Page 1

έγκλειστοι τόποι

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΑΚΑΔ. ΕΤΟΣ 2013-14


έγκλειστοι τόποι

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΙΩΑΝΝΑ ΒΛΑΝΤΗ ΤΑΤΙΑΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗ ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΑΘ.ΣΠΑΝΟΜΑΡΙΔΗΣ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΑΚΑΔ. ΕΤΟΣ 2013-14


-i-

Ο τόπος εκφράζει μια συγκεκριμενοποίηση του ουδέτερου χώρου σε μια ιδιαίτερη ταυτότητα μεταξύ περιοχών και

ανθρώπων, που τον καλλιεργούν και εγκαθίστανται σε αυτόν. Αντιμέτωπος με το περιβάλλον του, ο άνθρωπος προσεγγίζει

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

τον τόπο μέσα από την διαδικασία της ανάγνωσής του και

της οικειοποίησής του. Πρόκειται δηλαδή για μια επεμβατική

πράξη πάνω στο έδαφος, την ενεργή παρουσία του ανθρώπου μέσω των τεχνημάτων του, με στόχο τη δημιουργία τόπων

διαμονής και κατοίκησης. Πρωταρχική ανάγκη στη διαδικασία αυτή, αποτελεί η οριοθέτηση του χώρου που περιβάλλει τον

άνθρωπο, ώστε να αντιληφθεί τη θέση του και τη σχέση του

με τον κόσμο.

Σε μια προσπάθεια ανίχνευσης των θεμελίων της έννοιας του

κατοικώ και ερευνώντας τις προεκτάσεις της εγκατάστασης του ανθρώπου στον τόπο, αποκαλύπτονται ποικίλες

‘αναγνώσεις’ της αναζήτησης κατοικίας. Η οριοθέτηση ενεργοποιεί επιθυμίες και αξίες του ανθρώπου, που

καθρεπτίζουν άλλοτε τα πρωτόγονα ένστικτα της προστασίας

του και άλλοτε διαμορφούμενα στοιχεία, που συμβάλλουν στις μεταξύ σχέσεις των ανθρώπων μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Αναφερόμαστε δηλαδή από την μια πλευρά, στην ανάγκη

να θέσει τα όρια του καταλύματός του, να αποσυρθεί στην

εσωτερικότητα του σπιτιού του, να συγκροτήσει το δικό του

καταφύγιο, μια συνθήκη ‘οικείου εγκλεισμού’. Ο συμβιβασμός, από την άλλη, τού ότι η ζωή υπόκειται σε περιορισμούς

και υποδείξεις από μια κοινωνικοπολιτική συνθήκη,

τοποθετεί τον άνθρωπο σε μια κοινωνία κατειλημμένη από

μηχανισμούς ανεμπόδιστου ελέγχου, έγκλειστο σε ένα σύνολο επιβαλλόμενων κανόνων. Ο άνθρωπος εντέλει δέχεται

τον εγκλεισμό ως φυσικό επακόλουθο της κατοίκησής του

και συνειδητά ή ασυνείδητα, εγκαθίσταται σε ‘έγκλειστους

τόπους’.


-ii-

Το ενδιαφέρον στην παραπάνω διατύπωση τοποθετείται σε μια ανάλυση της σχέσης των πραγματικών δράσεων του ανθρώπου για την εκάστοτε δημιουργία χτισμένου

περιβάλλοντος κατοίκησης και της ατέρμονης αναζήτησης του ιδανικού ‘κατοικώ’. Μεταφράζοντας το ‘ιδανικό’ στον τόπο του Παραδείσοωυ, μια κατεξοχήν αποτύπωση της

απόλυτα ευτυχούς διαβίωσης, παρατηρείται πως ακόμα και στο ‘τέλειο’ η έννοια του ‘εγκλείομαι’ λειτουργεί ως μια συνθήκη που πρέπει να υφίσταται, εμποδίζοντας τις τρεις κυριότερες

δυνάμεις του κακού: την εχθρότητα, το ψέμα και την πείνα. Είναι ο πρώτος συμβιβασμός του ανθρώπου, να διαμείνει

έγκλειστος, αλλά ευτυχισμένος. Ο Κήπος της Εδέμ, λοιπόν, αποτέλεσε πρότυπο συμφιλίωσης του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον, ένα υπόδειγμα αυτάρκειας, που πλησιάζει ίσως το ουτοπικό όνειρο της απόλυτης ελευθερίας. Η

παρθένα φύση παραμένει ο τόπος, όπου το νοήμον ον έρχεται σε επαφή μαζί της, χωρίς να φοβάται. Η προσδοκία της

τελειότητας έχει οπτικοποιηθεί στην εικόνα της κατοίκησης

στη φύση, με αποτέλεσμα σήμερα -σύμφωνα με τα υπάρχοντα μοντέλα αστικής διαβίωσης- να μιλάμε για εγκατάσταση της φύσης αντί για εγκατάσταση στη φύση.


-iii-

Site expresses the specification of neutral

space to a special identity created between areas and people. A person is facing his

environment, while approaching the place in a ABSTRACT

process of recognition and appropriation. It

is in fact, an interfering act on the ground, an active presence of a human through his

artefacts, which aims to the creation of places of residence and inhabitation. Primary need in this process, is the demarcation of the space in which the person is confined, in order to

realize his position and his relationship with

the world.

In an effort to detect the foundations of the

concept of “inhabitation” and in an attempt of

researching the implications of settlement of a human in a place, various “recognitions” of the quest of inhabitation are revealed. Demarcation activates human desires and principles, which reflect either to the primitive instincts for protection, or into the formulated elements

which contribute to the creation of relations between people within a social context. We are referring to the need of a person to

set the boundaries of his accommodation, to retire to the interiority of his house, to establish his own shelter, a condition of

“intimate confinement”. On the other hand, the notion of a compromise in which life is a

subject to restrictions and suggestions from a sociopolitical norm – that derived from a

whole system of legalities, rights and wrongs places the human being into a society occupied

by mechanisms of unobstructed control,


-iv-

confined into an ensemble of enforced rules.

The person in the end, accepts confinement as

a natural consequence of his inhabitation and

either consciously or not, he settles in these “confined places”.

The interesting element of the above phrasing, is the analysis of the relation between a

person’s true actions for a built environment

representation of inhabitation and the endless

search for the ideal “inhabitation”. This means that by translating the notion of ‘ideal’ into the place of Paradise, which is an eminently depiction of the completely blissful living,

we can observe that even in the “ideal notion”, the meaning of “being confined” works as a

condition that must exist. This existence is

obstructing the three primary forces of evil: hostility, falsehood and hunger. The first

human’s compromise is to live confined, although blissful. The Garden of Eden has served as

a model of reconciliation between the human

and the natural environment, as an example of self-sufficiency, which maybe approaches the

utopian dream of absolute freedom. Nature is

still the place, where the human being relates with, without being afraid. The expectation of perfection is visualized in the image of

inhabitation in nature, resulting in today’s talk about nature’s establishment instead of the establishment in nature.


-Η συλλογιστική πορεία της παρούσας έρευνας αντικατοπτρίζει τους δικούς μας προβληματισμούς σχετικά με το σύγχρονο κατοικώ. Αυτή η εργασία δεν θα είχε ολοκληρωθεί χωρίς την βοήθεια και τη συνεχή υποστήριξη πολλών ανθρώπων. Ευχαριστούμε πολύ τον καθηγητή μας Αθ. Σπανομαρίδη.-


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

3

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

7

ΟΧΥΡΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

13

η περίπτωση της Βαβυλώνας

21

η περίπτωση της Λευκωσίας

24

η περίπτωση του κοχυλιού

27

ΕΓΚΛΕΙΣΤΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

31

Λονδίνο

37

Εxodus

40

1984

45

12 ιδανικές πόλεις

49

η αλληγορία της σπηλιάς του Πλάτωνα

52

ΟΙΚ(ΕΊ)ΟΣ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΣ

57

ασφάλεια / το καταφύγιο

57

έλεγχος / το κελί

72

φύση / το αίθριο

83

ΕΠΙΛΟΓΟΣ/ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

99

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ/ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ

107


-3-

Ό,τι βρίσκεται γύρω μας αποτελεί το ‘περιβάλλον’. Η

διαμόρφωση μιας τέτοιας θεώρησης εξαρχής βασίζεται σε

μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση, καθώς ήδη ετυμολογικά υπονοείται ο άνθρωπος ως κέντρο, ο οποίος περιβάλλεται

από τη φύση ή τον τόπο. «Όταν ο άνθρωπος είναι ικανός

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

να κατοικεί, ο κόσμος γίνεται ένα ‘μέσα’.» 1 Περικλείεται,

δηλαδή, στο εσωτερικό του έχοντας μια ενεργή παρουσία, εμπλεκόμενος με τα πράγματα μέσα σε αυτόν. Τι είναι,

όμως, οι έγκλειστοι τόποι; Η λέξη έγκλειστος προέρχεται

από το αρχαίο ρήμα κλείω (εν + κλείω), που σημαίνει κλείνω, κλειδώνω, περιορίζω, περικλείω. Η λέξη αυτή μπορεί να

εμπεριέχει δύο διαστάσεις: α) μια χωρική, απτή και ορατή και

β) μια νοητή, μεταφορική και πολλές φορές άυλη διάσταση. Παρόλα αυτά και οι δύο συνιστούν και προϋποθέτουν την ύπαρξη ορίων υλικών ή μη.

Προσπαθώντας, τώρα, να προσεγγίσουμε την έννοια του τόπου, σύμφωνα με τον Norberg-Schulz, ως τόπος ορίζεται ένα χωρικό σύνολο με διακριτό χαρακτήρα ή

«ατμόσφαιρα». Μπορούμε να θεωρήσουμε τον τόπο ως την

σύνθετη εκείνη οντότητα που αποτελεί το υπόβαθρο της

ανθρώπινης ερμηνείας, κατανόησης και δραστηριότητας, και

που συνηθέστερα καλούμε φυσικό περιβάλλον. Με άλλα λόγια, το περιεχόμενο του όρου συνδιαμορφώνεται τόσο

από την υλικότητα και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του

περιβάλλοντος (τόπου) όσο και από την πολιτισμική συνθήκη της ανθρώπινης επιβολής σε αυτό.

2

O Heidegger,

δημιουργώντας μια δυνατή σύνδεση μεταξύ του τόπου και του

κατοικώ, υποστηρίζει ότι ο «τόπος είναι εκεί όπου λαμβάνει

1 

Λέφας, Παύλος, [2008], Αρχιτεκτονική και Κατοίκηση. Από τον Heidegger στον Koolhaas, σ.163 2  Αυτό το πολύτροπο ενδιαφέρον για την πολιτιστική επεξεργασία του τόπου, εκφράζει βέβαια την ένταση του κοινωνικού ενδιαφέροντος. Την προσπάθεια των κοινωνιών να «καταλάβουν», να κατανοήσουν και να ελέγξουν, να ορίσουν τον τόπο. Μωράϊτης 2005, σ. 18-19


-4-

χώρα η κατοίκηση, και αυτό σημαίνει (…) δέσιμο με τη γη, σεβασμό στον ουρανό, συνείδηση της αδυναμίας και της

ανάγκης επίκλησης μιας ανώτερης δύναμης, παρουσία του θανάτου ως πραγματικότητας στη ζωή των ανθρώπων».3

Στόχος, λοιπόν, της ερευνητικής αυτής εργασίας είναι να

παρουσιάσει τους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος, με

εργαλείο στα χέρια του την αρχιτεκτονική, θέτει όρια γύρω

του και παράγει τόπους για την εγκατάστασή του, μέσα στους οποίους αποφασίζει και επιμένει εντέλει να εγκλείεται. Από

την μεγάλη κλίμακα της κοινωνίας και της πόλης μέχρι την

μικρή της κατοικίας, έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε τις εκφάνσεις του εγκλεισμού που προέρχονται τόσο από την ανάγκη του ανθρώπου για προστασία και απομόνωση όσο

και από την επιθυμία του να εξουσιάζει και να ελέγχει. Η

αρχιτεκτονική, έρχεται να πλαισιώσει αυτές τις συνθήκες και να δημιουργήσει έγκλειστους τόπους.

Η ανάπτυξη της εργασίας πραγματοποιείται σε τρεις άξονες οι οποίοι περιστρέφονται πάντα γύρω από την έννοια του κατοικώ. Εξετάζουμε, λοιπόν, τρεις βασικούς λόγους για

τους οποίους κάποιος κατοικεί ‘έγκλειστος’: αναζητώντας το ιδανικό/ τον ιδανικό τρόπο διαβίωσης (από τον παράδεισο μέχρι την κατοικία μηχανή), αναζητώντας προστασία/ ασφάλεια (από τις οχυρωμένες πόλεις στις σύγχρονες

οχυρωμένες κοινότητες) και τέλος βιώνοντας μια κατάσταση ελέγχου/ επιτήρησης (από τις δυστοπίες στους σύγχρονους

μηχανισμούς ελέγχου). Μελετώντας το ζήτημα από πολλές πλευρές (κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές, ψυχολογικές), προσεγγίζουμε όλο και περισσότερο τους λόγους για τους οποίους η συνθήκη αυτή βρίσκει εύφορο έδαφος για να

αναπτυχθεί, φτάνοντας στην δημιουργία προβληματισμών για 3 

τον

Λέφας, Παύλος, [2008], Αρχιτεκτονική και Κατοίκηση. Από Heidegger στον Koolhaas, σ.169


-5-

το σύγχρονο κατοικώ, με φόντο την πόλη. Έτσι, δεν μπορούμε παρά να ξεκινήσουμε από την απόλυτη ουτοπία εγκλεισμού, τον Παράδεισο. Ένας έγκλειστος

τόπος που διαχωρίζει το καλό από το κακό, τον φίλο από

τον εχθρό και κατ’ επέκταση την πόλη από την υπόλοιπη

περιοχή. Μία ιδανική κατάσταση ειρήνης. Το παράδειγμα

του Παραδείσου έχει αρκετό ενδιαφέρον για μελέτη. Και αυτό διότι ενώ αποτελεί, ίσως, την παρθενική προσπάθεια

του ανθρώπου να προσεγγίσει το ιδανικό, το τέλειο και κατ’

επέκταση τον ιδανικό τρόπο διαβίωσης, αποτελεί ταυτόχρονα

μία δυνατή κίνηση οριοθέτησης αυτής της κατάστασης, μέσα

σε μια ορισμένη έκταση, απομακρυσμένη από τον έξω κόσμο, που σαν αποτέλεσμα έχει τον εγκλεισμό των πρωτόπλαστων

μέσα στον απόλυτο κήπο, ιδωμένη από το πρίσμα της θεϊκής

επιτήρησης.

Στη συνέχεια, η κουβέντα μετατοπίζεται στο θέμα της

ασφάλειας και της ανάγκης του ανθρώπου να δημιουργεί

οικείους τόπους. Απάντηση σε αυτό δίνει η οργάνωση της

κατοίκησης στην πόλη, η οποία ευνοεί τη δημιουργία οικείων τόπων καθώς και με την περίφραξή της με ισχυρά τείχη,

εξασφαλίζει ένα ασφαλές και προστατευμένο ‘εσωτερικό’

από έναν επικείμενο ‘εξωτερικό’ κίνδυνο. Κατά μια έννοια,

πραγματοποιείται, δηλαδή, ένας εκούσιος εγκλεισμός σε

ένα οικείο ‘μέσα’, προστατευμένο από το επικίνδυνο ‘έξω’.

Αναπτύσσεται εδώ, η περίπτωση της Βαβυλώνας, ως την

αρχαιότερη και μεγαλύτερη οχύρωση πόλης, η περίπτωση

της Λευκωσίας με την οχύρωση-αστέρι, σε μια προσπάθεια

ενίσχυσης των τειχών, με στόχο την αποτελεσματικότερη

υπεροχή της πόλης έναντι του εχθρού και τέλος, η περίπτωση

του κοχυλιού, ως το ιδανικό κέλυφος για μια πόλη-κάστρο, με αντικείμενο έμπνευσης τις γεωμετρίες της φύσης.


-6-

Ακολουθώντας την εξέλιξη της σκέψης περί οργάνωσης και λειτουργίας της πόλης, η έρευνα, στο επόμενο κεφάλαιο,

εστιάζει στο ζήτημα του ελέγχου μέσα σε αυτήν. Η δράση των ανθρώπων στο εσωτερικό της δεν είναι ανεξέλεγκτη, αλλά εντάσσεται σε περιορισμούς υπό τη σκιά ενός

συστήματος επιτήρησης και πειθαρχίας. Εδώ αναλύονται

παραδείγματα ακραίων μορφών ελέγχου στον αστικό βίο, όπως το Exodus, οι 12 ιδανικές πόλεις κ.α. Στην πλειονότητά τους πρόκειται για δυστοπικά

αρχιτεκτονικά έργα, των

οποίων στόχος είναι κυρίως να σχολιάσουν εντοπίζοντας

και υπερτονίζοντας αρνητικά στοιχεία κοινωνικοπολιτικών φαινομένων μέσα στην πόλη, παρά να προτείνουν,

δημιουργώντας έτσι έδαφος για προβληματισμό. Η έννοια του εγκλεισμού ως εργαλείο του αστικού ελέγχου, προσεγγίζεται και στις δύο διαστάσεις του: χωρικά, εφόσον δίνεται στο άτομο προκαθορισμένος χώρος δράσης αλλά και νοητά,

δημιουργώντας περιορισμούς στην συμπεριφορά και τη δράση του ατόμου.

Αλλάζοντας κεφάλαιο, η συζήτηση καταλήγει στο σύγχρονο κατοικώ, με φόντο την πόλη. Με γνώμονα την παραπάνω ανάλυση, ακολουθώντας τους τρεις βασικούς άξονες της

εργασίας, διατυπώνονται προβληματισμοί γύρω από το ζήτημα της κατοίκησης στην πόλη, με την βοήθεια παραδειγμάτων

που αναδεικνύουν τους στόχους και τα συμπεράσματα αυτής της έρευνας, χωρίς βέβαια να αποκλείουμε την ύπαρξη κι

άλλων. Θα μπορούσαμε τελικά να πούμε, ότι το αρχιτεκτονικό δομημένο περιβάλλον εγκλείει το σώμα και το πνεύμα του

ανθρώπου και δεν σταματά να παράγει έγκλειστους τόπους κατοίκησης.


-7-

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Η λέξη Παράδεισος, ως η εικόνα ενός ουράνιου κήπου, εισήλθε στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες (βλ. Γαλλικά paradis, Γερμανικά Paradies, Ιταλικά paradiso, Λατινικά paradisus) μέσω της ελληνικής, Παράδεισος. Ετυμολογικά, η ρίζα της λέξης μπορεί να αποδοθεί στην παλιά περσική ονομασία Pairi - daêzã. Συνδυάζεται από δύο μέρη: «Pairi» από το ελληνικό περί-, που κυριολεκτικά σημαίνει «γύρω» και «daêzã» που σημαίνει «σωρός ή στοίβα» . Το δεύτερο μέρος, ωστόσο, είναι η προέλευση των λέξεων «Diza», που στη σύγχρονη περσική γλώσσα σημαίνει «φρούριο» ή «περίφραξη». «Daeza» έχει επίσης μια άλλη ρίζα από το ινδο–ιρανικό ρήμα «dhaizh», που σημαίνει «το να κατασκευάζεις από τη γη» , και το ουσιαστικό «dhaizha», «αυτό που έχει χτιστεί από τη γη». Ο ορισμός αυτός εμπεριέχει την παρουσία του «τείχους» που κατασκευάστηκε από τη γη· ένας οχυρωμένος χώρος που περιβάλλεται από ισχυρά τείχη . Ταιριάζει ακριβώς στην περσική μετάφραση «Pairi - daêzã», που κυριολεκτικά σημαίνει «τείχος από πηλό» – που χρησιμοποιείται για να ορίσει μια περιοχή ή γη που ανήκει σε κάποιον, όπως τον τοίχο του κήπου, του χωριού ή της πόλης. Έμμεσα υποδεικνύει τον μη αμυντικό χαρακτήρα αυτού του τείχους· χωρίζει για να καθορίσει. Ωστόσο, υπάρχουν ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία τοπολογικών διαφορών μεταξύ αυτού του είδους των συνόρων και του αμυντικού τείχους. Αυτός ο «περιφραγμένος τόπος» δημιουργείται μόνο μια φορά, αλλά η εμφάνισή του είναι εξαιρετικά σημαντική. Είναι εκεί όπου ο Θεός περιγράφει έναν επίγειο τόπο:


-8-

Athanasius Kircher, Topographia Paradisi Terrestris, 1675


-9-

Εκεί, σ’ αυτό το μέρος, πρέπει οι λατρευτές

της Μάζντα να φτιάξουν έναν ‘έγκλειστο’ τόπο, και να τον εφοδιάσουν με τροφή, και να τον

εφοδιάσουν με ρούχα, με την πιο‘άγρια’ τροφή

και τα πιο φθαρμένα ρούχα.

Mε αυτή την τροφή πρέπει να ζήσει, με αυτά

τα ρούχα πρέπει να ντύνεται, και έτσι πρέπει να τον αφήσουν να ζήσει, έως ότου φτάσει την ηλικία ενός «Hana», ή ενός

«Zaurura»

4

.

Αυτό μπορεί να συνοψιστεί στα εξής τρία σημεία: ο παράδεισος κυριολεκτικά σημαίνει ‘περιτοιχισμένη έγκλειστη πολιτεία’. Εμπεριέχει την ιδέα του τοίχου ως ‘διαχωριστικό του χώρου’, όταν ορίζει τι ανήκει και τι όχι στην κυρίαρχη δύναμη (τον ιδιοκτήτη). Ο τοίχος εδώ, δεν είναι ένας οχυρωμένος τοίχος· η λέξη «dhaeza» έχει τις ρίζες της σε ένα ρήμα που σημαίνει «να κατασκευάζεις από τη γη» ή «να κατασκευάζεις από πηλό». 5 Χωρίζει και διαχωρίζει οπότε παράγει χώρο. Η αρχική περιγραφή του παραδείσου, απεικονίζει σαφώς ένα επίγειο μέρος. «Δηλώνει και έχει την αίσθηση ενός κατοικήσιμου μέρους, ενός επίγειου εγκλεισμού, από αυτούς που σχετίζονται με τον θάνατο» 6: το μέρος που πρέπει να τρως και να φοράς ρούχα, το μέρος που πρέπει να ζεις σ’ αυτό, η πόλη. Αυτή η ιδέα της πόλης των Περσών ήταν σταθερά συνδεδεμένη με τον τελικό σκοπό της δημιουργίας, που σύμφωνα με την ιδεολογία των κατοίκων της Μάζντα συμβολίζει την ευτυχία της ανθρωπότητας. Είναι η θεϊκή δύναμη, η οποία θα ξαναεγκαθιδρύσει την ευτυχία σε όλη 4  Ηana κυριολεκτικά σημαίνει ηλικιωμένος άνθρωπος και Zaurura ένας άνθρωπος πολύ επιβαρυμένος από την ηλικία του. 5  Lincoln, Bruce, [1982], The House of Clay, Indo-Iranian Journal Vol.24 6  Healy, Patrick, [2007], La Difesa della Natura


-10-

την αυτοκρατορία κατασκευάζοντας κυριολεκτικά το τέλειο μοντέλο. Για τους Έλληνες συγγραφείς, η περσική εικόνα pairi-daêzã περιγράφεται ως μία εξωτική φυτεμένη όαση. Εξαιτίας του αφιλόξενου και άγριου τοπίου του περσικού εδάφους, η πόλη παράδεισος αποτέλεσε μία εξαίρετη πολιτεία. Ποικίλα δέντρα, ζώα καθώς και το σύστημα άρδευσης αποτελούν το μικροκοσμικό μοντέλο της αυτοκρατορικής οικονομίας, οπού κάθε λογής αγαθών και πόρων ρέουν από τις επαρχίες στο κέντρο. Ο τοίχος μπορεί να ερμηνευτεί ως το διαχειριστικό εργαλείο της κεντρικής εξουσίας για να καθορίσει το έδαφός της. «Η εικόνα που έχουν οι Πέρσες για τον Παράδεισο, ο οποίος τους δίνεται ως ανταπόδοση των καλών πράξεων, είναι η εικόνα ενός πνευματικού και ιερού τόπου καταπράσινου και γεμάτου ζωή. Στον Παράδεισο υπάρχει ο Κοουσάρ (ένας ποταμός), δέντρα, λουλούδια και ρυάκια με ωραίο τρεχούμενο νερό. Τα δέντρα παρέχουν τη σκιά τους, ενώ τα ωραία λουλούδια αποτελούν το ιδεώδες περιβάλλον για να ησυχάσει κανείς. Όλος δε ο κήπος είναι περιτριγυρισμένος με έναν τοίχο, που απαγορεύει τη διέλευση των κολασμένων.» 7 Αυτή η ‘ιδανική κατάσταση ειρήνης’ παρουσιάζεται στον τύπο της περιτοιχισμένης πολιτείας, εμποδίζοντας τις τρεις κυριότερες δυνάμεις του κακού: την εχθρότητα, το ψέμα και την πείνα. Είναι κατά κάποιον τρόπο η αποκατάσταση της ιδανικής στιγμής της δημιουργίας. Έτσι, ο παράδεισος είναι ένας τόπος αναψυχής με την πιο ακριβή και βαθιά έννοια. Οι σωζόμενες επιγραφές για τον παράδεισο, τονίζουν διαρκώς την εξαίσια ομορφιά του, την αφθονία του σε νερό καθώς και την αφθονία σε φυτά και ζώα με τα οποία πληρώθηκε. Αποτελεί τον τόπο της απόλυτα ευτυχής διαβίωσης, μακριά από αρρώστια και θάνατο. 7  Salehi, Molla, [2006], Κήποι παράδεισοι της Περσίας: ιστορία-πολιτισμός-αρχιτεκτονική, σ. 63


-11-

Συνεπώς, ο παράδεισος γίνεται ένα εργαλείο που διαχωρίζει το κακό από το καλό, τον εχθρό από τον φίλο και την πόλη από το υπόλοιπο έδαφος, για την κατασκευή της πολιτείας της ευημερίας. Αποτελεί, δηλαδή το αρχέτυπο της εξουσίας για να επεκτείνει την αυτοκρατορία, να επεκτείνει την ειρήνη και την ευτυχία σε τέτοιο βαθμό που «η γη θα γίνει κομμάτι της αυτοκρατορίας, και η αυτοκρατορία θα γίνει παράδεισος». 8 Σε μία από τις πιο ‘δυναμικές’ αναπαραστάσεις του παραδείσου στο έργο του Αθανάσιου Κίρχερ (Athanasius Kircher), Arca Noë, η επίγεια εικόνα του αναπαριστάται ως μία περιτοιχισμένη περιοχή που βρίσκεται μεταξύ των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη στη Μεσοποταμία. Σχηματίζεται ως μία έγκλειστη τετραγωνικής κάτοψης πολιτεία, με τέσσερις πύλες, που φυλάσσονται από τέσσερις αγγέλους που προσανατολίζονται στις τέσσερις βασικές κατευθύνσεις. Στην μέση του χώρου συναντώνται τα δύο ποτάμια, είναι εκεί που το Δέντρο της Ζωής δημιουργείται. Ο Αδάμ και η Εύα απεικονίζονται κάτω από το Δέντρο της Γνώσης που τοποθετείται στην κάτω αριστερή γωνία του επίγειου παραδείσου.

8  Lincoln, Bruce, [2003], À la recherche du paradis perdu, History of Religions, σ. 43


-13-

Ο ΡαοΙο Virno, μελετώντας από μια πιο ιστορικοκοινωνική πλευρά την σχέση του οριοθετημένου τρόμουΟΧΥΡΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ φόβου και του απροσδιόριστου τρόμου-αγωνίας μεταξύ άλλων σημειώνει: «Η διάκριση μεταξύ οριοθετημένου και απροσδιόριστου τρόμου ισχύει εκεί που επικρατούν ουσιαστικές κοινότητες, που συγκροτούν μια κοιτίδα ικανή να διοχετεύσει την συλλογική πράξη και εμπειρία.» Τον όρο αγωνία, ο Virno τον δανείζεται από τον Heidegger, ο οποίος υποστηρίζει ότι αυτό που γεννάει το αίσθημα της αγωνίας είναι εκείνο το ‘δεν αισθάνομαι σπίτι μου’. Το αίσθημα που βιώνει κανείς είτε όταν βρίσκεται εκτεθειμένος στον ‘έξω’ χώρο, είτε όταν βρίσκεται σε ένα ‘μέσα’, το οποίο όμως δεν ταυτίζεται με το φιλικό και οικείο εσωτερικό. Με βάση τα παραπάνω, θα λέγαμε πως η πρωταρχική ανάγκη του αθρώπου κατά την διαδικασία της εγκατάστασής του σε έναν τόπο, δεν είναι άλλη από την οριοθέτηση του χώρου, που περιβάλλει τον άνθρωπο και χαρακτηρίζεται από αυτόν ως ‘οικείος’. Συνειδητά ή ασυνείδητα, ο άνθρωπος αναγνωρίζει τα όρια μεταξύ εννοιών, καταστάσεων και φαινομένων. Με αυτόν τον τρόπο, ορίζει τη θέση του σε σχέση με το περιβάλλον και τους συνανθρώπους του. Από την αρχή της ανθρωπότητας, η παρουσία του ανθρώπου στον κόσμο ήταν οριοθετημένη. Μια από τις πρώτες ενέργειές του σε σχέση με το περιβάλλον, ήταν να θέσει τα όριά του με στόχο την προστασία του. Η οριοθέτηση αυτή, γίνεται με τη χρήση αντιθετικών και αλληλοσυγκρουόμενων καταστάσεων μέσα/ έξω, κλειστό/ανοιχτό. Αυτές οι διαφορετικές ποιότητες καλύπτουν τις ανάγκες του ανθρώπου και δίνουν νόημα στις


-14-

δραστηριότητές του, εξυπηρετώντας στην οριοθέτηση της ύπαρξής του πάνω στη γη. Το όριο του τόπου είναι εκείνο που δημιουργώντας χώρους και περιλαμβάνοντας νοήματα, όμοια ή αντιθετικά, συμβάλουν τόσο στη διαδικασία του κατοικείν όσο και στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του ίδιου του τόπου. «Ο Χάιντεγκερ λέει: ‘Το όριο δεν είναι εκεί όπου κάτι τελειώνει αλλά, όπως το αντιλήφθηκαν οι Έλληνες, το όριο είναι εκεί όπου κάτι αρχίζει την παρουσία του’. Τα σύνορα ή όρια ενός κτισμένου χώρου είναι γνωστά ως πάτωμα, τοίχος και οροφή. Τα όρια ενός τοπίου είναι δομικά παρόμοια, και αποτελούνται από έδαφος, ορίζοντα και ουρανό.» 9 Η περίκλειση, λοιπόν, ενός τόπου συμβάλλει στην αναγνώριση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, περιλαμβάνοντάς τα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, δίνοντας εν τέλει στον τόπο μια ταυτότητα και μια μορφή. Μέσω αυτής της διαδικασίας, το περιβάλλον αποκτά την οικειότητα που ο άνθρωπος αναζητά ώστε να εγκατασταθεί με ασφάλεια.

Η παρουσία του ανθρώπου πάνω στη γη, σηματοδοτεί την αρχή της δημιουργίας τέτοιων ‘οικείων’ τόπων. Ένα αρκετά μεγάλο μέρος του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, καταλαμβάνει η πόλη, η οποία επιβάλλεται δυναμικά πάνω στο περιβάλλον. Η ετυμολογία της λέξης πόλη, λοιπόν, προέρχεται από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα gher, δηλαδή περικλείω, περιλαμβάνω. Η λέξη αυτή σημαίνει τον απλό στοιχειώδη, περιφραγμένο χώρο για τα κοπάδια και τις σκηνές τους. Από αυτή τη λέξη προέρχεται αφ’ ενός, η λέξη ‘ghortos’, στα ομηρικά ‘χόρτος’, δηλαδή περιφραγμένη αυλή, και στα λατινικά ‘hortus’, με την ίδια 9  Norberg-Schulz, Christian, [2009], Genius Loci: Το πνεύμα του τόπου. Για μια φαινομενολογία της Αρχιτεκτονικής, μτφρ. Μίλτος Φραγκόπουλος, σ. 16


-15-

σημασία. Αφετέρου στα αρχαία γερμανικά ‘garto’ και στα νέα ‘Garten’ και στα αγγλικά ‘garden’, δηλαδή κήπος, όπου οι πόλεις προήλθαν από περιφραγμένες αυλές, όπως οι εγκαταστάσεις των νομάδων κτηνοτρόφων. Αντίστοιχες παράγωγες λέξεις για την πόλη βρίσκουμε και σε άλλες γλώσσες, όπως στα φρυγικά (gordum, η πόλη), στα χεττιτικά (gurtas, η ακρόπολη), στα αρχαία και νέα σλαβικά (gorod και grad, η πόλη και gorodva, περίφραξη). Με τη μεταστροφή της κοινωνίας σε επιθετική και με πολεμικό χαρακτήρα, η εγκατάσταση της πόλης γίνεται σε φυσικά οχυρωμένο λόφο, την ακρόπολη. Η ινδοευρωπαϊκή ρίζα για αυτού του είδους την οίκηση είναι pel > pol > πόλις και πτόλις, δηλαδή, οχυρωμένος λόφος, (στα σανσκριτικά pur, δηλ. κάστρο). Η ίδια μεταβολή στην προέλευση του όρου, παρατηρείται και σε άλλες γλωσσικές ομάδες, όπως στις σημιτικές. Στα φοινικικά και εβραϊκά, η πρώτη οίκηση προέρχεται από τις λέξεις hatser, αυλή, μαντρί και ohel, σκηνή, ενώ η δεύτερη από την ακκαδική και ουγγαριτική λέξη ur, uri (δηλ. οχυρωμένος λόφος και στα εβραϊκά ir, η πόλη). Γίνεται έτσι κατανοητό, πως ο σχηματισμός οποιουδήποτε οικισμού προήλθε εξαρχής από την ανάγκη του ανθρώπου να περιφράξει τον δικό του τόπο -από διάφορες αιτίες και για διάφορους σκοπούς- να εγκλειστεί, δηλαδή, κατά μια έννοια σε ένα οικείο ‘μέσα’, προστατευμένος από το επικίνδυνο ‘έξω’. Ωστόσο, οι μαζικές οχυρώσεις περιόρισαν σοβαρά την ανάπτυξη των πόλεων, καθώς ήταν πολύ πιο δύσκολο να μετακινηθούν σε σύγκριση με τα απλά τείχη που προηγουμένως υπήρχαν. Παράλληλα ήταν απαγορευμένη η δόμηση ‘έξω από τις πύλες της πόλης’ για στρατηγικούς


-16-

λόγους, με αποτέλεσμα οι πόλεις να γίνουν περισσότερο πυκνοκατοικημένες. Στο βωμό της προστασίας του εδάφους του, ο άνθρωπος περιορίζεται σε αυτό που αποφάσισε ότι του ανήκει, μην έχοντας την δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης εκτός και εντός των πυλών. Οχυρώνεται μέσα σε ψηλούς τοίχους και έτσι ‘κατοικεί ειρηνικά’ έχοντας «Friede (ειρήνη) το προστατευμένο από βλάβη και απειλή, το προστατευόμενο (...), δηλαδή το χρησιμοποιούμενο με φειδώ» 10 (το διαφυλαγμένο). Η πιο απλή εκδοχή της θεώρησης του Heidegger: ο άνθρωπος χτίζει τοίχους για να κατοικεί – να υπάρχει, να είναι, να παραμένει. Βασικό εργαλείο στα χέρια του ανθρώπου για τον σκοπό αυτό, δεν είναι παρά η τεχνολογία κατασκευής τέτοιων οικοδομημάτων, που θα θέσουν τα πραγματικά όρια της προστασίας του. Από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή, το [ τείχος ] χρησιμοποιήθηκε για να περικλείσει οικισμούς, να οριοθετήσει περιφέρειες ή να σηματοδοτήσει εδαφικά σύνορα. Τα υπάρχοντα διασωθέντα αρχαία τείχη είναι σχεδόν πάντα κατασκευή τοιχοποιίας, με ποικίλες παραλλαγές κατασκευής από τούβλο και ξύλο. Ανάλογα με την τοπογραφία της περιοχής γύρω από την πόλη ή τον οικισμό που το τείχος αποσκοπεί να προστατεύσει, τα στοιχεία του εδάφους (π.χ. ποτάμια ή ακτές) μπορούν να ενσωματωθούν προκειμένου να καταστεί το τείχος πιο αποτελεσματικό. Πρόσθετοι τοίχοι χαμηλού ύψους, πύργοι χτισμένοι δίπλα ή πάνω στις πύλες της πόλης ή άλλα εμπόδια μπροστά από το κύριο τείχος λειτούργησαν ως ενίσχυση της οχύρωσης. Εκτός από το να έχουν έναν καθαρά στρατιωτικό και αμυντικό σκοπό, οι πύργοι έπαιξαν επίσης έναν εκπροσωπευτικό και καλλιτεχνικό ρόλο στην σύλληψη ενός οχυρωμένου συγκροτήματος. Η αρχιτεκτονική 10  Heidegger, Martin, [2008], Κτίζειν, Κατοικείν, Σκέπτεσθαι, μτφρ. Γιώργος Ξηροπαίδης, σ. 35


-17-

Galasso Alghisi, σχέδιο οχυρωμένης πόλης, 1570

της πόλης έτσι ανταγωνίστηκε εκείνη του κάστρου των αρχόντων και τα τείχη της πόλης ήταν συχνά μια δήλωση υπερηφάνειας της συγκεκριμένης πόλης. Η πρακτική κατασκευής αυτών των τεράστιων τειχών, αν και έχει τις ρίζες της στην προϊστορία, τελειοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της ανόδου των πόλεων-κρατών, και συνεχίστηκε τη μεσαιωνική περίοδο και ύστερα σε ορισμένα μέρη της Ευρώπης.


-18-

Αξιοσημείωτο αποτελεί επίσης το γεγονός του διαχωρισμού, χωροθετικού και κοινωνικού, των εσωτερικών και εξωτερικών οικισμών του τείχους. Οι αστικές περιοχές εκτός των τειχών της πόλης, συχνά περικλείονται από τα δικά τους τείχη και ενσωματώνονται στην άμυνα της πόλης. Αυτές οι περιοχές έχουν συχνά κατοικηθεί από τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις του πληθυσμού, που κατείχαν τα «επιβλαβή επαγγέλματα». Σε πολλές πόλεις, ένα νέο τείχος χτιζόταν γύρω από τη πόλη που είχε αναπτυχθεί έξω από το παλιό τείχος. Εν τέλει, στον απόηχο της ανάπτυξης της πόλης και την επακόλουθη αλλαγή της αμυντικής στρατηγικής, εστιάζοντας περισσότερο στην άμυνα των οχυρών γύρω από τις πόλεις, τα περισσότερα τείχη της πόλης κατεδαφίστηκαν. Η εφεύρεση της πυρίτιδας καθιστά απαραίτητες τις αλλαγές των πολεοδομικών δεδομένων καθώς αυτά γίνονται λιγότερο αποτελεσματικά για την άμυνα της πόλης.

The Great Wall of China, χτισμένο το 220-206 π.Χ.


-19-

Μια από τις μεγαλύτερες και πιο εντυπωσιακές οχυρώσεις, αποτελούν τα τμήματα του Σινικού Τείχους που κατασκευάστηκαν πριν από την Δυναστεία Τσιν (221207 π.Χ.) τα οποία στη συνέχεια συνδέονται και την οχυρώνουν ενάντια στις επιδρομές των νομαδικών φυλών, που προέρχονται από τις περιοχές που ανήκουν σήμερα στη Μογγολία και τη Μαντζουρία. Για τη σημερινή του μορφή, που είναι ένας άθλος της μηχανικής, οφείλεται ως επί το πλείστον η Δυναστεία Μινγκ (1368-1644 μ.Χ.) κατά τη διάρκεια του 15ου και 16ου αιώνα. Ομοίως, τα περίφημα τείχη της Απαγορευμένης Πόλης στο Πεκίνο ιδρύθηκαν στις αρχές του 15ου αιώνα από τον αυτοκράτορα Γιόνγκλ. Το τείχος εκτείνεται σε μήκος 8.851,8 χλμ, σύμφωνα με πρόσφατη μέτρηση, αποτελώντας το μεγαλύτερο σε διαστάσεις ανθρώπινο οικοδόμημα. Αποτελείται από 6.259 χιλιόμετρα του πραγματικού τείχους, 359 χιλιόμετρα των χαρακωμάτων και 2.232 χιλιόμετρα των φυσικών αμυντικών φραγμών, όπως λόφους και ποτάμια. Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή του τείχους ήταν τα εκάστοτε διαθέσιμα στην κάθε περιοχή. Κοντά στο Πεκίνο το τείχος κατασκευάστηκε από ασβεστόλιθο. Σε άλλες θέσεις το διαθέσιμο οικοδομικό υλικό ήταν εξορυγμένος γρανίτης ή πυρότουβλο. Αρχικά, χτίζονταν δύο παράλληλοι τοίχοι και ο ενδιάμεσος χώρος γέμιζε με αδρανή υλικά, ενώ σε ορισμένες περιοχές τα υλικά κατασκευής συγκολλούνταν με ένα κολλώδες μείγμα ρυζιού και ασπραδιού αυγών. Στις ακραίες δυτικές θέσεις, σε περιοχές γεμάτες ερήμους και ανεπαρκή οικοδομικά υλικά, το τείχος κατασκευαζόταν από απορρίμματα που τοποθετούνταν ανάμεσα σε κομμάτια ξύλου. Στο διήγημά του Κατά την Κατασκευή του Σινικού Τείχους, ο Franz Kafka προσπαθεί να προσεγγίσει την αιτία που γέννησε το Σινικό Τείχος. Σημειώνει ότι η μέθοδος που ακολουθήθηκε σχετικά με την τμηματική


-20-

ανάπτυξη της κατασκευής του, είχε ως αποτέλεσμα κομμάτια του Τείχους να μην κατασκευαστούν ποτέ. Έτσι, η αιτία της ουσιαστικής προστασίας από τις φυλές του βορρά δεν μπορεί να είναι παρά πρόφαση. Μια πρόφαση για να κατασκευαστεί ένα όριο μνημειακών διαστάσεων, που διαμορφώνει ένα ‘μέσα’ κόσμο, την κινεζική αυτοκρατορία, και έναν ‘έξω’ κόσμο. Αυτό που υπαινίσσεται, είναι ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο άνθρωποι από όλη την κινεζική αυτοκρατορία, συγκεντρώθηκαν και συνεργάστηκαν για την κατασκευή του, είναι το αίτημα της ενότητας. Ως εργάτες ​​ με κοινά σχέδια και κοινούς στόχους, παραμένουν πεπεισμένοι για την εργασία τους εκεί, χωρίς να υπάρχει χάος ή προσωπικά προβλήματα. Ο τρόπος με τον οποίο το άτομο μπορεί να αποτρέψει το χάος, είναι να βγαίνει από την απομόνωση του, τουλάχιστον σε ορισμένα χρονικά διαστήματα, και να εισέρχεται στο μεγάλο δοχείο της ανθρωπότητας με στόχο ένα κοινό ιδανικό. Οι άνθρωποι κατάφεραν να «ενώσουν τις δυνάμεις τους όσο το δυνατόν περισσότερο για την επίτευξη ενός ενιαίου στόχου».11 Μια ενότητα, λοιπόν,

που εκφράζεται μέσω της κοινής ταυτότητας του κινέζου υπηκόου, της οποίας εγγυητής είναι ο αυτοκράτορας, έχοντας ως υλικό σύμβολο της ύπαρξής του, το Σινικό τείχος. Οι φυλές του βορρά, ο εξωτερικός παρατηρητήςκίνδυνος, είναι ο προσωποποιημένος φόβος, που οργανώνει την προστασία μέσα στην κοινότητα, αλλά και ταυτόχρονα ο καθρέπτης μέσω του οποίου, η κοινότητα αντιλαμβάνεται και αποκτά μνήμη της μορφής της. Το διάταγμα για την υπεράσπιση του εδάφους από τους νομάδες προέκυψε από τη φρόνιμη υλοποίηση της εντολής, που λέει πως οι άνθρωποι δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς συγκεκριμένα καθήκοντα σε μια ασφαλή τάξη πραγμάτων. 12 Και είναι πάντα έτοιμοι 11  Kafka, Franz, [1981], Το Σινικό Τείχος και άλλα διηγήματα, μτφρ: Βαμβάλης Γιώργος 12  Summary and Analysis The Great Wall of China, http:// cliffsnotes.com


-21-

να δεχτούν κάθε συνέπεια που μπορεί να προκύψει από την διαδικασία επασφάλισης του τόπου τους. Χτίζουν ψηλά, επιβλητικά τείχη, περιορίζοντας την έκταση του ‘οικείου’ και το ‘μέσα’ στο οποίο μπορούν να διαμένουν ειρηνικά, περιφράσωντας δηλαδή το ‘κατοικείν’ τους.

Το αμυντικό πρόβλημα της πόλης ήταν στην αρχή εσωτερικό, μέχρι να επιβληθεί ο θείος αρχηγός. Οι πρώτες οχυρές θέσεις, πύργοι κλπ, ήταν έργα μιας μειονότητας, Η περίπτωση της Βαβυλώνας για να αναρριχηθεί στην εξουσία. Γι` αυτό και τα τείχη, υστερότερα, είχαν περισσότερο συμβολική θρησκευτική σημασία, σαν όρια ανάμεσα στο υλικό και το θείο, παρά στρατηγική. Μετά την ισορρόπηση της πάλης στο εσωτερικό, η πόλη απαίτησε να κυριαρχήσει προς τα έξω. Αντίπαλος ήταν η γειτονική πόλη. Η ιδιοκτησία, στην αρχή προνόμιο του ενός, θεσμός ταυτισμένος με την πόλη, γέννησε τους πολέμους και τους εξάπλωσε. Οι πόλεις οχυρώθηκαν με τείχη. Όχι πάντα. Όταν κινδύνευαν. Πολλά χρόνια μετά ο Ηρόδοτος περιγράφει την Βαβυλώνα: «Απλώνεται σε μεγάλη έκταση, σε τετράγωνο σχήμα... Περιβάλλεται από τείχος ευθύ σ` όλες του τις πλευρές... Σε μια μεριά της πόλης είναι το βασιλικό παλάτι, οχυρωμένο από ψηλό και γερό τείχος». Θα μπορούσε να είναι τα ίδια λόγια για οποιαδήποτε πόλη της εποχής. 13 Από την πρώιμη ιστορία μέχρι την σύγχρονη εποχή, τα τείχη αποτελούν αναγκαιότητα για κάθε πόλη.

Η Βαβυλώνα, κτισμένη πάνω στις όχθες του ποταμού Ευφράτη στο σημερινό Ιράκ, ήταν μια από τις πιο διάσημες 13  Πολεοδομία και Δημόσια Τάξη. Αθήνα Οχυρωμένη Πόλη, [2002], Ε.Μ.Π, διάλεξη


-22-

πόλεις του αρχαίου κόσμου, κυρίως ως αποτέλεσμα του οικοδομικού προγράμματος του Ναβουχοδονόσορα, ο οποίος επέκτεινε τα τείχη και έχτισε την πύλη του Ιστάρ. Περιτριγυρισμένη από ένα τεράστιο τείχος, που είχε συνολικό μήκος 85 χλμ., ύψος που έφθανε τα 50 μ. και κάπου τριακόσιους εξήντα πύργους σε απόσταση πενήντα μέτρων ο ένας από τον άλλον, υπήρξε η μεγαλύτερη οχυρωμένη πόλη ολόκληρης της Ανατολής, περικλείοντας μια περιοχή 404 εκταρίων, και παραμένει και μέχρι σήμερα η μεγαλύτερη από όλες τις πόλεις που χτίστηκαν


-23-

από το ανθρώπινο χέρι. Η πόλη χτίστηκε βάσει σχεδίου, είχε ορθογώνιο σχήμα, με τις τέσσερις κορυφές του προσανατολισμένες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Το εσωτερικό οχύρωμα, το οποίο ήταν κατασκευασμένο από ωμούς πλίθους, αποτελούνταν από δύο τείχη. Το εσωτερικό τείχος είχε πάχος 6,5 μ. Το εξωτερικό, σε απόσταση 7 μ., είχε πάχος 3,5 μ. περίπου. Αυτά τα τείχη στηρίζονταν σε αμυντικούς πύργους, οι οποίοι χρησίμευαν και για τη δομική ενίσχυση των τειχών. Έξω από το τείχος βρισκόταν μια τάφρος η οποία επικοινωνούσε με τον Ευφράτη. Αυτή παρείχε ύδρευση αλλά και προστασία από τα εχθρικά στρατεύματα. Βαβυλωνιακά έγγραφα μαρτυρούν ότι υπήρχαν οχτώ πύλες οι οποίες οδηγούσαν στο εσωτερικό της πόλης. Το εξωτερικό οχύρωμα ανατολικά του Ευφράτη ήταν προσθήκη του Ναβουχοδονόσορα και περιέκλειε μεγάλο τμήμα της πεδιάδας προς το βορρά, την ανατολή και το νότο, ώστε να μπορεί να καταφύγει εκεί σε περίπτωση πολέμου ο λαός που ζούσε στις γύρω περιοχές. Το εξωτερικό οχύρωμα αποτελούνταν και αυτό από δύο τείχη, παρόμοιας κατασκευής με το εσωτερικό οχύρωμα. Γύρω από την πόλη υπήρχε μια ζώνη προαστίων, κήπων και καναλιών και υπολογίζεται ότι έφτασε τους 500.000 κατοίκους στην ακμή της.

Aπεικόνιση της Βαβυλώνας από τους Theosophie & Architektur, 1680


-24-

Σε μια προσπάθεια βελτίωσης των αμυντικών στρατηγικών, οι παθητικού τύπου οχυρώσεις σε μορφή δακτυλίου αποδείχθηκαν ευάλωτες σε καταστροφές από κανόνι, με αποτέλεσμα να κατασκευαστούν άλλες δομές όπως αυτή της οχύρωσης-αστέρι, οι οποίες αναπτύχθηκαν περισσότερο στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα. Το φρούριοαστέρι αποτελείται από πολλούς τριγωνικούς προμαχώνες, ειδικά σχεδιασμένους για να καλύψει ο ένας τον άλλο, και από τάφρους. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι οβίδες των κανονιών, τα αμυντικά τείχη έγιναν χαμηλότερα και παχύτερα, ενώ για να αντισταθμιστεί το γεγονός ότι ήταν πιο εύκολο να αναριχηθούν, η τάφρος διευρύνθηκε. Πρόσθετες δομές και ανεξάρτητα φρούρια χρησιμοποιούνται για την περαιτέρω προστασία του κύριου τείχους και παρέχουν επιπλέον αμυντικές θέσεις.

Η περίπτωση της Λευκωσίας

Giacomo Franco, Χάρτης της Λευκωσίας, 1597


-25-

Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας κατά την διάρκεια της Αναγέννησης για τον σχεδιασμό της Τέλειας Πόλης, υπήρξε η λογική μιας λειτουργικής, αστικής ζωής, η οποία θα προστατεύεται από ισχυρές και αποτελεσματικές οχυρώσεις. Με την Οθωμανική αυτοκρατορία και τις επιθετικές της επιχειρήσεις στην Μεσόγειο, η χρησιμότητα των οχυρώσεων επαναπροσδιορίστηκε, καθώς οι Βενετοί τοποθέτησαν μεγάλα τείχη γύρω από τις πόλεις που απειλούνταν. Ανάμεσα στα καλύτερα παραδείγματα είναι τα τοιχώματα στην πόλη της Λευκωσίας στην Κύπρο, που στέκονται μέχρι σήμερα. Στρατιωτικοί αρχιτέκτονες όπως οι Savorgnano, Martinengo, Sanmicheli και Pallavicini μεταφέρθηκαν σε νησιά-κλειδιά, που βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση με τον εχθρό. Από αυτούς, το 1567 ο Giulio Savorgnano σχεδίασε το ίχνος της Λευκωσίας στο Αεροφωτογραφία της Λευκωσίας σήμερα


-26-

πλαίσιο της προστασίας της πόλης από την επικείμενη επίθεση των Οθωμανών. Για να μειώσουν την έκταση των νέων τειχών, οι Ενετοί κατέστρεψαν κατά την διάρκεια των ετών 1567-1570 όλα τα κτήρια έξω από την νέα περίμετρο, περιλαμβανομένων και των μοναστηριών και των εκκλησιών και χρησιμοποίησαν τα υλικά για την κατασκευή των νέων οχυρώσεων. 1 Την ίδια στιγμή, ο Πεδιαίος ποταμός εκτράπηκε έξω από την πόλη, για την προστασία των κατοίκων από τις πλημμύρες αλλά και για να ενισχύσει την τάφρο που περιβάλλει τα νέα τείχη. Επίσης οι Ενετοί εκρίζωσαν όλα τα δέντρα γύρω από τη Λευκωσία. Στην πραγματικότητα τίποτε δεν άφησαν έξω από την περίμετρο της πόλης, που θα μπορούσε να είναι χρήσιμο στους Τούρκους. Ακολούθησαν, δηλαδή, ένα είδος «πολιτικής καμμένης γης». 2 Το σχέδιο του Savorgnano προέβλεπε την ανέγερση ενός κυκλικού οχυρωματικού έργου. Το τέλειο σχήμα της Ενετικής Λευκωσίας ήταν και είναι μοναδικό στην Ευρώπη: ένας κύκλος, το τελειότερο των γεωμετρικών μορφών, περικλείει τη φραγκική Μεσαιωνική πόλη, με το κέντρο της πολύ κοντά στον καθεδρικό ναό του Αγίου Νικολάου.3 Η οχύρωση έχει περίμετρο 3 μιλίων και περιέχει 11 προμαχώνες σε σχήμα πενταγώνου. Γενικότερα παρατηρείται πως ο σχεδιασμός της όλης κατασκευής, ενσωματώνει ειδικές καινοτόμες τεχνικές, που σηματοδοτεί την αρχή μιας εποχής της Αναγέννησης στην οχυρωματική κατασκευή. Ιδιαίτερη έμφαση, για λόγους ανάδειξης πολεμικής υπεροχής, δίνεται σε αρχιτεκτονικά στοιχεία όπως οι στρατιωτικές πύλες. 1  Κεσισιάν, Κεβόρκ, [1989], Λευκωσία. Η πρωτεύουσα της Κύπρου άλλοτε και τώρα, σ. 68 2  ό.π., σ. 70 3  Cosmescu, Dragos, Nicosia, https://fortified-places


-27-

Η πρόσβαση γίνεται από τρεις θολωτούς διαδρόμους, που ανοίγουν σε έναν κυλινδρικό θάλαμο. Οι δημόσιες πύλες δεν είναι αψίδες θριάμβου, αλλά μικρά ανοίγματα στους τοίχους, ώστε να επιτρέπεται ο έλεγχος εισόδου και η άμεση στρατιωτική άμυνα. Η ιδέα της διέλευσης της κυκλοφορίας μέσα από τα τείχη, αντικαταστάθηκε από την λογική της ζεύξης των τειχών, με αποτέλεσμα να σχηματιστεί ένας δακτύλιος που τρέχει στην κορυφή του τείχους, και όχι στη βάση όπως συνήθως.

Η περίπτωση του κοχυλιού

«Πράγματι η ζωή δεν αρχίζει τόσο με μία οποιαδήποτε κίνηση όσο με μία περιστροφή» 14, αναφέρει ο Bachelard στο βιβλίο του Η ποιητική του χώρου, θέτοντας ως αντικείμενο μελέτης το κοχύλι και τη ζωή που περικλείει. Ένα παράδειγμα στέρεης γεωμετρικής μορφής που συναντάμε στην φύση, διαμορφωμένο με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να οριοθετεί και να προστατεύει την ύλη του. Ο Charbonneaux- Lassay γράφει: «Στο σύνολό του, κέλυφος κι οργανισμός, το κοχύλι υπήρξε για τους αρχαίους έμβλημα του ολοκληρωμένου ανθρώπινου όντος, σώμα και ψυχή. Η συμβολική των Αρχαίων έκανε το κοχύλι έμβλημα του σώματος μας που περικλείει σ’ ένα εξωτερικό περίβλημα την ψυχή που ζωογονεί ολόκληρο το ον.» 15 Το κοχύλι αποτέλεσε αντικείμενο έμπνευσης και για

τον Bernard Palissy, ο οποίος μπροστά στους ενδεχόμενους κινδύνους πολέμου οραματίστηκε να φτιάξει το σχέδιο μιας πόλης–κάστρου οικοδομημένη και με τέτοια 14  Bachelard, Gaston, [1982], Η ποιητική του χώρου, μτφρ: Ελένη Βέλτσου, σ. 137 15  ό.π., σ. 143


-28-

γεωμετρία και αρχιτεκτονική όμοια με εκείνη του κοχυλιού. Για πολλούς μήνες τον απασχολούσε η ιδέα οικοδόμησης από τα μέσα αλλά ταυτόχρονα δεν ήλπιζε να βρει «κανένα υπόδειγμα στις πόλεις που οικοδομήθηκαν πρόσφατα». 16 Έτσι, «πηγαίνει μέσα από δάση, βουνά και πεδιάδες για να δει αν θα βρει κανένα εφευρετικό ζώο που να έχει φτιάξει μερικά ευμήχανα σπίτια.» 17 Με βάση αυτό το παράδειγμα ξεκινά το σχέδιό του. «Στο κέντρο της πόλης-κάστρου θα υπάρχει μία τετράγωνη πλατεία όπου θα βρίσκεται η κατοικία του κυβερνήτη. Από αυτήν την πλατεία ξεκινά ένας και μοναδικός δρόμος που θα κάνει τέσσερις φορές τον γύρο της πλατείας, όπου οι δύο πρώτοι κύκλοι θ’ ακολουθούν το σχήμα του τετραγώνου ενώ οι άλλοι δύο κύκλοι θα έχουν οκταγωνικό σχήμα. Σ’ αυτό τον δρόμο που περιελίσσεται τέσσερις φορές, όλες οι πόρτες και τα παράθυρα δείχνουν στο εσωτερικό του κάστρου με τρόπο ώστε το πίσω μέρος των σπιτιών να σχηματίζει ένα συνεχές τείχος. Το τελευταίο τείχος από σπίτια στηρίζεται στα πλάγια πάνω στο τείχος της πόλης που σχηματίζει έτσι ένα τεράστιο σαλιγκάρι.» 18 Ο Palissy αναπτύσσει εκτεταμένα τα πλεονεκτήματα αυτού του φυσικού κάστρου. Αν ο εχθρός καταλάβει ένα τμήμα του, θα υπάρχει πάντα το κέντρο διαθέσιμο για υποχώρηση. Αυτή η κίνηση της σπειροειδούς υποχώρησης δίνει τη γενική γραμμή της εικόνας.

16  Palissy, Bernard, Recepte veritable, σ. 153 17  ό.π. 18  Bachelard, Gaston, [1982], Η ποιητική του χώρου, μτφρ: Ελένη Βέλτσου, σ. 155


-29-


-30-


-31-

ΕΓΚΛΕΙΣΤΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

Στην ορθογώνια πόλη/ γη/ κατοικία της αρχαίας Ρώμης, πρότυπο για πολλές άλλες, αυτός που εγγυάται την ενότητα είναι ο pater familias. Ο μύθος καταγωγής της έχει να κάνει με μια αδελφοκτονία. Η πόλη ενσωματώνει την ενοχή του πρώτου οικιστή της για ένα έγκλημα που δεν μπορούσε παρά να γίνει για να θεσπιστούν τα όρια, τα οποία εγγυώνται την ύπαρξή της. Ο Ρωμύλος σκοτώνει τον αδελφό του τον Ρώμο γιατί ο τελευταίος αμφισβητεί τον σχεδιασμό των ορίων, δηλαδή των τειχών, που έχουν και μια ιερή συμβολική σημασία. Μπορείς να περνάς τα ίδια τα σώματα των νεκρών από τις πύλες, αλλά όχι και τα τείχη. Αν περάσεις διαπράττεις παρανομία αλλά και ιεροσυλία, sacrilegium, διότι καθιστάς την πόλη διάτρητη όχι μόνο για τους ζωντανούς. Παραβιάζοντας το σχήμα παραβιάζεις την εικόνα και τη λειτουργία της πόλη, της ψυχής και του κόσμου. 19 Ο Spiro Kostof, ένας από τους πολλούς θεωρητικούς που έκαναν προσπάθειες μέχρι σήμερα να προσδιορίσουν τι είναι πόλη και ποιές είναι οι αρχές της, στο βιβλίο του The city shaped αναφέρει: «Οι πόλεις είναι μέρη που έχουν κάποιο φυσικό περίγραμμα, είτε υλικό είτε συμβολικό». Τόσο το νόημα, όσο και η διαδικασία της οριοθέτησης της πόλης, βέβαια, θα λέγαμε πως επικεντρώνεται περισσότερο στη διαμόρφωση του εσωτερικού της κοινωνίας, στην ‘εύρυθμη κοινωνική αναπαραγωγή’, στην οργάνωση και τη διαχείρηση των μονάδων μέσα σε ένα σύνολο. Οι πόλεις αναπτύσσονται ως ολοκληρωμένα σύνολα. Αποτελούν τόπους συγκέντρωσης 19  Ρηγοπούλου, Πέπη, [2003], Το Σώμα. Ικεσία και Απειλή, σ. 98


-32-

της κουλτούρας των ανθρώπινων κοινοτήτων, αλλά δεν παύουν να είναι, επίσης, πολιτικοί θεσμοί που διατρέχονται από συγκρούσεις και την ίδια στιγμή εκφράζουν συμφέροντα και νοήματα. Στη βάση αυτή στήνεται, μια διαδικασία περιχαράκωσης των υποκειμένων και εγκαθίδρυσης ορίων ελέγχου συμπεριφοράς και τρόπου ζωής. Οι κανόνες ελέγχου δεν εφαρμόζονται για την εκπλήρωση κανόνων ηθικής ή γενικού δικαίου, ούτε για να υπάρχει ισονομία μεταξύ των χρηστών. Εφαρμόζονται για την εξασφάλιση παραμονής του κάθε χρήστη στη θέση του, σαφώς διαφοροποιημένη και πραστατευμένη απο εκείνες που αντιτίθενται στο ‘πρέπον’. Συνυφασμένη με τις αυταρχικές πρακτικές καταστολής και ενισχυόμενη από έναν δημόσιο λόγο που στοχοποιεί και ποινικοποιεί κοινωνικές ομάδες, η ιδεολογία αυτού του είδους οριοθέτησης, διαμορφώνει πολύ πιο σκληρά όρια από εκείνα του τοίχου σε μια οχυρωμένη κοινότητα, ανακυκλώνει το φόβο, εδραιώνει τη μεικτοφοβία και, ίσως το πιο σημαντικό, μετατοπίζει τις κοινωνικές αντιθέσεις και συγκρούσεις από την πολιτική στην ηθική αντιπαράθεση. «Η πόλη δεν θεωρούνταν πια προνομιούχο μέρος, εξαίρεση μέσα σε μια περιοχή από χωράφια, δάση και δρόμους. Οι πόλεις δεν ήταν πια νησιά πέρα από τον κοινό νόμο. Αντίθετα, οι πόλεις, με τα προβλήματα που δημιουργούσαν και τις ιδιαίτερες μορφές που έπαιρναν, χρησίμευαν σαν πρότυπα για τη διακυβερνητική ορθολογικότητα που επρόκειτο να εφαρμοστεί στο σύνολο της επικράτειας.»20

Όλα τα παραπάνω, λοιπόν, γίνονται πράξη μέσω της ‘παραγωγής’ εξουσίας πάνω στα σώματα των κατοίκων της 20  Foucault, Michel, [1987], Xώρος Γνώση και Εξουσία, Συζήτηση με τον Paul Rabinow τον Μάρτιο του 1982, μτφρ: Ζήσης Σαρίκας, σ. 53


-33-

πόλης, τα οποία μετατρέπονται σε αντικείμενα πιεστικών επενδύσεων απαγόρευσης και υποχρεώσεων. Σε ένα γενικό πλαίσιο, η πειθαρχία αναφέρεται στη διακυβέρνηση ατόμων και ομάδων και συνεπώς παραπέμπει άμεσα στην έννοια της εξουσίας, ταυτόχρονα όμως, διαποτίζεται και από τις έννοιες του κοινού βίου. «... η εξουσία ορθώνεται -παρούσα και ορατή παντούεφευρίσκει καινούργιους μηχανισμούς, περιφράζει, ακινητοποιεί, αστυνομεύει, οικοδομεί πρόσκαιρα κάτι που είναι ταυτόχρονα και η άντι-πολιτεία και η τέλεια κοινωνία. επιβάλλει μιαν ιδανική λειτουργία, που όμως επανάγει σε τελευταία ανάλυση -όπως και το κακό που καταπολεμάστην απλή δυαδική μορφή, ζωή-θάνατος: ό,τι κινείται φέρνει το θάνατο, και ό,τι κινείται πρέπει να θανατώνεται.»21 Ο Foucault βλέπει την εξουσία ως έναν τρόπο δράσης κάποιων ατόμων πάνω σε κάποια άλλα, ως κάτι που υπάρχει εν ενεργεία. 22 Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει μια εξουσία ως εκδήλωση συναίνεσης, συγκατάθεσης, αποποίησης της ελευθερίας ή μεταβίβασης δικαιώματος. Κατά τον Foucault, αυτό που ορίζει μια σχέση εξουσίας είναι ένας τρόπος δράσης που δεν ενεργεί άμεσα και ορατά στους άλλους, αλλά μέσω μηχανισμών όπως ο αποκλεισμός, τα συστήματα επιτήρησης και η ιατρικοποίηση της τρέλας, της εγκληματικότητας, της σεξουαλικότητας που αποτελούν τις μεγάλες επινοήσεις της αστικής τάξης. Εξετάζεται, επακολούθως, πώς αυτοί οι μηχανισμοί άρχισαν να γίνονται χρήσιμοι για την πολιτική και την οικονομία σε μια δεδομένη στιγμή και σε μια συγκεκριμένη συγκυρία και πώς τελικά κατέληξαν να ενσωματωθούν στο κοινωνικό σύνολο για να 21  Foucault, Michel, [1989], Επιτήρηση και Τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, μτφρ: Καίτη Χατζηδήμου, σ. 271 22  Foucault Michel, [2005], Η μικροφυσική της εξουσίας, Δύο Δοκίμια για το Υποκείμενο και την Εξουσία, μτφρ: Λίλα Τρουλινού, σ. 91


-34-

εξασφαλίσουν τη συνοχή του.23 Μια από τις μεθόδους χωροχρονικού ελέγχου των ατόμων είναι αυτή της επιτήρησης. Η παρακολούθηση δεν είναι φαινόμενο των καιρών μας. Διαχρονικά, η επιτήρηση υπήρξε συμπλήρωμα ή επακόλουθο της άσκησης ελεγχου. Η ιδέα ότι οι θεοί έχουν μάτια, ή ακόμα περισσότερο, ότι είναι μάτια,

Hieronymus Bosch, 7 Θανάσιμα Αμαρτήματα, 1500

προέρχεται από τα βάθη της αρχαιότητας. Η ανθρωπομορφική απεικόνιση όμως του ματιού, ως σημάδι της Θείας παρουσίας, δεν εντοπίζεται παρά τον 16ο αιώνα. Σκοπός του είναι να έχει τη συστηματική επιτήρηση της καθημερινής ζωής των ανθρώπων. Όταν ο Bosch αποτύπωσε το παραδοσιακό σύμβολο, για τη θεία παρουσία 23  Foucault Michel, [2005], Η μικροφυσική της εξουσίας, Πειθαρχική Εξουσία και Υποτέλεια, μτφρ: Λίλα Τρουλινού, σ. 108 – 110


-35-

και δύναμη, με την καθαρή φόρμα ενός κύκλου -ανάγοντάς το έτσι σε μια αφηρημένη μορφή- συνοδευόμενο από την επιγραφή “Cave Cave Deus Videt” («Beware, Beware, God Sees»), δημιούργησε ένα διαρκές και επιβλητικό σύμβολο, για την ολοένα αυξανόμενη επιτηρητική ματιά του θεού. Το μάτι του θεού έγινε έτσι μια στερεότυπη εικόνα, κάτι που υπαγορεύει μία κανονική πρακτική παρακολούθησης. Ήδη στα Ρωμαϊκά χρόνια, η επιτήρηση επηρεάζει τον αστικό σχεδιασμό. Η πόλη σχεδιάζετα με βάση την ορατότητα, ώστε να είναι ένας τόπος ασφάλειας και δημόσιας τάξης. Ρωμαϊκά κτίρια, όπως το Πάνθεον του Ανδριανού, επινοήθηκαν για να δημιουργήσουν οπτικές κατευθύνσεις, όπως λέει ο Richard Sennett: «Η γεωμετρία του ρωμαϊκού χώρου ενθάρρυνε την πειθαρχημένη κίνηση του ανθρωπίνου σώματος και με αυτή την έννοια υπηρετούσε τη λογική του ‘βλέπε και υπάκουε’». Στην Ελληνική σκέψη επίσης, η εύρυθμη πόλη ήταν ένα μέσο, για να κρατά κανείς Marcus το χάος σε τάξη. Agrippa, Ηadrian’s Για τον Πλάτωνα και pantheon τον Αριστοτέλη, η in Rome, 125 ρυμοτομία και οι χωρικές διευθετήσεις της πόλης ήταν ο καθρέφτης, του πως θα έπρεπε να είναι η κοινωνία. Τον 17ο αιώνα στο Παρίσι, για να καθησυχάσουν τους πολίτες, ότι ήταν ασφαλές το να βγει κανείς έξω στο δρόμο, εγκαταστάθηκαν οι


-36-

επιθεωρητές φωτισμού. Στις μοντέρνες πόλεις, ο δημόσιος χώρος σχεδιαζόταν έτσι ώστε να επιτρέπει τη μέγιστη ορατότητα, να δυσχεραίνει την παραβατικότητα και να ενισχύει τη δημόσια τάξη. 24 Η επιτηρητική ματιά όμως, που ‘φωτίζει’ τους πάντες και οι πειθαρχικοί μηχανισμοί, που καθορίζουν το Κανονικό ως αρχή καταναγκασμού, ταξινομώντας τους ανθρώπους σε θέσεις και καταδεικνύοντας αξίες, έχουν μετατρέψει τον άνθρωπο σε όμηρο μιας τελματωμένης πραγματικότητας. Αντιλαμβάνεται πως οι ηθικοί κανόνες που τυφλά ακολουθεί, δεν οδηγούν πουθενά. Αισθάνεται, όμως, αδύναμος να αντισταθεί, και όντας εγκλωβισμένος στην ιδιωτική του σφαίρα και τον άκρατο ατομισμό, επιλέγει να συμβιβαστεί με το επιβαλλόμενο. Βρίσκοντας στην εικόνα του μέλλοντος στοιχεία μιας ζοφερής πραγματικότητας, εύκολα μπορεί να περιγραφεί ένας φανταστικός κόσμος απόλυτης δυστυχίας. Οι δυστοπίες αποτελούν αυτό το προιόν φαντασίας στην τέχνη, που υπερτονίζουν συγκεκριμένα αρνητικά γνωρίσματα των υπαρχουσών κοινωνιών για να καταδείξουν το ενδεχόμενο κακό, χωρίς ωστόσο να αντιπροτείνουν ένα θετικό πρότυπο. Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο θα μελετηθούν δυστοπικά πραδείγματα περιπτώσεων, στις οποίες οι πόλεις εμφανίζουν μία εσωστρέφεια στην οργάνωση και στη δομή τους, αποσαφηνίζοντας με ακρίβεια τα όρια τους, με αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές τη δημιουργία ενός απομονωμένου και απόλυτα ελεγχόμενου αστικού βίου.

24  Θεμελη Ανδριάνα – Καράμπελας Γιώργος, [2011], Επιτηρούμενος Χώρος. Από το Πανόπτικον στον Κυβερνοχώρο, Ε.Μ.Π., διάλεξη


-37-

Λονδίνο

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα έγκλειστης πόλης, μίας πόλης-κάστρου, αποτελεί το Λονδίνο. Ιστορικά η πόλη του Λονδίνου γύρω στο 200 μ.Χ. (Londinium), από τότε που ιδρύθηκε από τους Ρωμαίους, βρέθηκε ενώπιων μίας σειράς έντονων επιθέσεων. Έτσι, στα τέλη του 2ου αιώνα, η μέχρι τότε ημικυκλική περιοχή των 326 στρεμμάτων, περιτοιχίστηκε από ένα ισχυρό τείχος κατασκευασμένο από πέτρα, μήκους περίπου 5 χιλιομέτρων και με πλάτος 2,5 μ. και ύψος 6 μ. Για πολλά χρόνια αργότερα, το τείχος διατήρησε την αρχική του μορφή και αποτέλεσε το βασικό εργαλείο οριοθέτησης της πόλης του Λονδίνου. Ακόμα και σήμερα είναι πολύ αισθητή η περίμετρος που οριοθετεί την πόλη, η οποία είναι το ίχνος του αρχαίου τείχους. Παρόλα αυτά, έξω από τα όρια της πόλης, πέρα από το τείχος υπήρχαν κατοικημένες περιοχές που κυριαρχούσε κυρίως η ανομία και η αταξία. Η περιοχή νότια της γέφυρας του Λονδίνου θεωρούταν ‘άγρια’ ενώ οι περιοχές βόρεια και ανατολικά του τείχους, παρόλο που δεν θεωρούνταν τόσο άγριες, ήταν αυτοδιοικούμενες και η πόλη δεν είχε καμία δικαιοδοσία σ’ αυτές. Η αρχική σημασία του τείχους φαίνεται να είναι η εφεύρεση ενός εργαλείου που εκτός από την προστασία που θα προσέφερε στην πόλη, θα μπορούσε να ορίσει και να διαχωρίσει το ‘καλό’ από το ‘κακό’ Λονδίνο. Το οργανωμένο, υπό ανάπτυξη τμήμα του από εκείνο το μη οργανωμένο, τόπο ανομίας και χάους. Περίπου 1000 χρόνια μετά την ίδρυση του τείχους, τα πράγματα και οι συνθήκες ξεκίνησαν να αλλάζουν. Σταδιακά οι περιοχές εκτός του τείχους άρχισαν να αναπτύσσονται σε διάφορους τομείς, καθώς και ξεκίνησαν να αποτελούν τόπο


-38-

συνάντησης. «Κάποια πράγματα που συνέβαιναν έξω από το τείχος είχαν περισσότερο ενδιαφέρον από αυτά που γινόντουσαν μέσα.» 25 Έτσι δημιουργήθηκε η ανάγκη ένωσης αυτών των δύο τμημάτων καθώς και η καταστροφή αυτού του μεταξύ τους εμποδίου. Στην αρχή, ‘τρυπώντας’ το τείχος και τοποθετώντας πύλες έγινε μία πρώτη προσπάθεια δημιουργίας περισσότερων προσβάσεων. Όμως αυτό δεν αποτέλεσε ικανοποιητική συνθήκη ενοποίησης των δύο τμημάτων και γι’ αυτό τον λόγο η πόλη πήρε πιο δραστικά μέτρα. Μετακινήθηκε έξω από -τα μέχρι τότεόρια της, η δικαιοδοσία της επεκτάθηκε πέρα από τα τείχη, πρώτα δυτικά και ύστερα ανατολικά. Σ’ αυτό το σημείο παρατηρούμε ότι το τείχος δοκιμάστηκε και απέτυχε. Δεν κατάφερε να περικλείσει ολοκληρωτικά την πόλη και να Αρχείο του Walter Thornbury, περιορίσει την ζωή στα αρχικά της όρια.

χάρτης του ρωμαϊκού Λονδίνου, 190

25  Taher Silvana, [2011], Architect Vs. The city (or The Problem Of Chaos), AA press, σ. 13


-39-

Ο πληθυσμός του Λονδίνου τον 19ο αιώνα ανερχόταν περίπου στο 1 εκατομμύριο κατοίκους και μέχρι τον επόμενο αιώνα απέκτησε κοντά στα 6 εκατομμύρια. Με το ξεκίνημα του 20ου αιώνα, πραγματοποιούνται ραγδαίες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές. Ο πληθυσμός των αστικών κέντρων ολοένα και αυξάνεται, καθώς μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο πολλές ευρωπαϊκές πόλεις έρχονται αντιμέτωπες με το ζήτημα διαχείρισης των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Απάντηση σ’ αυτό το ζήτημα προσπάθησαν να δώσουν αρκετοί αρχιτέκτονες όπως ο Le Corbusier με το Immeubles Villa και το Contemporary City το 1922. Σχεδόν πέντε δεκαετίες αργότερα ο Rem Koolhaas, κατακρίνοντας αυτόν τον απόλυτο τρόπο σχεδιασμού που δεν αφήνει χώρο στο απρόσμενο, στο απροσδόκητο, προτείνει το Exodus. Μία σχεδόν δυστοπική πρόταση η οποία με αφορμή την πρώιμη ιστορία του Λονδίνου κατασκευάζει ένα νέο τείχος, μία καινούργια έγκλειστη και περιτοιχισμένη πόλη, δημιουργώντας ακραίες συνθήκες διαβίωσης και έναν απόλυτα ελεγχόμενο βίο. Ο αλληγορικός χαρακτήρας των δυστοπικών έργων είναι εμφανής. Αφηγούνται έναν κόσμο μακρινό και αλλιώτικο σε χώρο και χρόνο με σαφείς όμως υπαινιγμούς για όσα ζούμε σήμερα στον δικό μας κόσμο, στο δικό μας παρόν Αεροφωτογραφία του Λονδίνου και με αναφορές στο παρελθόν. τον 20ο αιώνα


-40-

Τhe Voluntary  Prisoners of Architecture ή Exodus (1972), αποτελεί την πειραματική μελέτη των Rem Koolhaas και Ηλία Ζέγγελη, με τη συνεργασία των Madelon Vreisendorp και Ζωής Ζέγγελη.  «Με καλές προθέσεις» 26, έτσι ξεκίνησαν όλα. Όταν το Λονδίνο έχασε την ισορροπία του. Είχε αναπτύξει ένα καλό και ένα κακό ‘μισό’. Όσο το ‘καλό μισό’ ευημερούσε, τόσο το άλλο μισό βυθιζόταν στην απόγνωση και για αυτόν το λόγο προέκυψε η έξοδος (Exodus). Ο πληθυσμός του ‘καλού’ μισού, όπως ήταν αναμενόμενο, διπλασιάστηκε ενώ του άλλου μισού συρρικνώθηκε στο μηδέν. Η ‘λωρίδα’ (the strip), όπως ονομάζεται το πρότζεκτ σε πολλές αναφορές εξαιτίας της μορφολογίας του, αποτέλεσε την απάντηση σε αυτή την έξοδο. Ήταν «μία αρχιτεκτονική εχθροπραξία ενάντια στις ανεπιθύμητες συνθήκες» 27 της πόλης, σημειώνει ο Rem Koolhaas στο βιβλίο του SMLXL. Αντί λοιπόν να μεταναστεύσουν από το ένα μισό της πόλης στο άλλο, τώρα οι κάτοικοι συρρέουν από την πόλη στη νέα αρχιτεκτονική. Φτάνοντας εκεί, η νέα αρχιτεκτονική θα ξεκινήσει να επεκτείνεται σταδιακά, ‘καταβροχθίζοντας’ την πόλη, μέχρι τελικώς το Λονδίνο να μετατραπεί σε ερείπια. Η λωρίδα φαίνεται να είναι η βεβαιότητα και η καθοριστική φύση της αρχιτεκτονικής που επιβάλλονται πάνω στην πόλη. Εκεί που η πόλη είναι χαοτική, σύνθετη και δυσανάγνωστη η λωρίδα αποτελεί κάτι βέβαιο, άμεσο με ξεκάθαρες προθέσεις. Για τους εκούσιους έγκλειστους του Exodus, δύο μεγάλοι τοίχοι ορίζουν την ύπαρξή του καθώς και το διαχωρίζουν από το παλιό Λονδίνο. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το ρόλο τους. Είναι εκεί για να σπάσουν κάθε δυνατή 26  Koolhaas, Rem, [1972], Exodus, or the Voluntary Prisoners of Architecture 27  ό.π.

EXODUS


-41-

Exodus, γενική άποψη της πρότασης στην πόλη του Λονδίνου

επικοινωνία και σχέση και για να αποτρέψουν κάθε πιθανή ‘μόλυνση’ από την παλιά πόλη. Για τους κατοίκους του Exodus, τους εκούσιους έγκλειστους όπως τους ονομάζει ο Koolhaas, οι τοίχοι αποτελούν τα σκληρά και απόλυτα


-42-

σύνορα μέσα στα οποία περιορίζεται η νέα ζωή. Όσον αφορά τους κανόνες της νέας ζωής, πέρα από τον περιορισμό που δημιουργούν οι τοίχοι, υπάρχουν και άλλοι μηχανισμοί που επιβάλλουν την τάξη και τον τρόπο διαβίωσης. Αρχικά, υπήρχε ο χώρος υποδοχής και πλύσης εγκεφάλου, για όσους έφταναν για πρώτη φορά στο exodus, ο οποίος αποτελούσε τόπο αναμονής και εκπαίδευσης για κάποιο χρονικό διάστημα. Η κεντρική περιοχή, που αποτελούσε ένα κομμάτι της στέγης του χώρου υποδοχής και παράλληλα ένα σημείο με υψόμετρο που κάποιος μπορούσε να βιώσει την παρακμή της παλιάς πόλης εν αντιθέσει με το μεγαλείο της νέας. Η τελετουργική (μαύρη) πλατεία, για την πνευματική και σωματική άσκηση των κατοίκων, το πάρκο των τεσσάρων στοιχείων (αέρας, έρημος, νερό, γη)που προσομοιώνει τέσσερις διαφορετικές συνθήκες περιβάλλοντος και η πλατεία των τεχνών. Επιπλέον, υπάρχουν τα λουτρά τα οποία έχουν την λειτουργία ενός κοινωνικού συμπυκνωτή και αποτελούν τόπο πειραματισμού νέων κοινωνικών συμπεριφορών. Το Ινστιτούτο Βιολογικών Ενεργειών είναι το μέρος που υποστηρίζει τους εκούσιους έγκλειστους «σε περίπτωση ανάγκης ή σωματικής και ψυχικής κρίσης καθώς επίσης αποδεικνύει την ‘ακίνδυνη’ φύση της θνησιμότητας».

Τέλος, υπάρχει το πάρκο της επιθετικότητας, τόπος εκτόνωσης και νόμιμης χρήσης βίας και οι κλήροι, μικρές εκτάσεις γης που δίνονται στους κατοίκους για καλλιέργεια και απομόνωση από τη συλλογική ζωή. «Εκεί δεν συμβαίνει ποτέ τίποτα.» 29 28

Παρατηρούμε πως στο Exodus, ο μηχανισμός ελέγχου ρυθμίζει σχεδόν σε απόλυτο βαθμό την κοινωνική 28  ό.π. 29  ό.π.


Τα λουτρά ή αλλιώς ο “κοινωνικός συμπυκνωτής”

-43-


-44-

συμπεριφορά και την καθημερινότητα του κατοίκου. Τόσο

την χωρική ελευθερία του όσο και τον τρόπο που θα αξιοποιεί τον ελεύθερο του χρόνο. Η αρχιτεκτονική εδώ έρχεται να πλαισιώσει ένα μοντέλο ελεγχόμενης πόλης -πάνω στα

ερείπια αυτής που απέτυχε- που την καθιστά απαραίτητο εργαλείο για να επιτευχθούν οι στόχοι της.

Χώρος εκπαίδευσης των νέων μελών του Exodus

Ο Ιταλός στοχαστής Paolo Virno, ανατρέχει κι αυτός στην έννοια της εξόδου, σε διαφορετικό βέβαια πλαίσιο, επισημαίνοντας ότι δεν εκδηλώνεται «ως διαμαρτυρία αλλά ως αποσκίρτηση, όχι ως voice, αλλά ως exit. Τίποτα δεν είναι λιγότερο παθητικό από μια φυγή, από μια έξοδο. Η αποσκίρτηση αλλάζει τους όρους, αλλάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο προέκυψε ένα πρόβλημα, αντί να αντιμετωπίζει το πρόβλημα διαλέγοντας την μια ή την άλλη προβλεπόμενη εναλλακτική λύση. Η έξοδος περιστρέφεται επάνω από έναν αφανή πλούτο, πάνω σε μια υπεραφθονία δυνατοτήτων».30 Η έξοδος γίνεται σύμβολο του παγκόσμιου και του γενικού, μεταβάλλοντας τη στάση μας απέναντι σε μια σειρά φαινόμενα του παρόντος. Τίποτα δεν είναι πλέον «εξωτερικό». 30  Virno, Paolo, [2002], Γραμματική του πλήθους. Για μια ανάλυση των σύγχρονων μορφών ζωής , μτφρ. Β. Πασσάς, σ. 88


-45-

«Αγαπητοί μας έγκλειστοι, σας ενημερώνουμε ότι, για την δική σας ασφάλεια, η ζωή σας παρακολουθείται»...

1984

Το 1984 είναι ένα δυστοπικό λογοτεχνικό έργο του George Orwell, ένα καταστροφικό πορτρέτο της δυστυχίας του Ουίνστον Σμιθ, ο οποίος επιδιώκοντας να αμφισβητήσει τα όρια της εξουσίας του Κόμματος, ανακαλύπτει ότι η ικανότητα της κυβέρνησης να ελέγχει και να υποδουλώνει τα υποκείμενά της, οδηγεί στις πιο παρανοικές πράξεις. Επικεφαλής της κυβέρνησης αυτής, τοποθετείται ο μυστηριώδης, Μεγάλος Αδελφός (Big Brother), που συνήθως εμφανίζεται σε αφίσες με το σύνθημα «Ο Μεγάλος Αδελφός σε βλέπει». Είναι μια διαβεβαίωση (η ζεστασιά του όνοματός του υποδηλώνει την ικανότητά του να προστατεύει), αλλά είναι επίσης μια ανοικτή απειλή (δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει από το βλέμμα του). Ο Μεγάλος Αδελφός συμβολίζει επίσης την ασάφεια με την οποία οι ανώτερες τάξεις του Κόμματος ενεργούν, καθώς είναι αδύνατο να γνωρίζει κανείς τον τρόπο. Απλώς είναι βολικό για την κυβέρνηση να υπάρχει ένας ενιαίος ηγέτης πάνω από το λαβύρινθο των γραφειοκρατών, των επιστατών, των βασανιστών. Ο Foucault υποστηρίζει ότι η πειθαρχία «δεν μπορεί να ταυτίζεται ούτε με ένα θεσμό ούτε με ένα μηχανισμό· είναι ένας τύπος εξουσίας, ένας τρόπος ασκησής της, και περιλαμβάνει ένα σύνολο οργάνων, τεχνικών μεθόδων, διαδικασιών, επιπέδων εφαρμογής, στόχων, είναι μια «φυσική» ή μια «ανατομία» της εξουσίας, μια τεχνολογία».31 Έτσι, το Κόμμα χρησιμοποιεί την πειθαρχία για να διατηρήσει τη δύναμη των μελών της ελέγχοντας κάθε λεπτομέρεια της ζωής τους. Το Κόμμα, κάτω από την κεφαλή του Μεγάλου 31  Foucault, Michel, [1989], Επιτήρηση και Τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, μτφρ: Καίτη Χατζηδήμου, σ. 283


-46-

Αδερφού, είναι σε θέση να ασκήσει πίεση μέσω μιας σχετικά εύκολης μεθόδου: την επιτήρηση. Συγκεκριμένα, η χρήση της επιτήρησης στο 1984, βρίσκει απήχηση στη συζήτηση του Foucault για το Πανόπτικον του Jeremy Bentham, στο οποίο η δύναμη του ‘βλέμματος’ της αρχής ασκεί πειθαρχία. Η δύναμη της κατασκευής αυτής πηγάζει από τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, που επιτρέπει σε όσους βρίσκονται στην εξουσία να παρατηρούν τους άλλους, χωρίς να γνωρίζουν εάν παρακολουθούνται. Λόγω της αέναης προοπτικής ότι κάποιος θα μπορούσε να τους παρακολουθεί, ο Foucault είδε το Πανόπτικον ως την απόλυτη συσκευή πειθαρχίας μέσω της επιτήρησης. Στην αυγή της ηλεκτρονικής εποχής, ο George Orwell

υποστήριξε, ότι οι συσκευές τηλεπικοινωνίας θα επωμίζονταν το ρόλο του φρουρού. Στον κόσμο του 1984, η τηλεόραση ήταν το όργανο της επιτήρησης, και η φιγούρα του Μεγάλου Αδερφού ήταν η συνεχής υπενθύμιση, ότι βρισκόταν κανείς υπό παρακολούθηση. Αυτό όμως που τελικά συνέβη είναι αρκετά διαφορετικό. Αντί για ένα Μεγάλο Αδερφό, παρουσιάστηκε ένα πλήθος από ‘Μικρούς Αδερφούς’. Κάθε προσωπικός υπολογιστής μπορεί δυνητικά να καταγράψει τις ζωές μας. Τεράστιες λίστες δεδομένων άρχισαν να συσσωρεύονται. Το Κόμμα έτσι ελέγχει ουσιαστικά κάθε συμπεριφορά κατοίκησης και διαβίωσης, αναγκάζοντας τα άτομα να ενεργούν όπως οφείλουν. Το σύστημα αυτό είναι φυσικά και αποτελεσματικό, καθώς η εξουσία υπάρχει, αλλά κανείς δεν γνωρίζει αν επιβλέπει πραγματικά. Όπως αναφέρει και ο Foucault: «...είναι ταυτόχρονα και πάρα πολύ και πολύ λίγο να παρακολουθείται ακατάπαυστα ο κρατούμενος από έναν επιτηρητή: πολύ λίγο, διότι το ουσιαστικό είναι να ξέρει ότι παρακολουθείται· παρά πολύ, διότι δεν υπάρχει ανάγκη να παρακολουθείται πραγματικά.»

32

32  Foucault, Michel, [1989], Επιτήρηση και Τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, μτφρ: Καίτη Χατζηδήμου, σ. 266


-47-


-48-

Ο νους δεν είναι κάτι ιδιωτικό. Το έγκλημα της Σκέψης είναι μια διαδικασία επιρροής της συνήθης άποψης για την αλήθεια. Ως εκ τούτου, ο Μεγάλος Αδελφός είναι ο κριτής της αλήθειας. Και ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι να αφαιρεθούν όλες οι αναμνήσεις από το παρελθόν που αποτελούν απειλή για την εξουσία. «Το παρελθόν σβήστηκε, η διαγραφή ξεχάστηκε, το ψέμα γίνεται αλήθεια.»33 Μέσα από την διαχείρηση και την αναδιατύπωση κάθε πηγής πληροφόρησης, η μνήμη γίνεται ασαφής και αναξιόπιστη, και οι πολίτες είναι διατεθειμένοι να πιστεύουν ό,τι το Κόμμα αναφέρει. Στην κοινωνία του Λονδίνου στο 1984, οι συνθήκες διαβίωσης είναι η απόλυτη εξαθλίωση και η φτώχεια. Η πείνα, οι ασθένειες και η βρωμιά, τα μπάζα και τα καταρρέοντα κελύφη κτιρίων έχουν γίνει η κοινωνική πραγματικότητα. Ως αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου και των συνεχών βομβαρδισμών, η πόλη κείτεται σε ερείπια, σε ένα διάχυτο μοτίβο αστικής αποσύνθεσης. Τα μόνα κτήρια που στέκονται στιβαρά μπροστά στην απελπιστική εικόνα της πόλης είναι εκείνα των Υπουργείων. «... μια πελώρια πυραμιδοειδής οικοδομή από άσπρο αστραφτερό μπετόν»34,

το καθένα εκτίνεται σε περίπου 300 μέτρα ύψος και είναι ορατά σε όλο το Λονδίνο. Αν και ο Orwell δεν συζητά το θέμα ανοιχτά, είναι εμφανής η διάλυση του Λονδίνου, που οφείλεται στην κακή διαχείριση του Κόμματος και της ανικανότητάς του. Ένα από τα θέματα του 1984, εμπνευσμένο από την ιστορία του κομμουνισμού του 20ου αιώνα, είναι ότι τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι σαφώς αποτελεσματικά στην ενίσχυση της δική τους δύναμης και παταγωδώς ανίκανα στο να παράσχουν στους πολίτες τους. Η ρυπαρή αστική αποσύνθεση του Λονδίνου είναι μια 33  Orwell, George, [1978], 1984, μτφρ. Ν. Μπαρτη, σ. 80 34  ό.π. σ. 13


-49-

σημαντική οπτική υπενθύμιση αυτής της ιδέας, και προσφέρει μια σαφή εικόνα των προτεραιοτήτων του Κόμματος, μέσα από την αντίθεσή της με την τεράστια τεχνολογία, που το Κόμμα έχει αναπτύξει για να κατασκοπεύει και να επιτηρεί τους πολίτες του.

12 Ιδανικές Πόλεις

Σύμφωνα με τον Erich Fromm 35, το μήνυμα των δυστοπικών έργων, όπως διαφαίνεται μέσα και από τα έργα των Superstudio, είναι ότι επιδιώκουν να είναι «η έκφραση μιας ψυχικής διάθεσης και μια προειδοποίηση. Η ψυχική διάθεση είναι αυτή της απόγνωσης για το μέλλον του ανθρώπου και η προειδοποίηση είναι ότι εκτός αν δεν αλλάξει η νόρμα της ιστορίας, οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο θα χάσουν τις πιο ανθρώπινες ποιότητές τους και θα μετατραπούν σε άψυχες αυτοματοποιήσεις». Συνοπτικά στο έργο τους 12 Ιδανικές Πόλεις, (Twelve Cautionary Tales for Christmas) , κάθε πόλη παρουσιάζεται ως μία κοινωνία στο μέλλον με σαφώς πιο ανεπτυγμένες τεχνολογίες από τις σύγχρονες. Μηχανοποιημένες, δηλαδή, κοινωνίες στις οποίες τα άτομα δεν έχουν κανένα έλεγχο πάνω στο μέλλον τους. Αντιθέτως, οι μηχανές ελέγχουν τα πάντα στη ζωή του ατόμου, από την γέννηση μέχρι τον θάνατο, ακόμα και τα όνειρά του. «Ο υπολογιστής επιλέγει, συγκρίνει και ερμηνεύει τις επιθυμίες των ατόμων, προγραμματίζοντας

35  Erich Seligmann Fromm (1900-1980), Γερμανός κοινωνιολόγος, ψυχολόγος και ψυχαναλυτής. Επηρεάστηκε βασικά από τον Φρόυντ και τον Μαρξ και δύο από τα πιο γνωστά έργα του είναι το «Η Τέχνη της Αγάπης» (1956) και το «Να έχεις ή να είσαι» (1976).


-50-

από στιγμή σε στιγμή τη ζωή ολόκληρης της πόλης...» 36 «Τα μέλη του πληρώματος κοιμούνται αδιάκοπα… τυλιγμένα με σύρματα και αγωγούς που ρυθμίζουν τις λειτουργίες της ζωής τους. Οι εγκέφαλοί τους συνδέονται… με έναν ‘παραγωγό ονείρων’.» 37 Η κάθε πόλη διοικείται από μία ανώτερη τάξη ή από τις μηχανές. Σε κάθε περίπτωση όμως, τα δημοκρατικά αγαθά είναι ελάχιστα, αν όχι ανύπαρκτα, ενώ κάθε αντίδραση είναι μη επιτρεπτή και οδηγεί στην άμεση και αυστηρή συμμόρφωση του αντιγνωμούντα, ακόμα και στον θάνατο. Όπως και στο έργο του Orwell που αναλύθηκε παραπάνω, το σύστημα ελέγχου επιτυγχάνεται με τις μεθόδους της προπαγάνδας και του βασανισμού. «…μόλις ένας πολίτης διαπράξει κάποια παράβαση ή παραπονεθεί για κάτι στις δημοτικές αρχές… απλώς τον προσκαλούν στο Δημαρχείο όπου φιλοξενείται μία βδομάδα και εκεί πείθεται για όλα…» 38 Η εξουσιαστική επιβολή αυτού του γενικού συστήματος ελέγχου δεν ακυρώνει την ελευθερία δράσης των ευτυχισμένων κατά τ’ άλλα κατοίκων της πόλης, όμως λειτουργεί οξύμωρα καθώς ορίζει και καθορίζει μέσα στο πλαίσιο ενός ακούσιου χωρικού εγκλεισμού. «Είναι απόλυτα ελεύθεροι να δρουν όπως νομίζουν (...) Μοναδικός περιορισμός: δεν μπορούν να βγουν έξω από τα όρια της πόλης...» 39 Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό αυτών των πόλεων, είναι ο πλήρης διαχωρισμός μεταξύ του ανθρωπογενούς και του φυσικού περιβάλλοντος, με άμεση συνέπεια την 36  Superstudio, [1973], «Δώδεκα ιδανικές πόλεις. Προμηνύματα για τη δεύτερη παρουσία της πολεοδομίας», Αρχιτεκτονικά θέματα, Πρώτη Πόλη: «Η πόλη των 2000 τόννων» 37  ό.π., Τέταρτη πόλη:«Η πόλη – διαστημόπλοιο» 38  ό.π., Δέκατη πόλη: «Η πόλη της τάξης» 39  ό.π., Δέυτερη πόλη: «Προσωρινή πόλη-κοχλίας»


-51-

απομάκρυνση του ατόμου από τη φύση. «Η πόλη δεν ενδιαφέρεται για τη γύρω φύση, γιατί από μόνη της διαθέτει καθετί που ευχαριστεί τους κατοίκους της.» 40 Στην 9η πόλη «Ville-machine habitee», αναφέρεται: «Οι κάτοικοι ζουν μέσα στη μηχανή… η μηχανή είναι αυτάρκης. Από τον εξωτερικό κόσμο παίρνει μόνο τις ηλιακές ακτίνες, τον αέρα και το πλούσιο σε ορυκτά άλατα νερό του εδάφους». Η μόνη ελπίδα για να σωθεί κανείς από τις παράταιρες και απόλυτα μη Superstudio, Το συνεχές μνημείο, 1969

Τρίτη Πόλη: «Η Νέα Υόρκη των εγκεφάλων»

40  ό.π., Ενδέκατη πόλη: «Η πόλη με τα θαυμαστά σπίτια»


κατοίκησης σε αυτές τις

πόλεις, είναι να κατανοήσει το παιχνίδι που του

προβάλεται από την αρχή. Τότε, αφού εξοντώσει «τα

Τέταρτη πόλη: «Η πόλη διαστημόπλοιο»

-52-

ανθρώπινες συνθήκες

τέρατα που μολύνουν τη Γη» 41

, θα φτιάξει, όπως αναφέρει

ο Marco Polo, «σε μια κοιλάδα ανάμεσα σε δυο βουνά, τον

πιο όμορφο και τον πιο μεγάλο κήπο του κόσμου»

παράδεισο.

42

, τον

41  ό.π., Επίλογος 42  ό.π., Επίλογος

Η Αλληγορία της σπηλιάς του Πλάτωνα

Σύμφωνα με αυτόν τον αλληγορικό μύθο οι άνθρωποι ζούν σαν φυλακισμένοι μέσα στις παραισθήσεις και τις αυταπάτες τους και δεν μπορούν να γνωρίσουν την αλήθεια, γιατί τους εμποδίζουν τα δεσμά των εξουσιαστών, που χειραγωγούν τις αισθήσεις μας, με αποτέλεσμα να αντιλαμβάνονται μόνο την πραγματικότητα, όπως την καθορίζουν εκείνοι. Τα δεσμά στον

αυχένα και τα σκέλη ακινητοποιούν τους δεσμώτες και δεν τους επιτρέπουν να περιστρέψουν το κεφάλι και το βλέμμα τους και να εμπλουτίσουν τις παραστάσεις τους, ώστε να αποκτήσουν πληρέστερη εικόνα της πραγματικότητάς τους. Η ίδια η ύπαρξη των δεσμών απέναντι στο φιλελεύθερο πνεύμα των ανθρώπων, που αυθόρμητα θα αγανακτήσουν μπροστά σε μια εικόνα αλυσοδεμένων ανθρώπων, εμπεριέχει και το συμβολισμό της


-53-

αναγκαιότητας να αντιδράσουν σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο και να σπάσουν τις αλυσίδες της όποιας εξουσιαστικής διάθεσης επιθυμεί να τουςμετατρέψει σε πειθήνια όργανά της. 43 Έτσι τα δεσμά από το γνωσιολογικό επίπεδο μας μεταφέρουν στο πολιτικό σκηνικό όπου η άγνοια και η ημιμάθεια συνδέονται με την πολιτική κοινωνία που χειραφετείται από 43  Κουτρούμπας, Νίκος, Η αλληγορία του Σπηλαίου. Ερμηνευτική προσέγγιση, δοκίμιο

από δημαγωγούς και φιλόδοξους καιροσκόπους, ενώ η γνώση με την ορθολογική άσκηση της εξουσίας προς το συμφέρον όλων των πολιτών. Ο Γλαύκωνας παρατηρεί ότι η εικόνα και οι δεσμώτες του είναι αλλόκοτοι αφού το εφιαλτικό του σκηνικό δημιουργεί ρίγη, αποτροπιασμό και οίκτο για την απάνθρωπη κατάσταση των δεσμωτών. Ίσως να πρόκειται για την πιο ακραία συμβολική απεικόνιση


-54-

στέρησης της ελευθερίας για τον άνθρωπο από το πλέον αυταρχικό πολιτικό καθεστώς που μπορεί να υπάρξει, η οποία δεν περιορίζεται µόνο στην στέρηση της ελευθερίας της έκφρασης, αλλά επεκτείνεται στο δικαίωμα της ζωής και κυρίως στην προσπάθεια ποδηγέτησης της ίδιας της σκέψης. Δεν θα ήταν άστοχη η σύνδεση του μύθου με το 1984 του George Orwell, όπου οι μηχανισμοί εξουσίας ελέγχουν και τη σκέψη των πολιτών και παρεμβαίνουν την κατάλληλη στιγμή για να τους επαναφέρουν στην τάξη. Παρ’ όλα αυτά όμως, ο συγγραφέας δεν κατάφερε να φτάσει στην εναργέστατη αποτύπωση της απόλυτης απώλειας της ελευθερίας από τον Πλάτωνα. Οι άνθρωποι στο μύθο, σε ολόκληρη τη ζωή τους τα μόνα πράγματα που έχουν δει είναι οι σκιές των πραγμάτων και, ελλείψει άλλων ερεθισμάτων, θεωρούν αυτονόητη την αυθεντικότητά τους. Προσωπική δράση δεν υφίσταται. Υπάρχει μόνο όραση αλλά και αυτή δεν είναι άλλο από παθητική παρατήρηση των συμβάντων, αναντίρρητη αποδοχή των δεδομένων των αισθήσεων, άγνοια, πλάνη. Φαίνεται πως συνδέονται η σοφία με την εξουσία στα ίδια πρόσωπα. Η πλήρως ετεροκατευθυνόμενη ζωή τους και αποδεχούμενη αλήθεια, προερχόμενη από τα ‘νήματα’ της εξουσίας, είναι ο ορισμός της πειθαρχείας και της επιτήρησης. Εάν όμως κάποιος από τους αλυσοδεμένους ανθρώπους του σπηλαίου κατορθώσει να ελευθερωθεί, να βγει από τη σπηλιά και να ανέβει πάνω στη γη και, κάτω από το φως του ήλιου πλέον, δει τα πράγματα, θα καταλάβει την πλάνη στην οποία ζούσε όσο ήταν μέσα στη σπηλιά. Θα αντιληφθεί τότε ότι οι σύντροφοι του, που εξακολουθούν να βρίσκονται αλυσοδεμένοι στο σπήλαιο, ακόμη ζουν βυθισμένοι μέσα στις ψευδαισθήσεις. Πάντοτε βέβαια, για τον Πλάτωνα, υπάρχει


-55-

Jan Saenredam, H αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα, 1604

η δυνατότητα απεμπλοκής των αλυσοδεμένων ανθρώπων από τις πλάνες τους. Για να το πετύχουν αυτό, χρειάζεται να αποδεσμευτούν από τις αλυσίδες τους, τις αισθήσεις τους και να εμπιστευτούν το νου τους. Κι εκείνος, όμως, ο φιλόσοφος που επέστρεψε στη σπηλιά, κινδυνεύει επειδή έχει χάσει την κοινή λογική που χρειάζεται για να προσανατολιστεί σε έναν κόσμο κοινό σε όλους και, επιπλέον, επειδή όλα όσα σκέφτεται έρχονται σε αντίφαση με την κοινή λογική του κόσμου.44

44  Arendt, Hanna, [2009], Υπόσχεση Πολιτικής, μτφρ Κατερίνα Χαλμούκου


-56-

Θα αντιμετώπιζε μεγάλη δυσκολία να τους πείσει ότι η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική απ’ ό,τι εκείνοι νόμιζαν. Θα ήταν εκείνοι μάλιστα τόσο πεπεισμένοι για την ορθότητα της γνώμης τους, ώστε θα μπορούσαν και να σκοτώσουν ακόμη εκείνον που θα προσπαθούσε να τους λυτρώσει και να ανοίξει τους ορίζοντες του μυαλού τους. Δεν μιλάμε παρά για την απόλυτη προσήλωση στο επιβαλλόμενο, με τίμημα τον πιο βάναυσο εγκλεισμό. Η πίστη παρουσιάζεται ως μια σχετική γνώμη, ευάλωτη στις αλλαγές του χώρου και του χρόνου. Απουσιάζει το αποδεικτικό υπόβαθρο που θα την όπλιζε με αμυντικούς μηχανισμούς επιβίωσης. Συμβολίζει όμως και την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να σπάσει τις αλυσίδες της άγνοιας που τον κρατούν καθηλωμένο σε μια ζωώδη, αλλοτριωμένη, έκπτωτη από ηθικές αξίες ζωή και να ακολουθήσει μια πορεία εξανθρωπισμού, ώστε να ενεργοποιήσει ολόκληρο το δυναμικό του, να ανακαλύψει την πραγματική του ταυτότητα και να ανυψώσει την αξία της ανθρώπινης υπόστασής του. 45 Είναι μια πορεία

σταδιακής συνειδητοποίησης που δεν τελειώνει ποτέ, αφού συνυφαίνεται με την ίδια του την ύπαρξη και την προσπάθειά του να αποτινάξει από πάνω του τις ποικιλόμορφες δεσμεύσεις που κάθε φορά ο νους του εξακριβώνει.

45  Κουτρούμπας, Νίκος, Η αλληγορία του Σπηλαίου. Ερμηνευτική προσέγγιση, δοκίμιο


-57-

OIK(EI)OΣ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΣ

Ασφάλεια/ το καταφύγιο

«Θα δούμε τη φαντασία να ορθώνει «τοίχους» με σκιές άυλες, να αμπαρώνεται πίσω από ψευδαισθήσεις προστασίας – ή αντίθετα να τρεμοχουχουλιάζει πίσω από τείχους και να αμφιβάλλει για τα πιο στερεά οχυρά». 46 Βάζοντας τα θεμέλια ενός στοχασμού περί κατοίκησης, ο Heidegger -στο κείμενο της διάλεξης με τίτλο ΚτίζωΚατοικώ- Σκέπτομαι, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο συζήτησης με θέμα «Άνθρωπος και Χώρος» στο Ντάρμστατ της Γερμανίας (στις 5 Αυγούστου του 1951), χρησιμοποιεί την γλώσσα ως γνωστικό εργαλείο, καταφεύγοντας στην ετυμολογική ανάλυση των εννοιών του «κτίζω» (Bauen) και «κατοικώ» (Buen). Μέσα από την ετυμολογική αναζήτηση της αρχικής ρίζας των λέξεων αυτών, αρχικά, συνδέει την ύπαρξη, το είμαι (Bin) με το κτίζειν και το κατοικείν τονίζοντας ότι αυτές οι δυο δραστηριότητες συνδέονται μεταξύ τους με τη σχέση σκοπού και μέσου. Μας αποκαλύπτει τη σχέση ανάμεσα στην ‘ύπαρξη’ και στον ‘τρόπο με τον οποίο υπάρχω/είμαι’. Το «να υπάρχω», το «να είμαι άνθρωπος», σημαίνει το «να κατοικώ» και αυτός είναι σύμφωνα με τον φιλόσοφο «ο τρόπος με τον οποίο εμείς οι θνητοί είμαστε επάνω στη γη». «Το κτίζειν είναι κατ’ουσίαν κατοικείν» και «το κατοικείν είναι ο τρόπος με τον οποίο οι θνητοί είναι πάνω στην γη». Με άλλα λόγια «δεν κατοικούμε επειδή έχουμε κτίσει, αλλά και έχουμε κτίσει, καθόσον κατοικούμε, δηλαδή είμαστε ως οι κατοικούντες».47 Σε μία δεύτερη προσφυγή στην εννοιολογική ρήση της 46  Bachelard, Gaston, [1982], Η ποιητική του χώρου, μτφρ: Ελένη Βέλτσου, σ. 32 47  Heidegger, Martin, [2008], Κτίζειν, Κατοικείν, Σκέπτεσθαι, μτφρ. Γιώργος Ξηροπαίδης, σ. 33


-58-

γλώσσας, ο Heidegger ερευνά την έννοια της παραμονής και της διαμονής, όπως αυτές εμπεριέχονται στη γοτθική σημασία του wunian. «Wunian σημαίνει: είμαι ικανοποιημένος, έχω ειρηνεύσει, παραμένω σε αυτήν την κατάσταση ειρήνης. Η λέξη Friede (ειρήνη) εννοεί το ελεύθερο, das Freie, δηλαδή das Frye, και fry σημαίνει: το προστατευμένο από βλάβη και απειλή, το προστατευόμενο (...), δηλαδή το χρησιμοποιούμενο με φειδώ»48 (το διαφυλαγμένο). Η διαφύλαξη ενός αντικειμένου είναι μια διαδικασία ενεργοποίησης της πραγματικής ουσίας του, μια διαδικασία απελευθέρωσής του, που «συμφώνως προς τη λέξη freien, το περιφράσσουμε». Φτάνουμε δηλαδή στο συμπέρασμα πως «Το θεμελιώδες χαρακτηριστικό του κατοικείν είναι το φείδεσθαι.»49 Το να κατοικείς, σημαίνει να βρίσκεσαι (να υπάρχεις, να είσαι, να παραμένεις) στον κόσμο, αναπτύσσοντας μια σχέση ‘επιμέλειας’ και ‘διαφύλαξης’ της ουσίας του κόσμου.50 Η κατοίκηση με αυτόν τον τρόπο, αναπόφευκτα, αναπτύσσεται μέσα από την διαδικασία του εγκλείω, με απώτερο σκοπό την εσωτερική ελευθερία του είναι μας. Η προστασία είναι εκείνη, που θα δημιουργήσει τον «ασφαλή τόπο», το σπίτι. Ο τόπος και τα πράγματα όμως, δεν εννοούν την κατοίκηση. Η κατοίκηση είναι το αποτέλεσμα της εμπλοκής του ανθρώπου με τα πράγματα. «...εάν το κατοικείν ήταν απλώς διαμονή πάνω στη γη, υπό τον ουρανό, ενώπιον των θεοτήτων, από κοινού με τους θνητούς»,51 τότε η κατοικία δεν δύναται να επιφέρει οικειότητα και ασφάλεια. Για να καταφέρει η κατοικία να επιφέρει την οικειότητα, πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις μιας συνθήκης ‘οικείου 48  ό.π. 49  ό.π., σ. 35 50  ό.π. 51  ό.π.


-59-

εγκλεισμού’. Το σπίτι προσφέρει την προστασία από τα ‘στοιχεία’, αλλά και την αναγκαία ‘απόσταση’ από τις δίνες της ιστορίας. Ένας χώρος πρωταρχικός, που αποτελείται αρχικά από μια στέγη. Η κατοικία, η τρύπα του ανθρώπου, το περιτύλιγμά του, η αίσθηση της οικειότητας. Ο Bachelard γράφει «το σπίτι είναι η γωνιά μας μέσα στον κόσμο. Είναι το πρώτο μας σύμπαν». Στο έργο του Η Ποιητική του Χώρου επισημαίνει ότι πρωταρχικότερο από το αίσθημα της ενδιάθετης εύρεσης μέσα στον κόσμο, είναι το συναίσθημα της ασφάλειας, της θαλπωρής, της εγκαρδιότητας: στην αφετηρία της ύπαρξής μας βρίσκουμε το λίκνο, την εστία, την πατρίδα, τον παράδεισο.52 Η απόσυρση στο ‘σπίτι μας’, καθιστά δυνατή την ‘περισυλλογή’ και την ‘εσωτερικότητα’. «Επειδή το εγώ υπάρχει εν περισυλλογή, καταφεύγει εμπειρικά στο σπίτι. Το οίκημα προσλαμβάνει αυτή τη σημασία της διαμονής χάρη στην περισυλλογή (…) Η κίνηση δια της οποίας ένα ον οικοδομεί το σπίτι του, διανοίγει και διασφαλίζει την εσωτερικότητα, συγκροτείται σε μια κίνηση δια της οποίας το χωρισμένο ον περισυλλέγεται στον εαυτό του. Η λανθάνουσα γέννηση του κόσμου παράγεται με αφετηρία τη διαμονή».53 Η ύπαρξη αναζητά έναν τόπο, ένα καταφύγιο να εσωτερικευθεί, στο αποτέλεσμα της πράξης του κατοικείν, δηλαδή το σπίτι, τον οίκο. Για τον Heidegger, «η εστία συλλέγει και φυλάσσει τον κόσμο». Ο οίκος, από το woik-weik, λατ. vicus, vicinus που αναφέρεται στο κοντινό, το πλησίον, συσχετίζεται με την εστία. Οίκος, το κοντινό σαν την εστία της φωτιάς, το διπλανό, το κοινό, το οικείο. Στον οίκο υπάρχει η οικειότητα ή η εξοικείωση με το χώρο. Η οικειοποίηση προϋποθέτει τη γνωριμία με ένα χώρο και τη διαμονή σε αυτό: την οίκηση. 52  Bachelard, Gaston, [1982], Η ποιητική του χώρου, μτφρ: Ελένη Βέλτσου, σ. 34 53  ό.π.


-60-

Όσον αφορά την ασφάλεια, που προσφέρει η κατοικία, μπορεί κανείς να πραγματοποιήσει µια ανασκόπηση στο παρελθόν, στα χρόνια των πρώτων ανθρώπινων κοινωνικών ομάδων που εμφανίστηκαν. Οι φυσικοί κίνδυνοι εκείνης της ιστορικής περιόδου, ώθησαν τους ανθρώπους να δράσουν ομαδικά, µε στόχο τον έλεγχο και την αποφυγή τέτοιων εμποδίων. Οι πρώτες ομάδες που συγκροτήθηκαν ζούσαν σε πλήρως ορισμένους και έγκλειστους τόπους (σπηλιές), μέσα στους οποίους φυλάσσονταν τα αγαθά και οι τροφές, ενώ προστατεύονταν γυναίκες, παιδιά και άρρωστοι από τους εξωτερικούς κινδύνους, όσο τα δυνατά µέλη της ομάδας έλειπαν για κυνήγι. Όταν ο άνθρωπος παύει να είναι νομάς και αποφασίζει να καλλιεργήσει τη γη, στη συνεχή προσπάθειά του να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης, δεν ικανοποιείται πλέον από τις δυνατότητες που του παρέχει η φύση (σπήλαια, δάση) και επιδίδεται στη δημιουργία ενός τεχνητού κελύφους. Παρατηρώντας τη φύση που τον περιβάλλει, υλοποιεί την πρώτη του οικοδομική κατασκευή, μετατρεπόμενος στο γνωστό μας homo faber. Η λεγομένη «πρωτόγονη καλύβα», όπως αποτυπώνεται από τον Eisen στο έργο του Laugier Essay on architecture το 1753, αποτελεί την απαρχή της οικοδομικής ενασχόλησης του ανθρώπου. Ο ίδιος στο έργο του αναφέρει πως «… ο άνθρωπος δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο από το να μπορεί να σκιάζεται από τον ήλιο και να προστατεύεται από τις καταιγίδες». Η μεγάλη πρόκληση για τον αρχιτέκτονα, λοιπόν, προέρχεται από την παράδοξη αντίφαση μεταξύ του αλληλοαποκλεισμού των αυτόνομων, εσωτερικών χώρων και του εξίσου ολοκληρωμένου εξωτερικού κόσμου και της απαραίτητης συνοχής των δύο, ως μερών του αδιαίρετου ανθρώπινου περιβάλλοντος. Αυτό δικαιολογεί τη δήλωση του Wolfgang Zucker, ότι η όρθωση ενός


-61-

ορίου, που διαχωρίζει το εσωτερικό από το εξωτερικό, είναι η αρχέγονη αρχιτεκτονική πράξη.

Charles Eisen, The primitive hut, 1755


-62-

Από εκείνη την εποχή μέχρι σήμερα, µια περίοδο που περιλαμβάνει τις πρώτες μορφές πόλης, τις αρχαίες και μεσαιωνικές πόλεις, καθώς και τις σύγχρονες υδροκέφαλες μεγαλουπόλεις, ο άνθρωπος, «θα βρίσκεται σε µια συνεχή αναζήτηση του καταφυγίου, που θα τον προστατέψει και θα του παρέχει τις συνθήκες για να αναπτυχθεί. Όταν εξασφαλίσει αυτό το καταφύγιο, και ανάγει την αρχιτεκτονική πράξη σε παραγωγή συμβολισμού θα χρησιμοποιήσει τα αρχιτεκτονικά έργα για να καλύψει την ανάγκη του να εξουσιάζει».54 Αυτή η ανάγκη του ανθρώπου για τη δημιουργία ενός ασφαλούς περιβάλλοντος, κατά πολλούς στηρίζει την προέλευση της αρχιτεκτονικής πράξης και δικαιολογεί την ενέργεια του ‘κατοικείν’. Έτσι και οι σύγχρονες πόλεις οργανώθηκαν ως προστατευμένα περιβάλλοντα, µε κύριο σκοπό ύπαρξης, τη διασφάλιση της ειρήνης και της τάξης για να μπορούν να προσελκύουν μάζες και να αναπτύσσονται οικονομικά και πολιτιστικά.55 Σε ποιο πλαίσιο προστασίας, όμως, εντάσσεται αυτή η οργάνωση και απέναντι σε τι; Στα χρόνια που ακολούθησαν οι σημαντικές αλλαγές στον τομέα της τεχνολογίας εξόπλισαν των ‘εχθρό’ με διαφορετικής στρατιωτικής λογικής όπλα, μπροστά στα οποία τα τείχη υστερούσαν, πράγμα που σταδιακά οδήγησε και στην κατεδάφισή τους, με το Παρίσι να είναι μια από τις πρώτες πρωτεύουσες που το εφαρμόζουν. Η απειλή ενός πολέμου, μιας τρομοκρατικής επίθεσης ή μιας ευρύτερης κατάστασης φόβου, για ένα επικίνδυνο περιβάλλον (εγκληματικότητα κλπ), έδωσαν 54  Hollier, Denis, [1992], Against Architecture, Τhe Writings of Goerges Bataille, σ. 46 55  Κερέκου Ζωγραφιά, [2006], Τα τείχη στις πόλεις: η σηµασία της ασφάλειας στη διαδικασία της αστικοποίησης, ερευνητική εργασία του Πανεπιστηµίου Πατρών, εισαγωγή

Αεροφωτογραφία του Παρισιού σήμερα


-63-

Matthäus Merian, απεικόνιση του οχυρωμένου Παρισιού, 1615

αφορμή στις δυτικές πόλεις να «ασφαλίζονται με κάθε μέσο υψώνοντας σύγχρονα τείχη, ενισχύουν την αστυνόμευση, ασκούν πλήρη έλεγχο σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους, ενώ συγχρόνως να υπνωτίζουν τα πλήθη, ανακυκλώνοντας τον φόβο και την ανασφάλεια».56

Ας µην ξεχνάμε τα οράματα των μοντέρνων αρχιτεκτόνων για την μελλοντική πόλη, όπως του Robert Owen, του Tony Garnier ή του Le Corbusier. Ο τελευταίος, είναι γνωστός για τον σχεδιασμό ιδιαίτερων κτηριακών τύπων, όπως ο ασφαλής ουρανοξύστης για ύστερες παραλλαγές της Ville Radieuse, ο οποίος συμπεριλάμβανε μέτρα εναντίων βομβιστικών επιθέσεων και επιθέσεων µε χημικά.57 Οι πύργοι αυτοί, όπως και οι πραγματοποιήσιμες προτάσεις διάφορων Unité d`Habitation, σχεδιασμένα για εκατοντάδες οικογένειες το καθένα, θυμίζουν ελεγχόμενα κουβούκλια, τα οποία 56  ό.π., σ. 12-13 57  Weizman, Eyal, [2004], Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ως αστικός σχεδιασµός, μτφρ. Μαριάννα Λεμπρέν, περιοδ. Futura


-64-

πλέουν σαν υπερωκεάνια μέσα στον αστικό ιστό. Αν στην αρχή της ανθρώπινης κοινωνίας η κατοικία ήταν καταφύγιο από την έχθρα της φύσης, και παρέμενε για να μεγάλο διάστημα έτσι, σήμερα πια έχει γίνει καταφύγιο από την έχθρα της κοινωνίας. Το ματάκι στην πόρτα είναι το περισκόπιο της αλλοτρίωσης. Αν και τώρα πια είναι μάλλον περιττό. Απλά, απαγορεύεται η είσοδος στους παρείσακτους. Βέβαια, δεν αποτελεί ένα καταφύγιο-κρυψώνα, όπως είναι λογικό μέσα σε μια τέτοια κοινωνία να είναι, αλλά ένα καταφύγιο-οχυρό. Όπως οι πύργοι. σκύλοι, κάγκελα, φράχτες, κάμερες, συναγερμοί. Όλα αυτά δηλώνουν φόβο, κυρίως απέναντι στο κοινωνικό, μια προσπάθεια προστασίας της ατομικής ιδιοκτησίας. Όπου και αν ζει κανείς, κουβαλά πάντα μαζί του έναν φόβο. Ο φόβος αυτός παίρνει πάντα σάρκα και οστά στα πράγματα που πιστεύει κανείς ότι τον απειλούν και αυτά προέρχονται κυρίως από το άγνωστο. Ο φόβος του ‘άλλου’. ‘Ετσι πλάθονται οι κοινωνικοί εχθροί, όπως άλλοτε ένα τέρας κατοικούσε έξω από την πόλη (Σφίγγα) ή οι άνθρωποι δημιουργούσαν μύθους και αντάλλαζαν φανταστικές ιστορίες για τέρατα. Αυτό που φοβάται κανείς, κάνει σα να το γνωρίζει καλά, παρά το γεγονός ότι αναφέρεται στο άγνωστο. Είναι γιατί, ενώ η εικόνα εκείνου που φοβάται προέρχεται από το άγνωστο, αυτό που τελικά φοβάται, προέρχεται από τον ίδιο. Η εξωτερική απειλή τις περισσότερες φορές είναι προϊόν φόβου και υπερβολής, παρά πραγματικότητας. Αν το ξανασκεφτούμε, και η ίδια η έννοια της πόλης είναι μια προβολή. Σε υλικό επίπεδο πρόκειται για σπίτια και φωλιές ανθρώπων. Νοηματοδοτείται ως πόλη, για να χωρέσει όλες τις προσδοκίες, τις σκέψεις και τις ανησυχίες των


-65-

Le Corbusier, La Ville Radieuse, 1935


-66-

ανθρώπων, που κατοικούν εκεί. Προβάλλονται όλα αυτά και φτιάχνουν έναν συμβολικό χώρο, που ονομάζεται πόλη.58 Χαρακτηριστικό παράδειγμα–προϊόν φόβου αποτελούν οι [φρουρούμενες κοινότητες], gated communities, οι οποίες στο βωμό της ασφάλειας των ανθρώπων της κοινότητας και της καταπολέμησης της εγκληματικότητας, αποτέλεσαν την ιδανική λύση για να εφησυχάζουν τους ‘μέσα’ και να φοβίζουν τους ‘έξω’. Οι φρουρούμενες κοινότητες είναι οικιστικές ζώνες, με ελεγχόμενη είσοδο, όπου συνηθισμένες δημόσιες εκτάσεις ιδιωτικοποιούνται. Αποτελούν αστικό σχηματισμό που οριοθετείται από κάποιο είδος περίφραξης (κάγκελα, τοίχο, συρματοπλέγματα) και η είσοδος σ’ αυτόν ελέγχεται (κάμερες, φρουροί, μπάρες), με δυνατότητα απαγόρευσης της διέλευσης. 59 Διέπονται απ’ την αρχή της ασφάλειας, με οριοθετημένη περίμετρο, για την παρεμπόδιση της εισόδου σε μη-κατοίκους της κοινότητας. Είναι εσωστρεφείς χώροι, χωρίς σχέση με το δημόσιο χώρο, του οποίου τη δημόσια ζωή απορρίπτουν ρητά.

58  Κιάος, Θωμάς, Η πόλη-τέρας και οι φοβισμένοι άνθρωποι, περιοδ. Κοντέινερ, σ. 21 59  Μπουρνάς Εκτωρ, Φρουρούμενες Κοινότητες. Ο κοινωνικός διαχωρισμός στο χώρο


-67-

Είσοδος της φρουρούμενης κοινότητας Sea Gate

Είναι χώροι που καλλιεργούν μια σχέση άρνησης και ρήξης με το εξωτερικό περιβάλλον του μοντέρνου κινήματος, που έθετε τις βάσεις για ελεύθερη κινητικότητα. Ελέγχονται από οπλισμένους φύλακες και συστήματα ασφαλείας, που επιβάλλουν κανόνες ένταξης και αποκλεισμού. Ο τρόπος επίσης, που αντιμετωπίζεται ο αστικός σχεδιασμός των κοινοτήτων αυτών, βασίζεται στην αποκλειστικότητα και την ιδιωτικότητα. Η απομάκρυνση από τον κάναβο ήταν ένας σκόπιμος μηχανισμός: ένα περίπλοκο πλέγμα δρόμων, με συχνά αδιέξοδα περιορίζει την πρόσβαση και την προσπέλαση. Άλλες μη αισθητές μέθοδοι ελέγχου του χώρου είναι οι αμιγείς ζώνες (zoning), και η μη προσπελασιμότητα των μέσων μαζικής μεταφοράς.


-68-

Οχυρωματικά στοιχεία, όπως τείχη, συρματοπλέγματα, ελεγχόμενες είσοδοι, αναπτύσονται στην περίμετρο με έκδηλο τρόπο, ενισχύοντας την οριοθέτηση του ασφαλούς ‘μέσα’.


-69-

Sun City, gated community, Arizona

Σκοπός ήταν η δημιουργία βουκολικών εικόνων υπαίθρου, και μόνο συμπτωματικά, αντανακλούσαν το πραγματικό τοπίο.60 Οι κάτοικοι των φρουρούμενων κοινοτήτων, στην πλειονότητά τους, υποστηρίζουν ότι επέλεξαν το συγκεκριμένο περιβάλλον για λόγους ασφάλειας. Εκτός αυτού, υπάρχει και η ανάγκη για ομοιογένεια, η ανάγκη να συγκατοικεί κανείς με τους ομοίους του, σε ένα συνεταιριστικό περιβάλλον. Οι τάσεις απομόνωσης και διαχωρισμού πηγάζουν από το φόβο, που αναπαράγεται μαζικά κατευθυνόμενος πάντα βάσει συμφερόντων, και παράγει ‘οχυρά’, ασφαλή καταφύγια. Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι το κτίζειν ως δημιουργικό ενέργημα δια του οποίου υλοποιείται το κατοικείν έχει περιοριστεί στο επίπεδο μιας μηχανικής κατασκευής στην οποία κυριαρχούν ο μαθηματικός υπολογισμός, ο τεχνικός σχεδιασμός και η μηχανική συναρμολόγηση κτηρίων. Το κατοικείν, ως ερώτημα σχετιζόμενο με το είναι μας, αντικαθίσταται από την δραστηριότητα ανέγερσης κατοικιών, που λειτουργούν πρωτίστως ως καταφύγια. Με αυτόν 60  Edward J. Blakely, Mary Gail Snyder, [1997], Fortress America: Gated Communities in the United States, σ. 14.


-70-

το μετασχηματισμό του κτίζειν και του κατοικείν σε δύο διακριτές, τεχνικού τύπου, δραστηριότητες συνυφαίνεται άμεσα και η εξομοίωση του σκέπτεσθαι. Έτσι, οι αρχιτέκτονες του Μοντέρνου Κινήματος, λαμβάνοντας υπόψην τους την τεχνική ως τον καθοριστικό παράγοντα που η κοινωνία θέτει στη διάθεσή τους, θα θεωρήσουν τη μηχανή καταλυτική για τις συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης και θα την αποδεχθούν στο όνομα της ουσίας της: του ορθού λόγου. Γύρευαν να «εκσυγχρονίσουν» τον άνθρωπο, να τον φέρουν σε «αρμονία» με τους καιρούς, πράγμα που σήμαινε ότι ήθελαν να καταργήσουν εκείνα που θύμιζαν το παρελθόν και εμπόδιζαν την πρόοδο της μοντέρνας ζωής. Έτσι, η ιδεολογία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής είχε την τάση να ασχολείται με το πώς έπρεπε να ζουν οι άνθρωποι και όχι με το πώς ζουν. Βάλθηκε να δώσει νέους καθορισμούς, τόσο στις κοινωνικές όσο και στις αισθητικές αξίες.61 Σύμφωνα μάλιστα, με τη σκέψη του Le Corbusier, η κατοικία είναι μια μηχανή και η κατοίκηση περιορίζεται σε μια σχέση ‘χρήσης’ και εκπλήρωσης ωφελιμιστικών σκοπών: «Το σπίτι είναι μια μηχανή για να κατοικείς. Λουτρό, ήλιος, ζεστό νερό, κρύο νερό, επιθυμητή θερμοκρασία, συντήρηση τροφίμων, υγιεινή, και η ανάλογη ομορφιά. Η πολυθρόνα είναι μια μηχανή για να κάθεσαι, κλπ.». 62 Ή όπως υποστηρίζει ο Levinas: «Μπορούμε να ερμηνεύσουμε την κατοικία ως χρήση ενός εργαλείου ανάμεσα σε άλλα εργαλεία. Το σπίτι χρησιμεύει για κατοικία όπως το σφυρί για το κάρφωμα μιας πρόκας ή η πένα για το γράψιμο».63  

61  Ράπτη, Γιούλη, Η Μοντέρνα Αρχιτεκτονική σαν φορέας και συγχρόνως δημιουργός ιδεολογιών 62  Le Corbusier, [2004], Για μια αρχιτεκτονική, μτφρ. Π. Τουρνικιώτης, σ. 73 63  Levinas, Emmanuel, [1961], Τοtalité et Infini. essai sur l’extériorité, σ. 188


-71-

Alphaville, φρουρούμενη κοινότητα στο Sao Paulo

Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί, πως η κατοικία σήμερα μπορεί να θεωρηθεί μία σύγχρονη ανάγνωση/εκδοχή των οχυρωμένων πόλεων, που εξετάσαμε σε προηγούμενα κεφάλαια· μόνο που τώρα τα τείχη έχουν γκρεμιστεί και στην θέση τους δεσπόζουν μεγαλοπρεπή κτήρια (κατοικιών), που δεν προστατεύουν πλέον από έναν επικείμενο κίνδυνο εισβολής του εχθρού που παραμονεύει προ των πυλών, αλλά από μία αόρατη απειλή, ένα επικίνδυνο και ταυτόχρονα ανοίκειο έξω. Η κατοικία είναι το κέλυφος, το προστατευτικό περίβλημα, είναι ο χώρος που ο οικειοθελής έγκλειστος σε αυτόν, νιώθει την ανάγκη να οικειοποιηθεί. Όπως αναφέρει και ο Bachelard για το κοχύλι ανάγοντάς το σε μια κατάσταση κατοίκησης: «Κάθε μορφή φυλάει μια ζωή. (…) Το κοχύλι είναι το πιο έκδηλο παράδειγμα μιας ζωής παγκόσμιας κλεισμένης μέσα στο κέλυφός της»64

64  Bachelard, Gaston, [1982], Η ποιητική του χώρου, μτφρ: Ελένη Βέλτσου, σ. 140


-72-

«Ο χώρος που δημιουργούμε μας ελέγχει. Ο άνθρωπος βρίσκεται συνεχώς σε κάποιο χώρο, είτε αυτός λέγεται χώρος εργασίας, είτε προσωπικός, είτε κάποιος δρόμος στον αστικό ιστό της πόλης».65 Η ζωή δεν είναι ανεξέλεγκτη, υπόκειται σε περιορισμούς και υποδείξεις από μια κοινωνικοπολιτική συνθήκη, ως αποτέλεσμα ενός συστήματος πρέπει και δεν πρέπει. Τοποθετώντας τον άνθρωπο σε κοινωνίες, την πόλη, ο μηχανισμός ελέγχου διευκολύνει τους σκοπούς του. «Ο κατακερματισμός του χώρου στις πόλεις, αποτέλεσε ένα πολεοδομικό σύστημα που θα εφαρμοστεί στις περισσότερες καπιταλιστικές πόλεις του δυτικού κόσμου και συντελεί στον χωρικό προσδιορισμό, μέσα στα όρια της, των κοινωνικών ομάδων, για τον καλύτερο έλεγχό τους.» 66 Ο Gilles Deleuze στο έργο του Οι κοινωνίες του ελέγχου, βασιζόμενος στην ανάλυση του Foucault, διακρίνει τρεις τύπους κοινωνιών. Είναι οι κοινωνίες της κυριαρχίας, που ύστερα πέρασαν στις κοινωνίες της πειθαρχίας –με τον ορισμό αυτής της μετάβασης ασχολήθηκε κυρίως ο Foucault- και από αυτές στις κοινωνίες του έλεγχου. Τί είναι, όμως, οι κοινωνίες του ελέγχου; Ούτε λίγο ούτε πολύ -παρατηρεί ο Deleuze - οι κοινωνίες στις οποίες ζούμε. Ο έλεγχος είναι το όνομα που ο Burroughs67 πρότεινε 65  Racamier, Paul-Claude, [1971], Ψυχολογία του αρχιτεκτονικού χώρου, Αρχιτεκτονικά θέματα, 5/1971, σ. 83 66  Weizman, Eyal, [2004], Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ως αστικός σχεδιασµός, μτφρ. Μαριάννα Λεμπρέν, περιοδ. Futura 67  O Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ (5 Φεβρουαρίου 1914 – 2 Αυγούστου 1997), ήταν Αμερικανός νοβελίστας , δοκιμιογράφος, κοινωνικός κριτικός, ζωγράφος και ομιλητής. Το περισσότερο έργο του είναι αυτοβιογραφικό, βασιζόμενο στις προσωπικές του εμπειρίες από τον εθισμό του στο όπιο, γεγονός που σημάδεψε τα τελευταία 50 χρόνια της ζωής του. Καθοριστική παρουσία της μπητ γενιάς, ήταν ένας αβάν-γκαρντ συγγραφέας που επηρέασε τη λαϊκή κουλτούρα αλλά και τη λογοτεχνία.

Έλεγχος / το κελί


-73-

για να περιγράφει αυτό το νέο τέρας, και ο Foucault αναγνωρίζει ως το προσεχές μέλλον μας. Επίσης, ο Paul Virilio δεν σταματά να αναλύει τις υπερταχείες μορφές ελέγχου στον ανοιχτό χώρο, που αναπληρώνουν τις παλιές πειθαρχικές λειτουργίες σ’ ένα κλειστό σύστημα. O Deleuze αναφέρει: «… μέσα στην κρίση του νοσοκομείου ως χώρου εγκλεισμού, οι κλινικές της γειτονιάς, το ‘day-hospital’, η κατ’ οίκον νοσηλεία, μπορεί να σηματοδοτούν μια νέα ελευθερία, αλλά μπορεί επίσης να αποτελέσουν μέρος των μηχανισμών ελέγχου που θα ανταγωνιστούν τις πιο σκληρές μορφές εγκλεισμού. (…) Οι διαφορετικοί ‘εγκλεισμοί’ ή χώροι εγκλεισμού μέσω των οποίων περνά το άτομο, είναι ανεξάρτητες μεταβλητές: κάθε φορά εικάζεται ότι ξαναρχίζουμε από το μηδέν, και παρότι υπάρχει μια κοινή γλώσσα σ’ όλους αυτούς τους χώρους, αυτή είναι αναλογική. Τόσο, που οι διαφορετικοί ‘ελεγχόμενοι’ είναι εξαρτημένες μεταβλητές που σχηματίζουν ένα σύστημα ευμετάβλητης γεωμετρίας, του οποίου η γλώσσα είναι ψηφιακή (κάτι που δεν σημαίνει ότι είναι απαραίτητος δυαδική). Οι εγκλεισμοί είναι καλούπια, ευδιάκριτα προπλάσματα, ενώ οι έλεγχοι είναι ένας μετατονισμός, σαν ένα αυτοπαραμορφούμενο πρόπλασμα που αλλάζει συνεχώς από τη μια στιγμή στην άλλη, ή σαν ένα κόσκινο του οποίου οι τρύπες διαφέρουν η μία από την άλλη». 68 Ο προβληματισμός που τίθεται σε αυτό το σημείο, λοιπόν, αναφέρεται στην αναγκαία μάλλον συνθήκη μεταξύ της αρχιτεκτονικής πράξης, της διαδικασίας, δηλαδή, δημιουργίας ‘καλουπιών’, και της διακυβερνητικής 68  Deleuze, Gilles, [2001],

Κοινωνία του ελέγχου, μτφρ: Παναγιώτης Καλαμαράς, σ. 10


-74-

ορθολογικότητας, τεχνικές που στοχεύουν ολοκληρωτικά στη ‘δημιουργία ελέγχων’. «... ήθελα να πω οτι τον 18ο αιώνα βλέπει κανείς την ανάπτυξη ενός στοχασμού γύρω από την αρχιτεκτονική ως συνάρτηση των σκοπών και των τεχνικών της διακυβέρνησης των κοινωνιών. Αρχίζει να βλέπει κανείς μια μορφή πολιτικής γραμματείας που λέει τι πρέπει να ‘ναι η τάξη μιας κοινωνίας, τι πρέπει να ‘ναι μια πόλη αν ληφθούν υπόψη οι απαιτήσεις της διατήρησης της τάξης· (...) Με τους όρους αυτών των αντικειμενικών σκοπών, πώς πρέπει να συλλάβει κανείς τόσο την οργάνωση μιας πόλης όσο και την κατασκευή μιας συλλογικής υποδομής; Και πώς πρέπει να χτίζονται τα σπίτια;»69 Στην κλίμακα της πόλης, τον 20ο αιώνα, εισάγεται μία νέα έννοια κατακερματισμού του χώρου, αυτής του zoning (ή αλλιώς ‘οριοθέτηση’/‘περιμετροποίηση’). Αυτό το στοιχείο, που το συναντάμε αρχικά στα σχέδια του Garnier σε πολεοδομικό επίπεδο καθώς και σε σύγχρονους σχεδιασμούς σε ποικίλες κλίμακες, έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την οριοθέτηση και κατηγοριοποίηση των χώρων βάσει της λειτουργίας που επιτελούν. Με αυτόν τον τρόπο, οι λειτουργίες όπως η κατοίκηση, η βιομηχανία, το εμπόριο και η αναψυχή, λαμβάνουν χώρα σε ένα αυστηρά ορισμένο κομμάτι μέσα στην πόλη, χωρίς να ‘ξεφεύγουν’ από τα όριά τους. Σήμερα, στην εποχή της μητρόπολης των νέων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών δεδομένων, το zoning φαντάζει μια πολύ καλή τεχνική ελέγχου του πλήθους, της μάζας. 70

69  Foucault, Michel, [1987], Xώρος Γνώση και Εξουσία, Συζήτηση με τον Paul Rabinow τον Μάρτιο του 1982, μτφρ: Ζήσης Σαρίκας, σ. 51 70  Τεγκελίδης, Αδαμάντιος, [2011], Στρατηγικές ελέγχου στην αρχιτεκτονική: από τη μονάδα στο πλήθος, ερευνητική εργασία του Πανεπιστημίου Πατρών, σ. 39


-75-

Levittown Pensylvania, αεροφωτογραφία, 1959


-76-

Αυτό εν συνεχεία, θέτει τον προβληματισμό της ελεγχόμενης κατοίκησης, όχι μόνο όσον αφορά τον χωρικό περιορισμό των χρηστών σε συγκεκριμένους τόπους, αλλά και την δυνατότητα ‘επιτήρησης’ της μονάδας κατοίκησης. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να ασχοληθούμε με την έννοια της διαφάνειας. Ο μοντερνισμός στοιχειώνεται, θα λέγαμε, από τον μύθο της διαφάνειας: διαφάνεια του εαυτού σε σχέση με τη φύση, του εαυτού σε σχέση με τον άλλο, και


-77-

Mies van der Rohe, Lake shore drive, 1951

όλων (των εαυτών) μαζί απέναντι στην ίδια την κοινωνία και όλα όσα εκπροσωπούνται, αν όχι κατασκευάζονται, από τον Jeremy Bentham έως το Le Corbusier, μέσω μιας παγκόσμιας διαφάνειας των δομικών υλικών, χωρικής διεισδυτικότητας και την πανταχού παρών ροή της αέριας μάζας, του φωτός και της φυσικής κίνησης.71 Όπως παρατήρησε και ο Sigfried Giedion στο Bauen in Frankreich (1928), «Οι διαχωρισμοί μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού καταργούνται. Σε ένα άλλο επίπεδο, η διαφάνεια αυτή της μηχανικής αρχιτεκτονικής, έδωσε πρόσβαση στην επιθεώρηση - οι λειτουργίες (της μηχανής αυτής) παρουσιάζονται σαν μοντέλα της ανατομίας, οι τοίχοι πλέον δεν κρύβουν μυστικά, πρόκειται για την επιτομή της κοινωνικής ηθικής».72 Έτσι, αυτός ο ιδεαλιστικός, χωρίς όρια χώρος, άπλετου φωτός, που υπερασπίστηκαν οι μοντέρνοι αρχιτέκτονες, όπως ο Mies και ο Bruno Taut, -που θα δομούσε μια δημοκρατική και υγιή κοινωνία με τίποτα να κρύψει- συνέβαλλε στην οργάνωση και τη λειτουργία τελικά μιας κοινωνίας κατειλημμένης από δυνατότητες παρακολούθησης και ανεμπόδιστου ελέγχου.73 71  Κερέκου, Ζωγραφιά, [2006], Τα τείχη στις πόλεις: η σημασία της ασφάλειας στη διαδικασία της aστικοποίησης, ερευνητική εργασία του Πανεπιστημίου Πατρών, σ. 217 72  ό.π. 73  Vidler, Anthony, [1992], Τhe architectural uncanny: essays in the modern unhomely, σ. 5-6


-78-

Αυτό μας θυμίζει την πανοπτική λογική που εισήγαγε ο Jeremy Bentham σε ένα από τα πιο σημαντικά παραδείγματα της αρχιτεκτονικής των φυλακών, το Panopticon. Στο Πανοπτικό η λειτουργία της επιτήρησης μετατρέπεται σε κεντρική ιδέα της αρχιτεκτονικής του. «Μια απλή αρχιτεκτονική ιδέα η οποία διαμορφώνει τα ήθη, διατηρεί την (δημόσια) υγεία αναζωογονεί την βιομηχανία, διαχέει τις εντολές και το δημόσιο φορτίο έρχεται στο φως». Οι απόψεις του ήταν επηρεασμένες από τις αντιλήψεις των


-79-

Panopticon, φωτογραφία των κρατουμένων μπροστά από τα κελιά τους

άλλων αισθησιοκρατών, που υποστήριζαν ότι το μυαλό του ανθρώπου κατά τη στιγμή της γέννησής του είναι tabula rasa (άγραφος πίνακας), και ότι διαμορφώνονταν με βάση δύο δυνάμεις, την επιθυμία για ευτυχία και την αποστροφή στη δυστυχία. Ο Bentham ξεκινώντας από την αντίληψη ότι «στον άνθρωπο όλα είναι οι αισθήσεις του», συνήγαγε το συμπέρασμα ότι ο νους ήταν ικανός να «αποκτήσει» ηθικές ιδέες μέσω των ίδιων «μονοπατιών», με τα οποία αποκτούσε την αντίληψη των χρωμάτων και του χώρου, δηλαδή, μέσω των αισθήσεων. «Όραση, ακοή, όσφρηση, αφή και γεύση: αυτά ήταν τα συστατικά της ηθικής, ακριβώς όπως ήταν και τα θεμέλια της κατανόησης του κόσμου.»1

Έτσι, εάν κανείς ήταν σε θέση να ελέγχει τη μορφή και το περιεχόμενο του περιβάλλοντος ενός ανθρώπου, θα μπορούσε εγκαθιστώντας ένα σύστημα ανταμοιβών και τιμωριών, με τον επιδέξιο χειρισμό των δύο ισχυρών δυνάμεων που διαμορφώνουν τη συνείδηση – της ηδονής και της οδύνης – να εμφυσήσει στο υποκείμενο ηθικές ιδέες. Ο πλέον κατάλληλος τόπος όπου θα μπορούσε να λάβει χώρα αυτή η διαδικασία είναι η φυλακή. Εκεί, «η κυβέρνηση έχει αδιαφιλονίκητη εξουσία πάνω στην ελευθερία του ατόμου και το χρόνο του κρατούμενου. Εύκολα λοιπόν αντιλαμβάνεται κανείς τη 74 Evans, Robin, [1982], The fabrication of virtue – English prison architecture 17501840, σ. 213


-80-

τη δύναμη της διαπαιδαγώγησης η οποία, όχι για μια μόνο μέρα, αλλά για πολλές, ακόμα και για χρόνια, μπορεί να ρυθμίζει για τον άνθρωπο το χρόνο του ύπνου και το χρόνο του ξύπνιου, το χρόνο δραστηριότητας και της ανάπαυσης, τον αριθμό και τη διάρκεια των γευμάτων, την ποιότητα και την ποσότητα της τροφής, τη φύση και το προϊόν της εργασίας, το χρόνο της προσευχής, τη χρήση του λόγου, ακόμα και της σκέψης θα λέγαμε, αυτής της διαπαιδαγώγησης η οποία στις απλές και σύντομες διαδρομές από την τραπεζαρία ως το εργαστήρι, από το εργαστήρι ως το κελί, ρυθμίζει τις κινήσεις του σώματος και που ακόμα και στις στιγμές ανάπαυσης προσδιορίζει την καθημερινή ενασχόληση, αυτής της διαπαιδαγώγησης με λίγα λόγια, που κατακτά τον άνθρωπο στην ολότητά του, καθώς και όλες τις σωματικές και διανοητικές ικανότητές του, ακόμα και τον ελάχιστο χρόνο που διαθέτει για τον εαυτό του.»74 Μιλάμε για μία

ζωή απόλυτα προκαθορισμένη και ελεγχόμενη σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, αλλά και αυστηρά χωρικά ορισμένη.

Το [ κελί ], αποτελεί την πιο ακραία μορφή ελεγχόμενης και περιορισμένης διαβίωσης ενός ατόμου, καθώς και τον ελάχιστο χώρο που μπορεί να συντελεστεί η λειτουργία της κατοίκησης. Η τυπολογία και οι διαστάσεις των κελιών ποικίλουν ανάλογα με το σύστημα που ακολουθείται. Τα μικρότερα είναι αυτά του συστήματος της σιωπής, καθώς αποτελούν κελιά διανυκτέρευσης και άρα διαθέτουν την ελάχιστη επίπλωση, ένα κρεβάτι και ενδεχομένως ένα ράφι για τα πράγματα του χρήστη. Τα μικρότερα κελιά συναντώνται στην Αμερική με διαστάσεις 74  Foucault, Michel, [1976], Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής,μτφρ: Καίτη Χατζηδήμου, σ. 20


-81-

Κελί της πρότυπης φυλακής του Pentonville, 18ος αι.

1,00 μ. επί 2.10 μ. και το ίδιο συνέβαινε και σε πολλές από τις πρώτες αγγλικές φυλακές. Στα κελιά απομόνωσης, το τυπικότερο χαρακτηριστικό είναι η προσθήκη κάποιας υποτυπώδους υδραυλικής εγκατάστασης, η οποία συνήθως αποτελούνταν από μια λεκάνη και έναν νιπτήρα, που καθιστούσε δυνατή την παραμονή του κρατούμενου μέσα στο κελί έπ’ αόριστον. Η προσθήκη αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να μεγαλώσουν οι διαστάσεις του κελιού. Παρατηρώντας τις τυπικές διαστάσεις των κελιών απομόνωσης, διαπιστώνουμε ότι είναι πολύ συχνά μακρόστενα. Το σχήμα αυτό υποχρεώνει τον χρήστη έτσι να κινείται μέσα στο κελί του μόνο μπρος – πίσω κατά τη μία διεύθυνση. Η υιοθέτηση αυτού του σχήματος εξηγείται ως εξής: «βασίζεται στη σχετική με την ασφάλεια ανάγκη να περιορίζεται ο κρατούμενος στη γωνία θέασης του


-82-

«οφθαλμού» της πόρτας.»75 Η περιορισμένη, επιμήκης επιφάνεια του κελιού δεν επιτρέπει μεγάλη ποικιλία στη διαρρύθμισή του. Επιστρέφοντας στην ιδέα του Πανοπτικού, αντιλαμβανόμαστε πως η ίδια η φυλακή γίνεται μια μηχανή παρατήρησης, ένα διαφανές κτίριο. Ο Bentham παρουσιάζει το Πανόπτικον σαν ένα ιδιόμορφο ίδρυμα, ερμητικά κλεισμένο στον εαυτό του. Πολλοί το θεώρησαν ως ουτοπία του τέλειου εγκλεισμού. Όμως, δεν πρέπει να θεωρείται ονειρικό οικοδόμημα. Είναι το διάγραμμα ενός μηχανισμού εξουσίας στην πιο ιδανική του μορφή, ένα είδος εγκατάστασης των σωμάτων στο χώρο, κατανομής των ατόμων το ένα σε σχέση με το άλλο. Δεν είναι μόνο μια διάταξη, που περιγράφει το ιδεώδες πρότυπο της αρχιτεκτονικής μιας φυλακής, αλλά και ένας οραματισμός, για τη χωρική οργάνωση μιας ολόκληρης κοινωνίας.

75  Fairweather, Leslie, [1975], Prison architecture – An international survey of representative closed institutions and analysis of current trends in prison design, σ. 49


-83-

Φύση / το αίθριο

Φτάνοντας στο τελευταίο κεφάλαιο αυτής της εργασίας, θέλαμε να ασχοληθούμε με το θέμα της φύσης καθώς και τη σχέση του ανθρώπου με αυτή -με φόντο την σύγχρονη πόλη- κλείνοντας, έτσι, έναν μεγάλο κύκλο μελέτης γύρω από τους έγκλειστους τόπους, που βιώνει ο άνθρωπος, από τον Παράδεισο ως και σήμερα. Για τον Heidegger, το κατοικείν δεν έχει να κάνει τόσο με τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό ή με τον τύπο του κτίσματος, όσο με το βαθμό της οικειοποίησης του χώρου, με το να είσαι μέσα στο χώρο, στο είναι σου. Μια εκπτωτική συνθήκη ζωής, που εγκαθιδρύεται και αποκόπτει τον άνθρωπο από τις φυσικές του καταγωγές, από τη πατρογονική του εστία, τον αποκόπτει και από την ίδια τη σκέψη του. Στην Προέλευση του Έργου Τέχνης επισημαίνει την ιδιαίτερη σημασία της γης ως πρωταρχικής εστίας του ανθρώπινου Είναι: «[Η Φύση] είναι που φωτίζει συνάμα εκείνο, πάνω στο οποίο και μέσα στο οποίο ο άνθρωπος θεμελιώνει την κατοικία του. Το ονομάζουμε γη.»76 Τα κτήρια δεν είναι απλώς κατοικήσιμες δομές που μας προστατεύουν από τα στοιχεία της φύσης, αλλά πρωτίστως διαμεσολαβητικά αντικείμενα που μας διανοίγουν έναν κόσμο και μας επιτρέπουν να εισέλθουμε σε ένα διάλογο με τον περιβάλλοντα κόσμο, ώστε να ορίσουμε και να διαρθρώσουμε τη σχέση μας με τους άλλους, με τη φύση, και κατ’ επέκταση με τον εαυτό μας. Με αφορμή την αγροικία του περίφημου Μέλανα Δρυμού, ο Heidegger θα μιλήσει για «το κατοικείν των χωρικών». Δεν είναι παρά μια ολική και σχεδόν μαζική εμβύθυνση μέσα στη φύση. Ο Heidegger, μας προτρέπει να προσεγγίσουμε το αρχέγονο, αυτό που δύναται να εξυψώνει 76  Λέφας, Παύλος, [2008], Αρχιτεκτονική και Κατοίκηση. Από τον Heidegger στον Koolhaas, σ. 92


-84-

μέσα μας η αγροικία, αυτό που προξενεί δέος στον άνθρωπο. Μας καλεί να αφουγκραστούμε τη δύναμη, που αφήνει γη και ουρανό, θεότητες και θνητούς, να ‘εισέρχονται’ στα πράγματα υπό τη μορφή ενός ‘απλοποιημένου ενιαίου όλου’.77 Το αρχέγονο, η μητέρα-γη, αστείρευτη τροφός των όντων θα αποκαλύψουν την ουσία των πραγμάτων του κατοικώ. «Η αναφορά στην αγροικία του Μέλανος Δρυμού επ` ουδενί δεν σημαίνει ότι θα οφείλαμε και θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε στην οικοδόμηση τέτοιων αγροικιών, αλλά αισθητοποιεί με τη συνδρομή ενός υπάρξαντος [gewesenen] κατοικείν τον τρόπο με τον οποίο τούτο εδύνατο να κτίζει.»78 Είναι η γη που θεμελιώνει την ταυτότητά μας, που φέρει τα πράγματα και μας παρέχει το υλικό για το κτίζειν, ο ουρανός που μας επιτρέπει να προσανατολιστούμε μέσα στο χώρο, ο ήλιος που μας δίνει το μέτρο του χρόνου, οι θεότητες που μας χορηγούν τα κριτήρια για τις αξιακές δεσμεύσεις μας. Μας καλεί έτσι σε μια επιστροφή στις ρίζες, καθώς μόνο σε μια κατοικία συμφιλιωμένη με την φύση, ο άνθρωπος είναι-μέσα-στονκόσμο και σε μια ασφαλή σχέση μαζί του. Μια κατοίκηση στην ύπαιθρο, ριζωμένη στο έδαφος, στην οικεία μνήμη και όχι στη λήθη μιας αέναης μετα-κίνησης και διασποράς. Ο άνθρωπος, λοιπόν, υποστηρίζει ο Heidegger, οφείλει να κτίζει με τον τρόπο που καλλιεργεί τη γη. Η καλύβα, βαθιά μέσα στο δασός, όπου ο άνθρωπος ανακτά και την ταυτότητά του, μπαινοβγαίνει στον κόσμο, εσωτερικεύει και εξωτερικεύει τις εμπειρίες του, καθορίζει τις αποστάσεις του, βιώνει τον οικείο ρυθμό. Η σχέση του κτίσματος με το τοπίο είναι και η a priory αλήθεια του. Το «όνειρο 77  Πάγκαλος, Παναγιώτης, [2006], Προβληματισμοί με αφορμή την διάλεξη Κτίζω Κατοικώ Σκέπτομαι του M.Heidegger, Cogito, τ. 04 78  Heidegger, Martin, [2008], Κτίζειν, Κατοικείν, Σκέπτεσθαι, μτφρ. Γιώργος Ξηροπαίδης, σ. 73


-85-

της καλύβας», θα είναι για τον Bachelard αυτό «το βαθύ ριζοβόλημα της λειτουργίας του κατοικώ». «Μ’ άρεσε να φαντάζομαι ότι ζούσα μες’ την καρδιά του δάσους, σ’ ένα καλοζεσταμένο καλύβι. (...) Το σπίτι μας, στη φαντασία μου, είχε μεταμορφωθεί σε καλύβι.»79 Ο Αμερικανός συγγραφέας και νατουραλιστής φιλόσοφος Henry D. Thoreau χτίζοντας τη καλύβα του στις όχθες μιας λίμνης, αποφασίζει να αφεθεί στην ανεστιότητά του, στη διαθεσιμότητά του σ’ αυτό το ανοικτό περιβάλλον. Η καλύβα δεν είναι σπίτι, είναι αντίσκηνο, ένα κάθισμα όπως λέει κι ο ίδιος, όχι μια ιδιοκτησία, αλλά ένα κατάλυμα μόνο για τη νύχτα. «Αλίμονο», λέει ο Thoreau, «οι άνθρωποι έγιναν τα εργαλεία των εργαλείων τους. Ο άνθρωπος που μάζευε μόνος του φρούτα όταν πεινούσε έγινε γεωργός, κι εκείνος που στεκόταν κάτω από ένα δέντρο για να προφυλαχθεί από τον καιρό, έγινε νοικοκύρης. Τώρα πια δεν κατασκηνώνουμε για να περάσουμε τη νύχτα, αλλά ριζώσαμε στη γη και ξεχάσαμε τα ουράνια». Αυτός ο νοσταλγικός ριζοσπαστισμός του Thoreau, δεν είναι μια νοσταλγία για ένα παρθένο κόσμο που χάθηκε, αλλά η αντήχηση ενός αρχετυπικού, εξόριστου είναι.80 Δεν

έχουμε να κάνουμε εδώ με μια απλή επιστροφή στη φύση αλλά με κάτι παραπάνω, με την απόλυτη γυμνότητα του ανθρώπου, την καθολική του αποδέσμευση και διαθεσιμότητα. Διαμένω για τον Thoreau δεν σημαίνει μένω κάπου, στη πόλη ή στη φύση, αλλά διανυκτερεύω και την επαύριον πάλιν αφήνομαι σ’ αυτό που με χαρακτηρίζει βαθύτερα, στην περιπλάνηση μου στην ανοικτότητα του 79  Bachelard, Gaston, [1982], Η ποιητική του χώρου, μτφρ: Ελένη Βέλτσου, σ. 58 80  Αρτίνος, Αποστόλης, Η διαλεκτική του οικείου, https:// leximata.blogspot.gr


-86-

κόσμου. Η εγκατάσταση, όπως υποστηρίζει, κάνει τον άνθρωπο δυσκίνητο, απρόθυμο στη περιπέτεια του ταξιδιού, στην έξοδό του. Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα, το σπίτι δεν μπορεί παρά να είναι ένα αντίσκηνο, ένα αντίσκηνο που να μπορείς εύκολα να το εγκαταλείψεις ή να το σηκώσεις στη πλάτη σου. Αυτή η ελαχιστοποίηση της υλικότητας του σπιτιού, είναι για τον Thoreau και η αφτιασίδωτη ζωή. Στον αντίποδα του πολιτισμού και της διαμόρφωσης του τεχνητού περιβάλλοντος, το ρίζωμα στο έδαφος ως μια διαδικασία ανακάλυψης του ‘προσωπικού κατοικώ’, έχει απομακρυνθεί σε μεγάλο βαθμό από τη σκέψη του σύγχρονου ανθρώπου. Μια βασική απόρροια της ανάπτυξης του πολιτισμού και της επιστημονικοποίησης των πραγμάτων που περιβάλλουν τον άνθρωπο, ήταν και η κατάπνιξη των εγγενών ενστίκτων που διακατείχε τον πρωτόγονο άνθρωπο, στο βωμό της επικράτησης των αστικοποιημένων μοντέλων διαβίωσης. Ο Georg Simmel αναφέρει στη Φιλοσοφία του Τοπίου, πως το γεγονός ότι αποκαλούμε ‘φύση’ «όσα είναι ορατά σε ένα κομμάτι γης – ενδεχομένως και έργα ανθρώπινα, που όμως εναρμονίζονται με αυτή»81,

έχει οδηγήσει στην κατάτμηση της ενότητας της φύσης, δημιουργώντας το μόρφωμα του ‘τοπίου’, το οποίο εντέλει μετατρέπει το ‘μέρος του όλου’ σε ‘αυτόνομο όλο’. Η φύση είναι η «ατέρμονη συνάφεια των πραγμάτων. ... Το να βλέπει κανείς ως τοπίο ένα κομμάτι εδάφους, μαζί με ό,τι υπάρχει πάνω σε αυτό, σημαίνει να παρατηρεί, αυτή τη φορά από τη δική του πλευρά, ένα απόσπασμα της φύσης ως ενότητα, κάτι το οποίο καθίσταται εντελώς ξένο προς την έννοια της φύσης.»82 Η όλη συζήτηση περί φύσης, λοιπόν, αναφέρεται στο ξερίζωμα και την απομάκρυνση του 81  Simmel, Georg, [2004], Φιλοσοφία του Τοπίου, Το Τοπίο, μτφρ: Γιώργος Σαγκριώτης, σ. 12 82  ό.π.


-87-

Τα πρωιμότερα ίχνη κατασκευής ανθρώπινου καταλύματος, ίχνη καλύβας

ανθρώπου από το μέγα Όλον, στην απολεσθείσα αίσθηση δηλαδή, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος αποτελούσε μέρος της μητέρας φύσης. 83

83  Δουκέλης Παναγιώτης (επιμ.), [2005], Το Ελληνικό Τοπίο. Μελέτες Ιστορικής Γεωγραφίας και πρόσληψης του τόπου, σ. 15


-88-


-89-

Άλλωστε, με την δημιουργία του διπόλου πόλη / ύπαιθρος, τόσο η ανάγνωση όσο και η εμπειρία της περιβάλλουσας φύσης από τον άνθρωπο, βασίζονται σε μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση, καθώς ήδη ετυμολογικά περιβάλλον υπονοείται ο άνθρωπος ως κέντρο, ο οποίος περιβάλλεται από τη φύση ή τον τόπο. Με βάση μια τέτοια θεώρηση των πραγμάτων, ο Schiller84 εξυμνεί την πόλη ως τόπο ελευθερίας των δυνάμεων, που λειτουργεί ως ‘δεσμός’ στον οποίο «ο άνθρωπος είναι πιο κοντά στον άθρωπο». Αναγκαία, βέβαια, προϋπόθεση της ελευθερίας του αποτελεί η «εκπραγμάτιση» της φύσης. «Από δούλος της φύσης ο άνθρωπος γίνεται... νομοθέτης της. Ό,τι είναι γι’ αυτόν αντικείμενο δεν έχει πια καμιά εξουσία πάνω του, διότι για να είναι αντικείμενο πρέπει να έχει υποστεί την εξουσία.»85 Η φύση έχει μετατραπεί σε αξιοποιήσιμο αντικείμενο της ανθρώπινης κυριαρχίας, ενώ με την πόλη, την επιστήμη και την εργασία, ο άνθρωπος της σύγχρονης κοινωνίας απελευθερώνεται οριστικά από τη χειραφέτηση της φύσης. Σε αυτό το σημείο, ο Schiller έρχεται να επισημάνει τη σημασία της αισθητικής απόλαυσης της φύσης, ακόμα και όταν μιλάμε για το ‘τεμαχισμένο όλο’ του τοπίου. Η διαδικασία 84  Friedrich Schiller (10 Νοεμβρίου 1759 – 9 Μαΐου 1805), Γερμανός θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και ιστορικός. Ο πρώτος μεγάλος εκπρόσωπος του ρομαντικού κινήματος. Προς τιμήν του Ρουσσώ, του “promeneur solitaire” (μοναχικού περιπατητή), το 1795 γράφει ένα ποίημα με τίτλο Der Spaziergang (Ο Περίπατος). 85  Simmel, Georg, [2004], Το Τοπίο. Η λειτουργία του αισθητικού στη νεωτερική κοινωνία, Το Τοπίο, μτφρ: Λευτέρης Αναγνώστου, σ. 87


-90-

της αισθητικής ανάγνωσης της περιβάλλουσας φύσης, της προσδίδει την αναγκαία γλώσσα και ορατότητα, που χρειάζεται ο άνθρωπος για να την τοποθετήσει στο έδαφος της κοινωνίας. «Η φύση ως ουρανός και γη, που ανήκει στην επίγεια ζωή του ανθρώπου, γίνεται, αισθητικά υπό την μορφή του τοπίου, περιεχόμενο της ελευθερίας, η ύπαρξη της οποίας προϋποθέτει την κοινωνία και την κυριαρχία της πάνω στην αντικειμενοποιημένη και υποταγμένη φύση.»86 Ακόμα, λοιπόν, και η τιθασευμένη φύση, ιδωμένη από τον σύγχρονο άνθρωπο ως τοπίο, είναι αυτή που φέρει την ελευθερία του. Αντιλαμβανόμαστε δηλαδή, πως η φύση για τον άνθρωπο αποτελεί την κατεξοχήν πηγή της ελευθερίας του. Για να αισθανθεί όμως ελεύθερος μέσα στα όριά του, αναζητά πάντα τα ερεθίσματα της μητέρας-γης, εκείνα που δρουν και δημιουργούν προς μια κατεύθυνση, εκείνη της αγνής ζωής, της απελευθερωμένης διαμονής, της ιδανικής κατοίκησης. Μπορεί δηλαδή, η αντικειμενοποίηση της φύσης, να του προσφέρει την ελευθερία του μέσα στο πλαίσιο της κοινωνίας, αλλά ο άνθρωπος δεν σταμάτησε ποτέ να αναζητά τον ιδανικό τόπο και τρόπο διαβίωσης. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό συντέλεσε τόσο στην μορφή όσο και στην ιδέα το πρότυπο του ιδανικού κήπου, του Κήπου της Εδέμ. Άσχετα από το αν πραγματικά υπήρξε, άσχετα με την αδυναμία προσδιορισμού της ακριβούς θέσης της ή της ακριβούς της συγκρότησης, ο κήπος της Εδέμ προσέφερε ένα πρότυπο ανεξάντλητων επιρροών, έναν απώτερο στόχο συμφιλίωσης του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον, μια υπόδειξη επανάκτησης του χαμένου παράδεισου, την προσδοκία της τελειότητας.87 Η προσδοκία της τελειότητας 86  ό.π. σ. 89 87  Norberg-Schulz, Christian, [2009], Genius Loci: Το πνεύμα του τόπου. Για μια φαινομενολογία της Αρχιτεκτονικής, μτφρ. Μίλτος Φραγκόπουλος, σ. 29


-91-

Αεροφωτογραφία του Central Park στη Νέα Υόρκη

υπονοεί σαφώς την ουτοπική διάσταση. Παρόλα αυτά δε σταματά να επηρεάζει σημαντικά την ανθρώπινη σκέψη, με την υπόσχεση πως μπορούμε να αποφύγουμε τις αντιξοότητες της καθημερινότητας και να ελπίζουμε σε ένα νέο καθεστώς φυσικής αρμονίας και ευτυχίας. Ο κήπος προτείνεται έτσι ως υπόδειγμα της παραδείσιας κατάστασης. Υπόδειγμα που φαίνεται να διατηρεί και σήμερα την ασύνειδη γοητεία του, ως απόδραση από τη ‘σκυροδετημένη’ πραγματικότητα, ως πρόταση διαφορετικών όρων ζωής, χωρίς περιορισμούς, που πλησιάζουν ίσως το ουτοπικό όνειρο της απόλυτης ελευθερίας.


-92-

Τα αρχετυπικά αντικείμενα που ανακαλύπτονται στον Κήπο - το νερό, τα φυτά και οι βράχοι - προσδίδουν νόημα ή ιερότητα σε έναν τόπο. Οι ‘ιεροί’ αυτοί τόποι προσανατολίζουν και αποτελούν πρότυπο για τον άνθρωπο. Έτσι, εκείνος κατανοεί τη φύση και την αντιλαμβάνεται ως ένα σύστημα τόπων, που είναι ο μόνος τρόπος για να καταστεί η ζωή εφικτή.

Από την ιδεατή αυτή εικόνα των ιερών τόπων θα έλεγε κανείς πως προέκυψαν οι κήποι. Αυτή η τεχνητή αναδημιουργία του Κήπου της Εδέμ, συνέβαλλε στην κατανόηση της φύσης και την οπτικοποίησή της. Ο χώρος αυτός έχει τεράστια σημασία, καθώς αποτελεί το πλησιέστερο και πιο κατανοητό μόρφωμα της φύσης για τον άνθρωπο. Όποια και αν είναι η μορφή του και ο βαθμός προσέγγισης της παρθένας φύσης, παραμένει ο τόπος όπου το νοήμον ον έρχεται σε επαφή μαζί της, χωρίς να φοβάται. Σήμερα, ένα παράδειγμα προσέγγισης της φύσης και μιας προσπάθειας ένταξης του κήπου στο σύγχρονο κατοικώ/στην κατοικία, αποτελεί το αίθριο.

Φωτογραφία από αίθριο παλιού αθηναϊκού σπιτιού


-93Κτίριο Δοξιάδη, αίθριο, 1960

Το [ αίθριο ], πέρα από τους λειτουργικούς σκοπούς για τους οποίους θεωρήθηκε χρήσιμο εργαλείο, αποτέλεσε και μία προσπάθεια ενσωμάτωσης της φύσης στο χτισμένο περιβάλλον. Μελετώντας αρχικά την ετυμολογία της λέξης, παρατηρούμε πως η λέξη αίθριο προέρχεται από το αρχαίο ρήμα αίθω, που σημαίνει καίω, το οποίο έδωσε στην λέξη αίθριος την έννοια λαμπερός, φωτεινός και συνεπώς ξάστερος. Εξ ου, λοιπόν, και η σημασία του αιθρίου ως κάτι ανοιχτό, που επιτρέπει την είσοδο του ήλιου και του αέρα.


-94-

Με την περαιτέρω αξιοποίηση του αιθρίου και τον μετασχηματισμό του σε έναν υπαίθριο φυτεμένο χώρο, η κατοικία πλέον αποκτά έναν πιο αυτάρκη χαρακτήρα. Ο Κωνσταντινίδης, αναφερόμενος στα παλιά αθηναϊκά σπίτια, λέει: «Η αυλή, όπου γύρω της αραδιάζονται οι κλειστοί χώροι είναι πάντα ο βασικός πυρήνας. Δηλαδή ο υπαίθριος χώρος, ο οργανωμένος και κατασκευασμένος έτσι ώστε να είναι κι αυτός δοχείο ζωής και να προσφέρει άνεση, χαρά και υγεία. Ο ξέσκεπος χώρος για να δέχεται το φως και τον ήλιο και τη θέρμη της ελληνικής ατμόσφαιρας, πλακοστρωμένος και φυτεμένος και λουλουδισμένος.

Κανένα σπίτι δεν υπάρχει που να μην έχει την αυλή του, αν και τα οικόπεδα είναι μάλλον μικρά. Συχνά υπάρχει πηγάδι στη μέση της ή σιντριβάνι. Η αυλή είναι το κέντρο ζωής του σπιτιού». 1 Η περίκλειστη αυλή μπορεί να ερμηνευτεί ως τη σκηνογραφία, την ελεγχόμενη παράσταση του ιδανικού κήπου, που προσφέρει αυτάρκεια και ασφάλεια ικανοποιώντας ταυτόχρονα τις σωστές για το άτομο συνθήκες διαβίωσης.

87  Κωνσταντινίδης, Άρης, [2010], Τα Παλιά Αθηναϊκά Σπίτια, σ. 35


-95-

Όμως και άλλες, μάλλον σπασμωδικές, προσπάθειες του ανθρώπου να προσεγγίσει την φύση κατοικώντας στην πόλη, όπως είναι η τοποθέτηση βλάστησης στους εξώστες πολυκατοικιών ή τα λεγόμενα roof gardens που αποτελούν ένα από τα πέντε σημεία της αρχιτεκτονικής που πρότεινε ο Le Corbusier όπως και άλλα παραδείγματα.

«Ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τη βία της απόσπασης από τη φύση και παραδίδεται ταυτόχρονα στο πιο νωχελικό βόλεμα στην αγκαλιά της. Με την αρχιτεκτονική η φύση καταστρέφεται και συγχρόνως οργανώνεται: σε κάθε κτίσμα υπάρχει η ανάμνηση φυσικών κοιλοτήτων, αποσπασμάτων της φύσης, και υπό αυτή την έννοια η αρχιτεκτονική θα ήταν καταδικασμένη να τοπιογραφεί, να μιμείται και να περιορίζει τη φύση. Η διπλή κίνηση -που συγχρόνως απωθεί το φυσικό και το αναζητάει- ήταν πάντοτε η κίνηση της αρχιτεκτονικής».88 88  Αντονάς, Αριστείδης, [2001] Τοπιογραφήματα, Αρχιτεκτονικά Θέματα, τ. 35


Κατά πόσο, όμως, αυτή η κατακερματισμένη φύση παραμένει φύση; Κατά τον Simmel «ένα κομμάτι φύσης αποτελεί εσωτερική αντίφαση».89 Σε μεγαλύτερη κλίμακα, έχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε την περίπτωση του Βερολίνου. Το ρυμοτομικό σχέδιο του τότε αρχηγού της αστυνομίας της πόλης, το 1853, εφάρμοζε κατά τον κανονισμό τα συμπαγή συγκροτήματα κατοικιών, τα οποία ονομάστηκαν “Mietkasernen” δηλαδή ενοικιαζόμενοι στρατώνες, γεγονός που οδήγησε στον γενικότερο χαρακτηρισμό του Βερολίνου ως ‘πόλη – στρατώνας’. Οι κατασκευές αυτές, παρατάσσονται στις πολεοδομικές νησίδες με την πρόσοψη στο δρόμο, δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα τοίχος προς τον δημόσιο χώρο και εσωτερικές, ιδιωτικές, συνήθως φυτεμένες αυλές προς εκμετάλλευση των κατοίκων. 90 Παρατηρούμε λοιπόν, πως η οργάνωση της κατοικίας γύρω από το αίθριο ή ο σχεδιασμός κτηρίων-κατοικιών περιμετρικά ενός οικοδομικού τετραγώνου, δημιουργώντας έτσι έναν έγκλειστο και προστατευμένο κήπο εσωτερικά, μπορεί να αναγνωστεί με δύο τρόπους. Αφενός, ως έναν τρόπο προστασίας από το εξωτερικό, την πόλη, και αφετέρου συμβολικά ως την αναζήτηση του σύγχρονου ανθρώπου για το ιδανικό, τον χαμένο κήπο. Το ‘ασφαλές’ άλλωστε, συνδέεται αναπόφευκτα και με το ‘ιδανικό’. Η ανάγκη του ανθρώπου να προτείνει χωρικές καταστάσεις, οι οποίες απέχουν πολύ από την ισχύουσα καθημερινότητα αποτελεί, κατ’ ουσία, κριτικό σχόλιο απέναντι στις δυσκολίες των καιρών. Ο κήπος, ή αλλιώς το αρχιτεκτονημένο φυσικό τοπίο, δεν υποδεικνύει απλά θετικές βιολογικά και ψυχικά 89  Simmel, Georg, [2004], Φιλοσοφία του τοπίου, μτφρ: Γιώργος Σαγκριώτης, σ. 11 90  Rossi, Aldo, [1991], Η αρχιτεκτονική της πόλης, μτφρ: Βασιλική Πετρίδου, σ. 98

Αεροφωτογραφία από τα Mietkarshenen στο Βερολίνο

-96-


-97-


-98-

συνθήκες, αλλά εκφράζει επιπρόσθετα την ανάγκη ανατροπής της ισχύουσας πραγματικότητας και ειδικότερα του αρνητικά συγκροτημένου δομημένου χώρου. Πρόκειται θα λέγαμε, για μια προσπάθεια ριζοσπαστικής θεώρησης των πραγμάτων. Το όνειρο του παραδείσου ταυτίζεται με την εξιδανίκευση, την υποτίμηση της καθημερινότητας και, ταυτόχρονα, με μια νέα αφετηρία, μια διάθεση αλλαγής και ελευθερίας.

“Pretending to have a Japanese garden”...


-99-

Από την πρώτη κιόλας προσπάθεια έδρασης του περιπλανόμενου ανθρώπου σε έναν τόπο, εμφανίζεται η διαλεκτική του συνόλου και της μονάδας. Η δράση ενός ‘μέρους’ αποκτά μεγαλύτερη σημασία μέσα σε ένα ‘όλο’, ΕΠΙΛΟΓΟΣ / το οποίο συνδυάζει την αποδοχή και την ασφάλεια. Οι ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ άνθρωποι αυτοπροσδιορίζονται με βάση το κοινωνικό συμφραζόμενο μέσα στο οποίο λειτουργούν. Στη σύγχρονη συνθήκη, οι όροι της συμβίωσης μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον, έχει οδηγήσει σε μια ‘μαζική παραγωγή’ ταυτοτήτων και ετεροτήτων. Στο πλαίσιο μιας τακτικής επιβίωσης, οι άνθρωποι προσαρμόζουν και ποικίλουν τη συμπεριφορά τους σύμφωνα με το περιβάλλον τους, διαμορφώνοντας μια ταυτότητα ως αστικό καμουφλάζ. Αυτοί οι νέοι τρόποι αντίληψης και κατοίκησης του εδάφους θέτουν προβληματισμούς τόσο σε χωρικό επίπεδο όσο και σε κοινωνικό. Το θέµα της ταυτότητας είναι κατεξοχήν θέµα ορίων, τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών, ανάµεσα στο όµοιο και το διαφορετικό, ανάµεσα στον εαυτό και τους άλλους, ανάµεσα στο οικείο και το ξένο, το γνωστό και το άγνωστο, και κατ’ επέκταση απειλητικό.91 Ο Foucault μάλιστα, στηρίζει

το σύνολο του έργου του, στην πεποίθηση ότι οι κοινωνίες οριοθετούνται χάριν ενός θεμελιώδους αποκλεισμού: πρέπει πάντα να βρεθεί αυτή η ομάδα ανθρώπων που θα τεθεί εκτός ορίων, θα εξοριστεί, προκειμένου η κοινωνία σε αντιδιαστολή, να συγκροτηθεί. Η σύγχρονη ανάγνωση των παραπάνω, οδήγησαν σε αντιλήψεις που περιχαράκωσαν και ισχυροποίησαν την έννοια της ιδιοκτησίας ως αυτόνομης μονάδας, και όχι ως μέρους ενός συνόλου που επωφελείται ισόρροπα από την πολεοδομική παρέμβαση. Αναγνωρίζοντας έτσι, την απειλή του έτερου, ως ανομία ή τρέλα, ο άνθρωπος 91  Δραγώνα, Θάλεια, [2007], Ταυτότητες και Ετερότητες. Ταυτότητα και εκπαίδευση, σ. 19


-100-

χειρίζεται τους φόβους του δημιουργώντας το ‘οικείο έδαφός’ του, είτε πρόκειται για μια οχυρωμένη πόλη, είτε μια φρουρούμενη κοινότητα, είτε το ‘ιερό’ καταφύγιο της κατοικίας του. Το ‘ιδιωτικό’ τέθηκε ως όρος προσταστίας του κάτοικου της πόλης και ως κομμάτι της ζωής, που βρίσκεται υπό τον έλεγχο του ατόμου, εκτός της δημόσιας παρατήρησης και γνώσης. Σύμφωνα με την Arendt «η κοινωνία αξιώνει από τα μέλη της να ενεργούν σαν να αποτελούσαν μέλη μιας τεράστιας οικογένειας, η οποία δεν έχει παρά μια γνώμη και ένα συμφέρον. Η κοινωνία δουλεύει με το μοντέλο του νοικοκυριού, μια και αυτό υπερασπίστηκε. Η εξουσία του ενός (αρχηγός του νοικοκυριού) μετατράπηκε στην κοινωνία σε μια απρόσωπη εξουσία του κανενός. (...) Τα μέλη συμπεριφέρονται σύμμορφα και ανέχονται λιγότερο τη μη σύμμορφη συμπεριφορά».92 Με αυτή την έννοια, της

διαλεκτικής του ίδιου και του άλλου, ο κοινωνικός θάνατος του άλλου επιβάλλεται ως νόμιμο μέσο ενίσχυσης της ασφάλειας, της ευζωίας, και της καθαρής ταυτότητας του πολιτικού σώματος, αυτό που απαρτίζεται από αυτούς που ακολουθούν το Κανονικό. Όπως αναφέρει και ο Foucault, το Κανονικό καθιερώνεται ως αρχή καταναγκασμού, εξαναγκάζοντας την ομοιογένεια. Η συμπεριφορά, το σώμα, ο λόγος, όλα υπόκεινται σε «ντοκουμεντοποίηση», μετατρέποντας το άτομο σε μια πραγματικότητα κατασκευασμένη από την πειθαρχεία. Η τάξη, τόσο της κοινωνίας όσο και του χώρου, αποτέλεσε τον ορίζοντα της εξουσιαστικής περιχαράκωσης στην σύγχρονη πόλη. Η κοινωνία της επιτήρησης, όμως, χρειάζεται και την κατάλληλη εικόνα που να πλαισιώνει και να ενισχύει 92  Arendt, Hannah, [1986], Η ανθρώπινη κατάσταση, μτφρ. Στ. Ροζάνης, σ. 15


-101-

τους μηχανισμούς της εξουσίας. Το πειθαρχικό καθεστώς σχηματοποείται και μετατρέπεται σε χώρο, που ορίζει και ταξινομεί, δημιουργώντας έτσι τη σχέση βίας και χώρου, διαμορφώνοντας παράλληλα τις αντίστοιχες συνθήκες του ‘κατοικώ’. Η σύγχρονη αρχιτεκτονική της πρωτοπορίας προσομοιάζεται με τη νέου τύπου εξουσία. Όπως αναφέρει ο I. S. Morales,93 η σημερινή εξουσία δεν διαμένει πλέον σε χώρους εγκλεισμού ούτε απεικονίζεται σε ιεραρχημένα κέντρα. Είναι άμορφη, ευέλικτη, εξαιρετικά επιλεκτική, διαφανής αλλά αδιαπέραστη, κινητική στις διασταυρώσεις των δικτυακών γραμμών. Οι τροχιές της εξουσίας είναι μεν άυλες, αλλά προσανατολισμένες ιδεολογικά και χωρικά σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Η εξουσία επινοεί, λοιπόν, νέους τρόπους επιτήρησης και ελέγχου.94 Ο χωρικός αποκλεισμός, η πανοπτική παρακολούθηση, η μηχανοποίηση της κοινωνίας, ο κατακερματισμός του χώρου της πόλης, η κατηγοριοποίηση λειτουργιών και ατόμων, έως και η ιδρυματοποίηση του αφορισμένου σώματος του Άλλου σε χώρους εγκλεισμού - παραδείγματα που αναφέρθηκαν και αναλύθηκαν αποτελούν γεγονότα πολεοδομικού χαρακτήρα, που ευνοούν την λειτουργία της εγκαθίδρυσης του ιδεολογικού συστήματος καταστολής και βίας. Διαμορφώνεται έτσι, η δημόσια συζήτηση, η δημόσια συμπεριφορά και η εικόνα του δημόσιου χώρου. Μία εικόνα, όπου κυριαρχεί η επιτήρηση

93 Ignasi de Solà-Μοράλες Rubió (1942-2001) Καταλανός αρχιτέκτονας, ιστορικός και φιλόσοφος. Ασχολήθηκε με τη σχέση της αρχιτεκτονικής και σύγχρονης πόλης και την ανάλυση των “τοπιογραφιών” που προκύπτουν από αυτή. Επινόησε τον όρο “λανθάνοντα εδάφη” (terrain vague), που εφαρμόζεται σε εγκαταλελειμμένες, παρωχημένες και μη παραγωγικές περιοχές, χωρίς σαφείς ορισμούς και τα όρια. 94  Χατζησάββα, Δήμητρα, [2009], Η έννοια του τόπου στις αρχιτεκτονικές θεωρίες και πρακτικές: σχέσεις φιλοσοφίας και αρχιτεκτονικής στον 20ο αι. , διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, σ. 288


-102-

και οι πολιτικές εξευγενισμού, οι οποίες καθιστούν την πόλη εικόνα και τόπο επιβεβαίωσης μιας συλλογικής ταυτότητας. Στο πλαίσιο, λοιπόν, της καθολικής ετεροδιαμόρφωσης των υποκειμένων, και οι επιθυμίες του ανθρώπου ‘οργανώνονται’ από την κοινωνία. Η πρόταση του Sigmund Freud ότι ο πολιτισμός βασίζεται πάνω στη μόνιμη καθυπόταξη των ενστίκτων έχει παρθεί για δεδομένη.95 Πρόκειται, δηλαδή, για την διαδικασία της ‘απώθησης’, μια έννοια που υποδηλώνει συνειδητά ή ασυνείδητα «προτσές εγκράτειας, περιορισμού και καταπίεσης». Με βάση τον διαχωρισμό του Freud, μεταξύ της αρχής της ηδονής και της αρχής της πραγματικότητας, το άτομο μέσα στα όρια του πολιτισμού διδάσκεται ότι δεν μπορεί να ικανοποιεί ελεύθερα τις ενστικτώδεις παρορμήσεις του.96 Το ασυνείδητο, από την άλλη πλευρά, ενεργοποιώντας την μνήμη, η οποία διατηρεί υποσχέσεις και δυνατότητες ακόμα και κυρηγμένες παράνομες από το πολιτισμένο άτομο, είναι η ορμή για ακέραιη ικανοποίηση, απουσία έλλειψης και απώθησης. Στο νου του ανθρώπου, δηλαδή, το παρελθόν της απόλαυσης διεκδικεί το μέλλον της δυστυχίας: «γεννά την επιθυμία να ξαναδημιουργηθεί ο παράδεισος με βάση τα επιτεύγματα του πολιτισμού».97 Ο όρος παράδεισος, λοιπόν, λειτουργεί μορφοποιητικά, δημιουργώντας την εικόνα της ιδέας της αληθινής ελευθερίας, της απόλυτης ευτυχίας. Χωρίς να ξεχνάει τις απορρέουσες από τον πολιτισμό συνειδήσεις και αρχές, ο σύγχρονος άνθρωπος ονειρεύεται την εμπειρία του ‘Όλου’, που φέρει γη και ουρανό. Φαίνεται, πως η προσδοκία της συνεχούς απόλαυσης γίνεται πράξη στο φαντασιακό 95  Marcuse, Herbert, [1981], Έρως και πολιτισμός, μτφρ: Ιορδάνης Αρζόγλου, σ. 13 96  ό.π., σ. 28 97  ό.π


-103-

της απόλυτης φύσης. Δημιουργείται έτσι, η διαπίστωση πως «η ιδανική ζωή συμβολίζεται και ορίζεται σε άμεση αντιστοιχία με τη φύση, καθώς τοποθετείται μέσα σε έναν ονειρικό κήπο».98 Η βιβλική ιστορία περιγράφει τη ζωή των πρωτόπλαστων εξ΄ ολοκλήρου σε αρμονία με τη φύση, με απεριόριστη ευτυχία. Η εικόνα της καρποφόρας και ανέγγιχτης φύσης αποτυπώνει τον τόπο της ιδεατής κατάστασης κατοίκησης, απελευθερώνοντας την ορμή για ακέραιη ικανοποίηση των αναγκών. Κάθε προσπάθεια προσέγγισης της φύσης μέσα στην ισχύουσα πραγματικότητα του αρχιτεκτονημένου τοπίου του πολιτισμού, είναι αυτή η ανάγκη επαναφοράς του ιδεατού, που λειτουργεί ως μνήμη, στις συνθήκες του κατοικώ. Είτε μιλάμε, όμως, για το φαντασιακό της σκέψης, είτε για την απτή πραγματικότητα, ο προβληματισμός του ‘ελεύθερου κατοικώ’, τοποθετείται σε ποικίλες διαστάσεις. Ο ‘τοίχος από πηλό’ περιβάλλει κάθε φορά το καταφύγιο του ανθρώπου και το μάτι του επιτηρητή εξουσίαζει πάνω από την στέγη του. Χωρικός ή μη, ο εγκλεισμός πραγματοποιείται σε κάθε έκφανση της κατοίκησης. Μοιραία, η έννοια του εγκλεισμού στη σημερινή συνθήκη συνοδεύεται με ένα απόλυτα αρνητικό πρόσημο, εκείνο του περιορισμού της ελεύθερης διαμονής και κατ’ επέκταση της ελεύθερης ύπαρξης μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Μεταφέροντας τον όρο, όμως, στο πλαίσιο της κατοίκησης, στο βίωμα της ουσίας του κατοικώ, αντιλαμβανόμαστε πως αποτελεί την a priori αλήθεια του, τη διαδικασία οριοθέτησης, με στόχο την οικειοποίηση του τόπου εγκατάστασης και την ικανοποίηση της ανάγκης του ανθρώπου να είναι-στον-κόσμο. Το όριο αποτελεί ένα 98  C. F. Schroer, [1992],

Garden Architecture in Europe 1450-1800, σ. 9


-104-

είδος κώδικα ανάγνωσης και αναγνώρισης του τόπου που περιβάλλει τον άνθρωπο. Είναι το στοιχείο εκείνο, που τον τοποθετεί σε μια θέση σε σχέση με τα πράγματα γύρω του. Εκείνο που τον βοηθά να οικειοποιείται τόπους, μέσα στους οποίους υπάρχει/ είναι/ κατοικεί.


-107-

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Arendt, Hannah, [1986], «Η ανθρώπινη κατάσταση: viva activa», μετάφραση:

Στέφανου Ροζάνη, Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, Αθήνα: Γνώση Arendt, Hannah, [2009], «Υπόσχεση

Πολιτικής», μετάφραση: Χαλμούκου Κατερίνα,

Αθήνα: Κέδρος Bachelard, Gaston, [1982], «Η ποιητική του χώρου», μετάφραση: Βέλτσου Ελένη, Αθήνα:

Χατζηνικολή Deleuze, Gilles, [2001], «Κοινωνία του

ελέγχου», μετάφραση: Καλαμαράς Παναγιώτης, Αθήνα: Ελευθεριακή Κουλτούρα Evans, Robin, [1982], «The fabrication of virtue: English prison architecture 17501840», New York: Cambridge University Press Foucault, Michel, [1987], «Xώρος Γνώση

και Εξουσία», μετάφραση: Σαρίκας Ζήσης, Αθήνα: Ύψιλον Foucault, Michel, [1989], «Επιτήρηση και Τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής», μετάφραση: Καίτη Χατζηδήμου, Ιουλιέττα Ράλλη, Αθήνα: Κέδρος - Ράππα


-108-

Heidegger, Martin, [2008], «Κτίζειν

Κατοικείν Σκέπτεσθαι», μετάφραση: Γιώργος

Ξηροπαΐδης, Αθήνα: Πλέθρον Kafka, Franz, [1981], «Το Σινικό Τείχος

και άλλα διηγήματα», μετάφραση: Βαμβάλης Γιώργος, Αθήνα: Επίκουρος Marcuse, Herbert, [1981], «Έρως και

Πολιτισμός», μετάφραση: Αρζόγλου Ιορδάνης,

Αθήνα: Κάλβος Le Corbusier, [2004], «Για μια αρχιτεκτονική»,

μετάφραση: Τουρνικιώτης

Παναγιώτης, Αθήνα: Εκρεμμές Norberg-Schulz, Christian, [2009], «Genius Loci: Το πνεύμα του τόπου. Για μια φαινομενολογία της Αρχιτεκτονικής», μετάφραση: Φραγκόπουλος Μίλτος, Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ Orwell, George, [1978], «1984», μετάφραση:

Ν. Μπάρτη, Αθήνα: Κάκτος

Rossi, Aldo, [1991],

«Η αρχιτεκτονική

της πόλης», μετάφραση: Πετρίδου Βασιλική, Θεσσαλονίκη: University studio press Salehi, Molla, [2006], «Κήποι παράδεισοι της Περσίας: ιστορία-πολιτισμόςαρχιτεκτονική», Αθήνα: Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας


-109-

Simmel, Georg, [2004], «Το τοπίο»,

μετάφραση: Γιώργος Σαγκριώτης, Αθήνα: Ποταμός Thoreau, Henry, [2007], «Walden ή Η

ζωή στο δάσος», μετάφραση: Αθανασιάδης Βασίλης, Αθήνα: Κέδρος Venturi Robert, Denise Scott Brown, Steven Izenour, [1977], «Learning from Las Vegas: The Forgotten Symbolism of Architectural Form», Cambridge: MIT Press Virno, Paolo, [2007], «Γραμματική του πλήθους. Για μια ανάλυση των σύγχρονων μορφών ζωής» , μετάφραση: Πασσάς Βασίλης, Αθήνα: Οδυσσέας, Αλεξάνδρεια Vidler, Anthony, [1996], «Τhe architectural uncanny: Εssays in the modern unhomely», Cambridge Massachusetts: MIT Press Watkin, David, [2007], «Ιστορία της

δυτικής αρχιτεκτονικής», μετάφραση: Κουρεμένος Κώστας, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης Δουκέλης Παναγιώτης (επιμ.), [2005], «Το Ελληνικό Τοπίο. Μελέτες Ιστορικής Γεωγραφίας και πρόσληψης του τόπου», Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας


-110-

Κεσισιάν, Κεβόρκ, [1989],

«Λευκωσία. Η

πρωτεύουσα της Κύπρου άλλοτε και τώρα», μετάφραση: Κύπρου Π. Ψυλλίδη, Λευκωσία: Βιβλιοπωλείο Μουφλον Κωνσταντινίδης, Άρης, [2011], «Τα Παλιά Αθηναϊκά Σπίτια», Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης Λέφας, Παύλος, [2008], «Αρχιτεκτονική και Κατοίκηση. Από τον Heidegger

στον

Koolhaas.», Αθήνα: Πλεύθρον

ΆΡΘΡΑ Koolhaas, Rem, [1972], «Exodus, or the voluntary prisoners of architecture», http://socks-studio.com/ Liu, Catherine, [2011], «The Wall, the Window and the Alcove: Visualizing Privacy», Surveillance & Society, τ. 9(1/2), σ. 203-214 Racamier, Paul-Claude, [1971], «Ψυχολογία του αρχιτεκτονικού χώρου», Αρχιτεκτονικά θέματα, τ. 5/1971, σ. 83 Superstudio, [1973], «Δώδεκα ιδανικές πόλεις. Προμηνύματα για τη δεύτερη παρουσία της πολεοδομίας», Αρχιτεκτονικά θέματα, τ. 7/1973, σ. 84-94


-111-

Αρτίνος, Αποστόλης, «Η καλύβα του Thoreau», http://leximata.blogspot.gr/ Αντονάς, Αριστείδης, [2001], «Τοπιογραφήματα», Αρχιτεκτονικά Θέματα, τ. 35/2001 Κιάος, Θωμάς, [2011], «Η πόλη-τέρας και

οι φοβισμένοι άνθρωποι», Κοντέινερ, τ. 18, σ. 20-21 Πάγκαλος, Παναγιώτης, [Ιούλιος 2005], «Προβληματισμοί με αφορμή την διάλεξη

Κτίζω Κατοικώ Σκέπτομαι του M.Heidegger», Cogito ,

τ.4

Σταυρίδης, Σταύρος, [2014], «Οι πολιτικές της πείκλεισης και η πόλη των θυλάκων», Δρόμος της Αριστεράς, τ. 217

ΔΙΑΦΟΡΑ Βουρεκάς Κώστας, Ελευθεριάδης Χρήστος, [2003], «Η εξέλιξη της αρχιτεκτονικής

των φυλακών απομόνωσης», διάλεξη, Ε.Μ.Π., επιβλέπων: Σταυρίδης Σταύρος, Αθήνα Ζωγραφιά, Κερέκου, [2006], «Τα τείχη στις πόλεις: η σηµασία της ασφάλειας στη διαδικασία της αστικοποίησης», ερευνητική εργασία του Πανεπιστηµίου Πατρών, Πάτρα


-112-

Θεμέλη Ανδριάνα , Καράμπελας Γιώργος, [2011], «Επιτηρούμενος Χώρος. Από το

Πανόπτικον στον Κυβερνοχώρο», διάλεξη, Ε.Μ.Π., επιβλέπων: Νέλλη Μάρδα Κουτρούμπας, Νίκος, «Η αλληγορία του

Σπηλαίου. Ερμηνευτική προσέγγιση», δοκίμιο

Λαγωνικάκης, Φραγκίσκος, [2013], «Πώς αντιλαμβάνεται ο Sigmund Freud τη σχέση του ατόμου με τον πολιτισμό;», Αμπελοφιλοσοφίες, δοκίμιο, http:// poexania.dtoxic.com/ Ξηροπαΐδης, Γεώργιος, [Οκτώβριος 2009], «Χάιντεγκερ και αρχιτεκτονική. Παρατηρήσεις γύρω από ένα αμφιλεγόμενο θέμα», Ομιλία σε Συνέδριο με θέμα: «Η σημασία της Φιλοσοφίας στην Αρχιτεκτονική Εκπαίδευση», Πανεπιστήμιο Αθηνών «Πολεοδομία και Δημόσια Τάξη, Αθήνα Οχυρωμένη Πόλη», [2002], διατριβή, Ε.Μ.Π., Αθήνα: Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα Taher, Silvana, [2011], «Architect Vs. The city (or The Problem Of Chaos)», πτυχιακή, AA press Τεγκελίδης, Αδαμάντιος, [2011], «Στρατηγικές ελέγχου στην αρχιτεκτονική: από τη μονάδα στο πλήθος», ερευνητική εργασία του Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα


-113-

Χατζησάββα, Δήμητρα, [2009],

«Η έννοια

του τόπου στις αρχιτεκτονικές θεωρίας και πρακτικές: σχέσεις φιλοσοφίας και αρχιτεκτονικής στον 20ο αιώνα», διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη

ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ _ http://kompreser.espivblogs.net/ _ http://www.fortified-places.com/

_ http://rnbnet.gr/ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ

σελ.10// Athanasius Kircher, Topographia

Paradisi Terrestris,1675, http://

houghtonlib.tumblr.com/

σελ.22// Galasso Alghisi, σχέδιο

οχυρωμένης πόλης, 1570, http://www.

anatomyofnorbiton.org/

The great wall of china, http://

archaeologynewsnetwork.blogspot.gr/ σελ.26// Βαβυλώνα από τους Theosophie & Architektur, 1680, http://www.

alexanderstomb.com/

σελ.28//

Giacomo

Λευκωσίας, org/

1597,

Franco,

Χάρτης

της

http://el.wikipedia.

Αεροφωτογραφία

της

σήμερα, www.google.com/maps/

Λευκωσίας


-114-

σελ.32// Το κοχύλι, http://www.rafael-

araujo.com/

σελ.40// Hieronymus Bosch, 7 Θανάσιμα

Αμαρτήματα, 1500, http://en.wikipedia.

org/

Marcus Agrippa, Ηadrian’s pantheon

in Rome, 125, http://el.wikipedia.org/ σελ.44// Αρχείο του Walter Thornbury,

χάρτης του ρωμαϊκού Λονδίνου, 190,

http://mapco.net/

Αεροφωτογραφία του Λονδίνου τον

20ο αιώνα, http://postcardsthenandnow.

blogspot.gr/

σελ.48// Exodus, γενική άποψη της πρότασης στην πόλη του Λονδίνου, http://socks-

studio.com/

Χώρος εκπαίδευσης των νέων μελών

του Exodus, http://socks-studio.com/

σελ.50// Τα λουτρά ή αλλιώς ο “κοινωνικός συμπυκνωτής”, http://socks-studio.com/

σελ.54// 1984, http://www.estandarte.com/ σελ.56// 1984, libcom.org σελ.60// Superstudio, Το συνεχές μνημείο,

1969, http://moodmoods.wordpress.com/

Πρώτη Πόλη: «Η πόλη των 2000

τόννων» http://www.domusweb.it/


-115-

σελ.62// Τέταρτη πόλη: «Η πόλη –

διαστημόπλοιο», Τρίτη Πόλη: «η Νέα Υόρκη των εγκεφάλων», http://socksstudio.com/ σελ.64// Jan Saenredam, H αλληγορία του

σπηλαίου του Πλάτωνα, 1604, http://

el.wikipedia.org/

σελ.74// Charles Eisen, Τhe primitive hut, 1755, http://en.wikipedia.org/

σελ.76// Matthäus Merian, απεικόνιση του

οχυρωμένου Παρισιού, 1615, http://

citiesandstories.blogspot.gr/ Αεροφωτογραφία του Παρισιού

σήμερα, φωτογραφία απο Jerome Delay,

http://www.theguardian.com/

σελ.78// Le Corbusier, La Ville Radieuse,

1935, http://www.archdaily.com/

σελ.80// Sun City, gated community,

Arizona, www.google.com/maps/

σελ.82//

Alphaville, φρουρούμενη

κοινότητα στο Sao Paulo, http://www.

theguardian.com/

Είσοδος από την φρουρούμενη

κοινότητα Sea Gate, http:// mahaneymark.tumblr.com/


-116-

σελ.88// χωρίς τίιτλο, προσωπικό αρχείο σελ.90// Bruno Taut, Glass pavilion,

1914, http://en.wikipedia.org/ Mies van der Rohe, Lake shore

drive, 1951,http://www.archdaily.com/

σελ.92// Panopticon, φωτογραφία των κρατουμένων μπροστά από τα κελιά

τους, http://25.media.tumblr.com/ Κελί της πρότυπης φυλακής του

Pentonville, 18ος αι., http://akea2011.

wordpress.com/

σελ.96// Κολάζ με θέμα τη φύση, προσωπικό

αρχείο

σελ.100// Τα πρωιμότερα ίχνη κατασκευής ανθρώπινου καταλύματος, Mary Leakey,

http://textarchive.ru/

Η καλύβα του Thoreau στο δάσος,

http://en.wikipedia.org/

σελ.102// Ουρανοξύστες κατοικιών, Bosco Verticale (κατακόρυφο δάσος), Μιλάνο,

http://www.dezeen.com/

Αεροφωτογραφία του Central Park στη Νέα Υόρκη, www.flickr.com


-117-

σελ.106// Φωτογραφία από αίθριο παλιού αθηναϊκού σπιτιού, “Τα παλιά αθηναϊκά σπίτια”, Ά. Κωνσταντινίδης, Παν/

μιακές εκδόσεις Κρήτης

Κτίριο Δοξιάδη, αίθριο,

1960, Αρχείο Κωνσταντίνου Α. Δοξιάδη,

http://www.greekarchitects.gr/

σελ.108// Αεροφωτογραφία από τα

Mietkarshenen στο Βερολίνο, http://

www.skyscrapercity.com/ “Pretending to have a

Japanese garden”, Cool Garden,

Hiroshi Murai, http://jusido.com/


έγκλειστοι τόποι

Έγκλειστοι τόποι  

Ερευνητική Εργασία, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πάτρας, Ιωάννα Βλαντή, Τατιάνα Στάματη, Επιβλέπων Καθηγητής: Αθ. Σπανομαρίδης

Έγκλειστοι τόποι  

Ερευνητική Εργασία, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πάτρας, Ιωάννα Βλαντή, Τατιάνα Στάματη, Επιβλέπων Καθηγητής: Αθ. Σπανομαρίδης

Advertisement