Page 1

Ο Δαιμονιστής Αύγουστος Κορτώ

Ελεύθερο Μυθιστόρημα στο διαδίκτυο από τον Αύγουστο Κορτώ


Ο Δαιμονιστής Αύγουστος Κορτώ

Πρώτη έκδοση 2007, Εκδόσεις Καστανιώτη


Πρόλογος Γραμμένος λίγο αφότου έκλεισα τα είκοσι πέντε, ο 'Δαιμονιστής' είναι ίσως το πιο ζοφερό βιβλίο μου - κι αντανακλά μιαν εξίσου ζοφερή περίοδο της ζωής μου, που ευτυχώς έχει παρέλθει οριστικά. Δεν ξεκαθάρισα ποτέ τα αισθήματα που μου προκαλεί η φριχτή ιστορία που αφηγείται ο δαιμονιστής, ωστόσο μιας και βρέθηκαν τότε αναγνώστες που αγάπησαν αυτό το βιβλίο - κάποιοι το βρήκαν ως και τρυφερό, κάτι που ακόμα μου προξενεί απορία - ιδού, δικό σας. Εγώ πια συγκρατώ μονάχα μια φράση του: "Είμαι η άβυσσος γιατί δεν έχω μητέρα".

Τα βιβλία που ανεβάζω για χύμα κατέβασμα - το ξεκαθαρίζω - δεν τα αντιμετωπίζω ως δυνάμει μέσον βιοπορισμού. Για μένα ό,τι είχαν να πουν το είπαν όταν εκδόθηκαν, και ξανά χαρτί δεν πρόκειται να δουν (εκτός κι αν γουστάρει κάποιος να το εκτυπώσει, οπότε με την ευχή μου). Όποιος θέλει να αλλάξει το format του αρχείου, να το κοινοποιήσει, να το τυπώσει σε κούπες για να τις βλέπει και να κόψει τον καφέ απ' τη φρίκη, είναι απολύτως ελεύθερος να το κάνει. (πηγή) Άυγουστος Κορτώ 2017


Έργο εξωφύλλου: John Henry Fuseli - «The Nightmare»

Διαμόρφωση e-book: eBooks4Greeks.gr


Δεν μπορώ να σας πώ τ’όνομά μου,γιατί δεν έχω όνομα. Είμαι γόνος μιας αρχαίας ράτσας.Είμαι δαιμονιστής. Κι αυτή είναι η ιστορία μου.

Οι μύθοι λένε πως οι πρώτοι μας πρόγονοι γεννήθηκαν από την ένωση μιας παρθένας,ταγμένης στον Θεό των Εβραίων,με τον Ασταρώθ,τον δαίμονα της ερωτικής δυσπραγίας.Και καθώς η ένωση αυτή θεωρήθηκε μίασμα,τόσο για το Παλάτι του Γιαχβέ όσο και για τα Δαιμονικά Ανάκτορα,τα παιδιά που γεννήθηκαν ήταν καταραμένα.Ήταν οι πρώτοι δαιμονιστές. Πλάσματα αθάνατα,χωρίς φύλο,αλλά με αχαλίνωτη ερωτική επιθυμία, που εξασφάλιζε την γρήγορη εξάπλωσή τους.Άλλωστε σκοπός κάθε κατάρας των Αιώνιων είναι η παντοτινή δυστυχία των καταραμένων.Όμως την στιγμή της ένωσης κάποιου δαιμονιστή μ’έναν κοινό θνητό,στο σώμα του μπαίνει κι η ψυχή του δαιμονιστή,ακέραια,εξορίζοντας την ψυχή που κατοικούσε πρωτύτερα το νέο σώμα στο Χάος,κι αφήνοντας πίσω ένα άβουλο,ζωντανό κουφάρι. Με τους αιώνες,η αθανασία χάθηκε,διαλύθηκε στο ποτάμι του αίματος με το οποίο ανακατεύαν το δικό τους οι δαιμονιστές.Μαζί καταλάγιασε κι η ασυγκράτητη ερωτική ορμή,αφού πια το σώμα που κατοικούσαν ήταν πολύ περισσότερο ανθρώπινο,αλλά συγχρόνως,όπως σε όλους τους ανθρώπους,εγκαταστάθηκε μέσα τους ο φόβος του θανάτου.Έτσι εξακολούθησαν να μολύνουν κι άλλα σώματα,να κάνουν έρωτα με την πρώτη υπόνοια βιολογικής φθοράς,αφού μέσα τους κουβαλούν πολύ πιο έντονη την ματαιοδοξία της αθανασίας. Ωστόσο πρέπει κανείς να λογαριάσει τις συνέπειες μιας τέτοιας αδιάλειπτης συναλλαγής.Γιατί σε κάθε σώμα που έμπαιναν τη στιγμή του έρωτα,οι δαιμονιστές ήταν υποχρεωμένοι να επωμισθούν και μια καινούρια ζωή. Σίγουρα,αν αυτή ήταν βαρετή,μπορούσαν σε μια νύχτα να την εγκαταλείψουν και πάλι,για μιαν άλλη ζωή,μέσα από ένα άλλο σώμα.Μα έπρεπε να προσέχουν, να γνωρίζουν ως ένα σημείο από πριν τις ευθύνες του ανθρώπου που θα κυριεύαν,να μιλούν τη γλώσσα του,να ξέρουν πως μπορούν ν’αντέξουν την θνητή του καθημερινότητα. Κι ακόμα,στο πλάι,ήταν ανέκαθεν η θλίψη του αποχωρισμού από ένα σώμα που,πλήν της ηδονής,μπορούσε να προσφέρει όλες τις άλλες ευτυχίες των ανθρώπων.Εξαιρώ την ηδονή γιατί,όπως είναι φυσικό,αν ένας δαιμονιστής βρίσκει ευχάριστη την ζωή του σώματος που κατοικεί,θα πρέπει,προκειμένου να το διατηρήσει,να μείνει παρθένος επ’αόριστον.Εύκολα καταλαβαίνει κανείς πως αυτό,για οποιονδήποτε άνθρωπο είναι βασανιστικό,όμως επειδή σε μας υπάρχει κι

1


η κούραση αιώνων,κι ο πόθος για κάποιες δεκαετίες γαλήνης,πολλοί δαιμονιστές,για να απωθήσουν το φάσμα του γενετήσιου οίστρου,αφοσιώνονταν σε ανώτερους σκοπούς-και πράγματι,πολλοί ιεράρχες,στρατηλάτες,πολιτικοί και καλλιτέχνες που η Ιστορία καταμαρτυρά την εγκράτειά τους,υπήρξαν στην πραγματικότητα δαιμονιστές,που έτυχε να δεθούν περισσότερο με την ανθρώπινη παρά με τη δαιμονική τους φύση,κι έφτασαν,εκτός από τον έρωτα,να αρνηθούν και την αθανασία,ζώντας και πεθαίνοντας ανέγγιχτοι σ’ένα μονάχα σώμα. Όσο για τους υπόλοιπους;Είναι φαινομενικά μονήρεις,αθόρυβοι άνδρες και γυναίκες,που μοιάζουν να τρώγονται από κάποιο απροσδιόριστο βάσανο.Οι άνθρωποι που αφήνουν πίσω τους σε κάθε μετασωμάτωση δεν είναι πλέον ανθρωποι,δεν έχουν ψυχή.Έχουν κενό βλέμμα,απουσία κάθε συνείδησης,κι αδυναμία στην εκπλήρωση ως και των πιο απλών αναγκών.Συνήθως καταλήγουν νεκροί από ατυχήματα,ή σε τρελλοκομεία,όπως και τα περισσότερα παιδιά των γυναικών που γονιμοποιούνται από δαιμονιστές-αφού στην ουσία,την στιγμή της γονιμοποίησης,ο δαιμονιστής έχει μεταπηδήσει στο σώμα της μητέρας,κι εφόσον μέχρι πρότεινος υπήρχε ως άντρας,είναι πολύ πιθανό να εγκαταλείψει το γονιμοποιημένο σώμα με μια καινούρια βιαστική επαφή προκειμένου να ξαναζήσει τη ζωή κάποιου άλλου άντρα.Πολύ σπάνια το μητρικό ένστικτο του δαιμονιστή μπορεί να υπερισχύσει της ανασφάλειας που γεννά η απώλεια της ανδρικής του ταυτότητας, μετά μάλιστα από χρόνια παρατεταμένης-κι επιβεβλημένης-παρθενίας. Θα μπορούσαμε να είχαμε εκλείψει.Όμως όπως στους ανθρώπους,έτσι και σε μάς υπάρχουν δαιμονιστές με κακό χαρακτήρα,που μετασωματώνονται ασταμάτητα,από πανικό θνητότητας,για να μην προφτάσουν να αισθανθούν εγκλωβισμένοι σ’ένα φθαρτό σαρκίο.Εξίσου τραγική είναι η μοίρα όσων δαιμονιστών αρνούνται τον έρωτα και ξαφνικά,γερόντια πια,διαπιστώνουν από την μια πως δεν θέλουν να πεθάνουν,κι από την άλλη ότι κανείς θνητός δεν θέλει πλέον να τους αγγίξει.Ή κι όσων ερωτεύονται: αν ερωτευτούν κάποιον θνητό,είναι βέβαιο πως η αγάπη τους δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ-το επόμενο πρωί δεν θα υπάρχει πια η ψυχή του ενός και το σώμα του άλλου.Η ένωση πάλι δύο δαιμονιστών τους καταστρέφει αυτοστιγμεί,ενώ από πριν,σαν προειδοποίηση-ή μάλλον σαν μέσο διασφάλισης της κατάρας,αφού υπάρχοντας υποφέρουμε περισσότερο-τα γυμνά μας σώματα κατά το πλησίασμα αρχίζουν να αναδίδουν μιαν αποπνικτική μυρωδιά,σαν κρέας σε προχωρημένη σήψη. Για ορισμένους θαρραλέους απομένει η λύση της αυτοκτονίας.Μα οι πιο πολλοί είμαστε ήδη αδύναμοι σαν άνθρωποι.Νοσταλγούμε τις παλιές μας ζωές, τα παλιά μας σώματα,λυπόμαστε όταν πρέπει να τα εγκαταλείψουμε από ερωτική απόγνωση,δενόμαστε με πάθος στον κάθε καινούριο εαυτό.Ό,τι ο κόσμος βιώνει μεταφορικά,για εμάς είναι κυριολεξία: Ζούμε την ιστορία σαν προσωπική ανάμνηση,αφού ο καθένας μας υπήρξε σ’όλες τις εποχές,σ’όλα τα μήκη και τα πλάτη.Πεθαίνουμε διπλά,πεθαίνουμε συνέχεια,κι ας ανοίγουμε τα μάτια την επόμενη στιγμή.Δεν περιγράφεται η λύπη που νοιώθει ένας δαιμονιστής όταν γυρίζει,ξέπνοος ακόμα και μουδιασμένος απ’την ντροπή που τον ανάγκασε να σκοτώσει (γιατί είναι φόνος,ας μην γελιόμαστε) κι αντικρύζει το σώμα που κα2


τοικούσε μέχρι πριν λίγο ακίνητο,το πρόσωπο που είχε μάθει να αγαπά ανέκφραστο,χωρίς να μπορεί να του προσφέρει πια καμμιά φροντίδα,αφού η πορεία των ψυχών μας είναι ευθύγραμμη-δεν μπορούμε να επιστρέψουμε ποτέ στο ίδιο σώμα. Ήρθε νομίζω η ώρα να μιλήσω και για μένα. Γεννήθηκα,δεν ξέρω πότε.Ίσως υπήρχα απ’την πρώτη στιγμή που ξεστομίστηκε η αρχαία κατάρα.Οι πρώτες μου αναμνήσεις-γιατί με τον καιρό ξεχνούμε τις λεπτομέρειες της αιώνιας μετανάστευσής μας,όπως οι καθρέφτες ξεχνούν τα είδωλά τους-είναι απ’το σώμα ενός άξεστου αρχηγού των Βανδάλων,που μετά βίας ήξερε να μιλάει.Είχα περάσει μέσα του έπειτα απ’τον βιασμό μιας Γαλάτισσας που ήμουν ως εκείνη την στιγμή,κι ακολούθως φιλοξενήθηκα,σύντομα για κάθε φορά,στα κορμιά των συντρόφων μου,πρωτόγονων βασιλιάδων,κάθε φορά μέσα από βιασμούς και κτηνωδίες που ήταν αδύνατον,εξ’αιτίας της απαίδευτης ακόμα φύσης μου,να περιορίσω. Μα κι όταν το πέρασμα της πρώτης χιλιετίας επέφερε μια κάποια εκλέπτυνση στο δικό μου πνεύμα-που δεν ήταν άλλο απ’το πνεύμα των ανθρώπωνεξακολούθησα,όσο κι όποτε μου ήταν δυνατό,να διαλέγω τα σώματα και τις ζωές των γαλαζοαίματων.Αυτό είναι κάτι που κάνουν πολλοί δαιμονιστές,για να μην έχουν υπερβολικές ευθύνες κι αρμοδιότητες στην καινούρια τους μορφή, κι επιπλέον από μιαν έμφυτη ξιπασιά,για να αισθάνονται χάρη στον πλούτο και την δύναμή τους ανώτεροι απ’τους ανθρώπους που ωστόσο είναι η πολυπρόσωπη τυραννία τους.Άλλωστε δεν είναι και δύσκολο να φτάσεις στους ευγενείς΄ εξ’αιτίας της πολυτελούς τους πλήξης,είναι μονίμως ερωτικά διαθέσιμοι. Επίσης,από την θέση ισχύος των βασιλικών οικογενειών στις οποίες παρασιτούσα ως το άτεκνο μέλος που υποφέρει από ανηδονία,ήταν πάντα πιο εύκολο να εκτονώνω με άλλο τρόπο την ερωτική μου τραγωδία.Ντρέπομαι που το ομολογώ,αλλά έχω υπάρξει υπαίτιος φριχτών εγκλημάτων,στα οποία με οδηγούσε η απωθημένη ηδονή.Το μόνο που με παρηγορεί είναι πως το ίδιο ακριβώς έκαναν και κάνουν χιλιάδες θνητοί,χωρίς μάλιστα να υποφέρουν από την κατάρα που κουβαλάω εγώ-ο ανέφικτος έρωτας σαπίζει μέσα τους ώσπου μια μέρα αφήνουν ελεύθερη τη σήψη.Έτσι,όταν τα όργια που οργάνωνα δεν ήταν αρκετά για να κορέσουν τα μοναχικά μου πάθη ως θεατού,όταν δεν μου έφτανε να βάλω νέα παιδιά να κάνουν έρωτα μπροστά μου σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς,ή οι σκανδαλιστικές αφηγήσεις ηλικιωμένων μαστροπών μου φαίνονταν πλέον ανιαρές,βασάνιζα,ακρωτηρίαζα,έβαζα να βιάσουν ανθρώπους που θα ήθελα να βιάσω ο ίδιος μα που δεν τολμούσα να αγγίξω-από φόβο μην βρεθώ παγιδευμένος στο σώμα τους-και πολύ συχνά σκότωνα,με τρόπους που τώρα,καθώς τους σκέπτομαι,μου φαίνονται θηριώδεις.Τα εγκλήματα αυτά,εκτός από την υψηλή μου πάντοτε θέση,καθαγιάζαν κι οι προερχόμενες εξ’αυτής καλές μου σχέσεις με τα Ιερατεία,στα οποία πολύ συχνά,μόλις γυμνώνονταν πλάι μου σε υπόγεια οργίων και μύριζα το σκουληκιασμένο κρέας,πρωτοστατούσαν άλλοι δαιμονιστές.Δεν θέλω να θυμάμαι εκείνη την εποχή.

3


Ταξίδεψα πολύ,μέσα από εναλλασσόμενα κορμιά και πεπρωμένα.Μέσα μου σιγά-σιγά ενσταλάχθηκε λίγη από την ευγένεια της ανθρώπινης ψυχής,κι ας έπρεπε να την εκτοπίσω πρώτα στο Τίποτε για να την κατανοήσω.Αιφνίδιες διαλείψεις παιδοφιλικού οίστρου,που μ’εγκλωβίζαν άθελά μου για δέκα ή περισσότερα χρόνια στο σώμα ενός παιδιού,μου δίδαξαν την αλλόκοτη όσο και συγκινητική αγάπη του γονέα,κάτι σαν μια ξένη γλώσσα που ποτέ δεν θα μάθω αλλά που πάντα ηχεί μελωδική στ’αυτιά μου.Άλλοτε,ο μάταιος έρωτας κάποιου νέου ή κάποιας νέας που έπρεπε ωστόσο από στοιχειώδη συμπόνοια να αρνηθώ,μου μάθαινε την πραγματική αξία του έρωτα,που είναι να σκέφτεσαι πρώτα τον άλλο κι έπειτα τον εαυτό σου.Έτσι,παρόλο που δεν είχα ποτέ εαυτό ολότελα δικό μου,άρχισα με τους αιώνες να γίνομαι πιο προσεκτικός,πιο εγκρατής,πιο ανθρώπινος.Έπαψα να επισκέπτομαι τις πόρνες με το παραμικρό,θεωρώντας πως,κι αν η ζωή τους ήταν αναλώσιμη απ’τις αρρώστιες και τις κακουχίες που τις περιτριγυρίζαν,δεν είχα το δικαίωμα να τους την αφαιρώ για να γνωρίσω μέσα απ’τον δεκάλεπτο εποικισμό του κορμιού τους την ζωή ενός άλλου πελάτη.Όπως κι άλλοι ευσυνείδητοι δαιμονιστές,κατάλαβα με τον καιρό πως οι άνθρωποι που με βασάνιζαν επειδή τους ποθούσα,δεν ήταν ένοχοι,δεν το έκαναν επίτηδες-απλώς δεν γνώριζαν το μυστικό μου,κι εγώ όφειλα να συγχωρώ αυτή την άγνοια.Διατηρώντας για πρακτικούς λόγους επιβίωσης τη μορφή κάποιου γαλαζοαίματου,έμαθα εντούτοις να χαλιναγωγώ την απονενοημένη μου έξαψη, ή να της βρίσκω ηπιότερες μεθόδους εκτόνωσης. Βεβαίως παρέμεινα οφθαλμοπόρνος και ωτακουστής,όπως όλοι οι δαιμονιστές.Καθιέρωνα ως κανόνα στην εκάστοτε αυλή μου την τολμηρή ενδυμασία,την βωμολοχία,και την συστηματική αφήγηση,σε μεγάλες ομηγύρεις,άσεμνων ιστοριών από ηλικιωμένες πόρνες.Η τελευταία μου αυτή συνήθεια φαίνεται μάλιστα πως,τα χρόνια πριν την Γαλλική Επανάσταση,επηρέασε έναν νεαρό τότε ευγενή,που αργότερα έγινε συγγραφέας και παρουσίασε αυτούσιες στο έργο του τις ομαδικές αυτές αφηγήσεις,στο κέντρο των οποίων περιφέρονταν ως ζωντανή διακόσμηση ημίγυμνοι νέοι και νέες.Κρίνοντας απ’την βία που εξακολουθούσαν να ασκούν άλλοι ηγέτες-εκπρόσωποι της ράτσας μου,ως συνέπεια της ανηδονικής τυπολατρείας που επέβαλλαν στον εαυτό τους,προτίμησα μιαν ανώδυνη,γραφική ελευθεριότητα,που βαθμηδόν γινόταν χαυνωτική, αδιάφορη όπως σ’έναν που δεν μπορεί να φάει η ατέρμονη εξιστόρηση περίπλοκων γευμάτων΄ από κάποια στιγμή κι έπειτα η πείνα φεύγει.Κι όπως είναι αυτονόητο,τις ώρες της ατέλειωτης μοναξιάς μου,αυνανιζόμουν καταχρηστικά. Όσο για τον λόγο που βρέθηκα στην Ελλάδα,και γράφω αυτή την στιγμή στα ελληνικά – αυτό είναι μια περιπέτεια των τελευταίων εκατόν είκοσι χρόνων. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ του 1882,μπήκα σ’ένα λαμπερό παλάτσο της Βενετίας,προσκεκλημένος σε κάποιο χορό.Ήμουν τότε γόνος ενός οίκου ευγενών της Πρωσσίας,αλλά το μέλλον της χώρας μου κι οι ευθύνες που διέβλεπα φάνταζαν ζοφερές.Ίσως σας φαίνεται ανεξήγητη τόση οξυδέρκεια,αλλά μην ξεχνάτε πως η αθροισμένη πείρα αιώνων καθιστά τους δαιμονιστές-όπως θα συνέβαινε και μ’οποιονδήποτε-ασυναίσθητα 4


σοφούς.Έτσι,εκτός απ’το παλάτσο,το ίδιο εκείνο βράδυ μπήκα στο σώμα μιας μεσήλικης Κοντέσσας,η οποία,μολονότι χήρα και με παιδιά στην ηλικία μου,γλεντούσε ακόμα όσο σφρίγος της απέμενε. Ήταν μια απ’τις πιο βολικές μετασωματώσεις μου.Πετώντας τον ανεπιθύμητο παλιό μου εαυτό απ’το μπαλκόνι της κρεβατοκάμαρας,αφού πρώτα μούσκεψα το πρόσωπο και τα ρούχα του με κρασί,κατέβηκα και πάλι στον χορό,αποφασισμένος-ή μάλλον αποφασισμένη-από την νύχτα εκείνη κι έπειτα να διαψεύσω κάθε αμφιβολία γύρω από την τιμή και την ηθική μου. Κανείς δεν θα μπορούσε άλλωστε να με παροτρύνει για το αντίθετο.Η μεταστροφή μου αντιμετωπίστηκε απ’τα παιδιά και τον περίγυρό μου με σιωπηλή ανακούφιση,κι εγώ,απομονωμένη στη γαλήνη της Ιταλικής υπαίθρου άρχισα να απολαμβάνω τις μικρές ευτυχίες των πολυτελών μου γηρατειών. Θυμάμαι σαν όνειρο περιπάτους σε χωράφια γεμάτα βιολέττες που μου ανήκαν,δείπνα στο φώς των κεριών,με χιλιάδες τριζόνια να γελάνε στον μυρωδάτο αέρα της νύχτας.Θυμάμαι την πρωτόγνωρη,μετά την κλιμακτήριο-που με βασάνισε λιγάκι-απώλεια κάθε ορμής,και την εξίσου συνταρακτική τρυφερότητα που ένοιωθα ορισμένες στιγμές για τα παιδιά μου.Η κόρη μου,να με αγκαλιάζει και να ξαπλώνει όλο αγάπη το κεφάλι στα γόνατά μου,ο γιός μου,να μου φέρνει στους ώμους έναν απίθανο πιτσιρίκο με ζωγραφισμένο μουστάκι από κάρβουνο που έλεγε πως είναι ο εγγονός μου-μα ήταν δυνατόν ένα τέρας όπως εγώ να έχει εγγόνια,ήταν δυνατόν να με φιλούν και να με φωνάζουν «μητέρα» και «γιαγιά»; Θυμάμαι όμως και σαν εφιάλτη τον τρόμο που ένοιωσα την πρώτη φορά που ξύπνησα σ’ένα μουσκεμένο στρώμα,έχοντας χάσει τον έλεγχο των ούρων μου μέσα στη νύχτα.Και τον πανικό,τον απερίγραπτο πανικό του επερχόμενου τέλους,που δεν μπορεί να χωρέσει στο μυαλό ενός θνητού.Είχα στ’αλήθεια περάσει μερικά απ’τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής μου,αν μπορώ να μιλάω για ζωή και για ευτυχία,όμως τώρα μπροστά μου εμφανιζόταν αμετάκλητος ο θανατος.Τί θα έκανα; Υποθέτω πως αν το ήθελα,θα μπορούσα να δώσω ένα μακάριο τέλος στην κατάρα,και να αφεθώ στην φθορά.Όμως εκείνη την στιγμή η δύναμη της συνήθειας,αυτή η άλλη μεγάλη κατάρα,υπερίσχυσε.Φοβόμουν,δεν ήθελα να πεθάνω.Ήμουν σχεδόν ογδόντα ετών,είχαν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια από τη νύχτα στο βενετσιάνικο ανάκτορο,και πλέον κάθε μέρα,με κάθε κίνηση,μύριζα τις βιολέττες που τα παιδιά και τα εγγόνια μου θ’αφήνανε στον τά-φο μου.Δεν μπορούσα να αρκεστώ σ’αυτό.Πανικοβλήθηκα. Έτσι,με όσες δυνάμεις μου απομέναν,στολίστηκα και πάλι σαν να μη συνέβαινε τίποτα,προσπάθησα να καλύψω την παρακμή του προσώπου μου-που τώρα στον καθρέφτη είχε όψη όχι γαλήνης,αλλά αποστροφής-κι άρχισα να επιθεωρώ με λύσσα το προσωπικό της βίλλας μου την ίδια κιόλας μέρα,γυρεύοντας ανάμεσά του τον πιο ποταπό νεαρό,που δεν θα δίσταζε ένα παιχνίδι ακόμα,σε επαλήθευση της παλιάς μου,μισο-ξεχασμένης φήμης.Κάποιον ανόητο άντρα που θα δεχόταν να πλαγιάσει μαζί μου για νά’χει έναν τρόπο να μ’εκβιάσει,ή μιαν ιστορία να διηγείται με περηφάνεια στους φίλους του.Έναν ανόητο άντρα που θα γινόμουν εγώ. 5


Τον βρήκα στο πρόσωπο ενός εικοσάχρονου αναλφάβητου κηπουρού, που είχε μόλις προσληφθεί,παρά τον απότομο χαρακτήρα του,λόγω της εξαιρετικής του δεξιότητας.Τον είχα ακολουθήσει όλη μέρα,απ’τους θάμνους του κήπου στον περίβολο της λίμνης κι απ’το κλάδεμα του πορτοκαλεώνα στην καλύβα του,κοντά στις πύλες του κτήματος. Τον είχα καλέσει αυτοπροσώπως,μ’ένα φαιδρό πρόσχημα που ούτε θυμάμαι πια,στο δωμάτιό μου,κι εκείνος είχε έρθει απρόθυμα,δίχως να μιλά.Όταν έκλεισα πίσω μας την πόρτα κι άρχισα να βγάζω τα ρούχα μου με ζαρωμένα χέρια που έτρεμαν,έβαλε τα γέλια.Πάγωσα.Φοβήθηκα πως θά’φευγε,σκέφτηκα το ενδεχόμενο να διέδιδε την ιστορία χωρίς νά’χει κάτι συμβεί,και τα παιδιά μου να με κλείνανε σε άσυλο.Αυτός-ο φόβος του αποκλεισμού-όπως σε τρελλοκομεία, στη φυλακή,ή σε ατυχήματα που αφήνουνε βαριές αναπηρίες,είναι ο μεγαλύτερος τρόμος κάθε δαιμονιστή,αφού εξορίζοντας το ενδεχόμενο της ερωτικής πράξης τον καταδικάζει σε αφανισμό.Κι εγώ λοιπόν τον απείλησα.Του είπα κοιτώντας τον στα μάτια πως αν δεν υπάκουγε,θα έχανε τη θέση του,πως θά’λεγα ότι μου επιτέθηκε και θα κατέληγε στη φυλακή,ακόμα και νεκρός. Δεν θα ξεχάσω το μίσος στα μάτια του.Ήρθε κατά πάνω μου,σήκωσε το χέρι του,κι αφού με χαστούκισε με τόση δύναμη που έπεσα στο κρεβάτι σχεδόν νεκρή από το χτύπημα,με καβάλησε,έφτυσε στο πρόσωπό μου,κι άρχισε να ξεκουμπώνει τη ζώνη του,λέγοντας: «Αφού το θέλεις έτσι,πουτάνα…» Ήταν τα τελευταία του λόγια.Η θαυματουργή ικανότητα της νιότης!…Σε λιγότερο από δυό λεπτά κοιτούσα τον μεταξένιο ουρανό του κρεβατιού μου μέσα απ’τα δικά του μάτια,ενώ η Κοντέσσα,ακίνητη,κέρινη,με μισάνοιχτο στόμα όπου τρεμόπαιζε μια φυσαλίδα σάλιου,ήταν ξαπλωμένη από κάτω μου. Φυσικά ήμουν αναγκασμένος να φύγω αμέσως,να το σκάσω.Κατά πρώτον,δεν είχα ιδέα από κηπουρική.Για τον ίδιο λόγο δεν έχω κάνει ποτέ μου έρωτα με βιρτουόζο κάποιου μουσικού οργάνου,μολονότι τους βρίσκω εξαίσια ελκυστικούς-είναι τρομερό να περιμένουν απ’τα χέρια σου μια τέχνη που δεν μπορείς πλέον να προσφέρεις.Επιπλέον,αν έβρισκαν την Κοντέσσα σ’αυτή την κατάσταση παραλυσίας,θα ήμουν ο πρώτος που θα κατηγορούσαν,αφού είχα θεαθεί μαζί της,μόλις πριν από λίγο,κακόθυμος. Έτσι κι έφυγα,κι ύστερα από μέρες πεζοπορίας κι ένα οδυνηρό θαλασσινό ταξίδι βρέθηκα στην Ελλάδα,όπου είχα πάντα την περιέργεια να ζήσω,χωρίς να έχω-αμιγώς από σύμπτωση-ποτέ την ευκαιρία.Στην Κέρκυρα,συγκεκριμένα. Παρόλο δε που οι κάτοικοι ήταν στην πλειοψηφία τους ιταλόφωνοι,φρόντισα να μάθω καλά ελληνικά,καθώς τα μόνα ελληνικά που γνώριζα μιλιόντουσαν τελευταία φορά επί Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.Επίσης,για πρώτη φορά απαρνήθηκα το γαλάζιο αίμα που ως τότε σφετεριζόμουν,αφ’ενός γιατί οι αριστοκράτες της Κέρκυρας ωχριούσαν θλιβερά σε σύγκριση με παλιότερους εαυτούς μου,κι αφ’ετέρου γιατί σύντομα διαπίστωσα,περνώντας μέσα από σώματα ναυτικών,βιβλιοθηκάριων κι υπαλλήλων,πως η ζωή των απλών ανθρώπων μπορούσε να είναι εξίσου ευχάριστη και άκοπη όσο και των ευγενών.Όσον αφορά την επιλογή των

6


εαυτών,για τις μετασωματώσεις μου επέλεγα σχεδόν αποκλειστικά ομοφυλόφιλους άνδρες,για πολλούς λόγους. Πρώτον,από στοιχειώδη ευσπλαχνία,για να μην τύχει κι αφήσω πίσω μου,διασχίζοντας το σώμα μιας γυναίκας,μια νεκροζώντανη έγκυο μ’ένα κατάδικασμένο έμβρυο στα σπλάχνα της.Ο σοδομισμός στις γυναίκες δεν ήταν ακόμη τόσο διαδεδομένος όσο σήμερα.Έπειτα,διατηρώντας πάντοτε το σώμα και την ζωή κάποιου άντρα,μπορούσα να έχω μεγαλύτερη συνέπεια στην συμπεριφορά,στον τρόπο σκέψης μου και τις αντιδράσεις μου.Υποθέτω πως ανήκω στους ιδιαίτερα συμπλεγματικούς δαιμονιστές,γιατί ποτέ δεν ήθελα να κινώ υποψίες.Ο βασικότερος όμως λόγος που προτιμούσα τους ομοφυλόφιλους ήταν για να αποφεύγω τα οικογενειακά βάρη.Να μην έχω να φροντίζω παρά μόνο τον εαυτό μου.Κι ούτε μου ήταν ποτέ δύσκολο.Άλλωστε,κανένας δαιμονιστής δεν μπορεί να ισχυριστεί πως προτιμά στ’αλήθεια το ένα ή το άλλο φύλο,αφού είμαστε στην πλειοψηφία μας μονίμως εξαθλιωμένοι απ’την ερωτική στέρηση.Η καταγωγή κι η αδυναμία αναπαραγωγής μας καθιστά όλους αμφιερωτικούς,έστω κι αν από συνήθεια σκεφτόμαστε τους εαυτούς μας ως άνδρες ή ως γυναίκες. Πέρασα στην Κέρκυρα σχεδόν μισόν αιώνα,ζώντας χλιαρές ζωές ποικίλης διάρκειας,αλλά φροντίζοντας να μην δημιουργώ περισσότερους από έναν αμίλητο τρελλό κάθε πέντε χρόνια.Κάπου στις αρχές του ’60,έχοντας νοσταλγήσει το κλίμα της μεγάλης πόλης,έφυγα στην Αθήνα,που τότε γνώριζε ταχεία άνθιση.Είχα μάθει στο μεταξύ ν’αγαπώ πολύ την νεοελληνική τέχνη,τα τραγούδια και τα ποιήματα των Ελλήνων,κι έτσι απ’την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στην Αθήνα,φρόντισα να αφομοιωθώ από τη νεοσύστατη αριστοκρατία των διανοούμενων,διατηρώντας ένα όμορφο διαμέρισμα στο Κολωνάκι και δουλεύοντας ως δάσκαλος ξένων γλωσσών-τόσων ώστε να μην γίνεται ύποπτο το πώς τις γνώριζα.Συναναστράφηκα καλλιτέχνες και πολιτικούς,σκιώδης πάντοτε, απώθησα ερωτευμένους μαθητές κι ερωτικά πεινασμένους μεσήλικες,και μόνο στις αρχές της δεκαετίας του ’80 αναγκάστηκα σε μια-δυό βιαστικές μετασωματώσεις,γιατί πόνοι στη μέση και μια κάποια χαλαρότητα της στύσης την ώρα του αυνανισμού μ’έκαναν να φοβάμαι μήπως χάσω το τραίνο του επόμενου κορμιού.Κι έτσι έφτασα στον ζωγράφο που ήμουν επί δέκα χρόνια,μέχρι την αλλαγή της χιλιετίας,που για μένα τουλάχιστον δεν ήταν καθόλου τυχερή υπόθεση. Αποφεύγω να αναφέρω το όνομά μου-ή μάλλον του ζωγράφου που ήμουν-γιατί είναι αρκετά γνωστός.Μολονότι ετεροφυλόφιλος,τον είχα επιλέξει γιατί μου φαινόταν όμορφος-φριχτά ματαιόδοξο,αλλά πρέπει να το παραδεχτώγιατί ήταν ευκατάστατος,και γιατί τον θεωρούσα παντελώς ατάλαντο.Ακόμη, ήταν άτεκνος,περιστασιακός μέθυσος,φιγούρα εκκεντρική,υπολογίσιμη όσο κι απόμακρη.Θα ήταν συνεπώς εύκολο να συνεχίσω την ζωή του από εκεί που θα την διέκοπτα,να τον υποδυθώ στην εντέλεια,ακόμη και να ζωγραφίσω μερικές απ’τις απαράδεκτες μουντζούρες που διετείνετο πως ήταν η υψηλή του τέχνη. Όπως κι έκανα,κι ειλικρινά απορώ πώς βρίσκεται ακόμα κόσμος που αγοράζει τις αηδίες του.Ή τις δικές μου.Τέλοσπάντων,τώρα είναι στη μέση ο καρκίνος κι η τρέλλα του,συνδυασμός παραμέτρων που πάντοτε θέλγουν τους ανόητους φιλό7


τεχνους.Νομίζω πως είχα δεί ένα ρεπορτάζ στις ειδήσεις όπου ένας νοσοκόμος πολυτελούς ιδιωτικού ψυχιατρείου προσπαθούσε να πιέσει στο χέρι του-το παλιό δικό μου χέρι-ένα πινέλο,ενώ αυτός που κάποτε ήμουν εγώ στεκόταν ανέκφραστος,με τα σάλια του να τρέχουν και χωρίς μαλλιά απ’τη χημειοθεραπεία,μπροστά από ένα λευκό καμβά.Θλιβερό. Ας επιστρέψω όμως στις μέρες της ακμής μου ως ζωγράφου.Στο σώμα του είχα μπεί θυμάμαι θυσιάζοντας αναγκαστικά μια κοπέλα.Την είχα συναντήσει ως περιπλανώμενος άστεγος σ’ένα στενό της Κυψέλης,μια νύχτα που ο εν λόγω ζωγράφος εξέθετε σε κεντρική γκαλλερί μια ρετροσπεκτίβα του οικτρού του έργου.Την χτύπησα και την βίασα αναίσθητη.Κι αφού ξύπνησα στο σώμα της,πονώντας ακόμα,πήγα στο σπίτι μου-όπου ευτυχώς δεν έμενε κανείς άλλος, τί απρονοησία,την έχω πατήσει ορισμένες φορές έτσι-κάλυψα κάπως τα σημάδια του πρόσφατου βιασμού μου-είχα αντισταθεί,βλέπετε,η ανόητη,στον εαυτό μου!-πρόλαβα την έκθεση στο κλείσιμο,συστήθηκα ως αλλόφρων θαυμάστρια, και διέπραξα δεύτερο βιασμό,έστω και παθητικό,στον κακόμοιρο καλλιτέχνη της συμφοράς,που ήταν ήδη μισομεθυσμένος.Στην τουαλέττα της γκαλλερί έγινε, αφού είχαν όλοι φύγει.Χρειάστηκε να συνέλθω λιγάκι απ’το μεθύσι-τώρα που το ξανασκέπτομαι,εκείνη η νύχτα ήταν απ’τις πιο κουραστικές που έχω ζήσει ποτέκι ύστερα κουβάλησα την κοπέλα στο στενό και την άφησα δίπλα στον άστεγο, που σάλευε ακόμα άσκοπα στο πεζοδρόμιο.Κανείς από τους δυό τους δεν ήταν σε θέση να δώσει εξηγήσεις. Ύστερα ήρθανε χρόνια δόξας,εφήμερης πολυτέλειας,κι ευδαιμονίας,απ’ αυτήν που ανήκει σε όσους ασήμαντους ανθρώπους καταφέρνουν να αναδειχθούν σε κάποιας μορφής είδωλα-μια ασήμαντη αλλά διαρκής ευδαιμονία. Έζησα με τη μορφή του ζωγράφου σχεδόν για δέκα χρόνια.Το Δεκέμβριο του 1999,ένα κρυολόγημα που δεν έλεγε να περάσει,στάθηκε η αφορμή για να μάθω πως είχα λευχαιμία.Το δυσκολότερο σημείο ήταν όταν έπρεπε να μεταμφιέσω ενώπιον του γιατρού τον τετριμμένο εκνευρισμό που μου προξενούσε η ανακοίνωσή του στην απροκάλυπτη απελπισία των θνητών.Ίσως βέβαια να υπερβάλλω, και να μην ένοιωθα κι ο ίδιος τόσο κυνικά μπροστά στην επικείμενη απώλεια.Θα χρειαζόμουν λίγο καιρό ώσπου να ανακαλύψω τον κατάλληλο διάδοχό μου,και στο μεταξύ ίσως να ήμουν ήδη πολύ άρρωστος για ερωτοτροπίες. Έτσι περιορίστηκα σε ερωτήσεις που αφορούσαν τον χρόνο που μου απέμενε,κι όταν εκείνος με καθησύχασε με πολλά χαμόγελα πως με τα σωστά φάρμακα θα μπορούσε να ξεπεράσει την πενταετία,υπολόγισα μια τριετία σιωπηλά,σηκώθηκα,του έσφιξα το χέρι,και βγήκα απ’το ιατρείο του με την ίδια ψυχραιμία όπως κάποιος που του έχουν μόλις κλέψει το πορτοφόλι στο δρόμο.Το πρόβλημά μου ήταν μόνο πρακτικό-έπρεπε να βρώ ένα καινούριο σώμα και μια καινούρια ζωή. Η ζωή ανήκε στον Παύλο Νοταρά,που την επομένη της Πρωτοχρονιάς έγινε το σάρκινο ρούχο μου,και το όνομα του οποίου εγκαινίασε την τελευταία τραγωδία της μακραίωνης ύπαρξής μου. Ο Παύλος,προτού γίνει εγώ,ήταν ένας φοιτητής Φιλολογίας δεκαεννέα ετών.Συγκέντρωνε όλα τα αναγκαία εφόδια που ζητούσα: Ήταν νέος,γεγονός 8


που μου έδινε χρόνο να μάθω την ζωή του και να προσαρμοστώ στις συνθήκες της χωρίς να εγείρω υποψίες,αφού η νεότητα είναι πάντοτε ευμετάβλητη.Επίσης οι συνθήκες αυτές ήταν αρκετά ευνοϊκές-ο Παύλος ήταν ο μοναχογιός ενός ζεύγους γιατρών,και ζούσε με τους γονείς του στο Παλιό Ψυχικό.Τέλος ο Παύλος ήταν ομοφυλόφιλος,κι αν κανείς πρόσθετε σ’αυτή την ιδιαιτερότητα την πατίνα της καλλιέργειας που πιθανώς να είχε αφήσει η πολυτελής ανατροφή του,θα ήταν εύκολο να σαγηνευθεί από έναν πετυχημένο,όμορφο καλλιτέχνη όπως εγώ, που είχε μάλιστα και την φήμη του γυναικοκατακτητή. Όπως και συνέβη.Εξοικειωμένος για λόγους επιβίωσης-κυριολεκτικά-με την τεχνολογία της κάθε εποχής,γνώρισα τον νεαρό Παύλο σ’ένα chat room για ομοφυλόφιλους άνδρες,όπου την πλειοψηφία συνιστούσαν αγόρια εις άγραν ωριμότερων εραστών,και δή όσων προεξοφλούσαν πως θα τα σοδομίζαν ανηλεώς.Από την πρώτη στιγμή της συνομιλίας μας-ήταν ανήμερα Πρωτοχρονιάς, είχε ξενυχτήσει,κι ωστόσο ήταν λαλίστατος-με κατέκλυσε με ερωτήσεις για το μέγεθος του πέους μου,τις αγαπημένες μου στάσεις,το πλήθος και το εύρος των εμπειριών μου,καθώς και την σχέση μου με το άλλο φύλο,μιας κι είχα μπεί στο εν λόγω chat room με ψευδώνυμο που υποδήλωνε τον αμφιερωτισμό μου.Για κάποιο λόγο-μάλλον από ηλιθιότητα-οι ομοφυλόφιλοι άνδρες γοητεύονται περισσότερο απ’την ιδέα ενός άνδρα που κοιμάται πρωτίστως με γυναίκες,ίσως γιατί η γνώση αυτή αποτελεί εχέγγυο του σοδομισμού που γυρεύουν,ή της ταύτισής τους με τούτες τις γυναίκες,απ’τα νύχια των οποίων φαντασιώνονται πως κλέβουν τον επίμαχο επιβήτορα,ή κι εγώ δεν ξέρω τί.Ιδιωτικές ανοησίες των ανθρώπων.Πάντως εγώ φρόντισα να εξάψω δεόντως την φαντασία του,μολονότι τον λυπόμουν-αν το ηλεκτρονικό προξενειό πετύχαινε,δεν θα προλάβαινε να απολαύσει καμμιάν απ’τις κρυφές μου χάρες.Κι όταν έφτασε η στιγμή κι ανταλλάξαμε φωτογραφίες,του έδωσα την χαριστική βολή,στέλνοντάς του μια πόζα που είχε κάνει τον γύρο της Αθήνας μόλις πρίν λίγες εβδομάδες,μέσα από περιοδικά και τηλεοράσεις.Με έδειχνε να παρουσιάζω κάποιους τελευταίους μου πίνακες που στο εγγύς μέλλον θα κοσμούσαν κεντρικό σταθμό του μετρό,ενώ στο πλευρό μου στεκόταν μια πασίγνωστη νεαρή ηθοποιός.Απροκάλυπτα σκανδαλώδες. Ο μικρός Παύλος έμεινε άναυδος για μερικά δευτερόλεπτα,κι ύστερα μου πληκτρολόγησε τον αριθμό του κινητού του,χωρίς άλλα σχόλια.Ο αριθμός εμφανίστηκε μονομιάς στην οθόνη,σαν υπογραφή.Η υπογραφή της καταδίκης του. Οδηγώντας προς το Ψυχικό-θα συναντιόμασταν έξω απ’το σπίτι του και θα πηγαίναμε στην αποθήκη,δεν πήγαινε ποτέ σε σπίτια άλλων-σκεφτόμουν ορισμένες λεπτομέρειες που είχα καταφέρει να του αποσπάσω κι αναλογιζόμουν τη ζωή του.Τους γονείς,τους φίλους του.Απόψε θα τον έχαναν,αλλά κανείς τους δε θα το μάθαινε.Ίσως κάποιοι να αισθάνονταν με τον καιρό κάποιαν αλλαγή,ίσως πάλι κανείς να μην καταλάβαινε τίποτα.Προσπαθούσα να θυμηθώ ανάλογες καταστάσεις παρελθόντων αιώνων.Έχω αντιμετωπίσει την ανεξήγητη συμπάθεια αλλά και την καχυποψία που οδηγεί σε επιτακτική μετασωμάτωση.Κι οι συγκεκριμένοι γονείς δεν είχαν άλλο παιδί.Όμως μου είχε πεί πως γνώριζαν τα πάντα γι’αυτόν,πως είχε μια πολύ ελεύθερη σχέση μαζί τους,κι αυτό με βόλευε.

9


Αν γνώριζαν πως ο γιός τους ήταν ομοφυλόφιλος,σίγουρα θα χαίρονταν αν τον έβλεπαν στο εξής να επιστρέφει σε μια παιδική αφλογιστία. Καθώς τον περίμενα,κουρνιασμένος στο παγκάκι,μία μετά τα μεσάνυχτα κι οι ακριβοί δρόμοι έρημοι,απαριθμούσα αυτά που θα έπρεπε να θυμηθώ άμεσα μόλις έμπαινα στο νέο μου σώμα.Να φροντίσω να απαλλαγώ από το παλιό, χωρίς να με συνδέουν με τον εφ’εξής εκλιπόντα ζωγράφο κανενός είδους ίχνη. Έπειτα,ως Παύλος πιά,να εγκλιματιστώ στο πνεύμα των νέων του 2000.Όπως όλοι,είχα ακούσει να μιλάν γι’αυτούς,ήξερα τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν,τα άνοστα αστεία και την άνοστη ζωή τους,αλλά τα ήξερα εξ’αποστάσεως.Τώρα θα έπρεπε να βουτήξω ανάμεσά τους και να τους ξεγελάσω,πράγμα που με γοήτευε και με φόβιζε εξίσου.Η τελευταία μου ζωή ως εφήβου είχε εκτυλιχθεί στο σώμα ενός δελφίνου,γιού του Φερδινάνδου της Ισπανίας,πρίν από μισή χιλιετία.Κι όσο για τον ίδιο τον Παύλο,που εκείνη τη στιγμή ξεπρόβαλλε ανάμεσα απ’τα δέντρα της αυλής του,αθόρυβος σαν φάντασμα;Αυτόν τον είχα ξεχάσει ήδη,τον είχα καταδικάσει και κυριολεκτικά σε φάντασμα,σκεφτόμουν μάλιστα πως με καθυστερεί με την αργοπορία του,πως θά’πρεπε να βιαστεί να μου παραδώσει το σώμα και την ζωή που μου ανήκαν.Φριχτό,μα δεν τον λυπήθηκα καθόλου.Ούτε συγκινήθηκα απ’τα νευρικά του χαμόγελα στη διάρκεια της σύντομης κουβέντας μας στο παγκάκι.Φρόντισα μόνο να μάθω τα απολύτως απαραίτητα, όπως αν το δωμάτιό του έβλεπε στο δρόμο-δεν ήθελα σε λίγο ανεβαίνοντας να μπώ κατά λάθος στην κρεβατοκάμαρα των γονιών του.Των γονιών μου. Κι ύστερα ξεκινήσαμε για την αποθήκη.Διασχίσαμε την αυλή σαν σκιές, άνοιξε την καγκελόπορτα του υπόγειου,φανερά ενθουσιασμένος.Αύριο θα είχε ένα ωραίο απόκτημα φθόνου ν’αφηγηθεί στους στενούς του φίλους,αλλά από αύριο οι στενοί του φίλοι θα ήταν δικοί μου και δεν θα μαθαίναν τίποτε.Κατεβήκαμε ακροποδητί,άνοιξε την πόρτα,και μόλις μπήκαμε στο στενό,σκονισμένο δωματιάκι,έπεσε πάνω μου κι άρχισε να με φιλάει σαν λυσσασμένος. Μας φώτιζε μια χλωμή λάμπα.Στο παλλόμενο φώς της,έβλεπα κουτιά με παιδικά παπούτσια,στρώματα τυλιγμένα σε πλαστικό,φυλαγμένα μαθητικά τετράδια.Σ’ένα από αυτά,με μεγάλα,στρόγγυλα γράμματα,διέκρινα για πρώτη φορά το μελλοντικό μου επίθετο: Νοταράς.Επιστροφή στο Βυζάντιο,σκέφτηκα χαμογελώντας.Ο Παύλος είχε ήδη γονατίσει μπροστά μου,και προσπαθούσε με δάχτυλα αδέξια απ’την έξαψη να λύσει τη ζώνη μου.Κοίταξα τα ξανθά του μαλλιά,φρεσκολουσμένα,παιδικά.Είχε λουστεί για μένα,για να με δεχτεί σ’αυτή την άβολη αποθήκη και να κάνουμε έρωτα.Ήταν ωραίος,θα μπορούσα αν ήθελα να ερεθιστώ για τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που μας επιτρέπει η μοίρα.Δεν το έκανα, από σεβασμό.Αν ήταν μόνο για την ηδονή,δεν θα βρισκόμουν εκεί. Έκλεισα τα μάτια και περίμενα το γνώριμο αίσθημα,καθώς ο Παύλος άνοιγε το δρόμο.Τώρα δάγκωνε το πέος μου μέσα από το εσώρουχο.Η καρδιά μου χτυπούσε με φόβο,πάντα με τρόμαζε αυτό το σημείο,κι ας μην διαρκεί περισσότερο απ’το πρώτο βρεφικό κλάμα,ή το ρόγχο του θανάτου.Άρχισα να τρέμω,ο φουκαράς θα νόμιζε από έκσταση.Το πέος μου μπήκε στο στόμα του,και χωρίς να το ξέρει,απ’την στενή του τρύπα ρούφηξε την ψυχή μου.Ένοιωσα όπως πάντα να πέφτω από ένα αμέτρητο ύψος στο κενό,μια στιγμή Χάους και 10


σκοτάδι,σχεδόν ταυτόχρονα το ουρλιαχτό της ψυχής του Παύλου,που χανόταν για πάντα,κι έπειτα ακούγοντας ένα γδούπο,σήκωσα το κεφάλι κι είδα τον ζωγράφο πεσμένο μπροστά στην πόρτα,με τα χέρια ανάμεσα στα πόδια να σκεπάζουν ασυναίσθητα τη γύμνια του.Εγώ ήμουν γονατισμένος στα τέσσερα,πρόσεξα τα φαγωμένα νύχια και στα δυό μου χέρια,ο κώλος μου ήταν γυμνός και στην τρύπα του υπήρχε σάλιο-εγώ που ετοιμαζόμουν για τον εαυτό μου,πόσο γελοίο.Σηκώθηκα αμέσως,ανέβασα το παντελόνι μου,κουμπώθηκα.Απ’την τσέπη της ασθμαίνουσας μαριονέττας που είχε καταντήσει το πρωτύτερο σώμα μου,έβγαλα το κινητό και το κράτησα,για να μην υπάρχει καταγραφή των κλήσεων προς το δικό μου.Το δυσκολότερο σημείο ήταν να τον ντύσω και να τον κουβαλήσω στο αυτοκίνητό μου.Το νεκρό βάρος.Ευτυχώς ήμουν και πάλι αρκετά πλούσιος,είχα δικό μου αυτοκίνητο,κι ευτυχώς το κλειδί του ήταν περασμένο μαζί με τα υπόλοιπα του σπιτιού,σ’ένα μπρελόκ με τη μορφή ενός μικροσκοπικού γουρουνιού από λάστιχο.Αναρωτήθηκα στιγμιαία ποιος φίλος ή εραστής μπορεί να μου το είχε χαρίσει και πότε.Συγχρόνως στρίμωχνα με βία τον ζωγράφο,ξαπλωμένο στο πίσω κάθισμα,και θαύμαζα την απαίσια δαιμονική μου φύση-πόσο γρήγορα προσαρμοζόμουν στο νέο μου σώμα. Τον πήγα στο παλιό μου σπίτι,φρόντισα να μην βλέπει κανείς,τον ανέβασα,σκούπισα τα όποια ίχνη.Έτσι κι αλλιώς ήταν άρρωστος,κανείς δε θ’ασχολιόταν με το γιατί και πώς κατέρρευσε.Ο καρκίνος είναι σκοτεινή ασθένεια. Γύρισα στο σπίτι στις δύο και μισή.Βρήκα με την πρώτη τα σωστά κλειδιά,κι έβγαλα τα παπούτσια πριν ανέβω τη σκάλα.Οι γονείς μου,συνηθισμένοι προφανώς σε μεταμεσονύχτια ξεπορτίσματά μου,κοιμόντουσαν μακάρια.Για καλή μου τύχη δεν υπήρχαν ζώα,αυτά καμμιά φορά καταλαβαίνουν και χαλούν τον κόσμο.Έχει χρειαστεί πολλές φορές να θανατώσω σκυλιά που ανήκαν στο νέο μου σώμα. Μπήκα στο δωμάτιό μου,γδύθηκα,περιεργάστηκα την ιδιοκτησία μου χωρίς να ανάψω το φώς.Ξάπλωσα.Δεν ήθελα να είμαι άλλο δαιμονιστής,δεν ήθελα να το ξανακάνω.Ήμουν νέος και υγιής,ας έλεγα πως ήταν όλα ένας εφιάλτης,ας άνοιγα μια κενή σελίδα.Ας ξεχνούσα.Ήμουν ο Παύλος Νοταράς. Η ζωή μου μόλις ξεκινούσε.

Η λευκή ζωή του Παύλου Νοταρά

1 Η πρώτη στιγμή της πρώτης μέρας ήταν μια στιγμή ανησυχίας. Ξύπνησα λίγο μετά το μεσημέρι,στις 2 του Γενάρη του 2000,απ’τον θόρυβο που έκανε το κινητό μου καθώς λάμβανε ένα γραπτό μήνυμα.Κοίταξα για 11


λίγο γύρω μου,ξαφνιασμένος,κι ύστερα θυμήθηκα πού βρισκόμουν και ποιός ήμουν.Τουλάχιστον ο ύπνος μας είναι το ίδιο βαθύς με των ανθρώπων. Βγάζοντας το τηλέφωνο απ’την τσέπη του παντελονιού μου,πρόσεξα και πάλι τα φαγωμένα μου νύχια,που ήταν ένα θλιβερό θέαμα.Ωστόσο,καθώς διάβαζα το μήνυμα,χωρίς καν να το αισθανθώ,άρχισα να δαγκώνω ακόμα πιο βαθιά τις πέτσες και τις παρανυχίδες τους.Δεν ήταν μονάχα η αγωνία για το τί θα απαντούσα-οι έξεις είναι ριζωμένες περισσότερο στο σώμα παρά στην ψυχή.Όσες φορές έχω μπεί σε σώμα καπνιστή,παρέμεινα καπνιστής. Το μήνυμα είχε για αποστολέα του κάποια γυναίκα με το όνομα Λιλή,κι ήταν λακωνικό και αδιάκριτο: ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΤΕΛΙΚΑ,ΓΑΜΗΘΗΚΕΣ ΧΘΕΣ; με ρωτούσε. Για μερικά λεπτά κοιτούσα την μικροσκοπική οθόνη και μασούσα τις ρίζες των νυχιών μου σαν χαμένος.Προφανώς ο μικρός επιπόλαιος Παύλος είχε προλάβει να εκμυστηρευτεί τη συνάντηση που σχεδίαζε σε κάποια φίλη του.Το θέμα είναι αν είχε πεί και ποιόν επρόκειτο να συναντήσει,οπότε τα πράγματα ίσως να περιπλέκονταν. ‘Δεν έπρεπε να στείλεις την φωτογραφία σου,’ σκεφτόμουν,αλλά ήταν ήδη αργά.Και δεν μπορούσα να μάθω περισσότερα απαντώντας μ’ένα άλλο μήνυμα.Έτσι κι αλλιώς,το κινητό ήταν διαφορετικό απ’το δικό μου,κι η λειτουργία του μου ήταν παντελώς άγνωστη. Με την καρδιά μου να χτυπάει με αγωνία,νωρίτερα απ’ό,τι υπολόγιζα, απομόνωσα τον αριθμό της περίφημης Λιλής και της τηλεφώνησα. Παραδόξως,απήντησε ένας νεαρός άντρας,μάλλον συνομήλικος. «Έλα μωρή,τώρα ξύπνησες;» μου είπε, «Ολονυχτία χθές;» Στιγμιαία αποπροσανατολίστηκα.Γρήγορα όμως θυμήθηκα ότι κι άλλοι ομοφυλόφιλοι που είχα γνωρίσει στο παρελθόν είχαν τη συνήθεια να χρησιμοποιούν αντωνυμίες θηλυκού γένους για τον εαυτό τους και τους φίλους τους. Το πρώτο που έπρεπε να κάνω ήταν να αρνηθώ τα πάντα. «Όχι,» απήντησα δειλά,νιώθοντας σαν κλέφτης με το πρώτο ψέμα της καινούριας μου φωνής, «δεν έκανα τίποτα.» «Γιατί,μωρή;» επέμεινε η Λιλή. «Τόσο χάλια η πουρή;» Άγνωστη λέξη.Κάτι σχετικό με την ηλικία.Πόσα ακόμη ήξερε; «Δεν ξέρω,δεν τον είδα.» «Μα δεν αλλάξατε φωτογραφίες;» Έτρεμα ελαφρώς.Θα τα έπαιζα όλα για όλα.Αν είχε δεί την φωτογραφία, αν με κάποιο τρόπο είχα προλάβει να του την στείλω,τώρα θα το μάθαινα. «Όχι.Μου είπε πως δεν είχε φωτογραφία.» «Ωχ,φαντάζομαι,» είπε εκείνος. «Ψεύτικα στοιχεία.Τέρας.» «Όχι,σου λέω δεν τον είδα.Δεν ξέρω.Δεν ήρθε τελικά.» Άλλο ένα ψέμα.Ο ζωγράφος ήταν όντως τέρας.Εγώ. «Έφαγες στήσιμο Πρωτοχρονιάτικα,φιλενάδα;Δεν το πιστεύω!Θυμάσαι το nick του;Δε θα την πετύχω πουθενά τη σιχαμένη;Θα δείς εσύ!» Έμεινα βουβός για λίγο,μην ξέροντας τί να πώ. 12


«Έπρεπε να σου δώσει κινητό.Ποτέ μην κλείνεις ραντεβού χωρίς κινητό. Είναι μαλάκες που την παίζουν και μετά πέφτουν για ύπνο.» Με κάθε λέξη μάθαινα πως ο φίλος μου η Λιλή δεν ήξερε και τόσα για το προηγούμενο βράδυ.Ίσως απλά ήταν ένας κώδικας μεταξύ μας,πως όποτε δεν ήμασταν μαζί ως αργά,ο καθένας επιδιδόταν σε δικά του όργια. «Τέλοσπάντων,δεν έχει σημασία,» είπα για να κλείσω το θέμα. «Σώπα αγάπη μου,τρελλή είσαι;Και βέβαια δεν έχει!» υπερθεμάτισε ο φίλος μου. «Έχεις και το Δημητράκη καβάντζα,τί ανάγκη έχεις;Να κλαίμε οι ανύπαντρες,που κάναμε μιλλένιουμ με τη μαμά!Κι όσο για τη μαλακισμένη τη χθεσινή,άσ’την να πάει να γαμηθεί στα πάρκα!Αυτή χάνει!» Την ίδια στιγμή,ακούστηκε μια κοριτσίστικη φωνή στο βάθος,που του φώναζε: «Μανώλη,βγές απ’το δίκτυο τώρα!Θέλω να πάρω την Κορίνα!» «Το μαλακισμένο,» σφύριξε χαμηλόφωνα η Λιλή που τελικά λεγόταν Μανώλης. «Να μην κάνω ένα κοννέ μεσημεριάτικο,η γυναίκα,να μου μπεί και μένα καλά ο χρόνος!Αλλά πού θα πάει,δε θα μεγαλώσει το σκατό;Θα της τρώω συστηματικά όλους τους γκόμενους,μέσα απ’τα χέρια της θα τους αρπάζω!» Εγώ πάλι ευγνωμονούσα την μικρή αδερφή του φίλου μου,όχι μόνο γιατί μου είχε αποκαλύψει το όνομά του,αλλά γιατί με απάλλασσε προς το παρόν από την φλυαρία του.Ήμουν αγουροξυπνημένος,και πονούσε λίγο το κεφάλι μου. «Θα τα πούμε το βράδυ,ναί μωρό μου;» είπε πριν κλείσουμε. «Έγινε,» του απήντησα, «πάρε με.» «Θα σε πάρω.Εμένα να δούμε ποιός θα με πάρει!Έλα,φιλιά.» Άφησα το τηλέφωνο στο κομοδίνο κι έκλεισα τα μάτια. Συλλογίστηκα τα όσα είχα μάθει,άθελά μου,σε ένα κύμα τηλεφωνικής οχλαγωγίας.Πρώτον,ο φίλος μου,ο-κατά πάσα πιθανότητα-κολλητός μου,λεγόταν Μανώλης,είχε μια μικρή αδερφή,και ήταν παθιασμένα ομοφυλόφιλος.Επιπλέον φαίνεται πως,σύμφωνα με τον φίλο μου,στη ζωή μου υπήρχε και κάποιος Δημητράκης.Γκόμενος.Η ιδέα δεν μου άρεσε και πολύ.Θα έπρεπε να σκεφτώ με ποιό πρόσχημα θα τον ξεφορτωνόμουν. Αλλά ήταν έτσι κι αλλιώς πολύ νωρίς για να ανησυχώ για τον έρωτα,και τους τρόπους με τους οποίους θα τον απέφευγα στο εξής.Η πείρα μου μέχρι χθές ήταν πως,αν θέλεις,όσο πολυπόθητος κι αν είσαι,μπορείς να κλείσεις την πόρτα του ατελιέ σου στα μούτρα και της πιο ξαναμμένης θαυμάστριας.Να αδιαφορήσεις.Αυτό θα έκανα και τώρα. Υπήρχαν πολύ πιο ουσιώδη ζητήματα,όπως η ανακάλυψη της νέας μου ταυτότητας.Έπρεπε να μάθω ποιος είμαι,ή μάλλον ποιος ήμουν μέχρι χθές. Σηκώθηκα,άνοιξα το φώς και κοίταξα το δωμάτιό μου. Υπήρχαν ελάχιστα βιβλία σε ένα-δυό ράφια γύρω απ’τον υπολογιστή, ορισμένα κακόγουστα,φανταχτερά ρούχα σκορπισμένα στο πάτωμα,κι ένα στερεοφωνικό με στοίβες από CD να το περιτριγυρίζουν.Στρέφοντας το βλέμμα πάνω απ’το διπλό-γιατί διπλό;πόσους άντρες άραγε είχα γλιστρήσει εδώ μέσα κάτω απ’τη μύτη των γονιών μου;-κρεβάτι,είδα την μόνη οικεία πινελιά: ένα πό13


στερ του Κήπου των Ηδονών του Ιερώνυμου Μπός.Φυσικά ήταν οικείο όχι γιατι μου θύμιζε τον Παύλο,αλλά γιατί μου θύμιζε τον ίδιο τον Ιερώνυμο.Ένα διάστημα υπήρξαμε στενοί φίλοι. Αφού κοιτάχτηκα για λίγο στον καθρέφτη της ντουλάπας-δεν ήμουν κι άσχημος,σκέφτηκα-έριξα μια ματιά στα βιβλία μου.Τα περισσότερα ήταν πανεπιστημιακά,ωστόσο,αν κι επίδοξος φιλόλογος,δεν είχα παρά ένα-δυό λογοτεχνικά βιβλία,της κατηγορίας των επιβεβλημένων (κι άνοστων) αναγνωσμάτων.Αν ήθελα να διαβάζω όσο και παλιά,θα έπρεπε στο μέλλον να κρύβω τα βιβλία μου όπως κρύβουν τα ναρκωτικά-ο Παύλος δεν αγαπούσε πολύ το διάβασμα. Ύστερα έριξα μια ματιά στην αγαπημένη μου μουσική,κι αποφάσισα πως αυτή θα άλλαζε οπωσδήποτε.Τα πιο πολλά CD ανήκαν σε ελληνίδες και ξένες τραγουδίστριες της πόπ,που τα τραγούδια τους μου φαίνονταν ανυπόφορα.Στην ανάγκη θα χρησιμοποιούσα ακουστικά. Ξαφνικά άκουσα μια πόρτα να κλείνει στον κάτω όροφο του σπιτιού,ήχο κλειδιών που χτυπούν σε μέταλλο,και μια γυναικεία φωνή: «Ξύπνησες μωρό μου;Αν θές έλα,έφερα να φάμε!» Αυτό το είχα ξεχάσει εντελώς.Ο ζωγράφος ήταν αρκετά μεγαλύτερος,και για μια δεκαετία είχα συνηθίσει να ζώ μόνος.Όμως τώρα έπρεπε να γνωρίσω τους καινούριους μου γονείς. «Έρχομαι!» φώναξα,και καθώς φορούσα το παντελόνι μου,κοιτάχτηκα ακόμα μια φορά στον καθρέφτη.Έφτιαξα τα μαλλιά μου,που στέκονταν όρθια σαν ξανθά φτερά,με κάποιο δολοφονικό ζελέ.Είχα γκρίζα μάτια,καλοσχηματισμένο στόμα και μύτη,ήμουν ψηλός και νέος με ωραίο σώμα.Μου άρεσα. Συγχρόνως στο μυαλό μου ήρθαν τα τελευταία λόγια του Μανώλη,του φίλου μου,που σχολίαζαν την υποτιθέμενη απόρριψή μου απ’τον ζωγράφο. Αυτή χάνει.Που σήμαινε: Αυτός έχασε. Αναρωτήθηκα για λίγο αν είχε δίκιο.Ποιός από τους δύο είχε χάσει,τελικά;Ο ζωγράφος,ή ο Παύλος;Ήταν δύσκολο να πείς,αφού και οι δυό τους ήταν, έστω και διαδοχικά,ο ίδιος άνθρωπος,ή καλύτερα,το ίδιο πλάσμα.Εγώ.Άρα κατά βάθος είχαν χάσει και οι δύο.Στη ζωή τους είχε μπεί ένας δαιμονιστής.

2 Η μητέρα μου ήταν μια πολύ συμπαθητική γυναίκα. Γύρω στα πενήντα,ξανθή όπως εγώ,με συμπεριφορά που φανέρωνε ταυτόχρονα αισθήματα στοργής αλλά κι απόστασης,μια μητρική έγνοια χωρίς ωστόσο την κακόγουστη αδιακρισία της ερωμένης,που έχω παρατηρήσει συχνά στις ελληνίδες μητέρες.

14


Απ’τον τρόπο που ήταν ντυμένη κι απ’την ομιλία της,συμπέρανα πως ήταν μορφωμένη,κι αυτό ακριβώς της έδινε την άνεση να με αντιμετωπίζει με δεκτικότητα,παρά τις ιδιορρυθμίες που προφανώς αναγνώριζε στο πρόσωπό μου. Σχεδόν αμέσως έμαθα την προέλευση της μελλοντικής μου ευμάρειας.Ο πατέρας μου θα βρισκόταν ως το βράδυ στην ιδιόκτητη Οφθαλμολογική Κλινική του,ενώ κι η ίδια είχε μόλις επιστρέψει από ένα έκτακτο ραντεβού - κάποια ασθενής της, που περίμενε να γεννήσει μες στις γιορτές κι ανησυχούσε για την καθυστέρηση.Η μητέρα μου ήταν γυναικολόγος. Αφού φάγαμε,άφησε τα πιάτα για κάποια γυναίκα που τ’όνομά της μου διέφυγε,κι η οποία,απ’όσο κατάλαβα,θα ερχόταν αργότερα για τις δουλειές του σπιτιού.Ερχόταν μάλλον κάθε μέρα.Περάσαμε στο σαλόνι,κι αφού μεσολάβησε μια στιγμή αμηχανίας εκ μέρους μου,όταν η μητέρα μου με κράτησε απ’τους ώμους και με φίλησε τρυφερά στο μάγουλο,ισιώνοντας τα μαλλιά μου,καθίσαμε μαζί,δίπλα σ’ένα ωραιότατο τσέχικο πιάνο με ουρά.Δεν ανησύχησα ιδιαίτερα για το ποιός έπαιζε στο σπίτι-η περιρρέουσα χλιδή δικαιολογούσε την ύπαρξή του ακόμη και ως επίπλου,ενώ αν έκρινα απ’την δισκοθήκη του Παύλου,θα ήταν απίθανο να περίμενε κανείς από μένα επιδείξεις πιανιστικής δεξιοτεχνίας. Άλλη μια απορία μου λύθηκε όταν η μητέρα μου,βγάζοντας μια ασημένια ταμπακιέρα απ’το σακάκι του ταγιέρ της,μου πρότεινε ένα τσιγάρο.Κάπνιζα,ευτυχώς,γιατί το χρειαζόμουν.Αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε. Στην αρχή η συζήτηση ήταν εντελώς ακίνδυνη - οι διστακτικές ερωτήσεις του γονιού που προσπαθεί να πληροφορηθεί για την ζωή ενός αλλόκοτου παιδιού,γνωρίζοντας πως δεν μπορεί να κάνει και πολλά για να την αλλάξει. Με ρώτησε πώς μου φαινόταν η ιδέα ότι βαδίζαμε πλέον σε μια νέα χιλιετία,καθώς και τα σχέδιά μου για τη φετινή χρονιά.Μου ήρθε να γελάσω στη σκέψη πως αυτή δεν ήταν η πρώτη χιλιετία που εγκαινίαζα στη ζωή μου,όμως στο τέλος απήντησα με μιαν απόλυτα ταιριαστή κοινοτοπία. «Φέτος θέλω να ησυχάσω λίγο,» είπα, «να βρώ τον εαυτό μου.» Φυσώντας τον καπνό,η μητέρα μου έγνεψε με επιδοκιμασία. «Χαίρομαι που τ’ακούω,» είπε, «νομίζω άλλωστε πως αυτό είναι κάτι που χρειάζεται σε όλους μας-ησυχία.Και να κάνουμε πράγματα για μάς.» Έσβησε το τσιγάρο και συνέχισε,με λίγο φανερότερο δισταγμό. «Με τη σχολή τί σκέφτεσαι να κάνεις;» Δυστυχώς αγνοούσα πλήρως την μέχρι τότε πορεία μου στην Φιλολογία. Εντούτοις οι προθέσεις μου ήταν ευγενείς,και τις ξεδίπλωσα μονομιάς. «Δεν ξέρω γιατί,» είπα, «αλλά σήμερα ξύπνησα με όρεξη για διάβασμα.» Θυμόμουν πως,για την πλειοψηφία των φοιτητών,αυτές ήταν μέρες προετοιμασίας για τις εξετάσεις της χειμερινής περιόδου.Έτσι συμπλήρωσα: «Σκέφτομαι πως φέτος θα ήθελα να είμαι λίγο πιο…επιμελής με τις σπουδές μου.Κι ίσως να αρχίσω να διαβάζω περισσότερο,γενικά,άσχετα με το πανεπιστήμιο.» Το βλέμμα μου είχε πέσει στην βιβλιοθήκη,που ήταν ασφυκτικά γεμάτη με δερματόδετους

15


τόμους,άγνωστους ακόμα. «Πιστεύω πως ένας φιλόλογος δεν μπορεί να είναι… αδιάβαστος,» είπα,πιέζοντας ένα ψεύτικο γέλιο. Η μητέρα μου ωστόσο γέλασε με την καρδιά της,ένα εκλεπτυσμένο χαχανητό,και φέρνοντας το χέρι στο στήθος είπε: «Δεν πιστεύω στ’αυτιά μου!Ένας άλλος Παύλος!Πολύ χαίρομαι!» Και παίρνοντας το σταχτοδοχείο απ’το τραπεζάκι ανάμεσά μας,σηκώθηκε,με το ίδιο χαμόγελο αισιοδοξίας.Εγώ σκεφτόμουν τα λόγια της-ένας άλλος Παύλος-με μια υποψία ενοχής.Όμως πριν φύγει απ’το σαλόνι σταμάτησε και πάλι μπροστά στην πολυθρόνα μου,έσκυψε λίγο και μου μίλησε χαμηλόφωνα, πιθανώς για να τονίσει την σοβαρότητα αυτού που θά’λεγε,αλλά κι από ένδειξη ανωτερότητας,σαν να υπήρχε μονίμως κάποιος μές στο σπίτι που δεν έπρεπε να ακούσει από λάθος τα προσωπικά μας. «Ελπίζω να μην το πάρεις άσχημα,αγόρι μου,αλλά ήθελα να σου πώ… σήμερα το πρωί τηλεφώνησε ο Δημήτρης…πολύ νωρίς,ο πατέρας σου είχε μόλις φύγει…Ακουγόταν…κουρασμένος,μάλλον δεν είχε κοιμηθεί,ίσως είχε πιεί κιόλας…Δεν ξέρω αν βρεθήκατε εν τέλει μετά το ρεβεγιόν,αλλά ζητούσε επίμονα να σε δεί,του είπα πως κοιμόσουν,και μου ζήτησε να σε ξυπνήσω…Δεν σε ξύπνησα,φυσικά,αλλά δεν ήξερα και τί να του πώ…Μίλησέ του κάποια στιγμή,αν έχεις την καλωσύνη,» πρόσθεσε,μ’ένα πονεμένο χαμόγελο που έδειχνε συμπόνοια αλλά κι ενόχληση,σαν να μου έλεγε πως δεν ήθελε να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Την καθησύχασα μ’ένα νεύμα.Η ελευθερία των σχέσεων ήταν σχεδόν τρομαχτική.Αλλά το ίδιο μάλλον ίσχυε και για την σχέση μου με τον Δημήτρη,ή Δημητράκη.Μόλις η μητέρα μου βγήκε απ’το σαλόνι,άναψα κι άλλο τσιγάρο.

3 Γνώρισα τον πατέρα μου λίγο μετά τις έξη,το ίδιο απόγευμα.Μου φάνηκε φιλικός,πιο γέρος απ’τη μητέρα μου,κι ακόμη πιο απόμακρος.Στάθηκε λίγο απέναντί μου,χάιδεψε κι αυτός τα ανάκατα μαλλιά μου,με κάποιο απροσδιόριστο σχόλιο-όπως θα χάιδευε ένα γνώριμο,αγαπημένο ζώο-κι ύστερα κλείστηκε στο γραφείο του,για να μελετήσει κάτι σχετικό με τα φορολογικά της Κλινικής. Απόμεινα μόνος,αλλά όχι για πολύ.Λίγο αφότου κι οι δυό μου γονείς είχαν αποσυρθεί διακριτικά ο καθένας στη ζωή του,άρχισε να χτυπά το κινητό μου.Ξαφνιασμένος απ’τον άγνωστο,επίμονο ήχο,που μιμούνταν κάποιο δημοφιλές λαϊκό τραγούδι ανεπιτυχώς,έμεινα να το κοιτάζω δίχως να απαντώ. Στην γαλάζια οθόνη του αναβόσβηνε με μανία το όνομα: ΕΡΩΤΑΣ,που προφανώς ήταν το ψευδώνυμο που αντιστοιχούσε στον Δημήτρη,τον εραστή μου.Ήταν σαν η επανειλημμένη επίκληση να τον είχε υλοποιήσει.Στα τελευταία χτυπήματα αναγκάστηκα να φιμώσω το τηλέφωνο κρατώντας το σφιχτά μέσα στην τσέπη του παντελονιού μου,καθώς δεν είχα αποφασίσει ακόμα τί θα έλεγα στο νεαρό πολιορκητή της καρδιάς μου.Αν επρόκειτο για την καρδιά μου.

16


Μόλις σταμάτησε να χτυπά,το έβγαλα,κι επιθεώρησα τον ονομαστικό κατάλογο των γνωστών και φίλων μου.Ήταν πράγματι γεμάτο με ψευδώνυμα, ενώ το όνομα ‘Δημήτρης’ δεν υπήρχε πουθενά.Την ίδια στιγμή μου ήρθε ένα μηνυμα που επιβεβαίωσε την πρωτύτερη υπόθεση.Ο Έρωτας μου έγραφε τα ακόλουθα,ξέπνοα λόγια:

ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ; ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΑΣ; ΣΕ ΘΕΛΩ ΣΕ ΘΕΛΩ ΣΕ ΘΕΛΩ Ανέβηκα στο δωμάτιό μου κοιτώντας την τριπλή διακήρυξη του πόθου.Τί μπορούσα να κάνω γι’αυτή την αμήχανη κατάσταση;Γιατί-παρόλο που ακόμη δεν υποψιαζόμουν ούτε στο ελάχιστο την αμηχανία που θα μου προξενούσε ο Δημήτρης-ήμουν ήδη προετοιμασμένος για την απάντηση που θα έδινα,κι η οποία θα έπρεπε να ανακόψει την φόρα του φίλου μου.Απλώς,η εμφάνισή του, για τρίτη φορά μέσα στις πρώτες ώρες της καινούριας μου ζωής,γεννούσε αρκετά ερωτηματικά ως προς τη φύση της σχέσης μας. Κάθισα στο κρεβάτι μου,διαγράφοντας ένα ακόμη μήνυμα χωρίς σημεία στίξης αλλά με πολλά ρήματα που είχε μόλις φτάσει,κι αναρωτήθηκα τις πιθανές εκδοχές.Πρώτον: όλοι,ακόμη κι η μητέρα μου,γνώριζαν την ύπαρξη του περιβόητου Δημήτρη καθώς και τον ρόλο του στη ζωή μου.Επίσης υπήρχε η κοινή πεποίθηση πως ήταν σαγηνευμένος,αν όχι ολότελα εξαρτημένος από μένα.Βέβαια αυτό δεν προεξοφλούσε ούτε τον χρόνο ούτε το βάθος του δεσμού μας-η ζωή,ή πιο σωστά οι ζωές,μου έχουν διδάξει πως οι νέοι είναι το ίδιο επιπόλαιοι με τα αισθήματά τους όπως και με κάθε τί άλλο.Δεν έπρεπε άλλωστε να ξεχνώ πως ο Παύλος,δηλαδή εγώ,το προηγούμενο κιόλας βράδυ-το πρώτο της χρονιάς,κάτι στο οποίο οι άνθρωποι έδιναν πάντα μεγάλη σημασία-είχα συναντηθεί όχι με τον Δημήτρη,αλλά με κάποιον άγνωστο.Κι αυτός ο φουκαράς με έψαχνε απελπισμένα.Τον λυπόμουν,τόσο γι’αυτό που είχε γνωρίσει,όσο και γι’αυτό που τον περίμενε.Δεν ήξερα ποιό απ’τα δύο ήταν πιό σκληρό. Έτσι,και φοβούμενος πως το τρίτο μήνυμα θα ήταν μάλλον κάποιο χτύπημα στην εξώπορτα του σπιτιού μου,τηλεφώνησα στον Έρωτα. Ο Έρωτας μου αποκρίθηκε μ’ένα χείμαρρο απολογιών,ανακατεμένων με ευθείς σαρκικούς υπανιγμούς κι απειλητικές ικεσίες.Ήταν προφανώς μεθυσμένος,μιλούσε επί δυό λεπτά χωρίς να έχω πεί κουβέντα,και το μόνο που κατάφερα να διακρίνω μέσα απ’το σεθέλωθαπεθάνωγιατίμουτοκάνειςαυτόσυγχώρεσέ μεείμαιομεγαλυτεροςμαλάκαςτουκόσμουτίέχωκάνειλάθοςπέςμουθέλωναμοιραστ ούμεταπάντασεπαρακαλώκάθεστιγμήμακριάσουείναιμαρτύριοσεεκλιπαρώάσεμε νασεδώ,το μόνο που ξεχώριζε απ’τις δραματικές κοινοτοπίες ήταν το εξίσου κοινότοπο δράμα ενός νεανικού χωρισμού,ο οποίος είχε πιθανότατα λάβει χώρα κατόπιν δικής μου εξαφάνισης,και τον οποίον ο δυστυχής Δημήτρης αδυνατούσε ακόμη να ξεπεράσει.Μέσα απ’την ψευδίζουσα απόγνωση του ερωτευμένου νεαρού ξεπρόβαλλε διαυγής η ταυτότητά μου: ήμουν ένας μικρός homme fatal, που είχε παίξει,καθώς λέγεται,με την καρδιά ενός ευαίσθητου αγοριού.

17


Συγχρόνως βέβαια ένοιωθα το κεφάλι μου να πονά,κι ήμουν απίστευτα θυμωμένος.Θυμωμένος με τον Παύλο,γιατί όλα αυτά φυσικά δεν ήμουν εγώ.Όμως δεν υπήρχε και κανένας άλλος για να απολογηθεί στη θέση μου. «Δημήτρη;…» δοκίμασα να τον διακόψω κάποια στιγμή,θέλοντας να επαληθεύσω και οριστικά την ταυτότητά του. «Τί;Τί είναι;Πές μου.Σ’ακούω.Αγάπη μου,πές μου τι έχεις.Πές μου.» Το κεφάλι μου να μου δίνει σφυριές.Ήχος τσιγάρου που ανάβει.Κι από τις δυό πλευρές.Ρούφηγμα μύτης απ’την δικιά του. «Δημήτρη,πρέπει να μιλήσουμε,αλλά όχι όσο είσαι σ’αυτή την κατάσταση. Πρέπει να καταλάβεις πως κάνεις κακό στον εαυτό σου.» Πίστευα πως οι κοινολογίες και τα αυτονόητα επιχειρήματα,η σοφία των κινέζικων μπισκότων,ήταν πάντοτε μια λύση όταν αφελείς καταστάσεις έτειναν να γίνουν ενοχλητικές.Όμως ο Δημήτρης με εξέπληξε.Απάντησε πρωτότυπα. «Αν δεν κάνεις εσύ καλό στον εαυτό μου,εγώ θα κάνω μόνο κακό.» Δεν ήμουν προετοιμασμένος για απειλές αυτοκαταστροφής.Όχι την πρώτη μέρα,γαμώ το Θεό.Όχι την πρώτη μέρα.Τον μισούσα. «Αν θέλεις να κάνεις κακό στον εαυτό σου,δεν μπορώ να σε εμποδίσω. Αν μή τί άλλο για να μην μου φορτώσεις αργότερα την ευθύνη της δυστυχίας σου.» Αν δεν καταλάβαινε από απομίμηση σοφίας,διέθετα και αυθεντική. «Πώς μπορείς να μου μιλάς έτσι;» Υποψία λυγμού,σπασμένη φωνή. «Δε… δε σε αναγνωρίζω…πού είναι ο Παύλος;Θέλω να του μιλήσω!» («Δεν είναι εδώ,χθές βράδυ έφαγα την ψυχή του,είμαι ένα τέρας απ’τον άλλο κόσμο,θές να σε γαμήσω για να σε γλυτώσω απ’τα βάσανά σου;») Ειλικρινά,ήταν στην άκρη της γλώσσας μου. «Δεν νομίζω πως έχουμε κάτι άλλο να πούμε,Δημήτρη.Αντίο.» «Όχι,όχι,περίμενε!Μήν κλείνεις!Πότε θα σε δώ;» Έπιανα το κεφάλι μου.Ήθελα να κλείσω όσο τίποα. «Δεν ξέρω.» «Απόψε;Τί θα κάνεις απόψε;» Λαχανιασμένος σαν σκυλί. «Σου είπα δεν ξέρω.Ίσως δώ τον Μανώλη.» «Πού θα πάτε;» «Δεν έχω ιδέα!Δημήτρη,-» «Σε κάποιο πουστράδικο,είμαι σίγουρος.Δεν έχει σημασία.» «Δημήτρη,άκουσέ με-» Ξαφνικά έγινε βίαιος.Άρχισε να φωνάζει πως δεν είχε καμμία διάθεση να έρθει να με δεί εκτεθειμένο σε μια κρεαταγορά,κι ότι του χρωστούσα κάποιες ιδιωτικές στιγμές πριν χωρίσουμε,και σ’εκείνο το σημείο του το έκλεισα στα μούτρα,κι απενεργοποίησα το κινητό ακαριαία.Έτρεμα από οργή,δεν ήταν δυνατό να έρχομαι αντιμέτωπος μ’ένα τέτοιο γελοίο αδιέξοδο την πρώτη μέρα της νέας μου ζωής.Τον σιχαινόμουνα-κλαψιάρης,υποτυπωδώς μορφωμένος,με την ανόητη ματαιοδοξία πως ξέφευγε απ’την κοινή αισθητική ενώ στην πραγματικότητα μυξόκλαιγε για ένα γυαλιστερό εμπόρευμα της κρεαταγοράς που αναθεμάτιζε. Μπορούσα να μαντέψω τα πάντα για τον Δημήτρη μ’ένα κλείσιμο του ματιού.Το

18


χειρότερο όμως ήταν ότι το παραλήρημα του μ’έκανε να μισώ-ή να θέλω να μισήσω-τον Παύλο,κι ο Παύλος ήμουν εγώ.Κι ήταν πολύ νωρίς γι’αυτό. Και ξαφνικά χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο,κι εγώ το σήκωσα έτοιμος να βάλω τις φωνές.Αιώνες μετά,οι δαιμονιστές εξακολουθούμε να εξαγριωνόμαστε με τους ανθρώπους που μας κάνουν να ξεχνούμε και να φερόμαστε σαν άνθρωποι.Όπως ο Θεός,που θύμωνε επειδή οι άνθρωποι τον έκαναν να θυμώνει. Ευτυχώς ήταν ο Μανώλης.Κι ήθελε απλώς να με ρωτήσει πού θα πηγαίναμε το βράδυ. «Δεν ξέρω,» είπα κάπως απότομα. «Καλά,μωρή,μή βαράς,» είπε.Και πρότεινε ένα κλάμπ στην Πειραιώς. «Οκέι,» του είπα. «Εκεί στις 10». «Μωρή,11μιση ανοίγει.Στις 10 ακόμα σφουγγαρίζουν!» «Ωραία,λοιπόν,στις 12.Με θέλεις τίποτ’άλλο;» «Περίεργη είσαι σήμερα.» «Γειά σου,Μανώλη.» «Κάτσε μωρή,μπά,λύσσα κακιά.Δε μου είπες,ο δικός σου θα’ρθει;» Προς στιγμήν δε θυμήθηκα. «Ποιός δικός μου;» «Α,καλά,εσύ έχεις προχωρήσει πολύ,φιλενάδα.Σουηδέζα σε βρίσκω!Ο Δημήτρης,καλέ!Θα’ρθεί;Θα βρεθείτε επιτέλους να ξελυσσάξει;Μέχρι σε μένα άρχισε να στέλνει μηνύματα.Φτάνει αυτό το χάλι,μίλα του πιά και σύ μωρή-» «Δεν ξέρω.» Οι θηλυκές προσφωνήσεις είχαν αρχίσει να με μπερδεύουν. «Λέει πως δεν γουστάρει να έρθει να μας βρεί σε…σε πουστράδικο.» «Γι’αυτό δεν τη αντέχω τη δικιά σου τη θεά!» ξέσπασε ξαφνικά ο Μανώλης. «Δεν μπορώ το ένα και δεν μπορώ το άλλο,μη χέσω,αυτή τάχαμου είναι υπεράνω,πηγαίνει στο Μέγαρο να χορέψει με τις μπαλλαρίνες!Να την προσέχεις, γιατί κάτι τέτοιες στα σαράντα ξές πού καταλήγουν;Να βγάζουν βόλτα το σκύλο αξημέρωτα στο Πεδίον του Άρεως,φρεσκοπλυμένες,μπάς και βρεθεί κανείς-» Δεν άντεχα δεύτερο ντελίριο. «Μανώλη,ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει με τη ζωή του.» Ακολούθησε μια σύντομη παύση,κι έπειτα ένα πονηρό γέλιο. «Φιλενάδα,θαύμα σε ακούω,μια γυναίκα-αράχνη μου έχεις γίνει!Τί έγινε, μωρή,μπάς και σου μπήκε καλά ο χρόνος και μου το παίζεις αποφασισμένη στα ξεκούδουνα;Έχει γούστο νά’σκασε κανά νέο πρόσωπο και να μη μού’χεις πεί τίποτα,σιχαμένη!» Δεν καταλάβαινα ούτε τα μισά.Δεν ήξερα αν μου μιλούσε κάποιος φίλος, κάποιος εχθρός,ή κάποιος τρελλός.Ήξερα μόνο πως ήμουν οργισμένος. «Δεν καταλαβαίνεις πόσο ηλίθιος είσαι αν περιμένεις τη σωτηρία στο πρόσωπο του μελλοντικού γαμιά σου;Δεν καταλαβαίνεις ότι δεν υπάρχει σωτηρία;» Ο Μανώλης έμεινε αμίλητος για μερικές στιγμές,ύστερα είπε: «Καλά,εσύ σήμερα είσαι κάπως,μάλλον σου στοίχισε που έμεινες αγάμητη χθές,λοιπόν κατά τις έντεκα θα είμαι έτοιμος,πέρνα να με πάρεις,» και μου τό’κλεισε.

19


Με μια κίνηση,ξερρίζωσα πρίζα,καλώδιο,και τηλέφωνο απ’τον τοίχο,αδιαφορώντας για το θόρυβο που έκανε.Το σπίτι ήταν αρκετά μεγάλο κι αρκετά πλούσιο,είχα την πολυτέλεια του ξεσπάσματος.Έβραζα. Ήμουν βέβαιος πιά.Μισούσα τον Παύλο,πιο πολύ απ’όλους.Αυτός έφταιγε για τον πρωϊνό μου πονοκέφαλο,για τα μικρά ή μεγάλα προβλήματα της ζωής που με περίμενε.Κι ενώ δεν ένοιωθα την παραμικρή ευγνωμοσύνη για όσα καλά είχα κλέψει απ’την ζωή αυτή,τον καταριόμουν μ’όλη τη δύναμη της δαιμονικής ψυχής μου για τα βάσανα που μου φόρτωνε πεθαίνοντας. Η μόνη ικανοποίηση ήταν ότι τον είχα πηδήξει,κι ότι τώρα,σαν φαρσέρ που ζωγραφίζει σβάστικες σε εβραϊκό τάφο,θα μπορούσα να διαστρεβλώσω την ζωή του ανάλογα με τις επιθυμίες μου.Ας έφτανα και στα άκρα,το είχα ξανακάνει.Ήδη,οι φοβισμένες αντιδράσεις των δύο κίναιδων στο τηλέφωνο μου είχαν αποδείξει το αυταπόδεικτο: είναι πολύ δύσκολο να πιστέψεις πως σου μιλά κάποιος άλλος,όταν απέναντί σου έχεις κάποιον που γνωρίζεις. Κι εγώ ήμουν ο Παύλος,που όλοι γνώριζαν. Έστω κι αν δεν ήξερα πού στο Διάβολο έπεφτε το σπίτι του Μανώλη.

4 Κάποια στιγμή η πρώτη μέρα άρχισε να παραχωρεί την θέση της στην πρώτη νύχτα.Αποφάσισα να δείξω αυτοκυριαρχία,να ακολουθήσω σαν καλλίφωνος μίμος την πληκτική ζωή του Παύλου.Έτσι καταπιάστηκα με ορισμένες πρακτικές λεπτομέρειες της επικείμενης βραδυνής μου εξόδου. Η πρώτη θλιβερή συνειδητοποίηση ήταν πως είχα επιστρέψει σε ηλικία και θέση ανθρώπου οικονομικώς εξαρτώμενου.Μια έρευνα στα ρούχα και τα συρτάρια του γραφείου μου αποκάλυψε ελάχιστα χρήματα-που δεν θα αρκούσαν ούτε για τη βενζίνη ως το κέντρο-καθώς και μια κάρτα τραπέζης,της οποίας ωστόσο-ακόμη κι αν οδηγούσε σε Πακτωλό-αγνοούσα τον κωδικό.Έτσι, μιας και θα έπρεπε να περιμένω το νωρίτερο ως το επόμενο πρωί για να πάω στην τράπεζα και να ισχυριστώ πως είχα χάσει το χαρτάκι με τον αριθμό,θύμα της ασθενικής μου μνήμης,ήταν μια καλή ευκαιρία να σφυγμομετρήσω για πρώτη φορά την σχέση μου με τους γονείς μου,τουλάχιστον σ’αυτό τον τομέα. Διάλεξα τον πατέρα μου.Σκέφτηκα πως μια Κλινική δεν άφηνε περιθώρια για γκρίνιες,και είχα απόλυτο δίκιο.Χτύπησα και μισάνοιξα διακριτικά την πόρτα του γραφείου του σε μια στιγμή που μιλούσε στο τηλέφωνο,και προτού προλάβω να αποκαλύψω τί σήμαινε το καθάρισμα του λαιμού μου,εκείνος κάλυψε το ακουστικό με το χέρι του,και σαν ν’αντιμετώπιζε κάτι το απολύτως τετριμμένο,μου είπε: «Το πορτοφόλι μου είναι στην αριστερή τσέπη του σακακιού-κρέμεται στο χώλ.» Κι ύστερα ξεσκέπασε το ακουστικό χαμογελώντας στον άγνωστο συνομιλητή κι εγώ έκλεισα την πόρτα.Προφανώς είχα μόλις πρωταγωνιστήσει σε ένα déjà vu του πατέρα μου.Απ’την τσέπη του ψάρεψα ένα πορτοφόλι τόσο ασφυκτικά γεμάτο,που προς στιγμήν αναλογίστηκα γιατί ποτέ δεν είχα διαλέξει 20


για μετασωμάτωση κάποιον γιατρό.Η απάντηση ήταν απλή-υπάρχουν πάντα πιο ανεύθυνες κατηγορίες πλουσίων. Ύστερα γύρισα στο δωμάτιό μου και περιεργάστηκα για λίγη ώρα τα ρούχα μου,που στην πλειοψηφία τους προορίζονταν για άτομα δίχως σαφήν επίγνωση του φύλου τους.Όμως,έστω κι αν η σκέψη αυτή μ’έκανε να γελάσωγιατί στην ουσία τα ρούχα ήταν σαν εμένα,άρα μου ταίριαζαν-δεν ήθελα να στριμωχτώ στις μικροσκοπικές καρικατούρες που απαρτίζαν την γκαρνταρόμπα του Παύλου.Με αγωνία διαπίστωσα πως όλα τα παντελόνια έκαμναν τους γλουτούς μου να διαγράφονται σχεδόν σαν ήμουν γυμνός,ενώ οι μπλούζες και τα πουκάμισα εφαρμόζαν τόσο στενά επάνω μου,που φαίνονταν οι ρώγες και οι μύες της κοιλιάς μου.Και δεν είχα καμμία όρεξη να εξάψω την ερωτική διάθεση των θαμώνων του κλάμπ όπου θα πηγαίναμε με τόσο εξόφθαλμο τρόπο,αν μή τί άλλο γιατί θα ήταν ολωσδιόλου ανώφελο-γιατί να ερεθίσεις κάποιον που δεν μπορείς να ικανοποιήσεις;Κάθισα ολόγυμνος απέναντι στον καθρέφτη,συλλογίστηκα την αποψινή βραδιά,και τις επόμενες,κι ένοιωσα να μελαγχολώ.Ήταν πάντοτε πιο οδυνηρές αυτές οι ώρες της νύχτας στο σώμα ενός ωραίου,φαινομενικά διαθέσιμου ανθρώπου.Η προοπτική και μόνο να μπώ σ’έναν οιστρήλατο χώρο εμοιαζε θλιβερή,αποπνικτική.Τί θέση είχα εγώ σ’ένα μέρος φτιαγμένο για έρωτα,εγώ που δεν είχα κάνει έρωτα ποτέ μου για περισσότερο από μια στιγμή, που ο έρωτας μπορούσε να με σκοτώσει;Πράγματι,αν απόψε έκανα έρωτα,δεν θα ζούσα άλλο στο σώμα του Παύλου,θα ήταν σαν να πέθαινα. Άρχισα ασυναίσθητα να αυνανίζομαι,όπως μου έχει συμβεί αμέτρητες φορές εδώ κι αιώνες,κάθε φορά που επρόκειτο να αντιμετωπίσω ένα πλήθος ανθρώπων που ξενυχτούσε ερωτοτροπώντας.Με την αφηρημένη λύπη του μελλοθάνατου,με κάτι απ’τον λυσσαλέο φθόνο ενός υπηρέτη,που δεν του επιτρέπεται παρά να στέκει αμέτοχος μπροστά σ’ένα πελώριο γεύμα,και πρέπει προηγουμένως να κορέσει την πείνα του με ξεροκόμματα,κλεισμένος στην μικρή του κάμαρα,έχυσα το νεανικό μου σπέρμα κοιτάζοντας επίμονα τον εαυτό μου στον καθρέφτη,μισοκλείνοντας τα μάτια για να θολώνει το βλέμμα μου,και να νομίζω,έστω κι ενάντια σε κάθε λογική,πως το γυμνό αγόρι απέναντί μου ήταν κάποιος άλλος που με κοιτούσε,που σε λίγο θα ζωντάνευε απ’το φύλλο της ντουλάπας και θα μου πετούσε τα μάτια έξω στο γαμήσι,κατά πώς λένε οι παθιασμένοι Έλληνες. Μόλις τέλειωσα,σκουπίστηκα μ’ένα τσαλακωμένο χαρτομάντηλο-στιγμιαίος πανικός καθώς ακόμη δεν είχα πάει στο μπάνιο για να ξέρω πού είναι-κι απ’την ντουλάπα ξετρύπωσα το μοναδικό φαρδύ τζήν κι ένα λευκό μπλουζάκι,ρούχα που ο Παύλος μάλλον φύλαγε και κακομεταχειριζόταν σε εκδρομές,ή και μέσα στο σπίτι.Στο εξής όλα μου τα ρούχα θα έμοιαζαν έτσι. Η ώρα δέκα με βρήκε κάπως λιγότερο δυστυχισμένο,να προσπαθώ να διαλέξω ανάμεσα σ’ένα φουσκωτό κάτασπρο μπουφάν και σ’ένα μακρύ μαύρο παλτό με γούνα γύρω απ’τον γιακά και τα μανίκια.Τουλάχιστον τα όποια αποθέματα ερωτικής επιθυμίας είχαν ήδη ξοδευτεί,το δηλητήριό μου είχε στραγγιχτεί και δεν θα βρυκολάκιαζε μέσα μου ξαφνικά σε λίγη ώρα.Θα είχα να αντιμετωπίσω μονάχα την επιθυμία των άλλων,που είναι πάντα πιο εύκολο να αποκρού21


σεις αν είσαι χορτάτος ο ίδιος.Κατέληξα στο παλτό,γιατί,αν δεν λογάριαζα την γούνα,μου θύμιζε ένα παρόμοιο που φορούσα μέχρι χτές,μακρύ σχεδόν ως το πάτωμα,σαν ράσο.Κι αμέσως κυριεύτηκα από νοσταλγία για την περασμένη μου ζωή,για τον ζωγράφο που μου ήταν τόσο οικείος και φιλικός,και τον οποίο είχα αναγκαστεί να απαρνηθώ τόσο βιαστικά.Κοίταξα τα φαγωμένα μου νύχια, και μια αμυδρή ενόχληση στον κώλο μου,που είχα αγνοήσει απ’το προηγούμενο βράδυ θεωρώντας την συμπτωματική,τώρα μεγάλωσε,θυμίζοντάς μου την ερωτική φύση του Παύλου,μια φύση μάλλον ξέφρενη όσο κι αντίθετη στην αναπαραγωγή.Άλλη μια ξένη λέξη,ανέφικτη.Από άντρας ανίκανος παρόλη την γοητεία του,από ανεξήγητο πένθος νεαρών φιλότεχνων κι επίδοξων θαυμαστριών,είχα γίνει ένας έφηβος με σφιγκτήρα του πρωκτού χαλαρό απ’την επαφή,που όμως πλέον το μόνο που του έμελλε θα ήταν η περιστασιακή ενόχληση της φιλόξενης διαμέτρου του.Σαν να μου είχαν χαρίσει ένα βιβλιάριο με χρέη,ένα σπίτι ευρύχωρο αλλά κρύο,χωρίς τζάμια στα παράθυρα και με πολλές αράχνες.Κι όλα αυτά εξ’αιτίας μιας καταραμένης,απρόσκλητης λευχαιμίας. ‘Μα το μόνο απρόσκλητο και καταραμένο είσαι εσύ,’ υπενθύμισα στον εαυτό μου.Δεν ωφελούσε να μισώ το καινούριο μου σαρκίο-αυτό το δόλιο θα συνέχιζε μια χαρά την πορεία του αν δεν είχα μπεί εγώ στη μέση. Ωστόσο στις υπερφυσικές μας ικανότητες δεν περιλαμβάνεται η δύναμη να σταματούμε τον χρόνο κατά βούλησιν.Με πανικό διαπίστωσα πως κόντευε έντεκα,κι ακόμα δεν είχα μάθει πού έμενε ο Μανώλης.Έτσι,μολονότι δεν είχα καμια διάθεση να ξανακούσω τις αρσενικοθήλυκες χαριτολογίες του,του τηλεφώνησα λέγοντας πως με είχε πάρει ο ύπνος,κι ότι για να προλάβω να λουστώ θα τον συναντούσα κατ’ευθείαν έξω απ’το κλάμπ.Γκρίνιαξε λίγο αλλά συμφώνησε, κι ευτυχώς πριν κλείσει μου γαύγισε αυστηρά την ακριβή ώρα του ραντεβού,τονίζοντας το όνομα του μαγαζιού.Δεν το ήξερα,αλλά θα το έβρισκα απ’τις πληροφορίες του καταλόγου.Αφού ξανάφτιαχνα όπως-όπως το τηλέφωνο που είχα φροντίσει να ξεκοιλιάσω. Πριν φύγω αναζήτησα το μπάνιο-ξέρω τί συμβαίνει συνήθως στις τουαλέττες αυτών των κλάμπ,και θά’ταν καλύτερο να πάω ξαλαφρωμένος.Προς μεγάλη μου έκπληξη ανακάλυψα ότι μία πόρτα του δωματίου μου,αθέατη ως τότε πίσω από ένα εξωφρενικά μεγάλο πόστερ της Μαντόνα,οδηγούσε σ’ένα δικό μου,προσωπικό λουτρό,με τεράστια μπανιέρα κι αναρίθμητα προϊόντα καλλωπισμού,μοιρασμένα σε μπουκαλάκια,σωληνάρια και βαζάκια στην εταζέρα και σε πάνινα καλάθια που κρέμονταν απ’τον τοίχο.Τα περιεργάστηκα με απορία. Αν την ίδια στιγμή δεν κατουρούσα όρθιος,κρίνοντας απ’τα λίπ γκλός,τα αρώματα και τις κρέμες που με περιτριγυρίζαν,θα μπορούσα κάλλιστα να είμαι γυναίκα.Είχα βρεθεί ξανά στο παρελθόν αντιμέτωπος μ’αυτή την φαιδρή πεποίθηση των ομοφυλόφιλων πως τα πέη είναι το επόμενο λογικό απόκτημα στη συλλογή γυναικείων ειδών,όμως αυτό ήταν άνευ προηγουμένου.Ήμουν δεκαεννιά ετών,για το Θεό! (Τη χρησιμοποιούμε κι εμείς αυτή την έκφραση,μην εκπλήσσεστε. Εξάλλου όλους αυτός μας έφτιαξε.) Πάντως την ώρα που έπλενα τα χέρια μου ψεκάστηκα με μιαν απ’τις δεκάδες κολώνιες,αναποδογυρίζοντας 22


κατά λάθος ένα αλλόκοτο διαφανές μασελλάκι,με ξεραμένα υπολείμματα που φωσφόριζαν. Μου πήρε λίγη ώρα,αλλά κατάλαβα.Γι’αυτό ήταν τόσο άσπρα τα δόντια μου. Φεύγοντας βρήκα τους γονείς μου να ετοιμάζονται στο χώλ για κάποια δική τους έξοδο.Μάλιστα,καθώς δεν θυμόμουν πού είχα αφήσει τα παπούτσια μου,κι ήταν αδύνατον να ρωτήσω κάτι τόσο αυτονόητο όπως το πού βρίσκεται η παπουτσοθήκη,καθυστέρησα δήθεν για να ξαναχτενιστώ και τους άφησα να φύγουν πρώτοι.Η μητέρα μου με φίλησε,ο πατέρας μου με ξαναχάιδεψε σαν λαμπραντόρ-ή μάλλον σαν σκωτσέζικο τερριέ,αφού τα μαλλιά μου ήταν όρθια-και την ώρα που έκλειναν την πόρτα μου είπαν να προσέχω.Μάλλον εννοούσαν το αυτοκίνητο,ή το ποτό,ή το ΑΙDS.Έτσι κι αλλιώς,οι στοργικές τους συμβουλές προορίζονταν για τον γιό τους,που δεν πρόσεχε και τώρα ήταν πολύ αργά. Τα παπούτσια μου ήταν τελικά σε ένα δωματιάκι στ’αριστερά του σαλονιού.Δηλαδή αυτά που φορούσα χθές,και καμμιά τριανταριά ζευγάρια επιπλέον. Στο μυαλό μου ήρθε άλλη μια ταιριαστή ελληνική έκφραση: Ο Διάβολος έχει πολλά ποδάρια.Διάλεξα και φόρεσα τα πιο φθαρμένα. Έξω έκανε κρύο,ανυπόφορο κρύο.Πάγωνα.Αλλά καθώς άνοιγα τον συναγρεμό κι έμπαινα στο αυτοκίνητο,φυσώντας μές στα δάχτυλά μου για να τα ζεστάνω,ένοιωσα να με πλημμυρίζει μια απρόσμενη ενέργεια,κάτι σαν χαρά,σχεδόν σαν να με αφορούσε στην πραγματικότητα η αποψινή έξοδος.Το είχα ξανανοιώσει και παλιότερα,και μου άρεσε πάντα: η ευεργετική,αιφνίδια μέθη της νιότης.Αισθανόμουν τα πόδια μου όλο νεύρα,τα χέρια μου δυνατά,ακόμη και το παροπλισμένο από την μοίρα πέος μου έτοιμο με το παραμικρό για μια καινούρια στύση.Οι νέοι άνθρωποι είναι αισιόδοξοι γιατί έχουν νέο σώμα.Κι η ψυχή απλώς,πολύ συχνά,ξεχνιέται.

5 Φρόντισα να φτάσω στο κλάμπ λίγο αργοπορημένος,για να είμαι σίγουρος πως ο Μανώλης θα με περίμενε απ’έξω.Πώς αλλιώς θα τον αναγνώριζα; Η εμφάνισή του ωστόσο ήταν μια νότα έκπληξης.Τον είδα καθώς πλησίαζα,να τουρτουρίζει σε μια πάροδο της Πειραιώς,ενώ απ’την ανοιχτή πόρτα του μαγαζιού εβγαινε ρυθμικά ο σεισμός κάποιου αμερικανικού σουξέ.Ήταν πιο κοντός από μένα,μελαχρινός όπως μόνο οι Έλληνες μπορούν,και με ελάχιστη φαλάκρα,παρά τα δεκαεννιά του χρόνια.Είχε στρόγγυλο πρόσωπο,καθ’όλα ανδροπρεπές,κι ήταν αξύριστος.Όμως φορούσε ένα μακρύ κόκκινο παλτό,και μόλις με είδε άρχισε να τρέχει προς το μέρος μου λικνιστικά,σαν να φορούσε τακούνια. «Άντε μωρή,ξεπάγιασα γαμώ το μουνί μου!» Και μ’άρπαξε απ’το μπράτσο,κουβαλώντας με ως την πόρτα του κλάμπ.

23


Αφήσαμε τα πανωφόρια μας σ’ένα υποτυπώδες βεστιάριο,και μπήκαμε μέσα καλοκαιρινοί.Ο Μανώλης μάλιστα φορούσε ένα αμάνικο φανελλάκι σαν δίχτυ ψαρέματος,ενώ από κάτω πρόλαβα να διακρίνω την διάπλαση ενός ανθρωπόμορφου γορίλλα-ήταν δασύτριχος κι εξαιρετικά γυμνασμένος. Μας κατάπιε ένα μαύρο φώς κι ένα άσπρο σκοτάδι.Black light,το ήξερα, αλλά είχα χρόνια να μπώ σε μέρος που να φωτίζεται έτσι,και σε συνδυασμό με την εκκωφαντική μουσική και τα δεκάδες βλέμματα που μας τυλίξαν μονομιάς, κοκκάλωσα.Κοιτούσα γύρω-γύρω σαν χαμένος.Παντού στέκονταν άντρες,όλων των ηλικιών,ντυμένοι αποκαλυπτικά στην πλειοψηφία τους.Όλοι τους φωσφόριζαν σε κάποιο σημείο-μπλούζες,παντελόνια,ορισμένα πουκάμισα,τα δόντια,τα νύχια,τα κορδόνια των παπουτσιών τους.Κάποιοι χορεύαν,άλλοι δονούνταν ανεπαίσθητα,κρατώντας ποτήρια με γαλάζιο ή άσπρο υγρό.Κοίταξα κι είδα πως κι εγώ φωσφόριζα,το μπλουζάκι μου είχε πάρει φωτιά κι έλαμπε μ’αυτό το οργισμένο τεχνητό γαλάζιο.Το ίδιο και τα κορδόνια,κι οι μύτες των παπουτσιών μου. Ένοιωσα τον Μανώλη να με αρπάζει και να με σέρνει ξοπίσω του για άλλη μια φορά,φωνάζοντας: «Τί έπαθες,μωρή,φτιαγμένη μου ήρθες;» Σταθήκαμε μπροστά στο μπάρ,κι ένας γυμνόστηθος άντρας μας πλησίασε και πήρε τα υπέρλαμπρα εισιτήρια που κρατούσε ο Μανώλης χαμογελώντας. «Ένα Campari πορτοκάλι κι ένα τζίν τόνικ.Τζίν δεν πίνεις εσύ;» είπε επιθετικά,κοιτώντας προς το μέρος μου. «Σκέτο τόνικ για μένα!» πρόλαβα να φωνάξω.Χωρίς ν’αποτελεί απαράβατο κανόνα,οι δαιμονιστές αποφεύγουμε το αλκοόλ και τις ουσίες που αλλοιώνουν τη συνείδηση,νοιώθουμε γι’αυτές μιαν έμφυτη αποστροφή.Αν μεθύσουμε μπορεί να βρεθούμε σε άλλο σώμα χωρίς να το καταλάβουμε. Καθώς ο μπάρμαν έφτιαχνε τα ποτά μας,ο Μανώλης με κοίταξε επιτιμητικά. «Υγιεινή ζωή απόψε,φιλενάδα;» «Έχω πονοκέφαλο,» του απήντησα,παίρνοντας το ποτήρι μου.Που ήταν, εν μέρει,η αλήθεια. Κατεβήκαμε στο υπόγειο του κλάμπ,που ήταν ασφυκτικά γεμάτο από άνδρες.Χαμηλοτάβανο,με υπολείμματα χριστουγεννιάτικου διακόσμου και κόκκους χρυσόσκονης να ίπτανται στις δέσμες του υπεριώδους φωτισμού.Στους τοίχους υπήρχαν κρεμασμένες αλυσίδες,σαν σε μεσαιωνικό μπουντρούμι,ενώ η γενικότερη εντύπωση,με γκροτέσκες πινελιές στους πάγκους και γύρω από το μπάρ,ήταν μια απόπειρα συγκερασμού δυτικότροπης ευπρέπειας και ανατολίτικης παρακμής.Τολμώ να πώ πως αποτύγχανε και στα δύο. Σταθήκαμε μπροστά σε μια κολώνα με τα ποτήρια στο χέρι,έρμαιοι της αμηχανίας και του πλήθους που παρατηρούσε άπληστα τους νεοφερμένους πιτσιρικάδες.Ο Μανώλης,σε διακριτική απόσταση από εμένα,έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να χορεύει στον ρυθμό του τραγουδιού που ακούγαμε.Ο χορός του ήταν μάλλον ένα ερωτικό κάλεσμα,καθώς σ’αυτόν πρότασσε κυρίως τους σφιχτοδεμένους γλουτούς και το ημίγυμνο,γραμμωμένο στέρνο του.Τον κοιτούσα κι αναρωτιόμουν για τους λόγους της φιλίας μας.Σίγουρα θα υπήρχαν κι άλλα πράγ24


ματα εκτός απ’την ομοφυλοφιλία που να μας συνδέουν-ίσως να ήμασταν και συμφοιτητές,άλλωστε δεν γνώριζα σχεδόν τίποτε γι’αυτόν-ωστόσο,κρίνοντάς τον ως ξένος,έμοιαζε περισσότερο με γελοιογραφία ανθρώπου παρά με άνθρωπο.Η εκζήτηση των ρούχων του,οι πυκνές τρίχες κάτω απ’το εφαρμοστό δίχτυ, κι η αυταρέσκεια του χορού παρ’όλη την ασχήμια του,μου φαίνονταν αλλόκοτα, απωθητικά.Αποφάσισα να κοιτάξω αλλού. Στρέφοντας όμως το βλέμμα στα δεξιά,διαπίστωσα πως το οπτικό πεδίο κι ολόκληρος ο χώρος δίπλα μου,πέρα απ’την κολώνα,είχε καταληφθεί από έναν γιγαντόσωμο άντρα με μουστάκι.Ήταν γύρω στα σαράντα,φαλακρός σαν όρνεο,τερατόμορφος.Και με κοιτούσε με την χαυνωτική λαγνεία του μεθυσμένου. «Θέλεις να πάμε μέσα;» μου είπε,σκύβοντας στο αυτί μου.Με το ποτήρι στο χέρι μου έδειξε προς την κατεύθυνση μιας σκοτεινής πύλης,απ’όπου μπαινόβγαιναν άντρες,μόνοι τους ή σε ζευγάρια.Προτού μάλιστα προλάβω να του αρνηθώ,έσκυψε και μου έγλειψε το δεξί μάγουλο.Τραβήχτηκα με φρίκη και του γύρισα την πλάτη,όμως εκείνος με πλησίασε ακόμα περισσότερο,κόλλησε πάνω μου και συνέχισε να μου μιλά.Η απόπνοια της τεκίλας που έπινε μου έφερνε ναυτία. «Δεν σου αρέσω;Έλα,μόνο για λίγο.» Ένα πελώριο χέρι τριβόταν στα πλευρά μου.Άλλο ένα βήμα στ’αριστερά. «Εκτός αν δεν το δίνεις τζάμπα.» Στο σημείο αυτό,χωρίς να του αξιώσω βλέμμα ή απάντηση,διέσχισα με φόρα το πλήθος και στάθηκα στην απέναντι πλευρά της αίθουσας,τρέμοντας. Ήμουν προφυλαγμένος ανάμεσα σε δυό-τρείς νέους της ηλικίας μου,ενώ από μπροστά με κάλυπτε ένα ζευγάρι γυμνασμένων πενηντάρηδων που φιλιούνταν με πάθος.Τον είδα να με κοιτάει μελαγχολικά,αλλά ευτυχώς,αφού άδειασε το ποτήρι του,εντόπισε με το βλέμμα έναν μικρόσωμο Ασιάτη και κατευθύνθηκε προς το μέρος του,προφανώς για να συνεχίσει τις ερωτικές-ή και τις επαγγελματικές-προτάσεις του. Ο Μανώλης δεν είχε καταλάβει το παραμικρό απ’την κατά μέτωπον επίθεση που είχα μόλις δεχτεί,καθώς την στιγμή εκείνη χόρευε μανιασμένα,ακολουθώντας τα ουρλιαχτά που βγαίναν από τα ηχεία.Είδα πως δεν κρατούσε το ποτήρι του,μάλλον είχε τελειώσει το πρώτο ποτό και σύντομα θα βρισκόταν στην ίδια κατάσταση με τον επίδοξο διώκτη μου.Οινοπνευματώδης διαχυτικότητα. «Πώς σε λένε;» άκουσα ξαφνικά μια φωνή στ’αριστερά μου. Γύρισα και κοίταξα.Ήταν ένα αγόρι λίγο μεγαλύτερό μου,αξύριστο και με ατίθασα πυκνά μαλλιά που σκεπάζαν το μέτωπό του.Είχε ωραία μαύρα μάτια, κι έμοιαζε πολύ πιο φιλικός απ’τον σαραντάρη φαλακροκόρακα. «Παύλο,» του είπα χαμογελώντας. «Θανάσης,χάρηκα,» μου είπε,κι άπλωσε το χέρι.Το έσφιξα. «Είσαι από’δώ;» με ρώτησε,πίνοντας μια γουλιά απ’την μπύρα που κρατούσε.Ήπια κι εγώ λίγο γαλάζιο τόνικ για να καθυστερήσω την απάντηση. «Ναί,από’δώ.» «Δεν σ’έχω ξαναδεί.» Παύση. «Πόσων χρονών είσαι;» «Δεκαεννιά,» του είπα. Έκανε πως πνίγεται,κι έβαλε τα γέλια.

25


«Δεκαεννιά;;Απίστευτο!Μωρό!» Και μου χάιδεψε φευγαλέα τα μαλλιά, σαν να ήμουν στ’αλήθεια μωρό. «Εγώ είμαι εικοσιεφτά,» είπε,και με κοίταξε σχεδόν παρακλητικά,προσπαθώντας μάλλον να μαντέψει αν μ’ενοχλούσε η διαφορά της ηλικίας μας.Εγώ πάλι πάσχιζα να σκεφτώ κάποιον τρόπο να απαλύνω το βάρος της απόρριψης που του επεφύλασσα.Ήταν όμορφος,φιλικός,όμως πέρα απ’όσα είχαμε ήδη πεί,δεν θα λέγαμε ποτέ περισσότερα. Βλέποντας πως δεν μιλούσα,συνέχισε ο ίδιος,κάπως αμήχανα. «Μένεις…με γονείς;» «Ναί.» «Εγώ μένω μόνος.Νέα Σμύρνη,» έκανε,δείχνοντας προς τα πάνω. «Ψυχικό.» «Μακριά,» είπε,κι άφησε το μπουκάλι στον πάγκο πίσω μας. «Θέλεις… ελπίζω να μή σε πειράζει…θέλω να πώ…» Ίσιωνε και μπέρδευε τα μαλλιά του, γεμάτος αγωνία για το πώς να διατυπώσει την πρόσκλησή του.Αποφάσισα να του δώσω την χαριστική βολή μια ώρα αρχύτερα. «Κοίταξε Θανάση,» του είπα, «λυπάμαι,αλλά…» «Όχι,όχι,κανένα πρόβλημα!» βιάστηκε ν’απαντήσει εκείνος,και χαμογέλασε πλατιά,ψεύτικα,για να μου δείξει πως δεν είχε πληγωθεί.Χαιρόμουν που καταλάβαινε,αλλά λυπόμουν κιόλας.Θα προτιμούσα να μήν καταλάβαινε,ή να είχα κάποιον τρόπο να του εξηγήσω.Κοιτώντας τον να τραβιέται,να μαζεύεται προς το μέρος του σαν να τον είχε χτυπήσει ρεύμα,ήθελα να μπορούσα να του πώ πως η άρνησή μου δεν είχε να κάνει μ’εκείνον,πως ήταν όμορφος.Δεν θα άλλαζε σε τίποτε τα πράγματα,φυσικά,όμως ένοιωθα πως του το χρωστούσα. «Πάντως να ξέρεις ότι είσαι όμορφος.Πολύ όμορφος,» του είπα,κάνοντας ένα βήμα προς τ’αριστερά.Εκείνος με κοίταξε δειλά,χαμογέλασε και πάλι,κι άνοιξε την αγκαλιά του.Μπήκα χωρίς να το σκεφτώ,τον άφησα να με σφίξει για μια στιγμή πάνω του,να με φιλήσει τρυφερά στο μάγουλο.Ήταν ένα γλυκό αγόρι. «Σ’ευχαριστώ,» μου είπε,όσο χαμηλόφωνα μπορούσε.Έπειτα με φίλησε ξανά κι η αγκαλιά μας λύθηκε.Κάτω απ’τις καστανόξανθες μπούκλες του με κοιτούσε,τα μάτια υγρά απ’τον ματαιωμένο πόθο.Άρχισα ν’απομακρύνομαι πισωπατώντας, έτρεμα λίγο,κι αμέσως έπεσα στα χέρια του Μανώλη,που είχε διακόψει τον χορό του για να μου μιλήσει.Στάλες ιδρώτα έλαμπαν στο μέτωπό του. «Τί έγινε,τον έψησες το μαλλιά;Θα φάς απόψε;» με ρώτησε,γνέφοντας προς το μέρος του νεαρού που με είχε αγκαλιάσει.Εκείνος είχε κρυφτεί πίσω από άλλα σώματα κι απέφευγε να με κοιτάξει. «Όχι,» του είπα ψυχρά, «δεν έχω όρεξη.» «Μπάς και περιμένεις το Μήτσο και γι’αυτό μου κάθεσαι τόση ώρα σαν παρθένα;» επέμεινε εκείνος,με αυστηρό ύφος.Σκέφτηκα κατά πόσο θα έπρεπε να χορεύω,αν αυτό ήταν κάτι που έκανα συνήθως και που απόψε η παράλειψή του έμοιαζε περίεργη.Επίσης μου έκανε εντύπωση πόσο γρήγορα είχε προσαρμοστεί η ακοή μου στην ένταση της μουσικής,που μέχρι χθές θα θεωρούσα απαγορευτική για κάθε επικοινωνία.Εκτός των άλλων είχα αποκτήσει και νέα αυτιά.

26


«Ο Δημήτρης δε θα’ρθεί,» είπα στο Μανώλη,όμως αυτός είχε ήδη αφαιρεθεί,κοιτώντας έναν μελαμψό τύπο με μπράτσα σαν από γλυπτό του Μικελάντζελο,που την ίδια στιγμή περνούσε τη σκοτεινή πύλη. «Μάλιστα,» είπε αδιάφορα, «ό,τι πείς.» Γύρισε και με κοίταξε. «Εγώ λέω να πάω λίγο dark,» πρόσθεσε,γνέφοντας μ’ένα έκφυλο χαμόγελο προς τις πλάτες του αγνώστου που χανόταν στο σκοτάδι, «έρχεσαι;» Σ’ένα ταξίδι μου στο Βερολίνο για μιαν έκθεση,πριν από μερικά χρόνια, είχα εξοικειωθεί με την έννοια του dark room,κι έκτοτε την αντιμετώπιζα με τρόμο.Ήταν κατά τη γνώμη μου ο πιο σίγουρος τρόπος για μιαν ακούσια,τυχαία μετασωμάτωση. «Μπά,δε νομίζω,» είπα,κι έσκυψα στο ποτήρι μου. Ο Μανώλης έστρεψε μια στιγμή τα μάτια προς τα πάνω,σαν με απελπισία για την αιφνίδια σεμνοτυφία μου,κι ύστερα μου έδωσε το ποτήρι του. «Κράτα λίγο,» μου είπε,κι έχωσε με δυσκολία το χέρι του στην σχισμή που είχε αντί για τσέπη το παντελόνι του. «Γαμώτο,έχω ή δεν έχω;» Μ’ένα μορφασμό προσπάθειας,ψάρεψε ένα τσαλακωμένο μάτσο χαρτονομίσματα,που ανάμεσά τους ξεχώριζαν τα δοντάκια ενός πλαστικού περιτυλίγματος. «Πάλι καλά,» είπε, και τα ξανάχωσε βιαστικά μέσα.Αν και δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ-για ποιό λόγο,άλλωστε;-πρόλαβα να αναγνωρίσω το προφυλακτικό. «Δε θ’αργήσω,» είπε,έχοντας ήδη γυρίσει την πλάτη, «μή φύγεις.» Τον είδα να απομακρύνεται και να μπαίνει φουριόζος στον διαβόητο σκοτεινό θάλαμο.Εγώ κρατούσα τα δυό ποτήρια,άκαμπτος,μια παραφωνία στο πολύβουο σκηνικό.Άνθρωποι πηδιόντουσαν εκεί μέσα,έστω και πρόχειρα.Ο έρωτας που σχεδίαζζε ο φίλος μου ίσως να μη διαρκούσε πιο πολύ από αυτόν που ήξερα εγώ,ωστόσο όταν τελείωνε ο Μανώλης θα ήταν ακόμα ο Μανώλης.Τον ζήλευα τρομερά,ήθελα να τον σκοτώσω γι’αυτή του τη δύναμη. Η οργή,ο καταπιεσμένος οίστρος που είχα νοιώσει πριν λίγο από τα χάδια του νεαρού,αλλά κι η θέα αυτού του υπόγειου ανθρωποκυνηγητού στο οποίο όφειλα να κρατήσω τον ρόλο της απρόθυμης βοράς,είχαν μετουσιωθεί σ’ένα επίμονο βάρος στην κύστη μου.Έπρεπε να πάω στην τουαλέττα.Έτσι,αφού παράτησα τα ποτήρια σ’ένα πάγκο,πίσω από άδεια μπουκάλια και σταχτοδοχεία,προχώρησα ως τη φωτισμένη πόρτα του αποχωρητήριου. Πέρασα στριμώχνοντας το σώμα μου ανάμεσα σε αγόρια και άντρες που έστεκαν ακίνητοι σαν βράχοι,εισπράττοντας με τη βία τα διόδια της συμπτωματικής τριβής.Τα μάτια μου πόνεσαν λίγο στο ξαφνικό φώς,ενώ με φρίκη διαπίστωσα πως το πάτωμα ήταν ένα ναρκοπέδιο από νερό και ούρα,στο οποίο επέπλεαν μουσκεμένα κομμάτια χαρτί,αποτσίγαρα,κι απομεινάρια προφυλακτικών.Μπήκα στην μία απ’τις δύο τουαλέττες,αλλά η τύχη δεν έμελλε να μου χαμογελάσει.Το ένα κουβούκλιο ήταν ερμητικά κλειστό,από μέσα ακούγονταν ανθρώπινοι βρυχηθμοί,ενώ στο κενό της βάσης του διέκρινα δυό ζευγάρια παπούτσια,ευθειασμένα,το ένα μισοσκεπασμένο από κατεβασμένα παντελόνια.Όταν δε τόλμησα να ανοίξω την μισάνοιχτη πόρτα του άλλου κουβούκλιου,βρήκα μέσα τον φαλακρό άντρα με το μουστάκι να αυνανίζεται,βογγώντας περιπαθώς. Δεν έπαψε καθόλου στη θέα μου,αντίθετα άνοιξε κι άλλο τα πόδια του,και προ-

27


τείνοντας την στύση του,μου είπε: «Έλα,γλείψε με λίγο.» Είδα το πόδι του να κινείται προς την πόρτα,σκόπευε να την κλείσει και να με παγιδεύσει εκεί μέσα. Μ’ένα σάλτο δραπέτευσα.Είχα ξεχάσει πως ήθελα να κατουρήσω.Τον άκουσα να φωνάζει: «Θέλω να χύσω στα μούτρα σου!» αλλά ήμουν ήδη στα όρια του μαύρου φωτός. Για μερικά λεπτά στάθηκα ανάμεσα σε δυό παρέες θηλυπρεπών νέων της ηλικίας μου,που μ’έκαναν να νοιώθω ασφαλής.Πιθανώς δεν ήμουν αρκετά αρρενωπός ή ώριμος για τα γούστα τους,έτσι που,εκτός από μερικές φευγαλέες ματιές,μ’άφησαν στην ησυχία μου.Όμως εγώ ήθελα να φύγω,δεν είχα κανένα λόγο να βρίσκομαι εκεί.Ακόμη κι αν η όλη βραδιά είχε σκοπό να ευχαριστήσω τον Μανώλη,αυτός ήταν εξαφανισμένος στο χώρο των τυφλών οργίων,και δεν είχα καν την ευκαιρία να τον γνωρίσω. Τότε αισθάνθηκα πως κάποιος με παρατηρούσε. Όλη αυτή την ώρα,για ευνόητους λόγους,κοιτούσα το πάτωμα.Η οπτική γωνία μου περιλάμβανε παπούτσια και μποτάκια όλων των ειδών και όλων των χρωμάτων,και τίποτ’άλλο.Ήθελα όσο τίποτε να καπνίσω ένα τσιγάρο,αλλά κανένας απ’όσους στέκονταν γύρω μου δεν κάπνιζε.Επιπλέον,αυτός απ’τον οποίο θα το ζητούσα μπορεί να το εκλάμβανε ως ερωτική χειρονομία,ως πρόφαση για να γνωριστούμε,και δεν είχα καμμία διάθεση να αποκρούσω κι άλλες απειλές. Μονάχα μια-δυό φορές σήκωσα το βλέμμα μου,κι ήταν προς την κατεύθυνση της σκάλας που κοιτούσα.Εξέταζα την διαφυγή,αφού κάθε τόσο όλο και κάποιος κοντοστεκόταν στα σκαλοπάτια,ερευνώντας την παλέττα των αντρών στο υπόγειο πριν ανέβει ή καθώς κατέβαινε.Και τις δυό φορές ωστόσο είχα δεί ένα αγόρι να με κοιτάζει,επίμονα.Ήταν ακίνητος μπροστά στη βάση της σκάλας,φορούσε μαύρο παντελόνι και πουκάμισο,και μυωπικά γυαλιά με μαύρο,ολοστρόγγυλο σκελετό.Στα χέρια του ίσιωνε και τσαλάκωνε νευρικά το εισιτήριο, δεν είχε πάρει ποτό,και με κάρφωνε με το βλέμμα.Την τρίτη φορά κατάλαβα ότι δεν ήταν εντύπωσή μου,το σκηνικό των αντρών γύρω του κινούνταν κι άλλαζε συνεχώς,ενώ αυτός έστεκε και με παρατηρούσε.Μάλιστα δεν μπορούσα να ερμηνεύσω το ύφος του-σίγουρα υπήρχε αλκοόλ,και ίχνη πόθου,αλλά δεν ήταν μόνον αυτό.Στα μάτια του έβλεπα θυμό. Έτσι απέφυγα το βλέμμα του και πάλι,και τότε εκείνος όρμησε πάνω μου. Δεν πρόλαβα να παραμερίσω,όλα έγιναν αστραπιαία.Μέσα σε μια στιγμή είχε διασχίσει τρέχοντας την αίθουσα,και με είχε αρπάξει από τους ώμους σαν κούκλα.Με κόλλησε στον πάγκο,έπεσε πάνω μου,ενώ από πίσω μπουκάλια και ποτήρια κυλούσαν στο πάτωμα κι έσπαζαν.Γύρω μας είχε σχηματιστεί ένας κύκλος απουσίας,όλοι μας κοιτούσαν,αλλά η μουσική συνέχιζε ανελέητη. «Δηλαδή τώρα δέ με ξέρεις;Δέ μου μιλάς;Αυτό ήταν;» Ούρλιαζε. Με ταρακουνούσε,είχα αιφνιδιαστεί τόσο που δεν μπορούσα να αντιδράσω.Το άγνωστο αγόρι με κοιτούσε και τα μάτια του έβγαζαν σπίθες,κάθε φορά που φώναζε με πιτσίλιζε με σάλιο και δάκρυα.Τα γυαλιά είχαν γλιστρήσει στην άκρη της μύτης του,ήταν ωραίος κι απελπισμένος.Ήταν ο Δημήτρης.

28


Ξαφνικά σταμάτησε να με τραντάζει και με κοίταξε κρατώντας με απ’ τους ώμους.Ένας-δυό αυτόκλητοι σωτήρες-μυώδεις θύτες μου κατά βάθος-που είχαν ξεκινήσει με σκοπό να μας χωρίσουν,υποχώρησαν μπροστά σε μια προφανή ιδιωτική στιγμή.Ο χορός ξανάρχισε στις γωνιές,έστω κι αμήχανα. «Γιατί,μπορείς να μου πείς γιατί μου φέρεσαι έτσι;» Έκλαιγε μεγαλόφωνα,δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του.Πριν μπορέσω να πώ κάτι,μ’έσφιξε στην αγκαλιά του κι άρχισε να με φιλάει στο μέτωπο,στα χείλη,στα μάτια,παντού. «Συγχώρεσέ με,» έλεγε,κι ένοιωθα το στήθος του πάνω στο δικό μου να σφαδάζει από λυγμούς. «Τι πρέπει να κάνω για να με συγχωρέσεις;» Κι όσο κι αν προσπαθούσα,η ανθρώπινη φύση μου υπερίσχυε.Τον λυπόμουν με όλη μου την καρδιά,καταριόμουν το Θεό που δεν μπορούσα να τον πάρω απ’το χέρι και να πάμε κάπου μαζί και να σκυλογαμηθούμε για να του δείξω πως τον είχα συγχωρέσει,ή μάλλον πως δεν είχα τί να του συγχωρήσω, γιατί δεν ήμουν πια ο Παύλος και δεν είχα λόγο να του κρατάω μούτρα και να τον αποφεύγω,όμως ακριβώς επειδή δεν ήμουν ο Παύλος δεν μπορούσα να κάνω τίποτα,τίποτα εκτός απ’το να τον αφήσω να ξεσπάσει,ενώ συγχρόνως το πέος μου,ολιγαρκές χωρίς το μέλλον του έρωτα,ξερνούσε λίγο αθώο σπέρμα,δώρο της ηδονής απ’τα φιλιά και την ορμή με την οποία είχε πέσει επάνω μου. «Δημήτρη…σε παρακαλώ…δεν μπορώ να σου εξηγήσω…» ψέλλισα,κι έκανα ό,τι χειρότερο μπορούσα.Δεν είχα άλλη λύση όμως.Άφησα τα χέρια του κι άρχισα να τρέχω,να τρέχω προς τη σκάλα.Μακριά του. Βγήκα σαν τρελλός,τα φώτα στην είσοδο με τυφλώσανε,πέταξα ένα χαρτονόμισμα στον υπάλληλο κι έτρεξα στο δρόμο,με το παλτό στο χέρι.Κάθε δευτερόλεπτο που καθυστερούσα φοβόμουν ότι θα τον άκουγα να με φωνάζει. Έξω έβρεχε,και πριν προλάβω να φορέσω το πανωφόρι μου,ο φόβος μου έγινε πραγματικότητα.Άκουσα πίσω μου βήματα να τρέχουν στα νερά και τη φωνή του Δημήτρη: «Παύλο,σε ικετεύω,μη φεύγεις!Πές μου κάτι!» Γύρισα και τον είδα να στέκεται στην φωτισμένη πόρτα του κλάμπ.Παραπατούσε,ενώ σε λίγο πίσω του εμφανίστηκε ο Μανώλης,αναμαλλιασμένος,με το δίχτυ του σχισμένο σ’ένα σημείο.Έμοιαζε έξαλλος. «Θα μαζέψεις το μαλάκα σου;» μου φώναξε,και δίνοντας μια σπρωξιά στον Δημήτρη,τον έριξε στο πεζοδρόμιο.Εκείνος δεν είχε δύναμη να αντισταθεί, τα γυαλιά του έφυγαν και το νερό τα παρέσυρε ως τη σχάρα του υπονόμου,όπου σκάλωσαν σαν από κωμικό θαύμα.Ήθελα να πάω να τα πάρω και να του τα δώσω,να τον βοηθήσω να σηκωθεί,δεν μπορούσα να τον βλέπω να κλαίει, πεσμένος μπρούμυτα στο δρόμο,να κλαίει για κάποιον που μου έμοιαζε χωρίς να είμαι εγώ.Όμως στο μεταξύ έπρεπε να αποκρούσω τη λαίλαπα του Μανώλη, που περνώντας από δίπλα του τον κλώτσησε. «Αρχίδι!» του φώναξε, «Έτσι και ξαναπλώσεις χέρι πάνω μου,θα σε γαμήσω,παλιομαλάκα!Λούγκρα του κερατά!» Φτάνοντας μπροστά μου,έπιασε και τέντωσε το δίχτυ,για να μου δείξει το σκίσιμο.Πρόσεξα επίσης ένα άλλο σκίσιμο,στο κάτω χείλος του,απ’όπου έτρεχε αίμα.Τα μάτια του ήταν τρελλά από θυμό. 29


«Ογδόντα χιλιάρικα,μαλάκα!Γκωτιέ,μαλάκα!Άντε και γαμήσου δηλαδή!» Και χωρίς άλλη κουβέντα,μου γύρισε την πλάτη κι έκανε να φύγει. «Στάσου!…» του είπα, «Το στόμα σου…τί έπαθες;» «Να ρωτήσεις τον γαμιά σου!» ούρλιαξε,και ξαφνικά γύρισε. «Ήρθε και με πλάκωσε,ο μαλάκας,ότι και καλά εγώ σε φέρνω εδώ και σε βάζω να γαμιέσαι!Άμα δεν ξεκόψεις μ’αυτό το μουνόπανο,» φώναξε,με έκδηλη σιχασιά προς το αιδοίο και όλα τα συμπαρομαρτούντα του, «ξέχάσέ με,κατάλαβες;Δε θα πληρώνω εγώ τα δικά σου τα γαμησιάτικα!» Και ξαναμπήκε στο κλάμπ,μούσκεμα απ’τη βροχή.Εγώ είχα σταθεί κάτω από ένα υπόστεγο και παρατηρούσα τον Δημήτρη που προσπαθούσε να σηκωθεί και γλιστρούσε.Είχε γίνει ερείπιο.Κάποια στιγμή δεν άντεξα,έτρεξα προς το μέρος του,τον έπιασα στην αγκαλιά μου και τον σήκωσα. «Σ’ευχαριστώ,» είπε εκείνος ρουφώντας τη μύτη του,και σχεδόν αμέσως λιποθύμησε στα χέρια μου. Απ’το μυαλό μου πέρασε η σκέψη να τον αφήσω εκεί,καθισμένο στο πεζοδρόμιο, αλλά θα πέθαινε απ’το κρύο.Απ’την άλλη,αν ξανάμπαινα μέσα κουβαλώντας τον,θα έπρεπε να δώσω εξηγήσεις,να πώ ποιός ήταν,πού έμενε,σε ποιόν θα έπρεπε να τηλεφωνήσουν για να’ρθεί να τον μαζέψει.Έτσι,αφού του φόρεσα τα γυαλιά του,κι ίσιωσα λίγο τα βρεγμένα του μαλλιά,τον κουβάλησα μέχρι το υπόστεγο κι άρχισα να ψάχνω τις τσέπες του.Βρήκα το πορτοφόλι στην πίσω τσέπη του παντελονιού,το άνοιξα,κι έψαξα για την ταυτότητα.Για καλή μου τύχη ήταν φοιτητής-όχι συμφοιτητής,κι αυτό καλό-με τόπο γεννήσεως την Αθήνα.Άρα έμενε με τους δικούς του,κι η διεύθυνση που έγραφε η ταυτότητα ήταν η διεύθυνση του σπιτιού του..Ξανάβαλα την ταυτότητα στο πορτοφόλι,και μια στιγμή πριν το κάνω είδα την ηλικία του.Με περνούσε τρία χρόνια,ο κακόμοιρος,παρόλο που εγώ τον έσερνα σαν μωρό,κυριολεκτικά και μεταφορικά.Τον κουβάλησα μέχρι την πιάτσα των ταξί,που ευτυχώς ήταν δίπλα,τον έβαλα στο πίσω κάθισμα,κι έδωσα στον οδηγό τα χρήματα,φωνάζοντας τη διεύθυνση μέσα απ’τη βροχή. Κι ύστερα γύρισα στο αμάξι μου. Μου πήρε μέχρι την αρχή της Κηφισίας να ηρεμήσω,να βάλω σε μια σειρά τα όσα είχαν συμβεί,να δικαιολογήσω ή να καταδικάσω τον παλιό Παύλο. Το ζήτημα ήταν πως ο παλιός Παύλος κι εγώ ήμασταν το ίδιο πρόσωπο στο ίδιο σώμα,κι οι άνθρωποι είχαν κι απ’τους δυό μας τις ίδιες απαιτήσεις.Οι υποχρεώσεις μου απέναντι στον Δημήτρη,τον Μανώλη,τους έρωτες και τις αγάπες μου,την ζωή και το άγνωστο,δεν είχαν τελειώσει απόψε.Απόψε μόλις άρχιζαν. Ήμουν πολύ κουρασμένος,όμως.Και,όσο διεστραμμένο κι αν ακούγεται,ευτυχής που-όπως όλοι οι άνθρωποι-μπορούσα για απόψε να αφήσω τα πράγματα μετέωρα και να βρώ καταφύγιο στον ύπνο.

30


6 Βεβαίως,όταν γύρισα στο σπίτι και βρέθηκα στο δωμάτιό μου με σβηστά τα φώτα,διαπίστωσα πως η ένταση απ’όσα είχαν συμβεί αλλά κι η ένταση της μουσικής του κλάμπ,δονούσαν ακόμα το κεφάλι μου κι έδιωχναν τον ύπνο. Άναψα το φώς κι ανακάθισα,ψάχνοντας κάποια λύση.Δεν υπήρχε τίποτε να διαβάσω,δυστυχώς.Τουλάχιστον τίποτα στα ράφια,κι έτσι,με την ελπίδα ο Παύλος να είχε αποθηκεύσει κάτι ενδιαφέρον σε κάποιο άλλο σημείο του δωματίου του,σηκώθηκα κι άρχισα να ψάχνω.Πρόσεξα τότε ότι κάτω απ’το κρεβάτι μου υπήρχαν ενσωματωμένα συρτάρια.Άνοιξα το ένα,και πίσω από σωρούς αδιάφορων κόμικς βρήκα αυτό που ενδόμυχα έψαχνα.Ομολογώ πως δεν ήταν υψηλή λογοτεχνία,εκείνη τη στιγμή είχα ανάγκη να χαλαρώσω κι όχι να σκεφτώ. Δεν ήθελα να σκεφτώ καθόλου,ήθελα να ξεχάσω το κομμάτι της ψυχής.Ήθελα για λίγο να γίνω μόνο σώμα,αυτό που ήταν αδύνατον να κάνω όση ώρα βρισκόμουν στο κλάμπ,που ήταν αδύνατο να κάνω με τον Δημήτρη ή τον Θανάση ή τον τερατώδη μουστακαλή ή μ’οποιονδήποτε καταραμένο άνθρωπο. Άρχισα να ξεφυλλίζω τα κρυμμένα πορνοπεριοδικά,που ήταν γεμάτα με φωτογραφίες γυμνών αντρών,ή αγοριών που γαμιόντουσαν σε διάφορες στάσεις. Έκλεισα τα μάτια,άρχισα να χαϊδεύομαι.Προσπάθησα να μπώ κατ’ουσίαν στο πετσί του Παύλου. Ήταν λίγο δύσκολο στην αρχή-για δέκα χρόνια οι φαντασιώσεις μου είχαν υπάρξει κατά το πλείστον ετεροφυλοφιλικέςκαι σύντομα το συσσωρευμένο πάθος της νύχτας που είχε προηγηθεί αποδεσμεύτηκε.Οι ιστορίες που διάβαζα ξεφυλλίζοντας τις τσόντες στα πεταχτά,για γεροδεμένους ξυλοκόπους κι αιμομείκτες καλλονούς που έπιαναν στα πράσα το μικρό τους αδελφάκι να αυνανίζεται,μου φαίνονταν πρωτόγονες και παιδαριώδεις σε σχέση με την σοβαρή πορνογραφία,αλλά είχαν το αποτέλεσμά τους.Μου σηκώθηκε. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως,έπειτα από λίγο,σαν συνέπεια της σωματικής μου ταύτισης με τις έξεις του Παύλου,άρχισα να νοιώθω έναν ερεθισμό στο βάθος των γλουτών.Ο κώλος μου ανοιγόκλεινε καθώς χαϊδευόμουν,σαν να ζητούσε κάτι.Με ανάμικτη δυσφορία,απορία,αλλά και λαίμαργη περιέργεια-ανακάλυπτα ένα καινούριο δικό μου σώμα-έβγαλα έξω όλα τα περιοδικά,κι έχωσα το χέρι μου στο βάθος του συρταριού.Λίγο-λίγο μάντευα τα πάντα,το χέρι μου είχε κάτι σαν μνήμη της τυφλής κρυψώνας.Ένοιωσα τα δάχτυλά μου να τυλίγονται γύρω από κάτι κυλινδρικό,και τραβώντας το έβγαλα προς τα έξω ένα πλαστικό ομοίωμα φαλλού σε στύση.Πιάνοντάς το απ’τη βάση το ενεργοποίησα κατά λάθος,κι αυτό άρχισε να τρέμει.Ο βόμβος του ήταν διασκεδαστικός. Αλλά στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου να βάλω μια τελεία,μια ψευδαίσθηση αξιοπρέπειας στην ανάμνηση.Σαν την ψευδαίσθηση έρωτα που είχα βάλει στη ζωή μου-ή όχι ακριβώς στη ζωή μου,αλλά τέλος πάντων-το ίδιο εκείνο βράδυ.

7 31


Οι επόμενες μέρες κύλησαν ήσυχα,ανώδυνα.Με την δικαιολογία της κούρασης από την σφύζουσα εορταστική περίοδο που είχε προηγηθεί,απομονώθηκα στο σπίτι με συντροφιά τους γονείς μου,που έμοιαζαν ν’απολαμβάνουν την περίσσεια της παρουσίας μου σαν την επίσκεψη ενός πολύ αγαπημένου, μακρινού συγγενή. Απέφυγα συνειδητά την επαφή με τον Μανώλη,ή με όποιους άλλους φίλους εμφανίζονταν ώρες-ώρες στην οθόνη του κινητού.Διέγραψα μηνύματα από άγνωστους αριθμούς που περιείχαν ακατονόμαστες προτάσεις,κι ανακάλυψα στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή μου αλλά και στο e-mail μου ένα ορυχείο ανδρικής πορνογραφίας,απεικονίζουσα πρόσωπα οικεία και μή.Ομολογώ πως μπροστά σε κάθε τέτοια ανακάλυψη,και προτού ακόμα μου γίνουν κατανοητά τα αίτια της ερωτομανίας του Παύλου-και των ομοφυλόφιλων συνομηλίκων του-ένοιωθα κάτι σαν προδοσία απέναντι στο κλαμμένο πρόσωπο του Δημήτρη, όπως το θυμόμουν απ’το πρώτο βράδυ.Ίσως προσπαθούσα να επιβάλλω στον εαυτό μου μιαν ακόμη αισθηματική μεταμφίεση σε άνθρωπο μέσω της ενοχής, ωστόσο γύρισα γρήγορα την πλάτη στα απειράριθμα ερωτικά ενδεχόμενα που έχαιναν στον υπολογιστή,μέχρι και σε δύο ακόμα κινητά,επιμελώς κρυμμένα,και με διαφορετικούς αριθμούς.Δεν ήθελα να αποδεχτώ την ποταπότητα του ψυχικού προκατόχου μου,ούτε μπορούσα να περνώ τις μέρες μου αυνανιζόμενος με τις προσδοκίες που μου είχε εν αγνοία του κληροδοτήσει. Αντ’αυτού ενέσκηψα στην παθητικότητα της οικιακής ζωής,και για πρώτη φορά μετά από χρόνια-καθώς ποτέ δεν είχα σύζυγο,κι ήταν αιώνες απ’την τελευταία φορά που θυμόμουν να έχω και γονείς-την βρήκα ευχάριστη,ηδονική. Αφέθηκα πρόθυμα στις δι’αντιπροσώπου φροντίδες της μητέρας μου,η οποία,διακρίνοντας μια τάση ωφέλιμης εσωστρέφειας στον αγαπημένο μοναχογιό της,έθεσε το υπηρετικό προσωπικό του σπιτιού και την περιουσία της στα πόδια μου.Μέσα σε μια μέρα άλλαξα όλη μου την γκαρνταρόμπα,διαλέγοντας έναν σοβαρότερο τόνο,αγόρασα βιβλία και φανέρωσα ένα απροκάλυπτο ενδιαφέρον για την λογοτεχνία-που απέδωσα σε πολύωρη ιδιωτική μελέτη στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου-κι έπειτα κάθισα αναπαυτικά στην πολυτελή φωλιά μου,ένα δοχείο διαψευσμένων ελπίδων που άρχιζε να δείχνει πρόθεση μετάνοιας. Σ’όλη την διάρκεια αυτής της παράτας,μειδιούσα αόρατα στην σκέψη του πόσο λίγο με γνώριζε η ευφυής αυτή και λεπτεπίλεπτη γυναίκα.Όμως σ’αυτήν ακριβώς την άγνοια θα στήριζα και τον κατοπινό,σταδιακό μου θρίαμβο,όταν μπροστά στα μάτια της θα μεταμορφωνόμουν κι ωστόσο θα παρέμενα ίδιος,σαν να άλλαζα με θράσος μια μελωδία μπροστά σ’έναν κουφό. Ακόμα και το κάπνισμα,που ήταν η μόνη αισθητή παρέκκλιση την οποία δεν μπορούσα να κρύψω-για κάποιο λόγο κάπνιζα το ίδιο,αν όχι περισσότερο απ’ό,τι ο ζωγράφος-αντιμετωπίστηκε απ’τους γονείς μου στην αρχή με μια-δυό ήπιες συστάσεις,κι έπειτα με σιωπή.Δεν ένοιωσα ίχνος συγκατάβασης,ούτε την χλεύη της συσσωρευμένης κριτικής απέναντι σε παλιότερες,βαρύτερες παρεκκλίσεις.Η μετριοπάθεια που συνόδευε την αγάπη τους ήταν αφοπλιστική,σαν χέρι που απλώνεται να σε χαϊδέψει φορώντας-στη ζέστη δυτικού σπιτιού-γάντι από 32


απαλή γούνα φώκιας.Ήθελα να μπορούσα να ρωτήσω τον Μανώλη,ή και τους ίδιους τους γονείς μου,με ποιό τρόπο τους είχα μιλήσει για την ερωτική μου ταυτότητα.Ήταν κάποιο βράδυ της εφηβείας μου,την ώρα του δείπνου,ή άραγε είχα εμφανιστεί χέρι-χέρι με τον πρώτο μου εραστή κι είχαμε γαμηθεί ενώπιόν τους,παρεμβάλλοντας το σύμπλεγμα των κορμιών μας στο ημίφως της τηλεόρασης;Η δεύτερη εκδοχή φαινόταν εξίσου πιθανή. Κι αυτό επίσης-πρέπει να το αναφέρω-ήταν μια ακόμη αποκάλυψη της καινούριας μου ζωής: η τηλεόραση.Όσο ήμουν ο ζωγράφος,την είχα αποφύγει σκόπιμα,δεν είχα καν κεραία στο σπίτι μου.Την έβρισκα πληκτική και βλακώδη.Τα πρόσωπα που μεσουρανούσαν χάρη σ’αυτήν μου ήταν το ίδιο άγνωστα όσο και ο περιπτεράς μιας γειτονιάς που δεν είχα ποτέ μου επισκεφθεί.Στα πάρτυ και τις δεξιώσεις,όταν μας συστήναν,είχα το παγερό χαμόγελο του κενού.Ζώντας όμως ακριβώς μια δεκαετία μ’αυτόν τον τρόπο,είχα χάσει-ένοιωθα τώρα-ένα εμβληματικό κεφάλαιο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.Την ιδιωτική τηλεόραση.Γιατί όσο κι αν υποπτευόμουν την διαβρωτική της δύναμη στην αισθητική,τις συνήθειες,τις επιδιώξεις των συνανθρώπων μου όλα αυτά τα χρόνια, δεν είχα καμμιά προσωπική οικειότητα με δαύτην.Όμως μέσα σε λίγες μέρες, περνώντας τα βράδυα μου ανάμεσα στα γαλάζια πρόσωπα των γονιών μου και μια λεπτή ομίχλη καπνού,διαπίστωσα ένα παρ’ολίγον θαύμα.Η κενοδοξία αυτού του μέσου ήταν ένα ναρκωτικό που επινοούσε εξ’αρχής την ανθρώπινη φύση, την αξιοπρέπεια,την σκέψη.Ενάντια στην παιδεία τους,οι ίδιοι μου οι γονείς ήταν ανήμποροι να της αντισταθούν.Με το πρόσχημα πως έπαιζε στο φόντο ενώ εκείνοι έκαμναν κάτι άλλο,απορροφούσαν κι απορροφώνταν απ’την τηλεοπτική ραθυμία,το χαμόγελό τους ήταν τελικά σαν ναρκωμένο κι εξ’αιτίας όσων έβλεπαν.Το πιο τρομερό δε συνέβη όταν κι ο ίδιος,ένα βράδυ που είχα παρακολουθήσει στη σειρά δυό τηλεπαιχνίδια,δυό δελτία ειδήσεων,δυό αναίτιες εκπομπές και δυό μέτριες ταινίες,πάνω από οχτώ ώρες συνολικά,ένοιωσα,καθώς τα μάτια μου έκλειναν,σχεδόν πλήρως άνθρωπος.Οι ανάγκες μου είχαν υποταχθεί τόσο αποτελεσματικά και τόσο ασυναίσθητα στην ανοησία που παρήλαυνε θριαμβικά απέναντί μου,που ήμουν το ίδιο υπαρκτός ή ανύπαρκτος όπως και κάθε άλλος τηλεθεατής,όπως και κάθε άλλο πλάσμα εκτός οθόνης.Αποφάσισα πως η τηλεόραση στο εξής θα με ακολουθούσε παντού. Τέλος,ένα μεσημέρι έλαβα ένα απρόσμενο δώρο απ’το χαζοκούτι.Με μιάς,τα τελευταία απομεινάρια της αγωνίας μου για το σώμα που με φιλοξενούσε μέχρι πριν λίγες μέρες διαλύθηκαν.Ο ζωγράφος είχε ανακαλυφθεί,κατόπιν επίμονης αναζήτησης κάποιου φίλου που δεν ήθελε να αποκαλύψει το όνομά του.Είχα σκανδαλιστεί,δεν ήξερα πως είχα επίμονους φίλους.Το πιο συγκλονιστικό όμως ήταν ο σχολιασμός της κατάστασης στην οποία είχε βρεθεί από την τηλεπαρουσιάστρια,μια χυδαία γυναίκα που κάποτε της είχαν πεί πως είναι όμορφη.Εν μέσω ακκισμών λοιπόν,και σε αλγεινά ελληνικά,διατύπωσε την εξής εικασία: ότι ο διάσημος καλλιτέχνης δεν είχε βρεθεί ημιθανής εξ’αιτίας κάποιας μοιραίας ασθένειας,αλλά ως συνέπεια οργίου με παράνομες ουσίες που είχε λάβει χώρα σε εύπορο προάστιο των Αθηνών.Σκηνοθετώντας αυθαίρετα το βράδυ της κατάρρευσής του,ανέφερε πως το αυτοκίνητό του είχε εντοπιστεί στο εν 33


λόγω προάστιο-χωρίς ωστόσο να το κατονομάζει-σε μεγάλη απόσταση απ’το σπίτι του,ενώ συμπλήρωνε με δριμύτητα δικαστή πως στην περιοχή αυτή υπήρχαν ένα σωρό σπίτια που πίσω απ’τις πόρτες τους εκτυλίσσονταν καθημερινά ανήκουστες σκηνές.Κανείς,ούτε καν οι γονείς μου δεν σχολίασαν το γεγονός ότι,για να γνωρίζει κάτι τέτοιο,θα έπρεπε να είχε κι η ίδια παραστεί σε ανάλογη ανήκουστη μάζωξη.Μονάχα ο πατέρας μου αστειεύτηκε μια στιγμή,ευήκοον ούς παρά την εφημερίδα που διάβαζε συγχρόνως,λέγοντας: «Δεν ήξερα ότι γίνονται όργια στα βόρεια προάστια…» Κι εγώ σπαρταρούσα απ’τη διάθεση ν’αποκαλύψω την αλήθεια,ένοιωθα ένδοξος, να κατέχω ένα μυστικό που η τηλεόραση αγνοούσε: Ότι το όλο όργιο είχε διαρκέσει δυό λεπτά,κι είχε εκτυλιχθεί στην αποθήκη του σπιτιού μας. Το ζήτημα ήταν πως μ’αυτή την αυθόρμητη μυθολογία,το κεφάλαιο της προηγούμενης ζωής μου έκλεινε τελειωτικά και χωρίς συνέπειες.Μπορούσα να συνεχίσω την ύπαρξή μου στο σώμα του Παύλου χωρίς την παραμικρή ανησυχία,ενώ ο ζωγράφος ήταν πλέον ένα πρόσωπο θλιβερό και μακρινό σαν θύμα πολέμου σε άλλο τόπο-αν ήθελα μπορούσα να τον εξαφανίσω με μια κίνηση,πατώντας το κουμπί που έκλεινε την τηλεόραση. Κίνηση που εντέλει έκανα,προσθέτοντας χαιρέκακα: «Σιγά το μαλάκα.»

8 Κι ο Δημήτρης; θ’αναρωτιέστε. Αφού λοιπόν μεσολάβησαν κάποιες ημέρες σιωπής,στη διάρκεια των οποίων επουλώθηκε ο εγωϊσμός του,μου τηλεφώνησε και ζήτησε να με δεί.Όπως το φοβόμουν κι όπως το περίμενα,ήταν παρακλητικός,τραυματισμένος,στόλισε την φωνή του με πόνο και ικεσία,έτσι που θα ήταν αδύνατο να του αρνηθώ μια συνάντηση.Εξάλλου έπρεπε να του ξεκαθαρίσω ορισμένες λεπτομέρειες γύρω απ’την σχέση μας,παρόλο που ακόμα η φύση αυτής της σχέσης μου ήταν ολότελα άγνωστη-όπως κι ο ίδιος ο Δημήτρης. Βρεθήκαμε νύχτα,νομίζω της εβδόμης του Γενάρη,στο πατάρι ενός καφέ στη Σκουφά.Είχα αποκλείσει οτιδήποτε πιο ιδιωτικό,όπως το σπίτι του,ή κάποια βόλτα με το αυτοκίνητο.Έχω ζήσει αρκετές ζωές για να γνωρίζω πού καταλήγουν συνήθως αυτές οι βόλτες. Με περίμενε ήδη,αν κι είχα φτάσει νωρίτερα.Ήταν νευρικός,χαμογελούσε συνέχεια,σαν άρρωστος που του έχουν ανακοινώσει ότι πεθαίνει αλλά δε θέλει να το δεχτεί.Αποφάσισα,έστω και διακριτικά,να του το ανακοινώσω εκ νέου. Πριν όμως προλάβω να πώ κάτι,οτιδήποτε,έσκυψε δίπλα μου κι άρχισε να εσχατολογεί με μια μακάβρια,εξουθενωτική βεβαιότητα. Η γνώμη του ήταν πως το πεπρωμένο ήθελε να είμαστε μαζί.Πως θα είμασταν μαζί μέχρι το θάνατο.Πως δεν είχε αγαπήσει ποτέ και κανέναν όπως ε34


μένα.Πως μακριά μου η ζωή του έμοιαζε με θάνατο,ήταν ακόμα χειρότερη.Φριχτές κοινοτοπίες δηλαδή,στις οποίες εγώ ένοιωθα σχεδόν τη φαγούρα να απαντήσω κυριολεκτικά,όπως ρωτώντας τον πότε είχε πεθάνει τελευταία και γιατί δεν του άρεσε.Ύστερα από λίγο όμως ο ανθρώπινος ναρκισσισμός μου άρχισε να μαλακώνει τον εκνευρισμό που ένοιωθα,κι ακούγοντας με όση προσοχή μπορούσα τα λατρευτικά του λόγια,απόρησα.Για ποιό λόγο ήταν τόσο πολύ ερωτευμένο μαζί μου αυτό το αγόρι;Η σύντομη επαφή μου με τον εσωτερικό κόσμο του Παύλου,το σπίτι και την προσωπική ιδιοκτησία του,δεν είχε αποκαλύψει παρά ελάχιστα βιβλία,αδιάφορη μουσική,καλλυντικά,κι ένα αρχείο πορνογραφίας που,αν άθροιζε κανείς το αντικειμενικό μήκος των φαλλών που απεικόνιζε,θα μπορούσε να κάνει τον γύρο του Ηλιακού Συστήματος.Χωρίς να προσθέσω τον δονητή που είχα κάτω απ’το κρεβάτι μου,με μισοτελειωμένες μπαταρίες.Τί είδους ψυχικά χαρίσματα είχε ανιχνεύσει λοιπόν ο Δημήτρης;Γιατί-κλείνοντας τα αυτιά μου για μια στιγμή στο εγκώμιο που μου έπλεκε-ήταν δύσκολο να πιστέψω πως η προσκόλλησή του αυτή είχε αμιγώς σαρκική βάση.Μήπως άραγε είχα υποτιμήσει τον Παύλο;Μήπως υπήρχαν κρυμμένες αρετές που ο Δημήτρης είχε ξετρυπώσει,με πυξίδα τον έρωτα; Τότε εκείνος,βγάζοντας τα γυαλιά του για να προσδώσει ένταση στην κίνηση που ετοίμαζε,έσκυψε κι άλλο,και μου ψιθύρισε: «Θέλω να μπώ μέσα σου.Αν δεν μ’αφήσεις,θα πεθάνω.» ‘Αν σ’αφήσω,πάλι θα πεθάνεις.Μάτ.’ σκέφτηκα. Όμως δεν άντεχα άλλο αυτή την ιλαροτραγική εξομολόγηση.Κι ούτε μπορούσα να αστειευτώ με υποννοούμενα που δεν θα πραγματοποιούνταν ποτέ.Με την φράση του ο Δημήτρης επιβεβαίωνε κατά βάθος τους φόβους μου.Ο Παύλος δεν ήταν κάποιο ξεχωριστό πλάσμα με σπάνιο ψυχικό πυρήνα κι ένα παραπλανητικό προσωπείο.Τύχαινε απλώς να είναι ένα πολύ νέο αγόρι με εξαιρετικές ερωτικές ικανότητες.Κι ο Δημήτρης,χωρίς να διερωτηθεί με ποιόν τρόπο είχα αποκτήσει τις ικανότητες αυτές,και ποιό πλήθος εμπειριών μου τις είχανε χαρίσει,είχε προφανώς μαγευτεί απ’την φιλοξενία του κατώτερου άκρου του πεπτικού μου σωλήνα,πιστεύοντας ίσως,με παιδικήν αφέλεια,πως ήταν ο μοναδικός διαβάτης αυτού του-κατά πώς τον ένοιωθα-πολυσύχναστου δρόμου.Αν ήταν λίγο μεγαλύτερος,κι είχε κάνει έρωτα με μερικούς ακόμη άνδρες,ουδεμία αίσθηση θα του προξενούσα.Όμως έχω παρατηρήσει πως στον έρωτα οι άνθρωποι αντιδρούν όπως και στην γέννηση,με δέος,κι όπως το μωρό δεν μπορεί να αναγνωρίσει άλλο πρόσωπο απ’αυτό της μητέρας του,έτσι κι ο ερωτευμένος θεωρεί ως μόνο σύντροφο επί γής τον πρώτο έρωτά του. Έπρεπε να κατεδαφίσω με λεπτότητα έναν κόσμο αυταπάτης. Ξεκίνησα λοιπόν με μια μακρά εισαγωγή,σε τόνο απόκοσμο και εσωστρεφή.Φρόντισα η φωνή μου να έχει τον τονισμό που χρησιμοποιούσα όσο ήμουν ακόμα ένας πενηντάρης ζωγράφος,και με τον ίδιο τρόπο διάνθισα τα όσα έλεγα με λέξεις και φράσεις που ο Δημήτρης ουδέποτε θα είχε ακούσει από το στόμα του Παύλου.Ήθελα να τον ξενίσω,να τον τρομάξω,να τον κάνω να χάσει την αίσθηση της οικειότητας.Να πιστέψει πως είχε απέναντί του κάποιον άγνωστο,κι ότι ο έρωτας στον οποίο πίστευε,στην πραγματικότητα δεν είχε υπάρξει ποτέ.Η 35


κατακλείδα την οποία επαναλάμβανα ήταν πως περνούσα μια περίοδο αλλαγών κι εσωτερικής αναζήτησης,κι ότι η έγνοια του Δημήτρη,ή οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου,ήταν ένας περισπασμός που δεν επιθυμούσα διόλου. Φυσικά,βλέποντας μετά από κάποιο σημείο την απορία να διαστέλει τα μάτια του Δημήτρη πίσω από τα γυαλιά σε μέγεθος τρόμου,διόρθωσα κάπως την καλλιέπειά μου με μιαν έκφραση που είχα ακούσει μυριάδες φορές από άτομα της ηλικίας μου: «Ρε Δημήτρη,» του είπα, «δεν μπορώ,μανάρι μου.Είμαι σε φάση.» Σαν τη Σελήνη. Αυτή η βλακεία ωστόσο φάνηκε να τον ταρακουνάει περισσότερο απ’τον βερμπαλισμό που είχε προηγηθεί.Μονομιάς κύρτωσε τους ώμους,έστρεψε απ’την άλλη το βλέμμα του,και είπε: «Καταλαβαίνω.» Περπατήσαμε μαζί ως τα Εξάρχεια,όπου είχα παρκάρει.Στο δρόμο μου έκανε μερικές ακόμα σύντομες ερωτήσεις πρακτικού χαρακτήρα. «Πότε θα σε ξαναδώ;» «Δηλαδή θέλεις να σταματήσουμε να βλεπόμαστε τελείως;» «Στο τηλέφωνο θέλεις να τα λέμε καθόλου;» Κι η ερώτηση-κλειδί,με τα μάτια χαμηλωμένα: «Μήπως γνώρισες κάποιον;» Τά’χασα λίγο.Σ’αυτήν ειδικά την κοινοτοπία δεν είχα σκεφτεί πώς να απαντήσω.Είναι πολύ δύσκολο να αισθανθείς την κτητικότητα του έρωτα αν δεν είσαι άνθρωπος.Έτσι αποφάσισα απλώς να του χαϊδέψω λίγο ακόμα τα αυτιά. «Όχι,» του είπα,σταματώντας για να ξεκλειδώσω τον συναγερμό του αυτοκινήτου μου. «Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κανείς στη ζωή μου.» Και μολονότι η απάντησή μου εξαιρούσε απ’τη ζωή μου και τον ίδιο,αυτός την ερμήνευσε αυθαίρετα,και το ηθικό του φάνηκε να αναπτερώνεται.Μου χαμογέλασε,και καθώς άνοιγα την πόρτα του οδηγού,άρπαξε την ευκαιρία.Ο δρόμος ήταν άδειος,δεν περνούσε κανείς.Όρμηξε πάνω μου,με κόλλησε στην πόρτα που ξανάκλεισε με βία κι έχωσε τη γλώσσα του στο στόμα μου.Τον δάγκωσα.Εκείνος τραβήχτηκε σαν ηλεκτρισμένος,κι έβγαλε τη γλώσσα του,που στην άκρη της ανάβλυζαν σταγόνες αίμα. «Συγγνώμη,» του είπα, «αλλά δεν θέλω να το ξανακάνεις αυτό.» «Όχι,όχι,εγώ συγγνώμη,δεν έπρεπε,ξεχάστηκα…» είπε εκείνος κι έκανε να με αγκαλιάσει.Αυτή τη φορά τον πρόλαβα,άνοιξα την πόρτα και την έβαλα ανάμεσά μας.Με κοιτούσε και ρουφούσε την πληγωμένη γλώσσα του,ήταν αξιολύπητος.Πρόσεξα μια μικρή γρατσουνιά στον αριστερό φακό των γυαλιών του,θυμήθηκα τη γρίλλια του υπόνομου,το κλάμπ.Έπρεπε να μηχανευτώ γρήγορα μια χιλιοειπωμένη σοφία για να αποκλείσω τέτοιες σκηνές στο μέλλον. «Το κάνω για σένα,πίστεψέ με,» του είπα, «για το δικό σου καλό.» Κι έλεγα αλήθεια.Καθώς το αμάξι μου ξεμάκραινε και τον έβλεπα απ’τον καθρέφτη να στέκεται στη μέση του δρόμου,το πέος μου σάλεψε.Είναι μεγάλος ο πειρασμός,έστω και για μερικά λεπτά,για δευτερόλεπτα κλεμμένης ηδονής.Δυό 36


χιλιάδες χρόνια,μια πείνα που ποτέ δεν χορταίνει.Με το φιλί του μου είχε σηκωθεί. ‘Ηλίθιε,’ σκέφτηκα,κι έστριψα για να χάσω το είδωλό του.Του είχα πεί την αλήθεια.Πολλοί άνθρωποι έχασαν άδοξα τη ζωή τους επειδή είχαν τη φαεινή ιδέα να χώσουν τη γλώσσα τους στο στόμα μου.

9 Μετά από εκείνη την βραδιά,ο Δημήτρης φάνηκε να σέβεται τη θέλησή μου,αν και όχι απόλυτα.Για παράδειγμα,μολονότι δεν είχε πάρει ποτέ την συγκατάθεσή μου γι’αυτό,μου τηλεφωνούσε κάθε μέρα,πολλές φορές.Απ’την σιωπή που ακολουθούσε την γελαστή καλημέρα ή καλησπέρα του,καταλάβαινα πως δεν είχε τίποτε συγκεκριμένο να μου πεί,πως απλά ήθελε να με ακούσει,ή ίσως ακόμη και να ήλπιζε ότι στο άκουσμά του κάτι θα λύγιζε μέσα μου,και θα του μιλούσα εγώ.Φυσικά δεν έλεγα τίποτε,κι έτσι οι συνομιλίες μας αυτές σπάνια ξεπερνούσαν το ένα λεπτό,κι εξαντλούνταν σε αλληλοεπιβεβαιώσεις της ευζωίας μας, («Είσαι καλά;» «Καλά.» «Εσύ;» «Καλά.») τόσο πυκνές κι ηλίθιες,που δεν θα τις δικαιολογούσε ούτε μια συζήτηση μεταξύ ετοιμοθάνατων αρρώστων. Οι μόνες στιγμές που ένοιωθα να ενοχλούμαι απ’την τηλεφωνική παρουσία του ήταν αργά το βράδυ,όταν συνήθως μ’έπαιρνε για να με ερεθίσει.Στην διάρκεια της ημέρας μπορούσε κάπως να μεταμφιέσει την ουσιαστική πηγή της νοσταλγίας του,να προσποιηθεί πως ήθελε να μ’ακούσει επειδή μ’αγαπούσε και του έλειπα.Όταν έπεφτε η νύχτα όμως,και το σώμα του σκλήραινε ολόκληρο από επιθυμία-όπως άλλωστε και το δικό μου-τα προσχήματα κατέρρεαν.Μ’έπαιρνε,και χωρίς να μου μιλά,ανάσαινε βαθιά στο ακουστικό.Οι ελάχιστες λέξεις που ξεστόμιζε ακούγονταν αλλοιωμένες,από μια φωνή επίτηδες ψιθυριστή,στην οποία πάσχιζε να διοχετεύσει όλη την λαγνεία του για μένα.Το χειρότερο δε ήταν πως,εκείνες ειδικά τις στιγμές,ήμουν κι εγώ συνήθως τόσο εξαντλημένος απ’τον πόθο,που σχεδόν έμπαινα στον πειρασμό να υποκύψω,και να κάνω μαζί του αυτό το τραγικό πράγμα που λέγεται phone sex.Δεν θα ήταν άλλωστε κι η πρώτη φορά.Τα τελευταία πέντε χρόνια που είχα ζήσει στο σώμα του ζωγράφου,το τηλέφωνο του σπιτιού μου στη Δεξαμενή ήταν πιο διαδεδομένο κι από πόρνης που το δίνει δωρεάν-δεν εννοώ το τηλέφωνό της-κι υπήρχε ένα πλήθος θαυμαστριών τις οποίες ξέσκιζα τηλεφωνικώς κάθε βράδυ.Την μανία μου αυτή ίσως να απέδιδαν σε καλλιτεχνικής φύσεως ιδιορρυθμία,ή ακόμη και σε ανικανότητα,καθώς είχα τη φήμη δεινού πότη.Στην πραγματικότητα έπινα μόνο χυμό μήλου,που μοιάζει στην όψη με ουίσκυ,κι αδιαφορούσα για το τί μπορούσαν να σκέφτονται οι κατά φαντασίαν τηλεφωνικές ερωμένες μου. Όμως τώρα τα πράγματα ήταν διαφορετικά.Αν έδινα στον Δημήτρη το δικαίωμα να με γαμήσει απ’το τηλέφωνο,όπως φανερά επεδίωκε,θα ήταν πολύ δυσκολότερο έπειτα να του το απαγορέψω και διά ζώσης.Το τελευταίο που ήθελα ήταν να τον ενθαρρύνω να πιστέψει πως τον ποθούσα όσο κι εκείνος.Έτσι,τα πιο πολλά βράδυα φρόντιζα κι είχα αυνανιστεί από νωρίς,ώστε όταν χτυπούσε 37


το τηλέφωνο,δεν είχα πλέον καθόλου ορμές,κι απλώς φανέρωνα τον ειλικρινή εκνευρισμό μου.Κάποιες φορές του το έκλεινα στα μούτρα με την πρώτη ξέπνοη καλησπέρα που αποτολμούσε,ενώ άλλοτε απαντούσα με την λακωνική ερώτηση: «Τί θές;»,που είναι βέβαια ό,τι χειρότερο για κάποιον που την ίδια στιγμή κρατάει την στύση του ανά χείρας.Εκμηδένιση της λίμπιντο.Έτσι,είτε τον ανάγκαζα σε βιαστικές απολογίες «Τίποτα», «Ήθελα να σ’ακούσω,» «Όνειρα γλυκά,αγάπη μου,» είτε συνέχιζα πρώτος,λέγοντας πως έπρεπε να κλείσω γιατί νύσταζα.Ή ακόμη,θρασύτατος,καμμιά φορά έλεγα πως βιαζόμουν γιατί έπρεπε να βγώ, χωρίς να διευκρινίζω τον προορισμό μου.Άκουγα τον δυστυχή Δημήτρη να μαραίνεται αυτοστιγμεί,δεν τολμούσε να με ρωτήσει,αλλά η υποψία και μόνο τον καταρράκωνε.Όπως ακριβώς ήθελα να συμβεί.Γιατί αν υπέθετε πως κάθε νύχτα απέρριπτα εν ψυχρώ το αβρό τηλεφωνικό του φλέρτ για να βγώ στο κυνήγι ανώνυμων κωλομπαράδων,μοιραία η φλόγα θα έσβηνε μέσα του,αργά ή γρήγορα.Ο εγωισμός και των πλέον ερωτοχτυπημένων ανθρώπων είναι θνητός όπως κι οι ίδιοι οι άνθρωποι,το έχω διαπιστώσει.Μπορεί η αντοχή του να ποικίλει,όμως κάποτε εξαντλείται,και τότε ο έρωτας παύει.Αυτό περίμενα κι απ’τον Δημήτρη. Ωστόσο στην περίπτωσή του άργησε να συμβεί,και τώρα που το σκέπτομαι,μάλλον δεν συνέβη ποτέ.Ο καημένος,ήταν πιο θνητός απ’τον εγωισμό του. Αλλά ευτυχώς,προτού η νυχτερινή πολιορκία αρχίσει να γίνεται αποπνικτική,ανακάλυψα μιαν απόλυτα πιστευτή δικαιολογία.Έναν λόγο για τον οποίο έπρεπε πράγματι να κοιμάμαι νωρίς το βράδυ,και να ξυπνάω νωρίς το πρωί,και που επιπλέον μου έδινε την ελευθερία να αγνοώ τις κλήσεις του Δημήτρη,αφού δεν ήμουν στο σπίτι,και μάλιστα βρισκόμουν σε χώρους όπου μπορεί κάλλιστα να μην άκουγα ή να μην μπορούσα να απαντήσω στο κινητό μου.Που φυσικά ήταν μονίμως γυρισμένο στο αθόρυβο. Η περίοδος των γιορτών είχε περάσει.Κι ο Παύλος,κατ’εντολή μου,θα γινόταν ένας υποδειγματικός φοιτητής.

10 Για καλή μου τύχη δε,φιλόλογος.Ομολογώ πως,αν και οι περασμένες μου ζωές μου έχουν εξασφαλίσει ένα αρκετά ευρύ γνωστικό πεδίο,δεν είμαι ειδήμων επί παντός επιστητού,και θα είχα πολλά προβλήματα αν η πρωτύτερη ταυτότητα του Παύλου με υποχρέωνε να παρακολουθήσω σπουδές γεωλογίας ή πυρηνικής φυσικής.Η φιλολογία ωστόσο είναι κοινό πεδίο όλων των δαιμονιστών. Δοκιμάστε να περάσετε μια δεκαετία χωρίς να κάνετε έρωτα,και θα δείτε πόσα βιβλία θα διαβάσετε.Επιπλέον,τα πήγαιν’έλα στο πανεπιστήμιο και οι ώρες που θα περνούσα εκεί,θα με απάλλασσαν απ’την μετεφηβική πλήξη που ήδη ένοιωθα να βαραίνει πάνω μου απ’τις μέρες που είχα περάσει κλεισμένος στο σπίτι.Η ζωή μου,στατική μέχρι τότε,θα έμπαινε σε κίνηση.Θα ανακάλυπτα ίσως κι άλλους φίλους εκτός απ’τον Μανώλη, που στο τηλέφωνο μου μιλούσε μονάχα για τσιμπούκια,θα ικανοποιούσα τις φιλοδοξίες των γονιών μου,και στο τέλος38


τέλος,αν δεν κατάφερνα ούτε μ’αυτόν τον τρόπο να μπώ στο πετσί του Παύλου,θα το επινοούσα εκ του μηδενός.Ex nihilo,για να μην ξεχνιόμαστε. Το πρόγραμμα των εξετάσεων,πληροφορήθηκα από ορισμένες σκόρπιες σημειώσεις που βρήκα στο γραφείο μου,ήταν γελοιωδώς απλοϊκό.Κάτι λατινικά της πλάκας,για παιδάκια που παίζαν στους δρόμους της Πομπηίας,μια πρόχειρη ανάλυση βυζαντινών λόγιων,και κάτι για τον ιταλόφωνο Σολωμό,παλιό φίλο. Δεν χρειαζόταν καν να μελετήσω.Αντίθετα,θα έπρεπε ενδεχομένως να καλύψω την εμβρίθεια του χειρόγραφου που θα παρέδιδα κάθε φορά,να το κακαποιήσω τεχνηέντως σε κάποια σημεία,για να μην τρομοκρατήσω τους καθηγητές που θα το έπαιρναν στα χέρια τους.Εξάλλου,απ’την βαθμολογία που είδα σε μιαν αναλυτική κατάσταση των μαθημάτων μου,ο Παύλος δεν ήταν ακριβώς εκπρόσωπος της νεοελληνικής ιντελλιγκέντσια,κι αν ξαφνικά τα λατινικά του εκτοξεύονταν στο επίπεδο του ανθρώπου που κάποτε είχε προσωπικές συνομιλίες με τον Δάντη,σίγουρα θα προκαλούσα υποψίες. Έτσι ξεκίνησε μια πραγματικά απολαυστική περίοδος,η μόνη ίσως,της τελευταίας μου ζωής. Πήγαινα από νωρίς στη σχολή,και παρακολουθούσα όλα τα αμφιθέατρα.Μάλιστα,μετά τα διθυραμβικά δεκάρια που είχα αποσπάσει στις πρόσφατες εξετάσεις,οι πιο πολλοί καθηγητές μου άρχισαν να με βλέπουν με άλλο μάτι,να μου απευθύνουν το λόγο στη διάρκεια του μαθήματος,κι οι νεότεροι απ’αυτούς να συζητούν μαζί μου,εκδηλώνοντας απερίφραστο το θαυμασμό τους για την ευγλωττία μου και την ευστοχία των απόψεων που διατύπωνα. Προσπερνώντας τον φθόνο όσων συμφοιτητών μου με θεωρούσαν γλύφτη-καθηγητών ή φαλλών,αφού σύντομα διαπίστωσα πως είχα μιαν ήπια φήμη ως πούστη του έτους μου-σύναψα εκ νέου κάποιες παλιές φιλίες που ο Παύλος είχε διατηρήσει σε χλιαρή θερμοκρασία,κυρίως με φοιτήτριες.Η ομοφυλοφιλία μου τις απάλλασσε από κάθε αίσθημα ενοχής,κι όπως συμβαίνει με όλες τις γυναίκες μόλις εκλείψει η απειλή της συνουσίας,γίνοταν εξομολογητικές, τρυφερές,απρόσμενα οικείες απέναντί μου.Τα τηλεφωνήματα που ανταλλάσσαμε,οι βόλτες για καφέ,και τα ξενύχτια του Σαββατοκύριακου σε ερμαφρόδιτα μπαράκια στα πέριξ της Ιεράς Οδού,με λυτρώναν απ’την υποχρέωση να ακολουθώ τον Μανώλη στην καθημερινή λαθροθηρία ερώτων,κι έχτιζαν γρήγορα μιαν ευχάριστη απομίμηση κοινωνικής ζωής. Όσο για τον Δημήτρη, μπορούσα πλέον να του απαντώ χαμογελαστός το πρωί λέγοντας: «Θα σε πάρω εγώ,τώρα είμαι στο μάθημα,» και το απόγευμα: «Να τα πούμε σε λίγο γιατί διαβάζω;» Κι εκείνος με πίστευε,κι εγώ όντως ήμουν στο μάθημα ή διάβαζα.Ακόμη και την μοναδική φορά που αποπειράθηκε να εμφανιστεί στη σχολή και με πέτυχε σε κενό,τον κάλεσα να πιούμε καφέ στο κυλικείο με τις φίλες μου,αναμειγνύοντας στην προσήνεια ένα φαρμακερό τόνο φιλικής ουδετερότητας. Κάθισε λίγο μαζί μας κι έφυγε,άπρακτος και δυστυχισμένος.

39


Μία είναι ωστόσο η στιγμή που θυμάμαι πιο έντονα από εκείνη την εποχή στη σχολή.Ήταν άνοιξη του 2000,και παρ’ολίγον θα αποκάλυπτα την πραγματική μου ταυτότητα σε όλους,από καθαρή υπεροψία.Βεβαίως,όπως βλέπετε,δεν άργησα και πολύ.Όμως δεν θά’θελα να κρατήσω κρυφά τα όσα συνέβησαν τότε – κι επιπλέον, νιώθω πως τη χρειάζομαι, αυτή τη διασκεδαστική ανάμνηση.

11 Ένα μεσημέρι,φεύγοντας,στάθηκα μπροστά στον πίνακα ανακοινώσεων. Διένυα το τέταρτο εξάμηνο των σπουδών μου.Κι ένας γέρος καθηγητής που μας δίδασκε Έλληνες Ρομαντικούς,είχε αναρτήσει την απόφασή του να συμπεριλάβει στην βαθμολογία των εξετάσεων του προσεχούς Ιουνίου και τον βαθμό μιας προαιρετικής εργασίας,την οποία μπορούσαμε να κάνουμε από τώρα. Τα κίνητρά του ήταν προφανώς κίνητρα οπαδού,ήθελε να δεί πόσοι από τους φοιτητές του μοιράζονταν μ’αυτόν την ίδια λατρεία για ένα συγκεκριμένο ποιητή,το έργο του οποίου αφορούσε η εργασία.Θα έπρεπε να επεξεργαστούμε ορισμένα ποιήματά του,και να γράψουμε μιαν ανάλυση με ελεύθερο θέμα. Θα ήταν απλούστατο για μένα.Παιχνιδάκι.Όμως δεν το έκανα.Έκανα κάτι χειρότερο.Γιατί αυτόν τον επιφανή,καταραμένο καθώς λέγεται ποιητή,τον γνώριζα πολύ καλά-όπως μονάχα οι καταραμένοι γνωρίζονται μεταξύ τους. Δεν θ’αναφέρω το όνομά του,σε ένδειξη καλού γούστου,κι επειδή είναι αυτονόητο.Κι ακόμη,γιατί το όνομα στο όποιο χαρίστηκε η αθανασία δεν ανήκε στον ίδιο τον ποιητή,αλλά σ’έναν ήσσονος σημασίας στιχουργό,τουλάχιστον ως την ημέρα που συναντήθηκαν. Την εποχή εκείνη,μέσα της δεκαετίας του ’20,ζούσα ακόμα στην Κέρκυρα και ήμουν βιβλιοθηκάριος.Κι ένα τυχαίο πρωί,την ώρα που σφράγιζα αδιάφορα βιβλία προτού τα ταξινομήσω,άνοιξα μια συλλογή με ποιήματα,την τρίτη στη σειρά που λάβαινα υπογεγραμμένη απ’το χέρι του εν λόγω ποιητή.Από τον πρώτο στίχο πάγωσα.Κι ένοιωσα αμέσως πως στα χέρια μου δεν κρατούσα το έργο κάποιου ανθρώπου. Στα ποιήματά του χαριεντιζόταν με την ιδέα του θανάτου,του δικού του και των άλλων,όπως μονάχα ένα πλάσμα βέβαιο για την μεταφυσική της καταγωγής του μπορεί.Περιφρονούσε την ζωή και την αθανασία,γιατί ακριβώς-αυτό αισθάνθηκα-είχε διανύσει κι αποστραφεί μιαν αθάνατη ύπαρξη.Κι είναι απορίας άξιο πως,τόσα χρόνια,ακόμα κι η κριτική,η πλέον κοντόφθαλμη έκφραση της ανθρώπινης διάνοιας,δεν κατάλαβε πως τα ποιήματα αυτά ήταν αδύνατον να έχουν γραφτεί από έναν θνητό,και μάλιστα τριάντα χρόνων. Υπακούγοντας στην διαίσθησή μου,είχα ταξιδέψει στην Πρέβεζα για να τον συναντήσω,το καλοκαίρι του 1928.Καθίσαμε σ’ένα καφενείο στο λιμάνι,και 40


μιλήσαμε αρκετά.Μου αφηγήθηκε την ιστορία του,και μου ανακοίνωσε ρητά την απόφασή του να αυτοκτονήσει.Με την σειρά που άκουσα την απόφασή του,δεν είχα πλέον την καρδιά να του πώ να το ξανασκεφτεί. Ήταν ένας απ’τους αρχαιότερους δαιμονιστές.Στις πρώτες ζωές του θυμόταν να έχει συναντήσει τον Ηράκλειτο,τον Πλάτωνα,τον Ιησού και τους μαθητές του.Ήταν πλημμυρισμένος απ’την αποστροφή αιώνων για τον κόσμο αλλά και για τον εαυτό του,κι έτσι ύστερα από κάποιαν εποχή είχε αρχίσει να κάνει τυχαίες,αλλεπάλληλες μετασωματώσεις.Κάθε μέρα,πολλές φορές τη μέρα αν ήταν δυνατό.Μου είπε πως το έκανε για να μην προφταίνει να πνιγεί απ’την αηδία της ζωής.Γύρισε όλο τον κόσμο,στην κυριολεξία.Κι ένα βράδυ πριν από λίγα χρόνια,έχοντας μόλις μπεί στο σώμα μιας πουτάνας που πάσχιζε μαζί με τη μαστροπό να απαλλαγεί απ’το ακίνητο σώμα του πελάτη που είχε μάλλον πάθει αποπληξία,είδε να μπαίνει στο μπορντέλλο ένας διστακτικός,μικρόσωμος ανδρας.Ο ποιητής που ήταν τώρα.Είχε καθίσει μαζί του αρκετήν ώρα,είχαν μιλήσει, κι όταν άκουσε για τους ματαιωμένους έρωτες,για την σοφία και την παρηγοριά που γύρευε σ’έναν κόσμο που του έδινε μόνο πληγές,τον λυπήθηκε σαν αδερφό του.Ήταν ένας άνθρωπος που του έμοιαζε,είχε σχεδόν ερωτευτεί την ιδέα της ζωής που του περιέργαφε.Αν έμπαινε στο σώμα του,και κρατούσε για λίγο την μορφή του,θα είχε την ευκαιρία να μιλήσει για τα ίδια ακριβώς πράγματα,αλλά με περισσότερη ευφυία.Ίσως κατόρθωνε-ο άγνωστος πελάτης είχε συστηθεί ως ποιητής κάποιας μικρής εμβέλειας-να ντύσει την αηδία αιώνων με το μανδύα της τέχνης,τον μόνο που θεωρούσε άξιο για αθανασία.Κι έτσι μπήκε. Όμως η ζωή του είχε επιφυλάξει μιαν ακόμα έκπληξη.Γιατί με την μορφή του ποιητή γνώρισε όχι μόνο την χλεύη και την αμβλύνοια ενός πλήθους αυτόκλητων πνευματικών σωτήρων που αδυνατούσαν να καταλάβουν τα νέα του ποιήματα,αλλά γνώρισε κι από κοντά τον παλιό του έρωτα,μιαν άλλη ποιήτρια. Και την ερωτεύτηκε ξανά. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να συμβεί σε όλους τους δαιμονιστές,κι είναι η μεγαλύτερη κατάρα.Χειρότερη κι απ’τον θάνατο.Τοποθετήστε τον εαυτό σας στη θέση μας,και φανταστείτε για μια στιγμή πόσο σπαραχτικό είναι να ποθείς ένα σώμα,να θέλεις να κάνεις έρωτα μ’έναν άνθρωπο,και να ξέρεις πως ποτέ δεν θα μπορέσεις.Κι όχι μονάχα αυτό-γιατί αυτό το προξενεί κι η απόρριψη,κι ωστόσο ξεπερνιέται.Να μην μπορείς συγχρόνως να αποκαλύψεις γιατί ο έρωτας αυτός είναι ανέφικτος,να είσαι αναγκασμένος να απωθήσεις δια παντός έναν άνθρωπο που σε λατρεύει και τον λατρεύεις.Αυτό συνέβη και στον ποιητή,και στην απελπισμένη του προσπάθεια να κρατήσει ασφαλή την γυναίκα που είχε ερωτευτεί, της είπε πως είχε κολλήσει μιαν ανίατη για την εποχή ασθένεια.Είχε γράψει μάλιστα κι ένα ποίημα γι’αυτό,παλιότερα-πριν ακόμη μπεί μέσα του η ψυχή του δαιμονιστή-κι έτσι το εύρημα προϋπήρχε.Έπειτα επεξεργάστηκε τους στίχους, τους ενσωμάτωσε στην τελευταία του συλλογή,κι αυτό αποφάσισε πως θα ήταν ο αποχαιρετισμός στον ανέγγιχτο έρωτά του.Μια μαχαιριά στην μνήμη,η γνώση πως πήγαινε με πόρνες,για να την κάνει να τον σιχαθεί.Κι όταν πια εκείνη δεν υπέκυψε ούτε έτσι,κι εξακολούθησε να τον θέλει,πήρε οριστικά την απόφαση να φύγει απ’την ζωή.Η τέχνη δεν οδηγούσε πουθενά,δεν είχε όφελος,αυτό το 41


γνώριζε από πριν,όμως στα ποιήματά του η μόνη αντίδραση ήταν ο φόβος,η σιωπή.Οι άνθρωποι προσπερνούσαν το υλικό της ψυχής του όπως κανείς προσπερνά μια εκατόμβη θαυμάτων.Ήθελε πλέον να αρνηθεί τα πάντα. Ήταν γαλήνιος εκείνο το απόγευμα που μου ιστορούσε την ύπαρξή του,κι αιτιολογούσε την αξίωση της αυτοκτονίας του.Απογοητευμένος αλλά κι ειρωνικός,και καθόλου μα καθόλου απελπισμένος.Όπως και το αποχαιρετιστήριο γράμμα που συνέταξε την επόμενη μέρα,όταν είχα φύγει.Γιατί κατά βάθος γνώριζε πως υπήρχε μέλλον,κι ας μην ήξερε πώς θα έμοιαζε αυτό.Ήταν φτιαγμένος ο ίδιος από αθάνατη ύλη,δεν είχε λόγο να φοβάται το θάνατο.Ίσως να τον φανταζόταν όπως τον απεικόνιζε στους στίχους του,σαν μια υπόγεια,ακίνητη, σαρκαστική ζωή νεκρών δίχως τη σήψη. Κι έχω λόγους να το πιστεύω αυτό.Πριν χωρίσουμε,ο καλοντυμένος αυτός,μικρόσωμος άνδρας έβγαλε απ’την τσέπη του σακακιού του και μου έδωσε ένα διπλωμένο χαρτί. «Κρατήστε το,» μου είπε, «Δεν χρειάζεται να το διαβάσετε τώρα.Διαβάστε το κάποτε.» Το είχα φυλάξει αυτό το μικρό,πολύτιμο δώρο.Για σχεδόν ογδόντα χρόνια,χωρίς να το ανοίξω ποτέ.Ερχόντουσαν στιγμές,όταν έβλεπα την αγάπη που γνώριζε ο ποιητής έστω και μετά το θάνατό του,που η κατοχή και μόνο αυτού του άγνωστου χαρτιού μ’έκανε να νοιώθω περήφανος,κι ελάφρωνε το μίσος για τον εαυτό μου και τη ράτσα μου.Ήταν το μόνο πράγμα που έπαιρνα πάντοτε μαζί μου,από σώμα σε σώμα κι από ζωή σε ζωή,που κουβαλούσα πάντα πάνω μου.Κι επίσης ήταν η μόνη σύλληση που διέπραξα στο ακίνητο κορμί του ζωγράφου μόλις πήρα τη μορφή του Παύλου,μέσα απ’την τσέπη του μπουφάν,μαζί με το κινητό του. Κι όταν μετά από λίγους μήνες διάβασα αυτή την ανακοίνωση στον πίνακα της σχολής μου,σκέφτηκα για πρώτη φορά να ανοίξω το χαρτί.Δεν ξέρω γιατί δεν το είχα κάνει ως τότε,φαίνεται παράδοξο.Θα μπορούσα να είχα εξαργυρώσει λίγη δόξα,ένα αγνοούμενο χειρόγραφο ενός τόσο σπουδαίου ποιητή. Αλλά για κάποιον λόγο το φοβόμουν,ένοιωθα πως δεν ήμουν έτοιμος,ίσως δεν είχα ακόμα γευτεί ο ίδιος την σοφία της αποστροφής. Όμως τώρα την ήξερα.Και μ’αυτή την ευκαιρία,σκέφτηκα όχι μόνο να το απολαύσω ο ίδιος,αλλά να χαρίσω το δώρο αυτό σε όσους το αξίζαν.Κι ας γνώρισε μετά το τυπικό κράμα του φόβου και της πνευματικής δυσπεψίας που προξενεί στους ανθρώπους ο σαρκασμός της υποτιθέμενης σοφίας τους.Η εργασία μου κόπηκε με τρία,γιατί αντί ερμηνείας των γνωστών ποιημάτων, παρέδωσα μια μονή σελίδα,ένα ποίημα που παρουσίαζα σαν δικό μου, καθαρογραμμένο με τον δικό μου χαρακτήρα.Μέχρι να βγούν τα αποτελέσματα έτρεμα,καταριόμουν την απρονοησία μου,φοβόμουν ότι οι φιλόλογοι της σχολής θα καταλάβαιναν τη συγγένεια και θα με ρωτούσαν πώς το είχα αποκτήσει,με ποιό τρόπο,από πού το είχα κλέψει.Ότι θα μου ζητούσαν να φανερώσω το αυθεντικό χειρόγραφο,ότι ίσως αποκάλυπτα άθελά μου, αλυσιδωτά,το αρχαίο μυστικό της φυλής μου. Αλλά ευτυχώς η ηλιθιότητα θριάμβευσε. 42


Το ποίημα,για λόγους μνήμης και μόνον,το παραθέτω. Δεν είχε τίτλο. Στην μεγάλη αποψινή βεγγέρα φτάνουν τεράστια πλήθη από κυρίες, κατάφωτα,σαν τις ωχρές λυχνίες πού’χουμε για στολίδι μας δωπέρα. Ήχους θολούς ακούμε,γέλια ανάρια. Φωνές όταν σχιστεί κάποιο φουστάνι. Όμως το γλέντι ολότελα δεν φτάνει ως τα μικρά,σβησμένα μας φανάρια. Βροχή μες στον χορό οι φιλοφρονήσεις. Στ’αλήθεια,διόλου δεν τις εννοούν. Πιο καθαρά εμάς,θαρρείς,ακούν, μα κρίμα που δεν πήραμε προσκλήσεις. Οι κανόνες τέτοιων εσπερίδων στην ένδυση,ζητούνε λίγο θάρρος. Να μοιάζει αχνά με το θλιμμένο βάρος της πανοπλίας άγριων ακρίδων. Και καθώς στροβιλίζονται οι γάμπες, σε ξέφρενα σκέρτσα κατά τύχη, με φοβίζουν μόνο οι τυμβωρύχοι με τις μεγάλες,ληστρικές τους λάμπες.

12 Όμως καθώς περνούσαν οι μήνες,μέσα μου άρχισε να μεγαλώνει ένα κενό.Είναι κάτι που ένοιωθα πάντα τον πρώτο καιρό της καινούριας μου ζωής,και που δεν μπορώ να περιγράψω.Κάτι σαν συνολική απουσία του εαυτού μου,των άλλων,του κόσμου.Σαν να στέκεσαι μπροστά σ’έναν καθρέφτη και να προσπαθείς να κοιταχτείς,και να μην βλέπεις τίποτα,και ξαφνικά να καταλαβαίνεις πως όχι μόνο δεν υπάρχει καθρέφτης,αλλά πως δεν υπάρχεις ούτε εσύ. Υποθέτω πως η ανθρώπινη ύπαρξη,η αίσθηση του εαυτού,διαμορφώνεται και δυναμώνει με τα χρόνια μέσα απ’την παρουσία των άλλων ανθρώπων που την ορίζουν.Εμείς,ακριβώς επειδή δεν μπορούμε να συνδεθούμε πραγματικά με κανέναν άνθρωπο-εξ’αιτίας του μυστικού της φύσης μας,που αδυνατούμε να αποκαλύψουμε-δεν μπορούμε ποτέ να ορίσουμε απόλυτα τον εαυτό μας,το ποιοί είμαστε.Γι’αυτό συχνά αλλάζουμε σώμα χωρίς να συντρέχει λόγος ηλικίας ή α43


σθένειας,επειδή μέσα στον ατελή εαυτό μας,τον αποστερημένο απ’την αγάπη,το μίσος,τα ειλικρινή αισθήματα των άλλων που φτιάχνουν με το καθρέφτισμά τους πάνω σου αυτό που στην ουσία λέγεται ψυχή,πλήττουμε θανάσιμα.Μες στην αθανασία μας είμαστε σαν άψυχοι,η συνεχής μας ύπαρξη είναι σαν συνεχής ανυπαρξία.Κι αυτή είναι μια έλλειψη που δεν αναπληρώνεται με τίποτε. Στην βάση της,είμαι βέβαιος,κρύβεται η κατάρα μας,η αδυναμία μας να κάνουμε έρωτα.Έτσι,αφού κατά βάθος όλες οι ανθρώπινες σχέσεις περιέχουν σε κάποιο μέτρο αυτό το άφταστο για μας μυστήριο,ζούμε μετέωροι. Στερούμαστε την πρώτη αντανάκλαση,την αγάπη των γονιών και της οικογένειας.Πολλοί δαιμονιστές,μες στην απεγνωσμένη δίψα τους έστω για στοργή,μετασωματώνονται σε μωρά,σε νεογέννητα,αλλά το αποτέλεσμα είναι και πάλι τραγωδία.Οι περισσότεροι απ’όσους το αποπειρώνται καταλήγουν στη νηπιακή ηλικία σε κατάσταση αυτισμού,αφού το μυαλό τους έχει στο μεταξύ καννιβαλιστεί,ως αποτέλεσμα της ατέρμονης παραμονής του-με τις μνήμες,τις επιθυμίες,και τον γνωστικό πλούτο ενός ενήλικα ανθρώπου-στο σώμα ενός ανήμπορου πλάσματος,που δεν μπορεί να μιλήσει,να φάει,να σταθεί στα πόδια του, και που γενικώς χειραγωγείται κατά βούληση και στερείται κάθε συγκίνησης. Μα κι ο κόσμος των ενηλίκων δεν είναι λιγότερο σκληρός,αφού κανείς μας δεν μπορεί να έχει σύντροφο,σύζυγο,παιδιά.Ούτε κάν αφοσιωμένους φίλους.Υποπτεύομαι πως κι οι φιλίες των ανθρώπων συνάπτονται ως απόρροια μιας άλλοτε άλλης έντασης ερωτικής έλξης.Οι φίλοι αυτοπροσδιορίζονται ως δεξαμενές εξομολόγησης,ως παρηγορητές που ζητούν μονάχα αγάπη και αλήθεια. Εμείς δεν μπορούμε να προσφέρουμε ούτε αυτά.Δεν μπορούμε να παρηγορηθούμε.Αποφεύγουμε ακόμα και την συναναστροφή με τους ομοίους μας,γιατί αυτή, σε στιγμές βαθειάς απελπισίας,μπορεί να εγείρει τον πειρασμό της θανατηφόρας μεταξύ μας συνουσίας.Κι έτσι ζούμε ολομόναχοι. Όλα αυτά ξέρω φυσικά γιατί τα γράφω.Είναι η εκ των υστέρων απολογία μου στον Δημήτρη,που σε τίποτε πλέον δεν τον ωφελεί,μα που του την χρωστώ. Όταν υπέκυψα στις προτάσεις του,ένοιωθα ανυπόφορα μόνος. Συνέβη σταδιακά,χωρίς να το αντιληφθώ.Η παρουσία του είχε γίνει εντελώς διακριτική,τόσο που ακόμη κι η μητέρα μου καμμιά φορά με ρωτούσε αν είχα νέα του,και πώς τα πηγαίναμε.Απαντούσα συνήθως μονολεκτικά. Στο τηλέφωνο μιλούσαμε μιά-δυό φορές την εβδομάδα,κι εκεί ήταν που οι αντιστάσεις μου άρχισαν να κάμπτονται αρχικά.Γιατί παρόλο που οι προθέσεις του είχαν μείνει πεισματικά αναλλοίωτες-όπως έμαθα δυστυχώς πολύ αργά-ο πόθος είχε καλλιεργήσει απότομα την υποκριτική του δεινότητα,κι έπαιζε με τρομερήν επιτυχία τον αφοσιωμένο φίλο.Το κομβικό σημείο ήταν όταν άρχισαν εκ μέρους του οι πρώτες νύξεις για χωριστές ερωτικές ζωές,με ορισμένα σχόλια για το πόσο καλά είχε περάσει,λόγου χάρη,το προηγούμενο βράδυ,ή με χαριτωμένες αδιακρισίες για τις δικές μου νύχτες.Θεώρησα την μεταστροφή αυτή ελπιδοφόρα,κι επινόησα ένα-δυό ψέματα.Δεν άκουσα καμμιά πληγή να ανοίγει.Κι έτσι αφέθηκα στην ευχάριστη φωνή του που δεν έκανε άλλο απ’το να με κολακεύει, 44


και να υπερθεματίζει γύρω από μια φιλία ανάμεσά μας,έναν δεσμό («εντός εισαγωγικών,» πρόσθετε βιαστικά όταν χρησιμοποιούσε αυτή την λέξη),που είχε κατά τον ίδιο τις βάσεις του σε μια μακρόχρονη γνωριμία,και στην αγάπη. Αυτή ήταν κι η λέξη που με διέβρωσε.Αγάπη.Σχεδόν αγνοούσα τη σημασία της,νομίζω ακόμα την αγνοώ.Ποτέ δεν μου είχε απευθυνθεί.Και τώρα,ένας άνθρωπος της ηλικίας μου μου τη χάριζε απλόχερα,έστω κι απ’το τηλέφωνο.Έστω και με την υποψία ενός έρωτα που δεν είχε ακόμα ολότελα σβηστεί.Δεν μου ζητούσε κάποιο αντάλλαγμα,δεν περίμενε να του τηλεφωνήσω εγώ.Μ’έπαιρνε και με ρωτούσε για την ζωή μου,που δεν ήταν κάν δική μου,κι αισθανόμουν πως τον ένοιαζε,πως με κάποιο τρόπο-αυτό διευκρίνιζε κι ο ίδιος-ήθελε να με φροντίσει.Κι ύστερα από λίγο σκέφτηκα να τον αφήσω. Δεν είχα και πολλές εναλλακτικές.Καμμία,για να είμαι ειλικρινής.Ο Μανώλης ήταν εν τέλει ένας απ’αυτούς τους φίλους του στρατόπεδου συγκέντρωσης, ένας εξ’ανάγκης εξομολογητής της ιδιαιτερότητάς μου.Μα τώρα πια η ομοφυλοφιλία δεν με αφορούσε κατ’ουσίαν.Δεν μπορούσα να ξενυχτάω μαζί του ανάμεσα σε ημίγυμνους άνδρες,ήταν επικίνδυνο.Θα ήταν σαν να κάνω παρέα μ’έναν άλλο δαιμονιστή,και πράγματι,κάποιες στιγμές ο Μανώλης-όπως και πολλά αγόρια της κλίσης του,που γαμιούνται συνεχώς από πλήξη κι από πανικό μοναξιάς- μ’έκανε να φοβάμαι πως απ’τον πολύ του οίστρο θα μου την έπεφτε,και θα καταστρεφόμασταν και οι δύο.Όσο για τις καινούριες φίλες μου απ’την σχολή,ερχόταν η στιγμή που ο έρωτας,δηλαδή η απουσία του,στεκόταν εμπόδιο στην παραπέρα επαφή μας.Αφού δεν μπορούσα να τις γαμήσω υπήρχε ένα όριο στο οποίο οι οικειότητες έπαυαν,κι έτσι το βάθος της σχέσης μας ήταν μικρό.Ήμουν απλά σαν μια παράταιρη φίλη με ανδρικό σώμα,που όλες λυπόντουσαν μάλλον παρά αγαπούσαν.Χωρίς να το σκεφτώ λοιπόν,αφέθηκα στον Δημήτρη. Τα τηλεφωνήματά μας πύκνωσαν,γίναν καθημερινά,κι ύστερα από λίγο αρχίσαμε να συναντιόμαστε.Πρώτα στην σχολή,σε ουδέτερο έδαφος,έπειτα σε κεντρικά καφέ,έπειτα σε λίγο πιο απόμερα.Οι συναντήσεις αυτές,μόλις βεβαιώθηκα πως δεν υπήρχε το παραμικρό ενδεχόμενο να εκτραχυνθούν,άρχισαν να μου προσφέρουν μια τρομερή ανακούφιση.Ήταν η καθημερινή μου όαση,λίγες ώρες μοιρασμένες μ’έναν άνθρωπο που με κοιτούσε στα μάτια και μου μιλούσε τρυφερά και μ’έκανε να αισθάνομαι άνθρωπος κι ο ίδιος.Παρόλο που η αφορμή να μ’αγαπήσει είχε σταθεί στο παρελθόν μια σύντομη,θυελλώδης ερωτική σχέση της εφηβείας μας,η επαφή μας δεν έφερε πλέον κανένα σημάδι της.Ο Δημήτρης ήταν στοργικός,αλλά απόλυτα πειστικός στον ρόλο του αδερφικού μου φίλου.Δεν με άγγιζε σχεδόν καθόλου,ούτε έκαμνε άχαρους ιπποτισμούς αντ’ αυτού.Τις περισσότερες φορές,όταν μ’έβλεπε να χαμηλώνω τα μάτια ή να σωπαίνω από αμηχανία,άρχιζε να μιλά για ταινίες που αγαπούσε,για βιβλία που είχε διαβάσει,για την οικογένειά του,που ακουγόταν το ίδιο όμορφη κι ελεύθερη όπως κι η δική μου.Κι εγώ,αγνοώντας τον κίνδυνο ο παλιός Παύλος να μην γνώριζε όσα ο Δημήτρης,συμμετείχα συχνά σ’αυτά που έλεγε,κι ανακαλύπταμε μαζί μια καινούρια συγγένεια ανάμεσά μας,πνευματική,ακίνδυνη.Κανείς μας δεν μιλούσε για κάποιον άλλο σύντροφο,όμως αυτή η σιωπή έμοιαζε στο πρόσωπό 45


του όχι σαν βάρος ενός πνιγμένου πόθου,αλλά σαν σύμβαση,σαν σεβασμός στην σχέση που είχαμε παλιότερα.Υπέθετα πως αυνανιζόταν πολύ,όπως εγώ, πως ίσως να μην με ξεπερνούσε απόλυτα ποτέ,και να παρέμενε προσκολλημένος σε μένα,για να απολαμβάνει έστω και φιλικά την παρουσία μου.Όμως αυτό κάθε άλλο παρά με στενοχωρούσε.Αντίθετα,ήθελα να το εκμεταλλευτώ με απελπισία,να ρουφήξω όση αγάπη είχε να μου προσφέρει,για όλη την υπόλοιπη ζωή μου αν ήταν δυνατόν.Άρχισα ακόμα,ύπουλα και φοβισμένα,να προκαλώ το ενδιαφέρον του,όταν προς στιγμήν τον ένοιωθα να απομακρύνεται.Τον κοιτούσα με παιχνιδιάρικη ζήλεια όταν απαντούσε στο κινητό του,έκανα δήθεν καυστικά σχόλια όταν αργούσε,καμμιά φορά τον ξάφνιαζα φιλώντας τον για καληνύχτα στα χείλη.Προσπαθούσα να εκβιάσω έναν άσπιλο έρωτα,όπως κάνουν μονάχα τα παιδιά και οι πόρνες. Δεν αισθανόμουν πως τον εξαπατούσα.Έτσι κι αλλιώς,αν δεν είχε αντιληφθεί καμμία αλλαγή στον άνθρωπο με τον οποίο κάποτε υπήρξε ερωτευμένος, ο άνθρωπος αυτός,εγώ,πρέπει να ήταν ολότελα κενός,κι άρα η αγάπη του στηριζόταν στην εξωτερική εκδοχή του Παύλου,που παρέμενε η ίδια.Ήμουν ένας αγαπημένος πίνακας που ξαφνικά είχε αποκτήσει σκέψη κι ομιλία.Φυσικά,εκείνο που δεν είχα αναλογιστεί ήταν πως η αντίληψη της πραγματικότητας στον έρωτα μπορεί να αμβλυνθεί όσο και στην παραφροσύνη.Κι ο Δημήτρης,τα βράδια εκείνα που καθόμασταν επί ώρες δίπλα-δίπλα χωρίς να με αγγίζει,τα βράδια που γυρνούσε σπίτι μόνος του,με μόνη αμοιβή του την φλυαρία μου κι ένα πεταχτό φιλί,είχε ήδη τρελλαθεί.Αλλά εγώ δεν το ήξερα,δεν θα μπορούσα να το ξέρω. Απεναντίας,έκανα το βασανιστήριο πιο δριμύ,εν αγνοία μου.Αποφάσισα να μπώ κι εγώ στην ζωή του,όπως προσπαθούσε να κάνει εκείνος.Ήμασταν κι οι δυό νέοι,ένοιωθα πως οι ζωές μας έμοιαζαν.Αν χειριζόμουν την κατάσταση σωστά-έλεγα στον εαυτό μου-ίσως κατόρθωνα για πρώτη φορά,και στο κορμί μιας απροσδόκητης νεότητας,να βρώ το σημείο αναφοράς,τον άνθρωπο που θα με συντρόφευε και θα μ’έκανε να ξεχάσω πόσο πολύ μισούσα τη ζωή.

13 Ο Δημήτρης ζούσε σε μιαν απ’τις παλιές,πανέμορφες μονοκατοικίες του Μέτς.Ο πατέρας του ήταν Γάλλος,κι είχε πεθάνει από καρκίνο όταν ο Δημήτρης ήταν πέντε ετών.Έτσι την οικογένειά του αποτελούσε η μητέρα του,μια ψηλή κι ωραία γυναίκα γύρω στα εξήντα,κι η θετή του αδελφή,που ήταν κατά είκοσι χρόνια μικρότερή του. Η μητέρα του Δημήτρη ήταν επιφανής μεταφράστρια.Έχοντας δε ζήσει για πολλά χρόνια στο Παρίσι,διέθετε μιαν ευρύτητα πνεύματος που λείπει-όπως έχω παρατηρήσει-από πολλούς Έλληνες,σε ό,τι αφορά τον σεβασμό στην ελευθερία των παιδιών της.Άλλωστε,η υιοθεσία της κόρης της όταν η ίδια ήταν ήδη μεσήλικας,ήταν μια πράξη που έδειχνε από μόνη της πως στα παιδιά την έσπρωχνε η αγάπη,κι όχι η ματαιοδοξία της διαιώνισης,ή οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες 46


που είχε απωθήσει.Έτσι,η συνειδητοποίηση πως ο γιός της ήταν ομοφυλόφιλος δεν είχε λάβει ποτέ διαστάσεις δράματος,αφού στα μάτια της δεν ήταν παρά μια ανώδυνη παρέκκλιση από έναν κάθε άλλο παρά απαράβατο κοινωνικό κανόνα. Το ζητούμενο γι’αυτήν ήταν η ευτυχία του Δημήτρη,κι αυτό ήταν κάτι που διαπίστωσα κι ο ίδιος,όταν λίγο καιρό αργότερα έκανα τα πρώτα μου δειλά βήματα στο διώροφο νεοκλασσικό. Όλα εκεί μέσα ανάβλυζαν αγάπη.Αγάπη για τα βιβλία που υπήρχαν στα ράφια για να διαβάζονται κι όχι για να διακοσμούν,αγάπη μεταξύ των τριών ανθρώπων που μοιράζονταν τα δωμάτια κι ανεβοκατέβαιναν τη σκάλα του,αγάπη για το παλιό πιάνο όπου η μητέρα του Δημήτρη εξακολουθούσε να παίζει τα απογεύματα για να ξεκουράζεται.Αγάπη για την ζωή. Κι ενώ ούτε οι δικοί μου γονείς ήταν άστοργοι,το γεγονός ότι απουσίαζαν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας στις δουλειές τους,μ’έκανε να βρώ σύντομα καταφύγιο σ’αυτή την ανθρώπινη φωλιά,που συμπλήρωνε τις ώρες της ζεστασιάς μου με τον Δημήτρη,κι ερμήνευε την γλυκύτητα του χαρακτήρα του. Καμμιά φορά καθόμασταν στο σαλόνι με την Μάγδα-τη μητέρα του-ενώ η Κατερίνα,η αδελφή του,ζωγράφιζε ή έπαιζε χωρίς καθόλου να μας ενοχλεί.Η μητέρα του Δημήτρη,που επέμενε να της μιλώ στον ενικό,του έμοιαζε τρομαχτικά.Φορούσε κι αυτή γυαλιά,είχαν το ίδιο σχήμα προσώπου,τα ίδια μάτια.Καπνίζαν και γελούσαν με τον ίδιο τρόπο,και το καταπληκτικότερο απ’όλα,φαίνονταν να μοιράζονται για μένα την ίδια αγάπη.Η Μάγδα λοιπόν με ρωτούσε με ενδιαφέρον που έλαμπε στο πρόσωπό της για την πορεία μου στη σχολή,ύστερα επέπληττε τρυφερά τον Δημήτρη που ήταν κάπως πιο αμελής με τις σπουδές του στην Ψυχολογία,κι όταν το τσάι μας δεν έκλεινε με πιάνο,αν έπρεπε να δουλέψει, κλεινόταν στο γραφείο της και μας άφηνε ελεύθερους να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Εν γνώσει της ανεβαίναμε στο δωμάτιο του Δημήτρη,όπου υπήρχαν εκατοντάδες βιβλία και δίσκοι γύρω από ένα διπλό κρεβάτι.Εν γνώσει της θα μπορούσαμε να κάνουμε έρωτα μ’εκείνην και την μικρή Κατερίνα ακριβώς από κάτω μας,χωρίς να εκδηλώνει γι’αυτό το ενδεχόμενο την παραμικρή ένσταση.Στον κόσμο αγάπης που ήταν το σπίτι της,οι άνδρες συνιστούσαν για την ίδια μνήμη,για την κόρη της αόριστο μέλλον,και για τον γιό της ερωτική πραγματικότητα.Τόσο απλά. Θυμάμαι εκείνα τα απογεύματα σαν την τελευταία ευτυχισμένη περίοδο της ζωής μου.Έπειτα ακολούθησε μόνο δυστυχία. Όμως τότε ακόμη όλα ήταν βαμμένα μ’ένα φώς μελιού,ο χρόνος μέσα στο δωμάτιο του Δημήτρη σταματούσε σαν σε κορύφωση λατρεμένου τραγουδιού,κι ένοιωθα την καρδιά μου να χτυπάει με μια ομορφιά που δεν είχα δοκιμάσει για αιώνες.Ήμουν,νομίζω,ερωτευμένος μαζί του. Ή με την παρουσία του,το σώμα,την γνώση πως αν του ζητούσα να κάνουμε έρωτα θα έλεγε ναί.Δεν θα το ζητούσα ποτέ φυσικά,κι ούτε κι εκείνος φαινόταν να το επιδιώκει.Στο δωμάτιό του καθόμασταν μονάχα στο κρεβάτι του ή 47


στο πάτωμα,έχοντας βγάλει τα παπούτσια μας,κι ακούγαμε μουσική,πίναμε,καπνίζαμε,ή ξεφυλλίζαμε-με τα πλευρά μας να αγγίζουν-κάποιο μεγάλο βιβλίο τέχνης.Ωστόσο τα βλέμματα,οι κινήσεις κι οι σιωπές μας είχαν μιαν ένταση στύσης που διασταυρώνεται με στύση.Γινόμασταν εναλλάξ το μετάξι και το κεχριμπάρι,κι όταν βράδιαζε και φιλιόμασταν κι έφευγα,η ανάμνηση των γυμνών του ποδιών,του λαιμού του,δυό δάχτυλα σάρκας που είχα δεί τυχαία κάτω απ’το μπλουζάκι του καθώς τεντωνόταν για να φτάσει ένα ψηλό ράφι,γινόταν το υλικό της βραδυνής μου φαντασίωσης,που δεν ήταν πλέον κτηνώδης και θλιβερή.Δεν ένοιωθα καν μοναξιά,όταν αυνανιζόμουν με λύσσα.Ήταν σαν να τον είχα δίπλα μου,ήξερα πως την ίδια στιγμή αυνανιζόταν κι εκείνος με την σκέψη μου,κι αυτή η νοερή συντροφιά ήταν ίσως ό,τι πιο κοντινό στον έρωτα έχω ζήσει.Του τηλεφωνούσα σχεδόν αμέσως,με το χαρτί υγείας ακόμη κολλημένο στην άκρη του πέους μου,μουδιασμένος απ’τον οργασμό.Κι η φωνή του πρόδιδε την ίδια γλυκιά παραίτηση.Λέγαμε καληνύχτα και κοιμόμασταν και τον ονειρευόμουν.Κι ήμουν βέβαιος ότι με ονειρευόταν κι εκείνος. «Μαζί δεν κάνετε και χώρια δεν μπορείτε,» είχε σχολιάσει καυστικά ο Μανώλης,ένα απόγευμα που βιαζόμουν να του το κλείσω για να πάω στου Δημήτρη.Είχαμε να βρεθούμε μήνες,κι είχε πάρει να παραπονεθεί. «Θές κάτι;» ρώτησα εκνευρισμένος. «Τουλάχιστον γαμιέστε,ή λέτε κουλτούρες κι αναστενάζετε;» «Δεν σε αφορά.» Και του τό’κλεισα στα μούτρα. Είχα καταληφθεί απ’την ματαιοδοξία των ερωτευμένων.Τα βράδυα,όταν με κρατούσε ξύπνιο η συναίσθηση της ταυτότητάς μου κι ο ύπνος με τα όνειρα αργούσε,έκλεινα τα μάτια με πείσμα και σκεφτόμουν πως όχι,το μόνο που ήταν αιώνιο και θα παρέμενε αιώνιο ήταν η αγάπη μου για τον Δημήτρη,κι η δική του για μένα.Το τραγικότερο δε ήρθε όταν η πνευματική αυτή παρερμηνεία άρχισε να ελευθερώνεται και στο σώμα.Όταν δηλαδή θεώρησα πως ο ερωτικός μας συντονισμός ήταν τέτοιος ώστε ο Δημήτρης θα γνώριζε από ένστικτο σε ποιο σημείο θα έπρεπε να σταματήσει τα χέρια ή την στύση του.Πως το όριο ήταν ορατό και για εκείνον όσο και για μένα.Δεν είναι να απορείς.Στα πράγματά του βρήκα αργότερα ένα τετράδιο με τ’όνομά μου επάνω.Τα γράμματα του Δημήτρη γέμιζαν ασφυκτικά τις σελίδες,επαναλαμβάνοντας σαν τη φωνή της τρέλλας σε ένα αδειανό κεφάλι την ίδια λέξη,ξανά και ξανά.Οι πρώτες μισές έγραφαν με κόκκινο μελάνι: «Σ’αγαπώ.» Οι υπόλοιπες,με μαύρο: «Γιατί;»

14

48


Είχαμε μπεί στο καλοκαίρι.Τα πανεπιστήμια είχαν κλείσει,κι έτσι,χωρίς πια κανένα εμπόδιο,περνούσαμε σχεδόν όλη τη μέρα μαζί.Πολλά βράδυα κοιμόμουν στο σπίτι του,πρώτα στο δωμάτιο των ξένων,έπειτα σ’ένα εφεδρικό στρώμα στο πάτωμα του δωματίου του,και στο τέλος,όταν πια ο φόβος είχε κοπάσει, αφού ο Δημήτρης τηρούσε απόλυτα την ερωτική αποχή που του επέβαλλα,άρχισα να κοιμάμαι στο κρεβάτι του,μαζί του. Ακροβατούσα σ’ένα ξυράφι.Το παλιό σπίτι ήταν ζεστό,δεν υπήρχε κλιματισμός,κι ο ιδρώτας έτρεχε πάνω μας ποτάμι.Η Μάγδα γυρνούσε μ’ένα αέρινο ινδικό φόρεμα και τα μαλλιά της πιασμένα με τυρμπάν,το Κατερινάκι-όπως το λέγαν,κι όπως τόσο του ταίριαζε-πολύ συχνά ολόγυμνο,παίζοντας με το λάστιχο στον μικρό κήπο που αγκάλιαζε το σπίτι. Κι εμείς,παράνομοι εραστές που η ουσία της παρανομίας ήταν πως δεν ήμασταν στην πραγματικότητα εραστές,περιφέραμε τα ιδρωμένα μας σώματα από δωμάτιο σε δωμάτιο κι από οίστρο σε οίστρο.Φορούσαμε κοντά παντελόνια,είχαμε τα στήθη μας γυμνά.Όταν μου σηκωνόταν ήταν αδύνατον να το κρύψω,το ίδιο κι ο Δημήτρης.Διαδοχικά μπορεί να αφήναμε τον άλλο,και μ’ένα πονηρό μειδίαμα κλεινόμασταν μόνοι στο μπάνιο για να αυνανιστούμε.Τις ώρες που ακούγαμε μουσική,συχνά εκείνος άπλωνε τα χέρια του με τις παλάμες γυρισμένες προς τα πάνω,σαν λουλούδια που περιμέναν την βροχή-την βροχή του δικού μου ιδρωμένου χεριού,που του έδινα δειλά και τον άφηνα να σφίξει χωρίς κανείς μας να μιλά.Τα μάτια μας ήταν μια καταιγίδα που εκκρεμούσε. Λίγο-λίγο έχανα τον έλεγχο,και δρασκέλιζα ολοένα πιο επικίνδυνα κατώφλια.Όπως ακριβώς οι ερωτευμένοι άνθρωποι,που αψηφούν τον κίνδυνο του θανάτου.Αυτή ήταν η υπεροπτική μου φαντασίωση-πως δεν ήμουν ένα πλάσμα προορισμένο για αιώνες μοναχικού οργασμού μπροστά σε οθόνες όλο και πιο σύγχρονων υπολογιστών,αλλά ότι μου αναλογούσε λίγη ηδονική παραφορά,ένα παιχνίδι με το τέλος.Κάθε φορά που άφηνα το χέρι του Δημήτρη να γλιστρήσει γύρω απ’τον ώμο μου δίχως να φέρω αντίσταση,κάθε φορά που μες στην συμμετρία του ύπνου τον άφηνα να πιέσει την στύση του στον κώλο μου με μόνο φράγμα τα εσώρουχά μας,κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια κι αφηνόμουν στην ανατριχίλα του φιλιού του στον λαιμό μου,ήταν σαν να έστρεφα την κάννη-μια πελώρια κάννη ενός πελώριου όπλου-κατά πάνω μας, και να πατούσα τη σκανδάλη,ελπίζοντας σε μιαν ακόμα κενή θαλάμη.Δεν ήταν πλέον ζήτημα επιβίωσης. Αν το υπολόγιζα όπως παλιά,αν υπενθύμιζα κάθε στιγμή στον εαυτό μου πως ήμουν ένα τέρας με μορφή ανθρώπου,και πάλι ήσυχος θα έμενα: Ο Δημήτρης είχε μια ζωή που έμοιαζε με την δική μου και που θα με απορροφούσε το ίδιο εύκολα,ίσως και περισσότερο.Όμως αυτό ούτε που το σκεφτόμουν,μου έφερνε τέτοιο πανικό η ιδέα να τον χάσω που την ακύρωνα,όπως οι μητέρες των στρατιωτών που πολεμούν στο μέτωπο,κι είναι έτσι κι αλλιώς έρμαιες του τυχαίου. Πρώτα φοβόμουν για τον Παύλο,έπειτα άρχισα να φοβάμαι για τον Δημήτρη,και στο τέλος έπαψα ολότελα να φοβάμαι.Μπορεί τα σώματά μας να μπλέκονταν και να ξεμπλέκονταν διαρκώς,σαν ανέμελα,κι ας μην ήταν.Η αγάπη θα νικούσε τον έρωτα,θα γερνούσαμε βλέποντας κι ακούγοντας ο ένας τον άλλο να μαλακίζεται,θα πέθαινα στο πλευρό του. 49


15 29 Ιουνίου του 2000.Η μέρα της γιορτής μου,κατά κάποιον τρόπο.Η μέρα που κατέστρεψα τα πάντα. Θυμάμαι τα γεγονότα εκείνης της αφύσικα ζεστής μέρας να συμβαίνουν λαχανιασμένα,σπρώχνοντας το ένα το άλλο,σαν να ήμασταν όλοι κομπάρσοι μιας παράστασης με πρωταγωνιστή τον Θάνατο,που βιαζόταν να του παραχωρήσουμε την κορυφαία θέση στη σκηνή. Είχα ξυπνήσει το πρωί από ένα τηλεφώνημα του Δημήτρη,που μου έλεγε πως μ’αγαπούσε και πως ήμουν ό,τι πολυτιμότερο είχε στη ζωή του.Έκλεισα το τηλέφωνο και ξανακοιμήθηκα για λίγο,σχεδόν αμέσως,για να μην πάρω καμμιάν άλλη εικόνα ή ήχο,να πνιγώ στην ευτυχία αυτών των λέξεων.Ήμουν άλλωστε κουρασμένος,αφού την προηγούμενη μέρα είχαμε πάει στη θάλασσα με την μητέρα και την αδελφή του.Είχαμε παλέψει μέσα στο νερό,κάτω απ’το νερό,κι αν δεν υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι γύρω μας θα είχα μπεί στο σώμα του Δημήτρη επί τόπου,τέτοιος ήταν ο πόθος μας.Είχαμε χύσει από ένα κοράλλι ο καθένας μες στο γαλάζιο νερό,σχεδόν άθελά μας,κι έπειτα στο σπίτι είχαμε μαλακιστεί παρέα,καθισμένοι σε διαμετρικά αντίθετα σημεία του δωματίου,με άγριο μάτι-κι εγώ με τα πόδια μου σφιγμένα,έτοιμος να σηκωθώ και να τρέξω στο δρόμο γυμνός σε περίπτωση που με πλησίαζε.Το βράδυ είχα γυρίσει σπίτι μου,κι ωστόσο με είχε ξαναπάρει,κι είχαμε κάνει άλλη μια φορά αυτό τον αλλόκοτο,παράλληλο έρωτα απ’το τηλέφωνο,ψιθυρίζοντας τον οργασμό που δεν χωρούσε πια σε λόγια. Όταν κατέβηκα στο σαλόνι,το μεσημέρι της επόμενης,οι γονείς μου με περίμεναν στο εορταστικό τραπέζι.Όλα κύλησαν με ευτυχισμένη τυπικότητα,η μητέρα μου μού πέρασε στο χέρι ένα ακριβό ρολόι,κι ο πατέρας μου,που δεν είχε την πολυτέλεια του χρόνου να ψάχνει για δώρα,με φίλησε,μου ανακάτεψε τα μαλλιά, και μου έδωσε ένα φάκελλο μ’ένα εξωφρενικό ποσό. Δεν εξέφρασαν καμμιάν αντίρρηση όταν τους είπα πως θα έφευγα,και πως ίσως περνούσα το βράδυ στο σπίτι του Δημήτρη.Καθώς ντυνόμουν,προσπαθώντας να γίνω όσο το δυνατόν πιο όμορφος για την περίσταση,ένοιωθα ευτυχισμένος που οι γονείς μου ήταν τόσο καλοί και συγχρόνως τόσο απόμακροι.Αυτό μου εξασφάλιζε μιαν άνετη ζωή και στο μέλλον,ίσως να μην χρειαζόταν ποτέ να δουλέψω,και να περνούσα τα υπόλοιπα χρόνια μου στο σπίτι που θα μου αγοράζαν,μαζί με τον Δημήτρη.Σκεφτόμουν σαν παιδί,κι όσες φορές η ιδέα της ερωτικής πράξης-που ο Δημήτρης μοιραία θα απαιτούσε-μου ερχόταν στο μυαλό,την έδιωχνα σαν κάτι αστείο κι απαράδεκτο,όπως τα παιδιά που δεν ξέρουν πώς γίνεται και γελούν αν τους την περιγράψεις.

50


Μονάχα μια στιγμή κάτι σαν κρύος αέρας φύσηξε και καθάρισε το μυαλό μου,και μ’έκανε για λίγο να σταματήσω.Είχα μόλις παρκάρει σ’ένα στενό στο Παγκράτι,κι έσκυβα για να κοιταχτώ στον καθρέφτη του οδηγού,αν ήμουν ωραίος. ‘Ωραίος;’ Είπε μια φωνή στο κεφάλι μου, ‘Πώς να είσαι ωραίος;Δεν είσαι κάν άνθρωπος!Και τί νομίζεις πως πάς να κάνεις,ποιά μπορεί να είναι η κατάληξη αυτού του απερίσκεπτου έρωτα;Γιατί ξεκινάς κάτι που δεν θα μπορέσεις ποτέ να ολοκληρώσεις,γιατί δεν κρύβεσαι όπως οι καταραμένοι;’ Ήθελα να ξαναμπώ στο αυτοκίνητο και να φύγω και να μην ξαναμιλήσω στον Δημήτρη ποτέ.Κι αυτό θα έπρεπε να είχα κάνει.Όμως είχα να την ακούσω τόσον καιρό αυτη τη φωνή,που δεν την αναγνώρισα,και πατώντας το κουμπί του συναγερμού κατηφόρισα βιαστικά στον προορισμό μου.Η φωνή ανήκε στην λογική. Ο τρόπος με τον οποίο με υποδέχτηκαν μ’έκανε να κλάψω όσο δεν έχω κλάψει ποτέ.Ποτέ.Η Μάγδα ήταν καθισμένη στο πιάνο,και μόλις μπήκα στο σαλόνι άρχισε να παίζει μιαν ονειρεμένη παραλλαγή του Happy Birthday,σαν βαρκαρόλλα.Το Κατερινάκι όρμησε και μ’έσφιξε στην μικρή αγκαλιά της,τσιρίζοντας χρόνια πολλά,κι όταν τη σήκωσα στα χέρια,με τα πρώτα δάκρυα να τρέχουν ήδη από τα μάτια μου,με φίλησε και μου έδωσε ένα άτσαλα τυλιγμένο τετράγωνο με το δώρο της.Το άνοιξα αμέσως.Ήταν μια ζωγραφιά που είχε κάνει,κι έδειχνε τους τέσσερίς μας να στεκόμαστε χαμογελαστοί στον κήπο.Ο Δημήτρης ήρθε τελευταίος.Βγήκε απ’την κουζίνα κρατώντας μια σοκολατένια τούρτα,κι όταν με είδε κλαμμένο πλησίασε,άφησε την τούρτα στο τραπέζι,σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τα δάκρυα και με φίλησε στο στόμα. Κατέρρευσα στον καναπέ,κλαίγοντας γοερά.Ένοιωθα πως έχανα τα πάντα,δεν ήθελα να σκέφτομαι πως ήμουν ένα ψέμα μέσα στην αλήθεια της αγάπης τους,αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.Ήμουν αυτό που ήμουν.Κι εκείνοι μαζεύτηκαν γύρω μου,με αγκάλιασαν όλοι μαζί,και με άφησαν να ξεθυμάνω χωρίς να λένε τίποτα,χαμογελώντας όπως στη ζωγραφιά της Κατερίνας.Καταλάβαιναν τα πάντα αυτοί οι άνθρωποι,κάθε συγκίνηση.Κι ωστόσο δεν καταλάβαιναν τίποτε. Φάγαμε τούρτα.Παίξαμε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι,όπου το Κατερινάκι μας εντυπωσίασε στ’αλήθεια με τις γνώσεις του.Ύστερα καθίσαμε όλοι γύρω απ’ το πιάνο και τραγουδήσαμε,κι όταν έπεσε η νύχτα ανεβήκαμε με τον Δημήτρη στο δωμάτιό του. Δεν μου είχε μιλήσει σχεδόν καθόλου όλο το απόγευμα.Μονάχα με κοιτούσε με λατρεία.Όταν έκλεισε την πόρτα πίσω του και βρεθήκαμε στο μισοσκόταδο φοβήθηκα πως θα με αγκάλιαζε ξαφνικά και θα ζητούσε,πάλι δίχως λόγια, να κάνουμε έρωτα.Τραβήχτηκα λίγο,όμως εκείνος έφερε το δάχτυλο στα χείλη, σαν να είχε ακούσει τον βίαιο χτύπο της καρδιάς μου και να της ζητούσε να σωπάσει. «Μη φοβάσαι,» μου είπε, «ξέρω.» Κι ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Απ’την τσέπη του έβγαλε δυό μικρά κουτιά. «Αυτό είναι το δώρο μου,» είπε,κι έσπρωξε το ένα προς το μέρος μου.Ήταν φτιαγμένο από κόκκινο βελούδο,και το άνοιξα με δάχτυλα που έτρεμαν. 51


Μέσα υπήρχαν δυό όμοια δαχτυλίδια από λευκόχρυσο.Βέρες.Στο φώς των κεριών που ο Δημήτρης είχε ανάψει στο μεταξύ,τις σήκωσα όλο απορία και κοίταξα στο εσωτερικό τους.Τα ονόματά μας έλαμπαν σε μια ανεπαίσθητη καλλιγραφία.Ο Δημήτρης πήρε αυτήν που είχε το όνομά μου και την φόρεσε στο τέταρτο δάχτυλο του δεξιού του χεριού,κι ύστερα,κρατώντας την άλλη,σήκωσε το χέρι μου,φίλησε με κλειστά μάτια τις άκρες των δαχτύλων,και πέρασε την βέρα στον παράμεσο.Με τα χέρια μας πλεγμένα στον αέρα φιληθήκαμε,ενώ καινούρια δάκρυα τρέχαν στα μάγουλά μου.Ήταν αδύνατον να καταπνίξω την ανθρώπινη πλευρά,ποτέ άλλοτε δεν με είχαν αρραβωνιαστεί,έστω σαν παιχνίδι,ποτέ άλλοτε δεν με είχαν αγαπήσει τόσο πολύ σαν να ήμουν άνθρωπος. Ο Δημήτρης έβαλε το χέρι του στο πόδι μου,και μόλις με είδε έτοιμο να τραβηχτώ και πάλι-μου είχε σηκωθεί,κι έτρεμα ολόκληρος-μου είπε ξανά να μην φοβάμαι. «Δεν εξαγοράζω τίποτε μ’αυτό το δαχτυλίδι,» πρόσθεσε, «το μόνο που θέλω είναι να μ’αγαπάς.Τίποτ’άλλο.» Ύστερα έσρπωξε με μια διαβολική λάμψη των ματιών το άλλο κουτάκι προς το μέρος μου.Ήταν πιο μικρό και ταπεινό,από άσπρο πλαστικό. «Αυτό είναι το δώρο σου,» είπε όλο πονηριά. Το άνοιξα,κι ο αέρας ανάμεσά μας γέμισε με μια χλωρή μυρωδιά. Κοίταξα την ξεραμένη κάνναβη.Έπρεπε να είχα αρνηθεί. Καπνίσαμε πολλά τσιγάρα στη σειρά,αμέτρητα.Τρίφυλλα,το καθένα σαν πέος μικρού αγοριού.Μάταια ηχούσαν στο μυαλό μου οι σειρήνες της νηφαλιότητας που πάσχιζε να θριαμβεύσει.Σύντομα όλα είχαν πνιγεί σε μια γλυκιά ζάλη, κι οτιδήποτε μπορούσε να συμβεί.Οτιδήποτε φριχτό. Γύρω στα μεσάνυχτα ο Δημήτρης μου έκλεισε το μάτι και κατέβηκε συνωμοτικά τη σκάλα για να φέρει απ’την κουζίνα την υπόλοιπη τούρτα,μήπως και συνέλθουμε λίγο.Όσο έλειπε,η καρδιά μου χτυπούσε σαν ταμπούρλο ανθρωποφάγων που πλησιάζουν. ‘Κίνδυνος!’ ούρλιαζε, ‘Φύγε!Φύγε τώρα!’ Αλλά δεν ήθελα να φύγω.Ήθελα να φάω γλυκό. Ο Δημήτρης επέστρεψε με ένα κομμάτι μόνο. «Οι λιχούδες ξενυχτάν μπροστά στην τηλεόραση,και την τσάκισαν!» είπε γελώντας.Η ιδέα πως η μητέρα κι η αδερφή του ήταν ακόμη ξύπνιες μ’έκανε να χαλαρώσω κάπως,και τον άφησα να με ταϊσει σχεδόν ολόκληρο το κομμάτι. Σκούπισε τα υπολείμματα της σοκολάτας με το δάχτυλό του,το έγλειψε,κι ύστερα κάθισε σε διακριτική απόσταση,και κοιτώντας με πάντα,συνέχισε να στρίβει.Φορούσε μόνο το εσώρουχό του,όπως κι εγώ,και κάθε φορά που σήκωνε τα μάτια του προς το μέρος μου,το πέος του μιμούνταν την κίνηση,σαν να ήθελε να βγεί απ’τη βαμβακερή του φυλακή και να με κοιτάξει.Ούτε που ξέρω πόσες φορές έχυσα εκείνο το βράδυ κοιτάζοντας το βρακί του Δημήτρη. Μου έδωσε να ανάψω το τελευταίο τσιγάρο,ένα τετράφυλλο που θα κρατούσε τουλάχιστον δέκα λεπτά.Τα τελευταία δέκα λεπτά που έμελλε να υπάρχουμε κι οι δυό ταυτόχρονα στη ζωή. Όταν του το ξανάδωσα,βήχοντας κι εκτός εαυτού απ’τη μαστούρα,έγλειψε το δάχτυλό του και σάλιωσε το χαρτάκι γύρω από την καύτρα.Πήρε μια ρου52


φηξιά,ξανασάλιωσε το δάχτυλό του,αλλά αυτή τη φορά το τέντωσε μπροστά στα χείλη μου.Έκλεισα τα μάτια και το έγλειψα με λαιμαργία,άρχισα να πιπιλάω και να δαγκώνω τον δείχτη του χωρίς να σκέφτομαι τι κάνω.Κι όταν άνοιξα τα μάτια,είδα πως ο Δημήτρης είχε κλείσει τα δικά του,το τσιγάρο κρεμόταν μισοσβησμένο απ’τα χείλη του,ενώ με το ελεύθερο χέρι του είχε κατεβάσει το λάστιχο και μαλακιζόταν.Η θέα της στύσης του με πανικόβαλλε. Σύρθηκα σαν τον σκορπιό και κόλλησα στο κρεβάτι.Ο Δημήτρης άνοιξε τα μάτια και με κοίταξε.Ήταν τόσο ζαλισμένος που δεν μπορούσε να πληγωθεί. Τουλάχιστον έτσι πίστευα. «Έλα,» μου είπε με παιδικό παράπονο, «βγάλ’τον κι εσύ.Λίγο.» Του πήρα το τσιγάρο,το ξανάναψα,κι έγνεψα αρνητικά. «Δε θα μου σηκωθεί,» του είπα, «έχω χύσει τρείς φορές σήμερα.» Ο Δημήτρης με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Αλήθεια;» Και γέλασε. «Μήπως να σε βοηθήσω λίγο στην τέταρτη;» Έβαλα κι εγώ τα γέλια,πιεσμένα,για να διακωμωδήσω την κατάσταση. «Όχι…σ’ευχαριστώ…» του είπα,και για να είμαι απόλυτα σίγουρος,πρόσθεσα: «Νομίζω πως ήμουν ξεκάθαρος σ’αυτό το θέμα.» Τότε ο Δημήτρης έβγαλε τα γυαλιά,κατέβασε το κάτω χείλος και με κάρφωσε με μάτια καρικατούρας πονεμένου παιδιού. «Ούτε λίγο;» ρώτησε. «Δεν γίνεται,» απάντησα εγώ,στον ίδιο αυστηρό,παιχνιδιάρικο τόνο. «Γιατί;» επέμεινε. Πήρα μια βαθιά ρουφηξιά,και ξαφνικά,μές στην ομίχλη της χαύνωσης μου ήρθε για πρώτη φορά η ιδέα να του πώ την αλήθεια.Αυτή την στιγμή,απόψε, θα με πίστευε.Κι ίσως έτσι ο αρραβώνας μας να γινόταν αληθινός,και να μάθαινε να μ’αγαπούσε γι’αυτό που πραγματικά ήμουν.Παραληρούσα. «Δεν κάνει γιατί δεν είμαι άνθρωπος,» του είπα,όσο πιο σοβαρά μπορούσα.Ο Δημήτρης έσμιξε τα φρύδια με απορία. «Άκουσέ με,» συνέχισα, «δεν είναι το χασίς,σου λέω την αλήθεια.Να τη θυμάσαι,να τη θυμάσαι πάντα.» «Πές μου,» είπε εκείνος κι έκανε να μ’αγκαλιάσει.Τραβήχτηκα. «Μή,Δημήτρη,άκουσέ με,κινδυνεύεις.Μ’ακούς;» και τον κοίταξα με γουρλωμένα μάτια,σχεδόν απειλητικά. «Κινδυνεύεις.Δεν είμαι άνθρωπος.Είμαι δαιμονιστής.Έχω καταλάβει εδώ και λίγο καιρό το σώμα του Παύλου που αγαπούσες. Ο Παύλος δεν υπάρχει πια,έχω μπεί εγώ στο σώμα του.Κι αν κάνουμε έρωτα θα μπώ στο δικό σου σώμα,και θα σε εξαφανίσω.Αν κάνουμε έρωτα θα πεθάνεις.» Ο Δημήτρης με κοίταξε για μερικές στιγμές βουβός,αβέβαιος για το αν μιλούσα σοβαρά ή αστειευόμουν,και τελικά κατέληξε στην δεύτερη εκδοχή.Ξέσπασε σ’ένα συγκράτητο γέλιο,στη διάρκεια του οποίου μετάνοιωσα φριχτά που δεν είχα σκεφτεί την δικαιολογία του ποιητή,που δεν είχα χρησιμοποιήσει το πρόσχημα του AIDS.Βέβαια η αντίδρασή του μπορεί να ήταν ακριβώς η ίδια. Όταν ηρέμησε απ’το γέλιο,με δάκρυα στα μάτια,έσκυψε και φίλησε τα πόδια μου.Δεν είπε τίποτε,μόνο μου φίλησε ξανά τα πόδια,τις γάμπες,τα γόνατα. Όταν τα χείλη του άγγιξαν το μπούτι μου τον έσπρωξα μακριά.Εκείνος άπλωσε το χέρι του κι έπιασε την στύση μου πάνω απ’το εσώρουχο. «Άφησέ με,» είπαμε συγχρόνως,σε άλλο τόνο ο καθένας. 53


«Μόνο αυτό,» επέμεινε ικετευτικά, «να σε χαϊδέψω,λίγο.» Η ειρωνία της τύχης θέλει τις ψυχές των δαιμονιστών να μην μετασωματώνονται με την επαφή των χεριών,παρά μονάχα με κάποιας μορφής διείσδυση. Ωστόσο δεν μπορούσα να διακυνδυνεύσω το πέος μου στο χέρι του Δημήτρη. Ένα απότομο σκύψιμο του κεφαλιού και θα βρισκόμουν στο σώμα του. Σηκώθηκα παραπατώντας,και στάθηκα μακριά του,με την πλάτη γυρισμένη στο ανοιχτό παράθυρο.Τα κεριά είχαν σβήσει προ πολλού,και το ωραίο πρόσωπο του Δημήτρη,γεμάτο βουβή απορία,ήταν βαμμένο με τα χρώματα της νύχτας που έλαμπε πίσω μου. «Δε μ’αγαπάς,» είπε,και κοίταξε το πάτωμα. «Σ’αγαπώ,» του είπα. «Πάντα θα σ’αγαπώ.Αλλά αυτό που μου ζητάς δεν μπορεί να γίνει,πίστεψέ με.Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να κάνουμε έρωτα.» Όση ώρα κοιτούσε το πάτωμα,με τις δυνάμεις του να τον έχουν εγκαταλείψει, απ’τη μαστούρα και την απογοήτευση,μάζεψα όσο μπορούσα πιο αθόρυβα τα ρούχα μου και τα φόρεσα.Κάτι σαν έκλαμψη μου είχε έρθει,και νόμιζα πως μπορούσα ακόμα να μας προφυλάξω και τους δύο. «Δημήτρη,άκουσέ με,» είπα, «σ’αγαπώ όσο δεν έχω αγαπήσει ποτέ και τίποτα στη ζωή μου.Αλλά αν κάνουμε έρωτα,όλα θα τελειώσουν.Για πάντα.» Σήκωσε το πρόσωπό του,που ήταν μουσκεμένο από τα δάκρυα. Κατέβηκα την σκάλα σαν κλέφτης της ευτυχίας.Το σαλόνι αναβόσβηνε από το φώς και τις μπερδεμένες φωνές της τηλεόρασης.Πρόφτασα να δώ την Κατερίνα αποκοιμισμένη στην αγκαλιά της Μάγδας,που σήκωσε το χέρι της και μου έστειλε χαμογελώντας ένα σιωπηλό φιλί στον αέρα. Βγήκα στον κήπο ιδρωμένος και δυστυχισμένος,με το πέος μου να πονά απ’την χαμένη ελπίδα.Και ξαφνικά άκουσα τη φωνή του Δημήτρη,όπως την άκουσε και κάθε άλλος άνθρωπος στη γειτονιά. Είχε σταθεί στο παράθυρο του δωματίου του,ολόγυμνος.Γελούσε κι έκλαιγε,κι ωστόσο το πέος του ήταν όρθιο.Το έσφιγγε ασυναίσθητα με το ένα του χέρι,ενώ με το άλλο κρατιόταν απ’το ψηλό περίγραμμα του παράθυρου,ισορροπώντας αμφίβολα με τα γυμνά του πόδια στην κάσα. «Σ’αγαπάω!» φώναζε ξανά και ξανά,και μαλακιζόταν στα τυφλά. Πέτρωσα.Δεν ήξερα τί να του φωνάξω,πώς να τον πείσω να ξαναμπεί μέσα.Είχα παραλύσει από το θέαμα της ομορφιάς του. «Σ’αγαπάω!Σ’αγαπάω!Σ’ΑΓΑΠΑΩΩΩΩΩ!» Και το σώμα του παραδόθηκε στους λυγμούς.Χάνοντας προς στιγμήν το ζύγιασμα του κορμιού του,κρατήθηκε και με τα δύο χέρια απ’την κορφή του παράθυρου,το στήθος και τα γόνατά του κρεμάστηκαν στο κενό σε μια καμπύλη με κορυφή την στύση του,κι οι κραυγές του πλημμύρισαν την αυλή και το στενό δρόμο.Τα αδέσποτα σκυλιά άρχισαν να ουρλιάζουν μαζί του,φώτα ανάβαν στα γειτονικά παράθυρα,ενώ ξαφνικά και το φώς του δωματίου άναψε πίσω του,βάφοντας το γυμνό του σώμα ολόχρυσο.

54


Η καρδιά μου έσπαζε.Ήλπιζα να ήταν η μητέρα του,να προλάβαινε να τον κρατήσει.Δεν είχε κάνει το λάθος να ουρλιάξει,να τον ξαφνιάσει και να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του.Έβλεπα την σκιά της να τον πλησιάζει. Εκείνος όμως ήταν αποφασισμένος. «Παύλο!» μου φώναξε, «Κοίτα!Κοίτα πόσο σ’αγαπάω!Δε φοβάμαι να πεθάνω!Δε φοβάμαι,θέλω να μπείς στο σώμα μου,βλέπεις;Σ’αγαπώ!» Για μια στιγμή κι οι τρείς μας είδαμε το μέλλον να συμβαίνει,το όνομα του Δημήτρη ξεστομίστηκε σ’ένα ενιαίο ουρλιαχτό από μένα και τη μητέρα του,και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα καθώς άφηνε τα χέρια. Ο ήχος του κρανίου του στο πέτρινο πεζούλι της αυλής δεν μπόρεσε να πνίξει τον αντίλαλο της φωνής του στ’αυτιά μου.

«Σ’αγαπώ!»

16 Η κηδεία του Δημήτρη έγινε με κλειστό φέρετρο. Το κοιτούσα και σκεφτόμουν πως έπρεπε να είμαι εγώ εκεί μέσα. Ο πατέρας μου δεν εμφανίστηκε,χειρουργούσε τα μάτια κάποιου.Είχε στείλει ένα στεφάνι μαζί με την μητέρα μου,η οποία,αν κι είχε έρθει,φρόντιζε να στέκεται σε κάποιαν απόσταση από τους εξ’αίματος συγγενείς του Δημήτρη,για να μην τραβήξει την προσοχή στην-απαράδεκτη για μια τέτοια στιγμή-ερωτική χηρεία του γιού της.Εγώ πάλι,ναρκωμένος από το ξενύχτι και το κλάμα δεν είχα πλέον δύναμη να εκδηλώσω άλλα αισθήματα.Στεκόμουν μόνο κι άφηνα να περάσει από πάνω μου σαν αέρας η απόμακρη ευγένεια του μαυροντυμένου πλήθους,τουλάχιστον όσων γνώριζαν πως ήμουν ο εραστής του νεκρού. Η Μάγδα ήταν ένα θαύμα.Απ’τη στιγμή που είχε φτάσει η αστυνομία στο σπίτι,το προηγούμενο βράδυ,μέχρι και τώρα,δεν με είχε αναμείξει στο παραμικρό.Δεν ήταν μονάχα ότι με είχε απαλλάξει απ’την υπόθεση της κάνναβης που είχε ανιχνευτεί στο αίμα του αυτόχειρα,ούτε η εκδοχή του ατυχήματος που παρουσίασε,δηλώνοντάς μου ρητά πως θα απέκρυπτε την παρουσία μου στο σπίτι τα λεπτά πριν το θάνατο του Δημήτρη.Το πλέον άγριο της γενναιοψυχίας της ήταν πως μου φερόταν με την ίδια ακριβώς γλυκύτητα όπως αν πίστευε πως πράγματι ουδεμίαν ευθύνη έφερα για την τραγωδία που την είχε χτυπήσει.Μας είχε δεί να ανεβαίνουμε μαζί στο δωμάτιο του Δημήτρη,είχε ακούσει το κύκνειο άσμα του,κρεμασμένου στο παράθυρο,κι ωστόσο δεν μου έριχνε το βάρος. Αναγνώριζε στον γιό της όλες τις ελευθερίες,ως και του θανάτου. « Ήθελε να το κάνει,» μου είχε ψιθυρίσει καθώς μπαίναμε στο παρεκκλήσι,και μέσα από τα δάκρυα μου χαμογελούσε,σ’όλη τη διάρκεια της λειτουργίας.Θα μπορούσε στο πρόσωπό μου να δεί την αφορμή,να ξεσπάσει,όμως προτίμησε να τιμήσει τον νεκρό προσθέτοντας στην ομορφιά της ηλικίας του και την ομορφιά ενός ωραίου

55


σκοπού-ο Δημήτρης είχε πεθάνει από έρωτα,κι η Μάγδα δεν ήθελε να του στερήσει αυτή την περηφάνεια,όπως δεν ήθελε να την στερήσει κι από μένα. Άθελά της όμως,με την υπεράνθρωπη συμπεριφορά της μου στερούσε κάτι άλλο,που εκείνη την στιγμή μου φαινόταν εξίσου,αν όχι πιο πολύτιμο: το αίσθημα του πένθους.Έστω και με διαφορετικό τρόπο απ’αυτόν που θα υπέθεταν,το πένθος θα με ένωνε με τους παρευρισκομένους.Σίγουρα ένοιωθα ένοχος,μα πιο πολύ προσπαθούσα να βυθιστώ με απελπισία στη μαύρη τούτη ψυχικήν απόχρωση,σαν να μπορούσε από μόνη της η δυστυχία της απώλειας να με μεταμόρφωνε σε θνητό.Έκλεινα τα μάτια κι επαναλάμβανα νοερά πως ήταν αλήθεια,πως κάποτε θα συναντούσα και πάλι τον Δημήτρη,στο θάνατο.Σαν το παιδί που,ενώ έχει μισοξυπνήσει από ένα όνειρο όπου έβλεπε πως πετούσε, κλείνει τα μάτια για να πετάξει κι άλλο,κι ας ξέρει πως είναι ψέμα.Εγώ ήμουν η άλλη όψη του καθρέφτη,αιώνες πετούσα,αιώνες ζούσα το όνειρο της αθανασίας,και τώρα ήθελα να ξαναπέσω στη γή,να χωθώ μέσα της αγκαλιά με τον αγαπημένο μου. Τώρα,που το άγγιγμά μου δεν μπορούσε πλέον να τον βλάψει. Μα ανοίγοντας τα μάτια αντίκρυζα το χαμόγελο της Μάγδας,με δάκρυα να λάμπουν ανάμεσα στα χείλη,κι ήταν σαν να μου θύμιζε βουβά,συνωμοτικά, ενώπιον όλων,πως δεν έπρεπε να λυπάμαι,γιατί για μένα δεν υπήρχε θάνατος.Το γλυκό της βλέμμα ήταν σαν πρόσκληση,σαν απορία που περιμένει να λυθεί από κάποιον όπως εγώ που ζεί πέρα απ’τον θάνατο,κι ωστόσο δεν ήξερα να της απαντήσω,και συγχρόνως ήθελα να ξεχάσω πως η δική μου υπεράνθρωπη φύση ήταν που είχε στείλει τον Δημήτρη σ’αυτό τον άγνωστο και σε μένα άλλο κόσμο. Ούτε θυμάμαι πώς υπέμεινα την εξάντληση της συνοδείας και της ταφής, κάτω απ’τον ανελέητο ήλιο.Κι όταν το πλήθος άρχισε να διαλύεται κι η Μάγδα με πλησίασε,με βλέμμα διάφανο απ’τον πόνο,σχεδόν φοβήθηκα πως είχε κατάλάβει,πως είχε κρυφακούσει την εξομολόγησή μου στον Δημήτρη και τώρα θα μου ζητούσε αποδείξεις,ένα θαύμα,να τον αναστήσω. Όμως εκείνη έκανε κάτι ακόμα χειρότερο.Δεν με άγγιξε με την ελληνοπρεπή υστερία του πένθους,ούτε επικαλέστηκε την υπερκόσμια φύση μου.Στάθηκε απλώς απέναντί μου,πιο ανθρώπινη από ποτέ,σαν να κοιτούσε τον μόνο ανθρωπο που της είχε απομείνει στον κόσμο,κι ύστερα με τσάκισε. Με άρπαξε στην αγκαλιά της χωρίς άλλα κλάμματα,μονάχα με μιαν οργή και μιαν απαίτηση που έκαναν την φωνή της να τρέμει: «Να ξέρεις πως έχεις και μια δεύτερη μητέρα τώρα,» μου είπε,αρκετά χαμηλόφωνα για να μην μας ακούσει κανείς.Έπειτα στάθηκε πάλι,κρατώντας το πρόσωπό μου στα χέρια της.Σκέφτηκα πόσο έμοιαζε η έκφρασή της με του Δημήτρη όταν με κοίταζε κλαμμένος,είκοσι ώρες πριν.Έκλαιγα,γιατί να μην μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω,πώς είχε αδειάσει έτσι η ζωή μου; Μ’έσφιξε πάλι για να ησυχάσω απ’τους λυγμούς,με χάιδεψε σαν να χάιδευε άνθρωπο.Χειροτέρεψα. «Ησύχασε,» μου ψιθύρισε τρυφερά, «ησύχασε.Νά’ρχεσαι να μας βλέπεις, σε παρακαλώ.Σ’αγαπάμε πολύ.»

56


Το Κατερινάκι μας κοιτούσε απ’την πύλη του νεκροταφείου,μια μαύρη σαστισμένη κουκίδα με ξανθά μαλλιά.Μετά το βλέμμα μου θόλωσε ολότελα.

17 Στο σπίτι μου στο Ψυχικό,όλα βουλιάξανε σ’αλλιώτικο ρυθμό.Ήταν σαν να μασούσαμε την πραγματικότητα με πληγωμένο στόμα,με τον δισταγμό που είχε προκαλέσει ο ξερριζωμός του Δημήτρη.Κι έρχονταν στιγμές αληθινής νοσταλγίας,όταν ξεχνιόμουν κι απέσυρα το χέρι που πίεζε την πληγή κι όλα ξαναπλημμύριζαν αίμα,και συλλάμβανα τον εαυτό μου,απροσδόκητα σαν αγόρι,να κλαίω για το αγόρι μου σφίγγοντας με λύσσα τα σεντόνια ενός άδειου κρεβατιού. Ο πατέρας μου επέτεινε την απουσία του από αμηχανία,ενώ η μητέρα μου,που η κοινωνική της ευσυνειδησία της υπαγόρευε να μένει λίγες ώρες κοντά μου,δεν ήξερε πώς χειριστεί την θλίψη μου.Μου πρότεινε συζητήσεις,ταξίδια, κάποιες στιγμές επιστράτευσε μέσα ολωσδιόλου λαϊκά και ξένα στο γούστο της. Για παράδειγμα,ένα απόγευμα άνοιξα την πόρτα κι είδα μπροστά μου τον Μανώλη,χωρίς φυσικά να τον έχω προσκαλέσει ο ίδιος.Με κοίταξε,έντρομος για τους μαύρους κύκλους και την εμφανή μου ψυχική καταπόνηση,μοιράστηκε μαζί μου δέκα βουβά λεπτά στο σαλόνι,και νομίζω αυτή είναι κι η τελευταία φορά που τον είδα στη ζωή μου. Δεν ήταν όμως μόνο ο θάνατος του Δημήτρη που έκανε να βαραίνει μέσα μου η συνείδηση του τέρατος.Ήταν απλώς το έμβλημα,το σκοτεινό ορόσημο,ο θυρεός που κοσμούσε πρώιμα στο κεφάλι μου ένα στέμμα φρίκης. Ήταν καλοκαίρι,και κάθε βράδυ ήμουν τόσο καυλωμένος που καταριόμουν με σφιγμένα δόντια τον Θεό που μ’έφτιαξε,δαγκώνοντας και σχίζοντας τα νύχια μου ώσπου μάτωναν.Έρχονται στιγμές στη ζωή των ανθρώπων,το έβλεπα πάντα,που σαν απάντηση σε όλα τα προβλήματα υψώνουν την απαίτηση του έρωτα.Κι ενώ αυτή είναι μια λύση αμφίβολη,αφού σε τίποτε δεν θεραπεύει το εσωτερικό κενό,τουλάχιστον συνδυάζει την ζωική σπατάλη με μερικά λεπτά συνύπαρξης,δημιουργεί μια ψευδαίσθηση συντροφικότητας,αφήνει γι’αργότερα το Πρόσωπο χωρίς μάτια ή μύτη ή στόμα που λέγεται Μοναξιά. Κι εγώ ήμουν γι’άλλη μια φορά αναγκασμένος να συνομιλώ με αυτό το Πρόσωπο ατέλειωτα,να κάθομαι μόνος και να σκέφτομαι μόνος και να διεγείρομια μόνος και να εκτωνόνομαι μόνος,και μες στην ασφυκτική μοναξιά μου να προστίθεται η συναίσθηση της διαιώνισής της,η σκέψη πως ήμουν ένας εύπορος έφηβος είκοσι ετών,εκλεκτός του Θεού στα μάτια των ανθρώπων,με μια ζωή που-μην μπορώντας να γίνει καλύτερη-δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει και πιο τραγική.Φανταζόμουν τα αγόρια και τα κορίτσια να γυρνούν στους δρόμους μισόγυμνα απ’την ζέστη,να χορταίνουν έρωτα σε παραλίες και δάση και μπαλκόνια και ταράτσες,κι ήθελα να σβήσει ο Ήλιος κι η Γή να παγώσει. 57


Τα βράδυα έκανα έρωτα με αγνώστους στο ίντερνετ,στημένος απέναντι σε μια μικροσκοπική κάμερα που είχα μόλις αγοράσει σε ασύλληπτη τιμή,μορφάζοντας αντίστοιχα με εκείνους σαν νά’μουν κάποιος που πεθαίνει σε θάλαμο αερίων,που ένας διεστραμμένος νούς σκέφτηκε να διακοσμήσει μ’έναν καθρέφτη.Κι όσες φορές μου πρότειναν να συναντηθούμε,και πρόσθεταν στο βάρος της ύπαρξής μου τον πειρασμό να μπώ στο αμάξι και σε δέκα λεπτά να γίνω ένας άλλος άνθρωπος με άλλο σώμα-που ωστόσο πάλι θα έμενε αιώνια κλεισμένος σ’έναν τύμβο αραχνιασμένης καύλας-έχυνα βιαστικά κι ύστερα κατέρρεα πάνω στο πληκτρολόγιο,κλαίγοντας απ’τα νεύρα μου,ανακατεύοντας στο πάτωμα την αλμύρα των δακρύων και του μάταιου σπέρματος. Οι μοναδικές μου έξοδοι ήταν δυό βράδυα που πέρασα στο σπίτι του Δημήτρη,κι απ’τα οποία επέστρεψα καταρρακωμένος.Ήταν αδύνατον να σταματήσω να κλαίω βλέποντας τα μάτια της Μάγδας,ήταν αδύνατον να συγκρατηθώ όταν μ’έπαιρνε αγκαλιά ή όταν έμπαινα στο δωμάτιο του ανθρώπου που μας ένωνε με την απουσία του.Βρήκα το τετράδιο,παλιά μας γράμματα-κάποια από το χέρι του παλιού Παύλου-ένα σφραγισμένο κουτί προφυλακτικά που προοριζόταν για μένα,δίπλα στο άδειο κουτί από τις βέρες.Είχα πετάξει και την δική μου στο χώμα,απαρατήρητος,όταν τον κατέβαζαν. Δεν πήγα και τρίτη φορά.Παρόλο που ένοιωθα ότι του χρωστούσα κι άλλη αγάπη,δεν μπορούσα να ξαναπάω σ’εκείνο το σπίτι.Είχε κι ένα επιπλέον κακό.Όταν έφευγα από εκεί,αργά το βράδυ,και γύριζα στο αμάξι που ήταν συνήθως παρκαρισμένο χαμηλά στο Παγκράτι,ο πειρασμός να περάσω την Βασιλίσσης Όλγας και να χωθώ στο Ζάππειο ήταν τρομαχτικός. Κάποια στιγμή οι γονείς μου αποφάσισαν να μου δώσουν την μόνη βοήθεια που δεν προϋπέθετε την νευρικότητα της γονικής στοργής.Άλλωστε ήταν κι οι δυό γιατροί,κι έτσι αποφάσισαν να αποδώσουν την απόσυρσή μου σε ασθένεια. «Κάποια ήπια μορφή κατάθλιψης…από ερωτική απογοήτευση…» άκουσα ένα βράδυ την μητέρα μου να λέει χαμηλόφωνα στο τηλέφωνο,και το επόμενο πρωί με ρώτησε,μετά από χίλιους δισταγμούς κι άχαρες εισαγωγές,αν ήθελα να μιλήσω σ’έναν ψυχίατρο,κοινό τους φίλο. Ήμουν τόσο καταβεβλημένος που την εξέπληξα,απαντώντας αμέσως καταφατικά.Ήθελα τόσο να μιλήσω σε κάποιον για την δυστυχία μου,που δεν με πείραζε αν θα έπρεπε να το κάνω μεταμφιέζοντας τις πραγματικές αιτίες της, ή πληρώνοντάς τον στο τέλος για την κακομεταχείριση των αυτιών του.Και σαφώς δεν επιθυμούσα να εγείρω άλλου τύπου υποψίες,όπως θα συνέβαινε αν αρνιόμουν.Στο κάτω-κάτω,δεν ήμουν στην πραγματικότητα άρρωστος.Κι αν ήμουν,η αρρώστια μου δεν μπορούσε να θεραπευτεί ούτε και με τα πιο εξελιγμένα ψυχοφάρμακα,ούτε με τα πιο άγρια ηλεκτροσόκ. Το ιατρείο του βρισκόταν σε μια παλιά πολυκατοικία στο Κολωνάκι,με πρωτόγονο ασανσέρ,από αυτά που νομίζεις πως εκτός από τον χώρο σε μεταφέρουν και στον χρόνο.Τουλάχιστον ήταν καλόγουστο. 58


Περίμενα σε μιαν αίθουσα με διάκοσμο αραιό,καταφανώς ακριβό,κι ουδέτερο σε χρώματα.Αναπαραγωγές τοπίων-όχι θάλασσες,οι πιο πολλοί τρελλοί φοβούνται τον πνιγμό-μια μικρή βιβλιοθήκη,καναπέδες και μοκέττες στο χρώμα της μόκκας.Και μια αμίλητη,χαμογελαστή γραμματέας,που αν δεν άκουγες τη φωνή της νόμιζες πως αποτελούσε κινούμενη προέκταση του φόντου. Ήταν απόγευμα όταν με δέχτηκε,έξω είχε τρομερόν ήλιο κι ασφυκτική καλοκαιρινή ζέστη,αλλά το θεραπευτήριο των ψυχών φώτιζε μονάχα μία λάμπα, ενώ πίσω από τις βαριές κουρτίνες ένα παλιό κλιματιστικό φρόντιζε οι εξομολογήσεις να λαμβάνουν χώρα σε ανεκτή θερμοκρασία. Μόλις σήκωσε το κεφάλι απ’τις σημειώσεις του και μου έσφιξε το χέρι,δείχνοντας μ’ένα χαμόγελο το ντιβάνι που βρισκόταν μπροστά μου,τον αναγνώρισα,αν και με κάποια δυσκολία: Ήταν ένας από τους θαυμαστές του ζωγράφου που είχα υπάρξει,τον θυμόμουν αμυδρά σε γκαλλερί κι εκθέσεις μου,ίσως μάλιστα να μου τον είχαν συστήσει κάποτε.Παράξενο,σκέφτηκα.Ξάπλωσα στο ντιβάνι με την ελπίδα να μην του είχα πουλήσει ποτέ κάτι-φαινόταν άνθρωπος με αρκετά καλό γούστο. Ήξερε την τέχνη του.Μου μιλούσε αργά,έκανε σαφείς ερωτήσεις,και ποτέ δεν τον έβλεπα.Φυσικά ήταν αδύνατον να μου επιβληθεί ως φωνή του Θεού,όπως είναι ο σκοπός αυτού του τεχνάσματος.Είναι έτσι κι αλλιώς μάταιο να προσπαθείς να ξεψαχνίσεις μια ψυχή χωρίς συγκεκριμένο σώμα.Μόλις ξάπλωσα στο ντιβάνι,ένοιωσα να με διαλύει η απάθεια αυτού που ήμουν-μια αφηρημένη ιδέα ψυχής,κάτι σαν ακαθόριστη φιγούρα που ταξιδεύει ανά τους αιώνες.Ο ευφυής γιατρός συνομιλούσε εν αγνοία του με κάτι σαν πίνακα ή γλυπτό ή νωπογραφία σε τοίχο,μ’ένα λιθάρι της Πόντε Βέκκιο ή με κάποιο φυτό που αλλάζει με τις εποχές σχήματα και χρώματα και άνθη.Κατέβαλλα μεγάλη προσπάθεια για να συγκεντρώσω την σκέψη μου γύρω απ’την θεατρική παράσταση του δυστυχισμένου Παύλου.Κι αυτό μόνο όταν άρχισαν οι ερωτήσεις για τον έρωτα. Ομολόγησα την ομοφυλοφιλία μου χωρίς καμμία διάθεση να τον τρομάξω ή να τον συγκινήσω.Μίλησα για τον Δημήτρη,για το κενό που είχε αφήσει στην ζωή μου ο θάνατός του,για την νοσταλγία και τον πόθο. «Πιστεύεις ότι δεν πέθανε;» με ρώτησε κάποια στιγμή. Ένα φευγαλέο κύμα θυμού με διαπέρασε στο άκουσμα της απλούστευσης.Πόσο ανώριμος θεωρούσε ότι είμαι,ακόμη και μες στην διαταραχή μου; «Όχι,πιστεύω ότι πέθανε,» απήντησα ψυχρά. «Σκέφτεσαι πως δεν θα ερωτευτείς ποτέ ξανά;» επέμεινε. Κυριεύτηκα από αρνητισμό,ο άνθρωπος έκαμνε καλά την δουλειά του. Ήθελα να λέω συνεχώς «όχι». «Όχι,σκέφτομαι πως θα ερωτευτώ ξανά.» «Κι αυτό δεν σου δίνει ελπίδα;Χαρά;» «Όχι.» «Γιατί;» «Γιατί δεν μπορώ να κάνω έρωτα.» «Δεν μπορείς να κάνεις έρωτα τώρα.» 59


«Όχι,δεν μπορώ να κάνω έρωτα ποτέ.» Μεσολάβησαν μερικές στιγμές σιωπής απ’τη μεριά του,στη διάρκεια των οποίων απολάμβανα την μηδαμινή ευτυχία της σκανδαλιάς μου.Δεν σκόπευα να το παρακάνω με την υπεροψία-άλλωστε ήμουν εκεί για να αποδείξω πως ήμουν υγιής-αλλά ήθελα να τον βασανίσω λίγο.Αρκετά είχα βασανιστεί ο ίδιος,έστω κι αν δεν ήταν εκείνος ο βασανιστής μου.Στην ψυχανάλυση ξέρω πως αγοράζεις το δικαίωμα να εκδικείσαι τον ψυχαναλυτή σου για όσα δεν σου έχει κάνει. «Εννοείς ότι είσαι παρθένος;» ρώτησε μετά από λίγο. «Όχι,» του απήντησα, «κάθε άλλο.» «Άρα γιατί μου λές πως δεν μπορείς να κάνεις έρωτα ποτέ;Μήπως αυτό έχει να κάνει με τον Δημήτρη;Θα ήθελες να πεθάνεις κι εσύ;» «Κάποιες φορές το σκέφτομαι.Αλλά δεν έχει να κάνει με τον Δημήτρη.» «Πιστεύεις πως αν ήσουν κι εσύ νεκρός θα βοηθούσε;» «Μόνον εμένα.Ίσως.» Άκουγα το στυλό να ξύνει το σημειωματάριο.Σκεφτόμουν τα ονόματα των φαρμάκων,τα εξωτικά κι ατελέσφορα γιατρικά της τρέλλας που ίσως απόφάσιζε να μου επιβάλλει μετά το τέλος της συνεδρίας.Που δεν θα έπαιρνα ποτέ. «Φαντάζεσαι ότι μπορεί να τον ξανασυναντήσεις;» «Όχι.» «Δεν σε τρομάζει ο θάνατος;» «Όχι.» «Γιατί;» «Γιατί να με τρομάζει;» «Γιατί θα πάψεις να υπάρχεις.» «Έτσι νομίζετε,» κι άναψα τσιγάρο χαμογελώντας.Καρδιοχτυπούσα. «Δηλαδή πιστεύεις στην αθανασία της ψυχής.» «Της δικής μου,ναί.» Ακολούθησε άλλη μια βαριά σιωπή,κι έπειτα ο γιατρός είπε δειλά: «Καταλαβαίνεις βέβαια πως όλα αυτά είναι σχηματικά,έτσι;» Στο σημείο αυτό ένοιωσα στ’αλήθεια να εκνευρίζομαι,κι έτσι σηκώθηκα απ’το ντιβάνι απότομα,και τον κάρφωσα με το πύρινο,γκρίζο βλέμμα του Παύλου.Πάντοτε μ’εξόργιζαν οι φυσικοί επιστήμονες-πάνω απ’όλους δε οι γιατροίπου μες στην θλιβερή τους άγνοια τολμούν να διακηρύσσουν το αναπόδραστο των φυσικών νόμων.Εκείνη τη στιγμή θα ήθελα πολύ να βγώ στον προθάλαμο, να αρπάξω την γραμματέα του απ’τα μαλλιά,να την ξαναφέρω μέσα και να την γαμήσω μπροστά στα μάτια του,για να του δείξω πόσο μάταιος ήταν ο κόσμος της σκέψης που τον είχε αναθρέψει,και για τον οποίο έτρεφε τέτοια αλαζονική πίστη. «Δεν νομίζω πως έχω να σας πώ κάτι άλλο,» είπα,κρύβοντας τον εκνευρισμό μου για να του προσφέρω ένα μάθημα. «Η οξυδέρκειά σας κι οι ενδεχόμενες καλές προθέσεις σας δεν μπορούν να αποκαταστήσουν την ευτυχία μου.» Και μ’αυτά τα λόγια έφυγα δια παντός απ’το ιατρείο του.

60


18 Κάποια στιγμή αποφάσισα να καταπιέσω την αναπηρία της απώλειας του Δημήτρη,όπως κάποιος με κομμένο πόδι που αποφεύγει τις ανηφόρες.Έκανα την πραγματικότητά μου όσο πιο ανώδυνη μπορούσα,γεμάτη μικρές συγκινήσεις και μικρές υποχρεώσεις,που σκοπό τους είχαν να με αποσπάσουν απ’τη σκέψη πως ήμουν και πάλι,όπως πάντα,μόνος μου στη ζωή. Μιας κι ήταν ακόμα καλοκαίρι,και δεν υπήρχε η λύση της Σχολής,γράφτηκα σ’ένα φροντιστήριο γαλλικών,όπου-αρχάριος υποτίθεται-απολάμβανα το θαυμασμό μιας ομάδας παιδιών και καθηγητών που ξαφνικά συναντούσαν στο πρόσωπό μου ένα παιδί-θαύμα,τον Μότσαρτ της γλωσσομάθειας.Τέτοιες ταπεινές ευτυχίες συνήθως κάνουν υποφερτή την ζωή των δαιμονιστών. Περνούσα επίσης πολλές ώρες με τους γονείς μου,ακολουθώντας τους σε θερινά σινεμά,σε θέατρα,ακόμη και σε δείπνα με μεσήλικες φίλους τους,οι οποίοι, απ’ό,τι καταλάβαινα,εκπλήσσονταν με την παρουσία μου εκεί-και μάλιστα με μονόχρωμο παντελόνι και πουκάμισο-σχεδόν όσο κι οι ίδιοι μου οι γονείς, που με συνόδευαν.Πραγματικά μειδιούσα με την σκέψη του τί είδους άνθρωπος ήταν αυτός ο Παύλος,για να έχουν τέτοια εικόνα.Εγώ,αν και στο μεγαλύτερο μέρος αυτών των τραπεζιών έμενα βουβός παρατηρητής,έβρισκα τις συζητήσεις των φίλων των γονιών μου ενδιαφέρουσες.Τουλάχιστον πολύ πιο ενδιαφέρουσες από εκείνες που θα έπρεπε να υπομείνω αν έβγαινα με συνομηλίκους μου. Το μόνο που απέφευγα συστηματικά ήταν η θάλασσα.Κατ’αρχήν,πάντα με τρόμαζε η ιδέα να αιωρούμαι στο υγρό περίβλημα ενός γκρεμού που στο βάθος του,έστω και το μη ορατό,βρίσκονται γιγάντια ψάρια ή ο Λεβιάθαν.Ήταν ενδεικτικό της προσκόλλησής μου στον Δημήτρη το ότι την είχα ανεχτεί μετά από αιώνες αποκλειστικής διαβίωσης στην ξηρά.Επιπλέον,τα παραθαλάσσια θέρετρα είναι τόποι μαρτυρίων για κάθε δαιμονιστή-αρκεί κανείς να σκεφτεί τα παρατεταγμένα γυμνά σώματα.Αλλά κι όταν απέρριπτα κάποια τέτοια πρότασή τους για γουήκ-έντ στις ανυπόφορες Κυκλάδες,οι γονείς μου θεωρούσαν πως ήμουν πολύ εύθραυστος για να με πιέσουν και πολύ ευέξαπτος για να αναβάλλουν οι ίδοι εξ’ αιτίας μου,και πήγαιναν μόνοι τους.Ίσως να υπέθεταν πως στη διάρκεια της απουσίας τους πρόσθετα στην θεραπευτική μου αγωγή το αλατοπίπερο κάποιου λαθραίου εραστή.Τεράστια πλάνη. Στα κενά Σαββατοκύριακα,μόλις έφευγε η γυναίκα που καθάριζε το σπίτι, κλείδωνα πόρτες και παράθυρα,έβγαζα όλα μου τα ρούχα,και περιφερόμουν γυμνός,κάνοντας έρωτα με τον εαυτό μου,το είδωλό μου,και με όσα ερωτικά βοηθήματα διέθετα.Βαθμηδόν κατήργησα τα εικονικά τέτ-α-τέτ στο ίντερνετ κι αφοσιώθηκα ολόψυχα στην πορνογραφία΄ το κακέκτυπο ενός ολοκληρωμένου έργου είναι συχνά λιγότερο βασανιστικό απ’την ημιτελή εκδοχή του. Η ζωή μου υιοθετούσε,ελλείψει άλλων συγκινήσεων,την παραίτηση του μισόυπνου.Της κατάστασης πριν από έναν μάταιο ύπνο που δεν γιατρεύει τίποτε,αλλά και που είναι αδύνατον να αποφύγεις αν δεν θέλεις να προσθέσεις κι 61


άλλες πληγές,ή κάτι σαν μελαγχολικό ξύπνημα Κυριακής,χωρίς προορισμό,μ’ένα αδιόρατο βάρος ευθύνης απ’το οποίο δεν μπορείς να απαλλαγείς,και που όμως δεν μπορείς και να το αντέξεις.Ζούσα μια παρατεταμένη Κυριακή, σαν να άλλαζα διαρκώς πλευρό σε ιδρωμένα σεντόνια που μυρίζαν απ’την πλήξη μου. Μέσα στην απραξία μου άρχισα να χάνω τις ασήμαντες μνήμες που αφορούσαν την τωρινή μου ταυτότητα,κάτι που μου συνέβαινε πάντα όταν βαριόμουν μια ζωή μου.Έστρεφα λόγου χάρη το κεφάλι σε κάποια ερώτηση της μητέρας μου,και την κοιτούσα μ’ένα απλανές βάθος που η ψυχή του Παύλου ποτέ δεν είχε κρύψει πίσω απ’τα παράθυρά της,ή απαντούσα,αφηρημένος,με λέξεις που εκείνος ίσως να μην γνώριζε κάν.Κι η απορία της,ο στιγμιαίος τρόμος,ήταν σχεδόν το μόνο ερέθισμα στις ατέλειωτες μέρες που με περίμεναν.Όσο κι αν με ενοχλούσε η προσπάθεια που έπρεπε να καταβάλλω για να παραμείνω πιστός στον ρόλο του Παύλου,η προσπάθεια αυτή ήταν κι η μοναδική συγκίνηση που η ζωή του-εν προκειμένω-είχε να μου προσφέρει. Κάποιες στιγμές ένοιωθα την τριβή να μεγαλώνει δίχως λόγο,έμπλεκα σε αναίτιους καυγάδες με τους γονείς μου σαν ζαλισμένο ζώο που χτυπιέται στα κάγκελα του κλουβιού του.Με κυρίευε μια πρωτόγνωρη υστερία,βαθύτατα ανθρώπινη,που όμως μόλις καταλάγιαζε,και σκεφτόμουν πως δεν ήμουν άνθρωπος και πως δεν είχα κανέναν λόγο να ουρλιάζω γι’ανθρώπινα ζητήματα,με έκανε σχεδόν να τους μισώ,να εύχομαι τον θάνατό τους για να μείνω μόνος,όπως εν τέλει-το είχε αποδείξει η πείρα αιώνων-ήταν καλύτερα για όλους. Είναι περίεργο πράγμα οι επιθυμίες που δεν εκφράζονται.Οι ανομολόγητες ευχές της στιγμής.Είναι σαν τις αστραπές.Μια λάμψη που εκρήγνυται,κι αν δεν ακολουθήσει η βροντή,ένας κεραυνός,αν είναι στ’αλήθεια απομακρυσμένες, δεν τους δίνεις σημασία.Κάποιες φορές όμως αποτελούν προοίμιο θεομηνίας. Ίσως μάλιστα,εμείς που είμαστε κρατήρες άφατων πόθων,και παιδιά του υπερφυσικού,ίσως να έχουμε την εύνοια του πεπρωμένου. Ιδίως όταν οι ευχές μας είναι στην πραγματικότητα κατάρες.

19 Ήταν στην αρχή του Σεπτέμβρη όταν η μητέρα μου μου ανακοίνωσε πως θα έφευγαν με τον πατέρα μου για ένα Συνέδριο Οφθαλμολογίας στην Γενεύη. Την άκουγα χωρίς να δίνω σημασία παρά σε όσες πρακτικές λεπτομέρειες με αφορούσαν απόλυτα: ο χρόνος της απουσίας τους,τα χρήματα που θα μου αφήναν,κι η καθ’όλα τυπική ερώτηση αν ήθελα να τους ακολουθήσω.Αρνήθηκα.Δεν έχω καμμία συμπάθεια στις όμορφες πόλεις,μου θυμίζουν ακόμα πιο δραματικά την άσχημη ζωή μου.Επιπλέον αρνήθηκα την επικουρία της οικιακής μας βοηθού,που είχε προσφερθεί να έρχεται κάθε μέρα για να μου μαγειρεύει. «Πιστεύω πως τ’αποθέματα των βιταμινών στο σώμα μου μπορούν ν’αντι-

62


σταθμίσουν δέκα μέρες κακής διατροφής,» της είπα,και γύρισα πάλι το βλέμμα στο τραγούδι που κατέβαζα την ίδια στιγμή απ’το ίντερνετ. Η έγνοια που ίσως δαπανούσαν για λογαριασμό μου καθώς ετοίμαζαν τα πράγματά τους μου ήταν παγερά αδιάφορη.Αν τους ευχαριστούσε,ας γύριζαν τον κόσμο,από συνέδριο σε συνέδριο.Σκεφτόμουν πως θα προτιμούσα να μην επέστρεφαν ποτέ,θα ήταν πολύ βολικό αν το αεροπλάνο τους έπεφτε και κληρονομούσα άμεσα την αξιοσέβαστη περιουσία τους. Η πτήση τους έφευγε ξημερώματα,νομίζω Παρασκευής.Στις οχτώμιση περίπου ξύπνησα κακοδιάθετος,δεν είχα ακούσει το ταξί που τους είχε πάρει για το αεροδρόμιο,ήθελα να πιώ καφέ και μ’εκνεύριζε η ιδέα να τον φτιάξω μόνος. Αγουροξυπνημένος και κακομαθημένος σαν αρσενικό μοναχοπαίδι,άναψα το πρώτο τσιγάρο και σωριάστηκα μπροστά στην τηλεόραση του σαλονιού,που είχε γίνει ο αχώριστός μου σύντροφος.Δεν είχα ανοίξει τα παράθυρα,όλα ήταν σκοτεινά.Έτσι,όταν η φωνή της τηλεπαρουσιάστριας ακούστηκε,με την επιβεβλημένα τραγική άρθρωση να τονίζει την κάθε λέξη σαν σε όπερα,ξαφνιάστηκα.Το τσιγάρο μου έπεσε απ’το χέρι. 222 νεκροί στις Άλπεις,έλεγε ο υπέρτιτλος,η παρουσιάστρια ήταν στριμωγμένη σ’ένα παραθυράκι στη βάση,ενώ από πάνω της,σαν κορώνα θανάτου, τρεμοπαίζαν τα πρώτα πλάνα από ένα ελικόπτερο ξένου καναλιού,που απεικόνιζαν τα φλεγόμενα συντρίμια ενός αεροσκάφους ελβετικών αερογραμμών. Δεν χρειάστηκε να ακούσω το θλιβερό νέο για την εθνικότητα ορισμένων επιβατων,ούτε φυσικά να τηλεφωνήσω πουθενά.Η πτήση θα διαρκούσε σχεδόν τρείς ώρες,το αεροπλάνο βρισκόταν σε κάθοδο.Θα περίμενα και θα μου τηλεφωνούσαν.Όχι οι γονείς μου,φυσικά. Το μόνο που υπήρχε στο μυαλό μου εκείνη την στιγμή,καθώς μάζευα στα τυφλά την στάχτη από το μάρμαρο με το βλέμμα μου καρφωμένο στην οθόνη,ήταν αυτός ο αριθμός: 222.Η σκανδαλιάρικη άλγεβρα της μοίρας.Αναρωτιόμουν αν είχαν προσθέσει και το πλήρωμα,αν είχαν κάνει λάθος.Ήλπιζα πως όχι,μου άρεσε αυτό το στρόγγυλο νούμερο.Όσο κι αν ακούγεται διεστραμμένο,χαιρόμουν που οι γονείς μου είχαν συμπληρώσει σ’αυτό το τελικό 2. Χαιρόμουν όμως και για έναν άλλο λόγο.Γιατί σκεφτόμουν πως ανάμεσα σ’αυτούς τους επιβάτες θα μπορούσε να βρίσκεται και κάποιος δαιμονιστής,που ίσως να μην επιθυμούσε ακόμη τον θάνατό του,και που όμως τώρα είχε γίνει αίμα και στάχτη και κόκκαλα μαζί με τους υπόλοιπους,χωρίς η ψυχή του να μπορεί να μολύνει άλλους ανθρώπους,κλέβοντας τις ζωές τους.Που στη θέση του θα μπορούσα να βρίσκομαι εγώ.Η σκέψη αυτή μου αναπτέρωνε το ηθικό.

63


Αηδία

1 Ο θάνατος των γονιών μου σημάδεψε το πέρασμά μου στην απόλυτη μοναξιά.Το ένοιωσα κιόλας εκείνο το πρωί,κι ας μην έφταιγα απόλυτα,το ένοιωσα κι αργότερα,πολύ πιο πικρά,από δικό μου σφάλμα.Έβαζα τον καφέ στην καφετιέρα κι ετοιμαζόμουν για το καινούριο πένθος,όταν η σκέψη ανέτειλε,τονίζοντας το σκοτάδι του σπιτιού: Είναι στη φύση των ανθρώπων να φέρνουν άλλους ανθρώπους κοντά τους.Εγώ είχα μόλις μείνει,για πολλοστή φορά,μόνος. Ένοιωθα λοιπόν σαν αποτυχημένος ηθοποιός.Που όχι μόνο δεν έχει παίξει καλά τον ρόλο του,αλλά που στέκεται απέναντι σ’ένα άδειο θέατρο,όπου δεν υπάρχει κανείς να τον χειροκροτήσει,να τον φτύσει,να τον λούσει με βρισιές και κατάρες,ακόμα και να τον σκοτώσει.Που σηκώνει το βλέμμα με απόγνωση στην οροφή της σκηνής και βλέπει τα σκοινιά και τα τσουβάλια και προσεύχεται κάτι να πέσει στο κεφάλι του και να σωριαστεί νεκρός,για να μην χρειάζεται να εξακολουθήσει το κακό του παίξιμο αιώνια,μπροστά στο ανύπαρκτο κοινό. Καμμία ελπίδα.Η παράσταση έπρεπε να συνεχιστεί.

2 Το έλεος της μοίρας φαίνεται πως εξαντλήθηκε στην διευθέτηση των τυπικών ζητημάτων,που εκείνη την στιγμή τουλάχιστον πρόβαλλαν ως το ζοφερότερο φορτίο που όφειλα να επωμισθώ στην καινούρια μου ζωή. Η οικογένειά μου απεδείχθη πυρηνική.Στοιχειώδης.Στην εικονική κηδεία των γονέων μου-εικονική,γιατί τα πολυτελή φέρετρα ήταν γεμάτα μόνο με τις αναμνήσεις των παρευρισκομένων,δηλαδή άδεια-συνάντησα μόνο έναν ή δύο μακρινούς συγγενείς,οι οποίοι δεν απαίτησαν εξομολογήσεις ή καταμερισμό της οδύνης.Το κατεβασμένο μου κεφάλι και το απλανές βλέμμα μου,προϊόντα και τα δύο μάλλον πλήξης κι αμηχανίας παρά πόνου,ερμηνεύτηκαν όπως ήλπιζα,κι όλοι με άφησαν στην ησυχία μου. Την ίδια κατατονική μακροθυμία επέδειξα και σε όσους συνεργάτες των γονιών μου εμφανίστηκαν τις επόμενες μέρες στο σπίτι,φέρνοντάς με ο καθένας προ των υποτυπωδών ευθυνών μου.Στην πλειοψηφία τους ήταν άχρωμοι δικηγόροι,ευγνώμονες απ’όσο έκρινα για την σιωπηλή μου προθυμία να συνεργαστώ και ν’απαλλαγώ από δαύτους το ίδιο γρήγορα όσο κι εκείνοι επιθυμούσαν ν’απαλλαγούν από εμένα.Το ιατρείο της μητέρας μου πουλήθηκε μαζί με τον εξοπλισμό του μέσα σε δέκα μέρες,ενώ η Κλινική θα συνέχιζε την λειτουργία της 64


υπό την διεύθυνση των πλέον στενών συνεργατών του πατέρα μου.Ήμουν βέβαιος πως εκτός απ’το επώνυμό του,και κάποια φρικαλέα προτομή για σωσίβιο των ενοχών που τους βαραίναν,οι συνεργάτες αυτοί θα κρατούσαν κι ένα σημαντικό τμήμα εσόδων της Κλινικής που κανονικά μου αναλογούσε για λογαριασμό τους,βέβαιοι πως θ’αδυνατούσα να τους ελέγξω.Όμως εγώ σκόπευα να παραστήσω τον ανίδεο ούτως ή άλλως,αφ’ενός γιατί το να αφαιρέσεις την φιλαργυρία από έναν γιατρό είναι δυσκολότερο κι απ’το να του αφαιρέσεις την ζωή,κι αφ’ετέρου γιατί τα κέρδη της Κλινικής που περισσεύαν εν τέλει για μένα,προστιθέμενα στην ακίνητη περιουσία και τις καταθέσεις σε μετρητά που είχαν περιέλθει στο όνομά μου-έστω και μετά το πλιάτσικο της ελλαδικής εφορίας-αρκούσαν και με το παραπάνω για την πολυτελή μου διαβίωση.Φρόντισα μόνο,πριν κλείσω οριστικά την πόρτα στους ανεπιθύμητους επαίτες με τα κοστούμια,να οργανώσω τις υπερχειλίσεις αυτού του Πακτωλού σε μηνιαία βάση,σαν εισόδημα σε έναν λογαριασμό,απ’όπου θα εξέπιπταν όλα τα πάγια κι έκτακτα έξοδα του σπιτιού.Ακόμη προμηθεύτηκα μια πιστωτική κάρτα πρακτικώς απεριορίστου πίστωσης, της οποίας οι κινήσεις θα ελέγχονταν μόνον από μένα. Όμως τίποτα απ’όλα αυτά δεν κατάφερε να με προφυλάξει απ’την παρακμή που κάλπαζε αόρατη να με συναντήσει.Όπως συνηθίζουν να λέν οι θνητοί-και δή οι φτωχοί,που αισθάνονται καλύτερα μέσα από αυτή την εξίσωση,αφού κανένας πλούσιος δεν ακούστηκε ποτέ να προφέρει τα συγκεκριμένα λόγια-το χρήμα μου δεν ήταν αρκετό για να αγοράσω την ευτυχία.

3 Οι υπηρέτριες εκδιώχθησαν.Τα δωμάτια των γονιών μου σφραγίστηκαν. Τα παράθυρα παρέμειναν κλειστά και το σπίτι βυθίστηκε σ’ένα πηχτό σκοτάδι, που μύριζε ολοένα εντονότερα καπνό,ανακυκλωμένο απ’τα κλιματιστικά. Τρεφόμουν με πίτσα,σουβλάκια,χάμπουργκερς,κόκα-κόλα.Τα μαχαιροπήρουνα έστεκαν σαν μικροσκοπικές πανοπλίες ιπποτών,άχρηστα.Δεν αναγνώριζα ως τρόφιμα τα πολύπλοκα,δυσκολοχώνευτα εδέσματα των καταλόγων που έβρισκα σε κάθε καινούρια παραγγελία,κι ωστόσο ήταν αδύνατον να κινητοποιηθώ,να πάω για ψώνια,να μαγειρέψω.Αδιανόητο.Μετά βίας πετούσα τα σκουπίδια,όταν πλέον άρχιζαν να μυρίζουν επικίνδυνα. Ο λαιμός μου ήταν μονίμως ξερός,δέσμιος κάποιου ερεθισμού που δεν υποχωρούσε,κι έβηχα σχεδόν όλη μέρα,ρυθμικά,μετά από κάθε ρουφηξιά του τσιγάρου μου.Σύντομα άρχισα να χάνω τούφες μαλλιά στο λούσιμο,κι ένα πρωί, πλένοντας τα δόντια μου μετά από μέρες,έφτυσα κι ο νεροχύτης γέμισε πιτσιλιές κατακόκκινου αίματος.Είχα πάθει αβιταμίνωση.Αλλά δεν θα έβγαινα στον ήλιο, δεν θα πήγαινα στην θάλασσα,αδιαφορούσα για το ιώδιο και τα εσπεριδοειδή και την επιδείνωση της υγείας μου.Όσο για να κρατηθώ στην ζωή,ήμουν βέβαιος πως θα το κατάφερνα,με ορισμένες ταμπλέττες βιταμινών που παράγγελνα από 65


ένα συγκεκριμένο πρακτορείο.Το ίδιο που είχε αναλάβει τα πλέον απαραίτητα ψώνια,τα τσιγάρα,τον καφέ μου.Εγώ δεν ήξερα την διαφορά της νύχτας απ’την μέρα.Κι ούτε έβγαινα για να τους συναντήσω,τους αγνώστους που με συντηρούσαν όπως-όπως.Απλώς άνοιγα την πόρτα κι άφηνα τα χρήματα στο τραπεζάκι του χώλ,εξασφαλίζοντας εκ των προτέρων την ευσυνειδησία τους με μεγάλα φιλοδωρήματα.Στην αρχή ορισμένοι φώναζαν στο κενό,αλλά σύντομα προσαρμόστηκαν,έπαιρναν τα κατά πολύ επαρκέστερα της αμοιβής τους χαρτονομίσματα, κι έφευγαν κλείνοντας την πόρτα.Ίσως να σκέπτονταν πως ήμουν κάποιο τέρας, κάποιος δυστυχής παραμορφωμένος,που κρυβόταν από αμοιβαίο τρόμο.Μπορούν και οι διανομείς να είναι διορατικοί. Ωστόσο ο πραγματικός λόγος ήταν άλλος.Όπως πάντοτε,σε όλους όσους πλήττουν απελπιστικά,ανθρώπους ή δαιμονιστές,η μοναξιά των τελευταίων εβδομάδων είχε εκτοξεύσει την ερωτική μου διάθεση σε ασύλληπτα ύψη. Αυνανιζόμουν διαρκώς κι ήμουν διαρκώς σε στύση.Το δεξί μου χέρι,ιδίως τα οστά του καρπού,ήταν μονίμως καταπονημένα,ο χαλινός του πέους μου έκαιγε.Επιπλέον,για να αποφεύγω την αποπνικτική παγωνιά του κλιματισμού,συχνά τον έσβηνα και κυκλοφορούσα γυμνός.Ή μάλλον κυκλοφορούσα συνέχεια γυμνός, κι απλώς όταν έκανε ζέστη ένοιωθα την γύμνια μου εντονότερη.Έλεγα πως το έκανα για να μην χρειάζεται να πλένω τα ρούχα μου.Στην πραγματικότητα,ήθελα να βλέπω το σώμα μου στους καθρέφτες,που τους είχα μεταφέρει γι’αυτό τον σκοπό,όλους,σε διάφορα σημεία των διαδρόμων του σπιτιού.Μια φευγαλέα ματιά του κώλου μου στο σκοτάδι γεννούσε αργότερα την φαντασίωση ενός καλλίπυγου νέου που σοδόμιζα.Ή ήμουν εγώ αυτός.Και οι δύο.Ένας ξένος.Η αποκτήνωση έφερνε σιγά-σιγά την αποξένωση.Πάντως απέφευγα να εκτίθεμαι κατά πρόσωπον στους προμηθευτές μου.Θα έπρεπε να είναι πραγματικά αποκρουστικοί για να μην μου έρθει η παρόρμηση να τους γαμήσω. Πριν πεθάνουν οι γονείς μου φανταζόμουν τις ώρες της ενδεχόμενης μοναξιάς μου στο μέλλον πολύ πιο γαλήνιες.Μακάριες.Βυθισμένες σε βιβλία και μουσική,κι ίσως ταξίδια – μια ανώδυνη κοινωνική ζωή. Η διάψευση ήταν κολοσσιαία.Αντί για όλα αυτά,είχα γίνει ένα στρείδι που απομυζούσε τους βουβώνες τους.Η καθημερινότητά μου,δίχως μοιρασμένες ώρες και δίχως κανένα στόχο,ήταν φρενήρης κι εξοντωτική,χωρίς ωστόσο να περιέχει τίποτε απολύτως.Παρατούσα στην πρώτη σελίδα όποιο βιβλίο έπιανα,η μουσική μου έφερνε πονοκέφαλο.Έβλεπα μόνο τηλεόραση μέχρι να αποκοιμηθώ,και τις υπόλοιπες ώρες τις περνούσα καρφωμένος στον υπολογιστή,το άντρο του ερωτικού μου αυτισμού. Χρησιμοποιώντας την προαναφερθείσα πιστωτική κάρτα σε συνδυασμό με την μαγεία της ελεύθερης αγοράς,έφτασα τολμώ να πώ στα όρια του αυτοερωτισμού.Ήμουν απ’τους πρώτους-κι ίσως απ’τους ελάχιστους-στον κόσμο που παρήγγειλα ομοιώματα ανθρώπων φτιαγμένα για τρυφερούς σκοπούς.Αλλά όχι αυτά τα ανθρωπόμορφα μπαλόνια με το έκπληκτο στόμα.Επρόκειτο για 66


άψογες απομιμήσεις,που η καθεμιά τους στοίχιζε όσο ένα μικρό διαμέρισμα.Ένας μελαχροινός άνδρας κι ένας με καστανά μαλλιά.Πανέμορφοι.Τους εξαντλούσα κι έπειτα τους τοποθετούσα ανάσκελα στο κρεβάτι των γονιών μου,σκεπάζοντάς τους μ’ένα σεντόνι ως τον λαιμό.Τόσο η γύμνια όσο κι η πλήρης κάλυψή τους μου φαινόταν τρομαχτική. Επίσης,μιας κι η πρωτύτερη κλίση του Παύλου μου το επέτρεπε,εκείνες τις αδιευκρίνιστες μέρες ή νύχτες γάμησα τον εαυτό μου με ομοιώματα όλων των σχημάτων κι όλων των χρωμάτων.Το δωμάτιο αντηχούσε απ’το βόμβο της ντροπής, καθώς λαχανιασμένος πάσχιζα να συγχρονίσω τις κινήσεις του μισού μου σώματος,αυτού που με γαμούσε,με το άλλο μισό που γαμιόταν.Διέκοψα αυτή την θλιβερή συνήθεια την πρώτη μέρα που έφαγα πολύ πριν κοιμηθώ, ξύπνησα χεσμένος,και διαπίστωσα κατόπιν στο μπάνιο πως το χέρι μου χωρούσε ολόκληρο στον κώλο μου μέχρι τη βάση της ωλένης.Δεν ωφελούσε, αποφάσισα, να γίνω ακόμη πιο σιχαμερός απ’όσο ήδη ήμουν. Υπήρχε φυσικά η διέξοδος του εικονικού έρωτα με συνομιλητές απ’το ίντερνετ,ωστόσο την αναχαίτιζε η αδυναμία μου να συναντήσω τους καθ’όλα πρόθυμους επίδοξους εραστές μου.Ήταν απλώς ένας ανώφελος ερεθισμός το να εκθέτω περιπαθείς μου πόζες και να αυνανίζομαι ενώ συγχρόνως έπρεπε να πληκτρολογώ την-με αγγλικούς χαρακτήρες-ελληνόφωνη εκδοχή των επιφωνημάτων και των βογγητών μου.Γρήγορα κατήντησε γελοία υπόθεση,για την οποία ένοιωθα πως θα μου χρειάζονταν τουλάχιστον τρία χέρια.Είχα μόνο δύο. Τους πρώτους δυό μήνες πλήρωσα έναν ασύλληπτο λογαριασμό τηλεφώνου,εξ’αιτίας του phone sex.Αλλά κι αυτό με κούρασε,κι επιπλέον είχα αρχίσει,ζώντας ολημερίς σε απόλυτη σιωπή (η τηλεόραση δεν μου έμοιαζε πια το ίδιο ζωντανή) να τρομάζω με τον ήχο της φωνής μου.Δεν τον αναγνώριζα απόλυτα, κι ένοιωθα πως αυτό το καταλάβαιναν κι εκείνοι,οι βραχνοί μου επιβήτορες που μούγκριζαν ρωτώντας με το αυτονόητο.Ήταν κι αυτή μια αιτία που αποστράφηκα τις απομιμήσεις ερωτικών συνευρέσεων: η ηλιθιότητα των συνομιλητών. Δεν άντεχα να προσθέτω στην σωματική μου πείνα την ευθύνη ερωτικού υπαλλήλου που απαιτούσε η βλακεία αυτών των ανθρώπων.Έπρεπε μονίμως να απαντώ σε αυταπάντητα.Στο τέλος εξόρισα και το τηλέφωνο,κι επέστρεψα στην αρχαιότερη μορφή πορνογραφίας-την εικονοφιλία. Το DVD που είχε πάρει την θέση του βίντεο,περιέστρεφε αδιάκοπα στα επίπεδα σπλάχνα του κάποιο δίσκο πορνογραφικού περιεχομένου.Είχα αγοράσει καινούρια τηλεόραση,με οθόνη που σκέπαζε σχεδόν όλο τον τοίχο,είχα σύρει μόνος μου τα έπιπλα,και βάζοντας τα ηχεία-που ήταν σαν καμμένα σπιρτόξυλα σε μεγέθυνση-πίσω μου,αυνανιζόμουν,έχωνα τα δάχτυλα στο σάρκινο σπήλαιο του πρωκτού μου,και κλείνοντας τα μάτια πίστευα προς στιγμήν πως οι καλλίγραμοι νέοι που εκσπερματώναν γρυλλίζοντας στην οθόνη ήταν ζωντανοί,κι ότι κι εγώ έχυνα ανάμεσά τους,τα πόδια μου πλεγμένα με τα δικά τους στο σκοτάδι. Άλλοτε σερνόμουν σαν το ζώο,πλησίαζα στα τέσσερα κι έγλειφα το κρύσταλλο. Έγλειφα το πάτωμα,εκεί όπου θα έπεφτε το σπέρμα τους αν ήταν αληθινοί,κι έπειτα πολλές φορές έγλειφα και το δικό μου σπέρμα.Όταν αυνανιζόμουν καθι67


στός έσκυβα με λύσσα για να γλείψω το πέος μου μέχρι που άκουγα τον αυχένα μου να τρίζει,αλλά δεν παραιτούμουν,έπεφτα γυμνός στο πάτωμα,έφερνα τα γόνατα στους ώμους,άφριζα σαν λυσασσμένος σκύλος. Πολλές φορές,όταν κάποιες σταγόνες απ’το σπέρμα μου περνούσαν απαρατήρητες στο σκοτάδι και δεν τις καθάριζα αμέσως,οι πρωτεΐνες-που αν ήμουν άνθρωπος θα προορίζονταν,υποθετικά,για τα παιδιά μου-σάπιζαν μόλις έκλεινα το κλιματιστικό,και το σαλόνι πλημμύριζε με τη μυρωδιά του πεθαμένου αυγού.

4 Έχω αναρωτηθεί συχνά γιατί οι δαιμονιστές επιμένουν στην μετασωμάτωση.Για αιώνες μου φαινόταν ανεξήγητο. Δεν είναι μόνον ο φόβος του θανάτου,είμαι βέβαιος.Έστω κι αν κανείς εκτός απ’τον δημιουργό αυτής της Τραγωδίας δεν γνωρίζει τί ακριβώς θα συμβεί στις ψυχές όλου του Κόσμου μετά την εξάλειψή του,σ’εμάς υπάρχει αν μη τί άλλο το εχέγγυο της αθανασίας,που κρατάει απ’την δαιμονική μας ρίζα. Ήταν κάτι άλλο που μας έσπρωχνε από σώμα σε σώμα χωρίς την ηδονή, και κάποια στιγμή το ανακάλυψα. Το ανακάλυψα κοιτώντας το πρόσωπό μου σε μαυρισμένους μεσαιωνικούς καθρέφτες,σε καθρεφτάκια χεριού των Βερσαλλιών,σε βιτρίνες καταστημάτων της Ρώμης και πρόσφατα σε φωτογραφίες μου στην οθόνη του υπολογιστή.Το νοιώθουν καμμιά φορά κι οι άνθρωποι,όσοι καταφέρουν λόγω ευφυίας να βαρεθούν τη ζωή τους,ή αν επαναλάβουν πολλές φορές τ’όνομά τους. Η μορφή που μας δίνεται απ’την φύση, μας είναι ξένη.Οικεία στα μάτια όσων επαληθεύουν με την παρουσία τους την ύπαρξή μας,αλλά άγνωστη,αδιάφορη στον ψυχικό μας διερμηνέα.Αν δεν υπήρχαν άλλοι να μας ατενίσουν,θα μπορούσαμε να είμαστε λύκοι.Γουρούνια.Και πολλές φορές είμαστε. Σκεφθείτε λοιπόν πόσο πιο ξένο νοιώθει το κορμί,το πρόσωπο,τον εαυτό του,ένα πλάσμα που δεν γεννήθηκε φέροντας αυτό το ανοίκειο ένδυμα, αλλά το αντίκρυσε κάποτε, σαν ξένος,κι έπειτα το έκλεψε και το φόρεσε.Είναι φυσικό,κι ας αναπνέουμε με τα πνευμόνια του,κι ας παίρνουμε απ’το συρτάρι του καραμέλες ευτυχίας,κάποιες στιγμές να μας φαίνεται άγνωστο,και να μας κυριεύει απάνενατί του η ίδια αμεριμνησία όπως τον κλέφτη,που μπορεί να σπαταλήσει και την πιο μεγάλη περιουσία επειδή ποτέ δεν ήταν δική του,ούτε μόχθησε για να την αποχτήσει. Όπως λοιπόν οι κλέφτες μένουν πάντοτε φτωχοί από απροσεξία κι έτσι διαιωνίζουν τη ράτσα τους,κι οι δαιμονιστές,σαν μια παράγραφο που προσπερνάς σ’ένα μέτριο βιβλίο,καμμιά φορά χάνουν το σώμα και την ζωή τους.Κατά λάθος.

68


Είχα αντιληφθεί τον κίνδυνο αυτό από καιρό,κι ομολογώ πως τις μέρες που ο ορφανός πλέον Παύλος έγινε εξ’αιτίας μου ένα οικόσιτο βδέλυγμα,ένοιωθα τον κίνδυνο να μεγαλώνει.Η ζωή μου δεν ήταν δική μου,και το κυριότερο,είχα πάψει να την βρίσκω ευχάριστη.Ανά πάσα στιγμή,κινδύνευα να την πετάξω. Ο ηλίθιος.

5 Ήδη,μετά από έναν-δυό μήνες οικειοθελούς εγκλεισμού,είχα αρχίσει να ασφυκτιώ.Ήθελα να δώ ανθρώπους να μιλούν και να περπατάνε και να κάνουν ψώνια,και να χωθώ κι εγώ ανάμεσά τους και να κάνω το ίδιο.Η απομόνωση μ’έκανε να αισθάνομαι ακόμη πιο τερατώδης απ’όσο ήμουν. Ακόμα θά’πρεπε να εμφανιστώ στο Πανεπιστήμιο,για λόγους τυπικούς και μόνον.Δεν σκόπευα βεβαίως ν’αποφοιτήσω απ’αυτό το στρεβλωτήριο της γνώσης,δεν είχα κανενός την ματαιοδοξία να ικανοποιήσω.Ωστόσο είχα ακούσει πως οι νέοι άνδρες που δεν παρίστανται, τουλάχιστον, στις σπουδές τους, διατρέχουν τον κίνδυνο απαγωγής απ’τον Ελληνικό Στρατό,και στην κατάσταση που ήμουν,αυτό ήταν το τελευταίο που ήθελα να μου συμβεί. Ωστόσο,σαν απειλητικό κρεσσέντο χάλκινων πνευστών κάτω από μια φαινομενικά μειλίχια μελωδία των εγχόρδων,ηχούσαν τα αληθινά αίτια της επιθυμίας μου να ξαναβγώ στον κόσμο.Οι άνθρωποι,η Φύση,μου είχαν στερήσει τον έρωτα.Κι εγώ ήθελα να τους εκδικηθώ. Το πέτυχα όπως και στο παρελθόν,τιμωρώντας αγνώστους για ένα κακό που δεν μου είχαν κάνει.Έγινα το μοιραίο τεκνό του Ψυχικού. Ένας όμορφος νέος,στ’αλήθεια,που ωστόσο ο εξοργιστικός του πλούτος τον έκανε να ακτινοβολεί.Αδιαφορώντας για τα κακεντρεχή σχόλια ή τον φθόνο που ενδεχομένως θα εισέπραττα με αυτές μου τις αντιδράσεις,πέρασα από το έρεβος σε μιαν εκτυφλωτική λάμψη.Ξυρίστηκα,κούρεψα τα μαλλιά μου σύμφωνα με εικόνες περιοδικών,πασάλειψα κρέμες στο πρόσωπο,στο σώμα και στα δόντια μου,κι επανήλθα σε μια κατάσταση παθολογικής νεότητας.Αγόρασα ρούχα πιο προκλητικά ακόμη από εκείνα που είχα πετάξει απ’την αρχική μου γκαρνταρόμπα.Ένα διθέσιο σπόρ αυτοκίνητο που θ’αποτελούσε φαντασίωση πολλών συνομηλίκων κι αμάτρητων πρεσβυτέρων μου.Γυαλιά,αναπτήρες,δαχτυλίδια, τσιγάρα,ό,τι κρατούσα κόστιζε ένα μικρό εισόδημα ταπεινού Αθηναίου. Περιέφερα εαυτόν με αδιαφορία σε μέρη που αντιπαθούσα,κι επεδείκνυα αυτή την επιπόλαιη λάμψη μου.Σε πρώτα τραπέζια νυχτερινών κέντρων που η μουσική τους μου έφερνε στομαχικές διαταραχές,μόνο και μόνο για να είμαι σε περίοπτη θέση,και να εισπράττω βλέμματα όλο απορία. «Ποιό είναι αυτό το

πουστράκι που κάθεται φάτσα-κάρτα στην πίστα μόνο του,χωρίς να πίνει και φορώντας μαύρα γυαλιά;» διάβαζα γραμμένο στα συνοφρυωμένα πρόσωπα 69


των θαμώνων.Το πουστράκι δεν είχε όνομα,ήταν μόνο του όσο κανείς,βαριόταν θανάσιμα,και φορούσε μαύρα γυαλιά γιατί συχνά αποκοιμιόταν και δεν ήθελε να φαίνεται.Αλλά εκτός απ’τον φθόνο ή την χλεύη,στα βλέμματα των ανρώπων που μ’αγγίζαν με άυλα χέρια,ένοιωθα και κάτι άλλο,που το επιζητούσα απεγνωσμένα.Ένοιωθα πόθο. Θυμάμαι να στέκομαι στην ταράτσα κεντρικού ξενοδοχείου,μ’ένα ποτήρι τόνικ στο χέρι,με το βλέμμα στην φωταγωγημένη Αθήνα,και να νοιώθω πίσω μου τα βλέμματα των άλλων να σκαρφαλώνουν στην πλάτη,το σβέρκο και το κεφάλι μου,σαν πεινασμένα κόκκινα μυρμήγκια της άμμου.Ήθελαν να ξέρουν ποιός είμαι,να γίνουν φίλοι μου,εραστές μου.Πολλά κορίτσια,το έβλεπα στο πρόσωπό τους,θα ήταν διατεθειμένα ακόμη και να με παντρευτούν-για να εξασφαλίσουν τί;Την ομορφιά και τον υλικό θρίαμβο ενός αυθεντικού αναγεννησιακού πορτραίτου.Που θα γαμιόταν δεξιά κι αριστερά.Δεν έδειχνε να τις πειράζει. Κάποιοι αποπειρώνταν να μου μιλήσουν,αλλά ήταν λίγοι,φοβισμένοι,και τους απαντούσα με έναν τρόπο που έκανε την αυτοπεποίθησή τους κονιορτό. Κατέβαζα τα μαύρα ή μπλέ ή πράσινα γυαλιά μου,τους κάρφωνα με τα γρανιτένια μάτια του μικρού,αχόρταγου κίναιδου, κληροδότημα του Παύλου Νοταρά, κι απαντούσα με κάποιο μείγμα αποφθεγμάτων,με σιβυλλικά διυλίσματα σοφίας που δεν θα μπορούσαν να ακούσουν ούτε απ’τους παππούδες των καθηγητών τους.Τους έβλεπα να φεύγουν μουδιασμένοι και να διαλύονται. Ήθελα να τους συντρίψω από πόθο.Όλους.Αφού δεν μπορούσα να τους γαμήσω,δεν θα μπορούσαν να με γαμήσουν ούτε αυτοί.Ήθελα να τους δώ να μαίνονται και μετά να τους τρίψω τη μούρη στο χώμα. Άρχισα να τραβάω τον κίνδυνο απ’τα μαλλιά,να γαργαλάω τα ρουθούνια του κοιμισμένου δράκου με γυμνό χέρι.Άρχισα να φλερτάρω. Έμπαινα για παράδειγμα σε κάποιο μπάρ προορισμένο για ανθρώπους μεγαλύτερους από μένα,αλλά όχι πολύ.Δεν ήθελα συνομηλίκους ή θαμώνες πουστράδικων,γιατί ο πόθος όλων αυτών ήταν δεδομένος κι επιδερμικός.Εγώ ήθελα να εξάψω και να συνθλίψω τους ανυποψίαστους. Στεκόμουν στο μπάρ κι ατένιζα με προσποιητή ανυπομονησία το κενό των προσώπων γύρω μου,σαν να περίμενα ανάμεσά τους να αναδυθεί ο έρωτας της ζωής μου.Και πάντα κάποιος προσφερόταν. Άνθρωποι όλων των ειδών: Ομοφυλόφιλοι που λόγω θέσης αδυνατούσαν να αλιεύσουν σε κλαμπ και σε πάρκα.Τριαντάρηδες,σαραντάρηδες,μεσήλικες. Που τους άφηνα να καθίσουν μαζί μου,να με κεράσουν ένα ποτό, μα που όσο ακόμη ήμουν σθεναρός,τους αρνιόμουν την συνέχιση της βραδιάς μας μ’ένα μελιστάλαχτο χαμόγελο πόνου,σαν να υπέφερα το ίδιο μ’εκείνους που δεν μπορούσαμε να ξεμοναχιαστούμε και να γαμηθούμε εις τους αιώνας. Ναυαγισμένες γυναίκες,που με πλησίαζαν ήδη ζέχνοντας αλκοόλ.Που τις είχαν εκμεταλλευτεί άσπλαχνοι άνδρες,κι απλώναν μ’ελπίδα τα χέρια στην μικρή,καλωσυνάτη αδελφή που τους μιλούσε με τόση ευστροφία και γλυκύτητα, και τις άφηνε να κλάψουν στην αγκαλιά του.Που η τρυφερότητά του,ήλπιζαν, 70


ίσως να μην τελείωνε εκεί,και να τις συνόδευε στο αυτοκίνητο,και να σκούπιζε τη λιωμένη σκιά απ’τα μάγουλά τους,κι όταν γυρίζαν σπίτι μαζί και τις έβαζε στο κρεβάτι,να ανακάλυπτε την αληθινή του κλίση,από μια γυναίκα ώριμη, με γνώσεις στον έρωτα.Και θα μου τον αποκάλυπταν αυτόν τον έρωτα, και θα με φέρνανε στον ίσιο δρόμο και θα με κρατούσαν κοντά τους για πάντα,έναν πανέμορφο νέο εραστή,ένα φάντασμα γιού,μια αρσενική παρηγοριά με θηλυκή ψυχή που θα τις γαμούσε όπως ένα ανοιξιάτικο αεράκι.Μόλις τα χαρτομάντηλα τελείωναν,κοιτούσα το ρολόι μου κι έλεγα: Όχι. Κατ’αυτόν τον τρόπο τσαλαπάτησα πλήθος ελπίδων.Κι επέστρεφα σπίτι άδειος,μα με την ευτυχία του φασίστα,που τα δάκρυα οργής κι οδύνης που έχει προκαλέσει είναι μια ανακούφιση γι’αυτά που δεν μπορεί να χύσει ο ίδιος,επειδή έτυχε να γεννηθεί τέρας κι ωστόσο-συμβαίνει και στα τέρατα-υποφέρει. Την ίδια χυδαία συμπεριφορά επαναλάμβανα-αλλά φριχτά μεγεθυμένηστις ηλεκτρονικές μου συναντήσεις με αγνώστους στο ίντερνετ.Όταν βράδυαζε λοιπόν,έμπαινα σε κάποιο chat room ομοφυλοφίλων,κι εξαπέλυα την πιο ανάλγητη,ασύδοτη,ανήθικη επίθεση σε επιλεγμένους ζητιάνους του έρωτα. Εξέθετα φωτογραφίες μου γεμάτες πορνογραφική ηδυπάθεια.Πόζες όπου κοιτούσα τον φακό,και άρα τον άγνωστο συνομιλητή μου,όλο λαγνεία,άλλοτε με τα μάτια μου κι άλλοτε γυμνός,με τον τυφλό οφθαλμό του πρωκτού μου προτεταμένο στα τέσσερα,να απορροφά τον πόθο τους ενόσω εγώ γραπτώς τους διαβεβαίωνα πως σύντομα θα απορροφούσε κι άλλα τους προϊόντα.Έκαμνα σύντομες συνεννοήσεις μαζί τους,αόριστες αλλ’απαιτητικές,που φανερώναν μιαν επείγουσα καύλα κι υπόσχονταν τα πάντα μές σε μία νύχτα.Τους κολάκευα,έπλαθα φαντασιώσεις της στιγμής και τους τις περιέγραφα,τάζοντας την πραγματοποίησή τους μόλις έρχονταν σπίτι μου.Τους έδινα κατευθύνσεις,μπερδεμένες ή ψεύτικες.Μου έδιναν το τηλέφωνό τους.Και πάνω που ετοιμαζόμουν να τους δώσω και το δικό μου,την στιγμή που είχα πληκτρολογήσει τα πρώτα τρία ή τέσσερα ψηφία,πάντα κάτι συνέβαινε κι η σύνδεσή μου κοβόταν.Τους φανταζόμουν να χτυπάν την οθόνη με γροθιές,να καταριούνται την τύχη τους.Να πιάνουν το ακουστικό και να πληκτρολογούν μανιασμένα τα ψηφία που είχα προλάβει να τους γράψω,μα να απελπίζονται μπροστά στο γεωμετρικό άπειρο των πιθανών αριθμών.Να ξεκινούν μέσα στη νύχτα να με βρούν στο σημείο που είχα συμφωνήσει να τους συναντήσω κι ας μην έχουν το τηλέφωνό μου,επαφιέμενοι στην έξαψή τους και στην καλή μου προαίρεση,που όμως δεν υπήρχε.Όπως συχνά δεν υπήρχε και το μέρος που τους περιέργαφα ως τόπο συνάντησης.Τέλος να ξενυχτούν εξαντλημένοι,ως το ξημέρωμα,περιμένοντας να ξαναμπώ στο chat room,χωρίς να δέχονται πως έχασαν ένα τέτοιο αγγελικό γαμήσι,με τα γεννητικά τους όργανα πρησμένα απ’το συσσωρευμένο σπέρμα,να πονούν.Έτσι καταλάγιαζε ο δικός μου πόνος,καθώς σκεφτόμουν σιωπηλός το αδιέξοδο στο οποίο οδηγούσα όλους αυτούς τους δυστυχείς.Μέσα μου,η μοχθηρή καρδιά μου ξεκαρδιζόταν,ούρλιαζε τον θρίαμβό της για να σκεπάσει την ηχώ της μοναξιάς.

71


Άλλες φορές πάλι,την στιγμή που η έξαψη κορυφωνόταν στα χωριστά μας πληκτρολόγια,έγραφα τα τέσσερα σατανικά γράμματα του λατινικού αλφαβήτου,κι αιτιολογούσα έτσι μια πρώιμη άρνηση,μιαν αδυναμία συνάντησης. Eimai foreas,έλεγα ξαφνικά,κι όλα πάγωναν. Κάποιοι με ρωτούσαν αν αστειεύομαι.Άλλοι εγκατέλειπαν αμέσως,ωστόσο στην πλειοψηφία τους,παρασυρμένοι απ’την ωραιότητα του νέου που αντίκρυζαν στις φωτογραφίες,αρνούνταν να πιστέψουν πως το πεπρωμένο τους είχε χτυπήσει τόσο σκληρά,πως δεν μπορούσαν να γαμήσουν αυτό το πλάσμα.Οι πιο πολλοί χρειάζονταν αλλεπάλληλες διαβεβαιώσεις από μέρους μου για να πεισθούν,κι ακόμη και τότε,οι μισοί και περισσότεροι ίσως,εξουθενωμένοι απ’τον πόθο,προσπαθούσαν να εκβιάσουν κάποια μέση λύση: Me ta katallila mesa profylaxis den kindynevei kaneis apo tous dyo mas. De me peirazei,eilikrina.Boroume na vrethoume ki aplws na syzitisoume. Isws na’xw ki egw,den exei simasia,μου είχε γράψει ο πλέον απελπισμένος. Έμενα άναυδος,αμήχανος. Τους άξιζε άραγε να έρθουν,να πεθάνουν,την στιγμή που από μόνοι τους έπαιρναν το ρίσκο;Έπρεπε να νοιώθω καλύτερα,υπήρχαν άνθρωποι τόσο δυστυχισμένοι όσο κι εγώ;Είχα πετύχει τον σκοπό μου; Όμως η δυστυχία του άλλου ποτέ δεν σε παρηγορεί,αν δεν έχεις απτά εχέγγυα ευτυχίας.Κι εγώ δεν είχα.Κι έτσι συνέχισα να σκορπίζω τη δυστυχία σαν να έφτυνα στον άνεμο.Έναν άνεμο που μοιραία,κάποια στιγμή,θα γυρνούσε κατά πάνω μου.

6 Βαθμηδόν αποθρασύνθηκα. Δεν μου αρκούσε να σκηνοθετώ από μακριά τις ερωτικές τραγωδίες μου. Ήθελα και να πρωταγωνιστώ σ’αυτές με σάρκα και οστά. Φορούσα την στολή του ψωνιστηριού.Ήταν ακόμα γλυκό ελληνικό φθινόπωρο,κι έμπαινα στα πουστράδικα σαν άγγελος με μαύρο στεφάνι πόθου.Τα χέρια μου γυμνά,οι ξανθές τρίχες της μασχάλης μου ορατές με κάθε κίνηση-μικρές,ιδρωμένες φλόγες.Παντελόνια σαν δεύτερο δέρμα,χωρίς εσώρουχα,που έκαμναν την στύση ορατή,ίδια με κορμί φαντάσματος κάτω από σεντόνι,που όλοι έβλεπαν μα κανείς δεν επρόκειτο να αγγίξει. Αφηνόμουν στη λαιμαργία των βλεμμάτων σαν ανήξερος,χόρευα με τα μάτια κλειστά κι ένα τσιγάρο να κρέμεται απ’τα χείλη μου.Υιοθετούσα αυτόματα την ποταπότητα της μουσικής,την βρωμιά του χώρου,όμως μ’έναν τρόπο που μ’έκανε συγχρόνως να ξεχωρίζω από δαύτην,να προβάλλω όπως οι αποφασι-

72


στικές πινελιές σ’έναν πίνακα.Ήμουν τα μάτια του κινούμενου πορτραίτου,έσβηνα τ’αποτσίγαρα πατώντας τα με μίσος,όπως θα έσβηνα σε λίγο τις ελπίδες. Κοιτούσα τους άνδρες που με ακολουθούσαν με τα μάτια,μα όσοι τολμούσαν να παρασυρθούν σε απόσταση ομιλίας με βλέπαν να τους γυρνάω την πλάτη και ν’απομακρύνομαι.Ήμουν νέος,όμορφος,μόνος,είχα το δικαίωμα να το κάνω.Κι εκείνοι ήταν υποχρεωμένοι να καταπιούν την χολή της απόρριψής μου και να σωπάσουν.Τα βλέφαρά μου ανοιγόκλειναν σαν γκιλοτίνες. Παράτολμος σαν πολεμιστής σε ναρκοπέδιο,έμπαινα συχνά στο dark room,κι έστεκα σε κάποιο απόμερο τοίχο,με το τσιγάρο στο χέρι κι ύφος μισομεθυσμένο.Στην όψη έτοιμος να παραδοθώ,από μέσα μου μια οργισμένη μηχανή απόκρουσης,ένας αφανιστής του έρωτα. Με την ντροπή τους κρυμμένη απ’το σκοτάδι,πολλοί απ’όσους δεν με ζυγώναν έξω πλησιάζαν,κολλούσαν πάνω μου,έπιαναν το πέος μου μέσα απ’ το παντελόνι και πήγαιναν να χώσουν τη γλώσσα τους στο στόμα μου.Τα δόντια τους,αν ήταν πολύ απότομοι ή μεθυσμένοι,χτυπούσαν στα πλακάκια του τοίχου,ενώ μόλις τα δάχτυλά τους πρόφταιναν ν’αγγίξουν μια υποψία στύσης που θεωρούσαν δικό τους κατόρθωμα,εγώ είχα ήδη φύγει,πετώντας το εμβληματικό αποτσίγαρο που συνόψιζε τον μάταιο αγώνα στα πόδια τους. Κι ήμουν τόσο διεστραμμένος που δεν ένοιωθα το μέγεθος της αδικίας μου.Την νοσηρότητά μου.Πίστευα πως έδινα στον καθένα αυτό που άξιζε,μέσα σ’όλους τους τυφλούς του dark room εγώ είχα αποδώσει στον εαυτό μου ιδιότητες τιμωρού.Στα μάτια τους ζύγιζα τις προθέσεις και τις έβρισκα λειψές.Όσοι ήταν όμορφοι έπρεπε να πληρώσουν το αντίτιμο της ομορφιάς τους που με βασάνιζε διεγείροντάς με,ενώ εκείνοι που με απωθούσαν καταδικάζονταν για ύβρι. Πώς ήταν δυνατόν να απλώνουν χέρι επάνω μου;Να διεκδικούν το έπαθλο της στύσης μου,που έτσι κι αλλιώς ήταν σαν μόνιμη κεραία στην μαγνητική καταιγίδα του γύρω χώρου; Ένα βράδυ έτυχε να πέσω πάνω στον Μανώλη,μα είχε να με δεί καιρό,κι έτσι όπως ήμουν δεν μ’αναγνώρισε.Ή προσποιήθηκε.Ίσως και να φοβήθηκε.Κι είχε δίκιο.Εκείνα τα βράδια φόβιζα κι εγώ τον εαυτό μου. Μάλιστα ο φόβος καμμιά φορά γινόταν τρόμος,για την ασφάλειά μου. Μπορεί να ήταν αδύνατον κάποιος να μου έκαμνε έρωτα δια της βίας σ’ένα μερος γεμάτο άλλους ανθρώπους-στην επιφάνεια των πραγμάτων ήμουν ασφαλής.Ωστόσο ο άνθρωπος που στέκει σ’ένα απόκρημνο ύψωμα και κοιτάζει το χάος που απλώνεται κάτω του,δεν φοβάται τον θάνατο,την έκλειψή του.Δεν μπορεί κάν να σκεφτεί το θρυμματισμένο πτώμα του,σχισμένο σ’αιμάτινες λωρίδες απ’την πτώση.Αυτό που φοβάται είναι το ύψος καθαυτό, το τόσο απείρως μεγαλύτερο απ’τον ίδιο. Έτσι κι εγώ,όταν λίγο πριν το ξημέρωμα εγκατέλειπα το λαγούμι των τυραννισμένων εκείνων ανδρών,περισσότερο φοβόμουν τους ίδιους τους θαμώνες. Στιγμιαία,είναι αλήθεια,κι ύστερα πάλι με κυρίευε το άγριο πάθος της εκδίκησης, και με τούτο γύριζα σπίτι για να αυνανιστώ και να γυμναστώ και να κοιμηθώ με μια κρέμα στο πρόσωπο,για να επιστρέψω το επόμενο βράδυ,ακόμα πιο 73


επιθυμητός.Όμως εκείνη την μία και μόνη στιγμή,στο πονεμένο βλέμμα τους διέκρινα μια τρομερή ομοιότητα με τους βασανισμένους αιώνων.Ανθρώπους που είχα δεί να συντρίβονται από αυτοκράτορες,από δυνάστες-κάποιοι εξ’αυτών δαιμονιστές-που τώρα εγώ ήμουν η μικρογραφία τους.Κι αυτόματα στο νού μου εμφανίζονταν τα κεφάλια εκείνων των τυράννων,με τη γλώσσα ματωμένη έξω απ’τα δόντια,τα μάτια βγαλμένα,καρφωμένα σε κοντάρια έξω από τείχη,ή σε πανέρια,κάτω από λαιμητόμους.Μύριζα τον καπνό από σαλόνια που καίγονταν,άκουγα μέσα απ’τον χτύπο της ηλεκτρονικής πόπ τις κραυγές ενός εξαγριωμένου πλήθους που ζητούσε δικαίωση.Κι η σκέψη πως ίσως να την έβρισκε στο πρόσωπό μου μ’έκανε να ανατριχιάζω.

7 Η διαφορά εκείνου που πεθαίνει στο κρεβάτι του από εκείνον που δολοφονείται ξαφνικά,είναι πως ο πρώτος γνωρίζει πάντα το όνομα του φονιά του.Λέγεται Θάνατος.Ο δεύτερος δεν το μαθαίνει σχεδόν ποτέ. Ήταν 26 του Οκτώβρη,ξημέρωνε Πέμπτη.Θυμάμαι κάθε λεπτομέρεια εκείνης της ημέρας,όχι μόνο γιατί έμελλε να με σημαδέψει-κυριολεκτικά και μεταφορικά-για την υπόλοιπη ζωή μου,μα και γιατί,σαν οι σελίδες του ημερολόγιου να διψούσαν για αίμα,ήταν η μέρα που θα γιόρταζε ο Δημήτρης. Είχε έρθει στον ύπνο μου το προηγούμενο βράδυ.Ένα βράδυ που είχα κλειστεί μέσα κι είχα αυνανιστεί εξαντλητικά,κι ο αντίλαλος της μοναξιάς μου μ’έκανε να ζητήσω την σκέψη του.Είχα σκεφτεί πως τον νοσταλγούσα,έτσι αόριστα,και τίποτ’άλλο.Οτιδήποτε άλλο θα πονούσε πολύ. Όμως εκείνος είχε εμφανιστεί και πάλι,απρόσκλητος,με την μορφή ενός ονείρου που με τάραξε,και μ’έκανε να ξυπνήσω με ουρλιαχτά.Εμένα. Κι όταν ιδρωμένος ανακάθισα,πίνοντας παγωμένο νερό από ένα μπουκάλι που είχα δίπλα στο κρεβάτι μου για να συνέλθω,αδυνατούσα να καταλάβω γιατί τ’όνειρο που είχα μόλις δεί με είχε τρομάξει τόσο.Θυμόμουν μόνο τον Δημήτρη να κάθεται απέναντί μου,σε μια καρέκλα,με τα χέρια στα γόνατα,και να με κοιτάζει.Δίχως να αλλάζει έκφραση.Περίμενα να αντιδράσει,να εκδηλώσει κι αυτός την νοσταλγία του,να κάνει πως μ’αγκαλιάζει όπως αν ήταν ζωντανός.Τίποτε.Φοβόμουν πως θά’βλεπα ξαφνικά αίμα να τρέχει απ’τους κροτάφους του, όπως την στιγμή του θανάτου του,που το κεφάλι του είχε συνθλιβεί σαν πλαστικό καύκαλο κούκλας.Μα ούτε κι αυτό είχε συμβεί,κι όμως,όσο περισσότερο με κοιτούσε μ’εκείνο το ανέκφραστο βλέμμα,τόσο ο τρόμος μέσα στον ύπνο μου μεγάλωνε.Και ξαφνικά ο Δημήτρης κάρφωσε τα μάτια του στα δικά μου,κι άπλωσε το χέρι του.Κι είδα τα δάχτυλά του να πλησιάζουν το πρόσωπό μου,διέκρινα την επιθανάτια βέρα μας στον παράμεσο,και ξαφνικά ο χρυσός έλαμψε πιο πολύ απ’όσο έπρεπε,ήταν σαν το δαχτυλίδι να είχε χωθεί στο μάτι μου,και μια ιδέα 74


πλημμύρισε με πανικό το κοιμισμένο μου μυαλό: Ο Δημήτρης με κοιτούσε αδιάφορα γιατί δεν έβλεπε απέναντί του τίποτα,κι αυτό σήμαινε πως δεν υπήρχα, γι’αυτό τώρα το χέρι του με διαπερνούσε.Κι αμέσως,το λογικό συμπέρασμα ακούστηκε μέσα μου σαν κραυγή: «Δεν υπάρχεις παρά μόνο μές σ’αυτό το όνειρο που βλέπεις!Αν ξυπνήσεις θα εξαφανιστείς!» Κι απ’τον πολύ μου τρόμο μην εξαφανιστώ μαζί με τ’όνειρο ξυπνώντας,ξύπνησα. Αναλογιζόμουν το αλλόκοτο όνειρο,με ίχνη φόβου ακόμα,όλη την υπόλοιπη μέρα.Μέχρι και την στιγμή που χτύπησε το τηλέφωνο,που είχα μήνες να το ακούσω.Κι ήταν και πάλι ο Δημήτρης,όμως αυτή την φορά με την φωνή της μητέρας του,που μου μιλούσε γλυκά όπως εκείνος. Θυμάμαι να μου λέει πως της είχα λείψει.Πως θά’θελε να με δεί,αλλά μονάχα αν το ήθελα κι εγώ.Σε κάθε της λέξη ένοιωθα την αλήθεια να δροσίζει το ακουστικό και την αγάπη να χαϊδεύει το αυτί μου.Είχα τόσον καιρό να νοιώσω έστω και μιαν υποψία αγάπης,που σχεδόν είχα δεχτεί την πρόσκλησή της εκείνο το απόγευμα.Σχεδόν.Αν την είχα δεχτεί,θα είχα καθίσει στο σπίτι του Δημήτρη ως αργά,θα τον είχαμε κλάψει μαζί,ίσως ξαναγινόμουν άνθρωπος για λίγο.Όμως αρνήθηκα,κι αυτός ήταν ο τελευταίος οιωνός που έμελλε να στείλει ο Δημήτρης για να με προφυλάξει.Είδα μιαν ανακοίνωση για το μνημόσυνο της μητέρας του ένα μήνα μετά,κι είχα απορήσει-είχε άραγε πεθάνει την ίδια μέρα που μιλήσαμε για τελευταία φορά,τη νύχτα που γιόρταζε ο γιός της;Ή μήπως-αδιανόητο-πιο νωρίς ακόμη;Και τί απέγινε το Κατερινάκι;Δυστυχώς,όταν διάβαζα την στήλη των κηδειών δεν ήμουν πια σε θέση να ανησυχήσω πραγματικά για οτιδήποτε άλλο εκτός απ’τον εαυτό μου. Συγκρατώ μονάχα αυτές τις δυό σαφείς,απόκοσμες μνήμες,το χέρι του Δημήτρη που πάει να με κρατήσει και πιάνει το κενό,και την φωνή της Μάγδας, να με προσκαλεί κι ύστερα να κλείνει το τηλέφωνο και να πεθαίνει. Πέρα απ’αυτό,το βράδυ εκείνο του Οκτώβρη τίποτε το ασυνήθιστο ή το τρομαχτικό δεν έγινε που να με προειδοποιήσει.Ο καιρός δεν χάλασε απότομα, δεν έπεσαν καθρέφτες μές στο σπίτι.Η πόρτα άνοιξε κανονικά,το αμάξι πήρε μπροστά με την πρώτη,το δέρμα του προσώπου μου ήταν τελειότερο από ποτέ. Κι ακόμα και την γάτα που είδα ξεκοιλιασμένη στην μέση της ασφάλτου,καθώς κατέβαινα την Κηφισίας,δεν τη θεώρησα σημάδι.Απλώς ανατρίχιασα,και τίναξα από πάνω μου την εικόνα της. Καημένα ζώα, σκέφτηκα. Καημένα ζώα. Τα βράδυα της Πέμπτης ήταν πάντοτε ιδιότυπα για το υπόγειο της Συγγρού που είχα ορίσει ως θάλαμο βασανιστηρίων μου.Οι πιο πολλοί πούστηδες της Αθήνας επεφύλασσαν την τιμητική για το επόμενο βράδυ,τουλάχιστον μέχρι τα μεσάνυχτα.Τότε,όταν η θέλησή τους λύγιζε,και με το συμβόλαιο για ζευγάρωμα ανυπόγραφο απ’την πλευρά της Μοίρας,κατέφταναν όλοι μαζί σ’ένα μπουλούκι απελπισίας και το μαγαζί γέμιζε αιφνιδίως.Γι’αυτό τον λόγο ήταν μια από τις αγαπημένες μου μέρες,αφού μέχρι ν’αρχίσω να δυσφορώ απ’τις διαχύσεις της πρώτης παρτίδας θαμώνων,στο υπόγειο εισχωρούσε η δεύτερη,πολύχρωμη σαν λαός του Αμαζονίου που βιάζεται να συναντήσει τον κονκισταδόρ του. 75


Ιδίως εκείνη τη νύχτα,πιθανώς και λόγω της επικείμενης ιστορικής επετείου,τα πνεύματα ήταν οξυμένα,κι όταν κατέβηκα την σκοτεινή σκάλα,λίγο μετά τα μεσάνυχτα,βρέθηκα εν μέσω ενός αναβρασμού σχεδόν εθνικού. Άνδρες χορεύαν ως συνήθως,φορώντας ακόμη τα καλοκαιρινά τους.Μοναχικοί τύποι πρόσφεραν αφειδώς φιλήδονες ματιές σε κάθε διερχόμενο.Ζευγάρια χαριεντίζονταν με αδιακρισία,αντλώντας προφανώς περισσότερη ηδονή από τον φθόνο παρά απ’την μεταξύ τους τριβή.Έβαλα ένα τσιγάρο στο στόμα μου και διέσχισα την μαυροφωτισμένη πίστα,βέβαιος πως έκαμνα εντύπωση.Ήμουν άλλωστε ντυμένος σαν πυγολαμπίδα,με άσπρο φανελλένιο παντελόνι κι άσπρο πουκάμισο ανοιχτό μέχρι το στέρνο-ένα καλλίγραμμο μαύρο σώμα είκοσι ετών, περιβεβλημένο από ένα ιριδίζον φωτοστέφανο.Ήμουν η επιτομή του πειρασμού. Αρνήθηκα την πρώτη δειλή,ανώνυμη χειρονομία,ένα ποτό που μου σέρβιρε ο μπάρμαν δείχνοντας αόριστα προς την αριστερή γωνία του υπογείου και σχηματίζοντας μες στην βουή την λέξη: «Κερασμένο».Έσπρωξα το ποτήρι σε ένδειξη περιφρόνησης προς τον αφανή μου οινοχόο,και ζήτησα μια σόδα.Ήξερα πως κι αυτή ακόμα η ιδιορρυθμία μου ερμηνευόταν ως παράμετρος λαγνείας-το άσπιλο νεανικό σώμα που αρνείται την δολιοφθορά του οινοπνεύματος.Πόσο ανεπαρκής γίνεται η φαντασία των ανθρώπων όταν στερηθούν τον έρωτα! Με το αφρισμένο γαλάζιο μου ποτήρι στο ένα χέρι,άναψα το τσιγάρο και στάθηκα στην αγαπημένη μου θέση-στο κέντρο της αίθουσας,με την πλάτη στην κολώνα.Μέσα από πέπλα καπνού,είχα μιαν εποπτεία Σαλώμης στον χώρο-κοιτούσα και προδιέγραφα αποκεφαλισμούς. Απέκρουσα εύκολα μια-δυό απόπειρες γνωριμίας: Έναν μεσήλικα κι ένα αγόρι της ηλικίας μου με διάμετρο ετοιμόγεννης εγκύου.Απορούσα με το θράσος τους,κι αυτό άφησα να φανεί στο παγερό μου βλέμμα και στην σιωπή που επιστράτευσα για να τους απωθήσω. Και ξαφνικά εμφανίστηκε ο άντρας που ποτέ δεν έμαθα τ’όνομά του. Έκ πρώτης όψεως ήταν συμπαθής.Με ανάκατα μαύρα μαλλιά κι ανάκατα μαύρα μάτια.Τα περιγράφω έτσι γιατί τα θυμάμαι να κινούνται αδιάκοπα στο χώρο γύρω μου,σαν να με βλέπαν και να με αγνοούσανε συγχρόνως.Η αμηχανία ήταν αυτό που αγαπούσα να εξολοθρεύω περισσότερο,ωστόσο για τον συγκεκριμένο άντρα είχα αποφασίσει να παρατείνω λιγάκι το μαρτύριό του,να κάνω ένα υποτυπώδες φλέρτ,γιατί ήταν όμορφος,κι άρα όφειλε να υποφέρει περισσότερο.Καθώς στεκόταν όλο και πιο κοντά μου,κι ο χτύπος της καρδιάς μου με βεβαίωνε πως όπου νά’ναι θα μου μιλούσε,τον έκρινα όλο κι ομορφότερο.Παρόλο που έμοιαζε γύρω στα τριάντα,είχε ένα απ’αυτά τα άχρονα πρόσωπα των ομοφυλόφιλων,τα καθηλωμένα στην εφηβεία του πόθου.Φορούσε μαύρο παντελόνι και μπλουζάκι,σε πλήρη αντίθεση με μένα,και κρατούσε ένα μπουκάλι μπύρας.Όταν επιτέλους ήρθε μπροστά μου και μου μίλησε,πρόσεξα ότι είχε ωραία δόντια πίσω απ’το γλυκό του χαμόγελο,στραβά αλλά όμορφα,σαν σελίδες βιβλίου τσαλακωμένες αλλά διαβασμένες,που πάνω τους τυπώθηκαν ωραίες λέξεις.Πριν τον ακούσω ήξερα πως απ’το στόμα του θα έβγαινε κάτι ωραίο. «Είσαι πολύ όμορφος,» μου είπε,και χαμήλωσε τα μάτια. 76


«Σας ευχαριστώ,» του απήντησα.Ο πληθυντικός ήταν ένα πρώτο όπλο, ύπουλο,απρόσμενο σ’ένα τέτοιο περιβάλλον.Η τάφρος με τους κροκοδείλους. «Σας ευχαριστώ;» επανέλαβε ειρωνικά και γέλασε. «Έλα,δεν είμαι και τοσο μεγάλος!» πρόσθεσε,και το αριστερό του χέρι τεντώθηκε ως τον τοίχο όπου ακουμπούσα,δυό πόντους δίπλα απ’το κεφάλι μου. Σκέφτηκα να αντιπροτείνω ευνουχισμό στον επικείμενο εγκλωβισμό. «Μόλις τώρα γνωριζόμαστε,» επέμεινα, «δεν σας ξέρω,ούτε με ξέρετε.Δεν μου είστε οικείος για να σας μιλώ με οικειότητα.» Για να ξεχωρίζουν οι λέξεις φώναζα,κι ο λαιμός μου πονούσε.Πρόσθετα την οδύνη στον λογαριασμό του. Αυτός σήκωσε το φρύδι στο σχόλιό μου,μ’επιδοκιμασία.Ήπιε λίγη μπύρα. «Έχεις δίκιο,» είπε, «ή μάλλον,έχετε δίκιο.Καλύτερα;» και ξαναγέλασε. Θα τον τσάκιζα με τους δικούς του όρους,αν το ήθελε. «Πολύ καλύτερα,» είπα,και γέλασα μαζί του. «Θέλετε να μου πείτε το όνομά σας;» Είχε σκύψει λίγο ακόμα,πιασμένος με ελπίδα απ’το γέλιο που νόμιζε πως είχε ανθίσει εντός μου φυσικά.Δίχως να το διακόψω,τον κοίταξα με χαμόγελο κι απάντησα: «Όχι.» «Γιατί;» επέμεινε εκείνος. «Γιατί στην πραγματικότητα δεν σας ενδιαφέρει πώς με λένε.» «Αν σε κεράσω μια μπύρα,» είπε,κι έδειξε το μπουκάλι, «θα μου το πείς;» Τον κοίταξα με απογοήτευση κι ανησυχία.Δεν πίστευα ότι θα παραιτούνταν τόσο γρήγορα κι άτεχνα απ’το παιχνίδι.Με ξάφνιαζε η παλινδρόμηση στις ευκολίες που άκουγα συνήθως.Σκέφτηκα να τον εξορίσω μια ώρα αρχύτερα. «Όπως βλέπετε,δεν πίνω,» είπα, «και στο εξής να προτιμάτε τις καραμέλες,όταν προσπαθείτε να δελεάσετε κάποιον.Υπάρχει μεγαλύτερη παράδοση.» «Έχω μια καραμέλα για σένα,» είπε,και με κάρφωσε στα μάτια.Ένοιωσα το χέρι του να μετακινείται ανεπαίσθητα,και ν’αγγίζει το πτερύγιο του αυτιού μου.Τον κοιτούσα,κι οι τρίχες στο σβέρκο μου ορθώνονταν σαν φίδια. «Κι είναι γλυκιά και θα σ’αρέσει.Θές να πάμε μέσα να στη δώσω;» Ξαφνικά το πρόσωπό του,η χροιά της φωνής του,ακόμα και το βάθος των ματιών του μου φάνηκε πως είχαν υποστεί κάποιαν αλλοίωση.Μέσα σε δευτερόλεπτα είχε αψηφήσει τον ρυθμό του μαρτυρίου που είχα ορίσει,είχε ανατρέψει τον δειλό,παιγνιώδη νεαρό που θα θυσίαζα,και τώρα απέναντί μου έστεκαν και τα τριάντα του χρόνια,πέντε χιλιάδες μέρες γεμάτες οργή και καταπιεσμένη επιθυμία.Τρόμαξα.Μα ένα βλέμμα τριγύρω με βεβαίωσε πως υπήρχαν δεκάδες σαν κι αυτόν που περιμέναν την σφαγή τους,είχα απλώς αιφνιδιαστεί από την ίδια μου την υπερβολή.Κακώς είχα ανταλλάξει τόσες κουβέντες μαζί του. Για την χαριστική βολή-για να είμαι βέβαιος πως θα την ακούσει-έσκυψα στο αυτί του,σαν σε παντομίμα ερωτικού πρελούδιου. «Αν είστε τόσο σίγουρος για την γεύση της καραμέλας σας,αυτό σημαίνει πως την δοκιμάζετε συχνά,όπως κάνουν οι σκύλοι» είπα,και περιμένοντας μεγαλύτερη αντίσταση,έπιασα το χέρι του και το απομάκρυνα.Παραδόξως το είδα να πέφτει στο πλευρό του,σαν ψεύτικο.Όμως δεν είχε πάψει να χαμογελάει,κι 77


αυτό με εκνεύριζε.Σκέφτηκα να βαρύνω την προσβολή.Ξανάσκυψα προς το μερος του. «Θα σας πρότεινα λοιπόν να εξασκήσετε κι άλλο την αξιοθαύμαστη ευλυγισία σας γι’απόψε.Είμαι σίγουρος πως-» Εκείνη τη στιγμή μια ασυνάρτητη κίνηση έκοψε τα λόγια μου στη μέση.Ο άγνωστος άντρας σήκωσε το ελεύθερο χέρι του κι έπιασε όλο μαζί το πρόσωπό μου.Τα μάτια μου σκοτείνιασαν ακαριαία,κι ένοιωσα τη μυρωδιά του χεριού του στη μύτη και το στόμα μου-υγρό σαπούνι με ψεύτικο άρωμα τριαντάφυλλου, κέρματα,και κάτι άλλο-σαν να είχε πέσει πάνω μου μια αράχνη.Τραβήχτηκα,εκείνος με κοίταξε με το ίδιο αδιευκρίνιστο χαμόγελο,και καθώς έφευγε είπε κάτι παράξενο,τελείως ασύνδετο μ’όσα είχαν ειπωθεί: «Να θυμάσαι τη μυρωδιά αυτού του χεριού,» είπε. Αλλά ήμουν πολύ θυμωμένος για να του δώσω σημασία.Δεν δεχόμουν να με απορρίπτουν την στιγμή της απόρριψης. Πριν τα ρολόγια μπούν στην δεύτερη ώρα της Παρασκευής,είχα ξεχάσει ολότελα τον ανώνυμο πορθητή που είχε χουφτώσει δίχως λόγο το πρόσωπό μου.Περιχαρής για το πλήθος που με ακολουθούσε όπως οι πλανήτες τον ήλιο, είχα περιχαρακωθεί σε μια γωνιά του dark room,κι απολάμβανα τα χάδια των διερχόμενων ανδρών-τα οποία φρόντιζα να ανακόπτω μόλις ένοιωθα το πέος μου να σαλεύει.Δεν είχα λόγο καν ν’ανοίξω τα μάτια,αφού στην ουσία οι ατελείς προθέσεις μου εξισώναν την ωραιότητα των αρσενικών που με αγγίζαν.Τα μισάνοιγα μονάχα για να καταστήσω σαφές σε κάποιους επίμονους ότι δεν ήθελα παρέα,με το αμείλικτο βλέμμα μου,ή για να ανάψω τσιγάρο,και να λογαριάσω πως ήμουν αριθμητικά ασφαλής,αφού κάποιες στιγμές έβλεπα τετράδες ή πεντάδες αντρών να στέκονται όλοι μαζί στην είσοδο της αίθουσας και να με ζυγιάζουν,σαν σε μονομαχία σκοτεινής αρένας.Έτσι οι φυσιογνωμίες μου γίνονταν αντιληπτές σπασμωδικά και κάπως ετεροχρονισμένα,με τις ματιές μου να πέφτουν ανάμεσα,ένα αεικίνητο τσεκούρι που χτυπούσε στα τυφλά. Ήταν μια μπερδεμένη στιγμή όταν είδα τον άντρα εκείνο για δεύτερη φορά,και λίγο έλειψε να βάλω τις φωνές.Είχα μόλις ανάψει τσιγάρο,και το ένα μου χέρι ήταν πιασμένο.Είχα τα μάτια μου κλειστά,κι ένοιωθα ένα χέρι να γλιστρά στο άνοιγμα του πουκαμίσου μου,πασχίζοντας ν’ανοίξει το δρόμο προς την ευτυχία.Κουνούσα το σώμα μου σαν εκκρεμές,εμποδίζοντας την κάθοδο του χεριού στο ξαναμμένο στήθος μου,μα κι εγκλωβίζοντάς το στο πουκάμισο.Μου είχε φανεί πως ο άντρας που έπαιζε με τις ρώγες μου ήταν ένας ψηλός,ξανθός,της αρεσκείας μου,κι ήθελα να κάνουμε λίγο τη γάτα με το ποντίκι προτού ανοίξω τα μάτια και του φυσήξω τον καπνό στα μούτρα.Σήκωνα ήδη το άλλο μου χέρι για να σταματήσω την κάθοδο που είχε φτάσει στα όρια της ζώνης,όταν ένα άλλο χέρι,ανύπαρκτο ως τότε,καθήλωσε απαλά το δικό μου στον τοίχο,κλείνοντας κάτι που στην αρχή νόμισα πως ήταν προφυλακτικό.Ενστικτωδώς τα δάχτυλά μου πήγαν να ανοίξουν για να το πετάξω,όμως την ίδια στιγμή στον αέρα που εισέπνεα,εκτός απ’τον καπνό εισέβαλλε η γλυκερή μυρωδιά του τριαντάφυλλου. Άνοιξα τα μάτια μου αμέσως,τραβήχτηκα πανικόβλητος.Πριν προλάβω να σηκώσω το βλέμμα απέναντί μου,κοίταξα το χέρι μου,σαν να με έκαιγε,σαν 78


να κρατούσα ένα αναμμένο κάρβουνο.Το σήκωσα κι είδα πως κάποιος είχε χώσει στην χούφτα μου μια μικρή καραμέλα,σε χρυσαφί περιτύλιγμα.Και το σαπούνι της τουαλέττας πλανιόταν ακόμα στην ατμόσφαιρα,το ανέδιδε θαρρείς όλο μου το στήθος.Έτριψα το πουκάμισό μου ενοχλημένος,έκανα δυό βήματα προς τα μπρός,ελπίζοντας να διακρίνω την σιλουέττα του ανόητου αυτού που είχε τολμήσει να με αγγίξει για δεύτερη φορά.Όμως απέναντί μου στέκονταν μονάχα δυό φαλακροί μεσήλικες,που με κοιτούσαν και τους έτρεχαν τα σάλια.Τα μάτια μου τινάχτηκαν σε κάθε κόχη.Ο άγνωστος δεν ήταν πουθενά.Τότε παρατήρησα μια σκιά στην απέναντι γωνία,με μια κάφτρα στο χέρι που άναβε και φούντωνε όπως η δική μου,κι έναν ήχο γυαλιού που ακουμπούσε στον τοίχοσαν μπουκάλι-στο άλλο χέρι.Όμως για κάποιο λόγο δεν ήθελα να διασχίσω το σκοτάδι για να βεβαιωθώ.Μου είχε φύγει η όρεξη για παιχνίδι,και χωρίς καλάκαλά να ξέρω το γιατί,βγήκα απ’το dark room πρόωρα. Στο υπόγειο η κίνηση είχε αραιώσει.Η νύχτα ήταν προχωρημένη, κανείς δεν είχε πλέον το κουράγιο να προφασιστεί πως βρισκόταν σε χοροεσπερίδα,κι οι ελάχιστοι που δεν είχαν ζευγαρώσει ή δεν περιπλανιόντουσαν στο dark room,είχαν την πικρή έκφραση της επιβεβλημένης αναχώρησης στα πρόσωπά τους.Αποφάσισα πως θα έφευγα κι εγώ. Θυμάμαι κάθε σκέψη μου καθώς έβγαινα στη δροσιά του έξω κόσμου.Με την αιχμηρή ακρίβεια που θυμόμαστε το μέλλον όταν δεν πραγματοποιείται. Θα γυρνούσα σπίτι,τα πάρκα εξακολουθούσα να τα φοβάμαι.Θα σταματούσα σε κάποιο μεγάλο περίπτερο για να αγοράσω μαύρη σοκολάτα με αμύγδαλα.Και τσιγάρα,που μου τέλειωναν.Κι ύστερα θα καθόμουν,όπως τα παιδάκαι που απολαμβάνουν μια ταινία στην τηλεόραση,και θα απολάμβανα την ύστατη οδύνη που μπορούσα να προκαλέσω στις τελευταίες ανδρικές καρδιές, όσων ξενυχτούσαν στο internet.Θα μαλακιζόμουν,θα κοιμόμουν,κι αύριο… Δεν έφτασα ως εκεί.Διέσχιζα κάποιο σκοτεινό δρόμο, προσπαθώντας να θυμηθώ πού ακριβώς είχα παρκάρει,όταν ξαφνικά ένα χέρι πετάχτηκε από πίσω μου και σκέπασε το πρόσωπό μου.Δεν είχα ακούσει βήματα να με πλησιάζουν, και τρόμαξα τόσο πολύ που δεν πρόφτασα να ουρλιάξω. Το στόμα μου άνοιξε ενστικτωδώς,από φόβο,και τα δάχτυλα χώθηκαν μέσα,φιμώνοντάς με.Ένοιωσα ένα σώμα να με πιέζει,να με σπρώχνει,να με κολλάει στον τοίχο μιας πολυκατοικίας.Σαν νά’χα βάλει στόμα μου ένα αναμμένο κερί,όλο μου το κεφάλι γέμισε απ’τις αναθυμιάσεις ενός αρώματος: τριαντάφυλλο. «Με θυμάσαι;» άκουσα τον ψίθυρο του άντρα στο αυτί μου,και καθώς πήγα να γυρίσω,το χέρι του ελευθέρωσε το πρόσωπό μου και με κράτησε γερά απ’τον αγκώνα,σε μιαν ανίκητη λαβή.Σκέφτηκα να αντιδράσω ανθρώπινα,να ουρλιάξω,αλλά την ίδια στιγμή το άλλο του χέρι πίεσε τη λάμα ενός μαχαιριού στο λαιμό μου,κόβοντας την ανάσα μου πριν γίνει φωνή. «Να σε γαμήσω ή να σε σκοτώσω;» με ρώτησε. Και με την ίδια απλότητα που μου είχε επιτεθεί μέσα στο μαγαζί,ερμηνεύοντας την σιωπή μου λογικά,άρχισε με το ελεύθερο χέρι του να παίζει με την ζώνη μου.Είχα ακινητοποιηθεί,πιο πολύ απ’τον πανικό.

79


Άκουσα το μέταλλο της ζώνης να υποχωρεί,ένοιωσα τα δάχτυλά του στο κουμπί του παντελονιού.Έπρεπε να αντιδράσω,δεν ήταν δυνατόν εγώ,ένας αθάνατος,να υποκύψω στη μοίρα που μου όριζε ένας θνητός! Μαζεύοντας όλη τη δύναμη στα πόδια μου τον πάτησα,κι έκανα να γυρίσω για να τον κλωτσήσω,να τον χτυπήσω,να τον απωθήσω με κάποιον τρόπο.Όμως ήταν πιο δυνατός.Κολλώντας το πρόσωπό μου στον τοίχο,πίεσε το μαχαίρι ώσπου ένοιωσα ένα ρυάκι αίματος να τρέχει και να κολλά στο γιακά του πουκαμίσου μου.Και δίχως η φωνή του να μαρτυρά απώλεια ψυχραιμίας, έσκυψε πάλι στο αυτί μου και με ρώτησε: «Να σε γαμήσω ή να σε σκοτώσω;» Η εμμονή της φράσης ήταν γραμμένη με το ανεξίτηλο μελάνι της παραφροσύνης.Δεν ωφελούσε να φωνάξω,να αντιδράσω βίαια.Αν το έκανα,το μόνο που θα πρόσθετα στην έρημη γειτονιά θα ήταν το πτώμα μου. Ωστόσο δεν μπορούσα και να τον αφήσω να προχωρήσει.Ήδη,μέσα σε δευτερόλεπτα δικής μου αδράνειας,το παντελόνι μου είχε πέσει στους αστραγάλους,κι ένοιωθα το χέρι του να ψαχουλεύει το στενό μου εσώρουχο.Ξαφνικά, μέσα απ’τον εγωϊσμό της αθανασίας,μου ήρθε η ιδέα της απόλυτης θνητότητας, και ψέλλισα τρομαγμένος: «Μή!…Μήν το κάνεις!Είμαι φορέας!» «Τί είσαι;» είπε,σταματώντας για μια στιγμή.Με το μαχαίρι πάντα καρφωμένο στο λαιμό μου,έσκυψε και με κοίταξε,χαμογελώντας με δυσπιστία. «Έχω AIDS!Αλήθεια σου λέω!» Ήταν μια εξωφρενική δικαιολογία που είχα σκεφτεί,για ώρα ανάγκης.Μα τίποτε δεν ήταν πιο εξωφρενικό απ’το γεγονός πως την ξεστόμιζα. Γέλασε.Χαμηλόφωνα,αλλά με την καρδιά του.Χωρίς να μετακινεί τη λάμα,χωρίς να τραβήξει το χέρι του απ’το βρακί μου. «Καλό κι αυτό,» είπε,και πρόσθεσε: «Δεν πειράζει.Θα πάρω πολλή βιταμίνη C.» Και με μια απότομη κίνηση κατέβασε το βρακί κι άρχισε να μου χαϊδεύει τον κώλο.Ποτέ στις χίλιες ζωές μου δεν έχω νοιώσει μεγαλύτερο φόβο. «Μαλάκα,μην το κάνεις,» είπα παρακλητικά, «δεν σου κάνω πλάκα,θα πεθάνεις!» Όμως δεν με άκουγε.Τα δάχτυλά του απομακρύνθηκαν δευτερόλεπτα από πάνω μου,άκουσα να λύνει και το δικό του παντελόνι,έκανα να σαλέψω,μήπως κι η καύλα είχε μειώσει τα αντανακλαστικά του,κι η λάμα του μαχαιριού πίεσε τόσο την αρτηρία που σχεδόν λιποθύμησα. «Οι τρίχες του κώλου σου είναι ξανθές,» τον άκουσα να λέει σ’ένα χάδι. Έπειτα έφτυσε,έχωσε μέσα μου το σαλιωμένο δάχτυλό του,με πλησίασε.Ο φόβος είχε τρελλαθεί μέσα μου σε θυμό,ήθελα να βάλω τα κλάμματα. «Πές μου πώς σε λένε!» είπα,πνιγμένος απ’το μαχαίρι. «Γιατί;» με ρώτησε,σταματώντας για μια στιγμή. «Γιατί θα πεθάνεις,μπάσταρδε,μόλις μου το χώσεις θα εξαφανιστείς και θα μπώ στο σώμα σου,παλιομαλάκα,και πρέπει να ξέρω πώς με λένε!» Είχα γυρίσει και τον κοίταζα,το μαχαίρι πίεζε τώρα τον αυχένα μου.Με κοιτούσε κι αυτός,σαστισμένος,και για δευτερόλεπτα νόμιζα πως είχα γλιτώσει.

80


Και ξαφνικά ξέσπασε σε γέλια,και με μια σπρωξιά με κόλλσε πάλι στον τοίχο.Άκουσα το λάστιχο του σλίπ του να κατεβαίνει,ελευθερώνοντας το πέος του.Τα τελευταία βραχνά του λόγια ήταν: «Ξανθό μουνί,τρελλό γαμήσι». Και μετά ένοιωσα το σώμα μου να ηλεκτρίζεται από μια τέτοια οργή,που ήθελα να γυρίσω,να τον αρπάξω,να του δαγκώσω τη μύτη μέχρι να του κόψω την ανάσα,να χώσω τα δάχτυλά μου μες στα μάτια του ώσπου να τα λιώσω και να χυθούν έξω σαν εντόσθια ψαριού,να του πάρω το μαχαίρι και να του σχίσω τα μάγουλα και να του κόψω τη γλώσσα και να χώσω τη γλώσσα στο λαρρύγι του και να πάθει ασφυξία απ’το ίδιο του το αίμα,αλλά μέχρι να τα σκεφτώ όλα αυτά,η μύτη,τα μάτια,τα μάγουλα κι η γλώσσα του ανήκαν πλέον σε μένα.

8 Μες στον πανικό,μή θέλοντας να πιστέψω αυτό που είχε συμβεί,πήγα να συνεχίσω τις κινήσεις του παλιού μου σώματος,να εμποδίσω τον άγνωστο.Η μια γροθιά μου χτύπησε στον τοίχο,κι είδα ότι στο αριστερό μου χέρι κρατούσα το μαχαίρι.Επίσης ήμουν γυμνός απ’τη μέση και κάτω,η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελλή,ενώ μπροστά μου,ανάμεσα στα πόδια μου,βρισκόταν το ακίνητο, μισόγυμνο σώμα του Παύλου. Τον έντυσα όσο μ’άφηνε το νεκρό του βάρος,ντύθηκα κι εγώ,έβαλα το μαχαίρι στην τσέπη του μπουφάν μου.Έπρεπε να ηρεμήσω,μπορεί να μην είχα προγραμματίσει αυτή τη συμφορά,αλλά θα την αντιμετώπιζα όσο μπορούσα καλύτερα.Μια ματιά τριγύρω με βεβαίωσε πως όλα ήταν ήσυχα.Κανείς δεν υπήρχε στο δρόμο,κανείς δεν είχε αντιληφθεί τον στιγμιαίο βιασμό μου.Ή μάλλον του Παύλου. ‘Αλήθεια,πώς με λένε τώρα;’ αναρωτήθηκα.Συγχρόνως,σαν βουνό άμμου που έπρεπε να μετρήσω κόκκο προς κόκκο,μπροστά μου υψώθηκε το φάσμα της καινούριας ζωής που θα έπρεπε να επωμισθώ,μιας ζωής που μπορεί να μην ήταν καθόλου ευχάριστη,και καταράστηκα για άλλη μια φορά τον εαυτό μου.Κατάρα σημαίνει να μη βρίσκεις ποτέ γαλήνη,κι όταν την βρίσκεις,να μην το καταλαβαίνεις και να την χάνεις πάλι.Καθώς έψαχνα στις τσέπες μου και κοιτούσα τον Παύλο,που ανάσαινε ανεπαίσθητα ξαπλωμένος μπρούμυτα στο πεζοδρόμιο,σκεφτόμουν πως θα έδινα τα πάντα για να μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο δέκα λεπτά πίσω,να ξανάμπαινα στο σώμα του και να έφευγα απ’τη Συγγρού με ταξί.Τί χειρότερο μπορούσε να μου συμβεί; Μαντέψτε. Στις τσέπες μου υπήρχαν μερικά χαρτονομίσματα,ένα ζευγάρι κλειδιά και τίποτ’άλλο.Ούτε κινητό,ούτε πορτοφόλι,ούτε ταυτότητα.Τίποτα.Έψαξα δέκα φορές,κάθε φορά με μεγαλύτερη απόγνωση,χωρίς αποτέλεσμα.Το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει,ιδίως όταν τα δάχτυλά μου γδέρνονταν στη λάμα του καταχωνιασμένου μαχαιριού. Τι κάνουμε τώρα; 81


Ποτέ ξανά δεν είχα μπεί στο σώμα κάποιου εντελώς άγνωστου.Κι όσες φορές είχε συμβεί,ήταν κάτι το μεταβατικό,για να φτάσω σε μιαν άλλη ζωή που στόχευα.Αλλά ποτέ δεν με είχαν βιάσει.Κι ενώ τα θύματα βιασμού είναι συνήθως φυσιολογικοί άνθρωποι-αν κι όχι πάντα,‘Δες εμένα’ σκεφτόμουν,με εκνευριστικό αυτοσαρκασμό-οι βιαστές δεν είναι τύποι που θά’θελες να υποδυθείς.Αν δεν γνώριζα τίποτε για την ταυτότητά μου,δεν θα μπορούσα να μάθω.Ποιόν να ρωτούσα;Αν εμφανιζόμουν στην αστυνομία ή σε κάποιο νοσοκομείο,παριστάνοντας το θύμα αμνησίας,δεν αποκλείεται οι μέν να αναγνώριζαν στο πρόσωπό μου κάποιον καταζητούμενο βιαστή,και οι δέ κάποιον επικίνδυνο ψυχασθενή.Ή καί τα δύο.Ένας δραπέτης που θα συλλάμβαναν και πάλι.Δεν μπορεί η φιγούρα του Παύλου και τα παιχνίδια μου-για τα οποία μισούσα όσο τίποτε τον εαυτό μου εκείνη την στιγμή-να είχαν πυροδοτήσει από μόνα τους μια τέτοια πράξη. Όχι,ήμουν χωρίς αμφιβολία στο σώμα ενός ψυχικά άρρωστου ανθρώπου,κι όσο λιγότερα γνώριζα γι’αυτόν,τόσο το καλύτερο. Όμως το να γνωρίζεις λίγα διαφέρει απ’το να μην γνωρίζεις τίποτε.Πού ήταν το σπίτι μου,τί δουλειά έκανα;Πού θα κοιμόμουν απόψε;Ο πρωτύτερος αφέντης του κορμιού μου μπορεί να ήταν ένας ξεκούραστος βιαστής,όμως εγώ ένοιωθα την εξάντληση αιώνων,ήθελα να κοιμηθώ.Κι επιπλέον στα πόδια μου είχα το σώμα του Παύλου,που έπρεπε κάπως να ξεφορτωθώ.Αν κάποιος με είχε δεί να του κολλάω,κι ύστερα να τον ακολουθώ κατά πόδας,μπορεί να έκανε το πορτραίτο μου στην αστυνομία,που θα ανακάλυπτε το σώμα.Και τότε σίγουρα θα με αναζητούσαν,ιδίως με τα σημάδια απ’το μαχαίρι στο λαιμό του. Κοιτούσα τον Παύλο με απελπισία,μου φαινόταν απίστευτο πως μέχρι πριν λίγο είχα τη μορφή του κι ήμουν τόσο ευτυχισμένος κι ούτε που το ήξερα. Τον κοιτούσα και παρακαλούσα τα γυάλινα μάτια και τα μισάνοιχτα χείλη του να μου δώσουν κάποια λύση.Το βλέμμα μου κινήθηκε φευγαλέα προς τα πόδια του,κι είδα κάτι στρογγυλό που προεξείχε απ’την τσέπη του.Στο μισοσκόταδο δεν το αναγνώριζα,έσκυψα να το πιάσω κι είδα πως ήταν το γουρουνάκι-μπρελόκ,τα κλειδιά του καινούριου αυτοκινήτου μου.Η λύση που έψαχνα. Έτσι κι αλλιώς θα έπρεπε να φύγουμε μαζί,να απομακρύνω το σώμα του μέχρι να σκεφτώ τί θα έκανα.Κι ασφαλώς δεν μπορούσα να τον βάλω σε ταξί, ούτε να τον αφήσω οπουδήποτε.Και χωρίς ακόμα το σχέδιο της επερχόμενης τραγωδίας να έχει χαραχτεί ολότελα στο μυαλό μου,σήκωσα τον Παύλο,τον πήρα στον ώμο μου,κι άρχισα να περπατάω αγκομαχώντας προς το αμάξι. Θα συνέχιζα για λίγο τη ζωή του.

9 Έφτασα στο Ψυχικό ύστερα από λίγη ώρα,σε κατάσταση ψυχικής ερήμωσης.Δεν μπορώ να το εκφράσω αλλιώς.Κάθε φορά που το βλέμμα μου έπεφτε στο τιμόνι,κι έβλεπα να το σφίγγουν δέκα δάχτυλα λεπτά αλλά με καλοσχηματισμένα,ενήλικα νύχια,και σκεφτόμουν τα φαγωμένα νύχια του Παύλου που ανά82


σαινε σαν βρέφος διπλωμένος στο πίσω κάθισμα,μ’εγκατέλειπε ως κι η δύναμη που θα χρειαζόταν για να στρέψω το τιμόνι απότομα,και να δώσω τέλος στα βάσανά μου μια ώρα αρχύτερα.Πιο κουρασμένος κι απ’τους νεκρούς. Το σπίτι με την περιφρραγμένη του αυλή,το συναγερμό και τα κλειστά παράθυρα ήταν ένα πρώτο φρούριο,όταν όμως έσυρα τον Παύλο μέσα και κάθισα δυό λεπτά στο σαλόνι,άρχισα πάλι να πανικοβάλλομαι.Το περιβάλλον,τα έπιπλα,το σπίτι,όλα είχαν ζωντανέψει ξαφνικά, και με φωνή οξεία κι άηχη με αναθεμάτιζαν για τον φόνο που είχα διαπράξει. Σηκώθηκα κι άρχισα να γυρίζω,ενώ ο Παύλος αργοσάλευε,ριγμένος μπρούμυτα στο χαλί,ένα σώμα χωρίς ψυχή.Με εκνεύριζε,έτσι αβοήθητος.Αυτός έφταιγε για όλα,ήταν δικό του το σφάλμα,και του άρρωστου κόσμου μες στον οποίο με είχε ξεβράσει η διαμονή στο σώμα του.Ξαφνικά-κι ενώ είχα ήδη σκεφτεί μια-δυό φορές να αυνανιστώ για να ξεδώσω και να με πιάσει ο ύπνος-τον σήκωσα με δύναμη,τον έσυρα ως τον καναπέ,κι αφού τον έγδυσα,επιδόθηκα σε μια απ’τις πιο αποτρόπαιες συνήθειες των δαιμονιστών.Γάμησα το άψυχο σώμα του,μηχανικά,χωρίς καμμιά ηδονή,ίδια κι απαράλλαχτα όπως είχα κάνει στο παρελθόν μ’ανθρώπινα ομοιώματα.Κι όταν τελείωσα,με δάκρυα οργής στα μάτια για την αθλιότητά μου,ο Παύλος δεν ανάσαινε πια.Τον είχα πλακώσει με τέτοια δύναμη,που είχα εξαντλήσει τις λιγοστές δυνάμεις του-είχε πεθάνει οριστικά από ασφυξία,η καρδιά του δεν χτυπούσε άλλο. Έτσι κι αλλιώς,σε τίποτε δεν μου χρησίμευε πλέον. Τον κατέβασα στην αποθήκη,τον έχωσα μέσα,κι αφού έκλεισα την πόρτα,την σφράγισα ερμητικά με κολλητική ταινία.Πέρασα κάθε διάκενο δυό και τρείς φορές,έφτιαξα μιαν αεροστεγή κρύπτη.Ήταν η δεύτερη φορά που ο Παύλος πέθαινε μες στην συγκεκριμένη αποθήκη,κι η τελευταία που θα την επισκεπτόμουν.Ήλπιζα πως οι μυρωδιές κι ο κρότος της σήψης δεν θα έφταναν ποτέ στο πάνω μέρος του σπιτιού.Όντως,ποτέ δεν έφτασαν. Θυμάμαι πως ανέβηκα δειλά στο δωμάτιό μου το πρώτο εκείνο βράδυ μετά την ακούσια μετασωμάτωσή μου,σαν να ήμουν πράγματι ξένος,και σαν να υπήρχε κάποιος που θα μ’έπιανε.Παραβίαζα μιαν ήδη παραβιασμένη ζωή. Θυμάμαι πως έβγαλα όλα μου τα ρούχα και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Είχα μαύρα μαλλιά και γαλάζια μάτια,πρόσωπο αδιευκρίνιστα νέο.Ανάλογα με το τί φορούσα και πόσο φώς με φώτιζε,θα μπορούσα να είμαι εικοσιπέντε,εικοσιοχτώ,τριανταδύο.Πάντως σίγουρα όχι είκοσι.Κι ήμουν επίσης πιο ψηλός,πιο μυώδης και μεγαλόσωμος από τον Παύλο.Είχα μεγαλύτερα χέρια και πόδια, πλατύτερο στέρνο,δεν θα χωρούσα ποτέ στα ρούχα του.Αν κανείς μ’έβλεπε,με καπέλο και γυαλιά ηλίου και σε απόσταση εκατό μέτρων,ίσως και να μην με ξεχώριζε.Όσο όμως μίκραινε η απόσταση,η πιθανότητα να καταλάβαινε πως δεν ήμουν ο Παύλος θα μεγάλωνε δυσανάλογα.Θα ήταν σχεδόν αδύνατον να τον υποδυθώ.Κι ωστόσο-θυμάμαι να το σκέφτομαι με τρόμο εκείνο το βράδυ-αυτό ακριβώς θα έπρεπε να κάνω.

83


Κι δεν ήταν κάτι προσωρινό,το καταλάβαινα.Μπορεί όταν χαμογελούσα το είδωλό μου να μην θύμιζε βιαστή,αλλά αυτό ήμουν,τουλάχιστον απόψε.Δεν θα τολμούσα να αναζητήσω τα ίχνη μου ή τ’όνομά μου.Θα έπρεπε να κλειστώ στο καβούκι μιας κλεμμένης ζωής,όμως αυτή την φορά,προκειμένου να είμαι ο μόνος που θα γνώριζε ότι ήταν κλεμμένη,θα έπρεπε να είμαι κι ο μοναδικός της παρατηρητής.Όφειλα να γίνω η σκιά μιας σκιάς. Σκέπασα το πρόσωπό μου με το σεντόνι,ευχήθηκα να πέθαινα.Ο ρόλος μ’έπιανε απ’το λαιμό τώρα,ο ηθοποιός ξυπνούσε στο σανίδι σε πλήρη αμνησία, με ρούχα που δεν τον χωρούσαν. Φρίκη.

10 Το φριχτότερο όμως έμελλε να είναι η διάψευση αυτού του φόβου.Όταν τίποτε απ’όσα περίμενα δεν συνέβη. Γιατί καθώς οι μέρες γίνονταν βδομάδες και μήνες χωρίς κανείς να τηλεφωνεί στον Παύλο,χωρίς κανένας να τον ψάχνει,δίχως να φτάνουν γράμματα με απειλητικά νέα απ’το Πανεπιστήμιο ή τον Στρατό,όταν διαπίστωσα πως-εκτός από φίλων-ζούσα και σε μια πλήρη απουσία εχθρών,κι ότι πουθενά δεν είχα δεί έστω και μία φωτογραφία του νέου μου προσώπου ως καταζητούμενου,τρόμαξα ακόμη περισσότερο.Κι αυτός μου ο τρόμος ήταν απείρως πιο βαθύς,γιατί ξαφνικά κατάλαβα πως οι πρωτύτεροί μου φόβοι δεν ήταν παρά το ζωτικό μου ψεύδος,ο μόνος τρόπος να πιστέψω πως η ζωή μου είχε αρκετό ενδιαφέρον ώστε κάποιος ή κάποιοι να την επιβουλεύονται.Όταν όμως έπαψα να κοιτάζω φοβισμένος γύρω μου καθώς έπαιρνα τα χρήματα απ’το αυτόματο μηχάνημα της τράπεζας,συνειδητοποίησα ότι κανείς δεν νοιαζόταν.Ήμουν ασήμαντος,ανεπιθύμητος,ανύπαρκτος στα μάτια του κόσμου. Τα βράδυα η σκέψη αυτή μ’έκανε ν’αγανακτώ,σχεδόν έμπαινα στον πειρασμό να τηλεφωνήσω στην αστυνομία και να ομολογήσω.Δεν μπορούσα να δεχτώ την σιωπηλή τυραννία της αδιαφορίας,δεν ήθελα να πιστέψω πως θα με αφήναν να συνεχίσω την εξαπάτησή μου ανενόχλητος.Λαχταρούσα το βαρύ χέρι της τιμωρίας για να αισθανθώ πως-για να με χτυπά-υπήρχα. Ήταν τόσο ασήμαντος ο Παύλος,αναρωτιόμουν,ώστε κανείς να μην τον αναζητά;Κι αυτός ο δολοφόνος που ήμουν τώρα,ήταν κι αυτός τόσο ασήμαντος με τη σειρά του,βίαζε και δολοφονούσε τέτοιους ασήμαντους ανθρώπους,ώστε κανείς να μην τον καταδιώκει;Κι αν τούτοι οι δυό φτιάχναν μαζί την επιτομή και την πεμπτουσία της ασημαντότητας ώστε κανείς να μην νοιάζεται αν ζούσαν ή αν πέθαιναν,τότε τί νόημα είχε η δική μου ζωή,που υποδυόταν την διαδοχική ανυπαρξία τους; Ήταν τότε που η σκέψη του αφανισμού μου άρχισε να υλοποιείται ως πρακτικό ενδεχόμενο.

84


11 Όπως κι άλλοτε στο παρελθόν,μόλις ένοιωσα την πραγματικότητα να με προδίδει,ζήτησα καταφύγιο στο βασίλειο της φαντασίας,στον κόσμο της τέχνης. Όμως οι περισσότεροι συγγραφείς,τουλάχιστον εκείνοι που η ευφυία έχει χαρίσει την αθανασία στο έργο τους,μου επαναλάμβαναν αυτό ακριβώς το αξίωμα απ’το ασφυκτικό βάρος του οποίου προσπαθούσα ν’αποδράσω: πως η ζωή είναι μάταιη και παράλογη,και πως μόνο στον θάνατο μπορεί κανείς να βρεί την γαλήνη,το αίσθημα του να μην έχεις ανάγκη από τίποτε. Κι ενώ αναγνώριζα την ορθότητα της σκέψης τους,κι ένοιωθα κάπως σαν ασφαλής μέσα στην αισθηματική συγγένειά μας,η ασφάλεια τούτη ήταν παγερή και δεν μ’ανακούφιζε διόλου.Ήταν το σφιχταγκάλιασμα των κοκκαλιάρικων μορφών δίπλα στα ερείπια ενός σεισμού,τα μαυρισμένα πρόσωπα που γλύτωσαν από μια πυρκαγιά,μα που στο βάθος των ματιών τους η λάμψη της σιγουριάς υποχωρεί μπρος στην βεβαιότητα κάποιου μελλοντικού ολέθρου. Ήξερα πως μόνο πεθαίνοντας θα έβρισκα ησυχία.Ειδικά εγώ.Όμως δεν ήθελα και να το διαβάζω,εκφρασμένο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Έτσι,μέσα σε λίγο χρόνο,όλες τις σκέψεις μου ήρθε να ντύσει ένα ακριβό ρούχο,που συχνά μπορεί να σκεπάζει ολότελα το αληθινό του περιεχόμενο.Αγόρασα ακριβά μηχανήματα,κι εκμεταλλευόμενος την ερημιά του σπιτιού μου, βούτηξα κυριολεκτικά στην μοναδική ιερή τέχνη,την τέχνη των τεχνών,την μόνη παρηγοριά που έχει ο άνθρωπος απέναντι στην ματαιότητα του κόσμου. Άκουγα μουσική την ώρα που δυστυχισμένος αποκοιμιόμουν και την στιγμή που ζύγιαζα το βάρος των βλεφάρων μου κι αναρωτιόμουν αν άξιζε τον κόπο να ξυπνήσω.Μουσική αντηχούσε στο μπάνιο την ώρα που ξύριζα αυτό το ανοίκειο ακόμη πρόσωπο,στην κουζίνα όπου έτρωγα δίχως όρεξη,και στο παιδικό δωμάτιο του Παύλου,την ώρα που συνομιλούσα με αγνώστους στο ίντερνετ και μαλακιζόμουν.Πέρασαν μήνες έτσι. Νομίζω πως εκείνο το διάστημα είχα σχεδόν ολότελα τρελλαθεί.Δεν θα αναγνώριζα τον ήχο μιας φωνής αν μου μιλούσε,δεν θα μπορούσα να καταλάβω τί έλεγαν οι άνθρωποι στην τηλεόραση.Οι μόνοι ήχοι που μου ήσαν πλέον κατανοητοί,κι οι οποίοι αντιβοούσαν ακατάπαυτα στο κεφάλι μου,ήταν οργανωμένοι σε κλίμακες,γραμμένοι σε κάποιο κλειδί,κι οι φωνές ακόμη ουρλιάζαν στίχους στα λατινικά,στα γαλλικά,στα γερμανικά. Μπορεί ν’άκουγα κι εκατό φορές μες σε μια μέρα το ίδιο κομμάτι,ξεκινώντας το σ’ένα άλλο μηχάνημα ενός άλλου δωματίου του σπιτιού την στιγμή ακριβώς που τέλειωνε στο προηγούμενο.Θυμάμαι να κυλιέμαι σε κατάσταση ερωτικής κτηνωδίας,γυμνός στο χαλί του σαλονιού,να δγκώνω τα μπράτσα μου και να χώνω τα δάχτυλά μου στον κώλο μου,κι η οργή μου αυτή ν’ανακατεύεται ξανά και ξανά με την φράση ‘quantus tremor est futurus’,από το Requiem του Μότσαρτ.Κι ήταν πράγματι ο τρόμος που με κυρίευε εκείνη την στιγμή,μες στον πα85


ροξυσμό της παντοδυναμίας μου,σαν την οργή ενός αδύναμου Θεού,που έρχεται μέσα σε κύμα πανικού να πνίξει έναν κόσμο που τον αγνοεί,να καταστρέψει μια Δημιουργία που απέτυχε.Θυμάμαι ακόμη,άρρωστος για κάποιο λόγο μερικές βδομάδες έπειτα,να βήχω όλο το βράδυ,να πονά το στήθος μου και να μην μπορώ να πάρω ανάσα κι ωστόσο να μην σταματώ λεπτό το κάπνισμα,ελπίζοντας ίσως και σ’έναν πρόωρο θάνατο από πόνο.Κι όταν ξερνούσα σάλιο και βλέννα και μια γεύση αίματος πλημμύριζε το στόμα μου,καθώς έγερνα εξαντλημένος στα μαξιλάρια,η μουσική απ’τον Θάνατο και την Κόρη του Σούμπερτ ερχόταν και με τύλιγε σαν χάδι,και μου ψιθύριζε στο αυτί πως ο θάνατος αυτός,απ’τον οποίο αιώνες έτρεχα να ξεφύγω,πέφτοντας από μαρτύριο σε μαρτύριο,ίσως και να μην ήταν τόσο άσχημος τελικά.Ίσως να ήταν όπως ο έρωτας-κάτι που δεν γνώριζα,και που όμως πάντα λαχταρούσα να δοκιμάσω. Θέλοντας μάλιστα ν’αγκαλιάσω αυτό τον γλυκό,ερωτικό θάνατο,είχα αρχίσει σιωπηλά να καταστρώνω ορισμένα πρώτα σχέδια αυτοκτονίας.Στο μυαλό μου γυρνούσαν εικόνες από χάπια και μπουκάλια με οινόπνευμα,σχοινιά και το ηδονικό αίσθημα της ασφυξίας,όπλα κι η ακαριαία λύτρωση της σφαίρας που τρυπάει το κόκκαλο και σβήνει τις αισθήσεις.Δεν ήξερα ακόμη πως αυτό που ζητούσα κατά βάθος για τον εαυτό μου ήταν μια τιμωρία πολύ χειρότερη απ’τον στιγμιαίο οργασμό του θανάτου. Ένα τέτοιο απόγευμα,καθώς χάζευα άσκοπα στο ίντερνετ κι άκουγα σε αναρίθμητες επαναλήψεις τον Χειμώνα του Βιβάλντι-σε αρμονία με τα χιονισμένα κλαδιά των δέντρων που αχνοφαίνονταν απ’τα κλειστά παράθυρά μου-έπεσα πάνω σε μια ανακοίνωση που θεώρησα οιωνό.Είχα άλλωστε τόσον καιρό να βγώ από το σπίτι και να αντιμετωπίσω κατά πρόσωπο τον κόσμο των ανθρώπων που θεωρούσα υπεύθυνο για την δυστυχία μου,ώστε θα χρειαζόταν ένα πολύ ισχυρό κίνητρο.Ένας οιωνός,όπως αυθαίρετα τον κατονόμασα. Ήταν το πρόγραμμα εκδηλώσεων του Μεγάρου Μουσικής.Και την επόμενη εβδομάδα-πλησίαζαν Χριστούγεννα νομίζω-σε μιαν απ’τις μικρότερες αίθουσες θα φιλοξενούνταν ένα σύνολο εγχόρδων απ’τη Βενετία. Η βραδιά θα περιλάμβανε έργα του Αντόνιο Βιβάλντι.

12 Υπήρχε ανέκαθεν στον κρυμμένο κόσμο των δαιμονιστών κάτι σαν υπόγεια πληροφόρηση,σαν δίκτυο λαθραίας γνώσης που έφτανε,άγνωστο πώς,από στόμα σε στόμα ή κι εντελώς διαισθητικά,από τον ένα στον άλλον.Όπως οι φυλακισμένοι,που μ’ένα νεύμα ή σ’ένα κύμα υπολογισμένης σιωπής μπορούν να μάθουν αυτόματα για κάτι που τους αφορά. Έτσι,κάποτε είχα ακούσει-χωρίς πλέον να θυμάμαι πώς-την εικασία ότι ο Βιβάλντι ήταν δαιμονιστής.Κι ότι η μοναχική ζωή που έζησε,στο παρεθναγωγείο της Βενετίας,αφοσιωμένος στο έργο του,ήταν η απόρροια-εκτός από την εγγενή αποστροφή για την φύση του και την επιθυμία ενός μακάριου τέλους-της αγά86


πης του για την τέχνη της μουσικής.Το έβρισκα πολύ πιθανόν.Άλλωστε όλοι οι δαίμονες και οι απόγονοί τους έχουμε μιαν έμφυτη κλίση προς την μουσική,που κληρονομήσαμε μάλλον απ’τον πατέρα όλων των δαιμόνων.Τις μέρες πριν τη Δημιουργία,ο Αρχάγγελος Σαμμαήλ ήταν υπεύθυνος για την Μουσική Αρμονία του Σύμπαντος. Η ιστορία αυτή λοιπόν,για τον κοκκινομάλλη ιερέα που έζησε ασκητικά κι αφέθηκε να πεθάνει απ’τα άρρωστα πνευμόνια του,μου φαινόταν πάντοτε πολύ συγκινητική.Στα μάτια μου,η πορεία του συγκεκριμένου δαιμονιστή-αν βέβαια η εικασία δεν ήταν μύθος-ήταν ό,τι πιο θαρραλέο κι όμορφο μπορούσε να φτιάξει ένα τέρας όπως εγώ με την ζωή του.Από την μια συνδύαζε τον φόβο του θανάτου,μιας και δεν είχε αυτοκτονήσει,μιαν αδιάκοπη πνευματική δημιουργία,αντίβαρο ενός άχρηστου σώματος,όμως στο τέλος ο κρυφός αυτός βίος δεν υπέκυπτε στην αδηφαγία της ράτσας μας γι’αθανασία,κι έσβηνε το ίδιο αθόρυβα όπως είχε υπάρξει,αφήνοντας πίσω του χιλιάδες σελίδες μουσικής μαγείας. Όταν σκεφτόμουν τον ομιχλώδη μουσικό της Βενετίας,ήταν σαν να έβλεπα το πρόσωπο ενός αγίου των δαιμονιστών.Κι έτσι τη νύχτα εκείνη του χειμώνα του 2000,πέφτοντας πάνω στην ανακοίνωση για το κονσέρτο,μου ήρθε η ξαφνική επιθυμία να πάω,αψηφώντας όλες τις δυσκολίες.Είχα να βγώ απ’το σπίτι πάνω από δυό μήνες,να βρεθώ ανάμεσα σε ανθρώπους.Ήξερα τον τρόμο που με περίμενε,ακόμη και τις παράλογες ιδέες που ίσως ξεπηδούσαν στο κεφάλι μου,ότι κάποιος μπορεί να με αναγνώριζε και να ειδοποιούσε την αστυνομία. Ωστόσο μεσα σε δευτερόλεπτα το είχα αποφασίσει.Θα πήγαινα,έστω και μεταμφιεσμένος.Μέσα στην αθλιότητα της ζωής μου,η μουσική εκείνη τη στιγμή πρόβαλλε σαν η μόνη καθαρή,αμόλυντη δύναμη.Και καθώς επρόκειτο για συνθέσεις γραμμένες κάποτε απ’το χέρι ενός ομοίου μου,ενός αγίου αυτής της διεστραμμένης φυλής,η παρουσία μου εκεί θα ήταν σαν ένα προσκύνημα στην μνήμη του. Θυμάμαι το βράδυ εκείνο,όταν τελικά πήγα στο Μέγαρο Μουσικής,σαν ένα αλλόκοτο χωνευτήρι φριχτών εικόνων και συντριπτικών αισθημάτων.Σαν ένα λαβύρινθο στον οποίο μπήκα συνειδητά,κι από τη νύχτα αυτή,προχωρώντας όλο και πιο βαθιά,οδηγήθηκα στην αμετάκλητη καταστροφή μου. Είχα αγωνιστεί για να βρώ ρούχα που να μου ταιριάζουν,κι είχα καταλήξει τελικά σ’ένα κοστούμι του νεκρού πατέρα του Παύλου,μαζί μ’ένα παλτό του που μύριζε απουσία και λεβάντα.Το πώς ένοιωθα καθώς ετοιμαζόμουν,κι έβλεπα τον εαυτό μου στον καθρέφτη-με τα έγχορδα του Αρμονικού Οίστρου να με κεραυνώνουν απ’την κρεβατοκάμαρα-είναι πολύ περίπλοκο για να το περιγράψω.Ήταν σαν να μην ήμουν εκεί. Είχα ειδοποιήσει ένα ραδιοταξί,γιατί έκανε πολύ κρύο,και το σπίτι μου ήταν απομακρυσμένο απ’τους κεντρικότερους δρόμους.Δεν διακινδύνευα να οδηγήσω-τί θα συνέβαινε αν για κάποιο λόγο με σταματούσαν αστυνομικοί κι έβλεπαν την φωτογραφία του Παύλου στο δίπλωμα;Δεν του έμοιαζα καθόλου. Προσπάθησα να μιλήσω όσο το δυνατόν λιγότερο στον οδηγό του ταξί, ώσπου εκείνος αποκαρδιώθηκε τελείως κι έπαψε να μου απευθύνει το λόγο.Δεν 87


είχα αίσθηση του βάρους της φωνής μου,φοβόμουν πως αν μιλούσα δεν θα μπορούσα να προβλέψω σε ποιά χροιά ή σε ποιά γλώσσα θα ξεστομίζονταν οι λέξεις.Φτάσαμε στο Μέγαρο βουβοί σαν μια κίτρινη νεκροφόρα. Είχε αρκετό κόσμο,θυμάμαι.Με το κεφάλι σκυμμένο,και πασχίζοντας να μεταμφιέσω τον πανικό που μου προξενούσε η θέα του πλήθους στην αγοραφοβική ιδιορρυθμία ενός φιλόμουσου της κλασσικής-τακτική που φάνηκε να πιάνει,μιας και στην Ελλάδα το κοινό της κλασσικής μουσικής θεωρείται συχνά πως απαρτίζεται από τρελλούς ή ανάπηρους-ζήτησα απ’την είσοδο το εισιτήριό μου, περιφέρθηκα σαν καταραμένος στο εντευκτήριο για περίπου δέκα λεπτά,κι όταν οι πόρτες της αίθουσας άνοιξαν για το κοινό,έτρεξα και καταχωνιάστηκα στην ακριβοπληρωμένη θέση μου,στις πρώτες σειρές,εκεί όπου δεν θα έβλεπα τίποτε άλλο εκτός από τους μουσικούς,και δεν θα άκουγα παρά την θεϊκή τους τέχνη. Η ώρα της έναρξης πλησίαζε,πίσω μου άκουγα τα καθίσματα να γεμίζουν από ανθρώπους μ’αδιάφορες φωνές που πρόφεραν αδιάφορα λόγια.Και ξαφνικά,στριμώχνοντας το σώμα της διακριτικά ανάμεσα στις θέσεις,ήρθε και κάθισε δίπλα μου μια γυναίκα γύρω στα πενήντα. Ήταν ξανθιά,όμορφη,καλοντυμένη.Φορούσε ωραίο άρωμα.Είχε το χρώμα των ματιών και του δέρματος που συναντάς στις βόρειες φυλές-θα μπορούσε να είναι γερμανίδα,ή σουηδέζα.Όμως πίσω απ’την ομορφιά της υπήρχε κάτι το τερατώδες.Το ένοιωσα αμέσως μόλις εμφανίστηκε,μια φευγαλέα ματιά στο βαθύ γαλάζιο των ματιών της ήταν αρκετή.Τα μάτια αυτά ήταν νεκρά,οργισμένα,κουρασμένα σαν το θάνατο.Οι λεπτές κινήσεις της-ο τρόπος που κοιτούσε το ρολόι της,που ξεφύλλιζε το πρόγραμμα,η νευρικότητα με την οποία σταύρωνε και ξεσταύρωνε τα πόδια-μαρτυρούσαν αιώνες επανάληψης των ίδιων ακριβώς ή παρόμοιων κινήσεων,αμέτρητες ζωές δοσμένες στην σπατάλη μιας εξουθενωτικής καθημερινότητας.Ανατρίχιασα,αλλά αποφάσισα να μήν της μιλήσω,να μήν της δώσω σημασία.Είπα στον εαυτό μου πως η παρουσία της,σ’εκείνη την συγκεκριμένη θέση απόψε,ήταν ακόμη ένα μακάβριο αστείο της μοίρας μου.Με είχε καταλάβει κι εκείνη,το ένοιωθα στην αμήχανη απουσία του βλέμματός της,παρόλο που ήμασταν τόσο κοντά.Και τότε βγήκαν,ευτυχώς,οι μουσικοί. Το πρόγραμμα ήταν ένα θαύμα.Έκλεινα τα μάτια,άφηνα το σώμα και το μυαλό μου να ταλαντευτούν μαζί με τις χορδές των αόρατων Βενετσιάνων,και κάτι σαν ηδονή με γέμιζε απ’το λαιμό μέχρι τα πόδια.Σαν η μουσική να με φιλούσε,να μου έκανε έρωτα.Τόσο όμορφη ήταν. Είχε περάσει περίπου μισή ώρα,κι οι σολίστες βρίσκονταν στο δεύτερο μέρος ενός από τα συγκλονιστικότερα κονσέρτα του Βιβάλντι-αυτό που είναι γραμμένο για δύο μαντολίνα.Με τα μάτια μου πάντα κλειστά,μουρμούριζα κι εγώ λαθραία,μια τρίτη φωνή ανάμεσα στον διάλογο των μαντολίνων,κι αισθανόμουν σοφός,ευλογημένος που μπορούσα να καταλάβω αυτή την μουσική.Έτσι η φωνή της γυναίκας δίπλα μου,που διέκοψε απότομα την έκστασή μου,έμοιαζε ακόμα περισσότερο με φωνή απ’την Κόλαση.

88


Θα μπορούσε να μου είχε μιλήσει στα γερμανικά,κι ίσως αυτή να ήταν η γλώσσα εντέλει.Δεν θυμάμαι.Όσο κι αν είχαμε απωθήσει την σκέψη της παρουσίας μας,ο ένας του άλλου,ήμασταν ταυτόχρονα βέβαιοι,σαν ηλεκτρισμένοι από βεβαιότητα,πως γνωρίζαμε όλες τις γλώσσες του κόσμου,κάτι που μονάχα μεταξύ δαιμονιστών γίνεται αντιληπτό και μόνο μ’ένα βλέμμα. «Σας αρέσει η μουσική;» ψιθύρισε προς το μέρος μου. Άνοιξα τα μάτια,ενοχλημένος.Δεν ήθελα να μου μιλήσει,δεν ήθελα να της μιλήσω,κι ωστόσο ήμουν υποχρεωμένος να απαντήσω. «Μου αρέσει,» αποκρίθηκα ψυχρά,κι έκλεισα ξανά τα μάτια,αποκλείοντάς την.Τότε εκείνη έσκυψε τόσο που σχεδόν με ακούμπησε,μύρισα με τρόμο το βαρύ της άρωμα επάνω μου,και την άκουσα να λέει: «Πολύ χαίρομαι.Ξέρετε,την έχω γράψει εγώ.» Γύρισα και την κοίταξα με γουρλωμένα μάτια.Οι νυγμοί των μαντολίνων είχαν ήδη θαμπώσει,έφταναν παράφωνοι στ’αυτιά μου. «Τί είπατε;» την ρώτησα,όσο πιο σοβαρά μπορούσα. Με κοίταξε βαθιά στα μάτια,και μου χαμογέλασε με μιαν απαίτηση οίκτου,σαν πληγωμένη γυναίκα. «Μην θυμώνετε μαζί μου,» είπε,κι αποτελειώνοντας με τηλεπαθητική ακρίβεια την διάψευση όσων πίστευα,πρόσθεσε: «Κανείς δεν είναι άγιος.» Απόμεινα βουβός να την κοιτάζω.Κι άκουσα την ιστορία της. «Κάποτε το όνομά μου υπήρξε Αντόνιο Βιβάλντι,» είπε,μ’έναν απόκοσμο πλέον ψίθυρο. «Έζησα στη Βενετία,ως ιερέας μουσικός,κι εκεί πέθανα,σύμφωνα με την ιστορία και τις αφελείς δοξασίες της φυλής μας.Όμως πρέπει να με καταλάβετε.» Πριν προλάβω να την απωθήσω,μου έπιασε το χέρι. «Ο φόβος του θανάτου ήταν τρομερός,είμαι βέβαιη πως κι εσείς τον έχετε αισθανθεί.Είχα ζήσει μιαν ευτυχία που γύριζε την πλάτη στην αλήθεια.Είχα περιφρονήσει την πραγματικότητα,η μουσική,αυτό που ακούτε κι αγαπάτε,ήταν κι η δική μου αγάπη,το δηλητήριο που λίγο-λίγο με σκότωνε,όπως σκοτώνει η ζωή κι η αγάπη κι η ομορφιά τους φυσιολογικούς ανθρώπους.Μόνο που,όπως ξέρετε,» συνέχισε μ’ένα πικρό γέλιο, «δεν είμαστε άνθρωποι.Κι όταν άρχισα να φτύνω το αίμα μου ποτάμι,όταν το κρεβάτι μου άρχισε να μυρίζει θάνατο,πανικοβλήθηκα.Ήμουν εξήντα χρόνων,όλοι το περίμεναν.Η κάμαρά μου είχε στολιστεί νεκρικά,οι άνθρωποι είχαν την απαίτηση να αποχωρήσω μέσα στην ίδια γαλήνια ωραιότητα που είχε κυλήσει κι η ζωή μου,να σβήσω σαν τελευταία νότα ενός κονσέρτου μου. Φανταστείτε όμως την δική μου θέση.Την ματαιοδοξία που ζέσταινε τον φόβο σε πανικό.Κάλεσα μιαν υπηρέτρια,» είπε,κι άρχισε να κάνει νευρικά αέρα στο πρόσωπό της με το πρόγραμμα, «την φώναξα στο νεκροκρέβατό μου,κι εξορκίζοντάς την να κρατήσει μυστικό αυτό που θα της ζητούσα,της υποσχέθηκα πως θα της χάριζα όλη μου την περιουσία αν έπαιρνε για μια στιγμή το πέος μου στο στόμα της,για να μην φύγω απ’τη ζωή χωρίς να έχω απολαύσει τον έρωτα…δεν αρνήθηκε,όπως βλέπετε.» Και σ’αυτό το σημείο,καθώς η διαδοχή των κονσέρτων βύθισε την αίθουσα στη σιωπή,τραβήχτηκε πίσω κι έμεινε για λίγο αμίλητη.Την κοιτούσα χωρίς 89


να ξέρω αν έπρεπε να πώ κάτι.Είχε γκρεμίσει μέσα σε λίγα λεπτά μιαν αυταπάτη που,το βράδυ εκείνο,μου έδινε κουράγιο να ζήσω.Γιατί το είχε κάνει; Σαν να ένοιωσε τον πόνο μου,μόλις η μουσική άρχισε πάλι,με πλησίασε και είπε: «Συγχωρέστε με γι’αυτήν την εξομολόγηση.Είστε ελεύθερος να μην με πιστέψετε,άλλωστε αυτό είναι το τελευταίο που έχει σημασία.Δείτε,» πρόσθεσε,κι έδειξε προς την σκηνή, «η μουσική μου υπάρχει,θα υπάρχει για πάντα.Τίποτε δεν της αφαιρεί την ομορφιά της,ούτε το ότι γράφτηκε απ’το χέρι ενός τέρατος,όπως εσείς κι όπως εγώ.Τα πιο όμορφα λουλούδια για να ανθίσουν τρώνε σκατά.» Δεν μπορούσα να αρνηθώ τίποτε απ’όσα άκουγα,το ότι μου μιλούσε ένας δαιμονιστής με φυσιογνωμία μεγαλύτερου ανθρώπου με είχε παγώσει,ήμουν ένας νεαρός που άκουγε τα λόγια μιας σοφής γυναίκας. «Θέλω μονάχα να σας ζητήσω μια χάρη,» είπε,κι ενώ αυτήν ακριβώς την στιγμή εγώ περίμενα να σκύψει πιο κοντά μου,συνωμοτικά,εκείνη κάθισε όσο μπορούσε πιο πίσω στην θέση της,και κοιτώντας δεξιά-αριστερά,έφερε τα χέρια της στο στρίφωμα της κοντής της φούστας.Με μια ακόμη ματιά τριγύρω,για να βεβαιωθεί πως κανένας δεν την έβλεπε,έχωσε τα χέρια της κάτω απ’την φούστα κι άρχισε να τραβάει κάτι με απαλές,επίμονες κινήσεις κι απ’τις δυό μεριές.Άκουγα το θρόισμα των λεπτών υφασμάτων,και την παρατηρούσα χωρίς να καταλαβαίνω τί έκανε.Και ξαφνικά στο κάτω μέρος της φούστας εμφανίστηκαν οι κάλτσες της,ενωμένες στη μέση σαν ένα δεύτερο δέρμα σε σχήμα αέρινου παντελονιού,και με μιαν αιλουροειδή κίνηση η άγνωστη γυναίκα τις κατέβασε ως τα γόνατα,αφήνοντας το σκοτάδι στο βάθος των ποδιών της γυμνό. «Σας ικετεύω,» είπε και με κοίταξε στα μάτια. «Υποφέρω.Και ξέρω πως το ίδιο υποφέρετε κι εσείς.» Και καθώς μου μιλούσε,άρχισε να ανασηκώνει ανεπαίσθητα την φούστα της,αποκαλύπτοντας δυό σφιχτά, κατάλευκα μπούτια.Την έβλεπα με τρόμο,κι εκείνη έβαλε ξαφνικά τα γέλια,ξεκαρδίστηκε ψιθυριστά. «Ίσως σας φαίνεται αστείο με την τωρινή μου μορφή,» είπε, «αλλά δεν φαντάζεστε τί αγωνία είχε ο καημένος ο Αντόνιο,τριακόσια χρόνια πριν κι ετοιμοθάνατος στην κάμαρα του παρθεναγωγείου,αν θα του σηκωνόταν!» Μέσα σε δευτερόλεπτα,κάτω απ’το μεταξωτό ταγιέρ είχε αποκαλυφθεί ένας ξανθός θάμνος,ένα αιδοίο σε προσμονή,με τα πόδια ακόμα κλειστά.Η γυναίκα έφερε το χέρι της στον καβάλο μου. «Ελάτε μαζί μου μετά τη συναυλία,» είπε,επιτακτικά όσο κι ικετευτικά. «Ελάτε σπίτι μου απόψε.Απαλλάξτε και τους δυό μας απ’αυτό το μαρτύριο.Σας εκλιπαρώ να με γαμήσετε!» Και μ’αυτά τα λόγια άνοιξε τα μπούτια της,κι η υγρή σχισμή της έλαμψε στο μισοσκόταδο της αίθουσας. Ένα κύμα ναυτίας με συνεπήρε,τα σωθικά μου γύρισαν κι ο αέρας βγήκε με βία απ’τα πνευμόνια μου σαν ρέψιμο που προηγείται του εμμετού.Μια μυρωδιά απερίγραπτης σαπίλας είχε ξαφνικά πλημμυρίσει τα πάντα,τόσο έντονη που μου έφερνε δάκρυα στα μάτια,που δεν έβλεπα και δεν μπορούσα να ανασάνω. Σαν ψόφια ποντίκια που σαπίζουν μέσα σε καλοκαιριάτικα σκουπίδια,σαν πτώμα που έχει μείνει παρατημένο σε ζεστό δωμάτιο κι η σήψη του έχει φάει το πρό-

90


σωπο σ’έναν πρασινόμαυρο πολτό δύσοσμης γλίτσας.Ένοιωθα πάνω μου να σέρνονται αόρατα σκουλήκια αποσύνθεσης. Με όσες δυνάμεις μου απόμεναν,την έσπρωξα βίαια για να κλείσει τα πόδια της,σηκώθηκα,και βγήκα από την αίθουσα τρέχοντας σαν κυνηγημένος.Ξέρασα γονατιστός μπρος στην πολυτελή λεκάνη,ξέπλυνα το στόμα και τα μάτια μου απ’τα δάκρυα,κι έφυγα απ’το Μέγαρο με την καρδιά μου κομματιασμένη. Κι ωστόσο έχω μετανοιώσει που της αρνήθηκα,κι ας μην ξέρω με ποιά δύναμη θα κατάφερνα ποτέ να γαμήσω εκείνο το ψοφίμι και να εξαφανιστώ ήσυχος.Το έχω μετανοιώσει πικρά.

13 Το βράδυ εκείνο του Δεκέμβρη είχε χιονίσει απροσδόκητα στην Αθήνα. Κι εγώ προχωρούσα στους παγωμένους δρόμους,παγωμένος κι ο ίδιος,κι η μόνη σκέψη πέρα απ’το πνιγηρό αίσθημα της αποστροφής για τον εαυτό μου ήταν η επιτακτικότητα της εξάλειψής μου. Ήταν μια μαύρη,αρνητική ενέργεια-μια ενέργεια μολαταύτα,που με κρατούσε σε νοσηρή εγρήγορση,κι έσπρωχνε τα βήματά μου ασυναίσθητα απ’το Μέγαρο στη λεωφόρο Αλεξάνδρας κι από εκεί,λίγο πριν το τέλος της μεγάλης κατηφόρας,στο Πεδίον του Άρεως. Θα ήταν μια εύκολη λύση.Έτσι κι αλλιώς,δεν είχα προλάβει να δεθώ και να αγαπήσω αυτό το σώμα που κατοικούσα τώρα.Η στιγμιαία αναστάτωση θα έσβηνε λίγη απ’την μαυρίλα του θανάτου που πλημμύριζε το μυαλό μου,έστω κι αν ξαναγυρνούσα με ταξί ως άλλος άντρας στο σπίτι του Παύλου. ‘Κι αύριο;’ ρωτούσε ένα βαθύτερο κομμάτι,η οχληρή φωνή της συνείδησης.Όμως δεν είχα το σθένος να της απαντήσω.Αύριο,κάποιο άλλο σώμα.Και μεθαύριο.Και πάντα, ώσπου να ξεχνούσα ποιός ήμουν τώρα ή κάποτε,κι ίσως,αν όσα είχα ακούσει για το συγκεκριμένο πάρκο και τα σκοτεινότερα σημεία του ήταν αλήθεια,κάποιο βράδυ ένας άγνωστος να με πλησίαζε για να με ληστέψει και να με μαχαίρωνε.Μακάρι να ήταν απόψε,σκεφτόμουν.Δεν θα του αντιστεκόμουν,ή μάλλον θα του αντιστεκόμουν τόσο ώστε να είμαι σίγουρος πως θα με σκότωνε. Γιατί δεν πετιόμουν στον δρόμο; ίσως αναρωτιέστε.Δίκαιη απορία,και συγχρόνως ανόητη.Η ζωή είναι μια πόρνη με τρομερήν αυτοεκτίμηση κι ανελέητο αυτοσεβασμό.Απλά δεν τολμούσα ακόμη ν’ασκήσω τόση βία επάνω μου. Κι όσο για την επιλογή του πάρκου και των πούστηδων,ήταν κι αυτή αμιγώς ανθρώπινη.Συχνά γελούσα με το πόσο επιδερμικά έβλεπαν οι βραδύνοες, μεγαλόστομοι φιλόσοφοι και θεωρητικοί τα αποφθέγματα του Πλάτωνα περί ιδανικού έρωτος,και γιατί αν υπάρχει μπορεί να υπάρξει μόνον μεταξύ ανδρών. Πόσο περίπλοκη κι επίμονη είναι η ερμηνευτική λογική των ηλιθίων!

91


Στην πραγματικότητα είναι απλό,απλό όσο τίποτε.Δεν έχει να κάνει με την κοινωνία,τον Κόσμο των Ιδεών,κι όλες αυτές τις ασυναρτησίες.Είναι ζήτημα μηχανικής,κι ο ανδρικός έρωτας είναι η Μηχανική της Αλήθειας.Γιατί ο μόνος αληθινός έρωτας είναι εκείνος στη διάρκεια του οποίου είσαι βέβαιος για την ηδονή του άλλου,πως ο οργασμός του προκαλείται από εσένα,πως πηγάζει σύγχρονα ή έστω ως αιτιατό του δικού σου οργασμού.Ο έρωτας είναι η έμπρακτη απόδειξη,όχι κάποιο αόριστο θεωρητικό σχήμα.Αν λοιπόν απέναντί σου,πάνω, κάτω ή μπροστά σου έχεις μια γυναίκα,είσαι καταδικασμένος σε αμφιβολία,καθώς μπορεί πάντοτε,αν θέλει,να υποκρίνεται.Κι η πιο εκδηλωτική στον οργασμό γυναίκα,που κολπικά υγρά της θα έφταναν να ποτίσουν ένα διψασμένο λιβάδι,θα μπορούσε την ίδια στιγμή,αν ήθελε,νά’ναι από μέσα παγερή σαν κούκλα ραπτικής και να υποδύεται απλώς τον οργασμό,με ταλέντο όχι αναγκαία μεγάλο,αφού την ώρα εκείνη οι αισθήσεις του επιβήτορα είναι αμβλυμένες απ’την δική του ηδονή.Κάπως ηπιότερη η αβεβαιότητα των τριβάδων,που τουλάχιστον κατέχουν εξ’ιδίων την φυσιολογία του γυναικείου οργασμού.Όμως και σ’αυτές απουσιάζει η αρχετυπική σχεδόν διαστροφή της φύσης που χαρακτηρίζει τους σοδομιστές από καταβολής κόσμου,και τους κάνει-κατά την γνώμη μου-μόνους άξιους μύστες αυτού που λέγεται έρωτας.Το ότι ένας άνδρας αγνοεί τον πόνο που προξενεί στην άκρη του πεπτικού σωλήνα του η διείσδυση,προκειμένου να προσφέρει σ’έναν άλλον άνδρα την μόνη οπή που διαθέτει αντί αιδοίου,μα κι η προτίμηση του άλλου σ’αυτό τον τριχωτό,ακάθαρτο βωμό,η νομοτέλεια που εκπορεύεται απ’την ίδια την βιολογία των ανδρικών οργάνων,είναι οι πρωταρχικές θυσίες,η βάση της αλήθειας του έρωτα.Μόνον αν γαμάς έναν άνδρα και τον φέρεις με την διείσδυση σε στύση,ή αν ο άνδρας αυτός είσαι εσύ και σου σηκώνεται,μόνον τότε μπορεί να γίνει σοβαρά λόγος για έρωτα.Κι ας είναι ταπεινή εξ’ αιτίας της αιώνιας απειρίας μου η άποψη αυτή,είναι συνάμα κι αιώνια σοφή,γι’ αυτό και ως άνδρας είχα πάντα σχεδόν μορφή ομοφυλόφιλου,γιατί αυτό που θα ήθελα να δοκιμάσω ήταν ο γνήσιος έρωτας. Μόνο που οι ευγενείς τούτες ιδέες ήταν τη νύχτα εκείνη στο μυαλό μου μακρυνές όσο και σ’έναν που διψά η ευεργετική επίδραση του νερού στην εμφάνιση της ζωής στον πλανήτη.Ήθελα απλώς να γαμήσω ή να γαμηθώ πίσω από κάποιον θάμνο,και να ξεπλύνω τη σύγχυση και την ακαθαρσία της ψυχής μου μιαίνοντας και περιπλέκοντάς την κι άλλο. Είχα σχεδόν φτάσει στις πύλες του επίγειου Άδη των ομοφυλόφιλων Αθηναίων,κάτω από το άγαλμα του βασιλιά.Μπροστά μου περνούσε μια αγέλη αδέσποτων σκυλιών,με έναν κάπως αποκομμένο ουραγό.Ήταν ένας μεγαλόσωμος μαύρος κοπρίτης,με κατεβασμένο το κεφάλι,και τ’άλλα σκυλιά μου φάνηκε πως τρέχαν λίγο παραπάνω καθώς προπορεύονταν,σαν να θέλαν να τον αποφύγουν.Όταν έφτασε μπροστά μου σταμάτησε,και με κοίταξε. Ίσως η ζωή μου να μην ήταν τόσο φρικτή αν δεν με είχε κοιτάξει. Τα ζώα δεν μιλούν.Ξέρω όμως ότι κάποια ζώα σκέφτονται. Δεν ξέρω όμως αν στο μυαλό ενός ανθρώπου χωράει τόση αθλιότητα.

92


Υπήρχαν-κι υπάρχουν ακόμη-ορισμένοι δαιμονιστές,που για να απαλλαγούν από το άγχος της ανθρώπινης ζωής,απ’την αηδία της συνειδητής ύπαρξης, βιάζουν κάποιο ζώο.Κι ύστερα περιφέρονται για αιώνες σε σώματα ζώων,της ίδιας οικογένειας ή κάποιας συναφούς ράτσας,με βραχύτερης διάρκειας μετασωματώσεις.Σταδιακά ξεχνούν την αλλοτινή ζωή τους.Όμως στο βάθος της ακρωτηριασμένης σκέψης τους-μιας σκέψης που κατακρεουργείται απ’το περπάτημα στα τέσσερα,απ’τα τσιμπούρια,το άρμεγμα,το κυνήγι,την στέρηση του λόγου-διατηρούν πάντοτε μιαν ασυναίσθητη συγγένεια προς τον άνθρωπο.Είναι καμμιά φορά τα πλέον φιλικά ζώα,όμως αυτή η διάθεση που οι άνθρωποι ερμηνεύουν ως προσήνεια,είναι στην πραγματικότητα φθόνος και πόθος όμοιος με του παραμορφωμένου που ερωτοτροπεί εξ’αποστάσεως-είναι η βαθύτερη επιθυμία που κουβαλούν οι εγκλωβισμένοι αυτοί και δυστυχείς δαιμονιστές στα κύτταρά τους, να κάνουν έρωτα με κάποιον άνθρωπο και να δραπετεύσουν. Ένοιωσα αυτή τη στιγμιαία λάμψη στο βλέμμα του μαύρου σκύλου,αλλά προτίμησα να την αγνοήσω.Πόση αηδία πια μου επεφύλασσε το πεπρωμένο μου μες σε μια νύχτα;Άρχισα να βαδίζω προς το πάρκο. Όμως ο σκύλος με ακολουθούσε.Από μακριά,αλλά σταθερά.Επίμονα.Και κάθε φορά που σταματούσα,και γυρνούσα τρέμοντας και κλείνοντας τα μάτια κι ευχόμουν να είχε εξαφανιστεί,εκείνος στεκόταν πίσω μου,με τα αυτιά κατεβασμένα και τα κόκκινα μάτια του να λαμπυρίζουν,καρφωμένα στα δικά μου. Πανικοβλήθηκα,άρχισα να διασχίζω θάμνους,δεντροστοιχίες και σκοτεινές αλέες του Πεδίου χωρίς να έχω τίποτε στο μυαλό μου,ήθελα να πέσω πάνω σε κάποιον άνθρωπο και δεν υπήρχε κανείς.Και πίσω μου άκουγα το λαχάνιασμα του σκύλου,που όταν σταματούσα έπαυε. Γύρισα προς το μέρος του και τον κοίταξα με μίσος.Δεν κουνούσε την ουρά,δεν εκδήλωνε καμμιά σκυλίσια χαρά,καμμιά σκυλίσια αξίωση τρυφερότητας ή στρογής.Ο σκύλος αυτός δεν πεινούσε,δεν ήθελε χάδια,στέγη,ιδιοκτήτη. Ο σκύλος αυτός δεν ήταν σκύλος. Και ξαφνικά,το μαύρο τέρας σωριάστηκε ανάσκελα.Μέσα στην παγωνιά της νύχτας,είδα τα γεννητικά του όργανα,γυαλιστερά,να αχνίζουν απ’τα υγρά του.Το φύλο του ήταν αδιευκρίνιστο στο σκοτάδι,όμως η πρόθεση σαφής.Μου τα πρότεινε.Δεν ήξερα αν με είχε αναγνωρίσει ως άνθρωπο ή ως άλλο δαιμονιστή,αν επιθυμούσε μιαν απόδραση ή την οριστική του λύτρωση απ’τη ζωή,όμως με τον τρόπο που κουνούσε τα πίσω πόδια κι έτριβε την ράχη του στο χώμα,ήταν προφανές ότι μου πρότεινε το βρωμερό του πέος. Και τότε η αηδία μου έδωσε το τελειωτικό χτύπημα,την γροθιά απ’την οποία δεν μπόρεσα ποτέ να συνέλθω.Γιατί,στην σκέψη της σκηνής που εκτυλισσόταν μπρος μου,στην σκέψη του σκύλου αλλά και του εαυτού μου που τον κοιτούσε (ποιός ήμουν εγώ; ποιός ήταν ο σκύλος; ποιοί ήμασταν κάποτε,ποιές ζωές είχαμε κλέψει,πώς είχαμε φτάσει εδώ; πόσο χαμηλά βρίσκεται η Κόλαση;) στην ιδέα πως κατά βάθος για να υπάρχει τόση δυστυχία το πιο σιχαμερό δεν ήταν το να είσαι δαιμονιστής αλλά το να είσαι οτιδήποτε,δεν άντεχα.Όχι,δεν ήταν δυνατον η ζωή να ήταν ένα τόσο διεστραμμένο παιχνίδι της ύλης. 93


Ήθελα να πέσω κι εγώ στο χώμα.Να συρθώ προς το μέρος του. Ήθελα να γλείψω τ’αρχίδια του σκύλου.

14 Τη νύχτα της επόμενης μέρας σκότωσα έναν άνθρωπο επειδή με πόθησε. Δεν μπήκα στο σώμα του.Τον σκότωσα κυριολεκτικά. Είχα πάρει το αμάξι του Παύλου και γυρνούσα στους μαύρους δρόμους της Αθήνας.Δεν είχα προορισμό,ούτε σκέψεις.Στο κεφάλι μου αντηχούσε μια αυτιστική σιωπή,που την διέκοπτε ένας χείμαρρος από εσωτερικές κατάρες,βρισιές, γρυλλίσματα,εκρήξεις μίσους προς τον εαυτό μου.Έκλεινα τα μάτια,ευχόμουν να χτυπήσω κάπου και να σκοτωθώ.Προσπερνούσα κόκκινα φανάρια κι έτρεχα σαν τρελλός.Φανταζόμουν αστυνομικούς να με κυνηγούν,να με πυροβολούν. Ήλπιζα σ’ένα τέλος τόσο γρήγορο όσο και το αυτοκίνητο που οδηγούσα. Είχα σταματήσει για ν’ανοίξω ένα πακέτο τσιγάρα.Ήμουν στην Βασιλίσσης Όλγας,τα δάχτυλά μου έτρεμαν,ενώ πίσω απ’τα χείλη μου σάλευε η καταιγίδα ενός ουρλιαχτού («ΆΝΟΙΞΕ ΓΑΜΩ ΤΟ ΘΕΟ ΣΟΥ! »). Ξαφνικά άκουσα ένα χτύπημα στο τζάμι. Δεν ήταν αστυνομικός.Ήταν ένας πούστης. Τον άφησα να μπεί,να μου χαμογελάσει,να με ρωτήσει για μένα.Του απήντησα αόριστα,κι άρχισα να οδηγώ το ίδιο δαιμονισμένα προς το Ψυχικό.Καθώς επιστρέφαμε σ’αυτό που εκείνος φανταζόταν ως Αρκαδία των πόθων του, έσκυψε κι άρχισε να δαγκώνει το πέος μου πάνω απ’το παντελόνι.Γελούσα βουβά,και προσπαθούσα να στοιχηματίσω ποιά εκδοχή του πόθου του θα τον σκότωνε πρώτη,με ποιό σώμα θα έφτανα σπίτι.Αν κατάφερνε να ξετυλίξει το πολυπόθητο πακέτο όσο ακόμη οδηγούσα,ίσως να μας σκότωνε και τους δύο ειρηνικά κι απότομα,αφού δεν θα πρόφταινα να ελέγξω το αυτοκίνητο απ’την θέση του συνοδηγού.Όμως εκείνος επέτεινε το γλυκό του μαρτύριο. Έπρεπε λοιπόν να τιμωρηθεί. Μόλις διασχίσαμε την πύλη του σπιτιού και πάρκαρα,λίγο πιο έξω απ’το γκαράζ,του ζήτησα να βγεί απ’το αμάξι.Μου είχε σηκωθεί,αλλά είχα ήδη πάρει την απόφασή μου.Ο οίστρος του ήταν τέτοιος που δεν μου αρνήθηκε. Αφού βεβαιώθηκα πως οι καγκελόπορτες είχαν κλείσει ερμητικά πίσω μας,κι ότι απ’τον υπόλοιπο κόσμο μας χώριζαν φράγματα από ατσάλι και κισσό,του απαίτησα μιαν αλλόκοτη τελετουργία. «Βγάλε τα ρούχα σου!» πρόσταξα,ακόμη απ’την θέση του οδηγού,κι άναψα τα φώτα. «Θέλω να σε δώ γυμνό!Να δώ την τρύπα σου!Πόσοι σ’έχουν γαμήσει πριν από εμένα;» 94


Είναι αξιοθρήνητη η υπακοή του καυλωμένου ανθρώπου. Με κόκκινα μάτια,ο νεαρός άνδρας πέταξε από πάνω του ό,τι φορούσε, κι έτσι γυμνός,με το σώμα και την ανάσα του να ατμίζουν μες στην παγωνιά, έσκυψε κι έτεινε στις δεσμίδες των προβολέων τον ροδαλό του κώλο. Πιστεύω πως δεν πρόφτασε κάν ν’ακούσει το μαρσάρισμα. Λίγες στιγμές αργότερα,το σώμα του ήταν μια μάζα σχισμένο δέρμα και ματωμένα κόκκαλα που προεξείχαν σε παράδοξες θέσεις.Τον μάζεψα ξερνώντας πάνω του,και μ’ένα φτυάρι που υπήρχε έξω απ’την αποθήκη,έσκαψα έναν ρηχό λάκκο στο παγωμένο χώμα της αυλής. Αφού τον έθαψα,αυνανίστηκα πάνω απ’τον αχνιστό τάφο.

15 Και την επόμενη σκότωσα άλλον έναν άνθρωπο,επειδή τον πόθησα εγώ. Ήταν παγερό χειμωνιάτικο μεσημέρι,και ξύπνησα μ’ένα φριχτό πονοκέφαλο,μεθυσμένος,απ’το κουδούνι που χτυπούσε μανιασμένα.Είχα μεθύσει με το υπόλοιπο από μπουκάλια που ως τότε δεν γνώριζα πως υπήρχαν,καταχωνιασμένα στο γραφείο του νεκρού πατέρα του νεκρού Παύλου.Και πίσω απ’το κουδούνισμα βρισκόταν ο μελαχροινός,νεότατος εισπράκτορας κάποιας αόριστης ψευδοχριστιανικής αίρεσης,που ακολουθώντας τις επιταγές των ημερών,είχε έρθει να συλλέξει το ανεξίθρησκο χρήμα της μονοκατοικίας μου. Άνοιξα κι είδα μπροστά μου ένα αγόρι το πολύ εικοσιπέντε ετών,μ’ένα χαμόγελο επιβεβλημένης αγάπης,να τουρτουρίζει στο πλατύσκαλο. Το κάλεσα μέσα παραπατώντας.Το είδα να βγάζει το παλτό του,κι από τον χαρτοφύλακα που κρατούσε να αραδιάζει στο τραπέζι του σαλονιού ορισμένα φυλλάδια με γελαστούς ανθρώπους κι εξημερωμένα ζώα. Είχε μαύρα μάτια και μάγουλα κόκκινα ακόμη απ’το κρύο.Και φιλήδονα χείλη.Μονάχα αυτά πρόσεχα,σωριασμένος απέναντί του,με τον πόνο να μου τρυπάει το κεφάλι.Ήθελα να γαμήσω τα χείλη του. Τον διέκοψα απρεπώς,προτείνοντάς του ένα ποτό.Είχα αποφασίσει ήδη να βάλω ένα για μένα,ήθελα να προετοιμαστώ κατάλληλα για ό,τι φριχτό έμελλε να συμβεί μεταξύ μας.Δεν αρνήθηκε,απλώς έγνεψε καταφατικά,ενώ με το ίδιο χαμόγελο εξακολούθησε να φλυαρεί,λέγοντας ακατάληπτες στ’αυτιά μου φράσεις για το οινόπνευμα και τους ανθρώπους.Πιθανώς η εταιρεία μεταφυσικών αποδοχών για την οποία δούλευε δεν του επέτρεπε ν’αρνείται ευθέως οποιαδήποτε πρόταση,για να μην αποθαρρύνει τους ενδεχόμενους αγοραστές.Πιθανώς η συγκατάθεσή του να ήταν προσωπική.Τον ποθούσα,κι ο πόθος-καθώς το χέρι μου γέμιζε τρέμοντας δυό ποτήρια-μ’έκανε να σκέφτομαι πως κι εκείνος με ήθελε εξίσου,πως πήγαινε γυρεύοντας,το γαμημένο πουστράκι. 95


Θα πλήρωνε με τη ζωή του αυτή την πρωινή μου έξαψη. Ζήτησα συγγνώμη, «Αυτό το μπουκάλι τέλειωσε,» είπα.Βγήκα βιαστικά από το σαλόνι,μπήκα στο μπάνιο,κι επέστρεψα κουβαλώντας αθέατος ένα διάφανο μπουκάλι με βενζίνη.Στάθηκα πίσω του,κι όσο μιλούσε και χάζευα τα μαύρα του μαλλιά,γέμισα το ποτήρι του ως τα χείλη. Έσκυψα από πίσω,του το πρόσφερα.Τον είδα να γυρίζει,να με κοιτάζει, έπειτα να κοιτάζει φευγαλέα το ποτήρι μ’ένα απορημένο χαμόγελο,και πριν προφτάσει ν’απορήσει για τις αναθυμιάσεις που γέμιζαν τον αέρα,άναψα ένα σπίρτο και το πέταξα μες στο ποτήρι του. Είδα την ανάφλεξη της ομορφιάς του κι εκσπερμάτωσα σχεδόν αυτόματα,απ’την ηδονή της εκδίκησης.Πισωπατώντας σε απόσταση ασφαλείας,τον κοιτούσα να τρέχει ουρλιάζοντας μες στο σαλόνι,να χτυπά πάνω στα έπιπλα και να σκορπίζει στο πέρασμά του μερικές αδύναμες φωτιές που έσβηναν αμέσωςκομμάτια από τα μάγουλά του,τρίχες απ’τα μαλλιά,ο γιακάς απ’το πουκάμισο. Ο αέρας μύριζε ψημένο κρέας.Στο τέλος έπεσε στο χαλί σφαδάζοντας και πέθανε.Όταν κόπασε κι ο τελευταίος σπασμός,πλησίασα. Υπήρχαν τώρα τέσσερα πτώματα στο σπίτι. Το τέταρτο,και πλέον δυστυχισμένο,εξακολουθούσε να είναι ζωντανό.

16 Το ίδιο βράδυ είδα ένα όνειρο. Δεν ξέρω από πού βγήκαν οι εικόνες του.Όμως μέσα στον ύπνο μου με χτύπησαν με τόση δύναμη,που ξύπνησα εξαντλημένος. Είδα πως ήμουν παιδί,ένα μικρό αγόρι στην αγκαλιά της μητέρας μου.Δεν μπορούσα να δώ το πρόσωπό μου,ούτε και το δικό της,αλλά ήξερα πως ήμουν εγώ και πως βρισκόμουν στην αγκαλιά της μητέρας μου.Το ένοιωθα από τ’αδιάκοπα χάδια της στα μαλλιά μου,από τα δάχτυλά της που πέρναγαν από πάνω μου και φιλούσαν όλο μου το σώμα.Όπως και στο κρεβάτι,στην μητρική αγκαλιά του ονείρου μου είχα κουλουριαστεί κι είχα κλειστά τα μάτια.Κι η μόνη αίσθηση ήταν αυτή η γαλήνη στην οποία αφηνόμουν,η ευτυχία από τα χάδια της μάνας μου.Και δεν ήθελα να ανοίξω τα μάτια,δεν ήθελα να κουνηθώ,δεν ήθελα να ταράξω ούτε με την αναπνοή μου την ευτυχία που ένοιωθα. Ξύπνησα απότομα,κι η διάψευση μου προξένησε την πιο μεγάλη δυστυχία.Εκείνην που κάνει τα μάτια σου να τρέμουν από κόπο,επειδή συγκρατείς τα δάκρυά σου,επειδή ξέρεις πως δεν υπάρχει κανείς να στα σκουπίσει,κανένας στον κόσμο ικανός να σε παρηγορήσει. Αν δεν σ’αγαπήσουν αμέσως μόλις έρθεις στον κόσμο,αν δεν βρεθεί έστω κι ένας άνθρωπος,ένας οποιοσδήποτε γονιός να σε σκεπάσει με την αγάπη του, 96


παγώνεις,κι όσοι άνθρωποι κι αν προσπαθήσουν έπειτα να σε ζεστάνουν με την αγάπη τους,ποτέ δεν θα τα καταφέρουν. Είμαι η άβυσσος γιατί δεν έχω μητέρα.

17 Δεν μπορούσα ωστόσο να εξακολουθήσω.Η γαλήνη δεν εξαγοράζεται με φόνους.Η έννοια της αμαρτίας είναι πως,με τον χρόνο,στερεί την απόλαυση του ταξιδιού που σε σπρώχνει σ’εκείνην.Σκοτώνοντας έχανα ακόμη γρηγορότερα την αμφίβολη εκτίμησή μου για την ζωή. Είχα δε κάτι σαφές να καταριέμαι: την έξαψη της σάρκας.Αν ζούσα μια ζωή δίχως ερωτικές προκλήσεις,θα μπορούσα πολύ πιο εύκολα να συντηρήσω την ψευδαίσθηση της ανθρώπινής μου υπόστασης. Όμως η πλήρης εξουδετέρωση του πόθου θα προϋπέθετε μιαν ουτοπία. Μιαν ουτοπία απαγορευμένη στον εσωστρεφή,πολυτελή μου κόσμο,στην εξωτερική μου ωραιότητα,και στο προδικασμένο σφρίγος των αισθήσεων που ο συνδυασμός των συνθηκών ετούτων υπαγόρευε. Μονάχα μια λύση διαφαινόταν,έστω και παράλογη.Η διέξοδος του παράθυρου σ’ένα κτήριο που καίγεται ή καταρρέει,δίχως να σκέφτεσαι σε ποιόν όροφο βρίσκεσαι την προκειμένη στιγμή. Εάν η ανθρωπόμορφή μου εμφάνιση συντηρούσε στους αιώνες το τέρας που ήμουν κατά βάθος,δεν είχα παρά ν’αντιστρέψω τους όρους,κι ίσως,τερατόμορφος πια,να γινόμουν άνθρωπος στ’αλήθεια. Θα εξόριζα κάθε ενδεχόμενο ηδονής – θυμάμαι την στιγμή που το αποφάσιζα,κλείνοντας τα παράθυρα των εικονικών μου συνομιλητών αγανακτισμένος ένα βράδυ.Κι ήταν εύλογη η απόφασή μου την ώρα εκείνη. Μπροστά μου άλλωστε είχα τον ιδεώδη σύμμαχο.

18 Το ίντερνετ είναι ο ιερός τόπος της απάτης και της αυταπάτης.Το μέσον που έχει δημιουργήσει ο σύγχρονος άνθρωπος για να υποκαθιστά την φριχτή του πραγματικότητα με μία-δυστυχώς πολύ συχνά-ακόμα φριχτότερη φαντασία.Είναι ένα ανώνυμο κενοτάφιο ματαιωμένων πόθων,ένας σαγηνευτικός γυρολόγος που πουλάει το τίποτε,κάνοντάς το να μοιάζει δελεαστικό κι απαραίτητο όσο το πάν. Δεν ήταν δύσκολο να βρώ τους συνεργούς μου,λοιπόν. Πρώτον απ’όλους,έναν επιδειξιμανή νεαρό χάκερ,που έχοντας την φήμη ότι σπέρνει ιούς και διαβρώνει διαδικτυακά συστήματα ασφαλείας,προεξοφλού97


σε μια νοσηρή φιλαργυρία.Μέσα σ’όλα ήταν επίσης κίναιδος,κι έτσι τον προσέγγισα ευκολότερα,ως persona non grata που οι άλλοι όμοιοί του απέφευγαν,ένα βράδυ του Γενάρη του 2001.Και του υπέβαλλα την πρότασή μου. Με συνάντησε δύο φορές μονάχα,την πρώτη για να πληρωθεί και την δεύτερη για να μου παραδώσει όσα του είχα ζητήσει.Για να προβώ στην μεταμόρφωση που σχεδίαζα,μου ήταν προηγουμένως απαραίτητα όλα τα επίσημα έγγραφα του Παύλου,παραλλαγμένα,με την δική μου φωτογραφία και τα δικά μου στοιχεία πάνω τους. Δεν είχα καμμία τύψη που οικειοποιούμουν ως και το όνομά του.Είχα υπάρξει στο σώμα και των δύο,κι άρα ήμουν ο μόνος δικαιούχος ν’αποφασίζει για μεταξύ μας ζητήματα.Επιπλέον οι άλλοι δύο δεν ήσαν διαθέσιμοι για να ερωτηθούν.Χώρια που δεν είχα μάθει ποτέ πώς διάολο με λέγανε. Όσο για τις χαριτολογίες του νεαρού παραχαράκτη,το βράδυ που μου παρέδιδε ταυτότητα,πιστοποιητικό γέννησης,και διαβατήριο,φρόντισα να απαντήσω με την προσήκουσα ευγένεια. «Πώς είσαι σίγουρος ότι δεν θα σε καταδώσω;» με ρώτησε. «Πώς είσαι σίγουρος ότι θα προλάβεις να με καταδώσεις;» απάντησα. Ύστερα,προσποιούμενος σε παράνομα-κι υπό μόνιμο διωγμό-chat rooms πως ήμουν κάποιος βαθύπλουτος νεφροπαθής,εντόπισα την ηλεκτρονική διεύθυνση μιας λαθραίας κλινικής στην Βραζιλία,και ζήτησα να επικοινωνήσω. Το επόμενο κιόλας πρωί έλαβα ένα καθ’όλα φιλικό e-mail στο οποίο όλα εξηγούνταν με αβρότητα και λεπτολογία,που παρέλειπε μόνο τον τιμοκατάλογο των μεταμοσχεύσεων.Περνώντας στο παρασύνθημα,απήνητσα λέγοντας πως κατά βάθος με ενδιέφερε μια συγκεκριμένη πλαστική επέμβαση στα γεννητικά μου όργανα,για την οποία ήμουν διατεθειμένος να πληρώσω αδρά. Ο γιατρός που μου είχε πρωτογράψει έσπευσε,το ίδιο κιόλας βράδυ,να με διαβεβαιώσει πως στην κλινική του πραγματοποιούνταν επίσης αριστοτεχνικές αλλαγές φύλου,με τις ελάχιστες δυνατές διατυπώσεις.Και σε πολύ καλές τιμές, φρόντισε να διευκρινίσει,αν και,όπως τόνισα στο τελευταίο μου γράμμα,αυτό που ήθελα δεν ήταν μια τόσο ριζική εγχείριση. Στο τέλος κι αυτό διευθετήθηκε,και με μιαν ασήμαντη προκαταβολή από την πιστωτική κάρτα που είχα μόλις εγκαινιάσει-η νέα μου ταυτότητα μου επέτρεπε πλέον επισκέψεις και στο εσωτερικό της τράπεζας-έκλεισα την ημερομηνία του χειρουργείου.2η μέρα του Φεβρουάριου,την θυμάμαι ακόμη. Καθώς τηλεφωνούσα σε κάποιο πρακτορείο για να κλείσω το αντίστοιχο αεροπορικό εισιτήριο,απ’το μυαλό μου είχαν περάσει τα δυάρια του θανάτου των γονιών του Παύλου.Το θεώρησα καλό οιωνό. Σ’όλη τη διάρκεια του ταξιδιού ένοιωθα έναν γλυκό φόβο.

98


Γεννώντας το τέρας 1 Δεν είδα σχεδόν τίποτε απ’την μεγαλούπολη της Λατινικής Αμερικής.Το ταξί που με πήρε απ’το αεροδρόμιο με μετέφερε,κοιμισμένο απ’την εξάντληση, στην κλινική που έμελλε να είναι το σπίτι μου για τους επόμενους πέντε μήνες. Δοκίμασα μεγάλη έκπληξη όταν ξύπνησα και την αντίκρυσα.Γνωρίζοντας πως επρόκειτο για ένα μέρος ειδικευμένο σε παράνομες προσθαφαιρέσεις ανθρώπινης ύλης,περίμενα να δώ κάποιο σκοτεινό παράπηγμα,ή ένα εγκαταλελειμένο κτήριο, διαμορφωμένο εσωτερικά μονάχα για τις ανάγκες των χειρουργείων που θα στέγαζε.Ωστόσο το εν λόγω κτίσμα,όπως κι όλα όσα είναι φτιαγμένα με ανομίες,με τύφλωσε με την αλαζονική λάμψη της παραβατικότητάς του. Ήταν μια μικρογραφία περιφραγμένου Παραδείσου,ένα πελώριο κατάλευκο κτήριο τριγυρισμένο από λιβάδια,λιμνούλες,πισίνες.Φοίνικες κι οπωροφόρα,ανθρωποφάγα σκυλιά κι οπλισμένοι μιγάδες συμπληρώναν την εικόνα. Όταν οι πύλες αυτού του Παραδείσου έκλεισαν πίσω μου,βεβαιώθηκα. Βρισκόμουν στην Κόλαση.

2 Συνάντησα τον γιατρό με τον οποίο είχα αλληλογραφήσει στο ίντερνετ. Μου ενέπνεε τυφλή εμπιστοσύνη,καθώς ήταν νέος,όμορφος,μιλούσε άψογα αγγλικά,και στην ατσαλάκωτη λευκότητα της ποδιάς του πρόσθετε ένα εξίσου ακατάβλητο χαμόγελο,που δεχόταν ό,τι του πρότεινα. Με άκουσε χωρίς να δείξει την παραμικρή έκπληξη,χωρίς να προβάλει ούτε ένα ίχνος επιστημονικής ένστασης. Του είπα πως,για λόγους καθαρά προσωπικούς,ήθελα να κόψω το πέος μου.Αλλά όχι εντελώς.Δεν ήθελα να μεταλλαχθώ σε γυναίκα,ούτε να χάσω την ικανότητα να κατουράω όρθιος.Ήθελα απλώς να μου αφαιρεθεί η δυνατότητα της στύσης και της εκσπερμάτισης. «Καταλαβαίνετε, υποθέτω, πως θα πρέπει να αφαιρεθούν κι οι όρχεις,» είχε πεί σ’εκείνο το σημείο,σταυρώνοντας τα χέρια με το ίδιο χαμόγελο. «Ας αφαιρεθούν,» του είπα. «Εκείνο που θέλω είναι να πάψω να νοιώθω ηδονή.Να μου χρησιμεύει μόνο στο κατούρημα.» Εκείνος μου εξήγησε τις ανατομικές λεπτομέρειες μιας τέτοιας επέμβασης. Σύμφωνα με όσα έλεγε ήταν απλούστατη,κι η μόνη επιφύλαξη που διατηρούσε ήταν πως,κρατώντας το δέρμα και ορισμένους ιστούς που μοιραία θα έμεναν στο πέος μου για να επιτρέπουν την ούρηση,κάποια από τα νεύρα ίσως εξακολουθούσαν να έχουν ένα επίπεδο ευερεθιστότητας. «Το ζήτημα είναι ότι δεν θα μπορεί να μου σηκωθεί,έτσι;» 99


«Αν αφαιρεθούν τα γύρω μόρια,σε καμμία περίπτωση.» Η εγχείριση είχε προγραμματιστεί για το μεθεπόμενο πρωί.Καθώς με συνόδευε στο δωμάτιό μου,παρατηρούσα την άψογη ευδιαθεσία του,κι ένα ρίγος με διαπέρασε.Δεν ήταν η προθυμία του ωστόσο που με τρόμαζε περισσότερο, αλλά η έλλειψη της πιο ανθρώπινης εκδήλωσης,της περιέργειας που γεννά την συμπόνοια – η απουσία κάθε συμπάθειας.Δεν με είχε ρωτήσει ούτε μία φορά για ποιό λόγο είχα αποφασίσει να προχωρήσω σ’αυτό τον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων μου,και πίσω απ’τα γλυκά μαύρα μάτια του δεν υπήρχε η παραμικρή σπίθα ενδιαφέροντος γύρω απ’αυτό το θέμα.Την ώρα που συζητούσαμε, τον κοιτούσα και σκεφτόμουν πως θα έδειχνε την ίδια ακριβώς μειλιχιότητα κι αν του ζητούσα να με σκοτώσει στο χειρουργείο,να μου κόψει το λαιμό με το νυστέρι του και να με αφήσει να πεθάνω από αιμορραγία.Μου φαινόταν τόσο βέβαιο ότι θα το έκανε,που παρολίγον θα του το ζητούσα. Αλλά φοβήθηκα.Προχωρούσαμε μαζί προς το δωμάτιό μου,κι εγώ,ένα τέρας,φοβόμουν έναν άνθρωπο.

3 Του το είπα,μάλιστα.Το επίμαχο πρωινό,την ώρα της προνάρκωσης, καθώς ήμουν ξαπλωμένος στο χειρουργικό τραπέζι κι η νοσοκόμα με ξύριζε ανάμεσα στα πόδια,άπλωσα το χέρι μου με τον ορό και τον έπιασα απ’τον καρπό. «Τί είδους ζωή είναι αυτή που σας έκανε έτσι;» τον ρώτησα. «Έχετε συναίσθηση πως είστε φριχτότερος κι από μένα;» Εκείνος χαμογέλασε,κι έπειτα έδεσε τη μάσκα κι έκρυψε το χαμόγελο. «Μην ανησυχείτε,» μου είπε γλυκά,κι απόθεσε το χέρι μου στο τραπέζι. «Όλα θα πάνε καλά.» Τα μάτια μου βαραίναν.Ένας γαργαλιστικός πανικός είχε τρυπώσει ανάμεσα στα σκέλια μου,η γνώση πως σε λίγο θα διάβαινα το σημείο χωρίς επιστροφή.Μια οδός μετασωμάτωσης έκλεινε για πάντα. «Καλού-κακού,προσέξτε τι θα κάνετε μ’αυτό εκεί κάτω,» είπα, «πολύς κόσμος έχει πεθάνει εξ’αιτίας του.» Δεν άκουσα τα τελευταία καθησυχαστικά του λόγια. Ξύπνησα το βράδυ,στο κρεβάτι μου.Ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα,κι ένοιωθα ένα τρομερό μούδιασμα κάτω απ’την κοιλιά,σαν να μην είχα πλέον σώμα ή νεύρα σ’όλη εκείνη την περιοχή. Η νοσοκόμα που ξενυχτούσε μ’ένα πολύχρωμο βιβλίο στο πλευρό μου, μόλις με είδε να ανοίγω τα μάτια,μου είπε σε σπασμένα αγγλικά: «Μην ανησυχείτε.Μην ανησυχείτε καθόλου,» σηκώθηκε,μου έδωσε λίγο νερό,κι ύστερα κάρφωσε μια σύριγγα στη φιάλη του ορού μου.Ξανακοιμήθηκα. 100


Έκανα σχεδόν μια βδομάδα να αντικρύσω το έργο τέχνης του νεαρού γιατρού.Στο μεταξύ το μόνο που έβλεπα ήταν ένα σωληνάκι,που έβγαινε από τις γάζες με τις οποίες με είχαν τυλίξει ασφυκτικά γύρω απ’τη μέση.Ήταν σαν εσώρουχο μούμιας. Περιστασιακά ένοιωθα σουβλιές πόνου που όμως υποχωρούσαν γρήγορα,πιθανώς χάρη στα φάρμακα που μου έδιναν.Όσο για τα ούρα που γέμιζαν το σακουλάκι που κρεμόταν δίπλα στο κρεβάτι μου,γίνονταν πιο ανοιχτόχρωμα με κάθε μέρα που περνούσε.Το αίμα λιγόστευε.Οι εσωτερικές πληγές επουλώνονταν-τουλάχιστον εκείνες που μπορούσαν να επουλωθούν. Την έβδομη μέρα,ως άλλος Αρχιτέκτων του γενετήσιού μου Σύμπαντος,ο γιατρός αφαίρεσε τις γάζες,και με βοήθησε να σηκωθώ.Απέναντί απ’το κρεβάτι μου είχαν στήσει έναν ολόσωμο καθρέφτη,κι ο μόνος λόγος που με στήριζε καθώς φορούσα τις παντόφλες μου ήταν ότι με είχαν ναρκώσει σαν μοσχάρι.Πιθανώς η πείρα τους μέχρι τότε τους είχε διδάξει πως οι περισσότεροι άνδρες που υπέκυπταν στο δέλεαρ του επίκτητου ερμαφροδιτισμού,μόλις αντίκρυζαν το τεχνητό αιδοίο τους ξεσπούσαν σε υστερικά κλάμματα,ή σεληνιάζονταν.Η δική μου περίπτωση ήταν ακόμη πιο ιδιάζουσα.Φυσικά,αν ήξεραν πόσο ιδιάζουσα ήταν,δεν θα με είχαν ναρκώσει. Γιατί στ’αλήθεια,όταν έφτασα μπροστά στον καθρέφτη και πέταξα την ρόμπα που φορούσα,μένοντας τελείως γυμνός,ήθελα να πανηγυρίσω,να ουρλιάξω από ευτυχία.Είχα δώσει το πρώτο χτύπημα στην αρχαία κατάρα,είχα στρώσει την πρώτη μεγάλη σανίδα για το φέρετρο. Απέναντί μου έβλεπα έναν νέο άντρα,χλωμό,καταπονημένο,με ωραίο στέρνο,γυμνασμένους κοιλιακούς,σφιχτοδεμένα πόδια,κι ένα μικροσκοπικό κομμάτι δέρματος ανάμεσα στα πόδια.Ήταν σαν βρεφικό πέος ή σαν σαλιγκάρι.Έσφιξα τα μπούτια μου όσο μου επέτρεπαν οι νωπές ακόμη ουλές,κι ένοιωσα την αλλόκοτη αίσθηση της απουσίας.Δεν είχα πλέον αρχίδια. Άρχισα να γελάω,ξεκαρδίστηκα.Ο γιατρός,φοβούμενος πως αυτό ήταν ένα πρώτο σημείο κατάρρευσης,ειδοποίησε μ’ένα διακριτικό νεύμα την νοσοκόμα,που πλησίασε και με βοήθησε να ξαναντυθώ,κρατώντας με. Όμως δεν ήθελα να τους κρύψω την χαρά και την ευγνωμοσύνη μου.Αγνοώντας τον πόνο που μου τρυπούσε τα σωθικά σε κάθε απότομη κίνηση, γονάτισα μπροστά στον γιατρό,του κράτησα τα χέρια και τα φίλησα. «Σας ευχαριστώ!» φώναξα. «Με γιατρέψατε!Επιτέλους,με γιατρέψατε!» Κι ανάμεσα σε νέα γέλια τρελλής χαράς,και μια πρωτόγνωρη περηφάνεια,έτρεξα και πάλι μπροστά στον καθρέφτη κι άνοιξα επιδεικτικά την ρόμπα, απολαμβάνοντας τη θέα του ευνουχισμένου πέους μου. Έπειτα τους άφησα να με ναρκώσουν.Κοιμήθηκα πανευτυχής.

101


4 Για μέρες έπειτα συνέχισα ένα αδιάλειπτο φλέρτ με το αποτρόπαιο λείψανο του πέους μου.Καθόμουν και το κοιτούσα με τις ώρες.Με μάγευε το πόσο ανήμπορο έμοιαζε όταν κατουρούσε,μα πάνω απ’όλα με είχε συνεπάρει η αδυναμία της στύσης.Κάποιες στιγμές,όταν η εσωτερική φλόγα δυνάμωνε-προοίμιο ενός βασανιστήριου που ακόμη ούτε υποπτευόμουν-με κυρίευε ένας ανείπωτος πανικός,έτριβα με λύσσα το πονεμένο αυτό σκουλήκι,προσπαθώντας να αφυπνίσω μέσα του την ζωή που είχε σβήσει για πάντα.Τις στιγμές εκείνες ένοιωθα σαν τον πνιγμένο,που προσπαθεί ν’ανασάνει και τα πνευμόνια του γεμίζουν νερό.Όμως εγώ είχα βράγχια.Μπορούσα να εξακολουθήσω να αναπνέω,μπορούσα να αγνοήσω την απουσία της στύσης,γιατί το ίδιο όργανο που άλλοτε με κατηύθυνε στον αδιέξοδο έρωτα της παλάμης,τώρα κρεμόταν νεκρό κι ασάλευτο.Ήμουν ένα πιάνο χωρίς χορδές,κι η νοσταλγία της μουσικής μοιραία θα έπαυε ν’αντηχεί μέσα μου κάποια μέρα. Πίστευα μάλιστα πως είχα διαπράξει την πλέον ριζική αυτοτιμωρία,κι ότι στο εξής,εφ’όσον δεν υπήρχε ο πειρασμός της στύσης που οδηγούσε στον αυνανισμό,θα μπορούσα να ζήσω σε ουδέτερη μακαριότητα. Όμως είχα ξεχάσει την αδηφαγία του ανθρώπινου σώματος.Την τερατώδη φυσιολογία που επιτάσσει τον κορεσμό με κάθε μέσο.Την δύναμη αυτή της αυτοκαταστροφής που κάμνει τα στομάχια των χοντρών να σχίζονται,τα συκώτια των αλκοολικών να σαπίζουν,τα πνευμόνια των καπνιστών να αιμορραγούν.Η πείνα δεν είχε φύγει,δεν θα μπορούσε ποτέ να φύγει.Η κατάρα βρισκόταν ριζωμένη στον εγκέφαλο,και μόνον ο θάνατος θα μπορούσε να την διώξει. Θα έπρεπε να μου το είχε διδάξει αυτό η ιστορία. Έτσι,μια νύχτα που τριγυρνούσα σαν μανιακός στο πάλλευκο δωμάτιό μου,δέσμιος μιας αιφνίδιας καύλας που δεν ήξερα ούτε από πού πήγαζε ούτε πώς θα μπορούσα να την κατευνάσω,είδα φευγαλέα το είδωλό μου στον καθρέφτη.Και δυστυχώς,είδα την πίσω του όψη. Η μπροστινή πλευρά μου ήταν,εξ’αιτίας του πέους,τερατόμορφη.Όμως μέσα στο μισοσκόταδο,οι γλουτοί μου,κι οι στιλπνοί μύες της πλάτης μου,συνέθεταν μιαν εικόνα καθ’όλα ελκυστική.Μην μπορώντας να αυνανιστώ,είχα την ακαριαία παρόρμηση να χώσω κάτι στον κώλο μου. Και το χειρότερο ήταν πως,ακόμη κι αν κάποιος άλλος έφριττε με το κατακρεουργημένο μόριό μου,αν αυτό που τον ενδιέφερε ήταν ο κώλος μου,του ήταν ακόμη διαθέσιμος.Οποιοσδήποτε αξιοσέβαστος κίναιδος θα γαμούσε αυτό τον κώλο,σκέφτηκα,κι επιπλέον,θλιβερά καυλωμένος καθώς θα ήμουν απ’την ανικανότητά μου να εκτονωθώ από μόνος μου,θα ήταν πολύ πιο εύκολο να υποκύψω στις πιέσεις του,και να τον αφήσω να μπεί μέσα μου έστω και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.Και μετά;Θα βρισκόμουν στο σώμα του,και πάλι από την αρχή.Ο φαύλος κύκλος δεν είχε κλείσει.Αντίθετα,κοιτάζοντας τον ωραίο μου κώλο εκείνο το βράδυ,ένοιωθα πως έκλεινε κι άλλο γύρω μου.

102


Δεν αρκούσε λοιπόν να καταστώ ανίκανος.Το ότι είχα χάσει την δύναμη του ερεθισμού δεν σήμαινε πως είχα χάσει την δύναμη να ερεθίζω.Κινδύνευα ακόμη από τον έρωτα,γιατί μπορούσα ακόμη να διεγείρω. Έπρεπε να επινοήσω κάποιον μηχανισμό παθητικής ανικανότητας.

5 Όταν εξέθεσα αυτή την αγωνία στον γιατρό,εκείνος μου απήντησε μ’ένα ψύχραιμο ιατρικό αξίωμα: «Αν θέλετε να χάσετε την δυνατότητα της παρά φύσιν λειτουργίας του πρωκτού σας,θα πρέπει μαζί μ’αυτήν να στερηθείτε και την κατά φύσιν λειτουργία του,δηλαδή αυτήν της αφόδευσης.» «Που σημαίνει;» ρώτησα εγώ,με την ανατριχίλα της βεβαιότητας να με διαπερνά,καθώς είχε ήδη προφέρει κατά το ήμισυ την απάντηση που γύρευα. «Θα πρέπει να σας κάνω μια παρά φύσιν έδρα,» είπε. Για αρκετήν ώρα μου εξηγούσε την βδελυρή ανατομία αυτής της κατασκευής,καθώς και τις επιφυλάξεις που ενδεχομένως θα έπρεπε να έχω. «Πρόκειται για μιαν ιδιαίτερα βαριά επέμβαση,» τόνισε, «κι επίσης,όπως αυτή που έχετε ήδη υποστεί,θα πρέπει να γνωρίζετε πως είναι μή αναστρέψιμη.» «Αυτός είναι κι ο δικός μου σκοπός,» επέμεινα. «Επίσης,» συνέχισε,ανάβοντας ένα τσιγάρο-η οικειότητα πλέον του το επέτρεπε-«θα πρέπει να σας πώ πως,εκτός από την μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης που επιφέρει ούτως ή άλλως μια τέτοια επέμβαση,υπάρχει πάντοτε ένας μικρός αλλά υπολογίσιμος κίνδυνος θανάτου στο χειρουργείο,από κάποιο διεγχειρητικό σύμβαμα που είναι πιθανώς αδύνατον να προβλεφθεί.» «Το αν θα πεθάνω δεν πρέπει να σας απασχολεί,» αποκρίθηκα παγερά. «Αυτό που ζητώ από εσάς ως δέσμευση,είναι ότι,εφ’όσον ζήσω,στο εξής δεν θα έχω κώλο.Ή κι αν έχω,εξωτερικά,θα μου είναι άχρηστος.» «Τίποτε δεν θα βγαίνει και τίποτε δεν θα μπαίνει,» συμπλήρωσε εκείνος με ένα ελαφρό μειδίαμα. Τον έβρισκα πιο τρομαχτικό κάθε μέρα που περνούσε.Ήξερα πως η μεγαλύτερη φρίκη δεν θα ήταν να πεθάνω στην διάρκεια αυτού του χειρουργείου. Το τερατώδες μ’αυτόν τον άνθρωπο,που δεν εξήταζε ούτε στο ελάχιστο τα κίνητρα της κτηνωδίας που αναλάμβανε να διαπράξει,ήταν πως έμοιαζε απόλυτα ικανός να με ακρωτηριάσει όπως ακριβώς του ζητούσα. Όμως αυτό δεν ήθελα; Μόνον ένα τέρας μπορεί να δημιουργήσει μ’επιτυχία ένα άλλο τέρας. Το πόρισμά του ήταν πως θα έπρεπε να περάσω έναν τουλάχιστον μήνα στην κλινική,ώσπου ο οργανισμός μου να ανακάμψει πλήρως από την προηγούμενη επέμβαση.Επίσης,στη διάρκεια αυτού του μήνα,θα έπρεπε να υποστώ ορι103


σμένες μικρότερες αλλά εξίσου φρικαλέες εγχειρίσεις,προκειμένου το τελικό τμήμα του εντέρου μου,αυτό που θα μου έκοβε,να αδρανοποιούνταν τελείως. Την διατροφή μου από το στόμα σταδιακά αντικατέστησε ένας ανυπόφορος σωλήνας που έφτανε από την μύτη ως το στομάχι μου,κι ο οποίος με συντηρούσε στη ζωή,χάρη σ’έναν λευκό πολτό τον οποίο διοχέτευε μέσα μου.Θυμάμαι πως μέχρι κι η αναπνοή μου ήταν ένα μαρτύριο μ’αυτό το πράγμα να μου γδέρνει το λαιμό,ωστόσο,μες στην δυστυχία μου,σχεδόν απολάμβανα το αίσθημα της τιμωρίας,σαν πιστός που εξαγνίζεται,και μέσα από τον πόνο σπρώχνει την ψυχή του προς τον παράδεισο. Εγώ έπρεπε προηγουμένως να στείλω το σώμα μου στον Άδη. Την πεντηκοστή μέρα από την είσοδό μου στην κλινική,ξύπνησα από βαριά νάρκωση κι είδα ότι στην αριστερή πλευρά της κοιλιάς μου,λίγο πιο κάτω από το στήθος,κρεμόταν μια διαφανής σακκούλα,κολλημένη κατά κάποιον τρόπο στο δέρμα μου.Με φρίκη δε διαπίστωσα πως όχι μόνο το δέρμα μου σ’εκείνο το σημείο έχασκε τρύπιο,αλλά από μέσα του,κάθε λίγο,το έντερό μου ξερνούσε μια ρυπαρή πράσινη βλέννα μέσα στη σακκούλα. «Αυτή είναι μια προσωρινή ειλεοστομία,» μου είπε ο γιατρός,βλέποντας τον τρόμο στα μάτια μου, «η επόμενη σακκούλα,που θα είναι και η μόνιμη,θα είναι μεγαλύτερη και πιο σταθερή,γιατί θα στηρίζεται χαμηλότερα και θα έχει μεγαλύτερο στόμιο.» Για πρώτη φορά φοβήθηκα.Τί ετοιμαζόμουν να κάνω; «Ωστόσο θα πρέπει να σας προειδοποιήσω,» πρόσθεσε, «ότι,αν και πιο στέρεο,το περιεχόμενο της άλλης σακκούλας θα είναι πολύ πιο δυσάρεστο στην όψη,και σαφώς πιο δύσοσμο.» Για μένα ήταν ήδη απλό,όσο και συνταρακτικό. Στο εξής θα έχεζα ασυναίσθητα. Το τελευταίο βράδυ πριν την επέμβαση δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου, παρά τα ηρεμιστικά που με είχανε ποτίσει.Υποθέτω πως ο οργανισμός μου τα είχε ήδη συνηθίσει,κι επιπλέον η ανθρώπινη πλευρά μου με σφυροκοπούσε με έναν φόβο χωρίς προηγούμενο.Κάθε λίγο είχα την παρόρμηση να σηκωθώ και να δραπετεύσω απ’αυτό το σφαγείο,σαν μισοξηλωμένη κούκλα,με σωλήνες και σακκούλες να κρέμονται από παντού.Κι αν πέθαινα στο χειρουργείο;Μισούσα στ’αλήθεια τόσο πολύ τον εαυτό μου και την ζωή,ώστε ήμουν διατεθειμένος να πάρω αυτό το ρίσκο;Κι αν απ’την άλλη επιβίωνα,τί αξία θα είχε μια ζωή καταδικασμένη ως το τέλος σε μια τέτοια αναπηρία;Ακόμη κι η πιο απλή κοινωνική συναναστροφή,η συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους-αυτά που έστω κι επιδερμικά με κρατούσαν ζωντανό εδώ κι αιώνες-θα ήταν σχεδόν ανέφικτα για ένα πλάσμα χωρίς γεννητικά όργανα και με μια σακκούλα σκατά στην κοιλιά του.Γιατί δεν αυτοκτονούσα,αν ήθελα τόσο πολύ να αποφύγω την μετασωμάτωση,αν ήθελα να εξασφαλίσω μιαν απαρέκκλιτη πορεία προς τον θάνατο;

104


Ποτέ δεν κατάφερα να απαντήσω σ’αυτές τις ερωτήσεις.Η κούραση της μέρας με αποκοίμισε στο τέλος,όπως συνέβαινε συνήθως.Στο βάθος ήμουν μ’έναν εξωφρενικό τρόπο σίγουρος πως το καταραμένο,αθάνατο κομμάτι μου, θα κατόρθωνε να επιβιώσει μολαταύτα,πως όποια δοκιμασία κι αν επέβαλλα στον εαυτό μου,το να ζήσω την ζωή ενός φυσιολογικού ανθρώπου,ακόμη κι ανάπηρου,μου ήταν εντελώς αδύνατο. Στην ιδέα πως είχα δίκιο,μού’ρχεται να τρελλαθώ.

6 Η εγχείριση πέτυχε. Ο Απρίλιος του 2001 με βρήκε με μια ουλή στην θέση του κώλου. Ήταν ένας εθισμός να στέκομαι όρθιος μπροστά στον καθρέφτη και να παρατηρώ την φρικαλεότητα που είχα προκαλέσει στον εαυτό μου.Γιατί παρ’όλες τις κακουχίες των διαδοχικών επεμβάσεων,ήμουν ακόμη ένας όμορφος ανδρας,που το σώμα του,σε ορισμένα σημεία,ήταν σαν να είχε πασαλειφτεί από το πινέλο ενός μαινόμενου ζωγράφου. Ή πολλών ζωγράφων μαζί.Η σακκούλα,διακόπτοντας την πορεία των καλλίγραμμων κοιλιακών μου μ’ένα κάδρο αναδευόμενης κοπριάς,ήταν σαν να είχε ζωγραφιστεί από το χέρι του Νταλί,ενώ αυτό που κάποτε ήταν η κωλοτρυπίδα μου,τώρα θύμιζε κακοποιημένο καμβά του Μπέικον-δυό σφριγηλοί γλουτοί με μια τερατώδη πληγή στο κέντρο τους,δεμένη με μαύρα ράμματα. Αν δεν ήμουν ζωντανός,θα μπορούσα κάλλιστα να βρίσκομαι στη γυάλα κάποιου Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Αυτό που έκανε ωστόσο την εξωτερική ετούτη φρίκη ν’αντιρροπίζεται εσωτερικά,ήταν η ερωτική απάθεια στην οποία με είχαν οδηγήσει οι απανωτοί ακρωτηριασμοί.Γιατί στην ουσία ο έρωτας δεν είναι μονάχα επιθυμία για τον άλλο,αλλά κι ερεθισμός απ’την επιθυμία που πιστεύουμε πως του προκαλούμε.Κι εγώ ήμουν πλέον τόσο αποτρόπαιος,που δεν μπορούσα να διεγείρω κανέναν.Ή τουλάχιστον έτσι πίστευα,κι η συναίσθηση αυτής μου της αναπηρίας στραγγάλιζε κάθε υποψία ερεθισμού στο λίκνο του. Για παράδειγμα,όταν ο γιατρός ερχόταν να μου αλλάξει την σακκούλα, κι έβλεπα τα λεπτά του ωραία δάχτυλα να με γδύνουν,αγγίζοντας την κοιλιά μου,πήγαινα να παρασυρθώ.Σήκωνα το βλέμμα,κοιτούσα τα κάρβουνα των ματιών του και το ευγενικό του χαμόγελο,και κάτι σαν πόθος άρχιζε να φουντώνει μέσα μου.Σχεδόν αμέσως όμως άκουγα το γρύλλισμα του εντέρου μου, και στρέφοντας τα μάτια στην κοιλιά μου το έβλεπα να ξερνάει σκατά ανάμεσα στα γαντοφορεμένα χέρια,ενώ λίγους πόντους πιο κάτω το πέος μου κοιμόταν σαν ταρριχευμένο έμβρυο.Στην σκέψη λοιπόν του πόσο αποκρουστικός θα πρέπει να ήμουν στα μάτια του εκείνη την στιγμή,και τί είδους υπεράνθρωπη προ105


σπάθεια κατέβαλλε για να μου κρύψει την αηδία του,η ερωτική διάθεση πέτρωνε, η καύλα ακινητούσε. Λίγο-λίγο,γινόμουν αυτό που πάντα ήθελα.Ψυχρός. Κι ο οργανισμός μου,παρά την παρατεταμένη σκληραγωγία των χειρουργείων,επεδείκνυε το νεανικό του σθένος.Στα μέσα του Μάη είχα προσαρμοστεί τόσο καλά στο διαιτολόγιο και τις αλλαγές της σακκούλας,ώστε σύμφωνα με τον γιατρό ήμουν έτοιμος,αν ήθελα,να φύγω. Κι εγώ ένοιωθα έτοιμος.Ήθελα μονάχα να κάνω ένα τελευταίο πείραμα. Να δώ αν η ασχήμια μου ήταν αρκετή για να αποκλείσει τον έρωτα. Εξέφρασα αυτό μου το αίτημα στον γιατρό με την ίδια παρρησία όπως κι όλα τα προηγούμενα,κι εκείνος μου εγγυήθηκε πως θα πραγματοποιούσε την επιθυμία μου το ίδιο κιόλας βράδυ,χωρίς κανένα κόπο.Για μια ακόμη φορά,η θέση μου ως εύπορου πελάτη απέκλειε οποιαδήποτε νύξη γύρω από τα κίνητρα της θηριωδίας που απαιτούσα. Ήθελα ένα νεαρό αγόρι,πληρωμένος εραστής ώριμων κυρίων-για να είναι κάπως εξοικειωμένο σε άγρια θεάματα,ή σε κατάκοιτους αρσενοκοίτες-να έρθει στο δωμάτιό μου.Το ίδιο βράδυ,αν ήταν δυνατόν.Ήθελα να είναι εκθαμβωτικά όμορφο και απολύτως συνεργάσιμο.Κι επίσης-επ’απειλεί θανάτου-να ακολουθήσει τις επιταγές μου και μόνον. «Δεν είναι υποχρεωμένο να κάνει ό,τι του ζητήσω,» είπα χαρακτηριστικά, «αλλά θα ήταν καλύτερα για όλους μας αν δεν πάρει πρωτοβουλίες.» Το αγόρι ήρθε,κι είχε πράγματι την ομορφιά κινούμενου έργου τέχνης.Ο γιατρός με είχε ενημερώσει προηγουμένως,μ’ένα διαβολικό μειδίαμα,πως ήταν ένας από τους κορυφαίους πορνοστάρ της χώρας,κι ότι εκτός από εμένα,την ίδια βραδιά τον είχε πολιορκήσει ένας Κολομβιανός μεγαλέμπορος κοκαΐνης,απ’τα νύχια του οποίου σχεδόν τον είχαν απαγάγει.Ήταν είκοσι ετών,τον έλεγαν Έιτορ,και λίγο μετά τις δώδεκα το ίδιο βράδυ μπήκε στο μισοφωτισμένο μου δωμάτιο κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Είχε συμπεριφορά εκπαιδευμένης πόρνης,όσο βέβαια του επέτρεπε το νεαρό της ηλικίας του.Έτσι,σπεύδοντας προφανώς να κερδίσει το χρηματικό έπαθλο που του είχε προσφερθεί,μόλις βρεθήκαμε μόνοι,μου χαμογέλασε κι άρχισε να γδύνεται.Τον σταμάτησα μ’ένα νεύμα. «Όχι ακόμη,» του είπα, «έλα να καθίσεις λίγο δίπλα μου.» Απορημένος με πλησίασε,και πήγε να καθίσει στο κρεβάτι,φέρνοντας το χέρι του στο στήθος μου.Τον απώθησα,κι επειδή απ’τα μισόλογα που πρόφερε διέκρινα μιαν αδυναμία στα αγγλικά,του μίλησα στην μητρική του γλώσσα. «Δεν θέλω να κάνεις κάτι αν δεν σου το ζητήσω πρώτα,» του είπα,και του έδειξα την καρέκλα που βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι.Κάθισε.Τα μάτια του γυάλιζαν,και κάθε λίγο ρουφούσε την μύτη του. «Έχεις πάρει κόκα;» τον ρώτησα. Εκείνος χαμογέλασε ντροπαλά κι έγνεψε «ναί» με το κεφάλι. «Δεν με πειράζει,» του είπα, «περισσότερη απ’ό,τι συνήθως;» «Όχι,» αποκρίθηκε ο Έιτορ. 106


«Πόπερς;» «Όχι ακόμα,» είπε,και πρόσθεσε, «αν θέλετε όμως…» κι έφερε το χέρι στην τσέπη του λευκού του σακακιού.Τον σταμάτησα ευγενικά. «Δεν θέλω να πάρεις τίποτε άλλο.Θέλω να είσαι όσο γίνεται πιο νηφάλιος. Ξέρεις τί σημαίνει νηφάλιος;» «Είμαι κούλ,» απήντησε. «Τί θα να κάνουμε;» «Θα σου πώ αμέσως,» του είπα,και σηκώθηκα απ’το κρεβάτι.Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά καθώς έλυνα τον κόμπο της ρόμπας μου.Μπορεί τα μάτια αυτού του αγοριού να είχαν δεί πολλά, αν στα είκοσί του χρόνια βρισκόταν στην αποψινή θέση,όμως δεν ήξερα κατά πόσον ήταν προετοιμασμένος για το θέαμα που θα αντίκρυζε.Ανάβοντας το πορτατίφ για να με βλέπει καλύτερα, άφησα τη ρόμπα να γλιστρήσει στο πάτωμα και στάθηκα γυμνός απέναντί του. Όσο κι αν προσπάθησε,δεν κατάφερε να κρύψει τον τρόμο του. «Τί…τί έχετε πάθει;» ψέλλισε,φέρνοντας το χέρι του στο στόμα.Καθώς έκανα μια περιστροφή για να του εκθέσω και τη φρίκη του κώλου μου,απ’το μυαλό μου πέρασε η σκέψη πως ίσως ήθελε να κάνει εμμετό. «Έχω κάποια σπάνια μορφή καρκίνου,» του είπα, «που εξαπλώνεται σε όλο μου το σώμα.Αλλά μην σε απασχολεί.Εγώ θέλω να μου πείς κάτι άλλο.» «Τί;» Ήταν φανερό πως συγκρατούσε την αποστροφή του μετά βίας. Τον πλησίασα,στάθηκα μπροστά του.Είχε κολλήσει στην καρέκλα,τον λυπόμουν,αλλά ήθελα να είμαι βέβαιος. «Αν δεν πληρωνόσουν,» τον ρώτησα, «θα έκανες ποτέ έρωτα μαζί μου;» Έγνεψε «όχι» πανικόβλητος,κλείνοντας τα μάτια. «Με συγχωρείτε,κύριε,αλλά…» «Θέλεις να φύγεις;» Με όσες δυνάμεις είχε,χαμογέλασε.Τα χείλη του έτρεμαν. «Όχι,με συγχωρείτε για…για αυτό που είπα.Δεν είναι πως δεν είστε όμορφος,αλλά…καταλαβαίνετε…» «Καταλαβαίνω,καταλαβαίνω απόλυτα,» του είπα,κι άπλωσα το χέρι για να του χαϊδέψω τα μαλλιά.Ένοιωσα όλο το μυώδες σώμα του να συσπάται,για να μην τραβηχτεί μακριά μου. «Και μου έδωσες ακριβώς την απάντηση που ήθελα,να είσαι βέβαιος.» Έκανα ακόμη ένα βήμα προς το μέρος του,το νεκρωμένο πέος μου βρισκόταν μερικούς πόντους απ’το στήθος του.Ανάμεσα στις ανάσες μας ακούγαμε τους υπόκωφους εντερικούς βρυχηθμούς που γεμίζαν την σακκούλα. «Μην φοβάσαι,» του είπα,αγγίζοντάς τον στο μάγουλο, «δεν πρόκειται να σε λερώσω,δεν θα μολυνθείς από κάτι.Αυτό που έχω δεν είναι μεταδοτικό.» Με κοίταξε με ελπίδα και δυσπιστία,σαν μικρό παιδί. «Έχω μονάχα κάτι ακόμη να σου ζητήσω,αν συμφωνείς φυσικά.» «Πείτε μου,» είπε εκείνος,και βγάζοντας μια ταμπακιέρα,έχωσε ένα τσιγάρο στο στόμα.Λίγο πριν το ανάψει,το έβγαλε και με ρώτησε: «Μπορώ;» «Παρακαλώ.Θέλω λοιπόν,μόλις τελειώσεις το τσιγάρο σου,να γδυθείς και να ξαπλώσεις γυμνός στο κρεβάτι.Τα σεντόνια είναι καθαρά,αλλά αν θέλεις μπορώ να ζητήσω να μας τα αλλάξουν.Θέλω να μείνεις τελείως γυμνός,και να με αφήσεις λίγο να σε χαϊδέψω.Σου υπόσχομαι πως δεν θα κάνω τίποτε περισ107


σότερο,οπότε,αν είναι πιο εύκολο για σένα,μπορείς να έχεις τα μάτια κλειστά. Σου επαναλαμβάνω πως δεν διατρέχεις κανέναν απολύτως κίνδυνο.» Τον είδα να παίρνει δυό βαθιές ρουφηξιές απ’το τσιγάρο,και με αποφασιστικότητα να το σβήνει στο σταχτοδοχείο που βρισκόταν στο κομοδίνο.Έπειτα,με την αμίλητη πικρία του ανθρώπου που είναι αναγκασμένος να διασχίσει έναν βούρκο για να εξασφαλίσει την ζωή του,σηκώθηκε κι άρχισε να βγάζει τα ρούχα του.Τον παρατηρούσα με κάποια θλίψη.Ήταν τόσο νέος,τόσο όμορφος,κι ωστόσο ήταν αναγκασμένος να κάνει κάτι για το οποίο θα έμενε ξύπνιος ξερνώντας από αηδία όλο το υπόλοιπο βράδυ,κι ίσως και πολλά απ’τα επόμενα. Μόλις έμεινε γυμνός ξάπλωσε στο κρεβάτι,με τα χέρια σταυρωμένα πίσω απ’το κεφάλι,κι έκλεισε τα μάτια. «Είναι καλά έτσι;» ρώτησε. «Τέλεια,» είπα,και για να τον καθησυχάσω πρόσθεσα, «δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτ’άλλο.Σε δυό λεπτά θα είσαι ελεύθερος να φύγεις.» Τον πλησίασα με δέος.Η ομορφιά του ήταν απερίγραπτη.Έβλεπα τους γεροδεμένους μύς του στέρνου του,που είχαν στο ημίφως του δωματίου ένα χρώμα σαν της μουσκεμένης άμμου,σαν να ήταν ολόκληρος ένα θεϊκό γλυπτό που είχε σκαλίσει το κύμα σε κάποιαν ακροθαλασσιά.Ανάμεσα στα στήθη του λαμπύριζε μια χρυσή αλυσίδα,λεπτή σαν τρίχα.Το δέρμα στα μπούτια,τα μπράτσα, και τις θηλές του,είχε ξεσηκωθεί μ’ένα θρόισμα σε μιαν ηδονική ανατριχίλα,καθώς περίμενε στα τυφλά το άγγιγμά μου.Όσο για το πέος του,ακόμη και στην κατάσταση του μαρασμού που του προξενούσε η ιδέα ενός παραμορφωμένου τύπου όπως εγώ,εξηγούσε απόλυτα την δόξα του ως πορνογραφικού αστέρα. Αν δεν μπορούσε να με διεγείρει ούτε ένα τέτοιο σώμα,δεν θα μπορούσα πλέον να διεγερθώ από τίποτε.Θα είχα λυτρωθεί. Είχα σταθεί από πάνω του,τρέμαμε κι οι δύο.Μπορούσα να ακούσω τις καρδιές μας να χτυπούν.Άπλωσα το χέρι κι άγγιξα την κοιλιά του,κι ύστερα το έσυρα απ’το στήθος ως τ’αρχίδια.Κι όπως το φοβόμουν,σαν ένα κύμα απελπισίας,σαν έκρηξη γαλαξία που ξεσπά σ’ένα σπιρτόκουτο ή σε μια κλειδωμένη σοφίτα,η καύλα με πλημμύρισε μονομιάς. Ένα μαχαίρι μου έκοβε την ανάσα,αιχμηρότερο από εκείνο που μου είχε πετσοκόψει το πέος και το έντερο.Ξαφνικά όλες μου οι δυνάμεις είχαν στερέψει σαν από χτύπημα κεραυνού,ένοιωθα έτοιμος να σωριαστώ στο πάτωμα.Μέσα σε μια στιγμή που τ’ακροδάχτυλά μου είχαν ψηλαφίσει αυτό το ωραίο σώμα,ήθελα να βάλω τα κλάμματα.Ήθελα το πέος μου πίσω,γιατί αυτό που είχα δεν μπορούσε πλέον να σηκωθεί,και το ήθελα,το ήθελα όσο τίποτε στον κόσμο να χύσω εκείνη την ώρα.Ένα απέραντο κάψιμο,μια φαγούρα,οξύ και φωτιά είχαν χυθεί στα σωθικά μου,χωρίς να μπορούν να δραπετεύσουν από πουθενά. Ο δαίμονας δεν είχε φύγει.Απλά είχα σφραγίσει το δοχείο του. Τράβηξα το χέρι μου έτοιμος να λιποθυμήσω,κι ανοίγοντας τα μάτια είδα πως κι ο Έιτορ είχε σφίξει τα δόντια-για άλλο λόγο,ο φουκαράς. Μου είχε αποκαλύψει την τραγωδία μου,δεν τον χρειαζόμουν άλλο. «Είσαι πολύ όμορφος,» του είπα,με την ελπίδα να τον ηρεμήσω κάπως. «Ζητώ συγγνώμη για…για την ενόχληση…αν θέλεις,μπορείς να φύγεις.» 108


Ακούγοντας τα λόγια μου άνοιξε τα μάτια κι ανακάθισε στο κρεβάτι, σταυρώνοντας ενστικτωδώς τα πόδια για να προφυλάξει το συρρικνωμένο πέος του.Χαμογελούσε,κι επειδή προφανώς ένοιωθε ευγνώμων που η δοκιμασία του είχε τελειώσει τόσο γρήγορα,έκανε ένα φριχτό λάθος.Μου μίλησε. «Πάντως έχετε πολύ απαλά χέρια,» μου είπε, «κι επίσης μιλάτε πολύ ωραία πορτογαλικά.Έχετε ωραία φωνή.» Και με το ίδιο χαμόγελο σηκώθηκε κι άρχισε να ντύνεται βιαστικά. Εγώ είχα καταρρεύσει στο κρεβάτι κι ούτε τον έβλεπα πια.Στο στήθος μου σφυροκοπούσε ακόμη η παγιδευμένη ηλεκτροπληξία της έξαψης.Θα έπρεπε να πάρω μια χούφτα ηρεμιστικά για να κοιμηθώ χωρίς να αυνανιστώ,σκεφτόμουν, και διόρθωνα: ‘Για να μην σκέφτεσαι πως δεν μπορείς πλέον να αυνανιστείς.’ Ζούσα τον πιο τυραννικό εφιάλτη της ζωής μου. Κι ωστόσο καμμιά φορά,ο μόνος τρόπος για να βγείς από έναν εφιάλτη είναι να τον ζήσεις ως το τέρμα.Γιατί μόλο που θά’θελες να τον διακόψεις μονομιάς και να ξυπνήσεις,όσο παλεύεις ακόμη στα θολά νερά του,η δυνατότητα της ακαριαίας απόδρασης δεν υπάρχει.Πρέπει να διασχίσεις όλη την φρίκη που έχει να ξεδιπλώσει μπροστά σου,να υποστείς όλο τον πανικό του,με την γνώση πως, όσο πιο γρήγορα και πιο πολύ υποφέρεις,τόσο πιο σύντομα θα τελειώσει,και θα βρεθείς ασφαλής στην όχθη της εγρήγορσης. Για μένα αυτός ο εφιάλτης ήταν η ίδια η ζωή.Η ζωή με την υποψία του έρωτα,που μ’έσπρωχνε για αιώνες από τον έναν εφιάλτη στον επόμενο. Έτσι,μόλις ο Έιτορ έφυγε κι απέμεινα μόνος,ζύγισα τα λόγια του,και τις αισθήσεις που είχε αφυπνίσει στο κολοβωμένο σώμα μου,κι αποφάσισα να τραβήξω τον εφιάλτη στα άκρα.Άλλωστε εγώ ήμουν ο σκηνοθέτης του.

7 Ήταν σαν να έλυνα τον γρίφο ενός σύντομου αστυνομικού μυθιστορήματος,όπου ο δολοφόνος ήταν η έξαψη.Έπρεπε να την αποκλείσω από παντού. ‘Ερεθίστηκα γιατί τον άγγιξα,’ σκεφτόμουν καθώς βολόδερνα στο δωμάτιο,σε έξαλλη κατάσταση.Άρα, αν δεν μπορούσα να αγγίξω δεν θα μπορούσα και να ερεθιστώ,η εικόνα δεν ήταν αρκετή.Δεν μου είχε σηκωθεί όταν τον είδα,παρά μόνο όταν τα χέρια μου… Σήκωσα τα χέρια μου στο κίτρινο φώς και τα παρατήρησα.Έτρεμαν.Σαν να ήξεραν τί τα περίμενε. Το επόμενο πρωί,όταν ο γιατρός ήρθε στο δωμάτιό μου,του είπα πως είχα αποφασίσει να μην φύγω ακόμα. «Είναι χαρά μας να παρακολουθούμε από κοντά την ευτυχή πορεία της υγείας σας μετά τις επεμβάσεις,» ξεκίνησε εκείνος ευγενικά, «αλλά-» «Θέλω να μου κόψετε τα χέρια,» του είπα.

109


Για λίγη ώρα κουβεντιάσαμε τις πιθανές λύσεις.Μου εξήγησε κατ’αρχήν τα αυτονόητα,πως ο βαθμός της αναπηρίας μου θα αύξαινε τρομαχτικά.Όσο τέλεια κι αν ήταν τα ψεύτικα μέλη που θα παρήγγελνε,όσο πειστικά στην όψη,οι κινήσεις που θα μπορούσα να κάνω με αυτά θα ήταν εξαιρετικά περιορισμένες. «Δεν σκοπεύω να μάθω πιάνο,» του είπα,χαμογελώντας απότομα, «εκείνο που με απασχολεί είναι να χάσω εντελώς την αίσθηση της αφής.» «Θα μπορούσαν ίσως να αφαιρεθούν κάποια νεύρα,» μονολόγησε ο γιατρός, «αλλά και πάλι,θα ήταν δύσκολο να επιτευχθεί αισθητηριακή απομόνωση των χεριών χωρίς κάποια έκπτωση της κινητικής τους λειτουργίας…» Όλο αυτό στ’αυτιά μου ηχούσε ως απολογία ενός φουσκωμένου λογαριασμού.Ήταν λογικό,τα τεχνητά μέλη θα ήταν ακριβότερα. Θα έπρεπε βέβαια να περιμένω,μου είπε,γιατί μια τέτοια παραγγελία ίσως έπαιρνε κάποιες εβδομάδες.Ετοιμαζόταν να βγεί,όταν ξαφνικά μες στο μυαλό μου ακούστηκε η ηχώ των τελευταίων λέξεων που είχε προφέρει ο ωραίος Έιτορ πριν φύγει,το προηγούμενο βράδυ.Έχετε ωραία φωνή. Παραλίγο ο δολοφόνος θα μου ξέφευγε.Γιατί όσο αποκρουστικός κι αν γινόμουν,ο λόγος κινεί τα πάντα. Οι άνθρωποι γνωρίζουν και ζούν κι ερωτεύονται μέσα από λέξεις.Θυμόμουν πόσους αγνώστους είχα καταφέρει να οδηγήσω σε οργασμό απ’το τηλέφωνο,κι υπολόγιζα με τρόμο πώς θα πολλαπλασιάζονταν τώρα,που δεν θα μου είχαν απομείνει άλλα μέσα εκτόνωσης.Κι αν κάποιος μ’ερωτευόταν τόσο εξ’αιτίας όσων έλεγα κι ασελγούσε πάνω στο κουτσουρεμένο σώμα μου;Πώς μπορούσα να αποκλείσω ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Έπρεπε,όσο κι αν η σκέψη με πλημμύριζε με τρόμο,να αφαιρέσω και το τελευταίο στοιχείο της γοητείας μου.Την έσχατη ανθρώπινη ομορφιά μου.Έτσι, σαν ο γιατρός να πήγαινε σ’ένα σούπερ μάρκετ ακρωτηριασμών,απ’όπου είχα άλλη μια παραγγελία να του ζητήσω,τον σταμάτησα στην πόρτα,λέγοντας: «Επίσης, θέλω να πάψω να μιλώ.» Στην αρχή με κοίταξε απορημένος.Ίσως σκέφτηκε ότι είχα τρελλαθεί.Από την άλλη οι λογαριασμοί μου ως τώρα ήταν καλυμμένοι,ένας έλεγχος των πιστωτικών καρτών μου,και του λογαριασμού που είχα ανοίξει ειδικά γι’αυτό τον σκοπό σε μια τράπεζα της Βραζιλίας,αρκούσαν ως πειστήρια.Ήμουν αρκετά πλούσιος για να είμαι ο μόνος που κινδύνευε από την τρέλλα μου. Ο ενδοιασμός του αφορούσε το πώς θα επικοινωνούσα.Η διατομή των λαρυγγικών νεύρων που,σύμφωνα με τα όσα έλεγε,θα επετύγχανε την επιθυμητή αφωνία,θα με άφηνε σε επικοινωνιακό αδιέξοδο,ιδίως αν επέμενα στο ζήτημα των τεχνητών χεριών που είχα μόλις θίξει.Δεν θα μπορούσα να μάθω την νοηματική γλώσσα των κωφών με πλαστικά δάχτυλα,κι αν τα κατάφερνα δεν θα μπορούσα ποτέ να την εκτελέσω. Για μερικά λεπτά βυθίστηκα σε σκέψεις,απογοητευμένος που δεν μπορούσα να κλείσω όλες τις εξόδους διαφυγής της δολοφονικής καύλας,είτε της δικής μου προς τους άλλους,είτε αντίστροφα. ‘Κι αν δεν μιλάω δεν τρέχει τίποτε,’ σκεφτόμουν, ‘μπορώ να γράφω αυτά που θέλω.’ Απ’την άλλη πώς θα έγραφα μ’αυτά τα χέρια;Επιπλέον,η ιδέα να μην μπορώ να μιλήσω,να μην ακούγεται τίποτε 110


απ’την σκέψη μου,έμοιαζε τρομερά πνιγηρή αν την πρόσθετα σ’όλα τ’άλλα.Τελείως φυλακισμένη,η σκέψη μου ίσως με τρέλλαινε. «Υπάρχει τότε κάποιος τρόπος να κάνω την φωνή μου αποκρουστική;Να ακούγεται αλλά να μην μπορεί να προκαλέσει ποτέ και σε κανέναν κανενός είδους ερωτική διέγερση;» Ο γιατρός έφερε για μια στιγμή το χέρι στο πηγούνι του.Χαμογέλασε νευρικά,φάνηκε να διστάζει για μια στιγμή.Ύστερα από λίγο είπε: «Έχετε δεί ποτέ ντοκυμανταίρ κατά του καπνίσματος;» Έγνεψα αρνητικά.Δεν καταλάβαινα τί εννοούσε. «Από αυτά που αφορούν τον καρκίνο,και-» «Πείτε μου τί εννοείτε,» τον διέκοψα εκνευρισμένος. «Ξέρετε τί είναι το λαρυγγόφωνο;» ρώτησε. Ήταν απλό,λοιπόν.Οι δύο τελευταίες επεμβάσεις που θα με μεταμορφώναν οριστικά σε τέρας,καταδικάζοντάς με σε ζωή θνητού ανθρώπου διαμέσου της επιβεβλημένης ερωτικής απραξίας,θα λάβαιναν χώρα διαδοχικά,σαν χορογραφία φρίκης. Το απόγευμα ο γιατρός θα επικοινωνούσε με την εταιρεία κατασκευής των πλέον σύγχρονων τεχνητών μελών στη Βόρειο Αμερική.Θα μου έπαιρναν μέτρα,θα φωτογράφιζαν το χρώμα του δέρματος,θα κατέγραφαν τις αναλογίες καρπού-δαχτύλων-πήχυ,ώστε τα καινούρια μου χέρια εξωτερικά να μην διαφέρουν σε τίποτε από τα φυσικά. Κι όσο θα περιμέναμε τα χέρια μου να έρθουν,ένα πρωϊνό που θα ένοιωθα έτοιμος,θα μ’έβαζαν στο χειρουργείο και θα μου αφαιρούσαν το λάρυγγα.

8 Μου είναι ωστόσο αδύνατο να περιγράψω το αίσθημα του πανικού που ένοιωσα αμέσως μετά απ’αυτή την επέμβαση,και που ίσως κράτησε για μέρες ή νύχτες.Ειλικρινά δεν το θυμάμαι,με τον ίδιο τρόπο που δεν θυμάμαι μεγάλους σεισμούς,πολέμους ή επιδημίες που έχω ζήσει.Σ’όλες αυτές τις καταστάσεις το αίσθημα του τρόμου ήταν τόσο κατακλυσμικό,που με εκτόπιζε,μην αφήνοντας πίσω παρά θραύσματα φοβισμένου χρόνου,τόσο θολά που η ανάκλησή τους μόνο μιαν ελλιπή εικόνα μπορεί να σχηματίσει. Θυμάμαι για παράδειγμα να ξυπνώ,ύστερα απ’την νάρκωση και την συναίνεση που είχα δώσει οριστικά γι’αυτή τη θηριωδία επί του σώματός μου, και να νοιώθω πως πνίγομαι.Να προσπαθώ να καταπιώ,να ρουφήξω αέρα,να ουρλιάξω,και να μην καταφέρνω τίποτε.Να χάνομαι στο σκοτάδι. Νοσοκόμες να μου κρατούν το χέρι ενώ κλαίω κι αισθάνομαι να πνίγομαι απ’τα κλάμματα.Να προσπαθώ να φωνάξω και κανείς να μην με ακούει,ούτε καν εγώ ο ίδιος.Μόνον ένα κενό κάτω απ’τη μύτη και το στόμα,σαν να είχα 111


εκεί ακριβώς χωμένο ένα μαχαίρι,τα πνευμόνια μου να γεμίζουν σχεδόν χωρίς τη θέλησή μου,μα ο αέρας που με κρατάει ξύπνιο βγαίνοντας,αντί για κραυγές να αφήνει ένα απόκοσμο ξύσιμο,σαν νύχι σε μαυροπίνακα. Τότε νόμιζα πως αυτή ήταν η χειρότερη τιμωρία που θα ζούσα ποτέ. Την πρώτη μέρα που άρχισα κάπως να ηρεμώ,ο γιατρός ήρθε για να με καθησυχάσει.Με είχαν ακόμη μαστουρωμένο,εννοείται,αλλά μπορούσα να ελέγχω υποτυπωδώς τις αντιδράσεις μου. Μου είπε πως όλα πήγαιναν καλά,πως δεν είχα να ανησυχώ για τίποτε. «Μην τρομάξεις μ’αυτό που θα δείς,» είπε,και βγάζοντας ένα τετράγωνο καθρεφτάκι από την τσέπη της ποδιάς του μου το έδωσε,λέγοντάς μου να το κρατήσω μπροστά στο λαιμό μου.Έκανα ό,τι μου είπε,κι είδα κάτι που στην αρχή το πέρασα για αστείο.Ήταν σαν κάποιος να μου είχε δέσει στον λαιμό μια σαλιάρα,μιαν από αυτές τις λευκές,τετράγωνες πετσέτες που φορούν στα βρέφη και τους ξεμωραμένους γέρους για να μην λερώνονται την ώρα του φαγητού.Όμως η δική μου ήταν πολύ μικρή γι’αυτό το σκοπό,έφτανε μετά βίας ως την αρχή του στέρνου,κι είχε και μια τρύπα στη μέση.Μου ήρθε να γελάσω. Όμως το γέλιο δεν έκανε κανέναν ήχο μες στο στόμα μου.Τα χείλη μου άνοιξαν κι έκλεισαν χωρίς το γνώριμο θρόισμα του αέρα ανάμεσά τους,και τότε, απορώντας γιατί η εικόνα στο καθρεφτάκι είχε θολώσει,συνειδητοποίησα αυτό που συνέβαινε.Απ’την τρύπα στο κέντρο της γάζας έβγαινε το χνώτο μου. Το καθρεφτάκι μου έπεσε απ’το χέρι,έστρεψα με απελπισία το βλέμμα στο γιατρό,πήγε να με πιάσει πανικός.Εκείνος όμως με κράτησε κι άρχισε να με ηρεμεί. Μου είπε πως όλα είχαν γίνει όπως μου είχε εξηγήσει,κι ότι στο εξής θα ανέπνεα από την τρύπα αυτή του λαιμού.Δεν θυμόμουν να μου έχει εξηγήσει κάτι τέτοιο, ωστόσο τον άκουγα.Σαν μεγαλόσωμο νεογέννητο,μάθαινα ξανά την πρωταρχική λειτουργία της ζωής.Μου είπε πως μπορούσα να τρώω και να πίνω άφοβα, παρά την ενόχληση που ενοιωθα,κι η οποία θα υποχωρούσε,αφού έτσι κι αλλιώς ό,τι περνούσε απ’το στόμα μου κατέληγε πλέον στο στομάχι.Θα έπρεπε να προσέχω το στόμιο της τρύπας να μένει πάντα ανοιχτό.Βλέποντάς με να ανοιγοκλείνω τα χείλη με βουβή απαίτηση,ρωτώντας κάτι που δεν θυμάμαι πιά,έβγαλε από την άλλη του τσέπη ένα μικρό μεταλλικό αντικείμενο,σαν αναπτήρα,και μου το έδωσε. «Βάλ’το δίπλα στην τρύπα και μίλησε,» μου είπε. Ομολογώ ότι για πρώτη φορά μετά από αιώνες νόμισα πως άκουγα να μιλάει η ψυχή μου. Γιατί η φωνή μου ήταν στ’αλήθεια κάτι το τερατώδες. Για μέρες είχα ενθουσιαστεί με την φρικιαστική χροιά της,τόσο,που σχεδόν ξεχνούσα την παραμόρφωση που είχα υποστεί για να την αποκτήσω.Έφερνα το λαρυγγόφωνο δίπλα στην τρύπα,έλεγα κάτι,και ξεσπούσα σε γέλια,κρατώντας το εξάρτημα στη θέση του,για να ακούω το μεταλλικό μου γέλιο.Απορώ με την ψυχραιμία των νοσοκόμων που με φρόντιζαν.Σε κάθε μιά τους φρόντιζα να επιδεικνύω την καινούρια μου φωνή με τον πλέον τυραννικό τρόπο.Μιλούσα 112


γλυκά αλλά απότομα,σε στιγμές που δεν το περιμέναν,απολαμβάνοντας το φόβο τους όταν αναπηδούσαν.Έκρυβα το λαρυγγόφωνο κάτω απ’τα σκεπάσματα,χαμογελούσα μόλις έμπαιναν σαν διεστραμμένο παιδί που κρύβει την πλαστική αράχνη στην παλάμη του,και μόλις γυρνούσαν την πλάτη για να ανοίξουν τις κουρτίνες,έλεγα όσο πιο δυνατά μπορούσα: «Θα ήθελα ένα ποτήρι νερό,παρακαλώ.» Είχα την φωνή ενός ανθρωπόμορφου δοχείου,και δεν χόρταινα να την ακούω.Όταν δεν έκανα αυτό,έφερνα τον αντίχειρά μου κι έκλεινα για δευτερόλεπτα την τρύπα,διασκεδάζοντας με το αίσθημα της ασφυξίας που προκαλούσε μια κίνηση που μέχρι πριν μια βδομάδα ήταν εντελώς ασήμαντη. Αν ήθελα να αυτοκτονήσω,σκεφτόμουν,τα πράγματα ήταν πολύ απλά. Θα γέμιζα μια μπανιέρα με νερό και θα ξάπλωνα μέσα ως το λαιμό. Σ’αυτή την απρόσμενα παιχνιδιάρικη διάθεση με συνέλαβε ένα μεσημέρι ο γιατρός,και μου είπε για τα χέρια μου.Είχαν έρθει. Το είχα ξεχάσει τελείως.Ήμουν αρκετά τέρας; αναρωτήθηκα.Δεν ξέρω αν σκεφτόμουν καθαρά ή αν ήμουν τύφλα στα ηρεμιστικά,αλλά αποφάσισα πως επιδεχόμουν κάποια βελτίωση.Δεν έπρεπε να μπορώ να νοιώθω άγγιγμα. «Φέρτε…στο ρομπότ…τα…χέρια του…» είπα,κι έσκασα στα γέλια. «Να ξέρετε πως θα χρειάζεστε στο εξής κάποιον…βοηθό,για ορισμένες λεπτεπίλεπτες δουλειές,» είπε ο γιατρός,κοιτώντας με νόημα την σκατοσακκούλα στην κοιλιά μου.Την είχα ξεχάσει κι αυτήν. «Μην ανησυχείτε,» είπα,κάπως πιο σοβαρά, «είμαι ένα πλούσιο τέρας.» Ο γιατρός χαμογέλασε. «Πότε θα θέλατε να προγραμματίσουμε το χειρουργείο;» με ρώτησε. Η νέα μου φωνή με έκανε θρασύ. «Γιατί χαμογελάσατε πριν,όταν σας είπα πως είμαι ένα πλούσιο τέρας;» ρώτησα. «Από συγκατάβαση και λύπη στην σκέψη πως είμαι στ’αλήθεια τέρας,ή από ευτυχία στην ιδέα πως είμαι πράγματι πλούσιος;» Ο γιατρός χαμογέλασε και πάλι,με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. «Πότε θα θέλατε να προγραμματίσουμε το χειρουργείο;» επανέλαβε. Κατά βάθος εξακολουθούσε να είναι πιο τρομαχτικός από μένα.

9 ‘Δεν είναι τυχαίο που παρομοιάζουν τον Διάβολο με φίδι,’ ήταν η σκέψη στην οποία κατέληξα το πρώτο βράδυ που έπεσα για ύπνο με τα πλαστικά μου χέρια.Η ύστατη αυτή πράξη ακρωτηριασμού,φέρνοντας το μυαλό μου στα όριά του εξ’αιτίας του πόνου,της φαγούρας,και της μέθης στην οποία με είχαν βυθίσει μετά το χειρουργείο για να μην τρελλαθώ απ’όλα αυτά μαζί,προκαλούσε ένα είδος σχεδόν φιλοσοφικής περίσκεψης.Θυμάμαι να σκέφτομαι λοιπόν τις αναλογίες των χεριών στα άλλα ζώα.Τα πουλιά είχαν τα φτερά,που μάλιστα στα πε113


ρισσότερα χαρίζαν το δώρο της πτήσης.Τα υπόλοιπα ζώα-θηλαστικά,αμφίβια, ακόμη κι ορισμένα ερπετά-είχαν τα μπροστινά τους πόδια.Όσο για τα ψάρια,η έλλειψη βαρύτητας τα γλύτωνε απ’την ανάγκη των χεριών και των ποδιών. ‘Αλλά το φίδι;’ αναρωτιόμουν.Μπορεί να του έλειπαν επίσης τα πόδια,ωστόσο είχε το σώμα του,κι εφ’όσον ο βασικός λόγος ύπαρξης των ποδιών είναι η κίνηση,η απουσία τους αντισταθμιζόταν έρποντας.Όμως η έλλειψη χεριών,ή κάποιου ανάλογου οργάνου,μου φαινόταν ξαφνικά σαν η πιο περίτρανη απόδειξη της αδυναμίας των φιδιών απέναντι στ’άλλα ζώα της γής.Ήταν ο πιο επιτυχής συμβολισμός της τιμωρίας που είχε επιβάλλει στον Προπάππου μας ο υποτιθέμενος Δημιουργός του: ήταν σαν να του είχε κόψει τα χέρια,αφήνοντάς τον ανήμπορο να κάνει άλλο κακό. Ό,τι ακριβώς είχε συμβεί και σε μένα,έστω κι αν στην περίπτωσή μου είχα αναλάβει από μόνος μου τον ρόλο του θεού.Απ’την στιγμή που είχα συνέλθει από την νάρκωση,κι αντίκρυσα τα ακίνητα χέρια που ξεκινούσαν κάτω απ’τις σφιχτοδεμένες γάζες των καρπών μου,με πλημμύρισε ένα αίσθημα συντριπτικής αδυναμίας,καθολικής κι αμετάκλητης.Ο γιατρός με είχε βεβαιώσει ασφαλώς πως λίγο-λίγο θα άρχιζα να κάνω κάποιες κινήσεις,κι ότι σε λίγες μέρες θα μπορούσα να αυτοεξυπηρετηθώ στοιχειωδώς,βλέποντας όμως τα πλαστικά μου δάχτυλαπου εξαιτίας της ομοιότητός τους με τα αληθινά μου αλλά της πλήρους ακινησίας τους ήταν ακόμη πιο τρομαχτικά-ένοιωθα τιμωρημένος,ανήμπορος να κάνω το κακό, όπως ο Εωσφόρος της Γένεσης.Ήμουν ένα φίδι. Κι επίσης,όπως τα φίδια,ήμουν γεμάτος δηλητήριο,ικανό να σκοτώσει χιλιάδες ανθρώπους.Το είχα αποδείξει με την ύπαρξή μου εδώ κι αιώνες.Μέχρι κι η ανάσα μου,η φωνή μου,τώρα που τα καινούρια μου χέρια δεν ήταν ακόμη αρκετά ευκίνητα για να κρατήσουν το λαρυγγόφωνο,ήταν ένας απόκοσμος συριγμός,σαν μια αόρατη οχιά να πλατάγιζε τη γλώσσα της μες στο λαιμό μου. Το κακό είχε περιοριστεί,λοιπόν.Όμως δεν είχε εξαφανιστεί.Ο καλός Θεός μας είχε αφήσει τον Σατανά να ζήσει,κι εγώ είχα κάνει το ίδιο με τον εαυτό μου. Μπορεί να μην είχα χέρια,ή φωνή,ή γεννητικά όργανα,μπορεί να ήμουν το ίδιο σιχαμερός κι εύθραυστος όσο μια οχιά,αλλά εξακολουθούσα να είμαι και το ίδιο επικίνδυνος.Θ’αρκούσε κάποιος να βάλει το πέος του στο στόμα μου. Ευτυχώς όμως,όπως και στα φίδια,κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα το έκανε.Κι εκτός των άλλων,τώρα που η μεταμόρφωσή μου είχε ολοκληρωθεί,σκόπευα να πέσω σε μια μεγάλη χειμερία νάρκη. Θα επέστρεφα στη φωλιά μου,στο Παλιό Ψυχικό της Αθήνας,κι εκεί θα κουλουριαζόμουν και θα κατάπινα όλο μου το δηλητήριο, περιμένοντας τον θάνατο. Κάποιος βέβαια θα έπρεπε να παίξει τον ρόλο του Χάροντα,που θα με συνόδευε σ’αυτό το-σύντομο,ήλπιζα-ταξίδι προς το σκοτάδι.Όπως διαπίστωνα μέρα με τη μέρα,μ’ένα απερίγραπτο κράμα τρόμου και φρικιαστικής προσμονής, το σώμα μου είχε χάσει σχεδόν ολότελα την δύναμη της αυτοσυντήρησής του. Χρειαζόμουν κάποιον να με ντύνει και να πλένει το γεμάτο πληγές κορμί μου,να μου μαγειρεύει και να με ταϊζει.Τα καινούρια μου χέρια,παρά το καθ’όλα πειστι114


κό τους χρώμα,την απαλή υφή και τα καλώδια που υποτιθέμενα μετέφεραν την βούλησή μου στα δάχτυλά τους,ήταν ικανά μονάχα για αδρές κινήσεις.Η πιο λεπτεπίλεπτη λειτουργία τους ήταν το άναμμα του τσιγάρου,για το οποίο χρειαζόμουν γύρω στα δυό λεπτά.Σύντομα ο χρόνος μειώθηκε στο ένα λεπτό,κι από εκεί στα τριάντα δευτερόλεπτα.Τουλάχιστον δεν θα χρειαζόμουν κάποιον για να κάνει την απειλητική κίνηση που μου είχε πλέον γίνει συνήθεια-να φέρνω το αναμμένο τσιγάρο στο λαιμό μου,και να το πιέζω στην τρύπα,ρουφώντας τον καπνό με τα πνευμόνια μου.Για όλα τα υπόλοιπα χρειαζόμουν ένα βοηθό. Ο μετέπειτα φύλακας άγγελός μου ενσαρκώθηκε,λίγες μέρες προτού φύγω από την κλινική,στο πρόσωπο του Ρομπέρτο.Ήταν ένας βραχύσωμος,χοντρός μιγάς με τερατώδη χειρωνακτική δύναμη και σμιχτά μάτια.Κατ’επιείκειαν ανθρωπόμορφος και λακωνικός όσο μόνον οι εκ γενετής κωφάλαλοι,είχε μπεί στο δωμάτιό μου ένα πρωί,ακολουθώντας τον γιατρό μου.Παρ’όλο που είχα πληροφορηθεί για την επικείμενη επίσκεψη καθώς και για το βιογραφικό του-είχε υπάρξει επί σειρά ετών υπηρέτης ενός παραπληγικού δικτάτορα εν αποστρατίαη ξαφνική του είσοδος με φόβισε.Κοιτούσα το παχύ του πρόσωπο με τα μικροσκοπικά μάτια,που παρατηρούσε τις μεταξύ μας συστάσεις ανέκφραστο.Όταν ο γιατρός του ζήτησε αστειευόμενος να μας κάνει μια μικρή επίδειξη της δύναμής του,εκείνος πλησίασε προς το μέρος μου αμίλητος,έσκυψε,και σήκωσε το κρεβάτι-ένα κρεβάτι νοσοκομείου,με σιδερένιο σκελετό,μηχανισμό ανύψωσης,κι ένα ενσωματωμένο μεταλλικό κομοδίνο,που θα απαιτούσε δύο κανονικούς ανθρώπους για να το σπρώξουν.Όταν,βλέποντας τον πανικό στα μάτια μου,ο γιατρός του ζήτησε να αφήσει κάτω το κρεβάτι και να μας αφήσει για λίγο μόνους,το απίθωσε αθόρυβα,σαν να έριχνε ένα ροδοπέταλο,και με μια σύντομη υπόκλιση προς το μέρος μου-φαίνεται πως με αναγνώριζε ήδη ως νέο του κύριο-βγήκε κι έκλεισε πίσω του την πόρτα.Στη συνέχεια πληροφορήθηκα πως η θηριώδης τούτη δύναμη,κι η ανάλογη αφοσίωση στην διαφύλαξη της ακεραιότητάς μου,μου προσφέρονταν σε εξευτελιστική τιμή.Η οποία,αν είχα την καλή πρόθεση να δώς κάτι παραπάνω,θα εξασφάλιζε την ισόβια φροντίδα μου από τον Ρομπέρτο,ο οποίος, εκτός από τιτάνεια μυική δύναμη,διέθετε γνώσεις οικοκυρικής,ήξερε πώς να περιποιείται έναν άρρωστο,κι επίσης ήταν εξαιρετικός μάγειρας.Χωρίς να κινούμαι από καχυποψία προς τις εξωτικές γεύσεις,διατήρησα μιαν αμφιβολία ως προς το τελευταίο του αυτό προσόν-ο άνθρωπος κατά πάσα πιθανότητα τρεφόταν με μηχανόλαδο και λιωμένο ατσάλι,που μάλλον θα μου έπεφταν βαριά. Ωστόσο έσπευσα να τον προσλάβω,με την υπόσχεση να του κάνω και την προαναφερθείσα αύξηση-έστω κι αν υποπτευόμουν πως θα την εισέπραττε ως μεσιτεία ο ίδιος ο γιατρός.Δεν είχε καμμιά σημασία.Η ταυτότητα του Παύλου Νοταρά θα κάλυπτε τα πενιχρά έξοδα μισθού και συντήρησης αυτού του όρθιου κήτους,που με τη σειρά του έμοιαζε ικανό να με προφυλάξει κι από τη Συντέλεια του Κόσμου.Μετά βίας είχα αρνηθεί τον πειρασμό να τον φωνάξω πάλι μέσα,και να του ζητήσω να με πάει μια βόλτα πάνω στο κρεβάτι.

115


10 Δεν μπορώ να πώ αν φεύγοντας απ’το Σφαγείο της Βραζιλίας ένοιωσα ανακούφιση ή λύπη.Άλλωστε η ψυχή,έστω κι η δική μου,είναι πολύ δεμένη με το σώμα.Τα αισθήματά μου είχαν διαταραχτεί όσο και το σάρκινο δοχείο τους.Ανά πάσα στιγμή ένοιωθα πως θα μπορούσα να τρελλαθώ,ή,κοιτώντας τον εαυτό μου στον καθρέφτη,κατέληγα στο συμπέρασμα πως είχα ήδη τρελλαθεί.Η εικόνα που αντίκρυζα ήταν η απόδειξη.Ωστόσο δεν εξήταζα για πολύ τον αισθηματικό μου κόσμο.Αφηνόμουν στις νέες συνθήκες της ζωής μου με στωικότητα,και περίμενα την επιστροφή μου στην Ελλάδα. Αν κάτι μου έλειπε περισσότερο,ήταν τα βιβλία κι οι δίσκοι μου. Που αν έκρινα απ’την συνύπαρξή μου με τον Ρομπέρτο στο δωμάτιο της κλινικής,θα ήταν η μόνη ανθρώπινη συντροφιά που θα είχα στο εξής. Η αναχώρησή μας συνέπιπτε με το θερινό ηλιοστάσιο.Πριν φύγουμε απ’την κλινική,ο γιατρός είχε αποφασίσει να κάνει ένα αποχαιρετιστήριο δώρο στον εαυτό του,προτείνοντάς μου να αγοράσω ένα υπερσύγχρονο αναπηρικό καροτσάκι.Παρόλο που μπορούσα ακόμα να περπατώ-παρά την ενόχληση του ραμμένου κώλου μου και της σκατοσακούλας-εφ’όσον πλέον είχα τον Ρομπέρτο που θα αναλάμβανε όλες τις πρακτικές πτυχές της ζωής μου,τα πόδια μου θα μου χρειάζονταν μόνο για να μετακινούμαι.Ο γιατρός πρότεινε λοιπόν,για να αποφεύγω την άσκοπη καταπόνηση-περιορίζοντας την χρήση τους σε περιστασιακούς περιπάτους-μέσα στο σπίτι να κινούμαι με το ηλεκτρικό καροτσάκι που θα μου χάριζε έναντι ευτελούς ποσού.Το πλήρωσα,έκπληκτος με την φιλαργυρία που πυροδοτούσε την ρητορική του.Είχα πάντα την εντύπωση πως τα καροτσάκια χρησιμεύουν για τον ακριβώς αντίθετο σκοπό,την αποφυγή των μεγάλων αποστάσεων,αφού κι οι πλέον καταπονημένοι άρρωστοι μπορούν να πλύνουν τα δόντια τους ή να πάνε ως την κουζίνα του σπιτιού τους πεζή,αν δεν είναι παραπληγικοί ή παράφρονες.Μόλις όμως το δοκίμασα,το καροτσάκι μου έκλεψε την καρδιά.Διέσχισα όλο τον διάδρομο του αεροδρομίου σε δευτερόλεπτα,σαν μωρό σε μινιατούρα αυτοκινήτου,με τον Ρομπέρτο να τρέχει φορτωμένος ξοπίσω μου.Αναρωτιόμουν αν είχε μπαταρία ή αν έκαιγε βενζίνη. Επιπλέον το καροτσάκι είχε άλλο ένα καλό,κάτι σαν βερνίκι πάνω απ’ τον εξαμβλωματικό πίνακα στον οποίο είχα μεταμορφωθεί. Μ’έκανε να αισθάνομαι ακόμα πιο ανάπηρος.

11 Κάθε ζωντανό πλάσμα,ερχόμενο ασυναίσθητα σε σύγκριση με έννοιες και όντα μεγαλύτερα απ’τον εαυτό του,νοιώθει δέος,φόβο,σύγχυση.Ο μόνος 116


τρόπος να ξεπεραστεί το αίσθημα αυτό είναι ονομάζοντας τις έννοιες αυτές,φυλακίζοντάς τες σε λέξεις το ίδιο σύντομες όσο κι αυτές που αντιστοιχούν σε άψυχα ή ασήμαντα αντικείμενα: ένας εξορκισμός δια της σμίκρυνσης. Θεός,χρόνος,θάνατος.Στην πραγματικότητα,πολλές από αυτές τις συλλαβές,τις φορτισμένες με το άγχος της υποτιθέμενης κυριαρχίας τους στα ζωντανά πλάσματα,αναφέρονται σε οντότητες τόσο αόριστες,μακρινές,ή σχετικές,που θα μπορούσαν και να μην υπάρχουν. Ο χρόνος που μεσολάβησε απ’την ημέρα της επιστροφής μου στο σπίτι του Παύλου μέχρι την στιγμή που πληκτρολογώ αυτές τις λέξεις,ξαπλωμένος σ’ένα στρώμα,μπροστά στην οθόνη ενός laptop,θα μπορούσε να στολιστεί μ’ένα σωρό ουσιαστικά κι επίθετα,διαλεγμένα ώστε να τονίζουν είτε το φριχτό του βάρος,είτε την απουσία δράσης,την ανυπαρξία στην οποία ήμουν βυθισμένος όλο αυτό το διάστημα.Ατέλειωτες ώρες,αξημέρωτες νύχτες,μήνες,χρόνια.Ανόητες,όλες αυτές οι λέξεις.Άχρηστες.Φλυαρίες του μυαλού ή των δαχτύλων,για να περιγραφεί μια κατάσταση που στην ουσία της ήταν πολύ πιο απλή: Για μένα,όλο αυτό το διάστημα κύλησε εκτός χρόνου.Μπορεί να ξεκίνησε χθές και να τελειώσει αύριο,και το αύριο να είναι το έτος 2005 ή 2007 μετά Χριστόν.Όπως επίσης θα μπορούσα να πώ πως κράτησε για πάντα,και δεν θα τελειώσει ποτέ. Ο Θεός μου σ’όλο αυτό το διάστημα ήμουν εγώ.Ήμουν αυτός που με είχε φτιάξει,που με είχε συντηρήσει,και που στο τέλος με είχε καταστρέψει.Ήμουν αυτός που λάτρευα και μισούσα.Αυτός που μου έδινε ζωή και μ’έστελνε στο θάνατο,μέσα από αναρίθμητα μαρτύρια.Μια παρουσία κολοσσιαία και μηδαμινή, μισητή και πολύτιμη.Κάτι ασήμαντο,στα μούτρα του οποίου μπορούσα να ψιθυρίσω,όπως καταριόμουν βουβά τον εαυτό μου: Άντε γαμήσου. Όσο για την ζωή…Ηλίθιοι άνθρωποι! Η ζωή δεν είναι ο κόσμος,ούτε τα δέντρα,ούτε η υδρόγειος σφαίρα,ούτε το Σύμπαν.Η ζωή δεν είναι αυτό που μας ενώνει,αλλά αυτό που μας χωρίζει.Δεν μας περιβάλλει,δεν είναι κάτι το κοινό.Η ζωή είναι η ζωή του καθενός.Κι αν μία και μόνο μεμονωμένη ζωή περνάει βουτηγμένη στη δυστυχία,ακόμη κι εν μέσω ωκεανών ανθρώπινης ευτυχίας,φτάνει για να πούμε απόλυτα πως: Η ζωή είναι κάτι το φριχτό. Τα πρωινά ο Ρομπέρτο ερχόταν στο δωμάτιό μου,παλιά κρεβατοκάμαρα των γονιών του Παύλου.Χτυπούσε πάντα πριν μπεί.Δεν άνοιγε τα παράθυρα ή το φώς αν δεν του το ζητούσα εγώ,τα σχιστά του μάτια είχαν οξύτητα αιλουροειδούς.Δίχως να βγάζει λέξη,με ανασήκωνε,με βοηθούσε να καθίσω,και μ’ένα ζεστο,υγρό πανί μου έπλενε το πρόσωπο.Ύστερα μου άλλαζε την γάζα γύρω από τον λαιμό,κι όταν του το ζητούσα,με έπαιρνε στην αγκαλιά του και με πήγαινε στο μπάνιο,όπου με έλουζε.Μ’εντυπωσίαζε βαθιά η έμπρακτη στοργή που αγόραζαν τα ελάχιστα χρήματα του μισθού του,όμως ζούσα πλέον στην άλλη όχθη της ανθρώπινης συγκίνησης.Μπορούσα μόνο να την παρατηρώ. Με τάιζε υπομονετικά,σύμφωνα με την ειδική δίαιτα που έπρεπε να ακολουθώ για την καλή λειτουργία του εντέρου μου,κι όταν έβλεπε την σακκούλα να γεμίζει μου την άλλαζε,καθαρίζοντάς με με προσοχή πεπειραμένου χειρουργού.

117


Τα απογεύματα,συνήθως αφού σκοτείνιαζε,με πήγαινε μια βόλτα γύρω από το σπίτι.Μου σκέπαζε πρώτα τα πόδια με μια λινή κουβέρτα,κι έδενε μια λεπτή γάζα πάνω απ’την τραχειοστομία μου,ώστε ο αέρας του δρόμου να φιλτράρεται.Συνήθως του ζητούσα να μου φορέσει και τα μπλέ γυαλιά ηλίου μου,ακόμα και την νύχτα.Στη διάρκεια αυτών των σιωπηλών περιπάτων αισθανόμουν σαν καταδικασμένος μεγιστάνας,απ’αυτούς που περιφέρονται ετοιμοθάνατοι σε ορεινά σαλέ της Ελβετίας,με κάποια νοσοκόμα να σπρώχνει το καρότσι τους και να προσεύχεται για την επίσπευση του τέλους.Όχι πως ένοιωθα κανέναν τέτοιο αισθηματικό κραδασμό απ’τη συμπεριφορά του Ρομπέρτο-ο υπηρέτης μου ήταν κατ’επίφασιν και μόνον άνθρωπος.Απλώς με διασκέδαζε,το ίδιο όπως κι η μακριά,χρυσή πίπα που κάρφωνα στον λαιμό μου για να καπνίσω,η κουβέρτα που μου ζέσταινε τα πόδια,ή οι βελούδινες παντούφλες του πατέρα του Παύλου,τις οποίες είχα οικειοποιηθεί.Ήταν συνήθειες κι αντικείμενα που μ’έκαναν να αισθάνομαι γέρος,κοντά στον θάνατο που τόσο λαχταρούσα-χωρίς ακόμα νά’χω βρεί το κουράγιο να προκαλέσω. Σκεφτόμουν την αυτοκτονία μου κάθε μέρα,πολλές φορές,με την ίδια απάθεια όπως κάποιος σκέφτεται μια βόλτα στα μαγαζιά.Όμως για τον ίδιο λόγο την απέρριπτα.Ήταν πολύ κουραστικό,στην κατάστασή μου.Όσο πιθανό θα ήταν να μπώ σ’ένα αυτοκίνητο και να πάω όντως για ψώνια στο Κολωνάκι,για παράδειγμα,άλλο τόσο πιθανό φάνταζε το ενδεχόμενο να γέμιζα την μπανιέρα με νερό και να γλιστρούσα μέσα για να πνιγώ,ή να έπεφτα απ’το παράθυρο.Και μόνον οι κινήσεις που θα έπρεπε να κάνω με τα χέρια μου,με αποθαρρύναν.Θα χρειαζόμουν πολλή ώρα,κι αν ο Ρομπέρτο με άκουγε,θα ερχόταν και θα με σταματούσε.Όχι από κακία-ήταν η δουλειά του.Δεν ήθελα να τον φέρω σε δύσκολη θέση,κι εξάλλου,μια ματιά στον καθρέφτη ήταν αρκετή,σε στιγμές αυτοκτονικού πειρασμού,να με πείσει πως δεν ήταν ανάγκη να βιάζομαι.Στο χάλι που βρισκόμουν,ο θάνατος από φυσικά αίτια δεν θα αργούσε. Έτσι απλώς ενοχλούσα την συνείδησή μου,παρουσιάζοντας τον θάνατο δελεαστικό μέσα από τρομοκρατικές θεωρήσεις του μέλλοντός μου. ‘Κι αν ο Ρομπέρτο φύγει ξαφνικά;Αν μ’εγκαταλείψει;Αν κάποιος δικηγόρος της οικογένειας Νοταρά αποφασίσει να επισκεφθεί το απολωλός πρόβατο;Αν με ζητήσουν τελικά στον στρατό;’ Ήταν πολύ αστείες όλες αυτές οι απειλές,καθώς τις διατύπωνα με την ίδια λαγνεία που κάποιος εξαρτημένος απ’την εκτόνωση της υλικής σπατάλης προσπαθεί να δελεάσει το ένστικτο της αποταμίευσης μονολογώντας: ‘Ναί,αλλά αν το παντελόνι που είδες είναι το τελευταίο κομμάτι και προλάβει να το αγοράσει κάποιος άλλος;’ Δεν υπήρχε τίποτε πλέον που να καθιστά την ύπαρξή μου ευχάριστη.Καμιά μορφή ηδονής δεν μπορούσε να μπεί στο σκοτεινό μου δωμάτιο,να διαπεράσει το έρεβος του μυαλού μου.Ακόμη και τις απολαύσεις που υπολόγιζα αρχικά να μου επιτρέψω,σαν ξεροκόμματο σε φυλακισμένο,τώρα μου τις αρνιόμουν από πλήξη.Βαριόμουν να ξεφυλλίσω οποιοδήποτε βιβλίο με τα δύσκαμπτα,πλαστικά μου δάχτυλα.Δεν έβρισκα λόγο να δώ τηλεόραση,κινούμενες εικόνες από την ζωή άλλων ανθρώπων,υπαρκτή ή φανταστική.Ως κι η μουσική,που άλλοτε 118


ήταν το καταφύγιό μου,τώρα δεν μπορούσε να ταράξει την ασάλευτη επιφάνεια της ψυχής μου.Μονάχα ένα κομμάτι,που έβαζα ξανά και ξανά,εκατομμύρια φορές χωρίς σταματημό,μου κρατούσε συντροφιά.Ήταν ένα τραγούδι του Φίλιπ Γκλας,απ’το μπαλλέτο ο Φωτογράφος. A Gentleman’s Honour,λεγόταν.Μόνον αυτές οι κραυγές,κι η υποτυπώδης αρμονία τους συνόδευε τους χτύπους της καρδιάς μου,παράλληλα ή σε κόντρα τέμπο με το ρολόι του τοίχου.Από κεί κι έπειτα,θεωρούσα πως η άρνηση κάθε ηδονής ήταν η ηδονή μου.Θα τιμωρούσα το τέρας μέχρι που θα πέθαινε από κακομεταχείριση. Το πρόγραμμα της μέρας και της νύχτας μου άρχισε λίγο-λίγο να καταλύεται,αφού ο Ρομπέρτο δικαιολογημένα αποθρασύνθηκε.Παρόλο που ο ίδιος δεν μιλούσε,η δική μου σιωπή τον συνέτριβε.Έτσι άρχισε να φέρνει γυναίκες τα βράδυα,τις οποίες γαμούσε στο μικρό του δωμάτιο,στην άλλη άκρη του σπιτιού. Αόρατες γυναίκες,τις οποίες κουβαλούσε απροκάλυπτα,και τις οποίες εγώ δεν έβλεπα ποτέ.Άκουγα μόνο τα ουρλιαχτά τους,καθώς τις πλάκωνε με το παχύσαρκο,ωχρό του σώμα.Δεν θα πώ πως δεν ζήλευα,πως δεν χαμήλωνα την μουσική.Πως δεν έφερνα το ψεύτικο χέρι μου ανάμεσα στα πόδια μου,πάνω απ’το ψεύτικο πέος μου,που κουνιόταν σαν τον καπνό από ένα σβησμένο φυτίλι που άλλοτε έκαιγε ζωηρό.Καμμιά φορά δεν άντεχα,και τον καλούσα στο δωμάτιό μου με μεταλλικές τσιρίδες στο λαρυγγόφωνο.Τον άκουγα να ανεβαίνει την σκάλα ασθμαίνοντας,και να καθυστερεί πριν μπεί για να βάλει το πουκάμισο μέσα στο παντελόνι του.Έμπαινε και με κοιτούσε το ίδιο ανέκφραστος,ενώ εγώ παραληρούσα,δέσμιος των φαρμάκων και της έξαψης που μου είχε προκαλέσει. «Αν σου ζητήσω να με γαμήσεις θα το κάνεις;» τον ρωτούσα. Δεν απαντούσε. «Αν σου πώ να χώσεις τον πούτσο σου στο στόμα μου;» Καμμία αντίδραση. «Να μην το κάνεις ποτέ,ό,τι και να σου πώ!Όσα χρήματα κι αν σου προσφέρω,γιατί αν το κάνεις θα χάσεις τα πάντα!Εξαφανίσου!» Έφευγε κλείνοντας την πόρτα κι επέστρεφε στις χωρίς αμφιβολία άθλιες ερωμένες του.Η σιωπή του με τρέλλαινε περισσότερο απ’όλα.Ήθελα να μιλήσω με κάποιον,με οποιονδήποτε.Να ουρλιάξω στα μούτρα ενός αγνώστου. Κάπως έτσι με ξανακέρδισε ο εικονικός κόσμος των τεράτων.Δεν είχα καμία διάθεση να ενημερωθώ για τον κόσμο,φυσικά,κι έπρεπε να υποστώ ένα μικρό στρατό από τεχνικούς που μπαινοβγαίναν στο δωμάτιό μου,κοιτώντας με αδιάκριτα,ώσπου να εγκατασταθούν όλα τα μηχανήματα.Η μεγάλη οθόνη,το ασύρματο πληκτρολόγιο που ωστόσο μπορούσα και να παρακάμψω,αφού στο λογισμικό του υπολογιστή ήταν περασμένο ένα υπερσύγχρονο πρόγραμμα φωνητικής πληκτρολόγησης,το οποίο προσάρμοσα στον έτσι κι αλλιώς μονότονο ήχο της φωνής μου.Ηχεία,κάμερες,καλώδια,ήρθαν και χώθηκαν σαν φίδια δίπλα στους ορούς,τα μπουκαλάκια,τους σωλήνες που με κρατούσαν στη ζωή. Παρηγορούσα τον εαυτό μου λέγοντας πως δεν διέτρεχα κανέναν απόλύτως κίνδυνο.Η φρίκη στα μάτια των τεχνικών ήταν η εγγύηση.Ήθελα μόνο

119


λίγη συντροφιά,να παραστώ στη συνομιλία κάποιων αγνώστων,έστω και χωρίς να λέω τίποτα.Τί άλλο μου απόμενε να κάνω; Έτσι,όσο κι αν η κυριολεκτική εκδοχή ακούγεται σαν το πιο γελοίο πράγμα του κόσμου-φανταστείτε έναν άνθρωπο με ψεύτικα χέρια,τραχειοστομία,και παρά φύσιν έδρα καβάλα σε μια ιστιοσανίδα-άρχισα να σερφάρω.

12 Στην αρχή,το ίντερνετ με βοήθησε να επανέλθω σε μια κατάσταση αθλιότητας την οποία,επειδή είχα ξαναζήσει στο παρελθόν,αισθάνθηκα σαν βελτίωση της τωρινής μου ζωής.Πολύγλωσσος παντογνώστης σε σύγκριση με την πλειοψηφία των άλλων χρηστών,έγινα γρήγορα περιζήτητος συνομιλητής,κι όταν αργούσα να εμφανιστώ,ή έμπαινα σε κάποιο κοινόχρηστο chat room με καθυστέρηση,ορισμένοι θαμώνες με υποδέχονταν με γραπτά επιφωνήματα αγάπης,γεμάτα θαυμαστικά.Είχα υιοθετήσει την περσόνα ενός μεσήλικα μεταφραστή που, έχοντας πέσει θύμα τροχαίου ατυχήματος,περνούσε την ζωή του κλεισμένος στο σπίτι.Η κουβέντα,είτε ανοιχτά είτε σε κατ’ιδίαν συνομιλίες,περιστρεφόταν γύρω από ουδέτερα,αδιάφορα θέματα,όπως η τέχνη ή η επιστήμη.Ωστόσο οι περιστασιακές διενέξεις,η περιέργεια,καθώς κι η εμφανής πνευματική σαγήνη που ασκούσα σε πολλούς συνομιλητές μου,με κολάκευε,και με κρατούσε αρκετές ώρες μακριά απ’το αυτοκαταστροφικό μου τέλμα. Μέχρι που ένα απόγευμα ο πύργος των τραπουλόχαρτων κατέρρευσε, όταν κάποια κοπέλα μου ζήτησε να μιλήσουμε ιδιαιτέρως,κι η πρώτη της φράση ήταν: «Έχεις καμμιά φωτογραφία σου;Θα ήθελα να δώ το πρόσωπό σου.» Ήταν ένα κορίτσι απ’το Αμβούργο,με το οποίο είχαμε μιλήσει μερικές φορές,αν και ποτέ κατ’ιδίαν.Είχε δείξει μεγάλο ενδιαφέρον για ορισμένες απ’τις ‘αιρετικές’ απόψεις που διατύπωνα στο main,καθώς η ίδια είχε σπουδάσει συγκριτική θρησκειολογία ή κάτι παρόμοιο,μιαν απ’αυτές τις ανόητες επιστήμες που σε βάζουν να αναλύσεις τόσο πολύ την ανυπαρξία του Θεού,που στο τέλος καταντάς να πιστεύεις σ’αυτόν άθελά σου.Όμως το αίτημά της να με δεί όχι μόνο με παραξένεψε,αλλά μου δημιούργησε έναν στιγμιαίο πανικό. Περνώντας ακαριαία σε θέση άμυνας,της είπα πως το ατύχημα που με είχε καθηλώσει σε καροτσάκι με είχε αφήσει φριχτά παραμορφωμένο.Πως όλο μου το πρόσωπο ήταν μια πληγή,κι ότι θα ήταν καλύτερα να μην έβλεπε ποτέ πώς μοιάζω.Περίμενα την απάντησή της πνιγμένος στην αγωνία.Ο λαιμός μου ανέδιδε πλοκάμια καπνού στο φωτεινό τετράγωνο γύρω απ’την οθόνη.Ήλπιζα πως η υπερβολή μου θα την απωθούσε,πως είχε ρωτήσει από περιέργεια και μόνον.Δεν ήθελα να πιστέψω στην ματαιοπονία της μεταμόρφωσής μου. Κι όμως.Χωρίς καμμιά περιστροφή,επέμεινε. «Η ευφυία είναι το πιο καυλωτικό πράγμα,» είπε.

120


Ήταν αλήθεια,λοιπόν.Οι άνθρωποι εκεί μέσα,όσο κι οι άνθρωποι εκεί έξω,χρησιμοποιούσαν τον λόγο για να πλάσουν έναν κόσμο από το τίποτα,όπως είχε κάνει ο Θεός.Κι ο απώτερος σκοπός τους δεν ήταν άλλος απ’την συνέχιση του φαύλου κύκλου της ζωής τους,απ’την ψευδαίσθηση της διαιώνισής της μέσα από τον έρωτα.Έχοντας κουβεντιάσει δυό-τρείς φορές μαζί μου,έχοντας ως μοναδικό κριτήριο τα τετριμμένα,κυνικά μου ευφυολογήματα,η άγνωστη αυτή κοπέλα μου έλεγε πως θα γαμιόταν μαζί μου επειδή την καύλωνε το μυαλό μου. Θυμάμαι ότι είχα δώσει μια γροθιά στην οθόνη.Γροθιά,τρόπος του λέγειν. Για μερικές μέρες παραιτήθηκα απ’την ιδέα του ίντερνετ,έπαιρνα περισσότερα υπνωτικά κι απέφευγα ακόμα και να κοιτάξω τον σβησμένο υπολογιστή, όπως οι ασκητές που αποστρέφονται τις ανέσεις ενός κρεβατιού και κοιμούνται στο χώμα,για να μην σκέπτονται τα όργια που μπορούν να λάβουν χώρα επάνω σ’ένα αφράτο στρώμα.Δεν μπορούσα με τίποτε να απαλλαγώ; Όμως αυτό που με βασάνιζε περισσότερο ήταν η υποκρισία μου.Γιατί αν έσκαβα λίγο βαθύτερα απ’την επιφάνεια,η πραγματική αιτία που είχα ξαναμπεί στο chat έτσι κι αλλιώς,ήταν η συμπάθεια των αγνώστων,που επιζητούσα με τις περίτεχνα διατυπωμένες φράσεις μου.Εγώ είχα καυλώσει πρώτος το μυαλό τους.Δεν έφταιγαν εκείνοι αν μοιραία ακολουθούσε το-έτσι κι αλλιώς συνηθισμένο να κυριαρχεί-σώμα τους.Κι αντιστρέφοντας το επιχείρημα,μήπως κι εγώ δεν ένοιωθα τώρα περισσότερο από ποτέ την ανάγκη να διεγείρω την συμπάθεια,ακριβώς επειδή ήμουν αποκρουστικός στην όψη;Μπορεί οι λέξεις να ήταν το μόνο μου μέσο,και στην ουσία να έτρεμα οποιασδήποτε μορφής ερωτική επαφή, όμως οι νυχτερινές φλυαρίες στις οποίες τόσο γρήγορα είχα εθιστεί ήταν το ισοδύναμο της κολακείας που είχε πετύχει με μια της φράση η άγνωστη κοπέλα. Ήθελα να ακούσω πως ήμουν ακόμα όμορφος. Έτσι,αγνοώντας τον εσωτερικό συναγερμό,άρχισα να πάλι να σουλατσάρω στον κυβερνοχώρο που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για ψωνιστήρι.Με την προϋπόθεση πως έψαχνα μόνο για cyber sex ευκρινώς διατυπωμένη στο εκάστοτε προφίλ μου,έφερνα και πάλι αγνώστους σε οργασμό,κλείνοντας τα μάτια με την σκέψη πως έχυνα κι ο ίδιος. Όμως αυτή την φορά η διαφθορά προχωρούσε με ταχύτερους ρυθμούς, αφού μ’έσπρωχνε όχι μόνο η συνήθεια αιώνων,αλλά κι ο ολοκληρωτικός αποκλεισμός μου απ’την πραγματικότητα της ζωής.Δεν μου αρκούσε να γαμάω,έστω και κατά φαντασίαν,σώματα που δεν θα γαμιόντουσαν με το κορμί μου αυτό, το ανίκανο για έρωτα.Άλλωστε πολλοί ζητούσαν να με δούν. Πόσο μπορούσα να καμουφλάρω την κατάστασή μου;Οι φωτογραφίες της μικροσκοπικής κάμερας ήταν αρκετά θολές,και στο σκοτάδι η τρύπα στον λαιμό μου δεν φαινόταν σχεδόν καθόλου.Αλλά ένα καλοχτενισμένο,όμορφο πρόσωπο,συχνά δεν αρκούσε.Οι πιο πολλοί ζητούσαν φωτογραφίες του πέους μου,του κώλου μου,των κοιλιακών μου.Τί να τους έδειχνα; Άρχισα λοιπόν να αναζητώ chat rooms για ανθρώπους με πιο εξειδικευμένα γούστα.Που θα μπορούσαν να θεωρήσουν ερωτεύσιμο το σώμα μου στην 121


κατάσταση που ήταν,χωρίς να πρέπει να το μεταμφιέσω.Η επίκτητη ανθρώπινη περηφάνια μου απαιτούσε αυτή την παραχώρηση. Κι έτσι μια μέρα έπεσα στο ισοδύναμο της Κόλασης του Κυβερνοχώρου. Ένα μέρος με την γλαφυρή επωνυμία www.horribly-crippled.com. Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες των θαμώνων του,τρόμαξα.Ήταν στην πλειοψηφία τους ανθρωποι που έπασχαν από σπάνιες αρρώστιες,ή είχαν επιβιώσει από τρομερά δυστυχήματα,κι εξέθεταν με κάθε λεπτομέρεια την φρικωδιά των κορμιών τους.Το site φυσικά προφασιζόταν αρετές όπως η αλληλεγγύη κι η αλληλοϋποστήριξη των μελών,αλλά στην πραγματικότητα αυτό που συνέβαινε ήταν ένα παζάρι φρίκης,όπου ο τρομερότερος ήταν ο πλέον δημοφιλής.Κι όλοι αυτοί οι δυστυχισμένοι,τα μαυρισμένα πρόσωπα πάνω απ’τα εμμετικά κορμιά,ήταν στην ουσία αντικείμενα ερωτικών φαντασιώσεων άλλων θαμώνων,τους οποίους δεν τολμούσα ούτε να φέρω στο μυαλό μου. Θυμάμαι κι ανατριχιάζω.Οι εικόνες κι οι ιστορίες που τις συνόδευαν δεν θα μπορούσαν ποτέ να έχουν επινοηθεί-δεν υπάρχει τόσο άρρωστο μυαλό. Τα θύματα πυρκαγιών,με εγκαύματα στο πρόσωπο και το σώμα,ήταν τα πλέον υποφερτά.Υπήρχαν δυό σιαιμαίοι αδελφοί από το Βέλγιο,γύρω στα τριάντα, ενωμένοι στο στήθος.Σε μια φωτογραφία τους,προορισμένη μόνο για μέλη που πλήρωναν κάποια μηνιαία συνδρομή,μαλακίζαν ο ένας τον άλλον. Ένας τύπος απ’το Ρόττερνταμ έδειχνε φωτογραφίες του δωδεκάχρονου γιού του,που έπασχε από ένα σύνδρομο στο οποίο ο άρρωστος δαγκώνει την γλώσσα και τα χείλη του μέχρι που τα κατασπαράζει.Το πρόσωπο του παιδιού ήταν δυό τρελλά μάτια,η μύτη,κι ένας κρατήρας με απογυμνωμένα,κοφτερά δόντια.Και μια κοπέλα απ’το Τέξας,η οποία-για να σώσει την ψυχή της-είχε αφαιρέσει τις ωοθήκες και τη μήτρα της κι είχε ράψει το μουνί της,αφήνοντας μόνο την τρύπα απ’όπου κατουρούσε.Βλέποντας το ραμμένο αιδοίο που έτεινε με περηφάνια στον φακό,είχα ευχηθεί να ήταν δαιμονιστής,όπως εγώ,κι η ψυχή της να πήγαινε στο διάβολο. Ωστόσο ήμουν ήδη με τα πόδια στον βούρκο,και βούλιαζα γλυκά.Έβγαλα ολόσωμες φωτογραφίες,που απεικόνιζαν με ψηφιακή ακρίβεια χειρουργείου τις πληγές του κορμιού μου,τα άκαμπτα χέρια και τον τρύπιο μου λαιμό.Κι ύστερα πρόσθεσα σ’αυτές μερικές φωτογραφίες του προσώπου μου,το οποίο παρέμενε εξαιρετικά νέο κι όμορφο.Κι η παρωδία τούτη έγινε δεκτή μ’ενθουσιασμό. Δεχόμουν δεκάδες μηνύματα κάθε μέρα,προτάσεις για απ’ευθείας συνομιλία,ακόμη και προσκλήσεις σε συνάντηση.Φυσικά τέτοιο ζήτημα δεν υπήρχε,αφού έτσι κι αλλιώς η συντριπτική πλειοψηφία των θαμώνων του τρομερού αυτού site ζούσαν στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη,ή στην Αμερική.Δεν είχα συναντήσει ούτε έναν άλλο Έλληνα,γεγονός που έβρισκα λογικό-το κατά κεφαλήν εισόδημα του μέσου νεοέλληνα δεν ευνοεί τόσο προχωρημένες μορφές διαστροφής.Στα κολακευτικά σχόλια που αφορούσαν το πρόσωπό μου,αλλά και στις γεμάτες άρρωστη λαγνεία ερωτήσεις για το έντερο,τον λάρυγγα ή τα χέρια μου, απαντούσα με την ίδια πλαστή ιστορία που είχα επινοήσει και για λογαριασμό του Έιτορ: Πως έπασχα από μια σπανιότατη μορφή μεταστατικού καρκίνου,που εξαπλωνόταν σ’όλο μου το σώμα με ραγδαίους ρυθμούς.Σκαρφιζόμουν καθημε122


ρινά τόσες λεπτομέρειες για να πλουμίζω αυτό το απαίσιο ψέμμα,που στο τέλος είχα καταλήξει να το πιστεύω κι ο ίδιος,κι όταν οι ανώμαλοι συνομιλητές μου με ρωτούσαν όλο αγωνία-σαν ν’αναρωτιόντουσαν αν πρόφταιναν να με συναντήσουν για να γαμηθούμε-πόσο χρόνο ζωής μου έδιναν οι γιατροί,εγώ απαντούσα,με κάθε ειλικρίνεια: «Όχι πολύ,ελπίζω.» Ντρέπομαι που το λέω,αλλά αυτή η καθημερινή επαφή με γέμιζε χαρά και περηφάνια.Εθίστηκα σ’αυτήν τόσο γρήγορα,που κατέληγα να ξενυχτάω μπροστα σε οθόνες ανθρώπων χωρίς γνάθο,με κομμένα άκρα,ή εκ γενετής δυσμορφίες,μόνο και μόνο γιατί με κολακεύαν με την προσοχή τους. Όσο για τους υπόλοιπους,την σκοτεινή μερίδα που επικοινωνούσε μαζί μου έχοντας ερωτικές βλέψεις,την απέφευγα διακριτικά,μονολεκτικά,γιατί στ’αλήθεια την φοβόμουν-και είχα δίκιο. Ένα βράδυ,έκανε την εμφάνισή του στο κυρίως chat room ένα όνομα που δεν είχα ξαναδεί,και το οποίο παρέπμπε ευθέως σε κάποιον ελληνόφωνο. Teratopsychos, έγραφε η ταυτότητά του. Τον έβλεπα για μέρες,ή μάλλον για νύχτες,κι ένοιωθα τον πειρασμό να του μιλήσω πρώτος.Έμπαινε κάθε βράδυ γύρω στις δώδεκα,δεν μιλούσε σε κανέναν,ούτε είχε δικές του φωτογραφίες.Άρα ήταν κυνηγός. Αλλά ποιόν κυνηγούσε;Και τί υποννοούσε η κυριολεξία του ψευδωνύμου του;Μου περνούσε απ’το μυαλό η ιδέα πως ίσως επρόκειτο για κάποιον δαιμονιστή.Βέβαια η σύμπτωση θα ήταν τρομερή-ένας ακόμη Έλληνας δαιμονιστής, στο ίδιο site,την ίδια περίοδο;Δεν υπάρχει βέβαια τρόπος να γνωρίζει κανείς τον ακριβή αριθμό μας,ποτέ δεν υπήρχε,όμως σίγουρα δεν είμαστε πολλοί,γιατί δεν μπορούμε πλέον να αναπαραχθούμε.Αυτή είναι κι η μόνη μου παρηγοριά,η σκέψη πως πεθαίνοντας κανείς δεν θα πάρει την σιχαμερή μου θέση.Ακόμη και με τεχνητή γονιμοποίηση,τα παιδιά μας γεννιούνται άνθρωποι,ακόμα κι οι γυναίκες που συλλαμβάνουν απ’την στιγμιαία εκσπερμάτιση ενός δαιμονιστή που μπαίνει στο σώμα τους,γεννούν ανθρώπους.Με τον χρόνο,ευτυχώς,εκλείπουμε. Ωστόσο η σιωπηλή παρουσία του Τερατόψυχου με είχε βάλει σε σκέψεις. Σχεδόν με είχε καθηλώσει.Είχα φτάσει σε σημείο να αγνοώ όλους τους άλλους συνομιλητές μου και να παρατηρώ μονάχα την εμφάνιση και την εξαφάνισή του, με τον κέρσορα να αιωρείται τρέμοντας πάνω απ’τ’όνομά του,έτοιμος να του μιλήσω.Ένοιωθα την ανύπαρκτη φωνή στο λαιμό μου να πάλλεται,να θέλει να του πεί: «Καλησπέρα». Στο τέλος μου μίλησε πρώτος εκείνος.

13 Ήταν μεσάνυχτα,και με το που μπήκε στο δωμάτιο,ένα παράθυρο συνομιλίας εξερράγη ταυτόχρονα στην οθόνη μου.Είχε μπεί για να μου μιλήσει. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελλή.Τον είδα να γράφει: 123


«Fuck you fuck me fuck God fuck it all.» Τον ρώτησα αν εννοούσε αυτό που έλεγε.Ναί,μου είπε. Τον ρώτησα αν ήταν δαιμονιστής.Ναί,μου είπε. Τον ρώτησα αν ήθελε να βρεθούμε και να με γαμήσει.Απόψε. Ναί,μου είπε. Την στιγμή εκείνη πέτρωσα από φόβο.Άρχισα να πισωγυρίζω,να του κάνω ερωτήσεις πρακτικού χαρακτήρα,ελπίζοντας σε κάποια δυσχέρεια που θα απέκλειε την πρόταση που του είχα μόλις κάνει.Θα μπορούσε να μένει σε κάποιαν ακριτική περιοχή της Ελλάδας. Όμως όχι,έμενε στην Αθήνα.Κι επέμενε πως ήταν δαιμονιστής.Σκέφτηκα πως ίσως μου έλεγε ψέματα,και τον ρώτησα πόσων ετών ήταν.Μου είπε πως ήταν τριάντα,αλλά αυτό δεν σήμαινε τίποτε.Κι εγώ τόσο έλεγα. Πόσες ζωές έχεις ζήσει,πόσους έχεις σκοτώσει; ρώτησα.Μου είπε πως σκοτώνει όσους αγαπάει.Με εκνεύριζε η διφορούμενη σοφία του. «Μη μου απαντάς με τσιτάτα του Όσκαρ Γουάιλντ, αρχίδι,» του έγραψα, «πες μου ΤΩΡΑ αν είσαι πράγματι το ίδιος τέρας όπως κι εγώ.» Κι εκείνος μου απήντησε πως ήταν χειρότερος,πολύ χειρότερος,παρόλο που δεν ήταν παραμορφωμένος.Πως μισούσε τόσο πολύ τον εαυτό του,πως η ύπαρξή του του προξενούσε τέτοια αηδία,που ο μόνος τρόπος να μην αυτοκτονήσει ήταν να προξενεί αδιάκοπα μεγαλύτερη εξωτερική αηδία στην εαυτό του, στις αισθήσεις του,ώστε να επισκιάζεται η εσωτερική του αποστροφή. Η ευγλωττία κι η απέχθεια με την οποία μιλούσε για τον εαυτό του ήταν αυτά που με έπεισαν ότι μιλούσα με κάποιον όμοιό μου.Όμως αυτό μου έδινε το πάνω χέρι,αφού δεν είχα ανοίξει εγώ την συζήτηση. «Γιατί μου μίλησες;» τον ρώτησα. «Γιατί θέλω να σε γαμήσω.» «Δεν ξέρεις ότι θα καταστραφούμε και οι δύο;» «Αυτό θέλω.» «Μπορεί όμως να μην το θέλω εγώ.» «Το θέλεις.Πώς μπορείς να ζείς έτσι;Κι εξάλλου,δεν χρειάζεται να θέλεις να σε γαμήσω για να σε γαμήσω.Αρκεί να το θέλω εγώ.» «Νομίζεις,» του είπα, «δεν ξέρεις που μένω.» Όμως δεν πρόλαβε να διαβάσει αυτή την τελευταία φράση μου.Πριν πατήσω το ‘enter’,είχε φύγει απ’το δωμάτιο.Ο server μου ξανάστειλε την φράση μου πίσω,αλλά όχι όλη.Μόνο την πρώτη λέξη,με κόκκινα γράμματα: Nomizeis.

14 Το επόμενο βράδυ δεν ήταν εκεί.Ούτε το μεθεπόμενο.Κι όσο δεν τον έβλεπα τόσο τον σκεφτόμουν,σαν ερωτευμένος με την ιδέα του θανάτου που μου εί124


χε προτείνει.Αναρωτιόμουν,ακριβώς όπως οι ερωτευμένοι,αν εννοούσε τα λόγια του,αν είχε σκοπό να προχωρήσει μαζί μου,και γιατί είχε εξαφανιστεί. Πιθανώς από φόβο,κατέληγα.Άλλωστε κι εγώ είχα δειλιάσει – όταν μου ζήτησε με κεραυνοβόλο θράσος να γαμηθούμε,δεν του είχα δώσει την διεύθυνση του σπιτιού μου.Για άλλη μια φορά άφηνα ανοιχτό το παράθυρο στο κακό πνεύμα που λέγεται Ελπίδα,να μπεί και να με στοιχειώσει.Ανάμεσα σ’έναν στιγμιαίο, γλυκό θάνατο και σε μιαν ατέλειωτη,οδυνηρή ζωή,επέλεγα το δεύτερο,όπως συνηθίζουν να κάνουν οι άνθρωποι.Δεν ήξερα τελικά ποιό στοιχείο μέσα μου ήταν το πλέον τερατόμορφο-το δαιμονικό ή το ανθρώπινο; Όταν έπεφτα για ύπνο,σκεφτόμουν την σκηνή ενός τέτοιου θανάτου,σαν νεκροφιλική ονείρωξη.Να χτυπάει η πόρτα,κι ο Ρομπέρτο να οδηγεί στο δωμάτιό μου έναν άγνωστο άνδρα.Δεν μπορούσα να φανταστώ το πρόσωπό του,κι ούτε ήθελα.Θα έπρεπε να σφραγίσω τις αισθήσεις μου για να μπορέσω να αντεπεξέλθω στην φρίκη μιας τέτοιας επαφής.Θα είχα μεγάλη περιέργεια,μεγάλη ψυχική έξαψη.Θα ήθελα να μιλήσουμε,να μου πεί την ιστορία του.Αλλά δεν θα το έκανα. Δεν θα άφηνα περιθώρια να βρώ την ζωή του πιο τραγική από την δική μου,δεν θα έδινα άλλο χρόνο στην ελπίδα.Θα του ζητούσα να γδυθεί,κι έτσι όπως πια δεν είχα όσφρηση-ή τουλάχιστον ήλπιζα πως δεν είχα-θα ικέτευα το γυμνό πλάσμα που θα μύριζε σάπιο κρέας να έρθει και να σφηνώσει την πούτσα του στο βουβό μου στόμα.Και μετά; Μετά το όνειρό μου σκοτείνιαζε.Μετά,επιτέλους,θα τελείωναν όλα. Πέρασα πολλές νύχτες με την ίδια μετέωρη αγωνία,βλέποντας το ίδιο όνειρο.Ώσπου ένα βράδυ ο Ρομπέρτο ήρθε πράγματι στο δωμάτιό μου χωρίς να τον περιμένω,ενώ δεν ήταν η ώρα του φαγητού ούτε των φαρμάκων μου.Η σακκούλα μου ήταν άδεια,δεν χρειαζόμουν τίποτε.Κι όμως τον άκουσα να ανεβαίνει από κάτω,πιο βαρύς από ποτέ,σχεδόν σαν να έτρεχε στις σκάλες. Δεν χτύπησε την πόρτα,κάτι που με παραξένεψε.Άνοιξε μόνο,ή μάλλον έσπρωξε την πόρτα,σαν να έπεφτε πάνω της με όλο του το βάρος.Μόλις τον είδα, του ζήτησα να ανάψει το φώς,αλλά δεν με άκουσε.Στεκόταν στο κάδρο της πόρτας,κρατιόταν απ’το έπιπλο του καθρέφτη,κι είχε σκυμμένο το κεφάλι.Αγκομαχούσε.Και τότε σήκωσε το βλέμμα,και πήγε να προφέρει κάτι,και σκέφτηκα πως κάτι κακό είχε συμβεί,ο Ρομπέρτο δεν μιλούσε ποτέ αν δεν του μιλούσα πρώτος εγώ,μόνο που αυτή την φορά δεν μίλησε,ξέρασε με βία ένα ποτάμι μαύρο αίμα απ’το χοντρό του στόμα,και παραπατώντας σωριάστηκε στο πάτωμα μ’ένα σεισμό,λίγα μέτρα μακριά μου. Στην πλάτη του ήταν καρφωμένο το κλαδευτήρι. Κι ύστερα μια μαύρη σιλουέττα εμφανίστηκε στην πόρτα.Πήγα να πιάσω το λαρυγγόφωνο για να ουρλιάξω,αλλά ο λαιμός μου γλιστρούσε από ιδρώτα, και μου έπεσε.Δεν υπήρχε ελπίδα να το πιάσω,μες στο σκοτάδι τα ψεύτικα χέρια μου θα ήθελαν ώρες να το εντοπίσουν,χωμένο στο παχύ χαλί.Έμεινα αβοήθητος στο αναπηρικό μου καροτσάκι να κοιτάζω τον Θάνατο που έμπαινε στην κρεβατοκάμαρά μου.Γιατί ήμουν βέβαιος πως ήταν εκείνος.

125


Δεν άναψε το φώς.Μονάχα με πλησίασε,έσκυψε μπροστά μου,σήκωσε το λαρρυγόφωνο και μου το έδωσε.Άκουσα τη φωνή μου να μιλά με απληστία: «Είσαι ο Τερατόψυχος;» τον ρώτησα. Εκείνος είχε σταθεί απέναντί μου και δεν μιλούσε.Απ’την τσέπη του έβγαλε κι άναψε τσιγάρο,αλλά η σπίθα της φωτιάς κι η κάφτρα δεν έφταναν να φωτίσουν το πρόσωπό του. «Πώς…πώς βρήκες το σπίτι μου;» «Είμαι hacker,» ψιθύρισε, «είμαι ένα ηλεκτρονικό τέρας.Δε θα μου προσφέρεις κάτι;» Κι έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου. Τέντωσα το πλαστικό μου χέρι προς το γραφείο,πανικόβλητος. «Θα σου προσφέρω εκατό εκατομμύρια για να φύγεις!» του είπα, «Το μπλόκ των επιταγών μου είναι εκεί!Ζήτα μου ό,τι θέλεις!» «Θέλω να σε γαμήσω,» είπε εκείνος,κι έκανε άλλο ένα βήμα προς το μέρος μου.Πέταξε το τσιγάρο,και το πάτησε πάνω στο χαλί.Άκουσα το μέταλλο της ζώνης του ν’ανοίγει,είχα ξαναζήσει αυτή την σκηνή,αλλά όχι σε τέτοιο σκοτάδι, ποτέ ξανά αντιμέτωπος με το Τέλος. «Άνοιξε τα φώτα,σε παρακαλώ!» του είπα, «Πρέπει να με δείς!» Και με μια βίαιη κίνηση,έλυσα την ρόμπα μου,και τράβηξα την σακκούλα απ’την κοιλιά μου.Ένοιωσα έναν στιγμιαίο πόνο,σαν να ξερρίζωνα μια τρίχα,κι αμέσως ένα ρυάκι σκατά έτρεξε πάνω στην κοιλιά και στα πόδια μου. «Είμαι ένα τέρας!Αποκλείεται να σου σηκωθεί!Βρωμάω,δεν σου βρωμάω;» Όμως ο Θάνατος πλησίαζε.Το παντελόνι του είχε πέσει στους αστραγάλους,από πάνω φορούσε ακόμα ένα κοντό δερμάτινο τζάκετ.Είδα το πέος του σε στύση,και σκέφτηκα με τρόμο πως αν ο συγκεκριμένος δαιμονιστής ήταν τόσο αποφασισμένος να πεθάνει,τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Και τότε ο τρόμος έγινε,μ’ένα μούδιασμα,ηδονή.Θα πέθαινα.Θα έβρισκα τη γαλήνη.Έκλεισα τα μάτια και περίμενα τα απαλά βήματα στο χαλί να φέρουν τον Άγγελο του Θανάτου κοντά μου.Δεν είχε σημασία πώς με είχε βρεί,αλλά το μήνυμα που μου έφερνε,ήταν το ευτυχισμένο μήνυμα της λύτρωσης. Ο λαιμός μου ρουφούσε ελάχιστον αέρα,που έβγαινε μ’ένα σφύριγμα. «Μη φοβάσαι,» μου είπε,κι αισθάνθηκα τη βάλανό του να αγγίζει τα χείλη μου, «μπορείς ακόμα να αναπνέεις ενώ θα σου γαμάω το στόμα.» Άνοιξα τα χείλη μου για να καταπιώ το θάνατο.Και τότε κατάλαβα το λάθος.Δεν θα μπορούσε να έχει στύση αν… «Και δεν μυρίζεις καθόλου άσχημα,να είσαι βέβαιος,» είπε γελώντας. Ένοιωσα την ψυχή μου να φεύγει,αλλά όχι για πάντα,γιατί την τελευταία στιγμή δεν πρόλαβα να τον δαγκώσω,να τον διώξω με όσες δυνάμεις είχα.Γιατί ο νεαρός άντρας που δεν είχε μυρίσει παρά μόνο το σαπούνι με το οποίο με έπλενε ο Ρομπέρτο και τα λιγοστά σκατά στην κοιλιά μου,το τέρας αυτό,δεν ήταν δαιμονιστής,όπως ήλπιζα.Ήταν-Θεέ,γαμημένε Θεέ-ήταν άνθρωπος! Και τώρα ήμουν εγώ.

126


15 Έκλεισα την πόρτα του σπιτιού που είχα ανοίξει σαν κλέφτης πριν από δυό χρόνια πάλι σαν κλέφτης,τρέχοντας.Το μυαλό μου ήταν σπασμωδικές εικόνες κι ένα αδιάκοπο ουρλιαχτό δυστυχίας, άρνησης.Δεν μπορούσα να δεχτώ ότι υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι,δεν μπορούσα να δεχτώ ότι υπήρχαν άνθρωποι,δεν μπορούσα να δεχτώ ότι υπήρχα εγώ,ακόμα.Έτρεχα μες στον χειμωνιάτικο αέρα και δάκρυα οργής τρέχαν μαζί μου από τα μάτια μου και πάγωναν. Βρέθηκα στην Κηφισίας,αν και δεν ήξερα πού βρισκόμουν.Στάθηκα για λίγο μπροστά στα αυτοκίνητα που περνούσαν σαν αστραπές μπροστά μου,και σκέφτηκα να πηδήξω ανάμεσά τους.Φοβόμουν.Πάλι από την αρχή. Κοίταξα γύρω,έκανα ένα βήμα προς το δρόμο κι έκλεισα τα μάτια.Ήταν νύχτα,μπορούσα να ελπίζω σε κάποια στραβοτιμονιά,σε κάποιο ατύχημα.Όμως τα φώτα που με χτυπούσαν,οι κόρνες που μου έλεγαν να κάνω πίσω,ήταν χειρότερες κι από ένα χτύπημα λαμαρίνας με εκατό χιλιόμετρα την ώρα.Ήταν η απόδειξη πως πάλι με μπερδεύαν με άνθρωπο.Ήθελα να τους ουρλιάξω πως δεν ήταν δυνατόν,πως αν ήξεραν τί είδους πλάσμα είμαι θα έπρεπε να ορμήσουν όλοι κατά πάνω μου,αυτοκίνητα,πεζοί,να με συνθλίψουν. Όμως το μόνο που συνέβη ήταν ότι κάποια στιγμή άναψε το πράσινο και πέρασα απέναντι,μαζί με μερικούς ακόμα πεζούς που περιμέναν γύρω μου.Κανείς δεν είχε ακούσει τα ουρλιαχτά μου.Κι εγώ λοιπόν σήκωσα το χέρι και μπήκα σ’ένα ταξί που πήγαινε προς το κέντρο. Δεν ήξερα πού πήγαινα.Όταν ο οδηγός με ρώτησε,του είπα να περιμένει λίγο,κι έκανα να βάλω το χέρι στην τσέπη του παλτού μου.Ποιός ήμουν άραγε, είχα χρήματα επάνω μου,από πού ερχόμουν και πού πήγαινα; Αλλά δεν ήθελα να μάθω.Δεν είχε σημασία ποιός ήμουν,ούτε τα χρήματα, ούτε τίποτε.Σε λίγο θα έβρισκα το κουράγιο και θ’αυτοκτονούσα.Του ζήτησα να με αφήσει στην Ομόνοια και σωριάστηκα στο πίσω κάθισμα,προσπαθώντας να κλείσω και τα μάτια του μυαλού μου σε κάθε σκέψη. Το ίδιο τρελλός,χωρίς προορισμό,βρέθηκα να περπατάω λίγη ώρα αργότερα στην Πανεπιστημίου.Έστριψα στην Ιπποκράτους,δίχως λόγο.Ίσως να με τραβούσε προς τα πάνω ο Λυκαβηττός,μια συμβολική αυτοκτονία,όπως τόσες άλλες,ένας θάνατος με θεατές.Όμως λίγο πριν φτάσω στη γωνία της Ακαδημίας, ένας βόμβος απλώθηκε απ’το πόδι μου κι έφτασε στ’αυτιά μου.Το κινητό του νέου τέρατος στο οποίο είχα μεταμορφωθεί,του φριχτότερου από ποτέ,χτυπούσε. Έβγαλα το τηλέφωνο. «ΠΕΤΡΟΣ,» αναβόσβηνε στην οθόνη.Πλησίασα τη βιτρίνα ενός καφέ,σκέπασα το ακουστικό με το χέρι μου,κι απήντησα. Μέσα σε μια στιγμή άκουσα τον ήχο της φωνής μου για πρώτη φορά,κι είδα μαζί στο τζάμι τον εαυτό μου και τον άνθρωπο που μου τηλεφωνούσε. Ήμασταν κι οι δυό γύρω στα εικοσιπέντε,εγώ με καστανά μαλλιά κι εκείνος μια 127


ιδέα πιο ξανθός.Τουλάχιστον έτσι φαινόταν στο βάθος του μαγαζιού,όπου είχε σηκωθεί,κουνώντας μου το χέρι σαν μανιακός. «Παλάβωσες,μανάρι μου;» φώναζε ταυτόχρονα στο αυτί μου, «εδώ είμαι, δέ με βλέπεις;Έλα μέσα!» Μπήκα σαν χαμένος,κοιτώντας γύρω μου με φόβο.Οι άνθρωποι που με βλέπαν δεν με αναγνωρίζαν,δεν ξέραν για τον φόνο του αγνώστου που είχε σκοτώσει τον Παύλο;Για τον τρόπο που τον είχα εντοπίσει; Κι ο νεαρός άνδρας που με χαιρετούσε με σαστισμένη οικειότητα,που σήκωνε το χέρι του για να φωνάξει τον σερβιτόρο και να παραγγείλω,ποιός ήταν; «Θέλεις καφεδάκι,γιαβρί μου;» με ρώτησε. Ζήτσα έναν εσπρέσσο.Είχα κουλουριαστεί στην καρέκλα και τον κοιτούσα,περιμένοντας να μιλήσει εκείνος.Τι μπορούσα να του πώ,άλλωστε;Δεν ήξερα το παραμικρό για κανέναν απ’τους δυό μας. Όμως εκείνος ήταν γεμάτος κατανόηση. «Αγάπη μου γλυκιά…» είπε,και σκύβοντας,μου έσφιξε φευγαλέα το χέρι.Το βλέμμα του είχε την λαθραία τρυφερότητα του ομοφυλόφιλου που βρίσκεται ανάμεσα σε πλήθος κακεντρεχών ανθρώπων. «Τί έχεις;Τόσο χάλια τα πράγματα στη δουλειά;» Δεν ήξερα τί να απαντήσω.Ανακάτεψα τη ζάχαρη στον καφέ μου που είχε μόλις έρθει,κι αποκρίθηκα, νομίζω, με κάποια κοινοτοπία. Ο Πέτρος όμως-αν τον λέγαν έτσι-δεν φάνηκε να πτοείται.Στέλνοντάς μου ένα πεταχτό,αθόρυβο φιλί στον αέρα,μου είπε καθησυχαστικά: «Μη στενοχωριέσαι,angelo mio!Κι αν δεν έκατσε αυτή η φάση,θα σου βρώ εγώ εκατό δουλειές,ακόμα καλύτερες!Και στο κάτω-κάτω,» πρόσθεσε σε συνωμοτικό τόνο,σκύβοντας προς το μέρος μου, «δεν χρειάζεται καν να δουλέψεις.Το σπίτι μπορεί να είναι μικρό,αλλά με τα δικά μου,για την ώρα τα βολεύουμε μια χαρά!Αν δεν είχες τραβήγματα με τους δικούς σου,εγώ κι απόψε θα σου’λεγα να πας να φέρεις τα πράγματά σου!» Αυτή τη φορά έπιασε το χέρι μου και το έσφιξε στο δικό του.Τα δάχτυλά μου ήταν ακόμα παγωμένα,μα πιο πολύ κι από τη ζέστη του χεριού,απόρησα με τη ζέστη των ματιών του.Η εκδοχή στην οποία κατέληγα νοερά ήταν πως ο νεαρός απέναντί μου ήταν ο εραστής μου,πως ήμασταν νέοι κι όχι ιδαιτέρως εύποροι,μα πως εκείνος έμενε μόνος.Τα μόνα εμπόδια στη συμβίωσή μας-που είχα προφτάσει να διαπιστώσω μέχρι τώρα-ήταν η δουλειά που είχα μόλις χάσει,και κάποια αόριστα προβλήματα με την οικογένειά μου. ‘ΠΟΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ;’ ούρλιαζε στο βάθος η φωνή της συνείδησης,διακόπτοντας τον ειρμό μου. ‘ΠΟΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ;ΣΕ ΤΙ ΨΕΜΑ ΠΑΣ ΝΑ ΜΠΛΕΞΕΙΣ

ΠΑΛΙ;Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΚΑΘΕΤΑΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΟΥ,ΞΕΡΕΙ ΤΙ ΤΕΡΑΣ ΤΟΝ ΚΟΙΤΑΖΕΙ;ΤΙ ΧΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΑΓΓΙΖΕΙ;ΞΕΡΕΙ ΟΤΙ Ο ΓΚΟΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΠΡΙΝ ΛΙΓΗ ΩΡΑ ΠΗΓΕ ΝΑ ΓΑΜΗΣΕΙ ΕΝΑ ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟ ΤΕΡΑΣ;ΦΥΓΕ!ΦΥΓΕ!ΦΥΓΕ ΚΑΙ ΠΗΓΑΙΝΕ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ!ΦΥΓΕ ΚΑΙ ΠΗΓΑΙΝΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ!’’ Όμως δεν πρόλαβα να φύγω.Γιατί την ίδια στιγμή χτύπησε το κινητό του Πέτρου,κι εκείνος απήντησε μ’ένα χαμόγελο: 128


«Ναί,τώρα ερχόμαστε,κέντρο είμαστε,παίρνουμε ταξί απ’τη Σόλωνος και σε δέκα είμαστε εκεί…Άντε μωρή μαλακισμένη που θα’ρθούμε με τα πόδια,βγές εσύ να περπατήσεις με το πουτσόκρυο!» Και το έκλεισε γελώντας. «Πάμε,μωρό μου;» με ρώτησε με το ίδιο χαμόγελο,βγάζοντας απ’την τσέπη του τα χρήματα για τους καφέδες. «Να πάμε πού;» ρώτησα εγώ όλο απορία. Εκείνος με κοίταξε για λίγο συνοφρυωμένος κι έπειτα ξέσπασε σε γέλια. «Αγάπη μου γλυκιά,τι σου κάνανε οι πούστηδες στο γραφείο;Τά’χεις παίξει τελείως;» Βάζοντας τα τσιγάρα στην τσέπη του,χάιδεψε ένα τσουλούφι που κρεμόταν δίπλα στο αυτί μου.Για πρώτη φορά πρόσεξα πως είχα μακριά μαλλιά,πιασμένα μ’ένα λαστιχάκι. «Στο Χρήστο πάμε,μωρό μου,ξέχασες ότι μας έχει τραπέζι με τα παιδιά;» Εγώ προσπάθησα να τον κοιτάξω με παράπονο,γιατί στ’αλήθεια ήμουν έτοιμος να βάλω τα κλάματα. «Κούκλε μου όμορφς,» είπε εκείνος,και σηκώθηκε, «σε παρακαλώ,μη μου στενοχωριέσαι για μαλακίες.Γαμώ και τα εκατό χιλιάρικα το μήνα,δηλαδή,δεν είναι και το τέλος του κόσμου!» Δεν είχα ιδέα για ποιό πράγμα μιλούσε,αλλά αφού είχε διάθεση να με παρηγορήσει,δε θ’αρνιόμουν.Όπως πάντα,είχα μεγάλη όρεξη για παρηγοριά. «Θα’χει φτιάξει κι η Ειρήνη εκείνη τη γαμάτη σούπα,» είπε ο Πέτρος καθώς βγαίναμε απ’το καφέ,κι έγλειψε τα χείλη του. «Γάμησέ τα,κι έχω μια πείνα,δε σε βλέπω!Απ’το πρωί νηστικός,έχω λυσσάξει!» Κι άρχισε να ανηφορίζει κι εγώ έτρεξα δίπλα του.

16 Υπήρχαν πράγματι άνθρωποι,που μας περίμεναν σε δείπνο.Νέοι άνθρωποι,όμορφοι,φιλικοί,σ’ένα διαμέρισμα στην Ευελπίδων.Είχαν ονόματα και φυσιογνωμίες ανθρώπων,καθησυχαστικά χαμόγελα.Ονόματα που πρόφταινα σε συστάσεις-κάποιοι με συναντούσαν για πρώτη φορά-ή που κρυφάκουγα σε χαρούμενες φωνές,σε αστεία που έκαναν ο ένας στον άλλο. Τα θυμάμαι σαν φωτεινή αναλαμπή σε εφιάλτη: Χρήστος, Ειρήνη, Θεόφιλος, Βασίλης, Ιωάννα…κι ένα παράξενο κορίτσι με το όνομα Επιστήμη. Δεν είχα συναντήσει ποτέ ξανά γυναίκα με τέτοιο όνομα και τέτοιο βλέμμα. Ανάμεσα στα πόδια μας έτρεχε ένα αξιαγάπητο σκυλί, ο Μαραί, που-αν και χορτάτο-ζητιάνευε φαγητό απ’τα πιάτα μας με τρόπο που ήταν αδύνατον να του αρνηθείς. Όσο για τον Πέτρο,στη διάρκεια της όμορφης εκείνης βραδιάς έμαθα όσα χρειαζόταν να μάθω.Κάποιες στιγμές,ορισμένοι απ’τους φίλους του τον φώναζαν αλλιώς,αναφέρονταν σ’αυτόν με το όνομα ενός μήνα. Ο Αύγουστος,έλεγαν. Μετά από λίγο,από μπηχτές και τρυφερά υποννοούμενα που κυλούσαν απ’τ’αδειανά ποτήρια μαζί με το κρασί,κατάλαβα πως ο Πέτρος έγραφε βιβλία.

129


Βιβλία με άσχημα,φριχτά θέματα.Με ανθρωπόμορφα τέρατα.Κοιτούσα με απόρία το πρόσωπό του,που σε τίποτε δεν θύμιζε τέρας. Αλλά σκεφτόμουν πως το ίδιο θα μπορούσε να πεί κανείς και για μένα. Έγραφε με ψευδώνυμο,δηλαδή φορούσε μια μάσκα.Μια μάσκα πίσω απ’την οποία,στο αθέατο παρασκήνιο της γλυκιάς αυλαίας των ματιών του, εξυφαίνονταν ιστορίες με βδελυρό περιεχόμενο. Ο Πέτρος ή Αύγουστος,με το διπλό όνομα και την διπλή σκέψη,ήταν ομοφυλόφιλος.Κι ο γκόμενός του ήμουν εγώ.Ένα πλάσμα που θα μπορούσε να έχει βγεί από κάποιο βιβλίο σαν αυτά που άκουγα ότι έγραφε: Ένας νεαρός άντρας, που,προφασιζόμενος κάποιο επαγγελματικό ραντεβού,πηγαίνει και βιάζει ανθρωπόμορφα τέρατα ή τερατόμορφους ανθρώπους,τους οποίους αλιεύει ολονυχτίς.Ξανακοίταξα τον Πέτρο με απορία.Είχε άραγε συναίσθηση της πρωτύτερής μου ταυτότητας;Κι αν ήξερε και την τωρινή,ποιά θα έβρισκε χειρότερη; Ίσως κάτι να υπήρχε,βέβαια.Κάποια υποψία.Κανείς απ’τους φίλους του άλλωστε δεν μου απηύθυνε πολύ συχνά τον λόγο.Μπορεί βέβαια να μην ήμασταν πολύ καιρό μαζί,πιθανώς ήμουν νέο πρόσωπο στην παρέα.Ίσως ακόμα ο άνθρωπος που είχε μέχρι πριν λίγες ώρες την μορφή μου να ήταν λιγομίλητος, κλειστός,απόμακρος.Μάλλον θα ήταν,αν έπρεπε να κρύβει αυτό που ήξερα.Το καλό ήταν πως διέφυγα τις άβολες ερωτήσεις όλο το βράδυ,κι ακόμα και στις ελάχιστες απόπειρες διαλόγου,κυρίως των γυναικών της συντροφιάς,μπορούσα να χαμογελώ και να απαντώ με γενικότητες. Καθίσαμε ως αργά,ήταν Σάββατο νομίζω, κι οι μαζώξεις αυτές ήταν κάτι σαν παράδοση.Ακούσαμε μουσική και τραγουδήσαμε,μπορώ μάλιστα να πώ πως είχα αρκετά ωραία φωνή.Ήμασταν όλοι μεθυσμένοι,ακόμα κι εγώ που είχα πιεί από φόβο μονάχα ένα ποτήρι. Ο Πέτρος καθόταν δίπλα μου.Με κοιτούσε με ευδιάκριτη λαγνεία,κι άλλοτε μου έσφιγγε το χέρι,ή μου χάιδευε τα μαλλιά.Κάποια στιγμή που πήγα στο μπάνιο-κι έμεινα ώρα να περιεργάζομαι το καινούριο μου πρόσωπο στον καθρέφτη-βγαίνοντας τον είδα να με περιμένει.Μ’έσπρωξε πάλι μέσα,με πίεσε στον τοίχο και με φίλησε. Δεν αντιστάθηκα,ήξερα πως η κοσμιότητα δεν μας επέτρεπε να προχωρήσουμε περισσότερο.Μονάχα τον κοίταξα απορημένος,και τον ρώτησα: «Είσαι σίγουρος ότι μ’αγαπάς;» «Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα,» είπε,και με ξαναφίλησε. Καθώς η γλώσσα του ψηλάφιζε το στόμα του,κι ένοιωθα τις πρώτες υποψίες στύσης στο παντελόνι μου,σκέφτηκα το ενδεχόμενο. Φορούσε μια μάσκα. Έγραφε βιβλία,βιβλία για τέρατα. Θα μπορούσε ίσως να γράψει την βιογραφία μου,σκέφτηκα,και γέλασα. Δεν γέλασα φυσικά επειδή επρόκειτο για κάποιο αστείο.Οι περισσότεροι αυτόχειρες προτιμάν ν’αφήσουν κάποιο σημείωμα πριν φύγουν,το οποίο συνήθως είναι μικρό επειδή η ζωή τους είναι κατά κανόνα σύντομη. Η δική μου ήταν τεράστια.Άρα για αποχαιρετιστήριο σημείωμα,ήταν λογικό,θα χρειαζόμουν κάτι μεγάλο.Ίσως κι ένα ολόκληρο βιβλίο. 130


17 Γυρίσαμε κατά τις τέσσερις με τα πόδια στο σπίτι του Πέτρου.Ήταν μια γκαρσονιέρα στην είσοδο των Εξαρχείων,πολύ μικρή κι ακατάστατη. Μόλις μπήκαμε κι ο Πέτρος κλείδωσε πίσω μας,αγκαλιαστήκαμε κι αρχίσαμε να φιλιόμαστε. Στη συνέχεια κουβάλησα το άψυχο σώμα του Τερατόψυχου στο μπάνιο, κι άφησα άφθονο νερό να τρέξει πάνω του.Απομάκρυνα το σπέρμα,τον έτριψα με μια πετσέτα για να τον στεγνώσω,και τον ξανάντυσα.Δεν ήταν και πολύ συνεργάσιμος,διαρκώς σάλευε προς τη λάθος κατεύθυνση. Κουβαλώντας τον παραμάσχαλα,σαν μεθυσμένο,βγήκα μαζί του απ’το καινούριο μου σπίτι,και διέσχισα από μια πάροδο την Αλεξάνδρας,που εκείνη την ώρα ήταν ολότελα έρημη.Μπήκαμε στο Πάρκο,κι εκεί,αφού χωθήκαμε σ’ένα θάμνο,τον άφησα να πέσει στο χώμα.Είχα λαχανιάσει.Ύστερα έσκυψα πάνω του,κι αφού πήρα το πορτοφόλι του απ’την τσέπη,έβγαλα ένα ψαλίδι που είχα βρεί στο μπάνιο και του έσχισα το λαιμό. Ήταν η τελευταία θηριωδία μου.Απλώς εξαγόραζα χρόνο. Την επόμενη μέρα,οι φίλοι μου με ειδοποίησαν.Δεν μπορούσα φυσικά να εμφανιστώ στην κηδεία,δεν έπρεπε να συσχετιστώ μ’ένα τέτοιο έγκλημα.Ένοιωθα πως ήταν ξέχειλοι με απορίες,πως ήθελαν να μου μιλήσουν,να με παρηγορήσουν.Εξάλλου θα είχαν αφορμή να αναθεματίσουν τον νεκρό,κι εγώ ένα εφαλτήριο να ξεπεράσω τον θάνατό του: Αν,φεύγοντας μόλις απ’το σπίτι μου,είχε περάσει απέναντι για να ψωνιστεί,ήταν άξιος της μοίρας του. Η αστυνομία δεν με ενόχλησε ποτέ,αφού μάλλον δεν μας είχε δεί κανείς, και κανείς απ’την πλευρά του νεκρού δεν γνώριζε την σχέση μας.Ιδίως αν βρήκαν το αρχείο με τις φωτογραφίες της αρεσκείας του στον υπολογιστή,η υπόθεση θα θεωρήθηκε τελειωμένη.

18 Κι εγώ,με τ’όνομα Αύγουστος πια,την ανύπαρκτη μάσκα του Πέτρου, κάθισα κι έγραψα την ιστορία μου.Και δεν ξέρω ειλικρινά τί άλλο να κάνω. Θέλω να αυτοκτονήσω,το σκέφτομαι κάθε μέρα.Βγαίνω στο μικρό μπαλκόνι της γκαρσονιέρας,κοιτάζω τον ακάλυπτο,αναρωτιέμαι αν η πτώση θα με σκότωνε.Ξαναμπαίνω μέσα.Το μόνο που με κρατούσε ως τώρα,ήταν αυτή η ι-

131


στορία.Ήθελα να τη γράψω,να φανερώσω πριν φύγω την μυστική μου τραγωδία.Και τώρα που τελείωσε,θα μπορούσα να δώσω τέλος και σε μένα. Όμως κάποιες μέρες ξυπνάω και μια αλλόκοτη σκέψη μου έρχεται στο νού,με κάνει να χαμογελώ.Πώς θα ήταν αν ζούσα μέχρι η ιστορία αυτή να εκδοθεί,σαν μυθιστόρημα, προϊόν της φαντασίας αυτού του νεαρού συγγραφέα; Άραγε πόσος χρόνος θα περνούσε ώσπου το μυστικό να διαδοθεί;Θα γινόταν ποτέ πιστευτό; Κι αν το πιστεύαν,κι αποφάσιζαν ν’αφανίσουν όλους τους δαιμονιστές, μ’εμένα πρώτο;Αν μ’έσπρωχναν στην αυτοκτονία με κραυγές μίσους,φτύνοντας και βρίζοντας και χτυπώντας με; Αν με δολοφονούσαν; Ώρες-ώρες σκέφτομαι πως μου αξίζει.

132


133

Αύγουστος Κορτώ - Ο Δαιμονιστής  
Αύγουστος Κορτώ - Ο Δαιμονιστής  
Advertisement