Page 1

The

art press

w w w.t h e m a c h i n e . g r november 2016


EDITORIAL 001 Του Νικολάου Τσάπογλου

The Mach|ne I.K.E. Θεμιστοκλέους 54 Αθήνα info@themachine.gr 2130154320 Εκδότης Art Director Νικόλαος Τσάπογλου

experiment 3

Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί του τυπογράφου όταν με άκουσε στο τηλέφωνο να του εξηγώ ότι το The Machine δεν σταμάτησε και ότι του στέλνω τη νέα έκδοση για εκτύπωση. Μάλλον θα σκέφτηκε πάλι θα αρχίσει να μου χρωστάει ή μάλλον χάρηκε γιατί, όπως έλεγε και μια φίλη μου, «η τέχνη αξίζει να μοιράζεται». Κάπως έτσι η τρίτη εκδοχή του The Machine Art press βρίσκεται στα χέρια σου κι εσύ, αν συνεχίσεις να ξεφυλλίζεις ή ακόμα και να το διαβάσεις, θα διαβάσεις για «στάχτες» ή «Τέχνη», ανάλογα πώς το βλέπει ο καθένας. Θα διαβάσεις για στάχτες που άλλος τις δημιουργεί, άλλος τις καθαρίζει, άλλος τις επικοινωνεί, άλλος τις φωτογραφίζει, άλλος τις σχεδιάζει, άλλος τις διαβάζει και άλλος τις κρίνει.

Αρχισυνταξία Βιβή Μωραΐτου Συντακτική ομάδα Μαρίνα Αναγνωστοπούλου Αλέξανδρος Κωσταντινίδης Βίκυ Λιακοπούλου Δημήτρης Μπαμπίλης Βιβή Μωραΐτου Μιχάλης Παπαδόπουλος Δημήτρης Τσιάμης Επιμέλεια Κειμένων &Διόρθωση Τζίνα Πάλλα Φωτογραφίες Αλέξανδρος Κωσταντινίδης Ηλιάνα Μεϊντάνη Νομικός σύμβουλος Νικόλαος Αναστασόπουλος Το

Η ομάδα άλλαξε, γιατί τα πάντα γύρω μας αλλάζουν και, όπως κανόνας στην Τέχνη είναι η αλλαγή, έτσι κι εμεις που μιλάμε για όλα αυτά οφείλουμε να αλλάζουμε. «Να μην είναι ποτέ τίποτα ίδιο όταν επιστρέφεις».

Καλή ανάγνωση

«The Machine Art Press» συνιστά ελεύθερο βήμα έκφρασης των εκάστοτε αρθρογράφων. Το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων δεν αποτελεί επίσημη θέση της εκδότριας εταιρείας, η οποία, σε καμία περίπτωση, δεν υιοθετεί τις εκπεφρασμένες θέσεις και απόψεις των αρθρογράφων, ούτε φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για αυτές. Απαγορεύεται ρητά η όποια αναδημοσίευση άνευ άδειας του εκδότη.

Και καλή τύχη Εικόνα εξωφύλλου το έργο WHY του Frank Moth


FisherCam

UN DER COV ER Ποιος είναι -επιτέλους- ο Frank Moth; συνέντευξη στη Βιβή Μωραΐτου

Ένα ίσον κανένα, λέει το γνωστό κλισέ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δύο ίσον κανένας, αφού Frank Moth στην πραγματικότητα δεν υπάρχει - ενώ ζει ανάμεσά μας και δημιουργεί χωρίς σύνορα με έδρα την Αθήνα. Πρόκειται για το κωδικό όνομα που επινόησε ένα καλλιτεχνικό δίδυμο -εκείνος και εκείνη-, αποφεύγοντας συστηματικά να αποκαλύψει -στο πλατύ κοινό τουλάχιστον- την ταυτότητά του. Στην αρχή της δημιουργικής διαδρομής τους απέφευγαν να λένε ακόμα και στους φίλους τους ότι οι δυο τους κρύβονται πίσω από τα ρετρο-φουτουριστικά ψηφιακά κολάζ που κινούνται μεταξύ νοσταλγίας και δυστοπίας. Αυτοδίδακτοι

όσον

αφορά

στο

σχεδιαστικό

του

πράγματος, ξεκίνησαν για χόμπι να συνθέτουν φανταστικές εικόνες βάζοντας στο μπλέντερ υπαρκτές. Αυτό που ξεκίνησε πολύ χαλαρά και για πλάκα πήρε άμα τη εμφανίσει του στο διαδίκτυο διαστάσεις ενθουσιάζοντας όσους διασταυρώνονταν με τα έργα τους και πολύ σύντομα ο μύθος του Frank Moth επεκτάθηκε στις πλατφόρμες redbubble και society 6, που προσφέρουν βήμα σε απανταχού καλλιτέχνες. Ο Frank Moth ανοίγει τον υπολογιστή του και επικοινωνεί με τον έξω κόσμο κυρίως τη νύχτα, όπως διαπιστώσαμε προσπαθώντας να έρθουμε σε επαφή με τη διπλή του ταυτότητα, ιδιότητα, ζωή και υπόσταση. Συμπέρασμα: κερδίζεις όταν τα βλέπεις διπλά, αλλά όχι και διχασμένα.


VisualArtMach|ne Πώς γνωριστήκατε συνεργάζεστε;

και

πώς

ξεκινήσατε

να

Γνωριστήκαμε στην Αθήνα πριν από πολλάαα χρόνια, αλλά ο Frank Moth ήρθε πολύ αργότερα, παρόλο που προϋπήρχε ως ιδέα μέσα από προηγούμενα projects. Βέβαια, δεν θα το χαρακτηρίζαμε συνεργασία, αλλά συνύπαρξη και ποντάρισμα στην πιθανότητα η αιωνιότητα μέσα από τη δημιουργία να μην κερδίζεται ατομικά, αλλά ομαδικά. Με τι ασχολείται ο καθένας σας όταν δεν είστε ο Frank Moth; Ο μισός Frank Moth –και η ουσιαστική του ταυτότητα– ετοιμάζεται να εξασκήσει την Ιατρική, ενώ ο άλλος μισός ασχολούνταν –και συνεχίζει να ασχολείται– με τα media.

κρυφή την ταυτότητά μας, απλώς προωθούμε το όνομα Frank Moth σαν ένα αληθινό ψευδώνυμο. Μεγαλώσαμε με τη νοοτροπία της ανωνυμίας στο διαδίκτυο, την οποία επίσης έχουμε συνδέσει με την ελευθερία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ίσως υποσυνείδητα όλο αυτό λειτουργεί και ως μια άρνηση-ανασφάλεια να συνδέσουμε τον Frank Moth με την πραγματική μας ζωή-δουλειά. Πώς επιλέξατε το όνομα Frank Moth; Καταρχήν, ακούγεται σαν αληθινό όνομα. Ο συνδυασμός προέκυψε από τις σημασίες των λέξεων. Frank σημαίνει στα Αγγλικά ειλικρινής. Moth είναι ο σκώρος κατ’ ουσία, αλλά σύμφωνα με έναν παραδοσιακό θρύλο αυτή η καφετιά πεταλούδα μπορεί να είναι και μια ψυχή. Είναι πραγματικά κάποιος από τους δυο σας από τη Βέροια ή τρολάρετε στο Facebook;

Δεν κάνουμε κάποιον ιδιαίτερο αγώνα να κρατήσουμε

Ναι, φυσικά. Γέννημα-θρέμμα Βέροιας Ημαθίας.

Wait For Me My Love

Γιατί επιμένετε να κρατάτε μυστική την ταυτότητά σας; Θα την αποκαλύψετε κάποτε στα media;


Τι πυροδοτεί την έμπνευση του Frank Moth; Κινούμαστε με κεντρικό άξονα τη νοσταλγία και το παρελθόν, με σουρεαλιστικές προσθήκες του μέλλοντος. Ίσως ακούγεται λίγο επιτηδευμένα χαζό αυτό, αλλά είναι κάπως έτσι. Η έμπνευση έρχεται κατά κάποιον τρόπο από τις εικόνες που έχουμε οι ίδιοι από τα ‘80s και ‘90s (χρώματα, μικροπράγματα, συνήθειες), όπως επίσης και από υλικά που χρησιμοποιούμε για τα κολάζ μας από δεκαετίες που δεν ζήσαμε, από το 1920 έως το 1970 (περιοδικά, διαφημίσεις). Γιατί η ανθρώπινη παρουσία στις δημιουργίες σας έχει τις πιο πολλές φορές την πλάτη γυρισμένη στον θεατή ή τον αντικρίζει με το βλέμμα καλυμμένο; Η δουλειά μας είναι ουσιαστικά ανθρωποκεντρική, πάντα όμως φαίνεται να λείπει κάτι. Τα πρόσωπα καλύπτονται ή μερικές φορές λείπουν εντελώς, για να μην προδίδεται αμαχητί η εύθραυστη εσωτερικότητα, η ανασφάλεια και η ψυχική τους αλήθεια. Πώς ξεκίνησε η συνεργασία του Frank Moth με την πλατφόρμα society 6;

Exhaling My Thoughts Πώς και πότε προέκυψε το digital collage; Αυτοδίδακτοι εδώ και χρόνια είμαστε σε αυτό. Αν προσπαθήσουμε να θυμηθούμε, ξεκίνησε από την ενασχόληση με το blogging, το οποίο σου έδινε τη δυνατότητα να διαμορφώσεις τη σελίδα σου. Αυτό, σε συνδυασμό με διάφορους πειραματισμούς σε προγράμματα όπως το Photoshop και με βάση τα ερεθίσματα και την προσωπική μας αισθητική, κατέληξε στο digital collage. Γιατί μόνο digital και όχι και χαρτί; Δεν έχουμε αποκλείσει το χαρτί, προσπαθούμε κατά καιρούς και μαζεύουμε υλικό. Το digital, παρ’ όλ’ αυτά, προσφέρει μεγαλύτερη ελευθερία στην επεξεργασία. Το περιμένατε ότι αυτό που άρχισε χομπίστικα θα τύγχανε τόσης προσοχής εντός και εκτός Ελλάδας; Όχι εννοείται, σε καμία περίπτωση. Ούτε τώρα το πιστεύουμε και έτσι μπορούμε πιο εύκολα να το διαχειριστούμε.

Ανεβάσαμε πρώτη φορά έργα εκεί τον Μάρτιο του 2014. Βέβαια, για να εξηγήσουμε λίγο καλύτερα, το society6.com είναι μια δωρεάν πλατφόρμα για νέους καλλιτέχνες, όπου μπορούν να δίνουν τα έργα τους και αυτά να πωλούνται σε διάφορα φορμάτ. Ο καλλιτέχνης διατηρεί τα πνευματικά του δικαιώματα. Μετά το Monitor Fest, που πραγματοποιήθηκε στις αρχές Νοεμβρίου στο Ηράκλειο, ποια είναι τα επόμενα σχέδια του Frank Moth; Σε λίγο καιρό θα ετοιμάσουμε την πρώτη ατομική μας έκθεση στην Αθήνα. Παράλληλα, ετοιμάζουμε και το επίσημο site μας, μαζί με το προσωπικό μας e-shop, στο οποίο θα διαθέτουμε τα έργα μας υπογεγραμμένα. Πώς βλέπετε τον Frank Moth σε δέκα χρόνια από σήμερα; Ο Frank Moth δημιουργήθηκε ως ένας τρόπος εσωτερικής έκφρασης και έτσι τον έχουμε διαχειριστεί. Δεν κάνουμε σχέδια, πέρα από το τι θα θέλαμε να δημιουργήσουμε, οπότε είναι δύσκολο να σου πούμε πώς θα είναι τα πράγματα έπειτα από δέκα χρόνια. Το σίγουρο είναι ότι ο Frank Moth θα συνεχίσει να είναι κομμάτι της ζωής μας.©

https://www.facebook.com/frankmothartist https://www.instagram.com/frankmoth http://frankmoth.tumblr.com


Papercraft Master

www.hartiko.gr Έχεις φανταστεί πόσα μπορείς να δημιουργήσεις με μια λωρίδα χρωματιστό χαρτί; Ανακάλυψε την ανεξάντλητη τέχνη του quilling -χαρτοπλεκτική- και φτιάξε: Διακοσμητικά αντικείμενα • Κοσμήματα • Γιορτινά στολίδια • Κάρτες • Πίνακες • Illustrations • Σκηνικές εφαρμογές Στο www.hartiko.gr θα βρεις ένα e-shop με μεγάλη γκάμα από ειδικά χαρτιά διαφορετικών αποχρώσεων και υφών και όλα τα εργαλεία χαρτοπλεκτικής, αλλά θα ενημερωθείς και για τα επόμενα σεμινάρια quilling. Ζήτησε τη δημιουργική μας πρόταση για πρωτότυπα decor εκδηλώσεων.

Αλ. Παπαναστασίου 151, Καστέλλα, 185 33 Πειραιάς | 2104172613 | info@hartiko.gr


/ emst.gr Photo © Tita Bonatsou

ΕΜΣΤ

Χωρίς Επίσημη Πρώτη γράφει η Μαρίνα Αναγνωστοπούλου

Τα φώτα άναψαν. Οι πρώτοι επισκέπτες πέρασαν το κατώφλι. Το έως τώρα κτίριο-φάντασμα της λεωφόρου Καλλιρρόης, το παλιό εργοστάσιο Φιξ, άρχισε, έστω και εν μέρει, να λειτουργεί. Και η Αθήνα επιτέλους απέκτησε μουσείο σύγχρονης τέχνης. Τι βλέπουν οι φιλότεχνοι στον ισόγειο και τον υπόγειο χώρο των περιοδικών εκθέσεων - καθώς οι τρεις όροφοι που προορίζονται για τις μόνιμες συλλογές παραμένουν ερμητικά κλειστοί; Μια έκθεση, που επιχειρεί να δημιουργήσει έναν διάλογο ανάμεσα στις συλλογές του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης -που ύστερα από αναρίθμητα προβλήματα, καθυστερήσεις και έριδες κατάφερε να αποκτήσει μόνιμη έδρα 19 χρόνια μετά την ίδρυσή του- και σε εκείνες του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης της Φλάνδρας στην Αμβέρσα υπό τον τίτλο Κρίσιμοι Διάλογοι: Αθήνα – Αμβέρσα (έως 29/1). Επί της υποδοχής κρεμασμένος ψηλά ένας «άγγελος» καμωμένος από κελύφη σκαθαριών – έργο του αμφιλεγόμενου Βέλγου δημιουργού Jan Fabre, τον οποίο το ευρύ κοινό στην Ελλάδα γνώρισε λόγω της ολιγόμηνης και επεισοδιακής παραμονής του στην ηγεσία του Ελληνικού Φεστιβάλ.

Κι έπειτα χωρισμένα σε 22 ενότητες, που η καθεμία περιλαμβάνει τρεις καλλιτέχνες, ακολουθούν τα 70 έργα των 66 εικαστικών που επέλεξαν οι επιμελητές της έκθεσης - οι διευθυντές των δύο μουσείων, Κατερίνα Κοσκινά και Bart De Baere, με συνεπιμελητές τους Σταμάτη Σχιζάκη και Jan De Vree. Τα έργα που προσελκύουν το βλέμμα ακόμα και του μη μυημένου επισκέπτη είναι η προπέλα του πλοίου Kater I Rades, που ναυάγησε στα ιταλικά νερά με θύματα Αλβανούς μετανάστες, πάνω σε μια κρυστάλλινη δίνη του Κώστα Βαρώτσου. Τα βαρέλια που «πατούν» σε κομμάτια ουρανού του Κώστα Τσόκλη. Τα ξύλινα τελάρα φρούτων που έχουν απλωθεί σε έναν ολόκληρο τοίχο του Jan Henderickse. Η «κεραμική» γαλάζια μπετονιέρα του Wim Delvoye, που στην πραγματικότητα είναι ξύλινη. Η εγκατάσταση της Δανάης Στράτου που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι πλέεις πάνω σε ένα ποταμόπλοιο το οποίο ξεκινά από ένα ποτάμι της Κίνας για να καταλήξει σε ένα των Ηνωμένων Πολιτειών. Το ξύλινο άροτρο που έχει τρυπήσει έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα του N.S. Harsha. Μπορεί πλέον οι επισκέπτες να αφήνουν τη σκόνη των παπουτσιών

τους στο ολοκαίνουργιο λευκό δάπεδο του μουσείου, ωστόσο πολλοί είναι εκείνοι που δεν φαίνονται ικανοποιημένοι από το γεγονός ότι μπορούν να δουν μόνο τα 5.000 τ.μ. από τα 18.142,19 τ.μ. του κτιρίου. Όπως και από το ότι τα εγκαίνια των μόνιμων συλλογών και του συνόλου του μουσείου στην καλύτερη των περιπτώσεων προβλέπεται για το ερχόμενο φθινόπωρο, αν δεν παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες. Κι αυτό διότι δεν έχουν διαμορφωθεί ακόμη οι προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν στο ΕΜΣΤ να επαναδιεκδικήσει τη χαμένη χρηματοδότηση ύψους 3 εκατ. ευρώ από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Ούτε φαίνεται να υπάρχει δυνατότητα από το Υπουργείο Πολιτισμού να εξασφαλίσει τα κονδύλια που απαιτούνται για τα αυξημένα λειτουργικά έξοδα που θα έχει το μουσείο σε καθεστώς πλήρους λειτουργίας. Οι οιωνοί μπορεί να μη φαίνονται οι καλύτεροι για την πρόοδο των εργασιών στο ΕΜΣΤ, αλλά το πρώτο βήμα έγινε. Το ζήτημα είναι να μην αποδειχθεί η λύση της εν μέρει λειτουργίας του ως μόνιμη, με το κοινό να περιορίζεται στο ισόγειο και το υπόγειο και τις μόνιμες συλλογές να παραμένουν στριμωγμένες στις αποθήκες για πολύ καιρό ακόμη.emst.gr ©


Raw Images Athens/2016/A.Konstantinidis

Η Κλειώ είναι η Μούσα της Ιστορίας. Αγαπούσε τον Πίερο επειδή η θεά Αφροδίτη τής είχε επιβάλει αυτό τον έρωτα ως τιμωρία όταν ειρωνεύθηκε τον έρωτά της για τον Άδωνι. Ένας αστεροειδής που ανακαλύφθηκε στις 25 Αυγούστου του 1865 πήρε το όνομά της.


Δημήτρης Δημητριάδης Η ζωή σε κατάσταση κρίσης


του Δημήτρη Τσιάμη


Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Τσιάμης συναντά τον συγγραφέα Δημήτρη Δημητριάδη με αφορμή την πρώτη τους συνεργασία για το ανέβασμα του μονολόγου Τέχνη και μας μεταφέρει τις σκέψεις του συγγραφέα, αντιστοιχώντας τις με φράσεις-θραύσματα του έργου.

Συναντηθήκαμε με τον Δημήτρη Δημητριάδη στη Θεσσαλονίκη. Σκοπός της συνάντησής μας ήταν να συζητήσουμε για τον μονόλογο Τέχνη, για τον οποίο έκανα ήδη αρκετό διάστημα πρόβες για το ανέβασμά του στο Bios από τις 24/11. Η συζήτηση με αφορμή τον μονόλογο, όπως ήταν φυσικό, επεκτάθηκε ευρύτερα σε θέματα της ζωής και της τέχνης. Μεταφέρω εδώ ένα μέρος των σκέψεων του συγγραφέα για τον μονόλογο Τέχνη και για όλα τα ζητήματα που απορρέουν από αυτόν, αντιστοιχώντας τα λόγια του συγγραφέα με φράσεις μέσα από το κείμενο. «Να μπορέσεις να πεις ακριβώς αυτά που θέλεις να πεις. Ακριβώς αυτά... Αν δεν μπορέσεις, μάταια όλα. Άσκοπα. Κουτά». Ο μονόλογος Τέχνη και οι άλλοι μονόλογοι της ενότητας αυτής (σ.σ. Λήθη και άλλοι τέσσερις μονόλογοι) είναι οριακοί. Σε κάθε μονόλογο τίθεται ένα ζήτημα στην οριακή του διάσταση και ανυποχώρητα. Δεν πρόκειται για έναν μονόλογο που αφορά ένα γεγονός, δηλαδή μια κατάσταση που μπορεί να αναπαρασταθεί, αφορά ένα ζήτημα ζωής.

Είναι η ζωή σε κατάσταση κρίσης και θέτει το ζήτημα του τι έχει γίνει έως εδώ και τι μπορεί να γίνει πέρα απ’ αυτό. Έτσι όπως τίθενται τα ζητήματα στον μονόλογο, δεν σηκώνουν ημίμετρα. Είναι απολύτως ακραίος. «Σήμερα έκαψα ό,τι είχα φτιάσει σε όλη μου τη ζωή. Δεν θέλω να μείνει τίποτα από μένα». Μόνον καίγοντας τα πάντα μπορεί να κάνει την υπέρβαση. Διότι θεωρεί πως ό,τι έκανε ανήκει στο περιορισμένο, στο μη ικανοποιητικό. Στην Τέχνη έχουμε μια θυσία, μια αυτοθυσία. Υπάρχει ένα στοιχείο ολοκαυτώματος. Μπορεί να παραπέμπει και σε άλλες καταστροφές. Είναι μια διαδικασία αυτοκαταστροφής, αλλά έχει και στοιχεία λυτρωτικά και εξαγνιστικά. Είναι μια λύτρωση αυτή η έκθεση του προσώπου που μιλάει. Νομίζω ότι την έκθεση, το να εκτίθενται οι αλήθειες, δεν το ακολουθούμε, αλλά το αποφεύγουμε και το απαγορεύουμε, αν θες και το διώκουμε. Ζούμε στην απόκρυψη, γι’ αυτό ζούμε και μίζερα. Κάθε μονόλογος της ενότητας αυτής αποτελεί μια κατάρριψη του ψεύδους. Με τον τρόπο που εκτίθεται αυτό το πρόσωπο, είναι σαν να λέει κάντε το ίδιο, δίνει ένα παράδειγμα, λέει υπερβείτε, όχι μόνο τα όρια σας, διότι τα όρια είναι και κάτι πολύ ακραίο, μιλάμε τώρα και για πιο συμβατικές καταστάσεις, με νέες μετριότητες, με νέες αθλιότητες, λέει υπερβείτε την αθλιότητά σας. Αυτό το πράγμα που σας κάνει μικρούς και λίγους. Υποστηρίξτε κάποιο μεγαλείο μέσα σας, τολμήστε και, βέβαια, αποδεχθείτε.

Photos Ηλιάνα Μεϊντάνη

Για τον Δημήτρη Δημητριάδη το θέατρο είναι ο μηχανισμός της αλήθειας. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που το έργο του παραγκωνίστηκε για δεκαετίες. Ευτυχώς σήμερα η συνθήκη αυτή έχει αλλάξει, καινούργια ή και παλαιότερα έργα του συγγραφέα ανεβαίνουν όλο και συχνότερα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.


«Όλη η ζωή μου μια προσπάθεια να μην παραδεχθώ ότι δεν άξιζε να μείνει τίποτα από μένα». Νομίζω ότι πρόκειται για ένα πρόσωπο που είναι βαθιά θιγμένο από τη μετριότητα, από την έλλειψη μεγαλείου γύρω του, όχι μόνο γύρω του, αλλά και σε αυτό που έκανε ο ίδιος. Δηλαδή έχει συναίσθηση αυτού που επιθυμούσε και επιδίωκε και του αποτελέσματος της δουλειάς του. Δεν ξέρουμε τι ήταν αυτό, κατά την κρίση του ήταν ασήμαντο, μπορεί αντικειμενικά και να μην ήταν, αλλά κρίνει ότι δεν ήταν αρκετό. Αυτό όμως δίνει, αν θες, ένα μήνυμα, μην αρκείστε σε τίποτα, αναιρέστε τον εαυτό σας, αναιρέστε την αυταρέσκεια, τη φιλαρέσκεια, καταρρίψτε αυτό που σας κάνει και μόνο, και να είστε ο ίδιος αυτό που είστε. «Σήμερα έκαψα ό,τι είχα φτιάσει σ’ όλη μου τη ζωή». Επειδή στον μονόλογο τίθεται ένα ζήτημα που αφορά τα όρια, μπορεί να σημαίνει και ότι δεν είναι μόνο για την τέχνη που μιλάει, δηλαδή μπορεί να καίει τη ζωή του την ίδια, να καίει αυτό που είναι ο ίδιος, τον εαυτό του. Έρχεται σε αυτό το σημείο αυτογνωσίας και κάνει αυτή τη διαγραφή. Είναι μια αναθεώρηση. Λέμε σήμερα λόγω της κρίσης ότι η κρίση μάς βάζει ενώπιον των εαυτών μας, μας κάνει να σκεφτούμε ποιοι είμαστε, να αναθεωρήσουμε πράγματα, ότι δεν είναι μόνο οικονομική. Στον μονόλογο αυτό τίθεται η κρίση όχι ως οικονομική, αλλά ως κρίση άλλη. Πρόκειται για μια κρίση αξιών, τι καταφέραμε, τι είναι αυτό που μας καθοδηγεί, τι είναι αυτά στα οποία πιστεύουμε, τι είναι οι αλήθειες μας, τι κάνουμε με αυτά που μάθαμε

ή τι είναι αυτά που μάθαμε έως τώρα. «Έχω φτάσει στο τέλος της ζωής μου, αλλά δεν έχω φτάσει πουθενά». Για να φτάσει να μιλήσει κανείς έτσι, όπως στον μονόλογο αυτό, έχει διανύσει μια ολόκληρη πορεία ζωής, κάτι που δεν συνέβαινε πραγματικά. Θα πρέπει να το πούμε και αυτό, είναι γραμμένοι πριν από 20 χρόνια οι μονόλογοι, δεν ξέρω αν θα ήταν δυνατόν να συμβεί αυτό αν δεν ήταν να συμβεί γραπτώς. Εγώ ο ίδιος δεν είμαι ως άνθρωπος αυτό που είμαι ως συγγραφέας. Δεν μπορώ να πω δηλαδή ότι ως άνθρωπος ήμουν τόσο προχωρημένος όσο ως συγγραφέας. Η τέχνη πολλές φορές υπερβαίνει ή δίνει τη δυνατότητα για επίπεδα που δεν σου τα επιτρέπει η ζωή. Ένας πίνακας του Bacon είναι πιο προχωρημένος από την ίδια τη στιγμή στην οποία βρισκόταν ο Bacon όταν τον ζωγράφιζε. Άρα εκεί και το ίδιο το αποτέλεσμα έχει κάτι το απερινόητο, είναι πέρα από τα όρια της ζωής, είναι υπερβατικό και για τον ίδιο τον δημιουργό του. «Το απερινόητο είναι ιδιότητα κατ’ εξοχήν της τέχνης». Tο απερινόητο υπερβαίνει τα όρια του κατορθωτού και του υλοποιήσιμου, δηλαδή, ακόμα και αν υλοποιηθεί κάτι, στην πραγματικότητα το απερινόητο παραμένει ακέραιο, άρα η συνειδητοποίηση του απερινόητου οδηγεί σε μια συνειδητοποίηση των ανθρώπινων ορίων. Αν η τέχνη είναι κάτι όντως το απερινόητο, το ασύλληπτο, το απεριόριστο, τότε τίθενται αυτομάτως και τα όρια εκείνου ο οποίος αναλαμβάνει να το συλλάβει και να το υλοποιήσει.


«Υπήρξα άνθρωπος σωματικός... Μπόρεσα όσο μπόρεσα». Δεν πρόκειται για ένα αφηρημένο άτομο καθόλου. Το αντίθετο κιόλας, αυτό που λέει για το σώμα είναι μια σωματικότητα επί σκηνής. Στην αναφορά αυτή θέλει να τονιστεί το συγκεκριμένο, γι’ αυτό μιλάει και για το σώμα εκεί, για να μη φανεί ότι αυτός ο άνθρωπος κάνει ό,τι κάνει για ιδέες. Διότι δεν το κάνει για κάποιες αφηρημένες αρχές. Μιλάμε για μια αίσθηση των ορίων με την έννοια της θνητότητας, ότι είμαστε θνητοί, ότι είμαστε παροδικοί. Είναι βασικότατο αυτό και το ξεχνάμε για λόγους θα έλεγα ιδεολογικούς ή μεταφυσικούς ή θρησκευτικούς, ότι είμαστε θνητοί, εκ των πραγμάτων έχουμε όρια και είμαστε προορισμένοι να ζήσουμε μέχρι κάποιο ορισμένο σημείο και μετά να τελειώνουμε. Το «άνθρωπος σωματικός» αυτό λέει, δηλαδή ότι έχω επίγνωση ότι είμαι θνητός. Τίθεται το θέμα τι χρόνο έχω στη διάθεσή μου, έχω ένα σώμα, το οποίο έχει μια αρχή και θα έχει και ένα τέλος, αυτό παίζει τεράστιο ρόλο και στο πώς βλέπουμε τα πράγματα γενικότερα. Στη δική μου συγγραφική λειτουργία οπωσδήποτε. Το θεωρώ εντελώς αυτονόητο και πολλές φορές το θεωρώ περιττό να το λέω και να το ξαναλέω, επανέρχομαι όμως συχνά, διότι απέναντί μου βρίσκω μια κατάσταση άγνοιας ή ηθελημένης αγνόησης ότι θα πεθάνουμε, ότι είμαστε θνητοί. Άρα το να φτάνει στο σημείο αυτό το πρόσωπο του μονολόγου, να καίει κάτι το οποίο δημιούργησε ο ίδιος, σημαίνει ότι ομολογεί πως μόνο έως εκεί μπορούσε, αναγνωρίζει τις δυνατότητές του ως πεπερασμένες. Η έννοια του πεπερασμένου είναι η βάση όλων για μένα. «Μόνον αισθήσεις είμαστε, κι αυτό είναι πολύ. Διαφέρουν από τον έναν στον άλλον, αλλά όλοι μόνον αισθήσεις είμαστε». Πιστεύω πως αυτός ο μονόλογος έχει και μια διδακτική μεριά. Λέει ξυπνήστε, δεν είστε αυτό που σας λένε ότι είστε. Όλοι πρέπει να τον δουν με ανοιχτά μάτια. Διότι δεν οδηγεί στην ταπείνωση, οδηγεί στην ταπεινότητα. «Στάχτες... Μόνον αυτές μου αξίζουν». Αυτοί οι πέντε μονόλογοι της Λήθης έχουν έναν ζοφερό πυρήνα, ο οποίος όμως με το ότι εκτίθεται φωτίζεται, αλλάζει, μετουσιώνεται. «Ω Τέχνη μεγάλη του ανέμου, σκύψε πάνω στις στάχτες μου και ύψωσέ τες εκεί όπου δεν μπορεί κανείς να βρει ποια ήταν η προέλευσή τους». Η εικόνα του ανέμου, ας πούμε με την επίκληση που κάνει, είναι σαν να έρχεται το ίδιο το σύμπαν, η φύση, και να αναλαμβάνει να τις εντάξει στον εαυτό της. Είναι, δεν μπορώ να το πω αλλιώς, μια επαναφορά στη Μητέρα Φύση, που σημαίνει σε μια αρχέγονη δύναμη, σε μια πλευρά που είναι πέρα από τη συγκεκριμένη περίπτωση του ανθρώπου, που παίρνει κοσμικές διαστάσεις. «Για πρώτη φορά μιλώ και τελευταία». Αυτά τώρα τα κείμενα υποτίθεται πως είναι μονόλογοι, στην πραγματικότητα είναι συναντήσεις. Είναι πέντε μονόλογοι όπου κάποιος μιλάει, αλλά δεν μιλάει στον εαυτό του. Κάποιοι είναι απέναντι, μιλάει σε κάποιους, εξομολογείται, εκτίθεται. Αυτό γιατί υπολειτουργεί σε τέτοιο βαθμό στις μέρες μας; Γιατί υπολειτουργεί σε βαθμό μηδενικό σχεδόν; Όλοι κρυβόμαστε, φοβόμαστε, λέμε άλλο από αυτό που θέλουμε να πούμε, δεν δεχόμαστε τον άλλο με τίποτα και, βέβαια, αυτό που κάνουμε είναι να δίνουμε το τίποτα στον άλλον. «Τους αναγνωρίζετε; Εγώ τους αναγνωρίζω. Δεν τους αναγνωρίζετε;... Τώρα θα τους αναγνωρίσετε». Οι μονόλογοι αυτοί καταρρίπτουν το αυτονόητο. Δημιουργούν μια άλλη συναλλαγή. Αυτό ίσως δίνει και στη σκηνική τους απόδοση μια διάσταση τελετής. Γιατί αυτοί που έρχονται είναι συμμέτοχοι, ο ίδιος ο μονόλογος δεν τους αφήνει στο να είναι μόνο θεατές. Είναι μια διαδικασία μύησης δηλαδή. Έχει έναν χαρακτήρα ότι έρχεστε εδώ και υπονοείται ότι δεν θα φύγετε ίδιοι μετά, ή μάλλον αυτό είναι πολύ μεγάλο για να γίνει, θα ακούσετε όμως ή θα σας συμβεί κάτι που δεν θα φύγετε με τον ίδιο τρόπο όπως ήρθατε.


«Υπάρχουν κάποιες ιδιότητες που τις έχουν σφετεριστεί άλλοι χώροι, οι ιδιότητες όμως αυτές ανήκουν δικαιωματικά και ίσως αποκλειστικά στην τέχνη». Εδώ τίθεται και το θέμα του θεάτρου, τι είναι το θέατρο. Για μένα το θέατρο πρέπει να αντικαταστήσει την εκκλησία. Όχι με θρησκευτικούς όρους, αλλά με μυητικούς. Πρέπει να αποτελέσει ψυχαγωγία, χρησιμοποιούμε τη λέξη ψυχαγωγία με όρους διασκέδασης, όμως αυτό πρέπει να γίνει, να γίνει ψυχαγωγία. Καμία άλλη γλώσσα δεν έχει τη λέξη αυτή. Δεν είναι καταπληκτική λέξη αυτή; Αυτό πρέπει να είναι το θέατρο, και δεν είναι. Είναι δηλαδή, αλλά σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις. Όταν γίνεται, αισθάνεσαι ότι έχεις συμμετάσχει σε ένα γεγονός. Και βέβαια είναι ο μόνος χώρος που έχει μείνει όπου μπορούν να ειπωθούν τα πράγματα με το όνομά τους. Θα έλεγα ότι είναι ο χώρος της αλήθειας με τον τρόπο του. Στο θέατρο μόνο λέμε την αλήθεια, όχι με τη μέθοδο του ψεύδους, αλλά με τη μέθοδο της επινόησης. Είναι ο μηχανισμός της αλήθειας, αυτό είναι. «Τώρα θα είναι το τελευταίο και θα το πω. Έτσι θα το πω. Με τις στάχτες μου». Μπορούμε να πούμε έτσι χοντρικά ότι μιλάει για ένα τέλος. Μιλάει για ένα τέλος όμως ή μήπως αυτό είναι όλο ένας πρόλογος για μια άλλη αρχή; «Δεν λέω τις λέξεις που πρέπει να πω, άλλες λέξεις λέω». Οι λέξεις που λέγονται δεν φτάνουν για να το πουν. Στην ιστοσελίδα του The Machine http://www.themachine.gr/ θα βρείτε μια πιο εκτενή παρουσίαση της συζήτησης με τον Δημήτρη Δημητριάδη με αναφορές στα ζητήματα που κυριαρχούν στα έργα του (ταυτότητα, ανθρώπινες σχέσεις, θνητότητα κ.τ.λ.) καθώς και στην πρόσφατη έκδοση του πέμπτου τόμου του έργου Η Ανθρωπωδία - Μια ατελής χιλιετία (εκδ. Σμίλη). Ο μονόλογος Τέχνη του Δημήτρη Δημητριάδη παρουσιάζεται στο Bios (Πειραιώς 84) έως 1/1/2017 κάθε Πέμπ.-Κυρ. σε σκηνοθεσία-ερμηνεία Δημήτρη Τσιάμη. Βοηθοί σκηνοθέτη-θεατρολόγοι: Ειρήνη Δένδη, Δημήτρης Μπαμπίλης. Ηχητική εγκατάσταση-Μουσική: Λάμπρος Πηγούνης. Κινησιολογική επιμέλεια: Ελένη Χατζηγεωργίου. Σκηνογραφία: Όλγα Μπρούμα. Ενδυματολόγος: Μαντώ Σταματίου. Κατασκεύη μάσκας: Ειρήνη Αμπουμόγλι. Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης. Ευχαριστώ τη θεατρολόγο Ειρήνη Δένδη για την απομαγνητοφώνηση της συζήτησης.©


Photo © Karol Jarek

Αρμονικόν Ενθύμιον στο θέατρο Θησείον

κριτική του Δημήτρη Μπαμπίλη Η ιστορία της Florence Foster, της αποκαλούμενης χειρότερης σοπράνο του κόσμου, προκαλεί έκπληξη ακόμα και στα σημερινά πολύπαθα και πολύπειρα στην αποδόμηση μάτια μας. Κι αν κάνει κάτι πραγματικά εντύπωση, αυτό δεν είναι η απουσία φωνητικών δεξιοτήτων (μοίρα που βαραίνει τους περισσότερους από μας), ούτε το ενδιαφέρον του κοινού για τις παραστάσεις της (με ένα μεγάλο του μέρος να την αντιμετωπίζει ούτως ή άλλως χλευαστικά), αλλά η βαθιά της αφοσίωση στην επιθυμία της να μοιράζεται την αγάπη της για το κλασικό τραγούδι με τον κόσμο. Η αγάπη της αυτή, άσχετα από τις βαθύτερες αιτίες που τη γεννούν, κατά κάποιον τρόπο «αθωώνει» τη Florence, για την άγνοια –ή την εθελοτυφλία– της για την «ποιότητα» της παραφωνίας της, ενώ αντίθετα καταδεικνύει μια σειρά από παθογένειες, ατομικές και κοινωνικές, στα πρόσωπα που την περιβάλλουν. Από τον John St. Clair Roberts, σύζυγο και μάνατζέρ της, που η στήριξή του εξασφάλιζε στη Florence μια φαινομενικά αξιοπρεπή θέση στο καλλιτεχνικό στερέωμα (πρόσωπο που αναδεικνύεται και στην πρόσφατη ταινία του Stephen Frears), στον Cosme McMoon, συνεργάτη και μουσικό εκγυμναστή της, που ανέχεται την κακοφωνία της, στο όνομα της χρηματικής του ανταμοιβής.

Ο McMoon αποτελεί και το κεντρικό πρόσωπο στην παράσταση Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς - Ενθύμιο (Stephen Temperley, 2005) του Γιάννου Περλέγκα, αφού όχι μόνο αφηγείται την ιστορία της Florence και της μεταξύ τους συνεργασίας, αλλά ενεργοποιεί και μια συζήτηση γύρω από τη σχέση του καλλιτέχνη τόσο με την ίδια του την τέχνη όσο και με τις οικονομικές της προεκτάσεις στην κοινωνική και την προσωπική του ζωή. Πρόκειται δηλαδή για μια εκ των έσω περιγραφή ενός τρόπου λειτουργίας ή, καλύτερα, της νοητικής επεξεργασίας αυτού που ο Bourdieu ονομάζει πολιτιστικό πεδίο (Field of Cultural Production, 1993), ορίζοντας και ερμηνεύοντας τις συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς που εντοπίζονται μεταξύ άλλων τόσο ανάμεσα στους καλλιτέχνες όσο και μεταξύ των τεχνών ή των εκδοχών τους (π.χ. «υψηλή» εναντίον «χαμηλής» κουλτούρας). Αυτή η διαπραγμάτευση αποτελεί και τον ισχυρό εννοιολογικό πυρήνα της παράστασης μέσα από τη διάδραση των δύο προσώπων. Από τη μια η Florence της Ναταλίας Τσαλίκη, με τη γνήσια, αλλά αδέξια αγάπη της για την υψηλή μουσική, ανοικτή ωστόσο σε νέες φόρμες, και από την άλλη ο McMoon του Προμηθέα Αλειφερόπουλου, φιλόδοξος, ικανός, παθιασμένος με τη «λαϊκή» jazz, που αρκείται ωστόσο στην ανωτερότητά του στην εύκολη σύγκριση


View με τη Florence, με αντάλλαγμα μια καλλιτεχνικά και άνετη οικονομικά ζωή.

ασφαλή

Κι όλα αυτά υπό το πρίσμα της οικονομικής κρίσης της Αμερικής του ’30, αλλά και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, χρόνια που η Florence ανέπτυξε την κύρια «καλλιτεχνική» της δραστηριότητα. Στην παράσταση του Περλέγκα όλα τα επιμέρους στοιχεία δένουν ικανοποιητικά, με τη Ναταλία Τσαλίκη να ξεχωρίζει μοιραία. Η άρτια μουσική της κατάρτιση (φωνητική διδασκαλία της Ευαγγελίας Καρακατσάνη) φέρει εις πέρας το εξαιρετικό δύσκολο εγχείρημα της «κακοφωνίας» με τονική ακρίβεια που αναδείκνυε τις φωνητικές της ποιότητες καθιστώντας, κατά κάποιον τρόπο, μέχρι και απολαυστική την προφανώς εκ προθέσεως παράτονη ερμηνεία της. Ακόμα περισσότερο, όμως, ήταν η σκηνική της ενέργεια που κέρδιζε τις εντυπώσεις, σε μια συνολική σκηνική παρουσία απαιτήσεων, την οποία ανήγαγε σε σημείο αναφοράς πιθανώς και για μελλοντικά ανεβάσματα. Παράλληλα, ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος κατάφερε να αναδείξει τις λεπτές διακυμάνσεις του McMoon και τη διαρκώς αμφίρροπη κατάστασή του μεταξύ τέχνης και επιβίωσης, συνεπικουρώντας τη Florence με την πιανίκα του (πνευστή μελλόντικα), κρατώντας σταθερά τον ρυθμό της παράστασης και απαλύνοντας την ακοή μας με τη ζωηρή του jazz, άνευ μάλιστα μουσικής συνοδείας. Σημαντική στην αίσθηση του αποτυχημένου μεγαλείου και καθοριστικής σημασίας για τη σκηνική κατάρρευση της Florence αποτέλεσε και η όψη της παράστασης (σκηνικά και κοστούμια της Λουκίας Χουλιάρα), που χρησιμοποιώντας μικρούς

σκηνικούς δείκτες και υψηλής ποιότητας ενδύματα, μεγέθυνε την αποτυχία της ερασιτέχνιδος υψιφώνου να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Την πιο καίρια όμως παρέμβασή της αποτέλεσε η αιωρούμενη σκηνή-δωμάτιο, μια άριστη τεχνικά και συμβολικά εικονοποίηση της αιθεροβασίας της Florence και της πλαστής της καλλιτεχνικής εξύψωσης, ειδικά σε αντίστιξη με το γυμνό έδαφος όπου κινούνταν κυρίως ο McMoon. Μουσική και φωτισμοί υποστήριξαν την παράσταση, ενώ ιδιαίτερη μνεία οφείλεται στα video, που με το έξυπνο μοντάζ τους υπενθύμιζαν το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο και την καλλιτεχνική ατμόσφαιρα της εποχής, χωρίς να κουράζουν. Η παράσταση συνολικά αφήνει την αίσθηση ενός έγκυρου σκηνικού εγχειρήματος γύρω από τις θεματικές της, κι αν τα δύο μέρη της είναι κάπως άνισα, με την καθοριστικής σημασίας σκηνή της παράστασης του Carnegie Hall να εξαντλείται σε μια σειρά από αλλαγές ρούχων και κομμώσεων, η τελική εντύπωση δίνει μια ικανή αφορμή για συζητήσεις και στοχασμούς που υπερβαίνουν τον χρόνο της. Γιατί σε εποχές οικονομικής κρίσης, αν και όχι απαραίτητα μόνο σε αυτές, η σχέση τέχνης και οικονομίας έρχεται διαρκώς και επιθετικά στο προσκήνιο. Κι αν για το ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό πεδίο οι απαντήσεις μοιάζουν αυτονόητες, στην καθημερινότητα των καλλιτεχνών, όπως και όποιων άλλων επαγγελματιών, εύκολοι και «καθαροί» δρόμοι δεν υπάρχουν. Το φάλτσο καραδοκεί… Η παράσταση Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς - Ενθύμιο ανεβαίνει στο θέατρο Θησείον έως τις 4/1/2017, Παρ., Σάβ. & Κυρ. στις 21:00. ©


SAMUEL BECKETT H Τελευταία Τριλογία


Book

γράφει η Βίκυ Λιακοπούλου Aλλά με το πρόσωπο στραμμένο για τα καλά μοχθείς μάταια πάνω στην ιστορία σου. Μέχρι που στο τέλος θα ακούσεις πώς οι λέξεις αγγίζουν το τέλος. Με κάθε κενή λέξη λίγο πιο κοντά στην τελευταία. Και μαζί με αυτές η ιστορία επίσης. Η ιστορία ενός άλλου μαζί μ’ εσένα στο σκοτάδι. Η ιστορία σου να εξιστορεί για κάποιον μαζί σου στο σκοτάδι. Και πόσο καλύτερα στο τέλος χαμένος κόπος και σιωπή. Και εσύ όπως ήσουν πάντα. Μόνος. Έτσι τελειώνει η Συντροφιά, το πρώτο πεζογράφημα της τελευταίας τριλογίας -ή ψευδοτριλογίας- του Samuel Beckett, που θεωρείται το πιο αυτοβιογραφικό του κείμενο - SAMUEL BECKETT - H Τελευταία Τριλογία, μτφρ. Θωμάς Συμεωνίδης, εκδ. Γαβριηλίδης, 2016. Ξεκινάει με μια φωνή (εν αρχή ην ο λόγος) και κλείνει με μια λέξη που στέκεται στους αντίποδες του τίτλου της: μόνος. Φαινομενικά και υφολογικά υπάρχουν τρεις διακριτές φωνές, αλλά στην ουσία είναι μία: ο ατομικός πυρήνας είναι τόσο ασταθής που έχει υποστεί σχάση και διασπάται σε άλλους δύο. Στο θέατρο του μυαλού η σύγχυση προσώπων είναι επινόηση ηθελημένη. Ο Beckett αναγκάζεται να γίνει επινοητής της φωνής, του ακροατή, του εαυτού του για να έχει συντροφιά. Δεν υπάρχει φως, μόνο σκοτάδι. Η ποιότητα του σκοταδιού αλλάζει μόνο ανάλογα με το αν τα μάτια είναι κλειστά ή ανοιχτά. Μέσα σε αυτό το ατέλειωτο σκοτάδι η φωνή κάνει απέλπιδες προσπάθειες οριοθέτησης του χώρου και του χρόνου, καταμετρά βήματα ενός σώματος που είναι τόπος δράσης, καταργεί στην αφήγησή της το παρελθόν και το παρόν. Τα θραύσματα της μνήμης γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας ξανά και ξανά, τόσες φορές που η συσχέτιση της αρχικής εμπειρίας και του μνημονικού ίχνους χάνεται γιατί το ασυνείδητο είναι ασυνεχές. Το Άσχημα ιδωμένο, άσχημα ειπωμένο είναι ένας αποχαιρετισμός στον αποχαιρετισμό από μια ηλικιωμένη γυναίκα. Η τοπογραφία εντοπίζεται στο τρελλοκομείο του κρανίου και το εγκεφαλογράφημα γίνεται σε έναν ψευτοεγκέφαλο. Κι αν στα θεατρικά του Beckett γελάμε κάποτε με την κωμικοτραγική ανθρώπινη συνθήκη, εδώ δεν υπάρχει κανένα ίχνος χιούμορ. Κανένα πλέον, επαναλαμβάνει εμφατικά.


Καμιά φορά οι λέξεις, δημιουργοί, πρωταγωνιστές και ακροατές ταυτόχρονα, φωτίζονται: Φως. Με μια λέξη που προδίδει. Εκτυφλωτική ασάφεια. Δυνατό φως τελικά. Όπου τίποτε άλλο να ιδωθεί. Να ειπωθεί. Ο Beckett κάνει έναν επιστημολογικό στοχασμό σχετικά με τη φύση της γλώσσας. Η λέξη-προδότης, υλικό σώμα που ρίχνει φως, κλείνει το μάτι στον Heisenberg. Ο πιο απλός τρόπος για να βρούμε τη θέση ενός σωματιδίου είναι να το φωτίσουμε, αλλά ποτέ δεν θα βρούμε την ακριβή του θέση, λέει η αρχή της απροσδιοριστίας. Και πώς να τη βρούμε; Σε ποια πραγματικότητα να ψάξουμε; «Πραγματικό και – πώς να ειπωθεί άσχημα το αντίθετό του; Το αντίδοτο». Το αντίθετο στο πραγματικό είναι το αντίδοτό του. Το πραγματικό δεν είναι παρά δηλητήριο. Στο Αδιέξοδο πάλι η δραματοποίηση εστιάζει στην κλινική παρατήρηση του σώματος καθώς ο Beckett ηθελημένα αποσυνδέει τις συναισθηματικές, ψυχολογικές και μεταφορικές λεπτομέρειες. Η κλινική νευρολογική παρατήρηση της κίνησης θα καταδείξει τις γλωσσικές αναλογίες σε μια γλώσσα που έχει παθολογικές βλάβες. Η γραφή εδώ δεν χρησιμοποιεί θεραπευτικά προσχήματα, είναι μια καθαρή κλινική περιγραφή των διάσπαρτων μελών του σώματος. Ειρωνικά, ο υψηλότερος βαθμός οργανικής ενότητας επιτυγχάνεται μέσα από την αποδόμηση του σώματος και, ακολούθως, της γλώσσας σε όλες της φάσεις της λογοτεχνικής παραγωγής: συγγραφή, κείμενο και πρόσληψη. Είναι γνωστό το ενδιαφέρον του Beckett για την ψυχολογία, την ψυχανάλυση και τη νευρολογία. Η περίοδος του Μεσοπολέμου είδε μια κατακόρυφη αύξηση νευροεκφυλιστικών περιστατικών που οδήγησε στην καταγραφή, την παρατήρηση και την ονοματολογία τους. Ο μακρύς κατάλογος περιλάμβανε μια σειρά αθέλητων διαταραχών της κίνησης, όπως η χορεία του Χάντινγκτον, η νόσος του Πάρκινσον, το σύνδρομο Τουρέτ κ.ά. Σ’ αυτό το κείμενο είναι φανερή η εκτεταμένη χρήση των κλινικών περιγραφών καθώς και η επίδραση που έχουν στη γλώσσα και τη νόηση οι εγκεφαλικές βλάβες. Ειρωνικά, λίγα χρόνια αργότερα ο Beckett θα βίωνε προσωπικά ένα είδος αφασίας έπειτα από μια πτώση που είχε στην κουζίνα του. Η παθολογική δυσκινησία του κειμένου ανεβάζει και πάλι στο προσκήνιο την ενσαρκωμένη και υλική φύση της γλώσσας. Το γλωσσολογικό σύμπαν του Beckett είναι σύμφωνο με τη σύγχρονη κοσμολογική αντίληψη της φυσικής για το σύμπαν: είναι ανοιχτό ή κλειστό, διαστελλόμενο, συστελλόμενο ή παλλόμενο. Το σύμπαν θεωρείται αυτοδημιουργούμενο χάρη στον ενδογενή δυναμισμό της ύλης η οποία πραγματώνει μορφές στον χώρο και τον χρόνο. Η αντίθεση ύλης και κενού σήμερα θεωρείται ξεπερασμένη. Η αορατότητα είναι ύλη. Το κενό θεωρείται μέσον, φορέας υπαρκτών ή δυνάμει σωματιδίων ή δεξαμενή ενέργειας. Ολόκληρο το έργο

του Beckett, και ειδικά αυτή η τριλογία, μπορεί να γίνει αντικείμενο γλωσσολογικής ανάλυσης υπό αυτό το κοσμολογικό πρίσμα. Η αφήγηση είναι τόσο κατακερματισμένη νοηματικά και συντακτικά, που έχεις την αίσθηση ότι απευθύνεται περισσότερο στο νευρικό σύστημα του αναγνώστη ή του θεατή παρά στον νου. Αν ισχύει αυτή η υπόθεση, τότε η σωματική εμπλοκή του αναγνώστη στην ερμηνευτική διαδικασία της ενσάρκωσης του κατακερματισμένου σώματος επιτυγχάνεται καθώς ο εγκέφαλος δημιουργεί καινούργιες συνάψεις στην προσπάθεια νοηματοδότησης, η οποία όμως υποσκάπτεται αδιάλειπτα. Η αφασιολογία του Beckett έχει θεολογικές καταβολές, γίνεται κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του ενός προσωπικού Θεού κουακουακουακουα με άσπρη γενειάδα κουακουα άχρονου και άχωρου όστις από τα ύψη της θείας του απάθειας της θείας του αθαμβίας της θείας του αφασίας πολύ μας αγαπά όλους πλην ορισμένων εξαιρέσεων για λόγους άγνωστους (Περιμένοντας τον Γκοντό, μτφρ. Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδ. Ύψιλον). Η έκδοση της τριλογίας είναι, το δίχως άλλο, εκδοτικό γεγονός. Θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μη γίνει ξεχωριστή μνεία στην εμβριθή εισαγωγή καθώς και στο επίμετρο του μεταφραστή Θωμά Συμεωνίδη, ο οποίος ανέλαβε ένα ριψοκίνδυνο εγχείρημα. Το ελλειμματικό συντακτικό, η αρρυθμική αφήγηση, η αντωνυμική αοριστία που επιτρέπει η αγγλική γραμματική και εκμεταλλεύεται στο έπακρο ο συγγραφέας είναι παγίδες στο σκοτεινό δάσος του ακατονόμαστου. Να έχετε αυτό το βιβλίο δωματίου σε μιαν ακρούλα στη βιβλιοθήκη σας και, όταν είναι η ώρα, θα έρθει αυτό να σας βρει. Όπως το δάσος του Μπέρναμ που πάει να βρει τον Μακμπέθ. ©


Γίνεται να χορέψεις με το υπαρξιακό σου; Η ομάδα DanceVacuum το κατάφερε με μια performance. Παραμένει άλυτη και γι΄αυτό αξεπέραστη. Η υπαρξιακή αγωνία, ακόμα κι όταν μοιάζει αόρατη, είναι πανταχού παρούσα και γίνεται γενεσιουργός αιτία και κινητήριος δύναμη κατά κυριολεξία στην περίπτωση της ομάδας σύγχρονου χορού DanceVacuum. Με σημείο εκκίνησης προσωπικά τους βιώματα και την καθοδήγηση της χορογράφου Βίκυς Βασιλοπούλου τρεις χορευτές-performers επιχειρούν στην παράσταση Scratch να αναδιοργανώσουν δομικά στοιχεία της ταυτότητάς τους και να εξερευνήσουν τα όριά τους τους μέσα από επαναλαμβανόμενα κινησιολογικά μοτίβα. Πρόκειται για μια μορφή community dance με παράλληλη προβολή βίντεο που πειραματίζεται πάνω σε υπαρξιακά ζητήματα.

From Scratch Scratch performance Ιδέα & Χορογραφία Βίκυ Βασιλοπούλου Χορεύουν: Chris G, Χριστίνα Καϊάφα, Tapha Diaw Σύγχρονη Μουσική Στέλιος Γαννουλάκης Camera: Αλίκη Σούμα Φωτισμοί - Montage Πάνος Λάμπης ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ Παρασκευή 16/12 Σάββατο 17/12 στις 22:00 Διάρκεια: 50 λεπτά Πληροφορίες - Τηλέφωνο κρατήσεων: 6974924991 Γενική είσοδος: 5 ευρώ DanceVacuum Centre of Performing Arts, Διογένους 42, Χαλάνδρι www.dancevacuum.gr www.facebook.com/dancevacuum


Raw Images Athens/2016/A.Konstantinidis

ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ

γιου καντ ολγουειζ γκετ γουατ γιου γουοντ.


γεια σου,τι κανεις?

αυτο,ε?

λοιπον,ολα ξεκινησαν…

οτι λεω μια ιστορια που τη σταματαω για να πω μια ιστορια και μετα τη σταματω για να πω μια ιστορια και ολοι λετε πως δεν εχουν καμια συνδεση μεταξυ τους,ε?

βασικά, ολα ξεκινησαν πολλες φορες και αλλες τοσες σταματησαν. αλλιως δε θα ειχαμε να λεμε τιποτα, μια αρχη και ενα τελος δεν αρκουν για τις ωραιες ιστοριες. θα σου πω για το δυο χιλιαδες εντεκα. ηταν καλοκαιρι και εκανε δαιμονισμενη ζεστη. ακομα δεν σε ειχα γνωρισει,αυτο εγινε εναν χρονο πιο μετα.εκεινη Την γνωρισα τεσσερα χρονια αργοτερα φαντασου. βλεπω το κεφαλαιο ταφ και σκεφτομαι οτι ο φιλος μου ο κωστας θα λεγε πως ετσι φτιαχνονται οι θεοι. απο εμμονη και πεισμα. και κεφαλαιο πρωτο γραμμα. καλοκαιρι λοιπον και εγω καπως δουλευω στη συναυλια του μπον τζοβι. σου ανεφερα οτι ειχε τρομερη ζεστη? λιγο πριν ανοιξουμε τις πορτες για να μπει ο κοσμος, ρωταω τον φιλο μου και φωτογραφο, χρηστο κ. κατι που τωρα καταλαβαινω πως τελικα ειναι ο πυρηνας αυτης της ιστοριας που ειναι μια συμπληρωματικη ιστορια της βασικης ιστοριας. θυμασαι οτι καπως το κανω

ε,ασε με να σου αποδειξω πως εχουν. ρωτησα τον χρηστο λοιπον ποια φωτογραφικη μηχανη να αγορασω. οχι με στοχο την καριερα στη φωτογραφια, καθοτι ασχετος τοτε, αλλα καπως με διαθεση καυλαντας και χασομερηματος. μου πε λοιπον να αγορασω την ταδε κανον και τον ταδε φακο που καναν χιλια οκτακοσια (!!!) ευρω. για ονομα του θεου. οταν του εξηγησα οτι καπως δεν συνεννοηθηκαμε και οτι εψαχνα μια φτηνη λυση για να χαζολογαω, η απαντηση του ηταν ‘’ετσι ειναι -αγορι μουοι καυλες πληρωνονται. ειτε ειναι η φωτογραφια ειτε η μοτοσυκλετα ειτε το να παιζεις μουσικη’’. καπως με επεισε το επιχειρημα του και πηγα και αγορασα αυτα ακριβως που μου ειπε μετα απο μερικες μερες. τα χρονια περασαν λοιπον και οπως θα θυμασαι,εγω πια κυριως φωτογραφιζω. παμε στο σημερα. η μαλλον οχι

στο σημερα, βασικα στο πριν εναν μηνα. μπιζνες μιτινγκ λοιπον με τον ν.τ. για να εξετασουμε το ενδεχομενο να φωτογραφισω εναν ταξιδιωτικο οδηγο που θελει να βγαλει. στην κουβεντα πανω, καπως προκυπτει πως ο αυτος ο τυπος καποτε εβγαζε ενα περιοδικο,το μασιν,για μια γκομενα που τον αφησε. σε καποια φαση λοιπον και το περιοδικο σταματησε και η γκομενα δεν επεστρεψε. μεταξυ μας. σιγα το κατορθωμα να βγαλεις ενα περιοδικο για μια γκομενα. που σε αφησε. λιγο μεγαλυτερο κατορθωμα (παραπανω πληροφοριες για αυτα,εν καιρω) ειναι να πεισεις τον τρυφωνα σαμαρα να γυρισει ενα βιντεο που να της ζηταει να γυρισει πισω,τον γιαννη χαρουλη να της τηλεφωνησει και τον θαναση παπακωνσταντινου να της αφιερωσει τραγουδι σε σολντ αουτ συναυλια στην τεχνοπολη. και ολο αυτο κατα καποιο τροπο να το πληρωσεις με δημοσια εκθεση και ενα κομματι εσωτερικης αξιοπρεπειας. τελικα ειχε δικιο ο χρηστος το 2011. οι καυλες οντως πληρωνονται. ©

*η ορθογραφια,η συνταξη και η στιξη ειναι αυστηρες επιλογες του γραφοντος


Music

Το ψευδώνυμο που διάλεξε για τη μουσική της καριέρα σημαίνει αλάνι, παιδί με τσαγανό. Αλλά αυτό είναι μόνο ένα από τα δυνατά σημεία της Kid Moxie (a.k.a. Έλενα Χάρμπιλα).

συνέντευξη στη Βιβή Μωραΐτου

«Με κράτησε αυτή τη φορά παραπάνω η Ελλάδα - θα έμενα έτσι κι αλλιώς περισσότερο μετά το καλοκαίρι για διάφορα projects που τρέχουν στην Ευρώπη. Τελικά, στην πορεία προέκυψαν εδώ διάφορες συνεργασίες, όπως με τον Monsieur Minimal και τον Γιώργο Γεωργόπουλο (τον σκηνοθέτη του Tungsten) για τη νέα του ταινία, της οποίας γράφω τη μουσική. Τα γυρίσματα αρχίζουν σε δύο μήνες και θα παίξω έναν από τους επτά γυναικείους ρόλους - επτά ιστορίες. Άλλωστε, είχα πολύ καιρό να ζήσω χειμώνα την Αθήνα». Ή, μάλλον, χειμώνα γενικώς, αφού έδρα της Kid Moxie είναι εδώ και χρόνια η Καλιφόρνια. «Γενικά θεωρώ πως είναι η πιο συναρπαστική αμερικανική πολιτεία. Για μένα είναι ο πιο συναρπαστικός τόπος που υπάρχει κι έχω δει στη ζωή μου. Και έχω μείνει εκεί τόσα χρόνια γιατί πάντα εξελίσσεται και πάντα κάτι καινούργιο θα μάθεις. Είναι ανεξάντλητη». Η Έλενα μεγάλωσε στην Πεντέλη, σπούδασε από παιδί κλασικό πιάνο και έφυγε πριν από 14 χρόνια, σχεδόν αμέσως μετά το Λύκειο, για να σπουδάσει υποκριτική στο Λονδίνο. Έπειτα βρέθηκε να κάνει στο Σαν Φρανσίσκο master στο θέατρο και κατέληξε στην πόλη των Αγγέλων. «Έφυγα κατευθείαν, αλλά όχι απαραίτητα για να μείνω έξω. Περισσότερο σαν εξερεύνηση για να πω “χάσου κάπου”. Πήγαινε κάπου που δεν ξέρεις και δεν σε ξέρει κανείς και δεν έχεις κανένα μαξιλάρι, να δεις πώς είσαι εκεί και ποια είναι τα όριά σου. Τώρα θα το αισθανόμουν ως ρίσκο, τότε δεν το έβλεπα έτσι και γι’ αυτό και το έκανα».

Raw Images Athens/2016/A.Konstantinidis

Στα 30 και κάτι της έχει ήδη συνεργαστεί με την ιδιότητα της μουσικού, συνθέτριας και τραγουδίστριας με τον σκηνοθέτη David Lynch και τον συνθέτη Angelo Badalamenti για το album της 1888. Επίσης, έχεί ήδη παίξει στο θέατρο δίπλα στον Pacino στη Σαλώμη του Oscar Wilde και στο σινεμά με τον Malcom McDowell και την Jane Seymour στην ταινία Bereave (2015). Ζώντας και δουλεύοντας σε διαφορετικές ηπείρους και χρονικές ζώνες, δεν είχαμε καταφέρει να συναντηθούμε με την Kid Moxie -κατά κόσμον Έλενα Χάρμπιλα- παρά μόνο on line. Τη βρήκα στην Αθήνα. Ή μάλλον με αναζήτησε εκείνη, αφού φέτος αποφάσισε να ξεχειμωνιάσει εδώ.


Παρόλο που λατρεύει το περιβάλλον και τον τρόπο ζωής στο L.A., παραδέχςεται ότι «είναι πολύ σκληρός ο ανταγωνισμός, γιατί όλοι έχουν βρεθεί εκεί για να γίνουν κάτι άλλο, να ανοίξουν κάποια πόρτα, να πετύχουν κάτι. Αυτό είναι το focus. Οι σχέσεις μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Είναι μια πόλη βασισμένη στη φιλοδοξία και στα όνειρα. Παίρνεις διαρκώς τόσες απορρίψεις, που χτίζεις χοντρό πετσί για να αντέξεις. Πρέπει να είσαι λίγο σαν παλαιστής για να επιβιώσεις εκεί. Όχι ότι δεν έχω φίλους Αμερικανούς, αλλά δεν έχω βρει αυτόν τον ωραίο κλοιό από σχέσεις που έχω στην Ελλάδα». Αν κάτι της έχει λείψει είναι το θέατρο. «Στο Σαν Φρανσίσκο είχαμε φτιάξει έναν θίασο και κάναμε πολλές παραστάσεις - στο Λος Άντζελες έχω κάνει κυρίως διαφημίσεις, σπικάζ και indie ταινίες». Και πολλή, πολλή μουσική σε ύφος κινηματογραφικό - μουσική της συμπεριλήφθηκε πρόσφατα στο soundtrack του φιλμ Yoga Hosers με τον Johnny Depp. «Η αγάπη μου για τον κινηματογράφο και την εικόνα αποτυπώνεται στη μουσική μου. Ο ηθοποιός έχει περισσότερες φωνές και φίλτρα για να δείξει τον εαυτό του: μιλάει με τα λόγια ενός συγγραφέα, με κινήσεις δικές του αλλά και ενός σκηνοθέτη, παίρνει τη δουλειά αν του επιτρέψει ένας παραγωγός και ένας casting director. Όταν είσαι μουσικός, κάνεις ό,τι θέλεις, γράφεις αυτό ακριβώς που θέλεις να πεις όπως ακριβώς θέλεις να το πεις». Τι ήθελε να πει, λοιπόν, στο τελευταίο της L.P., το Perfect Shadow; «Αρχικά ήθελα να λέγεται 4A.M., που είναι και το πρώτο κομμάτι του δίσκου και τον ενέπνευσε εξολοκλήρου. Άρχισα να ψάχνω την έννοια του 4A.M., αλλά δεν μπορούσα να την ορίσω. Σκεφτόμουν πως είναι η ώρα που έχει τους λιγότερους μάρτυρες, γιατί πολλοί λίγοι από εμάς είναι ξύπνιοι. Τι γίνεται 4 η ώρα το πρωί για αυτούς που είναι ξύπνιοι; Είναι πολύ αργά για κάτι ή πολύ νωρίς; Είναι νωρίς το πρωί ή αργά το βράδυ; Φως ή σκοτάδι; Όλα αυτά μού ήταν πολύ ελκυστικά ως concept, επειδή με ενδιαφέρουν πολύ οι διαδικότητες και οι δύο πόλοι του ίδιου πράγματος, και πυροδότησαν το mood του δίσκου και την όμορφη μελαγχολία του. Γνώμονας σε ό,τι γράφω είναι η ατμόσφαιρα που θα εμπνεύσει ένα κομμάτι, ποιο feeling θα βγάλει η μουσική, πού και πώς θα σε ταξιδέψει - γι’ αυτό κιόλας την ονομάζω κινηματογραφική pop. Έχω μια έντονη darkίλα μέσα μου - ας πούμε, κάθομαι έξω από νεκροταφεία πολλές φορές, μου φέρνουν γαλήνη. Με ενδιαφέρουν όλα αυτά τα κάπως σκοτεινά και μεθαύριο πάω στο Άουσβιτς για να δω από κοντά μια μηχανή θανάτου. Αντιστοίχως, η μουσική μου έχει κομμάτια που ρέπουν προς το σκοτάδι χωρίς να είναι κάτι όπου βουτάς και μένεις. Βυθίζεσαι για να βγεις στο φως και αυτό είναι το σημαντικό. Είναι δηλαδή περισσότερο εξερεύνηση παρά στάση ζωής. Στην κηδεία μου, για να καταλάβεις, θα ήθελα να παίζει disco. Να είναι για αυτούς που αφήνω μια γιορτή για το “τι ωραία που ζήσαμε στιγμές μαζί. Ας το δοξάσουμε αντί να το κλάψουμε”. Έχω διαλέξει και κομμάτι, το Let’s all Chant». Αρχίζει να το τραγουδάει. Σταματά ξαφνικά και λέει: «Αν έβαζα soundtrack στο διάστημα, θα ήταν Billie Holiday. Η φωνή της είναι τόσο γήινη και ταυτόχρονα τόσο απόκοσμη. Φαντάσου πώς θα ακουγόταν αυτή η βελούδινη φωνή σε ένα παγωμένο και μακρινό σημείο του σύμπαντος...».

To τέταρτο L.P. της Kid Moxie, Perfect Shadow, κυκλοφορεί από τη West One Music, ενώ μουσική της συμπεριλαμβάνεται στο Buddha Bar XVIII, που θα κυκλοφορήσει 1/12/16. Το οικογενειακό δράμα It Snows All The Time, όπου παίζει με τoυς Taryn Manning, Brett Cullen και Lesley Ann Warren, θα προβληθεί στις Η.Π.Α. στο τέλος του 2016. Η Έλενα Χάρμπιλα φοράει Epifanios athens Haute Couture A/W 16-17. ©


Music


Μια συνομιλία με τον δημιουργό, με αφορμή την πρώτη του σκηνοθετική παρουσία στο θέατρο.

Γιάννης Οικονομίδης Η “Στέλλα” είναι μια φέτα ζωής

συνέντευξη στον Μιχάλη Παπαδόπουλο «Μπρούτος, αδέξιος, σαν ταύρος σε υαλοπωλείο, εισέβαλε στον χώρο του μακαρίως κοιμωμένου ελληνικού κινηματογράφου και με την πρώτη του κιόλας απόπειρα, το Μέχρι το πλοίο, τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα» έγραψε ο κριτικός Kώστας Σταματίου για τον Αλέξη Δαμιανό, που οπλισμένος με τη φλόγα και τη δίψα «να πει αλήθειες για την Ελλάδα και τους ανθρώπους της» έπλασε το συντακτικό ενός άλλου κινηματογράφου. Το ίδιο κάνει σήμερα ο Γιάννης Οικονομίδης, με τις φλογισμένες από πάθος αλήθειας ταινίες του, που δίνουν γροθιά σε όλους τους καλόβολους μύθους και στην ησυχία μας. Ένας ανελέητος κινηματογράφος, χωρίς make up, που κτυπά στο στομάχι, όπως οι στίχοι του Καρούζου ή τα φιλμ του Jonas Mekas. Ταινίες που παραβιάζουν τις έτοιμες μυθολογίες και πιάνουν τον σφυγμό μιας πόλης που βράζει. Αυτές είναι, με δυο φράσεις, οι ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη, που μετά το Σπιρτόκουτο, την Ψυχή στο στόμα, τον Μαχαιροβγάλτη και Το μικρό ψάρι ετοιμάζει την πέμπτη στη σειρά μεγάλου μήκους ταινία του, μια γκανγκστερική μαύρη κωμωδία, φωτίζοντας τον ανθρώπινο τραγέλαφο αυτήν τη φορά μέσα από τον φακό του μαύρου χιούμορ. Όταν πρόκειται για τις ταινίες του Οικονομίδη, έρχονται πάντα στο μυαλό τα λόγια του Δαμιανού: «Oι άνθρωποι της γενιάς μου έκαναν αυτό που ήταν να κάνουν. Αυτό που τους αντιστοιχούσε. H εφηβεία μας ταυτίστηκε με τη λαμπερή ανάταση ενός ολόκληρου λαού. Oι άνθρωποι της γενιάς μου δεν διαμαρτυρήθηκαν, γιατί δεν φοβήθηκαν ποτέ, παρά μόνο τον φόβο. Σήμερα συνθλίβονται και για πρώτη φορά φοβούνται την ευτέλεια που μας κατακλύζει». Αυτήν τη σύνθλιψη κάτω από «την ευτέλεια που μας κατακλύζει» είναι που επιχειρεί να αποτρέψει με τις ταινίες του ο Γιάννης Οικονομίδης. Με την ίδια ζωώδη ορμή, η οποία είναι η μοναδική αληθινή φαρμακεία ενός πολιτισμού ανθρώπων που μπορούν να υπάρξουν μόνο στο φως της φλόγας που καίει

μέσα τους. Και αποτελεί ύψιστη πράξη δικαιοσύνης να ειπωθεί πως, προτού σκάσει μύτη ο λεγόμενος κινηματογράφος της κρίσης, που δρέπει, σήμερα, με την αύρα σχεδόν αξιοπερίεργου εθνολογικού θεάματος, τις δάφνες της διεθνούς αναγνώρισης, οι ταινίες του Οικονομίδη αναμόχλευαν το ζοφερό κοινωνικό και ψυχικό της υπόστρωμα, κάνοντας να βγουν στο φως οι τερατώδεις όψεις της. Αφορμή, ωστόσο, γι’ αυτήν τη συνομιλία δεν ήταν κάποια από τις ταινίες του σπουδαίου σκηνοθέτη, αλλά η πρώτη θεατρική παρουσία του, με το έργο Στέλλα Κοιμήσου, που παρουσιάζεται αυτό τον καιρό στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Αυτές λειτουργούν, μάλλον, σαν αόρατο φόντο αλλά και δείκτης ορατότητας των σκηνικών δρώμενων, αφού ο Οικονομίδης, συνθλίβοντας όλα τα γεγανωμένα μεθεόρτια του μεταμοντέρνου φορμαλισμού, ξαναστήνει στη σκηνή τον «αφορισμένο» ρεαλισμό, στις πιο ακραίες και καταιγιστικές εκδηλώσεις του. Όπως και στις ταινίες του, ο βούρκος απ’ όπου πηγάζει ο ανθρώπινος τραγέλαφος είναι απύθμενος, και οι λέξεις μέσα στη μακάβρια ωμότητά τους, μπορούν μόνον ακροθιγώς να τον υποσημάνουν. Με τη Στέλλα, ωστόσο, ο Οικονομίδης πάει ένα βήμα παραπέρα, αφού ο «χορός των κολασμένων», που περνά αιμάσσων μπροστά στα μάτια μας, ανυψώνεται στο μετέωρο του μεγαλείου και της σαθρότητας κάθε φορά με μια νέα εκδοχή, που σπρώχνει την ίδια την ακρότητα ακόμα πιο πολύ στα άκρα… Εκεί όπου, τελεσιδίκως, δεν υπάρχει καμιά επιστροφή, αλλά ούτε και λύτρωση. «Έτσι είναι οι ταινίες μου, έτσι και οι σκηνές της Στέλλας. Σκηνές με υψηλές θερμοκρασίες, ακραίες καταστάσεις και ασίγαστα συναισθήματα», λέει στη συνέντευξή του στο The MachΙne. Ή, μήπως, τελικά, η σιωπή της Στέλλας και η σαστισμένη αμηχανία της, που κρατούν ενεργό τον μηχανισμό μιας εσωτερικής μετεώρισης, δείχνουν προς ένα αδιόρατο άνοιγμα;


Πώς προέκυψε η συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο;

Έτσι είναι οι ταινίες μου, έτσι και οι σκηνές της Στέλλας. Σκηνές με υψηλές θερμοκρασίες, ακραίες καταστάσεις και ασίγαστα συναισθήματα. Γιατί και

Photo: n-t.gr

Με κάλεσε ο Στάθης Λιβαθινός, ο διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, την περασμένη άνοιξη, και μου πρότεινε να σκηνοθετήσω στη Νέα Σκηνή ένα νεοελληνικό έργο, και μάλιστα να κάνω και το άνοιγμα.

Έχει κανείς την αίσθηση ότι, με εφόδιο τις τεχνικές του physical theatre και του direct cinema, έστησες στη σκηνή ένα ρινγκ, όπου οι πρωταγωνιστές κτυπιούνται μέχρις εσχάτων.

Πώς κατέληξες στη Στέλλα; Μου πρότεινε διάφορα έργα Νεοελλήνων συγγραφέων και καταλήξαμε στη Στέλλα Βιολάντη του Γρηγόριου Ξενόπουλου.

εδώ, όπως στο σινεμά, προσπαθώ να εξερευνήσω το θερμό πεδίο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, την ανθρώπινη ψυχολογία, να αναδείξω τη φορτισμένη της διακύμανση στα άκρα.

Τι σου προκάλεσε το ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο έργο;

Ίσως, τελικά, το μυστικό αυτής της παράστασης είναι ότι κάνεις θέατρο με τον τρόπο ακριβώς που κάνεις κινηματογράφο.

Πέρα από τη δεδομένη αξία του, κυρίως με ερέθισε το στοιχείο της σύγκρουσης και της ενδιάθετης, σ’ αυτήν, ωμότητας ανάμεσα στην κόρη και τον πατέρα. Πήρα τη βασική αφήγηση και έκανα κάτι δικό μου…

Χρησιμοποίησα την ίδια λογική δουλειάς που χρησιμοποιώ και στον κινηματογράφο. Και μαζί μ’ αυτό, τη δουλειά της παρέας και της συλλογικότητας, με βάση την αμοιβαία εμπιστοσύνη και τον αλληλοσεβασμό.

Ήταν, λοιπόν, συγκυριακό και εξ αφορμής το ενδιαφέρον για το θέατρο ή ήταν κάτι που σκεφτόσουν να κάνεις από καιρό;

Φαίνεται να επανασυνδέεσαι, κληρονομιά του Σπιρτόκουτου…

Όχι, είχα καιρό στο κεφάλι μου να κάνω κάτι τέτοιο, φλέρταρα με την ιδέα της σκηνής. Και με την ευκαιρία που μου έδωσε το Εθνικό, έγινε πραγματικότητα. Πάντως, από το πρώτο λεπτό της παράστασης, ο θεατής/ακροατής αντιλαμβάνεται ότι θα δει ένα έργο του Οικονομίδη. Μα, αν δεν γινόταν αυτό, αν δεν μπορούσα, δηλαδή, να βάλω τη δική μου σφραγίδα σ’ όλο αυτό το πράγμα, που είναι μια σφραγίδα ύφους, δεν θα είχε κανένα νόημα να το κάνω. Αυτός είναι ο τρόπος, άλλωστε, που αντικρίζω κάθε δουλειά μου.

κυρίως,

με

την

Επανασυνδέομαι, πράγματι, με την κληρονομιά του Σπιρτόκουτου, καθώς τα δύο έργα έχουν παρόμοια δομή και φόρμα, με τη διαφορά ότι, στο Στέλλα Κοιμήσου, αυτά τα δύο στοιχεία εκδιπλώνονται στο εδώ και στο τώρα, δεν είναι ανοικτά στον χρόνο. Την ίδια ώρα, ωστόσο, θεωρώ ότι στη Στέλλα ξεδιπλώνεται το νήμα ολόκληρης της δουλειάς μου. Οι ήρωές σου, ενώ κινούνται, με μια παροξυσμική, στα όρια της υπερβολής, θα έλεγε κανείς, ένταση στα άκρα, εντούτοις κατορθώνουν να μείνουν μετεωρισμένοι εκεί, διαλάμποντας, μη εκπίπτοντας στον κίνδυνο (και στο βάραθρο) της γελοιοποίησης. Το μυστικό είναι να λες και να σέβεσαι την αλήθεια.


Αν ξεκινάς με υπόβαθρο την αλήθεια, δεν διατρέχεις κανέναν κίνδυνο. Τότε, ό,τι παρουσιάζεις στη σκηνή είναι αληθινό. Έτσι, η ακρότητα αυτή γίνεται πραγματικότητα αποκαλύπτοντας το μεγαλείο αλλά και την ποταπότητα μιας κατάστασης. Φτάνει, επαναλαμβάνω, να υπάρχει η αλήθεια, ωμή, χωρίς μασκαρέματα. Ίσως, χρησιμοποιώντας τα μέσα του κινηματογράφου και του θεάτρου, αυτό που πετυχαίνεις να κάνεις είναι να ρίξεις φως στην ψυχική ζωή της εξουσίας, όπως ανεμοδέρνεται μέσα στον καθένα μας.

εμπιστοσύνη. Και η αντίδραση του κόσμου; Η αναμενόμενη, για σένα; Προς μεγάλη μου έκπληξη, το κοινό αγκάλιασε με θέρμη την παράσταση, όλες οι παραστάσεις είναι sold out έως το τέλος. Ο κόσμος φεύγει από το θέατρο έχοντας την αίσθηση ότι είδε κάτι που τον άγγιξε ή τον προβλημάτισε και δεν πήγε ο χρόνος του χαμένος.

“Και εδώ, όπως στο σινεμά, προσπαθώ να εξερευνήσω το θερμό πεδίο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, την ανθρώπινη ψυχολογία, να αναδείξω τη φορτισμένη της διακύμανση στα άκρα”

Υπάρχει πολιτική διάσταση στη Στέλλα, όπως βεβαίως και στα κινηματογραφικά μου έργα. Υπάρχει η ανάγκη έκφρασης της διαφορετικότητας, η ανάγκη να μιλήσεις σ’ έναν σκληρό και άξενο κόσμο με συναίσθημα, σ’ έναν κόσμο που, βυθισμένος στη μανία του εξουσιασμού και στον κυνισμό, δεν καταλαβαίνει γρυ απ’ όλα αυτά.

Σ’ ένα άλλο επίπεδο, βεβαίως, ανατέμνονται οι σχέσεις πολιτικής εξουσίας, η παρακμή και η πτώχευση του πολιτισμού, ο χαμηλού επιπέδου πολιτισμός όλων αυτών των ανθρώπων που κυβερνούν τις τύχες μας. Πώς ήταν η συνεργασία με τους ηθοποιούς; Φαντάζομαι, με κάποιους έχεις ήδη συνεργαστεί σε κάποιες από τις ταινίες σου. Μόνο με τον Στάθη (Σταμουλακάτος) και την (Μάγια) Κώνστα έχω συνεργαστεί στο παρελθόν στις ταινίες. Με τους υπόλοιπους ηθοποιούς είναι η πρώτη φορά. Τους επέλεξα, γιατί παρακολουθώ από καιρό τη δουλειά τους, την εκτιμώ και ήθελα παρά πολύ να συνεργαστώ μαζί τους. Και, πάντα, με βάση τις αρχές που ανέφερα προηγουμένως: τον αλληλοσεβασμό, τη συλλογικότητα και την αμοιβαία

Πάντως, προσωπικά μού έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, το προσκλητήριο «ανασκόπησης» και «εμβάθυνσης» που σήμανες προς όλους τους συντελεστές μετά το τέλος της παράστασης. Στο μυαλό μου ήρθαν γυρίσματα του Σπιρτόκουτου και του Μαχαιροβγάλτη, αλλά και η αίσθηση μιας πρόβας εν προόδω…

Είναι, κατά τη γνώμη μου, και τα δύο: Μια πρόβα εν προόδω, αλλά και μια παράσταση, ταυτόχρονα, μέσα στο συνεχές γίγνεσθαί της. Μπορεί για λίγο να μετοίκησες στο θεατρικό σανίδι, όμως το κινηματογραφικό πλατό σε περιμένει. Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο, κινηματογραφικά; Υπάρχει στα σκαριά μια νέα ταινία, Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς, μια μαύρη «οικονομιδική» κωμωδία, θα την ονόμαζα, με τους ίδιους κινηματογραφικούς συντελεστές, σε σενάριο δικό μου και των Χάρη Λεγκούση και Δημοσθένη Παπαμάρκου. Έχουμε, όμως, μπροστά μας πολλή ανηφόρα...

Η παράσταση Στέλλα Κοιμήσου παρουσιάζεται έως τις 11/12/2016 στο Εθνικό Θεάτρο - Σκηνή Νίκος Κούρκουλος, Τετ.-Πέμπ.-Παρ.-Σάβ. στις 21.00, Κυρ. στις 19.30.©


Clare College May Ball, Cambridge, England, 2005 Legende Š Martin Parr / Magnum Photos / Courtesy Philharmonie de Paris


Liverpool, England, 1998

Photo

Focus στο παράδοξο Ο Martin Parr εστιάζει στο καθημερινό γκροτέσκο.

γράφει η Βιβή Μωραΐτου Δεν εξωραΐζει τίποτα και κανέναν. Αποφεύγει να σκηνοθετεί τα θέματά του και έγινε διάσημος ακριβώς γι΄ αυτή του την οπτική προσέγγιση. Ο Βρετανός φωτογράφος και συνεργάτης του περίφημου πρακτορείου Magnum και της εφημερίδας The Guardian, o Martin Parr (martinparr.com) καταγράφει με σοκαριστικά έντονα χρώματα την καθημερινότητα κοινών, λαϊκών και ανύποπτων για τον φακό του ανθρώπων της εργατικής τάξης από την εποχή της θατσερικής Αγγλίας και εξής με γκροτέσκο χιούμορ και δίχως οίκτο. Άνθρωποι που καταναλώνουν άτσαλα junk food, αμφιλεγόμενης ποιότητας θεάματα και αμφίβολης αισθητικής αντικείμενα. Άνθρωποι που κάνουν οικογενειακές διακοπές σε θέρετρα όπου το couleur locale είναι ισοδύναμο του κιτς και το εκλεπτυσμένο στυλ δεν έχει θέση. Στην πορεία των ετών η ωμή ματιά του εξακολούθησε να εστιάζει σε παράξενες στιγμές, λεπτομέρειες και συνήθειες πέρα από τα σύνορα της πατρίδας του. Παρατηρητής και χρονογράφος του συχνά χυδαίου τρόπου που η ανθρωπότητα καταναλώνει, διασκεδάζει, επικοινωνεί και παγκοσμιοποιείται, ο Parr εξετάζει και ερευνά «εθνικά χαρακτηριστικά και διεθνή φαινόμενα» για να ανακαλύψει «πόσο

έγκυρα είναι ως σύμβολα που θα βοηθήσουν τις μελλοντικές γενιές να αντιληφθούν τις πολιτισμικές ιδιοτυπίες μας», όπως σημειώνει ο ίδιος. Αλλά εκείνο που τον κάνει τόσο ξεχωριστό είναι ο τρόπος που μας ωθεί να δώσουμε επιτέλους προσοχή σε μια πραγματικότητα που αφήνουμε να περνά από μπροστά μας απαρατήρητη ακριβώς επειδή μας είναι τόσο οικεία, και την ίδια στιγμή μας κάνει κοινωνούς μιας καθημερινότητας γεμάτης εκκεντρικές αντιθέσεις και παραδοξότητες από το Νιου Μπράιτον έως την Κίνα και από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης έως τη Σκωτία, που το φθινόπωρο του 2017 θα προστεθούν με τη μορφή φωτογραφικών άλμπουμ στα περισσότερα από ενενήντα βιβλία που έχει ήδη υπογράψει. Αυτή τη στιγμή έργα του Martin Parr παρουσιάζονται στο Festival Images Vevey στην Ελβετία, στις γκαλερί Belfast Exposed στο Μπέλφαστ της Ιρλανδίας και Janet Borden στη Νέα Υόρκη, στην Tower Bridge του Λονδίνου, ενώ στη Philharmonie de Paris (philharmoniedeparis.fr) έως τις 29/1/2017 εικόνες του εκτίθενται με μουσική υπόκρουση συνθέσεις του Mathieu Chedid σε μια συνάντηση τεχνών με τίτλο -ΜΜΜ-.©


Το έργο βρίσκεται πάντα στο προσκήνιο. Αλλά για να φτάσει έως εκεί κάποιοι εργάζονται στα παρασκήνια. Ο Δημήτρης Μπαμπίλης τους βρήκε και του μίλησαν σε πρώτο πρόσωπο.

Σουζάνα Βράπη

υπεύθυνη καθαριότητας στο Θέατρο Θησείον

Πώς γνωριστήκαμε. Μια όμορφη μέρα, ωραία, ήταν μεσημέρι και είχε έρθει ο Μιχάλης από τη δουλειά. Εμείς μέναμε απέναντι. Και από την πίσω πόρτα, τότε φτιαχνόταν ακόμα το θέατρο, ακούω τη φωνή του άντρα μου, βγαίνω στο μπαλκόνι και βλέπω πλάτη έναν κύριο με ξανθό μαλλί, με σκουλαρίκια, με τα ρούχα του, με τις μπότες του και λέω περίεργος. Δεν είχα ξαναδεί εγώ έτσι άντρα με σκουλαρίκια… Λέω στον άντρα μου «Μιχάλη τι κάνεις εκεί;», μου λέει «μιλάω», του λέω «μπες γρήγορα μέσα στο σπίτι, μη μιλάς με αυτόν!». Όλα στα αλβανικά γιατί δεν ήξερα ούτε λέξη τότε στα ελληνικά. Μου λέει «μπες μέσα και μη μιλάς». «Βρε έλα τώρα!», του λέω, «και θα μας πιάσει η αστυνομία». Επειδή είδα τον Μιχαήλ ντυμένο έτσι, είπα θα είναι κανένας κακός, ξέρω γω πού πήγε το μυαλό μου το χαζό! Και ο Μιχαήλ, που είναι πανέξυπνος, επειδή μιλούσαμε αλβανικά, ρώτησε τον άνδρα μου «τι σου λέει;» και λέει ο Μιχάλης «άμα ήξερες τι λέει αυτή, δεν θα της μιλούσες». Γυρνάει, λοιπόν, μου

στέλνει φιλιά με τα δυο του χέρια και μου λέει με νοήματα «μόλις θα ανοίξω θα είσαι η πρώτη που θα μπεις!» και έτσι και έγινε. Όταν μετά ήρθα, ήταν η Αμαλία, η Ρένα και ο Μιχαήλ και άλλα παιδιά που δεν θυμάμαι τα ονόματα. Έρχεται λοιπόν η Αμαλία και μου κάνει νόημα αν θέλω να καθαρίζω το θέατρο. Και λέω εγώ «Ναι!», ήξερα το ναι και το όχι, όμως δεν ήξερα πώς λέγεται η σκούπα, ο κουβάς, το φαράσι και όλα αυτά. Kαι μου έδειξε πώς να καθαρίζω και με πήγαινε παντού για να μάθω τη δουλειά και μου τα εξηγούσε με τόσο όμορφο τρόπο, με έναν τρόπο… Μόλις τη γνώρισα την Αμαλία, η ψυχή μου, πώς λένε, γαλήνεψε. Δεν είχα ξαναδεί άνθρωπο, γυναίκα, με τέτοιο τρόπο. Έτσι γνωριστήκαμε. Και ήμουν, είμαι, τόσο ευτυχισμένη…! Πρώτη φορά που έπιασα δουλειά, εδώ ήταν. Οι πρώτοι άνθρωποι που συνάντησα, αυτοί ήταν. Και για αυτό ήταν η πιο τυχερή μου μέρα, που μπήκα εδώ. Και έτσι όπως γνωριστήκαμε, μου βγήκε ευλογημένο.

Raw Images Athens/2016/A.Konstantinidis

Ποιος κινεί τη μηχανή


Power Έβλεπα όλες τις παραστάσεις που παίζονταν εδώ. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη. Όταν μπήκα, επειδή άργησα, δεν ήρθα στην ώρα μου, δεν είχε καρέκλες κι εγώ δεν ήθελα να το χάσω, αλλά είχε ξεκινήσει η παράσταση και γω πήγα σε μια κερκίδα σε κάτι καρέκλες από πίσω. Κάπου με είδε λοιπόν ο Μιχαήλ και πώς ήρθε έτσι ήσυχα να με πάρει και να με βάλει στην καρέκλα... Αλλά ένιωθα σαν αμηχανία, εγώ έκανα λάθος, δεν έκαναν αυτοί, εγώ η κακομοίρα για να μην πιάσω θέση λέω μια χαρά είμαι εδώ, δεν με ενοχλούσε κάτι Ποτέ πριν δεν είχα δει θέατρο, μόνο σινεμά. Και όταν μπήκα στο Θησείον και το είδα, έλεγα «έτσι είναι τα θέατρα;», δεν είχα μπει ακόμα στα σπίτια των Ελλήνων, τον χώρο τους δεν τον είχα γνωρίσει. Όταν έπαιξα στην παράσταση Hot Spots1 τo 2004, είχα κλείσει αρκετά χρόνια στο θέατρο. Ήρθα μια μέρα εδώ στο γραφείο με τον Μιχαήλ, κάτσαμε και συζητούσαμε και ηχογραφούσαμε την κουβέντα για να μπει στην παράσταση. Αυτό που έδωσα εγώ στο θέατρο είναι η καθαρότητα της ψυχής μου. Είναι η ειλικρίνειά μου, δεν έχω πει ποτέ ψέματα. Δεν θα πω ποτέ ψέματα. Δεν υπάρχει τυπική μέρα στη δουλειά μου, γιατί δεν είναι μια τυπική δουλειά. Δεν έχω ωράριο. Έρχομαι το πρωί και

κάθομαι όσο χρειάζομαι για να είναι ο χώρος καθαρός. Εγώ αυτό θέλω. Δεν μπορώ να είναι κλειστό το θέατρο. Γι’ αυτό έρχομαι και το καλοκαίρι που δεν υπάρχουν παραστάσεις. Αν το έβλεπα σαν μια τυπική δουλειά, δεν θα ερχόμουν το καλοκαίρι. Αλλά εγώ έρχομαι, 2-3 φορές την εβδομάδα, ποτίζω τα λουλούδια, ανοίγω τις πόρτες να μπει μέσα αέρας φρέσκος. Εγώ θέλω να είναι ανοιχτό αυτό το θέατρο, να έρχεται ο κόσμος, για αυτό καμιά φορά λέω ότι, αν κλείσει, πάει, θα φύγω, θα γυρίσω πίσω στο χωριό μου. Το έχω πει αυτό στον Μιχαήλ, το ξέρει. Τώρα με την κρίση δεν πρέπει να το βάλουμε κάτω. Εγώ γι’ αυτό ήρθα εδώ, για να έχουν τα παιδιά μου κάτι καλύτερο, αλλά τώρα λέω ότι όλη η περιουσία μου είναι αυτοί οι άνθρωποι που γνώρισα εδώ. Ο Μιχαήλ, η Αμαλία, όλα τα παιδιά, είναι όλοι υπέροχοι άνθρωποι. Όπως λέει και ο Μιχαήλ, ο χώρος αυτός έχει μια αύρα που τον κακό τον διώχνει, δεν στεριώνει εδώ μέσα. Για αυτό πρέπει να προσπαθούμε και, αν έχει πιάσει άμμο η μηχανή, που λες και συ, να τη βάλουμε να δουλέψει, να βάλουμε λάδι, να τη φροντίσουμε, γιατί αλλιώς, αν την αφήσουμε, θα γίνει χειρότερα και δεν θα είμαστε ευτυχισμένοι. Για μας, όχι για τίποτε άλλο. Η πιο σημαντική και η πιο δύσκολη δουλειά για μένα στο θέατρο είναι να υποδέχεσαι

τον κόσμο, να τον πάρεις από έξω και να τον βάλεις μέσα όμορφα να κάτσει και να δει την παράσταση, αυτό είναι το πιο δύσκολο για μένα. Να πρέπει να μιλάω σε τόσο κόσμο. Αλλά θα μπορούσα να είμαι εδώ στο Θησείον και να λέω στον κόσμο την ιστορία του. Αυτό μπορώ να το κάνω. Και αν έλεγε κάποιος άλλος λάθος κάτι που έγινε εδώ, θα πεταγόμουν και θα έλεγα «όχι, δεν είναι έτσι». Η πιο θετική ανάμνηση που έχω εδώ είναι όταν παντρεύτηκαν η Πηγή και ο Daniel και κάναμε εδώ μέσα το γλέντι. Ήταν πολύ ωραία, με φαγητά από τα σπίτια, όχι κυριλέ, και γιορτάσαμε όλοι. Μου θύμισε όπως ήξερα τότε από το χωριό μου. Ήθελα πάντα να γίνω ηθοποιός, για αυτό όταν έπαιξα στο Hot Spots ένιωσα όπως σε ένα όνειρο, σαν η ζωή να μου έδωσε κάτι που μου χρωστούσε. Κι αυτή η συνέντευξη τώρα είναι σαν να μου δίνει ο χώρος πίσω κάτι. Σαν δώρο για τα Χριστούγεννα. Να, αυτό το ρολόι είναι το δώρο μου για τα Χριστούγεννα κι αυτή η συνέντευξη. Η παράσταση Hot Spots – Ήμουν εδώ παρουσιάστηκε στο Θέατρο Θησείον τον Μάρτιο του 2004, σε συνεργασία του Μιχαήλ Μαρμαρινού με την, τότε άγνωστη στο ελληνικό κοινό, γερμανική κολεκτίβα Rimini Protokoll (Helgard Haug, Daniel Wetzel). 1

“Εγώ θέλω να είναι ανοιχτό αυτό το θέατρο, να έρχεται ο κόσμος”


Χρύσα Βλαχοπούλου είναι από το Bios

Ήρθα το 2009, μόλις αποφοίτησα από τη Σχολή Καλών Τεχνών στη Θεσσαλονίκη. Κατέβηκα στην Αθήνα για να δω κατά πόσο μπορώ να ασχοληθώ με κάτι που να μου αρέσει και ξεκίνησα να δουλεύω στο Bios σχεδόν δύο βδομάδες αφότου έφτασα. Με τα παιδιά στο Bios είχαμε καλή χημεία, είχαμε κοινά στην αισθητική, στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα, στις αναφορές και έτσι δέσαμε! Και ενώ ξεκίνησα με τη λογική του «ξεκινάμε και βλέπουμε», τώρα είμαστε επτά χρόνια αργότερα. Στην αρχή δούλεψα περίπου ένα μήνα στο μπαρ, γιατί έψαχνα δουλειά και δούλευα από πριν σε καφέ ως φοιτήτρια. Πολύ σύντομα τα παιδιά μού έκαναν την πρόταση να δουλέψω στο γραφείο. Ξεκίνησα και ανέλαβα το γραφείο Τύπου. Ήμασταν πολύ μικρή ομάδα τότε, ήμασταν τέσσερις άνθρωποι που ασχολούμασταν με τις εκδηλώσεις, ο Βασίλης, ο Γιάννης, η Γαβριέλλα κι εγώ. Συνεχίζουμε να λειτουργούμε κάπως έτσι. Τότε τρέχαμε τα πάντα μόνοι μας, από την παραγωγή μέχρι τα πρακτικά του κτιρίου, είχαμε πάρα πολλές μουσικές εκδηλώσεις με καλεσμένους από το εξωτερικό. Έτσι ήταν ο πρώτος χρόνος στο Bios… Οι παραστάσεις ήταν λιγότερες. Στην αρχή για μένα ήταν σαν παιδική χαρά, γιατί ήταν ένας χώρος με πάρα πολλά διαφορετικά ερεθίσματα και εγώ ερχόμουν από τη Σχολή Καλών Τεχνών, είχα την κουλτούρα του εργαστηρίου, εννοώ δεν είχα ξαναδουλέψει σε γραφείο, οπότε μου φαινόταν σαν νέο παιχνίδι. Έπρεπε να επιμεληθώ κάποια κείμενα για να επικοινωνήσουμε τις εκδηλώσεις, τα παιδιά σχεδίαζαν αφίσες, συζητούσαμε όλοι μαζί για όλα, γενικά γίνονταν πολλά και διαφορετικά πράγματα. Έρχονταν καλλιτέχνες, όπου μπορεί απλώς να τους πηγαίναμε για φαγητό και αυτό να ήταν μέρος της δουλειάς

μας. Ήταν πολλά και διαφορετικά τα πράγματα που κάναμε στην καθημερινότητα. Εγώ κυρίως ξεκίνησα με το να επιμελούμαι τα κείμενα και την εικόνα των εκδηλώσεων. Μια μεγάλη και αξέχαστη βραδιά ήταν όταν είχαμε τα όγδοα γενέθλιά μας και είχαμε κάνει ένα πολύ μεγάλο line up με ξένους καλλιτέχνες. Είχαμε φέρει τους Autechre και τους Moderat τότε, που ήρθαν και φέτος στην Αθήνα. Μια πολύ μεγάλη παραγωγή για το κτίριο. Πάρα πολύς κόσμος, έγιναν διάφορα επεισόδια, κάποιοι δημιούργησαν φασαρίες στην πόρτα και ήταν μια πολύ έντονη νύχτα. Έπρεπε ταυτόχρονα να μαζέψω τους καλλιτέχνες, να συντονιστούμε μεταξύ μας, κομφούζιο! Αλλά ήταν επιτυχημένη η βραδιά over all. Δεν έχω δουλέψει σε άλλον οργανισμό. Από τη Σχολή Καλών Τεχνών στο Bios. Το νιώθω σαν δεύτερη σχολή τώρα, είναι τόσα χρόνια, έχει ξεπεράσει τα χρόνια που ήμουν στη σχολή. Νομίζω ότι αυτό που μου αρέσει περισσότερο σε αυτή τη δουλειά και που έχω πάρει όλα αυτά τα χρόνια είναι η επαφή με τους ανθρώπους. Με πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους. Όλοι ασχολούνται με κάτι δημιουργικό. Νομίζω ότι η επικοινωνία είναι αυτό που μένει πάνω από όλα και αυτό που σε ωριμάζει. Επίσης, είναι ωραίο να ζεις τη δημιουργική διαδικασία εκ των έσω. Στις παραστατικές τέχνες είναι πάντα αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς. Ποτέ δεν είναι ένας άνθρωπος. Αν έχω προσφέρει εγώ κάτι σε όλο αυτό, είναι ότι όσα χρόνια είμαι εδώ έχω δώσει όλη μου την ενέργεια, δεν διαχωρίζω τη ζωή μου από τη δουλειά και θεωρώ ότι αυτό είναι και θετικό


Power και αρνητικό, δεν υπάρχουν τα όρια του αυστηρού επαγγελματισμού, γιατί ως άνθρωπος, όταν ζεις σε έναν χώρο, δεν τον αντιμετωπίζεις ψυχρά. Δυσκολεύομαι πάρα πολύ να περιγράψω σε κάποιον τι κάνω, όπως και παλιότερα, αλλά τώρα είναι ακόμα πιο δύσκολο. Νομίζω ότι αισθάνομαι ως μέρος ενός συνόλου που συμβάλλει στο να φέρνει ανθρώπους κοντά για να δημιουργήσουν κάτι, είναι ωραίο να αισθάνεσαι ότι κάπως έχεις συμβάλει με έναν τρόπο. Ουσιαστικά είσαι σαν κόλλα, συνδέεις λίγο τα πράγματα και τους ανθρώπους. Αυτό σημαίνει ότι συναρμολογείς τα κομμάτια, τα φέρνεις μαζί και τα λαμβάνεις ως ένα, ως σύνολο. Έρχονται οι καλλιτέχνες σε επαφή με το κοινό, οι καλλιτέχνες με άλλους καλλιτέχνες. Επίσης, παρέχεις τον χώρο στους καλλιτέχνες και μπορεί αυτό να είναι πολύ σημαντικό. Το ότι δίνουμε, κατά τη γνώμη μου, ως χώρος, την ελευθερία να δοκιμάσει κάποιος τις δυνάμεις του, να προσπαθήσει και να αποτύχει ενδεχομένως, δεν νομίζω ότι ασκούμε άγχος για την επιτυχία. Συνήθως, όταν πρέπει να συστηθώ, λέω ότι είμαι από το Bios. Τόσο απλά. Κάπως έτσι υποδεχόμαστε γενικά τους ανθρώπους. Αν κάποιος ζητήσει τον υπεύθυνο επικοινωνίας, θα μιλήσει μαζί μου, οπότε αναπόφευκτα είμαι η «υπεύθυνη

επικοινωνίας», ασχολούμαι και με την παραγωγή και γενικά με τον συντονισμό των εκδηλώσεων, οπότε δεν νομίζω ότι o τίτλος περιγράφει ακριβώς την καθημερινότητά μου. Νομίζω ότι κάθε δουλειά είναι δύσκολη από τη δική της οπτική. Για παράδειγμα οι άνθρωποι που στήνουν και κάνουν χειρωνακτική εργασία καταβάλλουν πολύ μεγάλη προσπάθεια και κουράζονται πολύ σωματικά. Στο κομμάτι που έχεις επαφή με τους ανθρώπους, είτε είναι αυτοί το κοινό είτε οι καλλιτέχνες, ο ρυθμός είναι σημαντικός. Θεωρώ ότι θα πρέπει να έχεις πάντα την ηρεμία και την υπομονή να συγχρονίζεσαι με τους ανθρώπους. Δεν έχω παίξει ποτέ και δεν ήθελα και ποτέ. Μου φαίνεται πολύ δύσκολη η έκθεση, το πιο δύσκολο κομμάτι στην καλλιτεχνική διαδικασία. Αλλά είμαι σε μια φάση που θεωρώ ότι σαν μικρή άσκηση σε βοηθάει γενικά στη σχέση με τον εαυτό σου και στο να εξελιχθείς. Και στη δική μου δουλειά με βοηθάει στην επικοινωνία. Αυτή τη στιγμή θα το δοκίμαζα. Νομίζω ότι έχει να κάνει και με τα χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά. Πλέον δεν το βλέπω ως κάτι τρομερό, αλλά ως μέρος της διαδικασίας, ως μια άσκηση κι αυτό και ως μια καινούργια εμπειρία που δεν την έχω μέχρι τώρα, οπότε ναι, θα το έκανα. Επειδή έχω

δοκιμάσει όλα τα υπόλοιπα…! Χωρίς όμως να έχω φιλοδοξίες για αυτό! Εμένα μου αρέσουν όλα, να σου πω την αλήθεια, έχω μια φυσική περιέργεια. Προσπαθώ να καταλάβω, να έχω μια στοιχειώδη γνώση για παράδειγμα του πώς λειτουργούν τα μηχανήματα, ο τεχνικός εξοπλισμός, το οποίο βρίσκω και πολύ ενδιαφέρον και χρήσιμο για τη δουλειά μου. Αν έπρεπε να διαλέξω μόνο μία δουλειά, τώρα θα έπαιρνα το πρόγραμμα, να συντονίσω δηλαδή το σύνολο του πράγματος. Για το μέλλον δεν ξέρω, γιατί αλλάζει και το τι θέλεις να κάνεις. Αν υποθετικά έφευγα από δω νομίζω ότι ίσως θα ήθελα να πάω σε έναν οργανισμό που να επικεντρώνεται περισσότερο στα εικαστικά, επειδή μπορώ να το συνδέσω με τις σπουδές μου και επειδή είναι κάτι που δεν έχω κάνει. Και θα είναι καινούργιο για μένα, γιατί έχω το background, αλλά δεν έχω την εμπειρία σε έναν τέτοιο οργανισμό. Πριν τελειώσω τη Σχολή είχα πάει στην Αμερική για λίγο καιρό. Έχω πάει τρεις φορές και έχω περάσει συνολικά έναν χρόνο. Είχα πει θα πάω στην Αθήνα και τελικά αν τα πράγματα δεν μου βγουν θα πάω στη Νέα Υόρκη. Είναι πιο ελκυστικό από άποψη δουλειάς. Μου αρέσει η ζωή εδώ πάρα πολύ. Αλλά, αν υπήρχε μια ευκαιρία να πάω κάπου αλλού, θα το έκανα.

“Ουσιαστικά είσαι σαν κόλλα, συνδέεις λίγο τα πράγματα και τους ανθρώπους”


Γιάννης Κουρούδης γραφίστας-ιδρυτής του γραφείου Κ2 design

Με τη Λυρική Σκηνή ξεκινήσαμε τη συνεργασία το 2007. Μέχρι τότε οι φορείς του πολιτισμού λίγο πολύ κάναν τα ίδια πράγματα. Έβαζαν μια μεγάλη φωτογραφία με έναν σχεδόν πανομοιότυπο τρόπο, κάποια γράμματα και αυτές ήταν οι αφίσες. Όχι ότι δεν υπήρχαν εξαιρέσεις, αλλά το 2007 λίγο πολύ αύτη ήταν η εικόνα στην αγορά. Η δική μας δουλειά είναι να κάνουμε branding και design. Προτείναμε λοιπόν τότε στη Λυρική, που ήταν στη φάση της ανόδου, να φανεί το branding της πιο δυνατά από πριν. Το πρόγραμμα εκείνης της εποχής ξέφευγε από τα τυποποιημένα, τους πρότεινα, λοιπόν, αντίστοιχη αισθητική παρέμβαση και στο branding. Και το δέχτηκαν. Η λογική ήταν ότι κάθε όπερα θα ήταν προσωποποιημένη, θα είχε δηλαδή ένα πρόσωπο για κάθε έργο. Στην αρχή υπήρχαν πάρα πολύ θετικά και πολύ αρνητικά σχόλια, κάποιοι έλεγαν «αυτά δεν είναι όπερα είναι pop-ερα». Βέβαια, μετά από ένα μικρό διάστημα, είδαν το θετικό πρόσημο που είχε η δουλειά. Εκεί που οι κατάλογοι δεν έφευγαν εύκολα, εξαφανίζονταν, εκεί που τις αφίσες δεν τις ζητούσε κανείς, ξαφνικά τις πουλούσαν. Εκεί που δεν υπήρχε ταυτότητα, άρχισε πλέον να συζητιέται το όνομα της Λυρικής. Όταν ξεκίνησα, είχε απολυθεί ο προηγούμενος καλλιτεχνικός διευθυντής και ήταν ακέφαλη η Λυρική. Ευτυχώς από μια πλευρά, γιατί το κομμάτι το δικό μου το ανέλαβε ο υπεύθυνος εκδόσεων, ο Νίκος Δοντάς. Και λέω ευτυχώς, γιατί οι διευθυντές, καλώς ή κακώς, έχουν πάρα πολλές φορές πολύ ισχυρή άποψη που προσκρούει και στις δικές μας προτάσεις και κατευθύνσεις. Μετά τη δουλειά που κάναμε στη Λυρική, όλοι ακολούθησαν. Το Εθνικό Θέατρο με εξαιρετική δουλειά, τώρα η Στέγη, το Μέγαρο, όλοι οι οργανισμοί ξαφνικά απόκτησαν ταυτότητα. Και

νομίζω ότι παίξαμε αρκετά σημαντικό ρόλο. Η δουλειά μας στη Λυρική είναι μεγάλο project σε επίπεδο αναγνωσιμότητας, αλλά οικονομικά όχι. Το γραφείο ζει από εμπορικές δουλειές, όχι από καλλιτεχνικές. Βέβαια, κι αυτό που κάνουμε στη Λυρική πάλι έχει πλαίσιο εμπορικό, δεν κάνουμε τέχνη στην Λυρική. Το μότο μου είναι ότι οι γραφίστες δεν είναι καλλιτέχνες. Δεν είμαστε καλλιτέχνες με την κλασική έννοια του όρου. Εμείς εκφραζόμαστε μέσω ενός προϊόντος, δηλαδή μέσω μιας ανάγκης. Δεν αμφισβητώ το γεγονός ότι πολλά από τα έργα μας υπάρχουν σε μουσεία, αλλά αυτό δεν είναι η κλασική, η αυστηρή μορφή που έχουμε για έναν καλλιτέχνη. Αν βάλουμε δυο κύκλους και πούμε ότι ο ένας κύκλος είναι η επιχειρηματικότητα και ότι ο άλλος είναι η τέχνη, εμείς είμαστε εκεί όπου ενώνονται αυτά τα δύο. Ο κανόνας στη δική μας δουλειά είναι ότι πρέπει κάτι να πουλήσει. Είτε είναι μια παράσταση, είτε είναι ένας χυμός. Ναι μεν στη σύγχρονη εποχή μπορούν να έχουν θέση σε ένα μουσείο, αλλά πρέπει να επικοινωνούν ένα προϊόν, είτε πολιτιστικό είτε εμπορικό. Όταν ήμουν μαθητής, ήθελα να γίνω μουσικός. Οπότε έχω μια πολύ καλή σχέση με τη μουσική, ακούω ασταμάτητα, περισσότερο jazz και κλασική. Τα πρώτα χρόνια στη Λυρική, έβλεπα τον σκηνοθέτη, τον σκηνογράφο, παρακολουθούσα τις πρόβες. Παρακολουθώ τι συμβαίνει, ας πούμε προχτές είδα την παράσταση του Φωνιαδάκη στο Εθνικό. Το ότι είμαι στον χώρο είναι για μένα κάτι το εξαιρετικό. Σαφώς υπάρχουν και παραστάσεις βαρετές και μίζερες κάποιες φορές, αλλά υπάρχουν και παραστάσεις που είναι αριστουργήματα. Όσο λοιπόν δεν ήμουν συνεργάτης με τη Λυρική δεν τα έβλεπα τόσο τακτικά, ενώ τώρα είναι ένα από τα πράγματα που με κάνουν


Power και χαίρομαι πολύ. Είμαι, άρα, πιο κοντά σε κάτι που πάντα αγαπούσα. Μέσα στο γραφείο ο τρόπος που λειτουργούμε είναι ο εξής. Εγώ παίζω τον ρόλο του creative director. Άλλοτε αναθέτω δουλειά, άλλοτε κάποια πράγματα τα σχεδιάζω μόνος, αλλά, επειδή είναι πάρα πολλές οι δουλειές και οι πελάτες, ανάλογα με την δυναμική, τις αναθέτω και σε ανάλογους συνεργάτες από το γραφείο. Αλλά και πάλι, αυτό που θα δείξουμε στον πελάτη πάντα περνάει από μένα. Η κεντρική ιδέα είναι δική μου 100% αλλά μετά, επειδή είναι πολλές οι εφαρμογές, αναλαμβάνει κάποιο από τα παιδιά. Το πιο δύσκολο κομμάτι της δουλειάς μας, για μένα, είναι τα οικονομικά. Δυστυχώς, ενώ η δουλειά μου είναι να σχεδιάζω, αυτό γουστάρω, με αυτό χαίρομαι, όταν ένα γραφείο είναι μεγάλο, με πολλούς πελάτες, πρέπει να υπάρχει και μια μεγάλη διαχείριση. Δυστυχώς, εγώ πλέον το 90% του χρόνου μου το αφιερώνω σε ραντεβού, σε οικονομικά, σε προσφορές, σε διαδικασίες, παρά στην πραγματική αγάπη που έχω. Οπότε το δύσκολο είναι όλη αυτή η διαχείριση, ενώ χάνω αυτό που αγαπώ να κάνω, να κάθομαι και να χάνομαι στα σχέδιά μου. Η επικοινωνία ωστόσο δεν είναι δύσκολη. Με όλα τα παιδιά του γραφείου είμαστε πολλά χρόνια μαζί,

έχουμε ταιριάξει και εύκολα μπορούμε να συνεννοηθούμε. Το πρόβλημα είναι όλο το υπόλοιπο. Η Λυρική και ο Κορρές είναι όντως μεγάλα projects, αλλά όχι τα μεγαλύτερα. Είναι πάνω από 700 τα προϊόντα του Κορρέ στην αγορά, σε 45 χώρες στον κόσμο! Βέβαια, για να μην παρεξηγούμαστε, εμείς παίξαμε έναν σημαντικό ρόλο, αλλά το προϊόν και ο Κορρές ο ίδιος είναι που έκαναν τη διαφορά. Η Λυρική είναι επίσης ένα από τα τρία σημαντικά μας project, αλλά το σημαντικότερο είναι οι Ολυμπιακοί του 2004. Είχαμε κάνει τα εικονίδια, τα εικονογράμματα, για τα οποία πριν από κάποια χρόνια οι New York Times έγραψαν ότι είναι τα καλύτερα όλων των εποχών. Μια πολύ μεγάλη επιβράβευση για μένα. Και μάλιστα από τον Steven Heller, που θεωρείται ο πάπας του design, με πάνω από 120 βιβλία. Ουσιαστικά αυτό είναι το μεγαλύτερο project, αφού το είδαν εκατομμύρια άνθρωποι, βρίσκεται ήδη σε μουσείο, είναι ένα project πάρα πολύ σημαντικό για οποιονδήποτε γραφίστα. Ο στόχος ήταν να θυμίζει ερυθρόμορφα αγγεία, αλλά ταυτόχρονα η σχεδιαστική φόρμα που έχω πάρει είναι από τα κυκλαδικά, έχω παντρέψει δυο πολύ μεγάλες αρχαιοελληνικές εποχές και τις έχω κάνει σύγχρονα σχέδια. Και ενώ υπολόγιζα ότι θα μου πάρει δύο με τρεις μήνες, τελικά κάναμε δυο χρόνια… γιατί έπρεπε για

το κάθε άθλημα, να δείξω τα σχέδια στην κάθε ελληνική ομοσπονδία και έπειτα στην κάθε διεθνή ομοσπονδία για να πάρουν την έγκριση. Κι ο καθένας ζητούσε κι από μια διόρθωση. Τρελοκομείο! Ο πρωταγωνιστής είναι το έργο, δεν είμαστε εμείς. Οι συνεργάτες μου είναι επώνυμοι, όταν παίρνουν ένα βραβείο φαίνεται ποιος είναι, σηκώνεται να το πάρει, δεν είναι κάτι κρυφό. Αλλά το έργο δείχνεται, αυτό μετράει. Πρέπει να μπορεί ο καταναλωτής όταν το παίρνει, ή ο θεατής όταν το βλέπει, να μη νιώθει ότι τον προσβάλλει, να παίρνει μηνύματα σε σχέση με το έργο ή το προϊόν, να υπάρχει ηθική γύρω από το αντικείμενο, να μην κοροϊδεύουμε κανέναν. Ένα κακό προϊόν που φαίνεται ωραίο θα το πάρει κάποιος μία φορά, αλλά δεν θα ξαναπουλήσει. Ο στόχος μας είναι η εικόνα να σε βάζει σε ένα μικρό παιχνίδι και να αναρωτιέσαι τι είναι αυτό που βλέπεις, να σου κλείσει λίγο το μάτι, να σε βάλει να σκεφτείς. Αυτός που με έχει σημαδέψει εγκεφαλικά είναι ο Saul Steinberg, ένας σκιτσογράφος που έχει κάνει πάρα πολλά εξώφυλλα του New Yorker. Αυτό που ονειρεύομαι να κάνω είναι λίγο μουσική και παιδικά βιβλία. Στο Δημοτικό μάθαινα ακορντεόν, μετά όμως έπιασα κιθάρες, μπάσα, διάφορα πράγματα… ©

“Αυτό το μικρό κομμάτι που ενώνει την τέχνη με την επιχειρηματικότητα είμαστε εμείς”


Νίκος Παντελίδης / Θέατρο OLVIO / Παράσταση ΜΑ.ΘΥΜΑ / Λίγο πριν βγει στη σκηνή.

Raw Images Athens/2016/A.Konstantinidis

BackStage


@ χώρος τέχνης ασωμάτων Πολυχώρος Πολιτισμού και Προσωπικής Αναπτύξης Αγ. Ασωμάτων 6, Θησείο / 2118009838 / 6939238611 xorostexnisasomaton.gr / technophaseart@gmail.com

Παραστάσεις “Σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός” του Άγγελου Δεληκάρη Δευ. Τρι. στις 9.15μμ “Σκότωσα 5 αγαπημένα μου πρόσωπα” των Στέλιου Σπινθουράκη-Δήμητρας Σιόντα Πέμπτη

από 24 Νοεμβρίου στις 9.15μμ για 4 μόνο παραστάσεις

“Ο Παλιάτσος και η Κούκλα” μια παράσταση Μιμηκής της Βάσιας Βασιλείου Παρασκευή στις 8.30μμ

Χριστουγεννιάτικη παράσταση από τον Όμιλο Ελληνικών Τεχνών (www.oet.gr)

“Το Ευλογημένο Μαντρί” του Φώτη Κόντογλου, στις 21,22,27,28,29/12 στις 9:00μμ

Με τη νέα σεζόν “Η Φτερένια Κόρη” του Δημήτρη Φοινίτση / Σαββτοκύριακο 7 & 8/1 “Ζωή μου,ο Matthew” του Ηλία Μενάγερ - Με θέμα τους νεοάστεγους “Κάτι Ανάμεσά μας” του Στρατή Μπέη σε σκηνοθεσία Κώστα Κιμούλη, με θέμα τις σχέσεις και το HIV.Υπό την Αιγίδα του ΚΕΛΠΝΟ

Από το Θέατρο Κούκλας της Ιρίνα Μπόικο “People & Puppets’ Svit” (www.irinaboikotheatre.blogspot.gr) “ΠΟΛΥΧΡΩΜΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ“ - Σάββατο στις 11:00 “ΤΑ ΤΡΙΑ ΓΟΥΡΟΥΝΑΚΙΑ” - Σάββατο στις 12:15 “ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΚΑΡΑΒΑΚΙ” της Ιρίνα Μπόικο - Κυριακή στις 11:00 “Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΦΤΑ ΚΑΤΣΙΚΑΚΙΑ” - Κυριακή στις 12:15 “ΠΕΤΑ, ΛΟΥΔΑ !” - Κυριακή στις 17:30

και από 10 & 11 Δεκεμβρίου

Παιδικές Χριστουγεννιάτικες Παραστάσεις “Μαγικά Στολίδια” για παιδιά 1,5 έως 3,5 ετών

“Η Αλίκη στη Χώρα των Χριστουγέννων” για παιδιά 3 έως 6 ετών Σεμινάρια 2016-17 •”Ταλεντοσυλλέκτες” Ένα ιδιαίτερο γκρουπ υποκριτικής, από τη θεατρική Ομάδα Ρακοσυλλέκτες •Τμήμα Φωτογραφίας με τον Παναγιώτη Γούλιαρη (www.camerawork.org) •”Φτιάξε τη δική σου ταινία μικρού μήκους” & Ιστορία Σύγχρονης Τέχνης & Κινηματογράφου με οπτικοακουστικό υλικό και Club προβολών με τον σκηνοθέτη Θοδωρη Κωσταντοπουλο •Ντοκιμαντέρ, τρίμηνος κύκλος σεμιναρίων με τη βραβευμένη σκηνοθέτιδα Ιρίνα Μπόικο •Φτιάχνουμε Μαριονέτες, με την Αναστασία Σταυροπούλου •Χορός για εφήβους και υποψηφίους Δραματικών Σχολών, με την Ισιδώρα Σωτηροπούλου •“Knitting”- η μοντέρνα μέθοδος antistress ενηλίκων με την Μαρίνα Σχοινιωτάκη •Reiki, η Φυσική Εναλλακτική Μέθοδος χαλάρωσης,αναζωογόνησης και προσωπικής ανάπτυξης & Fun Club! Ευεξία Γέλιου για ενηλίκους με την Αλίκη Πήτερσον


Σημεία Διανομής ΑΘΗΝΑΪΣ | Καστοριάς 34-36, Βοτανικός | 2103480000 Art 63 | 3ης Σεπτεμβρίου 63 | 6970744095 Beton7 | Πύδνας 7, Βοτανικός | 2107512625 Bios .Tesla | Πειραιώς 84 | 2103425335 Βρυσακι | Βρυσακίου 17, Πλάκα | 210 3210179 Γυαλινο Μουσικο Θεατρο | Λεωφόρος Συγγρού 143, Ν. Σμύρνη | 2109315600 Δρόμος με δέντρα Baumstrasse Studio | Σερβίων 8, Βοτανικός | 2107511632 DanceVacuum | Διογένους 42 & Αγίου Γεωργίου, Χαλάνδρι | 2106819648 Θέατρο 104 | Ευμολπιδών 41, Γκάζι | 2103455020 Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας Β Σκηνή - Kart Productions | Κεφαλληνίας 16-18, Κυψέλη | 2108838727 Θέατρο Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής» | Κυκλάδων 11 & Κεφαλληνίας, Κυψέλη | 2108217877 Θέατρο ΠΚ | Κασομούλη 30 & Ρενέ Πυώ 2, Νέος Κόσμος | 2109011677 Θέατρο Πόρτα | Μεσογείων 59 | 210-7711333 Θέατρο Το Τρένο στο Ρουφ | Λεωφ. Κωνσταντινουπόλεως & Αμφιπόλεως, Αθήνα | 2105298922 Θέατρο Του Νέου Κόσμου | Αντισθένους 7 & Θαρύπου | 2109212900 Θησείον, ένα Θέατρο για τις Τέχνες | Τουρναβίτου 7, Θησείο | 2103255444 Kremlinο | Καραίσκου 119, Πειραιάς | 2104100010 OLVIO | Ιερά Οδός 67 & Φαλαισίας 7, Βοτανικός | 2103414118 Πολυχώρος UNDERGROUND | Πλατεία Κοραή 4, Αθήνα | 2130370342 Πολυχώρος VAULT Theatre Plus | Μελενίκου 26 Γκάζι | 2130356472 ROMANTSO | Αναξαγόρα 3-5, Ομόνοια | 2167003325 Studio Κυψελης | Σπετσοπούλας 9, Αθήνα | 2108819571 Studio Μαυρομιχάλη | Μαυρομιχάλη 134, Εξάρχεια | 2106453330 Σύγχρονο Θέατρο | Ευμολπιδών 45, Γκάζι | 2103464380 Τεχνοχώρος Φάμπρικα | Μεγ. Αλεξάνδρου 125 & Ευρυμέδοντος, Κεραμεικός | 2103411651 Τζένη Καρέζη | Ακαδημίας 3, Αθήνα | 2103636144 Το τρίκυκλο | Θ. Γεωμέτρου & Πυθέου, Νέος Κόσμος | 2109232384 ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟυ | Κεφαλληνίας 17 & Κυκλάδων, Κυψέλη | 2108656004, Χώρος Τέχνης Ασωμάτων | Αγ. Ασωμάτων 6 - Σαρρή, Θησείο | 2118009838 14η Μέρα | Καλλιρόης 10 | 210 9210077

Follow us | www.themachine.gr Facebook: The Mach|ne. Twitter: @TheMachineAP Instagram: @themachinegr | #bethemachine


The Machine - Art Press | November 2016  

November 2016 issue

The Machine - Art Press | November 2016  

November 2016 issue

Advertisement