Page 1

Θεόδωρος Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις (έννοιες, οικοσυστήματα, εφαρμογές)

Αθήνα, 2015


Υγροτοπικές Αναζητήσεις (Υδατικές, Υγροτοπικές & Υγρο-οικολογικές καταγραφές)

__________ Περιεχόμενα Α) Τα Μονοπάτια του Νερού

Σελ. 3-12

Β) Για τις Φυσικές Λίμνες (οικολογική αξιολόγηση, τροφική κατάσταση, ποιότητα νερών,

12-27

άνθηση νερού, κυανοβακτήρια, κυανοξίνες, κ.ά)

Β1. Χαρακτηριστικά και Ιδιότητες (τροφική κατάσταση, ποιότητα, άνθηση,

13-20

κυανοβακτηρια, κυανοτοξινες κ.ά. ) Β2. Ποιότητα – Εκτίμηση (οικολογική αξιολόγηση, δείκτες)

20-27

Γ) Οικολογική Χαρακτηριστικά, Ιδιαιτερότητες & Διαβάθμιση

27-39

Γ1. Διαβαθμονόμηση

27-29

Γ2. Διαβαθμονόμηση στην Ελλάδα

29-37

Γ3. Συμπεράσματα - Προτάσεις

37-39

Δ) Για τους Υγρότοπους (έννοιες, συστήματα, διάκριση, σημασία)

Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

39-56

σελ. 2


Α’ Τα Μονοπάτια του Νερού ( Εκφάνσεις, Λειτουργίες, Αξίες, Χρήσεις, Σημασία, κ.ά.) (Σημείωση:το παρακάτω κείμενο και οι πίνακες προέρχονται σταχυολογημένα από τις δημοσιεύσεις α) Perlman, H., C. Makropoulos, and D. Koutsoyiannis, 2005- The water cycle, http://ga.water.usgs.gov/edu/watercyclegreek.html, 19 pages, United States Geological Survey. β) Κουτσογιάννης Δ., και Θ. Ξανθόπουλος, 1999-Τεχνική Υδρολογία, Έκδοση 3, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα,. Η επιφανειακή και η υπόγεια συνιστώσα απορροής αναφέρονται στην έξοδο προς τη θάλασσα. γ) Κουσουρής Θ., 1998- Το νερό στη Φύση, στην ανάπτυξη, στην προστασία του περιβάλλοντος, Μονογραφίες Θαλάσσιων Επιστημών, ΕΚΘΕ, Ειδική έκδοση Ι, 188σελ. δ) Gleick, P. H., 1996- Water resources. In Encyclopedia of Climate and Weather, ed. by S. H. Schneider, Oxford University Press, New York, vol. 2, pp.817-823).

Το νερό της Γης είναι πάντα σε κίνηση και πάντα σε μεταβολή-αλλαγή, από την υγρή μορφή, στην αέρια ή σε πάγο ξανά και αντίστροφα. Έτσι, τα μονοπάτια του νερού ή ο κύκλος του νερού ή ο υδρολογικός κύκλος, περιγράφει την παρουσία και την κυκλοφορία του νερού όχι μόνο στην επιφάνεια της Γης, αλλά και επάνω, και κάτω απ’ αυτή. Η έννοια του υδρολογικού κύκλου είναι πολύ παλιά. Ο Αναξαγόρας (αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και αστρονόμος, 500-428π.Χ.) και ο Αριστοτέλης (αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, 384-322 π.Χ.) είχαν αντιληφθεί την αέναη ανακύκλωση του νερού μεταξύ ξηράς και ατμόσφαιρας και έτσι διατυπώθηκε για πρώτη φορά η έννοια του υδρολογικού κύκλου. Ο ποιητής Ξενοφάνης (αρχαίος φιλόσοφος και ποιητής, 570-480 π.Χ.) έλεγε μεταξύ των άλλων, ‘’..........πηγή δ΄εστί θάλασσα ύδατος, πηγή σ΄ανέμοιο… ούτε ροαί ποταμών, ουτ’ αιθέρος, όμβριον ύδωρ, αλλά μέγας πόντος γενέτωρ νεφέων ανέμων τε και ποταμών…». Δηλαδή, ‘’η θάλασσα είναι πηγή του νερού και του ανέμου, ούτε τα ρεύματα των ποταμών ούτε το νερό της βροχής και της ατμόσφαιρας θα υπήρχε χωρίς τον ωκεανό. Αυτός είναι ο γεννήτορας των νερών, των ανέμων και των ποταμών’’. Ο κύκλος του νερού λειτουργεί εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια. Η ζωή στη Γη εξαρτάται απ’ αυτόν. Ο υδρολογικός κύκλος, σαν κύκλος που είναι, δεν έχει αρχή, αλλά είναι σύνηθες να ξεκινήσει κανείς απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος, που κινεί τον κύκλο του νερού, θερμαίνει το νερό στη θάλασσα (στους ωκεανούς) το οποίο εν μέρει εξατμίζεται και ανυψώνεται με τη μορφή ατμού στον αέρα. Νερό εξατμίζεται ακόμα από τις λίμνες, τα ποτάμια και το έδαφος. Η διαπνοή των φυτών είναι μια ακόμη λειτουργία που αποδίδει υδρατμούς στην ατμόσφαιρα. Αλλά και τα ζώα με την αναπνοή τους αποδίδουν υδρατμούς στην ατμόσφαιρα. Η Γεωλογική Υπηρεσία των ΗΠΑ (USGS) έχει διακρίνει 16 διεργασίες-μέρη του υδρολογικού κύκλου που είναι: Αποθήκευση νερού στη θάλασσα, Εξάτμιση, Εξατμισοδιαπνοή, Εξάχνωση, Νερό στην ατμόσφαιρα, Συμπύκνωση, Κατακρημνίσματα, Αποθήκευση νερού σε πάγους και χιόνια, Απορροή από λιώσιμο του χιονιού, Επιφανειακή απορροή, Ροή σε υδατορεύματα, Αποθήκευση γλυκού νερού, Διήθηση, Αποθήκευση υπόγειου νερού, Εκφόρτιση υπόγειου νερού, Πηγές. Η κατανομή του νερού στη βιόσφαιρα είναι ανομοιόμορφη και ιδιάζουσα, καθώς το 95% περίπου του νερού της είναι χημικά δεσμευμένο στα πετρώματα, και έτσι δεν συμμετέχει άμεσα στον υδρολογικό κύκλο και δεν είναι αξιοποιήσιμο από τον άνθρωπο. Από το υπόλοιπο νερό του πλανήτη μας, το 97% περίπου είναι αλμυρό (νερό ωκεανών και θαλασσών), το 2,37% περίπου αποτελεί τους πολικούς πάγους και παγετώνες, το 0,6% περίπου περιλαμβάνει τα υπόγεια νερά μεγάλου βάθους και μόνο το 0,03% περιλαμβάνει τα επιφανειακά νερά, τα προσβάσιμα νερά (ποτάμια, λίμνες, υδρατμοί της ατμόσφαιρας, υγρασία και νερό του εδάφους, υπόγεια υδάτινα αποθέματα σε μικρό σχετικά βάθος από την επιφάνεια της γης, νερό που περιέχεται στην πανίδα και χλωρίδα, το νερό των φρούτων και λαχανικών, το νερό στις σάρκες των ζώων, κλπ). Ειδικότερα, το νερό στον πλανήτη μας, εκτιμάται στα 1386Χ106Κm3, από τα οποία περίπου 1338Χ106Κm3 (το 96,5%) είναι αποθηκευμένο στους ωκεανούς. Η ποσότητα όμως αυτή μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια μεγάλων χρονικών περιόδων. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια πιο ψυχρών κλιματικών περιόδων, σχηματίζονταν περισσότερα παγόβουνα και Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 3


παγετώνες με αποτέλεσμα να υπήρξε τότε λιγότερο νερό στους ωκεανούς. Το αντίθετο συμβαίνει στις θερμές κλιματικές περιόδους. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας εποχής των παγετώνων, η στάθμη των ωκεανών ήταν περίπου 122 μέτρα χαμηλότερη της σημερινής. Ενώ, πριν από περίπου τρία εκατομμύρια χρόνια, όταν η Γη ήταν πιο θερμή, η στάθμη των ωκεανών μπορεί να ήταν μέχρι και 50 μέτρα πιο ψηλά απ΄ ότι είναι σήμερα. Στον παρακάτω πίνακας παρουσιάζεται η κατ’εκτίμηση κατανομή του νερού της Γης, σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Όγκος νερού σε κυβικά χιλιόμετρα

Ποσοστό γλυκού νερού (%)

Ποσοστό συνολικού νερού

1.338.000.000

--

96,5

Παγόβουνα, Παγετώνες & Μόνιμο Χιόνι

24.064.000

68,7

1,74

Ατμόσφαιρα

12.900

0,04

0,001

Αλμυρό Νερό

12.870.000

--

0,94

Γλυκό Νερό

10.530.000

30,1

0,76

Υπόγειο Νερό

23.400.000

--

1,7

Εδαφική Υγρασία

16.500

0,05

0,001

Εδαφικός πάγος & Μόνιμα παγωμένο έδαφος

300.000

0,86

0,022

Λίμνες

176.400

--

0,013

-----Γλυκού νερού

91.000

0,26

0,007

-----Αλμυρού νερούές

85.400

--

0,006

Έλη

11.470

0,03

0,0008

Ποταμοί

2.120

0,006

0,0002

Βιολογικό Νερό

1.120

0,003

0,0001

1.386.000.000

-

100

Μορφή Νερού Ωκεανοί και Θάλασσες

Σύνολο

Πηγή: Gleick, P. H., 1996: Water resources. In Encyclopedia of Climate and Weather, ed. by S. H. Schneider, Oxford University Press, New York, vol. 2, pp.817-823.

Δηλαδή, από τα συνολικά 1386 εκατομμύρια κυβικά χιλιόμετρα του νερού στη Γη, περισσότερο από 96% είναι αλμυρό νερό. Επίσης, το 68% του γλυκού νερού είναι δεσμευμένο σε πάγο και παγετώνες. Ακόμα, ένα 30% του γλυκού νερού βρίσκεται σε υπόγειους υδροφορείς. Το επιφανειακό γλυκό νερό που βρίσκεται σε ποτάμια και λίμνες είναι συνολικά 93.100 κυβικά χιλιόμετρα και αντιπροσωπεύει περίπου το 1/150 του 1% του συνολικού νερού στη Γη. Παρά ταύτα, τα ποτάμια και οι λίμνες είναι οι βασικές πηγές νερού για την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών και του περιβάλλοντος.

Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 4


Εκτίμηση των μέσων ετήσιων φυσικών διακινήσεων του νερού της Γης (συνιστωσών του υδρολογικού κύκλου) Έκταση σε Επιφάνεια δισεκατομμύρια αναφοράς τετραγωνικά χιλιόμετρα Σύνολο επιφάνειας 510,0 Γης Ωκεανοί Ξηρά

361,1

148,9

Διακίνηση

Μέσος ετήσιος Ποσοστό επί των όγκος σε κυβικά κατακρημνισμάτων, χιλιόμετρα (%)

Κατακρημνίσματα και 577.000 Εξατμοδιαπνοή

100,0

Κατακρημνίσματα 458.000

100,0

Εξάτμιση

505.000

110,3

Κατακρημνίσματα 119.000

100,0

Εξατμοδιαπνοή

72.000

60,5

Συνολική απορροή

47.000

39,5

Επιφανειακή συνιστώσα απορροής

44.700

37,6

Υπόγεια συνιστώσα απορροής

2.30999999999990 1,9

Πηγή: Δ. Κουτσογιάννης και Θ. Ξανθόπουλος, 1999-Τεχνική Υδρολογία, Έκδοση 3η, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα,. Η επιφανειακή και η υπόγεια συνιστώσα απορροής αναφέρονται στην έξοδο προς τη θάλασσα.

Το γεγονός ότι οι λίμνες και τα ποτάμια, δηλαδή τα επιφανειακά νερά, είναι οι κύριες πηγές νερού, ή αλλιώς υδατικοί πόροι, φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα που δίνει ο παραπάνω πίνακας, σύμφωνα με την οποία τα υπόγεια νερά είναι κατά τάξεις μεγέθους περισσότερα από τα επιφανειακά. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί αν σκεφτούμε ότι οι πόροι του νερού δεν είναι αποθεματικοί (όπως π.χ. είναι το πετρέλαιο), αλλά ανανεώσιμοι. Επομένως, αυτό που έχει σημασία δεν είναι η ποσότητα νερού που είναι αποθηκευμένη, αλλά αυτή που ανανεώνεται κάθε χρόνο. Έτσι, λοιπόν, τα επιφανειακά νερά διακινούνται –και άρα ανανεώνονται– με πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς απ΄ότι τα υπόγεια νερά. Με άλλα λόγια, δεν έχει τόσο σημασία η στατική εικόνα της αποθήκευσης του νερού, αλλά η δυναμική εικόνα της κυκλοφορίας του νερού στην υδρόγειο. Αυτή περιγράφεται από τις ποσότητες των διακινήσεων του νερού ανάμεσα στις διάφορες μορφές, δηλαδή τις ποσότητες που μεταφέρονται μέσα στον υδρολογικό κύκλο. Έτσι, τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία που παρατηρούμε στον υδρολογικό κύκλο της επιφανειακής και υπόγειας απορροής από την ξηρά στη θάλασσα,. είναι ότι: 1) Το χερσαίο τμήμα της Γης τροφοδοτείται από το θαλάσσιο, μέσω των μηχανισμών της εξάτμισης και της μεταφοράς από τους ανέμους, με υδρατμούς (δηλαδή νερό σε καθαρή μορφή) που φτάνουν στο 39,5% των χερσαίων κατακρημνισμάτων (το υπόλοιπο 60,5% των χερσαίων κατακρημνισμάτων προέρχεται από τη χερσαία εξατμισοδιαπνοή). 2) Η ίδια ποσότητα (39,5%) οδηγείται μέσω της επιφανειακής απορροής από τη ξηρά στη θάλασσα, για να κλείσει έτσι ο υδρολογικός κύκλος και το υδατικό ισοζύγιο της υδρογείου. 3) Από τη συνολική απορροή, η οποία αποτελεί Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 5


και την οροφή του εκμεταλλεύσιμου υδατικού δυναμικού, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό παίρνει η επιφανειακή απορροή (η επιφανειακή εκροή στη θάλασσα είναι περίπου 20 φορές μεγαλύτερη από την υπόγεια εκροή).

Στη βιόσφαιρά μας, μπορεί η ατμόσφαιρα να μην είναι η μεγαλύτερη αποθήκη για το νερό, αλλά είναι η "υπερταχεία λεωφόρος" μέσω της οποίας το νερό μετακινείται σε παγκόσμια κλίμακα, στον υδρολογικό του κύκλο. Στην ατμόσφαιρα, υπάρχει πάντοτε νερό. Η πιο ορατή μορφή ατμοσφαιρικού νερού είναι τα σύννεφα, αλλά ακόμα και ο καθαρός αέρας περιέχει νερό – με τη μορφή υδρατμών που δεν είναι ορατοί. Αν όλο το νερό της ατμόσφαιρας ήταν σε υγρή μορφή, τότε ο όγκος του στο σύνολο της ατμόσφαιρας, ανά πάσα στιγμή, θα ήταν περίπου 12900 Km3. Εξάλλου, αν όλο το νερό της ατμόσφαιρας έπεφτε στη Γη την ίδια στιγμή θα κάλυπτε την επιφάνειά της με νερό σε ύψος 2,5cm. Η μεγάλη επιφάνεια των ωκεανών (πάνω από το 70% της επιφάνειας της Γης καλύπτεται από ωκεανούς) επιτρέπει μεγάλης κλίμακας εξάτμιση. Οι ωκεανοί, οι θάλασσες, οι λίμνες και τα ποτάμια παρέχουν περίπου το 90% της υγρασίας της ατμόσφαιρας, ενώ τα φυτά, μέσω της διαπνοής παρέχουν το υπόλοιπο 10%. Έτσι, η εξάτμιση από τη θάλασσα είναι ο κύριος τρόπος με τον οποίο το νερό οδεύει προς την ατμόσφαιρα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ποσότητα νερού που εξατμίζεται είναι ίση με τη ποσότητα του νερού που επιστρέφει στην επιφάνεια της Γης με τη μορφή κατακρημνισμάτων. Βέβαια, η κατανομή των ποσοτήτων που εξατμίζονται και ξαναπέφτουν στη Γη, μεταβάλλεται γεωγραφικά. Έτσι, στη θάλασσα η εξάτμιση υπερτερεί της βροχής, ενώ στη στεριά συμβαίνει το αντίθετο. Το περισσότερο νερό που εξατμίζεται από τη θάλασσα, ξαναπέφτει σε αυτή και μόνο περίπου το 10% του νερού αυτού μεταφέρεται πάνω από τη στεριά και πέφτει με τη μορφή κατακρημνισμάτων. Από τη στιγμή που ένα μόριο νερού εξατμίζεται, παραμένει στην ατμόσφαιρα, κατά μέσο όρο, για 10 περίπου ημέρες,. Αν και σε πολλούς ορισμούς της εξατμισοδιαπνοής υπάγεται σε αυτή και η εξάτμιση από λίμνες ή ίσως και από τη θάλασσα, εδώ η εξατμισοδιαπνοή ορίζεται ως το νερό που διαφεύγει στην ατμόσφαιρα ως εξάτμιση από την επιφάνεια του εδάφους και ως διαπνοή από τα φύλλα των φυτών. Τα φυτά ανακυκλώνουν ετησίως πολύ μεγάλες ποσότητες νερού, αλλά και κάθε ζώο. Για παράδειγμα, ένα μέσου Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 6


μεγέθους θηλαστικό, όπως ό άνθρωπος καταναλώνει τουλάχιστον 2,5 λίτρα νερού ημερησίως, και ανακυκλώνει περίπου 1000 λίτρα νερό το χρόνο, δηλαδή περί τους 70 τόνους σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Το νερό μπορεί να είναι υπόγειο που φτάνει στην επιφάνεια του εδάφους μέσω τριχοειδών εδαφικών σωληνίσκων και στα φύλλα των φυτών μέσω του τριχοειδούς αγγειακού συστήματος των φυτών. Η συμπύκνωση είναι η διεργασία της μετατροπής του νερού από την αέρια στην υγρή μορφή. Η συμπύκνωση είναι σημαντική για τον κύκλο του νερού, διότι επιτρέπει τον σχηματισμό των σύννεφων. Τα σύννεφα, παράγουν κατακρημνίσματα (π.χ. βροχή, χιόνι, χαλάζι, ομίχλη) τα οποία είναι και ο βασικός τρόπος με τον οποίο το νερό ξαναγυρίζει στην επιφάνεια της Γης. Η συμπύκνωση είναι το αντίθετο της εξάτμισης. Η συμπύκνωση, είναι επίσης υπεύθυνη για την ομίχλη, για το θάμπωμα των τζαμιών κατά τη διάρκεια μιας κρύας μέρας, για το νερό που στάζει από το εξωτερικό ενός ποτηριού με κρύο νερό κ.ά. Τα κατακρημνίσματα -πτώση του νερού από τα σύννεφα-, αποτελούν τον κύριο τρόπο με τον οποίο το νερό της ατμόσφαιρας επιστρέφει στην επιφάνεια της Γης. Η συχνότερη μορφή κατακρημνισμάτων είναι η βροχή. Τα σύννεφα περιέχουν υδρατμούς και υδροσταγονίδια τα οποία όμως είναι πολύ μικρά για να πέσουν ως κατακρημνίσματα, αλλά ταυτόχρονα είναι αρκετά μεγάλα, ώστε να σχηματίζουν ορατά σύννεφα. Το νερό συνεχώς εξατμίζεται και συμπυκνώνεται στον αέρα. Το περισσότερο νερό που συμπυκνώνεται στα σύννεφα δεν πέφτει διότι υποστηρίζεται από ανοδικά ρεύματα αέρα. Για να προκληθούν κατακρημνίσματα, πρέπει τα μικροσκοπικά υδροσταγονίδια να συνενωθούν για να σχηματίσουν σταγόνες αρκετά μεγάλες και βαριές, ώστε να πέσουν υπό την επίδραση βαρύτητας. Εξάλλου, για να σχηματιστεί μια σταγόνα βροχής πρέπει να συνενωθούν εκατομμύρια σταγονίδια ενός σύννεφου. Οι ίδιες ποσότητες κατακρημνισμάτων δεν πέφτουν παντού στο κόσμο, ούτε καν μέσα σε μια χώρα ή ακόμα και σε μια πόλη. Στην Αθήνα, για παράδειγμα, οι καλοκαιρινές καταιγίδες μπορεί να προκαλέσουν περισσότερο από 50 χιλιοστόμετρα βροχής σε κάποιες περιοχές και να αφήσουν τελείως ξηρές κάποιες άλλες, μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα. Μερικές περιοχές στην Ήπειρο (Βορειοδυτική Ελλάδα) δέχονται περισσότερη βροχή κατά τη διάρκεια ενός μήνα, από ότι η Αττική σε έναν ολόκληρο χρόνο. Σε διεθνές επίπεδο, το παγκόσμιο ρεκόρ της μέσης ετήσιας βροχόπτωσης ανήκει στο όρος ‘’Waialeale’’ της Χαβάης, όπου πέφτουν 11400 χιλιοστόμετρα (11,4 μέτρα) βροχής κατά μέσο όρο το χρόνο. Αντίθετα, στην περιοχή ‘’Arica’’ της Χιλής, μέχρι πρόσφατα, είχε να βρέξει για 14 χρόνια. Το νερό που βρίσκεται αποθηκευμένο για μεγάλες χρονικές περιόδους στον πάγο, το χιόνι και τους παγετώνες, αποτελεί και αυτό μέρος του υδρολογικού κύκλου. Το μεγαλύτερο μέρος της μάζας του πάγου στη Γη, περίπου το 90%, βρίσκεται στην Ανταρκτική, ενώ οι πάγοι της Γροιλανδίας περιέχουν το υπόλοιπο 10% της παγκόσμιας μάζας πάγου. Στη Γροιλανδία το μέσο πάχος πάγου είναι 1.500 μέτρα, αλλά μπορεί να μπορεί να φτάσει και τα 4300 μέτρα. Το κλίμα της Γης μεταβάλλεται συνέχεια αν και συνήθως η μεταβολή δεν είναι αρκετά γρήγορη ώστε να γίνεται αντιληπτή. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας της Γης έχουν περάσει πολλές θερμές περίοδοι, όπως η περίοδος των δεινοσαύρων πριν από 100 εκατομμύρια χρόνια, αλλά και πολλές ψυχρές περίοδοι, όπως η τελευταία εποχή των παγετώνων πριν από περίπου 20000 χρόνια. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας εποχής των παγετώνων, μεγάλο τμήμα του βόρειου ημισφαιρίου, ήταν σκεπασμένο με παγετώνες. Οι παγετώνες καλύπτουν σήμερα το 10-11% της στεριάς της Γης. Αν όλοι οι παγετώνες έλιωναν σήμερα, η στάθμη της θάλασσας θα ανέβαινε κατά 70 μέτρα (Πηγή: Εθνικό Κέντρο Δεδομένων Χιονιού και Πάγου των ΗΠΑ). Κατά τη διάρκεια της τελευταίας εποχής των παγετώνων η στάθμη της θάλασσας ήταν κατά 122 μέτρα χαμηλότερη της σημερινής και οι παγετώνες κάλυπταν το ένα τρίτο περίπου της στεριάς. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας θερμής εποχής, πριν από 125000 χρόνια, οι θάλασσες (στάθμη επιφάνειας) ήταν 5,5 μέτρα υψηλότερες από σήμερα, ενώ πριν από τρία εκατομμύρια χρόνια, οι θάλασσες μπορεί να ήταν και μέχρι 50 μέτρα υψηλότερες από σήμερα. Παγκοσμίως, η απορροή από το λιώσιμο του χιονιού προς τα υδατορεύματα αποτελεί σημαντική συνιστώσα της κίνησης του νερού. Σε κρύα κλίματα μεγάλο μέρος της ανοιξιάτικης Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 7


απορροής και της παροχής των ποταμών προέρχεται από το λιώσιμο χιονιού και πάγου. Το γρήγορο λιώσιμο του χιονιού προκαλεί πολλές φορές, εκτός από πλημμύρες, κατολισθήσεις και πτώσεις κατακερματισμένων βράχων. Η απορροή από το λιώσιμο του χιονιού μεταβάλλεται από εποχή σε εποχή αλλά και από χρόνο σε χρόνο. Η έλλειψη νερού αποθηκευμένου με τη μορφή χιονιού το χειμώνα μπορεί να λιγοστέψει το διαθέσιμο νερό για όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Αυτό μπορεί να επηρεάσει τη ποσότητα διαθέσιμου νερού στους κατάντη ταμιευτήρες, πράγμα που με τη σειρά του μπορεί να επηρεάσει το διαθέσιμο νερό για άρδευση και ύδρευση. Μέρος των κατακρημνισμάτων που πέφτουν πάνω στο έδαφος, κυλούν επιφανειακά προς τα ποτάμια, σχηματίζοντας την επιφανειακή απορροή. Στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα, καθώς τα ποτάμια κερδίζουν και χάνουν νερό μέσω του εδάφους. Συνήθως, τμήμα της βροχής που πέφτει, ποτίζει το έδαφος, αλλά όταν το έδαφος είναι κορεσμένο ή αδιαπέραστο, όπως πχ. ένας δρόμος ή ένα πάρκινγκ, το νερό αρχίζει να ρέει προς τα χαμηλά με τη μορφή απορροής. Το νερό στην πορεία του προς τα ποτάμια, κυλά μέσω αυλακιών στο έδαφος. Όπως συμβαίνει με όλα τα μέρη του υδρολογικού κύκλου, η σχέση μεταξύ των κατακρημνισμάτων και της επιφανειακής απορροής μεταβάλλεται στο χρόνο και το χώρο. Παρόμοιες καταιγίδες σε μια ζούγκλα και σε μια έρημο προκαλούν διαφορετικές μορφές επιφανειακής απορροής. Η απορροή εξαρτάται τόσο από μετεωρολογικούς παράγοντες, όσο και από τη γεωλογία και το ανάγλυφο της περιοχής. Μόνο το ένα τρίτο περίπου του όγκου των κατακρημνισμάτων που πέφτει πάνω στο έδαφος, απορρέει σε υδατορεύματα και γυρίζει στη θάλασσα. Τα υπόλοιπα δύο τρίτα, εξατμίζονται, ή διηθούνται προς τα υπόγεια νερά. Επίσης, τμήμα της επιφανειακής απορροής χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο για δικές του χρήσεις, ενώ τα ποτάμια βοηθούν στην τροφοδοσία των υπόγειων υδροφορέων μέσω της διήθησης νερού από τη κοίτη τους προς τα κατώτερα υπεδάφια στρώματα. Και φυσικά επιστρέφεται στη θάλασσα το μεγαλύτερο τμήμα του νερό που εισέρχεται σε αυτά. Για την κατανόηση της λειτουργίας του υδρολογικού κύκλου είναι σημαντική η έννοια των λεκανών απορροής των ποταμών, των υδρολογικών τους λεκανών. Η λεκάνη απορροής είναι εδαφική έκταση που φιλοξενεί το ποτάμι και όλους τους παραποτάμους του, ακόμη και τα μικρά ρυάκια που καταλήγουν σε αυτό και που οδεύουν τελικά σε ένα αποδέκτη, συνήθως τη θάλασσα ή και σε μια λίμνη σε κλειστές υδρολογικές λεκάνες. Ακριβέστερα, λεκάνη απορροής σε μια δεδομένη θέση ενός υδατορεύματος είναι η γεωγραφική περιοχή που τα νερά της συνεισφέρουν στην απορροή που περνά από τη θέση αυτή του υδατορεύματος. Οι λεκάνες απορροής μπορεί να είναι από τόσο μικρές όσο μια πατημασιά στη λάσπη, μέχρι τόσο μεγάλες όσο όλη η έκταση που στραγγίζει στον ποταμό Αμαζόνιο στο σημείο που εκβάλλει στον Ατλαντικό Ωκεανό. Η τελευταία, που είναι και η μεγαλύτερη από τις λεκάνες όλων των ποταμών της υφηλίου, φτάνει τα 7.180.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Κάθε μεγάλη λεκάνη απορροής μπορεί να χωριστεί σε μικρότερες επιμέρους υπο-λεκάνες (π.χ. μια για κάθε παραπόταμο, για κάθε υδατοσυλλογή, για κάθε λίμνη). Οι λεκάνες απορροής είναι πολύ σημαντικές διότι η ποσότητα και η ποιότητα του νερού στα ποτάμια εξαρτώνται από ότι συμβαίνει μέσα στις λεκάνες, είτε το έχει προκαλέσει ο άνθρωπος είτε από φυσικές διεργασίες, είτε και από τα δύο προαναφερθέντα. Ένα μέρος του υδρολογικού κύκλου, που είναι προφανώς ζωτικής σημασίας για τη ζωή πάνω στη Γη, είναι το γλυκό νερό που βρίσκεται στην επιφάνεια του εδάφους. Το επιφανειακό νερό περιλαμβάνει υδατορεύματα, λίμνες, ταμιευτήρες (τεχνητές λίμνες) και υγρότοπους γλυκού νερού. Η ποσότητα του νερού στα ποτάμια και τις λίμνες αλλάζει συνεχώς, λόγω της μεταβολής των εισροών (όπως των κατακρημνισμάτων και των παροχών των πηγών) και των εκροών (όπως της εξάτμισης και της διήθησης προς τους υπόγειους υδροφορείς). Επίσης, η ποσότητα και η θέση του επιφανειακού νερού, αλλάζει στο χρόνο και το χώρο, ως αποτέλεσμα είτε φυσικών είτε ανθρωπογενών διεργασιών. Το επιφανειακό νερό επιτρέπει τη συνέχιση, τη διαιώνιση της ζωής. Ωστόσο, μόνο το 3% του νερού του πλανήτη είναι γλυκό νερό και Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 8


επομένως στην επιφάνεια της Γης θεωρείται σχετικά σπάνιο. Εξάλλου, όλες οι λίμνες και τα έλη μαζί περιέχουν μόνο το 0,29% του γλυκού αυτού νερού. Το 20% του συνολικού γλυκού νερού των λιμνών και ελών βρίσκεται σε μία λίμνη, τη λίμνη Βαϊκάλη στην Ασία. Άλλο ένα 20% βρίσκεται αποθηκευμένο στις Μεγάλες Λίμνες στις ΗΠΑ (Huron, Michigan, και Superior). Επίσης, τα ποτάμια περιέχουν μόνο το 0.006% του συνολικού γλυκού νερού του πλανήτη. Το νερό μπορεί να ταξιδέψει μεγάλες-τεράστιες αποστάσεις ή να μείνει αποθηκευμένο υπόγεια για μεγάλα χρονικά διαστήματα πριν επανέλθει στην επιφάνεια μπαίνοντας σε λίμνες, ποτάμια ή τη θάλασσα. Παντού στον κόσμο, τμήμα του νερού που πέφτει ως βροχή ή χιόνι, διηθείται μέσα στο έδαφος. Η ποσότητα του νερού που διηθείται εξαρτάται από έναν αριθμό παραγόντων. Η διήθηση των κατακρημνισμάτων που πέφτουν πάνω στους πάγους της Γροιλανδίας μπορεί να είναι πολύ μικρή, ενώ αντίθετα, όταν ένα υδατόρευμα χάνεται μέσα σε μια καταβόθρα ή σε σπηλιά, όλο το νερό γίνεται κατευθείαν υπόγειο νερό. Τμήμα του νερού που διηθείται μένει κοντά στην επιφάνεια του εδάφους και μπορεί να καταλήξει τελικά σε ένα υδατόρευμα. Ένα άλλο τμήμα του νερού, μπορεί να διηθηθεί πιο βαθιά και να τροφοδοτήσει υπόγειους υδροφορείς. Αν οι υδροφορείς είναι κοντά στην επιφάνεια και αρκετά πορώδεις, ώστε να επιτρέπουν τη γρήγορη κίνηση του νερού, μπορεί να φτιαχτούν πηγάδια και να αντληθεί νερό για διάφορες ανάγκες. Καθώς το νερό διηθείται προς το υπέδαφος, σχηματίζει συνήθως μια ακόρεστη και μια κορεσμένη ζώνη. Στην ακόρεστη ζώνη υπάρχει νερό αλλά και αέρας στα κενά (πόρους) του εδαφικού σχηματισμού, δηλαδή τα κενά αυτά δεν είναι τελείως γεμάτα με νερό. Το άνω μέρος της ακόρεστης ζώνης είναι η εδαφική ζώνη. Η εδαφική ζώνη έχει κενά που δημιουργούνται από τις ρίζες των φυτών, τα οποία επιτρέπουν στο νερό να διηθηθεί. Το νερό στην ανώτερη αυτή ζώνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τα φυτά. Κάτω από την ακόρεστη ζώνη βρίσκεται η κορεσμένη, στην οποία το νερό γεμίζει όλους τους πόρους του εδάφους. Εκτός από τις καθημερινά ορατές ποσότητες νερού, υπάρχουν και τεράστιες μη ορατές ποσότητες νερού – νερού που βρίσκεται και κινείται κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, αλλά και επάνω, στην ατμόσφαιρα. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το υπόγειο νερό, εδώ και χιλιάδες χρόνια και συνεχίζουν και σήμερα να το χρησιμοποιούν, κυρίως για ύδρευση και άρδευση, μέσω αντλήσεων. Επομένως, η ζωή στη Γη (βιόσφαιρα) βασίζεται στο υπόγειο νερό όπως και στο επιφανειακό νερό και σε εκείνο της ατμόσφαιρας. Το αποθηκευμένο υπόγειο νερό ως μέρος του υδρολογικού κύκλου. Μεγάλες ποσότητες νερού βρίσκονται αποθηκευμένες κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Το νερό αυτό συνεχίζει να κινείται, αν και συνήθως με πολύ μικρή ταχύτητα, και συνεχίζει να αποτελεί μέρος του υδρολογικού κύκλου. Το περισσότερο υπόγειο νερό προέρχεται από διήθηση κατακρημνισμάτων. Τα ανώτερα στρώματα αποτελούν την ακόρεστη ζώνη όπου η ποσότητα του νερού αλλάζει με το χρόνο αλλά δεν γεμίζει πλήρως τους πόρους του εδάφους. Κάτω από τη ζώνη αυτή υπάρχει η κορεσμένη ζώνη όπου όλοι οι πόροι και οι ρωγμές των πετρωμάτων είναι γεμάτα νερό. Ο όρος υπόγειο νερό χρησιμοποιείται για να περιγράψει αυτή τη ζώνη. Ο χώρος αποθήκευσης του υπόγειου νερό αποδίδεται με τον όρο "υδροφορέας". Οι υδροφορείς ή τα υδροφόρα στρώματα, είναι τεράστιες αποθήκες νερού της Γης και η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο εξαρτάται καθημερινά από αυτούς. Όπως προαναφέρθηκε, τμήμα των κατακρημνισμάτων διηθείται και μετατρέπεται σε υπόγειο νερό. Από το νερό που εισχωρεί στο έδαφος, ένα μέρος κινείται κοντά στην επιφάνεια και ξαναβγαίνει γρήγορα με τη μορφή απορροής προς τα υδατορεύματα, υπό την επίδραση της βαρύτητας. Όμως ένα άλλο μεγάλο μέρος συνεχίζει τη πορεία του προς βαθύτερα στρώματα. Όπως δείχνει το διάγραμμα, η κατεύθυνση και η ταχύτητα του υπόγειου νερού καθορίζεται από τα χαρακτηριστικά των υδροφορέων και των στρωμάτων περιορισμού (υπεδάφια στρώματα, τα οποία διαπερνά το νερό πολύ δύσκολα ή σχεδόν καθόλου). Η υπόγεια κίνηση του νερού εξαρτάται από τη διαπερατότητα (πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι στο νερό να κινηθεί) και από το πορώδες (την ποσότητα των κενών Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 9


μέσα στο υλικό)

των στρώσεων. Αν το υπεδάφιο στρώμα επιτρέπει στο νερό να κινείται σχετικά γρήγορα, αυτό μπορεί να διανύσει μεγάλες αποστάσεις στη διάρκεια μερικών ημερών. Μπορεί όμως επίσης να βυθιστεί προς βαθιούς υδροφορείς και να κάνει χιλιάδες χρόνια μέχρι να ξαναβγεί στην επιφάνεια. Όταν ένας υδροφορέας γεμίζει τόσο ώστε το νερό να υπερχειλίσει προς την επιφάνεια του εδάφους, δημιουργούνται πηγές. Το μέγεθος τους κυμαίνεται από μικρές πηγές που ενεργοποιούνται μόνο μετά από δυνατές βροχές, μέχρι τεράστιες πηγές που λειτουργούν σε μόνιμη βάση και βγάζουν χιλιάδες κυβικά μέτρα νερού ανά ημέρα. Πηγές μπορούν να δημιουργηθούν σε κάθε τύπου πέτρωμα, αλλά είναι συνηθέστερες σε ασβεστόλιθο και δολομίτη οι οποίοι διαλύονται από το νερό, ιδιαίτερα όταν έχουν ρωγμές. Αυτά τα πετρώματα έχουν μεγάλη διαπερατότητα και απορροφούν μεγάλες ποσότητες κατακρημνισμάτων, οπότε αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης πηγών, μέσω των οποίων εξέρχεται στην επιφάνεια το νερό που είχε εισχωρήσει στα πετρώματα. Το νερό των πηγών δεν είναι πάντα διαυγές.

Το νερό των πηγών είναι συνήθως διαυγές. Υπάρχουν όμως πηγές, των οποίων το νερό έχει το "χρώμα του τσαγιού", όπως αυτή η πηγή στο Colorado των ΗΠΑ. Το κόκκινο χρώμα προκαλείται από το γεγονός ότι το υπόγειο νερό έρχεται σε επαφή με ορυκτά, όπως ο σίδηρος. Η παρουσία χρώματος στο νερό των πηγών μπορεί να δείχνει ότι το νερό περνά γρήγορα μέσα από μεγάλες υπόγειες διόδους, χωρίς να φιλτράρεται αρκετά από τα πετρώματα ώστε να φύγει το χρώμα. Η εξάτμιση και η διαπνοή από την επιφάνεια του εδάφους συχνά είναι δύσκολο να ξεχωρίσουν και έτσι μιλούμε για εξατμισοδιαπνοή. Μια μικρή ποσότητα υδρατμών στην ατμόσφαιρα προέρχεται από την εξάχνωση, μέσω της οποίας μόρια από πάγους και χιόνια μετατρέπονται απευθείας σε υδρατμούς χωρίς να περάσουν από την υγρή μορφή. Ανοδικά ρεύματα αέρα ανεβάζουν τους υδρατμούς στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, όπου οι μικρότερες πιέσεις που επικρατούν έχουν αποτέλεσμα τη μείωση της θερμοκρασίας. Επειδή όμως σε χαμηλή θερμοκρασία ο αέρας δεν μπορεί πια να συγκρατεί όλη τη μάζα των υδρατμών, ένα μέρος τους συμπυκνώνεται και σχηματίζει τα σύννεφα. Τα ρεύματα του αέρα κινούν τα σύννεφα γύρω απ’ την υδρόγειο. Παράλληλα τα σταγονίδια νερού που σχηματίζουν τα σύννεφα συγκρούονται και μεγαλώνουν, και τελικά πέφτουν απ’ τον ουρανό ως Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής Υγροτοπικές Αναζητήσεις σελ. 10


κατακρημνίσματα, η συχνότερη μορφή των οποίων είναι η βροχή. Μια μορφή κατακρημνίσματος είναι το χιόνι, το οποίο όταν συσσωρεύεται σχηματίζει πάγους και παγετώνες. Σε σχετικά θερμότερα κλίματα, όταν έρχεται η άνοιξη, το χιόνι λιώνει και το ξεπαγωμένο νερό ρέει, σχηματίζοντας την απορροή από λιώσιμο του χιονιού. Η μεγαλύτερη ποσότητα κατακρημνισμάτων πέφτει απευθείας στους ωκεανούς. Από την ποσότητα που πέφτει στη στεριά, ένα σημαντικό μέρος καταλήγει και πάλι στους ωκεανούς ρέοντας υπό την επίδραση της βαρύτητας, ως επιφανειακή απορροή. Η μεγαλύτερη ποσότητα της επιφανειακής απορροής μεταφέρεται στους ωκεανούς από τα ποτάμια, με τη μορφή ροής σε υδατορεύματα. Η επιφανειακή απορροή μπορεί ακόμη να καταλήξει στις λίμνες, που αποτελούν, μαζί με τους ποταμούς, τις κυριότερες αποθήκες γλυκού νερού.

Ωστόσο, το νερό των κατακρημνισμάτων δεν ρέει αποκλειστικά μέσα στους ποταμούς. Κάποιες ποσότητες διαπερνούν το έδαφος με τη λειτουργία της διήθησης και σχηματίζουν το υπόγειο νερό. Μέρος του νερού αυτού μπορεί να ξαναβρεί το δρόμο του προς τα επιφανειακά υδάτινα σώματα (και τους ωκεανούς) ως εκφόρτιση υπόγειου νερού. Όταν βρίσκει διόδους προς της επιφάνεια της γης εμφανίζεται με τη μορφή πηγών. Ένα άλλο μέρος του υπόγειου νερού πηγαίνει βαθύτερα και εμπλουτίζει τους υπόγειους υδροφορείς, οι οποίοι μπορούν να αποθηκεύσουν τεράστιες ποσότητες νερού για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ακόμα και το νερό αυτό όμως συνεχίζει να κινείται και με τη πάροδο του χρόνου μέρος του ξαναμπαίνει στους Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 11


ωκεανούς όπου ο κύκλος του νερού "τελειώνει" ... και "ξεκινάει".Τα οικοσυστήματα των εσωτερικών υδάτων περικλείουν σημαντικές λειτουργίες για τη βιόσφαιρά μας, την ύπαρξή μας , το φυσικό περιβάλλον μας. Από τις λειτουργίες αυτές προκύπτουν ωφελιμιστικές αξίες για τον άνθρωπο και το φυσικό περιβάλλον γενικότερα. Παρόλα αυτά, δημιουργούνται απειλές και προβλήματα τα οποία προέρχονται από τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες, αλλά και από φυσικά αίτια. Αμφότερα, μπορούν να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στις λειτουργίες και αξίες των κάθε είδους υγροτόπων. Ειδικότερα, οι επιπτώσεις αυτές διαφοροποιούνται και επηρεάζονται από: -την άμεση και έμμεση αλληλεξάρτηση τους με τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στον ίδιο τον υδάτινο πόρο και στη λεκάνη απορροής του αλλά και -παράγοντες-μηχανισμούς συνέργειας και ανταγωνισμού που δημιουργούνται στον ίδιο τον υδάτινο πόρο και εκπορεύονται ακόμη και πέραν της λεκάνης απορροής του (κλιματικά φαινόμενα,

υπόγεια νερά, υδατικό ισοζύγιο, φόρτιση θρεπτικών και άλλων συστατικών, γεωμορφολογία, γεωϊστορία, βιο-γεωλογικοί κύκλοι, ανθρώπινες δραστηριότητες, βιο-ικανότητα απορρόφησης των οικολογικών κραδασμών, κ.ά).

Ωστόσο, είναι γνωστό στην οικολογία με απλά λόγια, ότι όσο πιο μονότονο και απλό είναι ένα υδάτινο οικοσύστημα, τόσο πιο ευάλωτο είναι σε απειλές, ενώ πιο επώδυνες είναι και οι διαταραχές στις βιοκοινότητές τους. Αντίθετα, η πολυπλοκότητα, το πολυσύνθετο, η αυξημένη βιοποικιλότητα και τα πολλαπλά τροφικά επίπεδα επιτρέπουν σε κάθε υδατικό οικοσύστημα, εναλλακτικές διόδους και λύσεις. Έτσι, μπορεί το οικοσύστημα να αντιπαρέρχεται τις οποιεσδήποτε οχλήσεις-απειλές, χωρίς σημαντικούς κραδασμούς, δηλαδή χωρίς να υποβαθμίζεται το οικοσύστημα οικολογικά. __________

Β’ Για τις Φυσικές Λίμνες (εκφάνσεις, οικολογική αξιολόγηση, τροφική κατάσταση, ποιότητα νερών, άνθηση νερού, κυανοβακτήρια, κυανοξίνες, κ.ά)

Είναι γνωστό ότι οι φυσικές λίμνες, με γεωλογικούς όρους, είναι προσωρινοί σχηματισμοί. Αποτελούν υγροτοπικούς χώρους, δυναμικά αλλά ευαίσθητα οικοσυστήματα, είναι ανυπολόγιστη η αξίας τους για τη Φύση και για τις λειτουργίες τους, ενώ καλύπτουν και τις παραγωγικές απαιτήσεις του ανθρώπου. Ανέκαθεν, οι φυσικές λίμνες στην Ελλάδα, αντιμετώπιζαν ποικίλες φυσικές και ανθρωπογενείς πιέσεις και απειλές, παρότι υπάρχουν υδατικά οικοσυστήματα που αντιπαρέρχονται απειλές και πιέσεις, που η βιοποικιλότητά τους είναι σε υψηλή στάθμη και έχουν σχετικά καλή έως καλή την οικολογική τους ποιότητα. Υπάρχουν όμως και υδάτινες περιοχές όπου δεν έχει αντιμετωπιστεί το ζήτημα της ρύπανσης, περιοχές όπου μειώνεται η βιοποικιλότητα και απειλούνται ενδιαιτήματα και σημαντικοί οικότοποι, περιοχές όπου επικρατούν ευτροφικές συνθήκες, περιοχές όπου βρίσκονται υπό απειλή ενδημικά είδη φυτών και ζώων, εκεί όπου έχει διαρρηχτεί η συνύπαρξη ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος. Παρόλα αυτά, η μεγάλη πρόκληση ονομάζεται ‘’Οδηγία Πλαίσιο για τα Νερά 2000/60’’. Είναι το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, για την επίτευξη τουλάχιστον καλής οικολογικής ποιότητας όλων των υδάτων. Και αξίζει να θυμηθούμε τους κεντρικούς άξονες αυτής της Οδηγίας που μεταξύ των άλλων προσβλέπει: α) στην αποτροπή της παραπέρα επιδείνωσης, στην προστασία και βελτίωση της κατάστασης των υδάτινων οικοσυστημάτων, αλλά και των άμεσα εξαρτώμενων από αυτά χερσαίων οικοσυστημάτων και υγροτόπων, σε ότι αφορά τις ανάγκες τους σε νερό, β) στην προώθηση της βιώσιμης χρήσης του νερού με βάση τη μακροπρόθεσμη Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής Υγροτοπικές Αναζητήσεις σελ. 12


προστασία των διαθέσιμων υδατικών πόρων, γ) στην ενίσχυση της προστασίας και βελτίωση του υδάτινου περιβάλλοντος, δ) στη διασφάλιση για προοδευτική μείωση της ρύπανσης των υπόγειων νερών και αποτροπή της παραπέρα υποβάθμισή τους, ε) στο μετριασμό τρων επιπτώσεων από πλημμύρες και ξηρασία, και άλλα. Ωστόσο, κάθε λίμνη και κάθε υδρολογική λεκάνη, διακρίνεται από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και σχέσεις, έχει τη δική της ταυτότητα, τη δική της μοναδικότητα. Για την επιστημονική τους προσέγγιση προς την κατεύθυνση της ολοκληρωμένης διαχείρισης με οικολογικά κριτήρια, μεταξύ των άλλων αποτυπώνεται η πρόσφατη κατάσταση, εκτιμώνται και προσομοιώνονται πιέσεις και τάσεις, ενώ η αποκατάσταση-εξυγίανση της καλής οικολογικής ποιότητας και της μελλοντικής της διασφάλισης, είναι ένα από τα ζητούμενα και προαπαιτούμενα. Εξάλλου, για την αξιολόγηση των υδάτων με βάση βιολογικούς δείκτες σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, διαπιστώνεται δυσκολία στην εύρεση κοινών ειδών δεικτών με άλλες χώρες και ειδικότερα με εκείνες που έχουν αποκλίνοντα κλιματολογικά και γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά. Επίσης, τα είδη που ενδημούν σε μια περιοχή και δηλώνουν με την παρουσία τους μια συγκεκριμένη οικολογική κατάσταση και ποιότητα, μπορεί να έχουν διαφορετική οικολογική συμπεριφορά σε άλλη βιογεωγραφική περιοχή. Τέλος, σημειώνεται με έμφαση ότι τα βιολογικά δεδομένα αυτών των δεικτών πρέπει απαραίτητα να υποστηρίζονται από γεωμορφολογικά και άλλα δεδομένα της υδρολογικής λεκάνης και της λίμνης, καθώς και από πρόσφατα και ιστορικά φυσικοχημικά δεδομένα του νερού. Επομένως, οφείλει να δοθεί περισσότερη έμφαση στην ανάπτυξη και εφαρμογή εγχώριων μεθόδων αξιολόγησης. Με τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, οι φυσικές λίμνες στη Ελλάδα αριθμούν κατά άλλους 126 φυσικές λίμνες (π.χ. Φατούρος, 2006), ενώ άλλοι ερευνητές, περιηγητές και φυσιοδίφες τις υπολογίζουν πάνω από 250 ή και 300 υδάτινα σώματα, συμπεριλαμβανομένων των μικρών σε μέγεθος Μεσογειακών εποχικών λιμνίων ή τελμάτων ή και ακόμη μεγαλύτερους αριθμούς αν συμπεριληφθούν οι λιμνοδολίνες των καρστικών περιοχών της Έλλάδας (π.χ. περιοχή Ξηρόμερου, Αιτωλοακαρνανίας).

Β1. Χαρακτηριστικά και Ιδιαιτερότητες

(τροφική κατάσταση, ποιότητα νερών, άνθηση νερού, κυανοβακτήρια, κυανοξίνες, κ.ά) Οι σημερινές φυσικές λίμνες στην Ελλάδα, ανήκουν γεωμορφολογικά στα υπολείμματα των παλαιών μεγάλων και βαθιών λεκανών που κάλυπταν μεγάλες περιοχές κατά τη διάρκεια της Τριτογενούς και Τεταρτογενούς γεωλογικής περιόδου. Εξάλλου, οι περισσότερες των λιμνών στην Ελλάδα προέρχονται από τη συνδυασμένη δράση της τεκτονικής δραστηριότητας κατά την αλπική και μετα-αλπική ορογένεση, και της διαλυτικής διεργασίας των κατακρημνισμάτων και γενικά του νερού, πάνω στα ασβεστολιθικά και δολομιτικά πετρώματας (καρστικοποίηση), που κυριαρχούν στον ελληνικό χώρο. Το λιμναίο περιβάλλον μιας περιοχής, καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το κλιματικό καθεστώς μαζί με τον υδρογραφικά και γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά των λεκανών τους, αλλά και από την εδαφική βλάστηση της ευρύτερης περιοχής, φυσικά αίτια και από ανθρωπογενείς δραστηριότητες. Οι παράγοντες που καθορίζουν και εκφράζουν τη μορφολογία των λιμναίων λεκανών και των λεκανών απορροής τους είναι μεταξύ των άλλων: η έκτασή τους, η μορφή και ο προσανατολισμός τους, το μέγιστο και μέσο βάθος κάθε λίμνης, οι κλίσεις του πυθμένα της, η δομή και η σύσταση του ιζήματος του πυθμένα της, η μορφή και γεωμορφολογική δομή και σύσταση της υδρολογικής τους λεκάνης, η μορφή και η πυκνότητα του υδρογραφικού δικτύου, η δομή και η σύσταση της βλάστησης στη λεκάνη απορροής, η περίμετρος του υδροκρίτη, και άλλοι παράγοντες. Είναι γνωστό, ότι τα μορφομετρικά δεδομένα των λιμνών και ιδιαίτερα στις ξηροθερμικές περιοχές, όπως η Ελλάδα, μεταβάλλονται σημαντικά. Το γεγονός αυτό οφείλεται κυρίως στην ανομοιόμορφη πορεία των βροχοπτώσεων και των άλλων ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων στην υδρολογική τους λεκάνη, αλλά και στη γεωμορφολογική δομή και σύσταση της περιοχής. Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής Υγροτοπικές Αναζητήσεις σελ. 13


Αυτά σε συνδυασμό με τη χωρίς προγραμματισμό χρησιμοποίηση του νερού, που στην πλειονότητα των περιπτώσεων εξυπηρετεί τις αρδευτικές ανάγκες της εγγύτερης ή ευρύτερης περιοχής, έχουν άμεση επίπτωση, πέρα από τα μορφομετρικά δεδομένα μιας λίμνης, και στην υδρολογία της. Επίσης, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, αυτά επηρεάζουν τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά, την τροφική κατάσταση, την πανίδα και τη χλωρίδα, την οικολογική κατάσταση, το οικοσύστημα, τις κοινωνικο-οικονομικές συνιστώσες της περιοχής, το περιβάλλον γενικότερα. Από θερμοδυναμική-ενεργειακή άποψη, στις βαθιές λίμνες στην Ελλάδα, όπως είναι η Τριχωνίδα, Βόλβη, Μεγάλη Πρέσπα, Βεγορίτιδα, Αμβρακία, Ζηρός, Ζαραβίνα και άλλες, παρατηρείται θερμική στρωμάτωση των υδάτων τους. Επίσης, οι λίμνες που δεν καλύπτονται από πάγο κατά τη διάρκεια του χειμώνα, χαρακτηρίζονται ως θερμές μονομικτικές λίμνες, ενώ οι λίμνες Ορεστειάδα, Παμβώτιδα, Μικρή Πρέσπα και Δοϊράνη που καλύπτονται από πάγο περίπου κάθε 2-5 έτη, χαρακτηρίζονται ως διμικτικές. Από ανθρωποκεντρική, οικολογική και περιβαλλοντική άποψη, οι λίμνες ως υγροτοπικές περιοχές, αποτελούν πλουτοπαραγωγικούς και όχι μόνο πόρους, συνιστούν ευαίσθητα οικοσυστήματα, οι αξίες τους είναι ανυπολόγιστες για την οικονομία της φύσης, ενώ η λειτουργικότητά τους έχει πολλαπλές επιπτώσεις στο εγγύτερο και ευρύτερο περιβάλλον. Οι κυριότερες χρήσεις των νερών μιας λίμνης και των γύρω από αυτή υγροτοπικών περιοχών στην Ελλάδα αφορούν μεταξύ των άλλων την άρδευση, κάθε είδους απορρίψεις, αλιεία και ιχθυοπαραγωγή, βόσκηση στα γύρω υγρά λιβάδια, ύδρευση, αναψυχή και τουρισμό, αμμοληψίες και άλλα. Δραστηριότητες που στην πλειονότητά τους αντιμάχονται με τις επιπτώσεις τους την παραμελημένη ‘’Περιβαλλοντική Χρήση’’ του νερού.

Σημειώνεται, ότι η Ελλάδα διαθέτει διεθνούς σημασίας προστατευόμενους υγρότοπους που περιλαμβάνονται στη διεθνή σύμβαση Ramsar (1971), η οποία έχει υπογραφεί από τη χώρα μας και έχει κυρωθεί με το Ν.Δ. 191/74. Στις προστατευόμενες αυτές περιοχές περιλαμβάνονται μεταξύ των άλλων υγροτοπικών περιοχών και οι Φυσικές Λίμνες, όπως είναι οι λίμνες Μικρή Πρέσπα και Μεγάλη Πρέσπα, η Βιστωνίδα και οι γειτονικές περιοχές, Πόρτο Λάγος, Λίμνη Ισμαρίδα-Μητρικού, η Κορώνεια και η Βόλβη και άλλες. Εξάλλου, η πλειονότητα των ελληνικών Φυσικών Λιμνών εντάσσεται στο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura2000.

Οι σημαντικότερες φυσικές λίμνες στην Ελλάδα, με την ευρεία έννοια του όρου, είναι περίπου 60 λίμνες, από τις οποίες οι μισές από αυτές είναι μεγαλύτερες από ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο. Ανάμεσα σε αυτές, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, μπορούν να επισημανθούν και μικρότερης έκτασης όπως είναι οι Αλπικές ορεινές λίμνες, τα Ζηλέρια στη Θεσσαλία, τα. παροδικά κατακλυζόμενα από νερά βυθίσματα, όπως είναι τα Μεσογειακά Εποχικά Τέλματα, τα οποία έχουν ενταχθεί στους οικοτόπους με προτεραιότητα για προστασία και άλλα μικρά λιμναία υδάτινα σώματα. Εξάλλου, δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής, ότι οι λίμνες αποτελούν σπουδαία βιοδυναμικά και παραγωγικά οικοσυστήματα στα οποία η έμβια ζωή, αβιοτικοί παράγοντες και ανθρωπογενείς δραστηριότητες βρίσκονται σε αλληλοεπίδραση και αλληλοεξάρτηση, καθώς η λειτουργική τους ισορροπία είναι μεταξύ των άλλων και αποτέλεσμα κυρίως βιοχημικών και φυσικοχημικών διεργασιών (σύνθεση, παραγωγή και αποσύνθεση οργανικής ύλης). Από οικολογική άποψη η κατάσταση των περισσοτέρων ελληνικών λιμνών, θεωρείται σχετικά καλή έως καλή και ισορροπημένη, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις που λιγότερο ή περισσότερο θεωρούνται υποβαθμισμένες οικολογικά. Οι κυριότερες απειλές-προβλήματα των λιμνών στην Ελλάδα αναφέρονται μεταξύ των άλλων στα ακόλουθα: Διακύμανση στάθμης, Ρύπανση και ποικίλες απορροές, Υπερβολική βλάστηση, Υπεράντληση υδάτων, Απορρίψεις ποικίλες, Φερτά υλικά από επιχωματώσεις και επεκτάσεις οικισμών και γεωργικών καλλιεργειών, Μείωση ψαριών με εμπορική σημασία, Έλλειψη ψαριών με εμπορική σημασία, Εμπλουτισμοί υδρόβιων οργανισμών, Αλμυρά νερά, Τεχνικά έργα και κατασκευές (έλλειψη ή και παρουσία), Αμμοληψίες, Παραγωγή υδρόθειου και η συχνή εμφάνισή του, υπεραλίευση και εκλεκτική αλίευση, Αποστράγγιση υγρών εδαφών κ.ά. Για παράδειγμα, οι απορροές, κυρίως από τις Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 14


γεωργοκτηνοτροφικές δραστηριότητες, προκαλούν μεταξύ των άλλων την υπερβολική ανάπτυξη κυρίως των καλαμιώνων και την υπέρμετρη αύξηση των φυτοπλαγκτικών οργανισμών (ευτροφισμός και νιτριρύπανση). Αυτά είχαν και έχουν σαν αποτέλεσμα την αύξηση των καλαμιώνων και την κάλυψη της επιφάνειας της λίμνης με παχύ στρώμα από επιφανειακά φύκια (π.χ. φυτοπλαγκτόν, υδρόβια μακρόφυτα), τη συσσώρευση θρεπτικών αλάτων και τοξικών συστατικών στη λάσπη του πυθμένα μιας λίμνης, τη μείωση της βιοποικιλότητας των λιμναίων έμβιων όντων. Επίσης, τα αστικά λύματα πόλεων και οικισμών που εδώ και αιώνες έπεφταν ανεπεξέργαστα μέσα στο λιμναίο περιβάλλον, μαζί με τις φερτές ύλες των ποταμών που εισρέουν στις λίμνες και τις απορροές ορισμένων δραστηριοτήτων προκαλούσαν και προκαλούν τις δυσάρεστες καταστάσεις που οφείλονταν στον ευτροφισμό. Εξάλλου, και τα απόβλητα βιοτεχνιών ή βιομηχανιών προκαλούν βιοσυσσώρευση τοξικών ουσιών για την υδρόβια και όχι μόνο ζωή.

O ευτροφισμός που οφείλεται σε ανθρώπινες δραστηριότητες είναι τόσο παλαιός, όσο η ιστορία που αναφέρεται στο να δικαιολογήσει το Βιβλικό πέρασμα από τον ποταμό Νείλο ή την Ερυθρά θάλασσα, που χρωματίστηκαν κόκκινα, πιθανότατα από την υπερβολική ανάπτυξη φυτοπλαγκτικών οργανισμών, εξαιτίας της απορροής θρεπτικών συστατικών από ούρα και κόπρανα ανθρώπων και ζώων που μαζεύτηκαν εκεί πολυάριθμα για να περάσουν απέναντι. Το πρόβλημα του ευτροφισμού είναι γνωστό και αναφέρεται και κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, όταν τα λύματα των σπιτιών έρρεαν στους δρόμους για να συναντήσουν στα κατάντη, ρυάκι, ποταμό ή άλλο υδάτινη περιοχή. Χαρακτηριστικό είναι επίσης αυτό που αναφέρει η παράδοσή μας, ότι δηλαδή ‘’η λίμνη Παμβώτιδα στα Γιάννενα απέκτησε ευτροφισμό από τότε που ο Αλή Πασάς διέταξε και έριξαν στη λίμνη 1000 καντάρια, ζάχαρη για να γλυκάνει το πόνο του για τον πνιγμό της Κυρά Φροσίνης’’. Τροφισμός και Ποιότητα Νερού. Οι όροι, ευτροφικός, ευτροφισμός και ρύπανση που πολύ συχνά χρησιμοποιούνται έχουν δημιουργήσει αρκετή σύγχυση στο ευρύτερο κοινό. Ο ‘’ευτροφικός’’ αναφέρεται σε αυτόν που τρέφεται καλά και επομένως μία λίμνη λέγεται ευτροφική όταν είναι πλούσια σε θρεπτικά συστατικά, ενώ ολιγοτροφική όταν είναι πτωχή. Ο ‘’ευτροφισμός’’ είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει όλες εκείνες τις διαδικασίες με τις οποίες από φυσικά αίτια ή ανθρωπογενείς δραστηριότητες οι προστιθέμενες θρεπτικές ουσίες στα νερά αυξάνουν το περιεχόμενό τους σε θρεπτικά άλατα. Το επακόλουθο τέτοιων καταστάσεων είναι η προοδευτική επιδείνωση της ποιότητας του νερού, η μείωση της αισθητικής του αξίας και των δυνατοτήτων του για ψυχαγωγία, σπόρ καθώς και για περαιτέρω οικονομική τους αξιοποίηση και ανάπτυξη. Ο ευτροφισμός είναι ένα από τα προβλήματα που σχετίζονται με τη ρύπανση των νερών. Είναι όμως αδύνατο να γίνει μια καθαρή διάκριση μεταξύ του προβλήματος του ευτροφισμού και των άλλων προβλημάτων της ρύπανσης των νερών, επειδή μερικώς τουλάχιστον όλα είναι αλληλοσχετιζόμενα. Ρύπανση όμως και ευτροφισμός δεν είναι πάντοτε το ίδιο πράγμα. Μία λίμνη μπορεί να είναι ρυπασμένη, χωρίς να έχει γίνει ευτροφική. Για παράδειγμα, ρύπανση μπορεί να προκληθεί από βιομηχανικά απόβλητα τα οποία έχουν δηλητηριώδεις ουσίες, οξέα κ.ά., που αναστέλλουν τις διεργασίες της πρωτογενούς παραγωγικότητας. Οπωσδήποτε όμως ο ευτροφισμός μπορεί να οδηγήσει σε ρύπανση προξενώντας, έλλειψη οξυγόνου στο νερό, μαζική ανάπτυξη φυκών, υπέρμετρη ανάπτυξη της υδρόβιας μακροφυτικής βλάστησης κ.ά. Ο ευτροφισμός μπορούμε να πούμε ότι είναι μια μορφή ρύπανσης που προκαλείται από φυσικές διεργασίες (γήρανση των οικοσυστημάτων) ή και από ανθρωπογενείς δραστηριότητες (αστικές απορρίψεις, απορροές από γεωργοκτηνοτροφικές πρακτικές κ.ά.). Το εμφανέστερο πάντως φαινόμενο που προκαλείται από τα προστιθέμενα θρεπτικά συστατικά σε κάποια υδατοσυλλογή είναι η αύξηση της βιολογικής γενικά παραγωγής, συχνά σε ανεπιθύμητα επίπεδα. Όταν προκαλούνται δηλαδή, ανεπιθύμητες αλλοιώσεις, τότε ο ευτροφισμός θεωρείται ρύπανση. Υπάρχει διεθνώς τεκμηριωμένη μαρτυρία ότι τα άλατα του φωσφόρου και του αζώτου είναι υπεύθυνα για την αυξανόμενη ανάπτυξη των υδρόβιων φυτών. Μάλιστα είναι πλέον παραδεκτό ότι τις περισσότερες φορές ο περιοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη της υδρόβιας χλωρίδας στα εσωτερικά νερά είναι ο φώσφορος, παρά το άζωτο. Δηλαδή, ο εμπλουτισμός στις υδατοσυλλογές των εσωτερικών νερών παίρνει υπέρμετρες διαστάσεις με τις απορροές αζωτούχων αλάτων, ενώ τα φωσφορικά θρεπτικά συστατικά υπολείπονται και επομένως με τον έλεγχό της διακίνησής του το περιορισμό του σε ορισμένες χρήσεις, είναι δυνατός ο περιορισμός του ευτροφισμού.

Ένα άλλο σημείο που χρειάζεται διευκρίνιση είναι η διαφορετικότητα της τροφικής κατάστασης από την έννοια της ποιότητας των υδάτων, που δεν πρέπει να συγχέεται. Η Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 15


ποιότητα του νερού, είναι μια υποκειμενική κατάσταση η οποία εξαρτάται από τις χρήσεις του νερού, αλλά και το κυριότερο από τις διαθέσεις των τοπικών φορέων και τις υφιστάμενες κοινωνικές πιέσεις στην περιοχή. Σε αντίθεση, η τροφική κατάσταση αναφέρεται σε μια σειρά από παράγοντες που θα πρέπει να συν-θεωρηθούν σε μακρόχρονη βάση. Τέτοιοι παράγοντες είναι μεταξύ άλλων σε ετήσια βάση, ο ολικός φώσφορος, οι μέσες και μέγιστες συγκεντρώσεις της χλωροφύλλης-α, οι μέσες και ελάχιστες τιμές της διαφάνειας του δίσκου του Secchi σε εποχική βάση, ο ρυθμός ανανέωσης των νερών της λίμνης, ο βαθμός οξυγόνωσης των νερών, αλλά και των ιζημάτων, καθώς αυτά αποτελούν μια σημαντική αποθήκη φορτίων σε θρεπτικά και άλλα συστατικά. Το νερό μιας υδατοσυλλογής, περιέχει διαλυμένες ενώσεις, οι οποίες μεταβάλλονται διαρκώς, χρονικά και χωρικά. Διαφορές στη χημική σύνθεση του νερού των λιμνών, προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό και τα διαφορετικά χαρακτηριστικά κάθε λίμνης. Για τους φυτοπλαγκτικούς οργανισμούς, ο φώσφορος, το άζωτο και το πυρίτιο είναι ιδιαίτερης σημασίας, καθώς πρόκειται για στοιχεία που βρίσκονται στο νερό σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις, σε σύγκριση με τις ανάγκες τους και γι’αυτό μπορούν να περιορίζουν την αύξησή τους (περιοριστικά θρεπτικά). Ο φώσφορος και το άζωτο και γενικότερα οι ενώσεις τους, αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την παραγωγικότητα μιας υδατοσυλλογής. Μακροχρόνιες μεταβολές στην τροφοδοσία των λιμνών με θρεπτικά, οδηγούν σε αλλαγές στις συγκεντρώσεις των επιμέρους θρεπτικών συστατικών τους, με αποτέλεσμα τη διαφορετική απόκριση των φυτοπλαγκτικών οργανισμών ως προς τη σύνθεση και την αφθονία τους. Τέτοιες μεταβολές συμβαίνουν στη φύση με διάφορους ρυθμούς και μπορεί να οφείλονται είτε σε φυσικές διαδικασίες, είτε σε ανθρωπογενείς επιδράσεις. Η αύξηση των θρεπτικών σε ένα υδάτινο οικοσύστημα, όπως μια λίμνη, το καθιστά ικανό να υποστηρίξει υψηλότερη βιολογική παραγωγή και ότι αφορά το φυτοπλαγκτό, υψηλότερη βιομάζα, καθώς αυξάνεται η συγκέντρωση των θρεπτικών που φυσιολογικά περιορίζουν την αύξηση των οργανισμών του. Το φαινόμενο αυτό, ο ευτροφισμός όπως προαναφέρθηκε, είναι υπεύθυνο μεταξύ των άλλων στην εξάντληση του διαλυμένου στο νερό οξυγόνου, στην εξαφάνιση υδρόβιων οργανισμών ουσιαστικής σημασίας για το οικοσύστημα (π.χ. μακρόφυτα, σαρκοφάγα ψάρια) και στην εμφάνιση φαινομένων «άνθισης» του νερού (εκρηκτική αφθονία φυτοπλαγκτού). Τέτοιου είδους φαινόμενα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά για την ποιότητα του νερού, την οικολογική κατάσταση της υδρόβιας ζωής και για τη χρήση του νερού. Οι ‘’ανθήσεις του νερού’’ μειώνουν την αξία του οικοσυστήματος (π.χ. αναψυχή, αθλητισμός) στο οποίο εμφανίζονται και δημιουργούν οικολογικά προβλήματα (ισορροπίας και δυναμικής των τροφικών πλεγμάτων), προβλήματα δημόσιας υγείας (παραγωγή βιοτοξινών) και οικονομικά προβλήματα (κόστος αποκατάστασης ή επαναφοράς). Τις τελευταίες δεκαετίες, λόγω των συνεχώς αυξανόμενων αναγκών σε νερό για περιβαλλοντική, οικιακή, αγροτική και βιομηχανική χρήση, καθώς και για προστασία και διατήρηση-αποκατάσταση τουλάχιστον ‘’καλής οικολογικής κατάστασης’’ στα υδατικά οικοσυστήματα, γίνονται προσπάθειες για την αποκατάσταση εύτροφων και υπερεύτροφων λιμνών και υδατοσυλλογών. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι με την Οδηγία Πλαίσιο για τα Νερά 2000/60 ΕΕ, είμαστε ως χώρα υποχρεωμένοι για την επίτευξη ‘’καλής’’ οικολογικής κατάστασης στα υδατικά οικοσυστήματα και την αποκατάστασή τους. Ο όρος ‘’αποκατάσταση’’ αναφέρεται στο σύνολο των ενεργειών και διαδικασιών που στοχεύουν όχι στην επαναφορά κάθε λίμνης σε κάποια παλαιότερη κατάσταση, αλλά στην επίτευξη μιας νέας οικολογικής ισορροπίας στο σύστημα, με καλύτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Οι τρόποι επέμβασης για την αποκατάσταση μιας λίμνης διακρίνονται σε αυτούς που δρουν από τη βάση προς την κορυφή του συστήματος, με έλεγχο της συγκέντρωσης των θρεπτικών και σε αυτούς που δρουν από την κορυφή προς τη βάση, με έλεγχο της βόσκησης (π.χ. ζωοπλαγκτό προς το φυτοπλαγκτό, πλαγκτονοφάγα ψάρια προς το πλαγκτό, κ.ο.κ). Για την αποκατάσταση εύτροφων λιμνών, χρησιμοποιούνται κυρίως μέθοδοι που στοχεύουν στη μείωση των φορτίων θρεπτικών σε αυτές, καθώς ο έλεγχος της βόσκησης και γενικά οι διάφοροι χειρισμοί του τροφικού πλέγματος, αποτελούν συμπληρωματική διαδικασία στον έλεγχο της βιομάζας του Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 16


φυτοπλαγκτού και είναι αποτελεσματικοί σε ορισμένες περιόδους του έτους και σε λίμνες χαμηλής έως μέσης παραγωγικότητας. Από τις πιο διαδεδομένες μεθόδους για τη μείωση των φορτίων θρεπτικών σε μια εύτροφη λίμνη είναι: α) η απομάκρυνση θρεπτικών με προηγμένη επεξεργασία και ολοκληρωμένη διαχείριση της χέρσου, β) η εκτροπή θρεπτικών από το λιμναίο περιβάλλον, γ) η αναρρόφηση του ανοξικού υπολιμνίου, δ) η αραίωση και απόπλυση των επιβαρυμένων νερών της λίμνης, ε) η κατακρήμνιση φωσφόρου και η αδρανοποίησή του στο ίζημα, στ) η οξείδωση των ιζημάτων και ο αερισμός και άλλες μέθοδοι περισσότερο ή λιγότερο δαπανηρές, αλλά και περισσότερο ή λιγότερο εφικτές και αποτελεσματικές. Το πρώτο καθοριστικής σημασίας βήμα στην αποκατάσταση μιας λίμνης, αφού έχει προηγηθεί εκτίμηση του προβλήματος με σημερινά δεδομένα και έχει προσδιοριστεί συγκεκριμένο διαχειριστικό πλάνο, είναι η μείωση των φορτίων θρεπτικών που εισέρχονται σε αυτή, καθώς και της συγκέντρωσης των ήδη υπαρχόντων φορτίων. Στη συνέχεια, κρίνεται ως ουσιαστικής σημασίας η παρακολούθηση της απόκρισης του συστήματος για μεγάλο χρονικό διάστημα στη νέα κατάσταση (μειωμένα θρεπτικά), σε συνδυασμό με επεμβάσεις που θα επιταχύνουν τις διεργασίες, ώστε το οικοσύστημα να διαμορφωθεί σε μια νέα οικολογική ισορροπία. Άνθηση του Νερού, Κυανοβακτήρια, Κυανοτοξίνες. Μια από τις σημαντικότερες γεωμορφώσεις των εσωτερικών υδάτων, είναι και οι φυσικές λίμνες, τα οικοσυστήματα των οποίων συνθέτονται από ποικιλία φυτικών και ζωικών οργανισμών. Είναι γνωστό ότι η πρωτογενής παραγωγή των λιμνών στηρίζεται στο φυτοπλαγκτό, στα φύκη, στα μακρόφυτα και στα φωτοσυνθετικά βακτήρια. Στις λίμνες, η κοινωνία του φυτοπλαγκτού αποτελεί τη σημαντικότερη ομάδα φωτοσυνθετικών οργανισμών η οποία αποδίδει το 70% περίπου του παραγόμενου στην ατμόσφαιρα της Γής οξυγόνου. Μια πολυάριθμη ομάδα μονοκύτταρων ή πολυκύτταρων φωτοσυνθετικών, προκαρυωτικών οργανισμών, με ευρεία εξάπλωση είναι και τα Κυανοβακτήρια ή κυανόφυτα ή κυανοπράσινα βακτήρια. Τα κυανοβακτήρια ήταν ανάμεσα στους πρωτοπόρους οργανισμούς της Γής. Λόγω της φωτοσυνθετικής τους ικανότητας, αυτοί οι μικροοργανισμοί, ήταν πιθανόν οι πρώτοι πρωτογενείς παραγωγή της οργανικής ύλης και οι πρώτοι οργανισμοί που απελευθέρωσαν στοιχειακό οξυγόνο στην πρωτόγονη ατμόσφαιρα, με αποτέλεσμα τη μετάβαση σε έναν αερόβιο τρόπο ζωής. Τα κυανοβακτήρια απαντώνται, στα λιμναία και θαλάσσια οικοσυστήματα, στα αλμυρά, υφάλμυρα ή γλυκά νερά, σε ψυχρές και θερμές πηγές, και σε περιβάλλοντα όπου κανένα άλλο μικροφύκος δεν μπορεί να επιζήσει. Είναι άποικοι θερμών πηγών, ακριτικών και ανταρκτικών λιμνών, χιονιού και πάγου. Τα κυανοβακτήρια έχουν μια εκπληκτική ικανότητα να αποικούν σε άγονα υποστρώματα, όπως είναι για παράδειγμα η ηφαιστειακή τέφρα, η άμμος της ερήμου και τα βράχια. Άλλο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό τους είναι ότι επιβιώνουν σε εξαιρετικά υψηλές και χαμηλές θερμοκρασίες. Η ‘’άνθηση’’ του νερού από κυανοβακτήρια ή κυανοβακτηριακός ‘’ανθός’’ χαρακτηρίζεται από ως μαζική συσσώρευση πλαγκτικών κυανοβακτηρίων στο επιφανειακό στρώμα του νερού κατά την διάρκεια της περιόδου που σχηματίζουν σημαντικούς πληθυσμούς. Κατά την διάρκεια του κυανοβακτηριακού ανθού είναι δυνατόν εξαιτίας του κυματισμού του νερού να γίνει μια συσσώρευση στην ακτή σχηματίζοντας μια επιφανειακή κυανοπράσινη κρούστα. Ο σχηματισμός ενός κυανοβακτηριακού ‘’ανθού’’ οφείλεται σε συνδυασμό αβιοτικών και βιοτικών παραγόντων. Στους αβιοτικούς παράγοντες ανήκουν η υψηλή θερμοκρασία του νερού, τα αυξημένα φορτία θρεπτικών ουσιών, η στρωμάτωση της στήλης του νερού, ο χαμηλός λόγος αζώτου προς φωσφόρο, καθώς και το υψηλό pH. Στους βιοτικούς παράγοντες αναφερόμαστε στις ιδιότητες των ίδιων των κυανοβακτηρίων όπως είναι η επιλεκτική θήρευσή τους που ασκείται από το ζωοπλαγκτό, η παραγωγή τοξινών κ.α. Οι κυανοβακτηριακές ανθίσεις του νερού μειώνουν την αξία του οικοσυστήματος στο οποίο εμφανίζονται και δημιουργούν οικολογικά προβλήματα, προβλήματα Δημόσιας υγείας και οικονομικά προβλήματα. Ένας μεγάλος αριθμός κυανοβακτηρίων που συμμετέχουν στην ‘’άνθιση’’ του νερού έχει την ικανότητα να παράγει τοξίνες ως προϊόντα του μεταβολισμού τους. Η παρουσία των τοξικών κυανοβακτηρίων σε υδάτινα οικοσυστήματα που Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 17


χρησιμοποιούνται για ύδρευση και αναψυχή αντιμετωπίζεται σοβαρά σε παγκόσμια κλίμακα και απασχολεί τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Είναι γνωστό ότι οι φυτοπλαγκτικοί οργανισμοί, κυρίως λόγω του μικρού χρόνου γενεάς τους (ζωής τους), μπορούν και αποκρίνονται άμεσα σε μεταβολές των παραγόντων του κλίματος. Η απόκριση αυτή μπορεί να εκφραστεί με την εμφάνιση αλλαγών σε επίπεδο σύνθεσης, αφθονίας και βιομάζας των φυτοπλαγκτικών ειδών. Με βάση τη παρουσία–απουσία των ειδών των κυανοβακτηρίων στην Ελλάδα, παρατηρούνται συνήθως 3 διακριτές χρονικές Φάσεις παρουσίας τους (Φάση Α=συνήθως από τα μέσα Ιουλίου μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου, Φάση Β=συνήθως από τα τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου, Φάση Γ=συνήθως από τα τέλη Νοεμβρίου μέχρι τα μέσα της Άνοιξης. Τροποποίηση από τη σχετική μελέτη της λίμνης Ορεστειάδας, Βαρδάκα, 2001).

Φάση Α’

Φάση Β’

Φάση Γ’

Τοξικά Είδη

(δυνητικά)

Αυξανόμενα 

Αυξανόμενα 

Μειούμενα 

Θερμοκρασία νερού

Αυξανόμενη 

Μειούμενη 

Μειούμενη 

Θερμοκρασία αέρα

Αυξανόμενη

Μειούμενη 

Μειούμενη σημαντικά 

Μηδενικό

Αυξανόμενο

Αυξανόμενο



- 

Αυξανόμενη

Αυξανόμενη

Αυξανόμενη ή

- 

Αυξανόμενη

Μειούμενη

Μειούμενη ή

Ύψος βροχής

Ατμοσφαιρική πίεση

Ηλιοφάνεια

Ειδικότερα (σε μελέτες ελληνικών λιμνών), στη Φάση Α’ παρατηρούνται συνήθως υψηλότερες θερμοκρασίες νερού, δεν υπάρχουν βροχοπτώσεις, η ατμοσφαιρική πίεση και η ηλιοφάνεια είναι υψηλές, τα κυανοβακτήρια αποτελούνται κυρίως από είδη Microcystis (Chroococcales), τα οποία είναι ανταγωνιστικά τόσο σε συνθήκες στρωμάτωσης των λιμναίων υδάτων, όσο και σε συνθήκες ανάμειξης της στήλης του νερού (π.χ. Μουστάκα 1988, Tryfon et al. 1997, Vardaka et al. 2000). Χαρακτηριστικό είναι ότι η αφθονία των παραπάνω ειδών να αρχίζει να είναι ήταν υψηλή με αποτέλεσμα να αρχίζει το φαινόμενο της ‘’άνθισης’’ του νερού. Στη Φάση Β’, είναι συνήθως παρόντα στη στήλη του νερού α) είδη όπως Anabaena flos-aquae (Nostocales), τα οποία είναι ανταγωνιστικά σε συνθήκες ανάμειξης και υψηλής ηλιοφάνειας, β) όσο και είδη όπως Limnothrix redekei (Oscillatorialles), τα οποία έχουν την ικανότητα ανάπτυξης σε μεγάλο εύρος θερμοκρασιών και είναι ανθεκτικά σε συνθήκες ανάμειξης των νερών. Στη Φάση αυτή, εκεί όπου εμφανίζονται βροχοπτώσεις παρατηρείται μείωση της θερμοκρασίας σχετικά με τη Φάση Α’. Ο αριθμός ειδών και των τριών τάξεων (Chroococcales, Nostocale, Oscillatorialles ) δεν μεταβάλλεται σημαντικά, ωστόσο μεταβάλλεται η συχνότητα εμφάνισης των ειδών στη στήλη του νερού. Για παράδειγμα (από τη σχετική μελέτη της λίμνης Ορεστειάδας, Βαρδάκα, 2001), α) τα είδη Microcystis aeruginosa και Aphanizomenon flos-aquae, εμφανίζουν συνεχή παρουσία στη Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 18


στήλη του νερού όπως και στη Φάση Α’, β) τα είδη Aphanocapsa endophytica και Aphanizomenon issatchenkoi ενώ εμφανίζουν συνεχή παρουσία στη στήλη του νερού κατά τη διάρκεια της Φάσης Α’, είναι σπάνια κατά τη Φάση Β’, ενώ γ) τα είδη Microcystis novacekii και Pseudanabaena musicola, ενώ εμφανίζουν συνεχή παρουσία στη στήλη του νερού κατά τη διάρκεια της Φάσης Β’ είναι σποραδική η εμφάνισή τους στο φυτοπλαγκτό κατά τη Φάση Α’. Στη φάση Β’, ο αριθμός των δυνητικά τοξικών κυανοβακτηρίων ήταν 7 είδη. Στη Φάση Γ’, όπου μειώνεται ακόμα περισσότερο η θερμοκρασία του νερού και σημειώνονται περισσότερες βροχοπτώσεις παρατηρείται μείωση του αριθμού των κυανοβακτηρίων που ανήκουν στις τάξεις των Chroococcales και Oscillatorialles, ενώ δεν παρατηρήθηκαν στη στήλη του νερού είδη της τάξης των Nostocales. Τα κυανοβακτήρια που ήταν παρόντα στη στήλη του νερού (π.χ. Planktolyngbya contorta και Planktolyngbya limnetica) είναι ανθεκτικά σε συνθήκες ανάμειξης και χαμηλής ηλιοφάνειας (φωτισμού) O αριθμός των δυνητικά τοξικών ειδών μειώνεται και αυτός σε 1 μόνο είδος. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι τα κυανοβακτήρια αποτελούν ένα από τους βασικούς κρίκους του τροφικού πλέγματος και τους κύριους παραγωγούς οξυγόνου. Όμως, όλα τα είδη τους δεν είναι τοξικά. Η παραγωγή από αυτά των κυανοτοξινών (τοξίνες ενδοκυτταρικές και εξωκυτταρικές, διαλυτές στο νερό με τη νέκρωση των κυττάρων) είναι ένα φυσικό φαινόμενο, που δημιουργείται από τα κυανοβακτήρια, αλλά η υπερ-παραγωγή τους οφείλεται κατά κύριο λόγο στον ευτροφισμό των νερών (π.χ. υπέρμετρη αύξηση των θρεπτικών αλάτων στο νερό από διάφορες αιτίες). Επίσης, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, η σημερινή ευρεία-παγκόσμια εξάπλωση των κυανοτοξινών έχει μακραίωνα προϊστορία, αλλά γίνεται πλέον επίκαιρη εξαιτίας και της κλιματικής αλλαγής. Στις ελληνικές φυσικές λίμνες έχει διαπιστωθεί η παρουσία κυανοτοξινών με δυνητικά δυσμενείς επιπτώσεις στη Δημόσια υγεία. Ειδικότερα, υψηλός είναι ο κίνδυνος στις λίμνες Κορώνεια, Ορεστειάδα, Χειμαδίτιδα, Παμβώτιδα. Χαμηλός είναι ο κίνδυνος στις λίμνες, Δοϊράνη, Ζάζαρη, Μικρή Πρέσπα, Πετρών, ενώ δεν θέτουν κανένα κίνδυνο για δυσμενείς επιδράσεις στη Δημόσια υγεία οι λίμνες Λυσιμαχεία, Βεγορίτιδα, Τριχωνίδα και Βόλβη. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο με τις κυανοτοξίνες είναι ότι βιοσυσσωρεύονται στους ιστούς (π.χ. ήπαρ, νεφρά, έντερο, εγκέφαλος, γονάδες, σάρκα) των ψαριών και των άλλων υδρόβιων οργανισμών (π.χ. φυτοπλαγκτό, ζωοπλαγκτό, ασπόνδυλα μαλάκια δίθυρα και γαστερόποδα, καρκινοειδή, αμφίβια, ψάρια) της τροφικής αλυσίδας και μάλιστα οι υψηλότερες συγκεντρώσεις τους εμφανίστηκαν σε νεαρά άτομα, παρά σε μεγαλύτερης ηλικίας. Και οι κίνδυνοι για τη Δημόσια υγεία (π.χ. γαστρεντερίτιδα, ναυτία, διάροια, μυϊκοί πόνοι, δερματίτιδες, ηπατικές ασθένειες, κ.ά) από τις κυανοτοξίνες βασίζονται μέσα από διαφορετικές εκθέσεις των ανθρώπων σε αυτές (π.χ. πόσιμο νερό, δραστηριότητες αναψυχής και αθλητισμού στο νερό, κατανάλωση οργανισμών επιβαρυμένων με μικροκυστίνες). Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, εξαιτίας της παρουσία των μικροκυστινών στα υδάτινα οικοσυστήματα έχει προτείνει όρια ασφάλειας, ώστε να μειωθούν οι κίνδυνοι επιπτώσεων στη Δημόσια υγεία (π.χ. για το πόσιμο νερό όχι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις από 1μg μικροκυστικών ανά λίτρο νερό). Ωστόσο, δεν υπάρχουν ειδικές διαχειριστικές δράσεις για τη μείωση των κυανοτοξινών, ενώ η απομάκρυνση της άνθησης των κυανοβακτηρίων με τη χρήση μηχανημάτων, αποτελεί εξαιρετικά επικίνδυνη επιλογή, καθώς με τη συλλογή τους προκαλείται ‘’λύση’’ των κυττάρων τους και έτσι αύξηση των κυανοτοξινών στο νερό, και αύξηση των κινδύνων για τη Δημόσια Υγεία. Τα ακόλουθα είδη τοξικών κυανοβακτηρίων συνήθως έχουν βρεθεί να επικρατούν ή και να είναι παρόντα, στις εξής φυσικές λίμνες στην Ελλάδα (πηγή: Vardaka et al., 2005): -Microcystis aeruginosa (Ορεστειάδα, Παμβώτιδα, Βιστωνίδα, Ζάζαρη, Αμβρακία, Βόλβη),-Microcystis ichthyoblade (Ορεστειάδα, Βιστωνίδα, Ζάζαρη),-Microcystis novacekii (Ορεστειάδα, Αμβρακία, Παμβώτιδα, Ζάζαρη, Βόλβη),Microcystis viridis (Παμβώτιδα, Ζάζαρη),-Microcystis wesenbergii (Ορεστειάδα, Μικρή Πρέσπα, Παμβώτιδα, Αμβρακία, Βιστωνίδα, Ζάζαρη),-Anabaena circinalis (Βόλβη),-Anabaena flos-aquae (Παμβώτιδα, Ορεστειάδα, Δοϊράνη, Ζάζαρη), -Anabaena lemmermannii (Μικρή Πρέσπα),-Anabaena viguieri (Αμβρακία, Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 19


Ορεστειάδα, Ζάζαρη),-Aphanizomenon flos-aquae (Δοϊράνη, Cylindrospermopsis raciborskii (Ορεστειάδα, Βόλβη, Ζάζαρη).

Παμβώτιδα, Ορεστειάδα, Βόλβη, Ζάζαρη),-

Ενδεικτικές πηγές βιβλιογραφίας: Kagalou, Kosmas, Papadimitriou et al., 2012 (Feder., Environ., Agen.,-Germany, 7179pp., Greece- Occurrence, Monitoring and Risk Management of kcyanobacteria and cyanotoxins), Παπαδημητρίου, 2010 (Διδακτ., Διατρ., Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 284σελ., Επιπτώσεις μικροκυστινών σε υδρόβιους οργανισμούς σε 13 υδάτινα συστήματα), Vareli et al., 2009 (Harmfull Algae, 8, 3, 447-453, Planktothrix rubescens bloom in lake Ziros), Βαρδάκα, 2001 (Διδακ., Διατρ., ΑΠΘ, 265σελ., Τοξικά κυανοβακτηρια και κυανοτοξινες στη λίμνη Καστοριά και άλλες λίμνες),

Β2. Ποιότητα – Εκτίμηση των Φυσικών Λιμνών

(Οικολογική Αξιολόγηση και Δείκτες για τις Λίμνες)

[σταχυολόγηση από: ΕΕ, 2013 (Απόφαση 2013/480/ΕΕ, Τιμές ταξινόμηση στα συστήματα παρακολούθησης των κρατών μελών, βάσει των αποτελεσμάτων της διαβαθμονόμησης της οικολογικής εκτίμησης νερών), Χαλκιά, 2013 (Διδακτ., Διατρ., Πανεπ., Δυτικής Ελλάδας, 368σελ., Βιολογία και Οικολογία ζωοπλαγκτού λιμνών Αμβρακίας, Λυσιμαχείας, Οζερού), Παπιγγιώτη, 2013 (Μεταπτ., Διατρ., Πανεπ., Πατρών, 86σελ., Οικολογική κατάσταση λίμνης Παμβώτιδας), Ναυροζίδου, 2012 (Μεταπτ., Διατρ., ΑΠΘ, Οικολογική ποιότητα και συνθήκες τροφοδοσίας με νερό της λίμνης Βεγορίτιδας), Ντισλίδου, 2012 (Μεταπτ.,Διατρ., ΑΠΘ, Βενθικά ασπόνδυλα στις λίμνες Βόλβη, Καστοριάς, Μικρής Πρέσπας), Αυτζή, 2010 (Μεταπτ., Διατρ., ΑΠΘ, 97σελ., Μεθοδολογία CEN για την εκτίμηση της ιχθυοκοινότητας στη λίμνη Βόλβη), Εμφιετζής και συν., 2010 (Μεταπτ., εργ., ΑΠΘ, Οικολογική ποιότητα υδάτων σε επίπεδο λεκάνης απορροής λίμνης Βόλβης), Ζαμπούρ και συν., 2010 (Μεταπτ., εργ., ΑΠΘ, Οικολογική ποιότητα υδάτων σε επίπεδο λεκάνης απορροής , Υδρογεωλογικές συνθήκες λίμνης Βόλβης), Παπαδάκη, 2010 (Μεταπτ., Διατρ., ΕΜΠ, 117σελ., Εκτίμηση της οικολογικής κατάστασης λιμνών της Ηπείρου, Παμβώτιδα και Δρακόλιμνες), Ντούλκα, 2010 (Διδακτ., Διατρ., Πανεπ., Ιωαννίνων, 308σελ., Ζωοπλαγκτικές κοινωνίες στη λίμνη Τριχωνίδα), Χαραλάμπους, 2010 (Μεταπτ., Διατρ., ΑΠΘ, 79σελ., Οικολογική ποιότητα λίμνης Βόλβης με βάση το φυτοπλαγκτόν), Kagalou, Leonardos, 2009 (Envir., Monit., Assessm., 150, 469-484, Typology, classification and management issues of Greek lakes), Μπόμπορη, Σαλβαρίνα, 2009 (Τεχν., Έκθεσ., ΑΠΘ, 53σελ., Βενθικά ασπόνδυλα λίμνης Δοϊράνης), Μουστάκα, Πολυκάρπου, 2006 (Μελέτη, ΑΠΘ, 128 σελ., Οικολογική κατάσταση λίμνης Δοϊράνης, στο: Χρυσοπολίτου, Τσιαούση, Σχεδιασμός προγραμμάτων εσωτερικών υδάτων, ΕΚΒΥ), Στεφανίδης., 2005 (Μεταπ., Διατρ., Πανεπιστ., Πατρών, 130σελ., Οικολογική ποιότητα υδάτων και υδρόβιας βλάστησης λίμνης Παμβώτιδας), *Moss et al., 2003 (ECOFRAME, Aquat., Conserv., Marine and Freshwater Ecosystems, 13, 507-550, Ecological quality in shallow lakes-a tested expert system)] (*49 ξένοι επιστήμονες από διεθνή ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια).

Είναι γνωστό, ότι κάθε υδατοσυλλογή και ειδικότερα κάθε λίμνη, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του υδρολογικού κύκλου. Είναι πηγή νερού, αλλά και άλλων αγαθών, με τα οποία οι λίμνες είναι οικοσυστήματα υψίστης σημασίας, συγκαταλέγονται στους παραγωγούς τροφής και τροφίμων, αλλά είναι και πεδίο φυσικών διεργασιών και ανθρωπογενών δραστηριοτήτων. Πρόσθετα, με την εφαρμογή της Οδηγίας Πλαίσιο για τα Νερά 2000/60 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ζητείται από τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν βιώσιμες στρατηγικές διαχείρισης των εσωτερικών υδάτων σε επίπεδο υδρολογικής λεκάνης, ώστε να επιτευχθεί τουλάχιστον ‘’Καλή Οικολογικά Κατάσταση’’ μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Η Οδηγία αυτή, καινοτομεί και καθιερώνει ως μοντέλο διαχείρισης των υδατικών πόρων την ολοκληρωμένη διαχείριση σε επίπεδο λεκάνης απορροής. Προς τούτο, επειδή η οικολογική κατάσταση των υδατίνων σωμάτων (π.χ. λίμνες, ποτάμια, μεταβατικά ύδατα) εξαρτάται μεταξύ των άλλων από το κλίμα και τη γεωμορφολογία που με τη σειρά τους καθορίζουν τα μορφολογικά, φυσικοχημικά, βιολογικά και υδρολογικά χαρακτηριστικά των υδάτινων σωμάτων, κάθε κράτος μέλος της ΕΕ υποχρεώνεται να ορίσει ‘’Τυπολογία’’ για όλα τα υδάτινα σώματα, αλλά και ‘’Τυποχαρακτηριστικές Συνθήκες Αναφοράς’’ για κάθε τύπο υδάτινου σώματος. Άλλωστε, εδώ και αρκετά χρόνια, η αναγνώριση της σπουδαιότητας της υδρολογικής λεκάνης και σε κάθε λίμνη, έχει οδηγήσει πλέον στην κοινά αποδεκτή αντίληψη της αντιμετώπισης, ερευνητικά και διαχειριστικά, του λιμναίου οικοσυστήματος ως άρρηκτα συνδεδεμένο με τη λεκάνη απορροής. Έτσι, αυτό το σύστημα χέρσου-λίμνης, με τις βιοκοινωνίες που το συνθέτουν, τις δραστηριότητες που εξασκούνται και τους εκεί παράγοντες που το διέπουν (π.χ. κλιματικοί, υδρολογικοί, φυσικοχημικοί, γεωμορφολογικοί, τροφικοί), φαίνεται ότι τελικά επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη διαθεσιμότητα οργανικού και ανόργανου υλικού και τις μεταβολικές διεργασίες, με αποτέλεσμα ένα πολύ μεγάλο μέρος της σύγχρονης λιμνολογίας να εστιάζεται στην κατανόηση των πολύπλοκων μηχανισμών και λειτουργιών που ρυθμίζουν αυτές τις σχέσεις. Κάθε όμως λίμνη, έχει τη δικιά της ‘’προσωπικότητα’’. Μπορεί μια τυπική λίμνη να Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 20


διακρίνεται σε ζώνες, με την έννοια της φυσικής δομής της. Για παράδειγμα, διακρίνουμε την παρόχθια ζώνη στην οποία το φως του ήλιου φτάνει μέχρι και τον πυθμένα της. Τη λιμνητική ζώνη, που περιλαμβάνει μέχρι εκείνο το βάθος που η ένταση του φωτός αντιστοιχεί στο 1% της επιφανειακής ηλιακής ακτινοβολίας (βάθος αντιστάθμισης). Και τη βαθυλιμναία ή βενθική ζώνη που περιλαμβάνει ένα μέρος του πυθμένα και ένα μέρος των ανοιχτών υδάτων. Εξάλλου, η παρόχθια ζώνη με την εκεί βλάστησή της, μπορεί να συγκρατήσει τα φερτά υλικά που εισρέουν στη λίμνη από τα ανάντη, να ενισχύει τη διαύγεια του νερού, να λειτουργεί ως αποδέκτης αλλά και να απομονώνει, μέσω των μηχανισμών τυρφογένεσης, τα κύρια ιόντα που εισέρχονται από τη λεκάνη απορροής, να απομακρύνει τα νιτρικά θρεπτικά άλατα, μέσω της απονιτροποίησης, και να προσφέρει σε ζώα καταφύγιο, πεδίο αναπαραγωγής και τροφής. Δηλαδή σε κάθε λίμνη, οι παραπάνω λειτουργίες μπορεί να παίζουν σημαντικό ρόλο ή να έχουν ελάχιστη επίδραση. Έτσι, σε μια μεγάλη και βαθιά λίμνη η παρόχθια ζώνη φαίνεται να μη διαδραματίζει τόσο σπουδαίο ρόλο. Σε αντίθεση με τις ρηχές λίμνες, όπου ο ρόλος και η επίδραση της παρόχθιας ζώνης είναι σημαντικότατος. Εξάλλου, η γεωμορφολογία μιας λίμνης (π.χ. σχήμα, μέγεθος, βάθος, βυθομετρία, μέσο βάθος, γεωγραφική

τοποθέτηση, μέγιστο μήκος και πλάτος, επιφανειακή έκταση, όγκος, μέσο και σχετικό βάθος, μήκος φύση και ανάπτυξη ακτογραμμής), επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό φυσικοχημικούς και βιολογικούς μηχανισμούς. Και

διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο στον έλεγχο του μεταβολισμού της λίμνης. Ουσιαστικά, η γεωμορφολογία ελέγχει τη φύση των απορροών, την τροφοδοσία σε θρεπτικά συστατικά και τον όγκο των υδάτινων εισροών, ενώ το σχήμα μιας λίμνης επηρεάζει συχνά την παραγωγικότητά της. Εξάλλου, σε κάθε λίμνη η διαπερατότητα του ηλιακού φωτός είναι ένας καθοριστικός παράγοντας, και για την ποιότητα του νερού και για τις υπόλοιπες λειτουργίες του λιμναίου οικοσυστήματος. Για παράδειγμα, η διαφάνεια του νερού καθορίζει την ανάπτυξη μιας καλά δομημένης υδρόβιας βλάστησης, που με τη σειρά τους επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την παραγωγικότητα του οικοσυστήματος με το να παρέχει οργανικά κατάλοιπα στο νερό και στο ίζημα του πυθμένα μιας λίμνης. Άλλοι παράγοντες είναι το υδρολογικό ισοζύγιο, το κλίμα της ευρύτερης περιοχής, η διακύμανση της επιφάνειας, η δομή του ιζήματος και η περιεκτικότητά του σε συγκεκριμένες ενώσεις και στοιχεία, μα και τα θρεπτικά φορτία και ο ρυθμός προσφοράς τους από τη λεκάνη απορροής. Συγχρόνως, ένα σύνολο βιοτικών παραγόντων διαδραματίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο στις λειτουργίες του λιμναίου οικοσυστήματος. Οι βιοκοινότητες των λιμναίων οργανισμών (π.χ. ορνιθοπανίδα, ψάρια, ζωοβένθος, ζωοπλαγκτόν, φυτοβένθος, φυτοπλαγκτόν, υδρόβια μακρόφυτα, μύκητες, βακτήρια, ιοί), δημιουργούς τις τροφικές αλυσίδες και τα τροφικά πλέγματα.. Κάθε βιοκοινωνία αποτελεί ένα κρίκο της τροφικής αλυσίδας και οποιαδήποτε διαταραχή μπορεί να οδηγήσει ένα οικοσύστημα, σε καταστροφικές και μη αναστρέψημες συνέπειες. Ωστόσο, η αξιολόγηση της οικολογικής κατάστασης των λιμνών, βασίζεται σε υδρομορφολογικά (π.χ. διακύμανση βάθους, δομή και φύση υποστρώματος πυθμένα, δομή της όχθης, χρόνος ανανέωσης υδάτων, ποσότητα και δυναμική υδάτινων ροών, σύνδεση ή όχι με υπόγεια νερά), φυσικοχημικά (π.χ.

διαφάνεια, θερμοκρασία, οξυγόνωση, αλατότητα, αλκαλικότητα, σκληρότητα, θρεπτικά συστατικά, συγκεκριμένοι ρυπαντές που ανήκουν σε ουσίες προτεραιότητας), και βιολογικά στοιχεία (π.χ. σύνθεση και αφθονία του φυτοπλαγκτού, ζωοπλαγκτού, υδρόβιας χλωρίδας, βενθικών ασπονδύλων και σύνθεση και κατανομή κατά ηλικίες της ιχθυοπανίδας).

Πρόσθετα, ένα πολύ μεγάλο μέρος των επιστημονικών εργασιών επικεντρώνεται τα τελευταία χρόνια στους λεγόμενους ‘’Οικολογικούς δείκτες’’, σύμφωνα με τα κριτήρια της Ευρωπαϊκής Οδηγίας, όπως είναι το φυτοπλαγκτόν, τα υδρόβια μακρόφυτα, το ζωοπλαγκτόν, τα βενθικά ασπόνδυλα, τα ψάρια, οι αλληλεπιδράσεις των βιοκοινωνιών, οι μορφομετρικοί, οι φυσικοχημικοί, οι τροφικοί και άλλοι παράγοντες και χαρακτηριστικά των λιμνών. Αλλά, και οι παράγοντες που επικρατούν στην υδρολογική τους λεκάνη, και οι κοινωνικοικονομικές συνθήκες της περιοχής, και οι κλιματικές διαφοροποιήσεις από εποχή σε εποχή και από χρόνο σε χρόνο, και οι σχέσεις των υδρόβιων οργανισμών σε κάθε λιμναίο οικοσύστημα που είναι πολυδιάστατες. Ενώ, η κατανόηση των επιμέρους μηχανισμών που διέπουν, σχέσεις, λειτουργίες και διεργασίες, είναι σημαντικές, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 21


αποτελεσματικών στρατηγικών διαχείρισης και ανάκαμψης επιβαρυμένων οικοσυστημάτων, αλλά και να προληφθούν οι επιπτώσεις της επερχόμενης κλιματικής αλλαγής. Για κάθε κατηγορία επιφανειακών υδάτων διακρίνεται η τυπολογία τους με το ‘’Σύστημα Α’’ (έχει ως βάση το υψόμετρο, το μέσο βάθος την επιφανειακή έκταση και τη γεωλογία της περιοχής), ή το ‘’Σύστημα Β΄’ (έχει ως βάση τους υποχρεωτικούς παράγοντες –υψόμετρο, γεωγραφικό μήκος και πλάτος, βάθος, γεωλογία και μέγεθος, αλλά και προαιρετικούς, όπως είναι το μέσο βάθος, το σχήμα, χρόνος παραμονής του νερού στην υδατοσυλλογή, διακύμανση και μέση ετήσια θερμοκρασία αέρα, μικτικά χαρακτηριστικά –μονομικτική, διμικτική, πολυμικτική, ικανότητα εξουδετέρωσης οξέων, αγωγιμότητα, βασική κατάσταση θρεπτικών αλάτων, μέση σύνθεση υποστρώματος, διακύμανση στάθμης νερού).

Τυπολογία Επιφανειακών Υδάτων Σύστημα Α’

Σύστημα Β’

Τυπολογία με βάση το Υψόμετρου

-Υψόμετρον

Υψηλός >800m

-Γεωγραφικό πλάτος

Τυπολογία με βάση το Μέσο Βάθος

-Γεωγραφικό μήκος Βάθος

<3m

Υποχρεωτικοί

-Γεωλογία

-Μέσο βάθος νερού

Τυπολογία με βάση την έκταση της Επιφάνειας

-Σχήμα λίμνης 0,5-1 km2 -Χρόνος παραμονής νερού στη

Τυπολογία με βάση τη Γεωλογία

Ασβεστολιθικός

Προαιρετικοι

λίμνη

-Μέση ατμοσφαιρική θερμοκρασία

Οι παράγοντες αυτοί με το Α’ ή το Β’ Σύστημα, καθορίζουν τα χαρακτηριστικά μιας λίμνης και κατά συνέπεια τη δομή και τη σύνθεση των βιοκοινωνιών της. Σύμφωνα, με σχετικά πρόσφατη

αξιολόγηση της τυπολογία 24 λιμνών της Ελλάδας, (Κagalou, Leonardos, 2009), υποστηρίχθηκε από τους ερευνητές ότι ανακύπτουν αρκετές διαφορές, ανάλογα με το σύστημα τυπολογίας που χρησιμοποιείται. Έτσι, με βάση το ‘’Σύστημα Α’’ η πλειονότητα των ελληνικών λιμνών χαρακτηρίζονται ως πεδινές, ρηχές, με μεγάλη επιφάνεια και γεωλογικά ασβεστολιθική Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 22


σύσταση. Η τυπολογία με βάση το ‘’Σύστημα Β’’ κατατάσσει τις ελληνικές λίμνες σε δύο ομάδες. Λίμνες που διακρίνονται ως πολυμικτικές και μονομικτικές που παρουσιάζουν υψηλές τιμές pH και τιμές αγωγιμότητας που κυμαίνονται κυρίως από 200-600μS/cm. Επομένως, λόγω της ιδιαιτερότητας και της πολυπλοκότητας στην τυπολογία των ελληνικών λιμνών, ενδέχεται να απαιτούνται ολιστικές προσεγγίσεις, όπως είναι για παράδειγμα τυπολογία με βάση γεωμορφολογικά, γεωγραφικά ή και άλλα κριτήρια. Τύποι Μεσογειακών Λιμνών

(MedGIG, άσκηση διαβαθμονόμησης)

Τύπος Λίμνης

L-M5/7

L-M5/7

L-M8

Περιγραφή

Λίμνες, Μεγάλου βάθους και Επιφάνειας, σε Πυριτικό υπόστρωμα και σε Ξηρή περιοχή. Λίμνες, Μεγάλου βάθους και Επιφάνειας, σε Πυριτικό υπόστρωμα και σε Υγρή περιοχή. Λίμνες, Μεγάλου βάθους και Επιφάνειας, σε Ασβεστολιθικό υπόστρωμα.

Υψόμετρο (m)

Μέση Ετήσια Βροχόπτωση (mm) και Θερμοκρασία (oC) <800,

Μέσο Βάθος (m)

Γεωλογία Αλκαλικότητα (meq.l)

0-800

και

>15

Πυριτικό

>15

Πυριτικό

>15 >800, 0-800

ή <15

>1meq/l 0-800

-

>15

-Ασβεστολιθικό -Υψηλή αλκαλικότητα

Γενικές Παραδοχές και Διαπιστώσεις. Η ποιότητα του νερού των λιμνών καθορίζεται από πλήθος βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων, σπουδαιότεροι εκ των οποίων είναι η θερμοκρασία, η πρωτογενής παραγωγικότητα, η συγκέντρωση του διαλυμένου οξυγόνου και των θρεπτικών στοιχείων. Επιπλέον, παράμετροι όπως η αλατότητα, το pH, η συγκέντρωση ανόργανων και οργανικών ουσιών, η παρουσία βαρέων μετάλλων, τοξικών ουσιών ή άλλων ρύπων κ.α. διαμορφώνουν τη συνολική ποιοτική κατάσταση μιας λίμνης. Η καλή ποιοτική κατάσταση του νερού αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για ένα υγιές λιμναίο οικοσύστημα. Συνήθως όμως αυτό δεν αποτελεί τον κανόνα, αλλά την εξαίρεση. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των λιμνών τις καθιστούν ευάλωτες στη ρύπανση και την υποβάθμισή τους, με αποτέλεσμα πολλές λίμνες παγκοσμίως να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ποιότητας, κυρίως εξαιτίας των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Ένας συνηθισμένος δείκτης της ποιοτικής κατάστασης των λιμνών είναι η τροφική τους κατάσταση ή αλλιώς ο βαθμός ευτροφισμού τους. Ως ευτροφισμός ορίζεται η διαδικασία εμπλουτισμού της μάζας του νερού των λιμνών με θρεπτικά στοιχεία με αποτέλεσμα την αύξηση της πρωτογενούς παραγωγικότητάς τους. Ως πρωτογενής παραγωγικότητα αναφέρεται ο ρυθμός παραγωγής υδρόβιας φυτομάζας (π.χ. φυτοπλαγκτόν, μακρόφυτα) με τη διαδικασία της φωτοσύνθεσης. Ο ευτροφισμός είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο της ωρίμανσης μιας λίμνης, που συμβαίνει σταδιακά σε χρονικό διάστημα αιώνων, καθώς θρεπτικά υλικά από τη λεκάνη απορροής εισέρχονται συνεχώς στη λίμνη και ρυθμίζεται από πολλούς παράγοντες που μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες: 1) κλιματικές συνθήκες (ηλιοφάνεια, θερμοκρασία, υδρολογία), 2) Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 23


μορφολογικές συνθήκες (βάθος, επιφάνεια, όγκος λίμνης, μέγεθος λεκάνης απορροής), 3) ρυθμός εισροής θρεπτικών (γεωλογία, εδαφικές συνθήκες, υδρολογικές συνθήκες και βλάστηση λεκάνης απορροής, ανθρώπινες χρήσεις και διαχείριση). Η ανθρωπογενής επιτάχυνση της διαδικασίας του ευτροφισμού καλείται ‘’Επιταχυνόμενος’’ ή ‘’Ανθρωπογενής Ευτροφισμός’’ (cultural eutrophication) και προκαλείται από τον υπέρμετρο εμπλουτισμό με θρεπτικά στοιχεία των λιμνών εξαιτίας των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και επεμβάσεων στη λεκάνη απορροής τους. Ο εμπλουτισμός με θρεπτικά, σημαντικότερα εκ των οποίων είναι ο φώσφορος και το άζωτο, οφείλεται κυρίως στα αστικά και βιομηχανικά απόβλητα και την εντατική χρήση λιπασμάτων στις αγροτικές δραστηριότητες. Συνήθως πλέον, όταν χρησιμοποιείται ο όρος ευτροφισμός εννοείται ο επιταχυνόμενος ευτροφισμός. Οι λίμνες ανάλογα με το βαθμό ευτροφισμού τους διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: ολιγότροφες, μεσότροφες και εύτροφες. Οι ολιγότροφες λίμνες έχουν μικρή παραγωγικότητα και βιολογική δραστηριότητα, χαμηλή συγκέντρωση θρεπτικών στοιχείων και χαρακτηρίζονται από καθαρά και διαυγή νερά. Οι μεσότροφες λίμνες έχουν μέση παραγωγικότητα και αποτελούν ένα ισορροπημένο σύστημα με καλή ποιότητα νερού. Οι εύτροφες λίμνες παρουσιάζουν μεγάλη παραγωγικότητα και έντονη βιολογική δραστηριότητα, μεγάλη συγκέντρωση θρεπτικών, χαμηλή διαφάνεια, ενώ το νερό τους είναι ποιοτικά υποβαθμισμένο. Επιπλέον στις εύτροφες λίμνες παρατηρείται μικρότερη ποικιλία φυτοπλαγκτονικών ειδών, μεγάλο ποσοστό των οποίων ανήκουν στην ομάδα των κυανοφυκών. Σε μερικές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται και οι όροι υπερολιγότροφες για πολύ φτωχές σε θρεπτικά λίμνες και υπερεύτροφες για εξαιρετικά παραγωγικές λίμνες. Ο ευτροφισμός αποτελεί ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα ρύπανσης των υδάτων παγκοσμίως. Οι συνέπειές του είναι ποικίλες και εξαρτώνται και από τη χρήση του νερού. Η έντονη ανάπτυξη του φυτοπλαγκτού σε εύτροφες λίμνες έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων ποσοτήτων νεκρής οργανικής ύλης, για την αποσύνθεση των οποίων απαιτούνται σημαντικές ποσότητες οξυγόνου. Συχνά είναι τα φαινόμενα ανοξίας στο υπολίμνιο ή και στο μεταλίμνιο εύτροφων λιμνών, την ίδια στιγμή που μπορεί να παρατηρείται υπερκορεσμός οξυγόνου στο επιλίμνιό τους λόγω της έντονης φωτοσυνθετικής δραστηριότητας. Η έλλειψη οξυγόνου οδηγεί σε αναερόβιες συνθήκες κατά τις οποίες παράγονται αέρια όπως μεθάνιο, αμμωνία και υδρόθειο. Αυτά τα αέρια εκτός του ότι αλλοιώνουν τη γεύση του νερού και παράγουν άσχημες οσμές είναι τοξικά (ειδικά το υδρόθειο) για τους οργανισμούς της λίμνης, κυρίως για τα ψάρια. Οι ανοξικές συνθήκες ευνοούν επιπλέον και την απελευθέρωση φωσφορικών και αμμωνιακών ιόντων από τα ιζήματα του πυθμένα, με αποτέλεσμα τον επιπρόσθετο εμπλουτισμό του νερού με θρεπτικά στοιχεία. Σε συνθήκες ευτροφισμού ευνοείται η ανάπτυξη φυτοπλαγκτονικών ειδών της ομάδας των κυανοφυκών, μερικά εκ των οποίων παρουσιάζουν έντονη τοξικότητα. Ο προσδιορισμός της τροφικής κατάστασης των λιμνών δεν μπορεί να γίνει με μια μοναδική και ξεκάθαρη μέθοδο. Για το σκοπό αυτό έχουν καθιερωθεί διάφορα κριτήρια που μετρούν τα συμπτώματα (π.χ. πρωτογενής παραγωγικότητα, βάθος δίσκου Secchi), τις αιτίες (π.χ. συγκέντρωση φωσφόρου, φορτίο φωσφόρου) ή τις συνέπειες (π.χ. υπολιμνητική συγκέντρωση οξυγόνου) του ευτροφισμού. Η τροφική κατάσταση συνήθως προσδιορίζεται με ένα συνδυασμό κριτηρίων τα οποία παρουσιάζονται σε μορφή πινάκων ή διαγραμμάτων. Τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα είναι η συγκέντρωση του ολικού φωσφόρου στη λίμνη, η συγκέντρωση της χλωροφύλλης-α και το βάθος της διαφάνειας του δίσκου Secchi. Επιπλέον, έχουν προταθεί διάφοροι ‘’Τροφικοί Δείκτες’’ (Trophic State Indices) οι οποίοι ουσιαστικά είναι εξισώσεις που συσχετίζουν μεταξύ τους τα διάφορα κριτήρια και έτσι, ανάλογα με την τιμή του δείκτη η λίμνη κατατάσσεται στην αντίστοιχη τροφική κατηγορία. Η τροφική κατάσταση είναι ουσιαστικά δείκτης της πρωτογενούς παραγωγικότητας των λιμνών, δηλαδή του ρυθμού παραγωγής βιομάζας από τους φυτικούς (αυτότροφους-πρωτογενείς παραγωγούς) οργανισμούς τους. Οι κυριότεροι φυτικοί οργανισμοί που συναντώνται σε λίμνες είναι τα φύκη και τα μακρόφυτα. Τα φύκη διαιρούνται στο α) φυτοπλαγκτόν που αποτελείται Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 24


από διάφορα είδη μικροσκοπικών φυτών τα οποία ζουν εν αιωρήσει στη μάζα του νερού και στο β) περίφυτον, φυτά που ζουν προσκολλημένα στον πυθμένα και τα τοιχώματα των λιμνών. Το φυτοπλαγκτόν παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη διαχείριση των λιμνών των εύκρατων περιοχών και στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελεί το κυρίαρχο ποσοστό της φυτομάζας τους, ειδικά σε βαθιές λίμνες όπου τα μακρόφυτα περιορίζονται στην παραλιακή ζώνη Τα μακρόφυτα, είναι επιπλέοντα ή ριζωμένα αγγειόσπερμα φυτά, μεγαλύτερα από τα φύκη που αναπτύσσονται στην παρόχθια ζώνη των λιμνών. Τα μακρόφυτα διαιρούνται σε τέσσερις κατηγορίες: α) τα υπερυδατικά μακρόφυτα που είναι ριζωμένα στον πυθμένα και προεξέχουν της επιφάνειας του νερού, β) τα εφυδατικά που αποτελούνται από είδη ριζωμένα στον πυθμένα των οποίων τα φύλλα και τα άνθη επιπλέουν στην επιφάνεια του νερού, γ) τα υφυδατικά, είδη που είναι ριζωμένα στον πυθμένα και ζουν βυθισμένα εξολοκλήρου μέσα στο νερό και δ) τα ελεύθερα πλέοντα μακρόφυτα που δεν είναι ριζωμένα ή προσκολλημένα στον πυθμένα, αλλά οι έρπουσες ρίζες τους επιτρέπουν να πλέουν ελεύθερα μέσα ή στην επιφάνεια του νερού. Ο καθορισμός της τυπολογίας των υδάτινων σωμάτων είναι πολύ σημαντικός παράγοντας για την εφαρμογή των βιοτικών δεικτών και τη σύγκριση των αποτελεσμάτων μεταξύ των διαφορετικών δεικτών. Συνήθως, για διαφορετικούς τύπους υδάτινων σωμάτων αναπτύσσονται και διαφορετικοί δείκτες, προσαρμοσμένοι στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε τύπου. Επειδή, οι περισσότεροι δείκτες υπολογίζονται, σύμφωνα με την παρουσία ή απουσία κάποιων ταξινομικών ομάδων, είναι απόλυτα λογικό το γεγονός ότι διαφορετικές ταξινομικές ομάδες συναντώνται σε διαφορετικούς τύπους υδάτινων σωμάτων. Έτσι, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να γίνει σωστά η κατάταξη του υδάτινου σώματος στο σωστό τύπο, διότι διαφορετικά τα αποτελέσματα των δεικτών δεν θα είναι έγκυρα. Εκτός όμως από την αναγνώριση του σωστού τύπου θα πρέπει να διευκρινιστεί το κατά πόσο η τυπολογία που εμφανίζει μία περιοχή προέρχεται από ανθρωπογενείς παρεμβάσεις ή από εγγενείς διαδικασίες. Ο διαχωρισμός αυτός δεν είναι πάντα εύκολος και ξεκάθαρος, και χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Σε αυτό το σημείο θα μπορούσαν να συμβάλλουν τα ιστορικά δεδομένα για τη συγκεκριμένη περιοχή, εφόσον υπάρχουν. Βιολογικοί Δείκτες. Η έννοια του βιολογικού δείκτη ως μέσο αξιολόγησης της ποιότητας των υδάτων προέκυψε μέσα από την παρατήρηση της εξέλιξης των οικοσυστημάτων. Όταν σε ένα υδατικό οικοσύστημα μεταβάλλονται οι ισορροπίες, οι οργανισμοί που ζουν σε αυτό τείνουν να διαταραχτούν σε περίπτωση που δεν μπορέσουν να ανακάμψουν από τη διαταραχή με τα όρια προσαρμοστικότητας που ενδεχομένως έχουν. Συνήθως η διαταραχή αυτή γίνεται εμφανής με αλλαγή στη σχετική αφθονία και την ποικιλία των ειδών που διαβιούν σε ένα υδρόβιο οικοσύστημα. Ως βιολογικοί δείκτες στα υδατικά περιβάλλοντα χρησιμοποιούνται το φυτοπλαγκτόν, τα μακρόφυτα, το φυτοβένθος, τα ψάρια και τα βενθικά μακροασπόνδυλα. Η παρουσία τους ή η απουσία τους είναι ενδεικτική της ποιοτικής κατάστασης ενός οικοσυστήματος. Έχει αποδειχθεί ότι σε προγράμματα βιο-ελέγχου οικοσυστημάτων, η σχετική αφθονία και η ποικιλία των ειδών αντανακλούν τον βαθμό ρύπανσης ενός υδρόβιου συστήματος. Ο προσδιορισμός της σύνθεσης, της αφθονίας και της βιομάζας του φυτοπλαγκτού, είναι μεγάλης σημασίας για την αξιολόγηση της κατάστασης των λιμνών. Η αύξηση και κατανομή του φυτοπλαγκτού επηρεάζεται ταχύτατα από μεταβολές των φυσικοχημικών παραμέτρων και οι υπερβολικές χρονικά ‘’ανθήσεις’’ φυτοπλαγκτού, θεωρούνται ένδειξη φαινομένων ευτροφισμού. Οι συγκεντρώσεις χλωροφύλλης αποτελούν ‘’ενδείκτη’’ της βιομάζας του φυτοπλαγκτού, καθώς και της τροφικής κατάστασης των λιμνών. Επιπρόσθετα, οι συνευρέσεις των ειδών φυτοπλαγκτού (κοινότητες) μπορεί να αποτελούν κατάλληλο ενδείκτη για την παρακολούθηση της οικολογικής κατάστασης των λιμνών. Αυτό συμβαίνει διότι η μορφολογία των λιμνών, σε συνδυασμό με τους περιοδικούς εποχικούς κύκλους των κύριων Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 25


περιβαλλοντικών μεταβλητών, διαμορφώνουν το πεδίο στο οποίο τα βέλτιστα προσαρμοσμένα είδη μπορούν να κυριαρχήσουν σε λειτουργικές ομάδες, σε συγκεκριμένες περιόδους της εποχικής διαδοχής τους. Τα μακρόφυτα και το φυτοβένθος παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στη ρύθμιση των διεργασιών των λιμνών. Ο προσδιορισμός της σύνθεσης και της αφθονίας τους σχετίζεται με τη διαδοχή και τη δομή των ενδιαιτημάτων άλλων οργανισμών, όπως είναι τα ψάρια και τα βενθικά μακροασπόνδυλα. Παράλληλα, όσον αφορά τα μακρόφυτα και την υδρόβια χλωρίδα γενικότερα, γίνονται προσπάθειες εξακρίβωσης της αλληλεπίδρασης που έχουν με τα θρεπτικά συστατικά που υπάρχουν σε μία λίμνη. Από την άποψη της ανάλυσης των βιοτικών δεικτών και των μεθόδων εκτίμησης της οικολογικής κατάστασης των υδάτινων σωμάτων προκύπτουν, κάποια σημαντικά σημεία καθώς και ορισμένα στοιχεία που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής, τα οποία συνοψίζονται στη συνέχεια: α) Η εκτίμηση της ποιότητας των υδάτινων σωμάτων με τη χρήση βιοτικών δεικτών βασίζεται σε μία γενικότερη αρχή σύμφωνα με την οποία τα πιο ευαίσθητα στη ρύπανση είδη εξαφανίζονται στα αρχικά στάδια της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και τα πιο ανθεκτικά είδη επιβιώνουν. Αυτή η διαδικασία οδηγεί στη μείωση της βιοποικιλότητας καθώς η ρύπανση αυξάνει. Η ανάπτυξη των περισσοτέρων βιοτικών δεικτών στηρίζεται σε αυτή τη διαδικασία. β) Το επίπεδο ταξινόμησης που απαιτείται από τους διάφορους δείκτες είναι ένας επιπλέον σημαντικός παράγοντας. Συγκεκριμένα, η χρησιμοποίηση των υψηλότερων ταξινομικών επιπέδων συνεπάγεται και μεγαλύτερη λεπτομέρεια στις πληροφορίες που συλλέγονται. Ειδικότερα, η κατάταξη των οργανισμών στο υψηλότερο ταξινομικό επίπεδο, που είναι το επίπεδο του είδους, βασίζεται κυρίως σε μορφολογικά χαρακτηριστικά και λιγότερο σε λειτουργικά. Συνεπώς, τα είδη που εντάσσονται σε ένα γένος ή μία οικογένεια (χαμηλό ταξινομικό επίπεδο) μπορεί να έχουν διαφορετικές οικολογικές απαιτήσεις και διαφορετικές αποκρίσεις σε αλλαγές των περιβαλλοντικών παραγόντων. Παρόλα αυτά, η ταυτοποίηση σε υψηλό ταξινομικό επίπεδο (είδος) είναι χρονοβόρα διαδικασία και απαιτούνται αρκετές γνώσεις της αυτο-οικολογίας (οι οποίες δεν υπάρχουν πάντα) και ύπαρξη κατάλληλων μέσων (π.χ. βιβλία-κλειδιά) για την ταυτοποίηση. Επιπλέον, η αναγνώριση σε υψηλότερο ταξινομικό επίπεδο συνεπάγεται υψηλότερο κόστος. Έτσι, με τη χρήση των χαμηλότερων ταξινομικών επιπέδων χάνεται μεν μέρος της πληροφορίας αλλά η χρήση τους, αν συνοδεύεται από προσεκτική ερμηνεία των αποτελεσμάτων, μπορεί να συμβάλλει σε σωστή εκτίμηση. Γενικά, το κατάλληλο κάθε φορά επίπεδο ταξινόμησης μπορεί να είναι διαφορετικό. Για παράδειγμα, εάν ο στόχος της έρευνας είναι η εκτίμηση της κατάστασης μίας αρκετά μεγάλης έκτασης ενός υδάτινου σώματος και δεν υπάρχουν αρκετές γνώσεις για τα είδη που είναι πιθανό να ενδιαιτούν σε εκείνη την περιοχή, ούτε είναι διαθέσιμοι αρκετοί χρηματικοί πόροι, τότε πρέπει να προτιμηθεί η αναγνώριση σε χαμηλότερο ταξινομικό επίπεδο για την επίτευξη των στόχων της δεδομένης έρευνας. γ) Βασικές παράμετροι για την εφαρμογή ενός βιοτικού δείκτη, είναι η μέθοδος δειγματοληψίας και η ποικιλομορφία του ενδιαιτήματος. Η ποικιλομορφία που εμφανίζεται εντός των διαφορετικών τύπων ενδιαιτημάτων είναι ένας σημαντικός παράγοντας διαφοροποίησης των βιοκοινοτήτων που υπάρχουν σε μία περιοχή, διότι διαφορετικοί οργανισμοί προτιμούν να καταλαμβάνουν διαφορετικά ενδιαιτήματα ανάλογα με τις ανάγκες τους. Επιπλέον, στα διαφορετικά στάδια ζωής τους οι οργανισμοί μπορεί να προτιμούν και διαφορετικούς τύπους ενδιαιτημάτων. Έτσι, εάν η δειγματοληψία πραγματοποιηθεί μόνο σε έναν τύπο ενδιαιτήματος μίας ευρύτερης περιοχής τότε τα αποτελέσματα δε θα είναι αντιπροσωπευτικά για ολόκληρη την περιοχή. Με τη μέθοδο δειγματοληψίας ‘’multi-habitat’’, που εφαρμόζεται στο σύστημα εκτίμησης ‘’AQEM’’, λαμβάνεται υπόψη αυτή η ποικιλότητα των επιμέρους ενδιαιτημάτων μίας περιοχής. Επιπλέον, η μέθοδος δειγματοληψίας καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το ποιοι οργανισμοί θα συλλεχθούν. Υπάρχουν μέθοδοι δειγματοληψίας που εφαρμόζονται σε σύντομο χρονικό διάστημα αλλά υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να μη Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 26


συλλεχθούν όλοι οι οργανισμοί και άλλες που εξασφαλίζουν μεγαλύτερη λεπτομέρεια αλλά είναι χρονοβόρες και απαιτούν υψηλά χρηματικά ποσά. Επιπροσθέτως, υπάρχουν μέθοδοι που βασίζονται σε σταθμούς δειγματοληψίας που βρίσκονται σε συγκεκριμένα σημεία της ευρύτερης υπό εκτίμηση περιοχής και άλλες που εκτιμούν τη συνολική έκταση της περιοχής αλλά στερούνται λεπτομέρειας. Η επιλογή κάθε φορά της μεθόδου δειγματοληψίας εξαρτάται τόσο από τους σκοπούς της έρευνας και τους διαθέσιμους πόρους όσο και από το μέγεθος της υπό μελέτη περιοχής και τις ήδη υπάρχουσες γνώσεις για τα είδη που ενδιαιτούν σε αυτή. δ) Η διαδικασία διαβαθμονόμησης των δεικτών είναι πολύ σημαντική, διότι με αυτήν εξασφαλίζεται η συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων των δεικτών. Ένα από τα βήματα που πρέπει να ολοκληρωθούν στο άμεσο μέλλον είναι η ολοκλήρωση της διαδικασίας διαβαθμονόμησης (και η επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων της), τόσο μεταξύ των χωρών που συμμετέχουν στις ‘’Γεωγραφικές Ομάδες Διαβαθμονόμησης’’, τόσο και μεταξύ των ομάδων αυτών. Βέβαια, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η διαβαθμονόμηση θα πρέπει οι ‘’Εθνικές μέθοδοι εκτίμησης των βιολογικών ποιοτικών στοιχείων’’ να είναι ολοκληρωμένες και καλά καθορισμένες, γεγονός που δε συμβαίνει σε όλες τις χώρες, τη δεδομένη χρονική περίοδο. Τέλος, από όσες εργασίες έχουν δημοσιευτεί, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ανάπτυξη των βιοτικών δεικτών εκτίμησης της οικολογικής ποιότητας των παράκτιων και μεταβατικών υδάτων στην Ελλάδα είναι σε πολύ καλό στάδιο, εφόσον έχουν ήδη ολοκληρωθεί ο δείκτης ‘’BENTIX’’ (για τα βενθικά μακροασπόνδυλα των παράκτιων υδάτων), ο δείκτης ‘’ΕΕΙ’’ (για τα μακρόφυτα των μεταβατικών και παράκτιων υδάτων) και ο δείκτης ‘’ISD’’ (για τα βενθικά μακροασπόνδυλα των μεταβατικών υδάτων), ενώ υπό μελέτη βρίσκεται οι δείκτες για την εκτίμηση του φυτοπλαγκτού και των αγγειοσπέρμων. Το ίδιο δεν ισχύει για τις λίμνες, για τις οποίες υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις χωρο-χρονικών δεδομένων (γενικά στις Μεσογειακές χώρες, καθώς και στην Ελλάδα), οι οποίες δυσχεραίνουν τη διαδικασία εκτίμησης της οικολογικής κατάστασης. Πρόσθετα, για την εκτίμηση της κατάστασης των ποταμών στην Ελλάδα έχουν αναπτυχθεί δύο δείκτες (HES και STAR_ICM), για τα βενθικά μακροασπόνδυλα, όμως κανένας από τους δύο δεν έχει ορισθεί ως Εθνικός Δείκτης Εκτίμησης της Οικολογικής Κατάστασης. Για την εκτίμηση της οικολογικής κατάστασης των λιμνών θα πρέπει να συλλεχθούν περισσότερα χωρο-χρονικά δεδομένα με σκοπό την επαλήθευση των προκαταρκτικών τιμών των παραμέτρων που μετρώνται. Γενικά, υπάρχει σημαντική έλλειψη δεδομένων που σχετίζονται με τα βιολογικά ποιοτικά στοιχεία, τα οποία πρέπει να συλλεχθούν και να επεξεργασθούν προκειμένου να εκτιμηθεί με συνέπεια η οικολογική κατάσταση των λιμνών. __________

Γ’ Οικολογικα Χαρακτηριστικά, Ιδιαιτερότητες & η Διαβάθμιση Γ1. Η Διαβαθμονόμηση Για την καλύτερη εφαρμογή της Οδηγίας υλοποιούνται, μεταξύ των διαφόρων κρατών της ΕΕ, ασκήσεις διαβαθμονόμησης. Τα κράτη-μέλη διαχωρίζονται σε γεωγραφικές ομάδες διαβαθμονόμησης (GIG: Geographical Intercalibration Groups) πραγματοποιώντας κάποιες ‘’δοκιμέςασκήσεις’΄’. Η διαβαθμονόμηση πραγματοποιήθηκε σε όλη την Ευρώπη την περίοδο 20032007 με τη συμμετοχή εκατοντάδων εμπειρογνωμόνων. Το τεχνικό αυτό έργο συντόνισε το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που λειτουργεί στην Ispra της Ιταλίας. Λόγω της τεράστιας ποικιλίας των υδάτινων συστημάτων της Ευρώπης, οι εμπειρογνώμονες Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 27


συγκρότησαν διαφορετικές γεωγραφικές ομάδες διαβαθμονόμησης (GIG,

από τα αρχικά των λέξεων

Geographical Intercalibration Groups).

Σκοπός μιας άσκησης διαβαθμονόμησης είναι να διασφαλιστεί η συμβατότητα με τους κανονιστικούς ορισμούς της Οδηγίας Πλαίσιο για τα νερά, μέσω της συγκρισιμότητας των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από τα συστήματα παρακολούθησης ποιοτικών βιολογικών στοιχείων, μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών. Η διαβαθμονόμηση εξασφαλίζει την παροχή συγκρίσιμων αποτελεσμάτων από διαφορετικά εθνικά συστήματα. Στο πλαίσιο της διαβαθμονόμησης, καθορίζονται οι τιμές του ορίου μεταξύ των κλάσεων της υψηλής και της καλής κατάστασης ενός υδατικού οικοσυστήματος, καθώς και των αμέσως επόμενων κλάσεων, καλής, μέτριας, φτωχής και κακής κατάστασης. Οι παραπάνω τιμές εκφράζονται ως ‘’Λόγοι Οικολογικής Ποιότητας’’ (EQR ratios). Αυτοί οι λόγοι οικολογικής ποιότητας, αντιπροσωπεύουν τη σχέση μεταξύ των τιμών των βιολογικών παραμέτρων που έχουν παρατηρηθεί σε ένα σύστημα και των τιμών των παραμέτρων αυτών στις συνθήκες αναφοράς στο ίδιο σύστημα (ή στον ίδιο τύπο συστήματος) εκφραζόμενοι ως αριθμητική τιμή μεταξύ του μηδέν και του ένα. Η υψηλή οικολογική κατάσταση, δηλώνεται με τιμές γύρω στο ένα, ενώ η κακή οικολογική κατάσταση με τιμές γύρω στο μηδέν. Σε επίπεδο Ελλάδας διαπιστώνεται έλλειμμα συγκεντρωτικών δεδομένων (χρονοσειρών, data bases) και μάλιστα ιδιαίτερα βιολογικώνοικολογικών και επομένως η ένταξη της χώρας μας σε μία άσκηση διαβαθμονόμησης δεν είναι ακόμα απόλυτα εφικτή. Για την ορθότερη εφαρμογή των μεθόδων οι λίμνες, έχουν διαχωριστεί σε τρεις βασικούς τύπους (LCB1, LCB2 και LCB3), και ανάλογα με τις τιμές των συγκεντρώσεων της χλωροφύλληςα, το βάθος των λιμνών και την αλκαλικότητα των νερών τους. Αυτή η διαδικασία έχει συμφωνηθεί από όλες τις χώρες που πραγματοποιούν γεωγραφικές ασκήσεις διαβαθμονόμησης. Τύπος Λίμνης και Όρια Τιμών

(ως προς τις συγκεντρώσεις της χλωροφύλλης -α, του βάθους και της αλκαλικότητας, και όπως έχουν συμφωνηθεί από τη Γεωγραφική Ομάδα διαβαθμονόμησης, Lakes- Central GIG, 21.9.2005)

Υψηλή- Καλή Τύπος λίµνης

chla (mg chl- a/l)

Καλή- Μέτρια chla (mg chl- a/l)

Βάθος

Αλκαλικότητα

(m)

meq/l

GIG LCB1

9.9- 11.7

21.0- 25.0

3- 15

>1

LCB2

4.6- 7.0

8.0- 12.0

<3

>1

χωρίς όρια

>1

LCB3

4.3- 6.5

8.0- 12.0

Από τα μέχρι τώρα δεδομένα, όπως αυτά έχουν προκύψει από προηγούμενες εργασίες, αναμένεται οι λίμνες που έχουν χαμηλή συγκέντρωση χλωροφύλλης-α, να έχουν υψηλά ποσοστά μακροφυτικής βλάστησης, ενώ λίμνες που έχουν υποστεί φαινόμενα ευτροφισμού και έχουν υψηλές τιμές χλωροφύλλης-α, να έχουν χαμηλά ποσοστά μακροφυτικής βλάστησης. Επιπλέον, στις λίμνες εκείνες που κάνει αισθητή την παρουσία της ″χαμηλής″ ποιότητας μακροφυτικής βλάστησης, είναι δυνατόν να σχετίζονται και με χαμηλές τιμές σε χλωροφύλληα. Κάτι που πρέπει ακόμα να σημειωθεί και που τυγχάνει άξιο διερεύνησης λόγω έλλειψης δεδομένων, είναι ότι σε λίμνες οι οποίες δεν έχουν υψηλά επίπεδα ευτροφισμού, η μακροφυτική βλάστηση μπορεί να είναι ελλιπής ή και να απουσιάζει εντελώς εξαιτίας ευαισθησίας της σε άλλες παραμέτρους όπως η όξινη βροχή κ.ά. Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 28


Τελικά, τόσο η δημιουργία, όσο και η εφαρμογή των βιοτικών δεικτών στην εκτίμηση της οικολογικής ποιότητας των υδάτινων σωμάτων απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, διότι τα οικοσυστήματα, και κατά συνέπεια οι οργανισμοί που ενδιαιτούν σε αυτά, έχουν ιδιαίτερα εγγενή χαρακτηριστικά και δέχονται ανθρωπογενείς επιδράσεις, ο διαχωρισμός των οποίων δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτος. Για την ανάπτυξη ενός βιοτικού δείκτη απαιτούνται πολύ καλές γνώσεις της ταξινομικής και αυτο-οικολογίας των οργανισμών, του τύπου ενδιαιτήματος στην εκτίμηση του οποίου στοχεύει ο δείκτης καθώς και των ιστορικών δεδομένων (η επεξεργασία των οποίων είναι ιδιαίτερα σημαντική) για αυτό τον τύπο. Επιπλέον, απαιτείται ενδελεχής μελέτη του τρόπου δημιουργίας και λειτουργίας άλλων παρόμοιων δεικτών που πιθανώς υπάρχουν. Η εφαρμογή των βιοτικών δεικτών εξελίσσεται ραγδαία, τόσο στην Ελλάδα όσο και στις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες, με έναυσμα τις απαιτήσεις της Οδηγίας – Πλαίσιο. Όμως, ο τρόπος εφαρμογής των δεικτών και των μεθόδων εκτίμησης και κυρίως η ερμηνεία των αποτελεσμάτων απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να παρέχονται έγκυρα αποτελέσματα. Ωστόσο, σημαντικό ρόλο στην εκτίμηση παίζουν, επίσης, και τα φυσικοχημικά και υδρομορφολογικά στοιχεία. Η εγκυρότητα των αποτελεσμάτων έχει άμεσο αντίκτυπο στην ποιότητα των οικοσυστημάτων, καθώς η σχεδίαση ή μη των κατάλληλων δράσεων αποκατάστασης εξαρτάται άμεσα από την οικολογική εκτίμηση. Επιπλέον, η λήψη μέτρων αποκατάστασης σε περιοχές όπου δεν είναι στην πραγματικότητα απαραίτητο (εξαιτίας λανθασμένης εκτίμησης της οικολογικής κατάστασης) έχει άμεσο αρνητικό οικονομικό αντίκτυπο.

Γ1. Διαβαθμονόμηση στην Ελλάδα [σταχυολογημένα κείμενα από: Ιωαννίδου, 2009 ( Μεταπτ., Διατρ., ΕΜΠ, 186σελ., Η χρήση βιοτικών δεικτών στα πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας για τα νερά στην Ελλάδα), Solimini, Cardoso, Heiskanen, 2006 (Techn., report, European Commission, Joint Research Center, Indicators and Methods for the ecological status assessment under the Water Framework Directive. Linkages between chemical and biological quality of surface water), Solimini, Free, Donohue, Irvine, Pusch, Rossaro, Leonard Sandin , Cardoso, 2006 (Techn., report, European Commission. Joint Research Center, Using Benthic Macroinvertebrates to Assess Ecological Status of lakes. Current Knowledge and Way Forward to Support WFD implementation’’. Institute for Environment and Sustainability)].

Πριν από την Οδηγία – Πλαίσιο 2000/60ΕΕ για τα νερά, όλες οι χώρες συνέλλεγαν δεδομένα φυτοπλαγκτού με σκοπό την εκτίμηση της συγκέντρωσης της χλωροφύλλης – α και σε ορισμένες περιπτώσεις της βιομάζας του φυτοπλαγκτού. Οι στρατηγικές όμως δειγματοληψίας ήταν ποικίλες και μη επαρκείς για τους σκοπούς της διαδικασίας διαβαθμονόμησης, δεδομένα που αφορούσαν κυρίως τη συχνότητα και τα στρώματα των υδάτων της δειγματοληψίας. Η έλλειψη έγκυρων δεδομένων σε συνδυασμό με τη συνολική θέληση των κρατών μελών της Γεωγραφικής Ομάδας Διαβαθμονόμησης της Μεσογείου (Med GIG) να συγκλίνουν σε κοινές στρατηγικές, οδήγησε στην κοινή επιλογή των βιολογικών παραμέτρων, των στρατηγικών δειγματοληψίας και των εργαστηριακών μεθοδολογιών. Η Ελλάδα ανήκει στην Γεωγραφική Ομάδα Διαβαθμονόμησης της Μεσογείου (Med GIG), από την οποία αποφασίστηκε η χρήση της ‘’ Επιλογής 1’’ για τη διαδικασία της διαβαθμονόμησης (MedGIG Intercalibration technical report – Part 2 Lakes, Section 2 Chlorophyll – a concentration, 2007). Σύμφωνα με την ‘’Επιλογή 1’’, όλα τα κράτη μέλη έχουν κοινή διαδικασία ταξινόμησης (1. Εφαρμογή της συμφωνημένης διαδικασίας καθορισμού ορίων, 2. Κοινή μέθοδός εκτίμησης της Οδηγίας – Πλαίσιο, 3. Συμφωνημένες τιμές Λόγων Οικολογικής Ποιότητας-EQR- για τα όρια της καλής οικολογικής κατάστασης, 4. Προσδιορισμός των τόπων διαβαθμονόμησης που αντιπροσωπεύουν τα συμφωνημένα όρια των κλάσεων). Είναι σημαντικό να επισημανθεί το γεγονός ότι η ‘’Επιλογή 1’’ προτείνεται ως η

καταλληλότερη όταν τα κράτη μέλη δεν έχουν καθιερώσει επαρκώς τις εθνικές μεθόδους εκτίμησης στα πλαίσια της εφαρμογής της Οδηγίας – Πλαίσιο και ταυτόχρονα μπορεί να ταυτοποιηθεί μία οριστική κοινή μέθοδος εκτίμησης. Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της ‘’Επιλογής 1’’ είναι το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνει στην πραγματικότητα διαδικασία διαβαθμονόμησης, εφόσον δεν υπάρχουν διαφορετικές μέθοδοι εκτίμησης οι οποίες θα συγκριθούν μεταξύ τους. Ουσιαστικά, η διαβαθμονόμηση έγκειται στην κοινή απόφαση ορίων Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 29


των κλάσεων ποιότητας (υψηλή – καλή και καλή – μέτρια), σε κλίμακα Λόγων Οικολογικής Ποιότητας (EQRs) για την κοινή μέθοδο. Δείκτες στην άσκηση Διαβαθμονόμησης. Τα κράτη μέλη που ανήκουν στη Γεωγραφική Ομάδα Διαβαθμονόμησης της Μεσογείου (Med GIG) αποφάσισαν ότι η ομάδα θα εστιάσει στο βιολογικό στοιχείο του φυτοπλαγκτού, λόγω έλλειψης δεδομένων για τα άλλα βιολογικά στοιχεία, και ότι ο κύριος τύπος περιβαλλοντικής πίεσης που θα ληφθεί υπόψη για την άσκηση διαβαθμονόμησης είναι το φορτίο των θρεπτικών (ΕΛΚΕΘΕ, 2006), το οποίο έχει ως επίπτωση τον ευτροφισμό. Μετρήθηκαν οι ακόλουθες παράμετροι: Συγκέντρωση της χλωροφύλλης–α (mg/m3), Συνολική Βιομάζα (mm3/lt), Ποσοστιαία (%) Βιομάζα Κυανοβακτηρίων, Καταλανικός Δείκτης (General Algal Index, GAI, Catalan et al., 2003), MedPTI (Mediterranean Phytoplankton Trophic Index, Marchetto et al,2007) Η συγκέντρωση της χλωροφύλλης–α και η συνολική βιομάζα χρησιμοποιήθηκαν για την εκτίμηση της αφθονίας και της βιομάζας του φυτοπλαγκτού, όπως ορίζεται από την Οδηγία – Πλαίσιο. Η ποσοστιαία (%) βιομάζα κυανοβακτηρίων, ο Καταλανικός Δείκτης και ο δείκτης MedPTI χρησιμοποιήθηκαν για την εκτίμηση της ταξινομικής σύνθεσης του φυτοπλαγκτού. Οι χώρες της Γεωγραφικής Ομάδας Διαβαθμονόμησης της Μεσογείου (Med GIG) που συμμετείχαν στη διαβαθμονόμηση, διεξήγαγαν δειγματοληψίες κατά τη θερινή περίοδο του 2005. Η κοινή μέθοδος δειγματοληψίας ήταν η ακόλουθη (ΕΛΚΕΘΕ, 2006): -Περίοδος δειγματοληψιών- Από τον Ιούνιο έως το Σεπτέμβριο. -Συλλογή ενός δείγματος από όλη την ευφωτική ζώνη (2.5*βάθος δίσκου Secchi), η οποία πραγματοποιήθηκε σε δύο, τρεις και στις περισσότερες περιπτώσεις τέσσερις ημερομηνίες δειγματοληψίας (μέσος όρος). -Εξαγωγή χλωροφύλλης με ακετόνη 90%, φίλτρο fiber glass και μέθοδος φασματοσκόπησης Lorenzen (1967) και Jeffrey & Humphrey (1975). -Μέτρηση βιομάζας και σύνθεσης ειδών με τη μέθοδο Utermohl με ανεστραμμένο μικροσκόπιο. Συλλέχθηκαν επίσης, κλιματολογικά, υδρομορφολογικά και φυσικο–χημικά υποστηρικτικά δεδομένα (βάθος Secchi, Ολικός Ρ, Αμωνία – Ν, Νιτρικά – Ν, διαλυμένο Ο2, pH, θερμοκρασία νερού, αγωγιμότητα, αλκαλικότητα). Όπως προαναφέρθηκε, όλα τα δεδομένα συλλέχθηκαν από όλη τη ζώνη του ευτροφικού στρώματος (2.5 * βάθος Secchi) και ο καλοκαιρινός μέσος όρος βασίζεται σε δύο, τρεις ή στις περισσότερες περιπτώσεις τέσσερεις ημερομηνίες δειγματοληψίας. Η συνεισφορά των Κυανοβακτηρίων στη συνολική βιομάζα του φυτοπλαγκτού (Ποσοστιαία Βιομάζα Κυανοβακτηρίων) θεωρείται ως αξιόπιστος, σημαντικός και εύκολος στη χρήση δείκτης, διότι (MedGIG Intercalibration technical report – Part 2 Lakes, Section 3 Phytoplankton Composition, 2007): -Τα περισσότερα είδη κυανοβακτηρίων δείχνουν ισχυρή/έντονη προτίμηση για τις ευτροφικές συνθήκες. Έτσι η συμβολή των κυανοβακτηρίων μπορεί να θεωρηθεί ως δείκτης του ευτροφισμού. -Οι ανθήσεις (blooms) των κυανοβακτηρίων είναι ξεκάθαρα ορατές, και ευρέως διαδεδομένος δείκτης του ευτροφισμού. -Εξαιτίας της τοξικότητας των ανθήσεων ορισμένων taxa, οι ανθήσεις μπορούν να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στην ποιότητα των υδάτων και στην υγεία ζώων και ανθρώπων. Άσχημες οσμές και γεύσεις, έλλειψη οξυγόνου, θάνατοι ψαριών και βλάβες ως προς την ψυχαγωγία και την ποσιμότητα του νερού αποτελούν συμπτώματα υδάτων που είναι μολυσμένα με ανθήσεις. -Τέλος, είναι μεγάλη η συμβολή των ανθήσεων των κυανοβακτηρίων στην βιομάζα του φυτοπλαγκτού. Ο Καταλανικός Δείκτης βασίζεται στην βιομάζα των ομάδων αλγών που λαμβάνονται υπόψη στον εν λόγω δείκτη, ο οποίος υπολογίζεται με τον παρακάτω τύπο: Iga = [1+0.1Cr+Cc+2(Dc+Chc) + 3Vc +4Cia]/[1+ 2(D+Cnc) + Chnc+Dnc], Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 30


(όπου, Iga -Group of algae composition index: Δείκτης Σύνθεσης Ομάδας Αλγών, Cr: Cryptomonads, Cc: Colonial Chrysophyte, Dc: Colonial Diatoms, Chc: Colonial Chlorococcales, Vc: Colonial Volvocales, Cia: Cyanobacteria, D: Dinoflagellates, Cnc: Chrysophyte not colonial, Chnc: Chlorococcales not colonial, Dnc: Diatoms not colonial). Ο Δείκτης MedPTI είναι δείκτης σύνθεσης του φυτοπλαγκτού που αναπτύχθηκε για τους μεγάλου βάθους ταμιευτήρες στην Ιταλία. Για το δείκτη MedPTI σημειώνονται τα παρακάτω: -Όπως οι περισσότεροι όμοιοι δείκτες που χρησιμοποιούνται στην Ευρώπη, ο δείκτης MedPTI βασίζεται σε μεθόδους σταθμικών μέσων όρων. Περιλαμβάνονται 46 taxa στη λίστα, και σε κάθε ένα από αυτά αποδίδονται ‘’τροφικές τιμές’’ (trophic values) και ‘’τιμές δείκτη’’ (indicator values). Η τιμή του δείκτη MedPTI για κάθε ταμιευτήρα υπολογίζεται διαδοχικά ως ο σταθμικός μέσος όρος της βιομάζας των ‘’τροφικών τιμών’’ των ειδών, σταθμισμένος με τις ‘’τιμές δείκτη’’. -Ο δείκτης MedPTI εφαρμόζεται σε ταμιευτήρες της Μεσογειακής οικοπεριοχής, που έχουν μέσο βάθος μεγαλύτερο από 15 m και αγωγιμότητα μικρότερη από 2.5 mS cm-1. -Όμως ο δείκτης πρέπει να εφαρμόζεται αξιόπιστα στους ταμιευτήρες μόνο όταν η ετήσια μέση βιομάζα των ειδών που χρησιμοποιούνται για τη διαβαθμονόμηση είναι μεγαλύτερη από το 70% της συνολικής μέσης ετήσιας βιομάζας στο συγκεκριμένο ταμιευτήρα (MedGIG Intercalibration technical report – Part 2 Lakes, Section 3 Phytoplankton Composition, 2007).

Αποτελέσματα Διαβαθμονόμησης για τις λίμνες της Γεωγραφικής Ομάδας Διαβαθμονόμησης της Μεσογείου. Στους παρακάτω πίνακες παρουσιάζονται οι τιμές του μέγιστου οικολογικού

δυναμικού και οι τιμές του ορίου καλής–μέτριας οικολογικής κατάστασης για τους τύπους λιμνών που ανήκουν στα κράτη μέλη της Γεωγραφικής Ομάδας Διαβαθμονόμησης της Μεσογείου. Σημειώνεται ότι για τον τύπο ‘’Πυριγενείς ξηροί ταμιευτήρες’’ βρέθηκε μόνο μία περιοχή με ‘’Μέγιστο Οικολογικό Δυναμικό’’, έτσι η Γεωγραφική Ομάδα Διαβαθμονόμησης επιφυλάχθηκε να ορίσει τιμές. Γενικώς επισημαίνεται ότι όλες οι τιμές θεωρούνται προκαταρκτικές (ΕΛΚΕΘΕ, 2006). Τιμές μέγιστου οικολογικού δυναμικού σε ταμιευτήρες

Τύπος

Πυριγενείς σε ξηρές περιοχές

Χλωροφύλλη–α Δεν υπάρχουν αρκετές περιοχές. Προτείνεται για το επόμενο στάδιο διαβαθμονόμησης

Συνολική Βιομάζα (mm3/l)

% Δεν υπάρχουν Δεν υπάρχουν αρκετές περιοχές. αρκετές περιοχές. Προτείνεται για το Προτείνεται για το επόμενο στάδιο επόμενο στάδιο διαβαθμονόμησης διαβαθμονόμησης

Καταλανικός Δεν υπάρχουν αρκετές περιοχές. Προτείνεται για το επόμενο στάδιο διαβαθμονόμησης

Δείκτης Δεν υπάρχουν αρκετές περιοχές. Προτείνεται για το επόμενο στάδιο διαβαθμονόμησης

Πυριγενείς σε

18 0 76 0 0 61 3 09 Ασβεστολιθικοί Πηγή: MedGIG, 2007 (Intercalibration technical report –Part 2 Lakes, Section 2 Chlorophyll–a concentration & Section 3 Phytoplankton Composition), Τιμές ορίου καλής – μέτριας οικολογικής ποιότητας Συνολική Βιομάζα Τύπος Ταμιευτήρα Πυριγενείς σε υγρές περιοχές

Χλωροφύλλη–α

6.7 Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

% Βιομάζα (mm3/l)

1.9 Υγροτοπικές Αναζητήσεις

9.2

Καταλανικός Δείκτης

10.6

Δείκτης

2.32

σελ. 31


4.2 2.1 28.5 7.73 2.38 Ασβεστολιθικοί Πηγή: MedGIG, 2007 (Intercalibration technical report – Part 2 Lakes, Section 2 Chlorophyll – a concentration & Section 3 Phytoplankton Composition),

Υπολογισμός EQRs για τις μεθόδους μέτρησης της σύνθεσης του φυτοπλαγκτού. Σύμφωνα με την Οδηγία – Πλαίσιο ο υπολογισμός των Λόγων Οικολογικής Ποιότητας (EQR) γίνεται διαιρώντας την παρατηρούμενη τιμή του κάθε δείκτη με την τιμή των συνθηκών αναφοράς του ίδιου δείκτη. Όμως, στην περίπτωση κατά την οποία τιμές που αντιστοιχούν στις συνθήκες αναφοράς είναι κοντά στο μηδέν ή ίσες με το μηδέν αυτή η προσέγγιση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί διότι οι τιμές των Λόγων Οικολογικής Ποιότητας (EQRs) που προκύπτουν είναι εξαιρετικά χαμηλές Προκειμένου να ξεπερασθεί αυτό το εμπόδιο χρησιμοποιήθηκε η ακόλουθη διαδικασία (MedGIG Intercalibration technical report – Part 2 Lakes, Section 3 Phytoplankton Composition, 2007): -Στην περίπτωση κατά την οποία οι συνθήκες αναφοράς δεν ισούται με το μηδέν (MedPTI), οι Λόγοι Οικολογικής Ποιότητας (EQRs) υπολογίστηκαν διαιρώντας την παρατηρούμενη τιμή του εν λόγω βιοτικού δείκτη με την τιμή του ίδιου δείκτη σε συνθήκες αναφοράς. EQR = τιμή ορίου/ τιμή αναφοράς. -Για την Ποσοστιαία Βιομάζα Κυανοβακτηρίων όπου οι συνθήκες αναφοράς ισούται με το μηδέν και η μέγιστη τιμή με το 100, ο Λόγος Οικολογικής Ποιότητας (EQR) υπολογίζεται ως εξής: EQR = (100–τιμή ορίου)/(100–τιμή αναφοράς). -Για τον Καταλανικό δείκτη όπου το θεωρητικό εύρος των τιμών είναι από 0.005 έως 400, o Λόγος Οικολογικής Ποιότητας (EQR) υπολογίζεται ως εξής: EQR = (400–τιμή ορίου)/(400– τιμή αναφοράς). Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ότι για τον υπολογισμό του Λόγου Οικολογικής Ποιότητας, για τη Συγκέντρωση Χλωροφύλλης– α και τη Βιομάζα του Φυτοπλαγκτού χρησιμοποιήθηκαν ειδικές λογαριθμικές προσαρμογές σε συμφωνία και με την αλπική ομάδα διαβαθμονόμησης. Οι λογαριθμικές αυτές προσαρμογές επιτρέπουν τη μετατροπή των τιμών των ορίων των κλάσεων σε μία κλίμακα Λόγων Οικολογικής Ποιότητας. Αυτή η μέθοδος προσφέρει το πλεονέκτημα της διατήρησης της ίδιας κλίμακας Λόγων Οικολογικής Ποιότητας για κάθε παράμετρο. Όμως, θεωρείται απαραίτητη η βελτίωση των αποτελεσμάτων μετά από επανάληψη του υπολογισμού των τιμών των συνθηκών αναφοράς και του ορίου καλής – μέτριας κατάστασης μετά από επόμενες δειγματοληψίες (MedGIG Intercalibration technical report – Part 2 Lakes, Section 2 Chlorophyll – a concentration, 2007). Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται οι τιμές των Λόγων Οικολογικής Ποιότητας που προέκυψαν για το όριο καλής–μέτριας οικολογικής κατάστασης για τους δείκτες εκτίμησης της αφθονίας, της βιομάζας και της σύνθεσης του φυτοπλαγκτού. Τιμές EQR για το όριο καλής – μέτριας οικολογικής ποιότητας

Χλωροφύλλη–α Τύπος

(mg/m3)

Συνολική Βιομάζα

Βιομάζα

Καταλανικό ς Δείκτης

Κυανοβα

Δείκτης MedPTI

Πυριγενείς σε

Ασβεστολιθικοί

0.43

0.36

0.72

0.98

0.77

Πηγή: MedGIG, 2007 (Intercalibration technical report – Part 2 Lakes, Section 3 Phytoplankton Composition),

Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 32


Βενθικά Μακροασπόνδυλα ως Βιοτικοί δείκτες για την εκτίμηση της οικολογικής κατάστασης των Λιμνών. Πρόσφατες εκτενείς έρευνες που αφορούν την παρούσα εκτίμηση της οικολογικής κατάστασης των υδάτων στην Ευρώπη φανέρωσαν, ότι ενώ χρησιμοποιούνται ήδη πρακτικά εργαλεία που περιλαμβάνουν παραμέτρους των μακροασπόνδυλων για την εκτίμηση της οικολογικής κατάστασης των ποταμών, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες δεν υπάρχουν, προς το παρόν, ανάλογα συστήματα εκτίμησης για τις λίμνες (τα οποία βασίζονται στα μακροασπόνδυλα). Πράγματι, αυτό έχει πρόσφατα αναγνωρισθεί ως ένα από τα κυριότερα οικολογικά ‘’κενά γνώσης’’ που αφορούν την πλήρη εκτίμηση της οικολογικής ποιότητας των λιμνών, όπως απαιτείται από την Οδηγία – Πλαίσιο. Επιπλέον, η τωρινή έλλειψη γνώσης περιορίζει την εφαρμογή της διαδικασίας διαβαθμονόμησης που αφορά τα συστήματα εκτίμησης της οικολογικής κατάστασης των λιμνών (Solimini et al., 2006). Πρέπει να σημειωθεί ότι η πλήρης εφαρμογή της διαδικασίας διαβαθμονόμησης θέτει τη βάση για τον καθορισμό των περιβαλλοντικών αντικειμενικών στόχων (γεγονός που απαιτείται από την Οδηγία–Πλαίσιο) και ειδικότερα για την ποσοτικοποίηση των επιπτώσεων στα οικοσυστήματα, οι οποίες οφείλονται στο φορτίο των θρεπτικών (ευτροφισμός) που είναι η πιο διαδεδομένη πίεση στην οικολογική ποιότητα των επιφανειακών υδάτων στην Ευρώπη. Εντός της Ευρώπης, ο ευτροφισμός υπήρξε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 όταν η ευρέως εξαπλωμένη ύπαρξη των ανθίσεων των κυανοφυκών στα στάσιμα και τα χαμηλής ροής εσωτερικά ύδατα αποτέλεσε το έναυσμα για την ύπαρξη εκτεταμένου ενδιαφέροντος και ανησυχίας από το κοινό, τα ΜΜΕ και τις βιομηχανίες ύδατος. Η επίδραση του εμπλουτισμού με θρεπτικά συστατικά στις λίμνες και στους ταμιευτήρες τυγχάνει μεγάλης προσοχής και είναι κατανοητή σε γενικούς ποιοτικούς όρους. Τα θρεπτικά συστατικά τείνουν να είναι μία δευτερογενής και έμμεση κινητήρια δύναμη της σύνθεσης της βιοκοινότητας, αλλά αποτελούν σημαντική κινητήρια δύναμη της παραγωγικότητας, οδηγώντας στην αύξηση της ανάπτυξης των αλγών (φυτοπλαγκτόν και νηματοειδή άλγη) και των υδρόβιων φυτών. Η αύξηση του φυτοπλαγκτού μπορεί να οδηγήσει σε δευτερογενή προβλήματα, όπως η μείωση των ευαίσθητων μακροφύτων και των ειδών των ψαριών. Αυτές οι επιδράσεις καθώς και η αυξανόμενη συχνότητα και ένταση των ανθήσεων των τοξικών κυανοβακτηρίων αποτελούν εκτεταμένο πρόβλημα στις λίμνες της Ευρώπης και έχουν σημαντικές επακόλουθες περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Ένας ορισμός του ευτροφισμού είναι ο ακόλουθος (Solimini, Cardoso, Heiskanen, 2006): «Ο εμπλουτισμός των υδάτων με θρεπτικά, κυρίως αποτελούμενα από φώσφορο (P) ή/και άζωτο (N), που προκαλεί επιταχυνόμενη αύξηση των αλγών και των ανώτερων μορφών φυτικής ζωής, έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή μη επιθυμητής διατάραξης για την ισορροπία των οργανισμών που είναι παρόντες στο νερό και στην εν λόγω ποιότητα του νερού». Ένα πρόβλημα που υπάρχει στον παραπάνω ορισμό είναι το γεγονός ότι δεν μπορεί εύκολα να ποσοτικοποιηθεί. Ο ευτροφισμός είναι μία διαδικασία, όχι μία κατάσταση όπως η ευτροφική, η οποία μπορεί να οριστεί καλύτερα σε όρους βιομάζας του φυτοπλαγκτού (π.χ. ως συγκέντρωση της χλωροφύλλης–α) ή συγκέντρωσης ενός θρεπτικού όπως ο φώσφορος. Στην Οδηγία–Πλαίσιο το θέμα του τρόπου με τον οποίο θα υπολογισθεί ο βαθμός αλλαγής στην ποιότητα των εσωτερικών υδάτων αντιμετωπίζεται με τη συσχέτιση της οικολογικής ποιότητας με την κατάσταση αναφοράς κάτω από τις ελάχιστες ανθρώπινες επιδράσεις. Η Οδηγία–Πλαίσιο, για τον καθορισμό των θρεπτικών συνθηκών της υψηλής και της καλής οικολογικής κατάστασης, απαιτεί μία ειδική ποσοτική κατανόηση του τρόπου με τον όποιο οι θρεπτικές συνθήκες συνδέονται με τη βιολογική ποιότητα σε επιμέρους οικοτύπους των λιμνών. Ο εμπλουτισμός των λιμνών, μέσω της εισροής θρεπτικών, συχνά έχει ως αποτέλεσμα στην αύξηση της παράκτιας και πελαγικής παραγωγικότητας με επακόλουθο την αύξηση της εισροής οργανικής ύλης στο υπόστρωμα. Η αύξηση της αναπνοής των μικροοργανισμών που σχετίζεται με την εισροή οργανικής ύλης, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ελάττωση του οξυγόνου στο υπολίμνιο των λιμνών. Αυτή η έμμεση επίδραση του ευτροφισμού στη Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 33


διαθεσιμότητα του οξυγόνου έχει άμεση επίδραση στη βενθική πανίδα. Συνεπώς, η συγκέντρωση των οργανισμών που ενδιαιτούν στην κατώτερη ζώνη μπορεί να παρέχει μία ένδειξη των παρελθοντικών και των τωρινών διαταραχών και μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην εκτίμηση των οικολογικών συνθηκών μίας δεδομένης λίμνης (Brinkhurst, 1974, Rosenberg & Resh, 1993). Τα διαφορετικά είδη μακροασπόνδυλων που κυριαρχούν σε ένα ενδιαίτημα σχετίζονται με την τροφική κατάσταση της λίμνης, η οποία επηρεάζει την ποιότητα και την ποσότητα της τροφής καθώς και την κατάσταση του οξυγόνου. Όταν οι περιβαλλοντικές συνθήκες δεν είναι ιδιαίτερα περιοριστικές, η τροφή είναι ο κύριος παράγοντας αλλαγής της σύνθεσης της βιοκοινότητας. Όμως, όταν η οργανική ρύπανση είναι πιο έντονη, η συγκέντρωση οξυγόνου είναι εκείνος ο παράγοντας που περιορίζει την επιβίωση των ειδών και καθορίζει τη σύνθεση της βιοκοινότητας. Οι βιοκοινότητες, επίσης, επηρεάζονται ισχυρά από τις τοπο–ειδικές συνθήκες. Γι’ αυτό αν και ορισμένες γενικεύσεις είναι εφικτές, κάθε λίμνη έχει τη δική της ιστορία, η οποία πρέπει να γίνει κατανοητή προτού χρησιμοποιηθούν τα βενθικά μακροασπόνδυλα για τη βιολογική εκτίμηση. Ο τύπος της λίμνης είναι σημαντικός παράγοντας στον καθορισμό της σύνθεσης των ειδών μακροασπόνδυλων. Για παράδειγμα (Rossaro et al., 2006), διαφορετικές αποκρίσεις των βενθικών ειδών στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ μέγιστου βάθους, αγωγιμότητας, διαλυμένου οξυγόνου και συγκέντρωσης θρεπτικών παρατηρήθηκαν σε διαφορετικές τυπολογίες λιμνών. Οι τυπολογίες για τις λίμνες, οι οποίες βασίζονται στη σύνθεση των κοινωνιών των βενθικών μακροασπόνδυλων, σχεδόν δεν υπάρχουν και είναι περιορισμένες σε τοπική εμβέλεια. Καθώς οι βιολογικοί τύποι των λιμών, οι οποίοι βασίζονται στα βενθικά μακροασπόνδυλα, δεν υπάρχουν στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, δεν μπορούν να προσδιοριστούν, ούτε οι συνθήκες αναφοράς, ούτε τα επίπεδα υποβάθμισης που αποδίδονται σε συγκεκριμένη οικολογική κατάσταση. Η αναγνώριση της κατάστασης αναφοράς για ένα συγκεκριμένο τύπο λίμνης, η οποία βασίζεται στα βενθικά μακρο-ασπόνδυλα, περιπλέκεται από το γεγονός ότι η σύνθεση των κοινωνιών των βενθικών μακρο-ασπόνδυλων παρουσιάζει φυσική διακύμανση (Solimini et al., 2006) εξαιτίας της εποχικότητας, του βάθους της λίμνης, της δομής του ενδιαιτήματος και επιπλέον εξαιτίας των βιοτικών επιπτώσεων (ανταγωνισμός και θήρευση). Η μορφομετρία της λίμνης επηρεάζει τη δομή της κοινωνίας τόσο των βενθικών μακροασπόνδυλων, όσο και των μακροφύτων. Γενικά, η βενθική ζώνη των λιμνών μπορεί να διαχωριστεί σύμφωνα με το μοτίβο του βάθους σε παράλια, υποπαράλια και κατώτερη ζώνη. Η παράλια ζώνη καθορίζεται ως οι περιοχές του πυθμένα κοντά στις ακτές της λίμνης όπου αναπτύσσονται τα αναδυόμενα μακρόφυτα. Η υποπαράλια ζώνη αποτελεί την περιοχή του πυθμένα η οποία καλύπτεται από βυθισμένα μακρόφυτα ή από βλάστηση αλγών. Η κατώτερη ζώνη είναι η περιοχή του πυθμένα που εκτείνεται σε βάθος και αποτελείται από εκτεθειμένο λεπτόκοκκο ίζημα χωρίς βλάστηση. Είναι προφανές ότι ο εμπλουτισμός με θρεπτικά επηρεάζει αυτές τις ζώνες με διαφορετικό τρόπο. Είναι γνωστό ότι οι βενθικές κοινωνίες της κατώτερης ζώνης επηρεάζονται σημαντικά από την τροφική κατάσταση της λίμνης. Από πρόσφατες έρευνες προκύπτει ότι ο ευτροφισμός επηρεάζει τη υποπαράλια ζώνη γενικότερα σε μικρότερο βαθμό και την παράλια ζώνη σε ακόμη μικρότερο. Αντίθετα, οι υδρομορφολογικές μετατροπές θα επηρεάσουν ισχυρά κυρίως την παράλια ζώνη, αλλά την υποπαράλια σε μικρότερο βαθμό. Η κατώτερη ζώνη πιθανώς δεν επηρεάζεται σχεδόν καθόλου. Ομοίως, η οξύτητα πιθανώς επηρεάζει κυρίως τις ανώτερες ζώνες της λίμνης. Η ιδέα της εκτίμησης της οικολογικής κατάστασης των λιμνών βάση των βενθικών μακροασπόνδυλων μπορεί να εφαρμόζεται και στους ταμιευτήρες. Σύμφωνα με την Οδηγία– Πλαίσιο αυτά τα ισχυρά τροποποιημένα υδάτινα σώματα (HMWB, Heavily Modified Water Body) θα πρέπει να εκτιμηθούν όπως οι λίμνες, με τη διαφορά ότι το ‘’Μέγιστο Οικολογικό Δυναμικό’’ θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως συνθήκη αναφοράς. Σε ορισμένα κράτη μέλη της Μεσογείου, η πλειοψηφία των στάσιμων υδάτων είναι ταμιευτήρες. Συχνά έχουν ιδιαίτερη οικονομική σημασία για την παροχή νερού για γεωργικούς σκοπούς και για τα αστικά κέντρα. Καθώς οι Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 34


περισσότεροι ταμιευτήρες σχηματίζονται με κατασκευή φραγμάτων στα ποτάμια, έχουν συνήθως μεγάλη λεκάνη απορροής. Αυτό καθιστά τους ταμιευτήρες ιδιαίτερα ευαίσθητους στις ανθρωπογενείς επιδράσεις που πραγματοποιούνται στις λεκάνες απορροής, όπως εισροές θρεπτικών, βαρέων μετάλλων ή οργανικών τοξικών ρυπαντών από τη γεωργία, τη βιομηχανία ή τους συνοικισμούς. Σύμφωνα με την Οδηγία–Πλαίσιο θα πρέπει να εξετασθεί εάν τα βενθικά μακρο-ασπόνδυλα θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως δείκτες αυτών των επιδράσεων στους ταμιευτήρες. Σήμερα, είναι διαθέσιμα λίγα δεδομένα για την αποίκιση των δεξαμενών από βενθικά μακρο-ασπόνδυλα. Είναι γνωστό ότι τα ιζήματα των δεξαμενών εμφανίζουν ευδιάκριτη βαθμίδα, με τα χοντρόκοκκα ιζήματα να βρίσκονται κοντά στα σημεία εισροής και τα λεπτόκοκκα ιζήματα κοντά στο φράγμα, τα οποία πιθανώς θα μπορούσαν να είναι συγκρίσιμα με την κατώτερη ζώνη. Η παράλια και υποπαράλια ζώνη, τις περισσότερες περιπτώσεις, στερούνται μακροφυτικής και παρόχθιας βλάστησης καθώς οι όχθες είναι απότομες και το επίπεδο του νερού παρουσιάζει συχνές αλλαγές. Μόνο οι όχθες κοντά στα σημεία εισροής συχνά εμφανίζουν ομαλή κλίση, η οποία μπορεί να επιτρέπει την ανάπτυξη βλάστησης. Η πυκνότητα των βενθικών μακρο-ασπόνδυλων στην παράλια ζώνη είναι πολύ χαμηλή κάτω από αυτές τις συνθήκες και είναι ευρέως καθορισμένη από τη δυναμική των διακυμάνσεων των επιπέδων του νερού. Επιπλέον, η παράλια ζώνη προσφέρει λιγοστές πηγές άνθρακα για τα βενθικά μακρο-ασπόνδυλα σε αυτές τις συνθήκες. Γενικά, ο ρόλος αυτής της ζώνης για την ποικιλότητα και τη λειτουργία ενός λιμναίου οικοσυστήματος είναι στενά συνδεδεμένος με τις εκτεταμένες και τις γρήγορες διακυμάνσεις των επιπέδων του νερού. Επιπλέον, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η σύνθεση των βενθικών μακρο-ασπόνδυλων της παράλιας ζώνης επηρεάζεται ισχυρά και από άλλους παράγοντες όπως η τροφική κατάσταση, η διαθεσιμότητα των ενδιαιτημάτων, η οποία εξαρτάται από την οικοπεριοχή, τον τύπο της λίμνης και των ανθρωπογενών μετατροπών των ακτών. Έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει ένας αριθμός υδρομορφολογικών μετατροπών που μπορεί να βλάψουν την οικολογική κατάσταση μίας λίμνης. Ο βαθμός κατά τον οποίο τα λιμναία οικοσυστήματα επηρεάζονται, θα πρέπει να εκτιμηθεί κατά προτίμηση με τη χρήση βενθικών μακρο-ασπόνδυλων, καθώς αυτά έχουν μικρότερη κινητικότητα απ’ ότι τα ψάρια και παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερη εξάρτηση από τους παράλιους τύπους ενδιαιτημάτων. Έτσι, η ανάπτυξη της ακτογραμμής αναμένεται να έχει αξιοσημείωτα πολύ σοβαρές επιδράσεις στις κοινωνίες των μακρο-ασπόνδυλων. Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις, ότι ευδιάκριτα βενθικά είδη αντιδρούν με πιο ευαίσθητο τρόπο σε συγκεκριμένες πιέσεις. Όμως τα εμπειρικά δεδομένα για τις σχέσεις μεταξύ της υδρομορφολογίας της λίμνης και του ζωοβένθους της υπάρχουν μόνο για επιλεγμένες οικοπεριοχές και τύπους λιμνών μέχρι στιγμής. Επίσης, μερικοί τύποι πιέσεων πιθανώς δεν έχουν εκτιμηθεί ποτέ. Έτσι, η εκτίμηση των οικολογικών επιπτώσεων των υδρομορφολογικών μετατροπών στις Ευρωπαϊκές λίμνες θα χρειαστεί μία έρευνα πεδίου για τις πιο έντονες επιδράσεις σε κάθε οικοπεριοχή και μία βάση δεδομένων για τα βιολογικά – οικολογικά χαρακτηριστικά των ειδών του λιμναίου ζωοβένθους (Solimini et al., 2006). Τέτοια γνώση θα καθιστούσε ικανή την ολιστική εκτίμηση της οικολογικής κατάστασης των λιμνών και την αναγνώριση αποτελεσματικών μέτρων αποκατάστασης για τις ακτές των λιμνών. Μία γενική κατανόηση των οικολογικών, μηχανισμών με τους οποίους τα προτεινόμενα taxa – δείκτες ανταποκρίνονται στις πιέσεις, είναι συχνά ελλιπής και ιδιαίτερα για την περίπτωση των λιμνών. Επομένως, η χρήση ορισμένων taxa ως οικολογικούς δείκτες μπορεί να μην καταδεικνύει την οικολογική κατάσταση. Επιπλέον, η χρήση ενδεικτικών taxa είναι αναπόφευκτα εξαρτημένη από την ύπαρξη των taxa. Τα ευαίσθητα taxa μπορεί να είναι σπάνια και η ανίχνευσή τους μπορεί να ποικίλει ανάλογα με την δειγματοληψία. Πράγματι, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τα περισσότερα taxa που εντοπίζονται στην παράλια ζώνη των λιμνών είναι σπάνια και οι τόποι με τις μικρότερες επιδράσεις/επιρροές τείνουν να έχουν μεγαλύτερη ποικιλότητα taxa και περισσότερα σπάνια είδη απ’ ότι οι τόποι με μεγαλύτερες επιδράσεις/επιρροές. Για αυτούς τους λόγους, πολλοί συγγραφείς αμφισβητούν το γεγονός ότι τα σπάνια είδη είναι σημαντικοί δείκτες της υγείας των οικοσυστημάτων. Επιπλέον, είναι Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 35


πιθανόν να αποτύχει η έρευνα για τις απλές σχέσεις μεταξύ επιμέρους taxa ή συγκεντρώσεων (assemblages), επειδή δεν θα περιλαμβάνει μία επαρκή κλίμακα συνθηκών. Ο Nijboer et al. (2005) συμπεραίνει ότι τα επιμέρους ή οι υπο–ομάδες taxa οδηγούν σε υψηλά λάθη ταξινόμησης και προτείνει τη χρησιμοποίηση όλων των taxa για το χαρακτηρισμό μίας βιοκοινότητας, ειδικά στις περιπτώσεις όπου η ποικιλότητα του ενδιαιτήματος είναι μεγάλη. Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει τις υποθετικές αποκρίσεις των βενθικών μακρο-ασπόνδυλων στις πιέσεις στις διαφορετικές ζώνες των λιμνών. Οι εκτιμήσεις αυτού του πίνακα βασίζονται κυρίως σε διάσπαρτα αποτελέσματα, μόνο τα κελιά ‘’οξύτητα–παράλια’’ και ‘’ευτροφισμός– κατώτερη’’ βασίζονται σε πιο εκτεταμένες βάσεις δεδομένων, οι οποίες όμως είναι περιορισμένες σε τοπικό επίπεδο. Υποθετική απόκριση των μακρο-ασπόνδυλων σε πιέσεις στις διαφορετικές ζώνες των λιμνών.

Ζώνη Παράλια Υποπαράλια Κατώτερη

Ευτροφισμός + ++/? +++

Υδρομορφολογία +++ +/? 0

Οξύτητα +++ ++/? ?

Συνδυασμός +++/? ++/? ++/?

+: ελάχιστη απόκριση, ++: κύρια απόκριση, +++: ευαίσθητη απόκριση, 0: καμία απόκριση ?: ιδιαίτερα υψηλή αβεβαιότητα της συγκεκριμένης/αντίστοιχης υπόθεσης

Επιπρόσθετα των πιέσεων που εμφανίζονται στον πίνακα, οι κοινωνίες των βενθικών μακροασπόνδυλων στις λίμνες μπορεί να διαφοροποιηθούν ισχυρά και από άλλες πιέσεις, όπως η μετανάστευση ξένων ειδών, καθώς και από την εισαγωγή τοξικών ρυπαντών. Ωστόσο, ενώ η Οδηγία–Πλαίσιο για τα νερά προκάλεσε την έρευνα για τα μακρο-ασπόνδυλα της παράλιας ζώνης στις λίμνες, η εφαρμογή της παρακολούθησης και της ταξινόμησης παραμένει περιορισμένη. Ενώ, η χημεία των υδάτων, οι τύποι του υποστρώματος και της βλάστησης έχουν σημαντικές επιδράσεις στη δομή της κοινωνίας των μακρο-ασπόνδυλων, οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ αυτών, παρόλα αυτά, ποικίλουν, συχνά είναι περίπλοκες και διέπονται από τροφικές σχέσεις. Η εξάπλωση των μακρο-ασπόνδυλων της παράλιας ζώνης επηρεάζεται από τη δομή του ενδιαιτήματος, το βάθος και την εποχή. Οι βιοτικές επιδράσεις του ανταγωνισμού και της θήρευσης μπορεί επίσης να είναι σημαντικές. Ουσιαστικά, απαιτείται παραπέρα έρευνα για το κατά πόσο η ποικιλότητα των λιμνών είναι μεγαλύτερη απ’ ότι αυτή που παρατηρείται μεταξύ των διαφορετικών τύπων λιμνών. Ένας αριθμός μελετών υποδεικνύει τη χρησιμότητα των επιμέρους taxa ή ομάδων taxa για την ταξινόμηση των λιμνών. Πολυμετρικά και πολυπαραγοντικά μοντέλα έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί. Η εφαρμογή των μεθόδων που βασίζονται στις βιοκοινότητες και αναπτύχθηκαν για τα ποτάμια μπορεί να είναι χαμηλής αξίας για την εκτίμηση των λιμνών. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη καθώς αυτές οι μέθοδοι αναπτύχθηκαν ευρέως από την απόκριση των μακροασπόνδυλων, τα οποία ενδιαιτούν στις περιοχές των ποταμών όπου τα ύδατα ρέουν με ελαφρύ κυματισμό (riffles), στην ελάττωση του οξυγόνου (ως αποτέλεσμα της οργανικής ρύπανσης). Παρόλα αυτά, παραμένει ελπιδοφόρα η έρευνα για τη χρησιμότητα των μεθόδων που χρησιμοποιούνται στο AQEM για την εφαρμογή τους στις λίμνες. Δεν υπάρχει γενική συμφωνία για το ποιες μέθοδοι μετρήσεων (metrics) ή ποιες ομάδες taxa προσφέρουν τη βέλτιστη επιλογή για τη χρήση μίας οικονομικά συμφέρουσας παρακολούθησης. Ενώ αυτά τα προβλήματα μπορούν να ξεπερασθούν με προσεκτικό σχεδιασμό της μεθόδου δειγματοληψίας, υπάρχει, δυστυχώς, η αναγνώριση του γεγονότος ότι η θεωρητικά απαιτούμενη δειγματοληπτική προσπάθεια (αριθμός των δειγμάτων που χρειάζονται για την παροχή αξιόπιστης εκτίμησης της κατάστασης ενός τόπου) είναι περιορισμένη εξαιτίας του οικονομικού κόστους. Η διαδικασία ταξινόμησης που σχεδιάστηκε στα πλαίσια της Οδηγίας–Πλαίσιο είναι εμπειρική, αλλά οι δυσκολίες που προκαλούν οι οικονομικά συμφέρουσες δειγματοληψίες και εκτιμήσεις των Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 36


μακρο-ασπόνδυλων της παράλιας ζώνης στις λίμνες θα λυθούν μόνο μέσω ελέγχων των αποτελεσμάτων και εκτενών δειγματοληψιών (Solimini et al., 2006). Δεδομένου του γεγονότος ότι τα μακρο-ασπόνδυλα της παράλιας ζώνης θα έχουν μία σημαντική συμβολή στην εκτίμηση των λιμνών, αναγνωρίζεται η ανάγκη για σημαντική αύξηση στην κατανόηση της απόκρισης αυτών των κοινωνιών στις θρεπτικές και άλλες ανθρωπογενείς πιέσεις.

Γ3. Συμπεράσματα–Προτάσεις.

Από την ανάλυση των βιοτικών δεικτών και των μεθόδων εκτίμησης της οικολογικής κατάστασης των υδάτινων σωμάτων προκύπτον κάποια σημαντικά σημεία καθώς και ορισμένα στοιχεία που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής, τα οποία συνοψίζονται στη συνέχεια: -Η εκτίμηση της ποιότητας των υδάτινων σωμάτων με τη χρήση βιοτικών δεικτών βασίζεται σε μία γενικότερη αρχή σύμφωνα με την οποία τα πιο ευαίσθητα στη ρύπανση είδη εξαφανίζονται στα αρχικά στάδια της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και τα πιο ανθεκτικά είδη επιβιώνουν. Αυτή η διαδικασία οδηγεί στη μείωση της βιοποικιλότητας καθώς η ρύπανση αυξάνει. Η ανάπτυξη των περισσοτέρων βιοτικών δεικτών στηρίζεται σε αυτή τη διαδικασία. - Για την εκτίμηση της οικολογικής ποιότητας των ποταμών χρησιμοποιούνται ευρέως τα βενθικά μακρο-ασπόνδυλα. Ιδιαίτερα για την περίπτωση των Μεσογειακών ποταμών, αυτοί οι οργανισμοί θεωρούνται ως κατάλληλοι δείκτες της κατάστασης των ενδιαιτημάτων, διότι η υδατική πορεία των ποταμών είναι εύκολα επαναποικίσιμη από αυτά τα είδη, τα οποία έχουν την ικανότητα γρήγορης ανάκαμψης (ως προς την ποικιλότητα και τον αριθμό των ατόμων) μετά από ξηρασίες ή πλημμύρες. Όμως, δε θα πρέπει να παραλείπονται και τα άλλα στοιχεία για την εκτίμηση της κατάστασης των ποταμών, τα οποία είναι η υδατική χλωρίδα και η ιχθυοπανίδα (βιολογικά ποιοτικά στοιχεία) καθώς και τα υδρομορφολογικά και φυσικοχημικά στοιχεία, σύμφωνα με την Οδηγία–Πλαίσιο. Επομένως, η χρήση των μακρο-ασπόνδυλων παρέχει μόνο μία εκτίμηση της κατάστασης. Για την οριστική κατάταξη ενός ποταμού ή τόπου δειγματοληψίας σε μία από τις πέντε κλάσεις οικολογικής ποιότητας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι παράγοντες, οι οποίοι αλληλεξαρτώνται και αλληλεπιδρούν. - Ο καθορισμός της τυπολογίας των υδάτινων σωμάτων είναι πολύ σημαντικός παράγοντας για την εφαρμογή των βιοτικών δεικτών και τη σύγκριση των αποτελεσμάτων μεταξύ των διαφορετικών δεικτών. Συνήθως για διαφορετικούς τύπους υδάτινων σωμάτων αναπτύσσονται και διαφορετικοί δείκτες, προσαρμοσμένοι στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε τύπου. Επειδή οι περισσότεροι δείκτες υπολογίζονται σύμφωνα με την παρουσία ή απουσία κάποιων ταξινομικών ομάδων, είναι απόλυτα λογικό το γεγονός ότι διαφορετικές ταξινομικές ομάδες συναντώνται σε διαφορετικούς τύπους υδάτινων σωμάτων. Έτσι, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να γίνει σωστά η κατάταξη του υδάτινου σώματος στο σωστό τύπο, διότι διαφορετικά τα αποτελέσματα των δεικτών δε θα είναι έγκυρα. Εκτός όμως από την αναγνώριση του σωστού τύπου θα πρέπει να διευκρινιστεί το κατά πόσο η τυπολογία που εμφανίζει μία περιοχή (π.χ. ένα ποτάμι ή τμήμα του) προέρχεται από ανθρωπογενείς παρεμβάσεις ή από εγγενείς διαδικασίες. Πιο συγκεκριμένα, εάν δύο ποτάμια εμφανίζουν παρόμοια τυπολογικά χαρακτηριστικά, θα εμφανίζουν και παρόμοιες βιοκοινότητες. Όμως, εάν στο ένα ποτάμι τα χαρακτηριστικά οφείλονται σε ανθρωπογενείς παρεμβάσεις ενώ στο άλλο όχι, τότε το πρώτο ποτάμι θα πρέπει να εκτιμηθεί βάσει των αρχικών του χαρακτηριστικών (πριν τις παρεμβάσεις) ενώ για το δεύτερο δε θα ισχύει κάτι τέτοιο. Ο διαχωρισμός αυτός δεν είναι πάντα εύκολος και ξεκάθαρος, και χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Σε αυτό το σημείο θα μπορούσαν να συμβάλλουν τα ιστορικά δεδομένα για τη συγκεκριμένη περιοχή, εφόσον υπάρχουν. -Το επίπεδο ταξινόμησης που απαιτείται από τους διάφορους δείκτες είναι ένας επιπλέον σημαντικός παράγοντας. Συγκεκριμένα, η χρησιμοποίηση των υψηλότερων ταξινομικών επιπέδων συνεπάγεται και μεγαλύτερη λεπτομέρεια στις πληροφορίες που συλλέγονται. Ειδικότερα, η κατάταξη των οργανισμών στο υψηλότερο ταξινομικό επίπεδο, που είναι το επίπεδο του είδους, βασίζεται κυρίως σε μορφολογικά χαρακτηριστικά και λιγότερο σε λειτουργικά. Συνεπώς, τα είδη που εντάσσονται σε ένα γένος ή μία οικογένεια (χαμηλό ταξινομικό Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 37


επίπεδο)

μπορεί να έχουν διαφορετικές οικολογικές απαιτήσεις και διαφορετικές αποκρίσεις σε αλλαγές των περιβαλλοντικών παραγόντων. Παρόλα αυτά, η ταυτοποίηση σε υψηλό ταξινομικό επίπεδο (είδος) είναι χρονοβόρα διαδικασία και απαιτούνται αρκετές γνώσεις της αυτοοικολογίας (οι οποίες δεν υπάρχουν πάντα) και ύπαρξη κατάλληλων μέσων (π.χ. βιβλία-κλειδιά) για την ταυτοποίηση. Επιπλέον, η αναγνώριση σε υψηλότερο ταξινομικό επίπεδο συνεπάγεται υψηλότερο κόστος. Έτσι, με τη χρήση των χαμηλότερων ταξινομικών επιπέδων χάνεται μεν μέρος της πληροφορίας αλλά η χρήση τους, αν συνοδεύεται από προσεκτική ερμηνεία των αποτελεσμάτων, μπορεί να συμβάλλει σε σωστή εκτίμηση. Γενικά, το κατάλληλο κάθε φορά επίπεδο ταξινόμησης μπορεί να είναι διαφορετικό. Για παράδειγμα, εάν ο στόχος της έρευνας είναι η εκτίμηση της κατάστασης μίας αρκετά μεγάλης έκτασης ενός υδάτινου σώματος και δεν υπάρχουν αρκετές γνώσεις για τα είδη που είναι πιθανό να ενδιαιτούν σε εκείνη την περιοχή ούτε είναι διαθέσιμοι αρκετοί χρηματικοί πόροι τότε πρέπει να προτιμηθεί η αναγνώριση σε χαμηλότερο ταξινομικό επίπεδο για την επίτευξη των στόχων της δεδομένης έρευνας. -Βασικές παράμετροι για την εφαρμογή ενός βιοτικού δείκτη, είναι η μέθοδος δειγματοληψίας και η ποικιλομορφία του ενδιαιτήματος. Η ποικιλομορφία που εμφανίζεται εντός των διαφορετικών τύπων ενδιαιτημάτων είναι ένας σημαντικός παράγοντας διαφοροποίησης των βιοκοινοτήτων που υπάρχουν σε μία περιοχή, διότι διαφορετικοί οργανισμοί προτιμούν να καταλαμβάνουν διαφορετικά ενδιαιτήματα ανάλογα με τις ανάγκες τους. Επιπλέον, στα διαφορετικά στάδια ζωής τους οι οργανισμοί μπορεί να προτιμούν και διαφορετικούς τύπους ενδιαιτημάτων. Έτσι, εάν η δειγματοληψία πραγματοποιηθεί μόνο σε έναν τύπο ενδιαιτήματος μίας ευρύτερης περιοχής τότε τα αποτελέσματα δε θα είναι αντιπροσωπευτικά για ολόκληρη την περιοχή. Με τη μέθοδο δειγματοληψίας ‘’multi-habitat’’, που εφαρμόζεται στο σύστημα εκτίμησης AQEM, λαμβάνεται υπόψη αυτή η ποικιλότητα των επιμέρους ενδιαιτημάτων μίας περιοχής. Επιπλέον, η μέθοδος δειγματοληψίας καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το ποιοι οργανισμοί θα συλλεχθούν. Υπάρχουν μέθοδοι δειγματοληψίας που εφαρμόζονται σε σύντομο χρονικό διάστημα αλλά υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να μη συλλεχθούν όλοι οι οργανισμοί και άλλες που εξασφαλίζουν μεγαλύτερη λεπτομέρεια αλλά είναι χρονοβόρες και απαιτούν υψηλά χρηματικά ποσά. Επιπροσθέτως, υπάρχουν μέθοδοι που βασίζονται σε σταθμούς δειγματοληψίας που βρίσκονται σε συγκεκριμένα σημεία της ευρύτερης υπό εκτίμηση περιοχής και άλλες που εκτιμούν τη συνολική έκταση της περιοχής αλλά στερούνται λεπτομέρειας. Η επιλογή κάθε φορά της μεθόδου δειγματοληψίας εξαρτάται τόσο από τους σκοπούς της έρευνας και τους διαθέσιμους πόρους όσο και από το μέγεθος της υπό μελέτη περιοχής και τις ήδη υπάρχουσες γνώσεις για τα είδη που ενδιαιτούν σε αυτή. -Η διαδικασία διαβαθμονόμησης των δεικτών είναι πολύ σημαντική, διότι με αυτήν εξασφαλίζεται η συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων των δεικτών. Ένα από τα βήματα που πρέπει να ολοκληρωθούν στο άμεσο μέλλον είναι η ολοκλήρωση της διαδικασίας διαβαθμονόμησης (και η επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων της) τόσο μεταξύ των χωρών που συμμετέχουν στις ‘’Γεωγραφικές Ομάδες Διαβαθμονόμησης’’ τόσο και μεταξύ των ομάδων αυτών. Βέβαια, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η διαβαθμονόμηση θα πρέπει οι εθνικές μέθοδοι εκτίμησης των βιολογικών ποιοτικών στοιχείων να είναι ολοκληρωμένες και καλά καθορισμένες, γεγονός που δε συμβαίνει σε όλες τις χώρες, τη δεδομένη χρονική περίοδο. -Από την παρούσα μελέτη, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ανάπτυξη των βιοτικών δεικτών εκτίμησης της οικολογικής ποιότητας των παράκτιων και μεταβατικών υδάτων στην Ελλάδα είναι σε πολύ καλό στάδιο, εφόσον έχουν ήδη ολοκληρωθεί ο δείκτης BENTIX (για τα βενθικά μακροασπόνδυλα των παράκτιων υδάτων), ο δείκτης ΕΕΙ (για τα μακρόφυτα των μεταβατικών και παράκτιων υδάτων) και ο δείκτης ISD (για τα βενθικά μακροασπόνδυλα των μεταβατικών υδάτων), ενώ υπό μελέτη βρίσκεται οι δείκτες για την εκτίμηση του φυτοπλαγκτού και των αγγειοσπέρμων. Το ίδιο δεν ισχύει για τις λίμνες, για τις οποίες υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις δεδομένων (γενικά στις Μεσογειακές χώρες καθώς και στην Ελλάδα), οι οποίες δυσχεραίνουν τη διαδικασία εκτίμησης της οικολογικής κατάστασης. Για την εκτίμηση της κατάστασης των ποταμών στην Ελλάδα έχουν αναπτυχθεί δύο δείκτες Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 38


(HES και STAR_ICM), για τα βενθικά μακροασπόνδυλα), όμως κανένας από τους δύο δεν έχει ορισθεί ως εθνικός δείκτης εκτίμησης. Για την περαιτέρω εφαρμογή της Οδηγίας-Πλαίσιο, προτείνονται από τους ερευνητές για την εκτίμηση της οικολογικής κατάστασης των λιμνών, ότι θα πρέπει να συλλεχθούν περισσότερα δεδομένα με σκοπό την επαλήθευση των πρακαταρκτικών τιμών των παραμέτρων που μετρώνται. Γενικά, υπάρχει σημαντική έλλειψη δεδομένων που σχετίζονται με τα βιολογικά ποιοτικά στοιχεία, τα οποία πρέπει να συλλεχθούν και να επεξεργασθούν προκειμένου να εκτιμηθεί με συνέπεια η οικολογική κατάσταση των λιμνών. Συμπερασματικά, τόσο η δημιουργία όσο και η εφαρμογή των βιοτικών δεικτών στην εκτίμηση της οικολογικής ποιότητας των υδάτινων σωμάτων απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, διότι τα οικοσυστήματα, και κατά συνέπεια οι οργανισμοί που ενδιαιτούν σε αυτά, έχουν ιδιαίτερα εγγενή χαρακτηριστικά και δέχονται ανθρωπογενείς επιδράσεις, ο διαχωρισμός των οποίων δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτος. Για την ανάπτυξη ενός βιοτικού δείκτη απαιτούνται πολύ καλές γνώσεις της ταξινομικής και αυτοοικολογίας των οργανισμών, του τύπου ενδιαιτήματος στην εκτίμηση του οποίου στοχεύει ο δείκτης καθώς και των ιστορικών δεδομένων (η επεξεργασία των οποίων είναι ιδιαίτερα σημαντική) για αυτό τον τύπο. Επιπλέον, απαιτείται ενδελεχής μελέτη του τρόπου δημιουργίας και λειτουργίας άλλων παρόμοιων δεικτών που πιθανώς υπάρχουν. Η εφαρμογή των βιοτικών δεικτών εξελίσσεται ραγδαία, τόσο στην Ελλάδα όσο και στις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες, με έναυσμα τις απαιτήσεις της Οδηγίας – Πλαίσιο. Όμως, ο τρόπος εφαρμογής των δεικτών και των μεθόδων εκτίμησης και κυρίως η ερμηνεία των αποτελεσμάτων απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να παρέχονται έγκυρα αποτελέσματα. Σημαντικό ρόλο στην εκτίμηση παίζουν, επίσης, και τα φυσικοχημικά και υδρομορφολογικά στοιχεία. Η εγκυρότητα των αποτελεσμάτων έχει άμεσο αντίκτυπο στην ποιότητα των οικοσυστημάτων, καθώς η σχεδίαση ή μη των κατάλληλων δράσεων αποκατάστασης εξαρτάται άμεσα από την εκτίμηση. Επιπλέον, η λήψη μέτρων αποκατάστασης σε περιοχές όπου δεν είναι στην πραγματικότητα απαραίτητο (εξαιτίας λανθασμένης εκτίμησης της οικολογικής κατάστασης) έχει άμεσο αρνητικό οικονομικό αντίκτυπο. Σταχυολογημένες Πηγές: Ιωαννίδου, 2009 (Μεταπτ., Διατρ., ΕΜΠ, 186σελ., Η χρήση βιοτικών δεικτών στα πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας για τα νερά στην Ελλάδα), Solimini, Cardoso, Heiskanen, 2006 (European Commission, Joint Research Center, Indicators and Methods for the ecological status assessment under the Water Framework Directive- Linkages between chemical and biological quality of surface water), Solimini, Free, Donohue, Irvine, Pusch, Rossaro, Leonard Sandin, Cardoso, 2006 (European Commission. Joint Research Center, Institute for Environment and Sustainability, Using Benthic Macroinvertebrates to Assess Ecological Status of lakes- Current Knowledge and Way Forward to Support WFD implementation), ΕΛΚΕΘΕ, 2006 (Τεχνική Έκθεση ΕΛΚΕΘΕ, 168σελ., Επιμέλεια Π. Παναγιωτίδης, Ν. Σύμπουρα, Κ. Γκρίτζαλης, Β. Τσιαούση, Εφαρμογή στην Ελλάδα της Οδηγίας Πλαίσιο για τα ύδατα 2000/60/ΕΕ- Άσκηση Διαβαθμονόμησης Οικολογικών Κριτηρίων), Illies, 1978 (Limnofauna Europaea. 2nd edn,.Gustav Fischer Verlag, Stuttgart, A checklist of the animals inhabiting European Inland Waters, with account to their distribution and ecology), Hutchinson, 1975 (Limnological Botany. J. Wiley and Sons, New York, NY, A treatise of limnology: Volume III), Αλλά και από τις παραδοσιακές λιμνολογικές πηγές, όπως είναι μεταξύ άλλων των Vollenweider 1968, OECD 1982, Wetzel 1983, Henderson-Sellers 1984, Thomann and Mueller 1987, Landner and Wahlgren 1988, Stefan,1994, Dinar et al. 1995, Chapra 1997, Carlson 1997, USEPA 2000, Padisak 2006, Willen 2000, κ.ά.

__________

Δ’ Για τους Υγροτόπους (έννοιες, συστήματα, διάκριση, σημασία κ.ά)

Οι υγρότοποι είναι μεταβατικές περιοχές μεταξύ των χερσαίων και των υδάτινων οικοτόπων. Δηλαδή, κατά την επιστημονική ορολογία είναι οικότονοι (Ecotones= μεταβατική ζώνη μεταξύ δύο Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 39


γειτονικών οικοσυστημάτων που περιέχει μερικά από τα είδη και τα χαρακτηριστικά του καθενός από τα δύο οικοσυστήματα και επίσης συγκεκριμένα είδη που δεν υπάρχουν στα προηγούμενα οικοσυστήματα). Ο όρος

υγρότοπος είναι απόδοση του αγγλικού “wetland” και συχνά αποδίδεται και ως υγροβιότοπος. Ο όρος υποδηλώνει όλες τις μικρού βάθους συγκεντρώσεις νερού, είτε αυτές είναι στάσιμες, είτε ρέουσες, καθώς επίσης και τις περιοχές των οποίων η στάθμη του υπόγειου νερού απέχει πολύ λίγο από την επιφάνεια του εδάφους. Υγρότοποι απαντώνται, είτε στο παράκτιο και θαλάσσιο χώρο ή και μακρύτερα στην ενδοχώρα σε κοιλότητες ή και σε εδαφικές λεκάνες και που κατακλύζονται μόνιμα ή περιοδικά ή εποχικά ή και περιστασιακά με νερό. Σύμφωνα με τη «Σύμβαση για τους Υγροτόπους Διεθνούς Σημασίας ως Ενδιαιτήματος Υδροβίων Πουλιών» (Σύμβαση Ramsar, 1971) ‘’Υγρότοποι είναι φυσικές ή τεχνητές περιοχές αποτελούμενες από έλη με ποώδη βλάστηση (marsh), από μη αποκλειστικώς ομβροδίαιτα έλη με τυρφώδες υπόστρωμα (fen), από τυρφώδεις γαίες ή από νερό. Οι περιοχές αυτές είναι μονίμως ή προσωρινώς κατακλυζόμενες με νερό, το οποίο είναι στάσιμο ή ρέον, γλυκό, υφάλμυρο ή αλμυρό, και περιλαμβάνουν επίσης εκείνες που καλύπτονται από θαλασσινό νερό το βάθος του οποίου κατά τη ρηχία δεν υπερβαίνει τα έξι μέτρα’’. Επίσης, ‘’στους υγροτόπους μπορούν να περιλαμβάνονται και οι «παρόχθιες ή παράκτιες ζώνες που γειτονεύουν με υγροτόπους ή με νησιά ή με θαλάσσιες υδατοσυλλογές, που έχουν βάθος μεγαλύτερο από έξι μέτρα κατά τη ρηχία, αλλά βρίσκονται μέσα στα όρια του υγροτόπου, όπως αυτός καθορίζεται ανωτέρω’’. Οι υγρότοποι είναι σημαντικά συστατικά μέρη των λεκανών απορροής και παρέχουν πολλές λειτουργίες υψηλής αξίας για το περιβάλλον και την κοινωνία. Μεταξύ άλλων, οι λειτουργίες του υγροβιότοπου περιλαμβάνουν τη μεταφορά και την αποθήκευση νερού, βιοχημικό μετασχηματισμό και αποθήκευση, την παραγωγή φυτών και ζώων, την αποσύνθεση της οργανικής ύλης, καθώς και τις κοινωνίες και τα ενδιαιτήματα για τα ζωντανά πλάσματα. Βασισμένοι σε αυτές και άλλες οικοσυστημικές λειτουργίες, οι υγροβιότοποι παρέχουν ‘‘αξίες’’ στους ανθρώπους και στα φυσικής λειτουργίας οικοσυστήματα. Οι σημαντικές αυτές αξίες περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, στον έλεγχο των πλημμύρων, το φιλτράρισμα και τον καθαρισμό του ύδατος, τον έλεγχο της διάβρωσης, την παραγωγή τροφής (π.χ., γαρίδες, πάπιες, ψάρια, κ.ά.), την παραγωγή ξυλείας, την αναψυχή (π.χ., κωπηλασία, αλιεία, παρατήρηση πουλιών, κ.ά.), τους βιότοπους για τα φυτά και τα ζώα, συμπεριλαμβανομένων πολλών σπάνιων, απειλούμενων ή υπό εξαφάνιση ειδών. Οι υγρότοποι αποτελούν έναν από τους πλέον πολύτιμους πόρους του πλανήτη μας, ενώ μόνο τα τροπικά δάση τούς ξεπερνούν σε βιοποικιλότητα και παραγωγικότητα. Σε αυτούς απαντώνται πολλά φυτά και ασπόνδυλα, ενώ χαρακτηριστική είναι η παρουσία μεγάλου αριθμού μεταναστευτικών ψαριών και πουλιών, που βρίσκουν σε αυτούς καταφύγιο, τροφή και ευνοϊκές συνθήκες διαχείμασης. Όλα αυτά τα είδη συνθέτουν μια περίπλοκη τροφική αλυσίδα, στην οποία ο άνθρωπος είναι συχνά ο ανώτερος θηρευτής. Συμπερασματικά, οι υγρότοποι αποτελούν ζωτικό ενδιαίτημα για πολλά είδη φυτών και ζώων και είναι υπεύθυνοι για το φιλτράρισμα και τον καθαρισμό του νερού, την πρόληψη της διάβρωσης του εδάφους και των πλημμυρών, τη διατήρηση των επιπέδων των υπόγειων υδάτων και την αποθήκευση οργανικού άνθρακα. Υγροτοπικά οικοσυστήματα είναι επίσης πολύ ευαίσθητα στις περιβαλλοντικές αλλαγές, συμπεριλαμβανομένης της ρύπανσης και του κλίματος. Ως εκ τούτου, η κατάσταση ενός υγροτόπου είναι μια καλή ένδειξη για την κατάσταση του περιβάλλοντος στο σύνολό του. Στην Ελλάδα, τουλάχιστον 138 είδη πουλιών εξαρτώνται με κάποιον τρόπο από τους υγρότοπους - μάλιστα ορισμένα από αυτά χαρακτηρίζονται ως παγκοσμίως απειλούμενα, όπως η λεπτομύτα (Numenius tenuirostris), η νανόχηνα (Anser erythropus), η λαγγόνα (Phalacrocorax pygmaeus), ο αργυροπελεκάνος (Pelecanus crispus), και η αγκαθοκαλημάνα (Hoplopterus spinosus). Επίσης, στα ποτάμια και τις λίμνες της χώρας μας ζουν περισσότερα από 110 είδη ψαριών, από τα οποία περίπου το 30% είναι ενδημικά της νότιας Βαλκανικής. Χαρακτηριστικά μπορούμε να αναφέρουμε, μεταξύ αυτών, την μπράνα των Πρεσπών (Barbus prespensis), τον ελληνοπυγόστεο (Pungitius hellenicus), και τη μαλαμίδα (Vimba melanops). Οι υγρότοποι αποτελούν σημαντικά ενδιαιτήματα και για θηλαστικά όπως η βίδρα (Lutra lutra), ο λαγόγυρος (Citellus Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 40


citellus)

και το τσακάλι (Canis aureus), που βρίσκουν εκεί τροφή και καταφύγιο τις ξηρές και ζεστές μέρες της θερινής περιόδου. Στους μικρότερους υγρότοπους δεν απαντώνται τόσα πολλά θηλαστικά, υπάρχουν όμως πολυάριθμα αμφίβια και ερπετά. Κάποια από τα σχετικά κοινά είδη των ελληνικών υγρότοπων, όπως ο βάτραχος (Rana ridibunda), το νερόφιδο (Natrix natrix) και οι νεροχελώνες (οικογένεια Emydidae), κινδυνεύουν με εξαφάνιση στην Ευρώπη (www.wwf.gr). Οι υγρότοποι δεν εκτιμούνται πάντα για τα πολλά οφέλη τους. Ιστορικά, οι υγρότοποι έχουν θεωρηθεί ενδεχομένως ως πολύτιμο γεωργικό έδαφος, ως εμπόδια στην ανάπτυξη και την πρόοδο, καθώς και ως πύλες ασθενειών. Οι αποξηράνσεις αποτελούν την παλαιότερη απειλή για τους υγρότοπους, τόσο της Ελλάδας, όσο και ολόκληρης της Μεσογείου. Αρχικά, βασικοί λόγοι για τις αποξηράνσεις ήταν η αύξηση της γεωργικής γης και του διαθέσιμου αρδευτικού νερού, η μείωση των πλημμύρων που κατέστρεφαν τις σοδειές και η αντιμετώπιση του προβλήματος της ελονοσίας. Συνολικά, από το 1920 μέχρι τις μέρες μας αποξηράνθηκε το 60% των ελληνικών υγρότοπων. Σήμερα οι υγρότοποι της χώρας μας συνεχίζουν να υποβαθμίζονται, χωρίς όμως να ευθύνονται πλέον γι' αυτό αποκλειστικά οι ανάγκες σε γεωργική γη, αλλά λόγοι οικιστικής και τουριστικής ανάπτυξης. Υπάρχουν τέσσερις βασικοί παράγοντες υποβάθμισης των ελληνικών υγρότοπων: α) Η μεταβολή της ποιότητας του νερού εξαιτίας της ρύπανσης (π.χ., αστικά, γεωργικά και βιομηχανικά απόβλητα). Μελέτες που έγιναν το διάστημα 1992-1997 στη λεκάνη του Αξιού έδειξαν ότι στο 50% των γεωτρήσεων πόσιμου νερού υπάρχουν ίχνη λιπασμάτων και γεωργικών φαρμάκων, συχνά σε συγκεντρώσεις υψηλότερες των επιτρεπόμενων ορίων. β) Η εξάντληση των υγροτοπικών πόρων (π.χ., αποξηράνσεις, αμμοληψίες, εκχερσώσεις, υπερβολική ή/ και παράνομη θήρα, υλοτομία, αλιεία). Είναι χαρακτηριστικό, ότι η αλιευτική παραγωγή των μεγάλων ελληνικών λιμνών έχει μειωθεί σε λιγότερο από το μισό της παραγωγής του 1930, φαινόμενο που οφείλεται κυρίως στην εισαγωγή νέων αλιευτικών εργαλείων. γ) Η απώλεια υγροτοπικών εκτάσεων (π.χ., οικιστική ανάπτυξη, τουρισμός, αναψυχή, επέκταση καλλιεργειών και κτηνοτροφίας). Η Μεσόγειος κάθε χρόνο φιλοξενεί το 30% των τουριστών παγκοσμίως, και οι υγρότοποι αποτελούν όλο και πιο δημοφιλή προορισμό. δ) Η μεταβολή του υδρολογικού καθεστώτος, με την κατασκευή φραγμάτων, αρδευτικών δικτύων κ.ά. Πριν από τα μέσα της δεκαετίας του '70, η αποξήρανση και η καταστροφή των υγρότοπων αποτελούσαν αποδεκτές πρακτικές, οι οποίες ενθαρρυνόταν ακόμη και από τις δημόσιες πολιτικές, όπως η αποξήρανση υγρότοπων και την αλλαγή της χρήσης εκείνης της γης σε αγροτική. Μερικοί άνθρωποι ακόμη και σήμερα κρατούν πολλές από αυτές τις πεποιθήσεις. Αυτές οι δημόσιες αντιλήψεις για τους υγρότοπους διαμόρφωσαν την πολιτική και την διαχείριση για αυτούς κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου μέρους του προηγούμενου αιώνα. Συνεπώς, η πολιτική και η διαχείριση των υγρότοπων έχει πάρει μια πολύ διαφορετική πορεία έναντι της πολιτική και της διαχείρισης των ρευμάτων, των ποταμών και των λιμνών. Οι υγρότοποι και άλλα υδάτινα σώματα διαμορφώνονται από το τοπίο και το κλίμα μέσα στο οποίο υπάρχουν. Οι κλιματολογικές συνθήκες, η τοπογραφία, τα χημικά και φυσικά χαρακτηριστικά της γεωλογίας του χώρου, το ποσό και η ροή του ύδατος μέσα στη λεκάνη απορροής, συμβάλλουν στον καθορισμό των φυτικών και ζωικών ειδών τα οποία θα επιζήσουν στην περιοχή. Η συλλογική αλληλεπίδραση των φυτών και των ζώων με τη φυσική και τη χημική μορφή του περιβάλλοντός τους, σχηματίζουν αυτό που ονομάζουμε υγρότοπο και παρέχει πολλές λειτουργίες οι οποίες είναι οικολογικά και οικονομικά σημαντικές. Πολλοί υγρότοποι έχουν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια χιλιάδων ετών από τις σύνθετες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των βιολογικών κοινοτήτων και του χημικού και φυσικού περιβάλλοντος τους. Η ίδια η παρουσία μιας φυσικής βιολογικής κοινότητας ενός υγρότοπου σημαίνει ότι ο υγρότοπος είναι ελαστικός στην κανονική παραλλαγή σε εκείνο το περιβάλλον. Ορισμένες ανθρώπινες δραστηριότητες μπορούν να αλλάξουν τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ του βιόκοσμου του υγρότοπου και του χημικού και φυσικού τους περιβάλλοντος. Όταν οι ανθρώπινες Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 41


δραστηριότητες μέσα σε έναν υγρότοπο ή τον υδροκρίτη του είναι ελάχιστες, οι βιολογικές κοινότητες είναι ελαστικές και συνεχίζουν να μοιάζουν με εκείνες που ήταν διαμορφωμένες από την αλληλεπίδραση των βιογεωγραφικών και εξελικτικών διαδικασιών. Οι υγρότοποι, ταξινομούνται, ανάλογα με τα γεωμορφολογικά τους χαρακτηριστικά, την προέλευσή, το υδρολογικό καθεστώς τροφοδοσίας και απορροής, το αν έχουν στάσιμα ή ρέοντα νερά, τη διασύνδεσή τους ή όχι με τα υπόγεια νερά και τα γειτονικά επιφανειακά υδάτινα σώματα, το υπόστρωμά τους, τα χαρακτηριστικά είδη φυτών και τις συνθήκες του εδάφους, την αλατότητα του νερού, τη γειτονία τους με τη θάλασσα ή με μια λίμνη ή και ένα ποτάμιο σύστημα, το αν είναι φυσικοί ή τεχνητοί κ.ά. Εξάλλου, με επιστημονικά κριτήρια αναγνώρισης, οι υγρότοποι αναγνωρίζονται σύμφωνα με την υδρολογική τους κατάσταση, τον τύπο του εδάφους και τον τύπο της βλάστησης, αλλά και οι περιοχές εκείνες που κυριαρχούνται από υδρομορφικά εδάφη και είναι κατακλυσμένες ή κορεσμένες με επιφανειακό ή υπόγειο νερό, σε συχνότητα και διάρκεια τέτοια, ώστε να είναι ικανές να στηρίζουν υγροτοπική κατά το πλείστον βλάστηση, η οποία είναι προσαρμοσμένη σε συνθήκες κορεσμένου από νερό εδάφους. Σύμφωνα με την κατάταξη του Διεθνούς Γραφείου Έρευνας Υγροτόπων και Υδροβίων Πουλιών (I.W.R.B.), οι υγρότοποι διακρίνονται σε φυσικούς και τεχνητούς. Στην πρώτη κατηγορία υπάγονται τα δέλτα και οι εκβολές των ποταμών, τα έλη, οι καλαμιώνες, οι αμμονησίδες, οι θαμνώνες, οι λιμνοθάλασσες κ.ά.. Ενώ στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν, οι αλυκές, οι ιχθυοκαλλιέργειες, οι τάφροι άρδευσης, οι ορυζώνες, οι τεχνητές λίμνες, οι λεκάνες εξυγίανσης-καθαρισμού λυμάτων κ.ά. Η ταξινόμηση των τύπων υγροτόπων έχει σημαντικό ρόλο στην κατανόηση της δομής και λειτουργίας τους. Για την ταξινόμηση, συνήθως βασιζόμαστε σε δύο συστήματα. Στο σύστημα της Σύμβασης Ramsar (εκδόθηκε το 1990 και τροποποιήθηκε το 1996) και το αμερικάνικο σύστημα των Cowardin et al., (1979) που προϋπήρξε. Όπως αναπτύχθηκε αρχικά, αυτό το σύστημα ταξινόμησης, δεν περιελάμβανε πολλούς τύπους υγροτόπων που έχουν προκύψει από τις ανθρώπινες δραστηριότητες, ενώ το σύστημα Ramsar ανάπτυξε ένα νέο και πιο ολοκληρωμένο σύστημα ταξινόμησης των υγροτόπων. Η ταξινόμηση των υγροτόπων κατά Ramsar έχει ως ακολούθως: Θαλάσσιοι / Παράκτιοι Υγρότοποι: A -Μόνιμη ρηχά θαλάσσια ύδατα, στις περισσότερες περιπτώσεις λιγότερο από έξι μέτρα βάθος κατά την άμπωτη. Περιλαμβάνει ακόμη τη θάλασσα σε κολπίσκους και σε στενά. Β –Θαλάσσια Λιβάδια με Φυκιάδες Περιλαμβάνει τις γνωστές μας φυκιάδες με τα θαλάσσια λιβάδια των φανερόγαμων, αλλά και τα τροπικά θαλάσσια λιβάδια. Γ -Οι κοραλλιογενείς ύφαλοι. D -Βραχώδης θαλάσσια ακτές. Περιλαμβάνει βραχώδη παράκτια νησιά, και βραχώδεις ακτές. E –Αμμώδεις και Βοτσαλώδεις Παραλίες και Ακτές. Περιλαμβάνει αμμώδεις παραλίες μέχρι και αμμώδεις νησίδες, συστήματα αμμοθινών και υγρά βυθίσματα-κοιλότητες μεταξύ των θινών. F –Περιοχές Δέλτα Ποταμών. Μόνιμο νερό των εκβολών ποταμών και των συστημάτων εκβολής τους και τα δέλτα τους. G Παλιρροιακά λάσπη, άμμο ή αλυκές. H -Παλιρροιακά έλη. Περιλαμβάνει αλυκές, αλίπεδα, παλιρροϊκά υφάλμυρα και γλυκών νερών έλη. I -Παλιρροιακοί δασικοί υγρότοποι. Περιλαμβάνει μαγκρόβια βάλτους, έλη ‘’ nipah’’ και δάση του γλυκού νερού σε παλιρροιακούς βάλτους. J -Παράκτιε υφάλμυρες / αλμυρές λιμνοθάλασσες. K -Παράκτιες λιμνοθάλασσες γλυκού νερού. Zk (α) -Karst και άλλα υπόγεια υδρολογικά συστήματα, θαλάσσια ή και παράκτια. Χερσαίες Υγρότοποι : L - Μόνιμα δέλτα στην ενδοχώρα. M – Μόνιμης ροής ποταμούς, ρυάκια, καταρράκτες. Ν - Εποχιακά / διαλείπουσας ροής ποταμούς / ρυάκια. O Μόνιμες λίμνες γλυκού νερού, πάνω από 8 εκτάρια έκτασης. Περιλαμβάνει και τις μεγάλες λίμνες ‘’oxbow’’. P -Εποχιακές λίμνες γλυκού νερού, πάνω από 8 εκτάρια έκτασης. Περιλαμβάνει κοίτες λιμνών πλημμυρισμένες. Q - Μόνιμα αλατούχες / υφάλμυρες / αλκαλικές λίμνες. R -Εποχιακές αλατούχες, υφάλμυρες, αλκαλικές λίμνες και τμήματά τους. Sp -Μόνιμα αλατούχες, υφάλμυρες μικρές λίμνες και αλκαλικά έλη. Ss -Εποχιακά Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 42


αλατούχες, υφάλμυρες μικρές λίμνες και αλκαλικά έλη. Tp -Μόνιμα έλη γλυκού νερού , μικρές λίμνες. Λίμνες, κάτω από το 8 εκτάρια έκτασης, έλη και βάλτοι σε ανόργανα εδάφη. Ts –Εποχιακά έλη γλυκού νερού, μικρές λίμνες σε ανόργανα εδάφη. Περιλαμβάνει τέλματα, νερολακκούβες, εποχιακά πλημμυρισμένα λιβάδια, έλη με σπαθόχορτα. U -Μη δασικές τυρφώνων. Περιλαμβάνει και θάμνους ή ανοικτούς τυρφώνες, έλη, βάλτοι. Va - Αλπικοί υγρότοποι. Περιλαμβάνει αλπικά λιβάδια, προσωρινά νερά από το λιώσιμο του χιονιού. Vt Tούνδρες υγροτόπων, με μόνιμα ή και προσωρινή νερά από το λιώσιμο του χιονιού. W – .Υγροτοπικοί θαμνώνες. Θαμνώδεις βάλτοι σε έλη γλυκού νερού, θάμνοι ‘’carr’’, άλση με σκλήθρα σε ανόργανα εδάφη. Xf –Υδροτοπικές περιοχές γλυκού νερού, που κυριαρχούνται από δέντρα. Περιλαμβάνει δάση σε βάλτους γλυκού νερού, εποχιακά πλημμυρισμένα δάση, δασικούς βάλτους σε ανόργανα εδάφη. Xp -Δασικοί τυρφώνες. Δάση σε έλη τύρφης. Y Πηγές γλυκού νερού. Zg -Γεωθερμικοί υγρότοποι. Zk (β) -Karst και άλλα υπόγεια υδρολογικά συστήματα. (σημείωση: ‘’οι πλημμυρικές κοίτες’’ είναι ένας ευρύς όρος που χρησιμοποιείται

για να αναφερθεί σε ένα ή περισσότερους τύπους υγροτόπων, οι οποίοι μπορεί να περιλαμβάνουν για παραδείγματα τους τύπους R, Ss, Ts, W, Xf, Xp, ή άλλους τύπους υγροτόπων. Μερικά παραδείγματα τέτοιων υγροτόπων που πλημμυρίζουν εποχικά είναι χορτολιβαδικές εκτάσεις, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών υγρών λιβαδιών, θαμνώδεις εκτάσεις, δάση και τα δάση. Αυτοί οι υγρότοποι δεν περιλαμβάνονται ως ειδικός τύπος υγροτόπου).

Ανθρωπογενείς υγρότοποι . 1 – Λεκάνες υδατοκαλλιεργειών. 2 –Μικρές τεχνητές λίμνες, σε αγροκτήματα, πάρκα, μικρές δεξαμενές, γενικά έκτασης κάτω από 8 εκτάρια. 3 -Η αρδευόμενη γη. Περιλαμβάνει αρδευτικά κανάλια, διώρυγες και ορυζώνες. 4 -Εποχικά πλημμυρισμένη γεωργική γη, συμπεριλαμβανομένων των υγρών λιβαδιών ή τα βοσκοτόπια. 5 –Αλυκές. 6 -Χώρους αποθήκευσης νερού. Ταμιευτήρες, λιμνοδεξαμενές, φράγματα, στέρνες κ.ά., συνήθως πάνω από 8 εκτάρια έκτασης. 7 –Ανασκαφές. Σκυρο-ωρυχεία, πηλοορυχεία, δανειοθάλαμοι εδαφικών υλικών, κ.ά. 8 - Χώροι επεξεργασίας λυμάτων. Λεκάνες λυμάτων σε αγροκτήματα, δεξαμενές καθίζησης, δεξαμενές οξείδωσης, κλπ. 9 - Κανάλια αρδευτικά, κανάλια αποστράγγισης, χαντάκια. Zk (γ) -Karst και άλλα υπόγεια υδρολογικά συστήματα, από τον άνθρωπο. Η ταξινόμηση των υγροτόπων κατά Cowardin και συνεργάτες (1979) έχει σχηματικά ως ακολούθως:

Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 43


Η Ελλάδα έχει υποδείξει έντεκα (11) υγροτοπικές περιοχές, οι οποίες περιλήφθηκαν αρχικά στον κατάλογο των προστατευόμενων περιοχών της Σύμβασης Ramsar. 1.Λιμνοθάλασσα Κοτύχι και Δάσος Στροφυλιάς, 2.Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου , 3.Αμβρακικός Κόλπος, 4.Λίμνη Μικρή Πρέσπα, 5.Δέλτα Αξιού - Λουδία - Αλιάκμονα και Αλυκή Κίτρους, 6.Λίμνες Βόλβη και Κορώνεια, 7.Λίμνη Κερκίνη, 8.Δέλτα Νέστου, 9.Λίμνη Βιστωνίδα - Λιμνοθάλασσα Πόρτο-Λάγος, 10.Λίμνη Ισμαρίδα & σύμπλεγμα λιμνοθαλασσών Θράκης, 11.Δέλτα Εβρου. Εκτός από τους παραπάνω υγροτόπους υπάρχουν και πολύ άλλοι, τουλάχιστον 20, εξαιρετικής σημασίας και σημαντικότητας σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, όπως είναι μεταξύ των άλλων το δέλτα του Αχελώου, η λίμνη Βεγορίτιδα κ.ά.. Στην Ελλάδα οι υγρότοποι, συνηθίζεται να διακρίνονται σε φυσικές λίμνες, λιμνοθάλασσες, υγρά συστήματα αμμοθινών, παράκτια νερά και λιβάδια με Ποσειδωνίες, αλίπεδες επίπεδες παράκτιες επιφάνειες, υγρολίβαδα, παρόχθια δάση, αλυκές, ορυζώνες, στραγγιστικές τάφρους και αρδευτικές διώρυγες, εκβολές και δέλτα ποταμών, ποτάμια, ρέματα και χείμαρροι, πηγές, καταρράκτες, τεχνητές λίμνες και λιμνοδεξαμενές, σε έλη, βάλτους και τέλματα, περιστασιακές λίμνες, λιμνία, δολινολίμνες, τυρφώνες κ.ά. Ωστόσο, λόγω της υψηλής μεταβλητότητας των συνθηκών, και λόγω των διαφορετικών αναγκών για τη διάκριση μεταξύ των διαφόρων τύπων υγροτόπων, μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει ένα ενιαίο σύστημα ταξινόμησης των υγροτόπων που θα αντιπροσωπεύουν τις πολλαπλές πτυχές αυτού του συγκεκριμένου τύπου οικοσυστήματος. Οι υγρότοποι στην Ελλάδα συνηθίζεται να κατατάσσονται σε γενικές κατηγορίες και ειδικότερα αν είναι: φυσικές, τεχνητές και εποχικές λίµνες, ταµιευτήρες νερού, λιµνοθάλασσες, ποταµοί, εκβολές ποταµών, δέλτα ποταµών, έλη, βάλτοι, τενάγη, υγρά λιβάδια, πλημμυριζόμενα εδάφη, πηγές, αλυκές, παρόχθιες περιοχές κ.ά. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά σε ορισμένους από αυτούς του υγροτόπους είναι και τα ακόλουθα: -Φυσικές Λίμνες. Οι περισσότερες λίμνες είναι λίμνες γλυκού νερού και σχηματίζονται κατά το πλείστον μακριά από τις ακτές της θάλασσας ως αποτέλεσμα τεκτονικών ή ηφαιστειακών δυνάμεων ή από τη δράση των παγετώνων. Λιμνοθάλασσες μπορούν να μετατραπούν σε λίμνες γλυκού νερού, όταν για κάποιο λόγο διακοπεί η εισροή αλμυρού νερού από τη θάλασσα και υπάρχει ικανοποιητική εισροή γλυκού νερού από ρέουσες υδατοσυλλογές. Υπάρχουν και λίμνες με αλμυρό ή υφάλμυρο νερό, όταν το υπόστρωμά τους περιέχει πολλά διαλυτά άλατα ή όταν δέχονται εισροές αλμυρού νερού. -Τεχνητές Λίμνες. Οι τεχνητές λίμνες είναι η σπουδαιότερη κατηγορία τεχνητών υγροτόπων της Ελλάδος τόσο από την άποψη της έκτασης που καλύπτουν όσο και από την άποψη του αριθμού και των αξιών που έχουν αποκτήσει. Ονομάζονται και τεχνητοί ταμιευτήρες. Η λέξη ταμιευτήρας δείχνει και τους περιορισμένους αρχικά σκοπούς που είχαν τεθεί κατά τον σχεδιασμό και τη διαχείρισή τους. Οι σκοποί αυτοί ήταν να αποταμιεύσουν νερό ποταμών, ρυακιών ή και χειμάρρων ώστε να αποκτήσουν οι ταμιευτήρες αξία αντιπλημμυρική, υδρευτική, αρδευτική, υδροηλεκτρική ή, συνηθέστερα, συνδυασμό αυτών των αξιών. Το γεγονός ότι οι περισσότερες τεχνητές λίμνες στηρίζουν λιγότερο ή περισσότερο πολύτιμα υγροτοπικά οικοσυστήματα και έχουν αποκτήσει με την πάροδο του χρόνου και άλλες αξίες, π.χ. βιολογική, αλιευτική, αναψυχής, δεν ήταν απόρροια ηθελημένου σχεδιασμού αλλά «παρέμβασης» της φύσης. Η κατασκευή τεχνητών λιμνών με φράγματα σε ποταμούς είχε ως αποτέλεσμα να προστεθούν οικοσυστήματα στο ελληνικό υγροτοπικό κεφάλαιο αλλά και να υποστούν αλλοιώσεις κατάντη οικοσυστήματα (π.χ., ποτάμια, παραποτάμια, εκβολικά κ.ά.). -Ποταμοί. Ποταμός είναι μια επιμήκης υδατοσυλλογή με τρεχούμενο νερό, το οποίο ρέει προς τα κατάντη με τη βαρύτητα. Υπάρχουν ποταμοί με συνεχή ροή και άλλοι με περιοδική ροή. Στις ξηρές και ημίξηρες περιοχές συναντά κανείς πολλούς ποταμούς με περιοδική ροή, και Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 44


μάλιστα εντελώς ακανόνιστη, ιδίως όταν το υπόστρωμά τους αποτελείται από ασβεστολιθικά υλικά. Οι όροι ποταμός και ρυάκι δεν είναι σαφώς διαχωρισμένοι, διότι σε περιοχές με λίγες βροχοπτώσεις ο όρος ποταμός αποδίδεται και σε ρέουσες υδατοσυλλογές με στενή κοίτη και μικρή παροχή. Για παράδειγμα, η ρέουσα υδατοσυλλογή που διασχίζει το χωριό Άγιος Γερμανός της περιοχής Πρεσπών ονομάζεται ποταμός, ενώ αν συγκριθεί με τους ποταμούς Αχελώο, Αξιό, Στρυμόνα κλπ. θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απλώς ως ρυάκι. Το νερό των ποταμών προέρχεται κυρίως απευθείας από τα ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα και από την επιφανειακή απορροή. Υπάρχουν περιπτώσεις τροφοδοσίας ποταμών και με υπόγεια νερά ή με νερό λιμνών. Οι κύριοι φυσικοί παράγοντες που ρυθμίζουν την ποιότητα του νερού ενός ποταμού είναι η φύση της κοίτης του και της λεκάνης απορροής του (π.χ., τύποι και κλίσεις εδαφών, μορφές κάλυψης γης) και το καθεστώς των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων. Ως εκ τούτου η ποιότητα διαφέρει πολύ από εποχή σε εποχή και κατά μήκος της κοίτης. -Δέλτα ποταμών. ονομάζονται οι εκτάσεις που σχηματίζονται από τα στερεά υλικά που μεταφέρουν οι ποταμοί και τα εναποθέτουν στις εκβολές τους. Μολονότι όλοι οι ποταμοί μεταφέρουν στερεά υλικά, δεν έχουν όλοι τη δυνατότητα να σχηματίζουν δέλτα. Για να σχηματιστεί ένα δέλτα, πρέπει να υπάρχει ευνοϊκός συνδυασμός παραγόντων που σχετίζονται με τα γνωρίσματα του ποταμού, της λεκάνης απορροής του ποταμού και της θαλάσσιας ακτής καθώς και με τις βροχοπτώσεις κλπ. Δέλτα, για παράδειγμα, μπορεί να σχηματίσουν και ποταμοί που εκβάλλουν σε λίμνες. Σε δέλτα μπορεί κάποιος να συναντήσει, εκτός από κοίτες ποταμών (τις περισσότερες φορές διευθετημένες –εγκιβωτισμένες), λιμνοθάλασσες, παράκτια αλοέλη (δηλαδή αλμυρά έλη), υγρολίβαδα, παρόχθια δάση και παρόχθιους θαμνώνες, αλυκές, ορυζώνες, στραγγιστικές τάφρους, αρδευτικές διώρυγες κλπ. που δεν έχουν πάντα σαφώς διακριτά όρια, και, όπως ήδη αναφέραμε, αποτελούν μωσαϊκό. Αυτή ακριβώς η χωροδιάταξη ως μωσαϊκό των οικοσυστημάτων και η ποικιλότητά τους καθιστά τα δέλτα ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα από άποψη μελέτης, χαρτογράφησης, χωρισμού σε επιμέρους διαχειριστικές ενότητες και λήψης μέτρων διαχείρισης. Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μονάδων ενός δέλτα οφείλονται κυρίως στους παράγοντες υδατικό καθεστώς και ορνιθοπανίδα. Το νερό στις διάφορες τοποθεσίες ενός δέλτα μπορεί να είναι γλυκό, υφάλμυρο ή αλμυρό. Η αλατότητα κυμαίνεται από έτος σε έτος και από εποχή σε εποχή του έτους. Τα οικοσυστήματα των ελληνικών δέλτα καταπονούνται από την έλλειψη ικανής ποσότητας γλυκού νερού κατά το θέρος, διότι το γλυκό νερό των ποταμών οδηγείται στα αρδευτικά δίκτυα. -Εκβολές ποταμών και ρυάκων. Το χαμηλότερο και πιο διαπλατυσμένο τμήμα της κοίτης ενός ποταμού, εκεί όπου συμβαίνει μείξη του ποτάμιου νερού με το θαλασσινό ονομάζεται εκβολή, ή συνηθέστερα εκβολές. Ο ορισμός όμως αυτός δεν είναι ούτε εντελώς σαφής ούτε αποδεκτός σε όλες τις χώρες. Μείξη δεν συμβαίνει μόνο μέσα στην κοίτη του ποταμού αλλά και στην αμέσως γειτονική παραλιακή θαλάσσια ζώνη, άρα και αυτή η ζώνη πρέπει λογικά να περιλαμβάνεται στον όρο εκβολή. Ας σημειωθεί ότι στις ακτές της Μεσογείου, σε αντίθεση με τις ακτές που βρέχονται από τον Ατλαντικό, οι παλίρροιες είναι αδύναμες, οπότε ελάχιστο ρόλο παίζουν στη ρύθμιση της μείξης γλυκού και θαλάσσιου νερού και στη δημιουργία εκβολικών οικοσυστημάτων. Η κατανομή της αλατότητας σε μια εκβολή επηρεάζεται από παράγοντες όπως η ροή του ποταμού, ο πυθμένας και το σχήμα της εκβολής, η εξάτμιση, ο άνεμος. -Λιμνοθάλασσες είναι αβαθείς παράκτιες υδατοσυλλογές που επικοινωνούν με τη θάλασσα μέσω ενός, συνήθως, διαύλου. Ευνοϊκές συνθήκες σχηματισμού τους είναι οι εξής: επίπεδες και αμμώδεις ακτές, εκβολή ποταμού και κατάλληλη δράση των θαλασσίων ρευμάτων. Το νερό των λιμνοθαλασσών προέρχεται από τα ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα, από ποταμούς ή χείμαρρους και από τη θάλασσα. Πρόκειται για εξαιρετικώς δυναμικά συστήματα. Οι υδρολογικές συνθήκες και η αλατότητα του νερού μεταβάλλονται ταχύτατα. Μεταβολές, αλλά βραδύτερες, υφίσταται και η γεωμορφολογία τους. Οι λιμνοθάλασσες θεωρούνται από τα πιο παραγωγικά οικοσυστήματα σε ψάρια υψηλής εμπορικής αξίας. Επιτελούν σε υψηλό βαθμό πολλές φυσικές λειτουργίες και ιδίως τη λειτουργία της εξαγωγής τροφής (στη γειτονική θαλάσσια Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 45


ζώνη). Οποιαδήποτε, έστω και μικρή, ανθρώπινη παρέμβαση στις λιμνοθάλασσες μπορεί να έχει δυσανάλογα μεγάλες συνέπειες στην ισορροπία τους ως προς την υδρολογία, την αλατότητα και τη βιωτή τους. -Έλη είναι πολύ ρηχές υδατοσυλλογές με μόνιμη ή περιοδική κατάκλυση νερού (συνήθως περιοδική). Οι ελώδεις εκτάσεις της Ελλάδος καλύπτουν σήμερα ελάχιστο ποσοστό εκείνων που υπήρχαν πριν από τις μεγάλες αποξηράνσεις της δεκαετίας του 1920 και μετέπειτα. Σήμερα τα έλη που μας απέμειναν προστατεύονται από εθνικές, ευρωπαϊκές και διεθνείς κανονιστικές πράξεις ως πολύτιμα υγροτοπικά οικοσυστήματα με μεγάλη ποικιλότητα ειδών. Τα έλη μπορούν να χωριστούν σε παράκτια και εσωτερικά. Τα παράκτια χωρίζονται σε υφάλμυρα και αλμυρά (αλοέλη). Η αλατότητα του νερού των αλοελών μπορεί το θέρος να υπερβαίνει εκείνη του νερού της θάλασσας. Τα αλμυρά και υφάλμυρα έλη βρίσκονται ως επί το πλείστον δίπλα σε λιμνοθάλασσες και φιλοξενούν είδη φυτών προσαρμοσμένων σε συνθήκες υψηλής αλατότητας (αλόφυτα), όπως αυτά του γένους Salicornia. Πολλά έλη γλυκού νερού σχηματίζονται στη συμβολή δύο ρεουσών υδατοσυλλογών και δίπλα από εσωτερικές λίμνες γλυκού νερού. -Πηγές καλούνται οι τοποθεσίες από τις οποίες συμβαίνει ελεύθερη εκροή υπόγειου νερού. Συνήθως στην Ελλάδα οι τοποθεσίες αυτές έχουν εμβαδόν πολύ λίγων τετραγωνικών μέτρων και, σπανιότερα, μερικών εκατοντάδων τετραγωνικών μέτρων. Πρέπει να τονιστεί όμως ότι στην οικολογία των υγροτόπων με τον όρο πηγή υποδηλώνεται όχι απλώς ο τόπος από όπου αναβλύζει νερό αλλά όλο το υγροτοπικό οικοσύστημα, του οποίου η δημιουργία και η διατήρηση οφείλεται σε αυτό το αναβλύζον, το πηγαίο νερό. Τα οικοσυστήματα των πηγών είναι από τα σπανιότερα στην Ελλάδα και συνολικά καλύπτουν ελάχιστη έκταση. Αυτό οφείλεται τόσο στη σχετική σπανιότητα των τοποθεσιών από όπου αναβλύζουν υπόγεια νερά αξιόλογου όγκου όσο και στο γεγονός ότι τα πηγαία νερά είναι γενικά υψηλής ποιότητας, οπότε χρησιμοποιούνται κατά προτεραιότητα ως πόσιμα. Εντούτοις υπάρχουν ακόμη πολύτιμα οικοσυστήματα πηγών που διατηρούνται παρά τη μείωσή τους σε έκταση και τις αλλοιώσεις που έχουν υποστεί. -Αλυκές. Οι αλυκές αποτελούν ένα χαρακτηριστικό και ξεχωριστό υδάτινο περιβάλλον στο οποίο η αλατότητα είναι ανώτερη από την αντίστοιχη μέση αλατότητα της θάλασσας και με βάθη ολίγων εκατοστών. Τέτοια περιβάλλοντα συναντώνται κοντά στη θάλασσα από την οποία και προέρχονται και στα οποία το γλυκό νερό οποιασδήποτε προέλευσης δεν αντισταθμίζει εκείνο της εξάτμισης. Πρόκειται για περιβάλλοντα ακραία από φυσικοχημικής και οικολογικής άποψης διότι είναι γεωλογικώς μεταβατικά και παρουσιάζουν συνθήκες που δεν επιτρέπουν παρά σε ελάχιστα είδη να αναπαραχθούν κανονικά. -Εποχικές Λιμνούλες ή Λιμνία ή Παροδικές Λίμνες (Vernal pools or Temporary ponds) Δημιουργούνται σε κοιλότητες του εδάφους, όταν το νερό υπερχειλίζει από τα κοντινά ποτάμια και λίμνες ή και μετά από έντονες βροχοπτώσεις ή και από το λιώσιμο του χιονιού. Γνώρισμά τους είναι ότι το νερό κατακρατείται για περιορισμένη χρονική περίοδο και όπου μπορεί να αναπτυχθεί εποχικά υδρόβια ή υδροχαρή χαμηλή βλάστηση από ποώδη φυτά, είναι πλούσια είναι η πανίδα τους, κυρίως από νύμφες και προνύμφες εντόμων, ενώ απουσιάζουν τα ψάρια. Αυτοί οι παροδικοί υγρότοποι καθίστανται προνομιακοί ως προς το ενδιαιτήματα τους, ενώ η προστασία τους είναι σε προτεραιότητα, σε σχέση με άλλους υγροτόπους. -Ανοιχτά και Ρηχά Υδάτινα Σώματα. Αυτά περιλαμβάνουν συνήθως μικρές σε όγκο νερού υδατοσυλλογές, όπου το μέγιστο βάθος είναι μικρότερο από 2 μέτρα. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν ορισμένα μεταβατικά περιοχές ανάμεσα σε λίμνες και έλη. Εξαιτίας του βάθους τους, αυτά δεν έχουν αναδυόμενη βλάστηση και τροφοδοτούνται από υπόγεια ύδατα, ή τη βροχόπτωση και ξεχειλίζουν από άλλα υδατικά συστήματα. Περιέχουν οργανικά εδάφη και έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε θρεπτικά συστατικά, ενώ μπορούν να υποστηρίξουν μία ποικιλία φυτικών και ζωικών ζωής.. -Καλλωπιστικοί Υγρότοποι. Είναι διακοσμητικοί υγρότοποι περιλαμβάνουν οποιοδήποτε μικρό, τεχνητό υγρότοπο. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν λίμνες κήπων και λίμνες άρδευσης Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 46


καλλιεργήσιμου εδάφους. Η βλάστηση τους εξαρτάται από το μέγεθός τους και το χημισμό του νερού που τροφοδοτούνται. Οι διακοσμητικοί υγρότοποι παρέχουν κοινά ενδιαιτήματα για μικρά ζώα όπως βάτραχοι, ψάρια και έντομα. -Λίμνες Κατακράτησης Νερών. Αυτές οι υδατοσυλλογές κατακρατούν τα νερά της βροχής και του χιονιού, προλαμβάνουν τις πλημμύρες και δρουν ανασχετικά ως προς τη διάβρωση των παρακείμενων εδαφών. Συνήθως, είναι μόνιμα γεμάτες με νερό και μπορούμ να μιμηθούν τα χαρακτηριστικά των ανοιχτών ρηχών υγροτόπων. Παρά την κύρια λειτουργία τους, οι λίμνες κατακράτησης, συνήθως γειτνιάζουν με φυσική βλάστηση των υγροτόπων, όπως βούρλα και άλλα χόρτα, και συχνά κατοικούνται από ζώα, όπως βατράχια, πουλιά και μικρά θηλαστικά. -Βάλτοι Καστόρων. Οι κάστορες έχουν μια απίστευτη ικανότητα να δημιουργούν ολόκληρα οικοσυστήματα και η φυσική συμπεριφορά τους είναι σημαντική για την ανάπτυξη και την ωρίμανση των υγροτόπων, εκεί όπου διαβιούν. Οι βάλτοι, όπου ενδημούν οι κάστορες δημιουργούνται όταν αυτοί κατασκευάζουν μικρά φράγματα, κατά μήκος της ροής ποταμού ή ρυακιού, με αποτέλεσμα να πλημμυρίζουν οι γειτονικές επίπεδες περιοχές. Οι υγρότοποι που δημιουργούνται από τα φράγματα των καστόρων είναι συχνά σημαντικές περιοχές αναπαραγωγής για τα αμφίβια. Άλλοι Τύποι Υγροτόπων. Εκτός από τους πιο πάνω τύπους υγροτόπων υπάρχει μεγάλη ποικιλία, ανάλογα με την κλιματική ζώνη, το υψόμετρο, την εδαφομορφολογία, τον τεκτονισμό, τη γεωλογία κ.ά. Παρακάτω, θα αναφέρουμε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα δύο βασικά είδη της ταξινόμησης των υγροτόπων. Η πρώτη κατηγοριοποίηση βασίζεται στην παραδοσιακή έννοια του υγρότοπου, και η δεύτερη βασίζεται σε επιστημονικούς λόγους. Εξάλλου, σημειώνεται ότι επειδή υπάρχει σύγχυση στη διαφοροποίηση των υγροτόπων σχετικά με το τι είναι βάλτος, τέλμα, έλος, τυρφώνας, ερεικώνας, Bogs, Fens κ.ά., θα επιχειρήσουμε να δώσουμε τις γενικές γραμμές αυτής της διάκρισης. -Βάλτοι, Τέλματα. Οι βάλτοι, μαζί με τις περιοχές των τελμάτων ανήκουν στους γνωστούς υγροτόπους με το όνομα "τυρφώνες" (mires, moors, peatlands). Ειδικότερα, οι τυρφώνες ανήκουν στα υγροτοπικά οικοσυστήματα τα οποία χαρακτηρίζονται από υγρά, σπογγώδη και φτωχά αποστραγγιζόμενα τυρφώδη εδάφη. Σε παγκόσμιο επίπεδο αυτοί καλύπτουν μεγάλες εκτάσεις του βορείου ημισφαιρίου σε ψυχρές εύκρατες συνθήκες με υψηλή βροχόπτωση και υγρασία που συνοδεύεται από χαμηλή εξατμισοδιαπνοή, ενώ πολύ μικρότερες είναι οι περιοχές με τυρφώνες της νότιας Ευρώπης. Γενικά, οι τυρφώνες ως βάλτοι έχουν συνήθως όξινες συνθήκες με ανάπτυξη οξύφιλης βλάστησης και τροφοδοτούνται αποκλειστικά μόνο από το νερό της βροχής (βροχοτροφικά συστήματα) που είναι πολύ φτωχά σε θρεπτικά συστατικά. Αντίθετα, οι καθεαυτού βάλτοι έχουν μετρίως όξινες έως αλκαλικές συνθήκες (ανοργανοτροφικά συστήματα), τροφοδοτούνται με νερό και θρεπτικά συστατικά κυρίως από υπόγεια νερά, τα γειτονικά επιφανειακά ή ημιεπιφανειακά νερά και τα νερά της βροχής. Στους βάλτους, γενικά, κυριαρχούν από τα φυτά τα αγροστώδη γρασίδια, βούρλα, καλάμια και βρυόφυτα, ενώ η βιοποικιλότητά τους είναι πλουσιότερη όταν πρόκειται για "ασβεστούχους βάλτους" (βάλτοι με ασβεστολιθικό μητρικό πέτρωμα, όπου το πέτρωμα αυτό και οι επιφανειακές αποθέσεις δημιουργούν ουδέτερες έως ελαφρά αλκαλικές συνθήκες και αυξημένες συγκεντρώσεις ορυκτών αλάτων, όπως π.χ. ασβέστιο). Οι

βάλτοι και γενικότερα όπως όλοι οι υγρότοποι, προσφέρουν σημαντικά οφέλη στην λεκάνη απορροής τους όπως είναι η παρεμπόδιση και η ελαχιστοποίηση των πλημμυρικών φαινομένων, η ρύθμιση του κλίματος, ο εμπλουτισμός των υπόγειων νερών, η προστασία από τη διάβρωση, η απορρόφηση του διοξειδίου του άνθρακα, φίλτρο καθαρισμού των νερών, αξιοποίηση της ηλιακής ακτινοβολίας και διατήρηση της βιοποικιλότητας, σταθερά τροφικά πλέγματα, ασφαλές καταφύγιο πουλιών και ψαριών, ευκαιρίες για έρευνα και αναψυχή. -Τυρφώνες. Η πλειονότητα των τυρφώνων (περιοχή με ή χωρίς βλάστηση στην επιφάνεια της οποίας έχει συσσωρευτεί στρώμα τύρφης με πάχος τουλάχιστον 30 εκατοστομέτρων). στην Ελλάδα (συνολικής έκτασης περίπου 80 Km2, από τα οποία περίπου τα 5.5 Km2 έχει ο τυρφώνας των Φιλίππων) αναπτύχθηκαν Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 47


κατά τη χερσοποίηση λιμναίων περιοχών, ενώ περιορισμένοι τυρφώνες αναπτύχθηκαν σε καθεστώς τελμάτωσης χερσαίων περιοχών. Οι παράγοντες γενικά που διαμορφώνουν την εξέλιξη ενός τυρφώνα, αλλά και τα χαρακτηριστικά των ιζημάτων που αποτίθενται είναι οι κλιματικές συνθήκες, το υδρογεωλογικό και υδρολογικό καθεστώς της περιοχής, η τεκτονική, η γεωμορφολογία και οι τοπικές γεωλογικές συνθήκες. Η τυρφοποίηση (μηχανική αποδόμηση φυτών και βιολογική και χημική χουμοποίηση) εξαρτάται μεταξύ των άλλων από το είδος της βλάστησης, την ένταση της δράσης των μικροοργανισμών, την αλκαλικότητα, το δυναμικό οξειδοαναγωγής, τις φάσεις της ιζηματογένεσης. Ο κύριος μηχανισμός μετατροπής των φυτικών λειψάνων σε τύρφη είναι η δράση έμβιων οργανισμών ,οι οποίοι επηρεάζονται από τη θερμοκρασία του εδάφους, την οξύτητα, την προσφορά οξυγόνου, την τροφοδοσία σε θρεπτικά συστατικά, το είδος των φυτικών λειψάνων κ.ά. Έτσι, κατά τη διάρκεια της τυρφοποίησης η δράση των ασπόνδυλων οργανισμών συμβάλλει στη μηχανική αποδόμηση των φυτικών λειψάνων, ενώ στη συνέχεια με προκαλείται χημική αποδόμηση των αρχικών οργανικών συστατικών με τη βοήθεια μικροοργανισμών. Δηλαδή το άμυλο των φυτών μετατρέπεται σε σάκχαρα και το λεύκωμα σε πεπτίδια, αρχίζει η απώλεια υγρασίας και αποβολή διοξειδίου του άνθρακα, ενώ σε επόμενο στάδιο βιοαποικοδομούνται πολυπλοκότερα οργανικά μόρια –κυτταρίνη, λιγνίνη- και μετατρέπονται σε χουμικά συστατικά. Αυτή η διεργασία της χουμοποίησης είναι και η σημαντικότερη και καθορίζει το είδος της τύρφης που θα προκύψει. Σταδιακά και καθώς τα συσσωρευμένα ιζήματα ενταφιάζονται κάτω από νεότερες αποθέσεις, η τυρφοποίηση δίνει τη θέση της στη γεωχημική ενανθράκωση, συνέπεια της οποίας αποτελεί η μετατροπή σε λιγνίτη και στη συνέχει σε ολόκληρο το φάσμα των πιό ενανθρακωμένων γαιανθράκων. Τα γνωστότερα έλη και οι τυρφώνες στην Ελλάδα είναι εκείνα των: Φιλίππων, Ελατιάς Δράμας, Λαϊλιάς Σερρών, Νησί Έδεσσας, Καλή πεδιάδα Έδεσσας, Καϊμακτσαλάν Βόρας, Μικρή Πρέσπα, Χειμαδίτιδα, Παμβώτιδα, Σαγιάδα, Καλοδίκι, Κορώνη Αμβρακικού, Ροδιά Αμβρακικού, Κατούνα Αμφιλοχίας, Βουλκαριά, Κωπαΐδα, Αγουλινίτσα, Κερί Ζακύνθου, Χωτούσα Αρκαδίας, Άγιος Φλώρος Μεσσηνίας, Καϊάφας Ηλείας, Κορυσσιών Κέρκυρας κ.ά. -Ερεικώνες (κατά Natura2000, τυπος οικοτόπου 4090). Συναντώνται σε ορεινά βοσκοτόπια της κεντρικής και νότιας Ελλάδας με χαρακτηριστικές θαμνώδεις διαπλάσεις, τυπικές σε μερικές άγονες και ακαλλιέργητες εκτάσεις και σε παρόχθια αμμώδη εδάφη (π.χ. στη Μεγάλη Βρετανία, στη βόρεια Γαλλία, στη βόρεια Ιταλία, στην Αυστραλία). Στους ερεικώνες, επικρατούν χαμηλά και πυκνά θαμνώδη φυτά, κυρίως της οικογένειας των ερεικιδών, όπως το ρείκι (Erica sp.,), η καλλούνα (Calluna sp.,) κλπ., απ’ όπου και η ονομασία τους. Οι ερεικώνες που αποτελούνται από το είδος Calluna vulgaris είναι χαρακτηριστικοί των ψυχρών περιοχών, με φτωχά εδάφη, πλούσια σε σίδηρο. Γενικά, διακρίνονται σε γνήσιους, αρκτικούς νανώδεις και αλπικούς. Η κύρια περιοχή εξάπλωσης των γνήσιων ε. είναι η βορειοδυτική Ευρώπη, κατά μήκος του Ατλαντικού, όπου αναπτύσσονται κατά πυκνές συστάδες σε αμμώδη εδάφη, φτωχά σε ασβέστιο και άλλα στοιχεία. Τα εδάφη των γνήσιων ε. είναι ακατάλληλα για άλλη βλάστηση, εξαιτίας των χουμικών οξέων που δημιουργούν τα φυτά. Οι αρκτικοί νανώδεις ε. συναντώνται σε όλες τις βόρειες αρκτικές περιοχές· χαρακτηρίζονται από φυτά με μικρά φύλλα, τα οποία παρουσιάζουν μεγάλη αντοχή στους ισχυρούς ανέμους και στη χαμηλή θερμοκρασία. Οι αλπικές ερεικώδεις διαπλάσεις βρίσκονται σε όλα τα όρη της κεντρικής Ευρώπης και της Ασίας και αποτελούνται κυρίως από είδη του γένους Rhododendron. -Ορομεσογειακοί ερεικώνες Ο συγκεκριμένος τύπος οικοτόπου διαδραµατίζει σηµαντικό ρόλο στη διαµόρφωση της φυσιογνωµίας των ορεινών µεσογειακών και οροµεσογειακών τοπίων. Τα εδάφη τους αποτελούνται από πετρώδεις χαλικωµένες επιφάνειες επιχωµατωµένες µε αργιλικές αποθέσεις και παρουσιάζουν µικρή περιεκτικότητα χούµου στην επιφάνεια του εδάφους.Από άποψη χλωρίδας περιλαµβάνει πολυετή αγρωστώδη, χαµαίφυτα προσκεφαλοειδούς ανάπτυξης και διάφορα χαµηλά νανοφανερόφυτα. Ο τύπος αυτός απαντάται σε ποικίλες κλίσεις εδαφών, εκθέσεις προσανατολισμού και γεωλογικά υποστρώµατα. Πρόκειται για κοινότητες µε κύρια είδη τη φεστούκα τη ζαµπέρτειο, τις τούφες, Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 48


τη βλεφαριδωτή µελική, την παπαδίτσα, τη χαµολιά, τη φεστούκα της Κυλλήνης, το σκουλόχορτο, τον αστράγαλο το στενόφυλλο, τον αστράγαλο της Κυλλήνης και τη γλοβουλάρια την οτυγία. Σηµαντική είναι η συµµετοχή σπανίων ειδών µε µεγάλη οικολογική σηµασία, όπως η γλοβουλάρια η οτυγία και το κίρσιο της Κυλλήνης, τα οποία απαιτούν ανάλογη διαχείριση και προστασία. Ωστόσο, σε ένα συνδυασμό από τις παραπάνω προϋποθέσεις, η παραδοσιακή ορολογία διακρίνει δύο κύριους τύπους υγροτόπων. α) αν αναπτύσσονται πάνω σε εδάφη ανόργανης σύστασης (π.χ. Έλη -Marshes, Βάλτοι -Swamps) και β) σε υγρότοπους που βρίσκονται πάνω σε εδάφη οργανική σύστασης (π.χ. Τυρφώνες με ποώδη βλάστηση -Bogs, Τυρφώνες με δενδρώδη βλάστηση Fens). Υγρότοποι Ανόργανων Εδαφών. -Έλος (Marsh). Είναι τύπος υδάτινου οικοσυστήματος ο οποίος χαρακτηρίζεται από ανόργανα εδάφη κακώς αποστραγγιζόμενα και από φυτική ζωή η οποία κυριαρχείται από αγρωστώδη ποώδη φυτά, παρά από ξυλώδη βλάστηση. Είναι κοινά στις εκβολές των ποταμών, ιδίως όταν έχουν δημιουργηθεί εκτεταμένες δελταϊκές εκτάσεις, αλλά συναντώνται και στις όχθες λιμνών και ρεμάτων, όταν αυτά αποτελούν ένα μεταβατικό στάδιο μεταξύ υδάτινων και χερσαίων οικοσυστημάτων. Συχνά αυτές οι περιοχές κυριαρχούνται από αγρωστώδη, βούρλα ή καλαμώνες. Εάν στην περιοχή είναι παρόντα και ξυλώδη φυτά, αυτά τείνουν να είναι χαμηλοί θάμνοι. Σημειώνεται γενικά, ότι αυτή η μορφή της βλάστησης διαφοροποιεί τα έλη από τους άλλους τύπους των υγροτόπων, όπως είναι οι βάλτοι, οι οποίοι κυριαρχούνται από δένδρα και τα τέλματα που είναι φτωχά σε θρεπτικά συστατικά και είναι υγρότοποι που έχουν συσσωρευμένες αποθέσεις όξινων τυρφών. Και εδώ στα έλη μπορεί να αποτίθεται τύρφη, μόνο αν είναι πολύ μεγάλης ηλικίας η αρχική λεκάνη.

Τα έλη συχνά σχηματίζονται κατά μήκος των περιθωρίων λιμνών, ποταμών και ρυάκων και χαρακτηρίζονται από βούρλα, ψαθιά, παπύρια, αγρωστώδη και άλλα φυτά επιπλέοντα ή ριζωμένα μέσα στο έλος.

Τα φυτά στο έλος επιβραδύνουν τη ροή του νερού και έτσι επιτρέπεται στα θρεπτικά συστατικά τους να εμπλουτίζουν τα ιζήματα με πρόσθετο θρεπτικό υλικό, ενώ δημιουργούνται συνθήκες για περαιτέρω ανάπτυξη του έλους. Συνήθως, τα έλη είναι πλήρη από αναδυόμενη από το νερό και ριζωμένη στον πυθμένα βλάστηση. Έλη Τα έλη μπορεί να είναι γλυκού νερού, αλμυρά έλη, σε υγρά λιβάδια, παραποτάμιοι υγρότοποι, έλη της παλίρροιας, εποχικά λιμνία, νερολακκούβες κ.ά. Τα φυτά στα έλη προσαρμόζονται να επιβιώνουν σε χαμηλές Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 49


συγκεντρώσεις οξυγόνου και πολλά από τα φυτά αυτά έχουν αερέγχυμα, δηλαδή κανάλια στα στελέχη τους που επιτρέπουν στον αέρα να μετακινείται από τα φύλλα προς το ριζικό σύστημα. Το pH στα έλη τείνει να είναι ουδέτερο προς αλκαλικό, σε αντίθεση με τα τέλματα, όπου η τύρφη συσσωρεύεται κάτω από περισσότερο όξινες συνθήκες.

Να μια εικόνα από παλιρροϊκό έλος κατά μήκος ενός ποταμού κοντά στις εκβολές του.

Τα ελώδη φυτά τείνουν να έχουν ριζώματα για υπόγεια αποθήκευση και αναβλάστηση. Τα πλέον συνήθη φυτά στα έλη είναι τα ψαθιά, σπάρτα ή σπαθόχορτα, παπύρια, γρασίδια με πριονωτά φύλλα. Τα έλη παρέχουν ενδιαίτημα σε πολλά είδη ασπόνδυλων, ψαριών αμφιβίων, υδρόβιων πτηνών και υδρόβιων θηλαστικών, ενώ χαρακτηρίζονται από εξαιρετικά υψηλά, τα υψηλότερα επίπεδα βιολογικής παραγωγής και επομένως αποτελούν σημαντικό παράγοντα υποστήριξης της αλιείας. Βελτιώνουν τα μέγιστα ως προς την ποιότητα του νερού, φιλτράρουν ρυπαντικά συστατικά, συγκρατούν τα ιζήματα, και μεγιστοποιούν τη διαύγεια του νερού, αλλά είναι σε ευνοϊκή θέση και λειτουργία στο να απορροφούν την περίσσεια του νερού σε περιόδους ισχυρών βροχοπτώσεων και έτσι μειώνουν δραστικά το μέγεθος και την ένταση των πλημμυρικών φαινομένων.

Σε βάλτους των δασών ψυχρών περιοχών το ερυθρό σφενδάμνι είναι ένα κοινό είδος Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 50


-Βάλτος (Swamp). Είναι υγροτοπική περιοχή-οικοσύστημα που χαρακτηρίζεται από ανόργανα εδάφη με κακή αποστράγγιση και από τα φυτά κυριαρχούν τα δένδρα, όπως σφενδάμια (π.χ., Acer sp.,), λεύκες (Populus sp.,) πλατάνια (Platanus sp.,) κ.ά. Οι βάλτοι συχνά βρίσκονται σε χαμηλά υψόμετρα, σε εδάφη με κακή αποστράγγιση νερού, είναι δίπλα σε λίμνες και ποτάμια που τα εφοδιάζουν με νερό. Μερικοί βάλτοι αναπτύσσονται ως διάδοχη κατάσταση όταν έλη γεμίζονται από φερτά υλικά, και έτσι επιτρέπουν την ανάπτυξη δένδρων και ξυλωδών θάμνων. Πολλά από αυτές τις περιοχές εμφανίζονται κατά μήκος μεγάλων ποταμών, όπου εξαρτώνται κριτικά από τη φυσική διακύμανση του νερού του ποταμού. Άλλα όμως απαντώνται στις όχθες μεγάλων λιμνών. Μερικές τέτοιες περιοχές είναι προεξοχές εδάφους που καλύπτονται από υδρο-ελόβια βλάστηση ή βλάστηση που ανέχεται περιοδικό πλημμυρισμό. Μπορούμε να διακρίνουμε επίσης, βαλτώδη δάση ή και βαλτώδεις θαμνώνες. Το νερό σε αυτό το βάλτο μπορεί να είναι γλυκό, υφάλμυρο ή θαλασσινό. Μερικοί τέτοιοι πολύ μεγάλοι βάλτοι βρίσκονται κατά μήκος των μεγάλων ποταμών του Αμαζονίου, του Μισισιπή και του Κονγκό. Στην Ευρώπη τέτοιοι μεγάλοι βάλτοι υπάρχουν στην δυτική Σιβηρία, στη Λευκορωσία και Ουκρανία. (Βυθίσματα εδάφους κορεσμένο διαρκώς από νερό που υποστηρίζουν κυρίως δενδρώδη βλάστηση). Δάση που βρίσκονται σε πλημμυρικό καθεστώς περιστασιακά δεν αποτελούν βάλτους. Και εδώ μπορεί να αποτίθεται τύρφη αν είναι πολύ μεγάλης ηλικίας η αρχική εδαφική λεκάνη. Και τα έλη και οι βάλτοι μπορεί να περιέχουν γλυκό, υφάλμυρο ή και αλμυρό νερό. Υγρότοποι οργανικών εδαφών. Γενικά αυτοί οι υγρότοποι αναφέρονται ως "τυρφώνες" σε αναγνώριση των κοινών τους ικανότητα να σχηματίζουν τύρφη (οργανικό χώμα που παράγεται από τη συσσώρευση του φυτικού υλικού). Υπάρχουν δύο κύριοι τύποι των τυρφώνων - Bogs and Fens , που αμφότεροι εμφανίζονται σε παρόμοιες κλιματικές και γεωγραφικές περιοχές. -Τέλματα φτωχά σε θρεπτικά συστατικά (Bogs)- Είναι ένα τύπος υδάτινου οικοσυστήματοςυγρότοπος, που χαρακτηρίζονται από υγρά, σπογγώδη, κακώς αποστραγγιζόμενα τυρφώδη εδάφη, που κυριαρχούνται από την αύξηση των βρύα Sphagnum, αλλά και χέρσα εδάφη με επικράτηση ιδιαίτερα με το γένος Chamaedaphne. Συνήθως, αυτοί οι τυρφώνες βρίσκονται γύρω από ένα σώμα ανοικτού νερού (π.χ., λίμνη). Είναι ο πιο κοινός τύπος των υγροτόπων στις αρκτικές περιοχές, ενώ απαντώνται και σε περιοχές με ψυχρά αλλά και εύκρατα κλίματα. Αυτό το τέλμα είναι μια βουρκώδη περιοχή που συσσωρεύει τύρφη (απόθεση νεκρών φυτικών υλικών –συχνά βρύα και στην πλειονότητά τους sphagnum moss) και χαρακτηρίζονται από υψηλό υδροφόρο ορίζοντα και οξύφιλη βλάστηση. Το νερό που ρέει μέσα ή έξω από τα ‘’Bogs’’ είναι εντελώς εξαρτώμενο από τη βροχόπτωση. Επίσης, λόγω της χαμηλής αποστράγγισης, το νερό στα ‘’Bogs’’ είναι όξινο και φτωχό σε θρεπτικά συστατικά. Τα ‘’Bogs’’ καλύπτονται με ένα παχύ στρώμα βλάστησης που επιπλέει και η οποία κυριαρχείται από βρύα σφάγκνου, αλλά συχνά περιέχουν και θάμνους με οξύφιλα φυτά (π.χ., βατόμουριες, αγριοφράουλες, ροδόδεντρο, αζαλέα, ορτανσια) και μερικές φορές δέντρα όπως είναι η ερυθρελάτης. Αντίθετα, οι αλκαλικές βουρκώδεις περιοχές καλούνται ‘’Fens’’. Σε ένα τέλμα η σταδιακή συσσώρευση των σε αποσύνθεση φυτικών συστατικών λειτουργεί ως μία δεξαμενή κατακράτησης άνθρακα και διοξειδίου του άνθρακα. Τα τέλμα αυτό δημιουργείται όταν το νερό στην επιφάνεια του εδάφους είναι όξινο και έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε θρεπτικά συστατικά. Σε μερικές περιπτώσεις το νερό προέρχεται εξολοκλήρου από τη βροχόπτωση και σε αυτή την περίπτωση λέγονται ‘’ομβροτροφικά’’ τέλματα. Τα τέλματα αυτά μπορεί να αναπτυχθούν σε διαφορετικές καταστάσεις που εξαρτώνται από το κλίμα και την τοπογραφία. Έτσι, αναπτύσσονται σε κοιλάδες με ήπιες κλίσεις ή και σε κοιλότητες-βυθίσματα, αλλά και σε υψίπεδα πάνω σε όξινο ή μη όξινο υπόστρωμα. Επίσης, δημιουργούνται σε οποιαδήποτε υγροτοπική περιοχή με εδάφη διαρκώς κορεσμένα από νερό, εξαιρετικά χαμηλής περιεκτικότητας σε θρεπτικά συστατικά και όπου υπάρχουν αποθέσεις τύρφης, αλλά και όπου η τυρφογένεση εξακολουθεί να είναι ενεργή σήμερα. Τα ‘’Bogs’’ είναι τοποθετημένα υψηλότερα από το περιβάλλον τοπίο και αποκτούν το περισσότερο νερό τους από τη βροχόπτωση (ομβροτροφικά). Αντίθετα, τα Fens τοποθετούνται σε Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 51


πλαγιές ή επίπεδες επιφάνειες ή και σε βυθίσματα, αλλά παίρνουν νερό και από τη βροχόπτωση και από επιφανειακές εισροές. Επίσης, ενώ τα ‘’Βοg’’ έχει πάντοτε όξινο περιβάλλον και είναι φτωχό σε θρεπτικά συστατικά, τα ‘’Fens’’ μπορεί να έχουν όξινο ή αλκαλικό περιβάλλον και από την άποψη των θρεπτικών συστατικών μπορεί είτε να είναι φτωχά είτε πλούσια σε περιεκτικότητα θρεπτικών συστατικών.

Bog στον Καναδά περιτριγυρισμένο με ερυθρελάτη (Picea mariana) και αμερικάνικο πεύκο (Larix laricina).

Το νερό που απορρέει από ένα τέλμα έχει χαρακτηριστικό σκουρόχρωμο χρώμα, που προέρχεται από τη διάλυση των τανινών της τύρφης. Σε γενικές γραμμές η χαμηλή γονιμότητα και το δροσερό έως ψυχρό κλίμα μιας περιοχής δημιουργούν σχετικά αργή ανάπτυξη των εκεί φυτών, αλλά και η αποσύνθεσή τους είναι ακόμη πιο αργή, λόγω του κορεσμένου εδάφους από νερό. Ως εκ τούτου η τύρφη συσσωρεύεται με την πάροδο των ετών και καλύπτει αρκετά μέτρα σε βάθος, όπως έχει διαπιστωθεί στα τενάγη των Φιλίππων και στη λίμνη Καλοδίκη στην Πάργα. Οι μεγαλύτεροι τέτοιοι τυρφώνες από τέλματα απαντούν στη δυτική Σιβηρία, στη βόρειο Αμερική, ενώ στη βόρεια Ευρώπη είναι πολύ διαδεδομένοι οι τυρφώνες με είδη Sphagnum. Τα τέλματα αυτά, έχουν διακριτά σύνολα φυτικών και ζωϊκών ειδών, αρκετά εξειδικευμένα. Οι περισσότεροι οργανισμοί στα τέλματα πρέπει να έχουν την ικανότητα να ανέχονται χαμηλά επίπεδα θρεπτικών συστατικών και υπερ-προσφορά-πλημμυρισμός από νερό. Οι ερικώδεις θάμνοι στα τέλματα είναι συνήθως αειθαλείς, ώστε να υποβοηθείται η διατήρηση των θρεπτικών συστατικών. Σε ξηρότερες τοποθεσίες μπορεί να απαντηθούν αειθαλή δένδρα, ενώ τα σπαθόχορτα ή βούρλα είναι από τα πλέον κοινά είδη. Εδώ απαντώνται και σαρκοφάγα φυτά και ορχιδέες που έχουν προσαρμοστεί σε αυτές τις συνθήκες χρησιμοποιώντας ασπόνδυλα και μυκορριζικούς μύκητες, ως πηγή θρεπτικών συστατικών, ενώ ορισμένα είδη μυρτιάς διαθέτουν οζίδια στη ρίζα τους για να προσλαμβάνουν και να καθηλώνουν το άζωτο, ως συμπληρωματική πηγή θρεπτικών. Εξάλλου, τα τέλματα αυτά παρέχουν ενδιαιτήματα σε θηλαστικά, όπως κάστορες, άλκες, καριμπού αλλά και παρυδάτια είδη πτηνών που φωλιάζουν εδώ. -Τέλματα πλούσια σε θρεπτικά συστατικά (Fens): Είναι ένα τύπος υδάτινου οικοσυστήματος-υγρότοπος, που χαρακτηρίζεται από τυρφώδες έδαφος, κορεσμένοι από νερό όπου κυριαρχείται από αγρωστώδη φυτά, βούρλα και καλάμια. Αυτός ο τύπος συναντάται σε αλκαλικά εδάφη μάλλον παρά σε όξινα, ενώ λαμβάνουν νερό κυρίως από επιφανειακές απορροές και από υπόγειους υδροφορείς Είναι παρόμοια με τα ‘’Bogs’’, αλλά τα επίπεδα των θρεπτικών αλάτων είναι υψηλά διότι τροφοδοτούνται και απορρέουν νερά από ρέματα και ρυάκια. Αυτοί οι τυρφώνες βρίσκονται σε αλκαλικές περιοχές και τροφοδοτούνται με νερό Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 52


κυρίως από επιφανειακά και υπόγεια νερά. Και τα ‘’Fens’’, όπως και τα ‘’Bogs’’, είναι τυρφώνες. Ωστόσο, το νερό στα ‘’Fens’’ είναι περισσότερο αλκαλικό (λιγότερο όξινο). Η πρωταρχική βλάστησή τους αποτελείται από αγρωστώδη (π.χ γένη Spartina, Distichlis, Panicum) και βούρλα ή σπαθόχορτα (sedges) (π.χ γένη Carex, Cyperus, Eleocharis, Eriophorum, Scirpus, Schoenoplectus, Schoenus, Boblboschoenus, Ascolepis ) (τα σπαθόχορτα είναι διαφορετικά από τα βούρλα, καθώς έχουν τριγωνικές συνήθως διατομές στα φύλλα τους, με λίγες εξαιρέσεις και με σπειροειδώς διαταγμένα φύλλα). Τα ‘’Fens’’, σε αντίθεση με τα ‘’Bogs’’, δεν περιέχουν Sphagnum βρύα (π.χ., Ditrichum pusillum, Polytrichum commune var. perigoniale, and Sphagnum angustifolium – πρώτη καταγραφή σφάγκνου στην Ελλάδα). Τα ‘’Fens’’ συντηρούνται από την αργή αποστράγγιση επιφανειακών ή υπογείων υδάτων.

Επομένως, αυτοί οι δύο κύριοι τύποι των οργανικών υγροτόπων, χαρακτηρίζονται από διαφορετικό υδρολογικό καθεστώς. Τα ‘’Βοgs’’ τροφοδοτούνται κυρίως από τις βροχοπτώσεις και με σχετικές μικρές ποσότητες από επιφανειακές απορροές, ενώ οι απορροές τους οδεύουν προς τα υπόγεια νερά. Έτσι, η συσσώρευση του οργανικού υλικού συνεισφέρει στον όξινο χαρακτήρα τους. Τα Fens αντίθετα τροφοδοτούνται κυρίως από επιφανειακά και υποεπιφανειακά νερά. Έτσι, ο χημισμός τους εκπορεύεται από τη γεωλογία του υποστρώματός τους και μπορεί να είναι εντελώς αλκαλική όταν δέχονται νερά από ασβεστολιθικές πηγές (βλ. παραπάτω σχήμα). ‘’Βogs’’ και ‘’Fens’’ συχνά απαντούν δίπλα δίπλα. Συνήθως, δεν υπάρχει αυστηρή διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο τύπων υγροτόπων, αλλά μια ομαλή μετάβαση από το ένα είδος στο άλλο. Γενικά τα ‘’Bogs’’ κυριαρχούνται από την υπερβολική ανάπτυξη των βρύων Sphagnum sp., και Chamaedaphne sp. Στην Ελλάδα, σφαγκνώνες – ελωδολίβαδα (βαλτώδη και ελώδη έκταση των εύκρατων και ψυχρών ή ορεινών περιοχών του βορείου ημισφαιρίου με κύριο είδος το βρύο Sphagnum sp.) απαντώνται σε πολύ περιορισμένες περιοχές και αποτελούνται συνήθως από σπάνια είδη της ελληνικής χλωρίδας. Τα Σφαγκνώδη ή τυρφώδη ελωδολίβαδα αποτελούν χαρακτηριστικές Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 53


διαπλάσεις υγρών περιοχών η υγρασία των οποίων είναι κλιματική και όχι εδαφική ή φρεάτια, οφείλεται δε σε βροχοπτώσεις και κυρίως σε συχνή, σχεδόν διαρκή ομίχλη και στερούνται τελείως τα ανόργανα στοιχεία. Αυτά τα λιβάδια συγκροτούνται από βρύα και κυρίως από σφάγκνα, και η άριστη θερμοκρασία ανάπτυξής τους κυμαίνεται μεταξύ 50-80 Κελσίου. Για τον λόγο αυτό, αυτά τα λιβάδια εμφανίζονται μόνον σε εύκρατες πεδινές περιοχές, όπως και σε ορεινές, πάνω το υψόμετρο των 700 μέτρων. Οι τυρφώδεις αυτές διαπλάσεις, όπως και οι ερεικώνες, με τους οποίους συγγενεύουν, αναπτύσσονται σε εδάφη λιμνών ή τελμάτων της εποχής των παγετώνων, το νερό των οποίων έχει εξαντληθεί από υδροχαρείς φυτικές ενώσεις, Potamogeton sp., Myrioplyllum sp., Nymphaea sp., και άλλων ελοχαρών ή υδρόβιων φυτών, τα οποία έχουν καταναλώσει κάθε ανόργανη τροφή, ειδικά ασβέστιο, και έχουν συμβάλλει, με την ατελή τους οξείδωση των νεκρών φυσικών συστατικών τους στη δημιουργία κατάλληλου χουμικού υποστρώματος για την ανάπτυξη και εγκατάσταση των σφάγκνων, τα οποία είναι οξύφιλα, και γι΄αυτό μετά την εγκατάστασή τους εξακολουθούν να αυξάνουν την οξύτητα μέχρι την άριστη γι΄αυτά τιμή, ρΗ 4,9-5,2. Ως ελληνικό παράδειγμα για σφαγκνώνα, αναφέρεται συχνά η περιοχή Λαϊλιά Σερρών (έκτασης όπου η σύνθεση της εκεί βλάστησης αποτελείται από τα βρύα Sphagnum palustre, Sph.contortum, Mnium affine, από τα ελόφυτα Carex echinata, C.rostrata, Scirpus sylvaticus, Eriophorum angustifollium, και τα συνοδά ποώδη Geum coccineum, G.rivale, Potentilla erecta, Orchis latifolia, Luzula sudetica, Filipendula ulmaria, Agrostis alba, Galium palustris, Ranunculus acer, Τrifolium spadiceum, Μyosotis palustris, αλλά και σποραδικά υπολείμματα ξυλώδους βλάστησης. -Swale, ορίζονται υγρές αυλακώσεις βυθίσματα σε μια χαμηλή περιοχή γης που είναι υγρή ή ελώδης. Είναι επίσης δημοφιλής έννοια σε κεκλιμένες κατασκευές εδάφους, για τη συλλογή βρόχινου νερού και για την προστασία του εδάφους. Συνήθως, αναφέρονται σε ένα χαντάκι συλλογής ή απομάκρυνσης του νερού. Σε ξηρά κλίματα η υπάρχουσα ή φυτευόμενη βλάστηση κατά μήκος των ‘’Swale’’ λειτουργεί ωφελιμιστικά για τη συγκέντρωση της απορροής, ενώ τα εκεί δένδρα και θάμνοι μειώνουν την εξάτμιση του νερού και παρέχουν σκιά. Εξάλλου ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα στενά και επιμηκυσμένα ρηχά αυλάκια που παρατηρούνται συνήθως σε αμμουδιές και αμμοθινικά συστήματα και τα οποία βρίσκονται παράλληλα στην ακτογραμμή. -Seep. Η έννοια αυτή περιγράφει μια περιοχή ή θέση όπου το νερό στάζει μέσα από το έδαφος, συχνά κάτω από μια πλαγιά. -Moor ή Moorland. Eίναι ένας τύπος οικοτόπου που βρίσκεται στα ορεινά σε εύκρατα λιβάδια, σε σαβάνες και σε θαμνώδεις διαπλάσεις (π.χ. τροπική Αφρική, δυτική και βόρεια Ευρώπη, βόρεια Αυστραλία, και Αμερική, Κεντρική Ασία και Ινδία) και που χαρακτηρίζονται από χαμηλή βλάστηση σε όξινα εδάφη. Στις μέρες μας το ‘’Moorland’’ σημαίνει επίσης γενικά ακαλλιέργητοι λόφοι, χερσότοποι και είναι στενά συνδεδεμένα με τους ερεικώνες (π.χ. ερείκη, Erica sp., Galluna vulgaris, Ulex). Σε γενικές γραμμές αναφέρονται σε λόφους και υψώματα, στη ζώνη υψηλής βροχόπτωσης, ενώ τα ‘’Ηeath’’ αναφέρονται σε πεδινές ζώνες και είναι πιθανό να προέκυψαν ως αποτέλεσμα ανθρώπινων δραστηριοτήτων (Ευρωπαϊκοί τυρφώνες όπου επικρατούν ερεικώνες και θάμνοι με βατομουριές, αγριοφραουλιές, κ.ά.). -Βουρκώδες Τέλμα (Mires): Είναι ενεργός τυρφώνας που κυριαρχείται από ζωντανά φυτά που σχηματίζουν τύρφη (μισοαπανθρακωμένη βλάστηση). Για την υγρασία τους και την τροφοδοσία τους με νερό, στηρίζονται στα νερά της βροχής. Συνήθως έχουν έλλειψη σε οξυγόνο και φώσφορο, αν και μπορεί να διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό ως προς τις συγκεντρώσεις του αζώτου. Δηλαδή, τα βουρκώδη τέλματα υποδηλώνουν ότι είναι ‘’ζωντανά λείψανα’’, ή καλύτερα προσομοιάζονται με ένα ‘’ζωντανό δέρμα που καλύπτει ένα πολύ παλαιό σώμα’’, στο οποίο τα διαδοχικά στρώματα ανάπτυξης των φυτών και τα φυτά σε αποσύνθεση διατηρούνται στρωματογραφικά σε τέτοια ποιότητα που είναι άγνωστη σε άλλα υγροτοπικά περιβάλλοντα. Τα ‘’Bogs’’ και τα ‘’Fens’’ είναι δύο τύποι βουρκωδών τελμάτων (Μires). Τα

39 στρεμμάτων, σε υψόμετρο 1470 μέτρα και έχει ανακηρυχθεί Μνημείο της Φύσης),

Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 54


Βουρκώδη Τέλματα διακρίνονται από ένα βάλτο –swamp, γιατί στερούνται δενδρώδους βλάστησης, (αν και μερικά ‘’Bogs’’ έχουν περιορισμένα δένδρα ή θάμνους) και κυριαρχούνται από αγρωστώδη και βρύα. Επίσης, διακρίνονται από ένα έλος –marsh, για τα θρεπτικά συστατικά του νερού και τη κατανομή τους (τα έλη χαρακτηρίζονται από στάσιμα ή αργά κινούμενα

νερά με πλούσια θρεπτικά, ενώ τα νερά στα βουρκώδη τέλματα τοποθετούνται ως επί το πλείστον κάτω από το επίπεδο της επιφάνειας του εδάφους), όπως και από τα φυτά τους (γενικά τα φυτά στα έλη είναι βυθιζόμενα υφυδατικά ή επιπλέοντα).

Η Ελλάδα έχει υποδείξει έντεκα (11) υγροτοπικές περιοχές, οι οποίες περιλήφθηκαν αρχικά στον κατάλογο των προστατευόμενων περιοχών της Σύμβασης Ramsar. 1.Λιμνοθάλασσα Κοτύχι και Δάσος Στροφυλιάς, 2.Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου , 3.Αμβρακικός Κόλπος, 4.Λίμνη Μικρή Πρέσπα, 5.Δέλτα Αξιού - Λουδία - Αλιάκμονα και Αλυκή Κίτρους, 6.Λίμνες Βόλβη και Κορώνεια, 7.Λίμνη Κερκίνη, 8.Δέλτα Νέστου, 9.Λίμνη Βιστωνίδα - Λιμνοθάλασσα Πόρτο-Λάγος, 10.Λίμνη Ισμαρίδα & σύμπλεγμα λιμνοθαλασσών Θράκης, 11.Δέλτα Εβρου. Εκτός από τους παραπάνω υγροτόπους υπάρχουν και πολύ άλλοι, τουλάχιστον 20, εξαιρετικής σημασίας και σημαντικότητας σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, όπως είναι μεταξύ των άλλων το δέλτα του Αχελώου, η λίμνη Βεγορίτιδα κ.ά.. __________ Ενδεικτικές Βιβλιογραφικές Πηγές και Αναφορές: -Γεράκης, Π.Α. και Ε.Θ. Κουτράκης (συντονιστές έκδοσης). 1996. Ελληνικοί υγρότοποι. Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων-Υγροτόπων (ΕΚΒΥ) και Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος. Αθήνα. 382 σελ. -Καλαϊτζίδης Σ., 2007. Η Εξέλιξη της τυρφογένεσης στην Ελλάδα. Διδακτ., Διατρ., Πανεπιστήμιο Πατρών, 350σελ., + παραρτ., 184σελ. -Ζαλίδης, Γ.Χ., T.L. Crisman και Π.Α. Γεράκης (συντονιστές έκδοσης). 2002. Αποκατάσταση Μεσογειακών υγροτόπων. MedWet. ΥΠΕΧΩΔΕ, Αθήνα, και Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων-Υγροτόπων (ΕΚΒΥ), Θέρμη. 286 σελ. -Ζαλίδης, Γ.Χ. και Α. Μαντζαβέλας (συντονιστές έκδοσης). 1994. Απογραφή των ελληνικών υγροτόπων ως φυσικών πόρων (Πρώτη προσέγγιση). Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων-Υγροτόπων (ΕΚΒΥ). Θέρμη. 587 σελ. -Φυτώκα Ε., και Ν. Κόντος. 2002. Συγκέντρωση απογραφικών δεδομένων για επιλεγμένες υγροτοπικές περιοχές. Υπουργείο Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων-Υγροτόπων. Θέρμη. 40 σελ. + xi παραρτήματα. -AlKhudhairy, D.H.A., C. Leemhuis, V. Hoffmann, R. Calaon, I.M. Shepherd, J.R. Thompson, H. Gavin, D. Gasca Tucker, H. Refstrup Sorenson, A. Refsgaard, G. Bilas, G. Zalidis, and D. Papadimos. 2000. Innovative technologies for scientific wetland management, conservation and restoration. International Association of Hydrological Sciences (IAHS). Publication Nο, 267. -Cowardin et al, 1979. Classification of wetlands and deepwater habitats of the U.S, 131pp., US Department of Interior, Fish and Wildlife Service, Office of Biological Service, Washington, D.C., 20240). -Farinha, J.C., L. Costa, G.C. Zalidis, A. Mantzavelas, Eleni N. Fitoka, N. Heeker, and P. Tomas Vives. 1996. Mediterranean wetland inventory. Habitat description system. Instituto da Conservaçăo da Natureza (ICN), Greek Biotope/Wetland Centre (EKBY), and Wetlands International (WI). Medwet - Wetlands International Publication Volume III. Lisboa. 84 p. - Grillas, P., P. Gauthier, N. Yavercovski, C. Perennou, 2004. Mediterranean temporary pools. Issues relating to conservation, functioning and management. Vol. I, 128pp. -Hruby Th., Cesanek W. E. and Miller K. E., 1995. Estimating Relative Wetland values for Regional Planning, Wetlands, Vol. 15, No 2 June. -Hruby T., S. Stanley, T. Granger, T. Duebendorfer, R. Friesz, B. Lang, B. Leonard, K. Mrch, A. Wald, 2000. Methods for assessing wetland functions. Vol. II, Assessment methods. WA State Department of Ecology Publ., 00-06-47. -Kaldorn R N., 1975. Γιατί είναι αναγκαίες οι περιφερειακές πολιτικές, στο: Χατζημιχαλης Κ., (επιμ.), 1992. Περιφερειακή Ανάπτυξη και Πολιτική, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα. -Novitzki R.P., R.D. Smith, J.D. Fretwell, 2000. Restoration, creation and recovery οf wetlands. Wetland function, values and Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 55


assessment. http:// www.ramsar.org. -Zalidis, G.C., A.L. Mantzavelas, and Eleni N. Fitoka. 1996b. Mediterranean wetland inventory. Photointerpretation and chartographic conventions. A MedWet publicaton. Greek Biotope/Wetland Centre, Instituto da Conservacao da Natureza, and Wetlands International. 36 p. -Zalidis, G.C, T.L.Crisman, and P.A. Gerakis (editors). 2002. Restoration of Mediterranean wetlands. A MedWet publication. Hellenic Ministry of the Environment, Physical Planning and Public Works, Athens, and Greek Biotope/Wetland Centre (EKBY), Thermi, Greece. 237 p. http://www.ramsar.org/activity/culture-and-wetlands http://www.oikoskopio.gr/ygrotopio/general/article.php?id=10&lang=el_GR http://www.ramsar.org/cda/en/ramsar-jan14-home2index/main/ramsar/1%5E26406_4000_0__ http://www.ramsar.org/cda/en/ home2index/main/ramsar/1%5E26406_4000_0_jan14 http://www.ramsar.org/cda/en/ramsar http://medwet.org/ , http://www.medwetlands-obs.org/ , http://medwet.org/publications/ http://www.geo.auth.gr/courses/gge/gge769e/f3.swf http://medwet.org/publications/ http://www.ekby.gr/ekby/el/EKBY_Greek_Wetlands_el.html www.ellet.gr/sites/default/files/2009_NGORamsarReport_GR.pdf

__________

Ο Δρ. Θεόδωρος

Σ. Κουσουρής, διετέλεσε πάνω από μια

δεκαετία Διευθυντής του Ινστιτούτου Εσωτερικών Υδάτων, στο Ελληνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), Δ/ντής ερευνών στο ΕΛΚΕΘΕ ( ΕΚΘΕ & ΙΩΚΑΕ), αλλά και επιστημονικός σύμβουλος σε Υπουργεία, Περιφέρειες, ΟΤΑ, ΔΕΥΑ, αναπτυξιακές & τεχνικές εταιρίες. Κατέχει Διδακτορικό δίπλωμα στην οικολογία & προστασία του περιβάλλοντος από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, Master of Science University,

στους πόρους του περιβάλλοντος από το Salford U.K.,

Μεταπτυχιακό

δίπλωμα

στην

περιφερειακή

ανάπτυξη από το Πάντειο Πανεπιστήμιο Πολιτικών Επιστημών & Μεταδιδακτορική ειδίκευση στην υδρο-οικολογία από το Zurich University, Switzerland. Έχει

λάβει μέρος σε εθνικά & ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα ως επιστημονικός υπεύθυνος ή και ως

συμμετέχον, αλλά και σε πραγματογνωμοσύνες, σε μελέτες σκοπιμότητας & σε ειδικές μελέτες περιβαλλοντικών όρων-επιπτώσεων. Οι επιστημονικές του δημοσιεύσεις σε διεθνή περιοδικά ξεπερνούν τις 250, όπως και οι συμμετοχές του σε διεθνή και ελληνικά συνέδρια, συμπόσια και σεμινάρια. Άρθρα του με περιβαλλοντικό προβληματισμό δημοσιεύονται στον ημερήσιο έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, σε ιστοχώρους & σε weblogs, ενώ έχει συγγράψει βιβλία με οικολογικό και περιβαλλοντικό περιεχόμενο για το σχολείο & το ελεύθερο εμπόριο. Ως επιμορφωτής οι δραστηριότητές του, καλύπτοντας αντικείμενα οικολογικών και περιβαλλοντικών ζητημάτων, έλαβαν χώρα, μεταξύ των άλλων, σε προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές Πανεπιστημίων (π.χ., Πάτρας, Αιγαίου, Πολυτεχνείο Κρήτης), στην επιμόρφωση στελεχών της Διοίκησης, νέων επιστημόνων (π.χ., ΤΕΕ, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ), εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας & δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κέντρων Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης κ.ά. Δρ. Θ. Σ. Κουσουρής

Υγροτοπικές Αναζητήσεις

σελ. 56

Υγρότοποι  
New
Advertisement