλιό που σχηματίζουν το σημαντικότερο σύμπλεγμα του Αμβρακικού, νιώθεις μόνος, μα δεν είσαι. Ενα κρώξιμο απ' τη μια, ένα φτερούγισμα απ' την άλλη, μια μάχη που δίνεται μέσα στο νερό... Πολυκοσμία για την ακρίβεια... Είναι και οι ψαράδες στο Τσουκαλιό, τα μέλη του συνεταιρισμού Αγίου Νικολάου Ανέζας... Είναι κι ο ΑϊΒλάσσης μέσα στην καταχαραγμένη σπηλιά του κι η Παναγιά της Ροδιάς, ιδρυμένη στους Βυζαντινούς Χρόνους, μα ανακαινισμένη εκ θεμελίων τον 19ο αιώνα. Τους πιάνεις κουβέντα, τους τάζεις λαμπάδες, μα πουλί….. ούτε αυτοί σε κάνουν! Κι έπειτα βλέπεις τις βάρκες και τα σκάφη. Στη Στρογγυλή αναπτερώνονται οι ελπίδες για πλεύση τουλάχιστον. Τρέχεις έως το κατώφλι του παλιού σχολείου που στεγάζει το κέντρο υποδοχής, μα το βρίσκεις κλειστό. Η υποδοχή κι η ενημέρωση πήγαν περίπατο... μαζί με τις προσπάθειες της Μονής Προφήτη Ηλία για προβολή και προστασία. Ευτυχώς ο Φορέας Διαχείρισης Αμβρακικού περιπολεί κι αν η παρέα είναι μεγάλη προσφέρει ξενάγηση και ποδήλατα. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

63


Λίγο βορειότερα βρίσκεις τα ερείπια αγρέπαυλης, λιοτριβιού και λουτρών, Ρωμαϊκών Χρόνων. Ο Αμβρακικός κατοικήθηκε από την αρχαιότητα, στα βόρεια όμως κυρίως από την ίδρυση της Νικόπολης και μετά. Ακόμη πιο πάνω είναι και το κάστρο Ρωγών στη θέση της αρχαίας πόλης Βουχέτιον. Η Άρτα τελείωσε και μόνο η εθνική οδός σού δίνει διέξοδο στη θάλασσα της Πρέβεζας - οι εκβολές του Λούρου είναι αδιάβατες. Από τη Μαργαρώνα-Βαθύ στην Πωγωνίτσα, από το Μάζωμα στο Τσοπέλι... Από τα ιβάρια που επιμένουν στο ξύλο, στους μαραγκούς που επιμένουν στα καρνάγια και ακόμη πιο πέρα, στο Σκαφιδάκι, στους ψαράδες που δουλεύουν πεισματικά το νταλιάνι, την εντυπωσιακή κατασκευή και ακόμα πιο εντυπωσιακό τρόπο ψαρέματος που έφερε από τη Μαύρη Θάλασσα ένας πρόσφυγας ψαράς. Κάπου εδώ οι λιμνοθάλασσες τελειώνουν. Κι ο χρόνος το ίδιο. Ο ήλιος σ' εγκαταλείπει. Οι βάλτοι της Αρτας και της Πρέβεζας βυθίζονται στο μυστήριο. Ιβάρια και πλάβες πλέουν στον… ουρανό, πτηνά και ψάρια χάνονται στο σκοτάδι. Η υγρασία τσακίζει κόκαλα και το θεριό, ο Ήταυρος, αρχίζει να μουγκρίζει μέσα απ' τις καλαμιές. Εσύ πάλι, χαίρεσαι που δεν έγινες πουλί. Ώρα για ούζο, γάμπαρη και κέφαλο πετάλι..’’. (Σημείωση: Σχετικά πρόσφατες επιλεγμένες βιβλιογραφικές πηγές για ειδικότερα ζητήματα περιβάλλοντος που αφορούν τον Αμβρακικό κόλπο: -Σκούντζου, Ά. Χ. (2015). Παλαιοπεριβαλλοντική εξέλιξη σε έναν ημίκλειστο κόλπο: Αμβρακικός κόλπος (Doctoral dissertation). -Κουντουρά, Κ. (2014). Μελέτη της υδροδυναμικής, της τροφικότητας και της υποξίας ενός κλειστού Μεσογειακού κόλπου (Αμβρακικός) (Doctoral dissertation). -Σαλμάς, Κ. (2014). Αμβρακικός κόλπος προβλήματα και προοπτικές. -Παπαχριστοπούλου, Ε., & Παυλίδη-Πάλλα, Μ. Ε. (2013). Χρονική διακύμανση φυσικοχημικών παραμέτρων της υδάτινης στήλης στον Αμβρακικό κόλπο(Doctoral dissertation). -Σωτήρχου, Δ. (2012). Μελέτη Αμβρακικού κόλπου (Doctoral dissertation). -Τσουκαλά, Β. Δ., & Tsoukala, V. D. (2011). Διαχείριση της παράκτιας περιοχής του Αμβρακικού Κόλπου. -Βαλερά, Κ. Σ., & Valera, K. S. (2009). Επιπτώσεις των οδικών αξόνων σε ευαίσθητες οικολογικά περιοχές: Η περίπτωση της Ιόνιας οδού στην προστατευόμενη περιοχή του Αμβρακικού κόλπου για το τμήμα 2, Α/Κ Αμφιλοχίας-Α/Κ Ν. Κομποτίου (ΧΘ 101+ 200 έως 129+ 053). Μια στρατηγικής σημασίας κριτική περιβαλλοντική προσέγγιση. -Χρηστιά, Χ. (2006). Οικολογική έρευνα των λομνοθαλασσών Ροδιά, Τσουκαλιό, Λογαρού του Αμβρακικού Κόλπου (Περιοχή Ramsar).

ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΣΤΟ ΣΟΥΛΙ, ΗΠΕΙΡΟΣ (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.thespro.gr, romiarizou.blogspot.com).

‘’Είναι γνωστό ότι στη διάρκεια της μακρόχρονης πολιορκίας του Σουλίου από τις δυνάμεις του Αλή Πασά και του γιού του Βελή, στα χρόνια πριν από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, τα ιστορικά πηγάδια του Σουλίου ήταν πηγή ζωής για τους ανυπότακτους Σουλιώτες και παρείχαν στους ηρωικούς μαχητές και στις οικογένειές τους το δυσεύρετο στην περιοχή ζωογόνο νερό. Στην ευρύτερη περιοχή των χωριών του Σουλίου βρίσκονται διασκορπισμένα περί τα 400 πηγάδια, τα οποία αποτελούσαν ουσιαστικά δεξαμενές συλλογής βρόχινου νερού, σε μια ορεινή, βραχώδη και άνυδρη περιοχή.

Κάθε οικογένεια διατηρούσε το δικό της, προκειμένου να εξασφαλίσει νερό για τις ανάγκες της, ενώ πολλά συνδέονταν μεταξύ τους με ένα ευφυές δίκτυο αγωγών. Σήμερα, στη περιοχή ‘’Πηγάδια’’ υπάρχουν περίπου 67 πηγάδια -τα περισσότερα όρθια και σε καλή κατάσταση- στην περιοχή όπου βρίσκονται τα σπίτια των Μποτσαραίων, των Τζαβελλαίων και άλλων οπλαρχηγών της επανάστασης. Βορειότερα στο βουνό υπάρχει η λιθόστρωτη δεξαμενή συλλογής νερού της βροχής. Μέσω ενός υπόγειου δικτύου κεραμικών αγωγών, αυτή συνδέεται με τα πηγάδια, τροφοδοτώντας κάθε οικογένεια με την πολύτιμη πηγή ζωής. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

64


Κι αν η πολιορκία έληξε άδοξα το 1803, με την παράδοση των Σουλιωτών και τη θυσία στο Κούγκι, τα εκατοντάδες πετρόκτιστα πηγάδια μένουν και σήμερα εκεί, δύο και πλέον αιώνες μετά, ως ιστορικά σύμβολα αντίστασης και ζωντανοί μάρτυρες της ιστορίας του τόπου. Κάποια στέκουν αγέρωχα και στιβαρά, δίπλα σε μνημεία της αντίστασης, κάποια άλλα έχουν παραδοθεί στη φθορά του χρόνου, κινδυνεύοντας με κατάρρευση και εξαφάνιση.

Το κάθε πηγάδι είναι φτιαγμένο λιθάρι -λιθάρι, σε σχήμα κυκλικό, ενώ λιθόστρωτος είναι ο χώρος που το περιβάλει. Τα πηγάδια ήταν ουσιαστικά στέρνες, γιατί εκεί συγκέντρωναν το νερό της βροχής και συνδέονταν μεταξύ τους υπογείως με κεραμικές σωληνώσεις, ενώ γέμιζαν νερό από μία μεγάλη γούρνα, φυσική δεξαμενή νερού, που βρίσκεται σε ένα από τα ψηλότερα σημεία της περιοχής. Αυτή η φυσική δεξαμενή είναι πλακόστρωτη και συγκοινωνεί με τα πηγάδια μέσω του δικτύου των κεραμικών σωλήνων (πρωτότυπο κείμενο Β. Ιγνατιάδης)’’.

(proinoslogos.gr)

__________

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

65


2. Μακεδονία, Θράκη και Θεσσαλία

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

66


2. Οι μικρές Λίμνες στη Μακεδονία, στη Θράκη και στη Θεσσαλία

Περιεχόμενα

2.1

Σελ.

Εισαγωγή

68-69

Οι Αλπικές και Υποαλπικές Λίμνες και Λιμνία

69-89

(Λίμνες Αρρένες, στη Βάλια Κάλντα, Βασιλίτσα, Βερλίγκα, Λιμνοπηγή Γαλανή και Φαντίνες, Γκίστοβα, Μεσολούρι, Μόσια, στον Όλυμπο, στα Περτουλιώτικα λιβάδια, Λίμνη Στεφανιάδα, Λίμνες Φλέγκα )

2.2

Πεδινές και Ημιορεινές Λίμνες και Λιμνία

89-107

(Λιμνοπηγή Αργυροπουλίου, Βρωμόλιμνη Πρέσπας, Ζηρέλια Μαγνησίας, Ισμαρίδα και Φτελέα στη Ροδόπη, Νησί Έδεσσας. Μπάρες στο Χορτιάτη, Πικρολίμνη, Τριστινίκα Χαλκιδικής, Τυρφώνας Καλής Κοιλάδας στην Πέλλα, Σμαραγδένια ή Γαλάζια Λίμνη στο Κιλκίς))

2.3

Μικρές Λίμνες σε Εκβολικά Συστήματα

107-116

(Λίμνες στο δέλτα Αξιού-Αλιάκμονα, Λίμνες στο δέλτα του ποταμού Έβρου,οι Λίμνες της Χρυσούπολης και το δέλτα του ποταμού Νέστου, Μικρές Λίμνες στο δέλτα του ποταμού Πηνειού)

2.4

Μικρές Λίμνες στη Βάση των Καταρρακτών

116-124

(Βάθρες στο Αρκουδόρεμα – Αγίας Βαρβάρας, Λεπίδα, Λειβαδίτη ή Τραχωνίου, Αχλαδόρεμα Φράκτου-, στον Ενιπέα, στον Κόκκινο Βράχο Ορλιά, στο ρέμα Ορλιά, στο φαράγγι 9 Πιερίδων Μουσών, στο φαράγγι της Καλυψούς Κίσσαβος, στο Πήλιο, στο Πόζαρ )

2.5

Ενδιαφέρουσες Περιγραφές, Αναμνήσεις, Μαρτυρίες

124-141

(Τα υπέρ και τα κατά της διαχείρισης των καλαμώνων, Η λίμνη Πρασιάδα ή λίμνη της Δράμας ή λίμνη των Φιλίππων, Λογοτεχνική διάθεση)

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

67


Εισαγωγή Η Μακεδονία, η Θράκη και η Θεσσαλία είναι τα γεωγραφικό διαμέρισμα στην Ελλάδα με τη μεγαλύτερη σε έκταση κάλυψη με νερά. Ειδικότερα, στη Μακεδονία συναντούμε μεγάλες και μικρότερες σε έκταση φυσικές λίμνες, τεχνητές λίμνες και άλλες υγροτοπικές περιοχές. Έτσι, εκτός από τους γνωστούς μεγάλους υγρότοπους της συνθήκης Ramsar (π.χ. Πρέσπες, Βεγορίτιδα, Βόλβη, Ορεστιάδα, Δοϊράνη, Χειμαδίτιδα, Πετρών, Ζάζαρη, Κορώνεια δέλτα Αξιού-Αλιάκμονα, τεχνητή λίμνη Κερκίνης κ.ά), υπάρχει πλήθος μικρών ή μεγαλύτερων λιμνών, ελών, ποταμών που πολλά από αυτά απειλούνται ήδη με συρρίκνωση ή και αποξήρανση. Ανάμεσα σε αυτούς του υγρότοπους είναι μεταξύ των άλλων, η Λιμνοθάλασσα εκβολών Στρυμόνα, τα Μακεδονικά Τέμπη ή Στενά Ρεντίνας, το Φαράγγι Σκάλας κοντά στο Ζαγκλιβέρι, η Λίμνη Δοϊράνη, η Πικρολίμνη Κιλκίς, το Φαράγγι Γαλλικού κοντά στο χωριό Καμπάνης Κιλκίς, οι Πηγές της Αραβησσού στην Πέλλα που είναι υγρότοπος από πηγαία νερά, οι Εκβολές του Γαλλικού ποταμού στο Καλοχώρι, η Κοίτη του ποταμού Ανθεμούντα μεταξύ Ν. Ραιδεστού και Αγ. Παρασκευής, οι Εκβολές του Ανθεμούντα κοντά στο αεροδρόμιο, η Αλυκή Αγγελοχωρίου, η Αλυκή Πάλιουρων μεταξύ Επανωμής-Μηχανιώνας, ο Υγρότοπος Επανωμής, τα Έλη Μοίρας μεταξύ Ν. ΚαλικράτειαςΝ.Ηράκλειας, οι Εκβολές του ποταμού της Σωζόπολης στον οικισμό Βεριά της Χαλκιδικής, τα δύο Έλη Σταυρονικήτα κοντά στο ξενοδοχείο Σάνη στη Κασσάνδρα Χαλκιδικής, ο υγρότοπος του Αγίου Μάμα, οι εκβολές Χαβρία μεταξύ Ψαχουδιών-Βατοπεδίου και Μεταμόρφωσης στη Χαλκιδική, η λίμνη Μαυρόμπαρα (αποτελεί μνημείο της φύσης από το 1997 και μοναδικό υγρότοπο με δύο σπάνια είδη της νεροχελώνας το Emys orbicularis hellenica και το Mauremys caspica) στη Κασσάνδρα Χαλκιδικής, και πολλές άλλες μικρές λίμνες. Εξάλλου σημειώνεται ότι στις υδρολογικές λεκάνες της Δράμας υπάρχει ο υγρότοπος με τα τενάγη των Φιλίππων και στις Σέρρες υπήρχε ο υγρότοπος του Αχινού που αποξηράνθηκε το 1936. Στις υδρολογικές λεκάνες της Μυγδονίας, στην περιφέρεια Θεσσαλονίκης, εκτός από τις λίμνες Βόλβη και Κορώνεια, υπήρχαν οι Βρωμόλιμνες, Μαυρούδα και Λάντζα, που αποξηράνθηκαν στο τέλος της δεκαετίας του 1950, και το έλος Ζαγκλιβέρι (Καλαμωτό). Στη λεκάνη Θερμαϊκού-Γιαννιτσών από πολύ παλιά είχαν δημιουργηθεί πολλές προσχωσιγενείς λίμνες και έλη, που όμως έχουν αποξηρανθεί εδώ και αρκετές δεκαετίες (από το 1930-36 οι Αρτζάν, Αματόβου, Γιαννιτσών). Βορειότερα, και πάνω στη συνοριακή γραμμή με τα Σκόπια υπάρχει η λίμνη Δοϊράνη, ένας πολύ σημαντικός υγρότοπος, ενώ ανάμεσα στα χωριά Σκρά και Κούπα του Κιλκίς, υπάρχει μια μικρή λίμνη, η Γαλάζια ή Σμαραγδένια λίμνη (φυσική λίμνη με γαλαζοπράσινα στο χρώμα νερά, και με απολιθωμένους οργανισμούς στον πυθμένα της, περιτριγυρισμένη από πυκνή βλάστηση από οξιές, φουντουκιές, κισσούς και κληματσίδες) που τροφοδοτείται από τους καταρράκτες του Σκρά,.

Επίσης στο Κιλκίς υπάρχει και η αλκαλική, εποχική λίμνη, η Πικρολίμνη. Στις υδρολογικές λεκάνες της δυτικής Μακεδονίας σχηματίστηκαν οι καρστικές λίμνες Βεγορίτιδα, Πετρών, Χειμαδίτιδα, Ζάζαρη, το έλος Σαρι-Γκιόλ και η λίμνη Ορεστιάδα στην Καστοριά. Σε μεγαλύτερα υψόμετρα, μέσα σε καρστικά και τεκτονικά βυθίσματα δημιουργήθηκαν πολλές μεγάλες λίμνες, όπως είναι οι λίμνες Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα, αλλά και πολύ μικρότερες λίμνες (π.χ., η Βρωμολίμνη στον υγρότοπο της Μικρής Πρέσπας), οι αλπικές λίμνες στα βουνά του Γράμμου (τμήμα Μακεδονίας), των Γρεβενών και της Καστοριάς. Η περιοχή της Θράκης αποτελείται από μια μακριά, στενή λωρίδα γης ανάμεσα στην οροσειρά της Ροδόπης στα βόρεια, το βόρειο Αιγαίο πέλαγος προς τα νότια, τον ποταμό Νέστο προς τα Δυτικά και τον ποταμό Έβρο προς τα ανατολικά. Η περιοχή κυριαρχείται από γόνιμες πεδιάδες, η δεύτερη μεγαλύτερη μετά τη Θεσσαλία, ένα πολύ μεγάλο αριθμό και εκτεταμένες υγροτοπικές περιοχές με λιμνοθάλασσες, ποταμούς, δέλτα ποταμών και λίμνες. Σε αυτή την περιοχή της Ελλάδας εντάσσονται, ‘’Το Εθνικό Πάρκο Α. Μακεδονίας και Θράκης’’ ως το μεγαλύτερο υγροτοπικό πάρκο στην Ελλάδα (περιλαμβάνει τις ήδη προστατευόμενες περιοχές του δέλτα Νέστου, της λίμνης Βιστωνίδας, της λίμνης Ισμαρίδας και της ευρύτερης περιοχής τους, έκτασης περίπου 930000 στρέμματα, με 22 λιμνοθάλασσες, λίμνες γλυκού νερού, έλη και άλλες υγροτοπικές περιοχές διεθνούς σημασίας) και το ‘’Εθνικό Υγροτοπικό Πάρκο Δέλτα Έβρου’’, που αποτελεί υγρότοπο διεθνούς σημασίας (έκτασης 84220 στρέμματα). Επίσης, εδώ υπάρχουν οι ακόλουθες

υγροτοπικές περιοχές Natura2000: το Δέλτα του ποταμού Έβρου -GR1110001, ο Ποταμός και η κοιλάδα Φιλιούρη -GR1130006, οι Λίμνες και οι λιμνοθάλασσες της Κομοτηνής -GR1130009 και GR1130010, η Κοιλάδα του ποταμού Κομψάτου -GR1130007, το Δέλτα του ποταμού Νέστου και οι λιμνοθάλασσες της Κεραμωτής, -GR1150010, αλλά και το Αισθητικό Δάσος του ποταμού Νέστου, GR1120004. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

68


Ο κύριος κορμός της γεωγραφικής περιοχής της Θεσσαλίας αποτελείται από εκτεταμένες πεδιάδες και οι οποίες περιφερειακά οριοθετούνται από τις οροσειρές της Πίνδου, του Τυμφρηστού (Βελούχι), της Όθρυς, του Ολύμπου, της Όσσας (Κίσσαβος), του Μαυροβουνίου και του Πηλίου. Εξάλλου, η Θεσσαλία διαθέτει ελάχιστες φυσικές λίμνες και περιορισμένες φυσικές υγροτοπικές περιοχές. Παλαιότερα, υπήρχαν σε αυτή την περιοχή οι λίμνες Κάρλα (αποξηράνθηκε το 1962, αλλά επαναδημιουργήθηκε πρόσφατα), η Ασκουρίδα ή Ασκυρίδα στην Καλλιπεύκη στον κάτω Όλυμπο (αποξηράνθηκε το 1911 και δόθηκε η περιοχή για γεωργική εκμετάλλευση), η Νεσσωνίδα, κοντά στην Α’ βιομηχανική περιοχή της Λάρισας, στις παρυφές του οικισμού Καλύβια στην περιοχή Φασούλα (αποξηράνθηκε η παλαιά λίμνη, αλλά ένα μικρό τμήμα της -ονομάζεται Μαυρολίμνη ή Καρατσαϊρ(;) ή Γκιούλμπερι- εξακολουθεί να διατηρείται ως έλος τη χειμερινή περίοδο και όταν υπερχειλίζει τα πλεονάζοντα νερά της διοχετεύονται μέσω διώρυγας στον Πηνειό ποταμό. Κατά την αρχαιότητα λέγεται ότι κάλυπτε μεγαλύτερη περιοχή από εκείνη της γειτονικής Βοιβηίδας, αλλά συχνά ξηραίνονταν ). Σήμερα, η νέα Κάρλα έχει επαναδημιουργηθεί.

Στη Θεσσαλία, υπάρχουν επίσης, ως φυσικές λίμνες, η Στεφανιάδα ή Βρωμολίμνη στην περιοχή Αργιθέα Καρδίτσας, μικρή λίμνη του Κίσσαβου στο φαράγγι Καλυψώ με τον καταρράκτη του (ύψος πτώσης νερών 70 μέτρα), μικρή λίμνη στον καταρράκτη Σωτηρίτσας Μελίβοιας, η λίμνη Καθαρόμπαρα στο δέλτα του Πηνειού ποταμού, τα δύο Ζηρέλια στην περιοχή του Αλμυρού και η αλπική ορεινή λίμνη Βερλίγκα ή Βουρλίγγα, στη Θεσσαλική πλευρά της Πίνδου, απ΄όπου πηγάζει ένας κλάδος του Αχελώου ποταμού. (Σημείωση: επιμέρους αναλυτικές πληροφορίες μπορούν να αναζητηθούν στις ιστοσελίδες: Υπουργείο Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Υπουργείο Γεωργίας και Τροφίμων ΕΚΒΥ/www.ekby.gr/ekby/el/Greek_Wetlands_main_el.html, ΕΛΚΕΘΕ/http://www.hcmr.gr, ΙΝΑΛΕ/ http://www.inale.gr, MedWet/http://www.medwet.gr /Φυτώκα Ε., 2000, Αμφίβιον, τ.,32, Απογραφή των Ελληνικών υγροτόπων, Τραπεζα Ελλάδος /Βέλλα, Κυριακοπούλου και συν,- 2011, Έκδοση Τράπεζας Ελλάδος, Επιτροπή Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής, 72σελ., Κίνδυνοι και επιπτώσεις της κλιματικής μεταβολής στη βιοποικιλότητα και στα οικοσυστήματα, Κουσουρής, U., 2015, Οι Φυσικές Λίμνες στην Ελλάδα/http:www.issuu.tkouss/docs/the-lakes-in-greece, καθώς και σε σχετικές εκδόσεις WWF/Ελλάς, Ορνιθολογικής Εταιρίας, και πολλές άλλες εργασίες και διατριβές Πανεπιστημίων ).

__________

2.1 Οι Αλπικές και Υποαλπικές Λίμνες και Λιμνία Στον Εθνικό Δρυμό της Πίνδου ‘’Βάλια Κάλντα’’ βρίσκονται οι αλπικές λίμνες Λάκκου στην περιοχή του Αυγού (ανατολική πλευρά της Τύμφης) και στην υποαλπική ζώνη οι δύο λίμνες της Φλέγκας βορείως της ομώνυμης κορυφής του βουνού Μαυροβουνίου (σύνορο Γρεβενών και Ιωαννίνων), σε υψόμετρο +1960 και +1940 μέτρα περίπου, ενώ λίγο χαμηλότερα υπάρχει και τρίτη εποχική αλπική λίμνη. Οι Λίμνες Λάκκου ή Αρβανίτα (ανατολική πλευρά Τύμφης), συναντώνται σε υψόμετρο περίπου +1450 μέτρα, κάτω από την κορυφή της Γκούρας (δεύτερη υψηλότερη κορυφή της Τύμφης). Στο βουνό Γράμμος υπάρχουν αρκετές αλπικές λίμνες. Η πιο γνωστή είναι η Λίμνη Γκίστοβα (στα βλάχικα σημαίνει αιδοίο), που βρίσκεται στην περιοχή της Καστοριάς, σε υψόμετρο +2350 μέτρα, και σε απόσταση 200 μέτρων από την κορυφή του Γράμμου, και είναι η υψηλότερη αλπική Δρακόλιμνη της χώρας μας. Κατεβαίνοντας από τα ψηλότερα του Γράμμου, και πολύ πριν από το χωριό Χρυσή και με κατεύθυνση προς τα δεξιά, ένα μονοπάτι οδηγεί προς τη Δρακόλιμνη Μουτσάλια, σε υψόμετρο +1729 μέτρα,, η οποία είναι αρκετά μεγάλη, περιτριγυρισμένη με οξιές και με κοντινή βρυσομάνα που την τροφοδοτεί. Επίσης, στον ορεινό όγκο του Γράμμου (ανάμεσα Καστοριάς και Ιωάννινα), βρίσκονται και άλλες αλπικές λίμνες, όπως εκείνες που απαντώνται σε επίπεδη έκταση και σε υψόμετρο +1740 μέτρα, βορείως της κορυφής Πάνω Αρένα (Αρίνα στα βλάχικα σημαίνει χώμα και άμμος). Οι Λίμνες Αρένες, τρεις τον αριθμό, μέσα σε ένα αμιγές δάσος οξιάς, στην τοποθεσία Μουτσάλια. Κοντά στην ορεινή διαδρομή ΣαμαρίναΣμίξη, στο νομό Γρεβενών, βρίσκεται η Λίμνη Γαλανή ή Λίμνη της Βασιλίτσας. Στην ίδια περιοχή του χιονοδρομικού της Βασιλίτσας υπάρχει και μια άλλη αλπική λίμνη η Γκούρα, με διάμετρο περίπου 50 μέτρα και που ξηραίνεται το καλοκαίρι (διοικητικά ανήκει στο Δίστρατο Ιωαννίνων). Η Λίμνη της Γριάς ή Μόσια (Μόσια στα βλάχικα σημαίνει γριά) είναι και αυτή ορεινή λίμνη στο Σμόλικα, βρίσκεται ανάμεσα στις κορυφές Φούρκα και Σαμαρίνα, σε υψόμετρο +2150 μέτρα και κοντά στη ‘’Βάλια Κίρνα’’, στην ‘’Κοιλάδα του Διαβόλου’’. Εκτός από την κύρια λίμνη τη Μόσια, υπήρχαν και άλλες δυο μικρότερες τις οποίες τροφοδοτούσε με τα νερά της. Ψηλά στο οροπέδιο της Βουρλίγκας, στο όρος Περιστέρι ή Λάκμος (το βουνό Περιστέρι αποτελεί τμήμα της οροσειράς της νότιας Πίνδου και βρίσκεται στα όρια των νομών Τρικάλων και Ιωαννίνων και ανήκει διοικητικά στη διευρυμένη κοινότητα Ασπροποτάμου της πρώην κοινότητας Χαλικίου, Τρικάλων), η περιοχή γεμίζει από νερά που σχηματίζουν Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

69


μια εποχική λίμνη, από περίπου δέκα μαιανδρισμούς φυσικών νεραυλάκων, ενώ υπάρχουν και άλλοι νεραύλακες στις γύρω πλαγιές που σχηματίζονται από πρόσκαιρες πηγές. Η εποχική αυτή λίμνη είναι η Δρακόλιμνη Βερλίγκα, ή Βρίγγα ή Ντιβερλίγγα ή Βουρλίγγα ή Δρακόλιμνη Λάκμου ή Περιστερίου (σε υψόμετρο 2295 μ.). Η περιοχή αυτή αποτελεί μια από τις πηγές του ποταμού Αχελώου και βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου +2050 μέτρων. ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΥΠΟΑΛΠΙΚΕΣ ΛΙΜΝΕΣ ΑΡΕΝΩΝ ´Η ΜΟΥΤΣΑΛΙΑ ΣΤΟ ΓΡΑΜΜΟ. (Πηγές: σταχυολόγηση απο http://apeirosgaia.wordpress.com, http://www.naturagraeca.com, http://ellas2.wordpress.com, http://www.hellasweather.com, http://partetavouna.blogspot.com, http://www.hydronaftes.gr ). Οι λίμνες Μουτσάλια (μουτσάλια στα βλάχικα σημαίνει βρεγμένος) ή λίμνες Αρένων (αρένα στα βλάχικα σημαίνει αμμουδερός τόπος) είναι σύμπλεγμα δύο μικρών αλπικών λιμνών και βρίσκονται στο σύνορο μεταξύ νομών Ιωαννίνων και Καστοριάς, όπως επίσης και Ελλάδας και Αλβανίας. (η συνολική τους έκταση είναι περίπου 15 στρέμματα και επικοινωνούν μεταξύ τους με ένα ρυάκι μήκους περίπου 60 μέτρων). Οι λίμνες

αυτές βρίσκονται σε υψόμετρο +1740 μέτρων και μέσα σε ένα κατάφυτο δάσος οξυάς, στη σκία της κορυφής του ορεινού όγκου του Γράμμου, Πάνω Αρένα (+2196 μέτρα).

Η λίμνη που βρίσκεται στα ανατολικά είναι η κύρια λίμνη (περίμετρος περίπου 800 μέτρα και μέγιστο βάθος που δεν ξεπερνά το 1 μέτρο), ονομάζεται και λίμνη Μουτσάλια και δέχεται τα νερά της δυτικής λίμνης. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα σκεπάζεται από πάγο. Η άλλη λίμνη στα δυτικά αγγίζει τις πλαγιές που ανεβαίνουν στη κορυφή του βουνού, έχει περίμετρο περίπου 1000 μέτρα, είναι αρκετά ρηχή, ενώ τα νερά της να λιγοστεύουν αρκετά το καλοκαίρι. Οι δύο λίμνες τροφοδοτούνται τόσο από φυσικές υπόγειες πηγές, όσο και από εποχιακά νερά (χειμαρρικά νερά από τη βροχή και το λιώσιμο του χιονιού), ενώ τα πλεονάζοντα νερά της μικρότερης λίμνης τροφοδοτούν τη μεγαλύτερη λόγω της υψομετρικής διαφοράς. Και οι δύο λίμνες ξαφνικά μαγεύουν τον επισκέπτη, καθώς δεν διακρίνονται μέχρι να προσεγγιστούν σε κοντινή απόσταση. Τα πυκνά δάση που περιβάλλουν αυτές στις λίμνες σε συνδυασμό με τη σχετική τους απομόνωση, προσδίνουν σε αυτές τεράστια οικολογική αξία με πολλά σπάνια είδη της πανίδας να ζουν στη γύρω περιοχή. Εξάλλου, ο πυθμένας αυτών των λιμνών είναι καλυμμένος με πυκνή βλάστηση, που πολλές φορές φθάνει και στην επιφάνεια και δίνει πράσινο χρώμα στα νερά τους. Έτσι, η περιοχή αποτελεί σημαντικό καταφύγιο για την αναπαραγωγή αμφιβίων και η παρουσία του τρίτωνα, αποτελεί σημαντικό βιοδείκτη για τη ζωτικότητα της περιοχής και το αδιατάρακτο περιβάλλον. Ειδικότερα, στο υδάτινο περιβάλλον τους συναντώνται τρία είδη Τρίτωνες (δράκοι): ο αλπικός (Ichthyosaura alpestris, syn., Triturus alpestris veluchiensis), ο κοινός Τρίτωνας (Lissotriton vulgaris) και ο λοφιοφόρος Τρίτωνας (Triturus cristatus). Επίσης στη περιοχή της λίμνης ζεί και ο κίτρινος βάτραχος (Bombina variegata) και ο βάτραχος των ρυακιών (Rana graeca), καθώς και η σαλαμάνδρα (Salamandra salamandra), η αμμόσαυρα (Lacerta agilis) και η αλπική οχιά (Vipera berus) της οποίας ο Γράμμος είναι η νοτιότερη περιοχή εξάπλωσής της στον Ευρωπαϊκό χώρο. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

70


Η πρόσβαση στις λίμνες γίνεται μέσω χωματόδρομου, είτε από την Αετομηλίτσα Ιωαννίνων, είτε από το Πευκόφυτο Καστοριάς. Ο δρόμος γίνεται απροσπέλαστος τους χειμερινούς μήνες, λόγω της έντονης χιονόπτωσης και οι λίμνες παγώνουν ολοκληρωτικά, δίνοντας την εντύπωση πως πρόκειται απλώς για ένα καλυμμένο από το χιόνι οροπέδιο (φωτο: Γ. Πατρουδάκης και απο partetavouna.blogspot.com). ΟΙ ΛΙΜΝΕΣ ΣΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΔΡΥΜΟ ΒΑΛΙΑ ΚΑΛΝΤΑ, ΠΙΝΔΟΣ (πηγές: σταχυολόγηση απο http://www.pindosnationalpark.gr, http://www.katafigiovaliacalda.gr, http://www.fora.gr, http://iliochori.blogspot.com). ‘’ Εθνικός Δρυμός Πίνδου «Βάλια Κάλντα» (Ζεστή Κοιλάδα) ιδρύθηκε το 1966, η συνολική έκτασή του

φτάνει τα 7.000 εκτάρια από τα οποία τα 3.300 αποτελούν τον πυρήνα του δρυμού. Εκεί θα φτάσετε αφού περάσετε το χωριό Περιβόλι και πάρετε τον δρόμο για Βωβούσα , όπου θα συναντήσετε πινακίδα η οποία σας κατευθύνει αριστερά προς Εθνικό Δρυμό. Σε λίγη ώρα φτάνετε στη διασταύρωση του Σταυρού. Εκεί αν θέλετε αφήνετε το αυτοκίνητο και προχωράτε πεζοί ή συνεχίζετε μ’ αυτό αν είναι 4χ4. Και οι δύο δρόμοι οδηγούν στο Αρκουδόρεμα. Στο τέλος του χωματόδρομου υπάρχει μονοπάτι δεξιά που οδηγεί στους καταρράκτες και συνεχίζοντας μετά από 3 ώρες περίπου ανάβαση φτάνετε στις λίμνες Φλέγκα. Ειδικές διαδρομές μέσα στον Δρυμό απαιτούν γνώση της περιοχής ή οδηγό και φυσικά 4χ4’’.. Ο δρυμός περικυκλώνεται από τα βουνά του ορεινού συμπλέγματος του Σμόλικα με κορυφές πάνω από +2000 μέτρα τις Αυγό +2177μ., Πυροστιά +1967μ., Μηλιά ή Κακοπλεύρι +2160μ, Φλέγγα +2159μ, Τρία Σύνορα +2050μ, Αυτιά +2082μ, Καπετάν Κληδή +2036μ, Σαλατούρα +2019μ., Δίκορφο +1977 μέτρα. Τα νερά που κατεβαίνουν από τις πλαγιές των κορυφών και τα ρέματα Φλέγκας, Σαλατούρας και Μνήματα τροφοδοτούν το Αρκουδορέμα, παραπόταμο του Αώου, που αποτελεί και τη μοναδική έξοδο της λεκάνης, που με δυτική κατεύθυνση ενώνεται μαζί του στα Σμιξώματα. Σε πλατώματα και μικρές κοιλάδες των βουνών υπάρχουν πολλές αναβλύσεις και μικρές αλπικές λίμνες με κυριότερες τον «Λάκκο του Αυγού» που βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου +1600 μέτρων, ανατολικά νοτιοανατολικά της κορυφής Αυγό και οι δίδυμες λίμνες του Φλέγκα, που βρίσκονται βόρεια βορειοανατολικά της κορυφής Φλέγκα. Στις λίμνες αυτές ζει ο αλπικός τρίτωνας (Ichthyosaura alpestris syn., Triturus alpestris veluchiansis). Οι λίμνες της Φλέγκας βρίσκονται στην υποαλπική ζώνη του βουνού Μαυροβουνίου, ενώ η λίμνη Λάκκος στην περιοχή του Αυγού. Οι δύο λίμνες της Φλέγκας βρίσκονται στο νομό Γρεβενών σε υψόμετρο +1960 και +1940 μέτρα αντίστοιχα. Είναι ρηχές και με μικρή βιοποικιλότητα, αποτελούν όμως το σύμβολο της περιοχής και θεωρούνται σαν απόλυτος προορισμός για τους ορειβάτες του Εθνικού Δρυμού της Πίνδου. Στα νερά αυτών των λιμνών βρίσκουν καταφύγιο οι αλπικοί τρίτωνες. Η περιοχή των λιμνών καλύπτεται με χιόνια από τον Οκτώβριο ως τον Μάιο. Με το λιώσιμο των χιονιών, σπάνια είδη λουλουδιών φυτρώνουν στις γύρω περιοχές. Ο μύθος λέει ότι ‘’ο γιος του Μακεδόνα, Πίνδος, αφότου τον έδιωξαν οι αδελφοί του ήρθε εδώ με το ελάφι του και τον δράκοντα Λύγκο από του οποίου τα δάκρυα, μετά τον θάνατο του Πίνδου δημιουργήθηκαν οι δύο λίμνες’’.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

71


Η λίμνη Λάκκος είναι άλλη μια μικρή και άγνωστη υποαλπική λίμνη. Το μεγαλύτερο κομμάτι της είναι καλυμμένο με χόρτα που κρύβουν καλά τα μυστικά της. Στους γύρω λόφους δεκάδες αστραποκαμένοι κορμοί ρόμπολων σχηματίζουν απίθανες μορφές. Λόγω της ιδιομορφίας της περιοχής, αποτελεί αυτή ιδανικό χώρο προστασίας της αγρίας πανίδας και βρίσκουν εδώ καταφύγιο σπάνια μεγάλα θηλαστικά όπως η Αρκούδα (Ursus arctos) ο Αγριόγατος (Felis sylvestris), ο Λύγκας (Lynx lynx), το Ζαρκάδι (Capreolus capreolus) το Αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra), και η Βίδρα (Lutra lutra). Χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιοχής είναι το ρομπόλα (Pinus leucodermis) που φυτρώνουν από τα +1600μ., έως τα +1900 μέτρα, ενώ ζωντανό μνημείο της φύσης είναι οι τεράστιοι αστραποκαμένοι κορμοί από Ρόμπολα που είναι διάσπαρτοι στην περιοχή.

Ο Εθνικός Δρυμός ‘’Βάλια Κάλντα’’ αποτελείται από δυο ζώνες τον πυρήνα και την περιφερειακή του ζώνη. Στον πυρήνα που η πρόσβαση σε αυτόν γίνεται από τρία διάσελα, βόρεια από τη Σαλατούρα Σταυρού, +1650 μέτρα, ανατολικά από τη Σαλατούρα Παπαγιάννη, +1630 μέτρα, νοτιοανατολικά από τη Σαλατούρα Μηλιάς, +1740 μέτρα, επιτρέπεται η πεζοπορία, αλλά απαγορεύετε κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα. Ειδικά οι επισκέπτες πρέπει να γνωρίζουν πως δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στον πυρήνα με αυτοκίνητο, η κατασκήνωση και η παραμονή στον πυρήνα μετά τη δύση του ηλίου, το άναμμα φωτιάς, η απόρριψη σκουπιδιών, η συλλογή οποιονδήποτε οργανισμών, η κοπή δέντρων, η συλλογή βοτάνων, το κυνήγι, το ψάρεμα. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

72


ΑΛΠΙΚΕΣ ΛΙΜΝΕΣ ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΙΤΣΑ, ΓΡΕΒΕΝΑ (πηγες: σταχυολόγηση από http://www.avdella.gr, http://www.gtp.gr, http://www.snow-vasilitsa.gr). Στην ομαλή ανατολική πλευρά της Βασιλίτσας (κορυφή +2249 μέτρα) είναι χτισμένα τα Αβδέλλα και Περιβόλι, ενώ η Γομάρα (κορυφή +2126 μέτρα) είναι μια ξεκομμένη

χωριά Σμίξη, κορυφή του συγκροτήματος της Βασιλίτσας που χωρίζεται από τον κύριο όγκο της με βαθύ σκίσιμο που ανοίγει το ρέμα της Νεροτριβής (ή Μπραζιώτικο ρέμα) προς τα δυτικά και το οποίο καταλήγει - όπως και ο δρόμος που το παρακολουθεί από λίγο ψηλότερα - στο χωριό Δίστρατο.

Στο διάσελο της Γομάρας με τη Βασιλίτσα βρίσκονται οι εγκαταστάσεις του Χιονοδρομικού Κέντρου Βασιλίτσας (αναβατήρες λειτουργούν στη βόρεια και την ανατολική όψη της κορυφής ) 1 χλμ. περίπου δυτικά από το διάσελο και λίγα μέτρα πιο πάνω από το δρόμο βρίσκεται η λίμνη της Γομάρας, ενώ στα ανατολικά της ψηλότερης κορυφής του βουνού μια ακόμα αλπική λίμνη, η Γκούρα, κρύβεται σ' ένα βύθισμα περίπου στα +1800 μέτρα υψόμετρο. Στη νοτιοδυτική πλευρά του συγκροτήματος της Βασιλίτσας ανοίγεται η μακριά κοιλάδα ‘’Βάλια Στάθη’’, μια από τις πιο δυσπρόσιτες και άγριες κοιλάδες της περιοχής, η οποία καταλήγει στον Αώο (φωτογραφία: Γ. Κοκοτής και by Christos, http://www.snow-vasilitsa.gr). Να και μια ποιητική αφήγηση για τη λίμνη της Βασιλίτσας (By TaRa), ¨Η Ψυχή των Λιμνών: ‘’Σήμερα ήμουν καθισμένη στις όχθες των ελληνικών λιμνών, μόνη μου, έχοντας συντροφιά το ζωντανό μολύβι μου, (ζωντανό, όπως είπε η φίλη μου Οδύσσεια) κι ένα χαρτί. Είδα θαυμάζοντας εκείνες τις λίμνες που έχει η Ελλάδα ανάμεσα στα δάση και τα βουνά της...Όλες πολύ όμορφες γιατί τις έκανε ο Θεός για τη χαρά και την ηρεμία μας. Σταμάτησαν τα μάτια μου στη λίμνη της Βασιλίτσας...είχα δει φωτογραφίες απ᾿ αυτή. Τόσο ψηλά είναι, που μοιάζει περισσότερο μια λίμνη... όχι στη γη αλλά στον ουρανό! Κάθησα στην όχθη της και σιγά σιγά μια γλυκιά ηρεμία μπήκε μέσα στο πνεύμα και την καρδιά μου. Δεν θυμήθηκα που είμαι ορφανή, η γαληνή ησυχία και γλυκύτητα της λίμνης έκαναν να νιώθω ότι είχα κι έχω μητέρα... Έφτασε η νύχτα, η ώρα που η σελήνη χτενίζει τα ασημένια μαλλιά της, έχοντας σαν καθρέφτη τη λίμνη Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

73


και σαν μάρτυρες τα δέντρα, το άρωμα των λουλουδιών, τις πέτρες και τις κουκουβάγιες...Ένιωθα μια βαθειά ηρεμία, άρχισα να μιλάω στη σιωπή μου με τη λίμνη, της είπα όλα αυτά που γράφω, της είπα ότι λατρεύω την Ελλάδα, της είπα για τις χαρές και τις λύπες μου, ότι επιτέλους την έφτασα αυτή την νύχτα....Μια αράχνη που έπλεξε το ύφασμα της μας κοίταξε και χαμογέλασε...Τα δάχτυλά μου άγγιξαν λίγο το νερό της κι έβαλα εκείνες τις σταγόνες στο στήθος μου...ήθελα να βάλω μέσα του όλη τη γλυκύτητα και την ηρεμία που με έκανε να νιώθω...η λίμνη της Βασιλίτσας!!! ´´(Λίμα, Περού, 13/10/ 2011, η Τάρα)). Η ΑΛΠΙΚΗ ΛΙΜΝΗ ΒΕΡΛΙΓΚΑ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ ´Η ΛΑΚΜΟΣ (πηγές: σταχυολόγηση απο http://www.aspropotamos.org, http://www.mountainsgreece.com, http://www.opopilis.gr ).

http://www.eosartas.gr,

http://www.herpetofauna.gr,

‘’….Χτες βράδυ ονειρεύτηκα ότι ξεκινάμε μαζί για να βρούμε τις πηγές του ποταμού. Ένας γέρος μας οδηγούσε. Όσο προχωρούσαμε, το ποτάμι μίκραινε και έσπαγε σε χίλια μικρά ρυάκια…….Κάποια στιγμή, ψηλά, κάτω από τις χιονισμένες κορφές, ο γέρος μας έδειξε ένα κομμάτι γης από άγριο χορτάρι σ’ένα σκιερό και υγρό μέρος. Κάθε φύλλο χόρτου κρατούσε μικρές σταγόνες δροσιάς που έπεφταν κάθε τόσο στο μαλακό χώμα. Αυτό το λιβάδι, είπε ο γέρος, είναι οι πηγές του ποταμού΄΄ (από την ταινία του Θ. Αγγελόπουλου «Το Λιβάδι που Δακρύζει»). Η Βερλίγκα, ή Δρακόλιμνη Λάκμου ή Περιστερίου ή Βουρλίγκα ή Ντοβερλίγκα ή Βρίγγα (στα βλάχικα σημαίνει κύκλος, κυκλικό σχήμα), βρίσκεται σε υψόμετρο +2050 μέτρων, στο νομό Τρικάλων, στους πρόποδες της κορυφής του Λάκμου, Τσουκαρέλα (+2295 μέτρα). Αποτελεί μια απο τις πηγές του ποταμού Αχελώου. Το όνομα της λίμνης, και της τοποθεσίας, “Βερλίγκα” είναι η βλάχικη λέξη για το μαιανδρικό σχήμα, το οποίο δημιουργεί η ροή της λίμνης και των πηγών, καθώς κατηφορίζουν για χαμηλότερα υψόμετρα. Ουσιαστικά δεν πρόκειται για λίμνη, αλλά για περίπου δέκα φιδόμορφες ‘’νεροσυρμές’’ (αυλάκια στο έδαφος που δημιουργούνται από τα νερά της βροχής ή του χιονιού στην κατηφορική τους πορεία, το υδρογραφικό δίκτυο μιας περιοχής), που καταλαμβάνουν έκταση περίπου 10 στρεμμάτων και που αποτελούν την αρχή του Ασπροπόταμου-Αχελώου ποταμού, εκεί είναι οι πηγές του. Η περιοχή βρίσκεται σε Ζώνη Ειδικής Προστασίας ενταγμένη στο πρόγραμμα NATURA2000 (GR2130007). Η ευκολότερη πρόσβαση είναι από το χωριό Χαλίκι και παίρνοντας το χωματόδρομο με κατεύθυνση βορειοδυτική. Φθάνουμε στην βρύση Καρβελού και από εκεί με μονοπάτι οδηγούμαστε στη Δρακόλιμνη. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

74


Ο μύθος θέλει την ύπαρξη δράκου, στον οποίο οφείλεται και το μαιανδρικό σχήμα. ‘’Ο δράκος, με μορφή φιδιού, βγήκε μέσα από το βράχο, διέγραψε τη πορεία που ακολουθεί σήμερα το νερό και μπήκε πάλι μέσα στη γη, στο σημείο όπου χάνονται και πάλι τα νερά’’.

Τη Δρακολίμνη Βερλίγκα περιγράφει πολύ όμορφα ο διηγηματογράφος Κώστας Κρυστάλλης σε κείμενο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Παρνασσός» το 1890. Το καλοκαίρι του 1998 ο δημοσιογράφος της εφημερίδας “ΤΑ ΝΕΑ” Γιάννης Ντρενογιάννης επισκέφθηκε την δρακολίμνη Βερλίγκα και έγραψε για αυτή ένα πολύ παραστατικό άρθρο. ´´Πέρα από τους δύο γνωστούς δράκους, που ζούσαν ο ένας στην κορυφή του Σμόλικα (Λύγγος) και ο άλλος στην Γκαμήλα ή Τύμφη και τσακώνονταν μεταξύ τους (με τις αντίστοιχες λίμνες τους), υπήρχε και ένας τρίτος. Ένα θεριό που δεν φαινόταν. Μονάχα μια φορά πετάχτηκε μέσα από την πηγή, στριφογύρισε στην τρίτη Δρακόλιμνη και μετά βρήκε μια τρύπα και χάθηκε πάλι στα σωθικά τού Λάκμωνα (όρος Περιστέρι). Άλλοι είπαν ότι έμοιαζε με φίδι θεόρατο, και άλλοι τον είδαν σαν μαύρο δυνατό κριάρι. Η τρίτη αυτή Δρακόλιμνη ήταν σχεδόν κυκλική, μικρότερη από τις δύο άλλες, μα είχε το χαρακτηριστικό ότι χώνευε τα νερά της σχηματίζοντας χοάνη για τούτο και οι Βλάχοι της περιοχής την ονόμασαν Βρίγγα (κύκλος). Ετούτη η Δρακόλιμνη δεν διατηρεί πλέον νερό από το καλοκαίρι έως τα τέλη φθινοπώρου, πράγμα φυσιολογικό, αφού «πεθαίνει». Οι Δρακόλιμνες αποτελούν ένα γεωλογικό φαινόμενο που οφείλεται στην εποχή των παγετώνων. Βέβαια τα ίχνη των παγετώνων έχουν εξαφανιστεί από τα ελληνικά βουνά και τα μόνα στοιχεία που έχουν Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

75


απομείνει είναι η Μαύρη Πεύκη και οι Δρακόλιμνες, οι οποίες έχουν και κάποιο όριο ζωής, σίγουρα περιορισμένο. Το Χαλίκι σκαρφαλωμένο στα +1150 μέτρα είναι το βορειότερο χωριό της περιοχής του Ασπροποτάμου και μπορείτε να φτάσετε είτε μέσο Πύλης Τρικάλων, είτε από την Καλαμπάκα, είτε από το Μέτσοβο (χωματόδρομος)”. Η ΛΙΜΝΟΠΗΓΗ ΓΑΛΑΝΗ ΚΑΙ ΟΙ ΦΑΝΤΙΝΕΣ-ΠΗΓΕΣ, ΣΜΙΞΗ-ΑΒΔΕΛΛΑ, ΓΡΕΒΕΝΑ (πηγές: σταχυολόγηση απο http://www.mtbxpert.gr, http://www.pantotellada.gr, http://www.airtour.gr).

Το χωριό Σμίξη συνδέεται με αυτοκινητόδρομο με τα Γρεβενά, μέσω της Νομαρχιακής οδού Γρεβενών – Βασιλίτσα , άλλα και με όλα τα γύρω χωριά. Εκεί στην περιοχή της Σμίξης βρίσκεται η υποαλπική λίμνη Γαλανή. Ουσιαστικά πρόκειται για μια λιμνοπηγή, καθώς τροφοδοτείται απο την εκεί πηγή. Έχει μικρό μέγεθος και το χειμώνα είναι συχνά καλυμμένη από χιόνι. Είναι κρυμμένη ανάμεσα σε πεύκα και έλατα, σε κατάφυτους λόφους. Με τους σεισμούς του 1995 στην περιοχή των Γρεβενών, η λίμνη υπέστη ρήγμα και τα νερά της απείλησαν το χωριό.

Το Σμιξιώτικο ρέμα, στα Γρεβενά, που πηγάζει από τη Βασιλίτσα και καταλήγει στον ποταμό Βενέτικο, περνά για 3 περίπου χλμ από την περιφέρεια της Αβδέλλας και εμπλουτίζεται από τα νερά των γύρω πηγών, όπως είναι οι ‘’Φαντίνες’’ (πηγές), αλλά και η λίμνη Γαλανή. Περπατώντας στη Σμίξη θα βρείτε και πολλές βρύσες εκατοντάδες χρόνων παλιές. Η βρύση το Ματσάλι στην πλατεία του χωριού κατασκευάστηκε πριν από 350-400 χρόνια, όπως και η Μηλίκη στην άκρη του χωριού. Η Σιόπουτλου Ντιντζιά, που σημαίνει η επάνω βρύση, φτιάχτηκε πριν από 350 χρόνια. Η βρύση Σακελλάρη είναι επίσης παλιά, όπως και η βρύση της Αγίας Παρασκευής που έγινε ταυτόχρονα με την ίδρυση του χωριού. Γύρω από το χωριό υπάρχουν άφθονες πηγές με εξαιρετικό νερό, όπως η Γαλανή (υψόμετρο +1400 μέτρα, ΒΔ), η Γκούρα (Δ-ΒΔ), το Τριαντάφυλλο (υψηλότερο +1500 μέτρα, Δ-ΒΔ), η Γκαρακούζι κοντά στη Σμίξη, η Μαυροφαντίνα, η Πηγή του Προφήτη Ηλία στην ομώνυμη εκκλησία, η Πηγή του Μακρυκώστα, η Τσιάρη Τσιούγκον, η Πλάκα χαμηλά στο Σμιξιώτικο ρέμα Ντάμπλος, η Μπίγκα, η Λιανορίκα προς τη Βασιλίτσα, η πηγή του Τσιαβντάλη (υψόμετρο 1900 μέτρα), η Μπαντεμσιάτα στο δρόμο προς τη Σαμαρίνα, η Σιούταλη, η Τσιουμάνη (υψόμετρο 1400 μέτρα) κοντά στην εκκλησία της Αγ. Παρασκευής και τέλος οι Δύο Βρύσες στον κεντρικό δρόμο προς Βασιλίτσα. Αλλά και οι πηγές Τζιλέτι (υψόμ. +1350μ.), Τζαρτζάνη (υψομ.+1500μ.), Λυσσόρο (υψομ.+1700μ.), και πολλές άλλες. Επίσης, σε υψόμετρο περίπου +2000 μέτρα, υπάρχει και μια μεγάλη ορεινή λίμνη με πολύ νερό μόνιμο, η οποία καταλαμβάνει εμβαδόν περίπου 3000 τμ. Το δάσος της Αβδέλλας (το ομώνυμο χωρίο, ένα από τα πέντε βλαχοχώρια στην aνατολική Πίνδο, βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου +1300 μέτρων) που καλύπτει την περιοχή αποτελείται κυρίως από πεύκη, ρόμπολο, ελάτη, οξιά, δρυς. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

76


(φωτογραφίες Γ.Κοκοτής και απο http://www.panoramio.com). ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΥΣΗ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΓΚΙΣΤΟΒΑ, ΓΡΑΜΜΟΣ.

Λίγα μέτρα πριν τη δρακολίμνη Γκιστόβα: Ανήκει οριακά στη χώρα μας (από την αριστερή όχθη της αρχίζει η Αλβανία-1η φωτό). .Στη 2η φωτό βλέπουμε μια από τις 2-3 λιμνούλες που συναντά κανείς κατεβαίνοντας από τη δρακόλιμνη προς το χωριό Γράμμος (Γράμουστα) (by Dimitris Dimitriou) (Πηγές: σταχυολόγηση απο http://www.eosartas.gr, Http://www.kathemera.gr, http://www.hydronaftes.gr, ).

Η λίμνη Γκιστόβα, ή Δρακόλιμνη του Γράμμου, παγετώδους προέλευσης, είναι η λίμνη που βρίσκεται στο μεγαλύτερο υψόμετρο στον ελλαδικό χώρο, δηλαδή στα +2355 μέτρα. Το σχήμα της λίμνης είναι συμπιεσμένο ελλειπτικό. Βρίσκεται ακριβώς πάνω στα σύνορα Ελλάδας – Αλβανίας και ανήκει στο Νομό Καστοριάς. Η προσέγγιση της μπορεί να γίνει από την Αετομηλίτσα Ιωαννίνων με 5-6 ώρες πορεία, είτε από το Πληκάτι Ιωαννίνων με τις ίδιες ώρες πορείας, είτε από τη Γράμμουστα ( Γράμμος) Καστοριάς με 2-3 ώρες ανάβασης στη λίμνη. Θεωρείται πως οφείλει και αυτή η λίμνη την ύπαρξη της στους παγετώνες της τελευταίας γεωλογικής περιόδου. Τα νερά της χαρακτηρίζονται από το γαλαζοπράσινο χρώμα τους και το μεγαλύτερο βάθος της ποικίλει από 3.5-5 μέτρα, ανάλογα με την εποχή και τον πλημμυρισμό της λίμνης. Ο θρύλος θέλει τη λίμνη να φτάνει πάνω από τα 50 μέτρα βάθος, ενώ μια άλλη εκδοχή θέλει τη λίμνη να επικοινωνεί υπογείως με το Θεσσαλικό κάμπο και τον Παγασητικό κόλπο.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

77


Ντόπιοι κτηνοτρόφοι διηγούνται μια ιστορία, όπου υπήρξε μια προσπάθεια παλαιότερα, να μεταφέρουν τα νερά της λίμνης, μέσω ορύγματος, στη γειτονική Αλβανία. ‘’Καθώς οι εργάτες έσκαβαν με τα εργαλεία και ο καιρός ήταν καλός, ξαφνικά ξέσπασε μια καταιγίδα και οι κεραυνοί σκότωσαν τους εργάτες. Από εκείνη την ημέρα, δεν υπήρξε ξανά καμία αντίστοιχη προσπάθεια’’. Το όνομα της λίμνης σημαίνει στη βλάχικαη διάλεκτο ‘’αιδοίο’’. Υπάρχουν τρεις διαφορετικές εκδοχές, που έχουν να κάνουν με το πως δόθηκε η ονομασία στη λίμνη, αν και όλες συνδέονται μεταξύ τους. Η πρώτη εκδοχή είναι πως πήρε το όνομα αυτό από το σχήμα που έχει η λίμνη, το οποίο παραπέμπει σε γυναικείο γενετήσιο όργανο. Η δεύτερη εκδοχή είναι πως ονομάστηκε έτσι λόγω του ότι οι κοπέλες από τα κοντινά χωριά πήγαιναν στη λίμνη για μπάνιο, όπου τις ακολουθούσαν οι νεαροί των χωριών, προκειμένου να δουν τα κάλλη τους. Η τρίτη εκδοχή, που συνδέεται με την ιστορία, είναι πως περί το 1780 στη λίμνη Γκιστόβα πνίγηκαν 10 ή 12 γυναίκες, είτε για παραδειγματισμό, είτε γιατί αυτοκτόνησαν για να γλιτώσουν την ατίμωση από τις ορδές των κλεφτών του Αλή Πασά. Σημαντικό ρόλο στα γεγονότα φαίνεται ότι έπαιξε η όμορφη Σάνα, κόρη του Γραμμουστιανού αρχιτσέλιγκα Χατζηστέργιου, ο οποίος αρνήθηκε να παραχωρήσει την κόρη του στο χαρέμι του Πασά των Ιωαννίνων. Ο Αλή Πασάς έκαψε το χωριό της Γράμμουστας, η Σάνα αυτοκτόνησε για να μην ατιμωθεί και οι όμορφες κοπέλες του χωριού πνίγηκαν στη λίμνη.

Προσεγγίζοντας τη Γκιστόβα από ψηλά (φωτο: Λ. Ζιούτης)

Και από καταδυτικές περιγραφές σταχυολογούμε: ‘’Το επόμενο πρωί μας βρήκε να ετοιμάζουμε τον καταδυτικό εξοπλισμό και να ανυπομονούμε να βουτήξουμε στα κρύα νερά της λίμνης που λόγω του πρωινού της ώρας έχει πέσει στους 14 βαθμούς. Σαρώσαμε λοιπόν το βυθό, ο οποίος μετά ενάμιση με δύο μέτρα από την στεριά που είναι πετρώδης, γίνεται λασπώδης με «βούρκο» που φτάνει και τα 40-50 εκατοστά. Μερικοί ίσως θα απογοητευτούν αλλά σύμφωνα με τους υποβρύχιους υπολογιστές που είχαμε μαζί μας, το βαθύτερο σημείο της λίμνης δεν ξεπερνά τα 3,5 μέτρα, κάτι που συμφωνεί και με μια παλιότερη μέτρηση από την επιφάνεια που είχε πραγματοποιηθεί τον Αύγουστο του 2002. Βέβαια το βάθος μπορεί να φτάσει και τα 4,5 με 5 μέτρα νωρίτερα το καλοκαίρι όπως μαρτυρούν τα σημάδια περιμετρικά της λίμνης. Το συνολικό εμβαδόν της, ανάλογα και την εποχή πάντα, είναι περίπου στα 7.000 τ.μ. Το νερό της διατηρείται όλο το χρόνο και εκτός από το λιώσιμο του χιονιού τροφοδοτείται και από τουλάχιστον μία πηγή. Η ζωή μέσα στα κρυστάλλινα νερά είναι άφθονη! Πέρα από την πληθώρα των αλπικών Τριτώνων (Ichthyosaura alpestris syn., Triturus alpestris veluchiensis) συναντήσαμε και άλλα είδη τα οποία προσπαθούμε να ταυτοποιήσουμε σε συνεργασία με βιολόγους΄΄. (Αφήγηση για την κατάδυση απο Παπαδάμο Στέργιο, Τριανταφυλλίδη Νικόλαο, Παπαδόπουλο Κώστα οι οποίοι με την πολύτιμη βοήθεια του Σπύρου Γεώργιου, ανέβηκαν στο όρος Γράμμος για να καταδυθούν στη λίμνη Γκιστόβα).

ΥΠΟΑΛΠΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΛΠΙΚΕΣ ΔΡΑΚΟΛΙΜΝΕΣ ΣΤΟ ΜΕΣΟΛΟΥΡΙ, ΓΡΕΒΕΝΑ. (Πηγές: σταχυολόγηση απο http://www.origin2.ethnos.gr, http://www.e-city.gr, http://content-mcdn.ethnos.gr/).

Εδώ είναι και η "Λίμνη" που έχει επιφάνεια 150 τ.μ., στην οποία η πρόσβαση γίνεται μέσω χωματόδρομου και στη συνέχεια μέσω μονοπατιού. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

78


Δίπλα από την κοινότητα Μεσολούρι, περνάει ένα ποτάμι, που πηγάζει από το Δοτσικό (στο οποίο ποτάμι ζουν πέστροφες), ενώνεται με αυτό της Αετιάς και χύνονται αμφότερα στο Βενέτικο ποταμό. Βορειοδυτικά του χωριού στα +1326 μ. υψόμετρο συναντάμε την "Κορυφή Πέτρα", όπου βρέθηκαν αρχαιολογικά ευρήματα. Είκοσι εννέα (29) χιλιόμετρα δυτικά των Γρεβενών από χωματόδρομο, συναντάμε το μικρό οικισμό του Μεσολουρίου, χτισμένο σε +1020 μέτρα υψόμετρο. Το Μεσολούρι κατοικείται μόνο το καλοκαίρι από 90 περίπου οικογένειες, κτηνοτρόφους, ελεύθερους επαγγελματίες και καταστηματάρχες. Η περιοχή διαθέτει πολλά νερά και νότια προς τους Φιλιππαίους υπάρχουν πολλές πηγές, ενώ βόρεια συναντάμε το "Κρυοπήγαδο" (υπάρχει και πέτρινη βρύση μ' αυτό το όνομα στην πλατεία του χωριού, η οποία κατασκευάστηκε ταυτόχρονα με την ίδρυση του Μεσολουρίου και νότια σε 2 χλμ. απόσταση τη Γερακίνα ). Από εδώ η θέα προς την Καστοριά, το Γράμμο, το Βίτσι, τον Κίσσαβο και τον Όλυμπο είναι μαγευτική. Το ίδιο ισχύει και για τις κορυφές " Τσούκα" (+1220 μ.) νοτιοδυτικά και "Κρανιά" (+1237 μ.) 2-2,5 χλμ. νότια. Ανάμεσα στις κορυφές "Πέτρα" και " Τσούκα" υπάρχει ρέμα που σχηματίζει "βυρό" (μικρό λάκκο με νερό). Πιο κάτω σχηματίζονται δύο καταρράκτες ύψους 3,5 μ. και 2,5 μ. αντίστοιχα, σε μια απόσταση 1-1 ,5 χλμ. δυτικά από το Μεσολούρι. Στις κορυφές ευδοκιμεί μαύρη πεύκη, άρκευθος και δρυς. Τα ίδια δέντρα καθώς και είδη σφενδάμου, κρανιά και όστρυα απαρτίζουν το δάσος του Μεσολουρίου, στο οποίο βρίσκουν καταφύγιο αλεπούδες, λαγοί και αγριόχοιροι. Το χωριό περιβάλλεται από δασώδη έκταση, αποτελούμενη από πεύκα, έλατα, βελανιδιές και κέδρα. Η πανίδα της περιοχής έχει μεταξύ άλλων αρκούδες, λύκους, αλεπούδες, ζαρκάδια, σκίουρους. αρκετά είδη αετών, γερακιών και άλλων πουλιών. Επίσης, σε περίπου 4 χιλιόμετρα απο το Μεσολούρι και μέσα σε δάσος με μαύρη Πεύκη στην τοποθεσία λίμνες, υπάρχουν δυο μικρές λίμνες που εχουν επιφάνεια 150 τ.μ., και 50 τ.μ., αντίστοιχα, και σε υψόμετρο περίπου +1050 μέτρων.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

79


Σε αυτές τις λιμνούλες συναντάται ο Αλπικός βουνοτρίτωνας. Επίσης στα ρηχά, λασπώδη νερά κολυμπούν αρκετές στικτές νεροχελώνες (ένα από τα δύο είδη που ζουν στα ελληνικά γλυκά νερά -το άλλο είναι η γραμμωτή νεροχελώνα-, και αναπαράγονται σε μεγάλους αριθμούς 2 είδη βατράχων, καθώς και σαλαμάνδρες). Μάλιστα, η μέση ετήσια θερμοκρασία των νερών τους είναι σχετικά υψηλότερη από τις άλλες Δρακόλιμνες της Πίνδου, οι οποίες βρίσκονται σε μεγαλύτερα υψόμετρα, οι τρίτωνες εδώ είναι οι μεγαλύτεροι σε μέγεθος. Οχι σπάνια στις όχθες τους που καλύπτονται σε αρκετά σημεία από πυκνούς καλαμιώνες, οι αρκούδες αναζητούν την τροφή τους (νεροχελώνες, σαλιγκάρια). Τα ίχνη τους (πατημασιές ή τρίχωμα σε σπασμένα δενδρύλλια και καλάμια) είναι εύκολα διακριτά. Από το ξωκλήσι της Παναγίας που βρίσκεται ανάμεσα στο Μεσολούρι και στις λιμνούλες ξεκινά σημαδεμένο μονοπάτι που οδηγεί μέσα από πυκνό δάσος στη Σαμαρίνα (3,30 ώρες) και στο Δοτσικό (1,30 ώρες). Στην κοντινή περιοχή υπάρχουν ακόμη δύο Δρακόλιμνες. Η μια σε υψόμετρο +1800 μέτρων και η άλλη κάτω από την κορφή της Βασιλίτσας στα +2050 μέτρα. Αν θέλετε να γνωρίσετε την άγνωστη αυτή γωνιά του διάσημου κατά τα άλλα γρεβενιώτικου βουνού μέσα από πεζοπορικά μονοπάτια, αξίζει να έρθετε σε επαφή με το τοπικό γραφείο οικοτουρισμού (τηλ.24620-85032 www.venetikos.gr)(φωτογραφίες Χρ. Δημάδης και http://www.panoramio.com). Η ΑΛΠΙΚΗ ΔΡΑΚΟΛΙΜΝΗ ΜΟΣΙΑ, ΣΜΟΛΙΚΑΣ, ΓΡΕΒΕΝΑ. (πηγές: σταχυολόγηση απο http://www.hellaspath.gr, http://www.eosartas.gr, http://www.panoramio.com, http://www.siatista.info, http://www.myvisit.gr, http://askioperierga.blogspot.com, http://thesecretlealthuth.blogspot.com ).

Η μικρή αυτή αλπική λίμνη βρίσκεται στο όρος Σμόλικας, σε υψόμετρο +2150 μέτρων, ανάμεσα στις κορυφές Φούρκα και Σαμαρίνα. Η Μόσια (στα βλάχικα σημαίνει γριά) είναι γαλάζια την άνοιξη και το καλοκαίρι, ενώ τον χειμώνα καλύπτεται τελείως από τα χιόνια. Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η κύρια λίμνη τροφοδοτεί με τα καθαρά νερά της άλλες δύο μικρότερες που βρίσκονται χαμηλότερα. Περπατώντας γύρω από τις λίμνες παρατηρείστε τους άφθονους αλπικούς τρίτωνες, που κολυμπούν στα παγωμένα νερά τους και θαυμάστε το απομονωμένο τοπίο και τις απόκρημνες πλαγιές της Μόσιας. Η ευκολότερη πρόσβαση είναι μέσω της Σαμαρίνας. Η λίμνη βρίσκεται κοντά στη “Βάλια Κίρνα”, ή στα ελληνικά “Κοιλάδα του Διαβόλου”. Μπορείτε να φτάσετε στη Δρακόλιμνη της Μόσιας έχοντας ως αφετηρία το φημισμένο χωριό Σαμαρίνα. ‘’Ανηφορίζοντας στο πευκοδάσος που υπάρχει πάνω και δυτικά του χωριού, μετά από πορεία 2 ωρών σε καλά σηματοδοτημένο μονοπάτι θα φτάσετε σε πηγή και έπειτα σε γυμνή περιοχή όπου το τοπίο είναι ιδιαίτερα σκληρό, αλλά με πανέμορφα άνθη γεντιανής (αγριοπιπεριά) και τουλίπας. Φθάνουμε σε διάσελο ανάμεσα από τις κορυφές Καπετάν Τσεκούρας και Μπογδάνι. Ένας σταυρός σχηματισμένος με πέτρες που παρατηρούμε εκεί λέγεται ότι δείχνει τον τάφο Μακεδονομάχου, ίσως του ίδιου Καπετάν Τσεκούρα. Μετά από περίπου 3,5 ώρες πορεία νοτιοδυτικά, σε υψόμετρο +2150 μ., θα αντικρίσετε τη μοναδική ομορφιά της Δρακόλιμνης της Μόσιας. Στην πορεία, ρωτήσαμε ένα βοσκό το πως θα μπορέσουμε να κατέβουμε την δυσπρόσιτη κοιλάδα των δαιμόνων (Βάλια Κίρνα), την οποία ατενίζαμε από το δυτικό της άκρο’’. ‘’Από εκεί’’ μας απάντησε και έδειξε με το χέρι του…… ‘’εκεί όπου βγαίνουν τα νερά της Δρακόλιμνης της Μόσιας’’. ‘’Είναι πολύ όμορφη’’, μας είπε, ‘’ η λίμνη αυτή. Κάθε άνοιξη, όσο πιο γρήγορα μου επιτρέπει ο καιρός, την επισκέπτομαι να πιούμε εγώ και τα ζώα μου από το κρυστάλλινο νερό της για να μας πάνε όλα καλά’’. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

80


Και μια άλλη περιήγηση. ´´Στεκόμαστε να θαυμάσουμε μακριά προς τη Μόσια τις άσπρες νεροσυρμές που αυλακώνουν τα γυμνά βράχια, ανάμεσα από τα χιόνια που υπάρχουν ακόμη σε πολλά σημεία στις απόκρημνες πλαγιές. Συνεχίζουμε την πορεία σε ιδιαίτερα σκληρό και άγονο, αλλά ταυτόχρονα πλούσιο τοπίο σε πανέμορφα άνθη της γεντιανής και της τουλίπας. Μετά από 2 ακόμη ώρες πορεία νοτιοδυτικά, αποφασίσαμε να κινηθούμε αριστερά χωρίς μονοπάτι προς την κατεύθυνση της Δρακόλιμνης, την οποία όμως δεν βλέπαμε ακόμη. Προσέχοντας κάθε μας βήμα επάνω σε πέτρες και βράχια, που είμαστε αναγκασμένοι να βαδίζουμε, ανακαλύπτουμε σκουριασμένο και παραμορφωμένο τμήμα αεροπλάνου, σημάδι των μαχών που προφανώς έγιναν εδώ στην δεκαετία του ’40’’.

Και η πεζοπορία μας συνεχίζεται. ‘’Κινούμαστε σε ένα πετρώδες τοπίο με ελάχιστη ποώδη βλάστηση, ακούμε όμως και βλέπουμε νερά να πέφτουν από ψηλά και από παντού σε μια συμφωνία νερών και βράχων, που λες και προσπαθεί να ημερέψει την αγριότητα του βουνού και να μας προσελκύσει βαθύτερα εκεί στην κλειστή τοποθεσία που πρέπει να βρίσκεται η Δρακόλιμνη. Κατεβαίνοντας μια απόκρημνη πλαγιά στο βάθος δεξιά μας είδαμε την Δρακόλιμνη που αναζητούσαμε. Ήταν γαλάζια, στεφανωμένη σχεδόν ολόγυρα από χιόνια, που έντυναν μέχρι τα πόδια της τις απόκρημνες πλαγιές. Ήταν πράγματι πολύ όμορφη, μοναχική και σιωπηλή στην παγωμένη φωλιά της. Ακόμη μισή ώρα πορεία περίπου και φθάσαμε κοντά της, σε υψόμετρο 2.150 μ. Παρατηρήσαμε ότι εκτός από την κύρια λίμνη υπήρχαν και άλλες δυο μικρότερες τις οποίες τροφοδοτούσε με τα καθαρά νερά της. Περπατήσαμε γύρωγύρω τις λίμνες αυτές, παρατηρήσαμε τους άφθονους Αλπικούς Τρίτωνες, που κολυμπούσαν στα κρύα νερά τους και θαυμάσαμε το απομονωμένο του τοπίου και τις απόκρημνες πλαγιές της Μόσιας, που, αν και παγωμένες, τις αγκαλιάζουν ζεστά και τις προστατεύουν’’ (Φωτογραφίες της Μόσιας απο http://www.siatista.info και απο http://www.panoramio.com, Θ. Εμπρικίδης ). ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΟ ΛΙΜΝΕΣ, ΝΕΡΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ, ΘΕΣΣΑΛΙΑ-ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (πηγές: σταχυολόγηση απο http://www.olympusfd.gr, http://pieria.forthnet.gr/paralsc/PARUSIA%20OLYMP.htm, http://www.ihunt.gr).

http://www.mountainspirit.gr,

Στον Όλυμπο πολλοί αναφέρουν ότι δεν υπάρχουν λίμνες, όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Υπάρχουν πολλές μικρές εποχικές λιμνούλες ή Λούτσες, κυρίως στην περιοχή Μπάρα και Ντριστέλα (Μικρά και Μεγάλα Καζάνια, Μικρή και Μεγάλη Γούρνα, Ντρίστελα-λιμνοδολίνη και άλλες μικρότερες), οι οποίες δημιουργούνται από το λιώσιμο του χιονιού και τα νερα της βροχής. Υπάρχει όμως και μια εποχική λίμνη, η Λασπολίμνη, στην περιοχή της παλαιάς λίμνης Ασκουρίδας (αποστραγγίστηκε το 1911 και σχεδιάζεται να επαναδημιουργηθεί ) στην Καλλιπεύκη του Κάτω Ολύμπου, η οποία στις αρχές της άνοιξης σχηματίζει μια μικρή λασπόλιμνη στην άκρη του εκεί οροπεδίου. Εξάλλου υπάρχει και η λιμνοπηγή, λίμνη Γυαλί στο Αργυροπούλι του Κάτω ´Ολύμπου. Και όπως μας πληροφορεί ο φίλος Νίκος Νέζης σε σχόλιό του ´´πάνω στον Όλυμπο, υπάρχουν τέσσερις μικρές λούτσες (περιοδικές λιμνούλες), μία ανώνυμη μεταξύ Καλόγερου και Φράγκου Αλώνι (σε υψόμ. +2550μ.+2540μ.), τη Ντριστέλα μεταξύ Πύργου και Χότζα (σε υψόμ. +2430μ. - +2.350μ.), μία ανώνυμη στην αρχή της Σταλαματιάς (σε υψόμ. +2300μ.) και τη Μπάρα, νότια του οικισμού Πέτρα (σε υψόμ. +680μ.-+660μ). Επίσης, Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

81


στους πρόποδες του Ολύμπου υπάρχουν μερικές μικρές λίμνες και λιμνοδεξαμενές (ταμιευτήρες), που δημιουργήθηκαν με τη διάνοιξη δρόμων και τα διάφορα αναχώματά τους, όπως είναι, στην Καλλιθέα, στη Σκοπιά-Ολυμπιάδα, στη Σκαμνιά, στο Πύθιο, στα Καλύβια, στον Παλαιό Σπαρμό και δυτικά της Μπάρας στο ρέμα Βαρδαμπά´´.

Η βόρεια πλευρά του Ολύμπου, διατρέχεται απο πολλά φαράγγια, ρέματα, καταρράκτες και βάθρες (μικρές λίμνες, κολυμπήθρες, φυσικές πισίνες). Οι πλέον εντυπωσιακές βάθρες συναντώνται στη ρεματιά του Ορλιά (διαδρομή Άγιος Κωνσταντίνος, καταφύγιο Κορομηλιάς, ρεματιά Ορλιά), στους καταρράκτες της Αγίας Κόρης στο φαράγγι της Βροντους προς Κοπανούλα και διάσελο ´Ελατος, στους καταρράκτες της Αγίας Τριάδας (διαδρομή Άγιοι Απόστολοι, 3 Πριόνια, παπά-Αλώνι), στο φαράγγι του ποταμού Ενιπέα και σε πολλές άλλες περιοχές. Γενικά η περιοχή του Ολύμπου φημίζεται για τα όμορφα ρέματα, τα ποταμάκια και τις πανέμορφες λιμνούλες. Μια τέτοια όμορφη λιμνούλα, η οποία είναι προσβάσιμη, βρίσκεται στην περιοχή του Δίου Πιερίας. Όταν βρεθούμε στο κέντρο του χωριού θα δούμε πινακίδα η οποία μας προτρέπει να πάμε προς τους καταρράκτες Ορλιάς. ‘’Στη συνέχεια θα ακολουθήσουμε τη σήμανση με την ένδειξη -προς Όλυμπο-. Ακολουθούμε αυτές τις καφέ ταμπέλες οι οποίες θα μας οδηγήσουν έξω από το χωριό. Θα αρχίσουμε να ανεβαίνουμε την πλαγιά, ώσπου στα δεξιά μας θα δούμε ένα μικρό εκκλησάκι κι ένα χώρο αναψυχής. Εκεί αν θέλουμε μπορούμε να θαυμάσουμε τον καταρράκτη που σχηματίζεται ακριβώς από κάτω μας’’. Επίσης, διασχίζοντας το φημισμένο φαράγγι του ποταμού Ενιπέα, μέσα από μια μαγευτική διαδρομή με πυκνή βλάστηση, θα συναντήσουμε μικρές φυσικές λιμνούλες, βάθρες και μικρούς καταρράκτες, αλλά και ξύλινα γεφύρια και καταβόθρες, όπου χάνονται τα νερά. Πολλές από τις ρεματιές στον Όλυμπο έχουν νερό όλο το χρόνο, σχηματίζουν καταρράκτες με μικρές βάθρες στη βάση τους. Το νερό τους, συνήθως λόγω της εξαιρετικής του ποιότητας καταλήγει σε δίκτυα ύδρευσης. Οι πηγές του Ολύμπου είναι πολλές αλλά ελάχιστες συναντάμε σε υψόμετρο πάνω από τα +1000 μέτρα. Εξάλλου, στον Όλυμπο υπάρχει και μια μικρή τεχνητή λίμνη που δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια στην έξοδο της ρεματιάς Ξερολάκκι πάνω από το χωριό Πέτρα. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

82


Πολύ κοντά στην περιοχή του κυρίως Ολύμπου, υπάρχει ο Κάτω Όλυμπος. Βουνό τελείως ξεχωριστό και διαφορετικό από τον κυρίως Όλυμπο, ομαλό, με υπέροχα δάση. Το ασφαλτοστρωμένο δίκτυο από Λεπτοκαρυά προς Καρυά (24 χλμ) και από Νέο Παντελεήμονα προς Παλαιό Παντελεήμονα - Παλαιά Σκοτίνα - Καλλιπεύκη - Καρυά (42 χλμ ), μας δίνει τη δυνατότητα επίσκεψης σε πολλά αξιοθέατα του βουνού, άμεσα και γρήγορα. Ανάμεσα από παλιούς οικισμούς και ξωκλήσια γύρω από τα ορεινά χωριά, υπάρχει μέσα στο δάσος η πανέμορφη μικρή τεχνητή λίμνη στην περιοχή «Κατής» ( υψόμετρο περίπου +1400 μέτρα).

Η τεχνητή λίμνη στο ρέμα Βαρδαμπά (υψ. 730μ.), στην περιοχή Μπάρα της Πέτρας, λίγο πριν την ένωσή του με το Ξερολάκκι (πληροφ., και φωτο: Ν, Νέζης)

Υπάρχουν και οι λιμνούλες που σχηματίζονται από τους καταρράκτες του Ενιπέα, του Ορλιά, της Αγίας Κόρης κ.ά. ρεμάτων. Εδώ η λιμνούλα στον λεγόμενο και δίδυμο καταρράκτη του Ενιπέα (υψ. 1.000μ. περίπου) (πληροφ., και φωτο: Ν, Νέζης)

Στο χωριό Αργυροπούλι (+164 μέτρα υψ) και 2,5 χλμ ΝΔ του χωριού, στους πρόποδες του Κάτω Ολύμπου βρίσκεται το ποτάμι Μάτι με τη λίμνη του, γνωστή ως Γυαλί Αργυροπουλίου Τυρνάβου. Μοναδική φυσική πηγή εναπομείνασα στη Θεσσαλία, με βάθος γύρο στα 6-10 μέτρα να αναβλύζει συνέχεια στον πυθμένα και με τον μύθο ότι ‘’μέσα υπάρχει ολόκληρη πόλη με εκκλησία και το Ιερό του Πλούτωνα με δράκοντες που σκάβουν και αναταράσσουν το νερό’’. Για δεκαετίες κυριαρχούσε ο φόβος στον καθένα που θα επιχειρούσε να κολυμπήσει σ’ αυτό. Η λίμνη Γυαλί, με έκταση 250 στρέμματα, αποτελεί τον πυρήνα οικοσυστήματος με πλούσια χλωρίδα (πουρνάρι, παλιούρι, αγριελιά, παπαρούνα, χαμομήλι, μολόχα, βάτος κ.α.) και πανίδα (κεφαλόπουλα, καραβίδες, χέλια, λεπιδόπτερα, υμενόπτερα, ορθόπτερα, δίπτερα,στα παλαιά χρόνια υπήρχε η ονομαστή Τούρνα σπάνιο ψάρι καθώς και βίδρες ακόμη σπανιότερο είδος κ.α. ). Επίσης, παλαιότερα η λίμνη φιλοξενούσε στο οικοσύστημά της τη σπάνια στο είδος ‘’Ασημένια Πάπια’’ το αργυρό πουλί εκ της οποίας έλαβε το όνομα το χωριό και η οποία αποτελεί το έμβλημα, σύμβολο του χωριού. Η πρόσβαση στην πηγή επιτυγχάνεται μέσω ασφαλτοστρωμένου δρόμου. Το Μάτι πηγάζει από τους πρόποδες της Μελούνας και μετά την ένωση του με τον Πηνειό, έχει μήκος 12 χλμ περίπου. Η παλιά κοίτη του ποταμού, Μάτι, προσφέρεται για περιπάτους και ερασιτεχνικό ψάρεμα καραβίδας. Σε ένα σκαλοπάτι του βουνού που γέρνει ομαλά προς το υψίπεδο της κοιλάδας του Νεζερού και σε υψόμετρο +1100 μέτρων, συναντάμε το πάλαι ποτέ ακμάζον κεφαλοχώρι της Καλλιπεύκης. Το παλιό όνομά της ήταν ‘’Νεζερό’’ και προήλθε από την σλαβική ρίζα Εζερός ή Νεζερός που σημαίνει λίμνη. Πράγματι, αν έρθετε εδώ τον Απρίλη θα δείτε μια ρηχή λασπολίμνη να καλύπτει μικρό μέρος του οροπεδίου. Αποτελεί τμήμα της παλιάς λίμνης Ασκυρίδoς ή Ασκουρίδας που ήταν μια από τις ψηλότερες φυσικές λίμνες της Ελλάδας καθώς βρισκόταν σε υψόμετρο +1000 μέτρων. Κάλυπτε μια έκταση μεγαλύτερη των 5.500 στρεμμάτων και χαρακτηριζόταν από πλούσια παρόχθια βλάστηση με όμορφα νούφαρα, ενώ στα νερά της φιλοξενούσε σημαντικά είδη ιχθυοπανίδας. ´Ετσι μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα η Καλλιπεύκη ήταν ένα ορεινό... ψαροχώρι! Το 1907 ξεκίνησαν τα έργα αποστράγγισης της λίμνης και ολοκληρώθηκαν το 1911. Το έδαφος που απελευθερώθηκε από το νερό δόθηκε προς καλλιέργεια. Σήμερα υπάρχουν μελέτες για την επανασύσταση της λίμνης και μερική αποκατάσταση του υγρότοπου με σκοπό τη βελτίωση του μικροκλίματος της περιοχής, την περιβαλλοντική αναβάθμιση και την τουριστική αξιοποίηση. Και για την ιστορία της, ο Ρωμαίος ιστορικός Τίτος Λίβιος κάνει λόγο για το ¨ Έλος της Ασκυρίδος ¨ (Ascuridem paludem), αναφερόμενος στα περάσματα που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι προς την Θεσσαλία. Κατά το Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

83


Μεσαίωνα η λίμνη απέκτησε το Σλαβικό όνομα Νεζερός, όνομα που διατηρείται ακόμα και σήμερα από τον τοπικό πληθυσμό. Το 1911 δημιουργήθηκε μια κατασκευή αποστραγγιστικής τάφρου, αλλά και σήραγγας που διοχέτευσε τα νερά της λίμνης στην περιοχή των Γόννων. Στη θέση της παλιάς λίμνης απέμεινε ένα εύφορο οροπέδιο που αποδόθηκε στον τοπικό πληθυσμό για γεωργική εκμετάλλευση (κυρίως πατάτες). Ο Όλυμπος είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας γνωστό παγκοσμίως κυρίως για το μυθολογικό του πλαίσιο, καθώς στην κορυφή του (Μύτικας-+2918 μ.) κατοικούσαν οι Δώδεκα «Ολύμπιοι» Θεοί σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες. Ο συμπαγής ορεινός του όγκος δεσπόζει επιβλητικός στα όρια Μακεδονίας και Θεσσαλίας, με μια σειρά από ψηλές κορυφές που αυλακώνουν βαθιές χαράδρες, γύρω από τις οποίες εκτείνεται μια περιοχή ιδιαίτερης βιοποικιλότητας. Για την προστασία της μοναδικής αυτής κληρονομιάς, ανακηρύχθηκε ήδη από το 1938 ως ο πρώτος Εθνικός Δρυμός της Ελλάδας. Η έκταση του κυρίως Ολύμπου ανέρχεται στα 500 περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η έκταση που κατέχει είναι σχεδόν κυκλική με μέση διάμετρο 25 χιλιόμετρα περίπου και περίμετρο γύρω στα 80 χιλιόμετρα. Όσον αφορά τον Εθνικό Δρυμό Ολύμπου, η έκτασή του ανέρχεται σε 238.411 στρέμματα με πυρήνα 40.000 στρεμμάτων. Το ανάγλυφο του Ολύμπου εμπεριέχει πολλά χαρακτηριστικά στοιχεία που του προσδίδουν γοητεία και αίγλη. Βραχώδεις και απόκρημνες κορυφές, βαθιές χαράδρες, αλπικά λιβάδια και πυκνά δάση, συνθέτουν αυτό το σπάνιο γλυπτό. Τα πετρώματα του Ολύμπου άρχισαν να σχηματίζονται πριν από 200 εκατομμύρια χρόνια στο βυθό μιας σχετικά ρηχής θάλασσας, από όπου αναδύθηκε και άρχισε σιγά-σιγά να παίρνει τη δική του μορφή. Στην περίοδο των παγετώνων έγιναν σημαντικές ανακατατάξεις στη μορφή του βουνού αφού οι πάγοι που έλιωσαν μετέφεραν τεράστιες ποσότητες πετρωμάτων από τις κορυφές προς τους πρόποδες του βουνού. Με το λιώσιμο και των τελευταίων πάγων, εδώ και 10.000 χρόνια περίπου, ο Όλυμπος πήρε τη σημερινή του μορφή. Η πολύπλοκη γεωλογική ιστορία της περιοχής καταφαίνεται και από την γεωμορφολογία του Εθνικού Δρυμού και όλου του Ολύμπου: 52 κορυφές υψώνονται από τα +760 μ. (Παλαιόκαστρο) μέχρι τα +2917 του Μύτικα, μεγάλες ρεματιές και βαθιές χαράδρες (Μαυράλογγος, Μακρύρρεμα, Ξεροβάκκι κ.ά.) βαθειές αμφιθεατρικές κοιλότητες (Μικρά και Μεγάλα Καζάνια, Μικρή και Μεγάλη Γούρνα, Ντρίστελα), σπήλαια και βάραθρα που πολλά ακόμα μένουν ανεξερεύνητα. Η φύση και η διάταξη των πετρωμάτων σε συνδυασμό με το κλίμα ευνοούν την εμφάνιση πολλών πηγών, κυρίως κάτω από τα +2000 μέτρα υψόμετρο, μικρών εποχιακών λιμνών και χειμάρρων, και ενός μικρού ποταμού, του Ενιπέα, που οι πηγές του βρίσκονται στη θέση Πριόνια και οι εκβολές του στο Αιγαίο. Το κλίμα του Ολύμπου επηρεάζεται από τη γεωγραφική του θέση, τον όγκο του, το πέτρωμα και την έκθεση των πλαγιών. Σε γενικές γραμμές είναι μεσογειακό, δηλαδή θερμό και ξηρό το καλοκαίρι και υγρό το χειμώνα. Επτά μήνες περίπου το χρόνο καλύπτεται από χιόνια (από το Νοέμβριο ως τον Μάιο), ενώ το συνολικό ποσό του νερού που δέχεται ο Όλυμπος, είτε με τη μορφή χιονιού το χειμώνα είτε με τη μορφή βροχής ή χαλαζιού το καλοκαίρι, είναι μεγάλο. Είναι, δηλαδή, η ποσότητα του νερού περίπου 3 με 4 φορές υψηλότερη από την ποσότητα του νερού που δέχεται η Αθήνα ή η Θεσσαλονίκη (1100 έως 1800 χιλιοστά το χρόνο, ενώ η Θεσσαλονίκη δέχεται 500 και η Αθήνα 400 χιλιοστά το χρόνο υδάτινων κατακρημνισμάτων). Η μισή ποσότητα του νερού πέφτει με τη μορφή χιονιού ενώ η άλλη μισή πέφτει σαν βροχή ή χαλάζι. Η μέση θερμοκρασία το χειμώνα κυμαίνεται από τους -20ο C μέχρι και τους +10ο C και το καλοκαίρι από τους 0ο C έως τους 20ο C χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν τιμές πέρα από αυτά τα όρια. Σε κάθε 100 μέτρα ανάβασης στον Όλυμπο η θερμοκρασία πέφτει περίπου μισό βαθμό. Έτσι, εάν στη θάλασσα έχουμε 20ο C, την ίδια ώρα στο Μύτικα - και εφόσον ισχύουν οι ίδιες καιρικές συνθήκες - θα έχουμε περίπου 5ο C. Τέλος, οι άνεμοι στον Όλυμπο είναι καθημερινό φαινόμενο, ενώ μερικές φορές ξεπερνούν σε ταχύτητα τα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα. Ως προς τη βλάστηση Υπάρχουν συνολικά πέντε διαδοχικές υψομετρικές ζώνες βλάστησης χωρίς σαφή όρια μεταξύ τους: -Από 0-+300 μέτρα υψόμετρο. είναι η ζώνη όπου καλλιεργούνται κυρίως αμπέλια και ελιές, ευδοκιμούν πολλά οπωροφόρα δέντρα και φύονται τα φρύγανα. -Από +300-+700 μ., στη ζώνη των αείφυλλων σκληρόφυλλων (μακκία), υπάρχουν τα πλατύφυλλα αειθαλή με συνηθέστερα είδη καστανιές, δρυς, κουμαριές κ.α. Από τα +700 - +1600μ εκτείνεται η ζώνη με μικτό δάσος κωνοφόρων και φυλλοβόλων. Κυρίαρχο είδος βλάστησης είναι η μαύρη πεύκη. Εμφανίζονται ακόμη η οξιά, σε μικρές ομάδες η ελάτη, σποραδικά η φτελιά, η αγριοκερασιά, ο ίταμος, η κρανιά και μια σημαντική ποικιλία από ποώδη φυτά. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

84


-Από τα +1600-+2100μ. εκτείνεται η ζώνη του ορεινού δάσους κωνοφόρων, με το χαρακτηριστικό και σπάνιο είδος πεύκου το ρόμπολο καθώς και την ορεινή πεύκη. Η ζώνη αυτή αντιπροσωπεύεται από ασθενή ποώδη βλάστηση που περιλαμβάνει σπάνια είδη φυτών, ενδημικά των Βαλκανίων. -Πάνω από το όριο των +2100 μέτρα υψόμετρο. εκτείνεται η αλπική ζώνη, όπου στα λιβάδια, στους βράχους και στις απότομες πλαγιές ζουν μερικά από τα ωραιότερα ελληνικά αγριολούλουδα και τα περισσότερα ενδημικά φυτά του Ολύμπου. Στη χλωρίδα του Ολύμπου έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα πάνω από χίλια επτακόσια (1700) είδη φυτών, περίπου το 25% της ελληνικής χλωρίδας. Στην γυμνή από δέντρα αλπική ζώνη υπάρχουν πάνω από 150 είδη φυτών. Από αυτά, τα μισά βρίσκονται μόνο στη Βαλκανική χερσόνησο και τα είκοσι τρία (23) είναι ενδημικά του Ολύμπου, μοναδικά στον κόσμο. Στην πανίδα του Ολύμπου, η οποία περιλαμβάνει σημαντική ποικιλία ειδών, έχουν καταγραφεί τριάντα δύο (32) είδη θηλαστικών, όπως το αγριοκάτσικο (Fupicapra rupicapra), το ζαρκάδι (Capreolus capreolus), το αγριογούρουνο (Sus scrofa), η αγριόγατα (Felis sulvestris), το κουνάβι (Martes foina), η αλεπού (Vulpes vulpes), ο σκίουρος (Sciurus vulgaris) κ.α. Στα οκτώ διαφορετικά οικοσυστήματα του δρυμού, από τα 300μ. μέχρι τα 2918μ., έχουν παρατηρηθεί εκατόν τέσσερα ( 104) είδη πουλιών ορισμένα από τα οποία είναι σπάνια. Από τα απειλούμενα με εξαφάνιση είδη φωλιάζουν ή τρέφονται στην περιοχή του δρυμού 11 είδη αρπακτικών (το 41% του πληθυσμού της Ευρώπης), όπως ο Γυπαετός (Gypaetus Barbatus), ο Μαυρόγυπας (Aegypius monachus), ο Φιδαετός (Circaeyous gallicus), το Σαΐνι (Accipiter brevipes), ο Χρυσαετός (Aquila chrisaetos), το Χρυσογέρακο (Falco biarmicus) και ο Πετρίτης (Falco peregrinus) και 7 είδη δρυοκολαπτών (το 70% του πληθυσμού της Ευρώπης). Έχει ακόμη μία σπάνια ερπετοπανίδα (φίδια, χελώνες, σαύρες, κ.λ.π.), ορισμένα αμφίβια στα ρέματα και τις εποχικές λίμνες και μια μεγάλη ποικιλία εντόμων, κυρίως πεταλούδες για τις οποίες ο Όλυμπος φημίζεται (Οι φωτογραφίες είναι κυρίως απο http://www.myvillage.gr). ΛΙΜΝΙΑ-ΛΙΜΝΟΥΛΕΣ ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ ΣΤΑ ΠΕΡΤΟΥΛΙΩΤΙΚΑ ΛΙΒΑΔΙΑ, ΠΕΡΤΟΥΛΙ, ΤΡΙΚΑΛΑ (Πηγές: σταχυολόγηση από http://www.pertouli.gr, http://www.trekkingpindos.gr, http://www.iefimerida.gr και naturaGreaca -Περτουλιώτικα Λιβάδια).

από

Σε υψόμετρο περίπου +1.090 μέτρων στις πλαγιές του Κόζιακα και σε απόσταση 54 χλμ. δυτικά από την πόλη των Τρικάλων, ένας ορεινός παράδεισος περιτριγυρισμένος από βουνά, πυκνά δάση, καταπράσινα λιβάδια και τρεχούμενα νερά περιμένει να σας κατακτήσει.

Ανάμεσα από τις κορυφές και πλαγιές του Κόζιακα, της Βίγγας, της Μπουντούρας, της Φούρκας, του Κεπτινέλου από τη μία πλευρά από τη Γκιώνα, της Μπέρτα - Βαθύ από την άλλη παρεμβάλλεται το οροπέδιο των μεγάλων Περτουλιώτικων Λιβαδιών (περίπου 5 χλμ. πριν από το χωριό Περτούλι, το ελατοδάσος αρχίζει να υποχωρεί και στη θέση του εμφανίζονται θάμνοι και χορτάρι. Είναι τα καταπράσινα Περτουλιώτικα Λιβάδια, με τα χαμηλά υδρόφιλα φυτά ) τα οποία διασχίζει ρέοντας από το Βαλόρεμα, ο Περτουλιώτικος ή Ξεριάς,

παραπόταμος και τροφοδότης του ποταμού Άσπρου ή Αχελώου. Στο διάβα του ο ποταμός διαγράφει μαιανδρικά σχήματα, τα ‘’κλούρια’’ όπως τα λένε οι ντόπιοι, που φιλοξενούν ποταμόψαρα και βατράχια. 'Την εποχή που λιώνουν τα χιόνια σχηματίζονται πολλά μικρά ποταμάκια, αλλά και πολλές μικρές λίμνες εποχικού χαρακτήρα - εποχικά λιμνία του χιονιού και της βροχής. Από εκεί ξεκινάει και το χιονοδρομικό κέντρο. Στην περιοχή θα συναντήσετε άλογα που καλπάζουν, αγελάδες που βόσκουν ελεύθερες, ρυάκια και μικρές λιμνούλες, ενώ ζαρκάδια και ελάφια περνούν από δίπλα σας την ώρα Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

85


που κάνετε πικνίκ, στους χώρους αναψυχής. Από τα Περτουλιώτικα λιβάδια μπορείτε να φτάσετε μέσα από μονοπάτι στο καταφύγιο «Χατζηπέτρος», σε υψόμετρο +1.738 μέτρα. Όλη η γύρω περιοχή του Περτουλίου ένας τεράστιος βιότοπος, κατάφυτες βουνοπλαγιές, απότομες χαράδρες, άγρια φαράγγια, ρεματιές, νερά, κοιλάδες, λιβάδια, όλα εναρμονισμένα ιδανικά, συνθέτουν τον περιβάλλοντα χώρο του οικισμού, προσδίδουν απαράμιλλη ομορφιά. Σε μια έκταση οκτακοσίων περίπου στρεμμάτων, συνυπάρχουν αρμονικά ένα πλήθος αγριολούλουδων, αγριόχορτων, εντόμων, πουλιών, ζώων που βόσκουν στο παχύ χορτάρι όπως, γελάδια, πρόβατα και άλογα των Περτουλιωτών.

Τα μαγευτικά Περτουλιώτικα λιβάδια, ο αγαπημένος τόπος συνάντησης των Σαρακατσαναίων, αποτελούν έναν ορεινό βιότοπο που συνδυάζει την εξερεύνηση στη φύση με τις αθλητικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες του βουνού. Τα λιβάδια βρίσκονται σε υψόμετρο +1130 μέτρων στα ορεινά Τρίκαλα ανάμεσα στους μεγάλους ορεινούς όγκους της περιοχής. Η έκταση τους φτάνει τα 1.000 στρέμματα και απλώνονται σε ένα οροπέδιο που αγκαλιάζεται από ελατοδάση σε ένα τριγωνικό σχήμα που μοιάζει με κεφαλαίο λάμδα (Λ). Στα ανατολικά τους σηκώνεται ο Κόζιακας, στα δυτικά η Νεράιδα και στα νότια καταλήγουν οι μικρές κορφές Γκαλντερίμι (+1338 μ.), Γκλαμπάτσα (+1491 μ.) και Σάσα (+1305 μ.) που αποελούν τις βόρειες απολήξεις των Λούπατων και του Αυγού. Τα Περτουλιώτικα λιβάδια ξεκινάνε από τον αυχένα Τζάτζα στα νότια, φτάνουν στον αυχένα του Κόζιακα όπου τραβερσάρουν, καταλήγοντας στα όρια του ορεινού οικισμού του Περτουλίου. Εδώ βρίσκονται και οι πηγές του Περτουλιώτικου ρέματος το οποίο διασχίζει όλη την περιοχή των ορεινών Τρικάλων εκβάλλοντας στον Ασπροπόταμο -Αχελώο. Το τοπίο στα Περτουλιώτικα λιβάδια είναι μοναδικό. Μαίανδροι από ρυάκια, μικρές λίμνες και λούτσες, ένα μαύρο ελατόδασος και επίπεδα χορτολίβαδα στα οποία βόσκουν άλογα και αγελάδες. Οι λούτσες στις άκρες των ρυακιών και του δρόμου είναι ίσως ο πιο κατάλληλος τόπος στην Ελλάδα για να θαυμάσει κανείς τους αλπικούς τρίτωνες. Τα νερά είναι κρυστάλλινα και εδώ ζούνε εκατοντάδες άτομα αυτού του όμορφου ζώου. Άλλα αμφίβια είναι οι σαλαμάνδρες, οι κιτρινομπομπίνες, οι φρύνοι και οι σβελτοβάτραχοι. Η ερπετοπανίδα της περιοχής αποτελείται από μεσογειακές χελώνες, κονάκια, πρασινόσαυρες, τρανόσαυρες, τοιχογουστέρες, σαΐτες, νερόφιδα, στεφανοφόρους, σπιτόφιδα και οχιές. Ο ασφαλτόδρομος και οι εγκαταστάσεις του χιονοδρομικού κέντρου αποθαρρύνουν τα μεγάλα θηλαστικά που ζούνε στα γύρω δάση να πλησιάσουν στα λιβάδια, παρότι η περιοχή βρίσκεται ανάμεσα σε διάσελα που αποτελούν περάσματα για τα ζώα. Στην περιοχή εκτός από την πλούσια ορνιθοπανίδα, στα γύρω δάση και βουνά ζούνε αρκούδες, ζαρκάδια, αγριόγατοι, αλεπούδες, ασβοί, δασοκούναβα, νυφίτσες, δασομυωξοί και σκίουροι. Χτισμένο αμφιθεατρικά, το Περτούλι αποτελούσε στο παρελθόν τόπο συνάθροισης των κτηνοτρόφων της περιοχής. Σήμερα αυτό που κάνει το χωριό να ξεχωρίζει και να αποτελεί ένα από τα πιο αγαπημένα ορεινά θέρετρα της Ελλάδας, είναι τα γραφικά πέτρινα σπίτια του με τις κόκκινες ή πέτρινες στέγες, το χιονοδρομικό κέντρο και οι καλές τουριστικές υποδομές.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

86


ΛΙΜΝΗ ΣΤΕΦΑΝΙΑΔΑ, ΑΡΓΙΘΕΑ, ΚΑΡΔΙΤΣΑ (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.stefaniada.gr,http://www.thessaliatv.gr/news/13350/h-agnwsth-limnh-thsstefaniadas/, Τσαπρούνη, 2013 -Πτυχ., Διατρ., Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, 89σελ., Γεωμορφολογική χαρτογράφηση και μελέτη λίμνης Στεφανιάδας)

Η λίμνη Στεφανιάδα, είναι μια φυσική φραγματογενής λίμνη. Είναι, η μικρότερη σε ηλικία φυσική λίμνη της Ελλάδας, καθώς δημιουργήθηκε από φυσικά αίτια τον Ιανουάριο του 1963, όταν κατολίσθηση έφραξε το πέρασμα χειμάρρου (Κουμπουριανίτικο ρέμα, κλάδος του Αχελώου) με αποτέλεσμα η δημιουργηθείσα λεκάνη, να γεμίσει με νερό (η κατολίσθηση τότε, πέρα από την δημιουργία της φυσικής λίμνης παρέσυρε τον τότε οικισμό της Στεφανιάδας, σπίτια, ζώα και ένα νερόμυλο, ο οποίος βρισκόταν στην ένωση των δύο παραποτάμων). Η Στεφανιάδα, είναι πιο μικρή από τη λίμνη του Τσιβλού στην Πελοπόννησο, που και

αυτή δημιουργήθηκε με παρόμοιο τρόπο, διακόπτοντας την εκεί ορεινή ροή του ποταμού Κράθη, το 1913. Η έκταση της λίμνης Στεφανιάδας είναι 175 στρέμματα, το σχήμα της είναι ελλειπτικό με διαστάσεις περίπου 200x400 μέτρα, και βρίσκεται στο υψόμετρο των + 700 μέτρα. Η λίμνη υδροτροφοδοτείται από τους παραπόταμους του Αχελώου ποταμού. Πιο συγκεκριμένα νοτιοανατολικά από το Πετριλιώτικο, βορειοανατολικά από το Κουμπουριανίτικο και νοτιοδυτικά από το Στεφανιώτικο ρέμα. Από αυτά τα ρέματα μόνο το Κουμπουριανίτικο έχει μόνιμη ροή όλο το χρόνο, ενώ τα υπόλοιπα ρέματα έχουν παροδική-εποχική ροή. Η λίμνη είναι, περιτριγυρισμένη από δάση, έχει σχετικά απότομες όχθες και η στάθμη της επηρεάζεται από τις εποχιακές βροχές. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της λίμνης είναι ο μεγάλος ρυθμός ανανέωσης των υδάτων της, λόγω της μικρής συνοχής των πετρωμάτων που συγκρατούν τα νερά της και που ήταν η αιτία του σχηματισμού της. Επίσης η λίμνη αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση γιατί, ενώ σχηματίσθηκε από φυσικά αίτια εντούτοις, έχει όμοια χαρακτηριστικά με τις τεχνητές λίμνες των φραγμάτων. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε και στο ψηφιακό βιβλίο για τις ‘’Φυσικές Λίμνες στην Ελλάδα’’, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-greece/ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΙΣ ΔΡΑΚΟΛΙΜΝΕΣ ΤΟΥ ΦΛΕΓΚΑ, ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙ, ΠΙΝΔΟΣ. (πηγές: σταχυολόγηση απο http://apeirosgaia.wordpress.com).

http://www.eosartas.gr,

http://www.hellaspath.gr,

http://www.pindosresort.com,

Σε υψόμετρο +1960 μέτρα και +1940 μέτρα αντίστοιχα υπάρχουν δύο εντυπωσιακές μικρές λίμνες, πάνω στα υπαλπικά υψίπεδα του βουνού Μαυροβούνι στη Φλέγκα, προσφέροντας πανοραμική θέα προς τη ¨Ζεστή Κοιλάδα¨ (Βάλια Κάλντα). Η πρώτη, είναι μεγαλύτερη και υψηλότερη λίμνη και η δεύτερη, λίγα μέτρα χαμηλότερα, είναι μικρότερη. Και οι δύο στέκονται ακριβώς κάτω από τη κορυφή Φλέγκα (υψόμετρο +2157 μέτρα) του Μαυροβουνίου. Οι λίμνες του Φλέγκα επικοινωνούν μεταξύ τους Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

87


αφού από τα νερά της πάνω Φλέγκας χύνονται στην κάτω, μέσω ενός μικρού ρυακιού. Με τη σειρά τους τα νερά της κάτω Φλέγκας, όταν υπερχειλίσουν χύνονται στο Αρκουδόρεμα της Βάλια Κάλντα.

Οι λίμνες αυτές που αποτελούν το σύμβολο της περιοχής και συνδέονται με πολλούς θρύλους, έχουν νερό ολόκληρο το χρόνο και στα νερά τους ζούνε διάφορα αμφίβια όπως τρίτωνες ( Ichthyosaura alpestris, syn., Triturus alpestris veluchiensis) και βατράχια (Bombina variegate, Rana graeca). Ο μύθος θέλει τον Μακεδόνα, που ήταν γιός του Δία ή του Αίολου, να έχει τρεις γιούς, ο ένας από τους οποίους ήταν ο Πίνδος. ‘’Κάποτε τα αδέρφια του τον φθόνησαν και αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Αυτός, καθώς το έμαθε, έφυγε και κρύφτηκε στα βουνά. Εκεί ζούσε με το κυνήγι και είχε φίλο το δράκο Λύγκο. Κάποτε, τα αδέρφια του ανακάλυψαν τον τόπο που έμενε, έστησαν καρτέρι και, εκμεταλλευόμενοι την απουσία του δράκου, τον σκότωσαν. Επιστρέφοντας ο δράκος, αναζήτησε το φίλο του και τον βρήκε νεκρό. Από τα δάκρυα του δράκου, σχηματίστηκαν μικρές λίμνες, οι Δρακόλιμνες ("Λάκλου Μάρε" και "Λάκλου Νιίκου"), ενώ τα γύρω βουνά πήραν το όνομα Πίνδος σε ανάμνησή του’’. Υπάρχουν πολλά μονοπάτια που οδηγούν στις λίμνες Φλέγκα. Ένα ξεκινάει απ’ το Αρκουδόρεμα στο ύψος της συμβολής με το ρέμα «Μνήματα». Ένα άλλο από το ρέμα «Σαλατούρα» , άλλο από το διάσελο «Σαλατούρα Μηλιάς» και ακολουθεί την κορυφογραμμή του Μαυροβουνίου. Χρόνος ανάβασης 3 έως 4 ώρες περίπου. Επίσης από την πλευρά του Μετσόβου υπάρχει το σεσημασμένο μονοπάτι Ρ6 που ακολουθεί το δασικό δρόμο μέχρι το ορειβατικό καταφύγιο του Δήμου Μετσόβου και μετά ακολουθώντας την κορυφογραμμή του Μαυροβουνίου καταλήγει στις Λίμνες ή στην κορυφή της Φλέγκας. Χρόνος ανάβασης απ’ το καταφύγιο 1,5 έως 2 ώρες περίπου. Επίσης υπάρχει ένα άλλο μονοπάτι που ξεκινάει από την τοποθεσία ‘’Άσπρα Λιθάρια’’ και καταλήγει στα ‘’Αυτιά της Φλέγκας’’ (χρόνος ανάβασης 1 ώρα περίπου) και μετά στις Λίμνες Φλέγκας. Τέλος από το χωριό Βωβούσα διασχίζοντας το Αρκουδόρεμα ανηφορικά υπάρχει μονοπάτι που καταλήγει, τόσο στην πεδιάδα της Βάλια Κάλντας ( χρόνος ανάβασης 4,5 έως 5 ώρες), όσο και στις Λίμνες Φλέγκας (χρόνος ανάβασης 7 ώρες περίπου ). Αναλυτικά αυτή η διαδρομή περιγράφεται ως εξής: ‘’από τη Βωβούσα, ακολουθούμε τον κεντρικό ασφάλτινο δρόμο για Γιάννενα και λίγο πριν την σιδερένια γέφυρα στρίβουμε αριστερά στη θέση όπου υπάρχει και ξυλουργείο. Ακολουθούμε τον χωματόδρομο και στην διχάλα που συναντάμε αγνοούμε το παρακλάδι που φεύγει αριστερά και συνεχίζουμε ίσια παράλληλα με το ποτάμι. Στο σημείο συναντάμε και πινακίδα του Ε6. Προχωρούμε και περνάμε ένα συρμάτινο φράκτη, διασχίζοντας χωράφια, πάντα παράλληλα με το ποτάμι. Αφήνοντας τα χωράφια , μπαίνουμε σε καλοπατημένο μονοπάτι και στη συνέχεια σε δάσος διασχίζοντας δύο ρέματα. Αφού περάσουμε και το Βαθύρεμα στη απέναντι όχθη του Αώου βλέπουμε το καταφύγιο Βάλια Κάλντα. Στο σημείο αυτό το μονοπάτι έχει μισοπέσει και χρειάζεται λίγο προσοχή για να το περάσουμε. Συνεχίζουμε σε δασωμένο εύκολο πεδίο και φτάνουμε σε μεγάλες σάρες δίπλα στις Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

88


όχθες του Αώου. Τις διασχίζουμε και φτάνουμε σε σημείο (πινακίδα Ε6) όπου φεύγουμε αριστερά κερδίζοντας ύψος σε σχέση με το ποτάμι.””

Tο μονοπάτι καθαρό και καλοπατημένο ανηφορίζει και στην συνέχεια τραβερσάρει για να συναντήσει ακόμα μια σειρά από απότομες σάρες που θέλουν προσοχή. Μπαίνουμε πάλι μέσα στο δάσος και συναντάμε διασταύρωση. Δεξιά και κάτω οδηγούμαστε στα σμιξώματα. Όμως για Βάλια Κάλντα συνεχίζουμε αριστερά και σιγά σιγά μπαίνουμε στη χαράδρα του Αρκουδορέματος. Το μονοπάτι αφού περάσει μερικές εύκολες σάρες φτάνει στα +1200 μέτρα υψόμετρο, κατηφορίζει απότομα μέχρι τα +1115 έτρα. για να διασχίσει ρέμα. Το περνάμε και ανηφορίζουμε πάλι απότομα έως τον χαρακτηριστικό αυχένα στα +1165 μέτρα. που προσφέρετε για στάση και ξεκούραση. Αμέσως μετά κατηφορίζουμε πάλι και φτάνουμε στο πρώτο πέρασμα του Αρκουδορέματος στα +1110 μέτρα. Περνάμε το ποτάμι, ακολουθώντας τα σημάδια στα βράχια. Από εδώ και πέρα το μονοπάτι κινείται παράλληλα με το Αρκουδόρεμα έχοντας το πάντοτε στα αριστερά μας, ενώ θα χρειαστεί αρκετές φορές να ανεβοκατεβούμε την πλαγιά για να αποφύγουμε τα απότομα σημεία. Σε μία ώρα περίπου μετά το πέρασμα του ρέματος φτάνουμε τους καταρράκτες του Αρκουδορέματος που τους διακρίνουμε κάτω χαμηλά. Είναι από τα ομορφότερα σημεία της διαδρομής. Δέκα λεπτά μετά τους καταρράκτες θα πρέπει να διασχίσουμε το Αρκουδόρεμα για δεύτερη φορά και αφού κάνουμε πενήντα μέτρα να το ξαναπεράσουμε για τρίτη και τελευταία φορά. Από εδώ ανηφορίζουμε απότομα, περνάμε από πηγή και φτάνουμε στη διασταύρωση με την ξύλινη πινακίδα για τις λίμνες Φλέγκα (ως εδώ 4,5-5,5 ώρες από τη Βωβούσα). Αν σκοπεύουμε να κατασκηνώσουμε στις λίμνες δεν χρειάζεται να προμηθευτούμε νερό από εδώ αφού σε όλη την διαδρομή υπάρχουν ποταμάκια και πήγες. Ανηφορίζουμε από την ξύλινη πινακίδα ανάμεσα σε πανύψηλα ρόμπολα σε καλό μονοπάτι. Λίγο πιο πάνω στα +1480 μέτρα, στις πρώτες οξιές μπορούμε να κατασκηνώσουμε (έχουμε όμως προμηθευτεί νερό νωρίτερα καθώς σε αυτό το σημείο δεν υπάρχει πηγή ) ή να προστατευτούμε από τους κεραυνούς. Συνεχίζουμε διασχίζοντας γούπατα με πράσινα χόρτα και τρεχούμενα νερά (+1520 μ.) - (προσοχή στο μονοπάτι μπορεί να το χάσουμε) ώσπου φτάνουμε στη στάνη του Κώστα Καλογήρου (1,5 ώρες, από κατασκήνωση) - (προσοχή στα σκυλιά). Στο σημείο αυτό τραβερσάρουμε αριστερά και μετά από μια καλή κόντρα φτάνουμε στις πόρτες. Η θέα προς τις λίμνες είναι φανταστική. Περνάμε με προσοχή ( το χειμώνα ) τρεις σάρες και κατευθυνόμαστε προς τις λίμνες σε καλοπατημένο μονοπάτι. Η συνέχεια είναι εύκολη αφού βλέπουμε την κορυφή και μπορούμε να την προσεγγίσουμε σε 45' ‘’ (Καταγραφή διαδρομής: Κυμπουρόπουλος Σπύρος, Σιδηράς Γιώργος, Δασκαλούδης Θανάσης)(photo:xristos dimadis et al.,) __________

2.2 Πεδινές και Ημιορεινές Λίμνες και Λιμνία Η ΛΙΜΝΗ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΙΟΥ, ΤΥΡΝΑΒΟΣ, ΘΕΣΣΑΛΙΑ (περιγράφεται και πιο πάνω στις λίμνες του Ολύμπου) (πηγές: σταχυολόγηση από http://psilopoulos.mysch.gr, www.spearfishingforum.gr, ampelwnaslarisas.blogspot.com, Migiros et al., 2011 -Cent., Eur., J., Geoscien., 3, 2, 215-228, Pinios river-Hydrological, Geomorphological elements and changes during the quaternary, Loukas, 2010 -Desalin., 250, 1, 266-273, Surface water quality and quality assessment in Pinios river),

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

89


Η Λίμνη Αργυροπουλίου ή Μάτι Τύρναβου ή Γεφυρούλες, είναι μια μικρή λίμνη βορειοανατολικά του Τύρναβου, στην περιοχή Αργυροπουλίου (παλαιότερα Ηλώνη και Καρατζόλι). Έχει έκταση περίπου 250 στρέμματα, και αποτελεί τον πυρήνα ενός σημαντικού οικοσυστήματος (υγροτοπική περιοχή περίπου 5000 στρεμμάτων) με πλούσια χλωρίδα (πουρνάρι, παλιούρι, αγριελιά, παπαρούνα, χαμομήλι, μολόχα, βάτος κ.α .) και πανίδα (κεφαλόπουλα, καραβίδες, χέλια, λεπιδόπτερα, υμενόπτερα, ορθόπτερα, δίπτερα κ.α. ). Επίσης, η λίμνη αυτή είναι πηγή ζωής για το χωριό, καθώς χρησιμοποιείται για την άρδευση των χωραφιών του.

Ο υγρότοπος τροφοδοτείται από πηγές και καλύπτεται από καλαμώνες (Phragmites australis), ενώ περικλείεται από γεωργικές εκτάσεις. Σοβαρή απειλή για την περιοχή αποτελούν η ανεξέλεγκτη υδροληψία, υπογείων και επιφανειακών υδάτων για άρδευση των καλλιεργειών, αλλά και οι κάθε είδους απορρίψεις στερεών απορριμμάτων. Τα τελευταία χρόνια έχει κατασκευαστεί στη λίμνη τεχνητό φράγμα για την καλύτερη αξιοποίηση των νερών της. ΛΙΜΝΗ ΒΡΩΜΟΛΙΜΝΗ Ή ΒΙΡΟΣ, ΜΙΚΡΗ ΠΡΕΣΠΑ, ΦΛΩΡΙΝΑ (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.spp.gr, http://www.prespes.gr, Βραχνάκης Μ., και συν., 2011-Τελική Έκθεση, ΤΕΙ Λάρισας, Εταιρεία Προστασίας Πρεσπών, 107 σελ. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε και στο ψηφιακό βιβλίο για τις ‘’Φυσικές Λίμνες στην Ελλάδα’’, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-greece/).

Η Βρωμολίμνη ή Βιρός, βρίσκεται το πιο ευαίσθητο τμήμα του πυρήνα του Εθνικού Δρυμού των Πρεσπών. Είναι ένα εσωτερικό σώμα νερού, με κανονική όμως επικοινωνία με τα νερά της Μικρής Πρέσπας. Η έκτασή της περικλείεται από το εγκαταλειμμένο χωριό Οπάγια, την τοποθεσία Κούλα, τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, και τη Μικρή Πρέσπα. Ανάλογα με τη στάθμη της Μικρής Πρέσπας και τα πλημμυρικά φαινόμενα της περιοχής μπορεί να φαίνεται ως ένα ή δύο και τρία ανεξάρτητα υδάτινα σώματα. Εκεί στη Βρωμολίμνη υπάρχουν οι μεγάλες αποικίες των πελεκάνων, των κορμοράνων, των χηνών και πολλών ερωδιών και γιαυτό η περιοχή είναι απαγορευτική για οποιαδήποτε επίσκεψη. Τις αποικίες των πουλιών μπορεί να παρατηρήσει ο επισκέπτης με κυάλια, είτε από τον μικρό λόφο Γκόριτσα, στα νοτιοανατολικά, είτε από το παρατηρητήριο που υπάρχει στα βόρεια, δίπλα στο δρόμο Άγιος Γερμανός-Ψαράδες. Είναι ο ιδανικότερος τόπος για παρατήρηση πουλιών στην Πρέσπα.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

90


Η Βρωμολίμνη ανάμεσα στη Μικρή και τη Μεγάλη Πρέσπα (Χρ. Τόσκας, Θ. Πανογεώργος)

ΛΙΜΝΕΣ ΖΗΡΕΛΙΑ Ή ΖΕΡΕΛΙΑ, ΑΛΜΥΡΟΣ, ΜΑΓΝΗΣΙΑ (πηγές: σταχυολόγηση από Dietrich, Lagios, et al., 2013 -Solid Earth 5, 1511-1573, The enigmatic Zwrelia twin-lakes), Λάγιος και συν., 2010 -Τεχν. Έκθεσ., Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση, Οι αινιγματικές δίδυμες λίμνες Ζερέλια, Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα, δύο κρατήρες από πιθανή πτώσης μετεωρίτη)

Πρόκειται, για δύο λίμνες ηφαιστειογενούς ή κατ’άλλους καρστικής προέλευσης (τα δεδομένα προέλευσης των δύο Ζηρελιών πρόσφατα το 2010 ανατράπηκαν από νέα μελέτη), κυκλικού σχήματος, σε υψόμετρο +130 περίπου μέτρα στους βόρειους πρόποδες της Όθρυς, στην περιοχής της Ευξεινούπολης, στον Αλμυρό. Η μεγαλύτερη και δυτική έχει μέσο βάθος περίπου 8 μέτρα και μέγιστη διάμετρο περίπου τα 250 μέτρα, ενώ η μικρότερης και ανατολική έχει μέγιστο βάθος περίπου 6 μέτρα, και διάμετρο περίπου τα 150 μέτρα. Παλαιότερα, οι λίμνες αυτές θεωρούνταν πως είναι καρστικές δολίνες ή ότι έχουν ηφαιστειογενή προέλευση. Όμως, οι ερευνητές Ε. Λάγιος και J., Dietrich Volker το 2010, μετά από έρευνα που πραγματοποίησαν στην περιοχή κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για δίδυμους κρατήρες που δημιουργήθηκαν από πρόσκρουση μετεωρίτη με τη Γη. Υποστηρίζουν μάλιστα, ότι από τα ευρήματά τους φαίνεται ότι η πρόσκρουση αυτή έλαβε χώρα κατά την εποχή του Ολόκαινου, πριν από 12500 με 7000 χρόνια και το πιθανό μέγεθος των θραυσμάτων που προσέκρουσαν εκτιμάται ότι κυμαίνονταν από 10 έως 30 μέτρα. Το φαινόμενο αυτό είναι μοναδικό στην Ελλάδα, ενώ σε ολόκληρη την Ευρώπη οι αντίστοιχες περιπτώσεις-θέσεις δεν ξεπερνούν τις 40 από 178 σε ολόκληρο τον πλανήτη. Επίσης, οι ίδιοι ερευνητές, από ορυκτολογική άποψη, βρήκαν ότι στις ρηχές όχθες της λίμνης, παρουσιάζονται πολυμικτικός χαλαζίας σε ανθρακικά λατυποπαγή και συσσωματώματα πηλού τα οποία έχουν μικρή διαστρωμάτωση, αλλά δεν είναι ηφαιστειακές δομές. Εξάλλου, στις ανθρακικές μήτρες βρήκαν μερικώς ‘’τετηγμένο ζιρκόνιο’’, ρουτίλιο και ιλμενίτη, για την τήξη των οποίων απαιτούνται θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 1400–1800 °C, και οι οποίες όμως δεν απαντώνται σε διαδικασίες μαγματισμού και φαινόμενα μεταμόρφωσης, στο γήινο φλοιό και τον ανώτερο μανδύα της Γης. Για τις δίδυμες αυτές ‘’αινιγματικές’’ λίμνες μπορούν να εξαχθούν οι εξής υποθέσεις. που καλούνται να εξηγήσουν την προέλευση αυτών των λιμνών: α) είναι τύπου ‘’Μάαρ’’ ηφαιστειακοί κρατήρες. β) είναι προέλευσης υδροθερμικής ή διοξειδίου του άνθρακα ή κρατήρες έκρηξης αερίου, πιθανότατα υδρογονανθράκων. γ) δολινολίμνες λόγω καρστικοποίησης. δ) κρατήρες μικρής διάστασης μετεωρίτη.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

91


Η τελευταία αυτή δ) εξήγηση τεκμηριώνεται από την πιο πάνω έρευνα με βάση γεωλογικές, πετρολογικές και γεωφυσικές αποδείξεις.

Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε και στο ψηφιακό βιβλίο για τις ‘’Φυσικές Λίμνες στην Ελλάδα’’, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-greece/. ΛΙΜΝΗ ΙΣΜΑΡΙΔΑ ΚΑΙ ΛΙΜΝΗ ΦΤΕΛΕΑ, ΡΟΔΟΠΗ, ΘΡΑΚΗ (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.pamth.gov.gr, http://www.jti-rhodope.eu,http://www.eox-rodopi.gr, και από Μπούσμπουρας και συν., 2010 -Τεχν., Έκθεσ., Περιφ., Αν.,Μακεδονίας Θράκης, 144σελ, Διαχείριση καλαμιώνων λίμνης Ισμαρίδας, Περγαντής και συν., 2010 -Τεχν., Έκθεσ., Διαχειριστικό σχέδιο εθνικού πάρκου δέλτα Νέστου, Βιστωνίδας, Ισμαρίδας, Boskidis et al., 2010- J., Envir., Scien., Health, 45,11, 1421-1440, Changes of water quality and SWAT modelling of Vosvozis river basin, Αγγελάκης, 2008 -Μεταπτ., Διατρ., ΔΠΘ, 112σελ., Πανίδα ιχθύων και αμφιβίων Μακεδονίας- Θράκης, Economou et al., 2007-Medit., Mar., Scien., 8,1,91-166, The freshwater ichthyofauna of Greece, *Φορέας Διαχείρισης Νέστου και λιμνών Βιστωνίδας και Ισμαρίδας- http://www.epamath.gr/).

Η λίμνη Ισμαρίδα παλαιότερα Μητρικού ή Μάνα, βρίσκεται στα νότια του νομού Ροδόπης, ανατολικά της λίμνης Βιστωνίδας και σε απόσταση 3 χλμ. από τη θάλασσα, συγκεκριμένα από τον όρμο Ανοικτό. Καταλαμβάνει έκταση 2.3 τετραγ. χιλιομέτρων περίπου. Το μέγιστο βάθος της είναι 1.5 μ. και το μέσο βάθος 1 μ. Είναι η μοναδική σε ολόκληρη τη Θράκη η οποία έχει εξ’ ολοκλήρου γλυκό νερό. Η επιφάνεια της λίμνη Ισμαρίδας καλύπτεται σχεδόν στο σύνολό της από το προστατευόμενο ελόφυτο νεροτρίβολο ή νεροκάστανο ή τριβολοκρατέλες (Trapa natans ), ενώ εντυπωσιακή είναι η επέκταση των καλαμιώνων περιμετρικά της λίμνης. Επίσης, μεγάλο μέρος της λίμνης καλύπτεται από νούφαρα (Nymphaea alba), ενώ τοπικά επιπλέει η φακή του νερού (Lemna minor). Ο καλαμιώνας στη λίμνη Ισμαρίδα, έχει επεκταθεί σημαντικά τα τελευταία 35 χρόνια, με μεγαλύτερη επέκταση την ανατολική, νότια και βορειοδυτική πλευρά της λίμνης. Η λίμνη Φτελέα ή Καραγατσέλι, μαζί με τη γειτονική Έλος, αποτελούν δύο παραθαλάσσιες, ρηχές λίμνες με αλμυρό νερό, λασπώδεις ακτές, αμμώδεις λωρίδες γης, παραλίες προς τη μεριά της θάλασσας και αλμυρά έλη. Υπάρχει ένας σύνδεσμος μεταξύ τους και χωρίζονται με ένα ανάχωμα. Στα βόρεια και βορειοανατολικά περιβάλλονται από αρδευόμενη, καλλιεργούμενη γη. Στα νότια, προς τη θάλασσα, υπάρχουν βραχώδεις ακτές. Στη λιμνοθάλασσα Πτελέα ή Καραγατσέλι και Έλος συναντώνται οι μεγαλύτεροι πληθυσμοί φοινικόπτερων. Η προσπέλαση γίνεται από τον οικισμό Γλυφάδα.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

92


Λίμνη Ισμαρίδα (φωτο Μ. Παναγιωτοπούλου/http://www.ornithologiki.gr) Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

93


Ειδικότερα, για τη λίμνη Ισμαρίδα, στο βορειοανατολικό τμήμα της απλώνονται εκτεταμένοι καλαμώνες. Η έκτασή του καλαμώνα, πριν από την κατασκευή του ανατολικού αναχώματος, ήταν γύρω στα 786 στρέμματα, ενώ το 2010 έφτανε τα 1742 στρέμματα. Με βάση αεροφωτογραφίες και στοιχεία πεδίου (2010) οι καλαμιώνες (π.χ. Phragmites australis) καταλαμβάνουν έκταση 1674,48 στρέμματα, οι συστάδες με βούρλα (π.χ. Scirpus spp.,) 0.32 στρέμματα και οι συστάδες με ψαθιά (π.χ Typha spp.,) 67,38 στρέμματα. Σε αυτές τις εκτάσεις θα πρέπει να προστεθεί ο καλαμιώνας, πολύ χαλαρής δομής, που εμφανίζεται εξωτερικά του αναχώματος, σε κατακλυζόμενες από νερά εκτάσεις στα βορειοανατολικά και οι οποίες ήταν υγρά λιβάδια, πριν από την κατασκευή του αναχώματος και την αποκοπή τους από την άμεση υδρολογική επικοινωνία με τη λίμνη. Η λίμνη χρησιμοποιείται ως εκτατικό ιχθυοτροφείο, ενώ αποτελεί αποδέκτη επεξεργασμένων λυμάτων της πόλης της Κομοτηνής, αλλά και ανεπεξέργαστων αποβλήτων από μεταποιητικές μονάδες της ευρύτερης περιοχής. Τα τεχνικά έργα στο δίαυλο την περίοδο 1985-86, αποσκοπούσαν στο να λειτουργεί ως εσοδευτικό στόμιο για τα ευρύαλα ψάρια (π.χ. κεφαλόπουλα, τσιπούρες, λαυράκια) που θα εισέρχονταν στη λίμνη, για την αύξηση της ιχθυοπαραγωγής. Το 1999 κατασκευάστηκε στο δίαυλο και ιχθυοσυλληπτικός φραγμός, ενώ υπάρχει και πρόχειρο θυρόφραγμα για τη ρύθμιση της στάθμης της λίμνης. Εξάλλου, την περίοδο 1976-1985 κατασκευάστηκε περιφερειακό ανάχωμα εξωτερικά του οποίου δημιουργήθηκε αποστραγγιστική τάφρος για την προστασία των καλλιεργειών που βρίσκονται στα ανατολικά της λίμνης. Σε περιόδους ανομβρίας το μέσο βάθος της λίμνης μειώνεται μέχρι και το 0,5 μέτρα, ενώ το βορειότερο τμήμα της ξηραίνεται συνήθως κατά τον Αύγουστο. Σε αυτές τις περιόδους (Αύγουστος και Σεπτέμβριος 1991-1992) είχε διαπιστωθεί επίσης ότι η αλατότητα μέσα στη λίμνη μπορεί να κυμαίνονταν σε υψηλά επίπεδα (17.0-35%0), ενώ συνήθως σε υγρές συνθήκες κυμαίνονταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα ( 0.17-4.0%0). Στη λίμνη εκβάλλει ο ποταμός Βοσβόζης, με λεκάνη απορροής περίπου τα 82,3 τ.χλμ , ενώ ο γειτονικός ποταμός Φιλιούρης, εκβάλλει κατευθείαν στο Θρακικό πέλαγος. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 διανοίχτηκε και εκβαθύνθηκε δίαυλος επικοινωνίας της με τη θάλασσα, μήκους γύρω στα 5,5 χλμ. Από τεκτονική και γεωμορφολογική άποψη, η ευρύτερη περιοχή της λίμνης Ισμαρίδας χαρακτηρίζεται από έντονη τεκτονική και νεοτεκτονική δραστηριότητα.

Η λίμνη θεωρείται ευτροφική έως υπερτροφική και οι καλαμιώνες αντιπροσωπεύουν τον κυρίαρχο τύπο βλάστησης με ιδιαίτερα εντυπωσιακή την εξάπλωση του νεροκάστανου ή τριβελοκρατέλας (Trapa natans). Τα κυριότερα προβλήματα της λίμνης είναι η διαρκής επέκταση του καλαμιώνα, ο οποίος ευνοεί ορισμένα είδη πανίδας προσφέροντας καταφύγιο και θέσεις φωλιάσματος, ωστόσο η μετατροπή του μεγαλύτερου μέρους της λίμνης σε ενιαίο καλαμιώνα περιορίζει τον αριθμό των ειδών

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

94


πουλιών που θέλουν να φωλιάσουν ή να τρέφονται στη λίμνη, ενώ επιδρά αρνητικά στην αναπαραγωγή και τη διαβίωση της ιχθυοπανίδας.

Λίμνη Πτελέα και Έλος (by http://www.jti-rhodope.eu)

Οι λίμνες Φτελέα και Έλος και το ιχθυοτροφείο Μολυβωτής στη Θράκη (by GregoryGR, http://www.kom.gr/Panoramio). Σε πολλές αναφορές αυτή η φωτογραφία λανθασμένα αναφέρεται ως λίμνη Ισμαρίδα ή Μητρικού.

Η σημερινή λίμνη Ισμαρίδα (έκταση περίπου 3.4 τ.χλμ), αλλά με τις γειτονικές λίμνες ή λιμνοθάλασσες (π.χ., Πτελέα ή Καραγατσέλι, Έλος ή Καρατζαλή), τα έλη (Ξηρολίμνη, Αρωγή), τη λίμνη Βιστωνίδα και τις λιμνοθάλασσες (π.χ., Αρωγή ή Καρατζά, Ξηρολίμνη ή Φαναρίου, Λαγός, Αλυκή ή Μέση), εντάσσονται σε ένα μεγάλο ενιαίο σύμπλεγμα υγροτοπικών περιοχών (περιοχή Ramsar και Natura2000), το οποίο είναι σημαντικό για την ευρύτερη περιοχή, καθώς διαθέτει πολυποίκιλους τύπους οικοτόπων και συντηρεί στα ενδιαιτήματά τους πλούσια χλωρίδα και πανίδα, με χαρακτηριστικό την παρουσία σπάνιων και απειλούμενων υδρόβιων πτηνών. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

95


Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε και στο ψηφιακό βιβλίο ‘’Οι Φυσικές Λίμνες στην Ελλάδα’’, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-greece/

Το ενιαίο υγροτοπικό σύστημα της περιοχής Ξάνθης-Κομοτηνής (Λίμνες: Βιστωνίδα, Πτελέα, Έλος, Ισμαρίδα, Λιμνοθάλασσες: Λαφρούδα, Λάφρα, Λάγος, Νταλιάνι, Ξηρολίμνη, Αλυκή, Καρατζά)

ΛΙΜΝΗ ΝΗΣΙ, ΕΔΕΣΣΑ (πηγές: σταχυολόγηση από Grigoriadis et al., 2009-(Plant Biosys., 143, 1, 162-172, Habitat and characteristics of the Agras wetland, Καλαϊτζίδης, 2007 -Διδακτ., Διατρ., Πανεπιστήμιο Πατρών, 350σελ., Εξέλιξη της τυρφογένεσης στην Ελλάδα, Grigoriadis et al., 2007 -Plant Biosyst., 143, 1, 162-172, Hydrological, hydrochemicall characteristics of the Agras wetland), Papademetriou et al., 2005 -EAAP public., Ed., Georgoudis, Rosati, Mosconi, No 115, 140-144, Flora of the Agra lake)

Η λίμνη Νησί της Έδεσσας, είναι μέρος της υγροτοπικής περιοχής της τεχνητής λίμνης του ΆγραΒρυττών, συνολικής έκτασης περίπου 6000 στρεμμάτων και βρίσκεται 6 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης της Έδεσσας. Η λίμνη τροφοδοτείται από πηγές του Εδεσσαίου ποταμού, ενώ μέχρι το 1990 ήταν υδρολογικά εξαρτημένη από τη λίμνη Βεγορίτιδα. Με την κατασκευή του υδροηλεκτρικού φράγματος το 1955 στον πυρήνα του υγρότοπου, δημιουργήθηκε η τεχνητή λίμνη του Άγρα. Σήμερα, το οικοσύστημα της περιοχής έχει ιδιάζοντα χαρακτηριστικά, καθώς δεν μοιάζει ούτε με λίμνη, αλλά ούτε και με ποταμό.

Η λίμνη Νησί, Eδεσσα (by Jimli/Panoramio

Σήμερα, το λιμναίο περιβάλλον τοποθετείται σε δυο μικρές λεκάνες. Η μικρότερη, η Λίμνη Νησιού, βορειοδυτικά της κύριας λίμνης που είναι και μεγαλύτερη και αποτελεί την τεχνητή λίμνη του Άγρα και τοποθετείται σχεδόν στην κατεύθυνση ανατολή-δύση, παράλληλα προς τον Εδεσσαίο ποταμό. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

96


Καταγράφεται ότι στη λίμνη του Νησιού, ο τυρφώνας αναπτύχθηκε κατά τη σταδιακή χερσοποίηση του αρχικού λιμναίου περιβάλλοντος ως αποτέλεσμα είτε επιβράδυνσης της βύθισης του υποβάθρου (τεκτονικός παράγοντας), είτε επικράτησης έντονα ξηρών συνθηκών (κλιματικός παράγοντας) ή και ως συνδυασμός αυτών. Σήμερα το λιμναίο περιβάλλον καλύπτει την αξονική περιοχή του τυρφώνα στο κεντρικό και νότιο τμήμα της λεκάνης, ενώ σχεδόν παράλληλα με τον άξονα της λίμνης ρέει ο Εδεσσαίος ποταμός. Η Λίμνη του Νησιού, ή ο Τυρφώνας του Νησιού (υψόμετρο +475 και +480 μέτρα), αποτελεί ένα εκτεταμένο σύγχρονο ελώδες πεδίο που καταλαμβάνει έκταση περίπου 12 τ.χλμ και που αναπτύσσεται σε μια επιμήκη και στενή λεκάνη τη λεκάνη του Νησιού ή Άγρα. Οι ελώδεις εκτάσεις της περιοχής ήταν γνωστές στην αρχαιότητα ως έλος ‘’Τιάβου’’. Η περιοχή οριοθετείται νότια και νοτιοδυτικά από τον ορεινό όγκο του Βέρμιου, από τα βόρεια και βορειοδυτικά από την οροσειρά του Βόρα, από τα ανατολικά με χαμηλούς λόφους και την κοιλάδα του Εδεσσαίου ποταμού (ή Άγρα ή Βόδα) και από τα δυτικά περιορίζεται από λόφους που χωρίζουν την περιοχή από τη γειτονική λεκάνη της Πτολεμαΐδας, Αμύνταιου και τη λίμνη Βεγορίτιδα. Στο βόρειο τμήμα του τυρφώνα και περιθωριακά του υπάρχει εκτεταμένη ζώνη γεωργικής καλλιέργειας, αλλά και περιφερειακά κανάλια αποστράγγισης του έλους, με συνέπεια τον περιορισμό της σύγχρονης τυρφογένεσης. Το κύριο τυρφογενετικό φυτικό είδος της περιοχής είναι το ασβεστόφιλο σπαθόχορτο ή κοψιάς Cladium mariscus, και τα Carex limosa, Cyperus longus, Scirpus spp., αλλά και άλλα τυρφογενετικά είδη όπως στα ενδιάμεσα λιμνοτελματικά πεδία οι καλαμώνες με Phragmites australis, Typha spp., ενώ στις λιμναίες συνθήκες τα Myriophullum spp., Nymphaceae και κατά θέσεις το Iris pseudacorus. Αυτός ο τυρφώνας στο Νησί της Έδεσσας, χαρακτηρίζεται ως ενδοηπειρωτικός ασβεστο-αλκαλικός τοπογενής ποω-τυρφώνας, τα χαρακτηριστικά του οποίου ελέγχονται από τη συνδυαστική επίδραση της τεκτογενούς δραστηριότητας και των κλιματικών συνθηκών. (Σε γενικές γραμμές, στην Ελλάδα κάθε ενδοηπειρωτικός τυπογενής τυρφώνας, με κατεύθυνση από το χερσαίο περιβάλλον με τα υγρά λιβάδια προς το λιμναίο περιβάλλον, αποτελείται από α) το τελματικό πεδίο όπου φυτρώνουν διάφορα αγροστώδη, και ακολουθεί η ζώνη με τα Cladium mariscus και Carex spp., β) το λιμνοτελματικό πεδίο όπου υπάρχει η ζώνη με τα είδη Phragmites australis, Scirpus spp., Typha spp., Juncus spp., Cyperus spp. Σε αυτό το πεδίο και στη γειτνίασή του με το λιμναίο περιβάλλον συναντώνται κυρίως τα είδη Nymphaea spp., Potamogeton pectinatus, P.crispus, P.filiformis, Myriophullum venticillatum, Ceratophyllum demersum, Chara vulgaris, Nitella flexilis, Utricularia minor, U.vulgaris, Vallisneria spiralis, και άλλα).

Το πλέον χαρακτηριστκό του υγροτοπικού περιβάλλοντος είναι η ποικιλομορφία και το μωσαϊκό της υδρόβια μακροφυτικής χλωρίδας που είναι εντυπωσιακά. Συνολικά έχουν καταγραφεί 325 taxa (είδη, ποικιλίες. υποείδη, μορφές), από τα οποία κυριαρχούν στην περιοχή τα υδρόβια μακρόφυτα Cladium mariscus (δημιουργεί τύπους οικότοπους που προστατεύονται κατά προτεραιότητα), Sparganium erectum, Vallisneria spiralis, Centaurea grisebachii, Alisma plantago aquatica, Sedum acre, Carex acuta, C.davalliana, C. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

97


distans, C.divisa, C. humilis, C.riparia, C.polyphylla, C.pseudocyperus, C.caryophyllea, C. flacca, Cyperus longus, Eleocharis palustris, Scirpus lacustris, Potamogeton spp., Myriophyllum spp., και πολλά άλλα. Δηλαδή, ο κυρίαρχος τύπος βλάστησης στον υγρότοπο είναι οι καλαμώνες, με χαρακτηριστικά είδη τα σπαθόχορτα ή κοψιά, καλάμια, βούρλα και ψαθιά, η επέκταση των οποίων όμως σε κάποιες περιπτώσεις γίνεται σε βάρος άλλων βιοτόπων του υγροτόπου. Στο δυτικό κυρίως τμήμα της λίμνης και κοντά στον οικισμό των Βρυττών, όπου διατηρούνται ενεργοί επιφανειακοί τυρφώνες, σχηματίζονται υγρά λιβάδια, με κυρίαρχο φυτό το σπαθόχορτο Cladium mariscus και χαρακτηριστικά είδη τα καλάμια, τα ψαθιά και τα βούρλα, δημιουργώντας "ασβεστούχους βάλτους", οικοτόπους προτεραιότητας για την Ε.Ε. με βάση την Οδηγία των Οικοτόπων. Στα υγρά λιβάδια παρατηρούνται κάθε χρόνο μοναδικά φυτά, όπως είναι οι ίριδες και οι ορχιδέες (Cephalanthera longifolia, Epipactis palustris, Orchis palustris, Dactylorhiza maculata, Dactylorhiza incarnate, Ophrys sphegodes, κλπ.). Πρόκειται πάντως για ασταθή και ευαίσθητα οικοσυστήματα, άμεσα εξαρτώμενα από τη διατήρηση συγκεκριμένης στάθμης του υδροφορέα, με μεγάλη οικολογική σημασία, αφού αποτελούν δείκτη διατήρησης των περιβαλλοντικών και υδρολογικών συνθηκών στην περιοχή. Το ευαίσθητο αυτό οικοσύστημα κινδυνεύει από τις διαταραχές της υδρολογίας, την σε βάρος του επέκταση των καλαμώνων και των καλλιεργειών και σε κάποιες περιπτώσεις και από την ανεξέλεγκτη βόσκηση. Κατά μήκος των καναλιών και σε παρόχθιες θέσεις απαντούν υδρόφιλα είδη όπως ιτιές και λεύκες, ενδιαιτήματα πολύ σημαντικά για τη διαβίωση σπάνιων αρπακτικών και υδρόβιων πουλιών. Στις υδάτινες επιφάνειες κυριαρχούν πλευστόφυτα όπως οι ποταμογείτονες και τα νούφαρα, δημιουργώντας θέσεις κατάλληλες για την απόθεση των αυγών των ψαριών. Στον υγρότοπο φιλοξενούνται αρκετοί ζωικοί οργανισμοί. Από τα θηλαστικά, πιο χαρακτηριστικό είναι ο μυοκάστορας, είδος που τρέφεται με υδρόβια φυτά και σημαντικότερο η βίδρα. Ο λιμνοβάτραχος και το νερόφιδο είναι τα πιο κοινά από τα πολλά είδη αμφίβια και ερπετά του υγροτόπου. Η λίμνη φιλοξενεί σε αραιούς πληθυσμούς με αρκετά είδη ψαριών. Tα είδη που έχουν καταγραφεί στη λίμνη είναι τα εξής: γλίνι (Tinca tinca), τσιρώνι (Rutilus rutilus), κέφαλος (Leuciscus cephalus), γριβάδι (Cyprinus carpio), κουτσουράς (Carassius carassius), πεταλούδα (Carassius auratus gibelio), γουλιανός, μπριάνα, πλατίκα, τούρνα και άλλα. Τα τελευταία χρόνια έχουν εισαχθεί από τον άνθρωπο πεταλούδες, ιταλικοί κυπρίνοι, κουνουποφάγοι και πρόσφατα ο χορτοφάγος κυπρίνος. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί η συνύπαρξη στον υγρότοπο δύο ειδών καραβίδας, ενός αυτόχθονου (Astacus torrentium και όχι το A.fluviatilis) και ενός εισαγόμενου αμερικάνικου είδους. Η ιχθυοπανίδα της περιοχής, μαζί με τις καραβίδες, στήριζαν παλιότερα αρκετούς επαγγελματίες ψαράδες, σήμερα όμως έχει σχεδόν εξαλειφθεί η αλιευτική παραγωγή. Τα πουλιά θεωρούνται η σπουδαιότερη ομάδα ζωικών οργανισμών του υγροτόπου, συνιστώντας το βασικό λόγο προστασίας του. Εδώ αναπαράγονται παγκόσμια και ευρωπαϊκά προστατευόμενα είδη πουλιών, όπως η βαλτόπαπια, το μουστακογλάρονο και ο μικροτσικνιάς, καθώς και τα πιο κοινά πουλιά, με μόνιμη παρουσία στην περιοχή, όπως ο κύκνος, η φαλαρίδα, το νανοβουτηχτάρι και η νερόκοτα. Την άνοιξη και το φθινόπωρο εμφανίζονται αρκετά μεταναστευτικά, με σημαντικότερα τα δύο είδη πελεκάνων, αρκετά είδη ερωδιών, αλλά και σπάνια αρπακτικά, όπως ο χρυσαετός. Στον υγρότοπο μέχρι σήμερα έχουν παρατηρηθεί 164 είδη πουλιών. Από το 2009 ορίστηκαν τα είδη προτεραιότητας του υγροτόπου, όπως αυτά περιγράφονται από την Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη και συμπληρώθηκαν με είδη που προέκυψαν από την παρακολούθηση των ετών 2008 και 2009. Μεταξύ αυτών είναι η βαλτόπαπια (Aythya nyroca), ο αργυροπελεκάνος (Pelecanus crispus), το γκισάρι, (Aythya ferina), ο νυχτοκόρακας (Nycticorax nycticorax) κ.ά. Η βαλτόπαπια είναι ένα είδος που παρατηρείται κυρίως τέλος καλοκαιριού και το φθινόπωρο. Κατά την αναπαραγωγική περίοδο προτιμά τη "σιγουριά" που εξασφαλίζουν οι πυκνοί καλαμιώνες, οπότε δύσκολα γίνεται αντιληπτή. Αντίθετα, ο κύκνος (Cygnus olor) είναι ένα είδος που παρατηρείται εύκολα στον υγρότοπο καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, άλλωστε από κάποιους η περιοχή αποκαλείται "Λίμνη των Κύκνων". Σε αυτό το σημείο, αξίζει να αναφερθεί ότι στο παρελθόν η ΔΕΗ είχε εισάγει κύκνους στον υγρότοπο. Στην προσπάθεια να μείνουν οι νεαροί κύκνοι στη λίμνη σχεδόν κάθε χρόνο με ανάλογους χειρισμούς μειωνόταν η πτητική ικανότητα των πουλιών. Η τακτική αυτή έχει σταματήσει πια μετά από παρεμβάσεις της Ορνιθολογικής. Από σχετικές μελέτες έχει διαπιστωθεί ότι μεταξύ των άλλων ο νυχτοκόρακας τρέφεται σε παρόχθια βλάστηση, ο κρυπτοτσικνιάς (Ardeola ralloides) σε παρυφές καλαμιώνα, ενώ ο μικροτσικνιάς (Ixobrychus minutus) επέλεγε και τους δυο οικοτόπους για τροφοληψία. Εξάλλου, πάνω από 68 είδη πτηνών χρησιμοποιούν την περιοχή για φώλιασμα, Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

98


διαχείμανση και αναπαραγωγή, ενώ η περιοχή είναι σημαντική για μια από τις τέσσερις αποικίες του μουστακογλάρονου (Chlidonias hybridus) στην Eλλάδα και του σπανιότατου στην χώρα μας μαυρογλάρονου (Chlidonias niger). Mεταναστευτικά πουλιά, όπως οι πελεκάνοι, χρησιμοποιούν τη λίμνη ενώ εδώ είναι μια από τις λίγες γνωστές περιοχές αναπαραγωγής της ροπαλόπαπιας (Netta rufina). Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε και στο ψηφιακό βιβλίο για τις ‘’Φυσικές Λίμνες στην Ελλάδα’’, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-greece/ ΤΑ ΗΜΙΦΥΣΙΚΑ ΕΠΟΧΙΚΑ ΛΙΜΝΙΑ Ή ΜΠΑΡΕΣ ΣΤΟ ΧΟΡΤΙΑΤΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. (Τεχνητά ή ημιφυσικά λιμνία είναι οι γνωστές Μπάρες των ντόπιων). (Πηγή: σταχυολόγηση από http://www.hortitis570.gr, κείμενο Σταύρος Υφαντής).

Οι λεγόμενες Μπάρες στο Χορτιάτη, είναι τεχνητά, ημιφυσικά εποχικά λιμνία τα οποία στο παρελθόν εξυπηρετούσαν στην παραγωγή πάγου για οικιακή και επαγγελματική χρήση. Σήμερα αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο του εκεί φυσικού περιβάλλοντος με ενδιαφέρουσα πανίδα και χλωρίδα. Ο Στ. Υφαντής μας ενημερώνει σχετικά με τις Μπάρες. ‘’ Όσοι οι ανεβαίνουν για πρώτη φορά το μονοπάτι από το χωριό προς το καταφύγιο του ΣΕΟ με απορία σταματούν σε κάποιες μεγάλες τρύπες κάτω από τις καστανιές. Οι εικασίες που κάνουν όμως οι περιπατητές απέχουν πολύ από την πραγματικότητα καθώς είναι αδύνατο να τη φανταστούν: Είναι Τα μαγαζιά του πάγου. Για αρκετούς αιώνες οι κάτοικοι του Χορτιάτη παρήγαγαν και διακινούσαν πάγο πολύ πριν κάνει την εμφάνιση του ο βιομηχανοποιημένος πάγος. Η πρώτη ιστορική μαρτυρία που εμείς τουλάχιστον γνωρίζουμε είναι του τούρκου περιηγητή του 17ου αιώνα Εβλιγιά Τσελεμπή που επισκέφτηκε την Θεσσαλονίκη το 1623: «Ψηλά προς τις κορυφές του βουνού, υπάρχουν πολλές μικρές λίμνες που μοιάζουν σαν μάτια ζωής. Το χειμώνα, που το κρύο είναι τσουχτερό, οι λιμνούλες παγώνουν και μετατρέπονται σε κρυστάλλινες επιφάνειες. Κατά τη Νεβρούζ του Ιουλίου, οι ραγιάδες του Χορτάτζ σπάζουν τις επιφάνειες, φορτώνουν τους πάγους σε γαϊδούρια και τους φέρνουν και τους πουλάνε στην αγορά της Θεσσαλονίκης»1. Φυσικά αγοραστές του πάγου είναι οι πλούσιοι έμποροι της πόλης καθώς και οι "αϊάνηδες" δηλ. οι διοικητικοί, άρχοντες της πόλης.

Πολλά χρόνια αργότερα τον Δεκέμβριο του 1812 ο άγγλος γιατρός H. Holland που περιηγήθηκε την Ελλάδα γράφει: ‘’Η Θέα από το κάστρο της Θεσσαλονίκης προς τη χερσόνησο της αρχαίας Παλλήνης περιορίζεται από το βουνό που λέγεται Χορτιάτης λίγα μίλια προς τα νοτιοανατολικά της πόλης και στις πλαγιές του οποίου φυλάσσεται πάγος μέσα σε πηγάδια σε όλη τη διάρκεια του έτους για τις ανάγκες του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης’’. Ωστόσο η κατασκευή του πάγου ήταν μια πραγματική τέχνη. Συνήθως κοντά σε ρέματα, σε βαθύσκια και απάνεμα μέρη υπήρχαν οι "μπάρες", επίπεδα πλατώματα όπου συγκεντρωνόταν το νερό από τις πολυάριθμες πηγές ή τα χιόνια. Τις νύχτες η επιφάνεια του νερού πάγωνε. Την επόμενη μέρα οι Χορτιατινοί άνοιγαν τρύπες στον πάγο και έβγαζαν το νερό από πάνω ώστε να παγώσει και αυτό. Όταν ο πάγος έφτανε σε πάχος τα 10 εκατοστά τον έκοβαν και τον αποθήκευαν στα "μαγαζιά". Τα μαγαζιά ήταν δύο ειδών. Είτε οι μεγάλες τρύπες, σκαμμένες βαθιά στο χώμα, είτε κυκλικές ξερολιθιές χτισμένες «από εντόπιο λίθο κατά ιδιοφυώς στρωμένες ζώνες ψαροκόκκαλο». Και στις δύο περιπτώσεις είχε ληφθεί πρόνοια ώστε τα νερά από το λιώσιμο των πάγων Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

99


το καλοκαίρι να μην λιμνάζουν και λιώνουν τον πάγο αλλά να διαφεύγουν. Γι' αυτά έστρωναν τον πάτο με μεγάλες πέτρες, κοτρώνες, "ντοσιμέ" στα τούρκικα, που επέτρεπαν την απορροή των νερών στο έδαφος. Εκεί «θήκιαζαν τον πάγο και τον τοποθετούσαν σωστά, όπως στρώνεις μια αυλή με πλάκες». Μετά από κάθε στρώση πάγου έστρωναν φύλλα οξυάς, μετά πάλι πάγο έως ότου γεμίσει το μαγαζί οπότε το σκέπαζαν με ένα παχύ στρώμα φύλλων οξυάς πάχους 20-30 εκατοστών. Χρησιμοποιούσαν πάντοτε φύλλα οξυάς λέγοντας χαρακτηριστικά ότι το μυστικό ήταν στο κοτσάνι του φύλλου. Πράγματι τα φύλλα της οξυάς έχοντας πολύ μικρό κοτσάνι στρωνόταν πυκνά χωρίς κενά και δεν άφηνε τον αέρα να περάσει. Το καλοκαίρι, "όταν έσφιγγαν οι ζέστες", οι Χορτιατινοί άνοιγαν τα μαγαζιά χαράματα, φόρτωναν τον πάγο σε γαϊδούρια, τον σκέπαζαν με λινάτσες και νωρίς το πρωί ήταν στην πόλη όπου τον πουλούσαν, εξασφαλίζοντας έτσι ένα καλό μεροκάματο, συνήθως σε χονδρέμπορους παντοπώλες που αναλάμβαναν την διανομή. Από τους πλούσιους πελάτες που αρχικά ήταν οι μόνοι αγοραστές του πάγου, τα ζυθοποιεία που στις αρχές του αιώνα γνώρισαν μεγάλη ακμή σερβίροντας παγωμένη μπύρα ως την μεταπολεμική διάδοση της "παγωνιέρας" που έγινε πλέον λαϊκό είδος οι Χορτιατινοί είχαν να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό του βιομηχανοποιημένου πάγου που στην Θεσσαλονίκη άρχισε να παράγεται από το 1892. Στη διάρκεια της κατοχής η παραγωγή του πάγου σταμάτησε, "ποιος νοιαζόταν για πάγο όταν δεν είχε να φάει", και μεταπολεμικά μόλις 5 παγοποιοί συνέχισαν την παράδοση. Τελευταίος παγοποιός ο Άγγελος Γκουραμάνης που σταμάτησε το 1956. Ήδη τα πρώτα ηλεκτρικά ψυγεία είχαν αρχίσει να εμφανίζονται και να εκτοπίζουν τον πάγο, Ο Χορτιάτης ηλεκτροδοτείται το 1957, κανείς πια δεν ενδιαφέρεται για τον χειροποίητο πάγο’’.(άλλες πηγές:- Αγγελινούδη Α.Β., Σαββοπούλου Ξανθά Μπακαϊμη Αλεξ, Η Ιστορία του Χορτιάτη, Έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Κοινότητας Χορτιάτη, 1974. -Holland Henry, Ταξίδι στη Μακεδονία και Θεσσαλία (1812-1813), εκδόσεις Αφών Τολίδη, Αθήνα 1989. -Θεοδωρίδη Πάνου, Ορεσίβιος Πάγος στο αφιέρωμα «Η πόλη και ο πάγος», περιοδικό ΤΑΜΑΡΙΞ, τεύχος 5, Μάϊος 1997, έκδοση Ο.Π.Π.Ε.Θ. -Γκουραμάνης Άγγελος, Συνέντευξη στην Όλγα Τσαντήλα, στο «Η πόλη και ο πάγος», ό.π. -Βαλαχά Γ. Θεοδώρου, Ο Χορτιάτης στις παλιές ιστορίες, εκδόσεις Χορτιάτης 570, Θεσσαλονίκη 1996). (Σημείωση από Κ. Καρπαδάκη: τεχνητά λίμνια στον Χορτιάτη, είναι οι λεγόμενες "μπάρες", από τις οποίες συλλέγονταν καλής ποιότητας πάγος. Συνυπάρχουν πάντα με βαθείς λάκκους παραδίπλα τους, τα λεγόμενα "μαγαζιά", όπου φυλάσσονταν σκεπασμένα τα κομμάτια πάγου και διατηρούνταν ακόμα και τους καλοκαιρινούς μήνες. Σήμερα λίγες κρατάνε νερό τον χειμώνα και σε περίοδο πυκνών βροχοπτώσεων). (http://www.hortiatis570.gr/By Σωτήρης Τοκαλατσίδης)

ΛΙΜΝΗ ΠΙΚΡΟΛΙΜΝΗ, ΚΙΛΚΙΣ (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.pikrolimnispa.gr, http://www.pikrolimnispa.gr, http://www.naturagraeca.com)

Η Πικρολίμνη είναι μια περιοδικά, αβαθής, κατακλυζόμενη λίμνη στα νότια του νομού Κιλκίς, σε υψόμετρο περίπου +50 μέτρων. Είναι μια κυκλική, μικρή λίμνη (η έκταση της κυμαίνεται μεταξύ 3,7 και 4,5 τ.χλμ., με βάθος από 0,5 μέχρι 0,7 μέτρα, μέγιστο μήκος της φτάνει τα 2,4 χλμ., μέγιστο πλάτος 2,3 χλμ. και η περίμετρος της είναι περίπου 8,5 χλμ) της Μακεδονίας, που τα ιδιαίτερα στοιχεία που την αποτελούν της προσδίνουν

μια μοναδικότητα για τον ελλαδικό χώρο. Πρόκειται για την μοναδική λίμνη της ηπειρωτικής Ελλάδας που έχει αλμυρό νερό.

Η εποχική λίμνη Πικρολίμνη, είναι αλκαλική-αλμυρή λίμνη που στεγνώνει εντελώς την καλοκαιρινή περίοδο, σχηματίζοντας λιμναίους εβαπορίτες (οι εβαπορίτες είναι χημικά ιζηματογενή κοιτάσματα Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

100


που προέρχονται από την απόθεση διαφόρων χλωριούχων και θειϊκών αλάτων Κ, Na, Ca σε θαλάσσιες ή λιμναίες λεκάνες. Με τη σταδιακή εξάτμιση του νερού αυτών των λεκανών καθιζάνει αρχικά το ανθρακικό ασβέστιο, σχηματίζοντας ανθρακικά ορυκτά, στη συνέχεια καθιζάνει το θειϊκό ασβέστιο, σχηματίζοντας θειϊκά ορυκτά και τέλος, όσο η εξάτμιση συνεχίζεται καθιζάνει το χλωριούχο νάτριο – NaCl σχηματίζοντας χλωριούχα ορυκτά. Τα κύρια ορυκτά των εβαποριτών είναι η γύψος, ο ανυδρίτης και ο αλίτης). Η λίμνη σχηματίστηκε σε μια αβαθή βύθιση στην πεδιάδα του Κιλκίς και βρίσκεται, δυτικά του Γαλλικού ποταμού. Ο πυθμένας της αποτελείται από πηλό με θειούχες ενώσεις και νιτρικά άλατα. Εκεί γύρω, υπάρχουν πηγές μεταλλικού νερού που και έχουν ιαματικές ιδιότητες. Στη λίμνη λειτουργεί Πηλοθεραπευτήριο και το καλοκαίρι η πηλοθεραπεία γίνεται εντός στη λίμνης σε ειδικά διαμορφωμένη όχθη. Η Πικρολίμνη ήταν γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων με διαφορετική ονομασία και οι πληροφορίες των αρχαίων πηγών μιλούν για την περιοχή των Κλιτών και κυρίως για τη λίμνη Πικρολίμνη, απ' όπου ανάβλυζαν οι θειούχες λάσπες, στην περιοχή και από όπου εξαγόταν το ‘’Χαλαστραίον Νίτρον’’, το Νάτρον, δηλαδή η Σόδα (Na2CO3). Τα νερά της είναι εμπλουτισμένα με διαλυμένα μέταλλα που έχουν συσσωρευτεί στον πυθμένα της λόγω εξάτμισης. Δηλαδή, εμφανίζεται υψηλή συγκέντρωση διαλυτών ιόντων, που με την εξάτμιση ακολουθεί καθίζηση των ορυκτών, κλασματική διάλυση και ανακύκλωση των διαλυμένων ουσιών, κ.ο.κ. Επίσης, η προοδευτική αυτή συγκέντρωση της άλμης σε αλκαλικές λίμνες οδηγεί στην προνομιακή καθίζηση του ανθρακικού νατρίου, ακολουθούμενο από καθίζηση των θειικών και χλωριούχων αλάτων. Γύρω από τη λίμνη απλώνονται καλλιέργειες και διάσπαρτες πυκνόφυτες συστάδες φυσικής βλάστησης. Στην περίμετρο της υπάρχουν αγριοκαλαμιές του είδους Phragmites australis και ανάλογα με τη στάθμη της εμφανίζονται είδη υφάλμυρων βάλτων, όπως είναι Sacropoterium, sp., ενώ εμφανίζονται και βούρλα (Juncus sp.,, Elymus sp.). Η λίμνη καλύπτεται από άλγη, αλλά και από μια σπάνια αλοφυτική βλάστηση, η οποία διαφέρει από αυτή των παραθαλάσσιων υδροβιότοπων, λόγω της διαφορετικής σύστασης των αλάτων της. Αυτή η βλάστηση αποτελείται κυρίως από φυτά, όπως η Puccinellia convoluta, Crypsis aculeata, Suaeda maritima, Camphorosma annua, Plantago coronopus, αμάραντο Limonium gmelinii, Spergularia sp.,και άλλα.

Η Πικρολίμνη είναι ένας πολύ σημαντικός υγρότοπος για την ορνιθοπανίδα. Συχνά στα νερά της σταθμεύουν μεγάλα κοπάδια από φοινικόπτερα, ενώ πολλά σπάνια παρυδάτια είδη την επιλέγουν για διαχείμαση, όπως οι αργυροπελεκάνοι. Από τα αρπακτικά στην περιοχή απαντώνται γερακίνες, σφηκιάρηδες, φιδαετοί, καλαμόκιρκοι, βαλτόκιρκοι, λιβαδόκιρκοι, ξεφτέρια, νανογέρακα, κιρκινέζια και μαυροκιρκίνεζα. Από τα παπιά, εδώ απαντώνται ασπρομέτωπες χήνες, ψαλίδες, χουλιαρόπαπιες, κιρκίρια, σφυριχτάρια, σαρσέλες, πρασινοκέφαλες, γκισάρια και βαρβάρες. Τα υπόλοιπα υδρόβια και παρυδάτια είδη περιλαμβάνουν σταχτοτσικνιάδες, λευκοτσικνιάδες, μικροτσικνιάδες, πετροτουρλίδες, Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

101


νανοσκαλίδρες, λασπότρυγγες, πρασινοσκέλιδες, καλαμοκανάδες, ποταμοσφυριχτές, καστανοκέφαλους γλάρους, ποταμογλάρονα, αβοκέτες, μαυροβουτηχτάρια, σκουφοβουτηχτάρια, νεροχελίδονα, νανοπουλάδες, κ.ά. . (φωτ. τοπίου: Γιώργος Πατρουδάκης) (Πηγή: http://www.naturagraeca.com ) Η λίμνη Πικρολίμνη, σήμερα δεν τροφοδοτείται με νερό από καμιά επιφανειακή απορροή, παρά μόνο από τη βροχή. Στο παρελθόν, η κύρια πηγή του νερού στη λίμνη ήταν το νερό του εδάφους. Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος αναφέρει ότι υπήρχαν πολλές πηγές στη μέση της λίμνης. Στη σύγχρονη περίοδο αναφέρονται ότι υπήρχαν αυτές οι πηγές, αλλά μετά το σεισμό της Θεσσαλονίκης το 1981, εξαφανίστηκαν. Επίσης, στην ευρύτερη περιοχή της λίμνης υπάρχει ένας αριθμός πηγαδιών και δύο πηγές βρίσκονται στην περιοχή της λίμνης (η μία βρίσκεται στα νότια περίμετρο της λίμνης, και η άλλη βρίσκεται στο χωριό Πικρολίμνη ). Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε και στο ψηφιακό βιβλίο για τις ‘’Φυσικές Λίμνες στην Ελλάδα’’, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-greece/ Η ΜΙΚΡΗ ΛΙΜΝΗ ΤΡΙΣΤΙΝΙΚΑ, ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ (πηγή: σταχυολόγηση από http://wi-fi-votaniki.net/taxonomy/term/21)

Η μικρή αυτή λίμνη γλυκού και όχι αλμυρού νερού βρίσκεται στη Σιθωνία Χαλκιδικής. Πρόκειται για ένα αβαθές βύθισμα πίσω από μια εκτεταμένη αμμώδη παραλία, ενώ περιμετρικά η λίμνη καλύπτεται από πυκνούς καλαμώνες και πίσω από αυτούς υπάρχει πυκνή μακκία βλάστηση.

Η λίμνη της Τριστινίκας, Σιθωνία Χαλκιδική ( φωτο: Σπ., Μπαλάς)

ΛΙΜΝΙΑ ΜΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΕΠΟΧΙΚΑ ΣΤΟΝ ΕΝΕΡΓΟ ΤΥΡΦΩΝΑ ΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΚΟΙΛΑΔΑΣ, ΟΡΟΣ ΒΟΡΑΣ, ΠΕΛΛΑ. (Πηγή: σταχυολόγηση κυρίως απο http://www.lhilna.gr). Η περιοχή της Καλής Κοιλάδας (ή Ντόμπρο Πόλγε ή Πόλιε),

αποτελεί τμήμα του όρους Βόρας, στην Πέλλα και βρίσκεται πάνω από το εγκαταλειμμένο χωριό Λουτράκι, στα σύνορα με τα Σκόπια και σε υψόμετρα περίπου +1680-+1750 μέτρων. Είναι ο μεγαλύτερος ενεργός τυρφώνας με σφάγνα (σφαγνώνας) στη χώρα (έκτασης 3.350 στρέμματα και με περίμετρο περίπου 5 χιλιομέτρων ) με τεράστιο βοτανικό, παλαιοβοτανικό και φυτογεωγραφικό ενδιαφέρον. Είναι πολύ σπάνιος συνδυασμός υγρότοπου, τυρφώνα και αλπικού λιβαδιού, που φιλοξενεί σπάνια είδη χλωρίδας και πανίδας. Αυτό το υποαλπικό οροπέδιο-υψίπεδο, αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό και σπάνιο οικοσύστημα το οποίο φιλοξενεί πολλά σπάνια είδη της χλωρίδας και πανίδας. Οι σφαγνώνες είναι εκτεταμένες περιοχές με αβαθείς κοιλότητες και με στάσιμο νερό, που λόγω της υψηλής υγρασίας και της οξύτητας, φιλοξενούν σε Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

102


στρώσεις παλαιοβοτανικό υλικό (π.χ., αποσυντεθημένα βρύα) και καλύπτονται από διάφορα σπάνια ζωντανά υδροχαρή φυτά. Ο ορεινός τυρφώνας της Καλής Πεδιάδας έχει ενταχθεί στα Δίκτυα NATURA 2000 και CORINE-Biotopes και έχει χαρακτηρισθεί ως Περιοχή Προστασίας Ορνιθοπανίδας. Στα πλαίσια του NATURA 2000, περιλαμβάνεται στην προστατευόμενη έκταση ΖΕΠ, το Όρος Βόρας με κωδικό GR1240001, ΕΖΔ, και οι Κορυφές του όρους Βόρα και κωδικό GR1240008.

Ειδικότερα, πρόκειται για οροπέδιο-υψίπεδο που φιλοξενεί μια φυσική λεκάνη, σπάνιας παλαιό βοτανικής και περιβαλλοντικής αξίας, με πολλές μικρές λίμνες και φυσικά κανάλια και περιβάλλεται από δάσος οξιάς, μαυρόπευκα και στην ανάβαση με καστανιές και κερασιές. Το οροπέδιο έχει δημιουργηθεί πάνω σε ηφαιστειογενή και πυριγενή πετρώματα. Πλατάνια, βελανιδιές, πυκνό δάσος οξιάς, ξέφωτα με φτέρες, άγρια λουλούδια, φρούτα του δάσους, ρέματα, καταρράκτες, βάθρες, δεσπόζοντες βράχοι, πέτρινα τοιχία, πηγές στο βράχο, το συμμαχικό νεκροταφείο και επιτύμβιες επιγραφές είναι μερικά από τα στοιχεία που συνθέτουν το φαντασμαγορικό πλαίσιο της ανάβασης μέχρι την Καλή Πεδιάδα. Εκεί οι επισκέπτες αντικρίζουν το μεγαλύτερο ενεργό ορεινό τυρφώνα της Ελλάδας, ένα πραγματικό Μνημείο της Φύσης συνολικής έκτασης περίπου 3.350 στρεμμάτων, με πλούσια βλάστηση και 22 διαφορετικά είδη χλωρίδας και αλπικής βλάστησης. Ιστορικά ο τόπος είναι γνωστός για τις φονικές μάχες που δόθηκαν εκεί κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και για το Για να φτάσει κανείς στην περιοχή περνά μέσα από ένα εντυπωσιακό, παρθένο δάσος οξιάς που σταματάει λίγο πριν το οροπέδιο. Τα δάση που απλώνονται γύρω από το οροπέδιο είναι από τα ομορφότερα της χώρας μας. Με κυρίαρχο είδος την οξιά, τα δάση δημιουργούν όμορφα «μπαλώματα» από μακεδονικά έλατα, πλατύφυλλες βελανιδιές, μακεδονικές βελανιδιές, άρκευθους, ίταμους, δασικά πεύκα, καστανιές, αλλά και την πολύ σπάνια για την Ελλάδα, πενταβέλονη πεύκη. Μερικά από σπάνια φυτά που βρίσκει κανείς στη περιοχή είναι το εντομοφάγο Drosera anglica, η Gentianella bulgarica, η υδροχαρής βιόλα Viola palustris, η Genista depressa, το Geum coccineum, η Bruckenthalia spiculifolia, η Pulmonaria rubra, η Achillea chrysocoma, η Potentilla aurea chrysocraspeda, ο Ranunculus cacuminis, ο κρόκος Crocus pelistericus, η φριτιλάρια Fritillaria montana, η Gentiana punctata και οι σπάνιες ορχιδέες Dactylorhiza cordigera, D. sambucina, D. baumanniana, Coeloglossum viride, Cephalanthera rubra, Gymnadenia frivaldii, Epipactis palustris και Corallorhiza trifida. Το οροπέδιο προσφέρει μοναδική θέα, καθώς από τα ανατολικά ξεπηδά εντυπωσιακά από το δάσος, ο πέτρινος, κωνικός όγκος της Κράβιτσας, ή όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι «Αγελαδίτσα», ενώ λίγο Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

103


πιο μετά υψώνεται η κορυφή του Πέτερνικ, ανάμεσα από το μικτό δάσος των Προμάχων. Στα δυτικά βρίσκονται οι κορυφές του Σοκόλ και της Κιλιντέρκα, ενώ στα νότια απλώνεται αμφιθεατρικά η πεδιάδα της Αλμωπίας. Η περιοχή υπήρξε πεδίο πολεμικών επιχειρήσεων κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και της Βουλγαρίας. Η Καλή Κοιλάδα συγκεντρώνει κάθε χρόνο πολλούς λάτρεις της βοτανικής, καθώς εδώ φυτρώνουν σε αφθονία είδη που δεν απαντώνται σε άλλες περιοχές της Ελλάδας.

Η ορνιθοπανίδα που ζει κοντά στο οροπέδιο περιλαμβάνει πολλά σπάνια είδη. Η περιοχή θεωρείται μια από τις πιο σημαντικές για το μικρό, λευκό γύπα ασπροπάρη, που έχει εξαφανιστεί από άλλες περιοχές της χώρας μας. Από τα αρπακτικά, πάνω από την περιοχή πετάνε χρυσαετοί, φιδαετοί, σφηκιάρηδες, γερακίνες, διπλοσάινα, σαΐνια, ξεφτέρια, βραχοκιρκίνεζα, χρυσογέρακα και μπούφοι. Στα δάση και στα αλπικά απαντώνται πολλά είδη, όπως σπάνιες δασόκοτες, μαύροι δρυοκολάπτες, πευκοδρυοκολάπτες, πρασινοδρυοκολάπτες, φάσσες, σταρήθρες, χιονάδες, πυρροκότσυφες, γιδοβύζια, δεντροκελάδες, νεροκελάδες, γερακότσιχλες, χρυσοβασιλίσκοι, δεντροτσοπανάκοι, χιονοψάλτες, χιονοκότσυφες, βουνοπαπαδίτσες, λοφιοπαπαδίτσες, αιγίθαλοι, σταχτοπετρόκληδες, κοράκια, βλαχοτσίχλονα, βουνοτσίχλονα και χρυσοτσίχλονα. Στην πανίδα της ευρύτερης περιοχής υπάρχουν μεταξύ άλλων όπως ο λύκος (Canis lupus), ο χρυσαητός (Aquila chrysaetos chrysaetos), ο φιδαητός (Circaetus gallicus), ο ασπροπάρης (Neophron percnopterus) και πολλά άλλα. Η περιοχή, είναι τόπος ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους και η φυσική του κατάσταση είναι άριστη. Δεν έχει υποστεί ανθρώπινες παρεμβάσεις πλήν της απόληψης νερού και η κατάσταση του φαίνεται σταθερή, με απαραίτητη τη συντήρηση του, μιας και για αιώνες δεν έχει υποστεί καμιά αλλαγή. Όπως και στις υπόλοιπες υψομετρικά υψηλές περιοχές της οροσειράς του Βόρα, του Πινόβου και της Τζένας, το κλίμα του οροπεδίου είναι υγρό ηπειρωτικό με μικρής διάρκειας θερμό θέρος, χωρίς ξηρή περίοδο και δριμύ χειμώνα, στη διάρκεια του οποίου είναι αυξημένες οι χιονοπτώσεις και οι ημέρες παγετού. Από γεωμορφολογική άποψη τα σχετικά κείμενα μας ενημερώνουν τα εξής: Η Αλμωπία γεωλογικά ανήκει στην ομώνυμη "Ζώνη της Αλμωπίας ". Η ζώνη αυτή μαζί με τη "Ζώνη του Πάϊκου", ανατολικά και τη 11 ζώνη Παιονίας " ανατολικότερα αποτελούν την παλιά "Ζώνη Αξιού". Η Ζώνη Αξιού αρχίζει από την περιοχή των Σκοπίων και εκτείνεται προς νότο μέχρι το Θερμαϊκό κόλπο, με διεύθυνση ΒΒΔΝΝΑ, υπό μορφή μιας λωρίδας πλάτους 30 - 70 χιλιομέτρων. Δυτικά της Αλμωπίας βρίσκεται η ‘’Πελαγονική Ζώνη’’. Κατά το Πλειο-Τεταρτογενές στην περιοχή της Αλμωπίας έδρασαν εφελκυστικές δυνάμεις, οι οποίες προκάλεσαν τη δημιουργία νέων ρηγμάτων και την επαναδραστηριοποίηση παλαιότερων. Τα ρήγματα αυτά διαμόρφωσαν τη λεκάνη της Αλμωπίας και διευκόλυναν την άνοδο μαγματικού υλικού από το εσωτερικό της γης. Το μάγμα τροφοδότησε, πριν από 2 με 5 εκατομμύρια χρόνια, τα ηφαιστειακά κέντρα του Βόρα. Οι τότε ηφαιστειακές εκρήξεις ήταν πολύ ισχυρές και από τους κρατήρες των ηφαιστείων εκχύθηκαν μεγάλες ποσότητες λάβας και εκτοξεύτηκαν στην ατμόσφαιρα τεράστιες ποσότητες πυροκλαστικών υλικών. Τα υλικά αυτά κάλυψαν μεγάλες περιοχές τόσο στον ορεινό όγκο του Βόρα, όσο και στη Νότια Αλμωπία. Ηφαιστειακή στάχτη έφτασε σε μεγάλες αποστάσεις (Θεσσαλονίκη, Κοζάνη και Πτολεμαϊδα). Τα ηφαιστειακά πετρώματα, από πετρογραφική άποψη, διακρίνονται σε τραχείτες, λατίτες και ανδεσίτες. Στην περιοχή της Αλμωπίας υπάρχουν και πολλά άλλα πετρώματα, όπως μάρμαρα, γνεύσιοι, μαρμαρυγιακοί σχιστόλιθοι, φυλλίτες, ασβεστόλιθοι, οφιόλιθοι και τεταρτογενή ιζήματα. Ειδικότερα Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

104


κατά το Πλειστόκαινο (πριν 2 εκατομμύρια χρόνια) στη περιοχή της Αλμωπίας "ύψωμα Σκρέτα" υπήρξαν τοπικά κάποιες λίμνες, μέσα στις οποίες έγινε απόθεση ασβεστολίθων που εγκλείουν αποτυπώματα φυτικής προέλευσης. Εξαιτίας της δράσης του γεωθερμικού πεδίου τα τελευταία εκατομμύρια χρόνια και των εν ενεργεία θερμοπηγών στην περιοχή Λουτρών Λουτρακίου δημιουργήθηκαν αποθέσεις τραβερτίνη μεγάλου πάχους, από τις μεγαλύτερες στην Ελλάδα. Σήμερα στην περιοχή το ανάγλυφο είναι έντονο, ενώ η ισχυρή μεταφορική ικανότητα των χειμάρρων έχει ως αποτέλεσμα τις εκτεταμένες προσχώσεις της λεκάνης της Αλμωπίας. Ως προς την πρόσβαση στο υψίπεδο, ‘’ ο δρόμος για τη Καλή Πεδιάδα είναι δασικός και απαιτεί κατάλληλο όχημα. Παρόλα αυτά το οδικό δίκτυο βρίσκεται σε καλή κατάσταση και η σήμανση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επαρκής. Για να φτάσουμε στο οροπέδιο, περνάμε το Άνω Λουτράκι και συνεχίζουμε βόρεια την ανάβαση μας προς το βουνό ακολουθώντας τις σχετικές πινακίδες. Λίγα χιλιόμετρα μετά το Άνω Λουτράκι, μπορούμε να κάνουμε στάση στο σημείο Γκρέζντιν, όπου υπάρχει υπόστεγο, τραπέζι και πόσιμο νερό. Στο σημείο υπάρχουν επίσης πολλές καστανιές που μαζί με τον διαμορφωμένο χώρο κάνουν το μέρος κατάλληλο για υπαίθριο γεύμα. Για τους λάτρεις της πεζοπορίας και της ορειβασίας η πρόσβαση στο οροπέδιο γίνεται και με τα πόδια, με σημείο εκκίνησης το σημείο ‘Στάνες’ πάνω από Άνω Λουτράκι. Από εκεί και πέρα υπάρχουν διάφορες προτεινόμενες ορειβατικές διαδρομές ελαφρώς παραλλαγμένες μεταξύ τους που περιλαμβάνουν σημεία όπως τα υψώματα Σοκόλ ή Γεράκι, Σκοπιά, Πάνου, το Μαυρόρεμα, τον Φραντζούζο κ.α., με σημείο τερματισμού τη Καλή Πεδιάδα. Οι πιο γνωστές διαδρομές με σημείο εκκίνησης το οροπέδιο είναι εκείνες που καταλήγουν στις κορυφές Κράβιτσα και Σοκόλ οι οποίες και προσφέρουν μοναδική θέα’’ (Έργο: Ανάδειξη των Πολιτιστικών Μνημείων και της Φυσικής Κληρονομιάς του Δήμου Αλμωπίας Μέσω Ερευνών Πεδίου και Ψηφιακών Εφαρμογών στο Πλαίσιο της Πράξης, «Living History, Living Nature». Αναθέτουσα Αρχή Δήμος Αλμωπίας, Εκτέλεση απο DOTSOFT technology, projects, solutions, Ιούνιος 2015). (Σημείωση: Στην Ελλάδα τα σημαντικότερα Έλη-Ε, υπάρχοντες Τυρφώνες, Σφαγμώνες-Τ, και κατεστραμμένοι ΤυρφώνεςΚΤ, βρίσκονται στις περιοχές: Ελατιά -Ε, Λαϊλιάς-Ε, Φίλιπποι-Τ, Νησί-Ε, Καλή Πεδιάδα-Ε, Βόρας-Ε, Μικρή Πρέσπα-Ε, 8: Χειμαδίτιδα-Τ, Ιωάννινα-Ε, Καλοδίκι-Ε, Κορώνη-Τ, Βουλκαριά-Ε, Κατούνα-Τ, Κερί-Ε, Αγουλινίτσα-ΚΤ, Χωτούσα-Τ, Άγιος Φλώρος-Τ, Κωπαΐδα-ΚΤ. -Τυρφώνας είναι μια ελώδης περιοχή στην οποία έχει αποτεθεί τύρφη ή ακολουθία στρωμάτων τύρφης με ενδεχόμενη συμμετοχή και άλλων οργανικών ιζημάτων, συνολικού πάχους τουλάχιστον 30 cm. -Σφαγνώνας ή Σφαγνώδη είναι μια βαλτώδης και ελώδης έκταση η οποία αποτελείται από σποραδικά υπολείμματα ξυλώδους βλάστησης, ενώ επικρατούν φυλλοβόλα βρύα της τάξης των σφαγνωδών (μοναδικό γένος το Σφάγνον-Sfagnum με 350 είδη) τα οποία είναι βρύα με βλαστό όρθιο που φθάνει τα 30 cm ύψος. Η μακρόχρονη και χωρίς οξυγόνο αποσύνθεση αυτών των φυτών δημιουργεί την τύρφη. Μεταξύ άλλων αυτή η περιοχή, εκτός απο ιδιότυπο οικότοπο που συντηρεί σπάνια και σημαντική πανίδα και χλωρίδα, μπορεί να προσφέρει και καύσιμη ύλη, ενώ αποτελεί Παλαιοβοτανικό Μουσείο της Φύσης. -Τύρφη είναι ένα χαλαρό, οργανογενές (οργανικής προέλευσης) και οργανικό (οργανικής σύστασης) καύσιμο ίζημα, που σχηματίζεται με συσσώρευση περισσότερο ή λιγότερο αποσυντεθειμένων και χουμιωμένων φυτικών συστατικών στα έλη και σε συνθήκες έλλειψης ατμοσφαιρικού αέρα. Ο σχηματισμός και η απόθεση τύρφης αναφέρονται ως τυρφογένεση. Σε φυσική κατάσταση η περιεκτικότητα της τύρφης σε νερό είναι >75% κατά βάρος και σε ανόργανα συστατικά <50% κατά βάρος, στην ξηρή μάζα). Η τύρφη αποτελεί το αρχικό ίζημα, από το οποίο προέρχονται όλοι οι άλλοι γαιάνθρακες. **-Έλος είναι εδαφική έκταση, στην οποία μόνιμα λιμνάζουν αβαθή νερά. Έλη σχηματίζονται συνήθως εκεί, όπου συρρέουν όμβρια, πηγαία ή επιφανειακά νερά και εμποδίζεται η απορροή τους από γεωμορφολογικούς κυρίως παράγοντες. Για να σχηματιστεί ένα έλος, πρέπει να ισχύει η γενική σχέση: Ε+ Β³ ΕΑ + Κ + ΕΔ, όπου Ε: η ποσότητα επιφανειακού νερού που κατ’ έτος εισρέει στο έλος, Β: η ποσότητα των ετήσιων μετεωρικών κατακρημνισμάτων, ΕΑ: η ποσότητα που κατ’ έτος απορρέει επιφανειακά από το έλος, Κ: η ποσότητα νερού που κατ’ έτος κατεισδύει, ΕΔ: η ποσότητα που εξατμίζεται και διαπνέεται στην ατμόσφαιρα μέσα σε ένα έτος. Η διαφορά μεταξύ των μελών της ανισότητας δίνει την ποσότητα νερού που συγκρατείται στο έλος κάθε χρόνο. Στα έλη αναπτύσσεται πλούσια βλάστηση, που διακρίνεται σε ελόβια και υδρόβια. Τα ελόβια φυτά αναπτύσσονται στα μέρη του έλους, στα οποία η στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα είναι κοντά στην εδαφική επιφάνεια (λίγο πιο πάνω ή λίγο πιο κάτω από αυτήν), ενώ σε πιο βαθιά νερά ευδοκιμούν τα υδρόβια φυτά. Από τα ελόβια κι εν μέρει τα υδρόβια φυτά και τα υπολείμματά τους προέρχονται τα φυτικά συστατικά, που συνιστούν την τύρφη. Έλος, στο οποίο έχει αποτεθεί τύρφη ή ακολουθία στρωμάτων τύρφης με ενδεχόμενη συμμετοχή και άλλων οργανικών ιζημάτων, συνολικού πάχους τουλάχιστον 30 cm, καλείται τυρφώνας).

ΣΜΑΡΑΓΔΕΝΙΑ ή ΓΑΛΑΖΙΑ ΛΙΜΝΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΕΣ ΣΚΡΑ ΣΤΟ ΠΑΪΚΟ, ΚΙΛΚΙΣ (πηγές: σταχυολόγηση από http://partetavouna.blogspot.com, http://www.hikingexperience.gr, http://www.myvillage.gr)

http://www.goumenissa.info,

Είναι μια φυσική μικρή λίμνη, ουσιαστικά μια βάθρα, η οποία οφείλει τα γαλαζοπράσινα νερά της σε απολιθωμένους και ασβεστοποιημένους οργανισμούς στον πυθμένα της. Βρίσκεται μέσα σε ένα σχεδόν αδιαπέραστο δάσος από φουντουκιές, κισσούς και κληματίδες, στις βορειοανατολικές πλαγιές Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

105


του όρους Πάϊκο, στο Κιλκίς, κοντά στο χωριό Σκρα. Το τοπίο είναι ειδυλλιακό με πολύ πυκνή βλάστηση και απότομες πλαγιές, όπου σχηματίζονται μικροί καταρράκτες. Και φυσικά, εδώ γνωρίζεις εκ των έσω το πλούσιας βλάστησης μακεδονίτικο βουνό. Κοντά στον ομώνυμο οικισμό, ο επισκέπτης αντικρύζει ένα μικρό θαύμα της φύσης. Μέσω μιας πανέμορφης διαδρομής φτάνει σε μια περιοχή με πλούσια βλάστηση, όπου συναντά τον πρώτο καταρράκτη του Σκρα, στη ρίζα του οποίου υπάρχει μια μικρή σπηλιά με λεπτούς σταλακτίτες. Λίγο πιο κάτω ο επισκέπτης μένει έκθαμβος από το κάλλος της μικρής Γαλάζιας Λίμνης ή Σμαραγδένιας Λίμνης. Συνεχίζοντας, η βλάστηση πυκνώνει και το έδαφος γίνεται απόκρημνο. Εκεί συναντούμε το δεύτερο καταρράκτη του Σκρα που πέφτει με πάταγο πάνω στους βράχους δημιουργώντας ένα εκπληκτικό φυσικό τοπίο.

Κάπου εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν. Πρώτον, γιατί για να βρεις τη διαδρομή για τη λίμνη Μεταλλείου σίγουρα θα αναγκαστείς να λοξοδρομήσεις. Δεύτερον, γιατί αν θες να συνεχίσεις για τους καταρράκτες του Σκρα και τη Γαλάζια ή Σμαραγδένια λίμνη, θα χρειαστεί να διασχίσεις τα 10 υπόλοιπα χιλιόμετρα σε χωμάτινο, δασικό δρόμο. Το θετικό, βέβαια, είναι πως και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει εναλλακτική λύση, αλλά το σημαντικότερο μειονέκτημά της είναι πως δεν διασχίζει το Κοτζά Ντερέ. Ο λόγος για το Μεγάλο Ρέμα, το θαύμα του Πάϊκου, παράλληλα στο οποίο κινείται ο παλιός δρόμος που ένωνε το Σκρα με την Αξιούπολη. Από εδώ περνούσαν τα στρατεύματα κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και ακόμη και σήμερα διακρίνονται μισογκρεμισμένα γεφύρια χαμηλά στο ποτάμι και τα χαλάσματα των γαλλικών νοσοκομείων.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

106


Ως προς τη λίμνη του Μεταλλείου, αυτή είναι τεχνητή λίμνη (μήκος 2 χλμ. και βάθος 35 μ.) φτιάχτηκε μεν για αρδευτικούς σκοπούς, παρ' όλα αυτά πολλοί την επισκέπτονται για αναψυχή ή ψάρεμα. Όσο για τα παλιά μεταλλεία που λειτουργούσαν γύρω της έως τον Β' Παγκόσμιο, λέγεται πως απασχόλησαν για 2 χρόνια τον Γιώργο Zορμπά, τον άνθρωπο που ενέπνευσε τον ήρωα του Ν. Kαζαντζάκη (πηγή: http://www.neolaia.gr/2011/05/09/smaradgenia-limnh-kilkis/). __________

2.3 Μικρές Λίμνες σε Εκβολικά Συστήματα Είναι γνωστό ότι τα εκβολικά συστήματα ανήκουν στις υγροτοπικές περιοχές και αποτελούν ένα χώρο, που από τη φύση της γεωμορφολογίας της περιοχής, τα υδρολογικά χαρακτηριστικά του ποταμού, αλλά και τη δυναμική του θαλασσίου μετώπου, δημιουργούν συνήθως μικρές υδατοσυλλογές εποχικού ή και μόνιμου χαρακτήρα, τις λιμνούλες των εκβολικών συστημάτων. Σε αυτό το κεφάλαιο θα μας απασχολήσουν οι λιμνούλες στα υγροτοπικά συστήματα των δέλτα Αξιού Αλιάκμονα, Έβρου και Νέστου. Εξυπακούεται ότι υπάρχουν και άλλες μικρές λίμνες στα εκβολικά συστήματα και άλλων ποταμών της Μακεδονίας της Θράκης και της Θεσσαλίας. ΜΙΚΡΕΣ ΛΙΜΝΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΤΟ ΥΓΡΟΤΟΠΙΚΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΔΕΛΤΑ ΑΞΙΟΥΑΛΙΑΚΜΟΝΑ. (http://axiosdelta.gr, Vokou D, Giannakou U, Kontaxi Ch, Vareltzidou S (2016) Axios, Aliakmon and Gallikos Delta Complex, Νorthern Greece, In Encyclopedia of Wetlands, Vol. 4 World Wetlands, Finlayson M., Prentice C. & R. Milton (eds), Springer, ISBN-13: 9789400740006, www.minagric.gr).

Πρόκειται για το μεγαλύτερο και σημαντικότερο υγροτοπικό σύμπλεγμα στην Ελλάδα. Περιλαμβάνει το δέλτα του ποταμού Αξιού, καθώς και την κοίτη του, το δέλτα του ποταμού Αλιάκμονα, τη Λιμνοθάλασσα Καλοχωρίου, τις εκβολές του Γαλλικού ποταμού, τους υγροτόπους της Αλυκής Κίτρους, τον υγρότοπο της Νέας Αγαθούπολης, τα επίπεδα αλίπεδα, τα παραποτάμια δάση, τα αμμοθινικά συστήματα και άλλα. Είναι ένα σύστημα ποτάμιων εκβολών, ελών, μικρών λιμνών, λιμνοθαλασσών, αλυκών κ.ά. Μικρές λίμνες συναντώνται και είναι εμφανείς συνήθως τη ξηρή περίοδο και είναι αποτέλεσμα φυσικών διεργασιών ή και ανθρωπογενών (π.χ., χωματοληψίες). Και αυτές οι λιμνούλες σφύζουν ζωής. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

107


Η προστατευόμενη περιοχή στο Δέλτα του Αξιού-Αλιάκμονα περιλαμβάνει μια ποικιλία υδάτινων σωμάτων -ποταμούς με τις εκβολές και τους παραπόταμούς τους, μικρές λίμνες, λιμνοθάλασσες, υδατοσυλλογές μικρές και μεγάλες, φυσικές ή τεχνητές και βέβαια την παράκτια ζώνη Χάρη στη μεγάλη εναλλαγή οικολογικών συνθηκών που την χαρακτηρίζουν –από αγροτικές καλλιέργειες και λιβάδια ως αλατώδη εδάφη, λασποτόπια και αμμόλοφους. Η περιοχή αποτελεί έναν ιδανικό βιότοπο για πολλά είδη άγριων ζώων και πουλιών. Εδώ βρίσκουν καταφύγιο σχεδόν τριακόσια είδη πουλιών, ανάμεσά τους πολλά σπάνια και απειλούμενα. Η σημερινή εικόνα της περιοχής, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, οφείλεται σε ανθρωπογενείς παρεμβάσεις και τεχνικά έργα που έγιναν τις προηγούμενες δεκαετίες όπως η εκτροπή του Αξιού ποταμού, τα υδροηλεκτρικά φράγματα στον Αλιάκμονα και τον Αξιό αντίστοιχα, η δημιουργία αρδευτικού και αποστραγγιστικού δικτύου, καθώς και η δημιουργία των παράκτιων αναχωμάτων.

Η περιοχή του Δέλτα Αξιού δεν είχε πάντα τη μορφή με την οποία τη γνωρίζουμε σήμερα. Στο πέρασμα των χρόνων η έκτασή της και η μορφολογία της άλλαξε πολλές φορές, είτε εξαιτίας φυσικών διεργασιών, είτε λόγω ανθρώπινων παρεμβάσεων. Ειδικότερα, πριν από περίπου 24.000 χρόνια η περιοχή του Θερμαϊκού κόλπου ήταν στεριά, την οποία αποστράγγιζαν οι ποταμοί Αξιός, Γαλλικός, Αλιάκμονας και Μογλενίτσας στην Αλμωπία. Στη συνέχεια -πριν περίπου 18.000 χρόνια, στην Ολόκαινο εποχή- η στάθμη της θάλασσας ανέβηκε, εξαιτίας της τήξη των παγετώνων. Το θαλασσινό νερό εισχώρησε προς τα βόρεια κατακλύζοντας το βύθισμα του Θερμαϊκού και όλη την πεδινή περιοχή της λεκάνης Θεσσαλονίκης – Γιαννιτσών, μέχρι βορειότερα στις παρυφές των ορεινών όγκων. Κατά τον 5ο αιώνα, οι πόλεις Σκύδρα και Πέλλα ήταν παραθαλάσσιες. Ιστορικά στοιχεία από την εποχή εκείνη δείχνουν την ταχύτατη εξέλιξη του δελταϊκού συστήματος των τεσσάρων ποταμών. Οι εκβολές των ποταμών μετατοπίστηκαν σημαντικά και στις νέες εκβολές άρχισε η ταχύτατη απόθεση φερτών υλών. Ο Αξιός και ο Γαλλικός σχημάτισαν ένα εκτεταμένο δέλτα μεταξύ Θεσσαλονίκης και Γιαννιτσών με τάση διχοτόμησης του βόρειου τομέα του θαλάσσιου κόλπου. Σε διάστημα μερικών εκατοντάδων ετών τα δέλτα των ποταμών Αξιού, Γαλλικού και Αλιάκμονα ενώθηκαν δημιουργώντας μια νέα ξηρά που διχοτόμησε τον κόλπο της Θεσσαλονίκης. Το εσωτερικό τμήμα μετατράπηκε αρχικά σε λιμνοθάλασσα με υφάλμυρο νερό και αργότερα, όταν αποκόπηκε πλήρως από τον Θερμαϊκό, μετατράπηκε σε έλος. Έτσι, δημιουργήθηκε σταδιακά η προσχωσιγενής Λίμνη των Γιαννιτσών ή λίμνη Λουδία. Αργότερα, στις αρχές του 20ου αιώνα, τη «σκυτάλη» στο έργο της διαμόρφωσης της σημερινής εικόνας της περιοχής πήραν οι ανθρώπινες παρεμβάσεις με τα μεγάλα τεχνικά έργα που πραγματοποιήθηκαν (μεταξύ του 1929 και του 1936 έλαβαν χώρα μεγάλα υδραυλικά έργα, όπως τα κανάλια παροχέτευσης και αποστράγγισης, έργα εγγειοβελτιωτικά, καθώς και κατασκευές αναχωμάτων. Με τα έργα αυτά, Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

108


δημιουργήθηκαν μεγάλες εκτάσεις, οι οποίες παραχωρήθηκαν στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Επιπλέον η κατασκευή του αρδευτικού και του αποστραγγιστικού δικτύου ευνόησε την γεωργική δραστηριότητα ).

Τα πιο σημαντικά από αυτά τα έργα ήταν η εκτροπή της πεδινής κοίτης του Αξιού και η αποστράγγιση της Λίμνης των Γιαννιτσών. Ο ποταμός Αξιός μετατοπίστηκε από το φυσικό του ρου. Η αποστράγγιση της λίμνης των Γιαννιτσών πραγματοποιήθηκε μέσω της κατασκευής ενός μεγάλου τεχνητού καναλιού, που πήρε το όνομα του παλιού ποταμού Λουδία. Παράλληλα ο ποταμός Μογλενίτσας εκτράπηκε και πέφτει πια μέσα στην κοίτη του Αλιάκμονα. Η διαρκής μετατόπιση της κοίτης των ποταμών, οι αλλαγές στα μέτωπα των δελταϊκών σχηματισμών και ο χειμαρρικός χαρακτήρας της ροής τους, είχαν πια δημιουργήσει -στον 20ο αιώνα- μία νέα εκτεταμένη εύφορη πεδιάδα και το μεγαλύτερο δελταϊκό σχηματισμό της χώρας. Τα τελευταία πενήντα χρόνια, η μείωση της υδατοπαροχής και της στερεοπαροχής όλων των ποταμών είχε ως αποτέλεσμα την ανακοπή της δελταϊκής εξέλιξης. Στην προστατευόμενη περιοχή Δέλτα Αξιού, τα ποτάμια, οι λιμνοθάλασσες, οι αλμυρόβαλτοι, τα εύφορα χωράφια και η θάλασσα παρέχουν καταφύγιο για εκατοντάδες είδη φυτών και ζώων. Συνολικά υπάρχουν περισσότερα από 370 είδη φυτών. Ορισμένα είναι προστατευόμενα, όπως ο κρίνος της θάλασσας, η φτέρη του νερού και το νεροκάστανο, ενώ άλλα, αν και απαντούν σε μεγάλους αριθμούς σε πολλά σημεία της προστατευόμενης περιοχής, συμβάλλουν τα μέγιστα στη διατήρηση της φυσιογνωμίας-δομής και λειτουργικότητας των παράκτιων υγροτοπικών οικοσυστημάτων: Η περιοχή του Δέλτα Αξιού-Λουδία-Αλιάκμονα είναι ένας πολύτιμος βιότοπος για πολλά είδη ζώων, κάποια από τα οποία κινδυνεύουν με εξαφάνιση, όπως ο λαγόγυρος και η βίδρα, κάποια τα οποία τα συναντάμε δύσκολα γιατί κινούνται είτε μέσα στη βλάστηση -αγριόγατες, φίδια, χελώνες- είτε αθόρυβα τις νύχτες –νυχτερίδες-, άλλα όπως οι λύκοι κυκλοφορούν σε ομάδες κυρίως όταν σκοτεινιάζει, ενώ η παρουσία κάποιων είναι πιο συχνή, αν και όχι πάντα φανερή (π.χ., αλεπούδες, ασβοί, μυγαλές, μυωξοί). Η περιοχή είναι παγκόσμιας ορνιθολογικής σημασίας, καθώς βρίσκεται σε έναν από τους βασικούς μεταναστευτικούς διαδρόμους της Ευρώπης, αλλά και γιατί εδώ σταθμεύουν, φωλιάζουν ή ξεχειμωνιάζουν σημαντικοί πληθυσμοί σπάνιων πουλιών όπως ο αργυροπελεκάνος, η αβοκέτα, η λιμόζα, ο νυχτοκόρακας, ο κρυπτοτσικνιάς, το νεροχελίδονο, ο μαυροκέφαλος γλάρος και η λαγγόνα, ο στρειδοφάγος και ο θαλασσοσφυριχτής. Στην περιοχή έχουν καταγραφεί 295 είδη πουλιών -δηλαδή το 66% των ειδών που έχουν παρατηρηθεί έως σήμερα στην Ελλάδα- από τα οποία τα 103 είδη φωλιάζουν Συνολικά έχουν καταγραφεί 50 είδη θηλαστικών, 27 είδη αμφίβιων και ερπετών, περισσότερα από 50 είδη ψαριών των εσωτερικών νερών και της θάλασσας και 65 είδη ασπόνδυλων – στην πλειονότητά τους έντομα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις αμμοθίνες της Αλυκής Κίτρους έχει παρατηρηθεί ένας από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς μεσογειακής χελώνας στην Ευρώπη. Λόγω της υδρογραφικής ιδιαιτερότητας των μεταβατικών νερών, είναι δύσκολο να καθοριστεί ο πραγματικός αριθμός των ειδών ιχθυοπανίδας του γλυκού νερού, αφού συχνά στα κατάντη νερά των ποταμών απαντούν πολλά θαλάσσια ευρύαλα -που αντέχουν σε αξιοσημείωτες μεταβολές της αλατότητας- είδη που χρησιμοποιούν τα εκβολικά συστήματα για τροφοληψία, αναπαραγωγή και Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

109


ξεκούραση. Στην ευρύτερη περιοχή του Εθνικού Πάρκου έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 38 είδη ιχθυοπανίδας εσωτερικών υδάτων, ενώ στη θαλάσσια περιοχή μπροστά από τις εκβολές του Αξιού καταγράφηκαν παλαιότερα περίπου 20 θαλάσσια είδη. Εξάλλου, έχουν καταγραφεί πολλά είδη από πεταλούδες, λιβελούλες, κολεόπτερα, αλλά και υδρόβια μαλάκια –θαλάσσια ή του γλυκού νερούγαστερόποδα και δίθυρα. Η περιοχή Δέλτα Αξιού – Λουδία – Αλιάκμονα και γειτονικών υγροτοπικών περιοχών, είναι πολύ σημαντική για την ευρύτερη περιοχή, καθώς παρέχει ζωτικής σημασίας υπηρεσίες και αγαθά, όπως είναι μεταξύ άλλων, ότι ρυθμίζει το κλίμα, παρέχει νερό για ύδρευση και άρδευση, προσφέρει προϊόντα για τροφή, προστατεύει τις κατοικημένες και τις αγροτικές περιοχές από πλημμύρες, παρέχει ευκαιρίες για έρευνα, εκπαίδευση και αναψυχή και άλλα. ΛΙΜΝΕΣ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΕΒΡΟΥ

(πηγές: σταχυολόγηση από http://www.evros-delta.gr, http://www.mitnet.gr, http://ornithologiki.gr, http://www.travelforgreece.gr, http://www.emtgreece.com, και Skias et al., 2013 -Inter., J., Water, 7, 1, 104-121, Application of SWOT analysis for the management of transboundary river Evros, Halkos, Jones, 2011 -Mun., Pers., RePEc Arch., pap., no 34581, 7, 33pp., Social factors influencing thw decision to pay for thw protection of diversity in two national parks of northern Greece, WWF Ελλάς, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία, Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, 2009 -Ελληνικοί Υγρότοποι Ραμσάρ: Αξιολόγηση Προστασίας και Διαχείρισης, 39σελ.).

Ο ποταμός Έβρος, (μήκος περίπου 515 km και πηγάζει από το όρος Ρίλα της Βουλγαρίας, όπου και ονομάζεται Μαρίτσα, ενώ τα 15km αποτελούν φυσικό όριο μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας και τα 203 km μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας ), εκβάλλει στο Θρακικό Πέλαγος στον κόλπο της Αίνου, όπου σχηματίζει εκτεταμένο Δέλτα. Η έκταση του Δέλτα (‘’Εθνικό Υγροτοπικό Πάρκο Δέλτα Έβρου’’ και υγρότοπος διεθνούς σημασίας προστατευόμενο από τη σύμβαση Ramsar) ανέρχεται περίπου σε 200 km2, από τα οποία τα 105 km2 ανήκουν στην Ελλάδα και τα υπόλοιπα στην Τουρκία. Το βόρειο ανατολικό τμήμα του Δέλτα, γνωστό και ως πλημμυρίζουσα ζώνη, καλύπτεται από πυκνούς θαμνώνες με αρμυρίκια, ενώ κατά μήκος του ποταμού σχηματίζεται πυκνό δάσος με λεύκες, ιτιές, σκλήθρα, φτελιές, και άλλα. Νοτιότερα το δάσος παραχωρεί τη θέση του σε πυκνούς και αδιαπέραστους καλαμώνες, κοντά στη λίμνη Νυμφών (έκτασης περίπου 2600 στρέμματα) και στις άλλες λίμνες γλυκού νερού όπως το Τσεκούρι (έκτασης περίπου 460 στρέμματα), τη Σκέπη, τα Σπίτια, τη Γυναίκα. Στα κανάλια γλυκού νερού και σε υδάτινες εκτάσεις κατά μήκος του ποταμού αναπτύσσεται ελόβια και υδρόβια βλάστηση (ψαθί –Τypha angustifolia, βούρλα και σάζια – Juncus spp., και Scirpus spp., το νεροκάστανο -Trapa natans, η φακή του νερού -Lemna minor, και πολλά άλλα).

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

110


Οι φερτές ύλες και τα γλυκά νερά, που κατέβαζε ο ποταμός Έβρος από τη λεκάνη απορροής του και με τη δράση της θάλασσας, συντελούν στο σχηματισμό και στη διαμόρφωση του δέλτα του. H μικρή υψομετρική διαφορά του δέλτα από την επιφάνεια της θάλασσας και η ροή του ποταμού, με τις μεγάλες διακυμάνσεις στην παροχή του, έχουν ως αποτέλεσμα να πλημμυρίζει εποχικά η περιοχή ανάμεσα στους δύο βραχίονές του δέλτα, από τις Φέρες μέχρι τη θάλασσα, για αρκετούς μήνες κάθε χρόνο. Αποτέλεσμα των δράσεων αυτών είναι, η πολυσχιδής μορφολογία των ακτών, ο σχηματισμός λιμνών (π.χ. Νυμφών, Σκέπη, Τσεκούρι, Σπίτια, Γυναίκα), λιμνοθαλασσών (π.χ. Δράνα ή Δράκοντας, Λακί, Μονολίμνη ή Παλούκια), ελών, αμμονησίδων (π.χ. Ασάνης, Καραβιού Ξηράδι), αμμοθινών και πλήθος άλλων υγροτοπικών περιοχών.

Η περιοχή συντηρεί πλούσια ορνιθοπανίδα, ιχθυοπανίδα και θηλαστικά. Πλούσια είναι και η χλωρίδα του, οι δε αλοφυτικές του διαπλάσεις είναι από τις πιο εκτεταμένες στην Ελλάδα. Στον ποταμό Έβρο και το δέλτα του έχουν βρεθεί πάνω από 46 είδη ψαριών, 7 είδη αμφιβίων, 21 είδη ερπετών και περισσότερα από 40 είδη θηλαστικών. Αναμφίβολα όμως, η μεγάλη αξία του δέλτα συνίσταται στην πλούσια ορνιθοπανίδα του. Έχουν παρατηρηθεί περισσότερα από 300 είδη πουλιών. Επίσης, στην περιοχή απαντώνται όλοι οι τυπικοί σχηματισμοί και οι μονάδες βλάστησης ενός μεσογειακού δέλτα. Έχουν καταγραφεί περισσότερα από 350 φυτικά είδη τόσο στο δέλτα, όσο και στη ζώνη κατά μήκος του ποταμού.

Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε και στο ψηφιακό βιβλίο ‘’Οι Φυσικές Λίμνες στην Ελλάδα’’, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-greece/ Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

111


ΟΙ ΛΙΜΝΕΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΟΥΠΟΛΗΣ, Η ΨΕΥΤΙΚΗ ΛΙΜΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΝΕΣΤΟΥ (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.epamath.gr, http://www.mitnet.gr, http://xrysoupoli.blogspot.com, http://www.hellenica.de/Griechenland/Geo/GR/ChrysoupolisKavala.html, και από Μποσκίδης, 2011 -Διδακτ., Διατρ., Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, 208σελ., Περιβαλλοντική διαχείριση λεκάνης ποταμού Νέστου),

Το Δέλτα Νέστου βρίσκεται στα νότια σύνορα της Καβάλας και της Ξάνθης, ενώ οι λίμνες της Χρυσούπολης βορειοανατολικά της ομώνυμης πόλης. Η τεράστια υγροτοπική περιοχή απλώνεται προς τα νότια, καταλαμβάνοντας μία αρκετά μεγάλη έκταση από την Νέα Καρβάλη μέχρι τα Άβδηρα με μήκος ακτογραμμής περίπου 50 χιλιομέτρων. Έχει συνολική έκταση περίπου 550.000 στρ., και αποτελεί Υγροβιότοπο Διεθνούς σημασίας και μέρος του εκεί Εθνικού Πάρκου που περιλαμβάνει και τις λίμνες Βιστωνίδα και την Ισμαρίδα. Οι λίμνες της Χρυσούπολης, βρίσκονται σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από 20 μικρούς έως μετρίους σε έκταση υγρότοπους. Από αυτούς οι 7 μεγαλύτεροι θεωρούνται λίμνες και λιμνούλες. Συνολικά καλύπτουν μια έκταση περίπου 20 τ.χλμ. Σημειώνεται ότι την υπόψη περιοχή διαμορφώνουν δύο αποφασιστικοί παράγοντες: πρώτον οι δεδομένες φυσικές συνθήκες όπως π.χ. το λοφώδες ανάγλυφο, η ποικιλία εδαφών (αμμώδη στα κοιλώματα, κοκκινόχωμα στα υψώματα) και κυρίως οι μικροί διάσπαρτοι υγρότοποι και δεύτερον η ανθρώπινη δραστηριότητα (κατά κύριο λόγο η γεωργία και η κτηνοτροφία). Οι λίμνες της Χρυσούπολης έχουν πλούσια υδρόβια χλωρίδα (νούφαρα, νεροκάστανα, βούρλα, καλαμιές κ.ά.) και πανίδα (πουλιά, βάτραχοι, νεροχελώνες, υδρόβια σαλιγκάρια, έντομα). Η μεγαλύτερη και σπάνιας φυσικής ομορφιάς είναι η ‘’Ψεύτικη Λίμνη’’, γνωστή ως Αλατζά Γκιόλα (το όνομά της είναι τούρκικό και σημαίνει ψεύτικη λίμνη, γιατί ουσιαστικά είναι έλος. Μύθοι και παλιές ιστορίες λένε πως ο βυθός της κρύβει έναν μικρό οικισμό που βούλιαξε με τους σεισμούς). Οι άλλες πολύ μικρότερες λίμνες είναι ουσιαστικά νερόλακκοι.

Υπάρχουν δύο εκδοχές για την ύπαρξη αυτών των λιμνών. Η πρώτη αναφέρει ότι αυτές ήταν κάποτε λιμνοθάλασσες, όταν ακόμη οι εκβολές του Νέστου ήταν βόρεια, πριν δημιουργηθεί το σημερινό Δέλτα. Με την απόθεση των φερτών υλών του ποταμού οι λιμνοθάλασσες περιορίστηκαν. Στην συνέχεια με την εισροή φρέσκου νερού (επιφανειακά και υπόγεια) και όταν η θάλασσα απομακρύνθηκε αρκετά από αυτές, ξεπλύθηκε το αλάτι δημιουργώντας τις σημερινές λίμνες. Η δεύτερη εκδοχή αναφέρει ότι οι λίμνες είναι παλιές κοίτες του ποταμού οι οποίες αποκόπηκαν από το ποτάμι λόγω φυσικών μηχανισμών. Οι λίμνες αυτές φιλοξενούν αριθμό ειδών υδρόβιας χλωρίδας όπως νούφαρα, νεροκάστανα, νεροφτέρη καθώς και βούρλα και καλαμιές. Το ότι στα πλαίσια μίας και μόνο έρευνας βρέθηκαν πάνω από 400 είδη φυτών, επιβεβαιώνει την πλούσια χλωρίδα της περιοχής των Λιμνών της Χρυσούπολης.

Οι λίμνες με τους καλαμώνες τους είναι εν μέρη καλυμμένες με εντυπωσιακά χαλιά από Νούφαρα (Nymphea alba), ενώ καταγράφηκαν στην περιοχή και 15 είδη ορχιδέων. Αυτός ο αριθμός αντιστοιχεί στο 43% των ειδών της ευρύτερης περιοχής (π.χ., Limodorum abortivum και τα υβρίδια Orchis morio x papilionacea και Serapias vomeracea ssp. longipetala x bergonii.). Η πιο πάνω βλάστηση μαζί με το Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

112


νερό δημιουργούν συνθήκες κατάλληλες ώστε να φιλοξενηθούν βάτραχοι, νεροχελώνες, υδρόβια σαλιγκάρια καθώς και διάφορα έντομα.

Αυτά με την σειρά τους προσελκύουν διάφορα είδη ορνιθοπανίδας (προφυροτσικνιάς, λαγγόνα, σαρσέλα, καλαμόκιρκος κ.λ.π). Ειδικότερα έχουν καταγραφεί στις λίμνες της Χρυσούπολης συνολικά 211 είδη πουλιών. Από τα αναπαραγόμενα είδη ξεχωρίζουν ο Μικροτσικνιάς (Ixobrychus minutus), ο Πορφυροτσικνιάς (Ardea purpurea), η Πετροτριλίδα (Burhinus oedicnemus), το Ορτύκι (Coturnix coturnix), ο Καλαμόκιρκος (Circus aeruginosus) και η Χαλκοκουρούνα (Coracias garrulus), ενώ η περιοχή είναι σημαντικός χώρος διατροφής για τους πελαργούς. Τον χειμώνα συγκεντρώνονται εδώ μερικές δεκάδες Λαγγόνες (Phalacrocorax pygmeus) για διατροφή, ενώ έχουν παρατηρηθεί να κυνηγούν σε τακτική βάση ο Χρυσαετός (Aquila chrysaetos), το Διπλοσάινο (Accipiter gentilis), ο Πετρίτης (Falco peregrinus) και Όρνια (Gyps fulvus). Επίσης στα νερά αυτών των μικρών λιμνών απαντώνται 13 είδη ψαριών του γλυκού νερού. Στην περιοχή, η παρουσία των ειδών όπως Leucaspius delineatus, Rhodeus sericeus amarus και Cobitis stroumicae αποδεικνύει την ακόμη καλή ποιότητα νερού στην περιοχή και υποδηλώνει οικολογικά ισορροπημένο περιβάλλον. Όπως η πανίδα των αμφιβίων έτσι και το μεγαλύτερο μέρος της πανίδας των ερπετών της συνολικής περιοχής ενδημεί και στην περιοχή των Λιμνών της Χρυσούπολης, ή κυρίως σ΄αυτήν, όπου έχουν καταγραφεί 8 είδη αμφιβίων και 12 είδη ερπετών. Η συγκεκριμένη περιοχή συνδέει οικολογικά και γεωγραφικά το Δέλτα του Νέστου, το παραποτάμιο δάσος και την κοντινή βόρεια ορεινή περιοχή. Κάτι που αντικατοπτρίζεται στο ευρύ φάσμα των βιοτόπων και την ποικιλία των ζωικών και φυτικών ειδών. Αυτή η μοναδικότητα στο Δέλτα του Νέστου σε συνδυασμό με τον δεύτερο σημαντικό παράγοντα, δηλαδή την γεωργία και την κτηνοτροφία, που ασκούνται στην περιοχή, δημιούργησαν έναν οικολογικά πολύτιμο χώρο. Λόγω των δεδομένων φυσικών συνθηκών και υπό την επίδραση της γεωργίας και της βόσκησης δημιουργήθηκε εδώ ένα πλουσιότατο μωσαϊκό που το συνθέτουν ξερολίβαδα, θαμνώνες, λόχμες δασικής βλάστησης, οπωρώνες, ελαιώνες, άλλες καλλιέργειες, καλαμιώνες, περιοδικά κατακλυζόμενες εκτάσεις και μόνιμες υδάτινες επιφάνειες γλυκού νερού Τα στάσιμα γλυκά νερά με τους καλαμιώνες και τις βαλτώδεις εκτάσεις που τα περιβάλλουν προσδίδουν στην περιοχή τεράστια οικολογική αξία, η οποία μεγιστοποιείται λόγω της γειτνίασής τους με ποικίλους ξηρότοπους (καρστικοί σχηματισμοί, ξηρά λιβάδια, πρίνωνες, βοσκότοποι κλπ.).το παραποτάμιο δάσος του Νέστου, γνωστό και ως ‘’Μεγάλο Δάσος’’ ή Κοτζά Ορμάν. Το Δέλτα Νέστου δημιουργήθηκε από τις αποθέσεις των φερτών υλών που αποθέτει ο ποταμός στις εκβολές του. Ο σχηματισμός του Δέλτα επηρεάστηκε από την δράση του ποταμού και τον κυματισμό της θάλασσας. Έτσι το δυτικό τμήμα διαμορφώθηκε από την δράση και αλληλεπίδραση των διαφόρων κοιτών του Νέστου καθώς οι λιμνοθάλασσες κατά μήκος της ακτής οφείλονται στο Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

113


φυσικό διαχωριστικό βραχίονα που διαμορφώθηκε από τις συνεχείς αποθέσεις φερτών υλικών. Το ανατολικό τμήμα αποτελείται κυρίως από φερτά υλικά εκτός από ένα κλάδο του ποταμού.

Το Δέλτα του Νέστου είναι από τους πιο σημαντικούς υγροτόπους της χώρας, αλλά και της Ευρώπης, λόγω έκτασης και ποικιλίας των βιοτόπων του. Είναι ενταγμένο ως μία εγγραφή στον Κατάλογο Υγροτόπων Διεθνούς Σημασίας σύμφωνα με την Σύμβαση Ramsar, ανήκει στο δίκτυο Natura 2000 καθώς και στις Περιοχές Ειδικής Προστασίας της Ορνιθοπανίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι τμήμα του Εθνικού Πάρκου Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης που εκτείνεται από το Δέλτα Νέστου μέχρι τις λίμνες Βιστωνίδας και Ισμαρίδας. Στην πραγματικότητα το Δέλτα του Νέστου αποτελείται από μωσαϊκό επιμέρους υγροτόπων από τους οποίους οι μεγαλύτεροι και πιο διακριτοί, είναι οι εξής από τα δυτικά προς τα ανατολικά: η Λιμνοθάλασσα Βάσσοβας, η Λιμνοθάλασσα Ερατεινού, η Λιμνοθάλασσα Αγιάσματος, η Λιμνοθάλασσα Κοκάλας, η Λιμνοθάλασσα Χαϊδευτού, η Λιμνοθάλασσα Κεραμωτής, η Λιμνοθάλασσα Μοναστηρακίου και η Λιμνοθάλασσα των Μαγγάνων. Ο επισκέπτης μπορεί να περιηγηθεί την ευρύτερη περιοχή και να απολαύσει από κοντά την φύση, είτε με αυτοκίνητο είτε ακόμη καλύτερα με ποδήλατο (φωτο: http://xrysoupoli.blogspot.com). Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε και στο ψηφιακό βιβλίο για τις ‘’Φυσικές Λίμνες στην Ελλάδα’’, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-greece/

ΜΙΚΡΕΣ ΛΙΜΝΕΣ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΠΗΝΕΙΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ, ΘΕΣΣΑΛΙΑ (πηγές: σταχυολόγηση από http://psilopoulos.mysch.gr, www.spearfishingforum.gr, ampelwnaslarisas.blogspot.com, Migiros et al., 2011 -Cent., Eur., J., Geoscien., 3, 2, 215-228, Pinios river-Hydrological, Geomorphological elements and changes during the quaternary, Loukas, 2010 -Desalin., 250, 1, 266-273, Surface water quality and quality assessment in Pinios river)

Ανάμεσα στους παραθαλάσσιους οικισμούς Στόμιο, Νέα Μεσάγκαλα και Παλαιόπυργο, στα παράλια της Λάρισας, βρίσκεται το Δέλτα του Πηνειού. Η πεδινή περιοχή του Δέλτα του Πηνειού ποταμού (ο Πηνειός εκτείνεται και διατρέχει ένα σημαντικό τμήμα της κεντρικής Ελλάδας. Πηγάζει από τις νότιες περιοχές της οροσειράς της Πίνδου, και διασχίζει τη Θεσσαλική πεδιάδα για να εκβάλει στο Αιγαίο Πέλαγος κοντά στην περιοχή του Κάτω Ολύμπου, ενώ στις εκβολές του σχηματίζεται το ‘‘Δέλτα του Πηνειού’’ με άνοιγμα περίπου 13χλμ., στο θαλάσσιο μέτωπο), δημιουργήθηκε από την προσχωματική δράση του ποταμού, μετά το γεωλογικό ρήγμα Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

114


ανάμεσα στις οροσειρές του Ολύμπου και του Κισσάβου, απ΄όπου τα νερά της παλαιάς και μεγάλης Θεσσαλικής λίμνης βρήκαν διέξοδο προς τη θάλασσα. Ανάλογα με το υδρολογικό καθεστώς του ποταμού και τις εποχικές κλιματικές αλλαγές, στην περιοχή του δέλτα σχηματίζονται μικρές εποχικές και όχι μόνο λίμνες. Ανάμεσα σε αυτές αναφέρεται και η Λίμνη Καθαρόμπαρα, η οποία είναι μέρος του οικοσυστήματος των υγροτοπικών περιοχών του δέλτα του Πηνειού ποταμού. Η περιοχή, λόγω της πλούσιας χλωρίδας και πανίδας που φιλοξενεί, έχει μεγάλη οικολογική και κοινωνικο-οικονομική αξία. Σήμερα, οι εκβολές του Πηνειού Ποταμού αποτελούν έναν υγρότοπο που παίζει σημαντικό ρόλο στη διαφύλαξη της βιολογικής ποικιλότητας και στη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας του. Συγκεκριμένα η περιοχή του Δέλτα Πηνειού (περιοχή Κοινοτικού ενδιαφέροντος S.C.I., Ειδικής Προστασίας με βάση την Οδηγία 79/409/ΕΟΚ, Corine, CITES, Τοπίο Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους, Natura2000=GR1420002 ): α) Διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά, ώστε να περιλαμβάνεται στις

περιοχές που ισχύει το καθεστώς προστασίας των διεθνών συμβάσεων της Βόννης, της Βέρνης, της Βαρκελώνης, της Ουάσιγκτον (CITES). β) Έχει χαρακτηριστεί ως Τοπίο Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους. γ) Aνήκει στη λίστα των βιοτόπων Corine και αποτελεί περιοχή "ειδικής προστασίας" σύμφωνα με την Οδηγία 79/409/ΕΕ., και στις περιοχές Natura2000 -GR1420002. δ) Περιλαμβάνει υγροτοπικούς οικοτόπους, δάση με άγριες ελιές, καλλιεργούμενους ελαιώνες, βοσκότοπους, παράκτια, αλλά και το σημαντικότερο παραποτάμια δάση, εποχικές λίμνες, αμμοθίνες, αλίπεδα και αμμώδεις χερσότοπους. ε) Σε διεθνές επίπεδο ανήκει στις σημαντικές περιοχές για τα πτηνά (ΣΣΠ, και ICBP-IWRB) εφόσον εκεί πολλά παρυδάτια είδη πτηνών χρησιμοποιούν τα έλη του και φωλιάζουν πολλά αρπακτικά πουλιά. Στην περιοχή παρατηρήθηκαν 226 είδη πουλιών που ανήκουν σε περισσότερα από 50 γένη. στ) Η περιοχή του δέλτα, έχει χαρακτηριστεί ως καταφύγιο ή φυσικό εκτροφείο θηραμάτων, ενώ απαγορεύεται η αλιεία κατά την περίοδο της αναπαραγωγής των ψαριών.

Από ιχθυολογική άποψη, η ιχθυοπανίδα των γλυκών νερών του ποταμού και της θαλάσσιας περιοχής είναι πλούσια σε πληθυσμούς και σε είδη. Η ιχθυοπανίδα των γλυκών νερών περιλαμβάνει 37 είδη ψαριών και άλλα 11 με πιθανή παρουσία, ενώ εκείνη της γειτονικής θαλάσσιας περιοχής, περιλαμβάνει 123 είδη ψαριών από τα οποία μόνο τα 10 από αυτά έχουν πιθανή παρουσία σήμερα. Εκτός από την οικολογική αξία της περιοχής, το Δέλτα έχει μεγάλη σημασία για την άρδευση, την κτηνοτροφία, την υλοτομία, την αμμοληψία, την ύδρευση, την αναψυχή, τον τουρισμό, την εκπαίδευση και την επιστήμη. Το φυσικό οικοσύστημα των εκβολών του Πηνειού ποταμού, δέχεται έντονες πιέσεις και από τη γεωργία και την οικιστική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα την περαιτέρω υποβάθμιση των φυσικών πόρων (υγρότοποι, παραποτάμια δάση, ακτές) και τη μείωση της οικολογικής και τουριστικής αξίας της περιοχής. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

115


Η περιοχή του Δέλτα Πηνειού θεωρείται ένα φυσικό οικοσύστημα, και ο ποταμός είναι σημαντικός για τα μοναδικά παραποτάμια δάση του, και επομένως, η καταστροφή των μικρών λιμνών και των ρεμάτων της περιοχής, έχει ως αποτέλεσμα τη διάσπαση της φυσικής ενότητας και την εμπόδιση της ομαλής λειτουργίας της. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε και στο ψηφιακό βιβλίο για τις ‘’Φυσικές Λίμνες στην Ελλάδα’’, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-greece/ __________

2.4 Μικρές Λίμνες στη Βάση των Kαταρρακτών Οι μικρές λίμνες που δημιουργούνται στη βάση των καταρρακτών είναι γνωστές ως βάθρες, φυσικές πισίνες και κολυμπήθρες. Όμως ουσιαστικά δεν αποτελούν λίμνες, καθώς το νερό τους είναι συνήθως τρεχούμενο και μόνο σε περιόδους ξηρασίας ή και αργά το καλοκαίρι μπορεί να συναντήσουμε λιμνούλες με στεκούμενο νερό. Ο Στ. Ζόγγαρης/fb υπενθυμίζει ότι ΄΄ Aυτά τα ποτάμια λιμνία ενδιαιτήματα (plunge pools, scour pools, ή γενικότερα river pools) δεν είναι λιμναία συστήματα (lentic systems) στην καθιερωμένη και πιο συχνή ταξινόμηση. Ενώ οι συνθήκες μπορεί εποχικά να θυμίζουν τα λιμναία είναι ουσιαστικά "ποτάμιοι σχηματισμοί''. Απλά το διευκρινίζω και όπως όλοι ξέρουμε τα "όρια" είναι ανθρωπογενή για μια πιο πρακτική ταξινόμιση.’’. ΒΑΘΡΕΣ ΣΤΟΥΣ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΕΣ ΤΟΥ ΑΡΚΟΥΔΟΡΕΜΑΤΟΣ, ΠΑΡΑΝΕΣΤΙ, ΔΡΑΜΑ. (Καταρράκτες Αγίας Βαρβάρας, Λεπίδα, Λειβαδίτη ή Τραχωνίου, Αχλαδορέματος). (Πηγές: http://www.paranestiotes.gr, http://www.paranesti.gr, http://www.advride.gr, http://www.hikingexperience.gr, http://www.naturagraeca.com , http://www.fdor.gr).

Είναι γνωστό ότι στο Εθνικό Πάρκο της Οροσειράς της Ροδόπης βρίσκεται και το Παρθένο Δάσος του Φρακτού, ένα από τα πέντε πιο σημαντικά παρθένα δάση της Ευρώπης. Ιδιαίτερα σημαντικοί βιότοποι του Πάρκου είναι το παραποτάμιο δάσος σκλήθρου της Ροδόπης στο Βαθύρεμα, οι όξινοι τυρφώνες στην Ελατιά και στο Λειβαδίτη, οι καταρράκτες του Αχλαδορέματος, το δάσος της Τσίχλας και της Χαϊντούς, ο καταρράκτης του Λειβαδίτη, το δάσος του Λεπίδα, τμήμα του ποταμού Νέστου και το δάσος της Σημύδας. Η Οροσειρά της Ροδόπης είναι το πιο πλούσιο σε βιοποικιλότητα και το πιο παρθένο Εθνικό Πάρκο της Ελλάδας και μια από τις πιο σημαντικές περιοχές για την άγρια φύση στην Ευρώπη. Ωστόσο, εκεί βρίσκονται και οι καταρράκτες με τις βάθρες-φυσικές πισίνες τους στην Αγία Βαρβάρας, στον Λεπίδα, στο Λειβαδίτη-Τραχώνι και τρεις καταρράκτες στο Αχλαδόρεμα Φράκτου. -ΒΑΘΡΑ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ. ‘’ Ξεκινάμε από το Παρανέστι Δραμας παίρνοντας βόρεια κατεύθυνση, προς Παρθένο Δάσος Φρακτού. Ο δρόμος είναι ασφαλτοστρωμένος και κινείται παράλληλα με το Αρκουδόρεμα, το οποίο βλέπουμε Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

116


συνεχώς στα αριστερά μας. Στα 6 χλμ. από το Παρανέστι υπάρχει σημαντική διασταύρωση. Αριστερά πάει για τεχνητή λίμνη Νέστου, Θερμιά και Παρθένο Δάσος, ενώ δεξιά πάει για καταρράκτη Αγ. Βαρβάρας, καταρράκτη Λεπίδα, καταρράκτη Λειβαδίτη ή Τραχωνίου, Πρασινάδα και Σίλλη. Εμείς πάμε δεξιά και συνεχίζουμε σε άσφαλτο, έχοντας όμως τώρα στα δεξιά μας το Αρκουδόρεμα, έναν από τους μεγαλύτερους παραπόταμους του Νέστου.

Στα 13 χλμ. από το Παρανέστι θα συναντήσουμε πινακίδα που μας δείχνει ότι αν πάμε αριστερά θα βγούμε στα χωριά Πρασινάδα και Σίλλη, εμείς όμως συνεχίζουμε ευθεία, δηλαδή προς Διπόταμα. Θα κάνουμε ακόμη 5 χλμ. και συμπληρώνοντας 18 χλμ. από το Παρανέστι θα βρούμε στα δεξιά μας την ταμπελίτσα που γράφει "προς καταρράκτη Αγ. Βαρβάρας". Στρίβουμε δεξιά και σε 300 μ. αναγκαστικά θα αφήσουμε το όχημά μας μπροστά στο ποτάμι. Περνάμε με τα πόδια πάνω από ένα μικρό ξύλινο γεφυράκι και συνεχίζουμε στο μονοπάτι για ακόμη 300 μ. μέσα στο δάσος, ώσπου φτάνουμε στον καταρράκτη. Τριγύρω απλώνεται πυκνή βλάστηση. Ο καταρράκτης είναι εντυπωσιακός, έχει ύψος περίπου 15 μ. και συνεχή ροή όλο το χρόνο, αλλά Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο μειώνεται κάπως το νερό. Στη βάση του καταρράκτη σχηματίζεται στρογγυλή φυσική λιμνούλα-βάθρα. Να σημειωθεί ότι δεν είναι λίγοι όσοι τολμούν εκεί μια βουτιά το καλοκαίρι. Στην όχθη της λιμνούλας το δασαρχείο έχει τοποθετήσει ξύλινα παγκάκια’’. -ΒΑΘΡΑ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗ ΛΕΠΙΔΑ. ’’ Συνεχίζουμε για ακόμη 3 χλμ. οπότε φτάνουμε στον οικισμό Διποταμα που απέχει 21 χλμ. από το Παρανέστι. Από τα Διπόταμα συνεχίζουμε βόρεια, προς το Δάσος Λεπίδα. Ο δρόμος είναι χωμάτινος αλλά σε καλή κατάσταση. Στα 4 χλμ. από τα Διπόταμα βρίσκουμε πάνω στο δρόμο (στην αριστερή πλευρά) ένα χαρακτηριστικό στρόγγυλο ξύλινο κιόσκι. Εκεί δίπλα θα βρούμε εύκολα και τη μικρή ταμπελίτσα του δασαρχείου που μας δείχνει το μονοπάτι για τον καταρράκτη του Λεπίδα. Το μονοπάτι κατηφορίζει απότομα και σε περίπου 15΄ λεπτά της ώρας φτάνουμε στον εντυπωσιακο καταρρακτη. Έχει ύψος περίπου 25 μέτρα και σχηματίζει στη βάση του μικρή φυσική λιμνούλα-βάθρα. Στο γυρισμό θα χρειαστούμε 30΄ λεπτά απότομης ανηφόρας’’. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

117


-ΒΑΘΡΑ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ Ή ΤΡΑΧΩΝΙΟΥ. ‘’Επιστρέφουμε στα Διπόταμα και παίρνουμε το δρόμο προς τον οικισμό Τραχώνι (υπάρχει πινακίδα).Το πέρασμα του ποταμού τους ανοιξιάτικους μήνες θέλει προσοχή γιατί κατεβάζει αρκετό νερό. Ο δρόμος όμως τώρα γίνεται βατος χωματοδρομος 7χλμ μεχρι το Τραχωνι, αλλα τα υπολοιπα ειναι πιο δυσκολος. Ο στόχος είναι να επισκεφθούμε τον καταρράκτη του Λειβαδίτη ή Τραχωνίου, ίσως τον ψηλότερο των Βαλκανίων. Ο καταρράκτης βρίσκεται κοντά στα σύνορα των νομών Δράμας και Ξάνθης και έτσι έχει δύο ονομασίες: καταρράκτης του Τραχωνίου για τους Δραμινούς ή του Λειβαδίτη για τους κατοίκους της Ξάνθης. Βρίσκεται σε μια περιοχή μοναδικού φυσικού κάλλους, στους δυτικούς πρόποδες του όρους Κούλα και σε υψόμετρο 1.200 μέτρων, κοντά στο διάσημο για την παρθένα φύση του, δάσος της Χαϊντούς. Μέσα σε μια δασωμένη χαράδρα βόρεια του χωριού Λειβαδίτης, κυλάει το μικρό ποτάμι Μυλοπόταμος, παραπόταμος του Αρκουδορέματος. Σε κάποιο σημείο του ποταμού τα νερά σχίζουν κάθετα τον βράχο, πέφτοντας από ύψος 40 περίπου μέτρων, δημιουργώντας έτσι τον καταρράκτη του Λειβαδίτη. Από εκεί τα νερά φεύγουν σε ένα ήρεμο ρυάκι.Να σημειωθεί ότι το καλοκαίρι, μεσημεριανές ώρες σε περίοδο καύσωνα, στο σημείο αυτό η θερμοκρασία είναι περίπου 15°C - 16°C χαμηλότερη απ' ό,τι είναι στην παραλία.

-ΒΑΘΡΕΣ ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΕΣ ΤΟΥ ΑΧΛΑΔΟΡΕΜΑΤΟΣ ΦΡΑΚΤΟΥ. ‘’Χρησιμοποιώντας ως ορμητήριο το Δασικό Εργοτάξιο του Φρακτού, ξεχυθήκαμε να απολαύσουμε τα μαγικά τοπία της περιοχής. Πρώτος σταθμός του οδοιπορικού μας οι καταρράκτες του Αχλαδορέματος και η περιοχή του Αχλαδοχωρίου (Κρουσόβου). Η προσέγγιση στην είσοδο του μονοπατιού που θα μας οδηγήσει στους καταρράκτες μπορεί να γίνει είτε οδικώς είτε με τα πόδια. Από το εργοτάξιο παίρνουμε τον κατηφορικό δρόμο για το παρθένο δάσος. Σε χίλια μέτρα συναντάμε διασταύρωση με πινακίδες πληροφόρησης και μπάρα στον ένα κλάδο. Εμείς στρίβουμε αριστερά σε μονοπάτι. Το μονοπάτι κινείται σε πανέμορφο δάσος από πανύψηλα πεύκα και συστάδες σημύδας. Σε μισή ώρα καταλήγουμε στο Τζάκι ρέμα όπου φτάνει και ο δρόμος που αφήσαμε παραπάνω. Συνεχίζουμε στο δρόμο, περνάμε από κιόσκι με θέα και κατηφορίζουμε για να συναντήσουμε το Αχλαδόρεμα. Περνάμε το ρέμα και συνεχίζουμε στο δρόμο για να φτάσουμε σε δεξιά στροφή. Στο σημείο αυτό υπάρχει μικρό σπιτάκι και πινακίδες προς τους καταρράκτες. Οι καταρράκτες είναι τρεις και βρίσκονται αρκετά κοντά στο άβατο του παρθένου δάσους. Ακολουθούμε πια το ευδιάκριτο και καλοσηματοδοτημένο μονοπάτι μέσα στο πυκνό και βαθύσκιωτο δάσος. Μετά από 300 μέτρα συναντάμε τον πρώτο καταρράκτη ύψους 7 μέτρων. Συνεχίζουμε για να συναντήσουμε διασταύρωση μονοπατιών. Δεξιά στρίβει για τα ερείπια του Αχλαδοχωρίου (σε όλες τις διασταυρώσεις υπάρχουν πινακίδες), αλλά εμείς συνεχίζουμε ίσια επάνω για τον δεύτερο καταρράκτη ύψους 18 μέτρων. Για τον τρίτο και πιο εντυπωσιακό καταρράκτη ύψους 70 μ. χρειάζεται λίγο μεγαλύτερη προσπάθεια, αφού το μονοπάτι είναι ανηφορικό και επίπονο, ενώ θέλει να δείξουμε προσοχή στις επικλινείς και γλιστερές σάρες που υπάρχουν στο τελευταίο κομμάτι της προσέγγισης στον καταρράκτη, τον οποίο μπορούμε να θαυμάσουμε μόνο από απόσταση’’ (photo by G.Natsis, http://www.naturagraeca.com, http://www.sfedona.gr, http://www.hikingexperience.gr). Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

118


ΒΑΘΡΕΣ ΚΑΙ ΛΙΜΝΟΥΛΕΣ ΣΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ ΕΝΙΠΕΑ, ΠΙΕΡΙΑ. (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.olympusfd.gr, http://www.faretra.info, http://www.mountolympus.gr, http:// pezopories.blogspot.com)

Ο Ενιπέας είναι ποταμός της Πιερίας, ο οποίος διαρρέει το Λιτόχωρο. Η ονομασία του ποταμού προέρχεται από κάποια θαλασσινή θεότητα, πατέρα του Πελία και του Νηλέα και συζύγου της Τυρώς. Πρόκειται για προσωποποίηση του Ποσειδώνα. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία οι 7 Μούσες έλουζαν τα μαλλιά τους στον ποταμό Ενιπέα.

Ο Ενιπέας σχηματίζει στη θέση Πριόνια του Ολύμουπου, καταρράκτες. Στις βάσεις τους δημιουργούνται κολυμπήθρες-βάθρες ή και φυσικές πισίνες. Είναι ο μοναδικός ποταμός στον Όλυμπο που έχει σχεδόν συνεχή ροή. Κατά μήκος της διαδρομής του ποταμού βλέπεις εντυπωσιακές ορθοπλαγιές, χαράδρες και ρεματιές, πυκνή βλάστηση, 7 γραφικές ξύλινες γέφυρες, τρεχούμενα νερά, λιμνούλες με κρυστάλλινα νερά και οι μικροί καταρράκτες συνθέτουν ένα υπέροχο φυσικό περιβάλλον, που γοητεύει τους λάτρεις των ορεινών διαδρομών. Το διεθνές μονοπάτι ορειβατικών διαδρομών Ε4, ύστερα από διαδρομή μήκους 9 χιλιομέτρων καταλήγει στη θέση «Πριόνια», στις πηγές του Ενιπέα, σε υψόμετρο +1100 μέτρα. Η μυθολογία παρουσιάζει τον Ενιπέα ως έναν πάρα πολύ όμορφο νέο, αντικείμενο πόθου για όλες τις θεές, ο οποίος όμως έδειξε την προτίμησή του στη θεά του έρωτα, Αφροδίτη, προκαλώντας την οργή της Ήρας. Για να τον εκδικηθεί, η βασίλισσα των θεών τον μεταμόρφωσε σε ποταμό και τον καταράστηκε όσο όμορφος ήταν, τόσο επώδυνο να είναι το τέλος του. Έτσι, ο μοναδικός ποταμός του Ολύμπου, που έχει τρεις πλούσιες πηγές στη θέση Πριόνια (υψόμετρο 1100μ.) και γαλαζοπράσινα, κρυστάλλινα νερά, δεν εκβάλλει πουθενά, παρά χάνεται στα χωράφια του νομού της Πιερίας (Πηγή:Χάρης Μπαζάκος/2014). ΒΑΘΡΕΣ ΚΑΙ ΛΙΜΝΟΥΛΕΣ ‘’ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΒΡΑΧΟΣ’’ ΣΤΟΝ ΟΡΛΙΑ Ή ΕΛΙΚΩΝΑ Ή ΒΑΦΥΡΑ, ΠΙΕΡΙΑ (πηγή: σταχυολόγηση απο http://www.anasta.de, http://www.veriotis.gr).

‘’Στον ανατολικό Όλυμπο, δυτικά του Δίον υπάρχουν οι καταρράκτες Ορλιάς ή Ουρλιάς. Απο το Δίον, ακολουθώντας την πινακίδα προς «Καταφύγιο Κορομηλιά» και στη συνέχεια τις πινακίδες «Όλυμπος», στα 4 χλμ περίπου συναντάμε το ξωκλήσι των Αγ. Κων/νου και Ελένης και λίγα μέτρα παραπάνω, αφήνουμε το αυτοκίνητο. Ακολουθούμε πεζοπορώντας το δρομάκι που μας οδηγεί στον ένα καταρράχτη, ο οποίος δημιουργεί μικρή λίμνη, στην οποίαν κανείς μπορεί να δροσιστεί. Στο δρομάκι αυτό, πριν φτάσουμε στον καταρράχτη, βλέπουμε σε ένα βράχο -στα δεξιά μας- ζωγραφισμένη μία κόκκινη καρδιά η οποία μας καλεί να ακολουθήσουμε το μονοπάτι και σε τρία λεπτά καταλήγουμε στο δεύτερο καταρράχτη, ποιο ψηλό και πιο επιβλητικό, ο οποίος επίσης δημιουργεί μικρή λίμνη, μεγαλύτερη από την πρώτη και πιο βαθειά.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

119


Αρκετοί κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής πάνε εκεί για μπάνιο και πικνίκ. Σύμφωνα με την παράδοση, το ποτάμι Ελικώνας ή Βαφύρας ή Ουρλιάς (ονομάστηκε έτσι απ’ το θόρυβο, τα βουητά του νερού ) είναι αρχαιότατος ποταμός της Πιερίας ο οποίος ‘’χάθηκε από τη ντροπή του αρνούμενος να εξαγνίσει τις Μαινάδες -μαινόμενες γυναίκες του Δία- που θέλησαν να ξεπλύνουν τα χέρια τους εκεί από το αίμα του Ορφέα, αφού τον σκότωσαν στο Δίον’’. ´Ετσι, το νερό του ποταμού χάθηκε από το έδαφος και ξαναβγήκε στην επιφάνεια εκεί λίγο έξω από το Δίον, όπου σχηματίζονται και δυο καταρράκτες, που είναι προσβάσιμοι. ΛΙΜΝΟΥΛΕΣ ΚΑΙ ΒΑΘΡΕΣ ΣΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΗΣ ΚΑΛΥΨΟΥΣ, ΚΙΣΣΑΒΟΣ (πηγή: http://lartourism.thessaly.gov.gr/fysiko-periballon/faraggia ).

Η περιοχή του Κισσάβου χαρακτηρίζεται από τις έντονες αντιθέσεις του. Από την μια οι όμορφες ακτές του και από την άλλη ο επιβλητικός του ορεινός όγκος, με τα πανέμορφα δάση και τις απόκρημνες χαράδρες και τα φαράγγια που κάνουν το τοπίο απλά μαγευτικό. Το φαράγγι που δεσπόζει στην περιοχή και τραβάει την προσοχή είναι το φαράγγι της Καλυψούς. Το φαράγγι της Καλυψούς βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του Κίσσαβου, κοντά στο χωριό Καρύτσα. Έχει πολλά ‘’jump’’ στις μεγάλες και καθαρές βάθρες του. Είναι ανοιχτό φαράγγι με εντυπωσιακές κατακρημνίσεις βράχων. Το καλοκαίρι έχει μικρή ποσότητα νερού. Το πιο ιδιαίτερο και τεχνικό τμήμα του είναι ο 70μετρος καταρράκτης, που βρίσκεται προς το τέλος του φαραγγιού, στη θέση Κολυμπήθρα,όπου ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει τα ιαματικά νερά. Πριν τον μεγάλο καταρράκτη και εξαιτίας της μεγάλης και απότομης καθετότητας έχουμε όμορφη θέα προς την θάλασσα. Ας επιχειρήσουμε μία ανάβαση μέχρι την Άνω Σωτηρίτσα από εύκολο ασφαλτοστρωμένο δρόμο 6-7 χλμ. Στην άκρη του χωριού και με θέα στη Μελίβοια βρίσκεται η αρχή του μονοπατιού που θα μας οδηγήσει μετά από πέντε λεπτών πεζοπορία στον πανέμορφο καταρράκτη της Άνω Σωτηρίτσας. Μόνο οι τολμηροί και οι μυημένοι στο canyoning μπορούν να διασχίσουν το φαράγγι της Καλυψούς, γιατί είναι επικίνδυνο και υπάρχει κίνδυνος ατυχήματος. Το φαράγγι, μοναδικού φυσικού κάλλους, βρίσκεται στην καρδιά του καταπράσινου Κισσάβου. ‘’Στο Φαράγγι της Καλυψώς μπορεί να φτάσει Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

120


κάποιος ανηφορίζοντας τον δρόμο από τον παραλιακό οικισμό Κόκκινο Νερό, στο δρόμο για το χωριό Καρίτσα. Λίγο πριν το χωριό στρίβουμε αριστερά στο χωματόδρομο, ο οποίος θα μας βγάλει στο φαράγγι. Είναι πραγματικά μοναδικό. Ανάλογα με την κλίση και την διαμόρφωση του εδάφους, δημιουργούνται αμέτρητοι μικροί και μεγάλοι καταρράκτες, λίμνες μικρότερες αλλά και μεγαλύτερες, που κολυμπάει κανείς με θέα το Αιγαίο, οχτώ καταρριχήσεις με σχοινιά και, σαν αποκορύφωμα, ο συγκλονιστικός καταρράκτης των 70 μέτρων, ένα θέαμα μοναδικό. Δίκαια το Φαράγγι της Καλυψούς θεωρείται ως ένα από τα πιο όμορφα και ενδιαφέροντα φαράγγια στον Ελλαδικό χώρο’’.

Ένας από τους καταρράκτες του Ορλιά, κοντά στο χωριό της Παλιάς Βροντούς (www.thetravelbook.com)

ΒΑΘΡΕΣ ΚΑΙ ΛΙΜΝΟΥΛΕΣ ΣΤΟ ΠΗΛΙΟ (πηγές: σταχυολόγηση από http://partetavouna.blogspot.gr, http://www. travelphoto.gr, http://www.twodaysoff.gr

Στο Πήλιο και ειδικότερα στην ανατολική πλευρά του, η οργιώδη βλάστηση συμπληρώνεται με τα άφθονα νερά, τους καταρράκτες, τις βάθρες τους και ανάμεσα σε απότομους βράχους και τα τρεχούμενα νερά, συναντώνται πολλές μικρές λιμνούλες.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

121


Ένας μεγάλος καταρράκτης με τη βάθρα του βρίσκεται στη θέσα Μεγαλόβραχος, και είναι ορατός μόνο από λίγα σημεία της διαδρομής ανάμεσα στα χωριά Ζαγορά και Πουρί. Επίσης, στην Πορταριά που έχει πολλά νερά συναντούμε τον καταρράκτη Κάραβο με τη βάθρα του. Εξάλλου, στο χωριό Σωτηρίτσα ή Κάπιστα, στις πλαγιές της νοτιοανατολικής Όσσας, υπάρχει και ένας άλλος καταρράκτης.

ΜΙΚΡΕΣ ΛΙΜΝΕΣ ΣΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΩΝ 9 ΠΙΕΡΙΔΩΝ ΜΟΥΣΩΝ’ Ή ΣΚΕΠΑΣΜΕΝΟ, ΒΕΛΒΕΝΤΟ, ΚΟΖΑΝΗΣ (πηγές: σταχυολόγηση από http://pinakio.blogspot.com/2014/02/blog-post_17.html, http://visit-msv.gr/place/οκαταρράκτης-σκεπασμένο, http://www.clickatlife.gr/, http://www.monopatia.skai.gr/default.asp?pid=4&mid=113)

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

122


Στα ριζά των δυτικών Πιερίων και στην είσοδο του ρέματος της Λάφιστας (ή αλλιώς Λαφόρεμα), το οποίο ξεκινάει από το Καταφύγι και χύνεται στην τεχνητή λίμνη του Αλιάκμωνα, Πολύφυτο. Από το Βελβεντό και σε απόσταση περίπου 2,5 χλμ. βρίσκεται το Φαράγγι των ‘’ 9 Πιερίδων Μουσών’’, ή αλλιώς το ‘’Σκεπασμένο’’. Η περιοχή βαπτίστηκε έτσι από ένα σημείο όπου το ρέμα σκεπάζεται από τη γη. Το Σκεπασμένο αποτελεί ένα τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, με τους καταρράκτες και τις φυσικές λιμνούλες, τους πλατανεώνες, τις παγωμένες πηγές, την πλούσια βλάστηση, τους εντυπωσιακούς βράχους. Από το ξύλινο «παρατηρητήριο», πρόσφατα διαμορφωμένο, μπορεί κανείς να απολαύσει τη θέα του πρώτου τριπλού καταρράκτη, ύψους 25 μέτρων. Υπάρχει ειδική έκταση – πάρκο, που διαμορφώθηκε έτσι ώστε να μπορεί να υποδεχτεί ακόμα κι εκδηλώσεις ή συναυλίες. Από την περιοχή του πάρκου, ο επισκέπτης έχει επίσης τη δυνατότητα να προχωρήσει στην κορυφή (κοίτη) του φαραγγιού, ψηλά από τον πρώτο καταρράκτη, συναντώντας μικρές φυσικές λίμνες, σκεπασμένες από αιωνόβια πλατάνια και άλλα αυτοφυή δέντρα. Οι επισκέπτες μπορούν να συνεχίσουν την ανάβαση στο Φαράγγι, ακολουθώντας το παλιό μονοπάτι προς το Καταφύγι. Η διαδρομή αυτή, πέρα από τη μαγεία της ανάβασης, κρύβει μικρές εκπλήξεις. Πέρα από τους δέκα (10) ακόμα καταρράκτες, μικρούς και μεγαλύτερους, υπάρχουν και περίπου είκοσι (20) λιμνούλες αλλά και απομεινάρια παλιών νερόμυλων (φωτογραφίες από Σ.Αναστασόπουλος, http://www.kozanimedia.gr, http://kozan.gr, http://visit-msv.gr, http://kanotapanta.blogspot.com). ΒΑΘΡΕΣ ΣΤΟΥΣ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΕΣ ΠΟΖΑΡ, ΚΑΪΜΑΚΤΣΑΛΑΝ. Στις βάσεις των μικρών καταρρακτών στην περιοχή των ιαματικών λουτρών Πόζαρ, δημιουργούνται βάθρες-λιμνούλες, ενώ η οργιώδης βλάστηση και το επιβλητικό όρος Καϊμάκτσαλαν, συνθέτουν μια μαγευτική εικόνα. (Φωτο: Γ. Πατρουδάκης/http://www.thetravelbook.gr,http://imerografos.blogspot.gr, http://www.loutrapozar.info).

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

123


__________

2.5 Ενδιαφέρουσες Περιγραφές, Αναμνήσεις, Μαρτυρίες ΤΑ ΥΠΕΡ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΛΑΜΩΝΩΝ ΣΕ ΛΙΜΝΕΣ (πηγή: σταχυολόγηση από τη μελέτη ‘’Καθορισμός και περιγραφή των απαιτούμενων παρεμβάσεων για τη βέλτιστη διαχείριση του καλαμιώνα της λίμνης Ισμαρίδας’’ Μπούσμπουρας, Δ., Μ. Παναγιωτοπούλου, Γ. Καζόγλου, Φ. Φωτιάδης, Γ. Κλάδος, 2010, 144 σελ., + χάρτες - Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης ).

Οι καλαμιώνες για τα υγροτοπικά οικοσυστήματα -μεταβατικό στάδιο μεταξύ των υδάτινων και των χερσαίων οικοσυστημάτων-, αποτελούν πρώιμο σχετικά στάδιο της διαδοχής από τα υδάτινα οικοσυστήματα προς τη χέρσο. Και έτσι, η απουσία διαχείρισής τους οδηγεί νομοτελειακά προς τη Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

124


βαθμιαία υποχώρηση του υγρότοπου, ο οποίος αντικαθίσταται αρχικά από μη υγροτοπικές ποώδεις διαπλάσεις και αργότερα από χερσαίες θαμνώδεις ή δενδρώδεις. Η διαδικασία αυτή συχνά επιταχύνεται από φυσικά φαινόμενα ή ανθρωπογενείς επιδράσεις όπως οι περίοδοι ξηρασίας, η αλλαγή της υδρολογίας μιας περιοχής ή η αποκοπή του υγροτόπου από τις κύριες πηγές τροφοδοσίας του σε νερό. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας της διαδοχής οδηγεί σε σημαντικές οικολογικές αλλαγές, αφού τα είδη της χλωρίδας και πανίδας που ήταν προσαρμοσμένα στις υγροτοπικές συνθήκες, χάνουν το ενδιαίτημά τους και αντικαθίστανται από είδη χερσαίων οικοσυστημάτων. Δηλαδή, τα φυσικά οικοσυστήματα υπόκεινται σε συγκεκριμένες διεργασίες οι οποίες μακροχρόνια τείνουν να τα οδηγήσουν σε ένα τελικό στάδιο ‘’climax’’ μέσω της οικολογικής διαδοχής. Ωστόσο, η διαχείριση των καλαμιώνων παρεμβαίνει επιβραδύνοντας τις διεργασίες της διαδοχής ή ακόμη και αντιστρέφοντάς τις, για να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ των διαφόρων τύπων ενδιαιτημάτων που συνιστούν το μωσαϊκό του υγροτόπου. Οι μέθοδοι διαχείρισης των καλαμιώνων περιλαμβάνουν τη βόσκηση, διάφορες τεχνικές κοπής, τη χειμερινή καύση, και άλλες δραστικότερες μεθόδους, αλλά όχι ήπιες και όχι φιλικές προς το περιβάλλον, όπως οι εκχερσώσεις ελαφριάς μορφής, οι εκσκαφές, η χρήση ζιζανιοκτόνων και ο βιολογικός έλεγχος της βλάστησης με τη χρήση συγκεκριμένων ειδών ζώων ( π.χ. χορτοφάγος κυπρίνος). Η εφαρμογή των τελευταίων μεθόδων σε προστατευόμενες περιοχές χρήζει ιδιαίτερης μελέτης και προσοχής λόγω των ευαίσθητων και σημαντικών οικολογικών χαρακτηριστικών της περιοχής, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι κατά την εφαρμογή μιας μελέτης δεν υπάρχει, συνήθως, μηχανισμός επαρκούς επίβλεψης και διασφάλισης ότι στην πράξη θα εφαρμοστούν όσα αναφέρονται στη μελέτη. Σημαντικός για τη διαχείριση των καλαμιώνων μιας λίμνης και την πιθανή αποκατάσταση ή δημιουργία και διατήρηση υγρών λιβαδιών σε συγκεκριμένες τοποθεσίες της παραλίμνιας ζώνης είναι και ο ρόλος της διαχείρισης της στάθμης των υδάτων.

Κοινό σημείο μεταξύ των προτεινόμενων διαχειριστικών πρακτικών της βλάστησης είναι το γεγονός ότι ανακόπτουν τη φυσική εξέλιξή της, διατηρούν δηλαδή την οικολογική διαδοχή σε πρώιμα στάδια. Συνοδευτική της διαχείρισης είναι η παρακολούθηση της βλάστησης και χλωρίδας ως το πλέον αξιόπιστο εργαλείο για την καταγραφή της εξέλιξης των ποιοτικών και δομικών χαρακτηριστικών της βλάστησης σε περιοχές, όπου εφαρμόζονται συγκεκριμένες διαχειριστικές πρακτικές. Μεταξύ των διαφόρων μεθόδων παρακολούθησης, που εφαρμόζονται στους διάφορους τύπους βλάστησης, συχνά απαιτείται να γίνουν τροποποιήσεις δοκιμασμένων μεθόδων ή συνδυασμοί διαφορετικών τεχνικών (αυτές οι πληροφορίες προέρχονται από μεγάλο αριθμό βιβλιογραφικών αναφορών, με κυριότερες για την παρούσα μελέτη αυτές των Papanastasis (1992), Παπαναστάση και Νοϊτσάκη (1992), Mesléard & Perennou (1996), Hawke & José (1996), Benstead et al. (1997), Benstead et al. (1999), Sinnassamy & Mauchamp (2000), Καζόγλου κ.ά. (2001), Keddy (2002) και Καζόγλου (2007). Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

125


Βόσκηση. Η εκτατική άσκηση της βόσκησης κτηνοτροφικών ζώων στους υγροτόπους, εξασκούμενη πάντα μέσα στα όρια της βοσκοϊκανότητας κάθε περιοχής (η οποία δεν είναι πάντα γνωστή αν δεν έχει προηγηθεί σχετική έρευνα) αποτελεί συνηθισμένη πρακτική διαχείρισης της βλάστησης με σκοπό την αύξηση της βιοποικιλότητας. Σε πολλούς προστατευόμενους υγροτόπους της Δυτικής Ευρώπης, οι φορείς διαχείρισης των περιοχών αυτών διατηρούν ιδιόκτητα κοπάδια ζώων ή συνάπτουν συμβόλαια με κτηνοτρόφους. Οι τελευταίοι, βόσκουν τα κοπάδια τους βάση συγκεκριμένου σχεδίου διαχείρισης και πληρώνουν το αντίστοιχο τίμημα για την εκμετάλλευση της βοσκήσιμης ύλης προς όφελος του κτηνοτροφικού τους κεφαλαίου. Όμως, σε άλλες περιπτώσεις και συνήθως όταν χρειάζονται δραστικότερες διαχειριστικές παρεμβάσεις (π.χ. έλεγχος πυκνών διαπλάσεων υπερυδατικών ελόφυτων), εφαρμόζεται η ακριβώς αντίθετη πρακτική, δηλαδή η δωρεάν παραχώρηση των προς διαχείριση βοσκήσιμων εκτάσεων ή ακόμη και η πληρωμή κτηνοτρόφων για να εισάγουν τα βόσκοντα ζώα τους σε μια προστατευόμενη περιοχή . Η παρόχθια ζώνη των υγροτόπων είναι πολύ ελκυστική για τα αγροτικά ζώα και ιδιαιτέρως για τα βοοειδή λόγω των παρακάτω γνωρισμάτων: α) αποτελεί κρίσιμη πηγή φυτικής και ζωικής ποικιλότητας, β) είναι περισσότερο παραγωγική σε βιομάζα σε σχέση με τα γειτονικά λιβάδια, γ) έχει ήπιο ανάγλυφο, δ) υπάρχει συνεχής παρουσία νερού, ε) η ποώδης και ξυλώδης βλάστηση παραμένει ενεργή κατά το μακρύ και άνομβρο καλοκαίρι, σε αντίθεση με τα γειτονικά λιβάδια, παρέχοντας έτσι στα ζώα χλωρή τροφή υψηλής θρεπτικής αξίας, και στ) αν η ζώνη αυτή είναι δασωμένη, τα ζώα μπορούν να αναζητούν στα δένδρα προστασία από τον καύσωνα, τις καταιγίδες και τους ισχυρούς ψυχρούς ανέμους.

Όπως και με τις υπόλοιπες τεχνικές διαχείρισης της βλάστησης, η βόσκηση ανακόπτει τη φυσική διαδοχή της βλάστησης του υγρότοπου προς περισσότερο χερσαία οικοσυστήματα και διατηρεί τα ενδιαιτήματα στα πρώτα στάδια της διαδοχής, π.χ. διατηρεί τις υγρολιβαδικές επιφάνειες ελεύθερες από υψηλά ελόφυτα (π.χ. καλάμι, ψαθί). Σε σχέση με τις υπόλοιπες τεχνικές διαχείρισης της βλάστησης, η βόσκηση παρουσιάζει πολλές ιδιαιτερότητες ως προς τις επιδράσεις της στα φυτά. Οι άμεσες επιδράσεις της περιλαμβάνουν την κατανάλωση των φυτών με συνέπεια αλλαγές στη δομή και σύνθεση της βλάστησης. Οι έμμεσες αφορούν τις επιδράσεις που προέρχονται από το ποδοπάτημα των ζώων (διάσπαση οργανικής ουσίας και καταστροφή τμημάτων φυτών ) και την έκκριση κοπράνων και ούρων (θανάτωση φυτών, αλλά και αύξηση συγκεντρώσεων θρεπτικών στοιχείων κατά τόπους ). Οι επιδράσεις της βόσκησης στην υγροτοπική βλάστηση καθορίζονται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τους από την επιλεκτικότητα ως προς τα είδη ή τα τμήματα των φυτών που καταναλώνονται ως τροφή από τα βόσκοντα ζώα, την ένταση της βόσκησης, τη συχνότητα και την εποχή που εφαρμόζεται. Η Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

126


επιλεκτικότητα της βόσκησης σχετίζεται άμεσα με το είδος του ζώου, παράμετρος η οποία καθορίζει την ικανότητά του να βόσκει και να παραμένει για μεγάλα ή μη χρονικά διαστήματα σε υγρά ενδιαιτήματα, τη συμπεριφορά και τις προτιμήσεις του. Ορισμένα είδη αγροτικών ζώων, όπως οι βραχυκερατικές αγελάδες και οι βούβαλοι, μπορούν να βόσκουν πολλές ώρες μέσα στο νερό, καταναλώνοντας φυτά ή τμήματα φυτών πάνω ή κάτω από την επιφάνεια του νερού. Η συγκεκριμένη ικανότητα αυτών των ζώων τα καθιστά ιδανικά κυρίως για την αποκατάσταση και διαχείριση υγρών λιβαδιών. Η βόσκηση, εκτός από τα φυτά και τις φυτοκοινότητες, επηρεάζει έμμεσα ή άμεσα και την ποικιλότητα των ειδών πανίδας των υγροτόπων. Έμμεσα ωφελεί τα ασπόνδυλα, τα πουλιά και τα θηλαστικά των «ανοιχτών» ενδιαιτημάτων, όπως είναι τα υγρά ποολίβαδα, και μειώνει τους αριθμούς των ειδών που ενδιαιτούν σε «κλειστά» ενδιαιτήματα, όπως οι πολύ πυκνοί καλαμιώνες και τα παρόχθια δάση.

Η σχετικά έντονη βόσκηση διατηρεί τα ενδιαιτήματα για είδη πουλιών όπως οι χήνες και τα παρυδάτια, καθώς επίσης και για είδη ασπόνδυλων όπως τα κολεόπτερα. Η εκτατική ελαφριά βόσκηση δημιουργεί και διατηρεί ένα μωσαϊκό ενδιαιτημάτων, όπου μπορεί να συνυπάρχουν ζώνες χαμηλής ποώδους βλάστησης με υψηλά ελόφυτα, θάμνους και δέντρα. Η κοπριά των βοοειδών συνεισφέρει σημαντικά στην είσοδο θρεπτικών στον υγρότοπο, με αποτέλεσμα την αυξημένη ιχθυοπαραγωγή. Προσοχή όμως χρειάζεται όταν η βόσκηση εφαρμόζεται για τη βελτίωση ενδιαιτημάτων, όπου φωλιάζουν συγκεκριμένα είδη παρυδάτιων πουλιών, καθώς τα μεγάλα φυτοφάγα ζώα μπορεί να καταστρέψουν φωλιές στο έδαφος. Οι άμεσες επιδράσεις αναφέρονται σε είδη ασπόνδυλων που εξαρτώνται αποκλειστικά από την ύπαρξη μεγάλων οπληφόρων ζώων και σε διάφορα είδη ομοσιτισμού, όπως ο ερωδιός γελαδάρης Bubulcus ibis που ακολουθεί τα μεγάλα ζώα ή κάθεται πάνω τους όταν βόσκουν και τρέφεται με μικρά σπονδυλόζωα και ασπόνδυλα που εντοπίζει στο έδαφος κατά το πέρασμα τους. Οι επιδράσεις της βόσκησης καθορίζονται σημαντικά από την ένταση και τη εποχή εφαρμογής της. Η παράμετρος της έντασης έχει μελετηθεί διεξοδικά σε χερσαία λιβαδικά οικοσυστήματα και για διάφορα είδη αγροτικών ζώων. Όμως, ως διαδικασία υπολογισμού του αριθμού των ζώων που μπορούν να βόσκουν ανά μονάδα επιφάνειας και σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα σε υγρά οικοσυστήματα, όπως τα υγρά ποολίβαδα και οι καλαμιώνες, παρουσιάζει πολλές ιδιαιτερότητες λόγω των διαφορετικών χαρακτηριστικών των υγρών συστημάτων σε σχέση με τα χερσαία, όπως για παράδειγμα α) περισσότερη ανομοιογένεια στη σύνθεση και δομή της βλάστησης, β) ασταθές υδρολογικό καθεστώς, και γ) δυσκολία πρόσβασης για τα ζώα σε όλη την έκταση της επιφάνειας που θεωρητικά μπορεί να βοσκηθεί. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

127


Πρέπει να τονιστεί, ότι οι επιδράσεις της βόσκησης στην υγροτοπική βλάστηση μπορεί να είναι διαφορετικές από υγρότοπο σε υγρότοπο εξαιτίας των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ αυτών ( π.χ. τύποι εδαφών, υδρολογικό καθεστώς), ακόμη και αν με μια πρώτη εκτίμηση μοιάζουν σε πολλά σημεία. Η ένταση της βόσκησης και η διάρκειά της καθορίζονται επίσης από τους ευρύτερους σκοπούς της διαχείρισης των υγροτοπικών περιοχών, όπως για παράδειγμα από το αν φωλιάζουν σε αυτές σπάνια υδρόβια πουλιά. Ενδεικτικά αναφέρονται τα στοιχεία των: α) Hecker & Lucchesi (1999), οι οποίοι διενήργησαν πειραματισμό με ενήλικες αγελάδες βάρους 250 κιλών της φυλής Camargue σε καλαμιώνες με εύκολη πρόσβαση στην υγροτοπική περιοχή Marais du Vigueirat (*) (Γαλλία), β) Mesél ard & Perennou (1996) για τα ίδια βόσκοντα ζώα σε καλαμιώνες στην περιοχή Tour du Valat (**) της Γαλλίας, και γ) Gordon et al. (1990), οι οποίοι εξέτασαν διάφορες περιοχές της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης (***), όπου η εφαρμοζόμενη διαχείριση της βλάστησης αφορούσε σε συνεχή βόσκηση κατά τη διάρκεια όλου του έτους πλην των χειμερινών μηνών, με σημαντικές επιδράσεις επί των υγροτοπικών φυτοκοινοτήτων Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ένα σχετικό παράδειγμα από την ελληνική πραγματικότητα. Σε πείραμα της Εταιρίας Προστασίας Πρεσπών (ΕΠΠ) την περίοδο 1997-2001 στη λίμνη Μικρή Πρέσπα, η εφαρμογή εκτατικής συνεχούς βόσκησης βούβαλων σχετικά μέτριας έντασης (1,11-1,82 ΖΜ/εκτάριο) στην περιοχή έρευνας επέφερε ευνοϊκές αλλαγές στη δομή των υγρών φυτοκοινοτήτων, με κυριότερη την αύξηση των υγρολιβαδικών ειδών φυτών και τη μείωση των υψηλών ελόφυτων, και θετικές επιδράσεις στα διατρεφόμενα είδη πουλιών και στην αναπαραγωγή των φυτόφιλων ειδών ψαριών. Παρόμοιες ήταν οι επιδράσεις της βόσκησης βούβαλων και κατά τη διάρκεια προγράμματος LIFEΦΥΣΗ στην ίδια περιοχή από τον Ιούλιο του 2002 έως τον Ιούνιο του 2007, με τη διαφορά ότι εφαρμόστηκε σύστημα περιτροπικής βόσκησης σε οκτώ παραλίμνιες περιοχές. Οι μέσες ετήσιες εντάσεις βόσκησης που καταγράφηκαν στη διάρκεια του προγράμματος αυτού (για το διάστημα 20022006) ήταν από 3,7 έως 5,1 Ζωικές Μονάδες ανά εκτάριο. Έτσι, προκύπτει ότι οι τιμές έντασης βόσκησης που εφαρμόστηκαν στις παραλίμνιες περιοχές της Μικρής Πρέσπας ήταν σαφώς υψηλότερες από αυτές που αναφέρουν οι συγγραφείς που αναφέρονται στον παραπάνω πίνακα. Αυτό όμως οφείλεται κατά κύριο λόγο στην υψηλή παραγωγή των καλαμιώνων της Μικρής Πρέσπας, στην οποία οφείλονται και οι ιδιαίτερα υψηλές τιμές της βοσκοϊκανότητας αυτών.

(* Πειραματισμός σε καλαμιώνα με εύκολη πρόσβαση. Οι εντάσεις βόσκησης αφορούν σε κανονική βόσκηση (απομάκρυνση του 50% περίπου της βοσκήσιμης ύλης, γεγονός που δεν επιδρά σημαντικά στα φυτά) αγελάδων της φυλής Camargue (βάρους 250 κιλών). ** Πειραματισμός σε διάφορους τύπους βλάστησης (περιοδικώς κατακλυζόμενοι βάλτοι και καλαμιώνες). Οι αναφερόμενες εντάσεις βόσκησης αφορούν αγελάδες της φυλής Camargue (βάρους 250 κιλών) και δεν προκάλεσαν καταστροφές στις υφιστάμενες φυτοκοινοτήτες. *** Πειραματισμός σε διάφορους υγροτόπους. Οι εντάσεις βόσκησης αφορούν ενήλικα μεγάλα ζώα διάφορων φυλών και επέδρασαν σημαντικά σε βάρος των υφιστάμενων φυτοκοινοτήτων - οι εντάσεις βόσκησης με πάνω από 2 ζώα/εκτάριο θεωρούνται γενικώς υψηλές ). Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

128


Η βόσκηση στους υγροτόπους της λίμνης Ισμαρίδας μπορεί να εφαρμοστεί με μεγάλα κτηνοτροφικά ζώα με βόσκηση εντός κάποιων εκτεταμένων περιφραγμένων περιοχών ή με καθοδήγηση των ζώων από βοσκό. Σε κάθε περίπτωση απαιτείται η εκπόνηση ‘’Ειδικής Λιβαδοπονικής Μελέτης’’. Στην πρώτη περίπτωση τα ζώα είναι υποχρεωμένα να βοσκήσουν εντός μιας συγκεκριμένης περιοχής με συγκεκριμένη διαθεσιμότητα και ποικιλία φυτών με αποτέλεσμα να καταναλώσουν τη βοσκήσιμη ύλη που υπάρχει εντός της περίφραξης, που θα προκαλέσει σχετικά γρήγορο και αποτελεσματικό έλεγχο της υγροτοπικής βλάστησης. Στη δεύτερη περίπτωση τα ζώα έχουν περισσότερη ελευθερία ως προς την επιλογή των φυτών που βόσκουν και δεν υποχρεώνονται να καταναλώσουν ανεπιθύμητα φυτά. Είναι λοιπόν πιθανό να μην ελέγξουν πολύ αποτελεσματικά την ελοφυτική βλάστηση, εκτός εάν ο βοσκός έχει την ικανότητα να τα στρέφει, έστω και μικρά χρονικά διαστήματα, προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Κοπή της βλάστησης. Η κοπή της βλάστησης στους ευρωπαϊκούς υγροτόπους αποτελεί πρακτική με μακρόχρονη ιστορία και συχνά αποτελεί προτεινόμενη πρακτική για τη διατήρηση εκτάσεων υγρών ποολίβαδων με στόχο την αποτροπή πλημμυρών σε παρακείμενες περιοχές και την εγκατάσταση ξυλωδών θάμνων. Σε υγροτοπικές περιοχές με μακρά παράδοση στην κοπή ή τη βόσκηση, έχουν αναπτυχθεί εξειδικευμένες μορφές χλωρίδας και πανίδας ως αποτέλεσμα της αδιάκοπης απομάκρυνσης της βιομάζας. Σε σύγκριση με τη βόσκηση, η κοπή είναι μη επιλεκτική μέθοδος που προσδίδει ομοιόμορφη δομή στη βλάστηση, ενώ έχει αποδειχθεί ότι ο συνδυασμός κοπής (ειδικά για συγκομιδή χορτονομής) και βόσκησης (μετά την κοπή) είναι σημαντικός για τη διατήρηση υψηλής ποικιλίας ειδών σε ποολιβαδικές φυτοκοινότητες.

Εξίσου σημαντική για την ποιότητα της βλάστησης είναι η απομάκρυνση της κομμένης βιομάζας, με την οποία επιτυγχάνεται διάνοιξη των συστάδων και, συνεπώς, διευκόλυνση της φύτρωσης των σπόρων, και μείωση των θρεπτικών σε ποολίβαδα που κόβονται και συγκομίζονται κάθε χρόνο, γεγονός που ευνοεί λιγότερο παραγωγικά φυτά και προωθεί τη χλωριδική ποικιλότητα των συστάδων. Έτσι, κατά την εφαρμογή κοπών σε καλαμιώνες, αλλά και σε υγρολιβαδικές εκτάσεις, προτείνεται η συλλογή και απομάκρυνση της παραγόμενης κομμένης βλάστησης εκτός της περιοχής κοπής, ή έστω η τοποθέτησή της επιτόπου σε σωρούς με σκοπό τη φυσιολογική αποσύνθεση ή κάψιμό της. Αυτό γίνεται διότι η κομμένη βιομάζα έχει μεγάλο όγκο και στην περίπτωση που αφήνεται απλωμένη και αμάζευτη, προκαλεί αλλοίωση διαφόρων χαρακτηριστικών του εδάφους (π.χ. δημιουργία ανοξικών συνθηκών, ευτροφισμός), αύξηση του οργανικού υποστρώματος και δυσχέρεια στην εφαρμογή μελλοντικών τεχνικών διαχείρισης. Από πειράματα σε διαπλάσεις αγρωστοειδών και καλαμιώνων σε Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

129


έλος της Δ. Ευρώπης προέκυψε ότι οι συστηματικές κοπές της βλάστησης προκάλεσαν μείωση της παραγωγής στις κομμένες επιφάνειες σε σχέση με τους μάρτυρες. Στο πείραμα που πραγματοποιήθηκε από την ΕΠΠ στη δυτική όχθη της λίμνης Μικρή Πρέσπα την περίοδο 1997-2001, η θερινή κοπή της βλάστησης των καλαμιώνων (μία φορά ανά έτος) ευνόησε την κάλυψη των υγρολιβαδικών ειδών φυτών και επηρέασε σημαντικά τα δομικά χαρακτηριστικά του καλαμιού προκαλώντας μείωση στις πυκνότητες των νέων και ξηρών ιστάμενων βλαστών, στο ύψος και στη διάμετρό τους, ιδιαίτερα μετά από τρεις διαδοχικές ετήσιες εφαρμογές. Όμως, η διακοπή της επέφερε άμεση επανάκαμψη του καλαμιού με αποτέλεσμα, ως διαχειριστικό μέσο, η θερινή κοπή να πρέπει να εφαρμόζεται συστηματικά κάθε έτος για την καταπολέμηση του καλαμιού ή και σε συνδυασμό με τη βόσκηση βούβαλων.

Η κοπή της βλάστησης, αποτελεί επίσης συνήθη πρακτική διαχείρισης της βλάστησης των καλαμιώνων και καθορίζεται από τρεις παραμέτρους: α) την εποχή εφαρμογής, β) τη συχνότητα, και γ) την έκταση. Ανάλογα με τους στόχους της διαχείρισης, η κοπή μπορεί να εφαρμόζεται κατά τους καλοκαιρινούς ή τους χειμερινούς μήνες. Τα αποτελέσματα της κοπής σε κάθε περίπτωση είναι διαφορετικά. Η συχνότητα της κοπής αφορά στον αριθμό των κοπών του καλαμιώνα μέσα σε ένα έτος ή στην περιοδικότητα της κοπής μεταξύ περισσότερων ετών. Οι σχετικές αποφάσεις καθορίζονται από τους σκοπούς της διαχείρισης ενός καλαμιώνα (προστασία συγκεκριμένων ενδιαιτημάτων, εμπορική χρήση των καλαμιών ή και τα δύο), οι οποίοι καθορίζουν και την έκταση της κοπής. ελόφυτων, αναβαθμίζοντας έτσι τη χλωριδική ποικιλότητα του καλαμιώνα και διατηρώντας επιφάνειες νερού ελεύθερες από τέτοια φυτά. Αυτό γίνεται διότι απομακρύνονται τα χλωρά φωτοσυνθετικά τμήματα των φυτών σε μια εποχή, που το μεγαλύτερο μέρος του ενεργειακού αποθέματος (ολικοί μη δομικοί υδρογονάνθρακες και υδατοδιαλυτοί υδρογονάνθρακες ) των καλαμιών και άλλων υψηλών υπερυδατικών φυτών έχει μεταφερθεί από τα ριζώματα στα ανώτερα τμήματα για την ανάπτυξή τους και την παραγωγή σπόρων. Παράλληλα, μειώνεται ο ανταγωνισμός μεταξύ υψηλών ελόφυτων και λοιπών ποωδών φυτών, καθώς με την απομάκρυνση των πρώτων τα δεύτερα έχουν περισσότερο χώρο για να αναπτυχθούν, δεν σκιάζονται και δεν ανταγωνίζονται πλέον για θρεπτικά συστατικά. Η πρακτική αυτή αποτελεί συνήθη μέθοδο διαχείρισης των καλαμιώνων σε προστατευόμενες περιοχές, ενώ ταυτόχρονα συνδυάζεται με τη συγκομιδή χόρτου από αυτές. Εξάλλου, αυτή η πρακτική αποτελεί μια από τις πλέον ενδεδειγμένες μεθόδους διαχείρισης καλαμιώνων για τη δημιουργία ή αποκατάσταση υγρών ποολίβαδων και ανοιχτών επιφανειών νερού μέσα σε καλαμιώνες. Η καλοκαιρινή κοπή οδηγεί κυρίως στον έλεγχο (μείωση ζωτικότητας) των κυρίαρχων υψηλών Η αποτελεσματικότητα της καλοκαιρινής κοπής ως προς την καταπολέμηση των καλαμιών διαφέρει Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

130


ανάλογα με το αν γίνεται πάνω ή κάτω από την επιφάνεια του νερού. Η καλοκαιρινή κοπή πάνω από την επιφάνεια του νερού εφαρμόζεται σε καλαμιώνες με στεγνό έδαφος ή σε πολύ ρηχά νερά. Η κοπή γίνεται συνήθως μεταξύ Ιουνίου – Αυγούστου με συμβατικά ή εξειδικευμένα μηχανήματα (π.χ. γεωργικοί ελκυστήρες με παρελκόμενους κοπτικούς μηχανισμούς, μηχανές με φαρδιά ελαστικά ή ερπύστριες κ.ά. ). Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στο γεγονός ότι, στην περίπτωση που η πρώτη κοπή είναι προγραμματισμένη για την αρχή του καλοκαιριού, είναι πιθανό να προκαλέσει σημαντική ενόχληση σε είδη της υγροτοπικής ορνιθοπανίδας (και όχι μόνο) που εκείνο ακριβώς το διάστημα φωλιάζουν μέσα στους καλαμιώνες. Το γεγονός αυτό μεταθέτει την κοπή κατά 1-2 μήνες αργότερα. Επιπλέον, εάν η κοπή γίνει νωρίς δίνεται χρόνος στο καλάμι να ξαναμεγαλώσει, οπότε είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα απαιτηθεί τουλάχιστον μια ακόμη κοπή μέσα στο ίδιο έτος. Η καλοκαιρινή κοπή πάνω από την επιφάνεια του νερού είναι πιο εύκολη στην εφαρμογή από την κοπή κάτω από την επιφάνεια του νερού, λιγότερο όμως αποτελεσματική στον περιορισμό της ανάπτυξης του καλαμιού. Η καλοκαιρινή κοπή κάθε έτος επιφέρει μείωση της παραγωγής βιομάζας και προωθεί τη χλωριδική ποικιλότητα στον καλαμιώνα, ιδιαίτερα αν κατά το θέρος οι περιοχές που κόβονται δεν είναι πλημμυρισμένες. Μετά δηλαδή από κάποια έτη συνεχόμενων κοπών το καλάμι και τα άλλα υψηλά φυτά θα αντικατασταθούν από περισσότερα είδη λιγότερων ανταγωνιστικών φυτών, κατάσταση θεμιτή ιδιαίτερα όσον αφορά στη δημιουργία υγρολίβαδων. Η κοπή των καλαμιών μπορεί επίσης να γίνει χειρωνακτικά ή με ελαφριά φορητά χορτο-θαμνοκοπτικά μηχανήματα, ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους και την έκταση των επιφανειών που κόβονται.

Για την κοπή σχετικά μεγάλων επιφανειών συνιστάται η χρήση μηχανημάτων σχετικά μεγάλης ιπποδύναμης. Πρέπει να σημειωθεί ότι η κοπή των καλαμιώνων αποτελεί μια επίπονη και χρονοβόρα εργασία, ιδιαίτερα όταν οι περιοχές παρέμβασης είναι υγρές ή πλημμυρισμένες, η μορφολογία του εδάφους παρουσιάζει ανωμαλίες και όταν υπάρχει μεγάλος όγκος ξηρής οργανικής ουσίας. Η καλοκαιρινή κοπή κάτω από την επιφάνεια του νερού εφαρμόζεται με ειδικά αμφίβια ή πλωτά μηχανήματα, όταν επιθυμείται περιορισμός της εξάπλωσης υψηλών υπερυδατικών φυτών, όπως το καλάμι, το βούρλο και το ψαθί, και διατήρηση ανοιχτών επιφανειών νερού χωρίς απαραίτητα να προηγείται αποστράγγιση του καλαμιώνα προκειμένου να διευκολυνθεί η κοπή. Με αυτήν τη μέθοδο επιτυγχάνεται: α) κοπή των φυτών κατά την περίοδο αύξησής τους και απομάκρυνση του φωτοσυνθετικού τους τμήματος, β) αποκλεισμός παροχής οξυγόνου στα ριζώματα των φυτών, και γ) μείωση παραγωγής βλαστών κατά την επόμενη άνοιξη. Συστηματικές κοπές με πλωτά μηχανήματα γίνονται εδώ και αρκετά χρόνια στις λίμνες Καστοριάς, Παμβώτιδας και Άγρα με σκοπό την αποτροπή της εγκατάστασης ελοφυτικής βλάστησης σε συγκεκριμένες τοποθεσίες και τη διατήρηση περιμετρικών καναλιών με ανοιχτά νερά. Πλωτό μηχάνημα έχει επίσης αγοραστεί για την διαχείριση στην λίμνη Πετρών με βάση το οποίο έχει εκπονηθεί μελέτη διαχείρισης των καλαμιώνων. Δεν είναι Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

131


όμως το καταλληλότερο για την περιοχή. Αντιθέτως είχε προταθεί στην αρχική μελέτη για την διαχείριση των καλαμιώνων στην περιοχή αμφίβιο μηχάνημα το οποίο θα ήταν προσφορότερο για την περιοχή, καθώς θα μπορούσε να εξυπηρετήσει και μόνιμες και επαναλαμβανόμενες παρεμβάσεις. Με τη μέθοδο αυτή μπορούν να δημιουργηθούν νέες μόνιμες επιφάνειες νερού μέσα σε ένα καλαμιώνα με αποτέλεσμα τη δημιουργία μωσαϊκού καλαμιού και ανοιχτών επιφανειών νερού, γεγονός που ωφελεί συγκεκριμένα είδη πουλιών, ψαριών, υδρόβιων ασπόνδυλων και φυτών. Όταν γίνεται κοπή κάτω από την επιφάνεια του νερού πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στα εξής σημεία: -Μετά την πρώτη κοπή θα πρέπει πιθανώς να ακολουθήσουν διαδοχικές κοπές κατά τη διάρκεια της αυξητικής περιόδου των φυτών (Απρίλιος - Σεπτέμβριος). Αυτό γίνεται διότι κατά την πρώτη κοπή, ανάλογα με το βάθος κοπής, είναι δυνατό να μην κοπούν βλαστοί που έχουν ακόμη μικρό ύψος και δεν έχουν ακόμη φθάσει στην επιφάνεια του νερού. -Για τη δημιουργία ανοιγμάτων στον καλαμιώνα, οι κομμένοι βλαστοί θα πρέπει να παραμείνουν κάτω από την επιφάνεια του νερού κατά την ίδια περίοδο. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό, απλά μειώνονται οι πιθανότητες πλήρους ελέγχου των φυτών και απαιτούνται κοπές της αναβλάστησης. -Οι κοπές δεν πρέπει να προκαλούν ενόχληση στην άγρια ζωή. Προκειμένου για κοπή κάτω από την επιφάνεια του νερού σε σχετικά ρηχά νερά η μέθοδος αυτή μπορεί να εφαρμοστεί μόνο με: α) φορητά χορτοκοπτικά μηχανήματα με πριονωτό δίσκο και σταθερή λάμα / κεφαλή πάνω από το δίσκο, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν σε βάθος μέχρι ένα μέτρο, και β) τροχήλατες φρέζες από τις οποίες αφαιρούνται οι σκαπτικές λάμες στο πίσω μέρος και τοποθετείται ειδικό κοπτικό μαχαίρι πλάτους ενός μέτρου στο μπροστινό μέρος. Αυτές μπορούν να κόψουν καλάμια μέχρι βάθους 30 εκατοστών και σε σκληρό σχετικά έδαφος για να μην κολλήσουν στη λάσπη. Συχνά τοποθετούνται διπλές ή τριπλές ρόδες στο μηχάνημα για να μη βουλιάζει. Πρέπει να σημειωθεί ότι τέτοια μηχανήματα χρησιμοποιούνται με απόλυτη επιτυχία στη Βρετανία, όπου όμως τα καλάμια έχουν γενικώς πιο αδύνατους βλαστούς και χαμηλότερο ύψος από ότι τα καλάμια σε ελληνικούς υγροτόπους. Συνεπώς, η προμήθεια τέτοιων μηχανημάτων θα πρέπει να γίνεται αφού πρώτα εξασφαλίζεται (από την κατασκευάστρια εταιρία) η δυνατότητα κοπής καλαμιών διαμέτρου πάνω από 10 χιλιοστά. Η χρήση χειρωνακτικών εργαλείων, όπως δρεπάνια (πολύ αποτελεσματικά σε ορισμένες περιπτώσεις μικρών επιφανειών), μπορεί να γίνει αφού προηγηθούν μηχανικές κοπές και έχει μειωθεί σημαντικά ο αριθμός των βλαστών ανά μονάδα επιφάνειας ή εφόσον αφορούν σε μικρές επιφάνειες. Η χειμερινή κοπή απομακρύνει μόνο τα νεκρά στελέχη του καλαμιού και καταλήγει συνήθως στην αναβάθμιση της ποιότητας του καλαμιώνα, καθώς δεν επιτρέπει τη συσσώρευση ξηρής ουσίας στο υπόστρωμα και ανακόπτει τη φυσική διαδοχή της βλάστησης. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται πρόσκαιρες ανοιχτές επιφάνειες μέσα στον καλαμιώνα, ευνοείται η ανάπτυξη του καλαμιού κατά την επόμενη αυξητική περίοδο και συνήθως μειώνεται η χλωριδική ποικιλότητα του καλαμιώνα. Η κομμένη βιομάζα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για διάφορους εμπορικούς σκοπούς ή να αποτεθεί σε σωρούς και να καεί ή να αποσυντεθεί. Η χειμερινή κοπή γενικά είναι προτιμότερη από το κάψιμο των καλαμιώνων διότι επιτρέπει την απόληψη βιομάζας, χωρίς να καταστρέφει τους πληθυσμούς των ασπόνδυλων οργανισμών που ενδιαιτούν στο οργανικό υπόστρωμα του καλαμιώνα. Ως τεχνική διαχείρισης, συνδυάζει τους εξής στόχους: -δημιουργία πρόσκαιρων ανοιχτών επιφανειών από το χειμώνα ως τις αρχές Μαΐου, εποχή κατά την οποία το καλάμι και το ψαθί αναπτύσσονται ταχύτατα καλύπτοντας τις κομμένες επιφάνειες, -επιτρέπει το σχεδιασμό και την εφαρμογή συστήματος διαχείρισης προσαρμοσμένου στους διαθέσιμους πόρους και τη ζήτηση του καλαμιού στην αγορά, ως προϊόν της διαχείρισης, -παράγει καλής ποιότητας στελέχη καλαμιών για την κατασκευή σκεπών, επιβραδύνει το ρυθμό διαδοχής της βλάστησης των καλαμιώνων και την επακόλουθη απώλεια χρήσιμου καλαμιού, -ωφελεί την άγρια ζωή διατηρώντας τα ενδιαιτήματα των καλαμιώνων. Η χειμερινή κοπή καλαμιώνων ανά έτος παράγει πολλούς λεπτούς και με μεγάλες ταξιανθίες βλαστούς. Τα χαρακτηριστικά αυτά επιδιώκονται, όταν το καλάμι χρησιμοποιείται για εμπορικούς σκοπούς, π.χ. σκεπές και καλαμωτές. Η τεχνική αυτή γενικώς προάγει την κυριαρχία του καλαμιού, μειώνοντας τη χλωριδική ποικιλότητα στον καλαμιώνα. Κατά την εφαρμογή προγράμματος διαχείρισης με χειμερινή κοπή ανά έτος θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα το γεγονός, ότι η απομάκρυνση των νεκρών βλαστών καλαμιού διαταράσσει τη διαχείμαση πολλών ασπόνδυλων ειδών που ενδιαιτούν μέσα στους βλαστούς. Στις περιπτώσεις λοιπόν που η έκταση των περιοχών είναι ικανή, θα πρέπει κατά το σχεδιασμό μιας φιλικής προς το περιβάλλον διαχείρισης κάποιες επιφάνειες να παραμένουν εκτός διαχείρισης ή να προβλέπεται για αυτές διαχείριση με μεγάλο περίτροπο χρόνο (πάνω από 3 - 5 έτη). Με τον τρόπο αυτό οι πληθυσμοί των ασπόνδυλων βρίσκουν καταφύγιο στις μη διαταραγμένες περιοχές και μπορούν να επανεποικίσουν τις κομμένες επιφάνειες. Αυτή η μέθοδος Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

132


ευνοεί επίσης διάφορα είδη θηλαστικών και πουλιών (π.χ. τόπους τροφοληψίας για μουστακαλήδες Panurus biarmicus το χειμώνα και θέσεις φωλιάσματος για υδρόβια πουλιά την άνοιξη). Η χειμερινή κοπή καλαμιώνων ανά δύο έτη εφαρμόζεται σε πολλές προστατευόμενες περιοχές, από όπου τα κομμένα καλάμια προωθούνται σε αγορές. Οι βλαστοί είναι συνήθως ψηλότεροι, με μεγαλύτερη διάμετρο, με πυκνές ταξιανθίες και λιγότεροι ανά μονάδα επιφάνειας από αυτούς που προέρχονται από ετήσια χειμερινή κοπή και συνήθως παράγονται μεγαλύτερες ποσότητες βιομάζας, καθώς προσφέρεται στον καλαμιώνα ένα διάστημα «ξεκούρασης». Με την τεχνική αυτή εξασφαλίζεται η ύπαρξη μη διαταραγμένων περιοχών για δύο συνεχόμενα έτη, γεγονός που ωφελεί διάφορους οργανισμούς που ενδιαιτούν στους καλαμιώνες και επιτρέπει την ανάπτυξη ποωδών φυτών ανάμεσα στα καλάμια. Για τους λόγους αυτούς προτιμάται έναντι της κοπής ανά έτος σε σημαντικούς για την άγρια ζωή υγρότοπους. Η χειμερινή κοπή καλαμιώνων με μεγαλύτερο χρόνο περιτροπής ( 3-15 έτη) εφαρμόζεται κυρίως σε περιοχές όπου δεν υπάρχει εμπορική ζήτηση για τα καλάμια και η διαχείριση εφαρμόζεται για την προστασία της βιοποικιλότητας, προσφέροντας στην πανίδα πολύτιμες αδιατάρακτες περιοχές. Το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των κοπών εξαρτάται από τους διαθέσιμους πόρους και τους επιδιωκόμενους στόχους. Η κομμένη βιομάζα μαζεύεται σε σωρούς όπου καίγεται ή αφήνεται να αποσυντεθεί. Στη δεύτερη περίπτωση δημιουργείται πολύτιμο ενδιαίτημα για ασπόνδυλα, μικροπούλια, ερπετά και πιθανώς για μικροθηλαστικά.

Κοπές ανά 3-5 έτη μειώνουν τη συσσώρευση νεκρού οργανικού υποστρώματος και αποτρέπουν την εγκατάσταση ξυλωδών φυτών των οποίων η απομάκρυνση είναι δύσκολη και δαπανηρή. Κοπές ανά μεγαλύτερα διαστήματα μπορεί να εφαρμόζονται για την προστασία συγκεκριμένων ειδών, όπως ο καλαμόκιρκος Circus aeroginosus που συχνά φωλιάζει στον ίδιο καλαμιώνα για αρκετά χρόνια. Το 1990, στον υγρότοπο Leighton Moss της περιοχής Lancashire στη Μεγάλη Βρετανία, ξεκίνησε ένα πρόγραμμα με πειραματικές κοπές ανά 5 - 10 έτη. Ο αρχικός στόχος ήταν να κόβονται κάθε χρόνο 4-8 εκτάρια από τα 79 συνολικά εκτάρια του καλαμιώνα. Επιλέχθηκαν μικρές υπομονάδες του καλαμιώνα διαμέτρου 30-40 μέτρων, διασκορπισμένες σε όλη την έκτασή του, κυρίως όμως στις ξηρότερες περιοχές, όπου η συσσώρευση νεκρής οργανικής ύλης ήταν μεγαλύτερη. Οι κοπές γίνονταν το χειμώνα και η βιομάζα καιγόταν επί τόπου. Μετά από 6 χρόνια πειραματισμού, το σύνολο των κομμένων επιφανειών ανά έτος μειώθηκε σε 3 εκτάρια, καθώς στο σύνολο του καλαμιώνα υπήρχε μικρός ρυθμός συσσώρευσης οργανικού υποστρώματος και εκτιμήθηκε ότι αφήνονταν ανεπαρκείς αδιατάρακτες επιφάνειες χρήσιμες για το φώλιασμα των μουστακαλήδων. Οι ήταυροι Botaurus stellaris χρησιμοποιούν τις πρόσφατα κομμένες επιφάνειες για διατροφή και οι καλαμόκιρκοι κυνηγούν στις ανοιχτές κομμένες περιοχές. Εκτιμάται ότι ο μεγάλος αριθμός μικρών διασκορπισμένων επιφανειών είναι περισσότερο ωφέλιμος από την ύπαρξη μίας ή δύο μεγάλων Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

133


κομμένων επιφανειών. Παράλληλα, από την αρχή του πειράματος, αυξήθηκαν οι αριθμοί αναπαραγόμενων ζευγαριών φαλαρίδας Fulica atra, νεροκοτσέλας Rallus aquaticus και καλαμοποταμίδας Acrocephalus scirpaceus. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται συνήθως στην χειμερινή κοπή καλαμιών είναι τα φορητά θαμνοκοπτικά και οι τροχήλατες φρέζες με προσαρμοσμένη κοπτική λάμα ή μεγαλύτερα ερπηστριοφόρα μηχανήματα με κοπτικό μαχαίρι στο μπροστινό ή στο πλαϊνό τμήμα του μηχανήματος. Καύση. Η καύση της βλάστησης αποτελεί μια εύκολη, χαμηλού κόστους και υψηλής αποτελεσματικότητας τεχνική για την απομάκρυνση μεγάλων ποσοτήτων βλάστησης σε εγκαταλελειμμένες εκτάσεις υγρών ποολίβαδων και καλαμιώνων πριν από την επαναφορά φιλικότερων πρακτικών διαχείρισης με βόσκηση και κοπές. Εφαρμόζεται επίσης σε περιπτώσεις συσσώρευσης κομμένης ανεπιθύμητης φυτομάζας τοποθετημένης σε σωρούς ή σειρές σε σημεία περιοχών, που βρίσκονται υπό καθεστώς διαχείρισης με κοπές.

Η φωτιά σε καλαμιώνες και υγρά λιβάδια μπορεί να είναι καταστρεπτική για τους ασπόνδυλους οργανισμούς και για αυτό το λόγο προτείνεται η περιορισμένη εφαρμογή της κατά τη διάρκεια των μηνών Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου. Οι φωτιές επηρεάζουν σημαντικά και τους ρυθμούς συσσώρευσης τύρφης σε υγροτόπους. Γενικά, σε προστατευόμενες περιοχές συστήνεται η χρήση της φωτιάς με βάση διαχειριστικό σχέδιο και μόνο εντός της χειμερινής περιόδου, καθώς τις υπόλοιπες εποχές θεωρείται καταστρεπτική, ειδικά για είδη της άγριας πανίδας που δεν μπορούν να την αποφύγουν, όπως τα μαλάκια, τα ασπόνδυλα και οι νεοσσοί πουλιών. Οι επιδράσεις της χειμερινής καύσης στη βλάστηση των καλαμιώνων συνοψίζονται στα εξής σημεία: -απομάκρυνση της ξηρής ιστάμενης και κατακείμενης βιομάζας που υπάρχει στον καλαμιώνα με αποτέλεσμα τη δημιουργία επιφανειών πρόσκαιρα ελεύθερων από υψηλά ελόφυτα, -παραγωγή περισσότερων και λεπτότερων βλαστών καλαμιών κατά την επόμενη περίοδο ανάπτυξης, -αύξηση του ρυθμού επαναφοράς θρεπτικών στοιχείων στον υγρότοπο, γεγονός που ευνοεί την εκδήλωση ευτροφικών φαινομένων, που με τη σειρά τους μπορεί να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στην ποιότητα των υδάτων και τη σύνθεση των φυτοκοινοτήτων, -καταστροφή του οργανικού υποστρώματος όταν η φωτιά καίει σε βάθος, γεγονός που βλάπτει τους πληθυσμούς ασπόνδυλων που διαχειμάζουν σε αυτό. Οι παραπάνω επιδράσεις της είναι παρόμοιες με αυτές που προκαλούνται από την χειμερινή κοπή των καλαμιώνων, αν και η δεύτερη τεχνική θεωρείται λιγότερο δραστική. Πριν το κάψιμο καλαμιώνων καλό είναι να διανοίγονται ζώνες πυρασφάλειας πλάτους τουλάχιστον τριών μέτρων γύρω από τις περιοχές παρέμβασης και να υπάρχουν εργαλεία για την καταπολέμηση της φωτιάς στην περίπτωση που επεκταθεί σε γειτονικές επιφάνειες. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

134


Η εφαρμογή της τεχνικής αυτής μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: α) Κάψιμο αντίθετα με τη φορά του ανέμου. Με τον τρόπο αυτό, εξασφαλίζεται αργό και βαθύ κάψιμο των όρθιων ξηρών βλαστών και του οργανικού υποστρώματος, με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική αποικοδόμηση του καλαμιώνα. Επίσης εξασφαλίζεται ο έλεγχος της φωτιάς. β) Κάψιμο προς τη φορά του ανέμου. Σε αυτήν την περίπτωση απαιτείται μεγαλύτερη προσοχή, καθώς μέσα σε λίγα λεπτά οι φλόγες μπορούν εύκολα να ξεπεράσουν τα πέντε μέτρα σε ύψος. Το κάψιμο είναι γρήγορο και επιφανειακό αφήνοντας ανέπαφο το κατώτερο τμήμα του οργανικού υποστρώματος και, σε πολλές περιπτώσεις, άκαυτα τμήματα στην περιοχή παρέμβασης. Στην περίπτωση που πρόκειται να καούν κομμένα στελέχη καλαμιών συνίσταται η συγκέντρωση των κομμένων υλικών σε σωρούς σε κεντρικά σημεία των περιοχών παρέμβασης ή σε σειρές κατά μήκος των περιοχών και σε αποστάσεις δέκα μέτρων μεταξύ των σειρών. Η εκκίνηση της καύσης μπορεί να γίνει με άναμμα ορισμένων ξηρών φύλλων με αναπτήρα ή απλό φλόγιστρο προπανίου. Αποκομιδή οργανικής ύλης. Η τεχνική αυτή αφορά στη συγκέντρωση και μεταφορά εκτός καλαμιώνα της οργανικής ύλης, που είναι συσσωρευμένη στο υπόστρωμα, είτε ως ξηρή ουσία είτε σε κατάσταση αποσύνθεσης. Εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που έχει συσσωρευτεί μεγάλος όγκος οργανικής ουσίας. Η υπερβολική συσσώρευση οργανικής ύλης μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ζωτικότητας του καλαμιώνα και στο κλείσιμο (μπάζωμα) ανοιχτών επιφανειών μέσα σε αυτόν. Η μέθοδος αυτή μπορεί να εφαρμοστεί χειρωνακτικά ή μηχανικά, ανάλογα με την επιφάνεια που πρέπει να καθαριστεί και το βάθος στο οποίο πρέπει να προχωρήσει η αποκομιδή, χωρίς να αλλοιώσει τη δομή του εδάφους κάτω από το οργανικό υπόστρωμα. Για να πραγματοποιηθεί χειρωνακτικά πρέπει πρώτα να προηγηθεί απομάκρυνση των βλαστών με κοπή των καλαμιών. Έτσι μπορεί να συσσωρευτεί η ποσότητα των μικρών τμημάτων ξηρών βλαστών που προέρχονται από το κόψιμο του καλαμιώνα με τσουγκράνες με μεγάλα, ισχυρά και αραιά δόντια. Η μηχανική αποκομιδή μπορεί να συνδυαστεί με ελαφριές εκσκαφές για τη δημιουργία ανοιγμάτων ή μικρών λιμνών μέσα στον καλαμιώνα. Σύμφωνα με διάφορους ερευνητές, οι μηχανικές παρεμβάσεις τροποποιούν σημαντικά τα ενδιαιτήματα καθώς απομακρύνουν την ξηρή ουσία και τα ανεπιθύμητα φυτά, αλλάζουν το υδρολογικό καθεστώς κ.λπ Τα αποτελέσματα συχνά είναι μη αντιστρέψιμα, με αποτέλεσμα να είναι ευεργετικά ή καταστροφικά ανάλογα με το σχεδιασμό και τον τρόπο εφαρμογής τους. Σε περιπτώσεις βαθέων εκσκαφών διαταράσσεται η συσσωρευμένη στο έδαφος ποσότητα σπόρων, γεγονός που επηρεάζει την επακόλουθη εγκατάσταση των υδρόφυτων, και διασπάται το υπεδάφιο αδιαπέραστο από το νερό στρώμα με αποτέλεσμα να μην πλημμυρίζονται πλέον οι σκαμμένες περιοχές. Επιδράσεις υδρολογικής διαχείρισης στη βλάστηση (με ιδιαίτερη αναφορά στην εισροή θαλασσινού νερού σε υγροτόπους γλυκού νερού). Οι επιδράσεις του υδρολογικού καθεστώτος (ως αποτέλεσμα της διαχείρισης των εισροών και εκροών νερού ή, τελικά, της στάθμης ) στην υγροτοπική βλάστηση φαίνεται να είναι περισσότερο έμμεσες και σαφώς πιο πολύπλοκες από ότι οι επιδράσεις της βόσκησης, της κοπής και της καύσης, οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως άμεσες διαταραχές με κύριο χαρακτηριστικό την απομάκρυνση της βιομάζας των φυτών. Ο Keddy (2002) υποστηρίζει ότι το εύρος και η συχνότητα των διακυμάνσεων των επιπέδων των υδάτων καθορίζουν τα χαρακτηριστικά των υγροτόπων, όπως ακριβώς η ένταση και η συχνότητα της φωτιάς καθορίζει τα χαρακτηριστικά των δασών. Το πλημμύρισμα των καλαμιώνων και των υγρών ποολίβαδων αποτελεί βασικό παράγοντα διατήρησης της βιοποικιλότητάς τους. Η υγρασία του εδάφους επηρεάζει τη χλωριδική τους σύνθεση και την καταλληλότητα των φυτοκοινοτήτων για είδη της άγριας πανίδας (π.χ. φωλεάζοντα είδη υδροβίων πουλιών). Οι πλημμύρες επηρεάζουν τα υγροτοπικά συστήματα με αποθέσεις φερτών υλικών και διαβρώσεις, που προσδίδουν νέα χαρακτηριστικά στα ενδιαιτήματα. Αυτές οι διαταραχές δημιουργούν κατάλληλες συνθήκες για πρόδρομα είδη φυτών και διατηρούν πρώιμα διαδοχικά στάδια. Το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα φυτά των υγροτόπων στην πλημμυρισμένη φάση τους είναι η ανάπτυξη ανοξικών συνθηκών στο υπόστρωμα και οι συνακόλουθες χημικές μεταβολές που λαμβάνουν χώρα στα κορεσμένα με νερό εδάφη. Οι μηχανισμοί αντίδρασης των υγροτοπικών φυτών στις πλημμύρες, τις διακυμάνσεις της στάθμης των υδάτων και την περιοδική αποστράγγιση των εδαφών είναι πολλαπλοί. Ορισμένα είδη, όπως το Phragmites australis, ευνοούνται από την αυξομείωση της στάθμης και συγκεκριμένα από το χειμερινό-εαρινό πλημμύρισμα και τη θερινή-φθινοπωρινή πρόσκαιρη ξήρανση των επιφανειακών στρωμάτων των υγροτοπικών εδαφών. Αντίθετα, κάποια άλλα χαρακτηριστικά είδη, όπως τα ψαθιά (Typha spp), αναπτύσσονται καλύτερα υπό συνθήκες περισσότερο παρατεταμένης πλημμύρας, καταλαμβάνοντας συνήθως υφέσεις του αναγλύφου ή γενικώς χαμηλότερες τοποθεσίες, που καλύπτονται από λιμναία ύδατα για μακρά χρονικά διαστήματα. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

135


Σημαντικές αλλαγές στη βλάστηση προκαλούνται από δραστικότερες παρεμβάσεις στο υδρολογικό καθεστώς, όπως π.χ. η σημαντική αύξηση της στάθμης των υδάτων, που έλαβε χώρα στη λίμνη Κερκίνη με την ύψωση των περιφερειακών αναχωμάτων (κατά 6m) από το 1982 και μετά. Μία από τις σημαντικότερες επιπτώσεις του νέου υδρολογικού καθεστώτος ήταν η εξαφάνιση των καλαμιώνων, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν στην μόνιμη κατάκλυσή τους και στις αυξομειώσεις της στάθμης της λίμνης κατά 4-5m μέσα σε κάθε έτος. Αν και συνήθως η διαχείριση των ποσοτήτων του νερού είναι σημαντικότερη, η ποιότητα του νερού επηρεάζει επίσης τη βλάστηση των παρόχθιων περιοχών. Οι εκπλύσεις γεωργικών εδαφών και η άμεση ή έμμεση διάθεση λυμάτων αποτελούν τις σημαντικότερες πηγές παροχής θρεπτικών στοιχείων (και ρυπογόνων ουσιών) στους υγροτόπους. Το καλάμι ευνοείται από την ύπαρξη ευτροφικών συνθηκών, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις η υψηλή συγκέντρωση θρεπτικών στοιχείων συσχετίστηκε με την υποβάθμιση των καλαμιώνων. Οι ευτροφικές συνθήκες ευνοούν επίσης ταχυαυξή και κυρίαρχα είδη, όπως τα κυανοφύκη και τα μικρά επιπλεόντα φυτά του γένους Lemna. Η υπερβολική ανάπτυξη αυτών οδηγεί σε ανταγωνισμό με άλλα είδη φυτών για θρεπτικά στοιχεία και ηλιακή ακτινοβολία. Κατά συνέπεια, μειώνεται η διαύγεια των υδάτων και εξειδικευμένοι θηρευτές, όπως οι ερωδιοί, δεν μπορούν να δουν τα θηράματά τους, ενώ οι πληθυσμοί των υδρόβιων ασπόνδυλων πλήττονται επίσης από τη μείωση των λιγότερο ανταγωνιστικών υδρόβιων φυτών. Γενικά, οι ισορροπίες στην τροφική αλυσίδα είναι λεπτές και η υπερβολική παροχή θρεπτικών στοιχείων μπορεί να τις επηρεάσει σημαντικά. Η διαύγεια των υδάτων και η ύπαρξη πολλών διαφορετικών ειδών φυτών σε αυτά αποτελούν γενικώς δείκτη καλής ποιότητας. Οι μηχανισμοί αντίδρασης των φυτών στις αλλαγές του υδρολογικού καθεστώτος σε συνδυασμό με άλλες φυσικές ή τεχνητές διαταραχές προκαλούν διαφοροποιήσεις στη δομή και σύνθεση της υγροτοπικής βλάστησης. Η συχνότητα των πυρκαγιών και οι υδρολογικές παράμετροι αποτελούν τους κύριους παράγοντες διαμόρφωσης των υγροτοπικών φυτοκοινοτήτων στις νοτιοανατολικές ΗΠΑ. Οι χαμηλής έντασης φωτιές μπορούν απλά να προκαλέσουν απομάκρυνση της υπάρχουσας βλάστησης, αλλαγές στη σύνθεση της βλάστησης (με αποτέλεσμα από ξυλώδης να γίνει ποώδης) και αύξηση της ποικιλίας ειδών. Αντίθετα, κατά τη διάρκεια παρατεταμένων περιόδων ξηρασίας, οι εντονότερες πυρκαγιές μπορούν να κάψουν την οργανική ουσία στο έδαφος, δημιουργώντας έτσι νέες υφέσεις στο ανάγλυφο και λιμνούλες. Όσον αφορά τις επιδράσεις της εισροής θαλασσινού νερού ( αύξηση αλατότητας) σε καλαμιώνες που βρίσκονται σε υγροτόπους γλυκών νερών, αυτές συνοψίζονται στα παρακάτω σημεία: -Το καλάμι Phragmites australis είναι ικανό να ευδοκιμήσει σε υφάλμυρα νερά και μάλιστα να αναπτύξει εκτεταμένους καλαμιώνες σε εκβολές ποταμών και αλμυρόβαλτους. Όμως, η εισροή θαλασσινού νερού σε καλαμιώνες που έχουν αναπτυχθεί σε γλυκό νερό μπορεί να είναι καταστροφική για αυτούς, καθώς προκαλείται μείωση της ευρωστίας των καλαμιώνων και θανάτωση πολλών άλλων στοιχείων της άγριας ζωής. Η επανάκαμψη των καλαμιώνων μετά από τέτοια γεγονότα μπορεί να διαρκέσει μερικά έτη. - Το είδος Phragmites australis, σύμφωνα με τους Mesléard & Perennou (1996), αντέχει σε μέγιστη συγκέντρωση αλατιού 10 g/lt (στο νερό) κατά την αυξητική περίοδο και σε υψηλότερες συγκεντρώσεις εκτός αυξητικής περιόδου. Οι Sinnassamy & Mauchamp (2000) αναφέρουν ότι η ανάπτυξη του φυτού μειώνεται σε συγκεντρώσεις αλατιού από 5 έως 20 g/lt (το θαλασσινό νερό περιέχει 35 g/lt), ενώ υπάρχουν καλαμιώνες που αντέχουν σε πολύ υψηλότερα επίπεδα αλατότητας (45-50 g/lt) για πολύ σύντομες χρονικές περιόδους. Οι ίδιοι συγγραφείς όμως, επισημαίνουν ότι η περιεκτικότητα του νερού σε αλάτι δεν αποτελεί τον καλύτερο δείκτη του στρες που προκαλείται στο φυτό λόγω αλατότητας διότι σημαντικό ρόλο παίζουν και τα επίπεδα αλατότητας μέσα στο έδαφος, όπου μάλιστα εμφανίζεται διαβάθμιση των συγκεντρώσεων ανάλογα με το βάθος, το καθεστώς πλημμυρίσματος και την πηγή του νερού της πλημμύρας (π.χ. παλίρροια, ποτάμι ή αποστραγγιστική τάφρος). -Το ψαθί Typha spp. και το βούρλο Scirpus lacustris, είδη φυτών που απαντώνται στις λίμνες Παμβώτιδα, Μικρή Πρέσπα, Ισμαρίδα και αλλού, εμφανίζουν ανθεκτικότητα σε συγκεντρώσεις αλατιού 1-1,5 g/lt και έως 20 g/lt αντίστοιχα. -Ενδεικτικά αναφέρεται και η ανθεκτικότητα των τυπικών αλόφυτων Salicornia spp. και Arthrocnemum spp. με τιμές έως 150 g/lt αντίστοιχα και 100 g/lt αντίστοιχα (στα νότια και νοτιοανατολικά της Βιστωνίδας και Ισμαρίδας απαντώνται τα τυπικά αλόφυτα Suaeda spp. και Salsola spp. που επίσης αντέχουν σε ιδιαίτερα υψηλές τιμές αλατότητας ). -Η διαβάθμιση στα επίπεδα αλατότητας μεταξύ ενός υγροτόπου με γλυκό νερό και της θάλασσας μπορεί να προκαλέσει τη δημιουργία εξειδικευμένων φυτοκοινοτήτων. -Οι καλαμιώνες που αναπτύσσονται σε αλμυρά νερά συντηρούν διαφορετικά είδη άγριας χλωρίδας και πανίδας σε σχέση με τους καλαμιώνες των γλυκών νερών και εμφανίζουν γενικώς χαμηλότερη Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

136


ποικιλότητα. Συχνά, οι ανοιχτές επιφάνειες μέσα σε καλαμιώνες αλμυρών υδάτων δεν φιλοξενούν άλλους τύπους βλάστησης, παρά μόνο καλάμι, ενώ η απουσία μεγάλων πληθυσμών ψαριών και αμφιβίων ίσως αποτελεί την αιτία απουσίας φωλεαζόντων ήταυρων Botaurus stellaris μέσα σε αυτούς (από παρατηρήσεις σε υγροτόπους της Μ. Βρετανίας). Ορισμένα από τα παραπάνω σημεία φαίνεται να συνηγορούν στην παρατηρούμενη ανάπτυξη συγκεκριμένων φυτοκοινοτήτων στη λίμνη Ισμαρίδα σε σχέση με τα επίπεδα αλατότητας. Τα τελευταία πιθανότατα κλιμακώνονται από μηδενικές τιμές ή πολύ χαμηλές τιμές αλατιού στο νερό στα βόρεια λόγω της εκβολής του χειμάρρου Βοσβόζη ( π.χ. συστάδες καλαμιού, ψαθιού και βούρλων στο εσωτερικό της λίμνης), σε υψηλότερες τιμές προς τα νότιανοτιοανατολικά λόγω της ενωτικής με τη θάλασσα τάφρου και της υφαλμύρωσης της περιοχής ανατολικά-βορειοανατολικά του ανατολικού αναχώματος, όπου κυριαρχεί αποκλειστικά το καλάμι ως ανθεκτικότερο των υπολοίπων στην αυξημένη αλατότητα. Συνδυασμένες επιδράσεις μεθόδων διαχείρισης. Για την επίτευξη συγκεκριμένων διαχειριστικών στόχων, συχνά εφαρμόζονται συνδυασμοί των παραπάνω πρακτικών (κοπές, πλημμύρισμα, φωτιά, βόσκηση). Σε ορισμένους υγροτόπους της Β. Αμερικής, η εισβολή και κυριαρχία ψαθιών μείωσε την ποικιλότητα ειδών φυτών και επηρέασε αρνητικά τα υδρόβια πουλιά, γεγονός έχει συμβεί σε λίμνες της χώρας μας (π.χ. λίμνη Χειμαδίτιδα). Συγκεκριμένα, εφαρμόστηκαν διάφορες μέθοδοι κοπής με χειρωνακτικά και μηχανικά μέσα για τον περιορισμό των διαπλάσεων με ψαθιά και ενώ η κοπή προκάλεσε περιοδική μείωση της πυκνότητάς τους κατά 50-95%, ο επιτυχής περιορισμός της αναβλάστησής τους εξαρτήθηκε από τη διάρκεια του πλημμυρίσματος μετά την κοπή. Εκτιμήθηκε ότι η κατάκλυση μετά την κοπή θα εξαντλούσε τα αποθέματα οξυγόνου και υδρογονανθράκων στα ριζώματα και υπολογίστηκε ότι το βάθος νερού των 40 εκ. την άνοιξη θα προκαλούσε μηδενική αναβλάστηση ψαθιών στις περιοχές μελέτης. Άλλοι ερευνητές αναφέρουν ότι η αναστολή της διαδοχής σε καλαμιώνες πραγματοποιείται με την εφαρμογή συνδυασμένων τεχνικών κοπών, καύσεων και πλημμυρίσματος. Ο συνδυασμός δύο ή περισσότερων διαταραχών δημιουργεί ανομοιογενείς διαπλάσεις σε υγροτόπους γλυκών υδάτων. Οι Szalay & Resh (1997) πραγματοποίησαν πειραματικούς χειρισμούς κοπής και καύσης σε υπερυδατικές φυτοκοινότητες του αγρωστώδους Distichlis spicata για να συγκρίνουν τις επιδράσεις αυτών στα φυτά και τους ασπόνδυλους οργανισμούς. Η έρευνά τους πραγματοποιήθηκε σε έναν υγρότοπο στην Καλιφόρνια, με υφάλμυρα νερά, έκτασης 3500 εκταρίων και πολύ σημαντικό για τη διαχείμαση δεκάδων χιλιάδων παπιών. Οι χειρισμοί περιελάμβαναν κοπή ή καύση των διαπλάσεων του Distichlis spicata στα τέλη του θέρους και πλημμύρισμα των επιφανειών μετά από μερικές εβδομάδες. Η καύση σχεδόν δεκαπλασίασε την αφθονία των κυρίαρχων ασπόνδυλων (Diptera και Hemiptera) σε σχέση με τους μάρτυρες, ενώ η κοπή δεν είχε σημαντικές επιδράσεις. Όσον αφορά στους μικρο-ασπόνδυλους οργανισμούς, βρέθηκαν λιγότερο άφθονοι στις καμένες επιφάνειες. Οι συγγραφείς κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι οι πληθυσμοί ασπόνδυλων είναι ευαίσθητοι σε διαταραχές, όπως η καύση και η κοπή, ενώ ο χρόνος εκτέλεσής τους, η έκταση και η έντασή τους μπορούν να επηρεάσουν τη σχετική αφθονία τους. Οι Walker & Wehrhahn (1971) μελέτησαν τους καθοριστικούς περιβαλλοντικούς παράγοντες των υγροτόπων εκτεταμένων ποολίβαδων στην περιοχή Saskatchewan του Καναδά και συμπέραναν ότι ο σημαντικότερος παράγοντας ήταν οι διαταραχές ( βόσκηση, κοπή και «φυσικές διαταραχές») ακολουθούμενος από τη διαθεσιμότητα θρεπτικών, το υδατικό καθεστώς και τέλος την αλατότητα. Τέλος, σημαντικό ρόλο στην αναγέννηση της υγροτοπικής βλάστησης μετά από κατά τόπους καταστροφικά φαινόμενα που προκλήθηκαν από φωτιά, πλημμύρα, πάγο και βόσκηση, παίζουν οι θαμμένοι στο έδαφος βιώσιμοι σπόροι (απόθεμα σπόρων). Για πολλά είδη φυτών των ελών και των υγρών ποολίβαδων, η ευκαιριακή αναγέννηση αποτελεί τη μοναδική δυνατότητα εγκατάστασής τους από σπόρους. Συμπεράσματα επί των μεθόδων διαχείρισης. Από την περιγραφή των μεθόδων διαχείρισης, που παρουσιάστηκαν στις προηγούμενες παραγράφους, προκύπτουν τα παρακάτω βασικά συμπεράσματα: -Οι διάφορες πρακτικές διαχείρισης της βλάστησης στους υγροτόπους σπάνια εφαρμόζονται απολύτως αυτόνομα, π.χ. η βόσκηση σε υγρές φυτοκοινότητες σχετίζεται σχεδόν πάντοτε με το πλημμύρισμα των βοσκόμενων επιφανειών (εκτός από τις περιπτώσεις όπου υπάρχουν τεχνικά έργα ελέγχου και ρύθμισης του πλημμυρίσματος μιας έκτασης, όπως θυροφράγματα και αναχώματα – και πάλι όμως στη διάρκεια ενός πλήρους ετήσιου κύκλου, περισσότερες από μία μορφές διαχείρισης θα έχουν εφαρμοστεί).

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

137


-Οι επιδράσεις των διαφόρων διαχειριστικών πρακτικών είναι σχετικά προβλέψιμες, όταν αυτές εφαρμόζονται όσο το δυνατό πιο αυτόνομα και σε μακροχρόνια βάση ή όταν ο συνδυασμός τους εφαρμόζεται με κάποια σταθερά πρότυπα. -Σε πολλές περιπτώσεις, οι επιδράσεις συνδυασμένων διαχειριστικών πρακτικών είναι ιδιαίτερα πολύπλοκες και τα αποτελέσματά τους σε συγκεκριμένους υγροτόπους δεν μπορεί να αναμένεται να επιβεβαιωθούν με βεβαιότητα αν εφαρμοσθούν σε άλλους υγροτόπους. Για ορισμένες άλλες περιπτώσεις, όπως για το συνδυασμό καύσης και βόσκησης σε υγροτοπικές φυτοκοινότητες, δεν υπάρχουν ερευνητικά δεδομένα, παρά μόνο εμπειρικές καταγραφές των επιδράσεων της συγκεκριμένης πρακτικής σε επιφάνειες υγρών ποολίβαδων ή σε υγροτοπικές περιοχές που έχουν καταληφθεί από δένδρα και θάμνους. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την ανάγκη ύπαρξης συστήματος παρακολούθησης της βλάστησης με στόχο τη μέτρηση και ποσοτικοποίηση των αποτελεσμάτων της διαχείρισης. Εν Κατακλείδι. Το ζήτημα της διαχείρισης των καλαμιώνων τίθεται από πολλούς φορείς τοπικά. Συχνά όμως δεν γίνεται αντιληπτή η αξία των καλαμιώνων για την βιοποικιλότητα και την παραγωγή της λίμνης. Η διαχείριση των καλαμιώνων θα πρέπει να προχωρήσει μόνο αφού γίνει κατανοητή η αξία τους και το ότι ο στόχος δεν είναι η εξαφάνισή τους αλλά συγκεκριμένες διαμορφώσεις για την βελτίωση της αξίας τους και την αναβάθμιση του ρόλου τους ανάμεσα στα υπόλοιπα ενδιαιτήματα και φυτοκοινότητες. Η σημασία των καλαμιώνων έγκειται και στα εξής: -Παρέχουν καταφύγιο σε πουλιά, ψάρια, θηλαστικά, αμφίβια, ερπετά και πολλά είδη ασπόνδυλων οργανισμών καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Ειδικά για πολλά ασπόνδυλα, οι καλαμιώνες και πιο συγκεκριμένα οι βλαστοί του κοινού καλαμιού Phragmites australi) αποτελούν το μοναδικό χώρο διαχείμασης και ανάπτυξης των προνυμφών για ένα ή δύο χρόνια. -Παρέχουν το κατάλληλο περιβάλλον για το φώλιασμα και το κούρνιασμα πολλών υδρόβιων πουλιών. Ιδιαίτερα το καλάμι δημιουργεί με τα ριζώματά του πολύ συμπαγείς επιπλέουσες νησίδες, που έχουν τη δυνατότητα να αντέξουν βάρος εκατοντάδων κιλών στην επιφάνειά τους, όπως πχ αποικίες πελεκάνων. -Αποτελούν πηγές τροφοδοσίας δομικών υλικών για είδη πουλιών που χρησιμοποιούν ξερά καλάμια και άλλα υπολείμματα των καλαμιώνων για να χτίσουν τις φωλιές τους σε άλλες τοποθεσίες. -Δρουν ως φίλτρα για τα νερά των καλλιεργειών που καταλήγουν στη λίμνη και τα νερά από τον βιολογικό καθαρισμό των αστικών λυμάτων. Τα νερά αυτά περιέχουν σημαντικές ποσότητες θρεπτικών στοιχείων από τη λίπανση των παρακείμενων αγρών, και των νερών του βιολογικού καθαρισμού αλλά και υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων. Οι καλαμιώνες διασπούν πολύπλοκες ενώσεις και απορροφούν σημαντικές ποσότητες φωσφόρου και νιτρικών από τις απορροές υδάτων των καλλιεργειών. Η λειτουργία αυτή συμβάλλει στη διατήρηση καλής ποιότητας υδάτων της λίμνης και στη μη διοχέτευση σημαντικών ποσοτήτων - άμεσα προσλήψιμων-θρεπτικών στοιχείων σε αυτήν, γεγονός που αποτρέπει τον ευτροφισμό. -Παρέχουν μεγάλες ποσότητες βοσκήσιμης ύλης, που μπορεί να χρησιμοποιείται για την απευθείας βόσκηση μεγάλων κυρίως κτηνοτροφικών ζώων ή ως χειμερινή ζωοτροφή, αλλά και δομικών υλικών για την κατασκευή καλαμοσκεπών και καλαμωτών (π.χ. φράχτες με ιδιαίτερα υψηλή εμπορική αξία).

Οι παραπάνω αξίες των καλαμιώνων πολλαπλασιάζονται όταν αποτελούν τμήμα ενός μωσαϊκού ενδιαιτημάτων, όπως ανοίγματα με ελεύθερες επιφάνειες νερού μέσα στους καλαμιώνες και υγρολίβαδα. Η σημασία των υγρών λιβαδιών είναι πολλαπλή καθώς: -Αποτελούν άριστους χώρους αναπαραγωγής ψαριών και αμφιβίων. Είναι ιδιαίτερα σημαντικά για φυτόφιλα είδη ψαριών, όπως ο κυπρίνος, ψάρια δηλαδή που εναποθέτουν τα αβγά τους πάνω στην επιφάνεια φυτών που καλύπτονται από ρηχό νερό. Η αναπαραγωγή των ειδών αυτών, που επιτελείται συνήθως από τα μέσα της άνοιξης ως τα μέσα Ιουνίου, εξαρτάται σημαντικά από τη διάρκεια της περιόδου που τα υγρολίβαδα είναι επαρκώς πλημμυρισμένα (πάνω από 20 εκ. νερού). -Παρουσιάζουν υψηλές συγκεντρώσεις ασπόνδυλων οργανισμών στα διάφορα στάδια της ζωής τους (από προνύμφες ως ολοκληρωμένα άτομα), με τα οποία διατρέφονται πολύ εξειδικευμένα ως προς τη διατροφή είδη πουλιών, όπως η χαλκόκοτα Plegadis falcinellus και ο πορφυροτσικνιάς Ardea purpurea. -Λειτουργούν ως κύριοι χώροι διατροφής για πολλά είδη υδρόβιων πουλιών, τα οποία διατρέφονται με ψάρια, αμφίβια, ερπετά και ασπόνδυλα ή βόσκουν. Αυτό ισχύει τόσο για τα πουλιά που φωλιάζουν στην Ισμαρίδα, όσο και για τα είδη εκείνα που επισκέπτονται την περιοχή κατά τη διάρκεια της εαρινής και φθινοπωρινής μετανάστευσης. -Παρέχουν τη δυνατότητα συλλογής χόρτου για ζωοτροφή από συγκεκριμένες τοποθεσίες της παραλίμνιας ζώνης. Η δραστηριότητα αυτή είναι πολύ σημαντική για τους κτηνοτρόφους μιας περιοχής, καθώς μπορούν να εξασφαλίσουν μεγάλο τμήμα των απαραίτητων εφοδίων για το χειμώνα με πολύ χαμηλό κόστος. Επιπλέον, η βοσκήσιμη ύλη των υγρών λιβαδιών μπορεί να βόσκεται απευθείας από αγελάδες, βούβαλους, αιγοπρόβατα και άλογα.

-Η ύπαρξη και η διατήρησή των καλαμιώνων αποτρέπει τη χερσοποίηση των παρόχθιων ενδιαιτημάτων της κάθε λίμνης. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

138


ΛΙΜΝΗ ΠΡΑΣΙΑΔΑ Ή ΘΕΣΤΙΔΙΑ Ή ΛΙΜΝΗ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ Ή ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΩΝ Ή ΛΙΜΝΗ ΤΟΥ ΠΡΑΒΙΟΥ Ή ΒΑΛΤΑ, ΤΕΝΑΓΗ ΦΙΛΙΠΠΩΝ, ΔΡΑΜΑ (Πηγή: σταχυολόγηση απο http://www.domaine-michailidi.gr -πρωτότυπο κείμενο απο το βιβλίο ´´Δράμα, Ηδωνίδα γη και Πρασιάδα λίμνη´´ Τηλ.Τσελεπίδης και απο http://www.cludsfinder.gr -κείμενο Γ.Γουδάκης). Η λίμνη που αποστραγγίστηκε, που χάθηκε γύρω στο 1930. ´´Παλαιοί Δραμινοί, Καβαλιώτες και Σερραίοι θα θυμούνται τις νεροφαγάνες των Αμερικανικών εταιρειών Μονκς και Ούλεν που το 1930 έκαναν την αποξήρανση της Πρασιάδας λίμνης. Μια λίμνη που λεγόταν του Πραβίου, Μπερεκετλή Γκιολ από τους Τούρκους, Ιολίτιδα από τους Ρωμαίους, Τενάγη των Φιλίππων ή Βάλτα, από τους Καβαλιώτες και τους Δραμινούς και δέσποζε τότε στο λεκανοπέδιο της Δράμας. Από παιδιά θυμόμαστε ότι ο κάμπος μετά την αποξήρανση ήταν σχεδόν μια επίπεδη επιφάνεια. Όμως με τον καιρό δημιουργήθηκε μια κλίση προς την κεντρική τάφρο ώστε στο κέντρο του τυρφώνα (Τενάγη Φιλίππων) μέσα σε 25 χρόνια από την αποστράγγιση της λίμνης, να έχει «βουλιάξει» το έδαφος κατά 3 μέτρα. Το 2005, μετά από 3 εικοσιπενταετίες η κλίση έφτασε τα 6,50 μέτρα. Εδώ πρέπει να πούμε ότι από το 323 π.Χ. μέχρι το 1930, έτος που ξεκίνησε η αποξήρανση, το βάθος της λίμνης ήταν 6,50 μέτρα . Εξάλλου, μεταξύ άλλων παρεμβάσεων το 2003 η ΔΕΚΕ της Καβάλας με τεράστιες φαγάνες έκανε καθαρισμό και εκβάθυνση της κεντρικής τάφρου των τεναγών των Φιλίππων, ως και δευτερευουσών τάφρων και συγχρόνως δημιούργησε βαθύ φράγμα στη γέφυρα της Νικήσιανης ώστε να πέσει η στάθμη του πυθμένα της τάφρου. Κατασκεύασε επίσης στραγγιστικά και ρυθμιστικά αντλιοστάσια σε χαμηλές περιοχές και δημιούργησε νέα θυροφράγματα ´´. Κατά τον καθηγητή σπηλαιολογίας κ. Βασ. Γιαννακόπουλο το Σπήλαιο Αλιστράτης, την εποχή του Πλειοκαίνου, η περιοχή ήταν κοίτη ποταμού. Τα νερά του Μααρά, της Αγίας Βαρβάρας, των πηγών του Κεφαλαρίου, του Ντικιλί-Τας και των βουνών του λεκανοπεδίου, αυτά που δημιούργησαν την Πρασιάδα λίμνη, έβρισκαν διέξοδο στις ποτάμιες ρωγμές και τα πηλώδη υπεδάφη του Σπηλαίου. Με την έξοδό τους όμως από το σπήλαιο, που έχει υψόμετρο +120 μέτρα, δημιουργούσαν καταρράκτες 110 μέτρων μέχρι την λίμνη του Αχινού όπου κατέληγαν και που είχε υψόμετρο 10 μέτρα. Τα νερά με τα χρόνια υποχώρησαν, έφτασαν στο υψόμετρο του Μααρά κι έτσι δημιουργήθηκε το φαράγγι του Αγγίτη. Στις πλαγιές της Καλλιθέας, με απόλυτο υψόμετρο 400 μέτρα, βρέθηκαν χαλκάδες που οι ψαράδες της μεγάλης λίμνης έδεναν τις βάρκες τους. Άρα η λίμνη Πρασιάδα ξεπερνούσε σε βάθος τα 350 μέτρα. Την εποχή της Αιγηίδας, 12.000 με 15.000 χρόνια π.Χ., που δεν υπήρχε Αιγαίο πέλαγος, η λίμνη είχε τις δόξες της στο λεκανοπέδιο της Δράμας και ως διέξοδο στα νερά της είχε το ποτάμισπήλαιο της Αλιστράτης. Οι Μακεδόνες βασιλείς Φίλιππος Β’ και Μ. Αλέξανδρος επιχείρησαν να αποξηράνουν τη λίμνη, διότι ήταν και εστία ελών κάνοντας τη ζωή στην περιοχή του κάμπου προβληματική. Όμως δεν μπόρεσαν, με τα μέσα που διέθεταν την εποχή τους, να την αποξηράνουν. Μέσα σε αυτό το λεκανοπέδιο της Δράμας, μέχρι το 1935, απλώνονταν ελώδεις εκτάσεις και μια τεράστια λίμνη 120 χιλιάδων στρέμματων. Το μυθικό της όνομα, κατά τον Όμηρο είναι Θεστίδια λίμνη. H λίμνη πήρε το όνομά της από τον Θέστιο, το νόθο γιο του Θρακιώτη θεού Άρη και της θνητής Δημοδίκης. Τα νερά της λίμνης κατά την περίοδο των βροχοπτώσεων «φουσκώνουν» και καταλαμβάνουν έκταση πάνω από 135.000 στρέμματα. Η λίμνη την εποχή της δόξας της διέθετε πλούσιο απόθεμα αλιευμάτων. Έχουμε πάρα πολλά στοιχεία γι’ αυτό. Από τους Θράκες Πρασιείς μετονομάστηκε σε Πρασιάδα. Νότια της λίμνης ζούσε το δραστήριο αυτό θρακικό φύλο, οι Πρασιείς. Αποζούσαν από το ψάρεμα στην πλούσια λίμνη. Αυτή είναι η πολύ γνωστή ψαροφόρα Πρασιάδα λίμνη του Ηροδότου, όπως χαρακτηριστικά την περιγράφει ο ιστορικός. Έριχνες, λέει, το καλάθι και γέμιζε ψάρια. Αργότερα όταν έφτασαν οι κατακτητές Ρωμαίοι ήρθε και εγκαταστάθηκε στην περιοχή μεγάλος αριθμός Ρωμαίων εποίκων από την Ιολίτιδα της σημερινής Ιταλίας. Και για να θυμούνται την πατρίδα τους οι Ρωμαίοι νέοι έποικοι μετονόμασαν την Πρασιάδα λίμνη «Ιολίτιδα». Οι Έλληνες, όμως συνήθιζαν να δίνουν στη λίμνη το όνομα της κοντινότερης με αυτή παραλίμνιας πόλης. Έτσι μετά τους αρχαίους Πρασιείς και οι Πραβιώτες την έλεγαν λίμνη του Πραβίου, οι Δραμινοί λίμνη της Δράμας, οι κάτοικοι των Φιλίππων, λίμνη των Φιλίππων, κλπ. Τη λίμνη αυτή, όταν οι Τούρκοι κατάκτησαν το 1373 την περιοχή και είδαν πόσο πλούσια σε ψάρια ήταν, την ονόμασαν Μπερεκετλή-Γκιόλ, που σημαίνει πλούσια λίμνη, ευλογία Θεού λίμνη και πολύφερνη λίμνη. Βάλτα την έλεγαν οι Έλληνες κατά την τουρκοκρατία κι αργότερα.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

139


Όμως, όλος ο κάμπος την εποχή των βροχοπτώσεων, Άνοιξη και Φθινόπωρο, ήταν πάντα κατακλυσμένος με πολλά νερά. Και όταν αποσύρονταν τα βροχόνερα, το καλοκαίρι και την εποχή της ξηρασίας, σχηματίζονταν γύρω από τη λίμνη έλη. Η μεγάλη Πρασιάδα λίμνη, τότε, έβρεχε την Ελευθερούπολη (Πράβι) και τα νερά της έφταναν μέχρι τον Αμυγδαλεώνα και χτυπούσαν πάνω στα τείχη των Φιλίππων. Η αγαπημένη γραφική Ιολιανή λίμνη των Ρωμαίων έγλυφε με τη δροσιά της τα πόδια του Ματίκιου όρους, του σημερινού Παγγαίου και τα απόνερά της σχημάτιζαν θανατηφόρα έλη γύρω από το καλυβοχώρι Καλαμπάκι, ενώ ήταν πλημμυρισμένο το σημερινό χωριό Μαυρολεύκη. Μια λίμνη εξαιρετικά θεαματική και απέραντη. Αλλά και μια λίμνη κυρίαρχη με το υγρό μεγαλείο της πάνω στο μεγάλο κάμπο της Ηδωνίδας χώρας από την ομίχλη των προϊστορικών χρόνων και μέχρι πριν από εβδομήντα χρόνια. Τις όχθες της λίμνης και τα βαλτόνερα κάλυπταν τεράστιοι καλαμιώνες και πλατύφυλλα αιωνόβια δένδρα. Ένα αληθινά οργιαστικό και σύνωρα μαγευτικό κι ευφρόσυνο φυσικό τοπίο, μέσα κι έξω από τη λίμνη.

´´Λαπατιές χονδρόφυλλες, παχιές, με μεγάλα άπλυτα σκληρά φύλλα πλάι σε ραγάζια, δύο μέτρα ψηλά πάνω από τα σκούρα νερά, θροούσαν σφυρίζοντας στο πρώτο αεράκι. Πλατύφυλλες νυμφαίες, άπλωναν νωχελικά όλη τη μεγαλοπρέπειά τους γεμάτες μυστήριο κι ύποπτη σιωπή. Και καλαμιές… καλαμιές… Πολλά καλάμια, τεράστια, ως τέσσερα μέτρα, υψώνονταν σαν απροσπέλαστο ολοπράσινο τείχος το Καλοκαίρι και σαν χρυσοκίτρινο αποτρεπτικό κάστρο-σύνορο το Χειμώνα. Κι εδώ κι εκεί βάγιες, τα σεκίτια των τούρκων, που με τις βέργες τους οι παραλίμνιοι οικιστές πλέκοντας με δεξιοτεχνία κατασκεύαζαν τα περίφημα και γερά κοφίνια. Ήταν απαραίτητα για άχυρα και καπνά και για εργαλεία στο ψάρεμα. Αλλά κατασκεύαζαν κι άλλα πράγματα, μια ποικιλία από αντικείμενα για πολλαπλές χρήσεις ´´. Βέβαια δεν έλειπαν οι λεύκες και οι ιτιές του νερού. Και μαζί οι κρεμοκλάδες κλαίουσες, σα νύφες πανέμορφες και ντροπαλές, που στόλιζαν τις ακρολίμνιες παραλίες. Πράγματι οι όχθες της λίμνης, σε όλο το απέραντο μήκος της, ήταν καταπληκτικά όμορφες και γραφικές. Και τις αστροφεγγιές ο ουρανός καθρεπτίζονταν μέσα στη μυστηριακή και σαγηνευτική αγκαλιά της Πρασιάδας λίμνης. Λες και σε καλούσε να βυθιστείς στα σπλάχνα της κι εκεί να αναζητήσεις το ιστορικό μεγαλείο του τόπου σου. Να αναβαπτιστείς στην ένδοξη ιστορική πορεία των προγόνων σου ώστε να πληρωθεί η απογυμνωμένη ψυχή σου από ιδανικά κι αρχές που μας έλειψαν τόσο πολύ. Την ημέρα καθώς ταξίδευες με τις ιδιόμορφες βάρκες για το Πράβι, έβλεπες μέσα στα διάφανα νερά να καθρεπτίζονται οι επιβλητικές δασωμένες πλαγιές με τις οξιές και τις καστανιές, τα έλατα και τις βελανιδιές και τα πλατύφυλλα τεράστια πλατάνια που αγκάλιαζαν, τότε, όλη τη βορινή πλευρά του Συμβόλου όρους, του Βίβλινου βουνού, όπως το αποκαλέί ο ποιητής Επίχαρμος ο Κείος (5ος αιώνας π.Χ.). Σύμβολο λεγότανε το σημερινό Παγγαίο. Έτσι αναφέρεται από το διάσημο έλληνα ιστορικό Δίωνα τον Κάσιο (155-235 π.Χ.) κι έτσι το ονομάζουν όλοι οι χαρτογράφοι-γεωγράφοι έλληνες και ξένοι, από αρχαιοτάτων χρόνων. Ο Νικησιανιώτης συγγραφέας Τριαντάφυλλος Ράντσιος, που ευτύχισε να χαρεί τα διάφανα νερά της Πρασιάδας λίμνης γράφει. ‘’Οι κάτοικοι της Νικήσιανης ασχολούνταν με το ψάρεμα στη Βάλτα. Είχε Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

140


πολύ καλά ψάρια, κυρίως μικρόψαρα, αγριβάδια και τούρνες κι ολίγα χέλια και γουλιανούς. Οι κάτοικοι επίσης ασχολούνταν με τις ψάθες. Ένα ειδικό χόρτο που φύτρωνε στη λίμνη. Κι εκτός από τις σπιτικές ανάγκες στρώνανε τις ψάθες και στα δωμάτια αντί για χαλιά». Και συνεχίζει. «Και τροφοδοτούσαν με χαλιά όλα τα χωριά του κάμπου κι έφταναν, τα έργα των χεριών τους, μέχρι το Νευροκόπι και την Άνω Βροντού. Επίσης χρησιμοποιούσαν τις ψάθες για να σκεπάσουν τον καπνό, αλλά ήταν χρήσιμες και στην επεξεργασία του καπνού, στην συσκευασία και στην δεματοποίησή του, καθώς και σαν περιτύλιγμα στις ντάνες, προκειμένου να τις κάνουν εξαγωγή σε όλο τον κόσμο’’.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΛΙΜΝΗ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ, ΣΕΡΡΩΝ (πηγή: σταχυολόγηση απο http://me-mia-matia-ston-ilio.blogspot.com). ‘’Πριν καιρό είχα μάθει για μια λίμνη που υπάρχει κοντά στο χωριό Άγιο Πνεύμα Σερρών. Και αποφασίσαμε να την επισκεφτούμε. Ο δρόμος ήταν πολύ άσχημος. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν φτάσαμε και αυτό που αντικρίσαμε ήταν υπέροχο. Η Λίμνη χωμένη ανάμεσα σε δυο λόφους, βουβή και υπομονετική πότιζε τις αγελάδες και τα μποστάνια. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν η απόλυτη ησυχία. Δεν ακούγονταν ούτε το θρόισμα των φύλλων. Την προηγούμενη μέρα είχαμε πάει στη θάλασσα και σκέφτηκα πόσο αδικημένη κάθετε εδώ μόνη της η λίμνη και κανείς δεν την ξέρει. Αλλά μετά σκέφτηκα ότι έτσι είναι τα μοναδικά πράγματα. Μοναχικά και σπάνια.Και έτσι έγραψα την παρακάτω ιστορία για τη λίμνη. ´´Μια φορά πριν χρόνια, ένας Άνθρωπος έφτιαξε μια Λίμνη. Μακριά από την πόλη. Ανάμεσα σε δύο λόφους. Ήθελε να συγκεντρώνει το νερό της βροχής για να ποτίζει τις αγελάδες του. Η Λίμνη ήταν πολύ όμορφή, αλλά πάντα στενοχωρημένη. Στεκόταν εκεί, ανάμεσα τις φυλλωσιές των δέντρων βουβή και αμίλητη, με αφοσίωση στη δουλειά της. Το Καλάμι την ρώτησε.-Τι έχεις Λίμνη και είσαι θλιμμένη;-Θέλω να γίνω Θάλασσα, του αποκρίθηκε. Δεν μπορώ απλά να στέκομαι εδώ, αποξενωμένη και έρημη και απλά να ποτίζω τα ζώα. Θέλω να ικανοποιώ τους ανθρώπους. Τόσο όμορφη που είμαι και δε με βλέπει κανείς. Κανείς δεν παίζει στα νερά μου, κανείς δε με χαίρεται. Δες η Θάλασσα πόσο τυχερή είναι. Έχει όλο τον κόσμο δικό της. Με αυτά τα λόγια ξαναέπεσε στην μελαγχολία της.Ένα ξημέρωμα όμως κάτι άλλαξε. Ένα ζευγάρι φάνηκε στις όχθες της. Με ένα άσπρο πουκάμισο αυτός και με ένα λευκό φόρεμα αυτή. Σαν θεοί και οι δυο, έβγαλαν τα ρούχα τους και έπεσαν στα νερά της. Και τότε η Λίμνη ένιωσε κάτι πρωτόγνωρο. Ένιωσε την αγάπη τους, την καρδιά τους, την ηδονή τους. Και τα νερά της αγρίεψαν από τα σώματά τους, η σιωπή της έσπασε από την ανάσα τους, σαν τουφεκιά στον ήσυχο αέρα. Ενώθηκαν στα νερά της, ένιωσαν ότι βρίσκονταν σε ένα τσουβάλι γεμάτο έρωτα, που τους προστάτευε και τους νοιαζόταν. Όταν τελείωσαν ντύθηκαν και έφυγαν. Και άφησαν πίσω τις αισθήσεις τους, τα βλέμματά τους, τα φιλιά τους’’. ‘’Και τη Λίμνη πάλι μόνη…… αλλά..…-Καλάμι…… δεν χρειάζεται να είμαι θάλασσα. Είμαι εδώ για τους λίγους. Γι΄ αυτούς που μπορούν να με φτάσουν. Που μπορούν να περπατήσουν, να σκαρφαλώσουν. Είμαι εδώ γι΄ αυτούς που μπορούν να με εκτιμήσουν. Να καταλάβουν την σιωπή μου.Από τότε ανά διαστήματα συντρόφευσε πολλούς ανθρώπους και ένιωσε πολλά έντονα συναισθήματα. Ένωσε ζευγάρια, σκούπισε δάκρυα μοναχικών, έπαιξε με παιδιά, γέλασε με φίλους. Και έτσι η Λίμνη ξανά δεν στεναχωρήθηκε. Γιατί είχε βρει τον σκοπό της´´. (Κείμενο: Μαρία Νικολάου).

__________ Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

141


Οι λίμνες Φλέγκα από ψηλά (Drones by P.Gkasios)

Δρακόλιμνη Σμόλικα (D.Giannoukos)

__________

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

142


3. Στερεά Ελλάδα, Εύβοια και Πελοπόννησος

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

143


3. Οι μικρές Λίμνες στη Στερεά Ελλάδα, στην Εύβοια και στην Πελοπόννησο Περιεχόμενα

3.1

Σελ.

Εισαγωγή

146

Αλπικά και Υποαλπικά Εποχικά ή Μόνιμα Λιμνία

147-171

(Λιμνία στα Βαρδούσια, στο Βελούχι, στη Γκιώνα, στον Ελικώνα, στα Βουνά της Εύβοιας, στο Καλλίδρομο, στην Κυλλήνη, στην Όθρυ, στην Οίτη, στον Παρνασσό, στον Πάρνωνα, στο Χελμό και σε άλλα Βουνά)

3.2

Πεδινές και Ημιορεινές μικρές Λίμνες και Λιμνία

172-210

3.2α. Στη Στερεά Ελλάδα (Λίμνες Βουλιαγμένη Αττικής και Ηραίου, Λίμνη 172-183 Κουμουνδούρου, Λιμνίο Βουρβά Σπάτων, Λίμνη Παραλίμνη. Λίμνη Στόμι Σχινιά) 3.2β. Στην Εύβοια (Λιμνία Αγαπητού, Αγδινών 1,2,4, Λίμνος, Λίμνη Δύστος, 183-190 Λιμνία Μεγάλη Σβάλα, Μικρή Σβάλα, Οροπέδιου Ταναΐδας ) 3.2γ. Στην Πελοπόννησο (Λίμνες Καϊάφα, Λάμια, Μουστός, Λιμνοθάλασσα Στρογγύλη, Λίμνη Στυμφαλία, Λίμνη Τσιβλού, Άλλες Μικρές Λίμνες κ.ά.) 190-210

3.3

Ημιφυσικές–Τεχνητές- Λίμνες από Εξορυκτικές και άλλες Δραστηριότητες

210-228

(Λίμνες στο Μπελέτσι, Λίμνες Ορυχείων Εύβοιας γενικά, 14 Λίμνες Ορυχείων Βόρειας Εύβοιας, άλλα Τεχνητά Λιμνία στην Εύβοια, Λίμνες των Ορυχείων στη Μεγαλόπολη Πελοποννήσου )

3.4

Μικρές Λίμνες στη Βάση των Καταρρακτών -Βάθρες, Βόθνες, Φυσικές 228-249 Πισίνες3.4α. Στη Στερεά Ελλάδα ( Κρεμαστός, Ντράφι, Πάντα Βρέχει, Πέτρας) 228-233 3.4β. Στην Εύβοια ( στη Δίρφη, στην Όχη, στη Βόρεια Εύβοια)

3.5

233-237 3.4γ. Στην Πελοπόννησο ( Αραπόλιμνα και Μαύρη Λίμνη, Βροντός, Λεπίδας, Μαυρονέρης, Νέδα, στον Πάρνωνα, στο Πολυλίμνιο, Τρίτωνας, Ύδατα Στυγός) 237-249 Ενδιαφέρουσες Περιγραφές, Αναμνήσεις, Μαρτυρίες 249-268 (Η Μέδουσα του Γλυκού Νερού Craspedacusta sowerbii στην Ελλάδα, Το Μύδι του Γλυκού Νερού Dreissena blanci στην Ελλάδα, Το Λάμπασμα ‘’Will O’ the Wisp’’ στις Λίμνες στην Ελλάδα και οι Λαϊκές Δοξασίες-Μύθοι του, Οι Λιμνίσιες Βάρκες στην Ελλάδα)

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

144


Η Λίμνη Νεβρόπολη στο Καλλίδρομο

Η Λίμνη Στυμφαλία ( φωτογραφία Δ. Λαμπρίδης)

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

145


Εισαγωγή Στη Στερεά Ελλάδα, στην Εύβοια και στην Πελοπόννησο, έχουν καταγραφεί, μεταξύ των άλλων, εκτός από τις γνωστές φυσικές λίμνες τους (π.χ., Βουλιαγμένη, Δύστος, Ηραίου, Καϊάφας, Κουμουνδούρου, Παραλίμνη, Στόμι, Στυμφαλία, Τάκα, Υλίκη,) που παρουσιάζονται αναλυτικά στην ψηφιακή έκδοση ‘’Οι Φυσικές Λίμνες στην Ελλάδα’’, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-greece/, και πληθώρα από μικρά φυσικά ή ημιφυσικά υδάτινα σώματα –εποχικά, μόνιμης κατάκλυσης, παράκτια, εσωτερικά, λίμνες ορυχείων, αλπικά, ορεινά, πεδινά, λιμνοδολίνες, αλλά και βάθρες, κολυμπήθρες και φυσικές πισίνες σε ποτάμια, φαράγγια και καταρράκτες - τα οποία πρωτίστως σε τοπικό επίπεδο συνθέτουν τη συνέχεια των υγροτοπικών περιοχών σε ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές, με τις λειτουργίες και τις αξίες τους. Αυτά τα μικρά σε έκταση υγροτοπικά οικοσυστήματα, είναι και σημαντικά, αλλά και είναι αναγκαία η προστασία και η διατήρησή τους, καθώς αποτελούν δομικά στοιχεία του τοπικού περιβάλλοντος, συντηρώντας και διαιωνίζοντας τη ζωή από τα χαμηλότερα προς τα ανώτερα οικολογικά επίπεδα ( π.χ., βιοποικιλότητα, τροφικά πλέγματα, διάδρομοι ζωής, εμπλουτισμός υδροφορέων, συνδιαμόρφωση κλιματικών χαρακτηριστικών ). Η φυσική γεωγραφία αυτών των περιοχών σε γενικές γραμμές έχει ως ακολούθως: Η Στερεά ή Κεντρική Ελλάδα –Αττική, Βοιωτία, Φωκίδα Φθιώτιδα και Ευρυτανία - είναι μία από τις πλέον ορεινές περιοχές της χώρας, ιδιαίτερα στο κεντρικό τμήμα της με τη νότια Πίνδο ( π.χ., Γκιώνα, Βαρδούσια, Παρνασσός, Τυμφρηστός, Άγραφα, Καλοιακούδα, Χελιδόνα), αλλά και το Καλλίδρομο, την Όθρυ, την Οίτη, την Κίρφη, Ελικώνας, το Πτώον όρος, το Χλωμό όρος και νοτιότερα, τον Κιθαιρώνα, τα Γεράνια, τον Πατέρα, την Πάρνηθα, την Πεντέλη, τον Υμηττό, τον Όλυμπο Αττικής και άλλα χαμηλότερα βουνά. Ως προς τα υδάτινα σώματα, αυτή η περιοχή χαρακτηρίζεται από ποικιλότητα υγροτοπικών περιοχών οι οποίες είναι σημαντικές για το φυσικό περιβάλλον και διαδραματίζουν κάποιο ρόλο -λειτουργία και χρήση - για τις τοπικές κοινωνίες. Στην Αττική και στη Βοιωτία, που έχουν χαμηλό ύψος βροχοπτώσεων, υπάρχει εντυπωσιακός αριθμός υγροτοπικών περιοχών, όχι μόνο παράκτιων αλλά και εσωτερικών. Εξάλλου, στη Φθιώτιδα, Φωκίδα και Ευρυτανία εντυπωσιάζει η εξάπλωση και κατανομή των υγροτοπικών περιοχών τους. Εδώ συναντούμε μικρές λίμνες εποχικού ή και μόνιμου χαρακτήρα στις αλπικές και υποαλπικές περιοχές, αλλά και σε ημιορεινές και πεδινές περιοχές, καθώς και βάθρες σε καταρράκτες και φαράγγια. Η Εύβοια ως νησί, έχει ιδιόμορφα κλιματικά (μικροκλίμα) και φυσιογραφικά χαρακτηριστικά (ανάγλυφο), τα οποία δημιουργούν ποικιλία ενδιαιτημάτων, αλλά και διατηρούν ενδημική, σπάνια, ή και προστατευόμενη χλωρίδα και πανίδα. Η γεωγραφική περιοχή της Εύβοιας ως προς τα νερά και τις υγροτοπικές περιοχές της χαρακτηρίζεται εξαιρετικά πολύ πλούσια και εντυπωσιακή, καθώς πέρα από τις φυσικά υδάτινα σώματα υπάρχει και μεγάλος αριθμός τεχνητών υδατοσυλλογών, κυρίως με τις λίμνες των ορυχείων-ανοιχτών λατομείων του λευκόλιθου και των γαιανθράκων (π.χ., υπάρχουν 9 τεχνητές λίμνες στα ορυχεία Τρούπι-Κάκκαβος, στα ορυχεία του Αλιβερίου και της ΛΑΡΚΟ, τεχνητές λίμνες, λιμνία και λιμνοδεξαμενές ). Στα βουνά της, τα ψηλότερα, τη Δύρφη (+1743μ. ) και την Όχη (+1398μ.), αλλά και στα χαμηλότερα (π.χ., Καντήλι, Ζάρακας ή Βεϊζι,), υπάρχουν πολλά μικρά υδάτινα σώματα και μικρές υδατοσυλλογές-λίμνες. Σε χαμηλότερα υψόμετρα οι ρεματιές είναι κατάφυτες από πλατάνια, ενώ στις κοίτες των ρεμάτων σχηματίζονται εποχικά και μικρές λίμνες. Μικρές όμως λίμνες σχηματίζονται και ψηλότερα, σε φυσικά βυθίσματα επίπεδων πλαγιών, από το νερό των λυομένων χιονιών, ενώ στα ορεινά λιβάδια της Δίρφης (πάνω από τα +1200 μέτρα υψόμετρο το βουνό είναι εντελώς γυμνό), κυλούν υδάτινα ρέματα (στα νότια κυρίως τμήματα του ορεινού όγκου της στις θέσεις Πλακόρεμα, Στενιώτικο, Μακρυκάπα κ.ά.). Η Πελοπόννησος είναι κυρίως ορεινή περιοχή (π.χ., Χελμός, Κυλλήνη, Ερύμανθος, Μαίναλο, Πάρνωνας, Ταΰγετος, Παναχαϊκό). Οι πιο εκτεταμένες πεδιάδες αναπτύσσονται στα βορειοδυτικά και δυτικά με τις κοιλάδες των ποταμών Αλφειού και Πηνειού (Αχαΐα και Ηλεία), στα ανατολικά (Αργολίδα), αλλά και στα νότια στις κοιλάδες των ποταμών Ευρώτα (Λακωνία) και Πάμισου (Μεσσηνία). Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Πελοπόννησο αποξηράνθηκα τα τελευταία 50 χρόνια σημαντικές υγροτοπικές περιοχές (για παράδειγμα, ανάμεσα σε αυτές είναι η λίμνη Μουριά και η λιμνοθάλασσα Αγουλινίτσα -1969-1972, η λίμνη Φενεός ή Φονιάς σε υψόμετρο περίπου 700 μέτρων στην Κυλλήνη, οι υγρότοποι της Νέας Κίου και της Λέρνης στην Αργολίδα, στην Αρκαδία υγρότοποι του οροπεδίου, αλλά και παράκτιοι στην Κυνουρία). Παρόλα αυτά, οι σημαντικότερες υγροτοπικές περιοχές εντοπίζονται στη βορειοδυτική και

δυτική Πελοπόννησο με λίμνες και λιμνοθάλασσες ( π.χ., λίμνη Πρόκοπος, Στροφιλιά, έλη Λάμιας, λιμνοθάλασσες Καλογριάς και Κοτύχι, λίμνη Καϊάφα, λιμνοθάλασσα Γιάλοβα), γενικότερα με ποταμούς, παραπόταμους και στις εκβολές τους (π.χ., Αλφειός, Πηνειός, Γλαύκος, Ευρώτας, Λούσιος, Ασωπός, Σελινούντας, Βουραϊκός, Νέδα, Νέδωνας, Πάμισος ), με εσωτερικές και παράκτιες φυσικές και τεχνητές λίμνες (π.χ., Στυμφαλία, Τάκα, Τσιβλού, Μουστού, Ψήφτα, Φενεού, Δόξας, Δασίου ), μικρές λίμνες εποχικού ή μόνιμου χαρακτήρα σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές ( π.χ., ορεινή Κορινθία, Αροάνια, Πολυλίμνιο Μεσσηνίας ), με πηγές και κεφαλάρια, αλλά και βάθρες στη βάση καταρρακτών, φυσικές πισίνες σε ποτάμια και άλλα.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

146


3.1 Αλπικά και Υποαλπικά Εποχικά ή Μόνιμα Λιμνία Είναι γνωστό ότι η γεωμορφολογία μιας περιοχής σε συνδυασμό με τις κλιματικές συνθήκες και τη βλάστηση, αποτελούν προεξέχοντες παράγοντες για τη διαμόρφωση, μεταξύ των άλλων και για τα υδρολογικό καθεστώς και τις υγροτοπικές περιοχές. Και ορεινές περιοχές της Κεντρικής Ελλάδας, της Εύβοιας και της Πελοποννήσου έχουν καταγραφεί πολλές μικρές φυσικές υδάτινες συλλογές, ως επί το πλείστον εποχικού χαρακτήρα, αλλά υπάρχουν και μόνιμες μικρές λίμνες. Ειδικότερα, εκεί όπου απαντώνται περιοχές με καρστική γεωμορφολογία, είναι και το πιθανότερο να υπάρχουν αυτά τα λιμνία. Και οι ντόπιοι αναφέρονται κατά περίπτωση σε Λάκκες, Γούπατα, Γούρνες, Δολίνες και άλλα. Στις λίμνες των βουνών των πιο πάνω περιοχών, δεν υπάρχουν γνωστοί θρύλοι σχετιζόμενοι με δράκους, όπως συνηθίζεται με τις αλπικές λίμνες της Ηπείρου. Ίσως, οι ξηρότερες και φωτεινότερες συνθήκες που επικρατούν εδώ, να μην υπέβαλαν τόσο τους κατοίκους των γύρω περιοχών, όσο εκείνες, οι πολύ αντίξοες συνθήκες της Ηπείρου. Παρόλα αυτά συναντούμε πληθώρα από μικρές λίμνες, που εξυπηρετούν τοπικές ανάγκες, διαμορφώνουν τη συνέχεια του υγροτοπικού μωσαϊκού, στηρίζουν τη βιοποικιλότητα και το τοπικό περιβάλλον. Και μιλάμε για αλπικές, υποαλπικές και άλλες ορεινές μικρές λίμνες μόνιμου ή και εποχικού χαρακτήρα. Αξίζει τον κόπο να τις γνωρίσουμε, να τις προσεγγίσουμε, να τις αποτυπώσουμε και να τις προστατεύσουμε. ΛΙΜΝΙΑ ΕΠΟΧΙΚΑ Ή ΜΟΝΙΜΑ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΒΑΡΔΟΥΣΙΑ, ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ (πηγές: σταχυολόγηση απο http://apodrasistinellada.blogspot.com, http://mires46.blogspot.com, http://allougialou.blogspot.com, http://www.summitpost.org). Οδοιπορώντας για να συναντήσουμε τις εποχικές λιμνούλες στα Βαρδούσια (κορυφή +2495μ.), ‘’ξεκινάμε από τη Σπερχειάδα, και ανεβαίνουμε στα Μάρμαρα ή Σέλιανη. Έξω από το χωριό και λίγο πριν το εκεί καφενείο παίρνουμε το μονοπάτι σε πυκνοδασωμένη πλαγιά. Απέναντι μας έχουμε το Στεφάνι και περνάμε δίπλα από την Παραθύρα (Παναγιά Σελιανήτισσα). Το μονοπάτι είναι απότομο και υπάρχουν πολλά πεσμένα δέντρα. Πρώτη στάση στο ξέφωτο της Αγίας Παρασκευής απολαμβάνοντας τη θέα στο συγκρότημα των Βαρδουσίων. Η κορυφή Πυραμίδα, όνομα και πράμα κλέβει την παράσταση. Συνεχίσουμε από μονοπάτι, περνώντας πρώτα από τον αρχαιολογικό χώρο με τους προμυκηναϊκούς τάφους (Δωριείς οι πρόγονοι). Το δάσος είναι πυκνό, βγαίνουμε στον Κάμπο, συνεχίζουμε στον κεντρικό χωματόδρομο, και βρίσκουμε τη διασταύρωση της Ανατολής (Πέρα Χωμήριανης). Παρακάμπτουμε το δρόμο, το τοπίο αλλάζει, και η βλάστηση ελαττώνεται, αλπικό τοπίο, αντικρίζουμε από κοντά τις πλαγιές από τη θέση Σινάνι και βλέπουμε τις 2 λίμνες τα Ζηρέλια κατά τους ντόπιους. Είμαστε σε υψόμετρο +1650 μέτρα, στην αρχή του οροπεδίου Πιτιμάλικο, στην θέση Σταυρός, πάνω από το χωριό Αθανάσιος Διάκος. Η τροφοδοσία αυτών των δύο λιμνίων (στην ανώτερη πλημμυρική στάθμη τους είναι ένα λιμνίο) γίνεται από τα γύρω ρυάκια που δέχονται τα νερά από τα χιόνια που λύωνουν στις γύρω πλαγιές. Τα ένα λιμνίο πολλές φορές φαίνεται καφετί σε χρωματισμό από τα λασπόνερα και το άλλο, συνήθως καθρεπτίζει το γαλάζιο του ουρανού. Και στο βάθος μια απότομη χιόνινη μύτη ξεπροβάλλει’’. Εξάλλου, σε κάποια άλλη αναφορά διαβάζουμε ‘’στα Βαρδούσια, σε οροπέδιο του ορεινού όγκου της Γραμμένης Οξιάς, κοντά στα χωριά Κολοκυθιά Φθιώτιδας, Μάρμαρο και Ανατολή, υπάρχει ένα εποχικό λιμνίο με την ονομασία Ζερέλια ή Ζερέλια Μαρμάρου ή Ψευτοζερέλια (τα γνωστά Ζερέλια είναι στον Αλμυρό Μαγνησίας). Το λιμνίο αυτό στην πλημμυρική του στάθμη είναι ένα λιμνίο, ενώ αργότερα, στα μέσα της άνοιξης με τις αρχές καλοκαιριού, η στάθμη του νερού πέφτει, οπότε διακρίνονται δυο ξεχωριστές λίμνες, δίδυμες λιμνούλες’’ (photo: Μ. Kostaki, http://www.panoramio.com, πληροφορίες από Elias Tselos). Και μια άλλη αναρρίχηση στα Βαρδούσια και το Μεγάλο Κάμπο, όπου δημιουργούνται εποχικές λίμνες από το λιώσιμο του χιονιού και τα νερά της βροχής. ‘’Από το χωρίο Αθανάσιος Διάκος, ακολουθήσαμε ένα παλιό μονοπάτι Ε4 που ελίσσονταν μέσα στα έλατα. Μετά την εκκλησία του Προφήτη Ηλία βαδίζαμε σε μια καταπράσινη αλπική ζώνη, στην οποία έβοσκαν πολλά κοπάδια προβάτων με την άγρυπνη παρουσία τσοπανόσκυλων τα οποία από μακριά μας έδειχναν τις άγριες διαθέσεις τους. Σε υψόμετρο περίπου +2000 μέτρων μέσα στην καταπράσινη αλπική ζώνη δυτικά του βουνού είναι δυο ορειβατικά καταφύγια. Από εκεί τραβερσάραμε για την κορφή ακολουθώντας ένα σημαδεμένο μονοπάτι πολύ ανηφορικό μέσα σε ένα χαλασά (σάρα).Η εικόνα ήταν καταπληκτική, μπροστά μας είχαμε το βραχώδες ανάγλυφο που κυριολεκτικά κρέμονταν τα βράχια πάνω από τα κεφάλια μας και το ονομάζουν «Πλάι του Γκιώνη». Η πορεία ήταν πολύ κοπιώδης, γίνονταν πολλές στάσεις και στο τέλος Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

147


ακολουθήσαμε ένα λούκι το οποίο μας οδήγησε σε ένα καταπράσινο οροπέδιο γνωστό ως Μέγας Κάμπος. Υπήρχαν λίγες χιονούρες και κάθε λογής πολύχρωμα αγριολούλουδα. Περπατήσαμε πάνω στο μοναδικό αυτό τοπίο μαγεμένοι από την ομορφιά του.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

148


Από το νότιο σημείο του κάμπου πήραμε ένα πολύ ανηφορικό δύσβατο μονοπάτι και μετά από λίγο βρεθήκαμε πάνω στην πιο ψηλή κορφή των Βαρδουσίων τον Κόρακα (υψ.+2475μ).

Στα Βαρδούσια, σε υψόμετρο +1650 μέτρα περίπου, στην αρχή του οροπεδίου Πιτιμάλικο, στην θέση Σταυρός, πάνω από το χωριό Αθανάσιος Διάκος, σχηματίζεται και μια άλλη εποχιακή λίμνη, που τροφοδοτείται από τα ρυάκια που δέχονται τα νερά των χιονιών που λιώνουν από τις γύρω πλαγιές.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

149


ΤΟ ΕΠΟΧΙΚΟ ΛΙΜΝΙΟ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΒΕΛΟΥΧΙ Ή ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΣ, ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ, ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.lekakis.com, http://fthiotikos-tymfristos.blogspot.com,).

http://www.info-karpenisi.gr,

http://www.velouxi.gr

,

Μια μικρή εποχική λίμνη του χιονιού και της βροχής (Εποχικό Λιμνίο), βρίσκεται στο όρος Βελούχι ή Τυμφρηστός και σε υψόμετρο περίπου +1870 μέτρα. Αυτή η λίμνη είναι αλπικού τύπου, έχει διάμετρο στην ανώτερη στάθμη της γύρω στα 25 μέτρα και έχει ιδιότυπη υδρόβια χλωρίδα και πανίδα εποχικού χαρακτήρα. Η λίμνη διατηρεί σχεδόν σταθερή τη στάθμη της τις περισσότερες εποχές του χρόνου (ξηραίνεται την καλοκαιρινή περίοδο σε παρατεταμένες συνθήκες ανομβρίας της περιοχής ), καθώς το νερό της προέρχεται από το λιώσιμο των χιονιών που σκεπάζουν τη γύρο περιοχή. Καμιά φορά αυτά τα λιμνία διατηρούνται μέχρι και τον Ιούνιο, και εξαρτώνται από τις τοπικές βροχές, αλλά και στην ύπαρξη υπόγειων αναβλύσεων μέσα στη λίμνη. Η μικρή αυτή αλπική λίμνη χρησιμοποιείται από μετακινούμενους κτηνοτρόφους για να ξεδιψάσουν τα ζώα τους τα οποία φέρνουν τους καλοκαιρινούς μήνες για να τραφούν από τα πλούσια βοσκοτόπια που σχηματίζονται μετά από το χειμώνα

. Η λίμνη αυτή βρίσκεται 750 μέτρα μακριά από το Ορειβατικό Καταφύγιο στο Βελούχι (υψομ., +1840 μέτρα περίπου), στο Χιονοδρομικό Κέντρο Εδώ θα δεις τους Αλπικούς Τρίτωνες του Βελουχιού – Ichthyosaura alpestris syn., Mesotriton alpestris veluchiensis και παλαιότερη ονομασία Triturus alpestris (Μοιάζει με μικρό δράκο, έχει μήκος 8 - 12 εκ., το χρώμα του είναι καστανογκρί με κοκκινωπή κοιλιά και ζει στην οροσειρά της Πίνδου και στον ορεινό όγκο της βόρειας Πελοποννήσου, καθώς και σε μικρό τμήμα της Ροδόπης, σε υψόμετρα από +700 έως +2400μ. συνήθως σε μόνιμους ή εποχικούς υγρότοπους, όπως σε μικρές λίμνες -οι Δρακόλιμνες-, σε ρυάκια με κρύο και διαυγές νερό που βρίσκονται σε δάση και δασικά ξέφωτα, σε αλπικά λιβάδια, ενίοτε σε πετρώδεις Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

150


και άγονες περιοχές, αλλά και σε ποτίστρες ζώων και πηγές ), αλλά και (φωτογραφίες από:http://www.info-karpenisi.gr, Panoramio/Η.Τσέλος).

πολλές προνύμφες διπτέρων εντόμων

ΛΙΜΝΙΟ ΕΠΟΧΙΚΟ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΓΚΙΩΝΑ, ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.greece.com, http://www.eosartas.gr). Στη Γκιώνα (κορυφή +2510μ.),, στην τοποθεσία Βαθιά Λάκκα κάτω από την υψηλότερη κορυφή Πυραμίδα (+2510 μ.) σχηματίζεται στο τέλος του χειμώνα με το λιώσιμο των χιονιών πανέμορφο εποχικό λιμνίο, το οποίο αργότερα δίνει την θέση του σε ανθισμένο χαλί από Crocus velouchensis (βαλκανικό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην ορεινή Ελλάδα).

Το οδοιπορικό προς τη Γκιώνα αρχίζει από Λαμία, Καλοσκοπή και ανεβαίνουμε μέχρι τη θέση Μνήματα. Καθώς ανεβαίνουμε τα δέντρα μειώνονται και το τοπίο γίνεται αλπικό. Πλησιάζοντας στη Βαθειά Λάκκα βλέπουμε την κορυφή να δεσπόζει πάνω μας επιβλητική με άγρια ομορφιά που συναρπάζει κάνοντάς μας να ξεχάσουμε τα Βαρδούσια που τόση ώρα θαυμάζαμε. Φτάνουμε στη Βαθειά Λάκκα όπου κάνουμε την πρώτη μας στάση ενώ θαυμάζουμε την κορυφή, αλλά και την αντανάκλαση της στην λιμνούλα από κάτω. Συνεχίζουμε την ανάβασή μας προς το διάσελο και από εκεί ξεκινάμε για την κορυφή πατώντας όλο και περισσότερο χιόνι’’(φωτογραφίες από by cosmetology from Panoramio). Απ´εκεί η πεζοπορία και η αναρρίχηση έχουν προτεραιότητα. ‘’Σε όλη τη διαδρομή θαυμάζουμε το πυκνό δάσος από έλατα που μας περιτριγυρίζει και μετά από 20 λεπτά αρχίζουμε να περπατάμε σε χωματόδρομο. Σύντομα τον εγκαταλείπουμε για να ακολουθήσουμε το μονοπάτι που θα μας οδηγήσει στη Βαθειά Λάκκα. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

151


ΛΙΜΝΙΑ ΕΠΟΧΙΚΑ Ή ΜΟΝΙΜΑ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΕΛΙΚΩΝΑΣ, ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ (πηγές: σταχυολόγηση απο http://partetavouna.blogspot.com, http://forum.snowreport.gr, http://www.oreivatikoskiriakiou.gr, Παπαδοπουλου, 1990 -Δελτ. Γεωλ., Εταιρ., ΧΧΙ,61-70, Μορφογεννητική μελέτη της πόλγης του Ελικώνα, http://www.oiti.gr). Στον Ελικώνα (κορυφή +1748μ.), σε μικρό οροπέδιο και σε υψόμετρο περίπου +850 μέτρων, στο χωριό Ελικώνας (παλαιότερα Ζερίκι), νοτιοδυτικά της κορυφής Παλιοβούνα, ανάμεσα στο ελατοδάσος,

σχηματίζεται την άνοιξη μια εποχική λίμνη που ξεδιψά τα ζώα στη νότια άνυδρη πλευρά του βουνού. Η ευκολότερη πρόσβαση στην περιοχή γίνεται από τη Λειβαδιά προς Αράχοβα, με κατεύθυνση το χωριό Αγία Άννα και λίγο βορειότερα φτάνουμε στο χωριό Ελικώνα. Εξάλλου, στη διαδρομή από την Κοιλάδα των Μουσών, κατευθυνόμενοι προς το χωριό Πόλιανη, φθάνουμε στο Ξηρόρεμα και πεζοπορώντας δίπλα και μέσα στο ποτάμι, βλέπουμε μικρούς καταρράκτες, πολλές μικρές λίμνες και τελικά φτάνουμε στην πηγή Αράπη. Το χωριό περιβάλλεται από πυκνό ελατοδάσος, ενώ μια μικρή λιμνούλα και καταπράσινα ορεινά λιβάδια καλωσορίζουν τους επισκέπτες. Και από ένα άλλο οδοιπορικό προς το λιμνίο του Ελικώνα, διαβάζουμε. ‘’Με ορειβατικό σύλλογο της Αθήνας περπατήσαμε ένα μικρό τμήμα του Ελικώνα. Ξεκινήσαμε από ένα σημείο το βουνού με την ονομασία Λούτσα Τζαβέλα, που είναι εποχικό λιμνίο, λίγο έξω από το χωριό Ζερίκι ή Ελικώνας, πιάσαμε την τρίτη ψηλότερη κορυφή του Ελικώνα, τη Μεγάλη Λούτσα (+1548 μέτρα) και έπειτα κατηφορίσαμε στο Κυριάκι (720 μέτρα). Η διαδρομή στο 75% ήταν μέσα στο έλατα τα οποία σταματούσαν λίγο πριν την κορυφή, κοντά στα +1500 μέτρα και συνέχιζαν μέχρι 100-150 μέτρα υψομετρική πριν το Κυριάκι. Υπέροχος πραγματικά ο Ελικώνας, ειδικά η κορυφή της Μεγάλης Λούτσας (εποχικό λιμνίο) είναι το καλύτερο σημείο του βουνού, πολύ πυκνό δάσος εντελώς παρθένο. Αποτελεί μια εκτεταμένη κορυφή 3-3,5 χλμ μήκους, με υψόμετρο πάνω από τα +1500 μέτρα σε όλο το μήκος της. Αυτή η κορυφή ίσως δέχεται από τα μεγαλύτερα ποσά χιονιού στο βουνό λόγω του βόρειου προσανατολισμού και του μεγάλου και για αρκετά χλμ μήκους της. Άλλωστε στα ριζά αυτής της κορυφής στον οικισμό του Ελικώνα συντηρείτε για 4-5 μήνες εποχική λίμνη. Όπως έχουμε ξαναπεί, οι βόρειες από τις νότιες πλαγιές του βουνού δεν έχουν εντελώς καμία σχέση. Αν το νότιο τμήμα έχει 20 εκατ., βροχόπτωση ή χιονόπτωση, το βόρειο μπορεί να έχει πάνω από το 1 μέτρο. Όσο για την ομιχλοβροχή στο βουνό με καιρό βόρειου ρεύματος πρέπει να προσφέρει πολλά mm νερό στο βουνό. Πολύ ευεργετικό φαινόμενο, διότι όλο αυτό το νερό απορροφιέται αργά από το βουνό. Τα χιόνια στο βουνό είναι πολλά. Τα τελευταία χρόνια, από το 2005 και μετά ο οικισμός του Ζερικίου (Ελικώνας) και Αγίας Άννας έχουν δει και πάνω από 1,5 μέτρο χιόνι. Το άσχημο με το βουνό είναι ότι δεν το κρατάει εύκολα, λόγω μικρού υψομέτρου και των ισχυρών ζεστών νοτίων καταβατών που είναι ιδιαίτερα σφορδοί στην περιοχή λόγω του καναλισμού του Κορινθιακού κόλπου’’. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

152


Μια μικρή εποχιακή λίμνη και εκτεταμένα δάση ελάτης καλωσορίζουν τους επισκέπτες στο χωριό Ζερίκι 850 μέτρα υψόμετρο (Φωτογραφίες: Ζερμαίν Αλεξάκη & Θοδωρής Αθανασιάδης www.viewsofgreece.gr)

Το όμορφο αυτό βουνό είναι γνωστό με αυτό το όνομα από τα πανάρχαιά χρόνια. Σύμφωνα με την μυθολογία είχαν εδώ την κατοικία τους οι εννέα Μούσες, κόρες του Δία και της Μνημοσύνης. Σήμερα ενδιαφέρον παρουσιάζει η βιοποικιλότητα του βουνού και κυρίως η χλωρίδα του. Στα ανατολικά αναπτύσσονται εκτεταμένα δάση ελάτων σε υψόμετρο πάνω από τα +500 μέτρα, ενώ χαμηλότερα υπάρχουν πυκνά δρυοδάση. Έχουν καταγραφεί 1.200 είδη φυτών, ανάμεσά τους και πολλά απειλούμενα με εξαφάνιση. Για τους ορειβάτες ο Ελικώνας αποτελούσε ανέκαθεν ένα ευχάριστο και ενδιαφέρον πεδίο για σύντομες πεζοπορικές εξορμήσεις (φωτογραφία από Σοφία Μακρή-skaikairos). ΛΙΜΝΙΑ ΕΠΟΧΙΚΑ Ή ΜΟΝΙΜΑ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ (πηγές: σταχυολόγηση από Gloer, Falniowski, Pesic, 2010 -J. of Conchol., 40, 2, 179-185, The bithyniidae of Greece, Gastropoda, Gloer, Pesic, 2010 -J. of Conchol., 40, 3, 249-257, The Planorbis species of the balkans with the descriptions of Pl., vitojensis new sp., Gastropoda , Economou et al., 2007 -Mediter., Mar., Scien., 8/1, 91-166, The freshwater ichthyofauna of Greece-an update based on a hydrographic basin survey, Maurakis et al., 2004 -Biol., Bratis., 59/2, 173179, The occurrence of Potamon species, Decapoda, Bracyura relative to lotic stream factors in Greece, Βλάμη, 2000 Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

153


Τεχν., Έκθεσ., ΤΕΝΑΕ,ΟΙΚΟΣ, Η περιοχή της Όχης, Κάρυστος, Μαρμάρι,Καφηρέας, και από τα http://partetavouna.blogspot.com, http://www.wondergreece.gr, http://www.evia-guide.gr, http://www.allaroundevia.gr, http://www.infocenterevia.gr, http://e-onthemountain.blogspot.com).

Στα βουνά της Εύβοιας, τα ψηλότερα, τη Δύρφη (+1743μ. ) και την Όχη (+1398μ.), αλλά και στα χαμηλότερα (π.χ., Καντήλι, Ζάρακας ή Βεϊζι,), υπάρχουν πολλά μικρά υδάτινα σώματα και μικρές υδατοσυλλογές-λίμνες. Αυτές οι μικρές φυσικές λίμνες ή λιμνία που σχηματίζονται ψηλότερα, τις συναντάμε σε φυσικά βυθίσματα επίπεδων πλαγιών, από το νερό των λυομένων χιονιών, ενώ στα ορεινά λιβάδια της Δίρφης (πάνω από τα +1200 μέτρα υψόμετρο το βουνό είναι εντελώς γυμνό), κυλούν υδάτινα ρέματα (στα νότια κυρίως τμήματα του ορεινού όγκου της στις θέσεις Πλακόρεμα, Στενιώτικο, Μακρυκάπα κ.ά.), και στη γύρω περιοχή υπάρχουν οι σπάνιοι κρόκοι Crocus sieberi. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, στη θέση Αγία Κυριακή της Άνω Στενής, τα τρεχούμενα νερά και οι εκεί καταρράκτες, αλλά και οι μικρές λίμνες που σχηματίζονται στην πορεία του ποταμού, δημιουργούν ένα εντυπωσιακό σκηνικό. Η Όχη, στο βόρειο και βορειοανατολικό τμήμα της διασχίζεται από φαράγγια (π.χ., Δημοσάρη, Αγίου Δημητρίου, Αρχάμπολης), έχει απότομες δασωμένες (δασική και θαμνώδη βλάστηση) πλαγιές προς τη θάλασσα, και πολλές πηγές και ρέματα. Εδώ στον ορεινό χώρο βρίσκονται και οι λίμνες των ορυχείων που είναι τεχνητά συστήματα που στην πορεία του χρόνου απέκτησαν ένα ημιφυσικό περιβάλλον. Αυτά όμως θα μας απασχολήσουν σε παρακάτω κεφάλαιο. Επίσης, σε χαμηλότερα υψόμετρα οι ρεματιές είναι κατάφυτες από πλατάνια, ενώ στις κοίτες των ρεμάτων σχηματίζονται εποχικά και μικρές λίμνες. Και μια που αναφερόμαστε στα νερά και στις υγροτοπικές περιοχές της Εύβοιας, αξίζει να αναφερθούν και τα ακόλουθα. Σε σχετικά πρόσφατα (2010) επιστημονική δημοσίευση ξένων επιστημόνων διαπιστώθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι στην Εύβοια διαβιούν και τα ενδημικά και σπάνια γαστερόποδα του γλυκού νερού Pseudobithynia euboeensis και Pseudobithynia zogari (π.χ., στην Όχη, Μαρμάρι, Κάρυστο και τη λίμνη Βίδρα Καρύστου), αλλά και το επίσης ενδημικό γαστερόποδο Planorbis atticus (συνώνυμο με το Pl.atticus v. arethusae και το Pl.umbilicatus v. heterodoxa). Αυτά, έχουν βρεθεί στο βουνό Όχη στη νότια Εύβοια και στα ρυάκια του Λάλα και του Αετού, κοντά στην Κάρυστο και ψηλότερα στην πηγή Μετόχι. Σημειώνεται, ότι το γένος Bithynia είναι γνωστό, ενώ το γένος Pseudobithynia είναι σπάνιο ή και απουσιάζει από τις άλλες βαλκανικές χώρες. Στην Ελλάδα, είναι εντυπωσιακός ο αριθμός των ενδημικών ειδών που ανήκουν στην οικογένεια Bithyniidae, τόσο του γένους Bithynia (π.χ., Bithynia graeca στη λίμνη Παμβώτιδα, Β.hellenica στη λίμνη Τάκα και τον ποταμό Κράθη, B. prespensis, στις Πρέσπες και την λίμνη Ορεστειάδα, B.kastorias, στη λίμνη Ορεστειάδα και στις Πρέσπες, Β. candiota και B.cretensis,σε υδάτινα σώματα γλυκού νερού της Κρήτης ), όσο και για το γένος Pseudobithynia (π.χ., Pseudobithynia ambrakis στη λίμνη Αμβρακία, Ps.westelundi και Ps.hemmeni στη λίμνη Παμβώτιδα, Ps.renei στην Κέρκυρα, στην λίμνη Τριχωνίδα τα Ps. trichonis, Ps.panetolis, Ps. falniowskii, το Ps.gittenbergeri στη νήσο Σάμο, Ps. euboeensis στην Εύβοια,και το Ps.zogari με πλατιά κατανομή εκτος από την Εύβοια –σε ρυάκια του όρους Όχη, λίμνη Βίδρα στη Κάρυστο, και στο Λιτόχωρο, Πρέβεζα, Παξούς, Πάργα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Μεσσηνία και Λακωνία. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι το είδος Pseudobithynia zogari είναι νέο είδος γαστεροπόδου για την επιστήμη και δόθηκε αυτό το όνομα προς τιμή του ερευνητή Στ. Ζάγκαρη, του ΕΛΚΕΘΕ, ο οποίος το βρήκε στην Εύβοια και αλλού).

Εξάλλου, στην Εύβοια έχουν καταγραφεί και τα προστατευόμενα αμφίβια, η ποταμοχελώνα και η βαλτοχελώνα (Mauremys rivulata και Emys orbicularis), ο ποταμοκάβουρας (Potamon fluviatile), το υδρόβιο θηλαστικό βίδρα (Lutra lutra), και ψάρια του γλυκού νερού, σύμφωνα με σχετικά πρόσφατη επικαιροποιημένη καταγραφή (τα ενδημικά Barbus euboicus στο Μανικιώτικο ρέμα, Barbus sperchiensis στα ποτάμια Νηλέας και Κηρέας, Squalius sp., στα ποτάμια Κηρέας, Νηλέας και Μανικιώτικο, Knipowitschia caucasica στα ρέματα Ρηγιά και Λάλας στην Κάρυστο, αλλά και τα ψάρια που έχουν εισαχθεί στα υδάτινα σώματα της περιοχής, δηλαδή ο κυπρίνος –Cyprinus carpio στη λίμνη Δύστος και το κουνουπόψαρο –Gambusia holbrooki στη λίμνη Δύστος και τα ρέματα Ρηγιά και Λάλας, αλλά και το κοσμοπολιτικό χέλι Anguilla anguilla ). ΛΙΜΝΙA ΕΠΟΧΙΚA ΣΤΗ ΝΕΒΡΟΠΟΛΗ ΚΑΙ ΣΤΗ ΠΑΛΑΙΟΣΟΥΒΑΛΑ, ΟΡΟΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟ, ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ (πηγές:σταχυολόγηση από πηγές: http://partetavouna.blogspot.com, http://www.neoi-palaioxwriou.gr, http://www.travelstories.com, http://kallidromo-kallidromon.com, harp://www.routes.gr, http://www.neoi-palaioxwriou.gr).

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

154


Το Καλλίδρομο (κορυφή +1399 μ.), βουνό της Στερεάς Ελλάδας, βρίσκεται νότια της Οίτης στη Φθιώτιδα. Χαρακτηριστικό του βουνού είναι η πλούσια βλάστηση και το έλατο που υπάρχει παντού, παρά το σχετικά χαμηλό υψόμετρο. Στο βουνό υπάρχουν αρκετά νερά που το χειμώνα και την άνοιξη σχηματίζουν πολλές εποχικές φυσικές λίμνες. Ειδικότερα, σε ένα οροπέδιο κοντά στο ορειβατικό καταφύγιο, στον παλιό δασικό δρόμο, που ενώνει το Ελευθεροχώρι με τη Μενδενίτσα και όχι πολύ μακριά από το χωριό Ελευθεροχώρι, υπάρχουν δύο μεγάλα καρστικά βυθίσματα που κρατούν νερό και σχηματίζουν 3 εποχικές λίμνες τη χειμερινή περίοδο μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού. Οι 2 αποτελούν την ορεινή λίμνη, με την ονομασία Παλιοσουβάλα, ή Λίμνη της Μενδενίτσας (με έκταση περίπου 2–4 εκτάρια το καθένα), περίπου στα +1000 μέτρα υψόμετρο, περιβάλλονται από έλατα και στα νερά τους ζουν πολλά αμφίβια. Η άλλη, η μικρότερη (έκτασης περίπου 0.05 εκτάρια) η Λίμνη Νεβρόπολη ή Λίμνη του Καλλίδρομου (στα +1100 μέτρα υψόμετρο), στη θέση Τριανταφυλλιά Νεβρόπολης (7 χλμ., βόρεια του χωριού Παλαιοχώρι Δωριέων), λέγεται από τους ντόπιους Λούτσα. Εδώ σε αυτή την περιοχή της Νεβρόπολης (προέρχεται από τις λέξεις Νεβρός=νεογέννητο ελάφι και τη λέξη Πόλη. Η περιοχή σύμφωνα με την παράδοση ήταν τόπος αναπαραγωγής ελαφιών πριν απο πολλά χρόνια) μπορούμε να δούμε αγέλες άγριων αλόγων να βόσκουν στα γειτονικά λιβάδια και να ποτίζονται απο το νερό της λίμνης. Στα λιμνία αυτά αναπτύσσεται τυπική εαρινή υδρόβια χλωρίδα με είδη όπως τα Myosurus minimus, Polygonum aviculare, Juncus bufonius, Ranunculus lateriflorus, Gnafalium uliginosum, Mentha cervina και Isoetes heldreichii. Η περιοχή ανήκει στο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

155


Επίσης, στη λίμνη της Νεβρόπολης ζει κι ένα είδος Τρίτωνα, που είναι σπάνιο και προστατευόμενο είδος, καβούρια και άλλα ζώα. Το τοπίο στην περιοχή αυτών των εποχικών λιμνών είναι σχετικά σπάνιο για τον Ελλαδικό χώρο. Τα λιβάδια απλώνονται ανάμεσα στα έλατα και τις κορυφές, τα χρώματα μαγευτικά την άνοιξη, ενώ το χειμώνα το χιονισμένο τοπίο και οι παγωμένες εποχικές λίμνες δημιουργούν εξωπραγματικό σκηνικό. Η έντονη παρουσία του νερού με τις εποχικές λίμνες (Νεβρόπολη και Παλαιοσουβάλα), πηγές, ρυάκια και χείμαρρους συμβάλλει στη δημιουργία μεγάλης ποικιλότητας ενδιαιτημάτων και ενός ιδιαίτερα όμορφου τοπίου.

Στο Καλλίδρομο, η κορυφή που βρίσκεται πάνω από τις Θερμοπύλες ονομάζεται Ελαφοβούνι. Άλλες γνωστές τοποθεσίες στους φίλους του Καλλίδρομου είναι η Αγορασιά, η Καλαμποκιά, και στην κορυφή ο Αη-Λιάς. Δεξιότερα είναι τα Ισώματα, το Μουρούζο με τις Λάκκες του (εποχικές λιμνούλες), οι Λυκότρυπες και τα Λαζαρά με τα Χοντρά δέντρα, το Ψηλόραχο, τα Καρτέρια και η Κεδρόραχη με τις Ντουσκόλακες δεξιά της, το Στρώμα και το Μεγάλο Χάραμα που οδηγεί στα Νεραϊδάλωνα,στο Ξεροπήγαδο, στην Κορομηλιά κι από εκεί στην επιβλητική Γκιόζα. Το Καλλίδρομο ως βουνό είναι βατό (το λέει και η ονομασία του), έχει πάρα πολλά αλώνια και τσουμάρια, εποχικές λιμνούλες, πηγές με βρύσες και ποτίστρες, σπάνια βότανα και μανιτάρια. Σημειώνεται ότι η βόρεια κυρίως πλευρά του Καλλίδρομου, έχει χαρακτηριστεί τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

156


ΛΙΜΝΙΑ ΕΠΟΧΙΚΑ Ή ΜΟΝΙΜΑ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΚΥΛΛΗΝΗ Ή ΖΗΡΙΑ, ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (ΛΙΜΝΕΣ ΔΑΣΙΟΥ, ΜΕΓΑΓΙΑΝΝΗ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΑ ΛΙΜΝΗ ΦΕΝΕΟΥ) (πηγές: σταχυολόγηση από http://okeanis.lib.teipir.gr/xmlui/bitstream/handle/123456789/265/pol_00641.pdf?sequence=1 (πτυχ. εργ., Κ Παπαναστασόπουλος, 2010,ΤΕΙ Πειραιά, http://www.e-ziria.gr, http://www.orosziria.gr). Η γεωμορφολογία της Κυλλήνης χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη οροπεδίων, όπου από το χειμώνα και την άνοιξη τα νερά λιμνάζουν σχηματίζοντας λιμνία. Συγκεκριμένα βόρεια και βορειοανατολικά της κορυφής Μεγάλη Ζήρια, απλώνεται το Οροπέδιο Λιβάδι (+1500 μ.) και το Ξερολίβαδο (1500μ.), ενώ νοτιοδυτικά της κορυφής απλώνεται το οροπέδιο Σκαφιδιά (+1298 μ.). Το οροπέδιο Ξερολίβαδο φτάνει μέχρι τη Λίμνη Δασίου και στο οροπέδιο Λιβάδι δημιουργούνται λιμνία σε δυο-τρεις δολίνες, που παλιότερα συγκροτούσαν τη λίμνη Μεγαγιάννη. Από εκεί τα νερά δεν φαίνεται να έχουν επιφανειακή διέξοδο. Ένα μέρος τους εισέρχεται στις ρωγμές των ασβεστολιθικών πετρωμάτων και ρέουν υπογείως μέχρι να βρουν διέξοδο, δημιουργώντας πηγές στα κατάντη. Τα νερά των πηγών αυτών, που συλλέγουν τα υπόγεια νερά του ασβεστολιθικού ορεινού όγκου της Κυλλήνης, καταλήγουν στη λίμνη της Στυμφαλίας, στις πηγές των ποταμών Σύθα, Όλβιου, Τρικαλίτικου και στις πηγές των οροπεδίων της Κυλλήνης, όπως Μικρό Κεφαλάρι, της Περδικούλας, του λόφου του ναού του Ερμή, Καλανάκου, καθώς και στις πηγές στα γειτνιάζοντα ορεινά χωριά. Το οροπέδιο Σκαφιδιά, ανάμεσα στη Μικρή (υψόμετρο +2080μ.) και στη Μεγάλη Ζήρια ή Κυλλήνη (υψόμετρο +2376μ.), το χειμώνα και την άνοιξη κατακλύζεται και αυτό από νερά. Μέχρι το καλοκαίρι μεγάλο μέρος των νερών έχει απορροφηθεί και έχει τροφοδοτήσει τις χαμηλότερες πηγές της Κορινθίας, μετατρέποντας στην ουσία την Κυλλήνη σε ζωτικό υδατοσυλλέκτη της περιοχής. Ακριβώς σε αυτή τη γεωμορφολογία οφείλεται η ονομασία Κυλλήνη, που χαρακτηρίζεται από πολλές κοιλότητες και λακκώματα (κύλλους), εποχιακές λίμνες όπως η Δασίου και Μεγαγιάννη και πολλές μικρές Δολίνες (η Κυλλήνη λέγεται και Ζήρια, πιθανόν από σλαβική λέξη που σημαίνει βελανίδι ). Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, οι συγκεντρώσεις νερού σχηματίζουν το χειμώνα και την άνοιξη στην ανατολική πλευρά του οροπεδίου της Κυλλήνης τη Λίμνη Μεγαγιάννη και πολλές δολίνες με νερό και στη δυτική τη Λίμνη Δασίου. Τα άφθονα νερά της πρώτης διοχετεύονται με υπόγεια απορροή στο Κεφαλάρι προς την πλευρά της Στυμφαλίας και της δεύτερης στο Μικρό Κεφαλάρι προς τα Μεσαία Τρίκαλα. Επίσης, εδώ υπάρχει η χαράδρα της Φλαµπουρίτσας, με πολλά ρυάκια και νερά που αναβλύζουν κάτω από τα αιωνόβια δένδρα και χάνονται σε υπόγειες διαδρομές. Η λίμνη Δασίου, μαζί με τις κορυφές της Κυλλήνης και τη χαράδρα της Φλαμπουρίτσας (περιοχή Natura2000), χαρακτηρίζονται, ως περιοχές ιδιαίτερου ενδιαφέροντος και σημαντικότητας που χρήζουν προστασίας (έχουν καταγραφεί περίπου 1000 taxa χλωρίδας, σχετικά υψηλό ποσοστό ενδημισμού με 122 taxa ή 12.8% της συνολικής χλωρίδας, με 4 ενδημικά είδη της Κυλλήνης, με 28 ενδημικά της Πελοποννήσου και 90 ενδημικά Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

157


που εξαπλώνονται σε περισσότερες από μια φυτογεωγραφικές περιοχές, στα ανώτερα υψομετρικά επίπεδα - +1000+2376μ.-παρατηρείται μεγάλη συγκέντρωση ενδημικών ειδών, η οποία σχετίζεται κυρίως με τη φυτοκοινωνιολογική απομόνωση αυτών των οικοτόπων -+1000-+1500μ.: 62 taxa , 1500-2000: 97 taxa , 2000-2376: 59 taxa-, επιπλέον πάνω από τα 1600μ.υψόμετρο παρατηρείται εξαιρετικά μεγάλη ποικιλότητα σε τύπους οικοτόπων ).

Ένα οδοιπορικό μας πληροφορεί. ‘’Ωστόσο, μετά τη λίμνη Στυμφαλία αρχίζουν οι ανηφόρες μέχρι να φτάσουμε σε ένα δεύτερο οροπέδιο όπου στην άκρη του βρίσκεται η αρχαία Φενεός. Περνώντας το χωριό φτάνουμε στην τεχνητή λίμνη Δόξας, με τα πεύκα και τα έλατα δίπλα της και το εκκλησάκι του Αγίου Φανουρίου στη μέση της. Το τοπίο θυμίζει εύκολα Ελβετία και τα διάφορα χωριά Φενεού, απλώνονται στο ομώνυμο οροπέδιο που σχηματίζεται ανάμεσα από το Χελμό και τη Ζήρια. Είναι μια περιοχή, γεμάτη ιστορία και μύθους. Σύμφωνα με το μύθο οι καταβόθρες που ρούφαγαν τα νερά της λίμνης ήταν οι πύλες του Άδη’’. Η Λίμνη Δασίου. (Natura2000=GR2530001, Κορυφές όρους Κυλλήνη, Ζήρια, και χαράδρα Φλαμπουρίτσας). Η εποχική Λίμνη Δασίου έκτασης περίπου 60 στρεμμάτων, βρίσκεται στον ορεινό όγκο της Κυλλήνης (στις βορειοδυτικές παρυφές του υψιπέδου της) σε υψόμετρο +1480 μ. και χαρακτηρίζεται ως πόλγη, δηλαδή ρηχή λίμνη (πόλγη= μια μεγάλη πεδινή έκταση, συνήθως σε μεγάλα υψόμετρα που περιβάλλεται από απότομες πλαγιές ή κορυφές βουνών και που δημιουργήθηκε από τις διαλυτικές διεργασίες του νερού πάνω στα ασβεστολιθικά πετρώματα της περιοχής. Συνήθως, όταν αυτή η Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

158


περιοχή δεν έχει επιφανειακή απορροή, αλλά μόνο υπόγεια μέσα από καταβόθρες κλπ). Συγκρατεί νερό τους περισσότερους μήνες του χρόνου (8-9 μήνες), αλλά ξηραίνεται το καλοκαίρι, όπου αναπτύσσεται ένα καταπράσινο λιβάδι.

Η ευρύτερη περιοχή είναι μια καρστική λεκάνη, στο εσωτερικό της οποίας αποτέθηκαν κυρίως αργιλικής σύστασης ιζήματα μεγάλου πάχους, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση υδατοστεγανών συνθηκών και σταδιακά οδήγησαν στη δημιουργία της λίμνης, η οποία δέχεται νερά από τις βροχοπτώσεις και τις χιονοπτώσεις. Το ορεινό κλίμα της περιοχής, το ανάγλυφο και ο τύπος του γεωλογικού υποστρώματος επηρεάζουν και ρυθμίζουν τη συγκέντρωση και τη διαθεσιμότητα του νερού της λίμνης. Η λίμνη Δασίου, είναι μια από τις λίγες λίμνες της Πελοποννήσου και μια από τις ελάχιστες της Ελλάδας σε αυτό το υψόμετρο (+1480 μέτρα περίπου). Και η λίμνη Δασίου εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σύνολο φυσικών υδατοσυλλεκτών, με τη μορφή εποχιακών λιμνών και δολινών της Κυλλήνης. Τα νερά του ορεινού όγκου μέσα από υπόγειες απορροές καταλήγουν σε πηγές, που φτάνουν μέχρι τα χαμηλότερα υψόμετρα, όπως της Στυμφαλίας, από τις οποίες αυτή τη στιγμή υδρομαστεύεται ένα μεγάλο μέρος της Κορινθίας, του Μικρού Κεφαλαρίου από τις οποίες υδρεύονται τα Τρίκαλα, της Αγίας Βαρβάρας, από τις οποίες υδρεύεται ο Δήμος Ξυλοκάστρου Η Λίμνη Μεγαγιάννη. Στην ανατολική πλευρά του οροπεδίου της Κυλλήνης, οι συγκεντρώσεις νερού σχηματίζουν το χειμώνα και την άνοιξη, τη λίμνη Μεγαγιάννη και πολλές άλλες δολίνες με νερό ( στη δυτική πλευρά της Κυλλήνης βρίσκεται η λίμνη Δασίου). Τα άφθονα νερά της λίμνης Μεγαγιάννη, διοχετεύονται με φυσική υπόγεια απορροή στο Κεφαλάρι προς την πλευρά της λίμνης Στυμφαλίας, ενώ εκείνα της λίμνης Δασίου, στο Μικρό Κεφαλάρι προς τα Μεσαία Τρίκαλα Κορινθίας. Η Παλαιά Λίμνη Φενεού. To οροπέδιο του Φενεού είναι γεωλογικά μια ‘’πόλγή’’ (διαστάσεων περίπου 700 μέτρα Χ 15 χιλίομετρα). Υπήρξε στο παρελθόν, ως μεγάλη λίμνη -η παλαιά Λίμνη του Φενεού- και κατά μεγάλα διαστήματα είχε μέγιστη έκταση που έφτανε μέχρι και τα 194 τ.χλμ στρέμματα (λέγεται ότι το 1935 είχε έκταση 30 τετραγωνικά χιλιόμετρα και μέγιστο βάθος τα 50 μέτρα ). Αυτό συνέβαινε διότι τα δύο ποτάμια της κοιλάδας της Φενεού, ο Όλβιος και ο Δόξας, εμποδίζονταν περιστασιακά από φυσικά αίτια να παροχετεύσουν τα νερά τους προς τις πηγές του Λάδωνα στο Πλανητέρο. Το αποτέλεσμα ήταν τα νερά τους να διοχετεύονται στο οροπέδιο της Φενεού και να δημιουργούν τη ομώνυμη λίμνη. Με την πάροδο του χρόνου από φυσικά κυρίως αίτια (π.χ., γεω-ολισθήσεις, συσσώρευση ή και απαγωγή φερτών υλικών, τεκτονικές και γεωμορφολογικές διεργασίες), οι υπάρχουσες στην περιοχή υπόγειες σήραγγες και διαδρομές (π.χ., καταβόθρες, βάραθρα), κυρίως στις νότιες απολήξεις του οροπεδίου, ‘’έλυσαν’’ το πρόβλημα της συσσώρευσης του νερού των δύο ποταμών στο οροπέδιο. Κατά περιόδους όμως, οι καταβόθρες φράσσονταν-έκλειναν, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σταδιακά πλημμυρισμός εδαφών, έλη και με τον καιρό να μετατρέπονται σε λίμνη. Από μαρτυρίες παλαιών κειμένων, φαίνεται ότι οι καταβόθρες της περιοχής του Φενεού, που άνοιξαν το έτος 1897, αποστράγγισαν τότε το οροπέδιο, η λίμνη αποξηράνθηκε και οι κάτοικοι της περιοχής βρήκαν εύφορο έδαφος για να το καλλιεργήσουν. Σήμερα, τους χειμερινούς μήνες συγκεντρώνεται ποσότητα νερού, στη δυτική πλευρά του οροπεδίου, στους πρόποδες του όρους Σαϊτάς, που σε συνδυασμό με την απουσία βλάστησης στον ορίζοντα της περιμέτρου της πεδιάδας, υποδηλώνουν την ύπαρξη της λίμνης κατά την αρχαιότητα. Επίσης, στην περιοχή ανάμεσα στα όρη Χελμός και Ντουρντουβάνα, απέναντι από τους πρόποδες της Ζήριας, έχει Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

159


δημιουργηθεί η τεχνητή λίμνη Δόξα, σε υψόμετρο +900 περίπου μέτρων, για την κάλυψη των αρδευτικών αναγκών της περιοχής. Σήμερα κοντά στην παλιά λίμνη με τη βοήθεια ενός φράγματος ξανά συγκεντρώθηκαν τα νερά κι έτσι έχουμε την ομώνυμη λίμνη Δόξα σχετικά πρόσφατα το 1988. Προς βορρά έχει το όρος Κυλλήνη, νότιο-ανατολικά τον Ολίγυρτο και δυτικά τον Χελμό. παλιά ήταν πλημμυρισμένο από τα νερά των ποταμών Δόξα και Όλβιου και ακόμα μέχρι σήμερα μπορεί να ξεχωρίσει κανείς το ύψος της στάθμης του (παλαιότερα εδώ ήταν η λίμνη του Φενεού).

Η περιοχή της Παλαιάς Λίμνης του Φενεού

Η λίμνη της Φενεού και οι καταβόθρες αποτέλεσαν στα αρχαία χρόνια πηγή μύθων και ιστοριών, επισημαίνοντας έτσι τον σημαντικό ρόλο τους στη ζωή και στις μετακινήσεις των ντόπιων πληθυσμών. Τελευταία φορά οι καταβόθρες άνοιξαν το 1897, αποξηραίνοντας τη λίμνη και προσφέροντας στους κατοίκους της περιοχής μεγάλες εκτάσεις για καλλιέργεια. Από τότε η μεγάλη λίμνη δεν έχει εμφανιστεί ξανά, κάτι όμως που δεν έχει αποκλειστεί για το μέλλον, ενώ μικρά λιμνία, μικρά υδάτινα σώματα εμφανίζονται κατά την υδροφόρα περίοδο, τα οποία όμως συνήθως ξηραίνονται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

160


ΛΙΜΝΙΑ ΕΠΟΧΙΚΑ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΟΘΡΥΣ, ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.taxydromos.gr, http://www.eosalmyrou.gr, http://www.naturagraeca.com, http://www.wondergreece.gr, http://e-onthemountain.blogspot.com, http://www.routes.gr ). Η Όθρυς (κορυφή +1726μ.) είναι οροσειρά που διαχωρίζει τη Θεσσαλία και τη

Μαγνησία από τη Στερεά Ελλάδα. Στη θέση Πόρτες (διασταύρωση του Αχλαδίου, αριστερά της εθνικής οδού, και με ανοδική κατεύθυνση προς το χωριό Σπαρτιά, ένας χωματόδρομος οδηγεί ψηλότερα στις Πόρτες), υπάρχει μια μικρή εποχική λίμνη. Εξάλλου, ανατολικά, κοντά στο χωριό Βρίνιανη, βρίσκεται η Νεροσπηλιά, ένα υπόγειο καρστικό σπήλαιο, με νερά, σταλακτίτες και σταλαγμίτες, λιμνούλες και απολιθωματοφόρα πετρώματα. Εξάλλου, και τα Ζερέλια Μαγνησίας βρίσκονται στους βόρειους πρόποδες της Όρθρυς σε υψόμετρο περίπου +130 μέτρα. ΛΙΜΝΙΑ ΕΠΟΧΙΚΑ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΟΙΤΗ, ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ (πηγές: σταχυολόγηση από http://kallidromo-oros.blogspot.gr, http://e-onthemountain.blogspot.gr, http://www.eecology.gr/DiscView.asp?mid=1356&forum_id=11&).

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

161


Στο όρος Οίτη (κορυφή +2152μ.), ο τύπος οικότοπου ‘’Εποχικά Λιμνία’’, έχει αναγνωριστεί σε περισσότερες από 3 περιοχές με συνολική έκταση πάνω από 0.03 εκτάρια. Ειδικότερα, τα πλέον γνωστά βρίσκονται στις Λειβαδιές και σε περίπου +1800 μέτρα υψόμετρο, στο Γρέβενο και στην Αλύκαινα σε περίπου +1900 μέτρα υψόμετρο, ενώ από οδοιπορικές περιγραφές φαίνεται να υπάρχουν και πολλά άλλα εποχικά λιμνία στην Οίτη (π.χ., Λίμνη Αετός, Λίμνη Τζιρός). Επίσης, ένα ακόμα γνωστό μικρό λιμνίο εμφανίζεται βόρεια από την κορυφή Τράπεζα. Εδώ στη Οίτη αυτός ο τύπος οικότοπου, παρουσιάζεται σε μικρές κοιλότητες σε γκρίζο φλύσχη. Εκεί, όταν λιώνει το χιόνι, δημιουργούνται ρηχά λιμνία, τα οποία τελικά ξηραίνονται νωρίς το καλοκαίρι. Χαρακτηριστικά είδη υδρόβιων ή και αμφίβιων φυτών είναι τα Corrigiola litoralis, Ranunculuslateriflorus, Myosurus minimus, Lythrum tribracteatum και το μοναδικό Veronica oetaea. Ειδικότερα, το Veronica oetaea, το μικροσκοπικό αμφίβιο φυτό, φυτρώνει μόνο στην Οίτη, και μόνο στα εποχικά της λιμνία στις Λειβαδιές και πουθενά αλλού στον κόσμο. Το συγκεκριμένο είδος ανθίζει όταν ξεραίνονται τα εποχιακά λιμνία, μεταξύ μέσων Μαΐου και μέσων Ιουνίου, ανάλογα με τις μετεωρολογικές συνθήκες.

Τα λιμνία της Οίτης είναι ένας πραγματικά σπάνιος τύπος οικότοπου, καθώς συνδυάζουν το μεγάλο υψόμετρο με το μεσογειακό κλίμα, ενώ ξεραίνονται πολύ γρήγορα αφού πλημμυρίσουν. H Veronica oetaea είναι το πιο ευάλωτο δημιούργημα των οικοτόπων αυτών, με έναν από τους πιο σύντομους κύκλους ζωής στον φυτικό κόσμο – περίπου τρεις εβδομάδες από την εμφάνιση έως το τέλος της καρποφορίας του. Οι πιο πάνω πληροφορίες προέρχονται κυρίως από το φορέα ‘’Εθνικός Δρυμός Οίτης’’ (ο Εθνικό Δρυμό της Οίτης, ιδρύθηκε το 1966, και έχει στη δικαιοδοσία του έκταση 70 τετραγωνικά χιλιόμετρα ). Κάτω από την κορυφογραμμή Αετός στο βουνό της Οίτης, υπάρχει μια λιμνοδολίνη, η γνωστή στους ντόπιους Λίμνη Οβορός (στα σλάβικα σημαίνει στάνη, μαντρί, σταύλος) ή Λίμνη Αετός. Είναι εποχική λίμνη η οποία λόγω της μειωμένης χιονόπτωσης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια είναι όλο και πιό σπάνιο να καλύπτεται από νερό. Εξάλλου, μαρτυρίες επισκεπτών κάνουν λόγο γιά ύπαρξη ρωγμής στην κοίτη της λίμνης και ξαφνική απώλεια των νερών της. Η διαύγαση του νερού της άλλοτε είναι διάφανη και άλλοτε λασπώδης, ανάλογα με το ρυθμό στο λιώσιμο του χιονιού ή και την απουσία ή μη ισχυρής βροχόπτωσης. Όταν υπάρχει νερό στη λίμνη η ποσότητά του δεν είναι ευκαταφρόνητη και βεβαίως εξαρτάται από τον υετό της χρονιάς (πηγή: http://www.oiti.gr, http://ypati.wordpress.com).

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

162


Εξάλλου, στον Εθνικό Δρυμό της Οίτης, υπάρχουν και άλλες μόνιμες ή και εποχικές ορεινές μικρές λίμνες. Ειδικότερα, η κοιλάδα της Παύλιανης στις Λιβαδιές, που είναι γεμάτη από ρυάκια, υπάρχει η εποχική Λίμνη ή έλος Τζιρός , σε υψόμετρο περίπου +760 μέτρων και μια άλλη λίμνη, δίπλα στον δρόμο που συνδέει τα χωριά Καστανιά και Παύλιανη.

Λίμνη Αετός ή Οβορός

Αυτή η μικρή λίμνη είναι φυσικός υγρότοπος που τροφοδοτείται από πηγαία ύδατα, αλλά και από το νερό των λιωμένων χιονιών. Μέσα στη λίμνη διαβιούν αλπικοί τρίτωνες, βδέλλες, ίσως χέλια ( μαρτυρίες ντόπιων), ένα είδος σπάνιου μικρού ψαριού ο πελασγός –Pelasgus sp., αλλά και υδρόβια χλωρίδα με μυριόφυλλα, ποταμογείτονες και άλλα. Στο ίδιο βουνό την άνοιξη στο οροπέδιο της Καταβόθρας, αλλά και αλλού, σχηματίζονται επίσης άλλες εποχιακές μικρές λίμνες όπου φυτρώνουν υδρόβια φυτά και στις όχθες τους βρίσκεις και νάρκισσους. Σε ένα βουνό με τόσα νερά δεν θα μπορούσαν να λείπουν εκτός από τις μικρές λίμνες, και οι καταρράκτες, με πιο εντυπωσιακό (130μ. ύψος) τον

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

163


καταρράκτη πάνω από το χωριό Κομποτάδες, στο Στενοβούνι, που στερεύει μόνο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Και για την προσέγγιση της λίμνης: ‘’Φεύγοντας από τη βρύση της Παύλιανης στο βουνό της Οίτης, κατηφορίζουμε την ομώνυμη κοιλάδα σε ξύλινα σκαλοπάτια και στα αριστερά έχουμε ένα όμορφο ρυάκι. Περνάμε ξύλινα γεφυράκια και χώρο αναψυχής μέσα σε πυκνό δάσος. Φτάνουμε σε δεντρόσπιτο δίπλα σε μια μικρή λίμνη – υγρότοπο, το γνωστό Τζιρό που τροφοδοτείται απο γειτονική πηγή. Ακολουθώντας το μονοπάτι παρακάτω θα συναντήσουμε τον οικισμό Κούβελο της Υπάτης, Φθιώτιδας’’. (πηγές: σταχυολόγηση από Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Οίτης, http://kallidromo-oros.blogspot.gr/, http://www.e-

ecology.gr/DiscView.asp?mid=1356&forum_id=11&, http://www.oiti.gr, http://e-onthemountain.blogspot.gr/, http://zogaris.blogspot.gr/2012/11/expedition-pavliani-valley-and-tziros.html (Athens Nature Journal, nov., 2012). http://www.ypati.wordpress.com,).

,

Λίμνη Τζιρός (φωτο: Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Οίτης)

ΛΙΜΝΙΑ ΕΠΟΧΙΚΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΝΑΣΣΟ, ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.travelstyle.gr, φωτογραφίες:Α.Παπαδοπουλου/skaikairos, M.Chavakis/Panoramio, Ε.Κουρκουλοπούλου/Αράχωβα-Magazine, http://www.thetravelbook.gr) Στον Παρνασσό (κορυφή +2457μ.) και μέσα στην περιοχή του Εθνικού Δρυμού του Παρνασσού (ιδρύθηκε το 1938) που φιλοξενεί πολλά σπάνια και απειλούμενα είδη ζώων (π.χ., λύκους, ζαρκάδια, αγριογούρουνα και γυπαετούς), βρίσκεται μια εποχική λίμνη του χιονιού και της βροχής, η Λίμνη του Παρνασσού, στο ανατολικό τμήμα του Δρυμού, τριγυρισμένη από έλατα.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

164


Ωστόσο, εποχικές λίμνες υπάρχουν και στο οροπέδιο Λιβάδι Αράχοβας, σε υψόμετρο περίπου +1050 μέτρων. Εκεί είναι η Λίμνη Πινιγούρα ή Λίμνη της Αράχοβας, που είναι αβαθής λίμνη και που προσφέρεται για κανό ή καγιάκ και η οποία το καλοκαίρι ξηραίνεται. Αυτή η εποχική λίμνη δημιουργείται όταν πλημμυρίζουν τα νερά του παραπόταµου Τροιζηνίκου από τις έντονες βροχοπτώσεις και το λιώσιµο του χιονιού (τέλη φθινοπώρου μέχρι τα μέσα της άνοιξης). Είναι ιδανικό μέρος για πικ-νικ, ιππασία, πεζοπορία, ποδηλασία και φωτογράφιση ακόμα και την εποχή που δεν έχουν συσσωρευτεί νερά και είναι ένα καταπράσινο λιβάδι. Αρκετές φορές στο παρελθόν έχουν ακουστεί σκέψεις για τεχνητή λίµνη στην περιοχή (σημείωση: είναι πολύ πιθανό στον Παρνασσό να υπάρχει μόνο η Λίμνη Πινιγούρα ή και άλλες μικρότερες σε απομονωμένες περιοχές ).

ΛΙΜΝΙΟ ΕΠΟΧΙΚΟ ΣΤΟΝ ΠΑΡΝΩΝΑ, ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ. (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.fdparnonas.gr, http://www.arcadia.ceid.upatras.gr, http://www.discoverkynouria.gr). Στο οροπέδιο του Πάρνωνα, και σε υψόμετρο γύρω στα 1650 μέτρα, κοντά στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία προς την κορυφή, υπάρχει είναι καταπράσινο λιβάδι και μια εποχική λίμνη, που το χειμώνα τη βρίσκουμε παγωμένη, ενώ αργά το καλοκαίρι συνήθως ξηραίνεται. Η υδρόβια ζωή είναι περιορισμένη, καθώς η λιμνούλα είναι σχεδόν πάντοτε θολωμένη από τα γύρω εδαφικά υλικά ( photo by Takis Leontidis, Nikos Nezis). Το όρος Πάρνωνας ή Μαλεβός (ψηλότερη κορυφή η Μεγάλη Τούρλα ή Κρόνιο, με υψόμετρο +1936μ.), είναι ο μεγαλύτερος ορεινός όγκος της Πελοποννήσου. Καταλαμβάνει έκταση 2000000 στρέμματα, από τα οποία τα 650000 είναι πάνω από την ισοϋψή των 1000 μέτρων. Κατεβαίνοντας από τα οροπέδια και τις πλαγιές του Πάρνωνα, όπου αναβλύζουν τα νερά των χειμάρρων Τάνου, Βρασιάτη και Δαφνώνα, υπάρχουν μερικές μικρές λίμνες εποχικού χαρακτήρα. Επίσης, στο φαράγγι Λεπίδα, κοντά στο χωριό Πλάτανος στη Καστάνιτσα, που όλα τα νερά του οροπεδίου εδώ στραγγίζονται, υπάρχει, μετά ένα καταρράκτη 42 μέτρων, μία από τις εντυπωσιακότερες ΛιμνούλεςΧύτρες, πάνω από έξι μέτρα βάθος και πιο κάτω υπάρχει άλλη μία μικρότερη λίμνη, βάθους περίπου 2 μέτρων, ενώ παρακάτω υπάρχει ένας άλλος καταρράκτης 70 περίπου μέτρων. Αυτές οι λίμνες μέσα στο φαράγγι δεν Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

165


έχουν νερό αργά το καλοκαίρι. Κυρίως, τρία ποτάμια-χείμαρροι πηγάζουν από τις πλαγιές της οροσειράς του Πάρνωνα καταλήγοντας στον Αργολικό κόλπο (Τάνος, Βρασιάτης, Δαφνώνας). Η περιοχή αυτή έχει καταρράκτες, μικρές λίμνες, σπηλιές, πηγές, τρεχούμενα νερά και φαράγγια (τα πλέον εντυπωσιακά είναι αυτό του Λούλουγκα, της Μάζας, των Σπηλακίων και της Ζαρμπάνιτσας - κατά μήκος του Βρασιάτη -που καταλήγει στον Αγιο Ανδρέα).

Την εποχή που κατεβαίνουν τα νερά από τα λιωμένα χιόνια του Πάρνωνα σχηματίζονται κατά μήκος τους μικρές λίμνες και καταρράκτες. Στην περιοχή, της κοιλάδας της Τριποταμιάς (βρίσκονται τα χωριά Καστάνιτσα, Πλάτανος, Σίταινα και Χάραδρος), υπάρχουν πολλές χαράδρες, με ρέματα και πηγές, καταρράκτες και σπήλαια (π.χ., η χαράδρα του Δαφνώνα είναι η πιο γνωστή για την ομορφιά της, με τις απότομες πλαγιές της, το μαιανδρισμό του χειμάρρου της, με σπάνια ενδημικά φυτά). Στη θέση Πρόπαντες Παλαιοχωρίου (περιοχή Αγ. Βασιλείου, Πλατανακίου και Παλαιοχωρίου), εκτός από τα δάση με τα δενδρόκεδρα, υπάρχει ένα σπηλαιοβάραθρο ( με βάθος 315 μ. το δεύτερο πιο βαθύ βάραθρο στην Ελλάδα), όπως και στα Πελετά (σπηλαιοκαταβόθρα βάθους 495 μ., με σταλακτίτες και μικρές λιμνούλες). Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

166


Η μικρή λίμνη στο οροπέδιο του Πάρνωνα στα +1650μ. (photo by Takis Leontidis)

ΛΙΜΝΙΟ ΕΠΟΧΙΚΟ Η ΜΑΥΡΟΛΙΜΝΗ ΣΤΟ ΧΕΛΜΟ, ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.exploring-greece.gr, http://www.hellaspath.gr, http:// hikingexperience.gr). O ορεινός όγκος του Χελμού ή Αροάνια (κορυφή +2318μ.) βρίσκεται στη βόρεια Πελοπόννησο. Στα ανατολικά του ορεινού αυτού συμπλέγματος, οι ψηλότερες κορυφές σχηματίζουν ένα πέταλο γύρω από τη μυθική κοιλάδα των ‘’Υδάτων της Στυγός’’, όπου και δημιουργείται ένας εντυπωσιακός καταρράκτης 200 μ., ενώ σε υψόμετρο +2050 μ. βρίσκεται η μοναδική αλπική λίμνη της Πελοποννήσου, η Μαυρόλιμνη. Ειδικότερα, η Λίμνη Μαυρόλιμνη, που είναι εποχικό αλπικό λιμνίο, βρίσκεται αρκετά επάνω από τα ‘’Υδατα της Στυγγός’’, στην πεζοπορία από το χωριό Περιστέρα προς την ψηλότερη κορυφή, τη Ψηλή Κορφή (+2355 μ.). Αυτό το λιμνίο είναι παγετώδους προέλευσης, και βρίσκεται σε μικρό οροπέδιο στον ‘’Επάνω Κάμπο’’, κάτω από το διεθνές τηλεσκόπιο ‘’ Αρίσταρχος’’. Το χειμώνα είναι παγωμένη, την άνοιξη τροφοδοτείται από νερό του χιονιού που λιώνει, ενώ συνήθως ξηραίνεται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Για την πρόσβασή της, ‘’ανεβαίνουμε από το χιονοδρομικό του Χελμού προς το αστεροσκοπείο του Χελμού Σταθμεύουμε για λίγο μετά το τέλος της ανηφόρας στα αριστερά που έχει στηθεί το πληροφοριακό κιόσκι του Εθνικού Πάρκου Χελμού-Βουραϊκού. Από το κιόσκι αριστερά ο δρόμος συνεχίζει για το Αστεροσκοπείο Αρίσταρχο, ενώ δεξιά κατηφορίζει προς μία Στάνη. Η θέση εδώ λέγεται Άνω Λιθάρι, και λίγο πριν τη Στάνη ξεκινά το μονοπάτι για την Μαυρολίμνη και τα Υδατα της Στυγός. Η λίμνη Μαυρολίμνη από μακριά μοιάζει με τριγωνικό γήπεδο ποδοσφαίρου’’. Στο Χελμό απαντώνται σημαντικοί οικότοποι λόγω της παρουσίας φυτικών και ζωικών ειδών με υψηλό ποσοστό ενδημισμού. Το γεγονός αυτό δικαιολογεί το χαρακτηρισμό της περιοχής του Χελμού ως «δεξαμενή βιοποικιλότητας». Χαρακτηριστικό του τοπίου του ορεινού όγκου του Χελμού, είναι η παρουσία δασών Κεφαλλονίτικης ελάτης (Abies cephalonica) και Μαύρης πεύκης (Pinus nigra) σε χαμηλότερα υψόμετρα, που σχηματίζουν ιδανικά καταφύγια για τα μεγάλα θηλαστικά και τα πουλιά της περιοχής (photo by Nikos Nezis).

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

167


ΛΙΜΝΙΑ ΕΠΟΧΙΚΑ Ή ΜΟΝΙΜΑ ΚΑΙ ΣΕ ΑΛΛΑ ΒΟΥΝΑ ΣΤΗΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ (Σταχυολογημένες πηγές: Παπαδημητρίου, 2000 -Βιβλίο, Το Μαζαράκι των Πειρών και της Παναχαΐας και το Μαζαράκι

των Πατρών και της Ωλενίας. Από 1600 π.Χ. μέχρι σήμερον, Αδαμακόπουλος και συν., 1988 -Τα βουνά του Μωριά, 230σελ., Φορέας Διαχείρισης Χελμού-Βουραϊκού- http://www.fdchelmos.gr/el/geopark/geotopoi.html, Φορέας Διαχείρισης όρους Πάρνωνα, Υγρότοπου Μουστού- http://www.fdparnonas.gr/el/recommended-routes, και http://www.hellaspath.gr/, http://www.e-ziria.gr/s_lakes.html, http://arcadia.ceid.upatras.gr/arkadia/places/menalo.htm, http://www.parnonastaygetos.gr/el, http://www.parnonas.gr/?p=487, http://www.ekby.gr/EEA_Taygetos/Consultation/Taygetosconsultation.pdf, http://www.mani.org.gr/taigetos/piges/pig.htm, http://ellinikifysi.gr/foreisdiaxeirishs/#.UyAkPqNWGUk). Στην ορεινή Αχαΐα: Ανάμεσα στο Χελμό και το Παναχαϊκό (κορυφή +1928μ.), υπάρχουν πολλά

επιμέρους αυτόνομα βουνά στα οποία υπάρχουν μικρές υδατοσυλλογές κυρίως εποχικού χαρακτήρα. Ανάμεσα σε αυτές τις μικρές λίμνες οι πλέον γνωστές, στο βουνό Μπάρμπας (+1613μ.) και ειδικότερα στο οροπέδιο της Ρακίτας-Ασπροκκλησιά, που διαρρέεται από το ρέμα Τσίκιζα (Άνω Μαζαράκι, υψόμετρο +1130 μ.), είναι δύο λίμνες. Η μεγαλύτερη η Ρακίτα (περίμετρος περίπου 900 μέτρα) και η μικρή λίμνη Βεργούρι (περίμετρος λιγότερη από 150 μέτρα), περιτριγυρισμένες από καλαμώνες. Εδώ έχει καταγραφεί και η παρουσία του αλπικού τρίτωνα.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

168


Αλπική Λίμνη Ρακίτας, Αχαϊα (photo by www.greece.com)

Επίσης, στην περιοχή της ορεινής Αχαΐας βρίσκεται και το Σπήλαιο των Λιμνών (17 χλμ από τα Καλάβρυτα, 9 χλμ από την Κλειτορία) στα Καστριά Αχαΐας, το οποίο έχει 13 υπόγειες λίμνες, αλλεπάλληλες κλιμακωτές και σε τρεις ορόφους. Η διάβαση των λιμνών μέσα στο σπήλαιο γίνεται από υπερυψωμένες τεχνητές μικρές γέφυρες. Στο όρος Ερύμανθος: Ο Ερύμανθος ή Ωλενός (κορυφή +2224 μ.), έχει πολλές πηγές και αλπικά λιβάδια

που βρίσκονται πάνω από τα 1500 μέτρα. Εκεί, μετά το λιώσιμο του χιονιού σχηματίζονται μικρές Λίμνες εποχικού χαρακτήρα, που το καλοκαίρι εξαφανίζονται. Το μεγαλύτερο τμήμα των βόρειων πλαγιών του όρους καλύπτονται από δάση κωνοφόρων με το Κεφαλλονίτικο έλατο (Abies cephalonica) και που χαρακτηρίζονται από καλή δομή και πυκνές συστάδες μέχρι το υψόμετρο των +1800-+1900 μέτρων. Οι νότιες πλαγιές του όρους καλύπτονται και από δάση Κεφαλλονίτικου έλατου και από αραιές συστάδες βουνοκυπάρισσου (Juniperus foetidissima) που συναντώνται από υψόμετρο +1600+1700 μέτρα και πάνω. Στον Ερύμανθο απαντάται η σπάνια πεταλούδα Ραrnassio αpollo και εδώ φυτρώνει το δηλητηριώδες μανιτάρι, αμανίτης ο μυγοκτόνος (Amanita muscaria). Οι πηγές του Πηνειού βρίσκονται στον Ερύμανθο και ανάμεσα στις κορυφές του Ωλονού και του Αστρά, όπου από τα επιφανειακά νερά από το λιώσιμο του χιονιού το καλοκαίρι σχηματίζονται μικρά ρυάκια και λιμνούλες. Η πρώτη πηγή του Πηνειού είναι το "Κεφαλόβρυσο" στην περιοχή Μέγας Πλάτανος και μέχρι την πηγή "Κάνδαλος" υπάρχουν πολλές μικρές πηγές, η Μεγάλη Βρύση και η Μικρή Βρύση οι δύο πηγές που υδρεύεται και αρδεύεται κυρίως το χωριό είναι οι επόμενες μεγάλες πηγές του Πηνειού. Από την αρχή της πορείας του ο Πηνειός δέχεται τα νερά πολλών μικρών ποταμών που έχουν νερό όλο τον χρόνο, μερικοί από αυτούς είναι το "Μπερδεσολάγκαδο", το "Λαγκάδι του Χαριά", το "Λαγκάδι του Ντάρνου", το Λαγκάδι της "Παναγιάς", το "Λαγκάδι του Βλάχου", "το ποτάμι της Κερέσοβας" όπου λίγα μετρά μετά αρχίζει το Φαράγγι του Πηνειού. Από τις πηγές του ως την Κερέσοβα ο Πηνειός είναι γνωστός σαν Ξενιάς. Στην ίδια περιοχή στην κοίτη του αλλά και στους παραπόταμους του υπάρχουν καταβόθρες και βάραθρα όπου χάνεται κάποια ποσότητα του νερού. Το πιο γνωστό από αυτά είναι η Δρακότρυπα. Ο Πηνειός στο ξεκίνημα του από τον "Μέγα Πλάτανο" σχηματίζει μεγάλο φαράγγι, με πλατάνια κι έλατα, με πολλές βαθιές λιμνούλες στην κοίτη του με βαθύτερη αυτή του "Μπαρδούση". Από τα Καλύβια της Κρυόβρυσης αλλάζει η κοίτη του έως την περιοχή Ταβέρνα. Μετά την Ταβέρνα ξεκινά άλλο φαράγγι γνωστό και σαν φαράγγι Ακρώρειας όπου έχει πλούσια βλάστηση και δέντρα κυρίως Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

169


πλατάνια, υπάρχουν πολλά παλιά πέτρινα αλλά και ξύλινα παραδοσιακά γεφύρια και νερόμυλοι. Στην κοίτη του Πηνείου και μέσα στο φαράγγι υπάρχουν δύο μικρές λίμνες με μεγάλο βάθος, η Μαύρη Λίμνη και η Δρακόλιμνα ή Αραπόλιμνα. Αναλυτική περιγραφή παρουσιάζεται παρακάτω στο κεφάλαιο για τις ‘’Βάθρες των Καταρρακτών’’.

Μαύρη Λίμνη, Πηνειός (http://www.akroria.gr/index.php/multimedia/category/16-mayrhlimnh.html )

Οι δύο λίμνες Αραπόλιμνα και Μαύρη Λίμνη βρίσκονται κοντά στο σημείο όπου έχει εντοπιστεί η Μυκηναϊκή Νεκρόπολη. Εδώ είναι δύο τοποθεσίες πραγματικά μαγευτικές. Ο συνδυασμός πράσινου και υγρού στοιχείου δημιουργούν δύο λίμνες φυσικού κάλλους αλλά και ανάσας δροσιάς, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες. Για να τις προσεγγίσει ο επισκέπτης πρέπει να ακολουθήσει τον κεντρικό δρόμο με κατεύθυνση από Αγία Τριάδα προς Πανόπουλο, Αρχαίας Ολυμπίας και στις αρχές του πανέμορφου δάσους της Κάπελης υπάρχει μικρό δρομάκι στα αριστερά που οδηγεί στις μοναδικές αυτές τοποθεσίες (πηγή: http://www.akroria.gr/index.php/village/sights/arapolimna-mayrh-limnh.html).

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

170


Αραπόλιμνα Πηνειός (http://www.akroria.gr/index.php/multimedia/category/16-mayrh-limnh.html)

Στο όρος Μαίναλο: Ο ορεινός όγκος του Μαινάλου (κορυφή +1981μ.) καταλαμβάνει το κέντρο της Πελοποννήσου και το μεγαλύτερο τμήμα του Νομού Αρκαδίας. Εκτείνεται από το οροπέδιο της Τρίπολης μέχρι τον ποταμό Λούσιο στα δυτικά και από τη Μεγαλόπολη μέχρι την λίμνη του Λάδωνα βόρεια, σε μια έκταση περίπου 1500000 στρεμμάτων, και το καθιστά ένα από τα πλέον εκτεταμένα ορεινά συγκροτήματα της Ελλάδος. Οι συνεχείς εναλλαγές δεκάδων κορυφών και χαράδρων με εκατοντάδες ορεινούς λειμώνες και οροπέδια δίνουν ένα εντυπωσιακό ανάγλυφο. Το γεγονός μάλιστα ότι τα περισσότερα από τα υψίπεδά του παρουσιάζουν αρνητική κλίση (δολίνες, γούπατα, λάκκες), καθιστά το Μαίναλο μοναδικό γεωμορφολογικό σχηματισμό σε ολόκληρη την Ελλάδα. Όπως προείπαμε, τα περισσότερα από τα υψίπεδα στο Μαίναλο παρουσιάζουν αρνητική κλίση, δηλαδή υπάρχουν πολυάριθμα βυθίσματα με ‘’Δολίνες, Γούπατα, και Λάκκες’’ (π.χ., Τρανή Λάκκα, Λάκκα Τρεστενά, Λάκκες Ρουχοί, Γούπατα Πιτερού, Γούπατα Ακόβου, Δολίνες Κεχρωτής, Μαυροχούνες, Ξερόκαμπος, Ρούχι, Κάπελη κ.ά.), όπου δημιουργούνται εποχικά μικρές λίμνες. Το φυσικό ανάγλυφο συμπληρώνεται από

πολλές πηγές και υδάτινες ροές, ιδιαίτερα στο δυτικό τμήμα του, λόγω στεγανότητας των πετρωμάτων (φλύσχης, σχιστόλιθοι), όπου σχηματίζεται ένας από τους μεγαλύτερους υπόγειους υδροφορείς της Πελοποννήσου. Στο 65% περίπου της ορεινής ζώνης εκτείνεται το ελατοδάσος και μαζί με συστάδες δρυών, πρίνων, πεύκης, κέδρων και κάθε μορφής βλάστησης, αποτελεί το υπόβαθρο μιας πολύ πλούσιας χλωρίδας μανιταριών. Η ορνιθοπανίδα και η πανίδα του βουνού, είναι πολύ πλούσια, ενώ η περιοχή έχει χαρακτηριστεί προστατευόμενη στο δίκτυο Natura2000/GR2520001. Στο όρος Ταΰγετος ή Πενταδάκτυλος: Ο Ταΰγετος (κορυφή 2407μ.), καλύπτει έκταση περίπου 2500 τετραγωνικών χιλιομέτρων (μήκος 115 χιλιόμετρα, μέγιστο πλάτος 30 χιλιόμετρα) και αποτελείται κυρίως από ασβεστόλιθους και μάρμαρο, ενώ είναι αρκετά πλούσιος σε νερά. Σημαντικές είναι οι πηγές του ( π.χ., της Αγίας Μαρίνας στην Άρνα, οι πηγές Πενταυλοί, Μαγγανιάρη, Άη-Γιάννη της Τρύπης, Άη Δημήτρη του δάσους της Βασιλικής, Μουζιά και άλλες). Στη ροή μερικών πηγών σχηματίζονται μικρές λίμνες μόνιμης κατάκλυσης και

πολλοί καταρράκτες. Επίσης, στον Ταΰγετο υπάρχουν ιαματικές πηγές για λουτροθεραπεία ή και για πόση (π.χ., χλωριονατριούχες, σιδηρούχες, αλατούχες ή πικροπηγές). Το μεγαλύτερο μέρος του βουνού καλύπτεται από έλατα και μαυρόπευκα, ενώ έχει μεγάλο αριθμό ρεμάτων και μικρών ποταμών. Παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία χλωρίδας και πανίδας, λόγω της μεγάλης του έκτασης, με 25 αποκλειστικά ενδημικά είδη, ενώ αποτελεί πέρασμα για τα μεταναστευτικά πουλιά. Από γεωμορφολογική και οικολογική άποψη είναι πολύ ενδιαφέρον, μεταξύ των πολλών φαραγγιών, το φαράγγι του Βυρού ( από εκεί διερχόταν η Βασιλική Οδός που ένωνε την αρχαία Σπάρτη με το λιμάνι της Καρδαμύλης στο Μεσσηνιακό κόλπο, έχει μήκος 19 χιλιόμετρα και το ψηλότερο σημείο του διέρχεται από υψόμετρο περίπου 1400 μέτρων ), που κατά μήκος του υπάρχουν δάση

μαυρόπευκου και Κεφαλλονίτικου έλατου, ενώ ανάμεσα τους υπάρχουν και άλλα είδη δέντρων, όπως κέδροι, κυπαρίσσια, καρυδιές και άλλα. __________ Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

171


3.2

Πεδινές και Ημιορεινές μικρές Λίμνες και Λιμνία στη Στερεά Ελλάδα, στην Εύβοια και στην Πελοπόννησο

3.2α. Στη Στερεά Ελλάδα Η Στερεά ή Κεντρική Ελλάδα –Αττική, Βοιωτία, Φωκίδα Φθιώτιδα και Ευρυτανία-, ως προς τα υδάτινα σώματά της χαρακτηρίζεται από ποικιλότητα υγροτοπικών περιοχών οι οποίες είναι σημαντικές για το φυσικό περιβάλλον και διαδραματίζουν κάποιο ρόλο-λειτουργία και χρήση για τις τοπικές κοινωνίες. Στην Αττική και στη Βοιωτία, που έχουν χαμηλό ύψος βροχοπτώσεων, υπάρχει εντυπωσιακός αριθμός υγροτοπικών περιοχών, όχι μόνο παράκτιων αλλά και εσωτερικών. Εξάλλου, στη Φθιώτιδα, Φωκίδα και Ευρυτανία εντυπωσιάζει η εξάπλωση και κατανομή των υγροτοπικών περιοχών τους. Και δεν είναι μόνο οι παράκτιοι υγρότοποι, αλλά και οι κοιλάδες, και εκβολές ποταμών και χειμάρρων. ΛΙΜΝΗ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ, ΑΤΤΙΚΗ (πηγές: σταχυολόγηση απο το ψηφιακό βιβλίο ´´Οι Λίμνες στην Ελλάδα´´, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-inGreece). Η Λίμνη Βουλιαγμένη, στο νότιο άκρο του Υμηττού, κοντά στη θάλασσα, είναι μια φυσική υφάλμυρη λίμνη (με νερά ιαματικών ιδιοτήτων), καρστικής προέλευσης και τεκτονικής δημιουργίας. Η λίμνη διαμορφώθηκε, όταν τμήμα της οροφής ενός μεγάλου υπόγειου σπηλαίου (το σπήλαιο βρίσκεται μέσα στα ασβεστολιθικά πετρώματα της περιοχής) κατέρρευσε, πριν από περίπου 2000 χρόνια λόγω τεκτονικών κινήσεων και της έντονης καρστικοποίησης της περιοχής. Για τη λίμνη Βουλιαγμένη, δεν υπάρχουν αναφορές από την αρχαιότητα, ούτε και από το γεωγράφο- περιηγητή Παυσανία. Η λίμνη, βρίσκεται στο βάθος ενός εγκοίλου (ύψος γκρεμού στο δυτικό τμήμα της περίπου 30 μέτρα), έχει έκταση περίπου 4 στρέμματα, μέγιστο βάθος 13 μέτρα (στο κύριο υδάτινο σώμα της), μέγιστο μήκος 260 μέτρα και πλάτος 145 μέτρα. Η λίμνη, δεν έχει άμεση επιφανειακή επικοινωνία με τη γειτονική θάλασσα και η στάθμη της επιφάνειάς της βρίσκεται περίπου μισό μέτρο ψηλότερα από την επιφάνεια της θάλασσας. Στον πυθμένα της λίμνης, υπάρχει η είσοδος ενός πολυδαίδαλου υποβρύχιου σπηλαίου που εκτείνεται σε μήκος τουλάχιστον 3123 μέτρων (εξερευνημένο). Στην ίδια αυτή περιοχή, βρίσκεται και μια πολύ μακριά υπόγεια σήραγγα με μήκος 800 μέτρα, πλάτος από 60 έως 150 μέτρα, ενώ το βάθος της, κατά μέσο όρο, φτάνει περίπου τα 80 μέτρα. Το συνολικό μήκος των 14 υπόγειων σηράγγων του σπηλαίου φαίνεται ότι φθάνει συνολικά τα 4.3 χιλιόμετρα. Τα νερά της λίμνης έχουν υφάλμυρα χαρακτηριστικά, με αλατότητα 14.5-17%0. Δηλαδή, η λίμνη τροφοδοτείται και με γλυκά και με θαλασσινά νερά. Τα γλυκά νερά προέρχονται από μια πηγή γλυκού νερού σε βάθος 17 μέτρων, ενώ τα θαλασσινά νερά προέρχονται από τη θάλασσα με την οποία επικοινωνεί η λίμνη μέσω υπολίμνιων στοών-σηράγγων και από βάθη μεγαλύτερα των 50 μέτρων. Τα θαλασσινά αυτά νερά έρχονται στη λίμνη από υπόγεια κανάλια, και είναι θερμά (28-35°C), υποδεικνύοντας ότι σε κάποιο πολύ μεγάλο βάθος των στοών της, επικοινωνεί υπόγειο σύστημα σηράγγων με γεωθερμικό πεδίο. Τα νερά της λίμνης, ως προς τα φυσικοχημικά τους χαρακτηριστικά, σε ολόκληρη τη στήλη του νερού δείχνουν παρόμοιες συνθήκες οι οποίες διαφέρουν ελάχιστα σε εποχική βάση. Έτσι, η θερμοκρασία του νερού ποτέ δεν πέφτει κάτω από τους 180C και κυμαίνεται συνήθως από 21-280C (αρχές άνοιξης και καλοκαίρι αντίστοιχα). Το διαλυμένο οξυγόνο αναφέρεται ότι κυμαίνεται από 6.5-8.5mg/l, η αλατότητα από 16-18%ο, η αγωγιμότητα είναι περίπου στα 25mS/cm, και το pH γύρω από το 7.2. Επίσης, τα νερά της Βουλιαγμένης, έχουν αυξημένη περιεκτικότητα σε μέταλλα και ιχνοστοιχεία, όπως κάλιο, νάτριο, λίθιο, αμμώνιο, ασβέστιο, σίδηρος, χλώριο και ιώδιο, ενώ σε περιοχές όπου ο πυθμένας της είναι λασπώδης, κυριαρχούν θειούχες ενώσεις με συχνές εκλύσεις υδρόθειου. Από την άποψη του έμβιου κόσμου της, η λίμνη Βουλιαγμένη έχει χαρακτηριστεί, από διάφορους ερευνητές ως ιδιότυπο σύστημα υφάλμυρου νερού, καθώς οι αβιοτικές συνθήκες της είναι σχεδόν σταθερές, έχει πολύ μεγάλο βάθος και στερείται άμεσης επικοινωνίας με τη γειτονική θάλασσα και έτσι εμποδίζεται η μετακίνηση-μετανάστευση των οργανισμών της. Η λίμνη, διατηρεί ενδημικά είδη

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

172


(ένα ψάρι, μία θαλάσσια ανεμώνη και ένα κοχύλι), οργανισμούς που έχουν εγκλιματιστεί σε αυτό το σταθερό περιβάλλον και θεωρείται ως ειδικό οικοσύστημα που αξίζει να υιοθετηθεί ως ‘’Φυσικό Μνημείο’’. 12 φυτικά taxa, 21 ασπόνδυλοι βενθικοί οργανισμοί και 3 ψάρια. Ειδικότερα, η μεγαλύτερη αφθονία πανίδας παρατηρείται στο σκληρό υπόστρωμα του πυθμένα της με 21 taxa, και στα λιβάδια του φανερόγαμου Ruppiα cirrhosa με 17 taxa, ενώ μικρότερη είναι η παρουσία βενθικών οργανισμών στο λασπώδες υπόστρωμα του πυθμένα της λίμνης. Εξάλλου, κυριαρχούν, σε περιοχές με σκληρό υπόστρωμα και μέσα στα λιβάδια της Ruppia ricchosa, το γαστερόποδο Hydrobia acuta (1250-12242 άτομα/ τ.μ.), το ισόποδο Lekanosphaera hookeri (89-2300 άτομα/τ.μ.), και το αμφίποδο Gammarus aequicauda (525-2367 άτομα/ τ.μ.). Σε περιοχές με μαλακό υπόστρωμα, κυριαρχούν, το δίθυρο Abra segmentum (8-7578 άτομα/ τ.μ.), το γαστερόποδο Hydrobia acuta (778-27644 άτομα/ τ.μ.), το ισόποδο Lekanosphaera hookeri (56-2300 άτομα/ τ.μ.), και το αμφίποδο Microdeutopus anomalus (11-1244 άτομα/ τ.μ.), ενώ απαντάται περιστασιακά, αλλά σε πολύ μεγάλη αφθονία και το δίθυρο Cerastoderma glaucum (11- 1894 άτομα/ τ.μ.). Επίσης, στη βενθική πανίδα έχουν καταγραφεί πολύχαιτοι (Capitella capitata, Hedeste diversicolor, Mana junkia sp., Spio sp.,), ολιγόχαιτα (Limnodrilus sp.,), άλλα γαστερόποδα (Acteum sp., Caecum sp.,), σπόγγοι (Clioa sp.,), κωπήποδα, θυσανόποδα-βαλανοειδή, νηματώδη, πλατυέλμινθες, τρηματοφόρα, οστρακώδη, νύμφες εντόμων. Ωστόσο, είναι εντυπωσιακό ότι η ενδημική της λίμνης θαλάσσια ανεμώνη Paranemonia vouliagmeniensis (καταγράφηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1980), σε σκληρό υπόστρωμα και σε λιβάδια της Ruppia, έχει αφθονία, 83-560 άτομα/ τ.μ., σε μαλακό υπόστρωμα 11-278 άτομα/m2, ενώ σε περιοχές όπου υπάρχουν εκλύσεις υδρόθειου, η αφθονία της βρέθηκε να είναι 83-283 άτομα/τ.μ. Σημειώνεται, ότι η ανεμώνη αυτή είναι ζωοτόκος οργανισμός, ενώ η διατροφή της στηρίζεται σε μικροοργανισμούς, αλλά και σε διαλυμένες οργανικές ουσίες που βρίσκονται στα νερά της λίμνης. Εξάλλου, διαπιστώθηκε ότι, για τα δύο κοχύλια της λίμνης (Abra segmentum και Cerastoderma glaucum), η αναπαραγωγική τους στρατηγική είναι κατάλληλα προσαρμοσμένη στο ιδιόμορφο περιβάλλον της λίμνης. Το πρώτο είδος φαίνεται να ζει περίπου 18 μήνες, ενώ το δεύτερο περίπου 12 μήνες. Το πρώτο βρίσκεται μέσα ίζημα μέχρι και τα 5 cm βάθος, ενώ το δεύτερο μπορεί να ζει παραχωμένο στο ίζημα, αλλά και πάνω στα φύκια που βρίσκονται στους βράχους και στον πυθμένα της λίμνης. Ιδιαίτερα, ο πληθυσμός του δίθυρου Cerastoderma glaucum, παίζει καθοριστικό ρόλο στην οικολογική ισορροπία των νερών της λίμνης, αφού το κάθε άτομο μπορεί να διηθεί-φιλτράρει, 1-3 λίτρα νερού σε ημερήσια βάση, καθαρίζοντάς το από διάφορους μικροοργανισμούς και οργανικά συστατικά.

Ως προς τους υδρόβιους οργανισμούς της λίμνης έχουν καταγραφεί με λεπτομέρεια ότι απαντώνται, Στη λίμνη Βουλιαγμένη έχουν καταγραφεί τρία είδη ψαριών. Το χέλι (Anguilla anguilla), ένας γωβιός (Millerigobius macrocephalus) και το είδος Poecilia latipina το οποίο θα πρέπει να έχει εισαχθεί στη λίμνη, καθώς δεν υπάρχει στην Ελλάδα και έχει εγκλιματιστεί με επιτυχία στο εκεί περιβάλλον ( σε ορισμένες εκλαϊκευμένες αναφορές αναφέρεται ότι είναι το είδος Garra rufa, το οποίο ζει και αναπαράγεται σε ποτάμια συστήματα και στις ιαματικές πηγές στην Τουρκία, Συρία, Ιράν, Ομάν και στη σύγχρονη εποχή, χρησιμοποιείται στα Spa, ως μέσο αναζωογόνησης του δέρματος, καθόσον απολεπίζουν το δέρμα των λουόμενων ).

Περισσότερες πληροφορίες για τη λίμνη δείτε στο ψηφιακό βιβλίο ´´Οι Λίμνες στην Ελλάδα´´, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-Greece. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

173


Τα ιαματικά νερά της λίμνης ενδείκνυνται για ρευματικές παθήσεις, αθλητικές κακώσεις, παθήσεις νευρικού συστήματος, δερματοπάθειες και γυναικολογικές παθήσεις. (Σταχυολογημένες πηγές: Economou, Koutsikos, et al., 2012- In preparation, Identification and morphological variation of a feral population of sailfin mollies, Poecilia latipinna, from Lake Vouliagmeni, Koutsikos, Zogaris et al., 2012 -Medit., Mar., Scien., 13.2, 268-277, Recent contributions to the distribution of the freshwater ichthyofauna in Greece, Nicolaidou, et al., 2012 -Medit., Mar., Scien.,Collect., Artic., 13, 1, 162-174, New Mediterranean biodiversity records, June 2012, Vanhove et al., 2011 -Zoolog., Anzeig., A J., Compar., Zool., 250.3, 195-204, First record of a landlocked population of marine Millerigobius macrocephalus: Observations from a unique spring-fed karstic lake, lake Vouliagmeni and phylogenetic positioning, Perdikaris et al., 2010 -Rev., Aquacul., 2, 3, 111-120, Alien fish and crayfish species in the Hellenic freshwaters and aquaculture).

ΛΙΜΝΗ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ ή ΗΡΑΙΟΥ (στο Στερεο-ελλαδικό τμήμα της Κορινθίας) (πηγές: σταχυολόγηση από το ψηφιακό βιβλίο ´´Οι Λίμνες στην Ελλάδα´´, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-inGreece, Δ. Σπηλιοπούλου -http://www.arxaiologia.gr/assets/media/PDFofIssues/6249.pdf, -K.Gaki-Papanastasiou et al,. Annal.,Geophys., http://www.annalsofgeophysics.eu/…/article/viewArticle/3994Η., -S. Katsanevakis, 2005 & 2007, Endang Species Res: Number 7 Mar.,Biol.1)

Η λίμνη Βουλιαγμένη στο Ηραίο Περαχώρας, περικλείεται από τις τελευταίες υπώρειες των Γερανείων ορέων, στη βόρεια και δυτική πλευρά της. Είναι μια σχεδόν κλειστή λίμνη με θαλασσινό νερό, καθώς επικοινωνεί με τον Κορινθιακό κόλπο, μόνο με ένα στενό, μικρό σε μήκος και ρηχό δίαυλο που διανοίχθηκε περίπου στα τέλη του 19ου αιώνα. Στο δίαυλο αυτό παρατηρούνται έντονα παλιρροϊκά φαινόμενα. Εικάζεται ότι η σημερινή λίμνη είναι το υπόλειμμα ενός θαλάσσιου βυθίσματος-τάφρου που προϋπήρχε στην περιοχή όταν η στάθμη της θάλασσας, σε γεωλογικούς χρόνους, είχε κατακλύσει την ευρύτερη περιοχή. Μια άλλη εκδοχή, αναφέρει ότι η λίμνη σχηματίστηκε από λεβητοειδείς κατακρημνίσεις πολυάριθμων υπόγειων σπηλαίων της περιοχής. Κατά την άποψή μας, η πρώτη εκδοχή είναι ισχυρότερη, όπως μαρτυρούν και τα παλαιοντολογικά ευρήματα θαλάσσιας πανίδας και χλωρίδας, μέσα, έξω και στην ευρύτερη περιοχή της λίμνης σε μεγαλύτερα υψόμετρα, μέχρι και τα 100 μέτρα. Η λίμνη έχει επίμηκες ωοειδές σχήμα, επιφάνεια περίπου 1.5 τετραγωνικά χιλιόμετρα, το μεγαλύτερο μήκος της στην κατεύθυνση Ανατολή-Δύση είναι περίπου 1880 μέτρα, το μεγαλύτερο πλάτος της 930 μέτρα, ενώ το μεγαλύτερο βάθος της φτάνει τα 49 μέτρα, και βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της λίμνης. Η θερμοκρασία των νερών της στα βαθύτερα σημεία είναι περίπου σταθερή όλο το χρόνο (10-14οC), οι Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

174


επιφανειακές θερμοκρασίες ποικίλουν από 14oC το χειμώνα μέχρι και 30oC το καλοκαίρι, ενώ η θερμική και αλατούχα στρωμάτωση των νερών της (11 μέχρι 18 μέτρα) ξεκινά από νωρίς την άνοιξη μέχρι νωρίς το φθινόπωρο. Ωστόσο, εκείνο που θα πρέπει να διευκρινιστεί είναι ότι οι αβιοτικοί παράγοντες της λίμνης ποικίλουν από περίοδο σε περίοδο και επομένως αυτή η ιδιαιτερότητα έχει άμεση επίπτωση στους ζωντανούς οργανισμούς της λίμνης. Κατά καιρούς, επιδιώχθηκε η ιχθυοτροφική και αλιευτική αξιοποίηση της λίμνης (π.χ. οστρεοκαλλιέργεια), αλλά οι προσπάθειες τελικά απέτυχαν εξαιτίας του ιδιότυπου λιμνολογικού της χαρακτήρα (μερομικτικός έως πολυμικτικός). Παρόμοιο υδρολογικό και λιμνολογικό καθεστώς έχουν στην Ελλάδα η λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού και η λίμνη Μουστός, στο Άστρος Κυνουρίας. Ειδικότερα, επειδή η λίμνη Βουλιαγμένη βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τη θάλασσα, αλλά και επειδή το βάθος της είναι σχετικά μεγάλο -49 μέτρα-, δημιουργείται έντονη θερμική και αλατούχα στρωμάτωση στα νερά της, όταν οι συνθήκες του περιβάλλοντος το επιτρέπουν (νηνεμία, υψηλές θερμοκρασίες, ξαφνική βροχόπτωση). Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται σχετικά συχνά ανοξικές συνθήκες ( έλλειψη και απουσία οξυγόνου) στο βυθό και τα βαθύτερα στρώματα του νερού της. Έτσι, η παραγωγή υδροθείου (αναγωγή των θειϊκών αλάτων του θαλασσινού νερού) είναι δεδομένη. Ωστόσο, όταν αυτό το τοξικό αέριο, με τη διάσπαση της στρωμάτωσης των νερών –εξαιτίας έντονων καιρικών φαινομένων- φτάσει στα ρηχότερα τμήματα της λίμνης, θανατώνε την εκεί πανίδα και χλωρίδα της. Σε αρκετές περιοχές στα ρηχά της λίμνης, φαίνεται αυτό το αποτέλεσμα με εκατόμβη κελυφών από στρείδια, μύδια και άλλα μαλάκια (ελασματοβράγχια και γαστερόποδα) που εκβράζονται στην παραλία. Τα κελύφη αυτά μαρτυρούν τη μαζική θανάτωση αυτών των ζώων, όταν οι υδρολογικές και λιμνολογικές συνθήκες το επιτρέπουν και εξαιτίας του εκλυόμενου στο νερό υδρόθειου. Τότε ο βυθός της λίμνης καλύπτεται από μία λευκή έως υπόλευκη σκόνη (νέκρωση-κάψιμο της μικρο και μακροχλωρίδας της από τη δράση της τοξικότητας του υδρόθειου). Κατά μία άλλη εκδοχή η ύπαρξη των τεράστιων ποσοτήτων κελυφών από δίθυρα –κυρίως τα είδη Mytilaster marioni, Parvicardium exiguum και το γαστερόποδο Ventrosia ventrosa - που εκβράζονται στην παραλία της λίμνης (σημειώνεται ότι αυτά τα είδη δεν υπάρχουν σήμερα ζωντανά στη λίμνη), προκλήθηκε όταν η λίμνη ενώθηκε με τον Κορινθιακό κόλπο, πριν από ένα αιώνα περίπου, και δέχθηκε θαλασσινά νερά που νέκρωσαν αυτά τα μαλάκια. Σημειώνεται ότι πρόσφατη έρευνα για τα μαλάκια του πυθμένα της λίμνης διαπίστωσε την παρουσία μιας αφθονότατης βενθικής πανίδας που περιλαμβάνει 110 είδη γαστεροπόδων, 90 δίθυρα μαλάκια, 4 πολυπλακοφόρα και 3 είδη σκαφοπόδων. Επίσης, σημειώνεται ότι η χλωρίδα γύρω από τη λίμνη είναι η τυπική Μεσογειακή κυρίως με μικρές συστάδες από πεύκα (Pinus halepensis), και εκτεταμένες εκτάσεις με πουρνάρια (Quercus coccifera) και σχίνα (Pistacia 1entiscus). Η λίμνη στην αρχαιότητα, ονομαζόταν ‘’Εσχατιώτις’’ και ‘’ Γοργώπις’’ -από τη Γόργη, κόρη του Μεγαρέως και σύζυγο του Κορίνθου, που συντετριμμένη από την είδηση του θανάτου των παιδιών της έπεσε στη λίμνη και πνίγηκε. Η ευρύτερη περιοχή κατά τους αρχαιολόγους ανήκε στα Μέγαρα, όμως κατά τη διάρκεια του 8ου αιώνα π.Χ., (750-725 π.Χ.) καταλήφθηκε από τους Κορινθίους, οι οποίοι κατ’αυτόν τον τρόπο ήλεγχαν ολόκληρο τον Κορινθιακό κόλπο. Στην περιοχή της λίμνης που κατοικείται τουλάχιστον από το 3.000 π.Χ., ανακαλύφθηκαν οικισμοί της Πρωτοελλαδικής Ι και Πρωτοελλαδικής ΙΙ, περιόδου. Από την αρχαία αποικία των Μεγαρέων ‘’Αίγειρα’’, που βρισκόταν στα βόρεια της λίμνης, δεν έχει βρεθεί κανένα λείψανο. Αντίθετα, έχει ανακαλυφθεί ένας οικισμός, που χρονολογείται στην πρωτοελλαδική περίοδο, περίπου 30 μ. δυτικά του καναλιού από τη λίμνη στο θαλάσσιο χώρο. Ένας άλλος οικισμός, της δεύτερης πρωτοελλαδικής περιόδου, έχει έρθει στο φως στα βορειοδυτικά, και 300 μέτρα από τη λίμνη. Από διάσπαρτα ευρήματα της τρίτης και δεύτερης χιλιετίας π.Χ., συνάγεται ότι η περιοχή ήταν αραιά κατοικημένη από αγρότες και αλιείς. Στην περιοχή βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος του Ηραίου, δίπλα σε έναν από τους παλαιότερους πέτρινους φάρους σε λειτουργία στο ακρωτήριο του Ηραίου ή Μελαγκάβι. Το Ηραίο ήταν αρχαίος οικισμός και ναός που ήταν αφιερωμένος στην ‘’Ακραία και Λιμενία’’ Ήρα. Οι αρχαιολόγοι, μέχρι πριν από μερικά χρόνια, πίστευαν ότι εκεί υπήρχαν δύο ιερά, αφιερωμένα στην Ήρα την Ακραία, στο άκρο της στεριάς προς τη θάλασσα και στην Ήρα τη Λιμενία ψηλότερα στην γειτονική κοιλάδα. Νεώτερες ανασκαφές έχουν οδηγήσει σήμερα τους ερευνητές στην άποψη ότι υπήρχε ένα μόνο ιερό. Εκεί, εκτός από τα τμήματα ναού αφιερωμένου στην Ακραία-Λιμενία Ήρα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το περίπλοκο υδραυλικό σύστημα, -με ορύγματα, σήραγγες και εντυπωσιακές υπόγειες καμαρωτές σκάλες-, η λειτουργία του οποίου δεν έχει γίνει ακόμη πλήρως κατανοητή. Επίσης, έχουν Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

175


βρεθεί και ίχνη από τμήματα κατοικιών οι οποίες μαρτυρούν μια συνεχή παρουσία στην περιοχή από τους προϊστορικούς χρόνους έως τη Ρωμαϊκή εποχή. Η λίμνη Βουλιαγμένη στην Περαχώρα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί σε πρότυπο ναυταθλητικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, αλλά και να λυθεί το πρόβλημα του υδροθείου με εδικές τεχνικές παρεμβάσεις (π.χ. σιφωνισμός από το βαθύτερο τμήμα ης λίμνης, αερισμός και διάσπαση της στρωμάτωσης ). Η λίμνη και η γύρω περιοχή έχει πολυάριθμα αρχαιολογικά ευρήματα από τη νεολιθική, κλασσική μέχρι και τη ρωμαϊκή περίοδο, αλλά και παλαιοντολογικό, γεωμορφολογικό, παλαιογεωγραφικό, ζωογεωγραφικό και οικολογικό ενδιαφέρον με αντίστοιχα ευρήματα. Εξάλλου, η λίμνη έχει ένα ιδιότυπο λιμνολογικό καθεστώς, που δεν τις επέτρεψε να αξιοποιηθεί ιχθυοτροφικά, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του αρμόδιου Υπουργείο, αγνοώντας ή μη γνωρίζοντας αυτή την ιδιομορφία.

Η λίμνη της Βουλιαγμένης, έχει κηρυχτεί, με υπουργική απόφαση, το 1992, ως περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, καθώς αποτελεί ιδιαίτερο γεωφυσικό φαινόμενο και τοπίο εξαιρετικού φυσικού κάλλους. Περισσότερες πληροφορίες για τη λίμνη δείτε στο ψηφιακό βιβλίο ´´Οι Λίμνες στην Ελλάδα´´, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-Greece ΛΙΜΝΗ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΥ Ή ΚΑΘΑΡΜΩΝ, ΑΤΤΙΚΗ (πηγές: σταχυολόγηση από ΕΛΚΕΘΕ, 2011 -Τεχν., Έκθεσ., ΕΛΚΕΘΕ/ΕΛΠΕ, Παρακολούθηση της οικολογικής ποιότητας του νερού της λίμνης Κουμουνδούρου και σχεδιασμός δράσεων διαχείρισης αποκατάστασης και ανάδειξης, Μπρομπονά, 2010 -Μεταπ., Διατρ., Πανεπ., Πατρών, 159σελ., Περιβαλλοντικοί παράμετροι λίμνης Κουμουνδούρου, Κορώνειας, Παμβωτιδας, Γιδαράκος και συν., 2009 -Τεχν., Έκθεσ., Πολυτεχνείο Κρήτης/ΕΛΠΕ, Παρακολούθηση υδροφόρου ορίζοντα, υπεδάφους ΒΕΑ, ΕΛΠΕ- Υδρογεωλογική μελέτη στη ΒΕΑ και τη λίμνη Κουμουνδούρου, Μιμίδης, Ρίζος, 2009 Πρακτ., 8ου Πανελ., Γεωγραφ., Συνεδρ., 433-442, Υδρογεωλογία της λίμνης Κουμουνδούρου, Mimides et al., 2009 (Proceed., BALWOIS, Traces of oil products and hydrocarbons occuring in the lake Koumoundourou), Karageorgis et al., 2008 -Water Air Soil Poll., 204, 243-258, Use of enrichment factors for the assessment of heavy metal contamination in the sediments of Koumoundourou lake) Η σημερινή λίμνη Κουμουνδούρου, είναι ότι απέμεινε από δύο λίμνες, τους Ρειτούς (στην αρχαιότητα αποτελούσαν το όριο μεταξύ Αθηνών και Ελευσίνας ) που υπήρχαν στην περιοχή από την κλασσική

αρχαιότητα. Σύμφωνα με αρχαία κείμενα, οι Ρειτοί ήταν δύο μικρές τεχνητές λίμνες που σχηματίστηκαν από τα νερά ομάδας πηγών που βρίσκονταν στις δυτικότατες παρυφές του όρους Αιγάλεω, όταν έμμεσα φράχθηκαν οι απορροές τους προς τη γειτονική θάλασσα, κατά τη διάνοιξη μιας αρχαίας οδούς προς την Ελευσίνα. Αυτές οι δύο λίμνες, λέγεται ότι ήταν γεφυρωμένες, προκειμένου να διευκολύνεται η διέλευση των ταξιδιωτών και όσων πήγαιναν για τα ‘’Ελευσίνια Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

176


Μυστήρια’’, δεδομένου ότι η περιοχή ήταν τότε αδιάβατη εξαιτίας των ελών και των ρεμάτων. Μερικοί αρχαιολόγοι διατείνονται ότι βόρεια της σημερινής λίμνης, στις πλαγιές του παρακείμενου λόφου, υπήρχε λιθόστρωτος δρόμος, που παρέκαμπτε την τότε ελώδη περιοχή των Ρειτών. Από τις δύο τότε λίμνες, η βόρεια λίμνη ήταν αφιερωμένη στη θεά Δήμητρα, ενώ η ‘’προς το Άστυ’’, η νότια λίμνη, ήταν αφιερωμένη στην κόρη της Περσεφόνη, ενώ μόνο οι ιερείς των θεοτήτων αυτών είχαν το δικαίωμα να ψαρεύουν στις λίμνες. Η βόρεια λίμνη, η λίμνη της θεάς Δήμητρας, γνωστή και ως Κεφαλάρι, αποστραγγίστηκε και επιχωματώθηκε κατά τη δεκαετία του 1950, για την εγκατάσταση των Ελληνικών Διυλιστηρίων Ασπροπύργου (ΕΛΔΑ). Η νότια λίμνη της Περσεφόνης, διατηρείται μέχρι σήμερα και είναι γνωστή ως λίμνη Κουμουνδούρου. Ο αρχιτέκτονας και αρχαιολόγος Ι. Τραυλός (1908-1985) εντόπισε μακρύ τοίχο, στο κέντρο περίπου της λίμνης Κουμουνδούρου, που προφανώς αποτελούσε μέρος του φράγματος που συγκρατούσε τα ύδατα και διαμόρφωνε τη λίμνη. Επίσης, ο Τραυλός αναγνώρισε, ότι οι λίθοι που είχαν χρησιμοποιηθεί στο φράγμα ήταν σε δεύτερη χρήση και βάσει της μορφολογίας τους, τους συνέδεσε με το δομικό υλικό του ‘’Ελευσινιακού Τελεστηρίου’’, ναού που είχε ανεγείρει ο Πεισίστρατος στην περιοχή και που καταστράφηκε από τους Πέρσες το 479 π.Χ. Ο περιηγητής και γεωγράφος Παυσανίας (115-180 μ.Χ.), παρότι αναφέρει μόνο τα ρέματα της περιοχής των Ρειτών, δεν κάνει καμιά αναφορά για τις τότε λίμνες, οι οποίες, σύμφωνα με διάφορους μετέπειτα περιηγητές, διατηρούνταν καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα μ.Χ. Μάλιστα, οι εκροές των λιμνών προς τη θάλασσα χρησιμοποιούνταν για να θέτουν σε κίνηση δύο παράλιους υδρόμυλους, που είχαν χτιστεί κοντά στις λίμνες, στις αρχές του περασμένου αιώνα, αν όχι νωρίτερα, όπως αναφέρει ο Γάλλος περιηγητής Fr., Pouqueville που επισκέφτηκε την περιοχή κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1810. Παλαιοί κάτοικοι της περιοχής Σκαραμαγκά αναφέρουν ότι και οι δύο λίμνες υπήρχαν, μέχρι και τη δεκαετία του 1950. Τις περιγράφουν ότι είχαν πεντακάθαρα, συνεχώς ανανεούμενα νερά, γεμάτες ψάρια, κυρίως κέφαλους, τσιπούρες, αλλά και λαυράκια, χέλια κ.ά. Επίσης, αναφέρουν ότι οι δύο λίμνες περιβάλλονταν από υψηλούς καλαμώνες, όπου έβρισκαν καταφύγιο πολλά πουλιά. Η ονομασία της νότιας λίμνης, δηλαδή της λίμνης Κουμουνδούρου, ανάγεται είτε στο όνομα οικογένειας γαιοκτημόνων στους οποίους ανήκε η περιοχή κατά τον 19ο αιώνα, είτε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κουμουνδούρο (1817-1883), στη θητεία του οποίου κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1860, έγιναν επιπλέον έργα επιχωμάτωσης και οδοποιίας, μεταξύ της ακτής του Σκαραμαγκά και της λίμνης. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η επιφάνεια της λίμνης Κουμουνδούρου μειώθηκε σημαντικά εξαιτίας της διαπλάτυνσης της εθνικής οδού Αθηνών Κορίνθου. Η λίμνη Κουμουνδούρου, βρίσκεται στις νοτιοδυτικές απολήξεις του Ποικίλου όρους (με το ύψωμα Καψαλώνας με υψόμετρο +273 μέτρα και ύψωμα Γκίκα προς τα διυλιστήρια με υψόμετρο +77 μέτρα), νοτιοδυτικά του στρατοπέδου διακίνησης και αποθήκευσης καυσίμων (στρατιωτικές εγκαταστάσεις της 871 ΑΒΕΚ), και των διυλιστηρίων ΕΛΠΕ, ΕΛΙΝΟΙΛ, ενώ μια χερσαία ζώνη πλάτους περίπου 50-250 μέτρων (50 μέτρα κοντά στην έξοδο προς τη θάλασσα, εκ των οποίων τα 20 μέτρα αποτελούν το οδόστρωμα της Εθνικής οδού Αθηνών – Κορίνθου), τη χωρίζει από τη γειτονική θάλασσα, τον κόλπο του Σκαραμαγκά. Η υδρολογική της λεκάνη οριοθετείται από τα βουνά της Χασιάς στα βόρεια-βορειοδυτικά, το όρος Αιγάλεω ανατολικά-νοτιοανατολικά και προς τα δυτικά-νοτιοδυτικά από το ρέμα Γιαννούλα της περιοχής Ασπρόπυργου. Η λίμνη, που είναι ρηχή (ως επί το πλείστον βάθη 1-1.5 μέτρα) και μερομικτική, μαζί με την γύρω ελώδη περιοχή καλύπτει επιφάνεια 250 περίπου στρεμμάτων, και συνδέεται με τον κόλπο του Σκαραμαγκά-Ελευσίνας, μέσω ενός στενού και αβαθούς διαύλου που διέρχεται κάτω από τον εκεί Εθνικό δρόμο. Η λίμνη βρίσκεται σε μια περιοχή όπου υπάρχουν πολλές πηγές ρύπανσης. Στο παρελθόν και επανειλημμένα έχει ρυπανθεί από πετρελαιοειδή, μέσω υπόγειων διαρροών από τα γειτονικά διυλιστήρια, ενώ μια άλλη πηγή ρύπανσης εικάζεται ότι μπορεί να σχετίζεται με το ΧΥΤΑ (σκουπιδότοπος απλής απόθεσης) των άνω Λιοσίων, ο οποίος λειτουργούσε από το 1960 μέχρι το 1998, χωρίς μεμβράνη στεγανοποίησης. Σημειώνεται, ότι η απόσταση μεταξύ σκουπιδότοπου και λίμνης είναι αρκετά μακριά, όμως η λιθολογία της περιοχής αποτελείται από διαπερατά πετρώματα και επομένως δεν αποκλείεται να επηρεάζεται υπογείως η λίμνη, όπως εικάζουν ορισμένες μελέτες. Από υδρο-γεω-μορφολογική προσέγγιση, στην εγγύτερη και ευρύτερη ημιορεινή περίμετρο της λίμνης εντοπίζονται πολύ διαπερατοί σχηματισμοί, ως αποτέλεσμα της καρστικής διεργασίας των ασβεστολίθων της περιοχής, ενώ η καρστικότητα αυτών των ασβεστολίθων δεν παρουσιάζει ομοιογένεια, λόγω του σποραδικά δολομιτικού χαρακτήρα τους, αλλά και της παλαιογεωγραφικής και Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

177


τεκτονικής εξέλιξής τους. Εξάλλου, καταγράφεται η παρουσία αργιλικών σχηματισμών προς τη γειτονική θάλασσα που υποδηλώνει φραγμένο κάρστ προς τη θάλασσα και βορειοδυτικά το κάρστ παρουσιάζεται ως ατελώς φραγμένο, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις εκεί περιορισμένες παράκτιες αναβλύσεις νερού. Ωστόσο, η εκκένωση του καρστικού υδροφόρου της πηγής που εκβάλλει στο βυθό της λίμνης γίνεται με πολύ βραδύ ρυθμό που σημαίνει ότι οι παροχετευτικότητες του καρστικού συστήματος είναι μικρές, ενώ οι ειδικές επιδόσεις μεγάλες, όπως μεγάλος είναι και ο όγκος του υδροφόρου. Ωστόσο, αυτό εγγυάται την απρόσκοπτη ροή πηγαίου νερού μέσα στη λίμνη και άρα τη διατήρηση του οικοσυστήματός της από άποψη υδροτροφοδοσίας.

http://www.naturagraeca.com

Η λίμνη Κουμουνδούρου, τροφοδοτείται από υπολίμνιες αναβλύσεις (κυρίως στη βόρεια, βορειο-δυτική περιοχή) και από τα νερά της βροχής, μέσω του υδρογραφικού της δικτύου της λεκάνης και απευθείας στην επιφάνειά της. Επίσης, αν και η στάθμη της λίμνη βρίσκεται περίπου 1.4 μέτρα, πάνω από μέσο υψόμετρο της γειτονικής θάλασσας (κόλπος της Ελευσίνας), συνδέεται με αυτή, μέσα από στενό και αβαθή δίαυλο και με ρυθμό απορροής περίπου 30 κυβικά μέτρα νερού την ώρα. Η αλατότητα του νερού της λίμνης δεν ξεπερνάει το 17%ο, όταν στη γειτονική θάλασσα είναι 2839.9%ο. Εξάλλου, φαίνεται ότι τα νερά της ανανεώνονται συχνά και έτσι καταγράφηκαν χαμηλές συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων και στο νερό και στο ίζημα, αλλά και χαμηλές συγκεντρώσεις θρεπτικών, ενώ υψηλή είναι η διαύγεια των νερών της. Στη λίμνη έχουν αναφερθεί περίπου 64 είδη φυτοπλαγκτού, είδη ζωοβένθους με χαρακτηριστικά ρυπασμένων περιοχών (π.χ., ο πολύχαιτος Nereis sp.), γαστερόποδα, ελασματοβράγχια, καρκινοειδή, αλλά και ψάρια (π.χ., κεφαλοειδή, χέλια) και νεροχελώνες. Στις όχθες της λίμνης κυριαρχούν αραιές συστάδες με το νεροκάλαμο (Phragmites australis), βούρλα (π.χ. Scirpus sp., Juncus sp.,)., και στα επίπεδα αλίπεδα της λίμνης αρμυρίθρες (π.χ. Arthcocnemum fruticosum). Στην άκρη της λίμνης βρίσκεται και ένα μικρό δάσος από ευκαλύπτους. Στα νερά της λίμνης, ιδιαίτερα την καλοκαιρινή περίοδο, συχνά παρατηρείται έλλειψη οξυγόνου, μείωση του pH, οπότε τα ιόντα αμμωνίου μετατρέπονται σε αδιάλυτη αμμωνία, που είναι πολύ τοξική για τους υδρόβιους οργανισμούς, αλλά παρατηρείται περιστασιακά και έκλυση υδρόθειου από τα ιζήματα (επίσης τοξικό). Αποτέλεσμα αυτών παρουσιάζονται περιστασιακά μαζικοί θάνατοι ψαριών και άλλων οργανισμών. Γενικότερα, η ποιότητα του νερού της λίμνης δεν παρουσιάζεται ιδιαίτερα υποβαθμισμένη, ενώ το ίζημα είναι σχετικά ρυπασμένο, λόγω της συσσώρευσης χημικών ρυπαντών και ιδιαίτερα επιβαρυμένο με οργανική ύλη που αποικοδομείται σε συνθήκες απουσίας οξυγόνου (σαπίζει η οργανική ύλη και εκλύονται τοξικά αέρια για την υδρόβια ζωή). Η ρύπανση του ιζήματος σχετίζεται επιπλέον και με τη διαφυγή-διαρροή πετρελαιοειδών από τα διυλιστήρια και τις απορροές του γειτονικού στρατοπέδου (ΕΛΠΕ Ασπροπύργου, τις δεξαμενές ΕΛΙΝΟΙΛ και τις αποθήκες καυσίμων του παρακείμενου στρατοπέδου Ξηρογιάννη ). Εξάλλου, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι το οικοσύστημα της λίμνης μπορεί να ρυπαίνεται υπογείως, από τα στραγγίσματα των παλαιών χωματερών των Άνω Λιοσίων και της Φυλής, και υπέργεια, μέσω των αέριων ρύπων (εκπομπή αέριων ρύπων και αιωρούμενων σωματίδιων) των εργοστασίων της περιοχής του Θριάσιου πεδίου. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

178


Ο διαχρονικός εμπλουτισμός με βαριά μέταλλα των ιζημάτων της λίμνης, δείχνει ότι η κύρια τροφοδοσία της ρύπανσης προέρχεται: α) από το σύστημα των υπολίμνιων πηγών της λίμνης στη βορειο-ανατολική περιοχή της, που μεταφέρει και οργανικούς ρύπους-υδρογονάνθρακες, και ανόργανους ρύπους–βαριά μέταλλα, από την ευρύτερη υδρολογική λεκάνη και πιθανότατα από την παλαιά χωματερή των Άνω Λιοσίων, β) από τις επιφανειακές απορροές της διπλανής Εθνικής οδούς και, γ) από την ατμοσφαιρική εναπόθεση που συνεισφέρει στη συσσώρευση μολύβδου, χαλκού ψευδαργύρου και άλλων μετάλλων στα ιζήματα της λίμνης.

Ειδικότερα, τα μέταλλα βανάδιο, χαλκός και μόλυβδος είναι ισχυρά εμπλουτισμένα, με ένα παράγοντα από 5 μέχρι και 10, σε σχέση με το φυσικό επίπεδο της περιοχής. Τα μέταλλα χρώμιο, μαγγάνιο και νικέλιο είναι μετρίως εμπλουτισμένα με ένα παράγοντα από 3-5, σε σχέση με το φυσικό επίπεδο της περιοχής. Το κοβάλτιο και ο ψευδάργυρος είναι ελαφρώς εμπλουτισμένα, από 1.5-3, σε σχέση με το φυσικό επίπεδο της περιοχής, ενώ δεν υπάρχει εμπλουτισμός για το μολυβδαίνιο και το αρσενικό. Σημειώνεται ότι το βανάδιο και το νικέλιο κυρίως απαντούν σε υψηλές συγκεντρώσεις στο αργό πετρέλαιο και στα υπολείμματα των καυσίμων (π.χ., ατμοσφαιρική εναπόθεση, Εθνική οδός, διαρροές δεξαμενών και αγωγών, απορροές-ξέπλυμα επιφανειών). Ο μόλυβδος προέρχεται από τα καύσιμα, αν και έχει απαγορευτεί η χρησιμοποίηση του, από τη καύση των σκουπιδιών και τα εξωτερικούς ελαιοχρωματισμούς κτιρίων. Το χρώμιο, νικέλιο και χαλκός σχετίζονται με βιομηχανικές δραστηριότητες όπως είναι τα χυτήρια, η καύση σκουπιδιών, και η καύση ορυκτών καυσίμων, ο χαλκός σε αστικά κέντρα προέρχεται από τα φρένα των οχημάτων και ο ψευδάργυρος από τα λάστιχα των οχημάτων (φθορές και καύση). Η λίμνη φιλοξενεί το μεγαλύτερο αριθμό υδρόβιων πουλιών, σε σχέση με τους λοιπούς υγρότοπους της Αττικής. Ο μεγαλύτερος πληθυσμός τους αποτελείται από φαλαρίδες ( ο αριθμός τους το Δεκέμβριο του 2008 αναφέρεται ότι ανήλθε στα 1060 άτομα). Η παρουσία της βαλτόπαπιας, (που ο αριθμός των ατόμων της που παρατηρήθηκαν το Δεκέμβριο του 2008 ανήλθε σε 25 άτομα), είναι ιδιαίτερα σημαντική, αφού αυτή βρίσκεται και στο ‘’Κόκκινο βιβλίο’’ των απειλούμενων ζώων της Ελλάδας (επικαιροποίηση 2009) με την ένδειξη VU-τρωτό. Η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία το 2009 είχε καταγράψει 38 είδη πτηνών, από τα οποία 5 είδη περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της Οδηγίας 2009/147/ΕΚ για τη διατήρηση των άγριων πτηνών (πρώην Οδηγία 79/409), ενώ αργότερα ο αριθμός τους έφτασε περίπου τα 50 είδη, μεταξύ των οποίων, η παγκοσμίως απειλούμενη βαλτόπαπια (Aythya nyroca), το κιρκίρι (Anas crecca), η χουλιαρόπαπια (Anas clypeata), το σφυριχτάρι (Anas penelope), το γκισάρι (Aythya ferina), και άλλα. Γενικότερα, η λίμνη φιλοξενεί κυρίως υδρόβια πουλιά που τη χρησιμοποιούν για διαχείμαση, αλλά και μεγάλο πλήθος από γλαρόμορφα πτηνά. Επιπλέον, στη λίμνη αναπαράγονται νερόκοτες, φαλαρίδες και νανοβουτηχτάρια. Αυτό που θα πρέπει να επισημανθεί για τη λίμνη Κουμουνδούρου είναι, ότι το κύριο περιβαλλοντικό της πρόβλημα είναι ότι η περιοχή είναι αποδέκτης βιομηχανικών και άλλων ρύπων που υποβαθμίζουν τον υγρότοπο και επηρεάζουν αρνητικά την κατάσταση των ειδών που ενδιαιτούν σε αυτή, ενώ η απρόσκοπτη ροή του εκεί πηγαίου νερού μέσα στη λίμνη είναι ένας ενθαρρυντικός παράγοντας για τη

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

179


διατήρηση του οικοσυστήματός της από άποψη αυτοκαθαρισμού και εξυγίανσης, με την κατάλληλη όμως διαχείριση, καθότι αναδεικνύονται περιοδικά ευαίσθητες ισορροπίες και επιπλέον απειλές. Περισσότερες πληροφορίες για τη λίμνη δείτε στο ψηφιακό βιβλίο ´´Οι Λίμνες στην Ελλάδα´´, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-Greece. ΛΙΜΝΙΟ ΛΟΥΤΣΑ ΒΟΥΡΒΑ, ΣΠΑΤΑ, ΑΤΤΙΚΗ (πηγές:

σταχυολόγηση από Σημειώσεις και φωτογραφία Ν. Νέζης, http://spataartemis.gr/userdata/docs/grafeio_typou/epixeirisiako_2011.pdf και από το βιβλίο ‘’Πουλιά της Αττικής’’, Σταύρακα και Σκαρέα-2015). Στην περιοχή Μετόχι Βουρβά (Μετόχι Μονής Πεντέλης) στα ανατολικά-βορειοανατολικά των Σπάτων

υπάρχει ένα εποχικό λιμνίο σημαντικής έκτασης. Μετά την κατασκευή του αεροδρομίου Ελ., Βενιζέλος το υδρολογικό του καθεστώς έχει τροποποιηθεί, αλλά η περιοχή χαρακτηρίζεται από μια χαμηλή κοιλότητα του εδάφους που συγκεντρώνει νερά από τη γύρω περιοχή και κυρίως ειναι πλέον ο φυσικός αποδέκτης των ομβρίων του αεροδρομίου. Η περιοχή όταν κατακλύζεται από νερά συγκεντρώνει σημαντικό αριθμό υδρόβιων πτηνών.

ΛΙΜΝΗ ΠΑΡΑΛΙΜΝΗ Ή ΤΡΕΦΙΑ Ή ΤΡΟΦΙΑ, ΒΟΙΩΤΙΑ (πηγές: σταχυολόγηση από Leonardos, et al, 2010 -J., Freshw., Ecol., 20.4, 715-722, Life history traits of ylikiensis roach Rutilus ylikiensis- in two Greek lakes of different trophic state, Dimaki, 2007 -Herpetozoa short note 19, ¾, 179-181, Herpetofauna in the area of the lakes Yliki and Paralimni and the Kifissos river, Cook, Vardaka, Lanaras, 2004 -Acta Hydroch., Hydrobiol., 32, 107-124, Toxic cyanobacter in Greek freshwaters, 1987-2000, in lakes Amvrakia, Kastoria, Mikri Prespa, Pamvotis, Vistonis etc, Papadopoulou-Vrinioti et al., 2003 -Proceed., Conf., The water in 21th century, problems and perspectives, 7pp., Correlationof the slope configuration in Iliki and Paralimni lakes with the tectonism of the area).

Η λίμνη Παραλίμνη, βρίσκεται στο βύθισμα, που σχηματίζεται από τα βουνά Πτώο, Κτυπά και τη λίμνη Υλίκη με την οποία τη συνδέει διώρυγα μήκους 2.5 Km και έχουν υψομετρική διαφορά οι δύο λίμνες περίπου τα 33 μέτρα. Με την διώρυγα που συνέδεε τις δύο λίμνες διοχετεύονταν τα πλεονάζοντα νερά της Υλίκης προς αυτήν, ωστόσο, η λίμνη αποξηράνθηκε, κυρίως μετά την ανομβρία του 1993 και αποδόθηκε στην καλλιέργεια, κυρίως κηπευτικών. Πριν την αποξήρανσή της η επιφάνεια της έφθανε τα 15 τ.χλμ., είχε μήκος 8 χλμ., και πλάτος 2 χλμ. Τότε, το νερό της λίμνης με σύγχρονες εγκαταστάσεις ταχυ-διυλιστηρίου τροφοδοτούσε με πόσιμο νερό την πόλη της Χαλκίδας. Το υπόβαθρο της Παραλίμνης, εξαιτίας της γεωμορφολογικής σύστασης της περιοχής, διασχίζεται από ρήγματα, ρωγμές και καταβόθρες. Παλαιότερα τροφοδοτούνταν με νερό μόνο από τις υπόγειες καταβόθρες της Υλίκης και από τα γειτονικά ρέματα. Σήμερα, εκτός από τις καταβόθρες μπορεί να τροφοδοτηθεί με νερό και από μια διώρυγα 2.5 χιλιομέτρων, που τη συνδέει με την Υλίκη και όταν τα νερά της Υλίκης υπερχειλίσουν. Η λίμνη Παραλίμνη, περιλαμβάνει πολλά είδη οικοτόπων και ενδιαιτημάτων, όπως σημεία πυκνής και αραιής υδρόβιας βλάστησης, μεγάλη επιφάνεια νερού, καλαμιώνες, υγρά λιβάδια, βαλτώδεις περιοχές και γειτνιάζει με ορεινούς όγκους και κάθετα βράχια που πέφτουν απότομα στο νερό. Στα νοτιοδυτικά της λίμνης υπάρχει μια εκτεταμένη περιοχή γεμάτη άσπρα νούφαρα (Nymphaea alba), η οποία αποτελεί τη μεγαλύτερη συγκέντρωση του είδους, τόσο νότια στην Ελλάδα. Στη λίμνη φυτρώνουν Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

180


διάφορα υδρόφιλα είδη, όπως τα Potamogeton crispus, P. nodosus, Ceratophyllum demersum, και Myriophyllum spicatum και άλλα. Άλλοτε, στη λίμνη Παραλίμνη, σημαντικές ήταν οι εκτάσεις παρόχθιων καλαμιώνων, που κάλυπταν τις όχθες της και δημιουργούσαν ένα ασφαλές καταφύγιο για το φώλιασμα υδρόβιων πτηνών. Μέχρι το 1993, η πανίδα της περιοχής ήταν πολύ πλούσια σε ιχθυοπανίδα και αμφίβια, αλλά και σε ερπετά και θηλαστικά που ζούσαν γύρω από αυτήν. Από καιρό σε καιρό, μετά από εκτεταμένη υγρή περίοδο και βροχές και την επανασύνδεσή της με την Υλίκη, έχει αρχίσει να γεμίζει η Παραλίμνη, με αποτέλεσμα πολλά πουλιά να προσελκύονται από το υγρότοπό της. Εξάλλου, η Παραλίμνη θεωρείται ένας από τους ελάχιστους μεσόγειους υγρότοπους που έχουν απομείνει στην νοτιοανατολική Ελλάδα και καθώς βρίσκεται πάνω στο μεταναστευτικό διάδρομο της ανατολικής ηπειρωτικής χώρας για τα μεταναστευτικά πτηνά, ενώ η αναγέννησή της και η προστασία της αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

(photo by http://www.naturagraeca.com)

Στα βουνά γύρω από τη λίμνη υπάρχουν δάση από βελανιδιές και πυκνά πουρνάρια που πιο χαμηλά δίνουν τη θέση τους σε φρύγανα, ενώ κοντά στη λίμνη φυτρώνουν διάσπαρτα λίγες λεύκες και πλατάνια. Κοντά στις όχθες βγαίνουν διάφορα ενδιαφέροντα είδη, όπως ο Astragalus graecus, o Stachys spruneri, οι ορχιδέες Ophrys calocaerina, O. sicula, O. leochroma, Serapias vomeracea, Anacamptis pyramidalis, A. fragrans, A. papilionacea, κ.α. Η ερπετοπανίδα της Παραλίμνης είναι ιδιαίτερα πλούσια από σαύρες, όπως αβλέφαρους, λιακόνια, τρανόσαυρες, σιλιβούτια και από πολλά είδη φιδιών, όπως νερόφιδα (Natrix natrix persa), λιμνόφιδα (Natrix tessellata), πρασινόφιδα, δεντρογαλιές, λαφιάτες, αγιόφιδα, σπιτόφιδα και οχιές. Από τα αμφίβια συναντά κανείς, πρασινόφρυνους, βαλκανοβάτραχους, ευκίνητους βάτραχους και δεντροβάτραχους. Στα νερά της λίμνης ζούν ποταμοχελώνες-Μauremys rivulata και βαλτοχελώνες -Emys orbicularis hellenica, ενώ στις γύρω πλαγιές συναντάς, μεσογειακές χελώνες και κρασπεδοχελώνες (Testudo marginata, Testudoi hermanni boettgeri). Από τα θηλαστικά ξεχωρίζει στη λίμνη η περιστασιακή παρουσία της βίδρας –Lutra lutra. Η ιχθυοπανίδα της λίμνης Παραλίμνης, είναι σχεδόν παρόμοια με εκείνη της γειτονικής λίμνης Υλίκης, με τη διαφορά ότι εδώ δεν υπάρχει η πεταλούδα –Carassius auratus gibelio, η οποία αφθονεί στην Υλίκη. Περιλαμβάνει πολλά σπάνια και ενδημικά είδη όπως τη στενότοπη ενδημική του τοπικού υδρογραφικού συστήματος (π.χ., Βοιωτικός Κηφισός), την καλαμίθρα ή χιόνα (Scardinius graecus), τα ελληνικά ενδημικά τη χερακούβα ή δρομίτσα (Rutilus ylikiensis), το σκαρούνι ή κέφαλο (Luciobarbus ή Barbus graecus), τη πασκόβιζα ή τσιρώνι (Telestes ή Pseudophoxinus beoticus), το ενδημικό της βαλκανικής πελασγό ή ντάσκα (Pelasgus stymphalicus), το κοσμοπολιτικό χέλι (Anguilla anguilla), αλλά και είδη που έχουν εισαχθεί στο παρελθόν, όπως ο κοινός κυπρίνος (Cyprinus carpio) και ο χορτοφάγος κυπρίνος (Ctenopharyngodon idella). Εξάλλου, η περιοχή της Παραλίμνης, φιλοξενεί κατά καιρούς μεγάλους αριθμούς από υδρόβια, παρυδάτια και αρπακτικά πουλιά. Τα νερά της φιλοξενούν σχεδόν όλα τα είδη των ερωδιών της Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

181


Ελλάδας

(πορφυροτσικνιάδες,

σταχτοτσικνιάδες, λευκοτσικνιάδες, αργυροτσικνιάδες, μικροτσικνιάδες, κρυπτοτσικνιάδες, νυχτοκόρακες και τους σπάνιους ήταυρους). Πρόκειται για το νοτιότερο σημείο όπου κάνουν

φωλιές οι πελαργοί στη χώρα μας. Επίσης, στην περιοχή έχει διαπιστωθεί η παρουσία του σπάνιου βουνοσφυριχτή. Στους λόφους και στα χωράφια ζούνε πέρδικες, αμπελουργοί, ορτύκια, βραχοτσοπανάκοι, ψευταηδόνια, χαλκοκουρούνες, τσαλαπετεινοί, κ.α. Από τα αρπακτικά συναντώνται φιδαετοί, σπιζαετοί, γερακίνες, σφηκιάρηδες, καλαμόκιρκοι, λιβαδόκιρκοι, πετρίτες, βραχοκιρκίνεζα, κιρκινέζια, κ.α. Άλλα σημαντικά είδη της περιοχής είναι οι χαλκόκοτες, οι τσιχλοποταμίδες, οι αλκυόνες, οι νερόκοτες, οι φαλαρίδες, οι πρασινοκέφαλες πάπιες και τα μπεκατσίνια.

(Photo by:zogaris.blogspot.com)

Η Παραλίμνη, στο παρελθόν, έχει αποξηρανθεί αρκετές φορές, εξαιτίας της ανομβρίας, ενώ κάθε χρόνο τα χωράφια με τα μπαμπάκια και τα αμπέλια επεκτείνονται σε βάρος του υγροτόπου και της λίμνης. Η περιοχή απειλείται από τις περιοδικές ανομβρίες, την άντληση των υδάτων της για το πότισμα των γύρω καλλιεργειών, από τις απορροές των καλλιεργούμενων χωραφιών που χρησιμοποιούν αγροχημικά, την ανεξέλεγκτη βόσκηση, το παράνομο κυνήγι, τους σκουπιδοσωρούς και τα μπάζα. Περισσότερες πληροφορίες για τη λίμνη δείτε στο ψηφιακό βιβλίο ´´Οι Λίμνες στην Ελλάδα´´, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-Greece. ΛΙΜΝΗ ΣΤΟΜΙ Ή ΑΛΜΥΡΗ ΛΙΜΝΗ ΣΧΙΝΙΑ, ΑΤΤΙΚΗ (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.ornithologiki.gr/gr/sppe/grbon.html/, http://postgra.hydro.ntua.gr/docs/lessons/30/chatzibiros/shinias.pdf, http://www.2bparks.org/download/file/10_963_13.1.4-e-paper-schinias-case-study-gr-pp9.pdfΦορέας Διαχείρισης Εθνικού Πάρκου Σχινιά Μαραθώνα -ΦΟΔΕΠΑΣΜhttp://itia.ntua.gr/greenmarathon/lib/schinias.pdf, http://itia.ntua.gr/greenmarathon/, Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος Αθήνας, 2001 -Τεχν., Έκθεση, ΥΠΕΧΩΔΕ, ΤΔΦΠ, Διαχειριστική μελέτη βιότοπου Σχινιά Μαραθώνα),

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

182


Ο υγρότοπος του Σχινιά, εμφανίζει, γλυκό, υφάλμυρο και αλμυρό νερό, καλαμιώνες, αλμυρίκια, αλοφυτική βλάστηση και υγρά λιβάδια. Διακρίνεται σε δύο τμήματα. Στο δυτικό κυριαρχεί το γλυκό νερό και στο ανατολικό και κεντρικό η παρουσία των αλμυρόβαλτων έχει εξαπλωθεί σε βάρος λιγότερο υφάλμυρων ενδιαιτημάτων. Το έλος αυτό κατακλύζεται το χειμώνα από νερά, ενώ το καλοκαίρι σχεδόν αποξηραίνεται, ιδιαίτερα τα εξαιρετικά ξηρά και θερμά χρόνια. Εδώ και στη γύρω περιοχή απαντάται μεγάλη ποικιλία απειλούμενης ορνιθοπανίδας (π.χ., τα είδη Ardea purpurea, Ardeola ralloides, Circus aeruginosus, Circus pygargus, Cisticola juncidis, Egretta garzetta, Ixobrychus minutus, Plegadis falcinellus). Η Λίμνη Στόμι ή Αλμυρή, βρίσκεται στο χαμηλότερο τμήμα του υγροτόπου, στην ανατολική του άκρη, και πλημμυρίζει εποχικά με υφάλμυρο ή αλμυρό νερό. Πριν από την κατασκευή της αποστραγγιστικής διώρυγας της Μακαρίας πηγής, σχηματιζόταν εκεί λίμνη με μόνιμο νερό, ενώ από το σημείο αυτό, τα νερά του έλους και της Μακαρίας πηγής έβγαιναν προς τη θάλασσα. Σήμερα, η λίμνη Στόμι, είναι εποχική και πλημμυρίζει μόνο κατά την υγρή περίοδο. Σε αυτή τη λίμνη, αλλά και στην ευρύτερη υγροτοπική περιοχή αναφέρεται και μεγάλο πλήθος από ασπόνδυλη πανίδα ( π.χ., Ορθόπτερα –Discoptila sp., Gryllomorpha sp., Οδοντόγναθα –Anax imperator, Anax ephippiger, Λεπιδόπτερα –Hipparchia aristaeus, Danaus chrysippus, Gegenes nostrodamus). Στην περιοχή συναντάται το σπάνιο ορχεοειδές Orchis palustris και πολλά απειλούμενα υδρόβια πουλιά, όπως τα φλαμίνγκο Phoenicopterus ruber, κιρκινέζι -Falco naumanni και καλαμοκανάς -Himantopus himantopus. Η Μακαρία Πηγή είναι καρστική λιμνοπηγή που παλαιότερα ανάβλυζε στη βορειοδυτική άκρη του Εθνικού Πάρκου, συντηρώντας δύο μικρές λίμνες γλυκού έως υφάλμυρου νερού. Οι λίμνες διαθέτουν υδρόβια και παρόχθια βλάστηση με καλάμια. Εκεί ζει ένα μικρό ενδημικό ψάρι, η ντάσκα -Pelasgus ή Pseudophoxinus stymphalicus subsp. marathonicus, αλλά έχουν αναφερθεί και χέλια. Η φυσική ροή της πηγής έχει πλέον αποκατασταθεί (μετά τα Ολυμπιακά έργα) και σήμερα ο κύριος όγκος των νερών της ρέει προς τον υγρότοπο μέσω του Ολυμπιακού κωπηλατοδρομίου. Στο τεχνητό κανάλι που παροχέτευε παλιότερα το σύνολο των νερών της πηγής στη θάλασσα, σήμερα διατηρεί συνεχώς οικολογική παροχή, για να διατηρηθεί η βλάστηση που αναπτύχθηκε εκεί, όπως υδροχαρή και ελόβια φυτά, αλλά και χαρόφυτα – Chara sp., στο βυθό του καναλιού.

3.2β. Στην Εύβοια Η Εύβοια ως νησί, έχει ιδιόμορφα κλιματικά και φυσιογραφικά χαρακτηριστικά ( ανάγλυφο), τα οποία δημιουργούν ποικιλία ενδιαιτημάτων, αλλά και διατηρούν ενδημική, σπάνια, ή και προστατευόμενη χλωρίδα και πανίδα. Η γεωγραφική περιοχή της Εύβοιας ως προς τα νερά και τις υγροτοπικές περιοχές της χαρακτηρίζεται εξαιρετικά πολύ πλούσια και εντυπωσιακή, καθώς πέρα από τις φυσικά υδάτινα σώματα υπάρχει και μεγάλος αριθμός τεχνητών υδατοσυλλογών, κυρίως με τις λίμνες των ορυχείων-ανοιχτών λατομείων του λευκόλιθου και των γαιανθράκων (π.χ., υπάρχουν 9 τεχνητές λίμνες στα ορυχεία Τρούπι-Κάκκαβος, στα ορυχεία Αλιβερίου και ΛΑΡΚΟ, τεχνητές λίμνες, λιμνία και λιμνοδεξαμενές).

Περισσότερες πληροφορίες δείτε kai στο ψηφιακό βιβλίο ´´Οι Λίμνες στην Ελλάδα´´, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-Greece ΛΙΜΝΙΟ ΠΑΡΑΚΤΙΟ ΑΓΑΠΗΤΟΥ, ΑΙΔΗΨΟΣ, ΕΥΒΟΙΑ (πηγή: σταχυολόγηση από WWF Ελλάς/ http://www.oikoskopio.gr) Το Λιμνίο του Αγαπητού βρίσκεται περίπου 3.2 χιλιόμετρα βόρεια - βορειοανατολικά της Λιχάδας, στο Δήμο Ιστιαίας – Αιδηψού της Εύβοιας. Πρόκειται για ένα μικρό παράκτιο υγρότοπο σε εξαιρετική κατάσταση διατήρησης που βρίσκεται στην άκρη ενός μικρού ακρωτηρίου. Το γλυκό νερό προέρχεται από τις επιφανειακές απορροές της λεκάνης, ωστόσο ο υγρότοπος δέχεται την επίδραση της θάλασσας είτε υπογείως είτε με τον κυματισμό και διατηρεί νερό όλο το χρόνο. Παραλιακά υπάρχει δρόμος που διακόπτει την όποια επικοινωνία του υγρότοπου με τη θάλασσα. Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν κάποιες διάσπαρτες εξοχικές κατοικίες και γίνεται ελεύθερη κατασκήνωση. Στον υγρότοπο απαντάται ο οικότοπος 1420 - Μεσογειακές και θερμοατλαντικές αλόφιλες λόχμες (Sacrocornetea fruticosi). Η Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

183


βλάστηση είναι αλοφυτική με Salicornia sp. ενώ υπάρχουν και μερικά βούρλα (Juncus sp.). Επιπλέον, περιμετρικά του υγρότοπου και στην ευρύτερη περιοχή απαντώνται σχίνοι, πεύκα και ελιές (Επίσκεψη για την απογραφή: Θ. Γιαννακάκης 8/2014).

ΛΙΜΝΙΟ ΜΟΝΙΜΟ ΑΓΔΙΝΩΝ 1, ΑΙΔΗΨΟΣ, ΕΥΒΟΙΑ (πηγή: σταχυολόγηση από WWF Ελλάς/ http://www.oikoskopio.gr) Το Λιμνίο Αγδινών 1 βρίσκεται περίπου 2.8 χιλιόμετρα δυτικά – βορειοδυτικά του ομώνυμου οικισμού, στο Δήμο Ιστιαίας - Αιδηψού της Εύβοιας. Πρόκειται για ένα μόνιμο λιμνίο γλυκού νερού σε εξαιρετική κατάσταση διατήρησης, το οποίο σχηματίζεται σε μια κοιλότητα, σε υδατοστεγή εδάφη. Συγκεντρώνει νερό από τις επιφανειακές απορροές και το νερό είναι στάσιμο, ενώ πιθανόν τους χειμερινούς μήνες το πλεονάζων νερό να καταλήγει στον ποταμό Ξηριά που βρίσκεται σε σχετικά κοντινή απόσταση στα νότια του λιμνίου. Στην περιοχή εκτείνεται πευκοδάσος με ρητινοσυλλογή, ενώ υπάρχουν καλλιέργειες και γίνεται και βόσκηση αιγοπροβάτων.

Στην περιοχή απαντώνται οι οικότοποι 72Α0 - Καλαμώνες και 92C0 - Δάση Platanus orientalis ενώ μια πιο ενδελεχής μελέτη θα κατεδείκνυε και άλλους τύπους οικότοπων. Στο λιμνίο φύονται κυρίως ψαθιά (Typha sp.), αγριοκάλαμα (Phragmites australis) και πλατάνια (Platanus orientalis) ενώ ιδιαίτερα ανεπτυγμένη είναι η υφυδατική βλάστηση (Myriophyllum sp.). Περιμετρικά του λιμνίου έχει φτέρες, κουτσουπιές, λυγαριές, καρυδιές κ.α. Επίσης η πανίδα είναι πλούσια με μεγάλους πληθυσμούς από βατράχια και οδοντόγναθα (Επίσκεψη για την απογραφή: Θ. Γιαννακάκης 8/2014). ΛΙΜΝΙΟ ΜΟΝΙΜΟ ΑΓΔΙΝΩΝ 2, ΑΙΔΗΨΟΣ, ΕΥΒΟΙΑ (πηγή: σταχυολόγηση από WWF Ελλάς/ http://www.oikoskopio.gr) Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

184


Το Λιμνίο Αγδινών 2 βρίσκεται περίπου 1 χιλιόμετρο νοτιοδυτικά του ομώνυμου οικισμού, στο Δήμο Ιστιαίας – Αιδηψού της Εύβοιας. Πρόκειται για ένα μόνιμο λιμνίο γλυκού νερού που σχηματίζεται στην κοίτη μικρού χειμάρρου που καταλήγει στον ποταμό Ξηριά. Η προσέγγιση του υγρότοπου είναι αρκετά δύσκολη, λόγω της πυκνής βλάστησης και της απουσίας οδικού δικτύου, ωστόσο οι σωλήνες που υπάρχουν φανερώνουν ότι το νερό χρησιμοποιείται για άρδευση. Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχει πευκοδάσος.

Στην περιοχή απαντάνται ο οικότοπος 72Α0 - Καλαμώνες ενώ μια πιο ενδελεχής μελέτη θα κατεδείκνυε και άλλους τύπους οικότοπων. Στο λιμνίο φύονται κυρίως αγριοκάλαμα (Phragmites australis) και πλατάνια (Platanus orientalis) ενώ ιδιαίτερα ανεπτυγμένη είναι η υφυδατική βλάστηση. Επιπλέον περιμετρικά απαντώνται ιππουρίδες (Equisetum sp.). H πανίδα είναι πλούσια με μεγάλους πληθυσμούς από βατράχια (οι γυρίνοι είναι ιδιαίτερα μεγάλου μεγέθους) και οδοντόγναθα (Επίσκεψη για την απογραφή: Θ. Γιαννακάκης 8/2014). ΛΙΜΝΙΟ ΜΟΝΙΜΟ ΑΓΔΙΝΩΝ 4, ΑΙΔΗΨΟΣ, ΕΥΒΟΙΑ (πηγή: σταχυολόγηση από WWF Ελλάς/ http://www.oikoskopio.gr)

Το Λιμνίο Αγδινών 4 βρίσκεται περίπου 2 χιλιόμετρα ανατολικά – νοτιοανατολικά του ομώνυμου οικισμού, στο Δήμο Ιστιαίας – Αιδηψού της Εύβοιας. Πρόκειται για ένα λιμνίο γλυκού νερού σε εξαιρετική κατάσταση διατήρησης που διατηρεί νερό καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Περιμετρικά στο λιμνίο η βλάστηση είναι πολύ έντονη με αποτέλεσμα να είναι πολύ δύσκολη η προσέγγισή του. Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχει πευκόδασος. Απαντώνται οι οικότοποι 72Α0 - Καλαμώνες και 92C0 Δάση Platanus orientalis ενώ μια πιο ενδελεχής μελέτη θα κατεδείκνυε και άλλους τύπους οικότοπων. Στο λιμνίο φύονται κυρίως ψαθιά (Typha sp.), κάλαμια (Phragmites australis), πλατάνια (Platanus Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

185


orientalis) και ιππουρίδες (Equisetum sp.), ενώ στο λιμνίο ανεπτυγμένη είναι και η υφυδατική βλάστηση. Επίσης η πανίδα είναι πλούσια με μεγάλους πληθυσμούς από βατράχια και οδοντόγναθα (Επίσκεψη για την απογραφή: Θ. Γιαννακάκης 8/2014). ΛΙΜΝΙΟ ΕΠΟΧΙΚΟ Ή ΕΛΟΣ ΛΙΜΝΟΣ, ΑΙΔΗΨΟΣ, ΕΥΒΟΙΑ (πηγή: σταχυολόγηση από WWF Ελλάς/ http://www.oikoskopio.gr) Το έλος Λίμνος βρίσκεται περίπου 2,5 χιλιόμετρα δυτικά από τον οικισμό του Αγίου Γεωργίου, στον Δήμο Ιστιαίας - Αιδηψού στην Εύβοια. Πρόκειται για μια έκταση 80 περίπου στρεμμάτων, ελαφρώς ταπεινωμένη σε σχέση με τις όμορες περιοχές, όπου δέχεται τις επιφανειακές απορροές και διατηρεί νερό κατά τους χειμερινούς μήνες. Το σύστημα είναι γενικά αδιατάραχτο εκτός από μικρές παρεμβάσεις που έχουν γίνει περιμετρικά (εκχερσώσεις για καλλιέργειες και για διέλευση οχημάτων με μικρή όμως ένταση, μαντριά για ζώα και βόσκηση και πολύ λίγες αποθέσεις αδρανών), οι οποίες όμως στην παρούσα φάση δεν πιέζουν ιδιάιτερα το σύστημα. Στο εσωτερικό του δεν υπάρχει πρόσβαση λόγω πυκνής βλάστησης. Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν καλλιέργειες ελιάς και πευκοδάση. Απαντάται ο οικότοπος 92D0 Νότια παρόχθια δάση-στοές και λόχμες (Nerio-Tamaricetea και Securinegion tinctoriae) με κυρίαρχη την παρουσία της λυγαριάς (Vitex agnus castus). Περιμετρικά της διάπλασης αυτή φύονται παλιούρια (Paliurus spina-christi), φτελιές (Ulmus sp.), σχίνοι (Pistacia lentiscus), βάτα (Rubus sp.) και άλλα ξυλώδη είδη. Ο υγρότοπος δεν βρίσκεται σε κάποιο καθεστώς προστασίας (Επίσκεψη για την απογραφή: Θ. Γιαννακάκης 20/08/2014).

ΛΙΜΝΗ ΔΥΣΤΟΣ Ή ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΠΤΥΧΩΝ (πηγές: σταχυολόγηση από http://www.naturagraeca.com, http://www.zarka.gr/notia-evia/76-nature-fisi/1179-dystoslake.html, και από Langangen, 2010 -Flora Mediter., 20, 149-157, Some charophytes collected on the island of Evia, Nikolakopoulos, Pavlopoulos, 2004 -Proc. of SPIE , Remot., Sens., Agricul., Ecosys., Hydrol., VI, doi: 10.1117/12.567172, Vol. 5568, Environmental monitoring of lake Distos, using multitemporal and multisensor remote sensing data )

Η σημερινή λίμνη ή έλος, αποτελεί το χαμηλότερο σημείο μίας κλειστής λεκάνης της περιοχής, χωρίς επιφανειακή απορροή, με την αποστράγγιση της οποίας είχαν ασχοληθεί ακόμη και οι Ερετριείς κατά την αρχαιότητα, όταν κατέλαβαν την περιοχή. Έχει μικρό βάθος, εκτεταμένους καλαμιώνες και ακανόνιστο σχήμα. Η λίμνη Δύστος, μια ευτροφική ρηχή λίμνη, βρίσκεται νοτιοανατολικά του Αλιβερίου και βόρεια των Ζαράκων. Η δημιουργία της πιθανότητα οφείλεται σε τεκτονικές διαταράξεις κατά τα τέλη της τριτογενούς γεωλογικής περιόδου, κατά τις οποίες η κοιλάδα του Δύστου μεταβλήθηκε σε κλειστή λεκάνη. Ένα από τα χαρακτηριστικά της είναι η αυξομειούμενη στάθμη της, ως αποτέλεσμα της επίδρασης των καιρικών συνθηκών και κυρίως του ετήσιου ύψους βροχόπτωσης στην περιοχή, αλλά και της δομής των πετρωμάτων (διάτρητος καρστικοποιημένος Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

186


ασβεστόλιθος)

που διευκολύνει την αυτόματη και σταδιακή απώλεια ποσοτήτων νερού. Η περιοχή συχνά μαστίζεται από περιόδους παρατεταμένης ανομβρίας, επικράτησης ξηροθερμικών συνθηκών, συνδυασμένα με την ένταση της ανθρώπινης παραγωγικής δραστηριότητας, που εγκυμονούν κινδύνους ακόμα και δημιουργίας συνθηκών υφαλμύρωσης του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα. Παλαιότερα τα νερά της διοχετεύονταν σε καταβόθρες, κάτω από τα ασβεστολιθικά βουνά του Ψωριάρης και της Τσούκα, αλλά και επιφανειακά από το ρέμα Βαθύ Κανάλι, περιοδικής ροής που εκβάλλει στο Πόρτο-Μπούφαλο. Σε περιόδους παρατεταμένης ανομβρίας το μέγεθός της μειώνεται σημαντικά και σχεδόν η λίμνη αποξηραίνεται και με τη συμβολή των υπεραντλήσεων νερών για άρδευση και παλαιότερα για βιομηχανική χρήση από την τσιμεντοβιομηχανία ΑΓΕΤ Ηρακλής. Η σύσταση του εδάφους και η φυσική διάρθρωση της λεκάνης απορροής (π.χ., ομαλές κλίσεις, επίπεδα βοσκοτόπια), ευνοούν την ανάπτυξη πλούσιας ελόβιας και υδρόβιας βλάστησης και έτσι προσφέρεται η περιοχή για το φώλιασμα και την αναπαραγωγή υδρόβιων πτηνών. Η λίμνη Δύστος είναι χαρακτηρισμένη ως ‘’Ζώνη Ειδικής Προστασίας’’, καθώς είναι σημαντική περιοχή για τα πουλιά της Ελλάδας και έχει καταχωρηθεί ( απόφαση του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) από το 1979 στον κατάλογο ‘’Important Bird Areas In the EEC’’ και σήμερα αποτελεί Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) για τη διατήρηση των πτηνών. Η λίμνη Δύστος, σε σχετικά πρόσφατη καταγραφεί (2010), αναφέρεται ως λίμνη με υψηλό ευτροφισμό και είναι αλκαλική (καταγράφηκαν τιμές pH 8.7, αγωγιμότητα 1320μS/cm, ιόντα ασβεστίου 32 mg/l), όπως δείχνουν οι τιμές τις αγωγιμότητας και των ιόντων ασβεστίου. Σε παλαιότερες εποχές η λίμνη απλωνόταν σε μεγαλύτερη έκταση. Με τη ροή του χρόνου και τις δραστηριότητες του ανθρώπου η λίμνη συρρικνώθηκε. Είναι πλούσια σε βλάστηση και ιδιαίτερα με καλαμώνες (π.χ., Phragmites australis, Typha latifolia, Scirpus lacustris), οι οποίοι καλύπτουν περίπου το 90% της υδάτινης επιφάνειας της λίμνης, αφήνοντας διάκενα μόνο στο κέντρο και στις δυτικές όχθες της. Κατά μήκος της ακτής σε αβαθή τμήματα βρέθηκαν διάσπαρτες αραιές συστάδες από τα χαρόφυτα Chara connivens, αναμιγμένο με Chara globularis. Επίσης έχουν καταγραφεί και τα υδρόβια φυτά Myriophyllum sp., Scirpus lacustris, Potamogeton sp., Veronica anagallis-aquatica, Rorippa nasturtium-aquaticum, Ranunculus sp., Lemna gibor και πολλά άλλα. Ανάμεσα σε αυτή τη βλάστηση βρέθηκαν και νηματοειδή χλωροφύκη φύκη των γενών Cladophora και Oedogonium. στους γύρω λόφους απλώνονται μεσογειακοί θαμνώνες με σκίνα, αφάνες και θυμάρια, ανάμεσα στα οποία φυτρώνουν διάφορα λουλούδια. Τα πιο σημαντικά είναι ο κρόκος Crocus laevigatus, οι ίριδες Hermodactylus tuberosus και Gynandriris sisyrinchium, οι ορχιδέες Serapias bergonii, Orchis italica, Ο. papilionacea, Ophrys leucadica, Ο. sicula, Ο. leochroma, Ο. ferrumequinum, Ο. mammosa και Ο. aesculapii.

Η ερπετοπανίδα είναι και αυτή πλούσια αν και απειλείται έντονα από τις αποξηράνσεις. Εδώ, ζουν πρασινόφρυνοι, βαλκανοβάτραχοι, βαλτοχελώνες, ποταμοχελώνες, κρασπεδοχελώνες, τρανόσαυρες, νερόφιδα, δεντρογαλιές, και άλλα. Παλαιότερα, υπήρχαν αναφορές για την υπάρξη της βίδρας στην περιοχή, κάτι που δεν έχει επιβεβαιωθεί και είναι σχεδόν αδύνατη η ύπαρξή της. Η ιχθυοπανίδα της λίμνης περιλαμβάνει ψάρια που έχουν εισαχθεί στη λίμνη κατά το παρελθόν και είναι ο κοινός κυπρίνος ή γριβάδι και το κουνουπόψαρο (Cyprinus carpio και Gambusia holbrooki). Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

187


Η λίμνη είναι πολύ σημαντική για την αναπαραγωγή δεκάδων παρυδάτιων ειδών. Από τα 9 είδη ερωδιών που υπάρχουν στην Ελλάδα, τα έξι έχουν παρατηρηθεί στη λίμνη, ενώ τα πέντε από αυτά φωλιάζουν εδώ. Πρόκειται για μικροτσικνιάδες, νυχτοκόρακες, ήταυρους, κρυπτοτσικνιάδες και λευκοτσικνιάδες. Από τα παρυδάτια και υδρόβια πουλιά στη λίμνη ζουν χαλκόκοτες, σταχτοτσικνιάδες, πορφυροτσικνιάδες, πελαργοί, βουβόκυκνοι, ακτίτες, αλκυόνες, πετροτουρλίδες, φαλαρίδες, μαχητές, νανοβουτηχτάρια, κοκκινοσκέληδες, καλαμοκανάδες, καλημάνες, μπεκατσίνια, κιρκίρια, πρασινοκέφαλες πάπιες, σαρσέλες, βαλτόπαπιες, κ.α. Από τα αρπακτικά συναντά κανείς σπιζαετούς, φιδαετούς, σφηκιάριδες, γερακίνες, αετογερακίνες, δεκάδες καλαμόκιρκους, βαλτόκιρκους, στεπόκιρκους, πετρίτες, ξεφτέρια, δεντρογέρακα, μαυροκιρκίνεζα, μπούφους, κουκουβάγιες, τυτούδες, γκιώνηδες, κ.α. Από τα μικροπούλια στη λίμνη και γύρω από αυτήν ζουν 4 είδη από ποταμίδες, 7 είδη τσιροβάκων, 4 είδη από κελάδες, 3 είδη από σταχτάρες, 3 είδη από γλαρόνια, 3 είδη από στριτσίδες, αηδόνια, μελισσοφάγοι, βραχοτσοπανάκοι, χαλκοκουρούνες, αμπελουργοί, κ.α. Επίσης, είναι σημαντική η περιοχή για αναπαραγόμενους ερωδιούς. Στα αναπαραγόμενα είδη περιλαμβάνονται εννέα από τα 21 στην Ευρώπη που περιορίζονται, όταν αναπαράγονται, στη Μεσογειακή διάπλαση (π.χ., Alectoris graeca πετροπέρδικα, Aythya nyroca βαλτόπαπια, Ixobrychus minutus μικροτσικνιάς, Oenanthe hispanica ασπροκώλα, Sitta neumayer βραχοτσοανάκος, Hippolais olivetorum λιοστριτσίδα, Sylvia rueppelli μουστακοτσιροβάκος, Sylvia melanocephala μαυροτσιροβάκος, Sylvia cantillans κοκκινοτσιροβάκος, Emberiza caesia σκουρόβλαχος, Emberiza melanocephala αμπελουργός).

Τα τελευταία χρόνια η λίμνη περιορίζεται, καθώς τη θέση της παίρνουν τα χωράφια. Οι φωτιές στους καλαμιώνες είναι συχνό φαινόμενο, ενώ οι συνεχιζόμενες υδροληψίες για τη βιομηχανία και τη γεωργία απειλούν τη λίμνη με πλήρη αποξήρανση. Σε αυτά οφείλουν να προστεθούν τα νταμάρια στις δυτικές πλαγιές των λόφων που την περιβάλλουν, η ύπαρξη αιολικού πάρκου στους λόφους πάνω από τη λίμνη, το παράνομο κυνήγι και η ανυπαρξία διαχείρισης και ελέγχου. Περισσότερες πληροφορίες για τη λίμνη δείτε στο ψηφιακό βιβλίο ´´Οι Λίμνες στην Ελλάδα´´, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-Greece. ΛΙΜΝΙΟ ΕΠΟΧΙΚΟ ΜΕΓΑΛΗ ΣΒΑΛΑ, ΑΙΔΗΨΟΣ, ΕΥΒΟΙΑ (πηγή: σταχυολόγηση από WWF Ελλάς/ http://www.oikoskopio.gr) Η Μεγάλη Σβάλα βρίσκεται περίπου 3.2 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του οικισμού Καστανιώτισσα και υπάγεται διοικητικά στο Δήμο Ιστιαίας - Αιδηψού. Πρόκειται για ένα ορεινό εποχικό λιμνίο που τροφοδοτείται από τα νερά των βροχοπτώσεων και τις επιφανειακές απορροές κατά την υγρή περίοδο, ενώ τους καλοκαιρινούς μήνες το λιμνίο στεγνώνει. Ο υγρότοπος δεν δέχεται ιδιαίτερες πιέσεις εκτός από μικρής έντασης βόσκηση από αιγοπρόβατα και άλογα, ενώ και η κυνηγητική δραστηριότητα είναι σχετικά περιορισμένη. Στα νοτιοδυτικά όρια του λιμνίου υπάρχει μια στάνη που χρησιμοποιείται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Στην ευρύτερη περιοχή φύεται δάσος με βελανιδιές που υπόκειται σε διαχείριση, ενώ πυκνό είναι και το δίκτυο των δασικών δρόμων. Απαντάται ο οικότοπος 72Α0 - Καλαμώνες. Στο λιμνίο επικρατούν τα ψαθιά (Typha sp.), ενώ σημαντική είναι η παρουσία μέντας (Mentha sp.). Στον υγρότοπο παρατηρήθηκε ένας σημαντικός αριθμός αμφιβίων (Pelophylax kurtmuelleri και Hyla arborea), ενώ κατά την επίσκεψη Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

188


διαπιστώθηκαν ίχνη από αγριογούρουνα (Περίοδος αναφοράς πρωτογενών δεδομένων WWF: 08/2012. Απογραφείς: Θ. Γιαννακάκης).

ΛΙΜΝΙΟ ΕΠΟΧΙΚΟ ΜΙΚΡΗ ΣΒΑΛΑ, ΑΙΔΗΨΟΣ, ΕΥΒΟΙΑ (πηγή: σταχυολόγηση από WWF Ελλάς/ http://www.oikoskopio.gr) Η Μικρή Σβάλα βρίσκεται περίπου 2.4 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του οικισμού Γαλατσάδες και υπάγεται διοικητικά στο Δήμο Ιστιαίας - Αιδηψού. Πρόκειται για ένα ορεινό εποχικό λιμνίο που τροφοδοτείται από τα νερά των βροχοπτώσεων και τις επιφανειακές απορροές κατά την υγρή περίοδο, ενώ τους καλοκαιρινούς μήνες το λιμνίο στεγνώνει. Ο υγρότοπος δεν δέχεται ιδιαίτερες πιέσεις εκτός από μικρής έντασης βόσκηση από αιγοπρόβατα και άλογα, ενώ και η κυνηγητική δραστηριότητα είναι περιορισμένη. Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχει δάσος με βελανιδιές που υπόκειται σε διαχείριση, ενώ πυκνό είναι και το δίκτυο των δασικών δρόμων. Απαντάται ο οικότοπος 72Α0 - Καλαμώνες με κυρίαρχο είδος το Phragmites australis ενώ σημαντική είναι η παρουσία μέντας (Mentha sp.). Στον υγρότοπο παρατηρήθηκε ένας σημαντικός αριθμός αμφιβίων (Pelophylax kurtmuelleri και Hyla arborea) ενώ κατά την επίσκεψη διαπιστώθηκαν ίχνη από αγριογούρουνα (Περίοδος αναφοράς πρωτογενών δεδομένων WWF: 08/2012. Απογραφείς: Θ. Γιαννακάκης).

ΛΙΜΝΙΟ ΜΟΝΙΜΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟΥ ΤΑΝΑΪΔΑΣ, ΔΙΡΦΗ, ΕΥΒΟΙΑ (πηγή: σταχυολόγηση από WWF Ελλάς/ http://www.oikoskopio.gr) Το Λιμνίο οροπεδίου Ταναϊδας βρίσκεται περίπου 2.5 χιλιόμετρα νότια – νοτιοανατολικά του οικισμού Αγία Σοφία, στο Δήμο Διρφύων – Μεσσαπίων της Εύβοιας. Πρόκειται για ένα μόνιμο λιμνίο Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

189


που βρίσκεται στην άκρη του οροπεδίου, σε υψόμετρο περίπου 1050 μέτρων. Δέχεται τις επιφανειακές απορροές από όλη τη λεκάνη του οροπεδίου και συγκεντρώνεται στο σημείο αυτό λόγω της παρουσίας αργιλικού υποστρώματος, ωστόσο στο ανατολικό του τμήμα υπάρχει μια καταβόθρα, από την οποία διαφεύγει το νερό όταν ανέβει η στάθμη του. Τους χειμερινούς μήνες το λιμνίο μπορεί να παγώσει. Η περιοχή αποτελεί καλοκαιρινό βοσκότοπο για αιγοπρόβατα και προφανώς η παρουσία νερού εξυπηρετεί αυτό το σκοπό. Επιπλέον παρατηρείται λίγο κυνήγι, ενώ μέσα στο λιμνίο εισέρχονται και αυτοκίνητα. Δεν απαντάται υγροτοπική βλάστηση (υγρολιβαδική, υφυδατική), ενώ περιμετρικά του λιμνίου όπως και στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν έλατα. Παρατηρήθηκαν φρύνοι (Bufo bufo), καθώς και γυρίνοι, πιθανότατα του ίδιου ζώου.

Ο υγρότοπος υπάγεται σε περιοχή που έχει χαρακτηριστεί ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας (GR2420011) ενώ είναι και Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά (GR111) (Επίσκεψη για την απογραφή WWF: Θ. Γιαννακάκης 8/2014).

3.2γ. Στην Πελοπόννησο Οι υγροτοπικές περιοχές της Πελοποννήσου ενταγμένες στο γεωμορφολογικό ανάγλυφό της, στις κλιματικές ιδιαιτερότητές της, αλλά κυρίως στις δραστηριότητες του ανθρώπου, εμφανίζουν συρρίκνωση την τελευταία εικοσαετία κατά 17000 στρέμματα περίπου. Παρόλα αυτά, οι σημαντικότερες υγροτοπικές περιοχές εντοπίζονται στη βορειοδυτική και δυτική Πελοπόννησο με λίμνες και λιμνοθάλασσες, γενικότερα με ποταμούς, παραπόταμους και στις εκβολές τους, με εσωτερικές και παράκτιες φυσικές και τεχνητές λίμνες, και σε μικρές ορεινές και ημιορεινές φυσικές λίμνες, με πηγές και κεφαλάρια και άλλα. ΛΙΜΝΗ ΚΑΪΑΦΑ, ΗΛΕΙΑ (πηγή: σταχυολόγηση από Lambrakis, Katsanou, Siavalas, 2014 -In Ed., A.Baba, J. Bundschuh, D.Chandrasekharam, Geothermasl Systems and Energy Resources: Turkey and Greece, Geothermal fields and thermal waters of Greece, an overview, 25-46pp., Christia et al., 2013 -Environ., Earth Sci., 1-16, Seasonal and spatial variations of water quality , substrate and aquatic macrophytes based on side scan sonar, in an eastern Mediterranean lagoon, Kaiafas, Ionian sea, Poulos et al., 2012 -Earth Sci., 66, 966–995, A geomorphological investigation of the formation and evolution of the Kaiafas sand-dune field (Kyparissiakos Gulf, Christia et al., 2011 -Bot., Marin., 54, 169-178, A survey of the benthic aquatic flora in transitional water systems of Greece and Cyprus, Κωστοπούλου, 2010 -Μεταπτ., Διατρ., Πανεπιστήμιο Πατρών, 91σελ., Γεωφυσικά και μικροβιολογικά χαρακτηριστικά της λιμνοθάλασσας του Καϊάφα).

Η λίμνη ή λιµνοθάλασσα του Καϊάφα είναι ένα παράκτιο οικοσύστηµα, στις ακτές του Κυπαρισσιακού κόλπου, στη δυτική Πελοπόννησο, στη Ζαχάρω. Είναι μια υφάλμυρη, μερομικτική Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

190


κατά την άποψή μας λίμνη, βαθιά για παράκτιο σύστημα (8.1 μέτρα, μετά την πρόσφατη βυθοκόρηση, ενώ έρευνες διαπίστωσαν ότι ποτέ δεν είχε βάθος μεγαλύτερο των 5 μέτρων στο παρελθόν ), και τεκτογενούς προέλευσης σε καρστικοποιημένο περιβάλλον (καρστικά σπήλαια και αναβλύσεις νερού). Στην πορεία του χρόνου μετασχηματίστηκε σε παράκτια λίμνη, σε συνδυασμό με τη δράση της αιολικής ενέργειας πάνω στους αμμόλοφους, της δράσης του κυματισμού της θάλασσας και της μεταφοράς φερτών υλικών των γύρω ποταμών (π.χ., Αλφειός ποταμός και άλλοι μικρότεροι).

Η σημερινή λίμνη, συνδέεται με τη γειτονική θάλασσα με ένα δίαυλο επικοινωνίας και τοποθετείται πίσω από μια πλατιά αμμολουρίδα πλάτους περίπου 400 μέτρων, και συστήματος αμμοθινών (μήκος περίπου 6 χιλιόμετρα), του δάσους της Στροφυλιάς του Καϊάφα (έκταση περίπου 1500 στρέμματα με κουκουναριες –Pinus pinea, χαλέπια πεύκα –Pinus halepensis, πλατάνια –Platanus orientalis, χαρουπιές – Ceratonia siliqua, αμμοφύλλα –Ammophila arenariae, αγρόπυρο –Agropyron mediterraneum, ευφόρβια – Euphorbia terracina, σιλένη –Silene nicaensis και πολλά άλλα ). Πολλές φορές ο δίαυλος αυτός στο στόμιο επικοινωνίας του με τη θάλασσα, φράσσεται από αμμώδη συστατικά με τη δράση των κυμάτων και των ρευμάτων μεταφοράς φερτού υλικού της περιοχής. Η λίμνη, στη βόρεια πλευρά περιτριγυρίζεται από τον ορεινό ασβεστολιθικό όγκο του όρους Λαπήθα (οι Λάπηθες ήσαν μυθολογικά όντα ίδιας καταγωγής με τους Κενταύρους), με τα σπήλαια των Ανυγρίδων Νυμφών (σύμφωνα με τη μυθολογία κατοικούσαν εκεί οι νύμφες Καλλιάφεια, Πηγαία, Ίασις ) και το Γεράνιο Άντρον, από τα οποία αναβλύζουν ιαματικές πηγές (υδρο-θειο-νατριο-χλωριούχα και με άφθονα μεταλλικά ιόντα) και από τα οποία κυρίως τροφοδοτείται η λίμνη. Επίσης, η λίμνη δέχεται τα νερά ενός μικρού ποταμού, Μαυροποτάμι ( ο αρχαίος ποταμός Άνυγρος=δύσοσμος ποταμός), και απορροές κυρίως μέσω αποστραγγιστικών καναλιών ( π.χ., γεωργικές απορροές και αστικά λύματα). Πρόσθετα, η λίμνη περιβάλλεται τμηματικά από ελώδεις περιοχές, γεωργικές καλλιέργειες, τσιμεντένιο κρηπίδωμα στα νότια περιθώριά της (εκτεταμένες παρεμβάσεις έγιναν τη δεκαετία του ’70, με την κατασκευή κρηπιδώματος στα νότια περιθώρια, εκβάθυνση σχεδόν στο σύνολο της λίμνης, επαναδιευθέτηση της εσωτερικής ακτής της αμμολουρίδας και της νησίδας των τουριστικών εγκαταστάσεων, αποξήρανση έκτασης στα βόρεια, διαπλάτυνση δίαυλου επικοινωνίας με τη θάλασσα ), ενώ χαρακτηριστικό είναι το νησί της Αγίας Αικατερίνης,

που βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της, συνδεόμενο με τη στεριά μέσω λουρίδας στεριάς περίπου 60 μέτρων και γέφυρας. Σημειώνεται, ότι με την καταστροφική πυρκαγιά του 1970, κατά την οποία αποτεφρώθηκε περίπου το 22% του δάσους της Στροφυλιάς, η περιοχή υποβαθμίστηκε σημαντικά (μαζί με την αποξηρανθείσα λίμνη Αγουλινίτσα, αποτελούσε σημαντικό βιότοπο για διαχείμαση, αναπαραγωγή και μετανάστευση πολλών πτηνών ), καθώς επηρέασε τα επιμέρους ενδιαιτήματα της περιοχής με διαφορετικό τρόπο και ένταση, ενώ σήμερα αρχίζει η περιοχή να ανακάμπτει σταδιακά. Εξάλλου, πρόβλημα για την περιοχή είναι το παράνομο κυνήγι (ο Καϊάφας, ήταν ονομαστός επίσης κυνηγότοπος για τις μπάλιζες, που τις κυνηγούσαν μέσα από μονόξυλα μέσα στη λίμνη) και η απαρχαιωμένη μονάδα βιολογικού καθαρισμού της Ζαχάρω, (όταν λειτούργησε το 1970, ήταν πρωτοποριακό και πρότυπο έργο σε ολόκληρη την Πελοπόννησο ), η οποία πολλές φορές διοχετεύει ακατέργαστα αστικά λύματα μέσα στη λίμνη του Καϊάφα. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

191


Η λίμνη Καϊάφα, γεωμορφολογικά, βρίσκεται στον πόδα ενός συμπαγούς καρστικοποιημένου ασβεστολιθικού αναγλύφου (όρος Λαπήθας), εντάσσεται με την ευρύτερη έννοια, στο υγροτοπικό σύστημα του ποταµού Αλφειού και της αποξηραμένης λίμνης Αγουλινίτσας. Σύμφωνα με έγκυρες διαπιστώσεις ελλήνων και ξένων επιστημόνων, το σύστηµα αυτό από το έτος 8000π.Χ., και εντεύθεν, προήλασε στη σημερινή του θέση σε τέσσερα ευδιάκριτα επεισόδια προέλασης. Μεταξύ άλλων, η λίμνη Καϊάφα, που ποτέ το βάθος της δεν ξεπερνούσε τα 5 μέτρα (με τη βυθοκόρηση της δεκαετίας του ’70 απέκτησε μέγιστο βάθος 8.1 μέτρα), µπορεί να θεωρηθεί ως η επιφανειακή εκδήλωση και συνέχεια ενός ψυχρού καρστκού υδροφόρου ορίζοντα που σχηµατίζεται στους ανω-κρηπιδικούς ασβεστόλιθους του όρους Λάπηθα που βρίσκεται στα ανατολικά της περιοχής. Εκεί ακριβώς απαντούν τα καρστικά σπήλαια με τις ιαματικές πηγές των ‘’Ανυγρίδων Νυµφών’’ και του ‘’Γεράνιου Άντρου’’. Τα θερµοµεταλλικά νερά αυτών των πηγών, δηλώνουν την παρουσία και ενός επιπλέον θερµού υδροφόρου ορίζοντα. Εξάλλου, τα νερά αυτών των πηγών εκφορτίζονται µέσα στη λίμνη, ενώ στη νησίδα της Αγίας Αικατερίνης (τουριστικές εγκαταστάσεις), υπάρχουν πηγάδια µε γλυκό νερό, προφανώς λόγω της εκφόρτισης του γειτονικού καρστ.

Τα νερά της λίμνης χαρακτηρίζονται ως υφάλµυρα (7.20-9.20%ο), καθόλη τη διάρκεια του έτους (2004). Γενικά, οι χαµηλές τιµές της αλατότητας δείχνουν περιορισμένη επίδραση του θαλασσινού νερού, ενώ αντιθέτως η δράση της καρστικής υδροφορίας συμβάλλει ουσιαστικά στη διατήρηση αυτών των τιµών (χαµηλότερες τιµές την περίοδο Μάρτιος 1995 και Μάϊος 1995, λόγω εµπλουτισµού του καρστικού υδροφόρου ορίζοντα µε ατµοσφαιρικά κατακρηµνίσµατα και τις υψηλότερες τιμές την περίοδο Αύγουστος 1995 και Οκτώβριος 1994, µε τη µείωση ή και την απουσία του προαναφερθέντος εµπλουτισµού). Η δράση αυτή αφορά το σύνολο των νερών της λίμνης και εξηγεί την απουσία ζώνωσης της αλατότητας σε όλη τη διάρκεια του έτους ( κατά την άποψή μας, εφόσον δεν υπάρχουν δεδομένα σε ολόκληρη τη στήλη του νερού δεν μπορούμε να αποφανθούμε για τη ζώνωσηστρωμάτωση των νερών της λίμνης).

Ως προς την ελόβια βλάστηση της λίμνης, αυτή κυριαρχείται από τους καλαμώνες (π.χ., Phragmites australis, Scirpus lacustris, Typha latifolia), ενώ εντυπωσιακή είναι η ανάπτυξη των υδρόβιων φυτών σε μεγάλο μέρος του πυθμένα της λίμνης. Έτσι, εκεί υπάρχει εκτεταμένη φυτοκάλυψη-λειμώνες με το χαρόφυτο Chara hispida f. corfuensis (στο νοτιοανατολικό τμήμα με ποσοστό κάλυψης 20-50%, ενώ στο βόρειο τμήμα το ποσοστό κάλυψης με λειμώνες ανέρχεται από 80-100%), πάνω σε ιλυώδη προς αμμώδη πυθμένα και σε διαυγή νερά, και το υδρόφυτο αγγειόσπερμο Potamogeton pectinatus (νοτιοανατολικό και κεντρικό τμήμα, ποσοστό κάλυψης 20-100%), που οι βλαστοί του σε αρκετά τμήματα του βυθού (16%) φτάνουν και μέχρι την επιφάνεια της λίμνη, και αναπτύσσεται πάνω σε λασπώδη και αμμολασπώδη υποστρώματα συνήθως με λίγες πέτρες και νεκρά όστρακα. Επίσης, έχει καταγραφεί μεταξύ των άλλων Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

192


μακροφυκών και η παρουσία του οχρόφυτου Ectocarpus sp. Πρόσθετα, σημειώνεται ότι η ηχοβολιστική μελέτη της βλάστησης (2007, 2013), διαπίστωσε και περιοχές γυμνές από βλάστηση, όπου εμφανίζονται μικρές καταπτώσεις του πυθμένα με κρατηρόμορφες γεωμορφές που πιθανώς σχετίζονται με διαφυγές ρευστών (π.χ., αερίων ή και υγρών) από τον πυθμένα (σύμφωνα με προσωπική εκτίμηση, ανάλογες γεωμορφές και διαφυγές ρευστών εμφανίζονται και στη λίμνη Μουστός στο Άστρος Κυνουρίας, αυτά που αποκαλούνται στη λιμνολογία ‘’Will-O-Wisp’’ σχηματισμοί).

Στην ευρύτερη περιοχή του Καϊάφα, οι περιοχές με τη μεγαλύτερη οικολογική αξία είναι οι υγροτοπικές εκτάσεις, όπου συναντώνται τουλάχιστον 42 ειδών πουλιών, ενώ στην ευρύτερη περιοχή έχουν παρατηρηθεί περίπου 162 είδη πουλιών, από τα οποία τα 76 είδη ανήκουν σε μη στρουθιόμορφα πουλιά, ενώ τα υπόλοιπα 86 ανήκουν στα στρουθιόμορφα. Τα παραλιακά αμιγή πευκοδάση της Στροφυλιάς, δεν είναι ιδιαίτερα πλούσια σε είδη πανίδας. Στη βορειότερη όμως περιοχή, υπάρχει μεγαλύτερη ετερογένεια στο τοπίο με τα πευκοδάση να εναλλάσσονται με εποχιακούς βάλτους και η εμφανιζόμενη βιοποικιλότητα είναι πολύ πλουσιότερη. Άλλοι σημαντικοί οικότοποι στην περιοχή είναι οι βάλτοι, οι ελώδεις περιοχές, τα υγρά λιβάδια και οι ρηχές ανοικτές υδάτινες επιφάνειες, τα οποία όμως διαρκώς περιορίζονται και χάνουν την ετερογένειά τους. Από τα δασικά είδη πτηνών που φωλιάζουν στην ευρύτερη περιοχή, ιδιαίτερη σημασία έχουν τα σπάνια πουλιά που φωλιάζουν στις ορθοπλαγιές πάνω από τη λίμνη, κυρίως ο μπούφος και ο πετρίτης, ενώ στις σπηλιές του βουνού έχουν καταγραφεί εννιά είδη νυχτερίδων. Άλλα κοινά είδη που φωλιάζουν στα βράχια είναι το βραχοκιρκίνεζο, ο βραχοτσοπανάκος, ο γαλαζοκότσυφας, ο αετομάχος και πολλά άλλα. Η λίμνη του Καϊάφα, γενικά αποτελεί ένα σημαντικό πόλο για τη διαχείμαση υδροβίων στην ευρύτερη περιοχή. Ένα από τα σημαντικότερα υγροτοπικά είδη που διαχειμάζουν στη λίμνη του Καϊάφα, είναι η παγκοσμίως απειλούμενη βαλτόπαπια. Η σταδιακή αύξηση της χρονικής και πληθυσμιακής παρουσίας αυτού του είδους τα τελευταία χρόνια στη λίμνη, δείχνει τη σημαντικότητα της περιοχής, αλλά και την αναγκαιότητα συνολικής προστασίας των εκεί οικοσυστημάτων. Περισσότερες πληροφορίες για τη λίμνη δείτε στο ψηφιακό βιβλίο ´´Οι Λίμνες στην Ελλάδα´´, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-Greece ΛΙΜΝΗ ΛΑΜΙΑ, ΑΧΑΪΑ (πηγές:

σταχυολόγηση από Φορέας Διαχείρισης Υγροτόπων Κοτυχίου-Στροφυλιάς: http://www.fdchelmos.gr/pdf/fdyks.pdf, και από Τσέλικα, 2010 (Μεταπτ., Διατρ., Πανεπιστήμιο Πατρών, 92σελ., Περιβαλλοντική υδρογεωλογική μελέτη της πεδινής ζώνης της Βορειοδυτικής Πελοποννήσου με τη χρήση υδροχημικών μεθόδων), Οικονόμου και συν., 1999 (Τεχν., Έκθεσ., ΕΚΘΕ/ΠΕΝΕΔ, 341σελ., +4 Παραρτ., Ενδημικά ψάρια Δ.Ελλάδος και Πελοποννήσου, κατανομή, αφθονία κίνδυνοι, μέτρα προστασίας ).

Η λίμνη Λάμια βρίσκεται στο σύμπλεγμα λιμνοθαλασσών, λιμνών, ελών, αμμοθινών και δασών κατά μήκος των βορειοδυτικών ακτών της Πελοποννήσου (π.χ., Πρόκοπος, Λάμια, Πάπας, Στροφυλιά) που ανήκουν σε περιοχή Natura2000 και προστατεύονται από τη σύμβαση Ramsar. Η περιοχή αυτή συγκαταλέγεται στα σημαντικά οικοσυστήματα όπου αναπτύσσεται πλουσιότατη πανίδα και χλωρίδα και ποικιλομορφία οικοτόπων, ενώ δεν λείπουν και οι απειλές υποβάθμισης από κλιματικούς και ανθρωπογενείς παράγοντες. Ειδικότερα, η Λάμια, είναι αβαθής υδατοσυλλογή, με έκταση περίπου 4 τ.χλμ., μέγιστο πλάτος 3 χλμ., και μέγιστο πλάτος 1,1 χλμ., επικοινωνεί με τη θάλασσα, ενώ δέχεται σημαντικό μέρος των απορροών της λεκάνης, μέσω ρεμάτων και χειμάρρων. Η λίμνη ή το έλος Λάμια, είναι ποταμογενούς προέλευσης, καθώς τα νερά των χειμάρρων της περιοχής (π.χ., Βουπράσιος, Σκοτεινός, Ρούσκουλας, και τα ρέματα Ούρδικα, Μυλαύλακο ) στερούμενα άμεσης φυσικής εξόδου προς τη θάλασσα, δημιούργησαν το εκεί υδάτινο σώμα. Εξάλλου, και η παρεμβολή μιας υψηλής ζώνης αμμοθινών, απόκοψαν τη λίμνη από τη γειτονική θάλασσα με την οποία συνδέεται. μέσω μιας αύλακας μήκους 6500 μέτρων και πλάτους 20-30 μέτρων. Η λίμνη Λάμια, μαζί με τη γειτονική λιμνοθάλασσα Πρόκοπος, βρίσκονται ανάμεσα σε δασύλλια με αλμυρίκια και εκτεταμένα υγρά λιβάδια και αλίπεδα, ενώ στα περιθώρια των υδάτινων σωμάτων αναπτύσσονται περιοδικά κατακλυζόμενες εκτάσεις. Σε αυτές τις επίπεδες επιφάνειες η χλωρίδα που έχει καταγραφεί αποτελείται από αλόφυτα (π.χ., Arthrocnemum ftuticosum, Salsola kali, Salsola soda), κα άλλα είδη (π.χ., Chenopodium album, Limonium vulgare, Cressa cretica).

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

193


Τόσο στη λίμνη, όσο και στη λιμνοθάλασσα έχουν αναπτυχθεί ελόβιες και υδρόφιλες φυτοκοινωνίες (π.χ., Phragmites australis, Typha domingensis, Alisma lanceolatum, Nasturium officinale, Ranunculus trichophyllus, Callitriche leniscula, Utricularia vulgaris, Lemna gibba, L. minor, Potamogeton sp., αλλά και χαρόφυτα όπως Chara hispida f.corfuensis, Ch., canescens).

(1=Πρόκοπος, 2=Λάμια, 3=Πάπας, 4=Στροφυλιά)

Στη λίμνη Λάμια έχουν καταγραφεί τα ψάρια ντάσκα –Pelasgus ή Pseudophoxinus stymphalicus, που είναι ενδημικό της Βαλκανικής, το εισαχθέν κουνουπόψαρο –Gambusia affinis και χέλια –Anguilla anguilla. Η λιμνοθάλασσα Καλόγρια ή ιχθυοτροφείο Πάππας (ιχθυοτροφική εκμετάλλευση) επικοινωνεί με τη θάλασσα μέσω εκβαθυσμένου αύλακα στο βόρειο άκρο του ακρωτηρίου Άραξος και μέσω τεχνητής τάφρου στην ανατολική πλευρά της. Η επιφάνειά της κυμαίνεται από 4-5 τ.χλμ., και τα βάθη της είναι μέχρι 5 μέτρα το μέγιστο. Τροφοδοτείται με τις απορροές ποταμοχειμάρρων, αριθμό πηγών εκφόρτισης της καρστικής υδροφορίας του γειτονικού λόφου Μαύρα Βουνά, αλλά και από τεχνητή ρυθμιζόμενη εισροή της θάλασσας.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

194


Περισσότερες πληροφορίες για τη λίμνη δείτε στο ψηφιακό βιβλίο ´´Οι Λίμνες στην Ελλάδα´´, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-Greece ΛΙΜΝΗ ΜΟΥΣΤΟΣ, ΑΣΤΡΟΣ ΚΥΝΟΥΡΙΑΣ, ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (πηγές: σταχυολόγηση από τις δημοσιεύσεις, Koussouris T.,1978, Botanical observations in lake Meligou Peloponnisos, Greece. Thalassographica 2:19-25. Koussouris T., Photis G.,1979, Limnological conditions in the meromictic lake Meligou Astros Kinourias, Peloponnisos, Greece. Thalassographica 3:77-91, Koussouris T., et al.,1989, Unusual characteristics in a meromistic lake in Greece. Toxicological and Environmental Chemistry 20-21:307-312).

Η λίμνη Μουστός ή Μελιγκού ή Μελιγού, βρίσκεται σε ένα εκτεταμένο παράκτιο υγρότοπο, νότια του Άστρους Κυνουρίας. Καταλαμβάνει περίπου το 45% της υγροτοπικής περιοχής που περιλαμβάνει ελώδεις περιοχές, βάλτους, μικρές παράκτιες λίμνες, αλίπεδα, κ.ά. Ο υγρότοπος Μουστός περιλαμβάνει τους επιμέρους υγροτόπους που παλαιότερα συνδέονταν μεταξύ τους, δηλαδή, τη λίμνη ή λιμνοθάλασσα Μουστός, το Χερονήσι (παλιά κοίτη του ποταμού Βρασιάτη κοντά στον ομώνυμο λόφο ), ενώ βόρεια από το Παράλιο Άστρος και στην εκβολή του ποταμού Τάνου, βρίσκεται το Έλος Γλυφάδα ή Έλος Κάτω Βερβένων. Και οι τρεις υγρότοποι έχουν σχηματιστεί από την δράση των ποταμών Τάνου και Βρασιάτη και από καρστικές πηγές (υπόγεια νερά). Οι σημερινοί υγρότοποι μπορεί να διαχωρίζονται μεταξύ τους, αλλά στο παρελθόν καταλάμβαναν μια ενιαία περιοχή. Δημιουργήθηκαν από τα φερτά υλικά που έφερναν οι εκεί ποταμοί, τα οποία αποτέθηκαν στο τεκτονικό βύθισμα της περιοχής, ενώ συνδυαστικά και η κυματική ενέργεια της γειτονικής θάλασσας δημιούργησαν δέλτα με τις αποθέσεις τους και τον παράκτιο υγρότοπο. Σημειώνεται, ότι στην αρχαιότητα ο σημερινός λόφος του Παράλιου Άστρους και ο λόφος στο Χερονήσι ήταν δύο νησιά, ανάμεσα στον εκτεταμένο υγρότοπο της περιοχής. Η λίμνη Μουστός διαθέτει δύο σχεδόν παράλληλους τεχνητούς διαύλους επικοινωνίας με τη θάλασσα προς την οποία κινείται το νερό της λίμνης μονόδρομα, λόγω υψομετρικής διαφοράς ( στάθμη λίμνης και στάθμη θάλασσας). Ο μεγαλύτερος και νοτιότερος δίαυλος, το λεγόμενο Βαυαρικό κανάλι (βρίσκεται σήμερα σε λειτουργία)– διανοίχθηκε την εποχή του Όθωνα, έχει μήκος 1180 μέτρα, πλάτος 7 μέτρα., και μέσο βάθος περίπου τα 0.4 μέτρα, ενώ ο μικρότερος και βορειότερος δίαυλος, το κανάλι Πόρτες (σήμερα είναι ανενεργό), έχει μήκος περίπου τα 750 μέτρα, πλάτος 5 μέτρα, και μέσο βάθος τα 0.3 μέτρα. Η λίμνη τροφοδοτείται με υφάλμυρο κυρίως νερό, μέσω μιας συστοιχίας πηγών ( καρστικές πηγές υπερχείλισης) που βρίσκονται κυρίως στις δυτικές (υπώρειες ύψωμα Σοτοπό) και στις βορειοδυτικές όχθες της, αλλά και υπολιμνίως. Οι επιφανειακές πηγές (8-10 πηγές), έχουν σχετικά σταθερή και συνεχή παροχή όλο το χρόνο, ενώ η θερμοκρασία των νερού τους έχει μικρή ετήσια διακύμανση, αλλά η αλατότητα ακολουθεί εποχική διακύμανση. Η παροχή της μεγαλύτερης πηγής, είχε μετρηθεί στο απώτερο παρελθόν (1985) να είναι γύρω στα 530κυβ.εκατοστόμετρα ανά δευτερόλεπτο, ενώ των περισσοτέρων πηγών ήταν γύρω στα 200 κυβ.εκατοστόμετρα ανά δευτερόλεπτο. Εξάλλου, οι παροχές των καναλιών στο στόμιό τους με τη θάλασσα ήταν πολύ παλαιότερα, για το νότιο κανάλι γύρω στα 1200 cm3/sec, και για το βόρειο κανάλι περίπου τα 1300 cm3/sec. Η λίμνη Μουστός είναι μία ιδιότυπη και ιδιόμορφη υφάλμυρη λίμνη μερομικτικού χαρακτήρα, με διαρκές ή μόνιμο στρωματοποιημένο περιβάλλον στα νερά της (μονιμολίμνιο). Έχει μικρό βάθος (μέσο βάθος περίπου 1.45 μέτρα αλλά μέγιστο βάθος περίπου 5.5 μέτρα), αλλά χωνοειδούς μορφολογίας η οποία εκτός των άλλων ευνοεί το σχηματισμό του μονιμολιμνίου και φαινομένων γνωστών ως ‘’Will-O'-TheWisps’’. Στο μονιμολίμνιο των βαθιών νερών, καθόλη τη διάρκεια του έτους, διατηρείται σχεδόν σταθερή και σχετικά υψηλή θερμοκρασία (20.7-20.9 oC), η οποία είναι υπεύθυνη για την ημιαποσύνθεση του εκεί συσσωρευόμενου οργανικού υλικού, τη διάσπασή του σε μεθάνιο και άλλους υδρογονάνθρακες, ενώ ταυτόχρονα ανάγονται τα θειϊκά άλατα προς υδρόθειο. Εξάλλου, στα βαθύτερα τμήματα της λίμνης, στο ‘’μονιμολίμνιο’’ η αλατότητα είναι σχετικά υψηλή (19.2%ο -27.9%ο) σε σχέση με τα επιφανειακά νερά και παρουσιάζει εποχιακή διαφοροποίηση. Και δεν είναι παράξενο, τις νυχτερινές ώρες με ήρεμες καιρικές συνθήκες, να ‘’φωσφορίζει’’ η λίμνη κατά τόπους, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι κάποιοι είναι μέσα στη λίμνη με φανούς. Αυτό είναι γνωστό φαινόμενο (Will-O-The-Wish στην αγγλική) που παρατηρείται σε βάλτους, έλη, λίμνες και τυρφώνες, όταν συμβαίνει ‘’αυτόχθονη’’ καύση του παραγόμενου εκεί μεθανίου ή άλλων υδρογονανθράκων που προέρχεται από τη συσσωρευμένη οργανική ύλη. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, η παραγωγή μεθανίου αλλά και έκλυση υδρόθειο, είναι εμφανής με τη δημιουργία φυσαλίδων που ανέρχονται από τα βάθη του νερού. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια καταιγίδων με ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, μπορεί να αναφλέγονται σημεία της λίμνης ή και να ακούγονται εκρήξεις (air-guns στην αγγλική), που αποδίδονται Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

195


στην ανάφλεξη εκρηκτικών αερίων στην επιφάνεια της λίμνης. Το φαινόμενο ‘’Will-O-The-Wisp’’, στην επιστήμη της λιμνολογίας, έχει να κάνει με σημειακές πηγές έκλυσης υδρόθειου από τον πυθμένα μιας λίμνης. Έτσι, στα σημεία αυτά που πυθμένα, το επιφανειακό ίζημα παίρνει λευκοανοιχτοπράσινη ή λευκο-ανοιχτοκίτρινη χροιά, όταν υπάρχει βλάστηση, αυτή νεκρώνεται παίρνοντας υπόλευκη χροιά, ενώ φυσαλίδες αναδύονται προς την επιφάνεια της λίμνης. Ακριβώς, αυτό το φαινόμενο με τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, ενσκήπτει περιοδικά και στη λίμνη Μουστός ‘’κατακαίοντας’’ τη ριζωμένη βλάστηση, κατά περιοχές.

Με έμφαση καταγράφουμε ότι δεν πρόκειται για λιμνοθάλασσα, όπως μερικοί αναφέρουν, αλλά για παράκτια μερομικτική υφάλμυρη λίμνη (το κύριο σώμα της λίμνης απέχει περίπου 1000 μέτρα από τη γειτονική θάλασσα).

Lambrothamnion papullosum,σπάνιο είδος χαρόφυτου στη Λίμνη Μουστός)

Η λίμνη τροφοδοτείται με σχετικά υφάλμυρα νερά από μια συστοιχία επιφανειακών και υπολίμνιων πηγών. Τα νερά των κύριων επιφανειακών πηγών που τροφοδοτούν τη λίμνη εμφανίζουν ως προς τη θερμοκρασία (π.χ., χειμώνας 19.1 oC, καλοκαίρι 18.3 oC, άνοιξη 19.7 oC), πολύ μικρή εποχική μεταβολή, ενώ ως προς την αλατότητα οι τιμές ακολουθούν εποχική διακύμανση (π.χ., χειμώνας 4.3%ο -6.8%ο, άνοιξηκαλοκαίρι 9.9%ο-13.1%ο). Εξαιτίας, της απότομης χωνοειδούς μορφολογίας της λίμνης, εγκλωβίζονται νερά με σταθερή θερμοκρασία στα βαθύτερα της λίμνης (20.7-20.9 oC) καθόλο το έτος, ενώ η αλατότητα των νερών εκεί ακολουθεί μεγάλη εποχική διακύμανση (π.χ., χειμώνας 19.2%ο, καλοκαίρι 27.9%ο, άνοιξη 23.2%ο). Εξάλλου, και στα αβαθή τμήματα της λίμνης, η θερμοκρασία των νερών Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

196


εποχικά δεν έχει μεγάλες διακυμάνσεις, ακολουθεί τη διακύμανση της θερμοκρασίας των νερών που προέρχονται από τις πηγές, ενώ οι καιρικές συνθήκες φαίνεται ότι δεν επηρεάζουν την εκεί επικρατούσα θερμοκρασία. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την άποψη, ότι η πλειονότητα των νερών που προέρχονται από τις πηγές, ρέει κατά ένα μεγάλο ποσοστό σε ένα λεπτό επιφανειακό στρώμα και διαπερνά σχεδόν ολόκληρη την επιφάνεια της λίμνης, μέχρι να φτάσει στα κανάλια εξόδου της. Δηλαδή, το θερμοκρασιακό καθεστώς στη στήλη του νερού, της λίμνης Μουστός διαμορφώνεται από τις πηγές (υδρολογία, χημισμός, θερμοκρασία), τη μορφολογία της λίμνης και τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά του νερού. Έτσι, διακρίνονται θερμικά τρεις περιοχές. Η πρώτη βρίσκεται σε άμεση γειτονία με τις πηγές, η δεύτερη είναι στη βαθύτερη περιοχή της λίμνης και η τρίτη στις αβαθείς περιοχές της λίμνης (δεν λαμβάνονται υπόψη τα κανάλια επικοινωνίας της λίμνης με τη θάλασσα ). Εξάλλου, εποχιακά, τη χειμερινή περίοδο οι αβαθείς περιοχές μπορεί να αναμιγνύονται, αλλά στο κύριο σώμα της λίμνης διατηρείται θερμοκλινές, το οποίο ‘’κατεβαίνει’’ βαθύτερα, σε σχέση με την καλοκαιρινή και εαρινή περίοδο, που βρίσκεται σε μικρότερο βάθος. Δηλαδή, στη βαθύτερη περιοχή της λίμνης και στη χωνοειδή μορφολογία της δημιουργείται σταθερότατο ‘’μονιμολίμνιο’’, το οποίο μπορεί να διασπαστεί μόνο από απότομες εναλλαγές των καιρικών συνθηκών (π.χ., ισχυρός άνεμος ή και ισχυρή βροχόπτωση-καταιγίδα) και τότε είναι που συμβαίνουν τοξικές καταστάσεις για την υδρόβια ζωή της λίμνης (έκλυση του τοξικού υδρόθειου και άλλων αερίων, από το μονιμολίμνιο και το εκεί ίζημα του πυθμένα της λίμνης). Σημειώνεται, ότι τη θερινή περίοδο παρατηρούνται μεγάλες θερμοκρασιακές διαφορές μεταξύ επιφάνειας και πυθμένα της λίμνης. Αυτό οφείλεται μεταξύ των άλλων στις υψηλές θερμοκρασίες του αέρα, στην ύπαρξη χημικο-κλινούς (έντονη διαφορετική πυκνότητα στη χημική σύσταση των νερών ), αλλά και στη χωνοειδή μορφή της λεκάνης στη βαθύτερη περιοχή, στην ύπαρξη ενός μικρού σε πάχος στρώματος νερού από λιγότερο υφάλμυρο νερό στην επιφάνεια της λίμνης, στην αφθονία οργανικού σε ημιαποσύνθεση υλικού στον πυθμένα της λίμνης και άλλα. Αυτή την περίοδο της στρωμάτωση του νερού, αυξάνει η θερμική συσσώρευση στο μονιμολίμνιο (βαθύτερη περιοχή της λίμνης), απομονώνεται η μεταφορά της (λόγω ύπαρξης έντονης θερμοκλίνης) στα ανώτερα στρώματα και στην επιφάνεια της λίμνης, οπότε δημιουργούνται έντονες ανοξικές συνθήκες στα βαθύτερα νερά, παραγωγή και έκλυση υδρόθειου και μεθανίου (τοξικών για την υδρόβια ζωή αερίων). Συγχρόνως, το επιφανειακό στρώμα του νερού, λόγω εξάτμισης χάνει θερμότητα, η θερμοκρασία του ελαττώνεται, ενώ μεγιστοποιείται η διαφορά θερμοκρασιών μεταξύ των βαθιών νερών και εκείνων της επιφάνειας.

Η ορνιθολογική Εταιρία προσδίδει μεγάλη σημασία για την ορνιθοπανίδα της ευρύτερης περιοχής του υγρότοπου και αναφέρει τα ακόλουθα. ‘’Η περιοχή είναι σημαντική κυρίως για τη διαχείμαση και τη μετανάστευση των υδροβίων, αρπακτικών και στρουθιομόρφων πουλιών, καθώς βρίσκεται στο μεταναστευτικό διάδρομο των ανατολικών ακτών της Ελλάδας. Η λίμνη Μουστός, μετά τους υγροτόπους της Κρήτης, είναι ο πρώτος σχετικά μεγάλος υγρότοπος που συναντούν τα πουλιά μετά τη διάσχιση της Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

197


Μεσογείου την άνοιξη. Καθώς οι υγρότοποι είναι περιορισμένοι στον μεταναστευτικό διάδρομο της ανατολικής χέρσου, ο Μουστός είναι σημαντικός για τη διατήρηση των υδροβίων και παρυδάτιων ειδών σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Επιπλέον, είναι ο σημαντικότερος υγρότοπος διαχείμασης υδρόβιων πουλιών στην ανατολική Πελοπόννησο. Εδώ βρίσκουν πολύτιμα ενδιαιτήματα λόγω της ιδιαίτερης μορφολογίας της περιοχής. Σημειώνεται η παρουσία του απειλούμενου πορφυροτσικνιά -Ardea purpurea (τρωτό είδος) και επίσης εδώ φωλιάζουν ορισμένα προστατευόμενα είδη υδρόβιων και στρουθιόμορφων πουλιών. Επίσης, σε αυτό τον υγρότοπο ξεχειμωνιάζουν πλήθη από νερόκοτες φαλαρίδες, κύκνους, αγριόπαπιες και άλλα. Μεταξύ άλλων έχουν καταγραφεί και τα πορφυροτσικνιάς (Ardea purpurea), μικροτσικνιάς (Ιxobrychus minutus), σταχτοτσικνιάς (Ardea cinerea), λευκοτσικνιάς (Egretta garzetta), νεροκοτσέλα (Rallus aquaticus), στρειδοφάγος (Ηaematopus ostralegus), ποταμοσφυρικτής (Charadrius dubius), νανοβουτηχτάρι (Tachybaptus ruficollis), κρυπτοτσικνιάς (Ardeo laralloides), μαυρολαίμης (Saxo colatorquata), σφυριχτάρι (Anas penelope), κορμοράνος (Phalacrocorax carbo), πρασινοκέφαλη πάπια (Anas platyrhynchos), κιτρινοσουσουράδα (Motacilla flava) και πολλά άλλα’’. Το βένθος του υγρότοπου περιλαμβάνει διάφορα είδη γαστεροπόδων, διθύρων μαλακίων, ολιγοχαίτων, πολυχαίτων, καρκινοειδών, ποικιλία από νύμφες και ώριμα άτομα εντόμων που συνήθως απαντιώνται σε υφάλμυρες λίμνες ή και λιμνοθάλασσες. Ως προς την ιχθυοπανίδα στο Μουστό συγκεντρώνεται μια σημαντική ποικιλία από γνωστά ευρύαλα είδη τα οποία συναντάμε στις περισσότερες ελληνικές λιμνοθάλασσες. Εδώ όμως ζεί το σπάνιο ‘’ζαχαριάς της αλμυρής’’ ή ‘’ζαμπαρόλα της αλμυρής’’ ή ‘’γούργος’’ (Aphanius almiriensis, είναι στενά ενδημικό και απαντά πλέον μόνο στον Μουστό), χέλια (Anguilla anguilla), τις σπάνιες σακοράφες (Syngnathus abaster), πολλά είδη κεφάλων και κοντά προς τη θάλασσα συναντιόνται η αθερίνα, γόνοι τσιπούρας, λαβρακιού και μουρμούρας. Παλαιότερα, η λίμνη λειτουργούσε ως φυσικό εκτατικό ιχθυοτροφείο και την εκμεταλλεύονταν με μίσθωση, αλλά μετά τους αλλεπάλληλους θανάτους ψαριών, εξαιτίας της γηγενούς έκλυσης τοξικών αερίων η εκμετάλλευση αυτή εγκαταλείφθηκε. Η περιοχή είναι επίσης σημαντική για τη βίδρα, ένα είδος θηλαστικού που πρόσφατα καταγράφηκε στο Μουστό και αποτελεί έναν απομονωμένο βιώσιμο πληθυσμό. Περισσότερες πληροφορίες για τη λίμνη δείτε στο ψηφιακό βιβλίο ´´Οι Λίμνες στην Ελλάδα´´, http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-Greece ΛΙΜΝΗ Ή ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ, ΝΕΑΠΟΛΗ, ΛΑΚΩΝΙΑ (πηγές: σταχυολόγηση και διασκευή από http://e-lakonia.blogspot.gr, http://velanidia-baladis.blogspot.com http://www.visitvatika.gr/imag…/Nature/Stroggili/map/map.jpg,).

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

198


Η λιμνοθάλασσα ή λίμνη Στρογγύλη βρίσκεται στην νοτιοανατολική Λακωνία δίπλα στην παραλία της Πούντας και τη βυθισμένη αρχαϊκή πόλη του Παυλοπετρίου. Είναι περιοχή NATURA 2000 με κωδικό GR254002, αλλά είναι και βιότοπος CORINE με κωδικό τόπου A00030042. Είναι ένας μικρός παράκτιος υγρότοπος που διαχωρίζεται από τη θάλασσα, τον όρμο Βοιών, με μια αμμώδη λωρίδα και αμμόλοφους.

Στην περιοχή ζουν κάποια αξιόλογα πτηνά, ενώ γίνεται πολύ σημαντική η ύπαρξη της, καθώς η περιοχή είναι σημαντική για τα μεταναστευτικά πουλιά, λόγω της θέσης της πάνω σε μεταναστευτικό διάδρομο. Βόρεια της περιοχής, πολύ κοντά, στο χωριό Βιγκλάφια Μονεμβασιάς, βρίσκονται δύο υπόγειες λίμνες που ορισμένοι εικάζουν ότι είναι αυτές που τροφοδοτούν και με γλυκό νερό τη Στρογγύλη. Η Στρογγύλη, μαζί με τις γειτονικές μικρές λίμνες του Μαγγάνου και του Νερατζιώνα παίζουν ρόλο καθοριστικό στην ισορροπία του οικοσυστήματος της ευρύτερης περιοχής. Η Στρογγύλη αποτελεί καταφύγιο για 132 είδη πτηνών και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και το σπάνιο και απειλούμενο είδος δενδρόθαμνου του θαλασσόκεδρου.

Ουσιαστικά η Στρογγύλη είναι λιμνοθάλασσα, υφάλμυρη λιμναία έκταση και προφανώς δημιούργημα διεργασιών της ακτής στην παράκτια ζώνη - σε επαφή και εξάρτηση από το θαλάσσιο μέτωπο. Ωστόσο, αυτά τα υδάτινα σώματα ανήκουν στα "μεταβατικά νερά".Η Στρογγύλη έχει καταγραφεί ως υγρότοπος, η έκταση της οποίας κυμαίνεται από 300 έως 600 στρέμματα, ανάλογα με την περίοδο Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

199


πλημμυρισμού της ή όχι. Επικοινωνεί μόνιμα με τη θάλασσα στο ΝΔ άκρο της με ένα αβαθές κανάλι μήκους 80-100μ. και εποχιακά (χειμώνας) με το Δ άκρο της σε περιπτώσεις θαλασσοταραχής. Στο δυτικό τμήμα της λιμνοθάλασσας, όπου τα νερά είναι βαθύτερα συγκεντρώνονται υδρόβια πουλιά, ενώ στην ανατολική πλευρά, όπου τα νερά είναι πιο ρηχά, τρέφονται τα μικρότερα παρυδάτια πουλιά. Και οι δύο κατηγορίες πουλιών κατά τη διάρκεια της εαρινής μετανάστευσης -διαχείμαση- σταματούν στην περιοχή, η οποία αποτελεί σημαντικό σταθμό στο μεγάλο ταξίδι τους από και προς την Αφρική. Ως προς την ιχθυοπανίδα της λιμνοθάλασσας, κάτοικοι αναφέρουν ότι παλιότερα υπήρχαν και πολλά ψάρια στη λίμνη (πρωτότυπο κείμενο: Κρούπης Ηλίας). ΛΙΜΝΗ ΣΤΥΜΦΑΛΙΑ, ΚΟΡΙΝΘΙΑ (πηγές: σταχυολόγηση από Ν.Αθανασόπουλος, 2013-http://www.nemertes.lis.upatras.gr/jspui/handle/10889/7877, Μουσείο Περιβάλλοντος Λίμνης Στυμφαλίας-http://www.yolkstudio.gr, http://www.lifestymfalia.gr, Σ.Ρούκης, 2013http://okeanis.lib.teipir.gr/xmlui/bitstream/handle/123456789/266/pol_00642.pdf?sequence=1, http://www.e-stymfalia.gr, και από Economou et al., 2007 -Medit., Mar., Scien., 8, 1, 91-166, The freshwater ichthyofauna of Greece-an update survey, Οικονόμου και συν, 1999 -Τεχν., Έκθεσ., ΕΚΘΕ/ΠΕΝΕΔ, 403σελ., Απειλούμενα ενδημικά ψάρια του γλυκού νερού της δυτικής Ελλάδας και Πελοποννήσου, Καλλίρης, Σπινθάκης, 1997 -Τεχν., Έκθεσ., Αναπτυξιακός Σύνδεσμος Στυμφαλίας, 243σελ., Ειδική μελέτη οικολογικής διαχείρισης λίμνης Στυμφαλίας ).

Η Στυμφαλία, είναι μία από τις σπάνιες για την Ελλάδα ελώδης λίμνη ορεινού τύπου στο υψόμετρο +595 μέτρα. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό χαμηλότερο τμήμα του ομώνυμου οροπεδίου, περιβαλλόμενοι από τα βουνά Ζήρια, Ολίγυρτος και Μαυροβούνι ή Φαρμακά. Είναι μια αβαθής (μέσο βάθος 1.2 μέτρα και μέγιστο βάθος 2.3 μέτρα) ορεινή λίμνη, που η έκτασή της μπορεί να φτάσει την άνοιξη και τα 7.7τ.χλμ., ενώ στο τέλος της θερινής περιόδου μπορεί να συρρικνωθεί περίπου και στα 3.62τ.χλμ.. Υπάρχουν και χρονιές, όπως το 1978, το 1989 και το 1993, όπου η λίμνη ξηράνθηκε. Η λίμνη τροφοδοτείται με νερά από σύστημα χειμάρρων και ρεμάτων του ορεινού όγκου της περιοχής (π.χ. Καστανιώτικος, Λυκόρεμα, Κολιού, Αγία Σωτήρα), από το μικρό ποταμό Στύμφαλο, από πηγές του καρστικού συστήματος της περιοχής (π.χ., Καστανιά, Κεφαλόβρυσο, Κεφαλάρι, μέτωπο Δρίζα, Δροσοπηγή, Βελατσούρι), αλλά και από την ορεινότερη λεκάνη της Πελλήνης ή Παπαρηγόπουλου στα βορειοανατολικά, μέσω της σήραγγας στο Λαγοβούνι (στη λεκάνη αυτή υπήρχε παλαιότερα η Λίμνη Πελλήνη, 1.5 τ.χλμ έκτασης, που αποξηράνθηκε το 1889 ). Μεγάλο μέρος των τοπικών πηγών Στυμφαλίας, Μπουζίου, Κεφαλαρίου και Καστανιάς, μαζί με τα υπερχειλίζοντα νερά της λίμνης κατευθύνονται στο ‘’Βοχαϊκό Χάνδακα’’, που μέσω της σήραγγας του Αδριάνειου υδραγωγείου (κατασκευάστηκε το 20μX-50μX., για την ύδρευση της Κορίνθου) και του Ασωπού ποταμού μεταφέρει τα ύδατα της ευρύτερης περιοχής στην πεδινή Κορινθία. Ωστόσο, η φυσική αποστράγγιση της λίμνης (το 15 % περίπου του συνολικού υδάτινου δυναμικού του συστήματος της περιοχής ) πραγματοποιείται μέσα από διάφορες μικρές ή μεγάλες καταβόθρες, όπως εκείνη της Γιδομάντρας και της Φόρτσας. Τα νερά αυτά, κινούμενα υπογείως προς τα νοτιοανατολικά, φαίνονται ότι εκφορτίζονται από πηγές του Αργολικού κόλπου. Είναι αξιοσημείωτο να αναφερθεί ότι ο Παυσανίας, το έτος 174 μ.χ., περιέγραψε πως τα νερά της Στυμφαλίας εξαφανίζονται σε χάσμα γης και εμφανίζονται πάλι στην Αργολίδα, όπου σχηματίζουν τον ποταμό Ερασίνο. Παλαιότερα, στο κέντρο της υδρολογικής λεκάνης της Στυμφαλίας, δεν υπήρχε λίμνη με τη σημερινή μορφή, αλλά μια ελώδη περιοχή που περιέβαλε τον ποταμό Στύμφαλο, στο μέσο του οροπεδίου. Η Στυμφαλία είναι σημαντική για την περιοχή, γιατί μεγάλο μέρος των νερών της χρησιμοποιείται για την άρδευση της γύρω από αυτήν καλλιεργούμενης περιοχής. Σημαντικό μέρος από τα νερά της διοχετεύονται σήμερα στον Ασωπό ποταμό. Επίσης, γίνεται άντληση νερών από τη λίμνη για την άρδευση παραλίμνιων εκτάσεων, καθώς και 5000 στρεμμάτων των περιοχών Λαύκα και Καστανιά, της λεκάνης της Στυμφαλίας. Μελλοντικά προβλέπεται επέκταση των αρδευτικών έργων για την άρδευση επιπλέον 30000 στρεμμάτων. Στις παραπάνω επεμβάσεις του ανθρώπου θα πρέπει να προστεθούν και διάφορα έργα δέσμευσης του νερού των χειμάρρων και των πηγών για ύδρευσηάρδευση και ο υψηλός ρυθμός επιχωμάτωσης με λεπτόκοκκο υλικό, το οποίο μεταφέρεται μέσω των χειμάρρων. Η επιχωμάτωση φαίνεται να σχετίζεται με την καταστροφή της δασικής βλάστησης. Επίσης, το έτος 1979, η ανατίναξη με δυναμίτη των τοιχωμάτων των καταβοθρών, επιτάχυνε το ρυθμό αποστράγγισης της λίμνης. Εξάλλου, η εντατικοποίηση των αγροτικών καλλιεργειών έχει αυξήσει το ποσό φωσφορικών και νιτρικών αλάτων που καταλήγουν στη λίμνη, με αποτέλεσμα τον ευτροφισμό και το διπλασιασμό σχεδόν της έκτασης της λίμνης που καλύπτεται από καλαμώνες, μεταξύ των ετών 1945 και 1987. Ωστόσο, όλες αυτές οι επεμβάσεις ελάττωσαν τις εισροές και αύξησαν τις απορροές Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

200


νερού, με αποτέλεσμα η λίμνη να έχει μειωθεί τόσο σε έκταση , όσο και σε όγκο, σε σύγκριση με παλαιότερες περιόδους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην σύμβαση του έτους 1881 για την αποξήρανση της λίμνης, αναφέρεται ως ελάχιστη έκταση, σε μη πλημμυρικές περιόδους, τα 6.4τ.χλμ. Σήμερα, το σύστημα της λίμνης Στυμφαλίας, δεν μπορεί να διατηρήσει ικανοποιητική ποσότητα νερού σε περιόδους ανομβρίας με άμεσο κίνδυνο ξήρανσής της. Ιστορικά, έχουν καταγραφεί οι εξής περίοδοι πλήρους ξηρασίας: 1889-90, 1977, Αύγουστος 1978, και Μάιος-Σεπτέμβριος 1990.

Στην ευρύτερη περιοχή περιμετρικά της λίμνης, μπορεί κανείς να συναντήσει ένα καταπληκτικό τοπίο με εναλλαγές πλούσιας βλάστησης με τεράστια δέντρα, πολυάριθμους θάμνους όπως ρείκια κα πουρνάρια, ρεματιές με πανύψηλα πλατάνια, καλαμιώνες και αγροτικές εκτάσεις, αλλά και απέραντα βοσκοτόπια. Τα κωνοφόρα δάση με την κεφαλληνιακή ελάτη, την μαύρη πεύκη, και τις επιβλητικές βελανιδιές, δίνουν επιπρόσθετη αξία στην περιοχή. Φύονται επίσης πολλά ενδημικά φυτά, δέντρα και θάμνοι, καρυδιές, ίταμος, αγριοκορομηλιές, αγριαχλαδιές, αλλά και θυμάρι, λεβάντα, τσάι του βουνού και άλλα. Στη λίμνη Στυμφαλία η ελόβια, υδρόβια και υδρόφιλη χλωρίδα αποτελείται από περίπου 24 taxa (π.χ., είδη, υποείδη, ποικιλίες). Από τα κυρίαρχα είδη είναι τα αγριοκάλαμα και τα ψαθιά (Phragmites communis και Typha angustifolia), που ως καλαμώνες καλύπτουν πάνω από το 55% της επιφάνειας της λίμνης. Εξάλλου, στη λίμνη έχουν καταγραφεί και τα είδη Nitellopsis obtusa, Myriophyllum spicatum, Μ. verticullatum, Percicaria amphibia, Ranunculus peliatus , R. peltatus, Ceratophylum demersum, Butommus umbellatus, Nasturtium offιcinale και διάφορα είδη Potamogeton . Ως προς το φυτοπλαγκτό, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις " άνθησης" του φυτοπλαγκτού, που οφείλεται σε υπερβολικό ευτροφισμό, λόγω εκπλύσεων γεωργικών λιπασμάτων. Η άνθιση αυτή συχνά συνοδεύεται από το θάνατο κυρίως ψαριών. Από την άποψη της ιχθυοπανίδας, σημειώνεται ( π.χ., ερευνητική εργασία Οικονόμου και συν., 1999 ), ότι η λίμνη ξηράνθηκε κατά περιόδους, με σημαντικότερη περίοδο ξήρανσης αυτή του 1990, όταν για τουλάχιστον δύο μήνες "πέτρωσε" όλη η λίμνη, κατά την έκφραση των κατοίκων, με αποτέλεσμα να χαθούν όλα τα ψάρια. Το πρόβλημα δεν ήταν τόσο σοβαρό κατά τις προηγούμενες περιόδους ξηρασίας που είχαν μικρότερη διάρκεια και έτσι διατηρήθηκαν κάποιες μικρές λακκούβες με νερό ανάμεσα στους καλαμώνες. Όσο αφορά την περίοδο του 1990, οι κάτοικοι της περιοχής αποκλείουν το ενδεχόμενο να επέζησαν ψάρια στη λίμνη και αποδίδουν την σημερινή ύπαρξη ψαριών σε εμπλουτισμό που έγινε με ψάρια από την Υλίκη και συγκεκριμένα με κυπρίνο (Cyprinus carpio) και χιρακόβα (Rutilus ylikiensis από την Υλίκη). Το Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

201


πρόβλημα με αυτή την εξήγηση είναι ότι δεν βρέθηκε Rutilus ylikiensis στη Στυμφαλία. Αντίθετα, βρέθηκε Leuciscus cephalus, που όμως δεν απαντάται στην Υλίκη, ώστε να υποτεθεί ότι η μεταφορά του έγινε τυχαία μαζί με τα Rutilus ylikiensis και Cyprinus carpio. Υπάρχει λοιπόν το ενδεχόμενο, ο σημερινός πληθυσμός της λίμνης να μεταφέρθηκε από μία τρίτη περιοχή από ιδιώτες.

Η λεκάνη της λίμνης Στυμφαλίας (στο βάθος η λίμνη) (photo by www.flickr.com).

(Stymfalia lake/by Μanos)

Μία άλλη εκδοχή είναι, ο τοπικός πληθυσμός ψαριών να διασώθηκε, πιθανόν σε ορεινά ρέματα ή πηγές. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται από τα αποτελέσματα γενετικών ερευνών που δείχνουν ότι η γενετική δομή του τοπικού πληθυσμού διαφέρει από αυτή άλλων πληθυσμών του είδους σε βαθμό που να θεωρείται πιθανό ότι ο πληθυσμός Leuciscus της Στυμφαλίας, αποτελεί ένα ανεξάρτητο είδος. Μία παρόμοια εκδοχή είναι επίσης πιθανή και για την περίπτωση του Pelasgus ή Pseudophoxinus stymphalicus (εκπληκτικό σε αντοχή είδος που μπορεί να επιβιώσει κάτω από δυσμενέστατες οικολογικά συνθήκες ). Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

202


Έτσι, δεν αποκλείεται κάποια άτομα του είδους να επέζησαν κατά τη ξηρή αυτή περίοδο και οι απόγονοί τους να επανα-εποίκισαν τη λίμνη. Ωστόσο, μόνο μία σοβαρή συστηματική ή/και γενετική έρευνα θα μπορούσε να διευκρινίσει το ερώτημα της καταγωγή των τοπικών πληθυσμών των δύο ειδών.

Σε σχετικά πρόσφατη μελέτη (2007), της λίμνης Στυμφαλίας για την ιχθυοπανίδα της έχουν καταγραφεί, ο πελασγός της Στυμφαλίας ή ντάσκα -Pelasgus ή Pseudophoxinus stymphalicus (εκπληκτικό σε αντοχή είδος και μπορεί να επιβιώσει κάτω από δυσμενέστατες οικολογικά συνθήκες, ακόμα και σε ελάχιστο νερό, σε αρδευτικά αυλάκια, δεξαμενές, σε πηγάδια ή και υπόγεια ρέματα ), που παρουσιάζει ευρύτερη κατανομή στον Ελληνικό χώρο, το ενδημικό της Στυμφαλίας, η μπούλκα -Leuciscus cephalus, με μορφολογικές διαφοροποιήσεις από πληθυσμούς αυτού του είδους από άλλες περιοχές της Ελλάδας, ο κοινός κυπρίνος -Cyprinus carpio, που έχει εισαχθεί στη λίμνη, ο ποταμοκέφαλος της Πελοποννήσου -Squalius cf. peloponnensis, πιθανότατα εισαχθέν, αλλά αμφιβόλου ταξινομικής κατάστασης, και το γηγενές ποταμοκέφαλος του Μοριά -Squalius moreoticus, του οποίου ο πληθυσμός πιθανότατα έχει εξοντωθεί. Σε παλαιότερα στοιχεία αλιευτικής παραγωγής αναφέρεται και η παρουσία πέστροφας η οποία σήμερα φαίνεται ότι έχει εξοντωθεί (Δεν είναι όμως γνωστό αν πρόκειται για παραγωγή από αυτόχθονο πληθυσμό ενδημικής πέστροφας ή από εμπλουτισμό -καλλιέργεια ιριδίζου σας πέστροφας που πιθανόν να είχε εισαχθεί και έτσι υπάρχει κάποια ασάφεια σχετικά με τη γενετική ταυτότητα των πληθυσμών των παραπάνω ειδών ).

Η Στυμφαλία, είναι ένας πολύ σημαντικός ορεινός υγρότοπος και αποτελεί αξιόλογο μεταναστευτικό σταθμό των αποδημητικών πτηνών. Για πολλά από αυτά η λίμνη αποτελεί τόπο αναπαραγωγής και φωλιάσματός τους. Είναι ένας ιδανικός βιότοπος για τα 133 είδη προστατευόμενων, επαπειλούμενων και υπό εξαφάνιση πουλιών, μιας και αποτελεί καταφύγιο και για πολλά μεταναστευτικά πουλιά, όπως ο χρυσαετός, η σκουφοβουτηχτάρα, ο πορφυροτσικνιάς, η νανοβουτηχτάρα, ο καλαμόκιρκος, η βαλτόπαπια, η τσιχλοποταμίδα κλπ. Μεγάλη είναι και η σημασία της κατά τη μεταναστευτική περίοδο, κατά την οποία, ερωδιοί, χαλκόκοτες, καλαμοκανάδες και πάπιες βρίσκουν ιδανικούς χώρους για διατροφή και ξεκούραση. Η περιοχή Γιδομάντρα, δίπλα από τη λίμνη, έχει κηρυχθεί ‘’Καταφύγιο Θηραμάτων’’ και ψηλότερα, ο κάμπος της Πελλήνης έχει κηρυχθεί ‘’Ζώνη Διάβασης Τρυγονιών’’. Πελαργοί, αγριόπαπιες και αλκυόνες φωλιάζουν και αναπαράγονται εκεί, ενώ στα γύρω ορεινά, στις ρεματιές, στα απότομα φαράγγια, στις χαράδρες, στις κοιλάδες, αλλά και ανάμεσα στους καλαμιώνες, ζουν και αναπαράγονται πολλά σπάνια είδη άγριας, υδρόβιας και παρυδάτιας πανίδας. Κατά τη μυθολογία, στη Στυμφαλία βρήκαν καταφύγιο οι Στυμφαλίδες όρνιθες, που από ότι υποστηρίζουν οι ειδικοί επιστήμονες πρόκειται για τις ‘’Φαλακρές χαλκόκοτες’’, Geronticus eremita και ο Ηρακλής προσκλήθηκε, στον έκτο του άθλο να τις εξολοθρεύσει, μιας και αποτελούσαν την μάστιγα την περιοχής. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

203


Εξάλλου, στις όχθες της λίμνης έχουν παρατηρηθεί ποταμοκάβουρες (Potamon fluviatille), νερόφιδα, τρία είδη βατράχων και στην ευρύτερη περιοχή χερσοχελώνες, σαΐτες, σαπίτες, ερημόφιδα, σαύρες και πολλά άλλα. ΛΙΜΝΗ ΤΣΙΒΛΟΣ, ΑΧΑΪΑ (πηγές: σταχυολόγηση από http://hikingexperience.gr, http://kpe-akrat.ach.sch.gr/tsivlos.pdf και από Economou et al., 2007 -Medit., Mar., Scien., 8, 1, 91-166, The freshwater ichthyofauna of Greece-an update survey,*ΚΠΕ Ακράτας, 2003 - Ο υγροβιότοπος της λίμνης Τσιβλού, Έκδοση Παιδαγωγικής Ομάδας ΚΠΕ Ακράτας, 56σελ., Επιμ., Έκδος., Κ. Παπακωνσταντίνου, Οικονόμου και συν., 2001 -Τεχν., Έκθεσ., για Υπουρ., Γεωργίας, PESCA, 599σελ., Αλιευτική διαχείριση λιμνών Αιτωλοακαρνανίας, Ευρυτανίας, Καρδίτσας, Βοιωτίας, Αρκαδίας, Ηλείας, Αχαϊας). Η λίμνη Τσιβλός, μια ημιορεινή (υψόμετρο περίπου +780 μ.) και βαθιά μικρή λίμνη, βρίσκεται στις

παρυφές του όρους Χελμός (και εντός των ορίων του Εθνικού Πάρκου Χελμού-Βουραϊκού), κοντά στη Ζαρούχλα Ακράτας και περιβάλλεται από δάση. Σχηματίστηκε το 1913, όταν μια κατολίσθηση στην περιοχή (όπου βρισκόταν το χωριό Συλίβαινα που καταστράφηκε) έφραξε τη ροή του ποταμού Κράθη στην εκεί κοιλάδα. Το αρχικό μεγαλύτερο βάθος της λίμνης, αμέσως μετά τη δημιουργία της, έφτανε τα 77 μέτρα, ενώ σήμερα, μετά τις προσχώσεις που έχει δεχτεί η λίμνη, εδώ και 100 χρόνια, είναι περίπου στα 50 μέτρα. Ο Τσιβλός παραμένει και σήμερα μια ιδιαίτερα βαθιά λίμνη, με απότομες όχθες, ενώ η έκταση και η ακτογραμμή της αυξομειώνονται, καθώς η στάθμη της λίμνης ανεβοκατεβαίνει, ανάλογα με την εποχή και το ύψος των βροχοπτώσεων κάθε χρονιάς. Το εύρος των μεταβολών της στάθμης της λίμνης μπορεί να ξεπεράσει τα 10 μέτρα, δημιουργώντας μια χαρακτηριστική ζώνη χωρίς βλάστηση κατά μήκος της όχθης και περιμετρικά. Η λίμνη σήμερα τροφοδοτείται από τις ορεινές ροές του ποταμού Κράθη στα ανάντι (π.χ., ‘’Υδατα Στυγός’’, ρέματα και ρυάκια από τις γύρω πλαγιές) και τουλάχιστον από δύο πηγές που βρίσκονται κάτω από την επιφάνειά της. Η λίμνη βρίσκεται σε τέτοιο υψόμετρο όπου συναντιούνται οι δύο διαφορετικές ζώνες δασικής βλάστησης: η πεδινή με το χαλέπιο πεύκο και η ορεινή με το μαυρόπευκο και το έλατο. Σήμερα, γύρω από τη λίμνη επικρατούν δάση με μαυρόπευκο Pinus nigra, κεφαλλονίτικο έλατο -Abies cephallonica, χαλέπιο πεύκο -Pinus halepensis, αγριόκεδρα Juniperus oxycedrus, πουρνάρι -Quercus coccifera, βελανιδια -Qurcus pubescens, και στις ρεματιές και γύρω από τη λίμνη ιτιά, πλάτανος, σπάρτα και άλλα.

(photo:http:www.ellas2.wordpress.com)

(photo:http:www.metrogreece.gr)

Στον Τσιβλό έχουν αναφερθεί 24 είδη υδρόφιλων φυτών. Η καθαρά υδατική βλάστηση είναι ιδιαίτερα φτωχή με ένα μόνο υδρόφυτο, το μυριόφυλλο (Myriophyllum spicatum) που το βλέπουμε στο βυθό της λίμνης. Στις παρυφές της λίμνης, στα ρηχά νερά και μέσα στα ρέματα παρουσιάζονται και κάποια ελόφυτα, όπως είναι το αγριοκάλαμο (Phragmites australis) που σχηματίζει μικρές συστάδες σε ορισμένα σημεία (η διακύμανση της στάθμης και οι απότομες όχθες το εμποδίζει να επεκταθεί), το βούρλο (Scirpus maritimus) που βρίσκεται σε βαλτώδη σημεία και ξεχωρίζει από τα μυτερά, σα λόγχες φύλλα του και το πολυτρίχι (Equisetum telmateia) που είναι ένα πρωτόγονο είδος που επικρατεί στις ρεματιές, εκεί που το έδαφος είναι κορεσμένο με νερό. Επίσης, έχουν καταγραφεί και άλλα ελόφυτα ( π.χ., Veronica anagalis-aquatica, Persicaria lapathipholia, Equisetunl telmateia, Mentha picata, και άλλα) .

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

204


Η ιχθυοπανίδα της λίμνης Τσιβλού αποτελείται από πέντε είδη ψαριών γλυκού νερού. Από αυτά φαίνεται πως ένα είναι αυτόχθονο είδος (υπάρχουν αμφισβητήσεις), ο κέφαλος του γλυκού νερού ή τυλινάρι ή τροχιός (Squalius cf. peloponnensis ή Leuciscus cephalus), ενώ τα υπόλοιπα έχουν εισαχθεί, όπως ο κυπρίνος (Cyprinus carpio), το κουνουπόψαρο (Gambousia holbrooki), η ιριδίζουσα πέστροφα (Oncorhynchus mykiss, υπάρχει σε όλα τα πεστροφοτροφεία της Ελλάδας και ένα τέτοιο εκτροφείο υπάρχει στον Κράθη, κοντά στην Περιστέρα, λίγα χιλιόμετρα ψηλότερα από τον Τσιβλό, οπότε το πιθανότερο είναι ότι από εκεί έχουν ξεφύγει μερικές που ζουν στο ποτάμι, ενώ κάποιες άλλες έχουν μεταφερθεί στη λίμνη), η ντάσκα (Pelasgus ή Pseudophoxinus stymfalicus, είναι ενδημικό της Ελλάδας, ενώ η παρουσία της στον Τσιβλό αποτελεί μυστήριο, αφού δεν υπάρχει στον Κράθη, ούτε έχει αλιευτική ή κάποια άλλη αξία, ώστε να το εισαγάγει κάποιος. Πιθανό να έχει εισαχθεί τυχαία μαζί με κυπρίνους ή κουνουπόψαρα ή μπορεί να έχει μεταφερθεί με αυγά της που να ήταν κολλημένα στα πόδια ή στο πτέρωμα υδρόβιων πουλιών). Επίσης, με πρωτοβουλία κατοίκων της περιοχής και

χωρίς μελέτη, εκτός των πιο πάνω εισαχθέντων ψαριών, έχουν εισαχθεί και καραβίδες του γλυκού νερού (Astacus astacus). Σε όλες τις ρεματιές της περιοχής και στον ποταμό Κράθη υπάρχει ο ελληνικός ποταμοκάβουρας (Astacus fluviatile), ο λιμνοβάτραχος (Rana ridibunda), ο ελληνικός βάτραχος (Rana graeca), νεροχελώνες (οι γραμμωτές νεροχελώνες Mauremys caspica και οι στικτές νεροχελώνες Emys orbicularis), το νερόφιδο (Natrix natrix), το λιμνόφιδο (Natrix tesselata), και το μύδι του γλυκού νερού (Dreissena polymorpha). Στη λίμνη και στην ευρύτερη περιοχή των ορεινών ροών του Κράθη, ζει και το θηλαστικό βίδρα (Lutra lutra) ή σκύλος του νερού ή και κυνοπόταμο σε ορισμένα μέρη της Πελοποννήσου. Η λίμνη του Τσιβλού, καθώς είναι βαθιά και με φτωχή υδρόβια βλάστηση, προσφέρει πολύ λίγη τροφή στα υδρόβια πουλιά. Γι αυτό το λόγο φιλοξενεί λίγα είδη υδρόβιων ή παρυδάτιων πουλιών. Αυτά που συνήθως μπορούμε να δούμε είναι ο χειμερινός επισκέπτης η αλκυόνη (Alcedo atthis), σταχτοτσικινιάς (Ardea cinerea), νανοβουτηχτάρι (Tachybaptus ruficollis), λευκοσουσουράδα (Motacilla alba). Γύρω από τη λίμνη απαντούν τόσο τυπικά δασόβια πουλιά, που μένουν πάντα πάνω στα δέντρα, όσο και πουλιά που προτιμούν πιο ανοιχτές περιοχές και χωράφια (π.χ., ο καλόγερος -Parus major, η φαλαζοπαπαδίτσα -Parus caeruleus, και η ελατοπαπαδίτσα -Parus ater, ο πράσινος δρυοκολάπτης -Picus viridis, ο μεσαίος δρυοκολάπτης -Dendrocopos medius, ο νάνος δρυοκολάπτης –Dendrocopos minor και ο λευκονώτης δρυοκολάπτης -Dendrocopos leucotos). ΑΛΛΕΣ ΜΙΚΡΕΣ ΛΙΜΝΕΣ ΚΑΙ ΥΔΑΤΙΝΑ ΣΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ (πηγές: http://www.issuu.com/tkouss/docs/the-lakes-in-greece, http://www.southgreece.gr, http:www.naturagraeca.com, http://www.notiakynouria.gov.gr ). Και στη Πελοπόννησο υπάρχει πληθώρα από μικρές λίμνες, παράκτιες και εσωτερικές, αλλά και άλλες υγροτοπικές περιοχές. Ειδικότερα, στην Αργολίδα, έχουν καταγραφεί μεταξύ των άλλων οι μικρές Λίμνες Λάκκα Αγνούντος (περιοχή Δήμαινα), Σαχτούρη (παλαιότερα ήταν λίμνη, αλλά με τη διάνοιξη διώρυγας επικοινωνίας με τη θάλασσα, λειτουργεί σήμερα ως εκτατικό ιχθυοτροφείο, περιοχή Σωληνάριο, Πηγάδια, Μετόχι ), Κονδύλη (περιοχή Δρέπανο, Κάντια), Κάντια (περιοχή Κάντια, Ασίνη Ναύπλιο), οι λιμνοθάλασσες Θερμησία ή Δάρδιζα (λειτουργεί ως εκτατικό ιχθυοτροφείο), Όρμος Κάπαρι Ερμιόνης, Βερβερόντας, έλη Κοιλάδας (Κοιλάδα Θερμησίας), έλη Γκιτζιρώνα (στο ΠόρτοΧέλι), έλη Γεωργόπουλου (στο Πόρτο-Χέλι), Βιβάρι-Δρέπανου, Ψήφτα (περιοχή Τροιζηνίας), τα τα έλη Πηγαδιών και Ακτής Πλέπι στα Πηγάδια-Μετόχι, το έλος Κοιλάδας, τα έλη Ναυπλίου, Νέας Κίου και Λέρνης (π.χ., έλος Ρουμάνι με πολλά μάτια ανάβλυσης νερού και τάφρους αποχέτευσης προς τη θάλασσα και τον π[οταμό Ερασσίνο), οι πηγές-βάλτος Λέρνης, οι πηγές Κεφαλαρίου, και άλλες μικρότερες, αλλά και οι κυριότεροι ποταμοί Ίναχος, Ερασίνος, οι εκβολές τους και οι χείμαρροι της περιοχής. Επίσης, ένα σημαντικό τμήμα του υδάτινου δυναμικού της Αργολίδας, αποτελούν οι πολυάριθμες πηγές της, ενώ έχουν αποξηρανθεί οι λίμνες της αρχαιότητας Λέρνη ή Ύδρα και η Αλκυονία. Λίμνη Λάκκα Αγνούντος, Νέα Επίδαυρος. Βρίσκεται 4 χιλιόμετρα βόρεια της κοινότητας Νέας Επιδαύρου και πρόκειται για μια εσωτερική μονίμως κατακλυσμένη λίμνη γλυκού νερού. Δημιουργήθηκε τεχνητά με τη φραγή μιας καταβόθρας της περιοχής και έτσι συγκεντρώνονται τα νερά από ένα τοπικό χείμαρρο και τις βροχοπτώσεις. Χρησιμοποιείται κυρίως για κυνήγι. Η επέκταση των αγροτικών καλλιεργειών και το παράνομο κυνήγι αποτελούν την κυριότερη απειλή για την περιοχή του υγρότοπου. Λίμνη Κονδυλι, Δρέπανο. Βρίσκεται διπλα στην παραλία του Αγίου Νικολάου, 5 χλμ από το Δρέπανο Αργολίδας. Πρόκειται για παράκτιο λιμνίο με γλυκό ή υφάλμυρο νερό.

Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

205


Λίμνη ή Λιμνοθάλασσα Σαχτούρη, Ερμιόνης. Η λίμνη ή λιμνοθάλασσα Σαχτούρη βρίσκεται 22 χλμ ανατολικά της Ερμιόνης και 7 χιλιόμετρα ανατολικά της Θερμησίας, στη νότια Αργολίδα και ανήκει σε ένα σύμπλεγμα μικρών, αλλά σημαντικών για την ορνιθοπανίδα, παράκτιων υγρότοπων που απλώνονται διαδοχικά στην Ερμιονίδα, στην νότια ακτογραμμή της Αργολίδας. Πρόκειται για την πρώτη λιμνοθάλασσα που συναντάει κανείς, όπως έρχεται από τα ανατολικά και την περιοχή της Τροιζηνίας.

Το σχήμα της είναι ωοειδές, το μέγεθος της φτάνει τα 400 στρέμματα και η περίμετρος της περίπου τα 3 χλμ. Βρίσκεται δυτικά από την περιοχή Μετόχι, το μικρό λιμάνι που συνδέει την Ερμιονίδα με την Ύδρα. Πρόκειται για μια παράκτια μονίμως κατακλυσμένη λίμνη γλυκού νερού στην οποία διανοίχθηκε διώρυγα επικοινωνίας με τη θάλασσα για να λειτουργήσει ως ιχθυοτροφείο. Χρησιμοποιείται κυρίως για υδατοκαλλιέργειες, αλλά η επέκταση των αγροτικών καλλιεργειών, οι επιχωματώσεις και το παράνομο κυνήγι αποτελούν τη μεγαλύτερη απειλή για τη διατήρηση του οικοσυστήματος. Περιμετρικά της λιμνοθάλασσας υπάρχουν περιοχές με καλαμιώνες, σαλικόρνιες και υδρόφιλα είδη του γένους Juncus και Typha. Στους λόφους κυριαρχούν οι καλλιέργειες ελαιόδεντρων αλλά και περιοχές με μεσογειακή βλάστηση με σκίνα, πουρνάρια και διάφορα φρύγανα. Στην παραλία που απλώνεται σε μια στενή λωρίδα 700 μέτρων υπάρχουν πολλά αμμόφιλα είδη της ακροθαλασσιάς Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

206


Λιμνοθάλασσα Ποτοκίων, Ερμιόνης. Είναι μία μικρή, λιμνοθάλασσα, στα νότια του όρμου, μόλις 3 χλμ. από τη πόλη της Ερμιόνης και η συνολική της έκταση φτάνει τα 300 στρέμματα. Μέσα σε αυτή την έκταση περιλαμβάνονται ρηχοί υγρότοποι με υφάλμυρο νερό, αλμυρόβαλτοι, λιβάδια με αλόφυτα, αμμώδεις λωρίδες, πολύ μικροί λόφοι και ξερές εκτάσεις που εποχικά κατακλύζονται. Στα ανατολικά καταλήγει σε έναν λόφο στο σημείο ακριβώς που βρίσκεται η μπούκα της λιμνοθάλασσας και στα ανατολικά της προστατεύεται από μια στενή λωρίδα άμμου 850 μέτρων. Στα νότια ένας ασφαλτόδρομος χωρίζει τη λιμνοθάλασσα από καλλιέργειες και κατοικίες. Μικρά ρέματα συμβάλλουν στα νερά της λιμνοθάλασσας τα οποία ανεβαίνουν με τις βροχές και πέφτουν τους καυτούς μήνες. Παρότι η λιμνοθάλασσα αποτελεί αξιόλογο βιότοπο για την ορνιθοπανίδα και την ιχθυοπανίδα, υπάρχουν σχέδια αξιοποίησης της με τη δημιουργία τουριστικών μονάδων. Η λιμνοθάλασσα Ποτοκίων είναι ένας εξαιρετικός τόπος για ορνιθοπαρατήρηση, καθώς η ποικιλομορφία της και η μηδαμινή όχληση στη περιοχή προσελκύουν δεκάδες είδη πτηνών. Στα κεντρικά της λιμνοθάλασσας υπάρχει ένας μεγάλος αλμυρόβαλτος γεμάτος με φυτά τους είδους Salicornia, ενώ προς τα ηπειρωτικά υπάρχουν σημεία με καλαμιές και βούρλα. Τα μόνα δέντρα που υψώνονται στην περιοχή είναι οι ευκάλυπτοι και τα αλμυρίκια. Στην παράλια λωρίδα και γύρω από τη λιμνοθάλασσα φυτρώνουν πολλά αμμόφιλα είδη, με πιο κοινά φυτά την Medicago marina, την αγριοβιολέτα Matthiola tricuspidata, την Anthemis tomentosa, τον Scolymus hispanicus, το Cardopatium corymbosum, την κίτρινη παπαρούνα Glaucium flavum, το Cakile maritima, το Eryngium maritimum, την Medicago minima, την κενταύρια Centaurea raphanina, το Ornithogalum divergens και το Mesembryanthemum nodiflorum.

Την περιοχή επισκέπτονται δεκάδες είδη πουλιών ιδιαίτερα κατά τη μεταναστευτική περίοδο, τα οποία προσελκύονται τόσο από τα κοπάδια των μικρών ψαριών, όσο και από τα ασπόνδυλα που κρύβονται λίγο κάτω από την αμμολάσπη των βάλτων. Συχνά καταφθάνουν μεγάλοι αριθμοί από σταχτοτσικνιάδες, αργυροτσικνιάδες, λευκοτσικνιάδες, πορφυροτσικνιάδες, κρυπτοτσικνιάδες και μικροτσικνιάδες, αλλά και μικρά κοπάδια από φοινικόπτερα. Αβοκέτες, χαλκόκοτες και χουλιαρομύτες απαντώνται πιο σπάνια. Από τα παπιά εδώ συναντάει κανείς πρασινοκέφαλες πάπιες, βαρβάρες, γκισάρια, κιρκίρια, ψαλίδες, καπακλήδες και χουλιαρόπαπιες. Από τα υπόλοιπα παρυδάτια εμφανίζονται καλαμοκανάδες, βροχοπούλια, αργυροπούλια, ακτίτες, λασπότρυγγες, κοκκινοσκέλιδες, πρασινοσκέλιδες, μαχητές, θαλασσοσφυριχτές, ποταμοσφυριχτές, αμμοσφυριχτές και πολλά άλλα (πηγή: σταχυολόγηση από http://www.naturagraeca.com). Υγρότοπος Ψήφτα, Τροιζηνίας. Ανήκει στους παράκτιους υγρότοπους. Πρόκειται για μια ρηχή λιμνοθάλασσα με πλούσιους καλαμιώνες και βάλτους, σε μια περιοχή που περιλαμβάνει ημιορεινά φαράγγια με ρέματα και πυκνή βλάστηση. Το χειμώνα συνήθως πλημμυρίζει, ενώ το καλοκαίρι η υδατική επιφάνεια κατεβαίνει, δημιουργώντας αλίπεδα και χαμηλή αλοφυτική βλάστηση. Λόγω της γεωγραφικής του θέσης και λόγω του ότι είναι ένας από τους λιγοστούς υγροτόπους της νότιας Ελλάδας, ο υγρότοπος της Ψήφτας έχει μεγάλη σημασία για τα μεταναστευτικά πουλιά, ως σταθμός ανάπαυσης και ανεφοδιασμού. Σύμφωνα με ορνιθολογικές μελέτες έχει υπολογιστεί ότι 89 είδη πουλιών από 34 διαφορετικές οικογένειες μεταναστεύουν ή διαχειμάζουν σε αυτόν τον υγρότοπο. Θ. Σ., Κουσουρής

-- Οι μικρές Λίμνες στην Ελλάδα --

‘’ εικόνες και περιηγήσεις ’’

207


Επίσης, αποτελεί σημαντικό καταφύγιο για διαχειμάζοντα πουλιά, κυρίως κύκνους, ερωδιούς και πάπιες.

Η Ψήφτα (photo:http://www.naturagraeca.com)

Στις υγροτοπικές περιοχές της Αρκαδίας συνήθως αναφέρονται, εκτός από τη Λίμνη Μουστός ή Μελιγγού, μια μικρή Λίμνη του Χερρονησίου (20 στρέμματα με τα νερά της να αναβλύζουν από τις παρυφές του ομώνυμου λόφου, νότια του Άστρους Κυνουρίας), και η τεχνητή σήμερα λίμνη Τάκα (σχετικά πρόσφατα δημιουργήθηκε τεχνητός ταμιευτήρας νερού, πάνω στην παλαιά λίμνη και σε μικρότερη έκταση). Νοτιότερα καταγράφοντα