Issuu on Google+


Μια επίσκεψη στο εργαστήρι του Θεόδωρου Ζαφειρόπουλου Αν και από την εποχή των ready-mades του Marcel Duchamp πολλά έχουν αλλάξει - και ακόµα περισσότερα µοιάζουν να έχουν µαταιωθεί- η σχέση τέχνης και ψευδαίσθησης παραµένει ανεξάντλητη. Ακόµα και στις πιο ανατρεπτικές εκφράσεις της µοντέρνας ή σύγχρονης εικαστικής ποιητικής, η ψευδαίσθηση “είναι εκεί “ για να µας υπενθυµίζει ότι τίποτα πραγµατικά δεν τελείωσε και ότι απλά και µόνο οι κανόνες του παιχνιδιού έχουν αλλάξει. Εξάλλου η µυστική υποθήκη που άφησε ο Marcel Duchamp στη µοντέρνα ανθρωπότητα είναι µια κατασκευή ( το γνωστό Etant Données) η οποια, µε τρόπο αινιγµατικό όσο και διακριτικά υποχθόνιο, µας υποχρεώνει να την αποκρυπτογραφήσουµε µόνο αφού υιοθετήσουµε την κλασική στάση του αναγεννησιακού παρατηρητή: µε λίγα λόγια, µόνο αν ατενίσουµε την προτεινόµενη ψευδαισθησιακή εικόνα από την θέση του ακινήτου, µονόφθαλµου όσο και αδιάκριτου ηδονοβλεψία- µάρτυρα. Ακόµα κι αν αληθεύει το γεγονός ότι σήµερα τα αντικείµενα έχουν πλέον τελεσίδικα χάσει τη σκιά τους, το µυστήριο της υπόστασής τους και της πραγµατικής ή µη σχέση τους µε το χώρο, θα παραµείνει ανοιχτό εσαεί. Έτσι, από την ψευδαισθησιακή προέκταση του χώρου που επιχειρεί ο Jan Van Eyck- µέσα από τον καθρέφτη που κοσµεί τον τοίχο της οικίας του ζεύγους Arnolfini από το Las Meninas του Velasquez, το Βar των Folies Bergère του Μanet µέχρι τα σύγχρονα σενάρια των Virtual Realities, η ζωγραφική και γενικότερα η εικαστική δηµιουργία δεν έπαψε να λειτουργεί σαν µια µηχανή παραγωγής της ψευδαίσθησης που πότε µας χαρίζει παιχνίδια οπτικής ευδαιµονίας και πότε µας βυθίζει στην έσχατη αβεβαιότητα και στο δέος. Η τελευταία εικαστική εγκατάσταση / διάδραση του Θεόδωρου Ζαφειρόπουλου συναιρεί αλλά και ανανεώνει - η σωστότερη λέξη θα ήταν επανασηµασιοδοτεί - µερικά από τα ουσιαστικότερα και πρωταρχικά ερωτήµατα της ψευδαισθησιακής ποιητικής. Χρησιµοποιώ τη λέξη ποιητική και οχι “πρακτική” ή απλά “τεχνική” διότι πιστεύω ότι από την εποχή του Απελλή η χρήση των κανόνων της ψευδαίσθησης είχε σηµασία και συµβολική. Αν και ακόµα πολύ νέος, ο Θ.Ζαφειρόπουλος φαίνεται να έχει κατανοήσει ότι η σχέση “πραγµατικότητας” και “πλάνης” είναι το πιο συναρπαστικό και ταυτόχρονα το πιο υπονοµευτικό ερώτηµα που έθεσε ποτέ στον εαυτό της η ζωγραφική και γενικότερα οι τέχνες της αναπαράστασης. Το λευκό “εργαστήρι” του – προκλητικό όσο και το φύλλο του άγραφου χαρτιού για τον ποιητή Mallarmé - επαναπραγµατεύεται ένα εύρηµα της δυτικής παράδοσης γνωστό από την εποχή του Carlo Crivelli, το οποίο και αξιοποιήθηκε µε τρόπο ιδιαίτερα εντυπωσιακό από τους Φλαµανδούς, τους Ολλανδούς και τους Ισπανούς καλλιτέχνες του 17ου αιώνα. Πρόκειται για τον πίνακα που τείνει να υπερβεί τα όρια του πίνακα (δηλαδή τα όρια του συµβατικού του πλαισίου) και να απλωθεί προς τα έξω προεκτείνωντας έτσι τη δική του “αλήθεια” µέσα στον περιβάλλοντα χώρο. Εδώ έχουµε να κάνουµε µε µια τολµηρή επινόηση της παραδοσιακής ιλλουζιονιστικής ζωγραφικής η οποία µε την επανάσταση του µοντερνισµού λειτούργησε ανατρεπτικά υπακούοντας σε διαφορετικές αισθητικές και καλλιτεχνικές αξίες. Η εφόρµηση του φαντασιακού µέσα στον περιβάλλοντα χώρο δεν προτείνεται πλεον ως εύρηµα ή εικαστικό παιχνίδι αλλά ως απόπειρα (και προσδοκία) ταύτισης του ψευδαισθιακού µε τον πραγµατικό χώρο. Η ταύτιση τέχνης και ζωής δεν υπήρξε µήπως ένα από τα βασικότερα προστάγµατα των πρωτοποριακών κινηµάτων του 20ου αιώνα; Στο έργο του Θεόδωρου Ζαφειρόπουλου ο πραγµατικός τοίχος του εκθεσιακού χώρου γίνεται η επιφάνεια (ο λευκός καµβάς) πάνω στον οποίο σχεδιάζονται τα αντικείµενα που συνήθως συνθέτουν το οικείο εσωτερικό ενός εργαστηρίου. Ντουλάπες, πόρτες, συρτάρια, γάντζοι, κρεµάστρες δηλώνονται απλά ως περιγράµµατα µε µοναδικό υπαρκτό στοιχείο µερικά πόµολα και µισάνοιχτα συρτάρια ψευδοενσωµατωµένα στον τοίχο. Μέσα στο κατασκευασµένο αυτό περιβάλλον – όπου ο πραγµατικός χώρος “µιµείται” τον φανταστικό – εξέχουσα θέση κατέχει η µορφική και νοηµατική µετάλλαξη µιας σειράς πραγµατικών ρούχων εργαστηρίου τα οποία έχουν υποστεί αλλεπάλληλες επιστρώσεις από γραφίτη έτσι ώστε να δίνουν την παγερή και συνάµα βαριά αίσθηση του µετάλλου. Όπως εξηγεί ο ίδιος, τα ρούχα αυτά είναι φορείς της “βρωµιάς” (της


µουτζούρας) που έζησε στο εργαστήριο και που βιώνει ο καθένας που εµπλέκεται µε µια συγκεκριµένη εργασία είτε αυτή αφήνει ίχνη στο δέρµα του είτε όχι. Ωστόσο, η περιπέτεια του ίχνους εντοπίζεται κυρίως στη σχέση του ίδιου του επισκέπτη µε το χώρο. Στην είσοδο του “εργαστηρίου” ο συσσωρευµένος στο µικρό χαλί γραφίτης λερώνει, αντί να καθαρίζει, τα υποδήµατα του επισκέπτη / παρατηρητή µε το συγκεκριµένο υλικό. Αναπόφευκτα, το κατάλευκο δάπεδο λειτουργεί ως µια άλλη, οριζόντια αυτή τη φορά, επιφάνεια έτοιµου καµβά πάνω στον οποίο θα σχεδιαστούν τα ίχνη από τα λερωµένα υποδήµατα. Η έξοδος του έργου στον πραγµατικό χώρο καθιστά την τέχνη πιο οικεία ή τον πραγµατικό χώρο περισσότερο υποταγµένο στο φαντασιακό; Τελικά, έχει κανείς την αίσθηση ότι οι επισκέπτες εισχωρούν µέσα από µια πραγµατική πύλη σ΄ένα χώρο φαντασιακό µεταβαλλόµενοι έτσι σε φάσµατα έτοιµα να εξαφανιστούν σαν una sombra, una ficcion, όπως θα έλεγε και ο θεατρικός συγγραφέας Calderon de la Barca.

Νίκη Λοϊζίδη Ιστορικός Τέχνης Καθηγήτρια Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών



6B Catalogue Batagianni Gallery