Issuu on Google+

Όποιο στίχο κι αν αφαιρέσεις Τα χρόνια μου πληγές Και πάλι θα σημαίνει

Ποιητική συλλογή Αθήνα, 2002


Ένα στεφάνι από ματωμένα χαμόγελα Έχεις στο κεφάλι και η κόμμωσή Σου φαντάζει ωραία. Στους εξαίσιους προβολείς Το θλιμμένο σου πρόσωπο, μοιάζει με χαμόγελο Μικρού παιδιού που παίζει ξέγνοιαστο στις πλαγίες του παραδείσου. Τα μάτια σου ακολουθούν το ρυθμό μια μελωδίας μαγικής, Που ξεκίνησε από το γαλάζιο του ουρανού Και σε ταξιδεύει στο μαύρο της αβύσσου. Κάθε αυλάκι του μυαλού σου αρχίζει να αδειάζει Κάθε ανάμνηση θα έχει χαθεί όταν σβήσουν τα φώτα Και το μόνο που θα έχει μείνει, θα ‘ναι μια ιστορία βαρετή Γραμμένη πάνω στα φύλλα μια κλαμένης αμυγδαλιάς Που θα τα πάρει ο άνεμος να τα ταξιδέψει Μπροστά από τα μάτια των ανθρώπων, για να θυμίζει στο δικό σου όνειρο πως κάποτε υπήρξες μα δεν τόλμησες να το αγγίξεις. Και όταν η δύναμη του ανέμου Σωπάσει τις φωνές που άκουγες τη νύχτα Και τα πουλιά πάψουν να θρηνούν για τη χαμένη ομορφιά τους Τότε θα γραφτεί το τραγούδι των αγγέλων Για να θυμίζει το όνομά σου


Πως χάνομαι έτσι στα κρυφά Και ζω κι απόψε με όνειρα κλεμμένα Με χτύπους αθόρυβους βαθιά μες την καρδιά Να κινούμαι στα σκοτάδια με ζάρια πουλημένα

Πως γίνεται τα πράγματα θολά κύκλους να χαράζουν Γύρω απ’ την ύπαρξή μου μια εποχή πλανεύτρα τρέχει Στους δρόμους αλήτικα φιλιά και τα όνειρα που μένουν ξένα Να αφήνουν δρόμους ανοιχτούς μα να μη χωράν’ εμένα

Πως γίνεται να γράφω στίχους και για ποιόν Δεν άντεξα τον κόσμο στην ψυχή μου στο μυαλό Πέρασα πολλά και ζωντανό το τίποτα- εδώ να λες πως κρίμα Μα γίνεται κι αυτό, η ζωή μου είναι λίγο rock με κανενός δεν κάνει ρίμα.


Όπως οι κολώνες αρχαίων ναών Σπαράγματα αιώνων με δάφνες θαμμένων Ενθυμήματα σ’ ανθρώπους ανίδεους εποχών πουλημένων Το ίδιο σπαράγματα οι λέξεις δικές μου Στεφάνι σε καιρούς δίχως ευχή να μένουν Χωρίς ανάσα αγώνας ταχύτητας Λείψανα πολέμου συνείδησης εφηβικής θρασύτητας Που αν και παιδί ακόμα ο κόσμος Παιδιά δεν έχει να εκδικηθούν Θάνατο ονείρων κεκοιμημένων Χαλάσματα ζωής θρασύδειλων νέων Πουλιά δίχως φτερά γιατί σε σύρματα μπλέχτηκαν Φωτιά στη σκιά όσων ξέφυγαν και μπόρεσαν και δέθηκαν Στο όνειρο στη δύση Στην πόρτα κόσμου που ‘χει κλείσει Και φαντασία το αντίτιμο Για τα χρόνια που δε χάθηκαν Μόνο που να… Αντίθετα καθώς απ’ το ρεύμα ταξίδευαν Μόνα τους ξεχάστηκαν Και για να επιβιώσουν απλώς μοιράστηκαν Σε δύο κόσμους, ο ένας κοντά μας Ο άλλος μακριά, πίσω απ’ τα όνειρά μας…


Ποιος είσαι αν αρνηθείς την καταγωγή σου; Όταν αρνηθείς συγγενείς και τόπους που σε ανέθρεψαν; Ποιο το παρελθόν σου όταν πατρίδα σου αποκαλείς τους στίχους Και συγγενείς τους ποιητές τους; Όταν σε ψεύτικους ζεις κόσμους και πραγματικός φίλος Μόνο η σιωπή, συντροφιά η φαντασία ; Και τι απομένει όταν απαρνηθείς τα πάντα για το τίποτα, Όταν αποποιείσαι τη ζωή με αντάλλαγμα το φάντασμά της τι μένει; Κι αν τύχει και οι στίχοι σ’ αρνηθούν τι συμβαίνει; Πες μου τότε τι είσαι-αν είσαι και πως-και ποιος έχει μείνει Να σε θυμίζει και το χαμόγελό σου να ξέρει να το ζωγραφίζει .


ΣΤΡΟΦΕΣ Α. Τι κι Τι κι Τι κι Τι κι

αν αν αν αν

έντυσα τα όνειρά μου με νότες πίστευα πάντα τους όμορφους στίχους έφτιαξα έναν κόσμο από γυαλί έκλεισα μέσα τους όμορφους ήχους

Είμαι στην άκρη ενός ήλιου και πάλι Και δεν έχω ένα χάδι να μου λείπει το βράδυ Είμαι στην μέση ενός κύκλου σαν πρώτα Μόνο που τώρα δεν ξέρω ποιος τάχα θα το μάθει αν κάποτε χαθώ. Β. Κι αν υπάρχει η αγάπη, ποιος ξέρει τι σημαίνει και ποιος τάχα να αγαπά;; Κι αν υπάρχει το χάδι, ποιος μπορεί να το δώσει Χωρίς να ζητάει πολλά;;


Μη μου μιλάς…

Μη μου μιλάς για αγάπες παλιές Δε θέλω να ξέρω Μη μου μιλάς για λόγια του χτες, Η ψυχή μου με καίει. Γιατί ό,τι αγάπησα εγώ Χάθηκε μια νύχτα στο βοριά. Κι ό,τι έζησα, Έγινε δάκρυ που πλημμύρισε Την ψυχή μου, Φωτιά που έκαψε τον κόσμο.


Μη μου μιλάς για τον ήλιο που Βγαίνει τα πρωινά, Δε θέλω να νιώσω. Μη μου μιλάς για ανέμελες Φωνές στους δρόμους, Οι αναμνήσεις μου ματώνουν. Γιατί ό,τι η ζωή μου χάρισε Το πήραν δυο σύννεφα μια Νύχτα του χειμώνα. Και τα ίχνη τους τα έσβησε η Τρελή βροχή μιας παγωμένης Άνοιξης, Λίγο πριν του γκρίζου καλοκαιριού Την ώρα. Μη μου μιλάς για την ευτυχία, Είναι πια αργά, δε θέλω. Ούτε για την αγάπη σου μη μου μιλάς. Μπορεί να τελειώνει εκεί που φτάνει ο ουρανός Μα είναι πάντα λίγο. Μη μου μιλάς για χαμόγελα Που χάθηκαν στο σκοτάδι. Ήμουν μόνο ένα παιδί που Φώναζε βοήθεια χωρίς να το καταλάβει. Μη μου μιλάς για ανθρώπους Που-δίχως ένα χάδι-συνήθισαν Να ζουν και να πονούν. Μίλα μου μόνο για Τα παιδιά τους που μεγάλωσαν Και ποτέ δεν ξεχνούν.


Το όνομά σου Τη ζωή σου τυλίγει ένα παραμύθι, Δεν ξέρω το όνομά σου, Έχω ψάξει μόνο στις μέρες Που θυμίζουν το άρωμα σου. Κραυγή μέσα στο πλήθος. Ποιος γυρεύει την αλήθεια; Έχω μάθει να ξεχνάω μα πάντα θέλω να ρωτάω: Που τελειώνει η ζωή και αρχίζει η συνήθεια; Κραυγή μέσα από ήχους που ξέχασαν να υπάρξουν. Κάτι όνειρα έχουν μόνο μείνει Που ήθελαν τις αλήθειες μας να κάψουν. Κι αυτά τέλειωσαν, Κι έμεινε το όνομά σου μόνο, Ανέγγιχτο μέσα στην πορεία Τον χώρο και το χρόνο. Καθώς τους αιώνες θα περνάω Το όνομά σου θα ρωτάω. Για να μάθω κάποια μέρα Τι είναι τάχα εκείνο που άλλαξε της ψυχής μου την τροχιά. Άνθρωπος ή φαντασία; Άγγιγμα Αγγέλου ή μι πλάνη, μια κοροϊδία; Ήχοι που χάθηκαν μες την καταιγίδα Βλέμματα που έσβησαν με μια ελπίδα Σώματα που χάθηκαν χωρίς φροντίδα. Το όνομά σου όλα αυτά,


Κι άλλα τόσα, τόσα πολλά. Άνθρωποι μόνοι, όπως κι εγω, Κι η μοναξιά παγώνει. Έρημη χώρα τα όνειρά μου, Κι αυτή η πόλη. Χωρίς φροντίδα η ματιά μου, Το όνομά σου πες ξανά. Τι συμβαίνει; ποιος ρωτάει; Ένα δάκρυ η αλήθεια. Τι συμβαίνει; ποιος πονάει; Δεν πωλούνται πια τα παραμύθια.


I wish I was special. But I ‘ m only a tear no angel can cry I wish I was special But I ‘ m just a bird, I only can fly Forever thoughts no human can share Forever a dreamer like no one ever dare I wish I was special But I ‘ m only a shadow on your darkest road And if only I could choose, I’ d be the colour of the night I wish I was special And I wish I could touch the flame And if only I could stop the rain, Then I ‘ d promise NEVER BE THE SAME.


Ένα τσιγάρο για τη χαρά μου Αυτή που πήραν μακριά τα όνειρά μου Αυτή που είχα κι έφυγε σαν καπνός Αφήνοντας μόνα τα βήματά μου.


Είναι επικίνδυνο τα μάτια μου να τ’ αγαπάς Και τα λόγια που μου έχεις πει τα έχω χορτάσει Έχω περάσει από μέρες που δεν έχουν γυρισμό. Χίλια χρώματα στον ίλιγγο γυρνάνε Νύχτες αξημέρωτες τα όνειρά μου σπάνε. Είναι επικίνδυνο τα μάτια μου να τ’ αγαπάς Και τα όνειρα που έκανα παιδί έχουν χαλάσει. Έχω ξεχάσει να αγαπώ και το πολύ έχω μάθει να μισώ και να φοβάμαι. Είναι επικίνδυνο τα μάτια μου να τ’ αγαπάς Έχουν μια λάμψη πέρα απ’ τη δική σου φαντασία Έχουν ένα χρώμα άγνωστο στους δικούς σου κόσμους τους μικρούς Εγώ ζω σ’ ένα πλανήτη δίχως εξουσία. Είναι επικίνδυνο τα μάτια μου να τ’ αγαπάς Λίγες φορές έχω γιορτάσει Μα οι πιο πολλές έχουν μείνει μυστικές σ’ ένα κόσμο που τα ξωτικά των κυβερνάνε. Είναι επικίνδυνο τα μάτια μου να τ’ αγαπάς Δίχως ταυτότητα περνώ τα σύνορα και τραγουδώ Ένα χελιδόνι δίχως προορισμό Σ’ ένα ταξίδι που έταξε να κάνει. Είναι επικίνδυνο τα μάτια μου να τ’ αγαπάς Σου το φωνάζω μα εσύ τ’ αυτιά σου έχεις κλειστά. Μ’ ακούς; αντέχω. Τους δικούς μου κόσμους εσύ δεν πρέπει να γνωρίσεις.


«πρέπει να στρίψεις σε μια κόχη» λέει ο Ποιητής. Μα τι και ποιος με περιμένει εκεί; Αχ, να ‘ταν μια η κόχη. Αχ, να ‘ταν ένα το νησί. Να ‘μουνα κι εγώ μια άλλη, Να ‘κανα το ταξίδι ως εκεί.


Ξύπνησες ένα πρωί και Είπες ‘ΩΣ ΕΔΩ’ Και ήταν τόσο δυνατό Που αντηχούσε για μέρες, Στον κόσμο όλο Μα κανείς δεν άκουσε, Κανείς δεν κατάλαβε Ότι μιλούσες εσύ.


Και ήρθε το βράδυ, Μόνος και πάλι Με πολλές ερωτήσεις Σ’έναν κόσμο Χωρίς απαντήσεις. Κι ήρθε το πρωί Το μυαλό σου αδειανό, Η ψυχή σου κενή. Κλείνεις τα μάτια, Βλέπεις το μέλλον Ξυπνάς και τρομάζεις. Θέλεις να φύγεις Μα δεν πρέπει. Θέλεις να τρέξεις Και δε μπορείς Κι ήρθε το βράδυ Η ελπίδα και πάλι Πως κάποτε θα βγεις Απ΄τον λαβύρινθο Που σου ‘μαθαν να ζεις. Κι ήρθε το πρωί Η ελπίδα κρύφτηκε Κι ήρθαν Τα πρέπει και τα μη.

Κι έτσι πέρασαν μέρες πολλές Χωρίς να καταλάβεις Πως μεγάλωσες κι εσύ.


Πέρασε ο καιρός, Γράφτηκε κι η ιστορία Σ’ένα μικρό χαρτί Με υποσημείωση το δάκρυ Και τη δική σο αδυναμία Και τώρα πάλι Μόνος Διηγήσε στη συντροφιά σου Το κακό που προκάλεσε η αφέλειά σου.


Μόνη της κάθεται και κλαίει Χωρίς ποτέ της να το λέει Κι ό,τι εκείνη επιθυμεί Μένει ανεκπλήρωτη ευχή. Πολλοί της ‘τάξαν παραμύθια Μα εκείνη ψάχνει την αλήθεια. Το κεφάλι της βουίζει, Ξέρει πως η αλήθεια πάντα θα κοστίζει. Μόνη μέσα στο σκοτάδι Βρίσκεται μπροστά απ’ τις πύλες του Άδη Κι ό,τι μπόρεσε να δει Ξέρει πως μια μέρα θα χαθεί. Ένας κρότος την ταράζει Το σκοτάδι ξεθωριάζει. Η μορφή της ξεπροβάλλει, Τα καλά της πάει να βάλει. Η μοίρα της είναι γραμμένη Σ’ ένα βράχο ακουμπισμένη Μ’ ένα φύσημα του αγέρα Η ζωή της όλο και πιο πέρα. Όλο τρέχει ταξιδεύει Προς το θάνατο οδεύει Και μια μέρα θα βρεθεί Σε μια θάλασσα ερημική Μόνη της να επιπλέει Σε μια σάπια από καιρό σανίδα Να κοιτάει τα παραμύθια Και να ψάχνει για βοήθεια.


Tότε που θέλαμε...