Page 1

Ειδική Έκδοση

Διανέμεται δωρεάν

Δεκέμβριος 2012

Αρνιά, Κατσίκια, ν'φάδες, γαμπροί, γειά, δύναμ’, γρόσια κι' απ' ούλα τα καλά. Κι τ' χρόν’ καλύτερα! Χρόνια πολ λά και καλή χρονιά!

Ο Σύλλογος Σαρακατσαναίων Νομού Θεσσαλονίκης « Η ΕΝΩΣΗ » στην προσπάθεια του ανάδειξης της πλούσιας της πλούσιας Σαρακατσάνικης Παράδοσης και πολιτιστικής κληρονομιάς προχώρησε στην ειδική αυτή έκδοση της Σαρακατσάνικης

Γραφής.

Σκοπός της συγκεκριμένης έκδοσης είναι η παρουσίαση των εθίμων των Σαρακατσάνων κατά την διάρκεια των γιορτών του δωδεκαημέρου, Χριστούγεννα - Πρωτοχρονιά - Φώτα. Θεωρούμαι πολύ σημαντικό την αποτύπωση των παραδόσεων μας ώστε να τις μάθουν οι νεώτεροι και θυμούνται οι παλιοί! Αυτές τις Άγιες Μέρες που περιμένουμε, οι Σαρακατσάνοι πιστοί και τιμώντας στον θεσμό της οικογένειας θα τις γιορτάσουμε με συγγενικά μας πρόσωπα. Θεωρούμαι μια πολύ καλή ευκαιρία η συγκεκριμένη έκδοση να είναι σε κάθε σπίτι και να γίνει αντικείμενο συζήτησης για να γνωρίσουν οι νέες γενιές τα έθιμα αυτών των Ημερών.

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου μας εύχεται στον καθένα σας ξεχωριστά και στις οικογένειες σας χρόνια πολλά και καλή χρονιά! Ευχόμαστε το νέο έτος να μας φέρει υγεία και δύναμη!

Καλύβες στο δάσος Ελατιάς στην Δράμα


02

Τα έθιμα των Σαρακατσάνων στις γιορτές του δωδεκαημέρου

Σαρακατσάνικη Γραφή

Οι Σαρακατσαναίοι πιστεύουν πως, όταν γεννήθηκε ο Χριστός, οι βοσκοί ήταν οι πρώτοι που πήγαν και προσκύνησαν και γι’ αυτό είναι ευλογημένοι.. Από την παραμονή σφάζουν ένα γουρουνάκι, που το τρέφουν γι’ αυτό το σκοπό ή καμιά «στέρφα πρατίνα». Σε καμιά οικογένεια δεν λείπει το κρέας τις ημέρες των εορτών, που το μαγειρεύουν στον «γάστρο» ή στην «τέντζερη». Οι γυναίκες ετοιμάζουν τα καλύβια (σκούπισμα, καθάρισμα και άλλες δουλειές του καλυβιού) για να δεχτούν τις επισκέψεις των παιδιών και των μεγάλων που θα πάνε για να τους ευχηθούν. Την ημέρα αυτή ζυμώνουν και ψήνουν τις «κεντιστές κουλούρες» που τις λένε «Χριστόκλουρες». Τα «κεντίδια» στις «Χριστόκλουρες» τα κάνουν με φαντασία και μερακι. Σαν εργαλεία χρησιμοποιούν το πηρούνι «δειχν’ τις πατημασές απ’

Καλύβες στην Σαρακατσάνικη Στάνη στον Γυφτόκαμπο - Ιωαννίνων

τα πρότα», απ’ το φλυτζάνι «τις πατημασές απ’ τα πλάρια και τ’ άλογα». Γι’ αυτό πιστεύουν ότι, όσο πιο πολλά «κεντίδια» με το πηρούνι έχι η κουλούρα, τόσα αρνιά θα αποκτήσουν για να αυξήθουν το «βιός» τους. Τα άλογα ήταν κι αυτά «πλούτος» στην οικογένεια, γιατί ήταν απαραίτητα για τις μετακινήσεις ολόκληρης της οικοσκευής, δύο φορές τον χρόνο. Επίσης, την παραμονή προμηθεύονταν από την κοντινή πόλη τα «καλούδια» με τα οποία θα φιλέψουν τα παιδιά αλλά και τους μεγάλους που θα τους πουν τις ευχές. Τα παιδιά, απ’ το πρωί της παραμονής, ανταμώνουν δυο-τρία μαζί και συνεννοούνται για το τι θα κάνουν όταν ξημερώσει η επόμενη μέρα. «Ταχιά, θα πάμι να κάνουμι αρνία - κατσίκια…», λένε. Και για να είναι προετοιμασμένα, πηγαίνουν όλα μαζί στο «λόγγο», έξω απ’ τα καλύβια, κι εκεί το καθένα κόβουν χλωρά κλαράκια πουρνάρι ή ασπαραγγιά. Προτιμούν τα κλαράκια απ’ αυτά τα φυτά, γιατι όταν τα βάζουν στη φωτιά, μόνο αυτά «πριτσανάν» καθώς καίγονται, γι’ αυτό τα λένε και «πριτσιτσιά». Κανονίζουν να κόψουν τόσα κλαράκια απ’ τα φυτά αυτά, όσα θα είναι και τα καλύβια στα οποία θα πάνε για να πουν τις ευχές τους. Τα Χριστούγεννα ήταν η γιορτή που κοινωνούσαν σχεδόν όλοι, πηγαίνοντας στην πλησιέστερη εκκλησία, αφού όλοι απαραίτητα είχαν νηστέψει, γιατί ήταν κανόνας τα τηρούνται αυστηρά όλες οι νηστείες. Επειδή, τα χειμαδιά βρίσκονταν κοντά σε χωριά όσοι είχαν τελειώσει τις δουλειές τους και έχουν ευκαιρία, την ημέρα των Χριστουγέννων, πηγαίνουν με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους στην εκκλησία του χωριού για να παρακολουθήσουν την όμορφη νυκτερινή λειτουργία. Μετά την λειτουργία, κι ενώ ακόμα είναι «θαμπά», επιστρέφουν στα καλύβια για ν’ αρχίσουν να δέχονται ή να πηγαίνουν επισκέψεις για ευχές. Δεν ανταλλάσουν επισκέψεις μόνο σ’ αυτούς που γιορτάζουν, αλλά πηγαίνουν σ’ όλα τα καλύβια με τη σειρά. Τα παιδιά μ’ ένα «τρουβούλ» στον ώμο και με τα κλαράκια στα χέρια, ξεκινούν δυο-τρία μαζί, όπως είχαν κανονίσει απ’ την παραμονή. Μπαίνοντας σε κάθε καλύβι, αφού καλημερίζουν, πηγαίνουνκαι κάθονται στα γόνατα δίπλα στη φωτιά. Εκεί το κάθε ένα παιδί, με τη σειρά του, βάζει τα κλαράκια στη φωτιά και κουνώντας το μέσα-έξω στα κάρβουνα, λέει:

« Αρνιά, κατσίκια, ν’ φάδες, γαμπροί, για, δυναμ’, κι απ’ όλα τα καλά.

Κι του χρον’ καλύτερα. . . . . » Το κλαράκι, επειδή είναι φρέσκο και ειδικό γι’ αυτό τον σκοπό «πριτσανούσε» καθώς καίγονταν τα φύλλα του. Στην ευχή αυτή παρατηρούμε ότι εύχονται πρώτα για το «βιός», γιατί απ’ αυτό εξαρτάται η συντήρηση και η ζωή όλης της οικογένειας και στη συνέχεια αναφέρονται στα άτομα που την αποτελούν, σύμφωνα με την οικογενειακή μορφή πατριαρχίας που επικρατεί στο συνάφι των Σαρακατσαναίων. Σαν επιστέγασμα της ευχής υπάρχει η επίκληση για υγεία και δύναμη στους ανθρώπους και τα «ζωντανά» και να έλθουν πλούσια τα αγαθά στην οικογένεια. Επίσης, στο ευχετηριακό αυτό δρώμενο, βλέπουμε ότι τα παιδιά κάθονται την ώρα που λένε τις ευχές τους, «για να παιρν’ οι πρατίνες τ’ αρνιά τ’ς και να μην τ’ αφήνουν», δηλαδή πιστεύουν ότι με το κάθονται τα παιδιά, δεν παρατάνε οι προβατίνες τ’ αρνιά τους μετά την γέννα αλλά τα θηλάζουν και τα προστατεύουν μέχρι να σταθούν στα τρυφερά τους ποδαράκια και να αναζητήσουν μόνα την τροφή τους.


Σαρακατσάνικη Γραφή

Τα έθιμα των Σαρακατσάνων στις γιορτές του δωδεκαημέρου

03

Πρέπει να τονίσουμε ότι τα «πριτσιτσιά» δηλαδή τα πουρναρόκλαρα και οι ασπαραγγιές, πρέπει να «πριτσανάν» την ώρα που λένε τις ευχές «για να βελάζουν τ’ αρνιά». Αν τα κλαράκια δεν «πριτσάναγαν», πιστεύουν ότι «δε θα ’ναι καλή η χρονιά και δε θα βελάζουν τ’ αρνιά», δηλαδή δεν θα έχουν πολλά γεννητούρια και ως εκ τούτου δεν θα αυξηθεί το «βιός» τους. «Το πριτσάν’σμα έδειχνε το βέλασμα των αρνιών», έλεγαν οι γέροντες Σαρακατσάνοι. Η νοικοκυρά, ύστερα από τις ευχές, δίνει στα απιδιά διάφορα «καλούδια» δηλαδή καραμέλες, χαρούπια, σύκα ξεραμένα, σταφίδες, καρύδια, μήλα, πορτοκάλια ή ότι άλλο είχε ευχαρίστηση. Χρήματα δεν έδιναν μόνο καλούδια γιατί τις καλές ευχές πρέπει να τις γλυκάνουν. Τα «καλούδια» που παίρνουν τα παιδιά από κάθε καλύβι, τα βάζουν στα «τρουβαδάκια» που έχουν μαζί τους και συνεχίζουν στο επόμενο καλύβι για να κάνουν τα ίδια. Οι άντρες που δεν είναι απασχολημένοι με τον «γέννο» και δεν πηγαίνουν στα πρόβατα αυτή τη μέρα, ανταμώνουν παρέες -παρέες και παίρνουν στη σειρά τα καλύβια για να πουν τις ευχές τους, όχι μόνο στους εορτάζοντες αλλά και σ’ όλους τους άλλους. Μόλις μπουν μέσα στο καλύβι, κάθονται σταυροπόδι δίπλα στη φωτιά και κάνουν κι αυτοί «αρνιά-κατσίκια». Στους μεγάλους, εκτός απ’ τα «καλούδια», προσφέρουν και κρασί με μεζέδες κι έτσι γρήγορα όλοι έρχονται στο κέφι, αρχινάν τα τραγούδια και γίνεται καλό γλέντι σε κάθε καλύβι.

«Τραγούδι» Απόψε στο Σπιτάκι μου , είχα χαρά μεγάλη. Τον άγγελο μου γιόρταζα, και το Θεό δοξάζω Και την κυρά την Παναγιά πολύ την Προσκυνάω Να μου χαρίσει τα κλειδιά, κλειδιά του Παραδείσου, Ν΄ ανοίξω τον Παράδεισο Συνταγή για την Σαρακατσάνικη Μπουγκβάλα Υλικά 1.

500 γραμ. βούτυρο πρόβειο (γνήσιο)

2.

500 γραμ. τυρί αχάλαγο (χωρίς να έχει αφαιρεθεί το βούτυρο)

3.

Κ’λούρα που γίνονταν από γενομένο ψωμί με προζύμι και ψήνονταν μέσα σε βαθύ ταψί για να έχει πολύ ψίχα και έπρεπε να είναι μπαγιάτικη (3-5 ημερών) για να τρίβεται η ψίχα.

Χρόνια πολ λά και καλή χρονιά!

Τρόπος Παρασκευής 1.

Από τον κ΄λουρα έκοβαν το επάνω μέρος με ένα μαχαίρι και έβγαινε όλη η ψίχα και έμειναν μόνον γύρω - γύρω τα κόθρια, το κάτω μέρος και έπαιρνε το σχήμα του ταψιού η κ’λούρα. Εκεί μέσα έτριβαν την ψίχα.

2.

Σε βαθύ τηγάνι –συνήθως– χάλκινο (καλογανωμένο) έκαιγαν το βούτυρο σε δυνατή φωτιά και έτσι χώχλαζε.

3.

Έριχναν το τυρί μέσα στο βούτυρο, αυτό έλιωνε και κοκκίνιζε, στη συνέχεια το έριχναν μέσα στην κ’λούρα επάνω στην τριμμένη ψίχα και το ανακάτευαν για να ποτίσει όλη. Έτσι, ήταν έτοιμη η Μπουγβάλα και την τρώγανε με τα χλιάρια.


04

Τα έθιμα των Σαρακατσάνων στις γιορτές του δωδεκαημέρου

Σαρακατσάνικη Γραφή

Πρωτοχρονιά Τα μεσάνυχτα, μπαίνοντας η Πρωτοχρονιά, οι άντρες έχουν έθιμο να βγαίνουν απ’ το καλύβι και να πυροβολούν στον αέρα. Με πυροβολισμούς υποδέχονται την καινούργια χρονιά, και έτσι όταν το βράδυ αυτό είναι κανείς έξω, ακούει τους πυροβολισμούς απ’ διπλανά καλύβια κι από τ’ άλλα τσελιγκάτα. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, με τον ερχομό του νέου χρόνου, ξυπνούσαν οι μάνες τα παιδιά για να τα λούσουν, για να βασιλευτούν. Τέτοια ώρα, τους έλεγαν, λούζει η αρκούδα τα μικρά της για να είναι γερά. Με την κάθαρση αυτή έφευγαν και τα παγανά, εκτός από τον Κοτσό, που ήταν ο αρχηγός και έφευγε τα Φώτα. Για την Πρωτοχρονιά, οι γυναίκες, κάνουν τις «Βασιλόκλουρες» δηλαδή τις κ’λουρες του Αι-Βασίλη. Οι «Βασιλόκλουρες» είναι κεντησμένα ψωμιά που τις ζυμώνουν και τις ψήνουν τη νύχτα ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά. Την «Βασιλόκλουρα» την τρίβουν μέσα σ’ ένα μεγάλο ταψί και την κάνουν ψιλά κομματάκια. Ξεχωριστά, σ’ ένα τηγάνι, λειώνουν βούτυρο φρέσκο μέσα στο οποίο προσθέτουν αρκετά τριμμένα κομματάκια τυρί. Αφού το ανακατέψουν καλά και το ζεματίσουν στη φωτιά, το περιχύνουν πάνω από το ταψί με την τριμμένη «Βασιλόκλουρα». Έτσι γίνεται ένα νόστιμο πρόγευμα η «μπουκβάλα» όπως την λένε, που τρώνε το πρωί της Πρωτοχρονιάς με τα κουτάλια, παίρνοντας όλη η οικογένεια από το ίδιο ταψί που το τοποθετούν στη μέση της τάβλας. Μέσα στην μπουκβάλα ρίχνουν μια χρυσή λίρα, ρίχνουν επίσης κι ένα στεφανάκι για το μαντρί, δηλαδή ένα μικρό πράσινο κλαράκι ενωμένο στις άκρες του ώστε να είναι στρογγυλό. Κι έτσι, ένας τυχερός από την οιγένεια βρίσκει τη λίρα κι άλλος βρίσκει το «μαντράκι». Αν δεν τελειώσει το γέννημα των προβάτων, πρέπει οι άντρες μετά το φαγητό να πάνε να βοηθήσουν στο «γέννο». Όσοι δεν έχουν «γέννο», κάνουν επισκέψεις, πηγαίνοντας για ευχές στ’ άλλα καλύβια όπου οι νοικοκυρές έχουν ετοιμάσει μεζέδες. Εκεί πίνουν κρασί και τραγουδούν και κάνουν γλέντια μέχρι το βράδυ.

Φώτα Τα Φώτα δεν τα γιορτάζουν όπως και τις άλλες γιορτές του Δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων, δηλαδή με επισκέψεις και γλέντια, παρ’ όλο που τη σέβονται και «κρατάνε» κι αυτήν την γιορτή. Οι άντρες φεύγουν το πρωί και κοιτάζουν τις δουλειές τους στα μαντριά. Οι γυναίκες μένουν στα καλύβια για να συγυρίσουν και να καθαρίσουν. Παίρνουν τα εικονίσματα από το καλύβι και πηγαίνουν στο ποτάμι ή στη βρύση όπου είναι τρεχούμενο κι αγιασμένο το νερό για να πλύνουν. Τις έπλεναν με μισό κρεμμύδι και λίγο κόκκινο μαλλί. Όταν τελείωνε το πλύσιμο, γέμιζαν απαγάνιστο νερό και όταν πήγαιναν σπίτι γέμιζαν μ’ αυτό την καντήλα. Τη μέρα αυτή, οι γυναίκες στο καλύβι συνηθίζουν να κάνουν «στριφτοπ’τα» η «στριφτοπ’τα» γίνεται με ζυμάρι που το «ανοίγουν» με τα χέρια, το στρίβουν όταν το στρώνουν στο ταψί και για γέμιση προσθέτουν τυρί και βούτυρο. Την τρώνε μετά το μεσημεριανό φαγητό. Πολλοί γέροι έλεγαν ότι είδαν παγανά τις νύχτες που κάθονταν δίπλα στη φωτιά να χαβδώνουν στη θράκα για να ζεσταθούν. Άλλοι είδαν να κάθονται γύρω από τη φωτιά και ν’ ανάβουν πίπες πήλινες. Όλοι έλεγαν ότι είναι υπερφυσικά, υπαρκτά όντα, μικρού σχήματος, χωρίς άσχημη όψη και κακές διαθέσεις, αλλά φορτωμένα ζαβολιές.

Σαρακατσάνικη Γραφή - Ειδική Έκδοση - Χριστούγεννα  

Η ενημερωτική εφημερίδα του Συλλόγου Σαρακατσαναίων Νομού Θεσσαλονίκης " Η ΕΝΩΣΗ " Ειδική Έκδοση - Χριστούγεννα

Advertisement