Page 1


ΛΕΥΤ ΕΡΗΣ ΚΑΠΩΝΗΣ

ΚΑΙ Ο Ι ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΟ Ι ΕΧΟ ΥΝ ΨΥΧΗ Δέκα Χρόνια Μετά

ΕΚΔΟ ΤΙΚΟ Σ Ο ΡΓΑΝΙΣΜΟ Σ ΛΙΒΑΝΗ ΑΘΗΝΑ


Σειρά: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤ ΕΧΝΙΑ Τίτλ ος: ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΝΤ ΡΕΜΕΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΨΥΧΗ - ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ Συγγραφέας: ΛΕΥΤ ΕΡΗΣ ΚΑΠΩΝΗΣ Copyright © Λεύτερης Καπώνης Copyright© 2009: ΕΚΔΟΤ ΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ ΑΒΕ Σόλωνος 98 - 106 80 Αθήνα. Τηλ.: 210 3661200, Fax: 210 3617791 http://www.livanis.gi· Παραγωγή: Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη ISBN 978-960-14-1903-9


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Το ΕΛΙΚΟΠΤ ΕΡΟ πετούσε χαμηλά πάνω απ’ το Αιγαίο. Ο Αντρέας στράφηκε στη Ζέτα. «Είναι η εποχή του μπροστινού, κατάλαβες; Έτσι γίνονται οι δουλειές σήμερα. Ο πρωθυπουργός το λέει στον υπουργό, ο υπουργός το λέει στον υφυπουργό, ο υφυπουργός το λέει στον Φίτσουλα, ο Φίτσουλας το λέει στον Κίτσουλα, ο Κίτσουλας στον Ακάλυπτο και ο Ακάλυπτος στο Εργαλείο». «Σ’ εμένα, δηλαδή...» τον έκοψε η Ζέτα. «Ναι, κούκλα μου, σ’ εσένα. Και σκέπασε λίγο τα πόδια σου, γιατί ο πιλότος θα μας στουκάρει σε καμιά βραχονησίδα». Η Ζέτα χαμογέλασε. Ήταν 1,80 ψηλή, με κορμί που έκανε όλα τα πιπινοραντάρ να χτυπάνε συναγερμό, χείλη σαρκώδη και βλέμμα που προκαλούσε αναταράξεις στο υπογάστριο των άντρων. Ο Αντρέας την είχε γνωρίσει πριν ενάμιση χρόνο και την είχε αναβαθμίσει σε βασικό του συνεργάτη. "Ηταν το Εργαλείο του, όπως την έλεγε. Το ελικόπτερο άρχισε να κατεβαίνει και προσγειώθηκε σ’ ένα πλάτωμα δίπλα από ένα βράχο, στην άκρη του νησιού. Δυο άντρες και μία γυναίκα τους περίμεναν εκεί. Οι άντρες ήταν σαραντάρηδες, φακιδομούρηδες, με αγγλοσαξονική δυσκοιλιότητα στην έκφραση του προσώπου. Η γυναίκα ήταν Ελληνίδα, καμιά τριανταπενταριά χρόνων, δικηγόρος, σέξι, αρκετά περπατημένη και έφερε το όνομα Σουζάνα.


Ο Αντρέας προχώρησε με βιαστικά βήματα προς το μέρος τους, ενώ η Ζέτα τον ακολουθούσε σεινάμενη κουνάμενη πάνω στα ψηλοτάκουνά της. Έφτασε λαχανιασμένη δίπλα του, έτοιμη να μεταφράσει. «Με συγχωρείτε για την καθυστέρηση...» είπε ο Αντρέας, «αλλά είχαμε ραντεβού το πρωί με το σεΐχη του Αμπού Ντάμπι». Σταμάτησε και περίμενε τη Ζέτα να ριχτεί επί το έργον. «Mr. Andreas said... blah-blah-blah... Ambou Dambi». Ο Αντρέας παίρνει την πάσα και συνεχίζει: «Μόλις πέσανε οι υπογραφές, ο Αμπντεσλάμ επέμενε να πιούμε ένα ποτό για να το γιορτάσουμε». Η Ζέτα ξαναρπάζει τη μετάφραση. «Δεν μπορούσα να του χαλάσω το χατίρι, γιατί ο Αμπντεσλάμ δεν είναι ένας απλός πελάτης, είναι φίλος». Δώσ του ξανά η Ζέτα: «Mr. Andreas said... blah-blah-blah... Ο Αντρέας παίρνει την πάσα και συνεχίζει: «Την τελευταία φορά που πήγα στο Αμπου Ντάμπι, δε με άφηνε να φύγω!» H Ζέτα καθυστερεί και αρχίζει να μεταφράζει η Σουζάνα. Ο Αντρέας στρέφεται στη Ζέτα. «Πρόσεξε, θα σου φάει τη δουλειά η δικηγορίνα...» Μετά απευθύνεται στη Σουζάνα.


«Τους εξήγησες πώς έχει το θέμα;» «Με κάθε λεπτομέρεια. Έχουν ενημερωθεί για τα πάντα». «Και τι λένε;» «Τους αρέσει η περιοχή, αλλά υπάρχει πρόβλημα. Το οικόπεδο είναι σε καφέ ζώνη, δεν μπορούν να χτίσουν». «Τ ι παπαριές είναι αυτές, κορίτσι μου; Άκου δεν μπορούν να χτίσουν! Καλά, δεν τους είπες ότι εδώ είναι Ελλάδα και στην Ελλάδα η καφέ γίνεται πράσινη, κίτρινη, ροζ, ό,τι θέλουμε; Λεφτά να υπάρχουν! Δεν τους το εξήγησες αυτό; Αν μου πουν εμένα τι συντελεστή θέλουν, θα τους τον βγάλω αμέσως. Πες τους, σε παρακαλώ! Θα χαλάσουμε μια ωραία δουλειά τώρα γιατί είμαστε στην καφέ ζώνη; Αν είναι δυνατό!» Η Σουζάνα αρχίζει να μεταφράζει. Ο Αντρέας κοιτάζει τη Ζέτα, που του κλείνει το μάτι -σημάδι ότι η μετάφραση είναι σωστή-, και μετά στρέφεται και χαμογελάει στον έναν ξένο. Το χαμόγελο είναι μεσογειακό λάδωμα. Ανταπόκριση, όμως, μηδέν. Οι μπίζνες είναι μπίζνες για τον Αγγλοσάξονα. Ο Αντρέας συνεχίζει με έμφαση απευθυνόμενος στη Σουζάνα. «Πες τους ότι όλη αυτή η περιοχή είναι δική μας. Και η θάλασσα. Όλη η θάλασσα είναι δική μας. Μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε». Η Σουζάνα μεταφράζει και η αγγλοσαξονική πατέντα τη διακόπτει. «Όχι όλη η θάλασσα, έξι μίλια μόνο. Μετά, casus belli με την Τουρκία».


Ο Αντρέας πιάνει το «Τουρκία» αγγλιστί και ρωτάει τη Ζέτα τι λέει ο φακιδομουρης. «Λέει ότι όλη η θάλασσα δεν είναι δική μας. Μετά τα εξι μίλια υπάρχει casus belli με την Τουρκία». «Άμα είναι για δουλειά και πέσουν τα φιρφιρίκια, τα βρίσκουμε με τους Τούρκους». Η Σουζάνα μεταφράζει. Το αγγλοσαξονικό κοπιράιτ απαντάει και η Σουζάνα ξαναμεταφράζει. «Αν αποχαρακτηριστεί η περιοχή και υπάρχει 0,6 συντελεστής δόμησης, τότε γίνεται deal». «Σε πέντε μέρες θα τους έχω τα χαρτιά. Αλλά δεν ξερουν τι αγοράζουν... Εδώ έγινε η ναυμαχία του... Ακρωτηρίου! Περσες, Αραβες, Βυζαντινοί, Τούρκοι... Μιλάμε για ιστορία! Κάτω υπάρχουν ναυάγια με θησαυρούς. Ασε τους κουρσάρους και τους πειρατές... Τ ρομεροί θησαυροί στο βυθό! Και μέσα στο νησί, στη σπηλιά. Την έδειξες τη σπηλιά; Στη σπηλιά κρύβονταν οι πειρατές - ο Μπαρμπαρόσα και διάφορα ξαδερφια του. Εκεί να δεις θησαυροί που θα υπάρχουν! Γιατί δεν τα μεταφράζεις;» «Δε χρειάζεται», απαντάει η Σουζάνα. «Τον αποχαρακτηρισμό θέλουν και το συντελεστή δόμησης». Τη στιγμή που γινόταν η συζήτηση στο πανέμορφο νησί του Αιγαίου, σ’ ένα διάδρομο των φυλακών Κορυδαλλού εξελισσόταν ένα δράμα. Ο Μάκης, ξάπλα σ’ ενα φορείο, κρατούσε το στομάχι του και ούρλιαζε απ’ τον πόνο. Ο νοσοκόμος που τον συνόδευε του συνιστούσε υπομονή, ενώ ο αρχιφύλακας σχημάτιζε ενα νούμερο στο


κινητό του. Ήταν το νούμερο του Αντρεα, που απομακρύνθηκε απ’ την παρέα για να μιλήσει με την ησυχία του. «Έλα, κύριε Αντρεα», του φώναξε με αγωνία ο αρχιφύλακας. «Έχουμε πρόβλημα!» «Τ ι έκανε πάλι;» «Κατάπιε ένα κουταλάκι, κύριε Αντρεα». «Του γλυκού ή της σούπας;» «Δε λέει! Τ ώρα τον πάμε στο νοσοκομείο». «Τον αχάριστο! Δεν του είπες τίποτα; Δεν του είπες ότι ο φίλος του σκίζεται γι αυτόν; Δεν του είπες ότι δίνω τόσα λεφτά για να έχει τις ανέσεις του κι αυτός είναι αχάριστος; Γιατί δεν του λες καμιά κουβέντα να βάλει μυαλό;» «Κάθε μέρα, κύριε Αντρεα, του κάνω πλύση εγκεφάλου, αλλά δεν ακούει. Του είπα: “ Τ ι το θες το κουταλάκι; Για να ποτίσεις τον κύριο Αντρεα φαρμάκι;”» «Μπράβο!» «Δεν ακούει, όμως. Ζητάει να έρθεις, αλλιώς θα καταπίνει, λέει, ό,τι βρίσκει μπροστά του!» «Πες του μην κάνει καμιά βλακεία κι έρχομαι...» Ο Αντρέας κατάπιε τα συναισθήματα του και στράφηκε στη Σουζάνα.


«Πρέπει να φΰγω επειγόντως για Μόσχα. Το τηλεφώνημα ήταν απ’ τον Ρομάν». «Τον Αμπράμοβιτς;» ρώτησε το Εργαλείο. «Ένας είναι ο Ρομάν», συνέχισε ο Αντρέας. «Έχουμε θέμα. Θέλει να πάρει την Κέρκυρα, την Κεφαλλόνιά και τη Ζάκυνθο». «Οι άνθρωποι...» τον διέκοψε η Σουζάνα, «περιμένουν τα έγγραφα και θα έχουμε deal». Το ελικόπτερο πετουσε πάλι χαμηλά. Ο Αντρέας είχε βυθιστεί στις σκέψεις του - δεν κοίταζε ουτε τα πόδια της Ζέτας. Ξαφνικά στράφηκε προς το μέρος της. «Αυτό είναι η μεγαλύτερη αχαριστία! Μπροστινό τον έβαλα, πρόεδρο της εταιρείας! Πέντε χρόνια ζουσε μες στη χλίδα! Πρώτη μούρη σε όλα τα κέντρα, ο κτηνίατρος! Τα λεφτά στην Ελβετία, όλα τα πιπίνια στο κρεβάτι του... Και τώρα, για δυο χρονάκια φυλακή, θα μου βγάλει την ψυχή! Αχαριστία δεν είναι;» «Δεν ξέρω, δικός σου φίλος είναι. Εγώ, πάντως, τον συμπαθώ πολυ». «Μήπως του κάθισες κιόλας;» «Εγώ προετοιμάζομαι για εσένα και το ξέρεις». Το Εργαλ είο, σκέφτηκε ο Αντρέας, με δουλ εύει. «Πώς προετοιμάζεσαι, δηλαδή» «Κάνω αποχή απ’ το σεξ».


Ο Αντρέας γέλασε. «Καλά το πας. Αλλά δεν είναι ωραίο να δουλεύεις το θείο Αντρέα...» Η Ζέτα χαμογέλασε κι έκλεισε τα μάτια. Η σκέψη της έτρεξε ενάμιση χρόνο πίσω. Ήταν στα «Ποσειδώνεια». Είχε πάει με μια φίλη της μήπως «δαγκώσουν» κανέναν εφοπλιστή. Εκεί τον γνώρισε. Ο Αντρέας φορούσε λευκό κοστούμι και ανοιχτό πουκάμισο χωρίς γραβάτα. Την έπιασε απ’ το μπράτσο με τον αέρα του ανθρώπου που ξέρει να κουμαντάρει τις καταστάσεις. «Είσαι τρομερό εργαλείο», της είπε αμέσως. «Δε βγαίνει τίποτα με αυτούς τους ψόφιους. Αντε να σου πάρουν κάνα σιιίτι αν σε καψουρευτούν. Έλα μαζί μου να κάνουμε δουλειές και θα γίνεις πλούσια». Η Ζέτα τον έκοψε αμέσως ότι δεν ήταν κανένα φτηνό λαμόγιο, ούτε λιγούρης. Εντάξει, η ίδια το πήγαινε το γράμμα, αλλά τούτος φαινόταν άνθρωπος που είχε πολλές γυναίκες στη ζωή του. Της εξήγησε αμέσως ότι την ήθελε κοντά του σε επαγγελματικά ραντεβού. Η δουλειά της θα ήταν να δημιουργεί όμορφη ατμόσφαιρα, να γοητεύει τους συνομιλητές του, τίποτα περισσότερο, καμία παραχώρηση. Απλώς θα άφηνε να αιωρείται ένας υπαινιγμός, ένα υπονοούμενο, μια υπόσχεση. Το πρόβλημα άρχισε όταν ο Αντρέας την ερωτεύτηκε κι έγινε χειρότερο μετά. Το ελικόπτερο άρχισε να προσγειώνεται και η Ζέτα ξαναγύρισε στην πραγματικότητα. Ο γιατρός κράτησε την ακτινογραφία ψηλά. Την κοίταξε για λίγο και μετά στράφηκε στον Αντρεα και στη Ζέτα που τον παρακολουθούσαν.


«Δεν υπάρχει τίποτα στο στομάχι του», είπε. «Οΰτε ενα τόσο δα κουταλάκι, γιατρέ μου;» ρώτησε ο Αντρέας. «Τ ίποτα. Η ακτινογραφία είναι καθαρή». «Μήπως κατέβηκε προς το έντερο;» «Σας είπα, δεν υπάρχει ξένο σώμα στον οργανισμό του». «Μήπως, γιατρέ μου, το διέλυσαν τα γαστρικά υγρά;» «Αποκλείεται!» είπε με έμφαση ο γιατρός. «Δεν μπορούν τα γαστρικά υγρά να διαλύσουν μέταλλο». Ο Αντρέας απευθύνθηκε έξαλλος στη Ζέτα. «Τα βλέπεις; Εγώ δουλεύω σαν σκυλί εκεί έξω κι αυτός, όποτε του τη δώσει, με κουβαλάει στις φυλακές να τον νταντέψω!» Ανοιξε την πόρτα και βγήκε φουριόζος, με τη Ζέτα να τρέχει ξοπίσω του. Ο Μάκης ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου και περίμενε. Ο αρχιφύλακας συνέχιζε το... φροντιστήριο. «Ο κύριος Αντρέας είναι καλός άνθρωπος», του έλεγε, «σε φροντίζει. Ό,τι θέλεις το χεις. Ούτε ερωτευμένος να ήταν μαζί σου». Ο Μάκης τού έριξε μια άγρια ματιά, αλλά δε μίλησε. Ο αρχιφύλακας, το βιολί του.


«Εμένα δε μου πέφτει λόγος, αλλά το σωστό να λέγεται. Ο κύριος Αντρέας...» Η φράση του, όμως, κόπηκε απ’ το απότομο άνοιγμα της πόρτας και τη θριαμβευτική είσοδο του Αντρέα, που έσειε την ακτινογραφία, ενώ δίπλα του έφτανε λαχανιασμένη η Ζέτα. «Εδώ μέσα, βρε αχάριστε, δεν υπάρχει κουταλάκι! Σου αρέσει να με βασανίζεις, ε;» Ο Μάκης σηκώθηκε και προχώρησε απειλητικά προς το μέρος του. Ο Αντρέας πρόσεξε το βλέμμα του και κατάλαβε ότι ο Μάκης είχε χάσει τον έλεγχο. «Αρχιφύλακα», φώναξε, «πιάσ’ τον! Γυαλίζει το μάτι του». Ο Μάκης πρόλαβε, όμως, και τον άρπαξε απ' το λαιμό. «Ήρθε το τέλος σου, απατεώνα, θα σε πνίξω! Έκλεισες το φίλο σου στη φυλακή, ρε! Δεν ντρέπεσαι;!» Ο αρχιφυλακας βουτηξε τον Μάκη απ’ τους ώμους και άρχισε να τον τραβάει. «Αφησέ με να τον σκοτώσω!» ούρλιαξε εκείνος. «Θα πας ισόβια!» προσπάθησε να τον συνετίσει ο αρχιφύλακας, ενώ ο Αντρέας δεν μπορούσε να μιλήσει. Η Ζέτα καθόταν με απάθεια και απολάμβανε το θέαμα. «Δε με νοιάζει να πάω ισόβια! Καλύτερα ισόβια, αλλά να μην υπάρχει αυτός ο απατεώνας πάνω στη Γη!»


Ο αρχιφύλακας, κάποια στιγμή, κατάφερε να τραβήξει τον Μάκη και ο Αντρέας ξαναβρήκε την αναπνοή του - μαζί και την ψυχραιμία του. «Γιατί, βρε αχάριστε;» του είπε γλυκά. «Τ ι παράπονο έχεις από εμένα, ε; Δεν κράτησα την υπόσχεσή μου;» Ο Μάκης κοίταξε τη Ζέτα, σαν να έψαχνε σε αυτή το δίκιο του. «Τον ακούς; Μίλα κι εσύ!» «Εγώ, τι να πω, κύριε Μάκη;» είπε το Εργαλείο. «Ο κύριος Αντρέας σάς φροντίζει». «Σαν τα μούτρα του σ’ έκανε κι εσένα». «Γιατί, ρε κτηνίατρε; Τα καλύτερα πιπίνια σού στέλνω. Έχεις παράπονο; Δε σου στέλνω τα καλύτερα πιπίνια; Πού θα τα έβρισκες έξω, ε; Με σφραγίσματα κι εξαγωγές θα έβρισκες τέτοια πιπίνια;» «Θέλω την ελευθερία μου, ρε! Δεν το καταλαβαίνεις;» «Τ ι να την κάνεις την ελευθερία, να σφραγίζεις δόντια; Εδώ μέσα έχεις τις μάσες σου, τις ξάπλες σου, διαβάζεις, μορφώνεσαι... Σου ρχονται και τα ωραιότερα πιπίνια!» «Την ελευθερία μου! Ξέρεις τι είναι ελευθερία;» «Γιατί, δε βγαίνεις στις δώδεκα το βράδυ;» ρώτησε ο Αντρέας. «Αρχιφύλακα, τι έχουμε πει; Στις δώδεκα πρέπει να βγαίνει». «Βγαίνει, κύριε Αντρέα. Στις δώδεκα νταν είναι έξω». «Ορίστε! Βγαίνεις κάθε βράδυ στις δώδεκα», είπε ο Αντρέας.


«Και γυρίζω στις εφτά. Το καλοκαίρι, στις πέντε. Σαν νυχτερίδα ζω». «Γι’ αυτό λέω ότι είσαι αχάριστος. Βρε, έξω υπάρχουν αρκούδες - η εφορία, το ΙΚΑ, τροχονόμοι... Εδώ δεν έχει τίποτα, την ησυχία σου μόνο. Κοιμάσαι όλη μέρα και το βράδυ γλεντάς. Ρωτάς κι εμένα πώς τα βγάζω πέρα; Τ ι θέλεις, πες μου! Αρχιφύλακα, να του πάρετε δυο τρία καινούρια κοστουμάκια, έτσι; Κι όχι φτηνιάρικα, τα καλύτερα. Και τα λεφτά που στην Ελβετία σε περιμένουν. Μόλις βγεις, σεΐχης θα είσαι». «Βγάλε με από εδώ», του είπε ο Μάκης, «γιατί θα σκοτωθώ ή θα σε σκοτώσω. Κι εσύ...» στράφηκε στη Ζέτα, «να τον προσέχεις. Μη σε βάλει να υπογράψεις κανένα χαρτί...» «Προσέχω, κύριε Μάκη», απάντησε το Εργαλείο. «Γιατί, βρε αχάριστε; Με το ζόρι σ’ έβαλα και υπέγραψες; Εσύ δε μου τραγουδούσες “ Ζήτα μου ό,τι θες”; Δε θυμάσαι τι έγινε;» Ο Μάκης θυμόταν, δε γινόταν να ξεχάσει εκείνη τη βραδιά... Είχαν πάει με τον Αντρέα σ' ένα μπαρ. Ο Ακάλυπτος είχε ανοίξει τη διαφημιστική εταιρεία κι είχε κουβαλήσει πέντε έξι μοντέλα. Είχαν πιει ένα μπουκάλι ουίσκι και μετά άρχισαν να ανοίγουν σαμπάνιες. Τα κορίτσια φιλούσαν τον Μάκη στο λαιμό, στο στήθος... Ο αφρώδης οίνος έρρεε... Ο Μάκης έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Κάποια στιγμή έσκυψε στο αφτί του Αντρεία και του ψιθύρισε: «Σ’ ευχαριστώ. Έτσι πρέπει να είναι ο Παράδεισος». Μετά άρχισε να τραγουδάει «Ζήτα μου ό,τι θες». Ο Αντρέας δεν έχασε την ευκαιρία. Έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα μάτσο χαρτιά και


τα έβαλε κάτοι απ' τη μύτη του Μάκη. «Μια υπογραφούλα θέλω. Βάλε μια υπογραφούλα». «Τ ι είναι αυτά;» του είπε ο Μάκης. «Δεν πιστεύω να με μπλέξεις σε τίποτα...» «Το φίλο μου να μπλέξω; Δε μου είπες “ Ζήτα μου ό,τι θες”; Θα σε κάνω μπροστινό, διάσημο, θα είσαι πρόεδρος, διευθυντής, τα πάντα. Μες στη χλίδα και στα μεγαλεία θα ζεις. Άσε από μόστρα... πρώτη μούρη. Θα σου ' χω και οδηγό». Ο Αντρέας του έδωσε το στιλό και ο Μάκης έβαλε την τζίφρα του. Πέντε χρόνια μεγαλεία και μετά... Κορυδαλλός. «Μου την έστησες, απατεώνα! Μου την έστησες! Γι αυτό έφερες τις μοντέλες εκείνο το βράδυ!» «Γιατί, άσχημα πέρασες; Πέντε χρόνια πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος, τα πάντα! Λιμουζίνες, γυναίκες, σοφέρ, μεγαλεία! Ωραία δεν ήταν;» «Τότε ήταν καλά, μετά όμως...» «Γιατί, μετά τι έγινε; Σε διακοπές διάρκειας είσαι, χωρίς καμία σκοτούρα στο κεφάλι σου. Απόλαυσέ το, κτηνίατρε, γιατί μόλις βγεις από εδώ, θα σε κυνηγάει η Ρένα, η κόρη σου, οι γαμπροί, η εφορία, το Τ ΕΒΕ, τα πάντα!» «Πάρε με από εδώ», του είπε ο Μάκης ήρεμα, «γιατί δεν τη βγάζω καθαρή και θα το ’χεις κρίμα στη συνείδησή σου».


Γύρισε και ξάπλωσε στο κρεβάτι ήρεμος. Ο Αντρέας κοίταξε τον αρχιφύλακα κι εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. Κατά τα φαινόμενα, η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Το ΚΛΑΜΠ ήταν γεμάτο νεαρούς - άλλοι στα τραπέζια, άλλοι όρθιοι, άλλοι δίπλα στο μπαρ, άλλοι κυκλοφορούσαν χωρίς κανένα σκοπό και χάζευαν. Κάποιοι φλέρταραν, κάποιοι έπιναν, κάποιοι χόρευαν. Ο Αντρέας είχε κρυφτεί πίσω από μια κολόνα κι ένιωθε σαν να βρισκόταν οε πλοίο. Μερικές φορές η πίστα έγερνε δεξιά, άλλες αριστερά. Το μπαρ χόρευε σαν καρυδότσουφλο στα κύματα. Και στο κέντρο της πίστας η Τέτα, η κόρη του, 22 χρόνων, το μπουμπούκι του. Πολύ όμορφη - να τη βλέπει και να του φεύγει η ψυχή. Και προκλητική. Αυτό δεν του άρεσε. Ήταν ένας λόγος για να τα χώνει στην Αλίκη. Από τότε που χώρισαν κι αυτή παντρεύτηκε το Πράμα, κράτησε μαζί της και την Τέτα. Δεν αντιδίκησε με την πρώην του, όχι μόνο από μεγαλοψυχία, αλλά και γιατί σκέφτηκε πως δεν ήταν το καλύτερο μοντέλο πατέρα. Η Αλίκη τον κατηγόρησε ότι ήθελε την ελευθερία του, να κυκλοφορεί με ξέκωλα και αλήτισσες. Η Αλίκη είχε πάντα την ιδέα πως οι γυναίκες που πήγαιναν με τον Αντρέα ήταν αλανιάρες. Αυτό δεν ίσχυε, όμως. Και ευαίσθητες ήταν και κυρίες... Ε, μερικές τύχαινε να είναι υπέρ το δέον προκλητικές, αλλά αυτό δεν είχε να κάνει με τον Αντρέα. Μέσα στην αναλογία του γυναικείου πληθυσμού υπάρχουν και τέτοιες. Δεν ευθυνόταν εκείνος. Η Τέτα ήταν η μεγάλη του αδυναμία. Όλος ο έρωτας για τη γυναίκα του πέρασε στη μοναχοκόρη του, το κοριτσάκι του. Αλλά κάποιος


του είχε δώσει την πληροφορία ότι είχε μπλέξει μ’ ένα φιντανάκι, τον Κώστα, λαμόγιο που είχε σκάσει με φιλοδοξίες στην πιάτσα. Παραλίγο να του έρθει αποπληξία. Μίλησε με την Αλίκη, αλλά εκείνη του είπε να αφήσει ήσυχα τα παιδιά και ότι ο Κώστας ήταν πρώτης τάξεως νέος. Δεν ησύχασε, γιατί ήξερε πόσο αγαθοβιόλα ήταν η Αλίκη. Μπορούσες να της πασάρεις το συναισθηματικό παραμύθι και να το χάψει. Έπρεπε να μάθει ο ίδιος, να δει με τα μάτια του. Ο ντετέκτιβ που είχε βάλει του έδωσε την πληροφορία ότι εκείνο το βράδυ θα ήταν στο κλαμπ. Άλλο λαμόγιο ο ντετέκτιβ! "Ισως μεγαλοποιούσε τα πράγματα για να πληρώνει ο Αντρέας. Σε κανέναν δεν είναι να έχεις εμπιστοσύνη σήμερα, χάλασε η κοινωνία, όλοι να τ αρπάξουν θέλουν. Αλλά όχι απ’ τον Αντρέα... Όχι απ’ τον Ακάλυπτο, που είχε μάστερ στο δάγκωμα! Ευτυχώς, αυτές οι εποχές είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί, ο Αντρέας κινούνταν τώρα σε άλλα επίπεδα. Η δουλειά του ήταν αυτό που ονόμαζε «συνδυασμοί»: οι κατάλληλοι άνθρωποι και οι κατάλληλες κινήσεις, το ανώτερο είδος της οικονομικής επιστήμης. Γνωρίζεις έναν καλόγερο που έχει μπαγιόκο με χρυσόβουλα, γνωρίζεις κι έναν επιχειρηματία, βάζεις στη μέση έναν πολιτικό και γίνεται το deal. Η πραγματική οικονομία προχωράει γιατί δουλεύουν κάποιοι άνθρωποι και ο Αντρέας, golden boy στα 55 - γιατί η ηλικία δεν έχει καμία σημασία, σημασία έχει το μυαλό. Και ο Αντρέας ένιωθε έφηβος. Το μόνο που δεν μπορούσε να τακτοποιήσει στη ζωή του ήταν το χρήμα. Όπως το πιανε στα χέρια, έτσι του γλιστρούσε μέσα απ’ τα δάχτυλα. Οι λογιστές και οι οικονομικοί σύμβουλοι του είχαν επισημάνει αυτή την αδυναμία του. Την απέδιδαν, βέβαια, στο πάθος του για τις ωραίες γυναίκες, αλλά δεν είχαν δίκιο. Ήταν μια εγγενής αδυναμία του. Ούτε ήταν


συμπλεγματικός να χαλάει το χρήμα για μόστρα. Όχι... Αλλά κάπου χώλαινε σε αυτό το ζήτημα. Μερικές φορές δεν είχε αίσθηση των αριθμών. Χίλια ευρώ και πενήντα χιλιάδες ευρώ του φαίνονταν ίδια όχι ακριβώς ίδια, αλλά δεν άλλαζε η ψυχολογία του. Το θέμα του, όμως, τώρα ήταν η Τέτα, που χόρευε κολλημένη στον Κώστα. Η αγωνία τον έπνιγε και τον έπιασε βήχας - όχι απ’ την αγωνία, αλλά επειδή στραβοκατάπιε. Βήχει, χωρίς να ξεκολλάει το βλέμμα απ’ το ζευγάρι. Αυτοί οι δύο αρχίζουν να φιλιούνται. Θέλει να πάει να πλακώσει τον τύπο, αλλά κρατιέται. Μα τι κάνει εκεί; Της δαγκώνει τα χείλη, κι εκείνη κάθεται! Χριστέ μου, τι βασανιστήριο είναι αυτό! Τ ι μαρτύριο περνάει ο πατέρας! Έτσι όπως χορεύουν, βλέπει το χέρι του αληταρά να της χαϊδεύει την πλάτη. «Τ ώρα εγώ αυτόν θέλω να τον σκοτώσω...» μουρμουρίζει. Κι έπειτα το χέρι του άλλου κατεβαίνει και της χουφτώνει τον κώλο. Ούτε κεραυνός να τον χτυπούσε! "Εχει μείνει ακίνητος, στήλη άλατος. Στρέφει το βλέμμα αλλού. «Δεν μπορώ να το αντέξω», ξαναμουρμουρίζει. «Δεν μπορώ!» Κοιτάζει πάλι το ζευγάρι, και το χέρι είναι εκεί, στον κώλο της κόρης του. Ή θα χιμήξει ή θα πάρει τηλέφωνο την Αλίκη να τη βρίσει. Το πρώτο δε γίνεται, θα τον βρίσει η κόρη του. "Ετσι παίρνει να βρίσει την Αλίκη. Όταν εκείνη το σηκώνει, ο Αντρέας είναι έξαλλος. «Ξέρεις πού είναι αυτή τη στιγμή η κόρη σου;» ουρλιάζει. «Θα έβγαινε με τον Κώστα», απαντάει η αναίσθητη.


«Ωραία μάνα είσαι εσύ! “ Θα έβγαινε με τον Κώστα”. Ξέρεις τι της κάνει ο Κώστας;» «Όχι, γλυκέ μου». «Κόψε αυτό το “ γλυκέ μου”, σε παρακαλώ! Της χουφτώνει τον κώλο!» «Ε, αυτό είναι ένα σημείο που αρέσει σε όλους τους άντρες. Επίσης αρέσει και στις γυναίκες». «Αυτό έχεις να μου πεις ως μάνα; Πάντα αναίσθητη ήσουν, αναίσθητη! Και ποιος είναι αυτός ο αληταράς, ξέρεις;» «Σου έχω πει ότι το παιδί δεν είναι αληταράς, έχει σπουδάσει». «Ωραίες σπουδές έκανε! Και τότε γιατί της πιάνει τον κώλο μες στον κόσμο; Σου έπιανα εγώ τον κώλο μες στον κόσμο; Για θυμήσου!» «Όχι, Αντρεα. Εσύ ήσουν πολύ διακριτικός σε αυτά». «Γι αυτό σου λέω ότι είναι αληταράς! Την εκθέτει, κατάλαβες; Αλλά εσύ φταις, εσύ φταις! Έπρεπε να με ενημερώσεις!» «Νομίζω σου έχω πει ότι η κόρη σου είναι 22 χρόνων». «Κι αυτό είναι ενημέρωση;» «Τ ι άλλο θες να σου πω;» «Έπρεπε να της κάνεις μαθήματα για τους άντρες, ότι είναι λαμόγια, ότι κοιτάνε πώς να πηδήξουν και να φύγουν».


«Το ίδιο κάνουν και οι γυναίκες πια». «Ακου η αναίσθητη! “ Το ίδιο κάνουν και οι γυναίκες πια”. Που καταντήσαμε! Θα πάθω έμφραγμα, Αλίκη. Από εσένα θα το πάθω, να το ξέρεις». Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από μέσα να μιλάει αυτό το πράμα που είχε παντρευτεί η Αλίκη. «Τ ι θα γίνει, βρε Αλίκη; Δε θα φάμε απόψε;» «Τ ι λέει αυτός ο μουλιάπας;» ούρλιαζε ο Αντρέας. «Σε παρακαλώ, Αντρεα! Πρόσεξε πώς μιλάς για τον Σταμάτη!» «Γιατί, θίχτηκες; Μουλιάπας δεν είναι;» της είπε κι άρχισε να γελάει. «Γεια σου, Αντρέα», του απάντησε και του έκλεισε το τηλέφωνο. «Μου το ’κλείσε η αναίσθητη μάνα! Η κόρη μας χουφτώνεται και η μάνα της μου κλείνει το τηλέφωνο». Πήγε στην άκρη του μπαρ στα μουλωχτά, για να μην τον προσέξει κανείς, ήπιε δύο ποτά, το ένα πίσω απ το άλλο, και βγήκε για να τον χτυπήσει ο αέρας. Αλλά καμιά φορά ο αέρας, αντί να σε ηρεμήσει, σου τσιτώνει τα νεύρα. Μπήκε στο αυτοκίνητο, άναψε τσιγάρο και περίμενε. Την ίδια ώρα, ο Μάκης στο δωμάτιο του νοσοκομείου των φυλακών ετοιμαζόταν για τη νυχτερινή του έξοδο. Στημένος μπροστά στο καθρεφτάκι, τακτοποιούσε με επιμέλεια το ψεύτικο μουστακάκι που φορούσε πάντα. Ο αρχιφύλακας ήταν στην ώρα του, κουβαλώντας


δύο κοστούμια. «Σου έφερα ένα γκρι κι ένα μπλε», του είπε. Ο Μάκης στράφηκε και τον κοίταξε προβληματισμένος. Αφού σκέφτηκε λίγο, πήρε την απόφαση. «Καλύτερα το μπλε. Με αδυνατίζει», δήλωσε, «γιατί έχω πάρει κάτι κιλάκια». «Σου είπα να γυμνάζεσαι». Ο Μάκης προς στιγμήν το μετάνιωσε. «Μήπως είναι καλύτερα το γκρι;» «Ό,τι και να βάλεις εσύ», του είπε ο αρχιφύλακας, «σου πάει. Έχεις αυτό το αρχοντικό...» «Γραβάτα;» ρώτησε ο Μάκης. «Τ ι να την κάνεις; Σε μεγαλώνει. Καλύτερα ανοιχτό πουκάμισο», «Έχεις δίκιο». Τακτοποίησε πάλι το μουστακάκι, φόρεσε το μπλε κοστούμι και με τη συνοδεία του αρχιφύλακα βγήκε απ’ την κεντρική έξοδο του νοσοκομείου. Η νύχτα απλωνόταν μπροσιά του σαν γυναίκα έτοιμη για έρωτα. Το ταξί ήταν, όπως πάντα, στην ώρα του. Ο Βλάσης πληρωνόταν με το μήνα απ τον Αντρέα, και πληρωνόταν καλά.


Πρώτον, για να κάνει όλα τα γούστα του Μάκη και, δεύτερον, για να κρατάει το στόμα του κλειστό. Μόνο στη γυναίκα του το είχε πει ο Βλάσης, γιατί αυτά τα μόνιμα νυχτερινά την είχαν ψυλλιάσει. Πίστευε ότι είχε μπλέξει με κάποια Ρωσιδούλα, κι έτσι εκείνος αναγκάστηκε να της το πει. Και η Φρόσω είχε ορκιστεί να μη βγάλει τσιμουδιά. Ο Μάκης βολεύτηκε στο πίσω κάθισμα. Τον πρώτο καιρό καθόταν δίπλα στον Βλάση, αλλά τώρα με τις ζώνες δε γούσταρε να κάθεται μπροστά δεμένος. Έτσι, άραζε πίσω και η κουβέντα γινόταν μέσα απ’ τον καθρέφτη. «Πού θα σεργιανίσουμε απόψε, αφεντικό; Μπουζούκια;» «Όχι». Ο Βλάσης πάγωσε. Κοίτα να δεις γκαντεμιά... Κι είχε πει στη γυναίκα του προποτζή, που ο άντρας της έλειπε σιη Γερμανία για κάτι δουλειές, ότι θα την πήγαινε στα μπουζούκια το βράδυ. Έτσι κι αλλιώς, ο Μάκης ήταν αβέρτος. Δηλαδή, ποιος Μάκης, ο κύριος Αντρέας... Σιγά μη ρωτούσε πόσοι ήταν στο τραπέζι! Δεν έκανε τσιγκουνιές ο κύριος Αντρέας. Αφού γύριζαν τον κρατούμενο στις φυλακές, θα την πήγαινε στο ξενοδοχείο και θα τη φέρμαρε την κυρία Πόπη. Πολύ καιρό το κουβέντιαζαν και τελευταία του την είχε πει άσχημα: «Όλο λόγια είσαι, Βλάαη, και φως δε βλέπω...» Ε, απόψε θα το ’βλεπε το φως! Αλλά τώρα του τα χαλούσε ο κύριος Μάκης. Το σχέδιο ήταν να τον πάει στο μπουζουξίδικο, να πεταχτεί να φέρει και την κυρία Πόπη και να πάει η δουλειά ρολόι. Ο Βλάσης αναστέναξε. «Τ ι έχουμε;» του είπε ο Μάκης. «Προβλήματα;»


«Υπάρχει άνθρωπος χωρίς προβλήματα;» το φιλοσόφησε ο ταξιτζής. «Βρες μου έναν. Και ο Ωνάσης προβλήματα είχε». «Καλά, αυτός είχε μεγάλα», έριξε τον ακρογωνιαίο φιλοσοφικό λίθο ο Μάκης. «Είπα σε μια γειτόνισσα...» ψέλλισε ο Βλάσης, «να την πάω απόψε στα μπουζούκια. Λείπει ο άντρας της». «Καλά, δεν ντρέπεσαι; Πας με παντρεμένες;» «Γιατί, κύριε Μάκη; Οι παντρεμένες δεν έχουν ψυχή;» «Κερατώνεις, ρε, τον άντρα της, που είναι γείτονας σου!» «Καλή πράξη κάνω, κύριε Μάκη. Δροσίζω το γυναικάκι του. Τ ι κακό του κάνω; Και ο Θεός, αν μας βλέπει, θα πει: “ Ο Βλάσης κάνει έργο”. Γιατί οι ελεύθερες, κύριε Μάκη μου, το βρίσκουν ανά πάσα στιγμή το πότισμα. Οι παντρεμένες, όμως, δυσκολεύονται. Κι άμα μπορείς, γιατί να μην το κάνεις;» «Αυτά σ’ τα λεει ο Ακάλυπτος;» «Όχι. Με τον κύριο Αντρέα δεν έχω τέτοιο θάρρος». «Μην ανησυχείς, θα την πας μπουζούκια τη γειτόνισσα. Εμένα θα με αφήσεις έξω απ’ το σπίτι μου και θα φύγεις». Ο Βλάσης δαγκώθηκε. Απόψε προέβλεπε δράμα. Διότι ο κύριος Μάκης, ενάμιση χρόνο τώρα, ποτέ δεν του είπε να τον πάει στο σπίτι του. Και όταν μια φορά το ’φερε η κουβέντα, έτσι στο ανθρώπινο,


πρωί που γύριζαν στον Κορυδαλλό και τον ρώτησε ο ταξιτζής για την οικογένειά του, ο Μάκης του είχε πει: «Άσ’το, Βλάση, αυτό το θέμα πονάει...» Του είχε κάνει εντύπωση του Βλάση πώς ένας φυλακισμένος που βγαίνει κάθε βράδυ δεν πάει σπίτι του. Αλλά δεν το ' ψάχνε. Έτσι, τσούλησε το ταξί προς το σπίτι του Μάκη και, μόλις τον άφησε, έβαλε πλώρη για τη γειτόνισσα. Απ’ τον καθρέφτη, όμως, έριξε μια ματιά στο μοναχικό άντρα που πλησίασε το φωτισμένο παράθυρο της μονοκατοικίας. Η οικογένεια είναι πάνω απ΄ όλ α, σκέφτηκε. Η οικογένεια είναι ιερή. Και με αυτή τη σκέψη έφυγε για να κερατώσει τη γυναίκα του. Ο Μάκης στάθηκε κοντά στο παράθυρο και κοίταξε στο σαλόνι του σπιτιού. Η Ρένα καθόταν στον καναπέ. Είχε δίπλα το σκυλάκι της, το χάιδευε και κάθε τόσο γελούσε αμέριμνη. Ο Μάκης δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Την έβλεπε να λύνεται στα γέλια με το έργο που παρακολουθούσε και του ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Δεν της λ είπω; αναρωτήθηκε. Δε νιώθει μοναξιά; Πώς μπορεί και γελ άει; Εγώ πίστευα ότι δε θα μπορούσε να ζήσει χωρίς εμένα... Κανονικά έπρεπε να έχει πένθος. Ο άντρας της είναι φυλ ακή κι αυτή βλ έπει κωμωδίες; Ο σκύλος άρχισε ξαφνικά να γαβγίζει κι έτρεξε προς το παράθυρο. Η Ρένα σηκώθηκε και ο Μάκης απομακρύνθηκε γρήγορα. Δεν ήθελε να τον δει έτσι, σαν ζητιάνο έξω απ’ το σπίτι του, ζητιάνο της οικογενειακής θαλπωρής. Έστριψε γρήγορα στη γωνία και συνέχισε με τα πόδια για το μπαρ όπου σύχναζε παλιά με τον Αντρέα. Από τότε που μπήκε φυλακή,


δεν ξαναπάτησε το πόδι του εκεί. Ο Αντρέας είχε διαδώσει πως έλειπε ταξίδι στο εξωτερικό. Πίστευε ότι θα τον έβγαζε πολύ γρήγορα και δε χρειαζόταν να καταστρέψει το πρεστίζ του επιστήμονα. Ο μπάρμαν, μόλις τον είδε, τινάχτηκε απ’ τη θέση του. Είχε λίγους θαμώνες εκείνη τη στιγμή και τον είχε πιάοει υπνηλία. Γιατί όταν δε γίνεται τίποτα σημαντικό, το πνεύμα κατεβάζει στροφές και ναρκώνεται, δουλεύοντας στο ρελαντί. «Ένα ουίσκι», σου λέει ο άλλος και δε χρειάζεται πολλή σκέψη για να το σερβίρεις. «Ω, τον κύριο Μάκη!» αναφώνησε και άνοιξε τα χέρια. «Πόσος καιρός πάει! Ουισκάκι on the rocks?» «Όπως πάντα», του αποκρίθηκε ο Μάκης. «Μου είπε ο κύριος Αντρέας ότι πήρατε σύνταξη και το ρίξατε στις vacances... Λατινική Αμερική ή κάνω λάθος;» «Πολλή Λατινική Αμερική». «Έπρεπε να έρθετε να με βρείτε προτού φύγετε, θα σας έδινα εγώ διευθύνσεις...» «Δεν πρόλαβα. Το ταξίδι ήταν ξαφνικό». «Μπουένος Άιρες, Ρίο Ντε Τ ζανέιρο, Σαντιάγο...» άρχισε ο μπάρμαν, παίρνοντας ονειροπόλο ύφος. «Έχω ζήσει μεγάλους έρωτες εκεί. Θυμάμαι τη Μορένα... Τότε είχα μακριά μαλλιά. Της άρεσε, όταν κάναμε έρωτα, να μου τα τραβάει και να μου λέει: “ Γκρέκο, γκρέκο!


Είσαι τρομερός εραστής, γκρέκο!” Και στο Μπουένος Άιρες είχα μια άλλη, Μορένα επίσης... Στη Λατινική Αμερική, γενικά, τα είχα με Μορένα». «Η Μπέτυ περνάει;» τον έκοψε ο Μάκης. «Τ ώρα ζει στα βόρεια προάστια κι έρχεται σπάνια. Μάθατε ότι παντρεύτηκε ένα μεγαλογιατρό...;» «Μου το είπε ο Αντρέας». «Τηλεφωνιέστε συχνά;» «Τακτικότατα». «Η σύζυγος;» «Αλλάζουμε θέμα;» πρότεινε ο Μάκης. «Κατάλαβα...» συγκατένευσε ο μπάρμαν. «Κι εγώ με την πρώην σύζυγο δεν έχω και τις καλύτερες σχέσεις». «Ήσουν παντρεμένος;» «Στη Λιθουανία. Με μια καλλονή. Έλεγε τον καιρό στην τηλεόραση. Κρύος ο καιρός, ψυχρή κι αυτή στο κρεβάτι. Δεν την άντεξα και την κεράτωσα με την κολλητή της φίλη, που έλεγε ειδήσεις. Βέβαια, δε φταίω εγώ... Αυτή μου ρίχτηκε και με βρήκε σε σιιγμή αδυναμίας. Αν σας πω τι έγινε στο Ντουμπάι, δε θα το πιστέψετε...» «Τ ι σχέση έχει το Ντουμπάι με τη Λιθουανία;» «Καμία, αλλά συνδέονται».


«Καλά, βάλε μου εκείνο το ποτό και θα μου τα πεις μετά. Θέλω να κάνω ένα τηλεφώνημα». Την ώρα που ο Μάκης έμπαινε στο μπαρ, ο Αντρέας ήταν μέσα στο αυτοκίνητό του και περίμενε, με τις αισθήσεις σε επιφυλακή. Γύρω στις δώδεκα και μισή, ο Κώστας με την Τέτα βγήκαν αγκαλιασμένοι απ’ το κλαμπ όπου διασκέδαζαν προηγουμένως. Πολ ύ νωρίς..., σκέφτηκε ο Αντρέας κι ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά. Ο τύπος άνοιξε την πόρτα μιας Πόρσε και η Τέτα, το μπουμπούκι του, χώθηκε μέσα. Τ ώρα το τσίμπημα δεν ήταν για την Τέτα που χώθηκε μέσα στην Πόρσε, αλλά για την ίδια την Πόρσε, Οι πληροφορίες του ανέφεραν ότι ο μπαμπάς του Κώστα δεν είχε μπαγιόκο και τέτοια αυτοκίνητα ρίχνουν στο δρόμο μόνο οι γόνοι των πλούσιων οικογενεκόν. Οι άλλοι που τα κυκλοφοράνε είναι λαμόγια και τα έχουν για να πουλάνε μούρη και να ψήνουν το γαμπρό - όπου γαμπρός, το κορόιδο. Το ’βλεπε όλο το έργο ο Αντρέας... Θα χρησιμοποιούσε την Τέτα για δόλωμα. Και τότε άκουσε τη φωνή της Αλίκης: «Κι εσύ, Ακάλυπτε, λαμόγιο ήσουν, αλλά με ερωτεύτηκες». Όχι, το κοριτσάκι του δεν ήθελε να περάσει αυτά που πέρασε η Αλίκη από τον ίδιο! Όχι, για την κόρη του ήθελε ένα σοβαρό παιδί, που να την αγαπάει και να μην την κερατώσει ποτέ! Έστρεψε το βλέμμα στον ουρανό. «Μη μου το κάνεις αυτό. Μη μου στείλεις ένα γαμπρό σαν εμένα», μουρμούρισε.


Η Πόρσε άρχισε να απομακρύνεται και ο Αντρέας την ακολούθησε. Έπρεπε να το παραδεχτεί πως ο άλλος οδηγούσε προσεκτικά, κι αυτό επέτεινε τα τσιμπηματάκια στην καρδιά του. Γιατί τα λαμόγια θέλουν να δείχνουν σοβαροί άνθρωποι, τα μαλακισμένα πατάνε γκάζια στους δρόμους. Όλες οι ενδείξεις τον έπειθαν ότι ο ντετέκτιβ είχε δίκιο. Το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά σε μια διώροφη μονοκατοικία στο Χολαργό. Ο Κώστας και η Τέτα μπήκαν στο εσωτερικό της και ο Αντρέας ήρθε και πάρκαρε απέξω. Τα φώτα στο δεύτερο όροφο άναψαν. Ο Αντρέας άναψε πούρο. Και ξαφνικά, κοντά στην μπαλκονόπορτα, είδε δυο σκιές να φιλιούνται. Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του. Κι έπειτα, ο άντρας άρχισε να γδύνει με αργές κινήσεις τη γυναίκα. Την κόρη του! Βάλθηκε να χτυπάει με δύναμη το κεφάλι στο τιμόνι. Ευτυχώς ακουστηκε το κλάξον και σταμάτησε. «Όχι. Αυτό δε θα το επιτρέψω. Δε θα το αφήσω να γίνει αυτό». Ανοιξε την πόρτα και τινάχτηκε έξω. Πλησίασε την εξώπορτα της μονοκατοικίας. Εκεί, όμως, εμφανίστηκε ένα άγριο ντόμπερμαν, γρυλίζοντας απειλητικά. Θα σκαρφαλ ώσω από την άλ λ η πλ ευρά, σκέφτηκε. Θα ανέβω στο μπαλ κόνι, θα μπουκάρω μέσα, θα τον αρπάξω απ το σβέρκο, θα του χώσω δυό κουτουλ ιές και θα μείνει αναίσθητος. Ενώ ετοιμαζόταν να θέσει σε εφαρμογή το ιδιοφυές σχέδιό του, έσβησαν τα φώτα, Ο Αντρέας έπαθε σοκ. Τα βήματά του τον οδήγησαν πάλι στο αυτοκίνητο, όπου σωριάστηκε απογοητευμένος στη θέση του οδηγού. Μετά έβαλε μπροστά, πάτησε με δύναμη το γκάζι, σαν να πατούσε το λαμόγιο στο λαιμό, κι άκουσε τα λάστιχα


του αυτοκινήτου να στριγκλίζουν, νιώθοντας πως έτσι εκτονωνόταν ο ίδιος, καθώς το δικό του ουρλιαχτό δεν έβγαινε και πίεζε το στήθος του να σκάσει. Αν δεν το πάθω απόψε το εγκεψαλ ικό, δεν το παθαίνω ποτέ, σκέφτηκε. Την είχε μεγαλώσει στα όπα όπα, ήταν το μπουμπούκι του, ο έρωτάς του. Όλοι οι έρωτες της ζωής του δεν έπιαναν μία μπροστά στον έρωτα για την κόρη του. Και τώρα, ένας άντρας, ένα λαμόγιο, ένας αληταράς, ένας κοπρίτης, ένας... -έπρεπε να ανοίξει το λεξικό, να μάθει όλα τα μπινελίκια για να εκφραστεί- του έπαιρνε τη μονάκριβή του. Και δεν έφτανε που του την έπαιρνε, την πηδούσε κιόλας! Ούτε όταν η Αλίκη παντρεύτηκε το Πράμα δεν ένιωσε έτσι... Εντάξει, κορίτσι ήταν, ήθελε ένα φίλο. Να της έβρισκε αυτός ένα καλό παιδί! Με τιμωρεί ο Θεός, σκέφτηκε. Έφτασε έξω απ’ το σπίτι της Αλίκης και χτύπησε το κουδούνι - μία, δύο, τρεις, δέκα φορές. Η Αλίκη πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι. Φόρεσε τη ρόμπα της ανήσυχη κι έκανε να βγει απ’ το δωμάτιο. «Τ ι έγινε;» τη ρώτησε ο Σταμάτης. «Η Τέτα θα είναι και θα ξέχασε τα κλειδιά της». Διέσχισε το σαλόνι, ενώ το κουδούνι ακουγόταν επίμονα. Μόλις άνοιξε την πόρτα, είδε το παγωμένο βλέμμα του Αντρέα και της


κόπηκαν τα γόνατα, «Έπαθε τίποτα το παιδί;» ψιθύρισε, Ο Αντρέας μπούκαρε ουρλιάζοντας. «Το παιδί, αυτή τη στιγμή, είναι με τον αλήτη και την πηδάει με σβηστά φώτα!» Η Αλίκη έμεινε με το στόμα μισάνοιχτο - η αντίδρασή της έκανε ακόμα πιο έξαλλο τον Αντρέα. «Μάζεψε το σαγόνι σου», της είπε, «θα σου πέσει. Και μη με κοιτάς έτσι. Σου λέω, με σβηστά φώτα!» Μετά το πρώτο σοκ, η Αλίκη ανέκτησε την ψυχραιμία της. «Ε, της αρέσει με σβηστά φώτα, τι να κάνουμε τώρα», του απάντησε. «Κοίτα μάνα! Δεν ακούς τι σου λέω; Η κόρη μας είναι με ένα μαντράχαλο αυτή τη στιγμή». «Ε, δεν της κάνει κάνα κακό...» «Τ ι είπες;» «Δεν της κάνει κάνα κακό». «Καλά, μάνα είσαι εσύ; Αφήνεις το κοριτσάκι σου...» Η Αλίκη τον έκοψε.


«Ποιο κοριτσάκι, Αντρέα; Είναι 22 χρόνων!» «Κοριτσάκι είναι ακόμα». «Με ουγχωρείς, αγάπη μου...» του είπε η Αλίκη. «Δεν είμαι η αγάπη σου. Αγάπη σου είναι το Πράμα που κοιμάται μέσα». «Θυμάσαι πόσο ήμουν εγώ όταν τα φτιάξαμε; Ήμουν 18». «Εσυ ήσουν αναπτυγμένη». Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Σταμάτης για να κάνει την ερώτηση που δικαιούνταν. «Τ ι συμβαίνει;» τους είπε και τους κοίταξε εναλλάξ. «Εσυ πήγαινε για ύπνο», τον έκοψε αυστηρά ο Αντρέας. «Σε παρακαλώ», αντέδρασε η Αλίκη, «πώς μιλάς έτσι στον άντρα μου;» «Σιγά τον άντρα...» σχολίασε ο Αντρέας. «Α, για να σου πω...» πήγε να κάνει την παρατήρηση που δικαιούνταν ο Σταμάτης, αλλά ο Αντρέας δεν τον άφησε. «Τ ι να μου πεις; Τ ι να μου πεις, ε; Είσαι τέσσερα χρόνια παντρεμένος μαζί της και νομίζεις ότι έχεις δικαιώματα; Εγώ ήμουν δεκαοχτώ!» «Ναι, αλλά δεν είσαι πια. Έχει βγει το διαζύγιο, μην το ξεχνάς».


«Και χάνω τα δικαιώματά μου; Δεκαοχτώ χρόνια κατοχυρωμένα είναι αυτά! Δεν κατάλαβα, πώς τα χάνω;» «Αν δε φύγεις απ' το σπίτι μου τώρα, θα ειδοποιήσω την αστυνομία», είπε τη φράση που δικαιούνταν ο Σταμάτης. «Ποιο σπίτι σου, ρε μισοριξιά; Εγώ το πλήρωσα το σπίτι. Πες του, Αλίκη, ποιος το πλήρωσε το σπίτι. Μίλα!» «Εσυ, αγάπη μου», απάντησε εκείνη συγκαταβατικά. «Ακους, μισοριξιά; Κι εσύ μη με λες αγάπη σου. Με δουλεύεις...» Εδώ ο Σταμάτης έκανε το σχόλιο που δικαιούνταν. «Εγώ μπορεί να είμαι μισοριξιά, αλλά εσύ είσαι απατεώνας!» Ο Αντρέας ένιωσε να τον πνίγει η αγανάκτηση. Του την έπεφτε ένας μέτριος, ένας ασήμαντος, το απόλυτο τίποτα σ’ αυτόν, τον ποιητή των συνδυασμών. «Εγώ απατεώνας; Εγώ είμαι Συνδυασμούς φτιάχνω. Άκου Ξεφτιλίζεις τη δουλειά μου».

επιστήμονας», αντέδρασε. απατεώνας! Μεροκαματιάρη.

Ο Σταμάτης γέλασε, μ εκείνο το γελάκι των ανθρώπων που έχουν μάθει να είναι όλα τακτοποιημένα στη ζωή τους. «Τ ι γελάς, ανθρωπάκι; Κοίτα άντρα που βρήκες να παντρευτείς! Είχες τον ποιητή των συνδυασμών και πήρες το ανθρωπάκι». «Ησύχασα όμως, ο Σταμάτης δε θα πάει ποτέ φυλακή».


Αυτή η φράση χτύπησε το κέντρο της ύπαρξης του Αντρέα. «Γυναίκες...» σχολίασε. «Το μόνο που σας νοιάζει είναι η ασφάλειά σας. Με απογοήτευσες, Αλίκη, με απογοήτευσες». «Καλά... Αντε τώρα στο καλό, να μας αφήσεις να κοιμηθούμε», του είπε ο Σταμάτης, τονίζοντας το «να κοιμηθούμε», για να του επισημάνει ότι αυτός κοιμόταν πια με την Αλίκη. «Εσύ μη μιλάς!» ούρλιαζε ο Αντρέας. «Μη μιλάς!» Δεν είχε άλλα επιχειρήματα, γιατί η μισοριξιά τον τάπωνε και μόνο που κοιμόταν με την Αλίκη. Πήγε προς την πόρτα, αλλά πριν βγει στράφηκε προς το μέρος της πρώην συζύγου του. Η έκφραση της απογοήτευσης είχε ζωγραφιστεί πιο πρόσωπό του. «Σε πηδάει αυτό το πράμα;» «Ναι, γλυκέ μου. Κι είναι και πολύ καλός». «Καλός, αλλά όχι άριστος, όπως ήμουν εγώ». Η Αλίκη του χαμογέλασε αινιγματικά και ο Αντρέας έκανε μεταβολή, χτύπησε με δύναμη την πόρτα πίσω του, έτσι για να κάνει πάταγο κατά την αποχώρησή του, και μπήκε στο αυτοκίνητό του. Είχε περάσει δυο τρία κόκκινα φανάρια όταν άκουσε σειρήνες περιπολικών και τα είδε να τον έχουν πάρει στο κατόπι. Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου και περίμενε τους αστυνομικούς. Τα τελευταία χρόνια είχε πάψει να τους αποκαλεί «μπάτσους». Η κοινωνική άνοδος είχε επιφέρει και μια αλλαγή σιο λεξιλόγιό του. Οι μπάτσοι είχαν μετατραπεί στο μυαλό του σε όργανα του νόμου και


της τάξης. Απ’ την άλλη, ο Μάκης, ως έγκλειστος, τους αποκαλούσε ακόμα έτσι. Φόρεσε το αφοπλιστικό του χαμόγελο και περίμενε. Μόλις πλησίασε ένας απ’ αυτούς, ο Αντρέας δεν τον άφησε να αρθρώσει κουβέντα. «Ξέρω», του είπε, «πέρασα με κόκκινο. Στην ηλικία μου δεν επιτρέπονται αυτές οι βλακείες, αλλά έχω ένα σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα κι έχω τρελαθεί. Κάνε το καθήκον σου, κόψε μου κλήση, αλλά, οε παρακαλώ, μη μου πάρεις τις πινακίδες. Δε θα το επαναλάβω». Το όργανο της τάξης τον κοίταξε για λίγο, προσπαθώντας να ψυχανεμιστεί αν ήταν ειλικρινής ή τον δούλευε... Οι εκπρόσωποι του νόμου έχουν, γενικά, αυτό το πρόβλημα και ο Αντρέας το ήξερε από παλιά. «Δε σε δουλεύω», του είπε. «Έτσι έχει η κατάσταση». Ο αστυνόμος τού χαμογέλασε και τον άφησε να φύγει. Αυτά είναι τα πλ εονεκτήματα τον καλ ού πολ ίτη, σκέφτηκε ο Αντρέας. Πάρκαρε έξω απ’ την πολυκατοικία όπου έμενε η Ζέτα και περίμενε. Κοίταξε το ρολόι του - το Εργαλείο αργούσε, οπως πάντα. Αυτή την τάση των γυναικών να καθυστερούν μονίμως στα ραντεβού ποτέ δεν την κατάλαβε. Ίσως με τον τρόπο τους θέλουν να επισημάνουν την αδιόρατη εξουσία που έχουν από χέρι πάνω στα αρσενικά. Όταν για το σεξ χρησιμοποιούν τη φράση «θα του κάτσω» ή «του έκατσα», μεταδίδουν μια αίσθηση παραχώρησης, κι αυτή η παραχώρηση δε γίνεται χωρίς ανταλλάγματα. Ένα απ’ αυτά είναι οτι ο μαλάκας θα πρέπει να περιμένει. Και θα περιμένει γιατί το θηλυκό στολίζεται για


πάρτη του. Αλλά οι γυναίκες καθυστερούν και στα επαγγελματικά ραντεβού... Είχε βυθιστεί σε αυτές τις βαθιές φιλοσοφικές σκέψεις και δεν αντιλήφθηκε πόση ώρα είχε περάσει όταν έσκασε μύτη η Ζέτα, ερχόμενη προς το μέρος του με το γνωστό λικνιστικό της βάδισμα. «Γυναίκες...» μουρμούρισε ο Αντρέας. «Τα πέντε λεπτά είναι μισή ώρα. Τα δέκα, μία». Η Ζέτα άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, μπήκε, έστρεψε το καθρεφτάκι προς το μέρος της και άρχισε να βάφει ια χείλη της με κραγιόν. «Μισή ώρα σε περιμένω!» της είπε «"Εχεις νεύρα; "Επρεπε να ετοιμαστώ"». «Αφού ήξερες τι ώρα είναι το ραντεβού, γιατί δεν ετοιμάστηκες νωρίτερα;» «Πρέπει να χαλαρώσεις, αγάπη μου, πάμε για δουλειά. Εσύ δε λες ότι στη δουλειά πρέπει να είμαστε χαλαροί;» Είχε δίκιο. Ο συνομιλητής πρέπει να νιώθει ασφάλεια, ηρεμία, πρέπει να του εμπνέεις εμπιστοσύνη. Και ο άνθρωπος που θα συναντούσαν ήταν φοβιτσιάρης. Ο Αντρέας είχε δουλέψει κι άλλες φορές με τον προϊστάμενο της πολεοδομίας, ήταν πάντα δυσκοίλιος, γι αυτό είχε αποφασίσει να επιστρατεύσει το Εργαλείο. Η Ζέτα ήξερε να τους χαλαρώνει. Προσπάθησε να της δικαιολογηθεί. «Αν ήσουν κι εσύ πατέρας», της είπε, «κι έβλεπες την κόρη σου να


πηδιέται μ’ έναν αληταρά, τότε θα σου έλεγα εγώ τι θα έκανες...» «Μπορεί να είναι καλός στο σεξ ο αληταράς». Ο Αντρέας δεν κατάλαβε ότι το Εργαλείο τον δούλευε· άλλες φορές τα ’πιάνε όλα στον αέρα, αλλά τώρα, με τόσα νεύρα, οι κεραίες του δε λειτουργούσαν καλά. Πάτησε απότομα φρένο και το αυτοκίνητο κοκάλωσε. «Σιγά, θα σκοτωθούμε!» ούρλιαξε η Ζέτα. «Τ ι είπες πριν;» τη ρώτησε. Η Ζέτα άπλωσε το χέρι και του χάιδεψε τα μαλλιά. «Πάρ’ το απόφαση, Αντρέα, η κόρη σου είναι γυναίκα». Ε, αυτό το ήξερε... Αλλά γιατί να γίνει γυναίκα; Γιατί να μη μείνει πάντα κοριτσάκι; Αυτό ήταν το πρόβλημά του. Φυσικά, δεν το είπε, πιάστηκε από κάτι άλλο. «Το ξέρω», απάντησε, «αλλά αυτός την κοροϊδεύει. Είναι, λαμόγιο». «Πώς το ξέρεις;» «Το ένστικτο του πατέρα μιλάει». Η Ζέτα χαμογέλασε. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό του. Ο Αντρέας κοίταξε τον αριθμό στην οθόνη - ήταν ο Μάκης. Δεν ήθελε να του μιλήσει πριν τελειώσει η δουλειά. Από τότε που εκείνος πήγε φυλακή, τον είχε


κατατάξει στους γρουσούζηδες. Και τι τον ήθελε πια; Να του πει ότι κατάπιε κάνα πιρούνι; Δε θα τον πίστευε. Το ραντεβού ήταν στο μπαρ κεντρικού ξενοδοχείου. Όταν έφτασαν, ο Στάθης τους περίμενε. Ο Αντρέας κάθισε δίπλα ιου και η Ζέτα απέναντι του - αυτές τις οδηγίες της είχε δώσει. Θα έπαιζε μαζί του διακριτικά, με το πόδι. Τ υχαία αγγίγματα και μετά επίμονα, ανάλογα με την εξέλιξη της συζήτησης. Με το χαμόγελο που της χάρισε ο Αντρέας, εκείνη κατάλαβε ότι ο Στάθης θα ήταν εύκολο θύμα. Όμως σύντομα φάνηκε ότι τα πράγματα δεν έβαιναν καλώς. Ο Στάθης είχε τους φόβους του - μπορεί, βέβαια, και να το παίζε για να ανεβάσει το κασέ. Κάποια στιγμή σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα. Ο Αντρέας κατάλαβε ότι ήθελε να συσκεφτεί με τον εαυτό του. Τότε βρήκε την ευκαιρία και ψιθύρισε στη Ζέτα: «Τ ώρα που θα γυρίσει, μπαίνεις εσύ στο παιχνίδι. Θα δουλέψεις πόδι». «Τ ι θα πάρω, Αντρέα;» Η ερώτηση τον χτύπησε σαν κεραυνός. Δεν την περίμενε απ’ το Εργαλείο. «Αμάν η αχαριστία σου! Δεν έχεις το μισθό σου; Κάθε μήνα δεν τον παίρνεις;» «Είπαμε ότι από κάθε δουλειά θα παίρνω και εξτρά». «Ε, τι να πάρεις για ένα πόδι;» «Πέντε χιλιάρικα».


«Καλά, τι πιράνχας είσαι εσυ! Άκου πέντε χιλιάρικα για να δουλέψεις λίγο πόδι!» «Σημασία δεν έχει τι δουλεύεις, αλλά πώς το δουλεύεις. Κι εγώ το πόδι το συνδυάζω με χαμόγελο, με λίγο μπούστο, με ματιές... Όλα αυτά είναι τέχνη, εσύ δεν το λες; Ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να αμειφθεί;» Ο Αντρέας είδε τον Στάθη να έρχεται και βιάστηκε να συμφωνήσει. «Εντάξει. Αυτό είναι εκβιασμός, όμως θα τα πάρεις». Η Ζέτα τού χάρισε ένα απ τα πιο αστραφτερά της χαμόγελα. Ο Στάθης κάθισε στο τραπέζι, έβηξε λίγο να καθαρίσει το λαιμό του, πήρε το ύφος δικαστή που απαγγέλλει ετυμηγορία και τους είπε: «Φοβάμαι...» Α, τον πρόοτυχο τον άντρα! "Ηθελε κι άλλα φράγκα. «Τ ι φοβάσαι;» τον ρώτησε ο Αντρέας. «Εδώ στήσαμε τα ομόλογα... Έπαθε κανείς τίποτα; Στήσαμε τη δουλειά με το μοναστήρι... "Επαθε κανείς τίποτα; "Οχι, πες κι εσύ, Ζέτα, έπαθε κανείς τίποτα;» «Όχι, βέβαια. Ο κύριος Αντρέας δένει τις δουλειές», δήλωσε το Εργαλείο. Έσύ το πόδι!» της ψιθύρισε εκείνος. Η Ζέτα κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα να αναλάβει δράση. Έτσι έβαλε το πόδι της, σαν να μην τρέχει τίποτα, ανάμεσα στα πόδια του Στάθη, που έδειξε να αναστατώνεται. ταυτόχρονα ο Αντρέας


προσπάθησε να τον στριμώξει: «Μια σφραγιδούλα θέλω, το έγγραφο το έχω έτοιμο. Δεν είναι και τίποτα σπουδαίο. Λέει ότι η περιοχή δεν είναι καφέ ζώνη και ότι έχει συντελεστή δόμησης 0,6». Πρόσεξε τον Στάθη που τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. «Ασε τον ανθρωπάκο, Αντρέα, αφού τρέμει...» σχολίασε η Ζέτα, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά μ’ εκείνο το προκλητικό και. αθώο, καυλοραπανέ βλέμμα της. Γιατί άμα πει μια τέτοια γκόμενα σ’ έναν άντρα ότι δεν έχει τα αρχίδια, μέσα του γίνεται επανάσταση. «Δεν είναι ότι φοβάμαι...» βιάστηκε να δηλώσει ο Στάθης οι άντρες ξέρουν ότι οι χέστηδες δεν αρέσουν σιις γυναίκες. «Έτσι μπράβο!» τον ενθάρρυνε ο Αντρέας. «Σιγά μη φοβάσαι!» Και γυρίζοντας προς το μέρος της Ζέτας ψιθύρισε: «Το πόδι εσύ. Συνέχισε». Η Ζέτα προχώρησε πιο πάνω, πλησιάζοντας την ευαίσθητη περιοχή, και ταυτόχρονα χάρισε το πιο λάγνο χαμόγελό της στον Στάθη. Όταν εκείνος μίλησε, η φωνή του έτρεμε. «Σκέφτομαι...» είπε. «Ναι...» τον ενθάρρυνε ο Αντρέας. «Αν γίνει καμιά στραβή, θα εκτεθούμε».


«Πώς να γίνει η στραβή; Το πόδι εσυ!» επανέλαβε στη Ζέτα. «Θα πάρουν τα οικόπεδα οι ξένοι, θα πληρώσουν με ζεστά ευρώ και μετά θα ανακαλύψουν ότι το έγγραφο ήταν μουφα». «Ε, τότε είναι που θα μπλέξουμε για τα καλά», παρατήρησε ο Στάθης με το ύφος ανθρώπου που αποδεικνυονται βάσιμοι οι φόβοι του. Η Ζέτα, όμως, δεν τον άφησε. «Η ζωή θέλει ρίσκο. Πώς θα έχεις ωραία πράγματα χωρίς ρίσκο;» Τ ι του έλεγε τώρα η γυναίκα! Και το πόδι της είχε πλησιάσει πολύ... Το ένστικτό του τον προειδοποιούσε ότι κάτι τέτοιες γυναίκες στέλνουν τους άντρες φυλακή. Ο Αντρέας, όμως, τον βομβάρδισε. «Είδες; Και η Ζέτα το ξέρει αυτό, ότι η ζωή θέλει ρίσκο. Αφου δε θα βάλεις την υπογραφή σου, τι φοβάσαι; Η σφραγίδα θα γράφει “ προϊστάμενος πολεοδομίας” και η υπογραφή δε θα είναι δική σου. Θα πεις: “ Κύριοι, έχω άγνοια”. Ασε που εγώ δένω τις δουλειές καλά. θα λαδώσω κάποιον για να φύγει το έγγραφο απ’ το φάκελο και μετά φέξε μου και γλίστρησα». Η Ζέτα έγλειψε τα χείλη της και τόνισε: «Ο κύριος Αντρέας έχει ολοκληρωμένα σχέδια». Πέταξε τη φράση με τέτοια πρόκληση στη φωνή της, λες και ήταν τα προκαταρκτικά μιας ερωτικής πράξης. «Αυτό έλειπε να αφήσουμε τους συνεργάτες μας να εκτεθουν!» έσπευσε να προσθέσει ο Αντρέας ισχυροποιώντας το επιχείρημα της Ζέτας.


Το πόδι της Ζέτας είχε φτάσει ψηλά - υπόσχεση για πολλά περισσότερα. Το αποχαυνωμένο βλέμμα του Στάθη είχε σταθεί πάνω της, ενώ έβγαζε σαν υπνωτισμένος απ’ την τσέπη του τη σφραγίδα. «Εδώ την έχω», δήλωσε. Η Ζέτα του χαμογέλασε επιβραβεύοντάς τον για την απόφασή του, καθώς ο Αντρέας την άρπαξε απ’ το χέρι του πριν αυτός το μετανιώσει και σφράγισε το έγγραφο που είχε ήδη ετοιμάσει. Μετά έβαλε φαρδιά πλατιά μια τζίφρα, λέγοντας στον άντρα που είχε τσιμπήσει το δόλωμα: «Βλέπεις; Εγώ υπογράφω, όχι εσύ. Αν κάποιος πάει φυλακή, αυτός θα είμαι εγώ. Δεν πουλάω ποτέ τους συνεργάτες μου». Την ώρα που ο Αντρέας έκλεινε τη δουλειά, ο Μάκης σχημάτιζε για εικοστή φορά το νούμερο του κινητού του. Απογοητευμένος, στράφηκε στον μπάρμαν. «Δεν το σηκώνει». «Ε, τώρα...» είπε εκείνος μ ένα πονηρό χαμόγελο, «ο κύριος Αντρέας θα είναι με καμιά πιτσιρίκα και θα της παραδίδει μαθήματα». «Μπορεί ακόμα;» αναρωτήθηκε ο Μάκης. «Ο κύριος Αντρέας; Αστειεύεστε... Προχτές μου έλεγε ότι είχε τρεις στη σουίτα». «Φαίνεται ότι κόλλησε από εσένα τα παραμύθια».


«Παρντόν;» είπε ο μπάρμαν, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τον υπαινιγμό. «Εγώ μαθαίνω ότι έχει πρόβλημα τελευταία με τις γυναίκες». «Δε μου το είπε ποτέ αυτό. "Ισως ντρέπεται. Πάντως διατηρείται καλά, γυμνάζεται, παίρνει τις βιταμίνες του, δεν εχει χοληστερίνη και η λίμπιντό του είναι σε καλό επίπεδο». «Τ ι τα θες...» είπε ο Μάκης. «Όλοι περνάμε κρίση σε αυτό τον τομέα». «Εγώ ουδέποτε. Μόνο για συναισθηματικούς λόγους. Όταν είμαι πολύ ερωτευμένος, δεν μπορώ να αποδώσω. Εσείς, κύριε Μάκη;» «Ε, δεν είναι της ηλικίας μας να συζητάμε τέτοια θέματα...» «Δεν είναι...;» «Το σεξ είναι υπόθεση των νέων». «Α, μην το λέτε... Μην το λέτε... Ο παππούς μου, πριν δύο χρόνια, στα ενενήντα του, έφυγε για την Ουκρανία». «Απ’ αυτόν μάλλον πήρες κι εσύ». «"Εχω πάρει τα γονίδιά του. Την τελευταία φορά εξουθένωσα μια καλλονή». Ο Μάκης χαμογέλασε. Του άρεσε να τσιγκλάει τον μπάρμαν, που αφήνιαζε και άρχιζε να διηγείται φανταστικές ιστορίες. Του είχε λείψει αυτό τόσο καιρό. Αν έβρισκε και τον Αντρεα να ξαναθυμηθούν τα παλιά, θα ήταν υπέροχα. Αλλά ο Ακάλυπτος δεν έλεγε να σηκώσει


το ρημάδι το τηλέφωνο. Γιατί εκείνη την ώρα πάρκαρε έξω απ’ την πολυκατοικία της Ζέτας κι έμεινε να κοιτάζει το εργαλείο με νόημα. «Τ ι θέλεις;» τον ρώτησε εκείνη, σίγουρη γι αυτό που ήθελε Αντρέας.

ο

«Το ξέρεις ότι είσαι τρομερό εργαλείο, ε;» «Μου το χεις ξαναπεί. Τ ίποτε άλλο;» «Να ανέβω;» «Να κάνεις τι; Αφού δεν μπορείς». Τ ι μαχαιριά ήταν αυτή που δέχτηκε; Άκου «δεν μπορείς»! Δεν του το είχε πει αυτό καμιά γυναίκα. Η Ζέτα τον έκανε έξαλλο. «Εγώ δεν μπορώ; Άκου να σου πω, κοριτσάκι μου, αν θες να ξέρεις, εγώ έχω πάρει την άμμο της θάλασσας». «Παλιά, Ακάλυπτε. Τ ώρα δεν μπορείς». «Αυτό μην το ξαναπείς!» «Αφού μία φορά που δοκιμάσαμε, δεν είχες στύση». «Εντάξει, αλλά ήταν εξαίρεση, το έγραψαν και στο βιβλίο Γκίνες: ο άντρας που μία φορά στη ζωή του δεν του σηκώθηκε. Μία φορά! Είχα πολλά στο μυαλό μου. Να ανέβω;» «Έλα, αλλά να μη με απογοητεύσεις».


«Ο Ακάλυπτος να απογοητεύσει γυναίκα; Δεν είμαστε καλά! Έχω αφήσει ενθουσιασμένες πάνω από πέντε χιλιάδες. Ξέρεις πόσες με παίρνουν ακόμα τηλέφωνο; Η άλλη στο κινητό της ξέρεις πώς με έχει γραμμένο; Ο αξέχαστος!» Η Ζέτα βγήκε απ’ το αυτοκίνητο και προχώρησε προς την πολυκατοικία κουνώντας προκλητικά τους γοφούς της. Στην είσοδο στράφηκε και του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Και ο Αντρέας την ακολούθησε. Όταν μπήκαν στο διαμέρισμα, του έβαλε ενα ποτό κι έφυγε για την κρεβατοκάμαρα. Ο Αντρέας χαλάρωσε τη γραβάτα του, άνοιξε το πουκάμισό του και βούλιαξε στην πολυθρόνα. Ξαφνικά, ένα παπούτσι ήρθε και προσγειώθηκε στην κοιλιά του - ήταν η γόβα της. Ανασήκωσε τα μάτια απ’ το ποτήρι του και την κοίταξε. Η Ζέτα τον πλησίαζε φορώντας μόνο τα εσώρουχα και τις ζαρτιέρες. Ο Αντρέας μάντεψε τι θα επακολουθούσε και τρόμαξε. Εκείνη έφτασε κοντά του, έσκυψε από πάνω του σχεδόν απειλητικά, τον άρπαξε απ’ τη γραβάτα και τον τράβηξε προς το μέρος της, χώνοντας το πρόσωπό του ανάμεσα σια στήθη της. «Έλα, πάρε με τώρα!» τον πρόσταξε. «Πάρε με!» Όχι, ρε γαμώτο... Αυτό το πράγμα δε γίνεται. Πώς να την πάρεις έτσι τη γυναίκα, χωρίς προκαταρκτικά, χωρίς τίποτα! Τ ι ήταν, μηχανάκι; «Πάρε με», επανέλαβε η Ζέτα και του δάγκωσε το λοβό του αφτιού. «Σιγά, ρε πουλάκι μου», της είπε. «Μην κάνεις έτσι. Κοντεύεις να με φας».


«Πάρε με! Με έχεις ανάψει, με έχεις φτιάξει». «Ένα λεπτό, ένα λεπτό... Εγώ θέλω...» «Τ ι θέλεις εσύ; Αφού πάλι δεν έχεις στύση». «Δεν είναι τόσο εύκολη η στύση, κούκλα μου! Καίω κάρβουνο, θέλω το χρόνο μου. Εσυ είσαι ιντζέξιον, ανάβεις σε τρία λεπτά. Δε γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα...» Η Ζέτα τον έσπρωξε ελαφρά. «Αμα καις κάρβουνο, Ακάλυπτε, άστο καλύτερα, γιατί εγώ χρειάζομαι τούρμπο. Αν με είδες γυμνή και δε σου σηκώθηκε, παράτα τα...» 'Εκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε κουνώντας αγέρωχα τους γοφούς της. Ο Αντρέας έσκυψε το κεφάλι καταρρακωμένος. Άν πάμε να ξαπλώσουμε στο κρεβάτι και περιμένεις λίγο,..» πρότεινε δειλά. «Άσ’ το, Ακάλυπτε, μην τα κάνεις χειρότερα. Εμένα οι αντρες με αρπάζουν και με βάζουν κάτω, μου σκίζουν τα ρούχα...» «Σιαμάτα!» της φώναξε. Όχι, αφού θες, να τ ακούσεις! Πριν κάνω οτιδήποτε εγώ, αυτοί είναι έτοιμοι. Κι εσένα σου γδύθηκα, σου έβαλα τα πρόστυχα εσώρουχα και τις ζαρτιέρες, αλλά εσύ είσαι ψόφιος». «Εσύ φταις», της είπε ο Αντρέας. «Με τις άλλες δεν έχω κάποιο πρόβλημα. Εσύ μου ορμάς και πρέπει να είμαι έτοιμος. Τ ι είμαι,


σεξομηχανή; Έχω πολλά στο μυαλό μου. Πρέπει πρώτα να με χαλαρώσεις». «Δεν κατάλαβα... Τ ώρα με βγάζεις και άχρηστη;» «Αφού στο είπα, δε μου αρέσουν οι επιθετικές». Η Ζέτα γέλασε ειρωνικά. «Θες γατούλα να τρίβεται πάνω σου, χρυσέ μου; Πήγαινε να βρεις καμιά άλλη». «Εγώ φταίω που δε χαπακώθηκα να είμαι τουρμπο», της πέταξε. «Αλλά δε μου αρέσουν τα χημικά. Εγώ θέλω οικολογικά πήδημα, γνήσιο». Η Ζέτα πήγε και τον χάιδεψε, ωστόσο το χάδι της έμοιαζε περισσότερο με παρηγοριά. «Δεν πειράζει», του είπε, «εμείς θα είμαστε φίλοι και συνεργάτες. Τελείωσε». Αυτό το «τελείωσε» τον τελείωσε. Φίλοι και συνεργάτες! Δεν του το είχε πει καμία, όλες τον ήθελαν για ερωτικό παρτενέρ. Έχουν αλ λ άξει οι καιροί, σκέφτηκε, οι γυναίκες δεν έχουν το Θεό τους πια. Έδεσε τη γραβάτα του, κούμπωσε το πουκάμισό του και σαν δαρμένο σκυλί βγήκε απ’ το διαμέρισμα. Ήταν η δεύτερη αποτυχία του με τη Ζέτα και δεν το άντεχε. Απόψε είχε ανάγκη από ένα φίλο να μιλήσει. Που να ήταν, άραγε, ο Μάκης; Σε κάνα μπουζουξίδικο πιθανώς, με τον Βλάση. Θα πήγαινε να τους βρει.


Ο Μάκης, όμως, τα ’πινε στο μπαρ κι είχε αρχίσει έναν ιδιότυπο συναγωνισμό με τον Νίκο, τον μπάρμαν. Είχε ανακαλύψει ξαφνικά πως ήταν γοητευτικό να σκαρφίζεται φανταστικές ιστορίες. «Και μετά βρέθηκα στην Αλάσκα...» του έλεγε εκείνη την ώρα. «Έστησα μια εταιρεία με πετρέλαια. Δεν τα πήγα καλά και με χώσανε φυλακή». «Δεν το πιστεύω!» αναφώνησε ο μπάρμαν. «Εσείς, κύριε Μάκη, επιστήμων άνθρωπος, φυλακή;» «Όλα είναι μια εμπειρία», αποκρίθηκε θυμόσοφα εκείνος. Είναι σκληρλες οι συνθήκες στις φυλακές της Αλάσκα; Γιατί εγώ δεν έκανα εκεί». «Πολύ σκληρές!» τον διαβεβαίωσε ο Μάκης. Τότε χτύπησε το κινητό του. Πού είσαι, ρε απατεώνα, και σε ψάχνω;» φώναξε μόλις το σήκωσε. «Είκοσι κλήσεις σού έχω κάνει». «Τ ώρα τις είδα», του είπε ο Αντρέας. «Πού βρίσκεσαι; Έρχομαι εκεί». Μπήκε στο μπαρ με το βάδισμα ανθρώπου που έχει υποστεί τη μεγαλύτερη ήττα. Ζήτησε από τον Νίκο να του βάλει ένα ποτό και κάλεσε ιον Μάκη σε εμπιστευτική συνομιλία. «Θέλω να πεθάνω», του είπε. «Τελείωσε, θέλω να πεθάνω».


« Από τότε που σε ξέρω το λες αυτό. Τ ώρα ειδικά, για ποιο λόγο θέλεις να πεθάνεις;» «' Ετσι μου ’ρχεται να βάλω τα κλάματα μπροστά στον κόσμο». «Αφού μόνο οι τρεις μας είμαστε εδώ». Ο Αντρέας κοίταξε γύρω του για να επιβεβαιώσει τα λόγια του Μάκη. «Δεν είμαι άντρας πια, Μάκη, το καταλαβαίνεις;» «Το γύρισες; Δε σε πιστεύω!» «Καλά, δεν ντρέπεσαι; Εμείς είμαστε απ’ τα τελευταία Φρούρια του αντρισμού. Ένα είδος που στα επόμενα χρόνια θα εκλείψει». «Τότε ποιό είναι το πρόβλημά σου;» Ο Αντρέας έσκυψε για να του εμπιστευτεί το τραγικό μυστικό. «Δεν έχω στύση, Μάκη». Ο Μάκης προσποιήθηκε ότι τρόμαξε. «Τ ι μου λες, αυτό είναι τρομερό!» δήλωσε. «Ναι, δεν έχω στύση. Μου επιτέθηκε το Εργαλείο κι εγώ, κι εγώ τίποτα, νεκρός». «Ποιο είναι το Εργαλείο, Αντρεα;» «Το Εργαλείο είναι ένα, η Ζέτα. Με το που ήρθε καταπάνω μου και


με βούτηξε απ τη γραβάτα, έπαθα πανικό». «Ε, βγάλ’ την κι εσύ τη ρημάδα τη γραβάτα!» «Μα δεν είναι το πρόβλημα η γραβάτα, αλλά αυτό που μου είπε: “ Έλα, πάρε με τώρα”». «Κι εσύ δεν ήσουν έτοιμος...» «Πάγωσα». «Πάντα με τις επιθετικές είχες πρόβλημα». «Παλιά τις κατάφερνα όλες. Τ ώρα, όμως, έχουν γίνει πολύ επιθετικές. Σε κοιτάνε όπως κοιτάζουμε εμείς τις γυναίκες, έχουν ξεσαλώσει. Κι εμένα δε μου πάει αυτό». «Ε, μεγάλωσες και θες το χρόνο σου». «Είναι αναίσθητη, σου λέω. Ξέρεις τι μου πέταξε; “ Άμα καις κάρβουνο, Αντρέα, βρες καμιά άλλη, γιατί εγώ χρειάζομαι τούρμπο”. Το σεξ έχουν μόνο στο μυαλό τους, δε σκέφτονται πώς αισθάνεται ο άλλος, που τον έχουν κάνει χώμα. Σου πετάνε κατάμουτρα ότι είσαι άχρηστος. Έχουν αγριέψει, σου λέω. Κι είδα και την κόρη μου με τον γκόμενο της». “ Ε, καλά, αυτό δεν είναι άσχημο», του είπε ο Μάκης. -Δεν είναι; Εσυ την πάντρεψες, γι’ αυτό είσαι ήσυχος. Να βλέπεις το κοριτσάκι σου, που το μεγάλωσες στα όπα όπα, να σ’ το χουφτώνει ο κάθε αλήτης;» «Στην αρχή τα παίρνεις με τον αλήτη», παρατήρησε ο Μάκης, «αλλά


μετά γίνεται γαμπρός σου και τον αγαπάς». «Να αγαπήσω εγώ αυτό το ρεμάλι;» Ο Μάκης κούνησε το κεφάλι αργά, σε ένδειξη βαθύτατου στοχασμοΰ. Άφησε μια σιωπή να μεσολαβήσει και μετά πέταξε τη φράση-μαχαιριά. «Θέλω να με βγάλεις». «Καλά, πώς κάνεις έτσι; Σε δυο χρονάκια θα βγεις κανόνικά». «Θέλω να με βγάλεις τώρα. Ακούς; Τ ώρα!» Ο Αντρέας το σκέφτηκε. Πάντα υπήρχαν τρόποι. «Να δουλέψουμε την ανήκεστο», του είπε, «αλλά θα πάρει χρόνο. Θα αρχίσεις να κάνεις τον άρρωστο, θα βγάλουμε κάτι γνωματεύσεις...» «Σου είπα τώρα!» τον έκοψε ο Μάκης. «Και θα φύγω για Νότια Αμερική». «Τ ι;» «Ναι, θα πάρω τη Ρένα και θα φύγουμε για την Κολομβία. Τα λεφτά τα ’χουμε στην Ελβετία, έτσι δεν είναι;» «Τ ι κουβέντα είναι αυτή; Εκεί είναι και σε περιμένουν». «Πέρασα πριν απ’ το σπίτι και την είδα μόνη της. Πήγα να χτυπήσω το κουδούνι και δεν μπόρεσα. Θα μ’ έπαιρναν τα κλάματα».


«Καλά, τη Ρένα θα πάρεις στην Κολομβία; Δεν παίρνεις καμιά φρέσκια, κάνα πιπίνι;» «Τη Ρένα θέλω», του απάντησε ο Μάκης. «Όλο αυτά τον καιρό μέσα στη φυλακή τη σκεφτόμουν». «Ποια φυλακή; Αφοΰ εσύ είσαι συνέχεια έξω τις νύχτες». «Σταμάτα», τον έκοψε ο Μάκης. «Δεν προλάβαμε να ζήσουμε. Ήρθε το παιδί, εγώ πήρα τα μηχανήματα, άνοιξα το ιατρείο... Μέχρι να τα ξεχρεώσω... Μετά φροντιστήρια... Ούτε ένα ταξίδι δεν πήγαμε. Θα πάμε εκεί να ζήσουμε ό,τι δε ζήσαμε». Ο Αντρέας τον κοίταξε στα μάτια και δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που ακουγε. «Μου ρχεται να βάλω τα κλάματα», του είπε. «Θα το κανονίσω. Ξέρεις τι μου θυμίζεις τώρα; Το ζευγάρι από τον Έρωτα στα Χρόνια της Χολ έρας - δυο γεροντάκια ερωτευμένα». «Βρε, σκάσε», του είπε ο Μάκης, «που θα μας πεις γεροντάκια! Μια χαρά είμαστε». Ο Αντρέας έσκυψε προς το μέρος του. «Από στυση, πώς τα πας;» «Τούρμπο είμαι». «Ε, βέβαια», σχολίασε ο Αντρέας με ζήλια. «Εσυ δεν έχεις σκοτούρες, όλα εγώ τα τραβάω. "Ολες τις κομπίνες τις στήνω εγώ. Εσυ κάθεσαι και απολαμβάνεις»,


«Είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας», του είπε ο Μάκης. «Ο πατέρας μου μέχρι τα 85 κυνηγούσε τη γριά». «Γαμότο, εμένα μια ζωή ήταν ψόφιος. Λες τώρα να βγαίνει το κληρονομικό;» Μπορεί. Αλλά δε δοκιμάζεις με καμιά άλλη γατούλα, που να μη βγάζει νύχια αμέσως;» Ο Αντρέας το σκέφτηκε για λίγο. Άν δεν την πηδήξω αυτή», είπε, «δεν μπορώ να λειτουργήσω. Είναι σαν να δίνω εξετάσεις. Πρέπει να ξαναπάρω το δίπλωμά μου». Έχεις δίκιο», συγκατένευσε ο Μάκης. «Αυτό φταίει, σε αγχώνει». Ξέρεις τι μου είπε μια φορά; “ Πας τώρα εσύ, Αντρεα, έγινες σπόνσορας”. Ακούς; Ο Ακάλυπτος σπόνσορας!» «Αλλάζουν οι καιροί, Αντρέα». «Οι καιροί αλλάζουν, ο Ακάλυπτος δεν αλλάζει. Θα πεθάνω κι ακόμα...» «...θα υπηρετείς τις γυναίκες», συμπλήρωσε τη φράση ο Μάκης. «Πώς το λες έτσι, ρε Μάκη; Υπηρέτης τους είμαι;» Ο Μάκης χαμογέλασε. Ο Αντρέας, όμως, επέμεινε. «Σε ρωτάω, υπηρέτης τους είμαι;» «Αν το δεις απ’ τη δική τους πλευρά, τι είσαι; Υπηρέτης τους».


«Εγώ νόμιζα πως εκείνες υπηρετούσαν τον Ακάλυπτο». «Με αυτό το πλευρό να κοιμάσαι, Αντρέα, Οι γυναίκες επιλέγουν με ποιον θα πάνε. Δεν τις κοροϊδεύουμε». Ο Αντρέας τον κοίταξε κατάματα κι είδε στο βλέμμα του φίλου του μια αλήθεια που την ήξερε, αλλά δεν ήθελε να την παραδεχτεί.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Η ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ του προέδρου της διαφημιστικής εταιρείας «Απόλλων» ήταν πιασμένη απ’ το σώμα του Αντρέα. Το πνεύμα του, όμως, βρισκόταν μακριά. Η διαφημιστική εταιρεία του ήταν η μητέρα όλων των εταιρειών, ήταν η κορύφωση της δραστηριότητας του Αντρέα, η ναυαρχίδα του, το αρχηγείο του. Από εκεί επεκτεινε τη δραστηριότητα του επί πάσης κομπίνας. Γιατί ο Αντρέας δεν μπορούσε να εγκλωβιστεί σε μία δραστηριότητα, έψαχνε κάθε ευκαιρία. Και η «Απόλλων» του έδινε το απαραίτητο επιχειρηματικό πρεστίζ, ώστε να μπορεί να ασχοληθεί με τους συνδυασμούς του. Του απέφερε χρήματα, αλλά το πάθος του Ανιρέα δεν ήταν τα χρήματα αυτά καθεαυτά, το πάθος του ήταν η τέχνη με την οποία έβγαιναν. Σαν μαέστρος που κινεί την μπαγκέτα του και τα όργανα παίζουν - έτσι ένιωθε όταν έστηνε τις δουλειές. Εκείνη τη στιγμή, η γραμματέας του τον συνέδεσε με το πρόσωπο που έψαχνε απ’ το πρωί. «Έλα, Μήτσο», είπε μόλις άκουσε τον αρχιφυλακα στην άλλη άκρη της γραμμής. «Θέλω σχέδιο να τον βγάλουμε». Ο αρχιφύλακας έξυσε το αφτί του. Να δουλέψουμε την ανήκεστο βλάβη, κύριε Αντρεα». 'Οχι την ανήκεοτο. Θα μας πάρει καιρό. Τον θέλω έξω σε μία βδομάδα». Ενώ μιλούσε με τον αρχιφύλακα, χτύπησε το κινητό του. Η γραμματέας του, που στο μεταξύ είχε έρθει δίπλα του, το πήρε να ελέγξει την κλήση. Η Μίνα ήταν γύρω στα 25 και πολύ σέξι,


ερωτευμένη με το αφεντικό της, ίσως με το μύθο του, και ο Αντρέας συντηρούσε τον έρωτά της, γιατί δεν είχε κάνει τίποτα μαζί της. Της έκανε νόημα να του πει ποιός είναι. Εκείνη, με το νάζι της ερωτευμένης γυναίκας, του απάντησε: «Ο κύριος υπουργός». Ο Αντρέας, που πάντα του άρεσε να τη δουλεύει για να επιβεβαιώνεται, της είπε παιχνιδιάρικα: «Έλα, πες μου στο αφτί ποιος είναι...» Η Μίνα έσκυψε και του ψιθύρισε με όλο το πάθος που καταπίεζε: «Ο κύριος υπουργός», σαν να του έλεγε: «Πάρε με...» Ο Αντρέας, όμως, πήρε το τηλέφωνο και όχι τη Μίνα, που συνέχισε να στέκεται δίπλα του. «Καλημέρα, κύριε υπουργέ». Ο άλλος άρχισε να του εκφράζει τις ανησυχίες του για τα δημοσιεύματα των εφημερίδων. «Μα, τι είναι αυτά που λέτε; Μην ανησυχείτε καθόλου, κύριε υπουργέ. Θα σας άφηνα εγώ ακάλυπτο; Όχι, κύριε υπουργέ, υπάρχει πλάνο. Στην ανάγκη, θα τα πάρω όλα πάνω μου. Εσείς θα καλυφθείτε, ακάλυπτος θα μείνω εγώ». Κι επειδή το παιχνίδι πάντα του άρεσε, τσίμπησε ξαφνικά το κωλαράκι της Μίνας, που τινάχτηκε βγάζοντας μιά κραυγούλα, κάτι σαν «αχ!» που μπορεί να ήταν και «ναι». Ο υπουργός φαίνεται ότι ακούσε τη φωνή της κοπέλας και ρώτησε αν συνέβη τίποτα.


«Όχι, κύριε υπουργέ, μια καρφιτσουλα μπήκε στο δαχτυλάκι της γραμματέως μου. Ναι, είναι πολυ ευαίσθητη». Και ολοκληρώνοντας τη φράση, την ξανατσίμπησε σε ένα σημείο λίγο πιο δίπλα και η Μίνα αναστέναξε με ένα πιο ερωτικό «αχ!» Ο Αντρέας αντιλήφθηκε την αμηχανία του υπουργού και πρόσθεσε: «Μην ανησυχείτε, κύριε υπουργέ, θα σας πάρω εγώ. Όλα θα τακτοποιηθούν». Έκλεισε το τηλέφωνο, το έδωσε στη Μίνα και πήρε πάλι τον αρχιφύλακα. «Έλα, σε ακούω. Τ ι θα κάνουμε;» «θα οργανώσουμε απόδραση, κύριε Αντρέα». «Μπράβο, ρε Μήτσο! Αλλά δεν πιστεύω να την πατήσουμε...» «θα εκπονήσω σχέδιο, κύριε Αντρέα». «Πήγαινε να του το πεις ότι θα τον βγάλουμε, να ησυχάσει». Έκλεισε το τηλέφωνο σίγουρος ότι είχε δρομολογήσει τα πράγματα όπως έπρεπε. Ο υπουργός ηρέμησε και ο Μήτσος ανέλαβε να εκπονήσει σχέδιο. Υπήρχε και κάτι άλλο. Γι’ αυτό ήρθε να τον ενημερώσει η κυρία Στέλλα, η στρυφνή κυρία Στέλλα, διότι, όπως έλεγε ο Αντρέας, θα είχε καμιά πενταετία να δει χαρά στα σκέλια της. "Εχει έρθει ο κύριος Πέτρος", του είπε. Αυτόν περίμενε.


"Να περάσει", της απάντησε και κάρφωσε το βλέμμα του πάνω της. "Θέλετε τίποτε άλλο, κΰριε Αντρέα;" τον ρώτηοε. ''Όχι. Εσένα δε σε πιάνει το πιπινοραντάρ". Η Στέλλα του έριξε ένα περιφρονητικό βλέμμα κι έπειτα άνοιξε την πόρτα, στο κατώφλι της οποίας εμφανίστηκε ένας πενηντάρης με μουστακάκι. Ο Αντρέας έκανε νόημα στη Μίνα να βγει κι αυτή έξω, η συνομιλία ήταν άκρως εμπιστευτική "'Ελα, κάθισε", του είπε ο Ανιρέας και του έδειξε την πολυθρόνα απέναντι του. «Τ ι ανακάλυψες;» τον ρώτησε. - Κύριε Αντρέα», άρχισε ο ντετέκτιβ, «ξέρετε πόσο προσεκτικά κάνω τη δουλειά μου. Αν δεν ήμουν τόσο σίγουρος...» "Θες πουράκι;" τον έκοψε. "Άν σας περισσεύει, κύριε Αντρέα..." Του Αντρέα του περίσσευαν πολλά, αλλά έδωσε ένα Κοΐμπα και ο άλλος το περιεργάστηκε να δει αν ήταν γνήσιο. «Τ ι ανακάλυψες, Πέτρο;» «Σας έλεγα ότι εγώ...» Ο Αντρέας τον ήξερε και τον σκυλοβαριόταν. «Ασε τις παρλαπίπες τιάρα. Τσάμπα είναι ο πρόλογος. Ο,τι και να πεις, τα ίδια λεφτά θα πάρεις».


Πάντα του το έλεγε και πάντα ο ντετέκτιβ δεν το λάμβανε υπόψη του. Αλλά τώρα είδε ότι ο Αντρέας δεν ήθελε να ακούσει προλόγους. «Ο τύπος είναι φιντανάκι, κύριε Αντρέα. Έχει κάνει δυό τρεις κομπινούλες και είναι πολλά υποσχόμενος. Σε πέντε χρόνια τον βλέπω λαμόγιο με δίπλωμα». «Την κόρη μου την αγαπάει;» «Έφερα κασετούλες. Αν θελετε να τις ακούσετε...» «Κατάστρεψε τες τώρα!» του Κατάστρεψε' τες! Την αγαπάει;»

φώναξε

ο

Αντρέας.

«Ακούς

«Έτσι λεει σ' ενα φιλαράκο του». «Τ ι άλλο λεει για την κόρη μου;» Ο Πέτρος έσκυψε για να του πει εμπιστευτικά την πληροφορία. «Ότι είναι πολύ καλή στο σεξ». Αυτό ήταν γροθιά στο στομάχι. «Όχι, αυτό δε θελω να το ακούω, άχρηστε!» «Με συγχωρείτε, κύριε Αντρεα. Εγώ νόμιζα ότι είναι προσόν για μια γυναίκα». «Πόσα σου είπα ότι θα πάρεις;» τον ρώτησε ο Αντρέας. · «Τ ρία χιλιάρικα», είπε ο νιετεκτιβ.


«Σου κόβω το ενα για τη μαλακία που είπες. Και συνέχισε. Θέλω να ξερω τα πάντα γι' αυτόν». «Κύριε Αντρεα, μείνατε ποτέ παραπονούμενος; Εγώ είμαι καθαρός, δεν πουλιέμαι. Αν πήγαινα στον μικρό, ξερεις πόσα θα μου εδινε;» Νάτος ο εκβιασμός, σκείφτηκε ο Αντρέας. «Το 'χεις κάνει, ρε αλήτη;» «Να μη βγω απ’ το γραφείο, κύριε Αντρέα». «Αν το χεις κάνει, δε θα βγεις». Τον κοίταζε και δεν μπορούσε να το πιστέψει. Δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο, σκέφτηκε, τίποτα. Δεν είναι να εμπιστεύεσαι ούτε τον κώλ ο σου! Καμία αξιοπρέπεια, κανένας επαγγελ ματισμός! Τίποτα, έχουν καταρρεύσει τα πάντα. Όλ οι κοιτάζουν πώς να τ αρπάξουν. Αλλά όχι κι απ’ τον Ακάλυπτο... Ο ντετέκτιβ βγήκε απ’ το γραφείο και ο Αντρέας δεν έβγαλε κανένα συμπέρασμα. Σηκώθηκε και άρχισε να βηματίζει. Το μυαλό του, σαν γυναίκα που έχει ορμονικά προβλήματα, άλλαζε συνέχεια διαθέσεις απ’ το φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στην κοινωνία και στους ανθρώπους περνούσε σε πρακτικά ζητήματα. Το ραντεβού με τους ξένους για το νησί, ο Μάκης, η κόρη του και το λαμόγιο, αλλά και η έλλειψη ηθικών αξιών στην εποχή μας μπλέκονταν όλα μαζί στις σκέψεις του. Το είχε αυτό ο Ακάλυπτος, μερικές φορές του άρεσε να σκέφτεται βαθιά τα πράγματα. Τι είναι το χρήμα; αναλογιζόταν συχνά. Ένα χαρτί με κάποια νούμερα πάνω του. Και σε αυτό οι άνθρωποι αναγνωρίζουν αξία που δεν


υπάρχει. Aπ την άλ λ η, το χρήμα είναι τραπεζικές καταθέσεις. Τότε γιατί δουλ εύουμε; Αν μπορούμε να έχουμε το χρήμα χωρίς να δουλ εύουμε, γιατί να τρώμε το χρόνο μας στη δουλ ειά; Αλ λ ά για να βγει το χρήμα, κάποιοι πρέπει να δουλ έψουν. Αρα αυτοί πον δε δουλ εύουν είναι η εξαίρεοη. Ανάμεσα τους ήθελε να τοποθετήσει ο Ακάλυπτος τον εαυτό του. Με μερικές έξυπνες κινήσεις τακτικής και συνδυασμούς θα μπορούσε να λύσει αυτό το ζήτημα μια για πάντα. Για άγνωστο λόγο, η σκέψη του έτρεξε στην Μπέτυ. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο. Το κοίταξε και χαμογέλασε. Στο τηλέφωνο ήταν η Μπέτυ! Τ ι τηλεπάθεια κι αυτή; Όποτε τη σκεφτόταν, τον έπαιρνε τηλέφωνα. Αλλά αυτό δε γινόταν μόνο με την Μπέτυ, και με την Αλίκη του συνέβαινε. Σαν να έπιανε τα κύματα του εγκεφάλου τους. «Έλα, κυρία των βορείων προαστίων», της είπε. «Τ ι κάνεις, λαμόγιο;» «Ρε Μπετυ, ρε Μπετυ... Είναι δυνατό να αποκαλείς το φίλο σου λαμόγιο; Ξέρεις πόσα φράγκα έχει σήμερα ο Ακάλυπτος;» «Όσα και να ’χεις, λαμόγιο θα ’σαι». Ο Αντρέας χαμογέλασε. Με την Μπετυ μπορεί να μη βρίσκονταν συχνά, αλλά την αγαπούσε κι ένιωθε πως κι εκείνη έτρεφε τα ίδια αισθήματα για την πάρτη του. Κάποια φορά που το συζήτησαν, η Μπετυ του είπε πως η φιλία τους κράτησε γιατί δεν πηδήχτηκαν ποτέ. «Εγώ δεν το επέτρεψα να συμβεί», είχε δηλώσει με στόμφο ο


Αντρέας. «Εσυ ήθελες σαν τρελή». «Εσύ...» του είπε η Μπέτυ, «που μόλις έβρισκα γκόμενο έψαχνες ευκαιρία να μας χωρίσεις;» «Να σε προστατέψω ήθελα. Αφού έβλεπα ότι όλοι τους ήταν ρεμάλια». «Και ο πρώτος μου άντρας ρεμάλι ήταν;» «Αυτός ήταν βαρεμένος». «Θα περάσω απ’ το μπαρ», του είπε η Μπέτυ στο σημερινό τηλεφώνημα. «Θα ’ρθεις;» «Θα προσπαθήσω. Δε σου υπόσχομαι τίποτα». «Έχεις να πουλήσεις κάνα νησί σε ξένους;» Ο Αντρέας γέλασε. «Πρόσεξε, Ακάλυπτε, μη βρεθείς φυλακή. Λοιπόν, θα σε περιμένω». Η Μπέτυ έκλεισε το τηλέφωνο και ο Αντρέας βυθίστηκε πάλι στους συλλογισμούς του. Οι μισοί Έλ λ ηνες, σκέφτηκε, τρέχουν να πουλ ήσουν τα οικόπεδα των άλ λ ων μισών. Άγγλ οι, Γάλ λ οι, Πορτογάλ οι, Γερμανοί, Ρώσοι, Γιαπωνέζοι αγοράζουν ο,τι τους πασάρουν οι μεσίτες, τα λ αμόγια, οι μεσολ αβητές. Άνοιξε την πόρτα του γραφείου και βγήκε. Το Εργαλείο τον περίμενε.


Η Μπέτυ μπήκε στο μπαρ και κοίταξε γύρω της. Δεν είχε αλλάξει τίποτε απ' την τελευταία φορά. Κατευθύνθηκε στην μπάρα και κάθισε. «Καλώς την!» την υποδέχτηκε ο Νίκος. «Καιρό έχουμε να σας δούμε, κυρία Μπέτυ. Δε σας αφήνουν τα βόρεια προάστια να κατεβείτε;» «Έλα, σταμάτα τα παράπονα, γκρινιάρη». «Το συνηθισμένο;» τη ρώτησε. Η Μπέτυ ένευσε καταφατικά με το κεφάλι. Ξανακοίταξε γύρω της και χαμογέλασε. Ο χρόνος σαν να είχε παγώσει εκεί μέσα. Θυμήθηκε τα φοιτητικά χρόνια, τον Αντρέα, τον Μάκη, τους άλλους φίλους που χάθηκαν, καθώς έκαναν οικογένειες ή μπλέχτηκαν με τις δουλειές. Θυμήθηκε που έτρεχε στις διαδηλώσεις, τα δακρυγόνα,τη μέρα που μπήκε με πρησμένα μάτια στο μπαρ για να γλιτώσει και τον Αντρέα που έβρεχε πετσέτες και της έβαζε στο πρόσωπο. Πόσο όμορφη ήταν τότε η ζωή...! Στην τσέπη, λίγα ψιλά για καφέ, τσιγάρα, σινεμά, και ήταν ευτυχισμένοι. Έκαναν όνειρα ότι αυτοί θα γίνονταν διαφορετικοί, ότι δε θα χώριζαν ποτέ, ότι δε θα έμοιαζαν στους γονείς τους. Ένας αέρας επανάστασης μες στα μυαλά τους... Κι έπειτα, σιγά σιγά, καθένας πήρε το δρόμο του. Ο Μάκης έφτιαξε το ιατρείο, παντρεύτηκε τη Ρένα και βρέθηκε στο μαγκανοπήγαδο. Ο Αντρέας διατήρησε αυτή τη διαθεσιμότητα της νεότητας, ίσως γιατί από χαρακτήρα δεν μπορούσε να εγκλωβιστεί στη ρουτίνα της καθημερινότητας. Μπορεί να ταλαιπωρήθηκε πολύ καιρό με τα οικονομικά του, όμως ήταν ο πιο ζωντανός απ’ όλους. Στο τέλος τα κατάφερε. Αλλά, κάθε φορά που τον έβλεπε, παρατηρούσε στο βλέμμα του μια μελαγχολία που δεν μπορούσε να την εξηγήσει. Ίσως να οφειλόταν στην αίσθηση ότι μεγάλωνε -και ο Αντρέας δεν ήθελε


να μεγαλώσει. Κάποτε της είχε εξομολογηθεί πως ήταν ευτυχισμένος παλιά, που μπορεί να μην είχε μία στην τσέπη, αλλά ένιωθε πως ζούσε. Τ ώρα η εταιρεία, οι σχέσεις που είχε δημιουργήσει με ανθρώπους του καλού κόσμου, η αγωνία να διαφυλάξει αυτά που είχε αποκτήσει του ρουφούσαν όλη την ενεργητικότητα. «Χτες είχαμε επισκέψεις», της είπε ο μπάρμαν. Η Μπέτυ τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Ποιος ήρθε;» «Ο κύριος Μάκης. "Ελειπε σε ταξίδι στο εξωτερικό, Λατινική Αμερική. Είχε μεγάλες περιπέτειες ο άνθρωπος. Μέχρι και φυλακή στην Αλάσκα έκανε». Η Μπέτυ δαγκώθηκε. «Στην Αλάσκα, ε;» «Ναι, μου το είπε. Επιστήμονας άνθρωπος και να βρεθεί στη φυλακή! Και μάλιστα στην παγωμένη Αλάσκα!» «Με δουλεύεις;» «Τ ι να κάνω... Προσποιήθηκα ότι δεν ξέρω τίποτα». «Μπράβο. Μόνος του ήρθε;» «Στην αρχή ναι, μετά ήρθε και ο κύριος Αντρέας». «Δεν πιστεύω να κατάλαβε τίποτα...»


«Εγώ είμαι μετρ σε αυτά, κυρία Μπέτυ. Παρίστανα τον ανίδεο. Του είπα πως έμαθα απ’ τον κύριο Αντρέα πως πήρε σύνταξη και πήγε vacances διαρκείας». «Του είπες τίποτα για τη Ρένα;» «Όταν έφερα την κουβέντα σ’ εκείνη, μου το ξέκοψε: “ Δεν αλλάζουμε συζήτηση;” Μετά ήρθε ο κύριος Αντρέας και τα λέγανε με τις ώρες». «Αν έρθει ξανά», του είπε η Μπέτυ, «πάρε με τηλέφωνο με τρόπο». «Αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να το κάνω», της είπε ο μπάρμαν, «αλλά θα σας πάρω». Η Μπέτυ έμεινε με το ποτήρι στο χέρι. Λάτρευε αυτές τις απαντήσεις του Νίκου, της είχαν λείψει. Κοίταξε το ρολόι της, είχε αργήσει. Έπρεπε να επιστρέψει στο σπίτι, θα την έψαχνε ο άντρας της. «Αν φανεί ο Αντρέας, πες του ότι δεν μπορούσα να τον περιμένω άλλο». Έβγαλε να πληρώσει, αλλά ο Νίκος δεν την άφησε. «Κυρία Μπέτυ, περνάτε τόσο σπάνια πια, που χαίρομαι να σας βλέπω. Μου θυμίζετε τα παλιά...» Η Μπέτυ χαμογέλασε. «Τότε... θυμάστε; Είχα μακριά μαλλιά μέχρι τους ώμους, τώρα τα χασα».


«Δεν είσαι ο μόνος», του είπε εκείνη. «Χάσατε κι εσείς μαλλιά, κυρία Μπέτυ;» «Όχι, Νίκο μου, εμείς χάσαμε άλλα. Πρέπει να γυρίσουμε στο σπίτι, να περιμένουμε σαν καλές κυρίες τον αντρούλη μας. Αλλά έτσι είναι η ζωή, c est la vie, που λένε οι Γάλλοι». Έκανε μεταβολή και βγήκε. Κι έτσι ο Νίκος δεν είδε το βουρκωμα στα μάτια της. Ο Αντρέας κοίταξε το ρολόι του - δε θα προλάβαινε να πάει στο ραντεβού με την Μπέτυ. Οι φακιδομούρηδες τον είχαν τρελάνει στις ερωτήσεις. Ήθελε να τους διαολοστείλει, αλλά κρατιόταν. Ήθελε να τους πει ένα «γαμώ το σπίτι σας, το BBC, τη Μάντσεστερ και την Τσέλσι», αλλά δεν του ’βγαίνε. Ολόκληρο νησί στο Αιγαίο τούς πουλούσε κι αυτοί το ψειρίζανε. Θα μου πεις, δε θα το έβλεπαν ποτέ, αλλά αυτό δεν το ήξεραν. Δε θα έχτιζαν ούτε με απόβαση του αγγλικού στόλου. Του την είχαν δώσει με την καρμιριά τους. Αφού το έχετε το ευρώ, σπρώξτε το, βρε αποικιοκράτες τον κερατά! σκεφτόταν. Τα μαζεύατε απ όλ ο τον κόσμο αιώνες και τώρα έρχεστε να αγοράσετε τα νησιά μας,.. H Ζέτα άπλωσε το πόδι και του χαΐδεψε το δικό του. Ήταν σήμα ότι έπρεπε να κουλάρει. Το Εργαλείο είχε και αυτή την αποστολή, να κοντρολάρει τον Αντρέα. Η Σουζάνα, πάλι, έκανε μεν δουλειές με τους ξένους, αλλά ένιωθε και την ελληνική πλευρά. Κι έτσι κατάψερε να φέρει τα πράγματα στο σωστό σημείο. Ο Αντρέας πήρε τα πάνω του και πέταξε την ατάκα που ήταν η κορωνίδα και το σήμα κατατεθέν του:


«Όταν υπόσχομαι εγώ κάτι, είναι σαν να έχει γίνει. Ο λόγος μου είναι συμβόλαιο». Και με μια τελετουργική κίνηση πάσαρε το χαρτί της πολεοδομίας στη Σουζάνα. Η δικηγόρος το έλεγξε και στράφηκε στους άλλους. Τους πέταξε ένα «It’s ΟΚ» και μετά επικέντρωσε το ενδιαφέρον της στον Αντρέα. «Θα το δώσουμε να μεταφραστεί και θα προχωρήσουμε», του είπε. Ο Αντρέας ένιωσε να φουσκώνει από περηφάνια για τον εαυτό του. «Στην Ελλάδα», τόνισε, κι εκείνη τη στιγμή το πίστευε -γιατί για να το πιστέψουν οι άλλοι πρέπει πρώτα να το πιστέψεις εσύ-, «αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ό,τι πρόβλημα έχουν, εγώ τους το λύνω». Η Σουζάνα μετέφρασε και οι φακιδομούρηδες γέλασαν αγγλοσαξονικά. Ο Αντρέας ετοιμαζόταν να κάνει κάποιο σχόλιο, αλλά χτύπησε το κινητό του και στράφηκε στη Ζέτα για να της δώσει εντολή να απαντήσει. Η Ζέτα το έκανε πειθήνια. «Ναι...» είπε και μετά απευθύνθηκε στον Αντρεα: «Είναι απ’ τον Αμπράμοβιτς». «Όχι πάλι!» αναφώνησε ο Αντρέας με ειλικρινή δυσφορία. «Τ ι θέλει; Ρώτησέ τον». Η Ζέτα υπάκουσε. «Τ ι συμβαίνει;» είπε στο τηλέφωνο.


Μέσα απ’ το κελί των φυλακών, ο αρχιφύλακας απάντησε: «Πες στον κύριο Αντρέα να έρθει τώρα. Έχουμε πρόβλημα». Ο Μάκης, που παρακολουθούσε, κουνούσε το κεφάλι καταφατικά, δείχνοντας ότι σωστά το έθετε ο αρχιφύλακας το ζήτημα. Η Ζέτα απάντησε «κατάλαβα...» κι έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Αντρέας σηκώθηκε εσπευσμένα, με την αίσθηση ότι μια δουλειά που κυνηγούσε μήνες βρισκόταν στο σωστό δρόμο και θα τελείωνε. Μόλις μπήκαν στο αυτοκίνητο, η Ζέτα άφησε τη φούστα να ανεβεί ψηλά και φάνηκαν οι ζαρτιέρες που φορούσε. Ο Αντρέας έγινε έξαλλος. «Σκεπάσου αμέσως», της είπε, «πρέπει να συγκεντρωθώ». «Δε σου αρέσει να με βλέπεις;» «Τ ώρα τι θες, να σκοτωθούμε; Σου λέω, κάνω σκέψεις. Και όταν το πάνω κεφάλι κάνει συλλογισμούς...» «Αν μ’ έβλεπε έτσι ένας πιτσιρίκας», τον έκοψε η Ζέτα, «ξέρεις τι θα έκανε;» Ο Αντρέας φρέναρε απότομα. Βρε πουλάκι μου, γιατί με βασανίζεις; Έχω πάθει ένα κομπλάρισμα μαζί σου. Γιατί μου το κάνεις χειρότερο;» Η Ζέτα άρχισε να γελάει.


Γιατί γελάς, αναίσθητη;» «Κόμπλαρα τον Ακάλυπτο. Τελικά είμαι σπουδαία!» Μετά τράβηξε τη φούστα και σκέπασε τα πόδια της. Ο Αντρέας ξεκίνησε πάλι. «Έχω εσένα που δε μ’ αφήνεις να δουλέψω, έχω και τον άλλο. Τ ι κατάπιε πάλι, σου είπε;» «Όχι». «Ρώτα κι εσύ να ξέρουμε τι θα βρούμε μπροστά μας!» Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Η Ζέτα, χωρίς να του ζητήσει την άδεια, απάντησε. «Ναι...» είπε. «"Ενα λεπτό». Στράφηκε στον Αντρέα. «Η κόρη σου είναι». «Δώσ’ τη μου», της είπε και το πρόσωπό του έλαμψε. «"Ελα, πουλάκι μου». «Τ ι κάνεις, μπαμπακούλη μου;» άκουσε το μπουμπούκι του. «Τ ώρα που σε ακούω, καλά είμαι. Εσύ;» «Κι εγώ καλά είμαι. Είμαι εδώ με τον Κώστα και τα λέμε».


«Καλά, δεν μπορείς να με παίρνεις μόνη σου; Πρέπει να είναι κι αυτός μαζί;» «"Ελα, μπαμπακούλη», του είπε το μπουμπούκι του. «Λέγαμε με τον Κώστα το βράδυ να φάμε μαζί. θέλει να σε γνωρίσει. Έτσι, μπαμπακούλη μου; Μη μου χαλάς το χατίρι...» «Μήπως μπορώ»;» Και πραγματικά δεν μπορούσε να της αρνηθεί τίποτα. Χριστέ μου, έπρεπε να φάει με το λαμόγιο! Αλλά καλύτερα έτσι, θα τον γνώριζε, θα τον ανέλυε. «Σ' αγαπάω, θησαυρέ μου», είπε ο Αντρέας κι έκλεισε το τηλέφωνο. Μετά στράφηκε στη Ζέτα. «Το ρεμάλι θέλει να με γνωρίσει. Τ ι με κοιτάς έτσι; Ρεμάλι είναι, το ξέρω εγώ, έχω ένστικτο. Ο πατέρας δεν πέφτει ποτέ έξω». Η Ζέτα δεν απάντησε, δεν ήθελε να του το χαλάσει. Ανέβασε πάλι τη φούστα. «Τ ώρα τι θες, να στρίψω δεξιά, να σε πάω σε καμιά ερημιά και να σε βιάσω;» είπε ο Αντρέας. «Ναι», του απάντησε θρασύτατα. «Εντάξει, μια άλλη φορά, γιατί τώρα βιάζομαι». Αυτή η γυναίκα τον αφόπλιζε, τον έκανε να νιώθει ανίκανος. Κάποια μέρα θα έπαιρνε κάνα κουτί Βιάγκρα, θα την έβαζε κάτω και θα της έδινε να καταλάβει ότι δεν μπορούσε να παίζει μαζί του. Θα της


έκανε ένα τρελό πήδημα, θα την έριχνε στην καψούρα και μετά θα είχε το πάνω χέρι εκείνος. Με αυτές τις θριαμβευτικές σκέψεις έφτασε έξω απ' τις φυλακές Κορυδαλλού. Άφησε το Εργαλείο στο αυτοκίνητο και ο αρχιφύλακας τον οδήγησε στο κελί του Μάκη. Το πρόβλημα που είχε προκύψει ήταν με τη στολή του. Ο Μάκης, απ’ την πολλή φροντίδα, είχε αρχίσει να κάνει σαν γκόμενα. «Δεν του αρέσει το ύφασμα, κύριε Αντρέα. Δε φοράει αυτός, λέει, τις στολές που μας δίνει το κράτος, τον υποτιμάει ως άνθρωπο». Ο Αντρέας πήγε κάτι να του πει, αλλά ο Μάκης τον έκοψε. «Εσύ γιατί φοράς τα καλύτερα; Θέλω η στολή να είναι Αρμάνι». «Αυτό δε γίνεται!» πετάχτηκε ο αρχιφύλακας. «θα σου ράψω μια στολή σαν τη δική μου». «Όχι σαν τη δική σου, καλύτερη», είπε ο Αντρέας. «Εδώ είναι ιδιωτική πρωτοβουλία, δεν είναι κράτος!» «Εγώ θέλω Αρμάνι», επέμενε ο Μάκης. «Καλά, έχεις τρελαθεί; Θέλεις να μου σπάσεις τα νεύρα; Θα πούμε στον Αρμάνι να ράψει στολή αρχιφύλακα;» «Δεν ξέρω τι θα κάνετε, εγώ δε βγαίνω με τέτοια κωλοστολή έξω». «Εντάξει», υποχώρησε ο Αντρέας, «θα σου βρω εγώ στολή Αρμάνι. Πάμε παρακάτω. Λέγε το σχέδιο, αρχιφύλακα».


«Μόλις τελειώσει ο αυλισμός και μπουν οι κρατούμενοι μέσα, θα φέρω τη στολή εγώ στον κύριο Μάκη. Θα τη φορέσει και θα τον βγάλω στο προαύλιο». Ο Μάκης άρχισε να χασμουριέται. «Παρακολουθείς;» τον ρώτησε ο Αντρέας. «Με μεγάλο ενδιαφέρον», απάντησε. «Θα έρθει το ελικόπτερο και θα προσγειωθεί στην αυλή», συνέχισε ο αρχιφύλακας. «Καλά, αυτό θα γράψει ιστορία!» πετάχτηκε ο Αντρέας. «Ούτε ο Πεταλούδας! Κοίτα τον αχάριστο, μας αντιμετωπίζει λες και είμαστε εχθροί του. Ρε κτηνίατρε, δε βλέπεις τι κάνουμε για εσένα; Κοίτα τον, χασμουριέται πάλι...» «Μόλις έρθει το ελικόπτερο», συνέχισε ο αρχιφύλακας, «θα το σκάσει, και από εδώ πάνε οι άλλοι». «Σου αρέσει;» ρώτησε τον Μάκη ο Αντρέας. «Να ακούσω τη συνέχεια για να βγάλω συμπέρασμα», αποκρίθηκε εκείνος. «Ο κύριος Αντρέας θα σου έχει έτοιμο διαβατήριο και το κότερο να φύγεις. Λεφτά φουλ... Έτσι, κύριε Αντρέα; Και από εδώ πάνε οι άλλοι». «Οι δικοί μας», τον έκοψε ο Μάκης, «από πού πάνε;» «Ποιοι είναι οι δικοί μας;» ρώτησε ο αρχιφύλακας.


«Άσ’ τον», μπήκε στη μέση ο Αντρέας, «δεν το πιάνει το υπονοούμενο». «Τη στολή γιατί θα τη βάλω;» «Όταν κάνεις ένα πλάνο», είπε ο αρχιφύλακας και τα μάτια του έλαμψαν σαν του ποιητή που συλλαμβάνει τον άρρητο στίχοσφραγίδα για το έργο του, «πρέπει να τα υπολογίζεις όλα. Βλέποντας έναν κρατούμενο στην αυλή κι ένα ελικόπτερο να κατεβαίνει, τι θα πει κάποιος που μπορεί να παρακολουθεί;» «Έλα, Μάκη», επενέβη ο κρατουμένου δε θα πει;»

Αντρέας, «τι θα πει; Απόδραση

«Ένώ αν είναι ένας φύλακας στην αυλή», συμπλήρωσε ο αρχιφύλακας, «κανείς δε θα το σκεφτεί. Πώς με βλέπεις τώρα, άρχοντα;» «Έχεις ανέβει πολύ στα μάτια μου!» σχολίασε ο Μάκης. «Με κατηγορείς μετά ότι δεν κάνω τίποτα. Αυτό είναι που δεν αντέχω εγώ, την αχαριστία σου, Μάκη», είπε ο Αντρέας. Ο Μάκης κάθισε και βάλθηκε να διαλογίζεται σε στάση λωτού. Τότε ο Αντρέας πρόσεξε τα περίεργα αντικείμενα στο κελί του. «Τ ι είναι αυτά;» ρώτησε ψιθυριστά τον αρχιφυλακα. «Φενγκ σούι», του απάντησε εκείνος. «Την έχει δει περίεργα». Ο Αντρέας κούνησε το κεφάλι με περίσκεψη και αποχώρησε. Βγαίνοντας, πήρε μια βαθιά αναπνοή για να διώξει το πλάκωμα που


ένιωθε στο στήθος. Έμπαινε σε μεγάλη περιπέτεια με την απόδραση. Αν κάτι πήγαινε στραβά, μπορούσε να βρεθεί κι αυτός στη στενή. Αλλά δε γινόταν να κάνει πίσω. Άφησε τη Ζέτα σιο σπίτι της και συνέχισε για το δικό του. Ήθελε να ξεκουραστεί λίγο, να είναι φρέσκος στη συνάντηση με το φίλο της κόρης του. Ο Αντρέας κάθισε στην κορυφή του τραπέζιου και δεξιά του έβαλε την Τέτα. Αριστερά του, το λαμόγιο. Στη διάρκεια του δείπνου, που το συνοδέυσαν μ’ ένα ακριβό κόκκινο κρασί, ο Αντρέας ρωτούσε διάφορα πράγματα τον τύπο, που δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον -για τους γονείς του, τις σπουδές του-, όπως θα έκανε κάθε πατέρας στην πρώτη γνωριμία με τον υποψήφιο γαμπρό του. Ήξερε πως ένα λαμόγιο πρώτα το αποκοιμίζεις με ανώδυνες ερωτήσεις και μετά, αιφνιδιαστικά, το χτυπάς σαν χταπόδι, Η άλλη μέθοδος είναι να παριστάνεις τον ηλίθιο, ότι έχεις μασήσει, ότι έχεις γοητευθεί, ότι σ’ έχει στο χέρι, ώστε να νιώσει ασφάλεια και να βγάλει τη λαμογιά του σε όλο της το μεγαλείο. Όταν τελείωσαν το φαγητό, ο Αντρέας άναψε πούρο και στράφηκε στον Κώστα. «Πουράκι;» του είπε. «Ευχαριστώ, θα πάρω». Ο Αντρέας του πρόσφερε με αβρότητα ένα Κοΐμπα. «Τ ι δουλειά είπαμε ότι κάνεις, Κωστάκη;» τον ρώτησε σαν να μη θυμόταν τι του είχε πει.


«Εγώ, κύριε Αντρέα», απάντησε το λαμόγιο, «έχω μεγάλα σχέδια». «Εντάξει, αυτό το καταλαβαίνω. Νέος είσαι, έχεις σχέδια. Τ ώρα, όμως, τι κάνεις;» Εκεί πετάχτηκε η Τέτα. «Ο Κώστας, μπαμπά, σχεδιάζει μια τρομερή δουλειά». Ο Αντρέας την κοίταξε προς στιγμήν και στράφηκε πάλι στον Κώστα, «Τ ώρα δε δουλεύεις δηλαδή, σχεδιάζεις... Συλλαμβάνεις το σχέδιο». «Κύριε Αντρέα», είπε εκείνος, «για να πετύχει μια δουλειά πρέπει να τη σχεδιάσεις καλά. Κι εγώ δεν είμαι άνθρωπος που κάνει επιπολαιότητες». «Αυτό είναι πολυ ωραίο για την ηλικία σου, αγόρι μου». «Αν σου πει τα σχέδιά του ο Κώστας, θα τρελαθείς», παρατήρησε η Τέτα. «Έχει πολλή φαντασία» «Μπράβο του!» είπε ο Αντρέας. «Για να ακούσω, Κωστάκη, αγόρι μου, ποια είναι τα σχέδιά σου...» «Εγώ έχω μερικά χρήματα, κύριε Αντρέα. Δηλαδή, όχι πολλά, καμιά διακοσαριά χιλιάδες. Αν βοηθήσετε κι εσείς την Τέτα, θα αγοράσουμε ένα δυο σκάφη και θα τα ενοικιάζουμε το καλοκαίρι για κρουαζιέρες. Έχω πολλούς φίλους με ταξιδιωτικά γραφεία και θα κονομάμε τρελά λεφτά». Ο Αντρέας τον κοίταξε.


«Όχι απλώς λεφτά, αγόρι μου, ε; Τ ρελά λεφτά...» «Ναι, το 'χω μελετήσει, κΰριε Αντρέα, Ξέρετε πόσο νοικιάζεται ένα σκάφος τη βδομάδα;» «Όχι», του είπε ο Αντρέας, «αλλά μπορώ να ρωτήσω και να μάθω». «Ρωτήστε. Σε δυο χρόνια θα έχουμε κάνει απόσβεση. Και μετά θα κονομάμε τρελά λεφτά». «Αυτό με τρελαίνει», του είπε ο Αντρέας, «που τα λεφτά θα είναι τρελά. Πόσα χρήματα πρέπει να δώσω εγώ στην Τέτα;» «Ε, να μην της δώσετε διακόσιες χιλιάδες; Άντε, τριακόσιες το πολύ. Βέβαια, το κεφάλαιο είναι μικρό για να ξεκινήσω μια τέτοια εταιρεία, αλλά όλοι ξεκινάνε από χαμηλά. Θα το πάω σεμνά και ταπεινά, δε βάζω μεγάλους στόχους απ’ την αρχή». «Καν πόσα θα είναι αυτά τα τρελά λεφτά για εσένα, αγόρι μου;» «Στην αρχή δε θα είναι πολλά, αλλά άμα παντρευτούμε με την Τέτα, ε, να μη βγάζουμε εξακόσιες με εφτακόσιες χιλιάδες το χρόνο; Ζει μια οικογένεια σήμερα με λιγότερα; Όχι βέβαια!» «Σιγά τα λεφτά!» είπε ο Αντρέας. «Αυτό λέω κι εγώ», συμπλήρωσε ο Κώστας. «Τ ι λες, μπαμπά, θα μας βοηθήσεις;» πετάχτηκε η Τέτα. Ο Αντρέας άπλωσε το χέρι και της χάιδεψε το κεφάλι. «Μπορώ να σου χαλάσω χατίρι;»


Η Τέτα τεντώθηκε και τον φίλησε. «Δε σου είπα, αγάπη μου, ότι ο μπαμπάς μου θα μας βοηθήσει;» στράφηκε και είπε στον Κώστα. Αυτό το «αγάπη μου» τον πέθαινε τον Αντρέα. Νόμιζε πως η μόνη αγάπη της ζωής της ήταν αυτός. Κατάπιε το κώνειο με ένα χαμόγελο στα χείλη, σαν να έλεγε: «Κοίτα πώς είναι η ρημάδα η ζωή!» «Εντάξει», είπε ο Κώστας. «Εγώ δεν τον είχα γνωρίσει τον κύριο Ακάλυπτο...» Ο Αντρέας πνίγηκε με το ποτό του. Η λέξη τον χτύπησε στο κέντρο του εγκεφάλου του. Η Τέτα άρχισε να χτυπάει τον πατέρα της στην πλάτη. Εκείνος συνήλθε σιγά σιγά και ανέκτησε την ψυχραιμία του. «Τ ι πάθατε, κύριε Αντρέα;» τον ρώτησε ο Κώστας. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και στράφηκε προς το μέρος του. «Πώς με είπες πριν;» τον ρώτησε. «Κύριε Αντρέα», του απάντησε το λαμόγιο, «Πώς σας είπα;» «Σίγουρα με αποκάλεσες έτσι;» «Πώς αλλιώς;» Δεν είμαι καλ ά, σκέφτηκε ο Αντρέας. Τους ζήτησε συγνώμη και σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα. Έριξε νερό στο πρόσωπό του, σκουπίστηκε και κοίταξε το είδωλό του στον καθρέφτη.


«Πρόσεξε, Ακάλυπτε», ψιθύρισε, «ή ο μικρός είναι μεγάλο λαμόγιο και σε δουλεύει ή εσύ έχεις τη μύγα και μυγιάζεσαι. Ένα απ' τα δύο». Μέσα αιύ τον καθρέφτη άκουσε τον εαυτό του να του απαντάει: «Αφού σε είπε Ακάλυπτο, το άκουσες, βρε ηλίθιε!» «Δεν είμαι σίγουρος». «Σε είπε Ακάλυπτο, το άκουσες με τ αφτιά σου. Ο μικρός ξέρει και σε δουλεύει». «Ζηλεύεις», του απάντησε ο Αντρέας, «γιατί είναι με την Τέτα. Το παιδί μπορεί να έχει σχέδια». «Το μόνο σχέδιο», του είπε το είδωλό του, «είναι να σου φάει τα λεφτά». «Και τι να κάνω με το κοριτσάκι μου; Αφού είναι ερωτευμένη. Καλύτερα να χάσω τα λεφτά, να βάλει μυαλό, παρά να χάσω το μπουμπούκι μου». «Εσύ ξέρεις...» του απάντησε το είδωλο. «Και βέβαια εγώ ξέρω!» Ξανάριξε νερό στο πρόσωπό του, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, φτιάχτηκε, «Έχω πρόβλημα», μουρμούρισε. Επέστρεψε στη σάλα. Από μακριά τους είδε να μιλάνε και να γελάνε


σαν πιτσουνάκια. Δυο ερωτευμένα παιδιά! Ξαφνικά, ένα κύμα τρυφερότητας τον πλημμύρισε. Μπορεί να κάνω λ άθος, σκύφτηκε. Και οι γονείς της Αλίκης δεν τον ήθελαν γιατί δεν είχε σταθερή δουλειά. «Η ζωή είναι ο Κώστας και η Τέτα, εγώ έχω περάσει απ’ την άλλη πλευρά του λόφου και κατεβαίνω», μονολόγησε και προχώρησε προς το μύρος τους. Κάθισε πάλι στο τραπύζι και πήρε το ποτήρι του. «Είστε καλύτερα, κύριε Αντρεα;» τον ρώτησε ο Κώστας. «Εντάξει, δεν ήταν τίποτα». Στράφηκε στην κόρη του και είδε να τον κοιτάζει με αγωνία. Άπλωσε το χέρι και της χαΐδεψε για μία ακόμα φορά τα μαλλιά. «Μη φοβάσαι», της είπε, «μια χαρά είμαι. Ο μπαμπάς σου δεν παθαίνει τίποτα». Είναι όμορφο να είσαι πατέρας. Πρώτη φορά το ένιωθε τόσο βαθιά. Ακόμα και οι αγωνίες που είχε για την Τέτα ήταν πολύ όμορφο συναίσθημα. Αν έχω δίκιο, σκύφτηκε, θα πλ ηρώσω και θα μάθει η κόρη μου. Αν έχω άδικο... Όχι, καλ ύτερα να έχω άδικο. Με αυτή τη σκέψη ησύχασε και άφησε τον εαυτό του να ευχαριστηθεί τη βραδιά. Την Τέτα δεν την έβλεπε πολύ συχνά, ας


χαιρόταν την παρέα της. Ο Μάκης, αυτή τη φορά, αποφάσισε να χτυπήσει το κουδούνι του σπιτιού του. Όσο περίμενε, η καρδιά του φτερούγιζε όπως στο πρώτο ραντεβού με τη Ρένα. Η πόρτα άνοιξε κι έμειναν για κάποια δευτερόλεπτα σιωπηλοί, να κοιτάζει ο ένας τον άλλο. Μετά η Ρενα άνοιξε την αγκαλιά της και τον έσφιξε. Αμίλητοι μπήκαν στο σπίτι κι εκείνη έκλεισε την ιιόρτα πίσω τους. «Επιτέλους, αποφάσισες να ρθεις να με δεις», του είπε. Ο Μάκης δεν απάντησε, δεν ήξερε τι να της πει. «Να σου βάλω ένα ποτό;» «Ναι», είπε νεύοντας καταφατικά με το κεφάλι. Η Ρένα πήγε στο μπαράκι. «Μάθαινα ότι βγαίνεις και στενοχωριόμουν που δεν ερχόσουν στο σπίτι μας». «Δεν μπορούσα», της απάντησε, «τα έχω κάνει μαντάρα». Η Ρένα είφερε δύο ποτήρια με ουίσκι και κάθισε απέναντι του. Τον παρατηρούσε απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια. «Μη με κοιτάς έτσι, σε παρακαλώ...» «Έχεις πάρει λίγα κιλά;» «Ο αρχιφύλακας λέει ότι πρέπει να γυμνάζομαι».


«Καλά σου λέει. Πώς και αποφάσισες απόψε να με δεις;» «Ήθελα να μιλήσουμε». Η Ρένα έψαξε τα τσιγάρα της - δεν κάπνιζε, παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. «Είσαι ακόμα πολύ όμορφη», παρατήρησε ο Μάκης. «Ακόμα;» «Ναι, ακόμα». «Κι εσυ δεν πας πίσω». Κοιτάζονταν σαν έφηβοι και δε χόρταιναν ο ένας τον άλλο. «Μάθαινα απ’ την Μπέτυ», ξαναείπε το παράπονό της, «ότι βγαίνεις και αναρωτιόμουν γιατί δεν έρχεσαι απ' το σπίτι». «Έπειτα απ' αυτό που σου έκανα, δεν μπορούσα». Η Ρένα γέλασε πικρά. «Αυτό ήταν το λιγότερο». «Το περισσότερο ποιο ήταν;» «Με πείραξε όταν έγινες πρόεδρος της εταιρείας. Όταν ο Ακάλυπτος σ’ έκανε πρώτη μούρη και νόμισες ξαφνικά...» Ο Μάκης έσκυψε το κεφάλι. «Χρειάζεται πολύ, νομίζεις, ο άνθρωπος για να πάρουν τα μυαλά του αέρα;»


«Γι’ αυτό δε θα του μιλήσω ποτέ. Εσύ ήσουν άμαθος, αυτός σε ξεμυάλισε». Ο Μάκης έμεινε να την κοιτάζει. «Έλα, πιες το ποτό σου», του είπε η Ρένα. «Δώσε μου κι εμένα ένα τσιγάρο», «Ξανάρχισες το κάπνισμα;» «Όχι, όχι. Απόψε, όμως, μου χρειάζεται». Η Ρένα τού έδωσε το δικό της και άναψε άλλο. «Αυτές τις μέρες θα βγω», της είπε ο Μάκης. «Πώς; Έχεις δύο χρόνια ακόμα». «Θα με βγάλει ο Αντρέας». Εκείνη αμέσως αγρίεψε. «Δεν πιστεύω να σε μπλέξει πάλι...» «Εγώ του το ζήτησα. Δεν αντέχω άλλο μέσα. Σκέφτομαι να πάμε στην Κολομβία». «Ποιοι;» «Εμείς οι δύο. Λεφτά έχουμε». «Και το παιδί πού θα το αφήσουμε;»


«Το παιδί είναι μεγάλο, έχει κάνει δική του οικογένεια. Αν θέλει, θα έρχεται να μας βλέπει». «Δεν είσαι καλά, Μάκη! Πώς σου ήρθε αυτό τώρα;» «Θέλω να πιάσουμε τη ζωή μας απ’ την αρχή. Τ ώρα θα είμαστε πλούσιοι, θα ζήσουμε αυτά που δε ζήσαμε». Η Ρένα πήγε κοντά του, του άγγιξε το χέρι και το χάιδεψε. «Δε μεγάλωσες...» του είπε και τον φίλησε τρυφερά. «Τ ι να ζήσουμε, Μάκη μου; Εμείς σε λίγο θα είμαστε παππούδες». «Γιατί, οι παππούδες δεν έχουν ψυχή; Δε θέλουν να ζήσουν;» Η Ρένα χαμογέλασε. «Θα ’ρθεις;» τη ρώτησε. «Είσαι τρελός; Θα σε περιμένω να βγεις. Και κοίτα μη σε ξαναμπλέξει ο Ακάλυπτος». Ο Μάκης έσκυψε το κεφάλι. Είχε κάνει τρελά όνειρα να αρχίσει μια καινούρια ζωή στην Κολομβία, όπου δε θα τους έβρισκε κανείς. Με τα χρήματα που είχε θα ζούσαν σαν βασιλιάδες. Θα άφηνε πίσω όλα τα λάθη που έκανε και θα πρόσφερε στη Ρένα μια ζωή που δεν την είχε ονειρευτεί. Θα έσβηνε όλη τη μιζέρια των πρώτων χρόνων του γάμου τους, θα έσβηνε όλες τις πίκρες, όλες τις αγωνίες, και θα άφηνε την ψυχή του ελεύθερη. Θα ήταν η μεγάλη πράξη της ζωής του, η ανατροπή, θα ξανάνιωνε. Και η Ρένα σκεφτόταν πως σε λίγο θα γίνονταν παππούδες! Αυτό το είχε πάντα η Ρένα. Κάθε φορά που ο Μάκης ήθελε να πετάξει, κρατούσε το σκοινί. Κάθε φορά. Ήταν


πάντα πρακτική, κρατούσε τη διαχείριση του σπιτιού, κρατούσε την οικογένεια, Η Ρένα τον αγαπούσε μερικές φορές σαν μάνα. Και αυτός ήθελε τώρα να την κάνει να ζήσει πάλι σαν κοριτσάκι. «Το έχω κανονίσει», της ψιθύρισε. «Τότε πάρε το φίλο σου τον Ακάλυπτο και πηγαίνετε μαζί στην Κολομβία. Εγώ θα σε περιμένω να βγεις». Ο Μάκης σηκώθηκε, την αγκάλιασε, έκανε μεταβολή και έφυγε με σκυμμένο κεφάλι. Η Ρένα έτρεξε πίσω του, άνοιξε την πόρτα και του φώναξε: «Θα σε περιμένω!» Ο Μάκης κούνησε το κεφάλι, τηλεφώνησε στον Βλάση και γύρισε πάλι στο κελί του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ Ο ΑΝΤ ΡΕΑΣ είχε μιλήσει στο Φίδι - αυτό ήταν ένα απ’ τα παρατσούκλια του Πέτρου του ντετέκτιβ. Τον έλεγαν έτσι για πολλούς λόγους. Πρώτον, γιατί κινούνταν αθόρυβα, χωρίς να τον παίρνει κανείς μυρωδιά. Δεύτερον, γιατί μπορούσε να σε δαγκώσει και να πας ακαριαία απ’ το δηλητήριό του. Τ ρίτον, γιατί μπορούσε να συρθεί στο χώμα για να βγάλει φράγκα. Και τέταρτον, για ένα εκατομμύριο άλλους λόγους που δεν τους ήξερε ακόμα ο Αντρέας. Ήταν, όμως, εχέμυθος και αποδεδειγμένα δεν ήταν καρφί της αστυνομίας. Αντίθετα, επειδή είχε κάνει τρία χρόνια στον Κορυδαλλό εξαιτίας των μπάτσων, τους μισούσε, όπως και οτιδήποτε είχε σχέση


με το κράτος. Γενικά, ο Πέτρος μισούσε πολύ εύκολα. Στον Αντρέα ήταν πιστός, γιατί είχε οικονομικό όφελος - τουλάχιστον μέχρι τώρα. Όμως ο Αντρέας τον υποπτευόταν πάντα, καθώς πίστευε ότι είχε χαλάσει η πιάτοα. Ήταν ο καλύτερος, ωστόσο, να οργανώσει τέτοια δουλειά. Το Φίδι κανόνισε το ελικόπτερο, τον πιλότο, τους μπράβους. Ο Αντρέας θα του χώνε χοντρό μπαγιόκο και, στη στραβή, ο Πέτρος θα πήγαινε μέσα κι εκείνος θα τον αποζημίωνε με μια γενναία κατάθεση σε λογαριασμό όψεως. Αυτά είναι τα πλεονεκτήματα του να έχεις λεφτά, βρίσκεις ανθρώπους να σε καλύψουν. Άλλωστε, όλοι ήξεραν ότι ο Αντρέας ήταν large. Η επιχείρηση είχε κανονιστεί μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Ο ντετέκτιβ του εξέθεσε το σχέδιο και ο Αντρέας το μετέφερε στον αρχιφύλακα. Θα του κόστιζε η ιστορία μισό εκατομμυριάκι, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, είχε υποσχεθεί στον Μάκη πως θα τον έβγαζε. Και δεν ήταν μόνο η υπόσχεση που του είχε δώσει, ήταν και η απελπισία που είχε δει στα μάτια του. Ο Μάκης ήταν για τον Αντρέα όπως η Αλίκη, τον αγαπούσε λίγο λιγότερο απ’ την κόρη του. Εντάξει, τον έστειλε κάτι χρονάκια φυλακή, αλλά τον είχε κάνει πλούσιο. Δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει κανείς. Κι έπειτα, τι φυλακή; Είχε κάνει το κελί του σαν το Παραντάιζ της Μυκόνου! Άσε που ήταν στην ξάπλα συνέχεια, χωρίς σκοτούρες και χωρίς να επηρεάζεται η στύση του απ' το άγχος... Η Ζέτα τον παρακολουθούσε που στριφογύριζε ατο σαλόνι. Είχε ξεχάσει ότι εκείνη τη μέρα είχε καλέσει τρεις μοντέλες να τους κάνει δοκιμαστικό για ένα διαφημιστικό. Θα τις έγδυνε, θα τις έβαζε στο τζακούζι, θα περνούσε όμορφα μαζί τους, θα του έκαναν μασάζ μπορεί να είχε και κάνα τυχερό-, θα τις χαρτζιλίκωνε χοντρά και, αν κάποια άξιζε, θα της έδινε και το διαφημιστικό.


Η αγωνία για την έκβαση της επιχείρησης, όμως, τον έπνιγε, έπρεπε να λειτουργήσουν όλα στην εντέλεια. Το Φίδι δεν τον είχε πάρει ακόμα τηλέφωνο κι έτσι, όταν κάποια στιγμή άκουσε το κινητό του να χτυπάει, τινάχτηκε να το σηκώσει. Αλλά δεν ήταν ο ντετέκτιβ, ήταν ο υπουργός. Είχε διαβάσει τα τελευταία γκάλοπ που τους έδειχναν να έχουν πατώσει και τα χε παίξει απ' την αγωνία. «Χανόμαστε, Αντρέα! Χανόμαστε!» του είπε. «Όλοι αυτοί οι άχρηστοι θα μας πάρουν στο λαιμό τους. Οι συγγενείς και οι φίλοι, οι κουμπάροι... Πάμε κατά διαόλου, Αντρέα!» «Ηρεμήστε, κύριε υπουργέ. Φαινόμενα είναι αυτά». «Τ ι φαινόμενα; Η κατρακύλα συνεχίζεται! Κάθε μήνα πάμε και χειρότερα». «Θα υπάρξει ανάκαμψη, κύριε υπουργέ», τον καθησύχασε. Δεν το πίστευε, αλλά αυτό έπρεπε να του πει. Βέβαια, είχε και άλλα, ωστόσο τα κράτησε για τον εαυτό του. Ήθελε να τού πετάξει: «Είστε πολύ μαλάκες, πέσατε στο μέλι με τα μούτρα και πασαλειφτήκατε. Κυνηγάτε τις γκόμενες σαν λιγούρια, σας έχει πάρει μυρωδιά όλο το Κολωνάκι». Όμως δεν μπορούσε να του ρίξει κι άλλο την ψυχολογία. Φίλος του ήταν. Φίλους είχε και τους προηγούμενους, αλλά με αυτόν τα χε βρει, είχαν κολλήσει, γιατί δεν κρατούσε τα προσχήματα. Και όταν του γνώρισε μια μοντέλα, ο φουκαράς την καψουρεύτηκε, γιατί είχε να πηδήξει άλλη γυναίκα πλην της συζύγου του πριν απ’ το γάμο του. Της έσπασε τα νεύρα της κοπέλας - ζήλιες, υστερίες, κλάματα... «Τ ι θα κάνουμε, Αντρέα;» του είπε αναστατωμένος ο υπουργός. «Τ ι θα κάνουμε;»


«Μην ανησυχείτε, κύριε υπουργέ. Τα γκάλοπ που λέτε είναι βλακείες. Ο λαός εσάς θέλει, σας αγαπάει. Αυτά τα γκάλοπ είναι στημένα. Θα σας φτιάξώ εγώ μια διαφημιστική καμπάνια και θα γίνει αμέσως η ανάκαμψη». Αυτό ήταν το πιο σωστό που μπορούσε να του πει. Όχι ότι θα κατάφερνε τίποτα, αλλά μια διαφημιστική καμπάνια έχει πολλά λεφτά. Εντάξει, δεν τα παίρνεις μόνο απ’ τους νικητές, και οι χαμένοι κάτι έχουν να σου δώσουν. Αύριο οι χαμένοι θα είναι πάλι νικητές, και πάει λέγοντας... Την έχουν μοιράσει σωστά την πίτα οι μεγάλοι. Κι εκείνος δεν ήταν βλάκας. Ήξερε να επωφεληθεί απ’ όλες τις συγκυρίες. Ο υπουργός ηρέμησε και ο Αντρέας πήρε μια βαθιά αναπνοή και στράφηκε στο Εργαλείο. «Πάρε μου το Φίδι», είπε. Μετά ξαναμίλησε στον υπουργό. «Δε μείνατε ευχαριστημένος απ’ την προεκλογική καμπάνια που σας έκανα;» «Βέβαια!» απάντησε αυτός. «'Ολοι στο κόμμα είχαν να το λένε». «Το καινούριο σύνθημα», είπε ο Αντρέας, «θα είναι; “ Εμείς λέμε την αλήθεια στα καλά και στα κακά. Είμαστε ειλικρινείς”. Αυτό θα είναι! Εγώ είμαι μέοα στον κόσμο, κύριε υπουργέ, και ακούω τι λέει ο λαός. Σας αγαπάει». «Έχω το Φίδι στο τηλέφωνο...» τον έκοψε η Ζέτα.


«Θα σας ξαναπάρω εγώ, κύριε υπουργέ. Θα πάω και στο μοναστήρι, μη φοβάστε. Θα την κλείσω κι αυτή την τρύπα. Τα σέβη μου στη σύζυγό σας». Βιάστηκε να δώσει τέλος στη συνομιλία και πήρε τη συσκευή που του έτεινε η Ζέτα. «Που βρισκόμαστε;» ρώτησε. «Σε δυο λεπτά έχουμε απογείωση», του είπε το Φίδι. «Τον κατεβάζετε στο βουνό και από εκεί τον πάτε κατευθείαν στο σκάφος, έτσι;» «Μην ανησυχείτε, όλα είναι μελετημένα». «Να μείνω ήσυχος...;» Έκλεισε το τηλέφωνο και στράφηκε πάλι στη Ζέτα. «Για κοίτα τις μικρές... Λένε τίποτα;» «Εξαρτάται για τι πράγμα τις θέλεις». «Κόψε την ειρωνεία! Για γιαούρτι τις θέλω». «Ε, για γιαούρτι καλές είναι». Μες στην κακία η Ζέτα, να τις θάψει τις κοπέλες! Ο Αντρέας, όμως, θα της έσπαγε τα νεύρα. Το Εργαλείο είχε σηκώσει ψηλά τη μύτη. Ας τελείωναν όλα με το καλό, να του φύγει το άγχος, και μετά θα την έστρωνε, θα είχε χρόνο να ασχοληθεί μαζί της. Τ ώρα είχε άλλα στο μυαλό του.


«Ηρέμησε», μονολόγησε, «το σχέδιο είναι τέλειο και θα πετύχει». Την τελευταία στιγμή, όμως, προέκυψε ένα πρόβλημα που δεν μπορούσε να το φανταστεί ούτε ο Αντρέας ούτε το Φίδι ούτε ο αρχιφύλακας. Ο Μάκης δε γούσταρε να φορέσει τη στολή που του πήγαν. Ο αρχιφύλακας παραλίγο να πάθει εγκεφαλικό. «Δε μου αρέσει!» φώναζε ο Μάκης. «Μην τρελαθούμε, κύριε Μάκη. Η στολή σάς πάει. Άμα πάρετε και το σκληρό σας ύφος, κανείς δε θα σας καταλάβει». Ο Μάκης ξίνισε τα μούτρα του. «Εγώ με αυτή τη στολή δε βγαίνω». «Μα, είναι Αρμάνι! Πλήρωσε τόσα λεφτά ο κύριος Αντρέας». Ο Μάκης περιέφερε το βλέμμα στο κελί του σαν να το έβλεπε για πρώτη φορά. «Κι εγώ που σας ξέρω, αν σας έβλεπα έτσι, θα έλεγα ότι είστε δικός μας». Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το βουητό του ελικοπτέρου. «Έρχονται τα παιδιά!» είπε ο αρχιφυλακας με έξαψη. «Δεν πρόκειται να φύγω», δήλωσε ο Μάκης. «Τ ι;» αναφώνησε ο αρχιφυλακας και ουγκράτησε τα μπινελίκια που του έρχονταν δικαιολογημένα οτο στόμα.


«Άλλαξα γνώμη», είπε ο κρατούμενος. «Αυτό δείχνει ασταθή χαρακτήρα, κύριε Μάκη, και δεν είναι ωραίο», του απάντησε με τον πιο ευγενικό τρόπο ο αρχιφύλακας. «Η γυναίκα μου δε θέλει να έρθει μαζί μου». Ο αρχιφύλακας έβαλε τα γέλια. «Ποιά είναι, κύριε Μάκη, η Αντζελίνα Τ ζολί και σας κάνει νάζια; Με τα λεφτά που έχετε, κύριε Μάκη, όλες οι Κολομβιανές καλλονές θα πέσουν στα πόδια σας». «Εγώ τη Ρένα την αγαπάω», απάντησε εκείνος με πείσμα μικρού παιδιού. «Και θα καταστραφεί ένα ωραίο σχέδιο γι’ αυτό το λόγο; Σας παρακαλώ, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για τα αισθηματικά». «Σου είπα, δε θέλω να φύγω!» «Μα είναι κρίμα να το χαλάσουμε τώρα... Φύγετε και ξαναγυρίοτε, πείτε ότι σας πήραν κατά λάθος. Θα μετρηθεί στα υπέρ σας. Αλλά να το ξέρετε, οι άντρες δεν αλλάζουν αποφάσεις». Το βουητό του ελικοπτέρου, όμως, είχε βάλει σε σκέψεις και το διευθυντή των φυλακών, που έπαιζε το συνηθισμένο του τάβλι μ’ ένα φύλακα, δεινό τζογαδόρο και σκληρό αντίπαλο. Κάθε παρτίδα πενήντα ευρώ - πώς αλλιώς να περάσει η ώρα; Τα πενήντα ευρώ δεν ήταν και λίγα χρήματα, γιατί ο διευθυντής και ο τζογαδόρος φύλακας έπαιζαν γύρω στις δέκα παρτίδες. Ευτυχώς, οι κρατούμενοι, δηλαδή κάποιοι απ’ αυτούς που διέθεταν μπαγιόκο, είχαν μια έφεση στο


λάδωμα και ο διευθυντής με το φύλακα δεν έδειχναν καμία διάθεση να τους χαλάσουν αυτή την ωραία συνήθεια. Ο διευθυντής σήκωσε το κεφάλι ψηλά. «Ακούς ελικόπτερο, Λάκη;» «Το ακούω, κύριε διευθυντά», απάντησε ο Λάκης. «Τ ρέξε στο προαύλιο να δεις τι γίνεται κι ενημέρωσέ με». «Μάλιστα, κύριε διευθυντά», είπε ο Λάκης. «Μην κουνήσεις τα πούλια, γιατί θυμάμαι πως είμαστε...» «Για κλέφτη μ έχεις;» «Προς Θεού, κύριε διευθυντά! Το να αλλάξουμε θέση στα πουλιά δεν είναι κλοπή, πειρασμός είναι». Ο φύλακας άνοιξε την πόρτα και βγήκε. Ο διευθυντής χαμογέλασε σιγά μη δεν άλλαζε θέση στα πουλιά! Ευκαιρία ήταν. Κι αν ο άλλος αντιδρούσε, θα του έκοβε τα πολλά πάρε δώσε με τους συγγενείς των κρατουμένων. Ο φύλακας έτρεξε στο προαύλιο και κοίταξε με αγωνία γύρω του ερημιά. Ευτυχώς, γιατί αν τους έπαιρναν κανέναν, θα ξεφτιλιζόταν το σύστημα. Έπιασε το γουόκι τόκι και μίλησε στον προϊστάμενό του. «Δεν είναι κανείς στο προαύλιο. Ακούω το ελικόπτερο, όμως, που κατεβαίνει». «θα είναι κάποιος απ’ το υπουργείο», είπε ο διευθυντής των φυλακών και μάζεψε γρήγορα το τάβλι.


Τα γεγονότα, από εκείνη τη στιγμή, εξελίχτηκαν με κινηματογραφική ταχύτητα. Ο αρχιφύλακας με τον Μάκη, που στο μεταξύ τον είχε ψήσει να φανεί επιτέλους άντρας, προχωρούσαν γρήγορα στο διάδρομο. Ο τζογαδόρος φύλακας βρισκόταν στο προαύλιο. Το ελικόπτερο προσγειώθηκε μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης. Ο πρώτος μπράβος κατέβηκε, είδε το φύλακα στο προαύλιο και μίλησε στο κινητό για να ενημερώσει το Φίδι. «Έρχεται!» του είπε. «Τον είδα». Ο Μάκης και ο αρχιφύλακας άρχισαν να τρέχουν για να προλάβουν το ελικόπτερο. Ο τζογαδόρος φύλακας πλησίασε προς το ελικόπτερο για να υποδεχτεί τον «άνθρωπο του υπουργείου». Ο μπράβος, όμως, που βιαζόταν, του έκανε νόημα να κάνει πιο γρήγορα. Εκείνος συνέχισε να περπατάει νωχελικά, γεγονός που εξαγρίωσε τον μπράβο. «Έλα, που θες και πρόσκληση!» του φώναξε, θεωρώντας προφανώς πως απευθυνόταν στον κρατούμενο που επρόκειτο να αποδράοει. Τότε ακριβώς, ο Μάκης και ο αρχιφύλακας άνοιξαν την πόρτα και βγήκαν κι αυτοί στο προαύλιο. Ο μπράβος τούς είδε και προβληματίστηκε, γι’ αυτό ξαναπήρε το Φίδι. «Βλέπω τρεις φύλακες», του είπε. Το Φίδι, με την οξυδέρκεια που διέθετε, του έδωσε αμέσως την απάντηση. «Θα καταλάβεις τον ενημερωμένο απ’ τη συμπεριφορά του». Ο μπράβος έπιασε το νόημα.


«Κατάλαβα, τον ενημερωμένο θα πάρω». Ο τζογαδόρος φύλακας είχε πλησιάσει αρκετά. Ο μπράβος τού απηύθυνε τη σωστή φράση: «Έλα, ρε μαλάκα! Για εσένα ήρθαμε!» Ο άλλος τα έχασε με την τιμή που του επιφύλαξαν. «Για εμένα;» είπε χάσκοντας. Ο μπράβος τα πήρε. «Βρε, πού μπλέξαμε!» Τον άρπαξε και τον τράβηξε προς το ελικόπτερο. Ο φύλακας άρχισε να αντιστέκεται. Σε βοήθεια του πρώτου μπράβου κατέβηκε κι ένας δεύτερος απ’ το ελικόπτερο. «Κοίτα που θέλει πρόσκληση ο μαλάκας!» συνέτεινε και αυτός στην παρεξήγηση με τη φράση του. Ο Μάκης είχε μείνει άναυδος να παρακολουθεί τη σκηνή. Μετά στράφηκε στον αρχιφύλακα, που τον κοίταξε απογοητευμένος και του είπε: «Μόλις χάλασε ένα ωραίο σχέδιο...» Το ελικόπτερο απογειώθηκε και ο αρχιφύλακας έσπρωξε τον Μάκη προς το κελί για να του αφαιρεσει την ένοχη στολή, πριν τα πράγματα πάρουν την αναμενόμενη πορεία τους. Για πρώτη φορά δε συγκρατήθηκε και τον περιέλουσε με τα μπινελίκια που του άξιζαν. Ο Μάκης ήταν προβληματισμένος με τον εαυτό του και μαζεμένος,


καθώς εισέπραττε απ’ το βλέμμα του αρχιφύλακα περιφρόνηση και επιτίμηση. Ο πιλότος κατέβασε το ελικόπτερο στο βουνό, σύμφωνα με τις εντολές που είχε, και από εκεί οι δύο μπράβοι έβαλαν τον αποσβολωμένο φύλακα σ’ ένα αυτοκίνητο και τον μετέφεραν στο κότερο. Εκείνος, μεταξύ σύγχυσης και κατάπληξης, προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Θεωρούσε ότι κάποια τρομερή συμμορία τον οδηγούσε σε εκτέλεση. Πάσχιζε να θυμηθεί ποιον αρχικακοποιό είχε τσατίσει. Έτρεμε το φυλλοκάρδι του. Να γλ ιτώσω κι ας φέρνω ντόρτια σε όλ η μου τη ζωή, ευχόταν από μέσα του. Ποιον πείραξα; Ποιον; Εγώ είμαι καλ ό παιδί Οι μπράβοι, που δεν ήξεραν όλο το σχέδιο, ούτε το στόχο της απαγωγής, είχαν φτιάξει τη δική τους θεωρία. Πίστευαν ότι ο φύλακας ήταν κάποιος κακοποιός που είχε μπει στο μάτι άλλων κακοποιών, οι οποίοι ήθελαν να τον φουντάρουν στη θάλασσα. Αλλά, πάλι, τα λεφτά που θα τους έδιναν τους μπέρδευαν. Ίσως ήταν κάποιος κακοποιός που απήγαγαν άλλοι κακοποιοί για να μη μιλήσει. Ο φόβος του απαχθέντος, κατά την άποψή τους, οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν ήξερε τι τύχη του επιφύλασσαν. Αλλά οι μπράβοι δεν ανακοινώνουν ποτέ τις σκέψεις τους, έχουν μάθει να τις κρατάνε για τον εαυτό τους. Έτσι έκαναν κι αυτοί. Όταν έφτασαν στο κότερο, τον έσπρωξαν μέσα. Ο ένας τού έδωσε το διαβατήριο και τα λεφτά. «Εδώ είναι όλα», του είπε. «Την κοπανάς αμέσως». «Που να πάω;» ρώτησε έντρομος ο φύλακας.


«Εμάς ρωτάς;» του απάντησαν μ’ ένα στόμα, «Εμείς τη δουλειά μας την κάναμε». Ο φύλακας είχε πεθάνει απ’ το φόβο του. Τ ώρα θα εμφανιζόταν ο εκτελεστής. Αλλά, πάλι, γιατί του έδωσαν λεφτά; Όταν απομακρύνθηκαν οι μπράβοι κι έμεινε μόνος στο κότερο, βγήκε στη μαρίνα και κοίταξε γύρω του. Δεν υπήρχε ψυχή. Έτσι αντέδρασε όπως θα αντιδρούσε κάθε τύπος μπασμένος στα κόλπα. Βούτηξε τα λεφτά, τα έκρυψε στο σπίτι του και πέταξε το διαβατήριο. Δεν ήθελε να αρχίσουν ανακρίσεις και να βρεθούν οι απαγωγεις, καθώς φοβόταν πως, αν ομολογούσαν, θα ανέφεραν και το παραδάκι που είχε σουφρώσει. Έτσι ειδοποίησε το διευθυντή των φυλακών, τον ενημέρωσε ότι τον άφησαν σ’ ένα βουνό, ότι κατέβηκε με τα πόδια, ανέφερε λάθος στοιχεία για τους μπράβους και είπε πως η συμπεριφορά τους ήταν ανεξήγητη. 'Επειτα πήγε στην ασιυνομία για να καταθέσει. Τα είχε οργανώσει όλα στο μυαλό του, δε θα έβρισκαν κανένα κενό. Με τόσα χρήματα θα έπαιρνε κι ένα εξοχικό και θα ήταν ωραίος. Σαν να είχε παίξει ΛΟΤ Τ Ο και να κέρδισε. Εκείνη τη μέρα η τύχη τον πήγαινε. Τον Αντρέα, όμως, δεν τον πήγαινε με τίποτα. Είχε καταφέρει τα τρία πιπίνια να χωθούν μαζί του στο τζακούζι -η Ζέτα θα έσκαγε απ’ τη ζήλια της- και περίμενε να μάθει τα ευχάριστα νέα. Το σύνθημα ήταν ένα τραγούδι στο κινητό του: «Σαλπάρει το καράβι». Όμως αντί για το παλιό τραγουδάκι άκουσε τον αρχιφύλακα να του λέει ότι το ωραίο σχέδιο καταστράφηκε. Ο Αντρέας έμεινε άναυδος. Πετάχτηκε τσίτσιδος αιι’ το τζακούζι, αλλά αντιλήφθηκε εγκαίρως το θλιβερό θέαμα που παρουσίαζε στα μάτια των κοριτσιών ο μαραμένος αντρισμός του και βιάστηκε να φορέσει το μπουρνούζι του. Το αίμα είχε μαζευτεί στο πάνω κεφάλι του.


«Είστε όλοι άχρηστοι!» άρχισε να ουρλιάζει. «Κι αυτουνού πες του ότι θα σαπίσει στη φυλακή!» «Δε φταίω εγώ...» προσπαθούσε να του εξηγήσει ο αρχιφύλακας. «Όλοι φταίτε!» ωρυόταν ο Αντρέας. «Πες σε αυτό τον αχάριστο ότι θα του φορτώσω κι άλλα και θα μείνει μέσα ισόβια. Αυτό να του πεις». Πέταξε με δύναμη το κινητό στον τοίχο κι έφυγε τρέχοντας προς το σαλόνι. Πίσω του άκουσε τις τρεις κοπέλες να λύνονται στα γέλια. Έκανε να τους πει καμιά βαριά κουβέντα, αλλά κατάλαβε πως η κατάσταση είχε ξεφύγει απ' τον έλεγχό του. Στο σαλόνι η Ζέτα παρακολουθούσε μια ηλίθια εκπομπή. Στράφηκε και του χαμογέλασε. Δεν είχε πει καμία απ' τις συνηθισμένες κακίες της όταν τον είδε να παίζει με τα πιπίνια. Τ ώρα είχε αφοσιωθεί σε μια κυρία που εξηγούσε τι πρέπει να κάνεις στον άντρα σου για να μη σε κερατώσει. Όμως η ενημερωτική εκπομπή κόπηκε απ' την ένδειξη «ΕΚΤΑΚΤ Η ΕΙΔΗΣΗ» κι αμέσως μια εκφωνήτρια εμφανίστηκε στο εκράν. «Μυστηριώδης απαγωγή φύλακα απ' τις φυλακές Κορυδαλλού. Ένα ελικόπτερο προσγειώθηκε στο προαύλιο και απήγαγε τον φύλακα Βασίλη Καλαμπόκη. Ακολούθως τον μετέφεραν σ' ένα βουνό και τον εγκατέλειψαν. Ο φύλακας κατέβηκε με τα πόδια και ενημέρωσε τις αστυνομικές Αρχές, που διενεργούν ανακρίσεις για να διαπιστώσουν ποιός είναι ο εγκέφαλος της απαγωγής. Εικασίες γίνσνιαι για τα κίνητρα. Οι αστυνομικοί πιστεύουν πως με αυτό τον τρόπο οι απαγωγείς ήθελαν μόνο να εξευτελίσουν την κρατική εξουσία». Ο Αντρέας έπιασε το κεφάλι του. Η Ζέτα τον κοίταξε έκπληκτη.


Μετά ξέσπασε σε τρελό γέλιο. «Σκάσε!» ούρλιαξε εκείνος. Το τηλέφωνο χτύπησε. Ο Αντρέας το πήρε εκνευρισμένος - ήταν το Φίδι. «Δε σε ξέρω! Δε σε είδα ποτέ!» του φώναξε. «Και τα λεφτά... Τ ι γίνανε τα λεφτά;» «Τα δώσαμε», του απάντησε το Φίδι. «Εδώ ακούω άλλα πράγματα!» «Είναι λαμόγιο ο τύπος», του απάντησε το Φίδι. «Τα πήρε. Και το διαβατήριο το πήρε. Είναι πολυ ξύπνιος». «Δηλαδή;» «Ε, δεν καταλαβαίνεις...; θέλει να κρατήσει το μπαγιόκο. Δεν πρόκειται να δώσει λεπτομέρειες, θα τους παραμυθιάσει». «Καλά, δεν κατάλαβε κανείς...» Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση, το Φίδι τον έκοψε. «Που να το φανταστούν τα παιδιά, κύριε Αντρέα; Γίνονται αυτά τα πράγματα; Αυτά μία στο εκατομμύριο συμβαίνουν». «Κι έτυχε να συμβουν σ’ εμάς; Είστε άχρηστοι! Ατάλαντοι είστε!» Ο Αντρέας έκλεισε το τηλέφωνο. Η Ζέτα του χαμογελούσε με ανυπόφορη γλυκά.


«Τα κορίτσια ρωτάνε τι θα κάνουν. Έχουν μουλιάσει στο τζακούζι», του είπε. «Αυτές δεν κάνουν ούτε για ρυζόγαλο», δήλωσε ο Αντρέας κι έφυγε γρήγορα για το γυμναστήριο που είχε στο υπόγειο - θα τσάκιζε τα βαράκια για να ηρεμήσει.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ ΕΊΧΕ ΠΕΡΆΣΕΙ ΈΝΑΣ ΜΉΝΑΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΌ . Τ Ο ΜΥΣΤΉΡΙΟ

ΑΠ ’ ΤΑ ΓΕΓΟΝΌΤΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΌΝΙΣΑΝ ΤΟΝ ΔΕΝ ΕΊΧΕ ΛΥΘΕΊ.

Ο

ΤΖΟΓΑΔΌΡΟΣ ΦΎΛΑΚΑΣ

ΣΥΝΈΧΙΖΕ ΤΟ ΤΆΒΛΙ ΜΕ ΤΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΉ, ΑΛΛΆ ΕΊΧΕ ΠΙΑ ΆΛΛΟ ΑΈΡΑ . Ο ΣΥΜΠΑΊΚΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΈΒΑΖΕ ΤΟΝ ΤΖΌΓΟ , ΕΚΕΊΝΟΣ ΔΕΝ ΚΏΛΩΝΕ .

ΟΤΑΝ ΕΚΑΤΌ

ΕΥΡΏ ΤΗΝ ΠΑΡΤΊΔΑ ΈΠΑΙΖΕ .

Τα μέτρα ασφαλείας άρχισαν σιγά σιγά να ατονούν. Όλοι πίστεψαν πως ήταν μια επίδειξη δύναμης κάποιας συμμορίας. Διάφορα λέγονταν, διάφορα ακούγονταν, ονόματα ψιθυρίζονταν, αλλά κανείς δεν μπορούσε να βάλει το χέρι στο Ευαγγέλιο. Ο αρχιφύλακας είχε πέσει σε βαθιά μελαγχολία, συχνά ξεσπούσε σε λυγμούς. Εκείνο το βράδυ πήγε στο κελί να κάνει πάλι τα παράπονά του στον Μάκη. «Ένα τόσο ωραίο σχέδιο και να πάει χαμένο! Δεν το συγχωρώ στον εαυτό μου», έλεγε. Ο Μάκης κοίταξε τα άδεια χέρια του αρχιφύλακα. «Κοστουμάκι γιατί δε μου έφερες; Ακόμα μ’ έχει τιμωρία ο Ακάλυπτος;» «Κύριε Μάκη, οι καιροί είναι πονηροί. Αφήστε να περάσει ενα διάστημα. Το συζήτησα με τον κύριο Αντρεα και συμφώνησε κι αυτός». «Α, συμφώνησε...» είπε ο Μάκης. «Ναι. Φυλακή είστε, δε θα το ξεφτιλίσουμε το θέμα».


«Το ρεμάλι ήξερε πως απόψε έχει γενέθλια η Μπέτυ». «Μα δε θα μπορούσατε να πάτε, έτσι κι αλλιώς...» «Το ξέρω», μουρμούρισε ο Μάκης. «Θα πήγαινα έξω απ’ το σπίτι, θα κοίταζα τα φώτα, θα τους έβλεπα απ’ το παράθυρο να πηγαινοέρχονται και θα ήταν σαν να είμαι κι εγώ εκεί». «Του χρόνου, κύριε Μάκη, μπορεί να είστε έξω». Ο Μάκης πήγε και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Στο σαλόνι του σπιτιού της Μπέτυς είχαν μαζευτεί όλοι οι καλεσμένοι, εκτός απ' τον Αντρέα. Πλησίαζε δώδεκα η ώρα κι εκείνη κοίταζε ανήσυχη το ρολόι της. Δεν μπορεί να το ξέχασε, ο Αντρέας δεν είχε ξεχάσει ποτέ τα γενέθλιά της. Ο γιατρός, που έφερε τον τίτλο «σύζυγος της Μπέτυς», τους μάζεψε όλους γύρω απ’ την τούρτα κι ετοιμάστηκαν να σβήσουν τα κεράκια. Άρχισε πρώτος το τραγουδάκι: «Να ζήσεις, Μπέτυ, και χρόνια πολλά...» Όλοι οι άλλοι βάλθηκαν να τον συνοδεύουν. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούστηκε το κουδούνι. «Αυτός θα είναι», είπε η Αλίκη. «Περίμενε να έρθουν όλοι για να κάνει θριαμβευτική είσοδο! Τα συνηθίζει κάτι τέτοια ο Ακάλυπτος». Η Μπέτυ έτρεξε χαρούμενη να ανοίξει και μόλις μπήκε ο Αντρέας με τη Ζέτα, τον αγκάλιασε. «Χρόνια πολλά!» της είπε εκείνος και τη φίλησε στο μάγουλο.


«Μόνο μην πεις πόσα είναι, γιατί εσύ μόνο ξέρεις!» Ο Αντρέας τής έδωσε ένα κουτάκι που ήταν το δώρο της. «Θα το ανοίξεις μετά. Είναι έκπληξη». «Σ’ ευχαριστώ. Έλα, γιατί σε λίγο θα σβήσω τα κεράκια». «Να σου συστήσω πρώτα τη Ζέτα». «Είναι το Εργαλείο που μου λεγες;» Ο Αντρέας δαγκώθηκε - η Μπέτυ πάντα ήξερε να τον καρφώνει. «Χαίρομαι που σε γνωρίζω, Ζέτα», είπε τείνοντας το χέρι στην κοπέλα. «Να σημειώσω το όνομά σου να μη σε μπερδέψω, γιατί ο Αντρέας μου γνωρίζει πολλές». Ο Αντρέας ξαναδαγκώθηκε, όμως το Εργαλείο ήταν ψύχραιμο. Εδώ είχε αντιμετωπίσει άλλες καταστάσεις, με την Μπέτυ δε θα μπορούσε να τα βγάλει πείρα; «Ε, ο κύριος Αντρέας τις γυναίκες τις παίζει... Ε, Αντρέα;» Ο Αντρέας προσπάθησε να χαμογελάσει. Το βλέμμα του έπεσε στην Αλίκη και τη Ρένα, που τον κοίταζαν και μιλούσαν σίγουρα γι’ αυτόν. Η Αλίκη μπορεί να έδειχνε σκληρή απέναντι του, αλλά με τους άλλους γινόταν λύκαινα να τον υποστηρίξει. «Δεν του μιλάς ακόμα;» ρώτησε τη Ρένα. «Κι ούτε πρόκειται», απάντησε εκείνη.


«Ο Μάκης δεν ήταν μικρό παιδί για να τον κοροϊδέψει ο Αντρέας!» «Το ξέρω. Αλλά μόνος του δε θα 'κάνε τίποτα. Κι εγώ σκέφτομαι διάφορα, αλλά δεν τα κάνω, υπάρχει διαφορά». «Ο Αντρέας δεν κατηγορεί κανέναν για τίποτα». Η ένταση θα ανέβαινε, αλλά τις πρόλαβε ο γιατρός, που ξαναφώναξε: «Ελάτε όλοι! Είμαστε έτοιμοι!» Μαζεύτηκαν πάλι γύρω απ’ την τούρτα και ο Αντρέας άρχισε πρώτος να τραγουδάει: «Να ζήσεις, Μπέτυ, και χρόνια πολλά...» Μόλις τελείωσαν, η Μπέτυ έσβησε τα κεράκια μέσα σε χειροκρότημα. Άρχισαν να την αγκαλιάζουν ένας ένας και να τη φιλάνε. Ο Αντρέας βρήκε την ευκαιρία να στριμώξει την Αλίκη και να πάρει την εκδίκησή του. «Εσύ μπορεί να κάνει σαράντα βαθμούς έξω και να νομίζεις ότι χιονίζει», της είπε. «Δεν καταλαβαίνω... Τ ι εννοείς;» τον ρώτησε. «Δε φτάνει που ο Κωστάκης, το καλό παιδί, πηδάει την Τέτα μας, θέλει να μας πάρει και τα λεφτά. Σου είπα, είναι λαμόγιο!» «Έχεις τρελαθεί απ' τη ζήλια σου, Ακάλυπτε. Φοβάσαι μη σου πάρουν το κοριτσάκι σου». «Τ ριακόσια χιλιάρικα μου ζήτησε να βάλω στη δουλειά που


ετοιμάζει». «Τ ι δουλειά;» «Του κώλου! Και θα βγάζουν τρελά λεφτά, λέει. Φάγαμε μαζί. Και η κόρη σου, να την έβλεπες, τον κοίταζε στα μάσα και μου έλεγε: “ Μπαμπά, βοήθησέ μας”. Τ ι να κάνω;» «Θα της μιλήσω εγώ». «Να μην κάνεις τίποτα. Αν της πούμε ότι είναι λαμόγιο, τη χάσαμε. Άσε να μου φάει τα λεφτά». «Δεν το πιστεύω αυτό που λες!» «Τ ι να κάνω; Καλύτερα να μας φάει τα λεφτά το λαμόγιο, παρά να μας φάει την κόρη». Είδε τον Σταμάτη να πλησιάζει. «Έρχεται ο μουλιάπας ο άντρας σου». «Δεν πας στο Εργαλείο λέω εγώ!» Ο Αντρέας γέλασε. «Καλά, πώς μιλάς έτσι; Εγώ σε άφησα κυρία». «Ο Σταμάτης είναι πολύ πρόστυχος και μου τα μαθαίνει», του απάντησε εκείνη. «Το Πράμα πρόστυχο;»


Ο Σταμάτης, όμως, παρενέβη με δύο φράσεις που δικαιούνταν να πει. «Τ ι θα γίνει μ’ εσένα; Συνέχεια θα τρέχεις πίσω απ’ τη γυναίκα μου;» Ο Αντρέας, σαν τους αθλητές στην εκκίνηση των εκατό μέτρων, ετοιμάστηκε να του ορμήξει. «Πρόσεξε, Αντρέα», τον σταμάτησε η Αλίκη. Αχ και να τον άφηνε! Θα τον έβαζε κάτω, θα τον έπιανε απ’ το λαιμό, θα έβλεπε τα μάτια του να γουρλώνουν και θα γελούσε. «Θα τον πνίξω, Αλίκη. Δώσ’ του τώρα αμέσως διαζύγιο!» Η Αλίκη τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο μάγουλο. «Ηρέμησε, Ακάλυπτε», του είπε. «Και κοίτα να τα βγάλεις πέρα με το Εργαλείο». Ο Αντρέας απομακρύνθηκε και πήγε προς τη Ρένα. «Εσυ δε θα μου μιλήσεις ποτέ;» της είπε. «Ποτέ!» δήλωσε εκείνη. «Εντάξει...» της απάντησε ο Αντρέας. «Είπες μια λέξη, κάτι είναι κι αυτό». Απομακρύνθηκε και πλησίασε την Μπέτυ, που ήταν με τη Ζέτα κι έμοιαζαν απορροφημένες απ’ τη συζήτησή τους. Σταμάτησε σε τέτοια απόσταση ώστε να μπορεί να ακούει τι λένε και τους γύρισε την πλάτη για να μην καρφωθεί. Η Μπέτυ έδινε ρεσιτάλ.


«Γυναίκες είμαστε, δε θέλω να μου λες ψέματα. Παίρνει τίποτα;» «Ο Αντρέας;» ρώτησε η Ζέτα με έκπληξη. «Για τον Αντρέα μιλάμε», της είπε η Μπε'τυ. «Μη μου κάνεις τη χαζή. Παίρνει;» «Τ ι να πάρει;» συνέχισε η Ζέτα με το ρόλο που τον έπαιζε στα δάχτυλά της. «Έχει μια ηλικία...» σχολίασε η Μπέτυ. «Τα καταφέρνει;» «Καλέ, αυτός είναι τούρμπο», αποκρίθηκε η κοπέλα. Ήταν τόσο πειστική, που η Μπέτυ την πίστεψε και στράφηκε να κοιτάξει τον Αντρέα με θαυμασμό. «Λες κι είναι είκοσι χρόνων!» συμπλήρωσε η Ζέτα. Ο Αντρέας ένιωσε μια απέραντη αγάπη για το Εργαλείο. Τουλάχιστον δεν τον εξέθετε στους άλλους. Είχε μπέσα, ό,τι ήταν να πει, το έλεγε στον ίδιο. Πλησίασε με την οικειότητα παλιού φίλου το γιατρό που έφερε τον τίτλο «σύζυγος της Μπέτυς» κι άρχισε να μιλάει μαζί του επί παντός επιστητού. Ξεκίνησε απ’ την οικονομική κρίση, αλλά είδε ότι ο γιατρός την είχε γραμμένη. Οι άρρωστοι μπορεί να πουλούσαν το σπίτι τους, αλλά θα πλήρωναν το γιατρό. Πέρασε στην πολιτική και ο γιατρός επικεντρώθηκε στο φορολογικό. Αυτή η μανία του κράτους να εισπράττει φόρους τον εξόργιζε. Γι’ αυτό, κατά την άποψή του, η κυβέρνηση θα έπεφτε. Θα ερχόταν μια άλλη, ιδανική κυβέρνηση, που δε θα κυνηγούσε τους βιοπαλαιστές - γιατρούς, δικηγόρους,


επαγγελματίες που έβγαζαν με μόχθο το ψωμί τους. Αργότερα εισήλθαν σε πιο προσωπικά θέματα και δημιουργήθηκε ένα κλίμα που ενέπνευσε τον Αντρέα να του εμπιστευθεί το πρόβλημά του. «Δεν έχω στύση, γιατρέ μου», του είπε με άγχος. Ο γιατρός χαμήλωσε λίγο, γιατί περνούσε μερικούς πόντους τον Αντρέα, και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Αντρέας ανησύχησε. «Τ ι κοιτάς, γιατρέ μου;» «Τα μάτια σου είναι μια χαρά», του είπε εκείνος. «Έχει καμιά σχέση η στύση με τα μάτια;» «Καμία». «Πρέπει να σου πω ότι αυτό το πρόβλημα ξεκίνησε από τότε που γνώρισα το Εργαλείο». «Τ ι είναι το εργαλείο;» τον ρώτησε ο γιατρός, χωρίς να μπορεί να κρύψει την έκπληξή του. «Όχι “ τι είναι το εργαλείο”», διευκρίνισε ο Αντρέας, «αλλά “ ποια είναι το εργαλείο”. Η Ζετα είναι, αυτή που μιλάει με τη γυναίκα σου». Ο γιατρός κοίταξε τη Ζετα κι εμεινε άναυδος. «Δεν εχεις στύση με αυτή τη γυναίκα;» του είπε με δεκα ερωτηματικά στη σειρά. Απ’ την έκφρασή του, ο Αντρέας κατάλαβε πως ο γιατρός εντόπιζε


μεγάλο πρόβλημα στην περίπτωσή του. «Όχι, γιατρέ μου», δήλωσε απολογητικά. «Είναι σοβαρά τα πράγματα;» «Θα το δούμε», απάντησε ο γιατρός. «Να ερθεις απ’ το ιατρείο μου. Φέρε και την κυρία μαζί». «Δεν μπορώ να μιλήσω μπροστά της γι’ αυτό το πρόβλημα». «Δε χρειάζεται, αγαπητέ μου, θα μιλήσω εγώ». «Με συγχωρείς, γιατρέ, τι ειδικότητα εχεις;» «Πνευμονολόγος». Ο Αντρέας συγκρότησε με το ζόρι τα μπινελίκια. Ήθελε να του πει: «Και γαμώ τον όρκο του Ιπποκράτη που έδωσες... Είσαι πολύ μαλάκας αν πιστεύεις ότι εσύ μπορείς να φας το Εργαλείο από εμένα» και διάφορα άλλα, που στους ξενέρωτους θα ήταν κομπλιμάν. Τον άφησε και προσπάθησε να εντοπίσει την Μπέτυ. Θα επαιρνε το αίμα του πίσω. Την είδε να αγκαλιάζει τη Ρένα και να τη συνοδεύει στην πόρτα. Περίμενε να φύγει η γυναίκα που τον μισούσε περισσότερο από κάθε άλλη και πλησίασε. «Το μάτι του γιατρού παίζει, να τον προσεχείς», της είπε. «Το Εργαλείο μου είπε ότι είσαι τούρμπο, αλλά εγώ δεν την πιστεύω. Κοίτα με ποιον μιλάει...» Ο Αντρέας στράφηκε και είδε τη Ζέτα με ένα τεκνό. Η αλήθεια είναι πως δεν είχε σε μεγάλη υπόληψη τη νεολαία και δεν ανησύχησε.


«Αυτά τα βλαμμένα παίζουν playstation αντί να πηδάνε...» έλεγε. Όμως ήθελε να μάθει. «Ποιος είναι αυτός;» «Ο γιος του άντρα μου, απ’ τον πρώτο του γάμο». «Τον παίρνεις κι αυτόν;» Η Μπέτυ έγινε έξαλλη. «Δεν ντρέπεσαι!» «Γιατί;» είπε γελώντας ο Αντρέας. «Η ντροπή στην οικογένεια θα μείνει». «Βούλωσέ το, Ακάλυπτε, γιατί θα σε πετάξω έξω». «Πάντως», συνέχισε ο Αντρέας, «η δίκιά μου δεν ενδιαφέρεται για μικρούς. Της αρέσουν οι ώριμοι, γιατί της έλειψε ο μπαμπάς». «Έτσι σε δουλεύει;» «Μπέτυ μου, δε γεννήθηκε ακόμα η γυναίκα που θα δουλέψει τον Ακάλυπτο», της είπε κι έφυγε για να μαζέψει τη Ζέτα καλού κακού. Μόλις βγήκαν, όμως, στο δρόμο ξέσπασε - πρώτα στις ρόδες του αυτοκινήτου, μετά στο καπό... Η Ζετα τον παρακολουθούσε και κρυφογελούσε, με την ικανοποίηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. «Ρόμπα μ’ έκανες!» ούρλιαζε ο Αντρέας.


Εκείνη, με ένα συνδυασμό αθωότητας, απορίας και πρόκλησης, θέαμα που θα έκανε οποιονδήποτε παρατηρητή να τη χαρακτηρίσει «καυλοράπανο», τον ρώτησε: «Γιατί, δεν μπορώ να μιλήσω μ’ έναν νεαρό;» Τόνισε, μάλιστα, τη λέξη «νεαρός», για να υποδηλώσει την έλλειψη αυτής της ιδιότητας στον Αντρέα. Τόσο πολύ, όμως, τα ’χε πάρει εκείνος, που δεν πρόσεξε αυτή τη λεπτομέρεια - δείγμα πως ο θυμός εξαφανίζει την παρατηρητικότητα απ’ τους άντρες, ενώ αντίθετα την προσθέτει στις γυναίκες. «Ξέρεις τι θα λέει αυτή τη στιγμή η Μπέτυ στις άλλες; "Οτι μου τρως τα φράγκα και πας με νεαρούς. Ότι είμαι σπόνσορας, αυτό θα λέει». Έβγαλε τον καημό του ο άντρας, άνοιξε τα χαρτιά του και παραδόθηκε στο θηλυκό. Ο παρατηρητής που λέγαμε παραπάνω θα σημείωνε ότι και ο πιο ευφυής άντρας, κάποιες στιγμές, μπορεί να δουλευτεί άγρια ακόμα και από ένα «καυλοράπανο». «Αγάπη μου, έχεις πρόβλημα», του είπε η Ζέτα γλυκά. «Με είπες αγάπη σου;» τη ρώτησε. «Ναι, αφού σ’ αγαπάω», τον διαβεβαίωσε και τον ανέβασε στα ουράνια. «Κι αν μπορούσες να ανταποκριθείς και στο σεξ...» πρόσθεσε - φράση που τον έριξε στα έγκατα της γης. «Μη μου το χτυπάς αυτά!» φώναξε ο Αντρέας. «Μη μου το χτυπάς! Με ισοπεδώνεις!» «Πάντως, κι έτσι εγώ σε παντρεύομαι», του είπε.


Τ ι τέλειο παιχνίδι έκανε η Ζέτα! θα σημείωνε ο παρατηρητής. Ο άντρας έμεινε ενεάς. «Τ ι;!» αναφώνησε. «Σε παντρεύομαι», επανέλαβε εκείνη με έμφαση. Η σοβαρή δήλωση της Ζέτας, αντί να λειτουργήσει κατευνασιικά στον Αντρέα, τον εξαγρίωσε ακόμα περισσότερο και τον έσπρωξε να φέρει στο φως τις φοβίες του. «Για να μου τα φας;» «Είδες που είχεις πρόβλημα;» συνέχισε εκείνη. «Δεν έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου. Πού θα βρω εγώ τόσο έξυπνο άντρα, είναν ποιητή των συνδυασμών; Εγώ σε θαυμάζω, θα μπορούσα να μείνω μια ζωή δίπλα οου, κι ας μην κάνουμε σεξ». Τ ι υπέροχες φράσεις από μια πιστή συνεργάτιδα! Ο Αντρέας βρισκόταν κάτω απ’ την επίδραση του δαίμονα της αμφιβολίας. «Θα έβρισκες άλλους...» «Το σεξ, Αντρέα μου», του είπε, «είναι όπως το φαγητό. Το έχει ανάγκη ο οργανισμός. Το μυαλό, όμως, είναι που σε δένει με τον άλλο». «Τ ώρα αυτή με δουλεύει...» μονολόγησε εκείνος. «Εγώ, πάντως, σε κάλυψα. Είπα στην Μπετυ ότι είσαι τούρμπο, αλλά δε με πίστεψε».


«Με ζηλεύει. Αυτή μια ζωή με ζήλευε. Αλλά έπρεπε να φωνάξω την ηλικία της, να μάθει ο μουλιάπας ο άντρας της πόσο είναι. Ξέρεις πόσα χρόνια κρύβει η Μπέτυ; Πέντε χρονάκια κρύβει». «Εσύ πόσα, αγάπη μου;» «Εγώ να κρύψω χρόνια; Τ ι ανάγκη έχω;» Ο ήχος του κινητού, όμως, διέκοψε το διάλογο. Ο Αντρέας κοίταξε τον αριθμό στην οθόνη και το έδωσε στη Ζέτα. «Μίλα του εσύ. Ο αχάριστος είναι». Η Ζέτα πήρε το τηλέφωνο και έβαλε την πιο σέξι απόχρωση στη φωνή της. «Ναι...» «Πού είναι ο Ακάλυπτος;» ρώτησε κατευθείαν ο Μάκης. «Εδώ δίπλα μου τον έχω». «Πες του...» «Ναι, Μάκη μου, τι να του πω;» είπε η Ζέτα με ηδυπάθεια. «Μην του μιλάς έτσι!» ούρλιαξε ο Αντρέας. «Πως του μιλάω, αγάπη μου;» «Λες κι ετοιμάζεσαι να τον πάρεις».


«Φωνάζει;» τη ρώτησε ο Μάκης. «Λέει ότι σου μιλάω πολύ τρυφερά. Αλλά εγώ έτσι νιώθω, κύριε Μάκη». Ο Αντρέας τής άρπαξε το τηλέφωνο. «Τ ι θέλεις, αχάριστε; Μου χάλασες το καλύτερο σχέδιο, γίναμε ρόμπα, χάσαμε και τα λεφτά!» «Ήσουν στα γενέθλια της Μπέτυς;» «Ναι, ήμουν». «Ρεμάλι, δεν ξέρω τι θα κάνεις...» του είπε, «σου δίνω ένα μήνα διορία για να με βγάλεις». «Εντάξει», του απάντησε ο Αντρέας. «Θα δουλέψουμε την ανήκεστο». «Και μην ξανάρθεις να με δεις, δε θέλω να βλέπω τη μουτσούνα σου». Ο Αντρέας κάτι πήγε να πει, αλλά η γραμμή έκλεισε. Στράφηκε στη Ζέτα, έτοιμος να βάλει τα κλάματα. «Τ ι έχω κάνει, μου λες;» παραπονέθηκε, «Κανείς δε με θέλει. Τον Ακάλυπτο δεν τον θέλει κανείς. Δε μ’ αγαπάει κανείς». Η Ζέτα τον αγκάλιασε τρυφερά και πίεσε το κεφάλι του στο στήθος της.


«Εγώ σ αγαπάω», του είπε, «κι ας με λες πιράνχα». Ο Αντρέας ανασήκωσε το βλέμμα και την κοίταξε στα μάτια. Κι εκεί είδε ότι ίσοις το Εργαλείο τον αγαπούσε πραγματικά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ Ο ΜΑΚΗΣ ΜΕ ΕΝΤ ΟΛΗ του Αντρέα και μεθόδευση του αρχιφύλακα, άρχισε τη διαδικασία της ανηκέστου βλάβης. Σκληρή και επίπονη διαδικασία, που συνεπαγόταν εξετάσεις, επισκέψεις σε γιατρούς, βεβαιώσεις, ιστορίες για αγρίους και δράκους. Ο ψυχίατρος κατέβασε τα γυαλιά στη μύτη του και ιον κοίταξε. Ο Μάκης φορούσε τη στολή των φυλακών. «Τ ι αισθάνεστε ακριβώς;» τον ρώτησε. «Τ ίποτα», απάντησε ο Μάκης. «Διαβάζω εδώ στο φάκελο ότι έχετε καταπιεί τρία κουτάλια, ένα κατσαβίδι κι ένα μπρελόκ». «Και κάτι άλλα που δεν τα βρήκαν, γιατρέ μου», «Γιατί το κάνετε αυτά;» «Μου αρέσει. Μόλις βλέπω κουτάλι, θέλω να το καταπιώ». Ο γιατρός ξερόβηξε. «Και το κατσαβίδι;»


«Όχι», του είπε ο Μάκης, «το κατσαβίδι ήταν μια τρέλα της στιγμής. Γενικά, δεν έχω επιθυμία για κατσαβίδια. Αλλα πράγματα είναι που με εξιτάρουν». Ο γιατρός αναδεύτηκε στην πολυθρόνα του, κράτησε κάποιες σημειώσεις και ξανασήκωσε το βλέμμα. «Το μπρελόκ;» ρώτησε. «Μου την έδωσε», του απάντησε ο Μάκης. «Εσείς» οταν βλέπετε μπρελόκ, δε θέλετε να το καταπιείτε;» «Όχι», του απάντησε ο γιατρός. «Εμένα μου τη βαράνε τα μπρελόκ», συνέχισε το βιολί του ο Μάκης. «Κι αυτό το σταυρουδάκι που έχετε στο λαιμό σας, το θέλω πολύ». Τ ινάχτηκε γρήγορα, σαν τίγρης, και προσπάθησε να του το πάρει. Ο γιατρός φοβήθηκε. «Ηρεμήστε, παρακαλώ. Ηρεμήστε». «Μη φοβάστε», τον καθησύχασε ο Μάκης. «Θα σας το πληρώσω όσο κάνει. Θέλω να το καταπιώ». «Ηρεμήστε, κύριε». Ο Μάκης κοίταξε το ρολόι που φορούσε ο γιατρός και άρχισε να γλείφεται. «Τ ι σας συμβαίνει;» τον ρώτησε ο ψυχίατρος. «Τ ώρα, αν σου πω τι μου συμβαίνει, δε θα το πιστέψεις... Πεθαίνω


για το ρολόι! Ρόλεξ δεν είναι;» «Όχι», απάντησε ο γιατρός. «Κρίμα!» είπε ο Μάκης. «Οι φίρμες είναι πιο εύγευστες. Εσάς δε σας αρέσουν οι φίρμες;» «Όχι, δε μου αρέσουν». «Εμένα όλες οι φίρμες με τρελαίνουν». «Πόσο καιρό έχετε αυτό το πρόβλημα;» «Δε θυμάμαι για να πω την αλήθεια, αλλά κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι σαν τις φίρμες τίποτε άλλο». «Το βράδυ κοιμάστε;» τον ρώτησε ο γιατρός. «Όχι». «Γιατί, έχετε άγχος;» «Τεράστιο, γιατρέ μου. Μόλις βλέπω τους κρατούμενους που απολύονται, τρελαίνομαι απ’ το φόβο». «Γιατί;» «Λέω, θα έρθει κι εμένα η σειρά μου και φοβάμαι. Δε θέλω να φύγω από εδώ». «Ορίστε;» «Ναι. Εδώ είναι ήσυχα, μου αρέσει».


«Δε θέλετε να πάτε στο σπίτι σας;» «Τ ι να κάνω; Η γυναίκα μου φωνάζει συνέχεια: “ Τα παπούτσια στο χολ. Πάρε τα πατάκια! Γέμισες το μπάνιο νερά, η λεκάνη είναι όλο τρίχες... Μην πετάς τα ρούχα σου! Γιατί άφησες αναμμένο το φως; Πλήρωσες τη ΔΕΗ; Τ ι ώρα είναι αυτή που γυρνάς;”» «Έχεις σκεφτεί ότι μπορεί να κάνεις κακό στον εαυτό σου με τα κουταλάκια που καταπίνεις;» «Όχι, γιατί να το σκεφτώ;» ρώτησε αθώα ο Μάκης. «Αφού μου αρέσουν». Ο γιατρός ξερόβηξε κι έσκυψε προς το μέρος του, για να δημιουργηθεί εκείνο το εμπιστευτικό κλίμα που διευκολύνει τις εξομολογήσεις. «Μεταξύ μας...» του είπε, «εγώ θα υπογράψω για να βγεις. Αλλά εσυ, όλα αυτά που λες, τα πιστεύεις πραγματικά;» «Δεν κατάλαβα...» έκανε ο Μάκης. «Εμένα τα μέταλλα μου αρέσουν». «Καλά», είπε ο γιατρός και σηκώθηκε φρικαρισμένος. Τόσα χρόνια είχε δει πολλούς παρανοϊκούς, πολλούς σχιζοφρενείς, πολλούς νευρωτικούς, αλλά άνθρωπος που να έχει τρέλα με τα κουτάλια και τα μεταλλικά αντικείμενα δεν του είχε τύχει. Όταν του ανέθεσαν την υπόθεση και διάβασε το φάκελο, σκέψτηκε πως ο κρατούμενος έπαιζε θέατρο για να υπογράψει ο γιατρός τα χαρτιά που χρειάζονταν για την ανήκεστο βλάβη. Μετά το λάδωμα, μάλιστα, στο οποίο υπέκυψε εκείνος -χρησιμοποιούσε το ρήμα συνειδητά,


γιατί το ποσό που του έταξαν ήταν πολύ μεγάλο και κανείς δε θα μπορούσε να το αρνηθεί-, δεν είχε λόγους να κάνει τον δύσκολο. Ήταν εξαγορασμένος, η υπόθεση κινούνταν εκ του ασφαλούς. Όμως το θέαμα που αντίκρισε τον σόκαρε, πίστεψε πως ο ατυχής κρατούμενος είχε προ πολλού χάσει τα λογικά του. Έτσι κοίταξε απελπισμένος προς την πόρτα και φώναξε: «Αρχιφύλακα!» Μόλις είδε το σωφρονιστικό υπάλληλο να μπαίνει, ένιωσε να φεύγει ένα βάρος από πάνω του. «Πάρ’ τον», του είπε. «Αυτός είναι για δέσιμο». Ο Μάκης, προτού βγει, στράφηκε προς το μέρος του και τον αποτελείωσε. «Αν βρεις αυτά τα παλιά ασημένια κουταλάκια του γλυκού», του είπε, «δοκίμασε και θα με θυμηθείς». Έντρομος ο γιατρός, πετάχτηκε απ’ τη θέση του, ενώ ο Μάκης προσπαθούσε να συγκρατήσει τα γέλια του. Φαντάσου και να του τύχει κάποιος πραγματικά άρρωστος! σκέφτηκε. Την έβαψε. Έπειτα, με τη συνοδεία του αρχιφύλακα, επέστρεψε στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Είχε καταφέρει να του βάλουν τηλεόραση και παρακολουθούσε με μανία τις εκπομπές και τα σίριαλ. Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωθε ενημερωμένος. Τόσα χρόνια που ήταν έξω δεν πρόλαβαινε να δει τίποτα. Ιατρείο, σπίτι και κάνα μπαράκι. Συζητήσεις για οικονομία, για πολιτική, για γυναίκες... Όμως εδώ


είχε μάθει τα πάντα για την Τ ζέσι, μια φοβερή τραγουδίστρια που βγήκε από ριάλιτι και είχε αγαπήσει παράφορα τον Πιτ, ο οποίος έπαιζε σε ένα ερωτικό σίριαλ με τίτλο «Έρωτας μετ Εμποδίων», μια πραγματικά πρωτότυπη αισθηματική ιοτορία, όπου η οικογένεια έβαζε φραγμούς στο δρόμο δύο νέων που αγαπιούνταν. Ο Μάκης, μετά τον εγκλεισμό του, είχε γίνει τρομερά ευαίσθητος· τέτοια ζητήματα τον απασχολούσαν πολύ. Γι αυτό δεν έχανε επεισόδιο απ’ το σίριαλ. Το συζητούσε, μάλιστα, με τον αρχιφύλακα, που κι εκείνος συγκινούνταν. Έτσι σφυρηλατούνται οι φιλίες στη ζωή, όταν οι άντρες δένονται με κοινές ιδέες και κοινά αισθήματα. Ο Αντρέας σταμάτησε, πριν επιβιβαστεί στο ελικόπτερο, για να πάρει την αναφορά του αρχιφύλακα - όλα έβαιναν καλώς. Ο Μάκης είχε δώσει ρεσιτάλ, ο ψυχίατρος τα χε παίξει. «Αυτός είναι για τα σίδερα», σχολίασε ο Αντρέας. «Ε, στα σίδερα τον έχουμε», του απάντησε ο αρχιφύλακας. Περίμενε λίγο για να χωνέψει ο συνομιλητής του το χιούμορ του και συνέχισε: «Τα μαζεύουμε τα χαρτιά, κύριε Αντρέα. Εγώ, σ’ ένα μήνα το πολύ, θα σ’ τον έχω έξω». «Κοίτα μη γίνει πάλι κάνα λάθος...» Ο αρχιφύλακας πικράθηκε. Είχε κάνει τη δουλειά του τέλεια και τώρα άκουγε και σπόντες. «Όχι, κύριε Αντρέα, μη μου το ξαναπείτε εμένα αυτό. Πληγώνομαι». Η Ζέτα είχε μπει στο ελικόπτερο και μόστραρε τα μπούτια της στον πιλότο. Αυτό το κορίτσι ψόφαγε να αναστατώνει τους άντρες. Απ’ το


πρωί μέχρι το βράδυ μπορούσε να κάνει αυτή τη δουλειά. Και τσάμπα, χωρίς κέρδος! Το ’χε στο αίμα της. Άραξε κι εκείνος στη θέση του και τη σκούντησε να μαζευτεί. Σιγά που θα μαζευόταν το Εργαλείο! «Γιατί δεν πας σε στριπτιζάδικο;» έσκυψε και της ψιθύρισε για να την πικάρει. «Αχ, Αντρέα, πώς με καταλαβαίνεις! Το όνειρό μου είναι. Αλλά όχι εδώ, έξω». Αυτή, τουλάχιστον, το ομολογούσε. Το ελικόπτερο πετούσε χαμηλά, πάνω από πεδιάδες, ποτάμια, λίμνες, λόφους... Αλλά το πνεύμα του Αντρέα ίπτατο σε υψηλές σφαίρες. Τ ι είναι η ζωή; Μια ωραία εικόνα, ένας φίλος, ένα ταξίδι, μια γυναίκα... Αυτή είναι η ζωή. Αναστέναξε. Όταν έκανε βαθιές σκέψεις, ανέβαινε η εκτίμηση που είχε στον εαυτό του. Κανείς δεν ήξερε αυτή τη σοβαρή πλευρά του χαρακτήρα του, κανείς. Έσκυψε και κοίταξε μια λίμνη ήσυχη, γαλήνια. Οι αγριόπαπιες πλατσούριζαν στα νερά. Κάποιος ασυνείδητος κυνηγός θα τις σκότωνε. Παραλίγο να δακρύσει. «Ο Ιγνάτιος είναι μπήχτης;» τον ρώτησε η Ζέτα. Ο Αντρέας δαγκώθηκε. «Τ ι είναι αυτά που λες; Μιλάμε για ηγούμενο...» «Μου είπες ότι ορμάει».


«Ε, εντάξει, άνθρωπος είναι, αλλά όχι μπήχτης. Απλώς ο Θεός του στέλνει τον πειρασμό με τη μορφή της γυναίκας». «Υποκύπτει συχνά στον πειρασμό;» ρώτησε το Εργαλείο. «Σε κάθε ευκαιρία», απάντησε ο Αντρέας, «αλλά μετά προσεύχεται και μετανοεί. Και απ’ την ώρα που εφευρέθηκε η μετάνοια, όπως καταλαβαίνεις, κανείς δε θέλει να χάσει τη γλύκα της αμαρτίας. Διότι και την τελευταία στιγμή, πριν τα τινάξεις, άμα μετανοήσεις ειλικρινά, έχεις συγχωρεθεί. Και λέω εγώ όταν συνομιλώ με τον Κύριο...» «Μιλάς συχνά μαζί του;» τον έκοψε το Εργαλείο. «Όταν έχω καιρό. Τον ρωτάω: “ Ποιός άνθρωπος που βλέπει ότι τα τινάζει δε θα μετανοήσει;” Ακόμα και άθεος να ’ναι, θα πει: “ Ας τραβήξω καλού κακού μια μετάνοια, γιατί δεν ξέρω τι θα συναντήσω εκεί όπου πάω”. Τ ώρα, μεταξύ μας, εγώ δεν έχω καταλάβει αν αυτό είναι εφεύρεση του Θεού ή πατέντα των αμαρτωλών... Και αναρωτιέμαι: Γιατί να μη μετανοεί κανείς μετά θάνατον; Πες ότι εγώ τα τινάζω κι εμφανίζομαι μπροστά στον Κύριο. Γιατί να μη μετανοήσω εκεί μπροστά Του; Να πέσω στα γόνατα και να τραβήξω μια μεγαλοπρεπή συγνώμη. Γιατί πρέπει να το κάνω πριν;» «Δεν ξέρω...» απάντησε το Εργαλείο. «Εδώ δεν ξέρει ο Ακάλυπτος, θα ξέρεις εσύ;» Η φιλία του με τον Ιγνάτιο κρατούσε μια δεκαετία, αλλά στις δουλειές είχαν μπλεχτεί τα τελευταία χρόνια. Μια κουβέντα ο ένας, μια κουβέντα ο άλλος, άρχισαν να βρίσκουν την άκρη.


Τον είχε γνωρίσει σε ένα μπαρ. Στην αρχή δεν κατάλαβε τι ρόλο έπαιζε - τον πήρε και για αδελφή. Ήταν ψηλός, λεπτός, με αέρινες κινήσεις. Το βλέμμα του, βέβαια, σε μαγνήτιζε. Αν σε κάρφωνε, μπορούσε να σε υπνωτίσει. Κάθονταν στην μπάρα δίπλα δίπλα και ο Αντρέας έπαιζε μ' ένα πιπίνι. Ήταν η περίοδος που του άρεσε να βγαίνει με πιπίνια, γιατί ξεκούραζαν το πνεύμα του. Ο Ιγνάτιος, με φοβερή κοστουμιά, μιλούσε με κάποια κυρία για διαμερίσματα. Έπινε το Βόσπορο και ο Αντρέας τον είχε περάσει για εισοδηματία. Εκείνο το βράδυ δεν αντάλλαξαν κουβένια. Έπειτα από ένα μήνα τον ξανασυνάντησε στο ίδιο μπαρ με μια άλλη κυρία και μιλούσε για μετοχές. Τότε τον πρόσεξε καλύτερα. Είδε στο βλέμμα του τη λαιμαργία. Ο Αντρέας, αυτή τη φορά, ήταν μόνος του και τον παρακολουθούσε. Κάποια στιγμή συναντήθηκαν οι ματιές τους κι αμέσως κατάλαβαν ότι θα συνεννοούνταν. Η πρώτη τους προσέγγιση έγινε με μια φιλοσοφική συζήτηση για τη ζωή, τον έρωτα και τις γυναίκες. Ο Ιγνάτιος τα ήπιε και κάποια στιγμή του είπε ότι είχε δυο τρεις που τις συντηρούσε, γιατί οι γυναίκες είναι σαν τα πετεινά του ουρανού, πρέπει κάποιος να τις φροντίζει. Ο Αντρέας, που χρόνια εξασκοΰσε αυτά το οπορ, συμφώνησε απόλυτα. Ο Ιγνάτιος έφυγε με την κυρία, προφανώς γιατί τα πετεινά πρέπει να ανταποδώσουν κάτι για την τροφή που τους παρέχεται. Την τρίτη φορά που συναντήθηκαν του είπε ότι ήταν σε μοναστήρι και ότι κατέβαινε μια δυο φορές το μήνα στην Αθήνα. Αρχισε και ο Αντρέας να πηγαίνει στο μοναστήρι κι έτσι εμπεδώθηκε μεταξύ τους


μια δυνατή φιλία μέσα από πνευματικές αναζητήσεις. Ο Ιγνάτιος άνοιξε πολλές πόρτες στον Αντρέα. Είχε γνωριμίες παντού -στην οικονομική και πολιτική ηγεσία-, γιατί κατά ένα μυστήριο τρόπο οι πλούσιοι και οι πολιτικοί χρειάζονται μια αύρα πνευματικότητας για να δώσουν νόημα στην υλική τους δραστηριότητα. Ο Αντρέας διέκρινε γρήγορα την οξυδερκή πλευρά του λαμόγιου που διέθετε ο ηγούμενος. Χωρίς κανένα μάστερ στα οικονομικά, μπορούσε να κάνει τους πιο απίστευτους συνδυασμούς. Όσο για το Χρηματιστήριο, το κατείχε στην εντέλεια. Έτσι, τα οικονομικά της μονής ανθούσαν και η τρυφηλή ζωή του Ιγνάτιου ήταν εξασφαλισμένη. Και δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει κανείς, γιατί κατά καιρούς συνέδραμε φτωχές οικογένειες και όλοι είχαν να το λένε για τη φιλανθρωπία του. Κυρίως τα αδύναμα πετεινό του ουρανού. Είχαν στήσει χοντρές δουλειές με τον Ιγνάτιο, αλλά τελευταία κάτι δημοσιογράφοι που τα ’χαν πάρει από άλλους πήγαν να τους βγάλουν στη σέντρα. Ο Ιγνάτιος είχε γίνει έξαλλος κι έβριζε. Τους τραβούσε και κάτι αφορισμούς ανεπίσημα, αλλά δεν έπιαναν. Ζητούσε και τη μεσολάβηση του Κυρίου να τους πάρει κοντά Του, αλλά ο Κύριος αδιαφορούσε. Ο Αντρέας τον επισκεπτόταν τώρα στο μοναστήρι για να τον καθησυχάσει και να του πει ότι όλα ήταν υπό έλεγχο. Η παρουσία της Ζέτας θα δημιουργούσε εκείνη την ατμόσφαιρα όπου ένας άντρας μπορεί να πει: «Μια ζωή την έχουμε κι αν δεν τη γλεντήσουμε, τι θα καταλάβουμε, τι θα καζαντίσουμε;» Η Ζέτα είχε την ικανότητα να δημιουργεί στα αρσενικά μια διάθεση ανεμελιάς. Λίγο το γέλιο της,


λίγο τα μπουτάκια της σ’ έκαναν να λες: «Μέγας είσαι, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα Σου». Το ελικόπτερο έφτασε πάνω απ’ το μοναστήρι και άρχισε να κατεβαίνει. Απ' τη βαριά πόρτα βγήκε ο Ιγνάτιος και δίπλα του ο Θεόφιλος, το δεξί του χέρι - χοντρούλης και σπυριάρης. Τον Θεόφιλο δε θα μπορούσες να τον κατατάξεις πουθενά, γιατί δίπλα σιην ισχυρή προσωπικότητα του Ιγνάτιου αυτός έχανε τη δική του. Θα μπορούσες να πεις ότι είναι ντροπαλός, αλλά και κρυψίνους. Θα μπορούσες να υποθέσεις ότι είναι λάγνος, αλλά και αδιάφορος. Ο Ιγνάτιος έτρεξε να τους υποδεχτεί και, αφού αγκαλιάστηκε με τον Αντρέα, εμπόδισε τη Ζέτα που ήθελε να του φιλήσει το χέρι. Προτίμησε να της φιλήσει αυτός το δικό της. Ήταν μια ζεστή μέρα και ο ηγούμενος είχε ετοιμάσει τραπέζι σε μια μικρή αυλή ανάμεσα στα κτίσματα του μοναστηριού. Το τραπέζι, όπως πάντα, είχε διαφόρων ειδών εδέσματα -κρέατα, θαλασσινά, πουλιά, λαγούς-, όπως ταιριάζει σε έναν αντιπρόσωπο του Κυρίου στη Γη. Ο Ιγνάτιος, με την άκρη του ματιού, πρόσεξε τα μπούτια της Ζέτας κι έπιασε την προσευχή. «Σ’ ευχαριστούμε ταπεινά, Κύριε, για τα αγαθά που μας στέλνεις και μπορούμε να προσφέρουμε σιους καλεσμένους μας». «Πλούσια τα ελέη του Κυρίου...» παρατήρησε ο Αντρέας. «Ακου, Αντρέα, παιδί μου», του είπε παίρνοντας το επίσημο ύφος του ο Ιγνάτιος. «Ο Κύριος δεν αδίκησε κανέναν. Έδωσε σε όλους μυαλό. Αλλοι το χρησιμοποιούν, άλλοι δεν μπορούν να το


χρησιμοποιήσουν. Όταν μπορείς να προβλέπεις πότε το Χρηματιστήριο θα πέσει και πότε θα ανέβει, τότε θα έχεις και την πάπια σου και το κυνήγι σου και όλα τα ελέη του Κυρίου». «Διότι ο Κύριος...» πήρε το λόγο ο Θεόφιλος, «δε σ’ τα δίνει κατευθείαν. Δε σου οτέλνει κατευθείαν την πάπια ή το κυνήγι. Σου δίνει το μυαλό να τα αποκτήσεις». Ο Αντρέας πετάχτηκε. «Αυτό λέω συνέχεια στη Ζέτα. Κόποις κτώνται τα αγαθά!» «Λίγο άσχετο, Αντρέα, παιδί μου, αυτό. Δε χρειάζεται πολύς κόπος, μυαλό χρειάζεται». Και για να μη δημιουργηθεί η εντύπωση ότι υπέσκαπτε το φίλο του μπροστά στη συνοδό του, συνέχισε: «Πάντως να τον ακούς τον Αντρέα, Ζέτα, είναι σοφός άνθρωπος». «Τον ακούω», είπε το Εργαλείο με λάγνα φωνή. Ο Ιγνάτιος φούντωσε, διότι ήταν στο αίμα του να φουντώνει. Αλλωστε η Ζέτα ήταν ένα από τα ομορφότερα πετεινά του ουρανού. Έσκυψε στον Αντρέα. «Φοβερό εργαλείο!» του είπε. «Δεν την αφήνεις δυο τρεις μέρες εδώ πάνω;» «Φοβάμαι ότι θα σου φάει το καμπαναριό», του απάντησε ο Αντρέας. Ο Ιγνάτιος γέλασε με την καρδιά του. Γι’ αυτό του άρεσε ο Αντρέας, γιατί μπορούσε κανείς να δουλεύει μαζί του και να διασκεδάζει. Δεν ήταν σαν κάτι μονόχνοτους που μιλούσαν μόνο για μπίζνες.


«Πάντως είναι ωραίο το πικνίκ στην εξοχή», σχολίασε η Ζέτα. «Εμείς το κάνουμε κάθε μέρα», παρατήρησε ο Θεόφιλος κι ήταν το σχόλιό του σαν πρόσκληση. Ο Αντρέας κατέβασε δύο ποτήρια απ’ το υπέροχο κρασί του μοναστηριού, που έκανε στην κάβα είκοσι ευρώ το μπουκάλι, και απευθύνθηκε στον Ιγνάτιο: «Άγιε ηγούμενε», είπε, «σ ευχαριστούμε για το Λιτό και φτωχικό lunch που μας παρέθεσες, αλλά πρέπει να μιλήσουμε για τη δουλειά. Ο υπουργός ανησυχεί πως θα ξεσπάσει σκάνδαλο. Πρέπει να ρίξεις κι εσυ νερό στο κρασί σου». «Δεν τους καταλαβαίνω εγώ αυτοΰς τους πολιτικούς...» απάντησε ο ηγούμενος. «Υπάρχει χρυσόβουλο του Κομνηνού για όλη την περιοχή. Πόσες φορές θα το πούμε; Αυτή η περιοχή ανήκει στο μοναστήρι». «Ποιού Κομνηνού;» ρώτησε ο Αντρέας. «Του Μανώλη ή του Γιάννη;» «Του Εμμανουήλ, φυσικά», απάντησε ο Ιγνάτιος. «Ε, τότε, αλλάζει το πράγμα. Ο Εμμανουήλ ήταν αυτοδημιούργητος, ο άλλος τα βρήκε όλα έτοιμα». Ο Ιγνάτιος γέλασε και πρόσθεσε: «Υπάρχει και φιρμάνι του σουλτάνου - όλη η περιοχή, όσο βλέπει το μάτι του ηγούμενου, ανήκει στο μοναστήρι. Έτσι λέει το φιρμάνι».


«Όσο βλέπει το μάτι...» σχολίασε ο Αντρέας, «αλλά χωρίς κιάλια». Ο Θεόφιλος παρενέβη για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. «Ποιος μπορεί να πει μέχρι πού βλέπει το μάτι κάποιου; Μπορεί κανείς να το πει; Μόνο εκείνος ξέρει. Και το φιρμάνι δε λέει σε ποια ηλικία πρέπει να είναι ο ηγούμενος. Γιατί άλλα βλέπει στα 15, άλλα στα 85 ο άνθρωπος». «Ο κύριος υπουργός...» πήγε να πει ο Αντρέας. «Κοίταξε, Αντρέα, παιδί μου», τον έκοψε ο Ιγνάτιος, «ο κύριος υπουργός λογοδοτεί στη Βουλή, εγώ δίνω λόγο στο Θεό. Κι αυτή η περιουσία είναι του Θεού. Εγώ απλώς αντιπρόσωπός Του είμαι. Δεν μπορεί κανείς να την πάρει απ το Θεό, τελεία και παύλα». «Ο κύριος Αντρέας», μπήκε στη μέση το Εργαλείο, «έχει ένα καταπληκτικό σχέδιο για να σταματήσει το σκάνδαλο εν τη γενέσει του». Ο Ιγνάτιος έμεινε. «Την άκουσες, Αντρέα; Είπε “ εν τη γενέσει του”. Όμορφη και μορφωμένη! Μου αρέσει αυτός ο συνδυασμός. Ποιό είναι το σχέδιο, κορίτσι μου;» «Να δοθεί η περιουσία σ’ ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα», είπε ο Αντρέας. Ο Ιγνάτιος έγινε έξαλλος. "Ηταν δυνατό να του προτείνει κάτι τέτοιο ο φίλος του; «Για φιλανθρωπίες είμαστε τώρα, με αυτή την κρίση; Οι τράπεζες δε


δίνουν λεφτά, ανεργία έχουμε, ύφεση θα υπάρξει κι εσύ μου λες να το ρίξουμε στις φιλανθρωπίες; Τ ρελάθηκες, Αντρέα;» «Πρόεδρος του ιδρύματος θα είσαι εσύ», του είπε εκείνος. «Διαβολικό!» παρατήρησε ο Θεόφιλος. «Ισόβιος πρόεδρος, Αντρέα;» «Ισοβιότατος!» «Και μετά πρόεδρος θα γίνω εγώ!» είπε με ενθουσιασμό ο Θεόφιλος. «Θεόφιλε...» τον έκοψε ο Ιγνάτιος, «γιατί νομίζεις ότι θα αποδημήσω πρώτος εγώ εις Κύριον;» Ο Θεόφιλος χαμογέλασε αμήχανα και μαζεύτηκε. Ο Ιγνάτιος στράφηκε στον Αντρέα. «Να το προχωρήσεις. Είναι όντως διαβολικό σχέδιο». Γι’ αυτό ήταν φίλοι, επειδή συνεννοούνταν χωρίς πολλά λόγια. Δε χρειάστηκε ο Αντρέας να του τα αναλύσει όλα. «Χαίρομαι για την εκτίμηση που τρέφεις στο πρόσωπό μου», του είπε. Πήρε το ποτήρι του και το ύψωσε. «Στην υγειά μας!» συμπλήρωσε. Ο Ιγνάτιος ήπιε μονορούφι το κρασί και καθώς έπεσε η ματιά του στα πόδια του Εργαλείου, ένας καημός ανέβηκε στο στήθος του. Πήρε το ποτήρι του και το πέταξε να σπάσει έτσι ήθελε να εκδηλώσει το άχτι του για την παλιοζωή που του στερούσε μερικά πράγματα. Ο Αντρέας είχε εκτελέσει την αποστολή του και σηκώθηκε.


«Λυπάμαι που θα χάσω την ωραία παρέα σας, αλλά ο χρόνος είναι χρήμα». «Βλακείες των ανθρώπων είναι αυτό, Αντρέα. Γιατί βγαίνει το χρήμα, παιδί μου; Για την απόλαυση». Έπειτα στράφηκε και χαμογέλασε στη Ζέτα. «Δε θα ήθελες να σε φιλοξενήσουμε μια βδομαδουλα εδώ πάνω; Θα αλλάξεις πνευμόνια». Η Ζέτα έσκυψε το κεφάλι με σεμνότητα και υποταγή. «Με χρειάζεται ο κύριος Αντρέας δίπλα του». Τέτοια του έκανε του Ακάλυπτου και του έπαιρνε την ψυχή. Ο Ιγνάτιος έσκυψε και ψιθύρισε στο αφτί του Αντρέα: «Πάντα μοναχοφάης ήσουν...» Κι εκείνος του απάντησε: «Μου δίνεις το μοναστήρι να σ' τη δώσω;» Ο Ιγνάτιος λύθηκε στα γέλια. Τους κατευόδωσε και κάθισε στο πεζούλι να παρακολουθεί το ελικόπτερο μέχρι που χάθηκε στον ορίζοντα. «Αν γινόταν αυτός υπουργός», μονολόγησε, «θα κάναμε χρυσές δουλειές». Το ελικόπτερο άρχισε ξαφνικά να χάνει υψος. Ο Αντρέας στράφηκε στον πιλότο, που πάλευε να το κρατήσει σιον αέρα.


«Τ ι γίνεται;» τον ρώτησε. Ο πιλότος του έριξε μια απελπισμένη ματιά. Ο Αντρέας είδε την απελπισία στο βλέμμα του κι έπιασε τη Ζέτα απ’ το μπράτσο. «Αν γλιτώσουμε, να κάνουμε δωρεές στα ορφανά». «Τ ι είπες;» «Δωρεές στα ορφανά να κάνουμε. Πολλές δωρεές...» «Κι εγώ ορφανό είμαι», του είπε η Ζέτα. Ο Αντρέας άρχισε να τρέμει. «Θα σκοτωθούμε κι εσυ σκέφτεσαι την πάρτη σου!» ούρλιαξε. Η Ζέτα άρχισε να γελάει. Ο Αντρέας την κοίταξε ξαφνιασμένος. Καλ ά, αυτή είναι εντελ ώς αναίσθητη, σκέφτηκε. Έβλεπε το έδαφος να πλησιάζει και κουλουριάσιηκε προστατεύοντας με τα χέρια το κεφάλι του. Έπειτα το ελικόπτερο άρχισε να ανεβαίνει και η Ζέτα δίπλα του κρατούσε την κοιλιά της. Στράφηκε, τον κοίταξε και ξέσπασε πάλι σε γέλια. «Να ’βλεπες τη φάτσα σου... Έχεις χάσει το χρώμα σου. Έγινες σαν λεμόνι». Ο Αντρέας κοίταξε τον πιλότο και είδε ότι κι εκείνος γελούσε. Αμέσως στο μυαλό του άστραψε η αλήθεια. Είχαν συνεννοηθεί να του κάνουν πλάκα.


«Θα προσγειωθούμε, ρε τσογλάνια, και θα δείτε τι θα γίνει! Εσυ απολύεσαι», φώναξε στον πιλότο. Το ελικόπτερο άρχισε πάλι να κατεβαίνει. «Καλά, δεν απολύεσαι!» βιάστηκε να πει ο Αντρείας. Πώς μπορούσαν να παίζουν με τους φόβους του; Τόσο αναίσθητοι ήταν; Ίσως είχαν σχέση και ήθελαν να διασκεδάσουν με το θείο που το έπαιζε γκόμενος. Αυτό είναι! Αυτοί οι δύο τα είχαν και προσπαθούσαν να τον ρεζιλέψουν! Στράφηκε και κοίταξε τη Ζέτα στα μάτια. «Πηδιέσαι με αυτόν;» τη ρώτησε, αλλά ακούστηκε σχεδόν σίγουρος. Η Ζέτα ξαφνιάστηκε. «Πηδιέσαι. Αλλιώς δε θα μου κάνατε πλάκα...» Δεν ξαναμίλησε. Μόλις προσγειώθηκαν, βγήκε απ’το ελικόπτερο και πήγε κατευθείαν στο αμάξι. Η Ζέτα έτρεχε πίσω του. Έβαλε μπροστά και την παράτησε. «Γιατί κάνει έτσι;» τη ρώτησε ο πιλότος. «Νομίζει ότι έχουμε σχέση», «Μην ανησυχείς, θα σε πάω εγώ σπίτι σου με το αμάξι μου», της είπε. Η Ζέτα ετοιμάστηκε να τον ακολουθήσει, αλλά είδε το αυτοκίνητο του Αντρέα που επέστρεφε. Σταμάτησε δίπλα της και άνοιξε την


πόρτα. «Έλα», την πρόσταξε. Η Ζέτα μπήκε στο αυτοκίνητο και ο Αντρέας ξεκίνησε. «Πόσο καιρό τα έχετε;» «Μα τι λες;» «Σε ρωτάω, γαμώ το κέρατό μου, πόσο καιρό τα έχετε». «Τον άνθρωπο τον βλέπω μόνο μαζί σου». «Και θέλεις να το πιστέψω αυτό; Για ποιον με πέρασες;» «Αν δε με πιστεύεις, σταμάτα να κατέβω». Ο Αντρέας δεν την πίστευε, αλλά δεν ήθελε να την αφήσει και στον πιλότο. Θα της αποσπούσε ομολογία. Έτσι σκέφτηκε να την πάρει με το καλό. «Εντάξει», της είπε συγκαταβατικά, «νέα παιδιά είστε, καταλ αβαίνω ότι εγώ είμαι μεγάλος για εσένα... Αλλά γιατί να με κοροϊδεύεις;» Η Ζέτα δεν του απάντησε. «Όχι, πες μου, γιατί να με κοροϊδεύεις; Μπορείς να μου το πεις ξακάθαρα: “ Αντρέα, θέλω να φτιάξω τη ζωή μου”». «Με πηδάει καλύτερα», πετάχτηκε η Ζέτα, «ή μάλλον με πηδάει, ενώ εσυ δε με πηδάς...»


Τ ι την ήθελε τη σκηνή; Πήγαινε γυρεύοντας να το ακούσει. «Εντάξει», της είπε. «Εμείς θα μείνουμε συνεργάτες». «Αυτό είναι το καλύτερο, Αντρέα». Του ήρθε να βάλει τα κλάματα. Τόσο έξω είχε πέσει, λοιπόν, με το Εργαλείο; Γιατί πίστευε ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του. Αλλά μπορεί μια νέα γυναίκα να είναι ερωτευμένη χωρίς να της κάνει ένας άντρας σεξ; Τ ι αυταπάτες έτρεφε! Έπρεπε να το πάρει απόφαση, τα πιπίνια τον έβλεπαν μόνο για σπόνσορα. Έπρεπε, αλλά δεν μπορούσε. Ξαφνικά, η Ζέτα άπλωσε το χέρι και του χάιδεψε τα μαλλιά. «Θα μπορούσα ποτέ, βρε ηλίθιε», του είπε, «να ερωτευτώ αυτό το παιδάκι; θα μπορούσα;» Να την πιστέψει; Το λαχταρούσε με όλη του την καρδιά - και την πίστεψε. Κι αμέσως χαμογέλασε. Γιατί μπορεί να περνούσαν τα χρόνια, να άλλαζαν όλα γύρω του -κι αυτός μαζί-, αλλά η διάθεση να τον αγαπάνε, να τον ερωτεύονται, ήταν ίδια. Και όσο τα πράγματα ζόριζαν τόσο ο Αντρέας θύμωνε με την πραγματικότητα. Θα γεράσω και θα με κοροϊδεύουν οι πιτσιρίκες, σκεφτόταν ώρες ώρες. Όμως, ακόμα κι αν άρχιζαν να τον κοροϊδεύουν, αυτός θα τις αγαπούσε. Γιατί μικρές ήταν και άξιζαν την αγάπη του. Την άφησε στο σπίτι και πήγε στο ξενοδοχείο στο οποίο θα συναντιόταν με τον υπουργό. Εκείνος συνήθως έτρωγε με τη γραμματέα του και έπεφτε δήθεν τυχαία πάνω του ο Αντρέας. Έλεγαν γρήγορα αυτά που έπρεπε να πουν και κανόνιζαν τις επόμενες κινήσεις τους. Αν κάποιος δημοσιογράφος τούς έβλεπε καθώς


μιλούσαν στο όρθιο, θα πίστευε πως η συζήτησή τους αφορούσε προσωπικά νέα. Αφού ο Αντρέας ενημέρωσε τον υπουργό για την καλή εξέλιξη του θέματος που τους απασχολούσε, προχώρησε προς τη ρεσεψιόν, όπου ρώτησε αν είχε έρθει ο κύριος Νούλας - πρόσωπο καθ’ όλα ανύπαρκτο, αλλά έτσι δικαιολογούσε την παρουσία του στο ξενοδοχείο. Πρόσεχε και την παραμικρή λεπτομέρεια, γιατί όταν μπλέκεται κανείς σε τέτοιες δουλειές, η λεπτομέρεια είναι που κάνει τη διαφορά. Πολλοί είχαν δουλέψει με το Δημόσιο, πολλοί είχαν φτιαχτεί, αλλά και πολλοί κατέληξαν στον Κορυδαλλό. Και ο Αντρέας είχε απέναντι του πολλά λαμόγια που ζήλευαν την εξέλιξή του. Δεν έπρεπε να δίνει δικαιώματα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟ ΜΟ ΕΠΙΝΕ ΕΣΠΡΕΣΟ στο Κολωνάκι, διάβαζε την εφημερίδα του και κοίταζε το λόρδο. Πάντα ήθελε να τον γνωρίσει. Ο λόρδος θεωρούνταν κάτι σαν τον Αϊνστάιν στο χώρο της απάτης. Ήταν γύρω στα 75 τώρα και κυκλοφορούσε με μπαστουνάκι. Είχε τον αέρα του αριστοκράτη που συναναστράφηκε με τους πιο σημαντικούς ανθρώπους, έζησε στα πιο ακριβά μέρη και έστησε τα πιο έξυπνα κόλπα. Το λόρδο σέβονταν ακόμα και τα θύματά του, γιατί πάντα διάλεγε ανθρώπους με μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Τα ίδια τα θύματα αποσιωπούσαν πολλές φορές τα γεγονότα, επειδή δεν ήθελαν να παραδεχτούν δημόσια ότι πιάστηκαν κορόιδα. Είχε την ικανότητα, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι, να σε πλησιάσει και, παρότι ήξερες ότι επρόκειτο για απατεώνα ολκής, να σε πείσει για μια δουλειά. Σου έριχνε το δόλωμα του κέρδους και σε άφηνε να το ψάχνεις από παντού. Στο τέλος όλοι ήταν σίγουροι πως είχαν συνεταιριστεί με το λόρδο σε μια κομπίνα απ’ την οποία θα κέρδιζαν μαζί. Το φινάλε, όμως, ήταν πάντα οδυνηρό για τα κονομημένα θύματα. Την τελευταία φορά είχε πείσει κάποιους εφοπλιστές ότι θα αποκτούσαν αποκλειστικά δικαιώματα τροφοδοσίας των πλοίων σε κάποια λιμάνια της Αφρικής. Έστησε ολόκληρη κουστωδία από μαύρους γραμματείς, σωματοφύλακες κι έναν υπουργό αφρικανικής χώρας. Οι εφοπλιστές υπέγραψαν τα σχετικά έγγραφα κι έδωσαν την τεράστια μίζα. Αλλά όταν έστειλαν επιτόπου αντιπρόσωπό τους, αυτός συνελήφθη και παραλίγο να σαπίσει στη φυλακή. Ο Αντρέας ένιωθε δέος και σεβασμό γι’ αυτό το θρύλο. Έτσι, εκείνη τη μέρα αποφάσισε να του συστηθεί. Του είπε ποιος ήταν και ο λόρδος χαμογέλασε. «Σε παρακολουθώ», δήλωσε.


Ο Αντρέας κοκκίνισε. «Μη δουλεύεις, όμως, με πολιτικούς. Άκου που σου λέω». Ο λόρδος βιαζόταν, γι’ αυτό του έδωσε την κάρτα του ώστε να κλείσουν ραντεβού και να μιλήσουν. «Πονάνε τα πόδια μου», του είπε, «και δεν κατεβαίνω συχνά στην Αθήνα. Να ανέβεις εσύ στην Κηφισιά, στο σπίτι μου», Ο Αντρέας του το υποσχέθηκε κι ετοιμάστηκε να καθίσει πάλι. Ένιωθε καταξιωμένος· ο λόρδος σπάνια καλούσε ανθρώπους στο σπίτι του, μόνο τους εκλεκτούς. Εκείνη τη στιγμή, ο ήχος του κινητού τον απέσπασε απ’ τις σκέψεις του. Ήταν ο αρχιφύλακας. «Σήμερα βγαίνει», του είπε και η φωνή του έτρεμε. «Έγινε τίποτα;» τον ρώτησε ο Αντρέας. «Όχι, κύριε Αντρέα, απλώς είμαι πολυ συγκινημένος. Πολύ. Δουλέψαμε σκληρά και τώρα οι κόποι μας ανταμείβονται. Το μεσημέρι θα είναι στο σπίτι του». «Θα έρθει η γυναίκα του να τον πάρει;» «Ναι, έτσι μου είπε. Και μου ζήτησε να μην τον περιμένετε στην έξοδο», «Καλά», είπε ο Αντρέας κι έκλεισε. Είχε κάνει τόσα γι’ αυτό τον αχάριστο και τώρα δεν τον ήθελε δίπλα


του! Έτσι είναι η ζωή, σκέφτηκε και ήπιε μια γουλιά απ’ τον καφέ του πικραμένος. Εντάξει, κύριε Μάκη, θα ζήσουμε και χωρίς εσένα. Ο Μάκης μάζεψε τα πράγματά του, χαιρέτησε τους ανθρώπους με τους οποίους είχε ζήσει μαζί όλο αυτό τον καιρό, υπέγραψε και προχώρησε για την έξοδο. Ο αρχιφυλακας πάντα δίπλα του. «Μη με ξεχάσεις», του είπε, «Τόσες αγωνίες περάσαμε». «Τ ι αγωνίες;» τον ρώτησε αφελώς ο Μάκης. «Ε, λίγο είναι να βγαίνεις κάθε βράδυ έξω; Κι αν σ’ έπιαναν; Αν γινόταν καμιά στραβή; Εσυ γλεντούσες κι εγώ έτρεμα». «Δεν το κατάλαβα, βρε αγόρι μου, με συγχωρείς», του είπε ο Μάκης. «Ναι, άρχοντα, εγώ ζούσα μες στο φόβο». «Σου περνούσε, όμως, με τα φράγκα του Αντρέα...» «Γιατί, μόνο για εμένα προορίζονταν νομίζεις; Ξέρεις πόσους λάδωνα εδώ μέσα; Αχ, άρχοντα, σήμερα αν δε λαδώσεις δε γίνεται τίποτα, σε πουλάνε όλοι». Ο Μάκης δρασκέλισε το κατώφλι και βγήκε στο δρόμο. Στο βάθος είδε το αυτοκίνητο που τον περίμενε. Πλησίασε με το σακ βουαγιάζ στον ώμο. Η Ρένα άνοιξε την πόρτα κι έτρεξε προς το μέρος του. Εκείνος στάθηκε. Όλη του η ύπαρξη είχε γεμίσει ενοχές. Η Ρένα τον αγκάλιασε. «Δεν ήθελα να έρθεις εδώ. Σου είπα ότι θα έπαιρνα ταξί».


«Δεν μπορούσα να σε περιμένω στο σπίτι, δεν το καταλαβαίνεις;» του φώναξε και τον έσφιξε με περισσότερη δύναμη πάνω της. Μετά του άρπαξε το σακ βουαγιάζ και το έριξε στο πορτ μπαγκάζ. Ο Μάκης έμεινε να την κοιτάζει αμήχανος. «Έλα!» τον παρότρυνε εκείνη. Σαν υπνωτισμένος μπήκε στο αυτοκίνητο και κάθισε δίπλα της. Η Ρένα τον κοίταζε συγκινημένη. Τον αγκάλιασε πάλι και τον φιλούσε με λαχτάρα, χωρίς να τον χορταίνει. Επιτέλους, ήταν ελεύθερος, θα τον είχε δίπλα της, θα γέμιζε το σπίτι! Δεν του είχε πει ποτέ πόσο άδειο το ένιωθε όσο εκείνος έλειπε. Ακόμα και οι κάλτσες του, που τις πετούσε δεξιά και αριστερά, τώρα δε θα την πείραζαν. Και οι τρίχες στη λεκάνη... Και μερικές φορές που του ξέφευγε το κάτουρο... Όλα όσα της έσπαγαν τα νεύρα, τώρα δε θα την πείραζαν. Οδηγούσε και τον παρατηρούσε με την άκρη του ματιού. Ήχαν ήρεμος και αυτό της έκανε εντύπωση. Είχε αλλάξει πολΰ, τώρα το πρόσεχε. Τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει λίγο στους κροτάφους, η κοιλιά του... Αλλά δεν την ενοιαζε. Ένιωθε να τον ερωτεύεται πάλι όπως όταν τον πρωτογνώρισε. Χριστέ μου, σαν κοριτσάκι κάνω, σκύφτηκε. Μόλις μπήκαν στο σπίτι, ο Μάκης στάθηκε καταμεσής στο σαλόνι, κοίταξε γύρω του και προσπάθησε να συγκρατήσει ενα δάκρυ που ήθελε ντε και καλά να νοτίσει το δέρμα του. Η Ρενα τού φώναξε χαρούμενη:


«Το μπάνιο είναι έτοιμο, αγάπη μου». Ο Μάκης στράφηκε και την κοίταξε. «Η κόρη μας;» τη ρώτησε. «Της είπα να μην ερθει. Είναι στις μερες της». Ένιωθε λίγο σαν τον άσωτο υιό, ενώ χιλιάδες σκέψεις είχαν ορμήσει στο μυαλό του και η μία μπερδευόταν με την άλλη. Πήγε στο μπάνιο, εκλεισε τα μάτια και άφησε να τον κατακλύσουν οι αναμνήσεις. Όλα έμοιαζαν σαν να είχαν γίνει χτες, όλα - η γνωριμία του με τη Ρένα, ο γάμος, η κόρη τους, μετά ο γάμος της, και τώρα εκείνη ετοιμαζόταν να του κάνει εγγονάκι. Θα γινόταν σύντομα παππούς! Η Ρένα χτύπησε την πόρτα. «Είσαι καλά;» τον ρώτησε. «Καλύτερα δε γίνεται». «Ανησύχησα που αργούσες». Όταν ξάπλωσαν στο κρεβάτι τους, δεν ήξερε πώς να την αγγίξει. Έτσι την πήρε στην αγκαλιά του και κοιμήθηκαν ήσυχα - είχαν όλο το χρόνο μπροστά τους. Το πρωί ξύπνησαν αγκαλιασμένοι. Ήξεραν και οι δυο ότι ξεκινούσαν μια καινούρια ζωή. Ήταν λίγο φοβισμένοι, αλλά και σίγουροι πως δε θα έκαναν πια τα ίδια λάθη.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ο ΓΔΟ Ο Ο ΑΝΤ ΡΕΑΣ ΠΕΤΑΧΤ ΗΚΕ από έναν εφιάλτη. Είχαν συλλάβει την κόρη του και την οδηγούσαν στη φυλακή. Χριστέ μου, τι όνειρο ήταν αυτό! σκέφτηκε. Πήρε τηλέφωνο την Αλίκη. Η άχρηστη μάνα δεν το σήκωνε. Τελικά βγήκε το Πράμα. «Τ ι θέλεις τέτοια ώρα;» του έκανε την ερώτηση που δικαιούνταν. «Η γυναίκα μου που είναι;» τον έκοψε ο Αντρέας. «Μήπως μπερδεύεσαι; Δεν είναι γυναίκα σου, δική μου είναι». «Ό,τι και να κάνεις, παλιάτσε», του απάντησε, «δε θα γίνει ποτέ γυναίκα σου η Αλίκη». «Εγώ, όμως, την πηδάω», του απάντησε το Πράμα. Είχε πολύ θράσος αυτός ο μουλιάπας. Πολύ θράσος! Να του μιλάει έτσι για την Αλίκη; Κι αυτή δεν ντρεπόταν να του επιτρέπει να διαφημίζει τον εαυτό του; «Εμένα σκέφτεται, όμως», δήλωσε. «Μου το έχει ομολογήσει». Ο Σταμάτης γέλασε. «Τ ι γελάς, βρε ζώον;» είπε ο Αντρέας, αλλά ο επίγονος του έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα.


Ξαναπήρε όλο νεύρα. «Τ ι θέλεις και μας ενοχλείς;» «Την κόρη μου. Είναι εκεί;» «Όχι». «Τότε πες στην Αλίκη να επικοινωνήσει μαζί μου». Προσπάθησε να ηρεμήσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Έτσι σχημάτισε για πολλοστή φορά το νούμερο του κινητού της Τέτας - πάλι τίποτα. Άνοιξε έναν ονειροκρίτη και άρχισε να διαβάζει, αλλά δεν έβρισκε όνειρο σχετικό με αυτό που είχε δει. Η Τέτα βγήκε απ’ το μπάνιο τυλιγμένη με το μπουρνούζι και πλησίασε τον Κώστα που είχε αράξει σαν πασάς και την κοίταζε. Οι άντρες, σκέφτηκε εκείνη, είναι ηλ ίθιοι. Νομίζουν ότι με το οεξ μπορούν να αλ λ άξουν τα μναλ ά της γυναίκας. Μερικές κότες τούς παραδίνονταν, όμως η Τέτα δεν είχε βγει από ορνιθοτροφείο. Της άρεσε ο Κώστας, ήταν καλός στο κρεβάτι, έξυπνος, αλλά όχι τόσο. Ήξερε ότι της πουλούσε έρωτα για να βάλει στο χέρι τα λεφτά του μπαμπά της. Ήξερε ότι ο μπαμπάς της το είχε καταλάβει και έκανε παιχνίδι, γεγονός που τη δαιμόνιζε. Ήταν μια παρτίδα σκάκι και ήθελε να την κερδίσει. Τα λεφτά ήταν το λιγότερο που την ενοιαζε, ήθελε να δώσει ενα μάθημα στον Κώστα. Κάθισε απέναντι του και του χαμογέλασε. Έδειχνε τόσο ευτυχισμένη, τόσο παραδομένη, που ο Κώστας θεώρησε πως ήταν η


κατάλληλη ευκαιρία για να της μιλήσει, να προχωρήσει το θέμα του. «Μίλησες με τον πατέρα σου;» τη ρώτησε. Η Τέτα τεντώθηκε και του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα. «Του μίλησα, μωρό μου». «Και τι έγινε;» «Εντάξει, θέλει να σε βοηθήσει, αλλά δυσκολεύεται». «Δεν έχει χρήματα; Πλάκα μου κάνεις; Σιγά το ποσό!» «Δεν είναι ότι δεν έχει, μωρό μου». «Ε, τότε;» Η Τέτα προσποιήθηκε ότι δίσταζε να συνεχίσει, «Τ ι έγινε;» τη ρώτησε εκείνος. «Πες μου, τι σου είπε;» «Ότι δεν μπορεί να σου εμπιστευτεί τριακόσια χιλιάρικα». «Γιατί;» «“ Κι αν τα πάρει κι εξαφανιστεί;” μου είπε. “ Που τον ξέρω;”» «Ε, δεν του είπες να μην ανησυχεί;» «Του είπα ότι με αγαπάς, ότι δεν είσαι τέτοιο παιδί, αλλά αυτός μου είπε: “ Άσε να περάσει λίγος καιρός.,.”» «Γιατί να εξαφανιστώ, ρε Τέτα; Αφού δουλειά θέλω να κάνουμε!»


«Εντάξει, Κώστα, εγώ το ξέρω, ο πατέρας μου, όμως, έχει τις επιφυλάξεις του, τι να γίνει». Άφησε μια μικρή σιωπή να μεσολαβήσει, για να δώσει βάρος στην επόμενη φράση της. «Μσυ είπε ότι θέλει να δει τα διακόσια χιλιάρικα που έχεις». «Εντάξει, αυτό είναι εύκολο. Να του δείξω το βιβλιάριο». «Σιγά... Βρίσκεις ένα φίλο σου, σου κάνει μια κατάθεση διακοσίων χιλιάδων και την άλλη μέρα τα παίρνει. Δε μασάει από τέτοια ο πατέρας μου. Αφου τον ξέρεις, είναι γάτος - κι εσυ το κατάλαβες». «Και τι να κάνω τότε;» «Δεν ξέρω. Γαμώτο, στενοχωριέμαι τώρα. Ο μπαμπάς φοβάται, λέει ότι είσαι λαμόγιο και θέλεις να μου φας τα λεφτά». Ο Κώστας τινάχτηκε. «Μ’ έχεις εμένα για τέτοιο άνθρωπο;!» «Εγώ, ρε Κώστα; Εγώ σε ξέρω. Εκείνος, όμως... Πρέπει να του αποδείξεις ότι με αγαπάς και με σκέφτεσαι, Και μετά όχι τριακόσια, ένα εκατομμύριο μπορεί να σου δώσει. Εγώ τον ξέρω. Είδες τι αδυναμία μου έχει». «Και τι να κάνω, αγάπη μου;» «Αχ, όλο “ τι να κάνω και τι να κάνω”. Βγάλε μια τραπεζική επιταγή διακοσίων χιλιάδων στο όνομά μου, δώσ’ τη μου και θα πάω να του πω: “ Κοίτα, μπαμπά, ο Κώστας μου εμπιστεύεται όλα του τα λεφτά.


Εσυ γιατί δεν τον εμπιστεύεσαι;” Να έχω κάτι να του δείξω! Μετά, εγώ που τον ξέρω, σε διαβεβαιώνω πως ό,τι και να του πεις, μέσα θα είναι». «Αφού τα έχεις δει τα διακόσια, ρε Τέτα». «Εντάξει, εγώ σου έδωσα μια ιδέα. Μήπως δε με εμπιστεύεσαι εσύ; Γιατί, εντάξει, αν δε με εμπιστεύεσαι, τότε πώς θα σε εμπιστευτεί ο πατέρας μου; Οι δουλειές δε γίνονται χωρίς να υπάρχει εμπιστοσύνη». «Δεν είναι ότι δε σε εμπιστεύομαι, αλλά...» «Τ ι αλλά, Κώστα; Νομίζεις ότι θα σου φάω εγώ διακόσια χιλιάρικα; Γιατί, τα έχω ανάγκη; Σιγά! Αν ήθελα λεφτά, δε θα ήμουν μ’ εσένα». Ο Κώστας άρχισε να το σκέφτεται. Του χεριού του την είχε, καψούρα ήταν μαζί του. Σιγά μην του έκανε τη στραβή η Τέτα! Και γιατί; Δεν ήταν καμιά άφραγκη. Ο άλλος τον έβλεπε με μισό μάτι. Μπορεί να είχε ακούσει και τίποτα... Εντάξει, θα του την έκανε γυριστή, θα έδινε τα διακόσια στην Τέτα και ο εξυπνάκιας θα την πατούσε. Την άλλη μέρα πήγαν μαζί στην τράπεζα κι έβγαλε την επιταγή. Η Τέτα την πήρε και τηλεφώνησε στον πατέρα της να συναντηθούν. Ο Ακάλυπτος, όμως, ήταν απασχολημένος. Ο Κώστας περίμενε τηλεφώνημά της και, όταν τελικά μίλησε μαζί της, εκείνη έφευγε για το εξωτερικό και τα διακόσια χιλιάρικα έκαναν φτερά. Η κατάστασή του μπορούσε να περιγράφει με δύο λέξεις: απόλυτο σοκ. Κλείστηκε στο σπίτι του για να μπορέσει να συγκεντρωθεί. Διακόσια χιλιάρικα, που τα είχε βγάλει με κόπο, ρίχνοντας πολλούς ανθρώπους.


Ήταν το κεφάλαιό του, η μαγιά του για να στήσει μελλοντικές δουλείες. Όχι, δε θα το άφηνε έτσι... Θα τα έπαιρνε πίσω, θα τα έπαιρνε απ’ τον πατέρα της, θα έβρισκε τον τρόπο. Η Αλίκη, στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, εισέβαλε στο γραφείο του Αντρέα. Η γραμματέας του προσπάθησε μάταια να τη συγκρατήσει. «Ο κύριος Αντρέας είναι απασχολημένος», της είπε, αλλά η Αλίκη δεν της έδωσε καμία σημασία. Άνοιξε την πόρτα και μπούκαρε, έτοιμη για μάχη. Βρήκε τον Αντρέα με τα πόδια πάνω στο γραφείο να μιλάει στο τηλέφωνο. Εκείνη τη στιγμή διαβεβαίωνε τον υπουργό ότι όλα είχαν τακτοποιηθεί και δεν έπρεπε να ανησυχεί. Όταν είδε, όμως, την Αλίκη να μπαίνει φουριόζα και να τον κοιτάζει άγρια, διέκοψε τη συζήτηση. «Σας κλείνω, κύριε υπουργέ μου», είπε. «Μόλις εισέβαλε το ΣΔΟΕ. Θα σας ενημερώσω». Έκλεισε το τηλέφωνο και της χαμογέλασε. «Έδιωξες, επιτέλους, τον καραγκιόζη και ήρθες να μου ζητήσεις να είμασιε πάλι μαζί;» συνέχισε. «Εγώ, όμως, δε σε θέλω πια». Η Αλίκη αντιπαρήλθε το σχόλιό του και του πέταξε χειροβομβίδα. «Ξέρεις ότι η κόρη σου ετοιμάζεται να φύγει για Νέα Υόρκη;» Ο Αντρέας τινάχτηκε όρθιος - δεν ήξερε τίποτα, δεν τον είχε ενημερώσει. Αυτό το παιδί ήταν πάντα απρόβλεπτο. Και με ποιον έφευγε, με το λαμόγιο; Που θα την έμπλεκε; Δεν ήταν μια εκδρομή μέχρι το Λουτράκι, στη Νέα Υόρκη πήγαινε και δεν του είπε τίποτα; Ένιωσε έναν πόνο στο στήθος. Είχε χάσει κάθε έλεγχο πάνω στην Τέτα.


«Δε μου είπε τίποτα», ψιθύρισε. «Μπορεί να έχει φύγει κιόλας», τον ενημέρωσε η Αλίκη, σαν να του φόρτωνε ευθύνες γι’ αυτό. «Να έχει φύγει χωρίς να πει τίποτα στον πατέρα της!» «Γι’ αυτό ήρθα να σε δω. Σ’ έπαιρνα απ’ το πρωί και δεν το σήκωνες. Της έδωσες χρήματα;» «Δε μου ζήτησε τίποτα». «Και τότε πού τα βρήκε;» Ο Αντρέας έγινε έξαλλος. Αυτόν ρωτούσε; Εκείνη τη μεγάλωσε, εκείνη είχε την επιμέλεια και τώρα του ζητούσε και τα ρέστα; Αλλά φαίνεται ότι ήταν απασχολημένη με το Πράμα και δεν πρόσεχε την κόρη της. Γυναίκες! Επιπόλαιες! Γίνονται και μάνες! «Εσύ είσαι κοντά της, υποτίθεται», φώναξε. «Εσύ πρέπει να ξέρεις». «Εμένα μου είπε ότι τα πήρε απ’ τον γκόμενο». Ο Αντρέας γέλασε. «Μη γελάς», του είπε η Αλίκη. «Σοβαρά μου είπε ότι τα πήρε απ’ τον γκόμενο». Δεν είμαστε καλ ά, σκέφτηκε ο Αντρέας. Το λ αμόγιο, για να της δίνει χρήματα, κάτι θέλ ει. Σχημάτισε τον αριθμό του κινητού της και περίμενε, όμως άκουσε «η κλήση σας προωθείται».


«Το έχει κλειστό», ψιθύρισε. «Ψάξε να τη βρεις! Δεν ξέρω τι θα κάνεις, αλλά είσαι πατέρας της και πρέπει να τη βρεις». «Ωραία τα λες!» της φώναξε ο Αντρέας. «Τ ώρα είμαι πατέρας της! Όταν σου έλεγα εγώ πρόσεξε την Τέτα, πρόσεξε το κορίτσι μας μη μας βγει αλήτισσα...» «Σαν τον πατέρα της», τον διέκοψε η Αλίκη. «Εγώ δεν είμαι αλήτης. Είμαι ποιητής των συνδυασμών. Κατάλαβες; Κάποιος ονειρεύεται κάτι κι εγώ του το πασάρω». «Όπως πάσαρες και στον Μάκη, ε;» «Ήσουν κι εσυ σπίτι του; Έμαθα ότι μαζευτήκατε όλοι». Η Αλίκη δεν του απάντησε. «Πήγες, ε; Με τον καραγκιόζη... Όλοι αντάμα και ο ψωριάρης ο Αντρέας χώρια, ε; Ανθρωπάκια! Όλοι με τον Ακάλυπτο τα χετε βάλει. Αλλά ο κύριος Μάκης αυτά που έζησε μαζί μου δε θα τα ζούσε ούτε σε δέκα ζωές. Και ήθελε να τα ζήσει, όπως όλοι θέλετε να τα ζήσετε, αλλά φοβάστε». «Όταν σε κλείσουν μέσα, τότε να δούμε τι θα λες». Ο Αντρέας «χτύπησε ξύλο» στην επιφάνεια του γραφείου. «Άκου μέσα! Γρουσούζα. Αυτό ήθελες πάντα, για να έχεις τους γκόμενους. Αλλά δε σου έκανα τη χάρη».


Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Αντρέας το σήκωσε. Ακούσε με έκπληξη τη γραμματέα του να του λέει ότι είχε έρθει κάποιος κύριος Κώστας και ήθελε να τον δει. Στράφηκε στην Αλίκη. «Ο Κώστας είναι», την ενημέρωσε. «Να περάσει», είπε στη γραμματέα του. «Τ ι να θέλει, άραγε;» μονολόγησε. Η Αλίκη, ανήσυχη, ανασήκωσε τους ώμους. Μόλις μπήκε ο Κώστας, όρμησαν καταπάνω του - ήταν δυο γονείς ενωμένοι πια, που ανησυχούσαν για την κόρη τους. «Τ ι έγινε, αγόρι μου;» τον ρώτησε ο Αντρέας. «Η Τέτα με παράτησε». Ο Αντρέας χαμογέλασε από μέσα του. «Ε, και γι’ αυτό στενοχωριέσαι; Γυναίκες υπάρχουν πολλές», σχολίασε. Η Αλίκη έγινε έξαλλη. «Τ ι είναι αυτά που λες στο παιδί;» «Γιατί, αλήθεια δεν είναι; Άσ’ τη να πάει στο καλό, λεβέντη μου. Θα βρεις γυναίκες εσυ, παλικάρι είσαι! Η Τέτα δεν ήταν και καλός χαρακτήρας». «Γι’ αυτό ήρθα, κύριε Αντρέα. Η Τέτα δε μου φέρθηκε σωστά». «Τ ι έκανε;» πετάχτηκε η Αλίκη. «Μου πήρε μια τραπεζική επιταγή διακοσίων χιλιάδοιν και την


εισέπραξε». Ο Αντρέας έμεινε άγαλμα. «Τ ι έκανε λέει;!» αναφώνησε η Αλίκη. «Μου πήρε διακόσιες χιλιάδες». Ξαφνικά, ο Αντρέας ξέσπασε σε γέλια. «Τ ι γελάς, βρε αναίσθητε;» του έβαλε τις φωνές η Αλίκη. «Με συγχωρείς, Κώστα», του είπε ανάμεσα στα γέλια. «Σου π ήρε η Τέτα...» «Ναι. Μου είπε να τη δείξει σ' εσάς για να μου έχετε εμπιστοσύνη». «Ναι, βέβαια, κάτι της είχα πει, ήθελα να ξέρω αν την αγαπάς. Και πού είναι τώρα η Τέτα;» «Έφυγε για Νέα Υόρκη. Εγώ, κύριε Αντρέα, αυτά τα χρήματα τα μάζεψα με πολύ κόπο για να κάνω μια δουλειά κι είχα σκοπό...» «Να μου φας τριακόσιες χιλιάδες», ψιθύρισε ο Ακάλυπτος. «Δεν άκουσα τι είπατε, κύριε Αντρέα». «Δε χρειάζεται, αγόρι μου». Η Αλίκη παρενέβη δυναμικά για να αποκαταστήσει την τάξη. «Μην ανησυχείς, θα σου δώσει ο Αντρέας τα χρήματα».


«Εγώ, γιατί;» αναρωτήθηκε ο Αντρέας. «Εσύ βέβαια, Αντρέα!» «Ένα λεπτό, σε παρακαλώ...» «Κανένα λεπτό», συνέχισε η Αλίκη. "Ηταν επίμονη, την ήξερε, δε θα γλίτωνε από εκείνη. Ήθελε να το συζητήσει μαζί της. «Πήγαινε ένα λεπτό έξω, σε παρακαλώ, Κώστα. Θα σε φωνάξω». «Μάλιστα. Θα περιμένω». Μόλις βγήκε ο Κώστας, ο Αντρέας ξέσπασε και πάλι σε γέλια. «Το καμάρι μου! Το κορίτσι μου! Κι εγώ που νόμιζα ότι θα την πιάσει κορόιδο...» «Χαίρεσαι, ε; Βέβαια, ίδια ο πατέρας της!» «Αλλά αυτή βγήκε ξεφτέρι», συνέχισε ενθουσιασμένος εκείνος, χωρίς να δώσει σημασία στην παρατήρηση της Αλίκης. «Και καμαρώνεις, Ακάλυπτε;» «Βέβαια! Να μην καμαρώνω; Μου έμοιασε». «Ο θηλυκός Ακάλυπτος. Τ ι αναίσθητος που είσαι!» φώναξε η μάνα. «Έφαγε η κόρη σου τα λεφτά του φίλου της κι εσυ χαίρεσαι. Δώσε τα λεφτά στο παιδί, ακους τι σου λέω; Αλλιώς δε φεύγω από εδώ μέσα».


Θα τα έδινε και μόνο για την ικανοποίηση που πήρε, αλλά ήθελε να το ευχαριστηθεί κι άλλο. «Πολύ αυταρχική δεν παντρεύτηκα, μου λες;»

είσαι;»

είπε

στην

Αλίκη.

«Πώς σε

«Δώσε τα λεφτά του ανθρώπου και ψάξε την κόρη σου, γιατί πολυ φοβάμαι μη μάθουμε ότι απασχολεί το FBI». «Λες;» είπε και δεν μπόρεσε να κρύψει τη χαρά του. «Εντάξει, θα του τα δώσω. Αλλά το ευχαριστήθηκα». «Περιμένω, δε θα φύγω αν δεν το δω με τα ίδια μου τα μάτια». Ο Αντρέας έκοψε την επιταγή και, όταν ήρθε ο Κώστας να την παραλάβει, τον εκδικήθηκε για αυτά που είχε περάσει μέχρι τότε. «Η κόρη μου δεν ήταν για εσένα. Δεν μπορούσες να την κουμαντάρεις. Θέλει πιο έξυπνο άντρα». Όχι, θα τον άφηνε! Η Αλίκη του έριξε μια φαρμακερή ματιά και βγήκε. Είχε πάντα αυτό το βλέμμα ανωτερότητας που του την έδινε. Σαν να ήταν λαίδη κι αυτός παιδί ενός κατώτερου θεού. Πώς την παντρεύτηκε αυτή τη γυναίκα, που του είχε μαυρίσει τη ζωή; Έπρεπε, όμως, να το παραδεχτεί πως ήταν πολύ έξυπνη και δυναμική. Ποτέ δεν ένιωσε ότι την κοροΐδευε, ποτέ. Ακόμα κι όταν την απατούσε, ήξερε πως η Αλίκη το καταλάβαινε. Τότε γιατί έμενε μαζί του; Σαν να μην τον υπολόγιζε... Όχι, δεν ήταν αυτό. Τον θεωρούσε ανώριμο και ο Αντρέας το εκμεταλλευόταν. Γαμώτο, τώρα ζούσε με το Πράμα, τον άχρηστο, τον ηλίθιο Σταμάτη. Την άγγιζε αυτός! Δε θα το ξεπερνούσε ποτέ. Ήταν η εκδίκησή της και το ήξερε. Οι γυναίκες δεν έχουν έλεος- προκειμένου να εκδικηθούν


κάνουν σημεία και τέρατα, παντρεύονται ακόμα και τον πιο άχρηστο άνθροιπο για να σου σπάσουν τα νεύρα. Τηλεφώνησε στη Ζέτα να συναντηθούν. Το Εργαλείο τον ηρεμούσε. Είχε αποφασίσει πως έπρεπε να τελειώνει με το πρόβλημα της στύσης και αφού δεν κατάφερνε να το λύσει με φυσικό τρόπο, σκύφτηκε να καταφύγει στη χημεία. Περίμενε να νυχτώσει και μπήκε σε ένα φαρμακείο που διανυκτέρευε. Στήθηκε απέξω λίγη ώρα για να φύγει ο πελάτης που βρισκόταν μέσα. Δυστυχώς, ο φαρμακοποιός ήταν γυναίκα -με άντρα θα τα κατάφερνε καλύτερα, υπάρχει μια αλληλεγγύη σε αυτά τα λεπτά θέματα. Έβλεπε τη μουτσούνα της και δυσκολευόταν να το αποφασίσει, αλλά δε γινόταν αλλιώς. Πήρε το αεράτο ύφος του, το ανέμελο, και μπούκαρε. «Καλησπέρα», είπε χαμογελώντας πλατιά. Η φαρμακοποιός τού χαμογέλασε κι εκείνη. «Καλησπέρα. Τ ι θέλετε;» Έσκυψε προς το μέρος της και ψιθύρισε: «Αυτά τα προχωρημένα, που δεν έχουν παρενέργειες». Είχε ακούσει από φίλους του για τις παρενέργειες του Βιάγκρα. Τα καινούρια, όμως, του είχε πει ο Αριστείδης ότι ήταν μια χαρά. Ο Αριστείδης δεν ντρεπόταν να το διατρανώνει ότι ξαναβρήκε τη στύση του απ’ τα φάρμακα. Ο Αντρέας πίστευε ότι ο τρόπος με τον οποίο εκφράστηκε θα ερμηνευόταν εύκολα απ’ τη φαρμακοποιό και δε θα χρειαζόταν να


μπει σε ενοχλητικές λεπτομέρειες. Όμως εκείνη τον κοίταζε σαν Βούδας. «Για τι πράγμα μιλάτε;» τον ρώτησε. «Γι αυτά τα προχωρημένα που έχουν βγάλει και δε γίνεσαι σαν τον Δράκουλα... Τα μάτια σου δεν κοκκινίζουν...» «Τ ι πρόβλημα έχετε, κύριε;» τον ξαναρώτησε. Ε, τώρα, τον χτυπούσε κατευθείαν στο κέντρο της αξιοπρέπειας! «Τ ι πρόβλημα; Εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα. "Ενας φίλος μου έχει...» Η φαρμακοποιός συνέχισε να τον κοιτάζει. «"Εχει αδύνατη στύση και ντρέπεται να μπει σε φαρμακείο. Γι αυτό ηρθα εγώ. Όχι ότι δεν έχει εντελώς, αλλά είναι αδύνατη και θέλει να την ενισχύσει». «Θέλετε κάποια μάρκα;» τον ρώτησε αδιάφορα. «Όχι. Εγώ δε γνωρίζω απ αυτά, γιατί εγώ δεν έχω πρόβλημα... Δώστε εσείς τα πιο προχωρημένα». Η φαρμακοποιός του γύρισε την πλάτη. Κάτι έψαξε και μετά στράφηκε κρατώντας ένα κουτάκι. «Έχει πρόβλημα με την καρδιά του ο φίλος σας;» «Θεός φυλάξοι! Μια χαρά είναι».


Πήρε το φάρμακο και πλήρωσε. Πριν βγει, η φαρμακοποιός του φώναξε: «Μία ώρα πριν!» Ο Αντρέας κοίταξε το ρολόι του. Αγόρασε ενα μπουκάλι νερό από κάποιο περίπτερο και κατέβασε το χάπι. Είχε διαβάσει στις οδηγίες ότι χρειάζεται πολυ νερό. Ήπιε και βάλθηκε να κόβει βόλτες με το αυτοκίνητο για να περάσει η ώρα. Όταν θέλ εις, σκέφτηκε, δεν περνάει με τίποτα. Η κυρία είσοδος της πολυκατοικίας ήταν ανοιχτή. Ανέβηκε στον όροφο όπου έμενε η Ζέτα και ξανακοίταξε το ρολόι του - είχαν περάσει σαράντα πέντε λεπτά. «Ένα τέταρτο ακόμα, για να είμαι σίγουρος», μονολόγησε και άρχισε να βηματίζει στο διάδρομο. Ένιωσε μια φούντωσή στο πρόσωπο και τον έπιασε κατούρημα. Κοίταξε γύρω του, είχε παγιδευτεί. Καθώς δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο, πήγε και χτύπησε το κουδουνι του διαμερίσματος της. Περίμενε. Ακούσε τη φωνή του Εργαλείου να ρωτάει ποιος είναι. «Εγώ. Άνοιξε». Η Ζέτα άνοιξε νυσταγμένη και ο Αντρέας έτρεξε στην τουαλέτα. Μόλις βγήκε, η Ζέτα τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Καλά, ήρθες εδώ για να κατουρήσεις; Δεν μπορούσες να μπεις σε κανένα μαγαζί;»


«Όχι», της είπε ο Αντρέας. «Είμαι έτοιμος». «Για ποιο πράγμα;» «Τ ι για ποιο πράγμα; Σου λέω είμαι έτοιμος για να σου κάνω ανελέητο και δυνατό σεξ. Να σε διαλύσω». Η Ζέτα χασμουρήθηκε. «Αγάπη μου, κοιμάμαι...» Ο Αντρέας έμεινε ενεός. Είχε χαπακωθεί κι εκείνη του έλεγε ότι κοιμάται; «Κι εγώ τι θα κάνω τώρα;» τη ρώτησε με αγωνία. «Σου λέω ότι κοιμάμαι, αγάπη μου. Βρες καμιά άλλη». «Τ ι; Τόσο αναίσθητη είσαι; Σου λέω ότι είμαι έτοιμος κι εσυ μου λες να βρω καμιά άλλη;» «Αν θέλεις καμιά αγκαλίτσα, μωρό μου, έλα να κοιμηθείς, αλλά εγώ δεν έχω όρεξη». Η Ζέτα κινήθηκε προς την κρεβατοκάμαρα. Ο Αντρέας παρακολουθούσε τους εκπαιδευμένους γοφούς της κι ένιωσε να αναστατώνεται. «Τ ι θα κάνω τώρα εγώ; Τσάμπα το πήρα;» «Τ ι είπες, μωρό μου;» Εκείνος προσπάθησε να τα μαζέψει - δε φτάνει που δε θα πηδούσε,


να εκτεθεί κιόλας; «Τ ίποτα», της είπε. Γι αυτά τα πράγματα έπρεπε να υπάρχει αντίδοτο, σκέφτηκε, τώρα τι κάνουμε... Την είδε που ξάπλωσε στο κρεβάτι και πήγε να ξαπλώσει δίπλα της. Θα τη χάιδευε στον ύπνο και μπορεί σιγά σιγά να την κατάφερνε. Οι γυναίκες υπομονή κι επιμονή θέλουν. Η Ζέτα τού γύρισε την πλάτη. Την κοίταξε. Το γυμνό κορμί της ήταν ο βασανιστής του. Την αγκάλιασε και την τράβηξε πάνω του, στο τρυφερό και στο δήθεν αθώο. Την ώρα που ο Αντρέας υπέφερε δίπλα στο αναίσθητο Εργαλείο που προτιμούσε να κοιμηθεί, ο Μάκης ολοκλήρωνε την προδοσία της νύχτας. Είχε καλέσει σ’ ένα ρεμπετάδικο τους φίλους και τους γνωστούς για να γιορτάσουν την επιστροφή του ταξιδιώτη. Στην παρέα ήταν η Αλίκη με τον Σταμάτη, η Μπέτυ και ο γιατρός, η κόρη και ο γαμπρός του. Όλοι παρίσταναν ότι είχαν άγνοια, κανείς δε μιλούσε για ίδρυμα και κανείς δεν ανέφερε το πτηνό κορυδαλλός. Ο Αντρέας δεν είχε προσκληθεί κατ’ απαίτηση της Ρένας, η οποία είχε δηλώσει ορθά κοφτά: «Οι σχέσεις με τον Ακάλυπτο κομμένες». Και ο Μάκης, στην καινούρια ζωή που θα άρχιζε, έπρεπε να ξεκόψει με το παρελθόν. Το κέφι είχε ανάψει, όλοι σιγόνταραν τους τραγουδιστές, η Μπέτυ έγερνε στην αγκαλιά του γιατρού, η Ρένα στου Μάκη και η Αλίκη ήταν η μόνη που κρατούσε πόζα. Ίσως γιατί νοσταλγούσε τα βράδια που εκείνη έγερνε στην αγκαλιά του Αντρέα. Ο Μάκης, κοιτώντας τη Ρένα στα μάτια με έρωτα, έδωσε την παραγγελιά του: «Τα ωραιότερα θα σου ’χω αγορασμένα/


μαργαριτάρια του βυθού που ήταν κρυμμένα». «Αγάπη μου, ελπίζω να μου πάρεις αληθινά», του ψιθύρισε με νόημα. Ο Μάκης έπιασε τον υπαινιγμό για το χρήμα που χουχούλιαζε στην Ελβετία και της έκλεισε το μάτι. Οι άλλοι δεν αντιλήφθηκαν τίποτα, εκτός απ' την Αλίκη, που ήξερε απ' τον Ακάλυπτο ότι ο Μάκης είχε πολυ μπαγιόκο και δεν έπρεπε να παραπονιέται. Ο Μάκης χόρεψε ζεϊμπέκικο, η Ρένα του χτυπούσε παλαμάκια, η Μπέτυ συνέχισε με το δικό της ζεϊμπέκικο, ενώ ο γιατρός είχε πέσει στα γόνατα μπροστά της, και η Αλίκη σταμάτησε την απόπειρα του Σταμάτη εν τη γενέσει της. Η βραδιά κυλοΰσε υπέροχα, αλλά ο Μάκης δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η μελαγχολία τον τύλιγε σαν υγρασία. Έδιωξε γρήγορα απ’ τη σκέψη του τον Ακάλυπτο. Ήξερε ότι μιας σκέψης μύριες έπονται. Τον βοήθησε, βέβαια, και η κατανάλωση αλκοόλ. Όταν αυτός και η Ρένα επέστρεψαν στο σπίτι, αγκαλιασμένοι, τραγουδώντας και αφου αντάλλαξαν ένα φιλί, ο Μάκης είπε τη φράση που θα σηματοδοτούσε από εδώ και πέρα τη ζωή τους: «Μου έχει λείψει το ιατρείο, θέλω να ξαναδουλέψω». Διότι για τον άντρα η δουλειά είναι η ζωή του. Οι γυναίκες δεν το αντιλαμβάνονται αυτό. «Γιατί;» απόρησε η Ρένα για να επιβεβαιώσει τον κανόνα. «Αφού δεν έχουμε ανάγκη». Ο Μάκης δεν ήθελε να μπει στη διαδικασία να της εξηγήσει, γι αυτό είπε μόνο:


«Δεν είναι για τα χρήματα, μου έλειψε η δουλειά». Και παίρνοντας μια ηρωική απόφαση υπό την επήρεια του αλκοόλ, γιατί διαφορετικά δε θα την έπαιρνε, συνέχισε: «Σκέφτομαι να τα δώσω όλα πίσω». Η Ρένα έπαθε σοκ. Ως γυναίκα, που βλέπει την πρακτική πλευρά της ζωής, αντέδρασε δυναμικά. «Έχεις τρελαθεί;» φώναξε. «Γιατί, τότε, έκανες φυλακή;» Ο Μάκης ανασήκωσε τους ώμους και με την ειλικρίνεια που διακατέχει πολλές φορές τους άντρες όταν είναι μεθυσμένοι, της είπε ότι δεν κατάλαβε τι έγινε. «Σαν υπνωτισμένος ήμουν. Μέχρι που με πιάσανε. Εκεί ξύπνησα». Η Ρένα συγκρότησε το μπινελίκι που της ήρθε στα χείλη, γιατί δεν ήταν πράγματα αυτά που άκουγε - τόσα χρήματα και να τα δώσουν πίσω; Σε ποιον; Στον Ακάλυπτο; Στο κράτος, σιην Εκκλησία; Δεν το ανέλυσε πολύ το ζήτημα, μόνο είπε: «Τ ι φταίω εγώ που έμεινα μονάχη τόσο καιρό; Άκου να τα δώσεις πίσω! Σε παρακαλώ, αγάπη μου, σοβαρέψου». Ο Μάκης, με την υπερδιέγερση που ένιωθε, ήθελε να πει κι άλλες παρλαπίπες, αλλά η Ρένα τον προσγείωσε άγρια. «Τα λεφτά είναι λεφτά και κανείς δεν τα δίνει πίσω. Υποφέραμε γι αυτά. Έχουμε κόρη και σε λίγο εγγονάκι». Κοίτα να δεις πώς βλέπουν οι γυναίκες τη ζωή... Θέλουν να εξασφαλίσουν όλους τους απογόνους.


Δε βαριέσαι! σκέφτηκε ο Μάκης. Έχει δίκιο. Τον ιδεολ όγο θα κάνα; Ο Ανιρέας, μπροστά στην αναισθησία της Ζέτας, πήρε τους δρόμους. Τα βήματά του τον οδήγησαν στο μπαρ. Είχε μάθει για τη συγκέντρωση στο ρεμπετάδικο. Η συμπεριφορά του Εργαλείου και του φίλου του τον είχε στενοχωρήσει. Η μία μουλάρα και ο άλλος γιόρταζε την ελευθερία του χωρίς αυτόν! Πήγε κατευθείαν στον Νίκο. «Βάλε μου ένα διπλό», του είπε. Ο μπάρμαν, που είχε πείρα, τον έκοψε. «Δεν κάνει να πιείτε απόψε, κύριε Αντρέα. Δεν είστε σε κατάσταση». Ο Αντρέας δεν κρατήθηκε. «Ο Μάκης να το κάνει αυτό σ’ εμένα;» παραπονέθηκε. «Να τους καλέσει όλους κι εμένα, φίλο του τόσα χρόνια, να μη θέλει να με δει;» Ο Νίκος προσπάθησε να απαλύνει την πίκρα του. «Κι εμένα με κάλεσε. Αλλά εγώ του είπα ότι αφού δεν κάλεσε εσάς, εγώ δεν μπορούσα να πάω». «Το είπες αυτό το πράγμα;» «Και όχι μόνο... Του είπα μια ιστορία απ’ τη Μοζαμβίκη για δύο φίλους». «Γιατί, τι του έκανα, μπορείς να μου πεις;» αναρωτήθηκε ο Αντρέας.


«Εγώ ξέρω ότι τον αγαπάτε το φίλο σας, αλλά αυτός λέει: “ Δε θέλω να το ξαναδώ το ρεμάλι”». «Ρεμάλι ο Ακάλυπτος; Που θα ζούσε μια ζωή μες στη μιζέρια αν δε με γνώριζε! Εγώ του έδειξα πώς να βγάλει γκόμενα... Είκοσι χιλιάδες σφραγίσματα είχε κάνει και μια γκόμενα δεν μπορούσε να χτυπήσει, ο κτηνίατρος». Ο μπάρμαν έβαλε ένα ποτό για τον εαυτό του, το ήπιε και φιλοσόφησε: «Πάντως, εγώ το βρίσκω πολυ ρομαντικό που ξαναγύρισε στη σύζυγο». «Μου ρχεται να κάνω εμετό!» φώναξε ο Αντρέας. «Είναι απογοητευτικό! Λες και πήρε σύνταξη απ’ τη ζωή». Η συζήτηση, όπως ήταν φυσικό, πέρασε σε άλλες σφαίρες. Οι δυο άντρες αναζήτησαν το νόημα της ζωής, αναρωτήθηκαν ποιοί είμαστε, που πηγαίνουμε, γιατί ζούμε... Και ολοκλήρωσαν αυτή την ωραία συζήτηση με το κοινό συμπέρασμα ότι η φιλία είναι πάνω απ' όλα. Και όπως κάνουν οι εκτός γάμου μοναχικοί άντρες, επικύρωσαν την άποψη ότι ο γάμος είναι η σκλαβιά του αρσενικού. Έτσι, τις πρωινές ώρες χώρισαν καθένας για τη μοναξιά του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ Ο ΛΟΡΔΟΣ

ΆΝΑΨΕ ΤΗΝ ΠΙΠΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΚΟΊΤΑΞΕ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΈΠΤΗ ΤΟΥ

«Δε δούλεψα ποτέ για τα χρήματα, Αντρέα. Μου άρεσε η δουλειά


μου, ένιωθα σαν καλλιτέχνης. Σκηνοθετούσα, δίδασκα τους ηθοποιούς να παίζουν και στο τέλος απολάμβανα το θρίαμβό μου. Έβγαλα πολλά χρήματα, αλλά δε μου έμεινε τίποτα. Είχα και μεγάλα πάθη - το καζίνο, τις όμορφες γυναίκες... Ε, αυτά τα πάθη πληρώνονται. Ποτέ μου, όμως, δε δούλεψα με τους πολιτικούς. Έμαθα ότι εσύ έχεις πολλά νταραβέρια μαζί τους. Δε θα σου βγει σε καλό, πρόσεχε». «Στην Ελλάδα», είπε ο Αντρέας, «για να ανεβείς, πρέπει να δουλεύεις με αυτούς». Ο λόρδος χαμογέλασε. Ήπιε λίγο απ’ το κονιάκ του, στρέφοντας αλλού το βλέμμα. «Η Ελλάδα είναι ένα μπορντέλο», δήλωσε. «Και δεν το λέω για κακό. Κοίταξε τώρα με την κρίση τι γίνεται... Όλοι λένε ότι θέλουν να χτυπήσουν την παραοικονομία, αλλά χωρίς αυτή θα πεθάνει η πραγματική οικονομία. Γιατί λαδώνεις εσυ τον υπάλληλο που παίρνει χίλια ευρώ μισθό και κονομάει. Αρχίζει να καταναλώνει, κινούνται τα μαγαζιά, κινείται ο κόσμος, κινείται η πραγματική οικονομία απ’ το χρήμα που εισρέει. Έτσι είναι το κόλπο εδώ. Αν σταματήσει αυτό το μαύρο χρήμα να κυκλοφορεί, θα πεθάνει η άλλη οικονομία - οι βιοτεχνίες, τα μαγαζιά... Καταλαβαίνεις; Και όλοι τόσα χρόνια βγαίνουν και μιλάνε για την παραοικονομία. Μα, αν ήθελαν να τη χτυπήσουν, θα μπορούσαν να το κάνουν. Ξερουν, όμως, τις συνέπειες και δεν τολμούν». «Έχεις δίκιο», ψιθύρισε ο Αντρέας. «Το κακό είναι ότι βάζουν κάτι άσχετους καθηγητές στο Υπουργείο Οικονομικών. Ο Κέινς είπε ότι η φοροδιαφυγή είναι η μόνη ευφυής


πράξη των ανθρώπων. Ξέρεις ποιος ήταν ο Κέινς;» «Όχι», είπε ο Αντρέας. «Μεγάλος οικονομολόγος. Πρέπει να διαβάσεις οικονομία, Αντρέα. Γιατί το είπε, όμως; Διότι τα λεφτά που κλέβει κάποιος απ’ το κράτος ή θα καταναλωθούν ή θα επενδυθούν. Και το χρήμα οι τράπεζες από πού το βρίσκουν; Απ’ τις καταθέσεις των φτωχών. Το βάζουν εκείνοι στην άκρη για ασφάλεια, το παίρνουν οι μεγάλοι κι επενδύουν και γίνονται μεγαλύτεροι». Ο Αντρέας είχε ακούσει πολλά για το λόρδο. Τ ώρα τον άκουγε γοητευμένος. «Ποιο ήταν το καλύτερο κόλπο που έκανες;» τον ρώτησε. Ο λόρδος χαμογέλασε. «Όλοι λένε για τον Αφρικανό υπουργό. Αλλά για εμένα δεν είναι αυτό. Για εμένα είναι το πρώτο κόλπο που έκανα φοιτητής και πήρα το πτυχίο. Ο πατέρας μου πίστευε πάντα πως είμαι πτυχιούχος». Σηκώθηκε και το έφερε να του το δείξει. «Δεν είναι πραγματικό. Όμως με αυτό πήγα στο Χάρβαρντ». «Η οικογένεια σου ήταν πλούσια;» «Πάμπλουτη. Αλλά ο πατέρας μου ήταν άσωτος και τα έφαγε όλα. Η μητέρα μου, ηθοποιός, ανέβαζε παραστάσεις που δεν έκοβαν ουτε ένα εισιτήριο. Αλήθεια, ο Ιγνάτιος τι κάνει;» τον ρώτησε ο λόρδος. «Τον ξέρεις;»


«Πρόσεξέ τον», του είπε, «γιατί αυτός είναι αδίστακτος. Θεωρεί ότι αντιπροοιοπεύει το Θεό. Και αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν μέτρο». «Έχουν αλλάξει οι καιροί...» συμπλήρωσε ο Αντρέας. «Παλιά ήμαστε λίγοι», παρατήρησε ο λόρδος. «Τ ώρα, το ένα τρίτο της κοινωνίας, για να μην πω και περισσότεροι, έχουν μπει στο παιχνίδι». «Πως το εξηγείς, λόρδε μου;» «Δεν υπάρχουν πια ηθικοί φραγμοί. Όλοι θέλουν το χρήμα. Κανείς δε θα σε ρωτήσει πώς το απέκτησες, αρκεί να το είχεις. Έχεις χρήμα, είσαι σημαντικός. Δεν έχεις, είσαι τίποτα. Παλιά, αν πήγαινες φυλακή, στιγματιζόσουν. Τ ώρα, αν πας κι έχεις κονομήσει, είσαι κάποιος. Ακόμα και οι γυναίκες, όταν “ δαγκώσουν” δυνατά, δε θεωρούνται πρόστυχες. 'Ολα έχουν σχέση με την τιμή και όλα δικαιολογούνται με το χρήμα. Είμαστε μια κοινωνία χαλασμένη». «Εσύ το λες αυτό;» «Εγώ, γιατί εμείς δουλεύαμε με κανόνες. Τ ώρα δεν υπάρχουν. Ακόμα και η προδοσία δικαιολογείται σήμερα». «Ναι, αλλά...» προσπάθησε να διαφωνήσει ο Αντρέας, «ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται». «Αχ, Αντρέα μου, στην ηλικία που είμαι βλέπω τα πράγματα αλλιώς. Εντάξει, μπορεί να κάνεις ένα υπέροχο κόλπο, να το ευχαριστηθείς, αλλά χωρίς φίλους δεν μπορείς να ζήσεις. Ο λύκος πρέπει να είναι


μελαγχολικό ζώο...» Η πίπα τελείωσε και ο λόρδος σηκώθηκε. Ο Αντρέας κατάλαβε πως ήταν ώρα να φύγει. Ήξερε ότι ο μέντορας υπέφερε από αρθριτικά. Τον χαιρέτησε και βγήκε. Ήταν Μάιος και το αεράκι που κατέβαινε απ' την Πάρνηθα τον δρόσισε. Είναι μεγάλ η αδικία, σκέφτηκε, ένα τέτοιο μυαλ ό να μη το αφήνει το σώμα να ζήσει. Ο χρόνος είναι ο πιo ανελ έητος και ανίκητος εχθρός. Ακόμα και τα πιό υπέροχα πνεύματα μπορεί να τα καταβάλ ει. Το μυαλό του λόρδου δούλευε ακόμα σαν κομπιούτερ, όμως το σώμα αδυνάτιζε τη θέληση. Κι έτσι είχε βγει στη σύνταξη. Έψαξε για το κινητό του - το είχε ξεχάσει στο σπίτι του λόρδου. Σπάνια του συνέβαινε. Γύρισε να χτυπήσει την πόρτα, αλλά, μόλις πλησίασε, ο λόρδος την άνοιξε, λες και τον περίμενε από πίσω, με το κινητό στο χέρι. «Μην το ξεχνάς ποτέ, Αντρέα», του είπε χαμογελώντας. «Είναι ρουφιάνος αυτό το μαραφέτι». «Ξεχάστηκα με τη συζήτηση», απολογήθηκε εκείνος. «Η κόρη σου τι κάνει; Ξέχασα να σε ρωτήσω. Έχω γεράσει, φαίνεται...» «“ Δάγκωσε” το φίλο της, ένα λαμόγιο που βγήκε πρόσφατα στην πιάτσα, παίρνοντάς του διακόσια χιλιάρικα». Ο λόρδος χαμογέλασε.


«Του τα έδωσα εγώ», πρόσθεσε ο Αντρέας. «Και αισθάνθηκες περήφανος για το κατόρθωμά της;» «Ναι», ψιθύρισε. «Στην αρχή, ναι. Μετά ανησύχησα». «Μην ανησυχείς. Αν θέλει να ζήσει με ρίσκο, θα ζήσει μια ζωή γεμάτη, μες στην περιπέτεια. Άφησέ τη να διαλέξει το δρόμο της. Το κακό θα είναι να κάνει πράγματα για να αποδείξει σ’ εσένα κάτι». Ο Αντρέας τον χαιρέτησε πάλι κι έφυγε. Μόλις βγήκε στο δρόμο, στράφηκε κι έριξε μια τελευταία ματιά στο σπίτι. Τα φώτα έσβησαν ο λόρδος κοιμόταν νωρίς. Ο Μάκης καθόταν στο παράθυρο του ιατρείου και κοίταζε απέναντι. Η σχολή χορού είχε κλείσει. Όλ α έχουν αλ λ άξει, σκέφτηκε. Όταν ξαναγύρισε στη δουλειά, οι άνθρωποι που τον γνώριζαν τον δέχτηκαν με ενθουσιασμό. Ο καφετζής, ο θυρωρός της πολυκατοικίας, η καθαρίστρια... Οι πελάτες του ήταν λίγοι. Οι περισσότεροι είχαν βρει άλλους γιατρούς. Όμως τον Μάκη δεν τον ενοιαζε. Τον πρώτο καιρό, και μόνο που έπιανε τα εργαλεία της δουλειάς αισθανόταν ευφορία. Σιγά σιγά, ο ενθουσιασμός καταλάγιασε. Ήταν περισσότερο μια διέξοδος για να μην πηγαίνει στο καφενείο. Δεν μπορούσε να νιώθει συνταξιούχος. Πήγε και μερικά ταξίδια με τη Ρένα, αλλά μετά αποφάσισε πως έπρεπε να έχει ένα πρόγραμμα στη ζωή του, αλλιώς θα τρελαινόταν. Καθώς είχε βγάλει απ’ το μυαλό του τις περιπέτειες, ο χρόνος του φαινόταν απεριόριστος. Άρχισε να ζωγραφίζει. Έφερε ένα φίλο του


ζωγράφο να δει τους πίνακες κι εκείνος χαμογέλασε. «Δεν έχεις ούτε ίχνος ταλέντου», του είπε. Εντάξει, δεν τον πείραξε, αυτός ζωγράφιζε για πάρτη του. Μετά δοκίμασε να γράψει, αλλά μάταια - δεν μπορούσε να βάλει δυο λέξεις στη σειρά. Κάτι έπρεπε να κάνει, επιτέλους. Κάτι τέτοιες στιγμές ερχόταν στο μυαλό του ο Αντρέας. Πάντα η ζωή του ήταν γεμάτη, πάντα άφηνε πράγματα γιατί δεν τα προλάβαινε. Τον ζήλευε. Ίσως είχε δίκιο, ίσως πραγματικά του είχε χαρίσει πέντε χρόνια υπέροχης ζωής. Μπορεί να ήταν μια παρεξήγηση, μια φάρσα, ένα λάθος, αλλά είχε ζήσει. Και αυτό που ονειρεύτηκε έμοιαζε με αποχαιρετισμό στα όπλα. Άκουσε το χτύπημα στην πόρτα, κοίταξε το ρολόι του -θα ήταν η Νταίζη, μια κυρία γύρω στα 45, γυναίκα συναδέλφου, που είχε πάρει διαζύγιο πριν από μια πενταετία. Η Νταίζη ήταν απ’ τις γυναίκες που όσο ωριμάζουν γίνονται πιο όμορφες. Ήξερε να φροντίζει τον εαυτό της και να πλασάρει ό,τι καλύτερο διέθετε το κατάστημα. Συναντήθηκαν τυχαία στην είσοδο της πολυκατοικίας και από τότε είχε αρχίσει να έχει μερικά προβλήματα με τα δοντάκια της - όχι σοβαρά, μια λεύκανση, ένας καθαρισμός, τέτοια... Της άρεσε, όμως, η κουβέντα με τον Μάκη και της άρεσε επίσης να διανθίζει τη συζήτηση με μικρούς αναστεναγμούς, του τύπου «αχ, κάτι ν’ αλλάξει στη ζωή μας», που αν ήταν ο Αντρέας στη θέση του Μάκη θα το μετέφραζε αμέσως ότι η κυρία ψαχνόταν. Ο Μάκης, παλιά, δεν ευθυγραμμιζόταν με τις ιδέες του φίλου του για τις γυναίκες, όμως τελευταία είχε συνειδητοποιήσει ότι εκείνος τις ήξερε καλύτερα, όφειλε να το παραδεχτεί. Δεν ήξερε αν αυτό ήταν


έμφυτο ταλέντο ή προήλθε απ’ τη βαθιά μελέτη του αντικειμένου, όμως οι παρατηρήσεις του Ακάλυπτου είχαν μια επιστημονική αρτιότητα. Διότι δεν ανέπτυσσε μόνο τη θεωρία, έκανε και το στοιχειώδες κάθε σοβαρής επιστήμης: περνούσε στον πειραματισμό. Και κατέληγε σε ασφαλή συμπεράσματα. «Κάν’ της ένα δωράκι», έλεγε ο Αντρέας, «και μετά θα δεις πόσο καλύτερη θα είναι στο κρεβάτι. Οι γυναίκες έχουν στο DNA τους τη συναλλαγή». Όντως, μετά τα δωράκια, η γυναίκα γινόταν πιο θερμή και ο Αντρέας επιβεβαιωνόταν, όπως πάντα. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ο Ακάλυπτος θα έπρεπε να γράψει βιβλίο για τις γυναίκες. Η Νταίζη του χαμογέλασε και με στιλ ντίβας κάθισε στην πολυθρόνα κι έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Ο Μάκης τής έκανε παρατήρηση. «Κυρία Νταίζη, θα σας μαλώσω πάλι. Όχι έτσι τα πόδια». «Αχ, με συγχωρείς, Μάκη μου. Νιώθω τέτοια άνεση όταν κάθομαι στην πολυθρόνα σου...» Αφού μίλησαν λίγο για τον καιρό και την αφόρητη ζέστη, που στην πραγματικότητα δεν ήταν καθόλου αφόρητη, αλλά αυτός ο ισχυρισμός δικαιολογούσε το ντύσιμο της Νταίζης, ο Μάκης ετοίμασε τα εργαλεία του και πλησίασε για τον εκατοστό καθαρισμό. Καθώς έσκυβε, όμως, ο αγκώνας της ακουμπησε ακριβώς στα γεννητικά του όργανα. Ο Μάκης το θεώρησε τυχαίο συμβάν και το παρέβλεψε. Απομάκρυνε ελάχιστα το σώμα του, ώστε να μην υπάρξει άλλη επαφή, και συνέχισε τη δουλειά του. Η στάση αυτή, όμως, δεν τον βόλευε, πολύ περισσότερο που ο αγκώνας της Νταίζης


πάλι ακουμπησε στα γεννητικά του όργανα. Τότε συνειδητοποίησε ότι το όλο πράγμα δεν ήταν καθόλου τυχαίο και αυτή η συνειδητοποίηση τον έφερε σε αμηχανία. Προσπάθησε να εξιχνιάσει το βλέμμα της, για να εκτιμήσει τις προθέσεις της, αλλά εκείνη του έκλεισε πονηρά το μάτι. Ο Μάκης κατάλαβε που το πήγαινε... Με την κίνησή της, η Νταίζη βγήκε στη σέντρα. Όμως, ως γνωστόν, όταν μια κυρία αυθορμήτως βγαίνει στη σέντρα, τότε βγάζει και τον άντρα στη σέντρα. Διότι κανένα αρσενικό δεν μπορεί να υπεκφυγει όταν του αγγίζουν τα γεννητικά όργανα, Εδώ δεν εμφιλοχωρούν παρεξηγήσεις, τα γεγονότα είναι γεγονότα. Η Νταίζη του έδειχνε απερίφραστα ότι ήθελε έναν πήδουλο, και κατά προτίμηση εδώ και τώρα - ίσως στην πολυθρόνα. Αυτό είχε τις εξής επιπτώσεις στον Μάκη: πρώτον, το αίμα στα μηνίγγια του άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά, δεύτερον, ένιωσε μια ξαφνική ζέστη στο υπογάστριο, με τα γνωστά παρεπόμενα, τρίτον, βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα να πατήσει τον όρκο του, πράγμα που η ψυχή του δεν το επιθυμούσε, αλλά το σώμα του διακαώς το ήθελε. Είχε ορκιστεί ότι δε θα απατούσε ποτέ τη Ρένα. Ποιος θα νικούσε, το σώμα ή η ψυχή; Η στοιχειώδης ευγένεια ενός ώριμου άντρα επέβαλλε να μην προσβάλει την κυρία Νταίζη, αλλά ταυτόχρονα και να μην υποκύψει. Εκείνη κάρφωσε το βλέμμα της στην επίμαχη περιοχή για να δει τις συνέπειες των πράξεών της. Ήθελε να γελάσει με την αντίδραση του Μάκη, όμως αντίθετα έβγαλε κάτι σαν χλιμίντρισμα, όπως η φοράδα που αφήνεται ελεύθερη στην πεδιάδα και χαίρεται προκαταβολικά με το καταπράσινο λιβάδι που είναι μπροστά της. Πολλές φορές είχε συνευρεθεί μαζί του στις φαντασιώσεις της, ήρθε η ώρα να συμβεί και στην πραγματικότητα. Και όταν μια γυναίκα στην ηλικία της φτάνει σε αυτή την απόφαση, δεν μπορεί να τη συγκρατήσει τίποτα. Έτσι, η Νταίζη σηκώθηκε αποφασιστικά απ' την πολυθρόνα. Ο


Μάκης οπισθοχώρησε. Ήταν σίγουρος για την επίθεση που θα δεχόταν, αλλά δεν περίμενε ότι η γυναίκα του συναδέλφου, που είχε χωρίσει πριν από πέντε χρόνια, θα έφτανε μέχρι εκεί. Όμως εκείνη έφτασε και τον χούφτωσε με δύναμη. Ο Μάκης δεν είχε αντιμετωπίσει παρόμοιες καταστάσεις στο παρελθόν και προς στιγμήν τα έχασε. Ευχόταν να ανοίξει η πόρτα, να μπει η γραμματέας και να τον γλιτώσει απ’ τη δοκιμασία. «Σας παρακαλώ, κυρία Νταίζη», της είπε. «Εδώ είναι ιατρείο». «Άσε τις μαλακίες», τον έκοψε η γυναίκα, «και ο άντρας μου στο ιατρείο τις πηδούσε». Και λέγοντας αυτά, τον άρπαξε απ’ το παντελόνι και του κατέβασε το φερμουάρ. Αν μ έβλ επε ο Ακάλ υπτος, σκέφτηκε εκείνος, θα λ υνόταν στα γέλ ια. Ακίνητος, παγωμένος, είδε την Νταίζη να σκύβει και να «φροντίζει» την περιοχή. Όταν τελείωσε, ο Μάκης έβγαλε ένα μικρό αναστεναγμό ικανοποίησης ή ανακούφισης που το μαρτύριο είχε λάβει τέλος. Η κυρία, αφού τακτοποίησε την εμφάνισή της, του είπε ότι την επομένη το απόγευμα θα τον περίμενε στο διαμέρισμά της. Δε θα έχανε χρόνο, η πολυκατοικία όπου έμενε απείχε μόνο εκατό μέτρα. Ο Μάκης έψαξε για ένα ποτό - δεν υπήρχε τίποτα στο ιατρείο. Αναρωτιόταν αν κεράτωσε τη Ρένα ή αν το κεράτωμα απαιτεί ενεργή συμμετοχή και διείσδυση. Όχι, δεν την κεράτωσε. Μια πρώην σύζυγος συναδέλφου απλώς τον βίασε... κατά κάποιον τρόπο. Αχ, να μπορούσε να μιλήσει με τον Ακάλυπτο!


Όταν επέστρεψε στο σπίτι, για πολλή ώρα δεν μπορούσε να κοιτάξει τη Ρενα στα μάτια. Τον ρώτησε γιατί ήταν τόσο σκεφτικός κι ο Μάκης είπε μια πρόχειρη δικαιολογία. Η Ρενα τον πίστεψε. Όταν επεσαν στο κρεβάτι, ο Μάκης ήθελε να της κάνει έρωτα, για να διώξει από πάνω του έτσι κάποιες ενοχες.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ Τ Ο ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ είχε μπει πολύ νωρίς. Η Ζέτα είχε πέσει σε μελαγχολία. Ο Αντρέας υποψιαζόταν πως αιτία ήταν κάποιος γκόμενος. "Εκανε με τρόπο ερωτήσεις, αλλά το Εργαλείο απλώς αναστέναζε. "Ενα βράδυ τού έριξε την μπηχτή. «"Ολο δουλειά, δουλειά... Συνέχεια στη δουλειά είμαστε!» «Και τι να κάνουμε;» ρώτησε ο Αντρέας. «Δεν μπορούμε να πάμε δυο τρεις μέρες σ’ ένα νησάκι;» «Ποιοί;» «Εμείς οι δύο. Δεν μπορούμε;» Του μιλούσε σαν να ήταν ζευγάρι κι αυτό τον ενθουσίαζε. Ή μπορεί να ήθελ ε να φύγει για να ξεχάσει τον άλ λ ο, σκύφτηκε ο Αντρέας. «Με τον γκόμενο», τη ρώτησε μπλοφάροντας, «τι έγινε;» «Καλά, εσύ είσαι ηλίθιος!» του απάντησε. Του άρεσε όταν έβριζαν οι γυναίκες. «Δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Έχω να πάω με άντρα έξι μήνες». «Με ποιον πήγες;» ούρλιαξε εκείνος και το μάτι του άστραψε. Δεν είχε πάρει μυρωδιά τίποτα.


«Έκανα μια αρπαχτή ένα βράδυ», «Και γιατί έκανες αρπαχτή;» «Γιατί ήθελα κάποιον να πηδηχτώ. Κι επειδή εσύ δεν μπορείς, πήγα σ’ ένα μπαράκι, ψώνισα έναν παιδαρά και το έκανα». «Ποιος είναι;» «Μήπως ξέρω το όνομά του;» «Καλά, δεν ντρέπεσαι; Πήγες μ’ έναν άγνωστο;» «Γιατί, ήθελες να πάω με γνωστό; Καλύτερα άγνωστος, να μην τον ξαναδώ». «Δεν καταλαβαίνω το σκεπτικό σου», της πέταξε. Την έβλεπε πολύ νευριασμένη και ήταν ευκαιρία να μάθει τι είχε στο μυαλουδάκι της. «Ποιό σκεπτικό; Είμαστε σαν παντρεμένοι, συνέχεια μαζί, απ' το πρωί μέχρι το βράδυ, σου δίνω αναφορά πού πάω, ζηλεύεις με το παραμικρό και δεν κάνουμε τίποτα». «Δε φταίω εγώ. Εσύ, που είσαι επιθετική», της επανέλαβε. «Εντάξει, μπορώ να γίνω και γατούλα. Αμάν πια με το επιθετική! Έχεις κομπλάρει, αυτό είναι». Ο Αντρέας στριφογύρισε στην καρέκλα του. «Το βράδυ που χαπακώθηκα, εσύ νύσταζες και δε μου κάθισες».


Η Ζέτα τον κοίταξε και ξαφνικά ξέσπασε σε γέλια. «Πότε χαπακώθηκες;» «Το βράδυ που κοιμηθήκαμε μαζί». «Και γιατί δε με βίασες;» «Ε, όχι, γαμώτο! Είστε τρελές όλες!» «Λοιπόν, ξέρεις τι θα κάνουμε; Θα πάμε σ’ ένα νησάκι, θα χαπακωθείς και θα είμαστε τρεις μέρες στο κρεβάτι και στη θάλασσα». Ο Αντρέας ενθουσιάστηκε. Είχε δεθεί με τη Ζέτα συναισθηματικά και δεν ήθελε να τη χάσει. Και όσο η κατάσταση παρέμενε έτσι, φοβόταν ότι κάποια μέρα θα του εμφάνιζε κανέναν αθλητή. Μόλις μπήκαν στο σκάφος, η Ζέτα πήρε το κινητό και το έκλεισε. «Τ ρεις μέρες δε θα μιλήσεις με κανέναν». Ο Αντρέας ένιωσε σαν να τον ευνούχισε. Χωρίς το κινητό του;! Και τι θα έκανε όλη τη μέρα; Η μισή δουλειά γινόταν μέσα απ’ το κινητό. Εντάξει, σκέφτηκε, θα το κρατήσω μια μέρα κλ ειστό και αύριο θα το ανοίξω. Υπάρχουν και τα μηνύματα, δε χάθηκε ο κόσμος.,. Πώς ζούσαμε πριν απ’ το κινητό; Οι σκέψεις, όμως, δεν μπορούσαν να του διώξουν μια αγωνία που είχε εγκατασταθεί μέσα του. Μόλις ανοίχτηκαν στο πέλαγος, η Ζέτα πέταξε όλα της τα ρούχα, άλειψε το κορμάκι της με λάδι και άραξε στο κατάστρωμα.


Γυρνούσε, άλλαζε θέσεις, τούρλωνε τον πισινό της και ο Αντρέας απολάμβανε το θέαμα. Είχε πάρει δίπλωμα καπετάνιου, γιατί στο σκάφος του φιλοξενούσε μερικές φορές κάποιες προσωπικότητες και δεν ήθελε να υπάρχουν μάρτυρες. Ήταν ένα μικρό, διακριτικό σκάφος, το οποίο ταίριαζε σε έναν άνθρωπο που συχνά κινούνταν στις παρυφές του νόμου. Μόλις βρέθηκαν στ' ανοιχτά, ο Αντρέας έβαλε τον αυτόματο και ήρθε δίπλα της. Η Ζέτα τον άλειψε με λάδι κι έσκυψε και τον φίλησε τρυφερά. Μετά το χέρι της άρχισε να διατρέχει το κορμί του. Ήταν τόσο χαλαρή, που ο Αντρέας ένιωθε τις αισθήσεις του να ξυπνάνε. Εκείνη τον κοίταζε στα μάτια, με προσμονή, χωρίς τίποτα το άγριο. Και όταν ο Αντρέας ήταν πια έτοιμος, εισέβαλε θριαμβευτικά στο κάστρο. Η Ζέτα, λες και περίμενε αυτή τη στιγμή από καιρό, ολοκλήρωσε μαζί του. Έπειτα εκείνος σηκώθηκε και άρχισε να χτυπάει το στήθος του σαν γορίλας. Η Ζέτα κραύγαζε δίπλα του. «Και χωρίς χημικά», της είπε. «Καθαρά, οικολογικά! Είδες όταν είσαι τρυφερή;» Η Ζέτα χαμογέλασε, του είχε βρει το κουμπί. Όταν συναντιούνταν, το μυαλό του ήταν γεμάτο με δουλειές - και η ίδια, όμως, δεν ήταν χαλαρή. Έμειναν τρεις μέρες στο νησί και δε βγήκαν απ’ το δωμάτιο. Το Εργαλείο είχε τρελαθεί απ' τις τεχνικές του Αντρέα. Ό,τι είχε μάθει εκείνος τόσα χρόνια, το εφήρμοσε, λες κι έδινε εξετάσεις και θα βαθμολογούνταν. Μερικές φορές πήγαινε στη θάλασσα να βουτήξει για λίγο και ξαναγυρνούσε σιο δωμάτιο.


Την τρίτη μέρα άνοιξε το κινητό. Βρήκε μήνυμα απ’ την Τέτα ήθελε να τον δει. Ανησύχησε. Τα άλλα μηνύματα αφορούσαν τη δουλειά. Όμως, μέσα σε αυτή τη γαλήνη και την ευτυχία, δεν τον ένοιαζε η δουλειά. Πρέπει να την παντρευτώ, σκεφτηκε και αμέσως αναρωτήθηκε μήπως όλη αυτή η ευτυχία ήταν παγίδα της Ζέτας για να του φάει τα λεφτά. Όχι, μπορώ να της κάνα ένα συμβόλ αιο γάμου. Το άσχημο με τον Αντρέα ήταν πως είχε μπει τόσο βαθιά στο παιχνίδι του ριξίματος, που δεν είχε εμπιστοσύνη ουτε στον κώλο του -πόσο μάλλον στον κώλο της Ζέτας-, κι αυτό του στερούσε ένα μέρος απ’ το θρίαμβό του. Οι κοντοί είναι πιο ευτυχισμένοι, σκεφτηκε, γιατί ο,τι τους πασάρουν οι γυναίκες το πιστεύουν. Και στη ζωή πορεύεσαι με αυτό που πιστεύεις, όχι με την πραγματικότητα. Ο κερατάς, το φιλοσόφησε, όσο δεν το ξέρει, είναι ευτυχισμένος. Ζει με την πεποίθηση ότι η γυναίκα του έχει μάτια μόνο γι αυτόν. Αν δεν το μάθει ποτέ, δε θα κόψει η μαγιονέζα. Πάντα, όταν ήθελε να εμβαθύνει στη ζωή, το πεδίο όπου έβγαζε τα συμπεράσματά του ήταν αυτό των σχέσεων άντρα και γυναίκας. Επέστρεψαν την τρίτη μέρα αργά το βράδυ. Η Ζέτα τον ρώτησε αν ήθελε να κοιμηθεί σπίτι της, όμως ο Αντρέας, όπως όλα τα αρσενικά που έχουν απολαύσει, ήθελε να πάει στη φωλιά του. Να κρυφτεί στη σπηλιά, να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να βγει πάλι στο κυνήγι. Την άλλη μέρα συνάντησε την Τέτα. Δεν ήξερε πώς να της φερθεί να τη μαλώσει, να τη ρωτήσει να μάθει... Διακόσιες χιλιάδες, δεν ήταν λίγα λεφτά για να τα ξεκοκαλίσει σε έξι μήνες. Η Τέτα, όμως,


τον αγκάλιασε και άρχισε να τον φιλάει και να του λέει: «Μπαμπάκα μου! Μπαμπακούλη μου! Μου έλειψες πολΰ!» Πρώτη φορά που ο Ακάλυπτος αναρωτήθηκε αν η κόρη του ήταν πονηρή αλεπού. Γιατί όλο αυτό το ντελίριο τρυφερότητας και αγάπης μπορεί να ήταν η παγίδα της κόρης -αράχνης που πιάνει στον ιστό της τον μπαμπά και τον κάνει ό,τι θέλει. Ο Αντρέας, είναι αλήθεια, έκανε αυτή τη σκέψη, αλλά δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να την εκφράσει. «Λοιπόν, πώς τα πέρασες;» της είπε, «Καλά. "Οχι καλά, υπέροχα! Η Νέα Υόρκη είναι καταπληκτική. Γνώρισα κόσμο, έκανα παρέες, φιλίες...» «Ελπίζω να μη σε κυνηγάει το FBI». Η Τέτα γέλασε. «Έλα, βρε μπαμπά. Μια πλακίτσα έκανα στον Κώστα». «Δεν είναι πλακίτσα διακόσια χιλιάρικα, κορίτσι μου». «Εντάξει, αυτός ήθελε να μας φάει τριακόσια, Ε, γι αυτό τον “ δάγκωσα”». «Κι εμένα γιατί δε μου έλεγες τίποτα; Γιατί με άφησες να νομίζω ότι ήσουν τρελά ερωτευμένη με αυτό το λαμόγιο;» «Ήμουν». Ο Αντρέας τα ’χασε.


«Ήμουν πολύ ερωτευμένη, αλλά όταν κατάλαβα ότι θέλει να σου φάει τα λεφτά, ξενέρωσα. Έπεσε στα μάτια μου. Είπα: “ Κοίτα, πάει να τα βάλει με τον μπαμπά μου. Ποιος είσαι εσυ, Κωστάκη, που θα τα βάλεις με τον μπαμπά μου;”» Ο Αντρέας φούσκωσε από υπερηφάνεια, αλλά αμέσως ήρθε η δεύτερη σκέψη ότι τον δούλευε πάλι η κόρη του. Έφαγε διακόσια χιλιάρικα, πέρασε υπέροχα, τα πλήρωσε εκείνος... «Έχεις δίκιο», της είπε ο Αντρέας. «Σιγά ο Κωστάκης που θα δούλευε τον μπαμπά σου!» «Έλα, ντε!» συμφώνησε η Τέτα. «Αλλά ούτε το κοριτσάκι μπορεί να δουλέψει τον μπαμπά». «Τ ι;» «Αυτό που άκουσες. Τα “ μπαμπακούλη μου” και τα υπόλοιπα είναι δούλεμα». Εκείνη πήρε το πιο αθώο ύψος. «Εγώ να δουλέψω εσένα;» Ε, λ οιπόν, αυτή έχει ταλ έντο, σκέφτηκε ο Αντρέας. Θα δουλ έψει όλ η τη κοινωνία. 'Ο,τι και να της πω εγώ, δε θα αλ λ άξει. Της αρέσει αυτό που κάνει. Είναι σαν το λ όρδο, καλ λ ιτέχνης. Έσκυψε προς το μέρος της. «Κοίτα να δεις, κόρη μου είσαι. Καταλαβαίνω πολύ καλά τι


σκέφτεσαι. Πρόσεξε, όμως, αυτός ο δρόμος οδηγεί και σε ιδρύματα». «Ξέρεις κάτι, μπαμπά; Βαριέμαι, πλήττω». Η Τέτα τα είχε όλα, δεν της έλειψε ποτέ τίποτα. Ως εκ τούτου, έπληττε και βαριόταν. Κι έπρεπε να στήνει κόλπα, να ζει με κίνδυνο, για να έχει η ζωή της ένταση. Αυτό ήταν μεγάλη παγίδα. Άλλα παιδιά έπαιρναν τη μηχανή, έτρεχαν και σκοτώνονταν, άλλα έπεφταν στα ναρκωτικά... Πώς θα μπορούσε να την προστατεύσει απ’ τη στραβή; Προσπάθησε να της μιλήσει για τον εαυτό του, της είπε πως ξεκίνησε φτωχός, της μίλησε για την αγωνία, τα μπλεξίματά του, το άγχος του... Η Τέτα άπλωσε το χέρι και του χάιδεψε το πρόσωπο. «Δε θέλεις να γίνεις κάτι άλλο στη ζωή σου;» τη ρώτησε. «Τ ι;» «Δε σε ενδιαφέρει κάτι;» «Τα έχω καλά με τον εαυτό μου», του απάντησε. «Δε θέλεις να κάνεις οικογένεια, παιδιά;» «Από τώρα, μπαμπά; Γιατί; Κάποια στιγμή, όταν το βιολογικό μου ρολόι χτυπήσει, θα βρώ κάποιον και θα παντρευτώ. Αλλά μπορεί να κάνω και παιδί χωρίς να παντρευτώ. Και θα του δώσω το όνομά σου. Σε χαλάει;» «Δε με χαλάει τίποτε άμα είσαι ευτυχισμένη. Το μόνο που θέλω είναι να μιλάμε, να βλεπόμαστε. Γιατί έτσι σε χάνω...» Ό,τι και να της έλεγε, η Τέτα είχε πάρει το δρόμο της και δεν


μπορούσε να τη σταματήσει. Ήταν πολύ όμορφη και πολύ έξυπνη, δεν είχε κανέναν ανάγκη για να τα καταφέρει στη ζωή. Το καλύτερο ήταν να στέκεται δίπλα της για να τη συμβουλεύει. Ίσως να είχε δίκιο η Αλίκη που έλεγε πως αποτελούσε κακό παράδειγμα για το παιδί. Αν είχε τον Σταμάτη πατέρα, μπορεί να τελείωνε το πανεπιστήμιο. Αλλά όταν ο πατέρας, το πρότυπο, είναι ο ποιητής των συνδυασμών, τότε πώς να ψηθείς και να ακολουθήσεις μια κανονική ζωή; Χώρισαν, και ο Αντρέας ένιωθε ένα σφίξιμο στο στήθος. Τ ριγύρισε με το αυτοκίνητο για κάμποση ώρα στους δρόμους και κατέληξε στην περιοχή όπου είχε το ιατρείο του ο Μάκης. Δεν ήξερε γιατί, αλλά ένιωθε την ανάγκη να τον δει εκείνη τη μέρα. Είχε περάσει τόσος καιρός και δεν είχαν μιλήσει ουτε στο τηλέφωνο, θα έκανε το πρώτο βήμα αυτός. Ο Μάκης στεκόταν στο παράθυρο και κοίταζε έξω, όταν άνοιξε η πόρτα και μπούκαρε ο Αντρέας. «Φίλε μου αγαπημένε και μοναδικέ!» του φώναξε ανοίγοντας την αγκαλιά του. Ο Μάκης στράφηκε. «Δε θέλω να σε βλέπω στα μάτια μου», του είπε. «Μη μου το κάνεις αυτό, γιατί δεν έχω κανέναν άλλο. Με ποιόν να μιλήσω;» Η φράση «τραβάτε με κι ας κλαίω» θα χαρακτήριζε απόλυτα την ψυχική κατάσταση του Μάκη εκείνη τη στιγμή. Κράτησε, όμως, σταθερά την πόζα του.


«Φύγε, γιατί θα ειδοποιήσω την αστυνομία», δήλωσε. «Ωραία, ειδοποίησέ την. Τ ι θα τους πεις;» «Ότι είσαι ένας δεινός απατεώνας...» «Μου άρεσε το “ δεινός”», σχολίασε ο Αντρέας. «Ότι με έκλεισες στη φυλακή, ότι πήγα να χάσω τη δουλειά μου, τη γυναίκα μου, το σπίτι μου...» Ο Αντρέας χαμογέλασε, «Κοίτα κατάντια ο κτηνίατρος! Ξανάρχισε να σφραγίζει δόντια, να κάνει εξαγωγές, να θεραπεύει αποστήματα... Αυτό είναι κατάντια, φίλε μου αγαπημένε». «Έτσι, ε; Εγώ, βλέπεις, δεν είμαι σαν εσένα, ποιητής των συνδυασμών, να στέλνω τους άλλους στη φυλακή...» «Κρίμα!» είπε ο Αντρέας. «Κι εγώ ήρθα να μιλήσουμε για την κόρη μου». «Παντρεύεται;» τον ρώτησε ο Μάκης χαρούμενος. «Όχι», απάνιησε ο Αντρέας. «Πριν από έξι μήνες έπιασε το φίλο της κορόιδο. Του άρπαξε διακόσια χιλιάρικα». «Κι εσυ χάρηκες, ε;» «Στην αρχή, ναι, γιατί νόμιζα ότι θα την έπιανε αυτός κορόιδο. Τ ώρα, όμως, δεν ξέρω, ανησυχώ. Δε μου λες, έχει καμιά μπαλαρίνα απέναντι;»


«Τελείωσαν οι μπαλαρίνες», του απάντησε ο Μάκης. Ο Αντρέας πήγε να κοιτάξει απ’ το παράθυρο. «Έχει κλείσει η σχολή. Αλλά και να είχε μπαλαρίνες, εμένα δε με ενδιαφέρουν πια. Εγώ θέλω να δουλέψω λίγα χρόνια ακόμα, να πάρω τη σύνταξή μου και να πάω στο εξοχικό να ζήσω με τη Ρένα». Έλεγε, βέβαια, ψέματα, γιατί η κυρία Νταίζη τον είχε αναστατώσει, Και όσο κι αν το αρνιόταν μέσα του, ήξερε πως σε λίγη ώρα θα την επισκεπτόταν στο διαμέρισμά της. Όχι, όχι! Δε θα κεράτωνε ποτέ τη Ρένα. Ένα απλό πήδημα δεν είναι κέρατο. Όταν δεθείς συναισθηματικά κερατώνεις. Σε αυτό το συμπέρασμα είχε καταλήξει και τον βόλευε, Ο Αντρέας δεν είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε και θέλησε να τον ειρωνευτεί. «Μες στο όνειρο είσαι», παρατήρησε. «Αυτό είναι το δικό μου όνειρο», επέμεινε ο Μάκης. «Σε πειράζει;» «Κατ αρχάς, στο εξοχικό σου εχεις τρομερά κουνούπια. Όσες φορές ήρθα, γύρισα με σημάδια. Άσε τις σαύρες... Μήπως θυμάσαι το φίδι που σκοτώσαμε; Εφιάλτης! Αλλά και η Ρένα... Θα έχεις αυτή τη φώκια συνέχεια δίπλα σου;» «Για εμένα η Ρένα είναι καλλονή». «Κτηνίατρε, να πας σε οφθαλμίατρο. Κοίτα ανθρωπάκι που είχα φίλο! Κοίτα!»


«Κοίτα έναν απατεώνα που είχα φίλο!» του απάντησε ο Μάκης κι αμέσως σκεφτηκε: Σιγά μη σου πω για την Νταίζη.., Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό του Αντρέα. Απάντησε. Ήταν ένας δημοσιογράφος που είχε αναγάγει τον εκβιασμό σε λεπτή επιστήμη. Όταν τον άκουγε ο Αντρέας, ήξερε πως έπρεπε να ξηλωθεί. «Τ ι έχουμε πάλι;» τον ρώτησε. «θα σκάσει κάτι, με κάτι Άγγλους...» «Τ ι πράγμα;» «Για ένα νησάκι. Θες να τα πούμε σε καμιά ώρα;» «Ναι», συμφώνησε ο Αντρέας κι έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Μάκης είδε που είχε αλλάξει το χρώμα του. «Τ ι έπαθες;» ενδιαφέρθηκε να μάθει, «Εσυ χλόμιασες». «Δε μου λες...» του είπε ο Αντρέας, «εσυ που έκανες στη φυλακή, πώς είναι μέσα;» «Χάλια», αποκρίθηκε ο Μάκης, «Καλά», του είπε ο Αντρέας και βγήκε τρέχοντας απ’ το ιατρείο. Αμάν, την έχει άσχημα, σκέφτηκε ο Μάκης. Ποτέ δεν τον είχε δει σε τέτοιο πανικό. Μετά χαμογέλασε. Θα τα καταφέρει αυτός, κατέληξε. Πάντα βρίσκει τον τρόπο ο


Ακάλ υπτος. Ο δημοσιογράφος τον περίμενε οτο λόμπι του ξενοδοχείου όπου έδωσαν ραντεβού. Τον χαιρέτησε εγκάρδια και απ' αυτό ο Αντρέας κατάλαβε ότι του την είχε στημένη. Είχε μελετήσει καλά αυτό το είδος του ζωικού βασιλείου. Τα τελευταία χρόνια, η τέχνη του εκβιασμού είχε φτάσει στο απόγειό της. Τα λαμόγια που την ασκούσαν είχαν αποκτήσει μεγάλο θράσος. Σαν να ήταν θεσμοθετημένη διαδικασία. «Τ ι έχουμε;» τον ρώτησε ο Αντρέας. «Εκείνο το νησάκι που έσπρωξες στους Αγγλους». «Ποιο νησάκι;» Ο δημοσιογράφος έβγαλε μια εφημερίδα απ’ την τσάντα του. «Δε διαβάζω αγγλικά», του είπε ο Αντρέας. «Εδώ γράφει στον τίτλο: “ Προσοχή! Οι Έλληνες δαγκώνουν!” Δεν αναφέρει ονόματα, αλλά ότι ο πωλητής εξασφάλισε πλαστό έγγραφο της πολεοδομίας. Σε λίγες μέρες θα σκάσει το θέμα. Έμαθα ότι κινούνται δικαστικά και θα μπει και η πρεσβεία στη μέση. Το χειρότερο, όπως καταλαβαίνεις, είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση θέλει να προστατεύσει τους επενδυτές και θα σε κυνηγήσουν». Ο Αντρέας στριφογύρισε στο κάθισμά του. «Σ’ ευχαριστώ για την πληροφορία», του είπε. «Χρειάζεσαι κάτι άλλο;»


«Δεν έκανα τίποτα. Αν κάνω, τότε θα χρειάζομαι». «Εδώ είμαι εγώ», τον διαβεβαίοισε ο Αντρέας και σχημάτισε αμέσως το νούμερο της Σουζάνας. Η δικηγορίνα, λες και περίμενε το τηλεφώνημά του, το σήκωσε με το πρώτο χτύπημα. «Έλα, Αντρέα. Έχουμε μπλεξίματα, ε;» «Δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει», της είπε ο Ανιρέας. Η Σουζάνα γέλασε. «Χαλάς την πιάτσα, αυτό συμβαίνει. Τ ώρα, οι ξένοι όταν έρχονται, θα ξεσκονίζουν κάθε περίπτωση». «Ένας φίλος μου δημοσιογράφος...» Η Σουζάνα, όμως, τον έκοψε. «Ξέρουμε τι έγινε, Αντρέα. Το έγγραφο της πολεοδομίας ήταν πλαστό». «Δεν έχω ιδέα! Εγώ έστειλα έναν υπάλληλό μου και μου έφερε το έγγραφο». «Ναι; Αυτό θα πρέπει να το πεις στο δικαστήριο. Και αν οι δικαστές σε πιστέψουν, έχει καλ ώς». «Ποιο δικαστήριο; Εδώ το θέμα είναι να μπορέσουν να χτίσουν οι άνθρωποι που πήραν κάποια οικόπεδα».


Η Σουζάνα γέλασε πάλι και αυτά δεν άρεσε καθόλου στον Ακάλυπτο. «Αντρέα, μου είσαι συμπαθής και το ξέρεις, δεν πίστευα, όμως, ότι από απληστία θα έκανες αυτή τη βλακεία. Πώς την είδες; Όλοι ήξεραν ότι η περιοχή είναι σε καφέ ζώνη, δε θα πήγαινε κάποιος να ρωτήσει; Δε θα το κάρφωνε;» «Οι ρουφιάνοι!» φώναξε ο Αντρέας. «Οι ρουφιάνοι τα κάνουν όλα!» Η Σουζάνα γέλασε για τρίτη φορά. Κοίτα αναισθησία! σκέφτηκε ο Αντρέας. «Μπορεί να διορθωθεί κάπως η κατάσταση;» τη ρώτησε. «Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι να επιστραφοΰν τα χρήματα. Αλλά τα υπόλοιπα δεν μπορούν να διορθωθούν, Η υπόθεση για το πλαστό έγγραφο θα φτάσει στον εισαγγελέα. Απλώς, οι πελάτες μου δε θα σε κυνηγήσουν. Τα άλλα αφορούν τα εδώ». «Εντάξει», της είπε, «πότε μπορώ να σε συναντήσω;» «Όποτε θέλεις. Το τηλέφωνό μου θα είναι πάντα ανοιχτό για εσένα». Ο Αντρέας έκλεισε. Η πρώτη του σκέψη ήταν ότι θα επέστρεφε τα χρήματα, θα έλεγε ένα «I’m sorry» και θα καθάριζε με τους ξενέρωτους. Αυτό ήταν καλό. Τα υπόλοιπα θα μπορούσε να τα δρομολογήσει. Αν το θέμα δεν έπαιρνε διαστάσεις, αν δεν έβγαινε στη δημοσιότητα, όλα θα μπορούσαν να ρυθμιστούν. Στράφηκε στο δημοσιογράφο που τον παρακολουθούσε.


«Θέλω να μην ξεφύγει το θέμα», του είπε. «Είναι λίγο δύσκολο», του απάντησε. «Έχετε τόσα άλλα να ασχοληθείτε. Ένας που βίασε τη μάνα του, ένας άλλος που βίασε τον εαυτό του, καποιανής που φάνηκε το βρακί της... Ο Ομπάμα, το Αφγανιστάν, τα αεροπορικά δυστυχήματα, το εμπόριο λευκής σαρκός, τα ναρκωτικά... Δε με χρειάζεστε εμενα για να έχετε ειδήσεις. Έτσι δεν είναι; Έχε τα μάτια σου ανοιχτά και κοίτα να το πνίξεις. Κι εδώ είμαι εγώ». «Εντάξει», του είπε ο δημοσιογράφος, «θα κάνω ό,τι μπορώ». «Κι εγώ για εσενα», αποκρίθηκε ο Αντρέας. Το ήξερε το παιχνίδι. Αν το θέμα ξέφευγε, δε θα μπορούσε να το μαζέψει κανείς. Οι άνθρωποι που έπεφταν πάνω τους τα φώτα της δημοσιότητας ήταν επιφυλακτικοί στο λάδωμα. Αφού είχαν τόσες υποθέσεις στο σκοτάδι, γιατί να ασχοληθούν με κάποια που ήταν στο προσκήνιο; Έπρεπε να ενεργήσει γρήγορα, να κινητοποιήσει όλες τις γνωριμίες που διέθετε. Προσπάθησε να πάρει το φίλο του τον υπουργό. Δεν του απαντούσε. Γύρισε στο σπίτι, κατέβηκε στο γυμναστήριο και λύσσαξε μία ώρα με τα όργανα. Ήταν το μόνο που τον ηρεμούσε. Στις έντεκα το βράδυ τον πετύχε. «Άκου, Αντρεα», του είπε εκείνος. «Δε σε ξέρω, δε σε είδα».


«Κύριε υπουργέ, εγώ...» «Το ξερω, ανεπίσημα είμαστε φίλοι. Επίσημα σε γνώρισα στην προεκλογική εκστρατεία, σύνεργαστήκαμε με το γραφείο σου στην καμπάνια και τίποτε άλλο». «Μα τώρα σε χρειάζομαι, υπουργέ μου!» «Το ξέρω, Αντρέα, αλλά σε λίγο θα έχουμε προβλήματα. Θα βγουν άλλα στην επιφάνεια. Έχουν ξαμοληθεί οι δημοσιογράφοι και μ’ έχουν βάλει στο στόχαστρο. Πρέπει να έχω κάλυψη για να μπορέσω να βοηθήσω». «Δεν καταλαβαίνω...» ψέλλισε ο Αντρέας. «Σου λέω, σε λίγες μέρες θα σκάσουν διάφορα». «Σε αυτά είμαι κι εγώ μπλεγμένος, υπουργέ μου!» «Ε, τι σου λέω τόση ώρα; Και, σε παρακαλώ, επειδή οι μέρες είναι πονηρές και πρέπει να παίρνουμε τα μέτρα μας, μίλα και με τον πνευματικό». Ο Αντρέας πήγε να λιποθυμήσει. «Με τον Ιγνάτιο;» «Δε χρειάζεται να λέμε ονόματα τέτοιες ώρες. Ποτέ δεν ξέρεις... Πρέπει να δημιουργηθεί μια ασπίδα γύρω μου, να με θωρακίσετε, Αντρεία. Γιατί όσο είμαι στη θέση μου μπορώ να βοηθήσω. Αν γκρεμιστώ εγώ, θα γκρεμιστείτε κι εσείς. Γνωρίζεις πώς είναι αυτά... Και από αύριο δε θα ξανασηκώσω το τηλέφωνο. Οποιαδήποτε


επικοινωνία, αν χρειαστεί, θα γίνει μέσω τρίτου προσώπου». «Μάλιστα, κύριε υπουργέ μου. Κατάλαβα». Το Εργαλείο τηλεφώνησε για να βρεθούν, αλλά ο Αντρέας δεν είχε όρεξη εκείνο το βράδυ. Το χαμηλό βαρομετρικό πάνω απ’ τη ζωή του είχε κάνει την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Την άλλη μέρα πήρε το ελικόπτερο κι έφυγε για το μοναστήρι. Ο Ιγνάτιος τον υποδέχτηκε ψύχραιμα. «Δεν καταλαβαίνω, Αντρέα», του είπε, «την ταραχή τους. Ό,τι κάναμε ήταν σύμφωνο με τους νόμους. Δεν επρόκειτο για τίποτα παράνομο». «Εξαρτάται πώς θα το δουν οι δικαστές», του απάντησε ο Αντρέας. «Μα, γιατί να φτάσουμε μέχρι εκεί; Υπάρχει εμπάθεια, Αντρέα, και πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι, διότι ο Θεός από εκεί ψηλά βλέπει». «Το κακό με το Θεό», απάντησε ο Αντρέας, «είναι ότι βλέπει παντού - και στις παραλίες της Μυκόνου και μέσα στον Κορυδαλλό». «Πες στο φίλο μας τον υπουργό ότι εγώ δεν έχω κανένα λόγο να ανησυχώ. Αντίθετα, θα προασπίσω τη νομιμότητα των ενεργειών μου. Δέκα δικηγόροι με διαβεβαίωσαν ότι οι ενέργειες μας ήταν απολύτως νόμιμες». «Νομότυπες», τον διόρθωσε ο Αντρέας. «Δεν είχει καμία διαφορά. Εγώ θα υπερασπιστώ και εσένα και τον υπουργό. Η στάση μου θα είναι καθαρή, δεν έχουμε να κρύψουμε


τίποτα. Ό,τι πουλήσαμε μας ανήκει με χρυσόβουλα και φιρμάνια. Ποιοι είναι αυτοί που θα αμφισβητήσουν ένα χρυσόβουλο του Κομνηνού; Ποιοι είναι; Ανθρωπάρια! Εμείς καθόμαστε πάνω στην ιστορία, Αντρέα. Καταλαβαίνεις, παιδί μου;» Ο Αντρέας καταλάβαινε ότι, έτσι και ξεσπούσε η μπόρα, την είχε βάψει. Ο Ιγνάτιος χαμογελούσε. «Σε τελευταία ανάλυση», είπε -του άρεσε του Αντρέα αυτό το «σε τελευταία ανάλυση», ταίριαζε περισσότερο σε κοσμικό παρά σε μοναχό-, «θα πούμε ότι οι αντίχριστοι μας επιτίθενται. Δεν έχουμε φόβο, Αντρέα». Μπήκε στο ελικόπτερο κι έφυγε και ο πανικός κάλπαζε μέσα του. Ήξερε πως οι συνεργάτες του θα τον άφηναν στην κυριολεξία ακάλυπτο. Το ελικόπτερο πετουσε πάλι χαμηλά, όμως ο Αντρέας δεν έβλεπε τίποτα, ούτε τη λιμνούλα με τις αγριόπαπιες ούτε το ποταμάκι ούτε τους όμορφους λόφους. Μόλις επέστρεψε, πήγε κατευθείαν στην τράπεζα. Ο διευθυντής τον υποδέχτηκε με το γνωστό του χαμόγελο. Έπρεπε να πάρει κάποια μέτρα εν αναμονή δυσάρεστων εξελίξεων. Θα απέσυρε ό,τι ρευστό υπήρχε στους λογαριασμούς του, θα προσπαθούσε να πουλήσει γρήγορα τα ακίνητά του και, έχοντας το ζεστό παραδάκι στο χέρι, θα έβλεπε τι θα έκανε. Το σοκ του ήταν μεγάλο όταν ο διευθυντής τού είπε: «Δεν μπορούμε να βρούμε τόσα χρήματα».


«Μα είναι τα λεφτά μου!» διαμαρτυρήθηκε ο Αντρέας. «Το ξέρω, αλλά δεν τα έχουμε τώρα. Το πολύ το ένα πέμπτο απ' τις καταθέσεις σας». «Είναι τα λεφτά μου και τα θέλω τώρα!» «Σας παρακαλώ», προσπάθησε να τον καλμάρει ο διευθυντής. «Είναι μεγάλο το ποσό και η τράπεζα αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να το εκταμιεύσει. Σε έξι μήνες ίσως...» Θα πάθαινε εγκεφαλικό. Σε έξι μήνες μπορεί να άρχιζαν οι κατασχέσεις και οι δεσμεύσεις των περιουσιακών του στοιχείων, όλα αυτά τα ωραία που προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας. Την άλλη μέρα, με μια μικρή είδηση σε απογευματινή εφημερίδα, ξεκίνησε η χιονοστιβάδα. «Γνωστός επιχειρηματίας», έγραφε χωρίς να αναφέρει το όνομά του, «ενέπλ εξε ξένους επενδυτές και τους πούλ ησε οικόπεδα σε νησί τον Αιγαίου, πλ αστόγραφώντας έγγραφα της πολ εοδομίας. Έχει παραγγελ θεί δικαστική έρευνα». Και πιο κάτω, αναλυτικά: «Ο γνωστός επιχειρηματίας, που οι δραστηριότητες του εκτείνονται απ τη διαφήμιση μέχρι τις αγοραπωλ ησίες ακινήτων, φαίνεται να είναι μπλ εγμένος και σε άλ λ ες υποθέσεις. Πλ ηροφορίες λ ένε ότι θα σκάσει μεγάλ ο σκάνδαλ ο, που θα παρασύρει κι έναν απ τους πιο ισχυρούς υπουργούς της κυβέρνησης». Ο Αντρέας τηλεφώνησε στο δικηγόρο του. Ήταν άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του, με μεγάλες διασυνδέσεις στους νομικούς κύκλους. Οι πληροφορίες που του μετέφερε ήταν πως


σύντομα θα τον καλούσαν σε ανάκριση. Τα πράγματα είχαν πάρει άσχημο δρόμο. Ξαφνικά ένιωσε σαν το θήραμα ανάμεσα στα άγρια ζώα. Μπήκε στο αυτοκίνητο και άρχισε να τριγυρνάει χωρίς σκοπό. Σταμάτησε έξω απ’ την πολυκατοικία όπου έμενε η Ζέτα. Δεν ήξερε γιατί πήγαινε εκεί, αλλά ήταν ο άνθρωπός του, το εργαλείο του, η ερωμένη του. Η Ζέτα άνοιξε ξαφνιασμένη την πόρτα. Ο Αντρέας μπήκε αλαφιασμένος. «Τη βάψαμε», της είπε. «Και οι δυο;» ρώτησε το Εργαλείο. «Όχι, εγώ». «Ε, τότε, γιατί λες “ τη βάψαμε” και με τρομάζεις;» «Εντάξει, εγώ την έβαψα. Δε σε πειράζει, όμως;» «Πάρα πολύ. Πώς δε με πειράζει... Αλλά άλλο εσυ κι άλλο εγώ». «Τ ι θες να πεις;» τη ροιτησε. «Εσύ, Αντρεα, έχεις κάνει τον κύκλο σου. Εγώ είμαι νέο κορίτσι, δεν έχω καταφέρει ακόμα τίποτα. Ούτε ένα σπίτι δεν έχω στο όνομά μου, κατάλαβες;» «Δεν είναι ώρα για παράπονα...» «Όχι, είναι! Γιατί το φοβόμουν αυτό. Σκειρτόμουν ότι θα γίνει καμιά


σιραβή και θα με άφηνες στο δρόμο». «Τ ι σκέφτεσαι τέτοιες ώρες!» «Και τι να σκεφτώ, Αντρέα;» «Βρε, μπορεί να πάω φυλακή!» «Και ο Μάκης πήγε και βγήκε». «Γιατί ήμουν εγώ απέξω και τον Κορυδαλλό του τον έκανα Μύκονο. Εγώ, όμως, θα πεθάνω μέσα». «Μην ανησυχείς, θα είμαι στο πόδι σου. Έλα, μην κάνεις έτσι. Εσύ τρέμεις! Να σου βάλω ένα ποτό;» Ο Αντρέας κατέρρευσε σε μια πολυθρόνα. απομακρύνθηκε με το γνωστό λάγνο βάδισμα.

Το

Εργαλείο

Απίστευτο! σκέφτηκε. Οι γυναίκες δε χάνουν ποτέ το σεξαπίλ τους. Ο ίδιος είχε μαζευτεί στη θέση του. Του έφερε το ποτό και κάθισε απέναντι του. «Που την πάτησες;» τον ρώτησε. «Μ εκείνο το κωλονήοι που πουλήσαμε στους ξένους. Ο εισαγγελέας θα ασκήσει δίωξη. Και ξέρεις τι θα γίνει μετά; Θα με πάρει η μπάλα. Όσο είσαι στην κορυφή, δε σε πειράζει κανείς. Άμα αρχίσουν, όμως, να σε κυνηγάνε, σε κυνηγάνε όλοι». «Ψυχραιμία», του συνέστησε το Εργαλείο.


«Μίλησα και με τον υπουργό. Περιμένει κι αυτός να ξεσπάσει σκάνδαλο με τον Ιγνάτιο. Την έχουμε βάψει και από εκεί. Με ακούς τι σου λέω; Ένας ένας την κάνουν με ελαφριά πηδηματάκια. Σε λίγο δε θα με ξέρουν. Πρέπει να εξαφανιστώ». «Και πού θα πας;» «Δεν είπα ότι θα πάω πουθενά, να εξαφανιστώ είπα. Εγώ δεν μπορώ να πάω φυλακή. Άσε που θα αρχίσουν να σκάνε οι επιταγές... Δεν αντέχω, Ζέτα, θα πεθάνω. Αυτό είναι, θα πεθάνω» Το δήλωσε με τέτοιο πάθος, που η Ζέτα ανατρίχιασε. «Θα πεθάνω!» συνέχισε ο Αντρέας. «Θα με κηδέψετε. Το τέλειο! "Ετσι δε θα με κυνηγήσει κανείς. Μια άλλη ταυτοτητούλα και θα κυκλοφορώ ελεύθερος». Η Ζέτα τού έκανε νόημα με το χέρι ότι τα είχε παίξει. «Ο γιατρός!» φώναξε ο Αντρέας. «Αυτός είναι το κλειδί, ο γιατρός!» «Ποιος γιατρός;» τον ρώτησε το Εργαλείο. «Ο γιατρός που λάδωσα για τον Μάκη. Θα πάω απ’ το γραφείο, θα μαζέψω ό,τι είναι να μαζέψω, θα τακτοποιήσω τις τελευταίες εκκρεμότητες και μετά θα πάω σπίτι. Εσύ θα είσαι μαζί μου. Θα τηλεφωνήσουμε στο γιατρό, θα έρθει και θα μας γράψει ενα πιστοποιητικό θανάτου. Εγώ θα εξαφανιστώ κι εσυ θα μου κάνεις την κηδεία». «Η γκόμενα, αγάπη μου», του είπε το Εργαλείο, «δεν κάνει την κηδεία. Την κηδεία την κάνουν οι συγγενείς. Εσύ έχεις κόρη και μια


πρώην. Εκτός κι αν με παντρευτείς». «Τ ι να κάνω;» «Να με παντρευτείς», επανέλαβε ατάραχη. «Και τι θα κερδίσεις;» Η Ζέτα άπλοισε το χέρι και τον χάιδεψε. «Αγάπη μου, το όνειρο κάθε ερωτευμένης γυναίκας είναι να παντρευτεί τον άντρα που αγαπάει. Έπειτα...» πρόσθεσε χαμογελώντας, «υπάρχουν και τα λεφτά στην Ελβετία. Θα μου δώσεις τους αριθμούς των λογαριασμών». «Εσύ δεν παίζεσαι! Πας να εκμεταλλευτείς την ανάγκη μου». «Ε, τότε, βρες άλλη να σε κηδέψει». «Στάσου ένα λεπτό, να το επεξεργαστώ λίγο. Μην αποκλείουμε τίποτα». Η Ζέτα, όμως, είχε τα επιχειρήματά της. «Γιατί, μαζί δε θα ζούμε;» τον ρώτησε. Ο Αντρέας μαγκώθηκε. «Βέβαια, μαζί θα ζούμε». «Ωραία!» είπε. «Γυναίκα σου δε θα είμαι;» Ο Αντρέας ξαναμαγκώθηκε.


«Θα είσαι», απάντησε. «Ε, τότε, που είναι το πρόβλημά αου;» «Κι αν πας στην Ελβετία», άρχισε να της εκθέτει τους προβληματιαμούς του, «σηκώσεις όλο το παραδάκι, το πάρεις και φύγεις με κάνα μπρατσωμένο νεαρό, εγώ τι θα απογίνω;» «Καλά, δεν εχεις καθόλου εμπιστοσύνη στη γοητεία σου;» τον στρίμωξε η Ζετα. «Μπορώ εγώ να ζήσω με άλλο άντρα; υπάρχει δεύτερος Ακάλυπτος;» «Κοίτα τι παραμύθι μου πουλάει το Εργαλείο!» μονολόγησε ο Αντρέας. «Δεν είναι παραμύθι, αγάπη μου. Όλες οι γυναίκες που έζησαν μαζί σου σε ερωτεύτηκαν». «Αυτό είναι αλήθεια», κοκορεύτηκε ο Αντρέας. Κι έτσι το deal έκλεισε. Έπρεπε να γίνει ο γάμος επειγόντως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ Τ Ο ΕΡΓΑΛΕΙΟ ήθελε ρομαντικό γάμο, σε εκκλησάκι. Ο Αντρέας, στο δημαρχείο. Το Εργαλείο έβλεπε το γάμο σαν την πραγματοποίηση ενός ονείρου. Ο Αντρέας, σαν μια διαδικασία για να φτάσει γρήγορα στην κηδεία του. Είχαν αρχίσει τα όργανα. Ο ανακριτής τον κάλεσε, αλλά ο δικηγόρος του πήρε προθεσμία. Ένα έμφραγμα απ' την ψυχολογική πίεση ακουγόταν πολύ λογικό. Και


μετά θα σταματούσαν όλες οι διώξεις εναντίον του. Οι δημοσιογράφοι θα χαμήλωναν τους τόνους, αυτοί που είχαν επιταγές του θα έτρεχαν στο Εργαλείο, η Ζέτα θα μπορούσε να τους κουλαντρίσει και να κερδίσουν χρόνο. Τα ζεστά χρήματα ήταν στην Ελβετία, εδώ ό,τι προλάβαινε προλάβαινε. Σ ΤΟ τέλος συμφώνησε με τη Ζέτα. Δεν μπορούσε να της χαλάσει το χατίρι. Στο γάμο ήταν παρόντες ο μπαμπάς και η μαμά της, δύο επαρχιώτες που απορούσαν γιατί η κόρη τους διάλεξε να παντρευτεί έναν άντρα με τον οποίο είχε τόση διαφορά ηλικίας. Ήταν σίγουροι ότι τον παντρεύτηκε για τα λεφτά του. Πάντως, ο πατέρας της φαινόταν στενοχωρημένος. Η μάνα, που είχε μιλήσει προφανώς με την κόρη, ήταν χαρούμενη. Απ’ την πλευρά του Αντρέα παραβρέθηκε μόνο η Τέτα, κανείς άλλος - ούτε η Μπέτυ ουτε ο Νίκος ούτε άλλοι φίλοι. Δεν ήθελε να δοθεί έμφαση στο γεγονός, θα κινούσε υποψίες ένας γάμος πριν από τις ανακρίσεις. Η σεμνή τελετή τελείωσε και η Τέτα τον αγκάλιασε πρώτη. «Να ζήσεις, μπαμπά μου», του είπε. «Να χαρείςτο Εργαλείο! Είναι φοβερή η γκόμενα, δεν παίζεται». Ο Αντρέας της χαμογέλασε, «Δε φαίνεσαι ευτυχισμένος», διαπίστωσε η Τέτα. «Γιατί;» «Είμαι, αγάπη μου. Αλλά αυτά θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή». Μετά το μυστήριο πήγαν όλοι στο σπίτι του Αντρέα, όπου θα ζούσε το ζευγάρι. Ένα ποτό, ένα λιτό δείπνο και σχόλασε ο γάμος. Κάποια σιιγμή ο πατέρας της Ζέτας τον πλησίασε.


«Να σε ρωτήσω κάτι, γαμπρέ;» «Ό,τι θέλεις, πεθερέ». «Εγώ είμαι πιο μικρός από εσένα». «Ναι;» «Βέβαια. Πέντε χρόνια πιο μικρός». «Ε, τι να κάνουμε τώρα;» «Βρε, άλλο θέλω να σε ρωτήσω». «Σε ακούω». «Εγώ, που είμαι πιο μικρός, γιατί έχω αυτή την γκιόσα κι εσυ έχεις την κούκλα την κόρη μου;» «Τ ώρα, τι να σου πω...» «Τα λεφτά, γαμπρέ, ε;» «Δεν ξέρω, να ρωτήσεις την κόρη σου». «Τα λεφτά είναι, γαμπρέ. Δε λέω ότι σε πήρε για τα λεφτά, όχι. Δεν είναι έτσι η κόρη μου. Αλλά, όταν έχεις λεφτά, σε ερωτεύονται». «Μπορεί να είναι κι έτσι», του απάντησε ο Αντρέας. «Έτσι είναι που σου λέω. Αλλά μη νομίζεις, κι εμείς εκεί στην επαρχία τις κάνουμε τις στραβοτιμονιές μας».


«Δε θέλω να μου λες τέτοια, πεθερέ». «Τ ις κάνουμε. Πάμε στα μπαράκια με τις Ρωοίδες». «Ό,τι δύναται καθένας, ανάλογα με το βαλάντιό του». «Δεν περνάει αλλιώς η ζωή. Εσύ έχεις λεφτά, έχεις την καλύτερη, δυο μέτρα κούκλα». «Μόλις επιστρέφεις αύριο, να πας στην τράπεζα. Σε ποια τράπεζα έχεις καταθέσεις;» «Στην Αγροτική, κάτι ψιλά», «Ε, αύριο θα έχεις χοντρά. Να πάρεις τις καλύτερες Ρωσίδες. Αλλά μην το μάθει η πεθερά και τα βάλει μαζί μου». «Είσαι καλά, γαμπρέ; Αυτά είναι μεταξύ αντρών». Ένα μήνα αργότερα, η Ζέτα άκουσε τη μάνα της να κλαίει στο τηλέφωνο. Ο μπαμπάς την είχε κοπανήσει με μια Ρωσίδα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ο Αντρέας άρχισε να τον βρίζει. Η Ζέτα τα έχασε. «Δικός μου πατέρας είναι, εσύ γιατί κάνεις έτσι;» «Ε, τώρα, έπειτα από τόσα χρόνια γάμου να αφήσει τη γυναίκα του για μια Ρωσίδα; Ας την πηδούσε, ήταν ανάγκη να χωρίσει;» «Για ενα πήδημα το ξεκινάνε όλοι», του είπε η Ζετα, «αλλά μετά την πατάνε». Είχε δίκιο, Μήπως κι αυτός με το Εργαλείο έτσι δεν ξεκίνησε; Και


τώρα ήταν γυναίκα του. «Ποτέ δεν ξέρεις...» μονολόγησε. Την επομένη του γάμου έτρεξε να του φτιάξουν μια κούκλα στο μπόι του. Παρήγγειλε και μια μάσκα με τα χαρακτηριστικά του. Όχι ότι χρειαζόταν, αλλά στην ανάγκη... Έπειτα ειδοποίησε το γιατρό να έρθει στο σπίτι. Δεν ήταν εύκολο, όπως το περίμενε. Ο γιατρός ήξερε ότι ο Αντρέας είχε στριμωχτεί και φοβόταν μήπως βρεθεί μπλεγμένος. Αλλά ο Αντρέας είχε το ακλόνητο επιχείρημα: λεφτά. Μόλις ο γιατρός σιγούρεψε το ποσό που θα τσέπωνε, υπέγραψε το πιστοποιητικό θανάτου. Τ ώρα ο Αντρέας έπρεπε να πείσει και το γραφείο κηδειών. Η νέα του ταυτότητα βρισκόταν ήδη στα χέρια του. Του είχε κοστίσει κάμποσες χιλιάδες ευρώ, αλλά ακόμα κι αν κάποιος άνοιγε το φέρετρο και ο Αντρέας δεν ήταν μέσα, κανείς δε θα μπορούσε να τον συναντήσει. Είχε έναν παλιό φίλο, λαμόγιο μικρού βεληνεκούς, που τον είχε χρησιμοποιήσει κατά το παρελθόν σε κάτι δουλειές. Φοβόταν το στόμα του. Όταν εκείνος έπινε, του άρεσε να διηγείται ιστορίες. Αλλά έπρεπε να το ρισκάρει, δεν είχε άλλον. Ο Τσίφτης, έτσι τον έλεγαν, έμεινε με το στόμα ανοιχτό όταν του είπε το σχέδιο ο Αντρέας. Μετά τον αγκάλιασε. «Εγώ θα σε θάψω, φίλε μου. Εγώ. Και δεν είναι για τα λεφτά, το κάνω γιατί γουστάρω. Θα τους τρελάνεις όλους». Ο Αντρέας του πρότεινε μια ιδιαίτερα δελεαστική οικονομική συμφωνία, αλλά, αν μιλούσε, θα πήγαινε κι αυτός φυλακή και θα περνούσε πολύ άσχημα. Η φυλακή τον τρόμαζε τον Τσίφτη, είχε βρεθεί στην ψειρού στα 22 του και δεν ήθελε να ξαναπάει. Όχι μόνο


δε θα άνοιγε το στόμα του, αλλά απ’ την άλλη μέρα κιόλας θα έκλεινε με συρραπτικό τα χείλη του. Όταν ετοιμάστηκαν όλα, αργά τη νύχτα, ο Αντρέας τα τίναξε. Ο Τσίφτης τακτοποίησε την κούκλα και την επομένη η είδηση έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Πρώτη το έμαθε η Τέτα, που μίλησε με τη Ζέτα και της είπε ότι το σχέδιο προχώρησε. "Επρεπε να ανακοινώσει στην Αλίκη ότι πέθανε ο μπαμπάς. Η Αλίκη έπιασε το στομάχι της, γύρισαν τα μάτια της και η Τέτα φοβήθηκε ότι μπορεί να την έχανε. "Επεσε τέζα στο πάτωμα, ο Σταμάτης έφερε νερό, η Τέτα τής έδινε χαστουκάκια και, όταν εκείνη συνήλθε τελικά, την πότισαν κονιάκ να στανιάρει. «Πότε έγινε;» ψιθύρισε. «Χτες τη νύχτα. Τ ώρα μίλησα με τη Ζέτα». «Αυτή τον ξέκανε!» δήλωσε αμέσως η Αλίκη. «Αυτή!» «Πέθανε πάνω στο σεξ, ανακοπή». «Το ήξερα, αυτή τον ξέκανε!» επανέλαβε η Αλίκη. «Αυτή! Και του το λεγα εγώ, αλλά δε μ’ άκουγε. Τ ι τη θες τη νέα γυναίκα, Αντρέα; Τ ι τη θες;» «Σταμάτα!» της είπε ο Σταμάτης. «Σταμάτα!» «Άσε με κι εσυ», τον αποπήρε και ξέσπασε σε αναφιλητά. Η Ζέτα επιφορτίστηκε με το καθήκον να μεταφέρει την είδηση στον Μάκη και στην Μπέτυ. Ήταν πολύ ψύχραιμη. Ο Μάκης έμεινε με το ακουστικό στο χέρι.


«Πότε έγινε;» «Χτες». «Δεν μπορώ να το πιστέψω... Δεν μπορώ...» ψιθύρισε εκείνος. «Ποιος να το πιστέψει;» είπε η Ζέτα. «Κι ήταν τόσο ζωντανός, τόσο ζωντανός... Αλλά δεν μπορούσα να τον συγκρατήσω. "Εκανε πράγματα που δεν ταιριάζουν στην ηλικία του». «Πώς πήγε;» ακούστηκε βαριά η φωνή του Μάκη. «Ευτυχισμένος», του είπε η Ζέτα. «Δεν κατάλαβα...» «Ήταν χαρούμενος». Ο Μάκης έπιασε το υπονοούμενο. «Δεν είναι ώρα, βέβαια, να σε ρωτήσω λεπτομέρειες, αλλά έγινε έτσι όπως το φαντάζομαι;» «"Ετσι ακριβώς όπως το φαντάζεσαι, Μάκη μου», επιβεβαίωσε η Ζέτα και ξέσπασε σε κλάματα. Η Μπέτυ ήταν πιο παγερή όταν της το ανακοίνωσε, όμως μετά έσπασε κι εκείνη και άρχιοε να κλαίει με αναφιλητά. «Το ήξερα εγώ ότι έτσι θα πάει. Ο Αντρέας δεν περίμενε να γεράσει, δεν του άρεσαν τα γηρατειά». «Πράγματι», τόνισε η Ζέτα.


«Και πότε θα γίνει η κηδεία;» «Αύριο στις τρεις». «Χριστέ μου!» αναφώνησε η Μπέτυ. «Θα κηδέψουμε τον Ακάλυπτο. Υπομονή», της συνέσιησε. «Υπομονή». «Ευχαριστώ», είπε η Ζετα κι έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Αντρέας είχε διπλωθεί στα δύο απ' τα γέλια παρακολουθώντας τα τηλεφωνήματα. «Δεν μπορώ να το χάσω αυτό, είναι ό,τι καλύτερο. Όλοι οι άνθρωποι ονειρεύονται να παρακολουθήσουν τι γίνεται μετά το θάνατό τους». Η Ζέτα άρχισε να κλαίει με τσιρίδες. «Τ ι κάνεις εκεί;» τη ρώτησε ο Αντρέας. «Εκπαιδεύομαι. Θέλω να είμαι τέλεια αύριο. Άντρα μου, καμάρι μου, λεβέντη μου, θα λέω. Τ ι θα γίνώ εγώ χωρίς εσένα; Πού με αφήνεις; Πώς θα ζήσω, Αντρέα μου;» «Ε, καλά, μην είσαι τόσο υπερβολική...» «Πώς να μην είμαι; Αν πέθαινες, θα ήμουν απελπισμένη, θα έχανα τον κόσμο κάτω απ’ τα πόδια μου. Δε θα ήξερα τι να κάνω». Σε λίγο άρχισαν να καταφτάνουν οι φίλοι και οι συγγενείς. Ο Αντρέας κλειδώθηκε στο δωμάτιό του. Πρώτοι ήρθαν ο Μάκης με τη Ρένα. Η Ζέτα τούς υποδέχτηκε βγάζοντας μια κραυγή.


«Αχ, Μάκη μου! Πόσο σ' αγαπούσε!» Ο Μάκης την κράτησε στην αγκαλιά του, Η Ρένα τής είπε μερικά λόγια παρηγοριάς. Μετά έφτασαν η Αλίκη με τον Σταμάτη. Η Αλίκη τής έδωσε τυπικά το χέρι, ο Σταμάτης, όμως, ήταν πιο στοργικός. «Ψυχραιμία», της είπε. «Ψυχραιμία». Η Τέτα τούς παρατηρούσε όλους. Η Ζετα, κάποια στιγμή την πλησίασε στην κουζίνα που χλαπάκιαζε ένα παγωτό. «Δείξε ότι εχεις στενοχωρηθεί για τον πατέρα σου», της συνέστησε. «Όταν στενοχωριέμαι, τρώω γλυκά», απάντησε η Τετα. -Το ξέρει η μαμά αυτό. Είμαι ο εαυτός μου, μην ανησυχείς». Η Μπέτυ με το γιατρό έφτασαν τελευταίοι. Όταν κάθισαν όλοι μαζί, ο γιατρός το πεταξε: «Εγώ ξερω τι τον έφαγε». Στράφηκαν όλοι και τον κοίταξαν. «Μου είχε εξομολογηθεί ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα στύσης». «Σας παρακαλώ!» είπε δήθεν πειραγμένη η Ζεοα. «Όντως είχαμε μια τέτοια συνομιλία και πολύ φοβάμαι ότι, για να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του με μια νέα σύζυγο, θα έπαιρνε χάπια».


Η Αλίκη άφησε μια κραυγή. «Αυτό τον έφαγε! Αυτό!» Όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν στη Ζέτα, σαν να ζητούσαν μια απάντηση. «Ο Αντρέας δεν πήρε ποτέ χάπια», δήλωσε εκείνη με έμφαση. Ο Μάκης παρενέβη στη συζήτηση δυναμικά. «Μα είναι κουβέντες αυτές που κάνουμε τώρα; Ο Αντρέας δε ζει κι εμείς καθόμαστε και συζητάμε αν έπαιρνε χάπια; Σε παρακαλώ, γιατρέ μου». «Έτσι το ανέφερα», είπε εκείνος. «Για την ιστορία». «Η ιστορία θα γραφτεί έπειτα από χρόνια», παρατήρησε ο Μάκης. «Τ ώρα είναι νωρίς για να βγάζουμε συμπεράσματα. Δε λυπάστε αυτό το κορίτσι που έμεινε μόνο του; Εγώ ξέρω πόσο τον αγαπούσε». «Βέβαια! Ο Μάκης είχε ιδιαίτερη σχέση με τον Αντρέα», είπε η Ρένα μ’ έναν τρόπο που έκανε τον Μάκη να μαζευτεί. Δεν ήταν ώρα να του χώσει μπινελίκια γι' αυτή τη φιλία που του κόστισε τη φυλακή. Αλλά μετά, στο σπίτι, δε θα το άφηνε να περάσει έτσι. Ο Μάκης το ήξερε και ήταν η στιγμή που ή θα επαναστατούσε ή θα χωνόταν στο καβούκι του. Διάλεξε τη δεύτερη λύση. Με τον Αντρέα νεκρό, με το μέντορά του να μη βρίσκεται πια εν ζωή, είχε χάσει τον μπούσουλα. Η συζήτηση, όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, στράφηκε στη συνέχεια σε αναμνήσεις που είχαν όλοι απ’ τον εκλιπόντα. Ο Μάκης δε μιλούσε πολύ, γιατί είχε λερωμένη τη φωλιά του - τι να πει; Και


όταν ο σύζυγος της Μπέτυς στράφηκε, με την αφέλεια του νεοεισελθόντα στην παρέα, και του είπε: «Εσείς, γιατρέ μου, θα έχετε πολλά να θυμηθείτε απ' το φίλο σας», ο Μάκης απάντησε; «Αφήστε τα αυτά, γιατρέ μου». Κανείς δεν επανήλθε στον Μάκη. Αργά τη νύχτα άρχισαν να αποχωρούν. Η Αλίκη ρώτησε μήπως ήθελε η Ζέτα να της κάνουν παρέα, αλλά εκείνη είπε ότι προτιμούσε να μείνει μόνη. Αυτό έκανε εντύπωση στην Αλίκη, γιατί συνήθως οι βαθιά λυπημένοι άνθρωποι θέλουν παρέα για να βγάλουν την πρώτη νύχτα που έχασαν το πιο προσφιλές τους πρόσωπο. Το Εργαλείο, όμως, τους έδιωξε όλους. Η Αλίκη βρήκε μια εύκολη απάντηση για τη συμπεριφορά της. Παντρεύτηκε τον Αντρέα για τα λεφτά του, τώρα θα τα ξεκοκάλιζε και θα τα χαιρόταν με γκόμενους. Έτσι, ξαναέκλαψε γοερά μέσα της για τον Ακάλυπτο και γύρισε με τον Σταμάτη και την Τέτα στο σπίτι. Ο Μάκης σωριάστηκε στον καναπέ και η Ρένα τού έφερε το μπουκάλι με το ουίσκι. Εκείνο το βράδυ ήπιε χωρίς να το νερώσει. Η Ρένα τον παρατηρούσε. «Εσύ δε στενοχωρήθηκες;» τη ρώτησε. «Στενοχωρήθηκα, αλλά ξέρεις τι σκεφτόμουν; 'Οτι αυτά παθαίνουν οι μεγάλοι άντρες που θέλουν μικρές γυναίκες». «Τ ώρα βρήκες να βγάλεις το ηθικό δίδαγμα;» Η Ρένα έβρισκε πως όντως ήταν η κατάλληλη στιγμή για να εμπεδώσει ο Μάκης τις συνέπειες της αλητείας. Ήξερε πως ο πόνος μπορεί να τον παρέσυρε αλλού. Καλό θα ήταν, λοιπόν, να τον προσγειώσει. Λυπόταν, αλλά μέσα της έβραζε με την αχαρακτήριστη απόφαση του μακαρίτη να παντρευτεί μια γυναίκα τόσο νεότερη.


Η Μπέτυ, απ' την άλλη, τα είχε βάλει με τον άντρα της. «Απόψε βρήκες να αναφέρεις τη συζήτησή σου με τον Αντρεία;» «Το έκανα γιατί...» Η Μπετυ τον έκοψε. «Το έκανες γιατί είσαι ηλίθιος!» Ο πνευμονολόγος έμεινε άναυδος. Πρώτη φορά η γυναίκα του του συμπεριφερόταν τόσο υποτιμητικά. Θέλησε να αντιδράσει, αλλά η Μπέτυ συνέχισε με χαρακτηρισμούς που εκείνος δε φανταζόταν ότι θα μπορούσε ποτέ να ξεστομίσει κι έπειτα πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιό τους. Έκτοτε, ο γιατρός όχι μόνο δεν κατάφερε να ξανακάνει έρωτα με την Μπέτυ, αλλά επιπλέον εκείνη του πέταξε τα ρούχα στο σαλόνι και τον ανάγκασε να φύγει απ’ το σπίτι. Γιατί η Μπέτυ είχε διαγνώσει στη στάση του μια έπαρση που την ενόχλησε. Και στο κάτω κάτω, αν ήθελε να πάει με κάποιον απ’ το σόι, θα προτιμούσε το γιο του, που ήταν και πιο έξυπνος. Για την Μπέτυ, ο Αντρέας μπορεί να έφυγε νωρίς, αλλά έφυγε ευτυχισμένος. Θυμόταν τις συζητήσεις τους... Όταν δεν έκανε πλάκα, έλεγε πράγματα σοβαρά. «Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα του άντρα;» της έλεγε πάντα. «Ότι παλεύει σαν τον Σίσυφο ανάμεσα στην ελευθερία και την αγάπη. Όταν φτάνει ψηλά την αγάπη, θέλει την ελευθερία του. Όταν ξεσαλώνει με την ελευθερία του, νιώθει μοναξιά, θέλει να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Και μετά πάλι απ’ την αρχή. Αυτό είναι το πρόβλημα, η πάλη ανάμεσα στην ελευθερία και την αγάπη».


Ο Αντρέας είχε λατρέψει την Αλίκη. Τον είχε αγαπήσει κι εκείνη, αλλά έρχονταν στιγμές που αυτή η αγάπη τον έπνιγε. Το ένστικτο του κυνηγού τον έσπρωχνε να αναζητήσει καινούρια θηράματα. Και όταν έπεφταν στα νύχια του, γυρνούσε με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια στην Αλίκη κι εκλιπαρούσε ένα χάδι. Όταν τον άφησε η Αλίκη, κόντεψε να καταρρεύσει, όμως στάθηκε στα πόδια του για να της αποδείξει ότι δεν μπορούσε να αγαπήσει καν έναν άλλο άντρα στη ζωή της. Και το είχε καταφέρει, γιατί ήξερε πως η Αλίκη δεν ερωτεύτηκε ποτέ το Πράμα, παντρεύτηκε τον Σταμάτη για να βάλει τέλος στη σχέση της με τον Αντρέα. Ίσως και για να τιμωρήσει τον εαυτό της ή για να προστατεύσει την Τέτα από έναν πατέρα που δεν ενέπνεε καμία εμπιστοσύνη. Η κηδεία εξελίχτηκε σε κοσμικό γεγονός. Δημοσιογράφοι, άνθρωποι της διαφήμισης, δικηγόροι, κάποιοι πολιτικοί συγκεντρώθηκαν για να συνοδεύσουν στην τελευταία του κατοικία τον Ακάλυπτο. Γύρω απ’ το φέρετρο, οι τεθλιμμένοι συγγενείς και οι φίλοι. Πιο πίσω, οι συνεργάτες - ο αρχιφύλακας που έκλαιγε με μαύρο δάκρυ, ο ταξιτζής, το Φίδι... "Ολοι εκεί, βουτηγμένοι στο πένθος. Η Ζέτα, δακρυσμένη, αντιμετώπιζε το γεγονός με αξιοπρέπεια. Η Αλίκη ξεσπούσε σε αναφιλητά, η Τέτα, παγερή, κοίταζε γύρω της. Ο Μάκης έκλαιγε κι αυτός με λυγμούς, όπως η Μπέτυ. Η Ρένα κρατιόταν μέχρι τη στιγμή που ετοιμάστηκαν να βγάλουν το φέρετρο απ’ την εκκλησία. Η Αλίκη διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε να το ανοίξουν για να δώσουν όλοι τον τελευταίο ασπασμό. Η Ζέτα, όμως, έβαλε βέτο. Ανταλλάχτηκαν κάποιες φράσεις, όχι κόσμιες για δυο κυρίες, και θα ξεσπούσε μεγάλος καβγάς, αλλά ευτυχώς το ζήτημα έληξε με την παρέμβαση της Τέτας, η οποία επισήμανε στη μητέρα της ότι η γυναίκα του αποφάσιζε γι’ αυτά. «Κι εσυ είσαι κόρη του», της είπε η Αλίκη.


«Εγώ πήγα και τον είδα». Η Αλίκη τα ’χασε. «Πού τον είδες;» «Στο γραφείο τελετών. Είναι χάλια ο μπαμπάς. Ξέρει η Ζέτα τι κάνει». «Μα, εγώ θέλω να τον δω, όπως και να ναι». «Καλύτερα να τον θυμάσαι ζωντανό. "Εχει παραμορφωθεί το πρόσωπό του». Η Αλίκη κατάλαβε πως, παρά τον πόνο της, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Η Ζέτα ήταν η γυναίκα του, αυτή ήταν η πρώην. Όταν βγήκε το φέρετρο απ’ την εκκλησία, ο Μάκης πρόλαβε να πιάσει τη Ζέτα που επιχείρησε μια εικονική λιποθυμία. Την κράτησε απαλά κι εκείνη έγειρε σιην αγκαλιά του κι έκλαιγε σπαραξικάρδια. «Σε παρακαλώ, συγκρατήσου», της συνέστησε ο Μάκης, «γιατί κι εγώ δεν αντέχω και θα με πάρουν πάλι τα κλάματα». «Να ’ξερες πόσο σε αγαπούσε!» είπε το Εργαλείο. «Όλο για εσένα μιλούσε». «Κι εγώ τον αγαπούσα και θα το έχω βάρος αυτό που του έκανα. Την τελευταία φορά που ήρθε στο ιατρείο, τον έδιωξα». «Μόλις έπαθε το έμφραγμα, μου είπε: “ Ζετα, σ’ αγαπάω, αλλά πάνω απ’ όλα αγαπάω το φίλο μου τον Μάκη”».


Εκεί ο Μάκης ξέσπασε. Κι ανάμεσα σε αναφιλητά τη ρώτησε: «"Ετσι σου είπε;» «"Ετσι, Μάκη μου». Το κοσμικό γεγονός, στο μεταξύ, είχε μεταφερθεί στο νεκροταφείο. Κανείς δεν πρόσεξε το ρακένδυτο ζητιάνο που είχε σταθεί έξω απ’ τη μάντρα και τους παρατηρούσε όλους. Μόνο η Ζέτα τού έριξε μια άγρια ματιά, γιατί του είχε απαγορεύσει να έρθει στην κηδεία. Ο Αντρέας, όμως, δεν κρατήθηκε. Το Εργαλείο ήθελε να του ρίξει ένα βαρβάτο μπινελίκι, αλλά δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να βρίσει ένα ζητιάνο στα καλά καθούμενα. Το φέρετρο προχωρούσε ανάμεσα στα μνήματα. Η Μπέτυ, η Ρένα και η Αλίκη είχαν ευθυγραμμιστεί. «Αντρέα μου! Καμάρι μου! Πού πας;» άρχισε να στριγκλίζει η πρώην σύζυγος. Η νυν, από γυναικείο ανταγωνισμό, στράφηκε και της έριξε μια άγρια ματιά, σαν να της έλεγε ότι αυτός ο ρόλος ήταν δικός της. Η Ρένα είδε την αγριάδα στο βλέμμα της Ζέτας και απευθύνθηκε στη φίλη της για να αποκαταστήσει την τάξη, ή μάλλον για να ρίξει λάδι στη φωτιά. «Τ ι έπαθε αυτή και σε κοιτάζει έτσι;» ρώτησε δήθεν αθώα. Αυτό ήταν. Η Αλίκη περίμενε την ερώτηση. «Με κοιτάζει γιατί αυτή τον ξέκανε. Και του το ’λεγα!»


«Μήπως δεν του το ’λεγα εγώ;» είπε η Μπετυ. Ήταν η κατάλληλη στιγμή για τη Ρένα να ξεστομίσει το τελευταίο της απόφθεγμα: «Αυτά παθαίνουν όσοι θέλουν μικρές». Όταν έφτασαν στον τάφο, μερικές όμορφες γυναίκες -ξανθές, μελαχρινές, καστανές- έκλαιγαν με αναφιλητά και άρχισαν να πετάνε λουλούδια. Η Αλίκη και η Ζέτα τις κοίταξαν με μίσος. «Αντρέα μου!» φώναζε η μία. «Ακάλυπτε!» φώναζε κάποια άλλη. «Όλες αυτές πρέπει να τις έχει πάρει», ψιθύρισε η Αλίκη. Μόνο ο Μάκης σχολίασε με τρυφερότητα το πρωτόγνωρο γεγονός. «Επιτάφιο σ’ έχουν αγγελούδια...»

κάνει,

Αντρέα

μου,

και

θρηνούν

τα

«Μάκη!» τον επανέφερε η Ρένα στην πραγματικότητα. Ο Μάκης μαζεύτηκε. Πίσω παρακολουθούσε και δάκρυζε.

απ’ τους θάμνους, ο ζητιάνος

«Με αγαπάνε», ψιθύρισε. «Όλες με αγάπησαν». "Επειτα έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε βιαστικά. Όταν άρχισαν οι νεκροθάφτες να ρίχνουν χώμα στο φέρετρο, η Ζέτα επιτέλους πραγματοποίησε τη λιποθυμία που είχε σχεδιάσει. Ο Μάκης τη χαστούκισε, οι άλλες της έβαλαν κολόνια κάτω απ’ τη


μύτη να μυρίσει, ακόμα και η Αλίκη ανησύχησε. Γιατί, όσο και να μισούσε τη Ζετα, ήξερε τη γοητεία που ασκούσε ο Ακάλυπτος. Μετά, σιγά σιγά, σαν ένα κουρασμένο κοπάδι που έχασε τον αρχηγό του, όλος ο κόσμος κατευθύνθηκε στο καφενείο για τον καφέ της παρηγοριάς. Μαζί τους και η ομάδα των όμορφων γυναικών που ολοφύρονταν πριν σαν σε χορό αρχαίας τραγωδίας. Ο Μάκης πήρε θείση δίπλα στη Ζέτα, πράγμα που ενοχλούσε τη Ρένα. Φοβόταν μήπως ο Μάκης της αναλάμβανε το ρόλο του προστάτη της χήρας. Και ήταν κάτι που δε θα μπορούσε να το παλέψει, γιατί θα έδειχνε μικροπρέπεια. Από την άλλη πλευρά κάθισε η Τέτα. Όλοι είχαν σχολιάσει το πόσο ψύχραιμη ήταν. Η Αλίκη τούς είπε ότι την είχε βάλει σε σκέψεις η στάση της κόρης της, γιατί ποιος ξέρει πώς θα ξεσπούσε τον πόνο της, καθώς είχε μεγάλη αδυναμία στον μπαμπά της. «Η Τέτα μου μετά θέλει προσοχή». Ο Μάκης κατέβασε δυο τρία κονιάκ κι έπειτα, αργά, τελετουργικά, ρούφηξε τον καφέ του. Η Ζέτα έβγαλε ένα μπουκαλάκι απ’ την τσάντα της και ήπιε γρήγορα μερικές γουλιές. «Τ ώρα που έφυγε ο Αντρέας...» ξεκίνησε να λέει ο Μάκης κι έβαλε τα κλάματα. «Το λέω και δεν το πιστεύω ότι έφυγε». «Ποιός να το πιστέψει; Ποιός;» αναρωτήθηκε η Ζέτα. «Τ ώρα που έφυγε, ό,τι θέλεις, ό,τι χρειαστείς, σ’ εμένα να προστρέξεις».


Να το! σκέφτηκε η Ρένα. Αυτό που φοβόμουν. «Αχ, Μάκη μου, σ’ ευχαριστώ», είπε το Εργαλείο κι έγειρε το κεφάλι στον ώμο του. «Τ ίποτα, να μη μ ευχαριστείς. Να ζούσε μόνο και να μας έβλεπε από καμιά μεριά». «Να δεις κάτι γέλια που θα έκανε...» συνέχισε η Ζέτα. Ξαφνικά, πήγε να της ξεφύγει ένα γελάκι, αλλά το συγκράτησε. Η Αλίκη, η Μπέτυ και η Ρένα, όπως είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις, είχαν βάλει στο στόχαστρο τη χήρα. Η Αλίκη δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εκνευρισμό της. «Εμένα κάτι με τρώει μέσα μου. Γιατί δεν άφησε να ανοίξουμε το φέρετρο;» «Κι εγώ το σκέφτηκα», συμπλήρωσε η Μπέτυ, «αλλά δεν ήθελα να το πω». «Ήταν επιθυμία του μακαρίτη, μου είπε ο Μάκης», πρόσθεσε η Ρένα. «Αυτό του μετέφερε το Εργαλείο, αλλά εγώ δεν το πιστεύω. Θα ζητήσω εκταφή. Θα ζητήσω να γίνει νεκροψία». «Έχεις το δικαίωμα;» τη ρώτησε η Μπέτυ. «Κι αν δεν το έχω εγώ, το έχει η κόρη του. Μου είπε ότι πήγε και τον είδε και ότι ήταν παραμορφωμένος. Έστω κι έτσι, έπρεπε να τον δούμε».


«Κι εμένα κάτι μου βρομάει εδώ», συμπλήριοσε η Ρένα. «Έπαθε έμφραγμα και σκέφτηκε να πει στο Εργαλείο: “ Αν πεθάνω, να μην ανοίξετε το φέρετρο”; Δεν το πιστεύω. Και καλά θα κάνεις, Αλίκη μου, να το ψάξεις. Αλλά αν η κόρη σου δε θέλει...» Η Τέτα είχε ακούσει το διάλογο και τα είχε πάρει στο κρανίο, ωστόσο κρατήθηκε να μη βρίσει. «Εσυ τι λες;» της ψιθύρισε η Αλίκη. «Δεν είναι ώρα γι’ αυτές τις κουβέντες», της το ξέκοψε η Τέτα αυστηρά. «Μόλις θάψαμε τον μπαμπά». «Καλά, δεν την έχεις πάρει χαμπάρι;» της είπε η Αλίκη, δείχνοντας με ένα νεύμα του κεφαλιού τη Ζέτα. «Αυτή έχει μάστερ στην πουτανιά. Τον ξέκανε για να τον κληρονομήσει». «Δεν άνοιξε ακόμα η διαθήκη του μπαμπά», παρατήρησε η Τέτα. «Και να σταματήσει αυτή η συζήτηση τώρα». Η Αλίκη μαζεύτηκε, δεν ήταν ώρα να αντιμετωπίσει την Τέτα, αλλά δεν της άρεσε καθόλου η γλώσσα που της έβγαλε. Κι αυτή είχε δικαιώματα, δεκαοχτώ χρόνια έζηοε με τον Ακάλυπτο. Δεν παραγράφονται έτσι εύκολα. Όταν έφτασαν στο σπίτι, η Αλίκη ήταν έξαλλη. Απευθύνθηκε στην Τέτα που πήγαινε κατά το δωμάτιό της. «Πολύ μουλάρα είσαι». «Παράτα με!» της είπε η κοπέλα.


«Καλά, ούτε ένα δάκρυ για τον πατέρα σου; Σε ποιον έμοιασες, μπορείς να μου πεις; Αυτός τους αγαπούσε όλους». «Έλα τώρα, θα μας τον βγάλεις και άγιο!» παρενέβη ο Σταμάτης. «Άγιος ήταν», δήλωσε η Αλίκη. «Αφού ήταν άγιος, τότε γιατί τον χώρισες;» έκανε την ερώτηση που δικαιούνταν ο Σταμάτης. «Πάντως, αν πέθαινες εσύ», του είπε η Αλίκη, «ο Αντρέας δε θα έλεγε τίποτα. Ήταν υπεράνω». «Φτου! Φτου!» έφτυσε τον κόρφο του ο Σταμάτης. «Άκου να πεθάνω! Εσύ είσαι ακόμα ερωτευμένη μαζί του». «Πάντα ήμουν!» ξεσπάθωσε η Αλίκη. «Άλλο που δεν τον άντεχα». Αφού ομολόγησε τον έρωτά της για τον Ακάλυπτο, σταμάτησε και κοίταξε την κόρη της. «Τόσο ψυχρό παιδί έκανα;» αναρωτήθηκε. Η Τέτα, φανερά ικανοποιημένη απ’ την αντίδραση της μητέρας της, στράφηκε και κάρφωσε με το βλέμμα τον πατριό της, που δεν τον άντεχε - όχι γιατί δεν ήταν καλός άνθρωπος, αλλά γιατί είχε δίκιο ο μπαμπάς της που τον έλεγε Πράμα. «Τ ι να κάνουμε;» του είπε. «Ήταν ο έρωτας της ζωής της». Ο Σταμάτης εκείνη τη στιγμή έχανε τη γυναίκα του εξαιτίας ενός νεκρού πρώην συζύγου.


Στο σαλόνι του σπιτιού του μακαρίτη, όμως, είχε στηθεί πάρτι. Ο Αντρέας, μ ένα ποτό στο χέρι, πότε γελούσε και πότε τραγουδούσε, ενώ η Ζέτα τον παρακολουθούσε χαμογελαστή. «Ζήτα μου ό,τι θες...» της έλεγε. «Κάνε μου ό,τι θες...» «Ό,τι θέλω;» τον ρώτησε. «Ναι. Ήσουν τέλεια! Τέτοιο φινετσάτο κλάμα... Χωρίς υστερίες, εσωτερικός πόνος. Τελεία! Και ο Μάκης ο καημένος... Κόντεψε να πλαντάξει». «Καλά, αυτόν θα τον πάρει από κάτω», σχολίασε η Ζέτα, «να μου το θυμηθείς». «Η Αλίκη, πάλι», είπε ο Αντρέας, «ήταν έξαλλη. Σε κοίταζε συνέχεια με μίσος». «Ε, αφού τους είπα ότι έπαθες το έμφραγμα πάνω στο πήδημα...» «Μωρό μου εσύ! Εργαλείο μου! Εσύ τώρα δημιούργησες ένα μύθο γύρω απ' το όνομά σου. "Ολοι θα λένε: “ Αυτή που ξέκανε τον Ακάλυπτο”. Ξέρεις τι είναι αυτό; Τ ίτλος τιμής». «Ναι, αλλά δεν μπορώ να το εκμεταλλευτώ». «Γιατί;» αναρωτήθηκε ο Αντρέας. «Γιατί ζεις», του απάντησε η Ζέτα. Εκεί, ο επίσημα νεκρός πάγωσε. «Α, για σιγά...» της είπε. «Μη σου μπαίνουν ιδέες τώρα, εντάξει;»


Η Ζέτα πλησίασε, τον αγκάλιασε και του έδωσε ένα πεταχτό φιλί. «Πάω να κάνω ένα μπάνιο και να ξαπλώσω. Είμαι θλιμμένη χήρα», παρατήρησε εύθυμα. Στράφηκε κι έφυγε μ’ εκείνο το αισθησιακό κούνημα των γοφών και ο Αντρέας έμεινε για λίγο να την παρακολουθεί. «Δεν είμαστε καλά», μονολόγησε. «Πρέπει να το προσέχω το Εργαλείο. Της μπήκαν ιδέες, το βλέπω εγώ». Η Ρένα προσπάθησε να του μιλήσει, να τον συνεφέρει, όμως ο Μάκης έκλαιγε απαρηγόρητος. Έτσι σκέφτηκε να τον αφήσει να πιει. Ας μεθούσε, ας γινόταν σκνίπα, να μπορούσε τουλάχιστον να κοιμηθεί. Γιατί, εγύ τι θέλ ω; σκέφτηκε η Ρένα και πήγε μηχανικά προς το μπαράκι να βάλει ποτά. «Ο Αντρέας ήταν ο καλύτερος άνθρωπος», άρχισε να παραμιλάει εκείνος. «Χίλια ευρώ να είχε πάνω του και να του τα ζητούσα, θα μου τα έδινε. Θα κρατούσε μόνο για τα τσιγάρα του». «Ναι», του είπε η Ρένα, καθώς έφερνε τα ποτά. «Αλλά αν είχες εσύ πέντε χιλιάδες ευρώ, θα σ' τα έπαιρνε και θα σου άφηνε εσένα μόνο για τα τσιγάρα σου». «Σταμάτα!» ούρλιαζε ο Μάκης. «Πέθανε ο άνθρωπος. Δε θυμάσαι τότε που πήρα τα μηχανήματα; Τ ρεις ακάλυπτες επιταγές έδωσε». «Ναι, αλλά τις πλήρωσες εσυ», του απάντησε η Ρένα.


«Τ ι σημασία έχει;» είπε ο Μάκης. «Αυτός τις έδωσε. Μπορούσαν να σφραγιστούν». «Ένας απατεώνας ήταν!» του αντιγύρισε η Ρένα. «Ναι, απατεώνας, με καρδιά όμως. Δε βρίσκεις τέτοιους φίλους σήμερα». «Φυλακή σ’ έστειλε», του είπε η Ρένα για να τον αποστομώσει, αλλά ο Μάκης τα ’χε πάρει. «Ο νεκρός δεδικαίωται! Θα τον βρίζεις τώρα και πεθαμένο;» της έβαλε τις φωνές. Η Ρένα έγινε έξαλλη. «Ε, βέβαια, αφού σου έστελνε στη φυλακή τα πιπίνια, καλός άνθρωπος ήταν... Λες να μην τα μάθαινα εγώ;» «Για το φίλο του το έκανε», είπε ο Μάκης. Σε αυτό το επιχείρημα δεν είχε απάντηση η Ρένα, γι αυτό προτίμησε να δηλώσει απλώς ότι πάει να ξαπλώσει. Ο Μάκης την κοίταξε και ήθελε να της πει πολλά για τον Αντρέα, γι αυτά που έκαναν, γι αυτά που σχέδιαζαν, αλλά εκείνη δεν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για να τα ακούσει. «Τόσο σκληρή είσαι;» αρκέστηκε να σχολιάσει. «Ούτε ένα δάκρυ; Και αυτή η χήρα τώρα, μόνη της, μέσα οε ένα τεράστιο σπίτι...» Η Ρένα στράφηκε και τον κοίταξε στα μάτια. «Ναι, πήγαινε να της κάνεις παρέα εσύ, ηλίθιε!» ήθελε να του πει.


«Άμα το Εργαλείο θέλει παρέα, βρίσκει εύκολα. Τόσοι παιδαράδες κυκλοφορούν έξω, εσύ της έλειπες. Και το φίλο σου τον ξεπουπούλιασε και τον έστειλε στον άλλο κόσμο. Αλλά τόσο ζωντόβολα είστε εσείς οι άντρες, που καλά να πάθετε. Όχι έμφραγμα όμως, γιατί έτσι γλιτώνετε... Άλλες αρρώστιες, να βασανίζεστε!» Ωστόσο δεν είπε τίποτα, γιατί θα είδειχνε κακία που ο Μάκης δε θα την καταλάβαινε. Την κακία της συζύγου που βλέπει να απειλείται απ’ όλες τις νεότερες γυναίκες. Έτσι, ο Μάκης κατέβασε μόνος του κάμποσα ποτά κι έπειτα έσυρε τα βήματά του μέχρι την κρεβατοκάμαρα. Απόψε ήταν μία απ τις πιο άσχημες νύχτες της ζωής του, ίσως η πιο άσχημη. Ο φίλος του ήταν στο χώμα. Κι αν έβρεχε; Δεν ήθελε να το σκέφτεται... Δεν μπορούσε να υποψιαστεί με τίποτα ο Μάκης ότι ο Αντρέας εκείνη τη στιγμή βρισκόταν ανάμεσα στα ζεστά μπούτια της Ζέτας και προωθούσε τον εαυτό του βγάζοντας μια πρωτότυπη κραυγή, κατ’ απαίτηση του Εργαλείου που την είχε εφεύρει. «Τα δίνει όλα ο πεθαμένος!» «Ναι!» κραύγασε η Ζετα. «Έτσι! Με φτιάχνεις, πες το». Ο Αντρέας το επανελαβε. «Πιο δυνατά! Πιο δυνατά!» τον προέτρεψε. «Τα δίνει όλα ο πεθαμένος!» φώναξε εκείνος. «Ακόμα πιο δυνατά!» επεμεινε η Ζετα. Ο Αντρέας, που είχε ξελαρυγγιαστεί και πράγματι τα είχε δώσει όλα,


σταμάτησε. Μια τρομερή υποψία είχε καρφωθεί στο μυαλό του. «Τ ι επαθες;» τον ρώτησε το Εργαλείο. «Γιατί σταμάτησες;» «Εσύ θες να με ξεκάνεις. Ακόμα πιο δυνατά, ακόμα πιο δυνατά... Πόσο δυνατά; Να τα τινάξω;» «Ε, όσο μπορείς, αγάπη μου». «Τόσο μπορώ!» της απάντησε ο Αντρέας. «Ναι, αλλά γιατί με κοιτάς έτσι;» τον ρώτησε η Ζετα. «Γιατί τώρα εσύ, αν με ξαποοτείλεις, με θάβεις στον κήπο και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Δε θα το ψάξει κανείς...» «Καλά, εχεις τρελαθεί, Αντρεα;» «Το βλέπω εγώ», της είπε. «Το μάτι σου γυαλίζει. Λες: “ Τ ώρα εγώ αυτόν τον έχω στο χερι”». «Άλλο να σ εχω στο χερι -αυτό μ’ αρέσει- κι άλλο να σε ξαποστείλω». «Γιατί, άσχημα θα σου πέσει; Θα με κληρονομήσεις». «Αφου και τώρα θα σε κληρονομήσω κανονικά. Δικά μου δεν είναι με το νόμο;» «Ναι, αλλά άλλο να ζω και να υπάρχω». «Μα, και που ζεις, δεν υπάρχεις», του απάντησε.


Ο Αντρέας τα ’χασε, πρώτη φορά το συνειδητοποιούσε. Πραγματικά δεν υπήρχε. Δεν έφταναν οι άλλες απάτες, αν τον έπιαναν, θα του φόρτωναν και τον εικονικό θάνατο. «Να σου πω... Δε θα τη φέρεις εσύ στον Ακάλυπτο», την προειδοποίησε. «Αφού σε λατρεύω, αγάπη μου», τον καθησύχασε εκείνη. «Σε θαυμάζω, θαυμάζω το μυαλό οου». «Μόνο;» τη ρώτησε απογοητευμένος. «Σου το έχω πει, βρε Αντρέα, εμείς οι γυναίκες δεν κολλάμε με το σεξ, με το μυαλό κολλάμε. Αν ήταν να κολλήσουμε με το πήδημα, τόσοι βλάκες κυκλοφορούν έξω... Και οι βλάκες πηδάνε καλύτερα». «Τ ι είπες;» «Αυτή είναι η αλήθεια. Εγώ το μυαλό σου λατρεύω». «Άει παράτα με εσύ και το μυαλό μου!» της είπε έξαλλος. Σηκώθηκε εκνευρισμένος να βγει, ενώ η Ζέτα ξέσπασε πίσω του σε γέλια. Ο Αντρέας σταμάτησε στην πόρτα. «Γελάς, ε; Γελάς, αναίσθητη». «Οι εγκεφαλικοί άντρες προσφέρουν άλλο σεξ», δήλωσε εκείνη. Τ ώρα τα ισορρόπησε τα πράγματα. Αλλά τον παίδευε, γι αυτό είχε κολλήσει μαζί της. Τον έβαζε συνέχεια στην πρίζα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ Ο ΘΑΝΑΤ ΟΣ Τ ΟΥ ΑΝΤ ΡΑ είχε πολλές παρενέργειες, όπως έχει άλλωστε κάθε θάνατος. Αλλά όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος που είναι μπλεγμένος σε πολλά, οι συνέπειες είναι ακόμα μεγαλύτερες. Κάποιοι, όπως ο υπουργός, θα τον προτιμούσαν ζωντανό, για να αναλάβει αυτός τις ευθυνες. 'Οσοι δεν ήξεραν έριχναν σπόντες ότι μπορεί να ήταν και δολοφονία για να μην ανοίξει το στόμα του. Κάποιοι άλλοι, όμως, που τον προτιμούσαν με κλειστό το στόμα, είχαν ηρεμήσει. Εκείνοι που είχαν ανοιχτές δοσοληψίες μαζί του ανησυχούσαν πώς θα τελείωναν οι δουλειές. Όσους είχε λαδώσει, ήταν ήσυχοι. Οι έχοντες επιταγές του στα χέρια τους έψαχναν να δουν αν υπάρχει ακίνητη περιουσία. Γενικά, με το θάνατο του Αντρέα προκλήθηκε μια αναστάτωση στην αγορά. Οι ποινικές διώξεις σταμάτησαν πάραυτα, όμως οι αστικές διεκδικήσεις θα συνεχίζονταν σε βάρος της κληρονόμου. Φυσικά, η Ζέτα, με την καθοδήγηση του «εκλιπόντος», αν έβλεπε ότι οι απαιτήσεις είναι μεγαλύτερες απ’ την κληρονομιά, θα έκανε μια ωραία αποποίηση και θα τελείωναν όλα. Ο Αντρέας τα είχε προβλέψει, το χοντρό μπαγιόκο ήταν στην Ελβετία. Εδώ υπήρχε το σπίτι όπου έμεναν και οι καταθέσεις στην τράπεζα που δεν μπόρεσε να αποσύρει. Το σκάφος ανήκε στην εταιρεία. Αλλά αυτά ήταν πράγματα που θα τα μεθόδευαν σιγά σιγά. Οι εφημερίδες άφηναν υπονοούμενα για δολοφονία. Αυτό έβαζε σε σκέψεις την Αλίκη, που πίστευε ότι το Εργαλείο μπορεί να χρησιμοποιήθηκε από εχθρούς του Αντρέα. Ο Μάκης, εκείνο το πρωινό, έφυγε απ’ το σπίτι για να πάει στο


ιατρείο. Δεν είχε κανένα ραντεβού, ούτε ήθελε να έχει, απλώς κάπου να πήγαινε. Όταν, όμως, είδε τους τίτλους των εφημερίδων, άλλαξε γνώμη και κατευθύνθηκε στο μπαρ - ο Νίκος θα τον καταλάβαινε. Τον βρήκε με μια στοίβα εφημερίδες μπροστά του. Το μαγαζί ήταν άδειο. «Φτιάξε μου ένα καφεδάκι», του ζήτησε. Ο Νίκος, αμίλητος, του έφτιαξε εσπρέοο. «Τ ις διάβασες;» τον ρώτησε ο Μάκης. «Ε, δεν κάνω τίποτε άλλο αυτές τις μέρες. Κι έρχονται εδώ διάφοροι, μιλάνε κι εγώ... ξέρεις, κρατιέμαι για να μην τους βρίσω». «Δεν έχουν ιερό και όσιο, οι άθλιοι!» είπε ο Μάκης. «Ρεμάλια!» συμπλήρωσε ο Νίκος. «Ρεμάλια!» «Δεν ξέρουν τι τους γίνεται και γράφουν ό,τι τους κατέβει». «Αν ήξεραν», συμπλήρωσε ο Νίκος, «θα έγραφαν λιγότερα. Το έχω προσέξει, όταν δεν έχουν πληροφορίες, αρχίζουν τα παραμύθια και γεμίζουν τις σελίδες». «Ναι, αλλά σπιλώνουν την υπόληψη ενός νεκρού κι αυτό εμένα με βγάζει απ’ τα ρούχα μου». «Γιατί, εμένα...;» Ο Μάκης έπιασε μια εφημερίδα.


«Κοίταξε εδώ τι γράφει: “ Βολικός θάνατος επιχειρηματία”. Τ ι εννοούν;» «Υπονοούν», είπε ο Νίκος, «ότι δολοφονήθηκε». «Γι’ αυτό σου λέω», φώναξε ο Μάκης, «ντροπή!» «Η κυρία Αλίκη», συμπλήρωσε ο Νίκος, «γράφουν ότι θα ζητήσει να γίνει εκταφή». «Δυο φορές ντροπή! Δεν τον αφήνουν ήσυχο εκεί όπου βρίσκεται...» Ο Νίκος το σκέφτηκε για λίγο. Έφτιαξε και δικό του καφέ και ξαναπήγε προς τον Μάκη. «Πάντως, αυτή η υπόθεση δολοφονίας παίζει». «Ποια υπόθεση, μωρέ Νίκο; Το Εργαλείο τον ξέκανε». Ο μπάρμαν έμεινε άναυδος. «Του έλεγε πάνω στην πράξη “ πιο δυνατά και πιο δυνατά”. Ε, και ο Αντρέας κοίταζε να ανταποκριθεί - ξέρεις, ήταν φιλότιμος...» Ο μπάρμαν αναστέναξε. «Ξέρεις πόσους έχει ξαποστείλει αυτή η φράση;» σχολίασε. «Εμένα μου έλεγε μία “ πιο δυνατά και πιο δυνατά”, αλλά εγώ έχω απεριόριστες δυνάμεις. Μια φορά στην Ταϊλάνδη ξέκανα δύο...» «Σε πιστεύω», παρατήρησε ο Μάκης, που ήθελε λίγο να ξεχαστεί με τις μπαρούφες του Νίκου. «Εσύ είσαι αθλητικός τύπος. Για πες μου, όμως, πώς τις ξέκανες; Μαζί και τις δύο ή διαδοχικά;»


«Μαζί ποτέ», απάντησε ο μπάρμαν ξεκινώντας το παραμύθι. «Εγώ θελω μία για να συγκεντρώνομαι σε αυτήν. Έτσι αποδίδει ο άντρας. Όταν είναι δύο, σπαταλιέται η ενέργεια. Με τη γυναίκα πρέπει όλο το ενεργειακό σου δυναμικό να πέφτει πάνω της και να την τσακίζει, να την ανοίγει στα δύο». «Δεν το ήξερα αυτό το πράγμα, βρε Νίκο», τον τσίγκλησε ο Μάκης. «Έτσι είναι. Με το μακαρίτη είχαμε κάνει εκτενείς συζητήσεις γι αυτή τη συγκέντρωση του ενεργειακού δυναμικού». «Και τι έλεγε ο μακαρίτης;» «Ότι είμαι πολύ σωστός. Έτσι έκανε κι αυτός». «Για δες! Και να μη μου έχει πει τίποτα, το ρεμάλι!» σχολίασε ο Μάκης και γέλασε. «Ήταν μυστικά δικά μας αυτά. Έτσι εξοντώναμε τα θηλυκά, έτσι δημιουργούσαμε θύματα». «Καλά», του είπε ο Μάκης, «του Αντρέα τα θύματα τα ξέρω, τα δικά σου πού είναι;» «Δεν τα αφήνω να πλησιάσουν εδώ. Αλίμονο! Στο χώρο της δουλειάς δεν το επιτρέπω». Ε, ρε, να ζούσε τώρα ο Αντρέας και να τον άκουγε..,! Ο Νίκος μεγαλουργούσε. Τελικά δεν είχε εξοντώσει δύο, αλλά δώδεκα γυναίκες πάνω στην πράξη. Τ ις πρώτες μέρες μετά το θάνατό του, ο Αντρέας το διασκέδαζε.


Διάβαζε τις εφημερίδες και γελούσε. Σιγά σιγά, όμως, η μικρή υποψία ότι η Ζέτα μπορούσε κάποια στιγμή να τον ξεκάνει και να πάρει όλο το μπαγιόκο άρχισε να του γίνεται εμμονή. Δε χαιρόταν τίποτα. Παρακολουθούσε συνέχεια όλες τις κινήσεις της. Ακόμα και στο σεξ ήταν συγκρατημένος. Της έκανε ερωτήσεις-παγίδες και προσπαθούσε να μπει μες στο μυαλό της. Η Ζέτα το είχε καταλάβει και διασκέδαζε. Μερικές φορές, με αθώες δήθεν φράσεις, του ενίσχυε την υποψία. Άλλες φορές τον λυπόταν και προσπαθούσε να τον καθησυχάσει. Όμως ήξερε πως ό,τι και να του έλεγε, όσο και να τον διαβεβαίωνε για την αγάπη της, ο Αντρέας είχε μπει σε άσχημο τριπάκι. Εντάξει, με τον καιρό θα του περάσει, σκεφτόταν, Ο χρόνος είναι ο καλ ύτερος γιατρός. Έτσι, έπαιζε μαζί του. Εκείνο το πρωινό, η Ζέτα ξύπνησε πρώτη και του ετοίμασε καφέ. Ο Αντρέας μπήκε στην κουζίνα και βρήκε τα δύο φλιτζάνια στο τραπέζι. Εκείνη του έδωσε ένα φιλί και ετοιμάστηκε να καθίσει. Ο Αντρέας, όμως, ήθελε να λάβει τα μέτρα του. «Νεράκι», της είπε, «δεν έφερες». Η Ζέτα στράφηκε προς το ψυγείο. «Συγνώμη, αγάπη μου», απολογήθηκε και πήρε το μπουκάλι με το νερό. Ο Αντρέας με μια γρήγορη κίνηση άλλαξε τους καφέδες. «Όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά...» μουρμούρισε.


«Τ ι είπες, αγάπη μου;» «Τ ίποτα», αποκρίθηκε ο Αντρέας. «Είδα στο κινητό σου ότι σε κάλεσε ο δικηγόρος μου. Τ ι ήθελε;» «Να μιλήσουμε για το άνοιγμα της διαθήκης». «Και γιατί δεν πήρε εμένα;» «Εσύ είσαι πεθαμένος, Αντρέα». «Πολύ δε βιάζεται το λαμόγιο;» «Αυτό του είπα κι εγώ, ότι είναι πολύ νωρίς. Αλλά θα πάω να τον δω», «Γιατί;» «Απλώς θέλω να βγω μια βόλτα. Έχω σκάσει εδώ μέσα». «Είσαι χήρα!» φώναξε εκείνος. «Πρέπει να κρατάς τη θέση σου. Δεν είσαι για βόλτες, πενθείς τώρα τον άντρα σου. Δεν είμαστε για να μας σχολιάζουν! Κι αυτός ο δικηγόρος είναι πολύ γυναίκας. Εμένα ποτέ δε μου άρεσε η φάτσα του». Η Ζέτα γέλασε. «Οι πεθαμένοι δε ζηλεύουν», του είπε. «Πάντως, μην ανησυχείς», πρόσθεσε. «Ο δικηγόρος δε μου αρέσει. Με κανέναν άλλο να ανησυχείς». Ο Αντρέας έκανε να σηκωθεί φουρκισμένος. Η Ζέτα τον έπιασε απ’ το χέρι για να τον συγκροτήσει.


«Έλα τώρα, σε δουλεύω, Αντρέα. Απλώς θα πάω στο γραφείο του, θα αρχίσει τις παπαριές και τις γλύκες, αλλά εγώ ξέρω να τον βάλω στη θέση του». «Εμένα αυτοί οι άντρες μου τη δίνουν», δήλωσε ο Αντρέας. «Ποτέ δε θα την έπεφτα σε χήρα συνεργάτη ή φίλου μου». «Εκτός αν σ’ την έπεφτε αυτή». «Γιατί, σκοπεύεις...» Η Ζέτα τον κοίταξε στα μάτια. «Αν κλειστώ εδώ μέσα να σε νταντεύω, θα μου σπάσουν τα νεύρα, το καταλαβαίνεις; Εντάξει, θα το παίξω θλιμμένη χήρα, αλλά δε θα ζήσω από εδώ και πέρα κλεισμένη στο σπίτι». «Θα σε παρακολουθώ!» φώναξε εκείνος. «Μην κάνεις καμιά βλακεία και βγεις έξω...» «Ούτε σαν ζητιάνος;» τη ρώτησε. «Μην κάνεις καμιά βλακεία, Αντρέα. Θα σηκωθώ και θα φύγω και βγάλ’ τα πέρα μόνος σου». Είχε δίκιο, αλλά κλεισμένος μέσα στο σπίτι δεν το άντεχε. Είχε μάθει μια ζωή να είναι στους δρόμους, να μιλάει με ανθρώπους. Τ ώρα μιλούσε με τα ντουβάρια. Θα τρελαινόταν στο τέλος, θα πήγαινε να παραδοθεί στην αστυνομία και θα τους έλεγε: «Κλείστε με φυλακή. Εκεί, τουλάχιστον, έχει ανθρώπους να μιλάω». Άσε που θα τον έγραφαν στα αστυνομικά χρονικά ως τον άνθρωπο


που τους ξεγέλασε όλους και παραδόθηκε μόνος του. Βλακείες σκεφτόταν. Σε λίγο καιρό, σε έξι μήνες, σε ένα χρόνο το πολύ, θα άλλαζε περιοχή, θα πήγαινε στον Πειραιά, θα έβαφε τα μαλλιά του, θα άφηνε μουστάκι, θα έβαζε και καμιά ψεύτικη ελιά στο πρόσωπο και δε θα τον αναγνώριζε κανείς. Μια χαρά θα ζούσε. Και θα μπορούσε να κάνει και δουλείες! Ακόμα και σε άλλη πόλη θα μπορούσε να πάει, στη Θεσσαλονίκη για παράδειγμα. Όχι, όχι, ήταν μικρή για το εκτόπισμά του, στην Αθήνα ήθελε. Ή στη Νέα Υόρκη. Θα έπαιρνε το Εργαλείο και θα πήγαινε στη Νέα Υόρκη. Θα μεγαλουργούσε εκεί! Οι ορίζοντες της επιτυχίας ήταν ανοιχτοί μπροστά του. Με καινούριο όνομα μπορούσε να κάνει τα πάντα. Η Τέτα ήταν στο κόλπο και θα ερχόταν να τον βλέπει. Είχε σχέδια για το μέλλον κι αυτό τον έκανε να νιώσει καλύτερα. Είχε τελειώσει η ζωή του εδώ. Εντάξει, λίγος καιρός μόνο να περνούσε, να ξεχαστούν όλα. Όταν έφυγε η Ζέτα, κάθισε μπροστά στην τηλεόραση να κάνει χάζι με τις μεσημεριανές κουτσομπολιστικές εκπομπές. Κοίτα τί είχα χάσει, σκέφτηκε. Έχουν πολ ύ πλ άκα αυτές οι TV περσόνες. Πόσο θα ήθελε τώρα να πάει μια βόλτα απ’ το ιατρείο του Μάκη! Αλλά δεν έπρεπε. Και την Αλίκη, καλά έκανε και την κράτησε έξω απ’ το κόλπο, δε θα το ενέκρινε ποτέ. Η Αλίκη είχε αρχές, γι’ αυτό δεν μπόρεσαν να μείνουν μαζί. Είχε κανόνες στη ζωή της, ενώ ο Αντρέας δεν είχε κανέναν. Όχι πως ήταν άτομο χωρίς ηθικές αξίες, απλώς κανόνες δεν είχε, δεν μπορούσε να μπει σε νόρμα, σε προγράμματα. Του άρεσε να ξεκινάει τη μέρα και να προσαρμόζει τα πάντα σε αυτό που του έφερνε η ζωή. Τ ώρα έπρεπε να


προσαρμοστεί στο ρόλο του πεθαμένου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ Η ΑΛΙΚΗ ΞΥΠΝΗΣΕ αναστατωμένη. Είχε δει στον ύπνο της ότι ο Αντρέας βγήκε μισός απ’ το μνήμα, άπλωνε τα χέρια του και της ζητούσε βοήθεια. Αυτό το ερμήνευσε ως σημάδι πως το Εργαλείο τον είχε σκοτώσει και ζητούσε απ’ την Αλίκη να παραδώσει την ένοχη στη δικαιοσύνη για να ησυχάσει μέσα στον τάφο του. Το συζήτησε με τον Σταμάτη, που την άκουσε προσεκτικά, προσπαθώντας να κρύψει την ενόχλησή του. Από τότε που πέθανε ο Αντρέας και του είχε δηλώσει μπροστά στην Τέτα ότι ήταν ο έρωτας της ζωής της, εκείνος κρατούσε επιφυλακτική στάση. Ωστόσο συμφώνησε μαζί της πως το όνειρο ήταν σημαδιακό και κάτι ήθελε να της πει ο μακαρίτης. Στην πραγματικότητα, του ήρθε να σιχτιρίσει και αυτήν και το ρεμάλι που τους άφησε χρόνους, όμως έκανε υπομονή γιατί πίστευε πως με τον καιρό η Αλίκη θα ξεχνούσε τον Αντρέα κι έτσι θα ησύχαζαν τα πράγματα. Τον ρώτησε τι έπρεπε να κάνει. Ο Σταμάτης δήλωσε, όπως δικαιούνταν να δηλώσει, πως δεν έχει ιδέα, πρώτη φορά βρισκόταν μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση. Η Αλίκη ένιωσε απογοητευμένη. Η τιμωρία του Εργαλείου ήταν γι’ αυτήν πρώτιστο καθήκον και ο άντρας της την άφηνε να παλέψει μόνη της. Έτσι, σηκώθηκε και πήρε τηλέφωνο το δικηγόρο που είχε βγάλει το διαζύγιό της με τον Αντρέα, Αφού του μίλησε για το σημαδιακό όνειρο που είδε κι εκείνος συμφώνησε μαζί της ότι ο νεκρός τής ζητούσε κάτι κατάλαβε ότι είχε ζουμί η υπόθεση και δε θα άφηνε να πάει χαμένη η ευκαιρία-, η Αλίκη πέρασε σε κάποιες προτάσεις, Ο δικηγόρος τής


επισήμανε τη δυσκολία της κατάστασης, αλλά βέβαια άφησε κι ένα παραθυράκι ανοιχτό. Δεν έπρεπε να απελπίσει αμέσως την πελάτισσα, για να μπορέσει να ροκανίσει λίγο παραδάκι. «Το θέμα είναι ότι πρέπει να ζητήσουμε εκταφή», της είπε. «Ναι, να ζητήσουμε!» συμφώνησε η Α\ίκη. «Και, βεβαίως, να ζητήσουμε νεκροψία», συνέχισε εκείνος. «Οπωσδήποτε», ξανασυμφώνησε η Αλίκη. «Να δούμε πώς πέθανε». «Το θέμα είναι ποιος νομιμοποιείται να τα ζητήσει όλα αυτά», αναρωτήθηκε ο δικηγόρος. «Η κόρη του», πέταξε η Αλίκη. «Δεν έχει δικαίωμα η κόρη του;» Η Τέτα μπήκε εκείνη τη στιγμή στο σαλόνι και άκουσε την τελευταία φράση της μητέρας της. Περίμενε υπομονετικά να κλείσει το τηλέφωνο για να της δηλώσει επίσημα ότι αυτή δε σκόπευε να ζητήσει τίποτα, Η Αλίκη ξαφνιάστηκε με την αντίδρασή της. «Τ ι είπες;» τη ρώτησε. «Να αφήσεις τον μπαμπά ήσυχο εκεί όπου είναι», της το ξέκοψε η Τετα. Η Αλίκη αποφάσισε να ενημερώσει αμέσως το δικηγόρο. Ξανασχημάτισε το νούμερο του γραφείου του και του είπε να μην προβεί σε καμία ενέργεια και ότι θα τον έπαιρνε εκείνη. Μετά, με μάτια γεμάτα ένταση από το δίκιο που φλόγιζε την ψυχή της, είπε στην κόρη της πως, άμα τον είχε σκοτώσει το Εργαλείο, ο μπαμπάς


της θα στριφογύριζε μες στον τάφο του, γιατί οι ψυχές ζητάνε εκδίκηση. «Η ψυχή του μπαμπά δεν είναι τέτοια. Δεν είναι εκδικητικός τύπος». Η Αλίκη επανήλθε, τότε, στην αρχική απορία της: «Γιατί δε μας άφησε να ανοίξουμε το φέρετρο; Δεν είναι ύποπτο αυτό;» «Εγώ μίλησα με τη Ζετα», της είπε η κόρη της, «και μου είπε ότι ο μπαμπάς τής είχε δηλώσει σε ανύποπτο χρόνο πως αν πέθαινε, δεν ήθελε να τον δει νεκρό κανείς. Ήθελε να τον θυμόμαστε όλοι ζωντανό. Κι εγώ τον είδα, σου είπα. Χάλια ήταν». «Εσύ πιστεύεις ό,τι σου λεει αυτή. Τα χετε βρει οι δυο σας». «Τ ι να βρούμε; Μου είπε ότι ο μπαμπάς τα κακάρωσε πάνω στο πήδημα». «Εντάξει, κι έτσι να έγινε... Άμα τον είχε ντοπάρει αυτή με χάπια, να μείνει ατιμώρητη;» «Δεν ήταν μικρό παιδί ο μπαμπάς για να τον κοροϊδέψει. Ο μπαμπάς ετσι ήθελε να πεθάνει». Αυτό ήταν, η Αλίκη έγινε έξαλλη και ξέσπασε ξερνώντας όσα έκρυβε μέσα της. «Άμα ήθελε να πεθάνει έτσι, να ερχόταν σ’ εμένα, που ήμαστε και δεκαοχτώ χρόνια παντρεμένοι. Να τον πεθάνω εγώ», ούρλιαξε. «Αυτό σε καίει τώρα, ε;» της είπε η Τέτα. «Ότι τον πέθανε η άλλη». «Κι εσυ πολύ το μέρος της παίρνεις», την κατηγόρησε η Αλίκη, που


περίμενε ότι η κόρη της θα της συμπαραστεκόταν. Η Τέτα, όμως, της απάντησε ψύχραιμα ότι έπαιρνε το μέρος του πατέρα της. «Πήγε όπως ήθελε, έφυγε ευτυχισμένος». Κατόπιν τούτου, η Τέτα αποχώρησε και η Αλίκη έμεινε να τρώγεται με τα ρούχα της. Ήταν σίγουρη πως το Εργαλείο είχε ξαποστείλει τον Αντρέα ρίχνοντας του κάποιο χάπι. Ο Αντρέας πάντα ήταν εναντίον των χημικών, της το είχε πει κάποτε: «Αν μεγαλώσω ποτέ και δεν μπορώ, δεν πρόκειται να πάρω τίποτα. Έτσι παραβιάζεται η φύση. Ο άνθρωπος πρέπει να πηγαίνει με τη φύση». Αυτή ήταν η φιλοσοφία του. Η άλλη, όμως, η τσουλάρα, πρέπει να τον χαπάκωνε. Θα έβρισκε την άκρη, δε θα καθόταν άπραγη. Ντύθηκε βιαστικά και πήρε το αμάξι. Ήθελε να δει την Μπέτυ, να μιλήσει μαζί της. Η Μπέτυ είχε γνωριμίες. Όχι που θα άφηνε τη Ζέτα ατιμώρητη! Και να έχει και τον Αντρέα μες στον τάφο να στριφογυρίζει... Ήταν σίγουρη, την καλούσε να τον βοηθήσει. Η Μπέτυ δεν ήθελε και πολύ για να παρασυρθεί στη συνωμοσιολογία της Αλίκης, μιας που και η ίδια είχε τις αμφιβολίες της. Αλλά η Αλίκη το προχωρούσε ακόμα περισσότερο. Ο Αντρέας είχε τόσους γνωστούς, ο Αντρέας ήταν μπλεγμένος σε πολιτικά παιχνίδια... Τ ώρα έβγαιναν στην επιφάνεια διάφορα. Γιατί να μην ήθελαν κάποιοι να τον φάνε; Και ποια θα έβαζαν; Το Εργαλείο, που ήταν δίπλα του.


Σιγά μην τον αγαπούσε! Αν της έχωναν πολλά λεφτά, αν ήξερε ότι δε θα είχε συνέπειες η πράξη της, γιατί να μην το κάνει; Οι δύο φίλες άρχισαν να αναλύουν τα γεγονότα, να μιλάνε με λεπτομέρειες. Τότε που είχε πει εκείνο το υπονοούμενο ο Αντρέας, τι να εννοούσε άραγε; Δεν ήταν χαζός, κάποιοι ήθελαν να του κλείσουν το στόμα. Κρατούσε πολλούς ο Αντρέας, γι’ αυτό τον έβγαλαν απ’ τη μέση. Έπειτα από δύο ποτήρια κόκκινο κρασί, η Μπέτυ και η Α\ίκη είχαν φτάσει στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να συστρατευτούν στον ιερό σκοπό: να αποκαλύψουν την αλήθεια για το πώς φαγώθηκε ο Αντρέας. Γιατί ένας γελοίος θάνατος την ώρα ενός πήδουλου ταιριάζει σε συνηθισμένους άντρες. Ο Αντρέας ήταν έμπειρος, δε θα άφηνε τον εαυτό του να παρασυρθεί ποτέ. «Ακόμα και μ’ εμένα», είπε η Αλίκη με στόμφο, «που ξέρεις τι πάθος είχε, όταν καμιά φορά κουραζόταν, σταματούσε. Με το Εργαλείο που το γνώρισε χτες...; Όχι. Ο Αντρέας δεν πήγε σαν ένας κοινός θνητός, κάποιοι τον έφαγαν, κάποιοι σκοτεινοί κύκλοι τον έβγαλαν απ’ τη μέση». «Ακόυσα», είπε η Μπέτυ, «πως είχε νταραβέρια με αυτό τον ηγούμενο, τον Ιγνάτιο, που τώρα τελευταία τον αναφέρουν συχνά». «Τι αυτό σου λέω...» συμπλήρωσε η Αλίκη. «Δεν είναι τυχαία όλα αυτά, Μπέτυ μου. Δεν είναι τυχαία. Πρέπει να βρω τρόπο να τον ξεθάψω και να γίνει η νεκροψία. Ο κόσμος να χαλάσει, θα κάνω αυτό που πρεπει. Κι ελπίζω να είσαι δίπλα μου». «Μην το συζητάς», την έκοψε η Μπέτυ. «Αλίμονο!»


«Είναι υπέροχο να αφιερώνεις τη ζωή σου σε ένα μεγάλο σκοπό», κατέληξε η Αλίκη. Και για εκείνη, ο Αντρέας ήταν ο σκοπός της ζωής της. Τ ώρα που τον είχε χάσει, τον είχε ερωτευτεί με πρωτόγνωρο πάθος. Καθώς όλα τα κακά στοιχεία του παλιοχαρακτήρα του είχαν θαφτεί μαζί με το σώμα του, άρχισε να θυμάται τις υπέροχες στιγμές που εκείνος ζωγράφιζε με το χιούμορ του. Ναι, δε θα ξεχνούσε ποτέ το χιούμορ του... Ο Μάκης, όμως, δεν ανταποκρίθηκε στην έκκληση της Αλίκης. Αλλα πίστευε. Κι έτσι, κάθε βράδυ κατέφευγε στο μπαρ για να βρει παρηγοριά στις παρλαπίπες του Νίκου. Η Ρένα έκανε τουμπεκί, γιατί έβλεπε πως ο άντρας της περνούσε ζόρικη φάση. Κι ένα βράδυ που έκλεισαν το μπαρ νωρίς, γιατί είχε Τσάμπιονς Λιγκ και η πελατεία φόρεσε τις παντόφλες για να απολαύσει τον αθλητισμό στο σπίτι, ξεκίνησαν με ένα μπουκάλι ρεζέρβα να πάνε στον τάφο του Αντρεία. Και όπως όλοι οι μεθυσμένοι, δε σκύφτηκαν ότι είχαν γίνει κουρούμπελο, αλλά κάθισαν πάνω στο μνήμα του φίλου τους, έχυναν και σε αυτόν που και που σαν σπονδή λίγο ουίσκι, να πιει να του φύγει το βαλάντωμα που τον έτρωγαν τα σκουλήκια, κι έλεγαν ιστορίες για πιπίνια, για έρωτες, για κομπίνες. Κάποια στιγμή ο μπάρμαν κοίταξε τον τάφο και μουρμούρισε: «Γιατί μας το έκανες;» Ο Μάκης τον σιγόνταρε: «Γιατί μας το έκανες αυτό; Γιατί, φίλε;»


Ο Αντρέας, που την είχε στήσει έξω απ’ το μπαρ, ντυμένος ζητιάνος, τους είχε ακολουθήσει μέχρι το νεκροταφείο. "Ηταν περίεργος να δει τι θα έκαναν. Κρύφτηκε πίσω από ένα μνήμα και τους παρακολουθούσε. Είχε συγκινηθεί, δάκρυα έτρεχαν απ τα μάτια του. «Γιατί δεν περίμενες να φύγουμε μαζί;» του παραπονέθηκε ο Μάκης. Ο Αντρέας ήθελε να του φωνάξει: «Σταμάτα, ρε φίλε. Εδώ είμαι». Αλλά δεν το διακινδύνευε, καθώς δεν είχε εμπιστοσύνη στον Νίκο. "Ηξερε πως η γλώσσα του μπάρμαν λυνόταν εύκολα. «Γιατί δεν περίμενες να φύγουμε μαζί;» επανέλαβε ο Μάκης. «Όλοι μαζί», είπε ο μπάρμαν. «Τ ι θέλουμε σε αυτό το μάταιο κόσμο; Εσύ θα έχεις γίνει τώρα ένας άγγελος». «Ε, όχι και άγγελος», σχολίασε ο Μάκης. «Ρεμάλι ήταν». «Αλλά τον αγαπούσαμε. Η ζωή, Αντρέα, χωρίς εσένα...» Εκεί ο μπάρμαν κόλλησε. «Πες και τη συνεχεία», τον παρότρυνε ο Μάκης. «...θα είναι άδεια», κατέληξε. «Μπράβο, αγόρι μου, ωραία το συμπλήρωσες!» Ο Αντρέας πήγε να γελάσει. Αλλά κρατήθηκε, διότι έτσι έπρεπε ως νεκρός που ήταν. «Να διάβαζες σήμερα εφημερίδες, φίλε μου», είπε ο Μάκης, «να δεις τι σου σέρνουν οι αλήτες! Δεν είναι αδικία αυτό, να σε αποκαλουν “ σκοτεινό άνθρωπο του παρασκηνίου”; Εσένα, τον πιο καθαρό


άνθρωπο». «Για εμένα να δεις τι έγραψαν όταν πέθανα...» του είπε ο μπάρμαν. Ο Μάκης παραλίγο να πάθει σοκ. «Έχεις πεθάνει;» απόρησε. «Πριν εκατόν πενήντα χρόνια. Ήμουν η λαίδη Σάρα Φόσετ. Έπεσα απ’ το άλογο και σκοτώθηκα». «Τ ι μου λες!» «Βέβαια... Και έγραψαν τότε ότι με σκότωσε ο συζυγός μου γιατί με έπιασε με τον εραστή μου». «Συκοφαντία!» φώναξε ο Μάκης. «Μια κυρία Σάρα... πώς σε είπαμε;» «Φόσετ». «Τ ρομερή συκοφαντία μια Σάρα Φόσετ να την κατηγορούν ότι κεράτωνε τον άντρα της». «Κι εγώ περίμενα εκατό χρόνια για να μετεμψυχωθώ. Τέτοια τσατίλα είχα...» συνέχισε ο μπάρμαν. «Και με το δίκιο σου», συμφώνησε ο Μάκης. «Να σε ξεφτιλίσουν έτσι!» «Έβαλα βέτο. Ποτέ ξανά γυναίκα! Όχι, μόνο άντρας θ ξαναρχόμουν στη γη».


«Ε, βέβαια, για να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο». Ο μπάρμαν το σκέφτηκε λίγο. «Μου είχαν τάξει ότι, αν ξαναγινόμουν γυναίκα, θα ήμουν πριγκίπισσα. Αλλά εγώ προτίμησα άντρας και μπάρμαν». «Μεγάλη θυσία έκανες, αγόρι μου. Γιατί τώρα, αν ήσουν πριγκίπισσα, θα ζούσες μες στη χλίδα». «Ε, δεν μπορεί να τα έχει όλα ο άνθρωπος...» φιλοσόφησε ο Νίκος. Εκείνη τη στιγμή, ο Αντρέας δεν μπόρεσε να συγκροτήσει ένα φτάρνισμα. Λίγο τα λουλούδια, λίγο η υγρασία, του ξέφυγε. Ο Μάκης και ο μπάρμαν τινάχτηκαν όρθιοι. Τέντωσαν τ’ αφτιά τους για να πιάσουν αυτό το μήνυμα που τους ήρθε απ’ το υπερπέραν. Ο Μάκης στράφηκε στον μπάρμαν. «Ακόυσες τίποτα;» τον ρώτησε ανήσυχος. «Νομίζω ότι κάποιος φταρνίστηκε», απάντησε εκείνος. Ο Μάκης ένιωσε ένα ρίγος στη σπονδυλική του στήλη. Εντάξει, φίλοι ήταν με τον Ακάλυπτο, αλλά όταν πεθάνει ο άλλος δεν ξέρεις τι γίνεται μες στο μυαλό του. «Δεν πάμε να φύγουμε...» πρότεινε, «γιατί έχει βγάλει μια ψύχρα;» «Πάντως, κάποιος φταρνίστηκε», επέμεινε ο μπάρμαν. «Μην το επαναλαμβάνεις, σε παρακαλώ», του είπε ο Μάκης. «Λάθος


ακούσαμε. Πάμε να φύγουμε, νιώθω μια περίεργη κρυάδα». Ξεκίνησαν με αργό βηματισμό που δήλωνε έλεγχο της κατάστασης και ψυχραιμία, αλλά γρήγορα επιτάχυναν. Ο Αντρέας, βλέποντάς τους να φεύγουν σχεδόν τρέχοντας, προσπάθησε να συγκρατήσει τα γέλια του, αλλά δεν τα κατάφερε. Έτσι, όταν εκείνοι διάβαιναν την πόρτα του νεκροταφείου, άκουσαν πίσω τους κάποιον άντρα να γελάει. Αυτό ήταν ένας επιπλέον λόγος για να χωθούν γρήγορα στο αυτοκίνητο. Μόλις απομακρύνθηκαν αρκετά απ’ το νεκροταφείο, ο Μάκης που οδηγούσε στράφηκε στον Νίκο. Είχαν και οι δυο ξεμεθύσει. «Το άκουσες κι εσυ ότι κάποιος φταρνίστηκε, ε;» «Το άκουσα. Και άκουσα και κάποιον να γελάει». «Είσαι βέβαιος;» τον ρώτησε ο Μάκης. «Να, έτσι έκανε...» του απάντησε ο μπάρμαν και φταρνίστηκε, για να αναπαραγάγει επακριβώς τον ήχο που έφτασε στ’ αφτιά τους απ’ το επέκεινα. «Σταμάτα, σε παρακαλώ»,του είπε ο Μάκης. «Ανατριχιάζω! Άκουσες και γέλιο, ε; Είσαι σίγουρος ότι...» «Να, έτσι γέλασε», είπε ο μπάρμαν και προσπάθησε να μιμηθεί το γέλιο που τους ακολουθούσε καθώς έτρεχαν να φύγουν. Ξαναγέμισαν στο μπαρ. Κανείς δεν ήθελε να πάει σπίτι του. Έπρεπε να μεθύσουν πάλι. Η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου. Κατέβασαν άλλο ένα μπουκάλι οι δυο τους και μεθυσμένοι εκ νέου


αντιμετώπισαν την εμπειρία. Η Ρένα περίμενε τον Μάκη ξάγρυπνη. Τόση ώρα τον έπαιρνε τηλέφωνο κι εκείνος δεν απαντούσε. Είχε φοβηθεί μην έπαθε τίποτα. Όταν τον είδε στα χάλια του να μπαίνει στο σπίτι και να παραπατάει, τρόμαξε. «Τ ι έχεις;» τον ρώτησε. «Εσυ είσαι σαν να είδες φάντασμα». «Δεν το είδα», της απάντησε ο Μάκης. «Το άκουσα». «Τ ι;» «Το άκουσα. Τη μια φταρνίστηκε και την άλλη γελούσε». «Δεν είμαστε καλά...» μουρμούρισε η Ρένα. «Έλα να σε βάλω για ύπνο». «Θα ξαπλώσεις κι εσύ δίπλα μου», της ζήτησε. «Φοβάμαι να κοιμηθώ μόνος μου». Αμάν, τα χάνει ο άντρας μου, σκέφτηκε η Ρένα. Κάτι πρέπει να κάνω. Ο Αντρέας, αφού είδε τους φίλους του να τρέχουν έντρομοι, άφησε τον εαυτό του να ξεσπάσει. Γελούσε κι έκλαιγε μαζί. Έκλαιγε γιατί είχε συγκινηθεί απ’ την αγάπη τους και γελούσε που τους είχε τρομάξει κατά λάθος. Μετά σκέφτηκε ότι έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι του. Αλλά δεν μπορούσε. Το Εργαλείο θα έτρωγε με κάποιους υπαλλήλους της εταιρείας και στο σπίτι μόνος του τρελαινόταν. Έτσι πήρε την Τέτα τηλέφωνο. Την πέτυχε σε κάποιο μπαράκι με φίλους, αλλά θα τα παρατούσε όλα


για να τον δει. Ο Αντρέας την περίμενε στο αυτοκίνητό του που το είχε παρκάρει κάπου απόμερα κι εκείνη τον ακολούθησε με το δικό της. Κατευθύνθηκε σε μια λαϊκή συνοικία όπου ήξερε ότι δε θα τον αναγνώριζε κανείς. Είχε κρατήσει την περούκα που φορούσε, αλλά είχε βγάλει τα γένια και το παλτό του ζητιάνου. «Πώς είσαι, κοριτσάκι μου;» της είπε χωρίς να μπορεί να κρύψει την ταραχή που ένιωθε. «Εγώ μια χαρά είμαι, μπαμπά», τον δια βεβαίωσε η Τέτα. «Εσύ πως είσαι;» «Πώς να είμαι; Πεθαμένος άνθρωπος, χάλια είμαι». «Το ξέρω, αλλά πρέπει να μαζέψεις τη μαμά, γιατί θα σε ζωντανέψει πάλι. Θα τα διαλύσει όλα. "Εχει αναστατώσει τον κόσμο». «Γιατί δεν της λες, κοριτσάκι μου, να αφήσει ήσυχο τον μπαμπά;» «Εγώ της τα λέω όλα αυτά, αλλά δεν ακούει. Τα έχει βάλει με τη Ζέτα, τη ζηλεύει». «Αλήθεια;» είπε χωρίς να μπορεί να κρύψει τη χαρά του. «Ξέρεις τι μου είπε; “ Αν ήθελε να πεθάνει έτσι, ας ερχόταν να τον πεθάνω εγώ, που ήμαστε και δεκαοχτώ χρόνια παντρεμένοι”». Ο Αντρέας γέλασε. «Θέλει όντως να με πεθάνει;» «Ναι. Γιατί, εσύ θέλεις να πεθάνεις;»


«Ε, άμα είναι να πάω απ’ την Αλίκη, ας πάω». «Και το Εργαλείο;» του είπε η Τέτα πονηρά. «Για τους άντρες, κοριτσάκι μου, δηλαδή για κάποιους άντρες, εργαλεία υπάρχουν πολλά». «Αλλά καψούρα μία!» συμπλήρωσε η Τετα. «Μπράβο!» επικράτησε ο πατέρας της. «Γι αυτά κάνε κάτι, γιατί την έχει πιάσει και την Αλίκη τώρα η καψούρα και μπορεί η κατάσταση να ξεφύγει. Χώρια που μπορεί να βάλει κανέναν να παρακολουθεί τη Ζέτα». «Οχ, Παναγία μου!» αναφώνησε ο Αντρέας. «Αυτά δεν το είχα σκεφτεί». «Το σχέδιο είναι ωραίο, μπαμπά, αλλά αφήνεις απέξω τους γυναικείους χαρακτήρες. Πρόσεξέ το αυτό». Είχε μυαλά το κοριτσάκι του, τρομερά μυαλά! Δεν πήρε απ’ τη μάνα της την ελαφρόμυαλη. Ευτυχώς, σ’ εκείνον είχε μοιάσει και πρόσθεσε και τη γυναικεία φύση. Ανίκητη θα γινόταν η κόρη του! Δε θα την έπιανε κανείς! Ιστορία θα έγραφε το πουλάκι του! Σταμάτησε απότομα τις σκέψεις, γιατί ένιωσε ότι παρασυρόταν σε μια άβυσσο. Μπορεί, τώρα που μιλούσαν, η Τέτα να ετοίμαζε το δικά της κόλπο. Όχι! Οικογένεια απατεώνων δεν το ήθελε με τίποτα. Έπρεπε να τη συμβουλεύσει, αλλά πρώτα έπρεπε να μαζέψει την Αλίκη.


«Θα της μιλήσω», αποφάσισε, Η Τέτα τον κοίταξε. «Είσαι σίγουρος;» «Ναι», της είπε. «Φοβάμαι άτι δε θα μπορέσει να κρύψει τη χαρά της και θα σε φανερώσει. Ξανασκέψου το». «Καλά, θα το ακεφτώ». Γύρισε στο σπίτι και βρήκε τη Ζέτα να πηγαινοέρχεται ανήσυχη στο σαλόνι. «Καλά, που στο διάολο ήσουν;» του είπε. «Συνάντησα την Τέτα». «Κι έπρεπε να τη συναντήσεις έξω; Δεν μπορούσε να έρθει εδώ; Δεν καταλαβαίνεις πώς είναι η κατάσταση;» «Εσύ τι έκανες με τους άλλους;» «Μη φοβάσαι, όλα θα πάνε μια χαρά. Ξέρω να μιλάω. Κάτι αντιρρήσεις πήγε να μου φέρει ο Μανώλης, αλλά τον έβαλα στη θέση του. Του είπα ξεκάθαρα: “ Είμαι το αφεντικό κι εγώ αποφασίζω”». «Καλά έκανες, έτσι πρέπει να τους μιλάς». «Ναι, άσ’ το αυτό το θέμα. Εσύ γιατί βγήκες;»


«Δεν ξέρω. Ήθελα να δω τον Μάκη». «Έχεις τρελαθεί! Δεν πέρασε ένας μήνας που πέθανες κι εσύ κυκλοφορείς του καλού καιρού. Τ ι θες, να σε δει κανείς και να μπουκάρει εδώ εισαγγελέας με εντάλματα και ανακρίσεις; Να πας φυλακή;» «Εντάξει», της είπε ο Αντρέας, «δεν είναι εύκολο να μένω και στο σπίτι συνέχεια. Εγώ μια ζωή ήμουν στους δρόμους, παιδί της ασφάλτου». Η Ζέτα πήγε κοντά του και τον χάιδεψε. «Μπορούμε να πάμε ένα ταξίδι αν θέλεις. Θα φύγουμε από Θεσσαλονίκη που δε σε ξέρει κανείς. Θα ανέβουμε με αυτοκίνητο». «Κανόνισε το», την προέτρεψε. Η Ζέτα ακούμπησε τα χείλη της τρυφερά στα δικά του. «Σ' αγαπάω, δεν το καταλαβαίνεις, ηλίθιε;» του είπε και στράφηκε να πάει προς το μπάνιο. Ο Αντρέας την παρακολουθούσε. Για μία ακόμα φορά το Εργαλείο κουνούσε λάγνα τους γοφούς. Είχε γίνει δεύτερη φύση της φαίνεται... Το σεξαπίλ είχε περάσει στα κύτταρά της. Είχε μάθει να το προβάλλει στην παραμικρή κίνηση, πόσο μάλλον όταν ήταν να περπατήσει. Χαμογέλασε. Είχε παντρευτεί την πιο όμορφη γυναίκα. Απ' την πρώτη στιγμή που την είδε κατάλαβε ότι υπήρχε μια συνωμοσία των άστρων. Και τώρα το Εργαλείο τον δικαίωνε. Ή μήπως τον αποκοίμιζε; Όχι, έπρεπε να διώξει αυτές τις αμφιβολίες που του χαλούσαν τις ωραίες στιγμές με τη Ζέτα. 'Επρεπε να τις διώξει.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ Ο ΜΑΚΗΣ ΞΥΠΝΗΣΕ μ’ ένα κεφάλι καζάνι. Πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ, όμως η Ρένα τον πρόλαβε. «Κάθισε, χριστιανέ μου», του είπε. «Εσύ δεν μπορείς να πάρεις τα πόδια σου». Έτσι εκείνος άραξε στο σαλόνι και βάλθηκε να αναρωτιέται αν αυτά που έζησε χτες το βράδυ ήταν όνειρο. Δεν μπορεί, θυμόταν ότι είχε πάει στο νεκροταφείο με τον Νίκο. Η Ρένα του έφερε τον καφέ και κάθισε απέναντι του. Ο Μάκης ήπιε πρώτα το νερό, είχε κολλήσει το στόμα του απ' το ποτό. Μετά ρούφηξε μια γουλιά καφέ κι έψαξε για τσιγάρο - δεν κάπνιζε, αλλά μερικές φορές το ήθελε. Η Ρένα σηκώθηκε και του έφερε ένα πακέτο που υπήρχε πάντα στο σπίτι. Άναψε ένα και τράβηξε δυο τρεις απανωτές τζούρες. Μετά πρόσεξε το βλέμμα της. «Τ ι έχεις;» τη ρώτησε. «Εγώ τι έχω; Εσύ να μου πεις». «Δε σου είπα χτες;» «Χτες ήσουν μεθυσμένος». «Αυτό αναρωτιέμαι τώρα», της είπε, «αν ήταν απ’ το μεθύσι αυτό που έζησα. Αλλά βρισκόταν και ο Νίκος μαζί μου. Απ ό,τι θυμάμαι, το άκουσε κι αυτός».


«Δε μου δίνεις να καταλάβω», του επιοήμανε η Ρένα. «Ήμουν στο μπαρ. Δεν είχε κόσμο και το κλείσαμε. Είχε ματς χτες, δεν είχε;» «Δεν ξερω». «Είχε. Τσάμπιονς Λιγκ, Τετάρτη ήταν. Άρα, θυμάμαι καλά». «Ναι», του είπε η Ρένα. «Συνέχισε». «Ε, τα πίναμε με τον Νίκο, αρχίσαμε να μνημονεύουμε το μακαρίτη και, έτσι όπως είχαμε γίνει τυφλά, πήραμε ένα μπουκάλι και πήγαμε στο νεκροταφείο να του δώσουμε να πιει κι αυτός». «Πεθαμένος άνθρωπος...;» «Μεθυσμένοι σου λέω ήμαστε... Έτσι κάνουν οι άντρες». «Και τι έγινε μετά;» ρώτησε η Ρένα χωρίς να σχολιάσει την τελευταία φράση του. «Καθίσαμε πάνω στο μνήμα του, λέγαμε πόσο καλός άνθρωπος ήταν... τέτοια... Για την αδικία που του γίνεται απ τον Τύπο... Γενικά, του μιλούσαμε. Του ρίχναμε που και που και καμιά σταγόνα ουίσκι». «Ποτίζατε τα σκουλήκια;» «Σταμάτα πια! Αμάν, εσείς οι γυναίκες, δεν έχετε καθόλου ρομαντισμό, αναίσθητες είστε». «Παρακάτω...» του είπε η Ρένα.


«Ε, και όπως μιλούσαμε, ξαφνικά ακούσαμε ένα φτάρνισμα. Στην αρχή κοιταχτήκαμε, μετά, όμως, εγώ ένιωσα μια κρυάδα στην πλάτη. Φταρνίζονται οι πεθαμένοι;» «Με τόση υγρασία που έχει εκεί κάτω, θα αρπάζουν κρύωμα οι άνθρωποι». «Αλλά δεν τελείωσε εκεί... Σηκωθήκαμε και φύγαμε κρατώντας την ψυχραιμία μας. Και όταν φτάσαμε στην πόρτα του νεκροταφείου, ακούσαμε ένα γέλιο πίσω μας». «Κάποιος θα σας είδε κι έσπαγε πλάκα μαζί σας». «Εκείνη την ώρα δεν ήταν κανείς, επικρατούσε νέκρα». «Νεκροταφείο είναι, τι περίμενες...» «Σταμάτα και με ανατριχιάζεις κι εσύ... Έπρεπε να σε είχα μαζί μου, θα κατουριόσουν πάνω σου. Μετά γυρίσαμε στο μπαρ. Ήμαστε τόσο ταραγμένοι, που ξαναήπιαμε. Και τώρα εγώ αναρωτιέμαι μήπως ήταν της φαντασίας μου. Αλλά δεν μπορεί, αφού θυμάμαι και τι λέγαμε με τον Νίκο, όλα τα θυμάμαι». «Ξέρεις τι λέω εγώ, Μάκη; Από τότε που πέθανε ο φίλος σου, τα ’χεις παίξει. Σταμάτησες το ιατρείο, έχεις κλειστεί στο σπίτι και πηγαίνεις μόνο στο μπαρ». «Τ ώρα, αυτό βρήκες μόνο να πεις; Δεν αναρωτιέσαι τι πραγματικά συνέβη; Για εμένα το χτεσινό είναι συγκλονιστική εμπειρία. Άκουγα διάφορα και δεν τα πίστευα... Και όταν έβλεπα στην τηλεόραση αυτές τις εκπομπές με τα μεταφυσικά, κουνούσα το κεφάλι. Αλλά τώρα θα γίνω φαν».


«Εντάξει, Μάκη», του είπε η Ρένα. «Τ ι θα κάνεις σήμερα;» «Τ ίποτα. Θα βγω μια βόλτα, μπορεί να πάω απ’ τον Νίκο... Δηλαδή, τι μπορεί, θα πάω, θέλω να το ξανακουβεντιάσω μαζί του. Και μετά θα γυρίσω στο σπίτι». «Καλά. Αλλά σκέψου μήπως πρέπει να σε δει κανένας γιατρός». «Βρε, αϊ παράτα με!» «Δεν είναι ντροπή...» «Σου είπα, παράτα με! Μια χαρά είμαι. Δηλαδή, ήμουν μέχρι χτες το βράδυ, τώρα αρχίζω να αμφιβάλλω». «Είδες που έρχεσαι στα λόγια μου;» Ο Μάκης τής έριξε μια άγρια ματιά. Αυτός είχε ζήσει κάτι πρωτόγνωρο κι ένιωθε μια ανατριχίλα να διαπερνάει την ύπαρξη του. Και όσο κι αν φαίνεται παράξενο, γιατί σε τέτοιες εμπειρίες ο φόβος κυριαρχεί, οι περισσότεροι τρέχουν με μια συγκίνηση και μια ηδονή να έρθουν ξανά σε επαφή με το ανεξήγητο. "Ετσι κι ο Μάκης, αφού ήπιε τον καφέ του, βγήκε στο δρόμο και περπάτησε μέχρι το μπαρ. Το δροσερό αεράκι καθάρισε το μυαλό του. Ο Νίκος τον περίμενε. Είχε κι αυτός περάσει την ίδια διαδικασία και σκεφτόταν να συναντήσει τον Μάκη για να το συζητήσουν. Μόλις τον είδε, του χαμογέλασε συνωμοτικά και ο Μάκης ανταπέδωσε. «Καφεδάκι;» τον ρώτησε.


«Ήπια, αλλά μου χρειάζεται κι ένα δεύτερο». Ο Νίκος έφτιαξε δυο και κάθισε απέναντι του. «Τ ι συμπέρασμα έβγαλες;» τον ρώτησε. Ο Μάκης ανασήκωσε τους ώμους. «Είσαι σίγουρος ότι ακούσαμε φτάρνισμα...;» «Και γέλιο», του υπενθύμισε ο Μάκης. «Κι εγώ είμαι σίγουρος. Μπορεί ο Αντρέας να θέλει να μετεμψυχωθεί γρήγορα. Γι’ αυτό πρέπει να προσέχουμε». «Τ ι πράγμα;» απόρησε ο Μάκης και κοίταξε ανήσυχος γύρω του. «Όταν μετεμψυχώνεται ο άνθρωπος -κάπου το διάβασα αυτό-, πάει πάλι στους παλιούς του φίλους. Δηλαδή όταν μετεμψυχώνεται γρήγορα, πριν φύγουν τα αισθήματα. Γιατί άμα μετεμψυχωθείς όπως εγώ, εκατό χρόνια μετά, ε... πού να βρεις τους φίλους σου;» «Σωστό», είπε ο Μάκης. «Γι’ αυτό πρέπει να προσέχουμε για να τον αναγνωρίσουμε». «Τ ι να αναγνωρίσουμε;» «Μπορεί να σκάσει μύτη ένας άντρας ή μια γυναίκα που να θέλει να είναι μαζί μας. Αυτός θα είναι ο Αντρέας». «Μη μου λες τέτοια...»


«Ναι», του είπε ο Νίκος. «Κι αυτός δε θα το ξέρει για να μας το πει;» τον ρώτησε ο Μάκης. «Έχει δέσμευση. Και να το ξέρει, δε θα το πει». «Είσαι σίγουρος;» «Ε, αφού το έχω διαβάσει! Αλλιώς θα γνωρίζονταν όλοι». «Δηλαδή, μπορεί να μου την πέσει γκόμενα και να είναι ο Αντρέας;» «Βέβαια!» «Και να πηδήξω το φίλο μου;» «Γι’ αυτό σου λέω, πρέπει να έχουμε τα μάτια ανοιχτά». «Δεν είμαι καλά», δήλωσε μελοδραματικά ο Μάκης κι έπιασε το μέτωπό του, «Αν αρχίσω να πιστεύω αυτές τις παπαριές, τότε είμαι για το γιατρό που λέει η Ρένα». Επέστρεψε στο σπίτι αργά το μεσημέρι και ξάπλωσε. Ξύπνησε το βραδάκι και άνοιξε να δει τηλεόραση. Το σκάνδαλο με τον Ιγνάτιο είχε ξεσπάσει. Οι αναφορές στον Αντρέα ήταν με υπαινιγμούς για τον εκλιπόντα επιχειρηματία, για τις υποψίες γύρω απ' το θάνατό του... Αυτές τις βλακείες που τροφοδοτούσε και η Αλίκη με τη στάση της. Αλλά οι γυναίκες δεν έχουν μυαλό, η ζήλια μπορεί να τις τρελάνει. Ο Αντρέας, μόλις βγήκε η Ζέτα, βρήκε ευκαιρία να την κοπανήσει. Κι όπως τα φαντάσματα και οι βρικόλακες τριγυρνάνε γύρω απ τους ανθρώπους που έχουν αγαπήσει, έτσι κι εκείνος άφησε το αυτοκίνητό του κοντά στο σπίτι της Αλίκης και πλησίασε με τα


πόδια. Κόλλησε τη μούρη του στο παράθυρο να δει τι γινόταν μέσα. Αν έλειπε το Πράμα, θα έμπαινε και θα μιλούσε στην Αλίκη. Όμως την είδε στην τραπεζαρία με τον Σταμάτη να τρώνε. Η Αλίκη σηκώθηκε κάποια στιγμή να πάει στην κουζίνα. Ο Αντρέας δεν μπορούσε να αποτραβήξει τα μάτια του από πάνω της. Ήθελε να την κοιτάζει. Η γυναίκα που αγάπησε με τόσο πάθος πήγε και παντρεύτηκε αυτό τον ασήμαντο; Δεν πρόλαβε να τραβηχτεί όταν η Αλίκη τυχαία έστρεψε το πρόσωπό της προς το παράθυρο. Αφησε μια κραυγή και της έπεσε το πιάτο απ’ τα χέρια. Ο Αντρέας οπισθοχώρησε γρήγορα, γιατί ο Σταμάτης είχε σηκωθεί όρθιος. «Τ ι έπαθες;» ρώτησε τη γυναίκα του. «Τ ίποτα», του είπε και ξανακοίταξε ταραγμένη προς το παράθυρο αλλά δεν ήταν κανείς. «Νόμισα...» «Τ ι νόμισες; Εσύ έχεις χλομιάσει». «Νόμισα ότι είδα τον Αντρέα εκεί... Κοιτούσε απ’ το παράθυρο». Ο Σταμάτης την αγκάλιασε. «Είσαι αναστατωμένη», της είπε. «Ο Αντρέας έχει πεθάνει, βάλτο καλά στο μυαλό σου». Ο Αντρέας μπήκε στο αυτοκίνητο και γύρισε γρήγορα στο σπίτι. Είχε φρικάρει απ την αντίδραση της Αλίκης κι εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιούσε ότι για όλους ήταν νεκρός. Δεν ήταν τρόμος αυτό που είχε δει στο πρόσωπό της, ήταν το απολύτως ανεξήγητο. Σαν να παραδινόταν σε μια μεγαλύτερη δύναμη που την ξεπερνούσε. Μπήκε στο σαλόνι και κουλουριάστηκε στον καναπέ.


Έχω πεθάνει, σκέφτηκε, κι εγώ δεν το έχω πάρει σοβαρά ακόμα. Μόλις συνήλθε η Αλίκη, πήρε τηλέφωνο την Μπέτυ. Ήταν σίγουρη πως ο Αντρέας την καλούσε να τον βγάλει απ’ τον τάφο και να του κάνει νεκροψία. Η Μπέτυ συμφώνησε. Η εμφάνισή του στο παράθυρο σήμαινε ότι ζητούσε βοήθεια. Δεν έπρεπε να το αφήσουν άλλο. Μετά, με την πυρετώδη δραστηριότητα που χαρακτηρίζει τις γυναίκες, πήρε τον Μάκη. Το σήκωσε η Ρένα. «Αν σου πω τι έπαθα, μη με πεις τρελή», την προειδοποίησε. «Όχι», τη διαβεβαίωσε η Ρένα. «Έτρωγα με τον Σταμάτη και σηκώθηκα να πάω στην κουζίνα. Κι όπως έπεσε το βλέμμα μου στο παράθυρο, είδα το πρόσωπο του Αντρέα κολλημένο στο τζάμι. Με κοίταζε με κάτι μάτια να...» «Έχετε βαλθεί να με τρελάνετε και οι δυο;» «Ποιοι δύο;» τη ρώτησε η Αλίκη. «Εσυ και ο Μάκης. "Ηρθε μεθυσμένος χτες βράδυ. Πήγε στο νεκροταφείο με τον άλλο τον τρελό, από το μπαρ όπου συχνάζει... κι άκουσαν το μακαρίτη να φταρνίζεται. Και όταν έφευγαν, να γελάει». «Ποιός είναι;» φώναξε από μείοα ο Μάκης. «Η Αλίκη», τον πληροφόρησε. «Λέει πως είδε το πρόσωπο του Ακάλυπτου στο παράθυρο». «Έγινε φάντασμα ο φίλος μου. "Εγινε φάντασμα».


«Κάτι προσπαθεί να μας πει», δήλωσε η Αλίκη. «Δώσε μου τον Μάκη». Η Ρένα του έδωσε το τηλέφωνο. «Άντε, μιλήστε οι δυο τρελοί, μήπως βγάλετε άκρη». Ο Μάκης ξέσπασε σε λυγμους. «Αλίκη μου, τον άκουσα να φταρνίζεται. Και μετά, μόλις φεύγαμε, να γελάει». «Κι εγώ», του απάντησε η Αλίκη, «τον είδα στο παράθυρο». «Μας στέλνει σημάδια», είπε ο Μάκης. «Κάτι μας ζητάει». «Να κλείσουμε αυτήν που τον ξέκανε στη φυλακή». Εντάξει, η Αλίκη ήταν γυναίκα και την είχε δει ανταγωνιστικά, ο Μάκης, όμως, δεν μπορούσε να στείλει φυλακή το Εργαλείο. «Ας περιμένουμε πρώτα να μας το πει καθαρά», είπε για να κερδίσει χρόνο. Η Ρένα έγινε έξαλλη. «Τ ι να σας πει, μωρέ; "Εχετε τρελαθεί; Ο άνθρωπος είναι πεθαμένος, πάρτε το απόφαση». Ο Μάκης δεν της έδωσε σημασία, συνέχισε να περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τι έγινε το προηγούμενο βράδυ. Η Αλίκη επανέλαβε για εικοστή φορά τα όνειρα που έβλεπε και τα μηνύματα που της έστελνε ο Αντρέας απ’ το υπερπέραν. Είχαν καταλήξει στο ακλόνητο


συμπέρασμα ότι πραγματικά κάτι συνέβαινε με τον Ακάλυπτο. Όλη του η ζωή ήταν πολύ περίεργη, είχε κάποιες ιδιότητες που δεν τις είχαν οι συνηθισμένοι άνθρωποι. "Ισως αυτές οι ιδιότητες έβγαιναν τώρα. Η Ρένα τούς άκουγε και τραβούσε τα μαλλιά της. "Εκλεισαν με την υπόσχεση να συναντηθούν την άλλη μέρα και να δουν τι θα κάνουν. Η Αλίκη, όμως, δεν μπόρεσε να πάει στο ραντεβού τους. Είδε πάλι ένα φριχτό όνειρο, όπου ο Αντρέας τής ζητούσε ξεκάθαρα να τον βοηθήσει. Ήταν πεσμένος μέσα ο ένα πηγάδι και δεν μπορούσε να βγει. Η Ζέτα, το Εργαλείο, έκλεινε από πάνω το πηγάδι. Ο Αντρέας φώναζε: «Αλίκη μου! Αλίκη μου!» Το πρωί κοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη και τρόμαξε. Οι σακούλες κάτω απ τα μάτια της θα μπορούσαν να χωρέσουν τα ψώνια του σούπερ μάρκετ. Χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα, πήρε το αυτοκίνητο και πήγε στη βίλα του Αντρέα. Θα ξεκαθάριζε μια και καλή με τη Ζέτα- θα της ζητούσε να της πει την αλήθεια. Ακόμα κι αν την είχαν βάλει άλλοι. Η Ζέτα, μόλις την είδε, πανικοβλήθηκε. Η Αλίκη μπήκε με το ύφος αρχάγγελου που έρχεται να κόψει κεφάλια. «Ήρθα για να μου πεις τι έγινε με τον άντρα μου», δήλωσε αποφασιστικά. «Θες να σου φτιάξω ένα καφεδάκι, να μιλήσουμε ανθρώπινα;» «Όχι, δε θέλω καφέ απ’ τα χέρια σου. Θέλω να μου πεις τι έγινε με τον άντρα μου». «Πέθανε, τι άλλο θες να έγινε;»


«Και τότε γιατί έρχεται το φάντασμά του και κολλάει το πρόσωπο στο παράθυρό μου;» «Τ ι κάνει;» «Χτες είδα το πρόσωπό του στο παράθυρο και με κοίταζε. Κι έρχεται συνέχεια στο όνειρό μου και ζητάει βοήθεια. Θέλω να μου πεις τι έγινε. Αν σ’ έβαλαν άλλοι να τον σκοτώσεις, πες το μου». «Καλά, έχεις τρελαθεί μου φαίνεται...» είπε η Ζετα. «Άκουσε να σου πω, εγώ με τον Αντρέα έζησα δεκαοχτώ χρόνια και τώρα έρχεται στον ύπνο μου και μου ζητάει δικαιοσύνη». «Δεν πας να σε κοιτάξει κανένας ψυχίατρος;» Η Αλίκη σήκωσε το χέρι να τη χαστουκίσει, αλλά η Ζέτα πρόλαβε και το έπιασε στον αέρα. «Σύνελθε, κυρά μου», της είπε. «Κυρά μου εμένα;» βρυχήθηκε η Αλίκη. «Ναι, κυρά μου. Σ’ έχει φάει η καψούρα για τον άντρα σου κι έχεις τρελαθεί». Η Αλίκη ένιωσε το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι. Όρμησε να αρπάξει την άλλη απ το μαλλί - η κατάσιαση είχε ξεφύγει. Και τότε ακούστηκε η φωνή του Αντρέα. «Σκάστε, επιτέλους, και οι δύο!» «Να το!» ούρλιαξε η Αλίκη. «Μιλάει το φάντασμα».


«Ποιο φάντασμα; Ο Αντρέας είναι ζωντανός. Δεν τον βλέπεις;» Εκείνος πλησίασε. Η Αλίκη έκανε ένα βήμα πίσω. «Μην τρομάζεις, γλυκιά μου. Δεν πέθανα ποτέ», της είπε. Η Αλίκη κατέρρευσε στον καναπέ. «Αφού σε κηδέψαμε...» «Γι’ αυτό δεν άνοιξα το φέρετρο», παρενέβη η Ζέτα. «Και γιατί τα κάνατε όλα αυτά;» «Για να μην πάει φυλακή», ξαναμίλησε η Ζέτα. «Δεν την αντέχει ο Αντρέας». «Και στήσατε όλο αυτό το θέατρο κι εμένα με κρατήσατε απέξω;» «Εσυ είσαι παντρεμένη», παρατήρησε ο Αντρέας. Καλύτερα να τη μαχαίρωνε. Την άφησε να υποφέρει και δε θα του το συγχωρούσε ποτέ. Σηκώθηκε έξαλλη. «Φεύγω για να μη σε σκοτώσω εγώ, Ακάλυπτε», δήλωσε. Μετά στράφηκε προς τη Ζέτα και, αφού ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της, της είπε: «Με συγχωρείς. Αλλά πρόσεξε μην περάσεις αυτά που πέρασα εγώ μαζί του». Κινήθηκε προς την πόρτα κι εκεί σταμάτησε και κοίταξε περιφρονητικά τον Αντρέα. «Μη φοβάσαι. Είσαι ο πατέρας της κόρης μου. Θα συνεχίσω να έχω πένθος». Βρόντηξε την πόρτα τόσο δυνατά φεύγοντας, που η Ζέτα φοβήθηκε πως θα ξεκολλούσε απ' τους μεντεσέδες.


«Ώστε πας και κολλάς τη μούρη σου στα παράθυρα, ε;» την έπεσε στον Αντρέα. «Τ ώρα το έμαθε η Αλίκη, αύριο ο Μάκης, μεθαύριο κάποιος άλλος... Στο τέλος κάποιος θα μιλήσει». Ο Αντρέας δεν απάντησε. «Γιατί βγαίνεις έξω, μπορείς να μου πεις;» «Δεν αντέχω συνέχεια εδώ μέσα, σ' το ξαναείπα». «Ωραία! Τη μια με την κόρη σου, την άλλη στο παράθυρο με τη γυναίκα σου... Εγώ, πάντως, δεν πάω φυλακή εξαιτίας σου. Αν ξαναβγεις, φεύγω. Εξαφανίζομαι». «Άνθρωπος είμαι...» δικαιολογήθηκε ο Αντρέας. «Δεν έχουμε κάνει ακόμα τα σαράντα σου κι εσύ κυκλοφορείς λες και δεν τρέχει τίποτα. Μαζέψου, Ακάλυπτε». Ο ήχος του κουδουνιοΰ σταμάτησε τον καβγά που πήγαινε να φουντώσει. «Ήρθε», της είπε. «Πρόσεξε τα λόγια σου... Θέλω κάλυψη σε όλα». «Ξέρω», απάντησε η Ζέτα και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Ο Αντρέας έτρεξε να κρυφτεί. Η επίσκεψη ήταν πολύ σημαντική. Είχε ζητήσει ο ίδιος ο υπουργός συνάντηση με τη Ζέτα. Μάλιστα δεν τον είχε φέρει ο οδηγός του, γιατί δεν ήθελε να ξέρει κανείς το παραμικρό. Απ’ την ώρα που έμαθε για το θάνατο του Αντρέα είχε ηρεμήσει. Αλλά άνθρωποι σαν τον Ακάλυπτο πάντα κρατούσαν πισινή. Ήθελε να μάθει τι γνώριζε η Ζέτα. Βέβαια, γυναίκα ήταν και


την είχε του χεριού του, αλλά ποτέ δεν ξέρεις - είχε ακούσει πολλά και θα μπορούσε να μιλήσει σε κανένα δημοσιογράφο. Ο Αντρέας την είχε καθοδηγήσει και περίμενε να δει πώς θα φερόταν το Εργαλείο απέναντι σ’ έναν άνθρωπο της εξουσίας. «Καλημέρα», της είπε ο υπουργός. «Δεχτείτε τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια». «Ευχαριστώ», απάντησε περίλυπη η Ζέτα και τον κάλεσε να περάσει στο σαλόνι. «Κι ήταν τόσο νέος...» πρόσθεσε ο επισκέπτης. «Θα μας λείψει, σε όλους». «Νέος στο μυαλό και στη σοφία», αναστέναξε εκείνη και του έδειξε να καθίσει. Ο υπουργός κάθισε με την άνεση του ανθρώπου που αυτές τις καταστάσεις τις παίζει στα δάχτυλα. «Τ ι να σας προσφέρω;» ρώτησε η οικοδέσποινα και έβαλε στη φράση αθωότητα και λαγνεία συνάμα, που ήταν το φόρτε της. «Την παρέα σας», της είπε εκείνος με ένα χαμόγελο που διέλυε κάθε υπόνοια ότι της την έπεφτε. «Ένα ουισκάκι μήπως;» συνέχισε το Εργαλείο. «Αργότερα», είπε ο υπουργός. Η Ζέτα του χαμογέλασε και κάθισε απέναντι του. «Θα μπω κατευθείαν στο θέμα», δήλωσε εκείνος. «Να τελειώσουμε


πρώτα με τις δουλειές και μετά περνάμε σε άλλες σφαίρες». Τ ώρα το υπονοούμενο ήταν σαφές. Η Ζέτα του χαμογέλασε κι έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Ο Αντρέας είχε κρυφτεί πίσω από μια κολόνα, απ’ όπου μπορούσε να παρακολουθεί με την άνεσή του. Κρατούσε στα χέρια ένα ποτήρι γεμάτο νερό - του χρειαζόταν, γιατί είχε ταραχτεί απ’ την παράσταση που θα παρακολουθούσε. «Μερικοί φίλοι», είπε ο υπουργός, «κι εγώ ο ίδιος, δεν το κρύβω, ανησυχούμε». «Μα, για ποιο θέμα, καλέ;» Ο Αντρέας χαμογέλασε. Τόση αθωότητα το Εργαλείο! «Μερικοί πιστεύουν ότι ο μακαρίτης...» δίστασε ο υπουργός. «Δηλαδή, καθένας θα μπορούσε να το κάνει...» «Ναι», είπε η Ζέτα με αδημονία και άλλαξε τη θέση των ποδιών της, ανοίγοντάς τα ελαφρώς για να φανεί το εσώρουχό της. Ο υπουργός κράτησε για μερικές στιγμές την αναπνοή του και μετά συνέχισε, αλλά με λιγότερη αυτοπεποίθηση: «Πιστεύουμε άτι κρατούσε κάποια στοιχεία για μια δύσκολη στιγμή». «Δηλαδή;» ρώτησε δήθεν ανίδεη η Ζετα και έσκυψε προς το μέρος του. «Να, ας πούμε, μπορεί να είχε μαγνητοφωνήσει μερικές συνομιλίες».


«Α, ναι! Αυτό το έκανε», είπε η κοπέλα όλο ενθουσιασμό, σαν να βοηθούσε το συνομιλητή της. «Και όχι μόνο μαγνητοφωνούσε συνομιλίες, αλλά έβγαζε και φωτογραφίες απ’ τα ραντεβού που είχε και τις κρατούσε σε αρχείο». Ο υπουργός στριφογύρισε ανήσυχος στη θέση του. «Μη μου πείτε!» «Σας το λέω. Ο μακαρίτης, Θεός σχωρέσ’ τον, ήταν διαβολικός. Ξέρετε τι μου έλεγε μερικές φορές;» «Πού να ξέρω;» είπε ο υπουργός κι έδειχνε να τα έχει εντελώς χαμένα. «Έλεγε ότι δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στους πολιτικούς», συνέχισε η Ζέτα. «Μόλις οτριμωχτούν, σε πουλάνε». «Ώστε έτσι!» «Βέβαια. Εγώ δε συμφωνούσα με αυτό, αλλά ο μακαρίτης το έκανε συνέχεια. Και με τον ηγούμενο έχει φωτογραφίες και κασέτες. Για όλους έχει. Δηλαδή, είχε». «Και πού είναι αυτά τα στοιχεία τώρα;» ρώτησε με το πιο γλυκό του ύφος ο άνθρωπος της εξουσίας. Η Ζέτα αναστέναξε. «Μην ανησυχείτε, κΰριε υπουργέ, τώρα ο Αντρέας, Θεός σχωρέσ’ τον, πέθανε». «Ναι, αλλά αυτά τα στοιχεία δεν πρεπει να πέσουν σε κάποια χέρια.


Το καταλαβαίνετε αυτό...» «Φυσικά το καταλαβαίνω», είπε η Ζετα. «Εκείνος, πριν πεθάνει, μου είπε: “ Πρόσεξε, Ζετα. Αυτοί μπορεί να πέσουν πάνω σου σαν τα κοράκια και να σου φάνε την περιουσία. Κράτα αυτά τα στοιχεία για την ασφάλεια σου. Ας Λένε ό,τι θέλουν για εμένα, έτσι κι αλλιώς δε θα τους ακούω. Μην πειράξουν, όμως, την περιουσία σου, που την έφτιαξα με ιδρώτα, και την περιουσία της κόρης μου”. Αυτά ήταν τα λόγια του». «Αντιλαμβάνομαι την αγωνία του», τόνισε ο υπουργός και στο πρόσωπό του φάνηκε ότι πραγματικά είχε κατανοήσει τσ ζήτημα. «Αυτό είναι πολΰ ευχάριστο», παρατήρησε η Ζέτα κι έκλεισε τα πόδια της. «Ωραία το πάει...» μονολόγησε ο Ανιρέας πίσω απ’ την κολόνα. «Αν διασφαλιστούν η περιουσία μου και η περιουσία της κόρης του», συνέχισε το Εργαλείο, «δε χρειάζεται να ανησυχεί κανείς», «Σας δίνω το λόγο μου», βιάστηκε να πει ο υπουργός. «Ωραία! Και τώρα που τα είπαμε, θα πιείτε ένα ουισκάκι;» «Ευχαρίστως θα το έπινα». Η Ζέτα σηκώθηκε και προχώρησε προς το μπαρ. Οι γοφοί της κινήθηκαν με το γνωστό τρόπο, που αναστάτωνε τα αρσενικά. Η ματιά του υπουργού καρφώθηκε πάνω τους και του Αντρεα στο κεφάλι του υπουργού.


«Τα μαύρα σάς πάνε πολύ», σχολίασε ο επισκέπτης. «Ευχαριστώ», του απάντησε, «αν και δεν είναι ώρα για κομπλιμεντα τώρα». «Θα σας λείπει πολύ, ε;» συμπλήρωσε εκείνος. «Ο πρώτος καιρός είναι πολύ δύσκολος. Ακόμα νομίζω ότι βρίσκεται εδώ, δίπλα μου, ότι μας ακούει». Εκείνη τη στιγμή τού πρόσφερε και το ουίσκι. Ο υπουργός ήπιε μια γουλιά και το βλέμμα τον ταξίδεψε πάλι στα πόδια της. «Τ ώρα πρέπει να σκεφτείτε κι εσείς το μέλλον σας», της συνέστησε. «Αχ», αναστέναξε η Ζετα, «το μόνο που σκέφτομαι είναι ο Αντρέας μου». Σε αυτό το σημείο άφησε ενα λυγμό να της ξεφύγει. «Ωραία το πάει...» μονολόγησε πάλι ο Αντρέας. Χαιρόταν που έβλεπε το Εργαλείο να αποδίδει τόσο τελεία στο ρόλο. «Ο Αντρείας μου», συνέχισε η Ζετα, «θα παγώνει τώρα εκεί κάτω». Ξανά λυγμός, που τώρα της βγήκε πιο αυθόρμητα. Ο υπουργός πλησίασε κοντά στη νεότατη χήρα, με φανερή την πρόθεση να συμπαρασταθεί στο δράμα της. «Ό,τι χρειαστείτε... μη διστάσετε», την ενημέρωσε. «Σας ευχαριστώ πολύ», του είπε η Ζετα. Ο υπουργός άπλωσε το χέρι και την αγκάλιασε απ’ τους ώμους.


«Ό,τι μπορώ να κάνω για εσάς, θα το κάνω», τόνισε. Η Ζέτα του χαμογέλασε αμήχανα κι εκείνος βρήκε την ευκαιρία να απλώσει το άλλο χέρι στο μηρό της. «Και αν κάποια στιγμή χρειαστείτε μια φιλική παρέα ή κάτι περισσότερο, θα ήθελα...» «Αχ, κύριε υπουργέ, τριάντα ημερών χήρα είμαι». «Τ ι σημασία έχει;» της είπε. «Αχ, κύριε υπουργέ, σας παρακαλώ, μην αναστατώνετε τριάντα ημερών χήρα γυναίκα». «Αμάν πια! Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους». Εκείνη τη στιγμή ο Αντρέας πέταξε κάτω το ποτήρι απ’ τα νεύρα του, που έσπασε, και ο θόρυβος έκανε τον υπουργό να τιναχτεί. «Τ ι έγινε;» ρώτησε αναστατωμένος. «Τ ώρα τι να σας πω... Το πνεύμα του πρέπει να είναι. Απ’ την ώρα που έφυγε, τα έχει κάνει λίμπα εδώ μέσα. Τη μια μου σπάει ένα πιάτο, την άλλη ένα ποτήρι... Πολύ ανήσυχο πνεύμα έχει, πολύ ανήσυχο». Ο υπουργός σηκώθηκε ταραγμένος. Δε φοβήθηκε το πνεύμα του Αντρέα, αλλά υποψιάστηκε πως μπορεί να ήταν και κάποιος άλλος στο σπίτι και να «έγραφε» τη συνάντησή τους. «Θα συνεχίσουμε την κουβέντα μας μια άλλη στιγμή», είπε και


προχώρησε προς την πόρτα. Η Ζέτα τού χαμογέλασε και τον συνόδευσε. Εκείνος στάθηκε στο κατώφλι και είπε με σημασία: «Ελπίζω η συμφωνία μας να μείνει ως έχει. Για το καλό όλων».. «Μα, τι λέτε, κύριε υπουργέ! Τ ώρα παίζουμε;» Μόλις έκλεισε η πόρτα, ο Αντρέας πετάχτηκε απ την κολόνα ουρλιάζοντας: «Γιατί τον άφησες τον αλήτη να σου χουφτώσει το πόδι;» «Τ ι να κάνω;» του είπε η Ζέτα παιχνιδιάρικα. «Ολόκληρος υπουργός είναι, να χου πω “ μάζεψε το ξερό σου”;» «Ναι, αυτό να του πεις, “ μάζεψε το ξερό σου, άχρηστε”. Και πρόσεξε. Αν αφήσεις κανέναν άλλο να σε χουφτώσει, θα βγω και θα χου σπάσω το κεφάλι. Αλλά φταις κι εσυ, που πετάς τα μπούτια έξω», «Καλά, δεν ντρέπεσαι;» του είπε το Εργαλείο. «Κάνω τόσες θυσίες για εσένα και φωνάζεις;» Είχε δίκιο, πραγματικά εκείνη είχε σταθεί βράχος. Δεν το περίμενε. Την είχε παρεξηγήσει. Και στην εταιρεία τα κατάφερνε καλά, και στον ανακριτή που την κάλεσε, και στους δημοσιογράφους... Παντού τον είχε βγάλει ασπροπρόσωπο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ Ο ΙΓΝΑΤ ΙΟΣ, όταν έμαθε τα νέα απ' τον υπουργό, ταράχτηκε σφόδρα. Κάλεσε τον Θεόφιλο και άρχισε τα μπινελίκια σε γλώσσα μοναστηριακή. «Τον αλειτούργητο! Τον αλιβάνωτο! Τον αληταρά! Που του προσφέραμε τα κυνήγια και τις δουλειές! Άκου να φωτογραφίζει τις συναντήσεις μας και να τις γράφει σε κασέτες!» «Αυτός ο άνθρωπος θα πάει στην Κόλαση», είπε ο Θεόφιλος. «Που το ξέρεις;» τον ρώτησε ο Ιγνάτιος. «Τέτοιοι άνθρωποι πάνε στην Κόλαση». Πλ άκα θα έχει να με δουλ εύει και τούτος εδώ, σκέφτηκε ο ηγούμενος. Αλ λ ά μάλ λ ον τα λ έει γιατί δεν ξέρει τι να πει. «Εσύ τα καταφέρνεις με τις γυναίκες», παρατήρησε ο Θεόφιλος επιτέλους μιλούσε σωστά. «Αν τη συναντήσεις, μπορεί να αποσπάσεις αυτό το καταραμένο υλικό». «Αυτό σκέφτομαι», είπε ο Ιγνάτιος και τηλεφώνησε στο Εργαλείο. Η Ζέτα ήταν έτοιμη να τον δεχτεί με μεγάλη χαρά. Άλλωστε είχε τις καλύτερες αναμνήσεις απ’ την επίσκεψη που έκανε στο μοναστήρι. Και πάντα ο μακαρίτης, Θεός σχωρέσ’ τον, της έλεγε τα καλύτερα λόγια για τον Ιγνάτιο. Έτσι, ο Ιγνάτιος μπήκε στην πολυτελή Μερσεντές και ξεκίνησε για την Αθήνα. Η συνάντηση είχε κανονιστεί στο σπίτι του αλιβάνωτου.


Ο Θεόφιλος θα τον περίμενε στο αυτοκίνητο, γιατί ο ηγούμενος είχε σκοπό να χρησιμοποιήσει την προσωπική του γοητεία. Είχε μελετήσει καλά το βίο του Ρασπούτιν, είχε κάνει μαθήματα υπνωτισμού και ήξερε πώς να παίζει με τα θύματά του. Μια γυναίκα σαν τη Ζέτα θα ήταν παιχνιδάκι στα χέρια του. Κι όχι μόνο αυτά, αλλά θα μπορούσε να γλεντήσει με τη χήρα - αυτή θα ήταν η μεγαλύτερη εκδίκηση για τον τρισκατάρατο. Η Ζέτα είχε προετοιμαστεί κατάλληλα γι’ αυτή τη συνάντηση. Ο Αντρέας της είχε κάνει εντατικό φροντιστήριο. «Πρόσεξε τον», της είπε. «Αυτός δεν είναι σαν τον υπουργό, κουβαλάει λαμογιά αιώνων. Και μην του δώσεις το δικαίωμα να σου χουφτώσει το πόδι, θα βγω και θα του σπάσω το κεφάλι». «Ξέρω...» απάντησε εκείνη. «Μην ανησυχείς. Μπορώ να βάλω τον καθένα στη θέση του». «Μπορείς, αλλά μερικές φορές σου αρέσει να παίζεις». Λίγο πριν τις δέκα, η Ζέτα υποδέχτηκε τον Ιγνάτιο. Του φίλησε το χέρι με τον σεβασμό που όφειλε. Εκείνος της χαμογέλασε. Μια γυναίκα που έσκυβε για να του φιλήσει το χέρι ήταν έτοιμη να υποταχτεί. Προχώρησε με τον αέρα του κατακτητή στο άδειο κάστρο. «Να σας προσφέρω κάτι;» ρώτησε το Εργαλείο. «Ένα ουίσκι, παιδί μου». Η Ζέτα απομακρύνθηκε πάλι με το λάγνο βάδισμα και ο Αντρέας, κρυμμένος, παρακολουθούσε τη σκηνή.


«Στη μνήμη του», είπε ο ηγούμενος μόλις του έφερε το ποτό. Η Ζέτα χαμογέλασε. «Όσο ζω θα τον θυμάμαι», είπε. «Ήταν καλός άνθρωπος». «Καλός, αλλά όχι τέλειος», έριξε την μπηχτή του ο Ιγνάτιος. «Θα μου πεις, η τελειότητα είναι για τους αγγέλους... Και ο μακαρίτης μόνο άγγελος δεν ήταν». «Ε, και ποιός είναι σε αυτό τον κόσμο;» απάντησε η Ζέτα. «Υπάρχει κανείς τέλειος; Όλοι υποκύπτουν οε πειρασμούς». Ο ηγούμενος επεξεργάστηκε γρήγορα το υπονοούμενο. Ήταν σαν να του έδινε σήμα ότι η πόρτα ήταν ανοιχτή. Το πάει η κυρία το γράμμα..., σκέφτηκε. Ωστόσο, πιο μετρ στην προσέγγιση της γυναίκας απ’ ό,τι ο υπουργός, άρχισε να μιλάει πλαγίως για τα προβλήματα της μοναξιάς, για το πόσο έχουν ανάγκη οι άνθρωποι να ακουμπήσουν ο ένας στον άλλο... «Ναι», του ομολόγησε η Ζέτα, «είναι πολύ δύσκολο να είσαι γυναίκα μόνη». Ο ηγούμενος δε βιαζόταν, είχε μάθει στο μοναστήρι να περιμένει ώρες. Είχε ασκηθεί στην υπομονή και την επιμονή. «Θέλω να μου πεις κάτι, παιδί μου», της ζήτησε κάποια στιγμή, ενώ η Ζέτα ανέβαζε το ένα πόδι πάνω στο άλλο. «Πολύ ευχαρίστως».


«Ο Αντρέας έκανε κάποια πράγματα που δεν ήταν σωστά. "Εμαθα ότι παγίδευε τους φίλους του». «Ναι, το είχε αυτό το κακό ο μακαρίτης». «Κι αυτό το υλικό...» είπε ο Ιγνάτιος. «Καταλαβαίνεις...» «Καταλαβαίνω», απάντησε η Ζέτα. «Μου το είπε και ο κύριος υπουργός. Το μόνο που ζητάω, άγιε ηγούμενε, είναι η προστασία μου, γιατί τώρα είμαι γυναίκα μόνη». «Θα την έχεις. Δεν υπάρχει περίπτωση να οε εγκαταλείψει κανείς». «"Ετσι έλεγε κι ο Αντρέας και με άφησε». Ο Ιγνάτιος «χτύπησε ξύλο», γιατί, παρότι άνθρωπος της Εκκλησίας, ήταν εξαιρετικά προληπτικός. «"Ολοι θα σταθούμε στο πλευρό σου, όλοι. Και πρώτος εγώ. Τη γυναίκα του φίλου μας δε θα την αγγίξει κανείς». «Και την περιουσία της», πρόσθεοε η Ζέτα. «Αυτό εννοούσα. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να εξασφαλίσουμε το βιος σου, παιδί μου». «Χαίρομαι», απάντησε η Ζέτα. «Ο Αντρέας πάντα στηριζόταν σ’ εσάς». «Ναι, αλλά μας παγίδευε, γάμώ το φελέκι μου!» εξεμάνη ο ηγούμενος. Ο Αντρέας συγκρότησε την τελευταία στιγμή το γέλιο του.


Η Ζετα άλλαξε πάλι θέση στα πόδια της και ο ηγούμενος προδόθηκε απ’ το χαρακτήρα του και άρχισε να ξερογλείφεται. Σε μια παρόρμηση αμαρτωλή, άπλωσε το χερι να αγγίξει το γόνατο της Ζέτας. «Τ ώρα θα του σπάσω το κεφάλι», μουρμούρισε ο Αντρέας. Η Ζέτα, όμως, κράτησε το χέρι του ηγούμενου σε απόσταση. Ωστόσο το χούφτωμα δεν το γλίτωσε. Καθώς τον συνόδευε στην πόρτα να φύγει, ένιωσε να τη θωπεύει στα οπίσθια. «Άγιε ηγούμενε!» του είπε έκπληκτη. Εκείνος έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο. «Έχω ένα βίτσιο...» δικαιολογήθηκε. «Ορέγομαι τα ωραία». Ε, τι να του πει τώρα; Στο κάτιο κάτω, κομπλιμάν τής έκανε. Όταν έκλεισε η πόρτα, ο Αντρέας πετάχτηκε έξαλλος. «Πώς το άφησες να γίνει αυτό;» της είπε. «Δεν πρόλαβα, με χούφτωσε ξαφνικά». «Μα σου είπα να μην εκθέσεις τα οπίσθιό σου στον ηγούμενο». «Πού να το φανταστώ;» είπε η Ζέτα. «Είναι τσογλάνι. Όλες τις χουφτώνει». Η Ζέτα χαμογέλασε. Διασκέδαζε με τη ζήλια του Αντρέα. Γι αυτό τον λάτρευε, επειδή εκείνος δεν ήθελε να την αγγίζει κανείς.


Η Αλίκη, μετά το σοκ που υπέστη και τη βαθιά προσβολή, επέστρεψε στη συνηθισμένη της ζωή. Αλλά είχε τόσο ταπεινωθεί, που το μυαλό της δεν μπορούσε να ξεκολλήσει απ’ τα γεγονότα. Κυκλοφορούσε στο σπίτι σαν αερικό. Δε μιλούσε, δεν απαντούσε, μόνο ταξίδευε με το νου. Ο Σταμάτης θεωρούσε πως η Αλίκη είχε σαλτάρει μετά το θάνατο του Αντρέα και ότι ίσως με τη φαντασία της έβλεπε ακόμα φαντάσματα. Προσπαθούσε να της συμπαρασταθεί, αλλά μάταια. Εκείνη είχε υποστεί τη μεγαλύτερη ήττα της ζωής της. Γιατί δεκαοχτώ χρόνια με τον Αντρέα είχε μάθει να μην υπολογίζει σοβαρά τα κερατώματα. Όμως τώρα ο Ακάλυπτος την είχε προδώσει πραγματικά. Έκανε το μεγαλύτερο κόλπο της ζωής του και το εμπιστεύτηκε σ ένα νυμφίδιο. Έδωσε το δικαίωμα σε αυτό το γύναιο να διασκεδάζει μαζί της. Αυτό ήταν χειρότερο από ένα εκατομμύριο κερατώματα, η μεγαλύτερη προδοσία, γιατί της έδειξε πως δεν τη λογάριαζε. Προτίμησε να μοιραστεί τον κίνδυνο με άλλη. Κι αυτό το βρομοκόριτσο, η Τέτα, πρέπει να ήξερε, γι’ αυτό δεν έβγαλε δάκρυ στην κηδεία, γι’ αυτό της έλεγε «άσε τον μπαμπά ήσυχο». Την είχαν προδώσει και ο άντρας και η κόρη της. Ο Σταμάτης, για να αντιμετωπίσει την κατάσταση, ζήτησε τη βοήθεια της Ρένας, που επίσης χρειαζόταν τη βοήθεια του Σταμάτη για να αντιμετωπίσει το φρικάρισμα του Μάκη. Έτσι, η Ρένα κάλεσε την Αλίκη και τον Σταμάτη για φαγητό. Στόχος τους ήταν να ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα, να διασκεδάσουν, ακόμα και να πει ο Σταμάτης ανέκδοτα, που ήξερε να τα λέει τόσο καλά. Γιατί το Πράμα είχε εντρυφήσει στα πικάντικα ανέκδοτα. Κάθε φορά που έλεγε κάποιο με σεξουαλικό υπονοούμενο, το μάτι του γυάλιζε, δείγμα ότι είχε στερητικό σύνδρομο, γεγονός που εξόργιζε την Αλίκη,


γιατί θα προτιμούσε να ζει μ’ ένα χορτάτο άντρα που δε χαμογελούσε πονηρά όταν κυκλοφορούσε κάτι πρόστυχο στην ατμόσφαιρα, παρά με τον Σταμάτη, που εμφάνιζε συμπτώματα πεινασμένου. Ο Μάκης, ο οποίος λάτρευε τις αγρυπνίες με τον Νίκο και τις βαθιές μεταφυσικές συζητήσεις, δέχτηκε το δείπνο με καρτερικότητα, θα είχε την ευκαιρία να ξεμοναχιάσει την Αλίκη και να ανταλλάξουν εμπειρίες. Είχε αρχίσει να πιστεύει πως ο Αντρέας ήταν παντού. Στο μπαρ, όταν τα 'πίνε με τον Νίκο, τον φανταζόταν δίπλα του να ακούει και να χαμογελάει με τις ιστορίες τους. Βέβαια, καλού κακού, με τον Νίκο έλεγαν πολύ καλά πράγματα για το μακαρίτη - όχι ότι δεν τον αγαπούσαν, αλλά φοβούνταν να πουν πια φανερά τα ελαττώματά του, μην εμφανιστεί ξαφνικά και αρχίσει κάνα φτάρνισμα, οπότε ποια θα ήταν η θέση τους; Η Αλίκη, σε όλη τη διάρκεια του δείπνου και παρά το υπέροχο κόκκινο κρασί που είχε αγοράσει η Ρένα, δεν έβγαλε μιλιά. Ο Μάκης σκεφτόταν ότι θα έχουν δει πολλά τα μάτια της για να είναι έτσι. Αυτός δεν είχε δει, είχε ακούσει μόνο. Λογικό ήταν με την Αλίκη είχε μοιραστεί ο Ακάλυπτος δεκαοχτώ χρόνια. Η Ρένα έστρεφε τη συζήτηση στην ακρίβεια, στην οικονομική κρίση, στην ανεργία που θα προκύψει και ο Σταμάτης υπερθεμάτιζε, παρουσιάζοντας ενα ζοφερό μέλλον, όπου οι άνθρωποι θα έλεγαν το ψωμί ψωμάκι. Ο Μάκης, με το μπαγιόκο στην Ελβετία, αδιαφορούσε παντελώς γι’ αυτά τα ζητήματα. Γιατί όταν έχεις λύσει το οικονομικό, τότε το μυαλό σου έχει την ελευθερία να μεγαλουργήσει. Έτσι προσπαθούσε να φέρει την κουβέντα σε πιο υπαρξιακά ζητήματα, όπως αν υπάρχει μεταθανάτια ζωή, μετεμψύχωση... «Άραγε κλάνει ο πεθαμένος;» είπε ξαφνικά η Αλίκη και όλοι σοκαρίστηκαν.


Ο Μάκης αντιμετώπισε την ερώτησή της σοβαρά, γιατί αυτό το ζήτημα αφορούσε ταυτόχρονα τη φυσική, αλλά και τη μεταφυσική οντότητα του ανθρώπου. Η Αλίκη είχε πει τη φράση για να διακωμωδήσει τη γελοία κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί αφότου πέθανε εικονικά ο Ακάλυπτος. 'Ομως δεν μπορούσε να ανοίξει το στόμα της και να σύρει τα μπινελίκια που άξιζαν στον απατεώνα. Έτσι θέλησε με αυτή την ερώτηση να δηλώσει εμμέσως πλην σαφώς ότι συζητούσαν μπούρδες. Αλλά ο Μάκης δεν αντελήφθη το νόημα και έθεσε το ζήτημα σοβαρά. «Τ ι εννοείς; Πόσο χρόνο μετά το θάνατο; Ή ότι οι φυσικές λειτουργίες του εκλιπόντος υψίστανται και στο φάντασμά του; Διότι το φάντασμα, απ’ ό,τι έχω διαβάσει», συνέχισε ο Μάκης, «δε διατηρεί όλες τις φυσιολογικές λειτουργίες του εκλιπόντος. Κατ’ αρχάς, δεν τρώει». «Εκτός κι αν βρικολακιάσει», σχολίασε αιχμηρά η Αλίκη. «Τότε πίνει αίμα», είπε ο Μάκης. «Τ ων άλλων», συμπλήρωσε εκείνη. «Αλλά κάποιοι το έπιναν και όσο ζουσαν». Πάλι δεν έπιασε το υπονοούμενο ο Μάκης, γιατί είχε ξεφύγει πια στη σφαίρα της μεταφυσικής και όλα αυτά τα ζητήματα τα αντιμετώπιζε με τη δέουσα σοβαρότητα, οπότε ο σαρκασμός της Αλίκης έπεσε στο κενό. Η βραδιά προχωρούσε κάπως έτσι, μέχρι που ο Μάκης βρήκε την ευκαιρία να συνομιλήσει χαμηλόφωνα μεν, αλλά εμπιστευτικά, με την Αλίκη.


«Τον ξαναείδες;» τη ρώτησε με ταραχή. «Βέβαια», του απάντησε. «Πώς ήταν;» «Μια χαρά. Και το χρώμα του άψογο». «Δεν το πιστεύω!» είπε με έκπληξη ο Μάκης. «Γιατί συνήθως λένε ότι τα φαντάσματα είναι χλομά». «Αυτός έσφυζε από υγεία, Μάκη. Και, σε παρακαλώ, μην ανησυχείς για το φίλο σου». «Σου μίλησε;» «Μου είπε διάφορα, ότι περνάει ωραία, έχει πάει στον Παράδεισο, σε λίγο θα στήσει δουλειές εκεί πάνω...» Ο Μάκης την κοιτούσε απορημένος. «Ναι», επέμεινε η Αλίκη, «θα αναλάβει τα αλισβερίσια του Θεου». «Σε παρακαλώ», της είπε εκείνος, «δεν είναι να κάνουμε πλάκα με αυτά τα ζητήματα. Εγώ έχω σοκαριστεί. Με τον Νίκο τα συζητάμε συνέχεια». «Κι εγώ έχω σοκαριστεί, Μάκη μου, αλλά, προκειμένου να τρελαθώ, είπα να το ρίξω στην πλάκα. Θέλει να εμφανίζεται ο Ακάλυπτος; Ας εμφανίζεται». «Μήπως σου έχει πει κάτι για τη ζωή μετά θάνατον;»


«Όχι, αυτό δεν το κάνει. Φαίνεται υπάρχει δέσμευση». «Αυτό είναι το ζήτημα», παρατήρησε ο Μάκης. «Όσοι επιστρέφουν δε μιλάνε». «Έτσι ακριβώς!» επιβεβαίωσε η Αλίκη. «Δε φοβάσαι όταν τον βλέπεις μπροστά σου;» «Να σου πω την αλήθεια, στην αρχή τρόμαζα. Αλλά τώρα το συνήθισα, είναι σαν να ζει. Και αν τον δεις κι εσύ καμιά μέρα μπροστά σου, μην ξαφνιαστείς. Πάντως, θελω να σου πω και κάτι άλλο, Μάκη». Ο Μάκης έσκυψε προς το μέρος της. «Καλύτερα να μην το συζητάμε το θέμα. Ας το ξεχάσουμε. Δεν είναι εύκολο, το ξείρω», του είπε, «αλλά ας μείνει μεταξύ μας. Δεν είναι ανάγκη να το κουβεντιάζουμε και με άλλους ανθρώπους. Δε θα το ήθελε». Ο Μάκης κούνησε το κεφάλι με συγκατάβαση. Είχε μπει σ' ένα τριπάκι που του δημιουργούσε ένταση και ενδιαφέρον και δεν ήθελε πια με τίποτα να δεχτεί πως η ζωή είναι πεζή. Υπήρχε και κάτι άλλο πέρα απ’ τα εγκόσμια κι αυτό τον ενδιέφερε, αυτό έδινε νόημα στην ύπαρξή του. Η Ρένα αντιμετώπιζε την κατάσταση πιο ρεαλιστικά, έλεγε ότι ο άντρας της είχε φρικάρει. Ρώτησε την Αλίκη διακριτικά τι συζήτησαν. Η Αλίκη, όμως, δεν μπορούσε να της αποκαλύψει, της είπε απλώς να μην ανησυχεί. Και η ίδια είχε μπει σ’ ένα τέτοιο τριπάκι, την πληροφόρησε, αλλά τώρα το ξεπέρασε. Κάποια στιγμή θα το


ξεπερνούσε και ο Μάκης. Το ερώτημα της Αλίκης απασχόλησε όλο το βράδυ τον Μάκη. Γιατί δεν είχε ξεκαθαρίσει πώς συνεχίζεται η ζωή μετά θάνατον. Πώς το πνεύμα του εκλιπόντος βρίσκει ένα άλλο σώμα και πότε μπαίνει σε αυτό; Στη διάρκεια της κύησης; Εν σπέρματι; Έχει το σπέρμα ψυχή; Πού διατηρείται η ψυχή μέχρι να βρει το νέο σώμα; Περιφέρεται μόνη της με άλλες ψυχές; Ερωτεύεται η ψυχή χωρίς το σώμα; Μεγάλα ζητήματα που του τριβέλιζαν το μυαλό. Έτσι, την άλλη μέρα πρωί πρωί πήγε να βρει το συνοδοιπόρο στις μεταφυσικές του αναζητήσεις. Ο Νίκος στάθηκε με απορία όταν άκουσε την ερώτηση απ’ όπου ξεκίνησε η συζήτηση του Μάκη και της Αλίκης. Το «κλάνει ο πεθαμένος;» δεν του προκάλεσε κανένα μειδίαμα, αντίθετα έσκυψε κι αυτός με τρομερή διάθεση να βρει λύση στο ζήτημα. Και όπως πάντα, ο μπάρμαν είχε μια βεβαιότητα στα επιχειρήματα που κατέθετε. «Η γνώμη μου», είπε, «είναι πως τα φαντάσματα δεν κλάνουν. Εκτός αν γίνουν διάβολοι. Γιατί οι διάβολοι βρομάνε. Όταν γίνουν καλά φαντάσματα, κουβαλάνε μαζί τις αρετές του πεθαμένου». «Τ ώρα με φώτισες!» αναφώνησε ο Μάκης. Στο ερώτημα, όμως, πότε η ψυχή μπαίνει σε άλλο σώμα, ο Νίκος προβληματίστηκε. Διότι το ερώτημα αν το σπέρμα έχει ψυχή ήταν θεμελιώδες, καθώς η ζωή ενυπάρχει στο σπέρμα και απλώς το σπέρμα ψάχνει ένα χώρο κατάλληλο για να ανθίσει αυτή. Εκτός κι αν η ψυχή μπαίνει στο μωρό τη στιγμή που έρχεται στον κόσμο και βγάζει το πρώτο κλάμα. «Είναι δύσκολο», δήλωσε ο Μάκης, «γιατί η ψυχή θα πρέπει να είναι


απίκο, να περιμένει». «Και πώς γίνεται η διαλογή ανάμεσα σε τόσες ψυχές που θέλουν να μετεμψυχωθούν;» αναρωτήθηκε ο Νίκος. «Αυτό είναι δουλειά του Θεού», είπε με βεβαιότητα ο Μάκης. Με αυτή την απάντηση έκλεισαν όλα τα ζητήματα. Γιατί η αναφορά του Θεού λειτουργεί κατευνασιικά στις μεταφυσικές αναζητήσεις. Ο Θεός μπορεί να λύσει τα πάντα. Έτσι, οι δυο φίλοι κατέληξαν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι μερικά ζητήματα είναι του Θεού και γιατί αυτοί να σπάνε το κεφάλι τους με ερωτήματα που δε θα βρουν απάντηση ποτέ; Καλύτερα να τα άφηναν να αιωρούνται πάνω από ένα ποτήρι ουίσκι - ή ένα ολόκληρο μπουκάλι. Ο μακαρίτης θα είχε κι άλλη πρόταση να κάνει: ένα ωραίο γυναικείο κορμί. Ο Μάκης θυμόταν ακόμα τα λόγια του σαν να ήταν χτες. «Το αιδοίο, φίλε μου», του έλεγε, «είναι σαν ουράνιος θόλος, σαν έναστρος ουρανός. Είναι η κολυμβήθρα του Σιλωάμ, το πιο τέλειο πράγμα. Εκεί μπαίνουμε οι άντρες κουρασμένοι, αμαρτωλοί, και βγαίνουμε νέοι κι εξαγνισμένοι απ’ τα αμαρτήματά μας. Το είχεις προσέξει πως είσαι μετά, Μάκη; Ένα τζόβενο είσαι. Και καλός με όλους». Είχε δίκιο ο Ακάλυπτος. Κάθε φορά που του συνέβαινε κάτι τέτοιο, ο Μάκης ένιωθε μετά πως η ζωή είναι όμορφη. «Το αιδοίο!» μονολόγησε. «Το δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Ο στόχος και ο σκοπός της ζωής του. Έτσι έχει προγραμματιστεί απ’ το Θεό, να φτιάχνει όμορφα πλάσματα, να βρίσκουν οι ψυχές καταφύγιο που περιπλανιούνται απελπισμένες».


Πόσο συμμεριζόταν τώρα το φίλο του! Αχ, να τον έβλεπε μόνο κάποια στιγμή και να μιλούσαν για τα βαθιά ζητήματα της ύπαρξης... Η Αλίκη είχε να ηρεμήσει την Μπέτυ. Της είχε μεταδώσει το μικρόβιο της αμφιβολίας και η Μπέτυ έβλεπε κι εκείνη συχνά στον ύπνο της τον Ακάλυπτο. Την κάλεσε εσπευσμένα για ένα καφεδάκι στο Κολωνάκι. «Ολοζώντανος ήταν, Αλίκη! Και μου έλεγε καθαρά: “ Δεν έκανες τίποτα για εμένα”». «Ε, τα έχουν αυτά τα όνειρα», ψιθύρισε η Αλίκη. «Δε σε καταλαβαίνω», της είπε η Μπέτυ. «Θα το αφήσουμε έτσι;» «Όχι, βέβαια», αποκρίθηκε η Αλίκη, γιατί δε θα μπορούσε να εξηγήσει την αιφνίδια μεταστροφή της. «Αλλά μίλησα με το δικηγόρο και υπάρχουν κάποια ζητήματα που πρέπει να τακτοποιηθούν». «Εσύ τον ξαναείδες;» «Ε, έρχεται που και πού...» «Και τι σου λέει;» «Εντάξει, δε μιλάει καθαρά». «Τον βλέπεις ζωντανό ή στον ύπνο σου;» «Στον ύπνο μου, καλέ. Αλλά τελευταία μου τα μασάει». «Δηλαδή;»


«Ε, να, δεν είναι κι αυτός σίγουρος αν τον έφαγε το Εργαλείο». Η Μπέτυ έμεινε άναυδη. «Οι πεθαμένοι ξέρουν την αλήθεια», είπε, «γιατί βλέπουν». «Τ ώρα, τι να σου πω; Ό,τι μου λέει σου λέω. Γι’ αυτό καλύτερα να ησυχάσουμε για ένα διάστημα, να δούμε που το πάει ο μακαρίτης, και μετά αποφασίζουμε». Η Μπέτυ στριφογύρισε στην καρέκλα της. «Εγώ έχω τσακωθεί με τον άντρα μου, και αιτία ήταν ο Αντρέας, Από εκείνο το βράδυ που είπε για τη στύση. Του έδωσα τα παπούτσια στο χέρι». «Το παρατράβηξες κι εσύ!» «Όχι, δεν έδειξε σεβασμό σ’ ένα φίλο μου, και μάλιστα νεκρό. Τ ι ήθελε, δηλαδή, να αποδείξει; Ότι αυτός είχε μια χαρά στύση; Μωρέ, άμα δε δούλευα εγώ, σιγά τη στύση!» «Αλήθεια;» είπε η Αλίκη. «Εντελώς μελάτος! Χαπακωνόταν. Κι έλεγε μετά για τον Αντρέα, που είχε και τόσες σκοτούρες». «Καλά του έκανες», υπερθεμάτισε η Α\ίκη. «Ακου δεν είχε στύση ο Ακάλυπτος!» είπε η Μπέτυ. «Είχε;» τη ρώτησε η Αλίκη.


«Και πού θες να ξέρω;» της απάντησε η φίλη της. Η Αλίκη την κοίταξε στα μάτια. Η Μπέτυ έβαλε τα γέλια. «Σου ορκίζομαι, Αλίκη, εγώ με τον Αντρέα ποτέ". Τ ώρα είναι πεθαμένος, θα μπορούσα να σου το αποκαλύψω αν είχε συμβεί κάτι. Ποτέ, όμως, δεν έγινε. Κι ευτυχώς, γιατί θα χαλούσε η φιλία μας». «Πίστευα πως το είχατε κάνει», της εξομολογήθηκε η Αλίκη. «Και δε μου είπες ποτέ τίποτα...» «Γιατί να σου πω; Πίστευα ότι έγινε πριν με γνωρίσει». «Ποτέ. Σου ορκίζομαι. Μια δυο φορές, τότε που ήμαστε νέοι, έπεσαν κάνα δυο φιλιά, αλλά μετά σταματήσαμε. Η αλήθεια είναι πως ούτε κι εκείνος το επιδίωξε. Αλλά ζήλευε τους γκόμενους μου». Η Αλίκη γέλασε. «Τέλος πάντων», είπε. «Καλά να ’ναι εκεί όπου βρίσκεται κι εμείς να συνεχίσουμε τη ζωή μας». «Δε θα κάνουμε τίποτα;» «Ε, τι να κάνουμε; Αφού και η κόρη του δε θέλει...» Η Μπέτυ απογοητεύτηκε. Η Αλίκη το είδε στο βλέμμα της. Κι εκείνη ήταν απογοητευμένη, αλλά για άλλους λόγους. Έτσι, οι δύο φίλες χώρισαν με την απογοήτευση για ένα σχέδιο που δε θα πραγματοποιούνταν ποτέ. Το Εργαλείο θα έμενε ατιμώρητο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ ΣΤ Ο ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ, η Ζέτα έπαιξε τέλεια το ρόλο της. Τα είχε προβλέψει όλα, ακόμα και τα κόλυβα ήταν εξαιρετικά -ο Ακάλυπτος έφαγε ένα πιάτο! Η απουσία, βέβαια, της Αλίκης ήταν κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές τους, ο Αντρέας και η Ζέτα δεν κατάφεραν να την πείσουν, «Εγώ σε τέτοιο καραγκιοζιλίκι δεν πάω», τους έλεγε κι έμεινε σταθερή στην απόφασή της. «Αν δεν το ήξερα, θα ερχόμουν». Η Ζέτα τη δικαιολόγησε ότι αρρώστησε ξαφνικά και όλοι το απέδωσαν στη μεγάλη θλίψη για το χαμό του Αντρέα. «Έχει πέσει σε μελαγχολία», διέδωσε η Μπέτυ. Ο Μάκης ξεσπούσε κάθε τόσο σε κλάματα, δεν μπορούσε να το πιστέψει ακόμα. Η Ρένα του επέτρεψε να συνοδεύσει την τεθλιμμένη χήρα στο σπίτι. Η Ζέτα τον ευχαρίστησε θερμά κι είχαν την ευκαιρία να μιλήσουν για το μακαρίτη. Ο Μάκης της διηγήθηκε τις συγκλονιστικές εμπειρίες που είχε απ' τις εμφανίσεις του φίλου του και η Ζέτα με το ζόρι κρατούσε τα γέλια της. Ο Αντρέας παρακολουθούσε τη συζήτησή τους τρώγοντας τα κόλλυβά του. Η Ζέτα, για να απαλύνει τον πόνο του Μάκη, του είπε πως, αφού ο φίλος του δίνει σημάδια παρουσίας, τότε να αισθάνεται καλύτερα, γιατί προφανούς ο Αντρέας δεν είχε φύγει μακριά. Ο Μάκης της ανέπτυξε τις θεωρίες του Νίκου ότι μπορεί να εμφανιζόταν μετενσαρκωμένος σε γυναίκα, ιδέα που τον είχε τρομοκρατήσει. Ευτυχώς, η Ζέτα είχε το επιχείρημα το οποίο ηρέμησε τον Μάκη: του είπε ότι η μετεμψύχωση γίνεται σε μωρά, οπότε δε θα είχε το χρόνο να τον συναντήσει ως γυναίκα. Ναι, αυτό τον ηρέμησε κάπως


και θα το συζητούσε μετά με τον Νίκο, να ηρεμήσει κι αυτός. Ο Αντρέας κόντεψε να πνιγεί με αυτά που άκουσε. Καθώς η Ζέτα συνόδευε τον Μάκη σιην πόρτα, ο δαίμονας της πλάκας μπήκε μέσα του και φταρνίστηκε πάλι δυνατά. Ο Μάκης πάγωσε. Στράφηκε και κοίταξε τη Ζέτα με απορία, «Α, δεν είναι τίποτα», του είπε. «Εγώ τα έχω συνηθίσει αυτά. Είχε κρυολογήσει πριν τα τινάξει και του έμεινε». Ο Μάκης έμεινε άναυδος με την ψυχραιμία της χήρας. Οι γυναίκες είναι σκλ ηρές, σκέφτηκε κι έφυγε. Από εκείνη τη μέρα, το Εργαλείο επιδόθηκε στην τακτοποίηση όλων των εκκρεμοτήτων που άφησε πίσω του ο Ακάλυπτος. Απέφυγε, όπως ήταν φυσικό, το άνοιγμα της διαθήκης και αφοσιώθηκε στη διεύθυνση της εταιρείας και στις συναντήσεις με ανθρώπους με τους οποίους ο Αντρέας είχε εκκρεμότητες. Λίγο με τα πόδια της που ήξερε να τα μοστράρει, λίγο με το βρακάκι που άφηνε να φαίνεται, λίγο με τις υποσχέσεις, λίγο με το κλάμα και με το επιχείρημα ότι είναι τώρα μια γυναίκα μόνη και τα πράγματα δύσκολα, κατάφερε να πάρει πίσω πολλές επιταγές που ήταν να σφραγιστούν. Σε αντίθεση με τον Αντρέα, που αν δεν έσκαγε το παραδάκι δε θα έπαιρνε επιταγές στα χέρια του, η Ζέτα τις πήρε αεράτα, με ένα «θα κάνω ό,τι μπορώ». Ο Αντρέας σχολίαζε τις επιδόσεις της με καμάρι, λέγοντας πως αν την είχε παντρευτεί νωρίτερα, θα ήταν δισεκατομμυριουχος τώρα. Όλοι ήθελαν να βοηθήσουν την όμορφη χήρα στη δύσκολη στιγμή. Ο Μανώλης, βέβαια, της χούφτωσε λίγο το στήθος, πράγμα που αγρίεψε τον Αντρέα, αλλά είχε συνηθίσει πια και συγκρατούσε τα


νεύρα του. Η Ζέτα έσειε τις επιταγές έπειτα από κάθε θρίαμβό της και του έλεγε προκλητικά: «Τ ώρα είσαι ικανοποιημένος;» Την ίδια φράση του είπε και όταν κατάφερε να πάρει τις επιταγές απ’ τον Αριστείδη, που δεν έδινε του αγγέλου του νερό. «Τ ι του έκανες;» της είπε ο Αντρέας. «Εγώ τρεις μήνες τον κυνηγούσα να μου δώσει τις επιταγές και δε μου τις έδινε. Ουτε να αλλάξει τις ημερομηνίες δεν ήθελε». «Μια γυναίκα απροστάτευτη όλοι τη λυπούνται, αγάπη μου. Πάω να κάνω ένα μπάνιο γιατί έχω ραντεβού και μετά θα περάσω απ’ το γραφείο να δω τι γίνεται. Κι εσυ μην τολμήσεις να βγεις έξω! Δεν πρέπει να πάθουμε καμιά ζημιά τώρα που στρώνουν τα πράγματα». Είχε δίκιο - το Εργαλείο πάντα είχε δίκιο. Όλες οι γυναίκες της ζωής του είχαν δίκιο. Όχι, δε θα έβγαινε. Θα καθόταν μέσα και θα έβλεπε τηλεόραση. Έτσι, όταν έφυγε η Ζέτα, ξάπλωσε στον καναπέ, άνοιξε να δει το αγαπημένο του σίριαλ κι εκεί τον πήρε ο ύπνος. Σε λίγο άρχισε να παρακολουθεί ένα άλλο σίριαλ, με πρωταγωνίστρια τη Ζέτα. Οδηγούσε βιαστικά στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν εκνευρισμένη γιατί αργούσε κι έβρισε έναν ταξιτζή που της έκλεισε το δρόμο. Τον αποκάλεσε γέρο και του είπε πως έπρεπε να του πάρουν το δίπλωμα. Μετά μπήκε στο πάρκινγκ ενός κεντρικού ξενοδοχείου. Κατέβηκε, πέταξε νευριασμένη τα κλειδιά στον παρκαδόρο και κατευθύνθηκε στο ασανσέρ. Εκεί σήκωσε τη φούστα της και τακτοποίησε τις ζαρτιέρες. Πώς δεν είχε προσέξει εκείνος ότι φόρεσε ζαρτιέρες πριν φύγει απ’ το σπίτι; Αν το έβλεπε, θα έκανε σκηνή. Αλλά το Εργαλείο τον αποκοίμισε. Μετά επιθεώρησε


βιαστικά το μακιγιάζ της, πήρε το γνωστό ύφος της ντίβας που φορούσε στα επαγγελματικά ραντεβού και περίμενε να ανοίξει η πόρτα του ασανσέρ. Βγήκε και προχώρησε σε ένα διάδρομο που ήταν στρωμένος με χαλί. Το βάδισμά της ήταν αργό, λίκνιζε τους γοφούς όπως έκανε όταν ήθελε να αναστατώσει κάποιον άντρα. Τ ώρα, όμως, δεν ήταν κανείς τριγύρω, μάλλον έκανε πρόβα στην κίνησή της. Χτύπησε μια πόρτα και περίμενε. Σε λίγο εμφανίστηκε ένας πολύ ωραίος, νεαρός, καλογυμνασμένος άντρας. Στάσου! Αυτόν κάπου τον ήξερε, αλλά η εικόνα ήταν φλουταρισμένη. Ο Αντρέας είδε μόνο ότι την αγκάλιασε, φιλήθηκαν και μπήκαν στο δωμάτιο. Τους ακολούθησε και παρακολουθούσε με αγωνία. Η Ζετα και ο άντρας φιλιούνταν. Εκείνος του είχε γυρισμένη την πλάτη. Είχε γίνει έξαλλος με το πλάνο. Έπειτα ο άλλος έσκυψε και φίλησε τη Ζέτα στο λαιμό, αρχίζοντας σιγά σιγά να τη γδύνει. Εκείνη ανταποκρινόταν με πάθος στο άγγιγμά του και, καθώς στράφηκε, ο Αντρέας είδε το πρόσωπο του άντρα. Ο Σταύρος, υπάλληλός του στην εταιρεία. Α, την πρόστυχη! Τόσο καιρό με τον Σταύρο τον κεράτωνε; Μετά ο αντίζηλός του την έριξε στο πάτοψα και της έκανε έρωτα με το δικό του στιλ, το άγριο. Είχαν μιλήσει μερικές φορές με τον Σταύρο για τις γυναίκες και ο νεαρός είχε εκφράσει την άποψή του ~ οι περισσότερες θέλουν άρπαγμα απ' το μαλλί. Αυτό έκανε τώρα και η Ζέτα σφάδαζε από ηδονή, ούρλιαζε, τσίριζε. Ο Αντρέας στριφογύριζε στον καναπέ λυσσασμένος. Όταν κάποια στιγμή τελείωσαν αυτό το ανυπόφορο πράγμα, ο Σταύρος τη χάιδεψε και της είπε με ύφος οχτακοσιών ζιγκολό: «Δεν μπορώ να ζήσω έτσι, να σε βλέπω τόσο λίγο». Η Ζέτα, όπως κάθε γυναίκα που έχει γευτεί τόση απόλαυση, του απάντησε χαδιάρικα:


«Μην ανησυχείς, σε λίγο θα είμαστε μόνοι». «Τ ι θα κάνεις;» τη ρώτησε ο νεαρός. Ο Αντρέας περίμενε με αγωνία την ατάκα της Ζέτας, αλλά εκείνη καθυστερούσε, σαν να το στριφογύριζε μες στο μυαλό της. Η αγωνία είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Όπου να ’ναι θα αποκάλυπτε τα σχέδιά της και ο Αντρέας θα ενημερωνόταν από πρώτο χέρι. «Θα του δώσω κάτι να πιει», είπε. «Εσύ θέλω μόνο να σκάψεις ένα λάκκο στον κήπο να τον θάψουμε. Και μετά θα ζήσουμε τον έρωτά μας». «Α, τη σκύλα!» ούρλιαξε ο Αντρέας και, έτσι όπως στριφογύριζε με αγωνία, έπεσε απ' τον καναπέ. Το κεφάλι του χτύπησε στο πάτωμα. Κοίταξε γύρω του να τους δει. Ήταν λουσμένος στον ιδρώτα. Έμεινε για λίγο ακίνητος, γιατί αυτό που είδε τον είχε σοκάρει. Μετά σηκώθηκε και πήγε σιην κουζίνα να πιει ένα ποτήρι νερό. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα, το μυαλό του είχε διαλυθεί. «Ήταν όνειρο», μουρμούρισε, «αλλά προφητικό όνειρο». Το είχε προσέξει ότι με τον Σταύρο η Ζέτα αντάλλασσε πολλές φορές χαμόγελα και υπονοούμενα. Ήταν από καιρό ζευγάρι φαίνεται και αυτός δεν είχε πάρει μυρωδιά. Τ ώρα, όμως, τα είδε όλα, τώρα ήξερε ότι το Εργαλείο κανόνιζε να τον ξαποστείλει, όπως το είχε υποψιαστεί. Μόλις επέστρεφε, θα ξηγιόταν μαζί της μια και καλή. Βέβαια, δεν μπορούσε να καταφέρει και πολλά, τον είχε στο χέρι, αλλά θα την απειλούσε. Όχι, δεν έπρεπε να βιαστεί, έπρεπε να σκεφτεί τι θα της έλεγε. Το Εργαλείο ήταν επικίνδυνο.


Έβαλε ένα ποτό να χαλαρώσει και περίμενε. Η ώρα περνούσε, αλλά η Ζέτα δεν έκανε την εμφάνισή της. Του είχε πει πως θα πήγαινε για σύσκεψη στα γραφεία της εταιρείας, αλλά αυτός το είδε καθαρά, στο ξενοδοχείο ήταν με τον Σταύρο. Έκλεισε τα μάτια να ξαναδεί το όνειρο, αλλά τίποτα. Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στα γραφεία και να αλλάξει τη φωνή του, μετά απόδιωξε αυτή τη σκέψη. Δεν είχε νόημα να την αναζητήσει εκεί. Αφου το όνειρο του το είχε πει καθαρά. Ήταν περίπου δέκα η ώρα όταν άκουσε το αυτοκίνητό της. Ήπιε την τελευταία γουλιά απ το ποτό του και την περίμενε. Η κούραση φαινόταν στο πρόσωπο και το κορμί της. Πέταξε την τσάντα ανόρεχτα και τον κοίταξε. «Έχεις φάει;» τον ρώτησε. «Όχι», της απάντησε. «Και τι ώρα είναι αυτή που γύρισες;» «Αργάμιση, αγάπη μου», του είπε. Αργάμιση; Τον δούλευε το Εργαλείο; Δεν είμαστε καλά! Πολύ θράσος είχε. «Και ο άλλος», της πεταξε, «που είναι; Έξω στον κήπο και σκάβει;» «Ποιός άλλος, Αντρέα;» «Αυτός που ήσουν στο ξενοδοχείο. Τα είδα όλα!» «Έχεις τρελαθεί; Στο γραφείο ήμουν μέχρι τώρα. Τσακώθηκα με όλους». «Ποιό γραφείο; Στο ξενοδοχείο ήσουν».


«Παρ’ τους τηλέφωνο να δεις! Πάρε τον Σταύρο να σου πει». «Με αυτόν ήσουν στο ξενοδοχείο». «Τα ’χεις παίξει, Αντρέα;» Η Ζέτα απομακρύνθηκε επιστρατεύοντας εκείνο το λάγνο λίκνισμα των γοφών της. «Που πας;» ουρλιαξε ο Αντρέας. «Να κάνω ενα μπάνιο, όπως κάνουν όλες οι γυναίκες όταν γυρίζουν απ’ τη δουλειά». «Όλη μέρα μπάνιο κάνεις εσυ!» «Ε, γυναίκα είμαι... Πώς θα ξαπλώσω μαζί σου στο κρεβάτι;» «Δε με ξεγελάς εσυ εμένα», μουρμούρισε. «Δε γεννήθηκε ακόμα η γυναίκα που θα κοροϊδέψει τον Ακάλυπτο». Είχε αρχίσει να πεινάει, αλλά μόνος του πώς να καθίσει στο τραπέζι; Από τότε που πέθανε, είχαν απολύσει και την υπηρέτρια. Αν δεν τον σέρβιρε η Ζέτα, θα έμενε νηστικός. «Η Ζέτα, το Εργαλείο», μονολόγησε, «να κοροϊδέψει τον ποιητή των συνδυασμών! Μας πέταξε και το “ αργάμιση” να μας δουλέψει... Ποιος; Η Ζέτα!» Περίμενε υπομονετικά να της εξηγήσει ότι θα έκανε μεγάλο λάθος αν επιχειρούσε με αυτό τον ηλίθιο, τον Σταύρο, να τον βγάλουν απ’ τη μέση. Η αναίσθητη βγήκε απ’ το μπάνιο φορώντας το μπουρνούζι και στράφηκε αδιάφορα να του πει ότι πάει να ξαπλώσει.


«Ένα λεπτό...» της είπε ο Αντρείας. «Θέλω να σου πω κάτι». Εκείνη πήρε το ύφος γυναίκας που υποφέρει, αλλά ο Αντρέας τα ήξερε αυτά και δε μάσαγε. «Αν σχεδιάζεις να με ξεπαστρέψεις μαζί με αυτό τον ηλίθιο -γιατί ηλίθιος είναι-, είσαι πολύ γελασμένη». «Έχει και συνέχεια;» τον ρώτησε η Ζέτα. «Ναι», της απάντησε ο Αντρέας. «Τα έχω γράψει όλα κι έστειλα γράμμα στην κόρη μου». «Σοβαρά, αγάπη μου;» «Σοβαρότατα». «Και η κόρη σου θα γελάει». «Γιατί;» «Γιατί η κόρη σου ξέρει πώς αισθάνομαι, Αντρέα. Έχουμε μιλήσει, γυναίκες είμαστε». «Έχεις μιλήσει εσυ με την Τέτα για εμένα;» «Πολλές φορές, αγάπη μου. Άντε, ηρέμησε κι έλα να μου κάνεις έρωτα». «Εγώ;» «Εσυ δεν είσαι ο άντρας μου; Στο γραφείο κοίταζα τους άλλους και σκεφτόμουν: “ Τ ι ηλίθιοι άντρες! Εγώ έχω τον καλύτερο”. Και


φτιαχνόμουν να έρθω να με πάρεις δυνατά, πολύ δυνατά!» Η ρουφιάνα! Πήγαινε να τον ρίξει στη λούμπα, να τον ξεκάνει. «Έλα», του είπε. «Σε περιμένω». Απομακρύνθηκε λίγο και ανασήκωσε το μπουρνούζι δείχνοντας του το κωλαράκι της. Πώς τον κούρντιζε! Αλλά σιγά μη μάσαγε ο Αντρέας. Γνώριζε τα καταχθόνια σχέδιά της. Έβαλε ένα ποτό ακόμα και το ουίσκι τον θέρισε. Πήρε μια φρυγανιά και άρχισε να τη μασουλάει. Μετά, ασυναίσθητα, κατευθύνθηκε στο ψυγείο. Λίγο ζαμπόν, τυράκι και μετά ένα γιαουρτάκι. Έπειτα πήγε σιην κρεβατοκάμαρα για να συνεχίσει την κουβέντα μαζί της. Η Ζέτα ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα, ολόγυμνη. Μόλις τον αντιλήφθηκε να μπαίνει, άρχισε να του κουνιέται προκλητικά. «Έλα, σε περίμενα...» του είπε. Ο Αντρέας δεν μπορούσε να αντισταθεί σε αυτό το θέαμα. Ανέβαλε για αργότερα τις εξηγήσεις. Έπεσε πάνω στο Εργαλείο να απολαύσει το κορμί του δολοφόνου του. Αυτή η ιδέα, ότι έκανε σεξ με τη γυναίκα που θα τον δολοφονούσε, τον αναστάτωνε. Η Ζέτα άρχισε να του απευθύνει τα γνωστά βρόμικα λόγια που δικαιούνταν να πει κάθε γυναίκα όταν βρισκόταν σε ερωτική έξαψη και ο Αντρέας τής ανταπέδιδε. Τελείωσαν ευτυχισμένοι και εξαντλημένοι απ το μονόπρακτο και η Ζέτα πήγε να τον αγκαλιάσει. Εκείνη τη στιγμή, όμως, ο Αντρέας διπλώθηκε απότομα, καθώς ένας δυνατός πόνος στο στομάχι, σαν μαχαριά, τον έκανε να ουρλιάξει. Η Ζέτα στράφηκε ξαφνιασμένη και τον κοίταξε. «Τ ι έπαθες, μωρό μου;»


«Μ’ έφαγες, ρουφιάνα», της είπε, «μ’ έφαγες!» Η Ζέτα έσκυψε από πάνω του. Ο Αντρείας βρήκε τις δυνάμεις του και σηκώθηκε βιαστικά. Κατέβηκε στο σαλόνι σφαδάζοντας. Η Ζέτα νόμισε πως ήταν κάποια παράσταση του Αντρέα, κάποια μπλόφα για να της εκμαιεύσει ομολογία. Έτσι καθυστέρησε να κατέβει. Όταν ανησύχησε πραγματικά, ήταν λίγο αργά για να περιορίσει τις συνέπειες που προκάλεσε ο πανικός του Αντρέα. Εκείνος, νομίζοντας ότι θα πέθαινε από στιγμή σε στιγμή, σκέφτηκε το φίλο του τον Μάκη. Σε αυτόν θα ανέθετε να αποδώσει δικαιοσύνη. Σχημάτισε το νούμερό του και περίμενε. Ο Μάκης, ανυποψίαστος για τη φωνή που θα άκουγε, σήκωσε το ακουστικό. «Ναι», είπε, «ποιός είναι;» Η Ρένα εκείνη τη στιγμή έπλενε τα πιάτα στην κουζίνα. «Εγώ είμαι», του είπε ο Αντρέας. «Μ’ έφαγε το Εργαλείο, Μάκη». «Τ ι;» πρόλαβε εκείνος να πει. «Το Εργαλείο με καθάρισε, Μάκη», επανέλαβε ο Αντρέας. Ο Μάκης έβγαλε ένα «αχ», έφερε το ένα χέρι στο στήθος κι έπεσε ξερός οτο πάτωμα. Η Ρένα άκουσε το γδούπο και πήγε να δει τι συνέβη. «Μάκη μου, τι έπαθες;» «Η καρδιά μου. Πεθαίνω!» ψέλλισε εκείνος. «Το φάντασμα μου


μίλησε». «Ποιό φάντασμα, αγάπη μου;» «Ο Ακάλυπτος ήταν στο τηλέφωνο», της είπε. Η Ρένα κοίταξε το ακουστικό και το πήρε να μιλήσει. Αλλά δεν άκουσε κανέναν. Ο Αντρέας είχε κλείσει. Σχημάτισε αμέσως το νούμερο του ΕΚΑΒ. Η Ζέτα που είχε ανησυχήσει κατέβηκε στο σαλόνι και είδε τον Αντρέα να αφήνει το ακουστικό. «Με ποιον μιλούσες;» τον ρώτησε. «Το ξέρω ότι μ’ έφαγες», της είπε εκείνος αγνοώντας την ερώτησή της. «Γιατί δεν έρχεσαι να ξαπλώσεις, αγάπη μου;» «Μ’ έφαγες! Μου ’ριξες δηλητήριο!» «Εγώ;» «Εσυ. Ξέρω ότι ο άλλος τώρα θα σκάβει το λάκκο στον κήπο. Αλλά έννοια σου, θα σας πιάσουν». «Που υποτίθεται ότι σου έβαλα το δηλητήριο, Αντρεα μου;» «Στο γιαούρτι. Ήξερες ότι πάντα τρώω ένα γταουρτάκι το βράδυ». Η Ζέτα τον άφησε με την αγωνία του και πήγε στην κουζίνα. Βρήκε το κεσεδάκι και το κοίταξε.


«Σε αυτό το γιαούρτι υποτίθεται ότι σου έβαλα δηλητήριο, αγάπη μου;» «Ναι», της απάντησε. «Αυτό είναι ληγμένο εδώ κι ενα μήνα». «Τ ι;» «Έπρεπε να το έχουμε πετάξει στα σκουπίδια. Αλλά εγώ τρέχω, εσύ δεν εχεις μυαλό, υπηρέτρια δεν υπάρχει...» Ο Αντρέας αναθάρρησε. «Και τι παθαίνεις από χαλασμένο γιαούρτι;» ρώτησε. «Δεν ξερω. Κάνα κόψιμο φαντάζομαι». «Πάρε το γιατρό να μάθεις». Η Ζετα σχημάτισε το τηλέφωνο του γιατρού και περίμενε. «Τ ι έχουμε;» τη ρώτησε ο επιστήμονας. «Δεν πιστεύω να μου ζητήσεις τίποτα παράξενο...» «Όχι, γιατρέ μου», του είπε η Ζέτα, «αλλά ο εκλιπών... με καταλαβαίνετε, έφαγε ένα χαλασμένο γιαούρτι. Τ ι μπορεί να πάθει;» «Καμιά ελαφριά δηλητηρίαση, αλλά αν τα πράγματα δυσκολέψουν, μπορεί να χρειαστεί πλύση στομάχου. Ίσως κάποια ένεση. Πώς είναι;» «Πονάει πολύ».


«Μήπως εχει εφίδρωση;» «Έχεις ιδρώσει, Αντρέα;» «Όχι». «Κρυώνει μήπως;» «Κρυώνεις, Ανιρέα;» «Όχι, μόνο πονάω». «Ε, καλά», είπε ο γιατρός. «Θα περιμένουμε λίγο. Φτιάξ’ του κάνα χαμομήλι κι αν δεις ότι δεν υπάρχει βελτίωση της κατάστασής του, τηλεφώνησε μου να έρθω να τον δω. Φαντάζομαι ότι θα καθαρίσει μ’ ένα κοψιματάκι ή εμετό. Αν, ο μη γένοιτο, είπαμε...» «Μάλιστα», τον έκοψε η Ζέτα. «Σ’ ευχαριστώ, γιατρέ μου». «Τ ι είπε;» ρώτησε ο Αντρέας με αγωνία. «Αν δυσκολέψουν τα πράγματα, θα έρθει να σε δει. Όμως θα τη βγάλεις, λέει, με κάνα κοψιματάκι ή λίγο εμετό». «Γαμώτο», ψιθύρισε, «και πήρα τον Μάκη...» «Τ ι έκανες;» «Τον πήρα τηλέφωνο». «Τ ι σου είπε;» «Τ ίποτα. Ένα “ αχ” έβγαλε κι άκουσα τη Ρένα να φωνάζει: “ Τ ι


έπαθες, Μάκη μου;” Μετά το έκλεισα». «Έχεις ξεφύγει», τον επέπληξε η Ζέτα. «Στο τέλος θα πάμε όλοι φυλακή και δεν ξέρω τι να κάνω μ εσένα. Αλήθεια σου λέω, σκέφτομαι να φύγω. Να πάρω μερικά λεφτά απ’ την Ελβετία και να εξαφανιστώ». «Όχι!» φώναξε ο Αντρέας και γραπώθηκε πάνω της, «Όχι! Δε θα ξανακάνω τίποτα, στο υπόσχομαι. Θα είμαι φρόνιμος». «Κι εγώ σου λέω ότι θα πάμε φυλακή και οι δυο. Κι εγώ είμαι νέα γυναίκα». Τα επιχειρήματα της δημιούργησαν μια νέα κατάσταση. Ο Αντρέας καταλάβαινε ότι είχε ξεπεράσει τα όρια. Έκανε τη μια βλακεία μετά την άλλη... Δεν του έφταιγε το Εργαλείο, του είχε φερθεί άψογα. Αυτός θα έπρεπε να χαλιναγωγήσει τη φαντασία του. Της ζήτησε να τηλεφωνήσει στο σπίτι του Μάκη για να μάθουν τι έγινε, αλλά, πριν προλάβει η Ζέτα να το αποφασίσει, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Αλίκη. «Αυτός ο ηλίθιος θα τους στείλει όλους αδιάβαστους!» της είπε. «Τ ι έγινε;» τη ρώτησε η Ζέτα. «Τηλεφώνησε στον Μάκη». «Το ξέρω. Νόμιζε ότι τον δηλητηρίασα. Έφαγε χαλασμένο γιαούρτι». «Μια ζωή ηλίθιος!» «Ποιός είναι;» φώναξε ο Αντρέας.


«Σκάσε!» του είπε η Ζέτα. «Μη μιλάς. Η Αλίκη είναι». «Τ ώρα με ειδοποίησαν. Τον έχουν στην Εντατική», την πληροφόρησε. «Φαίνεται ότι έπαθε έμφραγμα. Θα σε πάρω απ’ το νοσοκομείο». Η Ζέτα έκλεισε και στράφηκε στον Αντρέα. «Έπαθε έμφραγμα». «Είμαι ηλίθιος!» «Μα είναι δυνατό», του είπε η Ζετα, «να παίρνεις έναν άνθρωπο που ξέρει ότι είσαι πεθαμένος και να του μιλάς; Τ ι θες να πάθει; Εδώ η Αλίκη, όταν σε είδε στο παράθυρο, πήγε να μείνει. Πόσο μάλλον ο Μάκης που ψυχανεμίζεται... Είσαι πεθαμένος, παρ’ το απόφαση!» «Πήγαινε, σε παρακαλώ, να τον δεις κι ενημέρωσε με. Αν πεθάνει ο Μάκης, θα αυτοκτονήσω». Στο διάδρομο του νοσοκομείου η Ρένα έκλαιγε στην αγκαλιά της Αλίκης και της Μπέτυς. «Δεν τον πίστευα, Αλίκη μου, δεν τον πίστευα!» έλεγε. Νόμιζα ότι έχει τρελαθεί. Αλλά χτύπησε το τηλέφωνο και μίλησε μαζί του». «Καλά, αυτά είναι σαχλαμάρες», δήλωσε κατηγορηματικά η Αλίκη. «Κάποιος άλλος θα ήταν». «Ποιός άλλος; Αφού του είπε: “ Μ’ έφαγε το Εργαλείο”». Η Αλίκη έπρεπε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.


«Εγώ ξέρω», της είπε. «Και δεν πρέπει να τα βάζουμε με τη γυναίκα. "Εχω μάθει. Εγώ δεν ήμουν η πρώτη που φώναζα ότι τον ξέκανε η Ζέτα;» «Εσύ», συμφώνησε η Μπέτυ. «Ε, για να μιλάω εγώ έτσι, κάτι ξέρω». «Και γιατί του είπε του Μάκη αυτά τα λόγια;» αναρωτήθηκε η Ρένα. «Υπάρχει κάποιος που μιμείται τη φωνή του Αντρέα. Παίρνει ακόμα και τη Ζετα. Κι εμένα με παίρνει. Αλλά τώρα ξέρουμε. "Εχει βάλει η Ζέτα να ψάξουν. Θα τον πιάσουν και θα ησυχάσουμε όλοι». Τα λόγια της Αλίκης λειτούργησαν προς τη ρεαλιστική κατεύθυνση κι έτσι η Ρένα, που αδικούσε τον εαυτό της υποστηρίζοντας ότι ο Μάκης έχει τρελαθεί, τώρα κατάλαβε ότι ο άντρας της ήταν θύμα κάποιου απατεώνα μίμου, που ποιος ξέρει τι γυρευε απ’ τους φίλους του Ακάλυπτου. Η Ζέτα έφτασε λαχανιασμένη. Οι άλλες την υποδέχτηκαν όπως άρμοζε σε μια γυναίκα που έχει υποφέρει πολύ. Σε αυτή την υποδοχή πρωτοστατούσε η Αλίκη, η οποία τα είχε περάσει νωρίτερα και τώρα αντιμετώπιζε τη Ζέτα με την αλληλεγγύη ενός βετεράνου που βλέπει τον άλλο να είναι ακόμα στη μάχη. Λίγο πριν ξημερώσει, ο γιατρός τις διαβεβαίωσε ότι ο μεγάλος κίνδυνος είχε παρέλθει. Θα έμενε, όμως, ο Μάκης ένα εικοσιτετράωρο ακόμα στην Εντατική και μετά θα τον μετέφεραν σε ένα δωμάτιο για λίγες μέρες.


Η Ρένα έμεινε μαζί του και οι άλλες τρεις γύρισαν στο σπίτι τους. Η Αλίκη δεν έδωσε καμία αναφορά στον Σταμάτη, ήπιε καφέ και συνέχισε τη μέρα της. Η Ζέτα, όμως, ανέφερε με κάθε λεπτομέρεια στον Αντρέα τα γεγονότα και τον έβαλε να της υποσχεθεί για χιλιοστή φορά ότι οι βλακείες τέρμα. Αλλά εκείνος την τρίτη μέρα δεν κρατήθηκε, έβαλε τη μεταμφίεσή του κι έφυγε απ’ το σπίτι την ώρα που η Ζέτα βρισκόταν στο γραφείο. Έφτασε στο νοσοκομείο και πλησίασε προσεκτικά το δωμάτιο του Μάκη - δεν ήταν κανείς, ουτε η Ρένα ούτε η κόρη του. Άνοιξε την πόρτα και τον βρήκε να κοιμάται σαν αγγελούδι. Χαμογέλασε. Εκείνη τη στιγμή, ο Μάκης άνοιξε λίγο τα μάτια και μέσα από ένα σύννεφο είδε τον Αντρέα να βγάζει την περούκα και να αποκαλύπτεται το πρόσωπό του. "Ισως φαντάστηκε πως ονειρεύεται ακόμα και τον ρώτησε πως είναι εκεί πάνω. Ο Αντρέας τού απάντησε πως δεν πήγε ποτέ. «Δεν πήγες ή δε σε κράτησαν;» αναρωτήθηκε ο Μάκης. Ο Αντρέας χαμογέλασε. «Ε, βέβαια», συμπλήρωσε ο Μάκης ακόμα μισοκοιμισμέ-νος, «σιγά μη σε κρατούσαν! Εσύ θα έκοβες τον Παράδεισο σε οικόπεδα και θα πουλούσες τα φιλέτα στους Γιαπωνέζους». Ο Αντρέας γέλασε. Εκείνη τη στιγμή, ο Μάκης ξύπνησε για τα καλά. «Μη φοβάσαι», πρόλαβε να του πει ο Αντρέας. «Μη μου ξαναπάθεις κάνα έμφραγμα...»


Ο Μέχκης έντρομος ανασηκώθηκε. «Σου είπα, μη φοβάσαι», επανέλαβε ο Αντρέας. «Δεν πέθανα ποτέ». Ο Μάκης άρχισε να γελάει. Ήταν, όμως, το γέλιο τρελού. Δεν είμαστε καλ ά! σκεφτηκε ο Αντρέας. Γλ ίτωσε το έμφραγμα και θα τον στείλ ω στο τρελ άδικο... Πήγε κοντά του και του έπιασε το χέρι. Ο Μάκης έκανε να τραβηχτεί. «Κοίτα, είναι ζεστό», του είπε. «Ζωντανός είμαι». «Τ ι έκανες, βρε απατεώνα;» τον ρώτησε εν πλήρη συνειδήσει ξαφνικά. Ο Αντρέας του εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τι είχε συμβεί. Ο Μάκης είχε μείνει άναυδος. Για άλλα τον είχε ικανά τον Ακάλυπτο, αλλά αυτά ξεπερνουσε κάθε φαντασία.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟ ΜΟ ΕΙΧΑΝ ΠΕΡΑΣΕΙ έξι μήνες. Η Αλίκη, ο Μάκης, η Ρένα και η Μπέτυ είχαν γίνει μύστες του φοβερού μυστικού. Ο Σταμάτης είχε άγνοια, όπως και ο νέος φίλος της Μπέτυς, διότι, παρά την ηλικία της, εκείνη συνέχισε να αντικαθιστά τους άντρες της ζωής της με τον ίδιο ρυθμό. Ο καινούριος ήταν γύρω στα τριάντα, γιατί η Μπέτυ είχε τη θεωρία πως όσο μεγαλώνουμε τόσο χρειαζόμαστε νεότερους εραστές για να μας φρεσκάρουν. Μια φορά τη βδομάδα μαζεύονταν στο σπίτι της χήρας και περνούσαν υπέροχα. Του Αντρέα του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «το φάντασμα». Έλεγαν μεταξύ τους: «Με πήρε τηλέφωνο το φάντασμα», «Το φάντασμα είπε να μαζευτούμε την Τετάρτη», «Στο φάντασμα δεν άρεσε καθόλου το φουστάνι της Αλίκης». Η Τέτα είχε φύγει για σπουδές στην Αμερική. Μιλούσε κι αυτή συχνά με «το φάντασμα» στο τηλέφωνο. Οι ποινικές διώξεις είχαν σταματήσει, τα υπόλοιπα τα κινούσε η Ζέτα υπέροχα. Είχαν αρχίσει και τα ταξιδάκια τους με την καινούρια ταυτότητα - μια ουλή που πρόσθεσε ένας Βραζιλιάνος πλαστικός χειρουργός στο πρόσωπο του Αντρεα είχε κάνει τα πράγματα πιο εύκολα. Το μαλλί, η ουλή και λίγο το μουστακάκι τον είχαν κάνει αγνώριστο. Κυκλοφορούσε στους δρόμους, αλλά η Ζέτα τον κρατούσε μακριά απ’ τη δουλειά και αυτό ήταν το μαράζι του. «Θα πεθάνω. Δεν μπορώ να κάθομαι και να μη δουλευω». Όμως όλοι, όταν έμπαινε αυτό το ζήτημα στις συγκεντρώσεις, ήταν αυστηροί μαζί του. «Μα, η δουλειά κάνει τον άντρα», διαμαρτυρόταν εκείνος.


«Αγάπη μου», του έλεγε η Αλίκη, που τα είχε βρει πια μαζί του, «έχεις μια υπέροχη γυναίκα η οποία τα καταφέρνει θαυμάσια. Σ’ αγαπάει, φροντίζει τις δουλειές... Τ ι πρόβλημα έχεις; Κι αν χρειάζεσαι κάνα πιπίνι...» «Θα του το φέρω εγώ», δήλωνε η Ζέτα. «Άρχοντας είναι, πασάς είναι, αλίμονο να τον αφήσω έτσι». «Βρε, εσυ έχεις θησαυρό!» πρόσθετε ο Μάκης και η Ρένα τον κοιτούσε άγρια. Αλλά μέσα του ο Αντρέας ένιωθε μια δαιμονισμένη, μια φλογισμένη ενέργεια που δεν ήξερε που να την εκτονώσει. Ακόμα και το σεξ στο οποίο τον είχε καταδικάσει η Ζέτα, το σεξ με μία γυναίκα, όσο ωραίο κι αν ήταν, δεν τον γέμιζε. Το μόνο που τον χαροποιούσε ήταν οι επισκέψεις στο λόρδο. Μιλούσαν με τις ώρες σαν παλιοί πολεμιστές. Ο λόρδος του είχε βγάλει πραγματικά το καπέλο. «Είσαι ο διάδοχός μου, Αντρέα», του είπε. «Ο διάδοχός μου. Έκανες το τέλειο κόλπο. Σε συγχαίρω, αγόρι μου». Αυτά τα συγχαρητήρια ήταν που τον γέμιζαν. Είχε αγγίξει την κορυφή της τέχνης των συνδυασμών. Παρακολουθούσε τους πρώην συνεργάτες του -τον Ιγνάτιο που πάλευε με τους δικαστικούς, τον υπουργό που είχε χάσει τη θέση του και κλαψούριζε σαν παιδάκι που το έδειραν- και γελούσε με ικανοποίηση. Αυτοί είχαν βουλιάξει στη μιζέρια, στο φόβο και στους εφιάλτες, ενώ ο Αντρέας ζούσε ήσυχα και ίσως κάποια στιγμή άρχιζε να γράφει τα απομνημονεύματά του, να αφήσει κάτι στις επερχόμενες γενιές. Ναι, αυτό θα έκανε, θα έγραφε. Η Ζέτα τον παρότρυνε και ρίχτηκε με όρεξη στο εγχείρημα.


Πέραοε μία βδομάδα κι είχε κολλήσει στην πρώτη φράση: «Όταν ήμουν νέος». Μετά δεν προχωρούσε το πράγμα. Η Ζέτα, όμως, του έλεγε να συνεχίσει. Θα λυνόταν κάποια στιγμή και τότε το έργο θα κυλούσε ποτάμι. Πιο εύκολ ο είναι να στήσεις μία απάτη, σκεφτόταν, παρά να γράψεις ένα βιβλ ίο. Αλλά κάποιο βράδυ πετάχτηκε στον ύπνο του και άρχισε να γράφει λες και κάποιος καθοδηγούσε το χέρι του: «Όταν ήμουν νέος, δεν ήξερα τι θα γίνω. Η ζωή αποκαλ ύφθηκε μπροστά μου. Έζησα την κάθε μέρα σαν να ήταν μοναδική...» Οι λέξεις έτρεχαν, τα αισθήματα έπεφταν στο χαρτί και ο Αντρέας ένιωθε πως βρήκε το δρόμο του.

Ο Λευτέρης Καπώνης γεννήθηκε στη Γουριά Μεσολογγίου το 1947. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, χωρίς να πάρει το πτυχίο. Απο το 1981 εργάζεται ως σεναριογράφος στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Στα σενάριά του βασίστηκαν τα σίριαλ Δίψα, Τελ ευταίοι Εγγονοί, Άφρικα, Παλ ίρροια, Η αγάπη της γάτας (βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Πάρη Αριστείδη). Επίσης εξέδωσε τα μυθιστορήματα Το φτερούγισμα του γλ άρου, Παλ ίρροια, Τζιβαέρι, Το σημάδι του Έρωτα και Η Βιτρίνα.


ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΠΩΝΗΣ - ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΨΥΧΗ  

"Αγάπη ή ελευθερία; Ιδού το μεγάλο δίλημμα", σκέφτεται ο Μάκης... "Κάν' τη στη ζούλα", απαντάει ο Αντρέας... "Η ζωή είναι καθήκον", σκέφτετ...

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΠΩΝΗΣ - ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΨΥΧΗ  

"Αγάπη ή ελευθερία; Ιδού το μεγάλο δίλημμα", σκέφτεται ο Μάκης... "Κάν' τη στη ζούλα", απαντάει ο Αντρέας... "Η ζωή είναι καθήκον", σκέφτετ...

Advertisement