Issuu on Google+

Μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη «Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό Τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου»

1851 - 1911 Εκατό χρόνια από το θάνατό του


Εισαγωγικό σημείωμα Η συμπλήρωση ενός αιώνα από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911),του «κοσμοκαλόγερου» και «Άγιου των Ελληνικών Γραμμάτων» όπως εύστοχα χαρακτηρίστηκε, δίνει την ευκαιρία και στους μαθητές της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης να έλθουν σε επαφή με το σημαντικό του έργο, που έχει ευρύτερα αναγνωρισθεί για την υποβλητική δύναμη, τις λυρικές περιγραφές και την ιδιότυπη γλώσσα. Η επιλεκτική παρουσίαση πτυχών του τεράστιου έργου του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (τρία ιστορικά μυθιστορήματα – 180 διηγήματα – ελάχιστα ποιήματα) στα πλαίσια ενός εκπαιδευτικού προγράμματος πολιτιστικού περιεχομένου αποτελεί φιλόδοξη προσπάθεια για να γνωρίσουν και οι μαθητές του Δημοτικού Σχολείου μια αξιόλογη μορφή του έντεχνου λόγου, που παρ’ όλες τις δυσκολίες της γλωσσικής προσέγγισης (η ιδιωματική καθαρεύουσα του Αλ. Παπαδιαμάντη) συνιστά μια ακριβή παρακαταθήκη της Λογοτεχνίας μας. Στις ιδιαίτερα δυσμενείς οικονομικές συνθήκες που διέρχεται η χώρα την τελευταία διετία, αξίζει να προσέξουμε περισσότερο την παραμυθητική – λυτρωτική γραφή του μεγάλου Σκιαθίτη πεζογράφου που σύμφωνα με τον Ιωάννη Κονδυλάκη «δεν έγραφε για να κατασκευάζει βιβλία, αλλά για να δίνει μορφή στα όνειρά του», και επίσης να μην παραλείψουμε να εντοπίσουμε στα πολυάριθμα ηθογραφικά του κείμενα την αξία της ελληνικότητας, την αντίθεση στη δουλική απομίμηση ξένων προτύπων, και κυρίως τις κοινωνικές του επισημάνσεις για τα δεινά του πολιτικού μας συστήματος: «…τους τοκογλύφους, αιματοφάγους, πολιτικάντηδες, ρουσφετολόγους, λαοπλάνους, τυχοδιώκτες», όπως ο ίδιος στιγμάτιζε από τότε ως κρίσιμα προβλήματα του εθνικού μας βίου, ζητήματα που αποδεικνύεται ότι τυραννούν και τη σύγχρονη Ελλάδα του 21ου αιώνα. Οι υπεύθυνες δασκάλες του προγράμματος: Ιωάννα Αργύρη Κατερίνα Παπαθανάση


Η Στ τάξη αρχικά επισκέφθηκε την έκθεση «Μνήμη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη» που παρουσιάστηκε στην αίθουσα τέχνης Νεώριον. Τα παιδιά θαύμασαν τα έργα καταξιωμένων ζωγράφων, εμπνευσμένα από τα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ξεναγήθηκαν από τον κύριο Χρήστο Γαρουφαλή, ο οποίος είναι και δημιουργός του έργου «Η νοσταλγός» το οποίο εντυπωσίασε ιδιαίτερα τα παιδιά. Η ξενάγηση συνεχίστηκε από την κυρία Αρετή Βελτσίστα που έδωσε πληροφορίες στα παιδιά για κάθε πίνακα. Εμπνευσμένοι από την επίσκεψη αυτή, οι μαθητές προσπάθησαν οι ίδιοι να ζωγραφίσουν τα έργα που τους άρεσαν περισσότερο και έγραψαν «Σκέφτομαι και Γράφω» με θέμα «επίσκεψη σε μια έκθεση ζωγραφικής της πόλης μου.» Μερικές από τις απαντήσεις τους ήταν:

«…Ο πίνακας όμως που εγώ ξεχώρισα και που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν εκείνος του κυρίου Παπανικολάου. Απεικόνιζε το νησί του Παπαδιαμάντη, τη Σκιάθο. Στη μέση υπήρχε ένα τεράστιο δέντρο και πίσω φαινόταν το βουνό στους πρόποδες του οποίου ήταν χτισμένα μικρά σπίτια. Στη δεξιά πλευρά διέκρινα μια εκκλησία και πιο πέρα ένα μικρό ποτάμι που κυλούσε ήσυχα, χανόταν πίσω από τα σπίτια και ξαναφαινόταν στην προσπάθειά του να βρει το δρόμο για τη θάλασσα. (…) Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε από την έκθεση όλοι ήμασταν γεμάτοι από χρώματα και θέματα από τη ζωή και το έργο του Παπαδιαμάντη. Πραγματικά άξιζε η επίσκεψή μας αυτή…» Λεωνίδας Βρέκος


« Με εντυπωσίασε η «Νοσταλγός» του Χρήστου Γαρουφαλή, εμπνευσμένη από το ομώνυμο διήγημα του Παπαδιαμάντη. Στον πίνακα αυτό φαινόταν μια γυναίκα και πίσω ένα πορτο-παράθυρο. Αυτή η γυναίκα κοιτούσε έξω. Απ’ το βλέμμα της κατάλαβα πως συλλογιόταν πότε θα βγει έξω από κει να δει τον έξω κόσμο. Απ΄τα βουρκωμένα μάτια της καταλάβαινα πως ήθελε να κλάψει. Η επίσκεψη ήταν πολύ ωραία. Ένιωσα περήφανη που η Ελλάδα έχει βγάλει τόσο καλούς καλλιτέχνες. Μου άρεσε η λεπτομέρεια σε κάποιους πίνακες αλλά και οι ατημέλητες πινελιές σε άλλους…» Παναγιώτα Λάμπρη

Περισσότερο μου άρεσε ο πίνακας του Χρήστου Μποκόρου «Συντροφιά με τον κυρ Αλέξανδρο». Ήταν ζωγραφισμένος πάνω σε ένα παραλληλόγραμμο καφετί ξύλο που απεικόνιζε δύο βιβλία, δύο τσιγάρα, δύο ποτήρια και ένα κερί. Ο κύριος Χρήστος Γαρουφαλής μας είπε, αναλύοντας τον πίνακα, ότι τα τρία αυτά στοιχεία κρατούσαν συντροφιά στο μοναχικό Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ειρήνη Νικολαΐδου


Φωτογραφίες από την επίσκεψη στην Έκθεση


Τα έργα είναι κατά σειρά των μαθητών: Σταρακά Φλωρεντία «Η νοσταλγός» Βρέκος Λεωνίδας «Αυγοτέμπερα σε ξύλο» Τραγουλιά Ιωάννα, Ζαφείρη Όλγα «σύνθεση Νο 87» Δημοπούλου Δήμητρα «Ο Χριστός στο κάστρο»


Τα παιδιά διάβασαν διηγήματα του Παπαδιαμάντη και επέλεξαν να μελετήσουν αναλυτικά κάποια από αυτά. Χωρίστηκαν σε ομάδες και καθεμία ανέλαβε να αναλύσει ένα διαφορετικό διήγημα. Έτσι, προχώρησαν στη σύνταξη περίληψης του έργου, εντόπισαν τα πρόσωπα που συμμετείχαν στο διήγημα, τα χαρακτήρισαν και τα ενέταξαν σε κατηγορίες. Εντόπισαν επίσης στα διηγήματα τα βασικά χαρακτηριστικά του έργου του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και έφτιαξαν ακροστιχίδες, σταυρόλεξα, έφτιαξαν ζωγραφιές με θέμα σκηνές του διηγήματος, μίλησαν για τα σημεία που τους έκαναν εντύπωση και εμπνεύστηκαν ακόμη και ποιήματα. Το φύλλο εργασίας που δόθηκε στα παιδιά ήταν το εξής:

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου του 1851 και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου του 1911, στη Σκιάθο. Ο πατέρας του, Αδαμάντιος Εμμανουήλ, ήταν ιερέας. Μεγαλώνοντας σε τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον ήταν φυσικό ο Αλέξανδρος να επηρεαστεί και να συνδεθεί με μια βαθιά ευλάβεια με τον χριστιανισμό και τα εκκλησιαστικά γενικότερα. Παρ’ όλη τη φτώχεια και τη στέρηση που συνόδεψε τα παιδικά του χρόνια ο Παπαδιαμάντης αγαπάει τα γράμματα και καταφέρνει με πολλές δυσκολίες, μετά από πολλές διακοπές να τελειώσει το γυμνάσιο και να γραφτεί στην φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Όμως δεν θα καταφέρει ποτέ να τελειώσει τις σπουδές του. Παραδίδει μαθήματα για να βγάλει τα προς το ζην και παράλληλα μελετάει με πάθος αρχαία ελληνική γραμματεία αλλά και την Ευρωπαϊκή λογοτεχνία της εποχής του. Μαθαίνει μόνος του αγγλικά και γαλλικά. Για να ζήσει κάνει μεταφράσεις, δουλεύει ως διορθωτής σε εκδόσεις και δημοσιεύει κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά. Ταυτόχρονα αρχίζει να εκπληρώνει το όνειρο του να γίνει συγγραφέας και κάνει την είσοδο του στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα " Η μετανάστις " που δημοσιεύεται στον Νεολόγο της Πόλης. Ο κυρ Αλέξανδρος για τους απλούς ανθρώπους που τον γνωρίζουν αλλά και για τους νέους λογοτέχνες της εποχής που τον συναντούν στο στέκι του, το καφενεδάκι της δεξαμενής, εντυπωσιάζει με την πλατιά του μόρφωση αλλά και με τα μυθιστορήματα και διηγήματα του που δημοσιεύει. Εντυπωσιάζει επίσης με την ασκητική μορφή του αλλά και την ασκητική ζωή του. Διάφορα οικογενειακά προβλήματα, η οικονομικές του δυσκολίες αλλά και ο θάνατος του αδερφού του, τον οδηγούν στον αλκοολισμό. Το 1908 αποφασίζει να επιστρέψει στο αγαπημένο του νησί την Σκιάθο για να βρει την ηρεμία και τη γαλήνη που του τόσο πολύ του έλειψαν, έστω στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Πεθαίνει μετά από μια σύντομη αρρώστια ενώ λίγες μέρες πριν το ελληνικό κράτος που μέχρι τότε δεν τον είχε βοηθήσει σε τίποτε, τον παρασημοφορεί αναγνωρίζοντας την μεγάλη του πνευματική προσφορά.


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Γράφει σε μια ιδιότυπη αρχαΐζουσα καθαρεύουσα που πιθανόν να χρειάζεται μετάφραση για κάποιον που μιλάει μόνο δημοτική, ενώ τους διαλόγους των απλών ανθρώπων του νησιού του που είναι και οι περισσότεροι ήρωες των διηγημάτων του, τους γράφει στο δημοτική ντοπιολαλιά της Σκιάθου. Παρόλα αυτά τα κείμενα του έχουν τεράστια εκφραστική δύναμη. "Ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων" κατέχει δικαιωματικά μια θέση στο πάνθεον των πιο σημαντικών Ελλήνων λογοτεχνών.

Χαρακτηριστικά της γραφής του Παπαδιαμάντη -βαθιά θρησκευτική πίστη -συγκατάβαση στις αδυναμίες του ανθρώπου και συμπάθεια στις δυστυχίες τους -ευαισθησία απέναντι στη φύση -αγάπη για την πατρίδα του -αποδοκιμασία για τα ξενόφερτα ήθη -τα θέματα των έργων του είναι παρμένα από τη ζωή των ταπεινών και καταφρονεμένων ανθρώπων -Η γυναίκα είναι ένα δυστυχισμένο πλάσμα σε μειονεκτική κοινωνική θέση. -Τρόπος ζωής και συνήθειες των απλών ανθρώπων της νησιώτικης υπαίθρου.

Οι ήρωες του συγγραφέα διακρίνονται σε τρεις γενικές κατηγορίες: 1. Σε εκείνους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο δούλευαν για το Θεό και τη θρησκεία, οι ιερείς, οι ψάλτες, οι καλόγεροι. 2. Στους δουλευτές του βουνού και της θάλασσας, τους βοσκούς, τους κυνηγούς, τους καπετάνιους, τους λοστρόμους και 3. Σε αυτούς που ασκούν ένα αστικό επάγγελμα.

Οδηγίες εργασίας

1) Να μελετήσετε προσεκτικά το διήγημα που σας δίνεται 2) Να απαριθμήσετε όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν στο διήγημα (κύρια και δευτερεύοντα) και να τα κατατάξετε, αν είναι δυνατόν, στις τρεις παραπάνω κατηγορίες. 3) Για τα κύρια πρόσωπα (πρωταγωνιστές) να κάνετε ένα χαρακτηρισμό περίπου οχτώ με δέκα γραμμών. (χαρακτήρας, εξωτερική εμφάνιση αν δίνονται στοιχεία, σχέσεις με άλλα πρόσωπα, ενέργειες) 4) Να συντάξετε μια περίληψη για το διήγημα, όχι μεγαλύτ��ρη από δύο σελίδες. 5)Εμπνευσμένοι από σκηνές του διηγήματος ζωγραφίστε τες (και προσθέστε από κάτω μια λεζάντα ή ένα χαρακτηριστικό κομμάτι από το διήγημα) ή γράψτε ένα ποίημα. 6)Ζωγραφίστε το εξώφυλλο κάθε διηγήματος και συμπληρώστε τα στοιχεία (όνομα συγγραφέα, τίτλος) 7)Σύμφωνα με τα παραπάνω χαρακτηριστικά της γραφής του Παπαδιαμάντη που σας δόθηκαν, προσπαθήστε να τα εντοπίσετε μέσα στη διήγηση. (Για παράδειγμα: στο κομμάτι

«……» φαίνεται η άσχημη θέση της γυναίκας την εποχή εκείνη διότι…………)


8) Προσπαθήστε να κατασκευάσετε ακροστιχίδες, σταυρόλεξα κλπ με στοιχεία από το κείμενο αλλά και από το βιογραφικό του Παπαδιαμάντη. 9) Αναφέρετε ο καθένας την αγαπημένη του σκηνή/ περιστατικό του διηγήματος. Σημείωση: Κάθε μέλος της ομάδας θα αναλάβει να πραγματοποιήσει μερικές από τις παραπάνω εργασίες με επιλογή δική του και μετά από συζήτηση με τα υπόλοιπα μέλη. Επίσης μπορούν περισσότεροι από ένας να πραγματοποιήσουν μια εργασία (πχ. ζωγραφική, ακροστιχίδες, χαρακτηρισμοί)

Πηγές των διηγημάτων που μελέτησαν τα παιδιά ήταν τα παρακάτω βιβλία:


Παραμονές Χριστουγέννων η κυρα-Πράπω, η οποία εμπορευόταν αβγά και γάλα από τα ζώα του αγροκτήματός της, επισκέπτεται τη νονά της και της προσφέρει αβγά. Ελπίζει πως ο νονός της, ο γιος της γριάς, θα της ανταποδώσει το δώρο της. Και πραγματικά, παρά τη δυσαρέσκεια που δείχνει η νονά της, αυτός της πληρώνει τα αβγά και της δίνει και χρήματα για το λεωφορείο. Βράδυ πια, επιστρέφει στην πόλη και λίγο πριν φτάσει στο σπίτι της, συναντά ένα παιδάκι ολομόναχο να κλαίει. Σκέφτεται πως σίγουρα είχε χαθεί. Φωνάζει τις γειτόνισσές της, αλλά καμιά δε γνώριζε το παιδί. Πάνω στην ώρα περνάει από ‘κει και ο συγγραφέας μας ο οποίος αναγνωρίζει το μικρό. Ήταν ο γιός του μάστρο-Δημήτρη του Χωριανού. Τον είχε δει πολλές φορές να κρατάει τον τρίχρονο Γιωργάκη και την πεντάχρονη αδελφούλα του, την Παρασκευή, από το χέρι και να τα πηγαίνει στο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς να τους αγοράσει ζαχαρωτά. Τα δυο παιδάκια ήταν πολύ περιποιημένα και καλοθρεμένα. Ο πατέρας τους τα αγαπούσε πάρα πολύ καθώς και η μητέρα τους, η Γιακουμίνα, που ήταν μια πολύ καλή και άξια γυναίκα. Σ’ αυτό το σημείο ο συγγραφέας μας θυμάται κι έναν άλλον, επίσης άξιο πατέρα, ο οποίος αγαπούσε πολύ κι αυτός τα παιδιά του, τα οποία, δεν ήταν ένα, ή δύο, άλλα έξι στον αριθμό. Το σημαντικότερο βέβαια που κάνει αυτή την αγάπη τόσο ιδιαίτερη, είναι πως τα συγκεκριμένα παιδιά δεν ήταν δικά του. Τα είχε πάρει από το Νηπιακό Ορφανοτροφείο. Αυτός ο ΠΑΤΕΡΑΣ ήταν ο μπάρμπα-Στέργιος ο Παρκιώτης, ένας καλόκαρδος άνθρωπος, εργατικός και τίμιος ο οποίος είχε πεθάνει λίγα χρόνια πριν


μια και ήταν ηλικιωμένος και βαριά άρρωστος. Όμως κανείς δεν ξεχνά τη μεγάλη του καρδιά. Ο μάστρο-Δημήτρης ο Χωριανός έχει ένα κοινό σημείο με τον μπαρμπα-Στέργιο τον Παρκιώτη. Τα δυο του παιδιά, ο Γιωργάκης και η Παρασκευή δεν ήταν δικά του παιδιά, τα είχε πάρει από το βρεφοκομείο. Όμως, όπως είπαμε και πιο πάνω, ο μαστρο-Δημήτρης και η γυναίκα του η Γιακουμίνα τα αγαπούσαν πάρα πολύ και μάλιστα διπλά, μια και πριν τα αποκτήσουν, τους είχαν πεθάνει τα δυο δικά τους. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε τον πόνο, την απόγνωση, τον πανικό, τη στενοχώρια που ένιωσαν οι δυο αυτοί γονείς όταν έχασαν το βράδυ εκείνο το μικρό γιό τους, αλλά και την απερίγραπτη χαρά τους, τη συγκίνηση και την ευγνωμοσύνη τους προς το συγγραφέα μας που έφερε το μικρό πάλι στην αγκαλιά τους.

Χαρακτηρισμοί προσώπων Κυρα-Πράπω: εργατική, δυναμική, υπολογίστρια, κουτσομπόλα, συμφεροντολόγα, τσιγκούνα

ΜπαρμπαΣτέργιος: καλόκαρδος, εργατικός, τίμιος, σεμνός,

Μαστρο-Δημήτρης: καλόκαρδος, καλός οικογενειάρχης, τρυφερός, εργατικός, τίμιος, ευγενικός, ευαίσθητος


Οι δουλευτές του βουνού και της θάλασσας  Η κυρα Πράπω η Σκαλιώτισσα  Ο μπαρμπα Πράπης (σύζυγός της)  Η περιβολάρισσα (ξαδέρφη της)  Μαρίνα (η κόρη της Πράπως)

Αυτοί που ασκούν ένα αστικό επάγγελμα  Νονός – νονά  Μαστρο- Δημήτρης (μπογιατζής)  Γιακουμίνα (η γυναίκα του)  Ο Νικόλας ο μανάβης  Ο Μπαρμπα- Στέργιος ο Παρκιώτης  Κύριος άγαμος με γυαλιά

Από την ομάδα «Οι αθάνατοι» Λεωνίδας Βρέκος Βασίλης Γκοργκόλης Δημήτρης Κραβαρίτης Παναγιώτης Μεσυνδιάνος Γιώργος Τσίρκας


Περίληψη


Από την ομάδα «Η πεντάδα της τύχης» Σοφία Ακύρου Παναγιώτα Λάμπρη Ειρήνη Νικολαΐδου Σωτηρία Τσιρογιάννη Μαριλένα Τσούκαλου


Η αγαπημένη σκηνή των παιδιών: Η αγαπημένη μου σκηνή στο κείμενο είναι εκεί όπου ο Ζάχος κουρασμένος απ’ το τρέξιμο που έκανε, πήγε μέσα στην εκκλησία, προχώρησε στο Άγιο Βήμα και είπε στον παπα- Κυριάκο ότι ο παπα- Σφοντύλας με την παπαδιά του έκλεβαν τις λειτουργιέ. Τελικά ήταν μια παιδική παρανόηση. Βασίλης Κακούρης

Σ’ αυτό το διήγημα υπήρχαν πολλές καλές σκηνές, αλλά η αγαπημένη μου ήταν εκείνη όπου το δωδεκάχρονο αγόρι, ο Ζάχος, έτρεξε ανήσυχος μέσα στη εκκλησία την ώρα που ο παπα- Κυριάκος τελούσε τη λειτουργία για να πει πως είδε τον παπα- Σφοντύλα να κλέβει τις λειτουργιές από την πίσω πόρτα. Ο παπα- Κυριάκος πίστευε πως αυτό δε θα γινόταν ποτέ. Στο τέλος όμως όλα αποκαλύφθηκαν. Είχε γίνει μια παρεξήγηση. Ο παπα- Σφοντύλας είχε πάει τις λειτουργιές

στο σπίτι από την πίσω πόρτα της εκκλησίας για να μη λένε οι κακόγλωσσοι πως έιχαν δήθεν πολλά εισοδήματα. Μαριξένια Μπλατσογιάννη

Η αγαπημένη μου σκηνή είναι όταν ο μπαρμπα- Κίτσος, αφού είχε μεθύσει από το κρασί, άρχισε να ψέλνει το Χριστός Ανέστη με το δικό του τρόπο: Κ’στο – μπρε – Κ’ στος ανέστη Εκ νεκρών θανάτων Θάνατον μπατήσας Κέντοις – έντοις μνήμασι Ζωήν παμμακάριστε! Βασίλης Παπαβασιλείου


Απαντήσεις: 1. Σκιάθος 2. Αδαμάντιος 3. 1908 4. Μεταφράσεις 5. Γαλλικά 6. Αναγνώστη


Από την ομάδα: Βασίλης Κακούρης Βασίλης Παπαβασιλείου Δήμητρα Χεινοπώρου Μαριξένια Μπλατσογιάννη Κωνσταντίνος Αθανασίου Αντρέας Στεφανάτος Χρήστος Κοψαλής


Τα πρόσωπα του διηγήματος: Οι δουλευτές του βουνού και της θάλασσας  Μπαρμπ’ Αλέξης Καλοσκαίρης  Δημήτρης και Αποστόλης (τα δυο παιδιά του)  Ο γερο- Σαλαμάστρας  Ο μπαρμπα- Γιάννης ο Λαλούμενος  Ο Γιάννης ο Πανταρώτας  Αιγοβοσκοί  Κελευστής του πολεμικού πλοίου  Ο καπετάν Φραγκούλης ο Γιαλόξυλος  Ο καπεταν θανασός ο ζευγαρωμένος  Ο καπετάν Γιαννάκος ο Έρωτας Αυτοί που ασκούν κάποιο αστικό επάγγελμα  Υπάλληλοι λιμενικού σταθμού Άλλα πρόσωπα  Η γυναίκα του  Η γριά  Οι δύο κόρες του  Επιβάτες του (Στερολλαδίτης)  Δύο ληστές  Δύο κλέφτες (Από τους μαθητές Χριστίνα Τραπεζιώτη, Νίκος Μαυραγάνης, Ανδρέας Φούκας)

Χαρακτηρισμός του Μπαρμπα- Αλέξη

Ο μπαρμπα- Αλέξης ήταν πολύ φτωχός άνθρωπος. Ήταν τίμιος δουλευτής και γι΄αυτό δεν έφτασε πολύ ψηλά. Δούλευε για να ζήσει την οικογένειά του. Αντιμετώπιζε πολλές δυσκολίες, μα δεν το ‘βαλε κάτω. Το μυαλό του δούλευε γι’ αυτό επινόησε τον Πανταρώτα, για να είναι εντάξει με τους νόμους. Μερικές φορές αναγκαζόταν να «λαδώσει» κάποιον υπάλληλο για να γλιτώσει. Νίκος Μαυραγάνης


Περίληψη του διηγήματος Ο Μάνος του Κορωνιού, άνθρωπος που χαρακτηρίζεται αλαφροΐσκιωτος, βλέπει κάποιες βραδιές που κοιμάται στη βάρκα του ένα φως στην επιφάνεια της θάλασσας που τον παραξενεύει. Αποφασίζει να ανακαλύψει την αλήθεια και ως βοηθό στην περιπέτεια παίρνει το φίλο του Γιαλή της Φαφάνας. Οι δυο νέοι ανοίγονται προς το σημείο όπου ο Μάνος έβλεπε το φως, αλλά όσο πλησιάζουν τόσο αυτό απομακρύνεται και η απορία τους μεγαλώνει. Την εξόρμηση την επαναλαμβάνουν άλλες δυο φορές χωρίς αποτέλεσμα. Ένα βράδυ πηγαίνει να τους συναντήσει ο Λίμπος ο Κόκοϊας, που μένει κοντά και έχει παρακολουθήσει τα νυχτερινά τους ταξίδια. Όταν οι δυο φίλοι του αναφέρουν την αιτία, εκείνος δεν απορεί για το παράξενο φαινόμενο και υποστηρίζει πως παρόμοια έβλεπαν παλιότερα όλοι οι άνθρωποι που ήταν αγνοί, ενώ στην εποχή του τα βλέπουν μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι και αναλαμβάνει να τους εξηγήσει το φαινόμενο μ’ ένα παραμύθι. Το παραμύθι του Λίμπου Το παραμύθι του Λίμπου μιλάει για την ιστορία της Λουλούδως και του βασιλόπουλου που την αρραβωνιάστηκε και φεύγοντας για τον πόλεμο τηε έταξε γάμο για την ημέρα των Χριστουγέννων. Η άγια μέρα έφτασε, αλλά το βασιλόπουλο δε γύρισε, γιατί αιχμαλωτίστηκε και πέθανε στη φυλακή. Από τα δάκρυα της Λουλούδως φύτρωσε το άνθος του γυαλού, ενώ η ψυχή του βασιλόπουλου, που δεν μπόρεσε να τηρήσει τον όρκο του, έγινε το παράξενο φως στη θάλασσα.


Οι ήρωες και οι χαρακτήρες τους: Μάνος του Κορωνιού  βαρκάρης ψαράς Γιαλής της Φαφάνας  φίλος του Μάνου Λίμπος ο Κόκοϊας  ένας σοφός γέρος που κατοικούσε σε μια καλύβα

Είναι όλοι τους άνθρωποι απλοί που ζουν κοντά στη φύση και τη βλέπουν γεμάτη απόκοσμα μυστικά.

Μάνος: Είναι ευαίσθητος και απλοϊκός. Ονειροπολεί και ρεμβάζει στη νυχτερινή φύση και βλέπει οράματα και οπτασίες.

Λίμπος: Αν και δεν ξέρει πολλά γράμματα, διαθέτει μια σοφία διαφορετική απ’ αυτή των μορφωμένων. Είναι ευαίσθητος και πιστεύει στους θρύλους και στις παραδόσεις.

Γιαλής: Είναι και αυτός απλοϊκός και εύπιστος, ενώ η μεγαλύτερη ηλικία του δε φαίνεται να επηρεάζει την πίστη του σε εξωπραγματικά φαινόμενα..


Πρόσωπα του παραμυθιού και χαρακτήρες τους

Το βασιλόπουλο είναι γενναίο και τηρεί τον όρκο του ακόμη και μετά το θάνατό του.

Η Λουλούδω χαρακτηρίζεται για την πίστη της ��αι την καρτερικότητά της

Τα χαρακτηριστικά της γραφής του Παπαδιαμάντη στο διήγημα Η ευαισθησία απέναντι στη φύση φαίνεται στη συμπεριφορά και των τριών ηρώων οι οποίοι βρίσκονται κοντά σε αυτή και προσπαθούν να ερμηνεύσουν με τον τρόπο τους τα διάφορα φαινόμενα. «Τα θέματα των έργων του Παπαδιαμάντη είναι παρμένα από τη ζωή φτωχών και καταφρονεμένων ανθρώπων». Τόσο ο Μάνος που είναι ένας ψαράς και θεωρείται αλαφροΐσκιωτος, όσο και ο φίλος του, αλλά και ο Λίμπος είναι άνθρωποι φτωχοί και απομονωμένοι. Η αγαπημένη σκηνή του διηγήματος:

Η αγαπημένη μου σκηνή ήταν εκεί που ο Λίμπος ο Κόκοϊας άρχισε να διηγείται την ιστορία για τη Λουλούδω λέγοντας ότι ένα βασιλόπουλο ήθελε να την παντρευτεί όταν γυρίσει από τον πόλεμο. Δυστυχώς όμως τον έπιασαν οι βάρβαροι και δε γύρισε… Θα προτιμούσα το παραμύθι να είχε ένα πιο ευχάριστο τέλος όπως όλα τα παραμύθια… Ειρήνη Παραπονιάρη


Μεσοστιχίδα Αν απαντήσεις σωστά τις ερωτήσεις θα σχηματιστεί το όνομα της ηρωίδας του παραμυθιού. (ΛΟΥΛΟΥΔΩ)

 1.  2.  3.  4.  5.  6.  7.  8. 1. 2. 3. 4. 5. 6. 7. 8.

Το όνομα του αφηγητή του παραμυθιού (Λίμπος) Το όνομα του βαρκάρη ψαρά με άρθρο (Μάνος) Τότε έβλεπε ο Μάνος το παράξενο φως (νύχτα) Έτσι λέγεται στη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Παπαδιαμάντης ο βαρκάρης (λεμβούχος) Πότε έταξε το βασιλόπουλο γάμο στη Λουλούδω (Χριστούγεννα) Από το δάκρυ της Λουλούδως φύτρωσε το άνθος του … (γιαλού) Έτσι χαρακτηρίζει ο συγγραφέας τις γριές κουτσομπόλες: γραΐδια… (λαδικά) Όνομα του διηγήματος όπου ο ήρωας είχε επινοήσει ένα φανταστικό σύντροφό του. (Πανταρώτας)


«Ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ Κοτρώνια τοῦ ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάμεσα εἰς δυὸ ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα παλαιὸν ἐρημόσπιτον κατηρειπωμένον, - ἐκεῖ ἔστρωνε συνήθως τὴν κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιμᾶτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαμὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ κῦμα, θεωρῶν τὰ ἄστρα, καὶ μελετῶν τὴν Πούλιαν καὶ ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ - ἔβλεπε, λέγω, ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ δυὸ ἀνθισμένα νησάκια, τὰ φυλάττοντα ὡς σκοποὶ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, ἓν μελαγχολικὸν φῶς - κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ἢ ἄστρον πεσμένον - νὰ τρεμοφέγγῃ, ἐκεῖ μακράν, εἰς τὸ βάθος τῆς μελανωμένης εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα, καὶ νὰ στέκῃ ἐπὶ ὥρας, φαινόμενον ὡς νὰ ἔπλεε, καὶ μένον ἀκίνητον.»


Περίληψη του διηγήματος Ο καιρός τα φετινά Χριστούγεννα ήταν πολύ άσχημος. Το χιόνι κατέβηκε μέχρι το γιαλό και είχε στρώσει τους δρόμους του χωριού. Το ύψος του έφτανε μέχρι το γόνατο, προς μεγάλη χαρά των παιδιών που βρήκαν την ευκαιρία να παίξουν χιονοπόλεμο και να φτιάξουν χιονάνθρωπους. Τα χαράματα της παραμονής των Χριστουγέννων ο μπαρμπα-Στάθης ο Γρούτσος μαζί με το γιό του Στεφανή ξεκίνησε με το καΐκι του για την απέναντι ακτή του νησιού του, όπου θα προμηθευόταν αρνιά για την άγια αυτή γιορτή. Ο έμπειρος αυτός βαρκάρης προσπάθησε να αντιμετωπίσει το φοβερό άνεμο και τη μεγάλη θαλασσοταραχή. Πάλευε για πολλές ώρες με τα άγρια κύματα, μα το σκάφος του ταρακουνιόταν και κινδύνευε να γίνει κομμάτια. Αναγκάστηκε λοιπόν ν’ αγκυροβολήσει σ’ ένα έρημο λιμανάκι του νησιού του, το Μανδράκι, μη μπορώντας να φτάσει στον προορισμό του. Σε μικρή απόσταση από την ακτή πατέρας και γιος αντίκρισαν την καλύβα του γερο-Ντανάκια, ενός αγρότη ο οποίος κατοικούσε εκεί μαζί με την κόρη του τη Βασώ, καλλιεργώντας ένα μεγάλο κτήμα. Ήταν νύχτα, όταν χτύπησαν την πόρτα του και του ζήτησαν να τους φιλοξενήσει. Στη συνέχεια, αφού τους δέχτηκε στο φτωχικό του, ο γερο-Γρούτσος του διηγήθηκε την περιπέτειά του. Ο ίδιος ένιωθε ντροπή που δεν κατάφερε να εξασφαλίσει στους συγχωριανούς του αρνιά για να γιορτάσουν τη μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων και ήταν πολύ στενοχωρημένος. Εκείνη τη στιγμή ο γιος του του έδωσε μια ιδέα και αυτός ρώτησε το γεροΝτανάκια εάν πουλούσε τα δικά του αρνάκια. Αφού συμφώνησαν και στα χρήματα, πατέρας και γιος σάλπαραν για το χωριό στο οποίο έφτασαν την ώρα που οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα και καλούσαν τους πιστούς στην Ακολουθία των Χριστουγέννων.


Μεσοστιχίδα Αν απαντήσεις σωστά στις παρακάτω ερωτήσεις θα σχηματιστεί στη σκιασμένη στήλη το όνομα του λιμανιού στο οποίο αγκυροβόλησε ο μπαρμπα- Στάθης.

       

1. 2. 3. 4. 5. 6. 7. 8.

1. Το όνομα του παιδιού που έφτιαχνε ωραίους χιονανθρώπους στο χιόνι (Μιχαλιός) 2. Το όνομα της κόρης του γερο- Ντανάκια (Βασώ) 3. Το όνομα του γιου του μπαρμπα- Στάθη (Στεφανής) 4. Οι κάτοικοι του Πηλίου κοκόσες ονόμαζαν τα… (καρύδια) 5. Αυτά έπρεπε να προμηθευτεί ο μπαρμπα- Στάθης για τη γιορτή των Χριστουγέννων (αρνιά) 6. Το Μανδράκι ήταν ένα … στο οποίο αγκυροβόλησε ο μπαρμπα- Στάθης (λιμάνι) 7. Το όνομα του αγρότη που έδωσε καταφύγιο στον πατέρα και γιο (Ντανάκιας) 8. Με τέτοια νομίσματα πλήρωσε ο μπαρμπα- Στάθης τον αγρότη (τάλιρα)


Η αγαπημένη σκηνή του διηγήματος

Η αγαπημένη μου σκηνή είναι αυτή στην οποία το χωριό είναι ολόλευκο από το πολύ χιόνι που έπεσε. Όλες οι στέγες των σπιτιών είναι καταχιονισμένες και στους δρόμους και στα σοκάκια υπάρχει άφθονο χιόνι. Τα παιδιά του χωριού έχουν βγει έξω και παίζουν χιονοπόλεμο και φτιάχνουν χιονάνθρωπους.

Τα πρόσωπα του διηγήματος Οι δουλευτές του βουνού και της θάλασσας  Μπαρμπα- Στάθης ο Γρούτσος (καϊκτζής)  Στεφανής (ο γιος του)  Γερο- Ντανάκιας (γεωργός) και η κόρη του Βασώ  Ο μαστρο- Γιώργος ο Μερεγκλής Αυτοί που ασκούν ένα αστικό επάγγελμα  Γιάννης ο Μπόζας (χασάπης) Άλλα πρόσωπα  Ο Μιχαλιός και τα άλλα παιδιά Μπαρμπα- Στάθης ο Γρούτσος: είναι άνθρωπος εργατικός και φιλότιμος, τολμηρός και ριψοκίνδυνος αφού βγήκε στη θάλασσα παρά την κακοκαιρία. Είναι τίμιος αφού δεν κάνει δεκτή την ιδέα του γιου του να κλέψουν τα γουρουνάκια και αποδεικνύεται υπεύθυνος επειδή θέλει οπωσδήποτε να φέρει εις πέρας τη δουλειά που του ανατέθηκε.


«Ἐμαϊνάρισε πάλιν, κ᾿ ἐδοκίμασε μὲ τὰ κουπιά, νὰ «τοῦ πάρῃ τὸ χνῶτο» τοῦ ἀνέμου, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου μέρους, πρὸς ἀνατολάς. Ἀλλ᾿ ἡ σκάφη ἐκλυδωνίζετο μέχρις ἀγωνίας κ᾿ ἐκινδύνευε νὰ συντριβῇ καθ᾿ ἑαυτὴν πρὶν προφθάσῃ νὰ βουλιάξῃ. Θάλασσα, κιαμέτ!»

Από την ομάδα «Παναιτωλικός» Κωνσταντίνος Κονιώσης Γιάννης Μπινιάρος Νικόλας Μάσκας


ΠΑΠΑΔΙΑΜΆΝΤΗΣ