Page 1

Μεταναστευση: Ο ρΟλΟσ τησ αγΟρασ εργασίασ καί η υπερΜετρη πρΟστασία των κλείστων επαγγελΜατων

Εισαγωγή

Στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, πολλές χώρες, όπως η Ελλάδα, η Ινδία, η Ιρλανδία και άλλες ταχέως αναπτυσσόμενες χώρες, κατάφεραν να αντιστρέψουν το μεταναστευτικό ρεύμα από σημαντική καθαρή εκροή μεταναστών σε εντυπωσιακή καθαρή εισροή παλιννοστούντων και αλλοδαπών μεταναστών, κυρίως λόγω της απελευθερώσεως των οικονομιών τους από τον κρατικό παρεμβατισμό.

ALPHA BANK

Η μετανάστευση είναι το φαινόμενο της μετακινήσεως πληθυσμών από μία χώρα (χώρα καταγωγής) σε άλλη (χώρα υποδοχής) και έχει σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις και για τις δύο χώρες. Στη σύγχρονη εποχή του ενιαίου κόσμου κύριοι λόγοι της μεταναστεύσεως (μονίμου μετεγκαταστάσεως) των ανθρώπων είναι: α) Η αυξημένη κινητικότητα των εργαζομένων μεταξύ χωρών, το άνοιγμα των συνόρων, τόσο των χωρών καταγωγής όσο και των χωρών υποδοχής μεταναστών, και η ταχεία ανάπτυξη των επικοινωνιακών και συγκοινωνιακών μέσων. β) Η ραγδαία αύξηση του πληθυσμού σε πολλές χώρες που έχει οδηγήσει κάποιους πληθυσμούς να ζουν στη χώρα τους σε συνθήκες εξαιρετικής φτώχειας, ενώ σε μεγάλο μέρος του αναπτυγμένου κόσμου αντιμετωπίζουν συνθήκες υπο-γεννητικότητας και γηράνσεως του πληθυσμού και ελλείψεως εργατικού δυναμικού. γ) Οι καταστροφικές επιπτώσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή αντιαναπτυξιακών οικονομικών πολιτικών και η διόγκωση της διαφθοράς που εμποδίζουν την προσέλκυση επενδύσεων και την ανάπτυξη των οικονομιών πολλών αναπτυσσόμενων χωρών. δ) Η εγκαθίδρυση και λειτουργία αυταρχικών καθεστώτων σε πολλές χώρες, οι διώξεις λόγω πολιτικών φρονημάτων ή τοπικών πολέμων και γενοκτονιών, κ.ά. ε) Οι μεγάλες φυσικές καταστροφές που αποστερούν τα άτομα από τους αναγκαίους πόρους για την επιβίωσή τους, όπως, πλημμύρες, σεισμοί, ερημοποίηση, κ.ά. στ) Η ανυπαρξία ορισμένων θέσεων εξειδικευμένης εργασίας, όταν για ορισμένα επαγγέλματα οι θέσεις εργασίας που υπάρχουν σε χώρες χαμηλής αναπτύξεως είναι ελάχιστες, ή χαμηλά αμειβόμενες. Σημειώνεται ότι στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, πολλές χώρες, όπως η Ελλάδα, η Ινδία, η Ιρλανδία και άλλες ταχέως αναπτυσσόμενες χώρες, κατάφεραν να αντιστρέψουν το μεταναστευτικό ρεύμα από σημαντική καθαρή εκροή μεταναστών σε εντυπωσιακή καθαρή εισροή παλιννοστούντων και αλλοδαπών μεταναστών, κυρίως λόγω της απελευθερώσεως των οικονομιών τους από τον κρατικό παρεμβατισμό. Αυτό τους έδωσε τη δυνατότητα να επιτύχουν υψηλούς ρυθμούς οικονομικής αναπτύξεως μέσω της εκμεταλλεύσεως των σημαντικών συγκριτικών τους πλεονεκτημάτων και της προσελκύσεως εγχώριων και ξένων επενδύσεων στην επικράτειά τους για τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Επίσης, η ανάθεση σημαντικών κατηγοριών εργασιών μίας επιχειρήσεως σε άλλες επιχειρήσεις στην εγχώρια ή σε άλλες οικονομίες (outsourcing) έχει αποτελέσει τον καταλύτη αναπτύξεως των χωρών χαμηλού κόστους, όπως η Ινδία και η Κίνα, που κατανόησαν την

50

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


Με την ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών και του διαδικτύου, μεγάλος όγκος εργασιών μπορεί τώρα να προσφερθεί εξ αποστάσεως, δηλαδή από τις χώρες αυξημένης προσφοράς εργατικού δυναμικού.

Οι οικονομικοί μετανάστες στις οργανωμένες χώρες εισέρχονται στη χώρα νομίμως, και πολλές φορές αφού έχουν ήδη εξασφαλίσει κάποια θέση εργασίας στη χώρα υποδοχής.

νέα πραγματικότητα του ενιαίου κόσμου και προσάρμοσαν αναλόγως την αναπτυξιακή δυναμική των οικονομιών τους. Έτσι, η ροή εργαζομένων, και μάλιστα εξειδικευμένων (brain drain), από την Κίνα και την Ινδία προς τις ΗΠΑ και άλλες αναπτυγμένες χώρες έχει τώρα αντιστραφεί. Με την ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών και του διαδικτύου, μεγάλος όγκος εργασιών μπορεί τώρα να προσφερθεί εξ αποστάσεως, δηλαδή από τις χώρες αυξημένης προσφοράς εργατικού δυναμικού. Επίσης, οι ορθολογικά αναπτυσσόμενες χώρες έχουν τη δυνατότητα να προσελκύσουν ξένες επενδύσεις στην εγχώρια οικονομία τους, αντί να εξάγουν εργατικό δυναμικό. Ωστόσο, η μεγάλη διαφορά βιοτικού επιπέδου και συνθηκών διαβιώσεως μεταξύ των χωρών εξακολουθεί να αποτελεί το σημαντικότερο κίνητρο για πολλούς κατοίκους μίας φτωχής χώρας να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να μεταναστεύσουν «για ένα καλύτερο μέλλον» σε άλλη, ευπορότερη χώρα. Αυτό έκαναν οι Έλληνες στη δεκαετία του 1950 και του 1960, αλλά και πολλοί μετανάστες που έφθασαν την Ελλάδα από την Αλβανία, τη Bουλγαρία και άλλες χώρες τα τελευταία 15-20 έτη. Οι οικονομικοί μετανάστες στις οργανωμένες χώρες εισέρχονται στη χώρα νομίμως, και πολλές φορές αφού έχουν ήδη εξασφαλίσει κάποια θέση εργασίας στη χώρα υποδοχής. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, ακόμη και αυτοί εισέρχονται στη χώρα παρανόμως, εκτός των νομίμων πυλών εισόδου, παραμένουν στη χώρα υποδοχής, και ενδεχομένως απασχολούνται, χωρίς άδεια παραμονής και χωρίς άδεια εργασίας. Επίσης, σημαντική κατηγορία μεταναστών είναι οι πρόσφυγες, που κατά κανόνα ζητούν άσυλο από τις Αρχές της χώρας υποδοχής. Τέλος, πολλοί μετανάστες μετακινούνται ώστε να ενωθούν με μέλη της οικογένειάς τους που ήδη ευρίσκονται στη χώρα υποδοχής (οικογενειακή επανένωση). Το φαινόμενο της παράνομης μεταναστεύσεως επιβαρύνει σήμερα δυσανάλογα κάποιες χώρες (και ιδιαιτέρως την Ελλάδα) και προκαλεί μεγάλα προβλήματα σχέσεων του γηγενούς πληθυσμού και των μεταναστών, καθώς και ευρύτερα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Γενικότερα, το φαινόμενο της μεταναστεύσεως ευρίσκεται και πάλι σε έξαρση παγκοσμίως και οφείλεται αφενός στην κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ και το επακόλουθο άνοιγμα των χωρών της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης και της πρώην ΕΣΣΔ στην παγκόσμια κοινωνία και αγορά και, αφετέρου, στην συνεχόμενη ενοποίηση των οικονομιών και των κοινωνιών και την διάδοση των μέσων επικοινωνίας (που έδωσαν τη δυνατότητα σε όλους να γνωρίσουν την ύπαρξη του αναπτυγμένου κόσμου) και των μεταφορικών μέσων παγκοσμίως. ο

Ειδικότερα, η Ελλάδα από τον 19 αιώνα και έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, υπήρξε χώρα εκροής μεταναστών προς την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Αυστραλία. Στην περίοδο 1950 και έως τα μέσα της δεκαετίας του 1970 εκτιμάται ότι μετανάστευσαν περίπου 1,2 εκατ. Έλληνες. Συνολικά, οι Έλληνες που ζούσαν και εργάζονταν στις ανωτέρω χώρες έως τα τέλη της δεκαετίας του 1980 ξεπερνούσαν τα 3,5 εκατ., είχαν μετακινηθεί στις ξένες χώρες διά της νομίμου οδού και διατηρούσαν

ALPHA BANK

51

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


στενούς δεσμούς με την Ελλάδα. Άλλωστε, έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990 τα μεταναστευτικά εμβάσματα αποτελούσαν ένα από τα πιο σημαντικά και αυξανόμενα κονδύλια εισροών εισοδημάτων και κεφαλαίων στους «άδηλους πόρους» του ελληνικού Ισοζυγίου Πληρωμών (βλέπε Διάγραμμα 2).

1982 1983 1984 1985 1986 1987 1988 1989 1990 1991 1992 1993 1994 1995 1996 1997 1998 1999 2000 2001 2002 2003 2004 2005 2006 2007 2008 2009

Διάγραμμα 1. Δημογραφική εξέλιξη του πληθυσμού της ελλάδος

Πηγή: ΕΛ. ΣΤΑΤ., Eurostat

Βέβαια, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 η εισροή μεταναστών στην Ελλάδα (κυρίως παλιννόστηση Ελλήνων) ήταν μεγαλύτερη από την εκροή, ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 η Ελλάδα μετατράπηκε σε χώρα υποδοχής μεγάλου αριθμού μεταναστών. Μετά το 1988 η εισροή αυτή ήταν μεγάλη (Διάγραμμα 1) και η είσοδός τους στη χώρα μαζική και απρογραμμάτιστη.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ο αριθμός των μεταναστών έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό και το εργατικό δυναμικό της χώρας. Οι μετανάστες άρχισαν να συμβάλλουν ουσιαστικά στη λειτουργία και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, κυρίως μέσω της προσφοράς μη καταγεγραμμένου – ανασφάλιστου - σχετικά φθηνού εργατικού δυναμικού σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις και νοικοκυριά και στον αγροτικό τομέα.

ALPHA BANK

Το πρώτο κύμα εισροής μεταναστών ήταν ο επαναπατρισμός σημαντικού αριθμού ομογενών που ζούσαν στη μεταπολεμική περίοδο στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και θέλησαν να επαναπατρισθούν όταν αυτό κατέστη δυνατό (λόγω ανοίγματος των συνόρων αυτών των χωρών), ή αναγκαίο (όταν στις χώρες που ζούσαν δημιουργήθηκε πολιτική αστάθεια και αβεβαιότητα για τις εξελίξεις). Ο πραγματικός δεσμός μεταξύ ενός φυσικού προσώπου και ενός έθνους, η εθνικότητα, αποτελεί τη βάση της διακρίσεως μεταξύ ομογενούς και αλλογενούς. Η ελληνική νομοθεσία με τον ν. 1975/1991 επεφύλαξε ευνοϊκότερη μεταχείριση των ομογενών σε σχέση με τους λοιπούς αλλοδαπούς, διαχωρίζοντας τους αλλοδαπούς σε αλλογενείς και ομογενείς. Ο κύριος όγκος των μεταναστών ακολούθησε από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 έως και τις αρχές της δεκαετίας του 2000 και εισήλθε στην Ελλάδα κυρίως από την Αλβανία, αλλά και από τις άλλες βαλκανικές χώρες. Οι μετανάστες αυτοί, εκτιμώμενοι περίπου στις 800 χιλιάδες, εισήλθαν κατά κανόνα παράνομα και παρέμειναν (χωρίς άδεια παραμονής) και εργάσθηκαν παράνομα (αδήλωτη, ανασφάλιστη εργασία) στην Ελλάδα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ο αριθμός των μεταναστών έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό και το εργατικό δυναμικό της χώρας. Οι μετανάστες άρχισαν να συμβάλλουν ουσιαστικά στη λειτουργία και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, κυρίως μέσω της προσφοράς μη καταγεγραμμένου – ανασφάλιστου - σχετικά φθηνού εργατικού δυναμικού σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις και

52

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


νοικοκυριά και στον αγροτικό τομέα, συμβάλοντας επίσης και στη διόγκωση της παράλληλης οικονομίας στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα αποκτούσαν σταδιακά αυξανόμενη παρουσία στην κοινωνική δομή σε πολλές περιοχές της χώρας, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις θα μπορούσε να προσομοιασθεί με ενσωμάτωση, ενώ σε άλλες με δημιουργία ξεχωριστών ομάδων-εθνοτήτων (οργανωμένων ή ανοργάνωτων). Διάγραμμα 2. εισροές και εκροές μεταναστευτικών εμβασμάτων προς και από την ελλάδα (δισ. ευρώ)

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος

Οι αρχικοί νόμοι για την καταγραφή τη νομιμοποίηση των μεταναστών εισήχθησαν από το 1997 και πλέον, μετά από τρεις διαδοχικές προσπάθειες νομιμοποιήσεως, σήμερα άνω των 750 χιλ. μεταναστών συμμετέχουν νομίμως στην παραγωγική διαδικασία (είναι ενταγμένοι στο εργατικό δυναμικό) και στην κοινωνική ζωή της χώρας. Στο τέλος του 2006, 260 χιλ. μετανάστες ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, ενώ στα τέλη του 2009 θα πρέπει να ξεπερνούσαν τις 300 χιλ. Έτσι, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η Ελλάδα αντιμετωπίζει και σημαντικές εκροές μεταναστευτικών εμβασμάτων που καταγράφονται στο Ισοζύγιο Πληρωμών από το 1998 (Διάγραμμα 2). Τα εμβάσματα είναι εισοδηματικές μεταβιβάσεις που αποστέλλονται στις χώρες καταγωγής των μεταναστών μέσω του τραπεζικού συστήματος. Υπάρχουν προφανώς και άλλες εκροές προς το εξωτερικό και διενεργούνται εκτός του συστήματος, ενώ μεγάλο μέρος των αποταμιεύσεων των μεταναστών παραμένει ή επενδύεται στην Ελλάδα (π.χ., σε κατοικίες). Γενικά, η μεγάλη εισροή μεταναστών που σημειώθηκε στη δεκαετία του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000 είναι σήμερα μία πραγματικότητα. Οι μετανάστες που ήλθαν στην Ελλάδα στην περίοδο αυτή έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: α) Ήταν σχετικά νέοι και ανειδίκευτοι. Το 2001 το 26,4% των αλλοδαπών (200.923 άτομα) ήταν ηλικίας 20-29 ετών και το 23% αυτών (175.259 άτομα) ήταν ηλικίας 30-39 ετών. Οι περισσότεροι ήρθαν για να εργασθούν ως ανειδίκευτοι εργαζόμενοι ή οικιακοί βοηθοί. β) Ήρθαν για να μείνουν. Σύμφωνα με έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ., 2009) σε 56 χιλ. αλλοδαπούς, το 47,9% των αλλοδαπών από τρίτες χώρες δήλωσε ότι σχεδιάζει να παραμείνει μόνιμα στην Ελλάδα, ενώ, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής (ΙΜΕΠΟ, 2007) μόνο το 37% δηλώνει ότι η διαμονή τους στην Ελλάδα έχει προσωρινό χαρακτήρα.

ALPHA BANK

53

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


Το 17,6% των αλλοδαπών νοικοκυριών έχει ιδιόκτητη κατοικία. Επίσης, σύμφωνα με στοιχεία του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Αθήνας, το 2006 άνω των 2.000 Αλβανών έχουν ανοίξει κάποιο κατάστημα, ενώ σε αυτούς προστίθενται πολλοί Κινέζοι που διατηρούν καταστήματα ρούχων και άλλοι αλλοδαποί που διατηρούν εστιατόρια, κ.ά.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά τη δεκαετία του 2000 μεγάλος αριθμός μεταναστών ενσωματώθηκε στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, ανεξαρτήτως του τρόπου εισόδου τους στην Ελλάδα και των μεγάλων ατελειών του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου.

Τέλος, το 48,9% των μεταναστών δήλωσαν ότι σκοπεύουν να καταθέσουν αίτηση για απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας όταν αυτό καταστεί δυνατό. γ) Αποκτούν σταθερές βάσεις στην Ελλάδα. Τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για το 2005/2004, δείχνουν ότι το 17,6% των αλλοδαπών νοικοκυριών έχει ιδιόκτητη κατοικία. Επίσης, σύμφωνα με στοιχεία του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Αθήνας, το 2006 άνω των 2.000 Αλβανών έχουν ανοίξει κάποιο κατάστημα, ενώ σε αυτούς προστίθενται πολλοί Κινέζοι που διατηρούν καταστήματα ρούχων και άλλοι αλλοδαποί που διατηρούν εστιατόρια, κ.ά. δ) Αποτελούν ήδη σημαντικό μέρος της προσφοράς εργασίας στη χώρα μας. Στην περίοδο 2000-2008 η μέση ετήσια αύξηση της απασχολήσεως στην ελληνική οικονομία ανήλθε σε 1,3%, κυρίως εξαιτίας της νομιμοποιήσεως των μεταναστών. ε) Υπάρχουν ήδη μετανάστες δευτέρας και τρίτης γενιάς. Από το 2006 σημειώνεται και πάλι σημαντική φυσική αύξηση του πληθυσμού στην Ελλάδα, αφού οι γεννήσεις παιδιών υπερβαίνουν τους θανάτους. Η ευνοϊκή αυτή εξέλιξη θα πρέπει να οφείλεται και στους μετανάστες που εισήλθαν στην Ελλάδα την περίοδο 1990-2005. Έτσι, στο σχολικό έτος 2008-2009 φοιτούσαν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση περίπου 130 χιλ. αλλοδαποί μαθητές με το ποσοστό των μαθητών από αλλοδαπούς γονείς να έχει αυξηθεί από 3,0% το 1996, σε 6,4% το 2000 και σε άνω του 10% σήμερα. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά τη δεκαετία του 2000 μεγάλος αριθμός μεταναστών ενσωματώθηκε στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, ανεξαρτήτως του τρόπου εισόδου τους στην Ελλάδα και των μεγάλων ατελειών του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου. Η ύπαρξη αυτού του μεγάλου αριθμού μεταναστών (850 – 950 χιλ.) για σχετικά μακροχρόνια περίοδο και η δημιουργία μεταναστών δεύτερης γενιάς με παιδιά μεταναστών που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα και ήδη «μετέχουν της ημετέρας παιδείας», οδήγησαν στη θεσμοθέτηση νέων κανόνων για την ένταξη αυτών των ανθρώπων στην ελληνική κοινωνία. Το θεσμικό πλαίσιο της περιόδου 1997-2005 εκσυγχρονίζεται ουσιαστικά προς αυτή την κατεύθυνση με την εισαγωγή του καθεστώτος των επί μακρόν διαμενόντων μεταναστών το 2005 και ιδιαιτέρως με το νέο νομοθετικό πλαίσιο το 2010. Με το πλαίσιο αυτό, τα παιδιά που γεννώνται στην Ελλάδα και οι επί μακρόν νόμιμοι μετανάστες στη χώρα μπορούν υπό προϋποθέσεις να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια. Αυτή η νέα ριζική θεσμική μεταβολή αναφέρεται στους παλαιούς κυρίως μετανάστες που έχουν ήδη ενσωματωθεί στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, ακόμη και εάν εισήλθαν παράνομα στη χώρα στο παρελθόν. Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πρόβλημα της εξάρσεως του φαινομένου της λαθρομεταναστεύσεως, αφού εξακολουθεί να δέχεται μεγάλη εισροή μεταναστών προερχομένων από όλο τον κόσμο. Οι αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ-27, και ιδιαιτέρως η Ιταλία και η Ισπανία, αντιμετωπίζουν μεν αυξημένες μεταναστευτικές ροές τα τελευταία έτη, αλλά φαίνεται να έχουν θέσει υπό έλεγχο την λαθρομετανάστευση. Στην Ελλάδα η εισροή μεταναστών εξακολουθεί έως σήμερα να είναι μη ελεγχόμενη και, επιπλέον, να είναι εξαιρετικά δύσκολα διαχειρίσημη. Απαιτούνται συνεχώς αυξανόμενοι χρη-

ALPHA BANK

54

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


ματοοικονομικοί πόροι και εξοπλισμός και ιδιαιτέρως σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό για την αποτελεσματική φύλαξη των εκτεταμένων συνόρων της χώρας, για διαχείριση των λαθρομεταναστών που συλλαμβάνονται ή και εκείνων που δεν συλλαμβάνονται, με απαραίτητη προϋπόθεση τη διαφύλαξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διατήρηση της εννόμου τάξεως στον βαθμό που αυτή επηρεάζεται από την εισροή μεταναστών. Το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να ελέγξει την εισροή παράνομων μεταναστών στη χώρα, περιορίζει τη δυνατότητά της να εφαρμόσει μία ενεργή μεταναστευτική πολιτική.

Ενώ υφιστάμεθα το υψηλό κόστος της διαφυλάξεως των συνόρων και της διαχειρίσεως των μεταναστών που εισέρχονται παράνομα στην Ελλάδα, δεν έχουμε καταφέρει να αυξήσουμε, ενδεχομένως, την εισροή οικονομικών μεταναστών διά της νομίμου οδού, παρότι αυτό είναι αναγκαίο για τη χώρα και προβλέπεται από την σχετική νομοθεσία.

Το μέγεθος του μεταναστευτικού ρεύματος στην Ελλάδα

ALPHA BANK

Η περίπτωση της Ελλάδος διαφέρει στο θέμα αυτό από τις άλλες χώρες της ΕΕ-27, λόγω των εκτεταμένων ηπειρωτικών και θαλασσίων συνόρων της που εγείρουν σημαντικές δυσκολίες για τη φύλαξή τους. Επίσης, οι δυνατότητές της για αποτελεσματική διαχείριση των μεταναστευτικών ροών είναι περιορισμένες. Το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να ελέγξει την εισροή παράνομων μεταναστών στη χώρα, περιορίζει τη δυνατότητά της να εφαρμόσει μία ενεργή μεταναστευτική πολιτική. Αντί δηλαδή να ασχολούμαστε με τη διαπίστωση των αναγκών σε εργατικό δυναμικό από το εξωτερικό και με τον σχεδιασμό της πολιτικής που πρέπει να ακολουθεί για να προσελκύσουμε αυτό το δυναμικό, η πολιτική μας εξαντλείται αναγκαστικά στο πως θα περιορίσουμε την παράνομη εισροή μεταναστών και στο πως θα διαχειρισθούμε τα σημαντικά προβλήματα που προκύπτουν από τον μεγάλο αριθμό των μεταναστών που έχουν ήδη έλθει στην Ελλάδα ή εκείνων που έρχονται καθημερινά. Ενώ υφιστάμεθα το υψηλό κόστος της διαφυλάξεως των συνόρων και της διαχειρίσεως των μεταναστών που εισέρχονται παράνομα στην Ελλάδα, δεν έχουμε καταφέρει να αυξήσουμε, ενδεχομένως, την εισροή οικονομικών μεταναστών διά της νομίμου οδού, παρότι αυτό είναι αναγκαίο για τη χώρα και προβλέπεται από την σχετική νομοθεσία. Με βάση τα ανωτέρω, στην παρούσα εργασία θα παρουσιασθούν: α) Οι εκτιμήσεις για το μέγεθος της εισροής μεταναστών στην Ελλάδα και για τα κύρια χαρακτηριστικά των μεταναστών που ήρθαν στη χώρα μας. β) Τα βασικά χαρακτηριστικά της Ελλάδος που την καθιστούν εξαιρετικά ευάλωτη στην λαθρομετανάστευση και στα προβλήματα που προκύπτουν από αυτή. γ) Η εξελικτική πορεία της μεταναστευτικής πολιτικής που υιοθετήθηκε στην Ελλάδα και ο βαθμός αποτελεσματικότητάς της. δ) Η συμβολή των μεταναστών στην οικονομία της χώρας και οι προοπτικές για συνέχιση του μεταναστευτικού ρεύματος προς την Ελλάδα στο μέλλον. ε) Οι δυνατότητες προσαρμογής της μεταναστευτικής πολιτικής της χώρας για μεγιστοποίηση των πλεονεκτημάτων από τη μετανάστευση στην Ελλάδα, ιδιαιτέρως σε συνδυασμό με το πρόβλημα της γηράνσεως του ελληνικού πληθυσμού στις επόμενες δεκαετίες που αναλύεται σε άλλο άρθρο του παρόντος Δελτίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία απογραφής της ΕΛ.ΣΤΑΤ., το 1991 ήταν καταγεγραμμένοι στη χώρα 167 χιλ. αλλοδαποί. Μόλις δέκα έτη αργότερα, στην απογραφή του 2001, ο αριθμός των αλλοδαπών στην Ελλάδα είχε υπερ-τριπλασιασθεί στις 762 χιλ. Τέλος, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat και της ΕΛ.ΣΤΑΤ., οι αλλοδαποί που ζούσαν μόνι-

55

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


μα στην Ελλάδα ανέρχονταν σε περίπου 942 χιλ. άτομα το 2009, εκ των οποίων περί τις 782 χιλ. άτομα προέρχονται από χώρες εκτός ΕΕ-27 (Πίνακας 1). Το 2009 ο αριθμός των αλλοδαπών στην Ελλάδα αποτελούσε το 8,4% του πληθυσμού, έναντι 8,1% το 2008 και 6,95% το 2001 (Απογραφή). Στον Πίνακα 2, παρουσιάζεται η κατανομή των αλλοδαπών στην Ελλάδα ανά υπηκοότητα (Απογραφή 2001). Το 60% ήταν μετανάστες από την Αλβανία. πίνακας 1. αριθμός αλλοδαπών στην ελλάδα Έτος

1951

1961

1971

1981

1991

2001

2009

Αριθμός Αλλοδαπών

30,57

54,74

92,36

180,60

167,28

761,81

942,28

Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ., Eurostat, Εκτιμήσεις ΔΟΑ Alpha Bank για το 2009.

πίνακας 2. αλλοδαποί στην ελλάδα ανά υπηκοότητα, 2001 % Συμμετοχή στον συνολικό πληθυσμό

% Συμμετοχή στο σύνολο των αλλοδαπών

Δηλώνουν ως λόγο εγκαταστάσεως την εύρεση εργασίας (%)

443.550

4,05

60,01

50,33

37.230

0,34

5,04

75,41

Άτομα Αλβανία Βουλγαρία Γεωργία

23.159

0,21

3,13

39,01

Ρουμανία

23.066

0,21

3,12

75,76

Ρωσία

18.219

0,17

2,46

37,99

Ουκρανία

14.149

0,13

1,91

70,61

Πολωνία

13.378

0,12

1,81

58,19

Πακιστάν

11.192

0,10

1,51

90,85

79,01

Σύνολο

583.943

5,33

Σύνολο Αλλοδαπών

739.114

6,74

Σύνολο Πληθυσμού

10.964.020 Πηγή: ΕΣΥΕ

Ο πραγματικός αριθμός των μεταναστών που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα εκτιμάται ότι είναι υψηλότερος από αυτόν που εντοπίζεται στις απογραφές, καθώς μεγάλο μέρος των μη καταγεγραμμένων και ανασφάλιστων μεταναστών δεν είναι εύκολο να εντοπισθούν και δεν συμπεριλαμβάνονται στα επίσημα στοιχεία.

ALPHA BANK

Ωστόσο, ο πραγματικός αριθμός των μεταναστών που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα εκτιμάται ότι είναι υψηλότερος από αυτόν που εντοπίζεται στις απογραφές, καθώς μεγάλο μέρος των μη καταγεγραμμένων και ανασφάλιστων μεταναστών δεν είναι εύκολο να εντοπισθούν και δεν συμπεριλαμβάνονται στα επίσημα στοιχεία. Από μελέτες του Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής, του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) και του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) έχει εκτιμηθεί ότι ο αριθμός των παράνομων μεταναστών (αυτών που δεν έχουν άδεια παραμονής σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία) ανέρχεται σε περίπου 170-210 χιλ. Αυτό οδηγεί στην εκτίμηση ότι το σύνολο των μεταναστών ανέρχεται γύρω στα 1,15 εκατ. άτομα. Μία άλλη προσέγγιση του πραγματικού αριθμού των μεταναστών στην Ελλάδα προκύπτει από τον Πίνακα 3, που δείχνει τη συνολική αύξηση του πληθυσμού της χώρας μας, όπως εκτιμάται από τις απογραφές πληθυσμού που γίνονται κάθε δέκα έτη και τις εκτιμήσεις του πληθυσμού στα ενδιάμεσα έτη, καθώς και τη φυσική εξέλιξη του πληθυσμού (γεννήσεις – θάνατοι). Η αύξηση του πληθυσμού που δεν εξηγείται από τη φυσική εξέλιξη του εγχώριου πληθυσμού, θεωρείται ότι αποτελεί την καθαρή εισροή μεταναστών και την παλιννόστηση Ελλήνων υπηκόων. Με αυτή την μέθοδο η καθαρή εισροή μεταναστών και η παλιννόστηση στην Ελλάδα ήταν 983,9 χιλ. άτομα στην περίοδο 1983-2001 και 1,29 εκατ. άτομα στην περίοδο

56

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


1983-2009. Εάν αφαιρεθούν οι παλιννοστούντες από τον αριθμό αυτό, μπορεί να οδηγηθούμε και πάλι σε εκτίμηση του αριθμού των μεταναστών στην Ελλάδα που δεν θα αποκλίνει σημαντικά από το 1,15 εκατ. άτομα (10,2% του πληθυσμού). πίνακας 3. Φυσική αύξηση του ελληνικού πληθυσμού και εισροή μεταναστών

1983

Πληθυσμός

Πραγματική Αύξηση Πληθυσμού

Γεννήσεις

Θάνατοι

Φυσική Αύξηση του Πληθυσμού

Εισροή Mεταναστών

9.821.100

60.900

132.608

90.586

42.022

18.878

1984

9.872.100

51.000

125.724

88.397

37.327

13.673

1985

9.919.500

47.400

116.481

92.886

23.595

23.805

1986

9.949.100

29.600

112.810

91.783

21.027

8.573

1987

9.985.326

36.226

106.392

95.656

10.736

25.490

1988

10.015.863

30.537

107.505

92.407

15.098

15.439

1989

10.058.103

42.240

101.657

92.720

8.937

33.303

1990

10.120.892

62.789

102.229

94.152

8.077

54.712

1991

10.192.911

72.019

102.620

95.498

7.122

64.897

1992

10.319.672

126.761

104.081

98.231

5.850

120.911

1993

10.420.059

100.387

101.799

97.419

4.380

96.007

1994

10.510.996

90.937

103.763

97.807

5.956

84.981

1995

10.595.074

84.078

101.495

100.158

1.337

82.741

1996

10.673.696

78.622

100.718

100.740

-22

78.644

1997

10.744.649

70.953

102.038

99.738

2.300

68.653

1998

10.808.358

63.709

100.894

102.668

-1.774

65.483

1999

10.861.402

53.044

100.643

103.304

-2.661

55.705

2000

10.903.757

42.355

103.274

105.170

-1.896

44.251

2001

10.931.206

27.449

102.282

102.559

-277

27.726

2002

10.968.708

37.502

103.569

103.915

-346

37.848

2003

11.006.377

37.669

104.420

105.529

-1.109

38.778

2004

11.040.650

34.273

104.500

105.200

-700

34.973

2005

11.082.700

42.050

104.600

105.100

-500

42.550

2006

11.125.179

46.561

112.042

105.476

6.566

39.995

2007

11.171.740

42.045

111.926

109.895

2.031

40.014

2008

11.213.785

46.617

118.302

107.979

10.323

36.294

2009

11.260.402

45.781

120.654

110.770

9.884

35.897

213.283

1.290.221

Σύνολο

1.503.504 Πηγή: ΕΛ.ΣTAT., Εurostat

Αυξημένη μεταναστευτική ροή αντιμετώπισαν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, με συνέπεια σήμερα να υπάρχει σημαντικός αριθμός και έντονη δραστηριοποίηση μεταναστών σε διάφορες εργασίες στις οικονομίες όλων των ευρωπαϊκών χωρών.

ALPHA BANK

Σημειώνεται ότι αυξημένη μεταναστευτική ροή αντιμετώπισαν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, με συνέπεια σήμερα να υπάρχει σημαντικός αριθμός και έντονη δραστηριοποίηση μεταναστών σε διάφορες εργασίες στις οικονομίες όλων των ευρωπαϊκών χωρών. Η συμμετοχή των μεταναστών στον πληθυσμό των χωρών της ΕΕ-27 παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 3. Ειδικότερα, το 2008 υπήρχαν στην ΕΕ-27 19,4 εκατ. μετανάστες από τρίτες χώρες. Οι μετανάστες αποτελούσαν το 8,1% του συνολικού πληθυσμού στην Ελλάδα, έναντι του 21,1% στην Ελβετία, 15,9% στην Κύπρο, 11,6% στην Ισπανία, 8,8% στη Γερμανία, 6,6% στο Ηνωμένο Βασίλειο, 5,8% στην Ιταλία και 6,2% στην ΕΕ-27. Η μεταναστευτική εισροή στην Ελλάδα ήταν ιδιαιτέρως υψηλή σε σχέση με το μέγεθος της χώρας, αλλά και με τις δυνατότητες της οικονομίας της.

57

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


Η Ελλάδα επιβαρύνεται δυσανάλογα τα τελευταία έτη σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ-27 καθώς πολύ μεγαλύτερο μέρος των εισροών μεταναστών στην επικράτειά της αποτελεί μη ελεγχόμενη λαθρομετανάστευση.

Το σπουδαιότερο, ωστόσο, είναι ότι επιπλέον, η Ελλάδα επιβαρύνεται δυσανάλογα τα τελευταία έτη σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ-27 καθώς πολύ μεγαλύτερο μέρος των εισροών μεταναστών στην επικράτειά της αποτελεί μη ελεγχόμενη λαθρομετανάστευση. Διάγραμμα 3. ποσοστό αλλοδαπών ως προς τον συνολικό πληθυσμό, 2008

Πηγή: Eurostat

Προβλήματα από την μη ελεγχόμενη μεταναστευτική εισροή

Το φαινόμενο της εισόδου παράνομων μεταναστών, τόσο διά της θαλασσίας οδού όσο και από τα βόρεια σύνορα της Ελλάδος, έχει λάβει πολύ μεγάλες διαστάσεις.

ALPHA BANK

Η Ελλάδα έχει εκτεταμένα θαλάσσια και χερσαία σύνορα με χώρες προελεύσεως ή διελεύσεως μεταναστών, δηλαδή με χώρες που έχουν σαφώς χαμηλότερο επίπεδο διαβιώσεως από την Ελλάδα, όπως η Αλβανία, ή αποτελούν κέντρα διελεύσεως μεταναστών από το Αφγανιστάν, το Ιράκ, το Πακιστάν, τη Βόρεια Αφρική, κ.ά., όπως η Τουρκία. Τα σύνορα αυτά ανέρχονται συνολικά σε 1.248 χλμ. εκ των οποίων 997 χλμ. στην ξηρά. Τα σύνορα στην ξηρά είναι σε αρκετά σημεία δασώδη και δύσβατα, τα διασχίζουν ποταμοί και λίμνες και διευκολύνουν την παράνομη διέλευση μεταναστών. Υπάρχουν, επομένως, αντικειμενικές δυσκολίες αποτελεσματικής επιτηρήσεως των χερσαίων συνόρων για την αποτροπή της παράνομης εισόδου μεταναστών. Έτσι, το φαινόμενο της εισόδου παράνομων μεταναστών, τόσο διά της θαλασσίας οδού όσο και από τα βόρεια σύνορα της Ελλάδος, έχει λάβει πολύ μεγάλες διαστάσεις. Οι συλλήψεις αλλοδαπών για παράνομη είσοδο και παραμονή στη χώρα, ανήλθαν σε 106,7 χιλ. το 2008, από 112,4 χιλ. το 2007 (εκ των οποίων οι 71,2 χιλ. Αλβανοί), 91,8 χιλ. το 2006, 45,0 χιλ. το 2004 και 219,6 χιλ. το 2001 (174 χιλ. Αλβανοί). Επίσης, το 2009 συνελήφθησαν από τις εγχώριες αστυνομικές και λιμενικές αρχές 1.716 διακινητές λαθρομεταναστών, έναντι 1.225 το 2007 και 911 το 2006. Σύμφωνα δε με στοιχεία της ΕΕ, το 75% των συλλήψεων παράνομων μεταναστών στην Ευρώπη πραγματοποιείται στην Ελλάδα.

58

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


Η Τουρκία μη δυνάμενη, προφανώς, να αποτρέψει την είσοδο των μεταναστών από τις χώρες της Ασίας στο έδαφός της, δεν φαίνεται να επιδιώκει και την αποτροπή της εξόδου τους προς την Ελλάδα.

Ειδικότερα, η Τουρκία μη δυνάμενη, προφανώς, να αποτρέψει την είσοδο των μεταναστών από τις χώρες της Ασίας στο έδαφός της, δεν φαίνεται να επιδιώκει και την αποτροπή της εξόδου τους προς την Ελλάδα. Δεδομένου δε ότι οι άλλες πύλες εισόδου λαθρομεταναστών στην Ευρώπη μέσω της Ιταλίας και της Ισπανίας έχουν ουσιαστικά κλείσει, λόγω κυρίως της αποτελεσματικής συμφωνίας και συνεργασίας αυτών των χωρών με τη Λιβύη, η είσοδος από την Τουρκία έχει καταστεί σχεδόν μοναδική πύλη εισόδου στην ΕΕ, μέσω της Ελλάδος. Μάλιστα, πολλοί μετανάστες που εισέρχονται στην ελληνική επικράτεια από την Τουρκία, θεωρούν την Ελλάδα ως τόπο διελεύσεώς τους για να μετακινηθούν στη συνέχεια σε άλλη χώρα της ΕΕ-27. Αυτό, όμως, δεν γίνεται διότι είτε συλλαμβάνονται πριν διαβούν τα ελληνικά σύνορα ή οι χώρες προορισμού μετά την Ελλάδα χρησιμοποιούν τη συνθήκη του Δουβλίνου ΙΙ για να αποστείλουν πίσω τους μετανάστες στην Ελλάδα.

Η Ελλάδα υφίσταται το μεγάλο κόστος της διαχειρίσεως των λαθρομεταναστών, χωρίς ουσιαστικά οφέλη για την οικονομία της. Η προσπάθεια των Αρχών να αποστείλουν τους μετανάστες πίσω στην Τουρκία (από όπου ήρθαν) έχει αποτύχει έως σήμερα καθώς η Τουρκία δεν τηρεί τις συμφωνίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι, από τις 80.000 αιτήσεις επανεισδοχής που είχαν γίνει έως το τέλος του 2009, η Τουρκία είχε κάνει δεκτές μόνο 2.000.

Έτσι, η Ελλάδα υφίσταται το μεγάλο κόστος της διαχειρίσεως των λαθρομεταναστών, χωρίς ουσιαστικά οφέλη για την οικονομία της. Η προσπάθεια των Αρχών να αποστείλουν τους μετανάστες πίσω στην Τουρκία (από όπου ήρθαν) έχει αποτύχει έως σήμερα καθώς η Τουρκία δεν τηρεί τις συμφωνίες τις οποίες έχει υπογράψει για επανεισδοχή των μεταναστών που προέρχονται από το έδαφός της. Είναι χαρακτηριστικό ότι, από τις 80.000 αιτήσεις επανεισδοχής που είχαν γίνει έως το τέλος του 2009, η Τουρκία είχε κάνει δεκτές μόνο 2.000. Επιπλέον, οι ελληνικές Αρχές έχουν προσπαθήσει να καταστήσουν τη φύλαξη των ελληνικών συνόρων υπόθεση όχι μόνο της Ελλάδος αλλά και της ΕΕ-27. Για τον σκοπό αυτό, η ΕΕ-27 έχει δημιουργήσει το Κεφάλαιο Προστασίας των Εξωτερικών Συνόρων της ΕΕ, από το οποίο η Ελλάδα δικαιούται να λάβει € 147,8 εκατ. στην περίοδο 2007-2013. Ωστόσο, το θέμα για την Ελλάδα δεν έχει λυθεί. Η Ελλάδα συνεργάζεται για τη φύλαξη των συνόρων της με τον ευρωπαϊκό οργανισμό FRONTEX. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτού του Οργανισμού, το 2008 στα θαλάσσια σύνορά μας με την Τουρκία εντοπίσθηκαν 29,1 χιλ. λαθρομετανάστες, που ήταν διπλάσιοι από το 2007, ενώ στα ελληνοτουρκικά χερσαία σύνορα εντοπίσθηκαν 14,5 χιλ. μετανάστες. Τέλος, στα ελληνοαλβανικά σύνορα εντοπίσθηκαν 38,6 χιλ. μετανάστες. Οι μετανάστες από την Αλβανία επαναπατρίζονται σχετικά γρήγορα, πολλές φορές όμως για να επιστρέψουν στην Ελλάδα λίγο αργότερα. Ο επαναπατρισμός των μεταναστών από την Τουρκία είναι ουσιαστικά αδύνατος, όπως προαναφέρθηκε. Επομένως, το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Ελλάδα εξακολουθεί να είναι έως σήμερα μη ελεγχόμενο. Ο διαρκώς αυξανόμενος αριθμός λαθρομεταναστών σημαίνει ότι το ελληνικό κράτος αντιμετωπίζει σήμερα εντονότερα από ό,τι στο παρελθόν τις ακόλουθες προκλήσεις: α) Της διαθέσεως σημαντικών πόρων και ανθρωπίνου δυναμικού για την αποτελεσματικότερη δυνατή διαφύλαξη των συνόρων. Ειδικότερα, για την προστασία των θαλάσσιων συνόρων το 2003 απασχολούνταν από το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας 6.200 άτομα, με 200 πλοιάρια. Επιπλέον, χρησιμοποιούνται οχήματα ξηράς και αεροπλάνα, ενώ για τη φύλαξη των συνόρων διατηρούνται 58 συνοριακοί σταθμοί και απασχο-

ALPHA BANK

59

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


λούνται χιλιάδες αστυνομικοί και οχήματα1. Επιπλέον, πρόσφατα δημιουργήθηκαν 6 νέα Τμήματα Διώξεως Λαθρομεταναστεύσεως και 200 νέες θέσεις συνοροφυλάκων. Ωστόσο, η αναχαίτιση της λαθρομεταναστεύσεως αποδεικνύεται εξαιτετικά δύσκολη.

Στη σημερινή πραγματικότητα, παρά το μεγάλο κόστος της οργανωτικής δομής και του ανθρωπίνου δυναμικού που απασχολείται για την αντιμετώπιση του φαινομένου της λαθρομεταναστεύσεως στην Ελλάδα, το πρόβλημα της ανεξέλεγκτης (παράνομης) εισροής μεταναστών και της παράνομης παραμονής τους στη χώρα για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν φαίνεται να επιλύεται.

β) Της διαχειρίσεως του μεγάλου αριθμού των λαθρομεταναστών και επαναπατρισμού τους στη χώρα προελεύσεως, ή διελεύσεώς τους, ή νομιμοποιήσεώς τους και παραμονής τους στην Ελλάδα. Ιδρύθηκαν τρία νέα Κέντρα Υποδοχής και Φιλοξενίας Λαθρομεταναστών, ενώ σχεδιάζεται η ίδρυση άλλων και απαιτείται η αναβάθμιση των ήδη υπαρχόντων Κέντρων, σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Οι δαπάνες διατροφής, συντηρήσεως και περιθάλψεως των φιλοξενούμενων στα κέντρα αυτά ανήλθαν σε € 3,2 εκατ. το 2008, από € 1,34 εκατ. το 2007, αλλά δεν είναι επαρκείς όταν αναφερόμαστε σε συλλήψεις άνω των 120 χιλ. λαθρομεταναστών ετησίως. γ) Της υποχρεώσεως της Ελλάδας να είναι σε θέση να διαχειρίζεται κανοποιητικά τους μετανάστες και να διαφυλάσσει τα ανθρώπινα δικαιώματα που απαιτεί, προφανώς, πολύ υψηλότερους πόρους και ανθρώπινο δυναμικό από αυτούς που έχουν διατεθεί έως σήμερα. Επίσης, αυξάνονται οι απαιτήσεις για τη διαφύλαξη της έννομης τάξεως στη χώρα, καθώς η είσοδος των μεταναστών διευκολύνει και την είσοδο ατόμων που δραστηριοποιούνται στην παρανομία. Γενικά, στη σημερινή πραγματικότητα, παρά το μεγάλο κόστος της οργανωτικής δομής και του ανθρωπίνου δυναμικού που απασχολείται για την αντιμετώπιση του φαινομένου της λαθρομεταναστεύσεως στην Ελλάδα, το πρόβλημα της ανεξέλεγκτης (παράνομης) εισροής μεταναστών και της παράνομης παραμονής τους στη χώρα για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν φαίνεται να επιλύεται. Χωρίς δε τον αποτελεσματικό έλεγχο των μεταναστών που εισέρχονται στη χώρα, η Ελλάδα δεν μπορεί να διαμορφώσει μία αποτελεσματική μεταναστευτική πολιτική προς όφελος της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Όσον αφορά το θεσμικό και οργανωτικό πλαίσιο για τη μετανάστευση στην Ελλάδα, αυτό εξακολουθεί να επιδιώκει έως σήμερα την επίλυση ήδη σωρευμένων προβλημάτων (π.χ., από τη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού παράνομων μεταναστών στη χώρα), παρά την εξασφάλιση συνθηκών για την αποτροπή αυτών των προβλημάτων. Η επόμενη ενότητα εστιάζει στην παρουσίαση των βασικών χαρακτηριστικών αυτού του θεσμικού πλαισίου.

Η δημιουργία του ισχύοντος θεσμικού και οργανωτικού πλαισίου

Χώρες όπως η Ιταλία και η Γερμανία αντέδρασαν γρηγορότερα στη μεταναστευτική ροή, ψηφίζοντας τους αναγκαίους νόμους για την αντιμετώπιση των συνεπειών της, περιφρουρώντας αποτελεσματικά τα επίσης εκτεταμένα σύνορά τους, με εγχώριες κατασταλτικές δυνάμεις και με κατάλληλες συμφωνίες με τις χώρες προελεύσεως των μεταναστών. Αντίθετα, η είσοδος των μεταναστών στην ελληνική επικράτεια δεν έγινε δυνατό να ελεγχθεί, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και δεν συνοδεύθηκε εγκαίρως από σοβαρές νομοθετικές και οργανωτικές ρυθμίσεις για την 1. C. Kanellopoulos, M. Gregou, A. Petralias (2005), “Illegally resident third country nationals in Greece: State approaches towards them, their profile and social situation”, ΚΕΠΕ.

ALPHA BANK

60

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


Η είσοδος των μεταναστών στην ελληνική επικράτεια δεν έγινε δυνατό να ελεγχθεί και δεν συνοδεύθηκε εγκαίρως από σοβαρές νομοθετικές και οργανωτικές ρυθμίσεις για την ένταξη των μεταναστών στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Ειδικότερα, οι προσπάθειες η μεταναστευτική ροή προς την Ελλάδα να είναι νόμιμη και όχι παράνομη, με προσέλκυση μεταναστών αναγκαίων για την ενίσχυση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας, δεν καρποφόρησαν.

Το 1998 δόθηκαν άδειες προσωρινής παραμονής σε 371.641 μετανάστες.

ένταξη των μεταναστών στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Ειδικότερα, οι προσπάθειες η μεταναστευτική ροή προς την Ελλάδα να είναι νόμιμη και όχι παράνομη, με προσέλκυση μεταναστών αναγκαίων για την ενίσχυση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας, δεν καρποφόρησαν. Αυτό συνέβη κυρίως για δύο λόγους: α) Λόγω της επιβολής εκτεταμένων διαδικασιών και γραφειοκρατικών εμποδίων στην νόμιμη είσοδο μεταναστών στη χώρα. β) Λόγω της αρτηριοσκληρωτικής λειτουργίας της εγχώριας επίσημης αγοράς εργασίας και των κλειστών επαγγελμάτων που οδηγούσαν στην απασχόληση μόνο παράνομων-μη καταγεγραμμένωνανασφάλιστων μεταναστών. Η θεσμική αντιμετώπιση του μεταναστευτικού ρεύματος στην Ελλάδα πέρασε από διάφορα στάδια, τα σπουδαιότερα από τα οποία είναι συνοπτικά τα ακόλουθα: Αρχικώς, ο νόμος 1975/1991, όπως συμπληρώθηκε με τους ν. 2452/1996 και 2713/1999, κινήθηκε κυρίως σε μία αποτρεπτική, αμυντική και κατασταλτική λογική, χωρίς να αποτρέπει τις πολύπλοκες συνέπειες του φαινομένου της μεταναστεύσεως και, πολύ περισσότερο, να αποτελεί τον πυλώνα μίας μακροπρόθεσμης μεταναστευτικής πολιτικής. Ο ν. 1975/1991 δεν συμπεριελάμβανε διατάξεις για νομιμοποίηση μεταναστών που είχαν ήδη εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα. Έως τότε, οι αλλοδαποί εργάτες θα έπρεπε να υπογράφουν συμβάσεις εργασίας με εγχώριες επιχειρήσεις στην Ελλάδα ενώ ευρίσκονταν ακόμη στη χώρα τους προκειμένου να εισέλθουν νόμιμα στην Ελλάδα. Οι μετανάστες, όμως, εισήλθαν μαζικά, σε μεγάλο βαθμό παράνομα. Στη συνέχεια, τα ΠΔ 358/1997 και 359/1997 (που εκδόθηκαν βάσει του ν. 2434/1996) προώθησαν την πρώτη καταγραφή και νομιμοποίηση των μεταναστών με έκδοση άδειας παραμονής σε 200 χιλ. περίπου από τους 600 χιλ. μετανάστες που είχαν εισέλθει παρανόμως στη χώρα έως τότε. Αυτά τα ΠΔ προέβλεπαν συγκεκριμένες διαδικασίες αρχικώς για την έκδοση «λευκής κάρτας» στον μετανάστη (από τα κατά τόπους γραφεία του ΟΑΕΔ) για να μπορεί να εργασθεί νόμιμα και στη συνέχεια «πράσινης κάρτας» (άδεια περιορισμένης διάρκειας 1-3 ετών) με την προσκόμιση ενός ελαχίστου αριθμού ενσήμων (40 ημέρες ασφαλισμένης εργασίας). Οι αλλοδαποί που θα παρέλειπαν να καταθέσουν αίτηση (με τα αναγκαία στοιχεία) για την έκδοση της λευκής κάρτας έως την 31.3.1998 θα απελαύνονταν από την Ελλάδα. Η υλοποίηση αυτών των διατάξεων εντός της προθεσμίας που είχε δοθεί ήταν ανέφικτη, λαμβάνοντας υπόψη και την ανεπάρκεια των αρμοδίων δημοσίων υπηρεσιών. Έτσι, δόθηκαν σημαντικές παρατάσεις και το 1998 δόθηκαν άδειες προσωρινής παραμονής σε 371.641 μετανάστες. Στη συνέχεια, το 1999, εφαρμόσθηκαν μέτρα μαζικών ελέγχων νομιμότητας των μεταναστών με στόχο τη συγκράτηση και τον έλεγχο του μεταναστευτικού ρεύματος. Δεν δόθηκε, όμως, ουσιαστική λύση στο πρόβλημα των άναρχων μεταναστευτικών ροών, ούτε έγινε δυνατή η διαμόρφωση και υλοποίηση κάποιας ουσιαστικής και υλοποιήσιμης μεταναστευτικής πολιτικής. Μία αποτελεσματική μεταναστευτική πολιτική επιχειρήθηκε με τον ν. 2910/2001, ο οποίος προσπάθησε να προσδιορίσει (και πάλι με σχετικά αυστηρό τρόπο) το καθεστώς νόμιμης εισόδου και παραμονής των μεταναστών στην Ελλάδα (για εργασία ή σπουδές), καθώς και το καθεστώς

ALPHA BANK

61

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


Ο ν. 2910/2001 προσπάθησε να προσδιορίσει (και πάλι με σχετικά αυστηρό τρόπο) το καθεστώς νόμιμης εισόδου και παραμονής των μεταναστών στην Ελλάδα (για εργασία ή σπουδές), καθώς και το καθεστώς απελάσεως των παράνομων μεταναστών, με σκοπό να σταματήσει η λαθρομετανάστευση.

Το 2001 έγιναν 367.860 αιτήσεις για έκδοση ή ανανέωση των αδειών παραμονής, αλλά μόλις 217.000 εξ αυτών εκπλήρωναν τα κριτήρια που είχαν τεθεί.

Έως το 2004, η διαδικασία χορηγήσεως άδειας παραμονής για λόγους σπουδών, που αποτελεί τον βασικό μηχανισμό προσελκύσεως στελεχών υψηλού επιπέδου στις ΗΠΑ και σε άλλες αναπτυγμένες χώρες, ήταν ουσιαστικά απαγορευμένη στην Ελλάδα λόγω κυρίως του αναχρονιστικού τρόπου λειτουργίας των ελληνικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως.

ALPHA BANK

απελάσεως των παράνομων μεταναστών από την Ελλάδα, με σκοπό να σταματήσει η λαθρομετανάστευση. Προέβλεπε την ενδυνάμωση των συνοριακών ελέγχων και επέβαλε αυστηρότερα πρόστιμα σε εκείνους που μεταφέρουν, προσλαμβάνουν ή στεγάζουν παράνομους μετανάστες. Η προσπάθεια εφαρμογής του νόμου συνοδεύθηκε με μεγάλο αριθμό συλλήψεων παράνομων μεταναστών το 2001 που έφθασαν τις 220 χιλ. (174 χιλ. Αλβανοί). Το 2001 έγιναν 367.860 αιτήσεις για έκδοση ή ανανέωση των αδειών παραμονής, αλλά μόλις 217.000 εξ αυτών εκπλήρωναν τα κριτήρια που είχαν τεθεί. Ωστόσο, η πολιτική αυτή δεν έδωσε και πάλι λύση, αφού η διαδικασία νομιμοποιήσεως που προέβλεπε ήταν άκρως γραφειοκρατική, χωρίς οι κρατικές υπηρεσίες να έχουν τη δυνατότητα να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις για την εξυπηρέτηση των ενδιαφερομένων. Επίσης, δεν συνέβαλε στον έλεγχο του παράνομου μεταναστευτικού ρεύματος προς την χώρα. Στη συνέχεια, ψηφίσθηκε ο ν. 3274/2004 που προέβλεπε με μεγαλύτερη σαφήνεια τη χορήγηση άδειας παραμονής στην Ελλάδα για λόγους σπουδών. Έως το 2004, η διαδικασία χορηγήσεως άδειας παραμονής για λόγους σπουδών, που αποτελεί τον βασικό μηχανισμό προσελκύσεως στελεχών υψηλού επιπέδου στις ΗΠΑ και σε άλλες αναπτυγμένες χώρες, ήταν ουσιαστικά απαγορευμένη στην Ελλάδα λόγω κυρίως του αναχρονιστικού τρόπου λειτουργίας των ελληνικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως. Επίσης, ο νόμος αυτός ρυθμίζει θέματα ανανεώσεως της άδειας παραμονής των μεταναστών στην Ελλάδα, σε συνάρτηση με το εργασιακό τους καθεστώς, καθώς και θέματα οικογενειακής συνενώσεως των μεταναστών. Εισάγει, τέλος, ρυθμίσεις για το καθεστώς των τέκνων των μεταναστών. Ωστόσο, τα θέματα αυτά αντιμετωπίσθηκαν πιο ολοκληρωμένα με τον ν. 3386/2005. Ο νόμος ν. 3386/2005 ενσωματώνει στην εθνική νομοθεσία τις Οδηγίες 2003/86/ΕΚ (σχετικά με το δικαίωμα της οικογενειακής επανενώσεως) και 2003/109/ΕΚ (σχετικά με το καθεστώς των επί μακρόν διαμενόντων). Ο νόμος περιελάμβανε ένα νέο πρόγραμμα νομιμοποιήσεως των παράνομα διαμενόντων αλλοδαπών, ρυθμίζει εκ νέου τα θέματα εισόδου και διαμονής και κοινωνικής εντάξεως στη χώρα των υπηκόων τρίτων χωρών. Ειδικότερα, επιδιώκει την ορθολογική οργάνωση των αδειών παραμονής και εργασίας των αλλοδαπών. Η άδεια παραμονής και εργασίας θεσπίζονται σε ένα μόνο έγγραφο: άδεια διαμονής (π.χ. για παροχή εξαρτημένης εργασίας, για άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας, για επενδυτική δραστηριότητα, για σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, κ.λπ.). Επίσης, προβλέπεται η χορήγηση άδειας διαμονής σε οικονομικά ανεξάρτητα άτομα και τις οικογένειές τους που επιθυμούν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Η εξέταση της αιτήσεως για την απόκτηση άδειας διαμονής γίνεται από την Υπηρεσία Αλλοδαπών της κάθε Περιφέρειας της χώρας και ο αλλοδαπός παραπέμπεται για συνέντευξη στην Επιτροπή Μετανάστευσης που εδρεύει σε κάθε νομό. Παραμένει το παράβολο των € 150 για την έκδοση άδειας διαμονής ενός έτους, € 300 για άδεια δύο ετών, € 450 για άδεια τριών ετών και € 900 για άδειες αόριστης διάρκειας στους επί μακρόν διαμένοντες μετανάστες. Επίσης, ο ν. 3386/2005 προσπαθεί να εξορθολογήσει τη διαδικασία μετα-

62

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


Ο ν. 3386/2005 προσπαθεί να εξορθολογήσει τη διαδικασία μετακλήσεως αλλοδαπών εργαζομένων από το εξωτερικό στην Ελλάδα για λόγους εργασίας. Η νέα αυτή διαδικασία στηρίζεται (όπως και η προηγούμενη) στην εκπόνηση ετήσιας εκθέσεως σχετικά με τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς εργασίας ανά τομέα. Ωστόσο, το σύστημα μετακλήσεως εργατών με τις ανωτέρω χρονοβόρες και σχετικά περίπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες δεν είχε επιτυχία και δεν συνέβαλε ουσιαστικά στην αναμόρφωση του πλαισίου είσοδου των μεταναστών στην Ελλάδα.

κλήσεως αλλοδαπών εργαζομένων από το εξωτερικό στην Ελλάδα για λόγους εργασίας. Η νέα αυτή διαδικασία στηρίζεται (όπως και η προηγούμενη) στην εκπόνηση ετήσιας εκθέσεως σχετικά με τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς εργασίας ανά τομέα. Με βάση αυτή την έκθεση καθορίζεται «ο ανώτατος αριθμός αδειών διαμονής για εργασία που χορηγούνται κάθε έτος σε υπηκόους τρίτων χωρών, ανά νομό, ιθαγένεια, είδος και διάρκεια απασχολήσεως, κ.ά.». Η διαδικασία αυτή αποδείχθηκε χρήσιμη και αξιοποιήθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιαιτέρως για την κάλυψη των αναγκών σε αλλοδαπούς εργάτες για εποχική απασχόληση από αγροτικές –κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις με χρήση και των υπαρχουσών διακρατικών συμφωνιών με την Αλβανία και τη Βουλγαρία. Για παράδειγμα, οι αιτήσεις για εποχική απασχόληση αλλοδαπών στην περιφέρεια της Κεντρικής Μακεδονίας το 2008 έφθασαν τις 23.000. Γενικότερα, όμως, το σύστημα μετακλήσεως εργατών με τις ανωτέρω χρονοβόρες και σχετικά περίπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες δεν είχε επιτυχία και δεν συνέβαλε ουσιαστικά στην αναμόρφωση του πλαισίου εισόδου των μεταναστών στην Ελλάδα.

Μία από τις βασικές καινοτομίες του ν. 3386/2005 είναι το άρθρο 67 που ορίζει ότι κάθε αλλοδαπός ενήλικος που διαμένει νόμιμα στην Ελλάδα τα τελευταία πέντε έτη μπορεί να αποκτήσει την ιδιότητα του επί μακρόν διαμένοντος με την οποία διασφαλίζει σειρά δικαιωμάτων.

Μία από τις βασικές καινοτομίες του ν. 3386/2005 είναι το άρθρο 67 που ορίζει ότι κάθε αλλοδαπός ενήλικος που διαμένει νόμιμα στην Ελλάδα τα τελευταία πέντε έτη μπορεί να αποκτήσει την ιδιότητα του επί μακρόν διαμένοντος με την οποία διασφαλίζει σειρά δικαιωμάτων (Οδηγία 2003/109/ΕΚ/25.11.2003). Για να γίνει αυτό όμως απαιτείται, εκτός των άλλων, ο ενδιαφερόμενος να μπορεί να αποδείξει ότι έχει επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας και γνώση στοιχείων της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού πολιτισμού. Σε κάθε περίπτωση, οι υπήκοοι τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα ασφαλίζονται στους οικείους ασφαλιστικούς Οργανισμούς και έχουν ίδια ασφαλιστικά δικαιώματα με τους ημεδαπούς. Επίσης, οι αλλοδαποί απολαμβάνουν της ίδιας κοινωνικής προστασίας με τους εγχώριους κατοίκους, ενώ τα τέκνα τους γίνονται δεκτά στα δημόσια σχολεία και υπάγονται στην υποχρεωτική σχολική φοίτηση, όπως και οι ημεδαποί. Τέλος, στους λαθρομετανάστες προβλέπονται αυστηρότερες ποινές από ό,τι στο παρελθόν με φυλάκιση έως τρεις μήνες και χρηματικό πρόστιμο € 1.500.

Η πιο πρόσφατη εξέλιξη της νομοθεσίας για τη μετανάστευση στην Ελλάδα ήταν ο ν. 3838/2010 με τον οποίο επιταχύνεται η ουσιαστική ένταξη μεγάλου μέρους των μακροχρονίως διαμενόντων στην Ελλάδα μεταναστών στην ελληνική κοινωνία.

Η πιο πρόσφατη εξέλιξη της νομοθεσίας για τη μετανάστευση στην Ελλάδα ήταν ο ν. 3838/2010 με τον οποίο προσδιορίζονται οι προϋποθέσεις για την απονομή απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας σε ομογενείς και μονίμως διαμένοντες μετανάστες στην Ελλάδα και στα παιδιά αυτών των μεταναστών, με αυτόματη απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά που γεννώνται στην Ελλάδα από μετανάστες που διαμένουν και εργάζονται νομίμως στην Ελλάδα τουλάχιστον για πέντε έτη. Ο νόμος παρέχει επίσης και δικαιώματα για την πολιτική συμμετοχή των ομογενών και των μεταναστών που διαμένουν νομίμως και αδιαλείπτως επί πενταετίας με την ανάδειξή τους σε αιρετά όργανα της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοικήσεως στην Ελλάδα. Πρόκειται για μία σημαντική εξέλιξη που επιταχύνει την ουσιαστική ένταξη μεγάλου μέρους των μακροχρονίως διαμενόντων στην Ελλάδα μεταναστών στην ελληνική κοινωνία. Από την άλλη πλευρά συνεχίζεται η προσπάθεια για περιορισμό της λαθρομεταναστεύσεως και για ενίσχυση της νομίμου εισόδου αλλοδαπών στη χώρα για κάλυψη θέσε-

ALPHA BANK

63

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


ων εργασίας που υπάρχουν σε πολλούς τομείς. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η αντιμετώπιση της λαθρομεταναστεύσεως αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη, γεγονός που, σε συνδυασμό με την αρτηριοσκληρωτική λειτουργία της εγχώριας αγοράς εργασίας, ενισχύει περαιτέρω την παραδοσιακή αδυναμία της χώρας μας για άσκηση ενεργούς μεταναστευτικής πολιτικής.

Αδυναμία ασκήσεως ενεργούς μεταναστευτικής πολιτικής

Οι ισχύουσες παραγωγικές και οργανωτικές δομές στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με τον απολύτως κλειστό χαρακτήρα της ανώτατης εκπαιδεύσεως, το πλήθος των κλειστών επαγγελμάτων και την ανελαστική λειτουργία της αγοράς εργασίας, δεν ευνοούν την προσέλκυση στην Ελλάδα εργατικού δυναμικού υψηλής παραγωγικότητας ή/και εξειδικεύσεως.

Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι, η συντριπτική πλειονότητα των μεταναστών που έφθασαν στην Ελλάδα στις δεκαετίες του 1990 και του 2000 είναι ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, που εισήλθε παράνομα στην Ελλάδα και παρέμεινε σε καθεστώς παρανομίας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό οφείλεται, αφενός στην απουσία ουσιαστικής πολιτικής προσελκύσεως μεταναστών με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και αφετέρου στην καθήλωση της παραγωγικής και οργανωτικής διαρθρώσεως των βασικών παραγωγικών κλάδων της χώρας σε τεχνολογίες εντάσεως εργασίας και παραδοσιακές οργανωτικές και διοικητικές δομές, εξαρτημένες σε μεγάλο βαθμό από κρατικές ενισχύσεις, ή από τη δραστηριοποίησή τους στην παράλληλη οικονομία, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη γεωργία αλλά και τον τουρισμό. Τέτοιες παραγωγικές και οργανωτικές δομές, σε συνδυασμό με τον απολύτως κλειστό χαρακτήρα της ανώτατης εκπαιδεύσεως, το πλήθος των κλειστών επαγγελμάτων και την ανελαστική λειτουργία της αγοράς εργασίας, δεν ευνοούν την προσέλκυση στην Ελλάδα εργατικού δυναμικού υψηλής παραγωγικότητας ή/και εξειδικεύσεως. Ειδικότερα: Η λειτουργία της ελληνικής αγοράς εργασίας με την επιβολή πολύ υψηλών κατώτατων ημερομισθίων και μισθών συμβάλλει προφανώς αποφασιστικά σε αυτή την κατάσταση. Για παράδειγμα, εάν το κόστος απασχολήσεως ενός εργαζομένου σε μία γειτονική βαλκανική χώρα είναι € 350 μηνιαίως και το κόστος απασχολήσεως (συμπεριλαμβανομένων και των εισφορών στην κοινωνική ασφάλιση) ενός νομίμως απασχολούμενου στην Ελλάδα (αλλοδαπού ή Έλληνα) είναι € 1.050 μηνιαίως, μία ελληνική επιχείρηση έχει δύο επιλογές. Ή να απασχολήσει αδήλωτα έναν αλλοδαπό εργαζόμενο με χαμηλό κόστος (π.χ. έως € 550) ή να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να εγκατασταθεί σε μία γειτονική βαλκανική χώρα. Πολλές επιχειρήσεις (οι καλύτερα οργανωμένες) έχουν επιλέξει το δεύτερο. Άλλες επιχειρήσεις, σε κλάδους που η Ελλάδα διατηρεί συγκριτικό πλεονέκτημα, επιλέγουν το πρώτο, και αυτός είναι ο κύριος λόγος που έχουμε ακόμη παράνομη (όχι νόμιμη) μετανάστευση και αδήλωτη (ανασφάλιστη) εργασία στην Ελλάδα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πολλοί μετανάστες που εργάζονται στην Ελλάδα δεν επιθυμούν να ασφαλισθούν στο ΙΚΑ ή σε άλλο ασφαλιστικό Οργανισμό και να καταβάλλουν τις ανάλογες εισφορές, διότι δεν είναι πεπεισμένοι ότι θα μπορέσουν να συνταξιοδοτηθούν από τους ανωτέρω φορείς, αφού αντιμετωπίζουν αδυναμία συγκεντρώσεως των ελαχίστων αναγκαίων ενσήμων για τη σύνταξη. Απαιτείται, επομένως, να τους παρασχεθεί η δυνατότητα ασφαλίσεως με την προοπτική να εισπράξουν στο μέλλον εντόκως την όποια αποταμίευση έχουν συνεισφέρει στο ασφαλιστικό σύστημα. Από την άλλη πλευρά, η ικανοποιητική λειτουργία της εγχώριας αγοράς εργασίας, με εξασφάλιση πολύ μεγαλύτερης ευελιξίας από ό,τι υπήρχε

ALPHA BANK

64

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


Η ικανοποιητική λειτουργία της εγχώριας αγοράς εργασίας, με εξασφάλιση πολύ μεγαλύτερης ευελιξίας από ό,τι υπήρχε έως σήμερα, σε συνδυασμό με τον σημαντικό περιορισμό της γραφειοκρατίας στην παροχή αδειών εργασίας σε αλλοδαπούς που επιθυμούν να εισέλθουν νομίμως στη χώρα, μπορεί να συμβάλλουν τόσο στον περιορισμό της παράνομης μεταναστεύσεως όσο και στην αποτροπή των φαινομένων αδήλωτης και παράνομης απασχολήσεως.

Η δυνατότητα της Ελλάδος να καλύψει τις ανάγκες της σε εξειδικευμένο – τεχνικό και επιστημονικό ανθρώπινο δυναμικό σε πολλούς τομείς περιορίζεται ουσιαστικά και από τη λειτουργία των κλειστών επαγγελμάτων σε πολλούς κλάδους στη χώρα μας.

Συμβολή των μεταναστών στην οικονομία

έως σήμερα, σε συνδυασμό με τον σημαντικό περιορισμό της γραφειοκρατίας στην παροχή αδειών εργασίας σε αλλοδαπούς που επιθυμούν να εισέλθουν νομίμως στη χώρα, μπορεί να συμβάλλουν τόσο στον περιορισμό της παράνομης μεταναστεύσεως όσο και στην αποτροπή των φαινομένων αδήλωτης και παράνομης απασχολήσεως. Επιπλέον, η δυνατότητα της Ελλάδος να καλύψει τις ανάγκες της σε εξειδικευμένο – τεχνικό και επιστημονικό ανθρώπινο δυναμικό σε πολλούς τομείς περιορίζεται ουσιαστικά από τη λειτουργία των κλειστών επαγγελμάτων σε πολλούς κλάδους στη χώρα μας, καθώς και από την υπερπροστατευτική λειτουργία της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως. Έτσι, στον μόνο κλάδο στον οποίο η μετανάστευση συνεχίζει να είναι αρνητική για την Ελλάδα (μεγάλη εκροή) είναι ανάμεσα στους επιστήμονες και το εξειδικευμένο προσωπικό υψηλού κύρους. Οι τελευταίοι, αφού προσελκύονται για σπουδές σε σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως στο εξωτερικό (άνω των 70.000 Ελλήνων σπουδαστών τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως επιλέγουν ετησίως να πραγματοποιήσουν τις σπουδές τους σε χώρες του εξωτερικού) στη συνέχεια πολλοί από αυτούς παραμένουν στο εξωτερικό για προσφορά εξειδικευμένης εργασίας στο αντικείμενο της εξειδικεύσεώς τους. Αντίθετα με την Ινδία, στην Ελλάδα το brain drain συνεχίζεται αναπόδραστα. Αντί να προσελκύουμε σπουδαστές, επιστήμονες και τεχνικούς υψηλής εξειδικεύσεως και εργαζόμενους με αυξημένα κίνητρα για εργασία και για προσφορά, για σπουδές, για έρευνα και για εργασία στην Ελλάδα, συμβάλλουμε στη μαζική έξοδο των δικών μας ανθρώπων στο εξωτερικό. Επομένως, απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση ενεργούς μεταναστευτικής πολιτικής από την Ελλάδα είναι η αποκατάσταση της αναγκαίας ευελιξίας στην αγορά εργασίας, η εκλογίκευση της λειτουργίας του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων της χώρας με πρόβλεψη ειδικών ρυθμίσεων για τους μετανάστες, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, με την διευκόλυνση μονίμου εγκαταστάσεως στην Ελλάδα σε επαγγελματίες υψηλής εξειδικεύσεως και, κυρίως, ο εκσυγχρονισμός της λειτουργίας της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως σύμφωνα με τα πρότυπα των αναπτυγμένων αλλά και πολλών αναπτυσσόμενων χωρών. Η παρουσία των μεταναστών επηρεάζει, άμεσα ή έμμεσα, την κοινωνία και την οικονομία στην οποία ζουν και δραστηριοποιούνται. Η συμβολή τους στην οικονομία εξαρτάται κυρίως από τους ακόλουθους παράγοντες: Από τον συνολικό αριθμό των μεταναστών και τη συμβολή τους στο εργατικό δυναμικό της χώρας, μέσω της επίσημης ή της παράλληλης οικονομίας. Οι μετανάστες συμβάλλουν στην ανάπτυξη της οικονομίας της χώρα υποδοχής εάν έρχονται στη χώρα για να καλύψουν κενές θέσεις εργασίας (δηλαδή θέσεις εργασίας που δεν επιθυμούν να καλύψουν οι εγχώριοι εργαζόμενοι με ανταγωνιστικό κόστος) ή για να προσφέρουν εργασία με υψηλότερη παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα από αυτή των εγχωρίων εργαζομένων. Ένας νόμιμος μετανάστης που εργάζεται σε μία ελληνική επιχείρηση και αμείβεται με τον ίδιο μισθό με έναν εγχώριο εργαζόμενο συμβάλλει στην εγχώρια ευημερία εάν η αμοιβή του (η συνο-

ALPHA BANK

65

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


λική επιβάρυνση που συνεπάγεται για την εγχώρια κοινωνία) είναι μικρότερη από τη συμβολή του στην αύξηση του εγχώριου προϊόντος. Επίσης, ένας μετανάστης που δεν έχει νομιμοποιηθεί ή που εργάζεται χωρίς να έχει δηλωθεί και ασφαλισθεί προσφέρει στην οικονομία για τον ίδιο λόγο. Όταν συμβάλλει στην αύξηση του εγχώριου προϊόντος περισσότερο από το κόστος που συνεπάγεται η παρουσία του στη χώρα. Στη δεύτερη περίπτωση το ιδιωτικό κόστος απασχολήσεως του μετανάστη θα πρέπει να προσαυξηθεί με το κόστος των κοινωνικών παροχών που του παρέχονται με την παρουσία του στη χώρα, στο βαθμό που για τις παροχές αυτές δεν καταβάλλει φόρους (καταβάλλει μόνο έμμεσους φόρους) ή εισφορές.

Πολλές επιχειρήσεις στην Ελλάδα υπάρχουν και απασχολούν εγχώριους εργαζόμενους (κυρίως διοικητικό ή εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό) επειδή ταυτόχρονα απασχολούν και αρκετούς μετανάστες σε κρίσιμες θέσεις εργασίας με σχετικά χαμηλό κόστος. Πολλές αγροτικές εκμεταλλεύσεις και ιδιαιτέρως κτηνοτροφικές επιχειρήσεις δεν θα υπήρχαν χωρίς τους μετανάστες. Πολλές ξενοδοχειακές μονάδες επωφελούνται από την προσφορά σημαντικών υπηρεσιών από μετανάστες σε σχετικά χαμηλό κόστος.

ALPHA BANK

Ειδικότερα, στην Ελλάδα οι μετανάστες, παρότι εισήλθαν σε μεγάλο βαθμό παράνομα, και ενδεχομένως παραμένουν χωρίς άδεια διαμονής, έχουν προσφέρει στην οικονομία διότι έχουν καλύψει θέσεις εργασίας (στον αγροτικό τομέα, στον τουρισμό, τις κατασκευές δημοσίων και ιδιωτικών έργων, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τις προσωπικές υπηρεσίες και αλλού) που δεν προσφέρονται σε προσιτό κόστος από εγχώριους εργαζόμενους, κυρίως λόγω της ανελαστικότητας της εγχώριας αγοράς εργασίας. Πολλές εργαζόμενες μητέρες στην Ελλάδα έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να εργάζονται στο αντικείμενο της εξειδικεύσεώς τους επειδή υπάρχουν αλλοδαπές οικιακοί βοηθοί. Πολλές επιχειρήσεις στην Ελλάδα υπάρχουν και απασχολούν εγχώριους εργαζόμενους (κυρίως διοικητικό ή εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό) επειδή ταυτόχρονα απασχολούν και αρκετούς μετανάστες σε κρίσιμες θέσεις εργασίας με σχετικά χαμηλό κόστος. Πολλές αγροτικές εκμεταλλεύσεις και ιδιαιτέρως κτηνοτροφικές επιχειρήσεις δεν θα υπήρχαν χωρίς τους μετανάστες. Πολλές ξενοδοχειακές μονάδες επωφελούνται από την προσφορά σημαντικών υπηρεσιών από μετανάστες σε σχετικά χαμηλό κόστος. Από την παραγωγικότητά τους. Γενικά, η όποια παραγωγικότητα (μικρή ή μεγάλη) των μεταναστών έχει θετική επίπτωση στην ανάπτυξη, εάν δεν υπερκαλύπτεται από την αμοιβή τους ή από το κόστος που συνεπάγονται για την κοινωνία. Η παραγωγικότητα αυτή εξαρτάται όχι μόνο από την ηλικιακή διάρθρωση των μεταναστών, αλλά και από τα κίνητρα που έχουν για εργασία και ανάδειξη ή επαγγελματική εξέλιξη. Εξαρτάται επίσης από τον χρόνο της επιδιωκόμενης (ή προσδοκώμενης) παραμονής τους στη χώρα, από τον βαθμό εντάξεώς τους στο κοινωνικό ιστό του τόπου διαμονής ή εργασίας τους. Εξαρτάται, τέλος, από το μορφωτικό τους επίπεδο και την εξειδίκευσή τους και σε σημαντικό βαθμό από το εάν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα ή όχι. Επομένως, η παραγωγικότητα των μεταναστών στην Ελλάδα μπορεί να είναι χαμηλή για τους ακόλουθους λόγους: α) Δεν επιδιώκουμε (μάλλον αποτρέπουμε) την προσέλκυση μεταναστών υψηλού μορφωτικού επιπέδου ή εξειδικευμένου τεχνικού προσωπικού ακόμη και σε τομείς που αντιμετωπίζουμε μεγάλες ελλείψεις ή ουσιαστική απουσία ανταγωνιστικών συνθηκών. β) Αντιμετωπίζουμε πολλές φορές τους μετανάστες ως προσωρινούς (ή τους υποχρεώνουμε να αισθάνονται έτσι) και εκτός της εγχώριας κοινωνίας, ακόμη και εάν ζουν ήδη πολλά έτη στην Ελλάδα. Είναι προφανές ότι ένας λαθρομετανάστης δεν εργάζεται ή εργάζεται ελάχιστα στη χώρα μας και από την άλλη μεριά χρησιμοποιεί τις όποιες κοινωνικές υπηρεσίες που του προσφέρονται ή επιβάλλει σημαντι-

66

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


κό κόστος διαχειρίσεώς του.

Η ισχυρή πλέον παρουσία νέων μεταναστών στο εργατικό δυναμικό καθυστερεί τη μείωση του εργατικού δυναμικού και την υπέρμετρη αύξηση των μισθών η οποία θα έπληττε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Συνολικά, σε μακροοικονομικό επίπεδο, η μετανάστευση έχει οδηγήσει σε αύξηση του πληθυσμού και του εργατικού δυναμικού της Ελλάδος, με τη μέση ετήσια αύξηση της απασχολήσεως να διαμορφώνεται στο 1,26% στην περίοδο 1997-2008 (1,7% στην περίοδο 2002-2006, 1,4% το 2007 και 0,1% το 2008). Επίσης, η παραγωγικότητα της εργασίας διατηρήθηκε σε υψηλό επίπεδο, στο 3,1% στην περίοδο 1997-2001, στο 2,4% στην περίοδο 2002-2006 (παρά τη μεγάλη αύξηση της απασχολήσεως), στο 3,1% το 2007 και στο 1,9% το 2008. Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν ότι η μετανάστευση συνέβαλε στη σημαντική αύξηση της απασχολήσεως στην Ελλάδα στην περίοδο 1997-2008, χωρίς αυτό να επιρεάσει αρνητικά την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στην περίοδο αυτή. Επομένως, μπορεί να λεχθεί ότι η αύξηση της απασχολήσεως κατά μέσο ετήσιο ρυθμό 1,26% στην περίοδο 1997-2008, που οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά (κατά 95%) στη σημαντική εισροή μεταναστών, μετατράπηκε ολόκληρη σε αντίστοιχη αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ της Ελλάδος στην περίοδο αυτή. Επιπλέον των ανωτέρω, το χαμηλό κόστος απασχολήσεως των μεταναστών, το οποίο παραμένει χαμηλό ακόμη και εάν ληφθεί υπόψη και το κόστος των κοινωνικών παροχών που συνεπάγεται η παρουσία τους στην Ελλάδα (οι μετανάστες πληρώνουν για αυτές τις παροχές κυρίως μέσω της επιβαρύνσεώς τους με έμμεσους φόρους και μέσω των εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία), συνεπάγεται ότι η παρουσία των μεταναστών συμβάλλει στην αύξηση του κατά κεφαλή εισοδήματος για την οικονομία ως σύνολο. Ένας μηχανισμός μέσω του οποίου οι μετανάστες συμβάλλουν στην αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ είναι μέσω της συμβολής τους στη διατήρηση των αυξήσεων του κόστους εργασίας σε χαμηλότερο επίπεδο (επειδή οι αμοιβή τους είναι χαμηλότερη σε σχέση με την παραγωγικότητά τους) συμβάλοντας θετικά στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και αρνητικά στον πληθωρισμό.

Η παρουσία μεταναστών μπορεί να δημιουργήσει πολύ περισσότερες ανταγωνιστικές θέσεις εργασίας στη χώρα και για τους εγχώριους εργαζόμενους. Από την άλλη πλευρά, είναι γεγονός ότι η εισροή μεταναστών στην Ελλάδα λειτούργησε ανταγωνιστικά για τη διεκδίκηση θέσεων εξηρτημένης εργασίας χαμηλής κυρίως εξειδικεύσεως και χαμηλής κοινωνικής αποδοχής στον ιδιωτικό τομέα, που θα διεκδικούνταν ενδεχομένως από ανειδίκευτους, εγχώριους εργαζομένους.

ALPHA BANK

Όπως αναλύεται σε άλλο άρθρο του Δελτίου, οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις οι οποίες συνδέονται άμεσα με τον δυνητικό ρυθμό αυξήσεως του ΑΕΠ της χώρας μας, μπορεί να εμφανισθούν αργότερα λόγω της παρουσίας των μεταναστών. Ο δυνητικός ρυθμός αυξήσεως του ΑΕΠ ισούται με τον ρυθμό αυξήσεως της απασχολήσεως και τον ρυθμό αυξήσεως της παραγωγικότητας ανά απασχολούμενο. Σε μία κοινωνία που ο πληθυσμός της μειώνεται ή γηράσκει και συνταξιοδοτείται, ο ρυθμός απασχολήσεως μειώνεται και άρα μειώνεται ο δυνητικός ρυθμός αυξήσεως του ΑΕΠ, δεδομένης της παραγωγικότητας. Η ισχυρή πλέον παρουσία νέων μεταναστών στο εργατικό δυναμικό καθυστερεί τη μείωση του εργατικού δυναμικού και την υπέρμετρη αύξηση των μισθών η οποία θα έπληττε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ως εκ τούτου η απασχόληση μεταναστών στη δεκαετία του 1990 και του 2000 απετέλεσε όχι μόνο πηγή αυξήσεως του εγχώριου εργατικού δυναμικού αλλά και ενισχίσεως της ανταγωνιστικότητας των εγχωρίως παραγομένων διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων. Επίσης, η παρουσία μεταναστών συνέβαλε στον περιορισμό του ρυθμού αυξήσεως κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος σε πολλούς κλάδους μη εμπορεύσιμων προϊόντων δίνοντας τη δυνατότητα να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός.

67

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


Το πραγματικό πρόβλημα είναι ο ανταγωνισμός που δεν δημιουργήθηκε λόγω της μη εισροής μεταναστών στους περιχαρακωμένους με αξεπέραστα εμπόδια σε κάθε είδους ανταγωνισμό, κλάδους και επαγγέλματα. Για παράδειγμα, εκατοντάδες ή χιλιάδες Έλληνες καθηγητές Πανεπιστημίου διδάσκουν σε ξένα Πανεπιστήμια και εκατοντάδες ή χιλιάδες Έλληνες ιατροί υπηρετούν σε νοσοκομεία ξένων χωρών. Ωστόσο, για να είσαι καθηγητής Πανεπιστημίου στην Ελλάδα θα πρέπει να είσαι Έλληνας.

Από την επίπτωσή τους στην απασχόληση και τα εισοδήματα άλλων ομάδων του εγχώριου πληθυσμού. Οι μετανάστες επ ουδενί λόγο δεν λειτουργούν ως μέλη ενός παιχνιδιού μηδενικού αθροίσματος. Η κατάληψη μίας θέσεως εργασίας στην εγχώρια οικονομία από έναν μετανάστη δεν συνεπάγεται αναγκαστικά απώλεια αυτής της θέσεως από κάποιον εγχώριο εργαζόμενο. Αντίθετα, η παρουσία μεταναστών μπορεί να δημιουργήσει πολύ περισσότερες ανταγωνιστικές θέσεις εργασίας στη χώρα και για τους εγχώριους εργαζόμενους. Από την άλλη πλευρά, είναι γεγονός ότι η εισροή μεταναστών στην Ελλάδα λειτούργησε ανταγωνιστικά για τη διεκδίκηση θέσεων εξηρτημένης εργασίας χαμηλής κυρίως εξειδικεύσεως και χαμηλής κοινωνικής αποδοχής στον ιδιωτικό τομέα, που θα διεκδικούνταν ενδεχομένως από ανειδίκευτους εγχώριους εργαζόμενους σχετικά χαμηλού εισοδηματικού επιπέδου. Οι θέσεις εργασίας που εξαρτώνται από το Ελληνικό Δημόσιο και τα ερμητικά κλειστά επαγγέλματα (τεχνικοί, μηχανικοί, οδηγοί ΤΑΞΙ και μέσων μεταφοράς, οδηγοί φορτηγών αυτοκινήτων, ηλεκτρολόγοι, κ.ά.) παρέμειναν έως σήμερα εκτός ανταγωνισμού από μετανάστες στην Ελλάδα, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Επίσης, δεν καλύφθηκαν με μετανάστες οι μεγάλες ελλείψεις που υπάρχουν σε τεχνικούς στους τομείς της πληροφορικής και υπολογιστών αλλά και σε πολλούς άλλους κλάδους. Έτσι, το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι ο ανταγωνισμός που δημιουργήθηκε στην αγορά εργασίας χαμηλής εξειδικεύσεως λόγω της εισροής των μεταναστών σε αυτό το τμήμα της αγοράς. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ο ανταγωνισμός που δεν δημιουργήθηκε λόγω της μη εισροής μεταναστών σε όλους τους άλλους, τους περιχαρακωμένους με αξεπέραστα εμπόδια σε κάθε είδους ανταγωνισμό, κλάδους και επαγγέλματα. Για παράδειγμα, εκατοντάδες ή χιλιάδες Έλληνες καθηγητές Πανεπιστημίου διδάσκουν σε ξένα Πανεπιστήμια και εκατοντάδες ή χιλιάδες Έλληνες ιατροί υπηρετούν σε νοσοκομεία ξένων χωρών. Ωστόσο, για να είσαι καθηγητής Πανεπιστημίου, ιατρός, μηχανικός, ηλεκτρολόγος, δικηγόρος, οδηγός ταξί, τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών, οικονομολόγος στο ΚΕΠΕ, οδηγός αστικού λεωφορείου, φύλακας στο Πανεπιστήμιο, δημόσιος υπάλληλος, κλητήρας στο υπουργείο, λογιστής ή ακόμη και οδοκαθαριστής στην Ελλάδα θα πρέπει να είσαι Έλληνας.

Συμπεράσματα

Η πιθανή μακροχρόνια συμβολή της μεταναστευτικής ροής στην οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδος παρουσιάζεται σε μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής2, η οποία αναλύει τους παράγοντες που μπορεί να προσδιορίσουν τον μέσο ετήσιο ρυθμό αυξήσεως του πραγματικού δυνητικού ΑΕΠ και του κατά κεφαλή ΑΕΠ της Ελλάδος στην περίοδο 2007-2060, εξετάζοντας τα δύο ακόλουθα σενάρια: Στο βασικό σενάριο γίνεται η υπόθεση ότι οι μεταναστευτικές ροές στην Ελλάδα προσδιορίζονται έτσι ώστε η μέση ετήσια αύξηση του πληθυσμού της χώρας στην περίοδο 2008-2060 να είναι 0,0%. Στο διαζευκτικό σενάριο γίνεται η υπόθεση ότι η μέση ετήσια αύξηση της καθαρής μεταναστεύσεως στην περίοδο 2008-2060 είναι μηδε2. “The 2009 Ageing Report: Underlying assumptions and projection methodologies for the EU-27 Member States”, European Commission, 2/2009.

ALPHA BANK

68

OIKONOMIKO ΔEΛTIO


Η γήρανση του πληθυσμού στην Ελλάδα θα είναι ταχύτερη όταν η καθαρή εισροή μεταναστών θα είναι μηδενική. Στην περίπτωση της μηδενικής μεταναστευτικής ροής, όμως, η μέση ετήσια αύξηση του δυνητικού πραγματικού ΑΕΠ μειώνεται στο 1,2% (από 1,8%) και η μέση ετήσια αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειώνεται επίσης, στο 1,7% (από 1,8%). Αυτό σημαίνει ότι χωρίς τους μετανάστες αναμένεται να επηρεασθεί αρνητικά η ευημερία των εγχώριων κατοίκων.

νική. Εάν αυτό συμβεί, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι ο πληθυσμός της Ελλάδος θα σημειώσει μέση ετήσια πτώση της τάξεως του -0,5%, με αντίστοιχη μέση ετήσια πτώση του ενεργού πληθυσμού κατά -0,4%, έναντι -0,3% στο βασικό σενάριο. Αυτό σημαίνει ότι η γήρανση του πληθυσμού στην Ελλάδα θα είναι ταχύτερη όταν η καθαρή εισροή μεταναστών θα είναι μηδενική. Όπως παρουσιάζεται στον Πίνακα 4, στο βασικό σενάριο η μέση ετήσια αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ και του ΑΕΠ κατά κεφαλή θα είναι 1,8%. Στην περίπτωση της μηδενικής μεταναστευτικής ροής, όμως, η μέση ετήσια αύξηση του δυνητικού πραγματικού ΑΕΠ μειώνεται στο 1,2% (από 1,8%) και η μέση ετήσια αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειώνεται επίσης, στο 1,7% (από 1,8%). Αυτό σημαίνει ότι χωρίς τους μετανάστες αναμένεται να επηρεασθεί αρνητικά η ευημερία των εγχώριων κατοίκων. πίνακας 4. Μέση ετήσια ποσοστιαία αύξηση του δυνητικού αεπ, 2007-2060, με εισροή μεταναστών (βασικό σενάριο) και χωρίς εισροή μεταναστών (σενάριο μηδενικής μεταναστεύσεως) Βασικό Σενάριο

Σενάριο Μηδενικής Μεταναστεύσεως

Παραγωγικότητα Εργασίας (ΑΕΠ/Ώρα Εργασίας)

2,0

2,0

Συντελεστής Εργασίας: Μέση ετήσια % μεταβολή

-0,2

-0,8

Πληθυσμός: Μέση ετήσια % αύξηση

0,0

-0,5

Ποσοστό Απασχολήσεως: Μ.ε. % αύξηση

0,1

0,1

-0,3

-0,4

Ενεργός Πληθυσμός/Πληθυσμό: Μ.ε. % αύξηση

0,0

0,0

ΑΕΠ: Μέση ετήσια % αύξηση

1,8

1,2

Κατά Κεφαλήν ΑΕΠ: Μέση ετήσια % αύξηση

1,8

1,7

Μέσος Αριθμός Ωρών Εργασίας: Μ.ε. % αύξηση

Πηγή: "The 2009 Ageing Report: Underlying assumptions and projection methodologies for the EU-27 Member States", European Commission 2/2009.

Σημειώνεται ότι οι ανωτέρω επιπτώσεις της τυχόν διακοπής των μεταναστευτικών ροών είναι πολύ σημαντικές, αλλά ενδέχεται να είναι ακόμη μεγαλύτερες εάν η απουσία των μεταναστών συνεπάγεται ουσιαστική μείωση της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής και απώλεια περισσότερων επενδύσεων και παραγωγικών δραστηριοτήτων που δεν θα είναι βιώσιμες χωρίς την αναγκαία καθαρή εισροή μεταναστών στη χώρα.

ALPHA BANK

69

OIKONOMIKO ΔEΛTIO

http://www.statnews.gr/library/metanastefsi  

http://www.statnews.gr/library/metanastefsi.pdf

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you