Page 1


Δυο υπέροχες ιστορίες αγάπης της Sandra Marton επανεκδίδονται τώρα μαζί!

ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΓΟΒΑΚΙ

Η Μιράντα Στιούαρτ είχε έρθει στο Άμστερνταμ για σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών και παρ’ ότι τα έβγαζε πέρα με δυσκολία, είχε μάθει να στηρίζεται πάντα στις δικές της δυνάμεις. Δεν είχε καμιά διάθεση να παίξει το ρόλο της Σταχτοπούτας για χατίρι κανενός «πρίγκιπα», έστω κι αν το γυάλινο γοβάκι ήταν ακριβώς στα μέτρα της! Γι’ αυτό, όσο πλούσιος κι αν ήταν ο Ντάνιελ Θορπ δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει στη ζωή της και μάλιστα με τόσο αλαζονικό τρόπο. Ο άνθρωπος αυτός ήταν εντελώς ανυπόφορος και της ήταν αδύνατον να καταλάβει γιατί όλες οι γυναίκες ήταν ξετρελαμένες μαζί του. Δηλαδή, μόνο εκείνη είχε διακρίνει π κρυβόταν πίσω από το ωραίο παρουσιαστικό του;

ΑΔΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Παρ' όλο που τα χρήματα αυτά ήταν αναγκαία για την επιχείρησή της, η Ολίβια είχε μετανιώσει για το δάνειο που πήρε από τον Τσαρλς Ράιτ. Και αιτία ήταν ο Έντουαρντ Άρτσερ, που εισέβαλε ξαφνικά στη ζωή της κι άρχισε να την κατηγορεί για εξωφρενικά πράγματα. Σίγουρα θα πρέπει να διέθετε αρρωστημένη φαντασία για να σκεφτεί ότι οι οικονομικές συναλλαγές της με τον πατριό του είχαν οποιαδήποτε άλλη βάση εκτός από αυστηρά επαγγελματική. Κι αυτό ακριβώς προσπάθησε να του εξηγήσει. Όμως ο Έντουαρντ ήταν αγύριστο κεφάλι και δεν την άφηνε ούτε λεπτό ήσυχη. Την τριγύριζε συνέχεια όπως η μέλισσα το μέλι. Και το χειρότερο, όσο κι αν την εξόργιζε, ταυτόχρονα είχε αρχίσει να της αρέσει...


Sandra Marton TO ΓΥΑΛΙΝΟ ΓΟΒΑΚΙ ΑΔΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε. Φειδίου 18,106 78 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438 - 210 3629 723 www.arlekin.gr ISSN 1108-4332 © 2010 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V. / S.a.r.l. TO ΓΥΑΛΙΝΟ ΓΟΒΑΚΙ Τίτλος πρωτοτύπου: Yesterday and Forever © 1992 by Sandra Myles. All rights reserved. Μετάφραση: Δώρα Γαβριήλ Επιμέλεια: Φωτεινή Μαΐτογλου ΑΔΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Τίτλος πρωτοτύπου: A Woman Accused © 1993 by Sandra Myles. All rights reserved. Μετάφραση: Ντίνα Σάπκα Επιμέλεια: Έλντα Αντωνοπούλου Διόρθωση: Γιώργος Ψυχίδης Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΛΕΚΙΝ - ΤΕΥΧΟΣ 46 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.


ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΓΟΒΑΚΙ Μετάφραση: Δώρα Γαβριήλ


Κεφάλαιο 1

Η Μιράντα πίστευε πάντα ότι η πρώτη φορά που θα στεκόταν γυμνή μπροστά σ’ έναν άντρα θα ήταν από αγάπη και όχι για το χρήμα γεγονός που αποδείκνυε πόσο είχε αλλάξει τους μήνες που βρισκόταν στο Άμστερνταμ. Στο Χέρενχραχτ μια απαλή αύρα ρυτίδωνε τα σκουροπράσινα νερά του καναλιού. Το υγρό χάδι του ανέμου διαπερνούσε την επιδερμίδα της και την έκανε ν’ ανατριχιάζει. Άραγε να ήταν και το άγγιγμα του Ερνστ Μίλερ τόσο παγερό; Η Μιράντα τρέκλισε και σταμάτησε να βαδίζει. Γύρνα πίσω, ψιθύρισε μια φωνούλα μέσα της, γύρνα πίσω, όσο είναι καιρός. Το τραμ την προσπέρασε, λικνίζοντας το αρθρωτό κορμί του, ενώ το καμπανάκι του θαρρείς και σήμαινε κίνδυνο. Μετά σιγή. Δεν είχε παρά να στραφεί, να ξαναπάρει τον ίδιο δρόμο και να ξαναβρεθεί με τους φίλους της στο καφενεδάκι του Ρέικσμουσεουμ, όπου οι φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών αγόραζαν σάντουιτς με κρέας και ζεστή σοκολάτα, με ελάχιστα χρήματα. Ακριβώς αυτό θα κάνω, συλλογίστηκε η Μιράντα. Θα γυρίσω πίσω. Η καρδιά της φτερούγισε... Άσε την καρδιά σου να λέει, συλλογίστηκε βαριανασαίνοντας. Το στομάχι της έπρεπε να κοιτάξει και δεν μπορούσε να το γεμίσει με τις δεκάρες που της είχαν απομείνει. Η ουρά του τραμ ταλαντεύτηκε κάνοντάς τη ν’ αναπηδήσει. Η σκέψη τού τι την περίμενε απλώς χειροτέρευε την κατάσταση. Ήταν πολύ αργά για να μετανιώσει -άλλωστε τι άλλη επιλογή τής απέμενε; Καμιά απολύτως. «Πες στον κύριο Μίλερ ότι δέχομαι την προσφορά του», είχε πει στη Μίνα. Η αλήθεια ήταν ότι οι επιλογές της είχαν εξαντληθεί εδώ και 5


αρκετές μέρες μόνο το πείσμα ή ίσως η ανοησία την εμπόδιζε ν’ αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, τελικά όμως είχε αναγκαστεί να την κοιτάξει καταπρόσωπο. Βρισκόταν ολομόναχη σε μια ξένη χώρα, με μοναδική περιουσία μερικά κέρματα. Η Μίνα είχε αναλάβει να πληρώσει το δικό της μερίδιο για το ενοίκιο στο δωμάτιό τους, όμως τώρα είχαν τελειώσει και τα δικά της χρήματα και η Μιράντα ήξερε από πείρα ότι η επόμενη δόση της υποτροφίας θα καθυστερούσε πάλι καμιά δεκαριά μέρες. Τι αξία είχε λοιπόν μπροστά σε όλ’ αυτά μια ώρα με τον Ερνστ Μίλερ; Στην Ντάμρακ ο συνωστισμός ήταν ακόμα μεγαλύτερος από το συνηθισμένο. Άνθρωποι ψώνιζαν ή έκαναν τον περίπατό τους πρόσχαροι. Η καρδιά της Μιράντας σφίχτηκε. Αν δεν είχε μπροστά της τέτοια δοκιμασία, θα χαμογελούσε κι εκείνη. Είχε γνωρίσει το Άμστερνταμ στη χειρότερη εποχή του: το χειμώνα. «Περίμενε να δεις την άνοιξη», της έλεγαν τουρτουρίζοντας οι γνωστοί. Αυτό είχε κάνει κι εκείνη για να ξεπεράσει τις σκοτεινές μέρες και τις παγωμένες νύχτες. Φανταζόταν τα στενά κανάλια χωρίς τον πάγο, τον ουρανό ξάστερο και φωτεινό, το χάδι του ζεστού, χρυσαφένιου ήλιου. Όλα τούτα ανήκαν τώρα στο παρελθόν. Η πόλη είχε μεταμορφωθεί κι έλαμπε κάτω από το πρώτο φιλί της άνοιξης. Ο άνεμος από τη Βόρεια Θάλασσα ευώδιαζε πράσινα φύλλα. Οι τουλίπες έγνεψαν παρήγορα από τις βιτρίνες των ανθοπωλείων και πίσω από τις κατάλευκες κολλαριστές κουρτίνες των σπιτιών. Το Άμστερνταμ είχε γίνει η μαγευτική Βενετία του Βορρά που πάντα οραματιζόταν η Μιράντα. «Δεν είναι πανέμορφο;» είχε πει κάποιο πρωί η Μίνα, όταν ξύπνησε και τη βρήκε γονατιστή μπροστά στο παράθυρο, με τους αγκώνες ακουμπισμένους στο περβάζι, ν’ αγναντεύει εκστατική το σκηνικό. «Σαν να βγήκε από πίνακα του Ρέμπραντ». Η Μιράντα είχε ανοίξει διάπλατα τα μπράτσα της και γύρισε να κοιτάξει τη συγκάτοικό της. «Βγήκε πραγματικά από πίνακα του Ρέμπραντ, εννοείς. Δεν είναι υπέροχο το Άμστερνταμ;» Η Μίνα είχε χασμουρηθεί, τινάζοντας από πάνω της τις κουβέρτες. «Αυτά να τα ξαναπείς μόλις θ’ αρχίσει να παίζει ταμπούρλο η κοιλιά σου το βράδυ». Η Μιράντα γέλασε. «Δεν μπορείς να με αποθαρρύνεις μια 6


τέτοια μέρα. Όλα είναι τέλεια». Η Μίνα ανταποκρίθηκε μ’ ένα μορφασμό. «Κρατήσου και η επιτροπή υποτροφιών θα σε προσλάβει για να συντάξεις το νέο διαφημιστικό». Η Μιράντα κάθισε ανακούρκουδα στο κρεβάτι και ακούμπησε το χέρι στην καρδιά με ύφος επίσημο. «Ή Υποτροφία Χάρινγκτον δίνει τη δυνατότητα στους νέους καλλιτέχνες να καλλιεργήσουν το ταλέντο τους’», είπε με βαθιά, δραματική φωνή, «‘να ζωγραφίσουν εκεί όπου έζησαν οι μεγάλοι της τέχνης και να μελετήσουν από κοντά τα δημιουργήματα της μεγαλοφυΐας τους. Οι υπότροφοι θα έχουν την ευκαιρία να ζήσουν ένα χρόνο στα ευρωπαϊκά κέντρα των τεχνών...’» «... Ίσως και να πεινάσουν και να κοιμηθούν στους δρόμους αυτών των κέντρων για να συμπληρώσουν τις εμπειρίες τους», συμπλήρωσε η Μίνα, βγάζοντας τη βαμβακερή νυχτικιά της. «Κρίμα που δεν το αναφέρει κι αυτό η επιτροπή». Το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη της Μιράντας. «Εντάξει», παραδέχτηκε βλοσυρά, «έγινε κι αυτό». Έπεσε ανάσκελα στο κρεβάτι και ατένισε την οροφή. «Γιατί μας το κάνουν; Δεν το ξέρουν ότι ξεμείναμε από λεφτά;» «Ο τύπος που με ζωγραφίζει είχε έρθει εδώ με την Υποτροφία Χάρινγκτον πριν από μερικά χρόνια. Λέει πως η γραφειοκρατία είναι φοβερή και πως οι επιταγές καθυστερούν όλο και περισσότερο από το ένα τρίμηνο στο άλλο». Η Μιράντα σηκώθηκε αναστενάζοντας. «Μήπως πρέπει να ξανατηλεφωνήσουμε στη Νέα Υόρκη και να μιλήσουμε στη γραμματέα...» «Για ποιο λόγο; Για να μας ξαναπεί ό,τι και την προηγούμενη βδομάδα;» «Όι επιταγές βρίσκονται στο ταχυδρομείο’. Εντάξει. Το μάθαμε πια το μάθημά μας». «Το μάθαμε, δεν το μάθαμε», απάντησε η Μίνα, φορώντας μια βαμβακερή μπλούζα, «το πρόβλημα είναι πως έχουμε κολλήσει». Παραμέρισε τα καστανοκόκκινα μαλλιά από το πρόσωπό της. «Λες να τηλεφωνήσουμε στην αμερικανική πρεσβεία;» Η Μιράντα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Δεν κάνουν τίποτε. Πρέπει να βρεθείς σε απελπιστική θέση και να μην έχεις χρήματα να επιστρέφεις για να σε βοηθήσουν». «Κάτι που δε συμβαίνει στην περίπτωσή μας. Εμείς έχουμε υποτροφία και εξασφαλισμένο το εισιτήριο της επιστροφής...» 7


«Που όμως δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε παρά μόνο όταν θα ’χουμε εξαντλήσει το χρόνο της υποτροφίας», συμπλήρωσε γελώντας η Μιράντα. «Εκτός φυσικά αν εξαντληθούμε πρώτα εμείς από την πείνα. Πώς τα κατάφερε ο τύπος που ανέφερες προηγουμένως; Εκείνος που σε ζωγράφιζε». Η Μίνα χαμογέλασε. «Έγραψε στον μπαμπάκα. Ο μπαμπάκας είναι πλούσιος». Η Μιράντα σηκώθηκε μουρμουρίζοντας, πήγε στην ντουλάπα και πήρε μια μαύρη βαμβακερή μπλούζα και μια φαρδιά φούστα. «Εγώ δεν έχω τέτοια δυνατότητα. Οι γονείς μου δεν έχουν πεντάρα και δε θέλω να μάθουν σε τι κατάσταση βρίσκομαι». «Θ’ ανησυχούσαν;» «Ακόμα περισσότερο απ’ όσο ανησυχούν τώρα. Πιστεύουν ότι μόνο οι τρελοί σπουδάζουν ζωγραφική». «Δε μου φαίνεται και τόσο παράλογη η σκέψη», είπε η Μίνα μ’ ένα γελάκι. «Πάντως δεν είναι και τόσο κακή η διατροφή των πεινασμένων φοιτητών», σχολίασε ανάλαφρα η Μιράντα και λύνοντας τη ρόμπα της την άφησε να γλιστρήσει από τους ώμους της.. «Τρώμε ένα πελώριο ολλανδέζικο πρόγευμα, συνεχίζουμε μ’ ένα μπρούντγιε ροσμπίφ αργά το απόγευμα και τελειώνουμε με μια κούπα ζεστή σοκολάτα πριν κοιμηθούμε». «Το πρωινό και τη σοκολάτα χάρη στην ευγένεια της κυρίας Ντε Φρι». «Δεν έχει καμιά σχέση η ευγένεια. Η διατροφή συμπεριλαμβάνεται στην τιμή του δωματίου». Η φωνή της Μιράντας ακούστηκε πνιχτή, καθώς περνούσε την μπλούζα από το κεφάλι της. «Αν δε φτάσουν τα λεφτά για το δωμάτιο, δε θα δούμε ούτε το πρωινό ούτε τη σοκολάτα», πρόσθεσε, φορώντας και τη φούστα της. «Δες όμως και τη θετική πλευρά. Η διατροφή των πεινασμένων φοιτητών αποσκοπεί στη διάλυση του περιττού λίπους και στην ανάδειξη των ζυγωματικών». Η Μίνα κοιτάχτηκε στον ετοιμόρροπο καθρέφτη της τουαλέτας. «Εσύ δε χρειάζεσαι ούτε το ένα ούτε το άλλο», παρατήρησε, τσιμπώντας το μάγουλό της. «Εγώ όμως, ναι». «Μην είσαι ανόητη», αποκρίθηκε η Μιράντα, φορώντας ένα ζευγάρι ασημένια σκουλαρίκια. «Είσαι η μόνη ζωγράφος που, απ’ όσο ξέρω, ποζάρει τόσο συχνά όσο ζωγραφίζει». «Μάλλον στάθηκα τυχερή», αποκρίθηκε χαμογελώντας η 8


Μίνα. «Ορισμένοι προτιμούν τις γυναίκες τύπου Ρούμπενς». Το βλέμμα της συνάντησε τα μάτια της Μιράντας μέσα στον καθρέφτη. «Άλλοι πάλι τις προτιμούν αδύνατες, με προκλητικές καμπύλες σαν τις δικές σου». «Δεν είναι πολλοί», είπε η Μιράντα. Πέρασε στο λαιμό της μια ασημένια αλυσίδα και μετά έσκυψε κάτω από το κρεβάτι, τράβηξε ένα ζευγάρι μαύρες, δερμάτινες μπότες και τις φόρεσε. «Εμένα με ζήτησαν μόνο δυο φορές τον περασμένο μήνα». Η Μίνα γύρισε και την κοίταξε. «Μαζί δεν τ’ αγοράσαμε αυτά τα πράγματα;» «Ποια πράγματα;» «Τα κοσμήματα. Και τα ρούχα. Στα παλιατζίδικα του Βάτερλουπλεϊν;» «Γιατί, ψωνίζουμε πουθενά αλλού;» αποκρίθηκε η Μιράντα μ’ ένα μορφασμό. Η συγκάτοικός της αναστέναξε. «Πώς συμβαίνει πάνω μου να δείχνουν πάντα δεύτερο χέρι, όπως και είναι, ενώ σ’ εσένα φαντάζουν εξαίσια;» «Δεν είναι καθόλου εξαίσιο να φοράς τα αποφόρια των άλλων», αποκρίθηκε με πίκρα η Μιράντα. «Και ακόμα λιγότερο να κινδυνεύεις να βρεθείς στο δρόμο». Πέρασαν κάμποσα δευτερόλεπτα μέχρι ν’ απαντήσει η Μίνα. «Μήπως είναι το να ποζάρεις γυμνή;» Η Μιράντα στράφηκε απότομα. «Στάσου. Μη μου πεις. Ο Μίλερ επανήλθε». «Και μάλιστα χθες», μουρμούρισε η Μίνα. «Τέλος πάντων. Αν μη τι άλλο, ο άνθρωπος έχει επιμονή», σχολίασε η Μιράντα, στρώνοντας όπως όπως το κρεβάτι της. «Κάτι περισσότερο και το ξέρεις καλά». «Ακριβώς. Κυκλοφορούν φήμες ότι ανακατεύεται σε σκοτεινές υποθέσεις». «Έλα τώρα, Μιράντα, είναι μόνο λόγια. Ο τύπος είναι καλός ζωγράφος και πληρώνει αδρά τα μοντέλα του». «Δεν ποζάρω γυμνή, Μίνα. Του το εξήγησα την πρώτη φορά και σε παρακάλεσα να του πεις...» «Ησύχασε, του το είπα. Εγώ κάνω το μεσάζοντα, το ξέχασες;» Η Μιράντα σήκωσε με απόγνωση τα χέρια. «Εντάξει, εντάξει, δε θα σου πάρω δα και το κεφάλι. Άκου, μου κάνεις μια χάρη; Πες στον Μίλερ...» 9


«Το έχω κάνει δέκα φορές, αλλά επιμένει. Συνέχεια ρωτάει μήπως άλλαξες γνώμη. Ισχυρίζεται πως το πρόσωπό σου έχει εκείνο το κάτι που του χρειάζεται». «Το πρόσωπό μου μπορεί να το έχει όποτε θέλει», είπε η Μιράντα, χτενίζοντας τις σκούρες μπούκλες που έπεφταν στους ώμους της. «Τα υπόλοιπα αποκλείονται». «Του το είπα». «Και λοιπόν;» Η Μίνα ανασήκωσε τους ώμους. «Σου παραγγέλνει ότι θα πληρώσει τα διπλά». Η χτένα έμεινε μετέωρη. Η Μιράντα στράφηκε αργά, ενώ τα ζαφειρένια μάτια της άνοιξαν διάπλατα κάτω από τα βαριά ματόκλαδα. «Αστειεύεσαι; Τα διπλά;» «Ακριβώς. Παραδέχομαι ότι έσκασα από τη ζήλια μου, είναι όμως αλήθεια», αποκρίθηκε αναστενάζοντας η Μίνα. «Δεν είχα σκοπό να το αναφέρω, αφού ξέρω πώς σκέφτεσαι. Μια και μιλάμε όμως για λεφτά, έκρινα πως δεν είναι σωστό να το κρύψω». «Τα διπλά», μουρμούρισε χαμογελώντας η Μιράντα. «Πολύ δελεαστικό, μα την αλήθεια. Όμως...» «Όμως δεν περπατάει», συμπλήρωσε η Μίνα. «Εγώ τον προειδοποίησα για την αντίδρασή σου». Χαμογέλασε με κατανόηση, γυρίζοντας την πλάτη στον καθρέφτη. «Ο γερο-Ερνστ θα πρέπει να εξοικειωθεί με τη σκέψη ότι η Μιράντα Στιούαρτ θεωρεί ανήθικο να βγάλει τα ρούχα της μπροστά σ’ έναν ξένο, έστω κι αν μεσολαβεί ανάμεσά τους το καβαλέτο». «Έλα τώρα, εσύ με ξέρεις. Δεν το θεωρώ ανήθικο. Ζωγράφος είμαι κι εγώ... Ένας Θεός ξέρει πόσες περιπτώσεις έχω μελετήσει». «Εντάξει, υπερβάλλω λιγάκι. Δεν το θεωρείς σωστό για σένα». «Ακριβώς. Θα ένιωθα... κάπως σαν παράλυτη. Μου φαίνεται πως ξεπερνάει τις δυνάμεις μου. Άλλωστε έχει κάτι αυτός ο άνθρωπος...» «Ο Μίλερ; Είναι κάπως γλοιώδης, βέβαια, πάντως είναι εντάξει τύπος. Δεν άπλωσε ποτέ χέρι επάνω μου, στην κυριολεξία, εννοώ. ‘Γυρίστε λίγο δεξιά, φροϊλάιν, ψηλά το σαγόνι, εντάξει;’ Ουδέποτε όμως αγγίζει το εμπόρευμα». «Πιθανότατα φταίει η φαντασία μου. Ωστόσο το όλο θέμα 10


έχει κάτι προσωπικό... Καταλαβαίνεις τι εννοώ», είπε αργόσυρτα η Μιράντα. «Αυτά κάνει το άδειο στομάχι», κατέληξε θλιμμένα. «Κουρκουτιάζει το μυαλό». Η Μίνα χαμογέλασε. «Πάλι στο φαγητό ξαναγυρίσαμε. Ευτυχώς που η κυρία Ντε Φρι θα έχει στρώσει τώρα το τραπέζι για το πρόγευμα. Αες να το προσέξουν αν φάω τέσσερα αβγά αντί για δυο;» Εκεί είχε μείνει το θέμα μέχρι την προηγούμενη μέρα, όταν όλα έγιναν συντρίμμια. Όπως πάντα, η Μιράντα είχε αγοράσει το λιτό γεύμα της και με τρόμο αντιλήφθηκε ότι της έμεναν χρήματα μόνο για ένα ακόμα. Στη συνέχεια η κυρία Ντε Φρι τις είχε σταματήσει καθώς κατέβαιναν στην κουζίνα για τη βραδινή σοκολάτα, μ’ ένα ευγενικό χαμόγελο και μια υπόμνηση ότι έπρεπε να πληρωθεί το νοίκι τους. Μεμιάς όλες οι αναστολές φάνηκαν στη Μιράντα γελοίες. Η Μίνα είχε ποζάρει στον Μίλερ. Γιατί να μην ποζάρει κι εκείνη; Ήταν ένας απόλυτα νόμιμος τρόπος να κερδίσει χρήματα θα ήταν ανόητη να μην επωφεληθεί. «Ποιος είναι ο αριθμός του Μίλερ;» ρώτησε τη Μίνα, προχωρώντας προς το τηλέφωνο προτού το ξανασκεφτεί. Είχε τηλεφωνήσει αμέσως και να που τώρα, με την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή, διέσχιζε το δρόμο κατά μήκος του Ούντεζιτς Φούρμπουρφαλ. «Ε, ομορφούλα, σπρέχεν ίνγκλις;» Η Μιράντα ούτε που κοίταξε τον Αμερικάνο ναύτη που ακουμπούσε στο κάγκελο του καναλιού. Ναι, ήθελε να πει, μιλάω αγγλικά, κάποιος όμως θα έπρεπε να σε ενημερώσει ότι δεν είναι όλες οι γυναίκες της περιοχής για πούλημα. Ωστόσο δεν ήταν ανόητη να κάνει κάτι τέτοιο. Προχώρησε με το βλέμμα ίσια μπροστά. Εκεί βρήκε να στήσει τη σοφίτα του ο Μίλερ; Η απάντηση δεν ήταν δύσκολη: τα ενοίκια στο Βάλετγες ήταν φτηνά. Αιώνες ολόκληρους τα στενά δρομάκια είχαν φιλοξενήσει άντρες που επιζητούσαν τις σαρκικές απολαύσεις με κάθε δυνατό τρόπο. Η Μιράντα ξεροκατάπιε. Αυτά δεν είχαν καμιά σχέση με την ίδια. Εκείνη απλώς θα ποζάριζε. Θα εργαζόταν. Περιεργάστηκε τα κτίρια κατά μήκος του δρόμου. Αν και ήταν ακόμα νωρίς το απόγευμα, οι γυναίκες έπαιρναν ήδη θέσεις στις βιτρίνες. Άλλες διάβαζαν, άλλες απλώς κοίταζαν τριγύρω με βλέμμα άδειο, βαριεστημένο. Μία μάλιστα, εν11


σάρκωση της οικειότητας, έπλεκε πουλόβερ. Η Μιράντα όμως ήξερε πως οι γυναίκες εκείνες ασκούσαν το αρχαιότερο επάγγελμα. Μετά από τόσους μήνες το θέαμα εξακολουθούσε να τη σοκάρει. «Το ψωμί τους κερδίζουν», είπε η Μίνα την πρώτη φορά που είχαν πάει να χαζέψουν. Μεμιάς η σκέψη να ποζάρει γυμνή στον Ερνστ Μίλερ φάνηκε κοινότοπη. Φερόταν απλοϊκά, θα έλεγε. Τι το κακό έκανε, για όνομα του Θεού; Άλλωστε, καιρός δεν ήταν να μάθει τι σημαίνει να τα δίνεις όλα για την τέχνη; Η σκέψη την έκανε να χαμογελάσει. Έβγαλε από την τσέπη της ένα κομμάτι χαρτί: αριθμός δεκαπέντε. Ήταν το επόμενο κτίριο, εκείνο το παμπάλαιο με τις ξεφτισμένες μπογιές στην πρόσοψη. Η Μιράντα πήρε βαθιά ανάσα, τίναξε πίσω τα μαλλιά και κίνησε για την είσοδο. Το εσωτερικό ήταν σκοτεινό, σχεδόν καταθλιπτικό. Πώς να μην ήταν όμως μετά από τέτοιο λαμπρό ήλιο; Η Μιράντα έκανε ένα βήμα μπροστά. Ο χώρος μύριζε μούχλα' ζάρωσε με αηδία τη μύτη και περίμενε να συνηθίσουν τα μάτια της στο σκοτάδι. Κάποτε διέκρινε μια στενή, σχεδόν κάθετη σκάλα, χαρακτηριστική των παλιών σπιτιών του καναλιού. Δυστυχώς, εκείνη είχε φορέσει τις ψηλοτάκουνες μπότες της. Δεν είχε άλλη επιλογή βέβαια, αφού στη σόλα του παπουτσιού της είχε ανακαλύψει μια τρύπα. Τα σκαλοπάτια θα ήταν δύσκολη υπόθεση. Αναζητάς προφάσεις, μονολόγησε. Ακούμπησε το χέρι στο περβάζι και άρχισε ν’ ανεβαίνει μέσα στο μισόφωτο. Το στούντιο του Μίλερ βρισκόταν στον τελευταίο όροφο και τα πόδια της έτρεμαν λίγο όταν έφτασε επιτέλους. Νεύρα, συλλογίστηκε. Είσαι ανόητη. Η Μίνα είχε ποζάρει τόσες φορές και δεν την είχε αγγίξει ποτέ. Δεν ήταν αρκετή αυτή η διαβεβαίωση; Χτύπησε ανάλαφρα την πόρτα. «Κύριε Μίλερ;» Δεν πήρε απάντηση και ξαναχτύπησε. Η πόρτα άνοιξε λίγο λίγο μόνη της. «Είναι κανείς εδώ; Κύριε Μίλερ; Εγώ είμαι, η Μιράντα Στιούαρτ». Τίποτε. Προφανώς το δωμάτιο ήταν άδειο. Αναπτερώθηκε το ηθικό της. Τώρα μπορούσε να φύγει, αφού από την πλευρά της είχε τηρήσει τους όρους της συμφωνίας... Το άδειο στομάχι της έβγαλε έναν ήχο σαν προειδοποίηση. Εντάξει, εντάξει, κατάλαβα. Αναστέναξε. 12


Η πόρτα βρόντηξε πίσω της όταν προχώρησε επιφυλακτικά ένα βήμα. Στον αέρα πλανιόταν αμυδρά η μυρωδιά της μαριχουάνας. Η Μιράντα ζάρωσε αποδοκιμαστικά τη μύτη. Το δωμάτιο ήταν πλημμυρισμένο από φως. Έριξε μια ματιά γύρω της. Ο Μίλερ δε φαινόταν πολύ νοικοκύρης, εκείνη όμως δε βρισκόταν εκεί για να κρίνει τις επιδόσεις του στα οικιακά. Προχώρησε άλλο ένα βήμα. Το δωμάτιο ήταν τεράστιο και γεμάτο καμβάδες, με εξαίρεση τον απέναντι τοίχο, όπου δέσποζε ένα μεγάλο, ξέστρωτο μπρούντζινο κρεβάτι. Η καρδιά της Μιράντας σφίχτηκε. Το καβαλέτο. Κοίταξε το καβαλέτο, συλλογίστηκε. Φυσικά. Είχε έρθει για να ποζάρει, αυτό μόνο ήθελε ο Μίλερ. Προχώρησε αργά προς τα εκεί, συγκεντρώνοντας όλη την προσοχή της στους πίνακες. Οι περισσότεροι ήταν ελαιογραφίες, μερικοί πρωτότυποι, άλλοι αντίγραφα από τα περίφημα πρότυπά τους στο Ρέικσμουσεουμ. Δίκιο είχε η Μίνα, συλλογίστηκε. Ο τύπος έχει ταλέντο. Μονάχα να μπορούσε να ξεχάσει την πρώτη εντύπωση! Πώς τα μικροσκοπικά, σαν χάντρες, ματάκια του είχαν διατρέξει το κορμί της... Πώς είχαν σταματήσει στο στήθος της... Πήρε βαθιά ανάσα και κάλυψε τα τελευταία βήματα μέχρι το καβαλέτο. Πάνω του βρήκε καρφωμένο ένα σημείωμα' τα φρύδια της ανασηκώθηκαν μόλις διέκρινε το όνομά της γραμμένο με κάρβουνο. Μιράντα, συγνώμη. Χρειάστηκε να βγω για μια στιγμή. Βολεψου. Ερνστ. Μιράντα και Ερνστ. Χαριτωμένο. Η καρδιά της φτερούγισε. Υπήρχε ακόμα καιρός... Ανόητη. Γινόταν ανόητη. Προχώρησε βιαστικά προς το παραβάν που ήταν τοποθετημένο στη γωνιά για τα μοντέλα και άφησε κάτω την τσάντα της. Μήπως θα ήταν καλύτερα να γδυθεί και να φορέσει τη ρόμπα της προτού γυρίσει ο Ερνστ; Ασφαλώς. Προτιμούσε να μη γδυθεί μπροστά του. Ξεκούμπωσε γρήγορα το πανωφόρι της για να μην αλλάξει γνώμη, το έβγαλε και το απόθεσε πάνω στο σκαμνί με την ψηλή πλάτη, δίπλα σε μια λεκιασμένη με μπογιά μπλούζα. Πολύ γρήγορα το πανωφόρι βρέθηκε παρέα με το πουλόβερ, αλλά τα δάχτυλά της έτρεμαν λιγάκι τη στιγμή που κατέβαζε το φερμουάρ της φούστας. «Είσαι τελείως παλαβή», μουρμούρισε. Η φούστα και το. καλσόν γλίστρησαν στο πάτωμα. 13


Τώρα δε φορούσε παρά τα ασημένια κοσμήματα και τις μπότες. Τα κοσμήματα μπορούσαν να περιμένουν, αλλά οι μπότες... Η Μιράντα κοίταξε συνοφρυωμένη το βρόμικο πάτωμα. Η σκόνη πρέπει να βρισκόταν εκεί αιώνες ολόκληρους. Ανοησία της που δεν είχε φέρει παντόφλες. Την επόμενη φορά... Η ανάσα της ακούστηκε σαν λυγμός. Θεέ μου! Δε θα υπήρχε επόμενη φορά. Ποιον κορόιδευε; Δε θα υπήρχε καν πρώτη φορά. Δεν μπορούσε να φτάσει ως το τέλος, έστω κι αν αυτό σήμαινε ότι θα πεινούσε ή ότι θα βρισκόταν στο έλεος της κυρίας Ντε Φρι. Θα τηλεφωνούσε αμέσως στο Ίδρυμα Χάρινγκιον. Κάτι θα έκαναν για να τη βγάλουν από την απελπιστική θέση της. Τότε κάποιος βρόντηξε την πόρτα. «Μίλερ!» Το χέρι της Μιράντας ανέβηκε στο λαιμό της. Η φωνή ήταν αντρική, έντονη και πολύ-πολύ θυμωμένη. Η πόρτα ξαναβρόντηξε και ακολούθησε ο ήχος μιας γροθιάς απόλυτα συντονισμένης με την ένταση της απρόσωπης φωνής. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Έπρεπε να φύγει από εκεί... «Μίλερ!» Η πόρτα άνοιξε απότομα, αναγκάζοντας τη Μιράντα να ζαρώσει στη γωνιά. Θεέ Μεγαλοδύναμε, σε τι κατάσταση είχε μπλέξει; «Πού είσαι, παλιοκάθαρμα; Νομίζεις πως θα μου κρύβεσαι για πάντα;» Βαριά βήματα διέσχισαν το δωμάτιο. Τι να κάνει; Τι να κάνει; Το χέρι της χαμήλωσε ψηλαφητά προς την τσάντα. Η ρόμπα. Πού ήταν η ρόμπα; Διάβολε, πού ήταν η αναθεματισμένη; «Μίλερ;» Η φωνή χαμήλωσε, παίρνοντας απειλητικό τόνο. «Βγες από το παραβάν». Ακολούθησε σιωπή. Μετά η φωνή ακούστηκε σαν γάβγισμα. «Μη με κάνεις να ’ρθω εκεί πίσω...» Η Μιράντα κοίταξε το γυμνό κορμί της. Γρήγορα, συλλογίστηκε, κάνε κάτι γρήγορα! «Εντάξει λοιπόν», είπε αποφασιστικά η φωνή. «Αφού το θέλεις έτσι...» Τα μάτια της Μιράντας κοίταξαν αγριεμένα το σωρό με τα ρούχα δίπλα της. Δε θα προλάβαινε να τα φορέσει. Ποτέ. «Μίλερ!» Μ' έναν απελπισμένο λυγμό άδραξε την ποδιά, πέρασε πρώτα το ένα μανίκι και μετά το άλλο. Τα δάχτυλά της έτρε14


μαν καθώς άρχισε να κουμπώνει ένα-ένα τα κουμπιά. Ήταν όμως πολύ αργά. Ξεφώνισε όταν είδε το παραβάν να παραμερίζει ένας άντρας -ένας ψηλός, σωματώδης άντρας- την άδραξε από τους ώμους και την έσυρε προς το μέρος του. «Εδώ μου είσαι», σφύριξε μέσα από τα δόντια του, «παλιό...» Σώπασε και άνοιξε διάπλατα τα μάτια του όταν την είδε. «Τι στο διάβολο...» Τα μάγουλα της Μιράντας βάφτηκαν κατακόκκινα. Άρπαξε τα πέτα της ρόμπας και προσπάθησε να την κλείσει. «Θα... θα βάλω τις φωνές», είπε ξέπνοη, σαν να είχε μόλις σκαρφαλώσει τα σκαλιά μέχρι τη σοφίτα. Το στόμα του άντρα ζάρωσε προς τα κάτω. «Το ’κάνες κιόλας. Κόντεψες να μου σπάσεις τα τύμπανα». Η Μιράντα ξεροκατάπιε. «Δεν είμαι... Δεν είμαι ο Ερνστ Μίλερ», ψιθύρισε πνιχτά. Ο άντρας την κοίταξε για λίγο και μετά έβαλε τα γέλια. Το πρόσωπο της Μιράντας ξαναβάφτηκε κόκκινο. «Όχι, δεν είσαι». Την ξανακοίταξε κάνοντας ένα βήμα πίσω. Τα χέρια του, σαν ατσάλι, εξακολουθούσαν να σφίγγουν τους ώμους της. Την κοίταξε τα μάτια του κινήθηκαν αργά, σκόπιμα, στο κορμί της. Ανηφόρισαν από τις μπότες, διέτρεξαν τα γυμνά πόδια, κοίταξαν ειρωνικά την κοντή ποδιά και έφτασαν μέχρι τα στήθη της. Τη στιγμή που το αργό, υπολογιστικό βλέμμα έφτασε στο πρόσωπό της, η Μιράντα είχε ξαναγίνει κατακόκκινη. «Όχι», επανέλαβε απαλά ο άντρας, «σίγουρα δεν είσαι ο Μίλερ». Η καρδιά της βροντούσε ακόμα. Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη, συλλογίστηκε απελπισμένη. Ξάφνου το ποζάρισμα για τον Μίλερ της φάνηκε παιχνίδι. Εκείνο που την ανησυχούσε αυτή τη στιγμή ήταν τούτος ο παρανοϊκός γίγαντας που είχε εισβάλει στο δωμάτιο, ουρλιάζοντας το όνομα του Μίλερ, διψασμένος για αίμα και είχε βρει στη θέση του μια μισόγυμνη γυναίκα, ζαρωμένη στη γωνιά... Αν και δε φαίνεται ούτε παρανοϊκός ούτε γίγαντας, ψιθύρισε η φωνή της λογικής της. Οργισμένος ναι, όχι όμως μαζί της. Με τον Μίλερ. Έξαλλος. Το έβλεπε στα γκρίζα μάτια του, στο σφιγμένο στόμα του. Εκείνη ωστόσο δεν είχε σχέση με τον Μίλερ. Θα τον έπειθε όμως; «Πού είναι αυτός;» «Τι πράγμα;» ρώτησε η Μιράντα ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. 15


«Είπα, πού είναι ο Μίλερ;» «Δεν ξέρω». Στις άκρες των χειλιών του φάνηκε ένα ψυχρό χαμόγελο. «Δεν ξέρεις;» «Όχι. Είχαμε... είχαμε ραντεβού, αλλά δεν τον βρήκα όταν ήρθα». «Εννοείς ότι ήξερε πως θα ερχόσουν, αλλά έφυγε; Το υποψιαζόμουν ότι ήταν ανόητος και τώρα σιγουρεύτηκα». Η Μιράντα ξεροκατάπιε πάλι. «Κοιτάξτε... Θα ήθελα να ντυθώ, αν δεν έχετε αντίρρηση». Τα δόντια του άστραψαν με το πλατύ χαμόγελο. «Κρίμα. Ίσως πρέπει να ρίξω κι εγώ μια ματιά στο εμπόρευμα». Το πρόσωπό της φλογίστηκε. «Δεν είναι αυτό που σκέφτεστε...» «Ιδιαίτερα επειδή το πλασάρεις τόσο επιδέξια». «Τι εννοείτε;» Ο άντρας γέλασε. «Οι μπότες είναι θαυμάσιο φινίρισμα». Την έσπρωξε λιγάκι πίσω και την περιεργάστηκε με κριτικό βλέμμα. «Ψηλά τακούνια, μαύρο δέρμα μέχρι το γόνατο, η λάμψη του ασημιού στο λαιμό σου...» Τα μάτια τους συναντήθηκαν. «Πάντα μου άρεσαν οι δημιουργικές γυναίκες». «Τότε θα χαρείτε να πληροφορηθείτε ότι αυτό ακριβώς είμαι», είπε ψύχραιμα η Μιράντα, παρακαλώντας ενδόμυχα να μην ακουστεί τρεμουλιαστή η φωνή της. «Είμαι καλλιτέχνιδα και...» «Καλλιτέχνιδα», επικρότησε ο άντρας σοβαρά, αν και τα μάτια του γελούσαν. «Μ’ αρέσει αυτό. Η καινούρια περιγραφή για ένα παλιό επάγγελμα». «Δεν καταλάβατε. Είμαι ζωγράφος». «Ζωγράφος. Θα ’πρεπε να το μαντέψω». Η Μιράντα κράτησε την ανάσα της, καθώς το χέρι του άφησε τον ώμο της και άγγιξε το πέτο της ποδιάς. Το τράβηξε απαλά η Μιράντα ξανακράτησε την ανάσα της, όταν τα δάχτυλά του χάιδεψαν απαλά τα στήθη της. «Ασφαλώς και είσαι». Την έπνιξε η απόγνωση. «Ακούστε, δεν ξέρω τίποτε για τον Ερνστ Μίλερ». Το χαμόγελο έσβησε. «Ξέρεις αρκετά για να τον περιμένεις γυμνή». «Ήρθα για να ποζάρω, αυτό είναι όλο». «Πριν από ένα λεπτό έλεγες πως ήρθες εδώ για να ζωγραφί16


σεις». «Ναι. Εννοούσα ότι...» Η φωνή πνίγηκε στο λαιμό της. Κοίταξε τα ψυχρά, γκρίζα μάτια του κι ένα κύμα οργής έσβησε μεμιάς το φόβο. Ο διάβολος να τον πάρει! Δεν είχε δικαίωμα να την τυραννάει έτσι! «Ποιος νομίζετε πως είστε;» ρώτησε. «Δεν μπορείτε...» «Πότε θα γυρίσει ο Μίλερ;» «Δεν ξέρω. Δεν τον γνωρίζω καν». «Δεν τον γνωρίζεις καν». Το στόμα του σφίχτηκε. «Αλλά βρίσκεσαι εδώ ολόγυμνη». «Δική μου υπόθεση το τι κάνω». Η ξαφνική πίεση των χεριών του στους ώμους της την έκανε να ξεφωνίσει. «Και τι θ’ αγοράσεις με τα λεφτά;» Η Μιράντα τον κοίταξε επίμονα. Το πρόσωπό του ήταν οργισμένο. Είναι τρελός, σκέφτηκε με απελπισία, νιώθοντας το θάρρος της να εξανεμίζεται. «Αφήστε με», είπε, παλεύοντας να ξεφύγει. Μάταια. Εκείνος την πλησίασε περισσότερο, τη μισοσήκωσε στον αέρα κι ερεύνησε το ωχρό πρόσωπό της. «Λοιπόν;» γρύλισε. «Περιμένω απάντηση. Τι τα θέλεις τα λεφτά; Για ναρκωτικά; Για ποτό; Τι είδους σκουπίδι είσαι;» Την ταρακουνούσε σαν άψυχη κούκλα. Η Μιράντα σκέφτηκε πως αυτό πήγαινε πολύ. Φόβος, οργή και, πάνω απ’ όλα, η πείνα που την ταλάνιζε μέρες ολόκληρες ξεχείλισαν το ποτήρι. Το δωμάτιο γύριζε, το πρόσωπο του άντρα σκοτείνιασε και του χάρισε ένα γρήγορο, ανεπαίσθητα μεθυσμένο χαμόγελο. Φαΐ, σκέφτηκε, αλλά δεν το είπε. Δεν μπορούσε. Το μόνο που κατάφερε να κάνει ήταν να καταρρεύσει στα μπράτσα του, καθώς την τύλιγε το σκοτάδι.

17


Κεφάλαιο 2

Μια φωνή καλούσε τη Μιράντα, μια βαθιά φωνή που φαινόταν να έρχεται από πολύ μακριά. «Άνοιξε τα μάτια», έλεγε. Εκείνη ήθελε να υπακούσει, αλλά τα βλέφαρά της ήταν βαριά σαν πέτρες, τα χέρια της αδύναμα σαν άψυχα. «Εμπρός, άνοιξέ τα και κοίταξέ με». Τελικά κατάφερε να βρει το δρόμο της μέσα στην ομίχλη που την τύλιγε και αντίκρισε ένα ζευγάρι ήρεμα γκρίζα μάτια που τα σκίαζαν σκουρόχρωμες βλεφαρίδες. Ξεροκατάπιε και μετά έβρεξε με τη γλώσσα τα χείλη της. «Τι... τι συνέβη;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή. Τα γκρίζα μάτια στένεψαν. «Λιποθύμησες». Ο άντρας χαμογέλασε αχνά. «Συγχαρητήρια, χρυσή μου. Πολύ πειστική η βικτωριανή παράστασή σου». Η Μιράντα σφίχτηκε. «Δηλαδή εννοείτε ότι...» «Θα ήσουν ακόμα πειστικότερη με μακρύ φουστάνι και ομπρελίνο». Ο άντρας χαμογέλασε πάλι, αλλά τούτη τη φορά το ύφος του είχε κάτι το καινούριο, το επικίνδυνο. «Θα ήταν όμως κρίμα». Η Μιράντα ένιωσε το επίμονο βλέμμα του να διατρέχει το μισόγυμνο κορμί της. «Σκέψου τι θέαμα θα είχα χάσει». Ένιωσε τα μάγουλά της να φλογίζονται. «Δεν είμαι υποχρεωμένη να κάθομαι εδώ και ν’ ακούω τις προσβολές σας». Ο άντρας γέλασε ανάλαφρα. «Δεν κάθεσαι καθόλου», είπε. Η Μιράντα συνειδητοποίησε με τρόμο ότι βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, στο κρεβάτι του Μίλερ, μισόγυμνη ανάμεσα στο σωρό από σεντόνια, μαξιλάρια και κουβέρτες. Προφανώς την ξάπλωσε εκεί ο άγνωστος, όταν σωριάστηκε λιπόθυμη. Έκλεισε τα μάτια σε μια προσπάθεια να φανταστεί την εικόνα της στην αγκαλιά του, με τα πόδια γυμνά και το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω... «Μόνο μια λιποθυμία στον κάθε πελάτη», είπε ανάλαφρα εκείνος. 18


Άνοιξε7τα μάτια της και τον είδε να γέρνει επάνω της. Τα μαλλιά του ήταν σκούρα, άψογα κουρεμένα, με τις άκρες κάπως μακριές, έτσι που ν’ αγγίζουν ανεπαίσθητα το σβέρκο. Συμπαθητικό πρόσωπο, σκέφτηκε αναπάντεχα. Τα χαρακτηριστικά του πλησίαζαν την κλασική τελειότητα, με εξαίρεση μια μικρή ουλή στον κρόταφο, που κατά περίεργο τρόπο τον έκανε να φαίνεται πιο γοητευτικός. Και μετά ήταν εκείνα τα μάτια, με την παράξενη γκρίζα λάμψη -την προκαλούσε να τον ζωγραφίσει, να παγιδέψει εκείνον το συνδυασμό της αντρικής αλαζονείας και της δύναμης που απέπνεε. Ο άντρας μετακίνησε λίγο το βάρος του και ο μηρός του άγγιξε τον δικό της. «Λοιπόν;» τη ρώτησε σαν να διασκέδαζε. «Πέρασα τις εξετάσεις;» «Αφήστε με να σηκωθώ», είπε ήρεμα η Μιράντα. «Δεν είσαι και τόσο φιλική, χρυσή μου. Τι θα έλεγε ο γεροΕρνστ για την κακή φιλοξενία σου;» Η φωνή του είχε μια ατσάλινη χροιά παρά τον ανάλαφρο τόνο της. Η Μιράντα ένιωσε άβολα. Μην πανικοβάλλεσαι, σκέφτηκε, πάρε βαθιά ανάσα. «Ακούσατε τι είπα;» Καλά πάμε, συλλογίστηκε. Ήρεμη και αυτοκυριαρχημένη. «Ευχαριστώ για τη βοήθεια, αλλά...» Η φωνή της πνίγηκε, όμως, μόλις είδε το χέρι του ν’ απλώνεται σχεδόν νωχελικά στο μάγουλό της. «Μη», του είπε απότομα, στρέφοντας αλλού το κεφάλι. Το ειρωνικό χαμόγελο άλλαξε κάπως και πήρε έκφραση απροσδιόριστη, καθώς τα δάχτυλά του χάιδευαν το φλογισμένο δέρμα της. «Τι από τα δυο είσαι;» τη ρώτησε γλυκά. «Το παιχνιδάκι μιας βραδιάς ή η μόνιμη μαιτρέσα του Μίλερ;» Το χέρι του μετακινήθηκε στο σαγόνι της, γλίστρησε κατά μήκος του λαιμού κι έπιασε το γυμνό της ώμο. «Σταματήστε». Η φωνή της έτρεμε από αγανάκτηση. «Σταματήστε, που να πάρει η ευχή, διαφορετικά θα ξεφωνίσω». Ο άντρας γέλασε. «Είμαι σίγουρος πως η παλιομοδίτικη κραυγή σου θα εντυπωσιάσει αυτούς τους ξεχασμένους από το Θεό ανθρώπους». Το χέρι του μετακινήθηκε πάλι προς το λαιμό της και τα δάχτυλά του άγγιξαν το πρόσωπό της. «Διάβολε, να μη θαυμάσω το εμπόρευμα; Ο γερο-Ερνστ έχει πολύ καλύτερο γούστο απ’ όσο περίμενα». Η Μιράντα πήρε βαθιά ανάσα. Η αγανάκτηση έδωσε γρήγο19


ρα τη θέση της στο φόβο. Είχε δίκιο για τους ενοίκους; Όχι, δεν μπορεί. Ήταν βέβαια κακόφημη η συνοικία, όμως το Άμστερνταμ είναι ασφαλής πόλη, όλοι το έλεγαν αυτό. «Ποτέ δεν πλήρωσα τη γυναικεία συντροφιά». Η Μιράντα ανοιγόκλεισε τα μάτια και ατένισε το πρόσωπο του άντρα που έγερνε πάνω της. Τα μάτια του άλλαξαν χρώμααπό γκρίζα πήραν το χρώμα της καπνιάς. «Και δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να χαίρεται τα αποφάγια των άλλων». Το χέρι του πέρασε κάτω από το κεφάλι της και το ανασήκωσε από το μαξιλάρι, ενώ η φωνή του έγινε πνιχτός ψίθυρος. «Όμως θα ήταν πραγματικά κρίμα να μην πάρω έστω μια μικρή γεύση». Η καρδιά της φτερούγισε φοβισμένη, όταν τον είδε να σκύβει προς το μέρος της. «Όχι», φώναξε, όμως ήταν πολύ αργά. Το στόμα του άγγιξε το δικό της σ’ ένα φιλί βίαιο και περιφρονητικό. Πάσχισε να του ξεφύγει, χτυπώντας τις γροθιές της στους ώμους του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο άντρας φυλάκισε εύκολα τους καρπούς της στο ένα του χέρι και μετά τραβήχτηκε λίγο πίσω. «Μη με πολεμάς, κορίτσι μου», της είπε, «μόνο γείρε πίσω και απόλαυσέ το». «Παλιό... παλιοκάθαρμα». Οι λέξεις ακούστηκαν σαν σφύριγμα, γεμάτες φόβο και αγανάκτηση. «Δεν έχεις δικαίωμα...» Το στόμα του χαμήλωσε πάλι στο δικό της για να επιβάλει τη σιωπή. Μην τον πολεμάς, είπε στον εαυτό της, σου παίζει άσχημο παιχνίδι. Μην τον πολεμάς και θα σταματήσει. Προσπάθησε να μείνει τελείως ακίνητη. Ο άντρας την τράβηξε πιο κοντά και την έσφιξε ώστε να μην μπορεί να του ξεφύγει. Η Μιράντα όμως δεν μπόρεσε να συγκροτήσει ένα τρεμούλιασμα φόβου που τη διέτρεξε. Κάποια στιγμή εκείνος τραβήχτηκε και βλέποντάς την ακίνητη στα χέρια του συνοφρυώθηκε. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε. Για μεγάλη της απογοήτευση, δάκρυα ανάβλυσαν στα μάτια της και τρεμόπαιξαν στα βλέφαρά της. Το ειρωνικό ύφος του άντρα χάθηκε, κάτι άλλο όμως έκανε τα γκρίζα μάτια του να λάμψουν. «Μη», της ψιθύρισε και, γέρνοντας, φίλησε απαλά τα υγρά βλέφαρα. «Δε θα σε πληγώσω», πρόσθεσε κι εκείνη κατάλαβε αμέσως ότι το εννοούσε. Τα μάτια της άνοιξαν και ατένισαν τα δικά του. Ο χρόνος έ20


μεινε μετέωρος για μια στιγμή και μετά, με μια γρήγορη αλλά ευγενική κίνηση, την τράβηξε πάλι κοντά του και την ξαναφίλησε. Δεν την είχε ξαναφιλήσει κανένας έτσι. Της φάνηκε ότι ανάμεσά τους τρεμόπαιξε μια φλόγα που έβαζε φωτιά στην ατμόσφαιρα. Η παλάμη του άντρα σφίχτηκε πάνω στο μαύρο καταρράχτη των μαλλιών της, σπρώχνοντας προς τα πίσω το κεφάλι της, μέχρι που εκείνη βρέθηκε ν’ ακουμπάει στο μπράτσο του, ενώ το μισόγυμνο κορμί της είχε πάρει θέση, θαρρείς και περίμενε την ώρα της θυσίας. Οι αισθήσεις της αφυπνίστηκαν στη γεύση του φιλιού του. Η Μιράντα άκουσε τον πνιχτό ήχο που βγήκε από τα χείλη του και αφουγκράστηκε το χτύπο της καρδιάς του. Και κατάλαβε αμέσως τι ένιωθε εκείνος ο άντρας, επειδή το ένιωθε και η ίδια -επιθυμία και ανάγκη. Της ξέφυγε ένας λυγμός κι εκείνος τον φυλάκισε στο στόμα του. Τα χέρια της ξεσφίχτηκαν, οι παλάμες άνοιξαν πάνω στο στήθος του και γλίστρησαν κάτω από το σακάκι του. Ο ρυθμός της καρδιάς του ήταν εξίσου έντονος με τον δικό της. «Ναι», της ψιθύρισε βραχνά. «Έτσι, άγγιξέ με». Ένα χέρι φυλάκισε το στήθος της, φλογίζοντας τη σάρκα κάτω από το λεπτό βαμβακερό ύφασμα. Η Μιράντα ένιωσε το σφυγμό της να επιταχύνεται και κάτι πρωτόγνωρο να ξυπνάει βαθιά μέσα της... Θεέ μου! Τι πήγαινε να κάνει; Τα κύματα της λογικής ήταν παγωμένα σαν τη Βόρεια Θάλασσα. Στριφογύρισε σαν τρελή μέσα στα μπράτσα του και τράβηξε απότομα το στόμα της από το δικό του. Εκείνος ανασήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε. Το βλέμμα του, γεμάτο πάθος, της έκοψε την ανάσα. Τα μάτια του έμεναν πεισματικά κλειστά στη λογική και η Μιράντα, για μια φοβερή στιγμή, φοβήθηκε μήπως το ξύπνημά της είχε φτάσει πολύ αργά. Ευτυχώς, όμως, την άφησε. Η Μιράντα σωριάστηκε πάνω στα μαξιλάρια. Τον παρακολούθησε να σηκώνεται, να ισιώνει τα μαλλιά του και να τα παραμερίζει από το μέτωπό του. «Θεέ μου!» Το επιφώνημα είχε τη χροιά της περιφρόνησης και της αποστροφής που καθρέφτιζαν τα μάτια του’ τα μάτια που την αναμετρούσαν ψυχρά και ανέκφραστα. «Πρέπει να παραδεχτώ ότι ξέρεις καλά τη δουλειά σου, κυρία μου». Το στόμα της Μιράντας τρεμούλιασε. «Είσαι κτήνος». 21


Έπρεπε να φύγει από το απαίσιο εκείνο δωμάτιο, να γλιτώσει από το επιτιμητικό του βλέμμα. Σηκώθηκε βιαστικά. Όμως αυτό ήταν λάθος: η ζαλάδα ξαναγύρισε. Άπλωσε το χέρι, θαρρείς για να στηριχτεί στο κενό. «Θαυμάσια παράσταση. Μήπως πρέπει να εντυπωσιαστώ;» Δεν μπήκε στον κόπο ν’ αναλύσει την ψυχρή φωνή και το παγωμένο βλέμμα του. Έπρεπε να καλύψει την απόσταση μέχρι τα ρούχα της και μετά μέχρι την πόρτα. Ένα εκατομμύριο χιλιόμετρα, σκέφτηκε, τόσα έπρεπε να καλύψει, δεν είχε όμως άλλη επιλογή. Πήρε βαθιά ανάσα και στάθηκε στα πόδια της. Ένα βήμα. Δυο... Κι ύστερα το κενό... Ο άντρας την άδραξε λίγο πριν σωριαστεί και την κράτησε στην αγκαλιά του σαν να την καλωσόριζε. «Τι στο διάβολο συμβαίνει εδώ;» ρώτησε εξερευνώντας το ωχρό της πρόσωπο. «Αν πρόκειται για παιχνίδι...» Η Μιράντα έκλεισε απελπισμένη τα μάτια. Γιατί να προσποιείται; Ποτέ δε θα κατάφερνε να φύγει από εκεί χωρίς βοήθεια. Θα του ζητούσε να τηλεφωνήσει στη Μίνα... «Μίλα μου, ανάθεμά σε. Τι σόι παιχνίδι παίζεις;» «Δεν παίζω κανένα παιχνίδι». Η φωνή της ήταν ξεψυχισμένη. «Αλλά... να, δε νιώθω και πολύ καλά». Μεσολάβησε σιωπή μετά ο άντρας μουρμούρισε κάτι και τη σήκωσε στα χέρια του. «Ναι», είπε διασχίζοντας το δωμάτιο. «Αυτό το βλέπω». «Μπορείς... μπορείς να τηλεφωνήσεις κάπου...» «Ξέρει ο Μίλερ πως είσαι άρρωστη;» «Ο Μίλερ δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτό, κύριε... κύριε...» «Θορπ. Ντάνιελ Θορπ». Στάθηκε δίπλα στο σκαμνί με τα ρούχα της. «Πήγες στο γιατρό;» «Δεν είμαι άρρωστη, κύριε Θορπ. Μόνο σε παρακαλώ...» «Χρειάζεσαι γιατρό. Γνωρίζεις κάποιον ή να καλέσω το νοσοκομειακό;» «Το νοσοκομειακό; Δε χρειάζομαι νοσοκομειακό». «Ένα γιατρό τότε». «Ούτε γιατρό χρειάζομαι. Για όνομα του Θεού, ξέρεις πόσα θα ζητήσει;» Ο Ντάνιελ χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας μια σειρά κατάλευκα δόντια. «Μάλιστα. Υποθέτω πως αυτό είναι ένα από τα προβλήματα στον κλάδο σας. Οι πρόσθετες παροχές δεν επαρ22


κούν». «Άφησέ με κάτω, σε παρακαλώ». «Για να πέσεις και να σπάσει το όμορφο μουτράκι σου; Όχι, γλυκιά μου, δεν το έχω σκοπό». «Με λένε Μιράντα Στιούαρτ. Και αν ενδιαφέρεσαι πραγματικά να μη σπάσω το μουτράκι μου, κάνε τον κόπο να τηλεφωνήσεις στη φίλη μου τη Μίνα. Δώσε της απλώς τη διεύθυνση και θα έρθει να με πάρει». Ο Ντάνιελ την κοίταξε για λίγο ανέκφραστος και μετά έγνεψε καταφατικά. «Εντάξει. Μπορείς να σταθείς;» Είχε καμιά σημασία; Κάπως θα τα κατάφερνε. Οτιδήποτε πάντως ήταν καλύτερο από το να βρίσκεται στην αγκαλιά του και να τον βλέπει να την κοιτάζει σαν σκουπίδι που είχε περιμαζέψει από το δρόμο. «Ναι». «Μπορείς να ντυθείς μόνη σου;» Το στόμα της Μιράντας σφίχτηκε. «Ασφαλώς». Την έστησε απαλά στα πόδια της. «Εντάξει τότε. Ντύσου». «Όχι μπροστά σου», αποκρίθηκε ψυχρά η Μιράντα. Στην άκρη των χειλιών του φάνηκε ένα χαμόγελο. «Έχεις δίκιο». Έσκυψε και σήκωσε το πεσμένο παραβάν. «Δεν μπορούμε να θίξουμε τις ευαισθησίες σου, έτσι δεν είναι;» Έστησε όρθιο το παραβάν. «Αν δεν ντυθείς σε δυο λεπτά, θα υποθέσω ότι δεν τα καταφέρνεις μόνη σου». Η Μιράντα ακούμπησε στον τοίχο, προσπαθώντας να βρει την ανάσα της. «Το ένα λεπτό πέρασε, δεσποινίς Στιούαρτ». Πραγματικά έχει σκοπό να με βοηθήσει να ντυθώ; αναρωτήθηκε κι ένιωσε τα μάγουλά της να φλογίζονται πάλι. Γρήγορα, πριν προλάβει ν’ αναλύσει περισσότερο τη σκέψη της, η Μιράντα έβγαλε την ποδιά και φόρεσε όπως όπως τα ρούχα της. Όταν εμφανίστηκε, είχε ξαναβρεί την ψυχραιμία της. Ο Θορπ ακουμπούσε στον τοίχο, με τα μπράτσα σταυρωμένα στο στήθος και την παρακολουθούσε. Η Μιράντα διέκρινε την αποδοκιμασία στο βλέμμα του για την εμφάνισή της. «Κομψότητα του δρόμου», σχολίασε εκείνος, κάνοντας ένα μορφασμό. Η Μιράντα τσιτώθηκε. Παρά τα όποια κολακευτικά σχόλια της Μίνας, ήξερε πως δεν ήταν σπουδαία η εμφάνισή της, 23


δεν είχε όμως σκοπό να επιτρέψει σ’ έναν ξένο να την προσβάλει. «Εμένα μου πάει μια χαρά». «Ασφαλώς. Είμαι σίγουρος πως θα κάνεις πάταγο στο Φάνσι Φρι». Αίμα έβαψε πάλι τα μάγουλά της. Το Φάνσι Φρι ήταν ένα από τα μπαρ όπου μπορούσε κανείς να προμηθευτεί και να καπνίσει νόμιμα μαριχουάνα. «Λυπάμαι που θα σε απογοητεύσω», του είπε ψυχρά, «αλλά δεν έχω πάει ποτέ εκεί». «Με συγχωρείτε, δεσποινίς Στιούαρτ». Στον τόνο του υπήρχε σαρκασμός. «Σίγουρα υπάρχουν άλλα μέρη που ταιριάζουν στα γούστα σας». Το σαγόνι της υψώθηκε προκλητικά. «Ασφαλώς και υπάρχουν. Ωστόσο δε σε αφορά το ζήτημα». Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους και προχώρησε προς το μέρος της. «Έχεις δίκιο. Το πώς ντύνεσαι και το πως ζεις είναι αποκλειστικά δικό σου θέμα». «Χαίρομαι που συμφωνήσαμε σε κάτι», αποκρίθηκε η Μιράντα, ψαχουλεύοντας την τσάντα της. Μετά τον κοίταξε, με το πρόσωπο πάντα κατακόκκινο από αγανάκτηση και του πρότεινε το χέρι. Ο Θορπ κοίταξε τα νομίσματα στην παλάμη της. «Τι είναι αυτά;» «Για το τηλέφωνο. Δεν είπες ότι θα τηλεφωνήσεις στη φίλη μου;» «Χρειάζεσαι γιατρό, όχι φιλενάδα», της αποκρίθηκε εκείνος, φυλακίζοντας απότομα τον καρπό της. «Πάμε». «Είπα, δεν είμαι άρρωστη». «Δεν αφήνουμε να το πει καλύτερα κάποιος ειδικός; Αυτό είναι το πανωφόρι σου;» «Ναι, αλλά...» «Άσε τις διαμαρτυρίες». Την οδήγησε στη σκάλα, αλλά ξαφνικά κοντοστάθηκε. «Μήπως όμως θέλεις τόσο πολύ να δεις τον Μίλερ ώστε προτιμάς να ξαναλιποθυμήσεις;» Τον Μίλερ... Μέσα σ’ όλη αυτή τη φασαρία τον είχε ξεχάσει τελείως! Η τύχη την είχε βοηθήσει μέχρι τώρα -μήπως όμως εμφανιζόταν και την ήθελε να ποζάρει; Τη διαπέρασε ένα ρίγος. Δεν μπορούσε να περιμένει τη Μίνα και να διακινδυνεύσει μια συνάντηση. 24


«Έχεις δίκιο», είπε ψέματα. «Καλύτερα να πάω σε κάποια κλινική». Οι σκιές του σούρουπου σχεδόν έκρυβαν τη σκάλα. Και μόνο που την κοίταζε, η Μιράντα ένιωθε τη ζαλάδα να ξαναγυρίζει. Ωστόσο πίεσε τον εαυτό της να κατεβεί ένα σκαλί. Ο Θορπ την έπιασε από τον αγκώνα. «Θα σε βοηθήσω εγώ». Θα προτιμούσε να του πει ότι δε χρειαζόταν βοήθεια, η αλήθεια όμως ήταν ότι χρειαζόταν. Τα πόδια της έτρεμαν και δε θα κατάφερνε να κατεβεί μόνη της τη σκάλα. Πάντως δεν υπήρχε λόγος να την κρατάει τόσο σφιχτά ούτε ν’ ακουμπάει την παλάμη του στο γοφό της. Μόλις βρέθηκαν στο φως, η Μιράντα απομακρύνθηκε απότομα από κοντά του και προσπάθησε να χαμογελάσει ευγενικά. «Ευχαριστώ για τη βοήθεια, κύριε Θορπ. Είχε... ενδιαφέρον». Το χέρι του ακούμπησε στον ώμο της. «Το αυτοκίνητό μου είναι στη γωνία. Θα σε πάω στο γιατρό σου». «Όχι, ευχαριστώ, αλλά...» Τα δάχτυλά του έσφιξαν τη σάρκα της. «Έι», του φώναξε, καθώς εκείνος άνοιγε την πόρτα μιας μαύρης Μερσέντες. «Διάβολε, θα μ’ ακούσεις καμιά φορά; Μπες μέσα και πες μου πού πάμε». «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να...» Τα μάτια του στένεψαν. «Δεν έχεις λεφτά για το γιατρό, έτσι;» «Το τι έχω ή δεν έχω δεν είναι δική σου...» «Απάντησέ μου, δεσποινίς Στιούαρτ. Έχεις ή δεν έχεις λεφτά;» Η Μιράντα τον κοίταξε και είδε ένα νεύρο να τρεμοπαίζει στο σαγόνι του. «Καλά το κατάλαβα. Εντάξει, θα πληρώσω εγώ». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Τι πράγμα;» Το χαμόγελό του ήταν δυσάρεστο. «Όχι για τις συνηθισμένες υπηρεσίες σου, φυσικά. Θα πληρώσω το γιατρό». «Είσαι τρελός; Πρώτα-πρώτα, δεν είμαι άρρωστη. Και δεύτερον...» «Μόνο ένας Θεός ξέρει πόσα ξοδεύω κάθε χρόνο σε φιλανθρωπίες, δεσποινίς Στιούαρτ». Τα ρουθούνια του τρεμόπαιζαν σαν να οσμιζόταν κάτι δυσάρεστο. «Ας πούμε ότι τούτη τη φορά έχω μπροστά μου τον αποδέκτη». Η Μιράντα τον κοίταξε δύσπιστα και, με μια γρήγορη κίνη25


ση, ελευθερώθηκε από τη λαβή του. «Δε χρειάζομαι τη φιλανθρωπία σου», απάντησε ψυχρά. «Σίγουρα τη χρειάζεσαι». Ο Ντάνιελ Θορπ δε θα μάθει ποτέ πόσο δίκιο έχει, συλλογίστηκε η Μιράντα και γέλασε. «Ναι, αλλά όχι τη δική σας, κύριε Θορπ. Χαίρετε». Άπλωσε το χέρι και τη συγκράτησε πάλι. «Άκουσέ με, μικρή...» «Ω, για όνομα του Θεού», ξέσπασε εκείνη, χάνοντας την υπομονή της. «Λιποθύμησα από την πείνα. Λυπάμαι που σε απογοητεύω, αλλά δεν έχω ούτε μπέρι-μπέρι ούτε μαλάρια ούτε καμιά άλλη αρρώστια», πρόσθεσε, υψώνοντας το σαγόνι της. «Κατάλαβες τώρα;» Στη σιωπή που ακολούθησε, η Μιράντα ήξερε πως είχε ξεπεράσει τα όρια. Είχε πει περισσότερα απ’ όσα ήθελε και τώρα περίμενε, με το κεφάλι ψηλά, τα καυστικά του σχόλια για την ίδια, τον Ερνστ Μίλερ, την τέχνη και όλα τα υπόλοιπα που, κατά τη γνώμη του, αντιπροσώπευε το σινάφι της. Και δεν την απογοήτευσε. «Πράγματι, κατάλαβα», είπε παγωμένα. «Δε δίνεις δεκάρα για το αύριο. Ζεις για το σήμερα, χωρίς σχέδια, χωρίς να εξοικονομείς χρήματα». Η Μιράντα αναλογίστηκε τις ελαιογραφίες και τις υδατογραφίες, φυλακισμένες μέσα στο χαρτοφύλακα που είχε υποβάλει στην επιτροπή υποτροφιών, τις ώρες που είχε περάσει συμπληρώνοντας τα σχετικά έντυπα και τους μήνες της αναμονής μέχρι να δει αν την είχαν επιλέξει. Αναλογίστηκε επίσης πόσο συνετά είχε διαχειριστεί τα χρήματα της υποτροφίας, πόσο προσεκτικά είχε ξοδέψει τα τελευταία της νομίσματα ώστε να διαρκέσουν μια εβδομάδα αντί για μια μέρα και χαμογέλασε γλυκά. «Έξυπνο εκ μέρους σου να με ψυχολογήσεις τόσο γρήγορα», του πέταξε. «Μόνο σ’ ένα έπεσες έξω, κύριε Θορπ δε ζω για το σήμερα, ζω μόνο το ένα λεπτό μετά το άλλο». Το χαμόγελό της πλάτυνε. «Γιατί λοιπόν να νοιάζομαι; Πάντα υπάρχει κάποιος Ερνστ Μίλερ να με βγάλει από τη δύσκολη θέση». Το πρόσωπο του Θορπ σκοτείνιασε και τα δάχτυλά του σφίχτηκαν περισσότερο στο χέρι της. Η Μιράντα ένιωσε την ανάγκη να πάρει πίσω τα σαρκαστικά λόγια της. «Φτάνει ως εδώ», της είπε. 26


«Ε! Τι κάνεις εκεί;» Το τι έκανε ήταν φανερό. Την έσπρωξε μέσα στη Μερσέντες, στο κάθισμα του συνοδηγού, της έδεσε τη ζώνη, έκανε το γύρο του αυτοκινήτου και κάθισε στο τιμόνι, πριν εκείνη προλάβει ν’ αντιδράσει. Η πόρτα βρόντησε, το κλειδί γύρισε και η μηχανή άναψε. Η Μιράντα είχε καταπιεί τη γλώσσα της. «Δε θα καταφέρεις να ξεφύγεις», ψιθύρισε ξέπνοη. «Σε είδε ο κόσμος...» Ο Ντάνιελ Θορπ την κοίταξε βαριεστημένα. «Μπριζόλα και πατάτες», είπε, «ή μόνο πρωινό τρώτε στο σινάφι σας;» «Τι πράγμα;» ρώτησε η Μιράντα ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. Ο Ντάνιελ αναστέναξε, άλλαξε ταχύτητα και πήρε κατεύθυνση για το Ντάμρακ. «Τι προτιμάς, δεσποινίς Στιούαρτ, πρωινό ή δείπνο; Εγώ θα διαλέξω το εστιατόριο κι εσύ το φαγητό». Την είχε απαγάγει για να την ταΐσει! Η Μιράντα τον κοίταξε δύσπιστα. Η προσοχή του ήταν στραμμένη στο δρόμο, το προφίλ του όμως καθρέφτιζε έντονη αποφασιστικότητα. «Λοιπόν; Πρωινό ή δείπνο;» Δε θέλω τίποτε από κάποιον σαν εσένα, συλλογίστηκε. Δε θέλω ούτε ένα ποτήρι νερό... Πρωινό ή δείπνο... Και μόνο οι λέξεις έκαναν το στομάχι της να γουργουρίζει. «Ανάθεμά σε, δεσποινίς Στιούαρτ, περιμένω. Αποφάσισε». Η Μιράντα ξανακοίταξε το άψογο προφίλ του. Δεν είχε πιθανότητες να κερδίσει στην αντιπαράθεση. Ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. «Και τα δυο», είπε ήρεμα και βολεύτηκε στο κάθισμά της. Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και άφησε την εικόνα του ζαμπόν, των αβγών και της μπριζόλας να κατακλύσουν το σκοτισμένο μυαλό της.

27


Κεφάλαιο 3

Η Μερσέντες διέσχιζε γοργά τους δρόμους, καταπίνοντας αποστάσεις που η Μιράντα χρειαζόταν ώρες να διανύσει με τα πόδια. Η συγκοινωνία του Άμστερνταμ ήταν οργανωμένη, αλλά το περπάτημα ήταν οικονομικότερο παρά τη ζημιά που έκανε στις σόλες των παπουτσιών της. Της φαινόταν ότι έβλεπε την πόλη από διαφορετική γωνία και, μολονότι ήξερε πως ήταν απλώς μια φαντασίωση, ένιωθε εντονότερη την αίσθηση του απόκοσμου που την είχε τυλίξει από τη στιγμή που ο Ντάνιελ Θορπ είχε εισβάλει στο στούντιο του Μίλερ. Τι τον ήθελε τον Μίλερ; Δεν τον είχε ρωτήσει, αλλά πού καιρός για ερωτήσεις. Μόλις που προλάβαινε να του απαντά, συνεπώς δεν είχε χρόνο να ρωτήσει. Το αυτοκίνητο σταμάτησε σ’ ένα φανάρι. Αν σε απαγάγουν, τουλάχιστον ν’ αξίζει τον κόπο, συλλογίστηκε, θαυμάζοντας τα δερμάτινα καθίσματα. Όχι πως ο Θορπ την είχε απαγάγει, όχι ακριβώς. Ωστόσο η Μιράντα δεν αμφέβαλλε καθόλου ότι θα μπορούσε να τη ρίξει στον ώμο του σαν σακί και να την πάει όπου ήθελε, αν του αντιστεκόταν. Μόνο ένας τρελός θ’ αντιστεκόταν πάντως. Το φαγητό είναι φαγητό, έστω κι αν το πληρώνει ο ίδιος ο διάβολος. «Είσαι εντάξει;» Η φωνή του Θορπ ήταν απότομη, η ερώτηση εξέφραζε περιέργεια χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον. Η Μιράντα ανακάθισε και δίπλωσε τα χέρια στην ποδιά της. «Δε θα κάνω εμετό στο αυτοκίνητό σου, αν αυτό είναι που σε απασχολεί». Το φανάρι άναψε και το αυτοκίνητο ξεκίνησε αθόρυβα. Από το στόμα του Θορπ ξέφυγε κάτι ανάμεσα σε γέλιο και μουγκρητό. «Απαντάς ποτέ σε ερώτηση χωρίς να βγάλεις τα νύχια σου;» «Εσύ κάνεις ποτέ ερωτήσεις χωρίς να θυμίζεις ιεροεξετα28


στή;» Τον ένιωσε να γυρίζει προς το μέρος της και πίεσε τον εαυτό της να κοιτάξει ίσια μπροστά. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα τον άκουσε ν’ αναστενάζει. «Κοντεύουμε», της είπε. «Κλείσε τα μάτια και ηρέμησε». Δεν είμαι ανάπηρη, πήγε να πει, αμέσως όμως αποφάσισε ν’ ακολουθήσει τη συμβουλή του. Ήταν κατάκοπη και το κάθισμα αναπαυτικό και, ταυτόχρονα, δεν υπήρχε κανένας λόγος να κάθεται λες κι είχε καταπιεί μπαστούνι. Άλλωστε δεν είχαν τίποτε να συζητήσουν -τι κοινό μπορούσε να υπάρξει ανάμεσα στην ίδια και σ’ έναν άντρα σαν τον Ντάνιελ Θορπ; «Καλή ιδέα», αποκρίθηκε και ξανάγειρε πίσω το κεφάλι, κλείνοντας τα μάτια. Ωστόσο στράφηκε ελαφρά και του έριξε μια κρυφή ματιά. Τα χέρια του ακουμπούσαν ανάλαφρα στο τιμόνι, ενώ οι δείκτες του ακολουθούσαν με απαλές κινήσεις το ρυθμό της μουσικής. Η Μιράντα ξαφνιάστηκε άρα του άρεσε ο Ντεμπισί. Εκείνη περίμενε να του αρέσει περισσότερο η έντονη μουσική, αν είχε όμως καταλάβει κάτι από την εισβολή του Ντάνιελ Θορπ στη ζωή της ήταν ότι επρόκειτο για άτομο απρόβλεπτο. Ήταν η προσωποποίηση του καθωσπρεπισμού, με το πανάκριβο κοστούμι και το κομψό του αυτοκίνητο, ωστόσο είχε ορμήσει σαν τρελός στο στούντιο του Μίλερ. Και τι να πει κανείς για τον τρόπο που την είχε φιλήσει; Κάθε άλλο παρά καθωσπρέπει... Η Μιράντα ένιωσε το δέρμα της να φλογίζεται και γύρισε μπροστά το κεφάλι. Δεν υπήρχε τίποτε καθωσπρέπει ούτε στη δική της ανταπόκριση. Συνήθως δε συμπεριφερόταν έτσι. Της άρεσε η αντρική συντροφιά -γελούσε και συζητούσε, πήγαινε βόλτα στο πάρκο. Της άρεσε ο χορός, απολάμβανε το λίκνισμα και την επαφή ενός γεροδεμένου αντρικού κορμιού, δεν είχε αντίρρηση να την καληνυχτίζουν μ’ ένα φιλί. Όμως ουδέποτε είχε νιώσει όπως στην αγκαλιά του Ντάνιελ Θορπ, θαρρείς και είχε ξυπνήσει το κορμί της, θαρρείς και είχε βρεθεί στο κατώφλι μιας νέας και θαυμαστής ανακάλυψης. Έσφιξε περισσότερο τα χέρια στην ποδιά της. Πολύ απερίσκεπτο από μέρους της να φερθεί έτσι, δεν είχε όμως άλλη λύση από το να ποζάρει για τον Μίλερ. Ο Θορπ θα πλήρωνε το γεύμα της από τύψεις -γι’ αυτό άλλωστε το είχε προτείνει- και μετά θα επέστρεφε στη βάση της, ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη: την πείνα ή το γυμνό ποζάρισμα. Θα ξαναπήγαινε στο ατελιέ του 29


Μίλερ, θα έλεγε «συγνώμη που άργησα» και μετά θα ξεντυνόταν. Η προοπτική την έκανε να τρέμει... Τι την ένοιαζε η γνώμη ενός ξένου; Ας σκεφτόταν ό,τι ήθελε ο Ντάνιελ Θορπ. Εκείνη είχε προσπαθήσει να του εξηγήσει, αυτός όμως είδε ό,τι ήθελε να δει και όχι μια απελπισμένη φοιτήτρια που είχε μάθει να επιζεί με το τίποτε. Είχε δει μόνο μια μισόγυμνη γυναίκα σε μια βρομερή σοφίτα, πράγμα που σε τούτον εδώ τον κόσμο σημαίνει ηθικό ξεπεσμό. Όχι πως ήταν ασυνήθιστη η στάση του. Η Μιράντα είχε γνωρίσει κι άλλους ανθρώπους, στη Νέα Υόρκη και στο Αμστερνταμ, που πίστευαν ότι οι γυναίκες είναι εύκολες στον «εξωτικό» κόσμο της τέχνης. «Εμείς κι εκείνοι», συνήθιζε να λέει η Μίνα και είχε δίκιο. Υπήρχαν εκείνοι που δημιουργούσαν και εκτιμούσαν την ομορφιά και οι άλλοι και το χάσμα ανάμεσά τους ήταν αγεφύρωτο. «Φτάσαμε». Η Μιράντα προσπάθησε να διακρίνει πού είχαν παρκάρει. Κοίταξε από το παράθυρο, αναζητώντας κάποιο γνώριμο σημάδι. «Πάμε, δεσποινίς Στιούαρτ». Η Μιράντα κατάλαβε από τον ήχο ότι είχε ξεκλειδώσει τις ασφάλειες, αλλά δεν κινήθηκε. «Δε θα μείνουμε εδώ όλη μέρα», της είπε. Βγήκε με αργές κινήσεις, κοιτάζοντας γύρω συνοφρυωμένη. Είχε καταλάβει πού βρίσκονταν. Σ’ αυτή την ήσυχη περιοχή είχε ξανάρθει μια δυο φορές για να ζωγραφίσει τον ποταμό Αμστελ και τα όμορφα σπίτια που τον πλαισίωναν. Το μέρος ήταν θαυμάσιο για περίπατο, όχι όμως για φαγητό. Ο Ντάνιελ την έπιασε από το μπράτσο. «Δε σ’ έφερα εδώ για να χαζέψεις», είπε θυμωμένα. «Πού πάμε;» τον ρώτησε, καθώς την έσπρωχνε στο πεζοδρόμιο. «Δε βλέπω κανένα εστιατόριο». Τα λόγια της ακολούθησε σιωπή. Δεν το έβλεπε, επειδή δεν υπήρχε. Το κτίριο απέναντι, όπου κατευθύνονταν, ήταν το ακριβότερο και πολυτελέστερο ξενοδοχείο του Άμστερνταμ. «Παλιοκάθαρμα!» Η Μιράντα ελευθερώθηκε από το χέρι του και του όρμησε. «Τόσο εύκολο το νόμισες λοιπόν;» «Δεσποινίς Στιούαρτ...» Η Μιράντα πήρε στάση μάχης. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε περιφρονητικά. «Σου ’πεφτε λίγο το στούντιο του Μίλερ;» 30


Ο Θορπ την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Τι στο διάβολο εννοείς;» «Ή μήπως πίστεψες ότι θα ριχνόμουν στην αγκαλιά σου μόλις θ’ αντίκριζα μεταξωτά σεντόνια;» Ένα ψυχρό χαμόγελο φάνηκε στα-χείλη του. «Έχεις διεστραμμένη άποψη για τα κάλλη σου, δεσποινίς Στιούαρτ». Η φωνή ήταν εξίσου παγερή με το χαμόγελο. «Και πολύ αδύνατη μνήμη. Σου είπα ότι δε συνηθίζω να πληρώνω για τις γυναίκες μου». «Τότε κάνε τον κόπο να μου εξηγήσεις γιατί μ’ έφερες εδώ», είπε η Μιράντα, ρίχνοντας μια ματιά στο κτίριο απέναντι. «Το ξενοδοχείο σου δεν είναι αυτό;» «Οι μαντικές σου ικανότητες κυριολεκτικά με καταπλήσσουν». «Το ίδιο και η ικανότητά μου να μυρίζομαι τα βρόμικα κόλπα». Τίναξε πίσω το κεφάλι της- η κίνηση δεν ήταν και τόσο συνετή, επειδή η ζαλάδα απειλούσε να ξαναγυρίσει. «Χαίρετε, κύριε Θορπ». Την έπιασε και τη γύρισε προς το μέρος του. «Μη γίνεσαι ανόητη». «Σου είπα, δεν πρόκειται να πουλήσω...» «Καλά κάνεις, επειδή δε σκοπεύω ν’ αγοράσω». Την έσυρε προς την είσοδο του ξενοδοχείου. Η Μιράντα πάσχισε ν’ αντισταθεί, εκείνος όμως ήταν δυνατός κι εκείνη εξουθενωμένη. «Υπάρχει εδώ ένα εστιατόριο κι εκεί ακριβώς θα πάμε. Θα σε ταΐσω και μετά θα σε βάλω σ’ ένα ταξί και...» Ο Ντάνιελ κοντοστάθηκε, καθώς είδε δυο ηλικιωμένες γυναίκες να τους κοιτάζουν περίεργα και να σιγοψιθυρίζουν μεταξύ τους. Κάτω από το σταθερό βλέμμα του, οι γυναίκες απομακρύνθηκαν γρήγορο κι εκείνος στράφηκε ξανά στη Μιράντα. «Και μετά», σφύριξε ανάμεσα στα δόντια του, «δεν υπάρχει κανένας λόγος να ξανασυναντηθούμε. Πώς σου φαίνεται;» «Θαυμάσιο», του πέταξε, κοιτάζοντάς τον ίσια στα μάτια. Ο Ντάνιελ έσφιξε τον αγκώνα της και την οδήγησε στην είσοδο με τα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Ένα λεπτό αργότερα η Μιράντα βρισκόταν σ’ ένα χώρο που είχε δει μόνο στον κινηματογράφο. «Δε βλέπω πουθενά μεταξωτά σεντόνια», της ψιθύρισε με κακεντρέχεια, καθώς περίμεναν στην είσοδο. Η Μιράντα έβρεξε τα χείλη της. Αποζητούσε με μανία κά31


ποια καυστική απάντηση, η αλήθεια όμως ήταν πως είχε χάσει τη λαλιά της. Περίμενε πως θα την πήγαινε σε κάποια καφετέρια με πρόχειρο φαγητό. Ποτέ δεν της πέρασε από το νου ότι θα την έφερνε σ’ ένα μέρος σαν αυτό και από την έκφραση του κυρίου με το σμόκιν που τους πλησίαζε συνειδητοποίησε πως το ίδιο ακριβώς πίστευαν και οι άλλοι. «Καλησπέρα, κύριε». Τα μάτια του κυρίου με το σμόκιν περιεργάστηκαν τη Μιράντα, τις μπότες, τη φαρδιά της φούστα και τις σκούρες μπούκλες στο σβέρκο της. «Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» «Θα θέλαμε ένα τραπέζι». «Έχετε κάνει κράτηση, κύριε;» Η Μιράντα ένιωσε το χέρι του να σφίγγεται στο μπράτσο της. «Όχι», αποκρίθηκε. Το βλέμμα του διέτρεξε τη μισογεμάτη αίθουσα και μετά ξαναγύρισε προς το μαιτρ. «Δυστυχώς όχι». «Τότε...» «Είμαι όμως βέβαιος ότι θα μας βολέψετε κάπου», τον διέκοψε μελιστάλαχτα ο Ντάνιελ. «Έτσι δεν είναι;» Ο τόνος του ήταν ευχάριστος και ήρεμος, ωστόσο διακρινόταν μια επικίνδυνη απόχρωση. Τα μάτια του έλαμπαν σαν πάγος πάνω στο ηλιοκαμένο πρόσωπο. Ξάφνου η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε. «Κύριε Θορπ». Η Μιράντα ξερόβηξε. «Κύριε Θορπ», συνέχισε απαλά, «ξέρω μια μικρή καφετέρια...» Η πίεση στο μπράτσο της μεγάλωσε. «Έτσι δεν είναι;» επανέλαβε ο Ντάνιελ. Ο μαιτρ κατάπιε με δυσκολία. «Φυσικά, κύριε. Απλώς εννοούσα... εννοούσα ότι θα μπορούσαμε να σας δώσουμε τραπέζι στο παράθυρο, αν το γνωρίζαμε από πριν». Χαμογέλασε. «Ωστόσο έχουμε ένα όμορφο τραπέζι σε μια γωνιά...» Το χέρι του Ντάνιελ γλίστρησε στη μέση της Μιράντας. Εκείνη σφίχτηκε, το χέρι όμως προχώρησε στο γοφό της και πίεσε το σώμα της στο πλευρό του. «Ωστόσο έχετε τραπέζι στο παράθυρο», είπε με τον ίδιο ήρεμο τόνο. «Μάλλον το ξεχάσατε». Ο μαιτρ κοίταξε το σφιγμένο του πρόσωπο. «Ασφαλώς, κύριε», είπε βιαστικά. «Ακολουθήστε με, παρακαλώ». Καθώς διέσχιζαν την αίθουσα, οι συζητήσεις έπαψαν. Η φαρδιά φούστα της Μιράντας θρόιζε γύρω από τις μπότες της. Οι κυρίες με τα τελευταία πανάκριβα μοντελάκια την κοίταξαν 32


με ολοφάνερη περιέργεια. Και οι άντρες την κοίταξαν, όμως με διαφορετικό τρόπο, θαρρείς και το αλλόκοτο ντύσιμο και τα ατίθασα ατημέλητα μαλλιά τής προσέδιδαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η Μιράντα προχώρησε με το κεφάλι ψηλά, μέσα της όμως έτρεμε. Τάχυνε το βήμα της, αλλά ο Ντάνιελ έσκυψε προς το μέρος της. «Ηρέμησε», της ψιθύρισε. Γύρισε και τον κοίταξε με ευγνωμοσύνη. Περπατούσε δίπλα της νωχελικά, με τον ανέμελο τρόπο του, ενώ αντιμετώπιζε με ηρεμία την περιέργεια στα πρόσωπα των θαμώνων. Λίγο λίγο όλοι στράφηκαν αλλού και οι κουβέντες τριγύρω ξαναβρήκαν τον κανονικό τους ρυθμό. Για τον εαυτό του το έκανε, όχι για μένα, συλλογίστηκε η Μιράντα. Δεν ήταν άνθρωπος που ανέχεται την κοροϊδία. Ωστόσο δεν μπορούσε παρά να τον ευγνωμονεί γι' αυτό και του χάρισε ένα φευγαλέο χαμόγελο, καθώς ο μαιτρ τούς οδήγησε στο τραπέζι και τους έδωσε το μενού, κάνοντας πια τη μια υπόκλιση μετά την άλλη. Η Μιράντα ανάσανε. «Είσαι καλά;» ρώτησε ο Ντάνιελ, γέρνοντας προς το μέρος της. «Μια χαρά. Μόνο που...» Έβρεξε αμήχανα τα χείλη της. «Ευχαριστώ», ψιθύρισε. «Μόνο που τι;» «Ξέρεις τι εννοώ. Αυτοί εδώ οι άνθρωποι... ήξερες ότι θα μου δυσκόλευαν τα πράγματα...» Η έκφρασή του έγινε σκληρή. «Τα πράγματα τα δυσκόλεψες μόνη σου», απάντησε ψυχρά και βάλθηκε να διαβάζει τον κατάλογο. Η Μιράντα τον κοίταξε και μετά άνοιξε αναστενάζοντας τον δικό της. Το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να παραγγείλει στα γρήγορα, να φάει στα γρήγορα και να φύγει. Φιλανθρωπία το είχε χαρακτηρίσει ο Θορπ. Άλλωστε κι εκείνη δεν περίμενε τίποτε περισσότερο. «Τι θα πάρεις;» Τον κοίταξε κλεφτά. Η αποδοκιμασία είχε δώσει τη θέση της σε μια ευγενική απάθεια. Δεν είχε πέσει έξω. Την περίμενε να παραγγείλει κάτι για να ξεμπερδέψει το γρηγορότερο με την αγγαρεία. Για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο, η σκέψη τής έφερε θλίψη. «Αποφάσισες τι θα φας, δεσποινίς Στιούαρτ;» επέμεινε εκεί33


νος, χαμογελώντας ευγενικά. Η Μιράντα ξανακοίταξε τον κατάλογο: τέσσερις ατέλειωτες σελίδες με γαλλικά και ολλανδέζικα ονόματα που δε θα κατάφερνε να διαβάσει ακόμα κι αν έμενε εκεί όλη της τη ζωή. «Οτιδήποτε», αποκρίθηκε ευγενικά. «Σούπα ή ζαμπόν με τηγανητές πατάτες. Ή χάμπουργκερ. Ή αβγά με μπέικον. Ό,τι παραγγείλεις εσύ». Ο Ντάνιελ έγνεψε καταφατικά και κάλεσε το σερβιτόρο. «Έναν καφέ για μένα», είπε. «Και για την κυρία... μπιζελόσουπα στην αρχή και μετά ζαμπόν με τηγανητές πατάτες». «Μάλιστα, κύριε». «Θα ήθελε κι ένα χάμπουργκερ». Ο σερβιτόρος ανασήκωσε τα φρύδια. «Μάλιστα. Φυσικά». «Θα πάρει και αβγά με μπέικον». Κοίταξε το σερβιτόρο στα μάτια και του έδωσε τον κατάλογο. «Επιδόρπιο θα διαλέξουμε αργότερα». Μόλις έμειναν μόνοι, η Μιράντα έσκυψε προς το μέρος του. «Προσπαθείς να διασκεδάσεις μαζί μου;» ρώτησε ήρεμα. «Παρήγγειλες όλα τούτα τα φαγητά...» «Θα πάρουμε σε σακουλάκια ό,τι αφήσεις», της απάντησε, ανασηκώνοντας τους ώμους. «Μπορείς να τα φας το βράδυ». «Εντάξει. Γιατί δεν μπορώ να φάω ούτε τα μισά από δαύτα», αποκρίθηκε η Μιράντα τυπικά. Μόλις όμως άρχισε να τρώει, δεν κατάφερε να σταματήσει. Έφαγε τη σούπα, το ζαμπόν, τις τηγανητές πατάτες, το χάμπουργκερ και όλο σχεδόν το μπέικον με τα αβγά. Πεινούσε σαν λύκος και δεν της έκοψαν την όρεξη ούτε καν τα πνιχτά γέλια από το διπλανό τραπέζι, αν και σταμάτησαν μετά από ένα άγριο βλέμμα του Ντάνιελ. Όταν τελείωσε, σκούπισε το στόμα της με τη λινή πετσέτα και αναστέναξε. «Ήταν θαυμάσιο», είπε διστακτικά. Μετά τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του. «Ευχαριστώ», συμπλήρωσε απλά. Ο Θορπ συνοφρυώθηκε. «Πραγματικά κόντευες να πεθάνεις από ασιτία, δεν έλεγες υπερβολές», παρατήρησε. «Όχι και ασιτία», απάντησε γελώντας αμήχανα. «Αλλά...» «Αμερικανίδα είσαι, έτσι δεν είναι;» «Κι εσύ νομίζω. Να που έχουμε κάτι κοινό». Ο Θορπ συνοφρυώθηκε περισσότερο. «Πόσο καιρό βρίσκεσαι στην Ολλανδία;» 34


«Λίγο παραπάνω από τέσσερις μήνες». Δίστασε για λίγο. Ο άνθρωπος της είχε φερθεί ευγενικά, όφειλε να του πει την αλήθεια για το άτομό της. «Ήρθα στο Άμστερνταμ επειδή είναι διεθνώς γνωστό για...» «Ξέρω», αποκρίθηκε εκείνος παγερά. «Ξέρω πολύ καλά γιατί είναι διεθνώς γνωστό, δεσποινίς Στιούαρτ. Για την ελεύθερη και ανέμελη ζωή που δεν μπορεί να βγάλει πέρα κάποια σαν εσένα». Η Μιράντα γέλασε. «Όχι. Δεν κατάλαβες, κύριε Θορπ. Αυτό προσπαθώ να σου εξηγήσω. Βρίσκομαι εδώ επειδή...» Εκείνος έσκυψε προς το μέρος της. «Πώς μπορείς να ζεις έτσι; Άλλο πράγμα η ελευθερία και άλλο η ανοησία». Το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο. «Άκουσέ με...» «Δεν μπορείς να ζεις πάντα σαν... σαν Τσιγγάνα, για όνομα του Θεού. Ούτε μπορείς να βασίζεσαι πάντα στην εμφάνισή σου». Τον ατένισε με σταθερό βλέμμα. «Δουλεύω σκληρά, όπως κι εσύ και οποιοσδήποτε άλλος». «Υποθέτω ότι μπορείς να το πεις κι έτσι», της απάντησε, υψώνοντας το σαγόνι του. «Δεν είναι εύκολο να πηγαίνεις από τον έναν άντρα στον άλλο». Tι ανυπόφορο κάθαρμα! Η Μιράντα πήρε βαθιά ανάσα, ενώ τα μάγουλά της βάφτηκαν πάλι κατακόκκινα. «Όχι, δεν είναι», παραδέχτηκε ψυχρά. Αναλογίστηκε τους δυο καθηγητές της και πόσο διαφορετικά προσέγγιζαν την τέχνη. Αναλογίστηκε τις ατέλειωτες ώρες που είχε ποζάρει μπροστά σ’ ένα γλύπτη μέχρι που ένιωσε καρφιά στις πατούσες της. «Όχι», επανέλαβε με μάτια που πετούσαν φωτιές, «δεν είναι καθόλου εύκολο. Κάθε άντρας θέλει κάτι διαφορετικό κι εσύ πρέπει να το προσφέρεις». Του χαμογέλασε γλυκά. «Είμαι όμως καλή στη δουλειά μου, έτσι λένε τουλάχιστον. Πολύ...» Τα λόγια πνίγηκαν στα χείλη της, καθώς ένιωσε την παλάμη του να σφίγγει τη δική της και νόμισε ότι της έσπασαν τα κόκαλα. «Με πονάς», ψιθύρισε. «Να σε πάρει ο διάβολος, με...» «Α, εδώ είσαι, Ντάνιελ. Αναρωτιόμουν τι σου συνέβη». Το χέρι του χαλάρωσε αμέσως. Κατάπληκτη η Μιράντα τον είδε να σπρώχνει πίσω την καρέκλα και να σηκώνεται. Δίπλα στο τραπέζι στεκόταν μια γυναίκα με λεπτά χαρακτηριστικά, άσπρα μαλλιά και γαλάζια μάτια, γεμάτα απορία. 35


Ο Ντάνιελ συνοφρυώθηκε. «Τι γυρεύεις εδώ, θεία Σόφι;» «Είχες πει ότι θα παίρναμε το τσάι στη σουίτα μας», αποκρίθηκε η γυναίκα με το βλέμμα καρφωμένο στη Μιράντα. «Πέρασε όμως η ώρα και ούτε φάνηκες ούτε τηλεφώνησες. Σκέφτηκα λοιπόν...» Χαμογέλασε γλυκά. «Δε θα με συστήσεις στη χαριτωμένη φίλη σου, Ντάνιελ;» Ακολούθησε αμήχανη σιωπή και μετά ο αναστεναγμός του. «Θεία Σόφι, να σου συστήσω τη Μιράντα Στιούαρτ. Από δω η θεία μου, Σόφι Πρέσκοτ», συμπλήρωσε γυρίζοντας προς τη Μιράντα. Η Μιράντα κοίταξε μια εκείνον και μια την ηλικιωμένη γυναίκα και χαμογέλασε διστακτικά. «Χαίρομαι». «Πού πήγαν οι τρόποι σου, Ντάνιελ; Δε θα μου προτείνεις να καθίσω μαζί σας;» «Θα το ήθελα πολύ», της αποκρίθηκε, «αλλά η Μιράντα ετοιμαζόταν να φύγει». «Ανοησίες». Η Σόφι Πρέσκοτ τράβηξε μια καρέκλα και βολεύτηκε παρά το βλοσυρό βλέμμα του ανιψιού της. «Είμαι βέβαιη ότι μπορεί να μου κρατήσει συντροφιά μέχρι να πιω το τσάι μου, έτσι δεν είναι, δεσποινίς Στιούαρτ;» «Εγώ... εγώ...» Η Μιράντα ξεροκατάπιε. «Μακάρι να μπορούσα. Αλλά...» «Ωραία. Τώρα πείτε μου, πού συναντηθήκατε εσείς οι δυο;» «Θεία Σόφι, για όνομα του Θεού...» «Με την τέχνη ασχολείστε, δεσποινίς Στιούαρτ;» Η Μιράντα ανασήκωσε έκπληκτη τα φρύδια. «Μάλιστα. Πώς το...» Η Σόφι γέλασε. «Αγαπητή μου, έζησα τα νιάτα μου στο όμορφο Παρίσι. Σύχναζα στους δρόμους της Μονμάρτηςτότε ζούσαν εκεί ο Χέμινγουεϊ και η Γερτρούδη Στάιν και, φυσικά, όλοι οι καλλιτέχνες, Πικάσο, Σαγκάλ...» Κούνησε χαμογελώντας το κεφάλι. «Με ξαναπήγες πίσω, σ’ εκείνη την εποχή», είπε με ύφος ονειροπόλο. «Το πρόσωπό σου είναι σαν να ξεπήδησε από κάποιο παριζιάνικο ατελιέ». «Ή κάποιο στούντιο του Άμστερνταμ», είπε ξερά ο Ντάνιελ. «Ακριβώς», επικρότησε η θεία του. «Γι' αυτό βρίσκεσαι στο Άμστερνταμ, αγαπητή μου; Για να ζωγραφίσεις;» Η Μιράντα κοίταξε τον Ντάνιελ απέναντι της. «Ναι», αποκρίθηκε χωρίς να πάρει το βλέμμα της από πάνω του. «Βρίσκομαι εδώ με την Υποτροφία Χάρινγκτον». 36


«Είσαι υπότροφος του Χάρινγκτον;» «Μάλιστα», αποκρίθηκε χαμογελώντας η Μιράντα. «Πώς όμως...» «Κάποτε γνώρισα κι εγώ έναν υπότροφο του Χάρινγκτον. Ήταν το 1934 ή το 1924, δε θυμάμαι καλά. Πείτε μου, δεσποινίς Στιούαρτ, εξακολουθούν οι διαχειριστές ν’ αφήνουν τους υπότροφους να πεινούν;» Η Μιράντα έβαλε τα γέλια. «Εννοείτε πως πάντα το ίδιο έκαναν;» «Πάντα. Ο τύπος που γνώρισα δεν ήταν ποτέ σίγουρος πότε θα ξαναφάει. Ευτυχώς είχε καλή υγεία». «Θεία Σόφι, δε νομίζω πως η δεσποινίς θέλει ν’ ακούσει...» «Πραγματικά ήταν τυχερός, Ντάνιελ. Είχε μεγάλη ζήτηση ως μοντέλο ανάμεσα στους καλλιτέχνες». Η Σόφι γύρισε χαμογελώντας προς τη Μιράντα. «Στοιχηματίζω πως έτσι συμπληρώνεις κι εσύ το εισόδημά σου, με το χαριτωμένο αυτό προσωπάκι. Ποζάρεις, σωστά;» «Μάλιστα», αποκρίθηκε η Μιράντα, κοιτάζοντας τον Ντάνιελ. «Ζωγραφίζω και, όταν έχω την ευκαιρία, ποζάρω κιόλας. Είναι ο μόνος τρόπος να κερδίσω κάποια χρήματα». Στη συνέχεια η Σόφι Πρέσκοτ γύρισε αλλού τη συζήτηση. Η Μιράντα ανταποκρίθηκε με κέφι, ενώ ο Ντάνιελ έμενε σιωπηλός. Τώρα οφείλεις να ζητήσεις συγνώμη, κύριε Θορπ, είπε μέσα της η Μιράντα. Γιατί δε γυρίζεις να δω το πρόσωπό σου; Πρέπει να είσαι πολύ ενοχλημένος... Η ανάσα της κόπηκε μόλις είδε το κεφάλι του να στρέφεται προς το μέρος της, θαρρείς και είχε μαντέψει τις σκέψεις της. Ωστόσο δεν είδε στα μάτια του ό,τι περίμενε δεν ήταν ενοχλημένος, απλώς έβραζε από συγκαλυμμένη οργή. «Πέρασε η ώρα», είπε κάποια στιγμή, διακόπτοντας τη συζήτηση. «Η δεσποινίς Στιούαρτ πρέπει να πηγαίνει». «Γιατί τόση τυπικότητα;» ρώτησε χαμογελώντας η Σόφι. «Δεν μπορούμε να τη φωνάζουμε Μιράντα;» Το στόμα της Μιράντας όμως είχε στεγνώσει. «Ασφαλώς. Εγώ...» «Να μείνει για το δείπνο; Έλεγα...» «Πρέπει να πηγαίνει», επέμεινε ο Ντάνιελ «Έτσι δεν είναι, Μιράντα;» Πρόφερε το όνομα κάπως αργόσυρτα. «Ναι», αποκρίθηκε εκείνη, τινάζοντας πίσω τα μαλλιά της. 37


«Πρέπει. Κυρία Πρέσκοτ, χάρηκα για τη γνωριμία. Μη σηκώνεστε, κύριε Θορπ», πρόσθεσε βιαστικά. «Θα φύγω μόνη μου». Τα χείλη του σφίχτηκαν σε μια λεπτή ίσια γραμμή. «Ούτε να το σκέφτεσαι», είπε ψυχρά. Σηκώθηκε και άγγιξε ελαφρά τον αγκώνα της θείας του. «Θα γυρίσω». «Ξαναπέρνα όποτε θέλεις», φώναξε η Σόφι. Η Μιράντα όμως έβγαινε βιαστικά από την τραπεζαρία. Της έφτανε για μια ζωή ο θυμός του Ντάνιελ. Ωστόσο, ό,τι κι αν τον είχε προκαλέσει, δεν είχε σχέση μαζί της. Την πρόλαβε στην έξοδο. Το χέρι του άδραξε τον αγκώνα της, η Μιράντα όμως ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και του ξέφυγε βιαστικά. «Άφησέ με», του πέταξε. «Βαρέθηκα να με τραβάς από δω και από κει». Ο Θορπ τη γύρισε προς το μέρος του. «Τι στο διάβολο σημαίνουν όλ’ αυτά;» «Τι εννοείς;» απόρησε η Μιράντα. «Έπαιξες με τις αναμνήσεις μιας γριάς γυναίκας. Πώς μπόρεσες να κάνεις κάτι τέτοιο;» «Δεν καταλαβαίνω». «Λέω για την παράσταση εκεί μέσα. Άκου υπότροφος του Χάρινγκτον», πρόσθεσε, υψώνοντας τον τόνο του. «Η φουκαριάρα είπε μια κουβέντα κι εσύ την άρπαξες και την έκανες ολόκληρη ιστορία». Το πρόσωπο της Μιράντας κοκκίνισε. «Σε πληροφορώ ότι είμαι πράγματι υπότροφος του Χάρινγκτον. Είμαι ζωγράφος. Προσπάθησα να σου το πω». «Ζωγράφος», ειρωνεύτηκε ψυχρά ο Θορπ. «Ηθοποιός θέλεις να πεις». «Άσε με να φύγω», είπε, παλεύοντας να του ξεφύγει. Τα χέρια του Ντάνιελ την έσφιξαν περισσότερο. «Η δική σου τέχνη εκφράζεται στο κρεβάτι, γλυκιά μου, και δεν έχω καμιά αμφιβολία για τις ικανότητές σου». «Παλιοκάθαρμα!» φώναξε αγανακτισμένη η Μιράντα. «Και να σκεφτείς ότι νόμισα πως είχες καρδιά κάτω από... από αυτό το παραγεμισμένο πουκάμισο...» «Διάβολε, φτηνά ξεπουλιέσαι», της πέταξε εκείνος. «Γιατί να κάνεις πιάτσα σε βρομερά δωμάτια σαν του Μίλερ; Η πορνεία είναι νόμιμη στο Άμστερνταμ, το ξέχασες; Γιατί δε βγάζεις κάρτα; Με το ταλέντο σου μπορείς να κερδίσεις και χίλια φιορίνια 38


τη βραδιά». Η Μιράντα τον κοίταξε κατάπληκτη τόσο από την οργισμένη επίθεση όσο και από τον πόνο που της προκάλεσαν τα λόγια του. Και αυτός ακριβώς ο πόνος ήταν που της έδωσε το κουράγιο ν’ απελευθερωθεί και να τον χαστουκίσει με όλη της τη δύναμη. Ο χρόνος στάθηκε μετέωρος κι έτσι η Μιράντα μπόρεσε ν’ αναμετρήσει την αντίδραση που είχε προκαλέσει η πράξη της. Στο πρόσωπο του Θορπ ζωγραφίστηκαν κατάπληξη και δυσπιστία, το κεφάλι του τινάχτηκε προς τα πίσω, ενώ στο μάγουλό του χαράχτηκαν τα σημάδια από τα δάχτυλά της. «Παλιοθήλυκο», της είπε τραχιά. Εκείνη γύρισε να φύγει, τρομοκρατημένη από το βλέμμα του, ο Θορπ όμως ήταν πιο γρήγορος και πιο δυνατός. Την άρπαξε με ευκολία και τη γύρισε προς το μέρος του, ενώ με το άλλο χέρι έπιανε τα μαλλιά της για να την ακινητοποιήσει. «Επικίνδυνο παιχνίδι παίζεις, Μιράντα». «Ασε με να φύγω!» Την κόλλησε βίαια στον τοίχο. «Μ' αρέσουν κι εμένα τα παιχνίδια», πρόσθεσε απειλητικά. «Πάντα παίζω για να κερδίσω». Το στόμα του χαμήλωσε στο δικό της, πνίγοντας τη διαμαρτυρία της. Η Μιράντα στριφογύρισε, εκείνος όμως έγειρε πάνω της, ακινητοποιώντας το κορμί της πάνω στον τοίχο. Τα χείλη του κινήθηκαν προς τα δικά της, ζητώντας ανταπόκριση, και αποσύρθηκαν όταν δεν τη βρήκαν. «Θα πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο, αν θέλεις να κερδίσεις το ψωμί σου». «Με αηδιάζεις», του είπε με τρεμάμενη φωνή. «Το ξέρεις; Με...» Ο Θορπ τη φίλησε ξανά και ξανά, όχι με θυμό αλλά με κάτι διαφορετικό, που η Μιράντα δεν κατάφερε να προσδιορίσει. «Αλήθεια;» ψιθύρισε πάνω στα χείλη της. «Σε αηδιάζω, Μιράντα;» Ναι, ήθελε να φωνάξει, ναι, με αηδιάζεις. Όμως τα χείλη του ξανασκέπασαν τα δικά της, περισσότερο ερευνητικά παρά απαιτητικά. Εκείνη άφησε έναν αδύναμο λυγμό αγωνίας κι ένιωσε να λιώνει στα μπράτσα του, όπως είχε συμβεί και στο στούντιο του Μίλερ. Ήταν λάθος. Κατάλαβε πως ήταν λάθος, όπως ήταν λάθος και τα κύματα, οι φωτιές και οι καταιγίδες που τη συνεπή39


ραν. Ωστόσο αυτό που της συνέβαινε ήταν αδύνατο να σταματήσει. Τα χείλη της άνοιξαν θα έπεφτε αν δεν τη συγκροτούσε ο Ντάνιελ και δεν την έσφιγγε κοντά του. Όταν τη φίλησε, εκείνη βόγκηξε. Τα χέρια της χάιδεψαν τους ώμους του και γαντζώθηκε πάνω του με την ίδια ένταση που τον είχε απωθήσει λίγες στιγμές πρωτύτερα. Διέκοψε πρώτος το φιλί. Έπιασε τα χέρια της, τα απομάκρυνε από το λαιμό του και τα έσφιξε δυνατά. Αναμετρήθηκαν με το βλέμμα- για μια στιγμή τής φάνηκε ότι είδε στα μάτια του την αντανάκλαση της δικής της ταραχής και αμηχανίας, αμέσως όμως τα χείλη του συσπάστηκαν σ’ ένα παγερό χαμόγελο. Η Μιράντα κατάλαβε πως ό,τι είχε συμβεί ανάμεσά τους δεν ήταν παρά μια αναμέτρηση, μια μάχη. Κι εκείνη ήταν η χαμένη. Πώς μπόρεσε να του ανταποκριθεί; Ήταν... ήταν... Ο Ντάνιελ γέλασε απαλά, σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις της. «Πολύ καλύτερα έτσι, γλυκιά μου. Βλέπεις πόσο εξυπηρετική γίνεσαι μόλις το αποφασίσεις;» Προσπάθησε να βρει κάτι έξυπνο, κάτι που θ’ αποκαθιστούσε τη δική της αυτοπεποίθηση και θα κατέστρεφε τη δική του, αλλά μάταια. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν τα λόγια του και αρπάχτηκε από αυτά όπως ο ναυαγός από το σωσίβιο. «Είμαι ηθοποιός, το ξέχασες, κύριε Θορπ;» Ευχαριστήθηκε που είδε το χαμόγελό του να σβήνει. «Καληνύχτα», πρόσθεσε ψυχρά. Στράφηκε και προχώρησε στο δρομάκι, εκείνος όμως βρέθηκε πίσω της. «Πού μένεις;» «Δε σε αφορά», απάντησε η Μιράντα, πασχίζοντας ν’ αποδιώξει το χέρι του. «Να σε πάρει, ποιος νομίζεις ότι είσαι...» Η φωνή της πνίγηκε μόλις τον είδε να σταματά στην πιάτσα των ταξί έξω από το ξενοδοχείο. «Πού μένεις;» την ξαναρώτησε. «Θα πάρω το τραμ», του είπε πεισμωμένη η Μιράντα, εκείνος όμως είχε κιόλας ανοίξει την πόρτα ενός ταξί και την έσπρωχνε μέσα. «Δώσε στον οδηγό τη διεύθυνσή σου, αν βέβαια έχεις διεύθυνση», της πέταξε ψυχρά. Δεν είχε άλλη λύση παρά να υπακούσει. Ο Ντάνιελ βρόντηξε την πόρτα και μετά έσκυψε στο παράθυρο. «Πάρε», είπε, πετώντας της μερικά χαρτονομίσματα. «Πρέπει να σου φτάσουν». 40


«Δεν τα θέλω», αποκρίθηκε ξερά η Μιράντα, αν και δεν ήξερε πώς θα πλήρωνε το ταξί. Το χαμόγελό του ήταν παγερό. «Μη γίνεσαι ανόητη. Πόσο συχνά κερδίζεις τόσα χωρίς να κάνεις τίποτε;» Καθώς το ταξί ξεκινούσε, τα χαρτονομίσματα σκόρπισαν στη φούστα της. Η Μιράντα τα μάζεψε μ’ ένα βογκητό απελπισίας. Ο Ντάνιελ της είχε δώσει χίλια φιορίνια, πολύ περισσότερα απ’ όσο κόστιζε η διαδρομή. Θα της έμεναν χρήματα να φάει τις επόμενες μέρες. Ήταν επίσης αρκετά, όπως της είχε πει, για τις υπηρεσίες και της πιο καλοπληρωμένης πόρνης στη συνοικία με τα κόκκινα φώτα.

41


Κεφάλαιο 4

Η Μίνα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη για να διορθώσει το κραγιόν της. Μετά ζάρωσε τα φρύδια κι έστρωσε λιγάκι τα πυρρόξανθα μαλλιά της: «Σου ’ρχομαι, κόσμε. Είσαι έτοιμη, Μιράντα;» «Μμμ...» Η Μίνα γύρισε και κοίταξε τη φίλη της που καθόταν στην άκρη του κρεβατιού κρατώντας ένα σημειωματάριο. Χτυπούσε μηχανικά το μολύβι και κοίταζε αφηρημένα την οροφή. Αναστέναξε. «Μη μου πεις ότι το σκέφτεσαι ακόμα». «Μμμ...» έκανε ξανά η Μιράντα. «Θα χάσουμε το πρόγευμα όμως». «Ένα λεπτό μονάχα». «Στ’ αλήθεια σκοπεύεις να το κάνεις λοιπόν;» Η Μιράντα γύρισε και την κοίταξε. «Να επιστρέφω τα χρήματα στον Ντάνιελ Θορπ; Φυσικά. Σου το είπα χτες το βράδυ», αποκρίθηκε μ’ ένα μορφασμό. «Μόνο που δεν ξέρω τι να γράψω στο σημείωμα». «Ποιο σημείωμα;» «Το σημείωμα που θα βάλω στο φάκελο με τα χίλια φιορίνια. Τέλος πάντων, ό,τι απόμεινε από δαύτα μετά το ταξί». «Γιατί δε γράφεις: ‘Κύριε Θορπ, σας στέλνω τα χρήματά σας και με την ευκαιρία, η συγκάτοικός μου λέει πως είμαι παλαβή που σας τα επιστρέφω. Μετά τιμής’...» «Γιατί πρέπει να γράψω και σημείωμα;» είπε αφηρημένα η Μιράντα. Κούνησε ικανοποιημένη το κεφάλι κι έβαλε παράμερα το σημειωματάριο. «Δεν έχω παρά να γράψω το όνομά του. Θα καταλάβει πως είναι από μένα». «Όχι απαραίτητα», είπε η Μίνα. «Είναι πλούσιος, είπες;» «Είπα ότι φαίνεται να ’χει λεφτά». «Είπες ακόμα πως κάνει συνέχεια φιλανθρωπίες. Ίσως να 42


μην ήσουν η μόνη που ελέησε χτες». «Δεν είμαι αντικείμενο ελεημοσύνης του Ντάνιελ Θορπ». Τα τακούνια της βρόντηξαν στο ξύλινο πάτωμα, καθώς πήγαινε προς την ντουλάπα. «Καλύτερα να πεθάνω της πείνας». II Μίνα χαμογέλασε πικρά. «Πρόσεχε τι ζητάς, φιλενάδα. Ποτέ δεν ξέρεις πότε ακούει η καλή νεράιδα». Η Μιράντα πήρε χαμογελώντας το μπουφάν της και το φόρεσε. «Δίκιο έχεις», παραδέχτηκε. «Ούτε λέξη παραπάνω. Πάμε για πρωινό. Τα ζεστά κουλουράκια μού έσπασαν τη μύτη». «Μια στιγμή», τη σταμάτησε η Μίνα. «Πες μου τα πάλι από την αρχή. Πήγες στο στούντιο του Μίλερ...» «Νόμιζα πως είχαμε αργήσει». «Ένα αστείο έκανα, εντάξει;» «Όχι», αρνήθηκε κοφτά η Μιράντα. «Πάμε, Μίνα, τα είπαμε τόσες φορές που κοντεύεις να τα μάθεις απέξω. Τι νόημα έχει να τα ξαναπούμε;» «Θέλω να δω αν βγαίνει περισσότερο νόημα με το φως της μέρας». Η Μιράντα κοίταξε με απόγνωση το ταβάνι. «Τέλος πάντων, για τελευταία φορά όμως». Στάθηκε στη μέση του δωματίου με τα χέρια στους γοφούς. «Τι θέλεις να μάθεις;» «Τα πάντα». «Πήγα στο στούντιο του Μίλερ...» «Και μετά γδύθηκες και όταν εμφανίστηκε ο τύπος, έπεσες στην αγκαλιά του». Ο λαιμός της Μιράντας σφίχτηκε. Για μια στιγμή νόμισε ότι ξαναζούσε τη σκηνή στην αγκαλιά του Ντάνιελ, τα σκοτεινά μάτια, τα μπράτσα που την αγκάλιασαν... «Ποιος το είπε αυτό;» αναφώνησε αγανακτισμένη. «Δεν έγινε έτσι. Σου είπα, δεν ήξερα αν θα έμενα ή όχι και τότε μπήκε μέσα ο Θορπ». «Και τότε λιποθύμησες». «Ακριβώς». «Και όταν συνήλθες, σου πρότεινε να σε πάει στο γιατρό». Η Μιράντα δίστασε. Η ιστορία ακουγόταν απλή από τα χείλη της Μίνας, δεν έφταιγε όμως εκείνη. Δεν της τα είχε πει όλα. Και οπωσδήποτε δεν είχε σκοπό να περιγράφει τη συμπεριφορά της όταν τη φίλησε ο Ντάνιελ. Μολονότι δεν έφταιγε, ήταν εξευτελιστική. «Λοιπόν;» ρώτησε η Μίνα. «Καλά τα λέω ως εδώ;» 43


«Μάλλον». «Μέχρι τώρα μου φαίνεται σαν να πρόκειται πραγματικά για κτήνος». Η Μιράντα την κοίταξε άγρια κι εκείνη της χαμογέλασε πονηρά. «Εννοώ ότι σ’ άρπαξε προτού σωριαστείς και μετά προσφέρθηκε να σε πάει στο γιατρό...» «Δεν είναι τόσο απλό», είπε αναστενάζοντας η Μιράντα. «Έλα τώρα! Ο άνθρωπος ήταν ο γαλάζιος ιππότης που σ’ έσωσε από την αδικία. Σε τάισε, σ’ έστειλε στο σπίτι με ταξί και σου ’δώσε αρκετά χρήματα για να διώξεις το δικαστικό κλητήρα...» «Εσύ δεν ήσουν εκεί. Ήταν... συγκαταβατικός και απότομος και... αλαζονικός». «Ίσως παρεξήγησε την παρουσία σου στο στούντιο του Μίλερ. Κοινός θνητός δεν είναι; Εννοώ, όχι καλλιτέχνης. Μάλλον δεν ξέρει ότι το ποζάρισμα δεν είναι αμαρτία». «Δε χρειάζεται να είσαι καλλιτέχνης για να το ξέρεις αυτό», αποκρίθηκε θυμωμένη η Μιράντα. «Πάντως κάτι πρέπει να ξέρει από τέχνη, αλλιώς τι γύρευε στο στούντιο του Μίλερ;» «Καλή ερώτηση. Γιατί δεν τον ρώτησες;» Η Μιράντα αναστέναξε. «Το σκέφτηκα μετά. Ήμουν τόσο μπερδεμένη...» «Νομίζω πως ακόμα είσαι. Σ’ αυτή την περίπτωση βγήκες από τα νερά σου. Σε διαβεβαιώνω, ο τύπος ίσως ξεπέρασε λιγάκι τα όρια. Είπες ότι σου τα ’ρίξε κάπως. Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που σου τα ρίχνουν, σωστά;» Ποτέ όμως δεν αντέδρασα όπως χτες, συλλογίστηκε η Μιράντα. Έριξε μια αφηρημένη ματιά στη φίλη της και μετά κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Ήταν ανυπόφορος», είπε τραχιά. «Του είπες όμως γιατί βρισκόσουν εκεί, έτσι;» «Προσπάθησα, αλλά δε μ’ άκουγε. Όχι πως έχει σημασία. Ας σκεφτεί ό,τι θέλει». «Κάτι μου λέει ότι και ο Μίλερ θα σκεφτεί κάτι για σένα». Η Μιράντα γύρισε απότομα. «Τι σημαίνει αυτό;» «Τον συνάντησα χτες και μου είπε ότι δυσαρεστήθηκε που δεν πήγες». «Για όνομα του Θεού, Μίνα, πήγα. Απλώς άλλαξα γνώμη». «Του είπα ότι κάτι τέτοιο πρέπει να συνέβη. Εκείνος όμως φαίνεται πως το πήρε προσωπικά. Μίλησε για κάτι ψηλομύτες που πρέπει να τους κοπεί ο αέρας και τα παρόμοια». 44


Η Μιράντα σήκωσε με απόγνωση τα χέρια. «Δεν το πιστεύω! Πρέπει να νιώθω και τύψεις που δεν ποζάρισα για τον Ερνστ Μίλερ;» Η Μίνα ανασήκωσε τους ώμους. «Οι τύψεις είναι παράξενο πράγμα... Εννοώ και ο Θορπ ένιωσε τύψεις για τον τρόπο του, έτσι δεν είναι; Γι' αυτό δε σου ’δώσε όλ’ αυτά τα χρήματα;» «Τύψεις; Ο Ντάνιελ Θορπ;» αναφώνησε η Μιράντα μ’ ένα μορφασμό. «Στην αρχή το σκέφτηκα κι εγώ, αμφιβάλλω όμως αν ξέρει το νόημα της λέξης. Απλώς προσπαθούσε να με βάλει στη θέση μου». «Δίνοντας χίλια φιορίνια; Αν έτσι βάζεις κάποιον στη θε...» Η Μιράντα όμως είχε πάψει να προσέχει. Αναμετρούσε τι είχε πει η Μίνα για τις τύψεις του Ντάνιελ Θορπ. Όσο το σκεφτόταν τόσο πιο παράλογο της φαινόταν. «Ε, Μιράντα!» «Ο Ντάνιελ Θορπ ποτέ δεν ένιωσε τύψεις στη ζωή του», δήλωσε η Μιράντα, κρεμώντας την τσάντα στον ώμο της. «Προσπαθούσε να με εντυπωσιάσει, αυτό είναι όλο». «Μιράντα...» «Πιστεύει ότι μπορεί ν' αγοράσει τα πάντα, μαζί και τις γυναίκες. Εμένα πάντως δε θα με αγοράσει». Ξαφνικά η κατάσταση της φάνηκε γελοία. «Όχι με μερικά ψωροφιορίνια. Θα του κοστίσει πολύ περισσό...» Η φωνή πνίγηκε στο λαιμό της. Στην πόρτα στεκόταν ο Ντάνιελ και την κοίταζε ειρωνικά. «Πολύ ενδιαφέρον, δεσποινίς Στιούαρτ. Πόσα πρέπει να δώσω για να σ’ αγοράσω;» Το πρόσοδό της βάφτηκε κόκκινο. Το βλέμμα της αναζήτησε τη Μίνα, εκείνη όμως της απάντησε με μια αμήχανη κίνηση. «Προσπάθησα να σε προειδοποιήσω», ψέλλισε. Ο Ντάνιελ χαμογέλασε πρόσχαρα. «Καλημέρα. Ελπίζω πως δεν ήρθα πολύ νωρίς». Θαρρείς και δε συμβαίνει τίποτε, απόλυτα φυσικός ο κύριος, μια αθώα κοινωνική επίσκεψη, συλλογίστηκε απορημένη η Μιράντα. Ωστόσο τίποτε δεν ήταν αθώο σ’ αυτό τον άνθρωπο και οπωσδήποτε ήξερε πως δεν ήταν καλόδεχτη η επίσκεψή του. «Τι γυρεύεις εδώ;» τον ρώτησε. Της χαμογέλασε ψυχρά. «Ήθελα να σε προλάβω. Ξέρω πόσο γεμάτες είναι οι μέρες σου». 45


Μια χλευαστική νότα σε μια απλή παρατήρηση; Η Μιράντα τίναξε απότομα το κεφάλι. «Τι θέλεις, κύριε Θορπ;» «Λίγη φιλοξενία δε βλάπτει. Δε θα με καλέσεις μέσα;» «Όχι», του απάντησε παγερά. Ο Ντάνιελ προχώρησε χαμογελαστός. Σήμερα ήταν ντυμένος λιγότερο επίσημα: ξεβαμμένο τζιν, σκούρο πουλόβερ και δερμάτινο μπουφάν. Το καλλιτεχνικό μάτι της δεν αρνιόταν πως ήταν γοητευτικός από κάθε άποψη ο γαλάζιος ιππότης της Μίνας. Όμως η ίδια ήξερε καλύτερα. Ήταν ο μαύρος ιππότης και δεν είχε έρθει για καλό. Επιστράτευσε όλο το κουράγιο της. «Κύριε Θορπ...» «Ντάνιελ. Δε χρειάζονται τυπικότητες μεταξύ μας, Μιράντα. Όχι μετά απ’ όσα μοιραστήκαμε», κατέληξε μ’ ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο. «Κύριε Θορπ...» Ο διάβολος να τον πάρει! Ένιωθε το χρώμα να βάφει πάλι τα μάγουλά της. Το βλέμμα της στράφηκε στη Μίνα που παρακολουθούσε μ’ ενδιαφέρον την εξέλιξη. «Δεν έχω καιρό για ανοησίες. Η φίλη μου κι εγώ ετοιμαζόμαστε να φύγουμε. Έτσι δεν είναι, Μίνα;» Η Μίνα ξεροκατάπιε. «Εγώ...» «Μίνα», επανέλαβε ο Ντάνιελ, κάνοντας το όνομα να ηχήσει σαν μουσική. «Όμορφο όνομα. Χαίρω πολύ», είπε, προτείνοντας το χέρι του. «Είμαι ο...» «Ξέρω ποιος είστε», τον διέκοψε ξεψυχισμένα η Μίνα, απλώνοντας το δικό της. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα όταν είδε τον Ντάνιελ να το φέρνει στα χείλη του. «Μου μίλησε για σας η Μιράντα». «Λέγε με Ντάνιελ». Η Μιράντα μάντεψε το γέλιο στη φωνή του. «Σίγουρα δεν τα ξέρεις όλα για μένα». «Μίνα...» είπε η Μιράντα, κάνοντας ένα βήμα. «Όχι, δεν τα ξέρω όλα», απάντησε η Μίνα μ’ ένα γελάκι. Δεν πιστεύω στα μάτια μου, συλλογιζόταν η Μιράντα, κοιτάζοντας πότε τον έναν και πότε τον άλλο. Ασκούσε όλη την απατηλή γοητεία του πάνω της και, παρά τα όσα ήξερε, η Μίνα τσιμπούσε το δόλωμα. Ο Ντάνιελ έκανε διάφορες ερωτήσεις: για τη διαμονή της στο Άμστερνταμ, την καταγωγή της, τις σπουδές της και η Μίνα απαντούσε με μια ναζιάρικη φωνή που η Μιράντα δεν είχε ξανακούσει. «Μίνα! Θ’ αργήσουμε αν δε βιαστούμε». «Μήπως σας καθυστερώ;» ρώτησε χαμογελαστός ο Ντάνιελ. 46


«Ακριβώς», του πέταξε η Μιράντα. «Όχι», απάντησε ταυτόχρονα η Μίνα, κοιτάζοντας εκνευρισμένη τη φίλη της. «Εννοώ... όχι από κάτι σημαντικό. Πηγαίναμε για πρωινό». «Μάλιστα». Έγνεψε καταφατικά. «Τότε θα κλέψω λίγο από το χρόνο της Μιράντας, αν βέβαια δεν έχεις αντίρρηση», είπε στη Μίνα. «Καμιά απολύτως». Η Μιράντα την κοίταζε κατάπληκτη να του χαμογελάει πηγαίνοντας προς την πόρτα. «Περίμενε, Μίνα», φώναξε. Εκείνη την κεραυνοβόλησε μ’ ένα επιτιμητικό βλέμμα τη στιγμή που πέρασε δίπλα της. «Μου είπες ψέματα», ψιθύρισε. «Μου είπες πως ήταν αγροίκος και δεν είναι. Είναι γοητευτικός, είναι συναρπαστικός, Μιράντα!» «Δεν είπα πως είναι αγροίκος, εσύ το λες», της αντιγύρισε. «Πάντως κάνεις λάθος. Δεν είναι γοητευτικός, είναι...» «Χάρηκα για τη γνωριμία, Μίνα». Η κοπέλα χαμογέλασε. «Χάρηκα κι εγώ, Ντάνιελ». Στράφηκε πάλι στη φίλη της μ’ ένα μορφασμό αποδοκιμασίας. «Ήρθε τόσο δρόμο για να σε δει, μπορούσες να είσαι πιο ευγενική». Και πριν εκείνη προλάβει να της απαντήσει, βγήκε από το δωμάτιο. Η Μιράντα μέτρησε σιωπηλά μέχρι το δέκα και μετά στράφηκε προς το μέρος του. «Έχεις κότσια, αφού ήρθες ως εδώ», είπε οργισμένη. Εκείνος στεκόταν στη μέση του δωματίου και την παρακολουθούσε. Το χαμόγελο που τόσο απλόχερα είχε προσφέρει στη Μίνα είχε χαθεί. «Θα τηλεφωνούσα, αλλά δε σε βρήκα στον κατάλογο». «Φυσικά και δε με βρήκες. Δεν έχω τηλέφωνο». «Αλήθεια; Πολύ αφύσικο για την περίπτωσή σου». Τώρα χαμογελούσε, αλλά σφιγμένα και παγερά. «Νόμιζα πως το τηλέφωνο είναι απαραίτητο στη δουλειά σου». Η Μιράντα έτριξε τα δόντια. Δε θα τσιμπούσε το δόλωμα. «Τι θέλεις εδώ, κύριε Θορπ;» Δεν πήρε απάντηση. Τον είδε να περιεργάζεται τους καμβάδες: πρώτα της Μίνας, μετά τους δικούς της. Τελικά ξεχώρισε δυο τρεις. «Αυτοί είναι δικοί σου». Δεν ήταν ερώτηση αλλά δήλωση. Πώς το είχε μαντέψει; «Ναι. Έχεις την καλοσύνη να τους αφήσεις στη θέση τους;» 47


Ο Θορπ πήρε στα χέρια του μια μικρή ελαιογραφία, μια μελέτη μερικών κτιρίων στο κανάλι του Μπλούμενχραχτ και την περιεργάστηκε. «Άκουσες τι είπα; Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να...» «Αυτό είναι πράγματι καλό», είπε αργόσυρτα εκείνος, με τα μάτια καρφωμένα στον πίνακα. Την πλημμύρισε η χαρά. Αγαπούσε ιδιαίτερα εκείνο το έργο, ήταν από τα καλύτερά της. Αλλά η χαρά έσβησε γρήγορα. Δεν ήθελε τους επαίνους του. «Μήπως πρέπει να εντυπωσιαστώ; Κριτικός τέχνης είσαι, κύριε Θορπ;» Την κοίταξε χαμογελώντας. «Το μόνο που ξέρω από τέχνη είναι τι μ’ αρέσει και τι δε μ αρέσει». Της ήταν αδύνατο να συγκρατήσει την ερώτηση. «Τότε τι γύρευες στο στούντιο του Μίλερ;» Ο Θορπ ανασήκωσε τους ώμους. «Εξυπηρετούσα έναν παλιό φίλο». Άφησε κάτω τον καμβά και πήρε έναν άλλο. «Έχεις ταλέντο», παρατήρησε. Η Μιράντα ένιωσε την ίδια χαρά. «Ζωγράφος είμαι», απάντησε κοφτά. «Προσπάθησα να σου το πω χτες». Της χαμογέλασε αυθόρμητα. «Και υποθέτω ότι πράγματι βρίσκεσαι στην Ολλανδία με υποτροφία». «Ακριβώς». «Μμμ, έκανε εκείνος και συνέχισε να κοιτάζει γύρω του στο δωμάτιο. «Αυτά εδώ είναι της Μίνας;» ρώτησε, δείχνοντας μερικούς πίνακες. «Ναι. Άκουσε, κύριε Θορπ...» «Δεν έχει το δικό σου ταλέντο». «Έχουμε διαφορετικό ύφος». «Έχει κι εκείνη υποτροφία;» «Ναι, αλλά δεν καταλαβαίνω...» «Υποθέτω ότι ποζάρει κι εκείνη σαν εσένα». Της Μιράντας της κόπηκε η ανάσα. Τα λόγια του είχαν διαφορετικό νόημα τούτη τη φορά. «Τυχερές είστε που βρήκατε τρόπο να συμπληρώνετε το εισόδημά σας», είπε κυνικά. Η Μιράντα χτύπησε το τακούνι της στο παρκέ και πήγε στην πόρτα. «Φύγε από το σπίτι μου!» «Γιατί τόση φασαρία, γλυκιά μου; Δεν είσαι περίεργη να μάθεις το λόγο της επίσκεψής μου;» 48


«Καθόλου», αποκρίθηκε μέσα από τα δόντια της. Άνοιξε με μια απότομη κίνηση την τσάντα της και ψαχούλεψε μέσα. «Ορίστε», είπε σχεδόν πετώντας του το φάκελο στα μούτρα. «Αυτό για σένα». «Για μένα;» «Τα λεφτά σου. Λείπουν μερικά, επειδή πλήρωσα το ταξί, τα υπόλοιπα όμως είναι εδώ». Τα μάτια της πετούσαν φωτιές. «Πάρ’ τα». «Δεν τα θέλω». «Ούτε κι εγώ. Και τώρα δρόμο». «Πάψε να φέρεσαι ανόητα». Ο τόνος του ήταν παγερός. «Ήρθα να σου προτείνω κάτι». «Δεν αμφιβάλλω», του απάντησε κοκκινίζοντας. «Δεν ενδιαφέρομαι. Δεν κοιμάμαι μαζί σου για όλα τα λεφτά του κόσμου». Τα μάτια του στένεψαν και το βλέμμα του έγινε απειλητικό. «Ούτε κι εγώ μαζί σου», είπε κοφτά. Κινήθηκε αργά προς το μέρος της και η Μιράντα πισωπάτησε ένα βήμα. «Αν σε ήθελα», συνέχισε μελιστάλαχτα, «θα σ’ έπαιρνα με τους δικούς μου όρους. Μην έχεις αυταπάτες». «Άκουσες...» Η φωνή της ακούστηκε πνιχτή. «Άκουσες τι είπα; Αν δε φύγεις αμέσως, θα...» «Τι θα κάνεις; Θα φωνάξεις;» Ο Ντάνιελ γέλασε. «Καθώς έμπαινα, συνάντησα την κυρία Ντε Φρι. Μου είπε ότι δεν επιτρέπεται η είσοδος στους άντρες, την έπεισα όμως ότι είμαι ξάδερφός σου από την Αμερική και ήρθα απροειδοποίητα. Αν φωνάξεις, θα πρέπει να της εξηγήσω ότι είμαι ο τύπος που γνώρισες χτες, ότι με κάλεσες στο δωμάτιό σου και μου ’δωσες κάθε λογής υποσχέσεις, μετά όμως άλλαξες γνώμη». Η Μιράντα αναζήτησε την καρέκλα πίσω της. «Δε θα σε πιστέψει», είπε τρέμοντας. Το κυνικό χαμόγελο ξαναγύρισε. «Ίσως όχι. Θέλεις να το διακινδυνεύσεις;» Η Μιράντα σωριάστηκε στο κάθισμα. «Τι θέλεις από μένα;» Ο Ντάνιελ έγνεψε ικανοποιημένος. «Τώρα πάμε καλύτερα». Ακούμπησε στην ντουλάπα και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος του. «Σου είπα, έχω μια πρόταση για σένα». «Δεν ενδιαφέρομαι». «Ούτε για δουλειά;» ρώτησε, υψώνοντας το φρύδι του. «Τι πράγμα;» 49


«Δουλειά, δεσποινίς Στιούαρτ. Ξέχασες τι σημαίνει η λέξη; Κερδοφόρα απασχόληση. Βδομαδιάτικο». «Ξέρω τι σημαίνει η λέξη». Η φωνή της ήταν κοφτή. «Εκείνο που δεν καταλαβαίνω είναι τι είδους δουλειά μπορείς...» «Χρειάζομαι συνοδό». «Πρέπει ν’ αστειεύεσαι, κύριε Θορπ. Διάβολε...» Τη διέκοψε με μια κίνηση. «Άσε με να ξαναπροσπαθήσω. Η θεία μου χρειάζεται συνοδό και πιστεύει ότι είσαι κατάλληλη». Στο μέτωπό της φάνηκε μια ρυτίδα. «Για τι πράγμα μιλάς, μα το Θεό;» «Μιλάω για εκατό δολάρια τη βδομάδα με στέγη και φαγητό. Και μάλλον πρέπει να προσθέσω ότι η στέγη θα βρίσκεται στο Παρίσι». «Αν παίζεις μαζί μου...» «Δεν παίζω καθόλου. Η ιδέα ήταν της Σόφι. Προσπάθησα να τη μεταπείσω, αλλά είναι ανένδοτη. Μήνες τώρα προσπαθώ να την πείσω να προσλάβει συνοδό. Με το που σε είδε, άρχισε τα σχέδια. Από χτες δε μιλάει παρά μόνο για σένα». Η Μιράντα μαλάκωσε λίγο. «Τη συμπάθησα κι εγώ. Πες της όμως πως δεν είμαι νοσοκόμα». «Δε χρειάζεται νοσοκόμα. Διαφορετικά θα την είχα βρει εγώ εδώ και μήνες. Η υγεία της είναι περίφημη, εκτός από τη μνήμη «Ναι. Άκουσε, κύριε Θορπ...» «Δεν έχει το δικό σου ταλέντο». «Έχουμε διαφορετικό ύφος». «Έχει κι εκείνη υποτροφία;» «Ναι, αλλά δεν καταλαβαίνω...» «Υποθέτω ότι ποζάρει κι εκείνη σαν εσένα». Της Μιράντας της κόπηκε η ανάσα. Τα λόγια του είχαν διαφορετικό νόημα τούτη τη φορά. «Τυχερές είστε που βρήκατε τρόπο να συμπληρώνετε το εισόδημά σας», είπε κυνικά. Η Μιράντα χτύπησε το τακούνι της στο παρκέ και πήγε στην πόρτα. «Φύγε από το σπίτι μου!» «Γιατί τόση φασαρία, γλυκιά μου; Δεν είσαι περίεργη να μάθεις το λόγο της επίσκεψής μου;» «Καθόλου», αποκρίθηκε μέσα από τα δόντια της. Άνοιξε με μια απότομη κίνηση την τσάντα της και ψαχούλεψε μέσα. «Ορίστε», είπε σχεδόν πετώντας του το φάκελο στα μούτρα. «Αυτό για σένα». 50


«Για μένα;» «Τα λεφτά σου. Λείπουν μερικά, επειδή πλήρωσα το ταξί, τα υπόλοιπα όμως είναι εδώ». Τα μάτια της πετούσαν φωτιές. «Πάρ’ τα». «Δεν τα θέλω». «Ούτε κι εγώ. Και τώρα δρόμο». «Πάψε να φέρεσαι ανόητα». Ο τόνος του ήταν παγερός. «Ηρθα να σου προτείνω κάτι». «Δεν αμφιβάλλω», του απάντησε κοκκινίζοντας. «Δεν ενδιαφέρομαι. Δεν κοιμάμαι μαζί σου για όλα τα λεφτά του κόσμου». Τα μάτια του στένεψαν και το βλέμμα του έγινε απειλητικό. «Ούτε κι εγώ μαζί σου», είπε κοφτά. Κινήθηκε αργά προς το μέρος της και η Μιράντα πισωπάτησε ένα βήμα. «Αν σε ήθελα», συνέχισε μελιστάλαχτα, «θα σ’ έπαιρνα με τους δικούς μου όρους. Μην έχεις αυταπάτες». «Άκουσες...» Η φωνή της ακούστηκε πνιχτή. «Άκουσες τι είπα; Αν δε φύγεις αμέσως, θα...» «Τι θα κάνεις; Θα φωνάξεις;» Ο Ντάνιελ γέλασε. «Καθώς έμπαινα, συνάντησα την κυρία Ντε Φρι. Μου είπε ότι δεν Τον κοίταξε άναυδη. «Πώς το...» «Το έλεγξα». Ο Θορπ είχε απόλυτο δίκιο. Οι λίγοι ευνοημένοι του Ιδρύματος Χάρινγκτον μπορούσαν να παρακολουθήσουν τις σπουδές τους σε διάφορες πόλεις. Όσο για την ίδια, το Παρίσι την ενδιέφερε από την αρχή, αλλά ήταν ακριβότερο από το Αμστερνταμ. Η Μιράντα αναστέναξε. Παρίσι. Λούβρο και Μπομπούρ. Η Ορανζερί και το Μουσείο Ροντέν. Τα χρήματα της υποτροφίας, συν εκατό δολάρια τη βδομάδα και στέγη. Όμως όχι έτσι. Όχι με αντάλλαγμα τη συντροφιά τούτου του άντρα. «Δε θα είναι σκληρή δουλειά», είπε ο Ντάνιελ, βλέποντάς τη να λυγίζει. «Θα έχεις τις περισσότερες ώρες ελεύθερες για μελέτη, ζωγραφική, οτιδήποτε. Και δε θα νοιάζεσαι για χρήματα». Για μια στιγμή όλα έμοιαζαν δυνατά... «Φυσικά, θα πρέπει να ξεχάσεις τη σχέση σου με τον Μίλερ». «Την ποια;» «Μην μπαίνεις στον κόπο να πεις ψέματα. Ο Μίλερ μου περιέγραψε πώς είσαι στο κρεβάτι». 51


«Ποτέ δε... Δεν είναι αλήθεια», ψιθύρισε. «Ο Μίλερ είναι... είναι ψεύτης. Θύμωσε, επειδή δεν...» Δε συνέχισε. Ο Ντάνιελ δε θα πίστευε λέξη. Άλλωστε δεν ήταν υποχρεωμένη να υπερασπιστεί τον εαυτό της ούτε να υποστεί τις προσβολές του. Τίναξε περήφανα το κεφάλι της. «Τότε δεν είμαι το είδος της γυναίκας που θα ’θελες για συνοδό της θείας σου, έτσι δεν είναι;» «Σου είπα, προσπάθησα να τη μεταπείσω». «Αλλά δεν τα κατάφερες». Η Μιράντα πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει ευγενικά. «Τότε λυπάμαι, αλλά θα την απογοητεύσω. Πες της, σε παρακαλώ, ότι με κολακεύει η γνώμη της, αλλά είναι αδύνατον...» «Διακόσια τη βδομάδα». Τον κοίταξε άναυδη. «Μα είπες...» «Διακόσια με στέγη και τροφή». Ο Θορπ την περιεργαζόταν με μισόκλειστα μάτια, ενώ ένα χαμόγελο άρχιζε να διαγράφεται στα χείλη του. Η Μιράντα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι». «Εντάξει». Η φωνή του έμοιαζε τώρα με ψίθυρο. «Πίστευα ότι θα τα βρίσκαμε εύκολα. Τέλος πάντων. Πόσο καιρό ‘ποζάρεις’, Μιράντα;» Τον κοίταξε δύσπιστα και αμέσως του γύρισε την πλάτη και προχώρησε προς την πόρτα. Εκείνος τη σταμάτησε. «Δε θα πας πουθενά», είπε απειλητικά. «Το τι κάνω δε σ’ ενδιαφέρει». «Ίσως όχι. Ενδιαφέρει όμως τις Αρχές». «Τι εννοείς;» ρώτησε ταραγμένη. Το χέρι του έσφιγγε τον καρπό της. «Δεν έχεις λεφτά», είπε απαλά, σχεδόν χαϊδευτικά. «Δε θ' αρέσει αυτό στις Αρχές. Υπάρχουν νόμοι για τους άπορους ξένους που μπαίνουν στη χώρα». Η ανάσα της έγινε πιο γρήγορη. «Μη γίνεσαι γελοίος. Δεν είμαι άπορη. Έχω τα λεφτά της υποτροφίας...» «Που, όπως παραδέχτηκες, δε φτάνουν για να σε συντηρήσουν». Η Μιράντα έτριξε τα δόντια και πάλεψε μάταια να του ξεφύγει. «Σε παρακαλώ, με αφήνεις να φύγω;» Της απάντησε τραβώντας την πιο κοντά. «Για να βγάλεις καμιά παραπανίσια δεκάρα;» «Διάβολε, άσε με να φύγω!» 52


«Απάντησέ μου!» Η ανάσα πνίγηκε στο λαιμό της. «Η δουλειά που κάνω είναι νόμιμη, ανεξάρτητα από...» «Δεν αμφιβάλλω ότι θα καταφέρεις να το αποδείξεις. Δεν έχει όμως σημασία. Δουλεύοντας παραβιάζεις τους όρους της βίζας σου, χρυσή μου. Δεν έχεις άδεια εργασίας, είσαι φοιτήτρια. Οι Ολλανδοί δε διαφέρουν από τους άλλους. Φροντίζουν οι νόμοι τους να μη στερούν τη δουλειά από τους πολίτες της χώρας τους». Αναμετρήθηκαν με το βλέμμα. Η Μιράντα προσπάθησε να γελάσει, αλλά την πρόδωσε το σφίξιμο στο λαιμό της. «Ανοησίες», του είπε. «Δεν παίρνω κανενός τη δουλειά. Δεν είναι το ίδιο σαν να δούλευα σε εργοστάσιο ή κατάστημα». «Τότε δεν έχεις πρόβλημα να δώσεις εξηγήσεις στις Αρχές, έτσι δεν είναι;» Το χαμόγελό του έκοβε σαν ξυράφι. «Είναι γελοίο». «Γελοίο; Σου πρόσφερα τίμια δουλειά κι έναν τρόπο να ξεφύγεις από την τωρινή σου κατάσταση κι εσύ την απέρριψες. Αυτό δεν είναι γελοίο;» Η Μιράντα τράβηξε βίαια το χέρι της. «Για ανόητη με πέρασες, κύριε Θορπ; Αν δεχτώ τη δουλειά που μου προσφέρεις, τους ίδιους νόμους θα παραβιάσω». Τον κοίταξε κατάματα, τρίβοντας τον πονεμένο καρπό της. «Με μόνη διαφορά ότι δε θα με καταγγείλεις, επειδή έτσι εξυπηρετείς τους σκοπούς σου». «Μάλλον δεν κατάλαβες, Μιράντα. Θα σε προσλάβω και θα σε βγάλω από τη χώρα ως συνοδό της θείας μου. Είμαστε και οι δυο Αμερικανοί, το ξέχασες; Τι τους ενδιαφέρει τους Ολλανδούς λοιπόν;» Συνέχισε να τον κοιτάζει, προσπαθώντας να ηρεμήσει. Μέσα της όμως έτρεμε. Πάσχιζε να μη δείξει πόσο την είχε ταράξει. Δεν ήταν τόσο το τι σκεφτόταν για το άτομό της ή τι απειλούσε να κάνει όσο το ότι είχε τολμήσει να την απειλήσει. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τέτοιον άνθρωπο: ανελέητος, ενδιαφερόταν μόνο για τον εαυτό του. Το είχε υποψιαστεί χτες, σήμερα όμως βεβαιώθηκε. «Λοιπόν; Τι θα πω στη Σόφι; Δέχεσαι;» Η Σόφι. Μέσα στην παραζάλη είχε ξεχάσει την αιτία όλης της ιστορίας. Ο Ντάνιελ βρισκόταν εκεί επειδή την ήθελε για συνοδό της θείας του. Η καρδιά της φτερούγισε. Γι' αυτό δεν τα είχε κάνει όλα; Εί53


χε εκτοξεύσει τις απειλές μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει την επιθυμία της θείας του. Εκείνος την παρατηρούσε με μισόκλειστα μάτια, όπως την προηγούμενη μέρα που την κράτησε στην αγκαλιά του. Η Μιράντα θυμόταν το φιλί του, θυμόταν και τι είχε πει, πως δεν την ήθελε το κορμί του όμως τον είχε διαψεύσει. Έβαλε το χέρι στο λαιμό της κι ένιωσε το γρήγορο, τρεμουλιαστό παλμό της φλέβας κάτω από τα ακροδάχτυλα. Αδύνατον. Δε θα μπορούσε να γίνει τόσο ύπουλος. Όμως, αν ήταν αλήθεια; Αν την ήθελε τόσο ώστε να μη λογαριάζει τα μέσα για να φτάσει στο σκοπό του; «Μιράντα;» Τον κοίταξε. Το κορμί του ήταν σφιγμένο ένας μυς συσπάστηκε στο σαγόνι του. Τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της, το χρώμα του καπνού έγινε ασημί και μεμιάς η Μιράντα κατάλαβε ότι ο Ντάνιελ είχε μαντέψει τις σκέψεις της. Τη διαπέρασε ένα ρίγος δεν ήταν φόβος αλλά μια σκοτεινή συγκίνηση, τόσο τρομακτική και πρωτόγνωρη ώστε στο λαιμό της ανέβηκε ένας ανεπαίσθητος λυγμός. Ο Ντάνιελ την πλησίασε. Εκείνη προσπάθησε να κοιτάξει αλλού, αλλά μάταια. Δεν μπορούσε... Η πόρτα άνοιξε διάπλατα. «Ε, παιδιά, λυπάμαι που σας διακόπτω, μα η ώρα πέρασε και...» Η φωνή της Μίνας έσβησε, καθώς κοίταζε πότε το ένα σκοτεινό πρόσωπο και πότε το άλλο. «Είστε εντάξει;» Η Μιράντα πήρε βαθιά ανάσα. «Ναι». Έκανε ένα βήμα πίσω και τύλιξε τα μπράτσα γύρω από το κορμί της. «Όλα εντάξει. Ο κύριος Θορπ ετοιμαζόταν να φύγει». Της φάνηκε πως πέρασαν χρόνια μέχρι να κινηθεί ο Ντάνιελ. «Ακριβώς», είπε χωρίς να πάρει τα μάτια του από τα δικά της. «Μα θα ξαναγυρίσω», συμπλήρωσε, χαμογελώντας αχνά. Η Μιράντα τον παρακολούθησε να βγαίνει από το δωμάτιο. Θα ξαναγυρίσει, συλλογίστηκε. Η αλήθεια τής έκοψε αλλόκοτα την ανάσα.

54


Κεφάλαιο 5

Τούτη τη φορά η Μίνα δεν έκανε ερωτήσεις. Ό,τι κι αν ήταν εκείνο που οσμίστηκε στην τεταμένη ατμόσφαιρα, την έκανε να τηρήσει σιωπή. «Υπάρχει κάτι που θέλεις να πεις...» «Όχι», είπε βιαστικά η Μιράντα, πασχίζοντας να χαμογελάσει. «Αργήσαμε», πρόσθεσε, παίρνοντας το μπλοκ και το τετράδιο. «Ο κύριος Βαν Νόρμαν θα θυμώσει». Οι ώρες κύλησαν αργά. Οι δυο κοπέλες συμφώνησαν να συναντηθούν μετά τις πέντε στο Σέντραλ Στέισον σ’ ένα φτηνό εστιατόριο. Η Μίνα είχε κερδίσει λίγα χαρτονομίσματα ποζάροντας κι επέμενε να πληρώσει το γεύμα. Όμως η Μιράντα δεν πεινούσε πολύ. Δικαιολογήθηκε στον εαυτό της ότι δεν είχε χωνέψει ακόμα το πλούσιο γεύμα της προηγουμένης, όμως ενδόμυχα ήξερε πως δεν ήταν μόνο αυτό ο Ντάνιελ Θορπ θα ξαναγύριζε. Οι λέξεις ηχούσαν σαν υπόσχεση. Τι είδους υπόσχεση όμως; Σίγουρα δε θα πήγαινε να την καταγγείλει στις Αρχές ήταν σκληρός, όχι όμως τόσο ανελέητος. Ή μήπως ήταν; Παρακολουθούσε τη Μίνα που έτρωγε και αναδευόταν ανήσυχα στο κάθισμα απέναντι της. Ίσως έπρεπε να την ενημερώσει. Παρά την καλοσυνάτη ανεμελιά της, η φίλη της ήταν πρακτική και λογική. Ίσως τη βοηθούσε να βρει κάποια λύση. Ωστόσο κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της απόψε. Η Μιράντα το είχε καταλάβει από τη στιγμή που κατέφθασε λαχανιασμένη, ζητώντας συγνώμη που είχε αργήσει. Αλλά και στη διάρκεια του φαγητού φερόταν αλλόκοτα: την κοίταζε συνέχεια με παράξενο βλέμμα, σαν να... «Δε θα το φας αυτό;» Η Μιράντα ανοιγόκλεισε τα μάτια. Η Μίνα είχε αδειάσει το πιάτο της και τώρα έγλειφε τα δάχτυλά της. Ταυτόχρονα όμως κοίταζε με ενδιαφέρον το ανέγγιχτο φαγητό της φίλης της. 55


Η Μιράντα κούνησε αρνητικά το κεφάλι και έσπρωξε το πιάτο προς το μέρος της. «Δε... χώνεψα ακόμα από χτες. Μου φαίνεται πως θα κάνω μια βδομάδα να ξαναπεινάσω» Η Μίνα έκοψε ένα κομμάτι λουκάνικο και το κατάπιε με βουλιμία. «Φαντάσου, κάποτε θα γίνουμε πλούσιες και τότε δε θα ξαναβάλουμε λουκάνικο στο στόμα μας». Η Μιράντα γέλασε. «Συνέχισε να ονειρεύεσαι». «Δε θα γίνουμε φυσικά τόσο πλούσιες όσο ο γαλάζιος ιππότης σου», την πείραξε. Η Μιράντα την κοίταξε βλοσυρή. «Μόλις σκεφτόμουν πόσο καλή φιλενάδα είσαι, που δεν τον ανέφερες μέχρι τώρα». «Σήμερα το πρωί έκανα όρκο να μην αναφέρω τον κύριο Θορπ σου, αλλά...» «Δεν είναι κύριος Θορπ ‘μου’ και βγάζεις αυθαίρετα συμπεράσματα για τον τραπεζικό του λογαριασμό. Δε σημαίνει πως είναι πλούσιος επειδή μένει σε πολυτελές ξενοδοχείο. Τα ξενοδοχεία κάνουν ειδικές τιμές στους επιχειρηματίες και κάθε είδους...» «Το ξέρω», είπε διστακτικά η Μίνα. «Αλλά...» «Και το μόνο που τον κάνει ‘σπουδαίο’ είναι... το αβίαστο, το φανταχτερό...» «Εντάξει, εντάξει, ξέχνα το. Ας τελειώσουμε ήρεμα το φαγητό μας». «Με συγχωρείς που τα ’βαλα μαζί σου», είπε απολογητικά η Μιράντα. «Τα νεύρα μου είναι πολύ τεντωμένα». Η Μίνα χαμογέλασε με κατανόηση. «Σε απασχολεί το οικονομικό». Η Μιράντα πήρε βαθιά ανάσα. «Ακριβώς. Τελικά το πήρα απόφαση. Θα πάω στον Ερνστ Μίλερ και θα ζητήσω συγνώμη που δεν πήγα στο ραντεβού». «Εννοείς ότι...» «Η συμπεριφορά μου είναι γελοία. Στο κάτω κάτω το 'κάνες κι εσύ και δεν έπαθες τίποτε». Η Μίνα αναστέναξε κι έγειρε πίσω στο δερμάτινο κάθισμα. «Αν είσαι σίγουρη ότι το θέλεις...» «Δεν το θέλω, αλλά δεν έχω άλλη επιλογή». «Όμως...» Η Μίνα την κοίταξε για λίγο διστακτικά και μετά κατέβασε το βλέμμα στον καφέ της. «Τέλος πάντων». «Τι ήθελες να πεις;» επέμεινε η Μιράντα. 56


«Δε θα σ’ αρέσει». «Θα μ’ αρέσει, αν είναι καλύτερο από το να ποζάρω γι' αυτόν το γλοιώδη τύπο». «Νομίζω πως είναι». «Μήπως υπονοείς να τηλεφωνήσω στους γονείς μου για λεφτά; Τα ’χουμε ξαναπεί αυτά. Θα προσπαθούσαν να με βοηθήσουν αν το ζητούσα, αλλά...» «Ξέρω, ξέρω. Θέλεις να τα καταφέρεις μόνη σου». «Ακριβώς. Άλλωστε θ’ ανησυχούσαν αν μάθαιναν πώς ζω. Πάντως, ευχαριστώ...» «Εγώ σκεφτόμουν», άρχισε βιαστικά η Μίνα, «ότι δε θα ’ταν και τόσο τρομερό να τηλεφωνήσεις στον Θορπ και να του πεις ότι άλλαξες γνώμη και δέχεσαι τα χίλια φιορίνια». Η Μιράντα σφίχτηκε. «Είσαι τρελή;» «Βλέπεις; Σου είπα ότι...» «Πριν από πέντε λεπτά ζητούσες συγνώμη που τον ανέφερες και τώρα λες τόσο γελοία πράγματα που...» «Κοίτα, δεν ξέρω τι συνέβη μεταξύ σας το πρωί». «Όχι, δεν ξέρεις», αποκρίθηκε η Μιράντα, σφίγγοντας αποδοκιμαστικά τα χείλη. «Πάντως, ό,τι κι αν ήταν...» «Εντάξει, Μίνα», ξεσπάθωσε η Μιράντα, βροντώντας το φλιτζάνι στο πιάτο. «Θα σου πω τι ήθελε ο θαυμάσιος κύριος Θορπ. Μου πρόσφερε δουλειά και, όταν την αρνήθηκα, προσπάθησε να με εκβιάσει». Τα μάτια της άστραφταν από αγανάκτηση. «Λοιπόν; Εξακολουθεί να σου φαίνεται γαλάζιος ιππότης;» Τα μάτια της Μίνας άνοιξαν διάπλατα. «Τι είδους δουλειά σού πρόσφερε;» «Τι σημασία έχει, για όνομα του Θεού! Δεν άκουσες τι είπα: Δε δέχτηκε την άρνησή μου. Προφανώς ο τύπος είναι ασυνήθιστος στις αρνήσεις». «Σίγουρα. Τι εννοείς ‘προσπάθησε να σε εκβιάσει’;» Η Μιράντα κούνησε με απόγνωση το χέρι. «Απείλησε να με καταγγείλει στις Αρχές ότι παραβιάζω τη βίζα μου δουλεύοντας». «Δουλεύοντας;» «Ναι. Ποζάροντας. Είπε ότι θα το θεωρούσαν παραβίαση της φοιτητικής μου ιδιότητας. Αλλά μπλοφάρει», κατέληξε, προσπαθώντας να διώξει από το μυαλό της το αποφασιστικό ύφος του. «Εννοώ, για το τι μπορεί να κάνει για να...» 57


«Ίσως ό,τι θέλει». «Διάβολε, Μίνα, δεν είναι παρά ένας άντρας σαν τους άλλους. Επειδή του αποδίδεις υπεράνθρωπες ικανότητες δε σημαίνει ότι...» «Μιράντα», τη διέκοψε η Μίνα, βρέχοντας αμήχανα τα χείλη της. «Αυτό που είπα πριν, δηλαδή να δεχτείς τα λεφτά του Θορπ, το είπα επειδή ανακάλυψα πως είναι πάμπλουτος… Δισεκατομμυριούχος». Η Μιράντα γέλασε. «Τι είναι;» Η Μίνα έριξε ένα βλέμμα γύρω της κι έσκυψε μπροστά. «Ρώτησα στου Ντε Βίσπερ, όταν σταμάτησα για καφέ το απόγευμα. Ήταν εκεί κάτι τελειόφοιτοι του οικονομικού τμήματος που τον γνώριζαν. Τον φωνάζουν 'ο κύριος Μίδας’, επειδή ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσάφι». Η Μιράντα εξακολουθούσε να την κοιτάζει άναυδη. «Σωρός τα λεφτά», συνέχισε απτόητη η Μίνα. «Κανείς δεν ξέρει πόσα έχει ούτε πού τα βρήκε. Εμφανίστηκε ξαφνικά στη Νέα Υόρκη πριν από μερικά χρόνια με τα εκατοδόλαρα να τρέχουν από την τσέπη του. Ασχολείται με επενδυτικά κεφάλαια ή κάτι τέτοιο». Η Μιράντα κούνησε θλιμμένα το κεφάλι. «Γι’ αυτό νομίζει πως μπορεί ν’ αγοράσει τους ανθρώπους. Τουλάχιστον υπάρχει κάποιος που δεν αγοράζεται...» Το χαμόγελο της Μίνας έσβησε. «Δεν καταλαβαίνεις; Απείλησε να σε καταγγείλει στις Αρχές. Ίσως και να μπορεί. Κάποιος άλλος ίσως έμπλεκε με τη γραφειοκρατία, ο Θορπ όμως... Δεν ξέρω, Μιράντα. Δε μ’ αρέσουν καθόλου όλ’ αυτά». Η Μιράντα δεν άκουγε πια. Θαρρείς και η φωνή της Μίνας ερχόταν από κάπου μακριά. Εκείνη δε σκεφτόταν παρά τα τελευταία λόγια του Ντάνιελ. «Θα ξανάρθω», είχε πει. Όχι. Ήταν θυμωμένος όταν την απείλησε. Δεν μπορεί να την ήθελε τόσο πολύ ως συνοδό για τη θεία του ώστε να... Τη διαπέρασε ένα ρίγος. Θυμήθηκε πώς την είχε σφίξει στην αγκαλιά του, πώς την είχε φιλήσει, την αίσθηση των χειλιών και του κορμιού του. Θυμήθηκε επίσης και τη δική της ανταπόκριση, την άγρια φλόγα που την είχε τυλίξει, τη στιγμή που αναρωτήθηκε αν ο Ντάνιελ πράγματι την ήθελε για τη θεία του ή για τον εαυτό του... «Μιράντα;» Αναπήδησε. Η Μίνα την παρακολουθούσε χαμογελώντας 58


νευρικά. Έβρεξε τα στεγνά χείλη της. «Πάψε να γίνεσαι μελοδραματική», είπε, πασχίζοντας να διατηρήσει σταθερή τη φωνή της. «Τίποτε δε θα συμβεί. Δε θα τολμούσε...» «Κάντε λιγάκι πιο πέρα!» Ο Μπίλι Κέμπερ, ο τρίτος της παρέας του Χάρινγκτον, σωριάστηκε αποκαμωμένος δίπλα τους. Αναστέναξε με απόγνωση και στήριξε τους αγκώνες του στο τραπέζι. «Ατέλειωτη τούτη η μέρα», είπε με βαθιά, δραματική φωνή. Χωρίς να το θέλει, η Μιράντα χαμογέλασε. Ο Μπίλι ήταν γνωστός για τον κυκλοθυμικό του χαρακτήρα. Συνήθως την καταπίεζε το μισοκακόμοιρο ύφος του, εκείνο το βράδυ όμως ήταν καλόδεχτο. Όποια κι αν ήταν η ιστορία του -πάντα είχε κάτι να διηγηθεί- τουλάχιστον θα έσπαζε λιγάκι τη μελαγχολία που επικρατούσε στο τραπέζι τους. Ζάρωσε στη γωνιά του καθίσματος και τον κοίταξε. «Εντάξει, ποια είναι η τραγωδία τούτη τη φορά;» Ο Μπίλι αναστέναξε, ενώ οι δυο κοπέλες αντάλλασσαν ένα πονηρό βλέμμα. Αίγες στιγμές αργότερα καμιά δε χαμογελούσε. Είχαν ανακαθίσει και παρακολουθούσαν σοβαρές, καθώς ο Μπίλι περιέγραφε την επίσκεψη του Έμιλ Ντόρφμαν, του Ολλανδού συνδέσμου του Ιδρύματος Χάρινγκτον. «Ήταν ευγενικός», είπε σκυθρωπός ο Μπίλι, «όπως πάντα. Μου έκανε όμως όλες εκείνες τις παράξενες ερωτήσεις, ξέρετε. ‘Δουλεύεις, Μπίλι;’ ρωτούσε συνέχεια κι εγώ απαντούσα αρνητικά. Φυσικά κατάλαβε πως έλεγα ψέματα. Ξέρει ότι είμαι υδραυλικός, έκανα μερικές δουλίτσες... έτσι για να τσοντάρω... Κάποτε μάλιστα του επιδιόρθωσα ένα καζανάκι. Δεν ξέρω», συνέχισε πιάνοντας με τις παλάμες το κεφάλι του, «φαινόταν ενοχλημένος που με στρίμωχνε. Έλεγε όμως συνέχεια ότι βρίσκομαι εδώ με την ανοχή της κυβέρνησής του και δεν πρέπει να παραβιάζω τη βίζα μου». Στράφηκε στη Μιράντα. «Σου μίλησε κι εσένα;» Εκείνη ξεροκατάπιε. «'Οχι ακόμα». «Θα σου μιλήσει», είπε ο Μπίλι. «Έλεγε ότι του ζήτησαν οι Αρχές να μας μιλήσει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, λέει, ότι αντιπροσωπεύουμε το ίδρυμα. Αν αρχίσουν να μας κυνηγάνε, τότε αλίμονο μας». Μεσολάβησαν μερικές στιγμές σιωπής. Η Μιράντα κοίταξε τη Μίνα. «Δεν πιστεύω... Δεν πιστεύω να νομίζεις...» 59


Ποιον κορόιδευε; Δεν ήταν αφελής να πιστεύει στις συμπτώσεις και ήξερε καλά τη μέχρι τότε τακτική του ιδρύματος. Κανείς δε θυμόταν ποτέ να έχουν ξαναγίνει παρόμοιες συστάσεις για τις παράλληλες δραστηριότητες των υποτρόφων. «Ο Θορπ». Το όνομα ακούστηκε σαν σφύριγμα, καθώς τη διαπερνούσε πάλι το ρίγος. Το κάθαρμα! Το ύπουλο κάθαρμα! Η Μίνα άπλωσε το χέρι να τη σταματήσει. «Περίμενε! Ίσως βγάζεις βιαστικά συμπεράσματα!» «Κάνε πέρα», είπε η Μιράντα στον Μπίλι. Εκείνος την κοίταξε με απλανές βλέμμα. «Δεν άκουσες; Κάνε πέρα!» επανέλαβε, σπρώχνοντάς τον. «Ε, τι έκανα; Πού πας;» Χωρίς ν’ απαντήσει, η Μιράντα άρπαξε το μπουφάν της από την κρεμάστρα και το φόρεσε βιαστικά. Τώρα την ακολουθούσε και η Μίνα με πρόσωπο σφιγμένο. «Ηρέμησε», την ικέτεψε. «Μιράντα, άκουσε, μην το κάνεις αυτό. Όχι όσο είσαι θυμωμένη. Περίμενε να ηρεμήσεις λίγο». Η Μιράντα γύρισε απότομα. «Πώς τόλμησε να κάνει κάτι τέτοιο; Πώς τόλμησε;» Η φωνή της έτρεμε από οργή. «Ποιος νομίζει πως είναι;» «Ξέρεις ποιος είναι», ψέλλισε η Μίνα. «Σε παρακαλώ, μην πας! Δεν είσαι τίποτε μπροστά του!» «Αυτό θα το δούμε», αποκρίθηκε η Μιράντα και βγήκε ορμητικά στο δρόμο. Μόλις βρέθηκε έξω, κοντοστάθηκε. Είχε σκοτεινιάσει κι από τη θάλασσα φυσούσε παγωμένος αέρας. Η Μιράντα ανατρίχιασε και ανασήκωσε το γιακά του μπουφάν της. Τα ρούχα της ήταν καλά για τη δροσιά της ανοιξιάτικης μέρας, όχι όμως για την ψύχρα της νύχτας. Ωστόσο δε θα έχανε χρόνο πηγαίνοντας στο σπίτι για ν’ αλλάξει. Αρχισε να βαδίζει γρήγορα. Πόσο μακριά ήταν το ξενοδοχείο του; Είκοσι τετράγωνα; Σαράντα; Τάχυνε το βήμα της. Θα χρειαζόταν μισή ώρα, ίσως και περισσότερο. Κοίταξε το ρολόι της μορφάζοντας. Μέχρι τότε εκείνη θα είχε γίνει παγοκολόνα και ο Θορπ θα είχε ξεκινήσει για τη βραδινή του έξοδο. Ένας άντρας του είδους του δε θα έμενε στο ξενοδοχείο σε μια πόλη σαν αυτή. Σταμάτησε και ψαχούλεψε την τσάντα της. Το πρωί ο Θορπ δεν είχε πάρει το φάκελο με τα χρήματα. Εκείνη τον είχε μαζέψει από το πάτωμα και τον είχε ρίξει στην τσάντα της με σκοπό να 60


τον ταχυδρομήσει. Δεν είχε όμως γραμματόσημο ούτε λεφτά να το αγοράσει κι έτσι βρισκόταν ακόμα στα χέρια της. Τράβηξε λοιπόν από μέσα ένα χαρτονόμισμα και πήγε βιαστικά στην κοντινότερη στάση του τραμ. *** Ο πρώτος δισταγμός ήρθε μόλις έφτασε στο ξενοδοχείο. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και δεν έβλεπε το πρόσωπο του θυρωρού. Ήταν της φαντασίας της ή πράγματι ο άνθρωπος δίστασε προτού της ανοίξει; Όμως δεν ήταν καθόλου της φαντασίας της η αντίδραση του υπαλλήλου στη ρεσεψιόν. Δεν έκρυψε καθόλου την περιφρόνησή του για το τζιν, τις μπότες, τα μπερδεμένα μαλλιά και το μπουφάν της. «Τι θέλεις;» τη ρώτησε ανυπόμονα. Η Μιράντα ύψωσε το πιγούνι της. «Ποιο είναι το δωμάτιο του Ντάνιελ Θορπ;» Ο υπάλληλος την κοίταξε σαν να ήθελε να βάλει τα γέλια. «Δε δίνουμε τέτοιες πληροφορίες», είπε. «Αν θέλεις ν’ αφήσεις σημείωμα...» «Όχι σημειώματα. Θέλω να τον δω». «Πήγαινε σ’ ένα από τα τηλέφωνα», επέμεινε ο υπάλληλος με μια αποτρεπτική κίνηση. «Θα σε συνδέσει η τηλεφωνήτρια». Η Μιράντα δεν κουνήθηκε. «Δε θέλω να του μιλήσω στο...» Ακαριαία τα μάτια της έπεσαν στα κουτάκια πίσω από τον υπάλληλο. «Εντάξει, θ’ αφήσω σημείωμα. Μου δίνετε χαρτί και μολύβι, παρακαλώ;» Ο υπάλληλος της έδωσε και την παρακολούθησε όσο έγραφε. Όταν τέλειωσε, η Μιράντα τον κοίταξε και του χάρισε ένα αθώο χαμόγελο. «Μπορώ να έχω κι ένα φάκελο;» Ο υπάλληλος συμμορφώθηκε. «Ευχαριστώ», είπε ευγενέστατα η Μιράντα, τοποθετώντας μέσα το σημείωμα. Ο υπάλληλος πήρε το σφραγισμένο φάκελο και τον τοποθέτησε στο κουτάκι με τον αριθμό 703. Εκείνη στράφηκε αμέσως και προχώρησε προς το εστιατόριο. Θυμόταν πού ήταν η σκάλα. Από εκείνο το σημείο δε θα την έβλεπε ο υπάλληλος. Δεν είχε παρά να προσποιηθεί ότι πήγαινε να δειπνήσει. Μερικά λεπτά αργότερα στεκόταν έξω από το δωμάτιο του Ντάνιελ. Σήκωσε το χέρι της να χτυπήσει, ενώ η καρδιά 61


της βροντούσε σαν τρελή. Ίσως είχε δίκιο η Μίνα κι έπρεπε να περιμένει. Τι θα του έλεγε; Τι μπορούσε να του πει; Μέχρι τώρα είχε γελοιοποιήσει όλες τις προσπάθειές της να τον εμποδίσει, είχε τον τρόπο του μαζί της. Και αν είχε μεσολαβήσει πράγματι στον Ντόρφμαν, τότε είχε ακόμα μεγαλύτερη δύναμη απ’ όση υπολόγιζαν. Έχασε τη φωνή της μόλις είδε την πόρτα ν’ ανοίγει. Το δωμάτιο φωτιζόταν αχνά από μια λάμπα κι έτσι δεν έβλεπε παρά τη σκιά του. «Λοιπόν;» Ο τόνος του ήταν ανέμελος, αόριστα ειρωνικός, σαν να την περίμενε. «Θα μείνεις εκεί όλη νύχτα ή θα έρθεις μέσα;» Ηθελε να γυρίσει και να φύγει, αλλά ήταν πολύ αργά. Εκεί που είχε φτάσει, δε γινόταν να κάνει πια πίσω. Πήρε βαθιά ανάσα και προχώρησε στο μισοσκότεινο δωμάτιο. Η πόρτα έκλεισε πίσω της στη στιγμή. Η Μιράντα κοίταζε ίσια μπροστά, πασχίζοντας να ελέγξει τους τρελούς χτύπους της καρδιάς της. Αργά, ελπίζοντας ότι αυτό θα τη βοηθούσε να ξαναβρεί την ψυχραιμία της, έριξε μια ματιά τριγύρω. Το μικρό σαλόνι ήταν κομψά επιπλωμένο. Στα τραπεζάκια υπήρχαν βάζα με λουλούδια, ενώ ένα μεγάλο παράθυρο πρόσφερε ανεμπόδιστη θέα προς τον ποταμό Αμστελ. Δίπλα στο παράθυρο είδε ένα τραπέζι, στρωμένο με πορσελάνες και ασημένια μαχαιροπίρουνα για ένα άτομο κι ένα ποτήρι μισογεμάτο με κόκκινο κρασί. «Να ελπίσω ότι οι ανέσεις μου ταιριάζουν στα γούστα σου;» Η Μιράντα έκλεισε τα μάτια στο άκουσμα της μεταξένιας, περιφρονητικής φωνής και τα ξανάνοιξε για ν’ αντιμετωπίσει τον αντίπαλο. «Πώς ήξερες ότι...» Τα μάγουλά της βάφτηκαν κόκκινα. Τώρα τον διέκρινε πιο καθαρά και ό,τι έβλεπε την έκανε να μετανιώνει για το θράσος της. Ο Ντάνιελ έγερνε νωχελικά στον τοίχο και την περιεργαζόταν, με τα μπράτσα σταυρωμένα στο στήθος, όπως στο δωμάτιό της το πρωί. Ωστόσο υπήρχε διαφορά. Το πρωί ήταν ντυμένος, ενώ τώρα όχι. Δηλαδή, όχι ακριβώς. Ντυμένος ήταν, αλλά δε φορούσε πολλά. Μόνο ένα κοντό μπουρνούζι, δεμένο χαλαρά στη μέση. Τα μάτια της έπεσαν στο σκούρο, σγουρό τρίχωμα στο στή62


θος, προχώρησαν στα ηλιοκαμένα πόδια και ξαναγύρισαν βιαστικά στο πρόσωπό του. Ο Ντάνιελ γέλασε απαλά. «Έλα τώρα, δεσποινίς Στιούαρτ, σίγουρα έχεις ξαναδεί αντρικό σώμα!» Τα μάγουλά της κοκκίνισαν περισσότερο, προσπάθησε όμως να τον κοιτάξει κατάματα. «Εκείνο το σκουλήκι ο υπάλληλος τηλεφώνησε, έτσι;» Ο Ντάνιελ χαμογέλασε. «Τον εντυπωσίασες τον άνθρωπο. Νόμισες ότι κατάφερες να χωθείς αθέατη στο ασανσέρ». Άφησε τον τοίχο και προχώρησε προς το στρωμένο τραπέζι. «Έφαγες για βράδυ; Μπορώ να τηλεφωνήσω...» «Μην παίζεις μαζί μου!» Το παιχνίδι του ποντικού και της γάτας έκανε την καρδιά της να χτυπάει πιο γρήγορα. Η στιγμιαία νευρικότητα είχε υποχωρήσει, παραχωρώντας πάλι τη θέση της στην οργή που την είχε κάνει να διασχίσει τη μισή πόλη. Έκανε ένα βήμα μπροστά και τίναξε πίσω τα μαλλιά της. «Τι έκανες στον Μπίλι;» Ανασήκωσε το φρύδι του. «Στον Μπίλι;» «Έλα τώρα, μην κάνεις τον ανήξερο. Στον Μπίλι Κέμπερ. Υπότροφος είναι κι αυτός. Έβαλες τον Ντόρφμαν να του κάνει σήμερα επίσκεψη όχι και τόσο φιλική». «Ντόρφμαν; Γιατί πρέπει να γνωρίζω κάποιον Ντόρφμαν;» «Πώς μπόρεσες να κάνεις κάτι τέτοιο;» Τρομοκρατημένη η Μιράντα άκουσε το τρέμουλο στη φωνή της και προσπάθησε να το ελέγξει ξεροβήχοντας. «Είναι καλό παιδί και δεν παίρνει κανενός τη δουλειά...» «Μήπως προτιμάς λίγο κρασί;» Ο Ντάνιελ σήκωσε το ποτήρι και το έτεινε προς το μέρος της. «Είναι καμπερνέ σοβινιόν. Όχι τόσο καλό όσο θα ’θελα, αλλά...» Η Μιράντα δε σκέφτηκε, απλώς πέρασε στη δράση. Προχώρησε αστραπιαία μπροστά και τίναξε το ποτήρι από το χέρι του. Το σκουροκόκκινο υγρό λέκιασε το κατάλευκο μπουρνούζι κι έτρεξε στο χαλί. «Δεν ήθελα... Δεν...» Εκείνος κινήθηκε σαν αίλουρος. Τη μια στιγμή στεκόταν δίπλα στο τραπέζι και την άλλη βρέθηκε δίπλα της, με το χέρι του να σφίγγει τον καρπό και να στρίβει το μπράτσο πίσω στην πλάτη της. «Μη με σπρώχνεις», του ψιθύρισε. Η έκφραση που είδε στο πρόσωπό του της έκοψε την ανάσα. Ο Ντάνιελ ούτε διασκέδα63


ζε πια ούτε χαμογελούσε. Τα μάτια του ήταν παγερά, το στόμα του μια λεπτή ίσια γραμμή. «Έχω ακόμα τα σημάδια από το χέρι σου, Μιράντα. Δε σκοπεύω ν’ ανεχτώ τίποτε περισσότερο». Το βλέμμα της πήγε στο μάγουλό του. Μάλιστα, εκεί ήταν. Ένα αχνό σημάδι ψηλά στο μάγουλο, στο σημείο που είχε προσγειωθεί το χέρι της το προηγούμενο βράδυ. Πώς δεν το είχε παρατηρήσει το πρωί; Το στομάχι της δέθηκε κόμπος, όταν όμως μίλησε, η φωνή της ακούστηκε σταθερή. «Εσύ είσαι που μιλάς για ανοχή, μετά απ’ αυτό που μου 'κάνες;» ξέσπασε με τα μάτια γεμάτα δάκρυα οργής. «Πως μπόρεσες; Ο Μπίλι δεν έχει καμιά σχέση». Το βλέμμα του φυλάκισε το δικό της. «Όχι», της είπε τελικά. «Δεν έχει». Τα χείλη του μισάνοιξαν σ’ ένα αχνό, παγερό χαμόγελο. «Το πρόβλημα είναι ανάμεσά μας, το ξέρουμε και οι δυο. Ο φιλαράκος σου ο Μπίλι είναι ένας όχι και τόσο αθώος παρατηρητής στο δικό μας μικρό πόλεμο». Η Μιράντα δεν περίμενε τόση ειλικρίνεια. «Τι... τι εννοείς;» «Μη χάνεις το κουράγιο σου, γλυκιά μου». Την πλησίασε περισσότερο, σφίγγοντας πάντα τον καρπό της. «Γιατί ήρθες εδώ απόψε;» «Ξέρεις... ξέρεις γιατί. Για να σου πω ν' αφήσεις ήσυχους τους φίλους μου». Ο Ντάνιελ γέλασε. «Δεν ήρθες γι’ αυτό». «Γι' αυτό ήρθα. Θέλω ν’ αφήσεις τον Μπίλι ήσυ...» «Δεν ενδιαφέρομαι να δυσκολέψω τη ζωή των φίλων σου». «Μόνο τη δική μου», είπε η Μιράντα με πίκρα. «Ξέρεις τι θέλω από σένα, Μιράντα». Κράτησε την ανάσα της. Να ’μαστέ λοιπόν. Ο κύριος το είχε παραδεχτεί κι εκείνη δεν είχε λόγο να υποκρίνεται πως δεν καταλάβαινε. Το μήνυμα υπήρχε στο βλέμμα του, στην αίσθηση του χεριού του πάνω στο δικό της. Ο αέρας γύρω τους ήταν αφόρητα ηλεκτρισμένος. «Είσαι... είσαι τρελός», του ψιθύρισε. «Είμαι;» της αντιγύρισε γελώντας. Ήξερε τι θα έκανε, πριν ακόμα το επιχειρήσει. Η Μιράντα βόγκηξε απαλά, στρέφοντας αλλού το κεφάλι, αλλά ο Ντάνιελ την άδραξε, έχωσε τα δάχτυλα στα μαλλιά της κι έγειρε προς το μέρος της. Το φιλί του ήταν άγριο και φλογερό, δεν έδινε ούτε ζητούσε 64


έλεος. Τα χείλη του ανάγκασαν τα δικά της ν’ ανοίξουν, η γλώσσα του χάιδεψε την τρυφερή σάρκα στο στόμα της, ενώ εκείνη, αφήνοντας ένα αχνό βογκητό εγκατάλειψης, έπαιρνε φωτιά. Ο Ντάνιελ την έσφιξε πάνω του, γεύτηκε τα χείλη της και διέτρεξε το κορμί της ανάλαφρα με την παλάμη του. Της φάνηκε ότι πέρασαν αιώνες μέχρι να τελειώσει. Όταν την άφησε, τα μάτια της ήταν πλημμυρισμένα με δάκρυα. Έφερε το χέρι στο στόμα της και ψηλάφισε τα ερεθισμένα χείλη ανασαίνοντας βαριά. «Εντάξει, κέρδισες», ψιθύρισε. Θρίαμβος έλαμψε στα μάτια του. «Το ήξερες ότι θα κέρδιζα». «Θα τηλεφωνήσεις στον κύριο Ντόρφμαν;» ρώτησε τρέμοντας. «Ναι», αποκρίθηκε εκείνος χωρίς ν’ αφήσει τα μάτια της. «Και δε θα ενοχλήσουν ξανά τη Μίνα και τον Μπίλι ή κανέναν άλλο;» «Ναι». Η Μιράντα άρχισε να τρέμει. «Σε μισώ γι' αυτό που μου κάνεις», είπε πισωπατώντας ένα βήμα, μόλις τον είδε έτοιμο να την αγγίξει πάλι. «Όχι. Αυτό δε θα ξανασυμβεί. Θα ’ρθω μαζί σου στο Παρίσι, θα γίνω συνοδός της θείας σου, αυτό όμως... αυτό εδώ ανάμεσά μας θα σταματήσει. Άκουσες; Αν νομίζεις ότι θα...» Της ξέφυγε ένας λυγμός. Ο Ντάνιελ χαμογελούσε, να τον πάρει! Χαμογελούσε! Και, το χειρότερο, παραμέριζε και μια υγρή μπούκλα από το μάγουλό της! «Πες το, αν έτσι νιώθεις καλύτερα». Το χαμόγελο έσβησε. «Δεν αλλάζει τίποτε. Αργά ή γρήγορα θα έρθεις στο κρεβάτι μου, το ξέρουμε και οι δυο». «Ποτέ!» «Θα έρθεις επειδή πρέπει, επειδή η ανάγκη σου είναι το ίδιο μεγάλη με τη δική μου». Τα μάτια του ήταν τώρα σκοτεινά σαν το νυχτερινό ουρανό. «Και όταν έρθεις, θα σου κάνω έρωτα όπως δε σου ’χει κάνει κανένας άλλος, θα σου κάνω έρωτα μέχρι να ξεριζώσω από τα μύχια της ψυχής σου την ανάμνηση όλων των προηγούμενων εραστών σου». Η ανάσα του ακουγόταν τραχιά μέσα στη σιωπή. Της γύρισε την πλάτη και πήγε αργά προς το παράθυρο. Η Μιράντα βόγκηξε πνιχτά και, ανοίγοντας απότομα την πόρτα, χάθηκε μέσα στη νύχτα. 65


Κεφάλαιο 6

Μιράντα, τι έκανες, Μιράντα; τραγουδούσαν απαλά οι τροχοί του τραμ πάνω στις ράγες. Είχε κάνει ό,τι έπρεπε. Ο Ντάνιελ δεν της είχε αφήσει άλλη επιλογή. Αν δεν πήγαινε μαζί του, θα κατέστρεφε τους φίλους της. Η Μιράντα ανατρίχιασε. Η νύχτα ήταν κρύα, θαρρείς και ο χειμώνας είχε αποφασίσει να τυλίξει το Άμστερνταμ με έναν τελευταίο παγωμένο μανδύα. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν της κι έγειρε στο κάθισμα. Αν ο Ντάνιελ Θορπ κρατούσε το λόγο του, ο Μπίλι και η Μίνα δεν κινδύνευαν πια. Η σκέψη τής έφερε υστερικό γέλιο και προσπάθησε να το πνίξει. Ηρέμησε, μονολόγησε σιωπηλά, ηρέμησε. Έχεις μπροστά σου ολόκληρο ταξίδι και γύρευε πόσες μέρες συντροφιά με τον Ντάνιελ. Αλήθεια, γιατί δεν τον είχε ρωτήσει; Πόσο θα διαρκούσε; Μια βδομάδα; Δυο; Ή περισσότερο; Δεν είχε σημασία, θα επιζούσε. Και οι στιγμές του τρελού πάθους που είχαν νιώσει απόψε δε θα ξαναγύριζαν ποτέ. Σηκώθηκε όρθια καθώς σταματούσε το τραμ. Ακόμα δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί όταν την άγγιξε. Πώς μπορούσε να νιώθει πόθο για έναν άντρα που ούτε καν συμπαθούσε; Δεν άξιζε να το σκέφτεται. Η αίσθηση που την τύλιγε μόλις βρισκόταν στην αγκαλιά του απλώς θα σταματούσε. Δεν ήταν ο τύπος της γυναίκας που εγκατέλειπε τον εαυτό της σε πρόσκαιρα πάθη τύπου Ντάνιελ Θορπ. Η Μιράντα χαμογελούσε πεισμωμένη, καθώς κατέβαινε από το τραμ. Τραγική ειρωνεία! Ο Θορπ δε θα το πίστευε ποτέ, όμως ο ηθικός της κώδικας ήταν πολύ αυστηρός. Στην πανσιόν επικρατούσε σιωπή και μόνο τα φώτα της εισόδου ήταν αναμμένα. Η Μιράντα ανέβηκε αργά τα σκαλοπάτια. Tώρα έπρεπε να ενημερώσει τη Μίνα για την επικείμενη αναχώρησή της. 66


Στο διάδρομο κοντοστάθηκε. Η φωτεινή γραμμή κάτω από την πόρτα έδειχνε πως η Μίνα ήταν ξύπνια και περίμενε. Εντάξει λοιπόν. Θα της εξέθετε γρήγορα τα γεγονότα, με την ελπίδα ότι θ’ απέφευγε δύσκολες ερωτήσεις και ακατάλληλες απαντήσεις. Αρχικά το κόλπο δε φάνηκε να πιάνει. Η Μίνα την αντιμετώπισε με σκεπτικισμό. «Ήσουν έξαλλη όταν έφυγες από το εστιατόριο», παρατήρησε συνοφρυωμένη. «Και σίγουρη ότι ο Ντάνιελ είχε καρφώσει τον Μπίλι στον Ντόρφμαν. Τι σ’ έκανε ν’ αλλάξεις γνώμη;» Η Μιράντα γέλασε. «Θυμάσαι κάτι που είπες για βιαστικά συμπεράσματα. Αυτό ακριβούς συνέβη. Μέτρησα δυο και δυο και...» «Και τα βρήκες τρία», χαμογέλασε η Μίνα. Πολύ θα το ’θελε να πιστέψει στην αθωότητα του Ντάνιελ και, ακόμα και μέσα στο θυμό της, η Μιράντα κατάλαβε. Η πανοπλία του γαλάζιου ιππότη έπρεπε να διατηρήσει τη λάμψη της. Έγνεψε καταφατικά στη φίλη της. Η γλώσσα της πήγαινε ροδάνι. Επινόησε μια φανταστική ιστορία από αλήθειες και μισές αλήθειες, πλέκοντας το εγκώμιο του Ντάνιελ. «Τελικά φαίνεται πως τον είχα παρεξηγήσει», κατέληξε. Η Μίνα αναστέναξε. «Τελικά δε μάθαμε ποιος έβαλε τον Ντόρφμαν στα ίχνη του Μπίλι. Μετά είναι η σειρά μας. Καλύτερα να μη δουλέψουμε για ένα διάστημα». «Δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε κάτι τέτοιο», είπε η Μιράντα, βρέχοντας αμήχανα τα χείλη της. «Εννοώ, ξέχασα να σου πω, ο κύριος Θορπ πιστεύει... πιστεύει ότι μπορεί να κάνει τον Ντόρφμαν να ξεχάσει τελείως το θέμα». Τα μάτια της Μίνας άνοιξαν διάπλατα. «Το λες αλήθεια;» «Ε... ναι... γνωρίζει ορισμένα πρόσωπα», εξήγησε αόριστα η Μιράντα. «Δε σου το είπα; Ο τύπος είναι πράγματι ο γαλάζιος ιππότης. Πείστηκες τώρα, Μιράντα;» Η Μιράντα την κοίταξε κάμποση ώρα. «Ναι», είπε τελικά. «Πείστηκα. Και κάτι περισσότερο. Ξανασυζητήσαμε τη δουλειά που μου πρόσφερε». «Εννοείς εκείνη που προσπάθησε να σ’ εκβιάσει για να δεχτείς;» απόρησε η Μίνα. «Ναι. Τελικά είχα παρεξηγήσει τελείως τις προθέσεις του. Η δουλειά είναι πράγματι ασυνήθιστη». «Για τι πράγμα πρόκειται;» 67


«Δε σου είπα ότι χρειάζεται συνοδό για τη θεία του;» «Ναι, εσύ όμως του απάντησες ότι δεν είσαι νοσοκόμα». «Δε χρειάζεται νοσοκόμα. Χρειάζεται μόνο κάποια να της κρατάει συντροφιά την ημέρα, να την πηγαίνει περίπατο, να της μιλάει, τέτοια πράγματα». «Καλό μου φαίνεται. Νόμιζα όμως ότι θα έφευγαν για το Παρίσι σε λίγες μέρες», σχολίασε η Μίνα. Η Μιράντα ξεροκατάπιε. Εμπρός λοιπόν, να τελειώνουμε, συλλογίστηκε. «Ακριβώς. Αν δεχτώ τη δουλειά, θα πάω μαζί τους». «Στο Παρίσι;» είπε κατάπληκτη η Μίνα. «Θα πας στο Παρίσι; Τι θαυμάσια ευκαιρία, Μιράντα! Τι απάντησες;» «Τι να απαντούσα;» Ευτυχώς η Μίνα δεν αντιλήφθηκε την απεγνωσμένη προσπάθεια που έκανε να κρύψει τα πραγματικά της αισθήματα. «Μόλις κατάλαβα ότι είχες δίκιο για τον τύπο κι ότι δεν ήταν κακός...» «Δέχτηκες;» «Ναι», ψιθύρισε η Μιράντα με κάποιο δισταγμό. «Δέχτηκα». Η Μίνα σηκώθηκε και την αγκάλιασε. «Υπέροχα! Στο Παρίσι! Με όλα τα έξοδα πληρωμένα. Πότε φεύγεις;» «Δεν ξέρω. Ο κύριος Θορπ δεν...» «Ο κύριος Θορπ». Η Μίνα έκανε ένα μορφασμό. «Δεν είναι κάπως αργά για τέτοιες τυπικότητες;» «Προτιμώ να τον φωνάζω έτσι». Θεέ μου, δική της ήταν εκείνη η προσποιητή φωνή; Πάσχισε να χαμογελάσει. «Εννοώ, τώρα που είμαι υπάλληλός του...» Η Μίνα όμως δεν την άκουγε. Στεκόταν στη μέση του δωματίου και κοίταζε το ταβάνι. «Έχεις τόσα να κάνεις. Να φτιάξεις βαλίτσες, να ενημερώσεις το ίδρυμα στη Νέα Υόρκη, τους καθηγητές. Προφανώς θα χρειαστείς και βίζα, έτσι δεν είναι;» «Ίσως. Και...» Η Μιράντα δάγκωσε τα χείλη της. «Τι θα γίνει μ’ εσένα; Δε θα πρέπει να βρεις άλλη συγκάτοικο; Ω, Μίνα, ποτέ δε μου πέρασε από το νου...» «Μην είσαι ανόητη. Τρεις κοπέλες μένουν στριμωγμένες σε μια τρύπα στη Βαλέριουστραατ και δε θα ξέρουν ποια να πρωτοπάρει τη θέση σου. Όχι πως θα την πάρει καμιά δηλαδή, ξέρεις τι εννοώ. Τι θα κάνεις με την κυρία Ντε Φρι; Θα σου ζητήσει τα λεφτά της πριν φύγεις». Μ Μιράντα κάθισε αναστενάζοντας στην άκρη του κρεβα68


τιού. «Δεν ξέρω, κάτι θα σκεφτώ». «Ζήτα προκαταβολή από το αφεντικό». Να ζητήσει κάτι από τον Ντάνιελ Θορπ; Η Μιράντα έτριξε τα δόντια της. Ούτε κατά διάνοια! «Γιατί όχι;» είπε πρόσχαρα. Ωστόσο δε χρειάστηκε να νοιαστεί για τίποτε, επειδή ο Ντάνιελ Θορπ τα φρόντισε όλα το επόμενο πρωί. Στο πρόγευμα η Μέφρι ντε Φρι την υποδέχτηκε με χαμόγελα. Το νοίκι της είχε πληρωθεί, δήλωσε πανευτυχής, μαζί μ’ ένα σεβαστό ποσό για την απροσδόκητη αναχώρηση. «Ευχαριστώ, δεσποινίς Στιούαρτ», είπε και η Μιράντα δεν είχε άλλη απάντηση από το να της ανταποδώσει το χαμόγελο. Το ίδιο έγινε και στο ίδρυμα. Οι καθηγητές της είχαν ενημερωθεί για την αναχώρηση. Ένας μάλιστα είχε γράψει και συστατική επιστολή σε κάποιο γνωστό του στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού. «Θαυμάσια ευκαιρία, αγαπητή μου... Σπουδές στο Παρίσι!» Γι' αυτό η Μιράντα δεν εξεπλάγη καθόλου όταν βρήκε έτοιμη τη βίζα της πηγαίνοντας στη γαλλική πρεσβεία λίγο αργότερα. Το ίδιο βράδυ έλαβε σημείωμα από τον Ντάνιελ Θορπ. Της παράγγελνε με επίσημο ύφος να είναι έτοιμη για αναχώρηση το άλλο πρωί στις δέκα. Το στομάχι της έγινε κόμπος. Όλα συνέβαιναν με απίστευτη ταχύτητα. Δεν ήταν έτοιμη, ποτέ δε θα ήταν έτοιμη... «Πώς θα πας στο Παρίσι; Με αεροπλάνο;» Η Μιράντα κοίταξε τη φίλη της. «Τι είπες;» «Ρώτησα με τι μέσο θα ταξιδέψεις». «Δεν ξέρω», αποκρίθηκε αμήχανα. Ξάφνου την εγκατέλειψε το θάρρος της. Δεν μπορούσε να το κάνει, δεν την ένοιαζαν οι απειλές του Ντάνιελ, δεν... «...Για τον Μπίλι;» «Συγνώμη, Μίνα. Τι... τι έγινε με τον Μπίλι;» «Είπα αν έμαθες για τον Μπίλι. Δέχτηκε κι άλλη επίσκεψη του χερ Ντόρφμαν. Ο γέρος ζήτησε συγνώμη, το φαντάζεσαι; Είπε πως είχε κάνει λάθος. Ο γαλάζιος ιππότης σου πρέπει να έχει ισχυρές γνωριμίες. Τέλος πάντων, τώρα ανασαίνουμε ευκολότερα». Η Μίνα χαμογέλασε. «Σκέψου ότι δε θα ’χεις να νοιάζεσαι για τίποτε τώρα πια». 69


Η Μιράντα ένιωσε την παγίδα να κλείνει γύρω της. «Ναι», ψιθύρισε απαλά. «Είναι όπως τα λες». *** Ήταν έτοιμη δυο ώρες νωρίτερα. Η Μίνα είχε κιόλας φύγει μετά από ατέλειωτα αγκαλιάσματα και υποσχέσεις να διατηρήσουν επαφή. Και τώρα περίμενε καθισμένη πάνω στη βαλίτσα της, με τα χέρια σφιγμένα στην ποδιά της, αν και δεν ήταν ακριβώς σίγουρη τι περίμενε. Τον οδηγό που θα την πήγαινε στο ξενοδοχείο του Ντάνιελ ή ένα ταξί για το αεροδρόμιο; Τίποτε από τα δυο. Στις δέκα ακριβώς άνοιξε απότομα η πόρτα και εμφανίστηκε αυτοπροσώπως ο Ντάνιελ. «Μπράβο», είπε απότομα, με πρόσωπο ανέκφραστο. «Βλέπω ότι είσαι συνεπής». Διέσχισε το δωμάτιο, καθώς η Μιράντα σηκωνόταν όρθια. «Αυτές είναι όλες κι όλες οι αποσκευές σου;» Τον παρακολούθησε να σηκώνει τη βαλίτσα. Από τη στιγμή που είχε δεχτεί την πρότασή του, προσπάθησε να φανταστεί τούτη τη στιγμή. Είχε επινοήσει διάφορα σενάρια. Κανένα όμως δεν έμοιαζε μ αυτό. Ο Ντάνιελ ήταν απόμακρος και συνεπής, σαν να της είχε προσφέρει απλώς μια θέση κι εκείνη την είχε δεχτεί. «Λοιπόν;» τη ρώτησε από την πόρτα. «Εκεί θα μείνεις όλη μέρα; Θα χάσουμε το αεροπλάνο». Στάσου στα πόδια σου, είπε στον εαυτό της η Μιράντα. «Είμαι έτοιμη», αποκρίθηκε απαλά και τον ακολούθησε. Έξω περίμενε ένα ταξί. Η Σόφι τράβηξε κοντά της τη Μιράντα και άρχισε ένα ατέλειωτο λογύδριο για το πόσο όμορφα θα περνούσαν μαζί. Ο Ντάνιελ δεν έβγαλε λέξη σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Πέταξαν με ναυλωμένο αεροπλάνο. Τα δυο μέλη του πληρώματος ήταν κάτι περισσότερο από πρόθυμα να ικανοποιήσουν και την παραμικρή επιθυμία του Ντάνιελ. Παρά τους άψογους τρόπους του, όμως, εκείνος δεν άφησε καμιά αμφιβολία ότι προτιμούσε να μην τον ενοχλούν πολύ και παρακολουθούσε μ ένα ευγενικό χαμόγελο τις ενθουσιώδεις εκδηλώσεις της θείας του. «Μήνες τώρα με πιέζει να βρω συνοδό», έλεγε τώρα εκείνη, κοιτάζοντάς τον φευγαλέα. «Αν ήξερες όμως την αντίληψή 70


του για τη συνοδό, θα καταλάβαινες γιατί αρνιόμουν. Πες της για κείνη τη γυναίκα με τα μουστάκια στη Νέα Υόρκη, Ντάνιελ». Ο Ντάνιελ της χτύπησε χαϊδευτικά το χέρι. «Γιατί δε διηγείσαι εσύ την ιστορία στη δεσποινίδα Στιούαρτ, Σόφι; Εγώ πρέπει να κοιτάξω κάτι χαρτιά». Η Σόφι αναστέναξε κι έγειρε προς το μέρος της Μιράντας. «Πάντα χαρτιά έχει να κοιτάξει, αλλά δεν παραπονιέμαι. Είναι τόσο καλό παιδί! Ποτέ δε σκοτίστηκα για τους λογαριασμούς μου, αφότου τους ανέλαβε. Θα περάσουμε όμορφα μαζί. Έχεις ξαναπάει στο Παρίσι; Όχι; Θαυμάσια, θα σου δείξω όλες τις αγαπημένες μου γωνιές. Εκείνη τη γεφυρούλα στο κανάλι του Σεν Μαρτέν...» Η Μιράντα δυσκολευόταν να παρακολουθήσει το λογύδριο της Σόφι, έτσι όπως έβλεπε τον Ντάνιελ καθισμένο απέναντι της. Καλό παιδί, είχε πει η θεία του. Της ήρθε να βάλει τα γέλια. Το να λες παιδί τον Ντάνιελ Θορπ ήταν σαν να χαρακτήριζες γατάκι μια τίγρη. Όσο για το καλός... αυτό μάλιστα. Ίσως όμως να ήταν καλός με τη θεία του. Ο καθένας έχει κάτι καλό μέσα του. Ακόμα και ο Τζένγκις Χαν τη μάνα του την αγαπούσε. «...Μπουλβάρ Μις. Και Περ Λασέζ. Εννοώ το νεκροταφείο. Δεν είναι και τόσο ευχάριστη ιδέα, πρέπει όμως να το δεις. Εκεί είναι θαμμένοι οι Αβελάρδος και Ελοΐζα, το ήξερες αυτό;» Η Σόφι Πρέσκοτ συνέχισε να μιλάει, ενώ ο Ντάνιελ εξακολουθούσε να είναι βυθισμένος στα χαρτιά του. Πράγματι καλό παιδί. Τι θα έλεγε η θεία του αν ήξερε την αλήθεια για τον αγαπημένο της ανιψιό; Ωστόσο... Μια αμυδρή ελπίδα ζωντάνεψε μέσα της. Ο Ντάνιελ φαινόταν διαφορετικός σήμερα. Ακόμα κι όταν πήγε στο δωμάτιό της το πρωί, ενώ μπορούσε να πει -ή να κάνει- ό,τι ήθελε, είχε φερθεί με ευγενική, σχεδόν ψυχρή αδιαφορία. Η Μιράντα τον ξανακοίταξε. Ήταν δυνατόν; Ίσως όλα να πήγαιναν καλά. Ο Ντάνιελ δεν ήταν ανόητος, ήταν ένας δυνατός, συγκροτημένος άντρας. Ίσως είχε ξανασκεφτεί την κατάσταση και αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να γίνει κάτι ανάμεσά τους. Εκείνος σήκωσε ξαφνικά το βλέμμα του και την έπιασε να τον κοιτάζει. Η Μιράντα περίμενε, όμως ούτε καν της χαμογέλασε. Τα μάτια του γλίστρησαν από πάνω της σαν να μην την είχαν δει καθόλου και ξαναβυθίστηκε στα χαρτιά του. 71


Πήρε βαθιά ανάσα. Για πρώτη φορά εδώ και ώρες, ένιωσε τα νεύρα της να χαλαρώνουν. *** Όταν προσγειώθηκαν στο Παρίσι, η Μιράντα γελούσε και αστειευόταν με τη Σόφι Πρέσκοτ. Η ηλικιωμένη γυναίκα ήταν υπέροχη. Είχε ανεξάντλητο ρεπερτόριο από ανέκδοτα για την μποέμικη ζωή στην Ευρώπη και την Αμερική τη δεκαετία του τριάντα και ήταν ολοφάνερο ότι δε βαριόταν ποτέ να τα διηγείται. Όσο για τον Ντάνιελ... είχε σχεδόν ξεχάσει την παρουσία του. Εργαζόταν σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της πτήσης. Και όταν κατέβηκαν από το αεροπλάνο, μόλις που καταδέχτηκε να της ρίξει μια ματιά. «Παρακαλώ, δεσποινίς Στιούαρτ», είπε ευγενικά, αγγίζοντας απρόσωπα τον αγκώνα της για να τη βοηθήσει να μπει στη λιμουζίνα που τους περίμενε. Εκείνος μπήκε μετά τη θεία του και, σκύβοντας προς τον οδηγό, είπε κάτι στα γαλλικά. Ξεκίνησαν αμέσως για την πόλη. Παρίσι. Η Μιράντα καθόταν άκρη-άκρη στο κάθισμα και χάζευε τις εικόνες που περνούσαν με ταχύτητα μπροστά στα μάτια της. «Ας πάμε από το μακρύτερο δρόμο, Ντάνιελ», πρότεινε η Σόφι. «Ακριβώς αυτό είπα στον Ζαν. Σκέφτηκα πως η δεσποινίς Στιούαρτ θα ήθελε να δει λιγάκι την πόλη», αποκρίθηκε εκείνος. Η Μιράντα κάρφωσε το βλέμμα της στο πρόσωπό του. Για πρώτη φορά την κοίταζε χαμογελώντας ευγενικά. «Ευχαριστώ», είπε, ανταποδίδοντας το χαμόγελό του. Αυτό μπορούσε να το αντιμετωπίσει. Αν άλλαζε συμπεριφορά, τότε κι εκείνη... Η ανάσα της κόπηκε. Ο Ντάνιελ εξακολουθούσε να την κοιτάζει με το μελιστάλαχτο χαμόγελό του. Ωστόσο κάτι στα μάτια του... Κάτι φευγαλέο και σκοτεινό... Όχι. H Μιράντα κατάπιε με δυσκολία το σάλιο της. Όχι, έκανε λάθος. Τώρα κοίταζε αλλού... Έπαιρνε μια εφημερίδα από τη δερμάτινη θήκη και την άνοιγε. Ξαναβρήκε την αναπνοή της. Είχε βυθιστεί στην εφημερίδα του. Στα μάτια του δεν είχε δει παρά ευγενική ουδετερότητα. Όχι πως είχε γίνει ξαφνικά ο Αγιος Βασίλης βέβαια. Βρισκό72


ταν εκεί επειδή την είχε εκβιάσει, επειδή την είχε κρίνει κατάλληλη για συνοδό της θείας του. Και ό,τι ήθελε ο Ντάνιελ Θορπ το αποκτούσε. Όμως η όποια τρέλα τούς είχε κυριεύσει και τους δυο την προηγούμενη νύχτα είχε τελειώσει. Ποιος ξέρει; αναρωτήθηκε, ενώ βολευόταν στο αναπαυτικό κάθισμα. Ίσως το Παρίσι αποδεικνυόταν τελικά συναρπαστική εμπειρία. Οι εικόνες εναλλάσσονταν μπροστά στα μάτια της με ταχύτητα. Ο ατσάλινος σκελετός του Πύργου του Άιφελ έσχιζε τον ουρανό η παμπάλαια, επιβλητική Παναγία των Παρισίων χαμογελούσε στον απογευματινό ήλιο, καθώς υψωνόταν πάνω από το Ιλ ντε λα Σιτέ. Μόλις είχε μπει η άνοιξη, όμως τα πεζοδρόμια ήταν γεμάτα από κόσμο που καθόταν στα γραφικά καφενεία, τα οποία είχαν στήσει κιόλας έξω τα τραπεζάκια τους. «Δεν είναι πανέμορφα;» έλεγε συνέχεια η Σόφι Πρέσκοτ, καθώς η λιμουζίνα γλιστρούσε αθόρυβα στους δρόμους. Η Μιράντα δεν είχε καμιά αντίρρηση. «Χαίρομαι που είσαι μαζί μας». Η Σόφι πήρε το χέρι της και το έσφιξε απαλά. «Όταν μου είπε ο Ντάνιελ ότι δέχτηκες, τρελάθηκα από χαρά. Έτσι δεν είναι, Ντάνιελ;» Εκείνος ανασήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τη Μιράντα. «Ακριβώς». «Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μη μετανιώσεις για την απόφασή σου», χαμογέλασε η Σόφι. «Αν και πρέπει να παραδεχτώ ότι η μεγαλύτερη ευθύνη θα πέσει στις πλάτες του ανιψιού μου. Δυστυχώς, εγώ δεν μπορώ να τριγυρίζω πια εδώ κι εκεί όπως άλλοτε. Θα σε ξεναγήσει ο Ντάνιελ στα αξιοθέατα». «Ω, όχι», αποκρίθηκε βιαστικά η Μιράντα. Πολύ βιαστικά άκουσε και η ίδια την ξαφνική ανησυχία στη φωνή της. Πάσχισε να χαμογελάσει, «Εννοώ, δε θέλω να ενοχληθεί για μένα... Θα αγοράσω έναν οδηγό και...» «Ανοησίες», δήλωσε κατηγορηματικά η Σόφι. «Δεν είναι καθόλου ενόχληση, έτσι, Ντάνιελ;» Ξανασήκωσε το κεφάλι του και τα μάτια τους συναντήθηκαν. Τούτη τη φορά προηγήθηκε μικρή σιωπή μέχρι ν’ απαντήσει. «Κάθε άλλο. Με μεγάλη μου ευχαρίστηση», είπε τελικά. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Να το πάλι εκείνο το αμυδρό σκοτείνιασμα στο βλέμμα του. Και κάτι άλλο, μια μεταξένια απαλότητα στην ευγενέστατη απάντησή του... Η Σόφι χαμογέλασε πανευτυχής. «Βλέπεις, χρυσή μου; Θα σε 73


αναλάβει ο Ντάνιελ». Η Μιράντα σφίχτηκε. Τα μάτια του είχαν καρφωθεί τώρα στα δικά της και το αμυδρό χαμόγελο δεν άφηνε αμφιβολία ότι ο κύριος το διασκέδαζε. «Καλοσύνη του», είπε η Μιράντα. «Φοβάμαι όμως ότι δε θα έχω πολύ χρόνο διαθέσιμο για τουρισμό. Θα περνώ τις ελεύθερες ώρες μου μελετώντας». Το χαμόγελο του Ντάνιελ έγινε πλατύτερο. «Εγκρίνω το σχέδιο, δεσποινίς Στιούαρτ. Υπάρχουν άπειρες δυνατότητες μελέτης στο Παρίσι. Δε θα ήθελα να χάσετε καμιά». Ο διάβολος, την ειρωνευόταν! Τέλος πάντων, τυφλή ήταν η θεία του; Το «καλό παιδί» της Σόφι και ο «γαλάζιος ιππότης» της Μίνας. Μόνο εκείνη έβλεπε την αλήθεια; Προσπάθησε να ξαναβρεί την ψυχραιμία της. Μπορούσε να την εξαναγκάσει να τον συνοδεύει, δεν ήταν όμως αιχμάλωτή του, για όνομα του Θεού! Όσο γρηγορότερα το καταλάβαινε ο κύριος τόσο το καλύτερο! «Χαίρομαι που το βλέπεις έτσι», του αποκρίθηκε ευγενικά. «Συνεπώς δε θα έχεις αντίρρηση να βγω για λίγο το απόγευμα». «Να βγεις;» Η φωνή του ακούστηκε παγερή. «Πού σχεδιάζεις να πας, δεσποινίς Στιούαρτ;» Και η δική της φωνή ακούστηκε το ίδιο παγερή. «Δε νομίζω ότι σε αφορά, κύριε Θορπ». «Σε ρώτησα κάτι και περιμένω απάντηση». Η Μιράντα αναψοκοκκίνισε. «Εννοείς ότι είμαι υποχρεωμένη να σε ενημερώνω για τις κινήσεις μου;» «Ντάνιελ». Η Σόφι άγγιξε το μπράτσο του ανιψιού της. «Η Μιράντα έχει δικαίωμα...» «Είσαι υποχρεωμένη να με ενημερώνεις για όλα», απάντησε εκείνος, αγνοώντας την απαλή φωνή της θείας του. «Νόμιζα πως έγινα σαφής χτες το βράδυ». «Το ίδιο νόμιζα κι εγώ. Δέχτηκα να γίνω συνοδός της θείας σου, κύριε Θορπ. Το τι θα κάνω τις ελεύθερες ώρες μου είναι δική μου υπόθεση, όχι...» «Για όνομα του Θεού, παιδιά!» Η Σόφι κοίταζε αναστατωμένη πότε τον έναν και πότε τον άλλο. «Ντάνιελ, τι προσπαθείς να κάνεις; Θα την τρομοκρατήσεις την κοπέλα!» Εκείνος χαμογέλαγε αχνά. «Μην ανησυχείς, Σόφι. Η δεσποινίς Στιούαρτ δε θ’ αλλάξει γνώμη. Θα μείνει μαζί μας. Συζητήσαμε τους όρους της πρόσληψής της, έτσι, δεσποινίς;» 74


Η Μιράντα τον κοίταξε επίμονα. Στο στόμα της ήρθαν λέξεις που δεν είχε προφέρει ποτέ πριν. Ωστόσο δεν μπορούσε να τις αρθρώσει, όχι με την ξαφνιασμένη Σόφι δίπλα της. «Ναι», ψέλλισε τελικά. «Τους συζητήσαμε». Η Σόφι της χάιδεψε το χέρι. «Ο ανιψιός μου γαβγίζει, αλλά δε δαγκώνει», την παρηγόρησε. «Μην τον ακούς. Ασφαλώς και θα κάνεις ό,τι θέλεις στον ελεύθερο χρόνο σου, αγαπητή μου. Και γιατί τόση τυπικότητα; Φίλοι δεν είμαστε; Θα μιλάμε με τα μικρά μας ονόματα λοιπόν». Τελικά μόνο η Σόφι Πρέσκοτ ζει στο σκοτάδι, συλλογίστηκε η Μιράντα με θλίψη. Η αλλαγή στη στάση του δε σήμαινε πως είχε αλλάξει την απόφασή του να την κατακτήσει. Η επιφυλακτικότητά του οφειλόταν προφανώς στη θεία του, ίσως όμως το απολάμβανε να της δημιουργεί μια απατηλή εντύπωση ασφάλειας. Ίσως πάλι, σκέφτηκε ξέπνοη η Μιράντα, η σιωπή του να οφειλόταν σε κάτι περισσότερο πολύπλοκο. Ποτέ δε θα του είχε περάσει από τη σκέψη να θελήσει μια γυναίκα σαν αυτή, ωστόσο του είχε αρέσει. Για έναν άντρα με την αυτοσυγκράτηση του Ντάνιελ Θορπ, κάτι τέτοιο σήμαινε πως εκείνη είχε ανακαλύψει κάποια αδυναμία του. Πόσο θα τη μισούσε γι’ αυτό! Είχε καταλάβει τι είδους γυναίκες προτιμούσε. Γυναίκες που γευμάτιζαν σε κομψά εστιατόρια και ντύνονταν με δημιουργίες επώνυμων σχεδιαστών, φορούσαν ακριβά αρώματα και χτένιζαν τα μαλλιά τους στους καλύτερους κομμωτές. Ένιωσε την ανάσα της να κόβεται στη σκέψη του Ντάνιελ να γέρνει πάνω από μια ψυχρή, πανέμορφη ξανθιά, σ’ ένα κρεβάτι στρωμένο με μεταξωτά σεντόνια. Το κεφάλι του θα τιναζόταν περήφανα προς τα πίσω και το πρόσωπό του θα παραμορφωνόταν από τον πόθο, καθώς θα την κατακτούσε. «Φτάσαμε, Μιράντα». Η Σόφι της άγγιξε το χέρι χαμογελώντας. Εκείνη τινάχτηκε ξαφνιασμένη. Η λιμουζίνα είχε σταματήσει. Τα μάτια της στράφηκαν στον Ντάνιελ' την κοίταζε με βλέμμα σκοτεινό και για μια φοβερή στιγμή τής φάνηκε ότι είχε διαβάσει τη σκέψη της. Η Μιράντα κοίταξε αμέσως αλλού, καθώς ο οδηγός άνοιγε την πόρτα. Βγήκε ψηλαφητά από το αυτοκίνητο. Βρισκόταν στο Παρίσι, όπου δε γνώριζε κανέναν, ούτε καν τη γλώσσα 75


και σύμφωνα με όλα τα δεδομένα ήταν αιχμάλωτη ενός άντρα που δε θα ικανοποιούνταν -δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί- αν δεν την κατακτούσε. Συνειδητοποίησε χωρίς καμιά αμφιβολία ότι θα καταστρεφόταν αν άφηνε να της συμβεί κάτι τέτοιο. Τη διαπέρασε ένα ρίγος. Δυο μέρες νωρίτερα ήταν βέβαιη ότι θα επιζούσε, όποιες κι αν ήταν οι συνθήκες. Τώρα αναρωτιόταν μήπως είχε βιαστεί να σχηματίσει αυτή την πεποίθηση.

76


Κεφάλαιο 7

Σύμφωνα με τα λεγάμενα του Ντάνιελ, η Σόφι κρατούσε διαμέρισμα στο Παρίσι. Η Μιράντα πήρε κατά γράμμα τα λόγια του και περίμενε μια δυο κρεβατοκάμαρες, ένα καθιστικό, μπάνιο και κουζίνα. Εκείνο που δεν περίμενα, συλλογιζόταν καθώς κοίταζε από το παράθυρο του δωματίου της τους ιδιωτικούς κήπους του Πουασόν ΝτΌρ, ήταν η χαριτωμένη μεζονέτα στο πολυτελές κτίριο εποχής, όταν η Αρ Νουβό ήταν στις δόξες της. Τα δωμάτια ήταν ευρύχωρα και ηλιόλουστα, στολισμένα με θαυμάσιους μικροσκοπικούς πίνακες και γλυπτά. Η οικονόμος είχε περίπου την ηλικία της Σόφι Πρέσκοτ. Η Μιράντα δεν περίμενε ούτε την ομορφιά του δικού της χώρου: μια ηλιόλουστη κρεβατοκάμαρα, ένα μικρό καθιστικό και δικό της μπάνιο. «Βλέπεις;» της είχε πει χαμογελώντας η ηλικιωμένη γυναίκα. «Κανείς δε θα σ’ ενοχλήσει». Η Μιράντα αναστέναξε και απομακρύνθηκε από το παράθυρο. Αμφέβαλλε αν η παρατήρηση αναφερόταν σε όσα είχε πει ο Ντάνιελ στο αυτοκίνητο, αλλά δεν είχε σημασία. Της είχε υποσχεθεί άφθονο ελεύθερο χρόνο. Στο κάτω κάτω δεν ήταν φυλακισμένη. Μπορεί οι συνθήκες να ήταν σκληρές, όμως... Από τον κάτω όροφο ακούστηκε ένα καμπανάκι. Η Μιράντα κοίταξε το ρολόι της. Δείπνο στις εφτά, είχε πει η Σόφι. Πήρε βαθιά ανάσα και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Να δειπνήσει πήγαινε μόνο. Γιατί λοιπόν ένιωθε σαν να ακροβατούσε πάνω σε τεντωμένο σχοινί χωρίς δίχτυ από κάτω. Δείπνησαν στην επίσημη τραπεζαρία, οι τρεις τους, στη μια γωνιά του μεγάλου, καλογυαλισμένου μαονένιου τραπεζιού. «Εσύ, Μιράντα, κάθισε εδώ στα δεξιά μου κι εσύ, Ντάνιελ, αριστερά, απέναντι της», πρόσταξε η Σόφι. Σε όλη τη διάρκεια του δείπνου η Μιράντα ήταν σιωπηλή και κατάπινε με δυσκολία το φαγητό της. Τα ψυχρά, ανέκφρα77


στα μάτια του Ντάνιελ δεν την άφηναν στιγμή. «Πολύ σιωπηλός είσαι απόψε», παρατήρησε η Σόφι. «Συγνώμη, Σόφι», αποκρίθηκε ο Ντάνιελ. «Με απασχολούν οι σημαντικές συσκέψεις που έχω αύριο». Η ηλικιωμένη γυναίκα χαμογέλασε παιχνιδιάρικα στη Μιράντα. «Και γι' αυτό βυθίστηκε σε σκέψεις». Η Μιράντα προσπάθησε ν’ ανταποδώσει το χαμόγελο. Ωστόσο αμφέβαλλε για το πόσο βαθιές ήταν οι σκέψεις του Ντάνιελ. Εκείνη σκεφτόταν και δεν έκρυβε την αντιπάθειά του. Το έβλεπε στα μάτια του, το ένιωθε στην ακαμψία του κορμιού του και με το ζόρι κρατήθηκε να μην του φωνάξει ότι τα αισθήματα ήταν αμοιβαία κι ότι καλά θα έκανε να τη βάλει στο πρώτο αεροπλάνο για το Άμστερνταμ. Ευτυχώς η Σόφι δεν αντιλήφθηκε την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Φλυαρούσε πανευτυχής για τα πανέμορφα αξιοθέατα του Παρισιού. Η Μιράντα κατάφερε να χαμογελάει στα κατάλληλα σημεία και να κάνει κάποιο σχόλιο για να μη χαλάσει τη διάθεση της ηλικιωμένης γυναίκας. «...Και το μεγαλύτερο πλεονέκτημα τούτης της πόλης, το καλύτερο στη δεκαετία του τριάντα, ήταν ότι είχαν συγκεντρωθεί εδώ όλα τα ελεύθερα πνεύματα του κόσμου. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, Μιράντα;» «Καταλαβαίνει». Η φωνή του Ντάνιελ ήταν απαλή, χωρίς όμως να κρύβει την εχθρότητα. «Ξέρει τα πάντα σχετικά με το τι σημαίνει ελεύθερο πνεύμα. Έτσι δεν είναι, Μιράντα;» Εκείνη στράφηκε προς το μέρος του και της κόπηκε η ανάσα. Την κοίταζε με τόση ψυχρότητα που της προκαλούσε ρίγος. Πάσχισε να χαμογελάσει. «Έτσι. Έτσι ακριβώς». «Η Μιράντα είναι πραγματικά ελεύθερο πνεύμα, Σόφι», συνέχισε ο Ντάνιελ με το ίδιο παγερό χαμόγελο. «Έλα τώρα, Ντάνιελ», είπε απότομα εκείνη, «δε νομίζω ότι...» «Θα ’πρεπε να δεις τη διακόσμηση του δωματίου της στο Άμστερνταμ. Και τους φίλους της...» Τώρα είχε ύφος αρπαχτικού. «Και να φανταστείς ότι κινητοποίησε μόνο τις δυνάμεις της εμπροσθοφυλακής». Η Σόφι ξερόβηξε. «Ντάνιελ, τελείωσες με το φιλέτο σου;» «Δεν έχει τίποτε κακό ο τρόπος ζωής μου», διαμαρτυρήθηκε η Μιράντα. «Ούτε οι φίλοι μου». «Ούτε ο τρόπος που συμπληρώνεις το εισόδημά σου». Η 78


φωνή του έδειχνε συγκαλυμμένη κακία. «Τέτοια πρωτοτυπία. Τέτοια δημιουργικότητα...» Το πιρούνι της Μιράντας κροτάλισε στο πιάτο. «Το δείπνο ήταν υπέροχο», είπε σφιγμένα, σπρώχνοντας πίσω την καρέκλα της. «Με συγχωρείς, όμως, Σόφι, τώρα πρέπει να πάω για ύπνο». «Είσαι εντάξει, χρυσή μου;» ρώτησε ανήσυχα η Σόφι, κοιτάζοντας ταυτόχρονα τον ανιψιό της με αυστηρό ύφος. «Η μέρα σου ήταν κουραστική και ήθελα να χαλαρώσεις απολαμβάνοντας το δείπνο». «Χαλάρωσα», αποκρίθηκε η Μιράντα. «Μόνο που είμαι λιγάκι κουρασμένη. Δε με παρεξηγείς, έτσι, Σόφι;» «Φυσικά όχι. Θα καλέσω την Πολέτ να σε βοηθήσει». «Όχι, δε χρειάζεται, θα τα καταφέρω μόνη μου». «Θα νιώσεις καλύτερα αν σε φροντίσει κάποιος...» «Θα πάω εγώ τη Μιράντα στο δωμάτιό της». Τα λόγια του Ντάνιελ έκοβαν σαν ξυράφι. Η Μιράντα τον είδε ν’ αφήνει την πετσέτα πάνω στο τραπέζι. «Δεν είναι απαραίτητο», διαμαρτυρήθηκε βιαστικά. «Ξέρω το δρόμο». «Όπως πάντα, δεν αμφιβάλλω», της πέταξε και σηκώθηκε όρθιος. «Όχι όμως όσο βρίσκεσαι στην υπηρεσία μου». «Ντάνιελ, δεν είναι ανάγκη να...» άρχισε συνοφρυωμένη η Σόφι. «Είναι και πολύ μάλιστα», τη διέκοψε εκείνος, χωρίς ν’ αφήνει από τα μάτια του το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο της Μιράντας. «Η δεσποινίς Στιούαρτ έχει συνηθίσει να κάνει ό,τι της αρέσει, όποτε της αρέσει. Απλώς της υπενθυμίζω ότι θα χρειαστεί να συμμορφώνεται με τις επιθυμίες μου τους επόμενους μήνες». «Ντάνιελ, για όνομα του Θεού...» «Ο ανιψιός σου έχει δίκιο», είπε η Μιράντα, χαμογελώντας βεβιασμένα. «Έκανα πολύ καιρό ό,τι ήθελα και τώρα χρειάζομαι φρένο». Έσκυψε και άγγιξε απαλά το χέρι της Σόφι. «Καληνύχτα. Θα σε δω το πρωί». Βγήκε από την τραπεζαρία με το κεφάλι ψηλά και βήμα σταθερό, αλλά ένιωθε έντονα την παρουσία του πίσω της. Στη βάση της σκάλας στάθηκε και γύρισε προς το μέρος του. «Ακου, κύριε Θορπ», είπε χαμηλόφωνα, με την οργή έκδηλη στο πρόσωπό της. «Αν νομίζεις ότι μπορείς να με προσβάλλεις...» «Απλώς εξέθεσα τα γεγονότα», αποκρίθηκε ανέκφραστα ε79


κείνος. «Θα κάνεις ό,τι λέω, όσο θα εργάζεσαι για μένα». «Για τη θεία σου εργάζομαι...» «Εγώ σε πληρώνω, όχι η Σόφι». «Δε με νοιάζει ποιος με πληρώνει. Δεν έχω σκοπό να παίρνω εντολές από τον οποιονδήποτε...» Η φωνή πνίγηκε στο λαιμό της, καθώς τα χέρια του φυλάκισαν τους ώμους της και τη σήκωσαν σχεδόν στον αέρα. «Όχι από τον οποιονδήποτε, από μένα. Και θα υπακούεις. Αυτό συμφωνήσαμε, θυμάσαι;» «Όχι. Είπαμε ότι μου ανήκει ο ελεύθερος χρόνος μου». Ο Ντάνιελ χαμογέλασε αυτάρεσκα. «Δε θυμάμαι να είπα εγώ κάτι τέτοιο». «Όσο για τη συμφωνία», συνέχισε τρέμοντας η Μιράντα, «δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Αυτό που συνέβη με ανάγκασες να το κάνω». Της χαμογέλασε με κακία. «Αλήθεια;» «Το ξέρεις ότι έτσι έγινε. Βρίσκομαι εδώ επειδή απείλησες τους φίλους μου, επειδή τίποτε δε θα σε σταματούσε προκειμένου να πάρεις αυτό που ήθελες...» Τα χέρια του την έσφιξαν τόσο που ξεφώνισε από τον πόνο. «Ακριβώς. Και καλύτερα να το θυμάσαι. Πάντα παίρνω αυτό που θέλω». Το πρόσωπό του σκοτείνιασε και μεμιάς κάτι άλλαξε στον τρόπο που την κρατούσε. «Και ξέρεις ότι αργά ή γρήγορα θα μου το δώσεις». Η καρδιά της σκίρτησε. «Μη», του ψιθύρισε, στριφογυρίζοντας, όμως ήταν πολύ αργά. Το στόμα του έκλεισε το δικό της και τα μπράτσα του τη φυλάκισαν στην αγκαλιά του. «Μη», ψιθύρισε πάλι. Όμως τα χείλη του κινήθηκαν πάνω στα δικά της, απαιτώντας ανταπόκριση. Παρά την οργή της. παρά το μίσος της, η Μιράντα ένιωσε το σώμα της να τρέμει, ένιωσε τη δύναμη να στραγγίζει από μέσα της, κάπου βαθιά ένιωσε ν’ ανάβει μια φωτιά. Και ευχήθηκε να μην τέλειωνε ποτέ το φιλί. Ήθελε να τη σηκώσει στην αγκαλιά του και να την κρύψει μέσα στο προστατευτικό σκοτάδι... Όμως εκείνος την έσπρωξε από πάνω του βίαια. Τον κοίταξε μπερδεμένη και πρόλαβε να δει ότι για μια μόνο στιγμή η έκφρασή του είχε χάσει την επιφύλαξη. Στα μάτια του διάβασε την ίδια σύγχυση με τη δική της. Έπειτα όμως στα χείλη του χαράχτηκε ένα ψυχρό χαμόγελο κι έκανε ένα βήμα πίσω. «Καλό ύπνο», είπε. Και πριν η Μιράντα προλάβει να του α80


παντήσει, απομακρύνθηκε με γρήγορο βήμα προς την τραπεζαρία. *** Δεν κοιμήθηκε καθόλου καλά και το πρωί ένιωθε εξουθενωμένη. «Είσαι άρρωστη, Μιράντα;» ρωτούσε ανήσυχη η Σόφι, μέχρι που τελικά κατέληξε μόνη της στο συμπέρασμα ότι της χρειαζόταν καθαρός αέρας. «Τότε γιατί δε βγαίνουμε έξω;» Το πρόσωπο της Σόφι φωτίστηκε. «Θαυμάσια. Έχω να κάνω κάτι ψώνια...» Τις επόμενες μέρες έτρεχαν από την γκαλερί Λαφαγιέτ στο Μπον Μαρσέ και στο Πρεντάν και σε πολλά άλλα καταστήματα. Η Σόφι τρελαινόταν να κάνει ψώνια και αυτό δεν της άφηνε πολύ χρόνο να δει το Παρίσι. Όμως εκείνη δε σκοτιζόταν γι’ αυτό το μόνο που ήθελε ήταν να είναι απασχολημένη και να μη βλέπει τον Ντάνιελ. Και δεν τον έβλεπε. Δεν τον ξανασυνάντησε μετά το πρώτο εκείνο, καταστροφικό βράδυ. Το πρόγραμμά του ήταν γεμάτο, εξήγησε η Σόφι ένα πρωί, καθώς αργόπιναν τον καφέ τους στην τραπεζαρία. «Και φυσικά γνωρίζει πολύ κόσμο στην πόλη». Γυναίκες, συλλογίστηκε η Μιράντα. Όμορφες γυναίκες. Δύσκολο να μην τις προσέξει κανείς, να μη φανταστεί... να μη φανταστεί... «Ο Ντάνιελ είναι περιζήτητος εργένης». Η Μιράντα την κοίταξε ξαφνιασμένη, απορώντας μήπως το είχε ξεστομίσει η ίδια. «Δεν αμφιβάλλω καθόλου», συμφώνησε διστακτικά. «Δεν έχει... εννοώ, δεν υπάρχει καμιά γυναίκα που να...» «Όχι», απάντησε με δραματικό ύφος η Σόφι. «Εμφανίζεται κάποια για λίγο και μετά... δρόμο. Έτσι είναι ορισμένοι άντρες, ξέρεις», πρόσθεσε χαμογελώντας. «Βλέπουν τις γυναίκες σαν μέσο διασκέδασης, όχι σαν συντρόφους. Ο ανιψιός μου δεν αποτελεί εξαίρεση, καταλαβαίνεις τι εννοώ;» Καταλάβαινε. Ο Ντάνιελ μπορούσε να έχει όποια γυναίκα ήθελε. Γιατί να διαλέξει μία, αφού τις είχε όλες; Αρκούσε να μπει κάπου, να μιλήσει σε μια γυναίκα και θα την είχε στην αγκαλιά του. Και αν τη φιλούσε, αν της έκανε έρωτα... Τι στην ευχή είχε πάθει; Ο Ντάνιελ Θορπ ήταν ό,τι ακριβώς 81


μισούσε: ένα αλαζονικό, απαιτητικό αρσενικό που... Σηκώθηκε απότομα όρθια. «Πάω μια βόλτα στον κήπο», είπε και βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο πριν προλάβει η Σόφι να κάνει ερωτήσεις. Οι ιδιωτικοί κήποι του Πουασόν ΝτΌρ ήταν έρημοι εκείνη την ώρα. Η Μιράντα διέσχισε το στενό δρομάκι που οδηγούσε στη λιμνούλα. Οι κυπρίνοι έμοιαζαν με χρυσές κηλίδες έτσι όπως αναδύονταν από το βάθος αναζητώντας τροφή. Ατένισε το νερό, θαρρείς αναζητώντας απαντήσεις, αλλά δεν υπήρχε καμιά που να δικαιολογεί τις τρελές σκέψεις της. Γιατί έκανε τέτοιες σκέψεις για τον Ντάνιελ; Γιατί τον σκεφτόταν τέλος πάντων; Δε σήμαινε τίποτε γι’ αυτή παρά μόνο αρνητικά. Ο άνθρωπος αυτός... «Οι Γάλλοι θέσπισαν νόμο για τις όμορφες γυναίκες που φαίνονται θλιμμένες». Η φωνή ήταν βαθιά και ελαφρά πειραχτική. Η Μιράντα στράφηκε ξαφνιασμένη και είδε τον Ντάνιελ να την κοιτάζει. «Ο ήλιος λάμπει, τα πουλιά κελαηδούν χαρούμενα κι εσύ το έριξες στη θλίψη». Της χαμογέλασε. «Ό,τι και να συμβαίνει, δεν μπορεί να είναι τόσο τρομερό». Ωστόσο είναι, συλλογίστηκε εκείνη μπερδεμένη, είναι τρομερό, αφού χαίρομαι και μόνο που τον βλέπω. «Εγώ... εγώ...» Πήρε βαθιά ανάσα. «Μόλις ανακάλυψα ότι ένας από τους ανθρώπους που θα με ενδιέφερε να μελετήσω μαζί τους δεν έχει χρόνο για μένα». Το χαμόγελό του έσβησε στη στιγμή. «Κρίμα», είπε ψυχρά. «Θα πρέπει να ράγισε η καρδιά σου». Ύψωσε το κεφάλι της. «Πραγματικά». Ο τόνος της ήταν το ίδιο ψυχρός με τον δικό του. «Ο Ζακ Ρανφρέ είναι πασίγνωστος στον κόσμο της τέχνης για τα τοπία του. Ήλπιζα να μάθω κάτι κοντά του, αλλά...» Ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους της. «Αλλά;» «Αλλά είναι πολύ αργά», του αποκρίθηκε ψυχρά. «Αυτό συμβαίνει όταν κάνεις σχέδια την τελευταία στιγμή». Ο Ντάνιελ συνοφρυώθηκε. «Σίγουρα είναι ο μόνος που μπορεί να σου διδάξει κάτι;» «Όχι. Υπάρχει ο Σαρντονέ. Ή ο Λοριόν». «Και λοιπόν; Επικοινώνησες μαζί τους;» «Δεν καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;» ξέσπασε αγανακτισμένη. «Έχεις συνηθίσει να κάνεις άνω κάτω τη ζωή των ανθρώπων, άλλοι όμως δεν το βλέπουν έτσι. Έχω τόσες πιθανότητες 82


να μελετήσω με κάποιον απ’ αυτούς όσες και να πάω στο φεγγάρι». Της χαμογέλασε. «Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί, Μιράντα. Θα έπρεπε να το είχες καταλάβει τώρα πια». «Ναι, χάρη σ’ εσένα», παραδέχτηκε απρόθυμα. «Για παράδειγμα», συνέχισε ο Ντάνιελ σαν να μην την είχε ακούσει, «εδώ και κάτι μέρες δεν είχα ιδέα ότι θα κοιμόσουν στο κρεβάτι μου». «Δεν κοιμάμαι στο κρεβάτι σου. Και θα σου ήμουν υποχρεωμένη αν δεν έλεγες πράγματα που δεν αληθεύουν». «Ασφαλώς και κοιμάσαι, χρυσή μου. Δε σου το είπε η Σόφι; Τα δωμάτια που σου έδωσε είναι τα δικά μου». «Τα δικά σου; Νόμιζα ότι...» «Με απογοητεύεις. Ήλπιζα ότι θα ένιωθες την παρουσία μου στην κρεβατοκάμαρα. Στο μοναχικό μου δωμάτιο, στο ξενοδοχείο Γεώργιος Ε’, δεν κάνω άλλο από το να σε φαντάζομαι στο μεγάλο κρεβάτι, με τα μαλλιά σου απλωμένα στο κατάλευκο μαξιλάρι, με το χρυσαφένιο σου κορμί ολόγυμνο να με προσμένει...» Η Μιράντα τον κοίταξε επίμονα, καθώς εκείνος σώπαινε. Το είχε ξεκινήσει σαν παιχνίδι, τώρα όμως οι εικόνες άρχιζαν να γίνονται πραγματικές. Ο αέρας έγινε βαρύς και η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. «Μιράντα!» Το όνομα ακούστηκε σαν ψίθυρος στην ανοιξιάτικη γαλήνη. «Μιράντα, άκουσε με...» «Εδώ είστε, παιδιά μου». Η Μιράντα αποτράβηξε τα μάτια της από τον Ντάνιελ. Η Σόφι πλησίαζε με γρήγορο βήμα, χαμογελώντας πλατιά. «Είπα στον Ντάνιελ ότι ίσως σ’ έβρισκε εδώ. Ντάνιελ, είπες στη Μιράντα για την ευχάριστη έκπληξη;» «Όχι ακόμα», απάντησε εκείνος απαλά. «Απόψε θα πάμε σε συναυλία», είπε πανευτυχής η Σόφι. «Δεν είναι θαυμάσιο;» Η Μιράντα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Ευχαριστώ. Αλλά...» Το πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας σκοτείνιασε. «Δεν αγαπάς τη μουσική;» «Πάρα πολύ. Αλλά...» «Τότε δεν υπάρχει πρόβλημα». Η Σόφι άγγιξε ανάλαφρα τον ώμο της και παραμέρισε τις σκουροκάστανες μπούκλες. «Να της 83


πω και την υπόλοιπη έκπληξη;» ρώτησε τον Ντάνιελ. «Γιατί όχι; Είμαι σίγουρος ότι θα ενθουσιαστεί». Το χαμόγελο της Σόφι ήταν θριαμβευτικό. «Ο Ντάνιελ θα σε πάει για ψώνια. Δεν είναι υπέροχο;» «Θα με πάει για ψώνια; Όμως εγώ βρίσκομαι εδώ για να πηγαίνω εσένα για ψώνια, Σόφι». «Ναι, εγώ όμως έχω ραντεβού με τον κομμωτή. Ο κύριος Γκι είναι δύσκολος άνθρωπος. Δε θα με συγχωρήσει ποτέ αν το ακυρώσω». Η Μιράντα χαμογέλασε διστακτικά. «Γιατί να πάω για ψώνια; Εννοώ... δε χρειάζομαι...» «Κάτι να φορέσεις στη συναυλία, φυσικά. Φόρεμα και αξεσουάρ». Η Σόφι χαμογέλασε πάλι. «Κάτι τρε φρανσέ, ν'ες πα;» Κάτι πολύ γαλλικό. Η Μιράντα αναστέναξε. Κάτι κομψό, εννοούσε η Σόφι, κάτι που θα ταίριαζε με το φίνο παρισινό σκηνικό. Οι Γαλλίδες ήταν όμορφες και ελκυστικές, τι σχέση όμως είχε αυτό με την ίδια; Ντύνονταν για να προσελκύσουν τα αντρικά βλέμματα, εκείνη όμως δεν ενδιαφερόταν. Βρισκόταν εκεί για να δουλέψει και να σπουδάσει. Το βλέμμα της πέταξε στον Ντάνιελ. Το στόμα του είχε ζαρώσει σ’ ένα σφιγμένο χαμόγελο, σαν να μάντευε τις σκέψεις της. Η Μιράντα ίσιωσε το κορμί της. «Έχω δικά μου ρούχα», δήλωσε απότομα. «Ίσως δεν αρέσουν στον ανιψιό σου, εμένα όμως με ικανοποιούν». Το πρόσωπο της Σόφι συσπάστηκε. «Δεν είχα σκοπό να σε προσβάλω, καλή μου». «Δε με πρόσβαλες. Ο Ντάνιελ...» «Όχι, κάνεις λάθος. Δική μου ιδέα ήταν. Νόμιζα ότι θα ενθουσιαστείς. Ξέρω ότι μετράς και την τελευταία σου δεκάρα και υπέθεσα ότι ένα φόρεμα από το Παρίσι θα ήταν ευπρόσδε1το δώρο. Ποτέ δεν είχα πρόθεση να σε προσβάλω...» Η Μιράντα δάγκωσε τα χείλη της. «Δε με πρόσβαλες, Σόφι». «Έκανα λάθος κίνηση, το καταλαβαίνω». «Σόφι, σε παρακαλώ...» «Εντάξει, καλή μου, δεν περιμένω να με συγχωρήσεις». «Σε συγχωρώ», είπε η Μιράντα. «Σου τ’ ορκίζομαι». Η ηλικιωμένη γυναίκα την κοίταξε απολογητικά. «Είσαι σίγουρη;» «Απόλυτα». «Θαυμάσια». Ξάφνου το καλοσυνάτο πρόσωπο ήταν όλο 84


χαμόγελα. «Ακόυσες τι είπε η Μιράντα, Ντάνιελ; Θα δεχτεί το μικρό μου δώρο». «Όχι», απάντησε βιαστικά η Μιράντα. «Εγώ... εγώ...» Κοίταξε τον Ντάνιελ που δάγκωνε τα χείλη του για να μη γελάσει και μετά άφησε έναν αναστεναγμό που δήλωνε παραίτηση. «Θα είναι θαυμάσιο αναμνηστικό. Ευχαριστώ πάρα πολύ». *** «Είναι γελοίο. Δεν ήθελα να μου αγοράσει τίποτε η θεία σου». Καθισμένος δίπλα της στο ταξί, ο Ντάνιελ χαμογέλασε ψυχρά. «Τότε θα πρέπει να σ’ ενθουσιάζει η σκέψη ότι θα σ’ το αγοράσω εγώ. Βολέψου και απόλαυσε το θέαμα. Να η Αψίδα του Θριάμβου». «Για όνομα του Θεού, πάψε να μου συμπεριφέρεσαι σαν να ήμουν ανόητη. Ξέρω ποια είναι η Αψίδα του Θριάμβου. Εκείνο που δεν ξέρω είναι γιατί έμπλεξα σε τούτη την ιστορία». «Η Σόφι είναι πληθωρικός άνθρωπος. Δεν είχες ελπίδα να γλιτώσεις». Η Μιράντα τον κοίταξε αναστενάζοντας. «Αυτό ακριβώς έγινε. Είναι πάντα τόσο αποφασιστική;» «Όσο την ξέρω εγώ, είναι». Τον κοίταξε με περιέργεια. «Τι εννοείς ‘όσο την ξέρεις εσύ’; Θεία σου είναι και...» «Στην πραγματικότητα είναι αδερφή του παππού μου. Ήταν παντρεμένη και ζούσε στην Ευρώπη όταν γεννήθηκα». «Είπες όμως ότι τώρα μένει μαζί σου». «Ναι, πέθανε ο γιος της πριν από μερικά χρόνια και το γεγονός την κατέβαλε πολύ». Η Μιράντα ζάρωσε στη γωνιά της και τον ξανακοίταξε. «Τον αναφέρει συχνά. Φαίνεται ότι εξαρτιόταν πολύ απ’ αυτόν». Ο Ντάνιελ έκανε ένα μορφασμό. «Πραγματικά εξαρτιόταν». «Αυτό σκέφτηκα κι εγώ. Θα ήταν το παν γι’ αυτή». Μεσολάβησε μικρή σιωπή. «Οπωσδήποτε», της απάντησε απαλά. «Και τώρα είναι δική σου υποχρέωση η φροντίδα της». «Δεν είναι υποχρέωση, μόνος μου το αποφάσισα». Γύρισε και την κοίταξε συλλογισμένος. «Δείχνεις σαν να δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις». Η Μιράντα κοκκίνισε. «Είναι που... να, αυτή την όψη σου δεν 85


την...» «Τι συμβαίνει, Μιράντα; Σ’ ενοχλεί που ανακαλύπτεις ότι δεν είμαι το τέρας που νόμιζες;» «Δε νόμιζα ότι είσαι...» «Έλα τώρα, φαίνεται στο πρόσωπό σου. Ο Ντάνιελ Θορπ, το κάθαρμα. Αυτό δεν πιστεύεις για μένα;» «Είναι δύσκολο να σκεφτείς καλό για κάποιον που σε στριμώχνει στη γωνιά και σε αναγκάζει να κάνεις κάτι παρά τη θέλησή σου». Τα χείλη του σφίχτηκαν. «Ισως είναι χαρακτηριστικό της οικογένειας. Εννοώ, να κυνηγάμε κάτι που θέλουμε». «Ντάνιελ...» «Πρώτη φορά με αποκαλείς έτσι». Είχε μιλήσει τόσο απαλά ώστε μόλις ακούστηκαν οι λέξεις. Η Μιράντα τον κοίταξε και είδε στα μάτια του κάτι που της έκοψε την ανάσα. «Ντάνιελ», συνέχισε σχεδόν ξέπνοη, «σε παρακαλώ, θέλω να γυρίσω στην Ολλανδία. Θα μείνω στο Παρίσι μέχρι να βρεις αντικαταστάτρια. Μετά όμως...» Η φωνή του, τραχιά και παγερή, έσβησε τη δική της. «Διάβολε, νομίζεις ότι δε θα ’θελα κι εγώ να είναι τόσο απλά τα πράγματα;» Η Μιράντα έγειρε αποκαμωμένη πίσω στο κάθισμα. Πόσο την περιφρονούσε! Και το γεγονός ότι την ήθελε μεγάλωνε το μίσος του γι’ αυτή. Σφίχτηκε ο λαιμός της. Της φαινόταν ότι είχε παγιδευτεί σ’ έναν εφιάλτη. Τον είδε να σκύβει και να λέει κάτι στον οδηγό. Το ταξί σταμάτησε κοντά στο πεζοδρόμιο και ο Ντάνιελ γύρισε προς το μέρος της. «Πάμε», πρόσταζε βλοσυρός. «Έχουμε πολλά να κάνουμε σε πολύ λίγη ώρα». *** Η Μιράντα είχε δει σίφουνα σε ταινίες. Εμφανίζεται αναπάντεχα, σκοτεινός και παρασύρει τα πάντα στο διάβα του, αλλάζει ζωές και πεπρωμένα μέσα σε μια στιγμή. Έτσι ακριβώς ένιωθε, καθώς ο Ντάνιελ την πήγαινε από το ένα κατάστημα στο άλλο κρατώντας την από τον αγκώνα. Ένα φόρεμα και αξεσουάρ, είχε πει η Σόφι. Αλλά ο Ντάνιελ αγόραζε τα πάντα: φορέματα και μεταξωτές ζακέτες, στα χρώματα 86


της γης και της θάλασσας, παντελόνια και πουλόβερ σε μαλακό ζέρσεϊ και τίποτε δεν τον σταματούσε. «Τι στην ευχή κάνεις;» τον ρωτούσε συνεχώς, εκείνος όμως δεν αποκρινόταν. Έτσι, κάποια στιγμή, καθώς την έσπρωχνε σ’ ένα δρομάκι του Φομπούρ Σεντ Ονορέ, χτύπησε πεισμωμένη το πόδι της, αποφασισμένη να μην κάνει ούτε βήμα. «Δεν τα χρειάζομαι όλα αυτά. Η θεία σου είπε ένα φόρεμα γι’ απόψε κι εσύ αγόρασες μια ντουζίνα και δεν τα θέλω». «Τα θέλω όμως εγώ», της αποκρίθηκε ψυχρά. «Άκουσε, Ντάνιελ. Η θεία σου είπε...» Την έπιασε από τους ώμους. «Η θεία μου δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτά. Κατάλαβες; Εγώ τα αγοράζω, όχι εκείνη». Η Μιράντα τον κοίταξε επίμονα. «Ναι», είπε αργά. «Κατάλαβα. Προσπαθείς να με φέρεις στα μέτρα σου». Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, δάκρυα ανάβλυσαν στα μάτια της. «Δεν μπορείς όμως. Είμαι αυτή που είμαι, Ντάνιελ». «Μικρή ανόητη. Δε σκέφτομαι άλλες γυναίκες όταν σε κοιτάζω. Άλλους άντρες σκέφτομαι». Την έσφιξε περισσότερο. «Κάθε φορά που σε κοιτάζω, σε φαντάζομαι σε κάποια αναθεματισμένη ολλανδέζικη σοφίτα, να βγάζεις τούτα τα τσιγγάνικα στολίδια μπροστά σ’ έναν άντρα». Η Μιράντα έγινε κάτωχρη. «Πώς τολμάς να μιλάς έτσι;» «Στο εξής», γρύλισε ο Ντάνιελ, «ό,τι αγγίζει το δέρμα σου θ’ ανήκει σ’ εμένα. Έγινα σαφής;» «Είσαι τρελός», ψιθύρισε και είδε το πρόσωπό του να σκοτεινιάζει. «Ίσως να είμαι», είπε, τραβώντας την κοντά του. Εκείνη πάσχισε να του ξεφύγει, αλλά το στόμα του άγγιξε το δικό της χωρίς έλεος. «Μη», του ψιθύρισε πνιχτά, αλλά τι αξία έχει μια ψιθυριστή ικεσία όταν είναι ψεύτικη; Τη στιγμή που ένιωσε τα χείλη του στα δικά της, έλιωσε ολόκληρη. Το στόμα της έγινε τρυφερό, τα μπράτσα της κινήθηκαν για να τον αγκαλιάσουν και ο κόσμος χάθηκε γύρω της. Όταν την άφησε, η Μιράντα έτρεμε. «Ντάνιελ;» Δεν είδε παρά οργή, πέρα από το πάθος, στα σκοτεινά μάτια του. «Ντάνιελ», είπε ξανά. Πώς όμως ν’ απαντήσει σε μια ερώτηση που δεν έβγαινε από το στόμα της; Αντί γι’ αυτό, την άδραξε από τον αγκώνα και την παρέσυρε μαζί του. «Πάμε», την πρόσταξε. Εκείνη δεν έφερε αντίρρηση όταν 87


την οδήγησε σ’ ένα ακόμη κομψό κατάστημα. Οι αντιρρήσεις είχαν τελειώσει, δεν την άφηνε να διαμαρτυρηθεί για ό,τι είχε συμβεί. Στεκόταν ήσυχη παράμερα, καθώς εκείνος περιέγραφε το είδος της νυχτικιάς που προτιμούσε. Η υπάλληλος έγνεψε καταφατικά. Όταν ξαναγύρισε, είχε τα χέρια φορτωμένα μετάξια και δαντέλες. «Κύριε;» Ο Ντάνιελ έριξε μια γρήγορη ματιά κι έπειτα γύρισε στη Μιράντα. «Διάλεξε ό,τι θέλεις». Θεέ μου, τι τον είχε πιάσει; Δεν μπορούσε να συνεχίσει έτσι. «Όχι», είπε αποφασισμένη. «Δε θέλω». Τα μάτια του έγιναν δυο σχισμές. «Μιράντα, σου είπα να διαλέξεις». Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, αλλά η απόφαση είχε παρθεί. Θα πήγαινε με τα νερά του, όμως ήταν αδύνατο να πάρει μέρος και σε τέτοια τρέλα. Κατάπιε με δυσκολία. «Σου είπα, δε θέλω». Τα μάτια του φυλάκισαν τα δικά της πολλή ώρα. «Πολύ καλά». Γύρισε στην υπάλληλο που περίμενε υπομονετικά. «Η δεσποινίς δεν μπορεί να διαλέξει», της είπε. Η Μιράντα φοβόταν και ν’ ανασάνει. Μήπως τελικά τα είχε καταφέρει; Ο Ντάνιελ χαμογέλασε. «Συνεπώς θα τα πάρουμε όλα». Το στόμα της άνοιξε διάπλατα ταυτόχρονα με της υπαλλήλου. «Όχι», ψέλλισε. «Ντάνιελ, δεν μπορείς...» «Διπλώστε τα και στείλτε τα σ’ αυτή τη διεύθυνση». Όταν την οδήγησε στο επόμενο κατάστημα, η Μιράντα δεν είπε λέξη. Το επεισόδιο είχε φέρει αποτέλεσμα. Όποιοι κι αν ήταν οι κανόνες του παιχνιδιού, ήταν δικοί του. Αν δεν υπάκουε, το παιχνίδι θα γινόταν πιο περίπλοκο. «Ναι», είπε, όταν της έδειξε ένα ζευγάρι εντυπωσιακά, ψηλοτάκουνα παπούτσια. «Όχι», ψιθύρισε, μόλις ο χαμογελαστός υπάλληλος της έδειξε ένα φουστάνι σαν πορφυρό σύννεφο. Σιγά σιγά η Μιράντα βρέθηκε μπροστά στην προοπτική μιας μικρής περιουσίας. Τελικά έπαψε να μετράει σε πόσα καταστήματα την πήγε. Ούτε ήταν δική της δουλειά ν’ αναρωτιέται πού ήξερε ο Ντάνιελ όλα τα καταστήματα μόδας και ποιο ειδικευόταν σε τι. Τι την ενδιέφερε εκείνη που ανακατευόταν με όλα τα προσωπικά γυ88


ναικεία αντικείμενα -νυχτικά και εσώρουχα-χωρίς καμιά προκατάληψη; Δε θα ήταν λίγες οι περιπτώσεις που θα είχε αγοράσει παρόμοια πράγματα σε άλλες γυναίκες. Ωστόσο ο σκοπός όλων αυτών των αγορών πάντα θα ήταν ο ίδιος: η κατάκτηση. Στο τέλος πήγαν σ’ ένα κατάστημα πολύ πιο κομψό από τα προηγούμενα και η Μιράντα στάθηκε σαν υπάκουο μανεκέν πάνω σ’ ένα βάθρο, στα χέρια των πωλητριών. Θα αγόραζαν ένα φόρεμα-το φόρεμα συλλογίστηκε με πικρή ειρωνεία, από το οποίο είχε αρχίσει όλη τούτη η ιστορία. Ο Ντάνιελ θα έκανε την επιλογή και μετά -δόξα τω Θεώ- θα έπαιρνε τέλος η εξευτελιστική δοκιμασία. Εκείνος είχε καθίσει σε μια δερμάτινη πολυθρόνα και παρακολουθούσε σιωπηλός. «Με τα χρώματα της δεσποινίδας»» παρατήρησε η υπάλληλος, «θα ήταν υπέροχο ένα κόκκινο βελούδο, μανιφίκ!» Ο Ντάνιελ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Πράσινο μετάξι τότε», είπε μια άλλη, χαμογελώντας. «Με ντεκολτέ τόσο...» Διέγραψε με το χέρι μια νοητή γραμμή στο μπούστο της Μιράντας. «Και φούστα στενή στους γοφούς, ν' ες πα!» Ο Ντάνιελ παρέμενε συνοφρυωμένος. «Μαύρο σατέν τότε», πρότεινε η τρίτη υπάλληλος, «στράπλες με χαμηλή πλάτη...» «Δαντέλα». Η φωνή του ήταν απαλή και τις έκανε όλες να σωπάσουν. «Δαντέλα ιβουάρ, με ψηλό λαιμό, μακριά μανίκια και φούστα να τυλίγει το σώμα». Τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της. «Ναι, αυτό ακριβώς χρειαζόμαστε». Οι γυναίκες την έσπρωξαν στο δοκιμαστήριο και της έβγαλαν τα ρούχα. Μέσα σε λίγα λεπτά ήρθε το φόρεμα, όπως ακριβώς το είχε περιγράφει ο Ντάνιελ. Το γεγονός ότι υπήρχε ακριβώς αυτό που ήθελε ήταν το πρώτο θαύμα. Και το δεύτερο ήταν ότι της ερχόταν γάντι, θαρρείς και το είχαν ράψει στα μέτρα της. Το τρίτο θαύμα τώρα, εκείνο που έκανε την καρδιά της να πετάξει, ήταν ο τρόπος που την κοίταξε ο Ντάνιελ, όταν βγήκε από το δοκιμαστήριο και προχώρησε με αργό βήμα προς το μέρος του. Σηκώθηκε όρθιος, με βλέμμα σκοτεινιασμένο και την πλησίασε. 89


«Ναι», ψιθύρισε απαλά. Έβαλε τα χέρια του στους ώμους της και τη γύρισε προς τον καθρέφτη. «Λοιπόν; Πώς σου φαίνεται;» Είχε απόλυτο δίκιο. Το φόρεμα ήταν πανέμορφο, σχεδόν εξωπραγματικό. Ωστόσο είδε περισσότερα από το φόρεμα. Είδε έναν ψηλό, γοητευτικό άντρα με σκοτεινιασμένα, φλογερά μάτια, μια λεπτή γυναίκα με τρεμάμενα χείλη και αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. «Μιράντα;» Τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του μέσα στον καθρέφτη. «Πες μου, σ’ αρέσει το φόρεμα;» Ήθελε να του πει ότι δεν της άρεσε, ότι δεν ήταν καθόλου το είδος του ρούχου που φορούσε συνήθως, ότι ήθελε κάτι φλογερό και χρωματιστό, κάτι που θα διάλεγε μοναχή της και θα πλήρωνε μοναχή της και... «Ποτέ δεν έχω δει ωραιότερο πράγμα», ψιθύρισε ωστόσο άθελά της. Τα χέρια του Ντάνιελ έσφιξαν τους ώμους της. «Ούτε κι εγώ». Άγγιξε με τα χείλη τα μαλλιά της και στάθηκαν εκεί, να κοιτάζονται στον καθρέφτη, μέχρι που η Μιράντα συνειδητοποίησε ότι ο κόσμος ποτέ δε θα της φαινόταν πια ο ίδιος.

90


Κεφάλαιο 8

Λίγες ώρες αργότερα η Μιράντα στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη στο δωμάτιό της, κρατώντας μπροστά της το ιβουάρ φόρεμα. Ήταν αργά -σχεδόν επτάμισι- και κάτω την περίμενε η Σόφι. Και από στιγμή σε στιγμή περίμεναν και τον Ντάνιελ. «Η κυρία ρωτάει αν είστε έτοιμη, δεσποινίς», είπε από την πόρτα η οικονόμος, η Πολέτ. «Θα είμαι έτοιμη σε λίγα λεπτά», αποκρίθηκε η Μιράντα. Όμως έλεγε ψέματα. Δεν ήταν έτοιμη ποτέ δε θα ήταν έτοιμη όταν θα κατέβαινε κάτω ν’ αντιμετωπίσει τον Ντάνιελ. Το απογευματινό επεισόδιο την είχε συγκλονίσει. Ποτέ δε θα ξεχνούσε εκείνες τις στιγμές μπροστά στον καθρέφτη, το βλέμμα του Ντάνιελ, την αίσθηση ότι το έδαφος υποχωρούσε κάτω από τα πόδια της και τη βύθιζε σε μια απύθμενη άβυσσο. «Δεσποινίς;» Η Μιράντα στράφηκε. Πάλι η Πολέτ. «Συγνώμη, δεσποινίς, αλλά η κυρία λέει να σας πω ότι...» «Εντάξει, Πολέτ. Πες, σε παρακαλώ, στην κυρία Πρέσκοτ ότι είμαι σχεδόν έτοιμη». Η οικονόμος έγνεψε σιωπηλά, η πόρτα έκλεισε αθόρυβα και η Μιράντα στράφηκε πάλι στον καθρέφτη. Πίσω της το κρεβάτι ήταν γεμάτο με τα ρούχα που της είχε αγοράσει ο Ντάνιελ. Γιατί άραγε; Την περιφρονούσε και ταυτόχρονα την ήθελε σαν τρελός. Τόσο πολύ μάλιστα ώστε να επιθυμεί να εξαφανίσει όλους εκείνους τους άντρες που πίστευε πως υπήρχαν στη ζωή της. Στα χείλη της Μιράντας φάνηκε ένα πικρό χαμόγελο. Δεν του είχε πει ψέματα ανεξάρτητα από τις όποιες λεγεώνες έπλαθε στο μυαλό του, εκείνη δεν είχε ποτέ στενές σχέσεις με άντρες. Το πάθος της το εκτόνωνε στην τέχνη. Όμως η περη91


φάνια την είχε κρατήσει σιωπηλή. Αυτό και η γνώση ότι έτσι κι αλλιώς δε θα την πίστευε. Είχε σχηματίσει τη γνώμη του και δε θα την άλλαζε με τίποτε. Όχι πως την ένοιαζε. Η ωμή καταδίκη του ήταν βέβαια προσβλητική, ωστόσο τελικά τι σημασία είχε; Εκείνη δε σκόπευε να ενδώσει στο σκοτεινό πάθος ανάμεσά τους. Στο κάτω κάτω, δεν τον συμπαθούσε καν. Ήταν ανελέητος, αλαζονικός, εγωιστής... Κανένα θετικό στοιχείο. Μόνο που... όταν την άγγιζε, όταν την άγγιζε... Έτριξε τα δόντια και απομακρύνθηκε από τον καθρέφτη. «Αρκετά», μονολόγησε οργισμένη. Για τελευταία φορά είχε υποχωρήσει στα καπρίτσια του. Από δω και στο εξής θα έκανε τη συνοδό της Σόφι Πρέσκοτ και θα έστελνε στο διάβολο τον Ντάνιελ Θορπ αν προσπαθούσε να την ξαναπιέσει. Το πρόσωπό της γλύκανε στη σκέψη της ηλικιωμένης γυναίκας. Με εξαίρεση τις πνευματικές διαλείψεις της, η Σόφι ήταν υπέροχη συντροφιά. Απόψε θα περάσουμε θαυμάσια, συλλογίστηκε η Μιράντα, φορώντας τελικά το ιβουάρ φόρεμα. Λάτρευε την καλή μουσική και δεν είχε δει ακόμα το νυχτερινό Παρίσι. Την παρουσία του Ντάνιελ θα την ανεχόταν, αφού θα ήταν μαζί και η Σόφι. «Μιράντα;» Η φωνή της Σόφι έφτασε από τον κάτω όροφο. «Είσαι έτοιμη, καλή μου;» Η Μιράντα έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Η γυναίκα απέναντι της ήταν μια ξένη με βλέμμα ψυχρό, όμως η Μιράντα τη γνώριζε καλά. Ήταν αποφασισμένη και απόλυτα κυρίαρχη του εαυτού της. Είσαι έτοιμη; ρώτησε την εικόνα της. Μετά έσβησε το φως και βγήκε από το δωμάτιο. Απογοητεύτηκε όταν δε βρήκε παρά τη Σόφι να τη ν περιμένει στο σαλόνι. Μια κι αποφάσισες ν’ αντιμετωπίσεις το θηρίο στη φωλιά του, συλλογίστηκε, όσο πιο γρήγορα τόσο το καλύτερο. Ο Ντάνιελ θα έφτανε από στιγμή σε στιγμή. Η Σόφι καθόταν σε μια πολυθρόνα και φορούσε ρόμπα και παντόφλες. «Γιατί δεν ντύθηκες ακόμα;» απόρησε η Μιράντα. «Δε μου είπες ότι ο Ντάνιελ θα ερχόταν στις επτάμισι;» Η Σόφι σηκώθηκε χαμογελώντας. «Είσαι υπέροχη, χρυσή μου. Και το φόρεμα θαυμάσιο. Και τα μαλλιά σου! Γύρνα λίγο να δω πώς τα ’χεις χτενίσει!» Η Μιράντα διέγραψε ένα μικρό κύκλο γύρω από τον εαυτό 92


της, καθώς η ηλικιωμένη γυναίκα θαύμαζε τις μπούκλες που είχε στερεώσει ψηλά στους κροτάφους με δυο ασημένια χτενάκια. «Είσαι τέλεια, Μιράντα. Ο Ντάνιελ θα...» Η Μιράντα κοίταξε απορημένη τη Σόφι που δάγκωνε τα χείλη της. «Τι θα κάνει ο Ντάνιελ;» «Θα είναι περήφανος να σε συνοδεύσει, καλή μου. Ποιος δε θα ήταν στη θέση του;» Η Μιράντα την πλησίασε, προσπαθώντας ν’ αγνοήσει το κακό της προαίσθημα. «Γιατί δεν είσαι ντυμένη;» «Δε σου είπε η Πολέτ; Φοβάμαι πως θα πρέπει να βγείτε μόνοι σας απόψε». Η καρδιά της Μιράντας βούλιαξε. «Τι εννοείς;» Το χαμόγελο της Σόφι έσβησε. «Φαίνεται πως με πείραξε το ταξίδι. Νιώθω εξουθενωμένη». Φυσικά, συλλογίστηκε με συμπάθεια η Μιράντα. Η Σόφι ήταν ζωντανός άνθρωπος, αλλά είχε περάσει τα ογδόντα. Καμιά φορά το ξεχνούσε. Της χαμογέλασε. «Δεν πειράζει, καταλαβαίνω», είπε, πηγαίνοντας προς το τηλέφωνο. «Και ο ανιψιός σου θα καταλάβει μόλις του εξηγήσω». «Δε χρειάζεται να τηλεφωνήσεις στον Ντάνιελ. Τηλεφώνησα εγώ». Η Μιράντα ένιωσε ανακούφιση παράλληλα με κάτι άλλο. Απογοήτευση; Γιατί όχι; Είχε αποφασίσει ν’ αντιμετωπίσει το θηρίο στη φωλιά του και τώρα το θηρίο δε θα ερχόταν. Σύνελθε, είπε μέσα της. Αργά ή γρήγορα θα ξανάρθει. «Τότε πάω επάνω να βγάλω αυτό το ανόητο φουστάνι...» «Δεν είναι καθόλου ανόητο το φουστάνι σου, είναι θαυμάσιο. Επειδή δε νιώθω εγώ καλά, δε σημαίνει ότι πρέπει να μείνετε κι εσείς μέσα. Θα πάτε με τον Ντάνιελ, οι δυο σας». «Με τον Ντάνιελ... οι δυο μας;» «Φυσικά. Μόνο μην ξεχάσετε να παραγγείλετε ένα γλυκό παραπάνω για μένα στο Φουκέ μετά τη συναυλία. Μπράβο, καλό κορίτσι». «Όχι», είπε η Μιράντα με τρεμουλιαστή φωνή. «Δε θέλω να πάω». «Μιράντα, καλή μου, ξέρω ότι ο Ντάνιελ φέρθηκε κάπως... πώς να το πω, κάπως απότομα. Δε θα το ξανακάνει όμως, είχαμε μια κουβεντούλα μαζί και...» «Δε σκεφτόμουν τον εαυτό μου, εσένα σκεφτόμουν. Δε θέλω 93


να μείνεις μόνη σου». «Δε θα είμαι μόνη μου, θα είναι μαζί μου η Πολέτ», αποκρίθηκε ανυπόμονα η Σόφι. «Δεν είμαι άρρωστη, μα το Θεό και δε θέλω να με αντιμετωπίζετε σαν άρρωστη. Μόλις συζητήσαμε με τον Ντάνιελ και... Α, να τος», είπε, μόλις ακούστηκε το κουδούνι της εξώπορτας. Η Μιράντα παρακολούθησε την οικονόμο που πήγαινε ν’ ανοίξει. Να που συνέβαινε πάλι. Ο έλεγχος της ζωής της ξέφευγε πάλι από τα χέρια της. «Σόφι, σε παρακαλώ. Ασε με να του πω...» «Να του πεις τι;» Η καρδιά της σταμάτησε στο άκουσμα της απαλής, βαθιάς φωνής. Ο Ντάνιελ στεκόταν στην πόρτα του σαλονιού και της χαμογελούσε. Η Μιράντα τον αναμέτρησε ολόκληρο με το βλέμμα, καθώς εκείνος φιλούσε τη θεία του και της έδινε ένα μπουκέτο λουλούδια πριν στραφεί προς το μέρος της. Ήταν ντυμένος επίσημα, με μαύρο βραδινό κοστούμι. Η αυστηρή γραμμή του ρούχου τόνιζε τους πλατιούς ώμους, τους στενούς γοφούς και τα μακριά πόδια του, ενώ το ιβουάρ πουκάμισο αναδείκνυε τα αρρενωπά χαρακτηριστικά του. Τα σκουροκάστανα μαλλιά του έμοιαζαν μεταξένια και λίγο ανακατεμένα από τον αέρα. Ξαφνικά την κατέκλυσε η αίσθηση ότι πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχε άντρας πιο γοητευτικός και πιο επιθυμητός από εκείνον που στεκόταν μπροστά της. Την κυρίεψε ένας παγερός φόβος και πισωπάτησε ένα βήμα. Όμως ήταν πολύ αργά. Ο Ντάνιελ ερχόταν προς το μέρος της χαμογελώντας, με μια κατάλευκη ορχιδέα στο χέρι του. «Πόσο όμορφη είσαι», της είπε απαλά. Τι άλλο της απέμενε από το να προχωρήσει και να δει τι της επιφύλασσε τούτη τη φορά η μοίρα; *** Κατάφεραν να κουβεντιάσουν ευγενικά στη διάρκεια της διαδρομής, αν και αργότερα η Μιράντα δε θυμόταν ούτε λέξη από τη συζήτηση. Όταν όμως το ταξί τους εγκλωβίστηκε στην κίνηση και αναγκάστηκαν να βγουν και να περπατήσουν, δεν μπόρεσε να συγκροτήσει τις λέξεις που την έκαιγαν τόση ώρα. «Θέλω να μου πεις ένα πράγμα. Είχες ποτέ σκοπό να πάρεις μαζί τη θεία σου απόψε;» τον ρώτησε. 94


Ο Ντάνιελ αναστέναξε. «Αναρωτιόμουν πόση ώρα θα περνούσε για να ρωτήσεις». «Απάντησε, σε παρακαλώ». «Λυπάμαι που θα χαλάσω το όποιο σενάριο επινόησε το μυαλουδάκι σου για μας, Μιράντα, αλλά δεν είχα προβλέψει αυτή την εξέλιξη. Όταν μου τηλεφώνησε η Σόφι, ξαφνιάστηκα όσο κι εσύ». «Υποτίθεται ότι πρέπει να το πιστέψω;» «Ναι... εκτός αν με θεωρείς ψεύτη». Η Μιράντα δίστασε. Ο Ντάνιελ είχε πολλά ελαττώματα, ωστόσο ποτέ δεν της πέρασε από το μυαλό κάτι τέτοιο. Πάντως... «Για να πω την αλήθεια, ανησύχησα», πρόσθεσε εκείνος. «Της είπα ότι θα ακύρωνα αμέσως τα σχέδιά μας και θα καθόμουν κοντά της να της διαβάσω». «Να της διαβάσεις;» Της χαμογέλασε. «Τόσο εξωφρενικό σου φαίνεται;» «Όχι. Όμως δεν μπορώ να σε φανταστώ...» «Σίγουρα δεν μπορείς. Δυσκολεύεσαι να σκεφτείς ένα... πώς με αποκαλείς τον τελευταίο καιρό; Ζώο. Και κάθαρμα. Και...» Η Μιράντα κοκκίνισε. «Μην αλλάζεις θέμα». «Πρέπει να είναι δύσκολο να φανταστείς ένα τέτοιο πλάσμα να διαβάζει στη θεία του». «Αν ελπίζεις ότι θα ζητήσω συγνώμη...» «Μήπως θα τρομάξεις αν σου αποκαλύψω ότι μερικές φορές παίζω ραμί μαζί της τις νύχτες του χειμώνα;» Η Μιράντα δάγκωσε τα χείλη της. «Τι προσπαθείς να μου πεις, Ντάνιελ;» «Προσπαθώ να σου πω ότι ίσως μ’ έχεις παρεξηγήσει. Υποψιάζομαι όμως ότι έχουμε παρεξηγήσει ο ένας τον άλλο». «Δεν είμαι... δεν είμαι σίγουρη ότι σε καταλαβαίνω». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Είναι απλό. Με έκρινες με βάση τη συμπεριφορά μου. Και υποθέτω ότι συμπεριφέρθηκα μάλλον άσχημα». «Υποθέτεις;» επανέλαβε γελώντας τραχιά η Μιράντα. «Συμπεριφέρθηκες σαν... σαν...» «Σαν αγροίκος. Έτσι με αποκάλεσε η Μίνα. Πρέπει να παραδεχτώ ότι αυτός ο χαρακτηρισμός με τάραξε πολύ». Στα χείλη του ζωγραφίστηκε ένα χαμόγελο σχεδόν παιδικό, πρωτόγνωρο, που έκανε την καρδιά της να σκιρτήσει. Δεν ήταν όμως παιδί, θύμισε ψυχρά στον εαυτό της, ήταν άντρας, έ95


νας άντρας που της χτυπούσε και χόρευε από τότε που γνωρίστηκαν και τώρα πήγαινε να της βγει από διαφορετική κατεύθυνση. «Πολύ συγκινητικό, Ντάνιελ. Τι εννοείς όμως; Λες ότι παρεξηγήσαμε ο ένας τον άλλο, μόλις παραδέχτηκες ωστόσο ότι εγώ δεν παρεξήγησα εσένα». Την άρπαξε από τους ώμους. «Διάβολε, προσπαθώ να ζητήσω συγνώμη. Γιατί μου το κάνεις τόσο δύσκολο;» Πραγματικά προσπαθούσε να ζητήσει συγνώμη ο Ντάνιελ Θορπ; Όχι, αυτό πήγαινε πολύ. Η καρδιά της χτύπησε άτακτα, όταν όμως μίλησε, η φωνή της ακούστηκε ψύχραιμη. «Ίσως θέλεις να μου εξηγήσεις για ποιο πράγμα ζητάς συγνώμη. Επειδή απείλησες τους φίλους μου; Επειδή με ανάγκασες να φύγω από το Άμστερνταμ; Επειδή με σέρνεις εδώ κι εκεί στην Ευρώπη; Αλήθεια, θα πρέπει να γίνεις πιο συγκεκριμένος, αν θέλεις να δεχτώ τη συγνώμη σου, Ντάνιελ». Εκείνος έβαλε αμήχανα τα χέρια στις τσέπες του. «Προσπάθησε να το δεις από την πλευρά μου, εντάξει; Σε βρίσκω γυμνή στο διαμέρισμα του Μίλερ και...» Η Μιράντα γέλασε. Τέρμα λοιπόν οι συγνώμες. «Αυτό πάλιωσε πια. Το έχουμε συζητήσει δέκα φορές και το βαρέθηκα. Δεν έχω σκοπό να δώσω άλλες εξηγήσεις και...» «Θα μ’ ακούσεις επιτέλους;» της φώναξε, σφίγγοντας τους ώμους της. «Δε χρειάζεται να δώσεις εξηγήσεις, αυτό είναι το ζήτημα». «Τι εννοείς, ανάθεμά σε...» «Έκανα λάθος», φώναξε για να καλύψει τη δική της φωνή. Εκείνη κοίταζε απορημένη το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό του. «Τώρα το ξέρω. Είσαι ό,τι ακριβώς είπες, ζωγράφος και μερικές φορές μοντέλο, ενώ εγώ το κάθαρμα υπονοούσα άλλα πράγματα». Πραγματικά ζητούσε συγνώμη. Γιατί όμως; Μήπως του είχε μιλήσει η Σόφι; «Τι σ’ έκανε ν’ αλλάξεις γνώμη;» Ο Ντάνιελ πήρε βαθιά ανάσα. «Τηλεφώνησα απόψε στον Μίλερ. Μου είπε...» Τα μάτια της άστραψαν από οργή. «Ο Ερνστ Μίλερ είναι ψεύτης». «Ναι», της αποκρίθηκε χαμογελώντας. «Αυτή τη φορά όμως μου είπε αλήθεια. Παραδέχτηκε πως σχεδόν δε σε ξέρει». 96


«Και τον πίστεψες;» «Ναι». «Την προηγούμενη φορά σού είπε ότι κοιμόμουν μαζί του. Και πάλι τον πίστεψες». Ο Ντάνιελ παραμέρισε τα μαλλιά από το μέτωπό του. «Κοίτα, έκανα λάθος. Ήμουν... ήμουν θυμωμένος και...» «Για να εξηγηθούμε. Ζήτησες από τον Ερνστ Μίλερ να σου κάνει περιγραφή του χαρακτήρα μου, όχι μια αλλά δυο φορές. Σωστά;» «Μιράντα, διάβολε, άσε με να μιλήσω, εντάξει;» «Σ’ αφήνω. Περιμένω να μου πεις γιατί πίστεψες δυο διαφορετικές ιστορίες απ’ αυτό το... το...» «Ίσως επειδή πρέπει να σε γνωρίσω», της αποκρίθηκε τραχιά. «Ίσως επειδή το σκέφτηκα ψύχραιμα. Τι σημασία έχει; Προσπαθώ να σου εξηγήσω ότι έκανα λάθος, Μιράντα. Θα μ’ αφήσεις;» Εκείνη τον κοίταξε και η καρδιά της χόρεψε έναν τρελό χορό. Όχι πως είχε σημασία τι πίστευε όχι πως έδινε δεκάρα... «Μιράντα...» Η φωνή του ακούστηκε απαλή, σχεδόν χαϊδευτική. «Φέρθηκα ανόητα». «Γι' αυτό δεν έχει κανείς αντίρρηση», του αντιγύρισε ψυχρά. Ο Ντάνιελ χαμογέλασε. «Τότε λοιπόν...» «Υποτίθεται ότι πρέπει να κολακευτώ επειδή τελικά κατάλαβες ότι δεν πουλάω τα...» Τον άκουσε να γελάει απαλά και το πρόσωπό της κοκκίνισε. «Στ’ αλήθεια πιστεύεις ότι νοιάζομαι για τη γνώμη σου;» ρώτησε. Η καρδιά της όμως χοροπηδούσε και την ένιωσε να λιώνει όταν είδε το γλυκό του χαμόγελο. «Ελπίζω ότι νοιάζεσαι, επειδή εγώ νοιάζομαι για τη δική σου». Όλη η οργή που είχε επιστρατεύσει η Μιράντα για να προστατευτεί έσβηνε. Ο Ντάνιελ την κοίταζε ακόμα με το αισθησιακό εκείνο χαμόγελο και με μάτια που είχαν πάρει το χρώμα του καπνού. «Μιράντα;» Κατάπιε με δυσκολία το σάλιο της. «Ναι;» Ο Ντάνιελ φυλάκισε το πρόσωπό της στις παλάμες του. «Θα μου δώσεις άλλη μια ευκαιρία;» «Δε... δεν ξέρω, Ντάνιελ», του ψιθύρισε. «Θα το ’θελα, αλλά...» «Έλα να πάμε στη συναυλία και μετά για φαγητό. Και αν δε 97


θέλεις να με ξαναδείς μετά...» Τον αναμέτρησε με το βλέμμα. «Θα μ’ αφήσεις να γυρίσω στο Άμστερνταμ;» Εκείνος φάνηκε να διστάζει. «Αν το θέλεις πραγματικά», είπε τελικά. Δεν είχε ιδέα τι ήθελε πραγματικά, αλλά ο Ντάνιελ είχε περάσει ανάλαφρα το μπράτσο του στους ώμους της και την οδηγούσε προς την είσοδο της αίθουσας. «Θα χάσουμε την αρχή αν δε βιαστούμε», της είπε. «Άκου τι θα κάνουμε. Θα παρακολουθήσουμε το πρώτο μέρος και ύστερα θα φύγουμε αν θέλεις». Είχαν φτάσει στην πύλη. Η Μιράντα δίστασε για λίγο, αλλά μετά τους παρέσυρε το πλήθος. «Εντάξει», μουρμούρισε. «Θα μείνουμε μέχρι το διάλειμμα. Και μετά θα δούμε». *** Ωστόσο, όταν έφτασε το διάλειμμα, είχε μαγευτεί τόσο πολύ ώστε δεν της πέρασε από τη σκέψη να φύγει. Η μουσική ήταν μαγική, η αίθουσα πανέμορφη και ο Ντάνιελ... ο Ντάνιελ υπέροχος. Η μουσική τον συνέπαιρνε, η Μιράντα το έβλεπε στον τρόπο που λικνιζόταν το κορμί του. Όμως ήταν και διασκεδαστικός, όταν παρατήρησε καυστικά πως η φαλάκρα του μαέστρου αντανακλούσε το φως και τύφλωνε τους βιολιστές. Της είπε επίσης διάφορες ιστορίες για τον αρχιτέκτονα που έχτισε την αίθουσα και τους παλιότερους μουσικούς που είχαν αφήσει εποχή. Στο διάλειμμα πήγαν στο μπαρ. Δεν τη ρώτησε αν ήθελε να φύγει, αλλά τι σημασία είχε; Δική της ήταν η απόφαση, είχε πει και είχε αποφασίσει να μην ασκήσει το δικαίωμα. Κάποια στιγμή που ο Ντάνιελ απομακρύνθηκε, η Μιράντα έβγαλε από την τσάντα της ένα κομμάτι χαρτί και μια υποψία μολυβιού. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε απορροφηθεί σκιτσάροντας την ορχήστρα. Δεν τον άκουσε που επέστρεφε, δεν ήξερε ότι στάθηκε πίσω της και την παρακολουθούσε μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο στην άκρη των χειλιών του. Τελικά έσκυψε και της ψιθύρισε: «Λένε πως το ίδιο έκανε και ο Τουλούζ Λοτρέκ». Η Μιράντα αναπήδησε ξαφνιασμένη, ενώ το πρόσωπό της 98


έλαμψε από ευτυχία. Ο τόνος του ήταν επίσημος, αλλά τα μάτια του γελούσαν. «Ντάνιελ! Συγνώμη, αλλά μ’ έχουν συναρπάσει όλα τόσο πολύ...» «Δεν υπάρχει άλλη πόλη σαν κι αυτή για έναν καλλιτέχνη», της αποκρίθηκε, δίνοντάς της ένα ποτήρι με ποτό. «Πάντα ονειρευόμουν να έρθω εδώ για να ζωγραφίσω. Οι γονείς μου πίστευαν ότι θα με ικανοποιούσε η Νέα Υόρκη, αλλά...» «Η Νέα Υόρκη;» Το χαμόγελό του ξανάγινε πειραχτικό. «Σκέψου ότι ζούσαμε στην ίδια πόλη και δε συναντηθήκαμε ποτέ. Απίστευτο». Η Μιράντα γέλασε. «Καθόλου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά νομίζω πως δεν κινηθήκαμε στους ίδιους κύκλους. Τέλος πάντων», κατέληξε πίνοντας μια γουλιά από το ποτό της, «εγώ έμεινα εκεί μόνο ένα χρόνο. Στη Φιλαδέλφεια μεγάλωσα». «Εκεί μένει η οικογένειά σου;» «Η μαμά, ο μπαμπάς, η μικρή αδερφή, δυο γάτες κι ένας σκύλος». «Και όλοι ενθουσιάστηκαν όταν κέρδισες την υποτροφία». «Ασφαλώς». «Από ποιον κληρονόμησες το ταλέντο; Είναι καλλιτέχνες οι γονείς σου;» Η Μιράντα χαμογέλασε. «Ο πατέρας μου είναι μηχανικός. Η μαμά όμως μου έραψε κάποτε αποκριάτικο κοστούμι. Πιστεύεις ότι μετράει;» Ο Ντάνιελ της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Ασφαλώς. Η τέχνη κυλάει στις φλέβες των Στιούαρτ». «Πες μου τώρα για σένα. Μεγάλωσες σε οικογένεια επιτυχημένων επιχειρηματιών;» «Όχι ακριβώς. Για να πω την αλήθεια, η λέξη ‘επιτυχία’ ήταν απαγορευμένη για την οικογένεια». «Δεν καταλαβαίνω». «Ούτε κι εγώ καταλάβαινα. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι η μάνα μου θεωρούσε τον πατέρα μου προσωποποίηση της αποτυχίας». Ο Ντάνιελ κοίταξε το ποτήρι του και μετά το σήκωσε στα χείλη του και το άδειασε με μια ρουφηξιά. «Όμως πως... εννοώ, πώς μπορούσε να λέει...» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Ηταν μάλλον ονειροπόλος τύπος, ο άνθρωπος που συνέχεια φαντάζεται τρόπους να πιά99


σει την καλή». «Αλλά δεν την έπιασε ποτέ». «Ποτέ. Απεχθανόμουν τον τρόπο που τον προκαλούσε η μάνα μου, τώρα όμως καταλαβαίνω πόσο δύσκολο ήταν γι’ αυτή να τα βγάλει πέρα, ενώ ο πατέρας καθόταν και αναζητούσε τρόπους να γίνει ένα με τους μεγάλους». Η Μιράντα δεν τον είχε δει ποτέ τόσο απορροφημένο από τις σκέψεις του. Ξάφνου της δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι δεν το συνήθιζε να μιλάει για τον εαυτό του και την έπνιξε η χαρά. «Εσύ όμως τα κατάφερες», του είπε. «Κατάφερες να γίνεις μεγάλος». «Υποθέτω». «Ο πατέρας σου θα πρέπει να ένιωθε περήφανος». «Δεν το έμαθε ποτέ. Πέθανε πριν καταφέρω κάτι στη ζωή μου». Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι. «Το διάλειμμα τελείωσε», είπε απογοητευμένη η Μιράντα. Καθώς άφηνε το ποτήρι της σ’ ένα τραπεζάκι, ο Ντάνιελ της έπιασε το χέρι. «Μιράντα, προτιμάς ν’ ακούσεις το δεύτερο μέρος ή να δεις το πραγματικό Παρίσι;» Τούτη τη φορά δεν υπήρχαν δισταγμοί. «Θα το ήθελα πολύ», αποκρίθηκε, ενώ εκείνος περνούσε το χέρι στη μέση της και την οδηγούσε μέσα στη νύχτα. *** Περπάτησαν χέρι-χέρι, σεργιανώντας στην πόλη με κατεύθυνση το ποτάμι και μετά κατέβηκαν τα παλιά σκαλάκια που οδηγούσαν στην αποβάθρα. Το φεγγαρόφωτο χάιδευε την επιφάνεια του νερού, λούζοντάς τη με ασήμι. Ανέβηκαν μια άλλη σκάλα και ξαναβρέθηκαν στο δρόμο και μετά κατηφόρισαν το ένα μετά το άλλο τα πλακόστρωτα δρομάκια. Σε κάποιο σημείο η Μιράντα έβγαλε τα παπούτσια της και ο Ντάνιελ τα έβαλε στις τσέπες του. «Έχω κρατήσει τραπέζι στο Φουκέ», της είπε. Του χαμογέλασε. «Θα με αφήσουν να μπω ξυπόλυτη;» «Θα σε αφήσουν, επειδή είσαι η ομορφότερη γυναίκα του Παρισιού», της αποκρίθηκε τρυφερά. Η καρδιά της φτερούγισε από χαρά. Βγήκαν στα Ηλύσια Πεδία. 100


«Ισως πρέπει να πάμε κάπου αλλού», πρότεινε ο Ντάνιελ, όταν ανακατεύτηκαν με το πλήθος. Η Μιράντα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Πάντα ήθελα να πάω στο Φουκέ. Οι τουριστικοί οδηγοί λένε πως είναι θαυμάσιο μέρος. Καλύτερα λοιπόν να βάλω τα παπούτσια μου». Στηρίχτηκε στον αγκώνα του και φόρεσε πρώτα το ένα σανδάλι και μετά το άλλο. Ύστερα τον κοίταξε χαμογελώντας. Να με τι μοιάζω, συλλογίστηκε. Με τη Σταχτοπούτα. Ρίγησε ολόκληρη. Ο Ντάνιελ το ένιωσε και πέρασε το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της. «Τι συμβαίνει, Μιράντα;» Τον κοίταξε. Ήταν αστείο να σκέφτεται ότι η παραμυθένια βραδιά της Σταχτοπούτας είχε καταλήξει σε κολοκύθες, κουβέλια και ποντίκια. Πάσχισε να χαμογελάσει. «Τίποτε. Απλώς... κρύωσα». Ο Ντάνιελ έβγαλε χαμογελώντας το σακάκι του και το έριξε στους ώμους της. «Είσαι καλύτερα τώρα;» Το απαλό μάλλινο ύφασμα ανέδιδε το αρρενωπό του άρωμα και εξαφάνισε τους φόβους της. Κάθισαν σ’ ένα γωνιακό τραπέζι. Όταν τους έφεραν τον κατάλογο, η Μιράντα άφησε στην άκρη τον δικό της. «Δεν ξέρω παρά τις λέξεις ‘κρασί, τυρί, ψωμί και καφέ’. Θα παραγγείλεις για μένα, σε παρακαλώ;» Ο Ντάνιελ χαμογέλασε πονηρά. «Ασφαλώς, δεσποινίς μου. Και ξέρω τι ακριβως θέλετε. Χάμπουργκερ. Μπέικον και αβγά». Εκείνη σκέπασε το πρόσωπο με τα χέρια της γελώντας. «Μπιζελόσουπα και τηγανητές πατάτες», κατέληξε. «Εκείνη τη μέρα πέθαινα της πείνας», του αποκρίθηκε, προσπαθώντας να μη βάλει τα γέλια. «Είχα να φάω... δεν ξέρω από πότε». Το χαμόγελό του έσβησε. «Γιατί δε ζήτησες βοήθεια από κάποιον; Σίγουρα οι γονείς σου...» «Δεν ήθελα να τους ανησυχήσω. Άλλωστε, αν καταφέρω κάτι ως ζωγράφος, θέλω να το κάνω μόνη μου». «Α, κόντεψα να το ξεχάσω. Κάποτε το αντίτιμο που πληρώνει κάποιος για το ελεύθερο πνεύμα του είναι η ανοησία». Η Μιράντα ανοιγόκλεισε απορημένη τα μάτια. Ο Ντάνιελ χαμογελούσε, αλλά το βλέμμα του ήταν ψυχρό. Ένιωσε το ευχάριστο βράδυ τους να ξεγλιστράει μέσα από τα χέρια της. «Δύσκολα ταυτίζει κανείς την ανοησία με την ανεξαρτησία», 101


παρατήρησε επιφυλακτικά. «Αυτό είναι συζητήσιμο, σωστά; Δε ζήτησες βοήθεια όταν τη χρειάστηκες και διάλεξες για τις σπουδές σου μια πόλη που φημίζεται για την ελευθεριότητα των ηθών της...» «Το Αμστερνταμ;» Η Μιράντα γέλασε. «Φημίζεται επίσης για τον Ρέμπραντ και τον Βερμέερ, το ξέχασες;» «Έμπλεξες με κακή πάστα ανθρώπων...» «Τι εννοείς; Η Μίνα και ο Μπίλι...» «Ακόμα και ο τρόπος που ντύνεσαι φωνάζει από μακριά. ‘Κοιτάξτε με, είμαι διαφορετική’». «Δε μου περισσεύουν λεφτά για λούσα», του πέταξε. Η αιχμή στη φωνή της έγινε αντιληπτή και ξερόβηξε για να τη διώξει. «Έτσι ψωνίζω δεύτερο χέρι και...» «Τίποτε απ' αυτά δεν υποδεικνύει την ανεξαρτησία σου, Μιράντα. Αυτό πρέπει να το καταλαβαίνεις». Κράτησε την ανάσα της. «Δε χρειάζομαι την έγκρισή σου για τον τρόπο που ζω, Ντάνιελ. Αυτό πρέπει να το καταλαβαίνεις. Και είμαι απόλυτα ευτυχισμένη με τη ζωή μου». «Έχεις ιδέα πόσο παιδιάστικο είναι αυτό που λες;» Είχε. Και οπωσδήποτε δεν ήταν αλήθεια. Κάποτε το είχε πει ο Μπίλι αυτό, σκόπιμη ανοησία για να δικαιολογήσει τις τρύπες στα παπούτσια του και τα φτηνά φαγητά που έτρωγε. «Είμαι ευτυχισμένος έτσι», είχε πει. Όλοι είχαν γελάσει μαζί του, όμως αυτό δεν ήταν δουλειά του Ντάνιελ Θορπ. Δεν του όφειλε τίποτε... «Δεσποινίς, κύριε;» Ο σερβιτόρος είχε πλησιάσει για να πάρει την παραγγελία. Ο Ντάνιελ άρπαξε τον κατάλογο, ενώ η Μιράντα πήρε το ποτήρι της και ήπιε μια γουλιά κρασί. Το χέρι της έτρεμε από θυμό. Ο Ντάνιελ ήταν ο πιο αλαζονικός άντρας που είχε γνωρίσει ποτέ. Ούτε είχε αλλάξει γνώμη για το άτομό της. Παραδεχόταν ότι δεν ήταν αλήτισσα, εξακολουθούσε όμως να θεωρεί απαράδεκτο τον τρόπο ζωής της. Τον παρακολούθησε καθώς παράγγελνε τα πιάτα σε άπταιστα γαλλικά. Ανετος στον κόσμο του. Δεν ήταν ν’ απορεί κανείς που ένιωθε τόση απέχθεια για τον δικό της. Τα μάτια της έπεσαν στο ζευγάρι του διπλανού τραπεζιού. Ο κύριος μιλούσε στην κυρία κι εκείνη προσποιόταν ότι άκουγε προσεκτικά. Ταυτόχρονα όμως έριχνε βλέμματα θαυμασμού στον Ντάνιελ. 102


Γιατί όχι; Ήταν αναμφισβήτητα ο γοητευτικότερος άντρας στην αίθουσα. Και δεν ήταν μόνο η γοητεία του ο τρόπος που στεκόταν, η περήφανη γωνία που σχημάτιζε το κεφάλι με τους ώμους του, η δύναμη που απέπνεε! Ανήκε σ’ εκείνο τον κόσμο, δεν ήταν, όπως η ίδια, απλός τουρίστας σε μια εξωπραγματική βραδιά. Ο λαιμός της σφίχτηκε. Όχι, δεν ήταν τουρίστρια. Ήταν παρείσακτη, ντυμένη για την περίσταση από έναν άντρα ο οποίος προτιμούσε την κομψή ύπαρξη που είχε δημιουργήσει από τη γυναίκα που πραγματικά αντιπροσώπευε εκείνη. Όσο για την αλλαγή στη διάθεσή του, γεγονός ήταν ότι ο κύριος δεν είχε ενδιαφερθεί ν’ αναζητήσει την αλήθεια, μέχρι που την είδε ντυμένη με το αναθεματισμένο δαντελένιο φόρεμα. Τότε μόνο τη θεώρησε άξια σεβασμού και έδωσε πίστη στην ιστορία της. Η γυναίκα στο διπλανό τραπέζι μετακινήθηκε στο κάθισμά της. Δεν έκρυβε την ανία της και πάσχιζε πραγματικά να προσέξει το συνοδό της. Αλλά το μάτι της όλο και ξαναγύριζε στον Ντάνιελ. Τον κοίταζε σκεφτική και τότε, για πρώτη φορά, γύρισε να κοιτάξει και τη Μιράντα. Σχεδόν την ίδια στιγμή στα πορφυρένια χείλη της φάνηκε ένα περιφρονητικό χαμόγελο. Η Μιράντα ένιωσε τα μάγουλά της ν’ ανάβουν. Το χαμόγελο ήταν κάτι περισσότερο από εύγλωττο. Τι γυρεύεις εσύ μαζί του; έλεγε. Δεν ανήκεις εδώ. Χωρίς το ακριβό φουστάνι, δεν είσαι παρά ένα χαμίνι που μάζεψε από τους δρόμους. Η φωνή του Ντάνιελ την έκανε ν’ αναπηδήσει. «Είσαι καλά, Μιράντα;» «Ναι, εντάξει είμαι». «Σίγουρα; Αν δε σ’ αρέσει εδώ...» «Σου είπα, είμαι εντάξει». «Αν δε νιώθεις άνετα...» «Τι συμβαίνει, Ντάνιελ; Φοβάσαι μήπως πιάσω το φαγητό με τα χέρια;» Εκείνος ξεφύσηξε ενοχλημένος. «Κοίτα, συγνώμη για όσα είπα προηγουμένως. Δεν ήθελα να...» «Ντάνιελ;» Δάγκωσε τα χείλη της. «Είμαι κουρασμένη. Μπορούμε να φύγουμε, σε παρακαλώ;» Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Μα μόλις παρήγγειλα». «Μα φυσικά». Πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει, αναζη103


τώντας απεγνωσμένα κάτι να πει. «Πες μου, πώς ήξερες ότι θα μ’ άρεσε ν’ ακούσω Ντεμπισί και Ραβέλ;» Ο Ντάνιελ εξακολουθούσε να την κοιτάζει επίμονα. «Θυμήθηκα ότι σε ηρέμησε Η Θάλασσα τότε που σε πήρα με το αυτοκίνητό μου». Χαμογέλασε άθελά της. «Εντυπωσιάστηκα κι εγώ, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Σκέφτηκα ότι κάποιος που αγαπάει τον Ντεμπισί δεν μπορεί να είναι τελείως κακός». «Χαίρομαι που μου επιφύλαξες το προνόμιο της αμφιβολίας, όμως πρέπει να σου πω ότι αυτός είναι ο δύσκολος τρόπος για να χαρακτηρίσεις τους ανθρώπους. Μπορεί να στραφεί εναντίον σου. Γνώρισα κάποτε έναν τύπο που είχε το στήθος και τα μπράτσα γεμάτα τατουάζ...» «Που αναπαριστούσαν την πατρίδα και τη σημαία;» «Θύμιζαν περισσότερο κρανία, Χάρλεϊ και πληθωρικές γυναίκες. Στη ζώνη του φορούσε μαχαίρι και στο κεφάλι του γυάλιζαν λαδωμένες τρίχες». «Δεμένες πίσω με μαντίλα;» Ο Ντάνιελ γέλασε. «Ακριβώς. Α, είχε κι ένα χρυσό δόντι, εδώ, στο μπροστινό μέρος». «Πού γνώρισες αυτό τον υπέροχο κύριο; Στην κόλαση;» Ο Ντάνιελ χαμογέλασε. «Κοντά έπεσες. Γνωριστήκαμε πάνω στο μοναδικό στέρεο σημείο σε μια ελώδη έκταση στη ζούγκλα». «Στη ζούγκλα; Στην πραγματική ζούγκλα;» «Ακριβώς. Εγώ έμπαινα, ο τύπος έβγαινε και δε χρειαζόταν γυάλινη σφαίρα για να καταλάβεις ότι ένας από τους δυο θα γινόταν μούσκεμα». «Απ’ όσα ξέρω για σένα», είπε ανάλαφρα η Μιράντα, «δεν αμφιβάλλω ότι θα στεκόσουν ακόμα εκεί και θ’ αρνιόσουν να προχωρήσεις». Ο Ντάνιελ άπλωσε το χέρι του, έπιασε μια μπούκλα από τα μαλλιά της και την τύλιξε στο δάχτυλό του. Αμέσως μετά την άφησε να ξαναπέσει στη θέση της. «Έτσι με βλέπεις; Ανυποχώρητο; Άκαμπτο;» «Στ’ αλήθεια θέλεις να πιστέψω ότι άνοιξες δρόμο σ’ εκείνο τον εφιαλτικό τύπο;» αντιγύρισε η Μιράντα. Εκείνος αναστέναξε. «Άρχισε τις φλυαρίες σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα... Πορτογαλέζικα μάλλον. Όχι πως είχε σημασία. Καταλάβαινα τι έλεγε: ‘Φύγε από μπροστά μου, γκρίνγκο...’» 104


«Η κάτι ανάλογο». «Ακριβώς. Είχα ξαναγνωρίσει τέτοιους τύπους...» «Πού; Φυσικά όχι στη Γουόλ Στρητ». «Αχά! Έβαλες να ψάξουν τη ζωή μου;» «Κάτι ανέφερε η Μίνα», εξήγησε κοκκινίζοντας η Μιράντα. «Είπε κάτι για κεφάλαια... Δε θυμάμαι ακριβώς πώς τα είπε». «Επενδυτικά κεφάλαια. Επινοώ ιδέες για επενδύσεις». «Γι' αυτό είχες πάει στη ζούγκλα; Για να επενδύσεις κεφάλαια;» «Αυτό έγινε πριν από πολλά χρόνια, προτού ανακατευτώ με τέτοιες δουλειές. Μόνο ένας Θεός ξέρει πόσοι τρελοί σαν εμένα πήγαν στη Νότιο Αμερική για να... -πώς τη λένε την τρομερή φράση;- για να προσπαθήσουν να βρουν τον εαυτό τους». «Και τον βρήκες;» «Όχι». Ύψωσε το ποτήρι του και ήπιε μια γουλιά κρασί. «Πάντως ο εφιάλτης κι εγώ βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο. Τότε σκέφτηκα: Τι διάβολο θα κάνω τώρα; Αν υποχωρήσω έστω και λίγο σ’ έναν τύπο σαν αυτόν, θα το πάρει σαν αδυναμία και τελειώσαμε. Προσπαθώ λοιπόν να κερδίσω χρόνο, να βρω τρόπο, όταν εκείνος κάνει λίγο πίσω σε μια πλατωσιά και μ’ αφήνει να περάσω». «Γιατί το έκανε αυτό;» «Ποιος ξέρει;Ίσως δεν ήταν η μέρα του να σκοτώσει τρελούς γκρίνγκο». Τα λόγια ξέφυγαν από τα χείλη της πριν προλάβει να τα σταματήσει: «Άρα το ήξερες το παλιό γνωμικό όταν γνωριστήκαμε». «Ποιο γνωμικό;» «Να μην κρίνεις ποτέ ένα βιβλίο από το δέσιμό του». «Με συγχωρείς που το αναφέρω, αλλά κι εσύ τον έκρινες πριν από λίγα λεπτά». «Μόνο και μόνο επειδή άφησες εσύ να εννοηθεί πως ήταν κακός». «Πραγματικά ήταν. Αυτό αποδείχτηκε εκατό τοις εκατό. Αργότερα ανακάλυψα ότι τον τύπο τον καταζητούσαν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης για κάθε λογής αδίκημα, από τροχαίες παραβάσεις μέχρι φόνο». Μην πεις ούτε λέξη περισσότερο, είπε η Μιράντα στον εαυτό της, θαρρείς όμως και τη γλώσσα της την οδηγούσε κάποιος δαίμονας. 105


«Μπορεί όμως να ήταν και διαφορετικά τα πράγματα. Θα μπορούσε ν’ αποδειχτεί...» «Θα μπορούσε ν’ αποδειχτεί ο δόκτωρ Λίβινγκστον, αλλά δεν ήταν». Ο Ντάνιελ έδειξε το πιάτο με τη σαλάτα. «Είναι όπως η σάλτσα σε τούτο εδώ το αντίδι. Λένε πως είναι φτιαγμένο με σεβρ. Με το να χρησιμοποιούν όμως την κομψή γαλλική λέξη δεν αλλάζουν το γεγονός ότι πρόκειται για κατσικίσιο τυρί». «Εννοείς δηλαδή ότι τα φαινόμενα δεν απατούν;» Το σχεδόν μόνιμο χαμόγελο του Ντάνιελ έδωσε τη θέση του στο ξάφνιασμα. «Για τι πράγμα μιλάς;» Πολύ αργά για να σταματήσω τώρα, συλλογίστηκε η Μιράντα. «Αναρωτιέμαι αν αποφάσισες ότι με παρεξήγησες επειδή παραδέχτηκε ο Μίλερ την αλήθεια ή επειδή απέκτησα καινούριο ‘δέσιμο’. Εννοώ, το αποψινό μου πρόσωπο, Ντάνιελ. Αυτό σ’ έκανε ν’ αλλάξεις γνώμη για το άτομό μου;» «Φυσικά όχι». «Είσαι βέβαιος;» «Ναι. Σου είπα...» «Επειδή εξακολουθώ να είμαι ο εαυτός μου». Ξάφνου είχε γίνει τρομερά σημαντικό να το ξεκαθαρίσει. Η γυναίκα που συνόδευε, η γυναίκα που της χαμογελούσε και αστειευόταν μαζί της, ήταν η Μιράντα Στιούαρτ. Αν δεν την αποδεχόταν, τότε τίποτε δεν είχε νόημα. Έγειρε προς το μέρος του και πίεσε δυνατά τα δάχτυλα στο στέρνο της. «Εδώ μέσα, εκεί που μετράει, δεν έχω αλλάξει καθόλου». «Μιράντα, άκουσε. Μια ιστορία είπα μόνο». «Είμαι ακόμα ο εαυτός μου. Καταλαβαίνεις;» Η γυναίκα στο διπλανό τραπέζι γέλασε. Η Μιράντα την κοίταξε, έσπρωξε πίσω την καρέκλα της και κίνησε για την πόρτα. Άκουσε τον Ντάνιελ να τη φωνάζει, αλλά δε σταμάτησε. Αντίθετα, τάχυνε το βήμα της, σχεδόν έτρεχε. Την έφτασε καθώς έστριβε στη γωνιά. «Περίμενε μια στιγμή, διάβολε». Η Μιράντα τον κοίταξε. Ήταν έξαλλος είδε την οργή στα σκοτεινιασμένα μάτια, στο προτεταμένο σαγόνι. «Γυρίζω στο σπίτι της θείας σου», του δήλωσε. «Και αύριο φεύγω για το Αμστερνταμ. Μην προσπαθήσεις να με σταματήσεις, Ντάνιελ. Σε προειδοποιώ». «Θα μ’ ακούσεις επιτέλους;» φώναξε, ταρακουνώντας τη. 106


«Δεν ξέρω τι σ’ έπιασε, αλλά...» «Θα σου πω τι μ’ έπιασε». Η φωνή της έτρεμε. «Δε θέλω να παίξω τη Γαλάτεια στον Πυγμαλίωνά σου. Εγώ είμαι εγώ κι εσύ είσαι εσύ...» Το χαμόγελό του θύμιζε μορφασμό. «Πανέξυπνο ως εδώ. Παρακάτω;» «Και δεν ξέρω τι θέλεις από μένα, αλλά...» «Δεν ξέρεις;» Η καρδιά της Μιράντας πετάρισε. Ήθελε να του πει να μην την κοιτάζει έτσι, ήθελε να νικήσει εκείνο το βλέμμα, που είχε το χρώμα της καπνιάς, με το δικό της παγωμένο βλέμμα, τελικά όμως αναγκάστηκε να κοιτάξει αλλού. «Σε παρακαλώ, πήγαινέ με στο σπίτι». Ο Ντάνιελ την κοίταξε πολλή ώρα, πριν απαντήσει: «Αυτό θέλεις, Μιράντα; Αυτό θέλεις πραγματικά;» Όχι, σκέφτηκε με οργή, όχι, δεν το θέλω καθόλου. Έλιωνε από επιθυμία να πάει κοντά του, ν’ αγγίξει τα χείλη της στα δικά του, να τον αφήσει να της κάνει έρωτα με πάθος... Όμως δεν ήταν ανόητη να δώσει τέτοια απάντηση. Αντί γι’ αυτό, έγνεψε καταφατικά. «Ναι. Θέλω να πάω στο σπίτι». Και τη στιγμή εκείνη συνειδητοποίησε ότι ακριβώς αυτό έπρεπε να κάνει. Διαφορετικά ήταν χαμένη.

107


Κεφάλαιο 9

Η Μιράντα καθόταν στο παράθυρο την ώρα που χάραζε η αυγή. Κάτω στον κήπο του Πουασόν ΝτΌρ κάποιο πουλί καλωσόριζε χαρμόσυνα την καινούρια μέρα. Μόλις φάνηκε η πρώτη αχτίδα, αναστέναξε. Πάντα σηκωνόταν πρωί, της άρεσε η γαλήνια αυτή στιγμή της μέρας. Σήμερα όμως δεν την είχε ξυπνήσει η ανατολή του ήλιου, ήταν ξύπνια πολύ πριν χαράξει. Όταν τελικά κατάλαβε ότι μάταια πάσχιζε να κοιμηθεί, σηκώθηκε, κάθισε σε μια πολυθρόνα κι έμεινε να κοιτάζει τη νύχτα που έδινε σιγά σιγά τη θέση της στη μέρα. Έγειρε πίσω κλείνοντας τα μάτια. Ένιωθε εξουθενωμένη, σαν να είχε στραγγίξει όλη η δύναμη από μέσα της, ταυτόχρονα όμως ήταν γεμάτη ενεργητικότητα. Ήθελε -έπρεπε- να βάλει σε τάξη τη ζωή της. Εκείνη την ατέλειωτη νύχτα είχε άφθονο χρόνο να σκεφτεί θα περίμενε να περάσει η ώρα ώστε να μην ξυπνήσει την Πολέτ και τη Σόφι και μετά θα περνούσε στη δράση. Θα έφευγε από το Παρίσι, αλλά δε θα γύριζε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Γιατί να παραιτηθεί από την υποτροφία της; Όσο για τις πιθανές συνέπειες πάνω στη Μίνα και στον Μπίλι, ο Ντάνιελ την είχε διαβεβαιώσει πως ήταν ελεύθερη. Τώρα θα έβλεπε αν το εννοούσε ή όχι. Έτσι κι αλλιώς, η τρέλα είχε τελειώσει την περασμένη νύχτα, στην είσοδο του διαμερίσματος της Σόφι. Είχε προσπαθήσει να πείσει τον Ντάνιελ να μην τη συνοδεύσει ως εκεί, όμως ήταν σαν να προσπαθούσε να μετακινήσει βράχο. Το ύφος του φανέρωνε ότι δεν υπήρχαν περιθώρια για αντιρρήσεις. Εκείνος δεν είχε μιλήσει καθόλου όσο ανέβαιναν τις σκάλες ούτε είχε προσπαθήσει να την αγγίξει. Και η Μιράντα, καθώς ψαχούλευε για τα κλειδιά της, ήλπιζε ότι θα τη γλίτωνε. Τότε όμως ο Ντάνιελ είχε πάρει το χέρι της. «Μιράντα!» Μόνο αυτό, μόνο το όνομά της, εκείνη όμως έ108


νιωσε το στόμα της στεγνό. «Μη, σε παρακαλώ». «Πρέπει να μιλήσουμε, Μιράντα». Η φωνή του ήταν τραχιά και το πρόσωπό του, όταν την κοίταξε, σκοτεινό και αγέλαστο. «Δεν έχουμε τίποτε να πούμε, Ντάνιελ». Το χέρι της έτρεμε καθώς γύριζε το πόμολο. «Ευχαριστώ για... για την όμορφη βραδιά. Καληνύ...» «Διάβολε, δεν μπορείς να φύγεις έτσι!» Την έπιασε και την τράβηξε πάνω του. «Μιράντα, κοίταξέ με». «Όχι. Δεν έχει νόημα. Είπα ό,τι είχα να πω. Τώρα θέλω να...» Οι παλάμες του άγγιξαν τους σφιγμένους ώμους της. «Κοίταξέ με», επέμεινε και τη γύρισε αργά προς το μέρος του. Το βλέμμα του της έκοψε την ανάσα. «Σε παρακαλώ», ψιθύρισε. «Ντάνιελ, σε παρακαλώ, σε ικετεύω...» Η έκφρασή του μαλάκωσε. «Παρακαλείς τι;» μουρμούρισε, ενώ τα χέρια του γλιστρούσαν από τους ώμους στο λαιμό της. «Πες μου τι θέλεις», συνέχισε, με τον αντίχειρα να κινείται νωχελικά πάνω στο σαγόνι της. «Ντάνιελ...» «Αυτό θέλεις, Μιράντα;» Ρίγησε καθώς το στόμα του της χάιδεψε τα βλέφαρα, τα μάγουλα. Η ανάσα του φλόγισε το απαλό δέρμα πίσω από το αυτί της. «Πες μου», της ψιθύρισε ανυπόμονα και αναζήτησε τα χείλη της. Εκείνη γαντζώθηκε πάνω του, προφέροντας το όνομά του. Πού ήταν η οργή, η ταπείνωση, που την είχαν κάνει να εγκαταλείψει τρέχοντας το εστιατόριο; Πού ήταν η αποφασιστικότητα που την είχε κρατήσει μακριά του στη διάρκεια της διαδρομής; Δεν ήξερε. Δεν την ένοιαζε. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν ο Ντάνιελ, η γεύση του, η αίσθηση του κορμιού της στην αγκαλιά του, το άρωμά του, καθώς τη φιλούσε, ξανά και ξανά. «Μιράντα!» Τα χέρια του γλίστρησαν από τους ώμους στα στήθη της που ξύπνησαν στο άγγιγμά του. «Έλα μαζί μου...» «Όχι, δεν μπορώ». «Γιατί;» Το κεφάλι της γύριζε, το κορμί της έλιωνε, δεν καταλάβαινε την ερώτηση και πολύ λιγότερο ήξερε τι ν’ απαντήσει. Η φωνή του φανέρωνε ανυπομονησία. «Έλα μαζί μου», επα109


νέλαβε, σφίγγοντάς την περισσότερο. Η Μιράντα κράτησε την ανάσα της όταν συνειδητοποίησε πόσο την ήθελε. «Πες ναι, Μιράντα. Ξέρεις ότι αυτό θέλεις». Ναι. Ναι, συλλογίστηκε, με το αίμα να σφυροκοπάει στις φλέβες της, έχει δίκιο. Αυτό αποζητούσε, να μείνει στην αγκαλιά του, να τον αφήσει να την αγγίζει, να ενώσει το πάθος της με το δικό του. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου ο πειρασμός ήταν αξεπέραστος, ανώτερος από κάθε απόφαση... Μετά όμως, κάπου βαθιά, κρυφογέλασε κάποιο διαβολάκι. Τη Γαλάτεια θέλει, Μιράντα, όχι εσένα, της ψιθύρισε. Θέλει τη γυναίκα που προσπάθησε να δημιουργήσει. «Μιράντα, σε παρακαλώ, έλα στο ξενοδοχείο μου». Ο δαίμονας κρυφογέλασε ξανά. Προχώρα, Μιράντα. Είσαι τόσο αδύναμη που θα πας μαζί του, ανεξάρτητα από το ποια νομίζει πως είσαι. Τον θέλεις τόσο πολύ ώστε δεν έχει σημασία η περηφάνια σου. Όλα τα συναισθήματα που είχε νιώσει νωρίτερα -οργή για τον Ντάνιελ και για την περιφρόνησή του προς την ίδια και τον κόσμο της, θυμό για τον εαυτό της και την αδυναμία τηςξαναγύρισαν εντονότερα. «Όχι!» Ελευθερώθηκε από την αγκαλιά του και στάθηκε αντίκρυ του. «Άσε με... Άσε με ήσυχη, Ντάνιελ. Καταλαβαίνεις; Δε θέλω να έχω καμιά σχέση μαζί σου!» Έκανε μεταβολή και χώθηκε στο σπίτι, κλείνοντάς του την πόρτα κατάμουτρα. Τώρα ο ήλιος φώτιζε πια το δωμάτιο. Η Μιράντα σηκώθηκε αναστενάζοντας από την αναπαυτική πολυθρόνα. Το σπίτι ξυπνούσε σιγά σιγά και από την κουζίνα ερχόταν η ευωδιά του καφέ. Άκουγε κιόλας το θόρυβο των πιατικών και το χαρούμενο, παράφωνο τραγούδι της Πολέτ. Όσο πιο γρήγορα μάζευε τα πράγματά της τόσο το καλύτερο. Το δυσκολότερο θα ήταν ν’ αποχαιρετήσει τη Σόφι και να βρει κάποια εξήγηση για την αναπάντεχη αναχώρησή της. Άνοιξε την ντουλάπα, έριξε τις βαλίτσες πάνω στο κρεβάτι και άρχισε να τις γεμίζει με τα ρούχα της. Τα δικά της ρούχα, όχι εκείνα που της είχε αγοράσει ο Ντάνιελ. Όσο για τη θεία του, κάτι θα έβρισκε να της πει. «Μιράντα; Ξύπνησες, καλή μου;» Η Μιράντα κοίταξε μια το σωρό με τα ρούχα και μια την 110


πόρτα. «Όχι», είπε βιαστικά, «δηλαδή... ναι... ξύπνησα, αλλά...» H πόρτα άνοιξε και φάνηκε η Σόφι. «Ωραία, σηκώθηκες. Καλά σ’ άκουσα να τριγυρίζεις εδώ μέσα. Θέλεις να πιούμε μαζί τον καφέ μας;» «Ναι... μα...» «Θαυμάσια». Η ηλικιωμένη γυναίκα μπήκε βιαστικά στο δωμάτιο με την Πολέτ να την ακολουθεί, κρατώντας το δίσκο με τα σερβίτσια. «Σκέτο δεν τον πίνεις;» ρώτησε η Σόφι μόλις έμειναν μόνες. «Σκέτο, ευχαριστώ», αποκρίθηκε εκείνη, παίρνοντας το φλιτζάνι από τα χέρια της. «Κάθισε τώρα, καλή μου, και πες μου, πέρασες καλά χτες το βράδυ;» «Ναι... Η συναυλία ήταν υπέροχη». Η Μιράντα έβρεξε αμήχανα τα χείλη της. «Σόφι, θέλω να σου μιλήσω...» «Δεν είναι θαυμάσιο μέρος το Φουκέ; Φάγατε εκείνα τα γλυκάκια με την κρέμα γάλακτος; Δε θυμάμαι πώς τα λένε...» «Σόφι, σε παρακαλώ. Είναι... δύσκολο για μένα. Αλλά...» Μια ρυτίδα φάνηκε στο μέτωπο της ηλικιωμένης γυναίκας. «Δεν πέρασες καλά, σωστά;» «Όχι, εννοώ, ναι, φυσικά πέρασα καλά. Η συναυλία ήταν υπέροχη και το εστιατόριο...» «Αυτός ο ανιψιός μου! Ξέρει πώς νιώθω και μου υποσχέθηκε να κάνει αυτό που πρέπει». Η Μιράντα ήθελε να γελάσει. Αυτό που πρέπει. Μάλιστα! 'Ηξερε τι πίστευε η Σόφι, ότι ο Ντάνιελ της είχε φερθεί με τη συνηθισμένη επιθετική αλαζονεία του. Τι θα σκεφτόταν αν ήξερε την αλήθεια, ότι ο αγαπημένος της ανιψιός είχε επιχειρήσει από την αρχή να την αποπλανήσει; «...Σήμερα το πρωί». Η Μιράντα σήκωσε το βλέμμα. «Συγνώμη, ήμουν... ήμουν αφηρημένη. Τι έλεγες;» «Έλεγα ότι θα ’ρθει σήμερα για να του υπογράψω μερικές επιταγές και σκοπεύω να του πω δυο λογάκια». «Όχι, μην ασχολείσαι. Δεν είναι ανάγκη. Εγώ...» «Ανοησίες. Θα σ’ τον φτιάξω εγώ το νεαρό, θα δεις. Θα αναρωτιέσαι βέβαια γιατί σ’ ενόχλησα πρωί πρωί». «Δε μ’ ενόχλησες. Και χαίρομαι που μας δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσουμε. Βλέπεις, εγώ...» «Η αλήθεια είναι ότι σήμερα το πρωί που ξύπνησα ένιωσα 111


ευτυχισμένη, πιο ευτυχισμένη... Ω, δε θυμάμαι πόσα χρόνια έχω να νιώσω έτσι κι αυτό χάρη σ’ εσένα». Τα μάτια της Μιράντας άνοιξαν διάπλατα. «Χάρη σ' εμένα;» «Ναι. Ποτέ δεν ήλπιζα ότι θα πήγαιναν τόσο καλά τα πράγματα». Η Μιράντα αναστέναξε. «Σόφι, με δυσκολεύεις πολύ. Σε παρακαλώ, άσε με να μιλήσω...» «Ο Ντάνιελ γίνεται δύσκολος μερικές φορές, τώρα όμως είμαστε σαν μια οικογένεια οι τρεις μας, έτσι δεν είναι, Μιράντα;» «Ναι», της αποκρίθηκε με δυσκολία, «υποθέτω πως έτσι είναι». «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο χαίρομαι, καλή μου». Τα γέρικα γαλάζια μάτια έλαμψαν ξαφνικά. «Από τότε που έχασα το γιο μου, ευχόμουν... ευχόμουν...» Η φωνή της ράγισε. «Συγνώμη. Δεν ήθελα να το κάνω μελόδραμα». Η Μιράντα πήγε αμέσως κοντά της και γονάτισε δίπλα της. «Μήπως είσαι άρρωστη, Σόφι;» «Δεν έχω τίποτε. Μόνο, να, δεν το συνηθίζω να γίνομαι τόσο μελοδραματική». «Είσαι σίγουρη; Να πω στην Πολέτ να τηλεφωνήσει στον Ντάνιελ;» «Σου είπα, μην ανησυχείς». Έτριψε τα μάτια της. «Είναι που... σήμερα ξύπνησα με τη σκέψη σου, Μιράντα. Είμαι ευτυχισμένη που μπήκες στη ζωή μου και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό ατενίζω πάλι το μέλλον. Δεν έχω ξανανιώσει έτσι από τότε που ο γιος μου... από τότε που πέθανε». «Μα έχεις τον Ντάνιελ», είπε απαλά η Μιράντα, σφίγγοντας το χέρι της. «Σ’ αγαπάει πάρα πολύ». «Το ξέρω». Η Σόφι έβγαλε από την τσέπη της ένα μαντίλι και φύσηξε τη μύτη της. «Μου φέρθηκε θαυμάσια. Ανέλαβε τα πάντα όταν ο Άαρον... όταν τον έχασα. Φαντάζομαι ότι χρειαζόμασταν ο ένας τον άλλο. Εγώ του ανέθεσα τις υποθέσεις μου κι εκείνος ήθελε να μείνει κάπου. Δεν μπορούσε να μείνει για πάντα στη Βραζιλία, σωστά; Με βοήθησε πολύ. Έχει μεγάλη ικανότητα να ρυθμίζει καταστάσεις, ξέρεις», κατέληξε μ ένα τρεμουλιαστό γέλιο. «Ναι», αποκρίθηκε η Μιράντα. «Σ’ αυτό έχει ταλέντο». «Μόνο που καμιά φορά δεν καταλαβαίνει τι γίνεται εδώ μέσα», είπε η Σόφι, αγγίζοντας το στέρνο της. «Ξέρεις τι εννοώ, έτσι;» 112


«Ασφαλώς», απάντησε η Μιράντα, χαμογελώντας πικρά όταν θυμήθηκε ότι την ίδια κίνηση είχε κάνει κι εκείνη το προηγούμενο βράδυ. «Έτσι είναι οι άντρες, ιδιαίτερα οι γοητευτικοί. Μερικές φορές χρειάζονται λίγο σπρώξιμο, έτσι δεν είναι, καλή μου;» Η Μιράντα αναδεύτηκε ανήσυχη. «Δεν καταλαβαίνω, Σόφι». «Κακομαθαίνουν. Είναι τόσο εύκολο γι’ αυτούς. Αρκεί να χαμογελάσουν σε μια γυναίκα και αυτό ήταν». Η Σόφι έκανε ένα μορφασμό. «‘Δε βρίσκεις μια καλή κοπέλα να νοικοκυρευτείς;’ του λέω συνέχεια. ‘Αν βρω κάποια σαν εσένα’, μου απαντάει. ‘Και πώς θα τη βρω, αν δεν τις δοκιμάσω όλες;’ Και γελάει, λες και πρόκειται για αστείο. Δεν είναι όμως αστείο, καλή μου, σωστά; Και κάνει λάθος. Ποτέ δε θα βρει την κατάλληλη κοπέλα, αν συνεχίσει να κυνηγάει πότε τη μια και πότε την άλλη. Χρειάζεσαι χρόνο για να διαβάσεις την ψυχή του ανθρώπου». «Σόφι...» Η Μιράντα ξερόβηξε. Η ηλικιωμένη γυναίκα χρειαζόταν κάποιον να πει τον πόνο της. Δεν ήταν εύκολο να κάθεται και να παρακολουθεί τον ανιψιό της να κυνηγάει κατακτήσεις από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Εκείνη όμως δεν ήθελε ν’ ακούσει για τις ερωτικές κατακτήσεις του Ντάνιελ, ιδιαίτερα σήμερα. «Ακουσέ, Σόφι. Πρέπει να σου πω κάτι...» «Όχι, καλή μου, εγώ θέλω να σου πω κάτι. Όλα θα πάνε καλά. Τώρα, γιατί δεν τελειώνεις το μάζεμα των ρούχων σου και μετά να πάρουμε το πρωινό μας;» Η Μιράντα κοκκίνισε. «Δηλαδή ξέρεις τι κάνω;» «Φυσικά». «Χαίρομαι που το πήρες καλά. Προσπάθησα να σου το πω, αλλά...» «Εγώ δε θα πετούσα αυτά τα όμορφα πραγματάκια αν ήμουν στη θέση σου, καλή μου. Μπορεί να διαμαρτύρεται ο Ντάνιελ για την τσιγγάνικη εμφάνισή σου, κατά βάθος όμως πιστεύω πως του αρέσει». «Δεν τα πετάω, απλώς...» «Θα τα δώσεις αλλού; Όχι, Μιράντα. Κάποτε θα τα ξαναφορέσεις». Η Μιράντα πήρε βαθιά ανάσα. «Δεν καταλαβαίνεις. Εγώ...» Δάγκωσε τα χείλη της. Η Σόφι την παρακολουθούσε μ' ένα φωτεινό χαμόγελο. Τελικά η Μιράντα κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να φύγει. Όχι τώρα, πάντως, όχι χωρίς κάποια προειδοποίηση. 113


«Τι συμβαίνει, Μιράντα;» «Σκέφτηκα... σκέφτηκα να μαζέψω μερικά χειμωνιάτικα», είπε. «Λες να βρει η Πολέτ κανένα κουτί;» «Θα τη ρωτήσω. Τώρα βιάσου, καλή μου, ο Ντάνιελ θα μείνει μόνο για λίγο...» «Δε θα κατεβώ να τον δω, Σόφι. Έχω να κάνω πολλά πράγματα σήμερα το πρωί». «Τότε τέλειωσε με τη δουλειά σου και μετά έχω σχέδια. Θα φάμε έξω, θα ψωνίσουμε στην γκαλερί Λαφαγιέτ και στο Πρεντάν και, αν μας μείνει χρόνος, θα σε πάω στον Πύργο του Αιφελ...» Η Σόφι βγήκε από το δωμάτιο, αφήνοντας πίσω της το άρωμα της κολόνιας της. Η Μιράντα σωριάστηκε στην άκρη του κρεβατιού. Εντάξει, τώρα δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Θα αντιμετώπιζε τον Ντάνιελ για τελευταία φορά το βράδυ στο δείπνο και θα του έλεγε πως έφευγε, πως είχε μια βδομάδα να βρει αντικαταστάτρια. Την άλλη βδομάδα, τέτοια μέρα, θα βρισκόταν πίσω στο Αμστερνταμ. *** Το σχέδιο άρχισε να σκαλώνει μόλις επέστρεψαν το απόγευμα και η Πολέτ τις υποδέχτηκε μ’ ένα μήνυμα του Ντάνιελ. Σκόπευε να δειπνήσει μαζί τους, έλεγε, αλλά είχε αλλάξει σχέδια. «Κρίμα», είπε απογοητευμένη η Σόφι. Η Μιράντα δεν είπε τίποτε. Ανακουφίστηκε που δε θα τον έβλεπε, αυτό όμως σήμαινε ότι η δοκιμασία έπαιρνε αναβολή για την επομένη. Η Πολέτ τους σέρβιρε ένα ελαφρό δείπνο και στις οκτώ η Σόφι ήταν στο κρεβάτι της. «Συγνώμη, Μιράντα, μα είμαι κατάκοπη», δικαιολογήθηκε. Λίγο αργότερα αποσύρθηκε και η Πολέτ. Η Μιράντα έμεινε μόνη, αλλά δεν την ένοιαζε. Εκείνο το βράδυ προτιμούσε να μείνει μόνη. Ένιωθε ευερέθιστη. Μάλλον είμαι κουρασμένη, συλλογίστηκε. Πάντως δεν της έκανε κέφι να πάει για ύπνο. Πήγε στη βιβλιοθήκη, διάλεξε ένα βιβλίο και βυθίστηκε αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα. Λίγη ώρα αργότερα όμως αναγκάστηκε να το κλείσει, επειδή δεν κατάφερνε να συγκεντρωθεί. Το μυαλό της έτρεχε αλλού. 114


Σηκώθηκε και περιπλανήθηκε για λίγο στο σπίτι. Πώς μπορούσε να είναι κουρασμένη και υπερκινητική ταυτόχρονα; Όχι, κατέληξε, χτυπώντας νευρικά τα δάχτυλα στο γείσο του τζακιού, δεν είμαι ούτε υπερκινητική ούτε κουρασμένη. Ένιωθε ευερέθιστη, σε επιφυλακή, θαρρείς και περίμενε να συμβεί κάτι. Άνοιξε την τηλεόραση. Στην οθόνη πρόβαλε ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο. Η γυναίκα ήταν όμορφη και ο άντρας... ο άντρας ψηλός και μελαχρινός, με γοητευτικό πρόσωπο και επικίνδυνο χαμόγελο... Πού είσαι απόψε, Ντάνιελ; Η σκέψη την ξάφνιασε. Τι την ένοιαζε πού ήταν; Αυτό ήταν δική του υπόθεση. Όμως πού ήταν; Ήταν άραγε μόνος ή με... Έκλεισε την τηλεόραση και πήρε βαθιά ανάσα. Εντάξει λοιπόν, δε θέλεις να διαβάσεις ούτε να δεις ανόητες ταινίες. Τότε κάθισε να ζωγραφίσεις. Αυτό θα έκανε, θα ζωγράφιζε. Θα περνούσε μια δυο ώρες μ’ ένα κάρβουνο κι ένα κομμάτι χαρτί... Ανέβηκε βιαστικά στο δωμάτιό της και πήρε τα σύνεργα. Στην κουζίνα υπήρχε ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι. Δεν ήταν βέβαια το ίδιο βολικό με το καβαλέτο, όμως είχε στέρεη επιφάνεια. Έκλεισε τα μάτια και αναπόλησε τις εντυπώσεις της ημέρας. Μετά έσκυψε στο μπλοκ και το χέρι της άρχισε να τρέχει. Οι εικόνες πήραν ζωή. Ένα κοριτσάκι στο καρότσι του να χαμογελάει ευτυχισμένο δίπλα στις πάπιες της λίμνης... Ένας γέροντας που απολάμβανε τη λιακάδα. Ένας κομψοντυμένος αστυνομικός που ρύθμιζε την κυκλοφορία... ...Ο Ντάνιελ, ψηλός και γοητευτικός μέσα στο μαύρο βραδινό κοστούμι του. Ο Ντάνιελ με το πρόσωπο συνεπαρμένο από τη μουσική στην αίθουσα συναυλιών. Ο Ντάνιελ να γελάει, καθώς της διηγιόταν τη συνάντηση στη ζούγκλα... Το χέρι της έμεινε μετέωρο. Από το μπλοκ την κοίταζε ο Ντάνιελ. Τον είχε ζωγραφίσει ξανά και ξανά, χαμογελαστό, συνοφρυωμένο, σκεφτικό... Είχε ζωγραφίσει τον Ντάνιελ όπως τον σκεφτόταν και τον ονειρευόταν και... Προσεκτικά, θαρρείς και ήταν από γυαλί, άφησε το κάρβουνο κι έκλεισε το μπλοκ. Τα χέρια της έτρεμαν και τα δίπλωσε σφιχτά στην ποδιά της. Τι είχε πάθει απόψε; Ο Ντάνιελ δε σήμαινε τίποτε γι' αυτή, γιατί τον σκεφτόταν συνέχεια; Δεν ήταν... δεν ήταν παρά έ115


νας άντρας που είχε προσπαθήσει να την προσθέσει, χωρίς επιτυχία όμως, στη λίστα των κατακτήσεών του. Το κουδούνι της πόρτας την έβγαλε από τις σκέψεις της. Ποιος ήταν τέτοια ώρα; Ο Ντάνιελ; Ο σφυγμός της επιταχύνθηκε. Όχι, αδύνατον. Είχε πει πως δε θα ερχόταν κι εκείνη δεν ήθελε να τον δει. Ανοιξε με κομμένη ανάσα. «Ντάνιελ;» «Καλησπέρα, δεσποινίς». Ήταν ο θυρωρός κρατώντας ένα πακέτο. Προσπάθησε να συνεννοηθεί μαζί του στα γαλλικά. Κατάλαβε ότι το πακέτο προοριζόταν γι' αυτήν, αλλά δεν μπόρεσε να καταλάβει ποιος το έστελνε. «Ευχαριστώ», είπε τελικά κι έκλεισε την πόρτα. Ποιος έστελνε δέμα; Η Μίνα; Μάλλον απίθανο. Η Μιράντα κούνησε ελαφρά το δέμα και μετά γέλασε. «Ανοιξέ το», μονολόγησε, «και θα δεις τι έχει μέσα». Το έλυσε με βιαστικές κινήσεις. Ένα βιβλίο. Ένα κουρελιασμένο, φαινομενικά ασήμαντο βιβλιαράκι, δεμένο με δέρμα λεκιασμένο από την πολυκαιρία. Το στριφογύρισε στα χέρια της και τελικά το άνοιξε. To αναγνώρισε αμέσως ξαφνιασμένη. Είχε ξαναδεί εικονογραφημένα μεσαιωνικά προσευχητάριο σε κάποια έκθεση στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης και σε μια μικρή γκαλερί στην Πεντηκοστή Έβδομη Οδό. Αυτό εδώ ήταν καταπληκτικό και τα μικροσκοπικά του σχέδια πραγματικό έργο τέχνης. Η Μιράντα βυθίστηκε σε μια πολυθρόνα, κρατώντας ευλαβικά το βιβλίο. Ξεφύλλισε προσεκτικά τις φθαρμένες σελίδες, απολαμβάνοντας τα χρώματα και τις υπέροχες εικόνες. Από μέσα έπεσε μια κάρτα. Η Μιράντα την πήρε και τη διάβασε. Για τη Μιράντα που ξέρει πάντα να μην κρίνει ένα βιβλίο από το δέσιμό του. Μπορεί να με συγχωρήσει η καρδιά σου; Στα βλέφαρά της έλαμψαν δάκρυα. Μπορούσε να στείλει λουλούδια ή σοκολάτες ή κάποιο εντυπωσιακό κόσμημα, όμως είχε προτιμήσει κάτι πολυτιμότερο γι’ αυτήν. Ο Ντάνιελ ήξερε τι είχε στην καρδιά της. «Ντάνιελ», ψιθύρισε. «Ω, Ντάνιελ...» «Μιράντα;» 116


Ένα χαμόγελο τρεμόπαιξε στα χείλη της. Αργά, σχεδόν χωρίς ανάσα, άφησε το βιβλίο, σηκώθηκε και γύρισε προς το μέρος απ’ όπου ακούστηκε η φωνή. «Ντάνιελ!» ψιθύρισε. «Μιράντα, μπορείς να με συγχωρήσεις;» Τον κοίταξε σιωπηλή. Έπειτα από μια ατέλειωτη στιγμή εκείνος κινήθηκε προς το μέρος της. «Προσπάθησα να μείνω μακριά σου, αλλά μάταια. Σε σκεφτόμουν όλη μέρα, Μιράντα. Παντού έβλεπα το πρόσωπό σου». Εκείνη συλλογίστηκε το μπλοκ της ζωγραφικής στο τραπέζι της κουζίνας και τα λόγια βγήκαν αυθόρμητα. «Χαίρομαι που ήρθες». Της χαμογέλασε αχνά για πρώτη φορά. «Αλήθεια;» Του έγνεψε καταφατικά. «Μα ναι». Της άνοιξε την αγκαλιά του. Εκείνη δίστασε. Είχε τόσες ερωτήσεις, τόσες αμφιβολίες... Γιατί όμως να τις σκέφτεται τώρα; Εκείνος ήταν εκεί, είχε έρθει κοντά της και ό,τι ένιωθε γι’ αυτή καθρεφτιζόταν στα μάτια του. Έτρεξε κοντά του με μια πνιχτή κραυγή. Τα μπράτσα του έκλεισαν γύρω της, τη σήκωσαν ψηλά, ψηλότερα... Την κράτησαν τόσο σφιχτά που της έκοψαν την ανάσα. «Μη με ξαναφήσεις ποτέ», της είπε τραχιά. «Ποτέ», του ψιθύρισε. Και μετά τη φίλησε... μέχρι που έσβησε ο κόσμος.

117


Κεφάλαιο 10

Η Μιράντα σήκωσε τα μάτια από το μπλοκ και κοίταξε το πλωτό σπιτάκι, αραγμένο στην όχθη του Σηκουάνα. Ναι, βασικά το είχε συλλάβει: η μπουγάδα απλωμένη στο σχοινί, οι κατιφέδες στη γλάστρα... Τώρα χρειαζόταν και λίγη σκιά, μια γραμμή εδώ κι εκεί και... Δυο γερά μπράτσα τύλιξαν τη μέση της. «Δεν μπορώ να συγκρατηθώ, δεσποινίς», ψιθύρισε μια αντρική φωνή στο αυτί της. «Το κάρβουνο στη μύτη σου με τρελαίνει». Η Μιράντα πήρε τάχα αυστηρό ύφος. «Ντάνιελ...» «Χαίρομαι που η δεσποινίς θυμάται το όνομά μου». Δεν κρατήθηκε άλλο. Γέλασε απαλά και τον αγκάλιασε από το λαιμό. «Αν συνεχίσεις να με διακόπτεις, ποτέ δε θα...» «Σε διακόπτω εγώ;» μουρμούρισε με τα χείλη στη λακκούβα του λαιμού της. «Δεν κολακεύεις καθόλου το εγώ μου, αγάπη μου. Μια ώρα προσπαθώ να σε κάνω να ξεχάσεις τα πάντα εκτός από μένα...» «Θα ηρεμήσεις αν σου πω ότι τα κατάφερες;» «Όχι, καθόλου», αποκρίθηκε ο Ντάνιελ, κοιτάζοντας τα μισάνοιχτα χείλη της προτού τη φιλήσει. Η Μιράντα αναστέναξε. «Πώς υποτίθεται ότι θα δικαιολογηθώ αύριο στον κύριο Ρανφρέ, όταν θα μου ζητήσει τα σχέδια;» «Τα σχέδιά σου είναι θαυμάσια, πίστεψέ με, Μιράντα. Ο γερο-Ρανφρέ θα ενθουσιαστεί που θα γίνεις μαθήτριά του». «Με συγκινεί η πεποίθησή σου, αγάπη μου», του είπε, παίρνοντας το πρόσωπό του στις παλάμες της. «Φαντάζομαι όμως ότι θα θέλει να δει την πρόσφατη δουλειά μου. Βρίσκομαι δυο βδομάδες στο Παρίσι και δεν έκανα τίποτε». «Έκανες. Πέρασες όλες τις ώρες κοντά μου. Ο Ρανφρέ μπορεί να είναι χιλίων ετών, ξέρει όμως τι σημαίνει να είσαι νέος στο 118


Παρίσι την άνοιξη». «Δεν είναι Γάλλος, είναι καλλιτέχνης». Ο Ντάνιελ έβαλε τα γέλια, το ίδιο και η Μιράντα. «Ξέρεις τι εννοώ. Το μάτι του κόβει. Άλλωστε, αν φρίξει με τα σχέδιά μου, εσύ θα ζημιωθείς. Ακόμα δεν κατάλαβα πώς τον κατάφερες να με δεχτεί». «Σου είπα, έχω διασυνδέσεις». Τη φίλησε στο μέτωπο χαμογελώντας. «Κοντεύει να νυχτώσει. Αν θέλεις να τελειώσεις το σχέδιο, καλύτερα να βιαστείς». «Ένα δυο λεπτά μόνο». Ο Ντάνιελ την παρακολούθησε σιωπηλός να σκύβει πάλι στο μπλοκ. «Σου λείπει το Άμστερνταμ, Μιράντα;» «Τι εννοείς;» «Οι φίλοι σου, η ζωή εκεί... Αναρωτιέμαι αν νοσταλγείς ό,τι άφησες πίσω σου». Ποτέ. Η απάντηση ήρθε τόσο αβίαστα ώστε ήταν σαν να την έδωσε φωναχτά. Ποτέ. Η μόνη σκέψη μου είσαι εσύ. Όμως δεν μπορούσε να την εκφράσει, όχι χωρίς να γίνει ευάλωτη στα χέρια του, όχι μέχρι να βεβαιωθεί ότι ένιωθε κι εκείνος το ίδιο. Οι τελευταίες μέρες ήταν υπέροχες περνούσαν όλες σχεδόν τις ώρες μαζί, αλλά... αλλά ο Ντάνιελ δεν είχε πει ακόμα ό,τι ανυπομονούσε ν’ ακούσει η Μιράντα... Τον κοίταξε χαμογελώντας πρόσχαρα. «Διατηρούμε επαφή. Με τη Μίνα ανταλλάσσουμε κάρτες». «Φυσικά», αποκρίθηκε ο Ντάνιελ και σηκώθηκε, βάζοντας τα χέρια στις τσέπες. «Έλα, τέλειωνε και μετά θα πάμε να φάμε». Εκείνη τον παρακολούθησε ν’ απομακρύνεται. Δεν υπήρχε αρκετό φως για το σχέδιο, αλλά δεν πείραζε. Είχε χάσει το ενδιαφέρον της για το πλωτό σπίτι ήταν απλώς ένα σχέδιο, αμάλγαμα από καμπύλες και γραμμές. Εκείνη τον Ντάνιελ ήθελε να ζωγραφίσει. Όχι πως δεν είχε προσπαθήσει. Με κάποιον τρόπο όμως της ξέφευγε εκείνο το κάτι που τον έκανε μοναδικό. Μπορούσε να σχεδιάσει το λεπτό, γοητευτικό πρόσωπο το αισθησιακό στόμα τις έντονες γραμμές του ώμου και του στέρνου. Αλλά δεν μπορούσε να αποδώσει τα υπόλοιπα, τον περίπλοκο εαυτό που κρυβόταν κάτω από τη σκληρή, σχεδόν τραχιά, επιφάνεια. Τώρα τον είχε μάθει, ήξερε πως η δήθεν αλαζονεία ήταν αυτοπεποίθηση και η δήθεν ακαμψία βεβαιότητα. Υπήρχαν τό119


σες απρόσμενες φάσεις σ’ αυτό τον άνθρωπο. Ήταν διασκεδαστικός και τρυφερός, γενναιόδωρος και περιποιητικός. Και είχε κατανόηση. Διαφορετικά, θα προσπαθούσε να κάνει στενότερη τη σχέση τους. Αλλά δεν είχε προσπαθήσει και η Μιράντα ήξερε πως το έκανε για να της δώσει χρόνο να προσαρμοστεί στην αλλαγή ανάμεσά τους. Της έδινε χρόνο να τον εμπιστευτεί, να παραμερίσει μια για πάντα όλες τις αμφιβολίες της. Τον εμπιστευόταν. Και την ενοχλούσε η σκέψη ότι κάποτε συνέβαινε το αντίθετο. Ο Ντάνιελ ήθελε εκείνη, όχι κάποια εικόνα που είχε δημιουργήσει. Την έβλεπε όπως ήταν και η εικόνα τον ικανοποιούσε. Η Μιράντα κράτησε την ανάσα της. Το «ικανοποιούσε» δεν ήταν η σωστή λέξη. Τον ευχαριστούσε. Τον συνάρπαζε. Εκείνος, πάλι, έκανε το ίδιο. Της φαινόταν όλο και πιο δύσκολο να φύγει από την αγκαλιά του το βράδυ και να πάει μόνη στο κρεβάτι της, να ονειρευτεί μέχρι το πρωί πώς θα ήταν να ξάπλωνε κοντά του, να ένιωθε τα χέρια του, το στόμα του... «Ό,τι κι αν είναι αυτό που σκέφτεσαι, ελπίζω ότι αφορά εμένα». Στράφηκε προς το μέρος του ξαφνιασμένη. Ο Ντάνιελ στεκόταν πάλι δίπλα της. Είχαν ανάψει τα φώτα του δρόμου και στο χαμηλό φως έβλεπε το πειραχτικό του χαμόγελο. «Μάλλον ονειροπολούσα». «Από το βλέμμα σου φαίνεται ότι πρέπει να ήταν συναρπαστικό», είπε πονηρά, αγκαλιάζοντάς την από τη μέση. «Μάλλον όμως δε θέλεις να το μοιραστείς μαζί μου». Γέλασε κι έκρυψε το πρόσωπό της στον ώμο του. «Να σου πω... σκεφτόμουν το φαγητό. Θα πάμε σ’ εκείνο το απόμερο μπιστρό που είπες;» Ο Ντάνιελ γέλασε και άρχισαν ν’ ανηφορίζουν αργά τα σκαλοπάτια μέχρι το δρόμο. «Το φαντάστηκα. Μόνο η σκέψη του φαγητού φέρνει αυτή την πεινασμένη έκφραση στα όμορφα μάτια σου». Έσκυψε και τη φίλησε στον κρόταφο. «Είσαι ευτυχισμένη, Μιράντα;» Την απάντηση την έδωσε το βλέμμα της. «Ναι», του ψιθύρισε. «Ήταν μια υπέροχη μέρα». «Δεν τέλειωσε ακόμα», ψιθύρισε ο Ντάνιελ. Η γλυκιά υπόσχεση στα λόγια του έκανε την καρδιά της να πετάξει. *** 120


Το μπιστρό δεν ήταν μόνο απόμερο. Δυσκολεύτηκαν και να το ανακαλύψουν. «Εκεί στη γωνία είναι», είπε ο Ντάνιελ, οδηγώντας τη μέσα από ένα λαβύρινθο με πλακόστρωτα σοκάκια. «Κατάλαβα. Πρέπει να ρίξουμε ψίχουλα για να ξαναβρεθούμε πίσω στον πολιτισμό». Ο Ντάνιελ χαμογέλασε κι έμπλεξε τα δάχτυλά του στα δικά της. «Γιατί; Τι τον θέλουμε τον πολιτισμό όταν είμαστε μαζί;» «Δηλαδή τον καταργείς;» «Ακριβώς». «Ούτε αυτοκίνητα ούτε αεροπλάνα;» «Δεν τα χρειαζόμαστε». «Ούτε φούρνους μικροκυμάτων; Ούτε ηλεκτρισμό; Ούτε τηλεόραση;» «Εντάξει, εντάξει, θέλουμε τηλεόραση», είπε τάχα με απόγνωση ο Ντάνιελ. «Για τι τη θέλουμε;» «Για να βλέπουμε παλιές ταινίες». «Τι είδους ταινίες;» «Τα θρίλερ του Άλφρεντ Χίτσκοκ». «Σίγουρα αστειεύεσαι». Ο Ντάνιελ γέλασε. «Θα μάθεις, δεσποινίς, θα μάθεις. Είναι συναρπαστικό να κουλουριάζεσαι στον καναπέ τις χειμωνιάτικες νύχτες και να μασουλάς ποπκόρν, κρατώντας την ανάσα σου μαζί με τον Τζιμ Στιούαρτ, ενώ η Γκρέις Κέλι γλιστράει στο διαμέρισμα του δολοφόνου...» Η Μιράντα άφησε δήθεν μια κραυγή αγωνίας, δύσκολα όμως συγκρατούσε τη χαρά της. Θα μάθεις, είχε πει ο Ντάνιελ. Πρώτη φορά ανέφερε το μέλλον και τη δική της θέση εκεί. Το μπιστρό ήταν μισοσκότεινο και στενόχωρο και τα τραπέζια τοποθετημένα τόσο κοντά το ένα στο άλλο, ώστε αναγκάστηκαν να καθίσουν με τα γόνατά τους ν’ αγγίζονται. Η Μιράντα έριξε μια ματιά στον κατάλογο και μετά τον έκλεισε. «Παράγγειλε εσύ για μένα». «Θυμάσαι τότε που το ξαναείπες αυτό;» «Τρομερή νύχτα εκείνη, σωστά;» «Πράγματι». Πήρε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του. «Φοβήθηκα ότι σε είχα χάσει». «Κόντεψες. Το άλλο πρωί άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μου. Θα γύριζα στο Αμστερνταμ». 121


«Το ξέρω, μου το είπε η Σόφι». «Η Σόφι; Μα νόμιζε ότι μάζευα τα παλιά μου ρούχα». «Εκείνο το πρωί με στρίμωξε σε μια γωνιά της κουζίνας και μου τα έψαλε για τα καλά. Το κορίτσι θα το βάλει στα πόδια αν δεν προσέξεις’, μου είπε». Η Μιράντα γέλασε ανάλαφρα. «Δηλαδή ήξερε από την αρχή τι σκόπευα να κάνω;» «Μην την υποτιμάς τη γριούλα. Μπορεί να έχει μερικές διαλείψεις, αλλά δεν το βάζει κάτω». «Ντάνιελ...» άρχισε διστακτικά η Μιράντα. «Τι συνέβη στον Άαρον; Ξέρω ότι πέθανε, πώς όμως; Δεν ήθελα να ρωτήσω τη θεία σου... Φοβήθηκα μήπως την αναστατώσω». Στο μάγουλο του Ντάνιελ τρεμόπαιξε ένας μυς. «Ο Άαρον αυτοκτόνησε». Η Μιράντα έγειρε πίσω ξαφνιασμένη. «Αυτοκτόνησε; Φοβερό». «Πράγματι». «Γιατί όμως;» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν ξέρω όλες τις λεπτομέρειες. Όταν γύρισα από τη Βραζιλία, όλα είχαν τελειώσει». «Καημένη Σόφι! Πρέπει να ήταν μεγάλο το σοκ». «Ηταν το παν γι’ αυτήν», είπε άχρωμα ο Ντάνιελ. «Διαχειριζόταν και την περιουσία της». «Στάθηκε τυχερή που βρέθηκες εσύ». Εκείνος έκανε ένα μορφασμό και ήπιε μια γουλιά κρασί. «Ας πούμε ότι σταθήκαμε τυχεροί και οι δυο. Καθένας κέρδισε κάτι από τη σχέση μας». Σώπασαν μέχρι να σερβίρουν τη σούπα. Πρώτη μίλησε η Μιράντα, «Πάντα ήθελα να σε ρωτήσου, αλλά δίσταζα. Γιατί πήγες στη Βραζιλία;» «Σου είπα». Το γέλιο του ήταν μάλλον σαρκαστικό. «Είχα την ανόητη παρόρμηση να ψάξω για τον πραγματικό εαυτό μου». «Γιατί όμως στη Βραζιλία και όχι κάπου πιο κοντά;» «Ακριβώς γι' αυτό. Για να φύγω μακριά από το σπίτι μου». «Αλλά γιατί;» «Τσακώθηκα άγρια με τη μητέρα μου στην κηδεία του πατέρα. Ούτε λίγο ούτε πολύ, την κατηγόρησα ότι τον έστειλε στον τάφο». «Λυπάμαι ειλικρινά, Ντάνιελ...» 122


«Για ποιο πράγμα λυπάσαι; Πάνε πολλά χρόνια από τότε, Μιράντα, γιατί να βασανιζόμαστε ακόμα;» Το δείπνο κύλησε μέσα σε αμήχανη σιωπή. Το φαγητό σαν να είχε χάσει τη γεύση του και η ατμόσφαιρα είχε γίνει μάλλον βαριά. Το πρόσωπο του Ντάνιελ ήταν συνοφρυωμένο, το σκίαζαν τα φαντάσματα που είχαν ξυπνήσει και είχαν καταστρέψει την ανεμελιά της υπέροχης μέρας. Η Μιράντα πήρε βαθιά ανάσα. Εκείνη τα είχε ξυπνήσει, εκείνη θα τα ξανακοίμιζε. «Το φαγητό είναι υπέροχο, Ντάνιελ», είπε χαμογελώντας. «Χαίρομαι που σ’ αρέσει». Μάσησε την μπουκιά της και την κατάπιε. «Τι είπες πως είναι;» «Δεν είπα». Του ξαναχαμογέλασε. «Λοιπόν; Τι τρώμε; Ή μήπως είναι κρατικό μυστικό;» Το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Χέλι». «Χέλι;» Η Μιράντα πρόφερε τη λέξη αργά και μετά γέλασε. «Αυτή είναι η σπεσιαλιτέ της ημέρας. Τι έπαθες;» ρώτησε εκείνος, μόλις την είδε να παραμερίζει το πιάτο της. «Χόρτασα». Η έκφρασή του έγινε σοβαρή. «Μήπως θέλεις γλυκό;» «Όχι», αποκρίθηκε, τρέμοντας ελαφρά. «Μπορεί να μην ξαναφάω στη ζωή μου». «Κρίμα. Εδώ φτιάχνουν το καλύτερο μαρόν μον μπλαν του κόσμου». «Δε θέλω. Πάντως πες μου τι είναι». «Κάστανα πουρέ, κρέμα σαντιγί, παντεσπάνι και ρούμι. Αηδιαστικό, ε;» «Δε λες τίποτε», αποκρίθηκε γελώντας η Μιράντα. «Θα πάρω διπλή μερίδα». Η δύσκολη στιγμή είχε περάσει. Χαιρόταν που τον είχε βοηθήσει να ξαναβρεί τη διάθεσή του. Και δεν την ένοιαζε αν θα μελετούσε κοντά στον Ρανφρέ ή σε οποιονδήποτε άλλο, της αρκούσε να βρίσκεται κοντά του. «Να το πάλι εκείνο το μυστήριο βλέμμα», την πείραξε ο Ντάνιελ. «Θα μου πεις τι σκέφτεσαι;» Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν τούτη τη φορά δεν μπορούσε να του ξεφύγει με κάποιο ανάλαφρο πείραγμα. «Ότι είμαι ευτυχισμένη», του είπε απλά. Και ήταν. Δε σκεφτόταν τίποτε άλλο μέχρι που τέλειωσαν 123


με τον καφέ και το γλυκό. Ήταν ευτυχισμένη όσο ποτέ άλλοτε. «Θέλω να γίνω η καλύτερη ζωγράφος του κόσμου», έλεγε πάντα, όσο θυμόταν τον εαυτό της. Τώρα το μόνο που ήθελε ήταν να είναι η γυναίκα του. Η ερωμένη του. Η γυναίκα του. Η αλήθεια της την άφησε ξέπνοη. Έγειρε πίσω στο κάθισμά της και άφησε το κουταλάκι της. «Τι έπαθες, Μιράντα; Μη μου πεις ότι δε θέλεις άλλα κάστανα;» «Ακριβώς αυτό, Ντάνιελ. Κυριολεκτικά κοντεύω να σκάσω». Το χαμόγελό του άλλαξε, έγινε τρυφερό και πιο οικείο. «Το ίδιο κι εγώ», ψιθύρισε. Εκείνη τη στιγμή η Μιράντα κατάλαβε επιτέλους ότι την αγαπούσε. Έβρεχε ελαφρά όταν βγήκαν από το μπιστρό. Ο Ντάνιελ έριξε μια ματιά πάνω κάτω στο δρόμο και κούνησε το κεφάλι του. «Όπως στη Νέα Υόρκη», είπε, αγκαλιάζοντας τους ώμους της. «Μόλις βρέξει, εξαφανίζονται τα ταξί». «Δε με νοιάζει. Να περπατήσουμε». Της χαμογέλασε και τη φίλησε ανάλαφρα στο στόμα. «Αν δε σε πειράζει η βροχή». Εκείνη έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του. «Μ’ αρέσει η βροχή. Άλλωστε, είναι απλώς ψιχάλα». Δεν είχαν προχωρήσει όμως ούτε δυο τετράγωνα, όταν η βροχή δυνάμωσε και ο ουρανός φωτίστηκε από έναν κεραυνό. «Μου φαίνεται πως την πατήσαμε», είπε ο Ντάνιελ. Θαρρείς αυτό περίμενε η βροχή για να γίνει κατακλυσμός. «Μάλλον πρέπει ν’ αρχίσουμε να τρέχουμε...» Το γέλιο της έκοψε στη μέση τα λόγια του. Σαν να είχαν ανοίξει οι ουρανοί. Μέσα σε δευτερόλεπτα το φόρεμα της Μιράντας είχε κολλήσει στο σώμα της. Ο Ντάνιελ έβγαλε το σακάκι του και το έριξε στους ώμους της. Ύστερα την πήρε από το χέρι και κατευθύνθηκαν τρέχοντας προς το δρόμο απέναντι. «Το ξενοδοχείο μου είναι δυο τετράγωνα πιο κάτω», της είπε. «Με λίγη τύχη θα καταφέρουμε να φτάσουμε πριν πνιγούμε». Μπήκαν στη σουίτα του, μουσκεμένοι και σκασμένοι στα γέλια, αφήνοντας μια σειρά από λιμνούλες στο πέρασμά τους. «Τα παπούτσια μου είναι παρελθόν», είπε η Μιράντα, βγά124


ζοντάς τα με μια κλοτσιά. «Και το φουστάνι...» Γέλασε μόλις είδε την εικόνα της στον ολόσωμο καθρέφτη. «Ντάνιελ, μοιάζουμε με βρεγμένες γάτες». «Σαν βρεγμένες γάτες στα πρόθυρα της πνευμονίας».Έσφιξε τους ώμους της και την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο. «Κάνε ένα καυτό ντους και φόρεσε μια ρόμπα μέχρι να τηλεφωνήσω να στείλουν λίγο κονιάκ». Η Μιράντα πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά μετά σκέφτηκε πως ο Ντάνιελ είχε δίκιο. Τα δόντια της κροτάλιζαν, έτρεμε κυριολεκτικά. «Κάνε ό,τι σου λέω χωρίς αντιρρήσεις». Έμεινε κάτω από το καυτό νερό μέχρι να χαλαρώσει. Έπειτα έσφιξε γερά τη ζώνη της ρόμπας και του έδωσε τα μουσκεμένα ρούχα της. «Θα τα δώσω να τα στεγνώσουν. Στο μεταξύ έχει καφέ και κονιάκ στο τραπεζάκι», της είπε εκείνος. Ύστερα έβγαλε το μουσκεμένο πουκάμισό του και το έριξε σε μια καρέκλα. «Δε θ’ αργήσω καθόλου». «Με την ησυχία σου». Είδε τις φιγούρες τους στον καθρέφτη και ρίγησε. «Εγώ θα πιω κάτι να ζεσταθώ». Δεν ξανακουνήθηκε από τη θέση της μέχρι που άκουσε την πόρτα του μπάνιου ν’ ανοίγει. Τότε κράτησε την ανάσα της. Τι είχε πάθει τέλος πάντων; Ήταν μόνη με τον Ντάνιελ, όπως το επιθυμούσε. Αυτό ήθελε εδώ και μέρες. Τότε γιατί ξαφνικά φοβόταν; Όχι τον Ντάνιελ, φυσικά. Τότε τι; «Μου φαίνεται ότι ξανάγινα άνθρωπος». Στο άκουσμα της φωνής του η Μιράντα στράφηκε και η καρδιά της άρχισε να καλπάζει. Ο Ντάνιελ στεκόταν στην πόρτα, φορώντας μια φόρμα με το φερμουάρ ανοιχτό στο επάνω μέρος. «Ε!» Την πλησίασε με νωχελικό βήμα και της ανασήκωσε το πιγούνι. «Τι έπαθες; Κοίταξε με», είπε απαλά. «Ο θυρωρός θέλει μια ώρα για να στεγνώσει τα ρούχα σου. Στο μεταξύ εμείς οι δυο θα πιούμε ένα ποτό και θα κουβεντιάσουμε και μετά... μετά θα σε πάω στο σπίτι. Ηρέμησε», πρόσθεσε, βλέποντας το νευρικό της χαμόγελο. Την περίμενε να βολευτεί στον καναπέ και μετά της έδωσε ένα ποτήρι με κονιάκ. «Εγώ θα καθίσω στην πολυθρόνα, εντάξει;» Εντάξει. Βρισκόταν αρκετά μακριά της ώστε να μη φοβάται ότι θ' άπλωνε το χέρι της να τον αγγίξει, αρκετά κοντά όμως για 125


να τον βλέπει καθαρά, πώς έλαμπαν τα υγρά μαλλιά του, πώς γυάλιζαν οι σταγόνες του νερού στο λαιμό του. Έβλεπε ότι το σγουρό τρίχωμα στο στέρνο του έμοιαζε με μετάξι, ότι αραίωνε κατηφορίζοντας προς την κοιλιά του για να σβήσει σαν βέλος κάτω από το παντελόνι της φόρμας. Το ποτήρι της κροτάλισε πάνω στο τραπεζάκι, καθώς το άφησε απότομα για να σηκωθεί όρθια. «Ξέρεις τι θυμήθηκα μόλις τώρα;» Η φωνή της ακούστηκε ξέπνοη. «Σίγουρα καταστράφηκαν όλα τα σχέδια που ζωγράφισα σήμερα». «Δεν έχω καμιά αμφιβολία», αποκρίθηκε ο Ντάνιελ, απλώνοντας τα πόδια του μπροστά. «Τότε πρέπει να ζωγραφίσω άλλα». «Μιράντα, έχεις αρκετά. Ο Ρανφρέ θα ενθουσιαστεί...» «Δε σε πειράζει όμως να δουλέψω λίγο, έτσι;» Πήγε βιαστικά στο γραφειάκι, στη γωνιά του δωματίου και πήρε σημειωματάριο και μολύβι. «Όχι, αν αυτό είναι που θέλεις». Του έστειλε ένα βιαστικό χαμόγελο και ξανακάθισε απέναντι του. Όσο κρατούσε απασχολημένα τα χέρια της, δεν κινδύνευε. Από τι να κινδυνέψει όμως; Και γιατί; Ήθελε τον Ντάνιελ, ω, ναι, τον ήθελε πολύ! Δούλευε γρήγορα, σκίτσαρε τα χαρακτηριστικά του. Την ίσια μύτη, το γεμάτο στόμα, το τετράγωνο σαγόνι, τη μικρή ουλή στον κρόταφο. «Μιράντα;» «Μμμ;» «Μακάρι να είχα το ταλέντο σου». Του χαμογέλασε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της, ενώ το μολύβι της έτρεχε γρήγορα πάνω στο χαρτί. «Μακάρι να έχεις δίκιο, αλλιώς δε θα ’χεις μούτρα να ξαναδείς τον Ρανφρέ...» «Γιατί τότε θα μπορούσα να σε ζωγραφίσω κι εγώ, Μιράντα. Και, αν είχα πολύ μεγάλο ταλέντο, τότε ίσως θ’ απεικόνιζα για πάντα ένα μέρος από την ομορφιά σου». Μέσα στη σιωπή η Μιράντα δεν άκουγε παρά το χτύπο της καρδιάς της. Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν προσεκτικά. Αφησε το μπλοκ και το μολύβι στο τραπέζι. «Νομίζω πως... πως είναι καλύτερα να φύγω τώρα. Μπορούμε να τηλεφωνήσουμε στο θυρωρό, Ντάνιελ;» «Μιράντα...» Η φωνή του ήταν απαλή. «Κοίταξε με». 126


«Είναι αργά. Θα ανησυχήσει η Σόφι». «Δε θ’ ανησυχήσει. Της τηλεφώνησα όσο ήσουν στο μπάνιο». Είχε σηκωθεί από την πολυθρόνα του και την πλησίαζε. Η καρδιά της Μιράντας χτυπούσε σαν τρελή. «Ντάνιελ...» Το χέρι του φυλάκισε τον καρπό της. «Με φοβάσαι;» «Όχι», ψιθύρισε. «Τότε τι είναι;» Της ανασήκωσε απαλά το πρόσωπο. «Ξέρεις ότι θέλω να σου κάνω έρωτα. Νόμιζα πως το ήθελες κι εσύ». Η Μιράντα έκλεισε τα μάτια. «Ναι... Αλλά...» Ο Ντάνιελ έκλεισε το πρόσωπό της στις παλάμες του. «Ασε με... Άσε με να σε φιλήσω μόνο για λίγο». Έσκυψε και χάιδεψε απαλά τα χείλη της με τα δικά του. «Άσε με να σ’ αγγίξω. Μετά, αν θέλεις να σταματήσω...» «Δε θέλω. Δε θέλω να σταματήσεις». «Τότε τι είναι, αγάπη μου;» Στο λαιμό της ανέβηκε ένας λυγμός. Ήταν τόσο σίγουρη τις τελευταίες μέρες! Τώρα, ξαφνικά, ξαναγύριζαν οι παλιές αμφιβολίες. «Δε θέλω να σε απογοητεύσω», ψιθύρισε. «Δεν είμαι... Δεν είμαι σαν τις γυναίκες που... Είμαι ο εαυτός μου. Και αν δεν είναι αυτό που θέλεις πραγματικά...» Ο Ντάνιελ βόγκηξε και την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Μικρή ανόητη! Δεν ξέρεις ότι δε θέλω παρά μόνο εσένα;» Τη φίλησε ξανά και ξανά, κάθε φιλί ήταν βαθύτερο και πιο γλυκό και μετά πλησίασε το στόμα του στο αυτί της. «Τις νύχτες μένω ξύπνιος», μουρμούρισε, «με τη γεύση σου στο στόμα μου, με το άρωμά σου στην ανάσα μου και λαχταράω να σε κατακτήσω». Η Μιράντα έκρυψε το πρόσωπο στον ώμο του, ανασαίνοντας την αρρενωπή μυρωδιά του. «Θυμάσαι εκείνη τη μέρα στο κατάστημα; Πώς με κοίταξες μέσα στον καθρέφτη, σαν να... σαν να μ’ έβλεπες διαφορετική, σαν κάποια που δεν είχες ξαναδεί ποτέ;» Ο Ντάνιελ έσφιξε τους ώμους της και τη γύρισε απαλά προς τον ολόσωμο καθρέφτη. «Κοίταξε και τώρα», της ψιθύρισε. «Όχι. Εγώ...» «Μιράντα, κοίταξε στον καθρέφτη». Αργά, διστακτικά, εκεί127


νη σήκωσε το κεφάλι κι έκανε ό,τι της ζήτησε. Είδε τον εαυτό της... Μάτια πελώρια, μαλλιά ανάστατα, ριγμένα στους ώμους, μια άχαρη ρόμπα. Και είδε τον Ντάνιελ. Το γοητευτικό Ντάνιελ, έναν άντρα που μπορούσε να έχει όποια γυναίκα ήθελε, έναν άντρα που δε θέλησε ποτέ γυναίκα που της έμοιαζε... «Πες μου τι βλέπεις». Η Μιράντα ξεροκατάπιε. «Βλέπω... τον εαυτό μου. Βλέπω κι εσένα». «Εγώ δε βλέπω αυτό». Η ανάσα της κόπηκε όταν το κεφάλι του έγειρε και το στόμα του άγγιξε το λαιμό της. Όταν την ξανακοίταξε, τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει. «Εγώ βλέπω την ωραιότερη γυναίκα που γνώρισα ποτέ». Είδε τα χέρια του να γλιστρούν στη μέση της. Η καρδιά της φτερούγισε, καθώς της έλυνε τη ζώνη. «Βλέπω το πρόσωπό σου, βλέπω τα χείλια σου ν’ ανοίγουν πεινασμένα για τα δικά μου». Η ρόμπα γλίστρησε από τους ώμους της. «Βλέπω τα μάτια σου σκοτεινά από τον πόθο όταν σ’ αγγίζω. Βλέπω ένα δέρμα σαν βελούδο, Μιράντα, τόσο απαλό και ντελικάτο ώστε καμιά φορά... καμιά φορά...» Η ανάσα του φλόγισε το λαιμό της. «Και αναρωτιέμαι, πώς είναι άραγε τα στήθη σου; Είναι στρογγυλά; Θα γεμίσουν την παλάμη μου;» Εκείνη βόγκηξε, καθώς η ρόμπα έπεσε από τους ώμους της. Η φωνή του έφτασε σαν ψίθυρος στο αυτί της. «Τέλειο στήθος, Μιράντα». Με κομμένη την ανάσα, παρακολούθησε τα δάχτυλά του να κινούνται αργά στο κορμί της. Το αίμα κυλούσε ξέφρενα στις φλέβες της. «Ντάνιελ; Ντάνιελ...» είπε με σπασμένη φωνή. Το χαμόγελό του σχεδόν σταμάτησε το χτύπο της καρδιάς της. «Πες μου τι θέλεις, αγάπη μου». Τα πάντα. Ήθελε τα πάντα. Τον Ντάνιελ στην αγκαλιά της, το στόμα του στο δικό της, τον παλμό του κορμιού του. Και κάτι παραπάνω. Ήθελε περισσότερα. Ήθελε... Η ρόμπα κύλησε στο πάτωμα σαν ένας σωρός από χιόνι. Το κεφάλι της έγειρε στο πλάι όταν ο Ντάνιελ ακούμπησε την πλάτη της στο στήθος του χαϊδεύοντάς την. Οι παλάμες του φυλάκισαν τα στήθη της, ο αντίχειράς του κινήθηκε πάνω στη θηλή της. Η κραυγή της ήταν το όνομά του. «Όμορφη Μιράντα! Πόσο καιρό περίμενα για να το κάνω αυτό... να σ’ αγγίζω...» 128


Της ξέφυγε ένας λυγμός όταν το χέρι του γλίστρησε στην κοιλιά της κι έπειτα λίγο παρακάτω. Τα δάχτυλά του έπαιξαν με το βελούδινο τρίχωμα. Ένιωσε το άγγιγμα της παλάμης του και μετά... μετά... Το ένα μετά το άλλο διαπέρασαν το κορμί της καταλυτικά τα κύματα της έκστασης. Ποτέ δεν είχε φανταστεί κάτι τέτοιο. Όμως... όμως ήθελε περισσότερο. Ο Ντάνιελ τη γύρισε μέσα στην αγκαλιά του. Εκείνη ανασήκωσε το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της και το θέαμα τον έκανε να ριγήσει. Την τράβηξε πάνω του βογκώντας. «Μιράντα!» Έπλεξε τα δάχτυλα στα μαλλιά της και της έγειρε πίσω το κεφάλι για ένα φιλί. «Πες μου τι θέλεις», την πρόσταξε σχεδόν. Μεμιάς οι λέξεις βγήκαν σαν έκρηξη από το λαιμό της. «Εσένα», φώναξε. «Εσένα θέλω, Ντάνιελ. Θέλω να μ’ αγαπήσεις». Εκείνος γέλασε θριαμβευτικά και σηκώνοντάς τη στην αγκαλιά του τη μετέφερε στην κρεβατοκάμαρα. «Ναι», είπε, καθώς την ακουμπούσε στο κρεβάτι. «Ναι, αυτό ακριβώς θέλεις. Αυτό ήθελες πάντα». Τον παρακολούθησε σαν μέσα σε όνειρο να βγάζει τη φόρμα του και η καρδιά της χτύπησε σαν τρελή. Πόσο όμορφος ήταν! Υπήρχε μια αλαζονική τελειότητα στον ανδρισμό του, κάτι σαν συμμετρία στο σκληρό κορμί που άγγιζε μέσα της την ψυχή του καλλιτέχνη. Όμως ήταν η γυναίκα μέσα στη Μιράντα που σήκωσε ικετευτικά τα χέρια και ψιθύρισε το όνομά του. Εκείνος ήρθε κοντά της γοργά, σχεδόν με βία, λησμονώντας τις μέρες και τις νύχτες της αναμονής. «Πάει τόσος καιρός που σε θέλω», της ψιθύρισε. Η Μιράντα κράτησε την αναπνοή της όταν τη χάιδεψε, βόγκηξε όταν φυλάκισε το στήθος της. Ένιωσε την απαλή σύσπαση στην κοιλιά της όταν τα δόντια του έπαιξαν ανάλαφρα με τις θηλές της. Ένιωσε το στόμα του καυτό στην κοιλιά της, στους μηρούς και στα απόκρυφα σημεία που ξύπνησαν πάλι με το φιλί του. Φώναξε ξανά το όνομά του. Τα δάχτυλά της μπλέχτηκαν στα μαλλιά του και το κορμί της σχημάτισε τρεμάμενο τόξο προς τα επάνω. Όταν την ξαναπήρε αγκαλιά και τη φίλησε, τα χείλια του είχαν τη γεύση του πάθους που είχαν μοιραστεί. Η Μιράντα ένιωσε ακατανίκητη την ανάγκη να μάθει όλα τα μυ129


στικά του, όπως είχε μάθει εκείνος τα δικά της. «Ντάνιελ», ψιθύρισε, τεντώνοντας το κορμί της. Εκείνος μουρμούρισε το όνομά της, καθώς τον φιλούσε στο στόμα, στο λαιμό. Κατηφόρισε στο κορμί του, με τα δάχτυλά της να χορεύουν στη γεροδεμένη σάρκα του, ενώ το στόμα της χάιδευε το δέρμα του μέχρι που ανακάλυψε το βελούδινο ανδρισμό του. Η ανυπόμονη κραυγή του έστειλε κάτι σαν ηλεκτρική εκκένωση στο σώμα της, τη μέθυσε με την αίσθηση της δύναμής της. Ήταν δικός της και ήταν δική του και ό,τι τους είχε κρατήσει μακριά έπαυε να υπάρχει. «Μιράντα!» Την ανασήκωσε απαλά, φιλώντας την ξανά και ξανά, και ύστερα έγειρε πάνω της. «Ναι», του είπε βραχνά. Και με μια αργή, ονειρεμένη κίνηση, την έκανε δική του για πάντα. Η Μιράντα ξύπνησε πριν χαράξει, πλημμυρισμένη από ευτυχία. Την πρώτη εκείνη βιαστική έκρηξη είχαν ακολουθήσει ώρες αργής, απολαυστικής εξερεύνησης στην αγκαλιά του Ντάνιελ. Έξω μαινόταν ακόμα η βροχή. Χρειαζόταν ένας κατακλυσμός για να κάνει αλήθεια το όνειρο, συλλογίστηκε εκστατική. Μέρες τώρα ήξερε ότι τον αγαπούσε. Όμως δεν είχε τολμήσει να ονειρευτεί ότι την αγαπούσε κι εκείνος. Μόνο ήλπιζε και ονειρευόταν... Απλωσε το χέρι της, αλλά το κρεβάτι ήταν άδειο. Σηκώθηκε αμέσως και τυλίχτηκε στο σεντόνι. «Ντάνιελ;» Τον βρήκε στο σαλόνι, να στέκεται γυμνός στο παράθυρο, με τα μπράτσα τεντωμένα και τις παλάμες ανοιχτές πάνω στο τζάμι. Τα ρυάκια του νερού ανάβλυζαν θαρρείς από τα ακροδάχτυλά του. «Ντάνιελ;» Στράφηκε προς το μέρος της. «Μιράντα!» Της άπλωσε το χέρι εκείνη κούρνιασε στην αγκαλιά του. «Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω». «Δε με πειράζει». Αναστέναξε με απόλαυση. «Είναι κρίμα να χάσουμε μια τέτοια νύχτα με τον ύπνο». Ο Ντάνιελ γέλασε απαλά κι εκείνη έκρυψε το πρόσωπο στο στήθος του. «Δεν εννοούσα αυτό. Εννοούσα...» Τη φίλησε στα μαλλιά. «Είμαι κι εγώ ευτυχισμένος». 130


Τον κοίταξε και του χαμογέλασε. «Μακάρι... μακάρι να διαρκούσε για πάντα τούτη η νύχτα». Μεσολάβησε μικρή σιωπή. «Μπορεί να διαρκέσει, αν με παντρευτείς», είπε τελικά ο Ντάνιελ. «Ντάνιελ! Ω, Ντάνιελ!» Την έσφιξε γελώντας στην αγκαλιά του. «Μήπως αυτό σημαίνει ναι;» «Ναι», αποκρίθηκε γελώντας κι εκείνη. «Ναι, ναι, ναι». Όταν όμως ξαναγύρισαν στο κρεβάτι, κανείς από τους δυο τους δε γελούσε. Τους είχε παρασύρει το παράφορο πάθος που τους είχε φέρει κοντά, βδομάδες πριν, στο Αμστερνταμ.

131


Κεφάλαιο 11

Η Μιράντα βγήκε από το σταθμό του μετρό χαμογελώντας ευτυχισμένη. Η βροχή είχε σταματήσει, ο ουρανός είχε ένα απαλό γαλάζιο χρώμα και ο αέρας ευώδιαζε ελαφρά λεβάντα. Το πανέμορφο Παρίσι, συλλογιζόταν, καθώς προχωρούσε προς το σπίτι της Σόφι Πρέσκοτ. Τέλειο. Στη γωνιά ένας πλανόδιος ανθοπώλης πουλούσε βιολέτες. Η Μιράντα θυμήθηκε πως η Πολέτ λάτρευε τα λουλούδια το τραπέζι δεν ήταν ποτέ σωστά στρωμένο αν δεν το στόλιζε ένα ανθοδοχείο. Έβγαλε μερικά νομίσματα από την τσέπη της και πήρε από το καροτσάκι ένα μπουκέτο. Άνοιξη στο Παρίσι. Στο πεζοδρόμιο γυάλιζαν ακόμα οι λιμνούλες από την πρόσφατη βροχή. Χαμογέλασε. Τελικά δεν ήταν το Παρίσι ούτε η άνοιξη που την έκαναν να νιώθει τόσο ευτυχισμένη. Ο Ντάνιελ την αγαπούσε. Τον αγαπούσε κι εκείνη! Ήταν θαύμα. Δυσκολευόταν ακόμα να το πιστέψει. «Είσαι σίγουρος;» του είχε ψιθυρίσει τις τελευταίες στιγμές, λίγο πριν την οδηγήσει σε άλλη μια υπέροχη κορύφωση. «Στ' αλήθεια μ’ αγαπάς, Ντάνιελ;» Εκείνος την είχε κοιτάξει σιωπηλός, κρατώντας το πρόσωπό της στις παλάμες του. «Είσαι το παν για μένα, αγάπη μου», είχε πει. «Δεν είμαι τίποτε χωρίς εσένα». Η Μιράντα σιγομουρμούριζε ακόμα, όταν της άνοιξε την πόρτα η Πολέτ. «Καλημέρα», της είπε τραγουδιστά και της έδωσε το μπουκέτο. «Ευχαριστώ, δεσποινίς». «Πού είναι η κυρία Πρέσκοτ; Στο δωμάτιό της ή...» «Εδώ είμαι, καλή μου, στη βιβλιοθήκη». Η Σόφι έσπρωξε την καρέκλα της μπροστά από το γραφειάκι και κοίταξε πρόσχαρα τη Μιράντα που ορμούσε σαν σίφουνας στο δωμάτιο. «Λοιπόν, 132


δε νομίζω πως υπάρχει λόγος να ρωτήσω πώς πήγε η μέρα σου», της είπε χαμογελώντας. Η Μιράντα φίλησε γελώντας το μάγουλο της ηλικιωμένης γυναίκας. «Θαυμάσια», αποκρίθηκε και ρίχτηκε στον καναπέ με τα μπράτσα ανοιχτά. «Κυριολεκτικά θαυμάσια». Στο πρόσωπο της Σόφι έλαμψε ένα πονηρό χαμόγελο. «Με πρώτη-πρώτη τη χτεσινή βραδιά, σωστά;» «Σωστά. Πήγαμε με τον Ντάνιελ στο Μουσείο Ροντέν και μετά στο Μέγαρο των Απομάχων και μετά περπατήσαμε στο ποτάμι. Α, ναι και φάγαμε σ’ ένα χαριτωμένο μπιστρό δε θυμάμαι το όνομά του. Δεν υπήρχε ψυχή τριγύρω και μετά περπατήσαμε κι άλλο και...» Κοντοστάθηκε με το πρόσωπο κατακόκκινο. Η Σόφι έκανε ένα μορφασμό. «Ναι, ξέρω. Τηλεφώνησε ο Ντάνιελ. Μου εξήγησε πως είχατε γίνει μούσκεμα και σταματήσατε στο ξενοδοχείο του για να στεγνώσετε». Τα φωτεινά γαλάζια μάτια άστραψαν. «Τελικά τα καταφέρατε, έτσι;» «Καταφέραμε τι;» «Να στεγνώσετε», είπε η Σόφι με ύφος αθώο. «Δε θέλω ν’ αρπάξετε πνευμονία...» Η Μιράντα εβρεξε αμήχανα τα χείλη της. «Σόφι, θέλω... θέλω να σου εξηγήσω για χτες το βράδυ...» «Μιράντα, παιδί μου, σε πειράζω». Σηκώθηκε, πήγε χαμογελώντας κοντά της και κάθισε δίπλα της. «Δεν έχεις καμιά υποχρέωση να μου απαντήσεις. Σου το είπα από την αρχή, μπορείς να κάνεις ό,τι σ’ αρέσει». «Το θυμάμαι. Όμως δε θα ήθελα να νομίσεις...» «Πες μου για το ραντεβού σου, καλή μου. Πήγες στον κύριο Ρανφρέ; Του άρεσε η δουλειά σου; Δεν αμφιβάλλω, φυσικά, έχεις μεγάλο ταλέντο». Η Μιράντα χαμογέλασε. «Είπε ότι μπορώ να κάνω πολλά. Στην πραγματικότητα...» «Δέχτηκε να σε πάρει κοντά του; Υπέροχα! Όχι πως αμφέβαλλα, φυσικά». Η Μιράντα σηκώθηκε αναστενάζοντας από τον καναπέ και πήγε στο παράθυρο. «Ελπίζω να μην τον απογοητεύσω». «Δε θα τον απογοητεύσεις». «Το μόνο που σκεφτόμουν, όσο εξέταζε τα σχέδιά μου, ήταν ότι ο Ντάνιελ θα πρέπει να κίνησε γη και ουρανό για να 133


μου κλείσει αυτό το ραντεβού μαζί του...» «Είμαι σίγουρη ότι ο κύριος Ρανφρέ εξυπηρέτησε με χαρά τον ανιψιό μου. Άλλωστε τώρα πια γνωρίζονται καλά οι δυο τους». «Αλήθεια; Ο Ντάνιελ δε μ’ άφησε ποτέ να καταλάβω ότι γνωρίζει προσωπικά τον Ρανφρέ». «Φυσικά και τον γνωρίζει. Ο Ρανφρέ είναι αυθεντία στον Βερμέερ. Γι αυτό φυσικά πήγε ο Ντάνιελ να τον βρει». Η Μιράντα χαμογέλασε αχνά. «Φοβάμαι ότι δε σε καταλαβαίνω, Σόφι». «Δεν πειράζει, καλή μου. Πες μου τα υπόλοιπα νέα». Της χαμογέλασε πονηρά. «Υπάρχουν κι άλλα που θέλεις να μου πεις, σωστά;» Η Μιράντα δίστασε. Μήπως ο Ντάνιελ ήθελε ν’ ανακοινώσει ο ίδιος τα νέα στη θεία του; Η Σόφι την κοίταξε ανυπόμονα. «Σου έκανε πρόταση, έτσι;» «Πώς το ξέρεις;» ρώτησε γελώντας η Μιράντα. «Σου τηλεφώνησε;» «Δεν ήταν ανάγκη. Μιράντα, χαίρομαι τόσο και για τους δυο σας. Θαυμάσια νέα. Πότε θα παντρευτείτε;» «Δεν ξέρω. Ακόμα δεν...» «Ο Μάης είναι θαυμάσιος στο Παρίσι. Ή ο Ιούνιος... πώς σου φαίνεται;» Σηκώθηκε και πήγε βιαστικά στο γραφειάκι. «Στις είκοσι εννιά Ιουνίου... Μέχρι τότε θα έχουμε καιρό για το φουστάνι, το γεύμα, τον κατάλογο των προσκεκλημένων...» «Σόφι...» Η Μιράντα πλησίασε την ηλικιωμένη γυναίκα και άγγιξε ανάλαφρα τον αγκώνα της. «Δεν είχα καιρό να σκεφτώ για το γάμο. Μόλις χτες το βράδυ μού έκανε την πρόταση ο Ντάνιελ». «Συγνώμη, καλή μου, δεν ήθελα ν’ ανακατευτώ. Θα το συζητήσετε μαζί. Και με τους γονείς σου. Μόνο που το περίμενα τόσο ανυπόμονα...» Αναστέναξε. «Μη με κακίζεις. Όταν σκέφτομαι πόσες ανοησίες έκανε αυτό το παιδί... Να τρέχει στη Νότιο Αμερική και να τριγυρίζει στις ζούγκλες και μετά να γυρίζει ακόμα πιο δυστυχισμένος, χωρίς την παραμικρή ιδέα τι θέλει στη ζωή του... Σου μίλησε γι’ αυτό, έτσι;» «Λιγάκι». «Πάντως δεν άργησα να τον συμμαζέψω. Υπευθυνότητα, αυτό του χρειαζόταν». Μια σκιά θλίψης πέρασε από τα μάτια της. «Υποθέτω πως αυτό είναι το μόνο καλό που βγήκε από 134


το θάνατο του γιου μου. Εννοώ που ανέθεσα στον Ντάνιελ τη διαχείριση της περιουσίας. Δεν είναι παράξενο, τα πράγματα που μας πληγώνουν περισσότερο να μπορούν να μας δώσουν και τη μεγαλύτερη χαρά;» «Εννοείς που σου συμπαραστάθηκε ο Ντάνιελ μετά το χαμό του γιου σου;» Η Σόφι αναστέναξε. «Και αυτό, σκεφτόμουν όμως τη σχέση του Ντάνιελ με τον πατέρα του. Αυτό είναι που τον κάνει να θέλει να δείξει στον κόσμο ότι δε θα επαναλάβει τις δικές του αποτυχίες. Όλους όμως κάτι μας οδηγεί, σωστά;» «Ναι. Δεν το σκάφτηκα ποτέ, υποθέτω όμως ότι είναι αλήθεια». «Αυτό είπα στον Ντάνιελ. ‘Ντάνιελ’, του είπα, ‘πονάει η ψυχή μου που δεν υπάρχει γιος ν’ αναλάβει μετά από μένα’». Ανοιξε τα μπράτσα της σαν να ήθελε να την αγκαλιάσει. «Θέλω ένα εγγόνι να συνεχίσει την οικογένεια». Η Μιράντα πήρε το χέρι της ηλικιωμένης γυναίκας στο δικό της. «Τώρα έχεις τον Ντάνιελ. Όταν εκείνος... όταν εμείς αποκτήσουμε παιδιά...» «Ακριβώς». Η Σόφι χαμογέλασε θριαμβευτικά. «Αυτό ακριβώς του είπα. Είσαι ό,τι έχω και δεν έχω, Ντάνιελ. Μπορείς να παντρευτείς και να μου δώσεις ένα βαφτιστήρι’. Και τότε ήρθες εσύ, καλή μου, και κατάλαβα ότι ήσουν το κατάλληλο κορίτσι για τον Ντάνιελ». Η Μιράντα χαμογέλασε. «Αλήθεια; Τότε πρέπει να κατάλαβες πολύ περισσότερα απ’ όσα καταλάβαμε ο Ντάνιελ κι εγώ. Στην αρχή δεν τα πήγαμε πολύ καλά...» «Ανοησίες, Ο καθένας θα μπορούσε να δει τη σπίθα μεταξύ σας, ακόμα και μια ανόητη γριά σαν εμένα. Του το είπα την πρώτη κιόλας μέρα. ‘Ντάνιελ’, είπα, ‘κάτι καλό βγήκε τελικά από τα πάρε δώσε σου με τον απαίσιο κυριο Μίλερ και...’» Τα μάτια της Μιράντας άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη. «Γνωρίζεις τον Ερνστ Μίλερ;» «Προσωπικά όχι, ευτυχώς». Το ρυτιδωμένο πρόσωπο έγινε βλοσυρό. «Δε θέλω ούτε στα μάτια μου να τη δω αυτή την πονηρή νυφίτσα. Άκου ν’ αγοράσει απ’ αυτόν τους δυο μικρούς Βερμέερ μου, αφού ήξερε -οπωσδήποτε ήξερε ο Μίλερότι δεν ήταν δικοί του για να τους πουλήσει». Η Μιράντα την κοίταζε αποσβολωμένη. «Με μπέρδεψες, Σόφι. Ποιος αγόρασε κλεμμένο πίνακα;» 135


«Δύο. Δύο πίνακες, Μιράντα. Αυτός ο άνθρωπος. Ο Μίλερ... Αυτός τους αγόρασε». «Από ποιον;» Η Σόφι αναστέναξε. «Δεν έφταιγε εκείνος», είπε απαλά. «Ο Ντάνιελ εξήγησε...» «Ο Ντάνιελ; Τι εννοείς ότι ο Ντάνιελ εξήγησε;» «Μου είπε πώς έγιναν τα πράγματα, ότι... είχε μπλέξει και δεν μπορούσε να κάνει πίσω». Τα μάτια της Σόφι ήταν τώρα υγρά. «Βλέπεις, δεν είχε χρήματα, ήταν απελπισμένος είπε και τον κατάλαβα. Ήταν δυστυχισμένος, σε απόγνωση. Αναζητούσε τον εαυτό του και...» Η Μιράντα άρπαξε την άκρη του γραφείου για να στηριχτεί. «Ο Ντάνιελ;» ψιθύρισε. «Ήταν τρομερό. Τρομερό. Κόντεψα να πεθάνω όταν το ανακάλυψα». Η Μιράντα αναζήτησε μια καρέκλα και σωριάστηκε αποκαμωμένη. Όταν μίλησε, η φωνή της έτρεμε. «Αυτό... αυτό όμως είναι κλοπή. Πώς μπόρεσε να κάνει κάτι τέτοιο;» Η Σόφι αναστέναξε πάλι. «Σου είπα, Μιράντα, ήταν απελπισμένος. Στην αρχή δεν κατάλαβα· νόμιζα ότι δε θα τον συγχωρούσα ποτέ. Ο Θεός να με λυπηθεί, μέχρι που απείλησα να τον παραδώσω στις Αρχές». «Αλλά δεν το έκανες». «Φυσικά όχι. Πώς μπορούσα; Μετά ο Ντάνιελ είπε ότι κίνησε γη και ουρανό για να ξαναπάρει τους πίνακές μου». Η Μιράντα κατάπινε με δυσκολία. «Να τους ξαναπάρει από τον Μίλερ εννοείς;» «Ναι. Χρειάστηκαν χρόνια και μια μικρή περιουσία, αλλά ο Ντάνιελ πήρε κιόλας πίσω τον έναν». Το κεφάλι της Μιράντας γύριζε. Έβλεπε νοερά τον Ντάνιελ να ορμάει ακάθεκτος στο στούντιο του Ερνστ Μίλερ, με το πρόσωπο σκοτεινό από οργή. Δεν απορούσε με το θυμό του η ύπαρξή του, η περιουσία του εξαρτιόνταν από την ανεύρεση του δεύτερου πίνακα. Ωστόσο η ιστορία ήταν απίθανη. Η Σόφι ήταν μεγάλη σε ηλικία, καμιά φορά είχε διαλείψεις. Ο Ντάνιελ δεν ήταν κλέφτης. Δεν μπορούσε να είναι... «...Τότε γνώρισε τον κύριο Ρανφρέ». Η Μιράντα πήρε βαθιά ανάσα. «Συγνώμη, Σόφι. Τι... τι είπες;» 136


«Έλεγα πώς γνώρισε ο Ντάνιελ τον Ρανφρέ. Είναι ο ειδικός που κάλεσε για να επαληθεύσει τη γνησιότητα του πρώτου Βερμέερ που πήραμε πίσω. Τώρα είναι στη θυρίδα, φυσικά. Δεν εμπιστεύομαι να τον ξανακρεμάσω στον τοίχο». «Σόφι, είσαι σίγουρη; Μήπως κατάλαβες λάθος; Ίσως...» «Ω, Μιράντα, σε αναστάτωσα χωρίς να το θέλω. Περασμένα ξεχασμένα όμως. Τώρα είμαι ευτυχισμένη και θέλω να συγχωρήσω και να ξεχάσω τελείως το παρελθόν». «Μπορείς... πραγματικά μπορείς να το κάνεις;» Το χαμόγελο της Σόφι ήταν κάπως θλιμμένο. «Φυσικά. Πάντα μπορείς να συγχωρήσεις κάποιον που αγαπάς πραγματικά. Δε συμφωνείς;» Η Μιράντα έδεσε τα χέρια στα γόνατά της. Ναι. Ναι, είχε δίκιο η Σόφι. Πάντα μπορείς να συγχωρήσεις κάποιον που αγαπάς. Και τον αγαπούσε τον Ντάνιελ, ακόμα κι αν ήταν... ακόμα κι αν ήταν... «...Του χρωστάω τόσα. Ο Ντάνιελ έχει αλλάξει». «Έχει αλλάξει πραγματικά;» «Ω, ναι», είπε ευτυχισμένη η Σόφι. «Σου είπα, έκανε θαύματα η υπευθυνότητα. Δες μόνο πόσο καλά διαχειρίστηκε τα χρήματά μου». «Εννοείς... ανέθεσες στον Ντάνιελ τα κεφάλαιά σου, παρ’ όλο που συνέβη αυτό με τους πίνακες;» Η Σόφι έγνεψε καταφατικά. «Αν δεν μπορούσα να ξαναβρώ την εμπιστοσύνη, τι νόημα είχε η ζωή μου; Και είχα δίκιο. Πάντα είχα οικονομική άνεση, με τη διαχείριση του Ντάνιελ όμως γίναμε κι οι δυο πλούσιοι». «Εννοείς ότι με τα δικά σου λεφτά κάνει επενδύσεις;» «Δικά μου ή δικά του, τι σημασία έχει; Πλησιάσαμε πολύ ο ένας τον άλλο τα τελευταία χρόνια». Η ηλικιωμένη γυναίκα χαμογέλασε. «Όσο για την πρόταση γάμου, μόνο λίγο σπρώξιμο ήθελε». Η Μιράντα ένιωσε το δωμάτιο να γυρίζει. «Σόφι, δε σε καταλαβαίνω πια καθόλου». «Δε θυμάσαι που είπαμε κάποτε ότι οι άντρες χρειάζονται λίγο σπρώξιμο;» «Σπρώξιμο; Τι είδους σπρώξιμο;» «Ε... λίγη ενθάρρυνση για να...» Η Σόφι δάγκωσε τα χείλη της μόλις αντιλήφθηκε τον ανεπαίσθητο πανικό στη φωνή της Μιράντας. «Δε θέλω να με παρεξηγήσεις, Μιράντα...» 137


«Σόφι;» Η φωνή μου είναι αυτή; αναρωτήθηκε η Μιράντα. Αυτός ο ξέπνοος ψίθυρος είναι η φωνή μου; «Είχες εσύ καμιά σχέση με την πρόταση του Ντάνιελ;» «Οι άντρες βαριούνται να πάρουν τα πόδια τους», αποκρίθηκε απαλά εκείνη. «Ο πρώτος μου άντρας...» «Σόφι». Η φωνή της ήταν κοφτή. «Σε παρακαλώ. Τι είπες στον Ντάνιελ;» «Ό,τι του λέω τόσα χρόνια. Ότι χρειάζεται μια γυναίκα. Αυτή τη φορά όμως εγώ...» «Εσύ τι;» Κάπου βαθιά μέσα της η Μιράντα ξέθαψε ένα χαμόγελο και το φόρεσε στα χείλη της. «Επινόησες κάποιο έξυπνο τέχνασμα για να τον παρακινήσεις;» Η Σόφι χαμογέλασε διστακτικά. «Του είπα ότι είναι καιρός να νοικοκυρευτεί και να δείξει λίγη ωριμότητα. Και να μου κάνει ένα βαφτιστήρι, αν ήθελε να συνεχίσει να διαχειρίζεται την περιουσία μου». Το αίμα στράγγιζε από τα μάγουλα της Μιράντας. Δεν ξέρει τι έχει, είχε πει η Μίνα. Κανείς δεν ξέρει πώς τα απόκτησε. Εμφανίστηκε στη Νέα Υόρκη εδώ και κάτι χρόνια με τα εκατοδόλαρα να τρέχουν από την τσέπη του. Τα λεφτά της θείας του είχε. Και ήταν αποφασισμένος να τα κρατήσει. Σωριάστηκε αποκαμωμένη στον καναπέ. Τώρα ταίριαζαν όλα τα κομμάτια: η επιμονή του να την πάρει στο Παρίσι, η απότομη αλλαγή των αισθημάτων του. Δεν απορούσε με τη βιασύνη του να την καταφέρει. Θα πρέπει να πάλεψε πολύ για να βρει τρόπο έστω και να την ανεχτεί. Το μόνο που δε χρειάστηκε να υποκριθεί ήταν ο πόθος του, συλλογίστηκε με πίκρα. Ο Ντάνιελ την ήθελε στο κρεβάτι του από την αρχή. Βέβαια, κανείς δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι η σεξουαλική επιθυμία έχει σχέση με το συναίσθημα ή με τη λογική. Δε δυσκολευόταν να καταλάβει τον πόθο του. Εκείνη ήταν το απαγορευμένο φρούτο που τάχα απεχθανόταν, αλλά δεν έβλεπε την ώρα να γευτεί. «Μιράντα;» Η Σόφι έγειρε προς το μέρος της. «Σε αναστάτωσα, έτσι;» Η Μιράντα την κοίταξε. Πώς μπόρεσε να κάνει κάτι τέτοιο ο ανιψιός της; Πώς μπόρεσε να χρησιμοποιήσει πρώτα τη θεία του και μετά την ίδια; Τι είδους άκαρδο κάθαρμα ήταν τέλος πάντων; 138


Πήρε βαθιά ανάσα. «Σόφι...»Έπιασε τους αδύνατους ώμους της και την κοίταξε στα μάτια. «Μερικές φορές τα πράγματα δεν εξελίσσονται σύμφωνα με τις επιθυμίες μας». «Γιατί; Τι εννοείς; Μιράντα, σε παρακαλώ...» «Τώρα... τώρα πρέπει να πάω στο δωμάτιό μου. Έχω πονοκέφαλο και θέλω να ξαπλώσω λίγο». «Μιράντα, καλή μου, δε θέλω να νομίσεις...» «Όχι», ψιθύρισε η Μιράντα. «Καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω απόλυτα». «Αλήθεια; Τότε... τότε ίσως καλύτερα να μη μάθει ο Ντάνιελ για την κουβεντούλα μας αυτή. Δε θέλω να διαπληκτιστώ μαζί του». «Δεν έχω σκοπό να του πω τίποτε. Μην ανησυχείς». Κάποια στιγμή κατάφερε να φτάσει στο δωμάτιό της. Την ώρα που έκλεινε πίσω της την πόρτα, έτρεμε. Τύλιξε τα μπράτσα γύρω από το κορμί της και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Δεν ήταν δυνατόν! Η Σόφι Πρέσκοτ δεν μπορεί να τα επινόησε όλα αυτά. Δυσκολευόταν να το πιστέψει. Ο Ντάνιελ την αγαπούσε, το είχε δείξει την προηγούμενη νύχτα. Το διαβολάκι, όμως, παλιός γνώριμος, ξαναβρέθηκε πάνω στον ώμο της. Λυτό που έδειξε την προηγούμενη νύχτα, της σφύριξε, ήταν σεξ. Εσύ μίλησες για αγάπη, Μιράντα, όχι εκείνος. Όχι, όχι. Ο Ντάνιελ την αγαπούσε. Την αγαπούσε. Αλήθεια; κορόιδεψε το διαβολάκι. Τι αγαπάει λοιπόν σ’ εσένα; Την αλήτικη εμφάνισή σου; Τον τρόπο που ζούσες στο Αμστερνταμ; Η Μιράντα έκλεισε τα μάτια. Ήταν αλήθεια. Ο Ντάνιελ ζούσε σε διαφορετικό κόσμο. Αυτό όμως δε σήμαινε... Δε σήμαινε... Αυτό που «αγαπάει» σ’ εσένα, επέμεινε το διαβολάκι, είναι τα κέρδη που θα αποκομίσει από το γάμο σας. Δε θέλει να χάσει την περιουσία της Σόφι. Αυτό «αγαπάει». Όχι. Όχι! Εντάξει λοιπόν. Θα πήγαινε να τον βρει και θα τον ανάγκαζε να πει την αλήθεια. Με ποιο τρόπο όμως; Δεν μπορεί, θα υπήρχε κάποιος τρόπος. *** Μπήκε στο ασανσέρ χωρίς να ρίξει ούτε ένα βλέμμα γύρω της. Ήξερε ότι ο κόσμος τής έριχνε παραξενεμένες ματιές: η κε139


ντητή ινδιάνικη φούστα, η μπλούζα και τα σανδάλια της δύσκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν κατάλληλα για τέτοιο περιβάλλον. Όμως δεν έδινε δεκάρα για το τι σκέφτονταν οι άλλοι. Δεν είχε ιδέα τι θα έλεγε στον Ντάνιελ. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι έπρεπε να του μιλήσει η Μιράντα Στιούαρτ και όχι αυτό το άγνωστο πλάσμα που είχε δημιουργήσει εκείνος. Όσο για τα υπόλοιπα, ένα-ένα θα πήγαιναν στη θέση τους. Την ώρα που διέσχιζε το διάδρομο, κόντεψε να την εγκαταλείψει το κουράγιο της. Το είχε ξανακάνει αυτό κάποτε. Δεν είχε φέρει σπουδαίο αποτέλεσμα βέβαια, γιατί λοιπόν θα έφερνε απόψε; Τι θα του έλεγε; Είσαι κλέφτης; Μου ζήτησες να σε παντρευτώ επειδή η θεία σου απείλησε ότι θα σε αποκληρώσει; Μεμιάς όλα φάνηκαν παράλογα. Να πάει εκεί, ντυμένη με τέτοιο τρόπο, πιστεύοντας μια γριούλα που τα είχε κάπως χαμένα... Δεν είχε νόημα. Το σωστό ήταν να γυρίσει στο σπίτι, να τηλεφωνήσει στον Ντάνιελ, να του ζητήσει να συναντηθούν κάπου ήσυχα και να του απαριθμήσει όλες τις ανοησίες που είχε αραδιάσει η Σόφι. Ο Ντάνιελ θα γελούσε, θα την έπαιρνε στην αγκαλιά του και... Η πόρτα της σουίτας άνοιξε διάπλατα και... η Μιράντα βρέθηκε μπροστά στον Ντάνιελ. «Μιράντα», της είπε χαμογελώντας, αλλά το χαμόγελο έσβησε μόλις την αναμέτρησε από την κορυφή μέχρι τα νύχια. «Τι στην ευχή σημαίνουν όλα αυτά;» Εκείνη κοκκίνισε. «Μπορούμε να μπούμε μέσα, σε παρακαλώ;» «Ναι. Βέβαια». Την άδραξε από το μπράτσο κι έκλεισε την πόρτα. «Σε ρώτησα κάτι. Τι σημαίνουν όλα αυτά;» «Με πονάς». Ο Ντάνιελ αποτράβηξε αργά το χέρι του, κάνοντας ένα βήμα πίσω. «Λοιπόν; Περιμένω απάντηση». Η Μιράντα ξεροκατάπιε. Ήταν ανοησία να πάει εκεί. Η θεία του ήταν γριά και μερικές φορές τα έχανε. Γι' αυτό άλλωστε δεν την είχε προσλάβει για συνοδό της; Ήταν γελοίο να δώσει βάση στα λόγια μιας γριάς γυναίκας. Έριξε μια ματιά στα ρούχα της. Και που ντύθηκε έτσι, γελοίο 140


ήταν. Ανόητο και παιδιάστικο... «Εξηγήσου, Μιράντα». Πήρε βαθιά ανάσα. «Ντάνιελ», είπε απαλά. «Λυπάμαι. Λυπάμαι ειλικρινά. Ήταν λάθος μου να...» Τη διέκοψε το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Ο Ντάνιελ πέταξε μια βλαστήμια και κίνησε για το υπνοδωμάτιο. «Μην κουνηθείς»» πρόσταξε βλοσυρός. «Θα γυρίσω αμέσως». Η Μιράντα ακούμπησε αποκαμωμένη στον τοίχο. Όλα θα πήγαιναν καλά μόλις του εξηγούσε. Η φωνή του ακουγόταν μέχρι έξω. Μιλούσε με τη Σόφι τον άκουσε να λέει το όνομά της, στην αρχή απαλά, ύστερα ανυπόμονα. «...Δεν μπορώ να σου μιλήσω τώρα, Σόφι. Θα τηλεφωνήσω αργότερα». Γιατί τηλεφωνούσε η θεία του; Σίγουρα όχι για ν’ αναφέρει τη συνομιλία τους. «Μην το πεις στον Ντάνιελ... Δε θέλω να διαπληκτιστώ μαζί του». «Τι εννοείς ότι αναστατώθηκε; Από τι αναστατώθηκε;» Η Μιράντα κράτησε την ανάσα της. Του έλεγε. Είχε αλλάξει γνώμη και του έλεγε... «Κατάλαβα». Ο τόνος του ήταν βλοσυρός. «Ναι, κατάλαβα». Μετά η φωνή του χαμήλωσε σαν να είχε πάει πιο μακριά. Μιλούσε απαλά τώρα, σχεδόν ψιθυριστά. Η Μιράντα προχώρησε λίγο. «Σόφι», γρύλισε ο Ντάνιελ, «δε χρειάζεται να μου το πεις αυτό. Το ξέρω πως δε θα μου δοθεί άλλη ευκαιρία. Δεν είμαι ανόητος». Θεέ μου! Όλα όσα είχε πει η Σόφι ήταν αλήθεια. «Μιράντα...» Γύρισε απότομα. Ο Ντάνιελ στεκόταν στην πόρτα με το πρόσωπο ανέκφραστο. «Η Σόφι ήταν». Η Μιράντα έκανε ένα αδιόρατο νεύμα, ανίκανη να βγάλει λέξη. «Άκουσες τη συζήτηση;» «Άκουσα αρκετά». «Τότε δεν υπάρχει λόγος να προσποιηθώ τον ανήξερο για την παρουσία σου εδώ, σωστά;» της είπε τραχιά. «Κανένας»» ψιθύρισε ξέπνοη η Μιράντα. «Κανένας απολύτως». 141


«Κοίταξέ με, Μιράντα». Εκείνη ανασήκωσε το κεφάλι και τον είδε να την πλησιάζει. Με μια βίαιη κίνηση της ανασήκωσε το πιγούνι. Την πόνεσε. Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό και πονεμένο. «Μην το κάνεις αυτό», την ικέτεψε. Εκείνη έπνιξε με κόπο τα δάκρυα που πλημμύριζαν τα μάτια της. «Είσαι τόσο σίγουρος για τον εαυτό σου ώστε πιστεύεις ότι θα ξεχάσω...» Τα χέρια του γλίστρησαν στους ώμους της. «Μην είσαι ανόητη», είπε θυμωμένα. «Μπορούμε ακόμα να τα βρούμε οι δυο μας». «Όχι, δεν μπορούμε. Ενδόμυχα το ήξερα από την αρχή». «Ανάθεμά σε, δεν ξέρεις τι λες». Τράβηξε πάνω του το απρόθυμο κορμί της. «Κάτι σημαίνει αυτό που έχουμε». Η Μιράντα έβγαλε έναν ήχο, κάτι ανάμεσα σε λυγμό και γέλιο. «Δεν έχουμε τίποτε. Θέλω... θέλω πράγματα που εσύ δε θα καταλάβεις ούτε σε χίλια χρόνια». Η φωνή της ράγισε και αποτραβήχτηκε από το άγγιγμά του. «Αντίο, Ντάνιελ», ψιθύρισε. «Μιράντα!» Την πρόλαβε, την άρπαξε από τους ώμους και τη γύρισε προς το μέρος του. «Μιράντα. Δεν μπορείς να μ’ αφήσεις». Τα μάτια του ήταν σκοτεινά σαν τον καπνό και, για μια φευγαλέα στιγμή, πίστεψε πως είδε πόνο στο βλέμμα του. Ξέρω πως δε θα μου δοθεί άλλη ευκαιρία... Δε χρειάζεται να μου το πεις. Σήκωσε περήφανα το κεφάλι. «Νόμισες ότι θα με κορόιδευες για πάντα;» ρώτησε παγερά. «Αυτός είναι ο πραγματικός εαυτός μου και αυτό ακριβώς θέλει ο πραγματικός εαυτός μου». Απομακρύνθηκε από κοντά του, άνοιξε την πόρτα και βγήκε γοργά από τη ζωή του.

142


Κεφάλαιο 12

Η Μιράντα μάζεψε βιαστικά τα πράγματά της, τα δικά της πράγματα, όχι εκείνα που της είχε αγοράσει ο Ντάνιελ κι έφυγε αφήνοντας μόνο ένα σημείωμα στο γραφειάκι της Σόφι. Λυπάμαι που δεν πήγαν καλά τα πράγματα. Φτάνοντας στο Αμστερνταμ ένιωθε εξουθενωμένη και αδύναμη να κάνει οτιδήποτε εκτός από ένα τηλεφώνημα στη Μίνα. «Είμαι στο Σέντραλ Στέισον», της είπε και η απελπισμένη φωνή της ήταν αρκετή για να καταλάβει η φίλη της σε τι κατάσταση βρισκόταν. «Θα τα καταφέρεις μόνη ή να έρθω να σε πάρω;» Η Μιράντα ακούμπησε το μέτωπό της στο παγωμένο τζάμι του τηλεφωνικού θαλάμου. Μέχρι τώρα είχε αντέξει, επειδή πίστευε ότι δεν είχε παρά τον εαυτό της για να στηριχτεί. Ακούγοντας όμως την ανήσυχη φωνή της Μίνας, ένιωσε έτοιμη να καταρρεύσει. Όχι ακόμα, είπε μέσα της. Όχι ακόμα. «Θα τα καταφέρω», τη διαβεβαίωσε. Κατέρρευσε στο καναπεδάκι του παλιού της δωματίου. «Μάλλον πρέπει να κοιμηθείς στο κρεβάτι μου», είπε η Μίνα. «Είμαι τόσο κουρασμένη ώστε θα μπορούσα να κοιμηθώ πάνω σε καρφιά». Ωστόσο δεν κοιμήθηκε αμέσως. Έμεινε ξάγρυπνη μέχρι τα χαράματα, ώσπου παραδόθηκε σ' ένα βαρύ, ταραγμένο ύπνο και ξύπνησε αργά το πρωί. Η Μίνα την περίμενε μ’ένα φλιτζάνι καυτή σοκολάτα, ένα βεβιασμένο χαμόγελο και τη διαβεβαίωση ότι η προηγούμενη συγκάτοικος είχε φύγει πριν από λίγη ώρα. «Δεν πιστεύω να την ανάγκασες εσύ», τη μάλωσε τάχα η Μιράντα. «Μέρες τώρα το βασάνιζε να μετακομίσει ή όχι στο σπίτι του φίλου της. Σήμερα το πρωί μου είπε ότι εκείνος έπαψε να της το ζητάει. Όταν λοιπόν ζήτησε τη γνώμη μου, της είπα ό143


τι πιθανότατα είχε βρει αντικαταστάτρια. Έτσι τα μάζεψε κι έφυγε μέσα σε είκοσι λεπτά». Η Μιράντα δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα γέλιο. «Είσαι απαίσια», είπε. Και ύστερα ένιωσε έντρομη το γέλιο της να γίνεται λυγμός. Έκρυψε το πρόσωπο στις παλάμες της κι έκλαψε ασυγκράτητα. «Μην κλαις. Σε παρακαλώ, μην κλαις. Ό,τι κι αν έγινε...» «Δεν έπρεπε να πάω μαζί του». Η Μίνα κάθισε δίπλα της και την αγκάλιασε. «Δεν του αξίζει». Το ήξερε. Ο Ντάνιελ την είχε χρησιμοποιήσει. Την είχε εξαπατήσει ανελέητα, ωστόσο... Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι δεν τον αγαπούσε, ότι η σχέση τους στηριζόταν μόνο στο σεξ. Και ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά. «Οι πίνακές σου έχουν αλλάξει», είπε κάποια στιγμή ένας από τους δασκάλους της με απροκάλυπτο θαυμασμό. «Πάντα είχες ταλέντο, δεσποινίς Στιούαρτ, τώρα όμως η δουλειά σου έχει βάθος, ωριμότητα που μιλάει στην ψυχή». Πριν από λίγο καιρό ένας τέτοιος έπαινος θα την είχε ανεβάσει στα ουράνια. Τώρα η αγωνία δεν την άφηνε να τον απολαύσει. Είχε αγαπήσει τον Ντάνιελ, εκείνος την είχε προδώσει, όμως η ίδια τον αγαπούσε ακόμα. Αγαπούσε τον άντρα που είχε γνωρίσει στο Παρίσι, τον άντρα που την είχε φιλήσει κάτω από τη βροχή, που της είχε αγοράσει μια απαίσια απομίμηση του Πύργου του Άιφελ, που την είχε κρατήσει στην αγκαλιά του και είχε αφυπνίσει μέσα της πάθη που δεν είχε φανταστεί. Το δικό του πρόσωπο έβλεπε στα αρσενικά μοντέλα, τη δική του φωνή άκουγε τις σκοτεινές ώρες της νύχτας. Δεν είχε νόημα. Ο άντρας που κρυβόταν στην καρδιά της δεν υπήρχε. Ο πόνος όμως δεν έλεγε να φύγει. Τα δέντρα του Βόντελπαρκ ήταν γεμάτα φύλλα όταν έφτασε ένα γράμμα με το γραφικό χαρακτήρα του Ντάνιελ. Η Μιράντα χλόμιασε, το κοίταξε θαρρείς και την έκαιγε και μετά το πέταξε χωρίς να το ανοίξει. Η Μίνα το μάζεψε από τα σκουπίδια. «Δε θα το διαβάσεις;» «Δεν έχει νόημα». Περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι βδομάδες, αλλά δεν μπο144


ρούσε να τον βγάλει από τη σκέψη της. Άρχισε να μισεί τον εαυτό της για την αδυναμία της. Ποια γυναίκα σκέφτεται τόσο πολύ τον άντρα που την πλήγωσε; Χρειαζόταν περισσότερη δουλειά για να ξεχάσει. Και τότε, μια μέρα στο τέλος του καλοκαιριού, η Μίνα κατέφτασε με ειδήσεις. «Μάντεψε ποιον συνάντησα στο Ρέικσμουσεουμ», είπε, καθώς σωριαζόταν σε μια καρέκλα. «Το φάντασμα του Ρέμπραντ;» αστειεύτηκε η Μιράντα, ανασηκώνοντας το βλέμμα από το καβαλέτο. «Τι αστείο! Έναν τύπο που με χρησιμοποιούσε κάποτε για μοντέλο». «Και λοιπόν;» ρώτησε αδιάφορα η Μιράντα. «Και λοιπόν, μου πρότεινε δουλειά». «Ως μοντέλο;» «Πραγματική δουλειά. Θέλει κάποιον τρεις μέρες τη βδομάδα για να καταγράψει κάτι περιουσιακά στοιχεία. Θα διαρκέσει σχεδόν μέχρι να επιστρέψουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες». Η Μιράντα παραμέρισε μια μπούκλα από το μέτωπό της. «Χαίρομαι για σένα». «Να χαίρεσαι και για τις δυο μας, δεσποινίς μου. Ο τύπος χρειάζεται δύο βοηθούς και του είπα να πάψει να ψάχνει. Χτυπήσαμε τζακ ποτ! Τώρα ίσως καταφέρουμε να φύγουμε από τούτο τον πύργο με τα φαντάσματα και να μετακομίσουμε σε επιπλωμένο διαμέρισμα». Το φθινόπωρο είχαν μεταφερθεί σε τρία μικροσκοπικά δωμάτια κοντά στη Χούτσονστραατ. Η Μιράντα είχε πολλή δουλειά, έβρισκε όμως χρόνο να τρέχει στα παλαιοπωλεία της Βάτερλουπλεϊν και της υπαίθριας αγοράς Άλμπερτ Κάιπ και να ψωνίζει μικροπράγματα για το σπίτι. Και γέμιζε τους καμβάδες τον ένα μετά τον άλλον ασταμάτητα. Ο καθρέφτης όμως έλεγε την ωμή αλήθεια: δε φαινόταν τόσο καλά όσο άλλοτε. Είχε παραιτηθεί από την προσπάθεια να κοιμηθεί ολόκληρη νύχτα. Λίγο λίγο όμως η ζωή της ξαναπήρε τον κανονικό ρυθμό και κατάφερνε να περάσει σχεδόν μια μέρα χωρίς τη σκέψη του Ντάνιελ. Είχε επιζήσει το καλοκαίρι και σχεδόν όλο το φθινόπωρο, κάτι που δεν ήταν τόσο εύκολο. Καθισμένη στο γραφείο που μοιράζονταν με τη Μίνα, η Μιράντα αναστέναξε. Η καρτερία είναι αναπόσπαστο τμήμα της ζωής. Σύντομα θα έφτανε ο χειμώνας και θα πάγωναν τα κανάλια. Ο κόσμος θα χλόμια145


ζε, θα ξαναρχόταν όμως η άνοιξη. Θα άνθιζαν οι τουλίπες, ο αέρας θα ζέσταινε και το Άμστερνταμ θα ξαναφορούσε το χαρωπό του πρόσωπο. Όμως δε θα είχε ποτέ το αισθησιακό πρόσωπο του Παρισιού. Δάκρυα ανάβλυσαν στα μάτια της. Πώς μπορούσε ποτέ να ξεχάσει εκείνες τις γλυκές μέρες κοντά στον Ντάνιελ; Δεν είχε παρά να κλείσει τα μάτια για να δει το χαμόγελό του, να νιώσει το άγγιγμα των χειλιών του στα δικά της, ν’ απολαύσει τη μυρωδιά του... Τι ανοησίες έκανε; Ξαναγύριζε πίσω μετά από τόσο καιρό; Όχι! Μάζεψε βιαστικά τα πράγματά της και σηκώθηκε. Ήταν περασμένες έξι και είχε υποσχεθεί στη Μίνα να δειπνήσουν μαζί στο μικρό καφενεδάκι της Λέιντσεπλεϊν. Ωστόσο όλα συνωμοτούσαν εναντίον της. Η Μίνα την έπεισε να μείνουν λίγο περισσότερο. Το κέντρο ήταν πασίγνωστο, τόσο στους ξένους όσο και στους ντόπιους, για τις μουσικές βραδιές του. Η Μιράντα χαμογελούσε βεβιασμένα, προσπαθώντας χωρίς επιτυχία να συμμετέχει στη γιορτινή ατμόσφαιρα. Ξαφνικά τη διαπέρασε ένα ρίγος. Ο Ντάνιελ, σκέφτηκε. Ο Ντάνιελ είναι εδώ. Συνέχισε να χαμογελάει, ψελλίζοντας τα λόγια του τραγουδιού. Περιέφερε όμως το βλέμμα της στην αίθουσα αναζητώντας... Δεν ήταν εκεί. Φυσικά δεν ήταν. Αυτό ακριβώς ήθελε. Δεν το ήθελε; Ξαφνικά κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγει. Ξεγλίστρησε αθόρυβα από την αίθουσα και χάθηκε στα ήσυχα δρομάκια. Από την είσοδο της πολυκατοικίας τους έβγαινε ένας ψηλός άντρας με πλατιούς ώμους και ανάλαφρο βάδισμα. «Μιράντα;» Η καρδιά της χοροπήδησε. «Ντάνιελ;» ψιθύρισε. Όμως δεν ήταν ο Ντάνιελ. Ήταν ο Πίτερ που έμενε στην ίδια πολυκατοικία και τον συναντούσε σχεδόν κάθε μέρα. Γιατί γέμισαν δάκρυα τα μάτια της όταν αντιλήφθηκε το λάθος; Γιατί της ήταν τόσο δύσκολο να ξεπεράσει ένα τυχαίο γεγονός και να συνεχίσει χαμογελώντας το δρόμο της, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε; Την απάντηση την ήξερε. Γεγονός ήταν ότι κάτι είχε συμβεί και ήταν καιρός να αντιμετωπίσει την αλήθεια, όσο πικρή κι αν ήταν. 146


Τον αποζητούσε. Τον αγαπούσε και ίσως θα τον αγαπούσε πάντα. Και αυτό ακριβώς ήταν που την έφερνε σε τούτη τη δυσάρεστη θέση. Καθόταν κουλουριασμένη στην πολυθρόνα στα σκοτεινά, όταν μπήκε μέσα η Μίνα. Η Μιράντα ανοιγόκλεισε τα μάτια με το φως και παραμέρισε τα μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπό της. «Τι ώρα είναι, Μίνα;» Μεσολάβησε αμήχανη σιωπή. «Ώρα να μιλήσουμε», είπε τελικά η Μίνα. Η Μιράντα σηκώθηκε όρθια. «Σε παρακαλώ. Δε θέλω να...» «Ξέρω πως δε θέλεις. Δεν έχεις πει ούτε λέξη για το τι συνέβη ανάμεσα σ’ εσένα και τον Ντάνιελ Θορπ. Και εγώ δε σε ρώτησα». «Και σε ευγνωμονώ γι’ αυτό. Σε παρακαλώ, μην αρχίσεις τις ερωτήσεις τώρα». Μ Μίνα κάθισε στον καναπέ. «Δε ρωτάω. Μιλάω. Έχεις διαλυθεί κι εγώ δεν έχω διάθεση να στέκομαι και να σε κοιτάζω». «Ανοησίες. Είμαι μια χαρά». «Είσαι φριχτή». «Με υποχρεώνεις», είπε η Μιράντα μ ένα βεβιασμένο γέλιο. «Θαυμάσια φιλοφρόνηση για να μου τονώσεις το ηθικό». «Αν αδυνατίσεις λίγο ακόμα, θα πρέπει ν’ αρχίσεις να παραγεμίζεις τα ρούχα σου για να στέκονται πάνω σου». «Αυτό δε σημαίνει ότι έχω διαλυθεί. Απλώς έχασα λίγο βάρος». «Μιράντα», είπε η Μίνα. «Μιλάς γι’ αυτόν στον ύπνο σου». «Όχι, δε μιλάω», αποκρίθηκε έντρομη η Μιράντα. «Ψιθυρίζεις το όνομά του μ’ έναν τρόπο που μου ραγίζει την καρδιά». «Όχι. Όχι!» «Και τον ζωγραφίζεις συνέχεια. Έχεις γεμίσει το διαμέρισμα με την εικόνα του. Όποιος κι αν σου ποζάρει, εσύ τον Ντάνιελ ζωγραφίζεις». Η Μιράντα κούνησε με απόγνωση το κεφάλι. «Είναι... είναι αδύνατον». Ξαφνικά κατέρρευσε κι έκρυψε το πρόσωπο στις παλάμες της. «Τι θα γίνω;» ψιθύρισε. «Δεν μπορώ να τον βγάλω από την καρδιά μου. Τον αγαπούσα χτες... θα τον αγαπώ για πάντα... κι εκείνος...» «Εκείνος;» την προέτρεψε γλυκά η Μίνα. 147


«Εκείνος δε μ’ αγάπησε ποτέ», είπε τραχιά η Μιράντα με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. «Ποτέ! Με χρησιμοποίησε, ανάθεμά τον!» «Είσαι σίγουρη γι' αυτό; Εννοώ, δεν υπάρχει περίπτωση να σ’ αγαπάει κι εκείνος;» Η Μιράντα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Δεν άκουσες τι είπα; Δε νοιάστηκε ποτέ για μένα. Ψέματα ήταν όλα. Γι' αυτό τον μισώ, τον απεχθάνομαι...» Η φωνή της έσπασε και αναλύθηκε σε λυγμούς. Η Μίνα αναστέναξε. «Τότε λοιπόν θα πρέπει να λύσουμε το μυστήριο, σωστά;» ψιθύρισε. Της Μιράντας δεν της πέρασε από τη σκέψη να τη ρωτήσει για ποιο μυστήριο μιλούσε. *** Μια βδομάδα αργότερα η Μιράντα έλαβε μια ειδοποίηση να παρουσιαστεί στο γραφείο του Ντόρφμαν. «Δεν μπορώ να φανταστώ τι με θέλουν», είπε στη Μίνα. «Τα τελευταία χρήματα της υποτροφίας τα πήρα προχθές». Ο Ντόρφμαν άνοιξε τη συζήτηση λέγοντας ότι το ίδρυμα ήταν περήφανο για τις επιδόσεις της. Η Μιράντα απάντησε ότι κι εκείνη ήταν περήφανη για τη σχέση της με το ίδρυμα. Ο Ντόρφμαν χαμογέλασε. Τότε θα ήθελε να προσφέρει κι εκείνη μια εξυπηρέτηση στο ίδρυμα; Η Μιράντα χαμογέλασε αμήχανα και τον διαβεβαίωσε ότι θα έκανε ό,τι της ζητούσαν. «Αν ελπίζετε όμως σε κάποια δωρεά», είπε μ’ ένα νευρικό χαμόγελο, «φοβάμαι ότι...» Ο Ντόρφμαν ξεκαρδίστηκε στα γέλια. «Μα τι σκέψη! Όχι, δεν περιμένουμε δωρεά από σας, αγαπητή μου. Εκείνο που σας ζητάμε είναι να δεχτείτε μια δωρεά για λογαριασμό μας». «Εγώ; Δεν καταλαβαίνω. Τι είδους δωρεά;» «Πολύ εντυπωσιακή. Εκατό χιλιάδες δολάρια που θα χρησιμοποιηθούν σαν συμπλήρωμα στις δαπάνες των μελλοντικών υποτρόφων του ιδρύματος, αν επιλέξουν να σπουδάσουν στην Ολλανδία». Το χαμόγελο της Μιράντας ήταν διστακτικό. «Αυτό είναι θαυμάσιο. Φοβάμαι όμως ότι δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχω...» «Η δωρεά θα γίνει από φιλικό σας πρόσωπο, δεσποινίς Στιούαρτ, που σας πρόσφερε τη δυνατότητα να σπουδάσετε πέρυσι στο Παρίσι». Ο Ντάνιελ. Ο Ντάνιελ έκανε τη δωρεά. Όμως γιατί; 148


«Το πρόσωπο αυτό έθεσε έναν όρο». Η Μιράντα φοβόταν και ν’ ανασάνει. «Δηλαδή;» Ο Ντόρφμαν χαμογέλασε. «Να αποδεχτείτε προσωπικά τη δωρεά εκ μέρους του ιδρύματος». Έσπρωξε πίσω την καρέκλα της. «Αδύνατον. Δε θα το κάνω. Πείτε στον κύριο Θορπ...» «Θορπ;» «Ναι. Στο μυστηριώδη ευεργέτη σας. Πείτε του...» «Αγαπητή μου δεσποινίς Στιούαρτ, δωρητής είναι η Σόφι Πρέσκοτ». Η Σόφι; Η Σόφι έκανε τη δωρεά; Η Μιράντα ξανακάθισε στην καρέκλα της, ενώ ο Ντόρφμαν εξηγούσε. Η κυρία Πρέσκοτ είχε επικοινωνήσει με τους προϊσταμένους του είχε εκφράσει την ευαρέσκειά της για το έργο του ιδρύματος και είχε δηλώσει ότι γνώριζε προσωπικά μια από τις υποτρόφους. «Επιμένει να δώσει την επιταγή μόνο σ’ εσάς». «Μα γιατί;» «Δεσποινίς Στιούαρτ, είναι ηλικιωμένη γυναίκα, ίσως κάπως εκκεντρική. Γιατί να της χαλάσουμε αυτό το μικρό χατίρι;» Όχι. Εδώ κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάποιο μυστικό κρυβόταν πίσω από την υπόθεση. «Κύριε Ντόρφμαν, υπάρχουν... προσωπικά προβλήματα. Ο ανιψιός της κυρίας Πρέσκοτ... ο ανιψιός της κι εγώ...» Ο Ντόρφμαν έκανε μια ανυπόμονη κίνηση. «Δε μ’ ενδιαφέρει ο ανιψιός της κυρίας Πρέσκοτ». Το χαμόγελό του ήταν ψυχρό. «Εκτός αν εννοείτε ότι θα επιτρέψετε στις προκαταλήψεις σας να στερήσουν αυτό τον πόρο από το ίδρυμα, μετά από όσα έκανε για σας». Η Μιράντα έκλεισε τα μάτια. Εκατό χιλιάδες δολάρια για τους μελλοντικούς υποτρόφους. Ακόμα θυμόταν την απελπισία, τη δική της και της Μίνας, πώς αγωνίζονταν να εξοικονομήσουν μερικά επιπλέον χρήματα... Ξεροκατάπιε και κοίταξε τον Ντόρφμαν. «Πολύ καλά. Θα το κάνω, όμως έχω κι εγώ τους όρους μου. Θα τη συναντήσω ιδιαιτέρως, χωρίς να γίνει δημόσια γνωστό το όνομά μου. Και μόνο τη Σόφι Πρέσκοτ, κανέναν άλλο». Ο Ντόρφμαν συμφώνησε. Μια βδομάδα αργότερα η Μιράντα χτυπούσε την πόρτα ενός δωματίου σ’ ένα από τα πολυτελέστερα ξενοδοχεία του Αμστερνταμ. 149


«Είμαι σίγουρη πως όλα θα πάνε καλά», την είχε διαβεβαιώσει η Μίνα, μόλις παρατήρησε τον εκνευρισμό της. Την τελευταία στιγμή μάλιστα την αγκάλιασε ζεστά. «Είμαι σίγουρη ότι κάνεις αυτό που πρέπει». Η Μιράντα είχε χαμογελάσει, εκφράζοντας την ελπίδα ότι έτσι ήταν πραγματικά. Ωστόσο δεν ανυπομονούσε να συναντήσει τη Σόφι. Ανεξάρτητα από τις αιτίες, ήξερε ότι την είχε πληγώσει, διαψεύδοντας τις ελπίδες της. Και... και η Σόφι ίσως προσπαθούσε να μιλήσει για τον Ντάνιελ, ενώ εκείνη δεν το ήθελε για κανένα λόγο... Ίσιωσε τους ώμους της. «Πάμε να τελειώνουμε», μονολόγησε και φορώντας το καλύτερό της χαμόγελο χτύπησε δυνατά την πόρτα. Η πόρτα άνοιξε στη στιγμή. «Σόφι», είπε η Μιράντα, ανασηκώνοντας το βλέμμα. Το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη της φυσικά -φυσικά!- το πρόσωπο στην πόρτα δεν ήταν καθόλου η Σόφι. Ήταν ο Ντάνιελ, ένας Ντάνιελ με βλέμμα παγερό και ανάλογη έκφραση στο πρόσωπο. Η Μιράντα έκανε ένα βήμα πίσω. Πόσο ανόητη στάθηκε. Η Σόφι Πρέσκοτ δε θα επέμενε ποτέ σε μια τόσο παράξενη ρήτρα, αν πράγματι ήθελε να κάνει τη δωρεά. Ο Ντάνιελ ήταν... Ο Ντάνιελ την είχε παγιδέψει, χρησιμοποιώντας τα λεφτά της θείας του. Έκανε απότομα μεταβολή, εκείνος όμως ήταν και πιο γρήγορος και πιο δυνατός. «Όχι», φώναξε. Τα χέρια του όμως σφίχτηκαν στους ώμους της και το επόμενο πράγμα που θυμόταν ήταν ότι βρέθηκε μέσα στο δωμάτιο, με την πόρτα κλειστή -και κλειδωμένη- πίσω της. Κοιτάχτηκαν για λίγο ο Ντάνιελ με τα χέρια στους γοφούς, εκείνη με την καρδιά να φτερουγίζει στο στήθος της. Τελικά μίλησε πρώτη. «Τι στην ευχή σημαίνει αυτό, Ντάνιελ;» Το χαμόγελό του ήταν φευγαλέο και παγωμένο. «Σαν τι σου φαίνεται; Βρίσκεσαι εδώ εκ μέρους του ψεύτικου μικρού κόσμου των μποέμηδων που λατρεύεις». «Πού είναι η Σόφι;» Εκείνος γέλασε απαλά κι έγειρε πάνω στην πόρτα, με τα μπράτσα σταυρωμένα στο στήθος. «Ασφαλής και βολεμένη στο κρεβατάκι της στη Νέα Υόρκη». «Τότε όλα αυτά... ήταν ψέμα». 150


«Ντροπή, Μιράντα. Θα έλεγε ποτέ ψέματα η θεία μου στον κύριο Ντόρφμαν;»Έδειξε με το κεφάλι του προς το γραφειάκι. «Η επιταγή είναι πραγματική. Εκατό χιλιάδες δολάρια. Δες την και μόνη σου». Η Μιράντα δεν κουνήθηκε. Δεν μπορούσε. Ήταν απορροφημένη να τον κοιτάζει, να αποτυπώνει στο μυαλό της τα χαρακτηριστικά του προσώπου και του γεροδεμένου κορμιού που είχε αγαπήσει. Ο λαιμός της σφίχτηκε. Ήταν πιο γοητευτικός παρά ποτέ. Φαινόταν όμως παράξενα κουρασμένος. Υπήρχαν ρυτίδες γύρω από τα μάτια και το στόμα του, ενώ η μικρή ουλή στον κρόταφο φαινόταν πιο έντονη. «Έχεις τα χάλια σου». Η Μιράντα ανοιγόκλεισε ξαφνιασμένη τα μάτια. «Ευχαριστώ πολύ», είπε ψυχρά. «Το ίδιο σκεφτόμουν και για σένα». «Έχεις χάσει βάρος». «Το... το ήθελα. Είναι μόδα, δεν το ήξερες;» Ο Ντάνιελ έκανε ένα μορφασμό. «Ποτέ δεν έδινες δεκάρα για τη μόδα». Περιεργάστηκε τις κλασικές γόβες και το σοβαρό μεταξωτό φόρεμα. «Βλέπω ότι απόψε άλλαξες τις αντιλήψεις σου περί ιδιοκτησίας». Είχε καμιά υποχρέωση να του εξηγήσει ότι κατάφερε ν’ αγοράσει μερικά ρούχα, χάρη στη δουλειά που είχε βρει η Μίνα; Ασφαλώς όχι. «Βρίσκομαι εδώ εκ μέρους του ιδρύματος. Δεν εκπροσωπώ τον εαυτό μου». «Φυσικά. Τα πάντα για τα φιλαράκια σου. Πώς μπορώ να ξεχάσω τι επιρροή ασκούν επάνω σου, Μιράντα;» Δεν είχε διάθεση να ξανακάνει τις ίδιες συζητήσεις. Αν επέμενε να τη φαντάζεται μ’ αυτό τον τρόπο, δικαίωμά του. «Δε μου εξηγείς καλύτερα γιατί μπήκες σε τέτοιο κόπο;» ρώτησε επιφυλακτικά. «Να πείσεις τη Σόφι να ζητήσει αυτή τη συνάντηση να την καταφέρεις να υπογράψει επιταγή για το ίδρυμα...» «Δική μου επιταγή. Δικό μου είναι το δώρο. Ίσως έτσι προφυλάξω κάποιο ανόητο κορίτσι από το να γδυθεί μπροστά σε καθάρματα σαν τον Μίλερ». Η Μιράντα άφησε έναν ήχο που έμοιαζε με γέλιο. «Σε παρακαλώ, ας σταματήσουμε τα παιχνίδια. Η επιταγή είναι της Σόφι. Επειδή κατάφερες να επιβάλεις τη διαχείρισή σου στα κεφάλαιά της...» 151


«Η Σόφι δε μίλησε για τα σχέδιά της, μέχρι τη στιγμή που δώρισε τα χρήματα στον Ντόρφμαν, όμως κι εγώ ήμουν πρόθυμος να τηρήσω την υπόσχεση. Ο όρος να δώσει την επιταγή προσωπικά σ’ εσένα ήταν θαυμάσια ιδέα. Μακάρι να το είχα σκεφτεί εγώ». «Δε χρειάζεται να προσποιείσαι μαζί μου». Η φωνή της Μιράντας ήταν ψυχρή. «Ξέρω την αλήθεια, Ντάνιελ. Η Σόφι μου τα είπε όλα. Για τους κλεμμένους πίνακες που πήρε ο Μίλερ...» «Σου τα είπε;» ρώτησε ο Ντάνιελ, ανασηκώνοντας τα φρύδια του. «Εκπλήσσομαι». «Ασφαλώς και εκπλήσσεσαι. Δεν περίμενες βέβαια να...» «Ποτέ δε μίλησε σε κανένα γι' αυτή τη βρομοϋπόθεση». Αναστέναξε καθώς την πλησίαζε. «Όχι πως την αδικώ. Δεν είναι εύκολο να παραδεχτείς ότι ο ίδιος σου ο γιος ήταν κλέφτης». «Σίγουρα δεν είναι...» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Τι πράγμα;» «Νόμισα πως είπες ότι ήξερες την ιστορία. Πως πούλησε ο Άαρον στον Μίλερ τους Βερμέερ». «Ο Άαρον; Μα εκείνη είπε... είπε...» Στα αυτιά της αντήχησε η φωνή της Σόφι. «Δεν είχε λεφτά, βλέπεις, ήταν απελπισμένος. Ο Ντάνιελ είπε...» «Ο Άαρον», ψιθύρισε πάλι η Μιράντα. «Ο Άαρον τους πήρε;» «Όχι μόνο τους πίνακες. Και άλλα πράγματα. Τα μαργαριτάρια της. Μια μικρή μπαλαρίνα του Ντεγκά...» «Μα γιατί; Γιατί να κάνει ο γιος της τέτοιο τρομερό πράγμα;» Ο Ντάνιελ άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τα μαλλιά της. Το άγγιγμα ήταν ανάλαφρο, έστειλε όμως ηλεκτρική εκκένωση στο κορμί της. «Δεν ήρθα εδώ να μιλήσω για τον Άαρον», της είπε απαλά. «Ντάνιελ. Τα ’χω χαμένα... Γιατί το έκανε ο Άαρον;» Εκείνος αναστέναξε. «Ο δύστυχος βρέθηκε σε απελπιστική κατάσταση, υποθέτω. Δεν έχω βρει ακόμα την άκρη ούτε θα τη βρω, νομίζω. Φαντάζομαι όμως ότι έμπλεξε με παλιοπαρέες». Έκανε ένα μορφασμό. «Αυτοαποκαλούνται καλλιτέχνες». Η φωνή του έσταζε δηλητήριο. «Είναι όμως ρεμάλια. Εθισμένοι στα ναρκωτικά. Αλκοολικοί. Άνθρωποι του δρόμου οι περισσότεροι, φυτοζωούν». «Πώς μπορείς να ζεις έτσι;» την είχε ρωτήσει όταν πρωτογνωρίστηκαν. «Γιατί χρειάζεσαι τα λεφτά; Για ναρκωτικά; Για 152


ποτό;» Αυτά την είχε ρωτήσει. «Ήταν εθισμένος. Ηρωίνη. Κοκαΐνη. Κρακ. Ποιος ξέρει τι άλλο έριχνε στο αίμα του». Προχώρησε με αργά βήματα στο παράθυρο. «Ο Άαρον αγόραζε για τον εαυτό του και για τους φίλους του. Στην αρχή πήγαινε καλά-αυτός διαχειριζόταν τους λογαριασμούς της Σόφι». Ακούμπησε τις παλάμες του στα τζάμια, όπως εκείνη τη νύχτα στο Παρίσι. «Τελικά την ξετίναξε τη γριούλα. Δεν υπήρχαν βέβαια και πολλά λεφτά, ο Άαρον δεν είχε διαχειριστεί αποδοτικά την περιουσία, αλλά τα ναρκωτικά έδωσαν τη χαριστική βολή». Η Μιράντα τον κοίταξε επίμονα. «Εννοείς ότι η θεία σου δεν έχει χρήματα;» «Ούτε δεκάρα. Τα έφαγε όλα ο Άαρον». Χρεοκοπημένη η Σόφι; Χωρίς λεφτά; Αδύνατον. «Αλλά... αλλά διαχειρίζεσαι την περιουσία της». Ο Ντάνιελ γέλασε ανάλαφρα. «Είναι ένα παιχνίδι που παίζουμε η Σόφι κι εγώ. Τουλάχιστον έτσι νομίζω. Δεν είμαι βέβαιος αν ξέρει ότι τη συντηρώ εγώ...» «Εσύ;» «...Ή προτιμάει να προσποιείται ότι δεν τη στράγγιζε ο Άαρον. Μ’ αφήνει να τη φροντίζω. Αυτό μετράει άλλωστε». Η Μιράντα σωριάστηκε στον καναπέ. «Γιατί;» ψιθύρισε. «Επειδή ευχαριστεί και τους δυο μας. Εκείνη με χρειάζεται για να στηριχτεί κι εγώ...» Πήρε βαθιά ανάσα. «Εγώ τη χρειάζομαι για να νιώθω υπεύθυνος». Δεν έβγαζε νόημα. Γιατί ήθελε να νιώθει υπεύθυνος για τη θεία του; Και, αν ήταν δική του η περιουσία, πώς την είχε αποκτήσει; «Δεν είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνω». «Δεν είναι τόσο περίπλοκο», αποκρίθηκε ο Ντάνιελ. «Όταν γύρισα από τη Βραζιλία, ο Άαρον είχε πεθάνει. Υπερβολική δόση, είπαν οι γιατροί. Πήγα να δω τη Σόφι, να της εκφράσω τα συλλυπητήριά μου. Μόλις μπήκα μέσα, με άρπαξε η Πολέτ. Η άμοιρη η γυναίκα ήταν σε έξαλλη κατάσταση. Στο γραφείο ήταν σωρός οι λογαριασμοί. Όλοι ζητούσαν από τη Σόφι χρήματα, από το φούρναρη μέχρι την εφορία». «Και τι περίμενε από σένα η Πολέτ; Δεν είχες χρήματα». Ο Ντάνιελ χαμογέλασε. «Είχα κάτι καλύτερο. Μια θυρίδα στην τράπεζα γεμάτη βραζιλιάνικα σμαράγδια». Η απάντησή του την έκοψε σαν μαχαίρι. «Σμαράγδια. Μα 153


είπες... μου είπες ότι δε βρήκες τίποτε στη Βραζιλία». «Είπα ότι δε βρήκα τον εαυτό μου. Πήγα εκεί γεμάτος πίκρα για όλους: τον αποτυχημένο πατέρα μου, τη μητέρα μου που τον κυνηγούσε, εμένα που την κατηγορούσα. Πίστευα ότι φεύγοντας θα έβρισκα τη γαλήνη». «Αλλά δεν τη βρήκες», είπε απαλά η Μιράντα. «Όχι. Η πίκρα και η δυστυχία παρέμειναν. Το μόνο που είχε αλλάξει ήταν ότι βρέθηκα με μια περιουσία σε πολύτιμες πέτρες». Τα μάτια του σκοτείνιασαν. «Και κατά έναν περίεργο τρόπο, αυτό χειροτέρευε την κατάσταση». Τα μάτια της αναζήτησαν τα δικά του. «Δεν καταλαβαίνω». Ο Ντάνιελ αναστέναξε. «Ξέρω πως ακούγεται τρελό, αλλά είχα την αόριστη αίσθηση ότι αντάλλαξα τη ζωή της μάνας μου με τις καταραμένες πέτρες». Η Μιράντα ένιωσε δικό της τον πόνο του. «Το ένα δεν είχε σχέση με το άλλο, Ντάνιελ». «Τώρα το ξέρω». Δίστασε για λίγο. Μια φλέβα τρεμόπαιξε στον κρόταφό του. «Πάντως είναι μια περίοδος της ζωής μου που προτιμώ να μη θυμάμαι». Σηκώθηκε όρθια και πήγε κοντά του. Κάτι έλαμπε στα μάτια του. Κάτι... κάτι αντανακλούσε στις βλεφαρίδες του... Η Μιράντα άπλωσε το χέρι και άγγιξε ανάλαφρα το μπράτσο του. Το κορμί του σκίρτησε, λες και τον είχε αγγίξει φωτιά. «Σ' άκουσα να μιλάς με τη Σόφι εκείνη τη νύχτα», του ψιθύρισε, χωρίς να αφήνει τα μάτια του. «Είπες ότι ήξερες ότι δε θα σου δινόταν άλλη ευκαιρία...» Κινήθηκε προς το μέρος της με το πρόσωπο σφιγμένο. «Ακριβώς», είπε και την έπιασε από τους ώμους. Η φωνή του ακούστηκε σαν ψίθυρος. «Πόσες ευκαιρίες έχει ένας άντρας να βρει τον έρωτα της ζωής του;» Τα μάτια της Μιράντας γέμισαν δάκρυα. Το κράτημά του ήταν βίαιο, σχεδόν τραχύ, το να την αγγίζει όμως μετά από τόσους μήνες, να νιώθει τον ψίθυρο της ανάσας του ήταν... ήταν σαν όνειρο που έβγαινε αληθινό. Οι μήνες του πόνου έσβησαν, όπως ο χειμώνας κλείνει με τον ερχομό της άνοιξης. «Η προειδοποίηση της Σόφι έφτασε πολύ αργά. Μου μίλησε για την κουβέντα σας μετά τη συνάντησή σου με τον Ρανφρέ». «Δε σου είπε για ποιο πράγμα κουβεντιάσαμε;» «Είπε ότι δώσατε υπόσχεση να το κρατήσετε μυστικό. Δε 154


χρειαζόταν όμως σοφία να φανταστώ τι είπατε. Είχες περάσει μια ολόκληρη μέρα στο περιβάλλον που προτιμάς. Και όταν η Σόφι μου είπε ότι σε είδε να φεύγεις ντυμένη με τα παλιά σου ρούχα...» «Ω, Ντάνιελ», ψιθύρισε η Μιράντα. «Ντάνιελ, άκουσέ με». «‘Δεν είναι καλό σημάδι αυτό, Ντάνιελ’, μου είπε. Εγώ το ήξερα. Και μετά ήρθες στο δωμάτιό μου και μου είπες ότι δεν απαρνιόσουν τη ζωή που αγαπούσες...» Η Μιράντα σκέπασε το πρόσωπο με τα χέρια της. «Δεν είπα αυτό». «...Είπες ότι δε μ’ αγαπούσες αρκετά για να γίνεις γυναίκα μου». Ο ήχος που βγήκε από το λαιμό του ήταν κάτι σαν βογκητό, καθώς έσφιγγε τους καρπούς της. «Πανικοβλήθηκα. Αντί να σου πω ό,τι είχα στην καρδιά μου, ότι μπορούσαμε να ζήσουμε σε σοφίτα, αν το ήθελες...» Δάκρυα αυλάκωσαν τα μάγουλά της. «Αγάπη μου! Ντάνιελ, αγάπη μου...» «Αντί να σου πω ότι δεν έδινα δεκάρα αν αγόραζες τα ρούχα σου στα παλιατζίδικα ή στη Σανέλ, ότι ήξερα πως δεν είσαι σαν τους φίλους του Άαρον...» Πήρε βαθιά ανάσα. «Αντί να κάνω κάτι λογικό, στάθηκα εκεί σαν μπαστούνι και σ’ άφησα να φύγεις από τη ζωή μου». Την αγκάλιασε με πάθος. «Πώς μπόρεσες να μ’ αφήσεις;» τη ρώτησε τραχιά. «Μ’ αγαπούσες. Ήξερα ότι μ’ αγαπούσες». «Νόμιζα ότι δε με ήθελες». Χαμογέλασε μέσα από τα δάκρυά της. «Είναι μεγάλη ιστορία, αλλά το μόνο που έχει σημασία είναι ότι πέθανα αφήνοντάς σε εκείνη τη νύχτα». Τα μπράτσα του σφίχτηκαν γύρω της. «Τότε γιατί πέταξες το γράμμα μου; Σ' εκείνο το χαρτί έβαλα την καρδιά μου και σου την έστειλα, Μιράντα. Έγραψα ότι μόνο εσύ μετρούσες για μένα. Εσύ, όχι η γυναίκα που είχα προσπαθήσει να δημιουργήσω». «Πώς ήξερες ότι το πέταξα; Α, κατάλαβα. Η Μίνα. Εκείνη το πήρε». «Δεν το διάβασε. Τα ’βάλε όμως κάτω και κατάλαβε ότι ίσως ήμουν το ίδιο δυστυχισμένος μ’ εσένα. Έτσι έγραψε στη Σόφι». Η Μιράντα αναστέναξε. «Ποτέ δε θα καταλάβεις πόσο δυστυχισμένη ήμουν». «Αυτό είπε η Μίνα στη Σόφι. Είπε ότι σίγουρα μ’ αγαπούσες ακόμα». Πήρε το πρόσωπό της στις παλάμες του. «Είναι αλήθεια, αγάπη μου; Μ’ αγαπάς;» 155


Του χαμογέλασε. «Όχι», ψιθύρισε. Ανασηκώθηκε στα ακροδάχτυλα και πίεσε το στόμα της στο δικό του. Τον φίλησε πολλή ώρα, τρυφερά και μετά απομακρύνθηκε αρκετά ώστε να τον βλέπει. «Σε λατρεύω». Ο Ντάνιελ βόγκηξε και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Φίλησε τα μάγουλα, τους κροτάφους, τα χείλη. Σιγά σιγά τα φιλιά από τρυφερό άγγιγμα έγιναν φωτιά. «Μιράντα, αγάπη μου, θα με παντρευτείς;» «Ναι, Ντάνιελ. Ναι, ναι!» Το πρόσωπό του έλαμψε από χαρά και ύστερα σοβάρεψε. «Θέλω να γίνει σωστά», είπε. «Θέλω να γνωρίσω τους γονείς σου και να ζητήσω το χέρι σου από τον πατέρα σου. Ξέρω πως είναι παλιομοδίτικο, αλλά...» Άγγιξε με τα δάχτυλα τα χείλη του. «Η αγάπη δεν είναι ποτέ παλιομοδίτικη», είπε απαλά. Πήρε το χέρι της και της φίλησε την παλάμη. «Τότε θα πετάξουμε απόψε κιόλας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα ναυλώσω αεροπλάνο και...» «Όχι». Το κορμί του τεντώθηκε. «Όχι; Μα είπες...» «Δε θέλω να πετάξω απόψε για τις Ηνωμένες Πολιτείες». Κούρνιασε κοντά του, αγκαλιάζοντας το λαιμό του. «Είναι αργά και δεν έχω κοιμηθεί κανονικά εδώ και κάτι βδομάδες. Το φαντάζεσαι αυτό;» Τα μάτια του Ντάνιελ έλαμψαν από ένα κρυφό γέλιο. Την έσφιξε πάνω του, τη φίλησε και μετά τη σήκωσε στα χέρια. «Τότε χρειάζεσαι κάποιον να σε φροντίσει». Η φωνή του ακούστηκε τρυφερά κοροϊδευτική, καθώς τη μετέφερε στο διπλανό δωμάτιο. «Κάποιον να σε ντύνει σωστά, να σε ταΐζει σωστά και να σε στέλνει για ύπνο όταν πρέπει». Η Μιράντα γέλασε απαλά, καθώς ο Ντάνιελ την ακουμπούσε τρυφερά στο κρεβάτι. «Ακούγεται κάτι σαν πλήρες ωράριο». «Που θα κρατήσει για πάντα», της υποσχέθηκε. Κάπου εκεί το γέλιο έσβησε για να δώσει τη θέση του στην έκσταση της αγάπης.

ΤΕΛΟΣ 156


ΑΔΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Μετάφραση: Ντίνα Σάπκα

157


Κεφάλαιο 1

Η Ολίβια είχε αργήσει. Δεν ήταν, βέβαια, η πρώτη φορά που θα καθυστερούσε στο ραντεβού της. Ήταν φθινόπωρο κι είχε πέσει πολλή δουλειά στο γραφείο. Όλοι οι πελάτες είχαν αποφασίσει την τελευταία στιγμή ν' αλλάξουν την επίπλωση του σπιτιού τους ή να ανακαινίσουν το διαμέρισμά τους κι είχαν αναθέσει στο γραφείο διακόσμησης εσωτερικών χώρων, που διηύθυνε ο Πιερ, να τους βρει την κατάλληλη λύση. Βέβαια, το κέρδος ήταν μεγάλο, όπως είχε πει ο Πιερ με τη διαπεραστική φωνή του, αλλά το πρόγραμμα της Ολίβια είχε ανατραπεί κι έτρεχε τώρα να προφτάσει το γεύμα που είχε κανονίσει εδώ και μέρες με τη Ρία. Και δεν είναι ένα απλό γεύμα, σκεφτόταν καθώς κατέβαινε βιαστική την Πέμπτη Λεωφόρο. Θα γιόρταζαν, όπως κάθε χρόνο, τα γενέθλιά τους κι αυτή η συνάντηση ήταν για την Ολίβια πολύ σημαντική. Ωστόσο, είχε κάνει τα πάντα για να μην αργήσει, αλλά τελικά δεν τα είχε καταφέρει ήταν σίγουρη όμως πως η φίλη της θα έδειχνε κατανόηση. «Ξέρουμε κι οι δυο πως δε θα έρθεις στην ώρα σου, Λίβι», της είχε πει, ανακατεύοντας τα πυκνά μαύρα μαλλιά της. «Αυτός ο γερο-τράγος σε βάζει και δουλεύεις σαν σκλάβα, αν και ξέρει πως σ’ εσένα χρωστάει την επιτυχία του. Αλήθεια, Λίβι, σκέφτηκες ποτέ να κάνεις δική σου δουλειά;» Η Ολίβια χαμογέλασε στη σκέψη της πρότασης. Η αλήθεια είναι πως εργαζόταν σκληρά, αλλά στον Πιερ όφειλε το γεγονός ότι, από απλή πωλήτρια, είχε γίνει διακοσμήτρια μέσα σε τρία χρόνια. Όσο για ν’ ανοίξει δική της δουλειά, προς το παρόν τουλάχιστον, ήταν αδύνατο γιατί χρειαζότανε άλλο κεφάλαιο και δεν το είχε. «Αν είχες συνέταιρο, δε θα χρειαζόσουν δάνειο», της είχε πει η Ρία και είχαν ξεσπάσει και οι δυο σε γέλια. 158


Η Ρία είχε γεννηθεί σ’ έναν κόσμο πλούτου και πολυτέλειας. Εργαζόταν τρεις μέρες τη βδομάδα από το μεσημέρι ως τις έξι το απόγευμα σε μια πινακοθήκη και γι’ αυτό κατάφερνε να βρίσκεται πάντα στην ώρα της στα ραντεβού. «Προσπάθησε αυτή τη φορά, τουλάχιστον, να είσαι εκεί στην ώρα σου», της είχε τονίσει. «Σου έχω ένα υπέροχο δώρο γενεθλίων». Η Ολίβια σκέφτηκε στενοχωρημένη το μεταξωτό σάλι που είχε αγοράσει για τη Ρία. «Θυμάσαι τι συμφωνήσαμε;» την είχε ρωτήσει. «Δε θ’ αγοράζουμε πια ακριβά δώρα. Το ρολόι που μου χάρισες πέρυσι είναι καταπληκτικό, αλλά...» «Μη λες ανοησίες, Λίβι. Τι ωφελεί να έχεις λεφτά και να μην τα ξοδεύεις γι’ αυτούς που αγαπάς;» Αυτός ήταν ο μοναδικός καβγάς τους όλα τα χρόνια. Η Ολίβια προσπαθούσε να της εξηγήσει πως δεν μπορούσε ν’ ανταποκριθεί στα πανάκριβα δώρα της και η Ρία της έλεγε ότι τα δώρα που της χάριζε της έδιναν μεγάλη χαρά. Κάθε τέτοια αναμέτρηση τέλειωνε με τον ίδιο πάντα τρόπο. «Δε σου αρέσει;» τη ρωτούσε η Ρία στενοχωρημένη κι όταν εκείνη τη βεβαίωνε πως της άρεσε πολύ, τότε συνέχιζε: «Ωραία. Δείξε, λοιπόν, τη χαρά σου, αγάπη μου!» Η Ολίβια αναστέναξε καθώς βάδιζε βιαστικά προς το εστιατόριο όπου θα συναντούσε τη Ρία και το δώρο που της είχε για φέτος. «Είναι αυτό που σου χρειάζεται», της είχε πει. «Πρακτικό και ρεαλιστικό. Κοίτα μόνο να φτάσεις στην ώρα σου στο Λουίτζι». Έριξε μια ματιά στο χρυσό, στολισμένο με διαμάντια ρολόι που στόλιζε το λεπτό καρπό της -περσινό δώρο της Ρία που σπάνια φορούσε- κι έκανε ένα μορφασμό. Αποκλείεται να φτάσω στην ώρα μου, σκέφτηκε. Άργησα ήδη ένα τέταρτο. Όμως μπορεί να μην πηγαίνει και τόσο καλά το ρολόι μου, μια κι έχω να το φορέσω πάνω από ένα μήνα. Μα, τι λέω τώρα; Πώς είναι δυνατόν ένα τόσο ακριβό ρολόι να χάνει έστω κι ένα λεπτό; Το σίγουρο είναι πως άργησα και ποιος ξέρει πόσο μακριά ακόμα είναι το Λουίτζι. «Είναι εκείνο το χαριτωμένο μαγαζί στο τέλος της Πεντηκοστής Πέμπτης Οδού», της είχε πει, αλλά η Ολίβια δεν είχε εμπιστοσύνη στην ικανότητα της Ρία να κρίνει τις αποστάσεις, μια 159


και δεν το είχε καταφέρει ποτέ στα δεκαπέντε χρόνια που γνωρίζονταν. Ανυπομονούσε περισσότερο από κάθε άλλη φορά να συναντήσει τη φίλη της. Τις συνέδεε μια ειλικρινής και βαθιά φιλία από τότε που ήταν παιδιά. Α! Να το! σκέφτηκε, όταν είδε μια μαύρη πινακίδα με το όνομα του εστιατορίου γραμμένο με χρυσά γράμματα και τάχυνε το βήμα της. Είχε αργήσει μόνο είκοσι λεπτά. Ένας θυρωρός με στολή εμφανίστηκε από το πουθενά και της άνοιξε την πόρτα, κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση. «Ευχαριστώ», μουρμούρισε εκείνη, προσπαθώντας να καταπολεμήσει την επιθυμία της να στρώσει με το χέρι τα αστραφτερά σκούρα καστανά μαλλιά της, με τις ατίθασες μπούκλες, που σίγουρα θα είχαν ανακατευτεί από τον αέρα. Αυτό, όμως, που την ενοχλούσε περισσότερο ήταν ο εκνευρισμός που ένιωσε όταν διαπίστωσε πως το εστιατόριο ήταν κάτι περισσότερο από πολυτελές και πανάκριβο. Πότε στην ευχή θα ξεπεράσω αυτό το συναίσθημα; σκέφτηκε οργισμένη κι ανασήκωσε με πείσμα το κεφάλι της. Το σμαραγδί ταγέρ που φορούσε, καλοραμμένο και σχεδιασμένο από την ίδια, ήταν ό,τι έπρεπε για ένα τέτοιο αριστοκρατικό στέκι. Πολύ αριστοκρατικό μάλιστα, σκέφτηκε καθώς μπήκε στη στρωμένη με ασπρόμαυρο μάρμαρο είσοδο. Η αίθουσα ήταν απαλά φωτισμένη. Ένα επενδυμένο με καθρέφτες μπαρ έπιανε τη δεξιά μεριά του χώρου, ενώ γύρω του υπήρχαν αναπαυτικοί καναπέδες. Η χαμηλή μουσική και η ατμόσφαιρα, που ήταν γεμάτη από μυρωδιές καλού κρασιού κι αρωμάτων, συμπλήρωναν την εικόνα. Κοίταξε πάλι το ρολόι της, ενώ περίμενε το μαιτρ. Μπορεί η Ρία να είχε έρθει κιόλας. Η Ολίβια έκανε ένα μικρό βήμα προς το μπαρ κι έριξε μια ματιά στην αίθουσα. Ανασηκώθηκε στις μύτες για να δει καλύτερα κι έκανε ακόμα ένα βήμα... Εκείνη τη στιγμή ο άντρας που στεκόταν στο μπαρ πισωπάτησε και το μόνο που πρόφτασε να δει η Ολίβια ήταν μια γκρι μάλλινη ζακέτα, το ποτήρι που κρατούσε ένα αντρικό χέρι κι ύστερα ένιωσε το παγωμένο ποτό να χύνεται με ορμή στη φούστα της. Φώναξε σχεδόν συγχρόνως με τον άντρα που συγκρούστηκε κι όταν σήκωσε το βλέμμα της είδε πρώτα μια βρεγμένη μεταξωτή γραβάτα κι ύστερα ένα αντρικό πρόσωπο τόσο ψυχρό κι επιθετικά αρρενωπό που της κόπηκε η ανάσα. 160


«Που να σε πάρει, κοπέλα μου, δε βλέπεις μπροστά σου;» Η Ολίβια τον κοίταξε έκπληκτη. «Εγώ; Εσείς κάνατε...» «Κοίτα τι μου έκανες!» Έβγαλε ένα λευκό μαντίλι από την εσωτερική τσέπη της ζακέτας του και σκούπισε τη γραβάτα του. «Κατέστρεψες τη γραβάτα μου». Τον κοίταξε, ενώ συγχρόνως προσπαθούσε να στεγνώσει με το χέρι το μεταξωτό σακάκι της. Είναι για πέταμα, σκέφτηκε στενοχωρημένη. Καταστράφηκε εντελώς. Τι είναι μια απλή γραβάτα μπροστά σ’ ένα ταγέρ; «Θα μυρίζω ολόκληρος ουίσκι μέχρι το βράδυ». «Την επόμενη φορά», του είπε η Ολίβια, σφίγγοντας τα δόντια, «να φροντίσετε να πίνετε σόδα. Ίσως αυτό βελτιώσει τη διάθεσή σας». «Αλήθεια;» τη ρώτησε, σηκώνοντας το κεφάλι και κοιτάζοντάς τη για πρώτη φορά στα μάτια. «Αλήθεια», άρχισε να λέει ψυχρά, αλλά τα λόγια που ήθελε να του πει πνίγηκαν στο λαιμό της. Ο θυμός χάθηκε από το πρόσωπό της, αφήνοντας στη θέση του ένα γλυκό χαμόγελο. Χριστέ μου, σκέφτηκε ζαλισμένη, τι όμορφος άντρας! «Διάβολε», είπε εύθυμα εκείνος, «ένα ατύχημα ήταν». Εκείνη ξεροκατάπιε. «Ναι. Αυτό... αυτό λέω κι εγώ». Δεν ήταν απλώς ωραίος αλλά και πλούσιος και το κατάλαβε από την πρώτη στιγμή. Το είδε στο πανάκριβο ντύσιμό του και στον τρόπο που μιλούσε. Έγινε κατακόκκινη όταν είδε τον τρόπο που την κοιτούσε. Τα μάτια του έτρεχαν στο κορμί της και την έγδυνε με το βλέμμα. «Μου επιτρέπετε...» πρότεινε και σήκωσε το χέρι με το μαντίλι προς το στήθος της. «Όχι». Η Ολίβια πισωπάτησε βιαστικά. «Θα το φροντίσω μόνη μου», του είπε ψυχρά. «Κυρία; Κύριε; Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» ακούστηκε η φωνή του μαιτρ. Ο άντρας χαμογέλασε. «Κανένα απολύτως». «Μπορώ να σας φέρω κάτι; Ένα καθαρό πανί ή...» συνέχισε ο μαιτρ. «Βρες μας ένα τραπέζι», είπε ο άντρας. Έπιασε την Ολίβια από τον αγκώνα απαλά, αλλά εκείνη τραβήχτηκε απότομα μακριά του. «Έχω ραντεβού με κάποιον». 161


Εκείνος χαμογέλασε. «Κι εγώ, αλλά μπορούμε ν’ αλλάξουμε τα σχέδιά μας, έτσι;» «Ισως η φίλη μου να έχει έρθει κιόλας», συνέχισε η Ολίβια, κοιτάζοντας τον ηλικιωμένο μαιτρ. «Το όνομά της είναι...» «Το δικό σου θέλω να μάθω», μουρμούρισε ο άγνωστος. «Αν δε θέλεις να φας μαζί μου, πες μου τουλάχιστον το όνομά σου και τον αριθμό του τηλεφώνου σου». «Όχι», αρνήθηκε με πείσμα εκείνη. «Θέλω να πάω στο τραπέζι μου, είτε είναι εδώ η φίλη μου είτε όχι». «Ακολουθήστε με, παρακαλώ», είπε ο μαιτρ. «Πες ένα αντίο τουλάχιστον», ακούστηκε πίσω της η αρρενωπή φωνή, καθώς ακολουθούσε το μαιτρ, αλλά εκείνη τον αγνόησε. «Η κράτηση είναι στο όνομα Ρία Μπάσκομπ», είπε. «Μάλιστα. Ακολουθήστε με παρακαλώ», επανέλαβε ο ηλικιωμένος άντρας με μια υπόκλιση. Η Ολίβια αναστέναξε με ανακούφιση. Ώστε η Ρία ήταν ήδη εκεί. «Αυτό είναι το τραπέζι σας». «Ευχαριστώ. Μα...» Η Ολίβια ξαφνιάστηκε. Αυτός που καθόταν στο τραπέζι δεν ήταν η Ρία αλλά ένας ασπρομάλλης κύριος, που μόλις την είδε σηκώθηκε, χαμογελώντας ευγενικά. «Με συγχωρείτε», είπε η Ολίβια στο μαιτρ. «Μου φαίνεται πως κάνατε κάποιο λάθος». Ο ασπρομάλλης άντρας χαμογέλασε και του έκανε νόημα να φύγει. «Εντάξει, Τζέφρι. Η δεσποινίς Χάρις είναι στο σωστό τραπέζι». «Με συγχωρείτε», είπε αργά εκείνη, «αλλά δεν...» Ήταν έτοιμη να πει πως δε γνώριζε εκείνο τον άντρα, αλλά το μετάνιωσε. To πρόσωπο και η φωνή του της ήταν πολύ γνωστά. Αλλά δε θυμόταν πού τον είχε γνωρίσει. «Τσαρλς Ράιτ», συστήθηκε εκείνος, λες και διάβασε τη σκέψη της. «Γνωριστήκαμε πριν από κάμποσους μήνες. Είχα έρθει στο κατάστημα όπου εργάζεστε ν’ αγοράσω κουρτίνες για το διαμέρισμά μου». «Και τελικά αλλάξατε ολόκληρη τη διακόσμηση». Η Ολίβια χαμογέλασε. «Φυσικά, κύριε Ράιτ. Συγνώμη που δε σας θυμήθηκα». «Δεν πειράζει, δεσποινίς Χάρις», της είπε ο Ράιτ, χαμογελώντας θερμά. «Άλλωστε δεν είχα την απαίτηση μια τόσο όμορφη 162


νεαρή κοπέλα να θυμάται το όνομα και το πρόσωπο ενός γέρου όπως εγώ». «Μα, δεν είστε γέρος», διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Μόνο που... μπορεί να φταίει ο φωτισμός εδώ κι εξάλλου... Φοβάμαι πως έγινε κάποιο λάθος, κύριε Ράιτ. Επρόκειτο να συναντήσω κάποια φίλη...» «Τη Ρία Μπάσκομπ». «Ναι. Σωστά. Αλλά πού το ξέρετε;» τον ρώτησε έκπληκτη. «Δε σας είπε η φίλη σας πως θα με συναντούσατε εδώ;» ρώτησε αναστενάζοντας ο Ράιτ. «Α, ξέχασα, μου είπε πως θα σας το κρατούσε κρυφό μέχρι το τέλος και απ’ ό,τι βλέπω το έκανε». «Γνωρίζεστε με τη Ρία;» Ο Ράιτ γέλασε με την ερώτησή της. «Ας το πούμε έτσι. Γνωριστήκαμε στο κατάστημα όπου εργάζεστε, όταν η Ρία πέρασε κατά τύχη από κει. Εσείς μας συστήσατε μάλιστα». «Εγώ;» ρώτησε η Ολίβια απορημένη. «Α, ναι, τώρα που το λέτε, κάτι θυμάμαι. Αυτό, όμως, δεν εξηγεί...» «Παρακαλώ, δεσποινίς Χάρις, καθίστε να πιούμε ένα ποτό. Η Ρία δε θ’ αργήσει». Η Ολίβια δίστασε λιγάκι κι ύστερα αποφάσισε να καθίσει στον αναπαυτικό καναπέ απέναντι από τον Ράιτ, ενώ πάσχιζε να καταλάβει τι γινόταν. Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, σκέφτηκε ξεροβήχοντας αμήχανα. «Πρέπει να παραδεχτώ», είπε ανάλαφρα, «πως χαίρομαι που δεν ήρθε ακόμη. Φτάνω πάντα αργοπορημένη στα ραντεβού μας και της είχα υποσχεθεί πως σήμερα θα ήμουν στην ώρα Άδικη Κατηγορία μου». Εκείνος δεν της απάντησε και η Ολίβια συνέχισε: «Ελπίζω να μείνατε ευχαριστημένος με το διαμέρισμά σας, κύριε Ράιτ». «Τσαρλς», τη διόρθωσε μ’ ένα χαμόγελο εκείνος. «Είμαι σίγουρος πως η γυναίκα που διακόσμησε με τόσο γούστο το διαμέρισμά μου με ξέρει αρκετά καλά για να με φωνάζει με το μικρό μου όνομα». «Σας άρεσε, λοιπόν;» τον ρώτησε ντροπαλά εκείνη. «Θυμάμαι πως είχατε αντιρρήσεις για τα χρώματα που βάλαμε στο σαλόνι σας». Ο Ράιτ γέλασε. «Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα την ευκαιρία να το πολυπροσέξω. Όχι, αστειεύομαι», της είπε χαμογελώντας, ενώ έκανε νόημα στο σερβιτόρο. «Όλοι οι φίλοι μου ξετρελάθηκαν με τη διακόσμηση και τους είπα πως υπεύθυνη γι’ αυ163


τήν ήταν η χαριτωμένη δεσποινίς Ολίβια Χάρις». Η Ολίβια έγινε κατακόκκινη. «Σας ευχαριστώ, αλλά πιστεύω πως εγγύηση της καλής δουλειάς ήταν το αφεντικό μου». «Ανοησίες», είπε ο Ράιτ, ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους του. «Ξέρουμε και οι δυο, πολύ καλά μάλιστα, ότι σ’ εσένα οφείλει τη φήμη του το μαγαζί». «Αυτό που λέτε είναι πολύ ευγενικό, αλλά...» «Τι θα πιεις; Λευκό ή κόκκινο κρασί; Ή μήπως κάτι χωρίς αλκοόλ;» Η Ολίβια δίστασε. «Προτιμώ Περιέ, ευχαριστώ». Ο Ράιτ έκανε ένα μορφασμό αποδοκιμασίας. «Στα γενέθλιά σου;» «Πώς ξέρετε ότι είναι τα γενέθλιά μου;» τον ρώτησε σαστισμένη. «Μια σαμπάνια, την καλύτερη που έχετε», παρήγγειλε στο σερβιτόρο κι ύστερα έγειρε προς την Ολίβια. «Τα δικά σου και της Ρία. Γι' αυτό βρίσκομαι εδώ». «Για να γιορτάσετε τα γενέθλια της Ρία;» Ο Ράιτ γέλασε απαλά. «Μάλλον θα ήταν πιο σωστό να πω πως είμαι εδώ να γιορτάσω τα δικά σου». «Κύριε Ράιτ...» αναφώνησε η Ολίβια, σηκώνοντας απότομα το κεφάλι της. «Τσαρλς». «Κοιτάξτε, δε θέλω να φανώ αγενής, αλλά επρόκειτο να γευματίσω με τη φίλη μου κι αντί για κείνη βρήκα εσάς. Κι ενώ εσείς ξέρετε τόσα για μένα, πολύ φοβάμαι πως εγώ δεν ξέρω σχεδόν τίποτα για σας». «Δεν έχεις δίκιο, αγαπητή μου. Ξέρεις πως είμαι φίλος της Ρία κι ένας από τους πιο ευχαριστημένους πελάτες σου... Της πρότεινα να σου το πει η ίδια, αλλά εκείνη επέμενε πως έπρεπε να σου το πω εγώ». «Να μου πείτε τι;» ρώτησε επιφυλακτικά η Ολίβια. Εκείνος αναστέναξε. «Κάποια μέρα η Ρία κι εγώ συζητούσαμε για επενδύσεις. Ξέρει πως πάντα ψάχνω για...» Διέκοψε τη φράση του καθώς τους πλησίασε ο σερβιτόρος με την παγωμένη σαμπάνια. Μόλις την άνοιξε και γέμισε τα ποτήρια τους, ο Ράιτ συνέχισε: «Η Ρία γνωρίζει το ενδιαφέρον μου για επενδύσεις σε μικρές επιχειρήσεις έτσι, όταν μου εξήγησε πόσο προσοδοφόρο θα μπορούσε να γίνει ένα στούντιο διακόσμησης εσωτερικών χώρων...» 164


Η Ολίβια ένιωσε την ανάσα της να κόβεται από ενθουσιασμό. Αυτό ήταν που εννοούσε η Ρία; Βρήκε κάποιον να χρηματοδοτήσει την επιχείρηση; Αυτό μου προτείνει ο Ράιτ; σκέφτηκε σαστισμένη. Ήταν πολύ ωραίο για να είναι αληθινό. Έβρεξε τα χείλη της με την άκρη της γλώσσας. «Κύριε Ράιτ -Τσαρλς- δεν ξέρω αν κατάλαβα καλά. Μου προτείνεις να συνεργαστούμε;» «Όχι». «Δεν κατάλαβα καλά φαίνεται», παραδέχτηκε η Ολίβια, χαμογελώντας δειλά. «Αλλά για μια στιγμή νόμισα πως μου είπες πως προτίθεσαι ν’ ασχοληθείς με τη διακόσμηση». «Εσύ θ’ ασχοληθείς», είπε ο Ράιτ και σήκωσε το ποτήρι του. «Εγώ απλώς θα βάλω το κεφάλαιο». Της χαμογέλασε βλέποντας την απορημένη έκφραση του προσώπου της. «Είναι πολύ απλό», συνέχισε. «Όπως σου είπα, οι φίλοι μου ενθουσιάστηκαν με το διαμέρισμά μου και βρήκα πολύ εύκολα αγοραστή». «Το πούλησες; Μα, μόλις το είχες ανακαινίσει». «Σωστά, αλλά χρειαζόμουν ένα μεγαλύτερο και πιο ήσυχο χώρο. Δε σου ζήτησα να διακοσμήσεις το καινούριο μου σπίτι, επειδή ήταν ήδη φτιαγμένο». «Δεν πειράζει», αποκρίθηκε μπερδεμένη η Ολίβια. «Δε χρειάζεται να μου εξηγήσεις». «Το θέμα είναι πως, όποτε κάποιος μου έλεγε πόσο όμορφο ήταν το διαμέρισμα, η Ρία σκεφτόταν πόσους πελάτες χάνεις, μια και δεν έχεις δικό σου στούντιο. Γι' αυτό, όταν μου είπε την ιδέα της, δεν ξαφνιάστηκα καθόλου». Η Ολίβια ακούμπησε προσεκτικά στο τραπέζι το ποτήρι της. «Ποια ιδέα;» «Μου είπε πως προσπάθησες να πάρεις δάνειο από την τράπεζα κι εκείνοι σου αρνήθηκαν. Έτσι δεν είναι;» «Προσπάθησα να πάρω δάνειο από πολλές τράπεζες», ομολόγησε η Ολίβια. «Αλλά δεν καταλαβαίνω...» «Η Ρία μου πρότεινε να γίνω ο χρηματοδότης σου». «Τι;» τον ρώτησε ξαφνιασμένη εκείνη. «Σου είπα πως ενδιαφέρομαι να επενδύω σε μικρές επιχειρήσεις. Γιατί να μη χρηματοδοτήσω κι ένα στούντιο διακόσμησης; Η Ρία το πρότεινε κι εγώ το αποφάσισα. Τι λες:» 165


Μια μικρή επένδυση, σκέφτηκε η Ολίβια. Ναι, μπορεί για τον Τσαρλς Ράιτ να ήταν μικρή, ένα πρακτικό δώρο, όπως είπε κι η Ρία. «Ζήτησα από τους δικηγόρους μου να το ερευνήσουν. Βέβαια, θα προχωρήσω μόνο με τη δική σου έγκριση». Μιλάει σοβαρά! σκέφτηκε η Ολίβια, κοιτάζοντάς τον. Ένα δικό μου στούντιο, εντελώς δικό μου κι όχι του Πιερ ένα μαγαζί που θα διευθύνω εντελώς μόνη μου. Μα ήταν τρελό εντελώς παράλογο. Πώς κατάφερε η Ρία να πείσει τον Τσαρλς να κάνει μια τόσο γενναιόδωρη προσφορά; Ασφαλώς και δεν μπορώ να δεχτώ, σκέφτηκε. «Μη σκεφτείς ούτε στιγμή πως η Ρία με παρέσυρε σε μια πράξη παράλογη...» της είπε εκείνος, μαντεύοντας τη σκέψη της. «Αυτό ακριβώς σκεφτόμουν», παραδέχτηκε εκείνη, χαμογελώντας νευρικά. «Λοιπόν, σε βεβαιώνω, πως δεν είναι έτσι. Στα χρόνια που πέρασαν έχω επενδύσει κεφάλαια σε ένα καθαριστήριο, μια αλυσίδα βίντεο κλαμπ, ακόμα και σε κομμωτήριο. Γιατί όχι και σε επιχείρηση διακόσμησης; Τα κέρδη μου δείχνουν πως οι συνήθειες των ανθρώπων έχουν αλλάξει. Ξοδεύουν χρήματα για να επιδιορθώσουν κι όχι για να φτιάξουν κάτι από την αρχή». «Ναι, αλλά δε με ξέρεις σχεδόν καθόλου...» «Ξέρω τη δουλειά σου και η Ρία εγγυάται για σένα. Αυτό μου αρκεί. Άλλωστε, Ολίβια, τα χρήματα σου τα δανείζω». «Δεν ξέρω τι να πω», ψιθύρισε εκείνη. «Μια τετραπέρατη επιχειρηματίας θα δεχόταν αμέσως», της είπε γελώντας ο Ράιτ. Η Ολίβια τον κοίταξε και θυμήθηκε την ερώτηση που είχε κάνει κάποτε στον Πιερ, πώς είχε ξεκινήσει. Εκείνος είχε σηκώσει αδιάφορα τους ώμους και είχε απαντήσει με ειλικρίνεια που την ξάφνιασε: «Με δάνειο από μια πλούσια φίλη. Χωρίς τη βοήθειά της δε θα τα είχα καταφέρει ποτέ». Ο Ράιτ έβγαλε μια επιταγή από την τσέπη του και την έσπρωξε προς το μέρος της. «Ρίξε μια ματιά στο ποσό. Οι σύμβουλοί μου μου είπαν ότι είναι καλά για αρχή, αλλά αν δε φτάνει, αρκεί να μου το πεις». Το ποσό της επιταγής έκανε την Ολίβια να ζαλιστεί. «Δε... δεν ξέρω», είπε αργά. «Κι αν αποτύχω;» ρώτησε κι έσπρωξε την επιταγή προς το μέρος του, ενώ το φως τρεμόπαιξε πάνω στο διαμαντοστόλιστο ρολόι της. 166


Εκείνος σταμάτησε το χέρι της, σκεπάζοντάς το με το δικό του. «Η Ρία κι εγώ σου έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη». Εκείνη τον κοίταξε ανέκφραστα. «Κύριε Ράιτ...» «Τσαρλς», τη διόρθωσε χαμογελώντας. «Καιρός να μιλάμε στον ενικό πια». «Τσαρλς», είπε αργά εκείνη κι έπεσε σε βαθιά περισυλλογή. Αχ, Ρία, σκέφτηκε, θα σου σπάσω το κεφάλι. Θα σε πνίξω στα φιλιά. Θα... θα σηκωθώ όρθια, τρελή από χαρά και θ’ αγκαλιάσου εκείνο τον ασπρομάλλη σερβιτόρο... «Είναι, λοιπόν, αρκετό το ποσό;» «Είναι να το ρωτάς, Τσαρλς; Είναι περισσότερο από αρκετό. Μόνο... μόνο που δεν ξέρω αν πρέπει να το δεχτώ. Νιώθω παράξενα που μου δίνεις ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό». «Τι ευαισθησία! Το λέει λες και το πιστεύει». Η άγνωστη φωνή ήταν αντρική και απαλή, αλλά ψυχρή και γεμάτη περιφρόνηση. Ωστόσο, κάτι της θύμιζε. Ήταν ο άντρας που είχε πέσει πάνω του λίγα λεπτά πριν. Η Ολίβια κατάφερε να του ρίξει ένα ψυχρό βλέμμα. «Δεν είσαι ευπρόσδεκτος», άρχισε να λέει, αλλά ξαφνικά σταμάτησε. Ο άγνωστος δεν κοιτούσε εκείνη αλλά τον Τσαρλς κι ο Τσαρλς είχε γίνει κάτασπρος σαν πανί. «Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω πάλι, Τσαρλς», είπε εκείνος με τρόπο που φανέρωνε ακριβώς το αντίθετο, πράγμα που κατάλαβε ο Τσαρλς. Το χέρι του σφίχτηκε ακόμα περισσότερο γύρω από τον καρπό της, τόσο που την έκανε να πονέσει. «Γνωρίζεις... αυτό τον άνθρωπο, Τσαρλς;» ρώτησε η Ολίβια. Ο άγνωστος γέλασε. «Με γνωρίζεις, Τσαρλς;» ρώτησε κι εκείνος ειρωνικά. «Έντουαρντ», ακούστηκε ξέπνοη η φωνή του Τσαρλς. «Με ξάφνιασες». «Α, ναι, αυτό κατάλαβα κι εγώ», απάντησε εκείνος μ’ ένα κοφτό γέλιο. Η Ολίβια έσμιξε τα φρύδια της. Κάτι πολύ περίεργο συνέβαινε εδώ, αλλά τι; Ο άγνωστος κοιτούσε το συνοδό της και δεν μπορούσε να δει το χρώμα των ματιών του -ήταν μπλε ή μαύρα, δύσκολο να καταλάβει-, αλλά ήταν προφανές πως ήταν ψυχρά και το βλέμμα του γεμάτο μίσος. Ένα ρίγος διαπέρασε τη σπονδυλική της στήλη. Ξερόβηξε και ετοιμάστηκε να σηκωθεί από τη θέση της. «Πάω στην τουαλέτα ώστε να δώσω την ευκαιρία σε σας 167


τους δυο...» «Όχι». Το χέρι του Τσαρλς έσφιξε ακόμα πιο γερά το δικό της και η Ολίβια κάθισε πάλι, μορφάζοντας από τον πόνο, στη θέση της. «Όχι», επανέλαβε εκείνος. «Ο Έντουαρντ δε θα μείνει. Έτσι δεν είναι, Έντουαρντ;» Ο άλλος χαμογέλασε, το χαμόγελό του όμως θύμιζε περισσότερο μορφασμό. «Θα γευματίσω με κάποιους συνεργάτες», είπε απαλά εκείνος. Το βλέμμα του σύρθηκε πάνω στο τραπέζι, εκεί που το χέρι της Ολίβια, κρατώντας πάντα την επιταγή, ήταν φυλακισμένο κάτω από κείνο του Τσαρλς. Το φοβερό χαμόγελο σχηματίστηκε πάλι στα χείλη του, σύντομο και ψυχρό και σήκωσε το βλέμμα του στην Ολίβια. «Είπες πως είχες ένα ραντεβού, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ ποιος ήταν ο τυχερός». «Γνωρίζεστε με τη δεσποινίδα Χάρις;» ρώτησε σαστισμένος ο Τσαρλς. «Όχι τόσο καλά όπως εσύ», αποκρίθηκε εκείνος. «Για στάσου μια στιγμή», άρχισε να λέει η Ολίβια, αλλά το προειδοποιητικό σφίξιμο στο χέρι της την έκανε να σταματήσει. «Η δεσποινίς Χάρις κι εγώ είμαστε απλώς...» «Μη μου πεις». Το βλέμμα του άντρα κατέβηκε αργά από το πρόσωπο της Ολίβια στο στήθος της. Ένιωσε τα μάγουλά της να φλογίζονται κι όταν τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της, εκείνος χαμογέλασε απαλά, λες και μοιράστηκαν κάποιο αστείο που ήξεραν μόνο οι δυο τους. «Μιλάτε για δουλειές», είπε. «Οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος θα το είχε καταλάβει». Η προσβολή ήταν φανερή κι η Ολίβια οργισμένη τράβηξε απότομα το χέρι της και πετάχτηκε όρθια. Πίεσε τον εαυτό της να κοιτάξει κατάματα τον άγνωστο που της έφραζε το δρόμο. «Μου επιτρέπετε;» του είπε ψυχρά. «Μη φεύγεις εξαιτίας μου, αγάπη μου. Είμαι σίγουρος πως εσύ κι ο Τσαρλς έχετε να συζητήσετε πολλά ακόμα». «Θα με αφήσεις να περάσω;» «Τι καλοί τρόποι!» αναφώνησε εκείνος. «Είσαι πολύ χαριτωμένη. Τσαρλς, πρέπει να παραδεχτώ πως έχεις πολύ καλό γούστο». «Ποιος, διάβολε, νομίζεις πως είσαι;» τον ρώτησε έξαλλη η Ολίβια. «Γιατί δεν της λες, Τσαρλς;» ρώτησε σιγανά ο άντρας χωρίς 168


να πάρει τα μάτια του από την κοπέλα. «Έντουαρντ», ακούστηκε χαμηλή και γεμάτη ένταση η φωνή του Τσαρλς, «κάνεις λάθος. Σου είπα πως η δεσποινίς Χάρις είναι...» «Επαγγελματική συνεργάτιδα. Φυσικά». Με μια ξαφνική κίνηση έπιασε την Ολίβια από το μπράτσο. Τα μακριά, ηλιοκαμένα δάχτυλά του τυλίχτηκαν στο πράσινο μετάξι. «Τι χαριτωμένο μπιχλιμπίδι, αγάπη μου», είπε, γυρίζοντας απότομα προς τα πάνω τον καρπό της. Το φως έπεσε πάνω στο τελευταίο δώρο της Ρία για τα γενέθλιά της, το χρυσό, στολισμένο με διαμάντια ρολόι. «Πρέπει να είσαι εξαιρετικά καλή για να σου κάνει ο Τσαρλς τόσο ακριβό δώρο». Με μια απότομη κίνηση η Ολίβια ελευθέρωσε το χέρι της. «Άφησέ με!» φώναξε με φωνή που παλλόταν από ασυγκράτητη οργή. «Άφησέ με, γιατί...» «Τι θα κάνεις;» τη ρώτησε τόσο σιγά που μόνο εκείνη τον άκουσε. «Θα παλέψεις; Θα με χτυπήσεις;» Την πλησίασε τόσο πολύ που το σώμα του άγγιζε σχεδόν το δικό της. Το χαμόγελό του έγινε νωχελικό, σχεδόν ερωτικό. Η Ολίβια ένιωθε να την πνίγει η ζεστασιά του γεροδεμένου κορμιού του. «Έλα, λοιπόν», την προκάλεσε. «Προσπάθησε». Τα μάτια της στένεψαν από θυμό και χωρίς να το πολυσκεφτεί σήκωσε το χέρι της να τον χαστουκίσει, αλλά εκείνος την εμπόδισε, πιάνοντας γερά και αποφασιστικά τον καρπό της. Το χαμόγελο χάθηκε από το πρόσωπό του και τα μάτια του από ανοιχτά γαλάζια έγιναν σκούρα μπλε. «Χαρείτε το γεύμα σας, δεσποινίς Χάρις», της είπε και πριν προφτάσει να του απαντήσει, εκείνος έκανε μεταβολή κι απομακρύνθηκε. «Ολίβια! Ολίβια!» φώναξε ο Τσαρλς Ράιτ και σηκώθηκε από τη θέση του αναστατωμένος. «Κάτσε κάτω, σε παρακαλώ», ψιθύρισε. «Μας κοιτάζουν». Ωστόσο δεν είχε δίκιο, γιατί τόσο ο χαμηλός φωτισμός όσο και η θέση του τραπεζιού τούς προστάτευαν από τα αδιάκριτα βλέμματα. Πάρε δρόμο, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της η Ολίβια. Προχώρα στην πόρτα και φύγε από δω. Αλλά τα πόδια της έτρεμαν κι έπρεπε να καθίσει κάπου για να μη σωριαστεί. Έτσι κάθισε πάλι στη θέση της, πήρε το ποτήρι με τη σαμπάνια και το ήπιε μονορούφι. 169


«Λυπάμαι», απολογήθηκε ο Τσαρλς. «Λυπάμαι πολύ, Ολίβια». «Ποιος ήταν αυτός ο άντρας;» ψιθύρισε εκείνη. «Κάποιος που νομίζει πως ο κόσμος τού ανήκει», αποκρίθηκε θλιμμένος. Η φωνή του τώρα ήταν γεμάτη θυμό κι αποφασιστικότητα, αλλά πού ήταν το θάρρος του όταν ο ανεπιθύμητος επισκέπτης τούς πρόσβαλλε τόσο άσχημα; Τα λόγια του, τα υπονοούμενά του κουδούνιζαν ακόμα στ’ αυτιά της. Έκλεισε τα μάτια κι έγειρε το κεφάλι της στον άνετο καναπέ. Ωραία γενέθλια! σκέφτηκε. Σύντροφός της στο τραπέζι ένας άγνωστος αντί για τη Ρία, μια γενναιόδωρη προσφορά για να ξεκινήσει δική της δουλειά -αν και τώρα ήταν σίγουρη πως δε θα δεχόταν τα χρήματά του- και η αναμέτρηση μ’ έναν... έναν παρανοϊκό, έναν τελείως τρελό... «Λίβι!» Το άρωμα Πόιζον πλημμύρισε την ατμόσφαιρα. Η Ολίβια άνοιξε τα μάτια της, καθώς η Ρία Μπάσκομπ κάθισε φουριόζα δίπλα της στον καναπέ. «Αχ, Λίβι, θα με συγχωρήσεις;» Φίλησε τη φίλη της στο μάγουλο και χαμογέλασε στον Τσαρλς. «Γεια σου, Τσάρλι. Τα είπατε εσείς οι δυο;» «Ρία», είπε με ανακούφιση εκείνος. «Ευτυχώς που ήρθες. Μόλις...» «Δηλαδή δεν της το είπες ακόμη;» ρώτησε η Ρία, ενώ έβγαζε τα δερμάτινα γάντια της και τ’ ακουμπούσε πάνω στο τραπέζι. «Λοιπόν, Λίβι, τι λες; Θέλω ν’ ακούσεις τις λεπτομέρειες από τον Τσαρλς για να μη μου λες μετά ότι προσπαθώ να... Μα, τι τρέχει; Πίστευα πως εσείς οι δυο θα είχατε γίνει οι καλύτεροι φίλοι μέχρι τώρα. Μη μου πεις πως θύμωσες με την προσφορά του Τσάρλι;» Ο Τσαρλς έγειρε προς το μέρος της. «Μόλις πριν από λίγο ήταν εδώ ο Έντουαρντ», της είπε λακωνικά. «Ο Έντουαρντ;» ρώτησε ξαφνιασμένη η Ρία. «Χριστέ μου! Τι γύρευε εδώ;» «Φασαρία. Αυτό δεν κάνει πάντα άλλωστε;» «Ναι, αλλά ο Έντουαρντ εδώ; Τι σου είπε;» «Πολλά και φοβερά πράγματα -τα περισσότερα εναντίον μου», ακούστηκε ταραγμένη η φωνή της Ολίβια. «Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί. Ποιος στην ευχή είναι αυτός ο άνθρωπος;» Η Ρία κι ο Τσαρλς κοιτάχτηκαν κι ύστερα μίλησαν και οι δυο μαζί. 170


«Ο Έντουαρντ είναι...» «Ο Έντουαρντ είναι...» Ο Τσαρλς σώπασε και η Ρία καθάρισε το λαιμό της πριν συνεχίσει. «Είναι... είναι μέλος της οικογένειας του Τσάρλι και τον μισεί για τα πλούτη του. Αχ, Λίβι, είναι πολύ μπλεγμένη κατάσταση. Σημασία έχει πως νομίζει ότι έχει το δικαίωμα να ελέγχει τα εισοδήματα της οικογένειας και να τα σπαταλάει, φυσικά. Δε χάνει ποτέ την ευκαιρία να προσβάλλει τον Τσαρλς». «Πρέπει να παραδεχτώ πως τα καταφέρνει πολύ καλά», είπε αναστενάζοντας η Ολίβια. «Μ’ έκανε να νιώσω σαν... σαν... Αλλά μ’ έκανε επίσης να πάρω την απόφασή μου. Δεν μπορώ να δεχτώ την προσφορά σου». «Την προσφορά μου;» «Την προσφορά του Τσαρλς, αν θέλεις. Σ’ ευχαριστώ πολύ, Ρία, ήταν το πιο όμορφο δώρο γενεθλίων, αλλά... δεν το συζητάω». Η Ρία ακούμπησε με μια χαριτωμένη κίνηση τους αγκώνες της στο τραπέζι και στήριξε το πιγούνι πάνω στα πλεγμένα δάχτυλά της. «Γιατί;» «Είναι απλό. Ο Τσαρλς δεν ξέρει τίποτα από επιχείρηση διακόσμησης...» «Δε χρειάζεται. Εσύ είσαι η διακοσμήτρια». «Και... δεν ξέρω αν θα καταφέρω να ξεκινήσω δική μου δουλειά. Τέλειωσα το σχολείο πριν από τέσσερα μόλις χρόνια». «Ανοησίες. Αυτός ο βλάκας ο Πιερ δεν έχει πιάσει μολύβι στο χέρι του για να σχεδιάσει από τότε που σ’ έκανε βοηθό του κι όλοι το ξέρουν αυτό. Άλλο τίποτα;» «Να...» Η Ολίβια έγινε κατακόκκινη. «Δε νιώθω και τόσο άνετα να πάρω τόσα χρήματα από έναν άγνωστο». «Ο Έντουαρντ έκανε κάποιους υπαινιγμούς», είπε ψυχρά ο Τσαρλς. «Αλήθεια;» ρώτησε η Ρία. «Ναι», είπε η Ολίβια. «Βέβαια», βιάστηκε να προσθέσει, «ξέρω πως όλα όσα είπε ήταν ψέματα. Εννοώ πως ο Τσαρλς ποτέ δε θα μου πρότεινε...» «Κι ούτε πρόκειται να το κάνει», είπε η Ρία κι άπλωσε το χέρι της πάνω στο τραπέζι να πιάσει το χέρι του, ενώ η Ολίβια την κοιτούσε έκπληκτη. «Ο Τσαρλς κι εγώ έχουμε δεσμό, Λίβι», της εξήγησε η Ρία. «Δε σου το είπε;» 171


«Όχι», παραδέχτηκε ξεροκαταπίνοντας η Ολίβια. «Δε μου το είπε». «Λοιπόν, τώρα το έμαθες». «Κατάλαβα», είπε εκείνη, αν και δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό της. Η Ρία κι ο Τσαρλς; Μα είχαν διαφορά τουλάχιστον τριάντα χρόνια μεταξύ τους. «Γιατί, τότε, εκείνος ο Έντουαρντ μίλησε με τόσα υπονοούμενα, λες κι εγώ με τον Τσαρλς είμαστε...» «Ο Έντουαρντ... είναι συγγενής της γυναίκας του Τσαρλς, αλλά ο Τσαρλς δε ζει μαζί της». Η Ρία έγινε κατακόκκινη όταν την κοίταξε η Ολίβια. «Μη με κοιτάζεις έτσι, Λίβι. Στον εικοστό αιώνα ζούμε. Εξάλλου, αυτό έγινε πριν τον γνωρίσω». «Απλώς... απλώς ξαφνιάστηκα, Ρία», ομολόγησε η Ολίβια. «Ποτέ δε μου μίλησες...» «Ε, δε μιλάμε και πολύ τώρα τελευταία, έτσι;» προσπάθησε να δικαιολογηθεί η φίλη της. «Ωστόσο, ο Έντουαρντ δεν ενδιαφέρεται για τη σχέση μας. Μοναδικός του σκοπός είναι να βάλει χέρι στα χρήματα του Τσαρλς, λες κι αυτά που έχει ήδη δεν είναι αρκετά. Όσο για τη συμπεριφορά του απέναντι στις γυναίκες, είναι απαράδεκτη». «Σωστά», παραδέχτηκε η Ολίβια κι έτριψε τον πονεμένο καρπό της. «Σ’ αυτό συμφωνώ απόλυτα». «Ο Έντουαρντ Άρτσερ γεννήθηκε μέσα στα πλούτη», την πληροφόρησε μορφάζοντας η Ρία. «Ξέρεις αυτούς τους τύπους, Λίβι. Περιφρονεί όσους δεν ανήκουν στην τάξη του». Ναι, τους ξέρω καλά. Πολύ καλά μάλιστα, σκέφτηκε η Ολίβια. Είχε μεγαλώσει ανάμεσα σε αγόρια που προέρχονταν από οικογένειες με μεγάλα ονόματα και άφθονα πλούτη και θεωρούσαν τα κορίτσια παιχνίδια για να περάσουν τον καιρό τους. Κι ύστερα γίνονταν άντρες χωρίς ν’ αλλάξουν καθόλου χαρακτήρα. Αραγε είδε ο Έντουαρντ Άρτσερ το λούστρο που με τόση επιμέλεια είχε φροντίσει ν’ αποκτήσει όλα αυτά τα χρόνια; Τα ρούχα, το σοφιστικέ ύφος, το επιμελημένο μακιγιάζ; Μήπως γι’ αυτό τη θεώρησε εύκολο θύμα όταν έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο, γι’ αυτό της μίλησε τόσο προσβλητικά, γι’ αυτό παρεξήγησε τη σχέση της με τον Τσαρλς; Μήπως δεν είχε καταφέρει ακόμα να σβήσει το στίγμα της ταπεινής καταγωγής της; «Λίβι, δε φαντάζομαι ν’ αρνηθείς το δάνειο του Τσαρλς για 172


να ξεκινήσεις μια καινούρια ζωή, εξαιτίας κάποιου σαν κι αυτόν, έτσι;» ρώτησε η Ρία, πιάνοντας τρυφερά το χέρι της φίλης της. Η Ολίβια την κοίταξε. Το χαμόγελο της Ρία ήταν αυθόρμητο και ζεστό ο Τσαρλς την κοιτούσε με αγάπη. Τότε θυμήθηκε τον τρόπο που την είχε κοιτάξει ο Έντουαρντ Άρτσερ, λες κι ήταν ένα τιποτένιο σκουπίδι. «Δεν έχω τέτοια πρόθεση», απάντησε χωρίς δισταγμό κι εκείνη η απάντηση σφράγισε το πεπρωμένο της.

173


Κεφάλαιο 2

Ανάθεμά σε Έντουαρντ Άρτσερ! Γνώριζε ελάχιστα τον άντρα με το παγωμένο βλέμμα κι όμως είχε καταφέρει να τη μεταβάλει από μια γεμάτη σιγουριά γυναίκα στο δειλό, αδέξιο κορίτσι που ήταν πριν από χρόνια. Αυτή η σκέψη βάραινε σαν πέτρα στο στήθος της και στάθηκε αρκετή για να κλέψει λίγη από τη χαρά της για το «δώρο» της Ρία. Καθώς, όμως, περνούσε ο καιρός, η Ολίβια ήταν τόσο απασχολημένη που δεν είχε χρόνο για τέτοιες σκέψεις. Είχε συναντήσεις με δικηγόρους και λογιστές, με μεσίτες και τεχνίτες και ένα αξέχαστο μισάωρο με τον μεσιέ Πιερ, στη διάρκεια του οποίου την κατηγόρησε ότι ήταν κάποια χωρίς ταλέντο, αγνώμων αρχάρια, ενώ αμέσως μετά έπεσε στα γόνατα και την ικέτεψε να μείνει κοντά του, προσφέροντάς της μια γενναία αύξηση. Αυτή η αναγνώριση της αξίας της την έπεισε πως το να φύγει από τον Πιερ και ν’ ανοίξει δικό της μαγαζί ήταν η πιο σωστή κίνηση. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Η Ολίβια ερωτεύτηκε ένα μικρό τετραώροφο σπίτι σ’ ένα δεντροφυτεμένο δρόμο του Μανχάταν και πήρε τη μεγάλη απόφαση. Απέσυρε ένα ποσό από το δάνειο του Τσαρλς και το σπίτι έγινε δικό της. Ο τελευταίος όροφος έγινε ένα μικρό αλλά άνετο διαμέρισμα. Οι υπόλοιποι τρεις όροφοι έγιναν σχεδιαστήρια κι αίθουσες επιδείξεων, κάτι που μέχρι τώρα ήταν γι’ αυτή μόνο όνειρο και που, χάρη στη Ρία και τον Τσαρλς, είχε γίνει πια πραγματικότητα. Κι αυτό ήταν το όνομα που έδωσε στο μαγαζί της: Το Όνειρο της Ολίβια. Μπορεί να μην είναι τεράστιοι οι χώροι, σκέφτηκε η Ολίβια κοιτάζοντας το άνετο σχεδιαστήριο όπου εργαζόταν μαζί με την Ντάλσι -συνάδελφό της από του Πιερ, που μόλις της πρότεινε να πάει μαζί της δέχτηκε πρόθυμα-, αλλά είναι αρκετά μεγάλοι και φωτεινοί, βαμμένοι με χαρούμενα χρώματα και όμορφα διακο174


σμημένοι. «Είσαι ευτυχισμένη, Λίβι;» την είχε ρωτήσει μόλις την προηγουμένη η Ρία, όταν οι δυο φίλες συναντήθηκαν στο Πλάζαγια ένα ποτό. «Είναι να το ρωτάς;» ρώτησε χαμογελώντας η Ολίβια και η Ρία άστραψε από ευτυχία. Ναι, είμαι πολύ ευτυχισμένη, σκέφτηκε η Ολίβια καθώς σηκώθηκε από το σχεδιαστήριο κρατώντας ένα σκίτσο και πλησίασε το παράθυρο. Ο Τσαρλς της είχε φερθεί άψογα και δεν της έδωσε ούτε μια φορά το δικαίωμα να μετανιώσει που είχε δεχτεί το δάνειό του. Αυτό, όμως, που την απασχολούσε τώρα ήταν γιατί η Ρία είχε κρατήσει τόσο μυστική τη σχέση της μαζί του. Η Ρία της είχε εξηγήσει πως δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς μέχρι να βγει το διαζύγιο. Άλλωστε, είχε προσθέσει αναστενάζοντας, φοβόταν και την αντίδραση των γονιών της. «Ξέρεις πώς θα το πάρουν, Λίβι», της είχε πει. Και η Ολίβια την καταλάβαινε απόλυτα μολονότι οι Μπάσκομπ της φέρονταν πάντα με μεγάλη ευγένεια, ποτέ δεν της επέτρεψαν να ξεχάσει πως ήταν η ανιψιά της οικονόμου τους. «Δηλαδή εννοείς πως δεν το ξέρουν;» ρώτησε η Ολίβια. «Αν τους μιλούσα για τον Τσαρλς, θα γίνονταν έξαλλοι. Θα μου έλεγαν πως είναι πολύ μεγάλος για μένα κι αν μάθαιναν πως είναι παντρεμένος, θα πανικοβάλλονταν». «Ίσως πρέπει να το ξανασκεφτείς», τη συμβούλεψε η Ολίβια. «Εσύ, Λίβι, τον γνωρίζεις αρκετά καλά τώρα και ξέρεις πως είναι ένας υπέροχος άνθρωπος. Όσο για το γάμο του, σου έχω πει πόσο δυστυχισμένος ήταν. Πιστεύω πως αυτή η μυστικότητα είναι απαραίτητη», πρόσθεσε σταθερά η Ρία. «Τουλάχιστον μέχρι να βγει το διαζύγιο. Μετά θα παντρευτούμε στο Λας Βέγκας και οι γονείς μου θα βρεθούν προ τετελεσμένου γεγονότος». Η Ολίβια δε συμφωνούσε καθόλου με τα σχέδια της φίλης της, αλλά προτίμησε να μην της το πει. «Το μόνο που θέλω είναι να μην πληγωθείς», της είπε και Π Ρία την έπιασε τρυφερά από το χέρι. «Το ξέρω», ψιθύρισε. «Αχ, Λίβι, είμαι τόσο χαρούμενη που είμαστε πάλι τόσο κοντά. Μου είχες λείψει». Η σχέση τους, βέβαια, δεν ήταν και τόσο στενή, αλλά η Ολί175


βια δίστασε να το πει στην κοπέλα που κάποτε ήταν αδερφική της φίλη. «Κι εγώ χαίρομαι», είπε, κλείνοντας την κουβέντα τους. Ωστόσο, η σκέψη του Έντουαρντ Άρτσερ δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό της. Ήταν παράλογο, αλλά η σκληρή αναμέτρησή τους ήταν ολοζώντανη μέσα της και παρά την προσπάθειά της να το ξεχάσει δεν τα είχε καταφέρει. Είναι γελοίο, σκέφτηκε θυμωμένη. Έχει περάσει σχεδόν ένας μήνας από τότε κι ούτε που τον έχω ξαναδεί. Γιατί τον σκέφτομαι, λοιπόν; αναρωτήθηκε. Υπήρχαν στιγμές που η εικόνα του πρόβαλλε έντονα μπροστά της. Έβλεπε το πανύψηλο, λεπτό, γεροδεμένο κορμί του, το γεμάτο πρόκληση βλέμμα του όταν την είχε προσκαλέσει να γευματίσει μαζί του και που αργότερα είχε γίνει εχθρικό και γεμάτο περιφρόνηση. Ο Έντουαρντ Άρτσερ την είχε κοιτάξει σαν να της έλεγε: Αν ήθελα, θα μπορούσα εύκολα να σε αποκτήσω. Να σε κάνω να κλαις από πόθο για μένα στο σκοτάδι... Ένιωσε το πρόσωπό της να φλέγεται από ταπείνωση και ακούμπησε το μέτωπό της στο δροσερό τζάμι του παραθύρου. Η αναμέτρηση μαζί του ήταν φοβερή κι επικίνδυνη μαζί. Παρά το κομψό ντύσιμό του και την πανάκριβη κολόνια, είχε κάτι πάνω του που την τρόμαζε και το ένστικτό της την προειδοποιούσε να κρατηθεί μακριά. Είχε νιώσει τον κίνδυνο στο σφίξιμο του χεριού του και στο απειλητικό του βλέμμα. Πώς θα ένιωθα άραγε αν τα χέρια του ταξίδευαν απαλά στο κορμί μου; αναρωτήθηκε αναστατωμένη. Αν το στόμα του φιλούσε το λαιμό μου, τους ώμους, το στήθος μου.... «Ολίβια;» Το σχέδιο που κρατούσε έπεσε από τα χέρια της καθώς γύρισε ξαφνιασμένη. Είδε την Ντάλσι να στέκεται στην πόρτα. Τα ξανθά μαλλιά της σχημάτιζαν ένα χρυσό φωτοστέφανο γύρω από το γεμάτο φακίδες πρόσωπό της. «Λυπάμαι. Δεν ήθελα να σε τρομάξω», απολογήθηκε. Η Ολίβια ξεροκατάπιε. «Δεν πειράζει. Προσπαθούσα... να σκεφτώ ένα σχέδιο... αλλά δεν κατέληξα πουθενά. Είναι ώρα να σε αντικαταστήσω;» «Όχι ακόμα. Κάποιος θέλει να σε δει». «Πελάτης;» ρώτησε γεμάτη προσμονή εκείνη, επειδή κάθε καινούριος πελάτης ήταν σημαντικό γεγονός προς το παρόν. «Δε νομίζω». «Α, καλά», είπε απογοητευμένη. «Τι μπορεί να γυρεύει από 176


μένα ένας άντρας;» «Πολλά -εκτός κι αν είναι εντελώς χαζός», ακούστηκε μια απαλή, αισθησιακή φωνή. Ο Έντουαρντ Άρτσερ στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας. Φορούσε μια μάλλινη ζακέτα ανοιχτή πάνω από το κρεμ πουκάμισό του, σκούρα μεταξωτή γραβάτα κι είχε βάλει και τα δυο του χέρια στις τσέπες του παντελονιού που τέντωνε πάνω στους γεροδεμένους μηρούς του. Χαμογέλασε όταν είδε την Ολίβια ν’ ανοίγει έκπληκτη τα μάτια της κι αυτό το χαμόγελο έδωσε μια ιδιαίτερη έννοια στα λόγια του. «Πώς τολμάς να έρχεσαι εδώ;» τον ρώτησε χωρίς να τα χάσει η Ολίβια. Το χαμόγελό του έγινε νωχελικό. «Είναι τρόπος αυτός να υποδέχεσαι έναν πελάτη;» τη ρώτησε, ενώ το βλέμμα του κατέβηκε αργά στο μπεζ λινό φόρεμά της πριν επιστρέφει και πάλι στο πρόσωπό της. «Ή μήπως ο Τσάρλι καλύπτει απόλυτα όλες τις ανάγκες σου;» Η Ολίβια έγινε κατακόκκινη. Τολμούσε να την προσβάλλει μέσα στο ίδιο της το σπίτι! «Εγώ, πάντως, δε θα υπολόγιζα τόσο το γερο-Τσάρλι, Ολίβια», συνέχισε καθώς μπήκε στο δωμάτιο κι άρχισε να κοιτάζει εξεταστικά τα σχέδια που ήταν κρεμασμένα στον τοίχο. «Για να πω την αλήθεια», πρόσθεσε μετά από λίγο και η φωνή του ήταν τώρα απαλή, σχεδόν μεταξένια, «δε θα υπολόγιζα καθόλου το γερο-Τσάρλι, αν ήμουν στη θέση σου». Ανάθεμά σε! σκέφτηκε οργισμένη η Ολίβια, πασχίζοντας να μη χάσει την ψυχραιμία της. «Δεν είσαι ευπρόσδεκτος εδώ, κύριε Άρτσερ», του είπε ψυχρά. Εκείνος συνέχισε ατάραχος τη βόλτα του στο δωμάτιο, λες και δεν την είχε ακούσει. Ούτε καν την κοίταξε. Μόνο έριξε μια ματιά στο μικρό περιποιημένο κήπο του σπιτιού και μονολόγησε: «Όμορφα. Πολύ όμορφα». Ύστερα, εντελώς ξαφνικά, γύρισε προς το μέρος της, χαμόγελώντας ειρωνικά. «Ποιος να το σκεφτόταν, Ολίβια, ότι το τετραπέρατο σχέδιό σου θα πετύχαινε, όταν έκανες τόσες φιλότιμες προσπάθειες εκείνη τη μέρα να πείσεις τον Τσάρλι πως δεν ήθελες τα λεφτά που σου πρόσφερε...» «Βγες έξω!» φώναξε η Ολίβια. «Μ' ακούς, κύριε Άρτσερ; Φύγε αυτή τη στιγμή από το γραφείο μου!» «Ωραίο το δόλωμα, έτσι;» συνέχισε ο άντρας κι έγειρε στο 177


παράθυρο, σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος του. «Διάβολε, ο Τσάρλι πάντα ήταν ένας γερο-ανόητος και...» Τα μάτια του την περιεργάστηκαν πάλι, πολύ αργά, εξονυχιστικά κι εκείνη κρατήθηκε με δυσκολία να μην καλύψει το κορμί της με τα χέρια της. «Αν κι αυτή τη φορά τον δικαιολογώ απόλυτα». «Ολίβια... θέλεις... θέλεις να κάνω κάτι;» ρώτησε σαστισμένη η Ντάλσι. «Μήπως θέλεις να φωνάξω κάποιον... ή...» «Πάρε αυτό τον ‘κύριο’ έξω από δω, Ντάλσι». «Δεν πρόκειται να φύγω», δήλωσε σοβαρός τώρα ο Άρτσερ. «Τι θέλεις να κάνω;» ψιθύρισε η Ντάλσι, πλησιάζοντας την Ολίβια. «Θέλει να φύγεις και να κλείσεις πίσω σου την πόρτα», απάντησε αντί για κείνη ο Έντουαρντ Άρτσερ, κοιτάζοντας κατάματα την Ολίβια. «Έτσι δεν είναι, δεσποινίς Χάρις;» «Όχι», αρνήθηκε με κομμένη την ανάσα εκείνη. «Μη... μη φύγεις, Ντάλσι». Το τρεμούλιασμα της φωνής της την έκανε να κοκκινίσει. Το θράσος του δεν έχει όρια! σκέφτηκε. Δεν έχει κανένα δικαίωμα να μου λέει τι να κάνω μέσα στο ίδιο μου το σπίτι! Αυτή η σκέψη τής έδωσε κουράγιο. «Αν έχεις να μου πεις κάτι, κύριε Άρτσερ, πες το να τελειώνουμε», του είπε ψυχρά. «Πες της να φύγει», πρόσταξε, δείχνοντας με το χέρι του την Ντάλσι που τα είχε εντελώς χαμένα. Κάτι στο βλέμμα του και στο σοβαρό ύφος του έκανε την Ολίβια να ριγήσει άθελά της. «Εμείς οι δυο έχουμε μια συζήτηση, δεσποινίς Χάρις, και θα ήταν καλύτερα να μείνουμε μόνοι». «Ολίβια... να... να φωνάξω την αστυνομία;» Για φαντάσου, ο Έντουαρντ Άρτσερ στα χέρια της αστυνομίας! Η σκέψη αυτή ήταν πειρασμός, αλλά η Ολίβια ήξερε πως εκείνη θα έβγαινε χαμένη. Το Όνειρο της Ολίβια βρισκόταν σ’ ένα μικρό δρόμο- είχε ξοδέψει μια περιουσία για διαφημίσεις σε περιοδικά και σίγουρα δε θα την ωφελούσε καθόλου ένα σκάνδαλο. Εξάλλου, το ένστικτό της της υπαγόρευε να τον αφήσει να της μιλήσει. Η έκφραση του προσώπου του της έλεγε πως είχε να της πει κάτι εξαιρετικά σημαντικό. «Όχι, Ντάλσι», είπε ήρεμα, «δεν είναι ανάγκη. Πήγαινε στην αίθουσα επιδείξεων», πρόσθεσε, χαμογελώντας με κόπο. «Δε θέλουμε να χάσουμε κάποιον πελάτη, έτσι;» 178


«Θα μείνω έξω από την πόρτα», δήλωσε αποφασιστικά η κοπέλα, κοιτάζοντας με νόημα τον Άρτσερ. «Φώναξε και θα έρθω τρέχοντας». Η Ολίβια περίμενε να κλείσει η πόρτα κι ύστερα, αφού έριξε μια ματιά στο ρολόι της, κοίταξε τον Έντουαρντ Άρτσερ. «Σου δίνω ένα λεπτό», του είπε ψυχρά. «Φοβάμαι πως θα μας πάρει πολύ περισσότερη ώρα», δήλωσε εκείνος κι ένας μυς τρεμόπαιξε στο πρόσωπό του. «Ένα λεπτό μόνο, κύριε Άρτσερ. Και μέχρι τώρα πέρασαν ήδη πέντε δευτερόλεπτα». «Απέκτησες πολλή αυτοπεποίθηση από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε», της είπε, κοιτάζοντάς την ψυχρά και υποτιμητικά. «Τώρα είσαι η Κυρία της Έπαυλης, έτσι; Ωραία τα κατάφερες. Μπράβο σου». «Πέρασαν εννιά δευτερόλεπτα, κύριε Άρτσερ». «Και τι έγινε; Θα με πετάξεις έξω με τις κλοτσιές;» «Σου έμειναν μόνο τριάντα εννιά δεύτερα», του είπε εκείνη και πλησίασε το γραφείο της. Έσκυψε και ξεφύλλισε αδιάφορα μερικά χαρτιά, ενώ συγχρόνως σκεφτόταν: Τι θέλει; Που να τον πάρει, τι θέλει από μένα; «Ξέρουμε και οι δυο πως δε θα με διώξεις», ακούστηκε πολύ κοντά η φωνή του, τόσο κοντά που ένιωσε την ανάσα του στα μαλλιά της. «Θα σε εξουδετερώσω», συνέχισε απαλά. «Μπορώ να σε κάνω ό,τι θέλω, Ολίβια, και το ξέρεις». Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ξέφρενα. Άρχισε να μετράει για να κρατήσει την ψυχραιμία της κι όταν σιγουρεύτηκε πως ήταν σε θέση να τον αντιμετωπίσει χωρίς να τρέμει, γύρισε προς το μέρος του. «Σε ικανοποιεί η προσπάθεια να με υποτιμήσεις;» τον ρώτησε ήρεμα. «Ξέρεις πολύ καλά ότι δεν επιδιώκω κάτι τέτοιο». «Γιατί αν έχεις συνηθίσει να φέρεσαι έτσι...» Κόπηκε η ανάσα της όταν τα χέρια του την άρπαξαν από τους ώμους. Τα δάχτυλά του την έσφιξαν δυνατά κι ένιωσε το άγγιγμά του να την καίει. Τα μάτια του περιεργάστηκαν το πρόσωπό της και καρφώθηκαν στα χείλη της. «Με σκέφτηκες καθόλου;» τη ρώτησε. «Όχι», απάντησε βιαστικά εκείνη πολύ βιαστικά όμως. Το χέρι του σύρθηκε στο πίσω μέρος του λαιμού της, έβγαλε τις φουρκέτες που συγκρατούσαν τα μαλλιά της και τ’ άφησε να 179


χυθούν στους ώμους της. «Εγώ σε σκεφτόμουν πολύ, Ολίβια». Η φωνή του ήταν απαλή σαν το χάδι των δαχτύλων του πάνω στο δέρμα της. Ένιωσε να παραλύει για μια στιγμή, για μια μόνο στιγμούλα, από το ερεθιστικό χάδι του. «Η αλήθεια είναι πως σε σκέφτηκα, κύριε Άρτσερ», του είπε. «Στους εφιάλτες μου! Έβλεπα ότι ξαναγύριζες στη ζωή μου κι ήσουν ακόμα πιο αγενής από την πρώτη φορά που σε είδα». Εκείνος χαμογέλασε. «Εγώ σε σκεφτόμουν τις νύχτες που έπεφτα στο κρεβάτι μου», της είπε με φωνή βραχνή, γεμάτη υποσχέσεις. «Σε φανταζόμουν γυμνή στην αγκαλιά μου, με τα μαλλιά απλωμένα σαν σκούρο σύννεφο στο μαξιλάρι δίπλα μου». «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα...» άρχισε να του λέει, προσπαθώντας να καταπολεμήσει την ταραχή της. «Θυμάμαι το άρωμά σου κι αναρωτιέμαι τι γεύση έχεις», συνέχισε και την τράβηξε ακόμα πιο κοντά του. «Κι εσύ το ίδιο σκέφτεσαι, Ολίβια. Το βλέπω στα μάτια σου, το νιώθω στον τρόπο που το κορμί σου πάλλεται κάτω από το χέρι μου». «Είσαι τρελός», είπε εκείνη όσο πιο ψυχρά γινόταν. Αλλά το σώμα της έκαιγε, φλεγόταν ολόκληρο. «Πολλές φορές φανταζόμουν ότι σε άγγιζα, σε άκουγα σχεδόν να φωνάζεις τ’ όνομά μου». Μια εικόνα άστραψε στο μυαλό της. Είδε πως έτρεμε στην αγκαλιά του, πως αποζητούσε τα χάδια του κολλημένη πάνω του, τρελή από πόθο και μια πρωτόγνωρη αίσθηση πλημμύρισε το κορμί της. «Ποτέ», του είπε μέσα από τα δόντια της, «ούτε κι αν ήσουν ο τελευταίος...» Την άφησε τόσο απότομα που κόντεψε να πέσει πάνω στο γραφείο. «Πρόσεχε τα λόγια σου, αγάπη μου». Η φωνή του ήταν ψυχρή, όσο και το βλέμμα του. «Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειαστείς τον τελευταίο άντρα στη γη». Με χέρια που έτρεμαν, η Ολίβια προσπάθησε να μαζέψει τα λυτά μαλλιά της, όσο μιλούσαν. «Ποτέ δε θα χρειαστώ τίποτε από σένα», δήλωσε με πείσμα εκείνη. «Ποτέ, όσο έχω...» «Το γλυκό γερο-Τσάρλι». Ένας άσχημος μορφασμός, που θύμιζε ελάχιστα χαμόγελο, παραμόρφωσε το στόμα του. 180


«Τι συγκινητικό!» Ποτέ, όσο έχω τη δουλειά μου, ήθελα να του πω, σκέφτηκε η Ολίβια. Αλλά τι ωφελεί να υπερασπίσω τον εαυτό μου στον Άρτσερ; αναρωτήθηκε και σήκωσε περήφανα το κεφάλι της. «Ναι, σωστά», του είπε. «Και τώρα, κύριε Άρτσερ, αν μου είπες αυτό που ήθελες...» «Ο γλυκός γερο-Τσάρλι πέθανε». «Τι είπες;» ρώτησε η Ολίβια, χαμογελώντας αβέβαια. Κάρφωσε το βλέμμα του στο πρόσωπό της. «Αυτό που άκουσες, γλυκιά μου. Ο Τσάρλι είναι νεκρός. Πάει. Τέλειωσε». Νεκρός; Δεν είναι δυνατόν! σκέφτηκε η Ολίβια. Αφού τον είδα χτες το βράδυ, όταν ήρθε να πάρει τη Ρία από το Πλάζα και ήταν μια χαρά. Εκείνος γέλασε με χαιρεκακία. «Διάβολε, τουλάχιστον ο γερο-Τσάρλι πέθανε ευτυχισμένος». «Ο Τσαρλς Ράιτ;» τον ρώτησε σαν χαμένη. «Ο Τσαρλς Ράιτ ο τελευταίος. Πόσοι Τσαρλς υπάρχουν στη ζωή σου, καλή μου;» Νεκρός. Ο Τσαρλς ήταν νεκρός. Ρία, αχ, Ρία... «Μου λες αλήθεια;» ψιθύρισε τρομαγμένη. «Να είσαι σίγουρη γι’ αυτό», τη βεβαίωσε ατάραχος. «Πώς μπορείς να το λες έτσι απλά; Δεν έχεις αισθήματα;» «Θα ’πρεπε; Κανένας δε θα τον κλάψει τον μπάσταρδο». «Υπάρχει κάποια», ψιθύρισε η Ολίβια και το πρόσωπο της φίλης της πρόβαλε μπροστά της. Έσκυψε το κεφάλι κι έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της. Ο Έντουαρντ Άρτσερ αναστέναξε με αποδοκιμασία. «Ποτέ δεν πρόκειται να καταλάβω πώς κλαίτε τόσο εύκολα εσείς οι γυναίκες!» Τύλιξε γύρω από το κορμί της τα χέρια του και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Η επαφή τους την έκανε να συνέλθει απότομα και τον έσπρωξε μακριά της. «Άφησέ με!» «Ελπίζω να μη λιποθυμήσεις», της είπε καθώς έφτανε στην πόρτα. «Μη γίνεσαι γελοίος, γιατί...» Εκείνος άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο χολ, ξαφνιάζοντας την Ντάλσι που στεκόταν πιστός φρουρός απ’ έξω. «Η δεσποινίς Χάρις δε νιώθει καλά», της είπε απότομα ο Έ181


ντουαρντ. «Πού μπορούμε να την ξαπλώσουμε;» «Ολίβια; Ολίβια, τι σου έκανε; Θέλεις να καλέσω τώρα την αστυνομία; Ή μήπως ένα ασθενοφόρο; Θέλεις; Αχ, Ολίβια...» «Είμαι καλά, Ντάλσι. Ανάθεμά σε, Άρτσερ...» «Σε ρώτησα κάτι, κορίτσι μου!» φώναξε οργισμένος ο Έντουαρντ. «Πού μπορεί να ξαπλώσει η δεσποινίς Χάρις;» «Επάνω», είπε η Ντάλσι κι έδειξε τρέμοντας τη σκάλα. «Ολίβια, θέλεις;...» Εκείνος, όμως, την προσπέρασε βιαστικά και, κρατώντας την Ολίβια στην αγκαλιά του, άρχισε ν’ ανεβαίνει τη στενή σκάλα που οδηγούσε στο διαμέρισμά της. «Άφησέ με κάτω, σε παρακαλώ», του είπε εκείνη. «Κάνεις ανοησίες, κύριε Άρτσερ. Δε χρειάζομαι τη βοήθειά σου ούτε και τη θέλω. Μ’ ακούς;» Εκείνος την αγνόησε, άνοιξε σπρώχνοντας με τον ώμο του την πόρτα και μπήκε στο σαλόνι. «Πού είναι η κρεβατοκάμαρα;» ρώτησε. Όχι στην κρεβατοκάμαρα! σκέφτηκε πανικόβλητη η Ολίβια. Αυτό είναι το μόνο μέρος που δε θέλω να δει! «Ο καναπές είναι καλύτερος», του είπε βιαστικά. Διέσχισε το μικρό δωμάτιο με δυο δρασκελιές και την ακούμπησε στο βελούδινο καναπέ. Ύστερα στάθηκε από πάνω της και την κοίταξε σοβαρός. «Πού βάζεις το μπράντι;» «Δε χρειάζομαι ποτό». «Πού είναι;» «Δεν έχω», παραδέχτηκε παραιτημένη. «Κονιάκ τότε, ουίσκι. Πού είναι;» «Δεν υπάρχουν ποτά στο σπίτι». «Διάβολε, κάπου πρέπει να έχεις κάτι, κοπέλα μου. Τι έπινε ο Ράιτ όταν ερχόταν;» τη ρώτησε κοιτάζοντάς την ανέκφραστα, αλλά η περιφρόνηση στη φωνή του ήταν ολοφάνερη. «Δεν...» άρχισε να λέει εκείνη. «Δεν έπινε;» τη ρώτησε με φανερή απορία. «Αδύνατον. Στο γερο-Τσάρλι άρεσε το ποτό σχεδόν όσο και οι γυναίκες». «Δεν ερχόταν εδώ. Και δε σου επιτρέπω...» «Μη μου το λες! Αφού μπαινόβγαινε εδώ μέσα». Η Ολίβια σταύρωσε τα χέρια πάνω στο στήθος της. «Επισκεπτόταν το κατάστημα», του απάντησε ψυχρά. «Ποτέ το σπίτι μου -άλλωστε, εσύ γιατί ανακατεύεσαι;» 182


«Μάλιστα. Έχεις δίκιο», είπε ειρωνικά. «Γιατί να έρχεται εδώ, αφού είχε στήσει μια τόσο όμορφη ερωτική φωλιά στο Σάτον Πλέις;» «Τι;» «Έλα, κούκλα μου, μην κάνεις την ανήξερη. Αφού εσύ το διακόσμησες και το ξέρω. Σταμάτα τους θεατρινισμούς». Και με αυτά τα λόγια μπήκε στη μικρή κουζίνα και η Ολίβια τον άκουσε ν’ ανοιγοκλείνει τα ντουλάπια. «Ορίστε», της είπε όταν την πλησίασε μετά από λίγο, κρατώντας στο χέρι του ένα ποτήρι με κάποιο κόκκινο υγρό. «Πιες το μονορούφι». «Τι είναι;» ρώτησε μορφάζοντας η Ολίβια, όταν μύρισε το ποτό. «Με αηδιάζει. Πάρ’ το από δω. Είναι...» «Φτηνό κρασί. Καθόλου ταιριαστό με τα γούστα του Ράιτ, αλλά θα σου κάνει καλό. Έλα, πιες το». «Είναι κρασί για το φαγητό και σου είπα πως δε χρειάζομαι...» «Πιες το!» γρύλισε εκείνος με μάτια που άστραφταν. «Μήπως θέλεις να σου το δώσω με το ζόρι;» Η Ολίβια τον κοίταξε και το βλέμμα του αιχμαλώτισε το δικό της. Θεέ μου, πόσο τον περιφρονώ! σκέφτηκε. Ήταν σίγουρη πως θα πραγματοποιούσε την απειλή του και δεν ήθελε να τον προκαλέσει αυτή τη στιγμή. Το μόνο που ήθελε ήταν να τον δει να φεύγει από το σπίτι της για να μπορέσει να επικοινωνήσει με τη Ρία και να την παρηγορήσει. Άπλωσε το χέρι της, άρπαξε το ποτήρι κι ήπιε το πικρό ποτό. Της κόπηκε η ανάσα κι άρχισε να βήχει. «Ικανοποιήθηκες τώρα;» τον ρώτησε ξέπνοα. Εκείνος δε μίλησε, μόνο την κοιτούσε με μια ανεξιχνίαστη έκφραση στο πρόσωπό του. Ένα ρίγος τη διαπέρασε όταν σκέφτηκε πόσο ασφυκτικά γέμιζε το μικρό δωμάτιο με την παρουσία του. «Διάβολε, δεν είναι απλό να πληροφορείσαι το θάνατο του ευεργέτη σου», της είπε, παίρνοντας το ποτήρι από το χέρι της. «Ο Τσαρλς Ράιτ ήταν ένας καλός άνθρωπος», του είπε η Ολίβια. «Ιδιαίτερα καλός μ' εσένα, γλυκιά μου», την ειρωνεύτηκε, χαμογελώντας με κακία. «Μπορώ να καταλάβω τον πόνο που σου προκάλεσε ο χαμός του». «Λυπάμαι που θα σου χαλάσω την εντύπωση, κύριε Άρτσερ, 183


αλλά κάνεις μεγάλο λάθος», του αντιγύρισε. Ανασήκωσε νωχελικά τους ώμους του. «Όπως θέλεις, κούκλα μου». «Αντίο, κύριε Άρτσερ», τον αποχαιρέτησε, καθώς σηκωνόταν. «Θα ήθελα να πω πως χάρηκα που σε ξαναείδα, αλλά...» Εκείνος κούνησε το κεφάλι και ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο. «Δε φεύγω ακόμη, δεσποινίς Χάρις», είπε μιμούμενος το ψυχρό ύφος της. «Μα, δεν έχουμε τίποτ’ άλλο να πούμε». «Έχουμε να πούμε πολλά», χαμογέλασε γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι. «Για παράδειγμα, τι έκανες στο γερο-Τσάρλι και πέθανε;» Τα μάγουλά της φλογίστηκαν. «Τι;» Ο Έντουαρντ γέλασε και σήκωσε το χέρι του. «Θα το πω αλλιώς. Τι κόλπα τού έκανες χτες το βράδυ, ε; Θα πρέπει να ήταν κάτι πολύ ελκυστικό για να τον ξεκάνεις. Ο Τσάρλι άλλαζε συχνά ερωτικές συντρόφους, αλλά φαίνεται πως εσύ ξέρεις πώς να πας έναν άντρα στον παράδεισο· ή στην κόλαση καλύτερα». Η Ολίβια τον κοίταξε έκπληκτη. «Υπονοείς... προσπαθείς να μου πεις ότι εγώ... ότι ο Τσαρλς κι εγώ ήμαστε... πως είχαμε...» «Δεν υπονοώ τίποτα». Με μια αστραπιαία κίνηση ο Έντουαρντ κάλυψε τη μικρή απόσταση που τους χώριζε και την πλησίασε πριν εκείνη προφτάσει ν’ αντιδράσει. «Τον είδα, Ολίβια». Η φωνή του ήταν απαλή, μεταξένια και γεμάτη οργή. «Τον είδα πάνω σ’ αυτό το μεγάλο, στρωμένο με μεταξωτά σεντόνια κρεβάτι. Είδα το σημάδι που είχε κάνει το κεφάλι σου στο μαξιλάρι δίπλα του και το μαύρο δαντελένιο εσώρουχο που ήταν πεταμένο στο πάτωμα...» «Δεν είμαι υποχρεωμένη ν’ ακούω αυτές τις ανοησίες», είπε η Ολίβια και προσπάθησε να του ξεφύγει. Το χέρι του την έπιασε σφιχτά από τον ώμο. «Κρίμα που δεν ήσουν κοντά του όταν άφησε την τελευταία του πνοή, δεσποινίς Χάρις. Εξάλλου, ο εραστής σου...» «Ανάθεμά σε!» Δάκρυα θυμού πλημμύρισαν τα μάτια της καθώς προσπάθησε να του ξεφύγει. «Δεν ήταν εραστής μου!» Την τράβηξε πάνω του. «Αλήθεια;» «Αλήθεια! Ήταν...» Ήταν εραστής της Ρία, κόντεψε να του πει, αλλά αυτό δεν το ήξερε κανείς και δεν μπορούσε να την εκθέσει αν δεν της μιλούσε πρώτα. Εξάλλου, ούτε εκείνη ούτε η Ρία όφει184


λαν καμιά εξήγηση σ’ αυτό τον άντρα. Ήταν συγγενής της γυναίκας του Τσάρλι, όπως της είχαν πει και το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να βάλει στο χέρι την περιουσία του Τσαρλς. Και αυτό ήταν ολοφάνερο τώρα. Ο Έντουαρντ Άρτσερ δε νοιαζόταν καθόλου για το θάνατο του Τσαρλς και σίγουρα ο θυμός του προερχόταν από άλλη αιτία. «Δε σου οφείλω καμιά εξήγηση», του είπε αποφασιστικά. Εκείνος γέλασε. «Έτσι πιστεύω κι εγώ». Την τράβηξε ακόμα πιο κοντά του. «Θα πρέπει, όμως, να μου φέρεσαι με μεγαλύτερη ευγένεια, μωρό μου, μια κι έχασες την κότα που γεννούσε τα χρυσά αβγά». «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα...» «Κάνεις λάθος», της ψιθύρισε απαλά. «Πρέπει να προσέξεις πώς μου φέρεσαι». Την έσφιξε τόσο δυνατά πάνω στο μυώδες, γεροδεμένο κορμί του που η Ολίβια φώναξε από πόνο. «Χρωστάς γραμμάτια, μωρό μου, και τώρα εγώ διαχειρίζομαι την περιουσία». Τη σήκωσε ψηλά με τα χέρια του και καθώς έπεσε πάνω του με όλο της το βάρος, εκείνος χαμογέλασε νωχελικά όταν το κορμί της ακούμπησε στο δικό του. «Και, βέβαια, θα χάσεις και το διαμέρισμα στο Σάτον Πλέις». «Είσαι τρελός. Δεν έχω κανένα...» «Αλλά κι αυτό εδώ είναι πολύ χαριτωμένο. Μπορεί να σου επιτρέψω να το κρατήσεις μαζί με το καλοφτιαγμένο μαγαζί σου». «Φύγε!» φώναξε λαχανιασμένη, ενώ προσπαθούσε να ελευθερωθεί. «Που να σε πάρει ο διάβολος, Έντουαρντ Άρτσερ, πάρε δρόμο...» «Αν, φυσικά, φέρεσαι και σ’ εμένα τόσο καλά όσο και στο γερο-Τσάρλι», ψιθύρισε κι ύστερα το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της. Ήταν σκληρό, όπως το είχε υποθέσει. Τα χέρια του τη φυλάκισαν και την έσφιξαν πάνω στο ζεστό κορμί του. Φώναξε γεμάτη απόγνωση και προσπάθησε να του ξεφύγει. «Δεν μπορώ, βέβαια, να είμαι τόσο γενναιόδωρος όσο εκείνος», ψιθύρισε πάνω στα χείλη της. Έπιασε το κεφάλι της ανάμεσα στα χέρια του και την ακινητοποίησε. «Και θα χαρείς τον έρωτα μαζί μου. Το ξέρεις αυτό». «Ανάθεμά σε!» «Διάβολε, θα κάνουμε ωραίο έρωτα οι δυο μας», είπε βραχνά, καθώς έσκυψε να την ξαναφιλήσει. 185


Το φιλί του ήταν ίδιο με το πρώτο. Ένα γεμάτο θυμό, συντριπτικό φιλί που ήθελε να της δείξει ποιος είχε το πάνω χέρι καθώς και τη γνώμη του για κείνη, κάτι που την έκανε έξαλλη από οργή. «Σε μισώ!» ψιθύρισε οργισμένη. Ο Έντουαρντ έμεινε ακίνητος. «Αλήθεια;» μουρμούρισε και ξαφνικά ο τρόπος που την κρατούσε στην αγκαλιά του άλλαξε. Την κρατούσε ακόμα σφιχτά και το κορμί του έκαιγε το δικό της με την ίδια ένταση. Αλλά η λαχτάρα του ήταν ολοφάνερη και το φιλί του ήταν πιο ευγενικό, σαν να ζητούσε κι όχι ν' απαιτούσε την ανταπόκρισή της. «Ολίβια», ψιθύρισε κι εκείνη μ’ ένα λυγμό τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του. Κόλλησε πάνω του, θέλοντας να νιώσει τη ζεστασιά του πάνω στο στήθος της κι έχωσε τα δάχτυλά της μέσα στα πυκνά μαλλιά του, πιέζοντας το στόμα του πάνω στο δικό της. Την έσπρωξε μακριά του τόσο απότομα που κόντεψε να πέσει. Τον κοίταξε κι είδε τα μάτια του να σκληραίνουν. «Είδες;» τη ρώτησε. «Θα είναι υπέροχα. Αλλά δεν είμαι σίγουρος πως θέλω να πάρω τα περισσεύματα κάποιου άλλου», πρόσθεσε χαμογελώντας. Δε δίστασε ούτε στιγμή. Σήκωσε το χέρι της και τον χαστούκισε δυνατά. Ο ήχος του χεριού της πάνω στο μάγουλό του ακούστηκε σαν βροντή στο μικρό δωμάτιο. Το βλέμμα που της έριξε ο Έντουαρντ ήταν τρομαχτικό, αλλά η Ολίβια δε φοβήθηκε. «Ανάθεμά σε», ψιθύρισε βραχνά, «πώς τολμάς να έρχεσαι στο σπίτι μου και να μου φέρεσαι έτσι; Ποιος νομίζεις πως είσαι;» Το χαμόγελό του ήταν αργό και νωχελικό, λες και τον ρωτούσε κάτι που δεν άξιζε ν’ απαντήσει. «Νόμιζα πως το ήξερες», της είπε ήρεμα. «Είμαι ο θετός γιος του Τσαρλς Ράιτ». Τον κοίταξε με δυσπιστία. «Όχι. Είσαι συγγενής της γυν...» «Είμαι ο θετός γιος του, δεσποινίς Χάρις, και βρίσκομαι εδώ για να διασφαλίσω τα χρήματα που ανήκουν στη μητέρα μου». «Στη... στη μητέρα σου; Αφού ο Τσαρλς επρόκειτο να τη χωρίσει». Εκείνος γέλασε. «Αυτό σου είπε; Διάβολε, αυτό πρέπει να ήταν το αγαπημένο του παραμύθι». Το γέλιο χάθηκε από 186


το πρόσωπό του. «Ακου καλά αυτό που θα σου πω, μωρό μου, γιατί θα το πω μόνο μια φορά, πριν αναλάβουν οι δικηγόροι μου. Δε σου ανήκει τίποτε απ’ όλα αυτά. Ούτε αυτό το σπίτι ούτε το διαμέρισμα, που νοικιάστηκε στο όνομά σου, στο Σάτον Πλέις...» «Ποιο διαμέρισμα;» «Θα τα χάσεις όλα, δεσποινίς Χάρις. Θα το φροντίσουν οι δικηγόροι μου κι εγώ. Γι’ αυτό καλά θα κάνεις να τα μαζέψεις και να φύγεις. Και με λίγη καλή τύχη, ίσως βρεις κανένα άλλο κορόιδο ν’ αντικαταστήσει το γερο-Τσάρλι». Η Ολίβια τύλιξε τα χέρια γύρω από το σώμα της. «Φύγε», ψιθύρισε. «Είσαι... είσαι...» Στο στόμα του χαράχτηκε ένα χαμόγελο. «Επιτέλους, η κυρία έχασε τα λόγια της. Μην ανησυχείς, αγάπη μου. Άλλωστε η συζήτηση δεν είναι η ειδικότητά σου», της είπε, πλησιάζοντας την πόρτα. «Έξω από το σπίτι μου!» φώναξε εκείνη. «Να το χαρείς όσο το έχεις. Δε θα είναι δικό σου για πολύ ακόμα», της είπε, χαμογελώντας απαλά. Άνοιξε την πόρτα, την έκλεισε πίσω του με δύναμη και η Ολίβια έμεινε, επιτέλους, μόνη.

187


Κεφάλαιο 3

Η Ολίβια καθόταν στο γραφείο της. Ήταν αργά, σχεδόν οχτώ το βράδυ μιας Τετάρτης και τη σιωπή που επικρατούσε στο στούντιο έσπαζε μόνο ο θόρυβος του χαρτιού, καθώς ξεφύλλιζε ένα ντοσιέ. Διάβασε αργά τα έγγραφα, ένα προς ένα, μέχρι που τα γράμματα άρχισαν να χορεύουν μπροστά στα μάτια της και τότε στήριξε το κεφάλι στα χέρια της κι αναστέναξε βαθιά. Όσα διάβασε ήταν αυτά που ήδη γνώριζε. Οι απειλές του Έντουαρντ Άρτσερ ήταν μόνο απειλές και τίποτε άλλο. Το Όνειρο της Ολίβια της ανήκε, μαζί με όλο το εμπόρευμα που είχε μέσα. Όσο πλήρωνε κανονικά και στην καθορισμένη ημερομηνία τα γραμμάτια, δεν είχε να φοβηθεί τίποτα. Πώς του επέτρεψα να μου φερθεί έτσι; αναρωτήθηκε. Δεν ήταν από τις γυναίκες που τα έχαναν εύκολα και μέχρι στιγμής η επιχείρησή της πήγαινε περίφημα. Όσο για τα υπόλοιπα... Η Ολίβια σηκώθηκε. Δεν ήθελε ούτε καν να σκέφτεται τον τρόπο που την ανάγκασε να ανταποκριθεί στα φιλιά του και την έκανε να φερθεί σαν γυναίκα χωρίς ηθικούς φραγμούς, όπως την είχε κατηγορήσει πως ήταν. Το μόνο που ήλπιζε ήταν πως εκείνος, όσο αλαζονικός κι αν ήταν, θα καταλάβαινε ότι αντέδρασε έτσι επειδή ήταν στενοχωρημένη και μπερδεμένη και ότι η στιγμιαία αδυναμία της στην αγκαλιά του δεν είχε καμιά σχέση με τον ίδιο. Όχι πως με νοιάζει, σκέφτηκε πεισμωμένη. Άλλωστε, δεν πρόκειται να τον ξαναδώ ποτέ. Οι φοβέρες του έπεσαν στο κενό. Το ήξερε από την αρχή πως δεν είχε καμιά πιθανότητα να κερδίσει. Τα χρήματα που της είχε δανείσει ο Τσαρλς ήταν δικά της και, όσο θα είχε τη δυνατότητα να εξοφλεί εμπρόθεσμα τα χρέη της, κανένας, ούτε ακόμα κι ο Έντουαρντ Άρτσερ, δεν μπορούσε να τη βλάψει. Όσο για τη λανθασμένη γνώμη που είχε για τις σχέσεις της 188


με τον πατριό του, αυτό δεν την ξάφνιαζε καθόλου. Τύποι σαν τον Έντουαρντ Άρτσερ ήταν έτοιμοι να πιστέψουν το χειρότερο. Ήταν άντρες με χρήματα και προνόμια, που νόμιζαν ότι οι γυναίκες μπορούσαν να γίνουν παιχνιδάκι στα χέρια τους αν πρόσφεραν το κατάλληλο τίμημα. Μόλις ανακάλυπτε πως αυτή με την οποία είχε σχέσεις ο πατριός του ήταν η Ρία κι όχι εκείνη, τότε ίσως έπεφτε λίγο η περήφανα ανασηκωμένη μύτη του. Η Ολίβια μάζεψε αναστενάζοντας τα έγγραφα. Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο, σκέφτηκε. Δεν μπορώ να πω λέξη για τη Ρία μέχρι να επικοινωνήσω μαζί της, αλλά κι εκείνη δεν έχει δώσει σημεία ζωής. Η μόνη επαφή που είχε μαζί της ήταν ένα σύντομο μήνυμα που της είχε στείλει την επόμενη μέρα της εκρηκτικής επίσκεψης του Έντουαρντ Άρτσερ. Αχ, Λίβι, είναι φοβεροί έγραφε το ιδιόχειρο σημείωμα. Θα μιλήσουμε σύντομα, αλλά αυτή τη στιγμή θέλω να μείνω μόνη. Ξέρω ότι καταλαβαίνεις πώς νιώθω. Δε μένει παρά να περιμένω την εμφάνισή της, σκέφτηκε ενώ τοποθέτησε το φάκελο στο χρηματοκιβώτιο και το κλείδωσε. Μέχρι τότε θα κρατήσω κλειστό το στόμα μου και θα συνεχίσω τη δουλειά μου. Όσο για τον Έντουαρντ Άρτσερ και τις απειλές του... «Ολίβια;» Γύρισε τρομαγμένη και είδε την Ντάλσι να στέκεται στην πόρτα. «Ντάλσι, με κατατρόμαξες!» της είπε, γελώντας νευρικά. «Νόμιζα πως είχες φύγει». «Θέλεις καφέ; Μου φαίνεται πως σου χρειάζεται». «Ευχαριστώ», είπε εκείνη και πήρε το φλιτζάνι από το χέρι της φίλης της. Φύσηξε απαλά το σκούρο ρόφημα κι ήπιε μια γουλιά. «Τέλειος. Έχεις δίκιο, τον χρειαζόμουν». Ήπιε ακόμα μια γουλιά κι ακούμπησε το φλιτζάνι στο γραφείο της. «Τι γυρεύεις εδώ;» «Πώς να σου το πω; Πρέπει, ωστόσο, να μάθεις τι γράφει σήμερα το Τσάτερμποξ». «Αυτή η φυλλάδα;» είπε μορφάζοντας η Ολίβια. «Τι μας νοιάζει εμάς;» «Γράφει... για τον Τσαρλς». «Για τον Τσαρλς; Μα...» Η Ολίβια πάγωσε όταν είδε το βλέμμα που της έριξε η Ντάλσι. «Θα μου πεις, λοιπόν, τι τρέχει;» τη 189


ρώτησε ήρεμα. «Μισώ αυτά τα φριχτά κουτσομπολιά», είπε η κοπέλα με ξαφνική οργή. «Είναι τόσο... βρομερά. Στο κάτω κάτω ο τύπος ήταν συνεργάτης σου και τίποτε άλλο...» «Ο ευεργέτης μου. Αυτό ήταν. Μου δάνεισε τα χρήματα ν’ ανοίξω αυτό το μαγαζί», δήλωσε η Ολίβια, προσπαθώντας να νικήσει τον πανικό της. «Το ξέρεις». «Βέβαια», παραδέχτηκε η άλλη. «Αυτό ήθελα να πω. Κι αν ήταν και κάτι άλλο...» «Διάβολε, Ντάλσι, τι είναι αυτά που λες;» «Άκου, ποιος τα σκέφτηκε όλα αυτά αν εσύ κι αυτός δεν...» Η Ντάλσι έγινε κατακόκκινη. «Ποτέ δε θα πίστευα κάτι τέτοιο, Ολίβια, ακόμα κι αν αυτός ο τύπος από το Τσάτερμποξ ορκιζόταν γονατιστός. Αυτά που γράφουν είναι βρομιές». Η Ολίβια ένιωσε το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό της. Πιάστηκε από την καρέκλα για να μην πέσει. «Γράφουν... για μένα;» «Ναι», παραδέχτηκε απρόθυμα η Ντάλσι. «Για σένα και τον Ράιτ». «Τι λένε δηλαδή; Ότι μου δάνεισε χρήματα ν’ ανοίξω το μαγαζί; Αυτό γράφουν;» Η Ντάλσι κούνησε το κεφάλι της κι έβγαλε μια εφημερίδα από την τσάντα της. «Πάρε», ψέλλισε. «Καλύτερα να το διαβάσεις μόνη σου». Αμίλητη η Ολίβια πήρε την εφημερίδα και την κοίταξε. Ο οχτάστηλος τίτλος τη χτύπησε σαν κεραυνός. «ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟΥΧΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΑΣ ΔΙΑΤΗΡΟΥΣΕ ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΦΩΛΙΑ», έγραφε κι από κάτω, με λίγο μικρότερα γράμματα: «Στο Σάτον Πλέις, το σπίτι όπου έμεναν ο Τσαρλς Ράιτ και η μυστηριώδης γυναίκα». Τα χέρια της Ολίβια άρχισαν να τρέμουν όταν κάτω από την επικεφαλίδα είδε τη φωτογραφία μιας ψηλής, αδύνατης γυναίκας είχε τα μαύρα μαλλιά της λυτά στους ώμους και κατέβαινε από ένα πολυτελές σπορ αυτοκίνητο. «Αναγνωρίζετε αυτό το πανέμορφο πλάσμα;» ρωτούσε η λεζάντα. Ναι, την αναγνωρίζω, σκέφτηκε η Ολίβια με κομμένη ανάσα. Την ξέρω και πολύ καλά μάλιστα. Είναι η Ρία! «Μη στενοχωριέσαι», άκουσε να της λέει η Ντάλσι. «Για ποιο πράγμα;» τη ρώτησε αργά εκείνη. «Σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανέναν». 190


«Μπράβο», αποκρίθηκε αφηρημένη η Ολίβια και κοίταξε πάλι τη φωτογραφία. «Δε θέλω να μαθευτεί. Θα δοθεί μεγάλη δημοσιότητα και...» «Καταλαβαίνω», είπε γεμάτη κατανόηση η Ντάλσι. «Ο κύριος Ράιτ δε θα ήθελε ποτέ να σε εκθέσει. Πάντα σου φερόταν τόσο... τόσο ευγενικά. Κανένας δεν μπορούσε να υποπτευθεί πως εσείς οι δυο... ήσαστε...» Η Ολίβια κοίταξε με τρόμο την άλλη κοπέλα. «Μα, δεν είμαι εγώ», βιάστηκε να πει. «Είναι...» Είναι η Ρία, κόντεψε να της ξεφύγει. Αλλά η Ντάλσι δεν την είχε δει ποτέ, γιατί εκείνη δεν είχε έρθει ούτε μια φορά στο μαγαζί από τότε που το άνοιξε. Εξάλλου, με ποιο δικαίωμα θα το έλεγε στην Ντάλσι; Κοίταξε πάλι τη φωτογραφία. Ναι, ήταν η Ρία, αλλά, αν δεν το ήξερες, μπορούσες να σκεφτείς πως ήταν η Ολίβια. Η Ολίβια, με τα σκούρα μαλλιά της ν' ανεμίζουν, τη στιγμή που έβγαινε από τη μαύρη Μερσέντες του Τσαρλς Ράιτ. «Δεν είμαι εγώ», επανέλαβε. «Φυσικά και δεν είσαι», της είπε καθησυχαστικά η Ντάλσι, αλλά η Ολίβια κατάλαβε πως δεν το πίστευε. «Ποτέ δε θα σκεφτόμουν κάτι τέτοιο για σένα ούτε και κανείς απ’ όσους σε γνωρίζουν καλά. Άλλωστε, ζούμε στον εικοστό αιώνα κι όχι στο Μεσαίωνα», πρόσθεσε η Ντάλσι. «Χαίρομαι που... καταλαβαίνεις», ψέλλισε η Ολίβια. «Είναι αργά», πρόσθεσε ήρεμα. «Γιατί δε φεύγεις για το σπίτι σου; Ήταν πολύ ευγενικό που έμεινες μαζί μου». «Κοίτα, αν θέλεις να μου μιλήσεις... Αν χρειάζεσαι βοήθεια... ακόμα κι απόψε... μπορώ να μείνω λίγο ακόμη ή να πάμε μαζί έξω...» «Όχι, είμαι καλά. Μπορείς να φύγεις». «Σίγουρα;» «Σίγουρα», τη βεβαίωσε χαμογελώντας θλιμμένα η Ολίβια. «Θα πάω επάνω να φτιάξω μια ομελέτα, θα κάνω ένα καυτό μπάνιο κι ύστερα θα ξαπλώσω». Καλά τα λέω, σκέφτηκε, αλλά αποκλείεται να ηρεμήσω. Στάθηκε ακίνητη και άκουσε το θόρυβο που έκαναν τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της Ντάλσι πάνω στη σκάλα κι ύστερα τον πνιχτό ήχο της πόρτας που έκλεισε. Τότε σωριάστηκε αποκαμωμένη στην καρέκλα του γραφείου της. Θεούλη μου, τι μπέρδεμα! Πρώτα ο Έντουαρντ Άρτσερ και 191


τώρα η Ντάλσι. Πώς μπόρεσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο; Δεν πειράζει όμως. Θα το ξεπεράσω κι αυτό, τουλάχιστον μέχρι να εμφανιστεί η Ρία και να μπουν τα πράγματα στη θέση τους. Άνοιξε την εφημερίδα πάνω στο γραφείο της. Το μόνο που τη στενοχωρούσε ήταν αυτό το άρθρο και η φωτογραφία που το συνόδευε. Εφημερίδες σαν το Τσάτεμμποξ έψαχναν για σκάνδαλα κι όσο πιο πικάντικα ήταν τόσο το καλύτερο. Τι θα κάνω αν χτυπήσει την πόρτα μου κανένας δημοσιογράφος; αναρωτήθηκε. Ο δυνατός ήχος του κουδουνιού την έκανε να πεταχτεί ξαφνιασμένη. Δημοσιογράφος; Αποκλείεται, συμπέρανε. Δεν είναι δυνατό να έκαναν τόσο γρήγορα το συσχετισμό. Η Ντάλσι θα είναι, σκέφτηκε καθώς κατέβαινε τη σκάλα. Θα γύρισε να δει αν είμαι καλά. Θα της προσφέρω τσάι ή κρασί κι ύστερα θα τη στείλω στο σπίτι της. «Πώς να σου πω να φύγεις;» ρώτησε καθώς άνοιγε την πόρτα. «Τόση καλοσύνη και πείσμα μαζί...» Τα λόγια πνίγηκαν στο λαιμό της. Στο άνοιγμα της πόρτας δε στεκόταν η Ντάλσι αλλά ο Έντουαρντ Άρτσερ. Η Ολίβια έσπρωξε δυνατά την πόρτα για να την κλείσει, αλλά εκείνος κινήθηκε πιο γρήγορα κι έβαλε το γεροδεμένο ώμο του στο άνοιγμα. «Άνοιξε την πόρτα, δεσποινίς Χάρις». «Φύγε από δω!» Η Ολίβια έσφιξε τα δόντια κι έσπρωξε ακόμα πιο δυνατά, αλλά τα πόδια της άρχισαν να γλιστρούν πάνω στο πάτωμα. «Άκουσες τι σου είπα;» φώναξε λαχανιασμένη. «Πάρε δρόμο, γιατί θα... θα...» «Τι θα κάνεις; Θα φωνάξεις την αστυνομία;» τη ρώτησε γελώντας. «Ξέρεις καλά πως δεν μπορείς να το κάνεις. Άνοιξε, λοιπόν, πριν σπάσω την πόρτα». Είναι ικανός να το κάνει, σκέφτηκε φοβισμένη. Ήταν δυνατός κι αποφασισμένος, ο τύπος του άντρα που έπαιρνε πάντα αυτό που ήθελε. Εκείνος μπήκε στο μισοσκότεινο χολ και η πόρτα βρόντηξε πίσω του. Η Ολίβια άπλωσε το χέρι ν’ ανάψει το φως, αλλά την εμπόδισε. «Ποιον περίμενες;» τη ρώτησε ψυχρά. Η καρδιά της Ολίβια κόντευε να σπάσει. «Άφησέ με». «Κάποιον άντρα», συμπέρανε μόνος του. Το χέρι του σφίχτηκε γύρω από τον καρπό της και, καθώς την πλησίασε, η Ολί192


βια μύρισε την αρρενωπή κολόνια του. «Καινούριος εραστής, Ολίβια; Πολύ γρήγορα ξεπέρασες το χαμό του». Προσπαθεί να με τρομάξει, σκέφτηκε εκείνη. Μήπως περιμένει να προσπαθήσω να του ξεφύγω για να μου αποδείξει άλλη μια φορά πόσο εύκολα μπορεί να μου επιβληθεί; Ανάθεμά με, αν του δώσω τέτοια ικανοποίηση. «Σου είπα να μ’ αφήσεις». Η φωνή της ήταν χαμηλή και σταθερή, μόλο που η καρδιά της έτρεμε. Το χέρι του ελευθέρωσε το δικό της και η Ολίβια πήρε μια βαθιά ανάσα καθώς άναψε το φως και γύρισε να αντιμετωπίσει το ψυχρό, ανέκφραστο πρόσωπό του. «Λέγε», του είπε, «τι θέλεις;» «Τι αγένεια, αγάπη μου!» της είπε χαμογελώντας. «Δε θα μου προσφέρεις ένα ποτό; Τουλάχιστον πρότεινέ μου να καθίσω. Είμαι πολύ κουρασμένος απόψε». Στεκόταν πολύ κοντά της. Το κορμί του είχε πλησιάσει πολύ κοντά στο δικό της και αυτό δεν της άρεσε καθόλου. Εξάλλου, το χαμόγελο που χαράχτηκε στο πρόσωπό του υπονοούσε... Τον προσπέρασε και μπήκε στην αίθουσα επιδείξεων. Κάθισε στη μια από τις πολυθρόνες και περίμενε τον Άρτσερ να καθίσει απέναντι της. Ήθελε να τον δει να βουλιάζει αδέξια μέσα στο αναπαυτικό κάθισμα και, για μια φορά στις τόσες αναμετρήσεις τους, να έχει εκείνη το πάνω χέρι. Όλες τις άλλες φορές την είχε αναγκάσει να υποκύψει στους δικούς του όρους κι εκείνη δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, μια κι ακόμα δεν είχε μιλήσει με τη Ρία. Όμως, τουλάχιστον, μπορούσε να κρατήσει την αξιοπρέπειά της. Θα του φερόταν ψυχρά και αδιάφορα και θα έκανε τα πάντα για να του δείξει πόσο ανόητος ήταν. Μ’ αυτές τις σκέψεις, κατάφερε να χαμογελάσει ευγενικά καθώς τον κοίταζε. «Υποθέτω πως δεν ήρθατε εδώ για να μου δώσετε κάποια παραγγελία, κύριε Άρτσερ». «Όχι βέβαια», της απάντησε γελώντας. «Τότε γιατί ήρθατε;» Εκείνος στάθηκε πίσω από την πολυθρόνα που βρισκόταν απέναντι της, ακούμπησε τις παλάμες του στη ράχη της κι έγειρε μπροστά με άνεση. Αυτή η κίνηση τόνισε τους φαρδιούς ώμους του και η Ολίβια σκέφτηκε απογοητευμένη πως είχε καταφέρει πάλι να βρεθεί σε μειονεκτική θέση απέναντι του. «Υποθέτω πως θα κουράστηκες να υπογράφεις». 193


«Τι είπες;» τον ρώτησε σαστισμένη. «Μη μου πεις πως δε σου ζήτησε κανείς αυτόγραφο στο σημερινό φύλλο του Τσάτερμποξ, αγάπη μου», την ειρωνεύτηκε χαμογελώντας. «Σίγουρα θα πιάστηκε το χέρι σου». Ώστε είχε το καταραμένο το άρθρο, σκέφτηκε. Αν και αναστατωμένη, κατάφερε να κρατήσει την ψυχραιμία της αυτή τη φορά. «Πιστεύεις πως θα μπορούσα να κάνω κάτι τόσο ποταπό;» τον ρώτησε ψυχρά. «Για να πω την αλήθεια, όχι. Το σκέφτηκα, αλλά δεν μπορώ να σε φανταστώ να υπογράφεις τίποτ’ άλλο παρά μόνο επιταγές». «Αυτό ήρθατε να συζητήσουμε απόψε, κύριε Άρτσερ;» «Έντουαρντ», τη διόρθωσε. «Δε νομίζεις πως πρέπει να μιλάμε στον ενικό πια; Διάβολε, είμαστε σχεδόν συγγενείς». «Δεν είμαστε απολύτως τίποτα», του απάντησε ψυχρά εκείνη. «Αλήθεια;» τη ρώτησε και ήρθε να σταθεί μπροστά της χαμογελώντας. «Στην εποχή μας θα υπάρχει σίγουρα ένας συγγενικός όρος που θα εκφράζει τη σχέση ενός άντρα με τη φιλενάδα του πατριού του». «Φύγε αυτή τη στιγμή από το σπίτι μου», ψιθύρισε εκτός εαυτού. «Μ άκουσες; Πάρε δρόμο...» «Δεν είμαι στο σπίτι σου». «Από το μαγαζί μου τότε. Μην παίζεις μαζί μου, κύριε Άρτσερ. Ξέρεις καλά τι λέω». «Αυτό νομίζεις πως κάνω, Ολίβια; Πως παίζω;» Με μια αστραπιαία κίνηση την έπιασε γερά από το μπράτσο. «Ναι», συνέχισε απαλά, «αυτό πιστεύεις. Έτσι κατάφερες να γίνεις αυτό που είσαι σήμερα. Παίζοντας ‘παιχνίδια’ με τους άντρες». «Κι αυτό είναι το δικό σου παιχνίδι;» τον ρώτησε, κοιτάζοντας υποτιμητικά το χέρι του που έσφιγγε το δικό της. «Να τρομοκρατείς ανυπεράσπιστες γυναίκες;» «Δε θέλω να σε τρομάξω, Ολίβια. Απλώς θέλω να είμαι σίγουρος πως θ’ ακούσεις με προσοχή αυτά που θα σου πω». «Εσύ ευθύνεσαι γι’ αυτό... το φριχτό άρθρο στην εφημερίδα, έτσι;» τον κατηγόρησε. «Εσύ τους είπες...» «Μη γίνεσαι γελοία», της είπε οργισμένος. «Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελα ήταν να συρθεί το όνομα του Τσαρλς στη λάσπη». 194


«Τώρα μάλιστα», τον ειρωνεύτηκε εκείνη. «Κόντεψα να ξεχάσω πόσο τον αγαπούσες». «Λες ανοησίες! Η μητέρα μου έχει το όνομα αυτού του ανθρώπου -ή μήπως ξέχασες πως ήταν παντρεμένος;» Η ανάσα της κόπηκε καθώς το χέρι του έσφιξε τον καρπό της. «Σου εξήγησα πως είπε ότι θα έπαιρνε διαζύγιο». «Α, ναι, βέβαια», της είπε, χαμογελώντας με κακία. «Αλλιώς δε θα έμπλεκες ποτέ μαζί του. Δεν είσαι από τις κοπέλες που πλαγιάζουν στο κρεβάτι ενός παντρεμένου». «Ακριβώς», του είπε με πρόσωπο φλογισμένο από θυμό. «Δεν είμαι». Ο Έντουαρντ χαμογέλασε. «Α, δεν ξέρεις τι χάνεις!» της είπε απαλά και την τράβηξε ακόμα πιο κοντά του. «Το μυστήριο να συναντιέσαι στα κρυφά, τα μικρά ψεματάκια που ομορφαίνουν τη ζωή...» «Ανάθεμά σε!» του φώναξε λαχανιασμένη, ενώ προσπαθούσε να του ξεφύγει. «Διάβολε, χρειάζεσαι κάτι ν' αναπληρώσεις -πώς να το πωτις χαμένες παροχές. Εξάλλου, ένας άντρας στην ηλικία του Τσαρλς πόση χαρά μπορεί να σου προσφέρει στο κρεβάτι, Ολίβια;» «Είσαι απαίσιος», του ψιθύρισε. «Αναρωτιέμαι πώς τον ανεχόσουν. Έκλεινες τα μάτια και φανταζόσουν πως ήσουν με κάποιον πολύ νεότερο και πιο ικανό άντρα;» Η Ολίβια σήκωσε το φλογισμένο πρόσωπό της. «Πάλι τα ίδια; Σου είπα πως δεν πρόκειται να φανταστώ ποτέ τον εαυτό μου μαζί σου». Εκείνος γέλασε, γλίστρησε τα χέρια του γύρω της και την τράβηξε πάνω του. Ήταν ένα παιχνίδι, στην αρχή τουλάχιστον. Όταν, όμως, το κορμί της κόλλησε πάνω στο δικό του, κατάλαβε αμέσως πως είχε κάνει λάθος που τον προκάλεσε. Ένιωσε να την τυλίγει η ίδια φλόγα που έκαιγε κι εκείνον, τα μάτια του σκούρυναν κι ένιωσε, σκληρό στο σώμα της, τον ερεθισμένο ανδρισμό του. «Όχι», κλαψούρισε, αλλά ήταν πολύ αργά. Ο Έντουαρντ άρπαξε το στόμα της στο δικό του και τη φίλησε μέχρι που ένιωσε το κορμί της να παίρνει φωτιά και να λιώνει. Τα χείλη της άνοιξαν κάτω από τη γλυκιά πίεση των δικών του και αφέθηκε στην απόλαυση. Ο λυγμός που της ξέφυγε τον 195


έκανε να βογκήσει κι ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο, χωρίς να την αφήσει, ενώ το φιλί του γινόταν ακόμα πιο βαθύ, πιο ερεθιστικό και παθιασμένο, καθώς εκείνη έγειρε πάνω του. Σήκωσε το χέρι του και φυλάκισε το στήθος της και η Ολίβια αναστέναξε, καθώς τα δάχτυλά του χάιδεψαν απαλά τη θηλή της. Έτρεμε σύγκορμη, όταν τελικά εκείνος τραβήχτηκε. Κοιτάχτηκαν αμίλητοι για λίγο, ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς τους κι ύστερα ο Έντουαρντ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ανάθεμά σε», της είπε βραχνά. Το χέρι του γλίστρησε στο λαιμό της κι ύστερα στο πρόσωπο. Τα δάχτυλά του σύρθηκαν απαλά πάνω στο στόμα της, ανάβοντας φωτιές μέσα της. «Γιατί να θέλω αυτό που είχε κάποιος άλλος;» Αναστατωμένη και μπερδεμένη, η Ολίβια βρήκε καταφύγιο στην ταυτότητα που εκείνος της είχε δώσει. «Ίσως επειδή ξέρεις πως δεν μπορείς ν’ αντεπεξέλθεις οικονομικά», του είπε, βγάζοντας όση πίκρα είχε μέσα της. Τα χέρια του σφίχτηκαν πάνω της για μια στιγμή. Είχε ξαναβρεί πάλι τον έλεγχό του. Το έβλεπε στο ατσάλινο βλέμμα και στο ψυχρό του χαμόγελο. «Μη με προκαλείς, Ολίβια», την προειδοποίησε απαλά, «γιατί μπορεί να σε απογοητεύσω». Απομακρύνθηκε βιαστικά από κοντά της κι εκείνη κατάφερε, με μεγάλη προσπάθεια, να τον κοιτάξει στα μάτια. «Γιατί ήρθες εδώ απόψε;» «Μίλησα με το δικηγόρο του Ράιτ σήμερα», την πληροφόρησε. «Και τι με νοιάζει εμένα;» «Μου διάβασε τη διαθήκη του Τσάρλι», της είπε κι άρχισε να βηματίζει στο δωμάτιο, κοιτάζοντας τα σκίτσα της. «Υποθέτω πως ξέρεις τι γράφει, έτσι; Γυναίκες σαν εσένα δεν αφήνουν τίποτα στην τύχη». «Μίλα καθαρά επιτέλους». «Άφησε ένα μικρό δωράκι σε δυο ‘καλές του φίλες’». Το υπονοούμενο του ήταν ολοφάνερο και η Ολίβια κοίταξε τον άντρα που στεκόταν απέναντι της χαμογελώντας αθώα. «Δεν ήμουν μια από τις καλές του φίλες», του είπε ψυχρά. «Οπότε δε με αφορά». «Φυσικά και σε αφορά, αγάπη μου. Ο γέρος σού χαρίζει το δάνειο». «Τι έκανε λέει;» ρώτησε κατάπληκτη. 196


«Γενναιόδωρη χειρονομία, έτσι; Όχι τόσο όσο το άλλο δώρο του, αλλά...» «Δε... δεν μπορώ να το πιστέψω! Ποτέ δεν είχα φανταστεί...» «Πάλι τα ίδια άρχισες;» τη ρώτησε πλησιάζοντας. «Ο Τσάρλι ήταν πάντα ανοιχτοχέρης με τις ερωμένες του». «Μα, εγώ δεν ήμουν ερωμένη του». «Μπα; Και ποια ήταν; Η σωσίας σου;» Η Ρία, σκέφτηκε απελπισμένη. Η Ρία ήταν, όχι εγώ... «Τι συμβαίνει, κούκλα μου; Κατάπιες τη γλώσσα σου;» «Ημαστε... ήμαστε απλώς φίλοι», του είπε απελπισμένη. «Ούτε καν φίλοι- συνεργάτες. Ο πατριός σου κι εγώ...» «Θα πάρεις επίσημη ειδοποίηση, βέβαια, από το δικηγόρο του Ράιτ», την πληροφόρησε κι εκείνη ένιωσε γυμνή κι ανυπεράσπιστη κάτω από την κοφτερή ματιά του. «Απλά, θέλησα να έχω την ευχαρίστηση να σου αναγγείλω εγώ τα ευχάριστα νέα». «Κύριε Άρτσερ, ακούστε με...» «Τι μπορεί να μου πεις που να μ’ ενδιαφέρει ώστε να σ’ ακούσω;» τη ρώτησε ψυχρά. Πως δεν ήμουν τίποτα για τον πατριό σου, σκέφτηκε η Ολίβια. «Κύριε Άρτσερ», άρχισε και σταμάτησε απότομα. Εκείνος την κοιτούσε με μισόκλειστα μάτια, με περιφρόνηση κι αποδοκιμασία και τότε η Ολίβια κατάλαβε πως ό,τι κι αν του έλεγε, δε θα την πίστευε. Εξάλλου, τι με νοιάζει η γνώμη του; αναρωτήθηκε. Δεν πρόκειται να του δώσω καμιά εξήγηση. «Έχεις απόλυτο δίκιο», του είπε. «Δεν έχω τίποτα να σου πω. Τίποτα απολύτως». Κάτι άστραψε στα μάτια του κι ύστερα χάθηκε ξαφνικά. «Ούτε κι εγώ πιστεύω πως έχεις», ακούστηκε άχρωμη η φωνή του. «Αντίο, κύριε Άρτσερ». «Φαίνεται πως οι προτιμήσεις του γερο-Τσάρλι είχαν αλλάξει τους τελευταίους μήνες», της είπε απαλά κι εκείνη] τινάχτηκε απότομα όταν τον είδε ν’ απλώνει το χέρι του, αλλά εκείνος της χάιδεψε το μάγουλο. «Είσαι διαφορετική] απ’ όσες σχετιζόταν. Η ψυχρή συμπεριφορά σου, το ‘μη μου άπτου’ ύφος σου, ακόμα κι ο τρόπος που ανταποκρίνεσαι στα φιλιά ενός άντρα, λες και περίμενες μια ζωή να τον βρεις...» Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε: «Αν ποτέ αναγκαζόμουν να πληρώνω τις φιλενά197


δες μου, μπορεί να συνέχιζα από το σημείο που σταμάτησε ο Ράιτ». «Δεν μπορείς να μ’ αγοράσεις, όσα χρήματα κι αν διαθέσεις», του είπε με φωνή που έτρεμε από συγκρατημένη οργή. Εκείνος γέλασε. Κι ύστερα πολύ αργά, αλλά αποφασιστικά, τύλιξε τα δάχτυλά του στα μαλλιά της και τη φίλησε. «Καληνύχτα, Ολίβια», την αποχαιρέτησε απαλά. Έμεινε ακίνητη καθώς την προσπέρασε και τον άκουσε ν’ ανοίγει και να κλείνει πίσω του την εξώπορτα. Ύστερα, πολύ αργά και προσεκτικά, λες και ήταν φτιαγμένη από γυαλί, πλησίασε την πόρτα, τη διπλοκλείδωσε κι ανέβηκε στο διαμέρισμά της. Μόλις έφτασε εκεί, γδύθηκε στο σκοτάδι, μπήκε κάτω από το καυτό ντους κι έμεινε εκεί πολλή ώρα, μέχρι να νιώσει καθαρή, όχι μόνο από τις βρομερές κατηγορίες του Άρτσερ, αλλά κι από το άγγιγμά του και τον ταπεινωτικό τρόπο που εκείνη ανταποκρίθηκε.

198


Κεφάλαιο 4

Η Ντάλσι ήρθε την επόμενη μέρα φανερά μετανιωμένη, φέρνοντας ένα κουτί σοκολατάκια. «Λυπάμαι για όσα σου είπα χτες», είπε ανυπόμονα. «Βιαζόμουν τόσο να σου πω πως ό,τι κάνεις είναι δικαίωμά σου, που δε σου είπα το σπουδαιότερο». «Δε χρειάζεται ν’ απολογείσαι». «Μόνο όταν έπεσα στο κρεβάτι κατάλαβα τι είχες πει -ότι η κοπέλα της φωτογραφίας, που είχε σχέσεις με τον Ράιτ, δεν ήσουν εσύ». «Πραγματικά, δεν ήμουν», παραδέχτηκε η Ολίβια χαμηλόφωνα. «Δε χρειάζεται να νιώθεις άσχημα. Ξέρω πως είσαι φίλη μου και...» «Λυπάμαι που σου μίλησα έτσι χτες το βράδυ». «Δε μου είπες τίποτα. Απλώς φέρθηκες με καλοσύνη και σ' ευχαριστώ γι’ αυτό». «Ευχαρίστησέ με για τα σοκολατάκια που σου έφερα καλύτερα», της είπε κι έβαλε το κουτί πάνω στο γραφείο της. «Χρειάστηκε να προσπαθήσω πολύ για να μην τα φάω στο δρόμο». «Είσαι πραγματική φίλη, Ντάλσι», της χαμογέλασε η Ολίβια. Αυτή η φιλία αποδείχτηκε πολύτιμη κι αληθινή στη διάρκεια της εβδομάδας. Η Ντάλσι ήταν αυτή που τη στήριξε όταν βγήκε το επόμενο φύλλο του Τσάτερμποξ την άλλη μέρα. Όπως φάνηκε, η σύντομη αναφορά στη «Μυστηριώδη Γυναίκα του Τσαρλς Ράιτ» ήταν μόνο η αρχή. Το δεύτερο άρθρο ήταν μεγαλύτερο και πιο ζουμερό και περιέγραφε με λεπτομέρειες «την Ερωτική Φωλιά του Σάτον Πλέις». Περιείχε σκανδαλιστικά υπονοούμενα για τη μυστηριώδη γυναίκα που, όπως είχε πει κάποιο παιδί από το κοντινό σούπερ μάρκετ, την είχε δει στην είσοδο. «Σιγά τον αξιόπιστο μάρτυρα», σχολίασε ειρωνικά η Ντάλσι. 199


Η μυστηριώδης γυναίκα ήταν νέα, λεπτή και πολύ όμορφη, είχε πει το αγόρι. Αλλά έτσι ήταν οι περισσότερες γυναίκες στο Μανχάταν. Η Ολίβια ήξερε πόσο λίγο έμοιαζε με τη Ρία. Το μόνο κοινό που είχαν ήταν τα μακριά μαύρα μαλλιά και το λεπτό κορμί τους. Αλλά εφημερίδες σαν το Τσάτερμποξ δεν έδιναν σημασία σε κάτι τέτοια προκειμένου ν’ αυξήσουν την κυκλοφορία τους. «Έμειναν ένα Σαββατοκύριακο εδώ, σ’ ένα μικρό σπιτάκι στην παραλία», ανέφερε κάποιος άλλος. Η Ρία της είχε πει κάποτε πως θα πήγαινε μαζί με τον Τσαρλς στη θάλασσα για το Σαββατοκύριακο. «Έτρωγαν εδώ οι δυο τους», είχε πει ένας σερβιτόρος στο Γκρίνουιτς Βίλατζ. Εκεί είχα πάει εγώ, θυμήθηκε η Ολίβια, αλλά γευματίσαμε μόνο δυο φορές και μιλήσαμε αποκλειστικά για δουλειές. «Ζητούσαν πάντα το πιο απομονωμένο τραπέζι», συνέχιζε ο άντρας, «και τους ενοχλούσαμε μόνο για να τους σερβίρουμε». Η Ολίβια ένιωσε το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι. Πήρε την εφημερίδα και την έκανε κομμάτια. «Ψέματα», φώναξε. «Όλα είναι ψέματα». Αλλά δε σταμάτησαν εκεί, μέχρι που κι ο πιο ανόητος αναγνώστης καταλάβαινε πως όσα έγραφε το Τσάτερμποξ σκοπό είχαν να κατηγορήσουν κι όχι απλώς να συκοφαντήσουν την άγνωστη γυναίκα. Ωστόσο, η Ολίβια συνέχισε να ελπίζει πως η Ρία θα έκανε την εμφάνισή της και η κατάσταση θα ξεκαθάριζε. Όπως επίσης περίμενε πως ο ακούραστος δημοσιογράφος του Τσάτερμποξ θα ανακάλυπτε αργά ή γρήγορα πως έγραφε την ιστορία δυο διαφορετικών γυναικών. Και ξαφνικά, ένα πρωί, η Ντάλσι μπήκε στο γραφείο με το φύλλο εκείνης της μέρας. «Κάθισε κάτω καλύτερα», τη συμβούλεψε απαλά. «Τόσο άσχημο είναι;» ρώτησε η Ολίβια. «Στη σελίδα τρία», είπε η άλλη. Η Ολίβια πήρε μια βαθιά ανάσα κι άνοιξε την εφημερίδα. Προσπαθούσε εδώ και μέρες να προετοιμαστεί για το χειρότερο, αλλά όταν είδε την τεράστια φωτογραφία που την έδειχνε έξω από το Όνειρο της Ολίβια, έγινε άσπρη σαν πανί. «Η Ολίβια Χάρις», έγραφε με κατακόκκινα γράμματα η λεζά200


ντα, «είναι η μυστηριώδης γυναίκα του παντρεμένου επιχειρηματία». Πιο κάτω εξηγούσε, με μικρότερα γράμματα, πώς ο μαιτρ του εστιατορίου στο Γκρίνουιτς Βίλατζ την είχε αναγνωρίσει. Η Ολίβια δεν ήξερε αν έπρεπε να κλάψει ή να γελάσει. Ο μαιτρ την είχε αναγνωρίσει από την υπογραφή της όταν πλήρωσε το λογαριασμό. «Θα πληρώσω εγώ», είχε δηλώσει όταν ο Τσαρλς πήγε να πάρει το λογαριασμό και τώρα η τιμιότητά της είχε γίνει θηλιά να την πνίξει. Κοίταξε τη φωτογραφία αρκετή ώρα. Όταν σήκωσε το βλέμμα της στην Ντάλσι, τα μάτια της άστραφταν πάνω στο κατάχλομο πρόσωπό της. «Θα τους μηνύσω», ψιθύρισε τρέμοντας. «Θα τους κάνω να πληρώσουν ακριβά κάθε λέξη εναντίον μου». «Ηρέμησε, Ολίβια. Ίσως... ίσως η υπόθεση ξεχαστεί χωρίς επακόλουθα...» Το στριγκό κουδούνισμα του τηλεφώνου έκοψε τη φράση της Ντάλσι. Ήταν ένας δημοσιογράφος από το Ινκουάιερ, που ζητούσε συνέντευξη. Λίγο πριν από το μεσημέρι η Ολίβια κατέβασε το ακουστικό. Δεν είχε νόημα να απαντάει στα επίμονα τηλεφωνήματα, γιατί ήξερε πως θα ήταν είτε κάποιος δημοσιογράφος είτε κάποιος πελάτης που ήθελε να ακυρώσει την παραγγελία του, μια και κανένας δεν ήθελε πια να έχει την παραμικρή σχέση μαζί της. Αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα. «Πρέπει ν' αποφασίσω τι θέλω. Θα καθίσω με σταυρωμένα χέρια να δω τον κόπο μου να καταστρέφεται;» ρώτησε οργισμένη η Ολίβια την Ντάλσι. «Πάω να ρωτήσω το δικηγόρο μου πώς θα κολλήσω αυτούς τους ασυνείδητους στον τοίχο». Ο δικηγόρος της την άκουσε με συμπάθεια, αλλά, όπως της είπε, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα νομικά. «Σκανδαλοθηρικά έντυπα όπως αυτό ξέρουν να προστατεύονται από το νόμο, δεσποινίς Χάρις», της είπε, δείχνοντας τη φωτογραφία και το άρθρο που τη συνόδευε. «Δε σας αποκάλεσαν ερωμένη του Ράιτ. Απλώς λένε πως στήσατε το μαγαζί σας με δικά του χρήματα, πως συναντιόσαστε συχνά...» «Γράφουν πως είχαμε ‘σχέσεις’», του είπε με μάτια που άστρα-φταν από οργή. «Δεν μπορούμε να στηριχτούμε σ’ αυτό;» «Μα, είχατε κάποια σχέση», απάντησε ο δικηγόρος. 201


«Επαγγελματική! Εκείνοι, όμως, το κάνουν να φαίνεται σαν...» «Είναι μέσα στα όρια του παιχνιδιού. Γράφουν κάτι αθώο και το κάνουν να φαίνεται εντελώς διαφορετικό. Λυπάμαι ειλικρινά, δεσποινίς Χάρις, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, εκτός κι αν γράψουν κάτι πραγματικά άσχημο». Δάκρυα θυμού πλημμύρισαν τα μάτια της. «Δηλαδή;» ρώτησε με σπασμένη φωνή. «Να γράψουν πως... πως... χόρευα γυμνή στο πάρκο;» Ο δικηγόρος χαμογέλασε θλιμμένα. «Κάποτε είχα μια παρόμοια υπόθεση και η πελάτισσά μου θυμήθηκε πως πραγματικά είχε κάνει κάτι τέτοιο όταν ήταν τριών χρόνων. Οπότε είχε χορέψει στ’ αλήθεια γυμνή στο πάρκο και...» «Θα βρω μόνη μου τον τρόπο να τους κλείσω το στόμα!» δήλωσε αποφασιστικά η Ολίβια. Αλλά πώς θα τα καταφέρω; αναρωτήθηκε απελπισμένη καθώς βημάτιζε ασταμάτητα στο διαμέρισμά της το ίδιο απόγευμα. Το κλειδί είναι η Ρία, αλλά πού έχει χαθεί; Πρέπει να μάθω τι συμβαίνει και γιατί εξαφανίστηκε. Ίσως πρέπει να πάψω ν’ ανησυχώ γι’ αυτή και ν’ αρχίσω να σκέφτομαι τον εαυτό μου. Ακόμα κι αν πω την αλήθεια στον κόσμο, ποιος θα με πιστέψει; Χωρίς την υποστήριξή της, θα με θεωρήσουν όλοι ψεύτρα και η κατάσταση θα χειροτερέψει. Το τηλέφωνο κουδούνισε και η Ολίβια πήγε να το σηκώσει, αποφασισμένη να ζητήσει, την άλλη κιόλας μέρα, να της δώσουν απόρρητο νούμερο. «Όποιος κι αν είσαι», είπε ψυχρά σηκώνοντας το ακουστικό, «δεν πρόκειται να δώσω συνέντευξη ούτε...» «Λίβι;» Η Ολίβια κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. «Ρία! Πού είσαι;» «Στο αεροδρόμιο Κένεντι. Άκου, Λίβι, λυπάμαι για ό,τι περνάς. Αλλά δεν είμαι έτοιμη να...» «Ρία, άκουσε με. Πρέπει να γυρίσεις. Τα πράγματα είναι πολύ άσχημα κι όλα τα βάρη έχουν πέσει πάνω μου». «Δεν μπορώ να γυρίσω. Όχι ακόμα τουλάχιστον. Η μαμά κι ο μπαμπάς θα τρελαθούν». «Η μαμά κι ο μπαμπάς;» ρώτησε έξαλλη η Ολίβια. «Κι εγώ; Είδες τη σημερινή εφημερίδα;» «Νομίζουν πως λείπω σε διακοπές, Λίβι. Μη με πιέζεις, σε παρακαλώ». 202


«Ρία! Ανάθεμα...» «Θα σου το ξεπληρώσω. Σ’ το υπόσχομαι», ψιθύρισε η Ρία κι έκλεισε το τηλέφωνο. «Ρία; Ρία!» Σιωπή. Μ’ ένα λυγμό η Ολίβια έκλεισε το τηλέφωνο. Ξαναχτύπησε σχεδόν αμέσως και το σήκωσε σαν αστραπή. «Άκου εδώ, Ρία...» «Δεν είμαι η Ρία, κούκλα μου», ακούστηκε η φωνή του Έντουαρντ Άρτσερ και η Ολίβια αναπήδησε τρομαγμένη. «Δεν έχουμε τίποτα να πούμε εμείς οι δυο, κύριε Άρτσερ», του φώναξε. «Νόμιζα πως μιλούσαμε στον ενικό», της είπε γελώντας και σχεδόν είδε μπροστά της εκείνο το σκληρό, όμορφο πρόσωπο με το πειραχτικό χαμόγελο. Βούλιαξε πάλι στο κρεβάτι κι έπιασε το μέτωπό της. «Τι θέλεις;» ρώτησε αποκαμωμένη. «Ακούγεσαι κουρασμένη, Ολίβια», παρατήρησε απαλά. «Ναι. Η μέρα μου ήταν φριχτή». «Λες γι’ αυτή την καταραμένη εφημερίδα, έτσι; Την είδα κι εγώ». «Μπα;» είπε, γελώντας ειρωνικά. «Εγώ νόμιζα πως εσύ έγραψες το άρθρο». «Ολίβια, πρέπει να σε δω». «Καληνύχτα, Έντουαρντ». «Μην κλείσεις», ακούστηκε κοφτή η φωνή του. «Δεν άκουσες τι σου είπα; Πρέπει να σε δω. Απόψε. Ξέρεις το Νόα Αρκ στην Εξηκοστή Τρίτη Οδό;» «Δε θέλω να σε δω. Αλλά γιατί τηλεφώνησες, αφού την προηγούμενη φορά εισέβαλες στο σπίτι μου σαν... σαν...» «Πιστεύω πως είναι καλύτερα να ιδωθούμε σε ουδέτερο έδαφος», ακούστηκε αισθησιακή η φωνή του. «Για να μην παρασυρθούμε». Ta μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς», του είπε ψυχρά. «Αλήθεια;» ψιθύρισε εκείνος, αναστενάζοντας βαθιά. Η ανάμνηση του φιλιού του την αναστάτωσε. Έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δεν έχουμε τίποτα να πούμε. Μη με πάρεις άλλη φορά». «Ολίβια, περίμενε. Μην κλείσεις». «Γιατί;» 203


«Ξέρω για τη Ρία Μπάσκομπ». Η Ολίβια έβρεξε τα στεγνά χείλη της με την άκρη της γλώσσας της. «Θα έρθω», ψιθύρισε. Εκείνος γέλασε, φανερά ικανοποιημένος. «Το ήξερα, αγάπη μου», της είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο. *** Το Νόα Αρκ ήταν γνωστό στέκι, αν και η Ολίβια δεν είχε πάει ποτέ εκεί. Ήταν μικρό, γεμάτο καπνούς και δυνατή μουσική και κατάμεστο, παρ’ όλο που ήταν καθημερινή, με ωραίους άντρες και ελκυστικές γυναίκες, που χαμογελούσαν ξέγνοιαστα και διασκέδαζαν. Διέκρινε αμέσως τον Έντουαρντ παρά τον καπνό και την πολυκοσμία. Ήταν γερμένος στο μπαρ μ’ ένα ποτήρι στο χέρι, μισό κεφάλι ψηλότερος από τους άλλους δίπλα του και ασύγκριτα ωραιότερος. Τι είναι αυτά που σκέφτομαι; θύμωσε με τον εαυτό της η Ολίβια κι εκείνη τη στιγμή εκείνος, λες και είχε μαντέψει τις σκέψεις της, σήκωσε το βλέμμα του στον καθρέφτη και συνάντησε το δικό της. Της κόπηκε η ανάσα. Κοιτάζονταν κι ο κόσμος χάθηκε γύρω της. Εκείνος χαμογέλασε, σήκωσε το ποτήρι του και το άδειασε. Ένιωσε την καρδιά της να σταματά όταν τον είδε να πλησιάζει κοιτάζοντάς τη στα μάτια και ρίγησε από προσμονή. Αλλά, σκέφτηκε, ακόμα κι αν ο Έντουαρντ έχει μάθει πως η Ρία Μπάσκομπ είναι η ερωμένη του πατριού του κι όχι εγώ, έχει πει κι έχει κάνει ασυγχώρητα πράγματα. Αλλά είναι τόσο, μα τόσο όμορφος κι εντυπωσιακός, είπε μέσα της. Όλες οι γυναίκες εδώ μέσα τον κοιτάζουν. Το χέρι της ανέβηκε στα μαλλιά της. Τα είχε αφήσει λυτά και κατέβαιναν ελεύθερα μέχρι τους ώμους της σαν μαύρο σύννεφο. Καθώς τον είδε να την πλησιάζει, χάρηκε που δεν είχε ντυθεί απλά. Το κόκκινο σαν φωτιά φόρεμα, οι ψηλοτάκουνες μαύρες γόβες και το μαύρο παλτό τής έδιναν έναν ξεχωριστό αέρα. Ο Έντουαρντ είχε δει, από την πρώτη κιόλας στιγμή, το κομψό ντύσιμό της και την πλησίασε χαμογελώντας. Το χαμόγελό του έγινε προκλητικό όταν στάθηκε μπροστά της. «Χαίρομαι που ήρθες», της είπε απαλά. «Λυπάμαι που σε αναστάτωσα τέτοια ώρα, αλλά...» «Δε... δεν πειράζει». Τα δάχτυλά του ήταν παγωμένα όταν ακούμπησε το λαιμό 204


της για να τη βοηθήσει να βγάλει το παλτό. «Είσαι πολύ όμορφη, Ολίβια». «Ευχαριστώ. Άργησα... λιγάκι, γιατί... έπρεπε να ντυθώ», του είπε αδέξια. «Ώστε είχες πέσει για ύπνο όταν τηλεφώνησα;» Τον κοίταξε καχύποπτα, ψάχνοντας στην έκφρασή του κάποιο υπονοούμενο, αλλά, όταν δεν είδε τίποτα τέτοιο, του χαμογέλασε. «Όχι, αλλά δεν ήμουν κατάλληλα ντυμένη για...» «Ντυμένη ή γυμνή, είσαι η πιο όμορφη γυναίκα που είδα ποτέ». Η φιλοφρόνησή του την έκανε να κοκκινίσει, αλλά μια μικρή φωνούλα μέσα της την προειδοποιούσε να είναι προσεκτική. Τίποτα δεν άλλαξε, σκέφτηκε. Πριν από λίγες μόνο μέρες σε θεωρούσε τιποτένια, μην το ξεχνάς. Την οδήγησε σε μια σκοτεινή γωνιά του μισοφωτισμένου μπαρ το χέρι του την κρατούσε σταθερά από τον αγκώνα και το κορμί του ακουμπούσε το δικό της καθώς περνούσαν ανάμεσα από τον κόσμο. «Τι θα πιεις;» τη ρώτησε όταν κάθισαν. «Δεν ξέρω», είπε διστακτικά εκείνη. «Λευκό κρασί, νομίζω». «Η κυρία θα πάρει ένα ποτήρι Σαρντονέ», παρήγγειλε στο σερβιτόρο. «Κι εγώ ακόμα ένα διπλό ουίσκι. Φοβόμουν πως δε θα έρθεις», της είπε, γέρνοντας πάνω στο τραπέζι. «Ήξερες πως θα 'ρθω, Έντουαρντ». «Αλήθεια;» «Ναι. Μου είπες πως ξέρεις για...» «Βέβαια», της είπε, χαμογελώντας εγκάρδια. «Είπα τη μαγική λέξη, γι’ αυτό ήρθες, έτσι;» Όταν ήρθαν τα ποτά τους, σήκωσε το ποτήρι του και τη ρώτησε: «Σε τι θα πιούμε, αγάπη μου;» Και πριν προφτάσει να του απαντήσει, πρόσθεσε: «Ξέρω. Στη Ρία Μπάσκομπ». Η Ολίβια ήπιε μια γουλιά κρασί, ενώ εκείνος το μισό σχεδόν ουίσκι. «Έντουαρντ, πώς έμαθες...;» «Τι τρέχει; Δε σου αρέσει το κρασί; Συγνώμη, έπρεπε να το ξέρω. Προτιμάς τη σαμπάνια. Αυτό έπινες τη μέρα που συναντηθήκαμε». «Ναι, θυμάμαι». «Κι εγώ το θυμάμαι», είπε κι ήπιε ακόμα μια γερή γουλιά ου205


ίσκι. «Ολίβια, η Βασίλισσα των Πάγων», πρόσθεσε, κάνοντας πως ανατριχιάζει. «Θεούλη μου, με πάγωσες όταν σου πρότεινα να φάμε μαζί». «Σου είπα πως είχα ραντεβού», του θύμισε χαμογελώντας. «Ναι, ξέρω. Με τον πατριό μου». Μου φαίνεται ή μήπως είναι, πράγματι, ειρωνικός ο τόνος της φωνής του; αναρωτήθηκε η Ολίβια. «Και τη Ρία», συμπλήρωσε, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. «Αλλά θα πρέπει να το ξέρεις». «Ναι, Ολίβια, τα ξέρω όλα». Κάτι δεν πάει καλά, σκέφτηκε εκείνη. Περίμενα... αλλά τι περίμενα; Όχι να μου ζητήσει συγνώμη ούτε ίσως δικαίωση, αλλά... «Θα πιεις το κρασί σου;» Ξαφνιάστηκε από την αναπάντεχη αλλαγή στην κουβέντα τους. «Ναι, βέβαια». Σήκωσε το ποτήρι της με χέρι που έτρεμε και λίγο από το κρασί χύθηκε στα δάχτυλά της. Βάλθηκε να σκουπίζεται με την πετσέτα, αλλά ο Έντουαρντ της έπιασε τον καρπό. «Μη», της είπε απαλά και έφερε το χέρι της στα χείλη του. Κόπηκε η ανάσα της καθώς έβαζε ένα-ένα τα δάχτυλά της μέσα στο καυτό στόμα του. Το κορμί της φλογίστηκε ολόκληρο. «Έντουαρντ, σε παρακαλώ...» «Παρακαλείς τι;» ψιθύρισε, ενώ χάιδευε αισθησιακά το χέρι της. «Να σε πάω κάπου που να είμαστε μόνοι; Να σου βγάλω το όμορφο φόρεμά σου και να σε αγγίξω;» Το βλέμμα του σύρθηκε στο άνοιγμα του φουστανιού της και χαμογέλασε. «Ήπιε ποτέ κανένας σαμπάνια από το χώρισμα του στήθους σου, Ολίβια; Η γεύση του κορμιού σου με τη γλύκα του ποτού θα είναι συγκλονιστική», πρόσθεσε βραχνά και τότε η Ολίβια κατάλαβε πως ήταν μεθυσμένος ή σχεδόν μεθυσμένος. Τράβηξε απότομα το χέρι της από το δικό του κι έχωσε τα νύχια βαθιά στην παλάμη της. «Θα... θα μου μιλούσες γι’ αυτά που ανακάλυψες για τη Ρία και τον πατριό σου». «Και για σένα, γλυκιά μου. Μην το ξεχνάς». «Τι θέλεις να πεις;» «Νόμιζα πως ήθελες να μάθεις πώς ανακάλυψα για τη Ρία», είπε καθώς έκανε νόημα στο σερβιτόρο να γεμίσει το ποτήρι του. Της έριξε ένα σκοτεινό βλέμμα. «Όχι από σένα πάντως, αγάπη μου. Κράτησες καλά το μυστικό της φίλης σου». «Δε... δεν μπορούσα να μιλήσω. Πώς μπορούσα να της κάνω 206


τέτοιο κακό; Γνωριζόμαστε από παιδιά και...» «Ήθελες να την προστατέψεις. Μπράβο σου. Δεν είχες να δώσεις λογαριασμό σε κανέναν. Αυτό είναι από τα πλεονεκτήματα των γυναικών του είδους σου, έτσι;» Τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Η έκφρασή του ήταν ανεξιχνίαστη και σκοτεινή σαν τα μάτια του. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. «Εξάλλου, η δεσποινίς Μπάσκομπ έχει οικογένεια κι ένα όνομα να προστατέψει. Εσύ... εσύ κάνεις ό,τι θέλεις», είπε, γελώντας απαλά. «Και εμείς οι δυο ξέρουμε καλά τι θέλεις, έτσι, μωρό μου;» Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Όλες οι ελπίδες της χάθηκαν σαν όνειρο απατηλό. Ετοιμάστηκε να φύγει, αλλά ο Έντουαρντ την έπιασε από τον καρπό. «Πού είναι αυτή;» «Ποια;» «Η φίλη σου, η Ρία». «Δεν ξέρω. Αν δε μ’ αφήσεις, θα...» «Ο Ράιτ στάθηκε καλός μαζί της, Ολίβια. Πολύ καλός μάλιστα». «Σε παρακαλώ, Έντουαρντ...» «Της άφησε τις μετοχές της Τζέμινι». «Και τι είναι αυτό;» «Η εταιρεία που ίδρυσε ο πατέρας μου», της είπε βλοσυρά. «Αυτή που ο Ράιτ άρμεγε τόσα χρόνια. Οι μετοχές, όπως και ολόκληρη η εταιρεία, ανήκουν στη μητέρα μου». «Τι... τι να σου πω... λυπάμαι, αλλά...» «Θέλω αυτές τις μετοχές, Ολίβια». Το χέρι του έσφιξε τον καρπό της. «Και θα τις πάρω». «Δεν αμφιβάλλω. Και τώρα άφησέ με!» «Σε ρώτησα κάτι, διάβολε! Πού βρίσκεται;» «Κι εγώ σου είπα πως δεν ξέρω. Αλλά, ακόμα κι αν ήξερα, δε θα σου το έλεγα». «Τι απίθανο ζευγάρι!» αναφώνησε εκείνος. «Η μια πήρε τις μετοχές και η άλλη το δάνειο για τις ‘υπηρεσίες’ τους». «Ήταν δάνειο, ανάθεμά σε!» φώναξε η Ολίβια, προσπαθώντας να ελευθερώσει το χέρι της. «Αν δε με πιστεύεις, ρώτησε το δικηγόρο μου ή την τράπεζα ή τους δικηγόρους του πατριού σου. Αρχισα ήδη να το ξεπληρώνω και θα το εξοφλήσω ολόκληρο». 207


«Δεν ήταν δάνειο. Ήταν δώρο, αφού θα το ξοφλήσεις σε είκοσι χρόνια. Κανένας δε θα έδινε σε μια άγνωστη τόσα χρήματα, με τόσο ευνοϊκούς όρους. Εκτός κι αν του είχε προσφέρει άλλες υπηρεσίες», πρόσθεσε, κοιτάζοντας την προκλητικά. Του αντιγύρισε το βλέμμα κι αιχμαλωτίστηκε μέσα στα γαλανά, θυμωμένα μάτια του με την ίδια δύναμη που το χέρι του έσφιγγε το δικό της. Και τότε, με μια απότομη κίνηση, πετάχτηκε όρθια. «Καληνύχτα, κύριε Άρτσερ». Εκείνος την έπιασε από το μπράτσο. «Αφησέ με!» του είπε. Ο Έντουαρντ σηκώθηκε και τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει από οργή. «Θέλω μια απάντηση πρώτα», της είπε. «Γνωρίζεις τι είναι αισθήματα; Πραγματικά αισθήματα;» «Τι;» «Μίλησέ μου, Ολίβια. Πες μου, τι ένιωθες στην αγκαλιά του Ράιτ και στη δική μου;» Η Ολίβια τίναξε περήφανα το κεφάλι της. «Τίποτα. Απολύτως τίποτα». «Ανάθεμά σε!» Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν γύρω από τον καρπό της απειλητικά. «Υποκρινόσουν, έτσι; Το πάθος σου όταν με φιλούσες, ο τρόπος που το κορμί σου έλιωνε πάνω στο δικό μου...» «Έι, ει! Κάντε στην άκρη, παιδιά!» τους φώναξε κάποιος που κρατούσε αγκαλιά μια κοκκινομάλλα. «Συγνώμη», απολογήθηκε ο Έντουαρντ, αφήνοντας το χέρι της Ολίβια. Εκείνη άρπαξε το παλτό της. Άκουσε τη φωνή του πίσω της, αλλά δε σταμάτησε και βγαίνοντας στο δρόμο, πήρε το πρώτο ταξί που βρήκε μπροστά της κι έφυγε. «Γρήγορα, σας παρακαλώ», είπε. Σε λίγα λεπτά έφτασε στο σπίτι της. Το ταξί έφυγε κι έμεινε μόνη στον ερημικό δρόμο. Φαίνεται πως ο Έντουαρντ δεν την είχε ακολουθήσει. Μ’ ένα στεναγμό ανακούφισης έβγαλε το κλειδί. Το στρίγκλισμα των φρένων του σπορ μαύρου αυτοκινήτου τής έκοψε την ανάσα. «Έντουαρντ», ψιθύρισε. Με χέρια που έτρεμαν προσπάθησε ν’ ανοίξει την πόρτα, αλ208


λά δεν πρόφτασε. Εκείνος βγήκε από το αυτοκίνητο, την έπιασε από τους ώμους και τη γύρισε απότομα προς το μέρος του. «Μη μ’ αγγίζεις», του ψιθύρισε προειδοποιητικά. «Σου υπόσχομαι πως αυτή τη φορά θα καλέσω την αστυνομία». Ο Έντουαρντ γέλασε. «Κάν’ το λοιπόν. Ειδοποίησέ τους να έρθουν». Η Ολίβια μόρφασε και προσπάθησε να του ξεφύγει. «Μη με πιέζεις, γιατί θα το κάνω! Θα τους πω ότι... ότι άκουσα βήματα πίσω μου», τον απείλησε λαχανιασμένη, «κι ότι... μου επιτέθηκες...» «Κι εγώ θα τους πω ποια είσαι. Είσαι πασίγνωστη στη Νέα Υόρκη, Ολίβια, δεν το ξέρεις;» Την έπιασε από τον καρπό και την έσπρωξε στο σκοτάδι της πόρτας. «Θα τους πω ότι καβγαδίσαμε λιγάκι κι εκνευρίστηκες». «Ανάθεμά σε!» Τον κοίταξε με μάτια που πετούσαν φωτιές. «Τι ζητάς από μένα, Έντουαρντ;» «Ίσως αυτά που έδινες στο γερο-Τσάρλι», της είπε μετά από μερικές στιγμές και πλησίασε το σώμα του στο δικό της. «Αλλά όχι με τους ίδιους όρους. Όταν έρθεις στο κρεβάτι μου, θα το κάνεις επειδή θα ξέρεις πως είμαι ο μόνος άντρας που μπορεί να σε κάνει να καταλάβεις τι έχανες τόσο καιρό κι όχι επειδή έχω μεγάλο λογαριασμό στην τράπεζα». «Δεν ξέρεις τι λες!» «Ξέρω πως τόσο εσύ όσο και η Ρία κοιμόσαστε με τον πατριό μου». «Όχι!» Η φωνή της ακούστηκε σαν βροντή μέσα στη νύχτα. «Είναι ψέματα. Ποτέ δεν...» «Χωριστά κάθε φορά, βέβαια», διευκρίνισε κι έπιασε το πρόσωπό της στα χέρια του. «Εξάλλου, είσαι παλαιών αρχών, έτσι;» «Σιχαμερό σκουλήκι!» «Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Μια γυναίκα σαν εσένα χρειάζεται απόλυτη αφοσίωση από έναν άντρα». Έγειρε προς το μέρος της- η ανάσα του μύριζε ουίσκι και το πρόσωπό του πλησίαζε όλο και περισσότερο το δικό της. Γύρισε το κεφάλι της, αλλά δεν μπόρεσε να τον αποφύγει. Θεέ μου, πόσο τον μισώ! Πόσο τον περιφρονώ! Πόσο... Ένα ρίγος τη συγκλόνισε κι ύστερα ακόμη ένα. Το στόμα του άγγιξε το δικό της και χάιδεψε με την άκρη της γλώσσας του τα χείλη της, ζητώντας να του παραδοθεί. Την αγκάλιασε και 209


την έσφιξε πάνω του τόσο δυνατά που ένιωσε τους χτύπους της καρδιάς του πάνω στο στήθος της. «Αφησέ με να σε φιλήσω, Ολίβια», ψιθύρισε πάνω στο στόμα της. Όχι, σκέφτηκε εκείνη. Ποτέ! Αλλά τα χείλη της άνοιξαν κάτω από το στόμα του κι εκείνος μ’ ένα βογκητό πήρε αυτό που ήθελε. Ένιωσε τη γεύση του ουίσκι, της επιθυμίας και του ασίγαστου πόθου του. Ψιθύρισε ξανά και ξανά τ’ όνομά της το χέρι του γλίστρησε στο στήθος της που τεντώθηκε στο άγγιγμά του. Ένιωσε το κορμί της να ζωντανεύει κάτω από τα χάδια του. Η Ολίβια έχανε τον έλεγχο και ήξερε πως θα συνέβαινε αυτό, από την πρώτη στιγμή που μπήκε σαν σίφουνας στη ζωή της. Τον μισούσε, όχι γι’ αυτό που εκείνος νόμιζε πως ήταν, αλλά γι' αυτό που πραγματικά ήταν. Ένας άντρας που τα πλούτη τού έδιναν προνόμια και δύναμη και ήταν σίγουρος πως μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτή τη δύναμη και να τη ν κάνει ό,τι ήθελε. Ήξερε καλά τους άντρες αυτού του τύπου και γνώριζε τη γνώμη τους για κοπέλες σαν κι εκείνη. Ένας λυγμός ανέβηκε στο λαιμό της. Βρισκόταν στην αγκαλιά του, ανήμπορη να του αντισταθεί, δικαιώνοντας την αλαζονεία του. Ο θυμός για το ανόητο φέρσιμό της της έδωσε δύναμη και δάγκωσε δυνατά τα χείλη του. «Αχ!» Τινάχτηκε πίσω κρατώντας το στόμα του. «Τι διάολο;...» «Κρατήσου μακριά μου, Έντουαρντ», του είπε. «Φύγε από τη ζωή μου και μην ξανάρθεις». Το βλέμμα του καρφώθηκε στο πρόσωπό της καθώς έβγαζε ένα μαντίλι από την τσέπη του και το ακουμπούσε στο στόμα του. Η Ολίβια περίμενε με κομμένη ανάσα την αντίδρασή του. Ήρθε μετά από λίγο, αλλά δεν ήταν θυμός, όπως φοβόταν. Της χαμογέλασε προκλητικά. «Του άρεσε αυτό του Τσαρλς όταν παίζατε;» «Άκουσες τι σου είπα, Έντουαρντ; Δε θέλω να σε ξαναδώ». «Εντάξει». Η ηρεμία του την ξάφνιασε. Η φωνή του ήταν σταθερή, ήρεμη, σχεδόν απρόσωπη. «Θα κάνω μια συμφωνία μαζί σου, Ολίβια. Θέλω εκείνες τις μετοχές πίσω. Ανήκουν στην οικογένειά μου...» «Δεν τις έχω εγώ και το ξέρεις». 210


«Ανήκουν στη φίλη σου, αλλά δεν μπορώ να τη βρω. Παίζει μαζί μου τη γάτα με το ποντίκι». «Εγώ δεν έχω καμιά σχέση». «Έχεις, αγάπη μου. Ξέρεις πού είναι». «Ίσως», τον προκάλεσε άστοχα η Ολίβια. «Να της δώσεις ένα μήνυμα τότε. Πες της να μεταβιβάσει τις μετοχές σ’ εμένα κι ότι θέλω να τη συναντήσω επειγόντως. Να της πεις ακόμα...» «Να της το πεις μόνος σου!» είπε, τινάζοντας περήφανα το κεφάλι της. «Αν ποτέ τη βρεις». Και μ’ αυτά τα λόγια, άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο σπίτι της.

211


Κεφάλαιο 5

Η μητέρα της Ολίβια συνήθιζε να την παρηγορεί όποτε χτυπούσε ή πληγωνόταν όταν ήταν μικρή. «Θα περάσει, γλυκιά μου», ψιθύριζε, κρατώντας τη στην αγκαλιά της. «Απλά, σκέψου κάτι όμορφο και πριν το καταλάβεις, θα έχει περάσει». Στα δέκα της χρόνια, όταν σ’ ένα ατύχημα έχασε και τους δυο γονείς της, αυτά τα λόγια τής είχαν δώσει το κουράγιο να συνεχίσει, ιδιαίτερα όταν αναγκάστηκε να φύγει από το σπίτι των γονιών της και να ζήσει κοντά σε μια θεία που γνώριζε ελάχιστα. «Θα περάσει κι αυτό», είχε πει τότε και πραγματικά πέρασε μετά από λίγο καιρό. Κράτησε την ανάμνηση των γονιών της ζωντανή μέσα της κι αυτό τη βοήθησε να προσαρμοστεί στην καινούρια της ζωή. Η Ολίβια ωρίμασε γρήγορα, έγινε γυναίκα και πήρε τη ζωή στα χέρια της. Δεν έχασε ποτέ το κουράγιο της, ακόμα κι όταν πέθανε η θεία της, ακόμα κι όταν κατάλαβε πως η Ρία κι εκείνη είχαν πάρει διαφορετικούς δρόμους. Έτσι δε χρειάστηκε ποτέ να καταφύγει στα λόγια της μητέρας της. Μέχρι τώρα, σκέφτηκε όταν είδε την Ντάλσι να της φέρνει, την επόμενη μέρα, ακόμα ένα φύλλο του Τσάτερμποξ. «Μην το διαβάσεις», της είπε η Ντάλσι. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Το όνομά της φιγουράριζε στην πρώτη σελίδα. «Η Εκρηκτική Δεσποινίς Χάρις», έγραφε και η Ολίβια διάβασε μόνο την πρώτη παράγραφο πριν πετάξει την εφημερίδα. «Θα σε αντικαταστήσω εγώ», πρότεινε η Ντάλσι. «Εσύ πήγαινε επάνω». Ανέβηκε στο σχεδιαστήριο και προσπάθησε να δουλέψει, αλλά κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο ήξερε πως ήταν κάποιος πελάτης που ήθελε ν’ ακυρώσει την παραγγελία του. Η 212


Ολίβια σκέφτηκε να το βγάλει από την πρίζα. Αλλά πώς θα λειτουργήσει το μαγαζί μου; αναρωτήθηκε. Μα, δεν έχεις πια μαγαζί, της υπενθύμισε μια μικρή φωνούλα καταστράφηκες. Μέχρι το απόγευμα της είχαν τηλεφωνήσει όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της Νέας Υόρκης εκτός από δύο. Η μία ήταν η Ρία κι ο άλλος ο Έντουαρντ Άρτσερ. Γιατί δε μου τηλεφωνεί η Ρία; σκέφτηκε οργισμένη. Μπορεί, όμως, εκεί που βρίσκεται να μην έχει μάθει τα νέα. Αλλά πώς είναι δυνατόν, αφού τόσο το Τσάτερμποξ όσο και η τηλεόραση ασχολούνται μ’ εμένα; Η φίλη της την είχε εγκαταλείψει. Το ίδιο κι ο Έντουαρντ κι αυτό την ξάφνιασε, αφού της είχε ζητήσει να δώσει κάποιο μήνυμα στη Ρία. Αλλά εκείνη του είχε αρνηθεί. Δεν μπορούσε όμως να τον φανταστεί να παραιτείται. Δεν ήταν από κείνους που το έβαζαν εύκολα κάτω. Είμαι σίγουρη πως θα μου τηλεφωνήσει, σκέφτηκε. Κι αυτή τη φορά δε θα φερθώ τόσο ανόητα όσο χτες το βράδυ. Θα του πω στα ίσια πως δεν ξέρω πού βρίσκεται η Ρία. «Βγαίνω έξω», είπε στην Ντάλσι. «Μα...» «Καλά θα κάνεις να κλείσεις το μαγαζί και να γυρίσεις στο σπίτι σου». Η Ολίβια βγήκε στο δρόμο και πριν κάνει μερικά βήματα είδε ένα αυτοκίνητο τηλεοπτικού συνεργείου. Προσπάθησε πολύ για να μην το βάλει στα πόδια, αλλά μόλις έστριψε στη γωνία τάχυνε το βήμα της. Ήθελε να μείνει μόνη και να σκεφτεί. Αλλά πού να πάω; αναρωτήθηκε. Κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και ένα κορνάρισμα την έκανε να τιναχτεί ξαφνιασμένη. Ένα σπορ μαύρο αυτοκίνητο σταμάτησε, φρενάροντας απότομα, μπροστά της. Η Ολίβια έτρεμε ολόκληρη. «Τρελός είσαι; Κόντεψες...» άρχισε να λέει, όταν ξαφνικά αναγνώρισε τόσο το αυτοκίνητο όσο και τον οδηγό. Προσπάθησε να το σκάσει, αλλά ήταν ήδη αργά. Ο Έντουαρντ είχε ανοίξει κιόλας την πόρτα και είχε πεταχτεί έξω. Την έπιασε από τους ώμους και τη γύρισε οργισμένος προς το μέρος του. «Τρελάθηκες;» τη ρώτησε. «Παραλίγο να σε πατήσω...» «Σε ράλι νομίζεις πως βρίσκεσαι; Υπάρχουν και φανάρια...» «Σωστά. Και ήταν κόκκινο για τους πεζούς. Δεν το είδες;» 213


«Άκου να σου πω, κύριε Άρτσερ...» «Εσύ άκουσέ με, δεσποινίς Χάρις», της είπε σφίγγοντας το χέρι της. «Το τελευταίο πράγμα που θέλω αυτή τη στιγμή είναι...» «Μη μου φωνάζεις εμένα», του αντιγύρισε έξαλλη. «Δε φωνάζω», ούρλιαζε εκείνος, ενώ η κόρνα του αυτοκινήτου που είχε σταματήσει πίσω από το δικό του ακούστηκε δυνατή κι επίμονη. Ο Έντουαρντ έριξε μια οργισμένη ματιά στον άλλον οδηγό κι ύστερα έπιασε την Ολίβια από το χέρι. «Πάμε», την πρόσταζε. «Δεν πάω πουθενά μαζί σου», δήλωσε εκείνη, προσπαθώντας να του ξεφύγει. «Πάμε, σου είπα». Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και πρόσθεσε: «Βάζεις σε κίνδυνο όχι μόνο τον εαυτό σου αλλά και τους άλλους». «Μα, δεν...» Ο Έντουαρντ έτριξε τα δόντια του. «Μπες στο αυτοκίνητο, αλλιώς θα σε βάλω μέσα με το ζόρι». Τον κοίταξε και κατάλαβε πως το εννοούσε. Σήκωσε περήφανα το κεφάλι, ελευθέρωσε το χέρι της και μπήκε στο αμάξι. Εκείνος έκλεισε με δύναμη την πόρτα και ξεκίνησε, αναπτύσσοντας ταχύτητα. «Τι στο καλό έπαθες;» τη ρώτησε μετά από λίγο. «Να μη σε νοιάζει». «Νοιάζομαι, από τη στιγμή που ανακατεύτηκες στη ζωή μου. Πού πήγαινες τρέχοντας σαν παλαβή;» «Στο... στο πάρκο», του είπε χωρίς να τον κοιτάζει. «Στο πάρκο;» είπε γελώντας. «Τρελάθηκες ή μήπως αποφάσισες ν’ αυτοκτονήσεις; Αυτό μου έλειπε τώρα», πρόσθεσε. «Να γράψουν οι εφημερίδες πως ο θετός γιος έτρεχε πίσω από τη φιλενάδα του πατριού του...» «Πάψε επιτέλους», φώναξε θυμωμένη η Ολίβια. Ο Έντουαρντ την κοίταξε, άπλωσε το χέρι του στα μαλλιά της και αναστέναξε. «Κοίτα, η μέρα μου ήταν πολύ δύσκολη και...» «Η δική μου να δεις! Το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα κι ένα τηλεοπτικό συνεργείο στρατοπέδευσε έξω από το σπίτι μου...» «Νομίζεις πως είσαι η μόνη που βρίσκεσαι αντιμέτωπη μ’ αυτούς τους παρανοϊκούς;» 214


Μόνο τότε σκέφτηκε πως κι ο Έντουαρντ, ως θετός γιος του Τσαρλς Ράιτ, θα πρέπει ν’ αντιμετώπιζε τα ίδια προβλήματα, το ίδιο και η μητέρα του. Ρία, αχ, Ρία, πού βρίσκεσαι; αναρωτήθηκε. «Κάνουν σαν καρχαρίες που οσμίζονται αίμα», ψιθύρισε τρομαγμένη. «Δεν είχα φανταστεί...» «Ολίβια, πρέπει να μιλήσουμε». «Ξέρω τι θέλεις, Έντουαρντ». «Ξέρεις;» τη ρώτησε, γελώντας βεβιασμένα. «Δε νομίζω». «Θέλεις να μάθεις αν έδωσα το μήνυμά σου στη Ρία. Λοιπόν, δεν το έδωσα». Το γέλιο του ακούστηκε λιγότερο συγκρατημένο αυτή τη φορά. «Δε μου κάνει εντύπωση. Υποπτεύομαι πως είσαι από τις γυναίκες που δε δέχονται διαταγές και πιέσεις». Άλλα μου είπε χτες το βράδυ, σκέφτηκε η Ολίβια κλείνοντας τα μάτια. Μου δήλωσε καθαρά τι είδους γυναίκα με θεωρεί... «Έφαγες τίποτα;» Τον κοίταξε έκπληκτη. Δεν είχε φάει ούτε πρωινό, εκτός από τα αμέτρητα φλιτζάνια καφέ που είχε πιει όλη μέρα. «Όχι», του απάντησε. «Δεν έφαγα ακόμη». «Ούτε κι εγώ», παραδέχτηκε. «Τι προτιμάς; Κρέας ή θαλασσινά;» «Τι θέλεις να πεις;» «Σου προτείνω να δειπνήσουμε μαζί. Εκτός κι αν έχεις άλλα σχέδια», της είπε, κοιτάζοντάς την ψυχρά. «Σκόπευα να δειπνήσω με κάτι εκατομμυριούχους», τον ειρωνεύτηκε. «Πάντως, προτιμώ να πεθάνω της πείνας παρά να φάω μαζί σου». «Εντάξει. Εγώ θα τρώω κι εσύ θα κοιτάζεις». Ήταν αλήθεια πως, παρά τη δυστυχία της, είχε αρχίσει να πεινάει. «Το γεγονός πως θα φάω μαζί σου δε σημαίνει...» άρχισε να του λέει. «...Τίποτα», συμπλήρωσε εκείνος. «Το ξέρω». Τι γύρευε στη γειτονιά μου; σκέφτηκε απορημένη. Μήπως ερχόταν να με δει; Πρέπει να είναι πραγματικά απελπισμένος για να κάνει κάτι τέτοιο μετά τη χτεσινή, γεμάτη περιφρόνηση συμπεριφορά του. Έκλεισε κουρασμένη τα μάτια. Είχε περάσει πολύ δύσκολη εφηβική ηλικία κι όταν το κορμί της άρχισε ν’ αποκτά τις γυναικείες καμπύλες, το τηλέφωνο της θείας της χτυπούσε ασταμάτητα. Κολακεύτηκε και χάρηκε που 215


οι φίλοι της Ρία της ζητούσαν να βγει μαζί τους έξω και πολλές φορές, ιδιαίτερα τα καλοκαίρια, όταν η Ρία επέστρεφε από το σχολείο, όπου ήταν εσώκλειστη για τις διακοπές, έβγαιναν μαζί. Ωστόσο, δεν άργησε να καταλάβει πως αυτό που ζητούσαν τ’ αγόρια δεν ήταν η φιλία της αλλά κάτι περισσότερο. Κι όταν εκείνη τους αρνιόταν, ξαφνιάζονταν. Ποια νόμιζε πως ήταν; αναρωτιόνταν όλοι τους. Το ίδιο ακριβώς θα είχε κατά νου κι ο Έντουαρντ Άρτσερ, σκέφτηκε η Ολίβια κοιτάζοντάς τον. Τίποτα δεν είχε αλλάξει ουσιαστικά στα χρόνια που πέρασαν. Όλες οι προσπάθειες που είχε κάνει για ν’ αποκτήσει μια αξιοπρεπή θέση στην κοινωνία καταστράφηκαν με τον πιο φριχτό τρόπο... «...Μέρα και νύχτα». «Τι είπες;» ρώτησε σαστισμένη η Ολίβια. «Είπα πως αυτοί οι δημοσιογράφοι δε μας αφήνουν σε ησυχία μέρα και νύχτα». «Είναι πολύ επίμονοι», παραδέχτηκε εκείνη. «Πολύ ευγενικός χαρακτηρισμός», της είπε σοβαρά. «Είχες δίκιο όταν τους χαρακτήρισες καρχαρίες. Τρέφονται με τη δυστυχία των άλλων. Καιρό τώρα σκέφτομαι να στείλω τη μητέρα μου να μείνει λίγες μέρες στην αδερφή της στο Παλμ Σπρινγκς». «Υποθέτω πως κι εσύ θα αντιμετωπίζεις τις ίδιες δυσκολίες», του είπε απαλά. «Δεν ενδιαφέρονται για μένα. Αλλά θα ήθελαν να στριμώξουν με ερωτήσεις τη χήρα του Ράιτ». «Είναι φοβερό. Μέσα στο πένθος της, να πρέπει να αντιμετωπίσει τόσα κουτσομπολιά και...» Η φράση της Ολίβια κόπηκε στη μέση, όταν είδε το βλέμμα που της έριξε ο Έντουαρντ. «Τι ευαισθησία!» την ειρωνεύτηκε. «Λες και τα πιστεύεις όσα λες!» Τι ανόητη που είμαι! σκέφτηκε κατακόκκινη η Ολίβια. Αφού δεν κατάφερα ακόμα να τον πείσω πως δεν ήμουν η ερωμένη του πατριού του. «Φτάσαμε», της είπε εκείνος κι έσβησε τη μηχανή. «Πού πάμε;» τον ρώτησε εκείνη όταν της άνοιξε την πόρτα. «Σου είπα, θα φάμε και θα συζητήσουμε», της απάντησε και την έπιασε από το μπράτσο. Μπήκαν σ’ ένα ασανσέρ κι εκείνος πάτησε το κουμπί του τελευταίου ορόφου. 216


«Τι είδους εστιατόριο είναι αυτό;» τον ρώτησε η Ολίβια. «Στο διαμέρισμά μου πάμε», την πληροφόρησε λακωνικά εκείνος. Η Ολίβια πάτησε το στοπ και το ασανσέρ σταμάτησε. «Τι διάβολο κάνεις;» «Θα γυρίσω στο σπίτι μου», του απάντησε αποφασιστικά και προσπάθησε να πατήσει το κουμπί του ισογείου. «Αρκεί να πάρει μπροστά αυτό... αυτό το πράγμα». «Δεν πρόκειται να πας πουθενά αν δε μιλήσουμε πρώτα». «Μη με περνάς για ανόητη, Έντουαρντ». «Το διαμέρισμά μου είναι το μόνο μέρος όπου θα μπορέσουμε να μιλήσουμε με την ησυχία μας, χωρίς τον κίνδυνο να πέσουμε πάνω σε δημοσιογράφους». Το ασανσέρ σταμάτησε στον τελευταίο όροφο κι εκείνη φαντάστηκε πως το διαμέρισμα όπου έμενε ο Έντουαρντ θα ήταν πελώριο, τέλεια επιπλωμένο, με ένα σωρό υπηρέτες. Σκοπεύει να με εντυπωσιάσει, σκέφτηκε, αλλά είναι γελασμένος αν νομίζει πως... Όταν άνοιξε η πόρτα, η Ολίβια έμεινε με ανοιχτό στόμα. Το σαλόνι ήταν σίγουρα μεγάλο και πολύ κομψά επιπλωμένο αλλά εξαιρετικά λιτό. Ήταν φανερό πως ο Έντουαρντ είχε διακοσμήσει μόνος του το διαμέρισμα κι είχε έντονη τη σφραγίδα της προσωπικότητάς του. Όσο για τους υπηρέτες, είχε πέσει κι εκεί έξω. Υπήρχε μόνο ένας, που της πρόσφερε ένα ποτό όσο ο Έντουαρντ πήγε ν’ αλλάξει. Έκανε μια βόλτα στο δωμάτιο και θαύμασε τους πίνακες που στόλιζαν τους τοίχους: Ράσελ, Ντεγκά... Ένα έργο με φωτεινά χρώματα τράβηξε την προσοχή της. Ήταν ένας Σαγκάλ. Πέρασε αργά τα δάχτυλά της πάνω από το κάδρο. «Σου αρέσει ο Σαγκάλ;» ακούστηκε η φωνή του Έντουαρντ. «Ναι». Τινάχτηκε ξαφνιασμένη. «Πολύ. Κι αυτός εδώ ιδιαίτερα...» Εκείνος στεκόταν στο κατώφλι και την παρακολουθούσε χαμογελώντας. Το τζιν που φορούσε εφάρμοζε σαν δεύτερο δέρμα στο κορμί του και το ανοιχτό μπροστά, μακό μπλουζάκι, στο χρώμα των ματιών του, τόνιζε το ηλιοκαμένο, μυώδες στήθος του, ενώ τα ανασηκωμένα μέχρι τον αγκώνα μανίκια αποκάλυπταν τα μυώδη μπράτσα του. Φαίνεται πως έκανε ντους, σκέφτηκε ξεροκαταπίνοντας η 217


Ολίβια. Τα μαλλιά του ήταν ακόμα υγρά και μια μαύρη τούφα έπεφτε στο μέτωπό του. Πόσο θέλω να τον πλησιάσω, να χώσω τα δάχτυλά μου στα μαλλιά του, να πιέσω τα χείλη μου πάνω στα δικά του και... Ένα ρίγος τη διαπέρασε κι έστρεψε αλλού το βλέμμα της. «Δεν ήρθαμε εδώ να συζητήσουμε για τέχνη», του υπενθύμισε με βραχνή φωνή. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως και τον άκουσε ν’ αναστενάζει βαθιά. «Έχεις δίκιο», παραδέχτηκε μετά από λίγο και μπήκε στην τραπεζαρία. *** Το δείπνο ήταν φιλέτο με πατάτες, σαλάτα και κρασί, αλλά η Ολίβια ήταν αποφασισμένη να μη βάλει τίποτα στο στόμα της. Ο Έντουαρντ την κοίταξε πίσω από το φως του κεριού. «Δε σου αρέσει το φιλέτο σου;» τη ρώτησε ευγενικά. «Σου είπα πως δεν πεινάω». «Αν θέλεις κάτι άλλο...» «Όχι, ευχαριστώ». «Να πω να σου ετοιμάσουν μια ομελέτα αν θέλεις». «Δε χρειάζεται». «Γιατί δεν τρως τότε;» τη ρώτησε απορημένος. Η Ολίβια πήρε θυμωμένη το μαχαίρι και το πιρούνι κι έκοψε το φιλέτο της. Ωραίο είναι, σκέφτηκε. Θα φάω λίγο ακόμα. Ωστόσο, το έφαγε όλο κι όταν τελείωσε είπε απολογητικά: «Φαίνεται πως πεινούσα». Αλλά της κόπηκε η ανάσα όταν είδε τον Έντουαρντ να την κοιτάζει μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο. «Το κρασί σού έδωσε χρώμα». Δεν έφταιγε, όμως, το κρασί, αλλά ο τρόπος που την κοίταζε και η αναστάτωση που της προκαλούσε. «Είναι... είναι αργά», του είπε και σηκώθηκε. «Και πρέπει να συζητήσουμε». «Θα πιούμε ένα μπράντι στο μπαλκόνι», πρότεινε εκείνος. «Όχι», επέμεινε η Ολίβια. «Δε θέλω ν’ αργήσω, Έντουαρντ. Δουλεύω αύριο. Ήρθα εδώ επειδή μου είπες πως... Θέλω να σου πω πως δε σου είπα την αλήθεια χτες το βράδυ, όταν με ρώτησες...» «Σε ρώτησα πολλά χτες». Το βλέμμα του συνάντησε το δικό της. «Όπως αν ποτέ ήπιε κάποιος σαμπάνια από το στήθος σου», 218


συνέχισε κι ο τόνος της φωνής του ήταν απαλός. «Θυμάσαι; Όλη νύχτα σκεφτόμουν πώς θα ένιωθα αν άγγιζα το στήθος σου με το στόμα μου». Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ξέφρενα καθώς την πλησίασε. Τύλιξε τα χέρια του γύρω από το κορμί της και την τράβηξε πάνω του. Η Ολίβια ήθελε να του αντισταθεί, αλλά δεν μπορούσε. «Θα με αφήσεις απόψε, Ολίβια;» Έσκυψε κι ακούμπησε τη γλώσσα του στο στόμα της και τα χείλη της άνοιξαν σαν λουλούδι. «Μη», ψιθύρισε. «Δεν είναι σωστό, Έντουαρντ». «Είναι», της είπε έντονα. Το χέρι του γλίστρησε στα μαλλιά της, τράβηξε πίσω το κεφάλι της και την κράτησε εκεί. «Δεν έχει νόημα ν’ αντιστεκόμαστε πια, Ολίβια». Το στόμα του άρπαξε το δικό της, καυτό και πεινασμένο κι εκείνη άφησε να της ξεφύγει ένα βογκητό. «Αγκάλιασέ με», ψιθύρισε πάνω στα χείλη της. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του κι έχωσε τα δάχτυλά της μέσα στα πυκνά μαλλιά του. Εκείνος την έσφιξε κι άλλο επάνω του για να νιώσει την ασυγκράτητη αναστάτωση του κορμιού του. «Σε θέλω», της ψιθύρισε. Κι εγώ σε θέλω, ήθελε να του φωνάξει. Θέλω να μείνω στην αγκαλιά σου, να γευτώ τα φιλιά σου, να με σφίξεις στα χέρια σου μέχρι να γίνουμε ένα. Η λογική έδωσε τη θέση της στις αισθήσεις. Απόλαυσε τη ζεστασιά του στόματος και της ανάσας του κι όταν άγγιξε με την άκρη της γλώσσας του το λαιμό της και γλίστρησε τα χέρια του κάτω από το πουκάμισό της, η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ξέφρενα. Ένιωσε τις θηλές της να σκληραίνουν στο άγγιγμά του και να ορθώνονται κάτω από το δαντελένιο εσώρουχο. «Ολίβια». Τα χέρια του κατέβηκαν στο κούμπωμα του τζιν της. Άκουσε τον απαλό ήχο του φερμουάρ που άνοιγε... Θεέ μου, τι κάνω; σκέφτηκε απελπισμένη. Αυτό περίμενε από μένα τόσο καιρό. Αυτή τη, χωρίς όρους, παράδοσή μου. Αυτό που όλοι οι άντρες ζητούσαν κι εγώ δεν τους έδωσα ποτέ. Και τώρα παραδίνομαι σ’ αυτόν που είναι ο χειρότερος εχθρός μου. Τον αφήνω να με φιλάει και να με αγγίζει όπως κανείς άλλος. «Είμαι ο μόνος άντρας που μπορεί να σε κάνει να καταλά219


βεις τι έχανες τόσο καιρό...» Τα λόγια του την έφεραν στα λογικά της. Πάγωσε στην αγκαλιά του και ακούμπησε τα χέρια της στο στήθος του. «Αρκετά», του είπε ψυχρά. «Τι;» ρώτησε εκείνος με μάτια θολά από πόθο. «Τώρα πια ξέρω τι θέλεις από μένα, Έντουαρντ», του χαμογέλασε ειρωνικά. «Μόνο που δεν είμαι σίγουρη αν αυτό που ζητάς είναι ό,τι είχε ο πατριός σου ή η διεύθυνση της Ρία». Εκείνος την κοίταξε με τόση οργή που η καρδιά της πετάρισε τρομαγμένα στο στήθος της. Τα χέρια του κατέβηκαν στους καρπούς της και την έσφιξε τόσο που φώναξε από τον πόνο. «Βρόμα», της είπε βραχνά. «Έπρεπε να...» «Τι; Να με χτυπήσεις;» Με κόπο η Ολίβια σήκωσε το βλέμμα της και συνάντησε το δικό του. «Ούτε και τότε, όμως, θα έπαιρνες αυτό που ήθελες». «Πού ξέρεις; Μπορεί να σου άρεσε». Σήκωσε το χέρι της να τον χαστουκίσει, αλλά εκείνος το έπιασε, το έστριψε πίσω από την πλάτη της και την τράβηξε πάνω του. «Αυτή είναι η δεύτερη φορά», της είπε οργισμένος. «Την τρίτη θα μου το πληρώσεις ακριβά». «Δε φτάνει που πέρασα ένα απόγευμα μαζί σου;» τον ρώτησε ψυχρά. Την κοίταξε μερικές στιγμές λαχανιασμένος ακόμα κι ύστερα την έσπρωξε μακριά του. «Θα πω στο θυρωρό να καλέσει ταξί». Η Ολίβια έκανε μεταβολή και βγήκε από το δωμάτιο. Την ώρα που ετοιμαζόταν να μπει στο ασανσέρ, τον άκουσε να τη φωνάζει. Ο Έντουαρντ στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας, σκοτεινός, ψηλός κι επικίνδυνος. «Τι τρέχει;» τον ρώτησε. «Δε μιλήσαμε ακόμη». «Δεν έχουμε τίποτα να πούμε». Εκείνος την πλησίασε. «Σου είπα πως θέλω να σου μιλήσω. Δε θέλεις να μάθεις τι θα σου πω;» «Με περνάς για ανόητη, Έντουαρντ;» τον ρώτησε γελώντας. «Αφορά τη Ρία, Ολίβια...» «Αν η Ρία ζητήσει τη συμβουλή μου, θα της πω να πάρει τις μετοχές». 220


Η καρδιά της κόντεψε να σπάσει όταν τον είδε να την πλησιάζει γοργά. Πάτησε βιαστικά το κουμπί του ισογείου, η πόρτα έκλεισε και η Ολίβια ακούμπησε εξουθενωμένη στο τοίχωμα του ασανσέρ.

221


Κεφάλαιο 6

Το μόνο καλό απ’ όσα έγιναν χτες στο διαμέρισμα του Έντουαρντ, σκέφτηκε η Ολίβια, είναι ότι δεν πρόκειται να επιχειρήσει να με ξαναδεί, μετά τη δήλωση που του έκανα πως δε θα πω ποτέ στη Ρία να του επιστρέφει τις μετοχές που τόσο απελπισμένα θέλει. Είναι το μόνο που δεν πρόκειται να κάνω, αποφάσισε πίνοντας μια γουλιά καυτό καφέ. Αρκετά τράβηξα τόσο καιρό μαζί του. Ποιος νομίζει πως είναι επιτέλους; Εγώ, πάντως, ξέρω ποιος είναι ή, τουλάχιστον, τι είναι. Δεν υπολογίζει κανέναν και τίποτα παρά μόνο τον εαυτό του και θέλει να με κάνει υποχείριό του. Άραγε προσπάθησε να με κάνει δική του γιατί το ήθελε ή μήπως για να του αποκαλύψω πού βρίσκεται η Ρία; αναρωτήθηκε. Το γεγονός είναι πως κατάφερε να με ταπεινώσει ακόμα μια φορά κι εγώ του έδωσα όλο το δικαίωμα να το κάνει. Τα μάγουλά της φλογίστηκαν όταν θυμήθηκε πώς είχε ανταποκριθεί στα φιλιά του. Η ζωή της είχε αναστατωθεί κι εκείνο το πρωί πήρε την απόφαση να κλείσει το μαγαζί της. «Για κάνα δυο βδομάδες μόνο», είχε πει στην Ντάλσι κι εκείνη της χαμογέλασε με κατανόηση. Μπορεί, όμως, να μην το ξανάνοιγε ποτέ και το ήξεραν και οι δυο αυτό. Από τη μέρα που είχε ξεσπάσει το σκάνδαλο δεν πάτησε ούτε ένας πελάτης στο μαγαζί και, χωρίς πελάτες, το Όνειρο της Ολίβια ήταν καταδικασμένο. Μακάρι να ήξερα πού βρίσκεσαι, Ρία, σκέφτηκε οργισμένη η Ολίβια. Και τότε θα σου έδειχνα εγώ! Με κυρτωμένους ώμους πλησίασε το παράθυρο κι έριξε μια ματιά έξω. Αν ήξερα πού κρύβεται, δε θα έμενα κλεισμένη εδώ μέσα, βλέποντας τον κόπο μου να καταστρέφεται... Η ανάσα βγήκε κοφτή από το στήθος της όταν είδε τον Έντουαρντ Άρτσερ να βγαίνει από το αμάξι του και να έρχεται προς το σπίτι. Φορούσε δερμάτινο σακάκι, ξεθωριασμένο τζιν, 222


δερμάτινες μπότες κι ήταν φανερά αναστατωμένος κι οργισμένος. Τραβήχτηκε πίσω όταν τον είδε να σηκώνει το βλέμμα του στα παράθυρα του διαμερίσματος της. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ξέφρενα, μόλο που ήξερε πως αποκλειόταν να την είχε δει. Όπου να ’ναι θα χτυπούσε το κουδούνι κι εκείνη δε θα του άνοιγε, οπότε θα αναγκαζόταν να φύγει. Εκείνος, όμως, δεν το έβαλε κάτω. Αφού χτύπησε κάμποσες φορές το κουδούνι, η Ολίβια άκουσε την κλοτσιά του πάνω στην πόρτα και τότε αναγκάστηκε να κατέβει τρέχοντας ξυπόλυτη στο ισόγειο. Με χέρια που έτρεμαν, ξεκλείδωσε την πόρτα και την άνοιξε διάπλατα. «Πάρε δρόμο», του φώναξε με πρόσωπο φλογισμένο από αγανάκτηση. Εκείνος την κοίταξε ατάραχος. «Γεια σου, Ολίβια. Δε θα μου πεις να περάσω;» «Όχι», του απάντησε λαχανιασμένη με τα χέρια στη μέση και τον κοίταξε προκλητικά. «Δεν πρόκειται να σ’ αφήσω να μπεις». Το βλέμμα του τύλιξε το κορμί της κι εκείνη ένιωσε να γίνεται κατακόκκινη όταν σκέφτηκε πόσο απεριποίητη ήταν με τη μακριά φανελένια ρόμπα της, τα αχτένιστα μαλλιά και τα γυμνά πόδια της. Αν και η ρόμπα την κάλυπτε από το λαιμό μέχρι τις πατούσες, ένιωθε γυμνή κάτω από το επίμονο βλέμμα του. Αλλά δεν κινήθηκε από τη θέση της. Δεν ήθελε να του δείξει πως τον φοβόταν. «Είδα πως δεν άνοιξες το μαγαζί σου σήμερα», της είπε εκείνος. «Τι αξιοθαύμαστη παρατηρητικότητα!» τον ειρωνεύτηκε. «Πρέπει να μιλήσουμε». «Αυτό μου είπες και χτες, αλλά εγώ δε θέλω να σου μιλήσω», του είπε κι άρχισε να κλείνει την πόρτα. «Πίστεψε με' δε θα ερχόμουν εδώ, αν μπορούσα να κάνω αλλιώς». «Σίγουρα! Εγώ όμως...» Η πόρτα άνοιξε απότομα καθώς εκείνος την έσπρωξε με δύναμη. «Έι! Για πού το έβαλες εσύ;» «Θα μπω μέσα», της είπε σοβαρά. «Δεν έχω καμιά όρεξη να φιγουράρω αύριο στο εξώφυλλο του Τσάτερμποξ». 223


Η Ολίβια δάγκωσε τα χείλη της. Μέσα στο θυμό της είχε ξεχάσει τους δημοσιογράφους που καραδοκούσαν έξω από το μαγαζί. Ωστόσο, είδε πως ο δρόμος ήταν άδειος εκείνη τη στιγμή και αποφάσισε να κάνει την αδιάφορη. «Να σου πω, μπορεί αυτή να είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα είδηση για το Τσάτερμπος. Ό θετός γιος ακολουθεί τα βήματα του πατριού του’. Θα τραβήξει πολύ κόσμο. Σκέψου πόσα φύλλα θα πουλήσουν αν ανακαλύψουν πως επισκέπτεσαι εκείνη που λένε πως ήταν η ερωμένη του πατριού σου...» Τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση της, την έσπρωξε μέσα κι έκλεισε την πόρτα πίσω τους. «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μπαίνεις έτσι εδώ μέσα...» «Θα χάσεις το μαγαζί σου». Η δήλωσή του ήταν τόσο απροκάλυπτη και τόσο απόλυτη που την έκανε να συνέλθει απότομα. «Τι εννοείς;» «Αυτό που είπα. Έχασες τους πελάτες σου και τώρα έκλεισες το μαγαζί σου». «Προσωρινά», του είπε βιαστικά. «Μάλιστα». Το χαμόγελό του ήταν ψυχρό. «Και πώς θα πληρώσεις τα χρέη σου; Το γραμμάτιο αυτού του μήνα, για παράδειγμα; Δεν το πλήρωσες ακόμα και βέβαια δεν ανησυχείς, μια κι ο Τσάρλι σου χάρισε το δάνειο». Αγνόησε το σαρκαστικό σχόλιό του. «Το Τσάτερμποξ δεν μπορεί ν’ ασχολείται για πάντα μ’ αυτό το θέμα. Μόλις αρχίσει να προοδεύει η επιχείρηση...» «Και πώς θα γίνει αυτό αφού την έκλεισες;» τη ρώτησε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος του. «Ακόμα και με τη γενναιόδωρη προσφορά του Ράιτ», συνέχισε απαλά, «οδηγείσαι με μαθηματική ακρίβεια στη χρεοκοπία. Τι θα απογίνεις, λοιπόν, Ολίβια; Θέλεις να μιλήσουμε ή όχι;» «Και τι έχουμε να πούμε;» «Για τη Ρία Μπάσκομπ», της είπε, ξεφυσώντας θυμωμένος. «Σου δίνω δυο λεπτά». «Θα τα πούμε εδώ;» τη ρώτησε, χαμογελώντας ειρωνικά. «Γιατί, απ’ ό,τι ξέρω, το Τσάτερμποξ παρακολουθεί στενά το σπίτι σου». «Περίμενε δέκα λεπτά να ντυθώ». «Σε συμβουλεύω να βιαστείς», της είπε, χαμογελώντας αμυδρά. 224


«Γιατί;» Η περηφάνια της την έκανε να φέρεται πεισματικά. Το χαμόγελό του έγινε ξαφνικά επικίνδυνα αισθησιακό και γεμάτο υποσχέσεις. «Θέλεις στ’ αλήθεια να μάθεις;» Έγινε κατακόκκινη και μάταια προσπάθησε να του πει κάτι για να τον βάλει στη θέση του. Γι' αυτό προτίμησε να φύγει από το δωμάτιο. Μπήκε στο διαμέρισμά της, φόρεσε ένα παντελόνι, μια πλεχτή ανοιχτόχρωμη μπλούζα κι ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας και βούρτσισε βιαστικά τα μαλλιά της. Για μια στιγμή σκέφτηκε να μακιγιαριστεί, αλλά το μετάνιωσε αμέσως. Πήρε το μπουφάν της και πήγε να τον συναντήσει. Την περίμενε, ακουμπισμένος στον τοίχο, με τα χέρια χωμένα βαθιά στις τσέπες του παντελονιού του. «Λοιπόν; Ικανοποιήθηκες τώρα;» τον ρώτησε προκλητικά. Την κοίταξε αργά και, όταν τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της, μια φλογίτσα τρεμόπαιξε στο βάθος τους. «Ναι, πολύ», είπε απαλά. Συνέχισε να την κοιτάζει κάμποσες στιγμές και ξαφνικά το πρόσωπό του έγινε μια παγωμένη μάσκα. «Πάμε», είπε απότομα. *** Δεν είχε ιδέα πού την πήγαινε ούτε και την ένοιαζε. Αρκεί να πήγαιναν κάπου όπου δε θα τους έβλεπε κανείς. Βγήκαν έξω από την πόλη. Ο Έντουαρντ οδηγούσε με μεγάλη επιδεξιότητα και λίγο πιο γρήγορα απ’ ό,τι έπρεπε. Καθόταν πολύ κοντά του. Τόσο κοντά που το χέρι του άγγιξε μια φορά το γόνατό της όταν άλλαξε ταχύτητα. Ένα ρίγος συγκλόνισε το κορμί της και από κείνη τη στιγμή προσπάθησε να κρατηθεί όσο γινόταν μακριά του. Ωστόσο, δεν μπόρεσε ν’ αποφύγει τον ώμο του, που τριβόταν στον δικό της, ούτε τη μυρωδιά τής έντονα αρρενωπής κολόνιας του. Το πρόσωπό του δεν ήταν φρεσκοξυρισμένο και η σκούρα σκιά από τα γένια τού έδινε μια όψη σκληρή. Όχι, όχι σκληρή, σκέφτηκε η Ολίβια. Έδειχνε δυνατός και πολύ αρρενωπός. Τα χέρια του έπιαναν με άνεση το τιμόνι και τότε θυμήθηκε την αίσθησή τους πάνω στο κορμί της, το κάψιμο στο δέρμα της... Μετατοπίστηκε στη θέση της και κοίταξε έξω από το παράθυρο. 225


«Είπες κάτι;» τη ρώτησε εκείνος. «Απλά... αναρωτιόμουν πού με πας για να κουβεντιάσουμε». «Όπου να ’ναι φτάνουμε», είπε κι έστριψε το τιμόνι δεξιά. Σε λίγο έφτασαν σε μια ερημική περιοχή. Ένα χαλικόστρωτο δρομάκι ξεκινούσε από κει και χανόταν φιδογυριστό μέσα στα πανύψηλα πεύκα. «Πού είμαστε;» τον ρώτησε η Ολίβια. «Σ’ ένα μέρος όπου δε θα μας ενοχλήσει κανείς», της απάντησε χαμογελώντας εκείνος. «Ούτε δημοσιογράφοι;» ρώτησε η Ολίβια, κατεβαίνοντας από το αυτοκίνητο. «Αυτή η περιοχή είναι ήρεμη και όμορφη και δε φαντάζομαι πως θα μας ακολουθήσουν στο δάσος», της είπε χαμογελώντας. Έχει δίκιο, σκέφτηκε η Ολίβια και προχώρησε προς τα πυκνά δέντρα. Είναι όμορφο μέρος και ο Έντουαρντ φαίνεται πως το γνωρίζει πολύ καλά. Ωστόσο, δεν μπορούσε να τον φανταστεί σ' ένα τέτοιο περιβάλλον. Ο Έντουαρντ Άρτσερ που ήξερε εκείνη ταίριαζε περισσότερο στο πολυτελές διαμέρισμά του στην πόλη κι όχι εδώ που ο άνεμος του ανακάτευε τα μαλλιά, όπως τα είχε ανακατέψει κι εκείνη το προηγούμενο βράδυ... «...Της πόλης;» Τον κοίταξε. Είχαν φτάσει στην καταπράσινη όχθη της λίμνης. Ο Έντουαρντ είχε γείρει την πλάτη του στον κορμό ενός δέντρου και την παρατηρούσε. «Με ρώτησες κάτι;» Εκείνος έσκυψε και πήρε μια επίπεδη πέτρα. «Σε ρώτησα αν ποτέ βγήκες από το Μανχάταν ή είσαι αποκλειστικά κορίτσι της πόλης», είπε, πετώντας την πέτρα στο νερό. «Μου αρέσει η εξοχή», του απάντησε αργά. «Αλλά δεν έχω την ευκαιρία να την απολαμβάνω συχνά». «Όταν ήμουν παιδί, περίμενα με ανυπομονησία το καλοκαίρι», είπε ο Έντουαρντ, «γιατί πηγαίναμε στο σπίτι μας στο Κονέτικατ. Τότε ζούσε κι ο πατέρας μου και πηγαίναμε μαζί για ψάρεμα. Δεν πιάναμε τίποτα, αλλά το διασκεδάζαμε», πρόσθεσε χαμογελώντας. «Πήγα μόνο μια φορά για ψάρεμα. Δυσκολεύτηκα να βάλω το δόλωμα στο αγκίστρι, όπως και η Ρία...» Η φωνή της Ολίβια έσβησε ξαφνικά. Η Ρία. Αυτή ήταν η αιτία της συνάντησής της με τον Έντουαρντ. Κόντεψε να το ξεχάσει. «Ησαστε παιδικές φίλες;» τη ρώτησε απαλά. 226


«Ναι. Εγώ ήμουν δέκα κι εκείνη έντεκα χρόνων όταν γνωριστήκαμε». «Συμμαθήτριες;» «Όχι. Οι γονείς μου πέθαναν και πήγα να ζήσω με τη θεία Μίριαμ. Ήταν οικονόμος των Μπάσκομπ». «Κατάλαβα». «Αλήθεια;» τον ρώτησε προκλητικά, βλέποντας το υπολογιστικό βλέμμα που της έριξε. Ένα βλέμμα που θα την κυνηγούσε σε όλη τη ζωή της. «Ναι. Η Ρία σου συμπαραστάθηκε στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής σου. Γι' αυτό θέλεις να την προστατέψεις τώρα». «Έτσι κάνουν οι φίλες». «Βλέπω, όμως, πως η Ρία δεν υποστηρίζει και τόσο αυτή την άποψη». «Είναι... είναι αναστατωμένη. Ο θάνατος του Τσαρλς...» «Δεν μπορεί να την αναστάτωσε περισσότερο απ’ ό,τι εσένα». «Είναι αλήθεια πως λυπήθηκα πολύ, αλλά...» «Είναι φυσικό να έχεις μια ιδιαίτερη αδυναμία στον Ράιτ κι όχι μόνο από... επαγγελματικό ενδιαφέρον». Ένιωσε το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι και γύρισε προς το μέρος του. «Είσαι το ίδιο αισχρός όσο και η εφημερίδα», του είπε οργισμένη. «Δεν ξέρεις τίποτα για μένα κι όμως δε διστάζεις να βγάζεις τα χειρότερα συμπεράσματα. Άνθρωποι σαν κι εσένα...» Ο Έντουαρντ την άρπαξε από τους ώμους. «Νοιαζόσουν γι’ αυτόν;» τη ρώτησε άγρια. «Ναι, φυσικά. Αλλά όχι...» «Αλλά όχι τι;» Το σφίξιμό του δυνάμωσε. «Όχι τόσο όσο για το μπλοκ των επιταγών του;» «Που να πάρει, Έντουαρντ, ποτέ δεν...» «Ναι. Ποτέ δε σκέφτηκες ότι ήταν ένας γέρος, που δεν είχε δικαίωμα να σε αγγίζει αν...» Σώπασε απότομα, η ανάσα του βγήκε σφυριχτή, τα μάτια του σκοτείνιασαν και τα χέρια του έπεσαν από τους ώμους της. «Έχεις δίκιο», της είπε ψυχρά. «Δεν έχω δικαίωμα να σε κρίνω». Η Ολίβια του γύρισε την πλάτη, προσπαθώντας να πνίξει τα δάκρυα που ανέβηκαν στα μάτια της. «Όχι», του είπε. «Δεν το έχεις». «Ηρθαμε εδώ για να συζητήσουμε», συνέχισε εκείνος ανα227


στενάζοντας. «Καλύτερα ν’ αρχίσουμε, λοιπόν», πρόσθεσε και τη γύρισε προς το μέρος του. «Θέλω να με βοηθήσεις να βρούμε τη Ρία Μπάσκομπ». «Πρέπει να καταλάβεις, επιτέλους, πως δεν ξέρω πού βρίσκεται». «Το ξέρω». «Πώς; Σ’ έπεισε το τίμιο πρόσωπό μου;» τον ειρωνεύτηκε. «Έβαλα κάποιον να σε παρακολουθεί», δήλωσε εκείνος μετά από ένα μικρό δισταγμό. «Τι;» τον ρώτησε έκπληκτη. «Έβαλες... να με...» «Δεν είναι παιχνίδι, Ολίβια. Θέλω αυτές τις μετοχές οπωσδήποτε!» «Και θα κάνεις τα πάντα για να τις πάρεις! Φαντάζομαι πως αξίζουν ολόκληρη περιουσία». «Θα μπορούσες να το πεις κι έτσι», της είπε, χαμογελώντας συγκρατημένα. «Λοιπόν;» τον ρώτησε φανερά οργισμένη. «Τι ανακάλυψε για μένα ο άνθρωπός σου; Εκτός, βέβαια, από το ότι δεν κρύβω τη Ρία στο διαμέρισμά μου». «Μου ανέφερε πως δεν έχεις βρει ακόμα τον αντικαταστάτη του γερο-Τσάρλι», της είπε απαλά. «Αλήθεια;» τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε από θυμό. «Είσαι σίγουρος; Πού ξέρεις αν δεν τον κρύβω κάτω από το κρεβάτι μου;» «Γιατί άραγε; Δεν ένιωσες ακόμα την ανάγκη ενός καινούριου ευεργέτη;» συνέχισε εκείνος, αγνοώντας τη σαρκαστική παρατήρησή της. «Δεν έχω την ανάγκη κανενός ευεργέτη», δήλωσε με φανερή περιφρόνηση η Ολίβια. «Μπορώ και φροντίζω μόνη τον εαυτό μου». «Μου είπαν ακόμα πως δεν υπάρχει κανένας άλλος άντρας στη ζωή σου». Το βλέμμα του Έντουαρντ κατέβηκε από τα μάτια στο μισάνοιχτο στόμα της. «Και δυσκολεύτηκα να το πιστέψω». «Μ’ έφερες εδώ για να με προσβάλεις;» «Έχεις ανάγκη το αντρικό άγγιγμα στο κορμί σου». Η φωνή του έγινε απαλή και βραχνή καθώς πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του. Τα δάχτυλά του χάιδεψαν απαλά τα μάγουλά της. «Είσαι απαλή σαν μετάξι», της ψιθύρισε κι έχωσε το πρόσωπό του στα μαλλιά της. «Και μυρίζεις σαν λουλούδι», πρόσθε228


σε και σήκωσε το πρόσωπό του κοντά στο δικό της. «Έτσι μυρίζει όλο το κορμί σου, Ολίβια; Το στήθος, η απαλή, γλυκιά καμπύλη ανάμεσα στους μηρούς σου;» Ένιωσε να πιάνεται η ανάσα της. «Είσαι... είσαι...» ψέλλισε λαχανιασμένη. «Είμαι αυτός που θέλεις, αγάπη μου». Τη φίλησε πριν προφτάσει να του ξεφύγει και το φιλί του ήταν ορμητικό, πεινασμένο. Όταν τελικά την άφησε, εκείνη έτρεμε σύγκορμη. «Γιατί μ’ έφερες εδώ;» του ψιθύρισε. Ο Έντουαρντ την κοίταξε χωρίς να μιλάει μερικές στιγμές κι ύστερα, μ’ ένα βαθύ αναστεναγμό, έστρεψε το βλέμμα του στη λίμνη. «Έχω να σου κάνω μια πρόταση», της είπε ψυχρά, λες κι αυτό που συνέβη πριν από λίγο δεν τον είχε επηρεάσει καθόλου. Τι πρόταση; αναρωτήθηκε η Ολίβια και τύλιξε τα χέρια γύρω από το σώμα της. «Θα έπρεπε να νιώθω κολακευμένη, Έντουαρντ, ιδιαίτερα μετά τη δήλωσή σου πως δεν προτίθεσαι ν' ακολουθήσεις τα χνάρια του πατριού σου. Αλλά δεν ενδιαφέρομαι». Γύρισε απότομα και της χαμογέλασε ψυχρά. «Λυπάμαι που θα σε απογοητεύσω, Ολίβια, αλλά η πρότασή μου είναι αυστηρά επαγγελματική. Θα σου πληρώσω όλα τα χρέη αν με βοηθήσεις να βρω τη Ρία». «Πίστευα πως η προδοσία πληρώνεται με τριάντα αργύρια», του απάντησε, γελώντας περιφρονητικά. «Ασε τις εξυπνάδες. Εδώ κινδυνεύει η υπόληψή σου και η μόνη που μπορεί να την αποκαταστήσει είναι η Ρία». Έχει δίκιο, αναγκάστηκε να παραδεχτεί η Ολίβια. Ήθελε να κλάψει από αγανάκτηση, να φωνάξει από οργή που αυτός ο άντρας είχε αναστατώσει τη ζωή της να σκουπίσει και να εξαφανίσει από το στόμα της τη γεύση του φιλιού του. Αλλά το γεγονός ήταν πως έπρεπε να βρει τη Ρία το συντομότερο, πριν χάσει ό,τι κατάφερε να δημιουργήσει με τόσο κόπο. «Μπορείς να μου δανείσεις τα χρήματα για ένα χρονικό διάστημα», του πρότεινε, κοιτάζοντάς τον σταθερά στα μάτια. «Είπα πως θα σου τα χαρίσω». «Είναι δάνειο, αλλιώς δε δέχομαι». «Δεν είσαι σε θέση να βάζεις εσύ τους όρους, κορίτσι μου», της είπε χαμογελώντας. «Εσύ θ’ αποφασίσεις», επέμεινε εκείνη. 229


Περίμενε να δει το πρόσωπό του να σκοτεινιάζει από θυμό κι αυτό που είδε την ξάφνιασε, αλλά ήταν τόσο στιγμιαίο που δεν μπόρεσε να το ερμηνεύσει. «Εντάξει», της είπε λακωνικά. «Θα γίνει όπως θέλεις». Την έπιασε από το χέρι κι άρχισαν να περπατούν στο δρομάκι. «Βρήκα ένα σωρό αποδείξεις στα χαρτιά του Ράιτ. Από ξενοδοχεία, αεροπορικά εισιτήρια, θέατρα...» «Και τι σχέση έχει αυτό με τη Ρία;» «Εσύ ξέρεις τι της αρέσει, τα μέρη που προτιμάει... και θέλω να ρίξεις μια ματιά σ’ αυτά τα χαρτιά, μήπως σε βοηθήσουν να θυμηθείς κάτι που σου ανέφερε στο παρελθόν». Είχαν φτάσει κιόλας εκεί που ήταν παρκαρισμένο το αυτοκίνητο. «Πριν από λίγο μου είπες πως έχεις προσλάβει ιδιωτικό ντετέκτιβ», είπε η Ολίβια. «Γιατί δεν του αναθέτεις και αυτή την υπόθεση;» «Γιατί εσύ είσαι φίλη της και ξέρεις τις συνήθειες και τις προτιμήσεις της». Είμαι; αναρωτήθηκε εκείνη. Μια πραγματική φίλη δε θα δεχόταν ποτέ την πρόταση του Έντουαρντ, αλλά ούτε θα φερόταν όπως της φέρθηκε η Ρία. «Λοιπόν;» τη ρώτησε, στρέφοντάς την προς το μέρος του. «Θα με βοηθήσεις;» Η Ολίβια δίστασε μια στιγμή. «Γιατί με ρωτάς; Έχω μήπως άλλη επιλογή;» «Όχι», παραδέχτηκε εκείνος. «Δεν έχεις». Μπήκαν στο αυτοκίνητο και πήραν σιωπηλοί το δρόμο της επιστροφής. «Θ’ αρχίσουμε την έρευνα στα χαρτιά του Ράιτ απόψε κιόλας στο διαμέρισμά μου», της είπε μετά από αρκετή ώρα. Απόψε; Στο διαμέρισμά του; «Έχεις κάποια αντίρρηση;» τη ρώτησε. Δεν του απάντησε αμέσως. Προσπάθησε μάταια να σταματήσει το ξέφρενο χτύπημα της καρδιάς της. «Όχι. Καμιά απολύτως», του απάντησε αποκαμωμένη. Ένιωσε το βλέμμα του καυτό πάνω στο πρόσωπό της, να στέκεται λίγο περισσότερο στο στόμα της κι ύστερα τον είδε να στρέφει την προσοχή του στο δρόμο. «Καλό κορίτσι», είπε απαλά και πάτησε το γκάζι. 230


Κεφάλαιο 7

Στο γραφείο του Έντουαρντ ακούγονταν μόνο το τριζοβόλημα της φωτιάς στο τζάκι και η απαλή κλασική μουσική. Η Ολίβια είχε καθίσει σε μια πολυθρόνα κοντά στη φωτιά και ξεφύλλιζε τις αμέτρητες αποδείξεις που είχε στα πόδια της. Μια σπίθα που πετάχτηκε την ξάφνιασε και κοίταξε τον Έντουαρντ απέναντι της, που είχε τα μάτια κλειστά και τα χέρια ακουμπισμένα στα μπράτσα της κουνιστής πολυθρόνας όπου καθόταν. Φαινόταν πολύ κουρασμένος. Είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και το στόμα του ήταν τραβηγμένο στις γωνιές. Αλλά κι εκείνη ήταν κουρασμένη. Η σημερινή μέρα ήταν μεγάλη και εξαντλητική κι επιθυμούσε όσο ποτέ άλλοτε να βρεθεί στη μοναξιά και την ασφάλεια του διαμερίσματος της. Στην επιστροφή πέρασαν από το διαμέρισμα που το Τσάτερμποξ είχε ονομάσει «Ερωτική Φωλιά του Ράιτ». «Γιατί ήρθαμε εδώ;» τον ρώτησε η Ολίβια ξαφνιασμένη. «Σκέφτηκα πως θα υπάρχουν μερικά χρήσιμα πράγματα στη μικρή κρυψώνα σου», της είπε, χαμογελώντας ψυχρά. «Στη μικρή...» «Έλα, κούκλα μου. Θα ρίξουμε μια ματιά και...» «Δεν πάω εκεί μέσα», αρνήθηκε βιαστικά εκείνη. «Φοβάσαι τους φωτογράφους; Δε χρειάζεται. Ο Τύπος τέλειωσε τη δουλειά του εδώ και μια βδομάδα μ’ αυτό το μέρος». «Θέλω να πάω στο σπίτι μου». «Φοβάσαι να δεις αυτά που έχασες, έτσι;» τη ρώτησε, πιάνοντας σφιχτά τον καρπό της. «Κοίταξέ με, που να πάρει!» «Μη με πιέζεις, Έντουαρντ. Δε μ’ αρέσει». «Καταλαβαίνω. Υποθέτω πως ο γερο-Τσάρλι ήταν ευγενικός μαζί σου και το μόνο που ήθελε από σένα ήταν να τον περιμένεις ζεστή και πρόθυμη στο κρεβάτι του». «Άφησέ με!» «Πόσο ζεστή και πρόθυμη ήσουν;» τη ρώτησε, γέρνοντας 231


κοντά της και καρφώνοντας το βλέμμα του στα μισάνοιχτα χείλη της. «Έβγαζες αυτές τις φωνούλες που ξετρελαίνουν τους άντρες, αυτές που άκουσα κι εγώ όταν σου έκανα έρωτα;» «Ποτέ δε μου έκανες έρωτα...» «Όχι. Δε σου έκανα ακόμα». Η φωνή του ήταν απαλή και γεμάτη υποσχέσεις κι έκανε την καρδιά της να χτυπήσει δυνατά. «Αλλά θα σου κάνω και το ξέρεις». Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να τον βάλω στη θέση του, να ρίξω αυτό τον υπέρμετρο εγωισμό του, σκέφτηκε. Αλλά τα λόγια του καθώς και η παρουσία του τόσο κοντά της της είχαν κόψει την ανάσα κι ήξερε πως, αν ψιθύριζε το όνομά του, το στόμα του θ’ αναζητούσε το δικό της και... Ο Έντουαρντ την άφησε απότομα κι έσφιξε με τα χέρια του το τιμόνι. «Δεν πειράζει», της είπε ήρεμα. «Έχω έρθει στο διαμέρισμα ήδη δύο φορές και δε φαντάζομαι πως μου ξέφυγε κάτι σημαντικό». «Από δω πήρες τα χαρτιά που θέλεις να δω;» «Μερικά απ’ αυτά», της είπε καθώς ξεκινούσε το αμάξι. «Θα στείλω ένα ταξί να σε φέρει στο σπίτι μου το απόγευμα, γύρω στις εφτά». Έριξε μια ματιά στο σκληρό ανεξιχνίαστο πρόσωπό του, το θεληματικό πιγούνι και την ίσια μύτη και ξαφνικά ευχήθηκε να μην είχε συμφωνήσει να τον συναντήσει απόψε. Αλλά ήταν πια αργά για να κάνει πίσω. «Θα έρθω στις εφτά και μισή και θα πάρω μόνη μου ταξί». Άκουσε έκπληκτη τον Έντουαρντ να γελάει. «Μόνο μην αργήσεις, αγάπη μου», την προειδοποίησε. «Δε μ' αρέσει να με στήνουν οι γυναίκες μου». Έκανε μεγάλη προσπάθεια να μην του πει πως εκείνη δεν ήταν μια από τις γυναίκες του, αλλά κρατήθηκε για να μην προκαλέσει κι άλλη δυσάρεστη αναμέτρηση. Ωστόσο, όταν έφτασε λίγες ώρες αργότερα στο διαμέρισμά του, εκείνος της φέρθηκε με μεγάλη ευγένεια. Και γιατί να φερθεί διαφορετικά; αναρωτήθηκε τώρα κοιτάζοντάς τον. Θέλει να τον βοηθήσω και δεν έχει πρόθεση να με προσβάλει. Αναστέναξε και κοίταξε τα χαρτιά που ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα. Τα είχε ψάξει όλα και δεν είχε βγάλει κανένα συμπέρασμα. 232


«Βρήκες τίποτα;» ακούστηκε η φωνή του. «Δυστυχούς. Τα κοίταξα όλα δυο φορές, αλλά δε θυμάμαι να μου έχει αναφέρει ποτέ η Ρία κάποιο από αυτά τα μέρη». «Είσαι σίγουρη;» «Όσο μπορώ να είμαι». «Δηλαδή;» «Δεν κρατούσα σημειώσεις κάθε φορά που μιλούσαμε», του είπε, στρώνοντας με μια κουρασμένη κίνηση τα μαλλιά της. «Δε σου θυμίζουν τίποτε όλα αυτά τα ονόματα;» «Σου το είπα ήδη». Τον είδε να σηκώνεται και να πλησιάζει το τζάκι. «Τι τρέχει, Έντουαρντ; Νομίζεις πως σου λέω ψέματα;» «Δεν είπα τίποτα τέτοιο». «Δεν το είπες, αλλά το ύφος σου...» «Εσένα πού σε πήγαινε, Ολίβια;» «Τι;» τον ρώτησε έκπληκτη. «Είναι απλό, Ολίβια», της είπε με φανερή ειρωνεία. «Θα πρέπει να είχατε κάποια μέρη όπου πηγαίνατε οι δυο σας, ξενοδοχεία ή μικρές ερωτικές φωλιές... Για πού το ’βαλές;» «Φεύγω. Είμαι πολύ κουρασμένη». «Δεν είχα πρόθεση να σε...» «Ναι, ξέρω. Ήθελες να με προσβάλεις και το πέτυχες», δήλωσε κοιτάζοντάς τον. «Το μόνο που είπα είναι πως μπορεί να είχε πάει τη Ρία εκεί που πήγαινε κι εσένα», είπε, απλώνοντας με απόγνωση τα χέρια του. «Τώρα μάλιστα!» του αντιγύρισε ψυχρά. «Ίσως στο εστιατόριο στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, αυτό που ανέφερε και το Τσάτερμποξ. Φτιάχνουν μια υπέροχη πίτσα εκεί και η Ρία λατρεύει τις πίτσες», πρόσθεσε και πετάχτηκε όρθια. «Λες η Ρία να κρύβεται σε καμιά απ’ αυτές;» τη ρώτησε με χιούμορ. «Είναι κι αυτό μια σκέψη», παραδέχτηκε εκείνη χαμογελώντας. «Αυτό, τουλάχιστον, εξηγεί την εξαφάνισή της». Ο Έντουαρντ κάθισε στην άκρη του τζακιού κι άπλωσε μπροστά τα μακριά πόδια του. «Θα βάλω κάποιον να ερευνήσει όλα αυτά τα μέρη. Πιστεύω να βρούμε κάτι». «Μου κάνεις τη χάρη, σε παρακαλώ, να καλέσεις ένα ταξί...» «Τι της άρεσε να κάνει; Χειμερινά σπορ -σκι και τέτοια;» «Όχι», είπε η Ολίβια μετά από λίγο. «Δε θυμάμαι να μου έχει πει τίποτα τέτοιο». 233


«Μήπως της άρεσαν οι συναυλίες; Γίνεται ένα φεστιβάλ μουσικής στο Άσπεν. Λες να έχει πάει εκεί;» «Η Ρία; Δε νομίζω», του απάντησε χαμογελώντας. «Εργάζεται, ωστόσο, σε γκαλερί...» «Αυτό το κάνει επειδή είναι της μόδας...» Η Ολίβια δάγκωσε τα χείλια της. Ήξερε πως αυτό που έλεγε ήταν αλήθεια, αλλά αρνιόταν να το παραδεχτεί ακόμα και η ίδια, πόσο μάλλον να το ομολογήσει σε κάποιον άλλο. «Δηλαδή... παρακολούθησε μαθήματα τέχνης στο κολέγιο». Ο Έντουαρντ την κοίταξε ανέκφραστος. «Γι' αυτό κι εσύ ασχολήθηκες με τη διακόσμηση; Επειδή ήταν της μόδας;» «Η διακόσμηση δεν είναι μοντέρνο επάγγελμα», του είπε η Ολίβια με μάτια που άστραφταν. «Μπα; Εγώ ξέρω πως όποιος μπαίνει στο Όνειρο της Ολίβια δεν πηγαίνει σε άλλο μαγαζί να κάνει τα υπόλοιπα ψώνια του», είπε εκείνος, βάζοντας τα χαρτιά στο συρτάρι του γραφείου του. «Ούτε οι πελάτες του Έντουαρντ Άρτσερ. Αλήθεια, με τι ασχολείσαι, Έντουαρντ; Πουλάς μετοχές και μερίσματα επειδή είναι μόδα στον κύκλο σου;» «Είμαι χρηματιστής και πολύ καλός μάλιστα», δήλωσε απότομα. Δεν είμαι έμπορος...» συνέχισε μ’ ένα χαμόγελο. «Σε απογοήτευσα, αγάπη μου;» Τα μάγουλά της φλογίστηκαν. «Δε θέλω να με αποκαλείς έτσι». «Εντάξει. Δε θα το ξανακάνω», της απάντησε μετά από λίγο. «Ευχαριστώ», του είπε συγκρατημένα. «Παρακαλώ». Τον κοίταξε και είδε πως το βλέμμα του είχε μια ένταση που την αναστάτωνε και γύρισε αλλού το κεφάλι της. «Τελειώσαμε, λοιπόν, γι’ απόψε;» τον ρώτησε. «Ναι. Τελειώσαμε. Είναι αργά. Αρκετά σε παίδεψα σήμερα». «Αν είναι έτσι...» είπε εκείνη και σηκώθηκε. «Μπορείς να καλέσεις ένα ταξί; Αν σκεφτείς τίποτα για τη Ρία...» «Στο διάολο η Ρία!» Ο θυμός στη φωνή του την ξάφνιασε και τον κοίταξε απορημένη. «Τι εννοείς;» «Αυτό που είπα», της είπε με μάτια που άστραφταν. «Βαρέθηκα ν’ ακούω τ’ όνομά της, βαρέθηκα να σκέφτομαι αυτό τον 234


απαίσιο τον Ράιτ και τα καμώματά του, βαρέθηκα...» Σήκωσε το χέρι στο μέτωπό του. «Έχεις δίκιο», της είπε μετά από λίγο. «Η μέρα ήταν πολύ κουραστική». «Γι’ αυτό κι εγώ θα φυ...» «Χρειαζόμαστε ένα ποτό κι οι δυο μας». Για ένα ποτό με κάλεσε και χτες το βράδυ, σκέφτηκε η Ολίβια, κι ύστερα με πήρε στην αγκαλιά του και με φίλησε... «Τι θα πιεις, Ολίβια;» «Τίποτα», του απάντησε βιαστικά. «Θα ζαλιστώ αν πιω οτιδήποτε άλλο εκτός από καφέ και...» «Ο καφές είναι ό,τι πρέπει», της είπε χαμογελώντας νωχελικά εκείνος. «Μόνο που ο υπηρέτης μου δεν είναι εδώ απόψε». «Δηλαδή δεν ξέρεις να φτιάχνεις καφέ μόνος σου;» «Μόνο στιγμιαίο», παραδέχτηκε εκείνος. «Τι με κοιτάζεις έτσι;» «Δεν το πιστεύω. Βρισκόμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα! Δε σου είπε κανείς πως οι άντρες ασχολούνται με το μαγείρεμα;» «Φτιάχνω τηγανητά αβγά και μπορώ να ψήσω φιλέτο, ακόμα και να κόψω σαλάτα, αλλά δεν μπορώ να κάνω καλό καφέ». Ήθελε να χαμογελάσει κι έκανε φιλότιμες προσπάθειες να μην υποκύψει. Της φερόταν φιλικά και δε θύμιζε καθόλου τον οργισμένο άντρα της χτεσινής νύχτας. Αλλά, σκέφτηκε, δεν πρέπει να ξεγελιέμαι. Αυτός ο άνθρωπος είναι εχθρός μου, μόνο που είναι φοβερά αρρενωπός, επικίνδυνα όμορφος και σίγουρος για τον εαυτό του. «Την τελευταία φορά που έφτιαξα καφέ ήταν στο κολέγιο», συνέχισε χαμογελώντας εκείνος. «Φοβερό», τον πείραξε. «Πραγματικά, αν σκεφτείς πως στην κουζίνα μου έχω τον καλύτερο καφέ της αγοράς», συμφώνησε. Η Ολίβια τον κοίταξε μερικές στιγμές. Τι έχω να φοβηθώ από ένα φλιτζάνι καφέ; αναρωτήθηκε. Εξάλλου, ο Έντουαρντ είχε δίκιο. Ο καφές θα έκανε καλό και στους δυο. «Υποθέτω πως έχεις μηχάνημα που κόβει τον καφέ, έτσι;» «Ηλεκτρικό και χειροκίνητο. Τι προτιμάς;» τη ρώτησε χαμογελαστός. Αυτή τη φορά επέτρεψε στον εαυτό της να χαμογελάσει. «Εσύ θα τον αλέσεις κι εγώ θα τον φτιάξω. Σύμφωνοι;» Άπλωσε το χέρι του να πιάσει το δικό της. Εκείνη του το έδωσε μετά από ένα στιγμιαίο δισταγμό. 235


«Σύμφωνοι». Η χειραψία που αντάλλαξαν ήταν αθώα, όμως τα δάχτυλά της κάηκαν, λες και τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. *** Η κουζίνα ήταν όμορφη και πολύ καλά εξοπλισμένη. Ο μισός καταψύκτης ήταν γεμάτος με πακέτα καφέ από εξωτικές χώρες. «Βραζιλία», μουρμούρισε η Ολίβια. «Κένυα, Κολομβία, Ιάβα...» «Έχεις πιει ποτέ καφέ από τη Χαβάη;» τη ρώτησε κι έσκυψε να πιάσει ένα πακέτο. Το κορμί του άγγιξε το δικό της κι ένα ρίγος τη διαπέρασε. Εκείνος κατάλαβε την αναστάτωσή της και την κοίταξε ερευνητικά. «Τι τρέχει;» ρώτησε, καρφώνοντας το βλέμμα του στο δικό της. «Τίποτα», απάντησε ξεροκαταπίνοντας εκείνη. «Πού είναι η καφετιέρα;» Ασχολήθηκε με την προετοιμασία του καφέ κι όταν ο Έντουαρντ της τον έδωσε φρεσκοκομμένο, είχε ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της. «Ορίστε. Εγώ έκανα το καθήκον μου», της είπε χαμογελώντας. «Από δω και πέρα η υπόλοιπη διαδικασία είναι στα χέρια σας, κυρία μου». «Παραμέρισε τότε και κοίτα να μαθαίνεις», τον πείραξε ανάλαφρα. Εκείνος κάθισε υπάκουα σ’ ένα ψηλό σκαμπό πίσω από τον πάγκο και την παρακολουθούσε με το πιγούνι στηριγμένο στα χέρια του. «Ήθελες από μικρή να γίνεις καλλιτέχνιδα;» τη ρώτησε ξαφνικά. «Εγώ;» «Ναι. Μήπως ήθελες να γίνεις η διάδοχος του Μαρκ Σαγκάλ, πριν αποφασίσεις να γίνεις διακοσμήτρια;» «Μου άρεσε η γλυπτική», παραδέχτηκε αυθόρμητα. «Παλιά είχα ασχοληθεί, αλλά...» «Αλλά;» «Δεν είχα, φαίνεται, ταλέντο. Έκανα, βέβαια, όμορφα μικρά κομμάτια, αλλά δεν κατάφερα ποτέ να φτιάξω κάτι πραγματικά ενδιαφέρον». «Παραιτήθηκες γιατί δεν μπόρεσες να φτιάξεις τον Δαβίδ 236


του Μιχαήλ Αγγέλου;» «Υπερβολές! Απλώς δεν κατάφερα να φτιάξω κάτι που...» Η φωνή της έσβησε όταν θυμήθηκε πως κανένας, ούτε η θεία της ούτε η Ρία, δεν την είχε ρωτήσει ποτέ τι ήθελε να κάνει στη ζωή της. Και τώρα ήρθε αυτός εδώ ο άντρας, αυτός ο ξένος που εισέβαλε κυριολεκτικά στη ζωή της, να τη ρωτήσει κι εκείνη του είχε πει αυτό που δεν είχε εξομολογηθεί ποτέ σε κανέναν. «Τι έπαθες;» «Τίποτα», του αποκρίθηκε. «Μου φαίνεται πως το νερό άρχισε να βράζει». «Σφυρίζει». «Τι;» «Η καφετιέρα σφυρίζει όταν είναι έτοιμο». Άκουσε τα βήματά του να πλησιάζουν κι αισθάνθηκε μια ανατριχίλα στο σώμα της όταν στάθηκε δίπλα της. «Άσε, θα τον φτιάξω εγώ», της είπε κι ο ώμος του ακούμπησε τον δικό της καθώς την προσπέρασε. «Δε σκέφτηκες, λοιπόν, ποτέ να γίνεις γλύπτρια;» Γιατί δυσκολεύομαι ν’ ανασάνω; αναρωτήθηκε η Ολίβια. Γιατί δέχτηκα να φτιάξω καφέ; Γιατί στέκεται τόσο κοντά μου; «Θέλεις... ζάχαρη και γάλα;» «Τον πίνω σκέτο», αποκρίθηκε εκείνος. «Πού έχεις τις πετσέτες;» «Θα τις φέρω εγώ», είπε και απομακρύνθηκε. «Θα μπορούσες να κάνεις καριέρα φτιάχνοντας μικρά γλυπτά ζώων;» «Έτσι νομίζω, αλλά...» «Αλλά τι;» «Δεν πιστεύω πως είναι σωστό να σπουδάσεις γλυπτική και να καταλήξεις να φτιάχνεις μικροπράγματα», παραδέχτηκε, χαμογελώντας αδέξια. «Μπορεί να σου φαίνεται παράξενο, αλλά...» «Μου φαίνεται τίμιο». Η φωνή του ήταν απαλή και ζεστή. Η Ολίβια τον κοίταξε κι αυτό που είδε στα μάτια του έκανε την καρδιά της να φτερουγίσει στο στήθος της. «Ολίβια», της είπε τη στιγμή που η καφετιέρα άρχισε να σφυρίζει. «Κατατρόμαξα», του απάντησε με κομμένη ανάσα και γύρισε να σερβίρει τον καφέ. «Υπέροχος», δήλωσε ο Έντουαρντ μόλις ήπιε την πρώτη 237


γουλιά. «Υπάρχει καμιά σχολή όπου μαθαίνεις να φτιάχνεις καφέ;» τη ρώτησε, χαμογελώντας πειραχτικά. Του χαμογέλασε. «Δεν ξέρω. Ό,τι ξέρω μου το έμαθε η κυρία Φάνινγκ». «Καθηγήτρια της Οικιακής Οικονομίας στο σχολείο;» «Η μαγείρισσα των Μπάσκομπ. Η αρχιμαγείρισσα», είπε η Ολίβια, ζαρώνοντας τη μύτη της. «Διακρίνω κάποια ειρωνεία στη φωνή σου, δεσποινίς Χάρις;» τη ρώτησε, ανασηκώνοντας τα φρύδια του. «Έτσι την αποκαλούσαν οι Μπάσκομπ. Η κυρία Φάνινγκ δε συμφωνούσε. Ήταν... είναι... μια πολύ σεμνή γυναίκα». «Θα ήταν δύσκολο για σένα να μεγαλώσεις στο σπίτι των Μπάσκομπ», της είπε, κοιτάζοντάς τη στα μάτια. «Λιγάκι», παραδέχτηκε εκείνη. «Είχες στενή σχέση με τη θεία σου;» «Καθόλου. Την ήξερα ελάχιστα κι όταν πέθαναν οι γονείς μου...» Σταμάτησε απότομα. Γιατί του τα λέω όλα αυτά; Σίγουρα δεν τον ενδιαφέρει η ιστορία της ζωής μου. «Γιατί με ρωτάς, Έντουαρντ;» Εκείνος χαμογέλασε κι απάντησε στην ερώτησή της με μια άλλη ερώτηση. «Εσύ τι λες;» Μα, βέβαια. Θέλει να μάθει όσα περισσότερα μπορεί για τη Ρία μέσα από τις αφηγήσεις μου. Αυτό είναι, συμπέρανε η Ολίβια. «Είναι αργά, Έντουαρντ», του είπε ευγενικά. «Ευχαριστώ για τον καφέ, αλλά πρέπει...» «Μη φύγεις». Άπλωσε το χέρι του κι άγγιξε το μάγουλό της. Το δέρμα της φλογίστηκε και αναρωτήθηκε αν θα ένιωθε έτσι όταν την έπαιρνε στην αγκαλιά του. Αν την έσφιγγε πάνω στο κορμί του... Σηκώθηκε απότομα. «Πρέπει να φύγω», του είπε και τον είδε να σηκώνεται κι εκείνος. «Ολίβια». Η φωνή του ήταν βραχνή και γεμάτη ένταση. Φυλάκισε το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια του. «Μείνε μαζί μου απόψε». «Όχι», ψιθύρισε εκείνη ξεψυχισμένα. «Μείνε», επανέλαβε εκείνος. Γλίστρησε τα δάχτυλά του στα μαλλιά της. «Το ξέρεις πως κι εσύ το θέλεις». 238


Ήταν αλήθεια. Κι αυτό την τρόμαζε. Τον ήθελε. Ποθούσε αυτό τον άντρα που την περιφρονούσε όσο δεν πόθησε κανέναν στη ζωή της. Αυτή η διαπίστωση την έκανε να ριγήσει. Πώς κατάφερε να με παγιδέψει; αναρωτήθηκε. Φαίνεται πως είναι πολύ πιο έξυπνος από τους άλλους του είδους του, γιατί με ξεμυάλισε πρώτα με τα χάδια και τα γλυκά φιλιά του. Όχι. Δεν είμαι τόσο ανόητη όσο με νομίζει. Ακούμπησε τα χέρια της στα μπράτσα του και τον έσπρωξε μακριά. «Γελιέσαι αν πιστεύεις πως ξέρεις τι θέλω», του είπε ψυχρά. Εκείνος έμεινε ακίνητος κι ένας μυς τρεμόπαιξε στο πρόσωπό του. «Μη, σε παρακαλώ», της είπε απαλά. «Το μόνο που θέλω είναι να γυρίσω στο σπίτι μου. Θα καλέσεις ένα ταξί ή θα βρω κάποιο μόνη μου;» Στάθηκαν κάμποσες στιγμές ο ένας απέναντι στον άλλο και τότε τα μάτια του Έντουαρντ έγιναν ψυχρά όσο και η φωνή της. «Δε χρειάζεται. Θα σε πάω εγώ». Θέλησε να αρνηθεί, αλλά το βλέμμα που της έριξε την έκανε να σωπάσει. «Ευχαριστώ», είπε συγκρατημένα. Στη διαδρομή δε μίλησαν καθόλου κι όταν έφτασαν έξω από το σπίτι της, η Ολίβια άπλωσε βιαστικά το χέρι της ν’ ανοίξει την πόρτα, αλλά εκείνος την κράτησε από τον καρπό. «Στάσου». Έριξε μια ματιά στο σκοτεινό δρόμο και τότε η Ολίβια σκέφτηκε πως μπορεί να υπήρχε κάποιος εκεί γύρω με τη φωτογραφική μηχανή του έτοιμη για δράση. «Εντάξει», της είπε τελικά. «Το πεδίο είναι ελεύθερο». «Λυπάμαι που δεν μπόρεσα να σε βοηθήσω να εντοπίσεις τη Ρία», του είπε βιαστικά καθώς κατέβαινε από το αυτοκίνητο. «Αν θυμηθώ κάτι, θα...» Ωστόσο, δεν κατάφερε να του ξεφύγει. Την πρόφτασε λίγο πριν μπει στο σπίτι της, την άρπαξε από το χέρι και την έστρεψε προς το μέρος του. «Θα περάσω να σε πάρω αύριο το πρωί στις εφτά», της είπε. «Γιατί;» τον ρώτησε απορημένη εκείνη. «Αφού είδα όλα τα χαρτιά του Τσαρλς απόψε». «Υπάρχουν κι άλλα. Σημειώσεις, φωτογραφίες...» «Κοίτα, Έντουαρντ, δε γνωρίζω πολλά για τη σχέση της Ρία 239


με τον πατριό σου. Ο δεσμός μας δεν είναι τόσο στενός όσο παλιά». «Από πότε;» Τον κοίταξε ξαφνιασμένη από την ξαφνική ένταση στη φωνή του. «Από πότε δεν έχετε στενούς δεσμούς;» Τα χέρια του την έσφιξαν δυνατά και την έσπρωξε στο σκοτεινό κατώφλι. «Μέρες; Βδομάδες; Μήνες;» «Δεν καταλαβαίνω». «Πότε σταματήσατε να μοιράζεστε τη ζωή σας; Πριν της γνωρίσεις τον Ράιτ ή μετά;» Το στόμα του σφράγισε το δικό της πριν προφτάσει να του απαντήσει. Τα λόγια του ήταν σκληρά, αλλά το φιλί του ευγενικό κι αυτό την έκανε να παραλύσει. Ακούμπησε τα χέρια της στο στήθος του κι ένιωσε το χτύπο της καρδιάς του. Αντί να τον σπρώξει μακριά, βόγκηξε σιγανά κι αφέθηκε στη γλύκα του φιλιού του. Ο Έντουαρντ τύλιξε τα χέρια του γύρω από το κορμί της και Το φιλί του έγινε ακόμα πιο βαθύ, μέχρι που την έκανε να ζαλιστεί από πόθο. Γλίστρησε τα χέρια του κάτω από το μπουφάν της και την έσφιξε για να νιώσει τη σκληράδα του κορμιού του. Ύστερα χάιδεψε την πλάτη, τους μηρούς της, το στήθος της. Τα δάχτυλά του άγγιξαν απαλά τις θηλές της κι εκείνη παραδόθηκε στα χάδια του. Εκείνος ήταν που έδωσε ένα τέλος στο μαρτύριό της. Την έπιασε από τους ώμους, την κράτησε μακριά του και την κοίταξε, ενώ εκείνη ανάσαινε λαχανιασμένη. Άπλωσε το χέρι του. «Δώσε μου τα κλειδιά σου», της είπε. Ήθελε να του αρνηθεί, να του πει πως ήξερε τι ζητούσε από αυτή και πως δεν είχε καμιά πρόθεση να του το δώσει. Δε θα τον αφήσω να με εκμεταλλευτεί. Δε θα του επιτρέψω να σκεφτεί πως είμαι από τις γυναίκες που πιστεύει ότι είμαι, σκέφτηκε η Ολίβια. Όταν όμως ψιθύρισε απαλά το όνομά της και τη φίλησε στα μαλλιά, εκείνη έβγαλε τα κλειδιά της και του τα έδωσε. Τα μάτια του έκαιγαν από προσμονή καθώς ξεκλείδωσε κι άνοιξε την πόρτα. «Άνοιξε το χέρι σου», της ψιθύρισε και, όταν εκείνη έκανε ό,τι της είπε, έβαλε τα κλειδιά στην ανοιχτή παλάμη της και τη ν έκλεισε απαλά. «Κλείδωσε όταν φύγω», της είπε κι ύστερα τη φίλησε ακόμα μια φορά. Ήταν ένα πεινασμένο, γεμάτο πάθος 240


φιλί, που θα την κρατούσε ξάγρυπνη όλη νύχτα. Αμέσως μετά, εκείνος έφυγε.

241


Κεφάλαιο 8

Το πρώτο πράγμα που ήρθε στο μυαλό της Ολίβια την άλλη μέρα το πρωί ήταν οι στιγμές που είχε περάσει στην αγκαλιά του Έντουαρντ το προηγούμενο βράδυ. Ήταν τόσο έντονες που σχεδόν ένιωσε το χάδι του πάνω στο κορμί της και άκουσε τη βραχνή από πόθο φωνή του. Τι θα είχε συμβεί αν, αντί να μου δώσει τα κλειδιά, αφού ξεκλείδωσε την πόρτα, έμπαινε μαζί μου στο σπίτι; σκέφτηκε με κομμένη την ανάσα. Θα τον άφηνα να με ακολουθήσει στο διαμέρισμά μου; Θα τον άφηνα να με πάρει στην αγκαλιά του και να με μεταφέρει σ’ αυτό εδώ το κρεβάτι; Γιατί δεν το παραδέχομαι; αναρωτήθηκε μ’ ένα βαθύ αναστεναγμό. Δεν πέρασα τη νύχτα μου με τον Έντουαρντ, αλλά το ήθελα πολύ. «Δώσε μου τα κλειδιά σου», της είχε ψιθυρίσει κι εκείνη του τα είχε δώσει, ξεχνώντας όλες τις αναστολές που την είχαν προστατέψει όλα αυτά τα χρόνια. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Είναι μια διαπίστωση που με αναστατώνει, σκέφτηκε. Και λοιπόν; Ο Έντουαρντ Άρτσερ είναι ένας πολύ σέξι άντρας κι εγώ ανταποκρίθηκα. Και γιατί όχι; αναρωτήθηκε μπαίνοντας κάτω από το ντους. Ένα σωρό γυναίκες τον ποθούσαν. Τις είδε με τι λαχτάρα τον κοίταζαν στο Νόα Αρκ. «Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον», έλεγε ένα αρχαίο ρητό. Πώς μπορώ να το αποφύγω αυτό; Η Ολίβια έκλεισε το νερό και τυλίχτηκε με μια μεγάλη πετσέτα. Ωστόσο, θα φροντίσω να είμαι περισσότερο προσεκτική από δω και πέρα, μια κι εκείνος με θεωρεί εύκολη και πρόθυμη να του δοθώ. Θα φροντίσω να μην τον ξαναδώ, αποφάσισε σκουπίζοντας τα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη. Αυτό σκεφτόταν όλη τη νύχτα, αλλά ήξερε πως δεν μπορούσε να τον αποφύγει. Tο πιο σημαντικό αυτή τη στιγμή ήταν να βρει τη Ρία και 242


δεν μπορούσε να το καταφέρει αν δε συνεργαζόταν με τον Έντουαρντ. Επομένως έπρεπε να συνεχίσει να τον βλέπει μέχρι να την ανακαλύψουν και, αμέσως μόλις πετύχαιναν το σκοπό τους, θα φρόντιζε να φύγει μακριά του. Κι όσο πιο γρήγορα γίνει αυτό τόσο το καλύτερο, σκέφτηκε φορώντας ένα γκρι παντελόνι και ένα ροζ μεταξωτό πουκάμισο. Θ’ άνοιγε πάλι το μαγαζί της και ο Έντουαρντ Άρτσερ θα γινόταν μια μακρινή ανάμνηση. Λίγο πριν από τις εφτά ήταν κιόλας έτοιμη. Κατέβηκε στο ισόγειο και ετοιμάστηκε ν’ ανοίξει την εξώπορτα, όταν σκέφτηκε ξαφνικά πως έπρεπε να είναι εξαιρετικά προσεκτική. Έριξε μια ματιά από το παράθυρο και διαπίστωσε πως ο δρόμος ήταν άδειος. Μόνο τότε άνοιξε την πόρτα και βγήκε. Ο λαμπερός ήλιος την έκανε να κλείσει τα μάτια και απόλαυσε τη ζεστασιά του πάνω στο πρόσωπό της. «Στην ώρα σου βλέπω. Μ’ αρέσει αυτό στις γυναίκες», άκουσε δίπλα της μια βαθιά αντρική φωνή και άνοιξε απότομα τα μάτια της. «Έντουαρντ! Με ξάφνιασες», αναφώνησε χαμογελώντας. Αλλά η καρδιά της δε χτυπούσε δυνατά μόνο γι’ αυτό. Ήταν γιατί τον έβλεπε πάλι κι όλα όσα σκεφτόταν πριν από λίγο ξεχάστηκαν. Εκείνο το πρωί ήταν ακόμα πιο όμορφος. Φορούσε γαλάζιο παντελόνι, κρεμ πουλόβερ και δερμάτινο σακάκι. Στο μυαλό της ήρθε πάλι η προηγούμενη βραδιά, όταν βρέθηκε στην αγκαλιά του και το πρόσωπό της φλογίστηκε. «Δεν πρέπει να βγαίνεις έτσι, χωρίς προφυλάξεις, στο δρόμο. Μπορεί να έχεις δυσάρεστες συναντήσεις, ξέρεις», την προειδοποίησε. «Έριξα μια ματιά προηγουμένως». «Το ίδιο έκανα κι εγώ πριν έρθω ως εδώ. Για να πω την αλήθεια, βαρέθηκα όλες αυτές τις ανοησίες», ομολόγησε εκείνος. «Κι εγώ», συμφώνησε χαμογελώντας η Ολίβια. «Σήμερα ήθελα ν’ ανοίξω διάπλατα την πόρτα και ν’ αγνοήσω ολόκληρο στρατό δημοσιογράφων που θα περίμενε την εμφάνισή μου!» «Γενναία απόφαση! Μ’ αρέσει αυτό», της είπε εκείνος. Γιατί αυτά τα απλά, πειραχτικά λόγια με πλημμυρίζουν με τόση ζεστασιά; αναρωτήθηκε η Ολίβια. «Δύο φιλοφρονήσεις μέσα σε πέντε λεπτά», του είπε συγκρατημένα. «Μην ενθουσιάζεσαι», της είπε, χαμογελώντας πλατιά. «Α243


πλά σε καλοπιάνω, γιατί έχουμε να κάνουμε πολύ δρόμο σήμερα». «Τι εννοείς;» «Ψάξαμε ήδη μια φορά τα χαρτιά του Τσαρλς...» «Σκέφτηκα πως θα έπρεπε να ρίξουμε μια ματιά και στης Ρία. Βλέπεις, δεν μπόρεσα να κοιμηθώ το βράδυ...» «Αλήθεια;» τη ρώτησε απαλά. «Ούτε κι εγώ τα κατάφερα». Η Ολίβια κοκκίνισε όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. «Με απασχολούσε το πρόβλημά μας, γι’ αυτό...» «Κι εμένα. Η έρευνά μας δεν έφερε αποτέλεσμα. Δεν καταφέραμε ακόμα να την εντοπίσουμε. Είμαι σίγουρος πως είναι καλά κρυμμένη. Το τελευταίο πράγμα που θέλει είναι να μπει το όνομά της στο Τσάτερμποξ με κεφαλαία γράμματα». «Συμφωνώ». «Έτσι, σήμερα θα μιλήσουμε για τη Ρία που γνώριζες όταν ήσαστε παιδιά». «Θα μιλήσουμε; Μα, εγώ νόμιζα...» Την αγκάλιασε τρυφερά από τους ώμους και την οδήγησε στο αυτοκίνητό του. «Θα μπορούσαμε να περάσουμε από την γκαλερί όπου δούλευε», πρότεινε εκείνος. «Η, ακόμα, να επισκεφθούμε το ζεύγος Μπάσκομπ», συνέχισε, καθώς της άνοιγε την πόρτα του αμαξιού. «Ωστόσο, έστειλα ήδη τους ανθρώπους μου στην γκαλερί», πρόσθεσε και κάθισε πίσω από το τιμόνι. «Αλλά κανείς δεν ξέρει τίποτα». «Ρώτησαν και τους γονείς της Ρία;» Της έριξε ένα εύγλωττο βλέμμα. «Αμφιβάλλω αν τους έχει πει το παραμικρό όλα αυτά τα χρόνια», της είπε απαλά. «Έχεις δίκιο», παραδέχτηκε εκείνη. «Σήμερα ελπίζω ν’ ανακαλύψουμε κάτι», της είπε, βάζοντας μπροστά τη μηχανή. «Περίμενε και θα δεις». *** «Πού με πηγαίνεις;» ρώτησε τον Έντουαρντ, αλλά εκείνος αρνήθηκε να της πει. «Εκεί που δεν μπορούν να μας βρουν οι καρχαρίες», της είπε μόνο. Στο διαμέρισμά του δηλαδή, σκέφτηκε η Ολίβια. Αλλά όταν είδε πως έβγαιναν από την πόλη, ηρέμησε. Δεν πήγαν ούτε στο πάρκο όπου την είχε πάει την πρώτη φορά. Και τότε κατάλαβε πως την πήγαινε στο Λονγκ Άιλαντ, σε κάποιο παραθερι244


στικό κέντρο όπου πήγαιναν οι πλούσιοι. Μπορεί να έχει κάποιο εξοχικό εκεί, συμπέρανε αναστενάζοντας. Πολυτελές κι εντυπωσιακό... Ωστόσο, το σπίτι όπου την πήγε δεν ήταν καθόλου έτσι. 'Ηταν όμορφο, άνετο και χωμένο μέσα στα δέντρα. Όταν έφτασαν, ο Έντουαρντ έσβησε τη μηχανή. «Εδώ είμαστε», της είπε, χαμογελώντας απαλά. «Σε προειδοποιώ πως ίσως η εσωτερική διακόσμηση σε απογοητεύσει. Η επίπλωση είναι πολύ παλιά». «Γιατί οι άνθρωποι επιμένουν να ονομάζουν τις αντίκες παλιά έπιπλα;» τον ρώτησε χαμογελώντας εκείνη. «Καιρό τώρα θέλω να το ανακαινίσω, αλλά διστάζω. Ίσως γιατί μ αρέσει έτσι όπως είναι και...» Κάτι μεγάλο και μαύρο έπεσε πάνω στο αυτοκίνητο και η Ολίβια έβγαλε μια τρομαγμένη κραυγή, όταν είδε δύο σειρές από κάτασπρα κοφτερά δόντια έξω από το παράθυρό της. «Θεούλη μου, τι πράγμα είναι αυτό;» ρώτησε με κομμένη ανάσα. Ήταν ένας πελώριος μαύρος σκύλος που προσπαθούσε ν’ ανοίξει την πόρτα. Ο Έντουαρντ χαμογέλασε χαρούμενα. «Είναι ο Έκτορ», της εξήγησε και βγήκε από το αμάξι. Ο σκύλος έτρεξε στην αγκαλιά του και η Ολίβια χαμογέλασε, βλέποντας τον ενθουσιασμό τόσο του ζώου όσο και του αφεντικού του. Όταν βγήκε από το αυτοκίνητο, ο Έντουαρντ την κοίταξε χαμογελαστός. «Ο Έκτορ είναι αδέσποτος, αλλά τον ξέρω από κουτάβι», της εξήγησε, ενώ χάιδευε το σκύλο. «Σε υποδέχεται πάντα με τον ίδιο ενθουσιασμό;» «Πάντα. Είδες χαρές που κάνει;» Το σακάκι και το παντελόνι του είχαν γεμίσει λάσπες από τις πατούσες του σκύλου και τότε η Ολίβια ένιωσε την καρδιά της να πλημμυρίζει με τόση τρυφερότητα που της έκοψε την ανάσα. «Νόμιζα πως ήταν δικός σου», είπε απαλά. «Μακάρι να ήταν, αλλά πού να τον βάλω στην πόλη; Κάποτε ίσως μετακομίσω εδώ μόνιμα... Μη φοβάσαι», είπε στην Ολίβια όταν την πλησίασε ο Έκτορ. «Είναι μεγάλος αλλά άκακος σαν αρνί». Το σκυλί άρχισε να τρίβεται πάνω στο πόδι της και εκείνη γέλασε. «Αυτό βλέπω και εγώ». Έσκυψε να το χαϊδέψει, αλ245


λά εκείνο, μόλο που δέχτηκε ευγενικά το χάδι της, ήταν φανερό πως ανήκε μόνο στον άντρα που στεκόταν δίπλα της. «Αντε, αγόρι μου, πήγαινε τώρα», του είπε ο Έντουαρντ, χτυπώντας τον τρυφερά στην πλάτη. «Θα σε δω πάλι πριν φύγω». Όταν το σκυλί χάθηκε μέσα στο δάσος, οδήγησε την Ολίβια στο σπίτι. Ήταν πολύ παλιό, τουλάχιστον τριακοσίων ετών, από τα πρώτα σπίτια που είχαν χτιστεί στην περιοχή. Η επίπλωσή του αποτελούνταν από υπέροχα χειροποίητα κομμάτια που ταίριαζαν απόλυτα με το χαρακτήρα του σπιτιού. Το ίδιο και με τον Έντουαρντ, σκέφτηκε η Ολίβια, καθώς τον είδε να ψάχνει στο πελώριο ψυγείο. Είναι κι αυτός σαν το σπίτι. Καλοφτιαγμένος, δυνατός, περήφανος... Ο Έντουαρντ την κοιτούσε χαμογελώντας. «Προσπαθείς να μου πεις με ευγενικό τρόπο πως αυτό το σπίτι χρειάζεται κάποια ανακαίνιση, έτσι;» τη ρώτησε. «Είναι πανέμορφο», παραδέχτηκε εκείνη. «Προτείνω να φάμε κάτι πρόχειρο στο σαλόνι», είπε εκείνος. «Θ’ ανάψω το τζάκι, θα στρώσουμε μια κουβέρτα στο πάτωμα και θα βάλω μουσική. Θα μοιάζει με εκδρομή. Το μόνο που θα λείπει θα είναι η άμμος και τα μυρμήγκια». Το γεύμα τους ήταν κράκερ με τυρί, κρασί και, για επιδόρπιο, φρούτα και σοκολάτες. Όταν τέλειωσαν, ο Έντουαρντ γύρισε και κοίταξε χαμογελώντας την Ολίβια. «Μίλησέ μου για σένα τώρα», της είπε. Η ζεστασιά που την είχε πλημμυρίσει λίγη ώρα πριν εξαφανίστηκε. Είχε σχεδόν ξεχάσει γιατί την είχε φέρει εδώ και τώρα, μ’ αυτή τη φράση του, της το θύμισε ξαφνικά. Μίλησέ μου για σένα, της είχε πει, αλλά στην πραγματικότητα ήθελε να του μιλήσει για τη Ρία. «Σου έχω πει ήδη πως γνωριστήκαμε με τη Ρία όταν εγώ ήμουν δέκα κι εκείνη έντεκα χρόνων», άρχισε να του λέει. «Τότε ήμαστε πάρα πολύ στενές φίλες, μέχρι που μπήκε εσωτερική στο σχολείο». «Και πριν απ’ αυτό;» «Σου εξήγησα πως δεν την ήξερα πριν...» «Για σένα ρωτάω. Ήσουν καλό κορίτσι, πάντα μ’ ένα βιβλίο στο χέρι». «Πού το ξέρεις;» τον ρώτησε απορημένη. «Το μάντεψα», αποκρίθηκε εκείνος, ανασηκώνοντας τους 246


ώμους. «Μου άρεσε το διάβασμα, ιδιαίτερα τα παραμύθια, αλλά η Ρία...» «Και οι κούκλες». «Α, ναι», του είπε χαμογελώντας. «Είχα μια που τη φώναζα Μπέτι. Αλλά η Ρία δεν έπαιζε και τόσο με τις κούκλες», πρόσθεσε και γονάτισε, κοιτάζοντας τη φωτιά. «Αλλά ήσαστε δεμένες». «Πολύ. Ήμαστε αχώριστες... στην αρχή τουλάχιστον. Όταν, όμως, η Ρία πήγε εσωτερική...» «Εσύ δεν πήγες μαζί της». «Όχι βέβαια. Οπότε δεν μπορώ να σου πω τι έκανε η Ρία όταν...» «Γιατί δεν πήγες κι εσύ στο ίδιο σχολείο; Δεν ήθελες;» «Πολύ», παραδέχτηκε γελώντας. «Όλα τα παιδιά που ήξερα πήγαν εκεί, αλλά η θεία μου δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να με στείλει. Γι’ αυτό σου είπα πως δεν ξέρω πολλά για τη Ρία. Υπάρχουν ένα σωρό πράγματα που δεν...» «Ένιωθες μοναξιά με μόνη σύντροφο την ηλικιωμένη θεία σου; Αλήθεια, τι άνθρωπος ήταν;» Η Ολίβια σκέφτηκε τη θεία Μίριαμ, που ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει πώς κατάφερε να αναλάβει έτσι στα ξαφνικά την ανατροφή ενός παιδιού, κι αναστέναξε. «Ήταν καλή γυναίκα και πολύ ευγενική. Αν δεν ήταν αυτή, θα είχα καταλήξει στο ορφανοτροφείο». «Δεν ήταν, όμως, τρυφερή και στοργική», συμπέρανε ο Έντουαρντ. «Όχι, δεν μπόρεσε ποτέ ν’ αντικαταστήσει τη μητέρα μου. Δεν της έμοιαζε καθόλου», παραδέχτηκε, καρφώνοντας το βλέμμα της στη φωτιά. «Έχασες κι εσύ τον πατέρα σου και ξέρεις». «Ωστόσο, φάνηκα τυχερός, γιατί είχα τη μητέρα μου που ήταν υπέροχος άνθρωπος ώσπου εμφανίστηκε ο Τσαρλς Ράιτ». «Ηταν... θέλω να πω... πάντα ήταν;... Θα πρέπει να ήταν φοβερή εμπειρία για τη μητέρα σου να τον χάσει τόσο ξαφνικά και ν’ ανακαλύψει πως... πως...» Δεν μπορούσε να συνεχίσει, μια και ο Έντουαρντ πίστευε πως εκείνη ήταν η ερωμένη του πατριού του. Ένιωσε το λαιμό της να στεγνώνει και ξαφνικά θέλησε να του πει όλη την αλήθεια. 247


«Έντουαρντ... ο Τσαρλς...» «Το περίμενε», την έκοψε απότομα. «Ο Τσαρλς υπέφερε από την καρδιά του και η μητέρα το ήξερε. Όσο για τ’ άλλα, τα ήξερε κι αυτά. Απλά, αρνιόταν να τα παραδεχτεί». «Τα ήξερε;» Εκείνος σηκώθηκε κι έβαλε τα χέρια στις τσέπες του. «Προσπάθησα να μιλήσω μαζί της αρκετές φορές, αλλά δε δέχτηκε. Έτσι, εγώ κι ο Ράιτ παίζαμε αυτό το άσχημο παιχνίδι της υποκρισίας μέχρι τη μέρα που έπεσα πάνω σας στο εστιατόριο». «Έντουαρντ... εκείνη τη μέρα...» άρχισε να λέει η Ολίβια και σηκώθηκε. «Δε θέλω να μιλήσουμε γι’ αυτό», της είπε. «Μα πρέπει». Γύρισε απότομα να την κοιτάξει. «Θα μου πεις πως δεν ήσουν ερωμένη του». «Όχι, δεν ήμουν», δήλωσε, αγγίζοντας απαλά το μπράτσο του. Κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό της κι εκείνη τον κοίταξε ατάραχη, προσπαθώντας να καταλάβει τι σκεφτόταν. Πέρασαν έτσι κάμποσες στιγμές. «Η παραλία είναι πολύ όμορφη αυτή την εποχή. Πάμε έναν περίπατο», της πρότεινε ήρεμα. Με πίστεψε; αναρωτήθηκε η Ολίβια. Ρώτησέ τον. Μάθε την αλήθεια, της έλεγε μια φωνούλα μέσα της, αλλά δεν τόλμησε να το κάνει. Τον άφησε να την πιάσει από το χέρι και να την οδηγήσει στην πίσω πόρτα. Η παραλία ήταν ήσυχη κι ερημική. Μερικοί γκρίζοι βράχοι ξεπρόβαλλαν μέχρι την αμμουδιά. «Τι όμορφα που είναι!» μουρμούρισε απαλά. Ο Έντουαρντ την αγκάλιασε σφιχτά από τους ώμους και την τράβηξε πάνω στη ζεστασιά του κορμιού του. «Πραγματικά. Είναι το πιο όμορφο μέρος του κόσμου», συμφώνησε. Το πιο όμορφο μέρος του κόσμου, επανέλαβε μέσα της η Ολίβια και η φράση αυτή της φάνηκε τόσο γνωστή. «Εδώ παίρνω τα καλοκαίρια μου», της είπε χαμογελώντας και την έσφιξε ακόμα περισσότερο πάνω του. «Αλλά και όποτε άλλοτε βρίσκω χρόνο, έρχομαι και μένω λίγο καιρό». «Είναι υπέροχα, Έντουαρντ. Το σπίτι, ο ωκεανός... και αυτοί οι βράχοι. Εντυπωσιακοί... σαν παράδεισος φτιαγμένος 248


για γίγαντες». Το χέρι του γλίστρησε ανάμεσα στα δάχτυλά της και τα φυλάκισε. «Οι γίγαντες έχουν κι ένα μυστικό», της είπε, τραβώντας την κοντά του. Το μυστικό, που είδε λίγες στιγμές αργότερα, ήταν ένα μικρό πέρασμα ανάμεσα στους πελώριους βράχους που οδηγούσε σε μια μικρή παραλία. Ο Έντουαρντ στεκόταν τώρα πολύ κοντά της και το χαμόγελο σβήστηκε από τα χείλη του όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Την κοίταξε γεμάτος πόθο κι εκείνη ένιωσε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν. «Είναι... είναι υπέροχα», ψέλλισε. «Ναι», ψιθύρισε εκείνος πλησιάζοντάς την, «υπέροχα». Ρίγησε όταν τα δάχτυλά του άγγιξαν το μάγουλό της και την ευαίσθητη περιοχή πίσω από το αυτί της. «Έντουαρντ», διαμαρτυρήθηκε. «Σου αρέσει;» τη ρώτησε απαλά και το χέρι του κατέβηκε στο λαιμό της. «Που σε αγγίζω», συνέχισε βραχνά. «Το ξέρω πως το θέλεις. Τα μάτια σου σκοτεινιάζουν όπως ο ουρανός τα μεσάνυχτα», πρόσθεσε πλησιάζοντας ακόμα πιο κοντά της και, χωρίς να πάρει τα μάτια του από τα δικά της, τράβηξε τη ζακέτα από τους ώμους της. «Δες πώς χτυπάει ο σφυγμός σου», είπε και ακούμπησε τα χείλη του στο λαιμό της. «Ολίβια», ψιθύρισε. «Ολίβια, σε θέλω τόσο απεγνωσμένα!» Εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα της. «Ήρθαμε... ήρθαμε εδώ για να μιλήσουμε», του είπε ξέπνοα. «Αλλά αντί γι' αυτό...» «Μιλήσαμε», της είπε βραχνά, ενώ τα δάχτυλά του έπιασαν τα κουμπιά του πουκαμίσου της και άρχισαν να τα ξεκουμπώνουν αργά, ένα-ένα. «Τελειώσαμε όμως. Τώρα είναι ώρα για χάδια και φιλιά και... Θεέ μου, είσαι τόσο όμορφη!» Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε απαλά την τρυφερή σάρκα του στήθους της με μικρές, κυκλικές κινήσεις. «Θέλω να το δω», ψιθύρισε καθώς ξεκούμπωνε το δαντελένιο εσώρουχο. «Είναι υπέροχο!» αναφώνησε βραχνά, λίγες στιγμές αργότερα, στη θέα του γυμνού της στήθους. «Έντουαρντ». Η φωνή διαμαρτυρίας που ανέβηκε στα χείλη της πνίγηκε όταν τα δάχτυλά του άγγιξαν τις θηλές της. «Είναι τόσο γλυκό όσο φαίνεται;» Έσκυψε και πήρε απαλά το στήθος της στο στόμα του. Το άγγιγμα των χειλιών του εξαφάνισε όση λογική τής είχε 249


απομείνει. Η Ολίβια έγειρε πίσω το κεφάλι, άπλωσε τα χέρια και τον τράβηξε πάνω της, βυθίζοντας τα δάχτυλα στα μαλλιά του, ενώ τέντωσε το κορμί της πάνω στο δικό του. Ψιθυρίζοντας το όνομά της, ο Έντουαρντ σφράγισε το στόμα της με το δικό του κι εκείνη αφέθηκε στο φιλί του. Βόγκηξε με πάθος όταν την ένιωσε να ανταποκρίνεται και την έσφιξε πάνω του για να την κάνει να γευτεί τη σκληράδα του ερεθισμένου ανδρισμού του. «Πες μου πως με θέλεις», της σιγοψιθύρισε κι εκείνη του απάντησε βουβά με τη γλώσσα του κορμιού της. Τα χέρια της σφίχτηκαν γύρω του, γλίστρησαν κάτω από το πουλόβερ του κι ένιωσε το απαλό δέρμα του, τη σκληράδα των μυών του, το μεταξένιο τρίχωμα του στέρνου του. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και κόλλησε ακόμα περισσότερο πάνω του. Ξαφνικά ο Έντουαρντ, μ’ ένα βογκητό, τη σήκωσε στα χέρια. Τη μετέφερε αγκαλιά στην ερημική παραλία, ενώ η Ολίβια, κολλημένη πάνω του, με το πρόσωπο χωμένο στο στήθος του, άκουγε την καρδιά της να χτυπάει με την ίδια ορμή που τα κύματα έσκαγαν πάνω στους βράχους. Άνοιξε με τον ώμο την πόρτα του σπιτιού και την πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και την έβαλε να σταθεί μπροστά του, κρατώντας την ελαφρά ανάμεσα στα πόδια του. Αργά, χωρίς να πάρει τα μάτια του από τα δικά της, έβγαλε τη ζακέτα της και όταν προσπάθησε να βγάλει και το πουκάμισο, η Ολίβια κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Θέλω να σε δω κι εγώ», του ψιθύρισε, οδηγημένη από το γυναικείο ένστικτο και μόνο. Ένιωθε για πρώτη φορά στη ζωή της σαγηνευτική, όμορφη κι αισθησιακή. Τα μάτια του Έντουαρντ σκοτείνιασαν κι ύστερα έβγαλε το πουλόβερ του. Το στέρνο του ήταν φαρδύ, μυώδες και οι ώμοι του γεροδεμένοι και δυνατοί. Σκούρες τρίχες κάλυπταν το ηλιοκαμένο δέρμα του και σχημάτιζαν ένα τρίγωνο που χανόταν εκεί που άρχιζε η ζώνη του τζιν του. Η Ολίβια έβρεξε τα χείλη της με τη γλώσσα. «Πες μου πως με θέλεις», της είχε πει κι εκείνη κατάλαβε ξαφνικά πως τον ήθελε πάντα, όχι από τη στιγμή που συναντήθηκαν, αλλά σε όλη τη ζωή της. Σ’ αγαπώ, σκέφτηκε με πάθος. Σ’ αγαπώ, Έντουαρντ. «Πες μου πως με θέλεις, Ολίβια», της επανέλαβε, τραβώντας την κοντά του. «Θέλω να το ακούσω. Πως θέλεις μόνο εμέ250


να», ψιθύρισε. Εκείνη χαμογέλασε αργά, αποφασισμένη να απαντήσει στην ερώτησή του με τέτοιο πάθος ώστε να μη χρειαστεί να τη ρωτήσει ποτέ ξανά. Επιτέλους, θα μάθαινε πως, ποτέ πριν, δεν ανήκε σε άλλον άντρα. «Έντουαρντ», είπε απαλά καθώς έβγαζε το πουκάμισο και το σουτιέν της, χωρίς να πάρει τα μάτια της από τα δικά του. «Σε θέλω πάρα πολύ», ψιθύρισε απλώνοντάς του τα χέρια κι έγειρε πάνω του, καλύπτοντας με τα μαλλιά της τους ώμους και το στήθος της. Εκείνος όμως δεν την πήρε στην αγκαλιά του. Σηκώθηκε, την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια μερικές στιγμές και ύστερα πήγε να σταθεί κοντά στο παράθυρο. Ξαφνιασμένη η Ολίβια κάρφωσε το βλέμμα της στη γυρισμένη πλάτη του και τα χέρια της έπεσαν άψυχα στο πλάι. «Έντουαρντ;» Τον πλησίασε διστακτικά κι όταν έφτασε δίπλα του, άπλωσε το χέρι της, αλλά το κατέβασε μετανιωμένη. «Έντουαρντ, τι τρέχει;» ψιθύρισε. «Τίποτα». Ήξερε πως της έλεγε ψέματα. Μην τον προκαλείς, είπε στον εαυτό της. Μην πεις τίποτ’ άλλο. Αλλά οι ερωτήσεις έκαιγαν τα χείλη της. «Έντουαρντ, μήπως... μήπως σκέφτεσαι...;» «Τον πατριό μου;» Γύρισε και το βλέμμα που της έριξε την έκανε να πισωπατήσει. «Όχι», συνέχισε σαρκαστικά. «Γιατί να σκεφτώ το γερο-Τσάρλι, Ολίβια; Γιατί να τον σκεφτώ μια στιγμή σαν κι αυτή;» Ένιωσε το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια της. «Αφού σου είπα...» «Ντύσου», την πρόσταξε καθώς άρπαξε το πουλόβερ του. «Θα σε περιμένω στο αυτοκίνητο». Στάθηκε ακίνητη να τον κοιτάζει, ενώ εκείνος όρμησε έξω από το δωμάτιο. Ύστερα, με χέρια που έτρεμαν, σήκωσε τα πεσμένα στο πάτωμα ρούχα της και ντύθηκε. «Βοήθησέ με, Θεέ μου, σε παρακαλώ», ψιθύρισε. Έριξε μια ματιά στην αγριεμένη θάλασσα και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα απόγνωσης. Το μέρος που ο Έντουαρντ είχε αποκαλέσει το πιο όμορφο στον κόσμο τής φάνηκε ξαφνικά άσχημο. «Το αγαπημένο μου μέρος», είχε πει... Και τότε ξαφνικά μια 251


άλλη φωνή, η φωνή της Ρία, επανέλαβε κάπου στο βάθος του μυαλού της τις ίδιες λέξεις γραμμένες σε μια κάρτα, με όλο τον ενθουσιασμό μιας δεκατετράχρονης κοπελίτσας. Είναι το πιο όμορφο μέρος του κόσμου, Λίβι, της είχε γράψει η Ρία. Πρέπει να πας κάποτε στις Μπαχάμες. Είναι το αγαπημένο μου μέρος! Και ξαφνικά, η Ολίβια ήξερε πού θα έβρισκε τη φίλη που είχε καταφέρει να καταστρέψει τη ζωή της.

252


Κεφάλαιο 9

«Παρακαλώ, περιμένετε στο ακουστικό σας...» ακούστηκε η φωνή του αυτόματου τηλεφωνητή από την άλλη άκρη της γραμμής. Φυσικά θα περιμένω. Τι άλλο μπορώ να κάνω; Πώς αλλιώς θα πάω στις Μπαχάμες; αναρωτήθηκε απεγνωσμένα η Ολίβια. Είχε περάσει σχεδόν όλο το πρωί τηλεφωνώντας στη μια αεροπορική εταιρεία μετά την άλλη, αλλά δεν είχε καταφέρει να βρει εισιτήριο, ακόμα κι όταν είχε ζητήσει να ταξιδέψει στην πρώτη θέση. «Είναι η πιο τουριστική εποχή», της είχε πει η τελευταία κοπέλα. «Φοβάμαι πως δε θα έχουμε θέσεις μέχρι το τέλος του μήνα, αλλά, αν θέλετε, μπορείτε να πάτε τότε. Ο καιρός στα νησιά θα είναι πολύ καλύτερος τότε και το εισιτήριο πιο φτηνό». Και τι με νοιάζει εμένα ο καιρός; σκέφτηκε οργισμένη η Ολίβια. Δεν πάω εκεί για διακοπές ούτε έχω ανάγκη από ταξίδι αναψυχής. Το μόνο που θέλω είναι να βρω τη Ρία και να βάλω ένα τέρμα στη φιλία που κάποτε θεωρούσα τόσο σημαντική. Αυτό τουλάχιστον θα έβαζε ένα τέλος στον εφιάλτη που ζούσε όλες αυτές τις εβδομάδες. Όταν αποκαλυπτόταν η αλήθεια, θα συνέχιζε τη ζωή της χωρίς τον Έντουαρντ Άρτσερ στα πόδια της. Οι ατέλειωτες μέρες και νύχτες που προσπαθούσε ν’ αποφύγει τους δημοσιογράφους, που φοβόταν να σηκώσει το τηλέφωνο, η ανησυχία της μήπως χάσει το Όνειρο της Ολίβια -όλα αυτά την είχαν κάνει να παραδοθεί χωρίς όρους στην αγκαλιά του Έντουαρντ και να γελοιοποιηθεί. Η ανάμνηση εκείνης της μέρας την πονούσε κι απέφευγε ακόμα και να το σκέφτεται. Τουλάχιστον δεν του είχε εκφράσει με λόγια τα αισθήματα που νόμιζε πως έτρεφε για τον ίδιο. Γιατί ήξερε πως αυτό που ένιωθε δεν ήταν αγάπη. Ήταν απλώς πόθος, μια στιγμή αδυναμίας, σκέφτηκε πικρά η Ολίβια. Κι αν σκεφτεί 253


κανείς τι γνώμη είχε για κείνη ο Έντουαρντ, η παραδοχή του έρωτά της θα ήταν η μεγαλύτερη ειρωνεία. «Παρακαλώ, περιμένετε στο ακουστικό σας...» Τώρα πια τίποτα δεν είχε σημασία. Είχε παίξει το παιχνίδι του Έντουαρντ, είχε υποκύψει στη γοητεία του και στη θέλησή του. Ωστόσο, θα έβρισκε τη Ρία μόνη της και θα εξυπηρετούσε μόνο τους δικούς της σκοπούς. Αλλά δεν ήταν τόσο αφελής ώστε να σκεφτεί πως αυτό θα έλυνε όλα τα προβλήματά της. Το Τσάτερμποξ για παράδειγμα, ακόμα κι όταν αποκαλυπτόταν η αλήθεια, δε θα έμπαινε στον κόπο να διορθώσει το κακό που της είχε κάνει. Όμως έπρεπε να βρει τη Ρία και να την κατηγορήσει καταπρόσωπο για την προδοσία της. Την είχε εγκαταλείψει αβοήθητη στην πιο κρίσιμη στιγμή. Της είχε στερήσει την ιδιωτική της ζωή και την υπόληψή της και μπορεί εξαιτίας της να έχανε το μαγαζί που με τόσο κόπο είχε φτιάξει. Αλλά κι ο Έντουαρντ Άρτσερ την είχε χρησιμοποιήσει, την είχε... Όχι, που να πάρει! Όχι! Πρέπει να τον βγάλω από τη σκέψη μου. Το μόνο που πρέπει να με απασχολεί αυτή τη στιγμή είναι η Ρία και το ειδυλλιακό μέρος που δείχνει η κάρτα που έχω μπροστά μου, γιατί εκεί κρύβεται η Ρία. Ήταν πιο σίγουρη παρά ποτέ γι’ αυτό, γιατί σήμερα είχε θυμηθεί ξαφνικά τα πρώτα Χριστούγεννα που έκαναν χωριστά οι δυο τους. Ξανακοίταξε τη φωτογραφία, αν κι είχε αποτυπώσει τόσο καθαρά την εικόνα της που θυμόταν κάθε φοίνικα και καλύβα χωρίς να τα βλέπει. «Θέα από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου Ντοράντο στις Μπαχάμες», έγραφε από πίσω η κάρτα. Την είχε βρει εύκολα, ανάμεσα στ’ αναμνηστικά των παιδικών της χρόνων, που τα είχε φυλαγμένα μέσα σ’ ένα κουτί πούρων. Δε φαντάστηκε πως θ’ αντιμετώπιζε τόσες δυσκολίες για να πάει στις Μπαχάμες, όταν σχεδίαζε αυτό το ταξίδι την προηγουμένη, την ώρα που επέστρεφε με ταξί στο Μανχάταν. Ο Έντουαρντ επέμενε να τη φέρει ο ίδιος πίσω, αλλά προτιμούσα να κάνει όλο το δρόμο με τα πόδια παρά να καθίσει δίπλα του στον περιορισμένο χώρο του αυτοκινήτου του. «Εγώ σ' έφερα εδώ κι εγώ θα σε πάω πίσω», της δήλωσε αποφασιστικά όταν του είπε πως θα καλούσε ταξί. «Μπες στο αμάξι!» Δεν έχει νόημα να του φέρω αντίρρηση, σκέφτηκε εκείνη, 254


κοιτάζοντας οργισμένη το αλαζονικό ύφος του. Άντρες του είδους του συνηθίζουν να φέρονται έτσι. Αλλά δεν ξέρει με ποια έχει να κάνει. Αργά ή γρήγορα, όμως, θα το μάθει. Μπήκε στο αμάξι όπως την πρόσταξε και, όταν έφτασαν στο χωριό, τον ρώτησε με ψυχρή, απρόσωπη φωνή: «Υπάρχει φαρμακείο εδώ;» «Γιατί;» τη ρώτησε χωρίς να την κοιτάξει. «Έχω πονοκέφαλο και θέλω μια ασπιρίνη. Μήπως πρέπει να ζητήσω την άδειά σου;» Το πιγούνι του σφίχτηκε, αλλά δε μίλησε, μόνο σταμάτησε στην άκρη του δρόμου. «Θα σ’ τη φέρω εγώ». Η Ολίβια, όμως, είχε κιόλας ανοίξει την πόρτα και πετάχτηκε στο πεζοδρόμιο. «Θα την αγοράσω μόνη μου», δήλωσε κι από κει και πέρα τα πράγματα ήταν εύκολα. Μπήκε στο πρώτο φαρμακείο που βρήκε μπροστά της κι ευτυχώς υπήρχε μια πίσω πόρτα! Έβγαζε σ’ ένα πάρκο με στενά μονοπάτια. Αφού περπάτησε λίγο, βρήκε έναν τηλεφωνικό θάλαμο απ’ όπου ειδοποίησε ένα ταξί. Στο δρόμο παρακάλεσε τον οδηγό να σταματήσει σε κάποια τράπεζα για να κάνει ανάληψη από κάποιο αυτόματο μηχάνημα, μια και δεν είχε καθόλου χρήματα μαζί της. Αυτό που της έδινε τη μεγαλύτερη χαρά ήταν η σκέψη ότι ο Έντουαρντ θα γινόταν κυριολεκτικά έξω φρενών όταν θ’ ανακάλυπτε πως του το είχε σκάσει... «Αμερικανικές Αερογραμμές. Λέγετε, παρακαλώ», ακούστηκε μια ευγενική γυναικεία φωνή. «Πότε είναι η πρώτη σας πτήση για Μπαχάμες;» ρώτησε απότομα η Ολίβια. «Λυπάμαι, αλλά δεν έχω τίποτε αυτή τη στιγμή...» «Είναι επείγον. Κάτι πρέπει να έχετε». «Για να δω...» Η γραμμή έκλεισε προσωρινά. «Έχω μια ακύρωση, κυρία». «Υπέροχα!» «Το αεροπλάνο φεύγει σε μιάμιση ώρα». Η Ολίβια έριξε μια ματιά στο ρολόι της. «Θα προφτάσω», είπε με μεγαλύτερη σιγουριά απ' όση αισθανόταν. Θα προλάβαινε, αν δεν ετοίμαζε βαλίτσα, αν έβρισκε αμέσως ταξί, αν δεν είχε κίνηση... «Είναι πρώτη θέση», την πληροφόρησε η υπάλληλος και η 255


τιμή που της είπε έκανε την Ολίβια να χάσει το χρώμα της, αλλά δε δίστασε στιγμή. «Θα το πάρω». Το μόνο που είχε σημασία αυτή τη στιγμή ήταν να βρει τη Ρία. *** Η Ολίβια είχε ένα σχέδιο -ένα πολύ απλό σχέδιο. Αλλά η πρώτη δυσκολία παρουσιάστηκε την άλλη μέρα κιόλας, όταν έπινε τον πρωινό καφέ της στο ξενοδοχείο στο οποίο, με τόσο κόπο, είχε καταφέρει να βρει ένα δωμάτιο. Μια φράση σ’ έναν τουριστικό οδηγό τράβηξε την προσοχή της: «Εφτακόσια μικρά νησιά αποτελούν τις Μπαχάμες». Κοίταξε απορημένη το έντυπο. «Εφτακόσια νησιά;» ρώτησε έντρομη το σερβιτόρο. «Κι όλα πανέμορφα, δεσποινίς», είπε χαμογελώντας εκείνος. Ωστόσο, δεν κατοικούνταν όλα. Μόνο στα διακόσια υπήρχαν ξενοδοχεία για τουρίστες, την πληροφόρησε. Διακόσια! Μόνο! Ευτυχώς που στην κάρτα υπάρχει το όνομα του ξενοδοχείου, σκέφτηκε καθώς έψαχνε τον τηλεφωνικό κατάλογο. Υπήρχε πράγματι ένα ξενοδοχείο Ντοράντο στο Γκρέιτ Αμπακο και ξόδεψε ένα σωρό χρήματα μέχρι να φτάσει εκεί. Όμως το ξενοδοχείο που αντίκρισε δεν είχε καμιά σχέση μ' αυτό της φωτογραφίας στην κάρτα κι όταν ρώτησε το διευθυντή αν το είχαν ανακαινίσει, εκείνος την πληροφόρησε πως είχε χτιστεί πριν από δύο μόλις χρόνια. Το βράδυ τη βρήκε ξεθεωμένη κι απογοητευμένη. Πόσο ανόητη φάνηκε που σκέφτηκε πως μπορεί να υπήρχε ακόμη αυτό το ξενοδοχείο μετά από τόσα χρόνια! Πήρε το πλοίο για το Νιου Πρόβιντενς και στάθηκε με τα χέρια ακουμπισμένα στην κουπαστή, κοιτάζοντας με άδειο βλέμμα τη θάλασσα. «Συγνώμη, δεσποινίς, δε νιώθετε καλά;» Γύρισε προς το μέρος απ’ όπου ακούστηκε η απαλή αντρική φωνή κι έχασε το χρώμα της. Ο Έντουαρντ είναι, σκέφτηκε και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ξέφρενα. Δεν ήταν, βέβαια, εκείνος, αλλά κάποιος που του έμοιαζε λιγάκι κι όταν του είπε πως ήταν καλά, εκείνος απομακρύνθηκε και την άφησε στην ησυχία της. Εκείνο το βράδυ ο ύπνος της ήταν τρομερά ανήσυχος. Ονει256


ρευόταν συνέχεια τον Έντουαρντ, αλλά τα όνειρά της ήταν συγκεχυμένα και κάθε φορά που ξυπνούσε τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα κι ένιωθε ένα κενό στο στήθος της. Τον μισώ! Τον μισώ όσο δε μίσησα κανέναν στη ζωή μου! σκέφτηκε ξαπλωμένη στο σκοτάδι. Αν έχω την ατυχία να τον ξαναδώ, θα του πω όλα όσα δεν του είπα εκείνη τη μέρα στο εξοχικό του. Γιατί, όμως, ονειρεύομαι εκείνον κι όχι τη Ρία που πρόδωσε με τέτοιο φοβερό τρόπο τη φιλία μας; Οι μέρες περνούσαν κι αναγκάστηκε να φύγει από το ξενοδοχείο και να πιάσει ένα δωμάτιο σε κάποιο μικρό ξενώνα. Τα χρήματα που είχε μαζί της τέλειωναν κι έπρεπε να κάνει κάτι γρήγορα. Αποφάσισε να πάει σ’ έναν ντετέκτιβ που βρήκε στον τηλεφωνικό κατάλογο. «Ξέρετε πού βρίσκεται αυτό το μέρος;» τον ρώτησε, δίνοντάς του την κιτρινισμένη κάρτα. «Πόσο καιρό την έχετε;» θέλησε να μάθει εκείνος. «Δέκα χρόνια». «Ξέρετε μήπως σε ποιο νησί είναι;» «Όχι», αποκρίθηκε η Ολίβια. «Θα ψάξω και μπορεί να βρούμε κάτι». «Κι αν δεν τα καταφέρουμε;» «Τότε θα νοικιάσω ελικόπτερο και θα βγάλω μερικές φωτογραφίες. Εξαρτάται πόσο πολύ θέλετε να βρείτε αυτό το μέρος και πόσα χρήματα διαθέτετε». «Πόσο θα στοιχίσει;» Έμεινε για λίγο σιωπηλός, είπε το ποσό κι έγειρε περιμένοντας στην καρέκλα του. «Η απόφαση είναι δική σας», της είπε. «Αυτά τα πράγματα στοιχίζουν. Εξαρτάται πόσο πολύ σας ενδιαφέρει να βρείτε αυτό το μέρος». Αλήθεια, αναρωτήθηκε η Ολίβια λίγο αργότερα με την πλάτη ακουμπισμένη στον κορμό ενός φοίνικα, άξιζε τον κόπο να ξοδέψει τόσα χρήματα, να χάσει τόσο χρόνο, να περάσει τόση ταλαιπωρία για να βρει τη Ρία; Κάποτε θα σταματούσαν να γράφουν για κείνη και τη δήθεν σχέση της με τον Ράιτ κι ύστερα ποιος θα το θυμόταν; Οι Νεοϋορκέζοι είχαν κι άλλα πράγματα να τους απασχολήσουν και σε λίγο καιρό ελάχιστοι θα ήταν αυτοί που θα θυμούνταν την υποτιθέμενη σχέση της με τον Ράιτ. 257


Πήρε στο χέρι της μια χούφτα άμμο και την άφησε να χυθεί ανάμεσα στα δάχτυλά της. Θα γυρίσω πίσω και θα ξοδέψω αυτά τα χρήματα για το μαγαζί μου, αποφάσισε. Θα τηλεφωνήσω στην Ντάλσι να της πω πως ξαναρχίζουμε δουλειά. Δεν είμαι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία που παθαίνει κάτι τέτοιο. Ίσως ν’ αλλάξω και το όνομα του μαγαζιού, όπως έχουν κάνει ένα σωρό άλλοι στη θέση μου. Τι γυρεύω εδώ; αναρωτήθηκε κλείνοντας τα μάτια κουρασμένη. Για να βρω τη Ρία και να της τα ψάλω. Και λοιπόν; Ρία, θα της έλεγε, πρόδωσες τη φιλία μας. Μα, εκείνη το ήξερε ήδη! Τι ωφελούσε αν της το έλεγε και η ίδια; Μήπως θα την έπειθε να κάνει δήλωση στο Τσάτερμπυξ για ν’ αποκαταστήσει την υπόληψή της; Αυτό αποκλειόταν και το ήξερε από την αρχή. Τότε γιατί ήρθα εδώ; αναρωτήθηκε ακόμα μια φορά. Τύλιξε τα χέρια γύρω από τα γόνατά της, κοίταξε τη θάλασσα κι αναστέναξε. Το έκανα για τον Έντουαρντ, παραδέχτηκε. Για να μάθει επιτέλους πως η Ρία ήταν η ερωμένη του πατριού του κι όχι εγώ. Για να του αποδείξω την αθωότητά μου. Σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει στην ακρογιαλιά. Αφού τον μισώ, τον περιφρονώ, σκέφτηκε. Δε θέλω να τον ξαναδώ ποτέ κι αν τον είχα μπροστά μου αυτή τη στιγμή, θα... θα τον χαστούκιζα και θα του έλεγα πως είναι ο πιο άκαρδος, ο πιο φριχτός άνθρωπος που γνώρισα ποτέ μου. Όμως αυτό που σκέφτομαι δεν μπορεί να γίνει, γιατί εκείνος δε μ’ ακολούθησε, δε με σκέφτεται, δε μ’ ονειρεύεται, δεν... «Ολίβια». Η φωνή που άκουσε να λέει το όνομά της ήταν απαλή σαν το αεράκι που την έφερε στ’ αυτιά της, αλλά την έκανε να σταθεί απότομα. Η καρδιά της σταμάτησε για μια στιγμή και ύστερα άρχισε να χτυπάει ξέφρενα στο στήθος της. Δεν μπορεί να είναι ο Έντουαρντ. Το φαντάστηκα απλά, σκέφτηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι ύστερα γύρισε αργά με το χέρι στο στήθος της για να ηρεμήσει τους δυνατούς χτύπους της καρδιάς της. Ο άντρας που στεκόταν μόλις λίγα βήματα πιο κει ήταν λουσμένος στο φως του ήλιου κι έμοιαζε με θεό του Ολύμπου. Ήταν ο Έντουαρντ. Κοιτάχτηκαν κι η οργή που την πλημμύριζε λίγες στιγμές 258


νωρίτερα έδωσε τη θέση της σε μια γλυκιά ζάλη. Την είχε ακολουθήσει! Ρίγησε. Μήπως τρελάθηκα; αναρωτήθηκε. Μα φυσικά την είχε ακολουθήσει, γιατί ήθελε τη Ρία και τις μετοχές της Τζέμινι! Η Ολίβια τον είδε να την πλησιάζει αργά και τον περίμενε άκαμπτη κι ανέκφραστη παρά την αναστάτωση της. Η φωνή της ήταν ψυχρή όταν τον ρώτησε: «Πώς με βρήκες;» «Πίστεψες, λοιπόν, ότι θα μου το σκάσεις;» Η φωνή του ήταν χαμηλή, συγκρατημένη. Η οργή και το μίσος τον είχαν οδηγήσει κοντά της. Τα ίδια συναισθήματα έτρεφε κι εκείνη απέναντι του -ή μήπως έκανε λάθος; «Να σου το σκάσω;» τον ρώτησε, χαμογελώντας νευρικά. «Μεγάλη φαντασία έχεις, Έντουαρντ». «Θέλεις να πιστέψω πως ήρθες εδώ για διακοπές;» «Πίστεψε ό,τι θέλεις», του είπε κι επιχείρησε να τον προσπεράσει. Εκείνος όμως την εμπόδισε, πιάνοντάς την από τον καρπό. «Αρκετά με προκάλεσες, Ολίβια», γρύλισε θυμωμένος, «όταν το έσκασες εκείνη τη νύχτα...» «Έπρεπε να με είχες ακούσει όταν σου είπα πως ήθελα να γυρίσω μόνη στην πόλη». «Θα έπρεπε να είχα ακούσει ένα σωρό άλλα πράγματα», της είπε, γελώντας σαρκαστικά. «Δεν έχει νόημα. Έχασες τον καιρό σου που ήρθες εδώ». Το χέρι του την έσφιξε δυνατά. «Πώς είσαι τόσο σίγουρη;» «Δε θα βρεις αυτό που ζητάς». Την πλησίασε τόσο που η Ολίβια αναγκάστηκε να σηκώσει το κεφάλι της για να τον κοιτάξει. «Αλήθεια;» τη ρώτησε απαλά. «Εγώ πάντως δεν πρόκειται να σε βοηθήσω να βρεις τη Ρία. Δε θέλω να έχω την παραμικρή σχέση μ’ αυτό ούτε μ εσένα». «Δε σου ζήτησα να με βοηθήσεις». «Θα μου το ζητήσεις όμως. Απλά, θέλω να προφτάσω...» «Οι άνθρωποί μου έκαναν άνω κάτω την πόλη», της είπε βλοσυρά. Το χέρι του άρχισε να τη χαϊδεύει, ανέβηκε στον ώμο της, την άδραξε και τη γύρισε με ορμή προς το μέρος του. «Αρχικά σκέφτηκα πως βρίσκεσαι στη Νέα Υόρκη και μου κρύβεσαι». «Δε σου κρύφτηκα. Γιατί να...» «Αλλά δεν ήσουν εκεί». 259


Σήκωσε το χέρι της και το ακούμπησε στο στήθος του ανάμεσά τους. Ένιωσε το δυνατό χτύπο της καρδιάς του κάτω από την παλάμη της. «Κανένας δε σε είχε δει, ούτε ο δικηγόρος σου ούτε η κοπέλα που δουλεύει μαζί σου...» «Η Ντάλσι; Έμπλεξες και την Ντάλσι;» ρώτησε η Ολίβια, προσπαθώντας να ελευθερώσει το χέρι της. «Δεν ήταν σωστό. Δεν ξέρει τίποτα για τη Ρία». «Δεν τη ρώτησα για τη Ρία, διάβολε. Δεν κατάλαβες ακόμη;» Η φωνή του ήταν άγρια και θυμωμένη, αλλά το χέρι του, που έσπρωξε από το πρόσωπό της μια τούφα μαλλιά, ήταν απαλό κι ευγενικό. Ξαφνικά ήταν σαν να στέκονταν σε μια άλλη παραλία, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, με τον ουρανό και τη θάλασσα μόνη συντροφιά τους. Η Ολίβια ένιωσε την ανάσα της να κόβεται όταν ο Έντουαρντ πήρε το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια του και την ανάγκασε να τον κοιτάξει. «Κοίταξε με», της ψιθύρισε κι εκείνη αργά, πολύ αργά. σήκωσε τα βλέφαρα και τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του. «Ξέρεις τι αγωνία πέρασα;» Ήθελε να τον ειρωνευτεί, να του πει πως μάταια περίμενε να του ζητήσει συγνώμη. Αλλά πώς μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο, όταν την κοίταζε μ’ αυτό τον τρόπο, όταν τα δάχτυλά του χάιδευαν απαλά το δέρμα της; «Δεν ήξερα τι σου είχε συμβεί. Αν ζούσες ή αν πέθανες. Ωστόσο, σκεφτόμουν συνέχεια: Διάβολε, είναι τόσο πεισματάρα...» «Δεν είμαι», του είπε ακίνητη μέσα στα χέρια του. Ο Έντουαρντ γέλασε απαλά. «Και ανεξάρτητη. Διαολεμένα ανεξάρτητη, για να είναι προς όφελος σου». Ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της. «Ένιωσα μεγάλη ανακούφιση όταν οι άνθρωποί μου ανακάλυψαν πως είχες έρθει εδώ». «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να με παρακολουθείς», δήλωσε η Ολίβια. Ήθελε τα λόγια της ν’ ακουστούν θυμωμένα ή, τουλάχιστον, προσβλητικά, αλλά δεν τα κατάφερε. Η φωνή της έτρεμε ελαφρά, καθώς κι ολόκληρο το κορμί της. Ένιωθε χαλαρή στην αγκαλιά του και τα πόδια της δε θα την κρατούσαν για πολύ ακόμα. «Αφησέ με, Έντουαρντ. Δε... δε νιώθω...» Κόπηκε η ανάσα της όταν τύλιξε τα χέρια του γύρω από το 260


κορμί της και την έσφιξε πάνω του. «Ξέρω πώς νιώθεις», της ψιθύρισε. «Νιώθεις... σαν καλοκαιρινό ηλιοβασίλεμα, ζεστή κι όμορφη και μυρωδάτη». Θεέ μου! Αχ, Θεέ μου, γιατί τον αφήνω; Θα γίνουν όλα όπως τότε, όπως την τελευταία φορά που ήμαστε μαζί. Την άγγιζε, τη φιλούσε, της ψιθύριζε γλυκόλογα καθώς παραμέριζε τα μαλλιά της και τη φιλούσε στο λαιμό -κι όλα θα τέλειωναν όπως τότε. Θα την έδιωχνε γεμάτος περιφρόνηση και οργή. Κι εκείνη δε θα το άντεχε αυτή τη φορά. Τα μάτια της πλημμύρισαν με δάκρυα σ’ αυτή τη σκέψη. Είχε κάνει τόσο ταξίδι για να καταλήξει πάλι στην αγκαλιά του, όταν και οι δυο ήξεραν πως δε θα κατέληγαν πουθενά; «Έντουαρντ...» «Τι είναι, αγάπη μου;» Η φωνή του ήταν απαλή σαν αύρα κι είχε τη μυρουδιά της τροπικής νύχτας. «Έντουαρντ», επανέλαβε εκείνη. «Σε ικετεύω...» φώναξε όταν εκείνος ξεκούμπωσε τα κουμπιά του φορέματος της και γλίστρησε τα χέρια του μέσ’ από το άνοιγμα. «Μη... μην το κάνεις αυτό. Μη...» βόγκηξε καθώς τα δάχτυλά του ακούμπησαν το στήθος της. «Έντουαρντ, δε θέλω... δεν...» «Αγάπη μου», της ψιθύρισε. Έγειρε το κεφάλι της πίσω όταν έσκυψε να τη φιλήσει, με το στόμα καυτό πάνω στο δικό της. Την ίδια στιγμή τα χέρια του φυλάκισαν το στήθος της. Εκείνη έβγαλε μια μικρή κραυγή όταν τα κορμιά τους ενώθηκαν κι ήξερε πως ήταν μάταιο ν’ αντισταθεί σ’ αυτό που επιθυμούσε τόσο απελπισμένα. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του κι εκείνος άφησε να του ξεφύγει ένα βραχνό βογκητό και την τράβηξε πάνω του, συνεχίζοντας να τη φιλάει μέχρι που την έκανε να ζαλιστεί από πάθος και να πονέσει από τον πόθο που ξύπνησε μέσα της. «Δεν αντέχω άλλο», της είπε σιγανά. Τα χέρια του γλίστρησαν στη μέση της και σήκωσε ψηλά το φόρεμά της. Ύστερα έπιασε το μεταξωτό σλιπ της, το κατέβασε και, αφού γονάτισε μπροστά της, το έβγαλε από τα πόδια της. Έχωσε το πρόσωπό του μέσα στο βαμβακερό ύφασμα του φορέματος της και πίεσε το στόμα του πάνω της, καίγοντάς τη με το φιλί του. Τα χέρια του ταξίδευαν στο γυμνό κορμί της, δρόσιζαν το φλογισμένο δέρμα της και την άγγιζαν εκεί που κανείς ποτέ πριν δεν την είχε αγγίξει. Όταν ένιωσε τα χέρια του ν’ 261


ανεβαίνουν ψηλά στους μηρούς της, έβγαλε μια μικρή κραυγή. Έπεσαν αγκαλιασμένοι στην άμμο, ανταλλάσσοντας γλυκά, πεινασμένα φιλιά. Ο Έντουαρντ τράβηξε το φόρεμα από τους ώμους της κι εκείνη ένιωσε την καυτή ανάσα και το ζεστό του στόμα πάνω στο κορμί της. Έσφιξε τα χέρια της γύρω του κι ανασήκωσε το σώμα της για να ενωθεί με το δικό του. Είχε προσπαθήσει να πείσει τον εαυτό της πως ό,τι ένιωθε για κείνον ήταν μόνο πόθος, αλλά ήταν ψέματα. Ο πόθος μπορούσε να κάνει το κεφάλι σου να γυρίζει και το αίμα σου να βράζει, αλλά δε γινόταν να κάνει την καρδιά σου να φουσκώνει στο στήθος, έτοιμη να εκραγεί. Δε σ’ έκανε να νιώθεις την επιθυμία ν’ ανταποκριθείς στα φιλιά και στα χάδια- ούτε μπορούσε να πλημμυρίσει με δάκρυα χαράς τα μάτια σου. To μόνο συναίσθημα που μπορούσε να τα προκαλέσει όλα αυτά ήταν ένα και μοναδικό, αυτό που αρνιόταν τόσο επίμονα να παραδεχτεί. Μ’ ένα μικρό αναστεναγμό άφησε να της ξεφύγουν οι λέξεις που τόσο είχε προσπαθήσει να εμποδίσει να βγουν από τα χείλη της. «Σ’ αγαπώ», του είπε. «Αχ, Έντουαρντ, σ’...» Ο ψίθυρός της αιωρήθηκε και χάθηκε στα χείλη της όταν τον ένιωσε να παγώνει στην αγκαλιά της. Τώρα πια ήταν αργά να πάρει πίσω αυτές τις ανόητες λέξεις περίμενε να τη διώξει από κοντά του, να γελάσει και να την ειρωνευτεί για την αξιολύπητη εξομολόγησή της. Αλλά εκείνος δεν έκανε τίποτα τέτοιο. Αντίθετα, πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του και τη φίλησε με πάθος. Ύστερα σηκώθηκε και τη βοήθησε να σταθεί όρθια. Αργά, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από το δικό της, κούμπωσε το φόρεμά της και τη φίλησε ακόμα μια φορά. «Έλα μαζί μου», της είπε τρυφερά. Την οδήγησε εκεί που είχε αφήσει το αυτοκίνητό του, άνοιξε την πόρτα και τη βοήθησε να καθίσει, δίνοντάς της ένα τελευταίο φιλί πριν κάνει το γύρο του αμαξιού και καθίσει στη θέση του. Έβαλε μπροστά και τότε εκείνη θυμήθηκε πως ήταν γυμνή κάτω από το φόρεμά της. Το αίμα έβαψε κατακόκκινα τα μάγουλά της και ψιθύρισε το όνομά του. Εκείνος την κοίταξε και στο αμυδρό φως το πρόσωπό του ήταν μυστηριώδες, με τραβηγμένα από τον πόθο χαρακτηριστικά. «Ναι;» 262


Έβρεξε με την άκρη της γλώσσας της τα στεγνά χείλη της. «Το... το σλιπ μου...» Γλίστρησε το χέρι του κάτω από τη φούστα της και σταμάτησε λίγο πριν φτάσει στο γυμνό πάνω μέρος των μηρών της. «Δε θα το χρειαστείς». «Μα... μα δεν μπορώ... δεν μπορώ...» Έγειρε προς το μέρος της, βύθισε το χέρι του στα μαλλιά της και τη φίλησε με πάθος. «Δε θα σε πειράξω», της ψιθύρισε οργισμένος. «Όχι όσο είμαστε στο αμάξι τουλάχιστον. Κατάλαβες, Ολίβια; Θέλω να σκεφτώ για σένα, αλλά θέλω να σκεφτείς κι εσύ για μένα, τι θα γίνει αν τελικά κάνουμε έρωτα εμείς οι δυο». Ένιωσε το λαιμό της στεγνό. Ήθελε να του απαντήσει, να του πει πως αυτό που έγινε μεταξύ τους ξεπερνούσε και τα πιο τρελά της όνειρα, μόνο που ποτέ δεν είχε κάνει έρωτα με κανέναν μέχρι τώρα, αλλά ήταν πια πολύ αργά. Το πόδι του πάτησε με δύναμη το γκάζι και το αυτοκίνητο ξεκίνησε στριγκλίζοντας.

263


Κεφάλαιο 10

Το αυτοκίνητό που οδηγούσε ήταν παρόμοιο μ’ αυτό που είχε στη Νέα Υόρκη: μικρό, χαμηλό και σπορ. Αίγες μέρες πριν, η Ολίβια δεν άντεχε στη σκέψη να βρεθεί ξανά μαζί του στον περιορισμένο χώρο του. Και τώρα, αυτή τη σκοτεινή νύχτα με το θαμπό φεγγάρι πίσω από τα σύννεφα, αυτή η επαφή τής προκαλούσε ρίγη προσμονής κι ενθουσιασμού. Ο Έντουαρντ έπιασε το χέρι της και το κράτησε σφιχτά πάνω στο μηρό του. Ακόμα κι όταν άλλαζε ταχύτητα, δεν το άφηνε. Ήταν μια απλή επαφή κι όμως την έκανε να νιώθει τα κορμιά τους ενωμένα σφιχτά. Σε μια απότομη στροφή έπεσε πάνω του και την πλημμύρισε η αρρενωπή και γεμάτη δύναμη μυρωδιά του κορμιού του. «Έντουαρντ», ψιθύρισε βραχνά τ’ όνομά του, γιατί ήξερε πως αυτό και μόνο ήταν αρκετό για να του εκφράσει τα συναισθήματά της. Εκείνος την κατάλαβε γιατί σήκωσε το χέρι της στα χείλη του και φίλησε την παλάμη της. Δεν ήξερε πόση ώρα ταξίδευαν μέχρι να φτάσουν στη βίλα του. Ούτε ήθελε να το σκεφτεί, γιατί το πάθος που ένιωθε για τούτο τον άντρα ήταν πιο δυνατό από καθετί εκείνη τη στιγμή. Έφτασαν έξω από ένα μοναχικό σπίτι σε μια μικρή ιδιωτική παραλία. Ο Έντουαρντ τη σήκωσε στην αγκαλιά του και της έδωσε ένα άγριο, γεμάτο πάθος φιλί. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του καθώς τη μετέφερε στα σκοτεινά σ’ ένα δωμάτιο πλημμυρισμένο από τη μυρωδιά της θάλασσας και φωτισμένο από το γλυκό φως του φεγγαριού. Ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του όταν την άφησε και κόπηκε η ανάσα της όταν την έσφιξε αργά πάνω στο κορμί του κι ένιωσε τη ζεστασιά και τον ασυγκράτητο πόθο του. Το στήθος της τρίφτηκε πάνω στο δικό του και οι θηλές της σκλήρυναν. Κι όταν ένιωσε το σκληρό ανδρισμό του πάνω 264


στο κορμί της, ψιθύρισε ξέπνοα τ’ όνομά του. «Ναι», της ψιθύρισε κι εκείνος, με φωνή βραχνή, σχεδόν ξένη. «Ναι». Τα δάχτυλά του άρχισαν να ξεκουμπώνουν ένα ένα τα κουμπιά του φορέματος της. Τα μάτια του είχαν γίνει δυο σκοτεινές λίμνες, τα ρουθούνια του πάλλονταν από πόθο κι εκείνη ρίγησε όταν κατάλαβε πόσο μεγάλη προσπάθεια έκανε για να μην τραβήξει το φόρεμα από πάνω της με μια μόνο κίνηση του χεριού του. Όταν ξεκούμπωσε όλα τα κουμπιά, πήρε το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια του. «Ολίβια», της είπε και το όνομά της στα χείλη του ακούστηκε γλυκό κι όμορφο. Έγειρε και πήρε το στόμα της στο δικό του. Το φιλί του ήταν τρυφερό, τυραννικό και την έκανε να σφιχτεί πάνω του, ζητώντας του ακόμα περισσότερα. Χάιδεψε με την άκρη της γλώσσας της το στόμα του κι εκείνος μ’ ένα βογκητό την τράβηξε στην αγκαλιά του. Όταν την άφησε, παραπάτησε ζαλισμένη κι εκείνος την έπιασε από τη μέση. «Έντουαρντ», μουρμούρισε. «Ναι, αγάπη μου». «Μη σταματάς, σε παρακαλώ», του είπε, αναστενάζοντας βαθιά. Τράβηξε απαλά το φόρεμα από τους ώμους της κι εκείνο σωριάστηκε στο πάτωμα. Ύστερα ξεκούμπωσε το σουτιέν της και το πέταξε κάτω. Σήκωσε δειλά τα μάτια της να τον κοιτάξει, όταν εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω και το βλέμμα του χάιδεψε τρυφερά το πρόσωπο, το λαιμό και το γυμνό της στήθος. «Τι όμορφη που είσαι!» της ψιθύρισε. Τα μάγουλά της βάφτηκαν κόκκινα. «Μη... μη με κοιτάζεις έτσι», του είπε. «Ντρέπομαι». Το βλέμμα του συνάντησε το δικό της. Είδε κάτι ν’ αστράφτει στο βάθος των ματιών του, κάτι σαν έκπληξη ή ένα πιο βαθύ συναίσθημα και την έπιασε από τους καρπούς όταν σήκωσε τα χέρια της για να καλυφθεί. «Μην κρύβεσαι», της είπε ορμητικά. «Θέλω να σε δω». Στάθηκε ολόγυμνη μπροστά του, ακίνητη και τρέμοντας ολόκληρη, καθώς εκείνος την κοιτούσε. Ένιωσε να βρίσκεται στο έλεος του όταν τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω της. Το αίμα της έτρεχε ορμητικό στις φλέβες της και ριγούσε σε ό265


ποιο σημείο του κορμιού της στεκόταν το βλέμμα του. Όταν τα μάτια του έφτασαν στο στήθος της, ένιωσε τις θηλές της ν’ ανασηκώνονται και να σκληραίνουν. Μ’ ένα βογκητό ο Έντουαρντ την έκλεισε στην αγκαλιά του. «Ξέρεις πόσο με ξετρελαίνεις όταν βλέπω πόσο με θέλεις;» της ψιθύρισε. Τράβηξε τα μαλλιά από το λαιμό της και φίλησε με πάθος τη φλογισμένη σάρκα της. «Περίμενα τόσο πολύ, Ολίβια. Σε ήθελα τόσο καιρό». Μια ολόκληρη ζωή, σκέφτηκε εκείνη, όσο σε περίμενα κι εγώ. Ποτέ δεν είχε φανταστεί πως θα ένιωθε έτσι στην αγκαλιά ενός άντρα, εγκλωβισμένη στη φλόγα και τη δύναμη του κορμιού του, που της υπόσχονταν τόσα πολλά. Τα δάχτυλά του σύρθηκαν αισθησιακά πάνω στο δέρμα της και η Ολίβια βόγκηξε όταν τα χέρια του φυλάκισαν το στήθος της. Ύστερα χαμήλωσε το κεφάλι του και πήρε τη θηλή της στο καυτό στόμα του. Φώναξε όταν μια αίσθηση σαν ηλεκτρική εκκένωση τη συγκλόνισε κι έσφιξε τα χέρια της γύρω από το κορμί του. Έχωσε τα δάχτυλά της στα πυκνά μαλλιά του και τον κράτησε πάνω της. «Όμορφη, όμορφή μου αγάπη», μουρμούρισε εκείνος και η προσφώνηση, που κάποτε ήταν μια προσβολή, γέμισε τώρα την καρδιά της μ’ ελπίδα. Τα χέρια του γλίστρησαν στη μέση της κι ύστερα γονάτισε μπροστά της, κρατώντας τη σφιχτά. Γέμισε με πεταχτά φιλιά την κοιλιά της και ξαφνικά το στόμα του ακούμπησε πάνω στην πιο ευαίσθητη περιοχή της. Η Ολίβια έριξε πίσω το κεφάλι της και φώναξε με έκπληξη και πάθος: «Όχι. Δεν πρέπει, Έντουαρντ...» Η λαχανιασμένη διαμαρτυρία της χάθηκε μέσα στα φιλιά και τα χάδια του κι εκείνη, με μια κραυγή χαράς, του παραδόθηκε κι αφέθηκε στη ζεστασιά της γλώσσας και των χεριών του. Ήταν σαν να βρέθηκε ξαφνικά μέσα σ’ ένα πολύχρωμο ουράνιο τόξο που όσο πήγαινε και μεγάλωνε, μέχρι που σκόρπισε σε μυριάδες μικρά φωτεινά αστράκια και τότε η Ολίβια έγειρε πάνω του. «Έντουαρντ», βόγκηξε κι εκείνος σηκώθηκε, πήρε το χαλαρωμένο κορμί της στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στο κρεβάτι με μεγάλα και ανυπόμονα βήματα. Ένιωσε να την ακουμπάει στα απαλά μεταξωτά σεντόνια και στα πουπουλένια μαξιλάρια, ενώ μέσα από τα μισόκλειστα μάτια της τον παρακολουθούσε να γδύνεται μέχρι που έμεινε ολόγυμνος. Το φεγγαρόφωτο φώ266


τιζε αμυδρά το σκληρό, γεμάτο μυς, χρυσαφένιο κορμί του. Τι όμορφος που είναι και πόσο περήφανος για τον ανδρισμό του, σκέφτηκε ζαλισμένη η Ολίβια. «Ολίβια», ψιθύρισε και το βλέμμα του αιχμαλώτισε το δικό της. Τότε εκείνη κατάλαβε πως ήταν δική του και θα έμενε δική του για πάντα. Χαμογέλασε κι άπλωσε τα χέρια της. «Έλα κοντά μου», του είπε. Κι εκείνος την υπάκουσε. *** Πολύ αργότερα η Ολίβια, κουλουριασμένη στην αγκαλιά του Έντουαρντ, είδε το φεγγάρι να κρύβεται πίσω από τα σύννεφα και το δωμάτιο βυθίστηκε στο σκοτάδι. Εκείνος έσπρωξε τα μαλλιά της από το ιδρωμένο μέτωπό της και τη φίλησε τρυφερά. «Γιατί δε μου το είπες;» τη ρώτησε ψιθυριστά. Εκείνη έκλεισε τα μάτια και θυμήθηκε τη στιγμή που την έκανε δική του, όταν μπήκε ορμητικά μέσα της και πάγωσε από την αντίσταση που συνάντησε. «Ολίβια!» είχε φωνάξει βραχνά. «Θεέ μου! Δεν είχα ποτέ φανταστεί...» Η Ολίβια είχε τραβήξει το κεφάλι του στην αγκαλιά της κι έπνιξε τις ερωτήσεις του με φιλιά, ενώ τέντωνε το κορμί της πάνω στο δικό του προκαλώντας τον να συνεχίσει κι εκείνος μ’ ένα βογκητό μπήκε βαθιά μέσα της. Τώρα, μετά τις τόσο γλύκες ερωτικές στιγμές που είχαν ζήσει οι δυο τους, η φωνή του ακουγόταν το ίδιο έκπληκτη. «Έπρεπε να μου το είχες πει», της είπε απαλά. «Πως ήμουν παρθένα;» τον ρώτησε γελώντας. «Δεν είναι κάτι που ανακοινώνεις σ’ έναν άντρα, Έντουαρντ... Ούτε καν για να τον πείσεις πως δεν κοιμήθηκες ποτέ με τον πατριό του». «Διάολε! Όταν σκέφτομαι όσα σου είπα...» «Ξέχασέ τα», του ψιθύρισε τρυφερά. To μπράτσο του σφίχτηκε γύρω της. «Θα με συγχωρήσεις ποτέ; Σου έχω κάνει πράγματα που... που...» «Τίποτα δεν έχει σημασία τώρα πια», του είπε και τον φίλησε στο λαιμό. «Τα ξέχασα κιόλας». «Δεν είναι έτσι», διαμαρτυρήθηκε εκείνος και τον ένιωσε να σφίγγεται στην αγκαλιά της. «Πρέπει να σου εξηγήσω...» 267


«Όχι», του ψιθύρισε. «Δε χρειάζεται». Στηρίχτηκε στον αγκώνα της και τα μαλλιά της έπεσαν πάνω στο γυμνό της ώμο. «Φταίω κι εγώ. Θα μπορούσα... θα έπρεπε... να είχα επιμείνει ν’ ακούσεις την αλήθεια από την πρώτη στιγμή, αλλά ποτέ δε μου έδωσες αυτή την ευκαιρία κι αργότερα είχα θυμώσει τόσο που σε άφησα να σκέφτεσαι ό,τι ήθελες». Τύλιξε το χέρι του πίσω από το λαιμό της και την τράβηξε πάνω στο στήθος του. «Η Ρία», είπε μέσ’ από τα δόντια του. «Αυτή η αναθεματισμένη η Ρία! Για όλα όσα έγιναν φταίει αυτή. Θεέ μου, θα την πνίξω!» Η Ολίβια ακούμπησε τ’ ακροδάχτυλά της στο στόμα του. «Θυμάσαι τι μου είπες; Πως δε θέλεις να μιλάς για κείνη. Αυτό ζητώ κι εγώ τώρα. Δε θέλω ούτε τ’ όνομά της ν’ ακούω». «Σε καταλαβαίνω, αγάπη μου, αλλά...» «Δεν το πιστεύεις, έτσι; Πως η Ρία δε σ’ ενδιαφέρει, εννοώ». «Ολίβια...» Ο χρόνος σταμάτησε για μια στιγμή κι ύστερα ο Έντουαρντ την τράβηξε στην αγκαλιά του αναστενάζοντας και τη φίλησε. «Τίποτα δε μ’ ενδιαφέρει εκτός από σένα», ψιθύρισε. «Δεν μπορώ να πιστέψω πως κανένας άντρας δε σε διεκδίκησε ποτέ», πρόσθεσε απαλά. «Τι σοβινιστής που είσαι!» τον πείραξε χαμογελώντας εκείνη. «Πώς μπόρεσε να περάσει από το μυαλό σου μια τέτοια σκέψη;» «Έτσι, ε;» «Μην το πάρεις πάνω σου, αλλά περίμενα πάντα τον έναν και μοναδικό άντρα στη ζωή μου». «Ευχαριστώ που με περίμενες», της ψιθύρισε και της έδωσε ένα φιλί. «Παρακαλώ», του είπε πειραχτικά κι ύστερα τον ρώτησε. «Ήμουν καλή; Δε... δε σε απογοήτευσα;» «Με απογοήτευσες;» «Ξέρεις τι θέλω να πω». Εκείνος γέλασε και της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στη μύτη. «Αν θέλεις ν’ ακούσεις κομπλιμέντα...» «Νόμιζες πως ήμουν ένα είδος... εταίρας», του είπε βιαστικά, «κι όταν ανακάλυψες πως ήμουν...» «Ήσουν υπέροχη», τη βεβαίωσε τρυφερά, σφραγίζοντας το στόμα της μ’ ένα φιλί. «Για να πω την αλήθεια, ήσουν αυτό που ονειρευόμουν». 268


«Αλήθεια;» «Γυρεύεις φιλοφρόνηση, κυρία μου», της είπε και την έπιασε απαλά από τα μαλλιά, τραβώντας το κεφάλι της πίσω. «Κι έχω μια έτοιμη να σου δώσω». «Σαν ποια δηλαδή;» τον ρώτησε χαμογελώντας. «Αυτή». Το χέρι του κινήθηκε στο κορμί της κι εκείνη έβγαλε μια μικρή φωνούλα. «Έντουαρντ! Τι κάνεις;» «Εσύ τι λες πως κάνω;» «Μα... μπορείς; Τόσο σύντομα, εννοώ...» Πήρε το χέρι της και το ακούμπησε λίγο πιο κάτω από την κοιλιά του. «Εσύ τι λες, αγάπη μου;» τη ρώτησε μ' ένα βραχνό ψίθυρο. «Μπορώ;» Όταν της άνοιξε τους μηρούς και μπήκε μέσα της, ο κόσμος χάθηκε γύρω της. *** Η Ολίβια ξύπνησε και τεντώθηκε νωχελικά, απολαμβάνοντας τη λιακάδα. «Έντουαρντ», ψιθύρισε, απλώνοντας το χέρι της να τον πιάσει, αλλά εκείνος δεν ήταν δίπλα της. Ένιωσε την καρδιά της να σταματάει. Ανακάθισε και τύλιξε την κουβέρτα γύρω από το στήθος της, τη στιγμή που άνοιξε η πόρτα. «Καλημέρα». Ο Έντουαρντ την κοίταζε χαμογελαστός από το άνοιγμα της πόρτας. Φορούσε μόνο ένα λευκό κοντό παντελόνι και η θέα του λεπτού, γεροδεμένου κορμιού του της ξύπνησε τις αναμνήσεις της προηγούμενης παθιασμένης νύχτας που πέρασαν μαζί. Τι ανόητη που είμαι να τον ντρέπομαι μετά απ’ αυτά που μοιραστήκαμε, σκέφτηκε, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το αίμα που έβαψε κόκκινα τα μάγουλά της. «Καλημέρα», του είπε, σφίγγοντας γύρω της την κουβέρτα. Ο Έντουαρντ της χαμογέλασε και την πλησίασε. «Απελπίστηκα μόνος εκεί έξω», της είπε. «Ερχόμουν κάθε δέκα λεπτά να δω αν ξύπνησες, εδώ και μια ώρα...» «Μια ώρα; Ήσουν δηλαδή ξύπνιος κι εγώ...» «Και κάθε φορά σε έβρισκα στην ίδια θέση, με τα χέρια απλωμένα πάνω στο κρεβάτι...» 269


«Εγώ; Κοιμόμουν με ανοιχτά χέρια;» «...Λες κι είχες σκοπό να κοιμηθείς όλη μέρα κι εγώ σκέφτηκα πως θα πεθάνω της πείνας σήμερα». «Κάνεις μεγάλο λάθος. Δεν κοιμάμαι ποτέ έτσι. Κι αν όλα αυτά τα λες γιατί θέλεις να σου φτιάξω πρωινό...» Ο Έντουαρντ ξάπλωσε στο κρεβάτι δίπλα της. «Εντάξει», παραδέχτηκε. «Το είπα για να σε πειράξω. Κοιμόσουν κουλουριασμένη στην αγκαλιά μου, λες κι ανήκες πάντα εκεί. Οι μόνοι ήχοι που έβγαζες ήταν τα μικρά βογκητά όταν σε άγγιζα και...» «Αποκλείεται. Ποτέ δε βγάζω κανενός είδους ήχο όταν κοιμάμαι». Εκείνος έσκυψε και τη φίλησε στο στόμα. «Και η μόνη αιτία που έμεινα κι εγώ νηστικός ήταν επειδή ήθελα να φάμε μαζί πρωινό και περίμενα να ξυπνήσεις». «Έφτιαξες πρωινό;» τον ρώτησε χαμογελώντας. «Μη σου κάνει τόση εντύπωση. Ναι, έφτιαξα πρωινό. Φρέσκο χυμό πορτοκάλι, μπέικον με αβγά, μπισκότα...» «Μπισκότα;» τον ρώτησε έκπληκτη. «Έτοιμα, φυσικά, αλλά πρέπει να τα ζεστάνεις για να τα φας. Εντυπωσιάστηκες;» τη ρώτησε χαμογελώντας. Ξαφνικά όλη η ντροπή της χάθηκε κι έγινε μια αγάπη τόσο δυνατή που ένιωσε το λαιμό της να σφίγγεται. Άπλωσε τα χέρια της και πήρε το πρόσωπό του ανάμεσά τους. «Πολύ φοβάμαι πως πρέπει να προσπαθήσεις πολύ για να μ’ εντυπωσιάσεις, κύριε Άρτσερ». «Είσαι δύσκολη γυναίκα», της είπε βραχνά και πέταξε από πάνω της την κουβέρτα. «Μου φαίνεται πως θα κάνω ακόμα μια προσπάθεια». «Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρεις. Θέλω να πω πως πρέπει να σκεφτείς κάτι πραγματικά έξυπνο...» «Σαν αυτό...» της είπε χαμογελώντας. «Αχ, ναι, ναι. Σαν αυτό...» του είπε με κομμένη ανάσα. Αγκαλιάστηκαν με πάθος και χάθηκαν σ’ αυτό. *** Μέχρι να σηκωθούν, το πρόγευμα είχε παγώσει. Κι όπως υποστήριζε ο Έντουαρντ, ήταν το καλύτερο που έφτιαξε ποτέ. Το μπέικον ήταν καμένο στις άκρες, τα μπισκότα ξεροψημένα και τ’ αβγά είχαν γεύση απερίγραπτη. Αλλά δεν τους ένοιαζε270


ήπιαν τον καφέ τους ανταλλάσσοντας συνέχεια φιλιά. Πήραν το πρωινό τους στη βεράντα με θέα τη θάλασσα, θαυμάζοντας την κατάλευκη άμμο και το απέραντο γαλάζιο. «Τι όμορφα που είναι!» είπε απαλά η Ολίβια. «Εσύ είσαι που τα κάνεις όλα να φαίνονται όμορφα», της είπε χαμογελώντας εκείνος. «Κι εσύ δεν πας πίσω», του ανταπέδωσε τη φιλοφρόνηση. Κούνησε το κεφάλι ευτυχισμένος και συνέχισε το φαγητό του, ενώ το χαμόγελο της Ολίβια χάθηκε από τα χείλη της. Του είχε πει αλήθεια. Καθισμένος απέναντι της, με τα μαύρα μαλλιά του ακόμα υγρά από το ντους που έκαναν μαζί, με τον ήλιο να τονίζει τους γυμνούς ώμους και τα γεροδεμένα μπράτσα του, ο Έντουαρντ αποτελούσε το όνειρο κάθε γυναίκας. «Παράτα τα», της είχε πει όταν την είδε να μαζεύει τα ρούχα τους από το πάτωμα. «Θα ντυθούμε επίσημα για το πρόγευμα». Πράγμα που σήμαινε, σκέφτηκε η Ολίβια γελώντας ευτυχισμένη, πως τώρα φορούσε ένα μακό ξεθωριασμένο μπλουζάκι κι ο Έντουαρντ σορτς που άφηνε γυμνό το υπόλοιπο, υπέροχο κορμί του. Κι ήταν πραγματικά όμορφος, όχι μόνο στην εμφάνιση αλλά σε όλα. Τον είχε παρεξηγήσει εντελώς. Είχε θεωρήσει τη σιγουριά του αλαζονεία, τη δύναμή του δεσποτισμό και την αποφασιστικότητά του θρασύτητα. Ο παλιός εχθρός της είχε γίνει ξαφνικά ο άνθρωπος που αγαπούσε. Μακάρι να μπορούσα να του το πω, σκέφτηκε, όχι την ώρα του πάθους μας αλλά τώρα, μια τόσο ήρεμη στιγμή. Μακάρι να μπορούσε να του πει πως τον αγαπάει, με την ίδια ευκολία που θα του έλεγε οτιδήποτε. Αλλά του το είχε πει ήδη μια φορά και δεν είχε πάρει απάντηση... «...Για τις σκέψεις σου», τον άκουσε να της λέει χαμογελώντας αμυδρά. «Τι... τι είπες;» τον ρώτησε. «Ήμουν αφηρημένη». «Σου πρόσφερα ένα θησαυρό για τις σκέψεις σου». Το χαμόγελό του έγινε ακόμα πιο ζεστό καθώς πήρε το χέρι της και το ακούμπησε στο στόμα του. «Εκτός κι αν προτιμάς ένα φιλί...» Τον κοίταξε σαστισμένη. «Δεν... αξίζουν τον κόπο». «Δηλαδή τα φιλιά μου δεν αξίζουν τίποτα για σένα;» τη ρώτησε, ανασηκώνοντας περιπαιχτικά τα φρύδια του. 271


«Όχι, όχι. Δεν εννοούσα αυτό. Μόνο που...» Πίεσε τα χείλη του στην παλάμη της και κράτησε σφιχτά το χέρι της μέσα στο δικό του. «Σε πειράζω, αγάπη μου». «Με συγχωρείς», είπε αναστενάζοντας η Ολίβια και του χαμογέλασε δειλά. «Σκεφτόμουν... ότι όλος αυτός ο καθαρός αέρας και η λιακάδα με έχουν ζαλίσει. Ήμουν εδώ και κάμποσες μέρες στα νησιά, αλλά ποτέ...» «Ποτέ τι;» Ανασήκωσε τους ώμους της. «Ξέρω πως θα σου φανεί γελοίο, αλλά ποτέ δεν πρόσεξα πόσο όμορφα είναι. Με... με απασχολούσαν άλλα πράγματα...» Το χέρι του έσφιξε το δικό της. «Από δω και πέρα θα σε απασχολώ μόνο εγώ», της είπε σχεδόν θυμωμένα. Περίμενε να της πει κάτι ακόμα, αλλά δε μίλησε. Μετά από λίγο ξερόβηξε και τον ρώτησε: «Έντουαρντ, πώς με βρήκες;» «Άφησες πίσω σου το μίτο της Αριάδνης, αγάπη μου». «Τι πράγμα;» «Κάθε φορά που έκανες συναλλαγή με την πιστωτική σου κάρτα, άφηνες τα ίχνη σου». «Μα, βέβαια. Και συμπέρανες πως ήρθα να βρω τη Ρία;» Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το μάγουλό της. «Για να πω την αλήθεια, δε σκέφτηκα πως αποφάσισες ξαφνικά να φύγεις για διακοπές μέσα στο καταχείμωνο». «Έχεις δίκιο», παραδέχτηκε εκείνη. «Εγώ... εγώ...» Ήθελε να του κάνει ακόμα μια ερώτηση, μια ανόητη ερώτηση, που ήδη ήξερε την απάντηση, αλλά... «Έντουαρντ», άρχισε διστακτικά, «ήρθες εδώ για μένα ή... ή για τη Ρία;» Τα μάτια του σκοτείνιασαν. «Χτες το βράδυ μου είπες πως δε θα με βοηθήσεις να τη βρω». Του το είχε πει, αλλά πριν γίνουν εραστές. Αυτό που ήθελε τότε ήταν να βάλει ένα τέλος σε οποιοδήποτε σχέση τους, να βγάλει για πάντα τον Έντουαρντ από τη ζωή της. Και ο πιο σίγουρος τρόπος για να πετύχει το σκοπό της ήταν να αρνηθεί να τον βοηθήσει να βρει τη Ρία Μπάσκομπ. Τώρα, όμως, είχαν αλλάξει όλα. Αγαπούσε τον Έντουαρντ με όλη τη δύναμη της καρδιάς της και, μόλο που δεν ήταν τόσο ανόητη ώστε να σκεφτεί πως κι εκείνος την είχε ερωτευτεί, πίστευε πως κάτι ένιωθε γι’ αυτή, κάτι μεγαλύτερο από το τυφλό πάθος που γεννιόταν μέσα του όταν την έπαιρνε 272


στην αγκαλιά του. Αφού τον αγαπούσε, ήταν σωστό να του αρνηθεί τη βοήθειά της; Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να του δώσει την κάρτα που κρατούσε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου της για να ολοκληρώσει την έρευνά του. «Ολίβια; Αυτό δε μου είπες;» «Ναι, αλλά...» «Άσε τα ‘αλλά’ », της είπε σταθερά. «Τέλος αυτή η συζήτηση», πρόσθεσε και τη φίλησε τρυφερά. «Τι θα γίνει με τις μετοχές που της άφησε ο Τσαρλς; Τις ήθελες τόσο πολύ... Θα παραιτηθείς, λοιπόν;» Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Είπα, τέλος αυτή η συζήτηση». Την έπιασε από τα χέρια και τη σήκωσε. «Έλα τώρα. Έχουμε πολλά να κάνουμε σήμερα». «Σαν τι δηλαδή;» τον ρώτησε χαμογελώντας. «Πρώτα απ’ όλα θα πάμε στο δωμάτιο που έμενες να πάρουμε τα πράγματά σου». «Κόντεψα να το ξεχάσω. Πρέπει να γυρίσουμε στη Νέα Υόρκη». Τα χέρια του Έντουαρντ χάιδεψαν τρυφερά την πλάτη της. «Δε θα πάμε πουθενά». «Γιατί;» ρώτησε κοιτάζοντάς τον η Ολίβια. «Νόμιζα... υπέθεσα πως τώρα που δε θέλεις πια να βρεις τη Ρία...» «Γιατί να γυρίσουμε στον κρύο, γκρίζο χειμώνα όταν μπορούμε να μείνουμε εδώ, στη ζεστή λιακάδα;» «Μαζί;» «Ναι. Σκέφτηκα να φέρεις εδώ τα πράγματά σου και να μείνουμε λίγες μέρες ακόμα. Πώς σου φαίνεται;» «Να μείνουμε εδώ; Οι δυο μας;» «Αυτό ακριβώς σου λέω», της είπε μ’ ένα φιλί. Θέλει να μετακομίσω εδώ. Να μείνω μαζί του, σκέφτηκε ζαλισμένη η Ολίβια. Δε με ήθελε για μια μόνο νύχτα δηλαδή; «Αν σκέφτεσαι να ξανανθίζεις το Όνειρο της Ολίβια...» Δεν είχε τέτοιο σκοπό. Δε σκέφτηκε ούτε μια φορά το μαγαζί της από το προηγούμενο βράδυ που την πήρε ο Έντουαρντ στην αγκαλιά του. «...Πρέπει να ξέρεις πως είναι νωρίς ακόμα», συνέχισε απαλά εκείνος. «Ο κόσμος θα ξεχάσει με τον καιρό, αλλά...» «Αλλά όχι ακόμα», συμφώνησε. «Το ξέρω. Όμως να έρθω εδώ, να μείνω μαζί σου...» 273


«Κοντά στη θάλασσα, στην αμμουδιά, μόνη μαζί μου. Αν θέλεις, μπορούμε να κλείσουμε ξενοδοχείο. Ξέρω κάποιο...» «Δε... δεν είναι αυτό», του είπε βιαστικά, κατακόκκινη. «Και μόνο που σκέφτομαι πως... πως θα είμαι εδώ μόνη μαζί σου είναι... είναι...» Το κουράγιο της την εγκατέλειψε. «Είναι υπέροχη ιδέα», πρόσθεσε ντροπαλά. «Υπέροχη ιδέα;» είπε γελώντας εκείνος. «Υπέροχη ιδέα; Κρίμα το όμορφο πρόγευμα που σου ετοίμασα...» «Έντουαρντ...» «Πέρασα μια ολόκληρη νύχτα κάνοντάς σου τρελό, παθιασμένο έρωτα...» «Έντουαρντ», επανέλαβε εκείνη, προσπαθώντας να χαμογελάσει. «Άκουσε με...» «Μήπως δε σου άρεσε ο τρόπος που σου έκανα έρωτα;» συνέχισε να την πειράζει εκείνος. «Μήπως δε σου άρεσε το καμένο μπέικον και τα νοστιμότατα αβγά που σου έφτιαξα;» «Ακουσέ με, Έντουαρντ...» «Μήπως θέλεις να προσλάβω μια γυναίκα να κάνει το νοικοκυριό και το μαγείρεμα;» Την πήρε στην αγκαλιά του και της ψιθύρισε: «Δε θέλεις να μείνεις μαζί μου, αγάπη μου;» Η Ολίβια δίστασε. Φυσικά και το ήθελε, αλλά δεν ήταν σωστό. Αυτό της υπαγόρευαν οι αναστολές μιας ζωής. Δεν ήταν σωστό να μείνει μόνη μ’ έναν άντρα. Έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του. Μήπως οι αναστολές της δεν την είχαν οδηγήσει σε φοβερά λάθη μέχρι τώρα; Είχε κάνει λάθος για τη Ρία και τον Τσαρλς ακόμα και για τον Έντουαρντ. Ήταν καλός κι ευγενικός κι αν τον είχε παρεξηγήσει ήταν επειδή δεν τον έκρινε σωστά. Και σίγουρα δεν έφταιγε εκείνος για το λάθος της. «Ολίβια;» Σήκωσε το βλέμμα της κι είδε τον Έντουαρντ να την κοιτάζει μ’ ένα παράξενο χαμόγελο στα χείλη και μ’ ένα βλέμμα που δεν είχε δει άλλη φορά. Λες... λες και φοβάται την άρνησή μου, σκέφτηκε και η καρδιά της φτερούγισε από χαρά. «Είσαι σίγουρος πως δε θα με υποχρεώσεις να τρώω τα φαγητά σου;» τον ρώτησε πειραχτικά. Τα μάτια του ξαστέρωσαν και της χαμογέλασε. «Σου τ’ ορκίζομαι». «Είσαι φοβερός», του είπε αναστενάζοντας. «Θα μείνεις, λοιπόν;» 274


«Είχες καμιά αμφιβολία πως θα γινόταν το δικό σου;» «Καμία», της είπε, τραβώντας τη στην αγκαλιά του και δίνοντάς της ένα ατέλειωτο φιλί.

275


Κεφάλαιο 11

Αργά το ίδιο απόγευμα όλα τα ρούχα της Ολίβια ήταν κρεμασμένα στην τεράστια ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας του σπιτιού της παραλίας μαζί μ’ αυτά του Έντουαρντ. Βλέποντας τα πράγματά της εκεί, ένιωσε ένα παράξενο μείγμα συναισθημάτων: χαρά και πόνο μαζί. Ήθελε να μείνει μαζί του, το ήθελε πολύ! Αλλά να μετακομίσει στο σπίτι του μ’ αυτό τον τρόπο... Ποτέ δεν είχε φανταστεί πως θα έκανε κάτι τέτοιο. Δεν ήταν, βέβαια, τίποτα το ανήθικο. Οι γυναίκες και οι άντρες έμεναν μαζί χωρίς να είναι παντρεμένοι στην εποχή μας. Αλλά ο Έντουαρντ δεν της είχε ζητήσει να ζήσει μαζί του, της είχε ζητήσει απλώς να μείνει μαζί του. Κι υπήρχε μεγάλη διαφορά. Τι θα γινόταν όταν επέστρεφαν στη Νέα Υόρκη και ξανάρχιζαν τη ζωή τους; Η Ολίβια κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Τι θα έκανε αν της ζητούσε να μείνει μαζί του στο διαμέρισμά του; Τι θα έκανε; Μακάρι να ήξερε τι ένιωθε για κείνη. Της είχε κάνει υπέροχο, γεμάτο πάθος έρωτα, αλλά ποτέ δεν της είχε πει τις λέξεις που τόσο λαχταρούσε ν’ ακούσει. «...Για δείπνο;» Γύρισε ξαφνιασμένη κι είδε τον Έντουαρντ να την κοιτάζει από τη μισάνοιχτη πόρτα της τουαλέτας. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο σαπουνάδα. «Τι... τι είπες;» τον ρώτησε χαμογελώντας αδέξια. «Δε σ’ άκουσα». «Σε ρώτησα αν θέλεις να πάμε για φαγητό στην πόλη ή μήπως θέλεις να φάμε εδώ». «Εδώ», αποκρίθηκε βιαστικά. «Στη βεράντα, να δούμε τη δύση». Τον κοίταξε χαμογελαστή. «Εκτός αν δε συμφωνείς». «Βέβαια και συμφωνώ», της είπε και την πλησίασε χαμογελώντας, σκουπίζοντας με την άκρη της πετσέτας το πρόσωπό 276


του. «Σου αρέσει το σπίτι μου, λοιπόν;» «Αχ, το λατρεύω... Δικό σου είναι;» τον ρώτησε απορημένη. «Αυτό το σπίτι είναι δικό σου;» «Αυτό και όλη η παραλία που υπάρχει μπροστά του. Δεν έρχομαι εδώ όσο συχνά θα ήθελα. Μόνο κάνα δυο βδομάδες κάθε χειμώνα, αλλά... Γλυκιά μου; Τι έπαθες;» «Δεν μπορώ να το πιστέψω. Αυτό το σπίτι είναι δικό σου, όπως το διαμέρισμα στο Μανχάταν και το εξοχικό». «Υπάρχει κι ένα διαμέρισμα στο Λονδίνο αν ενδιαφέρεσαι», της είπε ο Έντουαρντ, χαμογελώντας αμήχανα. «Πηγαίνω εκεί για δουλειές κάμποσες φορές το χρόνο, βλέπεις, και... Μα τι συμβαίνει, Ολίβια; Σ’ ενοχλεί που έχω τόσα σπίτια;» «Όχι βέβαια, όχι», του είπε και σηκώθηκε. «Μόνο... μόνο που σκέφτομαι πόσο διαφορετικοί είμαστε εμείς οι δυο». Σαν τη μέρα με τη νύχτα, σκέφτηκε ριγώντας. Όμως το χέρι του Έντουαρντ, που γλίστρησε καυτό κάτω από την μπλούζα της, έδιωξε κάθε ανησυχία της. «Είμαστε», της είπε βραχνά και η ανάσα της κόπηκε καθώς τα δάχτυλά του σύρθηκαν αισθησιακά πάνω στο γυμνό κορμί της. «Ναι, αγάπη μου, είμαστε διαφορετικοί. Κι αυτό είναι που μ’ αρέσει». Έριξε μια ματιά στην ανοιχτή ντουλάπα πίσω της και πρόσθεσε χαμογελώντας: «Βλέπω ότι έκανες κατάληψη σε όλες τις άδειες κρεμάστρες, ε;» Στριφογύρισε ανήσυχη στην αγκαλιά του. «Ήταν δική σου ιδέα, Έντουαρντ, μην το ξεχνάς». «Έι, κάτι έχεις εσύ, έτσι;» τη ρώτησε, γυρίζοντας το πρόσωπό της προς το μέρος του. «Δεν έχω τίποτα. Απλώς νιώθω... νιώθω λίγο παράξενα. Επειδή είμαι εδώ μαζί σου, εννοώ». Εκείνος χαμογέλασε. «Είναι τόσο φοβερό;» Η Ολίβια ένιωσε την καρδιά της να βουλιάζει. Θα μπορούσε να μείνει κοντά του για πάντα κι αυτό ήταν το φοβερό. Αλλά ο Έντουαρντ δεν της είχε προτείνει τίποτα τέτοιο. Όχι ακόμα τουλάχιστον. Μπορεί, όμως, να της το ζητούσε, ίσως. . Άντρες όπως αυτός δεν κάνουν ποτέ τέτοιες προτάσεις σε κορίτσια σαν κι εσένα, την προειδοποίησε μια σκληρή φωνή μέσα της. Τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω της. «Γιατί είσαι λυπημένη;» τη ρώτησε απαλά. «Συγνώμη, Έντουαρντ, αλλά...» 277


«Αν σκέφτεσαι πως θα σ’ αφήσω να μου φύγεις τώρα, μετά απ’ όσα πέρασα για να σε κατακτήσω...» Η Ολίβια δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει, όταν εκείνος μ’ ένα πνιχτό βογκητό δάγκωσε τρυφερά το λαιμό της. «Σε παγίδεψα», της είπε. «Τώρα που σ’ απέκτησα, δεν πρόκειται να σε χάσω». Τα λόγια του την έκαναν να καταλάβει ξαφνικά πόσο ανόητα σκεφτόταν. Γιατί καταστρέφω αυτή την πολύτιμη ευτυχία μ’ αυτές τις απαισιόδοξες σκέψεις; αναρωτήθηκε αναστενάζοντας κι ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. «Τώρα κατάλαβα», του είπε. «Με παρέσυρες στη φωλιά σου και...» «Και δε θα σ’ αφήσω να φύγεις. Ναι!» «Πώς θα τα καταφέρεις;» του ψιθύρισε, πιέζοντας τα χείλη της στο λαιμό του. Δεν της απάντησε αμέσως και μετά από λίγο της είπε γελώντας: «Με όποιον τρόπο μπορώ, αγάπη μου». Η φωνή του ακούστηκε άγρια κι αποφασιστική κι εκείνη του έριξε μια γρήγορη ματιά, επειδή φοβήθηκε μήπως ο αγαπημένος της γινόταν πάλι ο ψυχρός άγνωστος που είχε αναστατώσει σαν θύελλα τη ζωή της πριν από λίγες εβδομάδες. «Έντουαρντ, τι συμβαίνει;» Εκείνος την κοίταξε και για μια στιγμή το βλέμμα του της φάνηκε ανέκφραστο και σκοτεινό, αλλά αμέσως μετά της χαμογέλασε και χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά της. «Μόλις τώρα σκέφτηκα πως δεν έχουμε να φάμε τίποτα για βράδυ». Η Ολίβια γέλασε. «Μόνο το στομάχι σου σκέφτεσαι εσύ;» «Και τι άλλο να κάνω αφού μου παίρνεις μέρα και νύχτα τη δύναμή μου;» τη ρώτησε χαμογελώντας. «Σου είπα ότι η οικονόμος με πληροφόρησε πως επειδή δεν την ειδοποίησα εγκαίρως για την άφιξή μου δε θα μπορέσει να έρθει αυτή την εβδομάδα;» «Α, μάλιστα», του είπε πειραχτικά, «τώρα κατάλαβα. Με θέλεις εδώ για να σου μαγειρεύω». «Απ’ ό,τι θυμάμαι, το μόνο που ξέρεις να φτιάχνεις είναι καφές». «Σε πληροφορώ ότι είμαι μια πρώτης τάξεως μαγείρισσα. Αρκεί να υπάρχει στο σπίτι ανοιχτήρι για κονσέρβες. Πάμε, λοιπόν, στην κουζίνα για να...» 278


«Θα έρθω σε λίγο. Να τελειώσω πρώτα το ξύρισμά μου». «Μα, ξυρίστηκες. Κάνεις τα πάντα για ν' αποφύγεις το μαγείρεμα, έτσι;» «Άσε με, τουλάχιστον, να κάνω ένα ντους και να φορέσω ένα τζιν και σου υπόσχομαι να μην αργήσω. Εντάξει;» «Με διώχνεις δηλαδή;» «Τι πράγμα;» τη ρώτησε ξαφνιασμένος εκείνος. Η Ολίβια γέλασε ανάλαφρα και του έδωσε ένα πεταχτό φιλί. «Φοβάσαι μήπως -πώς να το πω;- μήπως ‘σου απομυζήσω’ τη δύναμή σου πάλι;» «Ακριβώς, αγάπη μου», παραδέχτηκε εκείνος αναστενάζοντας. «Κάνε μου, λοιπόν, τη χάρη να κατέβεις στην κουζίνα και να ετοιμάσεις κάτι να φάμε». «Μην αργήσεις», του ψιθύρισε φεύγοντας η Ολίβια. «Πέντε λεπτά. Ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω», υποσχέθηκε εκείνος. Η Ολίβια σιγοτραγουδούσε καθώς ετοίμαζε το δείπνο. Η κουζίνα ήταν μοντέρνα και πολύ καλά εξοπλισμένη βρήκε φιλέτα στην κατάψυξη, τα ξεπάγωσε στο φούρνο μικροκυμάτων, ύστερα τα έβαλε στο γκριλ κι έφτιαξε σαλάτα. Μισή ώρα αργότερα το φαγητό ήταν έτοιμο, αλλά ο Έντουαρντ δεν είχε φανεί ακόμη. Στάθηκε στη βάση της σκάλας και τον φώναξε. Όταν δεν πήρε καμιά απάντηση, ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά μέχρι την κρεβατοκάμαρα. «Έντουαρντ;» φώναξε ακόμα μια φορά καθώς έσπρωχνε τη μισάνοιχτη πόρτα. Τον είδε καθισμένο στην άκρη του κρεβατιού, με την πλάτη γυρισμένη, να τηλεφωνεί. «Έντουαρντ;» τον ξαναφώναξε. Εκείνος της έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του κι όταν η Ολίβια είδε την ψυχρή, θυμωμένη έκφραση του προσώπου του, έκανε ξαφνιασμένη ένα βήμα πίσω. «Βρες το», τον άκουσε να λέει στο τηλέφωνο, «και γρήγορα μάλιστα». Βρόντηξε το ακουστικό και πήρε μια βαθιά ανάσα. Όταν γύρισε να την κοιτάξει, η έκφρασή του ήταν ανεξιχνίαστη. «Δεν ήθελα να σ’ ενοχλήσω», απολογήθηκε η Ολίβια, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. «Αλλά...» «Δουλειές», τη διέκοψε εκείνος, χαμογελώντας συγκρατημένα καθώς την πλησίασε. «Δεν μπορώ να ησυχάσω στιγμή». 279


«Μου φάνηκες τόσο... τόσο θυμωμένος...» «Αλήθεια; Για να είμαι ειλικρινής, ήμουν. Η υπέροχη μυρωδιά του φιλέτου μού είχε σπάσει τη μύτη, όταν ξαφνικά χτύπησε το αναθεματισμένο το τηλέφωνο», της είπε, φιλώντας τρυφερά την κορφή του κεφαλιού της. «Και ποιος άντρας στη θέση μου δε θα θύμωνε;» Η Ολίβια σήκωσε το κεφάλι της. «Αλλά, Έντουαρντ...» Εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του και τη φίλησε παθιασμένα ξανά και ξανά. Όταν επιτέλους κατέβηκαν στην κουζίνα, το φιλέτο είχε στεγνώσει. Αλλά αυτό που απασχολούσε την Ολίβια δεν ήταν το φαγητό. Ήταν το γεγονός πως δεν είχε ακούσει το τηλέφωνο να χτυπάει, οπότε αυτός που είχε τηλεφωνήσει ήταν ο Έντουαρντ κι όχι κάποιος άλλος. Ωστόσο, κατάφερε να πνίξει τις αμφιβολίες της και ν’ αφεθεί στην ευτυχία που τόσο λαχταρούσε η καρδιά της. *** Ο καιρός κυλούσε αργά, με κολύμπι κι ηλιοθεραπεία κάτω από τον τροπικό ήλιο τη μέρα, με φεγγαρόφωτο κι έρωτα τη νύχτα. Τίποτα δεν τάραζε την ηρεμία τους, ούτε ακόμα και η ευγενική, διακριτική οικονόμος που ερχόταν νωρίς το πρωί κι έφευγε το μεσημέρι. Η ζωή τους ήταν απλή, αλλά το γεγονός ότι ήταν μαζί τα έκανε όλα να φαίνονται υπέροχα κι εξωτικά. Πολλές φορές η Ολίβια ξυπνούσε μέσα στη νύχτα, στην αγκαλιά του Έντουαρντ κι άκουγε τον απαλό ψίθυρο της θάλασσας και την ακόμα πιο απαλή ανάσα του αγαπημένου της, προσπαθώντας να μη σκέφτεται πόσο ακόμα θα κρατούσε αυτή η ευτυχία. Ωστόσο, η μέρα που αναγκάστηκε να το κάνει ήταν ολόιδια με τις άλλες. Ο Έντουαρντ είχε νοικιάσει ένα ιστιοφόρο με το οποίο είχαν ήδη επισκεφτεί το Κατ Αιλαντ και το πανέμορφο Σαν Σαλβαντόρ. Εκείνη τη μέρα έβαλαν πλώρη για τα Εχούμας, ένα σύμπλεγμα μικρών νησιών. Στα μισά της διαδρομής ένας άντρας του πληρώματος ειδοποίησε τον Έντουαρντ πως τον ζητούσαν στον ασύρματο. Η Ολίβια τον είδε να ταράζεται. «Δουλειές», της είπε λακωνικά κι αμέσως ο νους της γύρισε στο μυστηριώδες τηλεφώνημα εκείνης της νύχτας. Κούνησε το κεφάλι της και του χάιδεψε απαλά το μάγουλο. «Καταλαβαίνω», του είπε. 280


Τον περίμενε γερμένη στην κουπαστή, με τα μαλλιά της ν’ ανεμίζουν στην αύρα, ενώ το σκάφος έσκιζε γοργά τη θάλασσα. Πόσο αγαπώ αυτά τα νησιά! σκέφτηκε χαμογελώντας. Στην αρχή δεν της είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση, αλλά τώρα της φαίνονταν σαν πολύτιμα πετράδια σκορπισμένα στο απέραντο γαλάζιο. Εξωτικά μέρη, όπου μπορούσες να βρεις ό,τι ποθούσε η ψυχή σου. Θυμήθηκε πόσο είχε δυσκολευτεί να πείσει τον Έντουαρντ να μην της αγοράσει κάθε όμορφο φόρεμα και κόσμημα που έβλεπαν στις βιτρίνες. Όσο για τα βράδια, όταν βρίσκονταν στις ερημικές ακρογιαλιές νόμιζε πως ήταν οι μόνοι άνθρωποι στον κόσμο. Αυτός που την έκανε να τα βλέπει όλα διαφορετικά και μαγικά ήταν ο Έντουαρντ. Πόσο τον αγαπώ! σκέφτηκε με πάθος. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια πιο δυνατή λέξη για να εκφράσω αυτό που νιώθω όταν βρίσκομαι κοντά του. Θα πρέπει να υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος για να περιγράφω την αναστάτωσή μου όταν τα βλέμματά μας ενώνονται και μου χαρίζει εκείνο το αργό, νωχελικό χαμόγελο που σημαίνει πως με θέλει... Ένας ήχος την απέσπασε από τις σκέψεις της. Είδε τον Έντουαρντ να βγαίνει στο κατάστρωμα, αλλά δεν την πλησίασε. Αντίθετα, στάθηκε μακριά της, με τα χέρια χωμένα βαθιά στις τσέπες, αγναντεύοντας τη θάλασσα. Η Ολίβια δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό του, αλλά κατάλαβε πως κάτι σοβαρό τον απασχολούσε. Ένα ρίγος πάγωσε το κορμί της, παρά τον καυτό ήλιο, καθώς τον πλησίασε αργά. «Έντουαρντ;» Περίμενε λίγο κι ύστερα στάθηκε δίπλα του. «Έντουαρντ, συμβαίνει τίποτα;» Εκείνος γύρισε αργά και την κοίταξε και η ανάσα της κόπηκε όταν είδε τα μάτια του πλημμυρισμένα από οργή. Αμέσως, όμως, η έκφρασή του άλλαξε και της χαμογέλασε. «Συγνώμη που σε άφησα τόση ώρα μόνη, αγάπη μου», της είπε τρυφερά. «Άσχημα νέα;» «Τι;» «Το τηλεφώνημα, λέω», του είπε εκείνη κι ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του. «Α, όχι, μόνο...» Αναστέναξε βαθιά. «Δουλειές», είπε λακωνικά. «Ξέρεις απ’ αυτά». Αυτό μου είπε και την άλλη φορά, σκέφτηκε η Ολίβια. 281


«Σου είπα ποτέ πόσο με ξετρελαίνει αυτό το μαγιό που φοράς;» της ψιθύρισε και γλίστρησε τα χέρια του γύρω από τη μέση της. «Πρέπει να θεσπιστεί νόμος που ν’ απαγορεύει στις όμορφες γυναίκες να φορούν τέτοια μαγιό». Η Ολίβια κατάλαβε πως άλλαξε επίτηδες θέμα κι αυτό την αναστάτωσε αρνιόταν ν’ απαντήσει στην ερώτησή της -αλλά τι την ένοιαζε εκείνη για τις δουλειές του; Άλλωστε, δεν είχε ιδέα από χρηματιστήριο. «Λοιπόν, τι θα κάνουμε μ’ αυτό το μαγιό;» τη ρώτησε χαμογελώντας. «Δε... δεν ξέρω», του είπε κι εκείνος έσκυψε και της ψιθύρισε στο αυτί τι θα έκαναν, δείχνοντάς της ένα νησί στο βάθος του ορίζοντα και βεβαιώνοντάς την πως ήταν εντελώς ερημικό. Λίγη ώρα αργότερα η Ολίβια τα είχε ξεχάσει όλα, χαμένη στον ανεμοστρόβιλο του πάθους τους. *** Το ίδιο απόγευμα απολάμβαναν τα ποτά τους, καθισμένοι στην μπροστινή βεράντα του σπιτιού. «Ποτέ δεν ένιωσα τόσο ξέγνοιαστη», ομολόγησε αναστενάζοντας εκείνη. «Φαντάζομαι πως η οικονόμος θα σκέφτηκε να φτιάξει κάτι...» «Όχι», ακούστηκε η φωνή του Έντουαρντ, που στεκόταν όρθιος κοντά στα κάγκελα, με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος της. «Τότε θα ψήσω...» «Θα βγούμε έξω απόψε». «Έξω; Μα...» «Δεν πήγαμε πουθενά από τότε που σ’ έφερα να μείνεις μαζί μου. Τα βράδια, εννοώ». Να μείνεις μαζί μου. Όχι να ζήσεις μαζί μου, αλλά να μείνεις μαζί μου, σκέφτηκε η Ολίβια. «Δε χρειάζεται», του είπε αναστενάζοντας. Εκείνος χαμογέλασε. «Και πριν μου πεις πως δεν έχεις τίποτα κατάλληλο να φορέσεις...» Την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε μέσα από τα σκιερά δωμάτια στην κρεβατοκάμαρα. «Ορίστε», της είπε, σπρώχνοντάς την απαλά μπροστά. «Πώς σου φαίνεται;» Πάνω στο κρεβάτι τους ήταν απλωμένο ένα ροζ μεταξωτό φόρεμα με λεπτές τιράντες, κεντημένο μπούστο και φούστα από 282


λεπτό πλισέ. Δίπλα υπήρχαν ένα ζευγάρι παπούτσια και μια ασορτί τσάντα. Ήταν ένα σύνολο που είχαν δει, δυο μέρες πριν, σε μια μπουτίκ στο Πάρανταϊς Άιλαντ. «Φαίνεται πως αυτός που σχεδίασε το φόρεμα είχε εσένα στο μυαλό του», της είχε πει ο Έντουαρντ τυλίγοντας το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της και η Ολίβια είχε αναστενάξει. «Μου φαίνεται πως είχε στο μυαλό του το βασιλιά Μίδα», του είχε πει. «Ποιος θα έδινε τόσα χρήματα να το αγοράσει;» «Εγώ», είχε δηλώσει εκείνος και μόνο όταν εκείνη αρνήθηκε πεισματικά να μπει στο κατάστημα, ο Έντουαρντ την άφησε απρόθυμα να τον απομακρύνει από τη βιτρίνα. Ωστόσο, εκείνος της το είχε αγοράσει και τώρα ήταν δικό της. Όμως δεν ένιωσε την παραμικρή χαρά με το δώρο του. Το μόνο που σκέφτηκε ήταν πως τέτοια πανάκριβα δώρα έκανε κι ο Τσαρλς Ράιτ στη Ρία. Χριστέ μου, τι έχω πάθει σήμερα; αναρωτήθηκε. «Δε σου αρέσει;» τον άκουσε να τη ρωτάει. «Πολύ. Αλλά δεν έπρεπε να το αγοράσεις, Έντουαρντ...» Ένας κόμπος έφραξε το λαιμό της. Πώς μπορώ να του αρνηθώ οτιδήποτε όταν με κοιτάζει έτσι; αναρωτήθηκε. Δεν τον είχε δει ποτέ -ούτε τον είχε φανταστεί- να την κοιτάζει με τέτοια προσμονή, λες και... λες και... «Μην το αρνιέσαι, αγάπη μου», την παρακάλεσε. Την έπιασε από τους ώμους και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Απόψε είναι μια ξεχωριστή βραδιά. Έκλεισα τραπέζι σ’ ένα ξενοδοχείο στην παραλία και μια σουίτα...» «Μα έχουμε δικό μας τραπέζι στην παραλία», του απάντησε χαμογελαστή. «Και δωμάτιο. Πού θα περάσουμε πιο όμορφα από εδώ;» «Φόρεσε το φόρεμα», της είπε απαλά. «Το αεροπλάνο θα έρθει όπου να ’ναι και...» «Τι;» τον ρώτησε ξαφνιασμένη. «Με αεροπλάνο θα πάμε για φαγητό; Τρελάθηκες, Έντουαρντ;» «Σου είπα πως η αποψινή βραδιά είναι ξεχωριστή». «Εντάξει», του είπε απαλά. «Αν αυτό θέλεις...» «Το θέλω», είπε με ένταση εκείνος και η Ολίβια δεν μπορούσε να του αρνηθεί. *** 283


Το φόρεμα την έκανε να μοιάζει με πριγκίπισσα βγαλμένη από κάποιο παραμύθι. «Πανέμορφη», ψιθύρισε ο Έντουαρντ όταν την είδε. Αλλά κι εκείνη το ίδιο σκέφτηκε όταν τον κοίταξε. Ήταν εκθαμβωτικά ωραίος με το λευκό σακάκι και το μαύρο παντελόνι του. «Γύρνα», την πρόσταξε απαλά κι όταν εκείνη υπάκουσε, ένιωσε τα δάχτυλά του πάνω στο λαιμό της. «Τώρα κοιτάξου στον καθρέφτη, αγάπη μου». «Αχ, Έντουαρντ...» είπε με κομμένη ανάσα. Δεν υπήρχαν λόγια να περιγράφει κανείς το κολιέ με τα σμαράγδια που άστραφτε στο λαιμό της. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν μέσα στον καθρέφτη. «Έντουαρντ», ψιθύρισε, «δε... δεν μπορώ...» Την έπιασε από τους ώμους και τη γύρισε προς το μέρος του. «Μπορείς», της είπε σχεδόν οργισμένα και τη φίλησε μέχρι που της κόπηκε η ανάσα. Ύστερα τη σήκωσε στην αγκαλιά του κι ενώ εκείνη γελούσε και τον παρακαλούσε να την αφήσει κάτω, την πήγε στην παραλία, όπου τους περίμενε ένα μικρό υδροπλάνο. Σε λίγη ώρα έφτασαν στην Ελευθέρα, σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο δίπλα στη θάλασσα. Ο Έντουαρντ της είχε πει πως όλα θα ήταν τέλεια, αλλά θα έπρεπε να είχε βρει μια πιο κατάλληλη λέξη για να περιγράψει αυτό το μέρος, που ήταν λουσμένο στο φως των κεριών και πλημμυρισμένο στα λουλούδια και στην απαλή μουσική των βιολιών. Ένα ολόκληρο ξενοδοχείο με όλο του το προσωπικό στη διάθεσή τους. «Πού είναι οι άλλοι ένοικοι;» ψιθύρισε η Ολίβια όταν κάθισαν στο τραπέζι. Ο Έντουαρντ έπιασε το χέρι της και το ακούμπησε στα χείλη του. «Στα σπίτια τους, υποθέτω», της απάντησε με μάτια που άστραφταν. «Μα...» Τον κοίταξε έκπληκτη. «Έντουαρντ; Δε... δεν πιστεύω να έκλεισες ολόκληρο ξενοδοχείο μόνο για μας;» Εκείνος χαμογέλασε και σηκώθηκε. «Έλα να χορέψουμε, αγάπη μου», της είπε τρυφερά κι εκείνη αφέθηκε στην αγκαλιά του, γελώντας ευτυχισμένη. Η γεύση της σαμπάνιας που ήπιαν όταν γύρισαν στο τραπέζι τους φάνηκε στην Ολίβια υπέροχη. Αλλά τι ανάγκη είχε το κρασί, όταν μεθούσε και μόνο που βρισκόταν στην αγκα284


λιά του Έντουαρντ; Μια ξεχωριστή βραδιά, της είχε πει και ξαφνικά όλες οι αμφιβολίες της εξαφανίστηκαν. Η καρδιά της φτερούγισε από χαρά κι ένιωσε τόσο ευτυχισμένη που της κόπηκε η ανάσα. Ο Έντουαρντ μ’ έχει ερωτευτεί, γι’ αυτό τα κάνει όλα αυτά, σκέφτηκε ενθουσιασμένη. Είναι ερωτευμένος μαζί μου κι απόψε... απόψε θα μου το πει. Γι’ αυτό ήταν τόσο ανυπόμονος όλη μέρα σήμερα. Έντουαρντ, αγάπη μου, σκέφτηκε συγκινημένη. Αχ, Έντουαρντ, πόσο σ’ αγαπώ! Πώς να σου το πω; Πώς να σου δείξω πόσο πολύ σε λατρεύω; «Καλησπέρα, κυρία». Σήκωσε το κεφάλι της κι είδε το μαιτρ να στέκεται δίπλα στο τραπέζι τους χαμογελώντας ευγενικά. «Πώς είστε απόψε;» Ευτυχισμένη, σκέφτηκε μεθυσμένη από ευτυχία η Ολίβια. Έτσι νιώθω. Ευτυχισμένη. Απέραντα ευτυχισμένη... «Αγάπη μου;» Ο Έντουαρντ έγειρε προς το μέρος της. «Νιώθεις καλά;» «Ω, ναι», του ψιθύρισε. «Ναι, είμαι μια χαρά». Ο μαιτρ ξερόβηξε διακριτικά. «Οι σπεσιαλιτέ μας είναι πολλές, κυρία. Ο σεφ μας ετοίμασε γι' απόψε καραβίδες κι αστακό...» «Εντάξει», είπε αφηρημένη η Ολίβια. «...Ή μήπως η κυρία επιθυμεί πεπόνι με ζαμπόν;» Τι επιθυμώ; αναρωτήθηκε ανυπόμονα εκείνη. Επιθυμώ να μείνω μόνη με τον Έντουαρντ για να μπορέσω να βρω τον τρόπο να του δείξω πόσο σημαντικός είναι για μένα. «Έχουμε επίσης νοστιμότατη χελωνόσουπα και...» Η Ολίβια πάγωσε όταν μια ξαφνική σκέψη πέρασε από το μυαλό της. Κι αν ο Έντουαρντ τα έκανε όλα αυτά με μοναδικό σκοπό να πάρει στα χέρια του τις μετοχές της Τζέμινι;... Από κείνη τη στιγμή και μετά συμφώνησε με ό,τι της πρότεινε ο μαιτρ και περίμενε ανυπόμονα να δώσει κι ο Έντουαρντ τη δική του παραγγελία. Αμέσως μετά πέρασε την άκρη της γλώσσας της πάνω από τα στεγνά της χείλη κι έγειρε διστακτικά προς το μέρος του. «Έντουαρντ, είχαμε πει πως δε θ’ αναφέραμε ποτέ το όνομα της Ρία...» «Δε θέλω να συζητήσουμε για τη Ρία, Ολίβια. Όχι τώρα τουλάχιστον». 285


«Ούτε κι εγώ. Αλλά... ξέρω τι σημαίνουν για σένα οι μετοχές της Τζέμινι». Ένας μυς σφίχτηκε στο σαγόνι του. «Ολίβια...» «Και πιστεύω πως έχεις κάθε δικαίωμα να τις πάρεις, Έντουαρντ. Θέλω να πω πως πρέπει να μιλήσεις στη Ρία και να την πείσεις να...» «Που να πάρει!» Η φωνή του ακούστηκε οργισμένη. «Γιατί επιμένεις να το συζητήσουμε τώρα;» «Γιατί...» Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Γιατί θέλω... να σε βοηθήσω, Έντουαρντ. Ξέρω πού... πού βρίσκεται η Ρία». Περίμενε ανυπόμονα να της πει κάτι, αλλά εκείνος καθόταν με πρόσωπο σκυθρωπό κι ανέκφραστο βλέμμα. «Έχω μια κάρτα», συνέχισε βιαστικά εκείνη. «Είναι πολύ παλιά κι έχει τη φωτογραφία ενός ξενοδοχείου. Είμαι απόλυτα σίγουρη πως η Ρία κρύβεται εκεί. Εδώ, στα νησιά, θέλω να πω. Εγώ δεν μπόρεσα να βρω αυτό το μέρος, εσύ, όμως, θα τα καταφέρεις. Θα βάλεις τους ανθρώπους σου να ψάξουν και...» Έγειρε αποκαρδιωμένη στην καρέκλα της. «Έπρεπε να σου το είχα πει εδώ και μέρες, το ξέρω. Αλλά όταν γυρίσουμε στο σπίτι, θα...» «Στο Κρούκεντ Άιλαντ», της είπε άχρωμα κι η Ολίβια τον κοίταξε απορημένη. «Τι είπες;» τον ρώτησε, χαμογελώντας αβέβαια. «Στο Κρούκεντ Άιλαντ. Εκεί βρίσκεται η Ρία. Ήρθε εδώ αμέσως μόλις έφυγε από τη Νέα Υόρκη». «Δηλαδή... τη βρήκες; Πώς; Πότε; Δεν...» «Σήμερα. Αυτό μου είπαν όταν μου τηλεφώνησαν στο ιστιοφόρο. Οι άνθρωποί μου τη βρήκαν». «Μα πώς τα κατάφεραν;» Το πιγούνι του σφίχτηκε και αναστέναξε βαθιά. «Έχω την κάρτα σου, Ολίβια». «Αποκλείεται. Την έχω στη θήκη της...» «Την πήρα από τη βαλίτσα σου τη μέρα που σ’ έφερα στο σπίτι μου». «Τι έκανες λέει;» τον ρώτησε έκπληκτη. «Την πήρα». Η φωνή του ήταν ψυχρή και το πρόσωπό του ανέκφραστο. «Ήξερα πως δεν ήρθες άδικα στα νησιά. Ήμουν σίγουρος πως κάτι ήξερες και μου το κρατούσες κρυφό». «Θέλεις να πεις πως... πως έψαξες τα πράγματά μου;» «Ναι». 286


«Ναι;» τον ρώτησε έκπληκτη. «Αυτό μόνο έχεις να πεις; Μου την έκλεψες, Έντουαρντ...» «Είχες πει πως δε θα με βοηθούσες». Θεέ μου, αχ, Θεέ μου, θα τρελαθώ, σκέφτηκε η Ολίβια. Όταν κάποτε προσπάθησα να του μιλήσω για τη Ρία, δε μ’ άφησε. Και γιατί να μ’ αφήσει, αφού είχε βρει αυτό που ζητούσε; Ο Έντουαρντ δεν ήθελε εμένα, αλλά τις πληροφορίες που είχα για τη Ρία. Γι’ αυτό επέμενε τόσο να μείνω μαζί του... «Θα σου το έλεγα απόψε», της είπε. Έκανε μεγάλη προσπάθεια να μην του δείξει τον πόνο της. «Αλήθεια;» τον ρώτησε με σταθερή φωνή. «Ναι», της είπε εκείνος αναστενάζοντας. «Βλέπεις, πρέπει να γυρίσω στη Νέα Υόρκη αύριο το πρωί». Τα δάχτυλά της σφίχτηκαν σπασμωδικά πάνω στο τραπεζομάντιλο. Τώρα καταλαβαίνω, σκέφτηκε. Απόψε ήταν το αποχαιρετιστήριο δείπνο, η ώρα του αποχωρισμού ή όπως αλλιώς θα μπορούσε να ονομαστεί μια τέτοια στιγμή. Γι’ αυτό μου αγόρασε το φόρεμα, τα σμαράγδια, γι’ αυτό μου προσφέρει αυτό το ξεχωριστό βράδυ. «Κατάλαβα», του είπε ψυχρά. «Όχι, Ολίβια, δεν κατάλαβες, που να πάρει!» «Κατάλαβα, σου είπα», επέμεινε εκείνη και τον κοίταξε. «Και τι σχέδια έχεις για μένα; Γιατί είμαι σίγουρη πως κάτι σκέφτηκες, Έντουαρντ, έτσι;» «Δεν ήξερα αν ήθελες να έρθεις μαζί μου», της είπε αργά. «Αν θέλεις, μπορείς να μείνεις στο σπίτι της παραλίας μέχρι να...» Ένιωσε το στομάχι της ν’ ανακατώνεται. Έσπρωξε πίσω την καρέκλα της και πετάχτηκε όρθια. «Ολίβια; Ολίβια, πού στο καλό πηγαίνεις;» «Μείνε μακριά μου, Έντουαρντ», του ψιθύρισε εχθρικά. Σήκωσε το χέρι στο λαιμό της, έβγαλε τα σμαράγδια και τ’ ακούμπησε στο τραπέζι. «Μη με πλησιάζεις!» «Ολίβια, που να πάρει...» «Κύριε; Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» Ο μαιτρ έκανε την εμφάνισή του την κατάλληλη στιγμή κι έδωσε την ευκαιρία στην Ολίβια να φύγει τρέχοντας από το εστιατόριο, ενώ τα γκαρσόνια την κοιτούσαν άφωνα κι η μουσική σταμάτησε απότομα. «Πού στο καλό πηγαίνεις;» την είχε ρωτήσει ο Έντουαρντ. 287


Όμως ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Έφευγε μακριά από αυτό το μέρος κι από τούτο τον άντρα. Το είχε κάνει ακόμα μια φορά στο παρελθόν, αλλά εκείνος είχε καταφέρει να μπει πάλι στη ζωή της και να την αναστατώσει. Αυτή τη φορά, όμως, δε θα τον άφηνε. Μπήκε στο πρώτο ταξί που βρήκε μπροστά της κι είπε στον οδηγό να την πάει στο μοναδικό μέρος που πέρασε από το μυαλό της. «Στο αεροδρόμιο», είπε ξέπνοα και τη στιγμή που το ταξί ξεκίνησε, γύρισε κι είδε τον Έντουαρντ να βγαίνει τρέχοντας στην είσοδο και να στέκεται απελπισμένος κοιτάζοντας το δρόμο, ενώ εκείνη χανόταν μέσα στη νύχτα.

288


Κεφάλαιο 12

Το μυαλό της Ολίβια άρχισε να ξεκαθαρίζει μετά τα πρώτα πέντε λεπτά. Πώς θα μπω ντυμένη έτσι στο αεροπλάνο; αναρωτήθηκε. Τι καιρό να κάνει άραγε στη Νέα Υόρκη; Όταν έφυγα, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι χιόνι. Άλλωστε, ένιωθε έντονη την ανάγκη να πετάξει από πάνω της όλα όσα της είχε χαρίσει ο Έντουαρντ. Το φόρεμα, τα παπούτσια... Ξερόβηξε κι έγειρε μπροστά στον οδηγό. «Πρέπει να βγάλω τα ρούχα που φοράω», του είπε. «Μήπως ξέρετε κάποιο κατάστημα ανοιχτό τέτοια ώρα για ν’ αγοράσω μερικά ρούχα;» Ο οδηγός την κοίταξε από το καθρεφτάκι κι όταν είδε το κατάχλομο, τραβηγμένο πρόσωπό της δεν έκανε καμιά ερώτηση. Λίγο αργότερα σταμάτησε σε μια υπαίθρια αγορά γεμάτη τουρίστες και η Ολίβια ζωντάνεψε το παραμύθι της Σταχτοπούτας. Μπήκε στην αγορά ντυμένη σαν πριγκίπισσα και βγήκε σαν κοινή θνητή, πράγμα που πάντα ήταν. Η ανιψιά της οικονόμου, σκέφτηκε κι ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό της. Η Ρία ήξερε ποια ήταν. Το ίδιο κι ο Έντουαρντ. Η μόνη που στάθηκε αρκετά ανόητη για να πιστέψει στα παραμύθια ήταν η ίδια η Ολίβια, αλλά τώρα πια είχαν τελειώσει όλα. Το αεροδρόμιο ήταν γεμάτο κόσμο, μόλο που η ώρα ήταν αρκετά προχωρημένη. Όταν ζήτησε από τον υπάλληλο εισιτήριο για τη Νέα Υόρκη, εκείνος την πληροφόρησε πως υπήρχε μια θέση στην επόμενη πτήση και η Ολίβια του έδωσε την πιστωτική της κάρτα, αν και από καιρό τώρα είχε ξεπεράσει το όριο των εξόδων που δικαιολογούσε. Κι αυτό δεν ήταν το μόνο άσχημο που της συνέβαινε. Ήταν χρεωμένη μέχρι το λαιμό κι αν το Όνειρο της Ολίβια δεν κατάφερνε να τη βοηθήσει να τα βγάλει πέρα, θα βρισκόταν σε πραγματικά απελπιστική κατάσταση. Ωστόσο, αυτή τη στιγ289


μή δεν έδινε δεκάρα αν θα τα κατάφερνε ή όχι... Ξαφνικά ένιωσε τις τρίχες στο λαιμό της ν’ ανασηκώνοντας Γύρισε απότομα το κεφάλι της κι είδε τον Έντουαρντ να πλησιάζει με μεγάλα, αποφασιστικά βήματα την πύλη στην οποία στεκόταν περιμένοντας την αναγγελία της πτήσης της, ψηλός, επιβλητικός και φοβερά αρρενωπός. Περπατούσε λες κι ο κόσμος όλος του ανήκε, με μια σκοτεινή οργή στο πρόσωπό του που έκανε το αίμα της να παγώσει. Κεφάλια σηκώθηκαν στο πέρασμά του και ψίθυροι τον ακολούθησαν. Οι γυναίκες τον κοίταζαν με θαυμασμό και οι άντρες με απορία. Αλλά εκείνος είχε μόνο ένα στόχο: να βρει εκείνη! Η Ολίβια κατάλαβε αμέσως τις προθέσεις του -δε χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ για να το ανακαλύψει. Καμιά γυναίκα δεν είχε τολμήσει να φερθεί έτσι στον Έντουαρντ Άρτσερ και ιδιαίτερα μια γυναίκα όπως εκείνη. Δεν ήταν έτοιμος να τη διώξει ακόμα από τη ζωή του. Και γιατί να το κάνει, αφού μπορούσε να τη χαρεί ακόμα μια νύχτα πριν φύγει; «Χριστέ μου!» Μια κραυγή αγωνίας ξέφυγε από τα χείλη της. Δεν μπορούσε, δε θα επέτρεπε στον εαυτό της να την αναγκάσει να του εξηγήσει το λόγο που την έκανε να φύγει μακριά του. Δε θα του έδινε την ικανοποίηση να σκεφτεί πόσο πολύ την είχε πληγώσει το παιχνίδι που έπαιξε σε βάρος της. Δεν είχε την παραμικρή πρόθεση και δεν ήθελε να δει αυτά τα μάτια, που την είχαν δει γυμνή και γεμάτη πάθος, να την κοιτάξουν τώρα με ψυχρότητα και ωμή ικανοποίηση. Δεν ήταν εύκολο να του ξεφύγει, αλλά η τύχη ήταν με το μέρος της. Τον είχε δει πρώτη κι αυτό ήταν μεγάλο πλεονέκτημα. Δε φορούσε πια το πανάκριβο φόρεμα που της είχε αγοράσει, αλλά ένα λευκό βαμβακερό παντελόνι, πουκάμισο κι ένα απλό σακάκι από πάνω. Το καπέλο με το φαρδύ γείσο κάλυπτε αρκετά το πρόσωπό της. Με χέρια που έτρεμαν το έβγαλε, σήκωσε ψηλά τα μαλλιά της και το φόρεσε πάλι. Η μεταμφίεσή της δεν ήταν τέλεια, αλλά ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει. Εκείνος στάθηκε με τα χέρια στους γοφούς, τα πόδια μισάνοιχτα και το κεφάλι ανασηκωμένο. Φαινόταν ψυχρός κι επικίνδυνος όσοι βρέθηκαν κοντά του τον κοίταζαν απορημένοι και η Ολίβια κρύφτηκε στη γωνιά της όσο καλύτερα μπορούσε. Όταν αναγγέλθηκε η πτήση της, προχώρησε γοργά και χώ290


θηκε ανάμεσα σε μια ομάδα μισομεθυσμένων τουριστών που γελούσαν και αστειεύονταν χαρούμενοι. «Γεια σου, γλύκα!» τη χαιρέτησε χαμογελώντας ένας άντρας και την αγκάλιασε από τους ώμους. Η ανάσα του μύριζε ποτό. «Από πού ήρθες εσύ;» Η Ολίβια ανταπέδωσε διστακτικά το χαμόγελό του. «Γεια σου», του είπε και τύλιξε το χέρι της γύρω από τη μέση του. Ρίγησε όταν πέρασε πολύ κοντά από το σημείο που στεκόταν ο Έντουαρντ η ανάσα της κόπηκε και σφίχτηκε ακόμα περισσότερο πάνω στον άγνωστο άντρα. «Ξέρω πώς νιώθεις, μωρό μου», χαχάνισε μεθυσμένα εκείνος. «Κρατήσου γερά πάνω μου και θα σε βοηθήσω εγώ ν' ανέβεις στο αεροπλάνο». Ακόμα όμως κι όταν μπήκε στο σκάφος και οι πόρτες έκλεισαν και το αεροπλάνο άρχισε να τροχοδρομεί στο διάδρομο απογείωσης, το αίσθημα της ανασφάλειας δεν την εγκατέλειψε και δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Έμεινε σφιγμένη στη θέση της, με τα χέρια δεμένα στην ποδιά της, ακόμα κι όταν το μεγάλο αεροσκάφος σηκώθηκε και χάθηκε μέσα στο σκοτεινό, νυχτερινό ουρανό. «Πώς είσαι, μωρό μου;» άκουσε τη φωνή του άντρα που την είχε συνοδέψει μέχρι τη θέση της και τώρα είχε έρθει να δει πώς ένιωθε. «Μια χαρά», του απάντησε και κατάφερε να του χαμογελάσει. Ωστόσο, δεν ήταν καθόλου καλά. Η καρδιά της πονούσε κι έκανε μεγάλη προσπάθεια να κρατήσει την ψυχραιμία της. Πώς επέτρεψα στον εαυτό μου να πιστέψει πως είμαι ερωτευμένη με τον Έντουαρντ; αναρωτήθηκε Ως εδώ! σκέφτηκε αποφασιστικά. Αρκετά υπέφερα. Είμαι ολόκληρη γυναίκα πια και δεν πρόκειται να κλειστώ στο δωμάτιό μου και να κλάψω επειδή ένας άντρας σαν τον Έντουαρντ Άρτσερ με εκμεταλλεύτηκε. Θα το αντιμετωπίσω με ψυχραιμία. Ανάθεμά τον! Δεν τον χρειάζομαι. Έχω τον εαυτό μου και το Όνειρο της Ολίβια. Δε χάθηκαν όλα. Όχι ακόμα τουλάχιστον. Όλον αυτό τον καιρό είχα χάσει τον εαυτό μου, επιτρέποντας αρχικά σε μια βρομοφυλλάδα όπως το Τσάτερμποξ κι έπειτα στον Έντουαρντ Άρτσερ να καταστρέψουν τη ζωή μου, ενώ έπρεπε ν’ αγωνιστώ για να κρατήσω όλα αυτά που απέκτησα με τόσο κόπο. Άλλωστε, έχω τη δυνατότητα να το κάνω. Ο Τσαρλς 291


Ράιτ μου χάρισε τα χρήματα που μου είχε δανείσει. Ακόμα κι αν μου τα πάρουν οι τράπεζες ή τα δικαστήρια, θα μου μείνει το σπίτι που αγόρασα. Έχω ακόμα μέσα μου πολλά αποθέματα ταλέντου, απεριόριστες ικανότητες, πείρα και μεγάλη αποφασιστικότητα, πράγμα που με βοήθησε να φύγω κάποτε από το σπίτι των Μπάσκομπ και ν’ αποκτήσω δική μου επιχείρηση: Το Όνειρο της Ολίβια! «Θα το χάσεις», την είχε προειδοποιήσει ο Έντουαρντ ήταν μια από τις απειλές που την είχαν ρίξει στην παγίδα του. Μπορεί να το χάσω τελικά, αλλά θ’ αγωνιστώ, σκέφτηκε με πείσμα. ΟΈντουαρντ δεν ξέρει πόσο σημαντικό είναι για μένα το Όνειρο της Ολίβια. Αυτό μου εξασφαλίζει όχι μόνο την οικονομική ανεξαρτησία μου αλλά και την αξιοπρέπειά μου. «Κυρίες και κύριοι, σε δεκαπέντε λεπτά φτάνουμε στη Νέα Υόρκη. Παρακαλώ, προσδεθείτε». Η Ολίβια είχε πάρει τις αποφάσεις της. Θα συνέχιζε τη ζωή της και θ’ αγωνιζόταν να τη βάλει πάλι σε μια τάξη. *** Ξύπνησε στις έξι από το επίμονο κουδούνισμα του τηλεφώνου. Η Ολίβια ήξερε ποιος ήταν. Χώθηκε μέσα στα μαξιλάρια της και το άφησε να χτυπάει μέχρι που σταμάτησε τελικά. Δέκα λεπτά αργότερα, όμως, ξαναχτύπησε και συνέχισε να κουδουνίζει κάθε πέντε λεπτά, μέχρι που η Ολίβια αναγκάστηκε να βάλει σε λειτουργία πάλι τον αυτόματο τηλεφωνητή, τον οποίο είχε αποσυνδέσει μετά τα πρώτα ενοχλητικά τηλεφωνήματα που είχε δεχτεί πριν από κάμποσες εβδομάδες, όταν ξέσπασε το σκάνδαλο. Όταν το τηλέφωνο χτύπησε ξανά, στάθηκε τρέμοντας δίπλα του κι άκουσε την ψυχρή, γεμάτη οργή φωνή του Έντουαρντ. «Ανάθεμά σε, Ολίβια, δεν μπορείς να μου ξεφύγεις!» Μπορώ, σκέφτηκε εκείνη. Αρκεί να θυμάμαι πόσο πολύ σε μισώ! Όταν εκείνος έκλεισε το τηλέφωνο, η Ολίβια άρπαξε το ακουστικό και τηλεφώνησε στην Ντάλσι. «Ολίβια! Πού ήσουν; Σου τηλεφωνούσα συνέχεια, αλλά...» «Θέλεις να ξεκινήσουμε πάλι τη δουλειά, Ντάλσι;» «Αν θέλω λέει! Γι' αυτό σου τηλεφωνούσα. Για να μάθω τι θα κάνουμε. Είδες το Τσάτερμποξ, Έχει να γράψει εδώ και πολλές μέρες για... για όλη αυτή τη φριχτή ιστορία. Σκέφτη292


κα, λοιπόν, ότι μπορεί...» «Πολύ σωστά σκέφτηκες. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα», της είπε διστακτικά η Ολίβια. «Δεν έχω χρήματα να πληρώσω τους μισθούς σου. Αν θέλεις να δουλέψεις μαζί μου μέχρι να φτιάξουν κάπως τα πράγματα, σου υπόσχομαι πως θα σου δώσω όλα όσα σου χρωστάω κι επιπλέον ένα δώρο...» «Σύμφωνοι». «Είσαι σίγουρη;» «Μπορώ να περιμένω ένα μήνα. Θα τα καταφέρω μέχρι τότε. Αν μέχρι εκείνη τη στιγμή τα πράγματα δεν πάνε καλά... Πότε θέλεις να έρθω;» Η Ολίβια χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από είκοσι τέσσερις σχεδόν ώρες. «Τώρα αμέσως!» Η Ντάλσι ήρθε μια ώρα αργότερα. Αγκάλιασε την Ολίβια, έκανε ένα βήμα πίσω και την κοίταξε. «Θεούλη μου, πόσο μαύρισες! Πού είχες πάει;» «Στις Μπαχάμες». «Στις Μπαχάμες!» αναφώνησε έκπληκτη εκείνη. «Μα βέβαια. Έπρεπε να βρεθείς για λίγο κάπου μόνη μέχρι να περάσει η φουρτούνα». «Δεν το έκανα για...» Η Ολίβια θυμήθηκε εγκαίρως πως η Ντάλσι δεν ήξερε τίποτα για τη Ρία ούτε για το ρόλο που είχε παίξει σε όλα όσα είχαν γίνει και χαμογέλασε θλιμμένα. «Είναι μεγάλη ιστορία», της είπε. «Θύμισέ μου να σου την πω κάποια μέρα». Η Ντάλσι χαμογέλασε. «Μίλησέ μου μόνο για τον καυτό ήλιο, το τροπικό φεγγαρόφωτο και τους υπέροχους νεαρούς που γνώρισες εκεί. Βάζω στοίχημα πως πέρασες υπέροχα». Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και ξαφνικά η Ολίβια ένιωσε έντρομη τα μάτια της να πλημμυρίζουν με δάκρυα. Τα σκούπισε βιαστικά και γύρισε από την άλλη μεριά. «Ολίβια;» Η Ντάλσι την έπιασε τρυφερά από τον ώμο. «Τι τρέχει; Είπα κάτι που σε πείραξε;» «’Οχι. Μόνο... να, έφτασα αργά χτες το βράδυ και δεν κοιμήθηκα καλά». «Είσαι σίγουρη;» Η Ολίβια σκούπισε τα μάτια της και γύρισε να κοιτάξει χαμογελαστή την Ντάλσι. «Σίγουρη. Πάμε τώρα να πιάσουμε δουλειά». Πέρασαν όλη την υπόλοιπη μέρα τακτοποιώντας το μαγαζί. 293


Την επομένη η Ολίβια άρχισε να τηλεφωνεί στους πελάτες που είχαν γίνει άφαντοι μετά το σκάνδαλο. «Καλημέρα. Σας τηλεφωνώ από το Όνειρο της Ολίβια. Μήπως αποφασίσατε τι θα κάνετε με την ανακαίνιση του σαλονιού σας;» Τα πρώτα τηλεφωνήματα δεν ήταν πολύ ενθαρρυντικά κι αυτό την αποθάρρυνε λιγάκι. Πολλοί από τους πελάτες τής είπαν πως δεν είχαν αποφασίσει ακόμα κι άλλοι αρνήθηκαν ευγενικά κάθε συνεργασία. Μόνο τρεις απ’ όσους τηλεφώνησε έκλεισαν ραντεβού μαζί της την επόμενη μέρα για να συζητήσουν. Έστω όμως κι αυτή η μικρή επιτυχία τής έδωσε κουράγιο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε τα τηλεφωνήματα σε πελάτες που είχαν ματαιώσει την παραγγελία τους αμέσως μετά το σκάνδαλο. Μέχρι το τέλος της εβδομάδας τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν καλύτερα. Το Όνειρο της Ολίβια είχε αρχίσει ν’ αποκτά πάλι πελάτες, όχι τόσους ώστε να γίνει η επιχείρηση κερδοφόρα, αλλά αρκετούς για να μη χρεοκοπήσει. Η Ολίβια εργαζόταν ασταμάτητα και η Ντάλσι άρχισε ν’ ανησυχεί για την υγεία της φίλης της. «Δεν μπορείς να συνεχίσεις μ’ αυτόν το ρυθμό», της είπε κάποια μέρα. Η Ολίβια άφησε το μολύβι της κι έτριψε τα κουρασμένα μάτια της. Ήταν πραγματικά εξαντλημένη. Αυτό, όμως, που την κατέβαλλε περισσότερο δεν ήταν η κόπωση από τη δουλειά της μέρας, όσο οι μεγάλες, ατέλειωτες ώρες της νύχτας. Τότε που έμενε μόνη με τις σκέψεις της, που το κουράγιο της την εγκατέλειπε κι ο Έντουαρντ ερχόταν να ταράξει την ηρεμία και τα όνειρά της, όταν τον έβλεπε να την παίρνει στην αγκαλιά του και να την κάνει δική του. Ακόμα και τότε, μέσα στα όνειρά της, ο πόθος της για κείνον ήταν φοβερά έντονος. Σε μισώ, Έντουαρντ, ήθελε να του φωνάξει. Μη μ’ αγγίζεις. Δεν του το έλεγε, όμως, ποτέ. Αντίθετα, του πρόσφερε το κορμί της με πάθος και, όταν ξυπνούσε, η καρδιά της πονούσε, γιατί τα όνειρά της αποδείκνυαν πόσο αδύναμη ήταν μπροστά στη λαχτάρα της για κείνον. Τουλάχιστον είχε πάψει να της τηλεφωνεί. Εξάλλου, τι μπορούσε να πει στον αυτόματο τηλεφωνητή; Σίγουρα η οργή του 294


θα είχε καταλαγιάσει τώρα, γιατί, αν δεν ήταν έτσι, θα είχε προσπαθήσει να τη συναντήσει. Ευτυχώς που δεν το είχε κάνει, γιατί τότε εκείνη θα... θα... «Ολίβια;» άκουσε τη φωνή της Ντάλσι και την είδε να στέκεται στην πόρτα. «Ο ταχυδρόμος έφερε κάτι για σένα». Ήταν ένας φάκελος από το δικηγόρο του Τσαρλς Ράιτ. Η Ολίβια τον άνοιξε, διάβασε το έγγραφο που είχε μέσα κι ύστερα κοίταξε την Ντάλσι. «Λέει πως καθυστέρησα να πληρώσω το γραμμάτιο». «Είναι αλήθεια;» Η Ολίβια κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Αφού δεν υπάρχει δάνειο πια, σκέφτηκε. Ο Τσαρλς Ράιτ φρόντισε να μου το χαρίσει κι ο δικηγόρος του το ξέρει. «Πρέπει να έχει γίνει κάποιο λάθος», είπε. «Θα το φροντίσω τώρα αμέσως». Τηλεφώνησε στο δικηγόρο κι εκείνος της εξήγησε ευγενικά πως δεν μπορούσε να μην της στείλει αυτή την ειδοποίηση μετά απ’ όσα έγιναν. «Υπήρχε, βέβαια, μια διαθήκη, δεσποινίς Χάρις έχετε δίκιο. Αλλά την προσέβαλαν». «Ποιος;» ρώτησε εκείνη, παρ’ όλο που δε χρειαζόταν να της το πει ο δικηγόρος, αφού ήξερε καλά ποιος το είχε κάνει. «Ο θετός γιος του Ράιτ, ο Έντουαρντ Άρτσερ». Η Ολίβια έκλεισε τα μάτια της. «Εξαιτίας των μετοχών που ο Ράιτ είχε αφήσει στη Ρία Μπάσκομπ», είπε ήρεμα. «Το ξέρατε;» ρώτησε αναστενάζοντας ο δικηγόρος. «Το θέμα αυτό, ωστόσο, τακτοποιήθηκε. Ο κύριος Άρτσερ βρήκε τη δεσποινίδα Μπάσκομπ κι έκαναν μια συμφέρουσα συμφωνία που τους ικανοποίησε και τους δυο». «Μα, τότε, δεν καταλαβαίνω...» Ο δικηγόρος ξερόβηξε αμήχανα. «Προσέβαλε τη διαθήκη εξαιτίας του κληροδοτήματος που ο πατριός του άφησε σ’ εσάς, αγαπητή μου. Ακόμα κι αν απορριφθεί η αίτησή του, φοβάμαι πως θα περάσει αρκετός καιρός μέχρι ν’ απαλλαγείτε εντελώς από τις υποχρεώσεις σας». Η Ολίβια τον ευχαρίστησε ευγενικά, προσπαθώντας να σταματήσει το δυνατό χτυποκάρδι της. Πώς τόλμησε ο Έντουαρντ να μου κάνει κάτι τέτοιο; αναρωτήθηκε. Πήρε αυτό που ήθελε, τον έλεγχο των μετοχών. Τι άλλο θέλει; Μήπως να καταστρέψει το Όνειρο της Ολίβια για να μ’ εκδικηθεί που τον εγκα295


τέλειψα στις Μπαχάμες; Δε θα του δώσω, όμως, αυτή την ικανοποίηση. Θ’ αγωνιστώ μέχρι τέλους και θα του το πω σήμερα κιόλας, αποφάσισε με πείσμα, κοιτάζοντας το ρολόι της. Τέτοια ώρα θα βρίσκεται σίγουρα στο γραφείο του, συμπέρανε. Άραγε υπάρχει η διεύθυνσή του στον τηλεφωνικό κατάλογο; Υπήρχε! Μόλις τη βρήκε, την έγραψε σ’ ένα φύλλο χαρτί, άρπαξε την τσάντα της και βγήκε φουριόζα στο δρόμο. *** Το γραφείο του βρισκόταν στον εβδομηκοστό όροφο ενός ουρανοξύστη φτιαγμένου από γυαλί και μέταλλο, στο κέντρο του Μανχάταν. Ήταν μια περιοχή όπου είχαν τις επιχειρήσεις τους άνθρωποι πλούσιοι και ισχυροί. Αλλά η Ολίβια δε δίστασε ούτε στιγμή. Ο θυμός που την έπνιγε της έδωσε το κουράγιο να μπει αποφασιστικά στο κτίριο. Πήρε το ασανσέρ και βγήκε σ’ ένα μακρύ διάδρομο. Μόλις έφτασε, όμως, έξω από την πόρτα που έγραφε τ’ όνομα του Έντουαρντ, ένιωσε το κουράγιο της να την εγκαταλείπει. Και τι θα πετύχω σε μια αναμέτρηση μαζί του; αναρωτήθηκε. Ο Έντουαρντ παίρνει πάντα αυτό που θέλει δεν μπορώ να τον εμποδίσω. Όλα είναι με το μέρος του, ενώ εγώ... εγώ... Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά και βρέθηκε απέναντι στο τόσο γνωστό, όμορφο πρόσωπό του. Και τότε κατάλαβε όλη την αλήθεια. Δεν είχε έρθει μέχρι εδώ επειδή φοβήθηκε μήπως χάσει τα χρήματα που της είχε αφήσει ο Τσαρλς. Ήρθε επειδή αγαπούσε τον Έντουαρντ, παρ’ όλα όσα της είχε κάνει. Τον είχε ερωτευτεί στις Μπαχάμες, τον αγαπούσε ακόμα και θα τον αγαπούσε για πάντα. Κι αυτή η παραδοχή της αγάπης της την έκανε να νιώσει φοβερά ανόητη. Προσπάθησε να φύγει, αλλά ο Έντουαρντ την πρόφτασε και την έπιασε από το χέρι. Το άγγιγμά του ήταν ψυχρό κι απρόσωπο, αλλά δεν κατάφερε να του ξεφύγει. Τα δάχτυλά του ήταν σκληρά σαν ατσάλι, το ίδιο και το βλέμμα του που ήταν καρφωμένο στο δικό της. «Πέρασε μέσα, Ολίβια», της είπε ψυχρά. «Τώρα πια είναι αργά να κάνεις πίσω». Η καρδιά της κόντευε να σπάσει, αλλά σήκωσε περήφανα το κεφάλι της, ελευθέρωσε το χέρι της και τον προσπέρασε απο296


φασιστικά. Το γραφείο του ήταν τεράστιο, μεγάλο όσο το διαμέρισμά της σχεδόν. Ήταν όμορφα επιπλωμένο, αλλά η Ολίβια δεν είχε χρόνο να δώσει σημασία σε τέτοια πράγματα. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν πώς τα είχε καταφέρει να έρθει εδώ με δική της θέληση και να πέσει στην παγίδα του. «Κάθισε», της είπε εκείνος. Η Ολίβια γύρισε προς το μέρος του. Ο Έντουαρντ είχε κλείσει την πόρτα και τώρα στεκόταν με την πλάτη ακουμπισμένη πάνω της, τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και την κοιτούσε ανέκφραστα «Όχι, ευχαριστώ», αρνήθηκε ήρεμα εκείνη, μόλο που ο σφυγμός της χτυπούσε άτακτα κι ακανόνιστα από την ταραχή. «Αυτά που έχω να σου πω θα είναι σύντομα». Ένα νωχελικό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του. «Ξέρω πολύ καλά γιατί ήρθες εδώ». «Ναι. Είμαι σίγουρη πως ξέρεις», του είπε ξεροκαταπίνοντας. «Πρόκειται για το κληροδότημα στη διαθήκη του Ράιτ. Θέλεις να μάθεις γιατί είσαι αναγκασμένη να εξοφλήσεις το δάνειο». «Γνωρίζω το λόγο, Έντουαρντ. Επειδή προσέβαλες τη διαθήκη». «Ναι. Αυτό ακριβώς έκανα». «Ακόμα και τώρα που πήρες τις μετοχές που τόσο πολύ επιθυμούσες;» «Η φίλη σου ανυπομονούσε να τις ξεφορτωθεί, Ολίβια, μόλις τη βεβαίωσα πως δεν είχα την παραμικρή πρόθεση να σύρω το όνομά της στη λάσπη». «Αυτό απλοποίησε τα πράγματα. Θέλω να πω πως αν την έβρισκα εγώ πρώτη, δε θα μπορούσα να της κάνω μια τέτοια προσφορά, έτσι; Θα της έλεγα να... να βγει έξω και να φωνάξει σε όλο τον κόσμο πως εκείνη ήταν η φιλενάδα του πατριού σου κι όχι εγώ». Ο Έντουαρντ την κοίταξε για μια ατέλειωτη στιγμή κι ύστερα άρχισε να την πλησιάζει αργά. «Θα το είχες κάνει, αλήθεια;» τη ρώτησε απαλά. «Η Ρία με ρώτησε αν είσαι θυμωμένη μαζί της κι εγώ της είπα πως ήσουν έξω φρενών και πως η φιλία σας δε θα γινόταν ποτέ πια όπως παλιά, αλλά δεν ήξερα ότι ζητούσες εκδίκηση». «Αυτό πίστεψες;» τον ρώτησε οργισμένη η Ολίβια. «Θα έ297


πρεπε, λοιπόν, να είχες μιλήσει πρώτα σ’ εμένα, Έντουαρντ». Σώπασε ξαφνικά κι ύστερα αναστέναξε. «Όχι», παραδέχτηκε μετά από λίγο, «δε θέλω να την εκδικηθώ. Στην αρχή νόμιζα πως το ήθελα, αλλά... Είναι καλά;» «Μια χαρά. Στην αρχή πανικοβλήθηκε φοβήθηκε την αντίδραση της οικογένειάς της αν μάθαιναν πως συζούσε με τον Ράιτ. Μου είπε πως ο Ράιτ της είχε πει πως είχε ζητήσει διαζύγιο από τη μητέρα μου κι εκείνη του το είχε αρνηθεί». «Όμως της έλεγε ψέματα, έτσι;» ρώτησε η Ολίβια. «Ναι», παραδέχτηκε χαμογελώντας ειρωνικά ο Έντουαρντ. «Αλλά η Ρία Μπάσκομπ δεν ήταν η μόνη που είχε πιστέψει στα ψέματά του». «Πήρες, λοιπόν, αυτό που ήθελες». «Το πήρα;» τη ρώτησε εκείνος. «Ναι. Πήρες τις μετοχές της Τζέμινι. Είπες ότι η Ρία συμφώνησε...» Κινήθηκε γρήγορα και πριν προφτάσει ν’ αντιδράσει η Ολίβια, την έπιασε σφιχτά από τους ώμους. «Γιατί έφυγες μακριά μου;» τη ρώτησε οργισμένος. Η Ολίβια άφησε να της ξεφύγει ένα νευρικό γέλιο. «Σου χάλασα τη βραδιά, Έντουαρντ; Μήπως θέλεις να σου ζητήσω συγνώμη;» «Δε σε καταλαβαίνω», της είπε βλοσυρά εκείνος. «Ούτε νομίζω πως θα σε καταλάβω ποτέ. Είσαι η πιο ανεξάρτητη γυναίκα που γνώρισα στη ζωή μου κατάφερες να σταθείς μόνη στα πόδια σου κι όμως το έσκασες φοβισμένη μόλις ένιωσες να στριμώχνεσαι». «Ποτέ!» Τα μάγουλά της φλογίστηκαν. «Είναι ψέματα. Ποτέ δεν το έσκασα». «Ήσουν πολύ απασχολημένη και ποτέ δε στάθηκες ν’ αντικρίσεις κατάματα την αλήθεια». «Πότε το έσκασα;» τον ρώτησε. «Πες μου!» Το βλέμμα του αιχμαλώτισε το δικό της. «Το έσκασες εκείνη τη νύχτα από το διαμέρισμά μου». «Όχι!» «Ήθελες να κάνεις έρωτα μαζί μου, αλλά αυτή η σκέψη σε τρόμαξε κι έτσι το έβαλες στα πόδια». «Άφησέ με!» τον πρόσταξε. «Δεν ήρθα εδώ για να με προσβάλεις». «Το έσκασες κι εκείνη τη μέρα από το εξοχικό, όταν παραλί298


γο να κάνουμε έρωτα». «Αυτό νομίζεις πως κάναμε;» τον ρώτησε, προσπαθώντας μάταια να ξεφύγει από τα χέρια του. «Πιστεύω πως υπάρχει μια πολύ καλύτερη λέξη να το περιγράφεις». «Και το έσκασες εκείνο το βράδυ στις Μπαχάμες...» «Θεέ μου, Έντουαρντ, τόσο εγωιστής είσαι; Και τι έγινε, μου λες; Μήπως είμαι η πρώτη γυναίκα που σε παρατάει;» «Που να πάρει, Ολίβια, θα πάψεις να φέρεσαι τόσο ανόητα; Άκουσέ με!» «Ποιον ν’ ακούσω; Έναν αλαζονικό, εγωιστή άντρα, που δεν τον σταματάει τίποτα όταν πιστεύει πως χάλασαν τα σχέδιά του;» «Προσπαθώ, ώρα τώρα, να σου πω πως είμαι ερωτευμένος μαζί σου, ανόητη μικρή!» Τα δάχτυλα του Έντουαρντ χώθηκαν βαθιά στη σάρκα της. «Ο Θεός μόνο ξέρει πόσο σ’ αγαπώ μπορεί να με κάνεις δυστυχισμένο, να με καταστρέφεις, να καταντήσω μέθυσος ή κάτι ακόμα χειρότερο, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Σ’ αγαπώ εδώ και πολύ καιρό. Διάβολε, νομίζω πως σ’ ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή που σε είδα σ’ εκείνο το εστιατόριο», ομολόγησε βραχνά. «Τη μέρα που είδα τον πατριό μου να σε φλερτάρει». «Δεν έκανε τίποτα τέτοιο», του είπε με κομμένη ανάσα η Ολίβια. «Σου εξήγησα...» «Ναι, το ξέρω. Αλλά ζήλευα τόσο που δεν μπορούσα να σε πιστέψω». Τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω της. «Νόμιζα πως κι εσύ μ αγαπούσες. Μου το είπες εκείνη τη νύχτα στις Μπαχάμες». «Έντουαρντ...» «Μ’ αγαπάς;» τη ρώτησε. «Δε θα σ’ αφήσω να φύγεις αν δε μου πεις, Ολίβια. Αν με αναγκάσεις, θα σε κλειδώσω σ’ αυτό το γραφείο μέχρι να τ’ ομολογήσεις!» Η καρδιά της χτυπούσε ακόμα πιο δυνατά τώρα. Όχι όμως από οργή ή φόβο αλλά από απέραντη αγάπη. Τον κοίταξε κι αναρωτήθηκε αν της έλεγε αλήθεια. Εκείνος αντιγύρισε το βλέμμα της έντονα, αλλά κάτι στο βάθος των ματιών του της έλεγε πως αυτή που κρατούσε στην αγκαλιά του ήταν πολύτιμη και πως ήθελε να τη φιλήσει ξανά και ξανά... Πράγμα που επιθυμούσε κι εκείνη με όλη τη δύναμη της ψυχής της, όλες αυτές τις μέρες και τις εβδομάδες... «Λοιπόν;» τη ρώτησε βραχνά εκείνος. «Θέλω ένα απλό ναι ή όχι, Ολίβια. Μ’ αγαπάς;» 299


Εκείνη αναστέναξε βαθιά. «Γιατί μου έκλεψες την κάρτα, Έντουαρντ; Είχα σκοπό να σου τη δώσω εκείνη τη νύχτα. Αυτό προσπαθούσα να σου πω όταν... όταν...» «Θυμάσαι τι μου είπες όταν σε βρήκα; Πως δεν επρόκειτο να με βοηθήσεις να βρω τη Ρία», της θύμισε με σκοτεινό βλέμμα. «Κι έπειτα με ρώτησες αν ήρθα στις Μπαχάμες για να βρω εσένα ή επειδή ήθελα ν’ ανακαλύψω τη Ρία. Ήταν τόσο απλή η ερώτησή σου, αγάπη μου, αλλά τόσο δύσκολο να σου απαντήσω. Φοβόμουν πως ό,τι κι αν σου έλεγα μπορεί να κατέστρεφε την ευτυχία μας». «Έντουαρντ», ψιθύρισε η Ολίβια, «δεν καταλαβαίνω». «Θα έφτανα ακόμα και στην άκρη της Γης για να σε βρω, γλυκιά μου, αλλά η αλήθεια ήταν πως είχα έρθει στα νησιά γιατί έπρεπε να βρω τη Ρία. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Αυτές οι αναθεματισμένες μετοχές δεν έχουν πραγματικά σημαντική αξία, αλλά αν η μητέρα μου μάθαινε πως ο Ράιτ τις είχε αφήσει στη Ρία...» Αναστέναξε βαθιά. «Αρκετά είχε υποφέρει όταν διάβασε στις εφημερίδες για την ‘ερωτική φωλιά’ του. Αν ανακάλυπτε πως είχε χαρίσει τις μετοχές, που του είχε δωρίσει η ίδια ως ένδειξη της αγάπης της, σε κάποια άλλη...» «Δεν ήθελες να πληγωθεί». «Προσπαθούσα εδώ και πολύ καιρό, αμέσως μετά το θάνατο του Ράιτ, να την πείσω να πάει να μείνει για λίγο στην αδερφή της στη Φλόριντα. Αλλά ήξερα πως, αργά ή γρήγορα, θα δημοσιευόταν η διαθήκη και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να πάρω στα χέρια μου, όσο πιο γρήγορα γινόταν, αυτές τις μετοχές». Η Ολίβια χαλάρωσε στην αγκαλιά του. «Δεν καταλαβαίνω πώς θα μπορούσες να προλάβεις το κακό. Αν δημοσιευτεί η διαθήκη, θα υπάρχει ακόμα μέσα το κληροδότημα». Ο Έντουαρντ χαμογέλασε συγκρατημένα. «Δεν υπάρχει λόγος να δημοσιευτεί μια διαθήκη που δεν ισχύει πια. Μου πήρε καιρό, αλλά κατάφερα να πείσω το δικηγόρο του Ράιτ να κάνει αίτηση ανάκλησης εκ μέρους μου». «Ναι, σε καταλαβαίνω απόλυτα», του είπε χαμογελώντας η Ολίβια. «Είσαι πολύ πειστικός όταν θέλεις να πετύχεις το σκοπό σου». Τα χέρια του φυλάκισαν το πρόσωπό της. «Άσε με τότε να πείσω κι εσένα τώρα», της είπε απαλά. «Σ’ αγαπώ, Ολίβια. Σ’ αγαπώ με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου. Πες μου κι εσύ 300


πως μ’ αγαπάς». «Μα... γιατί δε μου τα είπες όλα αυτά εκείνο το πρωί στις Μπαχάμες; Θα είχα καταλάβει». «Ίσως. Αλλά δεν μπορούσα να το διακινδυνεύσω. Φοβόμουν μη σε χάσω». «Και... κι εκείνη την τελευταία βραδιά, όταν μου είπες πως είχες πάρει την κάρτα... Το είπες τόσο ψυχρά, Έντουαρντ, τόσο υπολογιστικά». «Υπολογιστικά;» Κόπηκε η ανάσα της καθώς εκείνος σήκωσε το πρόσωπό της και τη φίλησε με πάθος. Όταν την άφησε, έτρεμαν και οι δυο. «Ποτέ δε σκέφτομαι υπολογιστικά όταν βρίσκομαι κοντά σου, Ολίβια. Διάολε, ήμουν απελπισμένος. Ήθελα να σου κάνω πρόταση γάμου εκείνο το βράδυ, αλλά πρώτα θέλησα να σου πω όσα προηγήθηκαν: πως έψαξα τα πράγματά σου, ότι βρήκα την κάρτα και την πήρα...» «Ότι θα με άφηνες εκεί κι εσύ θα γύριζες στη Νέα Υόρκη...» «Αυτό ήταν μέρος της συμφωνίας μας με τη Ρία. Οι άνθρωποί μου της είπαν πως βρισκόσουν στα νησιά και την έψαχνες. Τρόμαξε και μόνο με τη σκέψη πως θα μπορούσε να σε συναντήσει. Μ’ έβαλε να της υποσχεθώ ότι θα συναντιόμαστε μόνοι στη Νέα Υόρκη». «Γιατί πρόσβαλες τη διαθήκη;» «Επειδή δεν απαντούσες στα τηλεφωνήματά μου. Σκέφτηκα να έρθω να σε βρω και πέρασα δυο ολόκληρες νύχτες, παγωμένος μέχρι το κόκαλο, έξω από το σπίτι σου», ομολόγησε χαμογελώντας. «Δεν ήθελα, όμως, να σε πιέσω. Ήθελα να σε κάνω να έρθεις εδώ, στο γραφείο μου και να έχω όλα τα πλεονεκτήματα με το μέρος μου». Τα μάτια της Ολίβια γέμισαν δάκρυα χαράς. «Αχ, Έντουαρντ», ψιθύρισε, «τι ανόητη που ήμουν!» «Αυτό που είσαι», της είπε σοβαρά εκείνος, «είναι μια εντελώς ανυπόφορη γυναίκα. Σε ρώτησα κάτι εδώ και τόση ώρα και δεν πήρα ακόμα απάντηση». Η Ολίβια σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της κι ακούμπησε τα χείλη της στα δικά του. «Ρώτησέ με πάλι», ψιθύρισε πάνω στο στόμα του. Ο Έντουαρντ σήκωσε το βλέμμα του στο ταβάνι δήθεν αγανακτισμένος. «Είναι και ξεχασιάρα μέσα σε όλα τ’ άλλα! Τι θα κάνω, Χριστέ μου, μ’ αυτή τη γυναίκα;» «Κάτι θα σκεφτείς», του είπε χαμογελώντας. «Ρώτησέ με 301


τώρα». Τύλιξε πάλι τα χέρια του γύρω από το κορμί της. «Ερώτηση πρώτη, δεσποινίς Χάρις: Μ’ αγαπάς;» «Ναι», του απάντησε αναστενάζοντας εκείνη, «αν και είσαι ένας φοβερά εγωιστής, ανυπόφορος άντρας, που...» «Και θα με παντρευτείς;» Η καρδιά της φτερούγισε. «Πότε;» Ο Έντουαρντ χαμογέλασε και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. «Τώρα», της είπε, «αυτή τη στιγμή ή όσο πιο γρήγορα καταφέρεις να φύγεις από το Όνειρο της Ολίβια». Εκείνη τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του. «Τι ανόητος που είσαι!» του ψιθύρισε. «Δεν το κατάλαβες ακόμα; Εσύ είσαι το Όνειρο της Ολίβια!» Και θα ήταν σε όλη της τη ζωή.

ΤΕΛΟΣ

302

SANDRA MARTON - ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΓΟΒΑΚΙ - ΑΔΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ  
SANDRA MARTON - ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΓΟΒΑΚΙ - ΑΔΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ  
Advertisement