Issuu on Google+

ΕΝΑ ΠΕΡΙΟ∆ΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

Φεβρουάριος Ιανουάριος Μάρτιος 2009 2009 Τεύχος 1 Τεύχος 1

∆ιµηνιαίο Ηλεκτρονικό Περιοδικό του Ιστολογίου «Ματιές στο Ναύπλιο» Ναύπλιο» (http://nafplio.wordpress.com) http://nafplio.wordpress.com) E mail επικοινωνίας sxoliastis@hotmail.com

Αφιέρωµα Το Παλαµήδι Η Άλωση του (30 (30 Νοεµβρίου 1822) 1822) & Η παράδοση του Ναυπλίου στους Έλληνες


Τεύχος 1

ΟΑναπλιώτης Άμυμώνη ούτος

εκ

μακρόβιος

τοις

και

άλλων έγημαι

αυτόν

επι

ως

τελευτήσαι

ως

Κέρκωψ,

μεν δε

Ήσιόνην,

πλέων

έκείνω

τραγικοί

τους και

νόστους

την

Ναύπλιον. θάλασσαν,

έπυρσοφόρει. τώ

έδυσφόρει,

οι

ο

έγέννησε

θανάτω

τελευτησάντων δε

Κατρέως,

Ποσειδώνος γενόμενος,

έμπίπτουσιν

ουν

δε

δε

πριν

λέγουσι, γράψας,

έγέννησε

συνέβη

θανάτω

ώπερ

τελευτήσαι. Κλυμένην

την

Φιλύραν,

Παλαμήδην

Νανσιμέδοντα.

Εξώφυλλο: «ΤΟ ΠΑΛΑΜΗ∆Ι» Ναύπλιο, Φεβρουάριος—Μάρτιος 2009

ως

Οϊακα


ΟΑναπλιώτης Χρονολογικός 7ος αι. π.Χ. Καταστροφή από Αργείους 395 µ.Χ. – 1210 Βυζαντινή εποχή 1180 Άρχοντας του Ναυπλίου ο Θεόδωρος Σγουρός 1199 Προνόµια στους Βενετούς 1203 Άρχοντας ο Λέων Σγουρός 1210 Κατάληψη από τους Φράγκους 1389 – 1540 Α’ περίοδος Βενετοκρατίας 1540 – 1686 Α’ περίοδος Τουρκοκρατίας 1686 – 1715 Β’ περίοδος Βενετοκρατίας 1694 Θάνατος του Μοροζίνι 1715 – 1822 Β’ περίοδος Τουρκοκρατίας

Π

ίνακας του Ναυπλίου


Τεύχος 1

Σελίδα 4

2009

Φεβρουάριος Φεβρουάριος— —Μάρτιος

Τεύχος 1

ΟΑναπλιώτης ΈΝΑ ΠΕΡΙΟ∆ΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ– (ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΕΚ∆ΟΣΗΣ)

• Ο Αναπλιώτης • Με τη συνεργασία

Anapliotis.wordpress.com

Nafplio.wordpress.com Α∆ΕΙΑ ΧΡΗΣΗΣ

Το ιστολόγιο «Ματιές στο Ναύπλιο (http://nafplio. wordpress.com) και οι συντελεστές του σας καλωσορίζουν στη νέα τους προσπάθεια καταγραφής της ιστορίας και του πολιτισµού της πόλης του Ναυπλίου. Είναι µια προσπάθεια που πραγµατοποιείται µε µεγάλο πάθος, µεράκι και αρκετό διάβασµα και λίγα µέσα µε στόχο να µεταδώσουµε αυτά που διάβασαµε, που ακούσαµε και που καταγράφονται από εµάς για εσάς, µικρούς και µεγάλους που το σήµερα, η καθηµερινότητα µας έχει κάνει να ξεχάσουµε το

Ναύπλιο, την πόλη που γεννηθήκαµε, µεγαλώσαµε, ζούµε και πονάµε. Σίγουρα δεν είµαστε οι µόνοι, ούτε προσποιούµαστε τους «σωτήρες». Απλά προσπαθούµε να βάλουµε και εµείς το µικρό «λιθαράκι µας» για να αναδείξουµε τη πόλη του Ναυπλίου για αυτό αυτό που είναι πραγµατικά—µια πόλη ιστορίας και πολιτισµού και όχι τη «πρωτεύουσα του ΣαββατοΚύριακου» Η Συντακτική Οµάδα

ΚΑΘΕ ΒΟΗΘΕΙΑ … ∆ΕΚΤΗ Όσοι ενδιαφέρονται να συµµετέχουν στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού µας «Ο Αναπλιώτης» , µε οποιοδήποτε τρόπο, υπόδειξη πηγής, φωτογραφίες παλιές και καινούργιες, άρθρο που να αφορά τη πόλη µας, υπόδειξη θέµατος — αφιερώµατος ή ακόµα και παράπονο, παρακαλούνται να επικοινωνήσουν µε το

email µας sxoliastis@hotmail.com και δεσµευόµαστε να σεβαστούµε κάθε επιθυµία του για αναφορά του ή όχι στο τεύχος που θα παρουσιαστεί. Ευχαριστούµε εκ των προτέρων. Η συντακτική οµάδα.


Τεύχος 1

Σελίδα 5

2009

Φεβρουάριος Φεβρουάριος— —Μάρτιος

Τεύχος 1

ΟΑναπλιώτης

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΕΥΧΟΥΣ 1 Α’ ΜΕΡΟΣ— ΜΕΡΟΣ—ΙΣΤΟΡΙΑ

ΗΗΗ∆Η∆Η

ΠΑΛΑΜΗ∆ΗΣ (1)

ΣΕΛ

7

ΠΑΛΑΜΗ∆ΗΣ (2)

8

ΠΑΛΑΜΗ∆Ι

10

Η ∆ΕΥΤΕΡΗ ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ (1686-1715)

11

Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΟΥ ΜΩΡΕΩΣ (Μ. ΡΑΣΙΝ)

13

∆ΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟ∆ΟΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ (1715-1822)

19

ΣΥΜΦΟΡΑ & ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΤΟΥ ΜΩΡΕΩΣ (ΜΑΝΘΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ)

21

ΑΤΥΧΗΣ ΕΦΟ∆ΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΡΟΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

25

ΕΤΣΙ ΕΓΛΥΤΩΣΑ ΚΑΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΕΓΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΠΛΙΟΥ

30

(Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ) Η ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΗ∆ΙΟΥ & Η ΠΑΡΑ∆ΟΣΗ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

33

((Μ. ΛΑΜΡΥΝΙ∆ΗΣ) ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΑΪΚΟ ΣΤΑΪΚΟΠΟΥΛΟ

48

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝ∆ΡΕΟΥ Η Ο ΣΤΑΪΚΟΣ

49

Ο Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΕΙ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΗ∆ΙΟΥ

52

ΤΟ ΠΑΛΑΜΗ∆Ι ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΕΜΦΥΛΙΕΣ ∆ΙΑΜΑΧΕΣ

53

Το άγαλµα του Στάϊκου Σταϊκόπουλου δίπλα από τη Πύλη της Ξηράς

Β’ ΜΕΡΟΣ-ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟ ΠΑΛΑΜΗ∆ΙΟΝ

57

ΤΟ ΠΑΛΑΜΗ∆Ι 1868

60

ΟΙ ΚΑΤΑ∆ΙΚΟΙ ΣΤΟ ΠΑΛΑΜΗ∆Ι ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ

63

ΣΤΟ ΠΑΛΑΜΗ∆Ι ∆ΕΝ ΑΝΕΒΗΚΑ…

64

ΤΟ ΠΑΛΑΜΗ∆Ι

66

Ο ΣΤΕΡΗΤΗΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

69

ΑΠΟΨΗ

69

1715

70

ΘΩΡΩ ΤΟ ΠΑΛΑΜΗ∆Ι

71

ΤΑ 999 ΣΚΑΛΙΑ ΕΙΝΑΙ...857

71


ΟΑναπλιώτης Ούλα τα κάστρα κι αν χαθούν και ούλα κι αν ρηµάξουν, Το Παλαµήδι τ’ όµορφο Θεός να το φυλάξη.

Α΄ Μέρος Ιστορία


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ Παλαµήδης (1) (1)

Σελίδα 7

(ΛΕΞΙΚΟ ΣΟΥΪ∆Α)

ΠΑΛΑΜΗ∆ΗΣ, Ναυπλίου και Κλυµένης, Αργείος, εποποιός. Ήν δε ούτος ανεψιός του βασιλέως Αγαµέµνονος προς µητρός. Έσχε δε ευφυώς

προς τε φιλοσοφίαν και ποιητικήν και ευρετής γέγονε του ζ στοιχείου και του π και του φ και του χ, ψήφων τε και πεσσών και κύβων και µέτρων και

σταθµών. Τα δε ποιήµατα αυτού ηφανίσθη υπό των Αγαµέµνονος απογόνων δια βασκανίαν, υπολαµβάνω δε και τον ποιητήν Όµηρον αυτό τούτο πεπονθέ-

ναι και µηδεµίαν του ανδρός τούτου µνήµην ποιήσασθαι. Ότι ηφανίσθη τα Παλαµήδους ποιήµατα δια βασκανίαν υπό Οµήρου. Άπτεται δε και των µεγίστων

ανδρών ο φθόνος, ως είθε µη παρεισέδυ τω βίω, ή παρεισδύς µη µου παριέσοιτο, ερρέσθω δε και απέστω. Όσα γαρ δέδηγµαι την καρδίαν, και οία δέδορκα τω µα-

κρώ χρόνω. Αλλ’ είη µοι βίος πανεπάρκιος. Όµµα βάλοι δε µήποτ’ εφ’ ηµετέραις ελπίσι βασκανίη, φήσι τις των παλαιών. ΠΑΛΑ-

ΜΗ∆ΗΣ, οίδα δ’ εγώ και δη πότερον εκ του Παλαµήδους. Ως εκείνος τας πλάτας ρίψω γράφων. Ώσπερ Οίαξ τω Ναυπλίω γράφει τω

πατρί τον Παλαµήδη εν διαφόροις πλάταις και ρίπτει εις θάλασσαν, ώστε µια γε τίνι Ναυπλίω περιπεσείν. Πόθεν ούν γ’ έκειντό µοι

πλάται; ταδί ταγάλµατα αντί πλατών γράφων διαρρίπτοιµι. Βέλτιον πολύ. Ξύλον γε τοι και ταύτα, κακείν ήν ξύλον.

Ο Παλαµήδης στον Άδη

...ευρετής γέγονε του ζ στοιχείου και του π και του φ και του χ, ψήφων τε και πεσσών και κύβων και µέτρων και σταθµών.


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 8

Παλαµήδης (2) (2) Τό σπουδαιότερο όµως, τό πιό συνταραχτικό κατάλοιπο είναι ένα όνοµα, τό Παλαµήδι: µια από τις πιο απίστευτες επιβιώσεις τοπωνυµιών, πού ένίκησε τους χαλασµούς των αιώνων. Και τό πιο αναπάντεχο: ό φερώνυµος ήρωας, ό Παλαµήδης, δέν στάθηκε κανένας άρχοντας ή ιππότης κατακτητής. Υπήρξε στή φαντασία τών Ελλήνων κάτι λιγότερο, αλλά και κάτι πιο µεγάλο: ένα ανήσυχο πνεύµα, ένας από εκείνους τους πρώτους εύρετάς, πού οι αρχαίοι τους απόδιναν τις ανακαλύψεις, όσες ύψωναν τους υλικούς όρους της ζωής, την επλούτιζαν, την εφαίδρυναν.

τος, και τόν άδικοσκοτωµένο Παλαµήδη. Μαζί µε τους αληθινούς δικαστές, τόν Μίνω, τόν Ραδάµανθυ, τόν Αιακό, όπως και τόν Τριπτόλεµο και τους άλλους, «όσοι τε τών ηµιθέων δίκαιοι έγένοντο έν τω εαυτών βίω», όπως ό Όρφέας, ό Μουσαίος, ο Ησίοδος και ό Όµηρος, παρηγοριέται ό Σωκράτης πώς θα συναντήσει τόν Παλαµήδη στον Αδη, όταν τό κώνειο τόν απαλλάξει άπό τούτη την πρόσκαιρη ζωή.

Οι αρχαίοι χρωστούσαν χάρη στον Παλαµήδη και γιά ενα άλλο εύρηµα του, τους πεσσούς (κύβους, ζάρια), τήν «τερπνή γιατριά της άπραγίας» «τερπνόν αργίας άκος», όπως είπε ό Σοφοκλής στον Παλαµήδη του). Με τό Ό Παλαµήδης αγαπούσε παιχνίδι τούτο ξεχνώντας τήν τις τέχνες, τις ασκούσε, τις πείνα οί πολιορκητές της Τροίας τελειοποίησε. Ήταν γιατρός περνούσαν στό ακρογιάλι τά ακαι αστρονόµος. Βρήκε, τέλειωτα άπόλεµα ήµερόνυχτα. έλεγε ό µύθος, τα τέσσερα Έτσι παράστησε Ενας σπουδαίος ψηφία του αλφαβήτου, πού αγγειογράφος, ό Έξηκίας, σ' ενα συµπλήρωναν τα φοινικικά. αττικό αγγείο, τόν έξοχο µελανόΠρώτος αυτός επινόησε τους µορφο αµφορέα τού Βατικανού, φάρους, πού οδηγούσαν τα δύο ήρωες τού Τρωικού πολέπλοία στις άφέγγαρες νύχτες µου, νά παίζουν κύβους καθιεξω από τους βράχους τους σµένοι µέσα ή έξω από τις σκηδολερούς. Γιά όλα αυτά ό Σω- νές τους. Έτσι τις λίγες ξέγνοιακράτης θυµάται στην στες στιγµές στο ακρογιάλι τις «Απολογία» του, µαζί µε χρωστούσαν οι Έλληνες µαχητές άλλους ήρωες του πνεύµα- στον Παλαµήδη τον σοφό.

Πήλινος πεσσός. Εικονίζεται ο Παλαµήδης.

Ό Παλαµήδης αγαπούσε τις τέχνες, τις ασκούσε, τις τελειοποίησε. Ήταν γιατρός και αστρονόµος.


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ του ξεσκαπάστηκε και δεν απόφυγε την εκστρατεία Όµως ό Όδυσσέας είχε στην Τροία. παλιάν αφορµή νά µισεί τον Παλαµήδη. Λίγο πριν Γι΄αυτό λοιπόν το λόγο από τον Τρωικό πόλεµο, µια µέρα, ενώ ο Παλαµήόταν προσπαθούσαν οι Αδης είχε βγει για ψάρεµα τρείδες νά µαζέψουν τους του έστησαν καρτέρι ο Οβασιλιάδες των Αχαιών, για δυσσέας και ο ∆ιοµηδης και νά εκδικηθούν την αρπαγή τον σκότωσαν. της Ελένης, είχαν στείλει στην Ιθάκη τον Μενέλαο Οι αρχαίες µαρτυρίες θέκαι τον Παλαµήδη. Ό Οδυσσέας, άµα τους είδε, έκανε λουν τον πατέρα του Παλατον τρελό, θέλοντας νά α- µήδη, τον Ναύπλιο, παλιό ποφύγει τήν εκστρατεία. Αργοναύτη και θαλασσινό, Έζεψε στο αλέτρι του ένα θυµωµένο να περιµένει έξω βόδι και έναν όνο και από το ακρωτήριο της Εύέσπερνε αλάτι. Όµως, ο Πα- βοιας, τον Καφηρέα, τα λαµήδης ήταν ένας πολυ- πλοία των Αχαιών που γύριµήχανος, δολερός, σάν ε- ζαν από την Τροία. Όταν τα κείνον. Γιά νά ξεσκεπάσει έβλεπε να πλησιάζουν, τον Όδυσσέα, σοφίστηκε άναβε πυρσούς στην κορυένα τέχνασµα: κρατώντας φή ενός γειτονικού βουνού στα χέρια του τον µικρό Τη- και νοµίζοντας οι Αχαιοί ότι λέµαχο στάθηκε ξαφνικά βρίσκονταν κοντά σε λιµάνι, µπροστά στο αλέτρι. Τρό- έπεφταν πάνω στα βράχια µαξε τότε ο Οδυσσέας για και συντρίβονταν. την τύχη του παιδιού του και σταµάτησε. Η πονηριά

Σελίδα 9

...ενώ ο Παλαµήδης είχε βγει για ψάρεµα του έστησαν καρτέρι ο Οδυσσέας και ο ∆ιοµηδης και τον σκότωσαν.


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ ΠΑΛΑΜΗ∆Ι Αν η Ακροναυπλία έχει χάσει την αρχική µορφή της, το Παλαµήδι διατηρεί όλο το φοβερό του µεγαλείο. Οικοδοµ��µένο στο ψηλό λόφο στα ανατολικά της Ακροναυπλίας, σε ύψος 216 µέτρων συνδέεται µε το µυθολογικό παρελθόν της εποχής. Ο λόφος υποτίθεται πως είχε οχύρωση στα προϊστορικά χρόνια. Το σηµερινό, όµως, φρούριο αποτελεί δηµιούργηµα των Βενετών στις αρχές του 18ου αιώνα .

Βεβαιωµένο παραµένει µόνο πως στα βόρεια κράσπεδα του λόφου είχαν ταφεί Μυκηναίοι, όπως έδειξε η ανακάλυψη των πλούσια κτερισµένων λαξευτών τάφων.

Το φρούριο ορθώθηκε µέσα σε λίγο χρονικό διάστηµα αντικατοπτρίζοντας στην οχύρωσή του όχι µόνο τις απαιτήσεις της εποχής για µια αποτελεσµατική άµυνα αλλά και τα «ταραγµένα» οράµατα των κατακτητών της περιοχής

µένη µε µικρές πολεµίστρες, οδηγούσε στο φρούριο από τα βορειοδυτική πλευρά. Σήµερα φθάνει κανείς άνετα από τον ασφαλτόδροµο, που φέρνει στην ανατολική του πλευρά. Οι προµαχώνες του (τάπιες) άλλαζαν ονόµατα ανάλογα µε τους κύριους του. Ο ένας από τους προµαχώνες πήρε το όνοµα του Προβλεπτή Σαγρέδου, ενώ η εκκλησία που είχε κτιστεί στα 1712 ήταν αφιερωµένη στον Άγιο Γεράρδο Σαγρέδο. Οι

προµαχώνες είναι σήµερα γνωστοί µε τα αρχαιοελληνικά ονόµατά τους. Στο χαµηλότερο σηµείο είναι ο προµαχώνας «Αχιλλέας». Στον «Επαµεινώνδα» είναι εντοιχισµένα τουρκικά

σύµβολα, ενώ κάτω από το «Θεµιστοκλή» ρίχτηκαν στο γκρεµό από τον τούρκο πασά οι Αρβανίτες, που είχαν έρθει να βοηθήσουν τους Τούρκους στην αντιµετώπιση του ξεσηκωµού των Ελλήνων την περίοδο των Ορλωφικών (1779). Απ’ αυτούς ονοµάζεται µέχρι σήµερα η παραλία Αρβανιτιά. Στον «Μιλτιάδη» φυλακίστηκε ο Κολοκοτρώνης τη περίοδο της Αντιβασιλείας. Ο καλύτερα διατηρηµένος και ο ψηλότερος είναι ο προµαχώνας του Αγίου Ανδρέα, µε το οµώνυµο εκ-

κλησάκι, που αγναντεύει επιβλητικά την πόλη. Εδώ στεγαζόταν το Φρουραρχείο. Οι προµαχώνες συνδέονται µεταξύ τους µε τείχος εκτός από τον «Αχιλλέα» και τον «Μιλτιάδη», που συγκροτούν ανεξάρτητες ενότητες. Τα κελλιά χρησιµοποιήθηκαν σαν φυλακές και τόπος εκτέλεσης των βαρυποινιτών µέχρι τα νεότερα χρόνια (1840 – 1920).

Σελίδα 10

που στήριξαν στα τείχη του την τελική επικράτησή τους. Κατασκευασµένο ex novo το Παλαµήδι µε τα συγκροτήµατα των οχυρών του και τους φοβερούς προµαχώνες του συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά της εξέλιξης της οχυρωµατικής αρχιτεκτονικής του 18ου αι. και δεν παύει να προκαλεί το θαυµασµό. Μια ψηλή ανηφορική κλιµακωτή άνοδος, σκεπασµένη µε θολωτή στέγη σε ορισµένα σηµεία και ενισχυ-

...το Παλαµήδι διατηρεί όλο το φοβερό του µεγαλείο. Οικοδοµηµένο στο ψηλό λόφο στα ανατολικά της Ακροναυπλίας, σε ύψος 216 µέτρων συνδέεται µε το µυθολογικό παρελθόν της εποχής.


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 11

Η ∆εύτερη Ενετοκρατία (1686 (1686 - 1715) Το Ανάπλι µε τα αγέρωχα κάστρα του, έµενε πάντα η πρωτεύουσα του Μοριά. Βρισκόταν όµως, από την τελευταία πολιορκία, σε αξιοθρήνητη κατάσταση, Το πυροβολικά του Μοροζίνη είχε φέρει µεγάλες καταστροφές, τά περισσότερα σπίτια είχαν πέσει και έπρεπε να ξαναγίνουν. Άλλα το πιό βιαστικό ήταν ή ανάγκη µιας νέας οχύρωσης. Ύστερα από το κούρσεµα της Κρήτης, συνεχιζόταν ο σκληρός αγώνας για να κρατήσουν οι Βενετσάνοι τις λίγες κτήσεις πού τους είχαν αποµείνει, γι’ αυτό φρόντισαν πρώτα άπ’ όλα να ξαναχτίσουν και να δυναµώσουν τα κάστρα. Πρώτη φορά τώρα σκέφτηκαν να οχυρώσουν το Παλαµήδι, που ο Μοροζίνης το είχε µεταχειριστεί στην τελευταία πολιορκία του και µάλιστα τόσο αποτελεσµατικά. Η

σκέψη αυτή, αδύνατη στα παλαιότερα χρόνια, έγινε τώρα πραγµατικότητα. Μεγάλες τάπιες έζωσαν το βράχο του Παλαµηδίου ανήσυχα, αγκαλιάζοντας τον - ένα τέλειο σύστηµα συγχρονισµένης οχύρωσης εφαρµόστηκε εκεί ψηλά, πού σήµερα θαµπώνει και αγριεύει. Βέβαιο είναι ότι καµιά οχύρωση δεν είχε επιχειρηθεί πριν από τη δεύτερη Βενετοκρατία. Η παλαιά γνώµη του Buchon, πού την ξαναπαίρνει ό Λαµπρυνίδης, ότι το βουνό ήταν και πριν οχυρωµένο, αποδείχτηκε αστήριχτη. Το Παλαµήδι, νεώτερο δηµιούργηµα σαν οχυρό στα χρόνια της δεύτερης Βενετοκρατίας, είναι ένα τυπικό φρούριο του µπαρόκου. Ο πρώτος πού ένιωσε τη σηµασία του και πήρε την πρωτοβουλία τής οχύρωσης του, ό Προβλεπτής Σαγρέδος, ανάθεσε την εκτέλεση της στους µηχανικούς Giaxich και Lasalle. Τό 1712 κιόλας είχε χτιστεί η εκκλησία του Αγίου Γεράρδου Σαγρέδου · τό όνοµά του τό έδωσαν και σε µια τάπια.

Μεγάλες τάπιες έζωσαν το βράχο του Παλαµηδίου ανήσυχα, αγκαλιάζοντας τον ...


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ Είναι απίστευτο πώς µέσα σε λίγα χρόνια τελείωσε ένα τόσο σπουδαίο έργο · η εποχή όµως δεν αστειευόταν. Ό Τούρκος είχε πια πάρει τό Άργος και έζωνε όλο και σφιχτότερα το Ανάπλι. Οι δυνάµεις των Βενετσάνων έπρεπε να συγκεντρωθούν εδώ. Έτσι, σε µικρό διάστηµα, ορθώθηκε το Παλαµήδι.Η έκθεση του Σαγρέδου στη Βενετία και των άλλων

Βενετσάνων Προβλεπτών προς τις ανώτατες αρχές της Βενετίας είναι αποκαλυπτικές για τη µαγεία πού ασκούσε πάνω τους το µεγαλείο του Αναπλιού. Προτείνουν τις οχυρώσεις όχι µόνο για να στερεώσουν τη δύναµη της πατρίδας των, άλλα και γιατί πίστευαν ότι άξιζε να τιµηθεί ξεχωριστά η αρχαία πολιτεία. Σπάνια φυσικά φαινόµενα βρήκαν από ανθρώπινα χέρια στεφάνωµα τόσο ταιριαστό, όσο το Παλαµήδι, µε το κάστρο πού έχτισαν απάνω του οι Γάλλοι τεχνικοί.

Σελίδα 12

Το Παλαµήδι, µε το πανάρχαιο όνοµα, µε τον όγκο του, κυρίεψε την ψυχή των τεχνικών σε τέτοιο σηµείο, πού τους παρακίνησε να εκφράσουν στο δράµα της οχύρωσης ολόκληρη ταραγµένη εποχή, καθώς και την ύστατη αναλαµπή της Βενετίας, πού η µοίρα της κρεµόταν από τα ελληνικά κάστρα. ∆εν τειχογυρίζουν πιά ήρεµα και κανονικά τα οχυρά της δεύτερης Βενετοκρατίας την κορυφή του Παλαµηδιού, σπώντας τον κλοιό του τείχους ξεχύνονται έξω οι τάπιες τους, πιάνονται σφιχτά στους γκρεµούς, για να στηρίξουν πάνω τους µια δύναµη πού θ’ αγωνιστεί για την ύπαρξή της την ίδια. Γραφτό ήταν, έναν αιώνα αργότερα να παιχτεί πάνω σ' αυτές και η µάχη για την απολύτρωση της τουρκοπατηµένης Ελλάδας.

Το Παλαµήδι, µε το πανάρχαιο όνοµα, µε τον όγκο του, κυρίεψε την ψυχή των τεχνικών ...


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 13

Ο Κυβερνήτης του Μωρέως (Μ. ΡΑΣΙΝ) 1711 16 Φεβρουαρίου Πήρα σήµερα το πρωί, σαν να ήταν συνηθισµένη αλληλογραφία, το διάταγµα που µου αναθέτει νέα καθήκοντα. Έτσι λοιπόν, αν αφήσω τη Ζάρα και τις ∆αλµατικές ακτές, θα είναι για να καταλήξω σ' ένα άλλο λιµάνι, το πιο ανατολικό ανάµεσα σ' αυτά που βλέπουν ακόµα να κυ­ µατίζει το λάβαρο του Αγίου Μάρκου. Έχω µπροστά µου τους χάρτες αυτής της πραγµατικής προφυλακής σε απόσταση λίγων µόλις βηµάτων από την τουρκική αυτοκρατορία. Είναι όµορφος ο τόπος που παίρνω σαν προίκα: προστατεύοντας την πόλη αιώνες τώρα, το φρούριο της Ακροναυπλίας αντιστάθηκε στους Τούρκους τόσο γενναία εδώ και διακόσια χρόνια, ώστε χρειάστηκε να περιµένουν την υπογραφή µιας συνθήκης ειρήνης για να το αποκτήσουν. Είναι µήπως γιατί το επιθυµούσαν τόσο πολύ; Το έκαναν πρωτεύουσα τους στο Μωρέα, αλλά δεν πρόσθεσαν σχεδόν τίποτα στα αµυντικά µας έργα. Η ∆ηµοκρατία όµως δεν αρκείται πια σ' αυτά. Ένα ακρωτήρι, στο οποίο δεν υπάρχει σήµερα παρά ένα πολύ µικρό και ασήµαντο φρούριο, περικλείει το λιµάνι και την Ακροναυπλία. Μία ακρόπολη στην κορυφή του θα ήταν απόρθητη: µου ζητάνε σήµερα να τη χτίσω. Το Συµβούλιο, καθόλου σίγουρο για το ταλέντο µου σαν µηχανικού, δικαιολογηµένα άλλωστε, ζήτησε τη βοήθεια ενός Γάλλου του οποίου η φήµη, απ' ό,τι φαίνεται, δεν χρειάζεται πρόσθετες αποδείξεις αξίας. ∆εν ξέρω τίποτα γι' αυτόν το Λαζάλ, που όµως έχει κάνει έργα σ' όλη την Ευρώπη. Θα διευθύνει το έργο κάτω από τη δική µου

κυριαρχική εξουσία. Θα τον δω µετά από λίγες µέρες. 1 Μαρτίου Μεθαύριο αναχωρώ για το Μωρέα: µόλις µου επιβεβαιώθηκε η ηµεροµηνία. Για άλλη µια φορά θα µε συνοδέψει ο Βιτσέντζο, που υπηρέτησε για πολύ καιρό τον πατέρα µου, αλλά και µένα τον ίδιο. Προτού βάλω στα κιβώτια τα ασηµένια µου σερβίτσια, θα καλέσω απόψε τους λίγους συγγενείς που µου αποµένουν. Ο αποχαιρετισµός µου θα είναι σύντοµος: έχω συνηθίσει να φεύγω. Προχτές κανόνισα το θέµα της κληρονοµιάς µου. Αφήνω τη µισή µου περιουσία και το µητρικό ανάκτορο στον αδελφό µου, που έχει εξαφανιστεί από χρόνια, ένα δέκατο στη ∆ηµοκρατία και στα ξαδέλφια µου. Επειδή δεν έχω άµεσο κληρονόµο, θα κληροδοτήσω το ανάκτορο Σαγκρέντο σε φιλανθρωπικά έργα. Οι τελευταίες µας εκστρατείες άφησαν πάρα πολλά κορίτσια ορφανά. Θα τους προσφέρω µ' ευχαρίστηση τη στέγη µου που, εδώ και χρόνια, δεν έχει δει γυναίκα. Η Γαληνότατη, που πάντα προσπάθησε, όχι χωρίς επιτυχία, να αλλάξει τους όρους της διαθήκης, δεν θα καταφέρει τίποτα µπροστά στην ακρίβεια των τελευταίων θελήσεων µου. Οι νεαρές κοπέλες που θα φιλοξενούνται στο ανάκτορο, θα πρέπει, µε ευχαρίστηση ελπίζω, να προσεύχονται πρωί και βράδυ για την ανάπαυση της ψυχής µου. Έκρινα ότι δεν έπρεπε να περιορίσω τη φαντασία τους, συντάσσοντας ο ίδιος το κείµενο της προσευχής. Προτίµησα ν' αφήσω στο παρεκκλήσι το πορτρέτο µου, που µε απεικονίζει γονατιστό µε µεγαλόπρεπη στολή, λίγο εξωραϊσµένο οφείλω να οµολογήσω. Αν αυτή η µικρή απάτη εµπνεύσει προσευχές που να συγκινήσουν τον Κύριο, ελπίζω ότι την ηµέρα της Κρίσεως δεν θα θεωρηθεί υπεροψία και δεν θα συµπεριληφτεί στις αµαρτίες µου.


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

13 Μαρτίου Ο καιρός ήταν πολύ καλός, όταν τα τρία πλοία µου µπήκαν στον όρµο της Ακροναυπλίας, όπου τα υποδέχτηκαν µε δέκα κανονιοβολισµούς. Ο Γκραντέν, που διοικούσε τον τόπο προσωρινά, µου παραδίδει το λ��βαρο µπροστά στη φρουρά, για να προσθέσω τα δικά µου οικόσηµα. Θα κυµατίζουν πάνω στην Ακροναυπλία η οποία, από το βράχο της, ύψους 100 ποδών, δεν θα φαίνεται λιγότερο γελοία, όταν το καινούριο φρούριο θα στεφανώσει το σχεδόν τερατώδη βράχο που περικλείνει την πόλη. Ο Ντολφίν, ο Γκριµανι και ο Λορενταν, που κατείχαν αυτήν τη θέση πριν από µένα, ενίσχυσαν όλα τα οχυρωµατικά έργα. Είχαν ακόµα την έµπνευση να διαµορφώσουν κατάλληλα ένα διαµέρισµα, µέσα στην Ακροναυπλία. Πριν ακόµα εγκατασταθώ σ' αυτό, πήγα να επιθεωρήσω το φρούριο που δεσπόζει του λιµανιού. Τα κανόνια, έχοντας τη σφραγίδα µε τα διάσηµα των προκατόχων µου, είναι εξαιρετικά, σχεδόν καινούρια, και θ' αρκούσαν για να βάλουν τους Τούρκους σε σκέψεις. Αλλά κι αυτά τα λίγα κοµµάτια, δεν είναι τα µόνα που θα τους απαγορεύσουν για πάντα την είσοδο στο Μωρέα. 9 Οκτωβρίου Ο Λαζάλ ξύπνησε κατά το µεσηµέρι. Τον είδα να παρουσιάζεται στο τραπέζι, ταραγµένος από την τόσο σοβαρή παράβαση των κανόνων της ζωής του. ∆εν παρέλειψα να διασκεδάσω µ' αυτό το γεγονός: «∆ιηγηθείτε µας λοιπόν τα όνειρα σας... — Ο ύπνος µου ήταν τόσο βαθύς, ώστε δεν θυµάµαι τίποτα». Κι εγώ που έλπιζα σ'

Σελίδα 14

ένα προφητικό όνειρο που θα µ' έκανε να βρω κάποιο όνοµα για το µελλοντικό φρούριο!... «Τι όνοµα θα δώσουµε στο παιδί που θα γεννηθεί; — Το παιδί; Θέλετε να πείτε τα εφτά παιδιά;» Σαν να άλλαζε τίποτα ο αριθµός... «∆ιαλέξτε λοιπόν όπως σας αρέσει, τα εφτά άστρα της Μεγάλης Άρκτου, ή των Πλειάδων. Αλλά συγχωρήστε µου την έλλειψη φαντασίας. Θα µε δικαιολογήσετε χωρίς κόπο: σ' όλη µου τη ζωή οχύρωνα πόλεις και τα έργα µου δεν είχαν όνοµα. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω τους προµαχώνες, µου αρκούσε να τους δείχνω σε αντιστοιχία µε τα σηµεία του ορίζοντα. Τίποτα το ιδιαίτερο δηλαδή...» Ο Λαζάλ, πάντα βιαστικός να υποβιβάσει τον εαυτό του, όταν η τέχνη του δεν αποτελεί αντικείµενο αµφιβολίας, µου προτείνει παρ' όλ' αυτά έναν κοµψό τρόπο για να βαφτίσουµε το καθένα από τα εφτά φρούρια και συγχρόνως το σύνολο. Πράγµατι, κάποιος αστερισµός θα έλυνε το πρόβληµα, αν τα περισσότερα άστρα δεν ήταν ανώνυµα. Μα µονάχα τα πιο «ΕΜΕΙΣ, αστραφτερά έχουν την τιµή να έχουν ένα ΤΖΙΟΒΑΝΝΙ όνοµα που να τα ξεχωρίζει από τα πιο αδύναΚΟΡΝΑΡΟ, ελέω µα γειτονικά τους, τα οποία διακρίνονται µ' Θεού δόγης της ένα απλό γράµµα. Χωρίς να θέλω ν' αποθαρΒενετίας, της ρύνω την καλή προαίρεση του Λαζάλ, του ∆αλµατίας και της µεταδίδω κι άλλες αµφιβολίες: «Φανταστείτε Κροατίας, τους στρατιώτες κάθε φρουρίου να καλούν ο ονοµάζοµε την ένας τον άλλο µε τ' όνοµα κάποιου άστρου: Εξοχότητά Του συµφωνώ µε τα ονόµατα Άρης ή Ρηγούλος, τον πα­τρίκιο της αλλά τι να σκεφτώ για το Άστρο του Ωρίωνα, Βενετίας τον ανατολικό Ωρίωνα ή το Αρκτούρος; ΚαταΑυγουστίνο λαβαίνω, µου είπε γελώντας ο Λαζάλ, πως θα Σαγκρέντο, 'πρεπε να σκεφτώ ονόµατα που να θυµίζουν κυβερνήτη της περισσότερο τη λάµψη των µαχών... Αυτή η Ναυπλίας και του λεπτοµέρεια µου είχε διαφύγει, όπως λένε: Αργούς, στον γερνάω αναµφισβήτητα». Πριν χωριστούµε, Μωρέα». Μωρέα». δίνω στο Λαζάλ έναν τόµο του Πλουτάρχου για να εντρυφήσει και να εµπνευστεί. Θα διαβάσω κι εγώ µερικούς. Τόσο καιρό που τους µελετώ, θα 'πρεπε να τους έχω µάθει απέξω. Κι όµως, παρ' όλο που αυτή η οµολογία µ' ενοχλεί, µου συµβαίνει να ψάχνω µάταια ένα απόσπασµα που νόµιζα πως ήξερα απ' την πρώτη λέξη ως την τελευταία. Όπως ο Λαζάλ, έτσι κι εγώ γερνάω...


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

10 Νοεµβρίου Οι οχυρώσεις του Λαζάλ φέρνουν καµιά φορά στη µνήµη βίαιες µάχες, αλλά ποτέ δεν θυµίζουν τον ίδιο. Μπορεί άραγε να δεχτεί η νέα ακρόπολη της Ναυπλίας να µην τον δικαιώσει ούτε αυτή; Ξέρει πως δεν θα της δώσει τ' όνοµα του ακόµα κι αν ήταν αυτός ο καλύτερος τρόπος που θα τον καθιστούσε αθάνατο, όπως άλλωστε το ξέρω κι εγώ, αντίθετα µε το βασιλιά Ναύπλιο, ιδρυτή της πόλης που κυβερνώ σήµερα. Στην πραγµατικότητα, η διακυβέρνηση αυτού του µονάρχη δεν ήταν καθόλου αξιοσέβαστη... Για να εκδικηθεί το γιο του, που λιθοβολήθηκε απ' τους Έλληνες µε την παρακίνηση του Οδυσσέα κάτω από τα τείχη της Τροίας, περιέγραψε στις ακόµα πιστές βασίλισσες τις φανταστικές ανοµίες των συζύγων τους οι οποίοι, στις όχθες του Ελλήσποντου, προτιµούσαν να επιδίδονται, αν θελήσουµε να τον πιστέψουµε, στα γυµνά ­σµατα της Αφροδίτης και όχι του Άρη. Αλλά η εκδίκηση του Ναυπλίου δεν σταµάτησε εκεί: η καταστροφή του ελληνικού στόλου στην επιστροφή του από την Τροία φέρει κι αυτήν την υπογραφή του. Είναι µήπως τυχαίο το ότι οι Τούρκοι, που ήρθαν απ' την Ασία, δεν κατάφεραν ποτέ να καταλάβουν τη Ναυπλία, το ότι οι επιθέσεις τους έσπαζαν πάντα πάνω στα τείχη της; Τα µάγια του αρχαίου βασιλιά φτάνουν ως εµένα δικαιωµατικά, µια και είµαι ο δεύτερος ιδρυτής της Ναυπλίας. Ακόµα, θέλω να βρω όσο πιο γρήγορα γίνεται, ένα όνοµα στο φρούριο µου,

Σελίδα 15

όπως ο καταδικασµένος να πεθάνει πριν απ' τη γέννηση του παιδιού του πατέρας, ώστε, την ηµέρα που θα είναι τέλειο, να πάψει να είναι ανώνυµο και να έχει γίνει οικείο σε όλους από καιρό. 12 Νοεµβρίου Έβγαλα απ' τα κιβώτια µου ένα παλιό λεξικό της µυθολογίας. Μόλις σκεπασµένο από σκόνη, έχει αυτό το άρωµα χάρη στο οποίο αναγνωρίζω µε κλειστά µάτια κάθε αντικείµενο που κληρονόµησα απ' τον παππού µου. Νόµιζα πως θυµόµουνα ότι οι Αρχαίοι αποδίδανε στον Παλαµήδη την ανακάλυψη των πεσσών, που εµείς λέµε ντάµα. Το λεξικό µου το επι­ βεβαιώνει, αλλά προσθέτει: «Σύµφωνα µε ορισµένους, οι περιπέτειες του τρωικού πολέµου του ενέπνευσαν και τους κανόνες του ζατρικίου, αλλά αυτή η γνώµη δεν είναι αποδεκτή από τους περισσότερους συγγραφείς». Τι µε νοιάζει αν αυτή η υπόθεση δεν συγκεντρώνει την οµοφωνία; Ύποπτη ή όχι, τη δέχοµαι πολύ ευχαρίστως. Θα 'λεγα ακόµα πως ικανοποιεί κάποια µυστική αναµονή, αφού ο Παλαµήδης, τόσο αγαπηµένος γιος του Ναυπλίου, µυθικός άρχοντας αυτού του τόπου, δεν είναι ο ήρωας που θα µπορούσε να µ' αφήσει αδιάφορο. Η ιστορία του, θαµµένη κάτω απ' τις πιο µακρινές µου αναµνήσεις, µε κάνει σήµερα να υποκύπτω στη γοητεία του. Οι αρχηγοί των Ελλήνων τον εκλέγουν για να πείσει τον Οδυσσέα να τους συνοδέψει στην πολιορκία της Τροίας. Ο Παλαµήδης αποβιβάζεται στην Ιθάκη. Βρίσκει το βασιλιά του νησιού να σκάβει το χωράφι του, µε ύφος αφηρηµένο, να υποκρίνεται τον τρελό. Αλλά ο αγγελιοφόρος των πριγκιπάτων βρίσκει το κόλπο. Παίρνει στην αγκαλιά

θέλω να βρω όσο πιο γρήγορα γίνεται, ένα όνοµα στο φρούριο µου... ...να πάψει να είναι ανώνυµο και να έχει γίνει οικείο σε όλους από καιρό.


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ του το µικρό Τηλέµαχο και τον βάζει µπροστά στο άροτρο. Το αυλάκι παρακάµπτει το εµπόδιο και η τρέλα χάνεται: ο Παλαµήδης έχει πετύχει την αποστολή του. Ο θάνατος θα είναι η ανταµοιβή για την επιτυχία του, αφού η καλά προετοιµασµένη εκδίκηση του Οδυσσέα θα τον οδηγήσει στο χαµό του. Το ότι συκοφάντησε αυτόν που ξεσκέπασε την απάτη του για να προκαλέσει το λιθοβολισµό του από τους οµοίους του, δεν είναι το καλύτερο στοιχείο του χαρακτήρα του γιου τού Λαέρτη. Γιατί εκείνος που ήταν ικανός να µαταιώσει τις πανουργίες του Οδυσσέα, δεν θα µπορούσε να συλλάβει το σκάκι; Αν πιστέψω το συγγραφέα µου, δεν µπορεί κανείς να υπολογίσει τις εφευρέσεις τις οποίες του αποδίδουν οι Αρχαίοι, από το αλφάβητο ως τα νοµίσµατα. Και αυτός είχε δεχτεί τα διδάγµατα του Κενταύρου, τα οποία νανούριζαν την παιδική µου ηλικία. Ο Χείρων, µαθαίνοντας του πώς να βγάζει ωφέλιµους χυµούς από τα δηλητηριώδη φυτά, του µετέδωσε, κατά πάσα πι­ θανότητα, και την κλίση του για την ανταλλαγή και τη µετουσίωση. Αλλά, τι εχθρότητα θα πρέπει ν' αντιµετώπισε ο αλλόκοτος άνθρωπος που, πρώτος αυτός, θέλησε να µεταφέρει τους ήχους σε γράµµατα, τα κεφάλια των ζώων σε µπρούντζινα κέρµατα, τον πόλεµο σε παιχνίδι; Επικίνδυνος απατεώνας βέβαια, και δεν χρειάζεται να µας ξαφνιάζει που ο Οδυσσέας, για να τον κάνει να χαθεί, τον κατηγόρησε πως ανταλλάσσει γράµµατα µε τον Πρίαµο, αυτόν που σ' όλη του τη ζωή προσπάθησε να ενώσει τα αντίθετα, να βρει το κοινό µέτρο για ό,τι ήταν χωρισµένο. Γιατί να µην επανορθώσω, έστω και αργά, αυτήν την αδικία; Μια µυθική κηδεµονία θα ικανοποιούσε την επιθυµία µου να βρω για το φρούριο κάποιο προστάτη λιγότερο κοινό από τους αγίους του ηµερολογίου. Το οικτρό τέλος του άτυχου καθόλου δεν µε αναχαιτίζει. Ο ήρωας δεν πήρε εκδίκηση µέσον του πατέρα του; Το έργο του δεν επέζησε σαν µεταθανάτια νίκη; Ο Λαζάλ κι εγώ, που παίζουµε όπως θα 'πρεπε να έπαιζε κι αυτός µε τους συντρόφους του, το βεβαιώνουµε.

Σελίδα 16

27 Ιανουαρίου Σήµερα το πρωί, για πρώτη φορά, ανάφερα στο Λαζάλ την ακρόπολη µας της Ναυπλίας µε το όνοµα «Παλαµήδης», σαν αυτή η πατρότητα να εννοείται. Μόλις πέρασε η πρώτη έκπληξη, ο αληθινός πατέρας αναγνώρισε πως αυτό ήταν πράγµατι το όνοµα που ταίριαζε στο έργο του. Το Παλαµήδι θα είναι ασύγκριτα πιο ευχάριστο απ' την Ακροκορινθία. Τι ανία να περνάς τις µέρες σου σε τοΰτη τη βουνοκορφή, κοιτά ­ζοντας τις σκιές να µακραίνουν στην πεδιάδα! Πέρα µακριά, στην άλλη µεριά του Ισθµού, οι Τούρκοι είναι αόρατοι: εξαιτίας της ειρήνης ή µήπως της αδιαφορίας; Ο Βενιέ έφυγε χωρίς να κάνει τον κόπο να κρύψει τη χαρά του, εξαντληµένος από αυτήν την ατέλειωτη παραµονή. Η Ναυπλία δεν δηµιουργεί τέτοια αίσθηση µηδαµινότητας. Στην Κόρινθο, δεν υπάρχει καµιά πόλη αντάξια αυτής της ονοµασίας, κανένα λιµάνι, κανένα εµπόριο, τίποτα εκτός από ένα µέρος οχυρωµένο που δε�� προστατεύει τίποτα: απλή σφραγίδα στο κάτω µέρος ενός τίτλου κυριότητας για τον οποίο καυχάται η Γαληνότατη ∆ηµοκρατία. Μ' αρέσει να βλέπω τον κόσµο από ψηλά, αλλά θέλω και διαφορετικά επίπεδα. Ενώ ο Ακροκόρινθος περιτριγυρίζεται από βάραθρα, εγώ έχω εκεί κάτω τα τρία σκαλοπάτια µου, έτσι όπως οι άγγελοι που ανεβαίνουν ή κατεβαίνουν την κλίµακα του Ιακώβ: το λιµάνι, την Ακροναυπλία, το Παλαµήδι. Είναι


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 17

νεχιστεί. ∆εν θα συνέλθει αν ο Πρίαµος δεν φύγει γρήγορα... η εικόνα της ζωής µου που ποτέ δεν βρήκε τόπο να σταθεί. Ακόµα και η διαθήκη µου µε κάνει ξένο µέσα στο ίδιο το παλάτι µου της Βενετίας. 20 Μαΐου Ανέβηκα στο χώρο των έργων σήµερα το πρωί. Πριν στείλω στην Καγκελαρία την αναφορά µου σχετικά µε την πρόοδο των έργων, θέλησα να σιγουρευτώ πως δεν έγινε κανένα λάθος. Επωφελήθηκα από την ευκαιρία αυτή για να υποβάλω στο Λαζάλ τα σχέδια µου για τη µνηµειώδη είσοδο. Χρειάστηκε να ξεπεράσω κάποια σχεδόν παιδική δειλία, και ακόµα παραξενεύοµαι που ένας άνθρωπος, του οποίου το ταλέντο µε συνθλίβει, δέχεται µε τέτοιο αυθορµητισµό αυτό που ένα πιο ευερέθιστο πνεύµα θα έπαιρνε για προσβολή. Σαν να ένιωθε την ανάγκη να µ' ευχαριστήσει, ο Λαζάλ µου προτείνει διάφορα ονόµατα για τα εφτά φρούρια. «Τι θα µπορούσα όµως να σας προτείνω που µην το 'χετε ήδη σκεφτεί;» ∆εν έχει άδικο, αλλά έχω ανάγκη να νιώσω τονωµένος. Είναι σίγουρο πως, πάνω από µια φορά, σκέφτηκα πως τ' όνοµα Αχιλλεύς επιβαλλόταν, κυρίως στις στιγµές εκείνες στις οποίες, παρατηρώντας τον µπρούντζο που έφερε ο Βιτσέντζο, παραµέριζα τις υποθέσεις µου. Μπορεί όµως να γίνει αρχηγός των στρατιωτών της φρουράς που η καθηµερινή τους ζωή τόσο λίγο µοιάζει µε τα κατορθώµατα του ήρωα; Σ' ένα φρούριο, ακόµα και οι πιο ανήσυχοι, µάταια ταράζονται, νιώθουν γέροι. Ο λόγος που θα ζητούσα απ' τους στρατιώτες να µιµηθούν το νεότερο από τους πολεµιστές του Οµήρου θα ήταν, µήπως, για να ισορροπήσω αυτό το συναίσθηµα; Για λόγους που συνδέονται στενά µε τις δικές µου ατέλειες, δεν ένιωσα ποτέ ιδιαίτερη προτίµηση για τον Αχιλλέα. Ακόµα και η ευνοϊκή συµπεριφορά του προς τον Πρίαµο, προδίδει τον ακαλλιέργητο άνθρωπο: ενώ για µερικά λεπτά µαλακώνει και θρηνεί φέρνοντας στο νου του τον πατέρα του, νιώθει πως αυτή η σχεδόν γυναικεία αντίδραση δεν θα συ-

Μπορεί και να υπερβάλλω. Αν δώσουµε σ' ένα από τα φρούρια τ' όνοµα του Αχιλλέα, ο λόγος που θα βγάλω στους κατόχους του θ' αποσιωπήσει τις τόσο λίγο εποικοδοµητικές σκέψεις. Αυτό δεν θα µε κάνει να υποφέρω λιγότερο, αφού δεν έχω το χάρισµα να πλέκω το εγκώµιο της νεότητας. Με τέτοιες συνθήκες, ό,τι και να πω ηχεί λάθος. ∆ίχως αµφιβολία, πρόκειται για κάποιο εσωτερικό αυτί που καταλαβαίνει ότι ο τόνος δεν είναι ο σωστός, όµως εγώ τρέµω πάντα µήπως γίνει αντιληπτός απ' το ακροατήριο µου. ∆εν τολµώ να οµολογήσω στο Λαζάλ πως η ιδέα δεν µ' αρέσει και πολύ. Κρατάω την πρόταση του, όπως έχουµε καθήκον να δεχόµαστε τις ενοχλητικές προσκλήσεις. ∆εν θα του οµολογούσα ότι οι προτιµήσεις µου µε οδηγούσαν στον Έκτορα: κακός οιωνός αυτή η αδυναµία µου για τους νικηµένους... Επειδή είχαµε κι άλλα θέµατα να συζητήσουµε, ο Λαζάλ µου έδωσε έναν κατάλογο µε όλα τα ονόµατα τα οποία σκεφτόταν. Θα τον µελετήσω αύριο. 22 Μαΐου Τουλάχιστο µια βεβαιότητα: το φρούριο στο οποίο θα µένω δεν θα έχει κύριο όνοµα. Τόσο το χειρότερο αν τα κακά πνεύµατα βρίσκουν σε τούτη τη µετριοφροσύνη αλάνθαστο σηµάδι περηφάνιας. Παρ' όλες τις κολακευτικές προτάσεις του Λαζάλ, θα είναι


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ απλά και µόνο το Αρχηγείο. Για τα υπόλοιπα, αφήνοµαι στις συµβουλές του. Τα ονόµατα Μιλτιάδης και Θεµιστοκλής ταιριάζουν περίφηµα, κυρίως το δεύτερο, µια που ο Θεµιστοκλής επιστεγάζει τη σταδιοδροµία του µε µια θαυµάσια προδοσία. Όσο για τα Πελοπίδας και Επαµεινώνδας, η ιδέα βέβαια δεν χαρακτηρίζει καµιά µεγάλη ανακάλυψη, αλλά είναι κατ' ευχήν στρατιωτική. Τα είχα µε τον εαυτό µου που χώρισα τους δύο συντρόφους, παρ' όλο που τείνω να πουλήσω τον πρώτο. Για ν' αναπτερώσω το θάρρος των στρατιωτών µου, δεν θα ήταν σκόπιµο να µειώσω υπερβολικά εκείνον που αφιέρωνε σε ασκήσεις το χρόνο που ο άλλος περνούσε διαβάζοντας φιλοσοφικά βιβλία... Όµως, φοβάµαι µήπως κανένας απ' τους λόγους µου δεν φτάσει ποτέ τη δύναµη που θα είχαν πιο στέρεα επιχειρήµατα. Υπό µορφήν παραίνεσης, ο Βρέννος, µακρινός απόγονος του Λαζάλ, διάλεγε τους πιο αδύναµους αιχµάλωτους, τους σκέπαζε µε κουρέλια και τους άφηνε στον εµπαιγµό των στρατιωτών του, πλαισιοµένους από υπερβολικά στολισµένους γίγαντες της προσωπικής του φρουράς. Όµως, αυτή η ρητορεία που ηχεί τόσο βάρβαρα, δεν είναι γι' αυτόν το λόγο λιγότερο ανεκτή και πολύτιµη. Οι Γαλάτες του Βρέννου θα καταριόντουσαν τον αρχηγό τους όταν, στη µέση της µάχης, δεν είχαν να κάνουν παρά µε ζαρωµένους πολεµιστές. Ο Καίσαρ ήταν καλύτερος γνώστης της ψυχής: αν µάθαινε ότι οι άντρες του φοβόντουσαν τον εχθρό, υπερέβαλλε ακόµα πιο πολύ τον αριθµό και τη δύναµη του αντιπάλου του…

Σελίδα 18

26 Μαΐου Άλλο ένα όνοµα και θα φτάσω στα εφτά. Ανάµεσα στους αγαπηµένους ήρωες του Πλουτάρχου, διάλεξα τον Φωκίωνα, τον οποίο είχε ξεχάσει ο Λαζάλ. Καλή ευκαιρία για ν' αποδοθεί δικαιοσύνη σ' αυτόν τον παλιό µαθητή του Πλάτωνα, σε ανάµνηση της εποχής κατά την οποία οι στρατηγοί είχαν τέτοιους δασκάλους. Πώς όµως οι Αθηναίοι θα µπορούσαν να καταλάβουν ότι αυτός ο αντίπαλος του ∆ηµοσθένη δεν ήταν λιγότερο συνεργός του εχθρού, ότι η επιθυµία του για ειρήνη δεν ήταν προδοσία; Είναι αυτός, ο υποτιθέµενος φίλος των Μακεδόνων, που διακρίνεται περισσότερο στη µάχη και καταδικάζει σε ήττα τον Φίλιππο. Αλλά, οι συµπολίτες του —ήταν άραγε οι ίδιοι που είχαν σκοτώσει το Σωκράτη;— θα του είναι τόσο αγνώµονες ώστε να τον καταδικάσουν σε θάνατο δίχως να τολµήσουν να τον ακούσουν. Σπουδαίο πράγµα που του έστησαν αργότερα άγαλµα! Είναι η σειρά µου να κα­ τακυρώσω σήµερα ετούτη τη µεταθανάτια αποκατάσταση. Ο Φωκίων, που ονοµάστηκε δεκάδες φορές αρχιστράτηγος και επιπλέον ήταν ανίκανος στα πεδία των µαχών, έρχεται να κλείσει επάξια τον κατάλογο των στρατιωτικών προτύπων µου. Μπροστά στα µάτια µου στέκεται ό,τι τον χαντάκωσε: η αίσθηση του µέτριου που είχε, πράγµα που τον κάνει ακόµα και σήµερα να θεωρείται άνθρωπος χλιαρός. Πηγή Μ. ΡΑΣΙΝ

Ο κυβερνήτης του Μωρέως, µτφρ. Εύη Βαγγελάτου, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1982

Τα ονόµατα Μιλτιάδης και Θεµιστοκλής ταιριάζουν περίφηµα...Ανάµε σα στους αγαπηµένους ήρωες του Πλουτάρχου, διάλεξα τον Φωκίωνα...


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 19

∆εύτερη περίοδος Τουρκοκρατίας (1715 (1715– 1715– 1822) «Σάββατο ηµέρα επάρθηκε, ήταν κοντά στο γέµα που µεσ΄στ΄’ Ανάπλι έτρεχε σαν ποτάµι το γαίµα». (Λαϊκός Θρήνος) Η κάπως κοσµοπολίτικη όψη που παρουσίαζε τ’ Ανάπλι τον καιρό των Βενετσάνων άλλαξε απότοµα τώρα. Μια ατµόσφαιρα καχυποψίας και ανατολίτικης τυραννίας έκανε σχεδόν αβάσταχτη τη ζωή µέσα στα κάστρα του. Βαρύς θα αντηχούσε το δειλινό ο κρότος από τις καστρόπορτες, καθώς έκλειναν ως την άλλη αυγή. Οι παλαιές οχυρώσεις των Ενετών, προορισµένες για την άµυνα των πόλεων, καταδείκνυαν παράλληλα την οικονοµική και διοικητική αξία των αποικιοκρατικών κέντρων συµβολίζοντας τον πλούτο και την ισχύ των ίδιων των κατακτητών. Το Ναύπλιο ήταν «πάνοπλο», ιδιαίτερα ιδια τερα επειδή επειδ διέθετε δι θετε το Παλαµήδι Παλαµ δι που µέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα θεωρείτο ένα από τα πιο ισχυρά οχυρά της οθωµανικής αυτοκρατορίας και το σηµαντικότερο φρούριο στην Πελοπόννησο. Οι Οθωµανοί αρκέστηκαν στην επιδιόρθωση και τη χρήση των ήδη

υπαρχόντων ενετικών φρουρίων (Παλαµήδι, Ιτς καλέ και Μπούρτζι) χωρίς να ενισχύσουν µε νέα οχυρωµατικά έργα την άµυνα της πόλης. Η στρατιωτική διοίκηση της πόλης‐φρουρίου ανατέθηκε σε πασά δυο ιππουρίδων (µιρί‐µιράν), ο οποίος δεν απολάµβανε ευρύτερη διοικητική εξουσία, αλλά διατηρούσε µια σχετική αυτονοµία από τον µόρα‐βαλεσί στη διοίκηση της πόλης‐φρουρίου. Η δικαιοδοσία του πασά, αν και περιορισµένη µέσα στα φρούρια, ήταν απόλυτη όσον αφορά την είσοδο και έξοδο σε αυτά, στον βαθµό που να µπορούν να αποτελέσουν άσυλο ακόµη και για διωκόµενους από τον µόρα‐βαλεσί. Αυτή η στρατιωτική εξουσία ίσχυε σε όλα τα φρούρια της Πελοποννήσου και εφαρµοζόταν προφανώς σε εξαιρετικές περιστάσεις, ενώ γενικευµένη και πάγια ήταν η µεγάλη δυσκολία της εισόδου ξένων (χριστιανών) στα κάστρα. Για να επιτραπεί η είσοδος στα φρούρια της Πελοποννήσου έπρεπε οι ενδιαφερόµενοι να διαθέτουν σουλτανικό φιρµάνι, εκτός από την άδεια του βαλή. Στο Ναύπλιο, φυλασσόταν ιδιαίτερα το Παλαµήδι ֹ δεν επιτρεπόταν να εισέλθουν χριστιανοί και ο Ληκ δυσκολεύτηκε να το επισκεφτεί παρότι έφερε φιρµάνι από την Υψηλή Πύλη και άδεια εισόδου από τον πασά της Πελοποννήσου.Κατά την ενετική και οθωµανική κυριαρχία, η πόλη και τα


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ φρούρια του Ναυπλίου αποτελούσαν διακεκριµένους χώρους, οι λειτουργίες των οποίων ήταν απόλυτα αλληλένδετες µεταξύ τους καθώς εντάσσονταν στο πλαίσιο µιας ενιαίας διοίκησης. Ο πασάς ήταν υπεύθυνος για την ασφάλεια της πόλης και των κατοίκων της, οι οποίοι επιβαρύνονταν µε φόρους και αγγαρείες για τη συντήρηση των κάστρων. Ωστόσο, ο πασάς του Ναυπλίου συνέβαινε να απαιτήσει την κάλυψη των εξόδων συντήρησης του σαραγιού του από τους µη µουσουλµάνους της πόλης ή του βιλαετιού, οι οποίοι ενίοτε διαµαρτύρονταν στην κεντρική διοίκηση. Ο αριθµός των φρουρών της πόλης υποδεικνύει τις αµυντικές ανάγκες της σε καιρό ειρήνης ή πολέµου και συνιστά δείκτη για την εκάστοτε διοικητική, στρατιωτική και εµπορική σηµασία της. Κατά την εξαιρετικά σύντοµη πολιορκία του 1715, το Ναύπλιο υπερασπίστηκαν περίπου 5.000 στρατιώτες της ενετικής φρουράς, ενώ τον πληθυσµό του αποτελούσαν λιγότεροι από 6.000 κάτοικοι. Αµέσως µετά την άλωση της πρώην πρωτεύουσας του Μοριά, ο µεγάλος βεζίρης όρισε 4.000 γενίτσαρους για τη φύλαξή της. Στη συνέχεια, σύµφωνα µε τον Λαµπρινίδη, τη µόνιµη φρουρά του Ναυπλίου συνιστούσαν 120 ένοπλοι και τρεις ορτάδες γενίτσαρων υπό τις εντολές ενός γενίτσαρου αγά, δηλαδή συνολικά περίπου

Σελίδα 20

2.000 στρατιώτες. Ο αριθµός µοιάζει υπερβολικός και οι λιγοστές πληροφορίες που διαθέτουµε παρουσιάζουν µικρότερα νούµερα. Σε στοιχεία τα οποία παραθέτει ο Ν. Μοσχόπουλος σε µισθολογικό πίνακα του 1750 για τις φρουρές των γενίτσαρων στην Ελλάδα, δεν περιλαµβάνεται το φρούριο του Ναυπλίου. Πιθανότατα οι γενίτσαροι φύλασσαν το Παλαµήδι και σε αυτήν τη φρουρά αναφέρεται ο J.H. van Kinsbergen, όταν καταγράφει ότι το 1790 την πόλη φρουρούσαν 400 γενίτσαροι. Στις παραµονές της επανάστασης, όπως αναφέρει ο Κόκκινος, τη µόνιµη φρουρά απάρτιζαν 800 γενίτσαροι και Αλβανοί. Τέλος, στις 11 Ιουνίου 1825, το εκτελεστικό ζήτησε εγγράφως από το υπουργείο πολέµου : «να ασφαλισθή το Παλαµήδι, διοριζοµένου του Συνταγµατάρχου Φαβιέρου και του Στρατηγού Κ. Μεταξά να έχωσι την επί παντός επιστασίαν, η δε φρουρά του φρουρίου τούτου να µην είναι κάτω των 250».


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ Μάνθος Ιωάννου

Σελίδα 21


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 22


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 23


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

………………………………………….

Σελίδα 24


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 25

Ατυχής έφοδος κατά του φρουρίου του Ναυπλίου

ΑΦΟΥ ∆Ε ΕΣΥΝΑΧΘΗΣΑΝ τά στρατεύµατα είς την Αριαν του Ναυπλίου όλα µε τους αρχηγούς των, ο Ίωάσαφ Βυζάντιος τους έβαλεν ένθουσιαστικόν λόγον. Ή δέ έφοδος έγεινεν ώς εξής. Ή θέσις η ονοµα­ ζόµενη Αρβανιτιά είναι κάτω από το Παλαµήδιον µεσηµβρινοδυτικως µεταξύ της σκεπαστής κρυφής ανόδου. Ό δέ βράχος ο µεταξύ του Ίτσ-καλαί και του Παλαµηδίου ονοµάζεται Καραθώνα. Όστις έβγαίνει από την πόρταν της ξηράς και πηγαίνει τον άνήφορον δια το Παλαµήδιον, δεξιά άφίνει την άκραν της φόσας (τάφρου), και αριστερά την βρύσιν προχωρών δέ φθάνει είς το Κούπταπισί και εις τον δρόµον του Πορτέλλου. Έµπροσθεν υπάρχει το κόµµα του βράχου, το χωρίζον το Ίτσκαλαί κατά διάσελα, και άρχεται η Καραθώνα, η οποία πίπτει είς τον αίγιαλόν διαχωρίζουσα το Ίτσ-καλαί. Είς δέ την Άρβανιτιάν αναβαίνει τις διά τινος µικράς σκαλίτσας, η οποία στρέφει αριστερά όπου διέρχεται

στενωπός δροµίσκος υπό τους βράχους του Παλαµηδίου καί της θαλάσσης διευθυνόµενος µακράν. Το δέ τείχος τής πόλεως αρχίζει ευθύς από την µεγάλην πόρταν τής ξηράς καί φθάνει κάτω έως είς τό κανονοστάσιον τής ξηράς, όπου είναι η τάπια του Γιαλού καί τό όπλοστάσιον. Οί Έλληνες τακτικοί καί άτακτοι καί ώς πενήντα Γερµανοί, οίτινες ήσαν εκεί, οί λεγόµενοι φιλέλληνες, καί ήσαν άληθινώς τοιούτοι, διότι εως τότε δέν είχαν έλθει πολλοί εκ των φιλελλήνων, κατόπιν όµως ήρχοντο άπό την Εύρώπην ένας ένας καί από πολλάς πόλεις. Ούτοι όλοι επήγαν αντικρύ του πορτέλλου καί µεταξύ τής


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

µεγάλης πόρτας καί του κούπ-ταπί άνωθεν καί είς τό άκρον τής τάφρου· έκεί έβαλαν µερικαίς σκάλαις είς τό τείχος, άλλά δυστυχώς αύται δέν έφθαναν έως επάνω, άλλ' ούτε σχοινιά έφεραν µαζύ των διά να τάς ενώσουν ανά δύο καί νά κάµουν µίαν σκάλαν διά ν' άναβούν, καί τοιουτοτρόπως δέν έπροχώρησαν πέρα, άλλ' έτραβήχθησαν οπίσω εις την ξηρόβρυσιν και από κάτω από τους βράχους του Παλαµηδίου, άνωθεν και όπισθεν του υδραγωγείου έως του Κυβερνήτου το καφενείον* διότι τότε εκεί ήτο τεκές ∆ίου έµόναζεν ένας δερβίσης, και πέρα ακόµη του βράχου και του υδραγωγείου, το όποιον πηγαίνει έως εις την Πρόνοιαν ήτις ήτο όλη σχεδόν γεµάτη Τουρκοµνήµατα έως πέρα εις τους Άγιους Παντας και το Άγγουρώον λεγόµενον. Αυτό εσκαλίσθη επί της Αντιβασιλείας· οι δέ Ελληνες ώνόµασαν αυτόν τον λέοντα άγγουρώον, διότι έθαπταν τους αποθνήσκοντας εκεί Βαυαρούς, οι οποίοι έτρωγαν τα παραγενοµένα κίτρινα αγγούρια, έτρωγαν τά κολο-

Σελίδα 26

κύθια άβραστα, και τα πεπόνια βρασµένα καθώς και τους σκύλους, τους γάτους κλπ. Αυτή η ακάθαρτος τροφή τους έφερεν άσθένειαν και άπέθνησκον. Εις µνήµην δέ των αποθανόντων έσκάλισαν εις τον βράχον τον άνωθεν του νεκρο­ ταφείου τούτον τον λέοντα. Ητο δέ γεµάτος ο τόπος µάν-

δραις, µνήµατα, κυπαρίσσια, και άλλα δένδρα διάφορα, αθάνατοι φυτευµένοι πολλοί, ώστε εδυσκολεύετο ό άνθρωπος να περάση εύκολα. Οι Έλληνες έπερίµεναν έκεί έως ότου πλησιάσουν οι θαλασσινοί µέ τά πλοία κατά το συµφωνηθέν


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

σχέδιον, και ούτω να δοθή το σηµείον της εφόδου· άλλά δυστυχώς οι θαλασσινοί δέν έδυνήθησαν να πλησιάσουν διότι ό αέρας δέν τους έβοήθησε Τό σηµείον εδόθη, έτουφέκισαν οι έκτός του Παλαµηδίου Ελληνες άνακατώθησαν οι Τούρκοι και εννόησαν, ότι θά γείνη έφοδος άρχισε τό φρούριον να κανονοβολή άπό όλα τά µέρη γύρωθεν* µάλιστα εις το Παλαµήδιον είχον ανάψει φώτα βεγγαλικά, τά όποια εύρίσκοντο από των χρόνων των Βενετών, και έχυσαν αύτάς τάς φλόγας έµπροσθεν και έκτος του τείχους του φρουρίου, και έβλεπαν µακράν οι Τούρκοι, οι όποιοι έσπειραν και τρίγωνα σιδηρά νά τρυπώνται οι στρατιώται και τά άλογα· έφεραν πυροβολιτάς Φράγκους άπό τό νεοφερµένον πλοίον. και µας έζάλισαν άπό τάς σφαίρας και τά µπαλαµυδράλια. Άλλ' όµως έσώθηµεν διά της συµβουλής του άρχηγού Κολοκοτρώνη, όστις άπό τα φώτα εννόησε τον άρχιπυροβολιτήν τον διοι-

Σελίδα 27

κούντα τά κανονοστάσια και άφού έπηρεν έως δέκα στρατιώτας διέταξε νά τουφεκίσουν όλοι διαµιάς εκεί όπου θέλει

τους δείξει, καί αφού τους

έδειξε το µέρος, όλοι αυτοί οµού έτουφέκισαν καί έσκότωσαν τόν άρχιπυροβολιτήν, καί ούτως έπαυσεν ο κανονοβολισµός, µας ερµήνευσε νά µή στεκώµεθα όρθιοι έως ότου σχάση ή βόµβα. Ή νύκτα έσώθη και άρχισεν ή ήµερα και τότε οί Τούρκοι έβλεπαν τους Ελληνας και έστρεψαν τά κανόνια κατ' αυτών, ότε ο ∆. Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης διέταξαν την όπισθοχώρησιν.


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ Ό φόνος των Ελλήνων έγεινε κατά του Κυβερνήτου τό περιβόλι άνωθεν και κάτωθεν του υδραγωγείου, όπου τώρα είναι ο δηµόσιος αµαξιτός δρόµος, ή βρύσις και ή πλατεία του στρατιωτικού γυµνασίου* τό δε περιβόλι ήτο στενόµακρον έως πέρα εις τού Καλλέργη τό χάνι* εις δέ τό άρκτικόν µέρος κατά τήν θάλασσαν ήτο λάσπη και δέν έπατείτο ό τόπος, και τότε έλειπε τό πρόχωµα τό οποίον είναι τώρα έξω τής τάφρου. Εκεί πλησίον τής βρύσεως και του εµβάσµατος του Ναυπλίου κατ' ανατολάς έµενεν ο Αναγνώστης Κελµπερής καπετάνιος του χωρίου Κοσµά άπό τά λεγόµενα Όλυµποχώρια. Παλαιόθεν τό χωρίον Κοσµά ώς και τά λοιπά εκεί χωρία ανήκον εις τήν έπαρχίαν τού Άργους, οί δέ στρατιώται και οί καπεταναίοι ήρχοντο και ένούντο µέ τους Άργείους εις τους πολέµους. Έκεί ήσαν και ό Αποστόλης Κολοκοτρώνης, ό Νικήτας Σταµατελόπουλος και Αλλοι πολλοί αξιωµατικοί, οί ο-

Σελίδα 28

ποίοι έτρόµαξαν έως ότου νά φύγουν, διότι σφαίρα κανονίου έσύντριψε τόν πόδα του Κελµπερή επάνω εις τόν µηρόν, καί δέν έδύνατο νά περιπατήση* άρπαζεν άπό τήν φουστανέλλαν τους καπεταναίους καί έζήτει βοήθειαν, άλλα δέν είχε τόν βοηθούντα, καί, τον παρήτησαν όλοι,

διότι ήθελαν νά σώσουν τόν εαυτόν των. Έπειτα οι Τούρκοι έβγήκαν καί τόν επήραν µέσα εις τό Ναύπλιον. ΟΙ δέ Εβραίοι διά νά δείξουν εις τους Τούρκους, ότι έχουν τό αυτό πάθος µέ αυτούς κατά των Ελλήνων, τόν έσυραν εις τους δρόµους τής πόλεως καί ένόσω έζη του έκαµαν µυρία µαρτύρια,


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

εµπαιγµούς καί ύβρεις, καί µάλιστα τινές εξ αυτών έµάσαγαν τά αυτιά του, τάχα ότι έκινούντο άπό περβολικόν πάθος καί διά νά ευχαριστήσουν τους Τούρκους. Αφού δέ άπέθανεν ό Κελµπερής, έπειτα τόν έρριψαν εις τήν θάλασσαν. Κατά δέ τήν όπισθοχώρησιν τών Ελλήνων και πριν φθάσουν ούτοι φεύγοντες κατά το µέρος τών βυρσοδεψείων, διότι έως έκεί έφθαναν τά µπαλαµυδράλια τών κανονίων έχει έθερίσθησαν πολλοί τών στρατιωτών εξ όλων των σωµάτων το όλον ώς πενήντα, και έµειναν νεκροί, και πολλοί πληγωµένοι- εκ δέ τών φιλελλήνων τακτικών µόνον εικοσιοκτώ έφονεύθησαν. οι δέ πληγωµένοι ήσαν περισσότεροι, ο δέ φόνος αυτός τους διέλυσε, διότι έλαβώθη ελαφρώς και ό Γκουβερνάτ ο αρχηγός των. Έπειτα τά λοιπά στρατεύµατα ετραβήχθησαν εις τό Άργος και ήκολούθει πάλιν η

Σελίδα 29

τακτική πολιορκία του Ναυπλίου. Φ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ Ή ΦΩΤΑΚΟΣ

Αποµνηµονεύµατα περί τής Ελληνικής Επαναστάσεως, τόµ. Α, ΕΚδ. Χ. Μπούρας, Αθήνα χχ


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 30

Έτσι εγλύτωσα και απ’αυτήν την έγνοια του Αναπλιού

ΕΠΕΙ∆Η ΚΑΙ ΕΙΧΑΝ Α∆ΥΝΑΤΙΣΕΙ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΕΙΣ Τ' ΑΝΑΠΛΙ, είχα α-

φήκει πολλά ολίγους Εκει µε τον Στάϊκο, και εβάσταγα τά ∆ερβενάκια, δια να µην έρθουν βοήθεια από την Κόρινθο. Το γράµµα το επήγαν του Στάικου, ο Στάϊκος έκραξε τους Τούρκους και τους έδωσε το γράµµα εις τάς 29 το εσπέρας. Το γράµµα, αφού το έλαβαν, έκαµαν συνέλευσιν εις την χώραν και έκραξαν τον Τεζτάραγα και άλλους σηµαντικούς να κατεβούν από το Παλαµήδι, διά νά δώσουν την απόκριση, και άφηκαν εννιά ανθρώπους εις Μπεζειράν τάπια και καµµιά δεκαριά τζεταρτάσια* ∆έκα... και δυό-τρεις Αρβανίτες εις την Γιουρ-τάπια. Άφηκαν τόσους ολίγους εις το Παλαµήδι, διατί δεν είχαν φόβο από τους Έλληνας, όπου ήτον απέξω, διατί ήτον ολίγοι. ∆ύο Αρβανίτες κρεµούνται από την τάπια και πάνε εις τον Στάϊκο και του λένε, ότι οι Τούρκοι έκατέβηκαν εις την χώρα και πάµε νά πάροµε το κάστρο, και αν δεν σας λέµε αλήθεια, βαστάτε τον ένα εδώ και σκοτώστε

µας έπειτα, αν έβγει ψεύµα. Ό Στάικος επήρε τους στρατιώτας και επήδησε µέσα. Οι Τούρκοι όπου ήσαν εις τές άλλες τάπιες, εκατέβηκαν εις την χώρα, και µερικοί όπου ήσαν εις τήν Τζοτάρ.

Έµβήκαν τά µεσάνυκτα ξηµερώνοντας του αγίου Άνδρέως. Έρριξε κανόνια και έκατάλαβα ότι επήραν το Παλαµήδι. Έκαβάλληκα ευθύς* πήγαινα στο δρόµο, απάντησα τον πεζοδρόµο, όπου έστειλε ο Στάικος δια να µε δώσει τήν είδηση. Εις το ορδί είχα αφήκει τον Πάνο, τον Γενναίο κλπ. Τον πεζοδρόµο τον έστειλα εις το στράτευµα, διά νά δώσει την είδηση και των άλλων. Όσο νά πάγω εις το Παλαµήδι, ο Στάϊκος το είχε παστρέψει από τους Τούρκους. Ανέβηκα εις


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ το

Παλα-

µήδι,

Σελίδα 31

άφήσοµε πέτρα εις την άλλην πέ-

ρί-

τρα». Του άπεκρίθηκα: «Βρέ Αρ-

χνοντας οι

βανίτη, τίνος τά λες αυτά; "Ας πολε

εδικοί µας

-µήσοµε και µια φορά καβάλλα,

πενήντα

και τότε βλέπετε! Την χώρα αν την

κανόνια.

κάψετε, οι προγονοί µας την

Άµα επήγα επρόσταξα και γύρισαν τά

έφκιασαν, και πάλιν την φκιάνου-

κανόνια κατά την χώρα και τον "Ιτς

µε, εσείς όµως, θά σας περάσοµε

Καλέ. Έστειλα και είπαν των Τούρ-

όλους άπό τό σπαθί». Οι µπέηδες

κων

νά

µε είπαν: «Μην τον άκούς αυτόν,

όµιλήσοµε. Ήλθαν εις το Παλαµήδι οι

διότι είναι εργένης, ας ερωτήσει και

µπέηδες και ένας Αρβανίτης, αρχηγός

ήµας όπου είµεθα φαµελίτες. Έµείς

των Αρβανιτών τους είπα: «ΤΙ κάµνετε

πάµε κάτω, κάµνοµε τό τραττάτο,

τώρα; Να µου παραδώσετε όλα τά κά-

τό ύπογράφοµε και σας τό στέλνο-

στρα και τά άρµατα σας, και νά σας

µε µέ τά κλειδιά, και νά µας δώκεις

γλυτώσω την ζωήν και τά παιδιά σας,

τό ίδιο άπό τό µέρος σας και τον

νά πάρετε δύο µόνον αλλαξές και νά

όρκο σου». Έτσι έκατέβηκαν κάτω,

σας βαρκάρω εις καράβια ελληνικά, και

έκαµαν συνέλευση, υπόγραψαν

νά πάτε όπου θέλετε· Οταν µου δώσετε

την συνθήκη, και την έστειλαν µέ

τά κλειδιά όλων των κάστρων και βά-

τά κλειδιά. Ό Άλήπάσας και άλλος

λω ανθρώπους µου, τότε σας δίδω

ένας πασάς δέν υπόγραψαν, διατί

στρατιώτας και σας συντροφεύουν

έφοβουντο άπό τόν Σουλτάνο, και

και σας βαρκάρουν άπό τά Πέντε Α-

εκείνους µέ σαρανταπέντε ψυχάς

δέλφια».

τους έβάσταξα αιχµαλώτους του

Ό Αρβανίτης λέγει: «Τά άρµατα µας

πολέµου.

αρχηγών

νά

έλθουν

δεν τά δίδοµε και θά πολεµήσοµε, θά κάψοµε

την χώρα, και

νά

µην


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 32

είχαν έξοδεµένα διά ζωοτροφίας Μετά του άγιου Άνδρέως τρεις τέσσερες

ήµερες

έστειλα

στρατεύµατα,

έπιασα τόν Ιτς Καλέ, τά Πέντε Αδέλφια, του γιαλού, της ξηράς την τάπια και έστειλα ανθρώπους κι έµάζωναν τά πράγµατα τά τούρκικα εις τά τζαµιά. Έγραψα νά έρθουν άπό την Ύδρα και Σπέτσες και έστειλαν καράβια. Τό κάστρο τό είχα κλεισµένο, διά νά µη γε-

είς την πολιορκία. Ασηµικά και σκουτικά ήσαν πολλά, τους έδωσα ασηµικά και σκουτικά διά τόν ναύλον τους των καραβιών. Εις τρεις ήµερες έκατέβηκα από τό Παλάµηδι εις του Άγα πασά τά σπίτια. Τά λάφυρα τά έβαλαν εις δηµοπρασία, και κάθε επαρχία και τά νησιά επήραν τό ανάλογόν τους. Έτσι έγλύτωσα και άπ' αυτήν τήν έγνοια του Αναπλιού. θ.ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ «

νούν καταχρήσεις. Εις τά φρούρια έστειλα άπό όλα τά σώµατα. Τους έµβαρκάρησα τους Τούρκους διά την Σµύρνη, και έστειλε και ή Γερουσία δια να παρευρεθοΰν εις την πτώση και εις τά λάφυρα. Τά καράβια τά έκαµα παζάρι εκατόν δέκα χιλιάδες γρόσια. Όσο πράγµα έµεινε, τό έβαλαν είς τά τζαµιά, τό λοιπόν τό άρπαξαν οι Έλληνες. Χρήµατα µετρητά δεν ευρέθησαν, διότι τά


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 33

Η Άλωση του Παλαµηδίου & η παράδοση του Ναυπλίου


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 34

...από το βιβλίο του Μ.Λαµπρυνίδη “Η “Η ΝΑΥΠΛΙΑ» ΝΑΥΠΛΙΑ»


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 35


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 36


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 37


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 38


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 39


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 40


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 41


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 42

… Ο Φρούραρχος του Ναυπλίου αφού διάβασε την επιστολή του Θ. Κολοκοτρώνη φώναξε τον Β. Χριστακόπουλο και αφού του έδειξε την επιστολή του είπε πως αν ακολουθήσουν τη βία του Κολοκοτρώνη θα µαζέψουν όλους τους Έλληνες στην πυριτιδαποθήκη και θα την ανατινάξουν . Του ζήτησε να πει στον Επίσκοπο Βρεσθένης να γράψει στον Κολοκοτρώνη να µιλήσουν, να συµφωνήσουν και να παραδώσουν το Κάστρο αλλιώς θα πάρουν τα µέτρα τους. Ο Βασ. Χριστακόπουλος αφού ενηµέρωσε τα µέλη της Επιτροπής για όσα του είπε ο Αλή Πασάς, έγραψαν στον Κολοκοτρώνη παρακαλόντας τον να σταµατήσει το πυρ και να δεχθεί συµφωνία. Ο Κολοκοτρώνης απάντησε αµέσως στην Επιτροπή να ενηµερώσει τον Αλή Πασά να στείλει στο Παλαµήδι αντιπροσώπους για να συµφωνήσουν την παράδοση της πόλης. Οι Τούρκοι έστειλαν στο Παλαµήδι επιτροπή από τους προύχοντες, µεταξύ των οποίων συµµετείχε και ένας Αλβανός Αγάς, για να διαπραγµατευτούν µε τον Θ. Κολοκοτρώνη τους όρους παράδοσης της πόλης του Ναυπλίου.


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 43


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 44


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 45


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 46


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 47


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ Αναγνώριση για το Στ. Σταϊκόπουλο

Σελίδα 48


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 49

Η εορτή του Αγίου Ανδρέου ή ο Στάϊκος

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΠΟΥ ΑΝ∆ΡΕΟΥ ενθυµίζει τον Στάϊκον, τον πρώτον των Ελλήνων στρατιωτικών πού έστησε την σηµαίαν του έθνους εις το Παλαµήδι. Βόλια του εχθρού, χιόνια του χειµώνος, µεσηµεριάτικη λάβρα καλοκαιριού δεν διέκοψαν ποτέ τον µακαρίτην από την πολιορκίαν των φρουρίων. Έπειτα από δεκαπέντε χρόνους, πού ο ατυχής πολεµιστής είχεν ανέβει µε τους συντρόφους του εις το Παλαµήδι, ψυχοµαχούσε εις τές νεόκτιστες φυλακές του Ναυπλίου. Οι δακρυσµένοι οφθαλµοί του, θαρρώ πότε έστρέφονταν εις το Παλαµήδι, πότε εις τά κρύα τείχη της φυλακής του και επικαλούνταν µάρτυρα τον θεόν.—Σπίτι δεν ήτο µέσα εις το Ναύπλιον, επί του οποίου ό νικητής του Παλάµηδιού νά µήν είχε τίτλον ιδιοκτησίας, και όχι ποτέ νά δώσει το πνεύµα του εις τήν κλίνην των καταδικασµένων. Οι λαβωµατιές, που περίσσιες είχε λάβει εις το µικρό του σώµα πολεµώντας τους εχθρούς της πατρίδος του, ανέδιναν συχνά, άνοιγαν και έτρεχεν αίµα παλαιό, και του έφερναν µίαν έξαψιν εις τον

νούν. Άλλα εις ποίαν γήν, εις ποίαν φυλήν ανθρώπων οι πληγές του ήρωος δεν ήθελε κινήσουν συµπάθειαν και αγάπην; — Ζήτησε, Στάϊκε, λόγον εις τήν άλλην ζωήν, από εκείνον πού σε έκαµε νά στερηθείς το φώς της ζωής Σου εις τά ανήλια σκοτάδια της φυλακής.

Παρατηρώ µε λύπην και σήµερον ότι το όνοµα ενός τών ευεργετών της πατρίδος δεν είναι χαραγµένο εις το κατάστηµα τής Συνελεύσεως και της Βουλής. Τι λοιπόν; Το όνοµα του Στάϊκου τίθεται έκτος τών αγωνιστών; Οι συνάδελφοι του τών αρµάτων του αρνούνται µίαν δάφνην ζωγραφι­ στήν, και ολίγα ψηφιά του αλφαβήτου; Τον θεωρείτε ως τρελλόν οι φρόνιµοι; Τρελλός ήτον, κύριε Κωνσταντίνε Κολοκοτρώνη, όταν,


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ ανοίγοντας καλά τά φέγγη τής ηµέρας, έχαιρέτησε µε τά κανόνια του

κάστρου τόν πατέρα σου, πού ανέβαινε τήν πέτρινη σκάλα δακρύζοντας και δοξολογώντας τόν Υψιστον; — Ανέφερα το όνοµα του κυρίου Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη, διότι η µη εγχάραξις ονόµατος του Στάϊκου εις το κατάστηµα είναι µια αµέλεια, χωρίς σκοπό τή αληθεία και µ’ αρέσει να ένο-

χοποιήσω της αµελείας αυτής τον κύριον Κωνσταντίνον. ∆ιατί; Το ίσιον της ψυχής του αξιότιµου Γραµµατέως τής

Σελίδα 50

Συνελεύσεως και της Βουλής µε βιάζει να συγκεντρώσω εις αυτόν µόνον και µόνον την πικρίαν του ελέγχου µου. Πληρεξούσιε, Βουλευτά τής Καρυταίνης, Γραµµατεύ τής Συνελεύσεως και τής Βουλής, πώς αµέλησες να χαραχθεί εις το µαρτυρολόγιον τών αγωνιστών του έθνους, το όνοµα ενός αξιοµνηµόνευτου ανδρός τής επαρχίας σου; Μαντεύω τί δύνασαι να µε αποκριθείς:«—Τό όνοµα του Στάϊκου είναι τυπωµένο από την κορυφήν του Παλαµηδιού έως τό ακροθαλάσσιον µέ γράµµατα πλέον στερεά από τό εφήµερο αλφάβητο των λογιότατων, και δεν προβλέποµεν πότε θα χαθεί ο βράχος ώστε νά λείψει και η φήµη του ανδρός». — Σε παρακαλώ, κύριε Κωνσταντίνε, µη φιλοσοφείς πνίγοντας τό αίσθηµα. Λέγε κάλλιον: —Τάχα ο µακαρίτης Στάϊκος δεν θά είχε εύχαρίστησιν νά σώζεται τό όνοµα του πλησίον του πατρός Σου, του Νικολάου Σταµατελοπούλου, και τών άλλων; — Τέκνον ενδοξότατου πατρός! Άκουσε, δέοµαι, µικράν διήγησιν. Εις την πρώτην άλωσιν του Μορέ-


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

ως οι Άγαρηνοί αιχµαλώτισαν νέον ανδρείον, — έπηδούσαν στά τρία, εί-

Σελίδα 51

Ήξεύρεις ποιος ήτον ό ελευθερωµένος νέος; Ήτον ό πάππος του προπάππου του προπάππου σου. Συλλογίσου λοιπόν πόσο είναι παλαιά τά γενναία αισθήµατα εις την οίκογένειάν Σου, µην φύγεις την προγονικήν σου σειράν, και δια νά Σε κάµω προσεκτικόν σε ηθέλησα ύπόλογον και ύπεύθυνον τής παραδροµής, τής µή γραφής δηλαδή του ονόµατος του συνεπαρχιώτου σου Στάϊκου εις τάς στήλας τών ελευθερωτών τής πατρίδος. Γ. ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ

παν του παλληκαριού, πηδάς και Συ νά σου βγάλοµε τάς άλύσους; — Όχι, πηδώ και µέ τάς άλύσους, και αν σας προσπεράσω νά µου χαρίζετε την έλευθερίαν. Τό υποσχέθηκαν τους προσπέρασε και τον ελευθέρωσαν. Χαίροµαι πού ανέφερα τό διήγηµα, διότι ό αλυσοδεµένος νέος παρασταίνει την Ελλάδα του ��ατρός Σου, ή οποία ελευθερώθη µέ τάς άλύσους εις τά ποδάρια.

«Ή εορτή του άγιου Ανδρέου ή ό Στάϊκος» στο Ντ. Κονοµος, Ο Γεώργιος Τερτσέτης και τά ευρισκόµενα έργα του εκδ. Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων» Αθήνα 1984


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 52

Ο Αρχιστράτηγος Θ. Κολοκοτρώνης ανακοινώνει την άλωση του Παλαµηδίου στην τότε Κυβέρνηση.


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 53

Το Παλαµήδι κατά τις εµφύλιες διαµάχες ΤΗΝ κατάκτηση του Παλαµηδίου και την κατάληψη της πόλης του Ναυπλίου από τους επαναστάτες ακολούθησε ο πολιτικός ρόλος του, ως έδρα της διοίκησης, ένας ρόλος ενταγµένος στο πλαίσιο των στρατιωτικών επιχειρήσεων, όπως οι τελευταίες εξελίσσονταν και έθεταν τα εδαφικά όρια της εθνικής επικράτειας. Η εµπόλεµη αντιπαράθεση επέβαλε τον προσδιορισµό και την αξιολόγηση της πόλης του Ναυπλίου µέσα από τη σηµαντικότητα της γεωγραφικής θέσης του, η οποία ήταν «οπλισµένη» µε τις ενετικές οχυρώσεις. Ωστόσο, σε περιόδους ανάσχεσης του εξωτερικού κινδύνου, τα φρούρια απέκτησαν σηµαίνοντα ρόλο και στους εσωτερικούς πολιτικούς ανταγωνισµούς και τις πολεµικές συγκρούσεις, οι οποίες έλαβαν ιδιαίτερη έκταση στο Ναύπλιο. Η κατοχή του

φρουρίου εξακολούθησε να αποτελεί αδιαµφισβήτητο σύµβολο εξουσίας και πιθανά µοναδική δίοδο για την πραγµατική εξασφάλιση και νοµιµοποίηση εκείνων που τη νέµονταν ή τη διεκδικούσαν. Συνεπώς, ο έλεγχος των φρουρίων από τις ανταγωνιστικές δυνάµεις των Ελλήνων, αποτελεί σηµαντικό δείκτη για τους όρους κατίσχυσης και εµπέδωσης της εθνικής διοίκησης.


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ Ο Κολοκοτρώνης ήταν κάτοχος του Ναυπλίου και διέθετε ικανό

κύρος, µετά τη νίκη στην Τριπολιτσά και τα ∆ερβενάκια, ώστε να αντιταχθεί στη διοίκηση, η οποία ήδη στις 18 Ιανουαρίου 1823 όρισε ως έδρα της το Ναύπλιο. Ο Κολοκοτρώνης,δεν αναγνώρισε την προσωρινή κυβέρνηση µε την αιτιολογία πως η προθεσµία από την εκλογή της είχε λήξει και δεν δεχόταν, µαζί µε τον τότε φρούραρχο ∆. Πλαπούτα, να εγκατασταθούν τα µέλη της στο Ναύπλιο ως κάτι παραπάνω από απλοί πολίτες.

Σελίδα 54

Η στάση του Κολοκοτρώνη εντάσσεται και εκφράζει εν µέρει, τη γενικευµένη προσπάθεια των Πελοποννήσιων πολιτικών ότι οι Πελοποννήσιοι πρέπει να διοικούν τα «σπίτια» τους. Η κατοχή των φρουρίων τροφοδότησε αυτή τη νοοτροπία, καθώς τα οχυρά µετατράπηκαν σε κόµβους συγκέντρωσης των ενόπλων και των εκάστοτε συµµάχων τους µε στόχο να ισχυροποιήσουν την τοπικά συγκροτηµένη εξουσία τους και, ως εκ τούτου, τη συµµετοχή τους στη διοίκηση. Στις 7 Απριλίου 1823η προσωρινή διοίκηση εξέδωσε το εξής ψήφισµα: θεωρεί το «Επειδή Ναύπλιον εθνικόν κτήµα,


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ διαττάτει τον στρατηγόν Θ. Κολοκοτρώνη να παραδώσει εις την Εθνικήν ταύτην Συνέλευσιν άνευ µικράν το ειρηµένον αναβολής Ναύπλιον µε το Παλαµήδι και Βούρτζι και όλους τους εν αυτοίς εσφραγισµένους και ανοικτούς τζεµπεχανέδες και διάφορα εργαλεία.» Υπό τις πιέσεις των κυβερνητικών, στις 22 Μαρτίου 1824, ο Θ. Κολοκοτρώνης παρέδωσε το Ναύπλιο στους πελοποννήσιους Α. Ζαΐµη και Α. Λόντο, µε τον όρο να πληρώσει η κυβέρνηση 25.000 γρόσια για µισθούς στρατιωτών. Η διοίκηση ανακοίνωσε µε ικανοποίηση ότι: «το πολυθρύλητον φρούριον του Ναυπλίου ευρίσκεται ήδη εις χείρας της ∆ιοικήσεως». Αφότου το Ναύπλιο κατέστη έδρα της διοίκησης, η σηµασία των φρουρίων αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για την έκβαση των εµφυλίων συγκρούσεων ,

Σελίδα 55

ανάµεσα σε ατάκτους ενόπλους, των οποίων οι αρχηγοί επιθυµούσαν να αναλάβουν ή να διατηρήσουν τη διοίκηση του Παλαµηδίου. Ο Θ. Γρίβας έγινε φρούραρχος του Παλαµηδίου στη θέση του Χρ. Φωτοµάρα, ο οποίος κατέστη φρούραρχος της Ακροναυπλίας, και έκτοτε άρχισε η ένοπλη διαµάχη τους.301 Οι κανονιοβολισµοί ανάµεσά τους είχαν ως αποτέλεσµα την καταστροφή πολλών σπιτιών, την εξάπλωση πυρκαγιών και τη µεταφορά της διοίκησης στο Μπούρτζι τον Ιούνιο του 1826. ΠΗΓΗ ΝΑΥΠΛΙΟ από την Οθωµανική στην Ελληνική πόλη ΑΛΙΚΗ ΦΑΚΟΥΡΑ


ΟΑναπλιώτης Τ’ ΑΝΑΠΛΙ (1715) (1715) -Ανάπλι τι δεν χαίρεσαι και δε βαρείς παιχνίδι; -Σαν πως µου λες να χαίροµαι και να βαρώ παιχνίδι, Οπούµ’ Ανάπλι ξακουστό κι Ανάπλι παινεµένο, Πώχω τα τόπια για χαρά, τουφέκια για παιχνίδι Και συ µε θέλεις για ραγιά, µε θες χαρατσωµένο; -Ανάπλι δος τα τα κλειδιά, Ανάπλι παραδώσου, Γιατί όσο αίµα κι αν χυθεί, θα το’χεις στο λαιµό σου. -∆εν παραδίνω ‘γώ κλειδιά και δεν έχω χαµπέρι, Στο Παλαµήδι κρέµονται και σύρε να τα πάρεις. ΣΥΛΛΟΓΗ PASSOW Από το βιβλίο «Ναύπλιο Μια πόλη στη λογοτεχνία λογοτεχνία» » Εκδόσεις Μεταίχµιο.

Β΄ Μέρος Κείµενα


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ Το Παλαµήδιον

Σελίδα 57


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ ,

Σελίδα 58


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

«Η Ναυπλία» Ναυπλία» Μιχαήλ Λαµπρυνίδη Εκδόσεις ελεύθερη σκέψις

Σελίδα 59


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 60

Το Παλαµήδι 1868

...ΚΑΤΑ ΤΙΣ 2 ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΕΠΙΒΙΒΑΣΤΗΚΕ (στο Άργος) σε µια από τις δηµόσιες άµαξες που πήγαιναν στο Ναύπλιο. Επτά χιλιόµετρα από το Αργος και τριάµισι από το Ναύπλιο κατέβηκα στο κάστρο της Τίρυνθας... ...Συνέχισα το ταξίδι µου µόνος και πεζός προς την κατεύθυνση του Ναυπλίου, ελληνικά: Ναυπλία, ιταλικά: Napoli di Romagna. Σε µια ώρα έφτασα έξω από την πύλη της πόλης, πάνω στην οποία και σήµερα βλέπει κανείς το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου. Στο δρόµο προς το πανδοχείο πέρασα από µερικές βρύσες µε τούρκικες επιγραφές απ' όπου συµπεραίνει κανείς ότι οι βρύσες αυτές φτιάχτηκαν τον 12ο αιώνα µετά την Εγίρα. Το ατµόπλοιο µόλις είχε φύγει για τον Πειραιά κι έτσι έπρεπε να περιµένω µια εβδοµάδα για το επόµενο δροµολόγιο... ...Ο ψηλός, απότοµος και µοναχικός βράχος έξω από το Ναύπλιο ονοµάζεται ακόµα και σήµερα Παλαµήδι. Πάνω στην κορυφή του, που υψώνεται 240 µέτρα πάνω από την επιφά-

νεια της θάλασσας, βρίσκεται ένα µεγάλο φρούριο κτισµένο από τους Ενετούς. Το φρούριο αυτό είναι απ' όλες τις πλευρές απροσπέλαστο εκτός από ένα σηµείο ανατολικά όπου ο βράχος καταλήγει σε µια σειρά από λόφους. Επειδή φαίνεται ότι είναι απροσπέλαστο ονοµάζεται «Ελληνικό Γιβραλτάρ». Μετά από µια µακρόχρονη πολιορκία παραδόθηκε στους Έλληνες µόνο αφού η Τουρκική φρουρά είχε σχεδόν ολόκληρη αποδεκατιστεί από την πείνα. Το φρούριο είναι γερό αλλά σε κακή κατάσταση. Η φρουρά αποτελείται τώρα µόνο από 300 στρατιώτες.


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Έχοντας την άδεια του στρατηγείου του Ναυπλίου µού έδειξαν κάθε σπιθαµή του φρουρίου. Με οδήγησαν και στην αυλή της φυλακής όπου είχαν περιφράξει ένα µέρος για να µπορούν οι φυλακισµένοι, µια Φορά την ηµέρα και εκ περιτροπής, να παίρνουν καθαρό αέρα. Ήταν 5 το απόγευµα και όλοι οι φυλακισµένοι είχαν κάνει τον περίπατό τους, εκτός από πέντε, τους οποίους είδα να περπατάνε σε ένα τµήµα της αυλής. Κινούνταν µε κόπο επειδή έσερναν στα πόδια τους βαριές αλυσίδες. Η άγρια εµφάνισή τους κίνησε το ενδιαφέρον µου και πλησίασα την περίφραξη για να τους δω καλύτερα. Οι πέντε άντρες µε πλησίασαν κι αυτοί και µε µια βαθιά υπόκλιση µε ρώτησαν εάν µπορούσα να τους δώσω ένα ελληνικό βιβλίο ή τουλάχιστον µια ελληνική εφηµερίδα. Συµπτωµατικά είχα µαζί µου έναν τόµο µε τα ποιήµατα του Αλέξανδρου Σούτσου. Τους έδωσα το βιβλίο αυτό ως δώρο και τους συµβούλευσα να το µάθουν όλο απέξω. Εκδηλώνοντας τη µεγάλη χαρά τους το δέχτηκαν, αλλά πόσο µεγάλη ήταν η έκπληξή µου όταν είδα ότι κρατούσαν το βιβλίο ανάποδα. ∆εν εκτίµησα ιδιαίτερα τις γνώσεις τους και ρώτησα αν ξέρουν να διαβά­

Σελίδα 61

ζουν. Μου απάντησαν «Ουδέ γράµµα». — Μα τι θέλετε τότε το βιβλίο; «Θέλουµε να µάθουµε να διαβάζουµε», απάντησαν. Παρόλο που δεν κα­ τάλαβα πώς θα επιχειρούσαν να µάθουν ανάγνωση από ένα τυπωµένο βιβλίο απ' το οποίο δεν καταλάβαιναν «ουδέ γράµµα», δεν θέλησα να συνεχίσω τις ερωτήσεις µήπως πιστέψουν ότι ήθελα να τους πάρω το βιβλίο.

Γι' αυτό οδήγησα τη συζήτηση σε ένα άλλο θέµα και τους ρώτησα γιατί βρίσκονται στη φυλακή. Μου απάντησαν «Ορκιζόµαστε ότι βρι­ σκόµαστε εδώ ενάντια στη θέληση µας.


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Είµαστε εντελώς αθώοι γιατί είµαστε απλώς ειρηνικοί βοσκοί και δεν πειράξαµε ποτέ κανέναν». — Μα δεν φυλακίζουν τίµιους ανθρώπους, τους είπα. Πρέπει να έχετε προσβάλει βαριά την ανθρώπινη κοινωνία για να σας εκδικείται τόσο φριχτά. «Κάνανε λάθος», είπαν, «πίστεψαν ότι ήµασταν ληστές στα βουνά, ενώ εµείς βοσκούσαµε τα κοπάδια µας». Παρ' όλες τις διαβεβαιώσεις τους ότι η ζωή τους ήταν πάντα άµεµπτη δεν τους πίστεψα και πολύ και αποµακρύνθηκα µε τη συµβουλή να µελετήσουν καλά το βιβλίο. Από τον αξιωµατικό που µε ξεναγούσε έµαθα ότι αυτοί οι πέντε άνδρες ήταν ξακουστοί ληστές που είχαν κάνει ένα σωρό φόνους, γι' αυτό και όλοι είχαν καταδικαστεί σε θάνατο και σε µερικές µέρες θα αντίκριζαν το τέλος τους. Ε. ΣΛΗΜΑΝ

Ιθάκη, Πελοπόννησος και Τροία, Αρχαιολογικές εξερευνήσεις, Λειψία 1869

Σελίδα 62


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 63

Οι κατάδικοι στο Παλαµήδι στα χρόνια του Όθωνα

«ΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ από τα χρόνια των Βενετσάνων Νapoli di Romania, τώρα όµως πήρε πάλι το αρχικό του όνοµα... Το Παλαµήδι απο­ τελείται από 7 οχυρά, που το ένα καλύπτει το άλλο και που είναι απόλυτα χωρισµένα αναµεταξύ τους, συχνά µε τάφρους, πλατιές και βαθιές, που τις διαµόρφωσαν οι Βενετσάνοι ανάµεσα στους βράχους. Κάθε οχυρό έχει µια καλή, µεγάλη δεξαµενή. Οι Βενετσάνοι έκαµαν εδώ µια τεράστια εργασία. Στο αποµονωµένο οχυρό Μιλτιάδης, που το κυκλώνουν απότοµες κλίσεις µε ψηλούς τοίχους, είναι κλεισµένοι οι επικίνδυνοι εχθροί του Κράτους, δολοφόνοι και ληστές. Όταν το καλοκαίρι ο καιρός είναι ήσυ­ χος και ήρεµος και ακούει κανείς κάθε ελαφρό θόρυβο, µένουν ήσυχοι οι κατάδικοι· όταν όµως αρχίζουν οι φθινοπωρινές ανεµοζάλες και πέφτουν µέσα ραγδαίες βρο-

χές και κάθε ήχος αντηχεί αδύνατα, τότε κάνουν πάντα απόπειρες να αποδράσουν έτσι κατάφεραν την άνοιξη του 1837 δεκάξι κακά υποκείµενα να τρυπήσουν τους τοίχους και να ξεγλιστρήσουν, µόνο ένας έµεινε βαριά τραυµατισµένος, οι άλλοι ξέφυγαν στην Τουρκία. Οι επίσηµοι πολιτικοί κατάδικοι διαµόρφωσαν το 1833 µε χώµα που κου­ βαλήθηκε εκεί απάνω µερικές ανθινές πρασιές, συνηθίζουν να κάθονται εδώ, να καπνίζουν και να βλέπουν πέρα µε το τηλεσκόπιο. ∆εν χρειάζεται ν' αναφέρω ότι η θέα από ένα τόσο ψηλό και αποµονωµένο βουνό σαν αυτό µε τα καστρινά έργα, έχει πλατιάν έκταση... Όµορφα αντηχεί το πρωί και το βράδυ η κανονιά από το Παλαµήδι».K.G. Fiedler Από το βιβλίο Ταξίδι στην Ελλάδα (1834-1837) στο Ναύπλιον, µτφρ. Σ. Καρούζου


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 64

Στο Παλαµήδι δεν ανέβηκα… Α. Τερζάκης

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ σπάνια οι άνθρωποι µιλάνε, όµως τις νιώθουν την πάσα στιγµή να διανεύουν πάνωθέ τους, αόρατα. Οί παλιοί θεοί, οι πανάρχαιοι, δεν πέθαναν από τότε πού άφησαν τις χιονισµένες βουνοκορφές, κονέψανε στα βαθίσκιωτα άδυτα του εαυτού µας — δεν ξέρω ποιος µεγάλος συγγραφέας έγραψε τούτο τον αληθινό λόγο. Βασιλεύουν και θα βασιλεύουν όσο πού οί άνθρωποι θ' ανατριχιάζουν από τρόµο, θά χαίρονται µε το φως και θα µεθάνε στη µυστική λαχτάρα του δάσους. Έτσι και η δική µας η θεότητα, η βρόχινη, κόνευε στο αίµα µας. Σπάνια τήν κοιτάζαµε, σπανιότερα τή µελετούσαµε, κι' όµως είταν εκεί, ακατάλυτη, αρχαία όσο κι' ο κόσµος, αλύγιστη σά θεσµός. Οί αντιφεγγιές του µετώπου της υπαγόρευαν τήν έκφραση της µικρής πολιτείας, πού πρόσπεφτε µ' εµπιστοσύνη λατρευτική: Έκπαγλη χάρη του πρωινού, τυφλωτικό µεσηµεριάτικο θάµπος, σκυθρωπή περίσκεψη της συννεφιάς, διαµαντένιο χαµόγελο του άπόβροχου, ανάκρυφο χλώµιασµα όταν σηµαίνουν οι καµπάνες της εσπέρας. Υπαγόρευαν όχι µονάχα τις εκφράσεις αλλά και τα συναισθήµα-

τα. Ή δύναµη του θεού είναι τέτοια: επιβάλλει κανόνες ζωής. Ό βράχινος θεός λοιπόν στεκόταν εκεί και µας έφόρευε. ∆ίδασκε µε τα περασµένα το βρέφος, µαύλιζε µε τα περασµένα τον έφηβο, στοίχειωνε µε τα περασµένα τον ορκοπάτη, τόνωνε τον άντρα, θύµιζε στο γέροντα. Και τα περασµένα είναι Ιστορία, πράξεις ηρώων, αίµα µαρτύρων, ανάσταση ψυχών. Στην πέτρινη τούτη δωδεκάδελτο πρωτοδιάβασα το βίο της φυλής µας. Το βίο και το νόµο. …………………………………………. Είτανε τόπος ηρωικός και πένθιµος µαζί τό Παλαµήδι, βράχος αγιασµένος και µαρτυρικός. Ή θρησκεία του Χριστού δέν τήν ξέρει τη βαθιά τούτη συζυγία του θείου και του τροµερού. Όµως οι αρχέγονες θρησκείες τή γνώριζαν, και ή ψυχή τους είτανε βουτηγµένη στη σπαρ­ ταριστή έκσταση της φρίκης. Ό βράχος του Παλαµηδιού, ξεκινώντας από καιρούς αµνηµόνευτους, έφερνε µαζί του ίσαµε έµας τή µυ-


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

-θική του τήν ψυχή. ∆ίπλα στο ερηµικό εκκλησάκι του Άγι' Αντρέα, αντιφέγγι­ σµα ιλαρό της Γαλιλαίας, στηνόταν ή καρµανιόλα, επιβίωση πανάρχαιων ανθρωποθυσιών. Τό λεπίδι της κρεµότανε µετέωρο πάνωθέ µας. Μέσα στο φως της ηµέρας, στο σελάγισµα του φεγγαριού, στην αστροφεγγιά της νύχτας ή στή µαρµαρυγή του όρθρου, η άντιφεγγιά του ανακάτευε µιά λάµψη κρύα, σατανική. Σάν είτανε νά γίνει θανατική εκτέλεση, κάποια βαρκούλα, λάµνοντας γλυκά πάνω στην απαλή θά­ λασσα του λιµανιού, κουβαλούσε άπό τό Μπούρτζι στή στεριά τό δήµιο και τους βοηθούς του. Βαθιά-βαθιά τον όρθρο, τήν ώρα πού ο αέρας µυρίζει δροσερό χορτάρι, γινόταν εκεί απάνω ή µαύρη τελετή. Και τό λεπίδι, σφυρίζοντας στά µεσούρανα γιά µιά στιγµή, πάγωνε µέ τό φιδίσιο του ανάβλεµµα τό άχραντο χαµόγελο του όρθρου. Κάθε ντόπιος έχει ανέβει µιά τουλάχιστο φορά στο Παλαµήδι. Είναι ντροπή νάχεις γεννηθεί στή σκιά του, νά είσαι ύποταχτικός του και νά µή φιλοδόξησες ποτέ σου νά τό σκαρφαλώσεις. Γιά τά παιδιά του τόπου, τ' ανέβασµα τούτο είναι ή πρώτη στή ζωή κατάχτηση.

Σελίδα 65

Τά σκαλιά πού πάνε στην κορφή έχουν αριθµό καβαλιστικό: 999. Στοές µακρυές, σερπετές, πού το µάτι τις ξεκρίνει κολληµένες στα πλευρά του βράχου σάν κάµπιες σταµατηµένες µεσοδροµίς, κρύβουνε τα σκαλιά τούτα στις περισσότερες µεριές από τά βόλια του ενδεχόµενου εχθρού. Παιδί, µικρό, άκουσα κι' εγώ µέσα µου την προσταγή γιά την ανάβαση. Έπειτα, µου το είχαν υποσχεθεί, µου τό ταζαν, και µονάχα πού το ανέβαλλαν από µέρα σε µέρα, από µήνα σε µήνα, από χρονιά σε χρονιά.

Όµως —σκύψε νά σου πω στ' αυτί:— στο τετράψηλο Παλαµήδι, ίσαµε τή στιγµή τούτη πού σου µιλάω, δεν ανέβηκα! Όχι, δεν ανέβηκα. Και συλλογιέµαι κάποτε, σ' ώρες νηφάλιες, σ' ώρες πικρής διαύγειας, πώς είναι κιόλας γιά µένα αργά, ή και πώς δε µου είτανε γραφτό ν' ανέβω. Α. ΤΕΡΖΑΚΗΣ

Απρίλης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 66

Το Παλαµήδι (Φ. Κόντογλου) Η ΣΚΑΛΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ κατά τη µεριά τ' Αναπλιού κ' έχει χίλια σκαλιά. Τη χτίσανε στα χρόνια τ' Όθωνα. Πρωτύτερα ανεβαίνανε απ' τις βενετσάνικες γαλαρίες, πού σώζουνται ακόµα στά δεξά της σκάλας, γιά νά µην τους βαρά ό οχτρός. Αυτές οι γαλαρίες είναι η µιά πίσ' απ' την άλλη, βαλµένες απανωτά σάν κεραµίδια στις δυό µπάντες τους έχουνε από µιαν αράδα µασγάλια. Από κείνη πού βρίσκεται πιο χαµηλά ρίχνανε το γιοφύρι όποτε θέλανε νά περάσουνε στο Ίτς-Καλέ. Σάν ανέβη κανείς τη σκάλα, µπαίνει πρώτα-πρώτα στην τάµπια τ' Άη-Άντρέα, πού 'ναι η πιο ψηλή του κάστρου. Τούρκινα την λέγανε Τζιντάρ-τάµπια, δηλαδή Φρουραρχείο. Εξόν απ' αύτη, το Παλαµίδι είχε άλλες έξη τάµπιες· α' Φωκίωνας, τούρκικα Ταβίλ-τάµπια, β' Θεµιστοκλής, τούρκικα Καρά-τάµπια, γ' Μιλτιάδης, τούρκικα Μπαζιριάν-τάµπια, δ' Παµεινώντας, τούρκικα Σεϊτάν-τάµπια, ε' Λεωνίδας, τούρκικα Τοµπράκ-τάµπια, ς' Αχιλλέας, τούρκικα Γιουρούς-τάµπια. Οι πέ­ντε απ' αυτές τις τάµπιες δένουνται µεταξύ τους µ' έναν αυλόγυρο πού τον λέγανε αρχαία Τείχος του Περιβόλου. Οι άλλες δυό, ο Αχιλλέας κι ο Μιλτιάδης, είναι µοναχιασµένες, σά νά 'ναι κάθε µιά κι ένα φρούριο χωριστό. Ό Μιλτιάδης βρίσκεται στή µέση της Πλατέας των Αρµάτων, «Piazza d' armi», όπως λέγανε κείνα τα χρόνια τ' αλάνι πού 'ναι µέσα στον αυλότοιχο. Ό δε Αχιλλέας, ή πιο άκρινή κ' ή πιο χαµηλή τάµπια του κάστρου, χωρίζεται από δαύτο µέ µιά φόσσα σκαµµένη στο βράχο. Μπαίνοντας απ' τήν όξώπορτα στάθηκα σαστισµένος σά νά βρέθηκα µες στο Λαβύρινθο. ∆ω µέσα είχανε

τους λαφροποινίτες. "Ενα σωρό κα­µάρες, κελλιά, γαλαρίες, παραθύρια, µπιντένια, σκάλες, κι από πίσω τους ξεπροβαίλνουνε ψηλοί µαντρότοιχοι, πόρτες και παραπόρτια, πού φαί-νουνται τό 'να µέσ' απ' τ' άλλο, µπερδεµένα πού δέν ξέρεις από που να πάς για να µη χαθής. Μέσα σ' ούλα αυτά τά χτίρια δέ βρίσκεται ψυχή ζω­ντανή. Το καλντερίµι, έτσι που βούιζε απ' το περπάτηµά µου, µ' έκανε νά σκιάζουµαι άπ' τον εαυτό µου. Φοβόµουνα νά ζυγώσω στά κελλιά. Στιγµή µε στιγµή περίµενα νά πεταχτούνε από µέσα τίποτα φαντάσµατα, άνθρωποι άνεµαλλιασµένοι, άξούριστοι και µατωµένοι, πού µήτε καί µπορώ νά τους παραστήσω καλά καλά µε τή φαντασία µου. Οί τοίχοι ήτανε µουρντάρικοι, µεριές µεριές άσβεστωµένοι, µεριές µεριές χορταριασµένοι σάν τά καλντερίµια. Οί φεγγίτες στά κελλιά είναι ούλοι φραµένοι µέ σταυρωτά σίδερα. Τά κελλιά µοιάζουνε σά σπηλιές· χάµου χώµα, αποπάνου καµάρα, και παραµέσα, στα σκοτεινά, κανένας σαπισµένος σοφάς µ' ένα παλούκι στή µέση. Άπάνου στους τοίχους φαίνουνται γραψίµατα και σκέδια λογιώ λογιώ. Πού και που, σέ καµµιά γωνιά βλέπεις και ζουγραφισµένες γλάστρες και πουλιά µέ δυο και τριώ λογιώ µπογιές κι άπ' αυτά συµπέραινα πώς θά 'χε κει το γιατάκι του κανένας µερακλής. Ήβγα άπ' τό 'να µπουντρούµι, µπήκα στ' άλλο, ως πού ξεθαρρεύτηκα και τά πήρα αράδα. Ούλα τά ίδια. Τά πιο πολλά ήτανε γιοµάτα κόπρια καί παλιόπανα. Βγήκα στή µικρή πλατέα και πήρα λίγον αγέρα, γιατί είχε πιαστή ή ψυχή µου. Μά πάλε δέ µ' άφησε ή περιέργεια κ' έπιασα νά ψάχνω. Έχωσα τότες µέσα σέ µιά στενή καί θεοσκότεινη γαλαρία και τράβηξα παραµέσα γιά νά δώ πού θά µέ βγάλη. Κατέβηκα κάµποσα σκαλιά, ως πού µέ χτύπησε ένας κρύος αγέρας πό 'βγαινε µέσ' από µιά τρύπα. Σάν ξεσκοτείνιασε τό µάτι µου, είδα πώς ήτανε µιά στέρνα µεγάλη καί βαθιά. Άποπάνου κατέβαινε λιγοστό φώς από 'ναν µι-


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

κρό φεγγίτη, πού ήτανε καλά στουπωµένος µέ µυτερές πέτρες µπηγµένες ανάµεσα στά σίδερα πού τον φράζανε. Μέσα σ' αυτή τή στέρνα είχε ίσαµ' ένα µπόγι νερό κατακάθαρο, καί ξεχωρίζανε στον πάτο ένα σωρό πέτρες άνεκατεµένες µέ νεκροκέφαλα καί µέ κάθε λογής ανθρωπινά κόκκαλα. Έδώ µέσα βάζανε γιά τιµωρία κείνους πού τσακωνόντανε συναµεταξύ τους µέσα στή φυλακή. Γύρισα πίσω καί πήγα καί κάθισα µιά στιγµή σ' ένα πεζούλι, άπ' όξω άπ' τό παρακκλήσι τ' 'Άη-Άντρέα. "Υστερα µπήκα κι' άναψα ένα κερί. Ωστόσο δέν είχα κουράγιο να πάγω παραµέσα, στις άλλες τάµπιες· καταλάβαινα χαλασµένο το κέφι µου. Μα σαν έφταξα στο κατώφλι κι αγνάντεψα την πολιτεία και τα καράβια πού βολτατζάρανε µέσα στο πέλαγο, µονοµιάς πήρα θάρρος και ντράπηκα πού φάνηκα φοβιτσάρης. Έστριψα πίσω, πέρασα γλήγορα την αυλή τ' Άη-Αντρέα, ένα δυο άλλα πορτιά, µά κει που θάρρευα πώς θενάβγαινα πλια όξου, βρέθηκα µπροστά σ' έναν τοίχο δίχως πόρτα και παραθύρι. Πήρα το λοιπόν πίσω τον ίδιο δρόµο κ�� ανέβηκα σ' ένα ψηλό µέρος γιά να βιγλίσω από που βγαίνει. Σιγά-σιγά ξεθαρρεύτηκα. Τράβηξα ίσα πάνου τη σκάλα, και µπήκα µέσα στο Κατάστηµα, όπως το λένε, δηλαδή ένα µεγάλο καινούργιο-χτισµένο χτίριο σάν στρατώνα, πού βάζανε τους λαφροποινίτες. Από κει πάνου πρέπει νά 'ναι κανένας θεόστραβος γιά νά µη βρή το δρόµο πού πάγει στις άλλες τάµπιες. Και µολαταύτα. Ναι µέν, το κάστρο πέρα πέρα ήτανε απλωµένο σάν χάρτα κάτ' άπ' τά µάτια µου, µά µε µπερδεύανε ένα σωρό τάµπιες, ένα σωρό πόρτες, πύργοι, βίγλες, σκάλες, λαγού­µια, λογής λογής τοίχοι, άλλοι παλιοί κι άλλοι καινούργιοι, ξεροτρόχαλοι, µονοπάτια, καλντερίµια, ανεκατωµένος ο ερχόµενος. Ό διάολος δεν µπόραγε να τα ξεδιαλέξη. Μιά φορά, εγώ σηµάδεψα µιά πόρτα, και σάν κατέβηκα τράβηξα ολόισια κατά κείνο το µέρος. Πήρα ένα µονοπάτι ίσα-ίσα σύρριζα στο φρύδι του γκρεµού, κατά το µέρος της θάλασσας. Μά σε λίγο µ' έβγαλε πάλι σε µιά βίγλα πού 'ναι χτισµένη απάνου στην κόχη του γκρεµού γιά νά φυλάγη το κάστρο

Σελίδα 67

από τούτη την πάντα. Νά µήν τά πολυλογώ, έστριψα πίσω κ' έπιασα νά ψάχνω. Μωρέ, διάολοι τά 'χουνε χτισµένα! Ταίριαζε να δής στον ύπνο σου πώς βρίσκεσαι µέσα σε γαλαρίες και σε χτίρια πού δεν µπορείς νά βγής κι ολοένα στριφογυρίζεις µέσα σε τρύπες και λαγούµια; "Ενα τέτοιο πράµα έπαθα κ' εγώ. Τέλος, πήρα στην τύχη έναν δρόµο, κι ανόλπιστα διασκέλισα µιά πόρτα και βρέθηκα µονοµιάς µέσα στην πλατέα. Νά φανταστής ενα µεγάλο µεϊντάνι σπαρµένο πέρα πέρα µε µολυβιά βράχια µύτες µύτες, σά νά 'ναι φυτεµένα αραποκέφαλα. Μόνο δυό-τρία βουβά κι άγρια δέντρα πρασινίζανε ένα έδώ κι ένα εκεί. Όλοτρόγυραστέκουνται τα κάστρα µοβόρα και καραµουτζωµένα σά να φοβερίζουν»· τό 'να τ' άλλο, δίχως να βγάζουνε µιλιά. Aπ' την άπάνου µεριά στέκεται ό Θεµιστοκλής κι ό Φωκίωνας. Aπ' τήν άλλη, στα πιο απόζερβα, στέκεται ο Λεωνίδας µοναχιασµένος. Αντίκρυ µου ξεκολλητός απ' τον αυλόγυρο είναι θεµελιωµένος ο φηµισµένος Μιλτιάδης. Από πίσω του κρύβεται σά συλλογισµένος ο Παµεινώντας µέ τά σκαλωτά περµαχιόλια του. Πίσω-πίσω έρχεται ο Αχιλλέας, πού σάν ουρά πού 'ναι του κάστρου, κα­ τηφορίζει µακρύς και µπάσσος κατά το µέρος πού βγαίνει ο ήλιος.


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ Ζυγώνω πρώτα πρώτα µέ φόβο στο Μιλτιάδη. Τούτο τό κολασµένο κάστρο, ύστερ' άπό τόσα και τόσα πού 'δε στά παλιά χρόνια, το διαλέξανε στά γεράµατα του γιά να σφαλάνε µέσα τους βαρυποινίτες και τους µελλοθάνατους. Απ' όξω πού θά τον δης, καταλαβαίνεις το τί είναι. Σε φοβερίζει µε τη θωριά του. Στέκεται µπαρουτοκαπνισµένος, µ' ένα σωρό ακατέλυτα δυναµάρια όλοτρόγυρα. Μαύρο χορτάρι ανεµίζεται στην κορφή του, σά νά 'ναι τό µαλλί του. Όσο ανεβαίνει ό τοίχος, στενεύουνε τά φάρδητά του. Στή µια γωνιά φορά έναν τεπέ σά χουνί. Απ' τήν άλλη µπάντα έχει µιάν αράδα καµάρες γιά τα κανόνια. Μαύροι είν' οι τοίχοι του µαύρα τα χορτάρια· µαύρο τό χώµα πού 'ναι θεµελιωµένος. Μπαίνοντας µέσα βλέπεις µιαν αυλή, κ' ένα γύρω τά κελλιά, πού λες «άνθρωποι ζούσανε δώ µέσα;». Άπό πάνου κι' όλοτρόγυρα στέκουνε κάµποσες σκοπιές πού φύλαγε βάρδια ή φρουρά. Ή πόρτα της αυλής είναι καπλαντισµένη µέ µπακίρι κ' έχει κάτι καρφιά ίσαµ' έναν γρόθο. Τά στρογγυλά παραθύρια φράξανε απ' τά θεριεµένα βρωµοχόρταρα. Οι τοίχοι σταλοβολάνε. Μπάλλες και καδένες κείτουνται εδώ και εκεί. Μέσ' άπ' τα κελλιά βγαίνει µιά βαριά µυρουδιά, λες και µυρίζεσαι ακόµα τά χνώτα π' άφησε κει µέσα ό Βενετσάνος, ό Τούρκος κι ό λη­στής πού κόπηκε στην καρµανιόλα. ……………………………………………………………. Ταξείδια, εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1981

Σελίδα 68


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ Ο Στερητής του Ήλιου

Σελίδα 69

Άποψη Από τα βότσαλα της Αρβανιτιάς παλιά «αλογίσια» βλέπεις ανατολικά το Παλαµήδι, κολυµπάς σε νερό καθαρό, όσο γίνεται σήµερα, κι αναθυµάσαι: Γυρίζεις στο παρελθόν, στην ιστορία. Τι να πρωτοθυµηθείς, από πού ν’ αρχίσεις, πως ν’ αγγίσεις τη µοναδική πολιτεία τη µεγάλη ιστορική µνήµη!!! Στα ριζά του Παλαµηδιού, τα πεύκα του Σαγιά των τελευταίων χρόνων ηµερεύουν κάπως το τοπίο. Η βάση του γερή απλωµένη ως την Καραθώνα νότια, πέρα από τη Βαγγελίστρα ανατολικά, όπου και το χαµηλότερο σηµείο. Φτάνει στο νου σου η Γιούρους-Τάµπια ο «Αχιλλέας» απ’ όπου οι Έλληνες µε επικεφαλής τον Στάικο Σταϊκόπουλο και ∆ηµήτρη Μοσχονησιώτη επιχείρησαν την άλωση.

Η Κυρά Ερασµία, λοιπόν, που πουλούσε στραγάλια και πασατέµπο καµιά φορά και φυστίκια αράπικα, καθισµένη δίπλα στο προσκυνητάρι των Αγίων Αναργύρων στην είσοδο της Αρβανιτιάς, όπου οι παλιοί Αναπλιώτες κάνανε τον περίπατό τους, βγάινανε µε την οικογένειά τους και προπάντων µε τα παιδιά στον περίπατο που είχε ήλιο, γιατί το Ναύπλιο υπέφερε και υποφέρει απ’ την έλλειψη του ήλιου, εξαιτίας του Παλαµηδιού, που υψώνεται φρουρός προστάτης και στερητής του ήλιου, για την παλιά πόλη. ……………………………………………………………………………………….. Απόσπασµα από το πεζό διήγηµα Η Κυρά Ερασµία της Κατερίνας Γαρδικιώτη-Κοϊνη Ναυπλιακά Ανάλεκτα VI (2007)

Όµως, το θαύµα της ηµέρας φανερώνεται στο ψηλότερο σηµείο. Στην κορυφή ολόφωτο. Γυρίζεις προς το βορά τα µάτια, που κλείνεται από τη χερσόνησο, σα να βλέπεις το πόδι του λιονταριού τεντωµένο ν’ απλώνεται στο µυχό του Αργολικού… Τα ψηλά «µπεντένια» δαντελωτά, οι φραγκοσυκιές και τα πεύκα, πάλι, στη ρίζα της χερσόνησος. Το µούχρωµα ανάβουν τα φώτα που φωτίζουν από την Παναγίτσα και τη «σπηλιά του ∆εσπότη» πέρα το δρόµο, που σε βγάζει στο προσκυνητάρι των Αγίων Αναργύρων… Πόσες µνήµες… Τα πεύκα βέβαια είναι µεταγενέστερα, κάλυψαν κάποιους βράχους, κάποιες πέτρινες σκαλίτσες, σκάλες, κάποια τείχη. Οι µάντρες ξαναχτίστηκαν. Το τοπίο άγριο µαζί και ειρηνικό το Παλαµήδι, τα κυπαρίσσια, που σύρριζα στο βράχο θυµίζουν το γκρέµισµα από ψηλά των Αρβανιτάδων που λυµαίνονταν τα’ Ανάπλι και τη γύρω περιοχή, γύρω στα 1779 από τον Καπουδάν Πασά Τζεζαερλή Γαζή Χασάν. Από ψηλά το Παλαµήδι πάλι, βλέπεις τούτο το σηµείο που βρίσκεται. Η θάλασσα φαντάζει γαλανή και σµαραγδένια, γεµάτη όνειρα και παιχνίδια, ξύλα κι ανθρώπους και φως διάφανο που τη διασχίζει, πάντα φως! Από το πεζό διήγηµα Άποψη της Κατερίνας ΓαρδικιώτηΚοϊνη Ναυπλιακά Ανάλεκτα VI (2007)


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ

Σελίδα 70

1715 Ήταν Ιούνιος του 1715. Ο ήλιος είχε ανέβει κατακόρυφα. Από την άκρη του χωριού Χαϊδάρι (σηµερινό ∆ρέπανο), µια χαρούµενη γυναικεία παρέα κατέβαινε κατά το βάλτο, το φυσικό ιχθυοτροφείο, το βιβάρι των Ενετών. Τέσσερα γαϊδούρια παραφορτωµένα µε φαγητά, κρασιά, νερά. Τέσσερες γυναίκες τα συνόδευαν και ένα κοριτσόπουλο, που ερχόταν χαζεύοντας, σηκώνοντας τις πέτρες µε το καµάκι για να βρει καβούρια… …Φθάσανε στον ταρσανά. ταρσανά Ξύλα µαδέρια κουπιά χρώµατα και µέσα κι έξω από το νερό γεµάτο βενετσιάνικες φρεγάτες. Οι καλύτεροι µαστόροι από τη Βενετιά τις καλαφάτιζαν και τις επισκεύαζαν από το ξηµέρωµα µέχρι τη νύχτα µε τη βοήθεια ντόπιων εργατών. Το λιµάνι του Χαϊδαρίου, Πόρτο Τράπανο γι’ αυτούς, εκτός από ταρσανάς ήταν ο Ναύσταθµος και το ορµητήριό τους. Απάνεµο λιµάνι, απ’ τα πιο προστατευµένα της Μεσογείου, χωρούσε άνετα πάνω από 50 βενετσιάνικες φρεγάτες. Ένα µικρό φρούριο µόλις είχε κτιστεί στην είσοδο του λιµανιού. Οι αξιωµατικοί, οι πρωτοµάστορες, τα µαστορόπουλα όλοι που δούλευαν εκεί ντόπιοι, αρβανίτες και οι φερτοί από τα Μέγαρα, σταµάτησαν µε το που είδαν τις γυναίκες. Ήταν ώρα για φαγητό…

…Όσο τρώγανε, οι γυναίκες καθίσανε στον ίσκιο µιας βελανιδιάς. Μωρ’ γυναίκες, χθες µε πήγε ο Λιας µε τις φοράδες στ’ Ανάπλι, είπε η Γιαννούλα. ∆εν ακούτε; Νάπολι Ντι Ροµάνια, το λένε τούτοι. Κόσµος! Όλες οι φυλές του Ισραήλ εκεί ήτανε. Φράγκοι, οβριοί, ακόµα και γυναίκες απ΄την Τσακωνιά να φορτώνουν στο λιµάνι. Μαγαζιά και πραµάτειες να δουν τα µάτια σας! Και κάτι κυρίες µε οµπρελίνα, εκεί να δείτε ρούχα που φοράγανε! Κάτι κτήρια!!! Είδα και το Παλαµήδι! Είδατε πως το φτιάξανε; Παναγιά µου απάτητο. Και το Μπούρτζι, τι όµορφο που είναι και γεµάτο κανόνια! Σιγά µη το φτιάξανε αυτοί, αποκρίθηκε η Μαρία. Οι άντρες µας το φτιάξανε. Τα νιάτα τους έχουν φάει κει πάνω, τόσα χρόνια. Αυτοί να διατάζουν ξέρουν µόνο, µε κάτι χαρτιά στα χέρια. Τους έφαγε η αγγαρεία. Ευτυχώς που τέλειωσε πέρυσι. Και κείνος ο καπόµπασης, η βδέλλα, ο άντρας της Μαρίκας, ήρθε πάλι χθες για ν’ αρπάξει το µερίδιο τους απ’ τη σοδειά µας. Το αίµα µας έχουν πιεί τόσα χρόνια σα βρικόλακες. Και δε µας φθάνουν όλα αυτά, έχουµε και αυτούς τους αχώνευτους, τους φερτούς, απ’ τα Μέγαρα να καλλιεργούν τα καλύτερα κτήµατά µας…………………. Μόλις ανέβηκε στο ύψωµα και κοίταξε µακριά µια θολούρα σκέπασε τον ήλιο, και τα κανόνια άρχισαν να χτυπούν ασταµάτητα… Φωτιά και καπνοί, φωνές και αλαλαγµοί. Πάγωσε.

Κάτι πολύ σοβαρό συµβαίνει, δεν ήξερε όµως τι… Κοίταξε καλύτερα στην ανοιχτή θάλασσα. Η θάλασσα είχε γεµίσει µε αλλιώτικα καράβια, µαύρα ψηλά. Όχι, δεν ήταν βενετσιάνικα. Αυτά τα ήξερε καλά. Και οι παντιέρες ήταν κόκκινες. Παναγίτσα µου. Τούρκοι θα είναι! Γύρισε τρέχοντας προς τα πίσω κατά το χωριό. Ναι ήταν οι Τούρκοι του Καπετάν – Πασά… …Οι Τούρκοι σε λίγο φάνηκαν από το νησάκι Πλατιά. Ερχόντουσαν από τις Σπέτσες. Τα 28 κανόνια του βενετσιάνικου κάστρου που ήταν στην είσοδο του λιµανιού έτοιµα για να προστατέψουν το λιµάνι, ήταν λίγα, πολύ λίγα. Μαύρισε η θάλασσα. Έγινε το θέαµα τροµερό. Κόκκινες παντιέρες. Αλαλαγµοί και κανονιές βροχή. Φρίκη. Μέσα σε δέκα λεπτά φθάσανε σε απόσταση αναπνοής. Το µικρό βενετσιάνικο κάστρο σε λίγα λεπτά έγινε χώµα. Φωτιά παντού. Ο τούρκικος στόλος αιφνιδίασε εντελώς τους Ενετούς και όρµηξε στο λιµάνι. Οι Τούρκοι αποβιβάσθηκαν καίγοντας τα πάντα. Στο καρνάγιο δεν έµεινε τίποτα. Όλα τα πλοία των Ενετών που ήταν αγκυροβοληµένα βυθίστηκαν. Τα σπίτια, τα εργαστήρια, τα µαγαζιά και η καθολική εκκλησία έγιναν ίσωµα. Όλη η πλαγιά είχε ισοπεδωθεί. Οι Τούρκοι εισβολείς αµέτρητοι. Χύθηκαν και τους κατάσφαξαν όλους. Σε µια ώρα θα βρίσκονταν στο λιµάνι τα’ Αναπλιού, η άλωση του Παλαµηδίου ήτανε θέµα ηµερών…

Κατερίνα Παπαδριανού – Κόρδαρη Ναυπλιακά Ανάλεκτα VI (2007)


Ο ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ Θωρώ το Παλαµήδι

...Τώρα, για πρώτη φορά θωρώ τό Παλαµήδι τόσο θεόρατο κι επιβλητικό. Τά κάστρα του δέν είναι πλέον ή χθεσινή απροσδιόριστη λουρίδα. Έχουν τήν κραταιότητα ενός µυθικού έργου κι όπως γωνιάζουν ευθύ­ γραµµα στην κάθε κλίση τους, αναλογίζεται την ικανότητα και την εµπειρία εκείνων των παλιών µαστόρων. Ακόµη και ο αριθµός των 999 σκαλιών δεν ακούγεται τυχαίος. Μυθικός κι αυτός στην οµοιοµορφία των ψηφίων —απαξιώνοντας τη χιλιάδα— είναι το ταιριαχτό συµπλή­ρωµα και η υπογράµµιση µιας απίστευτης πραγµατικότητας… ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ «Ή γνωριµία µου και ο έρωτας µε τ' Άνάπλι» στο Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόµ. Β', εκδ. ∆ήµος Ναυπλιέων, Ναύπλιο 1995

Σελίδα 71

Τα 999 σκαλιά είναι ...857 ...857

ΑΝΑ∆ΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΌ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α «ΤΑ ΑΡΓΟΛΙΚΑ» Στις 11/12/2008 Γιατί σίγουρα 999 δεν είναι... (ο γράφων στην ανάβαση τα µέτρησε 857 και στην επιστροφή 855, ίσως επειδή σκόνταψε σε κανα-δύο). Βέβαια, αν γίνει ένα πρόχειρο γκάλοπ, από τους χίλιους ερωτηθέντες οι 999 θα πουν πως τα σκαλιά υπολείπονται της χι­ λιάδας κατά ένα. Έτσι το θέλει ο θρύλος, έτσι γράφουν όλες σχεδόν οι εγκυκλοπαίδειες και οι τουριστικοί οδηγοί Σίγουρα ο αριθµός αυτός «πουλάει». Κάποιοι από τους τουρίστες ανέβηκαν στο διασηµότερο ελληνικό κάστρο γι' αυτόν τον λόγο (άσχετο αν αρκετές χιλιάδες Αρ­γολιδείς δεν έχουν ανέβει ποτέ σ' αυτό, ούτε καν µε το αυτοκίνητο. Όπως αναφέρει ο Ανδρέας Χατζοπλάκης σε κείµενο του που δηµοσιεύτηκε στον πρώτο τόµο των «Ναυτιλιακών Αναλέκτων» σε πηγές που ανέτρεξε συνάντησε εκτός του «999» τους παρακάτω αριθµούς για τα σκαλιά: 800 (1 φορά). 850 (1), 857 (3), 860 (1), 880 (3), 890 (5), 900 (5), 913 (1), 960 (3), 1000 (7). 0 Σπυρίδων Προφαντόπουλος στο βιβλίο «Αρχαία µνηµεία Ναυπλίου και Αργους» που εκδόθηκε το 1895 αναφέρει: «δια της ζητοειδούς λίθινης κλίµακος ήτις αποτελείται εξ 890 βαθµίδων». 0 Μιχάλης Γρηγορόπουλος τρία χρόνια νωρίτερα τα είχε υπολογίσει περίπου 900. 0 Αγγελος Τερζάκης πάντως το 1946 έγγραφε: «Τα σκαλιά που φέρνουνε στην κορφή έχουν αριθµό καβαλιστικό: 999” Με τον όρο «καβαλιστικός» ο Τερζάκης δήλωνε ότι υπάρχει κάποια µαγική, κάποια µυστικιστική ιδιότητα. Ο Γιάννης Πανίτσας το 1965 έγραφε: « Είναι 999, όπως λένε, αλλά έχασα το µέτρηµα». Η Κ. Παλαιολόγου –Βρετού το 1966 είχε άλλη άποψη: « Τα 999, καθώς τα θέλει ο µύθος, 857 είναι στην πραγµατικότητα.


Ελπίζουµε η προσπάθειά µας να έχει θετικά σχόλια.

Επισκεφθείτε το ιστολόγιο µας!

Προσπαθήσαµε όσο γινόταν να περιορίσουµε τον όγκο των πηγών για να παρουσιάσουµε περιεκτικά το θέµα µας.

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ—ΜΑΡΤΙΟΣ 2009 ΤΕΥΧΟΣ 1

http://nafplio.wordpress.com/ http://anapliotis.wordpress.com/

Πρόθεσή µας είναι κάθε τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού µας να έχει ένα ή δύο αφιερώµατα που θα επικεντρώνουµε το ενδιαφέρον µας.

Ηλεκτρονικό ταχυδροµείο:

ΕΝΑ ΠΕΡΙΟ∆ΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

Θα ανακοινώνονται µε σκοπό αν κάποιος θέλει να βοηθήσει να έχει τη χρονική δυνατότητα να το κάνει. Περιµένουµε τα σχόλιά σας στο ηλεκτρονικό µας ταχυδροµείο ή στα ιστολόγια µας.

ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΤΕΥΧΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ—ΜΑΪΟΣ (ΤΕΥΧΟΣ 2)

Ευχαριστούµε

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Η Συντακτική Οµάδα ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ 1821— 1821—1822

ΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ ΚΑΙ Ο ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΤΟΥ 18ος 18ος— ος—19ος 19ος ΑΙΩΝΑΣ

Περιµένουµε µε µεγάλη χαρά τις δικές σας κρίσεις, προτάσεις αλλά και κείµενα. Ραντεβού σε 2 περίπου µήνες.


Ο Αναπλιώτης